Published December 31, 2009 | Version v1
Taxonomic treatment Open

Asperula brachyphylla Trigas & Iatrou

Description

Asperula brachyphylla Trigas & Iatroú

Rubiaceae

Τρωτό (VU)

Asperula brachyphylla Trigas & Iatroú in Phyton (Horn) 43(1): 30 (2003).

Τύποç: [Ελλά (WAe), Νήσος Εύβοια] "Mt Ochi, summit area (Profitis Ilias), rock crevices and rocky ground, 1200-1300 m, Lat. 38o 03´N, Long. 24o 28´E", 19 Jun. 1997, Trigas & Iatroú 2044 (Ολότυπο: UPA).

Περιγραφή: Φυτό πολυετέ, πυκνά προσκεφαλόμορφο, γλαυκό, χνοώδε, με ξυλώδη βάση. Βλαστοί μήκους (2-) 3-12(-16) cm, τετράγωνοι, με προεξέχουσες ράχε, κατακείμενοι ή ανερχόμενοι στο κατώτερο τμήμα του, με όρθιους ή ανερχόμενους κλάδου, πυκνά τριχωτοί (τρίχε μήκους μέχρι 0,5 mm) έως άτριχοι στο ανώτερο τμήμα του. Φύλλα σε σπονδύλους κατά τετράδε, γραμμοειδή, 3,5-9,0 x 0,4-0,8 mm, άκαμπτα, πυκνά τριχωτά, ακιδωτά, με υαλώδη, συχνά τριχωτή κορυφή, μήκους 0,3-0,5(-0,6) mm, περιθώρια συνεστραμμένα με νεύρο προεξέχον στην κάτω επιφάνεια και καλύπτον το 1/3-1/4 του πλάτους του φύλλου. Κατώτερα φύλλα μικρότερα, μήκους 1,5-5,0 mm, γραμμοειδή έως στενά ωοειδή. Ταξιανθία συνήθως χωρίς διακλαδώσει, σπάνια με λίγε, πολύ βραχείες πλάγιες διακλαδώσει. Βράκτια λεία ή τριχωτά, μακρύτερα από τους καρπού, πλατιά τριγωνικά έως λογχοειδή. Στεφάνη μήκους 3,5-5,0 mm, πορφυρορόδινη εξωτερικά, υπόλευκη έως υποκίτρινη εσωτερικά ή υπόλευκη έως υποκίτρινη παντού, κυπελλοειδής έως στενά χοανοειδή, πυκνά τριχωτή έως σχεδόν λεία εξωτερικά, λεία εσωτερικά. Σχιζοκάρπια 1,3-2,0 mm, μαύρα, θηλώδη, σπανίως με βραχύ τρίχωμα.

Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.

Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος έως μέσα Ιουλίου.

Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Η γεωγραφική του εξάπλωση είναι περιορισμένη στο όρος Όχη της Ν. Εύβοια.

Βιότοποç: Η Asperula brachyphylla αναπτύσσεται σε υψόμετρο 1.100-1.300 m, στην κορυφή του όρους Όχη (Προφήτης Ηλία) και στη γειτονική κορυφή Γιούδα, στο νοτιότερο τμήμα της Εύβοια. Το γεωλογικό υπόστρωμα της περιοχής συνίσταται κυρίως από μοσχοβιτικού, επιδοτιτικούς και χλωριτικούς σχιστόλιθους και σιπολινομάρμαρα. Το pH του εδάφους κυμαίνεται μεταξύ 4 και 6.

Η Asperula brachyphylla είναι ένα τυπικό χασμόφυτο. Ορισμένα από τα είδη που παρατηρήθηκαν να συνοδεύουν την A. brachyphylla σε αυτόν τον βιότοπο είναι τα εξή: Thymus longicaulis subsp. chaubardii, Hypericum olympicum, Anthoxanthum odoratum, Festuca jeanpertii, Hieracium sartorianum, Mycelis muralis, Aubrieta deltoidea, Trifolium uniflorum, Leontodon graecus, Solidago virgaurea subsp. virgaurea, Arenaria filicaulis subsp. graeca, Anthemis cretica subsp. cretica κ.ά. Άτομα του είδους αναπτύσσονται σε μικρές ομάδες σε βραχώδεις περιοχέ, στο διάσελο που ενώνει τις κορυφές Προφήτης Ηλίας και Γιούδα. Τα φυτά αυτά είναι μικρότερα σε μέγεθος και σχεδόν κατακείμενα, πιθανώς εξαιτίας της υπερβόσκησης που παρατηρείται στην περιοχή. Συνοδεύονται κυρίως από πολυετή taxa, όπως είναι τα: Cerastium candidissimum, Scabiosa argentea, Sideritis euboea, Centaurea pichleri subsp. pichleri, Silene multicaulis subsp. sporadum, Armeria canescens, Cerastium comatum, Rosa pulverulenta κ.ά. (Trigas & Iatroú 2003).

Ταξινομικά σχόλια: Η Asperula brachyphylla ανήκει στη sect. Cynanchicae και είναι στενά συγγενής με την A. abbreviata (Halácsy) Rech. f., ενδημικό είδος της Νάξου και της Αμοργού. Ωστόσο, τα δύο είδη διακρίνονται εύκολα μεταξύ του, με την A. brachyphylla να είναι ένα γλαυκό, συνήθως πυκνά χνοώδες φυτό, ενώ η A. abbreviata ένα φωτεινό πράσινο, άτριχο ή αραιά τριχωτό φυτό. Επιπλέον, σημαντικές είναι οι μορφολογικές διαφορές των φύλλων των δύο ειδών (Trigas & Iatroú 2003).

Η προέλευση της A. brachyphylla θα πρέπει πιθανότατα να εντοπισθεί ανατολικά, στη Μικρά Ασία, μέσω της συγγένειάς της με την A. nitida Sm. s.l. Ωστόσο, διαφοροποιείται από αυτήν εξαιτίας της περισσότερο πυκνής εμφάνισής τη, των πιο τριχωτών βλαστών, των βραχύτερων και σχεδόν ευθυτενών φύλλων με βραχύτερη υαλώδη κορυφή, των βρακτίων που δεν φέρουν τρίχες στα περιθώριά τους και των μικροτέρων σχιζοκαρπίων. Ομοιάζει μορφολογικά περισσότερο με την A. nitida subsp. hirtella (Boiss.) Ehrend., ενδημικό υποείδος της Δ. και Κ. Ανατολίας (Ehrendorfer & Schänbeck-Temesy 1982a). Η A. brachyphylla μπορεί επίσης να θεωρηθεί μορφολογικά συγγενής με την A. pinifolia (Boiss.) Heldr. ex Ehrend. & Schänb.-Temesy, ενδημικό είδος της ηπειρωτικής Ελλάδα, με γεωγραφική εξάπλωση περιορισμένη στα όρη της Στερεάς Ελλάδας και της Ν. Πίνδου (Schänbeck-Temesy & Ehrendorfer 1991a).

Κατάσταση πληθυσμών: Ο μοναδικός γνωστός πληθυσμός της A. brachyphylla βρίσκεται στο όρος Όχη. Ο πολυπληθέστερος υποπληθυσμός του είδους αναπτύσσεται στις βόρειε, απόκρημνες πλαγιές της κορυφής Γιούδας και εκτιμάται ότι αριθμεί λίγες εκατοντάδες ατόμων. Στο διάσελο μεταξύ των κορυφών Γιούδας και Προφήτης Ηλίας έχει εντοπισθεί μία μικρή ομάδα 50-60 φυτών, ενώ στην κορυφή Προφήτης Ηλίας έχουν παρατηρηθεί δύο μικρές ομάδες και διάσπαρτα άτομα, που συνολικά ανέρχονται σε 150-200. Εκτιμάται ότι ο συνολικός πληθυσμός του είδους δεν υπερβαίνει τα 1.000 άτομα.

Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Asperula brachyphylla αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο σε σχισμές απόκρημνων βράχων. Οι κίνδυνοι από ανθρωπογενείς επιδράσεις σε αυτές τις περιοχές είναι πολύ μικροί, με εξαίρεση τη βόσκηση, η οποία όμως δεν απειλεί το σημαντικότερο τμήμα του πληθυσμού. Το είδο, ωστόσο, υπόκειται σε βόσκηση σε ορισμένες θέσεις του και σε αυτήν ακριβώς την επίδραση είναι πιθανό να οφείλεται η ανάπτυξη κατακειμένων βλαστών στα άτομα, που αναπτύσσονται σε περιοχές προσβάσιμες στα ζώα.

Στην ευρύτερη περιοχή του όρους Όχη έχουν εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια εκατοντάδες ανεμογεννήτριε, καθιστώντας την ήδη ένα από τα σημαντικότερα αιολικά πάρκα της χώρα, ενώ εκκρεμεί η κατασκευή πολλών ακόμη ανεμογεννητριών. Η επέκταση των αιολικών πάρκων στις περιοχές εξάπλωσης της A. brachyphylla θα δημιουργούσε σημαντικές απώλειες στον πληθυσμό τη, προερχόμενες κυρίως από τα συνοδευτικά έργα, απαραίτητα για την εγκατάσταση των ανεμογεννητριών. Το είδο, λοιπόν, χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2.

Το όρος Όχη έχει επιλεγεί να περιληφθεί στο Δίκτυο των οικολογικά σημαντικών περιοχών της ΦΥΣΗΣ 2000. Κάτι τέτοιο αναμένεται να έχει θετική επίδραση στην μελλοντική επιβίωση της A. brachyphylla.

Μέτρα προστασίαç: Ο έλεγχος της βόσκησης στο όρος Όχη θα είχε θετική επίδραση στους πληθυσμούς της A. brachyphylla, όπως και σε πολλά άλλα ενδημικά και σπάνια φυτικά είδη της περιοχή. Επιπλέον, προσεκτική χωροθέτηση των αιολικών πάρκων και αναλυτικές μελέτες των περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι απαραίτητες ενέργειες για την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιδράσεων στους φυσικούς πληθυσμούς πολλών σπάνιων και ενδημικών φυτικών ειδών της περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της A. brachyphylla. Το είδος θα μπορούσε επίσης να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπους ως φυτό βραχόκηπων.

Παναγιώτηç Τρίγκαç

Notes

Published as part of Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis & Georgia Kamari, 2009, The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D), Patras :Hellenic Botanical Society on pages 114-115, DOI: 10.5281/zenodo.18855160

Files

Files (12.1 kB)

Name Size Download all
md5:7e265b2e5ce24496c14c24ee827f83da
12.1 kB Download

System files (29.4 kB)

Name Size Download all
md5:8e5041922aa2d7a4e5d680779a8a54ba
29.4 kB Download

Linked records

Additional details

Biodiversity

Scientific name authorship
Trigas & Iatrou
Kingdom
Plantae
Phylum
Tracheophyta
Order
Gentianales
Family
Rubiaceae
Genus
Asperula
Species
brachyphylla
Taxon rank
species

References

  • Trigas, P. & Iatrou, G. 2003: Asperula (sect. Cynanchicae) brachyphylla, spec. nova (Rubiaceae) from the Island of Evvia (Greece). - Phyton (Horn, Austria) 43 (1): 29-37.
  • Ehrendorfer, F. & Schanbeck-Temesy, E. 1982 a: Asperula L. - Pp. 734-767. In: Davis, P. H. (ed.), Flora of Turkey, 7. - Edinburgh: Edinburgh Univ. Press.
  • Schanbeck-Temesy, E. & Ehrendorfer, F. 1991 a: Asperula L. - Ρp. 281-300. In Strid, A. & Tan, K. (eds), Mountain Flora of Greece, 2. - Edinburgh: Edinburgh Univ. Press.
  • IUCN 2001: IUCN Red List Categories and Criteria: version 3.1. - Gland & Cambridge: IUCN Species Survival Commission.