Πινδάρου γένος δι᾿ ἐπῶν. 
 
 Πίνδαρον ὑψαγόρην Καδμηίδος οὔδεϊ Θήβης Κλειδίκη εὐνηθεῖσα μενεπτολέμῳ
 Δαϊφάντῳ γείνατο ναιετάουσα Κυνὸς κεφαλῆς παρὰ χώρῳ, οὐκ οἶον· ἅμα τῷ
 καὶ Ἐρίτιμον εἰδότα θήρην, εἰδότα πυγμαχίην τε παλαισμοσύνην
 τ᾿ ἀλεγεινήν. 
 τὸν μὲν ὅτε κνώσσοντα ποτὶ χθόνα κάτθετο μήτηρ εἰσέτι παιδνὸν ἐόντα,
 μέλισσά τις ὡς ἐπὶ σίμβλῳ χείλεσι νηπιάχοισι τιθαιβώσσουσα ποτᾶτο. τῷ
 δὲ λιγυφθόγγων ἐπέων μελέων θ᾿ ὑποθήμων ἔπλετο δῖα Κόριννα·
 θεμείλια δ᾿ ὤπασε μύθων 
 
 τὸ πρῶτον· μετὰ τὴν δ᾿ Ἀγαθοκλέος ἔμμορεν αὐδῆς, ὅς τέ ῥά οἱ
 κατέδειξεν ὁδὸν καὶ μέτρον ἀοιδῆς. εὖτε δ᾿ Ἀλεξάνδροιο Φιλιππιάδαο μενοινῇ
 Καδμείων ἀφίκοντο Μακηδόνες ἄστεα πέρσαι, Πινδαρέων
 μεγάρων οὐχ ἥψατο θεσπιδαὲς πῦρ. 
 ἀλλὰ τὰ μὲν μετόπισθεν. ἔτι ζώοντι δ᾿ ἀοιδῷ Φοῖβος ἄναξ ἐκέλευσε
 πολυχρύσου παρὰ Πυθοῦς ἤια καὶ μέθυ λαρὸν ἀεὶ Θήβηνδε κομίζειν. καὶ
 μέλος, ὡς ἐνέπουσιν, ἐν οὔρεσιν ἠυκέρως Πάν Πινδάρου αἰὲν
 ἄειδε, καὶ οὐκ ἐμέγηρεν ἀείδων. 
 ἦμος δ᾿ ἐν Μαραθῶνι καὶ ἐν Σαλαμῖνι παρέσταν αἰναρέται Πέρσαι μετὰ
 Δάτιδος ἀγριοφώνου, τῆμος ἔτι ζώεσκεν, ὅτ᾿ Αἰσχύλος ἦν ἐν Ἀθήναις. τῷ
 δὲ Τιμοξείνη παρελέξατο δῖα γυναικῶν, ἥ τέκεν Εὔμητιν,
 μεγαλήτορα καὶ Δαΐφαντον, 
 Πρωτομάχην δ᾿ ἐπὶ τοῖσιν. ἔμελψε δὲ κῦδος ἀγώνων τῶν πισύρων, μακάρων
 παιήονας ἐνδεδεγμένους, καὶ μέλος ὀρχηθμοῖο, θεῶν τ᾿ ἐρικυδέας ὕμνους,
 ἠδὲ μελιφθόγγων μελεδήματα παρθενικάων. τοῖος ἐὼν καὶ
 τόσσα παθὼν καὶ τόσσα τελέσσας 
 κάτθανεν ὀγδώκοντα τελειομένων ἐνιαυτῶν.