a ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΑΠΟΚΑΛΓΨΕΩΣ. 
 α. Προοίμιον Ἀποκαλύψεως, καὶ ὅτι δι’ Ἀγγέλου αὐτῷ διδοται. 
 β. Ὀπτασία ἐν ᾗ τὸν Ἰησοῦν ἐθεάσατο ἐν μέσῳ λυχνιῶν ἑπτά b. 
 γ. Τὰ γεγραμμένα πρὸς τὸν τῆς Ἐφεσίων ἐκκλησίας Ἄγγελον. 
 δ. Τὰ δηλωθέντα τῷ c ἐν τῇ Σμυρναίων ἐκκλησίᾳ Ἀγγέλῳ. 
 ε. Τὰ σημανθέντα τῷ c τῆς Περγαμηνῶν ἐκκλησίας Ἀγγέλῳ. 
 ς. Τὰ γεγραμμένα τῶ̣ τῆς Θυατείρων d ἐκκλησίας Ἀγγέλῳ. 
 ζ. Τὰ ἀπεσταλμένα τυ] Ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σάρδεσιν ἐκκλησίας e. 
 η. Τὰ γραφέντα πρὸς τὸν τῆς Φιλαδελφέων ἐκκλησίας Ἄγγελον. 
 θ. Τὰ δηλωθέντα πρὸς τὸν τῆς Λαοδικέων ἐκκλησίας Ἄγγελον. 
 ι. Περὶ τῆς ὁραθείσης αὐτῷ θύρας ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τοῦ θρόνου, κα
τῶν κδ. πρεσβυτέρων, καὶ τῶν ἑξῆς δειχθέντων. 
 ία. Περὶ τῆς βίβλου τῆς ἐσφραγισμένης σφραγίσιν ἑπτὰ, τῆς ἐν τῇ
χειρὶ τοῦ Θεοῦ, ἣν οὐδεὶς ἀνοίξαι δύναται τῆς κτιστῆς φύσεως. 
 ιβ. Περὶ τοῦ ἀρνίου τοῦ τὰ ἑπτὰ κέρατα ἔχοντος, ὅπως τὴν
ἀνέῳξεν. 
 ιγ. Λύσις τῆς πρώτης σφραγῖδοσ f τὴν ἀποστολικὴν διδαχὴν σημαίνουσα. 
 ἰδ. Λύσις τῆς δευτέρας σφραγῖδος, δηλοῦσα τὸν g τῶν ἀπίστων κατὰ
τῶν πιστῶν πόλεμον. 
 ιε. Λύσις τῆς τρίτης σφραγῖδος, δηλοῦσα τῶν μὴ
πεπιστευχότων Χριστῷ τὴν ἔκπτωσιν. 
 ις. Λύσις τῆς τετάρτης σφαγῖδος, ἐμφαίνουσα τὰς ἐπαγομένας παιδευτικὰς
μάστιγας τοῖς δι’ ἀνυπομονησίας ἀρνησαμένοις τὸν Κύριον. 
 ιζ. Λύσις τῆς πέμπτης σφραγῖδος, τὴν τῶν ἁγίων ψυχῶν σημαίνουσα
πρὸς Κῦνον καταβόησιν ὥστε γενέσθαι· συντέλειαν. 
 

 
 ιη. Λύσις τῆς ἕκτης σραγῖδος, τὰς ἐν τῇ συντελείᾳ ἐπαγομένας πληγὰς
σημαίνουσα. 
 ιθ. Περὶ τῶν σωζομένων ἐκ πληγῆς τῶν τεσσάρων Ἀγγέλων
χιλιάδων ρμδ. 
 κ. Περὶ τοῦ ἀναριθμήτου ὄχλου τῶν ἐξ ἐθνῶν Χριστῷ 
συμβασιλευσαντων. 
 κα. Λύσις τῆς ἑβδόμης σφραγῖδος, δηλοῦσα ἀγγελικὰς δυνάμεις
Θεῷ τὰς τῶν ἁγίων προσευχὰς ὡς θυμιάματα. 
 χβ. Περὶ τῶν ἑπτὰ Ἀγγέλων, ὧν τοῦ πρώτου σαλπίσαντος,
καὶ πῦρ καὶ αἷμα ἐπὶ τῆς γῆς φέρεται. 
 κγ. Περὶ τοῦ δευτέρου Ἀγγέλου, οὐτ’ σαλπίσαντος, τῶν ἐν θαλάσσῃ
ἐμψύχων ἀπώλεια γίνεται. 
 κδ. Ὁ τρίτος Ἄγγελος, τὰ τῶν ποταμῶν πικραίνει ὕδατα. 
 κε. Ὁ τέταρτος Ἄγγελος τὸ τρίτον τοῦ ἡλιακοῦ καὶ σεληνιακοῦ φωτὸς
σκοτίζει. 
 κς. Περὶ τοῦ πέμπτου Ἀγγέλου, καὶ τῶν ἐκ γῆς h ἀβύσσου ἀνερχομένων
νοητῶν ἀκρίδων, καὶ τοῦ ποικίλου τῆς μορφῆς αὐτῶν. 
 κζ. Περὶ τοῦ ἕκτου Ἀγγέλου, καὶ τῶν ἐπὶ τῷ Εὐφράτῃ λυομένων
Ἀγγέλων ἐπίλυσις. 
 κη. Περὶ Ἀγγέλου περιβεβλημένου νεφέλην καὶ ἶριν, καὶ τὸ κοινὸν 
τέλος προμηνύοντος. 
 κθ. Ὅπως τὸ βιβλιδάριον ἐκ χειρὸς τοῦ Ἀγγέλου ὁ Εὐαγγελιστὴς
εἴηφεν. 
 λ. Περὶ Ἐνὼχ καὶ Ἠλία διελέγχειν μελλόντων τὸν Ἀντίχριστον. 
 λα. Ὅπως ἀναιρεθέντες ὑπὸ τοῦ Ἀντιχρίστου ἀναστήσονται, καὶ τοὺς 
ἠπατημένους ἐκπλήξουσιν k. 
 λβ. Περὶ τῆς ἑβδόημς l σάλπιγγος, καὶ τῶν ὑμνούντων τῷ Θεῷ m
ἁγίων ἐπὶ τῇ μελλούσῃ κρίσει. 
 λγ. Περὶ τῶν διωγμῶν τῆς ἐκκλησίας τῶν προτέρων, καὶ τῶν ἐπὶ τοῦ
Ἀντιχρίστου. 
 λδ. Περὶ τοῦ γενομένου πολέμου μεταξὺ τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, καὶ τῶν
πονηρῶν δυνάμεων, καὶ τῆς καταπτώσεως τοῦ δράκοντος. 
 λε. Ὅπως ὁ δράκων διώκων τὴν ἐκκλησίαν οὐ παύεται. 
 λς. Περὶ τοῦ θηρίου τοῦ ἔχοντος κέρατα δέκα n καὶ κεφαλὰς ἑπτά.
ὧν μίαν ὡς ἐσφαγμένην ἔφη. 
 λζ. Περὶ ἑτέρου θηρίου o δύο κέρατα ἔχοντος, καὶ τῷ πρώτῳ τοὺς ἀνθρώπους
πους p προσάγοντος. 
 

 
 λη. Πέρι τοῦ ὀνόματος τοῦ θηρίου. 
 λθ. Περὶ τῶν ρμδ. χιλιάδων τῶν σὺν τῷ q ἀρνίῳ ἑστώτων ἐν ὄρει Σιών. 
 μ. Περὶ Ἀγγέλου προαγορεύοντος τὴν ἐγγύτητα τῆς κρίσεως τῆς
μελλούσης. 
 μα. Περὶ δευτέρου Ἀγγέλου, τὴν πτῶσιν Βαβυλῶνος κηρύσσοντος. 
 μβ. Περὶ τρίτου Ἀγγέλου ἀσφαλιζομένου τὸν τοῦ Κηίου λαὸν, μὴ
δέξασθαι τὸν Ἀντίχριστον. 
 μγ. Ὅτι ὁ ἐν τῇ νεφέλῃ καθήμενος, τῷ δρεπάνῳ συντελεῖ τὰ ἐκ τῆς
γῆς βλαστάνοντα. 
 μδ. Περὶ ἑτέρου Ἀγγέλου τρυγῶντος τὴν τῆς πικρίας ἄμπελον. 
 με. Περὶ τῶν ἑπτὰ Ἀγγέλων τῶν ἐπαγόντων τοῖς ἀνθρώποις τὰς πληγὰς
πρὸ τῆς συντελείας· καὶ περὶ τῆς ὑαλίνης θαλάσσης, ἐν ᾗ τοὺς ἁγίους
ἐθεάσατο. 
 μς. Ὅπως τῆς πρώτης φιάλης ἐκχυθείσης, ἕλκος κατὰ τῶν
γίνεται. 
 μζ. Πληγὴ δευτέρα κατὰ τῶν ἐν θαλάσσῃ ἐπιτιμωμένων. 
 μὴ. Ὅπως διὰ τῆς τρίτης, οἱ ποταμοὶ εἰς αἷμα μετακιρνῶνται. 
 μθ. Ὅπως διὰ τῆς τετάρτης, καυματίζονται οἱ ἄνθρωποι. 
 ν. ὅπως διὰ τῆς πέμπτης, ἡ βασιλεία τοῦ θηρίου σκοτίζεται. 
 να. Ὅπως διὰ τῆς ἕκτης, ἡ ὁδὸς διὰ τοῦ Εὐφράτου τοῖς ἀπὸ ἀνατολῶν 
ἡλίου βασιλεῦσιν ἀνοίγεται. 
 νβ. Ὅπως διὰ τῆς ἑβδόμης, χάλαζα καὶ σεισμὸς κατὰ τῶν ἀνθρώπων
γίνεται. 
 νγ. Περὶ τοῦ ἑνὸς τῶν ἑπτὰ Ἀγγέλων δεικνύντος τῷ Εύαγγελιστῇ τὴν
τῆς πόρνης πόλεως καθαίρεσιν. καὶ περὶ τῶν ἑπτὰ κεφαλῶν, καὶ 
τῶν δέκα κεράτων. 
 νδ. Ὅπως ὁ Ἄγγελος τὸ ὁραθὲν αὐτῷ μυστήριον ἡρμήνευσεν. 
 νε. Περὶ ἑτέρου Ἀγγέλου r τὴν πτῶσιν Βαβυλῶνος δηλοῦντος, κα οὐρανίου
φωνῆς τὴν ἐκ τῆς πόλεως φυγὴν ἐντελλομένης, καὶ τῆς ἀποβολῆς
τῶν τερπνῶν ὧν τὸ πρὶν ἐκέκτητο s. 
 νς. Περὶ τῆς τῶν ἁγίων ὑμνῳδίας, καὶ τοῦ τριπλοῦ ἀλληλουΐα
ἔψαλλον ἐπὶ τῇ καθαιρέσει Βαβυλῶνος. 
 νζ. Περὶ τοῦ μυστικοῦ γάμου, καὶ τοῦ δείπνου τοῦ ἀρνίου. 
 νη. Πῶς τὸν Χριστὸν ὁ Εὐαγγελιστὴς ἔφιππον μετὰ
ἀγγελικῶν ἐθεάσατο σὺν φόβῳ. 
 νθ. Περὶ τοῦ Ἀντιχρίστου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ βαλλομένων εἰς γέενναν. 
 ξ. Ὅπως ὁ Σατανᾶς ἐδέθη ἀπὸ τῆς Χριστοῦ παρουσίας μέχρι τῆς
συντελείας, καὶ περὶ τῶν χιλίων ἐτῶν. 
 

 
 ξα. Περὶ τῶν ἡτοιμασμένων θρόνων τοῖς φυλάξασι τὴν Χριστοῦ
ὀμολογίαν σῶαν t. 
 ξβ. Τί ἐστιν ἡ πρώτη ἀνάστασις, καὶ τίς ὁ δεύτερος θάνατος. 
 ξγ. Περὶ τοῦ Γὼγ καὶ Μαγώγ. 
 ξδ. Περὶ τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θροῦ, καὶ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως 
καὶ κρίσεως. 
 ξε. Περὶ καινῶν οὐρανοῦ τε καὶ γῆς, καὶ τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ. 
 ξς. Περὶ ὧν εἶπεν ὁ ἐν τῷ θρόνῳ καθήμενος καὶ ὁραθείς. 
 ξζ. Περὶ τοῦ Ἀγγέλου δεικνύντος αὐτῷ τὴν τῶν ἁγίων πόλιν, καὶ
τὸ ταύτης τεῖχος σὺν τοῖς πυλῶσι διαμετροῦντος. 
 ξη. Περὶ τοῦ καθαροῦ ποταμοῦ τοῦ ὀπτανθέντος ἐκ τοῦ θρόνου πορεύεσθαι. 
 ξθ. u Ὅτι Θεὸς τῶν προφητῶν ὁ Χριστὸς, καὶ δεσπότης τῶν ἁπάντων. 
 ο. u Περὶ τοῦ ἀξιοπίστου τῶν τεθεαμένων τῷ Ἀποστόλῳ. 
 οα. Ὅπως ἐκελεύθη μὴ σφραγίσαι, ἀλλὰ κηρύξαι τὴν 
 οβ ὅπως ἡ ἐκκλησία καὶ τὸ ἐν αὐτῇ πνεῦμα προσκαλοῦνται τὴν τοῦ x 
Χριστοῦ ἔνδοξον ἐπιφάνειαν. καὶ περὶ τῆς ἀρᾶς ᾗ ὑποβάλλονται οἱ
τὴν βίβλον παραχαράττοντες ὡς ἄκυρον.

ΙΩΑΝΝΟΥ TOY ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ. 
 ΚΕΦ. Α. 
 Προοίμιον τῆς Ἀποκαγλύψεως, καὶ ὅτι δι’ ἀγγέλου αὐτῷ δέδοται. 
 ἈΠΟΚΑΛΥΨΙΣ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἢν ἔδωκεν αὐτῷ
ὁ Θεὸς, δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ, ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν
τάχει, καὶ ἐσήμανεν ἀποστείλας διὰ τοῦ Ἀγγέλου αὐτοῦ,
 τῷ δούλω αὐτοῦ Ἰωάννῃ, ὃς ἐμαρτύρησε τὸν λόγον τοῦ
Θεοῦ, καὶ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ. . ὅσα τε εἶδεν,
καὶ ὅσα ἤκουσε, καὶ ἅ τινα δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα. 
 Tινὲς τῶν ἀρχαιοτέρων νοθεύουσι ταύτην τῆς Ἰωάννου τοῦ
ἠγαπημένου γλώττης, ἑτέρῳ ταύτην ἀνατιθέντες. οὐκ ἔστι δὲ
οὕτως. ὁ γὰρ συνεπώνυμος τούτῳ Γρηγόριος ἐνέκρινε ταύτην ταῖς
ἀνοθεύτοις, “ ὡς ἡ Ἰωάννου,” φήσας, “ διδάσκει με Ἀποκάλυψις.
Ἀρχόμενος δὴ γράφειν τοῦ Εὐαγγελίου, τὸν Χριστὸν θεολογῶν 
πρόεισιν. “ ἐν ἀρχῇ, ” φησὶν, “ ἦν ὁ Λόγος. ” καὶ τῆς Ἐπιστολῆς
δὲ αὐτό τε προοίμιον τῆς αὐτῆς ἔχεται θεολογίας, ὃ ἦν ἀπαρχῆς
προβαλλόμενος. 
 Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ ἢν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θοή. 
 Ὡσεὶ ἔλεγεν. ἡ παροῦσά μου Ἀποκάλυψις, δέδοται μὲν παρὰ 
τοῦ Πατρὸς τῷ Υἱῷ δέδοται δὲ παρὰ τοῦ Υἱοῦ ἡμῖν τοῖς
δούλοις αὐτοῦ. ἀπὸ τῶν ταπεινοτέρων γὰρ τῆς οἰκονομίας ἀρξάμενος,
ἐπὶ τὰ θεοπρεπέστερα προέβη. ὡς γὰρ καὶ Πέτρος ὁ

 
θεῖος Ἀπόστολος ἐν τῇ ἑαυτοῦ ὁμολογίᾳ τὸ, “ Χριστὸς, εἰπὼν
ὄνομα, τὸ τελεώτατον ἐπήνεγκε τὸ, “ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὡς τοῦ
Χριστοῦ οὐκ ἀξιολόγως τὴν οἰκονομίαν παριστᾷν ἔχοντος· οὕτως
οὖν καὶ νῦν τῷ, “ Χριστὸς, ὀνόματι οὗτος συνάψας τὸ, “ τοῖς δού-
“ λοις αὐτοῦ, τὴν ἐν τῷ Χριστῷ θεότητα ὑπεσήμανε. τίνος γὰρ 
ἦσαν a οἱ ἅγιοι δοῦλοι, εἰ μὴ τοῦ Θεοῦ ; πρὸς ὃν καὶ εἴρηται,
ὅτι τὰ σύμπαντα δοῦλα σά. ἐπενεγκὼν δὲ τὸ τὴν b μυσταγωγίαν
οὐ τὸν Χριστὸν αὐτόχρημα αὐτῷ καταπρᾶξαι, εἰ μὴ
διὰ τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ, τὸ φιλάληθες τοῦ τὴν Ἀποκάλυψιν
εἰληφότος ὑπέδειξεν. 
 Ἀποκάλυψις δέ ἐστιν ἡ τῶν κρυπτῶν μυστηρίων δήλωσις,
καταυγαζομένου τοῦ ἡγεμονικοῦ τῆς ψυχῆς, εἴτε διὰ θείων ὀνειράτων,
εἴτε καθ’ ὕπαρ c ἐκ θείας ἐλλάμψεως. δοθῆναι δὲ τὴν
Ἀποκάλυψιν ταύτην φησὶν, ἀνθρωπινώτερον διαχειριζόμενος τὸν
λόγον ὁ θεῖος οὗτος Ἀποστολος, ἀλλ’ οὐχ ὡς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ 
καὶ τῇ Ἐπιστολῇ αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν θειοτέρων τοῦ Χριστοῦ μᾶλλον
ποιούμενος τὸν λόγον καὶ ἐνδιατρίβων αὐτοῖς, οὕτω καὶ νῦν, ἀλλ’
ἀπὸ τῶν ταπεινοτέρων, ὡς ἃν ὑποφήνῃ σαφῶς, ὡς ἄμφω, τὰ θειότερα
λέγω καὶ τὰ ἀνθρώπινα, τῷ ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ ἐνθεωρεῖται
Χριστῷ, μεταπρέποντα. διὰ γὰρ τοῦ διακονοῦντος Ἀγγέλου, καὶ 
τοῦ ὀνόματος τῶν μανθανόντων, ὅτι δοῦλοι, τὸ τῆς θεότητος
Χριστοῦ ἐμφαίνει d μέγεθος, καθὸ καὶ εἴρηται, “ ὅτι τὰ σύμπαντα
“ δοῦλα σά. τὴν ἔκβασιν δὲ τῶν χρηματιζομένων ἐν τάχει ὑπισχνεῖται
προβῆναι, οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ παραμετρῶν τὰ ἀνθρώπινα
τοῖς θείοις, οἷς καὶ τὰ πολυχρονίως καὶ χιλιοστῶς ἐκτελούμενα, 
“ ὡς ἡ Χθὲς e ἡμέρα, καὶ ἡ ἐν νυκτὶ φυλακὴ κρίνεται. ἣ καὶ φιλοτιμότερον
προσβαλεῖν τῷ, τᾧ, “ ἐν τάχει f,” τοῦ ἀνυπερθέτως παριστῶντος
ἐστὶ g τὴν ἔκβασιν λήψεσθαι τὰ δηλούμενα, μηδὲν τῆς παρατάσεως
οἵας τε οὔσης τὸ συντελεσθῆναι λυμήνασθαι, ὡς οὐδὲ τὸ
σήμερον τοῦ ἐχθὲς παρατεινομένου h ἐὰν μὴ i εἰς ὅπερ ἀφῖχθαι 
ἀποκείμενον εὐκαίρως παρῇ, μηδεμιᾶς ὑπολιπομένης τῷ πράγματι
βραδυτῆτος πρὸς j καταδοχὴν, ἀποδιαπομπήσασθαι εὐπρεπές. 
 

 
 Δι’ Ἀγγέλου δὲ ὁ χρηματισμὸς τῷ δούλῳ αὐτοῦ, ὃς δοῦλος
ἐμαρτύρησε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ, φησί.
τούτῳ τῷ σχήματι, τὴν διδασκαλικὴν ἐαυτοῦ k ἀλήθειαν συνιστῶν,
καὶ ἐν εὐαγγελίοις ἐχρήσατο εἰπὼν, “ οὗτος ἐστὶν ὁ μαθητὴς ὁ
“ μαρτυρῶν περὶ τούτων l καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι 
“ ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. ὡς οὑν ἐν ἐκείνῳ, οὕτω καὶ
νῦν φησιν, ὅτι μάρτυς ἐστὶ τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ διὰ τῆς Ἀποκαλύψεως
τῆς δοθείσης αὐτῷ παρὰ τοῦ Χριστοῦ μαρτυρίας· μαρτυρίας
λέγων, οἱονεὶ διαμαρτυρίας τοῦ διαμαρτύρασθαι δηλονότι πρὸς
οὓς ὁ λόγος αὐτῷ, εἰς ἐξαθώωσιν ἑαυτοῦ, μάρτυρα εἶναι ἑαυτὸν τοῦ 
ὀφθέντος αὐτῷ θείου λόγου διὰ τῆς Ἀποκαλύψεως. τίνα δὲ διάμαρτύρασθαι
καὶ κηρύξαι εἰς ἐξαθώωσιν ἑαυτοῦ τάτε ὄντα, τάτε
ἐσόμενα, ἃ καὶ παραστατικὰ, ἅτε προφήτου, τοῦτε ἐνεστῶτος
χρόνου καὶ τοῦ μέλλοντος. 
 Ὅσα τε εἶδεν, καὶ ὅσα ἤκουσε. 
 Ἐν ἑτέρῳ ἀντιγράφῳ πρόσκειται, καὶ ταῦτα, “ Καὶ ὅσα
“ ἤκουσε, καὶ ἅ τινα εἰσὶ, καὶ ἅτινα δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα.
Ὁ Χριστός μοι, φησὶν, ἐφανέρωσεν ὡς δεσπότης τῷ δούλῳ αὐτοῦ,
ἐφ’ ᾧτ’ διὰ τῶν ὁραθέντων διαμαρτύρασθαι καὶ κηρύξαι πρὸς ἐπιστροφὴν
τῶν ἀκουόντων, τάτε ὄντα καὶ τοὺς ἀνθρώπους λανθάνοντα, 
τάτε μέλλοντα ἔσεσθαι. προφητικῶς γὰρ ἑώρακεν ἀμφότερα.
καὶ δῆλον ἐκ τοῦ εἰρῆσθαι, “ ἅτινά εἰσι, καὶ ἃ χρὴ γενέσθαι.
ταῦτα γὰρ παραστατικὰ τοῦ ἐνεστῶτος χρόνου καὶ τοῦ μέλλοντος,
περὶ ἃ καὶ τῶν προφητῶν τὸ εὐδόκιμον. 
 Μακάριος ὁ ἀναγινώσκων καὶ οἱ ἀκούοντες τοὺς 
λόγους τῆς προφητείας, καὶ τηροῦντες τὰ ἐν αὐτῇ
γεγραμμένα. 
 Μακαρίζει προμηθῶς ἄγαν οὐ τοὺς ἀναγινώσκοντας μόνους,
(πολλοὶ m γὰρ ἃν ἦσαν μακάριοι οὕτως οἱ ἀναγινώσκοντες,) ἀλλὰ
καὶ τοὺς ἀκούοντας ἐμπράκτῳ δηλαδὴ ἀκοῇ. οἷς καὶ ὁ Κύριος τὴν n 
τῷ ὄντι ἐμαρτύρησεν ἀκοὴν προσεῖναι Ο, ἐν οἷς φησὶν, “ ὁ ἔχων
“ ὧτα ἀκούειν, ἀκουέτω. καὶ τίς οὗτος ; ὁ τὴν ἀκουστὴν
 

 
εὐτρεπὴς m εἰς τὸ διατηρεῖν καὶ φυλάσσειν ὡς θείους νόμους τὰ
εἰρημένα. ὃς καὶ πνευματικῶς ζῆν κατηρτισμένος, οὐκ ὡς ὁ ψυχικὸς
ἄνθρωπος, εἴτουν n ὁ κατ’ αἴσθησιν ζῆν προαιρούμενος, ὥσπερ
τὰ λόγου ἔρημα ζῷα, ἀλλὰ ἀτιμάσας μὲν πᾶν τὸ περὶ τὸ σύντροφον
τοῦτο ζῆν καὶ χεῖρον ἠδὺ o, μεταταξάμενος δὲ πρὸς τὸ θεῖον 
τὸ ἐν ἡμῖν, ὅλος γέγονε p τῆς κατ’ ἀρχὰς q τοῦ πλάστου, ἐπὶ τοῦ r
κατ’ εἰκόνα ἑαυτοῦ πλάσματος, χρηστότητος καὶ κηδεμονίας. 
 Ὁ γὰρ καιρὸς ἐγγύς. 
 Ἐγγὺς ὁ καιρὸς τῆς μακαριότητος. τῷ διαπύρῳ γὰρ τοῦτο
τῆς ἀγάπης τῶν φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. διὸ καὶ τὸ 
ἀνένδοτον τῆς περὶ ταῦτα περιγίνεται αὐτοῖς ἐργασίας, οὐδ’ u εἰς
παράτασιν χρόνου ἣ ἀποκατάστασιν νομισθείη. καὶ μάρτυς ἡ τοῦ
πατριάρχου Ἰακὼβ ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῶν γυναικῶν ἑπταέτης
καρτερία, ὡς μία ἡμέρα λογιζομένη. ἣ ἐγγὺς ὁ τῶν ἐπάθλων
καιρὸς τῷ παραμετρεῖσθαι τὴν τοῦ παρόντος βίου σμικρότητα, 
πρὸς τὴν τοῦ μέλλοντος ἀπειρίαν αἰῶνος. 
 Ἰωάννης ταῖς ἑπτὰ ἐκκλησίαις ταῖς ἐν τῇ Ἀσίᾳ.
χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ τοῦ, ὁ ὣν, καὶ ὃ ἦν, καὶ ὁ
ἐρχόμενος. καὶ ἀπὸ τῶν ἑπτὰ πνευμάτων, ἃ ἐνώπιον
 τοῦ θρόνου αὐτοῦ, καὶ ἀπὸ Ἰησοῦ Χριστοῦ. ὁ μάρτυς 
ὁ πιστὸς, ὁ πρωτότοκος τῶν νεκρῶν. καὶ ὁ ἄρχων τῶν
βασιλέων τῆς γῆς. 
 Διὰ τῶν ἑπτὰ ἐκκλησιῶν, τοῦ x ἑβδοματικοῦ ἀριθμοῦ τὸ
μυστικὸν y τῶν ἁπανταχῆ ἐκκλησιῶν ἐσήμανε πλῆθος τῶν τῷ
παρόντι βίῳ συστοίχων, καθ’ z ὧν ἡ ἑβδοματικὴ τῶν ἡμερῶν περίοδος 
κατάρξασα, τὴν ἐνοικοῦσαν a τῇ φθαρτῇ ταύτῃ b κτίσει
δύναμιν ἑαυτῆς ὑπέφηνεν ὡς διὰ πάσης διήκουσαν c ἣ καὶ Φίλωνι
τῷ θεωρητικωτάτῳ Ἰουδαίῳ ἀνδρὶ, ἐν λόγῳ αὐτοῦ τῷ εἰς τὴν κατὰ
Μωϋσέα φιλοσοφίαν, ὑποσυνᾴδειν d οὐ περιττὸν ἡγεῖται e
 

 
δὲ ταῖς f ἐκκλησίαις καὶ ἰσαρίθμους ἐφόρους Ἀγγέλους ὁ μακάριος
νῦν Ἰωάννης ἐνέφηνε g. 
 Τὸ δὲ, ἀπὸ τοῦ, ὁ ὣν, καὶ ὁ ἢν, καὶ ὁ ἐρχόμενος, ἰσοδυναμεῖ
τῷ, ἀπὸ τοῦ πάντων Θεοῦ ἡμῶν Λόγου h, ὄντα μὲν γὰρ αὐτὸς
ἑαυτὸν ὀνομάζει ὁ πατὴρ i χρήματ’ ἵζων τῷ Μωϋσῇ k ἐπὶ τοῦ 
ὄρους“ἐγώ εἰμι ὁ ὤν ” τὸ δὲ ἦν, ὁ παρὼν θεόσοφος Εὐαγγελιστὴς
προήνεγκεν ἔντε’ τῷ Εὐαγγελίῳ αὐτοῦ “ ἐν ἀρχῇ ἢν. ὁ Λόγος,
εἰπὼν, καὶ ἐν τῇ πρώτῃ τῶν καθολικῶν αὐτοῦ Ἐπιστολῶν, “ ὃ ἦν
“ ἀπ’ ἀρχῆς, ” γράψας, περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς. ἐρχόμενον δὲ τὸ
θεῖον Πνεῦμα καλεῖ, ὡς οὐ μόνον κατὰ τὸν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς 
ἀπεσταλμένον παρὰ τοῦ Πατρὸς, ἀλλ’ ἀεὶ n παραγινόμενον
τοῖς ἀξίοις αὐτὸ δέξασθαι, καὶ διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. 
 Εἰρήνη ἀπὸ τοῦ ὁ ὤν. 
 Αλλωσ. Ἴσως δὲ οὐκ ἀδόκιμον καὶ οὕτω ταῦτα νοεῖσθαι ἐπὶ
τοῦ Πατρὸς τὸ, “ ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὡς αὐτοῦ περιέχοντος 
ἐν ἑαυτῷ πάντων τῶν ὄντων τὴν ἄρχην, καὶ τὰ μέσα, καὶ
τὰ τελευταῖα. 
 Καὶ ἀπὸ τῶν ἑπτὰ πνευματῶν. 
 Τινὲς τὰ ἑπτὰ πνεύματα, τὰς ἐνεργείας τοῦ ἁγίου ὑπέλα-
βον πνεύματος. δοκιμώτερον o δὲ Ἀγγέλους ταῦτα νοεῖν. οὐ 
διὰ τὸ συνπαρειλῆφθαι δὲ τῇ p παντοκρατορικῇ τριάδι, ἤδη καὶ
ὁμότιμα ταῦτα καταλογίζεσθαι αὐτῇ χρῇ q ἀλλὰ δοῦλα καὶ
λειτουργικὰ, εἴγε πειστέον r τοῖς προφήταις τοῖς διαμαρτυρομένοις,
ὅτι τὰ σύμπαντα δοῦλα αὐτοῦ, καὶ δὴ καὶ τῷ θεοπάτορι
Δαβὶδ, “ εὐλογεῖτε, ” φάσκοντι s, “ πάντες Ἄγγελοι Θεοῦ, δυνατοὶ 
ἰσχύι; ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ. καὶ τὸ μὲν λέγειν ὅτι τὸ
συμπαραλαμβάνειν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἀγγελιῶτιν φύσιν, παριστῶντός
ἐστι τὸ ὁμότιμον εἶναι τῆς παντοκράτορος καὶ πάσης
τοῦ εἶναι κτίσεως παραιτίας, καὶ τὴν λειτουργικὴν ὑπόστασιν,
οὐκ ἔστιν εἰδότος, οὐδὲ ἐγγὺς u, ἀλλ’ ἀγνοοῦντος, οἶμαι, ὡς τῷ 
 

 
δεσπόζοντι φιλεῖ συνεῖναι καὶ τὸ ὑπηρετοῦν. ᾧ δὴ καὶ Παῦλος
χρώμενος διανοήματι, ἐν τῆ πρώτη Χ πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολῇ
οὕτω πὼς γ φησί. “ μαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐκλεκ-
“ τῶν Ἀγγέλων. ” τοῦτο οὖν καὶ τῳ αὐτῷ ἔθει z ἐπακολουθοῦντος
ἐστίν. ἀλλὰ καὶ τὸ ἐνταῦθα προσκεῖσθαι τὸ, “ ἅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ 
“ θρόνου τοῦ Θεοῦ a, ” τὴν οἰκετικὴν καὶ λειτουργικὴν b τάξιν, οὐ
τὴν ἰσότιμον αύτοῖς προσμαρτυροῦντός ἐστιν. 
 Ὁ μάρτυς ὁ πιστός. 
 Δεῖ προσυπακούειν τὸ, ὅς ἐστιν, ἵν ᾖ, καὶ ἀπὸ Ἰησοῦ
Χριστοῦ, ὅς ἐστιν μάρτυς ὁ πιστός e. ἐπισκοπητέον καὶ ὅτι 
πρότερον, ὡς περὶ ἀσάρκου γράψας τοῦ Λόγου d ἐν οἷς ἔλεγεν,
ὁ ἦν, νῦν περὶ σεσαρκωμένου αὐτοῦ διαλέγεται, φήσας, “ καὶ ἀπὸ
“ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ” οὐ διαιρῶν αὐτὸν εἰς δύο, διὰ τὸ e ἐπαγαγεῖν
τὸ, “ καὶ ἀπὸ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τοῦτό τε καὶ ἐκεῖνο περὶ
ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ μαρτυρῶν, ὅτι Λόγος τέ f ἐστι τοῦ Πατρὸς, καὶ 
ὅτι ἐσαρκώθη. τοῦτο γὰρ βούλεται δηλοῦν τὸ “ Χριστὸς, ὄνομα.
ὃς Χριστὸς, κατὰ τὸν μακάριον Παῦλον, ἐμαρτύρησεν ἅτε μάρτυς
ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, ὁπηνίκα ἔφασκεν πρὸς αὐτόν. “ ἡ βασιλεία
“ ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. νοεῖν γὰρ ἀπὸ τούτων
διανίστησι τῶν λόγων, ὡς καὶ Θεός ἐστιν ὁ ὡς ἄνθρωπος ὁρώμενος, 
καὶ ταὐτὸν g φθεγγόμενος. μάρτυς μὲν οὖν διὰ τοῦτο. πιστὸς
δὲ, ἀντὶ τοῦ ἀληθὴς, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. διὸ καὶ ὡς ἄνθρωπος
ἀπέθανεν, ἀνέστη δὲ ὡς Θεός. ἀνέστη γὰρ, οὐχ ὡς h οἱ θείᾳ i
δυνάμει ὑφ’ ἑτέρων ἀναστάντες, οἳ καὶ πάλιν ἀπέθανον. οἰκείᾳ
δὲ δυνάμει ἀναστὰς, ἅτε Θεὸς, πρῶτος ἀπήρξατο τῆς ἐξ αὐτοῦ 
καὶ δι’ αὐτὸν ἐλπιζομένης ἀτελευτήτου καὶ αἰωνίου παλινζωΐας.
διὸ καὶ πρωτότοκος λέγεται τῶν νεκρῶν, ὡς μόνος αὐτὸς κατάρξας
τῆς τοιαύτης ἡμῖν τῶν ἀγαθῶν χάριτος k. 
 Ἄρχων δὲ τῶν βασιλέων τῆς γῆς ὁ Χριστὸς, ἐπεὶ καὶ Δανιὴλ
πρὸς τὸν Βαβυλώνιον ἔφη, “ βασιλεύειν τὸν ὕψιστον καὶ κυριεύειν 
“ τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων. εἰ δὲ τοῦτο ἐπὶ τῆς θεαρχικῆς
 

 
νοεῖται καὶ ἐνορᾶται κυριότητος, τίς ὁ ἀντιστατῶν λόγος ὁ πάντα k
τὰ θεοπρεπῶς λεγόμενα ἐπὶ τῆς ὑπερουσίου τριάδος μὴ καθ’ ἑκάστης
λέγων m τῶν τριῶν ὑποστάσεων ἐξιδιοῦσθαι n καὶ ἐναρμόττεσθαι,
πλὴν ταῦτα ο ἃ τὴν προαγωγὴν τούτων, ἤγουν P τὴν ὑποστατικὴν
γνώρισιν, ἐμποιοῦνται, ἀλλ’ ἀποτεταγμένως κατατολμῶν 
εἰς ἐξιδιάζουσαν ἑαυτῇ θείαν ἐνέργειαν ἑκάστην ὑπόστασιν τῶν
τριῶν μεταχωροῦσαν παραληρεῖν ; καὶ ταῦτα Γρηγορίου μὲν τοῦ
θείου τὸν λόγον q τὴν χρῆσιν, τοῦ, “ ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος
“ καὶ ὁ παντοκράτωρ r ” εἰς τὸν υἱὸν ἐξειληφότος, ὡς ἐφαρμοζόντων
τῶν θεοπρεπῶν ὀνομάτων καὶ κοινῇ καὶ ἰδίᾳ ταῖς τρισὶν ὑποστάσεσ; 
δῆλον δὲ, καὶ ἐξ ὧν τὸν τρισάγιον τῶν Σεραφὶμ ὕμνον
κατὰ μὲν τὸ Εὐαγγέλιον, εἰς τὸν Υἱὸν μανθάνομεν λέγεσθαι· ὃν ὁ
Παῦλος s δημηγορῶν ἐν ταῖς Πράξεσιν εἰς τὸ Πνεῦμα ἀπένειμεν·
ἡμεῖς δὲ πατροπαραδότως ἐν τῇ φρικτῇ καὶ ἀναιμάκτῳ θυσίᾳ εἰς
Πατέρα. ὥσπερ ὁ μακάριος t Ἐπιφάνιος ἐν τῷ λόγῳ τῷ εἰς τὸ 
Πνεῦμα τὸ Ἅγιον u διέξεισι. 
 Καὶ ὁ ἄρχων τῶν βασιλέων τῆς γῆς. 
 Οὐ τῶν γηίνων μόνον x, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν οὐρανοῖς βασιλεύει.
ἀλλὰ νῦν μὲν περὶ τῶν ἐπιγείων y λέγει, προιὼν δὲ z δείκνυσιν
αὐτὸν καὶ τῶν a ἐν οὐρανοῖς ἁγίων b ταγμάτων βασιλεύοντα. 
 Tῷ ἀγαπήσαντι ἡμᾶς, καὶ λούσαντι ἡμᾶς ἀπὸ τῶν
 ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ, καὶ ἐποίησεν ἡμᾶς
βασιλείαν, ἱερεῖς τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ αὐτοῦ. αὐτῷ ἡ
δόξα καὶ τὸ κράτος, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων,
ἀμήν. 
 Δισσογραφεῖται τοῦτο πρὸς διάφορον ἔννοιαν. λούεται μὲν
γὰρ ὁ τὰς κηλῖδας καὶ τοὺς σπίλους ἀποκαθαιρόμενος. λύεται δὲ
ὁ τῶν ἐγκλημάτων ἑαυτοῦ ἀπαλλαττόμενος. προσυπακουστέον
δὲ πρὸς τὸ, ἐποίησεν c, τὸ, ὃς, ἀναφορικὸν ἄρθρον, ἴνα ᾖ, ὃς u
 

 
ἐποίησε. μὴ γὰρ οὕτως ἐξακουομένου, διὰ τὸν σολοικισμὸν· ἡ
φράσις ἀχρειωθήσεται. μὴ ἔστω οὖν f πρὸς τὴν προκειμένην δοτικὴν
πτῶσιν ἐπιφερομένη ἔννοια g, ἀλλ’ ἐξ εὐθείας ἐπαγομένη. 
 Ἄλλωσ. τοῦ προκειμένου ἐδαφίου τὴν σύνταξιν ὅπως ὀφείλει
νοεῖσθαι ἀνελλιπῶς h, τὸ ἐχόμενον παραστήσει. ἐν σχήματι γὰρ 
τῷ ῥηθησομένῳ ἐξενήνεκται, ὃ καλεῖται ἀλλοίωσις. γίνεται δὲ
τοῦτο, ὅτε τῇ προκειμένῃ φράσει ἡ ἐπιφερομένη ἔννοια μὴ ὁμοιοπτώτως
τοῖς φθάσασιν ἐπενεχθῇ, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἐπαγομένην ἔννοιαν
μεταληφθῇ. δοτικῆς γὰρ πτώσεως προλειφθείσης ἐν τῷ,
“ λούσαντι ἡμᾶς “ ἐπήγαγε, τὸ, “ ἐποίησεν ἡμᾶς ἐλλειπτικῶς τοῦ 
ἀναφορικοῦ i ἄρθρου. ἦν γὰρ τὸ ἀνελλειπὲς k οὕτω, “ τῷ λούσαντι
“ ἡμᾶς ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ, καὶ ποιήσαντι ἡμᾶς.’ κἂν μὲν ἡ
ἐπιφερομένη ἔννοια ὁμοιοπτώτως ἐπήνεκτο οὕτω προαγομένη, ᾧ
καὶ ἐποίησεν ἡμᾶς, οὐδὲν νῦν ἡμῖν περὶ τούτου προὔκειτο ζήτημα.
ἐνέργειαν δὲ ὑποστήσαντος διὰ “ ἐποίησε, ῥήματος, ἀναγκαίως 
ἐπ’ εὐθεῖαν πτῶσιν ἀποκλίνομεν, τὸν ἐνεργοῦντα ἐπιποθοῦντες μαθεῖν,
τούτου δὲ πῶς ἂν ἐτυγχάνομεν, μὴ τῆς ὀνομαστικῆς πτώσεως
παραλαμβανομένης ; δι’ ὅπερ τὸ ἐλλειπὲς ἄρθρον, ἡ ὀνομαστικὴ
εὐθεῖα παρέσχεν οὕτως ἐξακούεσθαι ἀνελλειπῶς, ὃς “ καὶ
“ ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλείαν, οἱονεὶ ἀνήγαγεν ἡμᾶς εἰς βασίλειον 
δόξαν. ἣν δόξαν, ἡ ἐχομένη ἔγγραφος λέξις ἱκανὴ παραστῆσαι. 
 Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος. 
 Ἡ σύνταξις τοῦ ῥητοῦ, ἀπὸ τῶν τελευταίων ἐπὶ τὰ πρῶτα
ἐπάνεισιν οὕτως. αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος τῷ ἀγαπήσαντι
ἡμᾶς καὶ λούσαντι ἡμᾶς ἐν τῷ ἰδίῳ αἵματι. καὶ πῶς γὰρ οὐκ 
ἠγάπησεν, ἑαυτὸν δοὺς ἀντίλυτρον ἡμῶν, ὡς ἀμνὸς σφαγιασθεὶς,
καὶ τῷ διὰ σταυροῦ αὐτοῦ αὐτοῦ l καὶ ὕδατι λούσας ἡμᾶς, ἤγουν
καθαρὰς τὸν τῶν ἁμαρτιῶν ῥύπον ἡμῶν ; καὶ οὐ μέχρι τούτου
τὴν εἰς ἡμᾶς αὐτοῦ στήσας εὐεργεσίαν, ἀλλὰ καὶ βασιλείαν
ἡμῖν δωρησάμενος ; καὶ τίς ἡ βασιλεία; ὅθεν ἡ δόξα ἡ δοθεῖσα m 
ἡμῖν παρὰ Χριστοῦ, τοῦ γενέσθαι ἡμᾶς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ καὶ προφήτας,
τοὺς οὐδὲν προεισενεγκόντας τῆς τοιαύτης ἐπάξιον n ἀγατῷ
 

 
θοδότου καὶ θείας τῷ ὄντι δωρεᾶς. ἀφ’ ὧν δωρεῶν, οὐ μόνον τῆς
ἐν τῷ παρόντι βίῳ ο δόξης ἐπήβολοι, ἀλλὰ καὶ τῆς μελλούσης
τυχεῖν εὐέλπιδες καθιστάμεθα. 
 Ἴδου ἔρχεται μετὰ τῶν νεφελῶν, καὶ ὄψεται αὐτὸν
πᾶς ὀφθαλμὸς, καὶ οἵ τινες αὐτὸν ἐξεκέντησαν . καὶ 
κόψονται ἐπ’ αὐτὸν πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς. ναὶ, ἀμήν.
 ἐγώ εἰμι τὸ ἄλφα καὶ τὸ ω, λέγει Κύριος ὁ Θεὸς, ὁ ὢν,
καὶ ὁ ἦν, καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ. 
 Ὁ ἐνταῦθα Ρ, φησὶν, ὡς ἀμνὸς σφαγιασθεὶς, καὶ ἀπὸ τοῦ
αἵματος αὐτοῦ λούσας καὶ ἀπολύσας ἡμᾶς τῶν ἁμαρτιῶν, οὗτος q 
αὐτὸς ἐλεύσεται, οὐχ ὡς τὸ πρῶτον ἐν παραβύστῳ r καὶ συνεσκιασμένως,
ὃ καὶ ὁ προφήτης Δαβὶδ διὰ τῆς τοῦ ὑετοῦ ὡς ἐπὶ
πόκον ἀψοφητὶ ἠνίξατο καταβάσεως, ἀλλὰ παρρησίᾳ, καὶ φανερῶς
ἐν τῇ πατρικῇ δόξῃ s, ὥστε παντὶ ὀφθαλμῷ ὀφθῆναι κριτὴς
ἀδέκαστος ἁπάντων. νεφελῶν δὲ κἀνταῦθα λόγος, ὡς ἐν τῇ ἀπὸ 
γῆς t αὐτοῦ πρὸς οὐρανοὺς ἀνόδῳ u. Λουκᾶς Χ ἐν ταῖς Πράξεσι
γράφει νεφέλην τὸν Κύριον ὑπολαβεῖν. Μάρκος δὲ ἐν τῷ ὑπ’
αὐτοῦ γραφέντι εὐαγγελίῳ τὸν Κύριον αὐτὸν εἰσάγει περὶ ἑαυτοῦ
λέγοντα. “ καὶ ὄψονται τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν
“ νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ,’’ τῶν νεφελῶν ἐνταῦθα, εἴτε διὰ τὸ κοῦφον 
τὰς μεταρσίους καὶ ἀγγελικὰς δηλούντων δυνάμεις, ὡς καὶ Δαβὶδ
ὁ θεοπάτωρ νέφη y τὴν ἐπίβασιν αὐτῷ τῷ θείῳ ὑποτιθείς. ἢ καὶ
τοὺς θείως καὶ πνευματικῶς ζῆν ἑλομένους ἀνθρώπους δηλῶν,
περὶ ὧν καὶ ὁ αὐτὸς οὕτως a φησίν. “ ἀπὸ τῆς τηλαυγήσεως αὐτοῦ
“ αἱ νεφέλαι διῆλθον. καὶ ὁ Ἀμῶς καὶ ῾Ησαΐας περὶ τῶν αὐτῶν. 
“ τίνες οἵδε ὡς νεφέλαι πέτανται, καὶ ὡς νεοσσοὶ ἀετῶν ; ” δῆλον
γὰρ ὡς περὶ τῶν θεοφιλῶς βιούντων ταῦτα φησὶ τροπικῶς, ὃ καὶ
μᾶλλον παραδεκτέον, εἴγε καὶ τὸ παρὸν ἱκανὸν τεκμηριῶσαι ῥητὸν,
μετὰ τῶν νεφελῶν φάσκον ἔρχεσθαι τὸν κριτὴν, ἀλλ’ οὐχ ὑπὸ
τῶν νεφελῶν ἐποχούμενον. ᾧτ’ καὶ Παῦλος συνᾴδει, “ ἁρπαγήσεσθαι 
 

 
“ ἡμᾶς ἐμπεδῶν, “ εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, ” τούς
κατὰ Παῦλον δηλαδὴ βεβιωκότας, τοῦ πάντοτε συνεῖναι Κυρίῳ. εἰ
δὲ καὶ νεφέλας τῷ ὄντι νοεῖν τισὶ βέλτιον δοκεῖ τοιαύτας a, οἵας καὶ
ἐν τῷ Θαβὼρ ὄρει καλύψαι τὸν Κύριον καὶ τοὺς αὐτοῦ μαθητὰς ὁ
λόγος θρυλλεῖ b, οὐδὲν περὶ τούτων c διοίσεσθαι δεῖ. ἐρχόμενον δὲ 
τὸν Κύριον δόξῃ τοιαύτῃ, ὀφθῆναι φησιν ὑπὸ παντὸς ὀφθαλμοῦ,
καὶ τῶν τὴν παρουσίαν αὐτοῦ πιστῶς ἐλπισάντων, καὶ τῶν ἀπ’
ἐλπίδος αὐτὴν θεμένων· ὧν τοὺς μὲν εὐφρανθῆναι, τοὺς δὲ κόψεσθαι
παγγενῆ. τοὺς δὲ d ἐκκεντήσαντας λέγει e τοὺς κατὰ τὸ
σταυρικὸν αὐτοῦ πάθος, ἥλοις τε καὶ τῇ λόγχῃ τρώσαντας αὐτὸν f 
καὶ σὺν τούτοις, τοὺς ἀπ’ ἐκείνων βλασφήμως αὐτῷ ἐπιτιθεμένους g.
τούτοις δὲ τοῖς εἰρημένοις τὸ βέβαιον ἐπιμαρτυρῶν, ἐπεσφράγισε
διὰ τοῦ εἰπεῖν h, “ ναὶ καὶ ἀμήν.’’ τοῦ ναὶ μὲν, ἐξ Ἑλληνικῆς συνηθείας
τὸ ἀμετάπτωτον τῶν εἰρημένων ἐξακριβοῦντος. τοῦ δὲ ἀμὴν,
παρ’ Ἑβραίοις, εἰς τὸ μηδὲν i ἂν γενέσθαι ἐμποδὼν μὴ ἐκβῆναι τὰ 
ἠπειλημένα, ἐπαγομένου. 
 Ὁ ὢν, καὶ ὁ ἦν, καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ. 
 Ὃν εἴρηκεν ἀνωτέρω, “ ὁ ὣν καὶ ὁ ἦν, καὶ ὁ ἐρχόμενος, καὶ νῦν
“ὁ παντοκράτωρ k, ” ὃν καὶ οὐκ ἄλλον ἢ τὸν Χριστὸν εἶναι ἐδείκνυμεν,
καθ’ ὅσον τὰ θεοπρεπῶς ἐπὶ τοῦ ὑπερουσίως ὄντος ἐν τῇ 
τριάδι λεγόμενα i, τὰ αὐτὰ πάλιν ἀδιαστάλτως καὶ καθ’ ἑκάστης
ἐναρμόττειν τῶν ὑποστάσεων, εὐσεβὲς, ἀλλ’ οὐκ ἀσεβὲς, τοῦτον
αὐτὸν αὖθις εἰσάγει μετὰ τὸ τὴν ἐσχάτην ἐπέλευσιν αὐτοῦ
γνωρίσαι αὐτῷ, καὶ ὅπως αὕτη ἔσται, ἔτι καὶ ταῦτα
γνωρίσαντα. 
 Εγὼ εἰμὶ τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὦ. 
 Αλφα διὰ τὸ ἀρχὴν εἶναι, ὅτι καὶ τὸ ἄλφα ἀρχὴ τῶν ἐν
γράμματι στοιχείων· ὦ διὰ τὸ τέλος τῶν αὐτῶν. ἀρχὴν δὲ
καὶ τέλος τίς οὐκ ἂν ἐννοήσοι τὸ πρῶτος σημαίνεσθαι καὶ τὸ
ἔσχατος ; διὰ τοῦ πρῶτος δὲ, τὸ ἄναρχος ἐννοεῖται, ὡς καὶ διὰ 
 

 
τοῦ ἐσχάτου τὸ ἀτελεύτητος. ἐπειδὴ γὰρ οὐκ ἔστι παρὰ ἀνθρώποις
ἄναρχόν τι καὶ ἀτελεύτητον, τῇ πη ἡμῖν ἀρχῇ τε καὶ τῷ
τέλει ἀντὶ τοῦ ἄναρχος καὶ ἀτελεύτητος κατεχρήσατο. τοῦτο καὶ
διὰ Ἡσαΐου ἔλεγεν. “ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς πρῶτος n, ἐγὼ καὶ μετὰ
“ ταῦτα. ” καὶ ἵνα μή τις τὴν ἀρχὴν ἐξ οὐκ ὄντων εἰσαχθῆναι o ὑπολάβοι, 
ἐπιφέρει νῦν τὸ, “ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος.’’ τι δὲ ταῦτα
δύναται, εἴρηται, ὅτι ὡς διαιωνίζοντα Ρ κατά τε ἀρχὴν καὶ τέλος·
κατ’ ἀρχὴν μὲν 1, ἀνελλειπῶς, κατὰ τέλος δὲ r, ἀδιαδόχως. ὁ δὲ
ταῦτα, καὶ παντοκράτωρ, ὡς πάσης κτίσεως αἰσθητῆς κατάρχων
καὶ νοητῆς, ὁ συναΐδιος s τῷ Πατρὶ, καὶ ἀποδιδοὺς ἑκάστῳ κατὰ 
τὰ ἔργα. πρὸ βραχέως δὲ τοῖς ταπεινοτέροις καὶ ἀνθρωπικοῖς
ἐνδιατρίβων, νῦν καὶ τῶν θειοτέρων καὶ ἀξιοθέων ἐφάπτεται.
ὃ καὶ ἀρχόμενος τῆς προκειμένης πραγματείας ποιεῖ. ἀλλ’ ἐκεῖ
μὲν οὐχ οὕτω τρανῶς, ἐνταῦθα δὲ πεπαῤῥησιασμένως, καὶ οἷα εἰκὸς
τὸ περὶ τῶν θείων ἐρεῖν, ἐκ τῶν ἁγίων λαβόντα προφητῶν τὸ 
ἐνδόσιμον.

ΚΕΦ. Β. 

 Ὀπτασία ἐν ἧ τὸν Ἰησοῦν ἐθεάσατο ἐν μέσῳ λυχνιῶν ἑπτά. 
 Ἐγὼ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν, καὶ κοινωνὸς ἐν τῆ
θλίψει καὶ βασιλείᾳ καὶ ὑπομονῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, 
ἐγενόμην ἐν τῇ νήσῳ τῆ καλουμένῃ Πάτμῳ, διὰ τὸν
λόγον τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
 ἐγενόμην ἐν πνεύματι ἐν τῆ κυριακῇ ἡμέρᾳ· καὶ ἤκουσα
 φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος, λεγούσης. ὃ
βλέπεις, γράψον εἰς βιβλίον, καὶ πέμψον ταῖς ἑπτὰ 
ἐκκλησίαις, Ἔφεσον, καὶ εἰς Σμύρναν, καὶ εἰς Πέργαμον,
καὶ εἰς Θυάτειρα, καὶ εἰς Σάρδεις, καὶ εἰς Φιλαδέλφειαν,
καὶ εἰς Λαοδικείαν. 
 Ἀδελφὸν ἑαυτὸν καὶ κοινωνὸν τῶν θλίψεων καλεῖ, ἃς διὰ τὸν
λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ κήρυγμα ὑπὸ τῶν διωκτῶν ἔπασχεν u τῆς 
 

 
εὐσεβείας. διὸ καὶ αὐτὸν, Πάτμον τὴν νῆσον οἰκεῖν κατακεκρίσθαι.
ἀλλ’ ὥσπερ τῶν θλίψεων, οὕτω καὶ τῆς βασιλείας, ἣν αἱ
ἐνταῦθα θλίψει ὑπὲρ Χριστοῦ προξενοῦσιν. εἰ κατὰ πάντα οὖν
κοινωνὸν ἑαυτὸν δείκνυσιν, εἰκότως ἂν καὶ τὸ ἀξιόπιστον τῶν ἑωραμένων
αὐτῷ καὶ ἀκουσθέντων σχοίη. 
 Διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. 
 Λόγον φησὶ τοῦ Θεοῦ καὶ μαρτυρίαν τὸ Εὐαγγέλιον ὃ ἔγραψεν.
ἐξόριστον δὲ αὐτὸν γενέσθαι ἐν Πάτμῳ τῇ νήσῳ ὑπὸ Δομετιανοῦ,
Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου ἐν τῷ Χρονικῷ αὐτοῦ βιβλίῳ
παρατίθεται. 
Ἐγενόμην ἐν πνεύματι ἐν τῇ κυριακῇ ἡμέρα, καὶ
ἤκουσα φωνήν. 
 Πρόσκειται τὸ “ ἐν πνεύματι, τῷ μηδὲν ἐμφαίνειν ἐνεργεῖσθαι y
τῆς ἀνθρωπίνης ἐχόμενον χρείας, ἀλλὰ τῶν θείᾳ κατοχῇ κατειλημμένων.
ἐν ἡμέρᾳ δὲ κυριακῇ, τῆς ἀναστάσεως Χριστοῦ μνημόσυνον 
φερούσης, ἀφ’ οὗ καὶ εἰκὸς οὐδὲν z τῶν πρὸς νεαρὰν τεινόντων ἀσχολίαν
τῷ χρηματισμῷ πεπραγματεῦσθαι. “φωνὴν δὲ ὡς σάλπιγγος’’
ὀπισθακουσθῆναι a, εἰς τὸ διάπυρόν τε καὶ διαπρύσιον τῆς ἀπηχήσεως
χρεωστικῶς εἰς πᾶσαν ἐκκλησίαν δοθῆναι. ἑπτὰ δὲ μόναι
ἐκκλησίαι αἷς προστάσσεται γράψας τὰ βλεπόμενα διαπέμψαι, οὐχ 
ὅτι τοσαῦται αἱ ἐν Ἀσίᾳ πόλεις, ἀλλ’ ἐν ἐκείναις προστάσσεται
τοῦτο ποιεῖν, ὡς κατηκόοις γενομέναις τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος.
ἣ καὶ, ὡς πλατύτερον εἴρηται περὶ τούτων,) διὰ τὸ τοῦ
ἑβδοματικοῦ ἀριθμοῦ τῷ παρόντι φθαρτῷ αἰῶνι σύστοιχον, καταντῶντος
δηλαδὴ εἰς τὸν σαββατισμὸν καὶ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. 
διὸ καὶ ἑπτὰ οὐρανοὺς, καὶ Ἀγγέλους ἑπτὰ τῶν ἄλλων προύχοντας,
ὁ μέγας Εἰρήναιος ὁ Λουγδόνου ἐπίσκοπος ἔγραψεν. 
 Ἅλλωσ. Τὸ βλέπειν καὶ ἀκούειν παρὰ τοῖς θείοις προφήταις,
οὐκ αἰσθήσεως ἐνεργείας νοεῖν δεῖ, ἀλλὰ θειοτέρας ἐμφάσεις. περὶ
ὢν καὶ ὁ Ἀμὼς, καὶ ὁ ῾Ησαΐας φησίν. “ ἔθηκέ με πρωὶ· πρωὶ ὠτίον 
 

 
“ ἀκούειν. καὶ ἡ παιδεία Κυρίου ἀνοίγει μου τὰ ὦτα.” τοῦτο δὲ οὐ
τοῦ κατὰ σάρκα ἀνθρώπου, ἀλλὰ τοῦ κατὰ πνεῦμα. ὃς καὶ μεμελημένος
Θεῷ καὶ ἄρχων ἁπάσης τῆς αἰσθητικῆς κτίσεως διατελεῖν
εἴωθεν. ἐδιπλασίασε δὲ ὁ προφήτης τὸ πρωὶ ἐνταῦθα, ὥσπερ καὶ
πη ἑτέροις προφήταις τὸ πρωὶ· “ εἰσάκουσον ” φάσκουσι “τῆς φωνῆς 
“ μοῦ, καὶ τὸ πρωῒ παραστήσομαι σοι, καὶ τὸ “πρὸς πρωὶ· πρωῒ,”)
οὐ μάτην, ἀλλὰ τὴν ἄγαν σπουδὴν διὰ τοῦ καιροῦ παριστὰς, ᾧτ’
δὴ καιρῷ, καὶ αἱ θεῖαι ἐνέργειαι εἰώθασιν ἐμφιλοχωρεῖν. 
 Καὶ ἐπέστρεψα βλέπειν τὴν φωνὴν ἥτις
μετ’ ἐμοῦ. καὶ ἐπιστρέψας εἶδον ἑπτὰ λυχνίας χρυσᾶς, 
 καὶ ἐν μέσῳ τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν ὅμοιον Υἱῷ ἀνθρώπου,
ἐνδεδυμένον ποδήρη· καὶ περιεζωσμένον πρὸς τοῖς μαστοῖς
 ζώνην χρυσῆν. ἡ δὲ κεφαλὴ αὐτοῦ καὶ αἱ τρίχες
 λευκαὶ, ὡς ἔριον λευκὸν, ὡς χιών. καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ
αὐτοῦ, ὡς φλὸξ πυρός. καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ, ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ, 
ὡς ἐν καμίνῳ πεπυρωμένοι. καὶ ἡ φωνὴ
 αὐτοῦ, ὡς φωνὴ ὑδάτων πολλῶν. καὶ ἔχων ἐν τῇ δεξιᾷ
χειρὶ αὐτοῦ ἀστέρας ἑπτά. καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ
ῥομφαία δίστομος ὀξεῖα ἐκπορευομένη. καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ
ὡς ἥλιος φαίνει ἐν τῆ δυνάμει αὐτοῦ. 
 Ὅτι οὐκ αἰσθητὴ ἡ φωνὴ, ἀλλ’ οἷαι αἱ τῶν προφητῶν τῷ ἡγεμονικῷ
πνεύματι διατυπώσεις, δηλοῖ λέγων, “ ἐπέστρεψα,’’ οὐ τοῦ
ἀκοῦσαι, ἀλλὰ τοῦ βλέψαι. ταὐτὸν γὰρ ἡ πνευματικὴ ἀκοὴ τῆ
βλέψει, εἴτουν ὁράσει. διὸ καὶ τὴν φωνὴν λαλεῖν πρὸς αὐτὸν εἴρηκεν,
ἀντὶ τοῦ διατυποῦν ὑποκείμενον. συνξακουστέον δὲ τούτοις τὸ 
ἄρθρον εἰς ἐντέλειαν τοῦ νοήματος· ἱν ᾖ, τὴν φωνὴν τοῦ ὅστις
ἐλάλει μετ’ ἐμοῦ. οὐ γὰρ ἡ φωνὴ ἡ ὁρατὴ, ἀλλ’ ὁ λαλῶν. οἱονεὶ,
οὑ ἡ φωνὴ ἐλάλει μετ’ ἐμοῦ, τοῦτον ἐπέστρεψα βλέπειν. οὕτω
γὰρ συνταττόμενον τὸ ῥητὸν, σαφὲς ἃν καὶ ἀνελλειπὲς εἴη. 
 Ἑπτὰ λυχνίας. 
 Αἱ ἑπτὰ λυχνίαι ὡσαύτως, ὡς προιὼν ἐρεῖ, αἱ ἑπτὰ ἐκκλησίαι
εἰσὶν, πρὸς ἃς καὶ διακελεύεται γράφειν. λυχνίας δὲ
ἀυτὰς ὠνόμασεν οὐ λύχνους, ὡς τῆς λυχνίας οἰκεῖον φῶς οὐκ

 
ἐχούσης, ἀλλ’ ὄχημα μόνον οὔσης τοῦ λύχνου ὃς ἔχει τὸ φῶς.
διὸ καὶ ὁ ἱερὸς Ἀπόστολος Παῦλος παραινεῖ τοῖς συμμόρφοις
Χριστοῦ διδασκάλοις, “γίνεσθαι ὡς φωστῆρας ἐν κόσμῳ, λόγον ζωῆς
“ ἐπέχοντας, ” τουτέστι, δεξαμένους ὑπὸ τοῦ βρύοντος Χριστοῦ τὸ
ἀκήρατον φῶς. πρὸς ὃν εἴρηται τὸ, “ φωτίζεις σὺ θαυμαστῶς ἀπὸ 
“ ὀρέων αἰωνίων,” ἀγγελικῶν ἴσως δυνάμεων. καὶ “ ἐξαπόστειλον τὸ
“ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου, καὶ “ ὁ φωτισμὸς τοῦ προσώπου
“ σου Κύριε ” τοῦ φωτίζοντος τοὺς πιστοὺς νοητῶς. μετόχους οὖν
γενομένους τοιούτου φωτὸς, φωτίζειν προτρέπεται αὐτοὺς τῷ τῆς
θεογνωσίας φωτί. 
 Χρυσᾶς. 
 Χρυσᾶς φησὶ χρηματίσαι τὰς λυχνίας, διὰ τὸ τίμιον καὶ
ὑπεραῖρον τῶν ἀξιωθέντων δέξασθαι τὸ θεῖον σέλας. οἳ καὶ φωφστῆρες
κατὰ τὸν Παῦλον ἐκλήθησαν λόγον ζωῆς ἔχοντες· ὥσπερ
καὶ αἱ λυχνίαι ὄχημα λύχνων οὖσαι, αὐταὶ μὲν ἐξ ἑαυτῶν οὐκ 
ἔχουσι φῶς, κοινωνοὶ δέ πὼς εἰσὶ τῶν φωτίζειν ἀφ’ ἑαυτῶν
λαχόντων. 
 Καὶ ἐν μέσῳ τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν ὅμοιον Υἱῷ
ἀνθρώπου. 
 Ὡς ἐπαγγειλάμενον δηλαδὴ ἐνοικήσειν καὶ ἐμπεριπατήσειν 
ἐν ἡμῖν, τὸν καὶ ἑαυτὸν δι’ ἡμᾶς ταπεινώσαντα ἄχρι τῆς τοῦ
δούλου μορφῆς, καὶ γενόμενον καρπὸν γαστρὸς τῆς ἀπειρογάμου
μητρός. ποδήρει δὲ αὐτὸν περιεστάλθαι καὶ περιεζῶσθαι πρὸς τοῖς
μαστοῖς, “ ὡς ἱερέα,’’ φησὶ, “ κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ,” οὐ
κατὰ τὴν τάξιν Ἀαρών· ἐπεὶ μὴ κατὰ τὸν Μωϋσέως νόμον ἡ ἀπ’ 
αὐτοῦ παραδεδομένη ἡμῖν λατρεία, ἀλλὰ “ κατὰ τὴν Μελχισεδὲκ
“ τάξιν’’ νεαράν. περὶ οὗ καὶ Παῦλος ὁ θεῖος εἴρηκεν, ἀρχιερέα
καὶ Ἀπόστολον δεδόσθαι ἡμῖν Χριστὸν ἱερουργοῦντα ἑαυτὸν,
προσάγοντα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι τὴν ἡμετέραν τῆς πίστεως
ὁμολογίαν. 
 Καὶ περιεζωσμένον πρὸς τοῖς μαστοῖς. 
 Πρὸς τοῖς μαστοῖς δὲ περιεζωσμένον, ἀλλ’ οὐ πρὸς τῇ ὀσφύι;
ὅτι μηδὲ ἐπιβατὸς οὗτος ταῖς ὑπὸ γαστρὶ ὀρέξεσιν, ἃς περιεσφίγχθαι
τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις σωτήριον. διὰ τοῦτο οὐδὲ πρὸς τῷ

 
 μὴ ἀπροσίτῳ ταύταις μορίῳ διὰ τὸν τούτῳ συμπεφυκότα κἂν
ὑπὲρ λόγον Θεὸν, πρὸς τῷ στήθει δὲ καὶ τοῖς μαζοῖς, ὅπως καὶ τὸ
ἄσχετον τῆς δικαίας καὶ θείας ὀργῆς ἡ φιλανθρωπία συνέχηται,
καὶ ἡ τὰς δύο διαθήκας, ἤτοι τοὺς δεσποτικοὺς μαζοὺς ζωννῦσα,
δειχθῇ ἀλήθεια, δι’ ὧν καὶ οἱ πιστοὶ τρέφονται. περὶ οὗ καὶ 
εἴρηται. “ ἔσται δικαιοσύνῃ ἐζωσμένος τὴν ὀσφῦν αὐτοῦ, καὶ ἀλη-
“ θείᾳ ἠλειμμένος τὰς πλευρὰς αὐτοῦ.’’ δικαιοσύνῃ δὲ τὴν ὀσφῦν,
τῷ μὴ ὑπερβάθμιον τῆς λογικῆς φέρεσθαι φύσεως. ἀληθείᾳ δὲ
ἠλεῖφθαι τὰς πλευρὰς ὡσεὶ ἐλαίῳ θείῳ, τῷ τὸ ἀληθὲς τῆς περὶ τὸ
οἰκεῖον πλάσμα φιλανθρωπίας παρρησιάζειν. 
 Ζώνην χρυσῆν. 
 Χρυσῆν τὴν ζώνην ὁρᾷ, τῶν κατὰ τὸν νόμον ἱερέων φάρεσι
πεποικιλμένοις χρωμένων. ἔδει γὰρ τὸ διάφορον φανῆναι δούλων
καὶ σκιώδους νόμου, καὶ τῆς ἀληθείας. 
 Ἡ δὲ κεφαλὴ αὐτοῦ καὶ αἱ τρίχες λευκαί. 
 Τὸ γὰρ κατὰ Χριστὸν μυστήριον τιμαλφὲς, καὶ εἰ νέον τῇ
ἐπιφανείᾳ καὶ δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ προαιώνιον τῇ εὐδοκίᾳ. διὸ καὶ
Παῦλός φησι περὶ αὐτοῦ. “ τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ
“ τῶν αἰώνων, νῦν δὲ φανερωθὲν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ. τοῦτο ὃ ἡ
πολιὰ θρὶξ καὶ ὡσεὶ χιὼν ὑποσημαίνει. 
 Ὡς φλὸξ δὲ πυρὸς οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ. 
 Ἢ τὸ φωτοειδὲς παραδηλοῦντες ὥσπερ ἡ φλόξ. διὸ καὶ ὁ
Χριστός φησιν, “ ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου.’’ ἣ τὸ καυστικόν τε
καὶ τιμωρητικὸν ἀπειλοῦντες κατὰ τῶν ἐκκλησιῶν, αἷς τὰ τῆς
Ἀποκαλύψεως διαπέμπεται, ὡς οὐ τέλεον τοῖς αὐτῷ νόμοις 
ἀκολουθούσαις. 
 Καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ, ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ. 
 Πόδας ἔχοντα τὸν θεάνθρωπου Ἰησοῦν ἀκουστέον ἀκολούθως τῷ
θείῳ τῶν λόγων ἀνδρὶ Γρηγορίῳ, ὅτι μηδὲ γυμνῇ τῇ θεότητι ἡμῖν
ἐπεδήμησεν, ἀλλὰ διὰ σαρκός. διὰ μὲν τοῦ χαλκοῦ χρυσοειδοῦς 
ὄντως τῆς θείας φύσεως δηλουμένης, καὶ διὰ τὸ ἠχητικὸν, τοῦ
κηρύγματος ἐκλαμβανομένου. πόδας δὲ τοῦ Χριστοῦ καὶ θεμελίους
τῆς ἐκκλησίας, καὶ τοὺς θείους Ἀποστόλους

 
καθαροὺς μὲν καὶ αὐτοὺς τῷ πυρὶ τῶν πειρασμῶν ἀναφανέντας, εἰ
καὶ πρὸ τούτου μετρίως. ἀλλ’ ὥσπερ ὁ διδάσκαλος Χριστὸς τῇ
τῶν Ἰουδαίων ἀπειθείᾳ, οὕτω καὶ αὐτοὶ τῇ τῶν ἐθνῶν ἀγριότητι τὸ
δοκίμιον ἑαυτῶν ὡς διὰ πυρὸς ἐπιδεδειγμένοι εἰσίν. ὅτι δὲ καὶ ὁ
Χριστὸς θεμέλιος, Κορινθίοις ὁ θεῖος γράφων Παῦλος, ἐχέγγυος 
τῷ λόγῳ πιστώσασθαι, “θεμέλιον” φάσκων “ ἄλλον οὐδεὶς δύναται
“ θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστι Χριστός. χαλκολίβανον δὲ,
εἴτε τὸν ἐν τῷ Λιβάνῳ τῷ ὄρει μεταλλευόμενον, ἐπειδὴ τούτῳ
ἀφωμοίωται ὁ ἐνανθρωπήσας, φησὶν, εἴτε καὶ τὸν χαλκοειδῆ λίβανον
νοητέον, ὃν ἰατρῶν παῖδες ἄρρενα καλοῦσιν, εὐώδεις καὶ αὐτὸν 
πυρὶ ὁμιλοῦντα ἀτμοὺς ἀποπέμποντα. καὶ ὅτι εὐώδεις καὶ Χριστὸς
καὶ οἱ αὐτοῦ θεῖοι Ἀπόστολοι, ἡ ἐν ᾄσμασι νύμφη
παραστῆσαι, “ ὀσμὴ φάσκουσα “ ἱματίων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώ-
“ ματα.” καὶ αὐτὸς ὁ νυμφίος Χριστὸς πρὸς τὴν νύμφην περὶ ἑαυτοῦ
λέγων, “ἐγὼ ἄνθος τοῦ πεδίου καὶ κρίνον τῶν κοιλάδων. καὶ οὕτω μὲν 
ὁ Χριστός. εὐώδεις δὲ καὶ οἱ τούτου Ἀπόστολοι. διὸ καὶ
Παῦλος, “Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν ἐν τοῖς σωζομένοις καὶ ἀπολλυμέ-
“ νοις.” ὡς ὑδάτων δὲ πολλῶν ἀπηχεῖσθαι τὴν φωνὴν εἰκότως φησί.
κοινὴ γὰρ ἡ φωνὴ αὐτοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος, ἀφ’ οὗ τῆς ἐνεργείας
“ καὶ ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτῷ ἔρρευσαν, κατὰ τὸν προφητικὸν 
λόγον. “ καὶ πηγὴ ἐξ οἴκου Κυρίου ἐξελεύσεται, καὶ ποτιεῖ τὸν
“ χειμάρρουν τῶν σχοίνων.” οἶκον δὲ Θεοῦ, τίς ἀμφιβάλοι μὴ τοὺς
ἀξίως τῆς τοῦ θείου Πνεύματος ἐνεργείας ἑαυτοὺς παρεσκευακότας,
ὑπὸ τοῦτον εἰρῆσθαι, οἱ καὶ εἰρήκασιν ἑαυτοὺς εἶναι ναοὺς Θεοῦ
καὶ μέλη ἐκ μέρους ; οὐκ ἄλλος, μὲν οὖν, ἢ ὁ ταῦτα τὰ θεῖα καὶ 
ἱερὰ λόγια ἀγνοήσας ἑκών. καὶ τὸ διαπρύσιον δὲ τῆς εἰς πᾶσαν
τὴν γῆν ἀπηχήσεως τίς ἀθετήσει ; εἰ μή που ὁ χοιρώδης καὶ ὁ
τὰς πνευματικὰς καὶ θείας ἐλλάμψεις αἰσθητῶς ἀπαιτῶν
ἐνεργεῖσθαι. 
 Καὶ ἔχων ἐν τῆ δοξιᾷ χειρὶ αὐτοῦ ἀστέρας ἑπτά. 
 Τοὺς ἑπτὰ τούτους ἀστέρας Ἀγγέλους αὐτὸς οὗτος προιὼν
ἑρμηνεύσει, οὓς καὶ ἑκάστῃ ἐκκλησίᾳ ἐπιστατεῖν ἐρεῖ. καὶ Γρηγόριος
ὁ θεῖος ἐν τῷ Συντακτηρίῳ αὐτοῦ λόγῳ τὸ αὐτὸ διαγορεύει,
ἐκ ταύτης τῆς Ἀποκαλύψεως Ἰωάννου ἕλκων εἰς ἡμᾶς τὴν πειθώ. 

 
 ἀστέρας δὲ καλεῖ τοὺς Ἀγγέλους διὰ τὴν δαψιλῆ φωτοχυσίαν τὴν· ἐν
αὐτοῖς τοῦ Χριστοῦ. τοὺς αὐτοὺς καὶ τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἀξιοῦσθαι
τῆς κατοχῆς φησὶ, τῇ τιμιωτάτῃ στάσει οἱονεὶ ἐπαναπαυομένους.
ἐκ τοῦ στόματος δὲ τὴν ῥομφαίαν τὴν δίστομον ἐκπορεύεσθαι, καί
τοι τοῦ θεοπάτορος ἐπὶ τὸν μηρὸν τὸν δυνατὸν περιζώσασθαι ταύτην 
ἐντελλομένου, ὅτι μήπω κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ τοῖς παραβάταις τῶν
εὐαγγελικῶν νόμων ἡ ἐκδίκησις ἐπεπαίδευτο. καὶ οὗτος δὲ, ἵνα τὴν
ἀναβολὴν παραστήσῃ τῆς τιμωρίας, ἐπὶ τοῦ μηροῦ τέως τὴν ῥομφαίαν
αἰωρεῖ. νῦν δὲ ἡ ἐκ τοῦ στόματος ἐκπορευομένη ῥομφαία, τὸ
ἑτοιμότατον ὑπαινίττεται τῶν ἐν τῇ νέᾳ διαθήκῃ ἀνηκόως διακειμένων 
εἰς ἀπαραίτητον ψυχῆς κίνδυνον ὀξέως ἐφορμώντων πρὸς
διχοτομίαν δηλονότι. ἣν καὶ ὁ Κύριος ἐν Εὐαγγελίοις ὑπέφηνε,
διχοτομηθῆναι c τὸν ἀμελῆ δοῦλον ἀπειλῶν. καὶ Παῦλος d “ ζῶντά
φησι “ τὸν τοῦ Θεοῦ τιμωρητικὸν λόγον καὶ ἐνεργῆ, καὶ τομώτερον
“ παρὰ ῥομφαίας e, ἅτε ἐκ τοῦ στόματος ἐκπορευόμενον, καὶ δι- 
“ ϊκνούμενον ἄχρις f ὀστέων καὶ μυελῶν,’’ οὐκ αἰσθητῶς μέντοι. ὅθεν
καὶ ὀξεῖα αὕτη τῷ ᾿Ιωάννῃ ἀναγέγραπται, ὅπερ εἰς ταὐτὸν φέρει
τῇ τομωτάτῃ Παύλου ῥομφαίᾳ. ὡς ἥλιον δὲ φαίνειν τῇ δυνάμει
αὐτὸν, ἐπεὶ καὶ “ἥλιός ἐστι δικαιοσύνης κατὰ Μαλαχίαν τὸν προφήτην,
φήτην, “ φωτίζων πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. οὐχ 
ὡς σῶμα δὲ φωτίζει g διαφανὲς αἰσθητῶς, ἀλλὰ νοητῶς. διὸ καὶ
ἐπήγαγε, “ τῇ δυνάμει αὐτοῦ,’’ ὡσεὶ ἔλεγεν, ὅτι τὸ φῶς h τοῦ
Χριστοῦ δυνάμει ἐνεργεῖ, οὐκ ὄψιν σωματικῶς, ψυχῆς δὲ νοητῶς
καταλάμπον ὀφθαλμούς. 
 Καὶ ὅτε εἶδον αὐτὸν, ἔπεσον πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ 
ὡς νεκρός. καὶ ἔθηκε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ ἐπ’ ἐμὲ, λέγων.
 μὴ φοβοῦ, ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, καὶ ὁ ζῶν,
καὶ ἐγενόμην νεκρὸς, καὶ ἰδοὺ, ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας
τῶν αἰώνων· ἀμήν. καὶ ἔχω τὰς κλεῖδας τοῦ θανάτου
καὶ τοῦ ἅδου. 
 Ἔθος τοῖς ἁγίοις προφήταις ὁρῶσιν ὀπτασίαν, καταπλήττεσθαι
 

 
εἰς παράτασιν1 τῆς ἀνθρωπίνης εὐτελείας, καὶ τοῦ, ὅσον τὰ θεῖα
τῶν ἀνθρωπίνων κατὰ τὸ κρεῖττον καθυπερτερεῖ καὶ ὑπερανέστηκεν
ὅπερ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ πέπονθε, καὶ Δανιὴλ ὁ τῶν ἐπιθυμιῶν
ἀνὴρ, ὁ μὲν πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγον τῆς τοῦ Κυρίου δυνάμεως, ὁ
δὲ ἐπὶ ταῖς ὁραθείσαις αὐτῷ ὀπτασίαις. οὐκοῦν παραπλήσιόν τι τούτοις 
καὶ νῦν ὁ Εὐαγγελιστὴς ὑποστὰς, ἀνερρῶσθαί, φησι, τῆς σωτηρίου
δεξιᾶς m τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἁπτομένης αὐτοῦ, μετὰ παρακλήσεως
τὸν πρὸς αὐτὸν n θεῖον αὑτοῦ γόγον o, οἷον πρῶτον p καὶ
ἔσχατον ἐμφανίζοντος q· πρῶτον τῇ θείᾳ φύσει, ἔσχατον τῷ σωτηρίῳ
ἡμῖν αὐτοῦ παρουσίᾳ· καὶ ζῶντα, εἰ καὶ δι’ ἡμᾶς νεκρωθέντα, 
ἀλλ’ οὖν ζῶντα καὶ τὰς κλεῖς ἔχοντα τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου.
ὡς οὖν τοιοῦτον ἔχοντα βοηθὸν r, κελεύει s μὴ φοβεῖσθαι, μηδ’ ἐν
αὑτῷ προανακείμενον t τῷ ζῶντι εἰς ἀτελευτήτους αἰῶνας ὑποστείλασθαι u,
ἀλλὰ γράφειν ἀνυποστόλως ἃ εἶδε, καὶ ἃ εἰσὶ, καὶ ἃ
μέλλει ἔρχεσθαι, οἱονεὶ τὰ παρελθόντα καὶ ἐνεστῶτα. ταῦτα γὰρ 
τῶν ὄντων, ἀλλ’ οὐ τῶν εἰς ἀνυπαρξίαν κεχωρηκότων. μετὰ τούτων
δὲ, καὶ ἃ μέλλει γίνεσθαι πρὸς γνῶσιν τῶν μετερχομένων. 
 Μῆ φοβοῦ. 
 Καταπλαγεὶς τῇ θέᾳ ὁ Εὐαγγελιστὴς, καὶ ὡς νεκρὸς ὑποτεθεὶς
τῷ ὁρωμένῳ πρὸς τοὺς πόδας, ἀκοῦσαι φησὶ, μὴ φοβοῦ, ὡς οὐκ ἃν 
ἰσχύσας x ζῆν ὁ ἱερὸς Ἰωάννης ἐκ τῆς καταπλήξεως, μὴ τῆς σωτηρίου
δεξιᾶς ἁψαμένης αὐτοῦ, τῆς πλεῖστα μόνῃ τῇ ἁφῇ ἐργασαμένης
θαυμάσια. ἐγὼ γάρ εἰμι, φησὶν y, ὁ ἐπὶ σωτηρίᾳ πάντων
ὑμῶν ἐπ’ ἐσχάτων καιρῶν συναναστραφεὶς ὑμῖν κατὰ σαρκὸς, καὶ
πρωτότοκος πάσης κτίσεως. πῶς οὖν οἷον τέ σε παθεῖν τι κακὸν ἐκ 
τῆς ἐπιφανείας μου ; εἰ γὰρ ζῶν, καὶ πηγὴ ζωῆς ὑπάρχων, εἰ δὲ z
καὶ δι’ ὑμᾶς ἐγενόμην νεκρὸς, ἀλλ’ αὖθις ἀνεβίων πατήσας τὸν
θάνατον,) πῶς οἷόν τέ σε τὸν ζῶντα, δι’ ἐμὲ καὶ τὴν ἐμὴν ὀπτασίαν
γενέσθαι νεκρόν ; εἰ δὲ καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ
ᾅδου, διὸ καὶ ζωογονῶ καὶ κατάγω εἰς ᾅδου καὶ ἀνάγω, καὶ “ ἐμού a 
“ εἰσιν,” ὡς ὁ προφήτης φησὶν, “αἱ διέξοδοι τοῦ θανάτου,’) οὐκ ἃν
 

 
τοὺς ἐμοὺς προσκυνητὰς πρὸ τοῦ καθήκοντος παραπέμψω τῷ θανάτῳ,
ἃν μὴ γράψαι ὑποθῶμαι τὰ γνώσεως ἄξια. 
 Γράψον ἃ εἶδες, καὶ ἅ εἰσι, καὶ ἃ μέλλει γίνεσθαι
 μετὰ ταῦτα. τὸ μυστήριον τῶν ἑπτὰ ἀστέρων ὧν εἶδες
ἐπὶ τῆς δεξιᾶς μου, καὶ τὰς ἑπτὰ λυχνίας τὰς χρυσᾶς. 
οἱ ἑπτὰ ἀστέρες Ἄγγελοι τῶν ἑπτὰ ἐκκλησιῶν εἰσί. καὶ
αἱ λυχνίαι αἱ ἑπτὰ, ἑπτὰ ἐκκλησίαι εἰσί. 
 Τὰ ὁραθέντα b τῷ ἁγίῳ, τὰ μὲν ἤδη γεγόνασιν, ἃ καὶ πέρας
ἤδη ἔχοντα c ἐτύγχανον κατὰ καιρὸν, οὐ μέν τοι d καὶ εἰς ἀνυπαρξίαν
οὖν συγκεχωρηκότα. διὸ καὶ περὶ αὐτῶν εἶπεν, “ ἅ ἐστι e.” τὰ δὲ 
ἕτοιμα παρελθεῖν, τὰ δὲ μέλλει γίνεσθαι, ὡς προιὼν ὁ λόγος ἐρεῖ. 
 Τὸ μυστήριον τῶν ἑπτὰ ἀστέρων. 
 Ἐπεὶ διεσάφησεν αὐτῷ τινές τε f οἱ ἑπτὰ ἀστέρες καὶ οἱ
λύχνοι καὶ αἱ λυχνίαι, τούτου χάριν καὶ ἃ δεῖ g πρὸς ἑκάστην
εἰπεῖν ἐκκλησίαν συνετίζεται. ἀστέρας δὲ τοὺς Ἀγγέλους τοὺς τῶν 
ἐκκλησιῶν ἐφόρους καλεῖ, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης
τὸ φῶς χορηγουμένους. ὅπερ καί τις τῶν θύραθεν h σοφῶν περὶ τοῦ
αἰσθητοῦ ἡλίου ἐδόξασεν, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοὺς ἀστέρας τὸ φῶς λαμβάνοντας.
λύχνους δὲ τοὺς τὸν Χριστοῦ φωτισμὸν ἱεροὺς ἄνδρας
καταπλουτεῖν τεταγμένους, καὶ τὸν τῆς ἀγνωσίας σκότον τοῦ παρόντος 
βίου διασκεδάζοντας. λυχνίας δὲ τὰς ἐκκλησίας ὡς
τῶν φωστήρων. διδάσκαλοι δὲ οὗτοι κατὰ Παῦλον, λόγον
ζωῆς ἐπέχοντες. χρυσαῖ δὲ πᾶσαι διὰ τὸ ἀκίβδηλόν τε καὶ τίμιον
τῆς ἐν αὐταῖς πίστεως. ἑκάστῃ δὲ ὅτι Ἄγγελος ἐπιστατεῖ, καὶ ὁ
θεόλογος Γρηγόριος, ὡς ἔφημεν, παραθέμενος ἐπιστώσατο. ἐπεὶ δὲ 
ταῦτα ἐφανέρωσε k, καὶ ἃ δεῖ l πρὸς ἑκάστην τῶν ἐκκλησιῶν τὸν
ταῦτα θεοκλυτούμενον m διαμαρτύρασθαι, ἐπιφέρει λοιπὸν, καὶ
ὅπως τὴν μὲν τέλεον ἔξω βαίνουσαν τοῦ θείου σκοποῦ αἰτιάσασθαι
χρὴ, ἐπαινέσαι δὲ τοὺς τοῦ εὐαγγελίου δρόμου συλλόγους ἐπιδιορθώσασθαι
δὲ τὰς ἐν μέρει πταιούσας τοῖς κατ’ ἀλλήλων o νουθε- 
 

 
σιῶν φαρμάκοις διαπεμψάμενον. καὶ τίς ὁ ταῦτα θεσπίζων, ἀλλ’ ἢ
“ ὁ πάντας θέλων ἀνθρώπους σωθῆναι, καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείαν
“ ἐλθεῖν ;” καὶ τίνι ταῦτα καταμηνύσας q ; τῷ θεσπεσίῳ Εὐαγγελιστῇ
Ἰωάννῃ διὰ τῆς μετὰ χεῖρα Ἀποκαλύψεως. 
 Οἱ ἑπτὰ ἀστέρες, Ἄγγελοι τῶν ἑπτὰ ἐκκλησιῶν 
εἰσι. 
 Δἰ Ἀγγέλου τῇ ἐκκλησίᾳ διαλέγεται, ὅπερ r ἄν τις διὰ παιδαγωγοῦ
ἐλέγετο ἂν s τῷ παιδαγωγουμένῳ, εἰδὼς ὡς οἰκειοῦσθαι φιλεῖ
τὰ τοῦ μαθητοῦ ὁ διδάσκαλος, εἴτε κατορθώματα, εἴτε ἡττήματα.
εἰκὸς t δὲ καὶ διὰ τῶν ἑπτὰ ἀστέρων τῶν ἐν τῇ δεξιᾷ τοῦ χρηματίζοντος 
ταῦτα, τὴν τοῦ παντὸς διακόσμησιν δηλοῦν ἐν τῇ δεξιᾷ
Χριστοῦ κειμένην, κατὰ τὸ ἐν ψαλμοῖς ᾀδόμενον, “ ἐν τῇ χειρὶ
“ αὐτοῦ τὰ πέρατα τῆς γῆς, καὶ τὰ ὕψη τῶν ὀρέων αὐτοῦ εἰσιν.’’

ΚΕΦ. Γ. 

 Τὰ γεγραμμένα πρὸς τὸν τῆς ᾿Εφεσίων σίων ἐκκλησίας Ἄγγελον. 
 Τῷ Ἀγγέλῳ τῆς ἐν Ἐφέσω ἐκκλησίας γράψον, τάδε
λέγει ὁ κρατῶν τοὺς ἑπτὰ ἀστέρας ἐν τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ, ὁ
περιπατῶν ἐν μέσῳ τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν τῶν χρυσῶν.
 οἶδα τὰ ἔργα σου καὶ τὸν κόπον σου, καὶ τὴν ὑπομονήν
σου, καὶ ὅτι οὐ δύνῃ βαστάσαι κακοὺς, καὶ ἐπείρασας 
τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς Ἀποστόλους εἶναι, καὶ οὐκ
 καὶ εὗρες αὐτοὺς ψευδεῖς· καὶ ὑπομονὴν ἔχεις· καὶ ἐβάστασας
διὰ τὸ ὄνομά μου, καὶ οὐκ ἐκοπίασας. 
 Ἄγγελον τῆς Ἐφέσου, τὴν ἐν αὐτῇ ἐκκλησίαν λέγει. οὐ γὰρ
ὁ προστατῶν Ἄγγελος ἡμαρτήκει, ὥστε δεῖν u ἀκοῦσαι, μετανόησον, 
ὁ δι’ ἁγιότητα ἐν τῇ δεξιᾷ τοῦ Κυρίου ὑπάρχων ἀστὴρ x ὣν,
καὶ δεῖγμα τοῦτο φέρων τῆς κατὰ τὴν αὐτοῦ φύσιν y ἐκ καθαρότητος
φωτοειδοῦς μαρμαρυγῆς. τίς δὲ καὶ χρεία γράφειν τῷ
ἐν τῇ δεξιᾷ τοῦ διαλεγομένου παρόντι ; ὃς καὶ οὐδὲ αἰσθητῆς
 

 
ἀκοῆς οἷα νοερὸς ὣν δεόμενος ἦν ; εἶτα καὶ ὅτι προιὼν οὗτος ὁ
τῆς ὀπτασίας z ὑφηγητὴς ἅγιος οὐ τοῖς Ἀγγέλοις φησὶν, ἀλλὰ
ταῖς ἐκκλησίαις, τί λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἀκούειν a, οὐκ
ἄδηλόν ἐστι. καθὰ δεῖ b κἀν τοῖς λοιποῖς νοεῖν c τοῦ προκειμένου
τοῦδε βιβλίου, ἔνθα ἂν εὑρίσκηται, γράψον τάδε τῷ Ἀγγέλῳ τῆσδε 
τῆς ἐκκλησίας, ὅτι οὐ τῷ Ἀγγέλῳ, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐκκλησίας
τοὺς λόγους διακελεύεται γράφειν, ὡσαύτως φανερόν d. 
 Ὁ περιπατῶν ἐν μέσῳ τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν τῶν χρυσῶν. 
 Ὅμοιον τούτῳ τὸ e εἰπεῖν, τάδε λέγειν ὁ περιέπων καὶ διακρατῶν,
καὶ συνέχων τούς τε οὐρανίους f Ἀγγέλους καὶ τοὺς ἐπὶ γῆς 
ἀνθρώπους. οὗτοι γὰρ g οἱ ἑπτὰ ἀστέρες, ὡς ἤδη εἴρηται, καὶ αἱ
χρυσαῖ λυχνίαι καὶ λύχνοι, ὧν ἐν μέσῳ ὁ ἐνοικεῖν αὐτοῖς καὶ
ἐμπεριπατεῖν ἐπαγγειλάμενος Κύριος. 
 Οἶδα τὰ ἔργα σου. 
 οἶδα, καὶ οὐδέν με λέληθέν, φησι h, τὸν καταμόνας πλάσαντα 1 
τὰς καρδίας ὑμῶν, τὸν συνιέντα εἰς πάντα ἔργα i ὑμῶν, καὶ ὅτι τῶν
πονηρῶν οὐ δύνασαι k ἀκοῦσαι μισοπόνηρος οὖσα, καὶ ὅτι ἐπείρασας
τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς Ἀποστόλους, καὶ εὗρες αὐτοὺς ψευδαποστόλους.
θεῖον γὰρ πληροῦντες οἱ ἐν Ἐφέσῳ παράγγελμα, τὸ
φάσκον, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύειν, ἀλλὰ δοκιμάζειν, τουτέστι, 
τὸ δοθὲν αὐτοῖς διδασκαλικὸν ἀξίωμα, εἰ κατὰ τὴν εὐαγγελικήν
ἐστι διάταξιν, ἐν αὐτοσκεύῳ τῇ χρείᾳ συστελλόμενοι l διετέλουν m,
ἀλλ’ οὐχὶ βρώμασι καὶ πότοις καὶ γάμοις βακχευόμενοι n, καὶ
τὸν ἀπολαυστικὸν βίον τοῦ ἐγκρατοῦς ἐπίπροσθεν φέροντες o, οἷοι
οἱ P περὶ Κήρινθον συνχρονίσαντες τῷ Ἀποστόλῳ καὶ Εὐαγγελιστῇ, 
νόθων δογμάτων καταγγελεῖς. 
 Καὶ ὑπομονὴν ἔχεις. 
 Εκοπίασάς φησι, καὶ ὑπέμεινας, εἰς μηδὲν ἀποκαρτερήσας q τῶν
ἐπιφυέντων διὰ τὸ ὄνομά μου, καὶ μάλα πρεπόντως. εἴρηται γὰρ,
“ ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν 
 

 
νόμον τοῦ Χριστοῦ. εἰκὸς γὰρ παρὰ τῶν ψευδαποστόλων ἐπηρείας
αὐτοῖς ἐπενεχθῆναι, οἷς ἀνταποδοῦναι οὐδ’ ὅλως ἐμελέτησεν r,
ἀλλ’ ὡς μελῶν παρειμένων ἠνέσχετο. 
 Καὶ ἐβάστασας. 
 “Ἐβάστασας,” ἀντὶ τοῦ ἠνέσχου. “οὐκ ἐκοπίασας” δε, άντί τοῦ 
οὐκ ἀπεκαρτέρησας, οἱονεὶ, οὐκ ἀπηγόρευσας, οὐ προδέδωκας, οὐκ
ἐλιποτάκτησας διὰ τὸ ὄνομά μου. “ ὄνομα’’ δὲ, τὴν δόξαν, τὸ κλέος
φησὶν, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ, “θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ s”
καὶ πῶς οὐ Κλεοῦς μεστὸν, τὸ τοὺς Χριστιανοὺς μὴ ἀντιδιδόναι
σπεύδειν κακὸν ἀντὶ κακοῦ ; ὡς καὶ Παῦλος ὁ θεῖος παραινεῖ, 
“ μὴ γίνεσθε, φάσκων, “ ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστους.’’ 
 Ἀλλὰ ἔχω κατὰ σοῦ, ὅτι τὴν ἀγάπην σου τὴν πρώτὴν
 ἀφῆκας. μνημόνευε οὖν πόθεν πέπτωκας, καὶ μετανόησν,
καὶ τὰ πρῶτα ἔργα ποίησον. εἰ δὲ μὴ,
ἔρχομαί σοι ταχύ. καὶ κινήσω τὴν λυχνίαν σου ἐκ τοῦ 
 τόπου αὐτῆς, ἐὰν μὴ μετανοήσῃς. ἀλλὰ τοῦτο ἔχεις,
 ὅτι μισεῖς τὰ ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν, ἃ κἀγὼ μισῶ. ὁ
ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.
τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ὅ
ἐστιν ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ μου. 
 Ἐν δυσὶ τὴν ἐκκλησίαν ἀποδεχόμενος, τῆς ὑπομονῆς τοῦ ἄχθους
λέγω, καὶ τῆς τοῦ κόπου τῶν ἀντιδιατιθεμένων ἀζηλίας, ἑνὸς τούτου
μέμφεται, ὃ καὶ μέσον θεὶς ἑκατέρων, τοῦ κόπου φημὶ καὶ
τῆς ὑπομονῆς τὴν τὴν πρὸς τοὺς κακοὺς ἐπῄνεσεν ἀλλοτρίωσιν μετὰ
τοῦ πειράσαι καὶ τοὺς ψευδαποστόλους καὶ τὴν τῶν Νικολαϊτῶν 
αἰσχρουργίαν. ἐμέμψατο δὲ καὶ τῆς πρὸς τοὺς πλησίον χορηγίας τὴν
ὀλιγωρίαν, ἣν αὖθις ἀνακαλέσασθαι ἐπισκήπτει, τὰ πρῶτα, φάσκων,
ἔργα ποίησον ἐν δικαιοσύνῃ. οὐ γάρ με λανθάνει, φησὶν, οὔτε τὰ
πρῶτά σου τῶν πράξεων ἀγαθὰ, οὔτε ὅτι τὴν εἰς τοὺς δεομένους ἀγάπην u
ἐνέκοψας. ἐπάνελθε οὖν διδαχθεῖσα παρὰ ἐμοῦ τί x ἐνέλειψας. 
 Ἐρχομαί σοι ταχύ. 
 Τὸ ἔρχομαι, οὐ μεταβατικὴν δηλοῖ κίνησιν τοῦ πάντα πληροῦντος
Θεοῦ, ἀλλὰ τὴν ἐκ μακροθυμίας y πρὸς κόλασιν ἐπιστρο-
 

 
φῆν. κίνησις δὲ ἐκκλησίας ἡ τῆς θείας χάριτός ἐστι γύμνωσις,
δι’ ἣν ἐν σάλῳ καὶ κλύδωνι ὑπὸ τῶν πονηρῶν πνευμάτων καὶ τῶν
ὑπουργούντων αὐτοῖς μιαρῶν ἀνθρώπων γίνεται ἡ ᾿Εκκλησία, ὥστε
καὶ λέγειν τοὺς ταύτην συγκροτοῦντας ἀνθρώπους z, “ ἐταράχθη ἐν
“ θυμῷ ὁ ὀφθαλμός μου, καὶ, ἡ καρδία μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί.’’ 
 Ἀλλὰ τοῦτό, φησιν, ἔχεις ὅτι μισεῖς τὰ ἔργα τῶν
Νικολαϊτῶν. 
 Μεταξὺ τῶν λυπηρῶν τίθησι a καὶ τὰ πρὸς εὐθυμίαν ἄγοντα,
ἵνα μὴ τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῇ b τὰ τῆς Ἐκκλησίας.
φησὶν οὖν, ὅτι μετανοίᾳ c σε εὐεπιχείρητον καταλαμβάνω, ἀφ’ 
ὧν σύνδρομον ἔχω σε τοῦ μίσους μου τοῦ περὶ τοὺς Νικολαΐτας.
οὗτοι δὲ παρονομάζονται ἀπὸ Νικολάου ἑνὸς τῶν ἑπτὰ διακόνων.
καὶ τίνες δὲ ἦσαν d τὴν αἰσχρουργίαν, Ἐπιφανίου τοῦ ἐκ Κύπρου
θείου ἀνδρὸς ἡ τῶν Παναρίων αὐτοῦ βίβλος δηλώσει. 
 Ἄλλωσ. Κίνησιν λυχνίας τινὲς, καὶ τὸν ἱερατικὸν e τῆς Ἐφέσου 
θρόνον ὑπέλαβον, Κωνσταντινουπόλει τὰ πρεσβεῖα ἑαυτῆς ἐπιδοῦσα. 
 Τοῦτό, φησιν, ἀγαθὸν ἔχεις τὸ μισεῖν τὰ ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν·
ταῦτα μὲν ὁ χρηματισμὸς, εἶτα τὸ ἀφ’ ἑαυτοῦ τίθησιν, “ ὁ ἔχων
“ οὖς ἀκουσάτω τι τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ᾿Εκκλησίαις f.” 
 Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω. 
 Σαρκικὸν οὖς πᾶς ἄνθρωπος ἔχει, πνεύματ’ ἷκόν δὲ ὁ θεοφορούμενος.
ὅπερ τῷ ῾Ησαΐᾳ προστέθειται καὶ τῷ θεοπάτοροι Δαβὶδ
εὐήκοον γενέσθαι, ἀφ’ οὗ καὶ εὐχαρίστως διατιθέμενος μελῳδεῖ,
“ εἰς ἀκοὴν ὠτίου ὑπήκουσέ μου, οἱονεὶ οἷς ἀκοὴ τὸ ἐπαινετὸν
φέρει, τούτοις κἀμοῦ τὸν πόθον ἀφωμοιώσατο ἀφωμοιώσατο g τὸ 
Πνεῦμα δὲ ταῦτα λέγειν φησὶν, ἣ ὅτι πνευματικῶς ἐνηργεῖτο
παριστῶν τὰ τῆς Ἀποκαλύψεως, ἣ Πνεῦμα τὸν Χριστόν φησι,
καθό ἐστι καὶ νοεῖται Θεὸς, ὥσπερ ἀμέλει καὶ Υἱὸς ἀνθρώπου
χρηματίζει, καθό ἐστιν ἄνθρωπος καὶ νοεῖται. καὶ ὅτι Πνεῦμα
λέγεται ὁ Θεὸς, αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν Σαμαρεῖτιν παριστῶσι h 
λόγοι, “ πνεῦμα’’ ἀγορεύοντος i “ ὁ Θεὸς, καὶ τοὺς προσ-
 

 
“ κυνοῦντας αὐτὸν k ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, καὶ τὰ ἑξῆς.
καὶ τί τὸ Πνεῦμα λέγει ; 
 Τῷ νικῶντι δώσω φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς. 
 “ Νικῶντι,’’ τὸν πρὸς τοὺς δαίμονας πόλεμον, ὃς διὰ τῶν συμφύτων
ἡμῖν παθῶν ἀνερεθίζεσθαι εἴωθεν. “ ξύλον δὲ ζωῆς l ” τροπικῶς, 
τὸ m ἐν μέσῳ τοῦ Παραδείσου, καὶ Παράδεισον τὴν μακαρίαν καὶ
αἰωνίζουσαν n ἐκληπτέον ζωὴν, ἐν ᾗ σοφίας ἄφθονος χύσις, περὶ
ἧς καὶ Σολομῶν φησι o. “ ξύλον ζωῆς ἐστι τοῖς ἀντεχομένοις
“ αὐτῆς.’’ ὁ δὲ παρὼν Εὐαγγελιστὴς περὶ τοῦ Χριστοῦ P φησὶν, ὅτι
αὐτός ἐστιν ὁ Θεὸς καὶ ζωὴ ἡ αἰώνιος οὗ ἐν τῷ Παρείη, τῇ 
μελλούσῃ ἀτελευτήτῳ ζωῇ ἐν ἀπολαύσει οἱ ἅγιοι γενήσονται. 
 Τοῦ Θεοῦ μου. 
 Μή τις ἀκούων ταῦτα σκανδαλιζέσθω. πρέπει γὰρ τὰ ταπεινὰ
πάντα τῇ δι’ ἡμᾶς σωτηρίῳ ἡμῖν τοῦ θεανθρώπου οἰκονομίᾳ. ἐπεὶ
καὶ ἐν Εὐαγγελίοις φησὶν ὁ αὐτός· “ ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα 
“ μου, καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν, ὡς τοῦ
μὲν φύσει, τῶν δὲ θέσει.

ΚΕΦ. Δ. 

 Τὰ δηλωθέντα τῷ ἐν τῇ Σμυρναίων ἐκκλησίᾳ Ἀγγέλῳ. 
 Καὶ τῷ Ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σμύρνη ἐκκλησίας γράψον. 
τάδε λέγει ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ὃς ἐγένετο νεκρὸς
 καὶ ἔζησεν. οἶδά σου τὰ ἔργα καὶ τὴν θλῖψιν καὶ τὴν
πτωχείαν, ἀλλὰ πλούσιος εἶ. καὶ τὴν βλασφημίαν τῶν
λεγόντων Ἰουδαίους εἶναι ἑαυτοὺς καὶ οὐκ εἰσὶν, ἀλλὰ
 συναγωγὴ τοῦ Σατανᾶ. μηδὲν φοβοῦ ἃ μέλλεις παθεῖν. 
ἰδοὺ δὴ μέλλει βαλεῖν ὁ διάβολος ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν,
ἵνα πειρασθῆτε, καὶ ἕξετε θλῖψιν ἡμέρας δέκα. γίνου
πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς
 ζωῆς. ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς
ἐκκλησίαις. ὁ νικῶν οὐ μὴ ἀδικηθῇ ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ 
δευτέρου. 
 

 
 r Ὅτι οὐκ Ἀγγέλῳ τὰ προστάγματα ταῦτα, ἀλλὰ τῷ ἀθροίσματι
τῶν πιστῶν ἐστὶν ἣ ᾿Εκκλησίᾳ, διεσαφεῖται ἤδη. 
 Σύνταξις τῶν προειρημένων κατὰ μικρὰς παραφράσεις καὶ τῶν
ἐλλείπων ἀναπληρώσεως σαφηνείας χάριν, ταῦτα χρήματ’ ἵζει ὁ
προαιώνιος τῇ φύσει, καὶ ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν διὰ φιλανθρωπίαν 
ἄνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός. δι’ ἣν φιλανθρωπίαν πεῖραν
ἠνέσχετο θανάτου τριημέρου, καὶ ἀνέστη εἰς παλινζωΐαν ἡμᾶς
ἐπελπίζων ἀνελλιπῆ. 
 Πρῶτος καὶ ἔσχατος ὁ Χριστὸς, ὡς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. πρῶτος
τῇ θείᾳ φύσει, ἔσχατος, ὡς δι’ ἡμᾶς ἐπ’ ἐσχάτων s ἄνθρωπος 
γενόμενος. καὶ νεκρὸς δὲ ὁ αὐτὸς τριήμερος, καὶ αὖθις ἀνοίξας
ἡμῖν διὰ τῆς αὐτοῦ ἀναστάσεως ὁδὸν t τῆς ζωῆς. καὶ τι φησιν
οὗτος “ οἶδά σου σου τὰ ἔργα καὶ τὴν θλῖψιν καὶ τὴν πτωχείαν, ἃ
δι’ ἐμὲ ὑπομένεις, ὑπὸ τῶν ἀπίστων μαστιζόμενος καὶ τῶν ὑπαρχόντων
στερούμενος. μὴ οὑν ἐν τῷ θλίβεσθαι καὶ πτωχεύειν 
εἴπῃς καὶ αὐτός. “ τί ὅτι ἐνηστεύσαμεν καὶ οὐκ ἔγνως, ἐταπεινώ-
“ σαμεν τὰς ψυχὰς ἑαυτῶν, καὶ οὐ προσέσχες ; ” εἰ γὰρ καὶ ταῦτα,
ἀλλὰ πλούσιος εἶ’, ἐν τοῖς πνευματικοῖς τὸν θησαυρὸν ἔχων
κεκρυμμένον ἐν τῷ ἀγρῷ τῆς καρδίας σου, ὅς ἐστιν ὁ Χριστός·
δι’ ὃν καὶ πλούσιος εἶ, ὡς τοῦτον ἔχων σκεπαστὴν, ὃς καὶ αὐτὸς 
πλούσιος ὣν, ἐπτώχευσε δι’ ἡμᾶς. 
 Οἶδά σου τὰ ἔργα. 
 Δηλαδὴ τὰ χρηστὰ καὶ τὴν διὰ ταῦτα θλίψιν ἱν καὶ πτωχείαν, τὴν
διὰ φθόνον ἀπὸ τῶν συνεργῶν τοῦ διαβόλου βλασφήμων Ἰουδαίων
ἐπαγομένην ὑμῖν. οἱ τινες Ἰουδαῖοι ὀνόματι μόνον u, τῇ δὲ ἀληθείᾳ 
συναγωγὴ τοῦ διαβόλου εἰσίν. ἀλλὰ κἂν ἐξ ἐπηρείας πτωχεύῃς,
ἐμοὶ ἀνακείμενος τῷ πάντων x ἀγαθῶν πρυτάνει, πλούσιος
εἶ. διόπερ μηδὲν φοβοῦ τῶν μελλόντων σοι ἐπενεχθῆναι ἀπὸ τῶν
συνεργῶν τοῦ διαβόλου θλιβερῶν ἐγκλεισμῶν φυλακῆς καὶ
πειρασμῶν ἄλλων y, ὣν ἐφήμερος ἡ ἐπιφορὰ, καὶ ὅσον εἰ καὶ 
ἡμερῶν δέκα ἐξισουμένη ; γίνου οὖν καρτερικὸς καὶ μὴ ἐκλυόμενος
μέχρι θανάτου, ὑπὲρ ὧν λήψῃ τὸν στέφανον τῆς ζωῆς. 
 

 
 Καὶ τὴν βλασφημίαν. 
 Κατὰ κοινοῦ τὸ, “ οἶδά σου, ἵνα ἐξακούηται οὕτως.
οἶδά σου τὰ ἔργα, οἶδα καὶ τὴν βλασφημίαν τῶν τῷ λόγῳ
μὲν Ἰουδαίων, ἔργῳ δὲ συναγωγῆς τοῦ Σατανᾶ. οὐ γὰρ ὁ ἐν
τῷ φανερῷ Ἰουδαῖος, ἀλλ’ ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ τῇ περιτομῇ 
τῆς καρδίας, ὁ διὰ τῆς z τοῦ φαινομένου περιβλητοῦ τῷ γεννητικῷ
μορίῳ δέρματος a ἀφαιρέσεως τοῦ ὑλικοῦ τοῦδε παντὸς
βίου ἀλλοτριούμενον b ἑαυτὸν αἰνιττόμενος, καὶ πρὸς τὰ θεῖα c
τῇ ψυχῇ ἐνσκευαζόμενον d. εἰ γὰρ Ἰούδας μὲν ἐξομολόγησις
ἑρμηνεύεται, Ἰσραὴλ δὲ νοῦς ὁρῶν Θεὸν, πάντως οἱ ἀληθεῖς 
Ιουδαῖοι καὶ ᾿Ισραὴλ οὗτοι εἰσὶν, οἱ Χριστῷ ἐξομολογούμενοι,
ἤγουν εὐχαριστοῦντες ἀνθ’ ὧν μεγάλα εὐεργέθημεν τῇ διὰ σαρκὸς
αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς e ἐπιδημίᾳ. τοῦτο γὰρ ἡ ἐξομολόγησις δηλοῦν
βούλεται. Ἰσραὴλ δὲ, ὃς f νῷ Θεὸν ὁρᾷ ἠξιωμένος g, μηδενὶ τῶν
ἀσχολεῖν εἰωθότων ἐπιπροσθούμενος h. οὐκοῦν οὐδὲ Ἰουδαῖοι οὔτε i 
Ἰσραὴλ οἱ τῇ ἀπιστίᾳ ἐμμένοντες k ἀνεπιστρόφως, ἀλλὰ βλασφημοῦντες
συναγωγὴν ἑαυτοὺς ἀποφαίνουσι τοῦ Σατανᾶ ἐζωγρημένους
ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐκείνου θέλημα, ἅτε καὶ στρατηγουμένους l
ὑπ’ αὐτοῦ. 
 m Ἀλλὰ μὴ φοβεῖσθαι, φησὶν, ἃ γὰρ μέλλεις κακοπαθεῖν, 
εἰς ὀλίγον χρόνον τούτων ἡ θλίψις, καὶ οὐδ’ ὅσον δέκα ἡμέραις
παραμετρεῖσθαι ἀξία. ὅτι δοκίμιον ὑμῖν τοῦτο δίδοται τῆς
πίστεως· διὸ καὶ ὁ Θεὸς συνεργεῖ. δοκίμους μὲν ὑμᾶς ἀποφαίνων,
τὸν δὲ διάβολον καταισχύνων, οὗ ἐνεργείᾳ οἱ κακοποιοὶ ἐπιτίθενται
τοῖς εὐσεβέσι. δεῖ δὲ καρτερεῖν ἄχρι θανάτου εἰς ἀντάμειψιν στεφάνων 
ζωῆς. διὸ καὶ εἴρηται, “ ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθή-
“ σεται,’’ οὐχ ὁ ῥίψασπις καὶ πρὸς τοὺς ἀγῶνας μαλακίᾳ ἐνδούς. 
 Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω. 
 Ὁ τῆ πνευματικῇ συγκροτούμενος αἰσθήσει, καὶ νικῶν τὰ
πνευματικὰ τῆς πονηρίας, ἀκουσάτω τοῦ πρὸς νίκην τούτων ἐπαλείφοντος 
θείου Πνεύματος. 
 

 
 Ὁ νικῶ n οὐ μὴ ἀδικηθῇ ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ δευτέρου. 
 Ἀκριβὲς τὸ εἰρημένον, ὅτι δύο θανάτων ἀνθρώποις ὄντων, πρώτου
τοῦ φυσικοῦ, ὅς ἐστι χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοῦ σώματος,
κατὰ τὴν δικαίαν καὶ ἀπαραίτητον ἀπόφανσιν o τοῦ παντοκράτορος
Θεοῦ, τὴν, “ ὅτι γῆ εἶ, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ.’ τοῦτον τὸν θάνατον 
ἀνυπερθέτως, πάντες ἄνθρωποι P δίκαιοι καὶ ἁμαρτωλοὶ μέτιμεν.
δευτέρου δὲ πάλιν θανάτου καὶ ὀλεθριωτέρου, τοῦ δι’ ἁμαρτίας
ὄντος, ὂν τὸ τῆς ἀκολάστου q καὶ σαρκικῆς καὶ ἡδυπαθοῦς ζωῆς
δέλεαρ τοῖς r ἀνθρώποις οἶδε πορίζειν. διὸ s καὶ ὁ Κύριος τοὺς ταύτην
μεταδιώκοντας νεκροὺς ὀνομάζει, ὅταν φῆ, “ ἄφετε τοὺς 
“ νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς.’’ τοῦτον τὸν θάνατον, τὴν
ἐμπαθῆ λέγω ζωὴν,) ὁ νικῶν οὐ μὴ ἀδικηθῇ ἐκ τοῦ τῆς γεέννης εἰς
ἀδιάλειπτον θανάτου u.

ΚΕΦ. Ε. 

 Τὰ σημανθέντα τῷ τῆς Περγαμηνῶν ἐκκλησίας ἀγγέλῳ. 
 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Περγάμῳ ἐκκλησίας γράψον.
τάδε λέγει ὁ ἔχων τὴν ῥομφαίαν τὴν δίστομον τὴν
 ὀξεῖαν. οἶδα τὰ ἔργα σου, καὶ ποῦ κατοικεῖς, ὅπου ὁ
θρόνος τοῦ Σατανᾶ. καὶ κρατεῖς τὸ ὄνομά μου, καὶ οὐκ
ἠρνήσω τὴν πίστιν μου ἐν ταῖς ἡμέραις, ἐν αἷς Ἀντίπας 
ὁ μάρτυς μου ὁ πιστὸς, ὃς ἀπεκτάνθη παρ’ ὑμῖν, ὅπου
 ὁ Σατανᾶς κατοικεῖ. ἀλλὰ ἔχω κατὰ σοῦ ὀλίγα, ὅτι
ἔχεις ἐκεῖ κρατοῦντας τὴν διδαχὴν Βαλαὰμ, ὃς ἐδίδαξε
τὸν Βαλὰκ βαλεῖν σκάνδαλον ἐνώπιον τῶν
 Ἰσραὴλ, καὶ φαγεῖν εἰδωλόθυτα καὶ πορνεῦσαι. οὕτωσ 
ἔχεις καὶ σὺ κρατοῦντας τὴν διδαχὴν τῶν Νικολαϊτῶν
ὁμοίως. 
 Δίστομον ῥομφαίαν x φησὶν, ἣ τὴν κατὰ τὸν εὐαγγελικὸν
λόγον τὸ πᾶν περιαιροῦσαν y τὸ περιττὸν τοῦ παρόντος βίου καὶ
εἰς προκάλυμμα τοῦ ἀπὸ γενεᾶς ἡμῖν ἐπισκοτοῦντος τῶν θείων τῆς
 

 
ἐποψίας κακῶν z, ἣ τὴν κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἀπότομον ἀπόφανσιν a.
πρὸς τῷ διστόμῳ δὲ καὶ ὀξεία αὕτη, ἔτι καὶ ταχινὴ b, εἰς έκδικησιν
τῶν ἀπειθούντων τοῖς θείοις κελεύσμασι. θρόνον δὲ τοῦ
Σατανᾶ, τὴν Πέργαμον καλεῖ, ὡς κατείδωλον οὖσαν ὑπὲρ τὴν
Ἀσίαν πᾶσαν. ἀλλ’ οὖν καὶ τοιοῦτον c οἰκοῦσα τόπον, φησὶν, 
ἀνόθευτόν μου τὴν πίστιν ἐτήρησας, μηδὲν ἐκτραπεῖσα ἀπὸ τῆς
τῶν κακῶν γειτνίας πρὸς μίμησιν d, οὐδὲ ζηλώσασα ἐπὶ τοῖς
ἀνόμοις, εἰρήνην ἁμαρτωλῶν καὶ εὐθηνίαν e θεωροῦσα. 
 Ἐν αἷς Ἀντίπας ὁ μάρτυς μου. 
 Ἀντίπας ὁ μάρτυς ἐν Περγάμῳ ἐμαρτύρησεν, οὗ καὶ τὸ 
μαρτύριον εἰς ἔτι σώζεται, πολλὰ παρρησιασάμενος τοῖς ἐκβουλεύουσι.
καὶ f ὅσον εἰς αὐτὸν ἧκεν, ἄχρι θανάτου προὔβη.
οὗπερ τῆς ἀνδρείας νῦν ὁ Εὐαγγελιστὴς ἐκ τῆς θεοκλυτίας g
μέμνηται h, πρὸς ἔνδειξιν ἐπεισαχθείσης τῆς ἐκείνου i ἀρετῆς
καὶ k ὑπομονῆς τοῖς πιστοῖς, τῆστε τῶν πεπλανημένων ὠμότητος 
ὡς ὁμοσκήνων τῷ Σατανᾶ. ἐπειδὴ δὲ ἅπτεται καὶ τῶν ἁγιωτάτων
ὁ μῶμος, καθ’ ὃν l πολλὰ πταίομεν ἅπαντες κατὰ τὸ γεγραμμένον,
“ τίς καθαρὸς ἀπὸ ῥύπου m ; ” ὑμῖν πάλιν, φησὶ, καί τοι τοιούτοις
οὖσι τὰ πρὸς θεραπείαν ἐμὴν, ἔχω τι ἐγκαλεῖν πάλιν κατὰ σοῦ n,
κἂν ἐπ’ ὀλίγον o· δύο γὰρ p χαλεπὰ, ὡς ἔοικεν, αὕτη ἡ πόλις τῶν 
Περγαμηνῶν ἐκέκτητο, τοὺς μὲν πλείονας Ἕλληνας, ἐξ αὐτῶν δὲ q
τῶν ὀνομαζομένων πιστῶν, τοὺς αἰσχρουργοὺς Νικολαΐτας ἐπισπαρέντας
“ τῷ χρηστῷ σίτῳ ζιζάνια πονηρά. καὶ ὅπως δὲ τούτους,
καὶ τίσιν r ὡμοιωμένους, διὰ τῆς πάλαι ἱστορίας παρέθετο. 
 Τὴν διδαχὴν Βαλαὰμ, ὃς ἐδίδαξε τὸν Βαλάκ. 
 Τὸν Βαλαάμ φησι διδάξαι τὸν Βαλάκ s, οἱονεὶ διδάσκαλον γενόμενον
τοῦ Βαλάκ t. ἡ δὲ ἱστορία, ἐν τῇ βίβλῳ τοῦ θεσπεσίου Μωϋσέως
ᾗ ὄνομα Ἀριθμοί. Ἰώσηπος δὲ ὁ ᾿Ιουδαῖος u, συμβουλῇ γράφει
τοῦ Βαλαὰμ, τὸν βασιλέα Βαλὰκ τὰ γύναια παραστῆσαι x τῷ
 

 
λαῷ τοῦ y Ἰσραὴλ ἐκκαλούμεναι εἰς πορνείαν, ὅτε καὶ Φινεὲς τὸ
ἀοίδιμον ἔργον εἰγάσατο a τὸ ἐπὶ Ζαμβρὴ,) καὶ πρὸς τῆ ἀσελγείᾳ
ταύτῃ, καὶ τὸν αὐτὸν Ἰσραηλίτην λαὸν πρὸς b μιηοφαγίαν
ἐλκυσθῆναι c, τὰ τῷ Βεελφεγὼρ ἀνατεθέντα κρέα εἰς βρῶσιν
χρησάμενον d. e περὶ οὗ καὶ Δαβὶδ ὁ θεοπάτωρ φησὶν, “ καὶ 
“ ἐτελέσθησαν τῷ Βεελφεγὼρ, καὶ ἔφαγον θυσίας νεκρῶν·’’ θυσίαν
λέγων νεκρῶν τὰ τοῖς εἰδώλοις τελεσθέντα κρέα· διὸ καὶ
ἀπόλοντο. ἐξομοιοῦσθαι δὲ τούτοις φησὶ καῖε τοὺς Νικολαΐτας
κατά τε πορνείαν καὶ μιαροφαγίαν. ἃ g εἴ τις ἐπιζητεῖ ποῖα τινὰ
ἦν h, ὡς ἤδη παρεθέμην i; i, ἐξ Ἐπιφανίου τοῦ Κυπρίου ἀρχιερέως 
Θεοῦ μάθοι, ὃς εἰς ὠφέλειαν πολλῶν, οὐκ ἀπηξίωσε τὸ βορβορῶδες
τῶν Νικολαϊτῶν, κατά τε τὴν πορνικὴν ἀκολασίαν, κατά τε τὴν
ἐπ’ αὐτῇ βδελυκτοτάτην ἀκαθαρτοφαγίαν, πρόδηλον ἀνυποστόλως
κατάστησαι. 
 Μετανόησον οὖν. εἰ δὲ μὴ, ἔρχομαί σοι ταχὺ, καὶ 
πολεμήσω μετ’ αὐτῶν ἐν τῆ ῥομφαίᾳ τοῦ στόματός
 μου. ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ πνεῦμα λέγει ταῖς
ἐκκλησίαις, τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ ἀπὸ τοῦ μάννα τοῦ
κεκρυμμένου, καὶ δώσω αὐτῷ ψῆφον λευκὴν, καὶ ἐπὶ
τὴν ψῆφον ὄνομα καινὸν γεγραμμένον, ὃ οὐδεὶς οἶδεν 
εἰ μὴ ὁ λαμβάνων. 
 Ὧ βάθος πλούτου καὶ ἀγαθότητος Θεοῦ, ὅτι καὶ ἐν τῆ ἀπειλὴ
ἡ φιλανθρωπία. πολεμήσω γάρ, φησιν, οὐ μετὰ σοῦ, ἀλλὰ μετὰ
τῶν Νικολαϊτῶν τῶν νοσούντων τὰ ἀνίατα καὶ ἄχρηστα. τῶν γὰρ
ἐν Περγάμῳ ἐφείσατο ὡς πιστῶν, ἑνὸς μόνου ἐπιμεμψάμενος 
αὐτοῖς τῆς μετὰ τῶν Νικολαϊτῶν ἀναστροφῆς k. ἀλλὰ καὶ τὸ
ταχὺ τῆς κατ’ αὐτῶν ἐπελεύσεως, πῶς οὐ κηδεμόνος καὶ μὴ
ἀνεχομένου ἐπὶ πολὺ τὸν κλῆρον ἑαυτοῦ νοθεύεσθαι, ἀλλὰ ταχινὴν
βραβεύοντα τὴν ἀντίληψιν; 
 Ἐν τῆ ῥομφαίᾳ τοῦ στόματος μου. 
 Ῥομφαίαν στόματος τίνα, καὶ διὰ τι εἴρηται δίστομος, ἔφθημεν
πρὸ μικροῦ παραθέμενοι. 
 

 
 Τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ ἀπὸ τοῦ μάννα. 
 Ἐπειδὴ ὡς φθάνομεν παραθέμενοι, ἐξ Ἐπιφανίου τοῦ ἱεροῦ λαόντες,
ἐτολμᾶτο παρὰ τῶν μιαρῶ l Νικολαϊτῶν ἀξία τῆς τούτων
ἀθεΐας ἐν τῇ ἀκαθάρτῳ μίξει m ἑαυτῶν ἡ n βλασφημοτάτη βρῶσις,
τούτου χάριν τῷ νικῶντι δοθῆναι φαγεῖν τοῦ μάννα o ἀντὶ τῆς 
ἀκαθάρτου βρώσεως τε καὶ βδελυρᾶςp ὑπέσχετο. Μάννα δὲ
τροπικῶς ὁ ἄρτος ἐστι τῆς ζωῆς, ὁ οὐρανόθεν δι’ ἡμᾶς κατελθὼν,
ἢ q καὶ πάντα τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ, ὡς οὐρανόθεν καὶ αὐτὰ καταπτάμενα,
πτάμενα, ὅπου καὶ ἡ ἄνω Ἰερουσαλήμ. νικῶντι δὲ τὸν διάβολον,
δοθῆναι καὶ ψῆφον λευκὴν, τουτέστι, δόξῃ λελαμπρυσμένην. τοῦτο 
δὲ, τὴν λευκὴν ψῆφον, τὴν ἀπὸ τῶν ἐν τοῖς θεάτροις καὶ τοῖς
σταδίοις ἀγωνιζομένων γνώριμον οὖσαν, τοῖς νικῶσι παρεχομένην,
ἐνταῦθα τέθεικεν. ὄνομα δὲ καινὸν, τῇ παρούσῃ ζωῇ ἀγνοούμενον.
“ τὰ γὰρ ἀγαθὰ ἃ τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς, ὀφθαλ-
“ ’μὸς οὐκ εἶεν, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσεν, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου 
“ οὐκ ἀνέβη.’’ οὒτε r τὸ ὄνομα ὃ οἱ s ἅγιοι κληρονομήσουσι t. πῶς
γὰρ οἷόν τε φθαρτῇ u γνώσει τὰ ἄφθαρτα παραδηλοῦσθαι. 
 v Τῷ νικῶντι. χήτει ὀπίσω. 
 Καὶ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ ὁ λαμβάνων. 
 Εἰκότως· ᾧ γὰρ ἡ δόσις, τούτῳ καὶ ἡ γνῶσις παρομαρτεῖ μετ’ 
αἰσθήσεως.

ΚΕΦ. ς. 

 Τὰ γεγραμμένα τῷ τῆς Θυατείρων ἐκκλησίας Ἀγγέλῳ. 
 Καὶ τῷ Ἀγγέλῳ τῆς ἐν Θυατείροις ἐκκλησίας γράψον.
τάδε λέγει ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἔχων τοὺς ὀφθαλμοὺς 
αὐτοῦ ὡς φλόγα πυρὸς, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ.
 οἶδά σου τὰ ἔργα καὶ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν
πίστιν, καὶ τὴν διακονίαν, καὶ τὴν ὑπομονήν σου, καὶ
τὰ ἔργα σου, τὰ ἔσχατα πλείονα τῶν πρώτων. 
 Σαφέστερον ἑαυτοῦ παρέχεται γνώρισμα ὁ χρηματίζων τῷ 
Εὐαγγελιστῇ, Υἱὸν ἑαυτὸν καταγγέλλων Θεοῦ, ἔχοντα τοὺς ὀφθαλ-
 

 
μοὺς μὲν ἀφωμοιωμένους πυρὶ x, ἅτε οἴους τε δικαίους μὲν φωτίζειν,
πρὸς καῦσιν δὲ ἁμαρτανόντων ἑτοίμους. τοὺς πόδας δὲ χαλκολιβάνῳ
ἀπεικασμένους. χαλκολιβάνῳ δὲ, ἣ τῷ ὑπὸ τῶν ἰατρῶν
ἄρρενι καλουμένῳ λιβάνῳ, ὃς ἐκθυμιώμενος, μυρώδεις ἀτμοὺς
ἀποπέμπει, ἐπεὶ καὶ οἱ Χριστῷ προσκεχωρηκότες, τοῖς πειρασμοῖς 
οἷα πυρὶ προσομιλοῦντες, τῷ δοκιμίῳ ἑαυτῶν εὐωδιάζειν τοὺς
περιεστῶτας οὐχ ὑστεροῦσιν. ἐκ τούτου καὶ Παῦλος μεγαλαυχῶν y,
“ Χριστοῦ φησὶν εὐωδία ἐσμὲν ἐν τοῖς σωζομένοις καὶ z τοῖς
“ ἀπολλυμένοις.’’ σωζομένοις μὲν, τοῖς ἀπὸ τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου
στοιχειωδεστέρᾳ τῇ πρὸς θεοσέβειαν ζωῇ προσλιπαροῦσιν ἐπὶ 
τελεωτέραν τῆς κατὰ Χριστὸν πίστεως ζωὴν, τῇ καρτερικῇ ἑαυτῶν
ἐν στάσει οἶά τινι a εὐωδίᾳ ἐπαλείφοντες τούτους. ὥσπερ ἀμέλει
καὶ τοῖς ἀπολλυμένοις ἐκτεθνηκυίας ζωῆς, κατὰ b τὸν τῆς εἰδωλομανίας
φημὶ θάνατον c μεταστοιχειωθείσης τῆς ἐμπαθοῦς τῷ
ὄντι ζωῆς, οὓς ἡ d κατὰ Χριστὸν ἀμώμητος εὐωδιάζειν οἶδε βιοτή e. 
ὥστε καὶ τούτους μετὰ τοῦ αὐτοῦ Παύλου ἐνωραίζεσθαι φάσκοντας,
“ ζῶ ἐγὼ I , οὐκ ἔτι ἐγὼ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός. οὕτω μὲν
ἡ κατὰ τὸν g ἄρρενα λίβανον θεωρία. ἔστι καὶ χαλκολίβανον, ὡς
ἤδη τεθεώρηται, τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου νοεῖν, ἤγουν τοῦ
προαιωνίου Λόγου h Θεοῦ ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων, οἷά τισι ποσὶ, 
τῷ τεθεωμένῳ χρωμένην ἀνθρώπῳ. ὧν δύο φύσεων, θεότητός τε καὶ
ἀνθρωπότητος τὴν ἀσύγχυτον ἕνωσιν, νοῦς ἀνθρώπινος εὐσεβεῖν
ἐγνωκὼς, ἀνέπαφον οἶδε διατηρεῖν, ὡς ὑπερανεστηκυῖαν i θνητῆς
καταλήψεως ἔρευναν. 
 Οἶδά σου τὰ ἔργα. 
 Ἔργα, μόνα τὰ k τῷ Θεῷ ἀνακείμενα λάμβανε l. τὸ εἰδέναι δὲ
ἐνταῦθα m, τὴν οἰκείωσιν σημαίνει, ὡσπερεὶ ἔλεγεν, οἰκείως κατὰ
πάντα διαγίνῃ. οὕτω καὶ πρὸς Μωαϋσῆ ἡνίκα λέγει, “ οἶδά σε
“ παρὰ πάντας,” καὶ τὸ, “ οἶδε Κύριος τοὺς ὄντας αὐτοῦ, οὐκ
ἄλλο οὐδὲν, ἢ τὴν οἰκείωσιν n παριστᾷν βούλεται. οἱονεὶ, “ οἰκείως 
“ διάκειμαι πρὸς τοὺς ἐμοὶ τὰς ἑαυτῶν ἀνατιθέντας σπουδάς. 
 

 
 ἀγάπην δὲ τὴν πρὸς τὰ θεῖα πεποίθησιν, ὡσαύτως καὶ τὴν πίστιν.
ἡ γὰρ εἰλικρινὴς ἀγάπη τῷ διαλλήλῳ o κρατύνεται κατορθώματι.
διακονίαν δὲ, τὴν πρὸς τοὺς δεομένους ἐπικουρίαν φησὶ, καὶ ὐπομονην
τὴν καρτερίαν τὴν πρὸς τοὺς πειρασμοὺς. 
 Τὰ ἔσχατα πλείονα τῶν πρώτων. 
 “ Τὰ ἔσχατα πλείονα τῶν πρώτων εἰπὼν, ἐνέφηνεν ὅτι προιόντες
τὴν ἐπὶ τὸ βέλτιον ἐπίδοσιν, διὰ τῆς ἐργασίας τῶν θείων ἐντολῶν
ἀτρύτῳ πόνῳ κοπιωσιν p. 
 Ἀλλ’ ἔχω κατὰ σοῦ ὀλίγα, ὅτι ἀφίῃς τὴν γυναῖκά
σου Ἱεζαβὲλ, ἡ λέγουσα ἑαυτὴν προφῆτιν, διδάσκειν 
καὶ πλανᾷν τοὺς ἐμοὺς δούλους, πορνεῦσαι καὶ φαγεῖν
 εἰδωλόθυτα. καὶ ἔδωκα αὐτῇ χρόνον ἵνα μετανοήσῃ.
 καὶ οὐ θέλει μετανοῆσαι ἐκ τῆς πορνείας αὐτῆς. ἰδοὺ
βάλλω αὐτὴν εἰς κλίνην, καὶ τοὺς μοιχεύοντας μετ
αὐτῆς εἰς θλῖψιν μεγάλην. ἐὰν μὴ μετανοήσωσιν ἐκ 
 τῶν ἔργων αὐτῆς, καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς ἀποκτενῶ ἐν
θανάτῳ. καὶ γνώσονται πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι, ὅτι ἐγώ
εἰμι ὁ ἐρευνῶν νεφροὺς καὶ καρδίας. καὶ δώσω ὑμῖν
ἑκάστῳ κάτα τὰ ἔργα ὑμῶν. 
 Εἰ διὰ τὴν πίστιν, φησὶ, καὶ τὴν περὶ τοὺς δεομένους χορηγίαν, 
τὸ εὐλαβὲς ὑμῶν καὶ ὑπομονητικὸν ἀποδέχομαι, ἀλλ’ οὖν
δικαίως ὑμῖν ἐπιμέμφομαι, ὅτι τὴν τῶν Νικολαϊτῶν αἵρεσιν ἐᾶτε
ἀκμάζειν ἐν μέσῳ ὑμῶν λέγει δὲ τροπικῶς ταύτην διὰ τοῦ τῆς
Ιεζαβὲλ ὀνόματος r τῆς τῷ Ἀχαὰβ συνοικησάσης, ταύτῃ παραβάλλων
καὶ τοὺς ἀπὸ Νικολάου διὰ τὴν ἀσέλγειαν καὶ ἀσέβειαν. 
ἐπιμέμφεται οὖν ὅτι οὐ διώκουσιν s αὐτὴν, τουτέστιν, οὐκ ἀπωθοῦνται t
αὐτὴν, ἀναιδῶς βλασφημοῦσαν καταισχύνοντες u, ἀλλ’
ἀνέχονται κοινωνεῖν αὑτοῖς τοῦ ὀνόματος τῶν x Χριστιανῶν, ὑφ’ οὗ y
λανθανόντως τοῖς ἁπλουστέροις τῶν δούλων μου, φησὶ, παρέχει
σκάνδαλον. οὐχ ὅπως πορνείας, ἀλλ’ ἤδη καὶ μιαροφαγίας, πορνείαν 
ἣ τὴν αἰσθητὴν λέγων, ἢ τὴν ἀπὸ Θεοῦ ἔκκλισιν, καθὸ καὶ
 

 
εἴρηται, τὸ, “ ἐπόρνευσαν ἐν τοῖς ἐπ’ ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν,’’ καὶ τὸ,
“ ἐμοιχῶντο ἐν τῷ ξύλῳ.” διὰ δὲ τῆς z τῶν εἰδωλοθύτων ἐδωδῆς ἔοικε
καὶ τὰς ἄλλας διαιρέσεις a συντάττειν, αἳ καὶ αὐταὶ τοῖς εὐσεβοῦσιν
ἐπιφύονται b, ὃν δή τινα τρόπον ἐνῆν. οἱ γὰρ Νικοαΐται,
εἰδωλόθυτα μὲν ἐσθίειν οὐ προυβάλλοντο, ἕτερα δὲ ὃμως c, ἃ καὶ 
διανοηθῆναι τῆς τελεωτάτης ἀκαθαρσίας καὶ μιαρίας ἐστί d. τίνα
δὲ ταῦτα πολλάκις ἡμῖν εἴρηται τὴν τῶν Παναρίων βίβλον παριστᾷν.
καὶ οὐ τοῦτο μόνον τὸ βδελρὸν e τῇ τῶν Νικολαϊτῶν αἱρέσει
παρομαρτεῖ f, ἀλλὰ καὶ προφῆτις εἶναι ὑποκρίνεται, πονηρῷ πνεύματι
ἐνεργουμένη, καὶ τὸ θεῖον δῶρον εἰς ματαιότητα παραβάλλουσα, 
ἵνα καὶ Μωϋσέως ἀφειδοῦσα ἁλῷ, “ οὐ λήψῃ, διαρρήδην
βοῶντος g, “ τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σοῦ ἐπὶ ματαίῳ, καὶ τοῦ
μακαρισμοῦ τοῦ θεοπάτορος ἀλλοτριουμένη h εὑρεθῇ, τῆς μὲν
ἐλπίδος τοῦ Θεοῦ ἀστοχοῦσα, ἐπὶ ματαιότητας δὲ καὶ μανίας
ψευδεῖς ἐμφιλοχωροῦσα. 
 Καὶ πλανᾷν τοὺς ἐμοὺς δούλους. 
 τοὺς ἁπλότητι τρόπου βεβιωκότας, πλάνῃ ἓλκουσαν i εἰς πορνείαν
καὶ βρῶσιν ἀπηγορευμένων.
Καὶ ἔδωκα αὐτῇ.
Εγώ φησιν ὁ μὴ θέλων τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ τὴν 
ἐπιστροφὴν ζητῶν k, δέδωκα αὐτῇ μετανοίας καιρὸν, τὴν τιμωρίαν
τέως ὑπερτιθέμενος. ἡ δὲ τῇ ἀνοχῇ κατεχρήσατο εἰς ἀμέλειαν l
ἐνευκαιροῦσα τῷ ὀλεθρίῳ αὐτῆς m, ἀλλ’ οὐ τῆς σωτηρίας ἐπιστροφῆς
ἀπρὶξ ἐχομένη. 
 Καὶ οὐ θέλει n μετανοῆσαι. 
 (Τοῦτο γὰρ ἅτε Θεὸς ἐπίσταμαι, διὸ καὶ εἴρηται, “ ἐτάζων
“ καρδίας καὶ νεφροὺς ὁ Θεὸς,”) ἐπεὶ o οὖν τῇ δεδομένῃ αὐτῇ πρὸς
μετάνοιαν ἀνέσει οὐκ ἐχρήσατο, “ ἰδοὺ βάλλω αὐτὴν εἰς κλίνην·
ἀντὶ τοῦ, εἰς ἀρρωστίαν. οἶδε γὰρ τὴν κλίνην ἡ γραφὴ ἀπὸ τῆς
ἀρρωστίας λαμβάνειν, ὡς ὅταν λέγῃ, “ ὅλην τὴν κλίνην αὐτοῦ 
 

 
“ ἔστρεψας ἐν τῇ ἀρρωστίᾳ αὐτοῦ, κλίνην τὴν νόσον φάσκων,
μεταβεβλῆσθαι ἐπὶ τὸ βέλτιον, ἤγουν εἰς ὑγίειαν. αὐτὴν μὲν οὖν
οὕτω κακώσω. τοὺς δὲ μοιχεύοντας μετ’ αὐτῆς, τοὺς συνεργοὺς
καὶ συγκροτοῦντας αὐτῇ τὰ βδελυρὰ καὶ βορβορώδη δόγματα,
διὰ συμφορῶν θλίψω. τὰ τέκνα δὲ, τέκνα τοὺς διαδόχους τῆς 
τοιαύτης ὀνομάζων βδελυρίας,) θανάτῳ φησὶ μετελεύσομαι. κᾀκείνους
μὲν οὕτως. ὑμῖν δὲ οἷς οὐδὲν κοινὸν πρὸς τὴν μοιχαλίδα,
ἁπλουστέροις τε p οὖσιν, q καὶ διὰ τρόπων ἁπλότητα ἐν ἀκακίᾳ
πορεύεσθαι καρδίας ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου ὑμῶν προῃρημένοις, ἐπείπερ
οὐκ ἔστιν ἰσχὺς πρὸς τοὺς οὕτω πονηροὺς καὶ εὑρεσιλόγους τῇ 
πανουργίᾳ τῶν λόγων ἀντικαθίστασθαι, ἅτε καὶ τὰ βάθη τοῦ
πονηροῦ καὶ τὰς μεθοδείας αὐτοῦ, ὡς φατὲ, μὴ ἐγνωκόσιν, οὐδὲν
ἐπιθήσω βάρος, φησί. βάρος δὲ τὴν διὰ τῶν λόγων μάχην r
φησίν.) ἀρκεῖ φησὶν, ἐμοὶ τὸ διὰ τῶν ἒργων s δοκίμιον ἐκ φυλακῆς
τῶν ἐξ ἀρχῆς παραδεδομένων ὑμῖν ἀκριβῶς t κατορθούμενον. 
 “ Κλίνῃν,” τὴν ἐπίνοσον εἰς ἄνεσίν τινα συντελοῦσαν u. 
 Ἐὰν μὴ μετανοήσωσιν. 
 Καὶ ἐν τῇ ἀπειλῇ, χρηστότης ἐνθεωρεῖται. οὐ γὰρ ἐπάγει
ἀμελλητεὶ x τὴν ἀξίαν τιμωρίαν, ἀλλὰ μετεωρίζει τὴν ἐπαγωγὴν
μοπμολυκίῳ y, ὥσπερ ἐπισπάσασθαι τὴν μετάνοιαν κατεπείγων. 
Μῆ μέμψῃ ὃς ταῦτα μετέρχῃ, εἰ τὰ προληπτικῷ a παρατεθειμέμα.
αὖθις ἀνασοβοῦμεν ταύτῃ παρατιθέμενοι· ἐκεῖ μὲν γὰρ τὸν
ὅλον σκοπὸν τοῦ ῥητοῦ ἀνελλειπῆ διατηροῦντες, οὕτω προΐημεν·
ἐνταῦθα δὲ τὸν οἰκεῖον τόπον τοῖς ἐφοδουμένοις παραδηλοῦντες,
ὄκνου παντὸς τὴν σαφήνειαν προυτιμήσαμεν. 
 Καὶ γνώσονται πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι. 
 Ἐκ τοῦ τὰ λανθάνοντα τοὺς πολλοὺς b διὰ τὸ κρυφίως τοὺς
αἱρεσιώτας τὰ βδελυρὰ πράττειν τὰ δηλονότι λανθάνοντα τοὺς
πολλοὺς, λανθάνει δὲ τοὺς πιστοὺς ὑπὸ τῇ Χριστιανῶν κλήσει
 

 
ἐναφανιζομένων c ἐκείνων,) τούτους d ἐγὼ φωράσας, γνῶσιν ταῖς
ἐκκλησίαις παρασχῶ πάσαις, ὅτι ἐκεῖνος οὗτος εἰμὶ, ὁ νεφροὺς
ἐρευνῶν καὶ καρδίας. περὶ οὗ καὶ Ἡσαΐας φησὶ, “ κρυβήσεταί
“ τε ἐν κρυφῇ, καὶ αὐτὸς οὐκ ὄψεται ; ἣ οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν
“ γῆν ἐγὼ πληρῶ λέγει Κύριος;” ἐπεὶ τοίνυν ταῦτα οὕτως ἒχει e 
κατάλληλον ἑκάστῳ τῆς οἰκείας φιλοπονηρίας καὶ τὸν μισθὸν
ἐπιβραβεύσω. 
 Ὑμῖν δὲ λέγω, καὶ τοῖς λοιποῖς τοῖς ἐν Θυατείροις,
ὅσοι οὐκ ἔχουσι τὴν διδαχὴν ταύτην. οἵ τινες οὐκ
ἔγνωσαν τὰ βαθέα τοῦ Σατανᾶ, ὡς λέγουσιν, οὐ βάλλω 
 ἐφ’ ὑμᾶς, ἄλλο βάρος. πλὴν ὃ ἔχετε κρατήσατε, ἄχρις
 οὗ ἃν ἥξω. καὶ ὁ νικῶν καὶ ὁ τηρῶν ἄχρι τέλους τὰ
 ἔργα μου, δώσω αὐτῷ ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἐθνῶν, καὶ
ποιμανεῖ αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ, ὡς τὰ σκεύη τὰ
κεραμικὰ συντριβήσεται, ὡς κἀγὼ εἴληφα παρὰ τοῦ 
 πατρός μου. καὶ δώσω αὐτῷ τὸν ἀστέρα τὸν πρωινόν.
 ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω, τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς
ἐκκλησίαις. 
 Ἐπαγγειλάμενος ἕκαστον τοῦ οἰκείου κόπου ἀξίας τυγχάνειν
τῆς ἀντιδόσεως, ἐπιφέρει λοιπὸν καὶ τὰ f πρὸς ἃ τὴν ἐργασίαν 
ἀπασχολῶν g τοῦ κατ’ ἀξίαν τεύξεται h. τοῖς οὖν οὐκ ἔχουσι τὴν
πλάνην i διδαχὴν τῶν αἱρετιζόντων, τούτους ἀποδεχόμενος, φησὶν k,
ἀρκεσθήσομαι τῇ ἀλυμάνῳ l διατηρήσει τοῦ οὗ ἔλαβον καταρχὰς
θείου δωρήματος· βάρος δὲ ἄλλο οὐδὲν ἐπιθήσειν αὐτοῖς διὰ τὸ
τοῦ ἔθους ἁπλοικὸν, ἀφ’ οὑ καὶ τὰ βάθη ἀγνοεῖν τὰ m τοῦ Σατανᾶ 
περίεστιν αὐτοῖς ὡς λέγουσι. βάρος δὲ, τὸ ἀπὸ τῆς λογομαχίας
ἐπεισαγόμενον n τοῖς λογομαχοῦσιν ὀχληρόν. δοῦλον δὲ Κυρίου
οὐ δεῖ μάχεσθαι. 
 Ὑμῖν λέγω. 
 Ἀπολύτως πρόεισι τῇ φράσει τῷ μεταβατικῷ συνδέσμῳ μὴ 
 

 
χρησάμενος· τὸ δὲ ἵνα οὕτως ἐξηκούετο· ὑμῖν δὲ τοῖς ἐν Θυατείροις
τοῦτο ποιῶν εἰς παράστασιν τοῦ οὐχ ὡς ἄνθρωποι οὕτως καὶ
Θεὸς τὴν ἐντυχίαν τοῖς πρὸς οὓς ποιεῖται κατακερματίζων τὸν
καιρὸν ἰδιαζόντως· πρὸς ἕκαστον τῶν χρηματιζομένων. ἀνθρωπίνης
γὰρ ἔργον ἀσθενείας τὸ μὴ κατὰ ταὐτὸν πολλοῖς κοινωνεῖν δύνασθαι 
λόγου. Θεῷ δὲ τοῦτο κατὰ τὸ ῥᾷστον· φημὶ δὴ τὸ ἅμα
πρὸς διαφόρους ὁμιλίας τοῖς πολλοῖς τὸν ἕνα ποικίλλεσθαι o. 
 Τοῖς p αἰσχροποιοῖς ἐπαπειλήσας τὰ ἄξια, πρὸς τοὺς ἁπλούστερον
ἐπανῃρημένους βιοῦν μεταφέρει τὸν λόγον, οὐδὲν ἄλλο
ἀπαιτῶν ἀπ’ αὐτῶν, ἢ τὴν εὐσεβῆ τῆς πίστεως παρακαταθήκην 
ἀλύμαντον διαφυλάττειν ἄχρι τῆς αὐτοῦ παρουσίας. παρουσίαν
δὲ λέγει 1, ἢ τὴν τελευταίαν ὅτε τὴν πάντων κρίσιν κατὰ τὴν
δευτέραν αὐτοῦ παρουσίαν ποιήσει, ἢ τὴν ἑκάστου ἀποβίωσιν, ὅτε
πρὸς αὐτὸν ἀπιοῦσιν ἡμῖν, ἅτε τὴν πολυάσχολον ταύτην ἀπολείπουσι
ζωὴν ἐν ἀσφαλεῖ ἐσόμεθα καταστάσει, τὴν ἐλπίδα τῶν 
βεβιωμένων ἀπαραλόγιστον ἔχοντες. ὃ καὶ μᾶλλον στοιχεῖν οὐκ
ἀδόκιμον. 
 Οὐ βάλλω ἐφ’ ὑμᾶς ἄλλο βάρος. 
 Τὸ φλυαρίαις διαπληκτίζεσθαι πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς μάχας
ἐγειρούσας· δοῦλον δὲ Κυρίου, καὶ Παῦλός φησιν, οὐ δεῖ 
μάχεσθαι r. 
 Καὶ ὁ νικῶν καὶ ὁ τηρῶν. 
 Τῶν μὲν s δι’ ἁπλότητα ἀπομάχων ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν
ἀρκέσει πρὸς εὐαρέστησιν ἐμοί. τῶι δὲ ἐκ μάχης καὶ πάλης τὸ
ἀριστεῖον ἐπιφερομένῳ, πρὸς θρίαμβον τῆς νίκης, δώσω, φησὶν, 
ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἐθνῶν, ἤτοι καθὼς ἐν Εὐαγγελίοις ὁ Κύριος τῷ
καλῶς οἰκονομήσαντι τὰς μνᾶς καὶ τὰ τάλαντα, “ ἔσο,’’ φησὶν,
ἔπι δέκα πόλεις, καὶ ἑτέρῳ, ἐπὶ πέντε πόλεις u. καὶ ἐν τῶ
Δανιὴλ, δοθῆναι λόγος τὴν βασιλείαν ἁγίοις Θεοῦ x. ἀρχὴν γάρ
τινα καὶ ἐξουσίαν ταῦτα δηλοῖ δοθησομένην τοῖς ἁγίοις κατὰ 
τῶν. ὑποδεεστέρων καὶ τοῦ διευθύνεσθαι z χρηζόντὢν. διὸ καὶ τὸ,
 

 
“ ῥάβδος εὐθύτητος ἡ ῥάβδος τῆς βασιλείας σου. ἁρμόσει ἐπὶ
ταύτῃ τῇ πράξει. αἰνίττεσθαι γὰρ ἔοικε διὰ τῆς ῥάβδου τῆς
εὐθύτητος, τὸ ῥητὸν, ὡς οὐ κολαστικὴν εἰσηγεῖται παιδείαν, ἀλλ’
ἐπανορθωτικήν. τὴν δὲ σιδηρᾶν ῥάβδον οὐδεὶς δι’ ἄλλο τι δίδοσθαι
φήσει εἰ μὴ τῆς κατὰ συντριβὴν τιμωρίας τῶν τῇ ἀπειθείᾳ 
ἐνεσκευασμένων, καὶ πρὸς κεραμικὰ σκεύη ἀφωμοιωμένων, ὥσπερ
καὶ ἡ τῆς δυνάμεως ῥάβδος οὐκ ἄλλου τινὸς ἐξαποστελλομένη ἐκ
Σιῶν, εἰ μὴ τῆς τῶν ἐχθρῶν κατακυριεύσεως. καὶ ἐπειδὴ παντὶ
τῷ νικῶντι ἡ σιδηρᾶ ῥάβδος ἐπαγγέλλεται δοθῆναι, εἲησαν c δὲ
οὗτοι οἱ ἀπὸ τῶν ἐθνῶν προσπορίσαντες ἑαυτοὺς δι’ εὐπειθείας 
Χριστῷ, οὗτοι καὶ κριταὶ ἔσονται τῶν ἀπίστων. ἐπεὶ καὶ τοὺς
Νινευΐτας εἰς κρίσιν, ἤγουν κατάκρισιν τῆς πονηρᾶς, φησὶν ὁ
Κύριος, ἀναστήσεσθαι d γενεᾶς. τὸ δὲ εἰληφέναι καὶ αὐτὸν παρὰ
τοῦ πατρὸς τὴν ῥάβδον, ἡ δόσις καὶ λῆψις διὰ τὴν τῆς σαρκὸς
πρόσληψιν παρεισέδθ e, ἀλλὰ καὶ διὰ ταπεινώσεως ἔμφασιν. εἰ 
δὲ καὶ ἐπὶ τῆς θείας φύσεως τοῦτό τις θέλει f λογίσασθαι, οὐδὲν
πρᾶγμα, τῇ δόσει καὶ λήψει, τὸ τῶν ὑποστάσεων ἰδικὸν, Πατρὸς
φημὶ g καὶ Υἱοῦ, ἐμφανίζεσθαι. 
 Ἄχρι τέλους. 
 Ἄχρι τέλους τῆς ἑαυτοῦ ζωῆς. ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὡς ἡ παρουσία 
αὐτοῦ οὐχ ἡ ἐσχάτη h, ἀλλ’ ἡ ἑκάστου ἡμῶν πρὸς αὐτὸν τέως
ἐστὶν, i τὸ πρὸς μίαν ὑπόστασιν τὸ θεῖον ὥσπερ καὶ φύσιν μίαν
πρεσβεύειν ἀποικονομίαν βουλόμενος. 
 Ἄλλωσ. Τὸ ὁ νικῶν καὶ ὁ τηρῶν. αἱ πτώσεις αὗται κατὰ
σύνταξιν τοῦ λόγου δοτικὴν ἀπαιτοῦσιν. ἧς οὐ πολὺ φροντίζει, τῆς 
συντάξεως λέγω, ὁ μόνης τῆς σωτηρίας ἡμῶν φροντίζων Θεός k. 
 Ὡς τὰ σκεύη τὰ κεραμικὰ συντριβήσεται. 
 Οὐ παραβολῆς ἐνταῦθα ἢ ὁμοιώσεως χάριν ἀφίξεως l εἴωθε τὸ
ὡς m, παρειλῆφθαι n, ἀλλ’ αἰτιατικῶς, ἀντὶ τοῦ ἵνα. τοῦ ἐξακούεσθαι
χάριν οὓτως o. διὰ τοῦτό, φησι, ῥάβδος δίδοται σιδηρᾶ, ἵνα τὰ 
 

 
κεραμικὰ συντριβήσεται σκεύη. εἰ δὲ καὶ ἀνελλήνιστος ἡ σύνταξις,
οὐδέποτε γὰρ ὁριστικὸν ῥῆμα ὑποτακτικῇ λέξει p συντέτακται,)
οὐδὲν μελήσει τοῖς διανοίᾳ μόνῃ, ἀλλ’ οὐχὶ λέξεως
ἀκριβείᾳ τὴν σωτηρίαν πορίζουσιν. Ἔστιν οὕτως καθ’ ὑπέρβατον
συντάσσειν, ἐν τῇ σιδηρᾷ, ἀντὶ τοῦ διὰ τῆς σιδηρᾶς συντριβήσεται 
ῥάβδου, ὡς τὰ σκεύη τὰ κεραμικά q. 
 Ὡς κἀγὼ εἴληφα παρὰ τοῦ Πατρός μου. 
 Τὸ λαβεῖν οὐ καθυπεροχὴν τοῦ διδόντος παρείληπται, ἀλλ’ εἰς
παράστασιν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ὑποστάσεως. ὡς ἃν καὶ
τοῦτο ὁ Λίβυς τῆς ἀληθείας ἐχθρὸς καταισχύνοιτο r. 
 τὸν πρωινόν. 
 Ἀστέρα πρωινόν φησιν ὁ προφήτης Ἡσαΐας περὶ τοῦ Ἀσσυρίου,
ἤτοι τοῦ Σατανᾶ, ὃν καὶ ὁ Χριστὸς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τεθεᾶσθαι ὡς
ἀστραπὴν πεσόντα, καὶ δεδόσθαι εἰς καταπάτημα τοῖς ἁγίοις
ἀπήγγελται s. ὃν καὶ Παῦλος συντρίψειν Θεὸν t ὁ Θεὸς ὑπὸ τοὺς 
πόδας τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εὒχεται u. καὶ Δαβὶδ ἐπιρρωννύων τὸν
κατὰ Θεὸν τὸν ὕψιστον προσίοντα x, “ ἐπὶ ἀσπίδα,” φησὶ, “καὶ
“ βασιλίσκον ἐπιβήσῃ, καὶ καταπατήσεις λέοντα καὶ δράκοντα.’’
ἢ οὖν ἀστέρα τοῦτον διδόναι ἡ θεοκλυτία y ἐπαγγέλλεται, ἣ τὸν
ὑπὸ τοῦ Πέτρου λεχθέντα φωσφόρον ἐν ταῖς καρδίαις τῶν πιστῶν 
ἀνατέλλοντα, τὸ τῶ Χριστοῦ δηλαδὴ φῶς. ἀστὴρ δὲ τοῦ ἡλίου
Χριστοῦ τῆς παρουσίας προανατείλας καὶ ὁ βαπτιστὴς Ἰωάννης a,
καὶ ὁ Θεσβίτης Ἠλίας τῆς δευτέρας παρουσίας Χριστοῦ b προάγγελος,
μεθ’ ὧν ἕξειν τὸ μέρος τοὺς νικητὰς τοῦ διαβόλου
πιστεύομεν. οὐ θαυμαστὸν δὲ εἰ ἐπὶ τῶν ἄγαν ἀντικειμένων τὸ 
αὐτὸ ἐξειλήφαμεν, ἐπεὶ καὶ λέων ὁ Χριστὸς c ἐκ βλαστοῦ τοῦ
Ἰούδα ἀναθορὼν, καὶ ἐκ βασᾶν δὲ λέων ὁ Ἀντίχριστος κατὰ τὴν
θείαν γραφὴν ἀφορμώμενος, ἑκατέρου πρὸς τὸ ὑποκείμενον ἁρμοζομένου.
νοεῖται δὲ καὶ ἡ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἀνατολὴ, ἥτις τῶ
σκότῳ τοῦ παρόντος βίου, κἂν εἰ φῶς νομίζεται, καλυφθήσεται· 
 

 
καὶ ὁ ταύτην εὐαγγελιζόμενος Ἄγγελος, προπορεύεται γὰρ αὐτῆς,
τοῦ τῆς δικαιοσύνης ἡλίου ἐπιφανησομένου τοῖς ἁγίοις τὴν ἀχλὺν
ταύτης διασκεδάζοντος d.

ΚΕΦ. Ζ. 

 Τὰ ἀπεσταλμένα τῷ Ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σάρδεσιν ἐκκλησίας. 
 Καὶ τῷ Ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σάρδεσιν ἐκκλησίας γράψον.
τάδε λέγει ὁ ἔχων τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς
ἑπτὰ ἀστέρας. οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι ὄνομα ἔχεις καὶ
 ζῇς καὶ νεκρὸς εἶ. γίνου γρηγορῶν καὶ στήριξον τὰ
λοιπὰ ἃ ἔμελλεν ἀποθανεῖν. οὐ γὰρ εὕρηκά σου τὰ 
 ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου. μνημόνευε
πῶς εἴληφας, καὶ μετανόησον. ἐὰν οὖν μὴ γρηγορήσῃς,
ἥξω ἐπί σε ὡς κλέπτης, καὶ οὐ μὴ γνῶς ποίαν ὥραν
ἥζω ἐπί σε. 
 Ἑπτὰ ἀστέρας, θείους Ἀγγέλους, ὡς προέφημεν, καὶ e ἑπτὰ ἑ 
πνεύματα τοὺς αὐτοὺς νοοῦμεν f, κατὰ τὸ εἰρημένον, “ ὁ ποιῶν
“ τοὺς Ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα,’’ ἢ τὰς ἐνεργείας τοῦ ζωοποιοῦ
Πνεύματος. ἅπερ ἀμφότερα ἐν τῇ χειρὶ, ἤτοι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ
Χριστοῦ ἐστι g. τοῦ h μὲν γὰρ δεσποτικῶς κρατεῖ, τοῦ δέ ἐστι
χορηγὸς ὡς ὁμοούσιος, καθὸ καὶ εἴρηκε, “ ἄλλον i παράκλητον 
πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός. οὐδὲν γὰρ ἐπὶ τῆς μακαρίας καὶ
ὑπερουσίου ἴου τριάδος ἐξιδιαζόμενον ὁρᾶται, πλὴν τῆς ἰδιοποιούσης
ἐν αὐτῇ k πρόσωπον ὑπάρξεως. 
 Οἶδά σου τὰ ἔργα. 
 Ενταῦθα τὸ, “ οἶδα,” τὴν ἁπλῶς γνῶσιν, οὐ τὴν κατοικείωσιν 
σημαίνειν βούλεται. διὸ καὶ ἐπιπλήττει τῇ ἐκκλησίᾳ, ὡς ψιλὸν
ὄνομα ζωῆς ἐχούσῃ l τῆς πίστεως, νενεκρωμένῃ m δὲ ἐξ ἀγαθῶν
πράξεων. ὡς γὰρ ζωὴν οἶδε καλεῖν ἡ γραφὴ τὸν ἐνάρετον βίον
 

 
τὴν κατὰ Θεὸν λέγω ζωὴν, καθ’ ὃ καὶ εἴρηται, “ ὅτι τὸ λόγιόν
“ σου ἔζησέ με,” τουτέστιν, ἐπέστησέ με τρίβοις τῆς ο τῷ ὄντι
ζωῆς, οὕτω καὶ θάνατον τὸν πλημμελῆ βίον, ὡς δηλοῖ Παῦλος p
ὁ θεῖος περὶ τῶν ἐξ ἀπιστίας εἰς τὴν Χριστοῦ πίστιν μεταβεβηκότων,
οὕτω γράφων αὐτοῖς. “ καὶ νεκροὺς ὄντας ὑμᾶς τοῖς 
“ παραπτώμασι τῷ Χριστῷ.” καὶ ἐν τῷ τοῦ ποιμένος βιβλίῳ οὕτως
διαγορεύεται, καταβεβηκέναι τινὰς εἰς τὸ ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας,
δηλονότι q νεκροὺς, καὶ ἀναβεβηκέναι ζῶντας. 
 r Ζῆς καὶ νεκρὸς εἶ. 
 Ονομά σε ζωῆς, φησι, περιθεῖ, τῷ ὄντι δὲ νεκρὸς εἶ. 
 Γίνου γρηγορῶν καὶ στήριξον τὰ λοιπά. 
 τὸν ὓπνον s τῆς ῥᾳθυμίας ἀποτιναξάμενος t, καὶ τὰ μέλη σου,
τὰ ἀποθνήσκειν τελέως μέλλοντα δι’ ἀπιστίαν, στήριξονυ. οὐ γὰρ
ἡ ἀρχὴ τῶν ἀγαθῶν ἔργων τὸν ἐργάτην στεφανοῖ τὸν δόκιμον
ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ ἄχρι τέλους y. τὸ “ στήριξον ” δὲ, οὐχ ἁπλῶς 
εἲρηται, ἀλλὰ τὸ οἱονεὶ στερροποίησον καὶ ἐνδυνάμωσον χαλαρά τε
ὄντα καὶ πρὸς πτῶσιν ἑτοιμότατα a. ἐφ’ ὅσον οὖν περιλείπεταί
σοι, βραχέα ἐπιτηδεύματά, φησι, πρόσθες, ἵνα μὴ τέλεον ἀποσπάσῃ
θάνατονb. ταῦτα γοῦν φύλαξον τὰ ἢδη c ζῶντα, ἐκεῖνα
δὲ στήριξον d τὰ πρὸς θάνατον ἤδη ῥέποντα. οὐδὲν γάρ σου τῶν 
σπουδασμάτων πλῆρες ἐστίν. ἀλλὰ τὰ μὲν τέθνηκεν ἤδη, τὰ δὲ
μέλλει. τὸ δὲ, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου, ὡς πολλάκις εἴρηται, ὡς
ἀπὸ τῆς ἀνθρωπίνης προσλήψεως τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ συγαταβατικώτερον
προήνεκται e. 
 Μνημόνευε πῶς εἴληφας. 
 Tὴν παράδοσίν φησιν ἢν ἐκ τῶν Ἀποστόλων εἴληφας τήρησον,
καὶ ἐπὶ τῇ ῥαθυμίᾳ μετανόησον. καὶ τὰ μὲν ἔτι σου ζῶντα ἔργα,
τήρησον f ἐν τῇ ζωῇ· ἐπὶ δὲ τοῖς τεθνεῶσι, διὰ μετανοίας τὴν
παλινζωΐαν αὐτοῖς περιποίησον. μετάνοιαν, τὴν μετάθεσίν φρησιν g
 

 
ἀπὸ τῶν χειρόνων, καὶ μεταβολὴν ἐπὶ τὸ βέλτοιν h. i ἂδηλος δὲ ἡ
ἐπέλευσις. διὰ τοῦτο γρηγορέναι ἀεὶ, καὶ μὴ λήγειν τῆς τοιαύτης
πρὸς ἑτέραις ματαίαις ἐλπίσι τὴν σχολὴν ἀναλίσκοντα. 
 k “ Ἐὰν οὖν μὴ γρηγορήσῃς,’’ φησὶ, καὶ ὡς ἐξ ὕπνου τῆς
ῥαθυμίας διαναστῇς “ ἥξω σοι ὡς κλέπτης,’’ τοῖς μὲν παρασκευασμένοις, 
πόνων μὲν ἀνάπαυσις, τοῖς δὲ ἀπαοασκευάστοις κλέπτης,
ψυχικὸν ἐπάγων θάνατον. διὸ καὶ εἴρηται, “ ἥξει ὁ Κύριος αὐτοῦ
“ ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ, καὶ ἐν ὥρᾳ ἡ οὐ γινώσκει.” καὶ τίς
ἡ τοῦ Κυρίου παρουσία καὶ πηνίκα ; ἡ μὲν παρουσία οἱονεὶ ὁ
αὐτοπρόσωπος χρηματισμὸς, τηνικαῦτα δὲ, ὅτε καὶ τὸ τέλος ἡμῖν 
ἐπιστῇ τῆς φθαρτῆς ταύτης ζωῆς, οὐκέτι ἐπαγγελίαις ἀποθησαυριζομένων
ἡμῖν τῶν ἑκάστῳ ἀξίων τῶν ἐνταῦθα πόνων γερῶν· ἀλλ’
ἐφεστώτων ἤδη καὶ ὁρωμένων· οὐκ ἄλλου ἐνδέοντος ἣ μόνης τῆς
δόσεως, ἣ τὸν πρὸς ἀπαραλόγιστον λῆψιν ἐκδέξεται καιρόν. 
 Καὶ οὐ μὴ γνῶς ποίαν ὥραν. 
 Άγνωστος γὰρ ὁ καιρός. και l ὥσπερ ἠμῶν m ἑκάστῳ ο του
θανάτου ἑκάστου n ἡμῶν, οὕτω πολλῷ μᾶλλον ὁ τῆς δευτέρας
παρουσίας τοῦ Κυρίουο o. 
 Ἀλλ’ ὀλίγα ἔχεις ὀνόματα ἐν Σάρδεσιν, οἳ οὐκ ἐμό-
λυναν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ περιπατήσουσι μετ’ ἐμοῦ 
 ἐν λευκοῖς, ὅτι ἄξιοι εἰσίν. ὁ νικῶν, οὗτος περιβαλεῖται
ἐν ἱματίοις λευκοῖς, καὶ οὐ μὴ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτοῦ
ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς, καὶ ὁμολογήσω τὸ ὄνομα
αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Πατρός μου, καὶ ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων
 αὐτοῦ. ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω, τί τὸ Πνεῦμα λέγει 
ταῖς ἐκκλησίαις. 
 Διὰ τοὺς ὀλίγους τούτους δυσωπούμενος, ἀναβάλλομαι φησι
καὶ μακροθυμῶ εἰς ὑμᾶς p. ἐπισημαντέον τὴν χρῆσιν τοῦ “ ὀνόματα
ὡς ἀνελλήνιστον καὶ τῆς ἀδοκίμου χρήσεως καὶ κιβδήλης. ἤρκει
γὰρ εἰπεῖν, ὀλίγους ἔχεις, ἀλλ’ οὐκ “ ὀλίγα ὀνόματα q.” κᾃν γὰρ ἡ 
ἰδιότης τῆς ὑποστάσεως r ἑκάστου ἀφωρίζηται s διὰ τοῦ κυρίου
 

 
ὀνόματος, ἀλλ’ οὖν ἡ ἔγκριτος γλῶσσα τῆς Ἑλλάδος φωνῆς, εἰς
ἀριθμὸν οὐκ οἶδε παραλαμβάνειν τὰ καθ’ ἕκαστον εἰς γνῶσιν
ἀριθμοῦ, ἀλλὰ τὰ ἰδικώτατα. πολλοὺς γὰρ ἢ ὀλίγους, ἣ δύο ἣ
τρεῖς φησὶν ἀνθρώπους s, ἀλλ’ οὐ δύο ἣ τρία ὀνόματα, ὡς τοῦ μὲν,
τοῦ ἰδιωτάτου t τῆς φύσεως ὄντος σημαντικοῦ, ἥτις διαμένειν u 
πέφυκε, τοῦ καθ’ ἕκαστα δὲ, τῆς διαδοχῆς, ἥτις φθάνει σχεδὸν x
τῆς ὑπάρξεως ἀφανιζομένης. 
 Οἱ οὐκ ἐμόλυναν. 
 Tοῦτο καλὸν κέκτησαι, φησὶν, ἔχουσά τινας τοὺς τὸ y ἱμάτιον
τῆς σαρκὸς ῥυπαραῖς πράξεσι μὴ μολύναντας, οἳ z μετ’ 
ἐμοῦ ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ λαμπροφορήσουσι a. τούτοις δὲ καὶ τέως
δυσωπούμενος, ἀναβάλλομαι καὶ μακροθυμῶ εἰς ὑμᾶς b ἱμάτια δὲ
μὴ μολυνθέντα, τὰ σώματα λέγει τῶν ἁγίων, ὡς καὶ Ἰακὼβ ὁ
πατριάρχης περὶ τοῦ ἐξ Ἰούδα βλαστήσαντος c, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς
Χριστὸς d, θεσπίζει, ὅτι πλυνεῖ ἐν οἲνῳ e τὴν στολὴν αὐτοῦ, τὸ 
σῶμα τοῦ αὐτοῦ Κυρίου λέγων, ἐν τῷ ἀχράντῳ αὐτοῦ πάθει εἰς
ὑποτύπωσιν ἡμῶν ἐκαθάρθη. αὐτὸς γὰρ ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησε,
φησὶν ὁ Ἡσαΐας f, “ ἀπὸ τῶν ἀνομιῶν τοῦ λαοῦ μου ἤχθη εἰς
“ θάνατον. αὐτὸς γὰρ ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος
“ ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ.’’ τούτῳ τῷ Κυρίῳ g ὡσπερεί τι h δραματουργῶν 
ὁ αὐτὸς Ἡσαΐας φησὶ, “ διὰ τι σου ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια, ὡς
“ ἀπὸ πατητοῦ ληνοῦ πλήρουςi;” καὶ περὶ μὲν τῶν ἱματίων
θεωρεῖσθαι k ἄξιον, ὥστε τοι ἀμόλυντον αὐτῶν τὴν καθαρότητα τοῦ
σώματος αἰνίττεσθαι m. ὁ νικῶν δέ φησιν. τίνα νικῶν ; τὰ πάθη
τῆς σαρκός n. οὗτος οὖν περιβαλεῖται o τὰ τῶν οἰκείων ἀρετῶν 
ἱμάτια, ἃ ἐκάθαρεν ἐκ κόπων θεοφιλῶν, καὶ λάμψει ὡς ἥλιος ἐν τῷ
μέλλοντι αἰῶνι, καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ὃ ἐγράφης ἐν τῇ βίβλῳ τῶν
τὴν μὴ ἐκλιποῦσαν ζώντων ζωὴν, ἀνεξάλειπτον ἔσται, ὡς ὁμολογουμένου q
αὐτοῦ r ἐνώπιον τοῦ Πατρός μου ὑπ’ ἐμοῦ. ταύτης δὲ
 

 
τῆς ἐν τῇ βίβλῳ γραφῆς, καὶ τῆς ἔμπροσθεν τοῦ πατρὸς ὁμολογίας,
k καὶ αὐτὴ ἐν τοῖς θείοις Εὐαγγελίοις ἐμνημόνευσε, λέγων τοῖς
αὐτοῦ μαθηταῖς οὕτως, “ χαίρετε ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν
“ τοῖς οὐρανοῖς.” ἡ δὲ τῆς τοῦ ὀνόματος ὁμολογίας ἐπαγγελία
καὶ l αὐτὴ ἐν τοῖς θείοις Εὐαγγελίοις ἀνάγραφος m τηνικαῦτα, 
ὁπότ’ ἃν τὸν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων ὁμολογοῦντα ἀνοολογάσασθαι n
ἔμπροσθεν τοῦ Πατρὸς ἐμπεδοῖ, κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ
παρουσίαν. ὃ καὶ πᾶσι μὲν ἀπόκειται τοῖς ἁγίοις, διαφερόντως
δὲ τοῖς μάρτυσιν o. 
 Ἐνώπιον τοῦ Πατρός μου, καὶ ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων 
αὐτοῦ. 
 Τὸ ἐνώπιον p τοῦ Πατρὸς καὶ τῶν Ἀγγέλων αὐτοῦ εἴρηται, ὡς
ὂντων q τῶν Ἀγγέλων πιστῶν r θεραπόντων καὶ εὐνοϊκῶν οἰκετῶν s.
καὶ ποτὲ μὲν τοῦ Πατρὸς, ποτὲ δὲ ἑαυτοῦ τοὺς Ἀγγέλους καλεῖ,
ὡς ὅταν λέγῃ, “ ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ ὁ υἱὸς τοῦ ἀν- 
“ θρώπου μετὰ σάλπιγγος μεγάλης. νῦν οὖν τοὺς Ἀγγέλους t τοῦ
Πατρὸς, οὐκ ἀφαιρεῖται, τὸ καὶ αὐτοῦ εἶναι τοὺς ἁγίους Ἀγγέλους.
οὐδὲν γὰρ τῇ u ἁγίᾳ φύσει ἐνθεωρουμένων, τινὶ τῶν τριῶν αὐτῆς
ὑποστάσεων εὕροι τις ἂν ἐξιδιαζόμενον, πλὴν ἑνὸς τοῦ ὑποστατικως
αὐτῷ προσόντος.

ΚΕΦ. Η. 

 Τὰ γραφέντα πρὸς τὸν τῆς Φιλαδελφέων ἐκκλησίας Ἄγγελον. 
 Καὶ τῷ Ἀγγέλῳ τῆς ἐν Φιλαδελφίᾳ ἐκκλησίας
γράψον· τάδε λέγει ὁ ἅγιος, ὁ ἀληθινὸς, ὁ ἔχων τὴν
κλεῖδα τοῦ Δαβίδ, οὐδεὶς κλείσει, εἰ μὴ ὁ ἀνοίγων, καὶ 
 οὐδεὶς ἀνοίξει, εἰ μὴ ὁ κλείων. οἶδά σου τὰ ἔργα· ἰδοὺ,
δέδωκα ἐνώπιόν σου θύραν ἀνεῳγμένην, καὶ οὐδεὶς
δύναται κλεῖσαι αὐτήν· ὅτι μικρὰν ἔχεις δύναμιν, καὶ
 

 
ἐτήρησάς μου τὸν λόγον, καὶ οὐκ ἠρνήσω τὸ ὄνομά
μου. 
 Ἄγιος μὲν ἔστιν ὁ ἀληθινὸς ἅγιος, ὃς καὶ Υὶός ἐστι τοῦ Θεοῦ.
καὶ τῷ τρισσῷ τῶν Σεραφὶμ ἁγιαστικῷ ὕμνῳ τὸ ἀληθὲς ἀποφέρεται,
ὡς καὶ ἐν τῷ y θεαστικῷ Ἡσαΐᾳ κεχρημάτισται, τοῦ 
τριττοῦ ἁγιασμοῦ εἰς μίαν συγκλειομένου κυριότητα, ἵνα καὶ τὸ
τριττὸν δειχθῇ z τῶν ὑποστάσεων τῆς ὑπερουσίου Τριάδος a, καὶ τὸ
ἀδιάσπαστον τούτων τῷ ἑνιαίῳ τῆς κυριότητος. τοῦτο δὲ τῶν πεζῆ b
καὶ θνητῶν φὐσεως c τὸ ὑπερανεστηκὸς ὅσον, τίς ἂν διὰ λόγων
παρεμφαίνοιτο d; κλεῖδα e δὲ τοῦ Δαβὶδ, τὴν παντοκρατορικὴν 
ἐξουσίαν φησὶ παριστῶν, δι’ οὗ οἱ θησαυροὶ μόνου g τῆς θεοσοφίας
ἀνοίγονται. τὴν μὲν οὖν πρώτην ἐξουσίαν κατὰ ἀνθρωπίνηνβ h δέχεται
φύσιν, ὡς καὶ αὐτοῦ τοῦτο i ἔσται ἀκοῦσαι, “ ἐδόθη μοι j πᾶσα
“ ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς,’’ φάσκοντος. τὴν δὲ δευτέραν ἔχει
κατὰ τὸ ἄναρχον τῆς θεότητος. ἔστι γὰρ Ἐμμανουὴλ Θεὸς 
ἀληθὴς, κἂν οὐ βούλεται τοῦτο Νεστόριος, εἰ καὶ γέγονεν ἂνορωπος.
καὶ δή γε καὶ ἄνθρωπος ἀληθῶς οὐ φαντάζων τὸν ἄνθρωπον, εἰ
καὶ δυσχεραίνει ὁ θεοστυγὴς Εὐτυχής. ἀλλ’ ὅπερ ἐστιν, ἀληθῶς
Θεός ἐστιν k, οὐ κατὰ ἀναφορὰν, ὡς Νεστοριανοὶ ληροῦσιν, καὶ
ἄνθρωπος ἀληθὴς, οὐ κατὰ δόκησιν καὶ 1 φαντασίαν, ὡς οἱ ἐμβρόντητοι 
Εὐτυχιανισταὶ, καὶ τὸ βδελυρώτατον m τῶν n Μανιχαίων
βούλεται φῦλον. ἐπειδὴ δέ τινα τῶν ἀντιγράφων οὐ τὴν Δαρὶδ o
ἔχει κλεῖδα p, ἀλλὰ τοῦ ᾅδου, οὐδὲν διάφορον q οὐδὲ ἐν τούτῳ.
δείκνυται r γὰρ ἐκ τούτου, ὡς ζωῆς καὶ θανάτου τὴν κυρίαν s, ἅτε
Θεὸς ὁ Χριστὸς, ἀναμφιβόλως ἔχει. 
 Ὁ ἔχων τὴν κλεῖδα τοῦ Δαβίδ. 
 Κλεῖδα τὴν ἐξουσίαν καλεῖ. ὁ γὰρ ἔχων ἐξουσίαν τῆς κλεῖσαι
καὶ ἀνοῖξαι τὸν οὗτος οὗτος καὶ τὸν οἶκον πεπίστευται. καὶ τοῦτο
σαφέστερον ἐν Εὐαγγελίοις ἔστι μαθεῖν, ἀφ’ ὧν πρὸς τὸν Πέτρον
 

 
φησὶν ὁ Χριστὸς, “ καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν
“ οὐρανῶν.” τοῦ κλείειν καὶ ἀνοίγειν καὶ δεσμεῖν τε καὶ λύειν σε
ἀνεγχείρητον τῶν τούτους ὑπεναντίων u. 
 Καὶ οὐδεὶς ἀνοίξει. 
 Ἐπειδὴ ἡ κλεῖς τὴν ἐξουσίαν αἰνίττεται, ὁ λέγων ἑαυτὸν 
ἔχειν τὴν κλεῖν τοῦ Δαβὶδ τι ἄλλο λέγει, εἰ μὴ ὅτι ὥσπερ ὁ
Δαβὶδ τοῦ αἰσθητοῦ Ἰσραὴλ ἐβασίλευσεν, οὕτω καὶ ἐγὼ πρὸς τῷ
αἰσθητῷ, καὶ τοῦ νοητοῦ ; εἰ καὶ ἐξουσία x ἀσύγκριτος ἀνθρώπου
πρὸς Θεόν. διὸ καὶ Γαβριὴλ πρὸς τὴν παρθένον εἶπε y τὸν θρόνον
Δαβὶδ δοθῆναι z παρὰ Πατρὸς τῷ Υἱῷ ὡς προσκαίρου, καίπερ αἰωνίῳ 
αὐτῶ καὶ ἀτελευτήτῳ δοθῆναι, ὡσαύτως δὲ καὶ βασιλείαν καὶ
ἐξουσίαν a. ἐπεὶ οὖν ὁμοίωμα τῆς βασιλείας Δαβὶδ ἔφερεν ὁ Χριστὸς,
εἰκότως λέγει, “ὁ ἔχων τὴν κλεῖν τοῦ Δαβὶδ,” πρὸς τὸ ἀνοῖξαι
καὶ κλεῖσαι· ἀνοῖξαι μὲν τὸ δικαιῶσαι λέγων, καὶ κλεῖσαι τὸ
κατακρῖναι. τῇ b γὰρ θείᾳ αὐτοῦ καὶ ἀιδίῳ χρώμενος ἐξουσίᾳ, καὶ 
δικαιοῖ καὶ κατακρίνει. “ εἰ δὲ Θεὸς, ὁ δικαιῶν, τις ὁ κατακρινῶν c;
Οἶδά σου τὰ ἔργα. 
 Τὸ “ οἶδα” ὅτι τὴν μετοικειώσεως γνῶσιν βούλεται σημαίνειν,
εἴρηται. 
 Ἴδου δέδωκα ἐνώπιόν σου. 
 Tῶν ἀγαθῶν ἡ θύρα ἀνεῳγμένη δίδοται, ὡς ἑτοιμοτάτη καὶ ἀπ’
αὐτῆς τῆς πρὸς τὰ κρείττω ῥοπῆς, παρέχειν τὴν εἴσοδον πρὸς
ἀπόλαυσιν. διὸ καὶ ὁ Κύριος φάσκων d, ὃτι e “ ἡ βασιλεία τῶν
“ οὐρανῶν ἐντὸς ὑμῶν ἐστὶν,’’ οἱονεὶ τῇ προθέσει παρεχομένη τοῦ
βουλομένου, ὑπ’ οὐδενὸς ἐμποδοστατεῖν οἲεται f τὴν εἴσοδον. καὶ 
τούτου g νῦν ἡ ἐπαγγελία λιχνεύοντος τοὺς εἰσαγομένους, πρὸς τὸ
μὴ ἀπαγορεύειν h τὴν ἐγχείρησιν, τῶν πόνων ὑπολογιζομένη i τὸ
δυσχερὲς, ἀρξαμένους δὲ K καὶ τὴν εἴσοδον συμμετρουμένην l
μικρᾷ δυνάμει τοῦ m εἰσιέναι προαιρουμένου n, ἐπειδὰν τὸν ἀποσωρευθέντα
τοῖς εἰσιοῦσι τῶν ἀγαθῶν ἐσμὸν τῇ ἀνεῳγμένη θύρᾳ ἐμφανίσῃ o 
μηκέτι τῇ φροντίδι λυπεῖσθαι p ἐᾷ τοῦ ὑπὸ τῶν ἀπόλαυ-
“ æc suppl. e Cod. B. x ἡ ἕξουσ’. B. y εἶπε om. B.
 

 
σιν καταβαλλομένων ἑκλύεσθαι q πόνων· ἀμεταστρεπτὶ r δὲ τῶν
πόνων ἀντέχεσθαι παραινεῖ s πάσης ἀνέσεως t ἡδίω u τῶν διὰ ταῦτα
καμάτων λογιζομένῳ v. καὶ ὅτι ἔγκοπος ἡ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν
κληρονομία, τὸ ἐν Εὐαγγελίοις ἱκανὸν θεῖον λόγιον παραστῆσαι,
“ βιαστὴ,’’ φάσκον, “ ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. ὅτι δὲ καὶ 
ὁ διὰ τοῦ x κατάρξασθαι ἐγγλυκαίνον y τὴν αἴσθησιν ἀφειδεῖν οἶδε
τῶν πόνων, τὸ Δαβὶδ θεῖον πνεῦμα διδάσκει “ γεύσασθε λέγον,
“ καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος.’’ Ἠνεῳγμένη ἡ θύρα δίδοται
τῷ συμμετρεῖσθαι τῇ δυνάμει τοῦ λαμβάνοντος. ἢ καὶ θύρα ἀνεῳγμένη
νοεῖται, ἡ τοῦ διδασκαλικοῦ κηρύγματος εἴσοδος, ἥτις 
ἀνοιχθεῖσα, οὐ δύναται διὰ πειρασμῶν κλεισθῆναι, νικώσης τῆς
προθυμίας τῶν εἰσιέναι ἑλομένων τῷ κάκκει a τῶν ἐναποκειμένων
θελχθέντων b τὸ τῶν πειρασμῶν ἐπίπονον. ἐν οἷς c εἰ καὶ τῇ δυνάμει
σου σύμμετρος, ἀλλ’ οὑν παρ’ ἐμοῦ, φησὶν, ἡ ἀνεῳγμένη
δίδοταί d σοι θύρα. αὐτὸς δὲ καὶ ὑπὲρ δύναμιν τὴν ὑποῦσάν σοι 
ἐκαρτέρησας, μὴ ἀρνησάμενος e τὸ ὄνομά μου. οὔκουν τῇ μικρᾷ
δυνάμει σου οαρανετρήσω τὴν ἀμοιβὴν, ἀλλὰ μεγαλοδωρίᾳ f, ὡς
ἔθος ἐμοὶ, μετελεύσομαι τὴν ἀντίδοσιν g. 
 Ἴδου, δίδωμι ἐκ τῆς συναγωγῆς τοῦ Σατανᾶ, τῶν
λεγόντων ἑαυτοὺς Ἰουδαίους εἶναι, καὶ οὐκ εἰσὶν, ἀλλὰ 
ψεύδονται· ἰδοὺ, ποιήσω αὐτοὺς ἵνα ἥξωσι καὶ προσκυνήσωσιν
ἐνώπιον τῶν ποδῶν σου, καὶ γνῶσιν ὅτι ἠγάπησά
 σε. ὅτι ἐτήρησας τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου,
κἀγώ σε τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης
ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης, πειρᾶσαι τοὺς 
 κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς. ἔρχομαι ταχύ· κράτει ὃ ἔχεις,
 ἴνὰ μηδεὶς λάβῃ τὸν στέφανόν σου. ὁ νικῶν, ποιήσω
αὐτὸν στῦλον ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ μοῦ, καὶ ἔξω οὐ μὴ
ἐξέλθῃ ἔτι, καὶ γράψω ἐπ’ αὐτὸν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ
 

 
μου, καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ μου, τῆς καινῆς
Ιερουσαλὴμ, ἣ καταβαίνει ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ
 Θεοῦ μου, καὶ τὸ ὄνομα τὸ καινόν. ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω
τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις. 
 Τῆς ὁμολογίας, φησὶ, τῆς περὶ τοῦ ἐμοῦ ὀνόματος ἀντέκτισις 
ἔσται ἡ τῶν Ἰουδαίων ἐπιστροφὴ καὶ μετάνοια. οἳ τῆς πρὸς ἐμὲ
αὐτῶν προσαγωγῆς τὸν ἐξ ἐμοῦ φωτισμὸν ἀνταλλάξονται τῶν ἐν
τῷ κρυπτῷ τῆς καρδίας Ἰουδαίων, ἀλλ’ οὐ τῶν ἐν τῷ φανερῷ, ὡς
καὶ Παύλῳ δοκεῖ, ἑαυτοὺς ἐπιδεικνύντων i. θρόνον δὲ τοῦ Σατανᾶ
τὴν τῶν Ἰουδαίων λέγει συναγωγὴν, ὡς τῷ ψεύδει συγκροτουμένην 
ἐπεὶ καὶ “ τοῦ ψεύδους πατὴρ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἐδείχθη.
εἴγε ἱκανὴ αὐτοῦ ἡ διὰ τοῦ ὄφεως ἀπατητοῖς ἀρχηγέταις τοῦ γένους
ἡμῶν τὸν λόγον πιστώσασθαι k. τούτους οὖν προσδραμεῖσθαι οὐ
κατὰ τὸ τυχὸν, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς τῆς θερμότητος καὶ συντριβῆς
φησί l. τοῦτο γὰρ αἰνίττεται τὸ πρὸς τοὺς πόδας προσκυνῆσαι, 
καὶ ἐν ἐσχάτοις ἑλέσθαι τετάχθαι τῆς ἐκκλησίας, m μόνον τοῦ
μέρους εἶναι τῆς ἐκκλησίας ἀξιωθῆναι, ὡς καὶ Δαβὶδ ἀσπαστῶς
φησιν, ὁ προφήτης, “ ἐξελεξάμην παραριπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ
“ Θεοῦ μου, μᾶλλον ἣ οἰκεῖν με ἐν σκηνώμασι τῶν ἁμαρτωλῶν.
τὸ παραλελογισμένον τῆς συναυλείας ἐπίπροσθεν ἄγων τῆς τῶν 
ἁμαρτωλῶν ἀστενοχωρήτου καὶ ἐλευθέρας διαίτης. 
 Τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου. 
 Οὐχ ὅτι αὐτὸς ὁ χρηματίζων ὑπέμεινέ τι, ἀλλὰ ὑπομονὴν
ἑαυτοῦ τὴν δι’ αὐτὸν n καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν καρτερίαν τῆς πίστεως
φησίν. ὥσπερ καὶ ὅτ’ ἃν Δαβὶδ αἰτεῖ o τὸν Θεὸν, “ ἐκ προσώπου 
“ σου τὸ κρίμα μου ἐξέλθοι,’’ ἀντὶ τοῦ, ἡ δι’ ἐμὲ σου
δικαιοσυνη. 
 Κἀγώ σε τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ. 
 Ὥραν πειρασμοῦ, ἣ τὸν ἐπὶ Δομετιανοῦ διωγμὸν λέγει, δεύτερον
ὄντα μετὰ Νέρωνα, ὡς Εὐσεβίος ἱστορεῖ ὁ Παμφίλου, ὃτε 
καὶ αὐτὸς ὁ Εὐαγγελιστὴς εἰς τὴν Πάτμου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Δομε-
 

 
τιανοῦ κατεκρίθη. ἢ τὴν ἐπὶ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος ὑπὸ τοῦ Ἀντιχρίστου
κατὰ Χριστιανῶν ἐσομένην παγκόσμιον, ἀναιροῦντος τοὺς
Χριστιανούς. τούτων οὖν ἀμφοτέρων ἐλευθεροῦν τοὺς ζηλωτὰς
αὐτοῦ ὑπισχνεῖται προαναρπαζομένους διὰ τῆς ἐκ τῶν ἐντεῦθεν
ἀναλύσεως, ἵνα μὴ ὑπὲρ τὴν δύναμιν πειρασθῶσι. διὸ φησὶ καὶ ὁ 
Κύριος, “ἒρχομαι ταχύ.” μετὰ γὰρ τὴν θλῖφιν ἐκείην, “ἒρχομαι p
ταχὺ,’’ ἀντὶ τοῦ ἀνυπερθέτως. τοῦτο γὰρ τὸ ταχὺ σημαίνει, οἱονεὶ
καταπόδας τῶν πειρασμῶν ἐνργουμένων q ἐλεύσομαι. διὸ καὶ
παρεγγυᾷ r κρατῆσαι τὸν θησαυρὸν τῆς πίστεως ἄσυλον, ἵνα μὴ ὁ
τῆς ὑπομονῆς ἡμῶν s ἀπόληται στέφανος. “ t οὐ γὰρ ἡ ὑπομονὴ 
“ τῶν πενήτων ἀπολεῖται. 
 Κράτει ο ἔχεις. 
 Κρατεῖν ἡ ἐντολὴ τὴν ἑκτὸν κατὰ ἀγαπῆν γνησίαν ἐν ᾗ ἄχρι
τέλους ἐναθλήσας, ἕξεις τὸν στέφανον τῆς δόξης. τῶν γὰρ ὑπο-
μενόντων τὰ νικητήρια u. 
 Ὁ νικῶν. 
 Τοῦτο κατὰ τὸ τῆς Ἑλλάδος γλώσσης σύνηθές τῆς συντάξεως
σεσολοίκισται· ἔδει γὰρ ἢ ἀντὶ τῆς εὐθείας πτώσεως αἰτιατικὴν
ληφθῆναι, οὕτως ἐκφερομένου τοῦ ῥητοῦ, τὸν νικῶντα ποιήσω αὐτόν·
ἢ εἴπερ τηρηθείη ἡ εὐθεῖα πτῶσις, ἐχρῆν τῷ ὑπαρκτικῷ ῥήματι 
προστεθέντι, οἷον τὸ ἔσται, τὴν αἰτιατικὴν ἀμειφθῆναι. οὕτως τοῦ
λόγου προἰ·όντος, ὁ νικῶν ἔσται ὑφ’ ἐμοῦ στῦλος ἐν τῷ ναῷ τοῦ
Θεοῦ μου κατατεταγμένος. ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὡς ἤδη εἴρηται, ἐπ’
ἐλάχιστον μέλον τοῖς τῶν ψυχῶν ἡμῶν σωτῆρσιν ἡ τῆς Ἑλληνι-
κῆς ἀδολεσχίας ἀκρίβεια, εἰκότως ἑτέροις ταῦτα καταλιπόντες, 
αὐτοὶ τῶν σπουδαιοτέρων ἀντέσχοντα v . 
 Ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ μου. 
 Προείρηται x ὅτι τὸ, “ Θεοῦ μου,’ οὐχ οὕτω τῆς ἐν τῷ Χριστῷ
θείας φύσεως ἐνθεωρουμένης ἀναιρετικὸν, ὅσον τῆς συνουσιώσεως
παραστατικόν. τὸ γὰρ ἀδιάσπαστον εἶναι τὴν τῶν δύο φύσεων 
ἕνωσιν, θεότητος φημὶ καὶ ἀνθρωπότητος, ἐν τῇ κατὰ τὸν Κύριον
Ἰησοῦν ὑποστάσει, κᾂν y μέχρις ἐννοίας ψιλῆς εἰ καὶ ἀσυγχύτως
 

 
παριστᾷ z. ἀντιδιδόασι γὰρ a ἀλλήλοις ὑπὲρ κατάληψιν ἀνθρωπίνην
οἰκειωτικῶς τὰ θεῖα τοῖς ἀνθρωπίνοις, καὶ τὰ ἀνθρώπινα τοῖς
θείοις ἰδιώμασι b. στῦλος δὲ ἐν τῶ ναῶ τοῦ Θεοῦ οὗτος καθίσταται,
ὑπερείδων τῇ περὶ αὐτὸν τοῦ Θεοῦ ἀγαθοδωρίᾳ, καὶ τοὺς πρὸς
συντέλειαν τῆς καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ πίστεως ἀσθενέστερον c 
διακειμένους, ἐφ’ ὁμοίῳ προκόψαι καὶ αὐτοὺς διδασκαλικῷ χαρίσματι
προτρεπόμενος. “ ἐν τῷ ναῷ δὲ τοῦ Θεοῦ,” τοῦ διὰ παντὸς
εὐφραίνεσθαι χάριν d. τοῦτο γὰρ τὸ στῦλον γενέσθαι τῷ ναῷ e τοῦ
Θεοῦ. ὁ γὰρ νικητὴς f τῶν ἐναντίων δυνάμεων, στῦλος καὶ ἑδραίωμα
καθίσταται τῆς ἀληθείας, αὐτός τε εὐφραινόμενος g ἀμετατρέπτως, 
καὶ τοὺς ἄλλους ἐρείδων τοῦ μὴ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς οἰκείας
ἐκστῆναι ἕδρας. 
 Καὶ γράψω ἐπ’ αὐτὸν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μοῦ. 
 Ἐπὶ τὸν νοητὸν στῦλον, ὅς ἐστιν ὁ τοῖς θείοις προστάγμασιν
εἰς ἔρεισμα τῶν ἀσθενεστέρων κατηρτισμένος, γραφῆναι φησι τὸ 
ὄνομα τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ τῆς h Ἱερουσαλὴμ
τῆς καινῆς. καινὴν Ἱερουσαλὴμ, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς, καὶ
τοῦ Θεοῦ τὸ ὄνομα, οὐκ ἄλλο τι λέγων, ἢ τὴν δόξαν, ἤτοι τὴν
γνῶσιν i, καθὼς καὶ ὁ Δαβίδ. “ ὡς θαυμαστὸν k τὸ ὄνομά σου ἐν
“ πάσῃ τῇ γῇ,’’ ἀντὶ τοῦ, ἡ τιμὴ, ἡ περὶ σοῦ γνῶσις. ἐν ταῖς 
πλαξὶ τοιγαροῦν τῆς καρδίας τοῦ νοητοῦ στύλου γραφέντος τοῦ
ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, ἤγουν τῆς γνώσεως, τῆς δόξης, ὡσαύτως καὶ
τῆς Ἱερουσαλὴμ, τοῦ μὲν τοῦ Θεοῦ, ὡς ἅγιος, ὡς δίκαιος, καὶ
ἀποδιδοὺς ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα, ὡς πάσης ἀγαθότητος m πλήρης,
καὶ τοιούτοις χαίρων θεράπουσι· τῆς Ἱερουσαλὴμ δὲ, ὡς 
Θεοῦ σκήνωμα ἀγαπητόν ἐστι n , καὶ τοὺς αὐτῆς πολίτας πρὸς
τὴν ἱν. παραπέμπουσα o μητρόπολιν, ἥ τις κάτω Ἱερουσαλὴμ,
ὥσπερ μετοίκιον τῆς ἄνω καθίσταται, τοὺς τέως p ἐνδιαιτωμένους
ἐν αὐτῇ, οἱονεὶ γράμμασι q χρωμένους, τῇ ἄνω ἐμβιώσει τὴν
κάτω ῥυθμίζοντας κατέχουσα· τῇ καταλλήλῳ γὰρ οὖν r ταύτῃ 
 

 
γραφῇ, τουτέστι, τῇ ἀνεπιλήστῳ μνήμῃ, τοιοῦτον τοιοῦτον t γὰρ ἡ γραφὴ
ὡς μονιμώτερον τῶν γενομένων ἐκτελουμένη,) τῆς τε τοῦ Θεοῦ
καὶ τῆς ἄνω Ἱερουσαλὴμ τῆς δόξης τὸ παράσημον κομιζόμενοι,
πῶς οὐ θεῖοί τινες χρηματίζοιεν ; τὸ δὲ καινὸν ὄνομα νοοῦμεν u,
τὸ ἐπιτιθέμενον τοῖς ἁγίοις, ὃ x καὶ πρὸς τῇ εὐφροσύνῃ τῆς θείας 
δωρεᾶς y, καὶ ἀπολαύσει τοῦ κάλλους τῶν ἀκηράτων ἀγαθῶν ἐν τῷ
μέλλοντι αἰῶνι, αὐτοῖς ἃν γνώριμον καὶ τοῖς ληψομένοις τοῖς νῦν
ἀδελφοῖς z Χριστοῦ καὶ φίλοις καὶ θεράπουσι, πρόσεστι. 
 Περὶ δὲ “ τοῦ Θεοῦ μου εἴρηται ἤδη ὡς συγκαταβατικώτερον
εἴρηται καὶ εἰς παράστασιν τοῦ ἀδιαιρέτου τῶν ἐν τῇ οἰκονομίᾳ 
τοῦ Κυρίου δύο φύσεων ἐνθεωρουμένων· ἄνωθεν δὲ καταβαίνειν
φησὶ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς καινῆς Ἱερουσαλὴμ, ἅπερ τίνα
ἐστὶν εἴρηται. ἀπὸ τῶν Ἀγγέλων ἀρξαμένης τῆς σηκώσεως τῆς
θείας, μέχρις ἡμῶν δὲ καταντησάσης, συναφθέντων ἀλλήλους διὰ
Ἰησοῦ Χριστοῦ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν Ἀγγέλων δηλονότι καὶ α * *

ΚΕΦ. Θ. 

 Τὰ δηλωθέντα πρὸς τὸν τῆς Λαοδικέων ἐκκλησίας Ἄγγελον. 
 Καὶ τῷ Ἀγγέλῳ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ἐκκλησίας γράψον·
τάδε λέγει ὁ ἀμὴν, ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινὸς, ἢ
 ἀρχὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ. οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι 
οὔτε ψυχρὸς εἶ, οὔτε ζεστός. ὄφελον ψυχρὸς ἦς, ἣ
 ζεστός. οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὐ ζεστὸς οὔτε ψυχρὸς,
 μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου. ὅτι
λέγεις· ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα, καὶ οὐδενὸς
χρείαν ἔχω. καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ 
ὁ ἐλεεινὸς, καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός. 
 Ἰσοδυναμεῖ τοῦτο· τάδε λέγει ὁ ἀληθινὸς, ὅπερ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν
ἡρμήνευτο b. ἀμὴν γάρ ἐστι τὸ ναί. ναὶ οὐν ἐστὶν ἐν πᾶσι
 

 
τοῖς περὶ αὐτοῦ λεγομένοις, ἤτοι ἀλήθεια καὶ οὐδὲν ψεῦδος c ἐν
αὐτοῖς. καὶ τὸ “ ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς εἴρηται· καὶ περιττὸν πάλιν
περὶ τῶν αὐτῶν διεξιέναι d. “ ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ,” ἀντὶ
τοῦ ἡ βασιλεία καὶ ἡ ἀρχὴ e πάντων ὡς κτισμάτων δεσπόζουσα.
ἀρχὴ γὰρ τῆς κτίσεως, ἡ προκαταρκτικὴ αἰτία τῆς κτίσεως f. 
ἐπηρέασε δ᾿ ἃν ἴσως τῷ ῥητῷ τὸ θεομάχον τῶν Ἀρειανῶν ἐργαστήριον,
ὡς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ κτίσματος διὰ τούτων γνωριζομένου.
οὐ χρὴ δὲ ταῖς τούτων παράγεσθαι κακουργίαις, σκοποῦντας εἴτι
τοιοῦτο καὶ ἐν ἑτέρᾳ κεῖται γραφῇ περὶ τούτου, ἵν ἔχῃ g τις ἐκ
τῶν ὁμοίων κανονίζειν τὰ ὅμοια. φησὶν οὖν Παῦλος Κολοσσαεῦσι 
γράφων περὶ τοῦ Χριστοῦ, “ ὅς ἐστιν ἀπαρχὴ πρωτότοκος πάσης
“ κτίσεως.” “ κτίσεως πρωτότοκος, οὐ μὴν πρωτόκτιστος. καὶ
Δαβίδ. “ ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε,’’ ἀλλ’ οὐκ
ἔκτισά σε. καὶ Σολομών. “ πρὸ δὲ πάντων βουνῶν γεννᾷ με.”
τὸ δὲ, Κύριος ἔκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ. τὸ ἔκτισεν, ἀντὶ 
τοῦ κατέταξεν εἴληπται, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ, “ ἵνα κτίση τοὺς δύο εἰς
“ ἕνα καινὸν ἄνθρωπον. ” καὶ τοῦ, “ καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ
“ ὁ Θεός.’’ ὁ δέ γε θεῖος τὸν λόγον h Γρηγόριος ἐν τῷ περὶ τοῦ i
Υἱοῦ λόγῳ, τὸ μὲν “ ἔκτισεν,” ἐπὶ τοῦ νοερῶς ἐμψυχωμένου τοῦ
κυριακοῦ k σώματος ἀκούει. τὸ δὲ “ γεννᾷ, ἐπὶ τῆς θεότητος. τοσούτοις 
οὖν μαρτυρίοις τῆς κτίσεως συγκροτουμένης, ἡ ἀρχῆι τῆς
κτίσεως, ὡς ἔφθημεν εἰρηκότες,) οὐκ ἄλλο, ἣ τὸ ἄρχον m τῆς
κτίσεως τοῦ Θεοῦ δηλοῦν βούλεται, καθ’ ὅτι καὶ πάντα δι’ αὐτοῦ
ἐγένετο. τούτῳ n καὶ ἄρχειν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ δίδοται ο κτισμάτων,
ἤγουν κατέστη· τοῦ εἰληφέναι καὶ τοῦ καταστῆναι οὐκ ἐλάττωσιν 
εἰσηγουμένων οὐσίας καὶ δόξης. εἴρηται γὰρ περὶ τούτων p. 
 Ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ, οὔτε ζεστός. 
 “Ψυχρὸς” ὁ ἐστερημένος τῆς τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐνεργείας καὶ
ἐπιφοιτήσεως. “ ζεστὸς δὲ ὁ ζέων τῷ πνεύματι, ὡς καὶ Παῦλος
φησί. χλιαρὸς δὲ, ὁ ἐν ἀμφοῖν ἀβέβαιος καὶ ἐπαμφοτερίζων, ὃς 
 

 
μετουσίαν q μὲν ἔλαβε πνεύματος ἁγίου διὰ τοῦ βαπτίσματος,
ἔσβεσε δὲ τὸ χάρισμα r τῶν ζωοποιούντων τὴν ψυχὴν, τῇ τῶν
παρόντων φροντίδι καταρᾳθυμήσας s. t τούτων οὕτως ἐχόντων
αἰσχύνην καταχεάμενοι οἱ μὴ τούτων οὕτως ἐκλήπτορες τῷ φωτὶ
τοῦ πυρὸς καὶ τῇ φλογὶ ἢ ἐξέκαυσαν πορευόμενοι οἰμωζέτωσαν u. 
διὸ καὶ περὶ τοῦ θείου Πνεύματος x Παῦλος Φησὶ, “τὸ Πνεῦμα μὴ
“ σβέννυτε ” ἐπεὶ οὖν σὺ τοιοῦτος z, καὶ ζέσας τῷ πνεύματι
διὰ βαπτίσματος, ἀπεψύχθης διὰ ῥᾳθυμίας, τὰς εἰς ὕστερον τῆς·
σωτηρίας ἐλπίδας σεαυτοῦ ἐξέκοψας, καταγνοὺς τῆς αἱρεθείσης
σοι πίστεως. ἐν ἔργοις μὲν γὰρ b οὐκ ἀπογνωστέα ἡ μεσότης, 
ὡς c ὁ νόμιμος d γάμος, μέσος ὢν παρθενίας καὶ πορνείας οὐκ e
ἀπόβλητος, ἐν δὲ τῇ πίστει, τὸ μέσον καὶ χλιαρὸν ἀδόκιμον καὶ
ἀσύστατον. δι’ ὅπερ “ ὄφελον ψυχρὸς ᾖς, ” τουτέστιν f ἀμέτοχος
καθάπαξ θείου g βαπτίσματος χάριτος καὶ ἀβάπτιστος καὶ μὴ
χλιαρὸς· ὁ μὲν γὰρ μήπω δεξάμενος τὴν τοῦ πνεύματος διὰ 
βαπτίσματος χάριν, ἐν ἐλπίσιν ἐνστρέφεται τοῦ ποτὲ δέξασθαι
τὰ σωτήρια ἑαυτῷ. ὁ δὲ χλιαρὸς, ὡς ἤδη παρεθέμεθα, μικρὸν
πρὸς τῇ ζωῇ h καὶ τὸ ποτὲ βαπτισθῆναι καὶ ζέσαι i ἀφῄρηται. 
 Μέλλω σε ἐμέσαι. 
 Tῇ μεταφορᾷ τοῦ χλιαροῦ δεόντως ἐχρήσατο, ὃ καὶ ἰατρῶν 
παῖδες πλάδον ἐργαζόμενον k εἰς ἔμετον ἐρεθίζειν παραλαμβάνουσιν.
ὅθεν καὶ τοῖς δυσεμετοῦσιν, ὕδατος χλιαροῦ ἀποροφήσει 
τὸν ἔμετον ἀνασοβοῦσι. τοῦτο καὶ νῦν m φησὶν, ὅτι μέλλω σε ὡς
βδελυκτὸν βρῶμα ἐμέσαι, τουτέστι, διὰ λόγου στόματός μου
ἀπόβλητον τῆς ἐμῆς οἰκειότητος καταστῆσαι n. καὶ τίς ἡ τούτου 
αἰτία ; ὅτι o ἐπὶ πλούτου ἀδηλίᾳ ἐλπίσας, καὶ p τὸν σπόρον τοῦ
θείου λόγου ἀποπνίξας q ταῖς ἀκάνθαις, οἱονεὶ τοῖς πειρασμοῖς r
τοῦ προσκαίρου τούτου πλούτου καὶ s βίου, τὴν πνευματικὴν t
 

 
ἑαυτοῦ καὶ διαιωνίζουσαν ἠγνόησας d πτωχεῖαν e καὶ ἐλεεινότητα
καὶ ταλαιπωρίαν καὶ γύμνωσιν καὶ τυφλότητα. 
 Ὅτι πλούσιός εἰμι, καὶ πεπλούτηκα. 
 Πλοῦτόν φησι τὸν γήινον πλοῦτον f. ἀγνοεῖς ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαιπωρῶν
ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις. διὸ καὶ ἐλέους ἄξιος εἶ, ὧς 
ἐξ ὕψους τῶν ἀρετῶν ἐκπεσὼν, σκοτοδινίᾳ περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν
κρειττόνων ἁλοὺς, καὶ γυμνωθεὶς τῆς τέως περιστελλούσης σε g
θείας δόξης. 
 Συμβουλεύσω σοι ἀγοράσαι χρυσίον παρ’ ἐμοῦ πεπυρωμένον
ἐκ πυρὸς, ἵνα πλουτίσῃς, καὶ ἱμάτια λευκὰ 
ἵνα περιβάλλῃ, καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός
σου, καὶ κολλύριον ἵνα ἐγχρίσῃ τοὺς ὀφθαλμούς
 σου ἵνα βλέπῃς. ἐγὼ ὅσους ἐὰν φιλῶ, ἐλέγχω καὶ παιδεύω.
 ζήλευε οὖν καὶ μετανόησον. ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν
θύραν καὶ κρούω. ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου, καὶ 
ἀνοίξῃ τὴν θύραν, εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν, καὶ δειπνήσω
 μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ. ὁ νικῶν, δώσω
αὐτῷ καθίσαι μετ’ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ὡς κἀγὼ
ἐνίκησα, καὶ ἐκάθισα μετὰ τοῦ Πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ
 αὐτοῦ. ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς 
ἐκκλησίαις. 
 Εἰ πλουτῆσαι h φησὶ βούλει, τὸν ὄντως i πλοῦτον κτῆσαι πη
ἐμοῦ τοῦ k πλουτίζειν εἰδότος τὰ μένοντα. κτήσῃ δὲ διαπύρῳ
προθέσει τὰ λόγια Κυρίου τὰ ἁγνὰ, τὰ πεπυρωμένα ἑπταπλασίως l
τίνα δὲ ταῦτα ; ὁ διδασκαλικὸς καὶ θεῖος λόγος, ὃς οὐ 
μάτην οὐδὲ διακένως πρόεισιν εἰς τοὺς διδασκομένους, ἀλλ’ ἐκ
τοῦ πρότερον διαπύρῳ σπουδῇ τὸν διδάσκοντα εὐπορῆσαι· ἐπιδεικνυμένην
γὰρ πίστιν ἀπαγγελεῖ δίκαιος. καὶ ὁ ἀγαθὸς ἔμπορος
“ἐκ ἀγαθοῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας m ἐκφέρει παλαιὰ καὶ νέα,
ἐκ μὲν τῶν παλαιῶν ἀνδρῶν τῶν κατορθωμάτων κομίζων τὰ μείζονα n 
 

 
ὑποδείγματα, ἐκ δὲ τῶν νέων καὶ τῶν o αὐτῷ πεπονημένων
διαπύρῳ ζέσει, τὰ κατορθώματα. ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ p τοιαῦτα πλουτεῖν
οὐκ ἄνευ τῆς ἄνωθέν τινι περιγίνεται ῥοπῆς, διὰ τοῦτό, φησιν,
ὁ χρηματίζων, “ παρ’ ἐμοῦ.ö ὁ πλοῦτος δὲ, ἱματίων περιβολῇ q
περιστέλλειν ἔχουσα τὴν ἀσχήμονα τῶν ἀρετῶν γύμνωσιν, καὶ 
οὐχ ἁπλῶς περιστέλλουσα, ἀλλὰ μετὰ δόξης πομπικῆς, τὸν r ἐπὶ
τῇ νίκῃ τῇ κατὰ τῶν ἀντιπάλων δαιμόνων θρίαμβον ἐξανύουσα. 
 Καὶ κολλύριον. 
 Πρὸς τὸν s ἀμβλυώττοντα περὶ τὸ τοῦ Κυρίου νοητὸν φῶς
τοὺς καταλλήλους ὀφθαλμοὺς περιχρίσαι τὸ πρόσταγμα. t ὡς καὶ 
Ιερεμίας ὁ προφήτης φησὶ, “ ἰδοῦ οὐκ εἰσὶν οἱ ὀφθαλμοί σου
“ οὐδὲ ἡ καρδία σου καλή. ” διὰ τοῦτο τὴν σμηκτικὴν u δύναμιν τῆς
τοιαύτης τυφλώσεως. ἔστι δὲ τοῦτο x ἡ διὰ μετανοίας πρόοδος
συμβουλευομένη. y ὥσπερ καὶ τῇ ἀκάρπῳ συκῇ ἡ τῶν κοπρίων
περίθεσις τὴν δι’ ἐξαγορεύσεως καὶ ἀτιμοτέρας διαγωγῆς ταπείνωσιν 
ὑπαινίττεται. ἣ τὸ κολλύριον τὴν ἀκτημοσύνην παρίστησιν.
εἰ γὰρ τὰ δῶρα ἐκτυφλοῖ ὀφθαλμοὺς βλεπόντων, τούτους πάντως
ἀνοίξει τὸ ἀδωροδόκητον. 
 Καὶ ὅσους ἐὰν φιλῶ, ἐλέγχω καὶ παιδεύω. 
 Bαβαὶ τῆς φιλανθρωπίας· ὅσῃ ἀγαθότητι καταχρᾶται πρὸς 
τοὺς ἁμαρτάνοντας· καὶ τοιαῦτα οἷα ὁ λόγος ὑπέγραψεν · καὶ a
εἰκότως. ὁ γὰρ ἀγαπῶν, ἐπιμελῶς παιδεύει, ὃ καὶ τῆς ὑπερβαλλούσης b
χρηστότητος τοῦ Κυρίου περὶ τοὺς ἐπειθεῖς c τεκμήριον d.
πλούτου δὲ ταύτης ἐνέχυρον ἡ ἀγάπη τοῦ μετιόντος e τοὺς
τιμωρίας ἀξίους. καὶ f τίς ἡ παιδεία ; ζηλοῦν τὰ κρείττονα τῶν 
ἐπιτηδευμάτων, καὶ μετανοίᾳ καὶ μεταγνώσει g τῶν ἔμπροσθεν
οἱονεὶ μεταθέσει h ἁμαρτημάτων τὸν ζῆλον ἤτοι τὴν μίμησιν
ἐπαναλαμβάνεσθαι τοὺς πρὸς παιδείαν ἐξ ἀμαθίας ἀποκλίναντας.
καὶ τίς ἡ ἐκ φιλανθρωπίας ἀντίδοσις ; ἡ ἐπὶ τὴν θύραν ἀπραγμάἐκ
 

 
τευτος i προσεδρεία. θύραν δὲ ἐφεξῆς τὴν καρδίαν k λέγει, τῶν
πρὸς μετάνοιαν προσκαλουμένων. οἷς ἀνοίξασι τῷ σωτηρίως 1 αὐτὴν
κρούοντι, καὶ τὰ ἑπόμενα, τοῦ πρᾴου καὶ ἀγαθοῦ δαιτυμόνος
εἰσόδῳ, ἐπιδαψιλευθήσεται. 
 Ἴδου ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω. 
 Ἀβίαστος, φησὶν, ἡ ἐμὴ παρουσία. τὴν θύραν τῆς καρδίας
κρούω, καὶ τοῖς ἀνοίγουσιν ἐπὶ τῇ ἑαυτῶν σωτηρίᾳ συνευφραίνομαι.
τρυφὴν γὰρ καὶ δεῖπνον, τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων
ἥγημαι ἐφ’ οἷς αὐτοὶ τρέφονται, καὶ τὸν λιμὸν m τοῦ ἀκοῦσαι
λόγον Κυρίου, καὶ τὸν σκότον τῆς πλάνης ἀποφεύγουσιν. Ὁ 
ἀγαθὸς καὶ πρᾷός κρούσας τὴν θυρᾶν καὶ μὴ τυχὼν ἀνοίξεως
ἄπεισιν ἀψοφητί. τοῦτο καὶ ἐν τοῖς ᾄσμασι· “ τῇ νύμφῃ ἄνοιξόν
“ μοι, ἀδελφή μου νύμφη.” καὶ εἰ μὲν ἀνοίξει τις αὐτῷ, εἰσέρχεται,
εἰ δὲ μὴ παρέρχεται· οὐχ οὕτω δὲ καὶ ὁ διάβολος· ἀλλὰ
τῷ μὴ ἀνοίγοντι, ἐν πελέκει καὶ λαξευτηρίῳ χρῆται καταράσσειν 
τὴν θύραν αὐτοῦ. 
 Καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ. 
 Τὸ δεῖπνον τινὲς τὴν τῶν ἁγίων μυστηρίων μετάληψιν παρέθεντο.
δεῖπνον τὴν σωτηρίαν φάσκει τοῦ ἑτοίμως ἀκούσαντος,
τοῦ κόψαντος τὴν τῆς καρδίας θύραν· οὗ τῇ ἐπεισόδῳ καὶ δεῖπνον 
συστήσεται, κοινωνὸν λαβόντος τοῦ εἰσιόντος τὸν ἠνοιγότα τὴν
θύραν· ἡ σωτηρία γὰρ τοῦ σωζομένου βρῶμα ἐστὶ τοῦ ἐπὶ σωτηρίᾳ
ἡμῶν ἐνηνθρωπηκότος. διὸ καὶ εἴρηκεν, ἐμὸν βρῶμα καὶ
πόμα ἐστὶν ἡ τοῦ πατρικοῦ θελήματος ἐκπλήρωσις· ὃς Πατὴρ
πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι θέλει, καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας 
ἐλθεῖν. Διάλληλος δὲ ἡ ἐπὶ τῷ δείπνῳ εὐφροσύνη. οὐ γὰρ
τοσοῦτον ἡ σωτηρία τὸν σωζόμενον εὐφραίνει, ὅσον ὁ διὰ ἄφατον
φιλανθρωπίαν σώζων· ὃς καὶ συντη*ικὸν o ἑαυτοῦ τοῦ τἶναι τὴν
σωτηρίαν ἡμῶν ἀπεφήνατο, βρῶμα ἑαυτοῦ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ
πατρικοῦ ἐμπεδώσας θελήματος. τι δὲ τοῦτο εἴρηται ἡμῖν ; ὡς 
 

 
γὰρ ἡ τροφὴ συνίστησιν ἡμῶν τὴν ζωὴν, οὕτως ἀπόλλυσιν ὁ λιμὸς,
ὃς καὶ ἐν ἀπειλῆς μοίρᾳ τῷ προφήτῃ κατήγγελται, ἐπάξειν λέγοντος
τὸν Κύριον λιμὸν ἐπὶ τὴν γῆν, οὐκ ἀρτοὺ καὶ ὕδατος, ἀλλὰ
λιμὸν τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Κυρίου· ὃς τῷ ὄντι λιμὸς, τὸν κατὰ Θεὸν
ἐκτήκων ἡμῶν ἄνθρωπον. 
 Ὁ νικῶν, δώσω αὐτῶ. 
 Εἴρηται ἤδη ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ παιδεία, τὴν τοιαύτην σύνταξιν
τοῦ λόγου καὶ τὸν τοιοῦτον o εἱρμὸν τῆς φράσεως σολοικισμὸν
καλεῖ, οὗ ἐπ’ ἔλαττον τῇ Ἐκκλησίᾳ φροντὶς, p τοῦ ἀπὸ τῶν
νοημάτων σωτηριώδους ἀντεχομένη μόνου. τοῦ ὀχοῦντος δὲ τὸν 
νοῦν τῶν σωτηρίων κατὰ τοσοῦτον, καθ’ ὅσον καὶ σοφὸς ἔμπορος
τὸν τιμαλφῆ πλοῦτον διειλκωμένου ὑποζυγίου ἀπολαμβάνων. ἀλλὰ
πῶς τὸ ἄπταιστον τῆς συμφράσεως ; τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ· αἱ
παροχαὶ γὰρ δοτικῇ πτώσει δηλοῦνται. διὰ τοῦ θρόνου δὲ τὴν ἐν
τῇ βασιλείᾳ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἀνάπαυσιν δηλοῖ. φησὶν οὖν 
ὅτι οἱ τὸν ἐχθρὸν νικήσαντες ὥσπερ καὶ ἐγὼ, διὸ καὶ ἔφην ὅτι ἐγὼ
“ νενίκηκα τὸν κόσμον, σὺν ἐμοὶ βασιλεύσουσιν, ὃ καὶ ἐπηγγειλάμην,
“ καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνων, κρίνοντες τὰς
“ δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραὴλ,” τουτέστι κατακρίνοντες, οἱονεὶ εἰς
κατάκρισιν αὐτῶν, ὡς ἐξὸν καὶ αὐτοὺς τῶν ἴσων ἀξιωθῆναι τῶν 
ὁμοφύλων γερῶν, οὐκ ἔτυχον δι’ ἀπιστίαν. τῆς δὲ τοῦ μέλλοντος
δόξης αἰῶνος, τῆς τοῦ συμβασιλεύσειν λέγω Χριστῷ, καὶ Παῦλος
ὁ θεῖος μνημονεύει, δι’ ὧν φησὶν, “ εἴπερ συμπάσχομεν, ἵνα καὶ
“ συνδοξασθῶμεν· τὸ δὲ, “ ὡς κἀγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον” ἀνθρωπίνως
εἴρηται διὰ τὴν πρόσληψιν, ὥσπερ καὶ τὸ λαβεῖν· οὐ 
γὰρ ἆθλον τῆς ἀρετῆς ἡ δόσις τῆς βασιλείας τοῦ θρόνου τῷ
ἀιδίως ὡς Θεῷ συνυπαρχούσης, ἀλλ’ ἀνθρωπίνως εἴρηται· ἢ μᾶλλον
εἰς παράστασιν τοῦ μετὰ τὴν ἕνωσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου τῇ
ἀνθρωπίνῃ φύσει τῇ διαλλήλῳ τῶν ἡνωμένων οἰκειώσει. Νεστόριος
αἰσχύνοιτο, καὶ πᾶς ἄλλος ὁ τῶν ὁμοίων χόρος.

ΚΕΦ. Ι. 

 Περὶ τῆς ὁραθείσης αὐτῷ θύρας ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τοῦ θρόνου, καὶ τῶν
κδ΄ πρεσβυτέρων, καὶ τῶν ἑξῆς δειχθέντων. 
 Μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ἰδοὺ θύρα ἀνεῳγμένη ἐν τῷ
οὐρανῷ, καὶ ἡ φωνὴ ἡ πρώτη ἢν ἤκουσα, ὡς σάλπιγγος 
λαλούσης μετ’ ἐμοῦ, λέγουσα, ἀνάβα ὧδε, καὶ δείξω
 σοι ἃ δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα. καὶ εὐθέως ἐγενόμην ἐν
πνεύματι. 
 Οὐκ ἐπειδὴ αἰσθητὴν θύραν 1 ἑώρακεν ἐν οὐρανῷ ἀνεῳγμένην
κατὰ καιρὸν καὶ κλειομένην ταῦτα διέξεισιν. ἀλλ’ οὕτως ὤφθη τῷ 
Εὐαγγελιστῇ, ὡς ἄν διὰ θύρας r ἀνεῳγμένης s τὰ ἔνδον ἐπάναγκες
καθορᾶσθαι. καὶ φωνήν φησιν, ἤκουσα, ἥτις ὡς σάλπιγξ ἠχήσασα,
ἀνάβα, φησὶν, ὧδε· οὐ τόπω τοῦτο t φάσκουσα τὸ ἀνελθεῖν,
θεῖν, ἀλλὰ διάνοιαν u μετεωρίσαι x ἀπὸ τῶν περιπεζίων καὶ ἀνθρωπίνων.
ἀλλ’ y οἱ μάλιστα τὸ ἡγεμονικὸν τυπούμενοι διὰ καθαρότητα 
τῶν ἀπὸ τοῦ ἐνύλου βίου κηλίδων, τῶν ἀξιοθέων τούτων καὶ
τῶν τοιούτων τυγχάνουσι θεαμάτων. 
 Καὶ ἡ φωνὴ ἡ πρώτη ἢν ἤκουσα. 
 Καὶ τοῦτο παρὰ τὴν τοῦ λόγου σύνταξιν, καὶ διατί, εἴρηται
ἤδη. ἐχρῆν γὰρ οὕτω λέγειν z. καὶ ἡ φωνὴ τοῦ a λαλοῦντος μετ’ 
ἐμοῦ, ἀνάβα b ὧδε, ἔλεγεν. οὕτω c γὰρ προήχθη ἁρμοζόντως. 
 Καὶ ἰδοὺ θρόνος ἔκειτο ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ ἐπὶ τὸν
 θρόνον καθήμενος ὅμοιος ὁράσει λίθῳ ἰάσπιδι καὶ
σαρδίῳ· καὶ ἶρις κυκλόθεν τοῦ θρόνου, ὁμοίως ὁράσει
 σμαραγδίνῳ· καὶ κυκλόθεν τοῦ θρόνου, θρόνοι εἰκοσιτέσσαρες. 
καὶ ἐπὶ τοὺς θρόνους τοὺς εἰκοσιτέσσαρας
πρεσβυτέρους καθημένους περιβεβλημένους ἐν ἱματίοις
 

 
λευκοῖς, καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, στεφάνους χρυσοῦς.
 καὶ ἐκ τοῦ θρόνου ἐκπορεύονται ἀστραπαὶ, καὶ
φωναὶ, καὶ βροντᾶι· καὶ ἑπτὰ λαμπάδες πυρὸς καλόμεναι
ἐνώπιον τοῦ θρόνου αὐτοῦ, αἵ εἰσιν ἑπτὰ πνεύματα
τοῦ Θεοῦ. 
 d Διὰ τοῦ εἰπεῖν ἐν Πνεύματι, ἐσήμανεν ὡς οὐδὲν αἰσθητὸν
χρὴ νοεῖν ἐνταῦθα συντελούμενον. 
 τῷ Πνεύματι, φησὶ, τυπωθεὶς, θρόνον ἐθεασάμην, δι’ οὗ δηλοῦται
ἡ ἐν τοῖς ἁγίοις ἀνάπαυσις τοῦ Θεοῦ. αὐτοῖς γὰρ ἐνθρονίζεται
ὡς χωρητικοῖς οὖσι τῶν θείων ἐμφάσεων. 
 e Ἄλλωσ. “Θρόνον” τεθέαται, οὗ τὸ εἶδος οὐ διέξεισιν, ὅτι μηδὲ
Ηασΐας μηδὲ Ἰεζεκιήλ. οὐδὲ γὰρ θνητῇ φύσει ἔνεστιν εἰπεῖν
τοῦ κράτους Θεοῦ τὸ ὑπερβάλλον, μηδὲ εἰκόνα παραστῆσαι τῆς
ἐξουσίας αὐτοῦ ἐξ ἀνθρωπίνης δυναστείας, ὅπερ ὁ θρόνος ἐμφανίζειν
βούλεται. ἐπισημαντέον ὡς ἡ τῶν λίθων ἐνταῦθα παράληψις, 
οὐ τὸ τίμιον παριστῶσα παρείληπται τῶν ἃ βούλεται παριστᾷν.
εἰ τοῦτο γὰρ σμαράγδῳ μὲν τῶν νοερῶν πνευμάτων ἀπεικασθέντων
λίθῳ τιμίῳ, ἴασπις δὲ τῷ τούτων ἐπόχου ἧττον τιμίου, ὅπερ
ἀσεβὲς καὶ ἐν νῷ, οὐ τοῦ τιμίου αὐτὸν χάριν, ἀλλὰ τῶν ἐκ τῆς
χρόας σημαινομένων ἡ παράληψις χάριν. 
 Ομοίος ὁράσει λίθῳ ἰάσπιδι καὶ σαρδίῳ. 
 Επειδὴ τὸν Πατέρα τὸν ὁραθέντα ἐνταῦθα παρίστησι, σωματικὸν
αὐτῷ χαρακτῆρα οὐ περιτίθησιν, ὥσπερ τῷ Υἱῷ ἐν τῇ προτέρᾳ
αὐτοῦ ὀπτασίᾳ, ἀλλὰ τιμίοις αὐτὸν λίθοις ἀπεικάζει· τῆς
μὲν ἰάσπιδος ὡς χλοερᾶς σημαινούσης τὸ ἀειθαλὲς ὁμοῦ καὶ 
φερέσβιον, καθὸ εἴρηται f, “ ἐξανατέλλων χόρτον κτήνεσι g καὶ
“ χλοὴν τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων. πᾶν γὰρ σπέρμα χλοηφορεῖ
πρὸς τροφὴν τοῖς ζῶσιν h ὑπὸ Θεοῦ τεταγμένον. ἰάσπις δὲ
καλεῖται ὅτι ὁμοία καὶ ἰῷ i ἀσπίδος ἐοικυῖα. σαρδίῳ δὲ, διὰ τὸ
φοβερὸν τοῦ Θεοῦ. πυροειδὲς γὰρ τὸ σάρδιον. k διὸ καὶ Μωϋσῆς 
φησι, “ πῦρ γὰρ ὁ Θεὸς καὶ πῦρ καταναλίσκον.” ἐπειδὴ γὰρ
 

 
ἀσύμφορος τοῖς φιλαμαρτήμοσι καὶ καταφρονηταῖς, διὰ τοῦτο
τὸ φοβερὸν τοῦ Θεοῦ· ἡ γὰρ χρηστότης οὐκ ἐπὶ μετάνοιαν ἀλλὰ
πρὸς ἄδειαν πλημμελιῶν ἄγει. ἐπειδὴ γὰρ 1 τὸ κατ’ ἄκρας χρῆσθαι
τῇ δικαιοκρισίᾳ Θεὸν οὐ φορητὸν, διὸ καὶ Δαβίδ φησι, “ ἐὰν
“ ἀνομίας παρατηρήσῃς, τίς ὑποστήσεται ; εἰκότως τοῦ ἀνεξικάκου 
καὶ ἀγαθοῦ τὸ σάρδιον δεῖγμα παρέχει, ὡς τοῦ φοβεροῦ
διὰ m τοῦ πυροειδοῦς n εἰ μή που καὶ τῆς πατρικῆς φῶμεν
προμηθείας ἐκ τῆς ἄγαν πρὸς τοὺς υἱοὺς φιλίας ἐμφανιζόμενον.
ὡς οὖν τὸ πυρῶδες τοῦ φοβεροῦ, διὸ καὶ πρῶτον ἡ ἀπὸ τοῦ
χρώματος ἡμῖν παρελήφθη δήλωσις, οὕτως ἀπὸ τῆς δυνάμεως 
τῆς αὐτῆς λίθου, ἑτέρα χρηστότητος τούτου ἐμφανίζεται οἰκονομία·
φασὶ γὰρ ἴασπιδα λίθον o, οὐ μόνον p φοβερὸν εἶναι θηρίοις
φάσμασιν, ἀλλὰ καὶ θεραπευτικὴν τῶν ἐπιφυομένων τῷ σώματι
ἡμῶν ἀλγεινῶν ἔχειν δύναμιν r. λέγει γὰρ ὁ μέγας Ἐπιφάνιος ἰατρεύειν
αὐτὴν οἰδήματά τε καὶ ἀπὸ σιδήρου πληγὰς ἐπιχριομένην. 
ἐπισημαντέον s δὲ ὡς ἡ τῶν λίθων ἐνταῦθα παράληψις, οὐ τοῦ τιμίου
χάριν, ἀλλὰ τὸ ἐκ τῆς χρόας σημαινόμενον ἔσχεν. 
 t Ὅμοιος ὁράσει λίθῳ ἰάσπιδι. 
 Διατὶ οὐκ ἐν σχήματι ὁ Πατὴρ δείκνυται ὥσπερ ὁ Υἱὸς, εἴρηται·
ὁράσει δὲ λίθων παραβάλλεται· πρωτῇ τῇ ἰάσπιδι, διὰ τὸ 
τοῦ χρώματος χλοερὸν, αἰνιττομένου τὸ εὐεργετικὸν τοῦ θείου καὶ
πάντροφον καὶ φιλάνθρωπον· τὸ σάρδιον δὲ μετ’ αὐτὸ τὸ φοβερὸν
αἰνιττομένου διὰ τοῦ πυρώδους. εἰ γὰρ καὶ φύσει φιλάνθρωπον ὁ
Θεὸς καὶ ἀγαθὸν, ἀλλ’ ὅμως τὸ ἡμέτερον σκαιὸν καὶ διάστροφον
εἰκάζεται αὐτὸ, εἰ θέμις τοῦτο εἰπεῖν, ἀφιέναι μὲν τὸ ἥμερον, ἐπὶ 
δὲ τὴν αὐστηρίαν χωρεῖν. ἐπεὶ γὰρ “ τὰ φρικτὰ, οὐ πτοεῖ κατὰ
τὸν εἰπόντα ἅγιον, “ τὰ φαιδρὰ οὐ προτρέπεται. τί ἔτι λοιπὸν
ἣ τῇ αὐστηρίᾳ κεχρῆσθαι ; εἰ μή πω καὶ τοῦτο τιμωρητικοῦ
φῶμεν ἔργον, ἀλλὰ πατρικῆς γνώμης τοῦ πάντας ἡμᾶς σωθῆναι
θέλοντος, καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν· ἐπιγνῶναι δὲ διὰ 
 

 
παιδείας. τίς γὰρ υἱὸς ὃν οὐ παιδεύει πατὴρ, εἰ γὰρ μὴ
παιδεύει, εἰς νόθους δηλονότι ἀποπεμπόμενος υἱούς. 
 Καὶ ἶρις κυκλόθεν τοῦ θρόνου. 
 Ἡ μὲν αἰσθητὴ ἶρις, ἣν ἡ θεία γραφὴ τόξον καλεῖ Θεοῦ u,
ἡνίκα φάσκει, “ τὸ τόξον μου τίθημι ἐν τῇ νεφέλῃ, ” ἐκ τῆς ἀντανακλάσεως 
τοῦ ἡλιακοῦ φωτὸς x συνίσταται, ὅταν ἐν παχύτητι
νέφους ὑδατώδους ἀποληφθέντος, ἀντιφράσσηται μὲν αὐτὸ τὸ
φῶς τὴν ἑαυτοῦ ἐκπομπὴν διὰ τοῦ νέφους, ποικίλην δὲ καὶ παντοειδῆ
φαντασίαν χροιῶν ὑποβάλλεται. κἀκείνη μὲν τοιαύτη ἡ
ἶρις. ἡ δέ γε τὸν θρόνον περικυκλοῦσα, μονοειδὴς σμαραγδίζουσα. 
ἶριν δὲ κέκληκεν αὐτὴν, ἀπὸ τῆς παρ’ ἡμῖν ἴριδος ποικιλοχρωμάτου
y, ὡς ἃν τὸ διάφορον τῶν θείων Ἀγγέλων τῆς ἀγαθοεργοὺς
ἐννοήσωμεν λειτουργίας, ὧν τὸ διάφορον εἰς μίαν ἐνεργητικὴν z
ἀποτελευτᾷ χρείαν, κατὰ μίμησιν τοῦ οἰκείου a δεσπότου. ἐπεὶ
καὶ τούτου τὸ πάντροφον καὶ εὐεργετικὸν, ἡ χλοάζουσα τῆς 
ἰάσπιδος λίθου χροιὰ παραδηλοῦν ἐβούλετο, τῷ πρασίῳ εἴδει τῆς
σμαράγδου λίθου ὁμοιουμένης b. 
 Θρόνοι εἰκοσιτέσσαρες. 
 Θρόνον, οὐκ ἄλλο τι ἐνταῦθα χρὴ νοεῖν, εἰ μὴ τὸ πρὸς τὰ θεῖα
προστάγματα φιλότιμον πρὸς ἐργασίαν. μόνως γὰρ ἃν οὕτως 
παρασκευασθεῖσα ψυχὴ, ὄχημα θεῖον ἐνάμιλλόν c ἐστι τῶν χερουβίμ.
d ἔποχον ὡς ἐκεῖνα τὸν δι’ αὐτῶν ὡς Δαβίδ φησι, φερόμενον
ἔχουσα ἔφορον παντὸς τοῦδε τὸν ποιητήν. 
 Πρεσβυτέρους καθημένους. 
 Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ δὲ τῶν εἰκοσιτεσσάρων πρεσβυτέρων e κατὰ 
τίνα λόγον οὗτος παρείληπται· δοκεῖ δή μοι εἰ καὶ ἀναξίως, πλὴν
τὸ τοῦ μακαρίου Παύλου ἐρεῖν, ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι τὸ ἐπελθὸν
φθέγξασθαι, εἰς παράστασιν τοῦ ὅτι ἡ ὑπεράρχιος, ᾧδ᾿ ἃν θεωροῖτο.
ἡ ὑπεράρχιος καὶ ἡ ὑπέρθεος παναγία τριὰς, τὸν ἑβδοματικὸν
ἀριθμὸν, ὃν καὶ σύστοιχον τῷ ὁρατῷ αὐτῆς συστήματι 
 

 
τούτῳ ἴ’ ἔθετο, καταρχὰς κατὰ τὸ ἀνεξερεύνητον 8 τῆς ἑαυτῆς
σοφίας βάθος ἰσαρίθμως ἑαυτῇ τὸν ἑβδοματικὸν h ἀνελίξασα
ἀριθμὸν i, τὸν εἰκοσιτέσσαρα ἀριθμὸν ὑπέφηνε. τριάκις γὰρ ἑπτὰ,
εἴκοσι καὶ ἓν ἀποσωρεύει τοῦ ἀπολειπομένου ποσοῦ τοῦ εἴκοσι καὶ
τέσσαρα ἀριθμοῦ, ὅς ἐστιν ὁ τρία, τῇ παντουργῷ θείᾳ Τριάδι ἀνατεθέντος k. 
διὸ καὶ ὁ ἕβδομος ἀριθμὸς τριαδικῶς ἀνελιχθεὶς, μετὰ
τοῦ ἀνελιχθῆναι παρεσχηκότος 1 τὸν εἰκοσιτέσσαρα ἀπετέλεσε.
τῶ ἑβδόμῳ δὲ, οὐ καὶ παντὸς διὰ παντὸς τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου τούτου
χωρεῖ ; καὶ κατά τινα ἑαυτοῦ δύναμιν θνητῇ φύσει ἀδύνατον εἰς
τόδε εἰδέναι ; n ὅτι δὲ ὁ ἑπτὰ ἀριθμὸς διὰ παντὸς ἐνορᾶται τοῦ 
αἰσθητοῦ κόσμου χωρῶν, Φίλων ὁ ἐξ Ἰουδαίων θεωρητικώτατος καὶ
πολυμαθέστατος ἀνὴρ ἱκανὸς παραστῆσαι· ὃς πολύς ἐστιν ἐν
τῷ λόγῳ τῷ περὶ τῆς κατὰ Μωϋσέα φιλοσοφίας, ἐπιστημονικαῖς
ἐφόδοις τὸν ἀριθμὸν τοῦτον κρατύνων, καὶ διὰ πάσης διήκειν
ἀποδεικνὺς τῆς αἰσθητῆς κτίσεως, ὅσα κινήσει τῆς οὐρανίου 
ἐνθεωρεῖται φορᾶς, ὅσα τοῖς κινουμένοις ἐμπρέπειν ἁρμόδιον.
καὶ τούτου οἶμαι παράδειγμα καὶ τοὺς κδ΄ νῦν πρεσβυτέρους, τοὺς
ἐπόχους τῶν θρόνων τοῦ ἀπ’ αἰῶνος πρεσβείου σύμβολον φέροντας,
ἡ ἀποκάλυψις προυβάλετο τῷ πάντων γενάρχῃ Θεῷ, διὰ τῆς
προσκυνήσεως τὴν δουλικὴν πρὸς αὐτὸν σχέσιν σημαίνοντας. 
ἰσάριθμοι δὲ τοῖς θρόνοις οἱ καθήμενοι, καὶ πρεσβύτεροι, οὐ νεώτεροι,
ἐπεὶ καὶ ἡ ἐπαγγελία τῆς κληρονομίας τῆς βασιλείας ο
πρεσβυτάτη, ὡς πρὸ καταβολῆς κόσμου. p διό φησιν ὁ κριτὴς
ζώντων καὶ νεκρῶν. “ δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου,
κληρονομήσατε τὴν πρὸ καταβολῆς κόσμου ἡτοιμασμένην ὑμῖν 
βασιλείαν.” προητοιμασμένης ἡμῖν βασιλείας. πάντως δὲ τοῖς
πρὸ καταβολῆς κόσμου τὸ ἔπαθλον ἔχουσιν ἑτοιμασθὲν, οὐχ ὡς
νεωτέροις, ἀλλ’ ὡς ἐγγηράσασι q τοῖς θείοις προστάγμασι δίδοται
ἡ αἰώνιος r βασιλεία. s διὸ καὶ ἰδικὴ αὐτῶν ἡ περιβολὴ ὡς
πλειστάκις καὶ ἀνενδότως τοῖς τῆς ἀρετῆς καθαρτηρίοις λελευτούτῳ 
 

 
κασμένη· ὅπως δὲ κδ΄ καὶ οὗτοι καὶ τοῖς θρόνοις ἰσάριθμοι ἡ περὶ
τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θρόνων φθάσασα θεωρία ἐδήλωσεν· ἥτις τὸν ἑπτὰ
ἀριθμὸν ὡς σύστοιχον τῷ ὁρατῷ τούτῳ κόσμῳ τριπλασιασθέντα
ἐπισωρευθῆναι τὸν κδ΄ ἀπέφηνεν· ἐξ οὗ καὶ πάντας τοὺς ἐν τῷ
ἑβδοματικῷ κόσμῳ κατορθωκότας ταῖς λαμπροτάταις ἀμφιέννυσιν 
ἀρεταῖς, καὶ νικητηρίοις τοῖς κατὰ τῶν παθὼν καὶ τῶν ἀοράτων
ἐχθρῶν τοῖς παγκρατιασταῖς συμβόλοις συμβόλοις κατακοσμεῖ. χρυσοῦς
δέ φησι τοὺς στεφάνους. οὐδὲ γὰρ εἶχί τι χρυσοῦ τιμαλφέστερον
τοῖς ἐν τῷ παρόντι βίῳ ἐνστρεφομένοις ὑποτίθεσθαι t πρὸς
ἐναργῆ γνῶσιν. 
 u Περιβεβλημένους ἐν ἱματίοις λευκοῖς. 
 Ἱστέον ὡς τοῦ ἱστορικοῦ ἔθους τὰ γεγονότα ἐξαγγέλλειν ἔχοντος
πράγματα σκοπὸν, ἀλλ’ οὐχὶ τὰ μέλλοντα καὶ ἐνεστῶτα·
τίς γὰρ ἡ χρεία τὰ ἐνεργούμενα καὶ παρόντα διδάσκειν ; ὃ
ὁ προκείμενος Εὐαγγελίστης μέχρι τοῦ νῦν φυλάξας, ἀπὸ τοῦδε 
ἤμειψε τὴν τάξιν. οὐ τὰ γεγενημένα ἀλλὰ τὰ ἐνεστῶτα ἱστορῶν·
ἔστιν οὖν περὶ τούτου εἰπεῖν, ὡς βουλόμενος τὸ φρικτὸν καὶ
ἔμφοβον καὶ ἀδιάπαυστον αὐτῶν παραστῆσαι, τοῦτο ἐποίησε· τὸ
γὰρ τὰ παρελθόντα διηγεῖσθαι οὐ τοσοῦτον φέρει τοῖς ἀκούουσι τὸ
φοβερὸν, ὅσον τὸ ἐνεργές τε καὶ ἐνεστώς. 
 x Καὶ ἐκ τοῦ θρόνου ἐκπορεύονται ἀστραπαὶ καὶ φωναὶ
καὶ βρονταί. 
 Ἐντεῦθεν τὸ φοβερὸν καὶ καταπληκτικὸν τοῦ θείου αἰνίττεται.
τὸ γὰρ θεῖον κάλλος οὐκ ἐν διαχύσει τινὶ καὶ ἡδονῇ τέρψεως τὴν
εὐφροσύνην ἔχει. ἀλλ’ ἐν τῷ μετὰ θαύματος φοβερῷ· διὸ καὶ ὁ 
προφήτης φησὶ, “ δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ, καὶ ἀγαλ-
“ λιᾶσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ.” τὸ γὰρ ἀγαλλίαμα τῆς πρὸς αὐτὸν
οἰκειώσεως φόβον οἶδεν ἐμποιεῖν τοῖς ἀγαπῶσι γνησίως, μήτι
τούτοις ἐνδεῖ πρὸς ὑπουργίαν τοῦ οὕτως ἀγαπωμένου. διὸ φησιν
ὁ Δαβὶδ, “ φοβήθητε τὸν Κύριον πάντες ἅγιοι αὐτοῦ, ” ὅτι οὐκ 
ἔστιν ὑστέρημα τοῖς φοβουμένοις αὐτόν. 
 

 
 Καὶ ἑπτὰ λαμπάδες πυρὸς καιόμεναι. 
 Tὰς ἑπτὰ y λαμπάδας, αὐτὸς ἡρμήνευσεν z ἑπτὰ πνεύματα,
ἅ τινα a ἤτοι ὡς ‘Hσαΐας, τὰ θεῖα τοῦ πνεύματος χαρίσματα, σοφίας,
ἰσχύος, βουλῆς b καὶ τὰ τούτοις ἑξῆς δεῖ νοεῖν, ἢ, ὡς
Εἰρήναιος καὶ Κλήμης ὁ στρωματεὺςc, τὰ λειτουργικὰ καὶ τῶν 
ἄλλων ἐξέχοντα ταγμάτων. ἑπτὰ μὲν,διὰ τὴν ἐφορείανd τοῦδε τοῦ
κόσμου τοῦ τῷ ἑβδόμῳ συστοίχου ἀριθμῷ e. ἢ, ὡς ἤδη παρεθέμεθα.
καιόμεναι δὲ, διὰ τὸ ἀνένδοτον καὶ διηνεκὲς τῆς περὶ τὸ θεῖον
ἁγιστίας. τοιοῦτον γὰρ καὶ πῦρ f, τοῦτο τὸ ἔνυλον ἀδιαλείπτως
φωτίζον καὶ φλέγον. διὸ καὶ ὁ προφήτης φησὶν, “ ὁ ποιῶν τοὺς 
“ Ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πῦρ
“ φλέγον g.” 
 Καὶ ἐνώπιον τοῦ θρόνου ὡς θάλασσα ὑαλίνη ὁμοία
κρυστάλλῳ. καὶ ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου, καὶ κύκλῳ τοῦ
θρόνου τέσσαρα ζῷα γέμοντα ὀφθαλμῶν ἔμπροσθεν καὶ 
 ὄπισθεν. καὶ τὸ ζῶον τὸ πρῶτον ὅμοιον λέοντι. καὶ τὸ
δεύτερον ζῶον, ὅμοιον μόσχῳ. καὶ τὸ τρίτον ζῶον, ἔχον
πρόσωπον ἀνθρώπου. καὶ τὸ τέταρτον ὅμοιον ἀετῷ
πετομένῳ. 
 Θαλάσσῃ ἀπεικάζει τὸ κατενώπιον τοῦ θρώνου, τὸ ἄπειρον καὶ 
ἀνείκαστον πλῆθος τῶν κυκλούντων θείων δυνάμεων τῷ θρόνῳ h
σημαίνων τοῦ Θεοῦ. ὃ i καὶ Δανιὴλ διὰ τοῦ χιλιακοῦ καὶ μυριαδικοῦ
ἀριθμοῦ παριστᾷν βούλεται. ἡ δὲ ὑαλίνη καὶ κρυσταλλοειδὴς k
θάλασσα, τὴν διαύγειαν τῶν ἀσωμάτων φύσεων σημαίνοντός
ἐστιν, καὶ τοῦ l περὶ τὸν θρόνον, ἤγουν τῆς ἀγγελικῆς 
ζωῆς m τὸ ἀτάραχον. ἅτε ἀκινήτως ὡς ὕαλος πεπηγυῖα n καὶ
κρύσταλλος, τῷ μηδὲ μιᾷ κηλῖδι σκοτουμένη πρὸς ἀνοήτους
περισπᾶσθαι κλονήσεις o. . . . . τὶς καὶ κρυσταλλοειδὴς ἡ τοῦ
 

 
οὐρανοῦ νενόμισται φύσις σκοπεῖν χρὴ εἰ δία δια * * * * ἐδάφους
σημαίνεται τὸ στίλβον ὁμοῦ καὶ διαυγὲς ἔχουσα, εἰ μὴ * * * *
δόξωμεν τὰ ὑπὲρ κατάληψιν ὑμῖν τερατευόμενοι. 
 p Καὶ ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου, καὶ κύκλῳ τοῦ θρόνου. 
 Ὁ θρόνος σημαντικός ἐστι τῆς τοῦ Θεοῦ βασιλείας καὶ τοῦ 
αἰωνίου κράτους τῆς Κυρείας ἐν ἐξουσίᾳ καὶ περὶ * * τὸ ἀναπόδραστον
δραστον τῆς προνοητικῆς αὐτοῦ δεσποτείας κατανοεῖται καὶ ἡ
ἀγαθότης. ταῦτα δὲ τὰ ἅγια ζῷα ἕτερα τῆς τοῦ Ἰεζεκιὴλ
τυγχάνει ὀπτασίας. ἐκείνων μὲν γὰρ ἕκαστον τετραπρόσωπον
ὡρᾶτο καὶ ὀκταπτέρυγον, καὶ τροχούς τινας ἐπισυρόμενα οἱς ἐπεκέκλητο 
γ γέλ·q εἰ καὶ πολυόμματα κἀκεῖνα ὡς καὶ ταῦτα·
ἐνταῦθα δὲ ἐν ἑκάστῳ πρόσωπον διάφορόν τε καὶ πτέρυγες ἕξ·
κἀκείνοις μὲν ὡς αὐτῷ δοκεῖ Ἰεζεκιὴλ ὄνομα Χερουβεὶμ, τούτοις
δὲ ἀκολούθως Σεραφεὶμ, ἃ τῷ Ἡσαΐᾳ ἐδείχθη τῷ θείῳ· οὐχ
ὁμοιότητα ἐμφαίνοντα ὡς ταῦτα προσώπων, ἀλλὰ ταῖς δυσὶ μὲν 
πτέρυξι τὰ ἑαυτῶν κατακαλύπτοντα πρόσωπα, ἐκτὸς τοῦ περιανθίζεσθαι
ὡς ταῦτα καὶ ὀφθαλμοῖς. ἀλλ’ εἰ τι ταῦτα αἰνίττεσθαι
βούλεται τὰ νῦν δειχθέντα τῷ Εὐαγγελιστῇ τὴν πλάνην τὴν ἀπὸ
τοῦ ψαλμικοῦ ἐγγενομένην ῥητοῦ “ Κύριος,” φάσκουσαν, “ ἐν τῷ
“ οὐρανῷ τὸ ἔλεος σου, καὶ ἡ ἀλήθειά σου ἕως τῶν νεφελῶν.” 
ἔδοξε γὰρ ἐκ τούτου τοῦ ῥητοῦ τισὶ τὴν περίγειον κτίσιν ἀνεπισκόπητον
Θεοῦ διατελεῖν διὰ τὴν παράβασιν τοῦ Ἀδὰμ, καὶ
τὸ ἀλλοιωτὸν τῶν περὶ γῆν φύσεων· οὐ συνιέντων τὸ “ οἱ οἰκτιρμοὶ
“ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὥστε εἰ ἔργα καὶ τὰ ἐπίγεια
Θεοῦ ἐπισκοπῆς ἂν εἰκότως ἀξιοῖτο· δεικνύναι οὖν τῆ ὀπτασία τῶ 
Εὐαγγελιστῇ σκοπὸς τῆς πλάνης ἣν εἰρήκαμεν ἀποφέρων ὡς διὰ
τῶν δ΄ τούτων ζώων, ἢ τῶν ἐκ δ΄ στοιχείων, πυρὸς, ὕδατος, ἄερος,
γῆς, σύγκατος κτίσις τῆς ἐποψίας τυγχάνει Θεοῦ, ὡς ἑκάστῳ τῶν
ὁραθέντων ζώων εἰς ὑποτύπωσιν ἀναφερομένου τῶν κοσμικῶν στοιχείων·
λέοντος μὲν διὰ τὸ θυμικὸν καὶ θερμὸν εἰς τὸ πῦρ· μόσχου 
δὲ διὰ τὰ περὶ γῆν ἔργα, εἰς τὴν γῆν· ἀνθρώπου δὲ εἰς τὸν ἄερα·
οὐράνιον γὰρ καὶ μετάρσιον ῥυτὸν ἄνθρωπος διὰ τὴν τοῦ νοῦ
 

 
λεπτότητα· ἀετοῦ δὲ εἰς τὸ ὕδωρ· ἐξ ὑδάτων γὰρ ἡ γένεσις τοῖς
πτηνοῖς· τὸ πολυόμματον δὲ τὴν περὶ πάντα τοῦ Θεοῦ ἐποψίαν,
ἣν καὶ διὰ τῶν νοερῶν πνευμάτων τῆς διακονίας ποιεῖται· ὡς
Δαβίδ φησι, “ δυνατοὶ ἰσχύι ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ, τοῦ
“ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ.’ τουτέστιν ἀνυπερθέτως 
ἐξ αὐτοῦ προστάγματος ἐκτελοῦντες λειτουργίαν. 
 Τέσσαρα ζῷα γέμοντα. 
 Ταῦτα τὰ τέσσαρα ζωὰ τινὲς, καὶ τὰ τέσσαρα Εὐαγγέλια καὶ
τὰς τέσσαρας γενικὰς ἀρετὰς ἐξέλαβον r, τοῦ μὲν λέοντος δληοῦντος
τὴν ἀνδρείαν καὶ τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, ὃ καὶ 
Εἰρήναιος ὁ Λουγδούνου ἅγιός φησι τῆς προαιωνίου βασιλείας
εἶναι δηλωτικὸν, διὰ τοῦ, “ ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. τοῦ δὲ μόσχου,
τὴν δικαιοσύνην, ἅτε τοῖς οἰκείοις ἀρκουμένον s πόνοις, καὶ τὸ κατὰ
Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, ὡς νομικῶς καὶ ἱερατικῶς τὸν Χριστὸν
γενεαλογήσαντα t. τοῦ δὲ ἀετοῦ τὴν σωφροσύνην. ταύτην u γὰρ 
μαρτυρεῖται τὸ ζῶον ἔχειν x, καὶ τὸ κατὰ Μάρκον Εὐαγγέλιον
σύντομον ὃν, ὡς ὁ ἀετὸς τὴν πτῆσιν y, καὶ ἀπὸ τοῦ προφητικοῦ
Πνεύματος ἀρξάμενον. τοῦ δὲ ἀνθρώπου τὴν φρόνησιν, καὶ τὸ
κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ὡς φυσικῶς καὶ οὐ νόμῳ κηρύξας
τὴν Χριστοῦ γένησιν. ἴσως δὲ καὶ διὰ τούτων ἡ οἰκονομία 
Χριστοῦ δηλοῦται. διὰ τοῦ λέοντος, ὡς βασιλεύς. διὰ τοῦ
μόσχου, ὡς ἱερεὺς μᾶλλον δὲ καὶ ἱερεῖον a. διὰ τοῦ ἀνθρώπου b
ὡς δι’ ἡμᾶς ἀνδρωθείς. διὰ τοῦ ἀετοῦ, ὡς χορηγὸς c τοῦ ζωοποιοῦ
Πνεύματος καὶ d ἐπὶ πάντας καταπτάντος e. 
 Καὶ τέσσαρα ζῷα ἓν καθ’ ἓν εἶχον ἀνὰ πτέρυγας ἓξ 
κυκλόθεν. καὶ ἔσωθεν γέμοντα ὀφθαλμῶν, καὶ ἀνάπαυσιν
οὐκ ἔχουσιν ἡμέρας καὶ νυκτὸς λέγοντες, Ἅγιος
ἅγιος, ἅγιος, Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ὁ ἦν, καὶ
 ὁ ὢν, καὶ ὁ ἐρχόμενος. καὶ ὅταν δῶσι τὰ ζῷα δόξαν,
 

 
καὶ τιμὴν, καὶ εὐχαριστίαν τῷ καθημένῳ ἐπὶ τοῦ θρόνου,
 τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, πεσοῦνται οἱ
εἰκοσιτέσσαρες πρεσβύτεροι ἐνώπιον τοῦ καθημένου ἐπὶ
τοῦ θρόνου, καὶ προσκυνήσουσι τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας
τῶν αἰώνων. καὶ βαλοῦσι τοὺς στεφάνους αὐτῶν ἐνώπιον 
 τοῦ θρόνου, λέγοντες, Ἄξιος εἶ ὁ Κύριος καὶ ὁ
Θεὸς ἡμῶν ὁ Ἅγιος, λαβεῖν τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν
καὶ τὴν δύναμιν. ὅτι σὺ ἔκτισας πάντα, καὶ διὰ τὸ
θέλημά σου ἦσαν καὶ ἐκτίσθησαν. 
 Εἰπὼν τὰ f τέσσαρα ζῷα τὰ τὸν θρόνον κυκλοῦντα, καὶ τὸ εἶδος 
ἑκάστου διεξελθὼν, ὃ καὶ ἡμεῖς ὡς ἐφικτὸν ἡμῖν κατὰ τὸ κατ’
ἀξίαν δοθὲν χάρισμα παρεθέμεθα, ὅτι τὸ προνοητικὸν περὶ πᾶσαν
τὴν περίγειον αὐτοῦ κτίσιν περιστῶντός ἐστι τοῦ Θεοῦ, διὸ καὶ
τέσσαρα ζῷα ἰσάριθμα τῇ τετρακτύι· τῶν ποιοτήτων, δι’ ὧν τὰ
στοιχειώδη σώματα ὑπέστη τοῦδε τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, νῦν καὶ τὸ 
τῆς λειτουργίας ὀξύρροπον g αὐτῶν παρίστησιν· ὃ καὶ Δαβὶδ
παρίστησι h διὰ τοῦ, “ δυνατοὶ ἰσχύι ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ,
“ τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ, οἱονεὶ οὐκ ἔφθη τὸ
πρόσταγμα τὴν συντέλειαν τοῦ προτεταγμένου, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς
τῆς ἐντολῆς ἠνύσθη τὸ βούλημα. τὸ τάχος δὲ διὰ τῶν πτερύγων 
ἓξ κατανύεσθαι 1 φησὶν ἑκάστῳ. τοῦτο γὰρ τὸ ἓν καθ’ ἓν k ὺποφαίνει 
ἵνα μή τις τὰς ἓξ πτέρυγας ἀκούσας, κοινὴ ταύτας
προεῖναι νομίσῃ. τὸ δὲ “ κυκλόθεν, οὐ τῶν πτερύγων, ἀλλὰ τῶν
τεσσάρων τὴν στάσιν ἐμφαίνει, ὅτι μὴ στοιχηδὸν, ἀλλὰ καὶ
κυκλικῶς m ἦν. τῶν δὲ πτερύγων ὁ ἀριθμὸς, τὸ τέλος αἰνίττεται 
τῆς λειτουργίας, καὶ τὸ πρὸς ὃ ἡ λειτουργία· τέλειος γὰρ n ὁ ἓξ
ἀριθμὸς, παρὰ τοῖς τὰ τοιαῦτα κομψοῖς ἀνυμνεῖται. οὐδὲν δὲ
παρὰ τοῖς τὴν αἴσθησιν ἀναβεβηκόσιν ἀτελὲς, οὐδὲ τὴν ἐκ μετα-
μελείας συμπλήρωσιν ἐκδεχόμενον. ἓξ δὲ πτέρυξιν ὁ θεῖος Διονύσιος o
τὰ νοερὰ ζωὰ διηρτῆσθαι φησὶ p, δυσὶ τὰ πρόσωπα καλύεἰπὼν 
 

 
πτοντα, ταῖς δὲ δυσὶ τοὺς πόδας, ταῖς μέσαις δὲ πετᾶσθαι· ἵνα
περὶ τὰ ὑψηλότερα καὶ βαθύτερα τῆς οἰκείας καταλήψεως φανῇ
αὐτῶν ἡ εὐλάβεια, δι’ ἣν τοῖς μέσοις προστάσσεσθαι τὰς ἀρχικὰς
αὐγὰς θείοις ζυγοῖς ἀνατείνειν q. τὸ δὲ “ κυκλόθεν, διὰ τὸ παντεπίσκοπον
παρείληπται. τὸ δὲ “ ἔσωθεν,’’ ὅτι οὐδὲν τὰ θεῖα λανθάνειν 
δύναται, οὐδὲ τῶν ἐν παραβύστῳ τισὶ τελουμένων. τὸ δὲ “ ἀνάπαυ-
“ σιν οὐκ ἔχουσιν,’’ οὐχ ὅτι ἔγκοπόν τι ὑφίστανται, τῇ ἀνενδότῳ
λειτουργοῦντα ὑμνῳδίᾳ· περὶ τὴν αἰσθητὴν γὰρ κτίσιν ὁ κόπος.
ἀκάματα δὲ πάντα ὅσα ὑπὲρ τὴν ὕλην. ἐκεῖ δὲ, κατὰ τὸν εἰπόντα,
“ ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη, καὶ στεναγμός. οὐ τὸ ἔγκοπον οὖν τὸ, 
“ ἀνάπαυσιν οὐκ ἔχουσι, παριστᾷ, ἀλλὰ τὸ περὶ τὴν θείαν ὑμνῳδίαν
ἀνένδοτον, ὡσπερεὶ κατεντρυφωντων πρὸς δόξαν καὶ αἶνον του
θείου συντελουμένων. τὸ δὲ r τρισυπόστατον s τῷ τριπλασιασμῷ
τῆς δόξης καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ t ἔχομεν u νοεῖν. x οὐκ ἀμάρτυρος δὲ
ἡ τῶν τριῶν ὑποστάσεων ἐπὶ τοῦ θείου ἐμφάνεια. ἀλλ’ ἐκ παλαιᾶς 
καὶ νέας γραφῆς ποριζομένη. ἐκ παλαιᾶς, ἀφ’ ὧν πρὸς Μωϋσῆν
ὁ χρηματίζων “ ὁ ὢν ἀπέσταλκέ με κελεύων ἐρεῖν· ἐκ δὲ τῆς νέας
αὐτὸς οὗτος ὁ τὴν Ἀποκάλυψιν ταύτην διδάσκων· τὸν μὲν Υἱὸν διὰ
του ἢ ἐν ἀρχῇ ἢν ὁ Λόγος εἰπών. τὸ Πνεῦμα δὲ, αὐτὸς
ὁ ἐνανθρωπήσας, ὁ ἦν, τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐν τῷ θείῳ πάθει 
ἐπαγγειλάμενος “ πέμψειν αὐτοῖς ἄλλον Παράκλητον· τίς δὲ νοῦ
κύριος τὸν ἀποστελλόμενον οὐχὶ τὴν ἀποστολὴν ἐκπληροῦντα καὶ
ἐρχόμενον φήσει ; ἐναργεστέρας οὔσης τῆς ἐπὶ τοῦ βαπτίσματος
εἰς ὄνομα Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος ἐντολῆς. 
 Πεσοῦνται οἱ εἰκοσιτέσσαρες πρεσβύτεροι. 
 Διὰ τούτων δηλοῦται καὶ τοὺς νοηθέντας ἡμῖν πρεσβυτέρους
κοινωνοὺς εἶναι τῆς ὑμνῳδίας τῶν οὐρανίων δυνάμεων· ὁμολογοῦντας
ἐκ Θεοῦ κεκομίσθαι τῆς τῶν νοητῶν ἐχθρῶν νίκης τὴν δύναμιν.
ἐπισκοπητέον y δὲ τὴν τῶν χρονικῶν διαστημάτων ἐν τῇ ἀφηγήσει
ἀκρίβειαν. ἀπὸ γὰρ τῆς τῶν ἐνεστώτων ἐπαγγελίας z, ἐπὶ τὰ 
μέλλοντα χωρεῖ, οὐκ ἀσυνεσίᾳ τοῦτο ποιῶν, ἐνδεικνύμενος δὲ ὡς
καὶ τῆς πρὸ τῆς τελευταίας τῶν κατορθούντων ἀναρρήσεως, ἐστί
 

 
τι a τοῖς ἀπεκδύνουσι τὸ παρὸν ἐναγώνιον στάδιον τῷ τεθειμένῳ
ὑπείκουσιν ὅρῳ, τοῦ συμφέροντος b ἑκάστῳ ὡροθετηκότος c εὐχαριστίᾳ·
ἅτε καὶ ἀντιλαμβάνουσι συμμέτροις πρὸς τὸν μέλλοντα d
καὶ ἀκατάλυτον αἰῶνα, παραραβλήτω e τὰς ἀντιδόσεις, ἤτοι Θαυμάτων
μάτων περιουσίαν τοῖς πρὸς αὐτοῦ ἐπιδεῶς ἀφικνουμένοις, ἢ καὶ 
τισιν ἑτέραις εὐεργεσίαις g. οὐκ οὑν ἐπὶ τῆς τελευταίας μόνον
τεθησαύρισται ἡμέρας, ἡ ἀπὸ τῶν λειτουργικῶν Πνευμάτων καὶ
τῶν ἐκείνοις ἐναμίλλων ἀνθρώπων ἐξαιρέτως τῷ ἔργῳ δειχθέντων
πρὸς τὸν σαρκωθέντα Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ὑποτύπωσις
τύπωσις καὶ εὐφημία καὶ αἶνος, ἀλλ’ ἤδη καὶ ἔπι του ἐνεστῶτος, 
ὡς ἡ δοκοῦσα τῶν χρονικῶν διαστημάτων παράβασις τοῖς ὀξυωπεῖν
δυναμένοις ὑπέστησεν. 
 Καὶ βαλοῦσι τοὺς στεφάνους αὐτῶν. 
 Τὸ βαλεῖν τοὺς στεφάνους ἐνώπιον τοῦ θρόνου, τὴν νίκην δηλοῖ l
ὡς καὶ νυν ἔπι τῶν νικώντων ἀγῶνάς ἐστιν ἰδεῖν. ὁ θρόνος δὲ 
τὴν κυριότητα καὶ ἐξουσίαν. ἔστι καὶ βασιλείας ὁ στέφανος
σύμβολον. βάλλοντες οὖν ἐνώπιον τοὺς στεφάνους τοῦ θρόνου, τί
ἃν ἄλλο, ἢ τὴν ὄντως καὶ ἀληθῆ βασιλείαν, καὶ τὴν κατὰ πάντων
νίκην, τῷ ἐπὶ πάντων n ἀνατιθέασι Θεῷ ; λέγοντες, σοὶ δέσποτα
παρὰ πάντων ἐποφείλεται δόξα, ὡς κτίστῃ καὶ δημιουργῷ, καὶ 
ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι προσαγωγεῖ o καὶ συντηρητῇ τε p
καὶ συνοχεῖ.

ΚΕΦ. ΙΑ. 

 Περὶ τῆς βίβλου τῆς ἐσφραγισμένης σφραγῖσιν ἑπτὰ, τῆς ἐν τῇ q χειρὶ τοῦ
Θεοῦ, ἢν οὐδεὶς ἀνοῖξαι δύναται τῆς κτιστῆς φύσεως r. 
 Καὶ εἶδον ἐπὶ τὴν δεξιὰν τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ
θρόνου, βιβλίον γεγραμμένον ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν, κατεσφραγισμένον
 σφραγῖσιν ἑπτά. καὶ εἶδον Ἄγγελον
ἰσχυρὸν κηρύσσοντα ἐν φωνῇ μεγάλῃ. τίς ἄξιός ἐστιν
 

 
ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ λύσαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ ;
 καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο ἐν τῷ οὐρανῷ, οὔτε ἐπὶ τῆς γῆς, οὔτε
ὑποκάτω τῆς γῆς, ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον, οὔτε βλέπειν αὐτό.
 καὶ ἐγὼ ἔκλαιον πολὺ, ὅτι οὐδεὶς ἄξιος εὑρέθη ἀνοῖξαι
 τὸ βιβλίον, οὐδὲ βλέπειν αὐτό. καὶ εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων 
λέγει μοι, Μὴ κλαῖε. 
 rr Ἐπὶ τὴν δεξίαν τοῦ Θεοῦ ὤφθη τὸ βιβλίον. τὰς κατὰ τὸν βίον
δεξιὰς τῶν ἁγίων διεξόδους τῶν ἐν τῇ παλαιᾷ καὶ νέᾳ βούλεται
δηλοῦν. τὰ ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ, τὰ s κατὰ ψυχὴν αἰνίττεται ἀγαθὰ,
ἅπερ καὶ ὁ παροιμιαστὴς Σολομὼν ἐν τῇ δεξιᾷ ἀποκεῖσθαι δηλοῖ 
τῆς σοφίας, ἃ διὰ τῆς ζωῆς ὑπέφηνεν εἰπὼν, “ ἐν τῇ δεξιᾷ αὐτῆς
“ ζωή.” τὰ δὲ ἐξ ἀριστερῶν, τὰ κατὰ σῶμα καὶ τὴν θνητὴν
ταύτην ζωὴν, ἅπερ διὰ τῆς δόξης καὶ τοῦ πλούτου t ἠνίξατο φήσας,
“ ἐν τῇ ἀριστερᾷ πλοῦτος καὶ δόξα. ” ὁ δὲ θρόνος, ὅτι τὴν ἐξουσίαν
καὶ τὸ ὑπερβάλλον τοῦ ἐπ’ αὐτὸν ἐπόχου σημαίνει u, εἴρηται. τι 
δὲ τὸ βιβλίον ; ἡ πάνσοφος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνεπίληπτος x μνήμη.
ἣν καὶ ὁ προφήτης Δαβὶδ καὶ Μωϋσῆς παρεδήλου, ὁ μὲν, διὰ τοῦ,
“ ἐπὶ τὸ βιβλίον σου πάντες γραφήσονται.” ὁ δὲ, διὰ τοῦ, “ κᾀμὲ
“ ἐξάλειψον ἐκ τῆς βίβλου ἧς ἔγραψας.” τὸ δὲ ἔσωθεν γεγράφθαι
καὶ ἔξωθεν, καὶ σφραγῖσι κατησφαλίσθαι ἑπτὰ, τὸ ἔσωθεν μὲν, 
οἱ ἐξ Ἱερουσαλὴμ y ἂν εἴησαν γεγραμμένοι, ὡς θεοσεβεῖς τῇ
ὁδηγίᾳ τοῦ νόμου, τὸ ἔξωθεν δὲ καὶ τῇ χείρονι μοίρᾳ, οἱ ἐξ ἐθνῶν
z ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ ἐπιστρέψαντες καὶ τῆς εἰδωλολατρείας βίου.
αἱ δὲ ἑπτὰ σφραγῖδες, τῷ ἑπτὰ a ἀριθμῷ τὸ ἐπίσημον ἔχουσαι
τὰς b κατὰ τὸν θνητὸν τοῦτον κόσμον τῶν ἡμερῶν μεταβολάς τε
καὶ διαδοχὰς σημαίνουσαι c, τί ἂν ἄλλο συνιέναι παρέχοιεν, ἢ τὸ
μηδένα πλὴν μόνου Θεοῦ τὰ κατὰ τὴν διέξοδον τοῦ βίου ἑκάστου
ἡμῶν ἐξακριβοῦν ἔχειν d εἰδέναι ; ἢ οὖν τοῦτο, ἢ τὸ κεκλεῖσθαι
τὸ βιβλίον καὶ τοῦτο βουλομένου e παριστᾷν ἐστὶ τὸ μηδένα ἠξεῶσθαι
θείας ἐποψίας πλὴν ὀλιγίστων f. πάντες γὰρ ἐξέκλιναν, ἅμα 
 

 
ἠχρειώθησαν τὴν ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδὰμ ἀχρείωσιν, καὶ
ἀπολωλέκασι τὴν πρὸς Θεὸν παρρησίαν. g ἀλλὰ μὴ πάντες ἀκούσας,
μηδένα οἰηθεὶς ἠξιῶσθαι θείας ἐπισκοπῆς, τὸν Ἀβραὰμ καὶ
Μωϋσῆν καὶ τῶν κατ’ ἐκείνους ἀναλογισάμενος ἔνθεον χορόν. τὸ
γὰρ πᾶν ὡς ἐπίπαν οὐ καθ’ ὁλότητα τῶν ὑποκειμένων τῷ λόγῳ 
περιληπτικόν. ἀλλ’ ἔστιν ὅτε καὶ τῆς περιλήψεως ἀστοχοῦν ἐν
τῷ τινὰς τῆς ἀθροίσεως αὐτοῦ ὑποστέλλεσθαι, ὡς ἐν τῷ “ πᾶσα ἡ
“ γῆ ἠρίστα h.” τοῦ γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τοῦτο σημαντικὸν, οὐχὶ
τοῦ παντελῶς. 
 Καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο. 
 Ἀνθρώων μὲν οὐδεὶς ἠδύνατο. τὸ δὲ ἀρνίον i καὶ μάλα k, ὡς
ἤδη εἴρηται, καὶ διὰ τοῦ Δαβὶδ κατὰ l τὸ, “ πρω·ὶ· εἰσακούσῃ τῆς
“ φωνῆς μου,” m τὸ “ πρω·ὶ· παραστήσομαί σοι καὶ ἐπόψῃ με·
πρωΐαν, λέγων n τὴν διὰ σαρκὸς ἐπιδημίαν τοῦ Κυρίου, δι’ ἧς
ἐπιδημίας ἄνθρωποι καὶ θείας ἐποψίας ἠξιώθημεν παραστάντες, 
ἤγουν παραστῆναι ἀξιωθέντες παρὰ τοῦ τὰ κατερραγμένα ἀνορθοῦντος,
καὶ τὰ συντετριμμένα συσφίγγοντος. δι’ ἃ καὶ ἡ πρὸς
ἡμᾶς αὐτοῦ εὔσπλαγχνος ᾠκονομήθη o ἐπιδημία, καὶ διὰ ταύτην
τῶν θείων p προφητῶν αἱ q δεήσεις εἰσηκούσθησαν, ὧν ἐστὶ καὶ ἡ,
“ κλῖνον τοὺς r οὐρανοὺς καὶ κατάβηθι.” 
 s Οὐδεὶς ἐδύνατο ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω, οὔτε ἐπὶ τῆς γῆς,
οὔτε ὑποκάτω τῆς γῆς ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον οὔτε βλέπειν
αυτο. 
 Οὐδεὶς μὲν ἀνθρώπων, ὦ θειότατε Ἄγγελε, εἴποι ἄν τις πρὸς
αὐτὸν, μόνος δὲ ὁ ἐνανθρωπήσας Θεὸς ἁμαρτίαν ἑλὼν, καὶ τὸ καθ’ 
ἡμῶν ῥήξας χειρόγραφον καὶ τῇ οἰκείᾳ ὑπακοῇ τὴν ἡμῶν * * ἀκοὴν
* * * νος, καὶ τὴν ἥτταν ἡμῶν ἀναπαλαίσας. 
 Καὶ ἐγὼ ἔκλαιον, ὅτι οὐδεὶς ἄξιος εὑρέθη. 
 Οὐδὲ γὰρ Ἄγγελος οὐκ ἄνθρωπος ταῦτα ἡμῖν t κατώρθωσεν, ὥς
φησιν Ἡσαΐας ; “ οὐ πρέσβυς οὐκ ἄγγελος, ἀλλ’ αὐτὸς ἔσωσεν 
“ αὐτοὺς, διὰ τὸ ἀγαπᾶν αὐτὸν αὐτούς u.” οὔτε οὖν τῶν ἀσάρκων τις,
 

 
οὔτε τῶν ἐν σαρκὶ ὄντων, οὔτε τῶν x ἐκ σαρκὸς ἀποδεδημηκότων,
τὴν ἀκριβῆ τῶν θείων εἴληφε γνῶσιν. τοῦτο γὰρ y τὸ συνεπτύχθαι
δηλοῖ τὸ βιβλίον, οἱονεὶ τὸ πάσῃ κτιστῇ φύσει ἀνεπινόητα εἶναι
τὰ κρίματα z τοῦ Θεοῦ. a διὸ καὶ ἀβύσσῳ παρείκασται· “ τὰ
“ κρίματα γὰρ τοῦ Θεοῦ,” φησὶ Δαβὶδ, “ ἄβυσσος πολλή.” κτιστῇ 
μὲν οὖν φύσει συνέπτυκται τὸ βιβλίον. καὶ οὐ μόνον ἀνοῖξαί τις
αὐτὸ ἀδυνάτως ἔχει b, ἀλλ’ οὐδὲ βλέπειν, τουτέστιν, οὐδὲ ἀτενῶς
πρὸς τὰ θεῖα κρίματα ἴσχυσεν ὁρᾷν c. d πῶς γὰρ οἱ μόχθῳ τῶν
ἐνύλων τὸ περισπᾶσθαι δεδυστυχηκότες ὡσπερεὶ ἀχλύϊ τὸν νοερὸν
ὀφθαλμὸν ἐξηχρειωμένοι, τὴν περὶ τὰ θεῖα ἐποψίαν εὐτυχῆσαι 
ἀξιωθεῖεν ; ἀλλ’ οἱ τοσούτου ἀναπεπλησμένοι τοῦ ἀναξίου, ἐπειδὴ
αὐτοῖς ἡ τοῦ ἀρνίου ἐπιδημία παρέστη, τὰ πρὶν ἄπορα, εὔπορα
κατέστη, καὶ τὰ δυσχερῆ, ῥᾴδιά τε καὶ εὐχερῆ. e ὡς ἔστι μαθεῖν
ἀπὸ τῶν νῦν πολλῶν τὸ μὲν προστετηκέναι τοῖς βιωτικοῖς παρ
οὐδὲν τιθεμένους, πρὸς δὲ τὰ θεάρεστα τὴν σπουδὴν 
μεταταττομενους. 
 Ἄλλωσ. Ἡ πάντων, φησὶν, ἀναξιότης γέγονέν ἐμοι θρήνων
αἰτία· παρεμυθήσατο δέ μέ τις τῶν πρεσβυτέρων. οὓς πρεσβυτέρους
τινες, φθάσαντες παρεθέμεθα· ὅτι τῶν ἐπουρανίων οὗτοι
δυνάμεων. πρεσβύτεροι δὲ οὐ τῷ χρόνῳ, οἱ ἅμα καὶ κατὰ ταὐτὸ 
τὸ εἶναι λαχόντες, ὡς καὶ Δαβὶδ ἔφη περὶ αὐτῶν ὑπὸ Θεοῦ
γενομένων, “ ὅτι αὐτὸς εἶπε, καὶ ἐγενήθησαν.” οὐ τῷ χρόνῳ οὖν τὸ
πρεσβύτεροι λογιστέον, ἀλλὰ τῃ τιμῃ. ωσπερ καὶ οἱ κατὰ ’τον
Δανιὴλ ἐπὶ Σωσάννῃ πρὸς αὐτὸν Δανιὴλ ἀντενεχθέντες ἔφασαν,
“ δεῦρο καθίσας ἐμμέσῳ ἡμῶν ἀπάγγειλον ὅτι σοι δέδωκεν ὁ Θεὸς 
“ τὸ πρεσβυτέριον.” οὐ τῷ χρόνῳ οὖν τὸ πρεσβύτεροι ἀκουστέον,
ἀλλὰ τῇ τιμῇ, ἤτοι τῇ τάξει καὶ τῇ πρὸς τὸ κρεῖττον ἐγγύτητι·
οὐτέ πω οὐδὲ τῆς ἐγγύτητος νοουμένης. τίς γὰρ τόπος τοῖς ἀϋλίαν
συγκροτουμένοις ; ἐγγὺς δὲ τῇ ἀϋλίᾳ καὶ καθαρότητι τὸ οαραπλήσιον
ἔχουσιν· οὐ γὰρ ὁμοειδῆ οὐδὲ τὰ θεῖα, ὡς οὐδὲ τὰ ἐν 
γενέσει. 
 

 
 Καὶ εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων. 
 Εἷς τῶν πρεσβυτέρων, ἤγουν τῶν θειοτέρων f δυνάμεων. οἳ καὶ
αὐτοὶ τῇ πρὸς ἡμᾶς σχέσει χαρᾶς πληροῦνται, ὡς καὶ ὁ Κύριός
φησι, “ χαρὰ γίνεται ἐν οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι.
εἰ δὲ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ τοῦτο, πόση τίς g ἡ χαρὰ συσταίη ἐπὶ 
πολλοῖς h; δι’ ἣν καὶ ἡ παρουσία i τοῦ ἀρνίου, ὃ ἤνοιξε τὸ βιβλίον
εἰς k τὸ γνῶναι τὸν ἐπὶ σωτηρίᾳ ἡμῶν παραγεγονότα. καὶ ὅτι
τοῦτο, αὐτὸς ἡμᾶς διδάσκει ὁ Κύριος l λέγων, “ οὐκ ἦλθον καλέσαι
“ δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.” 
 m Ἰδοὺ ἐνίκησεν ὁ λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα, ἡ 
ῥίζα Δαβίδ. 
 Ἐνίκησεν τὸν ἡμέτερον νικητὴν τὸν διάβολον. τίς δὲ ὁ νικήσας;
ὁ ὡς Θεὸς μὲν λέων, περὶ οὗ καὶ ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ τὸ “ κατα-
“ κλιθεὶς” ἐχρησμῴδησεν, “ ὡς λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα.” ὡς
“ ῥίζα δὲ τοῦ Δαβὶδ,” ὡς κτίστης διὰ τὴν θεότητα, ἐκ ῥίζης δὲ 
Δαβίδ· εἴρηται γὰρ καὶ ἐκ ῥίζης Δαβὶδ ῥάβδον καὶ ἄνθος βλαστῆσαι
ὁ θεόσοφος Παῦλος, δι’ ὧν φησι, “ πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ
“ Ἰούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστός.” ῥίζα γὰρ
ὁ Χριστὸς, ὡς εἰρήκαμεν, καὶ ἐκ ῥίζης Δαβίδ. ῥίζα μὲν ὡς Θεὸς,
οὐ μόνον Δαβὶδ ἀλλὰ καὶ πάσης νοητῆς καὶ αἰσθητῆς φύσεως. 
ἐκ ῥίζης δὲ Δαβὶδ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον. 
 n Ὁ ἀνοίγων τὸ βιβλίον καὶ τὰς ἑπτὰ σφραγῖδας
αὐτοῦ. 
 Z αἱ σφραγῖδες διὰ τὸ τὸν ζ ἀριθμὸν σύστοιχον εἶναι τῷ
παρόντι φθαρτῷ βίῳ, ᾧ καὶ τὸ διδόναι μερίδα τοῖς ζ΄ καί γε τοῖς 
η΄ Σολομόντειον ῥητὸν τινὲς τῶν πατέρων προσένειμαν· καὶ κατά
οἷς ταῦτα καὶ περὶ ταῦτα σχολὴ nn εἰδεῖεν ἄν· ὧν καὶ Φίλων ὁ
Εβραῖος πολὺς περὶ ταῦτά ἐστιν, ἐν τῷ λόγῳ ᾧ ἐπέγραψεν
Νόμων ἱερῶν Ἀλληγορία.

ΚΕΦ. ΙΒ. 

 Περὶ τοῦ ἀρνίου τοῦ τὰ ἑπτὰ κέρατα ἔχοντος ὅπως τὴν βίβλον ἀνέῳξεν. 
 Καὶ εἶδον ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν τεσσάρων
ζώων, καὶ ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων ἀρνίον, ἑστηκὸς ὡς
ἐσφαγμένον, ἔχον κέρατα ἑπτὰ, καὶ ὀφθαλμοὺς ἑπτὰ, 
ἅ εἰσι τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ ἀποστελλόμενα εἰς
 πᾶσαν τὴν γῆν. καὶ ἦλθε καὶ εἴληφεν ἐκ τῆς δεξιᾶς
τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου τὸ βιβλίον. 
 Ἀρνίον, ἑστηκὸς ὡς ἐσφαγμένον. 
 Ἀρνίον ὁ Χριστὸς, ὁ καὶ διὰ τοῦ κατὰ τοῦ νομικοῦ Πάσχα 
θυομένου προετυποῦτο ἀμνοῦ. καὶ διὰ Ἡσαΐου ἐκ o προσώπου
φησὶ τοῦ Χριστοῦ. “ ἐγὼ δὲ ὡς ἀρνίον ἄκακον ἀγόμενον τοῦ
“ θύεσθαι, οὐκ ἔγνων p. ” καὶ τὸ, “ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείραντος
“ αὐτὸν ἄφωνος,” καὶ εἴτι τούτῳ ἑξῆς τῷ ῥητῷ, τὸ πάθος ἡμῖν τοῦ
θεανθρώπο q ἐναργέστατα διατυποῦν. τὸ δὲ μὴ ἐσφαγμένον εἰῆσθαι, 
ἀλλ’ “ ὡς ἐσφαγμένον r, ” τὸ μὴ ἐναπομεῖναι δηλοῦντός ἐστι
τῷ θανάτῳ. ἀνεβίω γὰρ ὁ Χριστὸς, κατὰ τὴν προφητείαν Δαβὶδ,
“ οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην,” τὴν ἀνάστασιν
διεξιούσης, καὶ ὅσα διὰ τῶν ἑξῆς τῷ ῥητῷ τούτῳ ἐνθεωρεῖται·
λέγω δὴ τὴν ἐν τῷ ᾅδῃ κατοχὴν τοῦ Κυρίου ὅτι τριήμερος· τοῦτο 
γὰρ τὸ, “ μὴ δὴ ὅσιον ἰδεῖν,” οὐχὶ φθορὰν ἀλλὰ “ διαφθοράν.” ὡς
τῆς μὲν φθορᾶς τὴν διάζευξιν τῆς ψυχῆς τὴν ἀπὸ τοῦ σώματος
δηλούσης· ὃ καὶ πεπονθέναι Χριστὸν, οὐδεὶς τῶν εὐσεβούντων κατὰ
ἀλήθειαν Χριστιανῶν s ἀθετεῖ ὑποστῆναι· διαφθορὰν δὲ οὐ. οὐ
γὰρ τῇ τελείᾳ διαλύσει τῶν ἀνθρωπίνων μερῶν ὑπεβλήθη, ἀλλὰ 
καθ’ ὃν καιρὸν τὴν διαφθορὰν ὑπεισιέναι ἐχρῆν, κατὰ τοῦτον ἡ
ἀνάστασις ἐνεργηθεῖσα, τὴν διαφθορὰν ἤμβλυνε. διὸ καὶ τριήθερος
ἡ ἐν τῷ θανάτῳ τοῦ Κυρίου διατριβὴ, εἴγε ἐπόδεκτος ὁ
τὴν φυσικὴν ἱστορίαν γράψας, τὰ σώματα τῶν θνησκότων μὴ ὑπὸ
πυρὸς ἀναλωθέντων, τρεῖς ἡμέρας διακαρτερεῖν τῇ φυσικῇ ζωῇ 
 

 
ἐνεργούμενα, καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε τῇ φθορᾷ, μᾶλλον δὲ t τῇ διαφθορᾷ,
παραδίδοσθαι. 
 Ἔχον κέρατα ἑπτά. 
 “ Κέρατα,’’ τὴν δύναμιν σημαίνει καὶ τὴν δόξαν. ἀξιόχρεως ἡ
θεῖα παραστῆσαι γραφή· ὡς ὅταν περὶ τῆς δυνάμεως λέγῃ. 
“ πάντα τὰ κέρατα τῶν ἁμαρτωλῶν συνθλάσω.” περὶ δὲ τῆς δόξης,
“ καὶ ὑψωθήσεται τὸ κέρας τοῦ δικαίου.” u καὶ ὡς ὅταν ἡ Σαμουὴλ
μητὴρ Ἄννα χαριστήριον καύχησιν συντελοῦσα Κυρίῳ ᾄδει·
“ ὑψώθη κέρας μου ἐν Θεῷ μου, ἐπλατύνθη ἐπ’ ἐχθρούς μου τὸ
στόμα μου. 
 Ἅ εἰσι τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ. 
 Διότι δὲ ἑπτὰ καὶ περὶ τούτου προείρηται. τὰ ἑπτὰ πνεύματα
τάδε αἱ τοῦ πνεύματος ἐνέργειαι, τῆς σοφίας, τῆς συνέσεως, τῆς
γνώσεως, τῆς βουλῆς, καὶ τῆς ἰσχύος, τῆς εὐσεβείας, καὶ τοῦ
φόβου τοῦ Θεοῦ. αἵπερ ἐνέργειαι, αἱ ἐπὶ τοὺς εἰς πᾶσαν τὴν γῆν 
ὄντας ἁγίους ἐνήργησαν x. 
 Καὶ εἴληφεν ἐκ τῆς δεξιᾶς τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ
θρόνου τὸ βιβλίον. 
 Οτι γὰρ ἄν τις καὶ δι’ ὧν ἐχόμενον ἀρετῆς οὐκ ἔστιν ἐκτὸς
κατορθούμενον, μὴ τῇ ἄνωθεν ἐπιρωννύμενον συμμαχίᾳ. διὸ καὶ 
εἴρηται τὸ “ οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ
“ ἐλεοῦντος Θεοῦ,” ὅτι καὶ τοῦ ἐλέους Κυρίου πλήρης ἡ γῆ. τὸ
εἰληφέναι τὸ ἀρνίον ἐκ τῆς δεξιᾶς τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου
τὸ βιβλίον, κατὰ τὸ ἀνθρώπινον νοητέον y, ὥσπερ τὸ ἐσφάχθαι.
κατὰ γὰρ τὸ θεῖον, τοῦ Κυρίου z οὐδὲν ἐξικιαζόμενον ταῖς τρισὶν 
ὑποστάσεσι τῶν θεοπρεπῶν, πλὴν τῆς τοῦ τρόπου προαγωγῆς τοῦ
ἀγεννήτου καὶ γεννητοῦ, καὶ ἐκπορευτοῦ. τίς δὲ ἡ δεξιὰ εἴρηται
ἥμιν. 
 Περὶ τῶν χρονικῶν διαστημάτων τῶν ἐν τῇ ἀθητήσει a τῆς
παρούσης ὀπτασίας, ὅτι συγκεχυμένως πρόεισιν ὁ ταῦτα διεξιὼν 
θεῖος Ἀπόστολος, ποτὲ μὲν ὡς παρωχημένοις χρώμενος, ποτὲ δὲ
 

 
ὡς ἐνεστῶσιν, ἔστι δὲ ὅτε ὡς μέλλουσιν, εἰρήκαμεν ἤδη, καὶ
οἰμαι ἐπιτευκτικῶς. 
 b Καὶ ὀφθαλμοὺς ἑπτὰ, ἅ εἰσι τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ
Θεοῦ ἀποστελλόμενα εἰς πᾶσαν τὴν γῆν. 
 Κατὰ τὸ εἰρημένον· “ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν 
“ σκοπεύοντες ἀγαθοὺς καὶ κακούς.” 
 Καὶ ὅτε ἔλαβε τὸ βιβλίον, τὰ τέσσαρα ζῶα καὶ οἱ
εἰκοσιτέσσαρες πρεσβύτεροι ἔπεσον ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου,
ἔχοντες ἕκαστος κιθάραν καὶ φιάλας χρυσᾶς γεμούσας
 θυμιαμάτων, αἵ εἰσιν αἱ προσευχαὶ τῶν ἁγίων, καὶ 
ᾄδουσιν ᾠδὴν καινὴν λέγοντες, Ἄξιος εἶ λαβεῖν τὸ
βιβλίον, καὶ ἀνοῖξαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ· ὅτι ἐσφάγης
καὶ ἠγόρασας τῷ Θεῷ ἡμᾶς ἐν τῷ αἵματί σου ἐκ
 πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης, καὶ λαοῦ καὶ ἔθνους, καὶ
ἐποίησας ἡμᾶς τῷ Θεῷ ἡμῶν βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς, καὶ 
βασιλεύσομεν ἐπὶ τῆς γῆς. 
 Οἱ μὲν ὑπεροχικὰς θείας ἐξηγήσαντο δυνάμεις τὸ παντοκρατορικὸν
τοῦ Θεοῦ περὶ τὸν ἐκ τεσσάρων στοιχείων δημιουργηθέντα
κόσμον ἐμφαίνειν οἵας τε οὔσας c · διὸ καὶ περὶ τῷ θρόνῳ τεπάχθαι·
οἱονεὶ ἐξαγγελτικὰ τῆς περὶ τὸν τετραυπόστατον τοῦτον 
κόσμον Θεοῦ ἐποψίας. οἱ δὲ δυνάμεις μὲν, ἐφόρους δὲ τῶν ἐξ ὧν
τόδε τὸ πᾶν ὑπέστη στοιχείων d, τὸ διαρκὲς αὺτοῖς e συντηρούσας.
f ὥσπερ καὶ Μωϋσῆς ἑκάστω ἔθνει ὑφηγεῖται ὑπὸ Θεοῦ Ἄγγελον
ἐπιστατεῖν τετάχθαι τοὺς πρεσβυτέρους δὲ τίνες, καὶ διατὶ
τοσοῦτοι, ἔφθημεν εἰρηκότες. 
 Ἔπεσον ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου. 
 Λαβόντα τὸν Κύριον τὸ βιβλίον, προσεκύνησαν πάντες προευνωκότες
ἣν μέλλει σωτηρίαν τοῖς ἀνθρώποις ἐπιτελεῖν, κόλασιν
δὲ τοῖς ἀκαθάρτοις δαίμοσι. τὸ δὲ ἔχειν τοὺ g πρεσβυτέρους
κιθάρας, τὸ ἐναρμόνιον δηλοῖ καὶ εὔηχον τῆς εἰς Θεὸν δοξολογίας. 
ὡς καὶ Δαβίδ φησι, “ αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρᾳ·”
 

 
τοῦ ψαλτηρίου μὲν τοῦ ἀπὸ τῆς ἄνωθεν συνετγείας τὸν εἰς Θεὸν
ὕμνον λαμβάνειν ** καὶ μόνον τοῦτο τῶν οὐρανίων ὀργάνων ἄνωθεν
τὰς ἀφορμὰς ἔχειν τῶν φθόγγων. τῆς κιθάρας δὲ τὸ κάτωθεν
κοῖλον ἐχούσης τὸ τὰς χορδὰς κρέκοντι πλήκτρῳ * * ἡδονῆς
ὑπηχοῦν. * * τεσθαι ἔοικε τὴν ἀπὸ τῶν κάτω καὶ περὶ ἡμᾶς 
δοξολογίαν ἅμα πεμπον * * Θεῷ μηδεμίαν τηλικῆς περιαγωγῆς
ἡμᾶς οἷάν τε εἶναι τὴν πρὸς Θεὸν εὐχαριστίαν ἡμῖν ἀποπέμπεσθαι.
πάντα δὲ τὰ περισπῶντα ἀφορμὴν λογίζεσθαι πρὸς σωτηρίαν
τὸν ἀγαθὸν θ * * * * * δωτην ἐπινέμειν ἡμῖν· τι γὰρ ἂν ὁ ἀγαθὸς
μὴ ἀγαθὸν βραβεύσει ; ἀλλ’ ἵνα καὶ τοῖς δοκοῦσιν ὁλοκλήροις τὸ 
καρτερικὸν ἀντιστήσαντες πλείονα τὴν ἀντίδοσιν εὕροιεν. εἴγε
ἀληθῶς τὸ “ ἕκαστος τὸν μισθὸν λήψεται κατὰ τὸν ἴδιον κόπον.
αἱ δὲ χρυσαῖ φιάλαι, αἱ διάνοιαι εἰσι τῶν ἐργαζομένων τὰ θεοφιλῆ,
διὸ καὶ χρυσῷ ὑπεσημάνθησαν ἀπὸ τῆς παρ’ ἡμῖν τιμίας ὕλης,)
τῷ ἐνδελεχισμῷ τῆς πρὸς τὸ θεῖον ἀναστάσεως τὸ κατὰ προκοπὴν 
τίμιον εὑρηκότων f. ἐκ τούτων καὶ τὰ ἐξατμίζοντα τὸ ἴαμα τῆς
καθ’ ἡμῶν δικαίας τοῦ Θεοῦ ὀργῆς g ἐνάμιλλον τῶν πονηρῶν
ἐπιτηδευμάτων, ἀναδίδοται θυμιάματα. διὸ καὶ θυμιάματα, οὐχὶ
ἀρώματα εἴρηται. ἴαμα γὰρ, κατὰ τὸν εἰρηκότα, “ καταπαύσει h
“ ἁμαρτίας μεγάλας.” καὶ ὅτι εἰς i θυμοῦ ἴαμα αἱ προσευχαὶ τῶν 
ἁγίων Θεῷ ἐντυγχάνουσι, δῆλον, ἐκ μὲν τῆς παλαιᾶς δι’ ὧν φησὶ
Σαμουήλ k. “ ἐὰν εἰς τὸν Θεὸν ἁμάρτῃ τίς, προσεύξεται περὶ
“ αὐτοῦ.” * * * * θυμὸν τοῦ Θεοῦ τὸν κατὰ τῶν Ἑβραίων τῆς
παρανομίας καταπραύνων, ὅτε ἐξαναλοῦν αὐτοὺς ἐχρημάτιζε τὸ
θεῖον διὰ τοῦ, “ ἀκούσεται Αἴγυπτος καὶ πάντες ὅσοι ἀκηκόασι σου 
“ τὸ ὄνομα” πραϋντικωτάτης ἐντεύξεως τὴν τοῦ θείου ἀπαμβλύνων
ὀργήν. τὸ γάρ τοι τοῦ Κυρίου πρὸς Πέτρον εἰρημένον, τὴν κατ’
αὐτοῦ Πέτρου ἐξαίτησιν τοῦ Σατανᾶ, “ ὡς ἃν σηνιάσῃ αὐτὸν ὡς τὸν
“ σῖτον,” καὶ τὴν ὑπὲρ Πέτρου δέησιν τοῦ Χριστοῦ, τίς ἃν παρὰ
φαῦλον θῆται, μὴ τὰς τῶν θεοφιλῶν ἀνθρώπων εὐχὰς ἴαμα εἶναι 
ἁμαρτιῶν. ἐκ δὲ τῆς νέας, δι’ ὧν οἱ θεῖοι τοῦ Κυρίου μαθηταὶ
λύειν καὶ δεσμεῖν ἁμαρτίας ἐξουσίαν ἔλαβον. τὸ δὲ καινὴν ᾄδειν l
 

 
ᾠδὴν, διὰ τὸ εἶναι m καινὸν n καὶ τὸ ἱλαστήριον τοῦ θυμοῦ o ὡς
ἀρνίου P ἐσφαγμένου Χριστοῦ εἰς κάθαρσιν καὶ σωτηρίαν τοῦ
κόσμου παντὸς, ὑπὲρ οὗ καὶ ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον ἐδόθη αὐτῷ καὶ
λύσαι τὰς σφραγῖδας, ὡς q διὰ τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἀγοράσαντι r
ἡμᾶς ἐκ παντὸς ἔθνους καὶ γλώσσης ἁπάσης. τοῦτο γὰρ ἡ καινὴ 
ᾠδὴ, δι’ s ἣν τῆς παλαιότητος τοῦ γραπτοῦ νόμου ἀπαλλαγέντες,
ἐν καινότητι δὲ ζωῆς περιπατοῦντες οἱ ἐκ πάσης τῆς γῆς καταυγασθέντες,
ᾄδειν χαριστήρια t διὰ τοῦ θείου Πνεύματος ἐδιδάχθημεν. 
 Καὶ ἀνοῖξαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ. 
 u Τὸ ἐσφραγίσθαι τὸ βιβλίον τὸ τῶν ἐν αὐτῷ γεγραμμένων τὸ 
ἀπαρρησίαστον δηλοῖ, καὶ τὸ μὴ ἐξ οἰκείων κατορθωμάτων, ἀλλ’
ἐκ φιλανθρωπίας Θεοῦ τὸ ἀνακλητικὸν λαμβάνειν πρὸς σωτηρίαν·
διὸ καὶ Παῦλος ὁ θεῖος ἀπὸ τῆς θείας γραφῆς πολλὴν τὴν καταφορὰν
τῆς ἀνθρωπίνης οὐσίας τοῦ ἐκμελοῦς ἐργασάμενος ἐπάγει
τὸ “ ταῦτα δὲ εἴρηται εἰς παράστασιν τοῦ, ἵνα πᾶν στόμα φραγῇ, 
“ καὶ ὑπόδικος γένηται πᾶς ὁ κόσμος τῷ Θεῷ· καὶ ὡς οὐκ ἐξ
οἰκείων κατορθωμάτων ἀλλὰ χάριτι Θεοῦ τὸ σεσῶσθαι εὐμοιρήσαμεν.
“ χάριτι γάρ,” φησι, “ ἐσμὲν σεσωσμένοι.” 
 Ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης. 
 Ἀσφαλῶς δὲ λίαν εἶπεν “ ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης 
“ καὶ ἔθνους,” καὶ οὐ πᾶσαν φυλὴν καὶ γλῶσσαν καὶ ἔθνος, ὅτι
μηδὲ πάντες ἐκτήθησαν τῷ Θεῷ. πολλοὶ γὰρ ταῖς ἁμαρτίαις
ἐναπέθανον. σύμφωνα τούτοις καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ Δαβὶδ ᾀδόμενον·
“ ἄναστα ὁ Θ·εὸς κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ” οὐ
πᾶσαν τὴν γῆν, ἀλλ’ “ ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.” 
 Οὐ κατὰ τὸ παρωχημένον τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τοῦ ἤδη
γεγονότος ἡ ἀφήγησις, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐνεστώς· ἐπεί τοι καὶ κατὰ
ἀδιάδοχον τοῦ παρόντος αἰῶνος μέχρι τῆς συντελείας αὐτοῦ ἐνεργὴς
ἡ χαριστήριος αὐτὴ ᾠδὴ πρὸς Θεὸν ἀναφέρεται, οὔποτε
διαλείπουσα τοῦ ἐνεργῶς ᾄδεσθαι. 
 

 
 Τὸ ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης εἰπεῖν, ἀλλὰ μὴ πᾶσαν
φυλὴν καὶ γλῶσσαν, διαστολὴν εἰσηγεῖται τοῦ μὴ πάντας ἀλλὰ
τινὰς ἠξιῶσθαι ἐξ οἰκείων πόνων τῆς ἀπὸ τοῦ ἀρνίου σφαγῆς τῷ
αἵματι τούτου ἀγορασθῆναι. 
 Καὶ ἐποίησας ἡμᾶς τῷ Θεῷ ἡμῶν βασιλεῖς καὶ 
ἱερεῖς. 
 Tοῦτο καὶ ἀπ’ ἐντεῦθεν ἤδη κατὰ τὸ γράμμα λαμβάνουσι
τέλος u, καθ’ ὅτι καὶ βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς θεράποντες Θεοῦ τῆς
πίστεως διατελοῦσιν. ἔστι δὲ νοῆσαι καὶ θεωρητικώτερον, βασιλεῖς
μὲν, τοὺς κατὰ τῶν παθῶν, τῆς νίκης τὸν βασίλειον στέφανον 
ἀναδησαμένους· ἱερεῖς δὲ, τοὺς θυσίαν ζῶσαν εὐάρεστον τῷ Θεῷ
ἑαυτοὺς κατηρτηκότας. κατὰ τὴν ἐκδοχὴν ταύτην, καὶ ὁ x τὴν
γῆν τὴν τοῖς πραέσιν ὑπὸ Κυρίου ἐπηγγελμένην κατακληροναμεῖσθαι
στοιχῶν, οὐ τοῖς ἀστόχοις προλογισθείη y. 
 Καὶ βασιλεύσομεν ἐπὶ τῆς γῆς. 
 z Κατὰ τὸ μέλλον τοῦ χρονικοῦ διαστήματος ἡ τοῦ βασιλεῦσαι
ἐπαγγελία, ὡς καὶ Παύλῳ τῷ θείῳ δόκει, ὁπότ’ ἃν λέγῃ, “ καὶ
“ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν
“ ἐπαγγελίαν· ” καὶ τὸ αἴτιον, ἵνα μὴ φὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι·
καίτοι γε ἔτυχόν τινες, ὡς Ἀβοαὰμ τὴν τοῦ Ἰσαὰκ ἐπηγγελμένην 
γένεσιν, καὶ τὸ πατὴρ πολλῶν ἐθνῶν κληθῆναι· ἀλλὰ κατὰ τὸν
φθαρτὸν τοῦτον βίον οὐδὲν ἔχον τὸ τέλειον καὶ ἄξιον τῆς τοῦ
ἐπαγγειλαμένου ὑπερτελοῦς τελειότητος, οὐκ ἂν ἐπὶ τοιούτων
δόσει καὶ λήψει τὸ ἱκανὸν ἀποφέροιτο ἡ ἐπαγγελία. τί οὑν τοῦτο
νοεῖν βούλεται τὸ, “ καὶ βασιλεύσουσιν ἐπὶ τῆς γῆς a; ” κατὰ μὲν 
τὸ πρόχειρον καὶ θεωρητὸν τοῖς πολλοῖς, τὴν κατὰ νόμον αἰνίττεται b
πολιτείαν, εἰσαγωγικωτέραν οὖσαν καὶ στοιχειώδη τοῦ κατὰ
Χριστὸν τελεωτάτου πολιτεύματος, παρ’ ὅσον οὐδὲν ἐτελείωσεν ὁ
νόμος. κατὰ δὲ τὸ ὄντως ὂν, τὴν κατὰ τὸ μέλλον μακαρίαν
βιοτὴν c αἰωνίαν τε οὖσαν καὶ ἀκατάλυτον. διὸ καὶ τὸ τέλειον d 
 

 
ἐγκολπίζεται. e ἀναμένειν δὲ τὴν μετὰ πάντων τῶν ὑπὲρ αὐτῆς
ἠγωνισμένων ἀπόληψιν καὶ τρυφήν. οὐδὲ γὰρ εἶναι δικαίου ἀγωνοθέτου
ἐπ’ ἀτελεῖ τῷ τοῦ θεάτρου πόνῳ, τῶν ἀθλητῶν μὲν ἤδη τοῦ
κάματος ἀπολελυμένων, τῶν δὲ ἐναθλούντων ἔτι, τοῖς δὲ προσσοκωμένου
τοῦ ἀγωνίσματος, αὐτὸν ὡσπερεὶ ἀκρασίᾳ νενικημένον 
λαιμαργίας πρὸ τῆς ἐνθέσμου πανδαισίας g τοῖς ** πασασιν ἐπανοίγειν
τὴν μακαρίαν ἑστίαν. ἀδήλου ὄντος εἰ καὶ πᾶσι τοῖς
κεκλημένοις, ἔνδυμα δὲ γάμου μὴ ἐνδεδυμένοις, συγχωρηθείη ἡ
θοίνη τοῦ θείου γάμου. καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτων. 
 Καὶ εἶδον καὶ ἤκουσα ὡς φωνὴν Ἀγγέλων πολλῶν 
κύκλῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν πρεσβυτέρων.
καὶ ἦν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, μυριάδες μυριάδων, καὶ χιλιάδες
 χιλιάδων, λέγοντες φωνῇ μεγάλῃ, Ἀξιόν ἐστι τὸ ἀρνίον
τὸ ἐσφαγμένον, λαβεῖν τὴν δύναμιν καὶ τὸν πλοῦτον,
καὶ σοφίαν, καὶ ἰσχὺν, καὶ τιμὴν, καὶ δόξαν, καὶ εὐλογίαν. 
 καὶ πᾶν κτίσμα ὃ ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς,
καὶ ὑποκάτω τῆς γῆς, καὶ ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἐστὶ, καὶ
τὰ ἐν αὐτοῖς, πάντας ἤκουσα λέγοντας, τῷ καθημένῳ
ἐπὶ τοῦ θρόνου καὶ τῷ ἀρνίῳ, ἡ εὐλογία, καὶ ἡ τιμὴ,
καὶ ἡ δόξα, καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, 
 ἀμήν. καὶ τὰ τέσσαρα ζωὰ λέγοντα τὸ, ἀμήν· καὶ οἱ
πρεσβύτεροι ἔπεσον καὶ προσεκύνησαν. 
 h Τί τὸ κύκλῳ τοῦ θρόνου καὶ τὰ δ΄ ζῷα εἴρηται, ὡς τὸ μὲν
“ κύκλῳ” τὴν περὶ τὰ θεῖα νοερὰν βούλεται σημαίνειν διαγωγήν.
τὰ δ΄ δὲ ζῷα, τὴν τοῦ παντὸς τοῦδε συνεκτικὴν πρόνοιαν οὐκ ἀμοιροῦσαν 
θείας ἐπιστασίας καὶ ἐποψίας. 
 Καὶ ἦν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν. 
 i Τοῦτο ἀπὸ τῶν τοῦ Δανιὴλ ὁράσεων ἀκούομεν· τὸν ἀριθμὸν
λέγων τῶν λειτουργούντων Θεῷ· οὐχ ὅτι μόνον τοσοῦτοι, τίς γὰρ
 

 
ἂν ἀριθμὸς περιλάβοι τοὺς ἀπ’ αἰῶνος μέχρι συντελείας τοῦδε
τοῦ βίου πρὸς λειτουργίαν μεταταττομένους ἀνθρώπους Θεοῦ ; καὶ
μάλιστα εἰ καὶ τοῖς λειτουργοῖς συναφθῆ x τοῖς νοεροῖς· ἀλλ’
ἐπειδὴ πλέον οὐκ ἦν περιλαβεῖν ἀριθμῷ, εἴγε τὸ χίλιαι χιλιάδες
καὶ μύριαι μυριάδες τῷ ἐγνωσμένῳ ἡμῖν ἀριθμῷ τὸ πλῆθος τῶν 
λειτουργούντων ἀ * * σημαίνων. 
 y Πραγματικῶς ἡ φωνὴ, ἀλλ’ οὐκ αἰσθητῶς καὶ τῷ ἀέρι σιηχητικῶς·
διὸ καὶ κατὰ τὸ μέλλον τοῦ χρόνου ἡ ψῆφος τῆς ἀναρρήσεως
του ἀρνίου ἱστορεῖται οὐ κατὰ τὸ ἤδη συντετελεσμένον·
παροσον ἅπας ὁ Θεῷ προσκατατιθέμενος καὶ μέχρι τῆς συντελείας 
τῇ μνήμῃ τῶν ὑπὲρ ἡμῶν τοῦ ἀρνίου φιλανθρώπων παθῶν σώφρονι
μανίᾳ κατεπειγόμενος πρὸς ἀντίδοσιν κἂν οἰκετικὴν z τοῦ δεσπότου
κατασπεῦσαι a. τὸ γὰρ ἐξ ὁμοτίμου περιττὸν καὶ ἐρεῖν· τι γὰρ
μέγα δούλῳ παθεῖν τὰ τοῦ δεσπότου ; τὸ δὲ τῷ διαψηφίσματι ἐν
τάξει τιμίων καὶ πλοῦτον καὶ δύναμιν καὶ σοφίαν καὶ τὰ τοιαῦτα 
ὡς καθ’ ὑπεροχὴν τοῦ λαμβάνοντος ἠφορῆσθαι b ὡς οὐκ ἔχοντος,
ἀνθρωπίνῃ ὑπολήψει παρείληπται· τὸ θεῖον γὰρ τούτων ἀπροσδεὲς,
ὡς πάσης τιμῆς ὑπέρτερον, καὶ τὸ πᾶν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ τὸ εἶναι
λαβὸν κατόπιν τοῦ πρὸς ἀξίαν τιμὴν τοῦ παραγαγόντος αὐτὰ
χωροῦντος c. ἀλλὰ γὰρ τούτου τοσοῦτον ἔχοντος πρὸς ἀντάμειψιν 
τὸ ἔλαττον, αὐτὸς γοῦν, ᾧ ταῦτα περισπουδάστως προσάγεται,
τῇ προαιρέσει παραμετρῶν τὰ δωρούμενα εἰς ἀξιόχρεων
ἀποτίθεται. 
 Καὶ πᾶν κτίσμα, καὶ ἑξῆς. 
 Εκ τούτων ἁπάντων εἰ καὶ ἀπροσδεῶς, τῶν νοητῶν, φημὶ, καὶ 
αἰσθητῶν, τῶν τε ζώντων, τῶν τε ἁπλῶς ὄντων φυσικοῖς λόγοις,
ὁ Θεὸς δοξάζεται ὡς πάντων γενεσιάρχης. καὶ ὁ τούτου μονογενὴς
Υἱὸς καὶ ὁμοούσιος, καὶ τὸ πανάγιον καὶ ζωοποιὸν Πνεῦμα.
e ού γὰρ, ὡς εἴρηται πολλάκις, τῶν θεοπρεπῶν τῆς Θείας ἀπομερίζεται
τριάδος μία τῶν ὑποστάσεων πλὴν μόνου τοῦ ὑπάρξεως 
τρόπου, ὡς τὴν καινότητα τῷ ἀνθρώπῳ καὶ τῇ δι’ αὐτὸν γεγενημένῃ
 

 
κτίσει χαριζόμενος, εἰ καὶ λαβεῖν οὐρανοὺς διὰ τὸ ἀνθρώπινον
λέγεται πρόσλημμα τὴν ἐξουσίαν τῶν ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. 
 Καὶ τὰ τέσσαρα ζῷα. 
 Καὶ διὰ τοῦτο δείκνυται μία ποίμνη Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων,
διὰ Χριστοῦ τελουμένη, καὶ ὑφ’ ἑνὶ ποιμένι τελοῦσα Χριστῷ f. 
καὶ μία Ἐκκλησία διὰ Χριστοῦ τοῦ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ
λύσαντος, ὃ καὶ g ἡ τοῦ γενάρχου Ἀδὰμ παρακοὴ περιετείχισε.
Σὺν τοῖς κδ΄ πρεσβυτέροις, οὓς οἵτινες καὶ τισὶν εἰκάζονται
εἴρηται, τῆς τοῦ Θεοῦ ἀξιοῦνται ὑμνῳδίας καὶ προσκυνήσεως τὸ
“ τὰ σύμπαντα δοῦλα σὰ ἔργα” περαίνοντας. τὸ δὲ ἀμὴν, ἀπὸ 
τῆς Ἑβραΐδος h εἴληπται φωνῆς, ἐπὶ βεβαίᾳ συγκαταθέσει προφερόμενον,
ἰσοδυναμοῦν τῷ ναὶ i, ἀληθὲς καὶ ἀμετακινήτως. 
 Καὶ οἱ πρεσβύτεροι. 
 Καὶ ἡ τῶν πρεσβυτέρων ὑπόπτωσις, μετὰ τῶν τεσσάρων ζώων,
ἅ τινα ζῷα τίνων ἐστὶν εἴρηται ἀπεικάσματα,) καὶ οἱ χαρακτηριστικοὶ
 τοῦ τῶν σωζομένων ἀνθρώπων πληρώματος, διὰ τῆς
προσκυνήσεως ἔδειξαν, ὅτι τῷ ἀρνίῳ ἡ ἐξουσία ὑπὲρ τοῦ ἐσφάχθαι
δίδοται τῶν ἐπουρανίων k καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, ὅσον ἐστιν
αὐτοῦ l ἀκοῦσαι ἀπὸ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως m λέγοντος· “ ἐδόθη
“ μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς n.” εἰ δὲ καὶ ἐξ ἀρχῆς 
ἡ δόσις συλλήψεως· διόπερ καὶ ὡς γεγονότων ἡ ἀφήγησις· ἀφ’
οὗ γὰρ ἀμνὸς καὶ ἡ δόσις. ἀλλ’ οὖν ἐναργέστερον καὶ ἅπασι
γνωριμώτερον ὁπηνίκα ἡ οἰκονομία ἔσχηκε τῶν κατὰ γῆς πέρας.

ΚΕΦ. ΙΓ. 

 Λύσις τῆς πρώτης σφραγῖδος, τὴν ἀποστολικὴν διδαχὴν σημαίνουσα. 
 Καὶ εἶδον ὅτι ἤνοιξε τὸ ἀρνίον, μίαν ἐκ τῶν ἑπτὰ
σφραγίδων. καὶ ἤκουσα ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ζώων
 λέγοντος, ὡς φωνῇ βροντῆς, ἔρχου καὶ ἴδε. καὶ ἰδοὺ
ἵππος λευκὸς, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ’ αὐτὸν ἔχων τόξον.
 

 
καὶ ἐδόθη αὐτῷ στέφανος. καὶ ἐξῆλθε νικῶν, καὶ ἵνα
νικήσῃ. 
 Εἰ τὸ ἐσφραγίσθαι τὸ βιβλίον τὸ ἀπαρρησίαστον τῶν ἐν αὐτῷ
γεγραμμένων δηλοῖ, καὶ τὸ πεφράχθαι πάντων o τὸ στόμα ἐνώπιον
τοῦ Θεοῦ πρὸς πᾶσαν δικαιολογίαν κατὰ τὸ εἰρημένον p ἐν τοῖς 
ἔμπροσθεν τὸ προαιρεῖσθαι q κατὰ μικρὸν τὰς σφραγῖδας, καταμέρος r
ἐπανάληψιν σημαίνοιεν s ἂν τῆς πρὸς Θεὸν παρρησίας καὶ
οἰκειότητος, ἣν προεξένησεν t ἡμῖν ἐνανθρωπήσας ὁμογενὴς, τοῖς
οἰκείοις κατορθώμασι τὰς ἡμετέρας ἐπανωρθώσας πλημμελείας.
κἀντεῦθεν δὲ ἡ τῶν ἐν οὐρανοῖς εὐταξία σημαίνεται, ἐκ τῶν πρώτων 
τάξεων εἰς τὰ δεύτερα καταβαίνουσα. διὸ ἐκ τῶν τεσσάρων ζώων
ἑνὸς τοῦ x προσώπου, τοῦ λέοντος δηλαδὴ, τὴν πρώτην γεγενῆσθαι
φωνὴν ἤκουσεν, ἐγκελευομένην τὸ, “ἔρχου.” ἔρχου y δὲ, τῷ τὴν ὀπτασίαν
διατυποῦντι αἰνίττεσθαι Ἀγγέλῳ, οὐ τῷ θεομένῳ Ἀποστόλῳ
τὴν ὀπτασίαν, ἀναθετέον. τὸ δὲ πρῶτον ζῶον ὁ λέων, ἐμφαίνειν μοι 
δοκεῖ τὸ βασιλικὸν τῶν Ἀποστόλων φρόνημα κατὰ δαιμόνων z.
διὸ εἴρηται, “ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς συνήχθησαν,’ καὶ τὸ, “ κατα-
“ στήσεις αὐτοὺς ἄρχοντας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.” εἰσὶ δέ τινες a
οἳ b ἑκάστης σφραγῖδος τὴν λύσιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Κυρίου δι’
ἡμᾶς σωτήριον ἐνανθρώπησιν ἐξειλήφασι, τὴν πρώτην, εἰς τὴν 
γένησιν, ἥτις ἔλυσεν ἡμᾶς τῶν δεσμῶν τῆς σαρκικῆς γενέσεως,
ὡς καὶ Παύλῳ δοκεῖ, δι’ ὧν γράφει, “ ἐπεὶ τὰ τέκνα ὑμῶν
“ ἀκάθαρτα, νῦν δὲ ἅγια.” “ ἀκάθαρτα,” ὡς ἀπὸ τῆς κατὰ σάρκα
φθορᾶς ἐσχηκότα τὴν ὕπαρξιν· “ ἅγια δὲ, ὡς συμμορφούμενα τῇ
ἀφθάρτῳ γεννήσει τοῦ ἐκ παρθένου ἡμῖν ἐπιδεδημηκότος, καὶ τῷ 
θείῳ βαπτίσματι δευτέρᾳ ἀναγεννήσει, τοῦ αἴσχους ἡμᾶς ἀποκλύσαντος
τῆς κατὰ σάρκα γενέσεως. ταῦτα περὶ τῆς πρώτης
καὶ δευτέρας, τῆς τε ἐκ παρθένου γεννήσεως, καὶ τῆς διὰ τοῦ
ἁγίου βαπτίσματος, ἥτις ὡς φωτεινὴ, καὶ αὐτὴ τῇ c ἐκ παρθένου
ἐφάμιλλος d συνέζευκται. τρίτης δὲ σφραγῖδος λύσιν, εἰς e τὴν 
μετὰ ταῦτα τῶν θεοσημείων τοῦ Κυρίου ἐνέργειαν. τετάρτης, εἰς e
 

 
τὴν ἐπὶ τοῦ Πιλάτου παράστασιν. πέμπτης, εἰς e τὴν ἐπὶ τοῦ
σταυροῦ καθήλωσιν. ἕκτης, εἰς e τὴν ἐν τῷ τάφῳ κατάθεσιν.
ἑβδόμης, εἰς e τὴν ἐν τῶ ᾅδη σκύλευσιν. f καὶ τούτοις αὖθίς τινες
τὸ ἀσύμφωνον ἐλογίσαντο τῶν πρὸς τὴν Ἀποκάλυψιν ἐγκειμένων,
καθόσον αὐτοῦ μὲν προγέννητος, ἐνεστώτων δὲ καὶ μελλόντων 
ἀποκάλυψις ἐκφαντορική. ἐκεῖνο ἐροῦμεν, ὅτι εἰ καὶ προγεγέννηται
ταῦτα, ὅμως ἐπείπερ ἡ φιλάνθρωπος θειότης τῶν ἤδη φθασάντων
καὶ μέχρι τῆς συντελείας ἑκάστῳ τῶν σωζομένων ἐνθεωρεῖται
οὐδὲν ἀπεικὸς οἷς τεθεώρηται, ταῦτα προσλογισθείη. 
 Καὶ ἰδοὺ ἵππος λευκός. 
 Ὁ μὲν λευκὸς ἵππος, σύμβολον ἑπάρχει g τοῦ ἀποστολικοῦ
εὐαγγελισμοῦ, ὡς δι’ αὐτοῦ καὶ τῆς κατ’ αὐτῶν γενεᾶς μεγίστης
εὐεργεσίας ἀνθρώποις γενησομένης. ὁ δέ γε τῷ ἵππῳ ἔποχος, ὁ
πρὸς ὃν Ἀββακοὺμ i ὁ αὐτὸς k ὁ θειότατος τὸ, “ ἐπεβίβασας εἰς
“ θάλασσαν τοὺς ἵππους σου,” θεσμῳδεῖ, καὶ τὸ τόξον ὃ καὶ αὐτὸ 
ὁ αὐτὸς Ἀββακοὺμ l χρησμῳδεῖ “ ἐντείνων,” φάσκων, “ ἐντελεῖς τὸ
“ τόξον σου m ἐπὶ σκῆπτρα λέγει Κύριος· τόξον τοὺς Ἀποστόλους
καὶ τὸ Ἀποστολικὸν αἰνιττόμενος κήρυγμα ἐπὶ σκῆπτρα τῆς
δαιμονικῆς ἐξουσίας, ἢν καὶ Παῦλος ὁ θεῖος ἐνέφηνε γράφων,
“ τὸν ἄρχοντα τοῦ ἀέρος τούτου, τοῦ νῦν ἐνεργοῦντος ἐν τοῖς υἱοῖς 
“ τῆς ἀπειθείας.” ἐπεὶ δὲ τῆ ἐνστάσει τοῦ τόξου καὶ τῶν βελῶν
ἄφεσις ἐπακολουθεῖ, εἰκότως ὁ αὐτὸς προφήτης τὴν ἄφεσιν τῶν
βελῶν ἐπεσήμανε καὶ διὸ ἡ ἄφεσις, εἰπὼν “ εἰς βολίδες σου
“ πορεύσονται εἰς φέγγος ἀστραπῆς ὅ .” τί τοῦτο λέγων ;
εἰς περιποίησιν φωτὸς τοῖς ἐσκοτισμένοις τῇ εἰδωλομανίᾳ ἔθνεσιν, 
ὁπηνίκα ἡ τοῦ Κυρίου παρουσία ὡς φέγγος τὴν ὑπουράνιον ἐπισχοῦσα
τὰ τῇ ἀ * * πῆτα αὐτῆς, ἤγουν τῇ θεογνωσίᾳ ἐστομωμένα
ὅπλα, ταῦτα καὶ ἔνεργα κατεσκεύασεν. 
 Εχων τόξον. 
 n Περὶ τοῦ τόξου εἴρηται ὅτι τοὺς Ἀποστόλους ἠνίξατο καὶ τὴν 
κατ’ αὐτοὺς γενεὰν, ὡς βέλη ἀφιέντας κήρυγμα, καὶ τοὺς τρωθέντας
 

 
προσάγοντας τοῖς σωτηρίοις βέλεσι. τὸν δὲ στέφανον εἰλήφασιν l
οἱ αὐτοὶ μακαριστοὶ Ἀόστολοι m, ἀνθ’ ὧν διὰ τῆς ἀληθείας τὸν
τῆς πλάνης ἀρχηγὸν νενικήκασιν, ἐπ’ ἐλπίδι δευτέρας νίκης τῆς
μέχρι n θανάτου ὁμολογίας τοῦ δεσποτικοῦ ὀνόματος. 
 Καὶ ἐξῆλθε νικῶν, καὶ ἵνα νικήσῃ. 
 Ἐν γὰρ τῷ εἰπεῖν ὁ νικῶν, ὑπέφηνεν οὐκ ἄρτι ἠγμένον, ἀλλ’ ἤδη
καὶ ἄλλαις ἐγγυμνασμένον νίκαις, καὶ τὸ δοκίμιον ἀπενεγκάμενον.
Χριστὸς ἦν ὁ “ νικῶν ἵνα o νικήσῃ.” ὃς τὴν πρώτην νίκην νικήσας
τὴν τῶν ἐθνῶν ἀπὸ τῶν εἰδώλων ἐπιστροφὴν; ἀφ’ ᾗς καὶ νικῶν
κατωνόμασται, εἰς δευτέραν νίκην ηὐτρέπισται, τὴν ἀπὸ τοῦ 
θνητοῦ σώματος p, ὑπαλείφουσαν διὰ κολάσεων τοὺς ὑπὲρ q τοῦ
ὀνόματος αὐτοῦ τῆς ὁμολογίας ἀντεχομένους, καὶ τὸ r σύμβολον
αύτῶν s τῆς νίκης τὸν στέφανον ἐστεφανωμένους.

ΚΕΦ. ΙΔ. 

 Λύσις τῆς δευτέρας σφραγῖδος, δηλοῦσα τὸν τῶν ἀπίστων κατὰ τῶν πιστῶν 
πόλεμον. 
 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν δευτέραν σφραγῖδα, ἤκουσα τοῦ
 δευτέρου ζώου λέγοντος, ἔρχου καὶ βλέπε. καὶ ἐξῆλθεν
ἄλλος ἵππος πυρρὸς, καὶ τῷ καθημένῳ ἐπ’ αὐτὸν ἐδόθη
αὐτῷ λαβεῖν τὴν εἰρήνην ἐκ τῆς γῆς, ἵνα ἀλλήλους 
σφάξωσι. καὶ ἐδόθη αὐτῷ μάχαιρα μεγάλη. 
 Δεύτερον ζῶον ὁ μόσχος, ὃς τῶν ἁγίων μαρτύρων τὰς ἱερὰς
θυσίας χαρακτηρίζει καὶ λογικὰς, τοῦ προτέρου ζώου τὴν ἀποστολικὴν
ἐξουσίαν διαγράφοντος, ὡς ἤδη εἴρηται. t τινὲς, ὡς ἔφθημεν
παραθέμενοι, τὴν λύσιν τῆς δευτέρας σφραγῖδος ἀκολούθως τῇ 
πρώτῃ, ἣν εἰς τὴν Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἐκ πα·· ἐξειλήφασιν,
εἰς τὸ κατὰ Χριστὸν ἐν Ἰορδάῃ βάπτισμα καὶ τὸν ἐπ’ ἐκεῖνο
πειρασμὸν ἐδικαίωσαν ἀκούειν, ὃν καὶ νικήσαντα τὸν Κύρων διὰ
τοῦ τὸν πειράζοντα καταισχύναι διάβολον· ἵνα εἰδείη μὴ μόνον
 

 
νικῶν, ἀλλὰ καὶ ἡττώμενος ὁ ἀλμτήριος. μηδὲ δάκνων πτέρναν
ἱππέως καὶ ὑποσκελίζων τὰ κατὰ Θεὸν ἡμῶν διαβήματα, ἀλλὰ
καὶ ὀπίσω δουλοπρεπῶς πίπτων καὶ ἀκούων τὸ ὕπαγε ὀπίσω μου
“Σατανᾶ·” ὑπὸ ἀνθρώπου ὃν ἔδοξε καταπαλαῖσαι, ἠγνοηκὼς ὅτι Θεὸς
ἦν, καὶ νῦν πρῶτον γινώσκων τὴν ἰδίαν αἰσχύνην τε καὶ ἀσθένειαν, 
ὁ ἐπάνω τῶν νεφελῶν θήσειν τὸν ἑαυτοῦ θρόνον ἀλαζονευόμενος·
κατὰ τὴν θείου Ἡσαΐου προσωποποιΐαν, οὐ τούτου τυχὼν ἀλλ
ὑποκάτω στρῶσιν, ἀντίδοσιν εἰληφὼς τὴν σῆψιν τῆς ὑπερηφανίας. 
 Tὴν εἰρήνην ἐκ τῆς γῆς. 
 Tαύτην στοχάσασθαι τὴν δευτέραν ἔνι τῶν Ἀποστόλων ἐνδιαδοχὴν,
 ἣν u διὰ μαρτύρων καὶ διδασκάλων συμπληρουμένην ἔγνωμεν·
ἐν ἡ πλατυνομένου λοιπὸν τοῦ κηρύγματος, ἡ τοῦ κόσμου εἰρήνη
ἐλύθη, καθ’ ἑαυτῆς μερισθείσης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, κατὰ τὸ
ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου, “ οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τῆς γῆς,
“ ἀλλὰ μάχαιραν,” καὶ ἐπεγεῖραι πατέρα, καὶ υἱὸν, καὶ θυγατέρα, 
καὶ μητέρα, καὶ νύμφην, καὶ πενθερὰν κατὰ ἀλλήλων φονίως.
ἀφ’ οὗ καὶ τὰ μαρτυρικὰ σφάγια εἰς τὸ ἄνω θυσιαστήριον
ἀνηνέχθη. ὁ δὲ πυρρὸς x ἵππος, ἣ τῆς ἐκχύσεως τῶν μαρτυρικῶν
αἱμάτων σύμβολον, ἢ τῆς πυριπνόου περὶ Χριστὸν διαθέσεως τῶν
μαρτύρων, δι’ ἣν καὶ ὁ θάνατος ἡδίων αὐτοῖς τῆς ζωῆς ἐνομίσθη. 
τὸ δὲ γεγράφθαι, δοθῆναι τῷ καθημένῳ ἐπὶ τὸν ἵππον λαβεῖν τὴν
εἰρήνην, τὴν πάνσοφον δείκνυσι τοῦ Θεοῦ συγχώρησιν, τοὺς πιστοὺς
δούλους διὰ πειρασμῶν δοκιμάζουσαν. 
 Kαὶ ἐδόθη αὐτῷ μάχαιρα μεγάλη. 
 Tῷ ἐπὶ τοῦ πυρροῦ y ἵππου καθημένῳ ἐδόθη μάχαιρα, ἵνα
ἀλλήλους κατασφάξωσι, τουτέστιν, εἰς τὸ z τὴν εἰς τὸ κακὸν
ὁμόνοιαν τῶν ἐπὶ γῆς διελεῖν καὶ κατατεμεῖν. ὁμόνοια μῶ ἦν
αὐτοῖς πρὸς εἰδωλολατρίαν b, ἵνα ἀλλήλους σφάξωσι, τουτέστιν
ἵνα ἀλλήλων ἀνέλωσι τὰς ἐπὶ τὸ χεῖρον σπονδάς. τοῦτο γὰρ ἡ τοῦ
πατρὸς πρὸς υἱὸν, καὶ ἡ τῆς νύμφης πρὸς πενθερὰν ἐπανάστασις 
ὑπαινίττεται c. τὰ νέα πρὸς θεοσέβειαν τὴν κατὰ Κύριον τὰς
παλαιὰς καὶ σκιωδεστέρας καὶ πολὺ τοῦ ἀληθοῦς καὶ κοσμιωτέρου
ἀποφοιτώσας.

ΚΕΦ. ΙΕ. 

 Λύσις τῆς τρίτης σφραγῖδος, δηλοῦσα τῶν μὴ παγίως πεπιστευκότων Χριστῷ
τὴν ἔκπτωσιν. 
 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τρίτην, ἤκουσα
τοῦ τρίτου ζώου λέγοντος, ἔρχου καὶ ἴδε. καὶ ἰδοὺ ἵππος 
μέλας. καὶ ὁ καθήμενος ἐπ’ αὐτὸν, ἔχων ζυγὸν ἐν τῇ
 χειρὶ αὐτοῦ. καὶ ἤκουσα φωνὴν ἐν μέσῳ τῶν τεσσάρων
ζώων λέγουσαν, χοῖνιξ σίτου δηναρίου, καὶ τρεῖς χοίνικες
κριθῆς δηναρίου. καὶ τὸ ἔλαιον καὶ τὸν οἶνον μὴ
ἀδικήσῃς. 
 Tρίτον ζῶον ὁ ἄνθρωπος ἐνταῦθα λέγεται, τὴν τῶν ἀνθρώπων
δηλῶν ἔκπτωσιν. καὶ διὰ τοῦτο κρείττονα τῆς ἐκπτώσεως c ἐπεισερχομένην
ἔχον τὴν κόλασιν. ἕτεροι δὲ, ὡς προείρηται, τὴν λύσιν
τῆς τρίτης σφραγῖδος τὴν εἰς ἡμᾶς ἐλεημοσύνην Χριστοῦ φασὶ
παραδηλοῦν, ὃς d οὐκ ἰσοῤῥόπῳ e ταῖς ἀνομίαις ἡμῶν χρησάμενος f 
τῇ ἀντιδόσει πρὸς τοὺς τὴν ἀποστροφὴν κατακριθέντας, ἀλλὰ
ταῖς σωτηριώδεσιν αὐτοῦ διδασκαλίαις καὶ θεοσημείαις εὐεργετήσας
ἡμᾶς, ἐπίδοσιν παρέσχε τῆς τοῦ διαβόλου καταλύσεως.
ἔγνωμεν g γὰρ δι’ αὐτῶν τίς ὁ φύσει Θεὸς καὶ ἀληθινὸς, καὶ μὴ
ὦμεν παντὶ ἀνέμῳ ἅτε νήπιοι κλυδωνιζόμενοι τῆς διδασκαλίας, 
καὶ ἐκεῖνα σεβόμεθα, ἃ αἱ χεῖρές ἡμῶν ἐποίησαν, τοὺς φθοροποιοὺς
δαίμονας ἀνταλλαξόμενοι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. ἡ γὰρ διδασκάλιά
τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ πάντας εἵλκυσεν ὡς ζύμη ἄλευρον τοὺς
μαθητευομένους κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου φωνὴν, καὶ τῶν θαυμάτων
ἀπολαύοντας, ἅπερ τὰς ψυχὰς μᾶλλον ἴασατο τῶν * * * 
 Καὶ ἰδοὺ ἵππος μέλας. 
 Ὁ μέλας ἵππος κατηφείας σύμβολον καὶ πένθους, ἐπιταθείσης
τῆς τοῦ διαβόλου καθαιρέσεως ταῖς θείαις παιδαγωγίαις, καὶ διὰ
τοῦτο πενθοῦντος τὴν ἑαυτοῦ λύσιν διὰ τῶν μαρτυρικῶν αἱματῶν
κατακλυσθέντος, τοῦ ἐπὶ τοσούτοις χρόνοις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως 
 

 
κεκρατηκότος. ὁ δὲ ζυγὸς, ἰσότητός ἐστι καὶ δικαιοσύνης αἴνιγμα.
“ἐκάθισας γάρ,’’ φησιν ὁ Δαβὶδ, “ἐπὶ θρόνου, ὁ κρίνων δικαιοσύνην.” 
 h τὸν μέλανα ἵππον πένθους μὲν καὶ κατηφείας ὡς δηλωτικόν·
ἀλλὰ πένθους, οὐ τοῦ τετυραννηκότος, ὡς ἔφθημεν παραθέμενοι,
τῶν δὲ ἠπατημένων καὶ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως ἐκπεσόντων 
διὰ τὸ τῶν κολάσεων ἀφόρητον, ἣ διὰ τὴν πρόσκαιρον
τοῦ ἐλεεινοῦ τούτου βίου ἀπόλαυσιν. τὸν δὲ ζυγὸν δοκιμαστὴν
εἶναι τῶντε δι’ εὐκολίαν γνώμης ἣ κενοδοξίαν τὸ ἔκπτωτον παθόντων,
ἣ δι’ ἀσθένειαν σώματος τῷ ἀνυποίστῳ τῶν βασανιστηρίων
τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως ἀποσεσυλημένων· ἐπεὶ καὶ οὕτω τινὲς 
ἐδοκίμασαν τὸ διὰ τοῦ μέλανος ἵππου πένθους ὄντος συμβόλου,
κατὰ διαφορὰν τῶν τῷ πενθεῖν ὑποβαλλομένων τὸ ῥητὸν ἀναπτύξαι·
ἀμφότερα δὲ παρεθέμην τῇ τῶν ἐντυγχανόντων ἀρκεσθεὶς ἀπροσπαθεῖ
κρίσει καὶ ἀναλλοιώτῳ. 
 Ἄλλωσ. Ὁ ζυγὸς οὖν, σύμβολον τῆς τοῦ Θεοῦ δικαιοκρισίας. 
διὸ καὶ ἐπῆλθεν ἀνθρώποις παῤῥνσιᾶσθαι, ἐν τῷ φάσκειν, “ ἐποί-
“ ἤσας τὴν κρίσιν μου καὶ τὴν δίκην μου. ἐπετίμησας ἔθνεσι καὶ
“ ἀπώλετο ὁ ἀσεβὴς.” ἀσεβὴς ὁ διάβολος, ὁ τούτων τυραννικῶς
κατακρατήσας. 
 i Ὅπως γνῶμεν τὰ ἔθνη ὅτι ἄνθρωποι λόγῳ τετιμημένοι ἔσμεν, 
καὶ οὐχὶ ὡς κτήνη ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ ἑλκόμενοι καὶ βουκολούμενοι
ὑπὸ τῶν τυραννούντων ἡμᾶς δαιμόνων. τινὰ τῶν ἀντιγράφων,
“ φωνὴν,” ἔχουσιν “ ἤκουσα” τὸ ὁμοιωματικὸν “ ὡς” ἀθετούντων.
οὐ πάνυ δὲ ἀκριβὴς ἡ ἀθέτησις, εἰ μὴ καὶ χρησίμως τὸ ὁμοιωματικὸν
τῇ τοῦ ὁράματος ὑποθέσει ἐπιζητούμενον. ἐπεὶ γὰρ ούκ 
ἐνέργεια πραγμάτων ὑφεστώτων τὰ χρηματιζόμενα, ἐμφάσεις
δὲ καὶ τύποι καὶ σύμβολα, εἰκότως ἃν καὶ τὸ “ ὡς” ἐπιζητεῖσθαι
τῇ ὑποθέσει, ὡς συμβαῖνον, ἤγουν τὸ σύμφωνον, ἀποφερόμενον.
ἄλλωστε καὶ ὅτι οὐδὲ εὐσημότερον τὸ λέγειν φωνὴν τοῦ ἀνεὺ
τοῦ ὁμοιωματικοῦ προϊόντος,οἱον,“ἤκουσα φωνὴν λέγουσαν.” λεκτὸν 
γὰρ οὔσα ἡ φωνὴ, τι ἃν ἄλλο καὶ παρ’ ἑαυτὴν ἀποτελοίη. ἀλλ’
εἴπερ ἄρα τις ἐνίεται τὸ οὕτω κεῖσθαι φωνὴν λέγουσαν, οὐ κατὰ
σκοποῦ προίοι οὗτος. λέγεται γὰρ ἡ φωνὴ, οὐχὶ δὲ λέγει· διὸ
καὶ λεκτὸν εἴρηται ὡς ἐνέργημα τυγχάνουσα τοῦ λαλοῦντος· οὐκ
 

 
ἂν δὲ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τοιοῦτον ὃν πρὸς παράστασιν τινὸς
ἐνεργούμενον h ἤδη καὶ αὐτοτελὲς ὁμοῖόν τι ἑαυτῷ ποιοῦν, τὸ μηδὲ
ἐν ὑπάρξει ὄν· ἀλλ’ ἅμα τῇ προαγωγῇ διὰ τὴν χρείαν ἀφανιζόμενον·
διόπερ εἰ μέλλει ἐπὶ χώρας ἐᾶσθαι τὸ “φωνὴν” οὐχὶ τὸ λέγουσαν.
ἀλλὰ τὸ μὴ δηλοῦσαν, ἀντὶ τοῦ λέγουσαν παραληπτέον. 
 Χοῖνιξ σίτου δηναρίου. 
 Τὸ τὸν σῖτον τιμιουλκεῖσθαι i, λιμοῦ δεῖγμα. ὃν καὶ γεγενῆσθαι,
ὡς καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς ῥηθήσεται. ἔστι δὲ καὶ τροπικῶς,
σῖτον τοὺς νομίμως ἀθλήσαντας διὰ Χριστὸν ἐννοεῖν, οἳ καὶ
δηναρίου ἐκρίθησαν ἄξιοι, ὡς τῆς δοθείσης αὐτοῖς θείας εἰκόνος 
ἀκριβεῖς φύλακες καταστάντες. τοὺς δὲ τρεῖς χοίνικας τῆς κριθῆς,
τοὺς κτηνοπρεπῶς τοῖς δικασταῖς δι’ ἀνανδρίαν ψυχῆς
καὶ ἀναλόγως k μετανοήσαντας ὕστερον, καὶ τὴν ρυπωσαν
εἰκόνα δάκρυσιν ἀποπλύναντας. τρεῖς δὲ χοίνικες οὗτοι
δηναρίου ἑνὸς ἐτιμήθησαν, ὡς τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ τῇ τριημέρῳ 
αὐτοῦ ταφῇ ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντὸς τοῦ l ταῖς ἁμαρτίαις τὴν
θείαν εἰκόνα δοθεῖσαν αὐτῷ ῥυπώσαντος. αὐτὸς μὲν γὰρ m ἐν
ᾅδου διατρίψας, τὴν πρώτην ὑπὲρ τῶν πρὸ τοῦ Μωϋσέως νόμου
ἡμαρτηκότων, τὴν δευτέραν, ὑπὲρ τῶν ἐν τῷ νόμῳ. καὶ γὰρ εἰ καὶ
μετάνοιαν τινὲς ὑπεδείξαντο τῶν ἀτόπως αὐτοῖς πραχθέντων n 
ταύτην ἐνάμιλλον ἀντιστήσαντες τὴν μετάνοιαν, ἀλλ’ οὔπω o σαφῆ
τὴν συγχώρησιν ἠλπικότες, τοῦ δυναμένου ταύτην παρασχεῖν οὐχ
ἑωραμένου, οὔπω ταύτης ἐπέτυχον. διὰ τοῦτο μὲν καὶ ἡ δευτέρα
ἐν ᾅδου διατριβή. ἡ τρίτη δὲ, καθ’ ἣν καὶ ἀνέστη, ὅτι μηδὲ
τῇ διαφθορᾷ κρατηθῆναι οἷόν τε τὴν αὐτοζωήν Ρ. διόπερ ἐν τῷ 
καιρῷ τοῦ κατάρξαι τὴν διαφθορὰν ἡ ἀφθαρσία ἀντεισηνέχθη,
πλατύτερον τούτων καὶ σαφέστερον προδιείληπται. 
 q Tινὲς σῖτον οὐ τὸν αἰσθητὸν, ὃς πρὸς τροφὴν σωματικὴν συντελει,
ἤκουσαν· οὗ καὶ ἡ σπάνις λιμὸν αἰσθητὸν ἐμποιεῖ, ἀλλὰ
σῖτον τὸν διδασκαλικὸν ἐξεδέξαντο λόγον, ὃς καὶ σπέρμα εἴρηται 
τροπολογικῶς παρὰ τῇ γραφῇ· ὡς ὅταν Μαρθαῖος γραφῇ·
“ ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ’’ τὸν Εὐαγγε-
 

 
λικὸν φάσκων λόγον εἰς σπόρον μεταβαλών· ὥσπερ καὶ οἱ λέγοντες
πρὸς τὸν Κύριον αὐτῶν οἱ τῶν δούλων εὐνούστατοι,
“ Κύριε, οὐχὶ καλὸν σπέρμα ἔσπειρας ἐν τῷ σῷ ἀγρῷ ; πόθεν
οὖν ἔχει ζιζάνια;” ἐπεὶ δὲ τοῦ σπέρματος τὸ μέν ἐστι σῖτος, τὸ
δὲ κριθὴ, σῖτος ὁ Εὐαγγελικὸς ἃν εἴη καὶ σωτήριος λόγος, καὶ 
πρέπων q ἀνδράσι τελείοις τοῖς τὰ αἰσθητήρια ἔχουσι γεγυμνασμένα
πρὸς διάκρισιν καλοῦ καὶ κακοῦ. κριθὴ δὲ ἡ Μωϋσέως
νομοθεσία, ία, ἅτε ὥσπερ ἡ κριθὴ προακμάσασα τοῦ σίτου, οὕτω r
καὶ αὐτὴ τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, καὶ τρέφουσα τοὺς
κτηνωδεστέρους s ἀνθρώπους, τοὺς διακειμένους t περὶ τὰ θεῖα 
Ἰσραηλίτας. φησὶν οὖν ὁ χρηματίζων ἐν μέσῳ τῶν τεσσάρων
ζώων, δηναρίου μὲν ἀποδόσθαι u τὸν χοίνικα τοῦ σίτου, τριῶν δὲ
τῆς κριθῆς, ὡς τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος ἀπορωτερου ὄντος
παρασοχὴν v διὰ τὸ τοῦ βιβλίου ἀκριβές. w διὸ καὶ βιασταῖς εἰς
ἅρπαγμα προκεῖσθαι ἑνὸς μόνου ἀπεμπολουμένου δηναρίου. ὁ τὴν 
ἐξ ἀρχῆς ἐγχαραχθεῖσαν εἰκόνα τοῖς ἐκζητοῦσι παρέχεται ὁ τοῦ
σίτου χοῖνιξ· τρεῖς δὲ χοίνικες δηναρίου· ἀγαπητὸν γὰρ τοῖς
δημιωδέστερον τῷ κηρύγματι προσερχομένους Χριστοῦ, κἀν εἰ
κατὰ τὴν Μωσαϊκὴν εἰσαγωγικὴν τήρησιν διαβιῶεν, τὴν διὰ τοῦ
ἁγίου βαπτίσματος ἐμμορφωθεῖσαν αὐτοῖς θείαν ἐπιφερομένους 
εἰκόνα. καὶ ἵνα τὸ πλῆθος οὕτω διαβιώσκειν δηλωθῇ τῷ τὴν
ἀρχὴν τοῦ πλήθους εἰσηγουμένῳ ἀριθμῷ, τῷ τρία φημὶ, ὑπεσημάνθη·
ἡ σπάνις δὲ τῆς τροφίμου ζωῆς, ἣν ἃν καὶ Βούλης σπάνιν
τῆς Εὐαγγελικῆς κατὰ τὸ ἀνώτερον ὑπὸ τοῦ Κυρίου ὑφηγουμένης
ζωῆς, ὡς δῆλον ἀπὸ τοῦ νομικοῦ τοῦ ἐμπεδοῦντος τὸν αὐτὸν Κύριον 
κατὰ τὰς νομικὰς βεβιωκέναι παρατηρήσεις, εἶτα τούτων ἔχεσθαι
ἀκηκοότος ὡς αὐταρκῶν εἰς σωτηρίαν οὐσῶν· τούτῶν οὖν κατ’
ἐκεῖνο καιροῦ τῶν θείων σπανιζόντων τροφῶν, καθ’ ὃν καὶ εὕρηται
λιμὸν δοθῆναι· λιμὸν, οὐκ ἄρτου, οὐχ ὕδατος, ἀλλὰ λόγου· τούτων
αὐτοῖς ὡς ἀξίοις ἐπενεχθέντων τὸν δι’ ἐπιστροφῆς ἔλαιον x φησὶ, 
μὴ ἀφανίσαι. τοῦτο γὰρ ἡ τοῦ οἴνου καὶ τοῦ ἐλαίου αἰνίττεται
΄φείω· καὶ ὅπως προείρηται.

ΚΕΦ. Ις. 

 Λύσις τῆς τετάρτης σφραγῖδος, ἐμφαίνουσα τὰς ἐπαγομένας παιδευτικὰς
μάστιγας τοῖς δι’ ἀνυπομονησίας ἀρνησαμένοις τὸν Κύριον. 
 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τετάρτην, ἤκουσα
τοῦ τετάρτου ζώου λέγοντος, ἔρχου καὶ ἴδε. καὶ ἰδοὺ 
ἵππος χλωρὸς, καὶ ὁ καθήμενος ἐπάνω αὐτοῦ, ὄνομα
 αὐτῷ ὁ θάνατος, καὶ ὁ ᾅδης ἠκολούθει αὐτῷ. καὶ ἐδόθη
αὐτοῖς ἐξουσία ἐπὶ τὸ τέταρτον τῆς γῆς, ἀποκτεῖναι ἐν
ῥομφαίᾳ, καὶ ἐν λιμῷ καὶ ἐν θανάτῳ, καὶ ὑπὸ τῶν θηρίων
τῆς γῆς. 
 Τὸ τέταρτον ζῶον, ὁ ἀετὸς y δηλαδὴ, ὡς ὠξυωπὲς z καὶ ὀξὺ a
πρὸς βορὰν, ἄνωθεν ἥκειν ἐκ θεηλάτου ὀργῆς τὰς πληγὰς ἐπιφέρον b
πρὸς ἐκδίκησιν τῶν εὐσεβῶν. 
 Καὶ ἰδοὺ ἵππος χλωρός. 
 Ὁ χλωρὸς ἵππος, ὀργῆς σύμβολον. καὶ οὕτως ἡ χολὴ ἡ ὑπὸ 
ἰατρῶν καλουμένη χλωρά. ὁ δέ γε θάνατος καὶ ὁ ᾅδης καταστρατεῦσαι
νοητῶς ἔστησαν κατὰ τῶν ἀλιτηρίων c δαιμόνων, καὶ
δίκην εἰσπράξασθαι τῆς τῶν ἀνθρώπων ἀπωλείας. οὔπω δὲ τῷ
λόγῳ ἡ τελεία καθαίρεσις τῶν δαιμόνων εἰσφέρεται, ἀλλὰ μόνον
τετάρτου μέρους, ἐπειδὴ τῷ λόγῳ τῆς μετὰ χεῖρα ὀπτασίας, 
οὔπω κατὰ τὸ τρίτον πάθος ἐπράχθη Χριστοῦ. τὴν δὲ καθαίρεσιν
τροπικῶς σφαγὴν ὀνομάζει, καὶ λιμὸν τῶν πάλαι προσκυνούντων
αὐτοῖς τὴν ἔκλειψιν, καὶ τὸν ἀφανισμὸν τῆς τυραννίδος αὐτῶν
καὶ ὑπὸ τῶν θηρίων διαφθορὰν e αὐτῶν· θηρία καλῶν γῆς, τὰς τῶν
δαιμόνων καθ’ ἡμῶν εἰς φθοροποιὰ πάθη f ὀχλήσεις καὶ ἐπαναστάσεις g, 
καὶ κατακρατήσεις δι’ ἀκενοδοξίας, φέρε, καὶ αἰσχρότητος
καὶ τῶν ἀναλόγων αὐτοῖς παθῶν, ἃ γηίνους ὄντας ἡμᾶς
 

 
αὐτοὺς δὲ ἀσωμάτους, ὅμως χαίροντας τοῖς ἐπὶ γῆς ἰλυσπωμένοις
πάθεσιν· ὑποσμύχει e γὰρ αὐτοὺς καὶ κατεσθίει τῆς τῶν ἀνθρώπων
ἐκβαλλομένους ἀρχῆς, ἧς ἐξαπ * * * Ἀδὰμ τῆς ὑπ’ αὐτῶν
ἐκ φθόνου ἐνσκευασθείσης τῆς ὑπὸ Θεοῦ πλάσεως αὐτοχειρίας
ἐτύχθη. 
 f Μὴ ἀθετεῖσθαι τὴν δι’ ἐπιστροφῆς ἰατρείαν, ἣν καὶ Χριστὸς
παρεδήλωσε διὰ τοῦ ἐμπεπτωκότος εἰς τοὺς λῃστάς. ἐλαίου μὲν
τὸ ἱλαρὸν τοῦ ὑπαλείφοντος αἰνισσομένου. εἰς οἶνον δὲ τοῦ τὸ
φιλάνθρωπον μὴ ἔκλυτον παρεχομένου, μετά τινος δὲ στύψεως
καὶ προσοχῆς ἐπιχέοντος. Χριστὸς δὲ οὗτος ὁ μὴ g προαναρπασθῆναι 
θανάτῳ τοὺς ἡμαρτηκότας, οἱ διὰ μακροθυμίας ἔμελλον τὴν
ἥτταν ἀναμαχέσασθαι. 
 Ὅτι ἐν τῷ ἴε κεφαλαίῳ κείμενον τὸ “ ἤκουσα φωνὴν ἐν μέσῳ
τῶν δ΄ ζώων λέγουσαν’’ οὐκ ἀδοκίμως τισὶν ἀντιγράφοις μετὰ
προθήκης τοῦ ὡς ὁμοιωματικοῦ εὕρηται καὶ τῆς πτώσεως τῆς 
ἔναλλα τῆς τοῦ γένους ἀμείψεως τοῦ ἀπὸ τῆς φωνῆς δηλου-
μένου. οἷον ἴνα ᾖ οὕτως ἤκουσα ὡς φωνὴν ἐν μέσῳ τῶν δ΄ ζώων,
οὐχὶ λέγουσαν, ἀλλὰ λέγοντος. καὶ διατὶ τὸ μετὰ τῆς προσθήκης
καὶ τῆς τοῦ γένους ἀμ’ * * καὶ πτώσεως εὐδοκιμώτερον ἡ παρακειμένη
τῷ ῥητῷ παραστήσει γραφή. 
 Άλλωσ Ἐκ Τῶν Τοῦ Ἀνδρεοῦ h Εὐσέβιος δὲ ὁ Παμφίλου
ἐν τῷ ὀγδόῳ κεφαλαίῳ τοῦ θ΄ λόγου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας
γράφει i τάδε. ἐν τῇ τῶν διωγμῶν ἀκμῇ ἐπὶ Μαξιμίνου k
Ρωμαίων βασιλεύοντος, ὑπὸ μὲν λιμοῦ καὶ λοιμοῦ κατασκήψαντος
αὐτοῖς σὺν ἑτέροις συμπτώμασιν l ἄπειρα πλήθη 
διεφθείροντο, ὥστε ταφῇ μὴ δύνασθαι παραδίδοσθαι, καίπερ
 

 
EHHrHSIS ΕΙΣ THN ΑΠΟΚΑΛΥΨlΝ. VI. ̀
Χριστιανῶν τότε φιλοτίμως περὶ τὰς κηδείας ἠσχολημένων, καὶ
τῷ φιλανθρώπῳ τοὺς πεπλανημένους ἐναγόντων πρὸς τὴν τῆς
ἀληθείας ἐπίγνωσιν. ὑπὸ δὲ Ἀρμενίων ἐπαναστάντων Ῥωμαίοις
οὐκ ὀλίγους ἀνῃρῆσθαι ῥομφαίᾳ. καὶ ὑπὸ κυνῶν δέ φησιν ἀνηλῶσθαι
τὰ τῶν θανόντων σώματα, ὡς λοιπὸν τοὺς λειπομένους εἰς 
κυνοκτονίαν τραπῆναι, δεδιότας μὴ καὶ αὐτοὶ θανόντες ζῶντας
τούτους τάφους κτήσωνται. οὐκ ἀπεικὸς δὲ τοῖς κυσὶ τῆς αὐτῆς
θοίνης καὶ ἀγρίους θῆρας συμμετέχειν διὰ τὸ τῆς τροφῆς ἄφθονον.
καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ δὲ γενεᾷ τούτων ἕκαστον συμβὰν ἔγνωμεν, ἐκ
τῶν νυνὶ φαινομένων.

ΚΕΦ. ΙΖ. 

 Λύσις τῆς πέμπτης σφραγῖδος, τὴν τῶν ἁγίων ψυχῶν σημαίνουσα πρὸς
Κύρων καταβόησιν, ὥστε γενέσθαι συντέλειαν. 
 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν πέμπτην σφραγῖδα, εἶδον ὑποκάτω
τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων 1 
διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ
 ἀρνίου ἢν εἶχον. καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλη λέγοντες.
ἑωσπότε ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ἀληθινὸς οὐ κρίνεις
καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς
 γῆς ; καὶ ἐδόθη αὐτοῖς στολὴ λευκὴ, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς, 
ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον, ἕως πληρώσονται καὶ οἱ
σύνδουλοι αὐτῶν, καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν, καὶ οἱ μέλλοντες
ἀποκτείνεσθαι ὡς καὶ αὐτοί. 
 Tῆς πέμπτης σφραγῖδος τὴν λύσιν, οἱ τὴν τῶν προειρημένων m
τεσσάρων εἰς τὰ Χριστοῦ πάθη καὶ τὰ τῆς σωτηρίου ἡμῖν ἐνανθρωπήσεως 
οἰκονομικῶς τελεσθέντα προσνέμοντες, ὡς ἤδη παρεθέμεθα·
καὶ ταύτην εἰκότως τὴν καταβόησιν τοῖς προτελειωθεῖσιν
ἀνάψει προφήταις καὶ θεοσόφοις ἀνδράσι τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐπιδημίαν
ποθοῦσι, καὶ τὴν ἀναβολὴν αὐτῆς δυσχεραίνουσι τῆς θείας
μακροθυμίας καταβοῶσι n τῆς μέχρι σταυροῦ παραταθείσης, 
πρὸς o ἐκδίκησιν ἤγουν τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων καὶ ἀσεβῶν, ἣ καὶ
 

 
τῶν P δαιμόνων τούτους q ἐκβακχευσάντων ἐπὶ τὰ r τοιαῦτα παραχωρῆσαι
τῶν s ὁμοφύλων καὶ ὁμογενῶν ἀδικήματα t καὶ ταῦτα
δι’ εὐσέβειαν πάσχειν ἀνασχομένων. μέχρι γὰρ τοῦ σωτηρίου
πάθους τοῦ διὰ σταυροῦ, οὐκ ἦν οὕτω u πρόδηλος ἡ κατὰ τῶν
ἀσεβῶν ἐκδίκησις ἐκ Θεοῦ συντελουμένη. ἀπὸ δὲ τούτου τὰ μυρία 
πάθη ὑπέλαβον v εἴγε πίστεως x Ἰώσηπος ἄξιος ὁ ταῦτα φιλαλήθης
οὐ μόνον Ἰουδαίους ἱστορήσας, ἀλλὰ καὶ Ἕλληνας λοιμοῖς
καὶ λιμοῖς y καὶ στάσεσι ταῖς καταλλήλων δαπανηθέντας, ὡς πρὸ
μικροῦ παρεθέμεθαι z. τὴν γὰρ δαιμόνων ἀπώλειαν καὶ τὸν τέλεον
αὐτῶν ἀφανισμὸν μὴ καὶ περιττὸν λέγειν, ἀκούοντας τοῦ θείου 
Δαβὶδ ᾄδοντος, “ τοῦ ἐχθροῦ ἐξέλιπον αἱ ῥομφαίαι εἰς τέλος.’’
ποῦ γὰρ ὑπολείπεται ἔτι δαιμόνων λατρεία, τῶν πρὸ τούτου τὴν
σύμπασαν γῆν τῆς ἑαυτῶν πλάνης ἀναπλησάντων ; ταῦτα μὲν εἰ
τοῖς πρὸ νόμου, καὶ ἐν τῷ νόμῳ θεοφιλέσι τὴν καταβόησιν ἐναρμώσομεν·
εἰ δὲ τοῖς μετὰ Χριστὸν μάρτυσιν, ὃ καὶ μᾶλλον 
εὐαρεστεῖν δίκαιον, ὅτι καὶ περὶ μελλόντων ὁ χρηματισμὸς, οὐκ
ἔξω τοῦ εἰκότος a χωροίημεν. 
 Εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου. 
 Θυσιαστήριον, τὸ ἄνω εἰκότως b τὸ ἀνενδεὲς ὃν τῆς δι’ αἱματῶν
ἁγιστίας c καὶ τὰ θύματα d τῷ ὑποκάτω αὐτοῦ, ἅτε περίγεια 
καὶ τῆς θνητῆς οὐσίας, ἀφωρίσατο τόπῳ αὐτῷ e τὴν ἀπὸ τῶν
θυμάτων ἐξατμιζομένην θεάρεστον ἀναλαμβανόμενον εὐωδίαν, οὐκ
αἰσθητὴν, ὅτι μηδὲ αἰσθήσει ὑποβαλλομένην f εἰ καὶ g αἰσθητὴ ἡ
ἀναπεμπομένη ἀπὸ τῶν θυμάτων ἀνάδοσις, καταλλήλως h δὲ νοήσει
μόνῃ θεωρητὴν τούτοις i καὶ ὅσοις τῶν ἀγαθῶν k ἀγώνων 
συντελείᾳ τὸ εὐαπόδεκτον ἀποφέρεται. ἐντεῦθεν καὶ τοῖς κατὰ
Χριστὸν ἣ μετὰ Χριστὸν l τὸ εὐδόκιμον ἀπενεγκαμένοις οἰκειότερον
τὰ τῆς σφραγῖδος τῆς λύσεως προσλογίζεται m ἣ τοῖς
πρὸ τῆς Χριστοῦ παρουσίας ὑπὲρ τοῦ εὐσεβοῦς τῆς παλαιᾶς
 

 
λόγου l οὐκ αἰσθητῇ ἀπηχήσει· τίνα γὰρ οὐχ ὕπεισι φωνητικῶν
σύνταξις ὀργάνων; πραγματικῶς δὲ τῆς ὑπερθέσεως τῇ ἐκτάσει
τῇ ἐπὶ τοσοῦτον ἀναβεβλημένῃ τὸ τῆς φωνῆς ἔργον τοῖς ὁρῶσιν
ἀποτελούσης· οὐ παροράσεως δὲ τοῦ κρείττονος ἡ καταβοὴ, οὐ
μέλει τῶν ἑαυτοῦ ἔργων, οὐδ’ ὅσον πατρὶ τέκνων. τὸ δὲ καταλλήλως 
καὶ τάξει πάντα διεξάγειν, εἰδέναι τὴν γνῶσιν ὑπερβαλλόμενα·
ὅσον δὲ εἰδέναι εἰς παράκλησιν ἔτι τῶν ζώντων τὸ μὴ ἐκκακεῖν
ταῖς τῶν ὀφειλομένων ἀγαθῶν δόσεσι παρατεινομέναις· οὐ
γὰρ ἀσκόπως τοῦ διδόναι ταῦτα ἕτοιμον. 
 m Καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἢν εἶχον. 
 Ἀναντιρρήτως λοιπὸν ἀπὸ τοῦ ἀρνίου καὶ τῆς δι’ αὐτὸ σφαγῆς
τοὺς μετὰ Χριστὸν καὶ κατὰ Χριστὸν ἡ λύσις τῆς ε΄
προσλογισθείη. 
 Ἕως πότε ὁ δεσπότης. 
 Οὐ κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἡ ἐκδίκησις αἰτεῖται n οὐ γὰρ τοῦτο 
ἄξιον τῆς ἀγάπης o κατὰ τῶν ὁμογενῶν ἐπανίστασθαι.) κατὰ δὲ
τῶν δαιμόνων ταύτην ἀπαιτοῦσιν οἱ ἅγιοι Ρ, τῶν ἐναγόντων τοὺς
ἀνθρώπους εἰς τὴν ἑαυτῶν ἀναίρεσιν q. εἶτα λαμβάνουσι πρῶτον
στολὴν λευκὴν, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ στολῇ, καὶ γνῶσιν τῆς ὑπερθέσεως,
οὐκ ἀδοκιμάστως, εἰ μὴ καὶ λελογισμένως ἄγαν παρατεινομένης, 
ἣν τὰ ἐχόμενα παραστήσει τῶν ἑξῆς παρατεθέντων. 
 r Καὶ Ἄλλωσ Ἐκ Τῶν Τοῦ Ἀνδρεοῦ. Καὶ διὰ τούτων τὴν
τοῦ κόσμου συντέλειαν αἰτούμενοι φαίνονται οἱ ἅγιοι. διὸ μακροθυμεῖν
ἄχρι τῆς τῶν ἀδελφῶν τελειώσεως κελεύονται, ἵνα μὴ
χωρὶς αὐτῶν τελειωθῶσι, κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον. αἱ δὲ λευκαὶ 
στολαὶ τὴν ἐπανθοῦσαν αὐτοῖς τῶν ἀρετῶν ἐμφαίνουσι λαμπρότητα.
ἣν ἠμφιεσμένοι, εἰ καὶ μήπω τὰς ἐπαγγελίας ἐκομίσαντο,
τῇ γοῦν ἐλπίδι τούτων, ἅπερ νοερῶς ἐνοπτρίζονται, πάσης ἀπηλλαγμένοι
παχύτητος, εἰκότως εὐφραίνονται τοῖς κόλποις Ἀβραὰμ
 

 
ἀναπαυόμενοι. πολλοῖς γὰρ τῶν ἁγίων τοῦτο εἴρηται, χώρους
ἀξίους εἰληχέναι τῶν τῆς ἀρετῆς ἐργατῶν ἕκαστον, δι’ ὧν καὶ
περὶ τῆς μελλούσης αὐτῶν δόξης τεκμαίρονται. 
 Καὶ ἐδόθη αὐτοῖς στολὴ λευκή. 
 Η λευκὴ στολὴ, αἴνιγμα τοῦ κε αὐτοὺς τῷ οἰκείῳ 
αἵματι, καὶ πάντα ἀποθέσθαι ῥύπον, ἅμα δὲ καὶ τοῦτο τῆς λευκότητος
τῆς στολῆς ὑποφαινούσης, ὡς οὐ χρὴ τοὺς προφανῶς καὶ
μετὰ λαμπρότητος παρρησιασαμένους τὴν Χριστοῦ ὁμολογίαν s,
δι’ ἣν καὶ τοῦ φθαρτοῦ ἠνέσχοντο t καρτερικῶς u ἐκβῆναι κόσμου
καὶ μοχθηροῦ, νῦν ἀφθάρτῳ x βίῳ καὶ ἀμόχθῳ προσορμισθέντας 
ὡσπερεὶ κόρον τούτου λαβόντας y ἀνασείρασιν ἐκ κόρου λαβεῖν·
ἀφ’ οὗ καὶ ἡ τῶν Ἀγγέλων εἰς τὰ αἰώνια παράκυψις ἀγαθὰ, τινὶ
τῶν θεοφορουμένων παρείλειπται δι’ ἐπιθυμίας εἶναι, ὡς διὰ τῆς
παρακύψεως τί ἃν ἄλλο ζητήσαντος αὐτοῦ z, ἣ καὶ τὸ μικρὰν
αὐτῶν γνῶσιν λαβεῖν ἐν ἀδιαλείπτῳ ἐφέσει προσλιπαροῦνται a; 
b ὥσπερ τοίνυν ἀνάμνησιν αὐτοῖς ἐμποιῶν εἰ πρὸς τὸν ἐπώδυνον καὶ
καματηρὸν * * * * * * * * * * * * * * * * * * θλήσατε, οὐκ ἀναξιεπαίνως
νῦν ἐν τῷ ἀμόχθῳ βίῳ τὸ προσκορὲς ὑπερβάλεσθε·
ταῦτα τῆς λευκῆς στολῆς τῆς δόσεως ὑπαινιττομένης, καὶ λόγοις
φησὶ παρακλητικοῖς τὴν πρ * * ἀποκείμενα ἐπέραστα τῷ ὄντι 
λιχνείαν ἐπισχεθῆναι· οὐδὲν γὰρ δίκαιον εἰ καὶ μὴ τὰς εὐαγγελίας
ἐκομίσαντο, τῇ γοῦν ἐλπίδι τούτων, ἅπερ νοερῶς ἐνοπτρίζονται
πάσης ἀπηλλαγμένοι παχύτητος· καὶ ὡς εἰκὸς τοῖς Ἀβραὰμ
ἐναγλαϊζόμενοι κόλποις τῶν ἴσῃ τῇ προθυμίᾳ κατασπευδόντων
αὐτοῖς ἐναριθμηθῆναι· αὐτοὺς καθυπερτελεῖν τῇ προλήψει τούτων, 
καὶ ὥσπερ ἀτελῆ τὴν πάνδημον τῶν σωζομένων ὁρᾶσθαι πανήγυριν·
οὔτε ἐν μὲν συναγωγῆς ἱσταμένου θεῶν, οὐ διακρίνοντος λοιπὸν
θεούς. τίς γὰρ διάκρισις τοῦ σπανίζοντος ἔτι τῶν τὴν διάκρισιν ἐνδίκως
κατὰ τὸν κάματον ἀποληψομένων ;

ΚΕΦ. ΙΗ. 

 Λύσις τῆς ἕκτης σφραγῖδος, τὰς ἐν τῇ συντελείᾳ ἐπαγομένας πληγὰς
σημαίνουσα. 
 Καὶ εἶδον ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν ἕκτην. καὶ
σεισμὸς μέγας ἐγένετο, καὶ ὁ Ἤλιος ἐγένετο μέλας, ὡς 
σάκκος τρίχινος, καὶ ἡ Σελήνη ὅλη ἐγένετο ὡς αἷμα,
 καὶ οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ ἔπεσον εἰς τὴν γῆν, ὡς
συκῆ βάλλει τοὺς ὀλύνθους αὐτῆς, ὑπὸ ἀνέμου μεγάλου
σειομένη. 
 Η ἕκτη τῆς σφραγῖδος λύσις, τελεωτάτην ἡμῖν τὴν σωτηρίαν 
εἰργάσατο. κατὰ ταύτην γὰρ ὁ Χριστὸς b τὸν θάνατον κατέλυσε,
τὴν ζωὴν ἐπανήγαγε, τὸν νικητὴν τῶν ἀνθρώπων ἀπεστεφάνωσε
θριαμβεύσας, κατὰ τὸ γεγραμμένον. “ ἀνέβης εἰς ὕψος,
ᾐχμαλώτευσας αἰχμαλωσίαν. τίς δὲ ἡ λύσις τῆς ἕκτης σφραγῖδος
; ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου καὶ ὁ θάνατος, οἷς ἠκολούθησεν ἡ 
εὐκταῖα c πᾶσι πιστοῖς d τε καὶ αἰσθητοῖς ἀνάστασις e. καὶ
ἐγκαινίζουσα ἡμῖν * * πρόσφατον καὶ ζῶσαν τὴν ἐκ τοῦ
θανάτου εἰς τὴν ζωὴν ἐπάνοδον. ἥπερ f οὐ μόνον τοὺς ζῶντας,
ἀλλὰ καὶ τοὺς προκεκοιμημένους εύηργέτησε. γενόμενος γὰρ ὁ
Κύριος ἐν ᾅδου αὐτοῖς ζωῆς ἐπαγγελίαν ἐπήλπισεν, “ ἀπειθήσασι 
“ποτε” κατὰ Πέτρον τὸν Ἀπόστολον, ἐπήλπισε δὲ τοῖς πιστεύουσι,
ὡς καὶ Κυρίλλῳ δοκεῖ * * γὰρ οὖν τοῖς ἐν ἀπιστίᾳ ἀποθανοῦσι. 
 Καὶ σεισμὸς μέγας ἐγένετο. 
 Σαφῶς τὰ ἐπὶ τῷ σταυρῷ γεγενημένα σημεῖα, ἡ ὀπτασία
ἡμῖν ἀναζωγραφεῖ, τὸν σεισμὸν καὶ τὸν κλόνον τῆς γῆς, τὸ τοῦ 
ἡλίου σκότος καὶ τῆς σελήνης ὅλης τὴν εἰς αἷμα μεταβολήν.
πάνυ δὲ ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς σελήνης τὸ, “ ὅλη, ” δεδήλωται. πλησιφαης
γὰρ ουσα, ἄτε τεσσαρεσκαιδεκαταία g οὔσα, καὶ κάτα
διάμετρον ἀφεστῶσα τοῦ ἡλίου, πῶς οἵατε τὸν ἥλιον τῇ ἑαυτῆς
ὑποδρομῇ σκοτίσαι ; οὕτω γὰρ τὴν ἡλιακὴν ἔκλειψιν φασὶ γίνε- 
 

 
σθαι οἱ ταύτης τὴν σχολὴν πεποιημένοι g πῶς δὲ πάλιν δυνατὸν
τὴν Σελήνην h ἐν τῷ ἡμερινῷ καταστήματι τοιαύτην φανῆναι;
ἀφ’ οὗ καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἰς θεοσημείαν ἀναφέρει τὸ
ἐπὶ τοῦ σταυροῦ συμβὰν τῷ ἡλίῳ, οὐκ εἰς εἰωθὸς πάθος τοῖς
κατ’ οὐρανὸν σώμασι i τοῦτο δὲ καὶ ὁ Ἰωὴλ ὁ προφήτης προανεφώνησεν. 
“ ὁ ἥλιος,” λέγων, “ μεταστραφήσεται εἰς σκότος, καὶ ἡ
σελήνη εἰς αἷμα.” τῶν προγεγενημένων δὲ τοῦτο ἀνάμνησις ὡς * *
καθὼς ἤδη καὶ πολλάκις προανεπτύχθη· τὰ τοτὲ γὰρ φιλανθρωπίᾳ
ὑπὲρ ἡμῶν συντελεσθέντα κ εἰς τὸ τότε τὴν κατάπαυσιν ἔσχεν,
ἀλλὰ καὶ μέχρι συντελείας τὸ ἐνεργεῖσθαι κεκλήρωται. * * γὰρ 
ἃν σωτήριον ἡμῖν διαπραγματευθείη, ἀποσκοπήσας εὑρήσεις τῶν
ἐπὶ Χριστῷ τῷ Θεῷ κατὰ τὴν εἰς ἡμᾶς αὐτοῦ ἐπιδημίαν συνενεχθέντων
τὸ ἀπεικόνισμα ἀποφερόμενον, ὥσπερ τῆς ἀχράντου
γεννήσεως ἀποκτίννυσθαι τούτους ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ θείου βαπτίσματος
ἀναγέννησις δια * * ποῖ καὶ ἡ ἐπὶ τῆς φάτνης ἀνάκλισις 
τὴν ἀπὸ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος γέννησιν· διὰ τῆς πρὸς * *
αὐτοῦ ἀνακλίσεως τῆς ἀλογίας ἡμᾶς ἀπαλλάττουσαν· καὶ τὴν
τεσσαρακονθήμερον αὐτοῦ * * * τὸν Πατέρα ἀνάδειξιν τὴν ἀπὸ
τῶν νηπιωδῶν ἡμᾶς σπαργάνων ἤγουν τῶν τῆς * * δὲ τοῦ βίου
περισπώντων ἀπαλλάττουσαν δεσμῶν ἐκβεβηκότας ὑπ’ αὐτοῦ 
συντηρῇ * * * ἐποψία· μηκέτι πρὸς τοὺς τῆς γενέσεως ὑποστρέψῃ
λόγους· πρὸς δὲ τὴν ἐξ ἀρχῆς κτίσε * * * * * ρισθεῖσαν
ἀνθρώποις ἀνασωθῆναι κατεπειχθῆναι· καὶ οὕτω μὲν ὥς γε μετρίως
τὰ τοῦ Κυρίου ἡμῖν * * μοσαι· τὰ δὲ πρὸς τούτοις τοῖς σοφωτέροις
ἐκ τῶνδε ἀφορμῶν παραληπτέον. “ δίδου γὰρ * * ἀφορμὴν, 
“ καὶ σοφώτερος ἔσται ὁ σοφὸς, φησὶ Σολομῶν. τινὲς δὲ ταῦτα j
εἰς τὴν ὑπὸ Οὐεσπεσιανοῦ γενομένην πολιορκίαν ἐξέλαβον, πάντα
τὰ εἰρημένα k τροπολογήσαντες. 
 Καὶ ὁ ἥλιος μέλας ἐγένετο. 
 Οἱ δὲ πλεῖστοι τῶν ἑρμηνευτῶν l σεισμὸν τὴν μετάβασιν ἐνταῦθα 
εἰρήκασι m τὴν ἀπὸ τῶν ἐν τοῖς διὰ Χριστὸν διωγμοῖς
γενομένην εἰς τὸν κατὰ τοῦ Ἀντιχριστοῦ n καιρὸν, σεισμὸν εἰωθυίας
 

 
τῆς γραφῆς καλεῖν τὴν τῶν πραγμάτων μετάβασιν ο, ὥσπερ τὸ,
“ ἔτι ἅπαξ σείσω. δηλοῖ γὰρ τὴν τῶν σωλευομένων
ὡς ὁ θεῖος φησὶ Παῦλος. καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ ἡ ἀπ’ Αἰγύπτου τῶν
Ἰσραηλιτῶν ἔξοδος, σεισμὸς εἴρηται, καθὼς καὶ Δαβὶδ φησι.
“ γῆ ἐσείσθη, καὶ γὰρ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν. τοσαύτας γὰρ θλίψεις 
γενέσθαι φασὶν, οἵας οὐδέπω γεγενημένας ἔγνωμεν p, σοφῶς τοῦτο
προειρηκότες πρὸς τὸ προμεμελετηκέναι ταῦτα τοὺς ἀνθρώπους, τοῦ
μὴ ἀπειπεῖν πρὸς τὰς ἐπαγομένας τοῦ Ἀντιχρίστου κολάσεις.
τὸ δὲ μέλαν τοῦ ἡλίου, καὶ τῆς σελήνης τὸ ἀφεγγὲς καὶ αἱματῶδες,
τὸ τοῖς καταλειφθεῖσιν ὑπὸ τῆς θείας ὀργῆς ἀφώτιστον 
ἐνδείκνυται q. οὕτω γὰρ πολλάκις καὶ ὁ μακάριος Κύριλλος ἐξήλειφε.
λειφε. τὸ δὲ πεσεῖν τοὺς ἀστέρας, καὶ τοὺς δοκοῦντας εἶναι
φωστῆρας ἐν κόσμῳ πίπτειν ὡς τοῖς γινομένοις ὀκλάζοντας. τὼς
καὶ ὁ Κύριός φησι, “ πλανηθῆναι εἰ δυνατὸν καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς”
τῷ ὑπερτείνοντι νικωμένους τῆς θλίψεως. διὸ καὶ ἡ συκῆ ὑπὸ 
ἀνεμοῦ ῥιπιζομένη παραβάλλονται οὗτοι τοὺς ὀλύνθους ἤτοι τοὺς
ἀτελεῖς καρποὺς, οἷς οἱ μήπω τῷ χρόνῳ πεπανθέντες τῇ πίστει,
καὶ γλυκανθέντες τῇ χάριτι ἀπεικάσθησαν ταῖς ὑπὸ τοῦ διαβόλου
βιαίοις ἀντιπνοίαις. τῶν πειρασμῶν δηλονότι ταῖς ἀγρίαις προσ-
βολαῖς θορυβηθέντες κατεσείσθησαν· οἶδεν γὰρ ἡ γραφὴ τὰ 
σῦκα λαμβάνειν τῷ ἐπαμφοτερίζοντι τοῦ σημαινομένου ἐπί τε
χρηστοῦ καὶ τοῦ ἀπεναντίας· ὡς ἐπὶ τῶν δύο καλάθων, τῶν τῷ
Ιερεμίᾳ φανέντων χρηστῶν ὁμοῦ καὶ πονηρῶν, συκοφορίας, καὶ τῆς
ξηρανθείσης συκῆς τῆς ἐν τοῖς ᾄσμασι φερομένης· εἰ δὲ καὶ
αἰσθητῶς ταῦτα ληπτέον, τῷ μετιόντι τοῦτο ἀναθετέον, καὶ πρὸ 
τούτου τῷ τῶν δήλων γνωστῇ Θεῷ. 
 Καὶ ὁ οὐρανὸς ἀπεχωρίσθη ὡς βιβλίον ἑλισσόμενος,
καὶ πᾶν ὄρος καὶ νῆσος, ἐκ τῶν τόπων αὐτῶν ἐκινήθησαν· 
 καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ οἱ μεγιστᾶνες, καὶ
οἱ χιλίαρχοι, καὶ οἱ πλούσιοι, καὶ οἱ ἰσχυροὶ, καὶ πᾶς 
δοῦλος καὶ ἐλεύθερος, ἔκρυψαν ἑαυτοὺς εἰς τὰ σπήλαια
 καὶ εἰς τὰς πέτρας τῶν ὀρέων, καὶ λέγουσι τοῖς
 

 
ὄρεσι καὶ ταῖς πέτραις, πέσετε ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ κρύψατε
ἡμᾶς ἀπὸ προσώπου τοῦ καθημένου ἐπὶ τῷ θρόνῳ, καὶ
 ἀπὸ τῆς ὀργῆς τοῦ ἀρνίου· ὅτι ἦλθεν ἡ ἡμέρα ἡ μεγάλη
τῆς ὀργῆς αὐτοῦ, καὶ τίς δύναται σωθῆναι ; 
 o Ταῦτα ἔφθημεν παραθέμενοι γενέσθαι μὲν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ 
Χριστοῦ, εἰς ἀνάμνησιν δὲ τῶν τότε γεγενημένων καὶ ἐν τῇ μετὰ
χεῖρας Ἀποκαλύψει χρηματίσαι, εἰς παράστασιν τοῦ ὅτι τὰ τότε
φιλανθρώπως ὑπὲρ ἡμῶν συντελεσθέντα, καὶ τῶν ἐνεστώτων καὶ
τῶν μελλόντων ἀποφέρεται τὴν ἀδιάλειπτον γένεσιν οὔ ποτε σχολάσουσαν,
ἕως ὁ φθαρτὸς οὗτος κόσμος παρῇ· ἐν ἑκάστῳ τῶν σωτηρίῳ 
ἑαυτῷ προσιόντων τῶν ἐπὶ Χριστοῦ τῆς παρουσίας συντελεσθέντων
ἐ * * εἰ Χριστῷ καὶ αὐτόν τινα ταῦτα ἐξεικονίζοντα
ἐρᾶσθαι γοώμενόν τε καὶ περιτεμνόμενον καὶ τεσσαρακονθήμερον
τῷ Πατρὶ ἐμφανιζόμενον, καὶ ὅπως τὰ ἐπὶ Χριστοῦ ἐφ’ ἑαυτῷ
μετρίως ὡς ἐνῆν προυφηγησάμεθα. 
 P Παρὰ τοῖς ταῦτα τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐν σαρκὶ ἀνατιθεῖσιν ἐπιδημίᾳ
εἰς τὸ γενόμενον ἐπὶ τοῦ σταυροῦ σκότος ὑπε * ήφθησαν
οὕτω συστάντος συχνοῦ, ὡς πᾶν οὐράνιον σέλας δόξαι ἀφανισθῆναι·
καὶ τοῦτο τὸν λόγον αἰνίσσασθαι, ἢ καὶ τὰς οὐρανίους δυνάμεις τῶν
Ἀγγέλω, ἐπὶ τῇ ὕβρει τοῦ οἰκείου δεσπότου ταραχθέντας σκοτο 
* * ννίᾳ οἷά τινι ληφθῆναι· καὶ ὡς βιβλίον ταραττόμενον τῇδε
κᾳκεῖσε διᾴττειν τε καὶ μεταχωρεῖν. 
 Ὡς βιβλίον ἑλισσόμενος. 
 Τὸ τὸν οὐρανὸν εἱλίσσεσθαι ὡς βιβλίον, ἣ τὸ ἀγνωστὸν q τὸ
τῆς δευτέρας Χριστοῦ παρουσίας αἰνίττεται, ἀψοφητὶ γὰρ καὶ ἐν 
ἀκαρεῖ r ἡ βίβλος ἀνοίγεται· ἣ ὅτι καὶ αἱ οὐράνιαι δυνάμεις τοῖς
ἐκπίπτουσι τῆς πίστεως συναλγοῦσιν s οἱονεὶ ἑλιγμόν τινα καὶ
λύπην ἕξουσι. διὰ τούτου δὲ καὶ ἕτερον ὁ τῶν βιβλίου ἑλιγμὸς
νοεῖν ὑποβάλλεται, μὴ ἀφανισμὸν τέλεον τὸ οὐράνιον t ὑφίστασθαι
σῶμα, ὡς φησὶ καὶ Εἰρήναιος ὁ Λουγδούνου, ἐν πέμπτῳ λόγῳ τοῦ 
ἐλέγχου τῆς ψευδωνύμου γνώσεως ἐπὶ λέξεως. “ οὐ γὰρ ἡ ὑπό-
“ στάσις, οὐδὲ ἡ οὐσία τῆς κτίσεως ἀφανισθήσεται ll. ἀληθὴς
 

 
“ γὰρ καὶ βέβαιος ὁ αὐτὴν συστησάμενος x ἀλλὰ τὸ σχῆμα πα-
“ ράγει τοῦ κόσμου τούτου, ἐν οἷς καὶ y ἡ παράβασις ἐγένετο. διὸ
“ καὶ ὁ z Δαβίδ a. ‘ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς,’ ἀλλ’ οὐκ
“ ἀλλάξεις. ’ ἡγούμεθα δὲ τῇ ἀρχαίᾳ συνηθείᾳ χρήσασθαι τὸν
Ἀπόστολον. εἰλιτάριον γὰρ οἱ Ἑβραῖοι ἀντὶ τῶν παρ’ ἡμῖν 
βιβλίων ἐκέχρηντο c, ὧν ἡ ἀνείλισις οὐκ ἀφανισμὸν, ἀλλὰ τῶν
γεγραμμένων φανέρωσιν ἀπειργάζετο. ὡς καὶ τοῦ οὐρανίου σώματος
ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἀποκειμένων ἀγαθῶν τοῖς ἁγ]ίοις τὴν
ἀποκάλυψιν δείκνυσιν. 
 Καὶ πᾶν ὄρος καὶ νῆσος. 
 Ὄρη καὶ νήσους, τὰ τῶν ὑψηλοφρόνων δαιμόνων καλεῖ συστήματα,
κατὰ τὸ γεγραμμένον περὶ αὐτῶν, “ καὶ μετατίθεσθε d ὄρη
“ ἐν καρδίαις θαλασσῶν,’’ οἱονεὶ ἐν τοῖς ἐνεστῶτος βίου ἁλμυροῖς
περισπασμοῖς, καὶ μὴ τὸ ἀναψῦχον ἔχουσι πότιμον πρὸς σωτηρίαν
ἀφ’ * * τῶν πρὸς ἀδιέκδοτον ποιούμενα βυθὸν συμφορῶν, ὡς ἃν 
ταύαῃ e τούτους περισοβοῦντα τοὺς ὀλιγοψύχους πρὸς τὸ ἑαυτῶν
ψυχόλεθρον f περισπούδασμα g. καὶ νήσους δὲ τοὺς αὐτοὺς, ἐν
ἤδη εἰρημέναις περικλύσεσι τῶν βιωτικῶν συμφορῶν h ἡμῖν ἐνοχλήσαντας.
οὗτοι γὰρ δημιουργοὶ τὰς κατὰ Θεὸν ἡμῶν εὐπλοίας i
ἐμποδοστατεῖν. ἐξ οὗ καὶ τὸ ἀλαζὸν αὐτοῖς τῆς ματαιότητος περιγίνεται 
ὕψος. ὄρη μὲν οὖν καὶ νῆσοι διὰ τοῦτο. 
 Ἐκ τῶν τόπων αὐτῶν ἐκινήθησαν. 
 j Τόπους δαιμόνων τινὸς ἃν ὑπολαβεῖν ἀ * * τῶυ ἀσωμάτων δαιμόνων·
ἢ τὰς ἐθίμους αὐτῶν ἐκ φθόνου τοῦ ἀνθρωπείου γένους
προαιρε * * ἐπεὶ καὶ τούτων ἀπεναντίας ἴσμεν τὸ θέιόν εὐλογίαν 
ἀποφερόμενον ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ, ἣν * όμησιν ὁ προφητικὸς
λόγος ταῖς ἀσωμάτοις προσνέμει δυνάμεσι, τῷ μηδαμοῦ χωρητῷ
επι * * ἔνην Θεῷ, ἐκ τόπου τῶν φιλανθρώπων αὐτοῦ κριμάτων ἀναπεμπομένην,
ὑπὸ τῶν συνεῖναι δυναμένων τὸν ἄφατον ἔλεον αὐτοῦ·
καὶ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοὺς ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ. 
 

 
 * * ρισται ἀναιδεστάτη ὁρμὴ μὴ τῇ ἐνδίκῳ αὐτῶν ἀποκληρώσει
ἐμφιλοχωροῦντες· ἥτις τῆς ἀγγελίας αὐτοὺς ἀπεκλήρωσε
δόξης, ἧς καὶ ὁ Κύριος θεωρὸς, ὡς ἀστραπὴν, αὐτὸν, ἤγουν μετὰ
πάσης τῆς ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεως, πεσόντα. δι’ ὧν φάσκει, “ ἐθεώρουν
“ τὸν Σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. τῆ οὑν 
ἀγάπῃ ἐμφιλοχωρεῖν τῇ ἀποκληρώσει, ἀλλὰ ἀναιδείᾳ περικρατούμενος
τοῖς ἀνθρώποις δι’ ὄχλου καθίσταται. 
 Καὶ οἱ βάσι λῆς τῆς γῆς, καὶ οἱ μεγιστᾶνες. 
 Βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ μεγιστᾶνας καὶ πᾶσαν τὴν τοιαύτην
τερθρείαν τοὺς αὐτοὺς καὶ τὸν κατάρχοντα αὐτῶν k Σατανᾶν 
νοήσεις l, κατάρξαντας τῶν περιγείων δι’ ἀπάτης καὶ δόλου.
δούλους δὲ καὶ ἐλευθέρους, τοὺς ἐν τοῖς δαίμοσι προύχοντας καὶ
ὑποτεταγμένους. διὸ καὶ τὸ κατασπεύδειν m τὰ ὄρη ἐγκελεύειν ἐξ
αἰτήσεως πεσεῖν ἐπ’ αὐτοὺς, κρύψεως χάριν, τροπικῶς εἴρηται
αἰνίττεται o γὰρ φυγάδας αὐτοὺς γενέσθαι ἀπὸ τῆς ἐπαχθησομένης 
αὐτοῖς ὑπὸ Χριστοῦ κολάσεως P. κολάσεως ἀναλόγου τῆς * * * *
ἐντεῦθεν τῷ φόβῳ τούτῳ συνεχομένους καὶ παρὰ τῷ Εὐαγγελιστῇ
Ματθαίῳ εἰσαίοντι τοὺς δαίμονας ἐντυγχάνοντας περιδέως τῷ
Χριστῷ. “ τί ἡμῖν καί σοι, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ; ἦλθες πρὸ καιροῦ
" βασανίσαι ἡμᾶς ;" ταῦτα δὲ καὶ κατὰ τῶν σταυρωσάντων 
Χριστὸν ἐκλαβών τις, οἳ τῶν Μακκαβαϊκῶν πιεζόντων αὐτοὺς ὡς
ἀξίους πολέμων διὰ Τίτου τε καὶ Οὐεσπασιανοῦ, φυγάδες τὲ
ἐγένοντο ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς ἀπορίᾳ
συνεχόμενοι. οὐκ ἔξω τοῦ ἔκειτο πεσεῖται. 
 q Ἄλλωσ. Ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς τοῖς Ἀποστόλοις ἐρωτῶσι 
περὶ τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις ναοῦ τῆς καταστροφῆς, καὶ δή γε καὶ τῆς
κοσμικῆς συντελείας, καθ’ ἣν καὶ ἡ τούτου β παρουσία καθὼς
ἐδύναντο χωρεῖν, οὐ κατώκνησε χρηματίσαι τούτους, εἰ καὶ μὴ
διεσταλμένως καὶ ἀνὰ μέρος, ὅτι μηδὲ ἡ ἐρώτησις τοιαύτη, ἀλλὰ
τῆ τοῦ ναοῦ καταπτώσει, καὶ ἡ ἔφοδος τῆς παρουσίας ὑποσημείοις 
τοῖς ἀκολούθοις ἐπιζητουμένη· καὶ ἐπειδὴ καὶ τῇ καταπτώσει τοῦ
ναοῦ τῆ ὑπὸ Ῥωμαίων καὶ τοῦ Τίτου συντελεσθείσῃ· καὶ τῇ παρ-
 

 
ρουσίᾳ αὐτοὺς τοῦ Κυρίου σχεδὸν τὰ αὐτὰ ἐπισυστῆναι οὐκ
ἠμοίρει· προυβάλετο τῷ λόγῳ τὴν γνώρισιν τῶν ἐπιζητουμένων, ὧν
καὶ ἡ μετὰ χεῖρας Ἀποκάλυψις μόνῳ τῷ χρονικῷ διαστήματι τὸ
διάφορον τῶν ὑπὸ τοῦ Κυρίου χρηματισθέντων ὑποβαλλομένη.
καθὸ τὰ μὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου τὸ μέλλον ὑποδύεται τῶν πραγμάτων· 
τὰ τῆς προκειμένης δὲ Ἀποκαλύψεως τὸ παρωχημένον· τί διὰ
τούτου ἐνδείξασθαι προμηθούμενοι ; ἀλλ’ ἢ τὸ ἀληθές τε καὶ
ἀπαράβατον, καὶ ὡς ἤδη τετελεσμένον ἔργον ὑποφαινόντων. ἐπὶ μὲν
οὑν τῆς καταστροφῆς τοῦ ναοῦ τοῦ ἐν Ἰεροσολύμοις ὅσα τῶν προειγημένων
τοῖς Ἀποστόλοις ὑπὸ τοῦ Κυρίου τοῖς Χριστοκτόνοις 
ἐπεσχεδιάσθη, ἱκανῶς ὁ φυλέτης τούτων Ἰώσηπος φιλαληθέστατος
ὣν παραστῆσαι, καὶ μέχρι λεπτοτάτων τῆς προρρήσεως προκεχωρηκυίας
τῆς ἐκβάσεως, ὡς ἀπὸ τῆς τεκνοφαγίας τῆς μητρὸς τοῦ
ἑαυτῆς ἐκγόνου ἐστὶ μαθεῖν· ὅπερ ὁ Χριστὸς διὰ τοῦ “ οὐαὶ ταῖς
“ θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις, προεδήλωσεν. καὶ μάλισθ’ 
ὅτ’ ἂν ἐκ τῆς καταφρονήσεως ἀναφλέγηται τῶν αὐτοῦ
προσταγμάτων, καὶ ἐκ παραλογισμοῦ τῆς τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ἀνυπερβλήτου
συμπαθείας. ὃς πάθεσιν ἠνέσχετο ἀπαθὴς ὁμιλήσας διὰ
τὴν αὐτῶν σωτηρίαν. οἱ δὲ πρὸς καταφρονήσει οὐ μόνων τῶν ἀδιορθώτων
προσμεμενήκασιν, καὶ θανάτῳ σταυροῦ προσζημιῶσαι οὐκ 
ἐνετράπησαν. 
 Ὅτι ἦλθεν ἡ ἡμέρα ἡ μεγάλη τῆς ὀργῆς αὐτοῦ. 
 Ἐπὶ τῆς συντελείας μεθ’ ὑπερβολῆς καὶ οὐδ’ ἐν μέρει τοῦ
κόσμου ὡς ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων, ἀλλ’ ἀνυπερθέτως παντὶ τῷ
κόσμῳ συμβήσεται θλίψις ὑπερβολικὴ τῇ τῶν Ἀντιχρίστου 
ἐπιδημίᾳ, ἐν ᾗ τοῖς κατ’ ἐξοχὴν εἴτε κοσμικῆς ἐξουσίας, οὓς διὰ
τοὺς βασιλεῖς ἐδήλωσεν, εἴτε Ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας, οὓς ὄρη
καὶ νήσους τροπικῶς ὠνόμασε, τούτοις φημὶ q ἅπασιν ἐκείνη ἡ
φοβερὰ r θλίψις ἐπενεχθήσεται. ὄρη δὲ καὶ νήσους οὐχ ἁπλῶς τοὺς
τῶν ἐκκλησιῶν προὔχοντας ὑπελάβομεν, ἀλλ’ ὅπερ καὶ παρὰ τῷ 
Ησαΐᾳ εὕρηται γραφόμενον s, τὰς ἐγκαινιζομένας νήσους, αἳ δὲ
φεύξονται, τόπον ἐκ τόπου ἀμείβουσαι διὰ τὸν ψευδόχριστον.
τίνες δὲ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ οἱ μεγιστᾶνες τε καὶ χιφημὶ
 

 
λίαρχοι, καὶ πᾶς δοῦλός τε καὶ ἐλεύθερος, ἀλλ’ ἣ οἱ τῶν
γηΐνων κατεξουσιάζοντες, καὶ μηδὲν τοῦ ἐν οὐρανοῖς πολιτεύματος
πεφροντικότες ; δοῦλοι δὲ, οἱ τῇ ματαιότητι τοῦ παρόντος κόσμου
δεδουλωμένοι u. ὥσπερ x καὶ ἐλεύθεροι οἱ τῆς Χριστοῦ άφηνιάσαντες
δουλείας καὶ ἀνέτως βιοῦν αἱρετισάμενοι y. τὸ ἡδὺ τοῦ 
παρόντος αἰῶνος τῆς στενῆς καὶ τεθλιμμένης ὁδοῦ, οὐδ’ ὅσον τῆς
πλατείας καὶ εὐρυχώρου πολυωρήσαντες· διόπερ ἣ φόβῳ τῶν ἐπηρτημένων
ἤδη κακῶν, ἣ τῶν πρὸ * * μένων ἀπερινοήτων καὶ ἀτελευτήτων
κολάσεων πρὸς τὸ ἀβίωτον τῆς παρούσης ἐξ ἀπορίας ζωῆς
ἠσχέσθησαν. τί γὰρ ἃν ἐφόδιον ζωῆς παράσχοι ὄρη καὶ σπήλαια 
καὶ πέτραι, αἷς καὶ σκεπασίαι αὐτοὺς ἡ εὐχ * *. 
 Πέσετε ἐφ’ ἡμᾶς. 
 Ἡ πρὸς τὰ ὄρη δέησις τίνων ; τῶν μὴ ἐποικοδομησάντων τῇ
πίστει τὸ τίμιον τῶν ἔργων καὶ δογμάτων, ἀλλὰ καὶ ξύλα καὶ
χόρτον, ἃ μηδὲ πυρὸς τοῦ τυχόντος ὀσμὴν οἷά τε ὑπενεγκεῖν, μὴ 
ὅτι πυρὸς ἀπειλήν. πῦρ γὰρ, ὥς φασιν, ὁ Θεός. 
 Καὶ μετὰ τοῦτο, εἶδον τέσσαρας Ἀγγέλους ἑστῶτας
ἐπὶ τὰς τέσσαρας γωνίας τῆς γῆς, κρατοῦντας τοὺς
τέσσαρας ἀνέμους τῆς γῆς, ἵνα μὴ πνέῃ ἄνεμος ἐπὶ τῆς
 γῆς, μήτε ἐπὶ τῆς θαλάσσης, μήτε ἐπί τι δένδρον. καὶ 
εἶδον Ἄγγελον ἄλλον ἀναβαίνοντα ἀπὸ ἀνατολῆς ἡλίου,
ἔχοντα σφραγῖδα Θεοῦ ζῶντος· καὶ ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ
τοῖς τέσσαρσιν Ἀγγέλοις, οἷς ἐδόθη αὐτοῖς ἀδικῆσαι
 τὴν γῆν, καὶ τὴν θάλασσαν, λέγων, μὴ ἀδικήσητε
τὴν γῆν, μήτε τὴν θάλασσαν, μήτε τὰ δένδρα, ἄχρις οὗ 
σφραγίσωμεν τοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐπὶ τῶν
μετώπων ἀυτῶν. 
 Ἐντεῦθεν λοιπὸν τὰ περιστάντα a σαφῶς Ἰουδαίους ἐν τῷ
Ῥωμαίους πολέμῳ, ἀντάμειψις ὄντα τῶν τοῦ Κυρίου παθῶν δείκυται
τῷ Εὐαγγελιστῇ. οἱ τέσσαρες Ἄγγελοι γὰρ ἐφρούρουν τὰς 
τέσσαρας γωνίας τῆς Ἰουδαίων γῆς, δειλίαν αὐτοῖς ἐμβάλλοντες
 

 
τῆς φυγῆς, ἣ δυσχερείας τινὰς, ἣ ἐξώριον α πάθος πατρίδος, γυναικῶν
τε φιλτάτων, ἅτινα τροπικῶς διασημαίνεται κρατεῖσθαι
τῆς Ἰουδαίας b. ἀλλά γε δὴ καὶ τοὺς ἀνέμους κεκωλῦσθαι ἐφ’
ᾧτε μὴ πνέειν c, μήτε ἐπὶ γῆς μήτε ἐπὶ τῆς θαλάσσης. ἐπὶ γῆς,
τᾧ d μηδεμίαν αὐτοὺς ἀναψυχὴν εὑρέσθαι ἐν τῷ πρὸς Ῥωμαίους 
πολέμῳ, μήτε τοὺς γεωργοὺς τοὺς ἐπιμελείᾳ φυτῶν προσανέχοντας·
ἐπεὶ καὶ τὰ δένδρα τῆς ἀπὸ τῶν ἀνέμων ἀποσείσεως e ἀπολαύοντα
ἀναψύχεται. μήτε f τοὺς πεζομαχοῦντας, μὴ τοὺς ἐν θαλάσσῃ
ναμαχοῦτας, ἐπεὶ καὶ ἐναυμάχησαν κατὰ τὸν Ἰώσηπον, ὃς πάντα
ἀκριβῶς διεξέρχεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς ἁλώσεως Ἱεροσολύμων. 
πάντα γὰρ αὐτοὺς κατέλαβε τὰ κακά· πόλεων πυρπολήσεις, γῆς
δηώσεις ἐπὶ φυτῶν ὀλέθρῳ καὶ ἐκτομῇ· ἅπαντα εἴσπραξις ἦν τῆς
κατὰ τοῦ Σωτῆρος θρασύτητος. ἀλλ’ εἰ καὶ ταῦτα οὕτω, δικαιότερον
καὶ g ἐπιτευκτικώτερον κατὰ τὴν τοῦ Ἀντιχρίστου ἐπέλευσιν
γενήσεται, οὐκ ἐν μέρει τῆς Ἰουδαίων γῆς, ἀλλ’ ἐν πάσῃ τῇ 
οἰκουμένῃ, ἣν καὶ ἔλαχμ h κατὰ τὰς τέσσαρας γωνίας, ἀνατολῆς,
ἄρκτου, δύσεως καὶ μεσημβρίας i, τὰ λειτουργικὰ πνεύματα ὡς
πληροῦντα τὰς κ διακονίας. ἡ δὲ τῶν ἀνέμων ἐποχὴ, προδήλως
λύσιν εὐταξίας τῆς κτίσεως δηλοῖ. καὶ τὸ τῶν κακῶν ἀδιάδραστον
ἐμφαίνει. διὰ ἀνέμων γὰρ, θάλασσά τε πλεῖται πρὸς τὴν ἀνθρώπων 
δουλείαν, καὶ φυτὰ τρέφεται ἀνέμοις ἀναψυχόμενα l. 
 Ἄγγελον ἄλλον ἀναβαίνοντα ἀπὸ ἀνατολῆς ἡλίου. 
 Τὸ μὲν ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς ἡλίου ἀλλὰ μὴ ἀπὸ δυσμῶν καὶ τῆς
ἑσπέρας παραγίνεσθαι τὸν θεῖον Ἄγγελον m, ἀγαθοεργίαν αἰνίττεσθαι
καὶ σημαίνειν δοκεῖ, ἣν ὁ μὲν προπάτωρ τοῦ Κυρίου ἐν 
πνεύματι θεωρῶν, “ ἐσημειώθη ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου
“ Κύριε,’’ ἔλεγε. καλῶς δὲ καὶ τὸ μηδένα τέως ἀδικηθῆναι κελεύει n
ἄχρις οὗ σφραγισθῶσιν οἱ τοῦ διασωθῆναι ἄξιοι τῶν
Ἰουδαίων, ὡς ἃν μὴ οἱ δίκαιοι τὰ ὁμοία πάθοιεν τοῖς ἐν ἀνομίᾳ τῇ
κατὰ Χριστοῦ ἐκτείνασι τὰς χεῖρας αὐτῶν o ἀδίκως, Ρ συνῳδὰ δὲ 
τούτοις ὃ καὶ παρὰ τῷ Ἰεξεκιὴλ πάλαι ἀπεκαλύπτετο περὶ τοῦ
 

 
ἐνδεδυκότος τὸ “ βαδὶν” ὃ χροιᾶς ἐκπληκτικῆς βούλεται δηλοῦν
ὄψιν, καὶ τῶν καταστεναζόντων τὰ μέτωπα σφραγίζοντος, πρὸς τὸ
μὴ συναπολέσθαι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, διὰ τῆς λανθανούσης τῶν
δικαίων ἀρετῆς, καὶ οὕτως ὡς καὶ τοῖς ἁγίοις Ἀγγέλοις ἀγνώστου.
τοῦτο κἀνταῦθα δείκνυται ἐξ ὑπερτέρας ἁγίας δυνάμεως ἐγκελεύσεως 
ταῖς τιμωρητικαῖς διαστελλομένης δυνάμεσι, μηδὲν δρᾶσαι
εἰς τοὺς πλημμελήσαντας ἀνεπιγνωμόνως, πρὶν διὰ τοῦ σφραγισθῆναι
ἐπιγνωσθέντας εἰς διάκρισιν τοῦ ὄντος ἀληθείας θεραπευτάς.
τοῦτο δὲ εἰ καὶ μερικῶς πάλαι γεγένητο ἐπὶ τῶν τῷ Χριστῷ
πεπιστευκότων, οἱ τῆς ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων οὐ μετέσχον Ἰονδαίων 
πανωλεθρίας χρηματισμῷ θείῳ τῆς Ἰερουσαλὴμ ἐκτοπισθέντες, τοῦ
μὴ μετασχεῖν τὰ αὐτὰ τοῖς ἀσεβέσιν, οὓς εἰς πολλὰς μυριάδας
κατὰ τὸν μέγαν Ἰάκωβον συντελεῖν τῷ μακαρίῳ Παύλῳ τὸ πλῆθος
αὐτῶν ἐμφανίζοντα, ἀλλ’ οὖν, ὡς εἴρηται, ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐπελεύσεως
τοῦ Ἀντιχρίστου, ἡ σφραγὶς τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ ἐκδηλοτέρους 
n ἀποφανεῖ τοὺς τοῦ ἁγίου βαπτίσματος ἐπιφερομένους
σημείωσιν. Χριστοῦ γὰρ κλῆρος οὗτοι ο. διὸ καὶ εἴρηται ὑπὸ τοῦ
Ἀγγέλου “ μὴ ἀδικήσητε τὴν γῆν μήτε τὴν θάλασσαν μήτε τὰ
δένδρα. 
 Μῆ ἀδικήσητε. 
 Ἡ κτίσις ὡς δι’ ἡμᾶς γεγεννημένη, παιδευομένοις ἡμῖν κοινωνεῖ
ἐπὶ ταῖς μάστιξιν, ὥσπερ οὖν καὶ δοξαζομένοις τοῖς ἁγίοις συμφαιδρύνεται.
διὰ τούτων p δὲ μανθάνομεν καὶ τοὺς κατ’ ἀρετὴν
βιοῦντας πρὸς συνεργίαν q δεῖσθαι τῆς r ἀγγελικῆς βοηθείας πρὸς
τὰς s τῶν πειρασμῶν ἐπιφοράς. τι γάρ φησιν ὁ ψαλμῳδὸς Δαβὶδ, 
“ ἐκράτησας τῆς χειρὸς τῆς δεξιᾶς μου. χειρὸς δεξιᾶς τῆς τῶν
κατωρθωμένων ἡμῖν φάσκων ἀξιοτίμου ἐργασίας· κατὰ τοσοῦτον τῷ
κρείττονι ζηλουμένη, καθόσον αὐτῇ ἡμεῖς τὸ ἀξιόζηλον ἑτοιμάσομεν.
ἀφ’ οὗ καὶ τὸ ἐσφραγίσθαι εὐτυχοίημεν εἰς γνώρισμα ἀσφαλὲς
τοῦ κτησαμένου ἡμᾶς τῶν ἀβοηθήτων, οὐκ ἄλλον ἣ τὴν οἰκείαν 
ἐχόντων αἰτιᾶσθαι ῥᾳστώνην.

ΚΕΦ. ΙΘ. 

 Περὶ τῶν σωζομένων ἐκ πληγῆς τῶν τεσσάρων ἀγγέλων χιλιάδων ρμδ. 
 Καὶ ἤκουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐσφραγισμένων, ἑκατοντεσσαρακοντατέσσαρες
χιλιάδες ἐσφραγισμένοι ἐκ
 πάσης φυλῆς υἱῶν Ἰσραήλ. ἐκ φυλῆς Ἰούδα, δώδεκα 
χιλιάδες ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς Ῥουβεὶμ, δώδεκα
χιλιάδες ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς Γὰδ, δώδεκα χιλιάδες
 ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς Ἀσὴρ, δώδεκα χιλιάδες
ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς Νεφθαλεὶμ, δώδεκα χιλιάδες
ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς Μανασσῆ, δώδεκα χιλιάδες 
 ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς Συμεὼν, δώδεκα Χιλιάδες
ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς φυλῆς δώδεκα χιλιάδες
ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς Ἰσάχαρ, δώδεκα χιλιάδες
ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς φυλῆς δώδεκα
 χιλιάδες ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς Σαβουλὼν, δώδεκα 
χιλιάδες ἐσφραγισμένοι. ἐκ φυλῆς Βενιαμῖν, δώδεκα
χιλιάδες ἐσφραγισμένοι. 
 Πολλοὶ γὰρ ἦσαν καὶ ἀριθμὸν ὑπερβάλλοντες οἱ Χριστῷ
πιστεύσαντες ἐκ τῶν Ἰουδαίων. καὶ μάρτυρες οἱ Παύλῳ τῷ θείῳ ἐν
Ἱερουσαλὴμ γενομένῳ λέγοντες. “ θεωρεῖς, ἀδελφὲ, πόσαι μυριάδες 
“ εἰσὶ τῶν πεπιστευκότων Ἰουδαίων u;” τούτους μὴ μετεχεῖν x τῆς
ὑπὸ Ῥωμαίων πανωλεθρίας, ὁ χρηματίζων τῷ Εὐαγγελιστῇ φησιν.
οὔπω γὰρ ἡ ὑπὸ Ῥωμαίων ἀπώλεια Ἰουδαίους κατειλήφει, ὅτε καὶ
οὗτος ὁ Εὐαγγελιστὴς ἐχρησμῳδεῖτο y ταῦτα. οὐκ z ἐν
ἀλλ’ ἐν Ἰωνίᾳ τῇ κατ’ Ἔφεσον. μετὰ γὰρ τὸ πάθος τοῦ 
Κυρίου δέκα καὶ τέσσαρα μόνα ἔτη a προσήδρευσεν ἐν Ἰερουσαλὴμ,
ὅσα καὶ τὸ θεοδόχον τῆς τοῦ Κυρίου μητρὸς σκῆνος τῇ ἐπικαίρῳ b
ταύτῃ ζωῇ μετὰ τὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάστασιν τοῦ ἀφθόρου τόκου
αὐτῆς διετηρήθη. ᾗ καὶ συμπαρῆν ἅτε μητρὶ ὑπὸ τοῦ Κυρίου
αὐτῷ παραδεδομένῃ. μετὰ γὰρ c τὴν ἀποβίωσιν ταύτης, οὐκ ἔτι d 
 

 
τῇ Ἰουδαίᾳ ἐμφιλοχωρῆσαι, ἀλλὰ πρὸς Ἔφεσον μεταστῆναι
αὐτὸν λόγος. καθ’ ἣν, ὡς εἴρηται, καὶ τὰ τῆς προκειμένης Ἀποκαλύψεως
ἐνεργηθῆναι, τῶν μελλόντων οὖσαν δήλωσιν, καθ’ ὅτι
μετὰ τὸe τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου κατὰ
τῶν Ἑβραίων f ἡ θλίψις συνηνέχθη. ὅτι δὲ καὶg ἀριθμοῦ κρείττονες 
οἱ διασωθέντες δῆλον. οὐ μόνον γὰρ οἱ πιστοὶ διέφυγον τὸν
ὄλεθρον τὸν ὑπὸh Ῥωμαίων, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐν ἀγνοίᾳ τῷ σταυρῷ τοῦ
Κυρίουi συνηργηκότες. j περὶ ὧν καὶ ὁ Χριστὸς ἔλεγε. “ Πατέρ,
“ ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τι ποιοῦσιν.” εἰ καὶ Κυρίλλῳ τῷ
Ἀλεξανδρεῖ ἐν ιγ΄ τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ ἐλέγχῳ πρὸς νόθον τοῦτο 
τὸ ῥητὸν ἔδοξεν ἀποσκυβαλίσαι· ἀλλ’ εἰ ἐκεῖνος οὕτως, ἡμῖν οὐ
τοῦτο δοκεῖ. ὅτι μηδὲ πάντες οἱ παρόντες Ἰουδαῖοι τῆς τόλμης
τῷ ἀρχιερέων ἐκοινώνουν, οὓς πάντας εἰκὸς ὕστερον σφραγισθῆναι
τῇ πίστει, καθὸ καὶ δούλους αὐτοὺς Θεοῦ ὁ Ἄγγελος καλεῖ. 
 k Ἐκ πάσης φυλῆς υἱῶν Ἰσραήλ. 
 Οὐ τῶ πόσω ἐναμίλλων τῷ ἐξ ἑκάστης φυλῆς τῶν σφραγισθένσφραγισθέντων
τε καὶ πεπιστευκότων, τῷ ζηλῶ δὲ τὸ ἰσότιμον ἐχόντων τῆς
πίστεως αἰνίττεται, κἂν εἰ μὴ τῷ ἀριθμῷ. τίς γὰρ ἡ ἀπὸ πάσης
φυλῆς ἰσάριθμος ἔπιτε * * *. 
 l Ἐκ φυλῆς Ἰούδα. 
 Εἴτε οἱ τότε ἐξ Ἑβραίων ἐσφραγισμένοι πιστοὶ καὶ διαπεφενγότες
τὴν Ῥωμαίων αἰχμαλωσ ίαν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον πληροῦσιν,
εἴτε, ὃ καὶ μᾶλλον πιστότερον, οἱ ἐν συντελεία οἱ ἐξ Ἰουδαίων
σωζόμενοι, ὅτε, καθὼς καὶ Παῦλός φησι, “ μετὰ τὸ πλήρωμα τῶν
“ ἑ * * εἰσελθεῖν πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται”. οὐδέτερον ἀπαράδεκτον. 
 Ἡ ἀκρίβειαm τῆς ἐξ ἑκάστης φυλῆς ἰσότητος ἔμφαινε ἱν δοκεῖ
τὸν πολυπλασιασμὸν τοῦ ἀποστολικοῦ σπόρου δωδεκάκις δωδεκαπλασιαζομένουn
ἐπὶ τὸν τέλειον τῶν χιλιάδωνo ἀριθμὸν, καὶ οὕτως
τὰς ῥηθείσας χιλιάδας ἀποτελοῦντα. μαθηταὶ γὰρ ἦσαν τοῦ
κόκκου τοῦ εἰς τὴν γῆν πεσόντος διὰ φιλανθρωπίαν καὶ πολύφορον 
 

 
τῆς παγκοσμίου σωτηρίας τὸν καρπὸν βλαστάνοντος. ἐπισημαντέον
δὲ τοῦτο ὡς ἡ φυλὴ τοῦ Δὰν, διὰ τὸ ἐξ αὐτῆς τὸν Ἀντίχριστον
τίκτεσθαι m, ταῖς λοιπαῖς οὐ συντέτακται, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτῆς ἡ τοῦ
Λευῒ, ὡς ἱερατικὴ πάλαι εἰς μερισμὸν ἐχομένη. νῦν δὲ
Ιωσὴφ ἀντὶ τοῦ Ἐφραῒμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τέθεικε. ἐκ δὲ τῆς ἑρμηνείας 
νείας τῶν ὀνομάτων τῶν ἄλλων ἐστι μαθεῖν τινὰ διάνοιαν καὶ
προσαρμόσαι ἑκάστῃ τῶν φυλῶν, ὡς παραυτίκα παραθήσομεν σὺν
τῷ Θεῷ. αὐτίκα γὰρ τὴν ἐξ Ἰούδα φυλὴν, ὃς ἐξομολόγησις ἑρμη-
νεύεται, αἰνίττεσθαι λέγομεν τοὺς διὰ μετανοίας καὶ ἀγάπης τῆς
πρὸς τὸν ἐξ αὐτοῦ βλαστήσαντα Χριστὸν σωζόμένους n. ἁρμόδιος δὲ 
ὁ ἀριθμὸς τούτοις ὁ λεχθεὶς τῶν ἱρ’ φυλαρχῶν, διὸ καὶ τοὺς μαθητὰς
ἰσαρίθμους τούτων εἶναι τοὺς Κυρίου ἄρχοντας καὶ τοὺς
φρατριὰς τῶν σωζομένων, περὶ ὣν καὶ προείρηται τὸ “ ἀντὶ τῶν
“ πατέρων σου ἐγεννήθησαν υἱοί σοι. καταστήσεις αὐτοὺς ἄρχοντας
ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν. ἐπείπερ δὲ ἐναυλον * * ἡ περὶ τῶν άρχιφύλων 
τοῦ Ἰσραὴλ ἐπαγγελία διασαφῆσαι πέρι τε κλήσεως αὐτῶν
προφητικῶς τοῖς ὑπὸ τῶν τεκόντων ἐπιφημισθείσας, ὥς γε Μωϋαῆς
ἐν τῇ βίβλῳ τῆς Γενέσεως ἱστόρκηκε, τὴν Λείαν καὶ τὴν
Ῥαχὴλ τοῖς ἐξ ἑαυτῶν ὠδινωμένοις ἐνθεαστικῶς ἐξονομηνούσας.
καὶ δὴ τὸν πατέρα τούτων Ἰακὼβ ἐπὶ τέλει τοῦ βίου μετὰ τῆς 
εὐλογίας τῶν ἐκγόνων καί τινας αὐτοῖς * σεῖς τῶν εἰς ἔπειτα
ἀποκειμένων χρησμῳδοῦνται. οὐκ ἄκαιρον δὲ τούτων μνησθῆναι εἰς
ανε * * πῆ παράθεσιν τῆς ὑποκειμένης ἐργασίας. τὴν δὲ τοῦ
Ρουβεὶμ τῶν δηλοῦντος ὡς ὁρῶντος υἱοῦ, ἢ υἱοῦ ὁράσεως, τοὺς
καθαροὺς τῇ καρδίᾳ καὶ ὁρῶντας τῷ πνεύματι. τὴν δὲ Γὰδ, ὃ 
δηλοῖ πειρασμὸν, ἢ πειρατήριον, τοὺς διὰ θλίψεων καὶ πειρασμῶν
ὡς χρυσὸν πεπυρωμένους τῷ δοκίμῳ τῆς πίστεως. τὴν δὲ τοῦ
Ἀσὴρ, δι’ οὗ μακαρισμὸς σημαίνεται τοὺς τῇ τηρήσει τῶν θεοδι-
δάκτων μακαρισμῶν τῆς ἀλήκτου τευξομένους μακαριότητος. καὶ
πόρνην δικαιώσαντα δι’ ἐξομολογήσεως καὶ λῃστήν. τὴν δὲ τῶν 
Νεφθαλείμ, ἑρμηνευομένου συνετοῦ, ἢ στελέχους τῶν αἰωνίων
ἀγαθῶν ἐξημμένους, τοὺς ἐν συνέσει τοῦ δεσποτικοῦ στελέχους
ᾔτουν τοὺς ἐπερειδομένους o αὐτῷ, ὅς ἐστιν ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ,
 

 
καὶ ἐστεφανωμένους μετὰ συνέσεως, καὶ ἐν ἐκείνῳ τοὺς δαίμονας
κερατίζοντας, κατὰ τὸ εἰρημένον “ ἔν σοι τοὺς ἐχθροὺς κερατιοῦ-
“ μὲν.” τὴν δὲ τοῦ Μανασσῆ, ὃς ἀπὸ λήθης ἑρμηνεύεται, τοὺς
ἐπιλανθανομένους τῶν πατριῶν διὰ Χριστὸν, κατὰ τὸ, “ ἐπιλάθου
“ τοῦ λαοῦ σου, καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου. ὅπως ἐπ’ ἐπιθυμήσῃ 
βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου τοῦ ψυχικοῦ, καὶ ἀξιώσῃ τῆς ἐν τῷ
μυστικῷ γάμῳ ἱλήσεως. τὴν δὲ τοῦ Συμεὼν, ὅπερ ἐπακουσμὸν
δηλοῖ, τοὺς τῶν θείων ἐντολῶν ὑπακούοντας δι’ ἀγαθῶν καὶ καθαρῶν
πράξεων. διὸ καὶ τὸ θεῖον εὐήκοον αὐτοῖς προξενοῦσιν, ὥστε καταξιοῦσθαι
ὑπ’ αὐτοῦ ἀκούειν, περὶ ὧν καὶ εἴρηται, “ ἀπὸ πράγματος 
“ ἐν σκότει διαπορευομένου οὗ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ ὑψίστου οὐ
“ πειραθήσεται.” τὴν δὲ τοῦ Λευῒ, ὃς προειλημμένον p σημαίνει, τοὺς
ὑπὸ Θεοῦ προειλημμένουςρ εἰς ἐκλογὴν, κατὰ τὸ ψαλμικὸν λόγιον,
καὶ ἐν ταῖς θείαις ἐγκατασκηνοῦν μέλλοντας αὐλαῖς, ὡς τῆς ὀγδόης
τῆς μετὰ τὸν παρόντα αἰῶνα μέλλοντας ἱερατεύειν· ἥτις ὀγδόη, 
κατὰ τὸν μέγαν Γρηγόριον, καὶ πρώτη τῶν μετ’ αὐτὴν, καὶ ὀγδόη
τῶν πρὸ αὐτῆς, ὑψηλῆς ὑψηλοτέρα· ἅτε τοῦ μέλλοντος αἰῶνος
φέρουσα τύπον, οὗ καὶ ἡ Λευὶ φυλὴ τὸ τῆς τάξεως ἐνταῦθα ὄγδοον
λαχοῦσα παρὰ τοῦ ταῦτα χρηματίζοντος. τὴν δὲ τοῦ Ἰσάχαρ,
ὅπερ ἐστι μισθὸς, τοὺς τὰς ἀρετὰς πρὸς q τῶν μελλόντων ἐπάθλων 
τῆς λήψεως εἰς μισθὸν ὁριζομένους, καὶ δἰ αὐτὸ τὸ καλὸν, κἂν
ἐπιπόνως ἀκαπηλεύτως ὅμως, αὐτὰς μετερχομένους. τὴν δὲ τοῦ
Ζαβουλὼν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ῥύσις προσειλημμένη τοὺς τὸν
πλοῦτον τοῖς πτωχοῖς ἀπονέμοντας r, καὶ ὑπὸ Χριστοῦ προσλαμβανομένους.
οἱ καὶ τὴν ῥύσιν τῶν ψυχικῶν καρπῶν, ᾔτουν τὴν 
φθορὰν ἣν τίκτει κενοδοξία, τῇ μνήμῃ τοῦ πυρὸς τῆς γεέννης ἰατρεύουσι.
τὴν δὲ τοῦ Ἰωσὴφ, ὅπερ ἐστιν Ἰαὼν προσθήκη s, οἱονεὶ
θείου ὀνόματος προσθήκην, τοῦτο γὰρ φασὶ σημαίνειν τὸ Ἰαῶθ, τοὺς
ἐν προσθήκης μέρει πρὸς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἀναληφθέντας t,
καὶ τὰ χρειώδη τῶν βίου παρὰ τοῦ ἀψευδοῦς δεσπότου 
λαμβάνοντας. τὴν δὲ τοῦ Βενιαμὶν, ὅπερ υἱὸς ὀδύνης ἢ υἱὸς ἡμέρας
ἑρμηνεύεται, τοὺς διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἐν καρδίᾳ ὀδυνῶν, ὡς
Δαβὶδ μελῳδεῖ, ἐναμίλλους τὰς θείας παρακλήσεις u ἀντιλαμβά-
 

 
νοντας, ὡς καὶ υἱοὺς φωτὸς καὶ ἡμέρας χρηματίζειν. ταῦτα μὲν
ἐκ τῆς τῶν ὀνομάτων τῶν Ἑβραικῶν ἀναπτύξεως παρατέθειται.
σκοπητέον δὲ ὡς τοῦ Δὰν τὴν ὀνομασίαν, καὶ τοι φυλάρχου καὶ
αὐτοῦ ὑπάρχοντος, οὐκ ἐμνήσθη ὁ ἐνθεάζων. στοχάζεσθαι οὖν ἐκ
τούτου δίδοται, ὡς οὐ μόνον διὰ τὸ τὸν Ἀντίχριστον ἐξ αὐτοῦ 
τεχθησόμενον ὑπειλῆφθαι, ὡς καὶ Ἰακὼβ ὁ πατριάρχης ὄφιν
αὐτὸν ἐπὶ ὀδοῦ καθήμενον δάκνοντα πτέρναν προεδήλωσεν, ἀλλὰ
καὶ ὅτι βαρὺ τὸ κρίνειν ἀλλότριον οἰκέτην. τί γάρ φησιν ὁ
Κύριος ; “μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·’’ ἐπεὶ οὖν τὸ Δὰν εἰς τὴν
Ἑλλάδα γλῶσσαν ἀναπτυσσόμενον κρίσιν παρίστησιν, ᾔτουν κατὰ 
κρίσιν, οὐκ ἐδικαίωσεν ὁ χρὴ χρηματίζων ἐκ ταύτης τῆς φυλῆς καὶ
κατ’ ἐκεῖνον καιρὸν εἰς μοῖραν λαμβάνειν, καὶ ὁπηνίκα τὸ ἐβδελύχθαι
αὐτὴν αὐτόχρημα πάρεστι, καὶ κλέος αὐτῇ κἂν ἐπάρατον
καὶ ψευδὲς ἐκπορίζῃ αὐτῇ u. 
 x Ταῦτα περὶ τῶν ἐξ αἵματος Ἰσραὴλ ἐσφραγισμένων εἰς σωτηρίαν·
ἢ κατὰ τὴν ὑπὸ Ῥωμαίων αὐτοῖς ἐπενεχθεῖσαν y πανωλεθρίαν,
ἐκδίκησιν οὖσαν τῆς τοῦ Κυρίου μιαιφονίας . ἢ καὶ κατὰ τὴν
τελευταῖαν τοῦ Ἀντιχρίστου ἐπιδημίαν, ἐν ᾗ καὶ ἡ τοῦ Δὰν φυλὴ
τῆς σωτηρίας ἐκβέβληται, ἄτε μαιεύουσα τὸν Ἀντίχριστον, καὶ
ὐπ’ αὐτοῦ συγκροτουμένη, καὶ τούτῳ προσανέχουσα, καὶ καύχημα 
τοῦτον προβαλλομένη καὶ κλέος ἀκλέες καὶ ὀλέθριον.

ΚΕΦ. Κ. 

 Περὶ τοῦ ἀναριθμήτου ὄχλου τῶν ἐξ ἐθνῶν Χριστῷ συμβασιλευσάντων. 
 Μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ἰδοὺ ὄχλος πολὺς, ὃν ἀριθμῆσαι
οὐδεὶς ἐδύνατο, ἐκ παντὸς ἔθνους καὶ φυλῶν καὶ 
λαῶν καὶ γλωσσῶν, ἑστῶτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου, καὶ
ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου περιβεβλημένους στολὰς λευκὰς
 καὶ φοίνικας ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν. καὶ κράζοντες φωνῇ
μεγάλη λέγοντες, ἡ σωτηρία τῷ Θεῷ ἡμῶν τῷ καθημένῳ
 ἐπὶ τῷ θρόνῳ καὶ τῷ ἀρνίῳ. καὶ πάντες οἱ 
Ἄγγελοι εἱστήκεισαν κύκλῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν πρεσ-
 

 
βυτέρων καὶ τῶν τεσσάρων ζώων. καὶ ἔπεσον ἐνώπιον
τοῦ θρόνου αὐτοῦ ἐπὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν, καὶ προσεκύνησαν
 τῷ Θεῷ λέγοντες, ἀμήν· ἡ εὐλογία καὶ ἡ
δόξα καὶ ἡ σοφία καὶ ἡ εὐχαριστία, καὶ ἡ τιμὴ, καὶ ἡ
δύναμις, καὶ ἡ ἰσχὺς τῷ Θεῷ ἡμῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν 
αἰώνων. ἀμήν. 
 z Ὅπως μὴ ἐλλειπές τι τῶν θεωρουμένων εἴη, δείκνυσι τῷ
Εὐαγγελιστῇ ὁ χρηματίζων, καὶ ταῦτα ὄχλον πολὺν ἀριθμὸν
ὑπερβάλλοντα, περὶ ὧν καὶ Δαβὶδ ἐπιτευκτικῶς ἃν εἰρήκει,
“ ἐξαριθμήσομαι αὐτοὺς, καὶ ὑπὲρ ἄμμον πληθυνθήσονται. ἐκ πάντων 
δὲ τῶν ἐθνῶν μυριάδες αὗται καὶ πάσης φυλῆς τῷ Χριστῷ
προσδραμοῦσαι. εἴτε πάλαι μαρτυρικῶς ἀθλήσαντες, καὶ τῇ τοῦ
* * αἵματος ἐκχύσει τὰς στολὰς ἑαυτῶν λευκάναντες· ἀνθ’ ὧν
καὶ περὶ τὸν θρόνον τῆς θεαρχικῆς ἀναπαύσεως ἑστάναι προσενεμήθησαν,
καὶ φοίνικας φέρειν ἐν ταῖς χερσίν. ἐπειδὴ γὰρ ὅσον 
οὔπω ἐν * * θεωρίας μυήσει ὁ κύριος δηλοῦται παραγενέσθαι ἐν
τῇ δευτέρᾳ αὐτοῦ παρουσίᾳ· οἱ ἅγιοι δὲ ὡς πανδικει a προαρπάζονται
ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου, δείκνυσιν ὀπτασία
(??) προηρπαγμένους αὐτοὺς καὶ τῆς ἀποκειμένης αὐτοῖς μακαριότητος
τετυχηκότας. τί γὰρ μακαριώτερον τοῦ περὶ τὸν * * ἐνδολιχεύειν 
θρόνον, καὶ τὰ θεῖα ἀγαθὰ ἐποπτεύειν ; ἐζήτηται δὲ πῶς οἱ δι’
αἵματος μαρτυρικοῦ *ειωθέντες Χριστῷ, οὐ φοινικὰς ἤτοι
περιεβάλοντο στολὰς, ἀλλὰ λευκάς ; φαμὲν οὖν ὡς ἐκ τοῦ
αἵματος αὐτῶν ἡ ὑπὲρ Χριστοῦ ἔκχυσις πάσης ἀπήλλαξεν αὐτοὺς
κηλῖδος. τῷ γὰρ οἰκείῳ αἵματι βαπτισθέντες, λευκοὶ ἀπὸ τοῦ 
τοιούτου λουτροῦ ἀνέβησαν πρὸς τὸν ἑαυτῶν βασιλέα Χριστὸν,
κατὰ τὰς ἐν τοῖς ᾄσμασιν “ οὔσας λευκὰς ἀπὸ τοῦ λουτροῦ ἀμνά-
“ δας.” αἳ τὰς τῶν ἁγίων προδιετύπουν ψυχὰς λευκὰς ἀπὸ τοῦ
ἰλυώδους τούτου κόσμου, πρὸς τὸν ἄσπιλον ἀνιούσας καὶ αἰώνιον
κόσμον. οἱ φοίνικες δὲ τί παραδηλοῦν βούλονται ἣ τοῦτο ; κατὰ 
μὲν τὸ ἐν τοῖς ἀγῶσι τοῖς γυμνικοῖς εἰθισμένον σύμβολον ὃν
καταπαλαίσεως τῶν ἀνταγωνιζομένων κατὰ τὸ περὶ αὐτοῦ ἐξεταστι
* * * * * μένων, ὅπερ ἴσως οὐδὲ τοῖς ἀρχὴν παρασχομένοις
 

 
νίκης αὐτὸ σύμβολον εἶναι ἀνεννόητον b. πρῶτον ὅτι ἐν αὐχμηροῖς
χαίρει τὸ φυτὸν τόποις κηπεύεσθαι· οὔτι ἃν ἄλλο ποθεινότερον
τοῖς κατὰ Θεὸν βιοῦσι, καὶ τὸν ὑγρὸν τῆς διαίτης βίον ὅτι
μάλιστα σπουδαιότατα ἀποκλίνουσιν· εἶτα δὲ ὅτι καὶ ὑψίκομον
καὶ πρὸς τὰ ἄνω ἀεὶ καὶ σχεδὸν οὐράνια ἐπαιρόμενον. τοῦτο δὲ 
τίς ἀπαγορεύσει μὴ τοῖς θεοφιλέσι διὰ βίου προσεῖναι μετὰ τῶν
τοὺς ἀναβαθμοὺς μελετώντων, ἤτοι τῶν ἀπὸ τῶν γηίνων ἔπαρσιν
συμμελετῶσι τὸ “ πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου τὸν κατοι-
“ κοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ.’ ἀφ’ οὗ καὶ τὰ περικάρδια τοῦ φυτοῦ λευκὰ
πεφυκότα, τὸ τῶν μακαρισμῶν τοῦ Κυρίου ἀποκληροῦσθαι περιποιεῖτ** 
κατὰ ζῆλον τοῦ φυτοῦ τὴν καρδίαν ἀειθαλῶς συντηροῦντι.
εἶτα τῷ ἐνατενῶς ἐνασχολεῖσθαι τοῖς μεταρσίοις, τὸ Θεὸν
ὁρᾶν κατευμεγεθεῖν. εἰ δὲ καὶ τὸ ὅτι τοὺς καρποὺς ἀπὸ τοῦ
στελέχους φέρει, καὶ ἅμα γλυκεῖς μετὰ τοῦ στύφειν· διὸ καὶ ὁ
Δαβὶδ τὸν δίκαιον ὡς φοίνικα ἀνθεῖν μελῳδεῖ. ταῦτα πῶς ἄν τις 
ἀπαρνηθείη μὴ τοῖς ζηλωταῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν φιλοτιμότερον
ἐνεργεῖσθαι τῷ στύφοντι, ἤτοι πιέζοντι τῶν τοῦ παρόντος
βίου μοχθηρῶν τῇ καρτερίᾳ, τὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἐμπορευομένοις
γλυκύτητα. ταύτῃ μὲν οὑν περὶ τῶν στολῶν καὶ τῶν
φοινίκων τεθεωρείσθω. 
 c Ἐνώπιον τοῦ θρόνου. 
 “ Ἐνώπιον τοῦ θρόνου φήσας ἐπήγαγε “ καὶ τοῦ ἀρνίου· ἐκεῖνο
παραστῆσαι βουλόμενος ὡς τὸ ἀναρίθμητον τοῦτο καὶ παγγενὲς
πλῆθος τὴν τοῦ ἀρνίου σφαγὴν ἐκείνῳ καὶ ἐπετύθη. 
 Καὶ κράζοντες φωνῇ μεγάλη. 
 d Ἀντι τοῦ ἔκραζον. ὡς γὰρ ἤδη προδιεστειλάμεθα τῶν χρονικῶν
διαστημάτων ἐπ’ ἔλαττον φροντίζει ὁ τῇ ἐννοίᾳ τὰ σωτήρια τοῖς
ἀκροαταῖς διοικούμενος. τίς δὲ ἡ κραυγή ; ἡ σωτηρία τῷ καθημένῳ
ἐπὶ τοῦ θρόνου. ἐλλειπῶς εἴρηται, ὡς καὶ ἐπ’ ἄλλων σύνηθες τῆ
θείᾳ γραφῇ τὸ συντετμημένον μεταδιωκούσῃ τοῦ λόγου. τὸ γὰρ 
ἐξηπλωμένον καὶ ἀνενδύαστον καὶ σαφές. ου * * σωτηρία ἡμῶν
παρὰ τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου καὶ παρὰ τοῦ ἀρνίου συντελεισθεῖσα·
πῶς ; ἐν τῷ δυναμωθῆναι ἡμᾶς ὑπ’ αὐτῶν νικῆσαι τὸν
 

 
ἄρχοντα σκότους του ἀέρος τούτου, καὶ του; ὐπ’ αὐτοῦ ενεργουμένους
εἰδωλολάτρας ἀνθρώπους. τοιοῦτον καὶ τὸ “ ἡ σωτηρία ὁ
“ Θεὸς ἀντιλάβοιτο μου,’’ ἦν γὰρ ἃν κατ’ ἐξάπλωσιν ἀνενδέες καὶ
σαφές· οὗ ἡ παρὰ σοῦ σωτηρία μου ὁ Θεὸς ἀντιλάβοιτο. 
 Ἔκραζον, φησὶν, εἰς τὸ δυναμωθῆναι ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ ἀρνίου εἰς 
τὸ νικήσαι ’τον αρχοντά του σκότους τούτου καὶ τοὺς ὐπ’ αὐτοῦ
ἐνεργουμένους εἰδωλολάτρας ἀνθρώπους. e καὶ οἱ πάλαι καταπληκτι-
κῶς ἀνθρώποις φανέντες, ὡς τῷ Δανιὴλ τὰς ὁράσεις ** γουμένῳ f.
τότε ἐν τῇ β' φημὶ τοῦ Κυρίου παρουσίᾳ συλλειτουργοὶ γενήσονται
ἀνθρώποις. ἀνθρώπων μὲν κατὰ τὸ κρεῖττον τῆς διαφορᾶς 
τὴν ἀφθαρσίαν λέγω μεταστοιχειωθέντων. οὐ γὰρ οὖν καὶ τῇ ὕλῃ,
ὡς τῷ θείῳ Παύλῳ δοκεῖ, διὰ τοῦ ὑποδείγματος τοῦ ζωοποιουμένου
σπόρου, ὁπηνίκα ζητεῖ, ποιῷ σώματι οἱ νεκροὶ ἐγείρονται ; τοῦτο καὶ
νῦν τὸ συστάσεως ἀξιωθῆναι ἀγγέλων καὶ τῶν πρεσβυτέρων καὶ
τῶν δ ζώων· ἅπερ εἴτινά εἰσι **ωρήσαντες g g παρεθέμεθα. τὸ τοὺτοις 
τοῖς οὖν συστῆναι τὸ ὑπερανεστηκὸς εἰς τιμὴν τῆς ἀνθρωπήσεως
παριστᾷ καὶ ἡ κοινὴ εὐχαριστία Θεῷ ἐπὶ ταῖς θεοπρεπέσιν αὐτοῦ
εἰς τὴν αὐτοῦ κτίσιν εὐεργεσίαις ὑπὲρ ἡμῶν καταπεμφθήσεται. 
 Καὶ πάντες οἱ Ἄγγελοι εἱστήκεισαν κύκλῳ τοῦ θρόνου
καὶ τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῶν τεσσάρων ζώων. 
 Ἰδοὺ μία ἐκκλησία Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων. 
 Καὶ ἔπεσον ἐνώπιον τοῦ θρόνου. 
 Ἐπεὶ μὴ πᾶσα πτῶσις σημαίνει τὸ δουλικὸν καὶ ὑπήκ[οον]
τεῦμενείας h τὸ ᾦ ἡ ὑπόπτωσις διακονεῖται· ἔστι γὰρ καὶ ἐπὶ
τιμωρίας, ὡς ἐπὶ τοῦ, ἔπεσε πῦρ ἐπ’ αὐτ[ούς]. 
 Καὶ προσεκύνησαν τῷ Θεῷ λέγοντες, Ἀμήν. 
 Τὰ ἐν ἀνθρώποις λειτουργικὰ πνεύματα σὺν τοῖς πρεσβυτέροις
ὑπήκουσαν τὸ, ἀμήν. ἐπὶ τὸ ἕβδομον δὲ τοῦ ἀριθμοῦ προεχώρησεν
αὐτοῖς ἡ πρὸς τὸ θεῖον σεβασμία τιμὴ, οὐ μόνον ὅτι σύστοιχος
οὗτος, ὡς ἤδη παρεθέμεθα, ὁ ἀριθμὸς τῷ παρόντι αἰῶνι, ἀλλ’ ὅτι 
καὶ ὥσπερ οὗτος ὁ ἀριθμὸς οὐκ ἐξ ἑτέρου ἀριθμοῦ τῶν ἐντὸς τῆς
δεκάδος ἀποτίκτεται, οὕτως καὶ ὧ ἐπιβοᾶται ταῦτα Θεὸς, οὐκ ἐξ
ἑτέρου τὰ θεῖα ταῦτα ἀποφέρεται πλεονεκτήματα. 
 

 
 Καὶ ἀπεκρίθη εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων λέγων μοι,
Οὗτοι οἱ περιβεβλημένοι τὰς στολὰς τὰς λευκὰς, τίνες
 εἰσὶ, καὶ πόθεν ἦλθον ; καὶ εἶπον αὐτῷ, Κύριέ μου, σὺ
οἶδας. καὶ εἶπέ μοι, Οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς
θλίψεως τῆς μεγάλης, καὶ ἔπλυναν τὰς στολὰς αὐτῶν 
 καὶ ἐλεύκαναν ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου. διὰ τοῦτο εἰσὶν
ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, καὶ λατρεύουσιν αὐτῷ
ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ. καὶ ὁ καθήμενος
 ἐπὶ τῷ θρόνῳ σκηνώσει ἐπ’ αὐτούς. οὐ πεινάσουσιν ἔτι,
οὐδὲ διψήσουσιν ἔτι, οὐδ’ οὐ μὴ πέση ἐπ’ αὐτοὺς ὁ 
 ἥλιος, οὐδὲ πᾶν καῦμα. ὅτι τὸ ἀρνίον τὸ ἀνάμεσον τοῦ
θρόνου ποιμανεῖ αὐτοὺς, καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς
πηγὰς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ
τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 
 Καὶ ἀπεκρίθη εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων. 
 t Οὐκ ἀγνοοῦντος ἡ ἀπὸ τοῦ πυνθανομένου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ
πεῦσις πρεσβυτέρου, ἀλλὰ διερεθίζοντος αὐτὸν γνῶναι καὶ διερευνῆσαι
τὰ ὁρώμενα. ὁ δὲ τὴν ἄγνοιαν προβαλλόμενος σοφίζεται
παρ’ αὐτοῦ ἅπερ ἠγνόει. 
 Οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς 
μεγάλης. 
 u Πῶς γὰρ οὐ μεγάλη ἡ αὐτὸν ἔχουσα τὸν ὑπεραιρόμενον παντὸς
Θεοῦ καὶ σεβάσματος κολαστὴν καὶ δημόκοινόν τε καὶ δήμιον,
καὶ εἴτι τῶν ἁπάντων τούτων ἐνεργημάτων πρᾶγμα καὶ ὄνομα ;
ἔπλυναν δὲ τὰ ἱμάτια ἑαυτῶν, τὴν περικροτοῦσαν λέγων δόξαν 
αὐτοὺς, ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου. αἷμα τὸν ζῆλον ἀκουστέον. ὡς
γὰρ αὐτὸ τὸ ἀρνίον οὕτω προδιατυπωθὲν ὑπὸ Μωϋσέως τῇ κατὰ
τὸ Πάσχα θυσίᾳ, ὡς ὑπὸ Ἠσαίου χρησμολογοῦντος, “ ἀμνὸς
“ ἄφωνος ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν, ἐλέῳ τοῦ ἑαυτοῦ πλάσματος
πατρικῆς ἀφειδήσας δόξης, ἠνέσχετο τὴν τοῦ πλάσματος μορφὴν 
ὑποδὺς παθῶν ἀνθρωπίνων. καὶ δὴ καὶ τοῖς ὀπαδοῖς αὐτοῦ εἰσηγεῖτο
τὸν θέλοντα αὐτῷ ἀκολουθεῖν, πάντων ἀλογήσαντα τῶν βιωτικῶν,
 

 
τὸ τοῦ θανάτου ὄργανον μόνον ἐπάγεσθαι, ὁ ἐστιν ὁ σταυρός.
οὕτως καὶ οἱ κατήκοοι τούτων διὰ μιμήσεως εἰκότως ἔπλυναν τὰ
ἱμάτια ἑαυτῶν. καὶ τίς ἡ πλύσις, ἔφθημεν περὶ αὐτῆς παραθέμενοι,
καὶ περιττὸν περὶ τούτων ταυτολογεῖν. 
 Τοὺς μάρτυρας φησὶ τοῦ Χριστοῦ τὸν σταυρὸν ἀραμένους, καὶ 
τὸν αὐτοῦ θάνατον μιμουμένους. τοῦτο γάρ ἐστι τὸ, “ ἔπλυναν,’’
οὐχ ἑτέρωθι, ἢ ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου. 
 Καὶ λατρεύουσιν αὐτῷ ἡμέρας καὶ νυκτός. 
 Ἢ τὸ ἀδιάπαυστον δηλοῦν βούλεται, ἢ τὸ τῶν ὑπὸ τοῦ x Θεοῦ
διοοικουμένων y ἀνενδοίαστον τῆς εὐχαριστίαρ, ἄντε πρόδηλοι, ἄντε 
κατὰ τὸ ἀνεξερεύνητον τῆς σοφίας αὐτοῦ βάθος διεξαγόμενοι a.
νὺξ γὰρ ἐκεῖ οὐκ ἔστιν, ἀλλ’ ἡμέρα μία, τῷ τῆς δικαιοσύνης
ἡλίῳ καταλαμπρυνομεένών b ἁπάντων. ἴσως δὲ νὺξ νοεῖται τὰ
ἀπόκρυφα καὶ βαθέα τῆς γνώσεως μυστήρια, ἡμέρα δὲ τὰ σαφῆ
τε καὶ εὔληπτα. ναὸς δὲ τοῦ Θεοῦ c πᾶσα μὲν ἡ ἀνακαινιζομένη 
ὑπ’ αὐτοῦ κτίσις διὰ τοῦ Πνεύματος, μάλιστα δὲ, οἱ τὸν ἀρραβῶνα
τοῦ Πνεύματος ἄσβεστον διατηρήσαντες, οἷς ἐνοικήσειν καὶ
ἐμπεριπατήσειν ἡ ἀψευδὴς ἐπαγγελία, οἱονεὶ φιλοτιμότερόν τε
καὶ γνησιώτερον ἐμφιλοχωρήσει * καρτερικωτάτῃ αὐτῶν πρὸς τοὺς
ἐπενεχθέντας αὐτοῖς ἐνειδόμενος πειρασμούς. 
 Σκηνώσει ἐν αὐτοῖς. 
 Σκηνῶσαι τι ἃν ἄλλο, ἢ τὸ ἀδιαλείπτως μετ’ εὐαρεστήσεως
καὶ ἡδονῆς σημαίνει ἐμφιλοχωρεῖν ; 
 Οὐ πεινάσουσιν ἔτι. 
 d Ἐξ ἑτέρου μὲν γὰρ πρὸς ἕτερον ἦλθον πειρασμὸν οἱ ἅγιοι διαπαντὸς, 
μᾶλλον δὲ οἱ ἐξ ἐθνῶν ἐπὶ τῆς παρουσίας τοῦ Ἀντιχρίστου.
μετὰ δὲ τὸν τοιοῦτον καιρὸν ἀδιαλείπτως κορεσθήσονται
τῶν ἀμυθήτων ἀγαθῶν, ἄρτον μὲν ἔχοντες τὸν οὐράνιον, ὃς διὰ τὴν
σωτηρίαν αὐτῶν ἐφοίτησεν ἐπὶ γῆς· ὕδωρ δὲ, τὴν ἄφθονον χύσιν
τοῦ Πνεύματος, περὶ οὗ καὶ εἴρηται ὑπὸ τοῦ Κυρίου, “ ὁ πιστεύων 
“ εἰς ἐμὲ, ποταμοὶ ῥεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας e αὐτοῦ ὕδατος ζῶντος.
 

 
ὧν οἱ ἅγιοι τότε ποτιζόμενοι δαψιλῶς ἀγαλλιάσει ἔσονται καὶ
εὐφροσύνῃ ἀπεράντῳ· τῆς μερικῆς γνώσεως καταργηθείσης, τῆς
τελεωτάτης δὲ ἐπεισενεχθείσης πρὸς ἀπόλαυσιν, τὴν κατὰ τὸ
ἀνάλογον τῶν σπευσάντων οἰκειωθῆναι Θεῷ. ἣν καὶ γνῶσιν ὁ θεῖος
Παῦλός φησι· δι’ ὧν φάσκει, “ ἐπιγνῶναι ἡμᾶς τὸν Θεὸν, καθὼς 
“ καὶ ὑπὸ Θεοῦ ἐγνώσθημεν·” τουτέστι καθὼς καὶ ἡμεῖς κατεσπεύσαμεν
οἰκειωθῆναι αὐτῷ, οὕτω καὶ Θεὸς ἀφθόνως ἐφήπλωσεν
ἡμῖν τὰ ἀπόρρητα αὐτοῦ ἀγαθά. καὶ ὅτι πεινῆν ἔθος τῇ γραφῇ
καλεῖν τὴν τῶν θείων ἀγαθῶν ἔνδειαν, ἱκανὸς, ὁ λιμὸν ἀπειλῶν
ἥξειν τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Κυρίου, πιστώσασθαι. τὸ δὲ ἥλιον ἐπ’ 
αὐτοῦ πεσεῖσθαι· τέως ποικίλος ὁ ἥλιος παρὰ τῆς θείας γραφῆς
τροπολογεῖται· τῇ μὲν λέγοντος τοῦ προφήτου “ ἡμέρας ὁ ἥλιος
“ οὐ συγκαύσει σε, οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα· τουτέστιν ὅτι πρὸς
τὴν πατρῴαν ἀνασωζόμενος ἑστίαν, τὸν πάτριον ἔχων Θεὸν βοηθὸν,
οὔτε πρόδηλον ἕξεις ἐπηρεαστὴν δίψει πιέζοντά σε καὶ ἀπορίᾳ 
τῶν καταθυμίων· οὐ τοῖς ἀμαυροτέροις πρὸς κατανόησιν. ἢ διὰ
σεληνιακοῦ ἠνίξατο φωτὸς ἠρέμα θερμαίνοντός τε καὶ ψύχοντος,
ἅτε καὶ τινῶν πειρασμῶν δελεαστικῶν κεχρημένων τῇ καταρχὰς
αὐτῶν ἐφόδῳ τῷ προσηνεῖ καὶ ἡδεῖ. πρὸς ὀλέθριον δὲ ὑποιστὸν
ἀποκαθιστῶν τῶν κακῶν· ὃ καὶ ὁ παροιμιαστὴς ἐπὶ τῆς μοιχείας 
συμβαίνειν φησὶ “ πρὸς καιρὸν λιπαινώσης τὸν φάρυγγα. οὐ
μόνον δὲ ὁ προφητικὸς λόγος πειρασμοῖς παραβάλλει τὸν ἥλιον,
ἀλλὰ Χριστὸς αὐτὸς τὰ ἐπὶ τῆς πέτρας καταβαλλόμενα σπέρματα
πρὸς βραχὺ ἀνατείλαντα ὑπὸ τοῦ ἡλίου e. τὸν δὲ ἥλιον
πειρασμοῖς ἀφωμοίωσεν. καὶ πειθέτω σε τὰ πρὸς βραχὺ ἀνατείλαντα 
ἐν τῇ πέτρᾳ σπέρματα, ἀθρόον μὲν φύσαντα, εὐθέως δὲ
ὑπὸ τοῦ ἡλίου φλογισθέντα. 
 Ὅτι τὸ ἀρνίον τὸ ἀνάμεσον τοῦ θρόνου ποιμανεῖ
αὐτοὺς, καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων.
καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν 
ἀυτῶν. 
 Συντελεσθὲν * * * * ἄφθαρτον βίον ἁπάντων μεταχωρησάντων.
 

 
αὐτό τε τὸ ἀρνίον ἀπαρακαλύπτως θεὰν χ**ζει τοῦ σαρκικοῦ
νέφους αὐτῷ πρὸς τὸ θεοειδέστερον ἀλλοιωθέντος. εἴ τι Γρηγορίῳ
τῷ θείῳ τὸν λόγον πιστέον θαρροῦντος b ὁμόθεον αὐτῷ ἀποφαινομένῳ.
τὸ, ἀνάμεσον τοῦ θρόνου, εἴρηται ἀντὶ τοῦ, ἐκ μέσου τοῦ θρόνου,
οἱονεὶ ἐκ τῆς πατρικῆς δόξης, ἤγουν κυριαρχίας, τῆς σαρκικῆς 
οἰκονομίας τῇ ἐπεισόδῳ τῶν θείων ἐλλάμψεων, μᾶλλον δὲ, τῆς
ἀναλλοιώτου θεότητος ὑποχωρησάσης. τὸ ἀπὸ τούτου δὲ, ἀνυποστόλως
θεοπρεπὲς τῷ υἱῷ καὶ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ. τὸ
γὰρ ποιμαίνειν αὐτῷ προσέσται καὶ ὁδηγεῖν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ποίμνια
διὰ τῆς οἰκονομίας κτισθέντα, οἷς οὐκέτι δάκρυον ἐνοχλοίη· cτῶν 
δακρυοποιῶν ὡς ἐν ἀναλλοιώτῳ ζωῇ διωλωλότων, ἀλλ’ ἐπὶ νομὰς
ὑδάτων θείων ἐννοιῶν ἀύλων ἐπαναπαύεσθαι ποιμαινομένων· ὅτε καὶ
λύκοι τῷ αἰωνίῳ παραδοθεῖεν πυρί· μισθὸν τοῦτον ἀνευρόντες σὺν
τῷ κατάρχοντι διαβόλῳ αὐτῶν ἐν τῷ φθαρτῷ τῷδε βίῳ, ἅτε
φθονεροὶ δαίμονες τῆς τῶν ἀνθρώπων ἐξ ἐπηρείας d πολυπλανίας.

ΚΕΦ. ΚΑ. 

 Λύσις τῆς ἑβδόμης σφραγῖδος, δηλοῦσα ἀγγελικὰς δυνάμεις προσάγειν Θεῷ
τὰς τῶν ἁγίων προσευχὰς ὡς θυμιάματα. 
 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν ἑβδόμην, ἐγένετο
 σιγὴ ἐν τῷ οὐρανῷ ὡς ἡμιώριον. καὶ εἶδον τοὺς ἑπτὰ 
Ἀγγέλους, οἳ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἑστήκασι, καὶ ἐδόθησαν
αὐτοῖς ἑπτὰ σάλπιγγες. 
 e Μελλόντων ἀφήγησιν πραγμάτων, ὡς παρωχημένων ποιεῖται,
εἴτε, ὡς πολλάκις ἔφθημεν εἰρηκότες, τὸ μηδὲν θείαν γραφὴν περὶ
τὰ χρονικὰ διαστήματα μικρολογεῖσθαι· διὸ καὶ προγεγονόσιν ὡς 
μέλλουσι χρῆται. ὡς ἐπὶ τοῦ “ ἐν ποταμῷ διελεύσονται πόδι’ καὶ
ἐνεστῶσιν ἀντὶ μελλόντων, ὡς ἐπὶ τοῦ “Ἰερουσαλὴμ οἰκοδομου-
“ μένη ὡς πόλις·” καὶ γὰρ ἔμελλεν ἀνοικοδομεῖσθαι, ἡ ὑπὸ
Ναβουχοδονόσορ καταστραφεῖσα, τῶν αἰχμαλωτισθέντων ἀνασωθέντων
θέντων αὐτῇ· ἀλλὰ καὶ τὸ ἐχόμενον τοῦ ῥητοῦ τούτου, τὸ “ ἀνέβη 
“ ’σαν αἱ φυλαί· παρωχημένων ἔννοιαν ἐπὶ μελλόντων εἰσάγει·
 

 
ἤτοι οὖν, ἀφροντιστούσης τῆς γραφῆς τῶν χρονικῶν διαστημάτων,
ταῦτα· ἢ τὸ πάντως ἐσόμενον εἰσηγουμένη διὰ τοῦ ὡς συντετελεσμένοις
χρῆσθαι τοῖς ἐσομένοις. καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτων.
συχνότερον δὲ ὁ ἑπτὰ ἀριθμὸς ἔνθα παραλαμβάνεται, ὥσπερ καὶ
νῦν, ὡς συστοίχου ὄντος τῷ σαββατισμῷ τοῦ αἰῶνος τούτου. καὶ 
αὐτὸ ἤδη μοι δεδήλωται. ἡ τῆς ἑβδόμης σφραγῖδος λύσις, τὴν τῆς
γηίνης τύρβης λύσιν διασημαίνει, ἑπτὰ Ἀγγέλων διακονούντων ταῖς
τιμωρίαις ταῖς κατὰ τῶν ἀσεβῶν ὀφειλομέναις. ἡ δὲ σιγὴ τὴν
ἀγγελικὴν εὐταξίαν δηλοῖ καὶ τὴν εὐλάβειαν, τό, τε περὶ τῆς
δευτέρας τοῦ Κυρίου παρουσίας, καὶ τῆς προτέρας ἀγνόημα. τὸ δὲ 
ἡμιώριον, τὸ τοῦ καιροῦ ἐμφαίνει βραχὺ, ἐν ᾦ τῶν πληγῶν f ἐπαγομένων
καὶ τῶν ἐπὶ τῆς γῆς συντελουμένων, ἡ τοῦ Κυρίου g
βασιλεία φανήσεται. 
 Ἐγένετο σιγὴ ἐν τῷ οὐρανῷ. 
 h Ὡς τῆς κτίσεως ἁπάσης καὶ τῆς ὑπερκοσμίου καὶ ἀγγελικῆς 
δυνάμεως καταπεπληγημένης τὸ ὑπε**λον τῆς δόξης τοῦ παραγινομένου,
καὶ διὰ τοῦτο σιγώσης. 
 Καὶ εἶδον τοὺς ἑπτὰ Ἀγγέλους οἱ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ
ἑστήκασι. 
 i Περὶ τοῦ κατεβδοματεῖσθαι τὴν προκειμένην Ἀποκάλυψιν προδιείληπται· 
τὸ δὲ “ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ’’ ἑστάναι, οὐ τοπικὴν ἐννόει
παρουσίαν, ἀλλὰ τὸ κατὰ βούλησιν τούτου τὰς λειτουργίας αὐτῶν
ἐξανύειν αὐτούς. καὶ Δαβὶδ περὶ αὐτῶν φησι, “ δυνατοὶ ἰσχύι·
“ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ· τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων
αὐτοῦ, τοῦ ἀνυπερθέτως καὶ ἐξ αὐτῆς ἀκοῆς τὸ προσταττόμενον 
ἐνεργούντων· τοιοῦτον οὖν τὸ “ ἐνώπιον,” ἐπεὶ τὸ τόπῳ περιγράφειν
ὃ τὰ πάντα πληροῖ, παχυσάρκων ἀνθρώπων καὶ μηδὲν ἐχόντων *
* νωδῶς τῆς αἰσθήσεως ἐννοεῖν πλέον. 
 Καὶ ἐδόθησαν αὐτοῖς ἑπτὰ σάλπιγγες. 
 “ Ἑπτὰ σάλπιγγες,” ὡς βασιλέως ἐφισταμένου. αἱ δ’ αὐταὶ, 
κατὰ τὸν θεόσοφον Παῦλον Θεσσαλονικεῦσι γράφοντα, καὶ διυπνίζειν
μέλλουσι τοὺς νεκροὺς, ἀνίστανται k ἐπὶ ἀφθαρσίᾳ, κατὰ
 

 
τὸν αὐτὸν Ἀπόστολον, καθ’ ὁμοιότητα τοῦ Κυρίου, ὃς αὐτὸς ἐγερθεὶς
ἐκ νεκρῶν, οὐκέτι ὑπήχθη θανάτῳ· διὸ καὶ ὡς προκατάρξας τῆς
τοιαύτης παλ**ϊ·ας 1 πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν εἴρηται. ἰστέον δὲ ὅτι,
εἰ καὶ σχηματίζονται εἰς ὕλας καὶ χρώματα τὰ ὁρώμενα, εἴτε
θυσιαστήριον, εἴτε θυμιατήριον, εἶτέ τι ἄλλο, ἀόρατα ὅμως καὶ νοητὰ 
ὄντα τυγχάνουσιν. ἐπὶ τοιούτου τοίνυν στὰς ὁ Ἄγγελος, καὶ τὸν
λιβανωτὸν, τὸ τὸν λιβανωτὸν δεχόμενον θυμιατήριον δηλαδὴ κρατῶν,
τὰς εὐχὰς τῶν ἁγίων ὡς θυμιάματα τῷ Θεῷ προσέφερεν. χρυσοῦν
δὲ τοῦτο φάσκει, τῷ τὴν ὕλην ταύτην τιμαλφεστάτην εἶναι ἀνθρώποις
καὶ περιπόθητον· δι’ οὗ αἰνίττεται καὶ παρὰ τῷ Θεῷ τὰς 
τῶν ἁγίων εὐχὰς τοιαύτης καταξιοῦσθαι ἀποδοχῆς. ὥσπερ δέ τι
πρωτόλειον καὶ ἀπαρχὴ τιμία προσάγονται Θεῷ αἱ εὐχαὶ παρὰ
τῶν προστατούντων Ἀγγέλων ἡμῶν, αἳ φύσει μέν εἰσιν εὐώδεις,
εὐωδέστεροι δὲ γίνονται τῇ τοῦ μεταχειρίζοντος ταύτας Ἀγγέλου
συνεργίᾳ. m ἅτε κατ’ ἐξαίρετον αὐτὰς προσάγοντος τῷ δεδωκότι 
προστατεῖν Ἀγγέλους ἀνθρώπων Θεῷ. τὸ εὐπρόσδεκτον δὲ τῶν
εὐχῶν τῶν ἁγίων, ἡ τῶν θυμιαμάτων ἀντίδοσις ἡ ὑπὸ Θεοῦ
παρεμφαίνει· ὃ καὶ Δαβὶδ ἀξιοῖ τὸν Θεὸν τὴν εὐχὴν αὐτοῦ ὡς
θυμίαμα κατευθυνθῆναι. ᾐτοῦντο δὲ διὰ τῆς παγκοσμίου συντελείας,
ταῖς μὲν τιμωρητικαῖς μάστιξι, ταῖς κατὰ τῶν δυσσεβῶν 
καὶ παρανόμων ἀξίως ἡτοιμασμέναις, λῆξιν τῇ συντομίᾳ τῆς ἐπιφορᾶς
τῆς κακώσεως πρυτανευθῆναι, τῷ μὴ n πρὸς πλείονας
ὀνθρώποις o διαδοθῆναι· p διὰ τὸ πεφυκέναι τοὺς ἐπιγινομένους τῷ
μοχθηρῷ τούτῳ βίῳ ἀνθρώπους ἐπιμελῶς τούτων ἀντέχεσθαι ἐκ
νεότητος· ὧν ἡ πονηρία ἀγνώρισμα. ἢ καὶ τῷ Μωϋσῆ χρηματίζων 
μετὰ τὸν τῆς παγκοσμίου ἐπικλύσεως τῆς κατὰ τὸν Νῶε
οἰκτίρμονι λόγῳ παρίστησιν. ἐκείνοις μὲν οὑν ταύτῃ, ἑαυτοῖς δὲ
τὸν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ ἀξιονίκως τὰ ἔπαθλα διανέμειν εἰδότος
τοῖς ἐν τῷ παρόντι βίῳ ὑπὲρ ἀρετῆς παγκρατιασταῖς μισθὸν, οἱ
τινες οὐκ ἄλλοι, ἣ οὗτοι οἱ τὸν ἀθλοθέτην ἐν τοῖς ἑαυτῶν δοξάσαντες 
σώμασι. καὶ ὅτι ταῦτα τὰ ἑξῆς ἐμφανίσει. 
 Καὶ ἄλλος Ἄγγελος ἦλθε, καὶ ἐστάθη ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου,
ἔχων λιβανωτὸν χρυσοῦν, καὶ ἐδόθη αὐτῷ
 

 
θυμιάματα πολλὰ, ἵνα δώσῃ ταῖς προσευχαῖς τῶν ἁγίων
πάντων ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ χρυσοῦν τὸ ἐνώπιον
 τοῦ θρόνου. καὶ ἀνέβη ὁ καπνὸς τῶν θυμιαμάτων ταῖς
προσευχαῖς τῶν ἁγίων ἐκ χειρὸς τοῦ Ἀγγέλου ἐνώπιον
 τοῦ Θεοῦ. καὶ εἴληφεν ὁ Ἄγγελος τὸν λιβανωτὸν, καὶ 
ἐγέμισεν αὐτὸν ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ
ἔβαλεν εἰς τὴν γῆν, καὶ ἐγένοντο βρονταὶ, καὶ ἀστραπαὶ
 καὶ σεισμός. καὶ οἱ ἑπτὰ Ἄγγελοι οἱ ἔχοντες τὰς ἑπτὰ
σάλπιγγας, ἡτοίμασαν ἑαυτοὺς ἵνα σαλπίσωσι. 
 Τὸ θυσιαστήριον τοῦτο, ὁ Χριστός ἐστιν, ἐν ᾧ πᾶσα λειτουργικὴ 
καὶ ἁγία συνέστηκε σύνοδος, καὶ μαρτυρικαὶ θυσίαι προσάγονται,
οὗ ἦν τύπος τὸ δειχθὲν ἐν τῇ σκηνῇ θυσιαστήριον ἐν τῷ
ὄρει τῷ μωυσῇ k. διὸ καὶ μαρτυρίου σκήνη είρηται, ὡς τὰς επωφελεῖς
φελεῖς ἀνθρώποις διὰ μαρτυρίας ἐντεῦθεν κομιζομένων καὶ τοὺς
κατ’ αὐτὰς ῥυθμίζοντας ἑαυτοὺς τὰς προσευχὰς ἑαυτῶν, ἃς 
θυμιάμασιν εὐώδεσιν ἀπεικάζει τούτῳ καλλιερεῖσθαι, ὡς ἤδη
εἴρηται. 
 Ἐνώπιον τοῦ θρόνου. 
 Ἐνώπιον τὸν Χριστὸν τοῦ θρόνου δηλαδὴ τῶν ὑπερτάτων ἁγίων
δυνάμεων εἴρηκε. Χερουβὶμ λέγω καὶ Σεραφίμ· ὧν τὸ μὲν 
πλῆθος ἐξελληνιζόμενον, ἢ χύμα γνώσεως καὶ σοφίας σημαίνει·
Σεραφὶμ δὲ ἐμπυριστήν. θρόνου γὰρ τὴν ὑπερούσιον, ὡς ἤδη ἔφημεν
φύσει καλεῖ. οὗ καὶ Χριστὸν αὐτὸν πῆ μὲν ἐκ μέσου βηματίζειν
τοῦ θρόνου, τουτέστι τῆς παντοκρατορικῆς δόξης καὶ
πατρικῆς, ἅτε κατ’ οὐδὲν ἐλαττούμενος ταύτης. κοινὰ γὰρ πάντα 
ἀνυποστόλως τὰ θεοπρεπῆ ταῖς τρισὶν αγιαστικαις ὑποστάσεσι,
πλὴν τοῦ τῆς ὑπάρξεως τρόπου· τῇδε ἐνώπιον τοῦ θρόνου οὐχ
ἧττον καὶ τούτου δηλοῦντος, τοῦ ἐνώπιον λέγω, τὸ μηδὲν ἀπομερίσθαι
τοῦ Πατρὸς τῶν εἰς γνῶσιν ἀναφερομένων· τὸ γὰρ ἐνώπιον
τὸ φανερὸν σημαίνει, εἴπερ τὸ πάντα ἐνώπια τοῖς συνιοῦσιν 
ἱκανὸν εἰς τὸ σαφῆ σκοπὸς αὐτῷ διαδεῖξαι. διὸ καὶ τοῦ θρόνου ὡς
τῆς θείας συμβόλου οὐσίας οὐ σχῆμα, οὐ σῶμα, οὐχ ὁμοιῶμα
δηλοῦσθαι, οὐκ ἐνταῦθα, οὐ παρά τινι τῶν θείων προφητῶν. ἐνώπιον
 

 
οὖν τοῦ θρόνου οὐ περιττόν. καὶ αἱ ὑπέρταται δυνάμεις διὰ τὴν
χύσιν τῆς ἐν αὐτοῖς ἐμπύρου σοφίας καὶ ἀγάπης, καὶ τῆς
ἀκραιφνοῦς φιλίας τε καὶ ἀγάπης, ὅπερ ἐμφαίνει ἡ ἑρμηνεία
τῶν ὀνομάτων, ἡ τῶν Θεῷ πλησιαζουσῶν ὑπερτάτων ἁγίων δυνάμεων,
ὡς εἰρήκαμεν, τάξις. τὰ δὲ θυμιάματα, αἱ προσευχαὶ τῶν 
ἁγίων, οἷς εὐκταῖον εἰ τι καὶ ἄλλο τῷ Θεῷ προσαχθείη, ἐν μοίρᾳ
θυμιαμάτων ἡδυπνόων αὐτῷ λογισθῆναι, τοῦ μοχθηροῦ τούτου καὶ
δυσώδους βίου τῷ πυρὶ τῆς εἰς αὐτὸν ἀγάπης ἐξατμισθέντος.
τοσαύτη γὰρ ἡ περὶ τὸν Χριστὸν ἀγάπη τὸ ζέον εἶχε καὶ διάπυρον,
ὡς πάντα ἡγήσασθαι τὰ τοῦ παρόντος αἰῶνος τερπνὰ, σκύβαλα, 
μόνον ἵνα Χριστῷ τῷ ποθουμένῳ αποδοθῶσι συνεῖναι.
καπνὸν δὲ ἀναβῆναι ἀπὸ τῆς τῶν θυμιαμάτων ἐντυχίας, ὅτι καπνὸς
ὀργῆς τεκμήριον, ὡς καὶ ἐν τῷ, “ ἀνέβη καπνὸς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ.’
τοῦτο οὖν οὐ δι’ ἄλλο 1 συμβῆναι ἐσχημάτισται, ἢ τοῦ δειχθῆναι
χάριν καὶ φανερωθῆναι τὸ τῆς ἀγάπης διάπυρον τῶν ἁγίων τὸ 
περὶ τὸν Χριστὸν ὡς πῦρ m, ἢ τὸν θυμὸν, ὡς καπνὸν, ὡς καὶ αὐτῶν
τῆς αὐτῆς τοῖς Ἀγγέλοις n φύσεως λαχόντων, οὐ πρὸς ὁμοίαν δὲ
τούτοις εὐαρέστησιν του πεποιηκότος κατεσπουοακοτων. 
 Ἐκ χειρὸς τοῦ Ἀγγέλου. 
 Ὁρᾷς ὅτι παρὰ τοῦ Ἀγγέλου ὑπῆρξε τὸ εὐωδεστέρας τὰς εὐχὰς 
τῶν ἁγίων γενέσθαι, καὶ ἀξίας τοῦ προσκομίζεσθαι ἐνώπιον τοῦ
Θεοῦ ; 
 Καὶ εἴληφεν ὁ Ἄγγελος τὸν λιβανωτόν. 
 Τὸν λιβανωτὸν ὅτι θυμιατήριον βούλεται δηλοῦν, καὶ τὸ θυσιαστήριον
τὸν Χριστὸν, καὶ τὸν καπνὸν τὸν θυμὸν, καὶ τὸ πῦρ τὸ 
ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου, τὸ διάπυρον τὸ περὶ τὸν Θεὸν τῶν ἁγίων
προεξετασθὲν, ἐχομένως παρατέθειται. τὸ δὲ ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχεθῆναι
πρὸ τοῦ διακονοῦντος τιμωρητικοῦ Ἀγγέλου, διὰ τοῦ θείου
πυρὸς, ὅμοιον τῷ πάλαι τῷ Ἰεζεκιὴλ ἐφάνη ἐκ χειρὸς τῶν χερουβίμ,
ληφθέντι o μὲν ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου, δοθέντι p δὲ τοῖς 
Ἀγγέλοις τοῖς πεμφθεῖσιν εἰς τὴν τῶν δυσσεβῶν οἰκητόρων τιμωρίαν
τῆς Ἰερουσαλήμ. τούτῳ τῷ Ἀγγέλῳ, Ἀνδρέας ὁ τῆς κατ’
 

 
ἐμὲ r Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας ἀξίως τὴν ἐφορείαν λαχὼν,
ἕκαστον ἱεράρχην παρεικάζει s. ἀλλ’ εἰ μὲν τοὺς κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ
οὐκ ἔχω ἐρρεῖν· εἰ δὲ τοὺς καθ’ ἡμᾶς, Ἀγγέλῳ μὲν τῷ ὄντι Σατανᾶν,
τὸν κάμηλόν καταπίνουσι, τὸν δὲ κόνωπα διυλίζουσι, κἂν εἰς αἰσχύνην
ἑαυτῶν ἀφομοιοῦντας ἑαυτοὺς, τίς ἀντερεῖ σωφρονῶν ; 
 Ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ θυσιαστηρίου. 
 Ἐκ τοῦ πυρὸς τούτου ἔβαλέν τις τῶν Ἀγγέλων ἐπὶ τὸ Σίναιον
ὄρος, ἐπεὶ κἀκεῖ ἡ τοῦ Θεοῦ ἐπιφοίτησις, βρονταὶ καὶ ἀστραπαὶ
καὶ σάλπιγγος ἀπήχησις μιᾶς, ὅτι καὶ ἔθνους ἑνὸς ἡ ἐπισκοπή.
ἐνταῦθα δὲ αἱ σύστοιχοι τῷ ἀλλοιωτῷ κόσμῳ τούτῳ σάλπιγγες 
ἑπτὰ, ὡς παγκοσμίου ἐσομένης, ὑπὸ τοῦ ἐπιδημοῦντος κριτοῦ ἡ
ἐξέτασις. 
 Ἀπαντα ταῦτα πρὸ τῆς συντελείας, τὴν συντέλειαν χαρακτηρίζοντα
καὶ τὴν τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν, συμβήσεται. ὥσπερ καὶ
ἐπὶ τοῦ Σινᾶ ὅρους τὰ φόβητρα ταῦτα προωδοποίει τὴν τοῦ Θεοῦ 
ἐμφάνειαν. διατί δὲ ἐκεῖ μὲν σάλπιγξ μία, ἐνταῦθα δὲ ἑπτὰ, ἐν
τῷ αὐτῷ ἐδαφίῳ προθεωρηθὲν παρατέθειται. βρονταὶ δὲ τὰ δείματα
καὶ φωναὶ καὶ ἀστραπαὶ καὶ σεισμός. ἤτοι καὶ ουτως προφανῶς.
ἣ καὶ βροντὰς τὴν ἐπίγ**σιν ὀνομάζων, ὡς οὐκ ἄλλοθεν
πόθεν αἱ συμφοραὶ κατειλήφασι τὴν περίγειον κτίσιν. θανάτων 
ἀπροσδοκήτων λέγω, ἀφ’ οὗ καὶ τὸ καταπεπλῆχθαι περιγίνεται
τοῖς ζῶσιν, οἵαπερ καὶ ἐπὶ βροντῆς, ἢ καὶ τινῶν ἄλλων ἀνεννοήτων
παθῶν σωματικῶν· δι’ ἃ καὶ φωναὶ θρηνώδεις ἀναπεμφθεῖεν.
ἀστραπὰς δὲ τὰς ἐν τοῖς θρήνοις μεταβολὰς ἐπὶ τὸ χρηστότερον
ταῖς ἐλπίσιν, οἷά τινι σέλατι τοῦ σκότους ἀπαλλάττονται τῆς 
ἀθυμίας, περιαυγάζουσας Θεοῦ προμηθείᾳ· καὶ τοῦτο ὡς ἃν μὴ
τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταπωθεῖεν οἱ τῆς ὀρθῆς ἀντεχόμενοι
πίστεως· οὐ γὰρ εἰς ἅπαξ ἐπανοίσει ὁ κόσμος τῶν ἐκλεκτῶν· διὸ
καὶ αἱ ἡμέραι, κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου προαγγελίαν, κολοβωθήσονται.
σεισμοὺς δὲ τοὺς τὴν διάνοιαν νοητέον γεώδεις ἀλληγορίας καὶ 
τούτους ὑπερβάλλοντες τρόπῳ πτωμάτων οὐκ ὁρθωμάτων ἐπὶ τὸ
κρεῖττον καὶ στάσεως παραιτίους. καὶ περὶ μὲν τούτων ταύτῃ
θεωρητέον· ἑτοίμους δὲ τοὺς τιμωροὺς σαλπιγκτὰς ὑποτίθεται καί-
 

 
τοι μακρόθυμον τὸ θεῖον καὶ οἰκτιρμονικὸν ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα
αὐτοῦ· τῷ μὴ ὑπολείπεσθαι ἔτι καιρὸν μεταγνώσεως, παρόσον ἡ
τοῦ ἀλλοιωτοῦ κοσμοῦ τοῦδε σύστασις συντετέλεσται. 
 Τὰς σάλπιγγας δὲ αἷς οὗτοι χρώμενοι διατελοῦσι, τί ἃν
αἰνίττεσθαι δοθείη ἣ νίκην τὴν τοῦ κραταιοῦ ἐν πολέμῳ Κυρίου, 
ὑφ’ αἷς καὶ ἄνεισιν ἐν ἀλαλαγμῷ οἷον ἐπινικίῳ καταπαύσει.
τοῦτο γὰρ ὁ ἀλαλαγμὸς, ὑποφωνούσης καὶ σάλπιγγος, ἧς κατὰ
τὸ ἔτυμον s ἡ ὀνομασία, τι ἃν ἄλλο ἣ τὸ σέλας προθυμοποιὸν
τοῖς ἐσκοτισμένοις τῷ τοῦ πολέμου φόβῳ γάζειν t.

ΚΕΦ. ΚΒ. 
 
 Περὶ τῶν ἑπτὰ Ἀγγελων, ὧν τοῦ πρώτου σαλπίσαντος, χάλαζα, καὶ πῦρ,
καὶ αἷμα ἐπὶ τῆς γῆς φέρεται. 
 Καὶ ὁ πρῶτος ἐσάλπισε. καὶ ἐγένετο χάλαζα καὶ
πῦρ μεμιγμένα ἐν αἵματι, καὶ ἐβλήθη εἰς τὴν γῆν, καὶ
τὸ τρίτον τῆς γῆς κατεκάη, καὶ τὸ τρίτον τῶν δένδρων 
κατεκάη, καὶ πᾶς χλωρὸς χόρτος κατεκάη. 
 Διάφοροι οἱ ἀπὸ τῆς ἐκχύσεως τοῦ πυρὸς τοῦ θυσιαστηρίου αἱ
τιμωρίαι. ἐπειδὴ καὶ τῶν φιλοθέων αἱ μοναὶ εἰς ἀνταπόδοσιν
κείμεναι τούτοις, διάφοροι καὶ πολλαί. διὸ καὶ ὁ Κύριος φησὶ,
“ παρὰ τῷ Πατρὶ μου, μοναὶ πολλαί εἰσιν.’’ 
 Καὶ ἐγένετο χάλαζα καὶ πῦρ μεμιγμένα ἐν αἵματι. 
 Ὅτι μὴ κατὰ τὴν ἐσχάτην ἡμέραν τὴν εἰς κόλασιν ἀποκειμένην
τοῖς ἁμαρτωλοῖς αἱ τιμωρίαι αὗται τῆς χαλάζης καὶ τοῦ
συγκράτου αἵματι πυρὸς, ἡ προκειμένη Ἀποκάλυψις ἀφορίζει,
ἀλλὰ ταῖς θλίψεσι ταῖς πρὸ τῆς ἐσχάτης ἡμέρας, ὡς προείρηται, 
δῆλον. οὐ γὰρ τὸ τρίτον μέρος τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ τὸ πᾶν
ὑποβληθείη ἀπαραιτήτως. τί γάρ φησιν ὁ θεῖος Εὐαγγελιστὴς
περὶ τούτου ; “ καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ
δίκαιοι εἰς ζώην αἰώνιον.” 
 

 
 Καὶ τὸ τρίτον τῶν δένδρων κατεκάη. 
 Ταῦτα, οἱ μὲν εἰς τὴν ἐσχάτην ἀφορίσαντες ἡμέραν, χόρτον
καὶ δένδρα τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐνόησαν κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον
Παῦλον, τὸν ἐν πυρὶ τὴν ἡμέραν ἀποκαλύπτεσθαι χρηματίζοντα.
οἱ δὲ μὴ οὕτως, ἀλλ’ εἰς τὴν πρὸ τῆς ἐσχάτης ἡμέρας θλῖψιν, 
τὰς ἐκ βαρβαρικῶν χειρῶν πυρπολήσεις τε καὶ σφαγὰς τοῖς
πολλοῖς ἐπαγομένας ἔδειξανu. ὑφ’ ὧν καὶ ἤδη οὐκ ἔλαττον τοῦ
τρίτου μέρους ἡ σύμπασα κατηνάλωται ὑπὸ τῶν αἰσθητῶν πολεμέων.
οὐ σφαγαῖς μόνον ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ καταπτώσεσι κτισμάτων
τῶν ἐκ πυρός. περὶ δὲ τούτου δὲ καὶ ὁ μακάριος Ἰωὴλ ὁ 
προφήτης πρὸ τῆς μεγάλης ἡμέρας Κυρίου καὶ ἐπιφανοῦς, αἷμα
καὶ πῦρ, εἰπὼν, καὶ ἀτμίδα καπνοῦ. 
 Καὶ πᾶς χόρτος χλωρὸς κατεκάη. 
 Χόρτον χλωρὸν κατὰ μὲν τοὺς εἰς τὴν ἐσχάτην ἡμέραν ἐξειληφότας
τὰς ἐνταῦθα θλίψεις ἐμφερομένας εἰς τοὺς ἡμιμοχθήρους 
τακτέον. οἳ καὶ αὐτοὶ τῷ πυρὶ τῆς συνειδήσεως ἑαυτῶν ἐκτακήσονται,
μάλιστα ὁρῶντες τοὺς ἐκ δικαίων πόνων καὶ ἐκ θελήματος
ἑαυτῶν βοηθουμέυους καὶ ἀναθάλλοντας .

ΚΕΦ. ΚΓ. 

 Περὶ τοῦ δευτέρου Ἀγγἑλου, οὗ σαλπίσαντος, τῶν ἐν θαλάσσῃ ἐμψύχων 
ἀπώλεια γίνεται. 
 Καὶ ὁ δεύτερος Ἄγγελος ἐσάλπισε. καὶ ὡς ὄρος μέγα
καιόμενον ἐβλήθη εἰς τὴν θάλασσαν. καὶ ἐγένετο τὸ
 τπίτον τῆς θαλάσσης αἷμα, καὶ ἀπέθανε τὸ τρίτον τῶν
κτισμάτων ἐν τῇ θαλάσσῃ τὰ ἔχοντα τὰς ψυχάς. καὶ 
τὸ τρίτον τῶν πλοίων διεφθάρη. 
 x Ἐμοὶ δοκεῖν ὄρος μέγα ὑπουπηχήσει y τῆς σάλπιγγος· ἣν οἷον
εἰς σέλας ἐμποιεῖν τοῖς ἀγωνιζομένοις, κατὰ τὸ ἔτυμον τοῦ ὀνόματος
προειρήκαμεν, ὅτι σάλπιγξ ἀπὸ τοῦ σέλατος παρωνόμασται,
ὃ τὸ φῶς σημαίνει· ἐμποιεῖ δὲ τὸ σέλας, τουτέστι τὸ 
 

 
φῶς, προθυμοποιοῦσα τοὺς ἀγωνιζομένους· ὡς καὶ παρ’ Ὁμήρῳ
ὁ τῷ Τεύκρῳ εἰσηγούμενος βάλλειν οὕτως, εὐστόχως δηλαδὴ,
ἐπιφέρει τὸ, “ ἴε φῶς ἑτάροισι γένοιο,’’ τὴν προθυμοποιΐαν φῶς
οὐ κατοκνῃσας κάλεσαι. καὶ πέρι μὲν τῆς σάλπιγγος ταύτα. 
 Ὦρος μέγα, τὴν θείαν ὀργὴν ὑπεμφαίνει. κἂν γὰρ θιλάνθρωπον 
τὸ θεῖον, ἀλλὰ καὶ δίκαιον. ἀφ’ οὗπερ ἔσθ’ ὅτε καὶ κατολιγωρούμενον
παρ’ ἡμῶν τὴν δικαίαν ἀξίως αὐτοῦ ἐπιφέρει ὀργήν.
καθὸ καὶ ὁ ψάλλων Δαβὶδ “ κατὰ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτῶν
“ δὸς αὐτοῖς φησι· καίτοι καὶ αὐτὸς ἄνθρωπος καὶ τῆς αὐτῆς
ἔμπλεος ῥαθυμίας, ἀλλὰ τὸ ἄγαν πλημμελὲς τῶν ἁμαρτανόντων 
ἐπὶ τοιαύτην διάθεσιν ἤνεγκαν αὐτὸν κατὰ τῶν ὁμοφύλων. καὶ
οὕτως μὲν τὰ περὶ τοῦ ὄρους νοεῖν ὑπειλήφαμεν. ἡ δὲ πρὸς θάλασσαν
αὐτοῦ ἐμβολὴ, τὸ ἀστάτως κυμαινόμενον τοῦ παρόντος
βίου σύστημα, καὶ μᾶλλον θαλάσσης ταῖς περιστάσεσιν ἀγριαινον
παραδηλοῖ. καὶ ἄλλοτε καὶ καθεκάστην ἔχον τὸ ἀστατεῖν, 
μάλιστα δὲ τῇ ἐπιδημίᾳ τοῦ Ἀντιχρίστου. οὕτως ταῖς τερατείαις
ἀποπλανώσει, ὡς καὶ, κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου φωνὴν, καὶ τοὺς
ἐκλεκτοὺς σκανδαλισθῆναι. τὸ δὲ τρίτον τῆς θαλάσσης, αἷμα
γενέσθαι, τῶν διὰ μαρτυρίου τελειώσεως ἐρυθρωσάντων τὴν περίγειον
κτίσιν. ἐπεὶ δὲ ὁ τρία ἀριθμὸς ἀρχὴ πλήθους ἐστὶν, ὡς ἡ 
ἀριθμητικὴ βούλεται μέθοδος, τὸ πλέον τῶν ἀπολλυμένων u οὐ τὸ
πᾶν, ὡς καὶ πρὸ μικροῦ παρεθέμεθα, διὰ τοῦ τρίτου ἐδήλωσεν. 
 Καὶ τὸ τρίτον τῶν πλοίων διεφθάρη. 
 Πλοῖα, τὰς τῶν ἁγίων ψυχὰς τροπικῶς ὀνομάζει. ἃ καὶ καταπαίζει
τοὺς ἐν τῇ θαλάσσῃ Δράκοντας, ὡς ἐν τῷ ἑκατοστῷ τρίτῳ 
ψαλμῷ ἀλληγορικῶς τεθεώρηται. ἐνταῦθα δὲ μάλιστα οὕτως
ἐκδέχεσθαι δεῖ σύμβολα πράγματος x, οὐκ ἐνέργειαν τῆς προκειμένης
Ἀποκαλύψεως παριστώσης. ἐπεὶ οὖν καὶ ἀπὸ τῶν τῆς
σωτηρίας δραξαμένων y πλανηθῆναί τινας εἰκὸς, φόβῳ τοῦ μὴ
τοῦτο παθεῖν ἄρδην, τῇ τοῦ τρίτου προαγγελίᾳ, τὴν παντοπάθειαν 
ἠσφαλίσατο.

ΚΕΦ. ΚΔ. 

 Ὁ τρίτος Ἄγγελος, τὰ τῶν ποταμῶν πικραίνει ὕδατα. 
 Καὶ ὁ τρίτος Ἄγγελος ἐσάλπισε, καὶ ἔπεσεν ἐκ τοῦ
οὐρανοῦ ἀστὴρ μέγας καιόμενος ὡς λαμπάς. καὶ ἔπεσεν
ἐπὶ τὸ τρίτον τῶν ποταμῶν, καὶ ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν 
 ὑδάτων. καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀστέρος λέγεται ὁ Ἄψινθος.
καὶ ἐγένετο τὸ τρίτον τῶν ὑδάτων εἰς ἀψίνθιον, καὶ
πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων ἀπέθανον ἐκ τῶν ὑδάτων, ὅτι
ἐπικράνθησαν. 
 y Τῇ σαλπίσει τοῦ τρίτου Ἀγγέλου, τὸν ἀστέρα φησὶ πεσεῖν z 
τὸν μέγαν ὡς λαμπάδα καιόμενον, τοῦτον δὲ ἐκεῖνον εἶναι οὗ τὴν
πτῶσιν καὶ ὁ Ἀμὼς Ἡσαΐας ἐποικτιζόμενος ἐχρησμῴδει, ἐν
οἷς ἔφασκε. “ πῶς ἔπεσεν ὁ ἑωσφόρος ὁ τῷ πρωὶ ἀνατέλλων,’’
τιθέμενος οὐκ ἔξω τοῦ εἰκότος πεσεῖται. πέπτωκε μὲν γὰρ κἂν
τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ Κυρίου· περὶ οὗ καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος φησὶ, 
“ ἐθεώρουν τὸν Σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα·’’
τῆς ἀστραπῆς τῆς πτώοεως τὸ τέλος ἀπεσβέσθαι τὴν πρὸ τούτου
λαμπρότητα αὐτοῦ ὑποφαινούσης, ὑφ’ ἣν τοῦ εἰδωλικοῦ καιροῦ
πλάνη ἀπηΰγαζεν. εἰ γὰρ καὶ “ μέχρι τοῦ νῦν ἐν τοῖς υἱοῖς
“ ἐνεργεῖ ἀπειθείας κατὰ Παῦλον εἶπεῖν, ἀλλ’ οὐ τοσοῦτον ὅσον 
πρὸ τῆς τοῦ Κυρίου παρουσίας· ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς θείας ἐπιφανείας
ἡ διὰ Μωυσέως θεία ἐπισκοπὴ, οὐδ’ ὅσον ἐστὶν εἰπεῖν ἄρα,
τὸν διάβολον λέγω, τοῦ κράτους ἐσύλησεν, οὗ ὑποθήκῃ τέκνα
πατέρες ἐνάγιζον. εἰ δὲ καὶ μετὰ * * * * * * * * * * * λὰ, πρῶτον
μὲν οὐ πρὸς τοσοῦτον ἐξαιρόμενα κακίας ὕψος, οὐδὲ πρὸς * * * * * * 
ότητα ἐνεργούμενα. ὅλως δὲ ἐαθῆναι κἂν ποσῶς εἰς γυμνάσιον
ἀρετῆς τῶν μέχρι τῆς συντελείας τοῦ ἀλλοιωτοῦ τοῦδε καὶ πολυπερισπάστου
τοῦδε βίου. κατὰ μέντοι τὴν πρὸς ἀνθρώπους ἀπατηλὴν
διὰ σαρκὸς αὐτοῦ παρουσίαν, καὶ μείζονα τῆς παραχωρηθείσης
αὐτῷ χρήσασθαι ἐξουσίας, ἐξ ἀναιδείας δηλαδὴ καὶ ἀπονοίας· 
καὶ τοῦ τὴν ἀπάτην ὡς οὐκ ἀπάτη ἀλλὰ ἀληθεία ἐμπε-
 

 
δώσεται· ἀφ’ οὗ καὶ ὡς ἀστὴρ τῷ ὁρῶντι ὀπτάνεται· εἰ καὶ ὡς
λαμπὰς καιόμενος· τὸ ἤδη ἐκλιμπάνον τῆς δόξης αὐτοῦ κλέος
διὰ τῆς λαμπάδος παριστάμενον, ὃ καὶ τῇ λαμπάδι ἐπακολουθεῖ
δαπανωμένης ὑπὸ τοῦ τὸ φωτίζειν αὐτῇ παρεχομένου. οὕτως γὰρ
καὶ τῷ πλάνῳ Ἀντιχρίστῳ συμβαίη τῇ δευτέρᾳ τοῦ Κυρίου 
παρουσίᾳ, ἐκλελοιπυίας αὐτῷ τῆς ἀπατηλῆς δόξης εἰς ἅπαν, τῷ
αἰωνίῳ δὲ πυρὶ παραδοθέντι. ποταμοὺς δὲ τὰ ἔθνη τροπικῶς, εἴγε
ἱκανὸς καὶ τοῦτο ὁ Ἀμὼς Ἡσαΐας πιστώσασθαι, ἀφ’ ὣν πρὸς
τὸν βασιλέα τῶν Ἑβραίων συμβάσεις καὶ ὁμαιχμίας ποιούμενον
πρὸς τὸν Συρίας βασιλέα ἐλεγκτικῶς φασι· “ τί πέποιθας ἐπὶ 
“ τὸ ὕδωρ τοῦ Σιλωὰμ, ὅτι μέγαν οὐχ ὑποσταίη ποταμὸν; τὸν
βασιλέα φάσκων τῶν Ἀσσυρίων. ἡ πτῶσις δὲ τούτου, τὴν ἐπὶ τοῖς
ὑπ’ αὐτοῦ πλανησομένοις παραδηλοῖ ἐπιφορὰν, μεθ’ ὧν τῷ γεέννης
παραδοθείη πυρὶ εἰ, καῦσιν αἰώνιον καὶ ἀτελεύτητον. 
 Καιόμενος ὡς λαμπὰς. 
 a Τὸ καίεσθαι τὸ ὄρος τὸν δραστικὸν τοῦ Θεοῦ θυμὸν τὸν ἐπὶ
τοῖς ἀνενδοιάστως ἁμαρτάνουσιν ὑπογράφειν, καὶ Δαβὶδ, διὰ τοῦ,
“ δράξασθε παιδείας πρὸς ἐξιλέωσιν, ἐπᾴδει· ὡς οὕτως ἡ τοῦ Θεοῦ
ἄκρα * * ὀργὴ καὶ οὐκ ἄλλως πεφυκυῖα μαραίνεσθαι ἣ θᾶττον
ἐκκαίεσθαι ἐπὶ τοὺς ἁμαρτάνοντας παρὰ προσδοκίαν ἐπιβρεχομένη. 
πηγὰς δὲ, τὰς τούτων φατρίας. 
 Καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀστέρος λέγεται ὁ Ἄφινθος. 
 Πικρὸν μὲν τὸ ἀψίνθιον ἡ βοτάνη. ὀξυωπίαν δὲ αὐτὴν παρέχειν
τοῖς ἐσθίουσιν ἰατρῶν παιδες διδάσκουσιν. ἐπιτευκτικῶς οὖν καὶ
τὸν παντολμίαν ἀστέρα ἄγαν ἀψίνθιον ἐκάλεσε. πικρίαν γὰρ δἰ 
ἡδονῆς ποτίζων τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀνατροπὴν θολερὰν, καὶ διὰ
τοῦτο συγχωρούμενος, τὰς τιμωρητικὰς αὐτοῖς ἐπάγει ἐνταῦθα
μάστιγας, ὡς ἃν οἱ δυνάμενοι διαβλέψαι, δι’ ὑπομονῆς καὶ καρτερίας
κατὰ τὸ “ ἐν θλίψεσι ἐπλάτυνάς μοι’’ ψαλμικὸν χαροστήχαριστήριον
πρὸς τὸν συμφερόντως b παραχωροῦντα ταῖς θλίψεσι δοκιμάζεσθαι. 
ὃ καὶ τοῖς νοσερῶς διακειμένοις, ἣ πρὸς τὰς τομὰς τῶν
ἰατρῶν καρτεροῦσι τὴν ὑγίειαν τούτοις μνηστεύεται. οἱ οὕτως οὑν
ὀξυωπεῖν ἔχοντες τῇ ἀδοξίᾳ τῶν θλίψεων, διὰ ἀδοξίας καὶ δυσφη-
 

 
μίας ἐκ τῶν δοκούντων ζημιωδῶν μᾶλλον ἐκέρδαινον δόξαν καὶ
εὐφημίαν, καὶ ἐπὶ τούτῳ τὴν αἰώνιον βασιλείαν, δι’ ἣν καὶ ὑπὸ τοῦ
ἀγωνοθέτου δοκιμασθῆναι παρεχωρήθησαν. 
 Καὶ ἐγένετο τὸ τρίτον τῶν ὑδάτων εἰς ἀψίνθιον. 
 Τοῦ πειραστοῦ τῆς διαθέσεως μεταλαμβάνει καὶ τὰ περιστατούμενά 
τε καὶ πειραζόμενα. μεταλαμβάνει δὲ, οὐ κατὰ
τὸ πικραίνειν, ἀλλὰ τοῦ διὰ τῆς πικρίας τὸ ὀπτικὸν ῥωννύντος
ἑαυτοῖς σωτηρίως. a διὸ καὶ Παῦλος τὴν “ ἀκαταίσχυντον
“ ἐλπίδα διὰ τῆς ὑπομονῆς οἶδεν τῆς θλίψεως. πρῶτον μὲν τὸ
δοκίμιον καρπουμένην, εἶτα δὲ πρὸς τὴν ἀκαταίσχυντον ἀποτελευτῶσαν 
ἐλπίδα. καὶ ἐπειδὴ οὐ πᾶσι τοῖς μεταλαβοῦσι τοῦ ἀψινθίου
σωτήριος ἡ μετάληψις, ἀλλ’ ἐστὶν οἷς καὶ * * * * * τοῖς
ἀνθρωπίνοις ἐνεσχημένοι * * * * * φερόμενα κερδαλέα b, ὅτι μηδὲ
κατ’ ἶσον ἅπασι διεγρήγορε τὸ συνιέναι· διὸ καὶ Παῦλος
“ Χριστοῦ εὐωδίαν ἑαυτὸν εἶναι αὐχῶν ἀνυποστόλως τοῖς σωζομένοις 
μένοις γὰρ καὶ τοῖς ἀπολλυμένοις ἐπάγει, “ οἷς μὲν ἐκ ζωῆς εἰς
“ ζωὴν, οἷς δὲ ἐκ θανάτου εἰς θάνατον.’’ 
 Πολλοὶ ἀπέθανον ἐκ τῶν ὑδάτων. 
 Ἀπέθανον οἱ ἀνθρωπίνως ταῖς θλίψεσι προσανέχοντες τῇ πικρίᾳ
τοῦ ἀψινθίου, ἔζησαν δὲ οἱ διὰ τῆς πικρίας τὸ ὀπτικὸν ἀναλαβόντες. 
τίνες δὲ οὗτοι ; οἱ ἀνθρωπίνως ταῖς θλίψεσι προσανέχοντες,
τῇ πικρίᾳ τοῦ ἀψινθίου.

ΚΕΦ. ΚΕ. 

 Ὁ τέταρτος Ἄγγελος τὸ τρίτον τοῦ ἡλιακοῦ καὶ σεληνιακοῦ φωτὸς σκοτίζει. 
 Καὶ ὁ τέταρτος Ἄγγελος ἐσάλπισε, καὶ ἐπλήγη τὸ 
τρίτον τοῦ ἡλίου, καὶ τὸ τρίτον τῆς σελήνης, καὶ τὸ
τρίτον τῶν ἀστέρων, ἵνα σκοτισθῇ τὸ τρίτον αὐτῶν, καὶ
ἡ ἥμερα μὴ φαίνῃ τὸ τρίτον αὐτῆς, καὶ ἡ νὺξ ὁμοίως.
 καὶ εἶδον καὶ ἤκουσα ἑνὸς ἀετοῦ πετομένου ἐν μεσουρανήματι,
λέγοντος φωνῇ μεγάλη, οὐαὶ, οὐαὶ, οὐαὶ τοῖς 
 

 
κατοικοῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς. ἐκ τῶν λοιπῶν φωνῶν τῆς
σάλπιγγος τῶν τριῶν Ἀγγέλων τῶν μελλόντων
σαλπίζειν. 
 c Τὰ συμβησόμενα τῇ τοῦ δ΄ σαλπιγτοῦ Ἀγγέλου ἀπηχήσει,
ὡς καὶ προλαβόντες παρεθέμεθα, σύμφωνα οὐ μόνον τῷ Ἰωὴλ 
κατὰ τὴν μεγάλην ἡμέραν Κυρίου καὶ ἐπιφανῆ, ἀλλὰ καὶ τοῖς
ὑπὸ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ παρὰ τῷ Ματθαίῳ
ἐξηγγελμένοις εὐθέως φάσκοντος “ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν
“ ἐκείνων ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγ-
“γος αὐτῆς.” ἀλλὰ καὶ Πέτρος ἐν τῇ δευτέρᾳ αὐτοῦ Ἐπιστολῇ τὰ 
αὐτὰ διαγορεύει δι’ ὣν λέγει, ἥξει ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης·
κλέπτῃ ἀπεικάζων τὴν ἀπροσδόκητον ἔφοδον. οὐ γὰρ ἀνθρώπων
εἰδέναι χρόνους ἣ καιροὺς οἳ τῷ Πατρὶ μόνῳ ἀπεθησαυρίσθησαν,
κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου φωνὴν, εἰς γνῶσιν. “ ἐν τῇ ἡμέρᾳ δὲ ἐκείνῃ,’’
τὸ ἀκόλουθον εἰπεῖν τῆς Πέτρου Ἐπιστολῆς· “οὐρανὸς μὲν ῥοιζηδὸν’’ 
οἱονεὶ ἠχητικῶς, διὰ τὴν σύμπτωσιν τῆς τοιαύτης παρελεύσεως
τελουμένης. “ στοιχεῖα δὲ καυσούμενα λυθήσεται. ἡ γὰρ ἡμέρα,
ὡς Παύλῳ δοκεῖ, ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται. ταῦτα πάντα διὰ τῆς
προκειμένης Ἀποκαλύψεως ἔσεσθαι δηλοῦται κατὰ τὴν τοῦ παρόντος
αἰῶνος συντέλειαν. τὸ τρίτον δὲ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης 
καὶ τῶν ἀστέρων, οὐ τὸ πᾶν πληγῆναι φησὶν, ὡς διὰ φιλανθρωπίαν
ἄφατον τοῦ Θεοῦ οὐ πάσης μαστιγουμένης τῆς κτίσεως. τινὲς
γὰρ ἃν καὶ οἱ τοῖς κακοῖς τούτοις εἰσὶν ἐπιστροφὴν ἀποκλίνοντες·
δι’ οὓς καὶ ὡς πρωτολεῖον d ταῦτα τῆς τοῦ Κυρίου δευτέρας
παρουσίας ὁδοποιεῖται. ἣ οὐν τὸ τρίτον εἰς παράστασιν τοῦ ἐν 
ὀλίγῳ καιρῷ τοῦ ἡμερινοῦ καὶ νυκτερινοῦ καταστήματος τὰ μέγαλα
ταῦτα καὶ ἀκουσθῆναι συντελεσθείη φρικτὰ, ἣ καὶ τὸ
τρίτον εἰς ἔμφασιν τῆς ὑπεραγίας Τριάδος, ἥτις δι’ ὑπερβολὴν
τῆς τοῦ ὑπ’ αὐτῆς ὑποκειμένου κόσμου χρηστότητα, οὐ παντελῆ
τοῖς ἀξίοις τὴν τιμωρίαν, ἀλλ’ ἰσαρίθμως ἑαυτῇ ἐπιφέρει. 
 Σκόπει ὡς τὸ τρίτον εἰπὼν τῆς ἀστρῴας διακοσμήσεως, οὐκ
αὐτοὺς εἶπε σκοτισθῆναι, ἀλλὰ τὸ ὑπ’ αὐτῶν καταλαμπόμενον, ὃ
ἡ περίγειος κτίσις ἐστίν. διὸ καὶ ἐπιφέρει, καὶ τὸ τρίτον αὐτῆς
 

 
μὴ φανῇ, τουτέστιν, ἵνα μὴ τῇ οὐρανίῳ διακοσμήσει καταλαμφθῇ
τὸ περίγειον, ἀφ’ ὣν τὸ ἡμερινόν τε καὶ νυκτερινὸν ἀποτελειται
κατάστημα. 
 Καὶ εἶδον καὶ ἤκουσα ἑνὸς ἀετοῦ πετομένου. 
 Τίς ἡ τοῦ ἀετοῦ ἐνταῦθα πτῆσις ; τῶν τέως ὑποβληθέντων 
Ἀγγέλων τὰς τιμωρίας διακονεῖν παρεωραμένων, οἶμαι, διὰ τὸ
ἀπειθὲς καὶ ἀσωφρόνιστον τῶν δι’ ἔλεος μετρίως καὶ πρὸς ἐπιστροφὴν
ταῖς τιμωρίαις ὑποβαλλομένων μὲν, ἑαυτῶν δὲ εἰς
βέλτιον οὐδαμῶς ἐπιφροντισαμένων e· τούτοις οὖν τοῖς ἀμετανοήτοις f
τῆς θείας ὀργῆς εἰς δήλωσιν πέτεται καὶ κράζει ὁ 
ἀετὸς g, ὡς ἂν τῷ φόβῳ ταύτης, τῆς ἑαυτῶν γένωνται σωτηρίας.
ὁ περὶ τῷ θρόνῳ ἀποτεταγμένος τῷ θείῳ ἀετὸς h, ὡς Ἰεζηκιὴλ
ἐνέφηνεν, ἐκ μεσουρανήματος τὸ οὐαὶ τριπλασιάζων. ἐκ μεσουρανήματος
μὲν, ὅτι μηδὲ πέραν τούτου ἄτερ τοῦ θρόνου χωρεῖν
καὶ ἐπόχου τούτου οἷοί τε εἰσίν i. ἀετὸς δὲ, τῶν τετραμόρφων, 
καὶ οὐκ ἄλλο] τῶν περὶ τὸν θρόνον δηλωθέντων, ἅτε τούτων οὐδενὸς
τὸ ἵπτασθαι. ἐξ οὗ καὶ τὸ μεσουράνημα καταλαβεῖν ἦν εὐπετῶς,
καὶ ἅμα ὡς ἔχον k τῇ ὀξυωπίᾳ, ὃ σύμφυτον ἀετοῖς,) τὸ ἀλάθητον
περισταίη l τοῖς κατηκόοις τὰ ἐφ’ οἷς ἐκβοᾷ. τριπλασιάζεται δὲ
τὸ οὐαὶ, οὐ μόνον εἰς ὀδυρμοῦ γνῶσιν περιουσίας, ἀλλ’ ἵνα καὶ 
τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ τρισαγίου ὑπογράψῃ, συμπαθείᾳ τε τῶν
οὐρανίων πρὸς ἡμᾶς, δι’ ἢν μάλιστα καὶ τὸ οὐαὶ τούτοις τριπλασιάζεται,
τῆς ὑπερβαλλούσης ἐμφάσεως m τῆς ὑπὲρ ἡμῶν
θρηνῳδίας συνδούλων αὐτοῖς ὄντων. διὸ καὶ τὸ ἀλγύνεσθαι αὐτοὺς n,
εἰς περιουσίαν ὑπῆρξεν o . καὶ δήγε καὶ ὡς τῆς νοερᾶς καὶ Θεῷ 
φύσεως ἐγγιζούσης ἐκ τούτου καὶ τὴν φιλανθρωπίαν ἐκματτομένοις
πλέον δὲ ὅτι καὶ αὐτοὺς λαβόντας τὸ νοερὸν διὰ τῆς
λογικῆς ψυχῆς, οὐχ ὁμοίως τοῖς ὁμογενέσι τὸ * ίτευμα ἑαυτῶν
μετεκρούσαντο ἐν οὐρανοῖς, ἀλλὰ τοῖς ἀνοήτοις κτήνεσι παραβληθέντας
ἐν τῷ τὴν γῆν οἰκεῖν, καὶ τὰ γήινα φρονεῖν εἰς ἀεί. 
 

 
 Εκ τῶν λοιπῶν φωνῶν. 
 Πόθεν τὸ οὐαὶ διεσάφησεν ὁ ἀετός ; ἀπὸ τῆς φωνῆς φήσας
τῆς σάλπιγγος. οὐχ ὅτι αὐτὴ ἡ φωνὴ δημιουργὸς τῶν μελλόντων
κακῶν ἐπέρχεσθαι, ἀλλ’ ἐπεὶ μὴ τῷ σαλπισμῷ τῶν προηχησάντων
Ἀγγέλων πρὸς μετάνοιαν ἀπεῖδον, τί ἃν ὑπολείπεται ἄλλο, ἢ 
τὸ πάλιν τῇ σάλπιγγι ὡς ἐξ ὕπνου διαναστῆναι πρὸς τὴν τῶν
σωτηρίων αὐτοῖς ἐργασίαν ; p καὶ ἐπειδὴ τοῦτο τοῖς ἐπὶ γῆς κατοικοῦσιν
ἀμήχανον, οἷς καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας τὴν πτῶσιν ὡς
ἀναπόβλητόν τε καὶ ἄφυκτον προεθέσπισεν, ὅμως εἰς πλείονα
ἔμφασιν ἀναλγησίας, διὸ καὶ τιμωρίας τὰ μέλλοντα κακὰ καταλήψεσθαι 
αὐτοὺς προσαλπίζεται εἰς ἀναπολόγητον τῶν ταῖς
μάστιξιν ὑποβαλλομένων. 
 τῶν τριῶν Ἀγγέλων μελλόντων σαλπίζειν. 
 Οἱ τρεῖς Ἄγγελοι ἀπὸ τῶν ἑπτὰ ὑπελείφθησαν· τοῦ τετάρτου
γὰρ σαλπίσαντος, οἱ ἑξῆς τρεῖς πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἑπτὰ 
ὑστεροῦσιν. 
 ΚΕΘ. ΚΗ. 
 Περὶ τοῦ πέμπτου Ἀγγέλου, καὶ τῶν ἐκ γῆς ἀβύσσου ἀνερχομένων νοητῶν
ἀκρίδων, καὶ τοῦ ποικίλου τῆς μορφῆς αὐτῶν. 
 Καὶ ὁ πέμπτος Ἄγγελος ἐσάλπισε. καὶ εἶδον ἀστέρα 
ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεπτωκότα εἰς τὴν γῆν, καὶ ἐδόθη αὐτῷ
 ἡ κλεῖς τοῦ φρέατος τῆς ἀβύσσου, καὶ ἀνέβη καπνὸς
ἐκ τοῦ φρέατος, ὡς καπνὸς καμίνου καιομένης, καὶ
ἐσκοτίσθη ὁ ἥλιος καὶ ὁ ἀὴρ ἐκ τοῦ καπνοῦ τοῦ φρέατος.
 καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἐξῆλθον ἀκρίδες εἰς τὴν γῆν, 
καὶ ἐδόθη αὐταῖς ἐξουσία ὡς ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ σκορπίοι
τῆς γῆς. 
 Καὶ ὁ πέμπτος Ἄγγελος ἐσάλπισε. 
 Πὰ πρὸ τῆς δευτέρας τοῦ Χριστοῦ παρουσίας ὑπὸ τῇ πλανώδει
τοῦ Ἀντιχριστοῦ ἐπιδημίᾳ τερατευθέντα προδιαγράψας, ἐντεῦθεν 
 

 
λοιπὸν τὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ἀληθῆ συμβησόμενα τὴν τοῦ ἀληθινοῦ
Σωτῆρος ἐπέλευσιν πρὸς σωφρονισμὸν τῶν ἀκουσομένων χρηματίζεται,
ἃ καὶ γραφὴ παρατίθεται πρὸς ἐπιστροφὴν τοῦ μὴ ταῦτα
παθεῖν τοὺς τούτων ἀκουσομένους, ἅτε φιλίως πρὸς τὸ ὁμογενὲς
διακείμενος, ὅτι μαθητὴς ἂν ἐκείνου τοῦ μὴ θέλοντος τὸν θάνατον 
τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀλλὰ τὴν ἐπιστροφήν. ὁ πέμπτος δὲ οὗτος Ἄγγελος,
ὁ ἀπὸ τῶν ἑπτὰ καταλειφθεὶς σαλπιγκτῶν ἐστιν. ἀστέρι δὲ
αὐτὸν παραβάλλει διὰ τὴν λαμπρότητα τῶν ὑπερκοσμίων λειτουργῶν·
ἐπὶ γῆν δὲ καταβάντα, τοῦτο γὰρ τὸ πεπτωκέναι σημαίνει,
εἰ μήτι χάριν ἀκριβολογίας τὴν πτῶσιν διὰ τὸ τιμωρητικὸν 
αὐτοῦ τῆς τιμωρίας ὑπολάβοι· ἡ κλεὶς δὲ τοῦ φρέατος ἡ
δοθεῖσα αὐτῷ, τὸ ὑπὸ ἀσφάλειαν ἀνέκφυκτον εἶναι τοὺς κατοιχομένους,
μάλιστα εἰ ἁμαρτωλοὶ εἶεν· οὐχ ὥσπερ αἱ τῶν ἁγίων,
αἱ τοῖς ἐπικαλουμένοις ἀχρόνῳ τάχει ἐπιφοιτῶσι ψυχαὶ τὰς
σωτηρίους αἰτήσεις παρέχουσαι. φρέαρ δὲ, τὸ ἐν γῇ. οὐ γὰρ 
ἄλλως τὸ ἀναπόδραστον ἢ διὰ φρέατος δηλωθείη. ἄβυσσος δὲ
καὶ ἐν γῇ. ἐπὶ γῆς γὰρ ἡ τιμωρία καὶ ἐν ἀβύσσῳ φρέατι. ἀβύσσον
γὰρ πολυβαθὲς καλοῦσι, τοῦ ἄλφα στοιχείου, ἣ κατὰ στέρησιν
τοῦ βεβύσθαι τὸ ἀειχανὲς ὑποβαλλομένου, ἣ κατὰ ἐπίτασιν
τὸ πολυβαθὲς παριστάνοντος. πόσον οὖν καὶ εἴη τὴν εὐρυχωρίαν 
μετρούμενον· ὃ τοὺς ἀπ’ αἰῶνος κατὰ Κυρίου τραχηλιάσαντας
περιείρξε *. ὅτι δὲ ἐν γῇ ἡ κρίσις, τῶν ἁγίων τις προφητῶν διὰ
τῆς κοιλάδος ᾐνίξατο τοῦ Ἰωσαφὰτ, ἐν ᾗ καθεδεῖσθαι τὸν Θεὸν
εἰς κρίσιν ἐχρησμοδότησεν, τῷ m πολλοὺς ἐκεῖ πολέμους συμ-
πεσεῖν n καὶ συγχωσθῆναι. καπνὸν δὲ ἀναδοθῆναι ἀπὸ τοῦ φρέατος, 
τῆς τῶν ἐκεῖ περιειργμένων ἀσεβῶν μνήμης τε καὶ ἐκφάνσεως
ὀργιλότητα παραστησάσης, καὶ τοσαύτην, ὅσην εἰκὸς καὶ ἀπὸ
καμίνου o ἀναδίδοσθαι. καὶ ὥσπερ ἐκεῖνος ὁ καπνὸς ἀχλύϊ καὶ
σκότῳ τὸ περιέχον ἀναμπιμπλῶν, τὸ ἡλιακὸν φῶς ἀμαυροῖ, τὸν
αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ τῶν ἀσεβῶν μνήμη ἀνακαινισθεῖσα p, πᾶν, 
εἴτι συμπαθείας φῶς, ἐσβέσθαι ἐνεποίησε q τῷ μεγαλείῳ τῶν
τολμηθέντων αὐτοῖς. 
 

 
 Καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἐξῆλθον ἀκρίδες. 
 Ἡ μνήμη τῶν ἀκρίδων, ὑποσημαίνειν ἕνεκεν ἀπηνεστέραν τὴν
μνήμην τῆς τῶν ἁμαρτωλῶν ἐν τῇ προσκαίρῳ αὐτοῦ ζωῇ ἐκτοπωτάτης
διαγωγῆς. διὸ καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ τὴν γένεσίν φησιν
ἐσχηκέναι . ἐπείπερ καὶ τῶν αἰσθητῶν ἀκρίδων ἡ γένεσις ἐκ 
φθοροποιοῦ περιέχοντος λαμβάνει τὴν ἀφορμήν. ἀλλὰ καὶ τὸ
ἀκρίδες ὄνομα, οὐκ ἔξω τοῦ κατ’ ἄκρας τὰς τιμωρίας ἐπαχθῆναι
πρὸς δήλωσιν παρελήφθη. ὅσον γὰρ τὸ ἀκόλαστον τῶν ἁμαρτησάντων
τῇ μνήμῃ παρίσταται, τοσοῦτον καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ λαχόντος
κρίνειν ἐξάπτεται μυσσούσης ἀεὶ τῇ παρουσίᾳ τοῦ τὴν ἀγανάκτησιν 
ἀναφλέγοντος. δεδόσθαι δὲ ἐξουσίαν ὡς ἐπὶ ἐμψύχων
αὐταῖς διεσκευάσθη r τῇ προσωποποιίᾳ, τῷ ἀνυποστόλως καὶ
ἀπαρεμποδίστως s τὰς τιμωρίας ἀνύεσθαι. ἀλλ’ ἵνα μή τις τὰ
τῶν ἀκρίδων δήγματα εἰδὼς οὐ τοσαύτην ὀδύνην παρέχοντα, φορητὴν
ὑπολάβοι τὴν ἀλγηδόνα, τὸ τῶν σκορπίων ἐπιφέρει ὑπόδειγμα, 
ἀλγεινοτέραν τὴν αἴσθησιν τῇ τοῦ κέντρου ἐγχρίμψει
παρεχόντων. διὸ καὶ ἐρρέθη οὐ τοῖς σκορπίοις ἀλλὰ ταῖς ἀκρίσι,
τῇ προσωποποιίᾳ ἐπιμένων κἀνταῦθα t, ἵνα μὴ ἀδικήσωσιν οὐ τοὺς
ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὰ ἀπὸ γῆς φυόμενα. u καὶ τινὸς χάριν ἑξῆς ****
ἔχουσιν ἐξουσίαν κατὰ τὴν δοθεῖσαν δηλονότι, οὐ τοῖς σκορπίοις 
γὰρ ἐδόθη ἄλλα ταῖς ἄκρισι καὶ τινος ἐξουσιάζειν τὰς ἀκρίδας ;
τῆς γῆς· οἱ σκορπίοι δὲ παρελείφθησαν οὐ μόνον εἰς ἔμφασιν
τοῦ δραστικωτέραν τῆς τῶν ἄκμων δήξεως τὴν αἴσθησιν τὸ
τύμμα τοῦ σκορπίου ἐμποιεῖν, ἀλλ’ ὅτι καὶ τῷ οὐραίῳ πλήττων
ὁ σκορπίος τὴν εἰς ὕστερον ἀποκειμένην αἰνίττεται τοῖς κακοποιοῖς 
ἐπωδύνην ἄλγησιν. εἰ δὲ μὴ σαφῶς οὕτως ὁ τῆς Ἀποκαλύψεως
λόγος διέξεισι, προείρηται πολλάκις ὡς ἐπ’ ἔλαττον τῆς
εὐρημοσύνης ἡ Θεοῦ Ἐκκλησία πεφρόντικε τῆς ψυχικῆς σωτηρίας·
διὸ καὶ Παῦλος ὁ θεῖος φησὶν, “ ἔχομεν τὸν θησαυρὸν τοῦ-
“ τον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσι.’’ θησαυρὸν, ἐν ᾧ ὁ πλοῦτος τῆς τοῦ 
Χριστοῦ ἀπόκειται συγκαταβάσεως σοφίας· ἡ σοφία οὐ ῥητορικαῖς
περιείργεται φληναφίαις, ἀλλὰ παιδευτικῶν συνθέσεων
ἐξηγήσει· καὶ δῆλον τοῦτο ἀπ’ αὐτῆς τῆς προκειμένης χρήσεως·
 

 
δεὸν γὰρ εἰπεῖν, ἔχομεν τὸν θησαυρὸν τοῦτον δι’ ὀστρακίνων σκευῶν
συγκροτούμενον· οὐχ οὕτως δὲ εἴρηκεν, ἀλλ’ “ ἐν ὀστρακίνοις
“ σκεύεσι.’’ οὕτω γὰρ ὁ εἷς θησαυρὸς εἰς πολλοὺς ληφθείη. τινὲς
δὲ τῶν πατέρων τὰς ἀκρίδας εἰς σκώληκας μετέλαβον, ἵνα ᾖ
σύμφωνος αὕτη ἡ ἔκληψις τῆς τοῦ Ἡσαΐου ἀποφάνσεως, ὅτι 
“ ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτήσει. 
 Καὶ ἐῤῥέθη αὐταῖς ἵνα μὴ ἀδικήσωσι τὸν χόρτον τῆς
γῆς, οὐδὲ πᾶν χλωρὸν, οὐδὲ πᾶν δένδρον. εἰ μὴ τοὺς
ἀνθρώπους οἵ τινες οὐκ ἔχουσι τὴν σφραγῖδα τοῦ Θεοῦ
 ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν. καὶ ἐδόθη αὐταῖς ἵνα μὴ 
ἀποκτείνωσιν αὐτοὺς, ἀλλ’ ἵνα βασανισθῶσι μῆνας
πέντε. καὶ ὁ βασανισμὸς αὐτῶν, ὡς βασανισμὸς σκορπίου,
 ὅταν παίσῃ ἄνθρωπον. καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις
ζητήσουσιν οἱ ἄνθρωποι τὸν θάνατον, καὶ οὐ μὴ
εὑρήσουσιν αὐτόν. καὶ ἐπιθυμήσουσιν ἀποθανεῖν, καὶ 
φεύξεται ἀπ’ αὐτῶν ὁ θάνατος. 
 Εἰ μὲν κατὰ τὴν προειρημένην ἀλληγορικὴν ἔκληψιν θέλει τις
στοιχεῖν, τὰ συμβολικῶς ἅτε θεῖα καὶ μυστικῶς ἐκφερόμενα,
χόρτον τῆς γῆς καὶ χλοερὰν ἔκφυσιν, καὶ πᾶν δένδρον, εἰς τοὺς
ἀχυρώδεις ἀνθρώπους, καὶ ἅτε δένδρα, ἀλογίᾳ ἀποδενδρωθέντας, 
οἱονεὶ εἰς δενδρώδη τινὰ ἠλιθιότητα u προβάντας, θετέον. οὓς ἡ
φιλάνθρωπος θειότης φειδοῦς ἀξίους θεμένη, οὐ τὴν αὐτὴν αὐτοὺς
τιμωρίαν ὑπέχειν τοῖς ἐκ προνοίας καὶ σκέψεως κακούργοις τῷ
ἐσφραγίσθαι x, ταύτην ἀπωσαμένους, ἐντέλλεται. εἰ δὲ ἐπ’ αὐτοῦ
τοῦ γράμματος τῷ νοεῖν ἀπασχοληθείη, καὶ χόρτον τῷ ὄντι καὶ 
δένδρα τῷ χρηματισμῷ ἐκφερόμενα οἰηθείη, τὸν Δαβὶδ ἔχων συνίστορα,
“ ἀνακαινιεῖς,” φάσκοντα “ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὑπέσχεν
ἄν τις τὴν ὑπακοὴν, εἰ μὴ τὸν ἀνακαινισμὸν εἰς κατάλληλον τῷ
ἀνακαινισμῷ τῆς κτίσεως ζωὴν ὑπελάμβανεν. εἰ μὲν οὖν καὶ
κτήνη τῷ ἀνακαινισμῷ ἐνθεωρηθῆναι χρὴ y, εὖ ἂν ἔχοι καὶ χόρτον 
καὶ δένδρα τῇ ἀιδιότητι ὑπολειφθῆναι. δι’ ἃ καὶ χόρτος
 

 
ἐξανατέλλει καὶ χλοὴ καὶ πᾶν ἄλλο ὃ τοῦ φθαρτοῦ τοῦδε βίου
χρειῶδες· ὡς ξύλα πρὸς οἴκων κατασκευὴν καὶ πρὸς πυρὸς θάλψιν
ἐπιζητουμένων. εἰ δὲ τούτων οὐδὲν, τῇ ἀνακαινιζομένη τὸ πρόσωπον
γῇ εἰς ἀπρονόητον ἔκληψιν τὸ πρὸς τὸ γράμμα ἀποκαθεῖσθαι
θετέον, καὶ σύμφωνον τοῖς τὴν χιλιετῆ z Χριστοῦ βασιλείαν μετὰ 
τὴν τοῦδε τῶν βίου καὶ τοῦ αἰῶνος παραδρομὴν πότοις a καὶ ἀνέσεσιν
ἐνευθηνουμένοις b. 
 Εἰ μὴ τοὺς ἀνθρώπους. 
 Εκ τούτου σαφὲς, ὡς οὐ περὶ χόρτου καὶ δένδρων ἡ ὑποστολὴ
τοῦ ἀδικηθῆναι, ὡς ὁ προστάσσων φησὶν, ἀλλὰ τοὺς χόρτῳ 
ἐξασυ** σιας c παραβαλλομένους, d ὡς καὶ τῷ θείῳ Παύλῳ δοκεῖ,
καθὼς ἔφθημεν εἰρηκότες· εἰ δὲ ὡς οὗτος ὁ Παῦλος τοῖς τοιούτοις
τὴν διὰ πυρὸς ἀπώλειαν ἐπιμαρτυρεῖ, ἐνταῦθα δὲ φειδοῦς ἄξιοι
κρίνονται· ἐκεῖνο ἐννοητέον, ὡς οὐ τοὺς αὐτοὺς τοὺς χορτώδεις
λογιστέον. ὧν μὲν γὰρ φείσασα ἡ ὑποστολὴ, εἰς κτηνωδίαν τὸ 
ἔγκλημα, οἱ δὲ τὸ δοκίμιον ἑαυτῶν διὰ πυρὸς παρεχόμενοι ἐκ τοῦ
δοκιμασίᾳ ὑποβάλλεσθαι παριστῶσιν ὡς οὐκ ἀφελότητι, εἰ μὴ
πλημμελείᾳ τρόπων τὸ δαπάνημα πυρὸς ἐδυστύχησαν· ὥστε τὸ
προσκεῖσθαι τοὺς ἀνθρώπους ἡ διαστολὴ αὕτη, οὐ χόρτου φείσασθαι,
ἀλλὰ χορτωδῶν ἀνθρώπων βούλεται. εἰ γὰρ μὴ τοῦτο, εὐδιαγνώστου 
οὔσης τῆς διαφορᾶς χόρτου καὶ ἀνθρώπων, τίς ἡ χρεία
ἀπενεγκεῖν τὸ ἀλλὰ ἀνθρώπων. ἣ δῆλον ὡς συνεξακουομένου ἐκείνων
ἀνθρώπων, εἰ πρὸς τὸ γράμμα τις ἀπασχολεῖ, ἀλλὰ μὴ πρὸς
ἄλλην ἀλληγορίαν μεταρυθμίζῃ, οὐκέτι πρὸς τὴν δευτέραν παρουσίαν
τοῦ Κυρίου, καὶ τὴν τότε κρίσιν αὐτοῦ ὑπολάβει ταῦτα. 
ἐπεὶ γὰρ τὰ μετὰ τὴν ἐσχάτην ἀνθρώπων ἀναβίωσιν ἡ προκειμένη
Ἀποκάλυψις χρηματίζει, μεθ’ ἣν ἀναβίωσιν οὐκέτι θάνατος
ὑπολείπεται ἀνθρώπων· ὅτι μηδὲ τὸ ἁμαρτάνειν ἅτε πρὸς ἀφθαρσίαν
τῆς ὅλης κτίσεως ἀστοιχειωθείσης· τὸ δὲ ἁμαρτάνειν τῷ φθαρτῷ
κόσμῳ, ἀλλ’ οὐ τῷ ἀφθάρτῳ συμπαρεδρεύει. τί τὸ τοὺς τιμωρεῖν 
λαχόντας διαστολὴν λαβεῖν τοὺς ἀσφραγίστους, μὴ πρὸς
θάνατον βαρύνειν τὰς τιμωρίας ; τίς δὲ καὶ ἡ τῶν πέντε μηνῶν
 

 
βασάνισις ; οὐκέτι τῆς ἡλιακῆς φορᾶς τὰ χρονικὰ διαστήματα
ἀποτελούσης· τίς γὰρ καὶ χρεῖά τούτων τῶ ἀκαμάτῳ καὶ ὁλολαμπεῖ
κόσμῳ ; 
 Καὶ ἐδόθη αὐταῖς ἵνα μὴ ἀποκτείνωσιν αὐτοὺς, ἀλλ’
ἵνα βασανισθῶσι μῆνας πέντε. 
 Τὸ μὴ ἀποκτεῖναι ἐκεῖνο παριστᾷ τοῖς διὰ πείρας ἔχουσιν
εἰδέναι τὸ τῶν βασάνων ἀφόρητον, ὅτι εἰς θάνατον ὁδοποιεῖν εἴωθε.
τούτου οὖν τοῦ ἀφορήτου ἀπέχεσθαι τοὺς βασανιστὰς ἡ φιλάγαθος
ἐντολὴ παρακελεύεται. τὸ δὲ πεμπταῖον τῶν μηνῶν, ἐπεὶ
καὶ οἱ μῆνες τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου μέτρα, ὅθεν καὶ τὰ γνωστήρια 
τούτου αἱ αἰσθήσεις τὸ ἐνεργεῖν ἔλαβον, εἰκότως ἰσαρίθμῳ παραστάσει
τὸ ἁμαρτάνειν αἰνίττεται, εἰς τὸ μνήμην ἀνθρώποις
ἐμποιεῖν τῶν δι’ ὧν ἔσχον τὸ τὴν κρίσιν ἀνέχεσθαι. ἐκ τούτων γὰρ
καὶ περὶ τούτων ἡ ἀνταπόδοσις. σκορπίου δὲ τύμματι παρέβαλε
τὴν ὀδύνην, ἐπεὶ καὶ αὕτη, ὡς ἐπίπαν, θανάσιμος. 
 Ζητήσουσιν οἱ ἄνθρωποι τὸν θάνατον. 
 Ὅστις ἐλπίζει εὑρεῖν τούτου καὶ τυγχάνει· ἐπεὶ δὲ τῷ ἐκεῖ
κόσμῳ οὐκ ἔστιν ἐμφιλοχωρεῖν θάνατον, τι νῦν τοῦτο ἡ ἐπιζήτησις
νοεῖ τοῦ θανάτου ; οὐκ ἄλλο οὐδὲν ἣ τὸ ἀνύποιστον τοῦ ἄλγους, ὡς
τοῦ θανάτου πᾶν ἀλγεινὸν ἀποπαύοντος. διὸ καὶ εἴρηται τὸ 
“ θανάτῳ ἀνάπαυσις.” ἐπεὶ δὲ ἐν ἀφθάρτῳ ζωῇ ὁ θάνατος ἀπελήλαται,
πρὸς τῷ μὴ εὑρίσκειν ἐπήγαγε τὸ φεύξεται. σεσωματοποίηται c
δὲ εἰς ἔμφασιν πλείονα τῶν διὰ τῆς ὑφηγήσεως ἐμφανιζομένων.
d Θαυμάσειεν ἄν τις τὸ ἀκριβὲς τῆς ἀπαγγελίας τῶν
προκειμένων· οὐ γὰρ ἀκρίδας εἶπεν, ἀλλ’ ὁμοιώματα ἀκρίδων· τὸ 
κατ’ ἄκρας ὡς ἤδη εἴρηται τῶν ἀλγεινῶν ὑποφαίνων διὰ τοῦ
ὀνόματος· ἀκρὶς γὰρ ἢ ὅμοιον ταύτῃ τι ἐν τῷ φθαρτῷ βίῳ παραλειφθεῖεν.
καὶ τινα δριμύτητα παρέξουσαι τοῖς τιμωρουμένοις· ὧν
καὶ ἡ ἐν τῷ φθαρτῷ τούτῳ βίῳ μετριωτάτη ἡ δῆξις καὶ ὅσον οὐδὲ
νυγμῆς ῥαφίδος παραβληθῆναι. 
 Καὶ τὰ ὁμοιώματα τῶν ἀκρίδων ὅμοια ἵπποις ἡτοιμασμένοις
εἰς πόλεμον. καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, ὡς
στέφανοι χρυσοῖ, καὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν, ὡς πρόσωπα
 

 
 ἀνθρώπων. καὶ εἶχον τρίχας ὡς τρίχας γυναικῶν, καὶ
 οἱ ὀδόντες αὐτῶν, ὡς λεόντων ἦσαν· καὶ εἶχον θώρακας,
ὡς θώρακας σιδηροῦς· καὶ ἡ φωνὴ τῶν πτερύγων
αὐτῶν, ὡς φωνὴ ἁρμάτων ἵππων πολλῶν τρεχόντων
 εἰς πόλεμον· καὶ ἔχουσιν οὐρὰς ὁμοίας σκορπίοις καὶ 
κέντρα, καὶ ἐν ταῖς οὐραῖς αὐτῶν ἐξουσίαν ἔχουσιν
 ἀδικῆσαι τοὺς ἀνθρώπους μῆνας πέντε· ἔχουσαι βασιλέα
ἐπ’ αὐτῶν Ἄγγελον τῆς ἀβύσσου, ὄνομα αὐτῷ
Ἑβραϊστὶ Ἀββαδὼν, ἐν δὲ τῇ Ἑλληνικῇ ὄνομα ἔχει
Ἀπολλύων. 
 Ἵπποις ἀφωμοίωνται αἱ ἀκρίδες καὶ οὐκ ἄλλῳ ζῴῳ, διὰ τὸ
ὀξυκίνητον τῆς ἐφόδου καὶ τὸ θυμικὸν τοῦ ἵππου, μάλιστα τὸ κατὰ
πολέμους, ὃ καὶ αὐτὸ παρεδήλωσεν ἡ ὑποκειμένη Ἀποκάλυψις
ὁμοίαν ἵπποις λέξασα τὴν ἑτοιμασίαν αὐτῶν εἶναι πόλεμον
ὠδινόντων. 
 Καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, ὡς στέφανοι χρυσοῖ. 
 Ἐπὶ τῆς καταπληκτικῆς ἔχεται πλάσεως, διὸ καὶ τὸ “ ὡς ”
ὁμοιωματικῷ χρῆται μορίῳ. ἡ ὡς χρυσῆ στεφάνη, τὴν νίκην ἔοικε
παριστᾷν, ἣν κατὰ τῶν ἡττημένων ἀθλίων ἀπηνέγκαντο. ὡς χρυσῆ
δὲ αὕτη, ἀλλ’ οὐ χρυσῆ. οὐ γὰρ τῷ ὄντι ἡ ἐπ’ ἀπωλείᾳ τοῦ θείου 
πλάσματος τιμωρία τὸ τίμιον ἐστὶν ἀποφερομένη. καὶ προσώποις
δὲ ἀνθρώπων ἀπεικαζόμεναι τὰς ὄψεις, τῷ ὁμοειδεῖ e τοὺς ἀπατωμένους
παράγουσιν f, οὓς διὰ τὸ ἀπατῆσαι αἱ τιμωρίαι αὗται
ὑπέλαβον τῆς ἀπατητικῆς ταύτης κακουργίας. καὶ αἱ γυναικεῖαι
τῶν τριχῶν ἐμπλοκαὶ ὡς g πυκάζουσαι τοὺς ἀπατεῶνας. τοιαῦται 
γὰρ καὶ αἱ σαρκικαὶ ἡδοναὶ, αἱ τινες τῷ φαινομένῳ αὑτῶν ἐπιτέρπειν h,
τῷ ἑαυτῶν ὀλισθήματι τοὺς δελεασθέντας κατασύρουσι.
διὸ καὶ ὁ παροιμιαστὴς φησὶ Σολομὼν “ τοὺς τῆς πορνάδος λόγους
“ πρὸς καιρὸν μὲν λιπαίνειν τὸν φάρυγγα, ὕστερον δὲ πικρότερον
“ χολῆς τὴν αἴσθησιν ἐμποιεῖν.’’ ἐκ τοῦδε καὶ ἡ πρόχειρος αὕτη 
πλάσις μετὰ τὰς γυναικείας τρίχας, καὶ τοὺς λεόντων ὀδόντας
 

 
ἐπάγεται τιμωροὺς, καὶ τοὺς “ ὡς θώρακας σιδηροῦς,” τῶν μὲν
ὀδόντων λεοντείων τὸ ἀπηνὲς παριστᾷν βουλομένων, τῶν σιδηρῶν
δὲ θωράκων, τὸ στερεὸν τὸ πρὸς ἀντένεξιν τῶν ταῖς βολίσι προσμαχομένων.
οὐ κατὰ τὸ ῥᾴδιον ἐπιφερομένων τὸ ἐπιτεταγμένον h.
ἐπεὶ δὲ καὶ πτῆσις αὐτοῖς ἐνθεωρεῖται ἅτε ἀκρίσιν ἀφομοιουμένοις, 
ἡ πτῆσις μὲν τὸ τῆς ἐπελεύσεως θᾶττον αἰνίττεται, καὶ τὸ ἄνωθεν
ἐπιέναι, ὡς καὶ Δαβὶδ “ πολλοὺς τοὺς ἀπὸ ὕψους αὐτὸν πολε-
“ μοῦντας καταλαμβάνεσθαι· καὶ ὅτι ἀπὸ μετεώρων ἡ πρὸς ἀνθρώπους
πολεμικὴ πάλη, ὁ θεῖος Παῦλος ἐχέγγυος παρασχεῖν, δι’ ὧν
φησὶν, “ οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ 
“ πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμήτορας τοῦ
“ σκότους τοῦ ἀέρος τούτου. φωνὰς δὲ τῶν πτερύγων τὴν ἀφόρμησιν
αὐτῶν λέγει πρὸς τὴν πολεμικὴν αὐτῶν συμπλοκὴν, οὐ καθ’
ἡσυχίαν ἐκτελουμένην, ὅτι μηδὲ ἔν τινι τόπῳ, ἀλλ’ ἐν παντὶ τῷ
κόσμῳ συντελουμένη τυγχάνει, ἀφ’ οὗ καὶ μὴ πᾶσιν ἀνθρώπων 
ἤθεσιν ὡς ὑπτίοις χωρίοις προσβάλλουσιν, ἀλλὰ τισὶ, τοῖς μηδ’
ὅλως τὸ ὑποβεβηκὸς αὐτοῖς παρέχουσιν, ἢ παρέχουσι μὲν,
βιαιότερον δὲ τῇ ῥύμῃ. ἀφ’ οὗ καὶ ὡς ἀπ’ ἁμαξιαίων τροχῶν i,
τῇ μεταπτώσει τε καὶ ἀντιπτώσει τῶν σκόλων, φωνὴ, ἤγουν
κτύπος συνίσταται. 
 k Εἰ δὲ μάλιστα καὶ πολεμιστήριον ἁμάξεσι παρῇ, πῶς οὐ καὶ
τῇ κατὰ πάντα τὸν * * προσβολῇ τῶν ταραχωδῶν δαιμόνων τῇ
προσβολῇ τε καὶ πάλῃ ; 
 Καὶ ἔχουσιν οὐρὰς ὁμοίας σκορπίοις καὶ κέντρα. 
 Σκορπίων οὐραῖς καὶ κέντροις αἱ τῶν δαιμόνων ἀπεικάσθησαν 
προσβολαὶ αἱ πρὸς ἀνθρώπους, ἐπειδὴ καὶ οἱ δαίμονες οὐχὶ ἅμα
τῷ χρηματίσαι, τὸ βλαπτικὸν ἀποφαίνουσιν, ὅτι μηδὲ σκορπίος
ταῖς καρκινώδεσι χηλαῖς, ἀλλὰ τῷ ἐξόπισθεν οὐράιῳ διὰ τοῦ
κέντρου. τέως δὲ καὶ οἱ ἀλιτήριοι δαίμονες οὓς ἃν λάβωσιν ἐξ
ἀπάτης, οὐκ εὐθὺς ἔχουσι καὶ τὴν ὑπὲρ τῆς τούτων ἀπάτης 
τιμωρίαν αὐτοῖς ἐπιβαλλομένην. τηρηθέντες δὲ τῷ τελευταίῳ πυρὶ
μεθ’ ὧν ἠπάτησαν l, τῶν ἀξίων γερῶν τεύξονται. ἐκ τοῦδε καὶ
 

 
Παῦλος τὸ μὴ πρὸς καιροῦ τί κρίνειν παραινεῖ. τὸ δὲ τὴν ἐξουσίαν
τῆς τιμωρίας πεμπταίῳ μόνον μηνὶ παρατείνεσθαι τί βούλεται,
εἴρηται ἡμῖν ἤδη. τίς γὰρ ὁ τὸ διαιωνίζον παραιρούμενος τῶν
ἁμαρτωλῶν πῦρ ; οὐ πῦρ ὂν αἰσθητὸν, ὅτι μηδ’ ὅτι πῦρ μήτ’ ἄλλο
ἐκεῖ αἰσθητόν ; ὡς γὰρ “ τὰ ἀγαθὰ οὐκ ὀφθαλμὸς ἰδεῖν αἰσθητὸς 
“ ἱκανὸς, οὐδὲ οὖς ἀκοῦσαι, οὐδὲ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου ἀναβῆναι,’’
οὕτως οὐδὲ τὰ τιμωροῦντα ἄχρι τῆς πείρας. τὸ δὲ ἀτελεύτητον
τῆς κολάσεως δοκῶ μοι τοῦτο εἶναι, τὸ τὴν μνήμην τοῖς ἁμαρτοῦσι
τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ· ἐπεὶ τὰ ἐκεῖ πάντα ἀναλλοίωτά
τε καὶ ἄφθαρτα, καὶ ὡς ἡ λογικὴ ψυχὴ ἐξ ἀρχῆς οἷς ἐκοσμήθη 
ὑπὸ τοῦ πλάστου ἀγαθοῖς καὶ σωτηριώδεσιν ἑαυτῇ ἀγαθοῖς ἀναφέρεται,
ταῦτα καὶ διαιωνίζοντα ἔχει. ἓν δὲ καὶ ἡ μνήμη τῶν
ἀγαθῶν τούτων οὐκ ἂν οἶμαι τὸ ἀλώβητόν ταύτης ἡ ψυχὴ ἀποφερομένη,
εἶτα ἑτέρους ὁρῶσα τῶν ἀγαθῶν πόνων τε ἔπαθλα
κομιζομένους καὶ ἐπευφραινομένους τῆς αὐτῆς αὐτῇ φύσεως 
λαχόντας, αὐτὸν δὲ τῶν πονηρῶν αὐτῆς καμάτων τὰς τιμωρητικὰς
ἀντιμι** ἀνταμειβομένην μὴ σκώληκος τρόπον κατεσθίεσθαι καὶ
σητός· τί γὰρ τὸ λόγιον * * ὀστέων καὶ καρδία αἰσθητική· εἰ δὲ
ἐν τῷ φθαρτῷ τούτῳ βίῳ, τί ἄρα ἔσται ἐν τῷ ἀφθάρτῳ ; 
 Εχοθσαι βασιλέα ἐπ’ αὐτῶν Ἄγγελον τῆς ἀβύσσου. 
 Ὁ Ἄγγελος οὗτος, εἰ καί τισιν ἔδοξε πονηρὸς δαίμων εἶναι, ἀλλ’
ὅμως οὐ καλῶς. πῶς γὰρ τοῦ Κυρίου, τὴν κόλασιν τοῦ πυρὸς τῷ
διαβόλῳ ἡτοιμάσθη ἀποφηναμένου καὶ τοῖς Ἀγγέλοις αὐτοῦ, ἐκ
τούτων τις τῶν εἰς κόλασιν ἀφωρισμένων, βασιλικῆς ἀξιωθείη
ἐξουσίας ; οὐκ οὖν πονηρῷ Ἀγγέλῳ ἡ ἐξουσία βραβευθείη, ἐκείνῳ 
δὲ τῷ κατάλληλον τὴν διακονίαν μεταχειριζομένῳ. οὐ γὰρ πάντες
εἰς λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν σωτήριον ἀποστελλόμενοι,
κατὰ τὸν εἰρηκότα θεῖον Παῦλον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τιμωρίαν. ὡς
ὁ τὸν Ἀσσύριον στρατὸν μετὰ Σεναχηρεὶμ ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ m
ἀθροισθέντα ἀφανίσας. καὶ τῶν Σοδόμων τὸν διάπυρον n ὄλεθρον 
ἐπιστήσας. ὅπερ δὲ καὶ προλαβόντες ἀπεσημηνάμεθα, καὶ
φαμὲν o, ὡς ταῦτα, εἰ καὶ παρωχημένῳ ἐξαγγέλλεται, ἀλλ’ οὖν
 

 
μέλλοντα νοεῖσθαι p. νοεῖσθαι p. ἀλλὰ δυοῖν χάριν τοῦτο,
ἀπαρεμποδίστως q ἐσομένων, ἢ καὶ τοῦ χρηματίζοντος τῷ Εὐαγγελιστῇ
τὰ προκείμενα κατὰ τὸ τῆς προφητείας ἀξίωμα
περιποιοῦντος r. 
 Ὄνομα αὐτῷ Ἑβραιστὶ Ἀββαδών. 
 Τὸ ὄνομα τὸ ἀπὸ τοῦ Ἑβραικοῦ ἀπὸ τῆς ἐκβάσεως πέπλασται,
ὡς δῆλον ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ἀπολλύων γὰρ, τί ἕτερον ἢ τὸ
διαφθεῖρον σημαίνει ; ὃ καὶ Ἀβαδδὼν λαβὼν ὄνομα ἐκληρώσατο,
πρὸς τοῦτο ἀποσταλεὶς, λέγω δὴ τοῦ διαφθείρειν.

ΚΕΦ. ΚΖ. 
 
 Περὶ τοῦ ἕκτου Ἀγγέλου, καὶ τῶν ἐπὶ τῷ Εὐφράτη λυομένων Ἀγγέλων
ἐπίλυσις. 
 Ἡ οὐαὶ ἡ μία ἀπῆλθεν. ἰδοὺ ἔρχονται ἔτι δύο οὐαὶ
 μετὰ ταῦτα. καὶ ὁ ἕκτος Ἄγγελος ἐσάλπισε, καὶ ἤκουσα
φωνὴν μίαν ἐκ τῶν τεσσάρων κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου 
 τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, λέγοντος τῷ
ἕκτῳ Ἀγγέλῳ, ὃς εἶχε τὴν σάλπιγγα· λῦσον τοὺς
τέσσαρας Ἀγγέλους τοὺς δεδεμένους ἐπὶ τῷ ποταμῷ
 τῷ μεγάλῳ Εὐφράτη. καὶ ἐλύθησαν οἱ τέσσαρες Ἄγγελοι
οἱ ἡτοιμασμένοι εἰς τὴν ὥραν καὶ εἰς τὴν ἡμέραν, 
καὶ μῆνα καὶ ἐνιαυτὸν, ἵνα ἀποκτείνωσι τὸ τρίτον τῶν
 ἀνθρώπων. καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατευμάτων τοῦ
ἱππικοῦ δύο μυριάδες μυριάδων. καὶ ἤκουσα τὸν
ἀριθμὸν αὐτῶν. 
 Τὸ οὐαὶ ἐπίρρημά ἐστι σχετλιαστικόν. σχέτλη δὲ, τὸ ὀδύνην 
ἐπιφέρον καλεῖται. ἀπῆλθεν οὖν οὐ τὸ ἐπίρρημα, πῶς γὰρ τὸ
κατὰ συμβεβηκὸς καὶ οὐ καθ’ ὑπόστασιν ὑπάρχον, ἀλλ’ ἅμα τῆ
γενέσει ἀφανιζόμενον, πρόοδον σχοίη ; ἀλλ’ ἐκείνων παρελθόντων
 

 
τῶν ὀδυνηρῶν δι’ ἃ καὶ τὸ τοιοῦτον προσφώνημα γίνεται, καὶ τὸ
οὐαὶ εἰκότως ἐλέχθη ἀπελθεῖν. 
 Καὶ ἤκουσα φωνὴν μίαν ἐκ τῶν τεσσάρων κεράτων. 
 Ἐκ τῶν τεσσάρων κεράτων ἡ φωνὴ, τῶν ἐχόντων τὸ θυσιαστήριον·
ἃ κέρατα τὰς περιβεβλημένας θείας δυνάμεις ἀκουστέον. 
ἤτοι τοῦ θυσιαστηρίου ἀπαρτιζομένου, ἐν ᾧ τὰ θύματα πυρὶ τῷ s
Θεῷ καθήπτετο, καθεκάστην γωνίαν κερατοειδὴς ἐξοχὴ συνεστήρικται
συνέξουσα τὰς σχίζας, αἷς ὁ βωμὸς ἀναπτόμενος τοῖς
θύμασι τὸ καλλιερεῖσθαι παρεῖχεν, ἐξ οὗ καὶ τῷ ἄνω θυσιαστηρίῳ
κατ’ εἰκόνα, τὸ κάτω καὶ ὑπὸ Μώσεως ἐν τῶ Σινᾶ διετάττετο. 
διὸ καὶ ὁ χρηματίζων αὐτῷ, “ ὅρα,” φησὶ, “ ποιήσεις πάντα
κάτα ’τον τύπον ’τον δειχθέντα σοι ἐν τῳ ὄρει. τὰς ἐξοχὰς δὴ
ταύτας, ἃς νοερὰς δυνάμεις εἰρήκαμεν, συνέχειν εἰκὸς τὸ ὑπερσύσιον
καὶ ἀνθρωπίνῃ φύσει ἀπρόσιτον μύημα, τοῦ μήτε προχείρως
τοῖς μετ’ ἐκεῖνο τὴν φύσιν εἶναι, ληπτὸν, μήτε τὰς λογικὰς 
θυσίας προσαγομένας αὐτῷ, ὡς ἃν τύχοι διαρρυΐσκεσθαι. τετράγωνον
δὲ τὸ σχῆμα τοῦ θυσιαστηρίου, ἰσοσχημάτως τῷ τετραστοίχῳ
κόσμῳ τούτῳ, ἀφ’ οὑ καὶ ἐκ παντὸς αὐτοῦ μέρους αἱ
λογικαὶ θυσίαι καθαραὶ, κατὰ τὸν προφήτην, προσάγονται. 
 Λῦσον τοὺς τέσσαρας Ἀγγέλους. 
 Τούτους, οἱ μὲν θείους παρέθεντο τῷ ποταμῷ τῷ μεγάλῳ
Εὐφράτῃ δεδεμένους, οἱονεὶ προσλιπαροῦντας καὶ τῇ περὶ αὐτὸν
ἐνασχολουμένους καὶ εὐφραινομένους νοητῇ θεωρίᾳ. εἶναι γὰρ
τοῦτον Θεὸν, περὶ οὗ Ἡσαΐας μὲν φάσκει ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ,
“ ἰδοὺ ἐγὼ ἐκκλίνω εἰς αὐτοὺς ὡς ποταμὸς εἰρήνης, καὶ ὡς χιμάρ- 
“ ρους ἐπικλύζων δόξαν ἐθνῶν.” καὶ Δαβὶδ, “ τοῦ ποταμοῦ τὰ
“ ὁρμήματα εὐφραίνουσι τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ.’’ εἶναι δὲ τοὺς
τέσσαρας Ἀγγέλους τὸν παρὰ τῷ Δανιὴλ Μιχαὴλ, Γαβριὴλ
παρὰ τῷ Ματθαίῳ, Ῥαφαὴλ παρὰ τῷ Μαρδοχαίῳ, καὶ τὸν
Οὐριήλ. ἀπολυθῆναι δὲ αὐτοὺς τῆς τοιαύτης θείας ἀσχολίας εἰς 
οὐκ ἀπᾴδουσαν λειτουργίαν τῆς τε τοῦ θείου δικαιοδοσίας καὶ τῆς
αὐτῶν μεγαλοδόξου παρουσίας. τινὲς δὲ οὐκ Ἀγγέλους, ἀλλὰ
δαίμονας πονηροὺς, δεθέντας μὲν ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ παρουσίᾳ

 
κατὰ τὸ θεῖον πρόσταγμα, ἐκ τοῦ ὑπερανθρωπίνου δὲ θυσιαστηρίου
ἐξελθόντας, λύεσθαι ὑπὸ τοῦ θείου Ἀγγέλου. ὡς ἔστι ταράξαι ἔθνη,
καὶ τῇ ταραχῇ ταύτῃ διάδηλον γενέσθαι τῶν τε πιστῶν τὸ
σιτῶδες καὶ πρὸς ἀποθήκας αὐτῶν ταμιεύσιμον, τῶν τε ἁμαρτωλῶν
τὸ ἀχυρῶδες καὶ πρὸς καῦσιν ἕτοιμον τὸ ἄχρηστον. οὐκ ἀδόκιμον 
δέ ἐστι τὸ φάσκειν εἰς τὸν Εὐφράτην δεδέσθαι τοὺς δαίμονας,
τάχα ἐκεῖθεν τοῦ Ἀντιχρίστου ἐξελευσομένου ἀπὸ τῶν διασωθέντων
ἐν τῇ Ἱερουσαλὴμ αἰχμαλώτων Ἑβραίων καὶ τοῖς ἐκεῖ τόποις
ἐναπομεινάντων. 
 d Οὗτοι μὲν οὕτως· τί δὲ οἱ ἵπποι τῶν ἐμφρίκτων τῇ θέᾳ μὴ 
σωφρονισθέντες μηδὲ πρὸς ἐμπειρίαν μεταχωρηθέντες ; εἰς ἀποχὴν
φιλανθρώπως ἡ τῶν δεινῶν πεῖρα ἐπρυτανεύθη κατὰ τὸ ἀνεξεύρητον
τῶν τοῦ Θεοῦ * * ἴσως δὲ καὶ τῇ τῶν πονηρῶν κολάσει, ὡς ἂν
αὐτοὶ τὸ σωτήριον ἑαυτοῖς προμηθεύσοιντο λοιμοῦ μαστιγουμένου.
“ πανουργότερος ἄφρων γίνεται,” ὁ Παροιμιαστὴς φησὶ Σολομῶν. 
τί τούτοις συμβαι * * * * ἐπενεχθείη τιμωρία, οὐκ ἐμνήσθη·
τάχα δὲ ὑπερβάλλουσαν κακῶσιν, ὡς γὰρ “ τὰ ἡτοιμασμένα τοῖς
“ ἀγαπῶσιν Θεὸν ἀγαθὰ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδεν, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσεν,
“ καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη·” οὕτως καὶ τὰ τοῖς καταφρονηταῖς
ὀφειλόμενα κακά. εἰ δέ τις ἐρεῖ, ὅτι καὶ μὴν καὶ τῶν 
ἀγαθῶν ἐστιν ἐπαγγελία παράδεισος καὶ οὐρανῶν βασιλεία, καὶ
τῶν κακῶν ὡσαύτως τὸ ἐν Εὐαγγελίοις σκότος καὶ τὸ πῦρ αἰώνιον
καὶ τὰ τοιαύτα· τούτων οὕτως ἐχόντων ἡ ἀποσιώπησις καὶ τῶν
κρειττόνων καὶ τῶν χειρόνων· ἐροῦμεν οὖν ὡς τὰ ἀποκείμενα ἀγαθὰ
καὶ κακὰ οὐκ ἀπροφάσιστον ἔχει τὴν ἀνταμοιβὴν, ἀλλὰ τῷ κόπῳ 
σύμμετρον τῶν μετιόντων· ἐξ οὗ καὶ Παῦλος ὁ θεῖος καὶ Γρηγόριος
ὁ θεῖος τὸν λόγον· ὁ μὲν τῷ κόπῳ τὴν χάριν παρισοῖ· Γρηγόριος
δὲ τρισὶ τάξεσι τοὺς σωζομένους ἐναρμόσας, δουλείας, μισθαρνίας,
υἱότητος· οἷς καὶ κατ’ ὀφειλὴν ἀποκεῖσθαι· δουλείᾳ τὸν φόβον·
μισθαρνίᾳ τὴν λῆψιν· υἱότητι τὴν ἀκαταίσχυντον ἀγάπην, ἥτις 
ἔξω μᾶλλον οἶδεν τὸν φόβον· ἐπεὶ τοίνυν αἱ δύο τὰς ἀμοιβὰς
προχείρους παρέστησαν, ἡ δὲ υἱότης διὰ τὸ ὑπέρβαλλον τῆς
d 

 
ἀγαπῆς οὐκ ἔσχεν τῶν κατ’ ἀνθρώπους γνωρίμων τὴν ἐνάμιλλον
ἀνταπόδοσιν, σιωπῇ τετίμηκε τὴν παραβολὴν, ἐκ τοῦ μὴ ὀφθαλμὸν
ἰδεῖν μηδὲ οὖς ἀκοῦσαι πρὸς ἐξίσωσιν· σιωπῇ τιμήσας τὸ
πρὸς τὴν γνῶσιν χειραγωγοῦν. ὡς οὖν ἐπὶ τῶν ἀγαθῶν τὸ ὑπερβάλλον,
οὕτως κἀν τοῖς κακοῖς τὸ ὑπερτεῖνον τὴν ἀπὸ τοῦ ὁμοίου 
γνῶσιν παρείλετο. 
 Καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατευμάτων τοῦ ἱππικοῦ. 
 Μὴ προειπὼν στρατεύματα, ἀριθμὸν τούτου ποιεῖται. δῆλον
οὖν ὡς οἱ ταξιάρχας τοὺς τέσσαρας ἐκλαβόμενοι, Μιχαὴλ,
Γαβριὴλ, Οὐριὴλ, Ῥαφαὴλ, οὐκ ἀδοκίμως ἠνέχθησαν. φιλεῖ γάρ 
πὼς τῷ ταξιάρχῃ τὸ στῖφος ἕπεσθαι. χιλίας δὲ χιλιάδας καὶ
μυρίας μυριάδας τῶν λειτουργούντων ἐν τῷ Δανιὴλ μάθοιμεν ἄν.
ἐπιδιπλάσιον δὲ νῦν τοῦ μυριοστοῦ ἀριθμοῦ τὸ πλῆθος τὸ ἑπόμενον
τοῖς ταξιάρχαις διέξεισιν ὁ ὁρῶν, τῷ ἀνυποστόλως μετὰ τὴν ἀνανθρώπησιν
τοῦ Κυρίου, Ἀγγέλους ἀνθρώποις ἐνδιαιτᾶσθαι. διὸ καὶ 
τὸ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας εἰρῆσθαι ἐπὶ τὸν Υἱὸν τοῦ
ἀνθρώπου. 
 Καὶ οὕτως εἶδον τοὺς ἵππους ἐν τῆ ὁράσει, καὶ τοὺς
καθημένους ἐπ’ αὐτῶν, ἔχοντας θώρακας πυρίνους καὶ
ὑακινθίνους καὶ θειώδεις· καὶ αἱ κεφαλαὶ τῶν ἵππων, 
ὡς κεφαλαὶ λεόντων, καὶ ἐκ τῶν στομάτων αὐτῶν
 ἐκπορεύεται πῦρ καὶ καπνὸς, καὶ θεῖον. ἀπὸ τῶν τριῶν
πληγῶν τούτων, ἀπεκτάνθησαν τὸ τρίτον τῶν ἀνθρώπων,
ἀπὸ τοῦ πυρὸς, καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τοῦ θείου, τοῦ
 ἐκπορευομένου ἐκ τῶν στομάτων αὐτῶν. ἡ γὰρ ἐξουσία 
τῶν ἵππων, ἐν τῷ στόματι αὐτῶν ἐστὶ, καὶ ἐν ταῖς
οὐραῖς αὐτῶν· αἱ γὰρ οὐραὶ αὐτῶν ὅμοιαι ὄφεων ἔχουσαι
κεφαλὰς, καὶ ἐν αὐταῖς ἀδικοῦσι. 
 Tοὺς ἐφέδρους τῶν ἵππων, εἴτε δυνάμεις θείας ὑποληπτέον κατ’
ἠθῶν καὶ παθῶν κληρωσαμένας τὸ ἀγκτικόν τε καὶ πρὸς τὸ 
κρεῖττον ῥυθμιστικόν. οὕτω γὰρ καὶ τοὺς ἵππους οἱ πωλοδάμναι
ῥυθμίζουσιν ἀναβαίνοντες κημῷ τε καὶ χαλινοῖς. εἴτε καὶ θεῖα
προστάγματα ζήλῳ τῶν ἀπολλυμένων εἰς πυρίνην ἀπεικασθέντα
καὶ ὑακινθίνην καὶ θειώδη παντευχίαν. ἀφ’ οὗ καὶ Δαβὶδ, τοῦ θείου

 
φημὶ ζήλου,) τὸ, “ἀνέβη καπνὸς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ,’’ μηνυρεῖ d, “καὶ
“ πῦρ ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ καταφλεγῆναι καὶ ἄνθρακας ἀναφθῆ-
“ ναι.” ὁποτέρῳ τούτων πρόσθοιτό τις, μᾶλλον καθ’ ἡδονήν μοι ἔσται,
τοῦ πρὸς πονηροὺς ἀπευθύνοντος τὸ ἴνδαλμα. 
 Καὶ αἱ κεφαλαὶ τῶν ἵππων, ὡς κεφαλαὶ λεόντων. 
 Τὸ ὄχημα τῶν θείων κριμάτων, εἴτε πρὸς πνευματικοὺς καὶ
ἀγγελικοὺς τὸν βίον ἀνθρώπους μεταλαμβάνει τις, ἣ καὶ πρὸς
ἤθη καὶ πάθη, οὐδὲν διοίσει τῷ μὴ φιλαύτως τῷ ὁράματι προσκειμένῳ.
κεφαλαῖς δὲ λεόντων ἀπεικάσθησαν εἰς δεῖγμα, ὅτι
τούτους τοὺς διακονουμένους τοῖς θείοις οὐκ ἀναβεβλημένως τὴν 
λειτουργίαν χρὴ μετιέναι. “ ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ πάσης
“ τομώτερος μαχαίρας. διόπερ ὡς ἑκατοντάρχης τὸ κεφάλαιον
ἐμφανίζει τὴν ἀγανάκτησιν μετὰ λεοντιαίου σφοδρότητος, ὡς οὐκ
ἂν ἄλλω,, ἢ οὕτως ἕξειν τὸν ἀκροατὴν εἰς συγκατάθεσιν ἔμπρακτον.
οὐκ ἄμοιρος δὲ τῆσδε καὶ Παῦλος τῆς περινοίας, ὁπότε 
Κορινθίοις τὴν μετὰ ῥάβδου αὐτοῖς ἐπιδημίαν ἑαυτοῦ ἀπειλεῖ.
τοῦτο μὲν οὖν αἱ κεφαλαὶ ὑπαινίττοντο. τὰ στόματα δὲ τὸ ἀπὸ
τῆς ἐγγύτητος ὀλέθριον ἄσθμα, οὐ πόρρωθεν δι’ ὁράσεως ἐλπιζόμενον,
ἀλλ’ ἀγχοτάτω τῇ προσπελάσει, τὸ ἀναπόδραστον ἐμπεδούμενον,
πυρὸς μὲν τὸ ἀφανιστικὸν, καπνοῦ τὸ μετ’ ὀργῆς, (“ἀνέβη γὰρ 
“ καπνὸς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ,”) θείου δὲ τὸ ἀπὸ θείας μήνιδος ἐμφαίνοντος,
ἣ καὶ τὸ θεαρέστως τοῖς ἀκολάστοις ἐπενεχθῆναι ταῦτα. ὅτι δὲ
ὀχήματι τῶν ἑαυτοῦ κριμάτων καὶ μυστηρίων εἴωθε χρῆσθαι τὸ
θεῖον τοῖς ἰσαγγέλως βιοῦσιν, ἱκανῶς τὸ παρ’ αὐτοῦ πρὸς Ἀνανίαν
χρηματισθὲν περὶ Παύλου παραστήσει, δι’ ὧν φησὶ “ Παῦλον 
“ σκεῦος ἐκλογῆς εἶναι,” ἀκαμάτως βαστάζειν ἔχοντα τὰ θεοπρεπῆ
δόγματα, ἅπερ διὰ τοῦ ὀνόματος παρεδήλωσεν, ἐπειδὰν ἔφη, “ τοῦ
“ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου,” ὄνομα ἀντὶ τοῦ τὴν δόξαν εἰπὼν καὶ
μεγαλειότητα, καὶ πᾶν τὸ ὑπὲρ λόγον, ἤγουν κατανόησιν, οὐ
μόνον θνητὴν, ἀλλὰ καὶ ἀγγελικήν. 
 Ἡ γὰρ ἐξουσία τῶν ἵππων, ἐν τῷ στόματι αὐτῶν
εστι. 
 Τί τοῦτο ; τὸ τὴν ἐξουσίαν ἀνατιθέναι τῷ στόματι, καὶ οἱονεὶ
 

 
τὴν αἰτίαν τοῦ ἀπεστάλθαι τοὺς ἵππους ; ἢ τὸ ἀπὸ τῶν στομάτων
αὐτῶν ἐμφαίνει ἀπειλὰς ἐκφοβούντων ἀνθρώπους τοῦ ἀπέχεσθαι
τῶν πονηρῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ μὴ ταῖς οὐραῖς αὐτῶν ἐκδοθῆναι;
εἰς οὐρὰς γὰρ τὰ τέλη καὶ τὴν ἔκβασιν τῶν ἀπολλυμένων
διατυπῶν, καὶ δή γε καὶ αὐτὴν τὴν ἔκβασιν διαμορφῶν, 
ὄφεσιν ἀπεικάζει ὁμοίας ἔχουσι κεφαλὰς, ἐξ αὐτῆς δηλαδὴ τῆς
ἐφόδου τὸ ὀλέθριον ἐμφανιζούσας καὶ ἀναπόδραστον, καὶ τὸ
ἀμελλητὶ τὴν κάκωσιν ἐπιφέρειν, οὐκ οὔσης ἔτι περινοίας τὴν
κάκωσιν διαδιδράσκειν. 
 Καὶ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων οἳ οὐκ ἀπεκτάνθησαν 
ἐν ταῖς πληγαῖς ταύταις, οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων
τῶν χειρῶν αὐτῶν, ἵνα μὴ προσκυνήσωσι τὰ δαιμόνια,
καὶ τὰ εἴδωλα τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ καὶ τὰ λίθινα
καὶ τὰ ξύλινα, ἃ οὔτε βλέπειν δύναται, οὔτε ἀκούειν,
 οὔτε περιπατεῖν . καὶ οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν φόνων 
αὐτῶν, οὔτε ἐκ τῶν φαρμάκων αὐτῶν, οὔτε ἐκ τῆς πορνείας
αὐτῶν, οὔτε ἐκ τῶν κλεμμάτων αὐτῶν. 
 Ὑπερβολὴν ἀναισθησίας ὁ λόγος σημαίνει, ἤγουν ἀναλγησίας
καὶ ἀκολασίας, τὸν τῆς ἐπ’ αὐτοὺς διὰ φιλανθρωπίαν φειδοῦς
τέως ὑπερτιθέμενον σωτηρίας καιρὸν εἰς μάτην ἀναλωσάντων, καὶ 
εἰς τὸ τὴν κατ’ ἀξίαν τῆς ῥᾳθυμίας αὐτῶν ἀνταπόδοσιν ἀποφέρειν·
καίτοι γε καὶ πρὸ ὀμμάτων ἐνεργουμένης τῆς τῶν πονηρῶν ἀντιμισθίας.
οἱ δὲ οὐχ ὅπως τῇ θέᾳ τῶν φοβερῶν τῶν αὐτοῖς ἑτοίμων e,
βελτίους γεγόνασιν ἑαυτῶν, εἰ μὴ καὶ χείρους καὶ τοῖς
ἀτοπωτέροις f ἐνδολιχεύοντες. 
 Οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων τῶν χειρῶν αὐτῶν. 
 Οὐ τοῦτο φησὶν, ὅτι οἱ μὴ μετανοήσαντες ἐν τῷ ἐκεῖσε
βίῳ, πῶς γὰρ καὶ τίς ἡ μετάγνωσις ἐν τῷ ἀναλλοιώτῳ βίῳ ;)
ἀλλ’ ὅτι οἱ ζῶντες ἔτι καὶ μὴ ἐκ τῆς ἀκοῆς καὶ θέας τῶν τότε
ἐσομένων μετανοήσαντες ἀπὸ τῶν ἔργων ὧν κατεῖδον g, παρέθεντο 
πρὸς τὰ πρῶτα τῆς δαιμονομανίας καὶ εἰδωλολατρείας, καὶ
τὰ πρὸς τὸ σέβας τὴν δυσμένειαν φέροντα, οὐ τὸ ἀναίσθητον
 

 
ὑπειδόμενοι τῶν χειροκμήτων, ἀλλ’ ὅτι ἐπ’ ἀνομίᾳ ἀνομίαν προσέθεσαν.
διόπερ καὶ τῆς ἀληθοῦς ἀπεκλείσθησαν δικαιοσύνης.
τίς γὰρ δικαιοσύνη φονῶντι τὸν ὁμόφυλον h, ἢ διὰ ξίφους ἐπιφορᾶς,
ἢ διὰ φαρμάκων ἐπιβουλῆς ; τίς δὲ τὸν ἀφειδῶς ἑαυτῷ
χρώμενον οὐ μισήσει ; καὶ ὅσα καὶ ἐχθρὸς ἐπιβούλως διακείμενος 
αὐτῷ, μηχανᾶσθαι εἰς αὐτὸν οὐ κατοκνήσει ; τίς γὰρ τὸ i
διὰ πορνείας μυσαρίαν καὶ προσεδρείαν τοῦ θεῖον εἶναι σκήνωμα
ἑαυτὸν ἀποστερεῖν, εἴγε τῷ θείῳ Παύλῳ πειστέον) οὐ βδελυγμίαν
σχοίη καὶ ἀποτρόπαιον j ; τὸν κλέμμασι δὲ προσλιπαροῦντα ἐκεῖνος
ἂν οἰκειώσαιτο, ὃς καὶ ἑαυτῷ τὸ ἀσύμφορον ἐμνηστεύσατο, τὰ 
πρὸς τὸ ζῆν ἐφόδια διὰ μελέτης ἔχοντος ἐκφορεῖν τοῦ
οἰκειουμενου.

ΚΕΦ. ΚΗ. 

 Περὶ Ἀγγέλου περιβεβλημένου νεφέλην καὶ ἶριν, καὶ τὸ κοινὸν τέλος
προμηνύοντος. 
 Καὶ εἶδον ἄλλον Ἄγγελον ἰσχυρὸν καταβαίνοντα ἐκ
τοῦ οὐρανοῦ, περιβεβλημένον νεφέλην, καὶ ἡ ἶρις ἐπὶ
τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ· καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ
 ἥλιος καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς στῦλοι πυρός· καὶ εἶχεν
ἐν τῆ χειρὶ αὐτοῦ βιβλαρίδιον ἀνειμένον· καὶ ἔθηκε 
τὸν πόδα αὐτοῦ τὸν δεξιὸν ἐπὶ τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ
 εὐώνυμον ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἔκραξε φωνῇ μεγάλη, ὥσπερ
λέων μυκᾶται. καὶ ὅτε ἔκραξεν, ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ
βρονταὶ τὰς ἑαυτῶν φωνάς. 
 Ἡ μὲν νεφέλη, τὸ ἀφανὲς καὶ ἀόρατον παριστᾷ. ἡ δὲ ἐπὶ 
τῆς κεφαλῆς ἶρις, τὸ κεφάλαιον ὑπογράφει τῆς ἀγγελιώτιδος
τάξεως τῆς ἐξ ἀρετῶν τῶν θεαρέστων τῆς κτίσεως, καὶ τοῦ περὶ
τὴν Ἀποστολὴν ποικίλου, τὴν ἐγγύτητα καὶ στάσιν κατευμεγεθούσης.
τοιοῦτον γὰρ ἡ ἐν νέφεσιν ἶρις, ἐξ ἡλιακῆς ἀκτινοβολίας
ποικίλοις χρώμασιν ἰνδαλλομένη. ἡ δὲ πρὸς ἥλιον τοῦ προσώπου 
 

 
ὁμοίωσις, τί ἂν ἄλλο, ἣ τὸ ἡλιῶδες σημαίνοι ; καὶ ὅτι ὅποι ἂν
καὶ παρῶσιν, ἡμερινῶν ἔργων διάταξιν ἐκτελοῦσιν, ὑπὸ φωτὶ
ἀπροσίτῳ καὶ ὑπερουσίῳ καταλαμπόμενοι. 
 Εἶδον Ἄγγελον ἰσχυρόν. 
 Οἷς ἔτι ζῶσιν οὐ διὰ σπουδῆς γέγονεν τῇ θεᾷ κατὰ τῶν 
πλημμελούντων βασανιστηρίων ἐπὶ μετάνοιαν ἀπιδεῖν, ἀλλ’ ἐνέμειναν
ἐνηδόμενοι ταῖς ἀσελγείαις αὐτῶν· κατὰ τοῦτο, “ Ἄγγελον,
φησὶν, “ εἶδον ἐξ οὐρανοῦ καταβαίνοντα·” τὸ δραστικὸν τῇ περιβολῇ
ἐμφανίζοντα, ὅτι θεῖος, διὰ τῆς νεφέλης· ἐπεὶ καὶ τὸν
Θεὸν νεφέλη καὶ γνόφον περικυκλοῦν, ὁ θεῖος Δαβὶδ ἀνυμνεῖ. 
νεφέλῃ τὸ ἀειδὲς ἀπεικάζων, ἤγουν τὸ ἀσώματον καὶ ἀσχημάτιστον,
τῆς οὐσίας αὐτοῦ. ἀφ’ οὗ καὶ τοῖς προφήταις ἡ πολυσχημάτιστος
τοῦ Θεοῦ ἐμφάνεια πεποίκιλται, τουτέστι τῇ φύσει
μονίμου ὡς ἀπαράβλητον αἰσθητοῖς παραβληθέντος. ἐπεὶ δὲ θεῖος,
πῶς οὐκ ἰσχυρός; τί γὰρ τοῖς θείοις καὶ μάλιστα θεοπείθεσιν 
ἀμήχανον; 
 Καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ, ὡς στῦλοι πυρός. 
 Οἱ πόδες τὴν κατάβασιν ὑπαινίττονται, ἥτις οὐκ ἄλλου τινὸς
ἕνεκεν, ἣ τοῦ τιμωρήσασθαι ἀσεβεῖς. l Ἡ νεφέλη καὶ ἡ ἴρις καὶ τὸ
ἡλιοπρεπὲς πρόσωπον τοῦ φωτὸς ἐμφαίνειν βούλονται οὐράνιον καὶ 
ποικίλον τῷ ὄντι ταῖς ἀρεταῖς· καὶ τὸ φωτεινὸν τῆς ἀγγελικῆς
οὐσίας τε καὶ νοήσεως. διόπερ καὶ αἱ διάφοροι αὐτοῖς ἐγχειρίζονται
λειτουργίαι τῇ πεφυκυίᾳ τῇ διεξοδευομένου τοῦ ἐγχειρήματος. διὸ
καὶ ὡς στῦλοι πυρός. στύλοις δὲ πυρὸς ἀπεικάσθησαν, οὐ τοῦ
φωτιστικοῦ, ἀλλὰ τοῦ καυστικοῦ. καὶ ἀμεταθέτους ἀπὸ τῶν 
πονηρῶν αὐτῶν ἐπιτηδευμάτων. 
 Οὗ καὶ ἡ παρὰ τῷ ὑμνογράφῳ, “ φωνὴ Κυρίου διακόπτουσα
“ φλόγα πυρός.” τῷ καταλλήλῳ μισθῷ τοῦ πόνου καὶ τοὺς
ἐργάτας δεξιώσεται. τὸ δὲ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ βιβλίον ἀνεῳγμένον,
τί ἂν βούλοιτο; τοῦτο τὸ ἀνεῳγμένον βιβλίον, καὶ παρὰ τῷ 
Δανιὴλ εἴρηται, ὅτε κριτήριον παρ’ αὐτῷ κάθηται, καὶ βίβλοι
ἀνοίγονται περιέχουσαι πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος ζησάντων τὰς
πράξεις καὶ τὰ ὀνόματα. τέως μὲν οὖν τὸ βιβλίον τὴν ἐντυχίαν
 

 
τῶν ἐν αὐτῷ γεγραμμένων οὔτινα ἐμφαίνει ὡς μετὰ τοῦτο ἀπαγορεύοντα·
εἰ δὲ ἐν τῷ Δανιὴλ μὲν βίβλοι, ἐνταῦθα δὲ βιβλίον
ἐμφαίνει ὁ ὁρῶν, οὐδὲν διάφωνον. παρὰ μὲν γὰρ τῷ Δανιὴλ,
βίβλοι τῆς παγκοσμίου κρίσεως ἐμφαίνουσαι δικαίων τε καὶ
ἀδίκων τὴν διάγνωσιν· ἐνταῦθα δὲ μόνον τῶν ἀθεμίτοις ἔργοις 
ἐμβιωσάντων. ὧν καὶ ἐξῃρημένως αἱ πράξεις οὐκ ἐν βιβλίῳ,
ἀλλ’ ἐν βιβλιδαρίῳ, ὑποκοριστικῷ ὀνόματι τὴν ὀλιγότητα τῶν
ἐγκειμένων παραδηλοῦντος l τοῦ Ἀποστόλου, ἐπὶ τῇ καθολικῇ τῆς
κρίσεως ἀποφάνσει, καὶ τὰ ταύτην συμπληροῦντα ἐξανυόμενα. 
 Καὶ ἔθηκε τὸν πόδα αὐτοῦ τὸν δεξιὸν ἐπὶ τῆς 
θαλάσσης. 
 Τὸ τῶν μὲν τῶν ποδῶν τῇ ὑγρᾷ ἐπερεῖσαι συναγωγῇ, τὸν δὲ
τῆ ξηρᾷ, τὸ μέγεθος ὑπεμφαίνοντος ἐστι τοῦ κατειληφότος. τὸν
δὲ τὸν δεξιὸν τῇ ὑγρᾷ, τὸν ἀριστερὸν δὲ τῇ ξηρᾷ, οὐκ ἄλλως
οἶμαι ἢ τῇ θέσει τῶνδε τῶν στοιχείων ἑπόμενος. ἀέρι γὰρ λεπτομερεῖ 
τὴν ὑπόστασιν ὄντι, τὸ ἁδρομερέστερον ὕδωρ ὑπόκειται,
ὥσπερ m τῷ ὕδατι ἡ ξηρά n. οὐκ ἄλλως οὑν o οἴμαι ἢ ὅτι τὰ
δεξιὰ ἀεὶ δυναμικώτερα τῶν ἀριστερῶν· ἀφ’ οὗ καὶ Δαβὶδ τὸ,
“ δεξιὰ Κυρίου ἐποίησε δύναμιν,’’ ἀνυμνεῖ, πλειόνων δηλαδὴ ὄντων
τῶν κατὰ θάλασσαν ἀνοσιουργῶν, πειρατῶν λέγω καὶ καταποντιστῶν p, 
ἐκ ναυμαχίας ἢ τινὸς ἄλλης ἐπιβουλῆς, τῆς ὑγρᾶς
ὑποστάσεως ἀμοχθοτέραν τοῖς κακούργοις, καθ’ ὧν ἐπιβούλως
διάκεινται, τὴν ἔξοδον q παρεχομένης. ἐπεὶ οὖν ταῦτα, ἐπιτετευγμένως
τὸ δυναμικώτερον τοῖς κακούργοις r προσνέμεται. καὶ
ὅτι τοῦτο, ὁ θεοπάτωρ s ἐχέγγυος πιστώσασθαι t, ἐν οἷς τὴν καθ’ 
ἡμῶν τῶν ἐπιβούλων ἡμῖν δαιμόνων προσβολὴν, βοηθείᾳ ἡμῶν
χρωμένων τῇ τοῦ ὑψίστου, ἐκ μὲν τοῦ ἀριστεροῦ κλίτους χιλιοπλασίαν
τὴν πτῶσιν τῶν ἐν σκότει διαπορευομένων ἐπιβούλων
ἡμῖν ὑπογράφων, τὸ δεκαπλάσιον τῷ δεξιῷ ἀφωρίσατο. καὶ περὶ
μὲν τῆς ἐμβολῆς τῶν ποδῶν τοιαῦτα. τὸ δὲ κράξαι φωνῇ με- 
 

 
γαλῃ καὶ u λεοντιαίῳ ἀπηχήσει, τῆς ὀργῆς ἐστι σύμβολον. διὸ
καὶ μυκηθμῷ παρεβλήθη. περὶ οὗ καὶ ἔφθημεν κατὰ τὸ ἡμῖν
δ᾿ ἐφικτὸν φιλανθρωπίᾳ Θεοῦ παραθέμενοι. ἑπομένως δὲ τῇ κραυγῇ
αἱ ἑπτὰ βρονταὶ ἐλάλησαν. ταύτας δὲ τὰς ἑπτὰ βροντὰς,
ἣ ἑπτὰ φωνὰς ἐξ ἑνὸς τοῦ αὐτοῦ διαρθρουμένας φοβερῶς Ἀγγέλου 
τὰς ἀγγελικὰς δυνάμεις εἶναι νομίζομεν, διὸ καὶ βρονταῖς ἀπεικάσθησαν.
κάσθησαν. ἢ τὰ προειρημένα ἐν τοῖς ἔμπροσθεν ἑπτὰ πνεύματα.
x τοῦτο γὰρ νοεῖν ἡμῖν ὑποβάλλεται ἡ τοῦ ἄρθρου πρόσθεσις, ἐν
οἷς φησὶν, “ ἐλάλησαν αἱ ζ΄ βρονταί.” ἀεὶ γὰρ γραμματικῶν
παῖδες τὰ ἄρθρα προεγνωσμένου τινὸς ἀναπόλησιν βούλονται ποιεῖσθαι. 
 Ὥσπερ λέων μυκᾶται. 
 Οὐ προσφυῶς ἐπὶ λέοντος ἡ διὰ τοῦ μυκᾶσθαι φωνή. ἐπὶ
βοῶν γὰρ μᾶλλον, λέουσι δὲ τὸ βρύκειν ἣ Βρύχειν y ἀφώρισται.
ὅτι μέντοι τοῦτο οὐ παρέργως ἐπῆλθεν ἐρεῖν αὐτῷ z, ὁ ταῦτα 
διεξιὼν συνετίζει, μὴ ἐπιμείνας τῇ τοῦ μυκᾶσθαι χρήσει, ἀλλὰ
πρὸς τὸ ἔκραξε μεταβάς. περὶ μὲν οὖν λεόντων βοῆς ἀκριβολογουμένοις
ταῦτα. ἐπὶ δὲ ἁμαρτωλῶν τιμωρουμένων ὀδυνηρᾶς
φθογγῆς τί τὸ μᾶλλον a κατάλληλον, ἣ τὸ βρύκειν, ἀφ’ οὗ
βρυγμός b ; τῷ συγκρουσμῷ γὰρ τῶν ὀδόντων τὸ ἄγαν αὐτοὺς 
πήγνυσθαι τῷ ἀναλογισμῷ * οση ἀύτει ἐν τῷ προσκαίρῳ τούτῳ
βιῷ πλημμεληθέντων ἐν ἀνελπιστίᾳ τοῦ θάλπειν εἰδότος **αὐτοῦ
ὄργανον τοῦ ἡλίου Θεοῦ ὥσπερ κρυμῷ κατειλημμένοι. ἀσταθούσης
τῆς φυσικῆς δυνάμεως καὶ μὴ μένειν ἐν ἑαυτῇ οἷαστε οὔσης,
κλόνῳ πιέζεται τῶν μελῶν. ἐξ οὗ καὶ τοῖς ὀδοῦσι τούτου προσγινομένου 
τὸ βρύκειν παρίσταται. βρύκειν δὲ ὠνομάσθη c, ἀπὸ τοῦ
βρώσει ἐοικέναι, ὡς ἐπὶ τοῦ ἐσθίειν ἀλλήλοις τῶν ὀδόντων συγκρουομενων. 
 Καὶ ὅτε ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταὶ, ἔμελλον γράφειν.
καὶ ἤκουσα φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν, σφράγισον 
ἃ ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταὶ, καὶ μὴ αὐτὰ γράψῃς.
 

 
 καὶ ὁ Ἄγγελος ὃν εἶδον ἑστῶτα ἐπὶ τῆς θαλάσσης
καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, ἦρε τὴν χεῖρα αὐτοῦ τὴν δεξιὰν εἰς
 τὸν οὐρανόν. καὶ ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας
τῶν αἰώνων, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ,
καὶ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτὴ, καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰ 
 ἐν αὐτῇ, ὅτι χρόνος οὐκ ἔτι ἔσται, ἀλλ’ ἐν ταῖς ἡμέραις
τῆς φωνῆς τοῦ ἑβδόμου Ἀγγέλου, ὅταν μέλλῃ σαλπίζειν,
τελεσθήσεται τὸ μυστήριον τοῦ Θεοῦ, ὡς εὐηγγέλισε
τοῖς δούλοις αὐτοῦ τοῖς προφήταις. 
 Ἐντεῦθεν ἀριδήλως αἱ βρονταὶ ἀγγελικαὶ δυνάμεις γνωρίζονται. 
λαλεῖ γὰρ ἡ οὐσία, οὐχ ἡ βροντὴ, ἀπήχησις οὖσα, τῇ
γενέσει καὶ τῷ εἶναι ἀφαιρουμένη. 
 Ἤκουσα φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν. 
 Τοῦ γράφειν ἤτοι πρόδηλα ποιεῖν ἀνθρώποις διὰ γραφῆς τὰ
ὁρώμενα ἐκωλύθη. σφραγῖδι δὲ οἱονεὶ ἀσφαλεῖ κατοχῇ ἐν τῇ 
διανοίᾳ σου συντήρει, φησὶν, ἔκφορον δὲ διὰ γραφῆς μήδ’ ὅλως
ποιοῦ· ἴσως ὅτι μὴ λυσιτελεῖ πρὸ τῆς παρουσίας τῶν τελευταίων
καιρῶν ἐμφανίζεσθαι, ἐπεὶ καὶ Δανιὴλ ἐσφραγισμένους τοὺς τῶν
τοιούτων λόγους ἐδιδάσκετο· λυσιτελεῖν δὲ τὸ ταμιεύεσθαι, εἰκαστικῶς
εἴπομεν ἃν τῶν διαταξαμένων κολάσεων τὸ σφοδρὸν, 
φιλανθρωπίᾳ τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ μὴ ἰσόσταθμον ἐπάγοντος τὴν
ἀντέκτισιν. ἐξ οὗ καὶ τὸ, “ μὴ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν, καὶ
“ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἀνταπόδομα a,” ὁ ὑμνογράφος φησὶν
ἡμῖν b. ἀξίως δὲ τοῦ κολάζοντος τῆς εὐμενείας καὶ ἀγαθότητος,
περὶ ἧς καὶ Γρηγόριος μὲν ὁ θεῖος τὸν λόγον περὶ τοῦ 
Ἀδὰμ φησὶ, “ καὶ γίνεται φιλανθρωπία ἡ τιμωρία· οὕτω
“ πείθομαι κολάζειν Θεόν. καὶ ἐν ἑτέρῳ πάλιν ὁ αὐτὸς περὶ
αὐτῶν. “ οὕτε τὸν ἔλεον ἄκριτον, οὔτε τὴν κρίσιν ἀνήλεον. διὸ
καὶ προμηθείας ἄκρας ἐχεμυθεῖν τὰ τοιαῦτα, καὶ μὴ ἐμφανῆ
καθιστᾷν ἀκολά(??)τοις τοῖς καὶ νεωτέροις, ὡς Εὐάγριος βούλεται. 
“ λανθανέτω,” φάσκων “ ταῦτα τοὺς νεωτέρους καὶ
“ περὶ κρίσεως ὑψηλότερος λόγος· οὐ γὰρ ἴσασι πόνον
“ λογικῆς καταδικασθείσης τὴν ἄγνοιαν.” ὡς τῆς ἀγνοίας οὐκ
 

 
ἄλλου βασανιστηρίου κακοῦ ἐναμίλλου ψυχῇ λογικῇ, ἡ τὸ
μετά γε Θεὸν τὸ πρὸς πάντα ἐγρηγορὸς συνουσίωται· παρὸ καὶ
τῶ αὐτεξουσίῳ τετίμηται, ὡς μηδὲν ἐξ ἀγνοίας δυστυχεῖν
ἐχούσης τῶν συνιστώντων αὐτήν. οὗ διολωλότος αὐτῇ, τι ἃν
ἄλλο ζημιωδέστερον ἔσται; 
 Ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταί. 
 τὰς βροντὰς, δυνάμεις ἀγγελικὰς εἶναι οἰητέον, βρονταῖς
ἀπεικαζομένας διὰ τὸ καταπληκτικὸν τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐκφωνουμένων.
τοιαῦται γὰρ αἱ τῶν ἀσωμάτων ἁγίων Ἀγγέλων φωναὶ, καὶ
ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἐμφανείας τὸ καταπληκτικὸν ἔχουσαι, ὡς δῆλον 
ἀπὸ τοῦ τὸν Δανιὴλ, μηδὲ προσηνῆ θέαν Ἀγγέλου, μήτιγε ἀπειλητικὴν,
ἐνεγκεῖν. ὅτι δὲ αἱ ζ΄ βρονταὶ οὐχ οὕτως ἑνὸς Ἀγγέλου
φωνὰς ἀλλ’ ἑτέρους ἁγίους Ἀγγέλους ἐκδεκτέον τοῦ πρώτου τῇ
τάξει δευτερεύοντας, ὁ θεῖος Διονύσιος c ἱκανὸς πιστώσασθαι ἐκ τῆς
κατ’ αὐτὸν διωρισμένης ἀγγελικῆς εὐταξίας. σφραγίσαι δὲ τὰς 
τῶν ἑπτὰ βροντῶν ἀγγελίας ἡ ἐντολὴ παραδίδοται, τουτέστιν, ἐν
ἀπορρήτῳ κατέχειν, ὡς τῆς περὶ τούτων τελείας καταλήψεως καὶ
τρανοτέρας εἰδήσεως, τοῖς τελευταίοις χρόνοις ἀποκειμένης
συμφερόντως. 
 Ἦιρε τὴν χεῖρα αὐτοῦ τὴν δεξιὰν εἰς τὸν οὐρανόν. 
 Χεὶρ τῆς πράξεως σύμβολον d. ὥσπερ καὶ ὅταν λέγῃ Δαβὶδ
“ νίψομαι ἐν ἀθῴοις τὰς χεῖράς μου.” ἀντὶ τοῦ τὰς πράξεις
ἀθῴους ἤτοι ἀνενόχους ἀποφανῶ οὐδενὶ οἱάστε ἐπηρεάζοντι θορυβεῖσθαι.
ἡ τῆς δεξιᾶς ἔπαρσις τὸ ἔμπρακτον τοῦ ὀμνύοντος ὑπαινίττεται
καὶ δυναμικώτερον. διὸ καὶ εἴρηται, “ δεξιὰ Κυρίου 
“ἐποίησε δύναμιν.” 
 Ἐν τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας. 
 Δοκεῖ μὲν ἀνελλήνιστον εἶναι. ὀμνύειν γὰρ λέγεται κατά
τινος, οὐκ ἔν τινι. πλὴν οὐκ ἀπαίσιον ἦν τὰ ἐν τῷ ζῶντι ὀμνύναι,
τῷ κατὰ βούλησιν παριστᾷν τοῦ καθ’ οὗ ὁ ὅρκος παρείληπται. 
Θεὸς μὲν, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὅπερ δι’ ἔθος
τοῖς ὀμνύουσιν, ὀμνύει καθ’ ἑαυτοῦ. “ καὶ κατ’ ἐμαυτοῦ
 

 
“ ὤμοσα λέγει Κύριος.’ Ἄγγελοι δὲ ὡς κτίσμα κατὰ τοῦ κτίστου
ὀμνύουσι, τὴν ἡμετέραν ἀπιστίαν διὰ τοῦ θείου τῆς παραλήψεως
πιστούμενοι. ὤμοσε γὰρ χρόνον μηκέτι εἶναι, καλῶς καὶ ἀληθῶς,
“ ὅτι χρόνος οὐκ ἔσται ἔτι.” τὸ γὰρ τότε διαστηματικὸν ῥεῦμα τῆς
χρονικῆς ὑποστάσεως, ἀνέσπερόν τε ἔσται καὶ ἀδιάκοπον, καὶ 
διὰ τοῦτο οὐ χρόνος. τίς γὰρ ἡλιακοῦ φωτὸς χρεία ἣ συστολὴ
καθ’ ἣν ἀνάπαυσις τῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας κόπων τοῖς ζώοις ἐγγίνεται;
χωρὶς δὲ τούτων, τίς ἡλιακοῦ φωτὸς χρεία ; τῶν μὲν δικαίων
φωτὶ καταλαμπομένων, ὃ ἐστι Θεὸς, τῶν ἀσεβῶν δὲ ἐν
σκότῳ διατελουμένων τῷ πονηρῷ ἑαυτῶν συνειδότι. ἥλιος μὲν οῦν 
ἔσται, ὅτι μηδ’ εἰς ἀνυπαρξίαν χωρήσῃ ὁ νῦν κόσμος, ἀλλ’ εἰς
ἀνακαινισμόν. ὥσπερ δὲ νῦν ἄστρα μέν ἐστι καὶ ἐν ἡμέρᾳ, οὐ
μὴν καθορᾶται, ὑπερνικώντων τὴν ἐκείνων λαμπηδόνα τοῦ ἡλίου
τῶν μαρμαρυγῶν, καὶ οὕτως, ὥστε ὅτι εἰσὶν ἐν οὐρανῷ ἀγνοεῖσθαι,
οὕτω καὶ τότε. τὸ γὰρ ὅτι οὐδὲ μία αἰτία τοῦ εἰς ἀνυπαρξίαν. 
χωρῆσαι παντελῆ τῷ νῦν κόσμῳ τέως ἀγνοεῖν, οὐχ ἡ τυχοῦσα
ἄγνοια. 
 Ὅτι χρόνος οὐκ ἔτι ἔσται. 
 Χρόνον μὴ εἶναι ὤμοσεν, οὐ τῶν τηνικαῦτα, ἀλλὰ τῶν ὅτε
μέλλει σαλπίζειν ὁ ἕβδομος Ἄγγελος. διὸ καὶ οὕτως ἀκουστέον 
μετὰ προσθήκης “ ὅτι χρόνος οὐκ ἔτι ἔσται ἀπὸ τοῦ νῦν. οὐ γὰρ
οὖν κατὰ τοῦτο ὁ ὅρκος, ἀλλ’ ὅτι ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς φωνῆς τοῦ
ἑβδόμου Ἀγγέλου. κατὰ σχῆμα δὲ ἐλλείψεως b εἴρηται. ἐλλείπει
γὰρ τὸ, τότε ἔσται του χρόνου ἡ ἀπουσία, του ’τον ἤλιον μὴ
μετρεῖν τὰ χρονικὰ διαστήματα. ὅτε γὰρ μέλλει σαλπίζειν ὁ 
ἕβδομος Ἄγγελος, τότε καὶ τὰ χρονικὰ διαστήματα ἐλλείψει,
καὶ πᾶσα ἡ τῶν ἀσεβῶν ἐπιστήσεται κόλασις, διαφόροις ἐκδικίαις
συντελουμένη. καιρῷ τοιγαροῦν τῷ προσήκοντι σαλπίζοντος, ἔσται
συντέλεια, οὐ νῦν ὅτε ἐν τῇ θεωρίᾳ τὸ σαλπίσαι. κατὰ δὲ τὸν
προσήκοντα καιρὸν καὶ τὰ σαλπίζοντα, τέλος λήψεται, φησὶ, καὶ 
τὸ μυστήριον ὃ εὐηγγέλισε Θεὸς τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις τοῖς προφήταις.
ἄχρι γὰρ τῆς κρίσεως καὶ τῆς τῶν ἑκάστῳ βεβιωμένων
ἀντιδόσεως, προεφήτευσαν οἱ προφῆται. ὃ, καὶ Παύλῳ τῷ θείῳ
 

 
δοκεῖ, γλώσσας τε παύσασθαι κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ, καὶ προφητείας
καταργηθήσεσθαι. εὐαγγελισμὸν δὲ τὴν τούτων ἔκβασιν
καλεῖ, διὰ τὴν ἡτοιμασμένην τοῖς ἁγίοις ἀνάπαυσιν. 
 Καὶ ἡ φωνὴ ἢν ἤκουσα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πάλιν
λαλοῦσα μετ’ ἐμοῦ καὶ λέγουσα, ὕπαγε καὶ λάβε τὸ 
βιβλιδάριον τὸ ἀνεῳγμένον ἐν τῇ χειρὶ τοῦ Ἀγγέλου
 τοῦ ἑστῶτος ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ
ἀπῆλθον πρὸς τὸν Ἄγγελον λέγων αὐτῷ, δοῦναί μοι τὸ
βιβλιδάριον, καὶ λέγει μοι, λάβε καὶ κατάφαγε αὐτὸ,
καὶ πικρανεῖ σου τὴν κοιλίαν, ἀλλ’ ἐν τῷ στόματί σου 
ἔσται γλυκὺ ὡς μέλι. 
 Δεῖ πρὸς ἐντελεστέραν τῶν λεγομένων γνῶσιν τῷ προκειμένῳ ῥητῷ,
ἣ τὸ ὑπαρκτικὸν ῥῆμα προσνέμειν, ὡς εἶναι οὕτως· “ καὶ ἡ
“ ἣν ἤκουσα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἦν πάλιν λαλοῦσα μετ’ ἐμοῦ καὶ
“ γουσα.” ἣ “ταύτην τὴν φωνὴν ἤκουσα πάλιν λέγουσαν μετ᾿ ἐμοῦ.” 
εἰ γὰρ μὴ καθὸ ἕτερον τούτων προενεχθείη ἐξακουόμενον τὸ προκείμε-
νον ῥητὸν, ἣ τῷ ὑπαρκτικῷ συναρμολογούμενον ῥήματι· ἢ τοῦ ἐνεπγήματος
ἐξ εὐθείας πτώσεως εἰς αἰτιατικὴν πτῶσιν προαγομένην τοῦ
λέγουσαν· ἵν’ ᾐ τὸ ἐνέργημα κατ’ αἰτιατικὴν προαγομένην φημὶ
δηλοῦσαν καὶ λέγουσαν μετὰ προσθήκης τῆς πρὸς τὸ ἐνέργημα 
προσοχῆς· τοῦτο δέ ἐστι τὸ “ ἤκουσα πάλιν λέγουσαν, ὕπαγε
“ λάβε τὸ βιβλιδάριον τὸ ἀνεῳγμένον ἐν τῇ χειρὶ τοῦ
“ τοῦ ἑστῶτος ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐπὶ τῆς γῆς.
ἄλλη τις ἀγγελικὴ ὑπερτέρα δύναμις τῷ Εὐαγγελιστῇ ἐγκελεύεσθαι
φαίνεται διὰ τοῦ βιβλίου c τὴν γνῶσιν τῶν Χρησμῳδηθέντων 
ὑποδέξασθαι. τί δὲ ἐλάλει; λαβεῖν τὸ βιβλίον ἐκ τοῦ Ἀγγέλου. 
 Λάβε καὶ κατάφαγε αὐτό. 
 Κατὰ τὸ προσταχθέν μοι φησὶν ἀπῆλθον πρὸς τὸν Ἄγγελον
αἰτῶν τὸ βιβλιδάριον, καὶ λαβὼν ἔφαγον κατὰ τὸ ἐκείνου πρόσταγμα,
ὃ καὶ ἦν ὡς ἐδόκει καὶ τῷ δεδωκότι, γλυκὺ μὲν κατ’ 
ἀρχὰς, διὰ τὴν τῶν μελλόντων γνῶσιν. τοῦτο γὰρ αἰνίττεται διὰ
τοῦ στόματος, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἡ τοῦ ἐσθίειν ἀρχή. πικρὸν δὲ ἐν
 

 
κοιλίᾳ, κοιλίαν, τὸ διανοητικὸν λέγων ἢ χωρητικὸν τῶν λογικῶν
τροφῶν. ἐπεὶ γὰρ ἔγνω τὰς τῶν ἀσεβῶν κολάσεις ἐξ ἔργων ἐσχηκυίας
τὴν ὕπαρξιν τῶν ἀπηχθημένων, διὸ καὶ ὡς βδελλυκταὶ Θεῷ,
ἔγνω d καὶ ὡς τῷ τῆς θεωρίας ἠξιωμένῳ διὰ συμπάθειαν τοῦ
ὁμογενοῦς πικρίας παραίτιον e γενήσεται ἡ γνῶσις f τοῦ ὁμογενοῦς 
ἐβδελυγμένου Θεῷ, καὶ διὰ τοῦτο κολάσεσιν ἀξίως ὑποβληθησομένου.
g Ἔστι καὶ ἄλλως περὶ τοῦ πικροῦ θεωρῆσαι καὶ τοῦ
γλυκέος. ἐπεὶ γὰρ ὁ ταῦτα ὁρῶν ἅγιος ἀπείρατος τοιούτων
ἀνοσιουργιῶν ὑπῆρχεν· κελεύεται διὰ τῆς καταπώσεως τοῦ βιβλίου,
αἵτε ὀνομασίαι καὶ αἱ πράξεις τῶν ἀσεβῶν καὶ αἱ διὰ ταύτας 
κολάσεις ἐνεφέροντο, τοῦτο καταπιεῖν· τοῦτο γὰρ τὴν ὡς ἔτυχεν
πεῖραν ὑποβάλλεται· ἀλλὰ καταφαγεῖν, τουτέστιν ἐν πείρᾳ τοῦ
πράξαντος γενέσθαι· ὡς καὶ αὐτουργὸν νομισθῆναι διὰ πολλῆς
πειρᾶς ἐληλακότα τῶν τοιούτων, διόπερ καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν διὰ
τὴν γνῶσιν ἥτις ἀεὶ περισπούδαστος ἀνθρώπους γλυκύτητος ἔμφασιν 
παρασχεῖν· πικρίας δὲ διὰ τὴν ἀπαραλόγιστον γνῶσιν τῶν τῇ
ἀμοιβῇ τῶν ἀνοσιουργιῶν ἑαυτῶν ὑποκειμένων. Ἔστι καὶ οὕτως
περὶ τούτων εἰπεῖν. καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ πᾶσα ἐναπόγραφος
ἡ τῶν ἐν τῷδε τῷ βίῳ ἐμπεπολιτευμένων h ἀγωγὴ, εἰκότως
κατ’ ἀρχὰς μὲν τῇ τῶν ἀγαθουργῶν ἐντυχίᾳ χαρμόσυνον γλυκανθῆναι 
θῆναι ἐφαίνετο i. ἐπὶ πολὺ δὲ προβάντι, ὅπερ ἡ κατάποσις
εἰσηγεῖται, καὶ ταῖς τῶν κακούργων περιενεχθέντι βδελυρίαις,
ὀδύνης ἀναπλησθῆναι καὶ πικρίας· ὀδύνης, διὰ τὸν ἐκ τῶν βασάνων
τῶν ἁμαρτωλῶν ὀλολυγμόν· πικρίας, ὅτι μὴ ἐνάμιλλον καὶ
αὐτοὶ ὁμογενεῖς ὄντες τοῖς κατωρθωκόσιν ἠνέχθησαν. ἣ πῶς ἃν τὸ 
ἱερὸν λόγιον ἐκτελοῖτο τὸ “ χαίρειν μετὰ χαιρόντων, καὶ
μετὰ κλαιόντων ὑποτιθέμενον;

ΚΕΦ. ΚΘ. 

 Οπως τὸ βιβλιδάριον ἐκ χειρὸς τοῦ ᾿Αγγέλου ὁ Εὐαγγελιστὴς εἴληφεν. 
 Καὶ ἔλαβον τὸ βιβλίον ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ Ἀγγέλου,
 καὶ κατέφαγον αὐτό. καὶ ἦν ἐν τῷ στόματί μου, ὡς 
 

 
μέλι γλυκύ. καὶ ὅτε ἔφαγον αὐτὸ, ἐπικράνθη ἡ κοιλία
 μου, καὶ λέγει μοι, δεῖ σε πάλιν προφητεῦσαι ἐπὶ
λαοῖς, καὶ ἐπὶ ἔθνεσι, καὶ γλώσσαις, καὶ βασιλεῦσι
πολλοῖς. 
 Καὶ λέγει μοι, Δεῖ σε πάλιν προφητεῦσαι. 
 Διὰ τούτων δείκνυται μὴ αὐτίκα μετὰ τὴν ὅρασιν τῆς ἀποκαλύφεως
τὴν ἔκβασιν τῶν ὁραθέντων ἐπακολουθεῖν, ἀλλὰ δεῖν
τὸν μακάριον τοῦτον πολλοῦ τοῦ χρόνου παρατεινομένου μέχρι τῆς
συντελείας τοῦ θνητοῦ κόσμου τούτου, καθὸ ταῦτα τὴν πλήρωσιν
λάβοι, πολλοῖς προφητεύσειν· εἴτε διὰ γνώσεως τοῦ Εὐαγγελίου 
αὐτοῦ ἐν ᾧ τινὰ τῶν μελλόντων ἐμφέρεται, ἢ καὶ διὰ τῆς προκειμένης
᾿Αποκαλύψεως. τοιγαροῦν ἐξ ἐκείνου ἄχρι τοῦ νῦν ὁ
θεσπέσιος οὗτος προφητεύει· τότε μὲν αὐτόχρημα δι’ ἑαυτοῦ διὰ
τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ᾿Αποκαλύψεως, ὡς ἤδη εἴρηται. οὐκ
ἀγνοεῖν δὲ δεῖ ὡς ἀπὸ τούτου τοῦ ῥητοῦ τοῦ, “δεῖ δεῖ σε πάλιν
“ προφητεῦσαι,” ἔχουσι δόξαν οἱ πολλοὶ, ὡς μέχρι τῆς
ὁ μακάριος οὗτος ᾿Απόστολος ζῶν ἥξει κατὰ τὸν καιρὸν] τοῦ ᾿Αντιχρίστου
μετὰ ᾿Ενὼχ καὶ ῾Ηλιοῦ, ἅμα αὐτοῖς ἐπανορθούμενος k
τοὺς τηνικαῦτα ἀνθρώπους, καὶ ὑπὸ τοῦ ᾿Αντιχρίστου 
ἀποκτανθήσεται l. 
 Καὶ ἐδόθη μοι κάλαμος ὅμοιος ῥάβδῳ, λέγων, Ἔγειραι,
καὶ μέτρησον τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ θυσιαστήριον,
 καὶ τοὺς προσκυνοῦντας ἐν αὐτῷ, καὶ τὴν αὐλὴν
τὴν ἔξωθεν τοῦ ναοῦ ἔκβαλε ἔξω, καὶ μὴ αὐτὴν μετρήσης,
ὅτι ἐδόθη τοῖς ἔθνεσι, καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν 
πατήσουσι μῆνας τεσσαρακονταδύο. 
 Tὸν κάλαμον ὃν δεδόσθαι αὐτῷ ὁ Εὐαγγελιστής φησιν, εἴτε
γνῶσίν τις ἐθέλοι καλεῖν νοερῶν πραγμάτων, καθὸ καὶ Δαρὶδ
“ κάλαμον ὀξυγράφου κεκτῆσθαι τὴν ἑαυτοῦ γλῶσσαν αὐχεῖ,
γλώσσης εὐμοιρῆσαι τρανοῦν ἐπιτηδείας ἅτε γράψας κάλαμος 
τὰ πρὸς γραφὴν ὑποκείμενα· ὡς οὖν ἐκείνῳ κάλαμος τροπικῶς
 

 
εἴληπται, οὕτως καὶ νῦν τὸν Ευαγγελιστὴν τὴν γνῶσιν τὴν
νοερῶς αὐτῷ ἐγγινομένην, διὰ καλάμου δόσεως φησὶ χρηματίσαι·
ὃς καὶ ῥάβδῳ τῇ ὁμοιώσει ἀπείκαστο, τῆς ῥάβδου πάλιν τὸ
ὑπερειστικὸν καὶ δραστήριον αἰνιττομένης, ὡς ὁ ὑμνολόγος “ διὰ
“ ῥάβδου δόσεως τῆς ἀπὸ Κυρίου καὶ ἐκ Σιῶν τὴν κατακυρίευσιν 
“ τῶν ἐθνῶν” εὐαγγελίζεται. τὴν τῶν νοερῶν τοίνυν γνῶσιν
διὰ τῆς τοῦ καλάμου δόσεως, ὑποδηλοῦντος τὸν χρηματισμὸν, ὡς
δι’ ἄλλων ἀψύχων, τοῦ θυσιαστηρίου λέγω καὶ θρόνου καὶ τῶν
τοιούτων, οὐκ ἀπεικὸς ὐπολαβεῖν n. οὐ γὰρ ἄψυχα ταῦτα νοεῖν,
οὐδ’ ὡς ὁρᾶται, κατὰ τὸ κρεῖττον δὲ τῆς ὑπάρξεως καὶ νοερὸν, 
ἤγουν τὴν διακριτικὴν γνῶσιν τῶν ὁρωμένων, εἰς δόσιν ἄν o τις
ἀλληγοροῖ. πῶς γὰρ ὁ κάλαμος ἄψυχος ὢν ἔλεγεν, “ ἔγειραι p καὶ
“ μέτρησον τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ;” ἐκ τούτου οὖν
συνέσει μετρεῖσθαι τὸν τοῦ Θεοῦ ναόν. εἰ δέ τις εἴποι ὑπὸ τούτου
τοῦ Ἀγγέλου καὶ τὸν κάλαμον δεδόσθαι, καὶ ἀκηκοέναι αὐτὸν, 
“ ἔγειρε καὶ μέτρησον τὸν ναὸν τοῦτον,” φαμὲν τὸν
δηλοῦν γνώσεως ἀναλογοῦν τῷ λαμβάνοντι· ἤτοι γνώσεως ἄξιοι
οἱ παρὰ Θεοῦ καὶ τῶν θείων Ἀγγέλων δι’ ἔργων ἀγαθῶν γινωσκόμενοι·
“ ἔγνω γὰρ Κύριος τοὺς ὄντας αὐτοῦ θεῖόν φησι
ταῦτα μὲν περὶ τούτων. ἐπειδὴ δέ τινες ἑτέρως περὶ τούτων διαφόρως 
ἠνέχθησαν, λέγω δὴ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου, ἃ καὶ
μετρηθῆναι τὸ πρόσταγμα, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας ἐν αὐτῷ, ναὸν
Θεοῦ καὶ θυσιαστήριον τὴν παλαιὰν τοῦ Θεοῦ διαθήκην ἀποφηνάμενοι,
αὐλὴν δὲ τὴν νέαν, οὐ κατὰ σκοποῦ βάλλοντες, (οὔτω γὰρ
ἂν εἴησαν τὰ παλαιὰ μυστικώτερά τε καὶ Ἱερώτερα q τῆς κατὰ 
Χριστὸν διαθήκης, εἴγε καὶ ὁ ναὸς καὶ τὸ θυσιαστήριον τῆς αὐλῆς
τιμιώτεερα s,) οὐχ οὕτως τὸ ἐπιτεταγμένον s τοῦ ἐξηγουμένου προβαίνειν
εἰκός t. ἀλλ’ εἰ μὲν ὅτι στοιχειωδέστερα τῆς νέας ἐκεῖνα,
καὶ πρὸς θεοσέβειαν ἀρχαΐζοντα, ἐξ οὗ καὶ μετρητοὶ οἱ κατ’
αὐτὴν τὸ ἀριστεῖον ἀπενεγκάμενοι, ἔχει τινὰ λόγον ἡ ἔκληψις, 
καθὸ καὶ τὰ νηπιώδη τῆς ἀνδρώδους ἡλικίας προτερεῖ· καὶ τὰ
σκιαγραφούμενα τῶν χρωμάτων ἐπαλείψεως· εἰ δὲ πρὸς θεοπρέπειαν
 

 
καὶ ἀνθρωπίνου ἤθους κατάστασιν, καὶ, ἵνα τρανότερον φῶ, τὴν u
τοῦ πλάστου πρὸς ἡμᾶς κηδεμονικὴν Φιλοστοργίαν x, ἀπαράβλητος
τῇ y νέᾳ διαθήκῃ ἡ κατὰ νόμον. ἐντεῦθεν καὶ τὸ παρ’ ἐκείνῃ
σπανίζοι διὸ καὶ ἀριθμῷ ὑποβέβληται ἡ τῶν θεοφιλῶν φημὶ
εὕρεσις τῶν κατὰ τὴν νέαν καὶ ἀριθμὸν ὑπερτεινόντων. εἴη ἃν οὖν 
αὐλὴ ἡ τοῦ Θεοῦ ᾿Εκκλησία, ἀπεριόριστος οὖσα καὶ τόπῳ καὶ τοῖς
κατ’ αὐτὴν τοποχωροῦσιν z ἔθνεσιν ἀνεικάστοις. μὴ θορυβείτω δὲ
τὸ πρόσταγμα τὸ ἔξωθεν τοῦ ναοῦ ἐκβάλλον αὐτήν. οὐ γάρ τι
ἄλλο, ἣ τῆς νομικῆς στενοχωρίας τῶν ἀκριβασμάτων, περιτομῆς.
σαββατισμῶν, καὶ τῶν ἄλλων περιττῶν ἁγνισμάτων a ἐλευθέραν 
ἀποφαίνοντος εἶναι τὸν λόγον· καὶ τὸ αἴτιον, ὅτι ἔθνεσιν ἐδόθη μὴ
ταῖς νομικαῖς παρατηρήσεσι ζῆν, ὅτι τὸ ἀπαρατήρητον τοῖς ἔθνεσι
τοῖς κατὰ Χριστὸν βιοῦν ἐθέλουσιν ἐδόθη. τῷ δὲ τὴν πόλιν τὴν
ἁγίαν πατηθῆναι μῆνας τεσσαρακονταδύο, πόλιν ἁγίαν τὴν ᾿Εκκλησίαν
ἐκάλεσεν, ἣν· ἴσμεν b πατεῖσθαι ὑπὸ ἐθνῶν, οἷς ἐδόθη οἱονεὶ 
ἐν αὐτῇ ἀναστρέφεσθαι, ὑπὸ μὲν Χριστιανῶν θεοφιλῶς, ὑπὸ δὲ
ἀπίστων καταφρονητικῶς καὶ ὀλεθρίως. ἐπεὶ δέ τινες τὸ ἐκβεβλῆσθαι
τὴν αὐλὴν τὴν τῶν ἀπίστων ἐθνῶν τε καὶ Ἰουδαίων
συναγωγὴν ἐξεδέξαντο, οὓς καὶ ἐφυβρίστως ἐν αὐτῇ διαδιώκειν c
φασὶ τοὺς πιστοὺς, μάλιστα κατὰ τὸν τοῦ ᾿Αντιχρίστου καιρὸν, 
κατὰ τῶν Χριστιανῶν τοῦτο ἐξειλήφασι d. 
 Καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν πατήσουσι μῆνας τεσσαρακονταδύο. 
 Τῶν τεσσαρακονταδύο μηνῶν τὸν χρόνον, συντομίας εἶναι δηλωτικὸν
ὑπειλήφαμεν, κατὰ τὴν παρουσίαν τοῦ ᾿Αντιχρίστου, δι’ ἣν 
θλιβερὰν οὖσαν ἄγαν τοῖς φιλοθέοις, ὁ ἀληθὴς e Θεὸς ὁ Χριστὸς
κολοβοῦσθαι f αὐτὰς τὰς ἡμέρας λέγει. εἰσὶ δὲ οἱ τεσσαρακονταδύο
μῆνες, τρία ἥμισυ ἔτη, ἐν οἷς συμβήσεται g τοὺς πιστοὺς καὶ
δοκίμους πατεῖσθαι καὶ διώκεσθαι. h Οὕτω μὲν οὖν κατὰ τοὺς
τὴν ἐκβολὴν τῆς αὐλῆς τὴν συναγωγὴν ἐξολέσαι εἰληφόσι τῶν 
 

 
ἀπίστων καὶ Ἰουδαίων. κατὰ δὲ τοὺς τὴν ᾿Εκκλησίαν δοξάζοντας,
μ μῆνας καὶ β, μὴ μόνον τῆς τοῦ ᾿Αντιχριστοῦ εἶναι παρουσίας,
ἀλλὰ τῆς τοῦ Κυρίου ἐνανθρωπήσεως εἶναι σημαντικούς· οἳ πρὸς
παράθεσιν τῶν ἀπ’ ἀρχῆς κτίσεως κόσμου βραχεῖς τοὺς πρὸ
Χριστοῦ τῆς παρουσίας μέχρι τῆς συντελείας λέγω· πόσος γὰρ 
οὗτος ὁ ἀπὸ Χριστοῦ τῆς παρουσίας οὐδόλως τῆς κιλιοστίας
δραξάμενος πρὸς τὸν πεντακισχιλίοστον καὶ πλέον συμπληροῦντα
παραμετρούμενος. εἰ δὲ τὸ καταπατεῖσθαι πρὸς τὸ ἀνειμένως
ἀναστρέφεσθαι ἐκληφθὲν ἐμποδῶν τοῖς τοῦ ᾿Αντιχριστοῦ καιροῖς,
θλιβερωτάτους ὄντας καὶ ἐπιμόχθους τοῖς εὐσεβέσι κατασταίη. 
εἶχεν ἃν οὖν ἡ ἔκληψις χάριν τοῖς θεοφιλέσι τὸ **νετον
τοῦ βίου. ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦ διδασκάλου τούτοις προαγγελία
πρὸς θλίψεις τὰς ἐν τῷ κόσμῳ ὑπαλείφουσα καὶ ἀγῶνας,
δι’ ὧν φησὶν “ ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε·” ἦν δὲ τοῖς
εὐκταιότερον μάλιστα τοῦ θεανθρώπου ἣ τὸ κατὰ γνώμην τοῦ 
διδάσκαλον ὅσαι ἡμέραι χωρεῖν. πῶς ἃν τὸ ἐπίμοχθον οἰηθείη
λογιεῖσθαι τοὺς θεολέκτους; ἀλλ’ οὐ πολλῆς ἀνάμεστον ἡδονῆς
τὸ τοῖς δεινοῖς τοῦ βίου ἐγκαρτερεῖν, προξένοις οὖσι τῆς ἀιδίου
μακαριότητος; διὰ ταῦτα μὲν οὖν ἀνθεκτέον τῆς περὶ τὴν ἐκβολὴν
τῆς αὐλῆς εἰς τὴν ἐξ ἐθνῶν ᾿Εκκλησίαν ἐκλήψεως.

ΚΕΦ. Λ. 

 Περὶ ᾿Ενὼχ καὶ ᾿Ηλία διελέγχειν μελλόντων τὸν ᾿Αντίχριστον. 
 Καὶ δώσω τοῖς δυσὶ μάρτυσί μου, καὶ προφητεύσουσιν
ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα, περιβεβλημένοι
 μένοι σάκκους. οὗτοί εἰσιν αἱ δύο ἐλαῖαι καὶ αἱ δύο 
 λυχνίαι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τῆς γῆς ἑστῶτες. καὶ εἴ
τις αὐτοὺς θέλει ἀδικῆσαι, πῦρ ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ
στόματος αὐτῶν καὶ κατεσθίει τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν. καὶ
εἴ τις θέλει αὐτοὺς ἀδικῆσαι, οὕτω δεῖ αὐτὸν ἀποκτανθῆναι.
 οὗτοι ἔχουσι τὸν οὐρανὸν ἐξουσίαν κλεῖσαι, ἵνα 
μὴ ὑετὸς βρέχῃ τὰς ἡμέρας τῆς προφητείας αὐτῶν. καὶ
ἐξουσίαν ἔχουσιν ἐπὶ τῶν ὑδάτων, στρέφειν αὐτὰ εἰς

 
αἷμα, καὶ πατάξαι τὴν γῆν, ὁσάκις ἐὰν θελήσωσιν, ἐν
πάση πληγῇ. 
 ᾿Επειδὴ πάντα ἐν τῇ ὀπτασίᾳ διεπλάσθη τῷ Εὐαγγελιστῇ, τὰ
κατὰ τὴν ἔνσαρκον τοῦ Κυρίου οἰκονομίαν, ἡ γέννησις, οἱ πειρασμοὶ,
αἱ διδασκαλίαι, αἱ κατ’ αὐτοῦ παροινίαι, ὁ σταυρὸς, ἐπὶ τούτοις 
καὶ ἡ ἀνάστασις, ἡ δευτέρα τε παρουσία· καὶ πρὸς τούτοις, ἡ
τῶν ἁγίων τε καὶ ἁμαρτωλῶν ἀντίδοσις· μόνα δὲ παρελείφθη τὰ
τῆς δευτέρας παρουσίας. ἐξ ὑποστροφῆς νῦν τὰ περὶ τούτων
διδάσκεται. καὶ ὅτι μὲν ᾿Ηλίας ἥξει ὁ προφήτης δῆλον h, προαγορευσάσης
τῆς γραφῆς διὰ Μαλαχίου χρησμῳδοῦντος, “ ἰδοὺ 
“ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμῖν ᾿Ηλίαν τὸν Θεσβίτην πρὶν ἐλθεῖν
“ ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ· ὃς
“ καρδίαν πατρὸς πρὸς υἱὸν, καὶ καρδίαν ἀνθρώπου πρὸς
“ πλησίον αὐτοῦ.” i ἀλλὰ καὶ ὁ Χριστὸς περὶ
βαπτιστοῦ, ὡς ὁ Ματθαῖός φησι τοῦτο τὸ λόγιον * * φάσκων· 
“ καὶ εἰ θέλετε δέξασθαι, οὗτος ἐστὶν ᾿Ηλίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι,
τὴν κατάδοσιν προφητεῦσαι. ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλὴν εἶχεν ὁμοιότητα
καὶ ἡ πρώτη τοῦ Κυρίου παρουσία πρὸς τὴν ἐσχάτην, τὰ
πρὸς ἐπιστροφὴν τῶν πλανωμένων διοικουμένη ὑπὸ ὁμοίῳ τὴν
δίαιταν ἀνδρὶ τῷ Θεσβίτῃ· διὰ τοῦτο, ὡς μὴ τῆς κυρίας ἐφεστώσης, 
ὁμοίας δὲ, ἐπ’ ἐκείνοις τὴν καταδοχὴν τίθησιν. εὐγνωμονοῦσιν
γὰρ οὐδὲν τὸ διάφορον τῆς χρείας τῆς παρουσίας, εἰ μὴ χρόνου.
τῆς γὰρ ἐπιστροφῆς ταύτης οὐδὲν πρὸς ἐκεῖνο τὸ διαλλάττον·
περὶ μὲν οὖν ᾿Ηλία ταῦτα. περὶ δὲ τοῦ ᾿Ηνὼχ, μαρτυρίαν μὲν
ὅσον πρὸς τὴν παρουσίαν ἀπὸ τῆς γραφῆς οὐκ ἔχομεν, πλὴν τοῦ 
διὰ μεταθέσεως ἀπαθανατισθῆναι. λόγος δὲ φέρεται ἐκ παραδόσεως
φοιτῶν τῇ ᾿Ηκκλησίᾳ ἀπαρατρέπτως j, καὶ αὐτὸν ἥξειν μετὰ
Ηλιοῦ τοῦ Θεσβίτου, (φασὶ γὰρ αὐτοὺς κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ
᾿Αντιχριστοῦ ἥξειν καὶ προδιαμαρτύρασθαι τοῖς οὖσι τότε, μὴ
τοῖς ἀπατηλοῖς τοῦ ᾿Αντιχρίστου παράγεσθαι σημείοις,) καὶ τῇ 
διαμαρτυρίᾳ ταύτῃ τριβῆναι χρόνον τριετίας καὶ ἡμίσεως. τοῦτο
γὰρ αἱ χίλιαι διακόσιαι ἑξήκοντα ἡμέραι χρονικὸν ἀποτελοῦσι
 

 
διάστημα. ἡ δὲ τῶν σάκκων περιβολὴ, τὸ μετὰ εὐτελείας προβῆναι
καὶ πένθους καὶ σκυθρωπότητος παριστᾷ k. τούτους τοὺς
δύο οὑς ἐλαίαις Ζαχαρίας ὁ προφήτης ἀπεικάζει, καὶ λυχνίαις
δυσίν· ἐλαίαις, διὰ τὸ, τὸ ἔλαιον τὴν τροφὴν τοῦ φωτὸς πηγάζειν,
λυχνίαις δὲ, ὅτι ὄχημα τῆς ἀληθείας γεγόνασιν. ἥτις τὸ δι’ 
ἀρετῶν ἀληθινὸν φῶς ὀνομαζόμενον ὑποδύεται, καὶ Φρυκτωρεῖ l τοὺς
πελαγίζοντας m, ὃ καὶ αὐτοῖς περιγίνεται παρρησιάζουσι. τῷ δὲ
ἐνώπιον ἑστάναι τοῦ Κυρίου τῆς γῆς τί ἂν ἄλλο σημαίνει, ἢ τὸ
αγχοτατως u τοῦ κριτοῦ ζώντων καὶ νεκρῶν τῆς αὐτῶν παρουσίας
τὴν ἔφοδον γίνεσθαι o; 
 P Περὶ τῶν δύο ἐλαίων καὶ λυχνιῶν Ζαχαρίας ὁ προφήτης
εἶδεν λυχνίαν ἑστῶσαν, ἑπτὰ λύχνους ὑπερείδουσαν καὶ δύο
κλάδους ἐλαίων· ἀλλὰ τοὺς κλάδους ἑστῶτας ἐν δύο λύχνων
μυξωτῆρσιν· οὕτω πῶς λέγει, ὅτι δύο κλάδοι τῶν ἐλαίων οἱ
ἐν ταῖς χερσὶ τῶν δύο μυξωτήρων τῶν χρυσῶν, μυξωτῆρας 
λέγων τὸ πρὸς τὸ χεῖλος τοῦ λύχνου μέρος κατ’ ἐξοχὴν κοιλαινόμενον
πρὸς ὑποδοχὴν τῆς θρυαλλίδος. καὶ πρὸς ταύτην τὴν
πεῦσιν ἤκουσε παρὰ τοῦ χρηματίζοντος Ἀγγέλου· τοὺς υἱοὺς
εἶναι τῆς πιότητος, οἳ παρεστήκασι τῷ Κυρίῳ πάσης τῆς γῆς.
τούτους ἀπαραλογίστως κἀνταῦθα ὁ τὴν ᾿Αποκάλυψιν διασκευάζων 
τῷ ᾿Αποστόλῳ ὑποφαίνει, ὅτι μὴ ἀλλαχόθεν ἐστὶν εὑρεῖν τὴν τῶν
ἐλαιῶν χρῆσιν, ἢ ἀπὸ τοῦ εἰρημένου Ζαχαρίου τῆς προφητείας.
καὶ ὅτι ἀπὸ τούτου ἡ λῆψις τοῦ προφήτου τὸ μετὰ τῶν ἄρθρων
κεῖσθαι τὸ, ὅτι “ οὗτοι εἰσὶν αἱ δύο ἐλαίαι καὶ αἱ δύο
βεβαιοῖ· τὰ ἄρθρα γὰρ ἀεὶ πρὸς προεγνωσμένον τι ἀναφέρουσι, 
πλὴν ὅτι τοὺς ἐκεῖ δύο μυξωτῆρας, ἐνταῦθα δύο λυχνίας ἐκάλεσε.
καὶ ὡς ἐκεῖ μὲν ἀπὸ μέρους τὸ ὅλον δηλῶν προφητικῇ συντομίᾳ
καὶ κρυφιότητι· ἐνταῦθα δὲ τῇ κατὰ Χριστὸν ἐπιδημίᾳ ἐκφαντορικῶς
κεχρημένη τοῖς κατὰ νόμον τε καὶ προφήταις αἰνίγμασι,
τοὺς μυξωτῆρας εἰς λυχνίας μετέλαβεν. ἥτις λυχνία καὶ τῶν 
λύχνων ὄχημα, ἐν οἷς καὶ τὸ τῆς θείας φιλανθρωπίας σύμβολον
ἔλαιον τεθησαύρισται, καὶ τὸ ἐλλύχνιον τοῦ φωτὸς χορηγὸν, τοῦ
νόμου μηδὲν φιλανθρωπίας ἐπιφαίνοντος, εἰ μὴ ὅσον ὑπολυχνιαία
 

 
αὐτῇ ἀμαυρά· ὥσπερ ὅταν ἀγαπᾶν μὲν τὸν φίλον διαγορεύει,
μισεῖν δὲ τὸν ἐχθρὸν. ὅτι μὲν οὖν ἐλαῖαι καὶ αἱ δύο λυχνίαι οἱ
προμαρτύρασθαι προβεβλημένοι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τῆς γῆς
οἱονεὶ ἐκκαλύπτεσθαι, εὐπρεποῦς οὔσης τῆς δευτέρας τοῦ Κυρίου
παρουσίας, τοῦτο γὰρ τὸ κατενώπιον βούλεται δηλοῦν, εἴρηται 
ἤδη. 
 Πῦρ ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν. 
 q Τοῦτο τῶν λίαν πιστοτάτων. εἰ γὰρ ὁ εἷς αὐτῶν ᾿Ηλίας
τοιαύτην ἔσχεν ἐξουσίαν καὶ πρώην, πῶς ἄπιστον πληροῦντα τὴν
Χριστοῦ διακονίαν καὶ προτρέχοντα τῆς παρουσίας αὐτοῦ, μὴ 
οὕτως ἐν σημείοις καὶ τέρασι προβῆναι; ἐπειδὴ γὰρ ἡ παρουσία
τοῦ ᾿Αντιχριστοῦ, ὡς καὶ Παῦλος φησὶ, κατ’ ἐνέργειαν γίνεται τοῦ
Σατανᾶ ἐν πᾶσι σημείοις καὶ τέρασι ψεύδους· ὁλικὸν γὰρ τοῦτο
εἰς συγκατάθεσιν καὶ πίστιν τὸ τερατουργεῖν. φημὶ δὲ παρὰ
τοῦτο καὶ οἱ δύο οὗτοι προφῆται οἱ περὶ αὐτοῦ λέγοντες, σημείοις 
χρήσονται καὶ αὐτοὶ δυνατοῖς, διὰ τοῦ ἀληθινοῦ ἑαυτῶν τὰ κατὰ
πλάνην καὶ ἀπάτην ἐλέγχοντες, καὶ τοὺς ὁρῶντας εἰς πίστιν καὶ
συγκατάθεσιν ἕλκοντες. βαβαὶ δὲ τῆς θείας ἀγαθότητος ἀντίρροπον
τῇ πλάνῃ τὴν ἀλήθειαν ἀντιταξάσης ! ἐν δυνάμει γὰρ
ἀληθινῶν σημείων καὶ τεράτων τοὺς ἁγίους τούτους καθοπλίσασα, 
τοὺς ἐναντίους αὐτοῖς καταισχυνεῖ· μετὰ τῶν τεράτων τῶν ἀληθῶν
καὶ λόγοις διδασκαλικοῖς ἐπιστρέφοντας, καὶ πρὸς τούτοις καὶ
μάστιξιν, ἀνομβρίας λέγω καὶ πυρὸς, καὶ ταῖς τῶν στοιχείων
μεταπτώσεσιν ἐπὶ τὸ βλαπτικὸν προκωρούσαις τοῖς ἀνεπιστρόφως
διακειμένοις r, ἀντίρροπον κομιζομένων τῆς κατὰ ἁγίων λύσσης 
καὶ μιαιφόνου ὁρμῆς τὴν παιδείαν· καὶ οὕτω μὲν οἱ ἀσύνετοι καὶ
ἀπειθεῖς. οἱ δὲ βελτίους καὶ πρὸς ἐπιστροφὴν ἀπιδόντες κατὰ τὸ,
“ ἡ παιδεία Κυρίου ἀνοίγει μου τὰ ὦτα, καὶ τὸ, “
“ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται
“ ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τοὺς μὴ ἐγγίζοντας πρὸς αὐτὸν ἄγχοντα,” 
ἐκέρδαναν, εἰ καὶ βιαίως, ἀλλ’ οὖν τὸ σωτήριον αὐτοῖς ἐπιβραβευθὲν
παρὰ τοῦ μὴ ἁμαρτωλοῦ τὸν θάνατον θέλοντος, ἀλλὰ πολυτρόπως
τὴν δι’ ἐπιστροφῆς τὴν μετάνοιαν αὐτοῦ διοικουμένου. 
 

 
 Καὶ πατάξαι τὴν γῆν. 
 ᾿Αντιρρόπως κατὰ θείαν χρηστότητα τῇ πληγῇ ἐπιφέρεται καὶ
ἡ ἴασις. ἐπειδὴ γὰρ ἐν πᾶσι σημείοις καὶ τέρασι ψεύδους, πάντων
φαρμάκων καὶ ἐπαοιδῶν ἔσται περιφανέστερος ὁ ψευδόχριστος
κατ’ ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ, ὁ ἀγαθὸς Θεὸς τοὺς ἁγίους τούτους 
καθοπλίσει ἐν δυνάμει σημείων ἀληθινῶν, τῇ παραθέσει τούτων
τὸ ψεῦδος ἀπελέγξοντας. καὶ τοὺς πεπλανημένους παντοίοις
εἴδεσιν ἐπιστροφῆς ἐπανάξοντας, τὸν δὲ πλάνον παραδειγματίσοντας,
καὶ μηδὲν πεισομένους ὑπ’ ἐκείνου λυπηρὸν μηδ᾿ ὑφ’ ἑτέρου,
ἄχρι περάτων τῆς ἑαυτῶν προφητείας. 
 Καὶ ὅταν τελέσωσι τὴν μαρτυρίαν αὐτῶν, τὸ θηρίον
τὸ ἀναβαῖνον ἐκ τῆς ἀβύσσου, ποιήσει μετ’ αὐτῶν
 πόλεμον, καὶ νικήσει αὐτοὺς, καὶ ἀποκτενεῖ αὐτούς· καὶ
τὸ πτῶμα αὐτῶν ἐπὶ τῆς πλατείας τῆς πόλεως τῆς
μεγάλης, ἥτις καλεῖται πνευματικῶς Σόδομα καὶ Αἴγυπτος, 
 γυπτος, ὅπου καὶ ὁ Κύριος αὐτῶν ἐσταυρώθη.
βλέπουσιν ἐκ τῶν λαῶν καὶ φυλῶν καὶ γλωσσῶν καὶ
ἐθνῶν τὸ πτῶμα αὐτῶν ἡμέρας τρεῖς ἥμισυ. καὶ τὰ
 πτώματα αὐτῶν οὐκ ἀφήσουσι τεθῆναι εἰς μνῆμα· καὶ
οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς χαρήσονται ἐπ’ αὐτοῖς, καὶ 
εὐφρανθήσονται, καὶ δῶρα δώσουσιν ἀλλήλοις, ὅτι
οὗτοι οἱ δύο προφῆται ἐβασάνισαν τοὺς κατοικοῦντας
ἔπι τῆς γῆς. 
 Καὶ ὅταν τελέσωσι τὴν μαρτυρίαν. 
 Ποῖαν; ὅτι οὗτος ὁ παρὼν οὐκ ἔστιν ὁ Χριστός. ἀπατεὼν δὲ 
καὶ ὀλέθριος πλάνος. ἥξει δὲ, ὅσον οὔπω, ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱὸς, ᾧ καὶ
πιστευτέον ὡς Σωτῆρι, καὶ ἐπὶ εὐεργεσίᾳ τῶν ἀνθρώπων καὶ πάλαι
παραγεγονότι, καὶ νῦν παραγινομένῳ. 
 Τὸ θηρίον τὸ ἀναβαῖνον ἐκ τῆς ἀβύσσου. 
 Θηρίον τὸν ᾿Αντίχριστον λέγει, διὰ τὸ ὠμὸν καὶ ἀπάνθρωπον 
καὶ αἱμοβόρον. ἄβυσσον δὲ τὸν τῶν ἀνθρώπων βίον, τὸν πικρὸν

 
ταῖς ἁμαρτίαις καὶ λυπηρὸν q καὶ ἀστατοῦντα ταῖς περιφυσήσεσι
καὶ ἀντιπνοίαις τῶν πονηρῶν πνευμάτων. οὐ γὰρ ἐξ ἄλλης φύσεως
ἐγερθήσεται ὁ ἀλιτήριος οὗτος, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἡμετέρας καὶ ἀνθρωπίνης
οὐσίας. ἄνθρωπος γὰρ ἔσται κατ’ ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ,
ὡς ἤδη εἴρηται. τοῦτο οὖν φησὶ, τὸ θηρίον πολεμήσει r τοῖς 
ἁγίοις τούτοις προφήταις, ἀποκτενεῖ αὐτοὺς, καὶ τὰ σώματα
αὐτῶν ἄταφα ῥίψει ἐν ταῖς πλατείαις τῆς ῾Ιερουσαλήμ. ἐν αὐτῇ
γὰρ βασιλεύσει ὡς Ἰουδαίων βασιλεὺς, οὓς ἀπατήσει καὶ ἕξει s
πρὸς πάντα ὑπουργοῦντας καὶ πειθομένους. καὶ ὁ Κύριος παρὰ
Ἰωάννῃ, “ ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, καὶ οὐ 
“ λαμβάνετέ με. ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ,
“ ολήψεσθε.” Σόδομα δὲ τὴν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ
φησὶ καλεῖσθαι, οἱονεὶ κατὰ ἀλληγορίαν· Σόδομα, διὰ τὴν
τότε ἀσέλγειαν ἐν αὐτῇ ἐσομένην Ἰουδαίων καὶ κακοξενίαν· Αἴγυπτον,
ὡς καταδουλουμένην καὶ ἀδικοῦσαν τοὺς Χριστοῦ δούλους, 
ὡς καὶ ἐκείνη τὸν ᾿Ισραήλ. 
 u Καὶ νικήσει αὐτοὺς, καὶ ἀποκτενεῖ αὐτοὺς. 
 Μετὰ τὸ διαμαρτύρασθαι, φησὶ τῆς ἀπάτης τὴν ἀποφυγὴν
τὸ θήριον ὁ ᾿Αντίχριστος ἀπὸ τῶν σκοτεινῶν καὶ βυθίων τῆς γῆς
χώρων ἐξιὼν, εἰς οὓς κατεδικάσθη ὁ διάβολος, τῇ τοῦ Κυρίου διὰ 
σαρκὸς ἐπιδημίᾳ, πολεμήσει μετ’ αὐτῶν καὶ νικήσει αὐτοὺς, καὶ
ἀνελεῖ κατὰ θείαν συγχώρησιν, καὶ ἀτάφους ἐάσει. 
 Καὶ τὸ πτῶμα αὐτῶν. 
 Τῶν πτωμάτων αὐτῶν ἤτοι τῶν σωμάτων, ἃ πτώματα λέγεται
διὰ τὸ τῆς ἑαυτῶν ἐν τῆ ζωὴ δόξης καὶ τοῦ ὕψους διὰ τοῦ θανάτου 
ἐκπεπτωκέναι, ταῦτα ἄταφα ποιήσει κατὰ τῆς πλατείας τῆς
παλαιᾶς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ κατεστραμμένης. ἐν αὐτῇ γὰρ καὶ
βασιλεύσει ὡς Ἰουδαίων βασιλεὺς, εἰς παράστασιν δῆθεν τοῦ
προφητικοῦ λογίου, τοῦ “ ὅτι ἀναστήσω τὴν σκήνην Δαβὶδ
“ πεπωκυίαν,” καὶ κατὰ μίμησιν τοῦ ἀληθινοῦ Χριστοῦ. ὃς καὶ
αὐτὸς ἐκεῖ κατὰ σάρκα γεγέννηται. τούτῳ γὰρ τῷ προφητικῷ
ἐκτραχηλιζόμενοι Ἰουδαῖοι εἰς τὴν ἐκείνου παρουσίαν ἀνατιθέασιν. 
 

 
 Ὅπου καὶ ὁ Κύριος αὐτῶν ἐσταυρώθη. 
 Κύριος, τῶν δύο μαρτύρων δηλονότι. 
 Καὶ βλέπουσιν ἐκ τῶν λαῶν. 
 ῾Ορῶντες δὲ οἱ τῷ ᾿Αντιχρίστῳ ἐκ πάσης φυλῆς ἑξηπατημένοι
Ἰουδαῖοι τὴν ἀναίρεσιν τῶν δύο μαρτύρων, χαρήσονται, ὡς 
τοῦ σφῶν βασιλέως νενικηκότος, καὶ δώροις χαριστηρίοις δεξιώσονται
ἀλλήλους. καὶ τὰ σώματα αὐτῶν ἄταφα ποιήσουσι μεῖναι,
ἀμοιβὴν τοῦτο παρέχοντες τοῖς δύο προφήταις. s βασάνου μὲν
αἰσθητῆς οὐδεμιᾶς· οὐ γὰρ αἰσθητὰ αὐτῶν σώματα αἱ πληγαί·
ἀλλ’ ἡ ἄρα εἰς τὴν κτίσιν· ἣ καὶ ταῖς ἑαυτῶν ἐπισκώπτοντες 
ἁμαρτίαις καὶ διελέγχοντες καὶ τὴν ἀπάτην ἑαυτῶν ἀνακαθαίροντες
βασανίσωσιν ὄντως.

ΚΕΦ. ΛΑ. 

 Ὄπως ἀναιρεθέντες ὑπὸ τοῦ ᾿Αντιχρίστου ἀναστήσονται ᾿Ενὼχ καὶ Ἠλίας,
καὶ τοὺς ἠπατημένους ἐκπλήξουσιν. 
 Καὶ μετὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας καὶ ἥμισυ πνεῦμα ζωῆς
ἐκ τοῦ Θεοῦ εἰσῆλθεν εἰς αὐτοὺς, καὶ ἕσαν ἐπὶ τοὺς
πόδας αὐτῶν, καὶ φόβος μέγας ἔπεσεν ἐπὶ τοὺς θεωροῦντας
 φδκ αὐτούς. καὶ ἤκουσα φωνὴν μεγάλην ἐκ
οὐρανοῦ λέγουσαν αὐτοῖς· ἀνάβητε ὧδε. καὶ ἀνέβησαν 
εἰς τὸν οὐρανὸν ἐν τῆ νεφέλη, καὶ ἐθεώρησαν αὐτοὺς οἱ
 ἐχθροὶ αὐτῶν. ἐν ἐκείνῃ τῆ ἡμέρᾳ ἐγένετο σεισμὸς
μέγας, καὶ τὸ δέκατον τῆς πόλεως ἔπεσεν. καὶ ἀπεκτάνθησαν
ἐν τῷ σεισμῷ ὀνόματα ἀνθρώπων χιλιάδες ἑπτὰ,
καὶ οἱ λοιποὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο, καὶ ἔδωκαν δόξαν τῷ 
Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ. ἡ οὐαὶ ἡ δευτέρα ἀπῆλθεν. ἡ οὐαὶ ἡ
τρίτη, ἰδοὺ ἔρχεται ταχύ. 
 ᾿Ισαρίθμους ἡμέρας τοῖς ἔτεσι τῆς προφητείας νεκρωθέντας
ἀναστήσειν Φησίν t. ἐξέστη u πάλιν χρονικῆς δηλώσεως ἀπὸ μελλούσης
συντελείας εἰς παρωχημένην μεπακρουσθεὶς, κἀνταῦθα x
 

 
τὸ ἀπαράβατον τῶν δηλουμένων σοφῶς πῶς ἐμφανὲς y μετὰ τῆς
πρεπούσης καθιστῶν ἀκριβείας. 
 Καὶ φόβος μέγας ἔπεσεν. 
 Φόβος μέγας εἴρηται ἤτοι καὶ αἰσθητῶς συμβαίνων τότε,
τούτων μελλόντων, ἢ καὶ ἑτέρως z παρουδὲν δὲ περὶ τούτων 
ἀσχολεῖσθαι χρὴ, ἀφ’ ἑκατέρου τῇ ψυχῇ τῶν ἐγρηγορέναι Φιλούντων,
τοῦ σωτηρίου θεαρέστως a ποριζομένου. 
 Καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανὸν ἐν τῆ νεφέλῃ. 
 Νεφέλη ἀεὶ τῶν θείων πραγμάτων ὑπουργὸς, ἤτοι περιπολοῦσα,
ὡς ἐν τῷ, “ νεφέλη καὶ γνόφος κύκλῳ αὐτοῦ. ἢ καὶ ὀχοῦσα 
ὥς περ ἐν ἄλλοις καὶ δὴ καὶ ἐνταῦθα. ἡ γὰρ νεφέλη εἴρηται b
ἀπὸ νεφῶν, τὸ παχὺ καὶ ὑδατῶδες ἀποβαλόντων, ἃ νέφη ἐξ ἀναθυμιάσεως
τῆς ὑγρᾶς οὐσίας πέφυκε τὴν ὑπόστασιν λαμβάνειν
τῇ ἐξατμίσει. τοιγαροῦν τῶν νεφῶν τῆς νεφέλης τὸ εἶναι οἰκειουμένων,
ἐνθεωρεῖται ἐν αὐτῇ ἀδηλία τις μετά τινος αἴγλης, ἥτις 
ἐξ ἀνακλάσεως ἡλιακῆς ἀκτῖνος, κατ’ ἔμπτωσιν ἐκτελεῖται.
διόπερ καὶ ἀεὶ τοῖς θείοις δηλώμασι συμπαρομαρτεῖ, ἐκεῖνο
αἰνιττομένη, ὡς τὰ θεῖα c οὔτε πάντη ἄδηλα d ἡμῖν, οὔτε πάντως
ἐκδήλως παρεχόμενα e, ἀλλ’ οἷον ἀκράτου φωτὸς ἔλλαμψιν τῇ
κρυφιότητι ὑπογυμναζομένη g. κατ’ αὐτὸ δὴ τοῦτο καὶ νῦν ἡ 
νεφέλη τῇ πρὸς οὐρανὸν ἀνόδῳ τῶν προφητῶν ὑπηρετεῖ. διὸ καὶ,
ὡς ἔθος τὰ τοιαῦτα μετὰ τοῦ ἄρθρου παρείληπται. ἐν τῇ νεφέλῃ
γὰρ ἀναβῆναι i φησὶν, οὕτω τῆς μυήσεως ἐντελλομένης,
τῶν ἄρθρων, ὡς πρὸ μικροῦ ὑπεμνήσαμεν, προεγνωσμένου τινὸς
ἀναπόλησιν εἰσηγουμένων. καὶ περὶ μὲν νεφέλης, ταύτῃ τεθεωρείσθω, 
ἥτις k κατὰ τὸ ἕτοιμον τῆς λέξεως, νεφέλη εἴρηται διὰ
τὸ ἀπὸ νέφους τὴν ὑπόστασιν ἐσχηκέναι ἀποτιναχθέντος l πᾶν τὸ
παχὺ καὶ ὑδατῶδες. ἀναθυμίασις γὰρ ὑγρὰ τὰ νέφη συνίστησιν,
ἧς ἀποτιναχθείσης εἰς ὑετὸν, καὶ οἱονεὶ πέψεως m γενομένης, τὸ
ἄπεπτον τούτου εἰς νεφέλης χωρεῖ γένεσιν· ἥντινα n δὲ o λεπτότῶν 
 

 
τητᾷ καὶ διαφάνειαν καὶ Ἕλληνες l. ἤτοι φῶς ἡλιακὸν ἐμφιλοχωρεῖ,
ὡς εἶναι οἱονεὶ νέφος πεφωτισμένον καὶ διαυγές m. 
 ᾿Εν ἐκείνη τῆ ἡμέρᾳ ἐγένετο σεισμὸς μέγας. 
 n Δηλοῦ γινομένου ὡς καὶ αἰσθητῶς συμβαίνειν μελλόντων τούτων
καὶ νοητῶς κατὰ θεωρίαν, πρὸς οὐδὲν τούτων ἀπαγορευτέον. 
τὸν γὰρ σεισμὸν νοητῶς καὶ ἐπὶ τῶν σαλευομένων τὴν μετάθεσιν
ἐπὶ τὸ σταθερὸν καὶ βέβαιον δηλοῦν νομίζομεν. τὸ δέκατον δὲ
τῆς πόλεως πίπτειν τὸ τῆς ἀσεβείας πτῶμα, μήτε τῇ τῶν ἀναιρεθέντων
ἀπαλείψει σωφρονισθέντων, ὡς τῶν λοιπῶν σωθησομένων.
αἱ γὰρ ζ΄ χιλιάδες ἀναιρούμεναι τοὺς τῷ ἑβδοματικῷ χρόνῳ 
προστετηκότας τοῦ παρόντος βίου, καὶ τὴν ὀγδόην τῆς ἀναστάσεως
μὴ ἀναμένοντας, σημαίνειν φαίνεται, οὓς καὶ ἀποκτανθῆναι τὸν
ἐν τῇ γεέννῃ αἰώνιον τῆς κολάσεως θάνατον. ὡς οὐχ οἷόν τε τὸν
αἰσθητὸν τοῦτον οὐκέτι χώραν ἔχοντα ἐν ἐκείνῳ τῷ ἀκηράτῳ αἰῶνι
ἐμφιλοφωρεῖν, ἐξ ἧς κατὰ δίκης οἱ λοιποὶ χαριστήριον ἀνέπεμψαν 
τῷ Θεῷ δόξαν τοῦ οὐρανοῦ. ὡς οὐκέτι τῶν γηίνων ἤτοι τῶν
τῇ φθορᾷ συστοίχων ἐνεργουμένων, ὡς θείας ἐπισκοπῆς δεῖσθαι.
ἡ οὐαὶ ἡ δευτέρα ἀπῆλθεν. ἡ τρίτη ἔρχεται, καθ’ ἣν ὁ ἕβδομος
Ἄγγελος σαλπίσει. 
 Καὶ τὸ δέκατον τῆς πόλεως ἔπεσε. 
 o Τί αἰνιττόμενος διὰ τούτου· ἢ τὸ ὅτι τοῦ κόσμου τὸ τηνικαῦτα
δοκοῦν τέλειον καθοπότερον ἀρετῆς καὶ κακίας μὴ σωφρονισθὲν
τῇ τιμωρίᾳ τῶν ἐκλελοιπότων, καὶ πρὸς τὸ ὄντως ὂν μεταθέμενον,
τῷ αἰωνίῳ κατακρίματι παραπεμφθείη; 
 Καὶ ἀπεκτάνθησαν ἐν τῷ σεισμῷ ὀνόματα. 
 Ἰδικώτερον κέχρηται τῆ ἐπαγγελίᾳ. οὐ γὰρ τὰ ὀνόματα
ἀπεκτάνθη. πῶς γὰρ τὰ ἐν τάξει συμβεβηκότων κείμενα; ἃ
χωρὶς τῆς τοῦ ὑποκειμένου φθορᾶς γίνεται καὶ ἀπογίνεται, ὡς οἱ
περὶ ταῦτα δεινοὶ ἐμφανίζουσιν. ἀλλ’ ἐκείνων ἀναιρεθέντων τῶν
καθ’ ὧν τὰ ὀνόματα τέθειται, τὸ λεγόμενον νοητέον P. οὐ γὰρ κατὰ 
κενοῦ ἡ θέσις, κἀκεῖνα τῷ ὀλέθρῳ ὑπεβλήθη.

ΚΕΦ. ΛΒ. 

 Περὶ τῆς ἑβδόμης σάλπιγγος, καὶ τῶν ὑμνούντων τῷ Θεῷ ἁγίων ἐπὶ τῆ
μελλούσῃ κρίσει. 
 Καὶ ὁ ἕβδομος Ἄγγελος ἐσάλπισε, καὶ ἐγένοντο φωναὶ
μέγ’ ἄλαι ἐν τῷ οὐρανῷ, λέγουσαι, ἐγένετο ἡ βασιλεία 
τοῦ κόσμου, καὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
 καὶ βασιλεύσει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. καὶ οἱ
εἰκοσιτέσσαρες πρεσβύτεροι, οἱ ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ
Θεοῦ, οἳ κάθηνται ἐπὶ τοὺς θρόνους αὐτῶν, ἔπεσον ἐπὶ
τὰ πρόσωπα αὐτῶν, καὶ προσεκύνησαν τῷ Θεῷ, λέγοντες· 
 εὐχαριστοῦμέν σοι Κύριε ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ,
ὁ ὣν καὶ ὁ ἦν, ὅτι εἴληφας τὴν δύναμίν σου τὴν μεγάλην,
 καὶ ἐβασίλευσας. καὶ τὰ ἔθνη ὠργίσθησαν,
ἦλθεν ἡ ὀργή σου καὶ ὁ καιρὸς τῶν νεκρῶν κριθῆναι
καὶ δοῦναι τὸν μισθὸν τοῖς δούλοις σου τοῖς προφήταις 
καὶ τοῖς ἁγίοις, καὶ τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου, τοῖς
μικροῖς καὶ τοῖς μεγάλοις, καὶ διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας
τὴν γῆν. 
 Τὰ τῆς τρίτης οὐαὶ, ἡ τοῦ ἑβδόμου Ἀγγέλου σάλπισις
παριστᾷ, φωνὰς μεγάλας ἐν οὐρανῷ ἐξηχουμένας, δήλωσιν ἐμποιούσας. 
τοῦτο γὰρ βούλεται τὸ λέγειν, ὡς καὶ προείπομεν. τί
οὖν q τὸ δηλούμενον, “ ἐγένετο ἡ βασιλεία;” ἀεὶ μὲν ὁ Θεὸς
οὔτε ἀρξάμενος, οὔτε παυσάμενος βασιλεύειν ὁρατῶν τε
καὶ ἀοράτων, καὶ νοουμένων τε πάντων r καὶ ἀνεννοήτων, (ὅτι μηδὲ
πάντων ἡ ἀνθρωπίνη περιδράττεται νόησις,) ἀλλὰ καὶ ἀνάρχως 
καὶ ἀτελευτήτως ἐστὶ πάντων Κύριος ὁ δεσπότης. ἐπειδὴ δὲ ἡ
κοσμικὴ ἀρχὴ καὶ βασιλεία ἔσθ’ ὅτε τὸ ἀνυπότακτον ἐπεδείξατο
αὐτῷ οἰκείαις ματαιότησι κορυφουμένη, ἧκε δὲ ἀπὸ τούτου s
ὀνειρώττουσα δόξα τῷ θνητῷ τούτῳ κόσμῳ πρὸς φθορὰν καταντῶσα·
λυθέντων t καὶ παυσαμένων τῶν ἐπὶ γῆς βασιλευόντων καὶ 
τυραννούντων οὐκ ἀληθῶς, ἀλλ’ ἐν ἐσόπτρῳ τε καὶ ἰνδάλματι,
 

 
μόνος ὁ τῷ ὄντι Θεὸς καὶ βασιλεὺς κρατεῖν καὶ βασιλεύειν t
εἰς τοὺς αἰῶνας ἀδιαδόχῳ u κράτει καὶ ἐξουσίᾳ εἴρηται. 
 Καὶ οἱ εἰκοσιτέσσαρες πρεσβύτεροι. 
 x Οἱ κδ΄ οὗτοί τινες προτεθεώρηται ἤδη. διὸ κἀνταῦθα καὶ τοὺς
ἁγίους Ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀγγελικῶς τούτῳ τῷ βίῳ ἐμπολιτευσαμένους 
εὐχαριστίαν ἀναπέμψαι φησιν τῷ παντοκράτορι, ὃς ἔχει
τὸ ὁ ὢν καὶ ὁ ἢν. τὸ ὢν ἐπὶ τῆς Ἀγίας ἁρμόζει Τριαδος, ὡς
προείρηται· καὶ τὸ ἦν, εἰ καὶ τὰ μάλιστα περὶ τοῦ Πατρὸς
εἴρηται τὸ ὁ ὣν, περὶ δὲ τοῦ Υὶοῦ ἰοῦ τὸ ὁ ἢν, ἀλλ’ οὑν καὶ κατὰ
τῶν τριῶν ὑποστάσεων εἰρῆσθαι τις ἀναμφιβάλοι, ὃς ἐμφρόνως 
τὰ θεῖα καὶ θεοπρεπῶς διαιτῶν προτεθύμηται· πλὴν γὰρ τῶν
ὑποστατικῶν χαρακτηρισμάτων τἄλλα πάντα ἀνυποστόλως κατὰ
τῶν τρίων ἐναρμόττεται προσώπων· ὥστε η εὐχαριστία τῶν
πρεσβυτέρων εἰς τὴν Ἀγίαν ἀνατίθεται τριάδα, καὶ κοινῇ καὶ
καθέκαστον· εἰλῆφθαι δὲ τὴν δύναμιν τὴν μεγάλην δι’ ἐπιγνώσεως 
ἀληθοῦς ἐν τῇ παραδρομῇ τῶν σκιῶν, ἣν ὡς Θεὸς ἐξ
ἀρχῆς βασιλείαν ἐκέκτητο, ἔδωκεν ἀνθρώποις· δι’ ὃ καὶ εἴρηται,
“ δι’ ἐμοῦ βασιλεῖς βασιλεύουσι, καὶ τύρραννοι
“ γῆς.” ταύτην ὡς ἄνθρωπος μάλιστα ὁ δι’ ἡμᾶς γενόμενος
λαβεῖν κατηξίωσεν. οὗ γενομένου καὶ τῆς ἐπιγείου βασιλείας 
ἀπολωμένης, εἰκότως τὰ ἔθνη ὠργίσθησαν, καθαιρεθείσης τῆς
αὐτῶν δυναστείας· ἔθνη λέγων τὰ τῶν δαιμόνων συστήματα καὶ
τῶν ἀπίστων ἀνθρώπων τὰ τάγματα, ὡς ἂν καὶ τῶν δαιμόνων
ἀποστερουμένων τῆς ἑαυτῶν λατρείας καὶ δὴ καὶ ἐθνῶν, ἅτε τῇ
προσφάτῳ καὶ ξένῃ διδαχὴ. μακροθυμήσας, ἐπὶ τέλει τὴν δίκην 
ἐπήνεγκεν, ἀξίαν καὶ τῆς θείας ἀνεξικακίας καὶ τῆς ἐκείνων σκληρότητος
καὶ ἀγνωμοσύνης. 
 Ἔπεσον ἐπὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν. 
 Ἐπειδὴ ἡ πτῶσις καὶ τὴν ἁπλῶς κάθεξιν σημαίνει, ἵνα μὴ
τοῦτο ὑποληφθείη, ἐπήγαγεν “ ἐπὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν,” ὅπερ τῇ 
δεσποτικῇ ἐποφείλεται παρὰ τῶν ὑποδεεστέρων τιμῇ. 
 Καὶ ἦλθεν ἡ ὀργή σου. 
 Πόλλα, φησι, μακροθυμήσας ἔτι τοῖς πάλαι, ἐπεὶ μηδὲν
ἀπώναντο τῆς χρηστότητός σου, νῦν κατὰ καιρὸν ἦλθες. καιρὸν
 

 
δὲ τῶν νεκρῶν, τὸν y τῆς παγκοσμίου φησὶν ἀναστάσεως, ἐν ᾧτ’
ἑκάστῳ καταλλήλως δοθήσεται τὰ ἐπίχειρα. διὰ δὲ τῶν προφητῶν,
καὶ τῶν ἁγίων, καὶ τῶν φοβουμένων τὸν Θεὸν, τὰ τρία
τάγματα τῶν ρ΄ καὶ ξ΄, καὶ λ΄ καρποφορούντων φησὶ, τῆς πρώτης
λήξεως τῶν Ἀποστόλων ἀξιουμένων, καὶ τῆς ἐπὶ δώδεκα θρόνων 
ἱδρύσεως. ὡσαύτως καὶ τοὺς προφήτας z μάλιστα τοὺς ὑπολυσσώσαις a
κατ’ αὐτῶν βασιλέων τιμωρίαις ὑποβληθέντας b. μικροὺς
δὲ καὶ μεγάλους. μικροὺς, τοὺς ἧττον ἁγίους, μεγάλους, τοὺς
μᾶλλον ὑπερέχοντας ἁγιότητι. ἐπεὶ δὲ διττὸς ὁ φόβος, ὁ μὲν
προκαταρκτικὸς, ὁ δὲ τελειωτικὸς, καὶ τοῦ μὲν προκαταρκτικοῦ, 
τοῖς οὔπω τὴν ἀθῴωσιν εἰληφόσι συνόντος, τοῦ τελειωτικοῦ δὲ,
τοῖς ἤδη ὑπὸ Θεοῦ ἀνειλημμένοις, οἷς καὶ διὰ φόβου ἀεὶ τὸ μή
τι αὐτοῖς ἐνδεῖ, ὃν c εἰκὸς ὑπεῖναι τοῖς σφόδρα ἀγαπῶσιν, οὐκ
ἀποβλητέον d οἶμαι τὸ ἀπὸ τῶν ἁγίων ὑποσταλῆναι τοὺς φοβουμένους,
ὡς τῶν μὲν μικρῶν τῷ ὄντι φόβῳ ἐνεχομένων, τῶν δὲ 
μεγάλων οἳ ἔχουσι τὸ θαῤῥεῖν, ὥσπερ εἴρηται, καὶ τῷ θάρρει
φόβον παρομαρτεῖν. ἑκατέροις τοίνυν ὁ φόβος διὰ τὴν ἀντίδοσιν
τὴν πρὸς ἀξίαν τῶν βεβιωμένων καὶ τὴν ἀντιμισθίαν, τοῖς μὲν
μεγάλοις, αὐτὸ τοῦτο τὸ μὴ πεποιθέναι ἑαυτοῖς προσεῖναι τὸ
ἀνελλιπὲς, τοῖς μικροῖς δὲ ἀνενδοιάστως ἐλπιζομένοις e σώζεσθαι, 
καὶ ὅτε τοὺς τοῦ Θεοῦ δούλους ὑπέβαλλον ἀπηνέσι κακοῖς, καὶ
οἶς ἄλλοις ἀτόποις αὐτῶν ἔργοις ἐμίαναν τὴν γῆν καὶ διέφθειραν f.

ΚΕΦ. ΛΓ. 

 Περὶ τῶν διωγμῶν τῆς ἐκκλησίας τῶν προτέρων, καὶ τῶν ἐπὶ τοῦ
Ἀντιχρίστου. 
 Καὶ ἠνοίχθη ὁ ναὸς ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὤφθη ἡ
κιβωτὸς τῆς διαθήκης τοῦ Κυρίου ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ.
καὶ ἐγένοντο ἀστραπαὶ καὶ φωναὶ καὶ βρονταὶ καὶ
χάλαζα μεγάλη. 
 Μετὰ τὴν εὐχαριστήριον δόξαν τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν ἰσαγγέλως 
λῶς ζησάντων, ἠνοἰχθαι τὸν οὐρανόν φησι, καὶ ὀφθῆναι τὴν κιβω-
 

 
τὸν τῆς διαθήκης. οὐρανὸν τὴν ὑπεράνθρωπον λέγων γνῶσιν, ἐν
ᾧτ’ καὶ τεθησαύρισται “ ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε,
“ καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς
“ ἀγαπῶσιν αὐτόν. ἐν τούτῳ τῷ τῆς γνώσεως οὐρανῷ, καὶ ἡ
κιβωτὸς ὤφθη τῆς διαθήκης. τι δὲ δι’ αὐτῆς δηλοῦν ἐθελούσης 
τῆς ὀπτασίας ; τὸ ὅτι, ὥσπερ ἐν ἐκείνῳ καιρῷ εἴρηται Μωϋσῇ,
συμβολικὰ ταῦτα τὰ παραταττόμενα αὐτῷ, ἀλλ’ οὐκ ἐνεργείας
ἐχόμενα, “ ὄρα γάρ, φησι, “ ποιήσεις πάντα κατὰ τὸν τύπον
“ τὸν δειχθέντα σοι ἐν τῷ ὄρει,’’) οὕτω καὶ νῦν μὴ ἐπ’ αὐτῶν
ἐναπομένειν ταῦτα εἰσηγεῖται τῶν ὁρωμένων, καταλλήλως δὲ τῷ 
οὐρανίῳ ὕψει μετεωρίζων f τὴν γνῶσιν. καὶ ἐπειδὴ τῇ ὑποδείξει
Μωϋσῇ τῆς κιβωτοῦ τῆς διαθήκης, προτέλεια g αἱ ἀστραπαὶ
βρονταὶ κατὰ τὸ ὄρος ἐν ᾧ ταῦτα χρηματισθῆναι εὐδόκητο,
ἀθιγὲς h τοῖς ἀλόγοις καὶ θηριώδεσιν ἀπειργάζοντο, οὕτω καὶ
ἐνταῦθα τῆ ὑποδείξει τῆς κιβωτοῦ, καὶ τὰ καθήκοντα ταύτῃ 
τῆ ὀπτασίᾳ ἐπηκολούθει. 
 Καὶ ἐγένοντο ἀστραπαί. 
 Αὕτη ἐστὶν ἡ τρίτη οὐαὶ, ἥτις τοῖς ἁμαρτωλοῖς ἡτοιμάσθη,
ὥσπερ ἡ ἐποψία τῶν ὑποκειμένων ἀγαθῶν τοῖς ἁγίοις τέως
ἀδιαγνώστοις ἀνθρώποις, διὰ δὲ τῆς ἀνοίξεως τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ 
τοῦ ἐν τῷ οὐρανῷ, εἰς γνῶσιν ἀφικομένοις. περὶ ὧν καὶ ὁ Σωτῆρ’
ἐν τῷ δείπνῳ τῷ μυστικῷ φησι· “ ἀπαρτὶ οὐ μὴ πίω ἀπὸ τούτου
“ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ταύτης, ἕως ἂν αὐτὸ πίνω καινὸν
“ μεθ’ ὑμῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός μου. τότε γὰρ οἱ
καλῶς βιώσαντες i τῆς παλινξωΐας ἠξιωμένοι, τῶν ἀποκειμένων 
ἀγαθῶν τοῖς ὁσίοις] ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρὸς τεύξονται. 
 Καὶ σημεῖον μέγα ὤφθη ἐν τῷ οὐρανῷ. γυνὴ περιβεβλημένη
τὸν ἥλιον καὶ ἡ σελήνη ὑποκάτω τῶν ποδῶν
αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς στέφανοι ἀστέρων
 δώδεκα, καὶ ἐν γαστρὶ ἔχουσα, ἔκραζεν ὠδίνουσα; καὶ 
βασανιζομένη τεκεῖν. 
 k Γυνὴ τοσαύτης ἠξιωμένη δόξης ἔφθημεν εἰρηκότες ὡς οὐρανὸν
 

 
τὰ ὑπερφερῆ τῆς θνητῆς φύσεως νοήματα κατονομάζει· τὸ γὰρ
τοῖς δεικνυμένοις ἐπιβάλλειν τὴν γνῶσιν ἐπιτευκτικῶς, καὶ οἴεσθαι
τοῦτο ἀμαθῶς διατείνεσθαι, θρασείας καὶ αὐθάδους φρενός· τὸ δὲ
ὰνεπερείστως k καὶ ὃ λαβεῖν κατηξίωται συμμέτρως τῇ ἑαυτοῦ
καθάρσει, τοῦτο γνωρίζειν τοῖς ἄλλοις, ἐπιεικοῦς ἀνδρὸς καὶ 
μετρίου. διόπερ ἐκεῖνα προθέντες ἃ παρὰ τῶν πρὸ ἡμῶν ἔγνωμεν
περὶ τῶν προκειμένων, τὰ πρὸς ἀποδοχὴν ὁποτέρου τῇ
γνώμῃ του αἱρουμένου ἔωμεν· τὴν τοίνυν ταύτην τὴν γυναῖκα
οἱ μὲν εἰς τὴν τοῦ Κυρίου μητέρα ὑπέλαβον τὴν ὀπτασίαν
ἀναφέρουσαν δεῖξαι τὰ κατὰ τὸν Ἀντίχριστον πρὸ βραχέως 
διεξελθὼν, ἐπειδὴ τοῦ ἐπιστῆναι τοῦτον καὶ ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ
προχειρισθῆναι οἱ λόγοι εἴρηνται, σπουδῇ τοῦ Σατανᾶ πείθειν
ἐξ ἀπάτης l βουλομένου τοὺς ἤδη προσνεμηθέντας Χριστῷ, καὶ
ἐξ ὑποστροφῆς πρὸς αὐτὸν αὐτομολῆσαι· ὃς καὶ m τοῖς ἀπ’ ἀρχῆς
τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου κακούργως ἐπιβαλὼν ἐξ ὁμοιώσεως 
τούτων τὴν ἀπάτην· προέθετο n ἐνστήσασθαι, καὶ μάλιστα
Εβραίοις o τὰς περὶ Χριστοῦ προφητείας ἐκείνῳ μᾶλλον προσοικειοῦσιν
ἣ τῷ p Χριστῷ. ταύτῃ τοι ἡ θεωρία τὴν ἀπάτην διορθουμένη,
τὴν τοῦ Κυρίου δι’ ἡμᾶς προβάλλεται οἰκονομίαν, ὡς ἤδη
τελεσθεῖσαν, καὶ μὴ ἃν ἄλλην αὐτῇ ἐνάμιλλον ἔσεσθαι δυναμένην. 
διὸ περὶ μὲν τῆς μητρὸς, ἅτε καθαρᾶς καὶ τῶν γηίνων ἀπηλλαγμένης,
ἐν οὐρανῷ ταύτην γράφει, καὶ οὐκ ἐν γῇ, ὡς ἰσάγγελον.
ἄλλα καίπερ οὕτω τῇ καθαρότητι ὑπερανέχουσα, τοῦ αὐτοῦ ἡμῖν
μετεῖχεν φυράματος· τι γάρ φησιν ὁ Δαβὶδ περὶ τῆς συλλήψεως
τοῦ Κυρίου ; “ καταβήσεται ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον καὶ ὡσεὶ σταγὼν 
“ ἡ στάζουσα ἐπὶ τὴν γῆν. ” γῆν τὴν ἁγίαν καλοῦσα τοῦ Κυρίου
μητέρα, ὡς ὁμοούσιον ἡμῖν τοῖς γηίνοις· τὸ γὰρ ἀνόσιον Εὐτυχοῦς
δόγμα περὶ τῆς θεοτόκου, καὶ τῆς τοῦ Κυρίου σαρκώσεως, ἔξω ποῦ
θείων περιβόλων ῥιπτέσθω. τὸ δὲ περιβεβλῆσθαι αὐτὴν τὸν ἥλιον,
καὶ τὴν σελήνην ἔχειν ὑποπόδιον, ὁ Ἀββακοὺμ ἱκανὸς παραστῆσαι 
δι’ ὧν φησίν, “ ἐπήρθη ὁ ἥλιος, καὶ ἡ σελήνη ἔστη ἐν τῇ τάξει
“αὐτῆς,” αὐτῆς, ἥλιον λέγων τῆς δικαιοσύνης τὸν Σωτῆρα Χριστὸν,
 

 
τῷ εὐαγγελικῷ κηρύγματι ὑψωθέντα καὶ μετεωρισθέντα· τῆς δὲ
σελήνης, τουτέστι τῆς τῶν Ἰουδαίων συναγωγῆς οὐκ ἔτι προσθήκην
δεξαμένης. οὐ γὰρ ἔτι μετὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐπιφάνειαν
προσθήκην ἐκ τῶν ἐθνῶν ἔλαβε διὰ προσηλύτων. μᾶλλον μὲν οὖν
καὶ ὠλίγωται Χριστιανοῖς προσχωρούντων Ἰουδαίων. ἀλλὰ καὶ 
τὸ περιβεβλῆσθαι τὸν ἥλιον, τὸ ἐσκεπάσθαι τὴν ἁγίαν παρθένον
τῷ ἡλίῳ τῷ νοητῷ, ἤτοι τῷ Χριστῷ, δυνάμεθα ὑπολαβεῖν, καὶ
τὴν σελήνην, τὴν κατὰ νόμον λατρείαν καὶ πολιτείαν· ἅτε ὑποβιβασθεῖσαν
καὶ παρὰ πολὺ μείονα ἑαυτῆς γενομένην τῷ εὐαγγελικῷ
κινηθεῖσαν πυρσεύματι r. ἄλλως τε καὶ ὅτι ὁ νόμος καὶ τὰ 
νομικὰ προστάγματα ὑπὸ Χριστοῦ τοῦ Ἠλίου φωταγωγεῖται, ὡς
καὶ ἡ σελήνη ὑπὸ τοῦ ἡλίου τοῦ αἰσθητοῦ. ἴσως s δὲ πρὸς τὸ
δηλούμενον ἀκολουθότερον ἦν εἰπεῖν, τῷ ἡλίῳ μὴ περιβεβλῆσθαι
τὴν γυναῖκα, περιβεβληκέναι δὲ τὸν ἐν γαστρὶ ἐχόμενον ἥλιον.
ἀλλ’ ἵνα δείξῃ ἐν τῇ ὀπτασίᾳ ὅτι καὶ κυοφορούμενος ὁ Κύριος, 
καὶ τῆς οἰκείας μητρὸς καὶ πάσης τῆς κτίσεως ὑπερεῖχε, σκέπῃ
αὐτὸν ἔφη περιβεβληκέναι τὴν μητέρα. t συνῳδεῖ τούτῳ καὶ τὸ ὑπὸ
τοῦ Γαβριὴλ τῇ παρθένῳ ῥηθέν, “ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει
τὸ σκέπην γὰρ περιβεβληκέναι ταὐτὸν ὑπάρχει τῷ ἐπισκιάζειν. 
 Ἕτεροι πάλιν, ὧν καὶ Μεθόδιος ὁ ἅγιος ὁ Πατάρων, εἰς τὴν 
ἁγίαν Ἐκκλησίαν ἁρμόζει τὸ ὅραμα, ἀσύμβατα τῆς δεσποτικῆς
γεννήσεως νομίσας ταῦτα, διὰ τὸ ἤδη πρὸ πολλοῦ τετέχθαι τὸν
Κύριον. ἡ Ἐκκλησία τοίνυν τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης περιβέβληται
καὶ τὸ νομικὸν φῶς τῆς νυκτοφαοῦς σελήνης. ταύτῃ
γὰρ ὁ νόμος ἀπείκασται, ὡς ὑπὸ σκότῳ τῆς θεοσεβείας τὴν 
περίγειον πᾶσαν κατέχοντι, ἀμυδρὰν αὐγὴν, λάμψιν λέγω θεογνωσίσς,
παρασχούσῃ· καὶ δή γε καὶ ὡς ἀλλοιουμένη κοσμικῇ ζωῇ
ὑπὸ τοὺς πόδας τῆς Ἐκκλησίας λέλογχε. ἄστρασί τε ὁ ἐπὶ τῆς
κεφαλῆς αὐτῆς στέφανος δώδεκα κεκόσμηται, ἀριδήλως τοῖς
Ἀποστόλοις ἡ Χριστοῦ Ἐκκλησία. ἀλλά γε δὴ ὁ αὐτός φησι 
Μεθόδιος καὶ ὡς τῆς σελήνης ἠρτημένης τῆς ὑγρᾶς οὐσίας, ἥτις
τροπικῶς καλεῖται θαλάσσᾳ, τὸ ἅγιον βάπτισμα δηλοῦν· ὀλέθριον
μὲν δαίμοσι, σωτήριον δὲ ἀνθρώποις εὐγνώμοσι. τὴν Ἐκκλησίαν
 

 
οὖν φησὶν ἡγητέον τὴν γυναῖκα, οὐ τὴν ἁγίαν παρθένον γεννῶσαν
τὸν Χριστόν. γάλα γὰρ τοῦτο τετέλεστο τὸ μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως.
ὁ δὲ Ἰωάννης τῶν μελλόντων οὐ τῶν ἤδη γεγεννημένων
τὴν γνῶσιν ἀποκαλύπτεται. ἡ τοίνυν Ἐκκλγσία, ἤγουν ἡ νέα Σιῶν,
ὠδίνει, κατὰ Παῦλον τὸν θεῖον εἰπεῖν, καὶ στενάζει γεννῶσα τοὺς 
ἀπολυτρουμένους, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν αὐτοῖς. δέδοικε δὲ
τὸν δράκοντα. ἐστ’ ἃν ἐκφύγῃ τὰς μηχανὰς αὐτοῦ, καὶ τέκῃ κατ’
ἄνδρα ἕκαστον τὸν Χριστὸν, νοητῶς ἐμμορφωθέντα ἐν ἑκάστῳ· διὸ
καὶ σπαργᾷ καὶ ὠδίνει ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ἡμῖν γεννηθεὶς,
ὥστε ἕκαστος τὸ μετέχειν Χριστοῦ γεννᾶται. 
 Καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς στέφανοι. 
 s Τὸ ὑποκάτω τῶν ποδῶν κατὰ τοὺς τὴν γυναῖκα τὴν ἐν τῷ
οὐρανῷ εἰς τὴν θεομήτορα ἐξειληφότας εἴρηται· περὶ δὲ τοῦ ἐπὶ τῆς
κεφαλῆς στεφάνου τοῦτό φασιν, ὡς στεφανοῦται ἡ παρθένος
Μαρία τοῖς ιβ Ἀποστόλοις Χριστὸν κηρύσσουσιν· ὁποῖον γὰρ τὸ 
κλέος Χριστοῦ κηρυσσομένου τῆς τοῦτον τεκούσης ἀναφαίνεται· τὸ
δὲ τὴν ἐν γαστρὶ ἔχουσαν καὶ ὠδίνουσαν κράζειν βασανιζομένην τῷ
τόκῳ ὁ Ἀμώς, φησιν, Ἡσαΐας ἀπολύσασθαι, δι’ ὧν φάσκει “ πρὶν
“ τὴν ὠδίνουσαν τεκεῖν, καὶ πρὶν ἐλθεῖν τὸν πόνον τῶν ὠδίνων
“ ἐξέφυγε, καὶ ἔτεκεν ἄρσεν·’ καὶ Γρηγόριος δὲ ὁ Νύσης ἐν λόγῳ 
ιγ τῆς εἰς τὰ ἄσματα ἑρμηνείας, περὶ τοῦ Κυρίου φησι, “
“ ἀσυνδύαστος μὲν ἡ κυοφορία, ἀμόλυντος δὲ ἡ λοχεία, ἀνώδυνος
“ καὶ ἀῳδός.’’ Ἐπεὶ δὲ ἡ μὲν Ἀποκάλυψις κράζειν τὴν ὠδίνουσαν,
καὶ βασανίζεσθαι ἐπὶ τῷ τόκῳ παριστᾷ· ὁ δὲ προφήτης καὶ
ὁ θεῖος πατὴρ οὐδὲν τοιοῦτόν φασιν, ἐκεῖνο ἐρῶμεν ὡς ἀμφότερα 
συνέβη τῇ παρθένῳ. καὶ γὰρ ἔκραζε καὶ ἐν ἀθυμίᾳ ἦν, τὸν
μνηστῆρα ὑπονοοῦσα μοιχείας αὐτὴν ἐγκλήματι ὑπόδικον καταστήσειν t,
ὃ καὶ τὸ Εὐαγγέλιόν φησι διὰ τοῦ λάθρα ἀπολύσαι
αὐτὴν βουλεύεσθαι. ἐπεὶ δὲ Ἀγγέλῳ θείῳ τῆς ὑπονοίας ταύτης
ἀπηλλάγη, ἐκ Πνεύματος Ἄγ’ ἴου τὴν κυοφορίαν u εἶναι ἐμπεδοῦντος, 
τότε καὶ αὐτὴ ἐξέφυγε πᾶσαν τὴν ὀδυνοῦσαν x αὐτὴν πραγματείαν.
εἰ δὲ μηδὲν τοιοῦτον περὶ τῆς παρθένου τὸ Εὐαγγέλιον
ὑποφαίνει, οἷον ὅτι ἠγωνία διὰ τὴν κυοφορίαν, οὐδὲν πρᾶγμα. οὕτω
 

 
γὰρ καὶ Μωσέα ἐρεῖς ψευδῶς περὶ ἑαυτοῦ ἱστορῆσαι, ὁπηνίκα
ὁρῶν ἑαυτὸν ὑπὸ τῶν Αἰγυπτίων ἐπὶ τῆς Ἐρυθρᾶς
θαλάσσης καὶ κρυφίαις ἐντυχίαις σιγῇ καρτερῶν, ἤκουεν πρὸς
τοῦ Θεοῦ “ τι βοᾷς πρός με ” 
 Καὶ ὤφθη ἄλλο σημεῖον ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ ἰδοὺ 
δράκων πυρρὸς μέγας, ἔχων κεφαλὰς ἑπτὰ καὶ κέρατα
 δέκα, καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτοῦ, ἑπτὰ διαδήματα, καὶ
ἡ οὐρὰ αὐτοῦ σύρει τὸ τρίτον τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ,
καὶ ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν. 
 Δράκοντα τὸν Σατανᾶν καλεῖ, διὰ τὸ σκολιόν· οὕτως γὰρ αὐτὸν 
καὶ ὁ Ἡσαΐας καλεῖ “τὸν δράκοντα λέγων “τὸν ὄφιν τὸν σκόλιον.
πυρρὸν ’δε δία τὸ αιμοβορον y καὶ ὀργίλον. ἣ δία τὸ πυρῶδες τῆς
ἀγγελικῆς οὐσίας· οὐ γὰρ τῆς οὐσίας ἠλλοίωται τῆς ἀγγελιωτίδος,
ἀλλὰ τῆς προαιρέσεως, δι’ ἣν καὶ ἐκπέπτωκεν. οὐρανὸν δὲ
ἐνταῦθα, ὃς τὸν ἀέρα φάσκει, οὐ κατὰ σκοπὸν βάλλει· πῶς γὰρ ἐκπέπτωκεν 
τούτου ὁ τὴν ἐξουσίαν, κατὰ Παῦλον εἰπεῖν, ἔχων ἐν αὐτῷ,
“ κατὰ τὸν ἄρχοντα,” λέγοντα, “ τοῦ σκότους τοῦ ἀέρος τούτου ;
κεφαλὰς δὲ αὐτοῦ, τὰς πονηροτέρας αὐτοῦ δυνάμεις καὶ ταῖς
πνευματικαῖς ἐνεργείαις ἀντιθέτους. ἣ τὰ κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον τῇ
σεσαρωμένῃ ἐνοικιζόμενα οἰκίᾳ. ἣ τὰς ἑπτὰ κακίας, ἃς ὁ Σολομῶν 
ἐν καρδίᾳ εἶναί φησι τοῦ ἐχθροῦ. 
 x Ἀκολούθως τοῖς ἀρχῇ εἰρημένοις ἡ ὀπτασία καὶ νῦν τὰ
κατὰ τὸν Ἀντίχριστον τελεώτερον διηγήσασθαι βουλομένη. ἀρχὴν
τοιγὰρ καὶ τὴν τοῦ Κυρίου σύλληψίν τε καὶ γέννησιν, ὡς
ἀντιζήλως ταύτης καὶ τοῦ κοινοῦ τῶν πάντων ἡμῶν ἐχθροῦ 
Σατανᾶ τὸν Ἀντίχριστον προβαλλομένου, κλέψει τῇ ὁμοιότητί
τινας τῶν νοθεστέρων καὶ ῥᾳθυμότερον τῶν περὶ Χριστοῦ προφητικῶν
ἐπακούοντας. τὰ κατὰ Ἀντίχριστον τοίνυν τῆς ὀπτασίας
παραθεῖναι ἀφορμημένης ὡς τοῦ Κυρίου γεννήσεως· ἄλλην
ἀρχὴν πρεσβυτέραν ἐκτίθησιν τὴν κατὰ τὸν Σατανᾶν τῆς ἐκ τοῦ 
οὐρανοῦ καταπτώσεως, ἣν καὶ ἐν τῇ ἑξῆς ὀπτασίᾳ τρανότερον προθῆται.
νῦν γοῦν ἐκεῖνο συνιστᾶν βουλομένη, ὡς ὁ ἀντίζηλος τῇ τοῦ
 

 
ἀληθινοῦ Χριστοῦ προβησόμενος ἐνανθρωπήσει· ἀεὶ καὶ ἀρχῆθεν
τοῖς ὑπὲρ ἑαυτὸν * * * λμίσας, καὶ οὗπερ εἶχεν ἐκπέπτωκεν αὐτῇ
φάλαγγι καὶ συμμορίᾳ· καὶ δὴ καὶ τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου τὰ
δι’ ἔθους τολμήσας τῇ γεννήσει διὰ τοῦ Ἡρώδου· τῇ λοιπῇ οἰκονομίᾳ
διὰ τῶν Φαρισαίων * * ἑξῆς προκισομένων. ὡς οὖν ἐπ’ ἐκείνοις 
τὸ μετὰ αἰσχύνης ἧττον, οὕτως κἂν τοῖς ἐν τῇ Ἀντιχρίστου
παρουσίᾳ πολλὰ τεχνιτεύσας ἀπατηλὰ ὅμως τῷ αἰωνίῳ πυρὶ
πανστρατίᾳ δοθείη· τούτων τῇ προεκθέσει τῆς ὀπτασίας ἡμᾶς
κατηαφαλμένης, ἀναπολογήτους, πεποίηκε τοὺς μετὰ τὴν προφώνησιν
ἁλωσομένους. ταῦτα κατὰ σύνοψιν τεθεωρηκότες χωρῶμεν 
ἤδη πλατύτερον καὶ τοῖς κατὰ μέρος. 
 Καὶ κέρατα δέκα. 
 Τὸ κέρας, δυνάμεως καὶ δόξης σημαντικόν ἐστιν. δυνάμεως ἐν
τῷ Δαβὶδ, “ καὶ πάντα τῶν ἁμαρτωλῶν συνθλάσω, καὶ ὑψωθή-
“ σεται τὸ κέρας τοῦ δικαίον.” δόξης δὲ, δι’ ὧν φησιν Ἄννα, 
“ ὑψώθη κέρας μου ἐν Θεῷ μου . ” δέκα δὲ τὰ κέρατα, ἣ τὰ ἀντιδιαστελλόμενα
τῖς δέκα ἐντολαῖς τοῦ νόμου πλημμελήματα καὶ
τὰ τελειωτικὰ τῆς Σατανικῆς ἀποστασίας ἐγχειρήματα, ὁ γὰρ
δέκα ἀριθμὸς ἐκ μονάδος πρῶτος τέλειος ἀριθμὸς καὶ γεννητικὸς
τελειότητος. ἢ τὰς διαιρέσεις τῆς βασιλείας κόσμον φερούσας 
αὐτῷ, ὡς ταῖς διχοστασίαις χαίροντι. ἑπτὰ δὲ διαδήματα τὰ ἐπὶ
τὰς κεφαλὰς αὐτοῦ, ἰσάριθμα ταῖς κεφαλαῖς, διότι οἱ ἐν ταῖς
δαιμονικαῖς ἐνεργείαις νικῶντες, ἐκεῖθεν τοὺς στεφάνους καοίζονται,
ὅθεν πόνοις καὶ ἱδρῶσι τὴν νίκην ἤραντο. Περὶ τούτων καὶ ὁ
μέγας Μεθόδιος ἐπὶ λέξεως οὕτως φησι· “ ὁ δράκων ὁ μέγας ὁ 
“ πυρρὸς, ὁ ἑπτακέφαλος ὁ σύρων τὸ τρίτον τῶν ἀστέρων. ὃς ἕστη-
“ κεν ἐφεδρεύων, ἵνα τὸ τέκνον τῆς ὠδινούσης καταφάγῃ διάβολός
“ ἐστιν.’’ καὶ ἑξῆς “ ἀλλ’ ἀστοιχεῖ καὶ σφάλλεται τῆς ἄγρας,
“ ἄνω πρὸς ὕψος ἁρπαζομένων τῶν ἀναγεννωμένων.” 
 Καὶ ἡ οὐρὰ αὐτοῦ, σύρει τὸ τρίτον τῶν ἀστέρων. 
 Τρίτον μέρος τῶν ἀστέρων ἐκλήθησαν, οἱ περὶ ἕνα τοῦ b
ἀριθμοῦ τῆς τριάδος διεσφαλμένοι e, ὡς Ἄρειος καὶ Μακεδόνιος. ἡ
 

 
ἔρημος δὲ, εἰς ἣν ἐλθοῦσα τρέφεται ἡ Ἐκκλησία, ἡ κακῶν ἔρημος
καὶ στείρα φθορᾶς. τὸ δὲ τὴν οὐρὰν ἕλκειν τὸ τρίτον τῶν ἀστέρων,
καὶ οὕτω θεωρητέον. δύο τινὰ νομίζομεν δηλοῦσθαι διὰ τούτων. ἣ
τὴν προτέραν αὐτῷ ἐξ οὐρανοῦ πτῶσιν μετὰ τῶν συναποστατῶν
Ἀγγέλων διὰ τοῦ ἐσχάτου κινήματος τοῦ φθόνου. τοῦτο γὰρ ἡ 
οὐρά. πρῶτον γὰρ ἡ ἔπαρσις ἡ σύρασα ἐκεῖνον b πρὸς φθόνον
καὶ τούτους εἰς τὴν γῆν κατέρραξεν. ἢ τοῦ ἐχθροῦ μετὰ
τὴν θλάσιν αὐτοῦ τῆς κεφαλῆς ἣν ὑπὸ τῶν τοῦ Κυρίου ὑπέστη
μαθητῶν λαβόντων ὑπ’ αὐτοῦ “ ἐξουσίαν πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ
“ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τὴν κακὴν,’’ τὴν μετὰ τοῦτο 
οὐραίαν κίνησιν· ἤγουν τὴν ἐσχάτην, τοὺς ἀστηρίκτους κατενεγκοῦσαν
ἐκ τοῦ οὐρανίου φρονήματος, ἀστέρας τροπικῶς ὀνομασθέντας
διὰ τὴν ἐκ τοῦ βαπτίσματος λαμπρότητα. c οὔτω γὰρ καὶ Δανιὴλ
περὶ τοῦ Ἀντιόχου προεφήτευσεν εἰς τύπον ἐσόμενον τοῦ Ἀντι-
Ἀντιχριστου. 
 Καὶ ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν. 
 Συγκατέβαλε γὰρ ἑαυτῇ πλείστων Ἀγγέλων μοίραν συναποστατῆσαι
πείσασα ἀπὸ Θεοῦ, καὶ πεποίηκε χθονίους τοὺς οὐρανίους,
καὶ σκότος, τοὺς λαμπροὺς ὡς ἀστέρας. 
 Καὶ ὁ δράκων ἕστηκεν ἐνώπιον τῆς γυναικὸς τῆς 
μελλούσης τεκεῖν, ἵνα ὅταν τέκῃ, τὸ τέκνον αὐτῆς καταφάγῃ.
 καὶ ἔτεκεν υἱὸν ἄρρενα, ὃς μέλλει ποιμαίνειν
πάντα τὰ ἔθνη ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ. καὶ ἡρπάσθη τὸ τέκνον
αὐτῆς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸν θρόνον αὐτοῦ.
 καὶ ἡ γυνὴ ἔφυγεν εἰς τὴν ἔρημον, ὅπου ἔχει ἐκεῖ τόπον 
ἡτοιμασμένον ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἵνα ἐκεῖ ἐκτρέφωσιν
αὐτὴν ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα. 
 Τὸ δὲ ἑστηκέναι τὸν Δράκοντα ἐπιβούλως κατὰ τοῦ τόκου
εἰσκευαζόμενον, τοῦτο δηλοῖ ὅτι πολλὴν ἐπιμέλειαν πεποίηται τῷ
τεχθέντι ἐξαρτίσαι τὰ δυσχερῆ, καὶ τινὰ ταῦτα εἴρηται. 
 Καὶ ἡρπάσθη τὸ τέκνον αὐτῆς πρὸς τὸν Θεόν. 
 

 
 Ὁ μὲν ἰοβόλος δράκων ἐνήδρευσε καὶ παρέθηξεν d Ἡρώδην
ἀνελεῖν τὰ ἐν Βηθλεὲμ βρέφη, ὡς ἐν ἐκείνοις καὶ Χριστὸν ἀναιρήσων.
ρήσων. τὸ δὲ παιδίον Θεοῦ e προνοία, τοῦ Πατρὸς χρηματίσαντος τῷ
Ιωσὴφ, παραλαβόντα αὐτὸ καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ φεύγειν
Αἴγυπτον, διέφυγε τὴν ἐπιβουλὴν, ὡς μέλλοντος Ἡρώδου ζητεῖν 
τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. ἐπεὶ οὖν ταῦτα καὶ πατρικῇ προνοίᾳ διὰ
τοῦ χρηματισμοῦ τὸ παιδίον αἰσθητὴν σωτηρίαν εἰς ἁρπαγὴν
ἔταξε, πρὸς τὸν Θεὸν, λέγων, καὶ πρὸς τὸν θρόνον αὐτοῦ,
οἱονεὶ ἐκ τῆς θείας προνοίας καὶ δεσποτείας διακειμένης f τῆς
σωτηρίας τῷ παιδίῳ. τοῦτο γὰρ ὁ θρόνος βούλεται δηλοῦν. 
 Καὶ ἡ γυνὴ ἔφυγεν εἰς τὴν ἔρημον. 
 g Οἱ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν γυναῖκα μεταλαμβάνοντες, τὴν
ἁρπαγὴν τοῦ τέκνου πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸν θρόνον αὐτοῦ
διττῶς ἐξηγήσαντο, τήν τε ἐνθάδε τῶν δικαίων ἀπὸ τῶν πειρασμῶν
ὑπὸ Θεοῦ ἐξαίρεσιν, καθὸ καὶ ἡ ὑπόσχεσις τοῦ “ ἑξάκις ἐξ 
“ ἀναγκῶν ἐξελεῖται σε· καὶ ἡ τοῦ, “ οὐκ ἀφήσει ἡμᾶς ὑπὲρ ὃ
“ δυνάμεθα πειρασθῆναι· ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ τὴν ἔκ-
“ βασιν·’’ καὶ τὴν τελευταίαν ἐν τῆ ἀποκαταστάσει, ὅτε οἱ Θεῶ
φίλοι ἁρπαγήσονται ὑπὸ νεφελῶν εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς
ἀέρα, καὶ σὺν ταῖς ἀγγελικαῖς δυνάμεσι πρὸς τῷ θρόνῳ τοῦ Θεοῦ 
ἔσονται. Ἡ δὲ τῆς γυναικὸς φυγὴ εἰς τὴν ἔρημον, τὴν τῶν ἐκλεκτῶν
φυγὴν σημαίνει, ἣν ἐπὶ παρουσίας h τοῦ Ἀντιχρίστου ὑπὸ
τοῦ διαβόλου ἐνεργουμένης i, φεύξονται οἱ Κορυφαιότατοι τῆς
Ἐκκλησίας, ἐκ j τῶν πολιτικῶν θορύβων καὶ κοσμικῶν Φεύγοντες k
ἡδονῶν· φεύξονται δὲ ὅπου σύνηθες αὐτοῖς ἐν θλίψει ὑποχωρεῖν, κατὰ 
τὸ “ Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθημέν σου. ἡ μνήμη δὲ δι’ ἐγκρατείας.
“ πᾶς γάρ,’’ φησιν, ὁ Παῦλος “ ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρα-
“ τεύεται.” εἰς τὴν ἔρημον οὑν ὑποστέλλοντες ἑαυτοὺς οἱ
τῆς Ἐκκλησίας τηνικάδε πάσης ἡδονῆς καὶ κακίας, πάμφορον δὲ
πάσης ἀρετῆς καὶ θεοφιλίας 1, ἐκεῖ τὰς προσβολὰς τῶν δαιμόνων 
διαφεύξονται. εἰκὸς δὲ καὶ τὴν αἰσθητὴν ἔρημον διασώζειν τοὺς ἐν
ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς καὶ τὴν τοῦ ἀποστά-
 

 
του ἐπιβουλὴν ἑαυτοὺς, ὡς καὶ πρότερον τοὺς Χριστοῦ μάρτυρας.
ἐπὶ ἔτη δὲ τρία ἥμισυ, τοῦτο γὰρ αἱ χίλιαι διακόσιαι ἑξήκοντα
ἡμέραι χρονικὸν συντελοῦσι διάστημα, m ἡ ἀποστασία, καθ’ ἣν οἱ
ἐναθλοῦντες καρτερικῶς ἕξουσι τὸν ἀναρρήσεως στέφανον, παρὰ τοῦ
εἰδότος ἀξίως τῶν πόνων παρέχειν τὰς ἀμοιβὰς ἀγωνοθέτου ἀγαθοῦ 
Θεοῦ. 
 Ἡ γυνὴ ἔφυγε σὺν τῷ παιδίῳ. καὶ ἡ μητὴρ διέδρα εἰς ἔρη-
μον τὴν πάσης θεοφιλοῦς ἔρημον ἐργασίας· ἐκεῖ γὰρ ἠφόριστο
τόπος αὐτῇ ὑπὸ Θεοῦ ἐκτρέφεσθαι ἡμέρας χιλίας σξ τὸν χρόνον
τῆς Ἡρώδου ζωῆς, ὡς καὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον ἀναγράφει. 
 Ὁ τὴν γυναῖκα παραγραφόμενος, μὴ πρὸς τὴν τοῦ Κυρίου
μητέρα καὶ τὴν κατ’ αὐτὸν οἰκονομίαν ἔκληψιν ἔχειν ὀρθῶς, ἀλλὰ
πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, τῷ πάλαι ταῦτα γενέσθαι· τῶν δὲ ἐσομένων
τὴν Ἀποκάλυψιν παρέχειν, οὐ τῶν γεγενημένων, πῶς αὐτὸς ὥσπερ
ἐπιλαθόμενος τὸ κατὰ τὸν διάβολον ἐξαρχῆς πτῶμα προφέρεις ;

ΚΕΦ. ΛΔ. 

 Περὶ τοῦ γενομένου πολέμου μεταξὺ τῶν ἁγίων ἀγγέλων, καὶ τῶν πονηρῶν
δυνάμεων, καὶ τῆς καταπτώσεως τοῦ δράκοντος. 
 Καὶ ἐγένετο πόλεμος ἐν τῷ οὐρανῷ. ὁ Μιχαὴλ καὶ
οἷ’ Ἄγγελοι αὐτοῦ ἐπολέμησαν μετὰ τοῦ δράκοντος, καὶ 
 ὁ δράκων ἐπολέμησε καὶ οἱ Ἄγγελοι αὐτοῦ, καὶ οὐκ
 ἴχυσαν, οὐδὲ τόπος εὑρέθη αὐτῶν ἔτι ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ
ἐβλήθη ὁ δράκων ὁ μέγας, ὁ ὄφις ὁ ἀρχαῖος, ὁ καλούμενος
διάβολος καὶ Σατανᾶς, ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην
ὅλην, ἐβλήθη εἰς τὴν γῆν. καὶ οἱ Ἄγγελοι αὐτοῦ μετ’ 
αὐτοῦ ἐβλήθησαν. 
 n Ὥσπερ κατ’ ἐπανάβασιν ἀεὶ τῆς εἰρημένης ἀρχῆς ἀρχὴν πρεσβυτέραν
ἐπινοεῖ ὁ χρηματίζων, ἧς ἐν μέρει καὶ πρόσθεν ἐπεμνήσθη
τὰ κατὰ τὸν Ἀντίχριστον ἡμῖν διεξιών. ἀρχὴ γὰρ πρώτη τῶν κατ’.
αὐτὸν, ἡ ἐξ οὐρανοῦ αὐτοῦ πτῶσις· διὸ καὶ ὁ Κύριός Φησι, 
“ ἐθεώρουν τὸν Σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα.
 

 
τί τοῦτο λέγων ; τὸ πρὸ πολλοῦ ἔναγχος καὶ καθ’ ἑαυτὸν γενέσθαι,
οὐχ οὕτως νοεῖν χρὴ, ἀλλ’ ἐπεὶ ὁ συνουσιωμένος τῷ κατ’ ἄνδρα
Θεοῦ Λόγος καὶ Θεὸς καὶ πρὸς μίαν ὑπόστασιν τοῦ Ἰησοῦ
Χριστοῦ συντελῶν κατὰ τὴν θείαν φύσιν, ἀνεκφοιτήτως συνῆν τῷ
Θεῷ καὶ Πατρὶ καὶ ἀιδίως, ταύτῃ καὶ τὴν τοῦ διαβόλου πτῶσιν 
ἐθεᾶτο. εἰ δὲ μὴ ὅτι τῷ παρωχημένῳ διαστήματι τοῦ ῥήματος
ἐχρήσατο, ἐθεώρησα, εἰπὼν, ἀλλ’ “ ἐθεώρουν,” ἀμαθῶς τις ἐπηρεάζειν
τῷ ῥητῷ βούλεται, ἵστω ὁ τοιοῦτος ὅτι τὰ θεῖα ἅτε ἀεὶ ὄντα
ἐνεργεῖ, διαφοραῖς χρονικαῖς οὐκ ὑποκεῖται, ἵνα μὴ παλαιότητι
λανθάνῃ πρὸς ἀνυπαρξίαν χωροῦντα, κατὰ τὸ “ πᾶν τὸ παλαιούμενον 
καὶ γηράσκον ἐγγὺς ἀφανισμοῦ σοφὸν λόγιον. τῶν θείων
τοίνυν ἀεὶ ἐνεργῶν ὄντων καὶ τὸ ἐνεστὼς ἀδιαλείπτως καταπλουτούντων,
εἰκότως καὶ ὁ Κύριος τὸ ἐθεώρουν ἔφη, οὐ τὸ έθεώρησα·
ὁ τότε γὰρ παρὼν θεϊκῶς καὶ νῦν οἰκονομικῶς εἰς μίαν
ὑπόστασιν συντελῶν ἀδιάσπαστον, καὶ τὰ θεῖα διὰ τὴν ἄκραν 
ἕνωσιν καὶ σώματι ἀνθρωπίνῳ αὐτοῦ οἰκειοῖ· διὸ καὶ τὸ “ ἐθεώρουν’’
ἀνυποστόλως καὶ τῷ ἀνθρωπίνῳ προσνέμει. διόπερ ἔπει φησι,
ἐνεργὴς ἡ τοῦ Σατανᾶ τῶν οὐρανίων ἀποριφὴ, δίδωμι ὑμῖν τὴν
ἐξουσίαν κατὰ τῶν πάλαι κειμένων ἀπραγματεύτως σὺν θάρρει
πατεῖν. 
 ο Ὁ πόλεμος δὲ ὃν πόλεμόν φησιν ἡ γραφὴ διὰ τὸ τὸν Σατανᾶν
τραχηλιάσαι κατὰ τοῦ Θεοῦ, τουτέστι διὰ τὸ σκληρὸν αὐτῷ καὶ
ἀγέρωχον ἀντανατεῖναι τράχηλον, καὶ πρὸς ἀποστασίαν ὁρμῆσαι·
μακροθύμως δὲ τοῦ Θεοῦ τὴν τόλμαν αὐτοῦ φέροντος, ὁ Ἀρχάγγεολς
Γαβριὴλ ὑποβάσει τῆς θείας καὶ μακαρίας φύσεως, αὐτὴ 
γὰρ κατὰ τὸ λόγιον οὔτε πράγματα ἔχει, οὔτε ἑτέροις παρέχει·
τῷ γὰρ ἀνάρχῳ καὶ ἐξ οὐδενὸς ἔχοντι τὸ εἶναι ὁ τῆς ἐξ οὐκ ὄντων
οὐσίας, καὶ τούτῳ p μόνῳ τὸ ἀλλοιοῦσθαι κληρωσαμένης ὅτι ἐξ οὐκ
ὄντος· διὸ καὶ ὡς ἐξ ἑτέρου εἰς ἕτερον προελθὸν καὶ τὴν ἀλλοίωσιν
ἐπιδέχεται τῆς θείας οὐσίας ὡς ὑπερουσίου, καὶ οὐκ ἐχούσης 
ἀρχὴν οὐδὲ τροπήν· ἡ δὲ ἀλλοίωσιν παρ’ ἑαυτῇ ἐμφαινούσης· τι
γὰρ τῷ ἀεὶ ὄντι εἰς ἑτεροίωσιν ἐνθεωρηθείη ; διάτοι τοῦτο τοιγαροῦν
οὑν τοῦ θείου τῇ ἀτρεπτότητι αὐτοῦ κεχρημένου, ἡ μετ’ ἐκεῖνο τῶ
ἐξ οὐκ ὄντων ὑποστῆναι καὶ ἀλλοιοῦσθαι ἀνευρηκυῖα ἧς κατάρχων
Μιχαὴλ παρὰ τῆς παλαιᾶς γραφῆς γνωρίζεται, σὺν τῇ ὑπ’ αὐτὸν 
 

 
νοερᾷ στρατιᾷ τῷ στασιώδει Σατανᾷ καὶ τῇ μετ’ αὐτοῦ δαιμονικῇ
τάξει πολεμικῶς συμβαλὼν, τὸ κράτος κατ’ αὐτοῦ ἤρατο, καὶ τοῦ
οὐρανίου αὐτὸν ἐνδιαιτήματος ἐξέωσε, τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ μὴ
εὑρεθῆναι τόπον αὐτῷ ἔτι ἐν τῷ οὐρανῷ· καὶ ἐβλήθη κάτω εἰς γῆν.
ἣ αἰσθητῶς τοῦτο παθὼν, ἣ ὅτι τοῦ ἀγγελικοῦ καὶ οὐρανίου ἀποστερηθεὶς 
ἀξιώματος, εἰς γηϊνὸν κατερίφη φρόνημα· εἶτα ὥσπερ
ἀμυνόμενος τὸν Θεὸν διὰ τὴν πτῶσιν, ἐπεὶ μὴ αὐτὸν ἀνταμύνασθαι
οἷός τε ἐστι, τοὺς αὐτοῦ δούλους τοὺς ἀνθρώπους πειρᾷ· ταύτῃ τὸν
δεσπότην αὐτῶν οἰόμενος ἀδικεῖν. 
 Ὁ ἐν τῷ οὐρανῷ πόλεμος, διὰ τὴν πρώτην ἀλαζονείαν καὶ τὸν 
κατὰ τοῦ Ἀδὰμ φθόνον συνέστη. p οὐκ αὐτοῦ Θεοῦ παραταξαμένου.
τὸ γὰρ ὑπερανεστηκέναι πᾶσαν γεννητὴν καὶ ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ
εἶναι προβᾶσαν ὑπ’ αὐτοῦ φύσιν. διὸ καὶ τὸ ἀλλοιωτὸν αὐτῇ διηνεκῶς
νεκῶς πρόσεστιν. αὐτὸς ἡ μακαρία τῷ ὄντι εἰ παντὸς οὔτινος οὐν
ἀπροσδεὴς ὡς ἵνα τολμηρῶς ἐρεῖν αὐθέδραστος φύσις, διὸ καὶ τοῦ 
πόθε * * ποῖα ἀπαράδεκτος. τῆς μετ’ ἐκείνην οὖν ἀγγελιωτίδος
οὐσίας, ἧς Μιχαὴλ κατάρχειν ὁ θεῖος τέτακται, τὸν πόλεμον ἐπανελομένου,
νελομένου, καὶ πάλαι μὲν καὶ κατ’ ἀρχὰς, τελεώτερον δὲ κατὰ τὸ
Χριστοῦ πάθος· διό φησιν αὐτὸς “ νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου
“ κέκριται” ἀντὶ τοῦ τέλεον κατακέκριται· ἄρχειν δὲ καὶ τοῦ 
ἀέρος τοῦ κόσμου καὶ Παῦλος ὁ θεῖός φησι τὸν διάβολον. τοῦ
ἀρχιστρατήγου τοίνυν Μιχαὴλ μὴ φέροντος τὴν τοῦ διαβόλου
ἀλαζονείαν, καὶ πολεμικῷ κράτει τῆς οἰκείας ἐνδιατριβῆς ἀπορρίψαντος
ἐκεῖνον πάλαι, καθώς φησιν ’Iεζεκιὴλ, ὑπὸ τοῦ Χερουβὶμ
ἐκβεβλῆσθαι αὐτὸν ἐκ μέσου λίθων πυρίνων, τῶν ἀγγελικῶν λέγων 
τάξεων. διὰ τὸ εὑρεθῆναι ἐν αὐτῷ τὰ ἀδικήματα, αὖθις ἐν τῇ τοῦ
Χρίστου παρουσίᾳ, ὡς εἴρηται, ὑπὸ τῶν διακονουμένων αὐτῷ τῷ
Κυρίῳ Ἀγγέλων, μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ πειρασμῶν τοῦ διαβόλου, ὡς
ἠτιμωμένον δοῦλον ἀποπεμψαμένων αὐτὸν, ἐκπέπτωκε τελεώτερον. 
 q Τοῦτο καὶ πατέρων παράδοσις καὶ Παπίου διαδόχου τοῦ Εὐαγγελίστου 
Ἰωάννου, οὗ καὶ ἡ προκειμένη ἀποκάλυψις, διαβεβαιοῖ·
Παπίας δὲ καὶ ἐπ’ αὐτῆς λέξεως οὕτως φησι περὶ τοῦ πολέμου,
ὅτι “ εἰς οὐδὲν συνέβη τελευτῆσαι τὴν τάξιν αὐτῶν’’ οἱονεὶ τὴν
πολεμικὴν ἐγχείρησιν· “ ἐβλήθη γὰρ ὁ δράκων, ὁ μέγας, ὁ ὄφις ὁ
 

 
“ ἀρχαῖος καὶ ὁ Σατανᾶς καὶ διάβολος καλούμενος, καὶ ἐβλήθη
“ εἰς τὴν γῆν, αὐτὸς καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ.’’ διώνυμος δέ ἐστι·
Σατανᾶς γὰρ καὶ διάβολος καλεῖται. τινὲς δὲ ταύτην τὴν ἔκπτωσιν
τοῦ διαβόλου μετὰ τὸ βάπτισμα καὶ τὸν πειρασμὸν τοῦ
Χριστοῦ γεγονέναι λέγουσι, καὶ μετὰ τὸ εἰρηκέναι αὐτῷ τὸν 
Χριστὸν, “ ὕπαγε Σατανᾶ.’’ καὶ σφόδρα τοῦτο τοῖς περὶ τῆς Θεοτόκον
κου εἰρημένοις ἁρμόζειν δοκεῖ. διώνυμος δὲ καλεῖται· Σατανᾶς
μὲν, ὡς ἀντικείμενος τῶ δεσπότη m, διάβολος δὲ, ὡς διαβάλλων
Θεὸν ἀνθρώποις, ὡς τῷ Ἀδὰμ, καὶ τὰς ἀρετὰς καὶ τοὺς τῶν ἀρετῶν
ἐργάτας. 
 n Ἰστέον δὲ ὅτι οὐ τοπικὴ μετὰ τὴν σταύρωσιν τοῦ Κυρίου ἡ τοῦ
διαβόλου γέγονε κατάπτωσις, ὡς ἔστον o καὶ αὐτοῦ τῷ θείῳ Ἀντωνίῳ
ὁμολογεῖ, “ τοῦ ἐχθροῦ, φάσκων, “ αἱ ῥομφαίαι ἐξέλιπον εἰς
“ τέλος.” ἔκπτωσις γὰρ αὐτοῦ ἡ τῶν πονηρῶν αὐτῶν
ἀθέτησις μετὰ τοῦ τῆς οὐρανίου ἀρχῆς τῆς ἀποβολῆς, ὡς εἴρηται 
τελεώτερον. εἴρηται δὲ καὶ Ἰουστίνῳ τῷ ἁγίῳ μάρτυρι μετὰ τὴν
Χριστοῦ παρουσίαν καὶ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἐν γεέννῃ ἀπόφασιν,
βλάσφημον μάλιστα γενέσθαι τὸν διάβολον, καίπερ μὴ πρότερον
οὕτως ἀναιδῶς τὸν Θεὸν βλασφημήσαντα. διὸ καὶ εὐθυβόλως
περὶ αὐτοῦ εἰρῆσθαι τὸ “ πέπηγεν ἡ καρδία αὐτοῦ ὡς λίθος” διὰ τὸ 
τῆς πονηρίας ἀνένδοτον. εἰ δὲ ἡ προσδοκία τῆς κολάσεως πονηρότερον
αὐτὸν ἀπειργάσατο, πῶς ἃν κολαζόμενος ἣ αὐτὸς ἣ ἐργάτης
τῶν αὐτοῦ κακιῶν διὰ τῆς ἐν τῇ γεέννῃ πυρώσεως τὸν ῥύπον τῆς
ἁμαρτίας ἐκπλυθήσονται ; οὐ μὴ γενομένου, πῶς πέρας ἕξουσι τῆς
κολάσεως κατὰ τοὺς ματαιόφρονας, οἳ καὶ μὴ διὰ μηδὲν ἄλλο, 
διαγοῦν τὸ ἀμεταμέλητα εἶναι τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ ὧν ἓν καὶ
ἡ μνήμῃ τῇ ἀνθρωπίνῃ δευσοποιῶς καὶ εἰς ἀνέκπλυτον μονιμότητα
ἐμμολυνθεῖσα ψυχὴ, πῶς ἃν ἐνδελεχῶς αὐτῇ ἐγκειμένη καὶ τῆς
ἐκπτώσεως παριστώσης τὸ σκυθρωπὸν, οὐχὶ καὶ πυρὸς αὐτὴν
αἰσθητικώτερον δαπανήσει; “ τι γάρ,’’ φησι τὸ λόγιον ; “τῆξις 
“ καρδίας, ἔμμονος λογισμός.’’ εἰ δὲ καὶ τῇ εν * * μακάριοι οἱ
ἁμαρτωλοὶ, ἡμεῖς τῇ ἀνυπαρξίᾳ καὶ τῶν ἀρρήτων ἀπαλλαγέντες
ἀλγεινῶν ἀλλ’ εἰς ἀδιάλυτον ζωὴν, τίς ἔτι τούτων ἐλπίς ; 
 

 
 Καὶ ἤκουσα φωνὴν μεγάλην ἐν τῷ οὐρανῷ, λέγουσαν·
ἄρτι ἐγένετο ἡ σωτηρία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ
βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ
αὐτοῦ, ὅτι ἐβλήθη ὁ κατήγορος τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, ὁ
κατηγορῶν αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἡμέρας καὶ 
 νυκτός καὶ αὐτοὶ ἐνίκησαν αὐτὸν διὰ τὸ αἷμα τοῦ
ἀρνίου, καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς μαρτυρίας αὐτῶν, καὶ οὐκ
 ἠγάπησαν τὴν ψυχὴν αὐτῶν ἄχρι θανάτου. διὰ τοῦτο
εὐφραίνεσθε οὐρανοὶ, καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς σκηνοῦντες. οὐαὶ
τῇ γῆ καὶ τῇ θαλάσσῃ, ὅτι κατέβη ὁ διάβολος πρὸς 
ὑμᾶς ἔχων θυμὸν μέγαν, εἰδὼς ὅτι ὀλίγον καιρὸν ἔχει. 
 Τῆς οὐρανίας ἀξιωθεὶς ἀνόδου, ἀφ’ οὗ καὶ τὸν πόλεμον ἐθεάσατο,
καὶ τὴν κατὰ τοῦ Σατανᾶ καὶ τοῦ διαβόλου τῶν Ἀγγέλων τῶν
θείων νίκην, ἀκοῦσαι φησὶ καὶ φωνὴν λέγουσαν, ὡς πολλάκις
παρεθέμην, ἀντὶ τοῦ δηλοῦσαν παραλαμβανομένην n. τί δὲ δηλοῦσαν 
; τὴν εὐφροσύνην τῶν Ἀγγέλων ἣν ἔσχον ἐπὶ τῇ νίκῃ τοῦ
Σατανᾶ, καὶ τοῦ διαβόλου, ὃν δυσὶ τούτοις ὀνόμασιν ἐτίμησαν
ταῖς ἐνεργείαις αὐτοῦ ἰσαρίθμοις. ἐπεὶ καὶ παντὶ ἀντίκειται ἀγαθῷ,
καὶ διαβάλλων οὐ παύεται ἐξ ἀρχῆς, ὡς ἤδη εἴρηται. εὐφρόσυνον
οὖν ᾄδουσιν ᾠδὴν ἐπὶ τῇ νίκῃ καὶ ἐκβολῇ τούτου. οὐ γάρ ἐστι 
κοινωνία οὐδὲ καὶ μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου. καὶ τίς δὲ ἡ ᾠδή ;
“ ἄρτι ἐγένετο ἡ σωτηρία καὶ ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις ἡ τοῦ Θεοῦ,’’
καὶ διέλαμψεν ἀκριβέστατα ἡ τούτου δύναμις καὶ ἡ ἐξουσία καὶ
τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθεν ἀφ’ ἡμῶν νικηθεὶς τῇ συνεργείᾳ
αὐτοῦ ὁ κατήγορος τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν. τὸ δὲ “ἄρτι,’’ οὐ τὸ νεαρὸν 
σημαῖνον ἐνταῦθα παρείληπται, ἀλλὰ τὸ ἐντελὲς καὶ ἀπαραλόγιστον,
καὶ ἀναμφίβολον καὶ τῇ ἀρχῇ κατάλληλον. αἱ ἀρχαὶ γὰρ
τοῖς τέλεσι δοκιμάζονται, εἰ γὰρ μὴ τοῦτο, οὐκ ἃν οὐδὲ ἀρχὴ
λεχθείη· τίνος γὰρ ἃν καὶ εἴη ἀρχὴ τὸ τέλος οὐ φέρουσα ; 
 Τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν. 
 Ἀδελφοὺς Ἄγγελοι τοὺς ἀνθρώπους καλοῦσιν, μιμήσει τοῦ
 

 
ἑαυτῶν δεσπότου. αὐτὸς γὰρ διὰ τοῦ προφήτου φησὶν, “ ἀπαγ-
“ γελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου.’’ ἀλλὰ καὶ δι’ ἑαυτοῦ
πρὸς τὴν Μαγδαληνὴν Μαρίαν· “ πορεύου πρὸς τοὺς ἀδελφούς
κα εἶπε αὐτοῖς. 
 Ἡμέρας δὲ καὶ νυκτὸς. 
 Tὴν κατηγορίαν τὴν κατὰ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν φησὶ συγκροτεῖν
τὸν κατήγορον, τὸ ἐνδελεχὲς, καὶ ἀδιάλειπτον παριστῶν o τῆς τοῦ
πονηροῦ καθ’ ἡμῶν ἐπηρείας. τί γὰρ καὶ ἄλλο εἴη διὰ σπουδῆς
τῷ διὰ τὸ ὑπερβάλλον τῆς πλημμελείας εἰς ὄνομα ἀνευρηκότι p
τὴν ἐμπληξίαν ; 
 Διαβάλλει γὰρ ἀεὶ καὶ Θεὸν πρὸς ἀνθρώπους, ὡς διὰ τοῦ
ὄφεως πρὸς τὸν Ἀδὰμ, καὶ ἀνθρώπους πρὸς τὸν Θεὸν, ὡς τὸν
Αὐσίτην Ἰώβ. 
 Καὶ αὐτοὶ ἐνίκησαν αὐτὸν, διὰ τὸ αἷμα τοῦ ἀρνίου. 
 Ἐνίκησαν τοῖς ἴσοις αὐτὸν ἀμυνάμενοι διὰ πολέμου, ὡς καὶ 
αὐτὸς τοὺς Θεῷ φίλους ἀπηυθαδιάσατο. ἀπῆλθεν γοῦν καὶ καθηρέθη
τῆς ἀξίας, οὐκέτι χώραν ἔχων ἑστάναι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ
κατηγορεῖν τῶν ἀνθρώπων ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰώβ. ἐνίκησαν οἱ μάρτυρες q
τὸν δοκοῦντα ἀήττητον εἶναι, ὡς καὶ κατὰ τοῦ Θεοῦ τολμῆσαι,
μῆσαι, συνεργῷ χρησάμενοι τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου. πῶς; ὥσπερ 
γὰρ ἐκεῖνος οὐχ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν ἔδωκε τὸ ἑαυτοῦ
αἷμα, οὗ τύπος καὶ ὁ ἐν τῇ παλαιᾷ τοῦ Πάσχα ἀμνὸς, οὐχ ὑπὲρ
ἑαυτοῦ σφαζόμενος, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν Ἐβραίων τῆς ἀσφαλείας, τοῦ
μὴ τὸν ὀλοθρευτὴν ὑποδύντα τῇ οἰκίᾳ τὸν ὄλεθρον ἐπαρτίσαι τοῖς
πρωτοτόκοις. οὕτω καὶ οἱ Χριστοῦ μάρτυρες τῷ ζήλῳ τῆς σφαγῆς 
τοῦ ἑαυτῶν δεσπότου καὶ τῆς ἑαυτῶν ψυχῆς‘ καὶ τῆς ζωῆς προἐκριναν
τὴν μίμησιν τοῦ δεσποτικοῦ πάθους. s οὗ γενομένου εὐφραίνεσθαι
τὸ τέλος παρέχει, τοὺς τοῦ πικροῦ γειτόνηματος t τοῦ Σατανᾶ
ἀπηλλαγμένους. σκοπεῖν δὲ κἀνταῦθα τὸ χρονικὸν διάστημα
τὰ μέλλοντα τῷ παρωχηκότι προσνέμων. τίς γὰρ ἀγνοεῖ ὅτι ταῦτα 
τὰ νῦν ἐξαγγελλόμενα, οὐ τοῦ παρωχημένου, ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος
 

 
τὴν γνῶσιν παρέχει· τῆς κατὰ τὴν συντέλειαν λέγω διεξόδου ;
τοῦτο δέ μοι ἐπῆλθεν εἰπεῖν διὰ τὸ τινὰς τῇ τοῦ χρονικοῦ διαφορᾷ
διαστήματος τὴν γυναῖκα καὶ τὸν ταύτης τόκου * * ἄρρενα ἀλλοτριοῦν
ἐπιχειρῆσαι τῆς περὶ τὴν τοῦ Κυρίου μητέρα ἐκλήψεως.
Καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς μαρτυρίας. 
 Λόγον τὸν ζῆλον καὶ τὴν μίμησιν τῆς τοῦ Κυρίου διὰ σταυροῦ
μαρτυρίας. 
 Διὰ τοῦτο εὐφραίνεσθε οὐρανοὶ. 
 Tὴν οἰκείαν εὐφροσύνην οἱ Ἄγγελοι παραδηλοῦντες, ἣν ἔσχον
ἐπὶ τῇ καθαιρέσει τοῦ Σατανᾶ, ἐπινίκιον ᾄδουσιν ᾠδὴν τῷ Θεῷ· 
ἄρτι λέγοντες, ἐγένετο ἡ σωτηρία καὶ ἡ βασιλεία διέλαμψε, καὶ
ἡ ἐξουσία τῆς τοῦ Θεοῦ δυνάμεως, ὅπως ἐστὶ παντοδύναμος.
αὐτοῦ γὰρ συνεργείᾳ νενικήκαμεν τὸν ἐχθρὸν. 
 Οὐαὶ τῆ γῇ καὶ τῆ θαλάσσῃ. 
 Οὐ τῇ ἀναισθήτῳ κτίσει τὸ οὐαὶ, ἀλλὰ τοῖς γήινα φρονοῦσι καὶ 
σποδὸς οὖσι, κατὰ τὸ γεγραμμένον, “ καὶ ὡς ἡ θάλασσα ἀστα-
“ τοῦσιν,” ἀγομένοις καὶ φερομένοις ἐν τῇ τοῦ βίου κυβείᾳ·
τούτων γὰρ ὁ κοινὸς ἐχθρὸς στρατευόμενος, τὸ ἑαυτοὺ s καταθύμιον
ἀνύσει. τοῖς νήφουσι γὰρ καὶ πρὸς Θεὸν ἀνατεινομένοις οὐ
μόνον πρὸς βλάβην οὐ καταβήσεται t ἀλλὰ καὶ πρὸς ὠφέλειαν, 
ὡς διαγυμναζομένοις ὡς ὑπὸ παιδοτρίβῃ, καὶ τοῖς πειρασμοῖς
δοκιμωτέροις ἀποτελουμένοις. πλείονα δὲ τὸν θυμὸν ἕξειν φησὶ, τὸ
ὑπόγυιον u τῆς αὐτοῦ πτώσεως λογιζόμενος x. πόσος γὰρ ὁ ἀπὸ τῆς
καταπτώσεως τοῦ διαβόλου καιρὸς, εἴτε ὁ ἀπ’ ἀρχῆς, εἴτε ἀπὸ
τῆς Χριστοῦ παρουσίας πρὸς τοὺς ἀτελευτήτους τῆς κολάσεως 
αὐτοῦ αἰῶνας παραμετρούμενος . θυμὸν οὖν ἔχων μέγαν διώξει, φησι,
τὴν γυναῖκα.

ΚΕΦ. ΛΕ. 

 Ὅπως ὁ δράκων διώκων τὴν Ἐκκλησίαν οὐ παύεται. 
 Καὶ ὅτε εἶδεν ὁ δράκων ὅτι ἐβλήθη εἰς τὴν γῆν,
 ἐδίωξε τὴν γυναῖκα ἥτις ἔτεκε τὸν ἄρρενα. καὶ ἐδόθησαν 
τῆ γυναικὶ δύο πτέρυγες τοῦ ἀετοῦ τοῦ μεγάλου,
 

 
ἵνα πέτηται εἰς τὴν ἔρημον εἰς τὸν τόπον αὐτῆς, ὅπως
τρέφηται ἐκεῖ καιρὸν καὶ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ ἀπὸ
 προσώπου τοῦ ὄφεως. καὶ ἔβαλεν ὁ ὄφις ἐκ τοῦ στόματος
αὐτοῦ ὀπίσω τῆς γυναικὸς ὕδωρ ὡς ποταμὸν, ἵνα
 αὐτὴν ποταμοφόρητον ποιήση, καὶ ἐβοήθησεν ἡ γῆ τῆ 
γυναικὶ, καὶ ἤνοιξεν ἡ γῆ τὸ στόμα αὐτῆς, καὶ κατέπιε
τὸν ποταμὸν ὃν ἔβαλεν ὁ δράκων ἐκ τοῦ στόματος
 αὐτοῦ. καὶ ὠργίσθη ὁ δράκων ἐπὶ τῇ γυναικὶ, καὶ
ἀπῆλθε ποιῆσαι πόλεμον μετὰ τῶν λοιπῶν τοῦ σπέρματος
αὐτῆς, τῶν τηρούντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, καὶ 
ἐχόντων τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ. 
 y Οἱ τὴν γυναῖκα τὴν Ἐκκλησίαν μεταλαμβάνοντες, οὕτως
περὶ τῆς διώξεως αὐτῆς φησὶν, ὅτι ὅτε εἶδεν ὁ διάβολος τῷ Χριστῷ
μετὰ τὸ βάπτισμα προσπαλαίσας ὅτι ἡττήθη, ὡσαύτως καὶ πρὸς
αὐτοῦ μαθητὰς τοὺς Ἀποστόλους ὁπλισάμενος ᾐσχυνήθη διὰ θανάτον 
τοῦ ὑπὲρ Χριστοῦ ζωὴν εὑρομένους, ἑαυτὸν δὲ ὡς ὄφιν εἰς
γῆν καταδικασθέντα καὶ γῆν ἐσθίειν, τοὺς γαιώδεις τὸ φρόνημα,
καὶ μηδὲν τῆς οὐρανίου κεκτημένους παλινζωΐας τε καὶ διαίτης,
ἤρξατο πάλιν φησὶ, τὴν Ἐκκλησίαν διώκειν ἐξ ἧς ὁ ἄρρην τοῦ
Κυρίου λαὸς, ὁ μηδὲν θηλυπρεπὲς φέρων τῶν ταῖς ἡδοναῖς πεφυκότων 
τοῦδε τοῦ βίου ἐκλύειν καὶ μαλακίζειν, ἀλλ’ ἐξ ἀρχῆς τῇ
πρὸς Θεὸν ἀγάπῃ καὶ τὸν πλήσιον συγκροτούμενος, ἔσχεν συνελαφριζίσας
καὶ μετεωροποιεῖν ἐκβιαζούσας, λῆψιν ἀπὸ Θεοῦ
τὰς δύο πτέρυγας τοῦ ἀετοῦ τοῦ μεγάλου, ὅς ἐστιν “ ὁ ἐπιβαίνων
“ ἐπὶ Χερουβεὶμ πέταται,” ὡς τῷ θεοπάτορι Δαβὶδδοκεῖ. δοκεῖ. αἱπτέρυγες 
δὲ τι ἂν ἄλλο οἴοιντο, ἣ αἱ δύο διαθῆκαι Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς τῆς
παλαιᾶς καὶ καινῆς. αἵτινες πτέρυγες μετεώρους ἄγουσι πρὸς τὴν
ἔρημον πάσης διύγρου ἡδονῆς τοὺς κεχρημένους αὐταῖς γνησίως·
ἀεὶ μὲν, μάλιστα δὲ ἐν τῇ τοῦ Ἀντιωρίστου παρουσίᾳ· ὃν κρατεῖν
κάτα ’τον ἤδη ῥηθέντα χρόνον τῶν τρίων καὶ ῆμσὲως ἐτῶν· ἐν ᾧ 
καὶ οἱ κατὰ τὴν αἰσθητὴν ἔρημον ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς
ὀπαῖς τῆς γῆς κρυπτόμενοι φεύξονται. 
 Ἀλλωσ. Οἱ τὴν γυναῖκα εἰς τὴν τοῦ Κυρίου μητέρα ἐξειληφότες
 

 
ἐπανάληψίν φασι ταῦτα τῶν ἤδη εἰρημένων. οὐ γὰρ τοῦτο
λέγει ὅτι μεθ’ ὃ εἶδεν ὁ δράκων ὅτι ἐβλήθη εἰς τὴν γῆν, εὐθὺς
ἐδίωκε τὴν γυναῖκα. ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶδεν ἑαυτὸν ὁ δράκων ἐν οἷς
ὑπῆρχε x κακοῖς, καὶ ὅτι ἐκπέπτωκε τῆς ἀγγελικῆς ἀξίας, πικρὸς
γέγονε λίαν κατὰ τῶν ἀνθρώπων. γ καὶ τὴν γυναῖκα τὴν τὸν Σωτῆρα 
τῶν ἀνθρώπων γεννήσασαν ἐδίωκεν τοῦ ἀπόλεσαι, ἐπεὶ ἔγνω τὸν
ἐξ αὐτῆς τεχθησόμενον Σωτῆρα ἔσεσθαι τῶν ἀνθρώπων. μὴ φέρων
οὖν τὴν τοσαύτην μεταβολὴν, εἰ αὐτὸς μὲν ἐξ οὐρανοῦ ἐκπέπτωκεν,
ἄνθρωποι δὲ εἰς οὐρανοὺς δι’ ἀρετῆς ἀναφοιτήσουσι τῇ τοῦ ἐξ αὐτῆς
γεννηθησομένου φιλανθρώπῳ δυνάμει καὶ θεϊκῇ ἐξουσίᾳ, τὸ ὅσον ἐφ’ 
ἑαυτῷ οὐκ ἀνῆκεν τὰ ἐμποδοστατοῦντα τεχνάζειν εἰς ἅπαν. 
 Καὶ ἐδόθησαν τῇ γυναικὶ δύο πτέρυγες τοῦ ἀετοῦ
τοῦ μεγάλου. 
 Οὐ γέγονεν ἡ γυνή, φησιν, ὑπὸ χεῖρα τοῦ Σατανᾶ, ἀλλὰ ταῖς
δοθείσαις δυσὶ πτέρυξιν ἔφυγεν εἰς τὴν ἔρημον. πτέρυγας δύο 
λέγει, χρηματισμοὺς παρὰ τῶν Ἀγγέλων, ἕνα μὲν τὸν τοὺς Μάγους
γους μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην διαστειλάμενον, ἕτερον δὲ
φεῦγε εἰς Αἴγυπτον φάσκοντα, καὶ ἴσθι ἐκεῖ, ἥτις ἢν
ἔρημος θεοσεβείας. ὃ καὶ παράδοξον, ἐν ἀσεβέσι τὸ θεῖον ἐκτραφῆναι.
πάντως δὲ ἐπικουρίᾳ πατρῴᾳ τοῦ ἀπ’ οὐρανῶν Πατρὸς εἰς 
γνῶσιν, τοῦ καὶ ἀπὸ τῶν χειρόνων τὰ κρείττω σθενοποιεὶν εἰδότος.
ἐρήμου δὲ τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Ἡρώδου ἐξουσίας. εἴρηται δὲ
καὶ τῆς μητρὸς τόπος ἡ ἔρημος ὡς ἁρμοζόντως αὐτῇ τὸ ἀνενόχλητον
τόπον ποριζούσης. καιρὸν δὲ καὶ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ,
τὴν διατριβὴν τὴν εἰς ἔρημον σχεῖν, ὃ εἰς τρία ἔτη καὶ ἥμισυ 
συγκεφαλαιοῦται ὁ τῆς ζωῆς Ἡρώδου χρόνος, ἐν ᾧ ἤρξατο κατὰ
τῆς Χριστοῦ λυσσήσας ἀπωλείας. 
 Καὶ ἔβαλεν ὁ ὄφις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ. 
 Τῆς ἐπιβουλῆς ἀποτυχὼν τῆς κατὰ τῆς παρθένου ὁ ὄφις,
ἄλλην ἡμῖν ένεκαίνισε a κατὰ τῆς παρθένου καὶ τοῦ ταύτης υἱοῦ 
 

 
δραματουργίαν, τὰ κατὰ τὸν σταυρὸν λέγων, δι’ ὧν καὶ τῇ μητρὶ
τὴν διὰ τὸ πάθος ἀπιστίαν ἐνεσκεύαζε, καὶ τῶ υἱῶ τὴν διὰ
ἀπώλειαν. ποταμὸν δὲ ἐκ τοῦ στόματός, φησι, τὸν ὄφιν ἐκβαλεῖν
τοὺς πειρασμοὺς, ὡς σύνηθες εἰς ὕδωρ καὶ ποταμοὺς ἀλληγορεῖν
τῇ γραφῇ b. πῆ μὲν διὰ τοῦ Ἰωνᾶ λέγουσα “ἀπέρριψάς με 
εἰς βάθη καρδίας θαλάσσης καὶ ποταμοὶ ἐκύκλωσάν με.” πῆ δὲ
διὰ τῆς παραβολῆς αὐτοῦ τοῦ Κυρίου· “ κατέβη’’ φάσκοντος,
“ ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ, καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι, καὶ οὐκ
“ ἐδυνήθησαν τὴν ἐπὶ τὴν πέτραν θεμελιωμένμν οἰκίαν καταβαλεῖν.”
ποταμὸν οὖν ἐν τῷ πάθει τοῦ Κυρίου πειρασμὸν τῇ μητρὶ ἐγγινόμενον 
μένον λέγει. ὃν καὶ Συμεὼν ὁ πρεσβύτης φησὶ τῇ παρθένῳ. “ καὶ
“ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία c.” καὶ τὸ αἴτιον,
εἰς παράτασιν τοῦ ἀληθῶς αὐτὴν ὠδινῆσαι καὶ τεκεῖν, ἀλλ’ οὐ
φαντασίᾳ. διὸ καὶ τὰ τῶν ἀληθῶν μητέρων παθεῖν, ὀδυνομένην ἐπὶ
τῷ τόκῳ· τοῦτο γὰρ νοοῖτο “ ὅπως ἃν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν 
“ καρδιῶν διαλογισμοί. 
 Εκ τοῦ στόματος αὐτοῦ. 
 Οἱονεὶ ἐκ προστάγματος αὐτοῦ ὁ πονηρὸς δαίμων ἔβαλεν τοὺς
πειρασμούς· “ ποταμοφόρητον” δὲ ἀντὶ τοῦ ἀποπνίξει. τότε γὰρ
εμψυχα ὕπο ποταμῶν ἄγεται καὶ φέρεται, ὅταν ἀποπνιγῇ. 
 Καὶ ἐβοήθησεν ἡ γῆ τῇ γυναικί. 
 Τὸ μὲν καταπιεῖν τὴν γῆν τὸν ποταμὸν, δηλοῖ τὸ διὰ θανάτου
τὸν Κύριον δέξασθαι διὰ τοῦ μνήματος d ποταμὸν δὲ αὐτὸν ἐκάλεσεν,
ὡς καὶ πειρασμῶν ἔμπλεον. ἀφ’ ὣν καὶ θανεῖν ἠνέσχετο, καὶ
ταφῆναι· καὶ εἰρήνης· ἀφ’ οὗ καὶ “ ὡς ποταμὸν εἰρήνης ὁ προφήτης 
φησί· αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν κατὰ Παῦλον τὸν
θεῖον “ ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν, καὶ τὸ μεσότειχον τοῦ φραγμοῦ
“ λύσας·” καταπιοῦσα δὲ τοῦτον ἡ γῆ πάλιν ἀνέδωκεν
ἀνεβίω γὰρ πάλιν τριήμερος, πατήσας τὸν θάνατον, ἐπεὶ κατὰ τὸν
θεσπέσιον Πέτρον, “οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι ὑπ’ αὐτοῦ τὸν 
“ ἄρχοντα τῆς ζωῆς. οὕτως δὲ τὸ ῥητὸν τοῦτο ἀναγνωστέον, τελείαν
στιγμὴν τιθέντας εἰς τὸ “ ἐβοήθησεν ἡ γῆ τῇ γυναικί·’’ εἶτα
 

 
ὡς ἐξ ἐρωτήσεως τοῦ, τίνα δὲ τρόπον ἐβοήθησεν ; ἐπιφέρειν ὡς
ἀπόκρισιν τὸ “ κατέπιεν ἡ γῆ τὸν ποταμὸν ὃν ὁ δράκων ἔβαλλεν ἐκ
“ τοῦ στόματος αὐτοῦ·’’ τούτου δὲ γενομένου πρὸς ὀργὴν τοῦ δράκοντος,
ἕτερον πάλιν οὗτος ὁ δράκων ἐνεσκευάσατο πόλεμον. ἀλλ’ ἐρεῖ
τὶς, ὅτι τὸ καταπιεῖν τὴν γῆν τὸν ποταμὸν εἰκότως παραδεκτέον 
εἰς τὸν τοῦ Κυρίου θάνατον καὶ τὴν ταφὴν, τὸ δὲ ἀναβιῶναι πόθεν
ληπτεὸν μὴ ἐγκειμένου τῇ Ἀποκαλύψει τὸ μοῦ κατάπτωσιν ἐξήμεσεν
αὐτὸν, ἤτοι τὸν πειρασμόν. οὕτως γὰρ ἂν ἐνδίκως καὶ τῇ
ὀργῇ καταληπτὸς ὁ δράκων· τὸ γὰρ καταποθῆναι πρὸς ἡδονῆς
μᾶλλον συνετέλει· ἅτε πρὸς ἀφανισμὸν τοῦ μυκομένου τελεώτερον 
ἀποτελευτῶν. λέγομεν οὖν, ὡς εἰ καὶ μὴ πρόσκειται τὸ ἐξήμεσεν ἣ
ἀπέβλυσεν, ἀλλὰ τῇ τοῦ δράκοντος ὀργῇ συναναφαίνεται τὸ ἀπο-
βλύσαι πάλιν τὴν γῆν· δι’ οὗ πάλιν ὑφίστασθαι ἔμελλεν τὸ τὴν
ὀργὴν ἐρέθισον. ὁ πόλεμος δὲ πρὸς τοὺς χρηματίσαντας υἱοὺς καὶ
ἀδελφοὺς τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὃ εἴρηται τὸ, “ ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά 
“ σου τοῖς ἀδελφοῖς μου.’’ καὶ αὖθις τὸ “ ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία
ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Κύριος. τούτοις δὲ ἐξ ὀργῆς πολεμεῖν ἔκρινε
τοῖς πιστοῖς τοῦ Κυρίου, οἱ τῇ πρὸς αὐτὸν εἰλικρινεῖ πίστει καὶ
διαθέσει καὶ εἰς συγγένειαν αὐτοῦ c ἀνελήφθησαν, καθώς ἐστιν
αὐτοῦ ἀκοῦσαι, “ μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοι εἰσὶν οἱ 
“ ποιοῦντες τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 
 d Δραματικῶς μέτεισι τὰ προκείμενα ὁ χρηματίζων τῷ Ἀποστόλῳ,
ὡς ἔμψυχον ζῶον εἰσάγων τὴν γῆν. στόμα ἔχουσαν ἀνοιγόμενον καὶ
καταπώσει ἐξαφανίζουσαν· ἐξαφανίζειν δὲ τῆ καταπώσει διὰ
ταπεινοφροσύνης τῶν πρὸς οὓς οἱ πειρασμοί· οἱ καὶ λέγουσι καὶ 
ἡγοῦνται ἑαυτοὺς γῆν εἶναι καὶ σποδὸν· καὶ ταύτῃ τῇ ταπεινώσει
τὸ ἀλαζονικὸν ὕψος τοῦ πολεμοῦντος αὐτοῖς διαβόλου ὡσπερεὶ
καταπώσει τινι ἐξαφανίζοντες τε καὶ καθαιροῦντες· ὡς τῷ
Ἀντωνίῳ εἴρηκεν ὁ Ἄγγελος. Ὀργισθεὶς δὲ ὁ δράκων ἐπὶ τῇ γυναικι
ναικὶ ἤτοι τῇ Ἐκκλησίᾳ διὰ τὸ ὑπὸ τῆς ταπεινοφροσύνης τὰς 
μηχανὰς αὐτοῦ καταπαλαισθῆναι, ἀπῆλθε ποιῆσαι πόλεμον μετὰ
τῶν περιλοίπων τῶν ἀπὸ τῆς Ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ὡς ἀπὸ σπέρματος
ταύτης ἐκβλαστησάντων ἀνδρῶν καὶ ἐχόντων τὴν μαρτυρίαν
Ἰησοῦ Χριστοῦ. διὰ τῶν ἐγκρίτων τῆς Ἐκκλησίας διδασκά-
 

 
λῶν καἲ τῶν τῆς γῆς ὑπερορώντων, καὶ πρὸς τὴν ἔρημον μεθισταμένων
καὶ τὴν ἐν αὐτῇ ταλαιπωρίαν· εἰ τούτων φησι, διαμάρτοι ὁ
διάβολος ἐκ καταπώσεως τῆς ταπεινοφροσύνης, κατὰ τῶν ἐν
κόσμῳ στρατευομένων Χριστῷ ἐξοίσει, ὅπως καθάπερ κόνει τραχυνούσῃ
τὸ ἔλαιον καὶ τὴν τούτου λειότητα ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις 
εὐαλώτους τούτους εὑρὼν τροπώσηται· εἰ καὶ πολλοὶ τοῦτον
διὰ τὸ γνήσιον τῆς πρὸς Χριστὸν ἀγάπης ὥσπερ στρουθίου ἀσθενοῦς
καταπαίζουσι.

ΚΕΦ. Λς. 

 Περὶ τοῦ θηρίου τοῦ ἔχοντος κέρατα δέκα καὶ κεφαλὰς ἑπτά. ὧν μίαν ὡς 
ἐσφαγμένην ἔφη. 
 Καὶ ἐστάθην ἐπὶ τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, καὶ εἶδον
ἐκ τῆς θαλάσσης θηρίον ἀναβαῖνον ἔχον κέρατα δέκα
καὶ κεφαλὰς ἑπτὰ, καὶ ἐπὶ τῶν κεράτων αὐτοῦ δέκα
διαδήματα, καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν ὀνόματα βλασφημίας. 
 καὶ τὸ θηρίον ὃ εἶδον ἦν ὅμοιον παρδάλει.
καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς ἄρκτου, καὶ τὸ στόμα αὐτοῦ ὡς
στόμα λέοντος, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ δράκων τὴν δύναμιν
αὐτοῦ, καὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ, καὶ ἐξουσίαν
μεγάλην. 
 Ἐπὶ τῆς ἄμμου στάσις τὸ ἀπαγὲς βούλεται σημαίνειν τῶν
δεικνυμένων ὡς συμβολικῶς. ἀλλ’ οὐκ ἐπ’ αὐτῶν ἀναποκαθημένων
τῶν ἐρωμένων. Ἐν μὲν τῇ πρὸ ταύτης θεωρίᾳ, δράκων πυρρὸς ἐν
τῷ οὐρανῷ ὁρᾶται, νῦν δὲ ἐκ τῆς θαλάσσης ἀναβαίνων e. ὁ μὲν οὖν
ἀπ’ οὐρανοῦ δράκων, τὸν κατ’ ἀρχὰς τῆς οὐρανίου δόξης ἐκπεπτωκότα 
σημαίνει. ὁ νῦν δὲ πάλιν, τὸν αὐτὸν ἐκ τῆς θαλάσσης ἀναβαίνοντα f,
θάλασσαν τὸν ἄστατον τοῦτον καὶ ἀειτάραχον g παριστῶν
βίον, ἀφ’ ἧς h καὶ ἀναβαίνει τὸ θηρίον, τὰς τῶν ἀνθρώπων i
πλημελεῖς καὶ ἀστηρίκτους ἐπὶ τοῖς ἀγαθοῖς πράξεις λαβὼν εἰς
ἐμφάνειαν. ὃ οὐκ ἄλλο, ἣ ὁ Ἀντίχριστος ἐπὶ τῷ πρώτῳ καὶ 
 

 
δευτέρῳ j Σατανᾶ, τρίτος αὐτὸς προιών. τὸ δεύτερον δὲ καὶ μέσον
ὃ καὶ νῦν πρόκειται εἷς θεωρίαν, δύναμίς τις τυγχάνει, τῷ ἀποστάτῃ
Σατανᾷ συνεκπεπτωκυία, ἐκείνου μὲν ἧττον, τῶν δὲ λοιπῶν
εἰς k κακίαν προύχουσα. ὅς ἐστιν ὁ Ἀντίχριστος, ὁ κατ’ ἐνέργειαν
τοῦ Σατανᾶ καὶ τῶν συγκαταβεβλημένων αὐτῷ l δαιμονικῶν δυνάμεων 
προεχόμενος, εἴ τι Μεθοδίῳ καὶ Ἱππολύτῳ καὶ τοῖς ἁγίοις
πείθεσθαι πατράσιν ὁ γὰρ Σατανᾶς, εἰ καὶ λέγεται παρὰ τῇ
γραφῇ τὴν θάλασσαν οἰκεῖν καὶ τὸν τάρταρον, ἀλλὰ τροπικῶς
αὐτοῦ γάρ ἐστιν ἀκοῦσαι πρὸς Θεὸν ἐπὶ τοῦ Ἰὼβ φάσκοντος
βίβλῳ· “ ἐμπεριπατήσας τὴν γῆν καὶ τὴν ὑπούρανον πάρειμι· 
ἀφ’ οὗ δῆλον ὡς τῇ περιγείῳ ἐνασχολεῖται κτίσει, ἐπιβούλως τοῖς
ἀνθρώποις διαγινόμενος· τοῖς μὲν ὡς τάρταρος κρυερὸς ἐπιβουλεύων
καὶ τὴν προσοῦσαν ἀνθρώποις θερμότητα προσαποσβεννύειν
πειρώμενος. ἔστι δὲ ὅτε θαλαττίῳ τρόπῳ ἐξιὼν καὶ φόβον ἐμποιῶν
παλιρροίαις τῶν κοσμικῶν περιστάσεων, ὑποχειρίους ἔχει λαβὼν 
ἀλλ’ ἀϊστῶς διητάτω ἐν τῇ θαλάσσῃ. πῶς ἐν τῇ πρὸ ταύτης
θεωρίᾳ ἀναγέγραπται πολλὰ κατὰ Κυρίου καὶ κατὰ τῆς αὐτοῦ
μηχανήσασθαι μητρός· οὗτος οὖν ὁ νῦν εἰς θεωρίαν κείμενος ὁ
Ἀντίχριστος κατ’ ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ ἤδη εἴρηται, ὃν καὶ
ὡς * * τος περιέπειν οὐ κατολιγωρεῖ n. τοῦτο γὰρ ὡς πρός τινος πολυωρίας 
ἠξιωμένοι τὸ ὄνομα ἐνδιαθέτως λαμβάνουσιν, ὡς καὶ
Χριστός φησι τοῖς μιαιφόνοις Ἑβραίοις· “ ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς
“ τοῦ διαβόλου ἐστέ·’’ πατέρα τοῦ διαβόλου τοῦτον καλῶν τὸν συναποστάτην
αὐτοῦ, ὡς ἤδη εἴρηται· οὗ κατ’ ἐνέργειαν ὁ Ἀντίχριστος,
ὥσπερ καὶ Ἀβραὰμ πολλῶν ἐθνῶν πατὴρ ἀναγέγραπται τῶν ὅσοι 
κατὰ ζῆλον ἐκείνου τῆς οἰκείας ἁ * δήσαντες ἐγγενοῦς πλάνης τῆς
εὐσεβείας ἀντεποιήθησαν. Ἰστέον δὲ ὡς τῷ τοῦ Εὐαγγελίου ῥητῷ
“ ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστὲ,’’ οὕτως τινὲς ὑπέστησαν
τῇ στιγμῇ· καὶ τῇ ἐνυποκρίτῳ τοῦ ῥητοῦ προφορᾷ τὸ ἄπορον
ἀπολυόμενοι· εἰπόντων γὰρ τῶν Ἑβραίων “ ὅτι ἐκ πορνείας οὐ γεγεν- 
“ νήμεθα, πατέρα ἔχομεν τὸν Θεόν·” πρὸς τοῦτο χλευαστικῶς αὐτοῖς
 

 
χρησάμενος ὁ Χριστὸς, οὕτω φησιν ἐνυποκρίτῳ προφορᾷ “ ὑμεῖς ἐκ
“ τοῦ πατρός; τοῦ διαβόλου ἐστέ·’’ τουτέστιν, ὑμεῖς ἐκ τοῦ Θεοῦ
ἐστὲ τοῦ Πατρὸς, ἐξ οὗ πᾶσα πατριὰ ὀνομάζεται; οὐδαμῶς· οὐκ ἐστὲ
γὰρ ἐκ τοῦ τῷ ὄντι Πατρὸς, ὡς οὐδὲ τοῦ Ἀβραὰμ ἐστὲ κατὰ γένος
οὕτως καὶ τοὺς θεοσεβεῖς τρόπους· τὸ μὲν γὰρ κατὰ γένος κοινὸν 
καὶ τῶν λοιπῶν ζωῶν, τὸ δὲ κατὰ θεοσέβειαν, μόνων τῶν τῷ ὄντι
ἐμφρόνων ἀνδρῶν. καὶ περὶ μὲν τούτων οὕτως. Ἐκ τῆς θαλάσσης δὲ
τοῦτο ἀναβαίνειν τὸ θηρίον φησι· ὅτε διὰ τὸ ὑπερβάλλον τοῦ
κόσμου ἐκ κακίας πολυτάραχον εὐπαράδεκτος ὁ Ἀντίχριστος γέννηται
τοῖς ἀνθρώποις. τὰ κέρατα δὲ τὰ δέκα, τὸ τέλειον τῶν εἰς 
κακίαν συντελούντων προσεῖναι τῷ Ἀντιχρίστῳ παραδηλοῖ, ἐξ ὧν
καὶ δόξα αὐτῷ παρομαρτεῖ, διότι ο τὸ κέρας, τὴν δόξαν ἔθος σημαίνειν.
ἀλλὰ καὶ ἐκ τούτων τινὲς p εἰρήκασιν εἰς δέκα τότε βασιλείας
διῃρῆσθαι τὴν οἰκουμένην. τὰς δὲ ἑπτὰ κεφαλὰς, τῷ q τὰς βασιλείας
ἐν τῷδε τῷ συστοίχῳ τοῦ ἑβδοματικοῦ ἀριθμοῦ κόσμῳ 
ὑπάρξαι, συγκαταλυομένῳ ὡς αἰσθητῷ τῇ κατὰ σάρκα βιώσει,
ἀνατέλλοντος δὲ τοῦ ἀφθάρτου τε καὶ διαιωνίζοντος, ἐν ᾧ καὶ ἡ
βασιλεία διαιωνίζουσά τε καὶ ἀδιάδοχος. 
 Καὶ τὸ θηρίον ὃ εἶδον ἦν ὅμοιον παρδάλει. 
 r Ἢ τὸ ἅμα τῇ ἀρχῇ τῶν βλασφημῶν ἔχεσθαι, ἣ κατὰ τῆς κεφαλῆς 
ἑαυτοῦ τὸν Θεὸν βλασφημῶν τὸ κακὸν καθ’ ἑαυτοῦ
επισωρευειν. 
 Ὀνόματα βλασφημίας ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τοῦ ἀνίοντος θηρίου
ἔστιν ὁ Ἀντίχριστος. αἱ βλάσφημοι ὀνομασίαι προσέσονται φησι·
τί τοῦτο λέγων; τὸ ἐκ τῆς θαλάσσης ἤγουν τοῦ φιλοταράχου 
τοῦδε καὶ πολυκύμονος βίου ἐξερχόμενον θήριον. ἄνθρωπος γὰρ
ἔσται ὁ Ἀντίχριστος προοιμίοις χρησάμενος τοῖς Ἑλληνίζουσιν
ἄρχουσι, καὶ δὴ καὶ τοῖς μετὰ Κωνσταντῖνον τὸν μέγαν, ὧν ἐστιν
Ἰουλιανὸς καὶ Οὐάλης, καὶ πάντες οἱ καθ’ ἑξῆς αἱρετίζοντες βασιλεῖς.
τότε καὶ αὐτὸς ἐπιστήσεται εἰς δέκα πρὸ μικροῦ τῆς αὐτοῦ 
ἀφίξεως μερισθείσης τῆς Ῥωμαϊκῆς ἀρχῆς, ἀρκούντως βεβλασφημένης s
τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως. ὡς ἔστι μαθεῖν τοῖς βουλο-
 

 
μένοις ἀπὸ τῶν τὰς παλαιὰς ἱστορίας ἀναγραφομένων βιβλίων,
καὶ τῶν τὰς ὑπογύους. περὶ τοῦ ἀριθμοῦ δὲ τοῦ δέκα καὶ ἑπτὰ εἴρηται.
ὁποῖον δὲ τὸ θηρίον, ὁμοῖόν φησι παρδάλεως, καὶ οἱ πόδες
ὡς ἄρκτου, καὶ τὸ στόμα ὡς λέοντος, διὰ μὲν τῆς παρδάλεως τὴν
Ρωμαίων σημαίνων ἀρχὴν, ὡς ταχυεργῆ, καθ’ ὧν ἂν τὴν ὁρμὴν 
σχῇ, καὶ καρτερικὴν μέχρις ἃν πρὸς τέλος τοῦ ἐνάρξασθαι φθάσῃ,
ὃ καὶ διὰ τῶν τῆς ἄρκτου ποδῶν δηλοῖ. ἀναφέρονται δὲ καὶ εἰς
τὴν Περσῶν βασιλείαν, ἄχρι νῦν οὐκ ἀποκαρτερήσασαν τῆς ὅλης
ἀντέχεσθαι· διὰ δὲ τοῦ στόματος ἡ Βαβυλωνίων, ἣν ἄν τις ἀπαραλογίστως
τὴν τῶν Σαρρακηνῶν ἐκδέξεται, καθ’ ὅτι καὶ ἐν Βαβυλῶνι 
νῦν ἐστι τὸ ἀρχεῖον αὐτῶν, ὧν δὴ ὁ r Ἀντίχριστος ὡς Ῥωμαίων
βασιλεὺς κρατήσει. εἰς τοῦτο γὰρ καὶ ἀφίξεται ὡς καὶ ταύτην
καθαιρήσων, ὅταν τοὺς ὀστρακίνους τῶν ποδῶν δακτύλους θεάσηται·
δι’ ὧν εἰς δέκα δηλοῦται ἡ διαίρεσις αὐτῆς ἀσθενεῖς καὶ εὐθρύπτους
ἀρχὰς, ἃς καὶ αὐτὸν * θος ὁ ἄνευ ἀνδρὸς ὑποστὰς τὴν ἀνθρωπίνην 
ὑπόστασιν συνεργείας ἐξόρους τοῦ πατρικοῦ καὶ θείου ὕψους ὁρμημένος
γέγονε τὸ καθ’ ἡμᾶς γενόμενος μεθ’ ἡμῶν· καὶ πατάξας καὶ
λεπτύνας εἰς ἅπαν ὡς ἀπὸ ἅ * * νος θερινῆς τὰς βασιλείας, καὶ
αὐτὸν τὸν Ἀντίχριστον δεσμοῖς παραπέμψας διαιωνίζουσιν, αὐτὸς
τὸ ἀθάνατον καὶ ἀκατάλυτον ἀνεδήσατο κράτος. 
 Καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ δράκων τὴν δύναμιν αὐτοῦ. 
 Δώσει γὰρ τῷ Ἀντιχρίστῳ ὁ Σατανᾶς ὁ νοητὸς δράκων, πᾶσαν
ἐξουσίαν ἐν σημείοις καὶ τέρασι καὶ ψευδέσι πρὸς ἐξαπάτην ὅμως
τῶν ἀστηρίκτων. τὸν θρόνον δὲ τί νοητέον, εἰ μὴ τὴν ἐξουσίαν τοῦ
σκότους τοῦ ἀέρος τούτου, ἣν καὶ αὐτὸς ἔσχε τῆς οὐρανίου δόξης 
ἐκπεπτωκὼς; 
 Καὶ εἶδον μίαν ἐκ τῶν κεφαλῶν αὐτοῦ, ὡσεὶ ἐσφαγμένην
εἰς θάνατον. καὶ ἡ πληγὴ τοῦ θανάτου αὐτοῦ
ἐθεραπεύθη, καὶ ἐθαύμασεν ὅλη ἡ γῆ ὀπίσω τοῦ θηρίου.
 καὶ προσεκύνησαν τῷ δράκοντι τῷ δεδωκότι τὴν ἐξουσίαν 
τῷ θηρίῳ, καὶ προσεκύνησαν τῷ θηρίῳ, λέγοντες,
 

 
τίς ὅμοιος τῷ θηρίῳ; τίς δυνατὸς πολεμῆσαι μετ’
 αὐτοῦ; καὶ ἐδόθη αὐτῷ στόμα λαλοῦν μεγάλα καὶ
βλασφημίαν. καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία πόλεμον ποιῆσαι
 μῆνας τεσσαρακονταδύο. καὶ ἤνοιξε τὸ στόμα αὐτοῦ εἰς
βλασφημίαν πρὸς τὸν Θεὸν, βλασφημῆσαι τὸ ὄνομα 
αὐτοῦ, καὶ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ, καὶ τοὺς ἐν τῷ οὐρανῷ
 σκηνοῦντας. καὶ ἐδόθη αὐτῷ ποιῆσαι πόλεμον μετὰ τῶν
ἁγίων, καὶ νικῆσαι αὐτούς. 
 Τοῦτο διαφόρως ἐκληπτέον. Ἢ γὰρ τὸν Ἰσραὴλ θεοσεβὲς ὃν
ἔθνος, ὅτι καὶ πατέρων τοιούτων προφάσει λιμοῦ τὴν Αἴγυπτον 
καταλα * * τα μετὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἰακὼβ, καὶ ἐπὶ τίνα μὲν
μόνον ἕως ζῶντες πάρη * ν οἱ πρόγονοι ἐχόμενοι τῆς πατρίου θεοσεβείας·
ἐκείνων δὲ θανάτω ἐκλελοιπότων καὶ τῆς θεοσεβείας τοῖς
ἀπογόνοις τῆς πατρῴας ἐκλελοιπυίας ταῖς Αἰγυπτίαις ὑπήχθησαν
εἰδωλολατρείαις, ὃ ὑπὸ Ἰησοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Ναυῒ τῇ κατ’ αὐτὸν 
ὀνειδίζονται βίβλῳ· ἀφ’ ἧς εἰδωλομανίας ὑπὸ Μωϋσέως καὶ τῆς
Αἰγύπτου ἠλλοτριώθησαν πρὸς θεοσέβειαν αὖθις ἐπαναχθέντες· ταύτην
σφαγὴν μιᾶς τῶν κεφαλῶν καλεῖ· κεφαλαὶ γὰρ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ
Σατανᾶ πεπλανημένα ἔθνη· ὧν ἡ ἐπαγωγὴ ἡ πρὸς εὐσέβειαν, σφαγὴ
εἰς θάνατον ἐνομίσθη u. καὶ ὅτι οὐ κυρίως σφαγὴ ἀλλ’ ἶσον σφαγῇ v. 
τὸ ῥητὸν παριστᾷ, οὐκ ἐσφαγμένην, ἀλλ’ ὡς ἐσφαγμένην φάσκον w,
καὶ, τῷ “ὡς” ὁμοιωματικῷ μορίῳ χρησάμενον· ταύτῃ γοῦν πάλιν
τῇ εἰς θεογνωσίαν ἐπαναστροφῇ, ἡ πρὸς τὴν x ἐξ ἀρχῆς πρὸς ἀσέβειαν
ἐπαναδρομὴ, θεραπεία ὠνόμασται πληγῆς. ἥτις πληγὴ καὶ
οἱονεὶ ἀπώλεια αὐτῷ ἡ πρὸς Θεὸν ἡμῶν σωτήριος ἐπιστροφή. εἰ δέ 
τις ἐπηρεάζων τῇ ἀναπτύξει τοῦ ῥητοῦ τὸ πρὸ πολλοῦ αὗτα
πεπρᾶχθαι χρόνου y πρὸς συνηγορίαν, μελλόντων δὲ τὴν Ἀποκάλυψιν
ἐκφάντορα οὐ τῶν ἤδη γεγεννημένων εἶναι· ἐκεῖνο ἀκουσάτω, ὡς τὰ
χρονικὰ διαστήματα τότε τὸ ἀσφαλὲς ἔχει, ὅτε καὶ πρὸς ἐφημέρους
ἐμφαίνει τὴν πραγματείαν· ὅτε δὲ περὶ ἀιδίων καὶ οὔποτε 
ληγόντων τῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ τὰ ἤδη γεγεννημένα δι’ ὁμοιότητος
 

 
τῶν αὖθις τελουμένων ἀναβιωσκόντων, οὐδὲν εἰς ἀθέτησιν ἐχυρὰν
ἕξει τῶν προβαλλομένων· ἢ τοίνυν οὕτως τὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ
ῥητοῦ, ἢ καὶ οὕτως. κεφαλὴν ὡς ἐσφαγμένην, εἶτέ τινα τῶν ἀρχόντων
αὐτοῦ τεθανατῶσθαι καὶ ὑπ’ αὐτοῦ διὰ γοητείας ἀπατηλῶς
ἀνίστασθαι δόξαι· ὥσπερ καὶ Σίμων τοιαῦτα ποιῶν, ὑπὸ Πέτρου 
ἠλέγχετο τοῦ κορυφαίου τῶν Ἀποστόλων· ἢ τὴν Ῥωμαίων ἀρχὴν
ἀπολλυμένην διὰ τῆς εἰς πολλὰ διαιρέσεως σφαγῆς τρόπον νομισθῆναι.
αὐτοῦ δὲ τοῦ Ἀντιχρίστου ταύτας καταλελυκότος, τὴν
καλαλυσιν θεραπείαν λογισθῆναι z, εἰς εἰκόνα Αὐγούστου Καίσαρος,
ὃς καὶ αὐτὸς Λέπιδον καὶ Ἀντώνιον παρελόμενος τῆς ἐξουσίας, εἰς 
μοναρχίαν δὲ περιστήσαντος, ἡ συντήρησις τῆς μοναρχίας ἀϊδίῳ
δόξῃ αὐτὸν κατεφαίδρυνεν. 
 Καὶ ἐθαύμασεν ὅλη ἡ γῆ ὀπίσω τοῦ θηρίου. 
 Ἀντὶ τοῦ θάμβους ἐπλήσθη, ὥσπερ προηγουμένου τοῦ θηρίου
διὰ τῶν τεράτων, αὐτῶν δὲ ἐξόπισθεν ἐπακολουθούντων τῇ συγκαταθέσει. 
διὰ τὸ μὴ ἔχειν διακριτικὴν ἕξιν ἀληθείας καὶ ψεύδους·
τὸ δὲ ὅλη ἡ γῆ a, ἀντὶ τοῦ πᾶς b ἄνθρωπος εἴρηται c, μετωνυμικῷ τῷ
τρόπῳ, ἀπὸ τοῦ περιέχοντος τὸ περιεχόμενον. ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ “πᾶσα
η γῆ ἠρίστα.” 
 Καὶ προσεκύνησαν τῷ δράκοντι. 
 Τὸ ὑπὸ τοῦ Ἀντιχρίστου θαῦμα, εἰς τὸν δι’ αὐτοῦ ἐνεργούμενον
διάβολον τὴν ἀναφορὰν ἕξει· δι’ ἐκείνου γὰρ ὁ δράκων προσκυνηθήσεται·
διόπερ ὡς τούτου ὄντος τῆς προσκυνήσεως λέγω τοῦ δράκοντος.
ἀπὸ τῶν ὑπὸ τοῦ Ἀντιχρίστου τερατουργουμένων εἰς τὸν
δι’ αὐτοῦ ἐνεργοῦντα παραπεμπομένης, μετὰ τὴν τοῦ δράκοντος 
προσκύνησιν ἐπήνεγκεν ἀνεπισημάντως, μὴ ἐπενέγκας τὸ καὶ μετὰ
τὴν προσκύνησιν τοῦ δράκοντος προσεκύνησαν καὶ τῷ θηρίῳ· ὡς δὲ
κοινῆς προσκυνήσεως οὔσης τοῦ δράκοντος καὶ τοῦ θηρίου. διὰ δὲ
τὸ μὴ οὕτως αὐτοπρόσωπον τῷ δράκοντι τὴν προσκύνησιν ἐνεργῆσαι
ὡσπερεὶ σαφηνίζων τὸ προσεκυνήθη, ὁ μὴ παρὼν εἰ μὴ ἐνεργείᾳ, 
προστίθησι τὸ “ καὶ προσηκύνησαν τῷ θηρίῳ,’’ ὡς τῆς τοῦ δράκοντος
προσκυνήσεως αἰτίαν λαμβανούσης, εἰ καὶ μὴ αὐτοπροσώπως, ὡς
 

 
εἴρηται, ἀλλ’ ὡς διαβαινούσης εἰς τὸν αἴτιον τοῦ ὑπουργοῦντος τῆς
προσκυνήσεως. 
 Τίς ὅμοιος τῷ θηρίῳ. 
 Τίς ὅμοιος πολεμῆσαι τῷ θηρίῳ; λυσσώντων οἱ λόγοι, καὶ
διεφθορότων τὸν ἀνθρώπινόν λογισμόν. 
 Καὶ ἐδόθη αὐτῷ στόμα λαλοῦν μεγάλα καὶ
βλασφημίαν. 
 Διττὸν τὸ “ ἐδόθη d.” ἣ γὰρ τῆς ἀνεκφράστου τοῦ Θεοῦ ἀνοχῆς
τοῦτο μόνον ἡμῶν καταλαμβανόντων ὡς γυμνασίας χάριν καὶ
δοκιμῆς τῆς πρὸς αὐτὸν ἡμῶν διαθέσεως, ἀνεχομένου τὰ τοιαῦτα. 
ἣ τὸ, ἐδόθη, ὑπὸ τῶν ἠπατημένων προσκυνησάντων αὐτῷ ἀνθρώπων.
τὸ δὲ μεγάλα λαλεῖ,, τὸ ὑπερηφανίας μεστὰ ῥήματα προφέρειν.
e οὐδὲν γὰρ τῶν ἐχομένων κακίας ἐνάμιλλον καὶ ὐπερηφανίας· διὸ
καὶ Σολομῶν ἐν Παροιμίαις φησι· “ Κύριος ὐπερηφαν * * * ἄλλου
ἱκανοῦ ἀντενεχθῆναι ὄντος ἣ μόνου Θεοῦ. τῷ μεγαλείῳ οὖν τοῦ 
στόματος ἐκ τῆς ἄγαν ὑπερηφανίας συγκροτουμένῳ· καὶ ἡ βλασφημία
ἀκόλουθος κατὰ παντὸς ἀφειδῶς χωροῦσα· διὸ καὶ Δαβὶδ
περὶ τῶν τοιούτων φησι· “ἔθεντο εἰς οὐρανὸν τὸ στόμα αὐτῶν, καὶ ἡ
“ γλῶσσα αὐτῶν διῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς.” ἀλλὰ καὶ Ἡσαΐας τὸ πρὸς
οὐδὲν τῶν κακῶν ἔχειν τὴν παραβολὴν τὴν ὑπερηφανίαν· διὸ καὶ 
κατὰ Θεοῦ ἀνυποστόλως χωρῆσαι· ὃν οὐκ ἄλλον ἣ τὸν ἀποστάτην
εἶναι τοῦτον ὑπὸ Σενναχειρὴμ τοῦ προσώπου συσκιαζόμενον, ἐν οἷς
φησι, “ ἀναβήσομαι εἰς τὸν οὐρανὸν, ἐπάνω τῶν ἄστρων τοῦ
“ οὐρανοῦ θήσω τὸν θρόνον μου. καὶ ἔσομαι ὅμοιος τῷ ὑψίστῳ·”
ταῦτα γὰρ θνητῇ φύσει πῶς ἃν ἐξὸν ἐρεῖν τῇ φθορᾷ συμπεπλεγμένῃ 
καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ζῆν τὸ ἀλλοιωτὸν δυστυχούσῃ; οὕτως
καὶ διὰ τοῦ προφήτου Ἡσαΐου τῆς μεγαλοφώνου βλασφημίας
ὑπὸ προσώπου τοῦ Ἀσσυρίου κωμῳδηθέντος τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ
τούτῳ τὰ βλάσφημα προσνεμηθέντα· ἀκόλουθον καὶ τοῖς ἑξῆς τοῦ
προκειμένου τῇ θεωρίᾳ Θεοῦ συνεπιρρώσει ἐνασχολεῖσθαι οὕτως 
ἔχουσι. 
 

 
 Βλασφημῆσαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ. 
 e Κατὰ θείαν ἀνοχὴν, ὡς ἔφθημεν θέπαραμενο, ΓC ἔτη ἕξει
τὴν παρρησίαν· τήν τε πρὸς τὸν Θεὸν βλαφημίαν ἐνστῆσαι
καὶ τὴν πρὸς τοὺς οὐρανίους, οὓς καὶ σκηνὴν ὀνομάζει, ἤτοι τοὺς
ἁγίους Ἀγγέλους. ἢ τοὺς ἀγγελομιμήτως τὸν ἑαυτῶν διεξαγόντων 
βίον· καθὸ καὶ τὸ “ ἐσκήνωσα ἐν αὐτοῖς” εἴρηται. σκηνὴ δὲ Θεοῦ
καὶ ἡ ἐν σαρκὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου ᾔτουν ἐνανθρώπησις καθ’ ὧν
ἁπάντων εἰς βλασφημίαν τραπήσεται. ὁ πόλεμος δὲ ὁ πρὸς τοὺς
ἁγίους καὶ ἡ νίκη· ἁγίους ἐνταῦθα ἀκουστέον καὶ πάντας τοὺς κεκλημένους,
καθὸ καὶ εἴρηται καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ, τὸν ὀλοθρεύοντα 
ἄρξασθαι ἀπὸ τῶν ἁγίων. ἐπεὶ δὲ κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου φωνὴν,
“πολλοὶ μὲν κλητοὶ, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί·” εἰκὸς ἐκείνους νικηθῆναι,
τοὺς μὴ τοῖς ὀλίγοις συντεταγμένους· ὧν ἡ κλῆσις οὐ διὰ βάθους
ἦλθεν καρδίας, ἀλλ’ ἀκροθιγῶς καὶ ὅσον Χριστιανοῖς ἐναριθμη-
θῆναι. 
 Καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία ἐπὶ πᾶσαν φυλὴν καὶ λαὸν
 καὶ γλῶσσαν καὶ ἔθνος, καὶ προσκυνήσουσιν αὐτὸν
πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν οὐ γέγραπται τὰ
ὀνόματα ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου τοῦ ἐσφαγμένου
 ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. εἴ τις ἔχει οὖς, ἀκουσάτω. 
 εἴ τις αἰχμαλωσίαν συνάγει, εἰς αἰχμαλωσίαν
ὑπάγει. εἴ τις ἐν μαχαίρᾳ ἀποκτενεῖ, δεῖ αὐτὸν ἐν μαχαίρᾳ
ἀποκτανθῆναι. ὧδε ἐστιν ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστις
τῶν ἁγίων. 
 Ἐν τοῖς φθάσασιν εἴρηται, ὡς ὁ τῆς ἐπιδημίας τοῦ Ἀντιχρίστου 
καιρὸς καὶ τῆς ἀπατηλῆς αὐτοῦ ἐξουσίας, εἰς τρία ἥμισυ ἔτη
συντελεῖται. τοῦτο γὰρ οἱ τεσσαρακονταδύο μῆνες, χρονικὸν διάστημα
συνάγουσιν. 
 Καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία κατὰ πᾶσαν φυλήν. 
 f Τὸ ἀναπολόγητον αὐτῷ περιποιῶν· κατὰ πᾶσαν φυλὴν καὶ 
λαὸν καὶ γλῶσσαν καὶ ἔθνος ἐνεξουσιάσαι ἐφεῖται· τοῦ μὴ προ-
 

 
φασείσασθαι ὡσεὶ τούτους ἐπείρασα, ἐνίκησα ἄν. ὃ καὶ ἐπὶ τοῦ
Ἰὼβ ἀπαυθαδιασάμενος διὰ τοῦ “ περιέφραξας αὐτοῦ τὰ ἐντὸς καὶ
“ τὰ ἐκτὸς, ” ἔλαβεν τὰ τοῦ δικαίου κατ’ ὁλοκληρίαν ἄγειν καὶ
φέρειν ὡς ἃν αὐτὸ θυμῆρες· ἡμάρτανε δὲ τοῦ σκοποῦ. φυλὴ δὲ
καὶ λαὸς καὶ γλῶσσα καὶ ἔθνος, τούτῳ διαφέρουσι. φυλὴ μὲν 
γὰρ ἡ φατρία ᾔτουν συγγένεια κατὰ ἐξιδίωσιν τοῦ σύγκλυδος
ὄχλου ἀντιδιαιρουμένη, ὃν λαὸν καλεῖ· γλῶσσα δὲ καὶ ἔθνος
τούτῳ διαστέλλονται τὸ μὴ τῇ προφορῷ τῆς λεκτικῆς χρείας
χαρακτηρίζεσθαι τὸ ἔθνος· οὐ γάρ τι κωλύει ἑνὰ ἄνδρα διαφόρων
ἐθνῶν χρῆσθαι τῇ λεκτικῇ φωνῇ. διάτοι τοῦτο ἐξακριβῶν τὸ ὑπὸ 
τὴν ἐξουσίαν πλῆθος δοθὲν παντὸς τοῦ διαφορὰν εἰωθότος ποιεῖν
συλληπτικῶς διέξεισι, τοῦ μήτι ὑποπτευθῆναι ἀνθρώπου γένους
τῆς ἐξουσίας ὑποσταλέν. 
 Καὶ προσκυνήσουσιν αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες
ἐπὶ τῆς γῆς. 
 Περιληπτικὴν ἔννοιαν ἐπισυρομένου τοῦ πᾶς, μορίου, ἵνα e μὴ
κἀνταῦθα τοῦτο παραληφθὲν εἰς παντὸς ἀνθρωπίνου γένους σχὲ ἱν
τὸν Ἀντίχριστον ἐννοηθῇ τὴν προσκύνησιν. ἵνα οὑν μὴ τοῦτο συμβῇ
γνώρισμα παρέσχε τῶν προσκυνούντων τούτῳ, ἐκείνους λέγων
προσκυνῆσαι, τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς, οὓς καὶ Ἠσαΐας 
πεσεῖσθαι μελῳδεῖ, οὐ πεσούμεθα φάσκων, ἀλλὰ “πεσοῦνται οἱ
“ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς,” τουτέστιν, οἱ μηδὲν τῶν οὐρανίων καὶ
τῆς ἐκεῖ δόξης πεφροντικότες, ἀλλὰ τῇ γηίνῃ ἑστίᾳ καὶ τῇ κατ’
αὐτὴν χοιρώδει βιώσει προσαρμοζόμενοι. διὸ καὶ τῆς f τοῦ βιβλίου
τῆς ζωῆς διημαρτήκασιν ἐγγραφῆς. 
 Τοῦ ἀρνίου τοῦ ἐσφαγμένου ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. 
 Ἐν ὑπερβατῷ ἀκουστέον τὸ, “ὧν οὐ γέγραπται τὰ ὀνόματα ἐν
“ τῇ βίβλῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου τοῦ ἐσφαγμένου.” ἐπεὶ ὧν γέγραπται,
ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γέγραπται. οὕτω γὰρ δεῖ νοεῖν, οὐχ
ὡς ἡ γραφὴ ἔχει, ὅτι μηδὲ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἡ τοῦ ἀρνίου 
σφαγή. τίνων δὲ τὰ ὀνόματα μὴ προσκυνησάντων τῷ δράκοντι,
διὸ καὶ ἐν τῇ βίβλῳ τοῦ ἀρνίου ἐγράφησαν; ἐκ τῶν ἐθνῶν g φέρε
 

 
εἰπεῖν, ὡς ὁ Ἰὼβ καὶ οἱ τέσσαρες αὐτοῦ φίλοι, καὶ ἐκ τοῦ Ἰσραὴλ,
οἱ ἅγιοι προφῆται καὶ πάντες h οἱ δι’ εὐσέβειαν μαρτυρούμενοι
ἐν τῆ παλαιᾷ. τούτου τοῦ βιβλίου καὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν
καὶ Λουκᾶς φησὶν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ μνημονεῦσαι, ἡνίκα λέγει,
“χαίρετε ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς.” 
 Εἴ τις ἔχει οὖς, ἀκουσάτω. 
 “ Εἴ τις,” φησὶν, “ἔχει οὖς,” τῷ ἡγεμόνι νῷ παραπέμπων τὴν
διὰ τῶν ῥημάτων ἐκφερομένην i ἔννοιαν, ἀκουσάτω τῶν εἰρημένων,
καὶ γνώτω, ὅτι ὁ περὶ τὸ αἰχμαλωτίζειν ἑτέρους πρόχειρος,
δέξεται τὰ ἐπίχειρα τῶν πεπραγμένων αὐτῷ. τοῦτο γὰρ βούλεται 
παριστᾷν τὸ ὑπάγει, οἱονεὶ, οὑς τῇ αἰχμαλωσίᾳ ὑπάγει ἀντὶ του
ὑποβάλλει k, τοῦ καὶ αὐτὸν αἰχμαλωτισθῆναι ὑπὸ τοῦ θηρίου,
μηδεμιᾶς ἀναλήψεως τυγχάνων ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ μὴ ἀπαχθῆναι.
εἴτις φονικὸς τὸν τρόπον, ἀποκτανθήσεται καὶ αὐτὸς τὸν νοητὸν καὶ
ψυχικὸν θάνατον ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ διὰ τῆς εἰς αὐτὸν προσκυνήσεως. 
ᾧτ’ γὰρ δι’ ἔργων ἡττήθησαν ἀπαγωγαῖς καὶ φόνοις ἐνασχολούμενοι
τοῖς πρὸς ἡδονῆς τοῦ ἀντικειμένου, τούτῳ καὶ δουλωθέντες, τὰ τῆς
δουλείας ἀποίσονται δυσχερῆ. ᾧδε ἐνορᾶται ἡ ὑπομονὴ τοῦ μὴ
διὰ τὰς θλίψεις τὰς ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ ἐγγινομένας τοῖς εὐσεβέσι l
m ἐνδοῦναι· τούτῳ τὸ ἀπὸ τῆς πίστεως ἐπιβραβευθήσεται τῶν 
ἁγίων, ὅτι καὶ αὐτοὶ πίστει κατώρθωσαν τὰ ἐπαινετὰ πάντα·
εἴτι Παύλῳ πιστέον Ἑβραίοις οὕτως διεξίοντι. ταῦτα πλατύτερον
παρετέθη πρὸς σαφήνειαν τοῦ συντετμημένου λόγου. 
 n Ἐν γὰρ τῇ ὑπομονῇ ἡ τῶν ψυχῶν περιγίνεται κτῆσις, ᾔτουν
σωτηρία, ὡς ἔστιν αὐτοῦ Κυρίου ἀκοῦσαι “ ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν, 
φάσκοντος, “ κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν.”

ΚΕΦ. ΛΖ. 

 Περὶ ἑτέρου θηρίου δύο κέρατα ἔχοντος, καὶ τῷ πρώτῳ τοὺς ἀνθρώπους
προσάγοντος. 
 Καὶ εἶδον ἄλλο θηρίον ἀναβαῖνον ἐκ τῆς γῆς, καὶ
εἶχε κέρατα δύο ὅμοια ἀρνίῳ, καὶ ἐλάλει ὡς δράκων. 
 καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ πρώτου θηρίου πᾶσαν ποιεῖ
ἐνώπιον αὐτοῦ. καὶ ἐποίει τὴν γῆν καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ
κατοικοῦντας ἵνα προσκυνήσωσι τὸ θηρίον τὸ πρῶτον,
 οὗ ἐθεραπεύθη ἡ πληγὴ τοῦ θανάτου αὐτοῦ. καὶ ποιεῖ
σημεῖα μεγάλα καὶ πῦρ, ἵνα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνῃ 
 ἐπὶ τὴν γῆν ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. καὶ πλανᾷ τοὺς
ἐμοὺς τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς, διὰ τὰ σημεῖα ἃ
ἐδόθη αὐτῷ ποιῆσαι ἐνώπιον τοῦ θηρίου. 
 Πόλλας ἐκδρομὰς ποιησάμενος ἐκ τῶνδε τῶν ἀρχῶν, εἰς προγενεστέρας
ἀρχὰς ἀναβὰς, ἔφθασεν εἰς τὸ σπουδαζόμενον. ὅπερ 
οὐκ ἄλλο, ἢ τὸ διηγήσασθαι τὰ περὶ τῆς παρουσίας τοῦ Ἀντιχρίστου.
καὶ ὅρα τί φησι περὶ αὐτοῦ, ἐκ τῆς γῆς δηλαδὴ ἀναβαίνειν
αὐτὸν, ὅθεν καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ἡ γένεσις. ἄνθρωπος γὰρ
καὶ αὐτὸς κατ’ ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ, ὡς καὶ Παύλῳ τῷ θείῳ
δοκεῖ. τὰ κέρατα δὲ οὐκ ἀρνίου, ἀλλ’ ὅμοια ἀρνίῳ, ἐπειδὴ φαντάζει 
ἑαυτὸν ἐπιεικῆ ὡς ὁ Χριστὸς, ἵνα πλανᾷ. διὰ τοῦτο ἡ
ὁμοιότης τῶν κεράτων, ἤγουν τῆς δόξης. καὶ ὡς δράκων λαλεῖ οὐκ
ὢν δράκων. οὐ γὰρ ὁ Σατανᾶς ἐστὶν αὐτόχρημα, ἀλλ’ ὡς ἐκεῖνος
ἐνεξουσιάζων, τουτέστι, διάδοχος γίνεται τῆς ἐξουσίας τοῦ διαβόλου.
“ἐνώπιον” δὲ, οἱονεὶ ἀκολούθως ἐκείνῳ, ἐχομένως ἐκείνῳ κατ’ 
οὐδὲν παραλλάττων ο τῆς παρουσίας τοῦ πρώτου Σατανᾶ. ἐξ ὧν
καὶ παρασκευάζει πάντας οἷς οὐδὲν πλέον τῶν γηϊνῶν εἰς φρόντησιν
ἀλλὰ τῆ κατοικίᾳ συνδιαφέρουσι καὶ τὴν βιοτὴν προσκυνῆσαι
τὸ πρῶτον θήριον· καὶ πῶς τοῦτο μὴ αἰσθητῶς οἷόν τε φανῆναι
τοῦ διαβόλου; ἵνα πρὸς αὐτὸν περαίνηται ἡ προσκύνησις ἐναργῶς. 
πρὸς αὐτὸν μὲν παρρησιαστικῶς οὐ· ἀλλ’ ὥσπερ εἴρηται ἤδη ἡ
 

 
διὰ τῆς συνεργείας τοῦ Σατανᾶ προσκύνησις τῷ Ἀντιχρίστῳ
ἐπ’ αὐτὸν διαβαίνει τὸν συνεργόν. καὶ ὅτι τοῦτο καὶ τὰ τῶν
συνεργῶν τοῖς συνεργουμένοις οὐ λογίζεται, ἀλλὰ τοῦ ὡς δι’
ὀργάνου ἐνδεικνυμένου τὸ ἑαυτοῦ, ἄκουσον τί φησι Παῦλος·
πολλοῖς προσπαλαίσας δυσχερέσι τὴν νίκην οὐχ ἑαυτῷ ἀλλὰ τῷ n 
διὰ τοῦ ἠγαπηκότος αὐτὸν προσνέμει· “ ἐν πᾶσι,” λέγων, “ ὑπερ-
“ νικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς. ὡσαύτως δὲ καὶ ὅταν
φάσκῃ τὸ οὐκ ἐγὼ δὲ ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί
ἀλλὰ καὶ τὸ ἐνώπιον τοῦ θηρίου τὴν ἐξουσίαν πᾶσαν ποιεῖν τὸν
Ἀντίχριστον μὴ παρόντος αἰσθητῶς τοῦ Σατανᾶ, τὸ ὑπὸ τοῦ 
Κυρίου εἰρημένον τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ περὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ
τὸ “ ναι ο Πατὴρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθεν σου.”
ἱκανὸν παραστῆσαι, ὡς τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τινὶ ἐκτελούμενα καὶ
μὴ παρόντι ἐνώπιον τοῦ εὐαρεστουμένου λογίζεται ἐνεργεῖσθαι. 
 Ἀντὶ τοῦ ἐχομένως προοδοποιῶν τῷ πρώτῳ θηρίῳ τὴν προσ- 
κυνησιν. 
 Οὗ ἐθεραπεύθη ἡ πληγὴ τοῦ θανάτου αὐτοῦ. 
 Ἐν τοῖς φθάσασιν εἴρηται περὶ τούτου πλατύτερον· νῦν δὲ
ὅσον μόνον παραστῆσαι ὑπεσημήνατο. ἐπειδὴ γὰρ εἶπεν τὴν
ἐξουσίαν τοῦ πρώτου θηρίου πᾶσαν ποιεῖται ἐνώπιον αὐτοῦ, (πρῶτον 
δὲ πάντων εἴρηκε τὸν δράκοντα τὸν πυρρὸν, ὃν ἔδειξεν ἐν τῷ
οὐρανῷ γεγραμμένον ἡ ὀπτασία ο,) ἵνα μή τις νομίσῃ νῦν λέγειν
αὐτὸν περὶ ἐκείνου, ὃς τὴν ἐξουσίαν ἔλαβε τοῦ πρώτου θηρίου, οὐ
περὶ ἐκείνου φησὶ τοῦ πρώτου λέγω, ἀλλὰ τοῦ μετ’ ἐκεῖνον μὲν,
πρὸ δὲ τοῦ p Ἀντιχρίστου, ὃν ἡ ὀπτασία ἔδειξεν ἐκ τῆς θαλάσσης 
ἀναβαίνειν, ὅμοιον ὄντα παρδάλει. τούτου γὰρ ἡ πληγὴ ἰάθη
κατὰ τὸ πρότερον εἰρημένον q. σημεῖα γὰρ καὶ τέρατα αὐτὸν
ποιεῖν κατ’ ἐνέργειαν τοῦ διαβόλου, ὡς καὶ Παύλῳ τῷ θείῳ, ὡς
ἔφθημεν εἰρηκότες, δοκεῖ. τὰ δὲ σημεῖα πυρὸς ἀπ’ οὐρανοῦ καταφορὰ,
ὃ καὶ ἐπὶ τοῦ Ἰὼβ, ἀφ’ οὗ καὶ τοῦ δικαίου τὰ κτήνη 
διέφθειρε καὶ ἕτερά τινα τοιαῦτα μεγάλα, ὡς τῇ μεγαλειότητι
ἐκστήσαντα λαβεῖν καὶ τοὺς ἤδη πιστούς. τοῦτο γὰρ διὰ τοῦ
 

 
εἰπεῖν καὶ “ πλανᾷ r τοὺς ἐμοὺς” σημαίνει. ὡς καὶ ἐν Εὐαγγελίῳ
φησὶν ὁ Χριστός· “ ὥστε εἰ δυνατὸν πλανηθῆναι καὶ τοὺς
“ἐκλεκτούς.” ἵνα δὲ παραστήσῃ τίνας πλανήσῃ τῶν Χριστοῦ
πιστῶν, ἐπήγαγε τὸ γνώρισμα τούτων, τοὺς κατοικοῦντας προσθεὶς
ἐπὶ τῆς γῆς, οὐ διαστέλλων Ἀγγέλους ἀνθρώπων. τίνα γὰρ ἕξουσιν 
ἀπατᾶν τῶν Ἀγγέλων s οἷς ἡ φυσικὴ καθαριότης οὐδὲν εἰς ἐπίκρυψιν
ἀληθείας ἐμποδὼν γίνεσθαι ἐᾶ t; ἐκείνους δὲ τοὺς ἐπὶ γῆς
ἀνθρώπους οὗτος ἐκστήσει οἷς ἡ κατοικία γνώρισμα τῆς προθέσεως·
οὐδὲν μετάρσιον ἔχουσιν ἐνθέου καὶ οὐρανίου φρονήματος,
ἀλλὰ περὶ γῆν καὶ τὰ κατὰ γῆν ἴσα κτήνεσι ἰλυσπᾶσθαι πεφρον- 
τικοτες. 
 Ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. 
 Ποιεῖ μεγάλα σημεῖα κλέπτων τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ὁρώντων,
ὥσπερ καὶ οἱ Αἰγύπτιοι φαρμακοὶ κατενώπιον τοῦ Φαραὼ, καὶ
Σίμων ὁ Μάγος ἐν Ῥώμῃ ἐξανίστων τὸν νεκρὸν κἀν ὑπὸ Πέτρου 
ἠλέγχθη· πάντα οὖν πράξει, φησὶν, ὁ τοῦ Ἀντιχρίστου πρόδρομος
διὰ γοητείας, πρὸς τὸ νομισθῆναι τὸν Ἀντίχριστον Χριστὸν, ὡς
ὑπὸ τοιούτου τερατουργοῦ μαρτυρούμενον καὶ ἀναμφισβήτητον
τὴν δόξαν λαμβάνοντα, κατὰ μίμησιν τοῦ βαπτιστοῦ Ἰωάννου,
τῷ Σωτήρι’ Χριστῷ μαρτυροῦντος, καὶ τούτῳ v προάγοντος. δεινὸν 
γὰρ τὸ ψεῦδος ἀπάτῃ μιμεῖσθαι πρὸς ὄλεθρον τῶν πειθομένων
τὴν ἀλήθειαν. 
 Ἐδόθη αὐτῷ ποιῆσαι ἐνώπιον τοῦ θηρίου. 
 w Τὸ ἐνώπιον δύναται καὶ τὸ ὑπὸ παρουσίᾳ δηλοῦν. δύναται καὶ
τὸ κατ’ ἀξίαν καὶ ἀκολούθως, ὡς ἔχει καὶ τὸ “ λατρεύειν αὐτῷ 
“ ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ ἐνώπιον αὐτοῦ. ἀντὶ γὰρ τοῦ κατ
ἀξίαν τῆς θεικῆς ἁγιότητος καὶ δικαιοσύνης ἐντεῦθεν λατρευτέον·
οὕτως οὑν καὶ νῦν τὸ ἐνώπιον ἐκληπτέον. ἵνα ἠ’, τὰ σημεῖα δὲ
ἐχωρήθη αὐτῷ ποιήσας οὐκ ἀληθείας ἐχόμενα ἀλλ’ ἀπάτης κατ’
ἀξίαν τοῦ ἐνεργοῦντος ἀπατεῶνος. x 
 Λέγων τοῖς κατοικοῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς ποιῆσαι εἰκόνα
τῷ θηρίῳ ὃ εἶχε πληγὴν καὶ ἔζησεν ἀπὸ τῆς μαχαίρας.
 

 
 καὶ ἐδόθη αὐτῷ πνεῦμα δοῦναι τῇ εἰκόνι τοῦ θηρίου,
ἵνα καὶ λαλήσῃ ἡ εἰκὼν τοῦ θηρίου, καὶ ποιήση ὅσοι
ἐὰν μὴ προσκυνήσωσι τῆ εἰκόνι τοῦ θηρίου ἵνα ἀποκτανθῶσιν.
 καὶ ποιεῖ πάντας τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς
μεγάλους, καὶ τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς πτωχοὺς, καὶ 
τοὺς ἐλευθέρους καὶ τοὺς δούλους, ἵνα δώσωσιν αὐτοῖς
χαράγματα ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτῶν τῆς δεξιᾶς, ἣ ἐπὶ τὸ
 μέτωπον αὐτῶν, καὶ ἵνα μή τις δύνηται ἀγοράσαι ἣ
πωλῆσαι εἰ μὴ ὁ ἔχων τὸ χάραγμα. 
 x Ἀκριβῶς ἄγαν τοῖς ἐπὶ γῆς κατοικοῦσι τὸ πρόσταγμα, οὓς καὶ 
πεπεῖσθαι Ἡσαΐας ἐν ᾠδῇ φησι, οὐ πεσούμεθα, ἀλλὰ “ πεσοῦνται
“ οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς.” τούτοις οὑν καὶ νῦν οὐ τοῖς τὸ
πολίτευμα ἔχουσιν ἐν οὐρανοῖς ἡ τῆς εἰκόνος ἐντέλλεται ποίησις·
ἀπέγνωσται γὰρ τούτων τὸ ἀπατᾶσθαι κατησφαλισμένων ἀκριβῶς
τῇ προαναφωνήσει τῆς τοῦ θηρίου ἐλεύσεως· ἡ προφώνησις δὲ τοῦ 
“ εἴτις ἔχει οὖς, ἀκουσάτω. ” περὶ τοῦ θηρίου, ὃ εἶχε πληγὴν καὶ
ἔζησε, προπαρατεθεῖται. 
 Ἐπειδὴ, δὲ καὶ ἡ εἰκὼν ἀνεστυλώθη τῷ θηρίῳ, ἐδόθη καὶ
πνεῦμα δοῦναι τῇ εἰκόνι, ἵνα δῆθεν λαλήσῃ ἡ εἰκών. τοῦτο δὲ
πρὸς τὰ ἀγάλματα λογιστέον, ἃ πολλὰ καὶ ἱδροῦντα καὶ λαλοῦντα y 
ἱστόρηται τοῖς Ἑλληνικοῖς χρόνοις ἐνεργείᾳ διαβολικῇ.
ἡ δὲ σύνταξις τοῦ ῥητοῦ οὕτως. κατὰ κοινοῦ δὲ τὸ, “ ἵνα,’’ ληπτέον,
ὡς ἃν ᾖ οὕτως. ἴνα καὶ λαλήσῃ, ἴνα καὶ ποιήσῃ, ὅσοι μὴ προσκυνήσουσι
τῇ εἰκόνι τοῦ θηρίου, ἵνα καὶ οὗτοι ἀποκτανθῶσιν. ὅτι
δὲ τὰ ἀγάλματα, ὡς εἴρηται, ἐλάλει, ἐξ ἱστορίας μαθεῖν ἔνεστιν, 
ὡς διὰ γοητείας ἱστόρηται καὶ δένδρα καὶ ὕδατα λαλῆσαι, διά τε
Ἀπολλωνίου καὶ ἑτέρων γοήτων z. ἀλλὰ καὶ Σίμωνα τὸν Μάγον
νεκρὸν ἀναστῆσαι φαντάσαντα, ὡς φθάνομεν εἰρηκότες, παρουσίᾳ
Πέτρου· ὑφ’ οὗ καὶ ἠλέγχθη Σίμων ὡς φαντασία ἡ ἀνέγερσις·
αὐτοῦ Πέτρου ἀληθινῇ ἐγέρσει τὸ ἀπατηλὸν καταργήσαντος. 
 Οὕτως τόν ὑπασπιστην τοῦ Ἀντιχρίστου ἀποκαμοντα ταῖς
ἀπατηλαῖς φαντασίαις ποιῆσαι εἰκόνα τῷ θηρίῳ προστάξαι καὶ
 

 
δεῖξαι ταύτην, καὶ παρασκεύασαι τοὺς μὴ προσκυνοῦντας
ἀποκτανθῆναι. 
 Καὶ ποιεῖ πάντας τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς μεγάλους,
καὶ ἑξῆς. 
 Ἰδιωτικώτερα ἡ σύνταξις, διὸ καὶ ἀνόητος. πότερον γὰρ λέγει 
τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς μεγάλους λαβεῖν, ἣ δοῦναι; διὸ προσθήκῃ
τῆς “εἰς” εἰς προθέσεως, τὸ ἀνόητον a ἐπανορθωθείη ἃν πρὸς
οὕτω· καὶ ποιεῖ εἰς πάντας τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς μεγάλους καὶ
τοὺς ἐφ’ ἑξῆς, ἵνα δώσωσιν αὐτοῖς χαράγματα ἐπὶ τῆς δεξιᾶς
χειρὸς, ἣ ἐπὶ τοῦ μετώπου. τοῦτο δὲ εἰς γνώρισμα φησὶ τοῦ 
ἐμπορευτέου καὶ μή. κἀνταῦθα δὲ ὁ “ καὶ” σύνδεσμος παρέλκει.
λέγω δὴ ἐπὶ τοῦ “ καὶ ἵνα μήτις δύναται ἀγοράσαι ἣ πωλῆσαι
περιττὸς γὰρ ὁ σύνδεσμος ὁ “ καί·” οὐ γὰρ ἀναίρεσις ἣ μετάβασις
τῆς προκειμένης ἐννοίας, ὃ ἐπαγγέλλεσθαι ὁ σύνδεσμος πέφυκεν
οὗτος. μᾶλλον μὲν οὖν καὶ παράστασιν αἰτίας ὁ αἰτιολογικὸς 
σύνδεσμος τῶν ἄνω εἰρημένων ἐμφαίνει ἐπὶ τῇ δόσει τοῦ σημείου·
τοῦ διατὶ δέδοται τὸ σημεῖον. δέδοται γὰρ τοῦ μὴ ἄνευ τούτου
τῆς ἐπιγνώσεως τὴν ἐμπορείαν τελεῖσθαι ἐξεῖναι. 
 Ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτῶν τῆς δεξιᾶς. 
 Ἐπὶ χειρὸς τῆς δεξιᾶς καὶ ἐπὶ μετώπου τὸ γνώρισμα. ἀντίθετος 
γὰρ τῶν ἀγαθῶν b ἡ τοῦ ὀλεθρίου ὀνόματος ἐγχάραξις. ἐν
μὲν ταῖς δεξιαῖς, ἵνα τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἐκκόψῃ τὴν ἐνέργειαν.· ἐν
δὲ τοῖς μετώποις, ἵνα τὸ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐπικείμενον μέρος προσληφθὲν c,
σκοτασμὸν ἐμποιήσῃ τοῖς ἀπατωμένοις, τοῦ d μὴ ὡς
ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως e ἀντέχεσθαι τῆς εὐσεβείας. ἀλλ’ οὐ δέξονται 
τοῦτο οἱ τὰ πρόσωπα σημειωθέντες τῷ θείῳ τοῦ προσώπου
φωτί.

ΚΕΦ. ΛΗ. 

 Περὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ θηρίου. 
 Ἢ τὸ ὄνομα τοῦ θηρίου, ἣ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὀνόματος 
αὐτοῦ. ὧδε ἡ σοφία ἐστίν. ὁ ἔχων νοῦν, ψηφισάτω τὸν
 

 
ἀριθμὸν τοῦ θηρίου. ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστὶν, καὶ
ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ χξς΄. 
 Καὶ τί τὸ χάραγμα, ἐπιφέρει, τὸ ὄνομα τοῦ θηρίου. διττὴ δὲ
τούτου ἡ γνῶσις, ἢ διὰ προφορᾶς αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος, ἣ διὰ
ψήφου. καὶ τὴν ψῆφον δὲ τοῦ ὀνόματος τοῦ θηρίου, πανταχοῦ 
πλατύναι ἐπιτηδεύσει f, ἔντε πράσεσι καὶ ὠναῖς, ἵν᾿ ὁ μὴ τοῦτο
ἐπιφερόμενος, ἐν ταῖς τῶν ἀναγκαίων ἐνδείαις τελευτήσῃ. ἀριθμὸν
δὲ ἀνθρώπου τὸ ὄνομα εἶναι, ἀντὶ τοῦ οὐ g ξένον οὐδὲ ἀήθη καὶ
ἐπικεκρυμμένον καὶ διπλόης ἐχόμενον, ἀλλὰ ψῆφον ἐντριβῆ καὶ
ἔγνως μένην ἀνθρώποις. ἀριθμὸς δὲ τοῦ ὀνόματος τοῦ ψήφου, χξς΄. 
σαφῶς γὰρ h αὐτὸ τὸ ὄνομα οὐ παρέθετο, ἢ διὰ τὸ ἀνάξιον βιβλίῳ
ἐγγραφῆναι. ἣ διὰ τὸ μὴ προδήλου ὄντος πολλοὺς σφετεριζομένους
τῶν κακουργούντων πράγματα παρέχειν τοῖς εὐσεβέσι τὸ προαρπάζειν
τὴν γνῶσιν τῆς παρουσίας, καὶ ἐν ἀώρῳ τὴν ἔκβασιν τιθεμένους
τοῦ ὡρίμου καθάπαξ ὑστερεῖν. διόπερ γυμνασίας χάριν 
ἐπανελέσθαι οὐκ ἄκαιρον, τὰ τὴν ψῆφον ἐπιφερόμενα 1 ὀνόματα
κύριά τε καὶ προσηγορικά. κύρια μὲν οἷον Λαμπέτις k, Τειτᾶν·
καὶ ἀπὸ τοῦ τενῶ μέλλοντος, ὥσπερ καὶ ἀπὸ του σπερῶ, σπόρος
Λατεῖνος ὁμοίως διὰ διφθόγγου· Βενέδικτος ὃ μᾶλλον ἐκείνων
ἐπιτευκτικώτερον, τὸ εὐλογημένος ἀπὸ τῆς Ἰταλῶν γλώσσης 
ἀναπτυσσόμενον ἐμφαίνων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπίδρομον τῷ ἀποστάτῃ
ἐσόμενον ἅτε καὶ τῷ ἀληθινῷ ἐναρμοσθέντος Χριστῷ. προσηγορικὰ
δὲ, ὁ νικητής. ἴσως γὰρ οὕτως ἑαυτὸν ὀνομάσει, καὶ κακὸς ὁδηγὸς,
καὶ ἀληθὴς βλαβερὸς, καὶ πάλαι βάσκανος, καὶ ἁμνὸς ἄδικος,
ἃ ἐκ τῶν ἐναντίων αὐτῶ ἐπικληθήσεται, τὴν οἰκείαν δόξαν ἐν τῆ 
αἰσχύνῃ καρπούμενος. 
 Ἐκ Τῶν Τοῦ Ἀνδρέου. Τὴν μὲν ἀκρίβειαν τῆς ψήφου, ὡς
καὶ τὰ λοιπὰ περὶ αὐτοῦ γεγραμμένα, ὁ χρόνος ἀποκαλύψει καὶ
ἡ πεῖρα τοῖς νήφουσιν. εἰ γὰρ ἔδει, καθώς φασι τινὲς τῶν
διδασκάλων, σαφῶς γνωσθῆναι τὸ τοιοῦτον ὄνομα, ὁ τεθεαμένος 
αὐτὸ ἃν ἀπεκάλυψεν. ἀλλ’ οὐκ ηὐδόκησεν ἡ θεία χάρις ἐν θείᾳ
βίβλῳ τὸ τοῦ λυμεῶνος ταγῆναι ὄνομα. ὡς δὲ ἐν γυμνασίας
 

 
λόγῳ, πολλά ἐστιν εὑρεῖν, κατὰ τὸν μακάριον Ἱππόλυτον καὶ
ἑτέρους πολλοὺς, ὀνόματα τὸν ἀριθμὸν τοῦτον περιέχοντα προσηγορικα
τε καὶ κύρια.

ΚΕΦ. ΛΘ. 

 Περὶ τῶν ρμδ΄ χιλιάδων τῶν σὺν τῷ ἀρνίῳ ἑστώτων ἐν ὄρει Σιῶν. 
 Καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ τὸ ἀρνίον ἑστηκὸς ἐπὶ τὸ ὄρος 
Σιῶν, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἀριθμὸς ρμδ΄ χιλιάδες, ἔχουσαι τὸ
ὄνομα αὐτοῦ, καὶ τὸ ὄνομα του πατρὸς αὐτοῦ γεγραμμένον
 ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν. καὶ ἤκουσα φωνὴν ἐκ
τοῦ οὐρανοῦ, ὡς φωνὴν ὑδάτων πολλῶν, καὶ ὡς φωνὴν
βροντῆς μεγάλης. καὶ ἡ φωνὴ ἢν ἤκουσα, ὡς κιθαρῳδῶν 
 κιθαριζόντων ἐν ταῖς κιθάραις αὐτῶν. καὶ ᾄδουσιν ᾠδὴν
καινὴν ἐνώπιον τοῦ θρόνου, καὶ ἐνώπιον τῶν τεσσάρων
ζώων καὶ τῶν πρεσβυτέρων. καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο μαθεῖν
τὴν ᾠδὴν εἰ μὴ αἱ ρμδ΄ χιλιάδες οἱ ἠγορασμένοι ἀπὸ
τῆς γῆς. 
 Ἐπὶ τὸ ὄρος Σιῶν. 
 Οὐ τῆς παλαιᾶς, ὅτι μηδὲ αὐτὴ ὑπήκοος τῷ ἀρνίῳ, ὅς ἐστιν ὁ
Χριστὸς, ἀφ’ οὗ καὶ ἐλέχθη τοῖς ἀπειθοῦσι τὸ “ ἰδοὺ ἀφίεται
“ ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος.” οὐκ ἐπὶ τῆς παλαιᾶς οὖν Σιῶν ἡ
στάσις τῷ ἀρνίῳ, αὕτη γὰρ ὑπὸ τῶν Ῥωμαϊκῶν κατέλυτο χειρῶν, 
καὶ ὁ ναὸς δὲ ἐνέπρηστο, ἁλούσης τῆς πόλεως ὑπὸ Τίτου τοῦ υἱοῦ
Οὐεσπασιανοῦ· οὐκ ἐπὶ τῆς παλαιᾶς οὖν Σιῶν ἀλλ’ ἐπὶ τῆς νέας,
ἥτις ἐστὶ πόλις Θεοῦ ζῶντος, ἧς νῦν δείκνυται ἐπιβεβηκὸς τὸ
ἀρνίον τὴν ἐπ’ ἐσχάτων ἐπιστροφὴν, παραδηλούσης τῆς ὀπτασίας
τοῦ Ἰσραήλ l. ἣν καὶ Παῦλος ὁ θεῖος ἠνίξατο m δι’ ὧν φησιν, 
“ ὅτε τὸ πλήρωμα τῶν ἐθνῶν εἰσέλθῃ, τότε πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται,
“ οἰκειωθεὶς τῷ Χριστῷ.” τοῦτο γὰρ αὐτοὺς καὶ Ἡσαΐας εὐηγγελίσατο
διὰ τοῦ, “ ἰδοὺ ἥξει ἕνεκεν Σιῶν ὀρυόμενος, καὶ ἀποστρέψει
“ ἀσεβείας ἀπὸ Ἰακὼβ εἶπεν Κύριος.” 
 

 
 Καὶ μετ’ αὐτοῦ ἀριθμὸς ρμδ΄ χιλιάδες. 
 Μετὰ τοῦ ἀρνίου δηλαδή. ὁ ἀριθμὸς δὲ τῶν χιλιάδων οὐχ ὁ
αὐτὸς τῶν ἀφ’ ἑκάστης φυλῆς προειρημένων πεπιστευκέναι τῷ
Χριστῷ. ἦ γὰρ ἂν μετὰ τοῦ ἄρθρου προήνεγκεν, αἱ ρμδ΄ χιλιάδες,
εἰπών. ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀσυνάρθρως, λείπεται τοὺς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν νοεῖν 
αὐτὸν εἰρηκέναι, τῆς ἐν ἑκάστῳ χάριτος τοῦ θείου σπόρου καὶ
Ἀποστολικοῦ δωδεκάκις χιλιοστὸν ἀπεργαζομένης, τέλειον τὸν
καρπὸν τῆς τῶν σωζομένων πίστεως, οἱς καὶ παρθενίαν κατωρθωκέναι
προσμαρτυρεῖ, ὅση σαρκὸς, ὅση ψυχῆς· ὃ σπάνιον παρ’
Ἑβραίοις. τὸ δὲ ἔχειν τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ γεγραμμένον 
καὶ τοῦ Υἱοῦ m ἐπὶ τῷ μετώπῳ αὐτῶν ἐγγεγράφθαι, δηλοῖ, ὡς τῷ
θείῳ φωτὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ τοῦ θείου σφραγίζονται, δι’ οὗ τοῖς
ἀντιμίμοις ἐπὶ τούτου ὀλεθρίοις δαίμοσι φοβεροὶ γίνονται. 
 Ὡς φωνὴν ὑδάτων πολλῶν, καὶ ὡς φωνὴν βροντῆς
μεγάλης. 
 Ἡ τῶν ὑδάτων καὶ τῶν βροντῶν n καὶ τῆς κιθάρας φωνὴ, τὸ
διαπρύσιον δηλοῖ τῆς τῶν ἁγίων ὑμνῳδίας καὶ τῆς ἐμμελοῦς
αὐτῶν καὶ εὐήχου καὶ συμφώνου ᾠδῆς, τῆς πᾶσαν περιηχούσης
τὴν τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων Ἐκκλησίαν πρωτοτόκων καὶ
πανήγυριν, οἷς ἡ πρωτότοκος ἐπιφημίζεται κλῆσις. φέρουσα δόξαν 
παρὰ τοῖς πάλαι· ἅτε τοῦτο δεικνύσης τοὺς τεκόντας ὅπερ ἐκεῖνοι
τοὺς φύσαντας τὸν κοινὸν ἔρανον τῇ φύσει ἀντεισάγοντες. ταύτης
τῆς συμφωνίας τῶν ἁγίων ἀπηχουμένης, ἣν τῇ νεκρώσει τοῦ
σώματος καὶ τῶν τούτου ἐπιθυμιῶν κατορθοῦν ἐξεγένετο, οὐδενὶ
τὸ μαθεῖν ἑτέρῳ περιελέλειπτο πλὴν αὐτῶν. διότι τῷ μέτρῳ τῆς 
πολιτείας καὶ ἡ γνῶσις συμπαρεκτείνεται, καθάπερ καὶ τοῖς τῶν
ἀνθρώπων δούλοις ἀναλόγως τῇ δουλείᾳ καὶ ἡ τῶν μυστικῶν
φανέρωσις γίνεται. ἐγὼ δὲ οἶμαι, ὅτι ο οὐδὲ ἀκοῦσαί τις δύναται
τὰ τῆς καινῆς p ᾠδῆς μυστήρια, εἰ μὴ οἱ τοῦ ᾄδειν αὐτὰ ἠξιωμένοι.
ἑκάστῳ γὰρ ἡ γνῶσις κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς καθαρότητος. 
οὐ γὰρ βάλλουσι τὸν τοῦ Κυρίου νέον οἶνον εἰς ἀσκοὺς
παλαίους q· οὐδὲ ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱμάτιον διεφθαρ-
μένον r. 
 

 
 Οἱ ἠγορασμένοι ἀπὸ τῆς γῆς. 
 s Τούτοις καὶ Παῦλος ὁ θεῖος ἐπιπληκτικώτερον
“ἠγοράσθητε,” φάσκει, “ τιμῆς·” διόπερ ὡς ἠγορασμένοι ἀνυπερθέτως
τὴν διὸ ἠγοράσθητε λειτουργίαν μετιέναι μὴ ὀλιγώρως
σχῆτε· καὶ τίς ἡ τιμὴ, αὐτὸς καὶ ταύτην παριστᾷ, “τιμίῳ” 
λέγων “ αἵματι τοῦ ἀσπίλου ἁμνοῦ, ὅς ἐστι Χριστός.” κἀκεῖνος
μὲν οὕτως. ἡ δὲ προκειμένη θεωρία τοὺς ἠγορασμένους ἀπὸ τῆς
γῆς, φησι, καὶ τίνος χάριν τῆς ἐνεγκαμένης ἡ δήλωσις· ἵνα καὶ
τοῦ ὠνησαμένου τὸ φιλάγαθον παραστήσῃ, ὡς οὐ δι’ ἔνδειαν ἡ
ὠνή· τίς γὰρ ἔνδεια γηίνων τῷ ἐπουρανίῳ; ἀλλ’ ἀγαθότητος ἔργον 
καὶ φιλανθρωπίας καὶ τῶν ταπεινῶν, εἰ καὶ παραξίαν τῆς σωτηρίας.
οὕτως ἀντεχομένου ὡς καὶ σπονδαῖς τοῦ ἑαυτοῦ αἵματος τὴν τιμὴν
καταβαλεῖν. καὶ ταύτῃ μὲν τοῦ ὠνησαμένου. τίς δὲ ἡ τῶν ἠγορασμένων
δήλωσις τῆς ἐνεγκαμένης; εἰς παράστασιν καὶ τούτων
τῆς ἀγνωμοσύνη,, ὡς οὐκ ἀξίως τῆς κλήσεως διαγενομένων· ἣ γὰρ 
ἃν παγκλήρως αὐτοῖς ἡ τῆς ᾠδῆς μάθησις ὑπῆρξεν, ἀλλ’ οὐκ
ἀριθμῷ ὑποβαλλομένη. 
 Οὗτοί εἰσιν, οἳ μετὰ γυναικῶν οὐκ ἐμολύνθησαν.
παρθένοι γάρ εἰσιν. οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ
ἀρνίῳ ὅπου ἐὰν ὑπάγῃ. οὗτοι ὑπὸ Ἰησοῦ ἠγοράσθησαν 
 ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων, ἀπαρχὴ τῷ Θεῷ καὶ τῷ ἀρνίῳ, καὶ
οὐχ εὑρέθη ἐν τῷ στόματι αὐτῶν ψεῦδος. ἄμωμοι γάρ
εἰσιν. οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ ἀρνίῳ. 
 Οὐκ ἀτιμουμένου τοῦ γάμου τὰ παρόντα. τίμιος γὰρ ὁ γάμος.
καὶ οὐ τῷ ἀξιεπαίνῳ τῆς παρθενίας ὁ γάμος ὑποδύεται τὸ ἀνάξιον, 
ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἀστὴρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ, τούτους μετὰ
τοὺς εἰκοσιτέσσαρας πρεσβυτέρους τῶν λοιπῶν εἶναι ἡγούμεθα
προὔχοντας, διά τε τὴν παρθενίαν καὶ τὸ ἐν γλώσσῃ τε καὶ ἐν
χερσὶν ἄμωμον· μετὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν κτωμένους τὴν
ἐν ἀρεταῖς λαμπρότητα, δι’ ἧς καὶ τὴν καινὴν ᾠδὴν διδάσκονται, 
τοῖς πολλοῖς, οὐ μόνον κατὰ τὸν παρόντα βίον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ
μέλλοντι αἰῶνι ἄγνωστον. 
 

 
 Εἰ γὰρ καὶ τὸ τέλειον τῆς γνώσεως ἐκεῖ, κατὰ τὸν Ἀπόστολον,
ἀλλὰ ἀναλόγως τῇ r ἑαυτοῦ καθάρσει ἑκάστῳ ἐφαπλουμένης τῆς
γνώσεως. s τί γάρ φησι Παῦλος “ τότε ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ
“ ἐπεγνώσθην·” γνῶσιν οὐ τὴν κατάληψιν φάσκων, ἀλλὰ τὴν ἐξ
ἀγάπης οἰκείωσιν. ἀναλόγως οὖν τῆς ἐξ ἀρετῆς ἡμῶν πρὸς τὸ 
θεῖον οἰκειώσεως, καὶ ἡ γνῶσις εὐπορηθήσεται, τῆς μερικῆς γνώσεως
τῷ φθαρτῷ τούτῳ βίῳ συναποσβεσθείσης. καὶ ὅτι κἀκεῖ οὐ
μία καὶ πᾶσιν ἰσότιμος ἡ δόξα, ἀλλὰ διαφόροις τοῖς κόποις
ἐπιμετρουμένη τῆς ἀρετῆς ἀκούειν ἐστὶ τοῦ λέγοντος· “ἕκαστος
“ τὸν ἴδιον μισθὸν λήψεται κατὰ τὸν ἴδιον κόπον. καὶ τῷ Χριστῷ, 
“ παρὰ τῷ Πατρί μου μοναὶ πολλαί εἰσι·” τοῦ πολλαὶ τὸ διάφορον
εἰσηγουμένου· ἐκεῖνα γὰρ ὑποβάλλεται ἀριθμῷ, ὅσα κατά
τι τὸ διάφορον πρὸς τὰ ἄλλα παρέχεται. 
 Οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ ἀρνίῳ. 
 Οὐ διαφορὰν παριστῶντος τοῦ ἀρνίου πρὸς τὸν Χριστὸν, ἀλλὰ 
τὸ πρὸς ἀρετὴν διάφορον δηλοῦντος τῶν t τῆς μαθήσεως τῆς ᾠδῆς
κατευτυχησάντων. οἱ μὲν γὰρ ἁπλότητι ψυχῆς καὶ ἀκακίᾳ
περικροτούμενοι u, ἀκολουθεῖν τῷ ἀρνίῳ ἐπιτήδειοι γεγόνασιν. οἱ
δὲ ἀνδρικώτερον διακείμενοι καὶ λελογισμένῃ διαθέσει περιστοιχούμενοι,
τῷ ἀνδρωθέντι Χριστῷ ἀνδρικῶς x προσηνέχθησαν, πρός 
τε τὰ πάθη, πρός τε τοὺς τυράννους τὸ νικητήριον ἀνελόμενοι
κράτος. οἳ δὲ διὰ τὸ μιμήσασθαι, τοὺς μὲν τὴν ἀκακίαν Χριστοῦ
τοῦ διδασκάλου, τοὺς δὲ τὸ ἀρνικὸν, πρὸς τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ
διδασκάλου τοῦ ἰδίου αἵματος ἔκχυσιν, οὕτω τῆς ἀπ’ αὐτοῦ
κτήσεως ἔτυχον. ἀλλ’ ἐρεῖ τις· εἰ ἐξ οἴων πόνων τῶν κατορθωσάντων 
ἀντιμισθία ἡ ᾠδὴ, πῶς ἠγοράσθαι λέγονται; ἀκουσάτω
οὖν ὡς οὐ μάτην ἡ ἀγορά· οὐ γὰρ ἄνευ θείας συναντιλήψεως
ἀνθρώποις τὸ κατορθοῦν. ἀλλὰ τὸ μὲν ἐπανελέσθαι τῆς ἐξουσίας
τοῦ ἐπαναιρουμένου· τὸ δὲ πρὸς πέρας ἀφικνεῖσθαι τοῦ συνεργοῦντος
Θεοῦ. διὸ καὶ εἴρηται τὸ “ οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ 
“ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ.’’ ὡς οὖν τοῦ παντὸς ὄντος
τοῦ κατορθώματος ἐκ Θεοῦ, εὐλόγως καὶ παρ’ αὐτοῦ ἡ καταβολὴ
 

 
τῆς ὠνῆς. ὥσπερ δὲ τῆς δόξης αἱ μοναὶ διάφοροι, οὕτω καὶ κολάσεως.
διὸ καὶ εἴρηται τὸ “ ἕκαστον τὸν ἑαυτοῦ μισθὸν λήψεσθαι
“κατὰ τον ἴδιον.”

ΚΕΦ. Μ. 

 Περὶ Ἀγγέλου προαγορεύοντος τὴν ἐγγύτητα τῆς κρίσεως τῆς μελλούσης. 
 Καὶ εἶδον Ἄγγελον πετόμενον ἐν μεσουρανήματι,
ἔχοντα Εὐαγγέλιον αἰώνιον εὐαγγελίσαι τοὺς καθημένους
ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ πᾶν ἔθνος, καὶ φυλὴν, καὶ
 γλῶσσαν, καὶ λαὸν, λέγων ἐν φωνῇ μεγάλη, φοβήθητε
τὸν τύριον. καὶ δότε αὐτῷ δόξαν, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς 
κρίσεως αὐτοῦ. καὶ προσκυνήσατε αὐτὸν, τὸν ποιήσαντα
σαντα τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν,
καὶ πηγὰς ὑδάτων. 
 Τὸ μεσουράνημα, διττὴν νόησιν ἐμποιεῖ. καὶ γὰρ τὸ γ ὑψηλὸν
καὶ μετέωρον καὶ ἀπ’ οὐρανοῦ, τό, τε z εὐαγγελιζόμενον ὑπ’ αὐτοῦ, 
καὶ αὐτὸς ὁ ὑπὸ Θεοῦ ἀποσταλεὶς, καὶ ὅτι ἤγγικεν a ἤδη τὸ ἀπ’
αἰῶνος ἐλπιζόμενον κριτήριον. καὶ ἐπειδὴ b σωτήριον τοῦτο τοῖς ἐκ
παντὸς μέρους τῆς γῆς καὶ ἐκ παντὸς ἔθνους τὰ εὐάρεστα διαπραξαμένοις
Θεῷ, ἀλλὰ καὶ ἔμφοβον δαίμοσι καὶ ἁμαρτωλοῖς.
ἀμφότερα δὲ ὑπῃνίξατο ἡ Φωνὴ c, τοῖς μὲν ἀγαθοῖς διὰ τοῦ 
μεγάλου, τὸ καταθύμιον εἶναι τὴν τοῦ δικαίου κριτοῦ παρουσίαν,
καὶ ὅτι d ἀποκαταστήσει αὐτοὺς πρὸς τὸν δι’ ὃν ἐναθλεῖν αὐτοὺς
ὑπῆρξε, τῷ μοχθηρῷ τούτῳ βίῳ τῶν προσταγμάτων αὐτοῦ ἀντεχομένοις·
διὰ δὲ τοῦ φοβεῖσθαι τῆς ἐπισκήψεως οὐ μόνον δικαίοις
ψυχαγωγεῖσθαι τῷ τοῦ Θεοῦ φόβῳ τὰς σάρκας καθηλωμένας, μὴ 
φοβεῖσθαι ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, οὐ γὰρ καὶ τὴν
ψυχὴν οἷούς τε ἀποκτεῖναι. τοῦτο δὲ οὐ μάτην τῇ ἐπισκήψει
ἐνθεωρεῖσθαι· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ πρὸ τῆς τοῦ Ἀντιχρίστου παρουσίας
βασάνοις διὰ Χριστὸν ὑπεβλήθησαν οἱ πιστοί· καὶ κατ’ αὐτὴν
τὴν παρουσίαν τοῦ Ἀντιχρίστου ἑκατέροις πρὸς ἀσφάλειαν ὁ 
φόβος παρείληπται. τοῖς δαίμοσι δὲ καὶ τοῖς ὑπ’ αὐτῶν
ἐκβακχευθεῖσιν ἀνθρώποις φόβον, οὐ πρὸς ἀσφάλειαν, ἀλλ’ ἐκ
 

 
προσδοκίας τῶν ἔργων ὧν ἔπραξαν, διὸ καὶ ὁ προφήτης φησίν.
ἰδοὺ Κύριος ἔρχεται, καὶ τίς ὑποστήσει ἡμέραν εἰσόδου αὐτοῦ;
ἐπεὶ οὖν ἡ παρουσία ὅσον οὔπω ἐφέστηκε τοῦ δικαίου κριτοῦ·
εἰκότως ἑκατέροις περιστήσασθαι φόβον τοῖς μὲν πρὸς ἀσφάλειαν,
τοῖς δὲ διὰ τιμωρίαν αἰώνιον. 
 Καὶ προσκυνήσατε αὐτόν. 
 Ἐνδίκως τὸ μὲν προσκυνεῖν, ὡς ποιητὴν οὐρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ
καταχθονίων. διὰ μὲν γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ θαλάσσης,
ἡ ὁρωμένη δηλοῦται κτίσις, διὰ δὲ τῶν πηγῶν, ἡ ὑποχθόνιος. ἄδηλον
γὰρ ὁπόθεν ταῖς πηγαῖς ἡ ἀνάδοσις, ὥσπερ καὶ τὰ ὑπὸ γῆν. εἰ δὲ 
τούτῳ ἐπαξίας ὡς παραιτίῳ τούτων ἡ δουλικὴ ὑπόπτωσις, ἐνδίκως
ἂν καὶ τῷ ἀλιτηρίῳ διαβόλῳ ἡ ἀτιμία καὶ ἐξουδένωσις f.

ΚΕΦ. ΜΑ. 

 Περὶ δευτέρου Ἀγγέλου, τὴν πτῶσιν Βαβυλῶνος κηρύσσοντος. 
 Καὶ ἄλλος δεύτερος Ἄγγελος ἠκολούθησε λέγων, 
ἔπεσεν ἔπεσε Βαβυλὼν ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ὅτι ἐκ τοῦ
οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πεπότικε πάντα τὰ
ἔθνη. 
 Τὸ δεύτερον οὐχ ἁπλῶς εἴρηται g. ἀλλ’ εἰς δήλωσιν τοῦ ἐναρξαμενου h
τῶν τιμωρητικῶν ἀπειλῶν. ἐχομένως τούτων τῶν ἀπειλῶν, 
ἄλλος Ἄγγελος τὰς αὐτὰς ἐπιρρωννύων συμφορὰς παραγέγονε.
τοῦτο γὰρ παρεμφαίνει τὸ ἀκολουθῆσαι. καὶ τι τὸ ἀκόλουθον τοῦ
χρηματισμοῦ; “ ἔπεσε Βαβυλὼν ἡ μεγάλη. ” ὑπὸ i γὰρ τῇ ἐκβάσει
τῶν προεπηγγελμένων k οὐδὲν πρὸς ὑστέρησιν τὸ μὴ πᾶσαν
τὴν τοῦ παρόντος βίου σύγχυσιν πτώσει ὑποβληθῆναι, ᾔτουν ἀΦανισθῆναι. 
τι γὰρ ἂν ἄλλο ἡ πτῶσις παραστήσῃ ; ὥσπερ οὐδὲ ἡ
Βαβυλὼν οὐδὲν ἕτερον εἰ μὴ τὴν σύγχυσιν. καὶ τίς ἡ Βαβυλών ;
οὐκ ἄλλη, ἢ οὗτος ὁ φθαρτὸς κόσμος, ἐν ᾧ οὐδὲν ἄκρατον τοῦ
ἀντικειμένου, καλὸν δὲ συμπέφυρται κακῷ, ταύτης δηλαδὴ
τῆς Βαβυλῶνος l ὅσον οὔπω m κατασεισθείσης, οὐκ ἀλλόθεν 
 

 
πόθεν n ἣ τοῦ ἐξιστᾶν εἰδότος τῶν σοΦρονικῶν ἁπάντων ἀπαγαγοῦσα
λογισμοῦ, ὃν εἰς οἶνον μετείληφε ὑπὸ ἀνεπιστρόφῳ ὁρμῇ
βακχευόμενον· τοιοῦτον γὰρ ὁ θυμός. ἀφ’ οὗ καὶ τὸ παντὸς
ἐξηνδραποδίσθαι περιγίνεται ἀγαθοῦ. πορνείαν δὲ οὐ μόνον οἶδεν
ἡ γραφὴ τὴν πρὸς τὸ θῆλυ τοῦ ἄρρενος ἀσελγῆ συνδρομὴν, 
ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν ο ἀπὸ τοῦ ἀγαθοῦ ἔκκλισιν, εἴγε πιστὸν
τὸ “ ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ.” p ἐκ τούτων
οὖν αὐτή τε κατασεισθεῖσα μεθ’ ὧν πεπότικε· καὶ γὰρ τῇ ὁρωμένῃ
κτίσει, καὶ οἱ ἐνοικοῦντες αὐτὴν ἅτε τῷ ἐφημέρῳ ταύτης κάλλει
δελεασθέντες, συνοίχονται οὐκ εἰς ἀνυπαρξίαν παντελῆ· τις γὰρ 
ὁ λόγος ; πρὸς ἀνακαινισμὸν δὲ, ὃν φησὶν καὶ Δαβὶδ διὰ τοῦ
“ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς.” ἀνακαινισμὸς θεοφιλῶς μὲν
βεβιωκόσιν εὐφρόσυνος, ἁμαρτωλοῖς δὲ καὶ διαβόλῳ καὶ δαίμοσιν
ὀλέθριος, διαιωνιζούσῃ παρατάσει συνεκτεινόμενος. καὶ ὅτι μὲν εἰς
Βαβυλῶνα ὁ κόσμος οὗτος μετείληπται, δηλοῖ τὸ μεγάλη προστιθέμενον q 
οὐ πρὸς ἀντιδιαστολὴν γὰρ μικρᾶς τὸ μεγάλη, ἀλλ’
αὐτὸ τὸ ὂν εἰσηγούμενον r. εἰ δὲ καὶ πρὸς τὴν Χαλδαίαν Βαβυλῶνά
τις κατευθύνειν ἐθέλει s τὸν λόγον, οὐδὲν διοίσει τῷ κατὰ
ζῆλον ἐκείνης ματαιωθέντι κόσμῳ τοσαῦτα συνηντηκότα, αὐτὴν
ἐκείνην t τὴν ἀρχέτυπον ὑποστῆναι, εἴπερ πρὸς τὸ αἴτιον πὰν τὸ 
ἐπ᾿ u ἐκείνου συμβαῖνον ἀναφέρεται.

ΚΕΦ. ΜΒ. 

 Περὶ τρίτου Ἀγγέλου ἀσφαλιζομένου τὸν τοῦ Κυρίου λαὸν, μὴ δέξασθαι τὸν
Ἀντίχριστον. 
 Καὶ τρίτος Ἄγγελος ἠκολούθησεν αὐτοῖς λέγων ἐν 
φωνῇ μεγάλη, εἴ τις προσκυνεῖ τὸ θηρίον καὶ τὴν εἰκόνα
αὐτοῦ, καὶ λαμβάνει χάραγμα ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτοῦ ἢ
 ἐπὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς πίεται ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ
θυμοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ κεκερασμένου ἀκράτου ἐν τῷ πο-
 

 
τηρίῳ τῆς ὀργῆς αὐτοῦ. βασανισθήσεται ἐν πυρὶ καὶ
θειῳ ἐνώπιον τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, καὶ ἐνώπιον τοῦ
 ἀρνίου. καὶ ὁ καπνὸς τοῦ βασανισμοῦ αὐτοῦ εἰς αἰῶνα
αἰώνων ἀναβαίνει, καὶ οὐκ ἔχουσιν ἀνάπαυσιν ἡμέρας
καὶ νυκτὸς οἳ προσκυνοῦντες τὸ θηρίον καὶ τὴν εἰκόνα 
αὐτοῦ, καὶ εἴ τις λαμβάνει τὸ χάραγμα τοῦ ὀνόματος
αὐτοῦ. 
 Τὸ ἀκολουθεῖν εἴρηκεν ν, ὡς τὸ συνεχὲς καὶ ἀδιάσπαστον x καὶ
ἀνένδοτον βουλόμενος παριστᾶν. ἡ δὲ μεγάλη φωνὴ τὸ ἐκπληκτικὸν
καὶ τὸ διὰ πάσης χωρεῖν ἀκοῆς τὰ δηλούμενα σημαίνει y. 
ἡ δὲ τοῦ θηρίου προσκύνησις καὶ τὸ λαβεῖν αὐτοῦ τὴν
σφραγῖδα, τὸ τὸν Ἀντίχριστον ἡγήσασθαι Θεὸν ὑποπτωτικῶς
αὐτῷ προσανέχων, καὶ ἢ λόγῳ ἣ ἔργῳ τὰ καταθύμια τούτῳ
διεξιέναι καὶ κηρύσσειν z. τοῦτο γὰρ τὸ ἐπὶ τοῦ a μετώπου καὶ
τῆς χειρὸς χάραγμα σημαίνει b, ἀντὶ τοῦ λόγου τοῦ μετώπου c, 
καὶ ἀντὶ τοῦ ἔργου d τῆς χειρὸς παραληφθέντων. εἰκόνα δὲ τὴν
δυσσεβῆ πολιτείαν καλεῖ, ἣν οἱ μετερχόμενοι ἔνδικον ἀποίσονται
τὴν ἀντιμισθίαν. καὶ τίνα τὸ πιεῖν ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ ; οἶνον
τὴν ὀργὴν, οὐκ ἀπὸ τῆς εὐφροσύνης ἔφασκεν e, ἀλλ’ ἐκ f τῆς σκοτώσεως
καὶ τῆς παραφορᾶς· τοιοῦτο g γὰρ καὶ ὁ θυμός. ὃν ἄκρατον 
κέκρασθαί φησιν· τὸ ἄκρατον διὰ τὸ ἐν τῷ ᾅδη σχολάζειν
μετάνοιαν. κεκράσθαι δὲ, ἀντὶ τοῦ ἐκχεῖσθαι h ἣ ἐπιδίδοσθαι.
εἴρηται δὲ οὕτω καθ’ ὅτι ἐκ κεράτων i παρὰ τοῖς παλαιοῖς τὰ
ποτήρια. j ἐπεὶ δέ τινες ἐδοκίμασαν τῷ κεκραμένῳ τῷ ἀκράτῳ συμβιβάζοντες.
τὸ ἄκρατον θυμοῦ τῇ ἀνυπερβλήτῳ φιλανθρωπίᾳ τοῦ 
Θεοῦ μετριάζεσθαι εἰπόντες, κατὰ τὸ “ ἐὰν ἀνομίας παρατηρήσῃ,
“ Κύριε, τίς ὑποστήσεται ; ” ἐκ τούτου γὰρ λαμβάνειν τῷ μὴ
ἀκράτῳ θυμῷ Θεὸν χρῆσθαι τοῖς ἁμαρτάνουσι, καλῶς αὐτοῖς ἔχει
τὸ ἐνθύμημα ἐν τῷ διαμειβομένῳ τοῦτο συντελούμενον αἰῶνι· ἐν
 

 
ἐκείνῳ δὲ τῷ ἀκηράτῳ τε καὶ ἀδιαμείπτῳ κωφὸν, ἑκάστου τὸν
μισθὸν λαμβάνοντος ἰσορρεπῆ τοῦ αὐτοῦ κόπου.
Οἶνος δὲ θυμοῦ εἴρηται, ὡς καὶ εὐφραίνων οἶνος. ὡς γὰρ ὁ
εὐφραίνων οἶνος λήθην ἐμποιεῖ τῶν δυσχερῶν, καθὸ καὶ εἴρηται
“ οἶνος ἐν λύπῃ,” οὕτω καὶ νῦν οἶνος θυμοῦ εἴρηται ἡ κόλασις, 
ἐπακολούθημα τοῦ τῆς ἀσεβείας οἴνου· ὃς ἐξιστῶν τῶν συμΦρονικῶν
τοῦ ἀμέτρως χρωμένου ἐπὶ πᾶν βοσκηματῶδες ἀκρατῶς πάθος
ἐλαύνει. 
 Τοῦ κεκερασμένου ἀκράτου ἐν τῷ ποτηρίῳ τῆς ὀργῆς.
Επιτευκτικῶς j τὸ ἄκρατον τοῦ θυμοῦ, οἴνῳ ἀπείκασεν ἀκράτῳ 
κεκερασμένῳ ἐν τῷ ποτηρίῳ. ἄκρατος γὰρ οἶνος μεθύσκειν δύναται
πλεῖον τοῦ κεκραμένου, ἐπεὶ καὶ κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα οἱ
ἀνταποδιδόμενοι τῶν βεβιωμένων μισθοὶ, ἄκρατοι καὶ ἀμιγεῖς τοῦ
ἐναντίου ἐλέου καὶ ἀγαθῶν ἔργων ἀειμνηστίας l, ὅτι καὶ ὁ ἐκεῖ
βίος ἀληθὴς καὶ παντὸς ἁγνεύων τοῦ προσποιητοῦ καὶ ἐπιπλάστου. 
ἀλλ’ εἰ τοιοῦτος, πῶς κεκέρασται ἐν τῷ ποτηρίῳ ; ἢ δῆλον ὡς τὸ
κεκερᾶσθαι οὐκ ἐπιμιξίαν τινὰ σημαίνει, ἀλλ’ ἐπίδοσιν ; ὡς ἃν
οὕτω νοοῖτο. τοῦ κεκερασμένου, τουτέστι m τοῦ ἐπιδοθέντος ἐν τῷ
ποτηρίῳ τῆς ὀργῆς, τίς γὰρ καὶ φειδὼ ἐν ὀργῇ ; δι’ ὅπερ ἀκολούθως
τῇ ὀργῇ, καὶ ἡ βάσανος ἐκ πυρὸς καὶ θείου ἀμφοῖν καυστικωτάτοιν, 
πυρὸς μὲν, φλέγειν πεφυκότος, τοῦ θείου δὲ ἀνερεθίζειν
διαρκῶς εἰωθότος. τὸ δὲ ἐνώπιον τῶν ἁγίων Ἀγγέλων καὶ τοῦ ἀρνίου,
τοῦτο βούλεται παριστᾷν, διὰ μὲν τῶν Ἀγγέλων, τὸ ἀδυσώπητον
τὸ πρὸς τὴν βάσανον, n ἐπεὶ μηδὲ οὗτοι ἁμαρτίαις ὑπεύθυνοι· οἷς
δέ τις ἀνάλωτος, οὐδὲ τὸ εὐμενὲς ἔχων ὀφθείη πρὸς τούτους οἵπερ 
ἕτοιμοι πρὸς τὸ τοῖς μεμισημένοις αὐτὸς ὑπάρξαι ὑπεύθυνος· διὰ
μὲν οὖν τῶν Ἀγγέλων οὕτως· διὰ δὲ τοῦ ἀρνίου, ἀνάμνησιν φέροντος
τῆς ὑπὲρ σωτηρίας ἀνθρώπων αὐτοῦ σφαγῆς, ὅπως αὐτὸν μὲν ο διὰ
πυρὸς ἀγαπήσας ἐκδέδωκεν ἑαυτὸν, αὐτοὶ δὲ τῆς ἑαυτῶν ἀπαλλαγῆναι
ἀπωλείας οὐδ’ ἥντινα φροντίδα πεποίηνται p. καπνὸν δὲ τοῦ 
βασανισμοῦ, ἣ τὴν πρὸς πάντας δήλωσιν τοῦ διὰ πυρὸς ἐκτελεῖσθαι
τὴν τιμωρίαν, καπνὸς γὰρ πυρὸς τεκμήριον, ἣ τῶν ἀπὸ τοῦ
 

 
ἄσθματος κολαζομένων ἀναπεμπόμενον καὶ τῆς οἰμωγῆς οἱονεὶ
νέφος, οὐ πρὸς ὀλίγον ἀλλ’ αἰωνίως ἀναβαῖνον· Τὸ καὶ Ἡσαΐας
ὑπέφηνε, διὰ τοῦ ἀτελευτήτου σκώληκος καὶ τοῦ ἀσβέστου πυρός.
τὸ δὲ ἀιδίως τοῦτο ἐκτελεῖσθαι διὰ τοῦ ἀδιαπαύτου τῆς ἐνεργείας
τοῦ ἐν τῷ νυκτερινῷ καταστήματι καὶ ἡμερινῷ ᾐνίξατο, οὐκ ὄντων 
τούτων ἐκεῖ· τίς γὰρ καὶ χρεία ἡλιακῶν μεταβάσεων ἐν τῷ
ἀφθάρτῳ βίῳ, ἐν ᾧτ’ οὐχ ὕπνου χρεία, οὐ καιρῶν ἐπιδημία, σπόρου
καὶ θέρους καὶ καρπῶν συγκομιδῆς ; ὅτι μηδὲ ἄνθρωποι τούτων
ἐπιδεεῖς, ἃ τὴν παροῦσαν οἶδεν φθαρτὴν συγκροτεῖν βιοτήν. 
 Ὧδε ὑπομονὴ τῶν ἁγίων ἐστὶν, οἱ τηροῦντες τὰς 
 ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν πίστιν Ἰησοῦ. καὶ ἤκουσα
φωνῆς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης, γράψον, μακάριοι οἱ
νεκροὶ, οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπαρτὶ. ναὶ λέγει τὸ
Πνεῦμα, ἵνα ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν· τὰ δὲ
ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν. 
 Ἐν τούτῳ φησὶ τῷ καιρῷ τῷ τοῦ Ἀντιχρίστου ἡ ὑπομονὴ τῶν
ἁγίων δείκνυται. εἶτα ὡς ἐξ ἐρωτήσεως λόγος ἐσχημάτισται. καὶ
τίνες, φησὶν, οὓς λέγεις ἁγίους ὑπομονητικούς ; εἶτα ὡς ἀποκρινόμενος,
οἱ τηροῦντες, φησὶ, τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πίστιν
Ἰησοῦ. οὗτοι r γὰρ καὶ πειρασμῶν παρόντων καὶ θανάτου, πάντα 
δεύτερα θήσονται τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγάπης καὶ τῆς πίστεως Ἰησοῦ.
οὐ διαιρῶν δὲ καὶ ἀποδιιστῶν τὴν εἰς Θεὸν πίστιν τῆς τοῦ Κυρίου
πίστεως τοῦτο φησὶν, ἀλλ’ εἰσαγωγικώτερον τῷ λόγῳ χωρῶν οὕτω
πρόεισιν. ἐπεὶ s γὰρ μόνοις Ἰουδαίοις ἡ τοῦ θείου εὐσεβὴς ὑπόληψις
ἐνορᾶτο, ἀπὸ τῶν πολλῶν καὶ ματαίων θεῶν εἰς ἕνα Θεὸν 
περιιστᾶσα τὸ σέβασμα· ὁ δὲ Χριστὸς διὰ τὸ ἄνθρωπος ὁρᾶσθαι
καὶ χρήματ’ ἵζειν, οὔπω τοῖς πολλοῖς ἐδόκει θείας φύσεως εἶναι
θησαυρὸς ὑπερουσίως ἡνωμένος τῷ ὑπερουσίῳ u. διὰ τοῦτο διακριτικώτερον
ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ πίστιν ὑπέστησεν.
πλήν ἐστιν εἰπεῖν, ὡς μᾶλλον ἐντεῦθεν ἡ κατὰ Χριστὸν θεολογία 
κρατύνεται. εἰ γὰρ ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κατὰ Ἰησοῦν
πίστις παρομαρτεῖ, τίς ἡ ἀνάγκη ἀνταναιρεῖν τῶν θείων ἐντολῶν
 

 
τῶν τοῦ σοῦ τὸ ὁρώμενον ν ; μᾶλλον ἐκ τούτου τῶν ἐντολ ῶντὸ
κράτος οἰκειουμένων· δι’ ἃς κατολιγωρουμένας, καὶ τὴν ἀνθρώπου
εὐτελῆ φύσιν οὐκ ἀπηξίωσεν ὑποδύναι. ὡς ἃν δι’ ἑαυτοῦ ὑποδείξῃ,
ὡς τῆς ἀνθρωπίνης οὐσίας οὐκ w ἀδυνατούσης πρὸς ἔργον ἀγαγεῖν
τὰς ἐντολὰς x, ταύτῃ ἑαυτὸν ἥνωσεν ἐνανθρωπήσας. y ἀλλά γε δὴ 
καὶ τὸ “ ὧδε ἡ ὑπομονὴ” οὐκ ἀκαίρως παρείληπται· τὸ ἔντονον δὲ
ἐπιρωννύων τῶν ὑπομένειν ἑλομένων ὡς ἐν τῷδε τῷ ῥέοντι καὶ βραχεῖ
χρόνῳ τῆς ὑπομονῆς κροτηθείσης, αἰωνίας καὶ ἀκαταλύτου τῆς
ἀντιδόσεως τεύξεται χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, οὐδ’ ἥτις οὐδ’ ὅση
ἱκανοῦ παραστῆσαι θνητοῦ λόγου. 
 Ἡ ἀνενδεὴς σύνταξις τοῦ προκειμένου ῥητοῦ οὕτως. ὧδε ἡ ὑπομονὴ
ἡ τῶν ἁγίων ἐστίν· ἵνα οἱ τηροῦντες τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ,
καὶ τὴν πίστιν Ἰησοῦ τηρήσωσι. 
 Μακάριοι οἱ νεκροὶ, οἳ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες. 
 Ἡ ἐξ οὐρανοῦ φωνὴ, οὐ πάντας μακαρίζει τοὺς νεκροὺς, ἀλλὰ 
τοὺς ἐν· κυρίῳ ἀποθανόντας, “ τοὺς νεκρωθέντας τῷ κόσμῳ, καὶ τὴν
“ νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντας.” ἐκείνοις
γὰρ τῳ ὄντι η του σώματος ἔξοδος καὶ ἀνάπαυσις κόπων
ἀπαλλάττουσα. ἡ δὲ τῶν ἔργων ἀκολούθησις στεφάνων ἀμαράντων
καὶ βραβείων δόξης ὑπόθεσις, πολλῷ τῷ μέτρῳ ὑπερνικώντων τῶν 
ἐπάθλων τοὺς ἄθλους. διὸ καὶ Παῦλος ὁ θεῖός Φησι, “ οὐκ ἄξια
“ τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκα-
“ λύπτεσθαι εἰς ἡμᾶς.” 
 Ναὶ λέγει τὸ νεῦμα. 
 Ἡ σύνταξις οὕτως. τὸ Πνεῦμα λέγει, γράψον ἀπαρτὶ, ναὶ 
γράψον, οἱονεὶ ὑπολιχνεύων τοὺς ἀθλοῦντας τῇ ἐπαγγελίᾳ, τῆς
ἐκλείψεως μὲν τῶν ἐπιμόχθων αὐτοῖς, ἐντυχίας z δὲ τῶν ἀναπανστικῶν
ἀγαθῶν. ἅμα γὰρ τῷ ἀφανισμῷ τῶν κόπων, ἐπεισαχθήσεται
ἡ διὰ τῶν ἔ· ἀντίδοσις. ὅτι μηδὲ ἄδικος ὁ Θεὸς λήθῃ
παραπέμψαι τοὺς ἐναρέτους πόνους b.

ΚΕΦ. ΜΓ. 

 Οτι ὁ ἐν τῇ νεφέλῃ καθήμενος, τῷ δρεπάνῳ συντελεῖ τὰ ἐκ τῆς γῆς
βλαστάνοντα. 
 Καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ νεφέλη λευκὴ, καὶ ἐπὶ τὴν νεΦέλην
καθήμενον ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου, ἔχων ἐπὶ τῆς κεΦαλῆς 
αὐτοῦ στέφανον χρυσοῦν, καὶ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ
 δρέπανον ὀξύ. καὶ ἄλλος Ἄγγελος ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ναοῦ
κράζων ἐν φωνῇ μεγάλη τῷ καθημένῳ ἐπὶ τῆς νεφέλης,
πέμψον τὸ δρέπανόν σου καὶ θέρισον, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα
 θερίσαι, ὅτι ἐξηράνθη ὁ θερισμὸς τῆς γῆς. καὶ ἔβαλεν 
ὁ καθήμενος ἐπὶ τὴν νεφέλην τὸ δρέπανον αὐτοῦ ἐπὶ
τὴν γῆν, καὶ ἐθερίσθη ἡ γῆ. 
 c Ὅπερ ἤδη εἰρήκαμεν καὶ νῦν ὅτι μὴ τοῖς χρονικοῖς προσέχοντες
διαστήμασι τὰ νῦν χρηματιζόμενα οὕτω νοῶμεν, ἣ ὡς ἄρτι
ἀρχὴν λαμβάνοντα, ἢ εἶτα ἤδη γεγονότα εἰς μέλλοντα ἀφορίζει. 
οὐδὲν γὰρ περὶ τούτων σμικρολογητέον ἐκεῖνο προειληφόσιν, ὡς τὸ
πάντως ἐσόμενον ὡς ἤδη γεγονὸς ὑποβάλλεται· ἣ νῦν τελούμενον
ὡς οὕτως ὀφεῖλον καὶ περανθῆναι· διὸ καὶ νῦν οὕτω προῆκται τοῖς
ἄρτι δεικνυμένοις τὰ μέλλοντα προβιβάζων. Νεφέλην οὖν λευκὴν
ἑωρακέναι φησὶν, ἣ κατὰ τὴν ὑπολαβοῦσαν αὐτὸν ἀπὸ τῶν Ἀποστολικῶν 
ὀφθαλμῶν ἐν τῇ πρὸς τὸν Πατέρα αὐτοῦ ἀνόδῳ· ἣ ὡς
τούτου ὄντος ὀχήματος Θεοῦ, καθὸ καὶ εἴρηται, ὑπὸ Δαβὶδ μὲν,
“ νεφέλη καὶ γνόφος κύκλῳ αὐτοῦ·’’ ὑπὸ Ἡσαΐου δὲ, “ ἰδοὺ
“ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης, καὶ ἥξει εἰς Αἴγυπτον· ἣν
νεφέλην εἰς Μαρίαν τὴν ἀειπάρθενον ἐξειλήφασιν οἱ θεῖοι πατέρες, 
ἐκ γῆς μὲν οἷον ἐξατμισθεῖσαν, τουτέστι, τῆς περιγείου παχύτητος
ἀποδράσασαν. κουφότης δὲ ταῖς οὐρανοδρόμοις ἀρεταῖς
κατηρτισμένην d ἀποδίδοται e τῷ δι’ αὐτῆς ἐνδημῆσαι τὸν τοῦ Θεοῦ
Υἱὸν εὐμοιρῆσαι f. ἢ νεφέλην ἀγγελικήν τινα δύναμιν διὰ
καθάριον g καὶ μετέωρον h τῆς ἀγγελικῆς φύσεως, παρὰ τὸ καὶ 
 

 
λευκὴν i εἶναι. k ἐπεὶ καὶ ὁ ψαλμῳδός Φησι· “ ἐπέβη ἐπὶ χερουβιμ
καὶ ἐπετάσθη l ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων. ἐντεῦθεν καὶ ὁ
Ἀκύλας τὴν νεφέλην πάχος ἐλαφρὸν ἐκδέδωκε· πάχος μὲν διὰ τὸ
ὄχημα. τί γὰρ ἃν ἔσηται καὶ ὄχημα, μὴ παχύτητι τὸ ἑδραῖον
παρέχον ; ἐλαφρὸν δὲ, διὰ τὸ μηδεμιᾷ καταφορτίζεσθαι ἁμαρτίᾳ· 
εἰ δέ τις τὸ πάχος ἀνάξιον εἰς ὑπόληψιν ἀγγελικῆς οἰόμενος
οὐσίας, ἄστοχον τὴν περὶ τούτου ἔκληψιν θῆται ἅγν’ * * * * *
τούτων πρὸς τὴν παντοκράτορα καὶ θείαν φύσιν, ἥτις μόγις καὶ νῷ
μόνῳ ληπτή. * * * * * * καὶ πάχος αὐτῇ προσλογίζεσθαι ἐπὶ
τῇ τοιαύτῃ νεφέλῃ· καἰ ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου ἐποχεῖσθαι * * * 
* * * * * * 
 Ἔχων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ στέφανον χρυσοῦν. 
 Ὁ στέφανος τὸν Κύριον Ἰησοῦν βασιλέα αἰνίττεται. βασιλεὺς
γὰρ τῶν νοητῶν τε καὶ αἰσθητῶν ὁ Χριστός. χρυσοῦν δὲ τὸν
στέφανον λέγει, ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν τιμίων τὸ ἔνδοξον ὑπογράφων. 
τὸ δὲ ἐν τῇ χειρὶ δρέπανον ἔχειν, τὸν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ αὐτοῦ κεῖσθαι
τὴν τοῦ αἰῶνος τούτου συντέλειαν παραδηλοῖ. m Αὐτὸς ὁ
θερισμὸν τὴν τοῦ κόσμου συντέλειαν ἐκάλεσε. τί δ᾿ ἃν ἄλλο δρέπανον
παρέξει εἰ μὴ θερισμόν ; ἀλλ’ ἐκεῖ μὲν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ
τὴν τῶν πιστῶν συλλογὴν ἐδηλοῦτο, ἐνταῦθα δὲ τὴν συντέλειαν 
τῶν ἀνθρώπων, ἵνα εἴ τι μὲν εἴη ἐν αὐτοῖς ἀχυρῶδες καὶ ἀτελεσΦόρον
πυρὸς ἄξιον, πυρὶ παραδοθῇ n. εἴ τι δὲ σιτῶδες, ταῖς
θείαις ἀποθήκαις ταμειευθείη· δρεπάνου δὲ ὀξύτης ἢ τὸ ἀπαραίτητον
καὶ ἀδυσώπητον δηλοῖ τῆς ὀργῆς, ἣ τὴν ταχυτῆτα τῆς
ἐφόδου. 
 Καὶ ἄλλος Ἄγγελος ἐξῆλθεν κράζων. 
 Διὰ τί δὲ ἐξῆλθεν οὗτος ὁ Ἄγγελος κράζων ; περιφραστικῶς
διὰ τούτων δηλοῦται ἡ ἱκεσία τῶν ο ἐπουρανίων δυνάμεων, ἐφιεμένων
μὲν τὴν τῶν δικαίων τιμὴν, ὣν μιμησαμένων αὐτὰς ἐν τῇ προσκαίρῳ
καίρῳ ζωῇ ἑαυτῶν, δίο καὶ φιλίως αὐτοῖς διετέθησαν· οὐκ ἀπαναινομένων 
δὲ τὴν τῶν ἀπεναντίων αὐτοῖς βεβιωκότων ἐκδικίαν θεάσα-
 

 
σθαι. διὸ καὶ εἴρηται “ ἕως ποτε, Κύριε, ἁμαρτωλοὶ καυχήσον-
“ τᾶι ; ” διὸ ἐπισπεύδουσιν, ἐφ’ ᾧτ’ παύσασθαι μὲν τὰ κινούμενά τε
καὶ ἀλλοιούμενα, φανερωθῆναι δὲ τὰ ἀναλλοίωτα καὶ ἀνακίνητα.
p ἐπιδημησάσης οὖν τῆς ὥρας τοῦ θερισμοῦ καθ’ ἅπαν τὸ σπαρὲν
τόπου ἔτυχεν ἀκμῆς φησι παραθεωρεῖν κομιδὴν καὶ * * * * * 
* * * * τῆς εὐσεβείας γεώργι * * εἰς λ καὶ ξ καὶ ρ τὴν καρποφορίαν
τῷ γεωργῷ παρεχόμενον· λμ * * * κατὰ Μωυσέως
νόμον εὐδοκιμηκότων χρόνων, ξ δὲ κατὰ τὸ διπλάσιον τῶν κατὰ
τὸ * * * * * εἰσαγωγικώτερον μὲν τοῦ κατὰ Χριστὸν μυστηρίου
τελεώτερον καὶ κατὰ διπλάσιον τῆς * * δοκομίας q. ρ δὲ 
κατὰ τὸ τελεώτατον τῆς Χριστιανικῆς ἀκριβείας· καθ’ ἣν
ἀγῶνε * * ταύτην πολιτευσαμένοις καὶ τ * * θην ὑπερτείνοντες
ἐξνηνύσθησαν Φύσιν. 
 Οτι ἐξηράνθη ὁ θερισμὸς τῆς γῆς. 
 Τὸ ξηρανθῆναι τὸν θερισμὸν οὐκ ἄλλο δηλοῖ, ἣ τὸ ἐπιστῆναι 
τὸν τῆς συντελείας καιρὸν, ὅτε πεπανθεὶς, ὡς σῖτος ὥριμος, ὁ τῶν
ἀνθρώπων σπόρος, ὁ μέν τοι εὐσεβείᾳ Φυτοκομισθεὶς r, τῶν θείων
ταμιείων τῆς ἀποθέσεως ἀξιωθείη. ὁ δὲ ὑλομανήσας, καὶ οὐδὲν
σιτῶδες καὶ τρόφιμον καὶ τοῦ θείου ἐπάξιον σπόρου ἀπενεγκάμενος,
τῷ αἰωνίῳ πυρὶ ὑποβληθῇ. τι γάρ φησι τὸ ἱερὸν γράμμα ; 
“ ἕκαστος τὸν ἴδιον μισθὸν λήψεται κατὰ τὸν ἴδιον κόπον.’’

ΚΕΦ. ΜΔ. 

 Περὶ ἑτέρου Ἀγγέλου τρυγῶντος τὴν τῆς πικρίας ἄμπελον. 
 Καὶ ἄλλος Ἄγγελος ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ναοῦ τοῦ ἐν τῷ
οὐρανῷ, ἔχων καὶ αὐτὸς δρέπανον ὀξύ. καὶ ἄλλος Ἄγγελος 
 ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ θυσιαστηρίου, ἔχων ἐξουσίαν ἐπὶ
τοῦ πυρὸς, καὶ ἐφώνησεν ἐν κραυγῇ μεγάλῃ τῷ ἔχοντι
τὸ δρέπανον τὸ ὀξὺ λέγων, πέμψον σου τὸ δρέπανον
τὸ ὀξὺ, καὶ τρύγησον τοὺς βότρυας τῆς ἀμπέλου τῆς
 γῆς, ὅτι ἤκμασεν ἡ σταφυλὴ τῆς γῆς. καὶ ἐξέβαλεν ὁ 
 

 
Ἄγγελος τὸ δρέπανον αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν, καὶ ἐτρύγησε
τὴν ἄμπελον τῆς γῆς. καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν ληνὸν τοῦ
 θυμοῦ τοῦ Θεοῦ τὸν μέγαν. καὶ ἐπατήθη ἡ ληνὸς ἔξωθεν
τῆς πόλεως, καὶ ἐξῆλθεν αἷμα ἐκ τῆς ληνοῦ ἄχρι τῶν
χαλινῶν τῶν ἵππων ἀπὸ σταδίων αχ΄. 
 Οὐ μάτην τὸ γνώρισμα τοῦ ἀποσταλέντος Ἀγγέλου, ὡς ἀπὸ τοῦ
οὐρανίου ναοῦ s ἀπέσταλται, περὶ τοῦ πρὸ αὐτοῦ οὐδενὸς τοιούτου
ἐπισημανθέντος, εἰ μὴ ὅτι μόνον ἀπὸ τοῦ ναοῦ ἀπεστάλη· ἐνταῦθα
δὲ καὶ τοῦ τόπου παραληφθέντος, ἐν ᾧ ὁ ναός. φαμὲν οὖν ὡς
ἐπειδὴ διάφοροι λατρεῖαι τῷ παντοκράτορι Θεῷ ὑπὸ τῶν ἀσωμάτων 
αὐτοῦ λειτουργῶν ἐκτελοῦνται. ὡν οἱ μὲν τῶν u κατὰ γῆν θυσιαστηρίων x
ἔφοροι ἐκληρώθησαν, ἀφ’ οὗ θεοσέβεια τοῖς ἐπὶ γῆς
κατηγγέλθη, ὃ δὴ y ἀπὸ Ἀβραὰμ καὶ Μωϋσέως μέχρι τῆς
Χριστοῦ παρουσίας, καὶ ἐπ’ αὐτῆς παρατείνεται τὸ τοῦ παρόντος
αἰῶνος συντελείας. εἰκότως ἐπ’ ἐκείνου μὲν, οὐδενὸς τοιούτου γέγονε 
μνεία, εἰ μήτις καὶ ἐπ’ ἐκείνου γνώρισμα λογίζοιτο τὴν τοῦ
ἀρνίου μνείαν, οὗ χάριν τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας καὶ χρηματισμὸς
Ἀγγέλων πρὸς ἀνθρώπους ὑπῆρξε, καὶ προκαταγγελία θεοφόρων
ἀνδρῶν περὶ τὸ ἐπὶ γῆς ἐλεύσεως αὐτοῦ· ὡς ἃν οὖν ἐκδηλότερον
γένηται, ὡς οὐ μόνον ἐπὶ γῆς λατρεῖαι, ἀλλὰ καὶ ἐν οὐρανῷ τῷ 
παντοκράτορι προσάγονται Θεῷ, ἀναγκαίως ἔπι τούτου του Ἀγγέλου
καὶ τοῦ τόπου τῆς προεδρίας αὐτοῦ μνεία γέγονεν z. ὀξεῖ δέα δρεπάνῳ
καὶ τοῦτον καθοπλίσθαι λέγει, τὸ σύντομον τῆς ἐκβάσεως
ἐπισημαίνων. 
 Ἔχον ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ πυρός. 
 Τοῦτον ἐπὶ τῆς κολάσεως νόει τῶν ἀσεβῶν τετάχθαι. ἐξ οὗ
μανθάνομεν ὡς πᾶσι τοῖς κτίσμασιν, ἀγγελικαὶ δυνάμεις ἐπιστατοῦσιν,
ὕδατος, ἀέρος, καὶ ἄλλοις τισὶ μέρεσι. τοῦτον δὲ πυρὸς,
τιμωρητικοῦ μέντοι, καὶ τῶν ὑπερτέρων Ἀγγέλων b ὄντα. 
 

 
 c Ἐφώνησεν ἐν κραυγῇ μεγάλῃ τῷ δρέπανον ἔχοντι. 
 Οὐ φωνῇ μεγάλῃ ἀλλὰ “ κραυγῇ.” ὡς τῆς μὲν φωνῆς τὸ
ἁπλῶς αἰσθητὸν τῇ ἀκοῇ ἐνεργεῖν ἐχούσης, τῆς δὲ κραυγῆς καὶ
ὁρμὴν ἐντιθείσης ζηλωτὴν τῇ ἐπιχειρήσει· οὕτως ἡ τῶν Σοδόμων
κραυγὴ ἀπαθέστατον Θεὸν ὀργίλως αὐτοῖς διατεθῆναι παρέσχεν· 
καὶ οὐδὲ τῇ τοῦ Ἀβραὰμ ἐπὶ τὸ εὐμενέστερον ἀποκλίναι ἐντεύξει·
οὕτως ἡ ἐπὶ Στεφάνῳ τῷ Διακόνῳ τῶν κυριοκτόνων κραυγὴ ᾠδήν
τινα πραΰτητα ἐπιδέξασθαι τῷ ὑπερευχομένῳ τὴν ἐπ’ αὐτῷ αὐτῶν
ἁμαρτίαν ἐν τῷ μηδαμῶς θέσθαι· κατὰ τὸν τοιγαροῦν τοῦτον
κραυγῆς εἰλημμένης νοεῖν δίδωσιν ἐπισπεύδοντός ἐστι καὶ ἐπιρωννύντος 
πρὸς τὴν πρᾶξιν τὸν πρὸς ὃν ὁ λόγος, ἀλλὰ μὴ ἀναβοωμένως
ἐπιχειρεῖν· 
 Καὶ τρύγησον τοὺς βότρυας τῆς ἀμπέλου τῆς γῆς. 
 Ἡ τρύγησις d τῶν σταφυλῶν, τοὺς λίαν ἀνόμους αἰνίττεται,
ἀφ’ ὧν τὸ ἐν τῇ χειρὶ Κυρίου ποτήριον μεθύσκεται e, τουτέστι, 
πληροῦται. οὐ πρὸς εὐφρόσυνον δὲ μέθην, ἣν ὁ τῶν ἀγαθῶν ταμίας
ἐθίμως ἐπιδίδωσι, ἀλλὰ πρὸς τιμωρίαν· διὸ καὶ πίεσθαι φησὶ πάντας
τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς. διὸ καὶ εἴρηται, “ καὶ τὸ ποτήριόν σου
“ μεθύσκον με θήσει κράτιστον, οὐ πρὸς εὐφρόσυνον οὖν μέθη ἡ
πλήρωσις. καὶ ὅτι τοῦτο ἡ ὀπτασία διαζωγραφεῖν βούλεται, δῆλον 
ἐξ οὗ οὔτε ὁ Κύριος αὐτὸς ἀξιοῖ τὴν συλλογὴν ποιήσασθαι, ὡς περὶ
τῶν πρώτων, οὔτε τὸ μὲν εἰς τὰς ἀποθήκας, τὸ δὲ εἰς τὸ ἀτελεύτητον
παραπέμπει πῦρ· ἀλλά τις τῶν Ἀγγέλων ὃς καὶ διὰ τὸ
ὑπερβάλλον τῆς ἀσελγείας αὐτῶν εἰς τὴν ληνὸν τοῦ θυμοῦ τοῦ
Θεοῦ εὐθέως ἐμβάλλει, μηδὲ ἀπολογίας ἀξιῶν μηδὲ ἐρωτήσεως. 
f τῷ καταγόμῳ τῶν αὐτῶν ἀνομιῶν, εἰς τοῦτο τὴν τιμωρητικὴν τοῦ
ἀγαθοῦ ἐπίδοσιν ἐμπαρέσχον. 
 Καὶ ἐξέβαλεν ὁ Ἄγγελος τὸ δρέπανον αὐτοῦ εἰς τὴν
γῆν. 
 Εἰς τὴν γῆν τὸ δρέπανον βάλλεται τὸ ὑπὸ τοῦ Ἀγγέλου φερό- 
 

 
μενον, τουτέστι, τὸ τιμωρητικὸν θέρος ἐκείνων ποιῆσαι τῶν περὶ
γῆν ἰλυσπωμένων, ὅσα καὶ χοῖροι τὰ βορβορώδη ῥοφῶντες ἔργα.
g Ὥσπερ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις ὁ δίκαιος κριτὴς, οὓς τὸ πρὸς
τοὺς πένητας ἀκοινώνητον εἰς πῦρ ἀπεπέμψατο τὸ διαιωνίζον τῇ
δικαίου κριτοῦ ἀποφάσει. 
 Καὶ ἐτρύγησε τὴν ἄμπελον τῆς γῆς. 
 h Ἐμφαντικώτερον τὴν ἄμπελον, ἥτις ἡ προσθήκη τῆς γῆς
παριστᾷ, καὶ ὅτι ἀπεναντίας αὕτη ἡ ἄμπελος τῆς ἀπ’ Αἰγύπτου
παρὰ τῷ θεοπάτορι μετεωρουμένης i. k καὶ τῆς ἀληθινῆς ἀμπέλου
ἣν ἑαυτὸν εἶναι ὁ Σωτὴρ ἡμῶν Ἰησοῦς οὐκ ἀπηξίωσε καλέσαι, κλήματα 
τοὺς Ἀποστολοὺς ἔχουσαν. ἀπεναντίας δὲ πῶς; ὅτι ὥσπερ ἡ
ἀπ’ Αἰγύπτου μεταρθεῖσα τῇ τῶν κλημάτων αὐτῆς ἐκτάσει γῆν
ἅπασαν ἐπέσχεν καὶ θάλασσαν, καὶ τῇ σκιᾷ αὐτῆς τὰ ὄρη ἐκάλυψε,
τουτέστι τὰ πρὸ αὐτῆς θεοσεβείας ὕψει τῶν χαμαιζήλων
ἐθνῶν ἐνῳκισμένα, φημὶ δὲ τοὺς ἀπὸ Ἐνὼς ἕλκοντας τὴν κατὰ 
σάρκα Φατρίαν ἣ καὶ μέχρι διεσώθη τοῦ ἐπὶ τοῦ κατακλυσμοῦ Νῶε·
καὶ ἀπὸ τούτου πάλιν μέχρι Φαλὲκ διαρκέσασαν· οὐκ ἔστιν ὅσον
εὑρεῖν ὑπερεχούσης τῆς ἀπ’ Αἰγύπτου διὰ Μωϋσέως καὶ Ἀβραμιαίας
γενεᾶς ἐξελκυσθείσης καὶ πρὸς θεοσέβειαν ὑπ’ αὐτοῦ κατηρτισμένης·
ἣς ἀμπέλου, ὡς ἔφθημεν εἰπόντες, ἀπεναντίας τὴν 
κεχωρηκυίαν l ἄμπελον τῇ δυσσεβείᾳ τοὺς πρὸ αὐτῆς ἅπαντας
καλύψασαν ἀσελγεῖς, ἅτε καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ υἱοῦ τῆς ἀπωλείας
Ἀντιχρίστου ἐκβακχευθέντας, ἀφειδῶς τρυγῆσαι κελεύεται ὁ
Ἄγγελος. καὶ ἀποτόμως ἡ ἐπιχείρησις ὑπῆρξε. 
 Η ἀπὸ τῆς ληνοῦ ἔκροια εἰς αἷμα ἐλέχθη· κατὰ μὲν τὸ πρόχειρον 
οὕτως τοῦ ἀπὸ τῆς σταφυλῆς ἐκθλιβομένου ὑγροῦ καλουμένου,
ὡς ἐπὶ τοῦ “ αἷμα σταφυλῆς ἔπινον οἶνον·” κατὰ δὲ τὸ μετὰ
συνέσεως καλυπτόμενον, αἷμα καὶ ὁ φόνος εἴρηται, ὡς τὸ “ φωνὴ
“ αἵματος τοῦ ἀδελφοῦ σου βοᾷ·’’ εἴρηται δὲ καὶ τιμωρία, ὡς ἐν
τῷ “ οὐκ ἐπιστήσεις ἐφ’ αἵματι τοῦ πλησίον.” 
 

 
 Καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν ληνὸν τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ. 
 Ἀνθρωπινώτερον προβαίνει τῷ λόγῳ, τὸ ὑπερβάλλον πρὸς ἀσέλγειαν
τῶν κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ παραστῆσαι βουλόμενος. ἐπεὶ, τίς ἡ
πίστις τὴν μακαρίαν καὶ ἀναλλοίωτον φύσιν πάθεσιν ἁλίσκεσθαι
παραχωροῦσα m; τὸ n δὲ ἔξω τῆς πόλεως ο πατηθῆναι τοὺς βότρυας, 
πόλιν, τῶν κατὰ τὸν ἐνεστῶτα βίον ἐμπορικὸν πολίτευμα καλεῖ. ἐν
ᾧ οὐδ’ ἔστιν ἐρεῖν ὅση διάθεσις τῶν ὠνίων καλῶν, ἀνταμειβομένων
κακῶν καὶ κακῶν ἀγαθῶν. καὶ ἐπειδὴ μετὰ τὴν συντέλειαν τούτου,
ἡ τῷ ὄντι ἀμοιβὴ τῶν πεπραγματευμένων ἀνθρώποις, εἰκότι λόγῳ
ἔξω τῆς πόλεως εἴρηκε. ἐκ δὲ τοῦ λέγειν ὅτι ἐκ τῆς ληνοῦ αἷμα p 
τῇ συμπατήσει τῶν βοτρύων ἀπορρεῖ, βότρυας, τοὺς ἁμαρτωλοὺς
περιλείπεται νοεῖν. διὸ καὶ τὸ αἷμα, εἰς τὰς πονηρὰς
αὐτῶν πράξεις τροπολογεῖ q, τῆς δικαίας ἐπ’ αὐταῖς ἐκδικίας σαφοῦς
ἅπασι γινομένης. καὶ οὕτω δικαία ὡς μηδὲ τοῖς ἄνωθεν εἰς
ἐποψίαν ταχθεῖσιν Ἀγγέλοις r ὑπακοῦσαι, κωλύουσιν ὡς τισὶ χαλινοῖς 
ταῖς ἑαυτῶν συνεργίαις τοὺς ἀνθρώποι·ς ἀπὸ τῶν θεομισῶν
πράξεων. οἱ καὶ τοσοῦτον ἐξῴστρησαν ὡς μὴ μόνον τὰς φυσικὰς
ἐπ’ ἀγαθῶν κτήσει παρεσχημένας ὑπὸ τοῦ πλάστου ἐννοίας ἀτιμάσαι,
ἀλλά γε δὴ καὶ τὰς ἀπὸ τῶν θείων Ἀγγέλων, οὓς ἵππους
ἐθίμως καλεῖν φησιν, ὡς Ἀμβακοὺμ ὁ προφήτης· “ ἐπέβης 
Φάσκων “ ἐπὶ τοὺς ἵππους σου.” τοιγαροῦν καὶ πρὸς τοὺς θείους
συνεργοὺς τοῦ δυσηνίου ἐπδεδειγμένου s, ἐκ πολλοῦ νῦν τοῦ περιόντος
πρόφαντος ἅπασιν ἡ τούτων ἐξ ἀπειθείας μάστιξ καθίσταται.
t καὶ ὅτι ἡ τῶν ἁγίων Ἀγγέλων ἐποψία οὐκ ἄρτι ἀλλ’ ἐξαρχῆς
κτίσεως κόσμου, ὡς καὶ Μωυσῆς “ ἕστησε” Φάσκων, “ ὅρια ἐθνῶν, 
“ κατὰ ἀριθμὸν Ἀγγέλων ἐμπεδοῖ. διὰ τοῦτο νῦν ὁ χαλινὸς τῶν
ἵππων ἄπο σταδίων ἴαχ’ γινώσκεται. του σταδίου οὐ διαστήματος
νοουμένου, ἀλλ’ ἐποχῆς· ἥτις ἐποχὴ τῷ χ΄ ἔτει τῆς ζωῆς Νῶε διὰ
κατακλυσμοῦ ἐγνωρίσθη· τὴν τελεωτάτην καθαρὰς ἁμαρτίαν ἣν ὡς
τελεωτάτην ὁ ἐν ἀριθμοῖς τελεῖ δεκάδος ἑκατοστῆς συνηγμένος ὁ 
χιλιοστός. ἐλήφθη δὲ καὶ νῦν ὡς ἀπ’ ἐκείνης τῆς καθαιρέσεως
 

 
δευτέρου κόσμου ἀρξαμένου· ὃς [διὰ πυρὸς] ἕξει τὴν καθαίρεσιν.
ὕδατος ὁ πρῶτος κατὰ τὸ ὑπὸ τοὺς η * * θεωρημένον.

ΚΕΦ. ΜΕ. 

 Περὶ τῶν ἑπτὰ Ἀγγέλων τῶν ἐπαγόντων τοῖς ἀνθρώποις τὰς πληγὰς πρὸ τῆς
συντελείας. καὶ περὶ τῆς ὑαλίνης θαλάσσης, ἐν ᾗ τοὺς ἁγίους ἐθεάσατο. 
 1 Καὶ εἶδον ἄλλο σημεῖον ἐν τῷ οὐρανῷ μέγα καὶ
θαυμαστόν. Ἀγγέλους ἑπτὰ, ἔχοντας πληγὰς ἑπτὰ τὰς
 ἐσχάτας, ὅτι ἐν αὐταῖς ἐτελέσθη ὁ θυμὸς τοῦ Θεοῦ. καὶ
εἶδον ὡς θάλασσαν ὑαλίνην μεμιγμένην πυρὶ, καὶ τοὺς
νικῶντας ἐκ τοῦ θηρίου, καὶ ἐκ τῆς εἰκόνος αὐτοῦ, καὶ ἐκ 
τοῦ χαράγματος αὐτοῦ, καὶ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ὀνόματος
αὐτοῦ, ἑστῶτας ἐπὶ τὴν θάλασσαν τὴν ὑαλίνην, ἔχοντας
 τὰς κιθάρας τοῦ Θεοῦ, καὶ ᾄδουσι τὴν ᾠδὴν Μώσεως
δούλου τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν ᾠδὴν τοῦ ἀρνίου, λέγοντες·
μεγάλα καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, Κύριε ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ. 
δίκαιαι καὶ ἀληθιναὶ αἱ ὁδοί σου, ὁ βασιλεὺς
 τῶν ἐθνῶν. τίς οὐ μὴ φοβηθῇ σε Κύριε, καὶ δοξάσει τὸ
ὄνομά σου ; ὅτι μόνος ὅσιος· ὅτι πάντως τὰ ἔθνη
ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιόν σου, ὅτι τὰ δικαιώματά
σου ἐφανερώθησαν. 
 Καὶ πῶς οὐ μέγα τὴν παγκόσμιον σημαῖνον καθαίρεσιν; πῶς δὲ
οὐ θαυμαστὸν, Ἀγγέλοις ἰσαρίθμοις τὸν ἐξ ἑβδομάδος ἡμερῶν
ἐναρξάμενον u συντελεῖσθαι κόσμον, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν
ἀποτελευτᾷν, τοῖς τε τὸ καθαίρειν Ἀγγέλοις λαχοῦσι καὶ εἰς τὸ
καθαίρειν ἔχουσι πληγάς ; ἑπτὰ δὲ αἱ πληγαί, θάλασσα ὑαλίνη x 
πῦρ, εἰκὼν τοῦ θηρίου y, καὶ τὸ θηρίον αὐτὸ, καὶ χάραγμα αὐτοῦ,
καὶ ἀριθμὸς αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος a, αὗται μὲν αἱ πληγαὶ, δι’ ὧν
ἐτελέσθη ὁ θυμὸς τοῦ Θεοῦ. ἔσχαται δὲ, ὡς τοῖς νικῶσιν αὐτὰς
 

 
οὐκ ἔτι περιλειπομένου ἑτέρου ἀγῶνος. οἵ τε γὰρ τὸ ἀστάθμητον b
τοῦ βίου τούτου, ὃ τοῖς πολλοῖς δι’ ἁλμυρίαν ξηραίνειν c οἶδε τὸ
ἀναψῦχον, πᾶν νενικηκότες τῇ καρτερίᾳ, οἵτε λαμπρότησι καὶ ταῖς
εὐδοξίαις τοῦ εὐθραύστου καὶ d κατὰ τὸ ὕαλον τοῦ e συντρίβεσθαι
κεκληρωμένου κόσμου κατ’ οὐδὲν κεχειρωμένοι, οὐχ οἱ τοῦ πυρὸς 
τὴν καυστικὴν δύναμιν, ἀλλὰ τὴν φωτιστικὴν πεπορισμένοι, οὐχ
οἱ τὴν εἰκόνα τοῦ θηρίου, ἢ τὸ θηρίον αὐτὸ, ἢ τὸν ἀριθμὸν τοῦ
ὀνόματος αὐτοῦ καταπαλαῖσαι f δεδυστυχηκότες, ἀλλ’ ἀνδρικῶς
νενικηκότες, οὗτοι τηνικάδε ἑστῶτες ἐπὶ τὴν ὑαλίνην θάλασσαν,
σύμβολον ἐπιφερόμενοι τῆς ἑαυτῶν ἐν τῷ βίῳ g νεκρώσεως κατὰ 
τὸ ἀνενέργητον h τῶν ἐν αὐτῷ ἡδέων διαβιῶναι, ᾄδουσιν ὅσα εἰκὸς
τοὺς νενικηκότας τῶν τοιούτων ἅδειν. 
 Ἔχοντας πληγὰς ἑπτὰ τὰς ἐσχάτας. 
 Τὸ ἑπτὰ, οὐκ ἐπ’ αὐτοῦ i τοῦ ἑβδοματικοῦ ἀριθμοῦ ἀκουστέον,
ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ πολλαπλασίου τέτακται· ὡς ὅταν λέγῃ “ ἀπόδος 
“ τοῖς γείτοσι ἡμῶν ἑπταπλασίονα,” ἀντὶ τοῦ πολλαπλασίονα·
οὕτως οὖν καὶ νῦν τὰς πολλὰς οὖν κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν κολάσεις k
ἠυτρεπισμένας παρείληπται l, δι’ ὧν ὁ θυμὸς τοῦ Θεοῦ πέρας λαμβάνει.
αἵ τινες καὶ ἔσχαται ἐλέχθησαν. θυμὸν δὲ ἀκούων Θεοῦ,
μὴ ὡς ἐμπαθοῦς ἄκουε τοῦ θείου, ἀλλ’ ὡς ἤδη εἴρηται, ὅτι ἀνθρωπίνως 
ἐχρήσατο τῷ λόγῳ· ἀλλ’ ἐπεὶ οὐκ εἶχεν ἄλλως m πὼς
ὑποφῆναι n τὴν ὑπερβολὴν τῶν κατὰ ἀσέλγειαν τῶν ἁμαρτωλῶν
ἔργων, ἅτε καὶ τὴν ἀπαθῆ φύσιν οἵων τε ὄντων κινεῖν, ἀνθρωπίνως
ἐχρήσατο τῷ λόγῳ. ἡ ὑαλίνη δὲ θάλασσα, οὐκ ἃν ἄλλο σημαίνειν
δοκοῖ, ἣ τὸ πολὺ μὲν, διὰ τοῦ θάλασσα, διὰ δὲ τοῦ ὑαλίνη, τὸ 
στιλπνὸν τε καὶ καθαρὸν τῶν τῆς ἐκεῖ μακαριότητος τοῦ βίου
ἠξιωμένων. οδιὸ καὶ ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ταῖς ἀρεταῖς ἑαυτῶν·
σύγκρατον δὲ πυρὶ τὴν τοιαύτην θάλασσαν, ἐπειδὴ κατὰ Παῦλον
τὸν θεῖον αἱ ἐποικοδομαὶ τῶν ἐπὶ τὸν θεμέλιον ὃν αὐτὸς τέθεικεν * *
διὰ πυρὸς ἀποίσονται τὸ δοκίμιον. αἱ μὲν ξυλώδεις καὶ χόρτῳ 
 

 
παραβαλλόμεναι καὶ καλάμῳ οἷαι αἱ τῶν ἁμαρτωλῶν πρὸς ἀφανισμὸν
χωρῆσαι παντελῆ· αἱ δὲ χρυσῷ καὶ ἀργύρῳ καὶ λίθοις τιμίοις·
αἱ τῷ χρυσῷ μὲν καὶ ἀργύρῳ ἀπεικασθεῖσαι πρὸς τῷ μονίμῳ καὶ
στίλβοντι τὸ ἀξιέπαινον σχοῖεν καὶ ἀποδεκτὸν· αἱ δὲ πρὸς τιμαλφεῖς
λίθους ἀπενεχθεῖσαι, οὐκ ἂν εἶεν ἄλλαι, ἢ αἱ κόπῳ μὲν καὶ ἱδρῶτι 
ἐξανυθεῖσαι θεοφιλῶς. τοῦ ἐπιδεκτικοῦ δὲ μὴ ἀστοχοῦσαι τὸ στίλβον
ἀμαυρωθεῖσαι· εἰκὸς δὲ διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τὴν θείαν καὶ τὴν
τοῦ θείου Πνεύματος δόσιν σημαίνεσθαι. ἐν πυρὶ γὰρ ὤφθη Μωϋσεῖ,
καὶ τοῖς Ἀποστόλοις ἐν εἴδει γλωσσῶν ἐπεφοίτησε πυρίνων. 
 Ἔχοντας τὰς κιθάρας τοῦ Θεοῦ, καὶ ἄδουσι τὴν 
ᾠδὴν Μωσέως. 
 Διὰ τοῦ εἰπεῖν p τὰς κιθάρας, τὴν τῶν ἐπὶ γῆς μελῶν αἰνίττεται q
νέκρωσιν. Θεοῦ δὲ αὐτὰς εἶναι, καθότι οὐδεὶς τῶν σπουδαίων
ἀνθρώπων τῆς θείας συμμαχίας χηρεύων r κατορθοῦται.
s διὸ καὶ Δαβὶδ φησι, “ ἐκράτησας πρὸς τῆς δεξιᾶς μου, καὶ ἐν τῇ 
“ βουλῇ σου ὡδήγησάς με·” ἀλλὰ καὶ Παῦλος “ τὴν νέκρωσιν τοῦ
“ Ἰησοῦ σώματι περιφέρειν” τοὺς πιστοὺς ἀσφαλιζόμενος, τί ἄν
ἄλλο ἢ τὸ πρὸς ζῆλον τοῦ διδασκάλου τοὺς νεκροὺς ἑαυτοὺς τῇ
ἁμαρτίᾳ κατηρτικότας οὕτως νομίζεσθαι τὸ εὐάρεστον αὐτῷ ἐκτελεῖν.
ζηλῶν τινὰ τὰ πρὸς ἀρετὴν οὐχὶ καὶ συνεργὸν ἕξει τοῦ κατορθώματος· 
κἀκεῖνον ἐξευμενεῖ εὐάρεστον ἀνυποστόλως διαπραγματεύεται.
τῆς τῶν μελῶν τοίνυν νεκρώσεως διὰ τῶν * * ῶν
σημαινομένης ἀκολούθως καὶ ἡ ἐμμελὴς ὑπάρξει ζωὴ ἐν συμφωνίᾳ
τῶν ἀρετῶν κρουομένη τῷ πλήκτρῳ τοῦ Πνεύματος· “ καὶ ᾄδουσι τὴν
“ ᾠδὴν Μωϋσέως δούλου Κυρίου·’’ ἐκείνην πάντας εἰκός ἐστι νοῆσαι, 
ἣν ᾖσεν ἐπὶ t τῇ καταποντώσει Φαραὼ καὶ τῶν Αἰγυπτίων. ὡς γὰρ
τῶ Μωϋσεῖ καὶ τοῖς μετ’ αὐτοῦ ἀπηλλάχθαι δουλείας τῶν Αἰγυπτίων
ἡ καταπόντωσις παρέσχεν, οὕτω καὶ τοῖς νενικηκόσι τὸ
θηρίον καὶ τὴν κατ’ αὐτὸ πραγματείαν τῶν μὲν πρὸ γόμου καὶ ἐν
τῷ νόμῳ νικηφόρων ἡ ᾠδὴ, ὡς εἴρηται, ἐκ τῶν διὰ Μωϋσέως 
προστάγματι Θεοῦ ἐνηργημένων νοεῖται. ἡ δὲ τοῦ ἀρνίου ᾠδὴ τίς
ἂν ἄλλη, εἰ μὴ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ χρηματίζοντος συντεθειμένη; ἣν καὶ
 

 
ᾄσουσιν οἱ ἀπὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστὸν ὁσίως u πολιτευσάμενοι,
τὴν ἀκατάπαυστον ἐν χάριτι x, τὸ μεγαλεῖον ἐξαγγέλλοντες
τῷ ἀρνίῳ, ἤτοι τῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ, ᾠκονομημένης σωτηρίως
ἡμῖν τῆς παντοκρατορικῆς δικαίας καὶ ἀληθινῆς ὁδηγίας. ἅπερ ὡς
βασιλεὺς βάσις ὢν ἐλέους, πρὸς τὸ ἑαυτοῦ πλάσμα διὰ τῶν 
αὐτοῦ Ἀποστόλων εἰργάσατο. y καὶ εἴρηται τῷ Ἠσαΐᾳ, “ ἔσται ἡ
“ ῥίζα τοῦ Ἰεσσαὶ, καὶ ὁ ἀνιστάμενος ἄρχειν ἐθνῶν, ἐπ’ αὐτῷ ἔθνη
“ ἐλπίσουσι.” τούτου χάριν καὶ ὁ χρηματισμὸς βασιλέα τε αὐτόν
φησι τῶν ἐθνῶν, καὶ πάντα τὰ ἔθνη ἥξειν καὶ προσκυνήσειν ἐνώπιον
αὐτοῦ. 
 Καὶ μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ἠνοίγη ὁ ναὸς τῆς σκηνῆς
 τοῦ μαρτυρίου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ἐξῆλθον οἱ ἑπτὰ
Ἄγγελοι οἱ ἔχοντες τὰς ἑπτὰ πληγάς. οἳ ἦσαν ἐνδεδυμένοι
λίνον καθαρὸν λαμπρὸν, καὶ περιεζωσμένοι περὶ
 τὰ στήθη ζώνας χρυσᾶς. καὶ ἓν ἐκ τῶν τεσσάρων ζώων 
ἔδωκε τοῖς ἑπτὰ Ἀγγέλοις ἑπτὰ φιάλας χρυσᾶς γεμούσας
τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος εἰς τοὺς αἰῶνας
 τῶν αἰώνων. καὶ ἐγεμίσθη ὁ ναὸς ἐκ τοῦ καπνοῦ ἐκ
τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καὶ
οὐδεὶς ἐδύνατο εἰσελθεῖν εἰς τὸν ναὸν, ἄχρι τελεσθῶσιν 
αἱ ἑπτὰ πληγαὶ τῶν ἑπτὰ Ἀγγέλων. 
 Σκηνὴν ἐνταῦθα z, τὴν ἐν οὐρανοῖς a λέγει, ἧς καθ’ ὁμοίωσιν καὶ
ὁ Μωϋσῆς b πῆξαι τὴν σκηνὴν τὴν κάτω προστάσσεται. “ ὅρα,
φησὶ, ποιήσεις πάντα κατὰ τὸν τύπον τὸν δειχθέντα σοι ἐν τῷ
“ ὄρει.’’ ἐκ τούτου τοῦ ναοῦ ἀνοιχθέντος ἐξελεύσεσθαι τοὺς ζ΄ c 
Ἀγγέλους. d τέως μὲν γὰρ κατὰ τὸ πρὸς αὐτὸν ἐπὶ γῆς διατυπωθὲν
ὑπὸ Μωϋσέως καὶ τὸ ἐν οὐρανοῖς ἀρχέτυπον σκῆνος ἀδύτου
τρόπῳ πάντοθεν κατησφαλισμένον ἀπρόσοδον ἐχρημάτιζεν· ἐπεὶ
δὲ καιρὸς καὶ τὰ τέως ἀθέατα ὁραθῆναι, καὶ πᾶσιν ἐντεθῆναι
γνῶσιν ὅτι Κύριος **ματα ποιῶν ἐν τοῖς ἑκάστου τῶν χειρῶν 
 

 
ἔργοις ἀκολουθεῖ καὶ ἡ πρὸς ἀξίαν σύλληψις. ἐξωρμημένοι ἐκ τῶν
οὐρανίων ἀδύτων ὡς ἐκ βαλβῖδος οἱ τιμωροὶ. e πρὸ γὰρ τῆς τοῦ
Χριστοῦ συγκαταβατικῆς πρὸς ἡμᾶς αὐτοῦ παρουσίας, ἡ γνῶσις
τῶν προκειμένων ἀσυμφανὴς καὶ ἀνεπινόητος ἀνθρώποις. διὸ καὶ
πρὸς ἐναργεστέραν τούτων πίστιν, ἐν τῷ τοῦ Κυρίου πάθει καὶ τὸ 
τοῦ ἐπὶ γῆς ναοῦ καταπέτασμα διαρρήγνυται ἄνωθεν ἕως κάτω,
οἱονεὶ τὰ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου κρυφιότητι συνεπτυγμένα θεῖα
μυστήρια, τὸ ἀπὸ τοῦδε ἐκφανῆ πᾶσιν καὶ ἐνώπια κατέστη, οὐχ
ἑνὶ ἔθνει θησαυριζόμενα, ἀλλὰ πᾶσιν ἔθνεσιν ἐκπομπευόμενα.
μαρτυρίου δὲ σκηνὴ οὐ τῷ τυχόντι εἴρηται, ἀλλ’ ὅτι ἐκεῖθεν ὁ 
χρηματίζων Θεὸς τοῖς κατὰ νόμον ἱερεῦσι διεστέλλετο τὰ ποιητέα
καὶ μὴ, μετὰ ἀκριβοῦς καὶ ἀνυποστόλου παραγγελίας, οὐκ ἀπὸ
τοῦ νομικοῦ μαρτυρίου, ἀλλὰ τοῦ ἀρχετύπου καὶ ἀνθρωπείου. 
 f Καὶ ἐξῆλθον οἱ ἑπτὰ Ἄγγελοι οἱ ἔχοντες τὰς ἑπτὰ
πληγάς. 
 “ Ἑπτὰ” ἀντὶ τοῦ πολλαὶ παρελήφθησαν· πολλὰ γὰρ κατὰ
τὸν τῆς συντελείας καιρὸν, ὡς ὁ Κύριος ἐν Εὐαγγελίοις εἴρηκεν,
γενήσεται δεινὰ λιμῶν καὶ λοιμῶν καὶ σεισμῶν, καἰ τὰ πρὸς
τούτοις ἀκόλουθα. 
 Οἳ ἦσαν ἐνδεδυμένοι λίνον καθαρόν. 
 g Ἐνδεδυμένοι λίνον καινὸν ἢ λίθον, καὶ γὰρ καὶ τοῦτον τινὰ
τῶν ἀντιγράφων ἔχουσι. λίνον μὲν, διὰ τὸ μηδὲν ζωώδους ἐπάφεσθαι
προσπαθείας, ἃ τὸ λαμπρὸν τῆς ζωῆς πέφυκεν ἀμαυροῦν.
h λίθον δὲ, δεῖγμα τῆς καθαρᾶς αὐτῶν καὶ φωτεινῆς καὶ πρὸς τὸ
καλὸν αὐτῶν πλαγίως ἐχούσης φύσεως· καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς 
παρὰ τῷ Ἀμὼς Ἡσαΐᾳ, “ λίθος ἐμβεβλῆσθαι εἴρηται τῷ θεμελίῳ
“ Σιών·” καὶ παρὰ τῷ Δαβὶδ, “ ὁ αὐτὸς οὗτος εἰς κεφαλὴν
“ γωνίας ὑπάρξαι· κἂν ὑπὸ τῶν οἰκοδομούντων ἀποδεδοκίμασται·”
ἐπεὶ καὶ θεμέλιος τῆς εὐσεβοῦς πίστεως ὁ Χριστὸς, καὶ συνεκτικὸς
καὶ συναρμολογῶν τοὺς δύο λαοὺς τῶν ἐξ Ἰουδαίων καὶ 
ἐξ ἐθνῶν εἰς ἑνὸς Θεοῦ ζῶντος κατοικίας συμπλήρωσιν. τῇ οὖν
πρὸς τοῦτον τὸν λίθον ἐγγύτητι καὶ τῶν ἀρετῶν τῇ λαμπρότητι
 

 
εἰκότως ὤφθησαν καὶ οἱ διακονοῦντες λίθοις περιεσταλμένοι λαμπροῖς.
οἱ δὲ αὐτοὶ οὗτοι καὶ περιεζωσμένοι περὶ τὰ στήθη ζώνας
χρυσᾶς τὸ ἐπιθυμητικὸν τοῦ σώματος μέρος, περὶ ὃ ἡ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ
κατάρχουσα καρδία κατῴκισται, οὐκ ἄνετον τοῦτο δηλαδὴ
ἔχοντες τὸ μέρος καὶ μηδενὶ σωφροσύνης περισφιγγόμενον ζωστῆρι, 
ἀλλὰ σεμνῷ μάλα καὶ τιμίῳ ἀναστελλόμενον σφιγκτῆρι. τοιοῦτο
γὰρ καὶ ὁ χρυσὸς, τῶν κατὰ γῆν ὑλῶν τὸ περισπούδαστον τε καὶ
τιμαλφέστερον ἀνθρώποις. 
 i Καὶ ἓν ἐκ τῶν τεσσάρων ζώων. 
 Τὸ ἐκ τῶν τεσσάρων ζώων ἑνὸς ὧν ἔμπροσθεν πολὺς ὁ λόγος 
λαβεῖν τοὺς ζ΄ Ἀγγέλους τὰς χρυσᾶς φιάλας. τοῦτο καὶ ἐν τῷ
Ἰεζεκιὴλ φησι δηλοῦται, τὸ ἐκ τῶν πρώτων ἀεὶ εἰς τὰ δεύτερα
γνῶσιν τῶν πρακτέων ἀφικνεῖσθαι· καὶ παρὰ τῷ θείῳ Διονυσίῳ
ἐστιν εὑρεῖν. 
 Ἑπτὰ φιάλας χρυσᾶς γεμούσας τοῦ θυμοῦ τοῦ 
Θεοῦ. 
 Καλῶς εἴρηκε χρυσᾶς φιάλας, τῆς τοῦ Θεοῦ ὀργῆς ἐμπεπλῆσθαι.
τιμία γὰρ ἡ ὀργὴ] τὸ ἀγαθὸν καὶ συμφέρον ἐν αὐτῇ
φέρουσα μᾶλλον ἢ τὸ δίκαιον, κἂν ἀνιῶνται οἱ κολαζόμενοι. k
ὁ δὲ τοῦ Θεοῦ θυμὸς οὐκ ἐμπαθὴς, ὥσπερ πολλαχῶς ἡμῖν εἴρηται, 
δίκαιος δὲ, ὅτι καὶ ἀπαθὴς ὁ ἀφ’ οὑ. ὅθεν καὶ ζῶν εἴρηται πρὸς
ἀντιδιαστολὴν τῶν παρὰ τοῖς ἔθνεσι νεκρῶν καὶ ἐμπαθῶν θεῶν.
Καὶ ἐγεμίσθη ὁ ναὸς ἐκ τοῦ καπνοῦ. 
 Ὁ καπνὸς θείας ὀργῆς δεῖγμα, καθὸ καὶ τὸ, “ ἀνέβη καπνὸς
“ ἐν ὀργῇ αὐτοῦ, εἴρηται. κἂν γὰρ μὴ καπνοῦ μνεία καὶ ἐνταῦθα, 
ἀλλὰ καὶ συνεκδοχικῷ τρόπῳ καὶ ὁ καπνὸς παρείληπται· οὔτε γὰρ
καπνὸς l ἄνευ πυρὸς ὑφίσταται, οὔτε πῦρ m καπνοῦ δίχα. ἐντεῦθεν
παρὰ τῷ Ἡσαΐᾳ ὁ παρὰ τῆς κραυγῆς τῶν Σεραφεὶμ καπνὸς τὸν
οἶκον ἐμπλήσας ὀργῆς ἐστιν **σις τῆς κατὰ Ἱερουσαλὴμ
τῶν πυρίνων δορυφόρων ἐκθυμιώμενος, τῷ τοῦ ἐπόχου ζήλῳ 
φλεγόμενος. ὑπ’ αὐτὸ δὲ ἐκ τῆς δόξης Θεοῦ καὶ τῆς δυνάμεως
 

 
γενέσθαι τὸν καπνὸν περίφρασιν ἔχει τινα. οὐ γὰρ διαστολὴ
Θεοῦ καὶ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, αὐτοδύναμις γὰρ καὶ αὐτοδόξα
ὁ Θεός. 
 Καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο εἰσελθεῖν εἰς τὸν ναόν. 
 Ἢ κατὰ τὸ γεγραμμένον αὐτὸ νοητέον, ἱν ᾐ, ἐκτελούμενος 
οὐδεὶς ἐν ὑποστήματι Κυρίου. εἰ γὰρ τοῦτο, σχολῇ γ᾿ ἃν ὑπενεγκοίη
τὴν τούτου ὀργήν. ἣ τὸ μηδαμῶς τοὺς ἁγίους τῆς ἄνω
Ἰερουσαλὴμ τυχεῖν λήξεως, καὶ τῆς ἐν τῷ ἐκεῖσε ναῷ ἱερουργίας,
πρὶν ἢ τυχεῖν τοὺς ἀξίους τὰ διὰ μαρτυρίας ἐπίχειρα. τὰς δὲ
ἑπτὰ πληγὰς ὁ τοῖς ἐπὶ συντελείᾳ τοῦ κόσμου εὑρισκομένοις 
προσαρμόττων, οὐκ ἃν ἁμάρτῃ n τοῦ πρέποντος. o φιλάνθρωπος γὰρ
ὢν ὁ Θεὸς ὁλοκλήρου τιμωρίας μετριάζων τὴν κάκωσιν, κἀντεῦθεν
τοῖς ἀξίοις ἐπαχθῆναι συγχωρήσει, διάτε Ἐνὼχ καὶ Ἠλιοῦ
προφητῶν τὰς τιμωρητικὰς πληγάς. τῷ μὴ ἐξ ὁλοκλήρου, ὡς
ἔφθημεν εἰρηκότες τοῖς ἀτελευτήτοις τοῦ μέλλοντος αἰῶνος διαστήμασιν 
ὑπέχειν τὴν βάσανον. ὅπερ οὐ τῆς ἀνυπερβλήτου περὶ
ἡμᾶς φιλανθρωπίας Θεοῦ, τίς λογισμὸς Κυρίου ἀρνηθείη; “ἐπεὶ,
“καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ,
χείλη ἀνύμνησε.

ΚΕΦ. Μς. 
 
 Ὅπως τῆς πρώτης φιάλης ἐκχυθείσης, ἕλκος κατὰ τῶν ἀποστατῶν γίνεται. 
 Καὶ ἤκουσα μεγάλης φωνῆς λεγούσης τοῖς ἑπτὰ
Ἀγγέλοις, ὑπάγετε καὶ ἐκχέατε τὰς ἑπτὰ φιάλας τοῦ
 θυμοῦ τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν γῆν. καὶ ἀπῆλθεν ὁ πρῶτος
καὶ ἐξέχεε τὴν φιάλην αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν· καὶ ἐγένετο 
ἕλκος κακὸν καὶ πονηρὸν ἐπὶ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς
ἔχοντας τὸ χάραγμα τοῦ θηρίου, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας
τῆ εἰκόνι αὐτοῦ. 
 Μεγάλη φωνὴ Ρ, οὐ τῇ ἀπηχήσει. (τίς γὰρ καὶ αἴσθησις τοῖς
οὐδὲν αἰσθητοῦ προσδεομένοις;) ἀλλὰ μεγάλης q τῇ ἀνυποίστῳ 
 

 
σχεδὸν ταλαιπωρίᾳ r τῶν τιμωρουμένων. τὸ δὲ τὴν φωνὴν λέγειν,
ἀντὶ τοῦ σημαίνειν εἴρηται s. 
 Ἐξέχεε τὴν φιάλην αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν. 
 Φιάλην ἐνταῦθα καθάπερ ποτήριον, τὴν κολαστικὴν ἐνέργειαν
ἐκληπτέον, ἧς ἐκχεθείσης, ἕλκος φησὶ πονηρὸν συμβῆναι· ἕλκος, 
τὴν ἐν καρδίᾳ σφύζουσαν ὀδύνην ἀλληγορῶν. ἐπὶ τὴν γῆν δὲ
χεθηναι, “γην, τοὺς τῆ ματαιότητι τῶν γηίνων περισπωμένους
ἀποκαλῶν. διὸ καὶ ἐπιφέρει πρὸς σαφήνειαν, τὸ, ἐπὶ τοὺς πονηροὺς
ἀνθρώπους. πονηροὶ δὲ τίνες ἃν εἶεν, ἢ οἱ τὸ χάραγμα ἐπιφερόμενοι
τοῦ θηρίου, ἐκ τοῦ ἀποστῆναι μὲν ἀπὸ Θεοῦ ζῶντος, τῷ 
Ἀντιχρίστῳ δὲ προσρυῆναι; t κ᾿ ἂν εἰ μηδεμιᾶς τυγχάνοιεν
τοῦ θεοποιηθέντος αὐτοῖς σωτηρίας. χάραγμα δὲ, ὡς ἔφθημεν
παραθέμενοι, τὸ γνώρισμα λέγει· ὥσπερ καὶ ἐπὶ χρυσοῦ καὶ
ἀργύρου καὶ χαλκοῦ καλούμενα νομίσματα εἰς γνῶσιν τῶν ὠ * * *
εἰσὶ βασιλέων τὰ ἐκτυπώματα τούτων ἐνσεσήμανται. εἰκόνα δὲ 
τοῦ θηρίου, τὸν Ἀντίχριστον λέγει, τουτέστι, τοῦ διαβόλου.
ἐκ παραζηλώσεως εἰ καὶ ἀπατηλῆς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ πᾶν τὸ
πλήρωμα τῆς θεότητος οὐσιωδῶς κατοικεῖ· τοῦτο γὰρ βούλεται
δηλοῦν τὸ “σωματικῶς,” καθὸ καὶ τὸ διάφορον ἔσχε τῶν
αὐτοῦ προφητῶν ἢ πνευματοφόρων ἀνδρῶν, οἷς κατ’ ἔμπνευσιν 
θείαν ἢ ἔλλαμψιν τὸ θεοφορεῖν περιγέγονεν. οὕτω καὶ τῷ Ἀντιχριστῷ
πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς Σατανικῆς οὐσιώσεως προσγεννήσεται,
πλέον μάντεων καὶ προδεικτῶν καὶ τῆς τοιαύτης ἀπατηλῆς
συμμορίας. ἑλκοῦσθαι δὲ τὸν καιρὸν τῆς συντελείας τοὺς ἐφ’ οὓς
ἡ φιάλη ἐκχεθείη καὶ σωματικαῖς μάστιξιν, ἃς καὶ αὐτὸς ὁ * * 
Χριστὸς πρὸ τῆς συντελείας συμβῆναι τοῖς Ἀποστόλοις αὐτοῦ
προηγόρευσε· δι’ ὧν φησι, “μελλήσετε ἀκούειν πολέμους
“ ἀκοὰς πολέμων’’ καὶ τὰ ἑξῆς τούτων· ὧν μετ’ ὀλίγον καὶ ταῦτα
ἐπιφέρει, “ ἔσται τότε θλίψις μεγάλη, οἷα οὐ γέγονεν ἀπ’ ἀρχῆς
“ κόσμου ἕως τοῦ νῦν, οὐ δὲ μὴ γέννηται.’’ πρὸς γὰρ τῷ * * 
κλόνῳ ὑποσμύχοντι u τοὺς ἀνθρώπους διὰ τῆς ἀκοῆς, ἔτι καὶ
σωματικαὶ ὀδύναι ταλαιπωρεῖν * * ονται τοὺς πονηρούς.

ΚΕΦ. ΜΖ. 

 Πληγὴ δευτέρα κατὰ τῶν ἐν θαλάσσῃ ἐπιτιμωμένων. 
 Καὶ ὁ δεύτερος Ἄγγελος ἐξέχεε τὴν φιάλην αὐτοῦ εἰς
τὴν θάλασσαν, καὶ ἐγένετο αἷμα ὡς νεκροῦ, καὶ πᾶσα
ψυχὴ ζῶσα ἀπέθανεν ἐν τῆ θαλάσσῃ. 
 Θάλασσαν, εἴτε τὸ ἄστατόν τις x τοῦ παρόντος αἰῶνος ἐκδέχεσθαι
βούλεται, καθ’ ὃν y τὸ τηνικαῦτα ἔθνους ἐπ’ ἔθνος πολεμίως
ἐγειρομένου καὶ ναυμαχιῶν συγροτουμένων καὶ πεζομαχιῶν θαλάσσᾳ
καὶ γῇ, τῶν ἀποκτεινυμένων καὶ ποταμοὶ φοινίσσονται
αἵματι, οὐδὲν ἀπεικὸς εἴτε καὶ θείᾳ δυνάμει πρὸς ἔλεγχον τῶν 
ἀπατωμένων τῆς εὐκολίας ὑπὸ τῶν ἁγίων προφητῶν Ἐνὼχ
Ἡλία μεταβολὴ γένοιτο ὑδάτων εἰς αἷμα, καὶ ἐν Αἰγύπτῳ ὑπὸ
Μωüσέως ὁ ποταμός· ὃ καὶ μᾶλλον τυχεῖν z ἡ ἐπιφορὰ τοῦ ῥητοῦ
δίδωσιν, αἷμα φάσκοντος, οὐχὶ νεκροῦ, ἀλλ’ “ὡς νεκροῦ,’’ τοῦ “ὡς”
μορίου οὐκ ἐνέργειαν, ἀλλ’ ὁμοιότητα ὡς ἐπίπαν παριστῶντος, οὐκ 
ἀποτυχόντως ἃν εἴη τοῦ σκοποῦ. “ νεκροῦ’’ δὲ τοῦ ἐσφαγμένου. 
 Εἴ τις τὴν ἀνάπτυξιν αἰσθητὴν ἐκλήψεσθαι οἴοιτο, οὐδὲν διοιστέον.
ταῦτα δὲ συμβαίνειν μέλλεσθαι εἰς ἔνδειξιν τοῦ * * ἃν
καὶ οἱ βέβαιοι τὴν πίστιν ταῖς παραδοξοσημείαις νεῖ καὶ
ἀστήρικτοι φοβηθεῖεν τὴν κτίσιν ἀντιτασ[σο]μένην τῇ παρουσίᾳ 
τοῦ Ἀντιχρίστου ὁρῶντες. τοὺς πολέμους δὲ καὶ σφαγὰς διὰ
τούτων εἰκὸς σημαίνεσθαι, τοῦ Γὼγ φημὶ καὶ Μαγώγ, καταλλήλων
κινουμένων ἐν τοῖς τέτρασι μέρεσι τῆς γῆς, κατὰ βασιλέων
βασιλεῖς καὶ ἐθνῶν ἐπὶ ἔθνη, ἀφ’ ὧν καὶ αἱ ναυμαχίαι καὶ αἱ
πεζομαχίαι τῷ λύθρῳ τῶν αἱμάτων ἐπίσχωσι. 
 a Πᾶσα ψυχὴ ζῶσα. 
 “Ψυχὴ,” ἡ τῷ ψυχικῷ βίῳ συγκροτουμένη, ἥτις καὶ ἀνεπίδεκτος
τῶν τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ διατελοῦσα, ἐπιμωρίας
τραχηλιάζεται, ὡς καὶ τῷ θείῳ Παύλῳ δοκεῖ, τῷ θεοπειθεῖ **ρ
οὐ θάνατος ὁ παρὼν, ἀλλὰ ζωὴ πρὸς ἀνεπίμοχθον παραπέμπων καὶ 
ἀταλαίπωρον ζωήν.

ΚΕΦ. ΜΗ. 

 Οπως διὰ τῆς τρίτης, οἱ ποταμοὶ εἰς αἷμα μετακιρνῶνται. 
 Καὶ ὁ τρίτος ἐξέχεε φιάλην αὐτοῦ εἰς τοὺς ποταμοὺς
 καὶ εἰς τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, καὶ ἐγένετο αἷμα. καὶ
ἤκουσα τοῦ Ἀγγέλου τῶν ὑδάτων λέγοντος, Δίκαιος εἶ 
 ὁ ὣν καὶ ὁ ἦν ὁ ὅσιος, ὅτι ταῦτα ἔκρινας, ὅτι αἷμα
ἁγίων καὶ προφητῶν ἐξέχεαν, καὶ αἷμα αὐτοῖς ἔδωκας
 πιιεῖν· ἄξιοι γάρ εἰσιν. καὶ ἤκουσα ἄλλου ἐκ τοῦ
θυσιαστηρίου λέγοντος, Ναὶ Κύριε ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ,
ἀληθιναὶ καὶ δίκαιαι αἱ κρίσεις σου. 
 b Κᾀντεῦθεν δείκνυται τοῖς στοιχείοις ἐπιτετάχθαι Ἀγγέλους.
ὠν ἕνα τὸν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ὑμνεῖν φησὶ τὸν Θεὸν, ἐπὶ τῆ κατ
ἀξίαν καταδίκῃ τῶν παραβεβηκότων, οἳ τὰς χεῖρας τοῖς αἵμασιν
ἐμόλυναν τῶν ἁγίων. καὶ πρὶν μὲν, μάλιστα δὲ τὸ τηνικαῦτα ἐν
τῷ τοῦ Ἀντιχρίστου καιρῷ, ἀνθ’ ὧν τῇ τῶν αἱμάτων διαφόρῳ δίψῃ 
τοὺς τολμῶντας ἐκάλεσε. διαφθαρέντων γὰρ ποταμῶν καὶ συστημάτων
τῶν πηγαίων, ποθὲν ἃν ἄλλοθεν τὴν δίψαν ἀκέσαιντο; 
 Καὶ ἤκουσα τοῦ Ἀγγέλου τῶν ὑδάτων. 
 Οὐ μόνον ἔφοροι τῶν ἐθνῶν κατὰ τὸν νομοθέτην Μωüσῆν αἱ
θεῖαι δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ τῶν κοσμικῶν στοιχείων, ὥσπερ ἡμῖν 
διὰ τῶν παρόντων ἡ θεόθεν αὕτη Ἀποκάλυψις εἰσηγεῖται. ἀπὸ
τῶν αὐτῶν νοερῶν καὶ θείων πνευμάτων εἶναι μανθάνομεν ἐφόρους.
παντοδύναμος γὰρ ὣν ὁ Θεὸς καὶ προνοῶν τῶν αὐτοῦ κτισμάτων
ἀνενδεῶς, οὐ γὰρ τὸ θελῆσαι μόνον ἔργον ἐστὶ παριστάμενον, καὶ
οὑ τῇ ὁρμῇ του βουλήματος οὐσιώθη τὸ πᾶν, πῶς ἃν ὁ τοιοῦτος 
δεηθείη τοῦ συνεργοῦ, καὶ προστὰς εὐεργεσίας συλληψομένου;
ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἕτερον εὐεργετῶν ἀνενδέης ἦ, οὐ τοσοῦτον ἐκεῖνον
ὅσον ἑαυτὸν ὠφελεῖ. ἔταξεν ὁ Θεὸς τῆς νοερᾶς αὐτοῦ διακοσμήσεως
ὑπουργούς· ἀνενδεεῖς μὲν καὶ αὐτοὺς, ἅτε τὸ εἶναι καὶ
αὐτοὺς τῷ πρὸς τὸ θεῖον ἐγγύτητι τὸ ἀνενδεὲς καταπλουτοῦντας, 
τῶν ἐπιγείων ἐνδείᾳ πιεζομένων ἀγαθωσύνης προνοητάς. ὃ καὶ
 

 
Δανιὴλ ἐκδιδάσκει, τὸν Μιχαὴλ εἰσάγων τὸν Ἀρχάγγελον ἔφορον
τοῦ Ἰουδαίων φύλου. ὥσπερ καὶ νῦν ἡ Ἀποκάλυψις **οτη τὸν
ἐπὶ τῶν ὑδάτων Ἄγγελον τεταγμένον. ἐκ δ΄ γὰρ στοιχείων τῆς
ἐπιγείου κτίσεως ἐμπεπηγυίας, ἀέρος, πυρὸς, γῆς τε καὶ ὕδατος·
τὰ γὰρ οὐράνιά τινες εἰς πέμπτην φύσιν σώματος ἔταξαν διὰ τὴν 
κυκλοφορίαν· ἀὴρ γὰρ καὶ πῦρ καὶ ὕδωρ, τὴν κατ’ εὐθυωρίαν
εἴληχε κίνησιν. τὰ μὲν οὑν τρία τῶν στοιχείων πῦρ καὶ γῆ καὶ
ἀὴρ ἄφθονα, ἀὴρ εἰς ἀναπνόην, πῦρ εἰς θάλψιν, γῆ πρὸς τροφὴν
ἅτε μητὴρ, καὶ πρὸς ταφήν· καὶ ἐπειδὴ καὶ ταῦτα, εἰ καὶ
στοιχεῖα, πλὴν οὐχ ἁπλότητος ἐπειλημμένα, ὡς δῆλον ἀφ’ ὧν καὶ
ἐξ ἀέρος ἀποθλιβομένου τῷ συγκρουσμῷ τῶν στερεωτέρων ὑλῶν
καὶ ἀποθλίψει πῦρ ἀποπάλλεται· ἤδη δὲ καὶ ἐξ ὕδατος ἐν
σκεύεσιν ὑάλου στεγομένου ἕλκεται πῦρ, ὅταν πρὸς ἥλιον μάλιστα
ἀνίσχοντα ἀντιπρόσωπα γένωνται· ἀλλὰ τούτων μὲν ἀφθονία πολλὴ
τῆς χρήσεως. μόνου δὲ τοῦ ποτίμου οὐ πάρεστιν ἐν πηγαῖς τε 
καὶ κρήναις καὶ φρέασι καὶ ποταμοῖς· καὶ τοῦ ἀερίου ὃ ταῖς
νεφέλαις μετεωριζόμενον εὔκαιρον ἐκ θείου προστάγματος δίδωσιν
ἡμῖν ὑετὸν, ὃ τρέφει πᾶν ζῶον. καὶ ἐπειδὴ οὐκ ἄφθονος τούτου ἡ
παροχὴ, τέτακται τις τῶν θείων Ἀγγέλων οἱα ταμιοῦχος, ὡς
ἀνενδεῶς τε τοῦτο καὶ σύμμετρον τῇ χρείᾳ παρέχη δεομένοις· 
διὸ πολλάκις ταῖς κακίαις ἡμῶν πρὸς ἀξίαν, ἢ ὑπερβλύζον
ἢ * πτόμενον αὐχμοῖς καὶ λιμοῖς ἐπιφέρει τὴν κάκωσιν,
τούτου, φησι, τοῦ Ἀγγέλου τοῦ ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ἤκουσα ὅσα ἡ
ἑξῆς ἀναπτύξει γραφή. 
 Δίκαιος εἶ ὁ ὣν καὶ ὁ ἦν ὁ ὅσιος. 
 Τὸ μὲν, “δίκαιος,” τὸ πρὸς ἀξίαν βραβεύειν δηλοῖ, τὸ δὲ “ὢν,” τὸ
ἀτελεύτητον, τὸ δὲ “ ἠν, ” τὸ ἄναρχον, τὸ δὲ “ὅσιος,” τον u
πάσης προσπαθείας θνητῆς. διὸ καὶ ταῦτα ἔκρινεν, ἴνα οἱ εκχεαντες
αἵματα ἁγίων, αἷμα πίωσιν. ἁγίων δὲ τῶν ὑπὸ τῶν ὑπασπιστῶν
τοῦ Ἀντιχρίστου κεκακωμένων. προφητῶν δὲ, Ἐνὼχ καὶ Ἠλία, 
ἐπεὶ καὶ αὐτοὺς ἀποκτενοῦσι. πῶς δὲ αἷμα πίωσιν; ἐξ ἀναγκαίου
γὰρ οἱ ἐν πολέμοις παρὰ ποταμοὺς ἐστρατοπεδευκότες, μεμολυσμένον
πολλάκις e αἵματι ὕδωρ πίνουσιν f ἐκ τῆς τῶν θνησκόντων
αναιρεσεως. 
 

 
 Καὶ ἤκουσα ἄλλου ἐκ τοῦ θυσιαστηρίου. 
 Σύμφωνον τῷ Ἀγγέλῳ τῷ ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου g.
στηρίου γ. τοῦτον δὲ, ἔστι μὲν νοεῖν καὶ αὐτὸν τὸν Χριστὸν, ὡς
καὶ ἐν αὐτῷ καὶ δι’ αὐτοῦ προσφερομένων τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ, τῶν
λογικῶν ὁλοκαρπώσεων καὶ τῶν ζωσῶν θυσιῶν, ἃ προσφέρειν ἐκ 
τοῦ Ἀποστόλου ἐμάθομεν. ἔνι δὲ νοεῖν καὶ εἰς τὰς ἀγγελικὰς
δυνάμεις ὡς ἀναγωγικὰς τῶν ἡμετέρων προσευχῶν καὶ τῶν πνευματικῶν
ὁλοκαρπωμάτων. εἰρῆσθαι δὲ θυσιαστήριον ἀπὸ τοῦ περιέχοντος
τὸ περιεχόμενον συνεκδοχικῷ τῷ τρόπῳ. ἐκ τούτου τοίνυν
τοῦ λογικοῦ καὶ λειτουργικοῦ θυσιαστηρίου, τὴν φωνήν φησιν 
ἐνεχθῆναι, δικαιοῦσαν τὰ τοῦ Θεοῦ κρίματα πάντα λόγον καὶ νοῦν
ὑπερβαίνοντα. h ἐπεὶ τοίνυν χαίρειν εἰκὸς καὶ ἑορτάζειν τὰς νοερὰς
δυνάμεις, καὶ ἐπὶ τῇ ἀνταμοιβῇ τῶν ἑκάστῳ βεβιωμένων, καὶ ἐπὶ
τῇ σωτηρίῳ ἐπιστροφῇ τῶν διὰ μετανοίας ἀναπαλαισάντων. ἀλλὰ
καὶ ἐπ’ αὐτοῖς τοῖς διὰ τῆς παρούσης κολάσεως μετριωτέραν 
ἕξειν τὴν μέλλουσαν φιλανθρωπίαν Θεοῦ ἀπεκδεχομένοις· οὐ γὰρ
τάξει Κύριος δὶς ἐπὶ τὸ αὐτό· σπουδῇ τὸ ἀπὸ τοῦδε τὴν σωτηρίαν
ἐπεργασώμεθα. 
 i Ἀληθιναὶ καὶ δίκαιαι αἱ κρίσεις σου. 
 “Ἀληθιναὶ, ” οὐ γὰρ ματαιότητι ἐπαγγελιῶν ἐκταράττουσαι ἢ 
ἐνηδύνουσαι ἐπὶ ψιλῶν ἀτελευτῶσι ῥημάτων, ἀλλὰ καὶ ἔργοις
ἀπροσπάθεσι τὸ ἔμπρακτον ἀποφέρονται. “ κρίσεις” οὐ τὸ αὐτοκράτως
ἐπελθὼν εἰς ἔκβασιν ἐπιφέρονται· τῷ λελογισμένῳ δὲ
ἐξακριβούμενα τὸ ἀμεμφὲς ἐγκολπίζονται.

ΚΕΦ. ΜΘ. 
 
 Ὅπως διὰ τῆς τετάρτης, κουματίζονται οἱ ἄνθρωποι. 
 Καὶ ὁ τέταρτος ἐξέχεε τὴν φιάλην αὐτοῦ ἐπὶ τὸν
ἥλιον, καὶ ἐδόθη αὐτῷ καυματίσαι ἐν πυρὶ τοὺς ἀνθρώπους·
 καὶ ἐκαυματίσθησαν οἱ ἄνθρωποι καῦμα μέγα,
καὶ ἐβλασφήμησαν οἱ ἄνθρωποι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ 
 

 
τοῦ ἔχοντος ἐξουσίαν ἐπὶ τὰς πληγὰς ταύτας. καὶ οὐ
μετενόησαν δοῦναι αὐτῷ δόξιν. 
 Ταῦτα ὁποτέρως ἄν τις ἐκλάβοι, ἀλληγορίας λόγοις φημὶ, ἢ
ἐνεργείᾳ πραγμάτων, οὐκ ἔξω τοῦ εἰκότος ἀπενεχθείη. εἴτε γὰρ
ἥλιον τὸν τῆς ἡμέρας οἰηθείη δρόμον, καθ’ ὃν ἑκάστοτε τὰ δυσχερῆ 
καὶ κατάγχοντα τοὺς ἀσελγαίνοντας πρὸς ἐπιστροφὴν καταλήψεται·
καθὸ καὶ εἴρηται “ ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας
“ αὐτῶν ἄγξαι τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρός σε.” ἣ καὶ
ἥλιον αὐχμῷ καὶ συνοχῇ καὶ ἀπορίᾳ τῶν κατὰ πόλεμον χαλεπῶν
τῷ παρ’ αὐτοῦ φλογμῷ δραστικώτερον καυματίσαντα, ὅτι καὶ ὁ 
αὐτὸς μαστίζει ἐπιστροφὴν αὐτοῖς μνώμενος, οὐδὲν διοίσει ἀφ
ἑκατέρα; ἐκδοχῆς πρὸς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ κατάλυμα τῆς ἐννοίας
αὐλίζεσθαι. τῷ γοῦν μηδὲν ἐκ τούτων τῆς ἀξίας τῶν τοιούτων
μαστίγων πρὸς ἐπιστροφὴν ἀπιδεῖν, ἀλλὰ διαφοροῦντας περί τε
τὰς εὐεργεσίας, πέρι τε τὰς πρὸς ἐπιστροφὴν κολάσεις. ἀσεβὴς 
γὰρ ἐμπεσὼν εἰς βάθος κακῶ, καταφωνεῖ, ἐπήνεγκε πρὸς τὸ ἀνεπιστρόφῳ
ἀνομίᾳ ἐπ’ ἀνομίᾳ προστιθέντες, τὸν Θεὸν ἐβλασφήμησαν·
τοῦτο καὶ νῦν ὁρᾷν ἐστι. τοῖς γὰρ περισχοῦσιν ἡμᾶς ἐκ
βαρβαρικῶν ἐφόδων κακοῖς ἀνοηταίνοντες, οὐ μόνον ἀπὸ τῶν πονηρῶν
ἡμῶν ἐπιτηδευμάτων οὐκ ἐκκλίνομεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγαθότητα 
τοῦ Θεοῦ αἰτιώμεθα, ὡς ἡμῖν ταμιευσάσης τὰς τοιαύτας
κακώσεις. 
 Τοῦ ἔχοντος ἐξουσίαν ἐπὶ τὰς πληγὰς ταύτας. 
 “ Ὄνομα” τὴν ὑπόληψιν καλεῖ· “ ὡς θαυμαστὸν τὸ
καὶ πῶς ἐβλασφημήθη τὸ τοιοῦτον; ἐκ παραλογισμοῦ καταφρονήσας 
τῶν ἀσεβῶν· οὐκ ἃν γὰρ ἔμειναν τοῖς πονηροῖς αὐτῶν ἐπιτηδεύμασι,
εἴγε τις ἐνυπῆλθεν αὐτοῖς φόβος κολάσεως ἀνταμοιβῇ τῶν
ἀσελγῶν ἔργων· ἀλλὰ ταχέως τῶν πονηρῶν αὐτῶν * * * ἔργων
ταῖς ἐντολαῖς ταῖς σωτηρίοις ἑαυτοῖς μεταπλαττόμενοι· οὐ γὰρ
φόβος ἐντολῶν τηρη* *. “Ἐξουσίαν, ” τὴν τοῦ Κυρίου καλεῖ παρουσίαν, 
ὃς ἐπὶ τοῦτο τὴν δευτέραν αὐτοῦ παρουσίαν ποιεῖται, πρὸς τὸ
ἀποδοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ποῖα ἔργα; ὧν τὴν ὑποθήκην
αὐτὸς ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ παρουσίᾳ εἰσηγήσατο, καὶ δι
ἑαυτοῦ καὶ διὰ τῶν ἁγίων αὐτοῦ Ἀποστόλων καὶ μαθητῶν.

ΚΕΦ. Ν. 

 Ὅπως διὰ τῆς πέμπτης πληγῆς, ἡ βασιλεία τοῦ θηρίου σκοτίζεται. 
 Καὶ ὁ πέμπτος Ἄγγελος ἐξέχεε τὴν φιάλην αὐτοῦ
ἐπὶ τὸν θρόνον τοῦ θηρίου, καὶ ἐγένετο ἡ βασιλεία αὐτοῦ
 ἐσκοτωμένη, καὶ ἐμασσῶντο τὰς γλώσσας αὐτῶν ἐκ τοῦ 
πόνου, καὶ ἐβλασφήμησαν τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ ἐκ
τῶν πόνων αὐτῶν, καὶ ἐκ τῶν ἑλκῶν αὐτῶν, καὶ οὐ
μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων ἀυτῶν. 
 k “Φιάλην,” τὴν ὀργὴν καλεῖ. εἰώθαμεν γὰρ ἐν τοῖς συμποσίοις
φιάλαις δεξιοῦσθαι ἀλλήλους, τῷ ἐν αὐταῖς l τεθησαυρισμένῳ οἴνῳ 
τὴν εὐωχίαν κρατύνοντες οὑ ἀπεναντίας ἡ παροῦσα m φιάλη ἐκχεθεῖσα n
προξενεῖ, (θυμοῦ γὰρ πλῆρες Θεοῦ τὸ εκχυθὲν ο
ἐπὶ τὴν βασιλείαν τοῦ θηρίου. θρόνον γὰρ τὴν βασιλείαν φησί.
ὡς τὸ τοῦ “ ὁ θρόνος σου ὁ Θεὸς,” ἀντὶ τοῦ ἡ βασιλεία σου
αἰώνιος. θηρίον δὲ τὸν Ἀντίχριστον. ἐσκοτισμένην Ρ δὲ τὴν βασιλείαν 
αὐτοῦ φησιν q, ἣν ἡ τῆς φιάλης ἔκχυσις ἐποίησε, τῇ ὐπερβολῇ
τῆς ὀδύνης. r ἐπεὶ καὶ πέφυκε τοῦτο συμβαίνειν τοῖς ἄγαν
θλιβομένοις, ὡς ἐν σκότῳ δοκεῖν διάγειν· διὸ καὶ ὡς ἔκφρονές τινες
τῶν ἑαυτῶν μελῶν τοῖς ὀδοῦσι σίνεσθαι, βραχιόνων, ἣ δακτύλων, ἣ
καὶ γλωσσῶν ὡς νῦν· γλωσσῶν δὲ νῦν ὡς ὒ * * γουσῶν βλασφημίας. 
αἱ βλασφημίαι δὲ οὐ τὴν ἔκχυσιν αἰτιάσονται. οὐ γὰρ ἵνα
βλασφημῶσιν ἡ ἔκχυσις, ἀλλ’ ἵνα τιμωρηθέντες ἀξίως τῶν ἑαυτῶν
ἀσελγειῶν πρὸς ἐπιστροφὴν ἀποκλίνωσιν. οἱ τοὐναντίον ἐπιμανέστερον
ἐξεβακχεύθησαν, μάλιστα ὅτι τὴν κατὰ τῇ ἀναμφιβόλως
ἔγνω * * * τοῦ ὑπ’ αὐτῶν θεοποιηθέντος Ἀντιχρίστου. ὅτι πρὸς 
ἐπιστροφὴν οὐ πρὸς τιμωρίαν ἡ τῶν μαστίγων αὐτοῖς τῶν τοιούτων
ἐπιφορὰ, τὰ ἑξῆς τοῦ προκειμένου παραστήσει. δύναιο δ᾿ ἃν καὶ
βασιλείαν νοῆσαι, τοὺς ὑπὲρ τὴν βασιλείαν τοῦ Ἀντιχρίστου
τεταγμένους s. 
 

 
 Ἔνθεν δῆλον ὡς πρὸς μετάνοιαν, οὐ πρὸς τιμωρίαν ἡ τῶν ἀλγεινῶν
ἔνεξις.

ΚΕΦ. ΝΑ. 

 Ὅπως διὸ τῆς ἕκτης, ἡ ὁδὸς διὰ τοῦ Εὐφράτου τοῖς ὀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου
βασιλεῦσιν ἀνοίγεται. 
 Καὶ ὁ ἕκτος Ἄγγελος ἐξέχεεν αὐτοῦ τὴν φιάλην ἐπὶ
τὸν ποταμὸν τὸν μέγαν Εὐφράτην, καὶ ἐξηράνθη τὸ
ὕδωρ αὐτοῦ, ἵνα ἑτοιμασθῇ ἡ ὁδὸς τῶν βασιλέων τῶν
 ἀπὸ ἀνατολῆς ἡλίου. καὶ εἶδον ἐκ τοῦ στόματος τοῦ
δράκοντος, καὶ ἐκ τοῦ στόματος τοῦ θηρίου, καὶ ἐκ τοῦ 
στόματος τοῦ ψευδοπροφήτου, πνεύματα ἀκάθαρτα τρία
 ὡς βατράχους. εἰσὶ γὰρ πνεύματα δαιμονίων ποιοῦντα
σημεια. 
 Ὀλιγωθῆναι φησὶ τὸν Εὐφράτην ποταμὸν, πρὸς πάροδον τῶν
βασιλέων τῆς γῆς, εἰς τὸν κατάλληλον u πόλεμον. “ ἐγερθήσεται 
“ γάρ,’’ φησιν ὁ Κύριος ἐν Εὐαγγελίοις x “ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος,
“ σιλεία ἐπὶ βασιλείαν.’’ τούτους δὲ ἐκ τῶν· Σκυθικῶν μερῶν
τοῦ Γὼγ καὶ Μαγώγ εἰκὸς, κατὰ τὸ μικρὸν κατόπιν ἐν ταύτῃ τῇ
Ἀποκαλύψει φερόμενον. οὐκ ἀπογνωστέον δὲ καὶ τὸν Ἀντίχριστον
ἐκ τῶν Ἀνατολικῶν μερῶν τῆς Πέρσιδος ὁρμᾶσθαι, ἔνθα ἡ φυλὴ 
τοῦ Δὰν ἐκ ῥίζης Ἑβραίων, ἅμα καὶ ἑτέροις βασιλεῦσιν ἢ μεγιστᾶσιν·
ἐπεὶ καὶ κατὰ τούτων τὸ βασιλικὸν ἔσθ’ ὅτε τάττεται
ὄνομα, ὡς ἐν τῷ y, “ παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, οὐκ
μέν τοι βασιλέως τοῦ Πιλάτου. περαιοῦσθαι δὲ τὸν Εὐφράτην, ἢ
ψυχικὸν ἢ σωματικὸν ἐπάξοντας θάνατον φησί· ψυχικὸν, διὰ τὸ 
ἐνεργείᾳ δαιμόνων καὶ παραχωρήσει Θεοῦ, μᾶλλον δὲ καὶ αὐτοῦ
τοῦ Θεοῦ εἰς δοκίμιον τῶν ἑαυτοῦ θεραπόντων, οὐχ ὡς ἀγνοοῦντος,
ἀλλ’ εἰς φανέρωσιν τοῖς ἄλλοις a τῶν ἑαυτῷ προσανεχόντων, ἢ μὴ,
ἐξάγοντος τὰ τοιαῦτα συμβαίνειν b. σωματικὸν δὲ τῶν ἐκ γῆς
 

 
ζώντων ἀξίων διαλελοιπέναι, ὡς μὴ καὶ αὐτὴν τοῖς μιαροῖς ἔργοις
αὐτῶν ἐξαχρειοῦν, ἔργον οὖσαν ἀγαθοῦ ποιητοῦ καὶ χωρίον ἀνεπηρέαστον
τοῖς ἐναμίλλως τοῦ πεποιηκότος βιοῦν ἡτοιμασμένοις. 
 Καὶ εἶδον ἐκ τοῦ στόματος τοῦ δράκοντος, καὶ ἑξῆς.
πνεύματα ἀκάθαρτα τρία. 
 c Προσυπακουστέον τὸ, ἐξιόντα, ἵν᾿ ᾖ, εἶδον ἐκ τοῦ
τῶν τριῶν, ἐξιόντα πνεύματα ἀκάθαρτα τρία, ὡς βατράχους. ἐκ
τούτων δείκνυται, τὸν μὲν διάβολον, ὡς δράκοντα ἐν τῷ ἰδίῳ
προσώπῳ δείκνυσθαι, τὸν Ἀντίχριστον δὲ ὡς θηρίον, τὸν ψευδοπροφήτην
δὲ ἕτερον παρὰ τὸν Ἀντίχρίστον. καὶ δράκοντα μὲν τὸν 
διάβολον, d παρόσον τὰ θεῖα λόγια τοῦτον ἀρχὴν ἔφασαν πλάσματος
Κυρίου ἐγκαταπαίζεσθαι ὑπὸ τῶν Ἀγγέλων αὐτοῦ. τί τούτου
δηλοῦν βουλομένου; εἰς τελεωτάτην αἰσχύνην· ὡς μηδὲν τῇ πρωτουργῷ
ὑποστάσει ὠφελημένου, ἀλλὰ τῷ δημιουργῷ ἀγαθοδότως
παρισχημένῳ αὐτῷ πρὸς ἀφομοίωσιν τοῦ πεποιηκότος, φημὶ δὲ τῷ 
αὐθαιρέτῳ, οὐχ ὡς ἐχρῆν, εἰ μὴ κακοσχόλως παραχρησαμένῳ ἀφ
οὗ καὶ δράκων ὠνόμασται· ἅτε σχολίοις τοῖς κινήμασι κεχρῆσθαι
τοῖς καθ’ ὑπόστασιν ἀφορμημένος, ὥσπερ καὶ διάβολος ὡς
διαβεβλημένως χρησάμενος πρὸς τὸν Ἀδὰμ τῷ Θεῷ διὰ τὸ κεχρῆσθαι
σκολίοις τοῖς κινήμασιν. θηρίον δὲ τὸν Ἀντίχριστον. οὐ 
γὰρ ἀνθρωπίνως τὴν ἀνθρωπείαν ὐποδὺς e πρόεισι φύσιν, θηριωδῶς
δέ. τὸν ψευδοπροφήτην δὲ, αὐτὸ τοῦτο ὅπερ ἐστι, ψεύδεα, κατὰ τὸν
ποιητὴν f εἰπεῖν, “ εἰδότα ἐτύμοισιν ὁμοία. τούτων ἑκάστου τῶν στόμάτων,
ἰσάριθμα φησὶν ἀποβλύζεσθαι ἀκάθαρτα πνεύματα βατράχοις
ὅμοια, ἀλλ’ οὐ βατράχους g. πρῶτον, ὡς τῆς τραχείας 
τούτων βοῆς οὐ πρόστινα εἰς Θεὸν ὕμνον οἵας τε οὔσης παραλαμβάνεσθαι,
ἀλλὰ ταραχὰς καὶ θορύβους h προσποριζούσης, ὡς ἔθος i
ἀεὶ τῶν δαιμονίων καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν τῷ βορβορώδει βίῳ καὶ
διύγρῳ καὶ ἰλυώδει ἐμφιλοχωρούντων, ὥσπερ ἀπ’ ἐναντίας τῶν
Θεῷ φίλων τῷ σκλήρῳ k χαιρόντων καὶ τῷ καρτερικῷ τῆς ψυχῆς, 
ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς l καὶ ἐξομολογήσεσι μεγαλύνειν τὸν Θεόν. τῷ
 

 
τριαδικῷ δὲ ἀριθμῷ καὶ οἱ φθορεῖς καὶ τὰ ἀπὸ τῶν στομάτων
αὐτῶν ἐξοχετευόμενα δαιμόνια, ἵνα m τῷ ἀριθμῷ τούτῳ ἀνατῶσι n,
ὡς ο τῇ πανυμνήτῳ ἁγίᾳ τριάδι εὐαρεστεῖσθαι. 
 Ἃ ἐκπορεύεται ἐπὶ τοὺς βασιλεῖς τῆς οἰκουμένης
ὅλης, συναγαγεῖν αὐτοὺς εἰς τὸν πόλεμον τῆς ἡμέρας 
 ἐκείνης τῆς μεγάλης τοῦ Θεοῦ τοῦ παντοκράτορος. ἰδοὺ
ἔρχομαι ὡς κλέπτης. μακάριος ὁ γρηγορῶν, καὶ τηρῶν
τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ἵνα μὴ γυμνὸς περιπατῇ, καὶ βλέπωσι
 τὴν ἀσχημοσύνην αὐτοῦ. καὶ συνήγαγεν αὐτοὺς εἰς τὸν
τόπον τὸν καλούμενον Ἑβραïστὶ Ἐρμαγεδών. 
 Ἐκπορεύεται πρὸς τὸ κατάλληλον Ρ συγκροτῆσαι πόλεμον. τὰ
δὲ διὰ τῶν δαιμόνων, φησὶν, ἐνεργούμενα σημεῖα, τοῦ εἰς οἷστρον
πολεμικὸν ἐμβάλλειν τοὺς βασιλεῖς σκοπὸν ἐμφαίνει τῆς ἡμέρας
ἐκείνης τῆς μεγάλης, ἥτις οὐκ ἄλλη, εἰ μὴ ἡ δευτέρα τοῦ
Κυρίου παρουσία. περὶ ἧς καὶ Ἰωὴλ ὁ προφήτης φησὶ, “ πρὶν 
“ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ.” καὶ πῶς
οὐ μεγάλη r, ἡ τὰ ἑκάστῳ πεπραγμένα ἐκπέμπουσα s εἰς φῶς;
οὐ πρὸς τὴν ἡμέραν δὲ ὁ πόλεμος, (τίς γὰρ πόλεμος ἀνθρώποις
πρὸς ἡλιακοῦ δρόμου ἐπιστασίαν;) ἀλλὰ πρὸς τούτους, τὸν πόλεμον
ποιεῖσθαι οἳ τῆς ἡμέρας ταύτης τῷ φόβῳ διηνεκῶς συγκροτούμενοι, 
τῆς τοῦ Θεοῦ μοίρας γεγόνασιν, ἐξ οὗ καὶ ἱμάτια σωτηρίας t
ἐνεδύσαντο, καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης, ἅτινα οὐκ ἄλλο ἣ αἱ
θεοπρεπεῖς ἀρεταὶ, τῇ ἐκφανεῖ περιλάμψει, τὸν ἐντὸς u κατευφραίνουσαι
ἄνθρωπον. διὸ καὶ τὸ “ φήμη ἀγαθὴ πιαίνει ὀστᾶ,”
οἱονεὶ τῆς κατὰ Θεὸν ζωῆς ἐκστατικὰς δυνάμεις ἀναθάλλειν 
παρέχει εὐφρόσυνον ἀναψύχουσα τὰ ἐπιμόχθοις καμάτοις τοῖς διὰ
Θεὸν ἐκπιεσμένα· ψυχὴν δ’ ὅτι καὶ τὴν ζωὴν ἐσθ’ ὅτε καλοῦμεν,
ἐκεῖνος ἀγνοεῖ, ὃς καὶ τὸ, πάντα ὅσα ἔχει ἄνθρωπος δώσει ὑπὲρ τῆς
ψυχῆς αὐτοῦ. ἀλλ’ ὅτι οὐχὶ τὴν ζωὴν ὑπολαμβ. * *. 
 

 
 x Ἰδοὺ ἔρχομαι ὡς κλέπτης. 
 Κλέπτην ἠνέσχετο ἑαυτὸν ὀνομασθῆναι, διὰ τὸ ἄδηλον καὶ
ἀπροσδόκητον τῆς ἐπελεύσεως τοῦ κρίνειν ἐρχομένου. 
 Μακάριος ὁ γρηγορῶν, καὶ τηρῶν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ. 
 Ἐπέμεινε τῇ τροπῇ τοῦ κλέπτου. διὸ καὶ φυλακὴν καὶ ἐγρήγορσιν 
εἴρηκε γίνεσθαι τῶν ἱματίων, ὅπως μὴ ἀπόλωνται διὰ κενοδοξίας.
ἱμάτια γὰρ τὰς ἀρετὰς καλεῖ, ἵνα μὴ τῇ τούτων ἀποβολῇ,
γυμνοὶ εὑρεθέντες ἣ καὶ ῥυπῶντες, ἀνάξιοι κριθῶμεν τοῦ
θείου γάμου. y ἢ τῆς ἀνθρωπίνης εὐτελοῦς εἰδεχθείας ἀπροσόδους
ἡμᾶς τῶν θείων ἐπ’ * * λέων ποιούσης, ἣ καὶ τοῦ ῥυπῶντος τῆς 
εὐτελοῦς ἡμῶν φύσεως τῆς μετὰ τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν ἰσαγγέλως
βεβιωκότων τῆς λαμπροφορίας πόρων ἡμᾶς ἀπελάσει. 
 Καὶ συνήγαγεν αὐτοὺς εἰς τὸν τόπον. 
 Τὰ πονηρὰ λέγει πνεύματα ἔν τινι τόπῳ συμφορῆσαι τοὺς
τηνικάδε ὑπ’ αὐτῶν ἀπατηθέντας. τόπον γὰρ νῦν, τὸν καιρὸν 
ἀκουστέον. z ὥσπερ καὶ ὅταν λέγῃ, “ οὐ σαλευθήσεται εἰς
“ αἰῶνα ὁ κατοικῶν Ἱερουσαλήμ.” τὸν γὰρ οὕτω
ὡς κατὰ τὸν πάντα τῆς ἐπικαίρου ζωῆς χρόνον τῶν περιγείων
ἁπάντων ἀνῳκισμένον, ὡς ἄλλην Ἱερουσαλὴμ κατοικεῖν τὸν κατ’
ἐκεῖνο χρόνου καιρόν· ιν ὥσπερ ἡ Ἱερουσαλὴν ὄρεσι περιστοιχιζεται 
κύκλῳ, οὕτω καὶ αὐτὸς ὑψηλοῖς καὶ οὐρανοβάμοσιν ἐννοίαις
περικροτούμενος, ἀδιαλείπτως τὰ ἄνω φρονεῖ· “ οὗ,” κατὰ
εἰπεῖν, “ ὁ Χριστός ἐστιν. τῷ καιρῷ τοίνυν τούτῳ οἱ ὑπὸ
πνευμάτων ἀπατηθέντες καταλαμβανόμενοι, τεύξονται διακοπῆς.
τοῦτο γὰρ ’ν ἡ Ἑβραικὴ λέξις εἰς τὴν Ἑλλάδα b διαπορθμευομένη 
νοεῖν παρέχει. καὶ τίς ἡ διακοπή; ἡ τοῦ θείου
διαίρεσις χαρίσματος, ὅπερ ἀνθρώπῳ παντὶ παρὰ πᾶσαν τὴν
παροῦσαν ζωὴν ἀναποβλήτως συμπαρεδρεῦον, ἐπίρρωσιν παρέχει
ταῖς πρὸς τὰ κρείττω ἡμῶν ἀπονεύσεσιν. ἐπειδὰν δὲ ἡ ἀπὸ ὦ
ἐνθένδε μετάβασις ἐπὶ τὰ ὄντως ἀληθῆ καὶ αἰώνια καὶ ἄμοχθα c 
 

 
ἐπιστῇ κατὰ τὸν τοῦ θανάτου καιρὸν, ἐν οἷς ἀργὸν τὸ θεῖον χαρίσμα
τῶν δι’ ἃ δέδοται εὑρεθῇ, διαιρεῖται τὸ ἀπὸ τοῦδε ἀφ’ οὗ
λαβεῖν ἀξιωθέντος, νωθεία ἐργασίας τὴν ἀφαίρεσιν προεξένησεν,
καὶ κατὰ τὴν εὐαγγελικὴν ἀποτομίαν, τὸ μέρος τοῦ καταδίκου
μετὰ τῶν ὑποκριτῶν, ᾔτουν μετὰ τῶν οὐδὲν ὃ βλέπονται χρηματιζόντων, 
τίθεται. d ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ἐν ὄψει τὸ εἶναι οὐκ ἀλήθειαν
εὐμοίρησεν, διόπερ ὡς ἀφαιρεθεὶς τοῦ συναντιλήπτορος ἀργὴν τὴν
καθ’ ᾅδου ζωὴν δυστυχεῖ· ἐξ οὗ καὶ Δαβίδ φησι, “ οὐκ ἔστιν
“ τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου. ἐν δὲ τῷ ᾅδῃ τις
“ σοι ;” οὐ μνημονεύων οὗ μηδὲ ζῶν ἔσχε φροντίδα· πῶς δαὶ ὁ * 
αὐτὸς καὶ ἐξομολογήσεται οὗτος; μὴ μικροῦ, μὴ μεγάλου ἀξιωμένος
ἀγαθοῦ, οἷς ἡ δόσις οἶδεν ἐπιβραβεύεσθαι φιλοτίμως. 
 Ἐξομολόγησις αἴνου διαφέρει, καθὸ ὁ μὲν αἶνος δόξαν εὐχάριστον
ἐμφαίνει Θεοῦ, τοῦ ἀπὸ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγόντος
ἡμᾶς, καὶ πᾶσαν τὴν νοητὴν κτίσιν καὶ αἰσθητήν. ἐξομολόγησις 
δὲ χαριστηρίους φωνὰς ἀνθ’ ὧν δυσχερῶν ἐρρύσθη. ἐν οἷς
οὖν ἐν τῷ ἅδῃ μετὰ τὴν ἀποβίωσιν οὐκ ἔστιν ἐργασίας καιρὸς,
εἰκότως ἀργὸς πάσα η πέρι τὰ τοιαύτα πραγματεία.

ΚΕΦ. ΝΒ. 

 Ὅπως διὰ τῆς ἑβδόμης, χάλαζα καὶ σεισμὸς κατὰ τῶν ἀνθρώπων γίνεται. 
 Καὶ ὁ ἕβδομος Ἄγγελος ἐξέχεε τὴν φιάλην αὐτοῦ
ἐπὶ τὸν ἀέρα. καὶ ἐξῆλθε φωνὴ μεγάλη ἀπὸ τοῦ ναοῦ
 τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ θρόνου λέγουσα, γέγονε. καὶ ἐγένοντο
ἀστραπαὶ καὶ βρονταὶ καὶ φωναὶ καὶ σεισμὸς
μέγας, οἷος οὐκ ἐγένετο ἀφ’ οὗ οἱ ἄνθρωποι ἐγένοντο ἐπὶ 
 τῆς γῆς, τηλικοῦτος σεισμὸς οὕτω μέγας. καὶ ἐγένετο ἡ
πόλις ἡ μεγάλη εἰς τρία μέρη, καὶ αἱ πόλεις τῶν ἐθνῶν
ἔπεσον. 
 Ἐπὶ τὸν ἀέρα οὗτος ἐξέχεεν, ὡς πάσης λοιμώδους διαφθορᾶς
ἐκ τοῦ ἀέρος ὑφισταμένης, καὶ ἐν τούτῳ e ἀστραπῶν σελαγιζομένων 
 

 
καὶ βροντῶν ἀπηχουμένων. ἀπὸ τοῦ οὐρανίου f δὲ ναοῦ ἡ φωνὴ
γέγονε g οὗ ἀντίτυπος ὁ ὑπὸ Μωüσέως ἐν τῷ Σινᾶ ὄρει προστασσόμενος,
καθ’ ὃ ὄρος καὶ τότε ἀστραπαὶ καὶ βρονταὶ καὶ φωνὴ
σάλπιγγος ἠχούσης. 
 “ Μεγάλη·” ὅτι μηδὲ τῷ τυχόντι πραγματεύεται ταῦτα, ἀλλ’ 
εἰς ὁλόκληρον ἔθνος καὶ ἀπαραιτήτοις προστάγμασι· τοῦτο οὖν
καὶ νῦν ἡ μεγάλη φωνὴ διατυποῦν βούλεται, ἡ ἀπὸ τοῦ οὐρανίου
νάου, τουτέστιν, ἀπὸ τῶν θειοτέρως μυσταγωγουμένων, ὧν οὐκ
ἄλλος κατάρχει, ἢ μόνος ὁ ὑπερουσίως ἁπάντων ὑπερκείμενος
γενετάρχης Θεός. τοῦτο γὰρ ὁ θρόνος βούλεται παριστᾷν. καὶ τι 
φησιν ἡ φωνή; “ γέτγονεν·” ἐξ αὐτῆς γὰρ προστάξεως τὰ
συντέλειαν κατευμεγεθεῖ. 
 Καὶ ἐγένοντο ἀστραπαὶ καὶ βρονταὶ καὶ φωναὶ καὶ
σεισμὸς. 
 Ἀστραπαὶ καὶ βρονταὶ, ἀπ’ οὐρανοῦ. φωναὶ δὲ τῶν ἐπὶ γῆς 
ἀπὸ τοῦ δέους τῶν καταπληκτικῶν h γινομένων. σεισμὸς δὲ, κλόνος
τῆς γῆς, ἐπεὶ καὶ τοῦτο ἐν τοῖς σημείοις τοῦ τέλους περιέχεται.
ἢ σεισμὸν λέγει, τὴν μεταποίησιν καὶ μεταβολὴν τῶν φθαρτῶν
ἐπὶ τὸ ἄφθαρτον, ὃ ἔσται ἀπὸ τῆς δευτέρας Χριστοῦ παρουσίας.
τὸ δὲ, οἷος οὐ γέγονεν. οὐδέπω γὰρ τοιαύτη μεταλλαγὴ γέγονε 
φθαρτοῦ κόσμου ἐπὶ τὸ ἄφθαρτον καὶ διαιωνίζον. τούτου δὲ
σεισμοῦ καὶ Ἀγγαῖος μέμνηται ὁ προφήτης, δι’ ὧν φησι, “ ἔτι ἅπαξ
“ σείσω οὐ μόνον τὸν οὐρανὸν ἀλλὰ καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν
“ καὶ τὴν ξηρὰν, καὶ συσσείσω πάντα τὰ ἔθνη.” διὸ καὶ
καὶ αὕτη ἡ Ἀποκάλυψις, ὅτι τοιοῦτος σεισμὸς μέγας 
οὐκ ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς μέγας καὶ τηλικοῦτος, οὐκ ἐπὶ τοῦ κατακλυσμοῦ,
οὐκ ἐπὶ τῆς Μωüσέως νομοθεσίας, οὐκ ἐπὶ τῆς Χριστοῦ
παρουσίας. ἐθῶν γὰρ μόνον ἐναλλαγὴ ἐπὶ τούτων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ
οὐσιῶν καὶ ὑποστάσεων ἄμειψις ἀπὸ τοῦ φθαρτοῦ καὶ προσκαίρου
ἐπὶ τὸ ἄφθαρτον καὶ διαιωίζον. 
 Καὶ ἐγένετο ἡ πόλις ἡ μεγάλη. 
 Περὶ τῆς Ἱερουσαλὴμ εἰρῆσθαι τινὲς ἐξεδέξαντο ταῦτα, οὐχ
 

 
οὕτω πλήθει ἀνθρώπων καὶ κτισμάτων μεγαλοπρεπῶν τῷ μεγαλείῳ
αὐχούσῃ, ὡς k τοῖς Χριστοῦ πάθεσι καὶ τῇ κατὰ Χριστὸν ἐπιδημίᾶ,
καὶ τῇ περὶ αὐτὴν τῶν θεοπρεπῶν αὐτοῦ ἔργων πραγματείᾳ.
δι’ ἃ καὶ ἀντιδιαστέλλεται τῶν λοιπῶν πόλεων, ἃς καὶ ἐθνικὰς τῆ
γραφῇ ἔθος l καλεῖν. τοῦ γὰρ Ἰσραὴλ χωρὶς, τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους 
ἔθνη εἴνθε m προσαγορεύειν. ταύτης δὲ ἡ εἰς τρία μέρη διαίρεσις
τὸ τῶν ἐν αὐτῇ κατοικούντων σημαίνειν διάφορον βούλεται,
Χριστιανῶν, Ἰουδαίων, Σαμαρειτῶν. ἢ Χριστιανῶν βεβαιοπίστων
καὶ τῶν κατεσχηματισμένων φόβῳ τῶν εὐσεβῶν βασιλέων τὴν
Χριστιανῶν κλῆσιν ἐπισπωμένων· καὶ Ἰουδαίων τῶν μηδόλως τὴν 
Χριστώνυμον κλῆσιν ἀνασχομένων, ἀλλ’ αὐθαιρέτῳ ὁρμῇ τῇ οἰκείᾳ
πλάνῃ παρρησιαζομένων· οὓς ὁποῖος ἕκαστος καὶ τῶν ἀληθῶν καὶ
τῶν παρεσχηματισμένων ἤλεγξε μὲν καὶ ἡ κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς
χρόνους Χριστιανοῖς ἐπομβρηθεῖσα ἐπήρεια. ἐλέγξει δὲ τηλαυγέστερον
ὁ κατὰ τὸν τοῦ Ἀντιχρίστου τῆς παρουσίας χρόνος, 
πολὺν χειμῶνα κατὰ Χριστιανῶν ἀναριπίζων. οὐκ ἄκαιρον δὲ καὶ
πόλιν μεγάλην τὸν παρόντα κόσμον ὑπολαμβάνειν εἰς τρία μέρη
ἀφοριζόμενον· ὃν ἀπὸ τῆς Χριστοῦ παρουσίας εἰς τὸν τῆς Ἑλληνικῆς
ἐπικρατείας καιρὸν εἰς τὴν τῆς ὑπὸ Χριστιανῶν βασιλέων
ἐξουσίας, καὶ εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ Ἀντιχρίστου ἐπιδημίας. πόλεις δὲ 
τῶν ἐθνῶν αἱ πίπτουσαι, ἤτοι αἱ διάφοροι περὶ τὴν εὐσεβῆ πίστιν
ὑπολήψεις τῇ διαφωνίᾳ τὸ εὔπτωτον κληρούμεναι. ἣ καὶ αὐταὶ αἱ
πόλεις· τῆς γὰρ γῆς μεταποιουμένης κατὰ τὸν ἀνακαινισμὸν, πῶς
οἷον τε τὰς ἐν αὐτῇ πόλεις ἑστάναι μεμολυσμένας τῇ τῶν ἁμαρ-
τωλῶν οἰκήσει; 
 Καὶ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη ἐμνήσθη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ,
δοῦναι αὐτῇ τὸ ποτήριον τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς ὀργῆς
 αὐτοῦ· καὶ πᾶσα νῆσος ἔφυγε, καὶ ὄρη οὐχ εὑρέθησαν.
 καὶ χάλαζα μεγάλη ὡς ταλαντιαία καταβαίνει ἐκ τοῦ
οὐρανοῦ ἐπὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ ἐβλασφήμησαν οἱ 
ἄνθρωποι τὸν Θεὸν ἐκ τῆς πληγῆς τῆς χαλάζης, ὅτι
μεγάλη ἐστὶν ἡ πληγὴ αὐτῆς σφόδρα. 
 Τί διάφορος αὕτη καὶ ἑτέρα τῆς ἔναγχος εἰρημένης, δῆλον ἄπο
 

 
τε τοῦ ὡς ἐπεισόδιον παραβυσθῆναι τῷ λόγῳ. ἢ γὰρ ἃν ὡς ἐχομένως
τῷ λόγῳ οὕτως προήχθη, καὶ ἡ αὐτὴ Βαβυλών· ἀλλ’
οὕτως. ὡς δὲ περὶ ἑτέρας καὶ ἐπιλελησμένης τῷ “ ἐμνήσθη” ἐχρήσατο·
τῆς γὰρ μνήμης χρεία τῆς ὑπὸ γλῶσσαν ἐπικειμένης καὶ
τῇ ἀπηχήσει ἐνστρεφομένης. Οὐκ ἀεὶ μνήμην ἐπ’ ἀγαθοῖς, ὡς 
ἐπὶ τοῦ “ ἐμνήσθη εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ” ἀλλὰ
κακοῖς· ὡς ἐπὶ τοῦ “ μνήσθητι, Κύριε, τῶν υἱῶν
καὶ ἡ νῦν σημαινόμενον εἴληπται ἡ μνήμη. 
 Βαβυλῶνα, αὐτὴν n Ῥώμην λέγει τὴν παλαιὰν διὰ τὸ ἐν αὐτῇ
κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς χρόνους πολλοὺς τῶν ἁγίων μαρτύρων 
παθεῖν τὰ ἀνήκεστα, οὐ τὸν ἅπαντα κόσμον, κᾂν ἔχῃ τινὰ ἀποδοχὴν
οὗτος ὁ λόγος. εἰρῆσθαι γὰρ αὐτὸν Βαβυλῶνα καὶ μεγάλην
ἅτε ἐκ τῶν τοῦ βίου ο περισπασμῶν εἰκαίων τὸ μεγαλεῖον ἐσχηκότα.
εἰ γὰρ ὁ κόσμος διὰ τῆς Βαβυλῶνος ὑπεσημάνθη, τίς ἡ
διαστολὴ τῶν νήσων ἀπὸ τοῦ κόσμου, μέρος οὐσῶν τοῦ κόσμου καὶ 
αὐτῶν; λείπεται οὖν ἑτέραν Ρ ὑπονοεῖν Βαβυλῶνα εἰκότι λόγῳ.
καὶ τίς αὕτη; οὐκ ἄλλη, ἢ ἡ Κωνσταντίνου, ἐν ᾗ πάλαι μὲν δικαιοσύνη
ἐκοσμήθη q, νῦν δὲ ἐν αὐτῇ r φονευταὶ, ἐκ παραλλήλου
ἁμίλλης, τῶν πολιτικῶν τὸ ἲς ἐκκλησιαστικοῖς ἐξισωθῆναι σπευδόντων s,
μᾶλλον δὲ οὐκ ἰσωθῆναι, εἰ μήτις ἐξ αὐτῶν ἄρῃ τὸ ἀριστεῖον 
εἰς μείζονα t θείου θυμοῦ ἄναψιν. διὸ καὶ ἡ ἀπαθὴς φύσις παθαίνεσθαι
ὑπωπτεύθη, ὡς καὶ τὸ ποτήριον τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς
ὀργῆς τῇ Βαβυλῶνι δοθῆναι. τίνες δὲ καὶ αἱ νῆσοι, τοῦ θείου τῶν
λόγων ἀκούειν ἐστὶ, τὰς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἐκκλησίας ἄρτι καθισταμένας
καὶ τῆς ἁλμυρᾶς ἀπιστίας ἀνακυπτούσας πῆξιν, Φάσκοντος, 
λαμβανούσας. καὶ τίς ἡ φυγή; οὐκ ἄλλη εἰ μὴ ἡ διὰ τὸ
πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν καὶ ψυγῆναι τὴν ἀγάπην γενομένη. ἥτις
ἀγάπη διὰ Θεὸν συνδήσασα τοὺς πιστοὺς, καὶ τῆς τῶν ἀπίστων
ἀφελκύσασα συναυλίας, τῆς ἀγάπης ἐπινήχεσθαι παρέσχε θαλάσσῃ.
ἧς ἐκλελοιπυίας, ἀνάγκη καὶ τὰς νήσους τοῦ εἶναι νήσους 
ἀποδιδράσκειν, ὑπὸ τῆς ἁλμυρᾶς ἀπιστίας τὸ ὑποβρύχιοι γενέσθαι
δυστυχήσασαι. αἷς καὶ τὰ ὄρη τῶν ἐν αὐταῖς ἀπὸ τῶν περιγείων
 

 
μετεωρισθέντα φρονημάτων u ἀνθρωπίνων συνηφανίσθησαν τῇ τῶν
συνοίκων παραζηλώσει, τῶν τὸ χαμερπὲς δυστυχούντων, καὶ τὸ
ὑψηλὸν καὶ οὐράνιον φρόνημα ἀπολωλεκότων. 
 Καὶ χάλαζα μεγάλη καταβαίνει ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. 
 Τὴν χάλαζαν οὐρανόθεν κατερράχθαί x φησιν ὡς θεήλατον ὀργήν. 
τὸ δὲ ταλαντιαῖον, τὸ τέλειον, διὰ τὴν ἐν ταῖς ἁμαρτίαις
ἀκρότητα, ᾗ y ἐνάμιλλον καὶ ἡ τιμωρία πρὸς ἐπιστροφὴν ἐκκαλουμένη.
z Οἱ δὲ σκληροκαρδιώτεροι καὶ τοῦ φ * * ὼ ἀπηλέγχθησαν·
* περ ἐκεῖνος ποσῶς πληγαῖς μαλασσό[μενος] τὴν οἰκείαν
ὠμο[λό]γει ἀσθένειαν καὶ ἀ[σέ]βειαν· οἱ δὲ καὶ ἐν τῷ μασι]ιγοῦσθαι 
ἐβλασ[φήμη]σαν. Τὰ χρονικὰ δὲ κἀνταῦθα διασημαινόμενα
ἐκ παρωχημένου διαστήματος ἐπὶ ἐνεστῶτα μετεγγιζόμενα.
ἀπὸ γὰρ τοῦ οὐχ εὑρέθησαν ἐπὶ τὸ καταβαίνει ἀπέκλινεν· ἐκεῖνο
βουλομένου παριστᾶν, ὡς τούτου συμβαίνοντος, ἀνάγκη τοῦτο
ἐπακολουθῆσαι· οἱ δὲ καὶ τῇ φοβερᾷ ταύτῃ καὶ πρὸς ἐπιστροφὴν 
κακώσει ἀναντιρρήτως βλασφημήσουσι. τοῦτο γὰρ ἡ τοῦ παρωχημένου
ἔννοια παριστᾷ· τὸ πάντως ἐσόμενον ὡς γεγενημένον προ-
φέρουσα.

ΚΕΦ. ΝΓ. 

 Περὶ τοῦ ἑνὸς τῶν ἑπτὰ Ἀγγέλων δεικνύντος τῷ εὐαγγελιστῇ τὴν τῆς πόρνης 
πόλεως καθαίρεσιν καὶ περὶ τῶν ἑπτὰ κεφαλῶν, καὶ τῶν δέκα
κεράτων. 
 Καὶ ἦλθεν εἷς ἐκ τῶν ἑπτὰ Ἀγγέλων τῶν ἐχόντων τὰς
ἑπτὰ φιάλας, καὶ ἐλάλησε μετ’ ἐμοῦ λέγων, δεῦρο δείξω
σοι τὸ κρίμα τῆς πόρνης τῆς μεγάλης, τῆς καθημένης 
 ἐπὶ τῶν ὑδάτων πολλῶν, μέσ’ ἧς ἐπόρνευσαν οἱ βασιλεῖς
τῆς γῆς, καὶ ἐμεθύσθησαν οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν
 ἐκ τοῦ οἴνου τῆς πορνείας αὐτῆς. καὶ ἀπήνεγκέ με εἰς
ἔρημον ἐν πνεύματι· καὶ εἶδον γυναῖκα καθημένην ἐπὶ
θηρίον κόκκινον, γέμον ὀνομάτων βλασφημίας, ἔχον κεφαλὰς 
ἑπτὰ, καὶ κέρατα δέκα. 
 

 
 Ἐπειδὴ ἐδεῖτο τῶν οἱ * * μένων αὐτῷ σύνεσιν, εὑρίσκει οὐκ
ἄλλον ἢ τῶν ὑπουργούντων ἕνα τοῖς φρικτοῖς θεάμασιν, φησὶν
αὐτῷ, “ δεῦρο δείξω σοι·” τὸ δεῦρο τῆς Ἑλληνικῆς τεχνολογίας
τῆς χρονικῆς ἡμᾶς ἐξακριβούσης τῶν κατὰ παρακέλευσιν εἰσαγομένων
ὑπάρχειν μόριον· ἐνταῦθα κλήσεως εἴληπται χρείαν επέχειν· 
ἐπείτοι, ὡς ἔφθημεν εἰρηκότες, ἐπ’ ἐλάχιστον μέλον τῆς τοιαύτης
ἀκριβείας τοῖς τὸ πᾶν σπούδασμα τῆς ψυχικῆς σωτηρίας
ποιουμένοις· καθὸ καὶ νῦν ἡ τοῦ λόγου πρόεισι δ[ιήγη]σις. 
 Κρίμα τὴν διαγωγὴν, τὴν διεξαγωγὴν καὶ τὴν διοίκησιν καλεῖ.
πόρνην δὲ οὐχ οὕτω τὴν παλαιὰν Ῥώμην ἐπιτευκτικῶς χρὴ 
ἀκούειν, ὡς τὸν παρόντα κόσμον, ὃς καὶ αἵμασιν ἀμυθήτοις καὶ
βασιλεῦσι πλείοσι Ῥώμης ἐνευθηνεῖται, ὡς ἐξ ἀρχῆς κεκρικόσι a
πορνικῶς διακεῖσθαι, πορνείας οὐ τῆς αἰσχρᾶς συμπλοκῆς τῶν
σωμάτων μόνης νοουμένης, ἀλλὰ καὶ πάσης ἀπὸ Θεοῦ b ἐκκλίσεως.
καθὰ καὶ εἴρηται τὸ “ ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα 
“ ἀπὸ σοῦ, ” καὶ τὸ “ ἐπόρνευσαν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν
δὲ ἐξ ἀρχῆς οὗτος ὁ κόσμος πρόεισι, τίς ἀμφιβάλλει, ἐξ οὗ καὶ
μεγάλη πόρνη ὡς ἐπὶ μεγάλοις ἀτοπήμασιν ἐνστρεφομένη εἴρηται·
καὶ ἐπὶ τῶν ὑδάτων καθημένη, καὶ τοῦτο καὶ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ
πράγματος ὁρᾶται· διὸ καὶ τὸ ψαλμικόν φησι λόγιον, “ αὐτὸς ἐπὶ
“ θαλασσῶν ἐθεμελίωσεν αὐτὴν, καὶ ἐπὶ ποταμῶν ἡτοίμασεν
τοῦ “ ἡτοίμασεν’’ ἀντὶ τοῦ ἕδρασεν νοουμένου· ἐπεὶ γὰρ τῇ
οὐσίᾳ οὐχ οἷόν τε καθ’ ἑαυτὴν διαμένειν, μήτινος αὐτὴν κάτωθεν
ὑπολαμβάνοντος καὶ ἀνέχοντος· τοῦτο παραστῆσαι βουλόμενος ὁ
λόγος ἐπὶ θαλασσῶν φησι τεθεμελιῶσθαι τὴν γῆν· περὶ ἣν τὸ 
ἐνδιαίτημα τῷ φθαρτῷ τούτῳ βίῳ· ἅτε γὰρ θησαυρὸς οὖσα τῆς
ὑγρᾶς οὐσίας, καὶ πᾶσαν τὴν ὑποστάθμην αὐτῆς ὑποδεχομένη, καὶ
ἐξαυτῆς δίδωσιν ἔχειν τὸ εἶναι. τούτου δὲ ἔχοντος οὕτως, εἰκότως
ἐπ’ αὐτὴν ἡδρᾶσθαι τὸ λόγιον φησι καὶ τεθεμελιῶσθαι, ὡς τοῦ
θεμελίου τὸ εἶναι παρέχοντος, ὅπερ ἀπὸ τῶν ὑδάτων αὐτὴ χορηγεῖται, 
αν * κτίσις τις τοῦ θησαυρίσματος τὸ ἀπὸ τῆς ὑποστάθμης
τῆς ὑγρᾶς οὐσίας τρόπον τινὰ τὸ εἶναι λαμβανούσης.
καὶ ὅτι τοῦτο οὕτως, ἀκούειν ἐστὶ καὶ Μωüσέως ἐν τῇ κοσμοποιΐᾳ
 

 
εἰσάγοντος τὸν Θεὸν λέγοντα, “ συναχθήτω τὸ ὕδωρ εἰς συναγω-
“ γὴν μίαν, καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά.” οἱονεὶ γὰρ διηθήσεως τοῦ παχυτέρου
τῶν ὑδάτων γενομένης καὶ πρὸς μίαν ὑπόστασιν χωρησάσης,
αὐτῶν τε τῶν ὑδάτων γίνεται θησαυρὸς ἡ ξηρά· καὶ ὅτι ἐκ τῆς
τούτων ὑποστάθμης τὸ εἶναι αὐτ. * * * * * * * καὶ κατὰ 
μὲν τὸν φυσικὸν λόγον οὕτως τὸ ἐπὶ ὑδάτων καθῆσθαι τὴν πόρνην·
κατὰ δὲ τὸν θεωρητικόν τε καὶ τροπικὸν, ὃν καὶ μᾶλλον παραδεκτέον
ἐνταῦθα· ὕδατα τὴν ὑγρὰν ἀκουστέον καὶ οὐδὲν σταθερὸν ἔχουσαν
βιοτῆς, ἀλλὰ ταῖς ἀκαθάρτοις παλιρροίας διηνεκῶς δονουμένην, ὧν
ὁ παρὼν βίος μεστός. 
 Ἕτεροι δέ τινες τῶν τὴν προσκειμένην Ἀποκάλυψιν ἐπισκεψαμένων d,
πόρνην τὴν παλαιὰν ὑπειλήφασιν Ῥώμην, ἢ τὴν
καθ’ ὅλου βασιλεία, μέχρι τῆς δευτέρας παρατείνουσαν τοῦ
κυρίον παρουσίας. ὕδατα δὲ τὰ ἔθνη, ὦν ἄρχει τε καὶ ἄρξει,
ἐπ’ αὐτῶν τοῦ ἱδρύσθαι τὸ κράτος ἔχουσα. ἀλλ’ εἰ καὶ διά τε 
τὸ παλαιὸν αὐτῆς κράτος ἀποβαλεῖν δυσχερὲς τοῦτο ὑπονοεῖν·
οὐδὲν ἐμποδῶν ἐκ τούτου πολλῶν καὶ ἄλλων πόλεων εἰς τὸ ἀρχαῖον
ἀξίωμα ἀναστρεψασῶν. ὅτι δὲ τὰ ὕδατα εἰς ἔθνη ἡ θεῖα γραφὴ
οἰδεν ὑποβάλλειν e, ἄκουσον τοῦ θεοπάτορος, τὸ, “ ἀπὸ φωνῶν
“ ὑδάτων πολλῶν,” εἰς ἔθνος f ἐκλαμβάνοντος. ἐπεὶ γὰρ βασιλεῦσαι 
τὸν Κύριον φάσκει εὐπρέπειαν ἐνδεδυμένον· ὅτι μηδὲ τῷ
περιόντι τῆς ἐξουσίας τυραννικῶς οἶδεν χρῆσθαι, ἀλλὰ βασιλικῶς
ἐπ’ εὐεργεσίᾳ, διὸ καὶ περιεζῶσθαί φησιν αὐτὸν, τουτέστι τὸ
στεκτὸν τῆς δυνάμεως αὐτοῦ καθόσον οἷόν τε φέρειν θνητὴν νόησιν
περιστείλαντα. ἀφ’ οὗ καὶ στερεωθῆναι τὴν οἰκουμένην περιγέγονε· 
“ τίς γὰρ ἱκανὸς τὸ κράτος ὑποδῦναι τῆς ὀργῆς αὐτοῦ;” Ἡ
τοῦ Κυρίου βασιλεία τοιαύτη. τί δὲ ἡ τῶν “ πολλῶν;” ὑπερεπηρμένων·
διό φησιν, “ ἐπῆραν ποταμοὶ φωνὰς, ποταμοὺς
κατάρξαντας φάσκων, ὥσπερ Ἡσαΐας τὸν Ἀσσύριον ποταμὸν ὀνομάζει,
ὁπηνίκα τὸν ποταμὸν λέγει τὸν μέγαν ἀνάγειν κατὰ τῆς 
Ἰερουσαλήμ. φωνὰς δὲ τὰς ὑπερηφάνους αὐτῶν καυχήσεις *
τρίψεις δὲ τὰς συμ * * ρὰς τὰς λεηλασίας ἐπενέγκαιεν ἡ μεθ’
ὑπερηφανίας τῶν πολλῶν ὑδάτων ἤτοι ἐθνῶν ἐπιδρομή. 
 

 
 Μεθ’ ἧς ἐπόρνευσαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς. 
 Οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς οὗτοί εἰσιν οἱ γηίνοις φρονήμασι πρὸς τὸ
συρφετὸν τοῦ παρόντος βίου κατακυλισθέντες. οἱ δ’ αὐτοὶ καὶ
ἐμεθύσθησαν, τῷ μὴ ἐκ μικρᾶς καὶ τῆς τυχούσης χρήσεως, ἀλλ’
ἐκ πολλοῦ τοῦ περιόντος h, ἐμφορηθῆναι τῆς ἀσεβείας. τὸ μὲν ἀπ’ 
αὐτῆς κατασπευσάσης, τὸ δὲ καὶ αὐτοὶ τῆ τοῦ βίου ἡδυπαθείᾳ
ἐκτραχηλισθέντες. 
 Καὶ ἀπήνεγκέ με εἰς ἔρημον ἐν πνεύματι. 
 Τὴν ἐσομένην ἐν τοῖς πνευματικοῖς ἐρήμωσιν ἡ θεωρία
ἣν ὡς γυναῖκα i ἰδεῖν φησι διατεθηλυμένην καὶ ὡς πόρνην καὶ 
ἄνανδρον, μηδὲν ἔχουσαν σωφροσύνης γνώρισμα, ἀλλ’ ἔρημον παντὸς
ἀγαθοῦ. τὸ δὲ ἐν πνεύματι ἀπενεχθῆναι, τί ἃν ἄλλο σημαίνοιεν,
ἣ τὸ μὴ πραγματικῶς κατ’ ἐνέργειαν ταῦτα ὁρᾷν, ἀλλὰ
θεωρητικῶς ἠξιῶσθαι; ἀφ’ οὗ καὶ ἄλλης γυναικὸς ἴνδαλμα χρηματισθῆναι
ἐπὶ θηρίον κόκκινον καθημένην, γυναῖκα τὸν καιρὸν καθ’ 
ὃν ταῦτα διεξάγεται παριστῶν, καθ’ ὃν τῷ διαβόλῳ τῷ φονίῳ καὶ
αἱμοχαρεῖ, (τοῦτο γὰρ τὸ κόκκινον χρῶμα
διὰ πονηρῶν πράξεων ἐνεργούμενος k ἐπαναπαύεται, τῆς καθέδρας
τοῦτο νοεῖν ὑποβαλλομένης. δι’ ὧν ἐνεργῶν ἀποστάτης ἐν ταῖς κατὰ
Θεοῦ βλασφημίαις τὸ κράτος ἀποφέρεται. ὀνόματα δὲ βλασφημίας, 
τὸ τῷ Θεῷ πρέπον σέβας, τῷ διαβόλῳ ἀνατιθέναι l παριστᾷ.
οὑς διάβολος διὰ τῶν υἱῶν τῆς ἀπειθείας ἑαυτῷ προσπορίζει. 
 Καὶ ἡ γυνὴ ἦν περιβεβλημένη προφυρᾶν καὶ κόκκινον,
κεχρυσωμένη χρυσίῳ καὶ λίθῳ τιμίῳ καὶ μαργαρίταις,
ἔχουσα ποτήριον χρυσοῦν ἐν τῇ χειρὶ αὐτῆς γέμον 
βδελυγμάτων, καὶ τῶν ἀκαθάρτων τῆς πορνείας τῆς γῆς·
 καὶ ἐπὶ τὸ μέτωπον αὐτῆς ὄνομα γεγραμμένον, Μυστήριον,
Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, ἡ μήτηρ τῶν πορνειῶν καὶ
 τῶν βδελυγμάτων τῆς γῆς. καὶ εἶδον τὴν γυναῖκα
μεθύουσαν τοῦ αἵματος τῶν ἁγίων, καὶ ἐκ τοῦ αἵματος 
 

 
τῶν μαρτύρων Ἰησοῦ. καὶ ἐθαύμασα ἰδὼν αὐτὴν θαῦμα
 μέγα. καὶ εἶπέ μοι ὁ Ἄγγελος, διὰ τί ἐθαύμασας; 
 Πορφύραν, διὰ τὸ κατ’ ἐξουσίαν ὡς ὑπὸ βασιλίδι πάντα τολμᾶσθαι.
κόκκινον, διὰ τὸ πολλῶν ἁγίων αἵματα ἐκχεῖσθαι.
κεχρυσωμένην δὲ, καὶ χρυσίῳ καὶ λίθῳ τιμίῳ καὶ μαργαρίταις, 
ὅτι, ὡς βασιλίδα ὁ λόγος ταύτην κοσμεῖ κόσμῳ βασιλείῳ.
μεταξὺ γὰρ τῶν ἀπηνῶν καὶ ἐνεξουσιαζομένων ἐστὶν ἐνορᾷν τοῖς
ἐπηρεαζομένοις ὡς m χρυσίον μὲν ἀκίβδηλον ἐπανθοῦσαν τὴν κατὰ
Χριστὸν πίστιν. ὡς λίθον δὲ τιμαλφῆ τῇ διαφανείᾳ τὸ στερρὸν
ἑαυτοῦ n ἐκπομπεύοντα τοῖς ἀγνοοῦσιν. ὡς μαργαρίτας δὲ, τῷ ἐκ τῆς 
πολυκύμονος τοῦ βίου o τῶν πειρασμῶν θαλάσσης ἀναδύναι, καὶ τῷ
βασιλείῳ Χριστοῦ διαστήματι ἐναρμοσθῆναι. τὸ δὲ “ χρυσοῦν πο-
“ τήριον,” χρυσοῦν μὲν διὰ τὸ τὸν καιρὸν ὡς βασιλείῳ κρατεῖσθαι p
δυνάμει. ἐν τῇ χειρὶ δὲ, διὰ τὸ ἐνεργὸν τῶν ὑποτιθεμένων. ποτήριον
δὲ, q ὡς φησι περὶ τοῦ Ἰὼβ “ πίνων μυκτηρισμὸν ἶσα ποτῷ·” ἴσως r 
εἰς ἔνδειξιν, ὅτι οὐ κατὰ κόρον, ἀλλ’ ἐν δίψῃ τῆς ἑαυτῶν ἀπωλείας
τὴν κακίαν μετέρχονται. ὡς Δαβίδ φησι, “ ἔδραμον ἐν δίψει.” διὸ
βδελύγματα ἑαυτῆς, τουτέστι, τὰ βδελυκτὰ τῷ Θεῷ ἐπιτηδεύματα
ἐπλήθυναν, οἷς ἡ φιλαμαρτήμων πληθὺς ποτίζεται, ὡς
ἡδὺ πόμα σπῶσα τὴν βδελυκτὴν τῆς ἁμαρτίας μέθην καὶ τῆς 
ἐκ Θεοῦ πορνείας τὴν βεβήλωσιν. 
 Καὶ τῶν ἀκαθάρτων τῆς γῆς. 
 Πορνεία γῆς, οἱ τοῖς γηΐνοις προστετηκότες. οὐ γὰρ πορνεύειν
ἔδωκεν ἡ φύσις γῇ τῷ ἀψύχῳ καὶ ἀναισθήτῳ δημιουργήματι. τὸ
δὲ ἐπὶ τὸ μέτωπον γεγράφθαι ὄνομα, τὸ ἀπηρυθριασμένως δηλοῖ 
πράττειν u τὰ ἀπαίσια. x διὸ καὶ ὡς μυστηρίου ἐκπομπὴν γίνεσθαι
διὰ τὴν σύγχυσιν τῶν πραγμάτων τοῖς θεωρητικωτέροις ὡς Βαβυλῶνα
δεῖ καλεῖσθαι, εἴτε τὸν καιρὸν καθὸν ταῦτα τελεῖται, ἣ καὶ
αὐτὴν τὴν Ῥωμὴν τὴν παλαιὰν, ὡς καὶ Πέτρῳ τῷ θείῳ Ἀποστόλῳ
δοκεῖ· καθ’ ἣν καὶ αἵματα πολλὰ μαρτύρων Χριστοῦ ἐχέθη· ἢ 
καὶ τὴν νέαν· ἐπεὶ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ νέᾳ ἐν τοῖς καιροῖς τῶν
 

 
Ἀρειανῶν πολλὰ αἵματα τῶν ὀρθοδόξων ἐχέθη. μητέρα δὲ τῶν
πορνῶν καλῶν, διότι ὡς τὸ κράτος ἀναδεδεγμένην τῶν ἄλλων πόλεων,
ἣν ἂν βούλῃ y πάλιν, εἴτε τὴν παλαιὰν Ῥώμην z, εἴτε τὴν νέαν,
εἴτε τὸν καιρὸν τῆς ἐπιδημίας τοῦ Ἀντιχρίστου, οὐκ ἂν ἁμάρτῃς a
τοῦ ἀληθοῦς· b ἐν πάσαις γὰρ αἵματα μαρτύρων ἐρύη, ὡς παρεθέμην, 
καὶ δήγε ἐν ταῖς ὑπ’ αὐτὰς τεκνωθείσαις· ὡς καὶ ἐπ’
αὐταῖς τὸ προφητικὸν ἐναρμόττειν τὸ “ ὡς μητὴρ καὶ θυγάτηρ,”
ὡς γὰρ τῇ μητρὶ τὰ ἐπιτηδεύματα, οὕτως καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς. 
 Τὴν γυναῖκα, ἣν ἂν καὶ βούλῃ ὡς προτεθεώρηται, εἴτε τὴν
παλαιὰν Ῥώμην, εἴτε τὴν νέαν, εἴτε τὴν ὡς ἑνὶ σώματι [σαρ]κικῶς 
ἐκληφθεῖσαν βασιλείαν· ἐν ἑκάστῃ γὰρ τούτων οὐ μόνον κορέσθη
τοῖς αἵμασι τῶν ἁγίων, ἀλλ’ ὡς ἐκμ ** καὶ ἀποβλύσαι αὐτῇ
π[ερι]γέγονε· καὶ πρὶν μὲν ἀπὸ Ἄβελ μέχρις Ἰωάννου τοῦ
βαπτιστοῦ, δαψιλέστερον δὲ ἀπὸ τῆς παρουσίας Χριστοῦ· ἥτις
ἀρχὴ ἐστήσατο τὴν τῶν νηπίων μιαιφονίαν. διόπερ καὶ διεσταλμένως 
ἐξήγγειλε τοῦ αἵματος τῶν ἁγίων καὶ τοῦ αἵματος τῶν
μαρτύρων Ἰησοῦ· ἃ καὶ τὴν μέθην ἐνειργάσαντο τῷ ὡς κατεπ ** σιν
ῥυῆναι, Διοκλητιανοῦ μάλιστα καὶ τῶν ὁμοτρόπων αὐτῷ μιαι-
φονούντων. 
 Καὶ ἐθαύμασα ἰδών. 
 Εἰκὸς ἦν c ἀγαθὸν ἄνδρα καὶ χρηστὸν καὶ πραΰτητι οὐδ’ ὅσῃ
εἰπεῖν συγκροτούμενον, ἀγριότητα ὁρῶντα θηριωδῶν ἀνθρώπων, μὴ
ὑπερβαλλούσῃ ἐκπλήξει κατάσχετον d γενέσθαι. τοῦτο γὰρ τὸ
μέγα θαῦμα ἐμφαίνει. ὅτι δὲ ἁπλοϊκὸς τὸ ἦθος ὁ μακάριος οὗτος
Ἰωάννης ὁ θεόλογος, ἡ περὶ αὐτοῦ ἱστορία διδάσκει. 
 Τοιαύτῃ ἐκπλήξει ἐλήφθη, ὡς καὶ αὐτὸς μὲν μὴ οἷός τε
[γεν]έσθαι τὸ συμβὰν αὐτῷ ἐξαγγεῖλαι, ἀλλὰ τὸν ταῦτα
παραδεικνύντα.

ΚΕΦ. ΝΔ. 

 Ὅπως ὁ Ἄγγελος τὸ ὁραθὲν αὐτῷ μυστήριον ἡρμήνευσεν. 
 Ἐγὼ ἐρῶ σοι τὸ μυστήριον τῆς γυναικὸς, καὶ τοῦ
θηρίου τοῦ βαστάζοντος αὐτὴν, τοῦ ἔχοντος τὰς ἑπτὰ
 κεφαλὰς καὶ τὰ δέκα κέρατα. τὸ θηρίον ὃ εἶδες ἦν καὶ 
οὐκ ἔστιν, καὶ μέλλει ἀναβαίνειν ἐκ τῆς ἀβύσσου, καὶ
εἰς ἀπώλειαν ὑπάγει. καὶ θαυμάσονται οἱ κατοικοῦντες
ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν οὐ γέγραπται τὰ ὀνόματα ἐπὶ τὸ
βιβλίον τῆς ζωῆς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, βλέποντες
 ὅτι ἦν τὸ θηρίον καὶ οὐκ ἔστι, καὶ παρέσται. ᾧδε ὁ 
νοῦς ὁ ἔχων σοφίαν. αἱ ἑπτὰ κεφαλαὶ ἑπτὰ ὄρη εἰσὶν,
 ὅπου ἡ γυνὴ κάθηται ἐπ’ αὐτῶν, καὶ βασιλεῖς εἰσὶν
ἑπτά. οἱ πέντε ἔπεσον, ὁ εἷς ἐστὶν, ὁ ἄλλος οὔπω ἦλθε.
 καὶ ὅταν ἔλθῃ, ὀλίγον δεῖ αὐτὸν μεῖναι. καὶ τὸ θηρίον
ὃ ἦν καὶ οὐκ ἐστι, καὶ αὐτὸς ὄγδοός ἐστι, καὶ ἐκ τῶν 
ἑπτά ἐστι, καὶ εἰς ἀπώλειαν ὑπάγει. 
 “ Μυστήριον” ὅτι μυστικῶς δηλοῖ ταῦτα, τὰ ὡς ἐν εἰκόνι
γραφόμενά σοι διὰ τῆς Ἀποκαλύψεως. ὡς πίνακι γὰρ προδιαγράφει
τὰ μέλλοντα εἰρῆσθαι, σαφήνειαν τῷ λόγῳ περιποιῶν. 
 Θηρίον ὁ διάβολος, ἤρξατο κατὰ τὰ e ὥσπερ ὑπὸ πίνακι προεκτεθειμένα 
ἐντελῶς διεξιέναι. διό, φησιν, ἦν τὸ θηρίον, οὐ νῦν
ὑφιστάμενον. ἀφ’ οὗ δῆλον, ὡς ὁ διάβολός ἐστιν. ἀρχὴ γὰρ
πλασμάτων f τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸ εἰρημένον. οὐκ ἔστι δὲ νῦν g,
ὅτι ἀποκτανθεὶς τὰς ἐνεργείας τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐπιδημίᾳ. οὐ γὰρ
ὡς πρὸ ταύτης ἐνήργει υἱοὺς ἀνθρώπων καὶ θυγατέρας τοῖς ἑαυτοῦ 
δαίμοσι διὰ θυσιῶν παρασκευάζεσθαι, οὕτως ἤδη ταῦτα καὶ μετὰ
τὴν Χριστοῦ παρουσίαν οἷός τε ἐνεργεῖν. διὸ καὶ προκεχρησμῴδηται
“ τοῦ ἐχθροῦ ἐξέλιπον αἱ ῥομφαίαι εἰς τέλος ῥομφαίας τὰς
ἐνεργείας καλῶν ὡς τιτρωσκούσας ὀλεθρίως τοὺς ἀνθρώπους h ἀνακαὶ
 

 
βαίνει δὲ ἐκ τῆς ἀβύσσου, εἰς ἢν μὴ ἀποπεμφθῆναι μὲν ἡ δέησις
τῶν θερ***των αὐτοῦ δαιμόνων· ἅτε καὶ τοῦ κατάρχοντος αὐτῶν διαβόλον
αὐτῷ τάγματι συγκατα**μένου, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀγέλην τῶν
χοίρων· οὗ καὶ γενομένου, καὶ τῆς ἀγέλης εἰς θάλασσαν ὑπ’ αὐ[τῶν]
ἐκτιναχθείσης ἐναργὲς ἐφάνη, ὡς ὑποβρύχιοι γεγόνασιν ἀφανισθέντες 
τοῦ βίου· εἰ * * αὐτοὶ τέλεον· εἰς γὰρ γυμνάσιον τῶν ἀγωνιζομένων
περιελείφθη τις τούτων μοῖρα τοῖς [περι]γείοις. αὐτὸς
δ’ ὁ κατάρχων εἰς κρίμα ζόφου περιελείφθη, κατὰ Πέτρον τὸν
μέγαν Ἀπόστολον * * μένου τῷ αἰωνίῳ πυρί. τῇ ἐπιδημίᾳ τοῦ
Ἀντιχρίστου. i ὡς γὰρ οἱ οἰκειωθέντες ἀχώριστοι Χριστοῦ χρηματίζουσι, 
καθὸ καὶ εἴρηται πρὸς Φιλιππησίους τῷ ἁγίῳ Παύλῳ
* * * * ἐν Φιλίπποις ὄντας καλῶν τοὺς ἁγίους διὰ τὸ ἐν
Χριστῷ εἶναι, οὕτω καὶ ὁ Ἀντίχριστος κατ’ ἐνέργειαν ἐπιδημῶν
τοῦ Σατανᾶ, συναναφέρεσθαι τούτῳ νοεῖται ὁ Σατανᾶς. ἔνθεν γὰρ
ὁ Ἀντίχριστος τὸν Σατανᾶν ταῖς ἐνεργείαις αὐτοῦ ἐξιστῶν καὶ ἀπατῶν 
ἀνθρώπους φέρει ἐπ’ ὀλέθρῳ καὶ ἀπωλείᾳ καὶ ἑαυτοῦ καὶ τοῦ
δι’ αὐτοῦ ἐνεργοῦντος καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῖς. 
 Καὶ εἰς ἀπώλειαν ὑπάγει. 
 Ἀπώλειαν εἰς ἣν ἀπιέναι μέλλει, οὐ τὴν εἰς τὸ μὴ εἶναι λέγει·
ἀλλὰ τὴν διὸ γέγονε· γέγονε δὲ τὸ εἰς δόξαν τοῦ πεποιηκότος 
τελεῖν· “ ἔπλασε γὰρ” ὁ Ἐκκλησιάστης φησὶ, “ Κύριος τὸν ἀνθρω-
“ πον εὐθῆ, καὶ αὐτοὶ ἐζήτησαν λόγους πονηρίας. ἀπώλειαν, οὐ
τὴν ἀνυπαρξίαν, ἀλλὰ τὴν ἐν γεέννῃ κατάκρισιν λέγει. ὡς καὶ
ὁ Κύριος αὐτός φησι “ φοβήθητε δὲ τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν
“ καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ.” 
 Καὶ θαυμάσονται οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς. 
 Θαυμάσονται τὴν τοῦ θηρίου παρουσίαν, οὐ μόνον ὅτι ἀπόλωλε
καὶ πῶς ζῇ, ἀλλὰ καὶ ὅτι παραγέγονεν ἐν τέρασιν ἀπάτης. τίνες
δὲ “ θαυμάσονται ” οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς. περὶ ὧν καὶ
Ἡσαΐας φησίν. “ οὐ πεσούμεθα, ἀλλὰ πεσοῦνται οἱ ἐνοικοῦντες 
“ ἐπὶ γῆς.” γῆς. τοιοῦτοι δὲ οἱ ἀστήρικτον ἔχοντες τὴν βάσιν,
ἅτε μὴ ἐπὶ τὴν πέτραν Χριστὸν τεθεμελιωμένοι. θαυμάσονται οὖν
καὶ νῦν οὗτοι οἳ διὰ τὸ χαμερπὲς οὐδὲ k τῇ βίβλῳ τῶν ζώντων
 

 
ἐγράφησαν. ἐκ τούτου νοεῖν ἐστι τῷ εἰρηκέναι ἀπὸ καταβολῆς
κόσμου αἰτίαν παριστᾷν τῆς Μωϋσέως ἐν τῇ γενέσει ἱστορίας·
τοὺς μὲν ἀπὸ Σὴθ γενεαλογήσαντος, τοὺς ἀπὸ τοῦ Καῒν δὲ οὐ.
θαυμάσονται οὖν, ὡς ἤδη εἴρηται, οἱ μὴ διὰ τὸ χαμερπὲς προστοιχειωθέντες
ἀσφαλῶς ταῖς τοῦ Χριστοῦ περὶ αὐτοῦ προρρήσεσι, 
ληιζόμενοι πῶς τὴν ἀρχαίαν δυναστείαν καὶ ἀπέλαβε καὶ ἀνέλαβε.
διὰ τοῦτο πλήρωμα τῆς ἀσεβείας αὐτοῦ ἔνοικον ἔχοντος
Ἀντιχρίστου αὖθις τέλος ἄξιον λήψεται. ᾧ τινι δὲ ὁ νοῦς πνευματικῶν
ὄντων τῶν ἑρμηνευομένων πνευματικῆς τῷ χρεία σοφίας
τοῦ γνῶναι πῶς ἦν καὶ οὐκ ἔστι καὶ μέλλει ἀναβαίνειν ἐκ τῆς 
ἀβύσσου. καὶ γὰρ τὸ του ὄντος χώρησαι εἰς τὸ μὴ ὂν, ἐνάντιον
εἶναι δοκεῖ τῷ μέλλειν ἀναβαίνειν ἐκ τῆς ἀβύσσου πάλιν, εἰ μήτι
οὕτω νοηθεῖ l ὥσπερ καὶ εἴρηται. 
 Ὁ ἔχων σοφίαν πνευματικὴν γνώτω πνευματικῶς τὰ λεγόμενα.
Αἱ ἑπτὰ κεφαλαὶ ἑπτὰ ὄρη εἰσίν. 
 Ἐλέγομεν ἤδη γυναῖκα κατὰ μὲν τὸν δημιουργικὸν λόγον τὴν
γῆν νοεῖσθαι, ἐφ’ ᾗ τῷ κόσμῳ τούτῳ πᾶσα πραγματεία. κατὰ
μὲν οὖν τὸν δημιουργικὸν λόγον, ἐξ ὑδάτων καὶ ἐν ὕδασιν ἔχει τὸ
εἶναι ἡ γῆ οὖν ἔχουσα καὶ αὐτὴ τὰ ὕδατα. κατὰ δὲ τὸν θεωρητικὸν
καὶ τροπικὸν ὁ φθαρτὸς οὗτος ἐστὶ κόσμος, διύγροις πράξεσι καὶ 
ἀστάτοις διεξαγόμενος καὶ τῷ ἑβδοματικῷ ἀριθμῷ ἐξαρχῆς εἰληχὼς
τὸ συγκροτεῖσθαι ταύτῃ. καὶ νῦν τὰ ἑπτὰ ὄρη ἐφ’ ἃ λέγεται
καθῆσθαι ἑπτάκις χιλιοστίαν **ωμεθα συντελεσθῆναι
ταύτῃ διαρκοῦντα ζωῇ· τὴν μὲν οὖν πέμπτην χιλιετίαν συντελεσθῆναι
ἤδη, τὴν ἕκτην δὲ ἐπιστῆναι, καθ’ ἣν καὶ ταῦτα ἡ 
προκειμένη διατρανοῖ Ἀποκάλυψις. ὄρη δὲ καὶ κεφαλὰς ἑπτὰ
τόπους ἡγούμεθα ἐν ὑπεροχῇ καὶ δυναστείᾳ κοσμικῇ τοὺς λοιποὺς
ἐξέχοντας, ἐφ’ οὓς κατὰ καιροὺς τὴν τοῦ κόσμου βασιλείαν
ἐστηρίχθαι ἔγνωμεν. ὡς πρῶτον ἐν Νινευῇ τὴν τῶν Ἀσσυρίων
ἀρχήν. δεύτερον ἐν Ἐκβατάνοις τὴν Μηδῶν δυναστείαν, ἀπὸ 
Ἀρβάκου κρατήσασαν τῶν Ἀσσυρίων, ὧν τὸν βασιλέα Σαρδανάπαλον
κρατήσας ὁ Ἀρβάκης καθεῖλε. μετὰ τούτους ἐν Βαβυλῶνι
τὸ Χαλδαίων κράτος ὑπερεῖχεν m, ὧν Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς
 

 
ἐβασίλευσεν. εἶτα μετὰ τὴν τούτων καὶ τῶν Μήδων n κατάλυσιν,
ἐν Σούσοις o ὑπὸ Κύρου τῆς Περσῶν βασιλείας καθισταμένης p·
μετὰ δὲ τὴν ταύτης ὑπὸ Ἀλεξάνδρου καθαίρεσιν ἡ τῶν Μακεδόνων
ὑπεισῆλθεν ἀρχή. ἐκ τούτων ἡ ἐν τῇ πρεσβυτέρᾳ Ῥώμῃ τῶν
Ῥωμαίων ἀρχὴ καὶ ἰσχὺς, ἐπὶ μὲν Αὐγούστου Καίσαρος μετὰ 
τοὺς πρώην βασιλεῖς αὐτῆς καὶ ὑπάτους μοναρχήσασα, ὑπὸ δὲ
ἀσεβῶν μέχρι Κωνσταντίνου κατασχεθεῖσα. ὣν μετὰ τὴν κατάλυσιν
εἰς τὴν νέαν Ῥώμην τὰ τῶν φιλοχρίστων βασιλέων
μετηνέχθη βασιλεία. κατὰ δὲ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, καὶ τοὺς ἑπτὰ
βασιλεῖς ἐκδεκτέον τῆς ἐναλλαγῆς τῶν γενῶν, ἀρσενικοῦ λέγω καὶ 
θηλυκοῦ, μηδὲν παρεμποδιζούσης τῆς διανοίας τὴν ταυτότητα q,
εἰ ἐκεῖ μὲν θηλυκῶς τὰς κεφαλὰς, καὶ ἑπτὰ ὄρη οὐδετέρως, ἐνταῦθα
δὲ βασιλεῖς ἑπτὰ ἐσήμανεν. οὐδὲν γὰρ ἡ γραφὴ περὶ τούτων
εἴωθε μικρολογεῖσθαι. ἐπεὶ καὶ τὸν Ἐφραὶμ, ποτὲ μὲν ὡς παροιστρῶσαν
δάμαλιν εἰσάγει· ποτὲ δὲ ὡς ἄνουν περι**σκει, ἃ εὐόδως 
πορεύεται· τράγος καὶ ἀλεκτρύων καὶ βασιλεὺς δημηγορῶν ἐν
ἔθνεσι. διατί νῦν κεφαλῶν θηλυκῶς; πόλεις δηλοῖ· διὰ δὲ τῶν
ὀρέων ἀναστήματα οὐδετέρως τοπικῶς τῆς λοιπῆς ὑπερανέχοντα
γῆς, ἀλλὰ καιρικῶς δόξης ὑψώματι· καὶ βασιλεῖς δὲ ὁμοίως ἢ
τοὺς δοξασθέντας τόπους τῇ βασιλικῇ προεδρείᾳ, ἣ τοὺς πρώτως 
ἐν ταῖς εἰρημέναις πόλεσι βασιλεύσαντας, ἑκάστου ἀντὶ πάσης
τῆς ἀρχῆς λαμβανομένου· οἷον Νίνου τῆς r * * * 
 Καὶ τὰ δέκα κέρατα ἃ εἶδες, δέκα βασιλεῖς εἰσιν, οἵ
τινες βασιλείαν οὔπω ἔλαβον, ἀλλ’ ἐξουσίαν ὡς βασιλεῖς
 μίαν ὥραν λαμβάνουσι μετὰ τοῦ θηρίου. οὗτοις 
μίαν ἔχουσι γνώμην καὶ τὴν δύναμιν καὶ ἐξουσίαν αὐτῶν
 τῷ θηρίῳ διδόασιν. οὗτοι μετὰ τοῦ ἀρνίου πολεμήσουσι,
καὶ τὸ ἀρνίον νικήσει αὐτοὺς, ὅτι Κύριος κυρίων
ἐστὶ, καὶ βασιλεὺς βασιλέων. καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ κλητοὶ
 καὶ ἐκλεκτοὶ καὶ πιστοί. καὶ λέγει μοι, τὰ ὕδατα ἃ 
 

 
εἶδες, οὗ ἡ πόρνη κάθηται, λαοὶ καὶ ὄχλοι εἰσὶ, καὶ ἔθνη
καὶ γλῶσσαι. 
 Τὰ δέκα κέρατα, δέκα βασιλεῖς εἶναι φασὶν ἐκ τῆς Ῥωμαίων
ἀρχῆς ἀναστησομένους ἐν τοῖς ἐσχάτοις καιροῖς, ὧν ἐν μέσῳ ὁ
Ἀντίχριστος ἀναστήσεται. τὸ δὲ μὴ τὸ λαβεῖν αὐτοὺς βασιλείαν 
ἀλλ’ ἐξουσίαν ὡς βασιλεῖς καὶ μίαν ὥραν, τὸ μὲν ὡς βασιλεῖς
διὰ τὸ ἀνέδραστον καὶ σκιῶδες τῆς βασιλείας αὐτῶν φησι, τὸ δὲ
μίαν ὥραν μετὰ τοῦ θηρίου, ὥραν, τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου παριστᾷν
βούλεται, ἤτοι δι’ οὗ ἡ τοῦ ἐνιαυτοῦ ὥρα συντελεῖται, καθ’ ἣν τῷ
Ἀντιχρίστῳ τῷ ὑπερέχοντι ὑποταγήσονται. ἢ καὶ ὥραν, τὸν 
ἀπολαυστικὸν βίον νοητέον. 
 Καὶ τὸ ἀρνίον νικήσει αὐτοὺς, καὶ τὰ ἑξῆς. 
 Εἰκότως ὡς καὶ Κύριος κυρίων, καὶ βασιλεὺς βασιλέων, καὶ
ὑπασπισταὶ αὐτοῦ κλητοὶ, τὴν κλῆσιν οὐ κατὰ τὸ ἐπιτυχὸν
ἔχοντες, ἀλλὰ κατὰ τὸ καίριον καὶ διηκριβωμένον καὶ ἀμετάθετον. 
διὸ καὶ πιστοὶ, ὅτι ὁ πιστὸς ἑνὶ προσανέχει δεσπότῃ, οὐ δυνάμενος
δυσὶ κυρίοις δουλεύειν. 
 α ὕδατα α ἔιδες. 
 Προείρηται ἡμῖν περὶ τούτων, τροπικῶς καὶ φυσικῶς τὴν γῆν
εἶναι ἐξ ὑδάτων, καὶ ἐν ὕδασι διατελοῦσαν, ἐν ᾗ ὁ φθαρτὸς οὗτος 
καὶ διύγροις ἡδοναῖς διαγόμενος ἥδρασται κόσμος. πάντως δὲ οὐκ
ἄλλως ἢ οὕτως παρὰ τὰ ἀνθρωπίνα γένη νοεῖται. ἅπερ ἔθνη εἰσὶ
τῇ διαφόρῳ φωνῇ διαστελλόμενα, πρὸς δὲ τούτοις καὶ τὰ βασιλέων
κράτη συντηρούμενα. τοῦτο γὰρ τὸ κέρας δηλοῦν βούλεται, ἀπὸ
τῶν κερασφόρων ζώων λαβὼν τὴν χρῆσιν, ὅτι κἀκεῖνα τοῖς κέρασιν 
ἑαυτῶν συντηρεῖται, εἴπου δεήσει πρὸς ἕτερα ζῷα διεξάγεσθαι.
ὥσπερ καὶ ἔθνεσι πρὸς ἔθνη αἱ τῶν βασιλέων διαταγαὶ τὸ καθ’
ἑαυτὰ διαμένειν παρέχουσι μὴ πρὸς ἐκφύλους κυριαρχίας
σκεδάζεσθαι. 
 Καὶ τὰ δέκα κέρατα ἃ εἶδες ἐπὶ τὸ θηρίον, οὗτοι 
μισήσουσι τὴν πόρνην, καὶ ἠρημωμένην ποιήσουσιν
αὐτὴν, καὶ γυμνὴν ποιήσουσιν αὐτὴν, καὶ τὰς σάρκας
αὐτῆς φάγονται, καὶ αὐτὴν κατακαύσουσιν ἐν πυρί.

 
 γὰρ Θεὸς ἔδωκεν εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν ποιῆσαι ψὴν
γνώμην αὐτοῦ. καὶ ποιῆσαι γνώμην μίαν, καὶ δοῦμαι
τὴν βασιλείαν αὐτῶν τῷ θηρίῳ ἄχρι τελεσθῶσιν οἱ
 λόγοι τοῦ Θεοῦ. καὶ ἡ γυνὴ ἢν εἶδες, ἐστὶν ἡ πόλις
ἡ μεγάλη, ἡ ἔχουσα βασιλείαν ἐπὶ τῶν βασιλέων 
τῆς γῆς. 
 Τὰ μὲν κέρατα τί δηλοῦν ἐθέλει, εἴρηται δή· θηρίον δὲ τὸν
διάβολον. ἀδιαφορεῖ γὰρ κατὰ τὸ σημαινόμενον τοῦ θηρίου, πῆ
μὲν, τὸν Ἀντίχριστον ὀνομάζων οὕτως, ἔσθ’ ὅτε δὲ τὸν Σατανᾶν.
οἱ βασιλεῖς οὖν, φησὶν, οἱ τέως κατ’ ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ φονίως 
τῷ ἀρνίῳ διατεθέντες, Θεοῦ ὑποθημοσύνῃ, μισήσουσι τὴν πόρνην,
τὴν ἐν τῷ βίῳ ἀπολαυστικὴν δίαιταν, ἐρημώσουσι δὲ καὶ εἰδωλο-
λατρείαν κα τεμενῶν καὶ μαντείων ἀλλοτριώσουσιν, καὶ τὰς
σάρκας αὐτῆς τὰ πρὸς θυσίαν ἀναφερόμενα τῶν εἰδώλων ζῷα
ἑαυτοῖς ταμιεύσουσι, καὶ πᾶσαν τὴν περὶ τὰ μάταια σπουδὴν 
ἀφανίσουσι, καὶ οὕτως ὥστε ὑπὸ πυρὸς δαπανηθεῖσαν νομίζεσθαι.
καὶ πάντας κράζειν, ποῦ νῦν οἱ τῆς τότε ἐπὶ τὰ μάταια ἐπιμελείας
ἐχόμενοι; ταῦτα δὲ πάντα, ὡς ἔφημεν παραθέμενοι, οὐκ
ἂν ἀθεεὶ συμβῆναι φασὶν, ἀλλ’ ἐκ θείας ἐπισκοπῆς καὶ προνοίας. 
 Καὶ ποιῆσαι γνώμην μίαν. 
 Εἰ καὶ σύνδρομος ἡ τούτων γνώμη τῇ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὡς Θεῷ
μεμελημένη, κατὰ δὲ τὸ ἀνεξερεύνητον βάθος τῆς προνοίας αὐτοῦ
συμβαίνουσα τοῖς συντελουμένοις. οὕτω τοιγαροῦν κατὰ τοιαύτην
ὁμογνωμοσύνην τούτοις δοθεῖσαν ὑπὸ Θεοῦ, τῆς ἐξουσίας ἁπάσης
παρασχεθείσης τῷ θηρίῳ, διατελήσει κρατοῦν τὸ θηρίον εἰς ὅπερ 
ἂν αἱ κατάλληλοι κρίσεις ἀπάξουσιν, αἱ διὰ τῶν λόγων ὑπεσημάνθησαν,
δι’ ὧν λέγει, “ ἄχρι τελεσθῶσιν οἱ λόγοι τοῦ Θεοῦ.” 
 Καὶ ἡ γυνὴ ἣν εἶδες ἐστὶν ἡ πόλις ἡ μεγάλη. 
 Σαφέστερον τὴν γυναῖκα παριστῶν, ἀναλαμβάνει περὶ αὐτῆς
λόγον, καί· φησιν ἐκείνην εἰναι τὴν ἔχουσαν τὸ κράτος ἐπὶ τῶν τοῖς 
γηίνοις προσανακειμένων· οὐ γὰρ καὶ πάντες οἱ ἐνοικοῦντες ἔπι
τῆς γῆς ἤδη καὶ τοῖς γηίνοις προσδιαφθείρονται.

ΚΕΦ. ΝΕ. 

 Περὶ ἑτέρου Ἀγγέλου τὴν πτῶσιν Βαβυλῶνος δηλοῦντος, καὶ οὐρανίου φωνῆς
τὴν ἐκ τῆς πόλεως φυγὴν ἐντελλομένης, καὶ περὶ τῆς ἀποβολῆς τῶν
τερπνων ὢν τὸ πρὶν ενεκτητο. 
 Μετὰ ταῦτα εἶδον Ἄγγελον ἄλλον καταβαίνοντα ἐκ 
τοῦ οὐρανοῦ, ἔχοντα ἐξουσίαν μεγάλην. καὶ ἡ γῆ ἐφωτίσθη
 ἐκ τῆς δόξης αὐτοῦ, καὶ ἔκραξεν ἰσχυρᾷ φωνῇ
λέγων, ἔ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, καὶ ἐγένετο κατοικητήριον
δαιμόνων, καὶ φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου
 καὶ μεμισημένου, ὅτι ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς 
πορνείας αὐτῆς πεπώκασι πάντα τὰ ἔθνη. καὶ οἱ βασιλεῖς
τῆς γῆς μετ’ αὐτῆς ἐπόρνευσαν, καὶ οἱ ἔμποροι τῆς
γῆς ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτησαν.
 καὶ ἤκουσα ἄλλην φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν,
Ἔξελθε ἐξ αὐτῆς ὁ λαός μου, ἵνα μὴ συγκοινωνήσητε 
ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῆς, καὶ ἐκ τῶν πληγῶν αὐτῆς ἵνα μὴ
 λάβητε, ὅτι ἐκολλήθησαν αὐτῆς αἱ ἁμαρτίαι ἄχρι τοῦ
οὐρανοῦ. καὶ ἐμνημόνευσε ὁ Θεὸς τὰ ἀδικήματα αὐτῆς. 
 Καὶ ἡ γῆ ἐφωτίσθη. 
 κἀντεῦθεν τῶν θείων δυνάμεων τὸ λαμπρὸν καὶ φωτιστικὸν 
πολλῷ τῷ μέτρῳ τὸ ἀστρῷον σέλας ὑπερνικῶν ἔστι νοεῖν μετὰ τὸ
παρελθεῖν τὰ ἀμαυρὰ τοῦ φθαρτοῦ κόσμου παρρησιαζόμενον.
Μεγάλην φησὶ τὴν τοῦ φωστῆρος εἶναι ἐξουσίαν, καὶ φωτίζειν
τὴν περίγειον ἐκ τῆς δόξης αὐτοῦ. παραβαλλόμενα γὰρ τὰ
οὐράνια καὶ ἄφθαρτα τοῖς γηΐνοις καὶ φθαρτοῖς, ὅσον τὸ ὑπερβάλλον 
τῆς δόξης παρίστησιν· ἰσχυρὰν δὲ τὴν φωνήν ἐμπεδοῖ τὸ
ἔμπρακτον ἐμφαίνων τῶν δηλουμένων καὶ ἀπαράβατον. καὶ τί
τοῦτο; “ἔπεσε Βαβυλὼν ἡ μεγάλη,” Βαβυλῶνα τὴν διέξοδον τοῦ
φθαρτοῦ τούτου βίου λέγων. 
 Καὶ φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ 
μεμισημενου. 
 Εἰς ὄρνεα μεταλαμβάνει τοὺς δαίμονας διὰ τὸ ἄδηλον τῆς

 
ἐφόδου αὐτῶν τῆς κατὰ τῶν ἀνθρώπων, ἐπεὶ καὶ τῶν ὀρνέων ἡ
ἔφοδος ἐξ ἀδήλου εἴωθεν ἐπιφοιτᾷν προσδοκίας. μεμισημένου δὲ
εἴρηται οὐκ ἀλόγως. τίς γὰρ σωφρονῶν οὐ βδελύττεται τὴν μετὰ
τῶν δαιμόνων ἀναστροφήν; δι’ ἣν καὶ βδελύγματα ὠνομάσθησαν. 
 Ἔξελεθε ἐξ αὐτῆς ὁ λαός μου. 
 Ἐξελθεῖν παρακελεύεται ἡ φωνὴ, οὓς ἔγνω Κύριος αὐτοῦ.
ἐξελθεῖν δὲ, τὸ μὴ συναπολέσθαι δικαίους μετὰ ἀσεβῶν. ὡς γὰρ
ἐπὶ τοῦ Λὼτ, τὸ, “ σώζων σῶζε τὴν σεαυτοῦ ψυχὴν,” ἀνυπερθέτως
μέχρις ἃν τοῦ ὄρους, ἐπὶ γῆς οὐδαμοῦ ἠρεμῶν, ὁ Θεὸς αὐτῷ
ἐνετείλατο, οὕτω κἀνταῦθα. 
 Καὶ ἐμνημόνευσεν ὁ Θεὸς τὰ ἀδικήματα αὐτῆς. 
 Ἀνθρωπίνως διασκευάζεται ταῦτα. ἐπὶ γὰρ Θεοῦ τῆς μακαρίας
φύσεως καὶ πάθεσιν ἀπροσίτου, τὰ τοιαῦτα κἂν ἐννοεῖν περιττόν.
ἐκεῖ γὰρ μνήμη, ὅπου καὶ λήθη. λήθη δὲ τοῦ δυνάμει παρεῖναι τὸ
πραχθὲν, οὐκ ἔτι δὲ καὶ ἐνεργείᾳ σημαντικόν. Θεῷ δὲ οὐδὲν 
πρόσεστι δυνάμει, ἀλλ’ ἐνεργείᾳ. 
 Ἀπόδοτε αὐτῇ, ὡς καὶ αὐτὴ ἀπέδωκεν ὑμῖν· καὶ
διπλώσατε αὐτῇ διπλᾶ κατὰ τὰ ἔργα αὐτῆς· ἐν τῷ
 ποτηρίῳ ᾧ ἐκέρασε, κεράσατε αὐτὴ διπλοῦν. ὅσα ἐδόξασεν
ἑαυτὴν, καὶ ἐστρηνίασε, τοσοῦτον δότε αὐτῇ 
βασανισμὸν καὶ πένθος. ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ αὑτῆς λέγει,
ὅτι κάθημαι βασίλισσα, καὶ χήρα οὐκ εἰμὶ, καὶ πένθος
 οὐ μὴ ἴδω. διὰ τοῦτο ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἥξουσιν αἱ πληγαὶ
αὐτῆς, θάνατος, καὶ πένθος, καὶ λιμός. καὶ ἐν πυρὶ
κατακαυθήσεται. ὅτι ἰσχυρὸς Κύριος ὁ κρίνων αὐτήν. 
 Ἀνεπισήμαντον, παρὰ τίνος τὸ πρόσταγμα ἢ ὁ λόγος πρόεισιν.
εἴη δ᾿ ἃν παρὰ τῶν δικαίων καὶ μαρτύρων τῶν κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ,
τῆς τοῦ Ἀντιχρίστου δηλαδὴ ἐπιδημίας ὑπὲρ Χριστοῦ ἐναθλησάντων,
τοσαύτῃ ὠμότητι καὶ θηριωδίᾳ ὑπὸ τῶν τηνικαῦτα τῷ
βίῳ ἐμπολιτευομένων ὑπουργῶν τοῦ Ἀντιχρίστου παραδοθέντων, 
ὥστε καὶ αὐτοὺς κᾂν εἰ θεομιμήτως προείλοντο ζῆν, ἀλλ’ οὖν διὰ
τὸ ὑπερβάλλον τῶν κακώσεων ἐκνικηθῆναι ταῦτα προφέρειν. εἰρήκαμεν
δὲ γυναῖκα τὸν ἐπὶ τοῦ Ἀντιχρίστου καιρὸν, οὐ πόλιν τινὰ

 
σημαίνειν. καὶ ποτήριον δὲ τὴν προαίρεσιν τῶν ἐμπολιτευομένων
τῷ τότε βίῳ, οἳ τῇ δυναστείᾳ τοῦ Σατανᾶ γαυριῶντες, ἀμέτρῳ
τῆ τῶν δεινῶν εὐθηνίᾳ, κατὰ τῶν ἀντικειμένων κατεχρήσαντο.
καθὼς οὖν ἐποίησεν, ἀποδοθήτω αὐτὴ. 
 Ἀπόδοτε αὐτῇ διπλοῦν. 
 Οὐ τὸ διπλάσιον βούλεται τὸ διπλοῦν, ἀλλ’ ὅτι φιλάνθρωπος
ὣν ὁ Θεὸς καὶ ἀγαθὸς καὶ πολὺ καταδεέστερον κολάζων, διπλᾶ
οἴεται ἀποδεδωκέναι, καὶ ὅταν μέρος ἀποδῷ, καὶ οὐ μόνον διπλᾶ,
ἀλλὰ καὶ ἑπταπλάσια· εἰ μή που τοῦτο οἰητέον ὡς οὐ Θεοῦ
ἀπειλῆς. πῶς γὰρ ὁ λέγων, οὐκ ἐκδικήσει Κύριος δὶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ, 
νῦν διπλάσια καὶ ἑπταπλάσια φησὶν ἐκδικεῖν; εἰ οὖν τὸ διπλοῦν
καὶ ἑπταπλάσιον, οὐ τὸ κατ’ ἀξίαν σημαίνειν ὑποληπτέον, ἀλλὰ
τὸ μετριώτερον, ἴσως ἄτοπον οὐδέν. 
 Ὅσα ἐδόξασεν ἑαυτὴν, καὶ ἐστρηνίασε. 
 Καθώς, φησι, δοξασθεῖσα καὶ κατασπαταλήσασα τοῦ παρόντος 
βίου, πρόνοιαν οὐ πεποίηται τοῦ θείου θελήματος, οὕτως ἀπόδοτε
αὐτῇ. λέγει γὰρ, οὐκ ἔσομαι τοῦ βασιλεύειν ἐστερημένη. 
 Ἐν τῇ καρδίᾳ αὑτῆς. 
 Καρδίαν, τὸν ἔμμονον φησὶ τῶν τότε τὸν βίον συμπληρούντων,
οὓς καὶ εἰς γυναῖκα ἐμυθοποίησε μαχλῶσαν. 
 Διὰ τοῦτο ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἥξουσιν αἱ πληγαὶ αὐτῆς. 
 * * * βιστῶν φησιν ὡς καὶ ὁ Κύριος δι’ ὧν λέγει τὴν ἡμέραν
ὡς κλέπτην ἔρχεσθαι λαθραίως καὶ ἀφανῶς. ἣ οὖν ἀδόκητον δηλῶν
καὶ ὀλίγον τοῦ καιροῦ, ᾧ ταῦτα συμβήσεται, ὥς τινες ἐν τῇ
παλαίᾳ Ῥώμῃ· ἣ καὶ αὐτῆς ἡμ]έρας τὸν δρόμον ἐν ᾗ ταῦτα 
συμβήσεται. μετὰ γὰρ τὸ ἐγκρατεῖς αὐτῆς γενέσθαι τοὺς ἐχθροὺς,
ἐξαρκεῖ καὶ μία ἡμέρα πᾶσαν κόλασιν ἐπαγαγεῖν τοῖς ἡττηθεῖσι t,
καὶ πολυειδεῖς θανάτου τρόπους· δυνατοῦ ὄντος τοῦ Κυρίου, ὥσπερ
τοῖς εὐαρεστοῦσιν αὐτῷ τὰ θυμήρη προσνέμειν, οὕτω καὶ κολάζειν
ἀνεπιστρόφως ἐξαμαρτάνοντας. u καὶ οἱ μὲν πρὸς Ῥώμην τὴν 
παλαιὰν ἐναρμόζοντες τὴν θεωρίαν οὕτως· ἐπιτευκτικώτερον δὲ τῷ
κόσμῳ τούτῳ συμβιβάζειν αὐτὰ πρόδρομα ἐσόμενα τὰς ἡμέρας
 

 
τοῦ Ἀντιχρίστου, τῆς ἐσχάτης αὐτοῦ συντελείας, καθ’ ἣν καὶ
μόνος Κύριος τῇ ἀπερινοη * τοῦ δυναστεία ἰσχύρως ἐπεξιέναι καὶ
δαίμοσι τοῖς κατὰ βασιλικὴν ἐξουσίαν ἐνυβρίσαι ἐνεστῶτι αἰῶνι,
καὶ ἀνθρώποις ἀκρατῶς ἐνασελγαίνουσιν αὐτῷ κατὰ βασιλικὴν
ἀκρότητα καὶ ἄσχετον σπατάλην κὴν ὐπερτεινουσ[ιν] εὐφρο- 
συνην. 
 Καὶ κλαύσουσι καὶ κόψονται ἐπ’ αὐτὴν οἱ βασιλεῖς
τῆς γῆς, οἱ με αὐτῆς πορνεύσαντες καὶ στρηνιάσαντες,
 ὅταν βλέπωσι τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς, ἀπὸ
μακρόθεν ἑστηκότες διὰ τὸν φόβον τοῦ βασανισμοῦ 
αὐτῆς, λέγοντες, Οὐαὶ οὐαὶ ἡ πόλις ἡ μεγάλη Βαβυλὼν,
ἡ πόλις ἡ ἰσχυρὰ, ὅτι ἐν μιᾷ ὥρᾳ ἦλθεν ἡ κρίσις σου.
 καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς κλαύσουσι καὶ πενθήσουσιν ἐπ’
αὐτῇ, ὅτι τὸν γόμον αὐτῶν οὐδεὶς ἀγοράσει ἔτι. οὐκ ἔτι
 γόμον χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, καὶ λίθου τιμίου καὶ μαργαρίτου, 
καὶ βυσσίνου, καὶ πορφυροῦ, καὶ σηρικοῦ, καὶ
κοκκίνου. καὶ πᾶν ξύλον θύινον, καὶ πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον,
καὶ πᾶν σκεῦος ἐκ ξύλου τιμιωτάτου, καὶ
 χαλκοῦ, καὶ σιδήρου, καὶ μαρμάρου. καὶ κινάμωμον,
καὶ θυμιάματα, καὶ μῦρον, καὶ λίβανον, καὶ ἔλαιον, καὶ 
οἶνον, καὶ σεμίδαλιν, καὶ σῖτον, καὶ πρόβατα, καὶ κτήνη,
καὶ ἵππων καὶ ῥαιδῶν καὶ σωμάτων, καὶ ψυχὰς ἀνθρώπων.
 καὶ ἡ ὀπώρα τῆς ἐπιθυμίας τῆς ψυχῆς σου ἀπῆλθεν
ἀπὸ σοῦ, καὶ πάντα τὰ λιπαρὰ καὶ τὰ λαμπρὰ
ἀπώλετο ἀπὸ σοῦ, καὶ οὐκ ἔτι οὐ μὴ εὕρῃς αὐτά. 
 Ἐπιμένει τῇ τροπολογίᾳ ὡς ἐκφαντικωτέραν γενέσθαι ἀπὸ τῆς
πορνικῆς ἀκαθαρσίας τὴν πλημμέλειαν. τοὺς δαίμονας δὲ εἶναι
τούτους ἔφαμεν καὶ μακρόθεν ἑστηκότας. αὐτοὶ γὰρ ἅτε Νόες,
καὶ πρὸ τῆς πείρας v τὴν διέκβασιν εἰδέναι οἷοί τε εἰσὶ, καὶ ὡς
ἀπὸ καπνοῦ τοῦ πυρὸς τὴν ὑπόστασιν συνιέναι. ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις, εἰ 
καὶ αὐτοὶ οἱ ἐξοιστρήσαντες τοὺς ἀνθρώπους ἐπὶ τὰ ἀσχήμονα
 

 
κοινωνοὶ καὶ τῶν διὰ ταῦτα τιμωριῶν γενόμενοι, πῶς ἐλεύθεροι
τούτων εἰσάγονται θρῆνον συνείροντες; ἐροῦμεν ὡς οὐδὲν ἄπορον
μετόχους ὄντας βασάνων τινὰς προεγνωκότας ὅποι προάγει τὰ
συνεργούμενα τῶν ἀγνοούντων προληπτικῶς ὀλοφύρεσθαι. τὸ δὲ
οὐαὶ y, θρηνῶδες ἐστὶν ἐπίφθεγμα, εἰωθὸς ἐπὶ συμφοραῖς ἐνεργουμέναις 
ἐκφωνεῖσθαι z. διὸ καὶ νῦν μάλιστα τῷ παγκοσμίῳ καὶ
ἀθρόῳ συμπτώματι μετακεχείρισται a. ἰσχυρὰν δὲ πόλιν αὐτήν
φησιν, ὡς ἐξ ἀπείρου σχεδὸν χρόνου τὸ εἶναι διαλαβοῦσαν εἰς
ἀδιάρρηκτον σύνδεσμον καὶ οὔποτε ἐλπισθέντα διαλυθῆναι. 
 Ἠλθεν ἡ κρίσις σου. 
 b Κρίσιν τὴν κατάκρισίν φησιν, τὸ ἀνταποδωμα, ἰσοστάσιον
τῶν πεπραγμένων, ἐπάξιον τετολμημένων. 
 Καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς κλαύσουσι. 
 Ἐντεῦθεν ἀπαραγράπτως ἐκληπτέον τὰ χρησμῳδούμενα, οὐ
περὶ Βαβυλῶνος, οὐ Ῥώμης τῆς παλαιᾶς, οὐ τῆς νέας, οὐκ ἄλλης 
τινὸς μιᾶς πόλεως, ἀλλὰ τοῦ σύμπαντος c τούτου φθαρτοῦ κόσμου,
καθ’ ὃν οἱ τὰ πρόσκαιρα ἐμπορευόμενοι κλαυθμῷ καὶ πένθει ἁλώσονται,
ὅτι τὸν γόμον αὐτῶν οὐδεὶς ἀγοράσει d. γόμον δὲ τὰ
ἐπιτηδεύματα λέγει, περὶ ἃ εἰώθασιν οἱ ἄνθρωποι κατατρίβεσθαι.
e λυθέντος γὰρ τοῦδε τοῦ αἰσθητοῦ συγκρίματος ἐν δικαίοις καὶ 
ἀδίκοις τὸ διαπονεῖσθαι ὑπῆρξε πρὸς ἐπηρείαν βελτιόνων καὶ
χειρόνων· βελτιόνων μὲν τῶν βελτίστων· χειρόνων δὲ τῶν χειρίστων.
ἐξ ἑκατέρων τούτων τῶν ἐμ]πόρων πένθος ἐνστῆναι φησιν,
τῶν μὲν βελτίστων, ὅτι μὴ ἐπιπλέον τὸ γυμνάσιον πρού** εἰς
μείζονος ἀντίδοσιν ἀγαθῆς ἐργασίας καὶ ἀμοιβήν· τῶν δὲ χειρίστων, 
ὅτι παρέστη ἄθροον ἡ καταξίαν τῶν ἀτόπων αὐτοῖς
πράξεων ἀνταμοιβή. 
 Οὐκ ἔτι γόμον χρυσοῦ, καὶ τὰ ἑξῆς. 
 Εἰς γόμον τὰ ἐπιτηδεύματα φέρει, ὧν τῆς ἐπικαίρου ταύτης
διαρρυείσης βιοτῆς, καθ’ ἣν καὶ ἡ ἐμπορία f τῶν ἐπιτηδευμάτων 
τὸ ἔμπρακτον ἀποφέρεται, οὐκ ἀπεικὸς τὸ πένθος ἐπεισιέναι.
 

 
g εἰς χρυσὸν μὲν καὶ ἄργυρον ἐκεῖνα τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀφομοιούμενα,
ἃ τῷ διαιωνίζοντι πυρὶ, εἰ ἀνάλωτα διατηρηθείη, σκοπεῖται·
εἰς λίθους δὲ τιμίους, ὅσα τὸ λαμπρὸν *υροῦσθαι δυστυχεῖ τῷ μὴ
καθαρεύειν ἐπιδεικτικῆς ἀχρηστίας· εἰς μαργαρίτας δὲ, ὧν καὶ
λαμπρὸν μετὰ τοῦ εἶναι εἰς ἀνυπαρξίαν χωρεῖ. πορφύρα δὲ καὶ 
βύσσος καὶ Σηρῶν νήματα κόκ]κῳ δεδευμένα καὶ κόχλῳ ἐκεῖνα
τῶν ἐπιτηδευμάτων αἰνίττεσθαι, ὅσα τῷ εὐτελεῖ * κοῦντι τῆς κτήσεως
τὸ μακάριον οἶδεν περιποιεῖν. εἰς ξύλον δὲ θύϊνον καὶ
ἐλέφαν[τα] τούτων ἀναφερομένων, ὧν δυσπόρητος μὲν ἡ εὐπορία,
φέρουσα δὲ κλέος τῶν κεκτημένων. 
 Ἰστέον δὲ ὅτι καὶ νῦν τὰ τῆς συντάξεως τοῦ λόγου ἡμαρτημένως
κατὰ τὴν Ἑλλήνων συνήθειαν φέρεται· γόμον γὰρ εἰπὼν
χρυσοῦ καὶ ἀργυροῦ καὶ λίθου τιμίου καὶ μαργαρίτου καὶ βυσσίνου
καὶ πορφυροῦ καὶ σηρικοῦ καὶ κοκκίνου, οἶον εἰπεῖν κάτα
ἀκόλουθον ὁμοιόπτωτον γενικὴν, οὐ τοῦτο μὲν, ἀλλ’ εἰς εὐθεῖαν 
ἀνέδραμεν, οὐκ αὐτῷ μέλον Ἑλληνικῆς εὐρυθμίας τῷ εἰς τὴν
ὠφέλειαν δηλώσεως ἀσχολουμένῳ, οὐ περὶ τὸ εὔ[ρυθ].μον τοῦ ἤχου
θορυ[βου]μένου· τὸ μὲν γὰρ ἀναγκαῖον, τὸ δὲ πέριττον. h τιμίαις
δὲ ὕλαις ταῖς ἐν τῷ κόσμῳ, τοὺς ἐμβιοῦντας αὐτῷ ἐξομοιοῖ,
ἀργύρῳ μὲν καὶ χρυσῷ, τοὺς διαρκεῖ τῇ καρτερίᾳ τοὺς πειρασμοὺς 
ὑποφέροντας τοῦ βίου, καὶ αὑτοὺς εἰς πῦρ εἰωθότας δαπανᾷν, εἰ
καὶ κρειττόνων ἐλπίδι ἐναθλοῦντες τὸ ἀλώβητον ἔχουσι. τοιοῦτο
γὰρ καὶ ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος πρὸς τὸ ἔνυλον ἀποφαίνονται
πῦρ. λίθῳ δὲ τιμίῳ καὶ μαργαρίταις, τοὺς ἐπιδεικτικῶς τῆ κατ’
ἀρετὴν κτήσει ἀποχρωμένους, οἳ τῇ τῶν περιστάσεων ἐφόδῳ τὸ 
λαμπρὸν ἀπημβλύνθησαν. βύσσῳ δὲ καὶ πορφύρᾳ καὶ τοῖς ἀπὸ
Σηρῶν νήμασι, τοὺς ἐπὶ Χριστῷ τῷ ἄνθει τῶν ἐπαινουμένων καλλυνομένους.
ξυλίνοις δὲ σκεύεσι καὶ τοῖς ἐκ ξύλου τοῦ τιμιωτάτου
θυΐνου καὶ ἐλέφαντος καὶ κιναμώμου, τοὺς ἀποξενωμένῃ τῇ τοῦ
βίου ἀσκήσει καὶ τοῖς πολλοῖς ἀνεπιφάντῳ χρησαμένους, φανερωθέντος 
δὲ τοῦ ἡδίστου ἀτμοῦ τῶν κατορθωμάτων, εὐφροσύνην οὐδ
ὅσην εἰπεῖν καταλαβόντας πνευματικὴν, μετὰ τοῦ μηδὲ πυρὶ
φθόνου ἁλῶναι οἵους τε εἶναι, ὡς οὐδὲ πυρὶ τῷ ἐνύλῳ κινάμωμον.
 

 
χαλκῷ δὲ καὶ σιδήρῳ καὶ μαρμάρῳ, τοὺς χρυσοειδεῖς μὲν, νόθῳ
δὲ χρωμένους τῷ πλούτῳ, ὡς καὶ σίδηρος τὸ στιλπνὸν, καὶ μάρμαρον
τὸ στερρὸν, ὧν ἁπάντων τὸ πῦρ δοκιμαστικόν. καὶ οὕτω μὲν
τὰ διὰ πυρὸς τὸ δοκίμιον παρεχόμενα. ἐλαίῳ δὲ καὶ οἴνῳ καὶ
σεμιδάλει καὶ σίτῳ, τοὺς ἐν ἱλαρότητι καὶ εὔφρονι καταστήματι 
ψυχῆς τὸ τοῦ βίου πέλαγος διανηχομένους, οὐδὲν προσποιουμένους
τῆς τῶν κακεντρεχῶν πολυπραγμοσύνης, ἄντε καὶ πολυτελεστέρα
περιτυγχάνοιεν διαί[τᾳ] ἄντε καὶ χυδαιοτέρᾳ i. προβάτοις δὲ καὶ
κτήνεσι παραβληθεῖεν οἱ τῷ τοῦ Θεοῦ ἀπειροπληθεῖ ἐλέῳ, ᾗ φησιν
ὁ Δαβὶδ, σωζόμενοι. ἵπποις δὲ καὶ τοῖς διὰ τούτων ὀχήμασι k, 
ἃ ἡ παλαιὰ μὲν φωνὴ ἀγγάρους, ἡ δὲ τῶν Ἑλλήνων δημοσίους
ἱπποστάθμους, ἡ δὲ τῶν Ῥωμαίων ῥαίδη, ἀφ’ οὗ καὶ τὸ ῥαιδάριος l
τέτριπται, διὸ κἀνταῦθα τὸ ῥαιδῶν παρείληπται, ἐκείνους δηλοῦν
βούλεται, οἳ τὴν ὁδὸν τῶν ἐντολῶν σου δραμόντες πρακτικῶς
ᾀσματίζουσιν m. 
 Καὶ πᾶν σκεῦος ἐκ ξύλου. 
 n Οὐ πρὸς σολοικισμὸν τρεπόμενος ἀπὸ τῆς γενικῆς πτώσεως
εἰς εὐθεῖαν μετέβη. ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῖς σκεύεσιν ἔκ τινος εἰς τὸ
εἶναι συμβαίνει λαμβάνειν, εἰπὼν πρῶτον τὰ ἐκ τινῶν τοῖς
σκεύεσι πρόσεστι τὸ εἶναι, ἐπιφέρει μετὰ τοῦτο καὶ αὐτὰ τὰ ἐξ 
ὧν ἡ ὕπαρξις τοῖς σκεύεσι· τουτέστιν ἡ φυσικὴ τούτων ότης.
ἤτοι τῷ περισπουδάστῳ κατηρτισμένη, ἢ τῷ ἀπεναντίας ὀλιγωρουμενη,
η κα παντάπασιν αποστυγουμενη, ὡς χρυσὸς, ἄργυρος
χαλκὸς, σίδηρος. χρυσὸς μὲν γὰρ καὶ ἄργυρος ἀνθρώποις περι-
σπούδαστα, ὡσαύτως καὶ κιννάμωμον καὶ θυμίαμα καὶ λίβανον 
καὶ ἔλαιον καὶ οἶνος καὶ σεμίδαλις καὶ σῖτος. χαλκὸς δὲ καὶ
σίδηρος καὶ μάρμαρον καὶ ἥττω τούτων ζηλωτὰ· πρόβατα δὲ καὶ
κτήνη ὀλίγοις πρὸς κτῆσιν πεφρόντισται. 
 Χαλκῷ καὶ σιδήρῳ καὶ μαρμάρῳ τὸ εὐπόριστον παρεβλήθη
τῶν ἐπιτηδευμάτων. ἃ τῇ δυνάμει τῶν ἐκπονούντων παραμετρηθέντα 
τὸ εἶναι λαμπρὰ ἐκληρώσατο. ὡσαύτως καὶ ὅσα εὐώδεσιν ἀτμοῖς
τοῖς σωζομένοις καὶ ἀπολλυμένοις, ὡς καὶ Παύλῳ τῷ θείω δοκεῖ,
 

 
τὸ πρόσφορον ἀπονέμει. πρὸς τούτοις καὶ τὰ πρὸς ἔλαιον ἱλα-
ρότητι, καὶ πρὸς οἷον τῇ εὐφροσύνῃ, καὶ σεμιδάλει καὶ σίτῳ
ἀπεικαζομένοις, πολυτελεστέρῳ τὸ ζῆν καὶ κοινωτέρῳ κατὰ ἀρετὴν
ἐκπορίζουσι, καὶ τοῖς προβατωδῶς καὶ κτηνωδῶς σωτήρια μετιοῦσι·
περὶ ὧν καὶ εἴρηται τὸ “ ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις Κύριε.” 
ἵπποις δὲ καὶ τοῖς διὰ τῶν ἵππων ῥαίδοις συντελουμένοις. σημαίνει
δὲ τὸ ῥαίδων τὰ ὀχήματα Ῥωμαικῇ λέξει. γλώσσῃ ῥαιδιοὺμ γὰρ
οὗτοι τὸ ὄχημά φασι. οὗ ἡ πληθυντικὴ γενικὴ κατὰ συγκοπὴν
ῥαίδων γέγονεν. ἵπποις τοίνυν καὶ ῥαίδοις ἀναφέρει τούτους, οἱ τῷ
πλατυσμῷ τῶν τοῦ Θεοῦ ἐντολῶν, οἱονεὶ τῷ ἀστενοχωρήτῳ καὶ τῇ 
λειότητι τοῖς ἀπὸ Θεοῦ ῥοπῆς τῇ ἀνθρωπίνῃ καρδίᾳ ἐντυπουμένοις·
δι’ ὧν ἵππων ἡ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ὁδὸς ἐξανύεται. διὰ δὲ τὸ
προσθεῖναι σώματα καὶ ψυχὰς ἀνθρώπων τὴν ἐνάργειαν παρεχομένου
ἐστὶ τοῦ μὴ πρὸς μίαν πόλιν καὶ ταῦτα ἀφορίζεσθαι, ἀλλὰ
περὶ τὴν πᾶσαν κτίσιν ἐν τῇ μετασκευάσει τῆς ἀπὸ τῆς φθορᾶς 
εἰς ἀφθαρσίαν αὐτῆς ἐσομένης. 
 Ἵππων, ἀντὶ τοῦ ὀχημάτων, ἵπποι εἰς ὀχήματα ἐπιτήδειοι καὶ
σωμάτων καὶ ψυχῶν· τουτέστι κέ**οντες εἰς ἀναβάτας πεποιη-
μένοι. 
 Καὶ ἡ ὀπώρα τῆς ἐπιθυμίας. 
 Ὀπώραν καὶ τὸν καιρὸν οἶδε καλεῖν ἡ συνήθεια. ἐπεὶ τοίνυν
ἀπὸ τῆς φθορᾶς εἰς ἀφθαρσίαν μεταχωρεῖ τὰ ἀνθρώπινα ἀπαραλογίστως,
ἄρα o καὶ τὰ πρὸς φθορὰν ἀποκλίνοντα συνεκλείψει
ἀφανισθέντα εἰς ἅπαν. τοῦτο δὲ ἐπὶ πόλεως ἔτι ἐν τῷ ἐνεστῶτι
ἐνθεωρουμένης συμβῆναι ἀδύνατον. κατὰ μὲν γὰρ τὸ μᾶλλον καὶ 
ἧττον p, οὐδεὶς ἀντείποι μὴ συμβῆναι, κατὰ δὲ τὸ εἰς ἅπαν, οὔ.
ὥστε ἐκ περιουσίας ἀναιρεῖται ὁ πρὸς μίαν πόλιν συμβαίνειν
βουλόμενος προκείμενον ἄλογος· ὁ δὲ πρὸς πᾶσαν τὴν κτίσιν
ἀφορῶν τὸ κράτος ἀποφέρεται. 
 Καὶ ψυχὰς ἀνθρώπων. 
 Καταδουλοῦσά φησι, τοὺς ἐλευθέρους, ἄνθρωποι γὰρ ἀπὸ γενέσεως
τῆς κατὰ πρόθεσιν ἁμαρτί[ας] δούλωτοι ὄντες· ποίας γὰρ οἱ
μήπω τοῦ πολυμόχθου βίου τούτου μεταλαχόντες; διὸ οὔτε τῶν
 

 
λιπαρῶν αὐτοῦ οἱονεὶ τῶν ἀπολαυστικῶν αὐτοῦ καὶ ἐνηδόνων μετεσχον.
πω, ο μήπω ὢν τῶν ἐνυπαρχόντων ἐν χρήσει γενήσεται;
ἐπεὶ οὖν τὸ φθαρτὸν τοῦτο τοῦ νῦν κόσμου εἰς ἀφθαρσίαν μετεσκευάσθη,
τίς ἔτι λόγος λείψανά τινα τῆς φθορᾶς ἐνθεωρ[εῖσθαι]
τῇ ἀφθαρσίᾳ; 
 Οἱ ἔμποροι τούτων, οἱ πλουτήσαντες ἀπ’ αὐτῆς, ἀπὸ
μακρόθεν στήσονται διὰ τὸν φόβον τοῦ βασανισμοῦ
 αὐτῆς κλαίοντες, καὶ πενθοῦντες καὶ λέγοντες, Οὐαὶ οὐαὶ
ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἡ περιβεβλημένη βύσσινον καὶ πορφυροῦν
καὶ κόκκινον, καὶ κεχρυσωμένη χρυσίῳ καὶ λίθῳ 
τιμίῳ καὶ μαργαρίταις, ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη ὁ τοσοῦτος
 πλοῦτος. καὶ πᾶς κυβερνήτης, καὶ πᾶς ἐπὶ τῶν
πλοίων πλέων, καὶ ναῦται καὶ ὅσοι τὴν θάλασσαν
 ἐργάζονται, ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν, καὶ ἔον, βλέποντες
τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς, λέγοντες, τίς 
 ὁμοία τῇ πόλει τῆ μεγάλη; καὶ ἔβαλον χοῦν ἐπὶ τὰς
κεφαλὰς αὐτῶν, καὶ ἔκραζον κλαίοντες καὶ πενθοῦντες
καὶ λέγοντες, Οὐαὶ οὐαὶ ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἐν ἧ ἐπλούτησαν
πάντες οἱ ἔχοντες πλοῖα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐκ τῆς
τιμιότητος αὐτῆς. ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη. 
 Ἐμπόρους δυνάμεις θείας, ἢ δαίμονας νοητέον, οἳ συνεργοὶ τοῖς
οὐρανοῖς, πρὸς ὅπερ ἑκατέρους τὸ καταθύμιον. πόρρωθεν δὲ τούτοις
ἑκατέρα ἡ στάσις, φησὶ, διὰ τὸν φόβον. ἀλλ’ Ἄγγελοι μὲν, διὰ
τὸ τοῦ κριτοῦ αὐστηρὸν, ὅπερ ἡ τῶν ἁμαρτωλῶν ἀπείθεια προευπόρισεν.
ἑωρῶμεν ἐν τοῖς μα**μᾶς τοῦ οἰκοδεσπότου ὀργιζομένου 
τοῖς κακούργοις τῶν δούλων. καὶ τοὺς εὐ[σχή]μονας καὶ εὐαρέσ[τους]
πτοίᾳ συνεχομένους. μακρόθεν δὲ στῆναι τοὺς Ἀγγέλους
καὶ δαίμονας· τὸ μηδὲν ὄν]των ὡς ἄνθρωποι φύσιν μὴ χωρῆσαι
πρὸς συνδρομὴν ἀνθρώποις πά]ρεσχον γνωμικῇ προσθέσει πρὸς
τὸ ἑκατέροις καταθύμιον ἀφορμῆσαι. τὸν φόβον δὲ τοῖς δαίμοσιν 
ἡ κοινωνία τῶν ἁμαρτωλῶν τῆς τιμωρίας ἐμποιήσει. ἣν ὑποσχεῖν
ἡ τοῦ κριτοῦ ἀπόφασις ἐνδίκως καὶ τῷ τῆς τῶν ἁμαρτωλῶν
ἐπιστασίας. 

 
 Οὐαὶ οὐαὶ ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἡ περιβεβλημένη
βύσσινον. 
 Ἀπὸ τῶν γνωρίμων τῶν ἐφυστεριζόντων παρέχει τὴν γνῶσιν.
ἐπεὶ οὖν ἡ γνώριμος Βαβυλὼν, πολλῷ ἐξυβρίσασα πλούτῳ, ὑπ’
ὄψιν ἄγει τὰ πάθη, διὰ τοῦ ἐπ’ αὐτῇ βασιλείου θρόνου τὸ 
μέγεθος ὑπογράφων τῆς συμφορᾶς. καὶ οὐ μόνον τῷ πλούτῳ
παριστᾷ καὶ τῇ τούτου ἀπωλείᾳ τὸ πένθος, ἀλλὰ καὶ τῷ τάχει
τῆς διαφθορᾶς, τὸν ἐξ αἰῶνος πλοῦτον ἡμέρας βραχείας τῷ q
διαστήματι ἀπολωλεκυίαν r. ἡ γὰρ τοῦ Κυρίου δευτέρα παρουσία,
ὡς ἀστραπῆς ἐπελεύσεται τάχος, τὸν πολύμοχθον ἀφανίζουσα 
βίον. 
 Καὶ πᾶς κυβερνήτης, καὶ πᾶς ἐπὶ τῶν πλοίων πλέων. 
 Θαλάσσῃ τροπικῶς ὁ παρὼν βίος παρεβλήθη, ὡς πολλοῖς καὶ
αὐτὸς πράγμασι κυμαινόμενος, ὑπὸ πνεύμασι μάλιστα δαιμονικῆς
ἐπηρείας. εἰκότως δὲ καὶ πλοῖα ἐν αὐτῷ ὑπειλήφαμεν 8 τὰς τῶν 
ἐπισυμβαινόντων πραγμάτων ἐπιφορὰς, αἱς ὡσπερεὶ πλοίοις ἄνθρωποι
χρώμενοι, τὸ τῆς ἑαυτῶν ζωῆς διαπλέουσι πέλαγος. κυβερνήτας
δὲ, τούτους λογιστέον, τοὺς ἀσφαλῶς τῷ βίῳ χρωμένους.
ναύτας δὲ καὶ πλωτῆρας καὶ θαλήττης t ἐργάτας, οὓς καὶ θαλαττίους
σοφός τις ἐρεῖ, τοὺς περὶ τὰ τοῦ πολυκύμονος τοῦδε τοῦ 
κόσμου κεκμηκότας ἀνθρώπους, οἳ πάντες τὸ ἀπαραλόγιστον καὶ
πάντως ἐσόμενον τοῦ βίου τούτου τέλος ἐννοηθέντες, καὶ πρὶν
ἐπιστῇ, ἐφυλάξαντο u. τοῦτο γὰρ τὸ μακρόθεν ἑστάναι παρέχει
νοεῖν. καὶ ὅτι τοῖς ἀτόποις ἐπιτηδεύμασι τῶν ἐνθαλαττευόντων
ἀπαραιτήτως v πρὸς τοῦ δικαίου δημιουργοῦ, “ὃς ἔπλασεν ἐπὶ ἔργοις 
“ ἡμᾶς ἀγαθοῖς, ἡμεῖς δὲ ἐζητήσαμεν λόγους πονηρίας, ᾗ φησιν
ὁ Ἐκκλησιάστης Σολομῶν· ἀπαραιτήτως τοιγαροῦν ἐπακολουθήσει
ἡ τιμωρία x, ὥσπερ καπνῷ τὸ πῦρ, διὸ καὶ καπνῷ παρείκασε τὴν
προσδοκίαν, δηλοῖ ὁ σωτὴρ αὐτὸς, λέγων, “ ὥσπέρ,” φησιν, “ ἡ
“ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν, καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, 
“ οὕτως ἔσται ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.” πυρὶ δὲ τὸ
 

 
ἐξεταστικὸν πρὸς ἀκρίβειαν τῶν πεπραγμένων ἀφωμοίωται z. εἰκότως
δὲ καὶ καταπληκτικὸν οὗτοι κεκράξονται, καὶ τὰ ἀκόλουθα
τῶν θρηνῳδούντων ὑποστήσονται, χοῦν καταχεάμενοι τῶν κεφαλῶν,
καὶ εἴτι ἄλλο τοῖς θρηνῳδοῦσιν ἀκόλουθον, ἐκτελοῦντες. 
 Τίς ὁμοία τῇ πόλει τῆ μεγάλῃ; 
 Οὐκ ἔστιν ἄλλην πόλιν εὑρεῖν, ὅτι μηδὲ ἄλλον δημιουργὸν,
μηδὲ ἄλλον κόσμον. Βαβυλῶνα δὲ ἄλλην, καὶ ἐν Αἰγύπτῳ ἔστιν
εὑρεῖν, καὶ ταύτῃ ὁμοίαν ἐν αὐτῇ Αἰγύπτῳ κατὰ τὸ Ἡρακλεωτικὸν
Νείλου στόμα Ἀλεξάνδρειαν, καὶ κατ’ Εὐρώπην περὶ τὰ δυτικώτερα
καὶ ἀρκτῷα Ῥώμην, καὶ κατὰ τὰ ἀνατολικώτερα τὴν 
ἐπὶ Βυζαντίῳ τῆς Κωνσταντίνου ἐπώνυμον. 
 Ἐν ἧ ἐπλούτησαν πάντες. 
 Ἐντεῦθεν ἀναμφίβολον ὅτι οὐ περὶ πόλεως ὁ λόγος μιᾶς, ἀλλὰ
περὶ παντὸς τοῦδε τοῦ φθαρτοῦ συστήματός ἐστι λαβεῖν. οὔτε
γὰρ Βαβυλὼν, οὐ Ῥώμη, οὐκ ἄλλη πόλις ἐκ πλοίων πορείας μόνον 
πλουτεῖ, εἰ μὴ μόνος οὗτος ὁ κόσμος. ἀλληγορικῶς γὰρ πλουτεῖ
τὸν τῷ ὄντι πλοῦτον διαψύχων ἀνθρώπων, οἳ καθάπερ διὰ πλοίων
ἀμετόχως ἁλμυρᾶς ἐπικλύσεως τὸν κοσμικὸν σάλον διανέοντες,
ἀνενδεῆ ταύτην τὴν ῥηθεῖσαν πόλιν τὸν κόσμον a κατεστήσαντο τῆς
ἀπὸ τῶν ἐντίμων ἐμπορίας. διὸ καὶ ὡς χωρίον ὑπάρχουσαν, καὶ 
ἔδαφος σωτηρίας, ἀφ’ οὗ καὶ ἀμοιβὰς εὕροντο τῶν πόνων, θρῆνον
συνεκρότησαν θεασάμενοι ἀφανισμῷ παραπεμφθεῖσαν. 
 Εὐφραίνου ἐπ’ αὐτῇ οὐρανὲ, καὶ οἱ ἅγιοι, καὶ οἱ
ἀπόστολοι, καὶ οἱ προφῆται, ὅτι ἔκρινεν ὁ Θεὸς τὸ
 κρίμα ὑμῶν ἐξ αὐτῆς. καὶ ᾖρεν εἷς ἄγγελος ἰσχυρὸς 
λίθον ὡς μύλον μέγαν, καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν θάλασσαν,
λέγων, Οὕτως ὁρμήματι βληθήσεται Βαβυλὼν ἡ μεγάλη
 πόλις, καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ ἔτι. καὶ φωνὴ κιθαρῳδῶν καὶ
μουσικῶν καὶ αὐλητῶν καὶ σαλπιστῶν οὐ μὴ ἀκουσθῇ
ἐν σοὶ ἔτι, καὶ πᾶς τεχνίτης πάσης τέχνης οὐ μὴ εὑρεθῇ 
ἐν σοὶ ἔτι, καὶ φωνὴ μύλου οὐ μὴ φανῇ ἐν σοὶ ἔτι,
 καὶ φῶς λύχνου οὐ μὴ φανῇ ἐν σοὶ ἔτι, καὶ φωνὴ
 

 
νυμφίου καὶ νύμφης, οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἐν σοὶ ἔτι. ὅτι οἱ
ἔμποροί σου ἦσαν οἱ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, ὅτι ἐν τῇ
 φαρμακείᾳ σου ἐπλανήθησαν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἐν
αὐτῇ αἵματα προφητῶν καὶ ἁγίων εὑρέθη, καὶ πάντων
τῶν ἐσφαγμένων ἐπὶ τῆς γῆς. 
 Καὶ ἀπὸ τούτου τὸ περὶ τοῦ κόσμου τὸν χρηματισμὸν εἶναι,
οὐ περὶ μιᾶς πόλεως βεβαιούμεθα. τὸ δὲ μετὰ τὸν θρῆνον εἰς
εὐφροσύνην τραπῆναι b, οὐ τῶν ἐν κόσμῳ τὸ δρᾶμα, ἀλλὰ τῶν
οὐρανίων, ὡς ἤδη τοῦ ἐναγωνίου τόπου ἀφανισθέντος, οἳ ἐν τύπῳ c
τὸν νικητήριον ἀναδησάμενοι στέφανον, ὅσον ἐν προφήταις, ὅσον 
ἐν Ἀποστόλοις, ὅσου ἐν ὁσίοις, ἐν ἱεράρχαις, καὶ εἴτι λοιπὸν
σύστημα τῶν εὐαρεστησάντων Θεῷ, χαρᾶς ἀλήκτου, τὸ ἀπὸ
τοῦδε μετάσχοιεν d, ἀκόπου καὶ ἀπραγματεύτου ζωῆς ἠξιωμένοι,
πρὸς τοῦ κατ’ ἀξίαν εἰδότος κρῖναι e, τουτέστι βραβεύειν τῶν
πόνων τὰ ἔπαθλα. εἰ δέ τι δεῖ καὶ παραδοξότερον ἐρεῖν, οὐδὲ τοῖς 
ἀστοχοῦσι διὰ πλημμελείας θείων βραβείων ἀποθύμιος ἡ τοῦ
παρόντος κόσμου συντέλεια, λυθέντος χωρίου, ἐν ᾧ ἀνομίαν ἐπ’
ἀνομίᾳ προστιθέναι ἀφρό[νες] ἐδυστύχουν. ἀφ’ οὗ καὶ τῆς τοῦ
Θεοῦ δικαιοσύνης διήμαρτον. 
 Ὅτι ἔκρινεν ὁ Θεὸς τὸ κρίμα. 
 Οἱονεὶ ἠκρίβωσε τὸ κατ’ ἀξίαν ἑκάστῳ ἀνταπόδωμα τῶν σωτη-
ριων πονων. 
 Καὶ ἦρεν εἷς Ἄγγελος ἰσχυρὸς λίθον ὡς μύλον
μέγαν. 
 Διαφόροις τροπολογίαις ὑποβάλλει τὴν τοῦ φθαρτοῦ κόσμου 
συντέλειαν. διὸ πρὸς ταῖς εἰρημέναις καὶ ταύτην συνεπιφέρει f,
μύλῳ g ἀπεικάζων αὐτὸν καταδύνοντι ὁρμήματι εἰς ὑγρὰν οὐσίαν.
οὕτω δέ φησι τὸν τοιοῦτον καταδύνειν ἀθρόον, ὡς μηκέτι λείψανον
αὐτοῦ ἐνορᾶσθαι· καὶ τὸν αὐτὸν τρόπον, καὶ τοῦτον εἰς παντελῆ
ἀδηλίαν χωρῆσαι. καὶ ἵνα τοῦτο ἐκδηλότερον ᾖ, προστίθησι καὶ 
τὰ ἐν αὐτῷ ἐξ αἰῶνος ἐμπολιτευθέντα τρυφῆς παραίτια καὶ
ἀσωτίας ὄχλον ἀναιρεθίζοντα. 
 

 
 Ὅτι οἱ ἔμποροί σου. 
 Ἐμπόρους τοὺς συγκροτοῦντας τὸ ἐπὶ γῆς τοῦτο ἐλεεινὸν λέγει
πανηγύριον, διὸ καὶ μεγιστᾶνας φησίν. οὐ γὰρ πενήτων τὸ ἁβροδίαιτον,
οὐδεμιᾶς ἐξουσίας τὸ διαφόροις γοητείαις ὥσπερ Φαρμάκοις
πάντα τὰ ἔθνη φαρμάσσειν, ἣ δυναστείαις καταδουλουμένους h, 
ἣ τυραννικῇ βίᾳ ἀφανιζομένους i, ἀφ’ ἧς καὶ αἵματα τῶν
ἀνακειμένων Θεῷ χειμάρρου δίκην ἐχέθη, ὑπὸ μὲν k Ἰουδαίων, προφητῶν,
ὑπὸ δὲ Ἑλλήνων, τῶν ἁγίων μαρτύρων ἀπὸ Ἄβελ καὶ
μέχρι συντελείας τοῦ κόσμου.

ΚΕΦ. Νς. 
 
 Περὶ τῆς τῶν ἁγίων ὑμνῳδίας, κοὶ τοῦ τριπλοῦ Ἀλληλούϊα, ὅπερ ἔψαλλον
ἐπὶ τῆ καθαιρέσει Βαβυλῶνος. 
 Μετὰ ταῦτα ἤκουσα ὡς φωνὴν μεγάλην ὄχλου πολλοῦ
ἐν τῷ οὐρανῷ λεγόντων, Ἀλληλούϊα· ἡ σωτηρία,
καὶ ἡ τιμὴ, καὶ ἡ δύναμις, καὶ ἡ δόξα τῷ Θεῷ ἡμῶν, 
 ὅτι ἀληθιναὶ καὶ δίκαιαι αἱ κρίσεις αὐτοῦ, ὅτι ἔκρινε τὴν
πόρνην τὴν μεγάλην, ἥτις διέφθειρε τὴν γῆν τὴν μεγάλην,
ἥτις διέφθειρε τὴν γῆν ἐν πορνείᾳ αὐτῆς, καὶ ἐξεδίκησε
 τὸ αἷμα τῶν δούλων αὐτοῦ ἐκ χειρὸς αὐτῆς. καὶ
δεύτερον εἴρηκεν, Ἀλληλούϊα, καὶ ὁ καπνὸς αὐτῆς ἀναβαίνει 
 εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. καὶ ἔπεσον οἱ
πρεσβύτεροι οἱ εἰκοσιτέσσαρες καὶ τὰ τέσσαρα ζωὰ,
καὶ προσεκύνησαν τῷ Θεῷ τῷ καθημένῳ ἐπὶ τῷ θρόνῳ,
λέγοντες, Ἀμὴν, Ἀλληλούϊα. 
 Ἤκουσα ὡς φωνὴν μεγάλην ὄχλου πολλοῦ. 
 Ἀμύθητα γὰρ τὰ τάγματα τῶν ἁγίων Ἀγγέλων ἐστί· διὸ καί
τις τῶν πατέρων τὰ ςθ πρόβατα σωζόμενα τοὺς Ἀγγέλους εἶναι,
τὸ δὲ ἓν τοὺς ἀνθρώπους. ἀλλὰ καὶ Δανιὴλ χιλίας χιλιάδας καὶ
μυριάδας τῶν λειτουργούντων εἰσάγει Θεῷ· ὡς φωνὴ γὰρ, ἀλλ’ οὐ
 

 
φωνήν. οὐ γὰρ αὐτόχρημα φωνὴ, ἀλλ’ ὡς φωνή. τίς γὰρ ἃν καὶ
εἴη φωνὴ, ὧν φωνῆς ὄργανα οὐ δηλοῦται. καλῶς οὖν ὡς φωνὴν
εἴρηκεν, ὁμοιωματικῷ χρησάμενος μορίῳ. 
 Ἀλληλούϊα σημαίνει τὸ ὑμνήσατε, αἰνέσατε τὸν Θεόν. ἄξιος
γὰρ ὕμνου μὲν, ὡς προαγωγεὺς εἰς τὸ ὂν τῶν μὴ ὄντων· αἴνου δὲ, 
ὡς σωτηριωδῶς τῶν * ρηγμένων ὑποστήσαντος. εὐχαριστήριον
τοίνυν m ᾄδουσιν ᾠδὴν ἐπὶ τῇ δικαιοκρισίᾳ n τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἀσπροσωπολήπτως
ὑπεξῆλθε τῇ πόρνῃ τῇ μεγάλῃ. λέγει δὲ τοὺς ἐν τῷ
κόσμῳ τούτῳ. ο τὸ γὰρ τὸν κόσμον νοεῖν μόνην τὴν ὁρωμένην
κτίσιν, ἥλιον λέγω καὶ ἄστρα καὶ τὰ τούτοις ἑξῆς οὐ κατὰ σκοποῦ 
βάλλοντός ἐστι· οἶδεν γὰρ ἡ γραφὴ καὶ διῃρημένως χρῆσθαι τῷ
τοῦ κόσμου ὀνό[ματι] ὡς ὅταν λέγῃ, “τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ
“πλήρωμα αύτῆς.” ἐπεὶ οὑν καὶ τὸ πλήρωμα εἰς κόσμον λελόγισται
καὶ μάλιστα τοῦτο τῇ πλημμελείᾳ, καὶ ἡ ἄψυχος οὐ
δία * * νει μαστιζομέν * οὕτως ὁ αἶνος ἐπὶ * δικία ἐπιτελεῖ· 
ἥτις συνέστη ἐπὶ * * νῇ οὐ τῇ ἀναισθή[τῳ], οὐ γὰρ ἃν ἥλιος ἣ
ἄστρα νεύσει ἢ ἀὴρ ἢ γῆ τὸ πλήρωμα· καὶ ὅτι τοῦτο ἐχέγγυος
ὅλως πι[στώσασθαι] τὴν διὰ τῆς πόρνης ἤτοι συστήματος καὶ τῇ
γῆ· * * νον γενέσθαι τῆς διαφθορᾶς καὶ ἀνυπάρ ξεως] ἐν τῷ ἐκδικῆσαι
διαθεῖναι τὸ αἷμα ἑ * * ρὸς αὐτῆς· πεπερασμένως εἰσήγαγε 
ἐμπολιτευόμενον καλεῖν πόρνην, ἀλλὰ τὸν αἰσθητὸν κόσμον
καὶ ἄψυχον. 
 p Ὅτι ἔκρινε τὴν πόρνην τὴν μεγάλην. 
 Εἰ περὶ μιᾶς πόλεως ὁ λόγος, πῶς μία πόλις ἐξήρκεσε
διαφ * * τὴν γῆν ἅπασαν; 
 Καὶ δεύτερον εἴρηκεν Ἀλληλούϊα. 
 Ἐπὶ τῷ πρώτῳ καὶ δεύτερον ἀλληλούϊα, καὶ ἐπὶ τούτῳ καὶ
τρίτον. καὶ ἔμ κατωτέρῳ καὶ τρισσῇ τῇ τοῦ Ἀλληλούϊα ἀναφωνήσει,
τὴν τρισυπόστατον ἀνυμνεῖσθαι τριάδα ὑπ’ αὐτῶν θεωρήσεις r.
τίνες δὲ οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὰ τέσσαρα ζῷα, προτεθεώρηται. 
καπνὸς δὲ ἀνέβη s, ἡ ἀποκειμένη τῆς τιμωρίας ἐλπὶς ἐξ
 

 
αἰῶνος ἀποκρεμαμένη τοῖς ἀξίως τῶν ἑαυτῶν πονηρῶν ἔργων ληψομένοις
τὴν ἀμοιβήν t. 
 u Ἐν μέσῳ δὲ τὸ Ἀλλελούϊα διέκοψε τὸν εἱρμὸν τοῦ λόγου·
ἐπεί τοιγε ἡ ἀκολουθία τῆς συντάξεως τοῦ λόγου αὕτη τυγχάνει,
καὶ ἐξεδίκησε τὸ αἷμα τῶν δούλων αὐτοῦ ἐκ χειρὸς αὐτῆς, καὶ ὁ 
καπνὸς αὐτῆς ἀναβαίνει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. εἴρηται δὲ
καὶ τίς ὁ καπνὸς, ὅτι ἡ ἀπαράβατος πρὸ τοῦ ἀπ’ αἰῶνος καὶ εἰς
ἀῶνα ἀτελευτήτου πυρός· οὗ ἐκ παραλλήλου καὶ ἡ τοῦ Ἀλληλούϊα
δοξολογία ἀτελεύτητος τῷ ἀμὴν ἐπισφραγιζομένη, ὃ τὸ ἀληθὲς εἰς
Ελλάδα γλῶσσαν μεταφερόμενον ἐμφανίζει, ἣ τὸ πρὸς τέλος 
ἀφῖχθαι, ᾔτουν γενέσεως ἤδη δεδράχθαι· καὶ τί γὰρ ἄλλο τῆς
φθορᾶς εἰς ἀφθαρσίαν ἔσται μετεγγισθείσης; 
 v Καὶ ἔπεσον οἱ Πρεσβύτεροι. 
 Πρεσβύτεροι τῶν νοερῶν καὶ θείων δυνάμεων σύμβολον. τὰ δ
ζῷα τὰ ἐκ τεσσάρων στοιχείων σωματικὴν ὕπαρξιν εἰληχότων, 
καὶ πρὸς ἀγγελικὴν κατάστασιν μεταταξαμένων. 
 “ x Τὰ Σεραφεὶμ γάρ’ ὡς Ἡσαΐας φησιν, “ τὸν ὑψηλὸν ἐπηρ-
“ μένον Κύριον καθῆσθαι.” εἰ δὲ μὴ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ θρόνου τίς
ἐθέλοι τὸν αἶνον προιέναι, τὸ τὰ Σεραφεὶμ τὸν θρόνον κυκλοῦν,
οὐχ ἧττον καὶ οὗτος ἀπὸ τῶν Σεραφεὶμ ὁ αἶνος, ἐ[πεὶ] καὶ τοῦτο 
ὁ αὐτὸς Ἡσαΐας ἐξέφηνεν, ἐν τῷ τὸν θρόνον εἰπεῖν τὸ Σεραφεὶμ
καὶ τὸ τρισάγιον Δ y κραυγὴν διάλληλον ἀναφωνεῖν εἰρηκὼς· τοῖς
δούλοις δὲ πρὸς τῶν Σεραφεὶμ ἀνατίθεται ὁ αἷνος καὶ τοῖς Φοβουμένοις.
οὐχ ὅτι ταῦτα οὐ δοῦλοι οἱ ἐκ προστάγματος τὸ εἶναι
λαβόντες, ὡς Δαβίδ φησιν, “ὅτι αὑτὸς εἶπεν καὶ ἐγενήθησαν,” 
καὶ “ὅτι τὰ σύμπαντα δοῦλα σά, ἀλλὰ τὰ Σεραφεὶμ ἀΰλον
κτίσιν συμπληροῦντα τῇ ἐνύλῳ ταύτῃ κελεύειν ἐκ προκοπῆς τὸ
εἰς δουλεί[αν τε]τυχηκότας. διὸ ὁ προκαταρκτικὸς φόβῳ ἐστοιχειῶσε
καὶ τὸ μικροὶ καὶ μεγάλοι ἀπολαχεῖν κατὰ μέτρον τῆς
περιφόβου φιλοπονίας. 
 Καὶ φωνὴ ἐκ τοῦ θρόνου ἐξῆλθε λέγουσα, Αἰνεῖτε
τὸν Θεὸν ἡμῶν πάντες οἱ δοῦλοι αὐτοῦ, καὶ οἱ Φοβού-
 

 
 μένοι αὐτὸν οἱ μικροὶ καὶ οἱ μεγάλοι. καὶ ἤκουσα ὡς
φωνὴν ὄχλου πολλοῦ, καὶ ὡς φωνὴν ὑδάτων πολλῶν,
καὶ ὡς φωνὴν βροντῶν ἰσχυρῶν, λέγοντας Ἀλληλούϊα,
ὅτι ἐβασίλευσε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ παντοκράτωρ. 
 Θρόνος τοῦ Θεοῦ τὰ Σεραφίμ y. εἰ οὖν ἀπὸ τούτου ἡ φωνὴ, 
ἄρα καὶ ἀπὸ τῶν Σεραφίμ. ἢ εἰ καὶ μὴ τὸν θρόνον τις ἐθέλοι
νοεῖν τὰ Σεραφὶμ, ἀλλὰ καὶ οὕτως z ἀπὸ τῶν Σεραφὶμ ὁ αἶνος.
μετὰ τὸ τρισσὸν δὲ Ἀλληλούϊα, καὶ πάλιν Ἁλληλούϊα, ὡς καὶ
παρὰ τῷ προφήτῃ Ἡσαΐᾳ τὰ Σεραφεὶμ καὶ τρὶς εἰπόντα “ὁ
“ ἅγιος,” εἰς μίαν συνέκλεισαν κυριότητα τὴν τρισσὴν ὁμολόγησαν 
σημαίνοντα· οἷα μὲν ταῖς ἰδιότησι, ᾔτουν ὑποστάσεσι ἢ]
προσώποις, ἓν δὲ οὐσίᾳ· οὕτω κἀνταῦθα τρὶς τὸ Ἀλληλούϊα
φθεγξάμεναι αἱ οὐρανίαι δυνάμεις, καθεκάστην τῶν τριῶν ὑποστάσεων
τὸ σέβας ἀνατεθηκθῖαι, νῦν ἓν τῇ ἁγίᾳ τριάδι τὸ Ἀλληλουΐα
προσᾴδουσι, παραδηλοῦσαι ὅτι ἐν μοναδικῇ οὐσίᾳ καὶ θεότητι 
ἡ ἁγία καὶ πανύμνητος ὑπάρχει τριάς. 
 Καὶ ὡς φωνὴν ὑδάτων πολλῶν. 
 Tὴν φωνὴν ταύτην, πολλοῦ ὄχλου ὑδάτων καταρρήξει καὶ βροντῶν
ἰσχυρᾷ ἀπεικάζει διηχήσει, τὸ διαπρύσιον τοῦ ὕμνου τῶν
οὐρανίων καὶ ἀναρίθμων παραδηλῶν δυνάμεων. 
 b Ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ παντοκράτωρ. 
 “Παντοκράτωρ·” πάντως καὶ πρὸ αἰώνων ἔχων τὸ κράτος, ὁ
ποιητὴς ἁπάντων· τι οὖν βούλεται ἡ νῦν ὑμνολογία; νεαρὸν τὸ
κράτος τὸ κατὰ πάντων ἐμφαίνουσα τὸ ἀνυπέρβλητον τῆς περὶ
ἡμᾶς γνωμικῆς οἰκειώσεως τοῦ ὑπερπλήρους τῇ ἀγαθότητι· ὅτι τὰ 
ἡμέτερα ἅπαντα οἰκειώσατο· διὸ καὶ ὡς ὁ θεῖος Παῦλός φησι, τὸ
“ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου,” ἰδιοποιήσασθαι οὐκ
ἀπηξίωσε κρεμασθεὶς ἐπὶ ξύλου σταύρου· οὕτως καὶ τὸ τῶν ἐθνῶν
ἀνυπότακτον οἰκειούμενος ἕως ὁ πολυσχιδὴς οὗτος συνίσταται
κόσμος δοκεῖ τὸ πρὸς τὸν Πατέρα φέρειν ἀνυπότακτον· ἐπειδὰν δὲ 
τὸ διάφορον τοῦ νῦν κυκεῶνος συντελεσθὲν τὸ θεῖον θέλημα σω-
 

 
τηρι * ἐκλάμψῃ, κατὰ τὴν ἀποκειμένην τοῦ Κυρίου παρουσίαν
δευτέραν· τότε ἅτε διὰ πάσης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐνεργῆ τὴν
ἐπιφοίτησιν τοῦ θείου δεξαμένης θελήματος, καὶ τοῦ δοκοῦντος δι’
ἐμὲ ἀνυποτάκτου τῷ Υἱῷ ἐν ὑποπτώσει τῷ Πατρὶ νομισθείη· διὸ
καὶ ἡ χαρὰ καὶ τὸ ἀγαλλίαμα ταῖς ὑπερκοσμίοις συσταίη δυνάμεσιν· 
αἳ καὶ εἰ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλοῦ χαίρουσι σωτηρίᾳ, πόσῳ
μᾶλλον ἐπὶ παγκοσμίῳ δικαιοδοσίᾳ; καὶ ἵνα παραστήσῃ τὸ τῆς
πρὸς τοὺς σωζομένους ἀνακράσεως τοῦ Θεοῦ, γάμῳ παραβάλλει,
καθὸ καὶ εἴρηται, “καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. τὸν γάμον
δὲ τῷ ἀρνίῳ ἀφορίζει, καθότι καὶ αὐτὸς ὑπὲρ ἡμῶν ὡς ἀμνὸς ἤχθη 
εἰς θάνατον. διὸ καὶ τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ τοῖς ἀπ’ Αἰγύπτου πρὸς
τὴν ἐπηγγελμένην διάβασιν γῆς ὑπόμνησιν κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ
Πάσχα, ἀρνίου θυσίαν προσέταξεν· ἐκεῖνο ὑπογράφων ὡς καὶ αὐτὸς
κατὰ τὸ Πάσχα τὸ τυπικὸν σφαγιασθεὶς τὴν ἀπὸ τῆς φθορᾶς εἰς
ἀφθαρσίαν ἡμῶν ὑποβάλλεται μετάβασιν.

ΚΕΦ. ΝΖ. 

 Περὶ τοῦ μυστικοῦ γόμου, καὶ τοῦ δείπνου τοῦ ὀρνίου. 
 Χαίρωμεν καὶ ἀγαλλιώμεθα, καὶ δῶμεν τὴν δόξαν
αὐτῶ, ὅτι ἦλθεν ὁ γάμος τοῦ ἀρνίου, καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ
 ἡτοίμασεν ἑαυτὴν, καὶ ἐδόθη αὐτῇ ἵνα περιβάληται βύσσινον 
λαμπρὸν καὶ καθαρόν· τὸ γὰρ βύσσινον, τὰ δικαιώματα
τῶν ἁγίων ἐστί. καὶ λέγει μοι, γράψον, μακάριοι
οἱ εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ ἀρνίου κεκλημένοι.
 νοι. καὶ λέγει μοι, οὗτοι οἱ λόγοι ἀληθινοὶ τοῦ Θεοῦ
 εἰσι. καὶ ἔπεσον ἔμπροσθεν τῶν ποδῶν αὐτοῦ, προσκυνῆσαι 
αὐτῷ· καὶ λέγει μοι, ὅρα μὴ, σύνδουλός σου
εἰμὶ, καὶ τῶν ἀδελφῶν σου τῶν ἐχόντων τὴν μαρτυρίαν
Ἰησοῦ· τῷ Θεῷ προσκύνησον. ἡ γὰρ μαρτυρία τοῦ
Υἱοῦ ἐστι τὸ πνεῦμα τῆς προφητείας. 
 Καὶ δῶμεν τὴν δόξιν αὐτῷ. 
 Ὑποταγεντων αὐτῷ πάντων τῳ καὶ πρὸ τῆς σωτηριου πᾶσιν
 

 
ἐνανθρωπήσεως καὶ ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς ὡς Υἱὸς καὶ συνδημιουργὸς
τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν
ὁμοίως πάντων βασιλεύοντος. οὐδὲ γὰρ ἐκ τῆς ἐνανθρωπήσεως
ἠλαττώθη τι τῆς κατὰ πάντων ἀρχῆς. ἀλλ’ ἐπεὶ κατὰ τὸν θεῖον
Ἀπόστολον πάντα παρὰ τὸν Κύριον οἰκειωσάμενον, ἵνα καὶ πάντων 
ἀποτίσας τὸ ὄφλημα ἡμῖν βραβεύσῃ τὸ εἰς ἀνεύθυνον· ὅτε καὶ τὸ
διὰ τὴν παρακοὴν ἐπιτίμιον ἀργὸν χρηματίσει. τοῦτο δὲ οὐχ ὁ
θάνατος; διὸ καὶ Παῦλος ἔσχατόν φησιν ἐχθρὸν καταργεῖσθαι τὸν
θάνατον, εἰκότως αἱ δυνάμεις τὸ ἐβασίλευσεν ὁ Θεὸς ἡμῶν ᾄδουσιν·
ὡς τότε τοῦ θανάτου καταργηθέντος φθορᾶς οἰχομένης τοῦ κόσμου, 
τὴν βασιλείαν τὴν ἐπὶ πᾶσιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ Κύριος Ἰησοῦς
Χριστὸς καὶ Θεὸς, βασιλείαν ἀνενδοίαστον κληρονομεῖ· τῶν μὲν
ἐν τῇ κολάσει, τῶν δὲ κατὰ πρόσωπον πεμφθέντων τιμῇ καὶ δόξῃ·
οὐ δι’ ἐσόπτρου καὶ αἰνίγματος, ἀλλ’ αὐτόχρημα καὶ ἀληθές. 
 Ὁ ἐν τῷ παρόντι πνευματικὸς γάμος τοῦ Κυρίου ἐπὶ τῇ πρὸς 
τὴν Ἐκκλησίαν μνηστείᾳ ἐστὶ, καὶ οὗτω d τέλειος γάμος. καὶ
τοῦτο αἰνίττεται ὁ θεῖος e ἀπόστολος Κορινθίοις γράφων, “ ἡρμοσά-
“ μὴν γὰρ ἡμᾶς ἑνὶ ἀνδρὶ παρθένον ἁγνὴν παραστῆναι τῷ Χριστῷ.’
ἔτι οὖν κατὰ τὸν] παρόντα μνηστείας πρᾶγμα, καὶ σύμβολον
τῆς μνηστείας, * τοῦ ἡρμόσθαι α * τοῦ Πνεύματος ὃ Πνεῦμα 
δ * * θᾶ ὅταν μετὰ Χ * * ἐκ]κλησία. ὥσπερ μετὰ τῆς γυναῖκος
σῶμα, οὕτως καὶ ὁ Χριστὸς μετὰ τῆς Ἐκκλησίας ἓν γέννηται
Πνεῦμα, ὃ καὶ γάμος τέλειος, “ ἡνίκα ᾖ τὰ πάντα ἐν πᾶσι. ἐντεῦθεν
καὶ ὁ αὐτὸς ἅγιος Ἀπόστολος τὸ τοῦ γάμου μυστήριον
μ * * εἶναι καὶ εἰς Χριστὸν ἀναφέρεσθαι καὶ τὴν Ἐκκλησίαν· 
διὸ καὶ οἱ Ἄγγελοι ὑμνοῦντες, “ἦλθεν” φασὶν “ γάμος τοῦ ἀρνίου.
τοῦτο γὰρ ἡ νῦν μνηστεῖα τῆς ἀποστολικῆς ἁρμόσεως πρὸ * άζεται,
ὡς τοῦ γάμου κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον, πῆ μὲν εἰς βασιλέως
υἱὸν γάμῳ ἐκδίδομεν * *, πῆ δὲ εἰς παρθένων Φωτοφορίαν πρὸς
παστάδα ἐπειγομένων τὴν ἀποκειμένην τοῖς ἀξίοις ἀποκατάστασιν. 
 Καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ. 
 Γυναῖκα τὴν Ἐκκλησίαν ἀλληγορίας τρόπῳ καλεῖ, διὸ καὶ γάμος
εἰσάγεται υἱοῦ, καὶ παρθένοι λαμπαδοφόροι f, ὧν αἱ μὲν διαρκεῖ
 

 
χρησάμεναι τῷ ἐλαίῳ, τῆς εἰς τὸν νυμφῶνα g εἰσόδου ἠξίωνται,
αἱ δὲ σπάνῃ h τούτου λειφθεῖσαι, θυραυλεῖν κατεκρίθησαν, ὥσπερ
ἀμέλει καὶ ὁ μὴ γάμου ἔνδυμα ἠμφιεσμένος, ἔκπτωτος τῆς γαμικῆς
ἀπεφάνθη τραπέζης· i μετάγε τῶν ἑαυτοὺς ἀναξίους ἀποφηνάντων
ταῖς ἀσχολίαις τῶν βιωτικῶν μεριμνῶν περισπωμένους. ἀνθ’ 
ὣν οἱ ἄπο τῶν φραγμῶν καὶ τριόδων συνέστιοι τῳ οειπνοποιῳ
ὤφθησαν οὐδὲν ἐλλιπόντες τὸ τοῖς φραγμοῖς παρεστάναι οἱονεὶ
τοῖς ἀποτετειχισμένοις τοῖς πολλοῖς εἰς ἄβατον μυστήριον θ * *
ὥσπερ οἱ ἀπὸ πρωίας ἀργοὶ μηδενὸς κεκληκότος· κληθέντες γὰρ
ἑκάτερος οὐχ * * ρησαν· τὸ δ’ αὐτὸ καὶ οἱ παρόδιοι. δεδόσθαι δέ 
φησι τῇ γυναικὶ, τουτέστι, τῇ Ἐκκλησίᾳ, τὸ βύσσινον ἐνδύσασθαι,
οἱονεὶ τὸ λαμπρόν. τοιοῦτον γὰρ καὶ ἡ βύσσος, φλοιὸν δένδρου
Ἰνδικοῦ, εἰς λίνον κατειργασμένη. τοῦ λαμπροῦ τοίνυν διὰ τοῦ
βυσσίνου δηλωθέντος, ὃ καὶ αὐτὸ ἡ προκειμένη Ἀποκάλυψις παριστῇ,
τὸ λαμπρὸν εἰποῦσα καὶ καθαρὸν, τί ἃν ἄλλο ἐννοηθείη, ἢ αἱ 
ἀρεταί· αἷς τὸ λαμπρὸν καὶ λεπτὸν, τοῖς διανοήμασιν ἐξυφαίνεται
τῶν θείων δικαιωμάτων; k δείπνῳ δὲ ἡ τῶν σωζομένων ἑορτὴ καὶ
εὐφροσύνη παραβάλλεται παναρμονίῳ καὶ βασιλείᾳ οὐρανίῳ καὶ
παραδείσῳ καὶ κόλποις Ἀβαὰμ καὶ νυμφῶνι καὶ γάμῳ· πολλῶν
γὰρ ὄντων τῶν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἀγαθῶν, πολυώνυμος τούτων 
προφέρεται μετοχή· δείπνῳ, διὰ τὸ ὑπερβάλλον τῆς εὐωχίας·
βασιλείᾳ δὲ οὐρανῶν, διὰ τὸ ἔνδοξον αὐτῆς καὶ τίμιον· παραδείσῳ
δὲ, διὰ τὸ ἀνελλιπὲς τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων· κόλπῳ δὲ τοῦ Ἀβραὰμ,
διὰ τὴν ἐκεῖ τῶν κεκμηκότων ἀνάπαυσιν. νυμφὼν δὲ καὶ γάμος οὐ
μόνον διὰ τὴν ἄληκτον εὐφροσύνην, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ εἰλικρινὲς 
τῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους άγάπης καὶ ἀνόθου. 
 l Βθσσίνῳ παρεικάσθη τὰ τῶν ἁγίων δικαιώματα, διὰ τὸ ἰσχνὸν
αὐτῶν καὶ λαμπρόν. λαμπρὸν μὲν, διὰ τὸ τῆς ζωῆς αὐτῶν ἄληπτον
καὶ πολιτείας· ἰσχνὸν δὲ, διὰ τὸ τῶν Θεοῦ δογμάτων λεπτὸν καὶ
διηκριβωμένον τοῖς νοήμασι. 
 Μακάριοι οἱ εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ ἀρνίου
κεκλημένοι. 
 

 
 Καὶ δήγε καὶ μετὰ τὴν κλῆσιν m ἀπιόντες, ὡς δεῖ. πολλοὺς
γὰρ ἴσμεν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ κεκλημένους, ο παραιτησαμένους δὲ,
ὡς καὶ πρὸ μικροῦ παρεθέμεθα, τὸ πνευματικὸν συμπόσιον· ἢ καὶ
ἀπιόντας μὲν, ἔξω δὲ βαλλομένους, ὡς μὴ ἔχοντας ἔνδυμα γάμου·
ἀλλὰ καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος πολλοὺς εἴρηκε τοὺς κλητοὺς, ὀλίγους 
δὲ τοὺς ἐκλεκτούς. οὐ γὰρ ἡ πρὸς τὴν κλῆσιν ὁρμὴ ἐξαρκεῖ P,
ἂν μὴ καὶ μεταχείρησις εὔδρομος ᾖ τῇ προθέσει· διὸ καὶ τοὺς τῆς
κλήσεως λόγους τὸ ἀληθὲς ἐξ ἐμπράκτου φησι κεκτῆσθαι σπουδῆς.
“ Οὗτοι οἱ λόγοι ἀληθινοί.” 
 Μῆ προσκύνει με. 
 Φησὶν ὁ Ἄγγελος, ὡς τὰ μέλλοντα προλέγοντα. οὐ γὰρ ἐμὸν
τοῦτο τῆς προφητείας τὸ γνωρίσματ’, ἀλλὰ τῆς διὰ τὸν Χριστὸν
ὁμολογίας τῶν συνδούλων μου. αὕτη γάρ ἐστι χορηγὸς τοῦ προφητικοῦ
πνεύματος. s καὶ ἑτέρως δὲ νοητέον ὅτι διὰ τοῦτο ἡ προφητεία,
ἵνα βεβαιω[θῇ] ἡ Χριστοῦ μαρτυρία, καὶ ἡ πίστις ἡ τοῦ 
Χριστοῦ ὑπὸ τῶν ἁγίων διαμαρτύρηται. διὸ μὴ τῷ συνδούλῳ
προσκ]ύνει, ἀλλὰ τῷ πάντων ἔχοντι τὸ κράτος. καὶ ἐκ τούτων δὲ
τὸ ταπεινὸν φρόνημα ἁγίων Ἀγγέλων μανθάνομεν, πῶς οὐ σφετερίζονται
τὴν θείαν δόξαν κατὰ τοὺς ἁ * * ἃς δαίμονας, ἀλλὰ καὶ
ταύτην τῷ δεσπότῃ προσφέρουσι· καὶ οὐκ ἐκ τούτου μόνου τῶν 
Ἀγγέλων ἐστὶν ἰδεῖν τοῦ φρονήματος μέτριον, ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ὧν
Ιούδας ὁ Ἀπόστολος τῇ Ἐπιστολῇ αὐτοῦ διέξεισι τὸν Ἀρχάγγελον
Μιχαὴλ ἐπὶ τοῦ Μωϋσέως σώματος σωφρονολογοῦντα· κατάρατοι
καὶ θεοστυγεῖς Ἕλληνες ἀκούοντες ὡς ἐστὶ δόγμα πη ἡμῖν
θὲς * * ν ἁγίους Ἀγγέλους ἐπόπτας ἑκάστῳ ἀνθρώπων ἔθνει τε. 
τάχθαι πρὸς τοῦ Θεοῦ· καὶ Δανιὴλ πάλιν * * ν εἰσάγει ἄρχοντα
βα] σιλείας Περσῶν ἐξεν]αντίας αὐτοῦ ἑ στηκό] τὰ καὶ ἐπιστρέφον[τα]
πο]λεμῆσαι μετὰ ἄρχο]ντος Περσῶν καὶ * ν τῶν Ἑλλήνων.
πα] λιν “ οὐκ ἔστιν, ἀν[τέχο]μενός μου ὑπὲρ τού]του εἰ
“ μὴ Μιχαὴλ ἄρχων ὑμῶν. καὶ ἐν τῷ * ᾦ ἐκείνῳ “ ἀναστή[σεται] 
“ Μιχαὴλ ὁ ἄρχων ὁ μέ]γας ὁ ἑστηκὼς ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ λαοῦ.”
 

 
ἀλλὰ καὶ ἐκκλησι * Ἀγγέλων προστατούν[τω]ν, ὡς ἔφθημεν, διὰ
τῆς παρούσης Ἀποκαλύψεως συνετισθέντες· οἷς καὶ ὁ θεῖος συνεὶς
τὸν λόγον Γρηγόριος ἐν τῷ Συντακτηρίῳ λόγῳ αὐτοῦ t, “χαίρετε
φάσκων, “ Ἄγγελοι τῆς δὲ τῆς ἐκκλησίας. πείθομαι γὰρ ἄλλον
“ ἄλλης προστατεῖν ἐκκλησίας, καθὼς ἡ Ἰωάννου με διδάσκει 
“ Ἀποκάλυψις.” ἀλλὰ καὶ τοῦ καθέκαστα ἀνθρώπου φρουροῦ
* οσόντος Ἀγγέλου· διὸ καὶ τὸ “ παρεμβαλεῖ Ἄγγελος Κυρίου
“ καὶ ῥύσεται αὐτούς.” καὶ δήγε καὶ Παύλου, “ οὐχὶ πάντες
“εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ
“τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν ” ἐκ τούτων πάντων παραθηγόμενοι, 
φασὶ πρὸς ἡμᾶς δογματίζοντες, ὡς μάτην ἡμῖν μαχίμως
διαφέρεσθε τοὺς ἐθνάρχας θεοὺς παρεισάγουσιν. οὓς γὰρ
ὑμεῖς Ἀγγέλους φατὲ, θεοὺς ἡμεῖς ὀνομάζομεν, οὐδὲ περὶ τὸ ὄνομα
διαφερόμενοι, ἐπεὶ καὶ αὐτοὶ θεοὺς ὀνομάζετε, ὡς ὅταν εἰσάγητε
Θεὸν ἐν συναγωγῇ θεῶν ἱστάμενόν τε καὶ διακρίνοντα, ἀλλὰ καὶ 
τοὺς κριτὰς θεοὺς ὀνομάζετε, ὡς ὅταν φάτε, “ θεοὺς οὐ κακολογή-
“ σεις.” πρὸς οὓς λεκτέον· ὦ κατάρατοι, ἡμεῖς θεοὺς καὶ λέγομεν,
ἐξ ἀρετῶν ὁρμαθοῦ τὸ θεῖον εὐτυχηκότας φαμὲν, οὐ τοὺς ἐπ’
ἔργων αἰσχρότητι διαβοήτους· ὡς Ἡρακλῆς ἐπὶ πορνείᾳ τῶν Θεστίον
θυγατέρων καὶ ἐπὶ ἀδηφαγίᾳ, ἀφ’ οὗ καὶ Βουθύνας ἐλέχθη. 
καὶ Διόνυσος ἐπὶ γυναικικῇ ἐκλύσει, καὶ τὰ γυναικῶν ὑπὸ Κορύβου
παθαινόμενος· ἐθνῶν δὲ προστασίαν, οὐ προσαγωγὴν θειότητος,
ὡς Νῶε, ὡς Ἀβραὰμ, ὡς Μωϋσῆς, ὡς Ἰακὼβ, ὑπὸ Ἀγγέλων θείων
μυούμενοι, ἀλλ’ ὡς ὑπὸ Ἄρεως τὰ φονικὰ τῶν ἐθνῶν καὶ ὑπὸ
Ἀφροδίτης τὰ πορνικώτατα, ὡς οἱ Σαρακηνοί· οὔκουν ὅμοιά γε τὰ 
Ελλήνων Χριστιανοῖς. 
 Η γὰρ μαρτυρία τοῦ Υἱοῦ ἐστι τὸ πνεῦμα τῆς
προφητείας. 
 Ἀντὶ τῆς ἀμοιβῆς τῆς διὰ Χριστὸν μαρτυρίας, τὸ προφητικόν
ἐστι χάρισμα, ὥστε καὶ έμοὶ u φησὶν ὁ Ἄγγελος· τὸ προφητεύειν 
γὰρ διὰ τοὺς συνδούλους μου τοὺς μάρτυρας παρεσχέθη.

ΚΕΦ. ΝΗ. 

 Πῶς τὸν χριστὸν ὁ εὐαγγελιστὴς ἔφιππον μετὰ δυνάμεων ἀγγελικῶν
ἐθεάσατο σὺν φόβῳ. 
 Καὶ εἶδον τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγμένον, καὶ ἰδοὺ ἵππος
λευκὸς, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ’ αὐτὸν, πιστὸς καὶ ἀληθινὸς, 
 καὶ ἐν δικαιοσύνῃ κρίνει καὶ πολεμεῖ· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ
αὐτοῦ, ὡς φλὸξ πυρός, καὶ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ διαδήματα
πολλὰ, ἔχων ὄνομα γεγραμμένον, ὃ οὐδεὶς οἶδεν,
 εἰ μὴ αὐτός. καὶ περιβεβλημένος ἱμάτιον βεβαμμένον
ἐν αἵματι. καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ὁ Λόγος τοῦ 
 Θεοῦ. καὶ τὰ στρατεύματα τὰ ἐν τῷ οὐρανῷ ἠκολούθει
αὐτῷ ἐπὶ ἵπποις λευκοῖς, ἐνδεδυμένοι βύσσινον λευκὸν,
καθαρόν. 
 Τὸ ἠνεῷχθαι τὸν οὐρανὸν, δηλοῖ τὴν τοῦ ἐλπιζομένου κριτοῦ
παρουσίαν ν ἐφεστηκέναι, ὥσπερ καὶ ἐνταῦθα ἐν τοῖς δικαστηρίοις 
παραπετασμάτων συνολκὴ τὴν τῶν ὑπευθύνων κρίσιν καὶ ἀπόφασιν
ἐσχεδιάσθαι. ὁρᾷ δὲ αὐτὸν ἔποχον ἵππῳ λευκῷ, στρατηγικῶς
ἐνεσκευασμένον, ὃν καὶ πιστόν φησι καὶ ἀληθινὸν, καὶ κρίνειν ἐν
δικαιοσύνῃ x καὶ πολεμεῖν. ἵππῳ y μὲν διὰ τὸ τάχος τῆς épeleqysevw,
λευκῷ z δὲ, διὰ τὸ φαιδρὸν καὶ ἀνεπισκίαστον τῶν κριμάτων 
ὑπ’ οὐδεμιᾷ δεδουλωμένον a προσωποληψίᾳ. ὥσπερ καὶ διὰ τοῦ
προφήτου βοᾷ “ τὸ κρίμα μου ὡς φῶς ἐξελεύσεται.” πιστὸς δὲ
καὶ ἀληθινὸς ὁ ἀναβάτης, περὶ οὗ καὶ Παῦλος φησὶ, “ πιστὸς
μένει, ἀρνήσασθαι ἑαυτὸν οὐ δύναται. ὦστε ὁ αὐτὸς ἀληθινὸς
κατὰ τοῦ αὐτοῦ εἴληπται· δύο προσηγοριῶν καθενομοσθεισῶν c 
πράγματος. τούτοις δὲ ὁ ἐποχούμενος ὁ κρίνων δικαίως, περὶ οὗ καὶ
εἴρηται “τὸ κρίμα σου τῷ βασιλεῖ δὸς, καὶ τὴν δικαιοσύνην σου
“ τῷ υἱῷ τοῦ βασιλέως· ὅς ἐστι τὸ * * κα Χριστὸς υἱὸς Σολομῶντος·
εἰς ὃν καὶ ὁ ψαλμὸς ἀναφέρεται. καὶ κρίνων δικαίως ὅτι
 

 
καὶ τοῦ[το τέ]τακται τῷ ψαλμῷ, “ κρινεῖ” φάσκων “ τὸ λαόν
“ σου ἐν δικαιοσύνῃ, καὶ τοὺς πτωχοὺς σώσει.’’ λαὸν τὸν ἀδιακρίτως
ἀγαθοῦ καὶ φαύλου συμπεφορημένον ὄχλον, ᾧ καὶ διακρί[νειν
δί]καιον ἀπονέμεται. ἐν κρίματι δὲ τοὺς πτωχοὺς, οἱονεὶ τοὺς
σπανίζοντας. ἀγαθὸς ἐν κρίσει ἀντὶ τοῦ ἐν κατακρίσει. 
 d Καὶ ἐν δικαιοσύνῃ κρινεῖ. 
 ἔ γὰρ ἡ κρίσις ἀδίκως προβήσεται, οὐχ ὅπως κατὰ τυραννικὴν
βίαν, ἀλλὰ καὶ κρίνει λελογισμένως, καὶ πολεμεῖ νοητοὺς
καὶ αἰσθητοὺς * ὑπὲρ τῶν αὐτοῦ δούλων, ὡς δῆλον ἀπὸ τοῦ λέγοντος.
“ περίζωσαι τὴν ῥομφαίαν σου εἰς μηρόν σου δυν[ατὲ τῇ] 
“ ὡραιότητι σου καὶ τῷ κάλ]λει σου, καὶ ἔντε[ινον καὶ] κατευ-
“ ὀδοῦ καὶ β[ασιλεύ]ε ἕνεκεν ἀλη[θείας]. εἶτα προστιθεὶς, [“ τὰ
“ βέ]λη σου ἡκονη[μένα] μένα] δυνατέ· λαοὶ [ὑποκά]τω σου πεσοῦν-
“ τᾶι. οὕ]τω μὲν οὖν τῆ δι]καιοσύνῃ κρίνειν καὶ πολεμεῖν. 
 Οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ. 
 Οὐχ ὅτι τοιοῦτος τῷ εἴδει περιγέγραπται, Θεὸς ὁ τὸν οὐρανὸν
πληρῶν, καὶ μηδενὶ τόπῳ περιοριζόμενος, καὶ δή γε πρὸς τούτοις
καὶ διαφόροις εἴδεσι τοῖς θείοις ὀπτανόμενος προφήταις, ἀλλ’ ὅτι
δεῖ συγκαταβαίνειν τῇ ἀσθενείᾳ τῆς ἀνθρωπίνης κατανοήσεως. ἀφ’
οὗ καὶ δῆλον, ὡς οὐ σωματικοῖς χαρακτῆρσι διαστέλλεται ὁ Θεὸς, 
τοῖς δὲ καιροῖς καὶ τοῖς πράγμασιν ἀφομοιούμενος τυγχάνει e,
ὥσπερ καὶ νῦν ἐπεὶ κρίσεως καιρὸς καὶ τῶν ἑκάστῳ βεβιωμένων ἡ
κατ’ ἀξίαν ἀπόδοσις παρέστι f, τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ φλογὶ ἀπεικᾶσθαι
ὁρῶμεν πυρὸς, ἐχούσῃ πρὸς τὸ Φωτιστικὸν g καὶ καυστικόν.
φωτιστικὸν μὲν, Ἀγγέλοις καὶ δικαίοις, καυστικὸν δὲ, δαίμοσι καὶ 
ἁμαρτωλοῖς. τοῦτο δὲ καὶ Δαβίδ φησι, ἐν οἷς τὴν τοῦ Κυρίου
φωνὴν, ᾔτουν τὸ πρόσταγμα, διακόπτειν φλόγα πυρὸς· τὰς ἐνεργείας
λέγων τοῦ πυρὸς πρὸς τὸ * * ῶδες ὑποβάλλεσθαι. 
 Καὶ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ διαδήματα πολλά. 
 Τὰ πολλὰ διαδήματα ἣ τῆς κατὰ ἐξουσίας ἐστὶ γνώρισμα, 
οὐρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων. οὐρανίων μὲν, τῶν ἀγγελικῶν
ταγμάτων i* περ ὅσα ὁ Δανιὴλ παριστᾷ τὸ ἀπειροπληθὲς
 

 
αὐτῶν διὰ τοῦ χίλιαι χιλιάδες καὶ μυριάδες τῶν ἐν ἀριθμοῖς
ἀκροτήτων ὑποφήνας, ὁπηνίκα καὶ αὐτὸς κριτήριον καθίζ[ει]
παγκοσμίου κρίσεως καὶ τελευταίας, καὶ βίβλους ἀνοιγομένας,
τὴν τῶν ἑκάστῳ βεβιωμένων ἀνεπίληστον διάγνωσιν· ἐπιγείων δὲ,
τῶν ἐν ἁγίοις συστημάτων καὶ τῶν ἐν βασιλεῦσι σκήπτρων· 
καταχθονίων δὲ, ἐπεὶ καὶ νεκρῶν ὥσπερ καὶ ζώντων κυριεύει κατὰ
πάντων τὰ νικητήρια ἀποφερόμενος k. 
 Ὁ οὐδεὶς οἶδεν, εἰ μὴ αὐτός. 
 Τὸ ἄγνωστον τοῦ ὀνόματος, τὸ τῆς οὐσίας αὐτοῦ ἀκατάληπτον
σημαίνει. ταῖς γὰρ οἰκονομίαις ὣν πολυώνυμος, ὡς ἀγαθὸς, ὡς 
ποιμὴν, ὡς ἥλιος, ὡς φῶς, ὡς ζωὴ, ὡς ἁγιασμὸς, ὡς ἀπολύτρωσις
καὶ ταῖς ἀποφάσεσιν ὁμοίως, ὡς ἄφθαρτος, ἀόρατος, ἀναλλοίωτος,
ἡ οὐσία ἀνώνυμος, αὐτῷ μόνῳ γνωστὴ, οὐ πρὸς Ἀβραὰμ, οὐ πρὸς
Ἰσαὰκ, οὐ πρὸς Ἰακὼβ, οὐ πρὸς Μωϋσέως, οὐ πρὸς Ἰησοῦν τοῦ
Ναυὶ, οὐ Μανώε· διὸ καὶ φησι, “ τὸ ὄνομά μου οὐκ ἐδήλωσα 
αὐτοῖς ὡς κρεῖττον ὂν ἀκοῇ ἀνθρώπου Χ**Θῆναι. διὸ καὶ τοῖς
αὐτοῦ Ἁποστόλοις βαπτίζειν προστάσσων τὰ ἔθνη, εἰς σχετικὰ
βαίνειν προσέταξεν, οὐ φυσικά· σχέσεως γὰρ ὀνόματα τὸ Υἱὸς
καὶ Πατὴρ, οὐ φύσεως σημαντικὸν, καὶ οὔ τινι ἑτέρῳ. 
 Ἱμάτιον βεβαμμένον ἐν αἵματι. 
 Ἱμάτιον τοῦ Λόγου, ἡ ἄχραντος σὰρξ, ἡ βαφεῖσα ἐν τῷ τιμίῳ
αὐτοῦ αἵματι. ἔφερεν γὰρ κἀν τῇ ὀπτασίᾳ σύμβολα τοῦ πάθους·
ὡς κἀν τοῦ Ἡσαΐου δραματουργίᾳ. διὸ καὶ ὁ πυνθανόμενος αὐτοῦ,
“ τι σου ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια ἐκζητεῖ. ἀλλ’ εἰκός ἐστι τινα ἀπαπορῆσαι,
πῶς ὁ πρὸ μικροῦ ἀνώνυμος χρηματίσας, καὶ πᾶσιν 
ἄγνωστος κατὰ τὸ ὄνομα, νῦν ἐνταῦθα Λόγος ὀνομάζεται. ἣ οὖν
πρὸς ἔνδειξιν τῆς υἱϊκῆς ὑποστάσεως καὶ τῆς ἐμπαθοῦς ἐκ πατρὸς
γενήσεως ἐκληπτέον τοῦτο, καθάπερ ὁ ἡμέτερος λόγος ἐκ τοῦ νοῦ
πρόεισιν, ἢ τῷ πάντων τοὺς λόγους ἐν ἑαυτῷ φέρειν, ἢ τὸ ἐξαγγελεὺς
εἶναι τῆς πατρικῆς σοφίας τε καὶ δυνάμεως καὶ ἐξουσίας. 
 Καὶ τὰ στρατεύματα τὰ ἐν τῷ οὐρανῷ ἠκολούθει
ἀυτῶ. 
 Ἀρχιστράτηγος ὢν τῶν οὐρανίων δυνάμεων, ὡς αὐτὸς Ἰησοῦ τῷ
 

 
του Ναυῆ m ἐχρημάτισεν, εἰκότως ὀπαδοὺς κάτα τὴν στρατηγίαν
συμπληροῦντας τὰ τάγματα ἔσχηκε, τὰ νῦν μάλιστα ἐπὶ πόλεμον
τῶν ἀσεβῶν ὁρμώμενα n. ταῦτα δὲ ἀνθρωπίνως διεσκεύασται ἐν τῆ
Ἀποκαλύψει, ὅτι μηδὲ ἄλλως ἦν δηλωθῆναι ταῦτα, θεῖά τε ὄντα
καὶ τῇ ἐνούσῃ αὐτοῖς φύσει δηλωθῆναι ἀνθρώποις ἀνέφικτα· ἐκ 
τούτου γὰρ ἡ γνῶσις τοῖς ὁμοίοις ἐγγίνεται. ἱππόται δὲ καὶ ἵπποις
ἔποχοι λευκοῖς παρίστανται, τῶν ἵππων μὲν τὸ ὀξὺ τῆς ἐπελεύσεως
αἰνισσομένων, του δὲ λευκοῦ του ἐν τοῖς ἵπποις τὸ τοιούτοις
ἐναγλαίζεσθαι τὰ οὐράνια ο τάγματα, ὅσοις τῆς συρφετοῦ; τῶν
ἐπὶ γῆς μελανίας τὸ ἄχραντον ἐπανθεῖ. καὶ δή γε καὶ αὐτοὶ οἱ 
ἀναβάται λευκὴν ἀμπεχόμενοι τὴν ἀπὸ βύσσου στολὴν ἐπιδείκνυνται.
τι γὰρ τῇ οὐρανίῳ καὶ θείᾳ φατρίᾳ τῶν ἐνύλων τε καὶ γηΐνων
ἐνθεωρηθείη ἂν ἁρμοδιώτερον p; q ἀνθρωπίνως δὲ ἔφθημεν ταῦτα νῦν
ἐνεσκεύασθαι, λέγω δὲ τὸν πόλεμον τῶν * * καὶ οὐρανίων ταγμάτων
ὑπὸ ἀρχιστρατήγῳ τῷ Κυρίῳ καὶ Θεῷ Ἰησοῦ Χριστῷ συγκροτούμενον 
καὶ πρὸς πόλεμον· ἀλλ’ οὐ r πολέμου πρὸς ἰσοπαλεῖς
ἐνισταμένου καὶ ἰσομάχους· τίς ἂν ἐνάμιλλος ὀφθείη ὧ πάντα
δοῦλα; τῇ παρουσίᾳ τῇ μετ’ ὀργῆς οὐδὲν ἱκανὸν ὑποστῆναι τῶν
γενητῶν. διὰ ταῦτα μὲν οὖν ὁ πόλεμος ὑπελήφθη δεδραματουργεῖσθαι.
ἴσως εἰς ἔνδειξιν τοῦ μὴ αὐτομάτως καὶ τυχηρῶς, ἀλλὰ 
κε**μένως καὶ ὑπὸ θείᾳ **νίᾳ τοῦδε τοῦ παν** ἐξαγομένου. 
 Καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἐκπορεύεται ῥομφαία
δίστομος ὀξεῖα, ἵνα ἐν αὐτῇ πατάξῃ τὰ ἔθνη, καὶ αὐτὸς
ποιμανεῖ αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ. καὶ αὐτὸς πατεῖ τὴν
ληνὸν τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ τοῦ 
 παντοκράτορος. καὶ ἔχει ἐπὶ τὸ ἱμάτιον καὶ ἐπὶ τὸν
μηρὸν αὐτοῦ ὄνομα γεγραμμένον, βασιλεὺς βασιλέων,
καὶ Κύριος κυρίων. 
 Ἐκ τοῦ στόματος ἡ ῥομφαία διᾴττουσα s, τὸ διὰ προστάγματος
θείου δηλοῖ τοῖς ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς ἐπαχθῆναι τὴν 
κόλασιν. ἀμφίστομον δὲ τὴν ῥομφαίαν διὰ τὸ ἑκατέρωθεν ὀργῆς
 

 
καὶ ἐλέου χωρεῖν τὰς ἀπὸ τοῦ θείου τῶν καταφρονητῶν τιμωρίας.
ὀξεῖαν δὲ, διὰ τὸ ἀμελητὶ τὸ δραστήριον ἐπιφέρειν. s ὁ μὲν οὖν
προφήτης τῷ μηρῷ δίδωσι τὴν ῥομφαίαν περιεζῶσθαι, τουτέστι
τῷ ἀνθρωπίνῳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστῷ καὶ Θεῷ· αὐτὸς γὰρ καὶ
αἰτεῖ καὶ λαμβάνει. οὐχ ὁ συνα**ος τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ καὶ 
πάντα ὅσα τοῦ Πατρὸς ἀνυποστόλως ὄντα καὶ τοῦ Υἱοῦ. λαμβάνει
δὲ διὰ τῆς [σιδ] ἦράς ῥάβδου, ἤτοι ὅτι τῇ τοῦ Κυρίου ἐνανθρωπήσει
καὶ Ῥωμαίοις ἡ τοῦ παντὸς κόσμου περι**νε κυριότης διὸ
καὶ τὰ δημόσια τέλη πᾶσιν ἀνθρώποις ὡς ὑπεξουσίοις προσενεμήθη.
ἐπεὶ ἐπὶ τῇ τοῦ διὰ σαρκὸς ἐπιδημίᾳ τοῦ Κυρίου καὶ τῇ 
σιδηρᾷ ῥάβδῳ ἡ τοῦ παντὸς ἐξουσία ὑπῆρξεν, ἀσκόπως αὐτὸς
εἴρηται διὰ τῆς ῥάβδου πατάξαι τὰ ἔθνη· ποιμαίνει δὲ καὶ δι’
αὐτῆς, εἴγε Κωνσταντίνου τοῦ Ῥωμαίων βασιλέως σχεδὸν ἐκλιπούσης
τῆς κατὰ Χριστὸν πίστεως, πεπερασμένως εἰς πᾶν ἔθνος
διεδόθη ὥσπερ ἀναβιοῦσα ἡ κατ’ αὐτὸν πίστις. ὅτι δὲ ὁ μηρὸς 
ἀνθρωπίνης γενέσεως φέρει τὴν γνῶσιν, ὡς προϋποθέμεθα, τὸ “ οὐκ
“ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα, οὐδὲ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ,
“ ἕως ἂν ἔλθῃ ᾧ ἀπόκειται·” καὶ περὶ μὲν τῆς ἐν τῷ διστ]όμῳ
ῥομφαίᾳ τοσαῦτα, οὐκ ἀκαίρως οἶμαι οὐδὲ περιττῶς. περὶ δὲ τοῦ
ποιμανεῖν ἐν τῇ ῥάβδῳ τῇ σιδηρᾷ, οὕτω δοκῶ μοι· ὡς ἐν μὲν τῇ 
ῥομφαίᾳ πατάξαι, ὡς ἤδη εἴρηται τὰ ἐθνικῶς ἐπανῃρημένα, ἐν δὲ
τῇ ῥάβδῳ ποιμανεῖ τούτους οὑς ἐν τάξει θρεμμάτων εὗρε ποιμαινομένους,
ἐπὶ τόπον χλοῆς κατασκηνῶν καὶ ἐπὶ ὕδατος ἐκτρέφων
ἀναπαύσεως, ἅτινα οἱ κατηξιωμένοι τῆς ἐκεῖσε μακαριότητος
αἴσθεσθε. 
 Ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ. 
 t Ὅτε μὲν ποιμαντικῆς χρεία καὶ πα**ντικῆς ῥάβδου πρὸς τὸ
ποιμάναι τὰ ἔθνη, ῥάβδος εὐθύτητος, ἐφ’ ὕδωρ ἀναπαύσεως καὶ
ἐπὶ *ην ἐκτρέφειν ἔχουσαν δίδοται· τὸ καὶ τὰ θρέμματα εὐπειθείᾳ
κοσμεῖσθαι τῇ τοῦ ποίμενος **εσθαι πεφυκότα προνοίᾳ· ὅτε 
δὲ πρὸς ἀπείθειαν ἀποκλίνει θρασύτητι δαιμόνων οἰστρηλατούμενα,
εἰς σιδηρᾶν μεταποιεῖται ῥάβδον, φέρουσαν τῇ ἀταξίᾳ τῶν ὑπο-
 

 
κειμένων τὸ καταξίαν **αστικόν. όπερ τῷ ἐσχάτῳ καιρῷ τοῦτο
ὅτε καὶ τὰ τῆς ἐπιστροφῆς εἰς περισσὸν ἀποπέμπεται, καὶ αὐτὸς
πατεῖ τὴν ληνὸν τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ. ἣ
σιδηρᾶ ῥάβδος οὐ ποιμαντικὴ, ἀλλὰ θραῦσιν ἔχουσα τῶν πηλίνων
τὸν βίον καὶ πρὸς συντριβὴν ἑτοίμων. τί οὖν ἐνταῦθα τὸ ποιμαντικὸν 
αὐτὴ δέδοται ; οὐκ ἀσκόπως οἶμαι, ἀλλ’ ὅτι τὸ ποιμαίνειν
καὶ θηρίοις προσπολεμεῖν περιγίνεται. καὶ διὰ τοῦτο καὶ σιδηρᾶς
ῥάβδου χρεία, τοῖς ἀνθισταμένοις ἀξίως τὸν ὄλεθρον ἐπιφερούσης.
“ πατεῖ δὲ τὴν ληνὸν τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ τίς
ἕτερος, ἀλλ’ ἣ ὁ Χριστός u; αὐτὸς γὰρ διὰ τῆς κρίσεως καὶ 
ἀνταποδόσεως τῶν πονηρῶν x τὸ πατρικὸν ἐκπληροῖ θέλημα. “ οὐδὲ
“ γὰρ ὁ Πατὴρ κρίνει oὐδένα,” κατὰ τὴν αὐτοῦ τοῦ Κυρίου φωνὴν,
“ ἀλλὰ τὴν κρίσιν ἅπασαν δέδωκε τῷ Υἱῷ.’’ καί τινος χάριν;
ἅτε τοῦ Υἱοῦ τῇ ἐνανθρωπήσει ἁπάσης ὡδευκότος τῆς ἀνθρωπίνης
ἀσθενείας καὶ πρὸς τὰ χείρω εὐμεταβόλου εἰς τὴν * * * ἐκφέρει 
τὴν τιμωρίαν. εἰ γὰρ ἐνάμιλλον τῇ παροράσει, τίς ὑποστήσεται ;
ἦε καὶ τοῦτο φιλανθρωπίας καὶ συμπαθείας ἐσχάτης, τὸ μὴ
κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ποιῆσαι ἡμῖν, μηδὲ κατὰ τὰς ἀδικίας
ἡμῶν ἀνταποδοῦναι ἡμῖν. 
 Καὶ ἔχει ἐπὶ τὸ ἱμάτιον καὶ ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ. 
 Τὸ ἱμάτιον, τὴν σάρκα αἰνίττεσθαι βούλεται, ὥσπερ καὶ διὰ
Ἡσαΐου, ὅτε λέγει, “ διατὶ σου ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια ;” διὰ δὲ τοῦ
μηροῦ, τὴν φύσιν τῆς σηκὸς, ὡς ἀληθῶς ἀνθρωπίνης οὔσης αὐτῆς
καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν. εἰς γὰρ παράστασιν τούτου λαμβάνεται
παρὰ τῇ γραφῇ ὁ μηρός. δηλοῦν οὖν διὰ τούτου τῷ λόγῳ σκοπὸς, 
ὅτι ὁ καθ’ ὑπόστασιν ἑνωθεὶς Θεὸς y Λόγος ἀνθρώπων φύσει, καὶ
σαρκικὴν ὑπομείνας γένησιν ἐκ τῆς ἁγίας παρθένου, οὐδὲν ἧττον
παντοκράτωρ ὡς οὐρανίων ἄρχων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων,
καὶ αὐτῷ τῷ διὰ σαρκὸς χρηματίσαντι δέδοται βασιλεύειν βάσι,
λέων καὶ κυριεύειν κυρίων· βασιλέων τῶν βασιλευσάντων κατὰ z 
παθῶν, κυρίων τῶν τὸ κῦρος καὶ· τὸ κράτος ἐχόντων κατὰ τῆς
ἁμαρτίας τῇ τοῦ αὐτοῦ Χριστοῦ συναντιλήψει. μεθ᾿ οὗ καὶ συμβασιλεύσουσιν
αἰωνίως κατὰ τὸ μέλλον καὶ ἀδιαδόχως. 
 

 
 Καὶ εἶδον ἕνα Ἄγγελον ἑστῶτα ἐν τῷ ἡλίῳ, καὶ
ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ, λέγων πᾶσι τοῖς ὀρνέοις τοῖς
πετομένοις ἐν μεσουρανήματι, δεῦτε συνάχθητε εἰς τὸν
 δεῖπνον τὸν μέγαν τοῦ Θεοῦ, ἵνα φάγητε σάρκας βασιλέων,
καὶ σάρκας χιλιάρχων, καὶ σάρκας ἰσχυρῶν, καὶ 
σάρκας ἵππων καὶ τῶν καθημένων ἐπ’ αὐτῶν, καὶ
σάρκας πάντων τῶν ἐλευθέρων τε καὶ δούλων, καὶ μικρῶν
 καὶ μεγάλων. καὶ εἶδον τὸ θηρίον καὶ τοὺς βασιλεῖς
τῆς γῆς, καὶ τὰ στρατεύματα αὐτῶν συνηγμένα ποιῆσαι
τὸν πόλεμον μετὰ τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ ἵππου καὶ 
μέτα του στρατεύματος αὐτοῦ. 
 Ὅπερ ἔφθημεν εἰρηκότες, ὅτι τὰ θεῖα ἄυλα ὄντα καὶ νῷ μόνῳ
ληπτὰ, ἐξ οὑ καὶ οὐχ οἱα άγνωσθηναι κα**γειαν τοῖς μὴ προεφωδευμένοις
τισὶ πρὸς τὴν μάθησιν ποδηγοῦσιν· ἐκ τοῦ ὁμοίου γὰρ
καὶ προεγνωσμένου τὸ ἀγνοούμενον πέφυκε θηρᾶσθαι· ἀκολούθως 
καὶ νῦν οὕτω πρόεισι τὰ προκείμενα τὴν ἐναλλαγὴν τῶν φθαρτῶν
καὶ μεταποίησιν πρὸς ἀφθαρσίαν καὶ τὴν πρὸς ἀξίαν ἑκάστῳ
ἀπονέμησιν τῶν ἔργων, ὑπὸ στρατηγικαῖς διατυπῶν ἐξοπλίσεσι καὶ
ἑτοιμασίαις. διὸ καὶ Ἄγγελον ἑστῶτα προάγει ἐν τῷ ἡλίῳ,
Ἄγγελον θεῖον κέλευσμα ἐμφανέστατα διοικούμενον, καὶ ὡς ἐν 
φωτὶ τὰ σωτήρια διαδηλοῦντα καὶ ἐξαγγέλλοντα. καὶ ἐπειδὴ τὰ
θεῖα διατιθέμενα κεχρημάτισται b, ὡς καὶ Ἀμὼς Ἡσαΐας φησι,
“ διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς,” οὐδεμίᾳ
ὑπο**ζόμενα αἰτίας ε**ω κεχρῆσθαι σχήμ** [ὑ]ποτίθησιν c, ὅτι
μηδὲ τηλαυγέστερον ἄλλο τῶν ὁρατῶν εἶχεν ἐρεῖν ὁ θεῖον κέλευσμα 
εἰς Ἄγγελον διατυπώσας, καὶ στρατοκήρυκος αὐτῷ ἐγχειρίζει
ἐνέργειαν, δραστικωτέρᾳ προόδῳ πραγμάτων χρώμενος. τοῦτο γὰρ
βούλεται παριστᾷν, ἡ μετὰ κραυγῆς μεγάλη φωνή. τὰς δὲ ἐν
μεσουρανήματι, οἱονεὶ τὰς τῶν ἁγίων λέγει ψυχὰς, αἱ τῶν χαμαιζήλων
ἀπαναστάσα κατὰ Παῦλον τὸν μέγαν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ 
Κυρίου χωροῦσιν εἰς ἀέρα. καὶ Ἡσαΐας ὁ προφήτης, “ τινες
“ οἵδε, φησιν, ὡς [ἀγέ]λαι πέτωνται, καὶ ὡς οἱ ἀετῶν.” πάντ*
 

 
οὐδὲν νεοσσὸς ἀ* διαλλάσσει ὀρνέου, συγκαλεῖσθαι δὲ ὡς ἐπὶ
δεῖπνον εὐφρόσυνον τῆς κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἀσυγκροτήτου. 
 Δεῦτε συνάχθητε εἰς τὸν δεῖπνον. 
 Δεῖπνον, ἀλλ’ οὐ πόλεμον λέγει τὴν μετὰ τῶν ἁμαρτωλῶν τῶν
δικαίων ἀντεξέτασιν. ἐπεὶ καὶ οὕτως ἔχει. τίς γὰρ τῷ ἰσχυρῷ 
ἱκανὸς ἀντιφέρεσθαι; εἰ δ’ ἄρα καὶ πόλεμος εἴρηται, πρὸς τὴν
τῶν ἁμαρτωλῶν ὁρμὴν εἰρῆσθαι φαμὲν, οὐ πρὸς αὐτὸ τὸ ἔργον.
δεῖπνον δὲ ὅλως εἴρηται, τὸ προηγούμενον θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὃ καὶ
εὐδοκία λέγεται, καὶ δεῖπνον τριπόθητον, τὸ πάντας ἀνθρώπους
σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν. d τὸ μὲν οὖν προηγούμενον 
τοῦτο· μετὰ τοῦτο δὲ τὸ τοὺς ἐπίσπαστον ἑαυτοῖς πεποιηκόσι
τὸ κολασθῆναι δι’ ἔργων ἀκαθα** σπουδὴν καὶ τὸ τυχεῖν τῆς
κατ’ ἀξίαν σπουδῆς. ὅτι δὲ τὸ πατρικὸν θέλημα βρῶσιν οἶδεν
καλεῖν, δῆλον ἀφ’ ὧν ὁ αὑτὸς “ ἐμὸν βρῶμά ἐστιν, ἵνα ποιῶ τὸ
“ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. τοῦτο νῦν ἐνταῦθα 
δεῖπνον ὀνομάζεται Θεοῦ, τὸ τυγχάνειν ἕκαστον τῶν ἀνθρώπων ὧν
ἐπεθύμησε τιμῆς ἀξίων ἤτι*ας. φαγεῖν δὲ σάρκας τοὺς κεκλημένους
βασιλέων. σάρκας, τουτέστιν εὐφρανθῆναι τοὺς δαιτυ-
μόνας] ἐπὶ τῷ ἀφανισμῷ καὶ τῇ κενοσπουδίᾳ τῆς αὐτῶν ἐν τῷ
παρόντι βίῳ ἐξουσίας· ὡσαύτως καὶ χιλιάρ [χων], οἱ ἥττονες 
βασιλέων ηὐμοίρησαν εὐδαιμονίας. καὶ ἰσχυρῶν σάρκας καὶ ἵππων
καὶ ἐπόχων καὶ ὀχ** καὶ ἐλευθέρων καὶ δούλων καὶ μικρῶν καὶ
μεγάλων. σάρκας τὴν ἐν τῷ βίῳ τούτῳ τυχηρὰν ὑπόστασιν
**κων, μεθ’ ἧς καὶ τὸν τῆς ζωῆς αὐτῶν διήνυσαν δίαυλον. αἵτινες
σπονδαὶ ἀφανισμῷ προυχω* τῇ παραθέσει καὶ ἀντεξετάσει τῇ 
πρὸς τοὺς ἀπὸ τοῦ μεσουρανήματος πρὸς τὴν εὐωχίαν ἐκλή[θησαν].
διὸ καὶ εἴρηται τὸ “ ἐπιθυμία ἁμαρτωλοῦ ἀπολεῖται,” οἱονεὶ τὰ
περὶ ἃ θυμήρως ἐσχήκασι σπουδάσματα εἰς ἀνυπαρξίαν ἀποτελευτῆσαι.
“ ὁ γὰρ εἰς τὸ πνεῦμα σπείρων, φησι, “ εὑρήσει ζωήν.”
“ ὁ δὲ εἰς καταφθοράν.” ἵππους δὲ καὶ ἀναβάτας καὶ ἐλευθέρους 
καὶ δούλους καὶ μικροὺς καὶ μεγάλους. ἵππους μὲν [θηλυ]μανεἰς,
ἣ τοὺς ὑποβεβηκότας ἐν πονηροῖς, ἣ καὶ ἀμφότερα. ἀναβάτας δὲ
τοὺς ἐκ κακι**χοντας ἀποκαλῶν, ὃ καὶ προβὰς διεσάφησεν εἰπὼν,
 

 
διὰ μὲν ἐλευθέρων καὶ μεγάλων τοὺς ἐξουσιαστικῶς ἁμαρτάνοντας·
διὰ δὲ τῶν δούλων καὶ μικρῶν τοὺς ἧττον πλημμελοῦντας ἣ
κατα**μην ἣ καθ’ ἡλικίαν, ἢ δι’ ἀσθένειαν. 
 Ἵνα φάγητε σάρκας βασιλέων. 
 Βρῶσιν καλεῖ τὴν ἐπὶ τῇ πρὸς ἀξίαν τῶν βεβιωμένων αντέκτισιν, 
ὃ καὶ χαναὰμ οἶδεν ἐμποιεῖν τοῖς μὴ συναπαχθεῖσι. τὸ δὲ
σάρκας βασιλέων καὶ χιλιάρχων, καὶ ἰσχυρῶν, καὶ ἵππων, καὶ
ἀναβατῶν, ἐκεῖνα λέγει τροπικῶς τὰ περὶ ἃ ἐμπαθῶς ἐσχήκασι,
σπουδῇ πάσῃ, ταῦτα μόνα οἰόμενοι τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ὑπόστασιν,
ἃ καὶ ἀφανισμῷ παραπεμφθείη τῇ τοῦ ἀφθάρτου βίου 
εὐωχικῇ ἐπιδημίᾳ. 
 ΑΛΛΩΣ ἐκ τῶν τοῦ Ἀνδρέου. Διὰ τῆς βρώσεως τῶν σαρκῶν
σημαίνεται ὁ τῶν σαρκικῶν πάντων ἀφανισμὸς, καὶ ἡ τῶν
ἀρχικῶν ἐπὶ γῆς ὀνομάτων ἔκλειψις. ἵππων δὲ μέμνηται οὐχ ὡς
αὐτῶν ἀναστησομένων, ἀλλὰ διὰ μὲν τούτων ἢ τοὺς ὑποβεβηκότας 
ἐν πονηρίᾳ, ἢ καὶ ἀμφότερα· διὰ δὲ τῶν ἐπιβατῶν, τοὺς ἐν κακίᾳ
προύχοντας αἰνιττόμενος. ὃ καὶ παρακατιὼν ἐσαφήνησεν εἰπὼν,
ἐλευθέρων τε καὶ δούλων, μεγάλων καὶ μικρῶν· διὰ μὲν τῶν
ἐλευθέρων καὶ μεγάλων, τοὺς μᾶλλον ἐξουσιαστικῶς ἁμαρτάνοντας,
διὰ δὲ τῶν δούλων καὶ μικρῶν, τοὺς ἧττον πλημμελοῦντας, ἣ κατὰ 
γνώμην, ἣ κατὰ ἡλικίαν, ἣ κατὰ ἀσθένειαν. 
 Καὶ εἶδον τὸ θηρίον καὶ τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ
τὰ στρατεύματα αὐτῶν, καὶ τὰ ἑξῆς. 
 Επὶ μὲν τῆς κατὰ τὸν διάβολον καὶ τὸν Ἀντίχριστον e symboylografqiaw
καὶ τοῦς f κατ’ αὐτοῦ πολέμους τῷ g διαβόλῳ στρατευομένους h, 
πληθυντικῶς εἰσάγει, βασιλέων κατάλογον διεξιὼν
καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν στρατευμάτων, διὰ τὸ πολυσχιδὲς τῆς ἁμαρτίας
καὶ πολύγνωμον. καίτοι πόσον τοῦτο πρὸς τὴν ἀγγελιώτιδα
πληθὺν καὶ τῶν ἰσαγγέλως πολιτευομένων ἐξεταζόμενον ἀνθρώπων.
ἐπὶ δὲ τῆς μετὰ Χριστοῦ, ὃν ἔποχον ἵππῳ προσαγορεύει, ἑνικῶς 
μέμνηται τοῦ ἑπομένου αὐτῷ πλήθους, στράτευμα φήσας, ἐφ’
ἵππον μὲν διὰ τὸ βασίλειον καὶ τὸ τῆς ἐπελεύσεως τάχος. ἑνιαίῳ
 

 
δὲ προφορᾷ τῶν ὀπαδῶν μετὰ τοῦ στρατεύματος *ῶν λέξας. διὰ
τὸ μοναδικὸν τοῦ θελήματος αὐτοῦ καὶ τῆς γνώμης τῆς πρὸς τὸν
Θεὸν λόγον, καὶ τῆς πρὸς αὐτὸν εὐαρεστήσεως τε καὶ
κατορθώσεως.

ΚΕΦ. ΝΘ. 
 
 Περ τοῦ Ἀντιχρίστου, κοὶ τῶν σὺν αὐτῷ βαλλομένων εἰς γέενναν. 
 Καὶ ἐπιάσθη τὸ θηρίον καὶ ὁ μετ’ αὐτοῦ Ψευδοπροφήτης
ὁ ποιήσας τὰ σημεῖα ἐνώπιον αὐτοῦ, ἐν οἷς
ἐπλάνησε τοὺς λαβόντας τὸ χάραγμα τοῦ θηρίου, καὶ
τοὺς προσκυνοῦντας τῇ εἰκόνι αὐτοῦ, ζῶντες ἐβλήθησαν 
οἱ δύο εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην ἐν θείῳ.
 καὶ οἱ λοιποὶ ἀπεκτάνθησαν ἐν τῆ ῥομφαίᾳ τοῦ καθημένου
ἐπὶ τοῦ ἵππου, τῇ ἐξελθούσῃ ἐκ τοῦ στόματος
αὐτοῦ. καὶ πάντα τὰ ὄρνεα ἐχορτάσθησαν ἐκ τῶν
σάρκων ἀυτῶν. 
 Τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς ἐξαγγελθείσης ἐν μετεώρῳ τῇ
συμβολῇ τὸ πέρας ἐπηνέχθη τοῦ πολέμου· δι’ ὧν φησιν, καὶ
“ ἐπιάσθη τὸ θηρίον· τοῦτο δὲ οὐκ ἀσκόπως ποιεῖ, ἀλλὰ τῷ συντετμημένῳ
χρώμενος λόγῳ. 
 Θηρίον δὲ, πρὸ ἡμῶν, οἱ μὲν τὸν διάβολον ἐξεδέξαντο, οἱ δὲ 
τὸν Ἀντίχριστον. i περὶ δὲ τούτου καὶ ἡμεῖς εἰρήκαμεν. Ψευδοπροφήτην
δὲ τοῦτον ὃν εἰς τύπον Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ὁ διάβολος
εἰς μίμησιν τῆς ἀληθινῆς Χριστοῦ ἐπιδημίας προοδοποιὸν τοῦ
Ἀντιχρίστου. *θεν γὰρ τὸ ψεῦδος τὸ ἀληθὲς ὑπὸ νω** μετέρχεσθαι.
διὸ τερατώδεσι σημείοις τοῦ Ἀντιχρίστου προδρα** 
ἠπάτησε τούτους τῷ γνωρίσματι σημείου ἐνεσημαν** καὶ υποπτώσει
τοῦ διαβόλου εἰκόνος οὐκ ἄλλος εἰ μὴ Ἀντίχριστος τῆς
τοῦ διαβόλου κατέστησαν ἑαυτοὺς μερίδος. ὡς γὰρ Ἰησοῦς
Χριστὸς καὶ Θεὴ εἰκὼν τοῦ Θεοῦ ἀοράτου διὰ τῆς αὐτοῦ θεανδρικῆς
ὑποστάσεως χρηματίζει, οὕτως καὶ ὁ ἀντὶ τοῦ κατ’ οὐσίαν 
ἀοράτου διαβόλου κατ’ ἐνέργειαν τῇ ὁρατῇ * * ὑποστάσει ἴν-
[δαλμα] καὶ εἰκὼν χρηματίσει. 
 

 
 [Δικαι]οσύνης ἄκρας τοῦτο τὸ ἕκαστον ἀπολαμβάνειν κατὰ τὰ
ἔργα αὐτοῦ. διόπερ τοὺς μὲν ἀσωμάτους τουτέστι τὸν διάβολον,
ὃν καὶ θηρίον καλεῖ μηδὲν ἥμερον προφαίνειν ἀλλ’ ἀγριότητος
πλῆρες καὶ τὸν ψευδοπροφήτην. καὶ τοῦτον τινὲς εἰς τὸν Ἀντίχριστον
μετειλήφασι φαντάζοντα τὸ σῶμα, ἀλλ’ οὐκ ἀληθῶς 
ἀμφιεννύμενον· ἀλλά τινα δαίμονα εἶναι αὐτὸν τὰ δευτερεῖα
μετά γε τὸν διάβολον φερόμενον. τοὺς μὲν οὖν ἀσωμάτους πῦρ
ὑπολαμβάνειν * * τί πυρὸς φλέγειν ἔχον διὸ ειῳ ἐξομοιοῦσθαι
τῷ παρ’ ἡμῖν θεάφῳ (sic) λεγομένῳ. τούτους μὲν οὖν τοιαύτης
ἀξιοῦσθαι καταδίκης. τοὺς δὲ λοιποὺς, οἳ τὸν πολεμικὸν συνεπλήρουν 
αὐτοῖς στόλον ἀνθρώπους τας θανάτῳ τὴν ἀξίαν ἀποτίνειν.
θάνατος γὰρ ἐπὶ τοῦ Σατανᾶ ἁπλῆς φύσεως, εἶτα καὶ τοῦ
Ἀντιχρίστου μηδαμῶς ἐνεργεῖν. εἴγε τοῦ συνθέτου διάλυσιν ἴσμεν
τὸν θάνατον. διόπερ ὡς ἁπλῶν τὴν οὐσίαν μὴ πεφυκότων ἀποθνήσκειν
τὸ πεφυκὸς πῦρ ὅτι * * τοῦτο πρὸς τιμωρίαν ὑποδέξεται. 
ῥομφαία δὲ ἡ ἀπὸ στόματος ἤτοι πρόσταγμα * * ὂν καὶ ἐνεργὲς
καὶ τομώτερον πάσης ῥομφαίας διστόμου πρὸς τῷ φυσικῷ θανάτῳ
καὶ τοῖς ᾅδου κολαστηρίοις ὑπετέθησαν. 
 Καὶ οἱ λοιποὶ ἀπεκτάνθησαν. 
 Τὸ ἀργίαν καὶ ἀπραξίαν σχεῖν τῶν πονηρῶν ἐπιτηδευμάτων τὴν 
σύνθετον φύσιν, μετὰ τὴν διάλυσιν ἀποκτανεῖν φησι. τοῦτο δὲ
ἡ ἁπλῆ καὶ ἀσύνθετος οὐκ οἶδεν οὐδὲ μετὰ τὴν κατάκρισιν τῶν
ἐθίμων ἐξίστασθαι, ἅτε συνουσιωμένων αὐτῇ τῶν πρὸς ἃ τὴν ῥοπὴν k
ἔσχεν l· 
 Καὶ πάντα τὰ ὄρνεα ἐχορτάσθησαν. 
 Ὄρνεα εἴρηται ἤδη ὡς τὰς ἀεροπόλους m ψυχὰς καλεῖν βούλεται,
ἃς καὶ αὐτὰς οίδε τῇ παραθέσει τῶν σπουδαίων τε καὶ μὴ
ἑκατέρων ἐνεργημάτων ὡσπερεὶ κόρον λαβεῖν. ὅπερ καὶ ὁ Θεὸς
δι’ Ἡσαΐου φησιν, “ ἐγεννήθητε μοι εἰς πλησμο**.” ὡς οὖν ἐκεῖ
οὕτω κἀνταῦθα προσκορὴς τοῖς ἁγίοις καὶ ἐπαχθὴς πᾶσα σαρκικὴ 
ΚΙΝΗΣΙΣ n.

ΚΕΦ. Ξ. 

 “Οπως ὁ Σατανᾶς ἐδέθη ἀπὸ τῆς Χριστοῦ παρουσίας μέχρι τῆς συντελείας.
καὶ περὶ τῶν χιλίων ἐτῶν. 
 Καὶ εἶδον Ἄγγελον καταβαίνοντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
ἔχοντα τὴν κλεῖδα τῆς ἀβύσσου, καὶ ἅλυσιν μεγάλην 
 ἐπὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ, καὶ ἐκράτησε τὸν δράκοντα τὸν
ὄφιν τὸν ἀρχαῖον, ὅς ἐστιν ὁ διάβολος, καὶ ὁ Σατανᾶς,
ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην ὅλην. καὶ ἔδησεν αὐτὸν χίλια
 ἔτη. καὶ ἔβαλεν αὐτὸν εἰς τὴν ἄβυσσον, καὶ ἔκλεισε
καὶ ἐσφράγισεν ἐπάνω αὐτοῦ, ἵνα μὴ πλανᾷ ἔτι τὰ ἔθνη, 
ἄχρι τελεσθῇ τὰ χίλια ἔτη. καὶ μετὰ ταῦτα δεῖ λυθῆναι
αὐτὸν μικρὸν χρόνον. 
 Ἀνδρέου. Ἐνταῦθα τὴν ἐν τῷ δεσποτικῷ πάθει γεγενημένην
τοῦ διαβόλου διηγεῖται καθαίρεσιν, ἐν ᾗ τὸν δοκοῦντα εἷναι ἰσχυρώτερος
αὐτοῦ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν δήσας, ἡμᾶς, τὰ σκύλα 
αὐτοῦ, ἐκ τῶν χειρῶν αὐτοῦ ἐλυτρώσατο, καταδικάσας αὐτὸν εἰς
τὴν ἄβυσσον. τοῦτο δὲ δείκνυται ἐκ τῶν δαιμόνων τῶν παρακαλούντων
αὐτὸν μὴ πεμφθῆναι εἰς τὴν ἄβυσσον. ὅτι δὲ δέδεται,
τεκμήριον ὁ τῆς εἰδωλολατρείας ἀφανισμὸς καὶ τῶν εἰδωλικῶν
ναῶν ἡ καθαίρεσις, καὶ τῶν ἐπιβωμίων λύτρων ἡ ἔκλειψις, καὶ ἡ 
παγκόσμιος τοῦ θείου θελήματος ἐπίγνωσις. ὁ μέγας δὲ Ἰουστῖνος
φησὶν ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ Χριστοῦ παρουσίᾳ γνῶναι τὸν διάβολον,
ὅτι καταδεδίκασται εἰς τὴν ἄβυσσον καὶ εἰς τὴν τοῦ πυρὸς
γέενναν. δυνατὸν τοίνυν, ὡς οἷμαι, διὰ τῶν προλεχθέντων καὶ τὴν
τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ διαβόλου νοεῖσθαι ἀπόφανσιν. ἄγγελον δὲ 
τῇ τοιαύτῃ ἀποφάνσει διακονούμενόν φησιν, ἵνα δείξη καὶ τῶν
λειτουργικῶν δυνάμεων τοῦτον ἥττονα κατὰ δύναμιν, καὶ μάτην
κατὰ τῆς τῶν πάντων κρατούσης ἀρχῆς θρασυνόμενον. 
 Αρεθα Ἐκ Τοῦ Αὐτοῦ. Κλεῖδα τὴν ἀσφαλῆ καὶ ἀπρόἴτον
τῶν κατακρίτων κατοχὴν λέγει· ἄβυσσον δὲ τὴν ἀπέραντον εἰς 
διέκδοσιν, ἅλυσιν δὲ, τὴν καθεκτικὴν τῆς πονηρίας ἐνέργειαν.
χίλια δὲ οὐ πάντως τὰ τοσαῦτα τῷ ἀριθμῷ νοεῖν εὔλογον. ἣ γὰρ
τῶν πολλῶν, ἢ τοῦ τελείου σημαντικὸν τὸν τῶν χιλίων ἀριθμὸν

 
εἰκάζομεν. χίλια ἔτη τοίνυν, εἴτε τὰ ἀπὸ τῆς Χριστοῦ παρουσίας
ἕως τῆς τοῦ Ἀντιχρίστου ἐνδημίας, εἴτε δεκάκις ἑκατὸν, εἴτε καὶ
τούτων ἀποδέοντα, οὐχ ἡμῶν ἐστι γνῶναι τὸ ἀκριβὲς, ὅτι μηδὲ
θνητῇ φύσει γνῶναι χρόνους ἣ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ
ἰδία ἐξουσία. 
 Καὶ μετὰ ταῦτα δεῖ λυθῆναι αὐτὸν μικρὸν χρόνον. 
 Μίκρον χρόνον, ποῖον ; τοῦτον τὸν τῆς παρουσίας τοῦ Ἀντιἀντιχρίστου
ὃν εἰς μικρὸν συνέστειλε, διὰ τὸ σφοδρὸν καὶ σχεδὸν
ἀνύποπτον τῶν διὰ Χριστὸν κακουμένων, περὶ οὗ χρόνου καὶ ὁ
Σωτῆρ’ ἐν Εὐαγγελίοις φησὶ, θλῖψιν συμβῆναι οἵαν οὐ γέγονεν ἐξ 
ἀρχῆς κόσμου. διὸ καὶ κολοβωθῆναι φησι τὰς ἡμέρας ταύτας
διὰ τοὺς ἐκλεκτούς.

ΚΕΦ. ΞΑ. 

 Περὶ τῶν ἡτοιμασμένων θρόνων τοῖς φυλάξασι τὴν χριστοῦ ὁμολογίαν. 
 Καὶ εἶδον θρόνους καὶ ἐκάθισαν ἐπ’ αὐτοὺς, καὶ κρίμα 
ἐδόθη αὐτοῖς, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πεπελεκισμένων διὰ
τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ,
καὶ οἵ τινες οὐ προσεκύνησαν τὸ θηρίον οὐδὲ τὴν εἰκόνα
αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔλαβον τὸ χάραγμα ἐπὶ τὸ μέτωπον καὶ
ἐπὶ τὴν χεῖρα αὐτῶν, καὶ ἔζησαν καὶ ἐβασίλευσαν μετὰ 
τοῦ Χριστοῦ τὰ χίλια ἔτη. 
 Τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους φησὶ θεωρεῖν, δι’ ὧν τὰ ἔθνη συνετισθέντα
τῷ διδασκαλικῷ λόγῳ ἔζησαν, καὶ συνεβασίλευσαν
Χριστῷ χίλια ἔτη. περὶ μὲν οὖν τῶν χιλίων ἐτῶν εἴρηται. οὗτοι
οὑν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καθίσουσιν, ὡς ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Κυρίου 
φησὶ, κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραὴλ, τουτέστι κατακρίνοντες.
τῇ παραθέσει γὰρ τῶν ὁμογενῶν ὅταν διαφορὰ ἐν αὐτοῖς
ὁρᾶται κατὰ τὸ χεῖρον καὶ βέλτιον, οἱ τῷ χείρονι ἐνεχόμενοι, οὐ
τῆς τυχούσης ἄξιοι τιμωρίας, ὅτι μὴ τοῖς ὁμογενέσιν ἐναμιλλῶννυ
κατωρθοκότες. κρίμα τοίνυν δοθῆναι αὐτοῖς ἀντὶ τοῦ κατακρίνειν, 
ὡς μὴ μόνον ἐθελήσαντας τῷ εὐεργέτῃ Χριστῷ ἀκολουθῆσαι
τοῖς προφητικοῖς ἑπόμενοι χρησμοῖς, ἀλλ’ ἤδη καὶ ἀπεναντίας

 
τούτων χωρῆσαι. κατακριθῆναι δὲ καὶ διὰ τὰς ψυχὰς τῶν
πεπελεκισμένων διὰ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦ
Θεοῦ, τουτέστι, διὰ τὴν εἰς Θεὸν πίστιν, οἱ τινες τὸν διὰ σιδήρου
ὑπήνεγκαν θάνατον. ἣ καὶ τροπικῶς τὸ πεπελεκισθῆναι περὶ τῶν
νεκρωσάντων τὰ μέλη ἑαυτῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς. 
 Καὶ οὐκ ἔλαβον τὸ χάραγμα. 
 Τὸ χάραγμα, γνώρισμά φησι. καθὸ καὶ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ
εἴρηται τὸ, “ ἐσημειώθη ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, Κύριε.”
ὡς γὰρ ἐκεῖ ἐπὶ τὸ πρόσωπον φῶς εἰς γνώρισμα τῶν θεοφιλῶν
ἐνσημαίνεται, οὕτως ἐπὶ τῶν ἀσεβῶν ἀναίδεια ἐπὶ τῶν μετώπων 
ἐγχαράττεται, ἀπαρακαλύπτως καὶ ἀνυποστόλως ἐμφανιζομένων
ὁποῖοι τινές εἰσιν. καὶ ἵνα τοῦτο ἐμφαντικώτερον ᾖ, ταῖς ἀτόποις
τῶν ἑαυτῶν πράξεων τὸ γνώρισμα ἐβεβαίωσαν· ἡ χεὶρ γὰρ τὴν
πρᾶξιν αἰνίττεται, ὥσπερ καὶ ὁ ποῦς τὸν ὁρισμόν. καθὸ εἴρηται,
“ μὴ ἐλθέτω μοι ποὺς ὑπερηφανίας, καὶ χεὶρ ἁμαρτωλοῦ μὴ 
“ σαλεύσει με.” ἐπεὶ οὖν οὐχ ἑάλωσαν οὗτοι, οὔτε δι’ ἀναιδείας
ἐντυπούμενοι τῷ πονηρῷ, οὔτε δι’ ἔργων, εἰκότως καὶ ἔζησαν καὶ
ἐβασίλευσαν μετὰ Χριστοῦ, ἄχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος. ὡς γὰρ
ὁρῶμεν, καὶ ὑπὸ βασιλέων πιστῶν καὶ ἀρχόντων προσκυνούμενοι,
καὶ κατὰ πάσης σωματικῆς ἀσθενείας καὶ δαιμονικῆς ἐνεργείας 
τὴν θεόσδοτον χάριν ἐπιδείκνυνται. ἐπεὶ γάρ, φησιν, οὐ προσεκύνησαν
τῷ θηρίῳ καὶ τῇ εἰκόνι αὐτοῦ, διὰ τοῦτο καὶ ἔζησαν,
τουτέστι, ζώντων ἔργα ἐνήργησαν, τὰς θαυματουργείας δηλονότι.
θηρίον δὲ καὶ εἰκόνα τοῦ θηρίου καὶ δράκοντα τὸν διάβολον φησὶ
καὶ τὸν Ἀντίχριστον, καὶ τὸν ψευδοπροφήτην.

ΚΕΦ. ΞΒ. 

 Τί ἐστιν ἡ πρώτη ἀνάστασις, κοὶ τίς ὁ δεύτερος θάνατος. 
 Καὶ οἱ λοιποὶ τῶν νεκρῶν οὐκ ἔζησαν ἄχρι τελεσθῇ
 τὰ χίλια ἔτη. αὕτη ἡ ἀνάστασις ἡ πρώτη. μακάριος
καὶ ἅγιος ὁ ἔχων μέρος ἐν τῇ ἀναστάσει τῆ πρώτῃ. 
ἐπὶ τούτων ὁ δεύτερος θάνατος οὐκ ἔχει ἐξουσίαν, ἀλλ’
ἔσονται ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ βασιλεύσουσι
μετ’ αὐτοῦ χίλια ἔτη. 

 
 Νεκροὺς δὲ καλεῖ, τοὺς ἐν τῇ ἀπιστίᾳ μεμενηκότας. ὥσπερ
γὰρ δύο ζωὰς, οὕτω καὶ δύο θανάτους, ἤγουν νεκρώσεις, ἐκ τῆς
θείας γραφῆς διδασκόμεθα. ἔστιν οὖν ἡ μὲν πρώτη ζωὴ ἡ μετὰ
τῆς ἐντολῆς παράβασιν πρόσκαιρος καὶ σαρκικὴ, ἡ δὲ μετὰ τὴν
θείων ἐντολῶν τήρησιν ἐπηγγελμένη ζωὴ αἰώνιος. καὶ θάνατοι δὲ 
ὁμοίως δύο· ὁ μὲν σαρκικὸς καὶ πρόσκαιρος, ὁ δὲ δι’ ἁμαρτημάτων
ἔκτισιν ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι ἐπαγόμενος, ἀτελεύτητος καὶ ἀίδιος,
ὅπερ ἐστιν ἡ τοῦ πυρὸς γέεννα. ἀλλά γε καὶ νεκρῶν διαφορὰς
γινώσκομεν. οἱ μὲν φευκτοὶ, περὶ ὧν φησι καὶ ὁ προφήτης, “οἱ δὲ
νεκροὶ ζωὴν οὐ μὴ ἴδωσιν. οἱ δὲ ἐπαινετοὶ, οἱ διὰ Χριστὸν τὰς 
ἡδυπαθεῖς τοῦ σώματος πράξεις ἀπεκτιννύντες, τὴν νέκρωσιν τοῦ
Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες. ἡ δὲ δευτέρα ἀνάστασις, ἡ
καθολική ἐστι τῶν σωμάτων, ἥτ’ ἲς ἀνάστασις ἀρχὴ τῆς μελλούσης
αὐτοῖς κολάσεως γίνεται. κατὰ δὲ τὸν τὴν πρώτην εὐδαιμονησάντων
ἀνάστασιν οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ὁ δεύτερος ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας 
πρὸς τιμωρίαν ἀποκαθιστῶν θάνατος, ἀλλ’ ἔσονται ἱερεῖς τοῦ
Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ. χίλια δὲ, οὐ τὰ τῷ δεκάδι ἀριθμῷ τὸν
ἑκατὸν συντελούμενα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ δέκατος ἀριθμὸς πρῶτος
ἀριθμὸς τέλειος ἐκ μονάδων συνέστη, εἷτα πάλιν αὐτὸς τῷ δεκαδκῷ
διαστήματι τὸν ἑκατὸν ἀπετέλεσε, καὶ πάλιν οὗτος ἐπὶ τῶν 
δέκα πολυπλασιασθεὶς ἀπὸ τούτων τὴν σωρίδα τοῦ χίλια συνεστήσατο,
ἐκ τελείου πρὸς τελειότερον καταντήσας, εἰκότως τῷ ὑπερτελεῖ
Θεῷ τὸ τέλειον τῆς μετὰ ἀνθρώπων συνδιατριβῆς ἀφωρίσατο·
οὐχ ὅτι πάντως τοσοῦτον τῷ ἀριθμῷ, ἀλλὰ διὰ τοῦ τελείου τοῦτο
ἐμφανίζων, ὡς πᾶν ὁ ἃν χρόνου διάστημα διεξοδευθῇ μετὰ τῆς 
ἀνθρώπων τοῦ Χριστοῦ συναναστροφῆς, οὐκ ἂν τοῦτο τῷ ἀτελεῖ
προσνεμηθείη.

ΚΕΦ. ΞΓ. 

 Περὶ τοῦ Γὼγ καὶ Μαγώγ. 
 Καὶ μετὰ τὰ χίλια ἔτη λυθήσεται ὁ Σατανᾶς ἐκ τῆς 
 φυλακῆς αὐτοῦ, καὶ ἐξελεύσεται πλανῆσαι τὰ ἔθνη τὰ
ἐν ταῖς τέσσαρσι γωνίαις τῆς γῆς, τὸν Γὼγ καὶ τὸν
Μαγῶγ, συναγαγεῖν αὐτοὺς εἰς τὸν πόλεμον, ὧν ὁ

 
 ἀριθμὸς ὡσεὶ ἄμμος τῆς θαλάσσης. καὶ ἀνέβησαν ἐπὶ
τὸ πλάτος τῆς γῆς, καὶ ἐκύκλωσαν τὴν παρεμβολὴν
τῶν ἁγίων, καὶ τὴν πόλιν τὴν ἠγαπημένην. καὶ κατέβη
πῦρ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ κατέφαγεν
 αὐτούς. καὶ ὁ διάβολος ὁ πλανῶν αὐτοὺς ἐβλήθη εἰς 
τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς καὶ θείου, ὅπου καὶ τὸ θηρίον καὶ
ὁ ψευδοπροφήτης. καὶ βασανισθήσονται ἡμέρας καὶ
νυκτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
 Χίλια ἔτη. 
 Τὸν ἀπὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ παρουσίας χρόνον, μέχρι τοῦ Ἀντιχρίστου 
λέγει, οὕ τινος λυθέντος, εἰσάγει λοιπὸν καὶ τὰ ἔθνη
καὶ τόπους τῆς οἰκουμένης, καθ’ οὓς τὰ τῆς συνήθους αὐτῷ ἐπιδείξεται
ἀπάτης, καὶ πρὸς τίνων καὶ κατὰ τίνων ὡς ἀφηγουμένων
ὁ πόλεμος οὗτος συσταίη. ἔθνη μὲν οὖν, τὰ εὐεξαπάτητα λέγει·
τόπους δὲ, τοὺς ὑπὸ τὴν ὑπ’ οὐρανὸν, οὓς καὶ τέσσαρας γωνίας 
ὀνομάζει τῆς γῆς, τὰς τέσσαρας λήξεις τῆς οἰκουμένης οὕτω
καλῶν, ἀπὸ τῶν ἡλιακῶν φορῶν οὕτω κληθείσας, καὶ τῶν κατὰ
ἀστέρας τινὰς οἰκειώσεων. ἐπεὶ τοίνυν ἔθνη μὲν ταῦτα, μεθ’ ὣν ὁ
πόλεμος μέλλει σύγ’ κροτεῖσθαι, καὶ χῶρος οὗτος ἐν ᾦ ἤδη καὶ
τοὺς καθηγουμένους εἰσάγει, ὥσπερ πολεμάρχης ὁ Γὼγ καὶ 
Μαγῶγ, ὃν καὶ Ἰεζεχιὴλ προφητεύει ἐπ’ ἐσχάτου καιροῦ έλευσόμενον
σὺν δυνάμει βαρείᾳ. ἀλλ’ Ἰεζεχιὴλ μὲν κατὰ τῆς
Ἱερουσαλὴμ, ἡ προκειμένη δὲ Ἀποκάλυψις πρὸς τὴν τῆς οἰκουμένης
ὅλην ἐρήμωσιν. εἷναι δὲ ταῦτα, τινὲς μὲν Σκυθικὰ ἔθνη
ἔφασαν Ὑπερβόρεια, πολλάκις καὶ ἀπὸ τῶν οἰκείων ἐθνῶν μεταναστάντα, 
καὶ διαφθείραντα μὲν οἷς ἐπῆλθε, τοσαυτάκις δὲ
διαφθαρέντα ἀπὸ τούτων τῆς ἐπιδρομῆς, καὶ Σκυθόπολιν ἐν Παλαιστίνῃ
ὀνομασθῆναι, καὶ Γότθων μοίραν τινὰ κατὰ μέρη τῆς Ἀσίας
στρατιωτικήν τε σύστασιν οὕτω καλεῖσθαι, καὶ Θαϊφάλους, καὶ
Γοτθογραίκους, ἅπερ κοινῷ λόγῳ καλοῦμεν Οὐννικά· πάσης δὲ 
ἐπιγείου βασιλείας εἷναι δυνατώτερα καὶ πολεμικώτερα. ἐπέχεσθαι
δὲ θείᾳ χειρὶ κοσμοκρατορῆσαι ἄχρι τῆς τοῦ διαβόλου
λύσεως, ὥσπερ ἐνταῦθα προδιαγγέλλεται. τινὲς δὲ τὸν Γὼγ ἐκ
τῆς Ἑβραίδος γλώσσης ἀθροίζοντα, ἣ ἄθροισμα ἑρμηνεύουσι, τὸν

 
δὲ Μαγὼγ, ἐπηρμένον. ὥστε δι’ ἑκατέρου τοῦ τε ἀθροίζειν καὶ τοῦ
ἐπαίρεσθαι, μέγα καὶ ὑπερήφανον ἐμφαίνειν κακὸν τὴν τούτου
τοῦ ἔθνους ἐπέλευσιν ἐμπορίζειν τοῖς καθ’ ὧν ἡ ἐπέλευσις, ὡς ἤδη
εἰρήκαμεν. τὸν προρηθέντα τῆς χιλιετίας χρόνον, τινὲς μὲν τὰ
τρία ἥμισυ ἔτη τὰ ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ μέχρι τῆς 
αὐτοῦ εἰς οὐρανὸν ἀναβάσεως οὐκ οἷδ' ὅπως ἐξειλήφασι. μεθ’ ἃ
λυθῆναι τὸν διάβολον ὑπενόησαν. ἕτεροι δὲ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν
τῶν ἑξακισχιλίων ἐτῶν τὴν πρώτην ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν δίδοσθαι
μόνοις τοῖς ἁγίοις ἔφασαν, ἵνα ἐν τῇ γῇ ταύτῃ ἐν ἡ τὴν καρτερίαν
ἐπεδείξαντο, τρυφῆς καὶ δόξης ἀπολαύσωσιν ἔτη χίλια. καὶ μετὰ 
τοῦτο τὴν καθόλου ἀνάστασιν οὐ δικαίων μόνον, ἀλλὰ καὶ ἁμαρτωλῶν.
ὅτι μὲν οὖν οὐδὲν τούτων ἡ Ἐκκλησία δέδεκται, περιττόν
ἐστι καὶ λέγειν. ἡμεῖς τοίνυν ἀκούοντες τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς
Σαδδουκαίους λέγοντος, ὅτι ὡς ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἐν οὐρανῷ, οὕτως
οἱ δίκαιοι ἔσονται, καὶ τοῦ Ἀποστόλου φήσαντος, ἡ βασιλεία τοῦ 
Θεοῦ οὐκ ἔστι βρῶσις καὶ πόσις, τὸν τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος
χρόνον τὴν χιλιετίαν ἐξελάβομεν. ὡς γὰρ προγέγραπται, οὐκ
ἀνάγκη τοσαῦτα τῷ ἀριθμῷ νοῆσαι τὰ χίλια. οὐδὲ γὰρ τὸ ἐν
τοῖς ᾄσμασιν εἰρημένον, “ ἀνὴρ θήσει ἐν καρπῷ αὐτοῦ χιλίους ἀργυ-
“ ρίους,” καὶ πάλιν, “ οἱ χίλιοι τῷ Σολομῶντι, καὶ οἱ διακόσιοι τοῖς 
“ τηροῦσι τὸν καρπὸν αὐτοῦ,” τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἐδήλωσεν, ἀλλὰ
τὸ πλῆθος καὶ τὸ ἐν καρποφορίᾳ τέλειον, ὥσπερ κἀνταῦθα ἡ ἐν
τελειότητι καρποφορία τῆς πίστεως σημαίνεται. μεθ’ ἣν ὁ υἱὸς
τῆς ἀπωλείας, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀδικίας ἐλεύσεται, ἵνα κριθῶσι
πάντες οἱ μὴ πιστεύσαντες τῇ ἀληθείᾳ, ἀλλὰ ταύτῃ εὐδοκήσαντες, 
κατὰ τὸν Ἀπόστολον, καὶ κατὰ τὸ δεσποτικὸν λήιον
φῆσαν, “ ἐγὼ ἐλήλυθα ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, καὶ οὐκ
“ ἐδέξασθέ με. ἄλλος ἐπὶ τῷ ὀνόματι τῷ οἰκείῳ ἐλεύσεται, καὶ
“ ἐκεῖνον λήψεσθε.” τότε τοίνυν, ὡς εἴρηται, λυόμενος ὁ Σατανᾶς
ἐκ τῆς φυλακῆς αὐτοῦ, πλανήσει πάντα τὰ ἔθνη, καὶ τὸν Γὼγ 
καὶ τὸν Μαγὼγ κινήσει εἰς πόλεμον πρὸς τὴν τῆς οἰκουμένης
ἐρήμωσιν· 
 Ὡν ὁ ἀριθμὸς ὡσεὶ ἄμμος τῆς θαλάσσης. 
 Ὡς ἐκ φωλεῶν τινῶν θῆρες ἄγριοι, οὕτω, φησὶν, ἐκ τῶν οἰκείων
τόπων ὑπὸ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν τούτου δαιμόνων στρατηγούμενοι 

 
ἐν τῇ γῇ καταπλατυνθήσονται, καὶ τὴν παρεμβολὴν τῶν ἁγίων
καὶ τὴν ἠγαπημένην πόλιν, δηλαδὴ τὴν ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίαν τῆ
κυκλώσει καὶ περιλήψει ἐκπορθήσουσι. πλὴν οὐκ εἰς μακρὰν, εἴτε
πυρὶ ὁρατῷ, ὡς οἱ δύο πεντηκόνταρχοι ἐπὶ Ἡλίου, εἴτε καὶ τῆ
Χριστοῦ ἐνδόξῳ παρουσίᾳ, τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ, τῷ 
οἵᾳ πυρὶ καθαρτικῷ ταῖς ὕλαις προσομιλεῖν πεφυκότι, αὐτούς τε
τοὺς ἀσεβεῖς, καὶ τὸν στρατηγὸν αὐτῶν διάβολον καταφάγεται.

ΚΕΦ. ΞΔ. 

 Περὶ τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου, καὶ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως καὶ
κρίσεως. 
 Καὶ εἶδον θρόνον μέγαν λευκὸν, καὶ τὸν καθήμενον 
ἐπ’ αὐτὸν, οὗ ἀπὸ προσώπου ἔφυγεν ἡ γῆ καὶ ὁ
 οὐρανὸς, καὶ τόπος οὐχ εὑρέθη αὐτοῖς. καὶ εἶδον τοὺς
νεκροὺς ἑστῶτας τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς μεγάλους ἐνώπιον
τοῦ θρόνου, καὶ βιβλία ἠνοίχθησαν. καὶ ἄλλο
βιβλίον ἠνεῴχθη, ὅ ἐστι τῆς ζωῆς. καὶ ἐκρίθησαν οἱ 
νεκροὶ ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν τοῖς βιβλίοις κατὰ τὰ
 ἔργα αὐτῶν. καὶ ἔδωκεν ἡ θάλασσα τοὺς νεκροὺς τοὺς
ἐν αὐτῇ, καὶ ὁ θάνατος καὶ ὁ ᾅδης ἔδωκαν τοὺς νεκροὺς
τοὺς ἐν αὐτοῖς· καὶ ἐκρίθησαν ἕκαστος κατὰ τὰ ἔργα
 αὐτῶν. καὶ ὁ θάνατος καὶ ὁ ᾅδης ἐβλήθησαν εἰς τὴν 
λίμνην τοῦ πυρός. οὗτος ὁ θάνατος ὁ δεύτερός ἐστιν,
 ἡ λίμνη τοῦ πυρός. καὶ εἴτις οὐχ εὑρέθη ἐν τῷ βιβλίῳ
τῆς ζωῆς γεγραμμένος, ἐβλήθη εἰς τὴν λίμνην τοῦ
πυρὸς. 
 Λευκὸς μὲν ὁ θρόνος, ὅτι καὶ ἀμιγὴς μελανίας ἁμαρτιῶν τῶν 
ὑπὸ τῷ σκότῳ συντελουμένων πᾶσα πρᾶξις ἁγίων, ἐν οἷς ἐνθρονίζεται
Θεός. μέγας δὲ, ὅτι καὶ ὁ ἔποχος τούτου, περὶ οὗ καὶ
Δαβὶδ τὸ, “ μέγας ὁ Κύριος ἡμῶν,” ἐμελῴδει. 
 Οὗ ἀπὸ προσώπου ἔφυγεν ἡ γῆ. 
 Ἡ φυγὴ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, οὐ τοπικὴν σημαίνει μετανάστασιν. 
ποῦ γὰρ καὶ χωρήσουσιν ; ἀλλὰ φυγὴν τὴν ἀπὸ τῆς

 
φθορᾶς εἰς ἀφθαρσίαν καὶ μετάστασιν, καὶ τὴν ἐσχάτην τοῦ
Κυρίου παρουσίαν, καθ’ ἣν τὸ θνητὸν ἡμῶν τοῦτο σῶμα ἐνδύεται
ἀφθαρσίαν, καὶ ἀνακαινισθήσεται τὸ πρόσωπον τῆς γῆς. 
 Καὶ εἶδον τοὺς νεκρούς. 
 Νεκροὺς ἢ πάντας ἀνθρώπους, ὡς τὴν τοῦ σώματος νέκρωσιν 
ὑπομείναντάς φησιν, ἢ τοὺς νεκρωθέντας τοῖς παραπτώμασι.
μεγάλους δὲ καὶ μικροὺς, ἢ τοὺς τῇ ἡλικίᾳ τοῦτο ὄντας, ἢ τοὺς
μᾶλλον καὶ ἧττον τὰ τῆς νεκρώσεως ἔργα πράξαντας, καὶ ἀναλόγως
κολασθησομένους ταῖς πράξεσι· ἡ μεγάλους μὲν τοὺς
δικαίους, μικροὺς δὲ καὶ οὐτιδανοὺς τοὺς ἁμαρτωλοὺς, διὰ ψυχῆς 
ἔργων εὐτέλειαν. 
 Καὶ ἔδωκεν ἡ θάλασσα τοὺς νεκροὺς τοὺς ἐν αὐτῇ. 
 τὴν τελευταίαν καὶ κοσμικὴν ἀνάστασιν ὅπως ἔσται ἀξηγούμενος,
ταῦτα διέξεισιν. ἐπεὶ γάρ τινες ἀπιστοῦντες αὐτὴν ἔσεσθαι,
φασὶ, μὴ οἵαν τε γενέσθαι ἐν τοῖς αὐτοῖς σώμασιν, ἃ ἐξ αἰῶνος 
φθαρέντα εἰς τὸ μὴ εἷναι ἐχώρησαν, τοῦτο νῦν ἐπανορθούμενος
ὁ λόγος φησὶν, ὅτι ὡς τὰ σώματα ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος
εἰς τὸ εἷναι προῆλθον, οὐκ ἐξ αὐτομάτου, ἀλλ’ ἐκ τῶν τεσσάρων
στοιχείων, ὕδατος, πυρὸς, ἀέρος, γῆς, οὕτως εὐλόγως εἰς αὐτὰ
πάλιν ἀναλυθέντα, ἐκ τούτων αὖθις τὴν σύμπηξιν ἀναλήψονται. 
ἐπεὶ δὲ τοῦτο, καὶ συνδρομὴ πάλιν τῶν καταρχὰς μερῶν εἰς
ὑπόστασιν τῶν ἀνθρώπων, διὰ τοῦτό φησι τὴν θάλασσαν, ἤτοι τὴν
ὑδατώδη οὐσίαν, ἀποβλύσαι τὸ πρὸς αὐτὴν χωρῆσαν ὑγρόν. Θάνατον
δὲ τὴν γεώδη, ἐπεὶ καὶ εἴρηται περὶ αὐτῆς τὸ, “ εἰς χοῦν
“ θανάτου κατήγαγές με.” χοῦς δὲ, ὅτι γῆ, τίς νοῦν ἔχων ἀγνοεἶ ; 
ᾅδην δὲ, τὸν ἀέρα καλεῖ, τῷ μὴ ἔχειν χαρακτῆρα διὰ μανότητα
οὐσίας. ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ πῦρ. ᾅδην δὲ λέγει, ἀπὸ τοῦ εἰς
ἀιδίαν καὶ ἀφάνειαν, οἷς ἂν ἐπέλθῃ, τούτους ἐμβαλεῖν. 
 Καὶ ὁ θάνατος καὶ ὁ ᾅδης. 
 Θάνατον καὶ ᾅδην τοὺς ἄξια τιμωρίας ἐργασαμένους καλεῖ, ὡς 
συμπληροῦντας τὸν τοῦ δευτέρου θανάτου ὅμιλον.

ΚΕΦ. ΞΕ. 

 Περὶ καινῶν οὐρανοῦ τε καὶ γῆς, καὶ τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ. 
 Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν, καὶ γῆν καινήν. ὁ γὰρ
πρῶτος οὐρανὸς, καὶ ἡ πρώτη γῆ ἀπῆλθον, καὶ ἡ
 θαλασσα θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι. καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν
Ἱερουσαλὴμ καινὴν εἶδον καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ,
ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἡτοιμασμένην μένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην
 τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς. καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ
τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης, ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ
τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ’ αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ 
λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ’ αὐτῶν ἔσται.
 καὶ ἐκλείψει πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.
καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος, οὔτε κραυγὴ,
οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθε. 
 Τοῦτο οὐ τὴν ἀνυπαρξίαν δηλῶν τῆς κτίσεως φησὶν, ἀλλὰ τὸν 
ἀνακαινισμὸν τὸν ἐπὶ τὸ βέλτιον· ὃν καὶ ὁ θεῖος μελῳδῶν Δαβὶδ
προηγόρευσε δι’ ὧν ἦδε, πάντας ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσεσθαι, καὶ
ὡσεὶ περιβόλαιον ἐλαθῆναι καὶ ἀλλαγῆναι. τὸ γὰρ παλαιωθὲν
ἀνακαινιζόμενον, οὐ τῆς οὐσίας ἀφανισμὸν, ἀλλὰ τοῦ γήρως καὶ
τῶν ῥυτίδων λαμβάνει ἀποῦσιν. σημειωτέον δὲ, ὅτι περὶ μὲν 
οὐρανοῦ καὶ γῆς εἰπὼν ὅτι ἀπῆλθεν, οἱονεὶ οὐκ εἰς τὸ μὴ ὃν ἐχώρησεν,
ἀλλὰ μετέβη, οὐδὲν δὲ τῶν μεταβαινόντων ἐξ οὗ εἰς ὃ,
ἤδη καὶ πάντη διόλωλεν, ἀλλὰ τῇ ἀφ’ οὗ εἰς ὃ μετελεύσει,
ἀνεμορφώθη,) τὰ μὲν τοῦ καταληφθέντος ἀπέβαλε, τὰ δὲ τοῦ
πρὸς ὃ μετέβη ἀνεδέξατο. 
 Ἀνδρέου. Περὶ δὲ τῆς θαλάσσης φησὶν ὅτι ἡ θάλασσα οὐκ
ἔτι ἐστί. τίς γὰρ χρεία θαλάσσης μὴ δεομένων ἀνθρώπων τοῦ
πλεῖν αὐτήν ; ἣ δι’ αὐτῆς πορίζεσθαι τὰ ἐν ταῖς μακρὰν κειμέναις
χώραις γεωργούμενα ἀγώγιμα ; 
 Καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι. 
 Εἰ κόσμος οὗτος ὁ αἰσθητὸς, οὐκ ἄλλο τι, ἢ τὸ ἐξ οὐρανοῦ, καὶ
γῆς, καὶ τῶν ἐν τῷ μέσῳ σύστημά ἐστι καὶ σύγκριμα, τοῦ

 
οὐρανοῦ πάντως καὶ τῆς γῆς ἀνακαινισθέντων, ὡς ἤδη παρεθέμεθα,
πάντως καὶ τὰ συμπληροῦντα τὸ τοιοῦτο σύστημα οὐκ ἀμοιρήσει
τοῦ ἀνακαινισμοῦ. τί οὖν ἡ θάλασσα μόνη τῶν ἐν μέσῳ φύσεων
οὖσα, οὐ μόνον ἠστόχησε τοῦ ἀνακαινισμοῦ ἀλλὰ καὶ πάντη τοῦ
εἷναι ; εἰ δὲ λέγει τίς ὅτι τῶν ἐμπλεόντων οὐκ ὄντων, ἀνάγκη 
μηδὲ αὐτὴν χρηματίζειν ὅπερ ἐστι νῦν, εἰκότως· τὸ δὲ εἰς παντελῆ
ἀνυπαρξίαν ἐλθεῖν αὐτὴν ἐᾷν ἐξ ἡμισείας ἐπιτελοῦντος τὸν ἀνακαινισμόν
ἐστι. τι οὖν ἐστι πρὸς τοῦτο ἐρεῖν ; ἢ πάντως ἐκεῖνο,
ὡς ἐπειδὴ θαλάσσῃ ὡμοίωσεν ὁ θεοπάτωρ τὸν παρόντα κόσμον,
ἀναγκαίως, ἴνα μή τις τῷ ἀνακαινισμῷ τοῦ οῦρανοῦ καὶ τῆς γῆς, 
καὶ τὴν κατ’ αὐτὰ τύρβην ὑποβάλοι, διὰ τοῦ τελείως ἀφανισμοῦ
τῆς θαλάσσης, κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ Δαβὶδ ἐκεῖνα ἐσημείωσε
καὶ ἐξείλετο, ὡς φρούδου καὶ ταύτης κατὰ τὸν
ἀνακαινισμον ἐσομένης. 
 Καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καινήν. 
 Παλαί’ μέν, φησιν, Ἱερουσαλὴμ τὸ ἁγιώτατον σκήνωμα ἐνομίζετο,
ἐν ᾗ καὶ ὁ ναὸς καὶ πάντα τὰ τῆς θεογνωσίας μυστήρια
τεθησαύρισται. αὕτη δὲ νῦν καινὴ οὐκ ἔξω λόγου, ἐφόσον τῇ τοῦ
Κυρίου παρουσίᾳ ἐκεῖνα τῇ παλαιότητι ἠχρειοῦτο. ἀνάγκη ἄρα
καινὴν τοῦ παντὸς καινοποιήσει Ἱερουσαλὴμ ἐμφανισθῆναι, καὶ 
ἐξ οὐρανοῦ κατιοῦσαν, ὁπόθεν καινοποιὸς Κήιος Ἰησοῦς Χριστός.
Ἱερουσαλὴμ μὲν οὖν καινὴν, διὰ τοῦτο. πόλιν δὲ, ὡς οἰκητήριον
πάντων Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων ἐσομένην. ὑπὸ δὲ τοῦ Θεοῦ ἡτοιμᾶσθαι.
τί γάρ τις τῶν σωτηρίων ἑαυτῷ κατορθοῖ, τῆς ἀπὸ τοῦ
Θεοῦ συναντιλήψεως ἀμοιρῶν ; τροπικῶς δὲ καὶ μεγαλοπρεπῶς 
ὡς νύμφην κεκόσμηκεν, ὡς ἃν ἐκ τῶν αἰσθητῶς λεγομένων, εἰς
τὴν νοητὴν τῶν ἁγίων μακαριότητα καὶ διαγωγὴν τὸν νοῦν
παραπέμψωμεν τὸν ἡμέτερον. 
 Καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ’ αὐτῶν ἔσται. 
 Τοῦτο σαφέστερον ὁ Ἀόστολος δηλῶν ἔλεγεν, “ ἔπειτα ἡμεῖς 
“ οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάν-
“ τῇσιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα.
ἐν ταύτῃ οὖν τῆ σκηνῇ τῇ ἀχειροποιήτῳ οὐκ ἔσται κλαυθμὸς
οὔτε δάκρυον τὰ σύστοιχα τῷ ἐπικήρῳ βίῳ, οὔτε πόνος, (τὴν τῶν

 
ἁγίων λέγω κακοπάθειαν, ἣν ὑπέστησαν ἐν τῷ μοχθηρῷ τούτῳ
βίῳ.) ἐν ἐκείνῳ δὲ τῷ μέλλοντι, ἐπεὶ ὡς ἀφθάρτῳ ἀπέδρα λύπη
καὶ ὀδύνη καὶ στεναγμὸς, ἀργὰ ταῦτα πάντα καὶ περιττά. 
 Ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθε. 
 Τὰ πρῶτα, τὰ ἀπὸ τῆς παραβάσεως Ἀδὰμ τῇ φθορᾷ ὑποβληθέντα, 
εἴτε ὀχληρὰ καὶ ἐπώδυνα τοῖς θεοφιλέσι δι’ ἀρετὴν εὐπορούμενα,
εἴτε δι’ ἀλαζονείαν καὶ ἀφροσύνην τοῖς θεοβλαβέσιν
ἐπακολουθοῦντα, πάντα ἀπῆλθε.

ΚΕΦ. Ξς. 

 Περὶ ὧν εἶπεν ὁ ἐν τῷ θρόνῳ καθήμενος καὶ ὁραθείς. 
 Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ, ἰδοὺ πάντα
καινὰ ποιῶ. καὶ λέγει μοι, γράψον, ὅτι οὗτοι οἱ λόγοι
 πιστοὶ καὶ ἀληθινοὶ τοῦ Θεοῦ εἰσί. καὶ εἶπέ μοι, γέγονα
ἐγὼ τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἀρχὴ καὶ τέλος. ἐγὼ τῷ διψῶντι
δώσω αὐτῷ ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς, δωρεάν. 
 ὁ νικῶν, δώσω αὐτῷ ταῦτα, καὶ ἔσομαι αὐτῷ Θεὸς, καὶ
 αὐτὸς ἔσται μοι υἱός. τοῖς δὲ δειλοῖς καὶ ἀπίστοις καὶ
ἁμαρτωλοῖς καὶ ἐβδελυγμένοις, καὶ φονεῦσι, καὶ πόρνοις,
καὶ φαρμακοῖς, καὶ εἰδωλολάτραις, καὶ πᾶσι τοῖς
ψευδέσι, τὸ μέρος αὐτῶν ἐν τῇ λίμνῃ τῇ καιομένῃ πυρὶ 
καὶ θείω, ὅ ἐστι θάνατος ὁ δεύτερος. 
 Θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ, οἱ ταῖς ἀρεταῖς ἑαυτοὺς τούτου ὄχημα
καταστήσαντες. περὶ ὧν καὶ ὁ ἔποχος τούτων τὸ, “ ἐνοικήσω,”
ἔφη, “ ἐν αὐτοῖς, καὶ ἐμπεριπατήσω.” 
 Ὅτι οὗτοι οἱ λόγοι πιστοὶ καὶ ἀληθινοὶ τοῦ Θεοῦ 
εἰσι. 
 Μὴ νόμιζε, φησὶν, ὧ Ἰωάννη, τῇ τοῦ μεγέθους τῶν καινοποιουμένων
ἀλλοιώσει, ὡς καθ’ ὑπερβολὴν φαντασίας, ὑποπεσεῖν ψευδεῖ
τινὶ ἐκβάσει τὰ λεγόμενά σοι. τοσοῦτον γὰρ ἀληθῆ, ὥστε καὶ
γραφῇ καταθέσθαι σε ταῦτα παρεγγυῶμαι εἰς ἀνεπίληστον τοῦ 
ὅτι γενήσεται. ἀληθινοὶ γὰρ καὶ πιστοὶ οἱ λόγοι, ὡς ὑπ’ αὐτῆς
ἐκφερόμενοι τῆς τῷ ὄντι ἀληθείας. ἀρχὴ δὲ καὶ τέλος Χριστὸς,

 
ὁ καὶ τὸ Α καὶ τὸ Ω ἑαυτῷ ἀναθείς· ἀρχὴ, ὡς πρῶτος διὰ τὴν
θεότητα· τέλος δὲ, ὡς ἀπὸ τῆς πρώτης τῶν ἀσωμάτων κτίσεως,
μέχρι τῶν τελευταίων ἀνθρώπων τὴν οἰκείαν ἐκτείνων πρόνοιαν.
τῷ διψῶντι δὲ ἡ μὲν ἐπαγγελία δοθῆναι ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος
τῆς ζωῆς, ἀλλὰ διψῶντι τὴν δικαιοσύνην, ὡς καὶ ὁ Χριστός φησιν. 
“ μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ
“ χορτασθήσονται·” ἐκ τῆς πηγῆς δὲ τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς ἡ τῆς
δίψης ἀνάκτησις ἐπαγγέλλεται, ἥτις πηγὴ, οὐκ ἄλλη, εἰ μὴ ὁ
Χριστός. δωρεὰν δὲ ἡ χορηγία τοῦ τοιούτου ὕδατος ὑπισχνεῖται,
καίτοι ἀλλαχοῦ τὴν εἰς τὴν ζωὴν ἀπάγουσαν ὁδὸν κόπῳ καὶ βίᾳ 
πολλῇ εὑρέσθαι λέγοντος. τί οὖν ἐνταῦθα τὸ, δωρεὰν αἰνίττεται ;
ἢ τὸ μὴ ἔχειν παραμετρεῖσθαι τὰ πρόσκαιρα τοῖς διαιωνίζουσι·
περὶ ὧν καὶ Παῦλος φησὶν, “ οὐ γὰρ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν
“ καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς.”
Τοῖς δὲ δειλοῖς καὶ ἀπίστοις, καὶ ἑξῆς. 
 Δειλοὺς καλεῖ, τοὺς ἑκουσίῳ ἀσθενείᾳ πρὸς τὰ ἀπολαυστικὰ
τοῦ παρόντος αἰῶνος ἀποκλίναντας, τῷ μηδὲν αἱρήσεσθαι ἀνδρικὸν
ἐπανελέσθαι· τῶν θηλυπρεπῶν ἀτιμάζων οὕτω τὸ ἔκλυτον τῆς
ναυσίας. πᾶσι δὲ τοῖς ψευδέσιν, ἀλλ’ οὐ τοῖς ψεύσταις, ὡς τούτου
τοῦ ῥήματος συμπεριλαμβάνοντος καὶ τὸ ἐνεργεῖν περὶ τὰ ἐνεργούμενα. 
περὶ τίνα γὰρ ὁ ψεύστης τὴν σπουδὴν ἀπασχολήσει,
ἢ περὶ τὰ ψευδῆ καὶ τὸ φυσικὸν νοθεύοντα κάλλος τοῖς ἀπατηλοῖς
ἐρεθίσμασιν ;

ΚΕΦ. ΞΖ. 

 Περὶ τοῦ Ἀγγέλου δεικνύντος αὐτῷ τὴν τῶν ἁγίων πόλιν κοὶ τὸ ταύτης 
τεῖχος, σὺν ταῖς πυλῶσι διαμετροῦντος. 
 Καὶ ἦλθεν εἷς ἐκ τῶν ἑπτὰ Ἀγγέλων τῶν ἐχόντων
τὰς ἑπτὰ φιάλας γεμούσας ἑπτὰ πληγῶν τῶν ἐσχάτων,
καὶ ἐλάλησε μετ’ ἐμοῦ λέγων, δεῦρο, δείξω σοι τὴν
 γυναῖκα τὴν νύμφην τοῦ ἀρνίου. καὶ ἀπήνεγκέ με ἐν 
πνεύματι, ἐπ’ ὄρος μέγα καὶ ὑψηλόν. καὶ ἔδειξέ μοι τὴν
πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ
 οὐρανοῦ ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἔχουσαν τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ·

 
καὶ ὁ φωστὴρ αὐτῆς ὅμοιος λίθῳ τιμιωτάτῳ, ὡς λίθῳ
 ἰάσπιδι κρυσταλλίζοντι, ἔχουσάν τε τεῖχος μέγα καὶ
ὑψηλόν. 
 Οὕς πρὸ τούτου τιμωροὺς εἰσηγεῖτο, νῦν ἀπεναντίας προφέρει
καὶ ὡς ἰατροὺς, ποτὲ μὲν τέμνειν ἀφωρμημένους, ποτὲ δὲ φάρμακα 
ἐπιπάσσοντας ἥπια. ὁ γὰρ τότε τὴν πληγὴν τοῖς ἀξίοις ἐπάγων,
νῦν τὴν μακαριότητα τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἁγίων ὑποδείκνυσι.
πληγῶν δὲ τῶν ἐσχάτων, οὐ τῷ χρόνῳ τὸ ἔσχατον ἐχούσας λέγει,
ἀλλὰ τῶν πρὸς κάκωσιν, τὸ ἀκμαῖον ἐπιφέρειν εἰδυίας. νύμφην δὲ
τοῦ ἀρνίου καλῶς τὴν γυναῖκά φησιν. ὅτε γὰρ ὡς ἀμνὸς ἐσφαγιάσθη 
Χριστὸς, τότε αὐτὴν τῷ οἰκείῳ αἵματι ἐνυμφεύσατο.
ὥσπερ γὰρ τοῦ Ἀδὰμ καθεύδοντος διεπλάσθη ἡ γυνὴ τῇ τῆς
πλευρᾶς ἀφαιρέσει, οὕτω καὶ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ σταυρῷ ἑκουσίως
διὰ θανάτου ὑπνώσαντος, τῇ ἐκχύσει τοῦ ἐκ τῆς πλευρᾶς αἵματος
ἡ Ἐκκλησία συστᾶσα, τῷ παθόντι δι’ ἡμᾶς ἥρμοσται. 
 Καὶ ἀπήνεγκέ με ἐν πνεύματι. 
 Καλῶς τὸ ἐν πνεύματι. οὐ γὰρ ἐκτὸς πνευματικῆς χάριτος
ἀνθρώπινός τις νοῦς ὑψώθη, ὡς ἐν περινοίᾳ γενέσθαι τῆς τῶν ἁγίων
δόξης. εἰκότως δὲ ἡ Ἐκκλησία ἡ ὑπερκόσμιος τῶν ἁγίων ζωὴ καὶ
πολιτεία εἰς ὄρος μέγα καὶ ὑψηλὸν παρεδείκνυτο. οὐδὲν γὰρ παρ’ 
αὐτοῖς χθαμαλὸν ἢ ταπεινὸν καὶ χαμαίζηλον, ἀλλὰ πάντα ὑψηλὰ
καὶ ἐπηρμένα. 
 Καὶ ἔδειξέ μοι τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ
καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. 
 Ἀπὸ τῆς τῶν αἰνιγμάτων ἀδηλίας τὴν νομικὴν λατρείαν τεθέαται 
ὁ εὐαγγελιστὴς καταβαίνουσαν, οὐ τοπικὴν κατάβασιν, ὅτι
μηδὲ τὸ ἀπὸ τῆς Ἱερουσαλὴμ καταβαίνοντας εἰσάγειν κατὰ τὴν
ἐν Εὐαγγελίοις παραβολὴν, τοπικὴν εἰσηγεῖται κατάβασιν, ἀλλὰ
γνώσεως θείων δογμάτων μετάβασιν. ἐνταῦθα δὲ ἐπεὶ καὶ Θεὸς
τῆς δόξης συλλαμβανόμενος, πρὸς οὐδὲν ταπεινὸν ἡ κατάβασις, 
εἰ μὴ τῆς ἀδηλίας καὶ κρυφιότητος ἡ φανέρωσις, οὐχ ὑπὸ ἀνθρωπίνῃ
ὁρμῇ, ὡς ἐν τῇ παρεμβολῇ, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ ῥοπῆς συντε-
συντελουμενη. 

 
 Καὶ ὁ φωστὴρ αὐτῆς. 
 Φωστῆρα τὸν Χριστὸν καλεῖ. λίθῳ δὲ τιμιωτάτῳ ἀπεικάζεται
ὁ φωστὴρ, ὅτι καὶ λίθῳ ἰάσπιδι παραβάλλεται τὸ τεῖχος τῆς
ἀπ’ οὐρανοῦ Ἱερουσαλήμ. χλοερὰ δὲ ἡ ἰάσπις, τὸ φερέσβιον καὶ
ζωοδῶρον ἐμφαίνουσα τῆς προνοίας τοῦ Χριστοῦ, οὗ περιοχὴ τὸ 
τεῖχος τὸ ἐξ ἰάσπιδος συντετελεσμένον, ὃ καὶ ὁρατὸν ἀνθρώποις
ὡς καὶ αἰσθήσει ληπτόν. τὸ τεῖχος μὲν οὖν ἰάσπιδι ὡράθη λίθῳ
συντετελεσμένον, διὰ τὸ χλοερὸν τοῦ χρώματος. χλόη γὰρ ἡγεῖται
πάσης ἐπιγείου τροφῆς. ἀλλὰ καὶ κρυσταλλίζουσα ἡ ἰάσπις τοῦ
τείχους τὸ καθαρὸν καὶ ἄμωμον αἰνιττομένη τοῦ περιεχομένου. 
ἀλλὰ καὶ ὑψηλόν φησι τοῦτο καὶ μέγα. οὐ γὰρ ἐν ταπεινοῖς καὶ
χαμαιζήλοις ὁ ὕψιστος εὐαρεστεῖ κατοικεῖν, ἀλλ’ ὅσοις μετάρσια
τὰ φρονήματα, καὶ τῆς οὐρανίου ἐχόμενα σεμνότητος. τὸ δὲ τοῦ
φωστῆρος εἶδος, λίθῳ μὲν παραβάλλεται τιμιωτάτῳ, οὐ μέν τοι
καὶ τὴν ἰδέαν ὁποῖος ἐνδείκνυται, ὅτι μηδὲ θνητοῖς καὶ ἀφθάρτοις 
τὰ θειότατα καὶ αἰσθήσει ἀδούλωτα πέφυκεν ὑποδειγματίζεσθαι. 
 Ἔχουσαν πυλῶνας δώδεκα, καὶ ἐπὶ τοῖς πυλῶσιν
Ἀγγέλους δώδεκα. καὶ ὀνόματα ἐπιγεγραμμένα, ἅ ἐστιν
 ὀνόματα τῶν δώδεκα φυλῶν υἱῶν Ἰσραήλ. ἀπὸ ἀνατολῶν,
πυλῶνες τρεῖς· καὶ ἀπὸ βορρᾶ πυλῶνες τρεῖς· 
καὶ ἀπὸ νότου πυλῶνες τρεῖς· καὶ ἀπὸ δυσμῶν πυλῶνες
 τρεῖς. καὶ τὸ τεῖχος τῆς πόλεως ἔχον θεμελίους
δώδεκα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν δώδεκα ὀνόματα τῶν δώδεκα
Ἀποστόλων τοῦ ἀρνίου. 
 Οὐδὲν ἐκ τούτων περισκελὲς νόημα εἰς σαφήνειαν μεθελκόμενον 
τυγχάνει. ὅ τε γὰρ ἀριθμὸς σαφῶς τοὺς Ἀποστόλους Κυρίου
ὐποφαίνει· ἥ τε χρεία τῶν πυλώνων ὡς εἰσαγόντων εἰς τὸ
ζωῆς ταμιεῖον τοὺς αὐτοῦ Ἀποστόλους παριστᾷ, δι’ ὧν τὰ ἔθνη
τῷ Χριστοῦ ταμιείῳ εἰσήχθησαν. Ἀγγέλους δὲ δώδεκα ἐπὶ τῶν
πυλώνων καθιστᾶσιν, οὓς τοὺς Ἀποστόλους ἐξειλήφασι, δι’ ὧν ἡ 
εἴσοδος ἡμῶν, καὶ ἡ πρὸς τὸν Πατέρα προσαγωγὴ ἐνήργηται ἐπὶ
συνεργίᾳ Ἀγγέλων ἰσαρίθμων τῶν προυχόντων, καὶ μᾶλλον τῇ
ἐπιστασίᾳ ἀφωρισμένων τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραὴλ κατὰ τὴν

 
ἀγχιστείαν τὴν ἐν ἁγιότητι θεμελιωθεῖσαν. καὶ μάλα εἰκότως·
εἰ γὰρ ἑκάστῳ τῶν πιστῶν, Ἄγγελον ἕπεσθαι πεπιστεύκαμεν,
πολλῷ μᾶλλον τοῖς θεμελίοις τοῖς τῆς Εκκλησίας, καὶ τοῦ
εύαγγελικοῦ λόγου σπορεῦσιν, Ἀγγέλους συνεργοὺς πρὸς τὸ
εὐαγγελικὸν κήρυγμα νοεῖσθαι ἀκόλουθον. 
 Καὶ ὀνόματα ἐπιγεγραμμένα. 
 Ἐπὶ μὲν τῆς Μωϋσέως λατρείας τὰ τῶν ἀρχιφύλων ὀνόματα
ἐπὶ τῆς ἐπωμίδος γεγράφθαι πρόσταγμα. ἐν δὲ τῇ κατὰ Κύριον
Ἰησοῦν διαθήκῃ τοῦ νέου Ἰσραὴλ τὰ ὀνόματα ἐπὶ τοῖς πυλῶσι,
τουτέστι, τοῖς εἰσαγωγοῦσι, περὶ ὣν καὶ εἴρηται, “ ἀπαγγελῶ τὸ 
“ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου·” ὄνομα τὸ κατὰ τὴν πίστιν τὴν
κατὰ Χριστὸν μυστήριον λέγων, ὃ οὐκ εἰς ἀπόρρητον ἐχεμυθίαν,
ἀλλ’ εἰς ἅπασι προὖπτον προβάλλεσθαι ὑπισχνεῖται. ἀναλόγως
δὲ ταῖς ἀπὸ Ἰακὼβ φυλαῖς καὶ οἱ πυλῶνες, ὅτι μηδὲ πάντα
κατήργηται τὰ τῆς παλαιᾶς τῇ κατὰ Χριστὸν πίστει, ἀλλ’ ὅσον 
τὰ νηπιώδη τῆς ἀνδρικῆς καταστάσεως ἀσθενέστερα. 
 Ἅ ἐστιν ὀνόματα τῶν δώδεκα φυλῶν Ἰσραήλ. 
 Τοὺς πιστοὺς καλέσας Ἰσραὴλ, ἐπιμεμένηκε καὶ τῷ τοῦ πληρώματος
αὐτῶν ἀριθμῷ. δώδεκα γὰρ φυλὰς εἰπὼν, ἃς δὴ καὶ
κατὰ τὴν τριάδα διῃρῆσθαι τῷ τετραμερεῖ τοῦ κόσμου σχήματι, 
καὶ ἰσαρίθμους τοῦ σταυρικοῦ σημείου τῇ διαστολῇ κατὰ τριπλασιασμὸν,
δῆλον, καὶ τὰ ἀφωρισμένα μέρει ἀποφήνας, τούτων
καὶ τρισὶ πάλιν πυλῶσιν ἕκαστον εἰληχέναι τὴν εἴσοδον δαιγράφει.
οὐ γάρ ἐστι τῆς τοῦ ἐσταυρωμένου Κυρίου μυήσεως
κατευμεγεθῆσαι, μὴ τῇ ὑπερθέῳ τριάδι τὸ εἰσαγώγιμον εἰληχότα. 
ἅπαντα γὰρ τοῦ κόσμου τὰ πέρατα οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι διειληφότες,
τριάδα τε ὁμοούσιον τοῖς ἔθνεσι κηρύξαντες, ἐβάπτισαν
εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
 Καὶ ἐπ’ αὐτῶν δώδεκα ὀνόματα τῶν δώδεκα Ἀποστόλων
τοῦ ἀρνίου. 
 Τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους ἤδη καλῶς ποιῶν διεσάφησεν, ὅτι
τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους δηλοῦν ὁ σκοπὸς, οὓς καὶ πυλῶνας καὶ
θεμελίους φησί. θεμελίους, ὡς τῆς κατὰ Χριστὸν πίστεως τὴν
ὑποβάθραν αὐτοὺς καταθεμένους. πυλῶνας δὲ, ὡς δι’ αὐτῶν ἤδη,

 
ἤγουν διὰ τοῦ κηρύγματος αὐτῶν, τὸ εἰσαγώγιμον τῆς κατὰ Χριστὸν
πίστεως εὑρίσκει. 
 Καὶ ὁ λαλῶν μετ’ ἐμοῦ εἶχε μέτρον, κάλαμον χρυσοῦν,
ἵνα μετρήση τὴν πόλιν, καὶ τοὺς πυλῶνας αὐτῆς,
 καὶ τὸ τεῖχος αὐτῆς. καὶ ἡ πόλις τετράγωνος κεῖται, 
 τὸ μῆκος αὐτῆς, ὅσον τὸ πλάτος. καὶ ἐμέτρησε τὴν
πόλιν τῷ καλάμῳ ἐπὶ σταδίους δώδεκα χιλιάδων . τὸ
μῆκος καὶ τὸ πλάτος καὶ τὸ ὕψος αὐτῆς ἴσα ἐστί. καὶ
 ἐμέτρησε τὸ τεῖχος αὐτῆς ρμδ πηχῶν, μέτρον ἀνθρώπου,
ὅ ἐστιν Ἀγγέλου. καὶ ἦν ἡ ἐνδόμησις τοῦ τείχους αὐτῆς 
ἴασπίς. 
 Ὁ μὲν κάλαμος ᾧ διεμέτρει τὴν ἁγίαν πόλιν, γεωμετρικὸν
ὑπῆρχε. χρυσοῦν δὲ διὰ τὸ τίμιον τοῦτο μετροῦντος Ἀγγέλου,
καὶ τῆς μετρουμένης πόλεως. ἀνθρωποειδῶς δὲ ἐθεωρήθη ταῦτα,
ὅτι μηδὲ ἄλλως ὁραθῆναι ταῦτα δυνατὸν θεῖα ὄντα καὶ ὡς ἔχει 
φύσεως. πόλιν δὲ τὸ κατὰ Χριστὸν μυστήριον, εἰς ὃ οἱ πυλῶνες
ἐμβιβάζειν ἀπέλαχον, ὅτι διὰ τοῦ κηρύγματος ἡ κατὰ Χριστὸν
πίστις γνωρίζεται. 
 Καὶ ἡ πόλις τετράγωνος κεῖται. 
 Τοῦ τείχους καὶ τῆς πόλεως τὸ σχῆμα τετράγωνον, καὶ τῶν 
πυλώνων εἰς δώδεκα. τετράγωνος γὰρ οὖσα ἡ πόλις, τῷ σταυρικῷ
σημείῳ κατὰ τὸν διάμετρον διῃρέθη, ἀφ’ οὗ καὶ αἱ τέσσαρες
πλευραὶ ἀνὰ τρισὶ πυλῶσι τὴν εἴσοδον ηὐμοίρησαν χεῖν, ὡς ἔφθηἔφθημεν
παραθέμενοι. 
 Ἐπὶ σταδίους δώδεκα χιλιάδων. 
 Ἰσάριθμοι τοῖς μακαρίοις Ἀποστόλοις οἱ στάδιοι. ἐπεὶ καὶ τοῦ
κηρύγματος αὐτῶν καρπὸς ἡ ἐκεῖσε ἀποκειμένη λῆξις, ἰσόμετρος
οὖσα κατὰ πάσας τὰς διαστάσεις, καὶ τοῦ κατὰ Θεὸν βίου αἱ
ἀρεταὶ ἐν συμμετρίᾳ τὸ εἶναι ἔχουσι, κατὰ Παῦλον τὸν θεῖον, ὃς
οἶδε καὶ ταπεινοῦσθαι, καὶ περισσεύειν, καὶ χορτάζεσθαι, καὶ 
πεινᾶν. καὶ οὗτος ὁ ἀριθμὸς τῶν μακαρίων Ἀποστόλων ἔμφασιν
ἔχει. ὁ δώδεκα γὰρ ἐφ’ ἑαυτὸν πολυπλασιασθεὶς, τὸν ἑκατοντεσσαρακοντατέσσαρα
ποιεῖ. τὸ δὲ μέτρον τῶν ἑκατοντεσσαρακοντατεσσάρων

 
πηχῶν μέτρον ἀνθρώπου εἰπὼν, ἐπιφέρει, ὅτι τὸ μέτρον
τοῦτο Ἀγγέλου ἐστὶ, εἰ καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν ἀνθρώποις ἐξενήνεκται
διὰ πήχεως. μή τις μέν τοι οἰέσθω καὶ ἄνθρωπον τὸν μεμετρηκότα,
ἀλλ’ Ἄγγελον ἀνθρωπίνως χρησάμενον τῇ μετρήσει, καὶ οὐκ
ἀγγελικῶς τῇ ἁπλῇ προσβολῇ καὶ νοήσει. 
 Καὶ ἦν ἡ ἐνδόμησις τοῦ τείχους αὐτῆς ἴασπις. 
 Ἐνδόμησιν, τὴν οἰκοδομὴν λέγει, οἱονεὶ τὴν σπουδὴν καὶ ἀκρλ
βειαν τὴν περὶ τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων. ἡ δὲ χλωρίζουσα
ἴασπις, τὸν τοῦ Εὐαγγελίου δρόμον αἰνίττεται τὸν χλωρίζον εἰς
ἀεὶ καὶ ἀμάραντον διατηροῦντα τὸ κήρυγμα. 
 Καὶ ἡ πόλις χρυσίον καθαρὸν, ὅμοιον ὑάλῳ καθαρῷ.
 οἱ θεμέλιοι τοῦ τείχους τῆς πόλεως παντὶ λίθῳ τιμίῳ
κεκοσμημένοι. ὁ θεμέλιος ὁ πρῶτος ἴασπίς ὁ δεύτερος
σάπφειρος· ὁ τρίτος χαλκηδών· ὁ τέταρτος
 σμάραγδος· ὁ πέμπτος σαρδόνυξ· ὁ ἕκτος σάρδιον· 
ὁ ἕβδομος χρυσόλιθος· ὁ ὄγδοος βήρυλλος· ὁ ἔννατος
τόπαζόν ὁ δέκατος χρυσόπρασος· ὁ ἑνδέκατος
 ὑάκινθος· ὁ δωδέκατος ἀμέθυσος. καὶ οἱ δώδεκα πυλῶνες
δώδεκα μαργαρῖται. 
 Τὸ ἀείζωον κήρυγμα ἐπὶ κατασκήνωσιν ἄγει τῆς μακαρίας καὶ 
ἀδιαδόχου ζωῆς, ἥτις πόλις, ἤγουν σκήνωσις, χρυσίῳ παραβάλλεπαραβάλλεται
καθαρῷ, ξενιζούσῃ τῇ διαυγείᾳ, ὑάλῳ καθαρῷ ὁμοιουμένη. οἱ
δὲ θεμέλιοι τοῦ τείχους τῆς πόλεως, παντὶ λίθῳ κεκοσμημένοι.
λίθοις πολυτίμοις διαμορφοῖ τὰς ἀρετὰς τῶν θείων Ἀποστόλων,
οὓς καὶ θεμελίους καλεῖ τῆς πόλεως. δώδεκα δὲ ὄντων 
τῶν ἐν τῷ λογείῳ τοῦ ἀρχιερέως, ὀκτὼ μόνον ἐκ τούτων τοῖς θεμελίοις
ἐντάττει. τοὺς τέσσαρας δὲ παρηλλαγμένους, ἵν ἐκ τούτων
φανῇ καὶ τὸ σύμφωνον τῆς παλαιᾶς πρὸς τὴν νέαν, καὶ τὸ ὑπερέχον
τῆς νέας καὶ τῶν ἐν αὐτῇ διαλαμψάντων ὅσον, πρὸς τὴν
παλαιάν. οἱ τοίνυν Ἀπόστολοι πάσῃ ἀρετῇ τῇ διὰ τῶν 
λίθων ἐμφαινομένῃ κεκόσμηνται. 
 α. Ὁ πρῶτος, ἴασπις. 
 Διὰ τῆς ἰάσπιδος χλωριζούσης τὴν χρόαν κατὰ τὴν σμάραγδον,

 
εἰκὸς τὸν κορυφαῖον Πέτρον δηλοῦσθαι, ὃς πρὸ τοῦ
πάθους τοῦ Κυρίου ἐν ἁπάσαις ταῖς πρὸς αὐτὸν τοῦ Κυρίου
ἐρωτήσεσιν ἀειθαλὴς ὢν καὶ νεάζων, ἑάλω γοῦν τῇ ἀπὸ τοῦ δέους
χλωρότητι κατὰ τὸ τοῦ διδασκάλου πάθος κατακρατηθεὶς, ὡς
καὶ πρὸς ἄρνησιν χωρῆσαι. ὅμως τῇ αὐτῇ πάλιν κατὰ τὸ κρεῖττον 
συγκροτούμενος ἀειθαλίᾳ, αὐτός τε τοῦ θανατοῦντος ταῖς τῶν
δακρύων ῥοαῖς ἀπήλλακται δίψους, καὶ ἡμᾶς εἰς τόπον χλόης
διὰ τοῦ ὕδατος τοῦ σωτηριώδους βαπτίσματος κατεσκήνωσεν. 
 β. Ὁ δεύτερος, σάπφειρος. 
 Οὗτος τοῦ Καλαίνου χρώματος καλουμένου, ὁ τινες βένετον 
φασὶ, τῷ οὐρανίῳ ἀπεικάζεται χρώματι, ἤτοι τῷ τοῦ ἀέρος βάθει,
ὃ τὸ οὐράνιον ἐπιπροσθεῖ σῶμα, εἴγε καὶ τοῦτο αἰσθήσει ληπτὸν,
ἀλλὰ μὴ κατὰ τὸν Σταγειρίτην πέμπτου σώματος φύσιν τινὰ
κατείργασται. ἀλλ’ εἰ καὶ τοῦτο τῆς ὁρατικῆς αἰσθήσεως ἡμῶν
μὴ οἵας τε οὔσης τὰ πορρωτάτω διακριβοῦν τοῦ ἐπιπροσθοῦντος 
οἷά τινος παραπετάσματος, κᾂν μέν τοι τὸ χρῶμα
πειρᾶται, σαπφείρῳ ἀφομοιῶν τὸν δεύτερον θεμέλιον. ὃς σάπφειρος
τῷ οὐρανίῳ ἀπεικάζεται σώματι· καὶ ὅπως, εἴρηται. ἐξ οὗ
σαπφείρου φασὶ καὶ τὸ λαζούριον χρῶμα γίνεσθαι. τούτῳ τῷ
λίθῳ τὸν μακάριον Παῦλον ἔνδικον ἀπεικάζεσθαι, ἕως τρίτου οὐρανοῦ 
ἀναληφθέντα, κἀκεῖθεν ἕλκοντα τοὺς αὐτῷ πειθομένους. 
 γ. Ὁ τρίτος, χαλκηδών. 
 Οὗτος ἐν τῷ ἱερατικῷ λογείῳ οὐκ ἐμφέρεται, ἀλλ’ ἄνθραξ, ὃς
ἐνταῦθ’ οὐ κεῖται. σκοπητέον οὑν, μή ποτε τὸν ἄνθρακα οὕτως
ἐκάλεσαν. ἄνθραξ δὲ ὁ μακάριος Ἀνδρέας, ἅ τε ἐν τῇ ἀχλύι· τοῦ 
κατὰ τὸν νόμον βίου αὐτός τε τῷ καθ’ ἑαυτὸν φωτὶ τὸν ζητούμενον
Μεσίαν εὑρὼν, καὶ τοῖς γνωρίμοις μηνύων καὶ ἐμφανίζων. ἅμα δὲ
εἰ καὶ ἄλλος ὁμοιόχρους ἄνθρακι ὁ χαλκηδών ἐστι λίθος, οὕτω
κληθεὶς, παρόσον κατὰ τὸν Χαλκηδόνος πορθμὸν ἄνω Χρυσοπόλεως
κατὰ τὰς Συμπληγάδας πέτρας τοῖς ἐκτὸς τούτων ἀπανθρώποις 
χωρίοις, χοιράσι καὶ σκοπέλοις τῶν αἰγιαλῶν ἠχρειωμένων μετὰ
λίθων ἀνευρίσκεται πολυτίμων, ὡς τὰ πάτρια Βιθυνῶν ἀναταξαμένοις
εἴρηται, σκοπητέον. 

 
 δ. Ὁ τέταρτος, σμάραγδος. 
 Διὰ τοῦ σμαράγδου τὸ πράσιον χρῶμα ἐμφανιζομένου, τήν τε
διαύγειαν ἐξ αὐτοῦ προσλαμβάνοντος καὶ τὴν ὥραν, τὸ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ
Ἰωάννου νομίζομεν δηλοῦσθαι κήρυγμα, θείῳ ἐλαίῳ φαιδρύνοντος
τὴν προσγινομένην ἡμῖν ἐξ ἁμαρτίας κατήφειαν. 
 ε. Ὁ πέμπτος, σαρδόνυξ. 
 τούτῳ Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεφαίου χαρακτηρίζεσθαι ὑπειλήφαμεν.
ὡς γὰρ ὁ λίθος οὗτος καὶ χροὰν αἱματιαίαν ἐγκολπίζεται,
οὕτω δὴ καὶ ὁ μακάριος οὗτος, ἐναρχομένου τοῦ φωτοειδοῦς λευκοῦ
καὶ θείου κηρύγματος, τῷ δι’ αἵματος δρόμῳ τῷ διδασκάλῳ 
Χριστῷ πρὸς τὴν οὐράνιον καὶ ἀείζωον λῆξιν, καὶ πλήρη φωτὸς,
παραπέμπεται. 
 ς. Ὁ ἕκτος, σάρδιον. 
 Οὗτος πυρρὸς τὴν χρόαν ὁρμώμενος, τῷ διαπύρῳ τῆς περὶ
Χριστὸν διαθέσεως τὸν Φίλιππον ἀναφέρει. ὡς γὰρ ὁ λίθος οὗτος 
θεραπευτικὴν ἔχει δύναμιν οἰδημάτων σαρκικῶν καὶ τῶν ἀπὸ σιδήρου
πληγῶν, οὕτω καὶ τῆς τοῦ Φιλίππου ἀρετῆς τὸ κάλλος
ὑποδύεται. 
 ζ. Ὁ ἕβδομος, χρυσόλιθος. 
 Βαρθολομαῖος ἀπεικάζεται τῷ χρυσολίθῳ τῷ πολυτίμῳ, τῶν 
ἀρετῶν χρυσοειδεῖς ἀποστίλβων λαμπρότητας καὶ οὗτος, οὐ μέν
τοι καὶ ὡς ὁ χρυσὸς τῷ τήκεσθαι δυστυχῶν, στερρότητι δὲ λιθίνῃ
πρὸς τὸ κήρυγμα καταπλουτῶν ἔμμονον. 
 η. Ὁ ὄγδοος, βηρύλλιος. 
 Θωμᾶς εἰκάζεται τούτῳ, θαλασσοειδεῖ τῇ χροᾷ, καὶ ὑακινθιζούσῃ, 
τό, τε πρὸς πίστιν αὐτοῦ ἀστάθμητον ὑπογράφοντι, καὶ
μάλιστα τὸ μακροδαπὲς τῆς ἀποστολῆς μέχρις Ἰνδῶν καὶ διὰ
θαλάσσης ἐκτελεσθείσης. 
 θ. Ὁ ἔς, τοπάζιον. 
 Ὁ τόπαζος ἐρυθρὸς καὶ ἀνθρακίζων τῷ εἴδει, καὶ λευκὸν ὀπὸν 
ἀφιεὶς ὀφθαλμιῶσιν ἀλεξίπονον, τὸν θεῖον Ματθαῖον ἕξει ἀφομοιούμενον,
πεπυρωμένον τῷ θείῳ ζήλῳ, ὡς καὶ τὴν μέχρι σαρκὸς καὶ

 
αἵματος, καὶ γαλακτοτροφίας ἐνανθρώπησιν τοῦ Θεοῦ ἀναγράψαι.
δι’ ὧν τοὺς τὴν καρδίαν τυφλώττοντας καὶ νηπιώδει τῇ πίστει,
τοὺς κατὰ νόμον φημὶ πολιτείᾳ παιδαγωγουμένους, πρὸς ἀνδρικὴν
κατάστασιν τὴν κατὰ Χριστὸν ἐπανήγαγεν. 
 ι. Ὁ δέκατος, χρυσόπρασος. 
 Τούτῳ Θαδδαῖος ἀνάκειται, ὁ τῷ Αὐγάρῳ βασιλεῖ Ἐδέσης
τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν εὐαγγελισάμενος, ἥτις χρυσὸς χρηματίζουσα
τὴν ἰδέαν, καὶ ταύτῃ τὸ τίμιον ἑαυτῇ ἑαυτῇ οὐδὲ τοῦ
πρασίου ἀμοιρεῖ, εἴτουν τὴν πρὸς τὰ ἐμπαθῆ νέκρωσιν τῆς κατὰ
Χριστὸν πίστεως αἰνιττομένης τῆς Ἀποκαλύψεως, εἴτε καὶ τὸ 
ἀείζωον διὰ τῆς ἀειθαλίας τοῦ πρασίου χρώματος. 
 ια. Ὁ ἑνδέκατος, ὑάκινθος. 
 Τούτῳ κυανίζοντι τὴν χρόαν, ἤγουν ἀερίζοντι, ὁ Σίμων ὁ Ζηλωτὴς
ἀπεικάζεται, τοῦ μὲν τῶν Ζηλωτῶν ἀειλανοῦς στίφους χρηματίζων,
διὸ καὶ ὡς ἀερίζων καὶ ἐξηνεμωμένος τὸ φρόνημα,) 
ἀλλ’ οὖν τῇ ἐπιγνώσει τῆς ἀληθείας, εἰ καὶ ὀψὲ, τὸν ζῆλον ἐπὶ τὸ
βέλτιστον μεθαρμοσάμενος. 
 ιβ. Ὁ δωδέκατος, ἀμέθυσος. 
 Οὗτος πυρρὸς τὸ χρῶμα φαινόμενος, τῷ Ματθίᾳ εἰκότως ἀφορισθήσεται,
τῆς ἀπ’ οὐρανοῦ ῥυείσης ὀπτασίας ἐμπύρου δρόσου 
τοῖς ἕνδεκα κοινωνοῦντι, παρὸ καὶ μέθῃ καταληπτοὶ τοῖς ἀνοήτοις
ὑποπτεύσθησαν, εἰ καὶ πάσης νήψεως κρείττους διέκειντο. διόπερ
καὶ τῷ ἀμεθύσῳ προσενεμήθη, ὅτι ὁ μηδὲ τὸν ἀμέθυσον ἐπιφερόμενος,
ἡττᾶσθαι μέθῃ διατεθρύλληται.
Ανὰ εἷς ἕκαστος τῶν πυλώνων ἦν ἐξ ἑνὸς μαργαρίτου· 
καὶ ἡ πλατεία τῆς πόλεως, χρυσίον καθαρὸν, ὡς
 ὕαλος διαυγής. καὶ ναὸν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ. ὁ γὰρ Θεὸς
 ὁ παντοκράτωρ ναὸς αὐτῆς ἐστι, καὶ τὸ ἀρνίον. καὶ ἡ
πόλις οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου, οὐδὲ τῆς σελήνης, ἵνα
φαίνωσιν αὐτῇ· ἡ γὰρ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐφώτισεν αὐτὴν, 
 καὶ ὁ λύχνος αὐτῆς τὸ ἀρνίον. καὶ περιπατήσουσι τὰ
ἔθνη διὰ τὸ φωτὸς αὐτῆς, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς

 
 φέρουσι τὴν δόξαν καὶ τιμὴν αὐτῶν εἰς αὐτήν. καὶ οἱ
πυλῶνες αὐτῆς, οὐ μὴ κλεισθῶσιν ἡμέρας, νὺξ γὰρ οὐκ
 ἔσται ἐν αὐτῇ. καὶ οἴσουσι τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν
 τῶν ἐθνῶν εἰς αὐτὴν, ἵνα εἰσέλθωσιν. καὶ οὐ μὴ εἰσέλθῃ
εἰς αὐτὴν πᾶν κοινὸν καὶ ποιοῦν βδέλυγμα καὶ ψεῦδος, 
εἰ μὴ οἱ γεγραμμένοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ
ἀρνίου. 
 Μαργαρίταις, τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους ἀπεικάζει, καὶ ἀνὰ
ἕκαστον αὐτῶν τὸ παράδοξον οὐχ ὅπως τῇ λευκότητι τοῦ βίου
ἐπιφαίνοντας, ἀλλ’ ἤδη καὶ τῷ μεγέθει καὶ ἀναστήματι τῶν 
ἐγχειρημάτων τὸ κατάπληκτον ἐπαγομένους. τὴν δὲ πλατεῖαν τῆς
πόλεως, ἤτοι τῆς μακαρίας κατασκηνώσεως τὸ διεξοδικὸν καὶ
βιώσιμον, χρυσίῳ ἀπείκασεν. 
 Καὶ ἡ πόλις οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου οὐδὲ τῆς
σελήνης. 
 Τῶν αἰσθητῶν ἁπάντων ἠχρειωμένων, εἰκότως καὶ ἥλιος καὶ
σελήνη ἠχρείωται, ἅτε νοητῶς πάντων τῶν ἐν τῇ τηνικάδε καταστάσει
περιαυγαζομένων. 
 Νὺξ γὰρ οὐκ ἔσται ἐν αὐτῇ. 
 Ετι μηδὲ νὺξ ἐκεῖ καθ’ ἣν μοχλοῖς καὶ κλείθροις περιγίνεται 
ἡ ἀσφάλεια, ὅτι κἀκεῖ τοὺς θείους πυλῶνας, οὓς τοὺς Ἀποστόλους
εἰναι εἰρήκαμεν, ἐνεργεῖς ἔσονται πρὸς τὴν τῶν τελεωτέρων μύησιν.
ἡμέρας γὰρ οὔσης ἀεὶ, καθ’ ἣν τὰ τοῦ φωτὸς ἔργα πεπράξεται,
πῶς οἷόν τε τὴν νυκτερινὴν ἀπραξίαν παρείσδυσιν ἐκεῖ σχεῖν,
νυκτὸς τὸ παράπαν οὐκ οὔσης; δισσὸν δὲ τὸ ὄνομα. ἣ γὰρ τοῦτο 
βούλεται δηλοῦν ὅτι εἰρήνη ἔσται καὶ ἀσφάλεια, ὡς μηδὲ δεῖσθαι
φυλακὴν ποιεῖσθαι τῆς πόλεως, τῆ τῶν πυλῶν ἀποκλείσει· ἢ τὸ
κᾀκεῖ τοὺς θείους πυλῶνας τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας ἠνεῷχθαι
πᾶσι πρὸς τὴν τῶν τελειοτέρων μάθησιν. ἡμέρα δὲ ἔσται ἐκεῖ καὶ
νὺξ, ὅτι αὕτη τοῖς ἁμαρτωλοῖς ἀποκληρωθήσεται. 
 Καὶ οἴσοισι τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμήν. 
 Οἱ τὰ γήινα καταγωνισάμενοι πάθη, οἴσουσι δόξαν τῷ συναντιλαμβανομένῳ
Θεῷ. οὐδὲν γὰρ τῶν κατωρθωμένων ἀνθρώποις θείας

 
ἐπικουρίας ἐκτὸς συσταίη. Οὓς ἄνω βασιλεῖς εἴρηκε γῆς, τούτους
εἰσαγωγεύς φησι τῶν ἐθνῶν τῆς δόξης καὶ τῆς τιμῆς. τί δὲ
διὰ τούτων παριστῶν; ἢ ὅτι οἱ καταπαλαίσαντες τὰ περὶ γῆν
ἱλυττώμενα πάθη τῷ καθ’ ἑαυτοὺς ὑποδείγματι καὶ τοῖς λοιποῖς
ἔθνεσιν εἰσαγώγιμον πεποιήκασι τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ, οὗπερ ὑπόδειγμα, 
δόξα καὶ τιμὴ, ἢ πρὸς δόξαν καὶ τιμὴν τοῖς ἔθνεσι
συνετέλεσε.

ΚΕΦ. ΞΗ. 

 Περὶ τοῦ καθαροῦ ποταμοῦ τοῦ ὀπτανθέντος ἐκ τοῦ θρόνου πορεύεσθαι.
 Καὶ ἔδειξέ μοι ποταμὸν καθαρὸν ὕδατος ζωῆς λαμπρὸν 
ὡς κρύσταλλον, ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ θρόνου τοῦ
 Θεοῦ καὶ τοῦ ἀρνίου ἐν μέσῳ τῆς πλατείας αὐτῆς. καὶ
τοῦ ποταμοῦ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ξύλον ζωῆς ποιοῦν
καρποὺς δώδεκα κατὰ μῆνα ἕνα ἕκαστον ἀποδιδοὺς τὸν
καρπὸν αὐτοῦ, καὶ τὰ φύλλα τοῦ ξύλου εἰς θεραπείαν 
 τῶν ἐθνῶν, καὶ πᾶν κατάθεμα οὐκ ἔσται ἐκεῖ. καὶ ὁ
θρόνος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀρνίου ἐν αὐτῇ ἔσται. καὶ οἱ
 δοῦλοι αὐτοῦ λατρεύσουσιν αὐτῷ, καὶ ὄψονται τὸ πρόσωτον
αὐτοῦ, καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν.
 καὶ νὺξ οὐκ ἔσται ἐκεῖ, καὶ χρείαν οὐκ ἔχουσι λύχνου 
καὶ φωτὸς ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτίζει αὐτούς·
καὶ βασιλεύσουσιν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
 Διττὴν ἴσμεν τοῦ ποταμοῦ τὴν ὠφέλειαν, δίψους ἀνάκτησιν,
καὶ ῥύπου κάθαρσιν, ὡν ἀμφοτέρων πλήρης ἡ κατὰ τὸ εὐαγγελικὸν
Χριστοῦ κήρυγμα ζωή. δίψος τε γὰρ ἀνεκτήσατο τῶν πρὸ τῆς 
παρουσίας Χριστοῦ προφητῶν, “ ἐδίψησέ σε, φασκόντων, “ἡ
“ ἡμῶν,” καὶ βαπτίσματι θεουργῷ τοὺς λουομένους ἁγνίζουσα
καὶ ὅτι τὸ βάπτισμα σκοπὸς παρεμφαίνειν τὸν ποταμὸν τῷ
Εὐαγγελιστῇ, ἐνταῦθ’ ἐχέγγυον πιστώσασθαι τὸ ἀπὸ τοῦ θρόνου
τοῦ ἀρνίου ἐκπορεύεσθαι αὐτὸν ὑποθέσθαι, καὶ μέσον τῆς πλατείας 
διαρρεῖν, τοῦ εὐαγγελικοῦ δηλαδὴ κηρύγματος. οὐ γάρ ἐστιν εἰς
τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ εἰσελθεῖν, κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου φωνὴν,
μὴ ἄνωθεν ἀναγεννηθέντα δι’ ὕδατος καὶ πνεύματος. 

 
 Καὶ τοῦ ποταμοῦ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. 
 Ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, ἐντεῦθεν,
κατὰ τὴν παροῦσαν ζωὴν, ἐκεῖθεν, κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα.
ξύλον δὲ ζωῆς, τὴν ἔνθεον φησὶ σοφίαν. τούτου τοῦ ξύλου, ἡ κατὰ
Χριστὸν ἐχομένη διδασκαλία ἀπὸ τῆς ἐντεῦθεν εὐπραγίας εἰς τὴν 
μακαριότητα καταντήσει. τίς δὲ ἡ ἐντεῦθεν εὐπραγία; τὸ προσηκόντως
μεταχειρίζεσθαι καὶ κατὰ καιρὸν τὰς θεοποιοὺς ἀρετὰς,
ἀλλὰ μὴ ἀκαίρως ἣ ὑπερβαθμίως ἐπ’ ἀνηνύτῳ σπουδάσματι ματαιοποιεῖν.
ἰσάριθμος δὲ τοῖς διαπονοῦσι καὶ ἡ κατὰ καιρὸν μεταχείρησις,
ὅτι μηδ’ ὑπερτείνειν, ἀεὶ δὲ ἐνδεῖν ἐχρῆν τοῦ καιροῦ 
τοὺς ἐργάτας, τεταγμένως δὲ διεξάγεσθαι τὰ πάντα ἐν σοφίᾳ
ποιοῦντας. πρὸς τούτοις, καὶ τὰ φύλλα φησὶ τοῦ ξύλου εἰς θεραπείαν
καταγγέλλεσθαι, οἱονεὶ φημίζεσθαι, τῶν ἐθνῶν. τι διὰ τούτων
ἐνστῆσαι θέλων; τὸ φύλλον οὖν περικάρπιον ἴσμεν σκέπασμα·
ἐκ τούτου συνίεμεν ὡς τὰ τελεώτερα τῶν κατὰ Θεὸν καὶ διαυγείᾳ 
κρυσταλλοειδεῖ περιαυγαζομένων ἔργων τοῖς τελεωτάτοις κατ’ ἀρετὴν
εἰς ἐξέτασιν ἀνατίθεται. δυνατοὶ γὰρ δυνατῶς ἐτασθήσονται.
ὅσα δὲ τοῦ τροφίμου μὲν ἀμοιρεῖ τῶν καρπῶν, εἰς δεῖγμα δὲ τοῦ
ὅτι τέθνηκε, τὸ φυτὸν μόνον παραλαμβάνεται. τῇ τῶν ἐθνῶν θεραπείᾳ
προσνέμεται· τῇ Χριστοῦ γὰρ τούτων ὑπαχθέντων δουλείᾳ, τὸ 
πρὸς ἀκρίβειαν, περιττὸν ἐπὶ τούτων ἀνερευνᾷν. 
 Καὶ ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀρνίου ἐν αὐτῇ
ἔσται. 
 Ὁ ἀρεταῖς θεοφιλέσιν εἰς ὄχημα θεῖον ἑαυτὸν ηὐτρεπικὼς, εἰς
τὴν Θεοῦ δὲ καὶ τοῦ ἀρνίου ἀνάπαυσιν διὰ τῶν τῆς παλαιᾶς καὶ 
καινῆς διαθήκης θείων εἰσηγήσεων ἀόκνως δραμὼν, καὶ θείας ἱδρύσεως
ηὐμοιρηκὼς, αὐτὸς τῆς πόλεως τῆς ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἔσται
οἰκήτωρ, καὶ ὄψεται τὸν Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, οὐ δι’
αἰνιγμάτων, ἀλλ’ ὥσπερ τοῖς ἁγίοις Ἀποστόλοις ἐν τῷ ἁγίῳ ὄρει
τεθέαται, ὥς φησιν ὁ μέγας Διονύσιος. 
 Καὶ βασιλεύσουσιν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
 Οἱ ἅγιοι δηλονότι συμβασιλεύσουσι Χριστῷ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους
αἰῶνας.

ΚΕΦ. ΞΘ. 

 Ὅτι Θεὸς τῶν προφητῶν ὁ Χριστὸς καὶ δεσπότης τῶν ἁπάντων. 
 Καὶ εἶπέ μοι, οὗτοι οἱ λόγοι, πιστοὶ καὶ ἀληθινοί.
καὶ Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων τῶν προφητῶν
ἀπέστειλε τὸν Ἄγγελον αὐτοῦ δεῖξαι τοῖς δούλοις 
αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει. 
 Τὸ εἰωθὸς αὐτῷ ὁ μακάριος οὗτος εὐαγγελιστὴς κἀνταῦθα, ὡς
καὶ ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ αὐτοῦ, εἰς γνώρισμα τοῦ γνησίου, τὸ, “ καὶ
“ οἴδαμεν οἴδαμεν ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ,’’ οὕτω καὶ
ἐπισφραγίζων φησὶ, τοὺς λόγους πιστοὺς καὶ ἀληθινοὺς ἐκτεθεῖσθαι, 
ἐκεῖθεν ἕλκοντας τὸν πιστὸν, ἀπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ
δηλαδὴ, ὃς καὶ τοῦ χαρίσματος τῶν προφητῶν Κύριος. τοῦτο
γὰρ βούλεται παριστᾷν διὰ τοῦ, Κύριος τῶν Πνευμάτων, ὡσπερεὶ
ἔλεγεν, Κύριος τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος.

ΚΕΦ. Ο. 
 
 Περὶ τοῦ ἀξιοπίστου τῶν τεθεαμένων τῷ ἀποστόλῳ. 
 Ἴδου ἔρχομαι ταχύ. μακάριος ὁ τηρῶν τοὺς λόγους
 τῆς προφητείας τοῦ βιβλίου τούτου. καὶ ἐγὼ Ἰωάννης
ὁ βλέπων καὶ ἀκούων ταῦτα. καὶ ὅτε ἤκουσα καὶ
ἔβλεψα, ἔπεσον προσκυνῆσαι ἔμπροσθεν τῶν ποδῶν 
 τοῦ Ἀγγέλου τοῦ δεικνύντος μοι ταῦτα. καὶ λέγει μοι,
Ορα μή. σύνδουλός σου εἰμὶ ἐγὼ, καὶ τῶν ἀδελφῶν σου
τῶν προφητῶν, τῶν τηρούντων τοὺς λόγους τοῦ βιβλίου
τούτου. τῷ Θεῷ προσκύνησον. 
 Τοὺς τηροῦντας λέγει τοὺς σπουδάζοντας μὴ περιπεσεῖν ταῖς 
εἰρημέναις κολάσεσιν ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ, ἀλλὰ διὰ βίου θεαπέστως
ἀμοιρεῖν αὐτῶν. 
 Καὶ ἐγὼ Ἰωάννης ὁ βλέπων καὶ ἀκούων ταῦτα. 
 Καὶ τοῦτο τῆς ἀποστολικῆς ψυχῆς ἰδίωμα. ὅπερ γὰρ καὶ ἐν
τῷ Εὐαγγελίῳ πεποίηκεν εἰπών. “ καὶ καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε καὶ 

 
“ ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ,’’ τοῦτο κἀνταῦθα ποιεῖ
εἶναι καὶ αὐτόπτης τῶν προφητευθέντων ὁμολογήσας. διὰ γὰρ
τούτου τὰ ἑωραμένα ἐπιστώσατο. ἔδειξε δὲ καὶ, ὡς προείρηται,
τὸ τοῦ διατυποῦντος Ἀγγέλου, καὶ τὸ ἑαυτοῦ εὐλαβές.

ΚΕΦ. ΟΑ. 
 
 Ὅπως ἐκελεύσθη μὴ σφραγίσαι, ἁλλὰ κηρύξαι τὴν Ἀποκάλυψιν. 
 Καὶ λέγει μοι, Μῆ σφραγίσῃς τοὺς λόγους τῆς
προφητείας τοῦ βιβλίου τούτου. ὁ καιρὸς ἐγγύς ἐστι.
 ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ῥυπαρὸς ῥυπαρευθήτω
ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος 
 ἁγιασθήτω ἔτι. ἰδοὺ ἔρχομαι ταχὺ, καὶ ὁ μισθός μου
μετ’ ἐμοῦ ἀποδοῦναι ἑκάστῳ ὡς τὸ ἔργον αὐτοῦ ἔσται.
 ἐγὼ τὸ ἄλφα καὶ τὸ ω μέγα, ἀρχὴ καὶ τέλος, ὁ πρῶτος
καὶ ὁ ἔσχατος. 
 Μὴ σφραγίσῃς, καὶ τὰ ἑξῆς. 
 Τουτἐστι, μὴ παρὰ σαυτῷ συγκλείσας φυλάξῃς, ἀλλὰ φανέρωσον
ἅπασιν. διὰ δὲ τοῦ, “ ὁ καιρὸς ἐγγύς ἐστι, τοιοῦτό
βούλεται δηλοῦν. ὁ καιρὸς τῆς ἐκβάσεως τῶν εἰρημένων, οὐ τὸ
πλεῖστον ἀπέχει τῶν εἰρημένων ὡς τότε, ἀλλὰ μὴ νῦν χρείαν
ἔχεις αὐτῶν ἀκούειν. ὅσον μὲν οὖν τὸ μὴ ἤδη παρεῖναι, ἀκούειν 
χρεία, ὅσον δὲ τὸ μόνον οὐ παρεῖναι ἀλλὰ σχεδὸν ἐνεργεῖσθαι,
πέριττον τὸ ἀκούειν. 
 Ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι. 
 Οὐ προτροπὴ τοῦτο, ἀλλ’ ἔλεγχος τῆς ἑκάστου πρὸς ὅτι καὶ
βούλοιτο ὁρμῆς. 
 Ἴδου ἔρχομαι ταχύ. 
 Τὸ ταχὺ εἴτε συγκρίσει τῶν ἀπεράντων αἰώνων εἴρηται, ἣ καὶ
πρὸς εὐθυμίαν τῶν ἀπεκδεχομένων τὴν ἀντίδοσιν, ἢ καὶ διὰ τὸ
ἀπαραλόγιστον καὶ πάντως ἀνυπερθέτως ἐσόμενον. 
 Ἐγὼ τὸ ἄλφα καὶ τὸ ω μέγα. 
 Ὅτι μὲν διὰ τοῦ ὑποδείγματος τῶν γραμμάτων ἀρχὴν παρεδήλωσε
καὶ τὸ τέλος, οὐδὲν δυσχερὲς ἐννοῆσαι, κἀς ὅτι καὶ αὐτὸς

 
ὑπέθετο. ζητεῖν δὲ τοῖς ἐξεταστικωτέροις περιγίνεται, τίνος χάριν
μὴ δι’ ἑτέρων τοῦτο, εἰ μὴ διὰ τῶν γραμμάτων ὑπέφηνε. φαμὲν
οὖν, ὡς ἐπειδὴ τὴν ἀπεκδοχὴν τῶν τοιούτων ἐπαγγελιῶν μόνῳ τῷ
λόγῳ τετιμημένων ἐστὶ προσδοκᾷν, διὰ τοῦτο τὸν τρόπον τοῦτον
καὶ οὐκ ἄλλως πὼς ἐδήλωσε. τεκμήριον δὲ τῆς τοιαύτης δημιουργίας, 
ἡ τῶν γραμμάτων εὕρεσις. αὐτὰ δὲ ταῦτα, κατὰ τὸν Σταγειρίτην,
σύμβολα τῶν ἐν τῇ εὐσήμῳ φωνῇ ἀνθρώπων. διὰ τοῦτο
καὶ τὸ δηλωτικῇ τῶν ὀνομάτων χρῆσθαι φωνῇ ἐδόκει αὐτῷ. καὶ
εἰκότως τῇ τοιαύτῃ δημιουργίᾳ καὶ τοιούτοις ὑποδείγμασι τῆς
ἀρχῆς ἐχρήσατο καὶ του τέλους. 
 Μακάριοι οἱ ποιοῦντες τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ἵνα ἔσται
ἡ ἐξουσία αὐτῶν ἐπὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς, καὶ τοῖς
 πυλῶσιν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν. ἔξω οἱ κύνες καὶ
οἱ φαρμακοὶ, καὶ οἱ πόρνοι, καὶ οἱ φονεῖς, καὶ οἱ εἰδωλολάτραι,
καὶ πᾶς ὁ ποιῶν καὶ φιλῶν ψεῦδος. 
 Ἤδη εἴρηται, ὅτι τὸ ξύλον τῆς ζωῆς, τὰ θεόσοφα λόγια καλεῖ,
ἃ περὶ τὰ πρακτικὰ κατὰ τὸ εὐφρονέστατον τὴν σχολὴν ἔχοντα,
τὴν τῶν ἁγίων ἐξουσίαν διαπορθιαεύεται, ἐλευθερίως, διὰ τῶν
ἀποστολικῶν ῥήσεων, εὐοδούμενα πρὸς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. τοὺς
πυλῶνας δὲ ὅτι οἱ Ἀπόστολοι, ἤδη τεθεώρηται. 
 Ἔξω οἱ κύνες καὶ οἱ φαρμακοὶ, καὶ οἱ πόρνοι. 
 Οὐ μόνον τοὺς ἀναιδεῖς ἀπίστους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἡταιρηκότας
διὰ τὸ ἀναιδὲς αὐτῶν καὶ ἀκάθαρτον ἀπελαύνει, περὶ ὧν καὶ ὁ
θεσπέσιος φησὶ Μωϋσῆς, “ οὐ προσοίσεις μίσθωμα πόρνης,
“ ἄλλαγμα κυνὸς εἰς οἶκον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, πρὸς πᾶσαν 
εὐχήν σου. 

 
 ΚΕΦ. OB. 
 Ὅπως ἡ ἐκκλησία καὶ τὸ ἐν αὐτῇ Πνεῦμα προσκαλοῦνται τὴν τοῦ Χριστοῦ
ἔνδοξον ἐπιφάνειαν. καὶ περὶ τῆς ἀρᾶς ᾗ ὑποβάλλονται οἱ τὴν βίβλον
παραχοραττοντες ὡς ακυπον. 
 Ἐγὼ Ἰησοῦς ἔπεμψα τὸν Ἄγγελόν μου μαρτυρῆσαι 
ὑμῖν ταῦτα ταῖς ἐκκλησίαις. ἐγώ εἰμι ἡ ῥίζα καὶ τὸ γένος
 Δαβὶδ, ὁ ἀστὴρ ὁ πρωινὸς ὁ λαμπρός. καὶ τὸ Πνεῦμα
καὶ ἡ νύμφη λέγουσιν, ἔρχου. καὶ ὁ ἀκούων εἰπάτω,
ἔρχου. καὶ ὁ διψῶν ἐρχέσθω, καὶ ὁ θέλων λαβέτω
ὕδωρ ζωῆς δωρεάν. 
 Κᾀνταῦθα τὸ δεσποτικὸν τοῦ πεπομφότος τὸν Ἄγγελον ἀξίωμα
δείκνυται. μαρτυρῆσαι δὲ τὸ διαμαρτύρασθαι, οὐκ ἐν κρυφῇ, ἀλλ’
ἐν παραβύστῳ, ἀλλ’ ἀκουόντων ἁπάντων ἁπανταχοῦ ἐκκλησιῶν,
ἵνα μή τις ἐθελοκάκως ἄγνοιαν προφασισάμενος μείνῃ ἀδιόρθωτος,
πονήρως διακείμενος. τὸ δὲ “ ἐγώ εἰμι ἡ ῥίζα καὶ τὸ γένος 
“ Δαβὶδ, ἀκολουθότερον οὕτω νοεῖν. ἐγώ εἰμι ὁ ἐκ τῆς ῥίζης
Δαβὶδ βλαστήσας κλάδος. γένος δὲ, ὡς ἐξ οὗ κατὰ σάρκα
ἐκβλάστησας, ὡς εἶναι τὸν Ἐμμανουὴλ ἐκ θεότητός τε καὶ
ἀνθρωπότητος. “ ἀστὴρ δὲ τπωϊνὸς,” αὐτὸς ὁ Κύριος
πρωινὸς μὲν, ὡς πάσης σωφροσύνης παραίτιος. λαμπρὸς δὲ, ὡς 
φωτίζων πάντα ἄνθρωπον εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενον. πνεῦμα δὲ
καλεῖ, τοὺς ἠξιωμένους τοῦ πνευματικοῦ γάμου, νύμφην δὲ τὴν
Ἐκκλησίαν. τὸ δὲ, “ καὶ ὁ ἀκούων,’’ τούτους ὑπεμφαίνει
μήπω μὲν τῇ ἀγέλῃ προσειλημμένους, εἰς ἀκοὴν δὲ τῶν θείων
ἀκουσμάτων παρεσκευασμένους, οἱ καὶ ἐπισπεύδουσι γνῶναι τὸν 
Κύριον. 
 Μαρτύρομαι ἐγὼ παντὶ τῷ ἀκούοντι τοὺς λόγους τῆς
προφητείας τοῦ βιβλίου τούτου. ἐάν τις ἐπιθῇ ἐπ’ αὐτὰ,
ἐπιθήσει ἐπ’ αὐτὸν ὁ Θεὸς τὰς ἑπτὰ πληγὰς τὰς γεγραμμένας
 ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. καὶ ἐάν τις ἀφέλῃ ἀπὸ τῶν 
λόγων τοῦ βιβλίου τῆς προφητείας ταύτης, ἀφελεῖ ὁ
Θεὸς τὸ μέρος αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ ἐκ
τῆς πόλεως τῆς ἁγίας τῶν γεγραμμένων ἐν τῷ βιβλίῳ

 
 τούτῳ. λέγει ὁ μαρτυρῶν ταῦτα. καὶ ἔρχομαι ταχὺ,
 ἀμήν. ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ. ἡ χάρις τοῦ
Χριστοῦ, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων, ἀμήν. 
 Μαρτύρομαι ἐγώ. 
 Ἀντὶ τοῦ διαμαρτύρομαι, οἱονεὶ διαβεβαιοῦμαι, πιστὸν ἀποφαίνομαι 
καὶ ἀπαράβατον πᾶν τὸ ἐπισημανθὲν τοῖς λόγοις τῆς
προφητείας ταύτης. μαρτύρομαι δὲ ταύτας τὰς πληγὰς ἁπάσας
μέλλειν ἐπενεχθήσεσθαι ἀμετατρέπτως, τὰς δι’ ὅλου τοῦ βιβλίου
τούτου ἐπηγγελμένας. 
 Ἐάν τις ἐπιθῇ ἐπ’ αὐτά. 
 Διαμαρτύρεται τοῖς ἀκούουσι, μήτε ἀφελεῖν, μήτε προσθεῖναι,
ἀλλὰ τὰ γραφικὰ ἰδιώματα τῶν Ἀττικῶν συντάξεων καὶ τῶν δια-
λεκτικῶν συλλογισμῶν μὴ ἡγεῖσθαι ἀξιοπιστότερα ἣ σεμνότερα. 
 Λέγει ὁ μαρτυρῶν ταῦτα. 
 Ὁ διαμαρτυρόμενος ταῦτα, δι’ ἐμοῦ, φησι, λέγει. τί; ναὶ 
ἔρχομαι ταχύ. διέκοψε γὰρ τὸν εἱρμὸν τοῦ λόγου, ὡς καὶ πρὸ
τούτου μεταξὺ τοῦ ἀφ’ ἑαυτοῦ λόγου, τὸν χρηματίζοντα Χριστὸν
αὐτοπρόσωπον εἰσάγων. οὕτως οὖν καὶ νῦν τάχα εἰς παραμυθίαν
τοῦ χρηματισθέντος ταῦτα, γηραιοῦ ὄντως φησὶ τὸ, ναὶ ἔρχομαι.
ἣ οὑν ἀπὸ τοῦ χρηματίζοντος ἣ καὶ ἀπὸ τοῦ χρηματιζομένου 
ἀκουστέον, ἵνα νοοῖτο οὕτως. ἐγὼ ὁ μαρτυρῶν ταῦτα, εἰ καὶ τῇ
ἀναγκαίᾳ τοῦ βίου ἐλαύνομαι προθεσμίᾳ καὶ πρὸ τοῦ ἐπιστῆναι
ταῦτα, ἀλλ’ οὖν καὶ αὐτὸς μηδὲν ἀναβαλλόμενος. “ ἔρχου,
“ Ἰησοῦ Χριστὲ,” κατὰ τὴν δευτέραν σου παρουσίαν. τὸ δὲ “ ἡ
“ χάρις τοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων τῶν ἁγίων,’’ βεβαιοῦντός 
ἐστιν.