Ρ. 5, l. 13. βίβλον δὲ γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ. τούτου χάριν αὐτὴν
 καλεῖ, εἰ καὶ μὴ μόνον τὴν γέννησιν ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν οἰκονομίαν
 τοῦ Σωτῆρος περιέχει· ἐπειδὴ πάσης οἰκονομίας τὸ κεφάλαιον τοῦτό
 ἐστιν, καὶ ἀρχὴ καὶ ῥίζα πάντων ἡμῶν τῶν ἀγαθῶν.

5, 16. ὅ ἐστιν εἰς τὴν Ἑλλάδα γλῶτταν.

5, 18. σῶσαι τὸν λαὸν αὐτοῦ εἴρηται. τίνος ἕνεκεν οὐκ εἶπεν υἱοῦ
 Ἀβραὰμ καὶ τότε υἱοῦ Δαβὶδ, ἀλλὰ πρῶτον εἶπεν υἱὸν Δαβὶδ, καὶ τότε
 Ἀβραάμ; οὐχ ὥς τινες νομίζουσιν κάτωθεν, κ. τ. λ. 
 
 Διατί δὲ οὐκ ἐμνήσθη καὶ ἑτέρων προγόνων ; περιττὸν ἡγούμενος τοῦτο
 ὅσον πρὸς Ἰουδαίους, καὶ γὰρ πρὸς αὐτοὺς ἐγράφη τοῦτο τὸ Εὐαγγέλιον.
 οὗτοι γὰρ μάλιστα ἦσαν οἱ θαυμαζόμενοι· ὁ μὲν ὡς προφήτης καὶ
 βασιλεὺς, ὁ δὲ ὡς πατριάρχης καὶ προφήτης. 
 
 Πόθεν δὲ δῆλον ὅτι ἐκ τοῦ Δαβίδ ἐστιν ὁ Χριστὸς, εἰ ἐξ ἀνδρὸς οὐκ
 ἐγεννήθη, ἀλλ’ ἀπὸ γυναικὸς μόνον, ἥτις οὐ γενεαλογεῖται; ἀπὸ τοῦ
 τὸν Θεὸν εἰπεῖν τῷ Γαβριὴλ ἀπελθεῖν πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην
 ἀνδρὶ ᾧ ὄνομα Ἰωσὴφ, ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβίδ· ἐκέλευεν δὲ ὁ νόμος
 μὴ ἐξεῖναι πρὸς γάμον συνάπτεσθαι ἄλλοθεν, ἀλλ’ ἐκ τῆς
 αὐτῆς φυλῆς· οὐ μόνον δὲ ἐξ αὐτῆς τῆς φυλῆς, ἀλλὰ καἰ ἐκ τῆς αὐτῆς
 πατριᾶς καὶ συγγενείας. ἐπεὶ οὖν οὐκ ἦν νόμος παρὰ Ἰουδαίοις
 γενεαλογεῖσθαι γυναῖκας, ἵνα τὸ ἔθος φυλάξῃ, ἐγενεαλόγησεν τὸν Ἰωσὴφ
 τὸν μνηστῆρα αὐτῆς· καὶ ἔδειξεν ὄντα ἐκ τῆς οἰκίας Δαβίδ. περὶ γὰρ τοῦ μνηστῆρος ἀποδειχθέντος ἀποδέδεικται τὸ καὶ τὴν
 παρθένον ἐκεῖθεν εἶναι.

6, 3. ἐπαισχυνόμενος. 
 τίνος δὲ χάριν τοῦ Φαρὲς μεμνημένος, ἀφ’ οὗ τὸν Κύριον γενεαλογεῖν
 ἔμελλεν, καὶ τοῦ Σάρα ἐμνημόνευσεν.

6, 6. προεξενέγκοντος.

6, 10. ἦλθεν ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός. ὁλόκληρος ὁ νέος ἐφάνη λαὸς, μετὰ τῶν
 αὐτοῦ νόμων.

6, 13. ὅτι καθάπερ ἐκείνης καὶ πτωχῆς. 18. οὐκ ἃν ἐπέτυχεν.

6, 21. μεγαλοφρονεῖν.

22. αὗται διὰ τ. μ.

6, 23. οὐ γάρ ἐστιν. 25. ἀλλ’ εἰ χρὴ θαῦμ’.

6, 26. ὁ μὴ ὄντων σπουδ. τ. προγ. γινόμενος ἀγαθός.

8, 28. μέσῃ μερίδι.

29. αὐτὰς εἶναι ἔφησεν.

9, 7. ἐν ἕκτῳ βιβλ. “sexto" etiam Latina versio, sed cum quinque
 libros Chronicorum Africanum tantum scripsisse constat, non potuit
 hæc esse vera lectio, ӕ ex ε΄. ω i. e. πέμπτῳ videtur esse orta.

9, 10. παραλιμπάνειν, ὥσπερ ἀμέλει καὶ ὁ θεσπέσιος Μωϋσῆς πεποίηκεν
 ἐν ταῖς εὐλογίαις παραλιπὼν τὸν Συμεὼν, καὶ ἄλλοτε ἄλλους
 ἀλλαχόθι.

10, 3. τῆς οἰκοδομῆς. 24. τι τῶν συνηθ.

10, 25. μὴ καταπλῆξαι τῇ τ. παρ. πρ. ἐπαγωγῇ. 26. πρὶν ἢ.

10, 27. ἐν γ. ἔχουσα ἐκ νεύματος Ἁγίου. οὐκ εἶπεν πρὶν ἣ ἀχθῆναι
 αὐτὴν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ νυμφίου εὑρέθη ἐν γαστρὶ ὄα.

10, 29. παρ’ ἑαυτοῖς. τίνος δὲ χάριν, οὐ πρὸ τῆς μνηστείας συνέλαβεν
 καὶ ἐκύησεν ; ἵνα συσκιάσῃ τὸ γινόμενον τέως, καὶ ἵνα
 πᾶσαν πονηρὰν διαφύγῃ ἡ παρθένος ὑπόνοιαν. τοῦ γὰρ ὀφείλοντος
 ζηλοτυπεῖν μνηστῆρος οὐ μόνον οὐ θριαμβεύοντος αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ
 δεχομένου καὶ θεραπεύοντος μετὰ κύησιν, εὔδηλον τοῦτο πᾶσιν ποιεῖ·
 ὡς ὅτι περ πεισθέντος αὐτοῦ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τὴν ἐνέργειαν εἶναι
 τοῦ γεγενημένου, κατεῖχεν καὶ ἐξυπηρέτησεν. ὅπερ δὲ ἐπὶ
 τῶν παραδόξων ἤδη πραγμάτων εἴωθεν λέγεσθαι, τοῦτο καὶ ἐνταῦθα δηλῶν
 φησὶν “ ὅτι εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ “ Πνεύματος Ἁγίου.”

11, 8. τὸν μὴ πλ. 12. κολάζεσθαι. mox ἐκβαλεῖν ἔπεχ’.

11, 13. ἐκώλυσεν. Διατί δὲ μὴ πρὸ τοῦ διανοηθῆναι αὐτὸν 
 τοῦτο ποιῆσαι ἦλθεν ὁ Ἄγγελος ; ἵνα μὴ ἀπιστήσῃ ὅτι ἔγκυός ἐστιν ἀπὸ
 τοῦ Πνεύματος Ἁγίου· δρωμένου γὰρ τοῦ πράγματος εὔκολος ἦν ἡ πίστις
 λοιπόν· καὶ ἡ παρθένος δὲ τῆς αὐτῆς ἕνεκεν αἰτίας ἐσίγησεν. ἐνόμισεν
 γὰρ μὴ πιστεύεσθαι παρὰ τῷ μνηστῆρι, πρᾶγμα ἀπαγγέλλουσα ξένον. ἔτι
 δὲ καὶ ἵνα φανῇ τοῦ Ιωσὴφ ἡ φιλοσοφία, ἀναβάλλεται τέως
 τὴν παρουσίαν ὁ ἔ.

11, 24. διεφθαρμένης.

11, 30. post Πνεῦμ’. Ἄγ’. τὸ δὲ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν
 προσέθηκεν ὁ Ἄγγελος, ὡσανεὶ λέγων αὐτῷ, ἵνα μὴ νομίσῃς, σῃς,
 ἐπειδήπερ εἶπον ὅτι ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου, ἀλλότριόν σε 
 τῆς διακονίας εἶναι τῆς κατὰ τὴν οἰκονομίαν σοι δίδωμι
 τὸ ὄνομα ἐπιθεῖναι τῷ τικτομένῳ· εἰ γὰρ καὶ εἰς τὴν γέννησιν οὐδὲν
 συντελεῖς, ἀλλ’ ὁμῶς σὺ αὐτοῦ καλέσεις τὸ ὄνομα. εἰ γὰρ καὶ μὴ σὸς ὁ
 τόκος, ἀλλὰ τὰ πατρὸς ἐπιδείξῃ περὶ αὐτὸν, καὶ ἀπὸ τῆς τοῦ ὀνόματος
 θέσεως οἰκειῶσε (sic) τῷ τικτομένῳ.

11, 32. ὑποπτεύσῃ· καὶ ὅτι οὐκ αὐτῷ ἔτικτεν ἀλλὰ τῇ οἰκουμένῃ πάσῃ.
 διὸ καὶ ἐπήγαγεν, “ αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ “ ἀπὸ τῶν
 ἁμαρτιῶν αὐτοῦ.”

12, 3. γνῶσιν· καὶ ὅτι ἐν τούτῳ δείκνυται Υἱὸς Θεοῦ ὣν ὁ τικτόμενος,
 ἐν τῷ ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ τῆς οὐσίας τῆς θεικῆς 
 μόνης. τίνος χάριν εἶπεν, τοῦτο δὲ ὅλον. κ. τ. λ.

12, 4. πάλιν προετ. 7. διαπαντὸς ἀναμν.

12, 8. λεχθέντα κατάσχῃ. καὶ τῇ μὲν Μαρίᾳ ταῦτα οὐκ εἶπεν, ἅτε κόρῃ
 οὔσῃ καὶ ἀπείρως τούτων ἐχούσῃ· τῷ δὲ ἀνδρὶ ὡς δικαίῳ ὄντι καὶ
 μελετῶντι προφήτας. καὶ πρὸ μὲν τούτου Μαρίαν τὴν
 γυναῖκά σου λέγει, ἐνταῦθα δὲ, ὅτε τὸν προφήτην εἵλκυσεν εἰς τὸ
 μέσον, τότε αὐτῷ πιστεύει τὸ τῆς παρθένου ὄνομα. ἐν πρώτοις γὰρ
 εἶπεν αὐτῷ παρθένον, οὐκ ἂν οὕτως ἀτάραχος διέμεινεν, ὡς τῷ ἐν πολλῷ
 χρόνῳ μελετηθὲν ὑπ’ αὐτοῦ ἐκ τοῦ προφήτου ἀκούσας, καὶ οὐ μόνον
 τοῦτο ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὸν Θεὸν ἀναρτᾷ τὸν λόγον, ἐν τῷ
 εἰπεῖν τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου. ὅτι ὁ χρησμός φησιν
 ἄνωθεν ἐφέρετο.

12, 16. διανομή. καὶ πάλιν, “ ἡ πόλις πιστὴ Σίων·” καὶ οὐδαμοῦ
 εὑρίσκομεν ὅτι δικαιοσύνη ἐκλήθη ἡ πόλις, ἀλλ’ ἔμεινεν Ἱεροσόλυμα
 καλουμένη. ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο ἐξέβη πρὸς τὸ βελτίον’ αὐτῆς μεταβληθείσης, διὰ τοῦτο αὐτὴν οὕτω καλεῖσθαι ἔφησεν. εἰ δὲ
 ἐντεῦθεν ἐπιστομισθέντες ἕτερον ζητοῖεν τὸ τῆς παρθενίας λεχθὲν, καὶ
 προβάλλοιντο ἡμῖν ἑτέρους ἑρμηνευτὰς, λέγοντες ὅτι οὐκ εἶπεν
 παρθένον, ἀλλὰ νεᾶνιν. πρῶτον μὲν ἐκεῖνο ἐροῦμεν ὅτι τῶν ἄλλων
 πάντων μᾶλλον τὸ ἀξιόπιστον οἱ ἑβδομήκοντα ἔχοιεν ἃν δικαίως. Οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι μετὰ τὴν Χριστοῦ παρουσίαν ἡρμήνευσαν,
 Ιουδαῖοι μείναντες καὶ ἀπεχθείᾳ τὰς προφητείας συσκιάσαντες· οἱ δὲ
 ἑβδομήκοντα καὶ πρὸ πλειόνων τῶν ἑκατὸν ἐτῶν τῆς τοῦ Κυρίου
 παρουσίας ἐπὶ τοῦτο ἐλθόντες, καὶ τοσοῦτοι ὄντες εὐπαράδεκτοί εἰσιν,
 καὶ διὰ τὸν χρόνον, καὶ διὰ τὸ πλῆθος καὶ διὰ τὴν 
 συμφωνίαν· εἰ δὲ καὶ τὴν ἐκείνων παράγοιεν μαρτυρίαν,
 καὶ οὕτω τὰ νικητήρια παρ’ ἡμῖν. καὶ γὰρ τὸ τῆς νεότητος ὄνομα ἐπὶ
 τῆς παρθενίας εἴωθεν ἡ γραφὴ τιθέναι, οὐκ ἐπὶ γυναικῶν μόνον, ἀλλὰ
 καὶ ἐπὶ ἀνδρῶν· “ νεανίσκοι γάρ,” φησιν, “ καὶ παρθένοι καὶ πρεσ- “
 βύτεροι μετὰ νεωτέρων.” καὶ περὶ κόρης δὲ ἐπιβουλευομένης λέγει, “ ὅτι ἐὰν φωνήσῃ ἡ νεᾶνις,” τουτέστιν ἡ παρθένος, καὶ τὰ
 πρὸ τούτου δὲ εἰρημένα τοῦτον τὸν λόγον συνίστησιν. φησὶν γὰρ, “
 ἰδοὺ δώσει Κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον.” καὶ τότε ἐπήγαγε “ ἰδοὺ ἡ
 παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει.” ποῖον οὖν σημεῖον ἦν, εἰ ἐκ νομίμου γάμου
 ἔμελλεν τίκτειν ἡ παρθένος; τὸ γὰρ σημεῖον ὑπερβαίνειν 
 δεῖ τὴν τῶν πολλῶν ἀκολουθίαν, καὶ ξένον εἶναι καὶ παρηλλαγμένον.
 ἐπεὶ πῶς ἃν εἴη σημεῖον ; 
 Ἐπειδὴ δὲ διεγερθεὶς ὁ Ἰωσὴφ ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ Ἄγγελος,
 ἐφάνη καὶ ἐν τούτῳ τὸ εὐπειθὲς αὐτοῦ, καὶ ἐν πᾶσιν ἀδέκαστον. οὔτε
 γὰρ ἡνίκα ὑπώπευεν ἀηδές τι καὶ ἄτοπον, κατασχεῖν 
 ἠνέσχετο τὴν παρθένον, οὔτε ἐπειδὴ ταύτης ἀπηλλάγη τῆς ὑποψίας
 ἐκβαλεῖν ὑπέμεινεν, ἀλλὰ καὶ κατέχει καὶ διακονεῖται τῇ οἰκονομίᾳ
 πάσῃ, “ παρέλαβεν γάρ,” φησιν, “ Μαρίαν τὴν γυναῖκα “ αὐτοῦ.” τὸ δὲ
 τῆς γυναικὸς ὄνομα συνεχῶς τίθησιν ὁ Εὐαγγελιστὴς, οὐ βουλόμενος
 ἐκκαλυφθῆναι τὸ μυστήριον ἐκεῖνο τέως, καὶ τὴν πονηρὰν
 δὲ ἀναιρῶν ὑποψίαν.

13, 3. τῷ καλῷ τούτῳ. καὶ γάρ. 4. ἐνταῦθα τέως.

13, 8. λοιπόν. πῶς δὲ ἀδελφοὶ αὐτοῦ χρηματίζουσιν οἱ περὶ Ἰάκωβον·
 ὥσπερ καὶ οὗτος ὁ Ἰωσὴφ ἀνὴρ τῆς παναγίας παρθένου Μάριας ἐνομίζετο·
 πολλὰ γὰρ ἐγένετο παραπετάσματα τότε, ὥστε συσκιασθῆναι
 τέως τὸν τοιοῦτον τόκον. 
 Περὶ δὲ τοῦ ἀστέρος οὗ εἶδον οἱ Μάγοι ἐν τῇ ἀνατολῇ, χρὴ γινώσκειν
 ὅτι οὐ τῶν πολλῶν εἷς ἦν ὁ ἀστὴρ οὗτος· μᾶλλον δὲ οὐδὲ ἀστὴρ ἦν ἀλλὰ
 δύναμίς τις ἀόρατος εἰς ταύτην σχηματισθεῖσα τὴν ὄψιν. δῆλον δὲ
 τοῦτο, ὅτι πρῶτον μὲν καὶ ἥλιον καὶ σελήνην ἀστέρας ἐξ
 ἀνατολῶν ὁρῶμεν ἐπὶ δύσιν χωροῦντας, οὗτος δὲ ἀπὸ ἄρκτου εἰς
 μεσημβρίαν ἐφέρετο· οὕτω γὰρ ἡ Παλαιστίνη πρὸς τὴν Πέρσιδα κεῖται.
 δεύτερον δὲ ὅτι οὐκ ἐν νυκτὶ ἐφαίνετο, ἀλλ’ ἐν ἡμέρᾳ μέσῃ, ἡλίου
 λάμποντος, τρίτον ἀπὸ τοῦ φαίνεσθαι καὶ κρύπτεσθαι. ἕως μὲν γὰρ τῆς
 Παλαιστίνης ἐφαίνετο χειραγωγῶν. 
 ἐπειδὴ δὲ ἐπέβησαν τῶν Ἱεροσολύμων ἔκρυψεν ἑαυτόν.
 εἶτα πάλιν δείκνυσιν ἑαυτὸν, μετὰ τὸ ἐξελθεῖν αὐτοὺς ἐκ τοῦ Ηρώδου·
 ὅπερ οὐκ ἔστιν ἴδιον ἀστέρος, ἀλλὰ δυνάμεως τινος λογικωτάτης.
 τέταρτον ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς δείξεως. κάτω γὰρ καταβὰς τὸν τόπον
 ἐδείκνυ. ἀδύνατον γὰρ ἦν ἄνω μένοντα τοῦτο ποιεῖν·
 ἐπειδὴ γὰρ ἄπειρον τὸ ὕψος, οὐκ ἤρκει οὕτω στενὸν τόπον
 χαρακτηρίσαι. 
 Τίνος δὲ χάριν οἱ Μάγοι ἔρχονται εἰς προσκύνησιν ; τοῦ Θεοῦ δηλονότι
 τούτους κινήσαντος διὰ τὴν τῶν Ἰουδαίων πώρωσιν· ἐπειδὴ γὰρ τῶν
 προφητῶν συνεχῶς ἀκούοντες λεγόντων περὶ τῆς αὐτοῦ 
 παρουσίας, οὐ σφόδρα προσεῖχον, ἐποίησεν καὶ βαρβάρους ἐλθεῖν ἀπὸ
 γῆς μακρὰν, τὸν παρ’ αὐτοῖς τοῖς Ἰουδαίοις βασιλέα ἐπιζητοῦντας· καὶ
 παρὰ Περσικῆς φωνῆς μανθάνουσιν ἃ οὐκ ἠνέσχοντο μαθεῖν παρὰ τῶν
 προφητῶν· ἵνα ἃν μὲν εὐγνωμονῶσιν, μεγίστην ἔχωσιν τοῦ πείθεσθαι
 πρόφασιν· ἃν δὲ φιλονεικῶσιν, ἀπεστερημένοι λοιπὸν ὦσιν
 πάσης ἀπολογίας. 
 Διατὶ δὲ διὰ τῆς τοῦ ἀστέρος θεωρίας τοὺς Μάγους εἵλκυσεν καὶ οὐ διὰ
 φωνῆς ἄνωθεν ἐνεχθείσης αὐτοῖς, ἣ δι’ ἀγγέλου ἀποσταλέντος πρὸς
 αὐτούς ; ὅτι οὐκ ἂν προσέσχον· διὰ τοῦτο οὖν ὁ Θεὸς διὰ τῶν συνήθων
 αὐτοὺς καλεῖ, σφόδρα συγκαταβαίνων, καὶ δείκνυσιν
 ἄστρον μέγα καὶ ἐξηλλαγμένον, ὥστε καὶ τῷ μεγέθει καὶ τῷ κάλλει τῆς
 ὄψεως αὐτοὺς ἐκπλῆξαι· καὶ τῷ τρόπῳ τῆς πορείας, καὶ ἵνα λοιπὸν
 ὑψηλοτέρους ἐργάσηται. ἐπεὶ οὖν ἤγαγεν καὶ ἐχειραγώγησεν, καὶ πρὸς
 τὴν φάτνην ἔστησεν, οὐκέτι δι’ ἀστέρος ἀλλὰ δι’ Ἀγγέλου λοιπὸν
 αὐτοῖς διαλέγεται.

13, 24. τίνος ἕνεκεν τὸν χρόνον λέγει· “ ἐν ἡμέραις Ἡρώδου.”

13, 26. μ. ταῦτα Ἡρώδης ὁ τὸν πρόδρομον ἀνελών.

13, 27. Διατί δὲ καὶ τὸν τόπον κ. τ. καιρόν.

14, 1. post ἀλλόφυλος ἦν. οὐ πᾶσιν δὲ τοῖς Μάγοις ὁ Θεὸς τοῦτο
 ἀπεκάλυψεν. ὅτι οὐδὲ πάντες πιστεύειν ἔμελλον, αὐτοὶ δὲ 
 τῶν ἄλλων ἦσαν ἐπιτηδειότεροι. καὶ ἴδωμεν αὐτῶν τὴν ἀρετὴν, οὐκ ἀφ’
 ὧν ἦλθον μόνον ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ὧν παρρησιάζονται· ἤλθομεν γάρ, φησιν,
 προσκυνῆσαι αὐτόν. καὶ οὔτε τοῦ δήμου τὸν θυμὸν, οὔτε τοῦ βασιλέως
 τὴν τυραννίδα ἐδεδοίκεισαν. ὅθεν χρὴ σκοπεῖν, ὅτι οὗτοι καὶ οἶκοι
 διδάσκαλοι τῶν ἐγχωρίων γεγόνασιν. οἱ γὰρ 
 ἐνταῦθα μὴ παραιτησάμενοι τοῦτο εἰπεῖν, πολλῷ μᾶλλον
 εἰς τὴν αὐτῶν ἐπαρρησιάσαντο, ὅτε καὶ τὸν χρησμὸν τὸν παρὰ τοῦ
 Ἀγγέλου λαβόντες ἀπῆλθον, καὶ τὴν παρὰ τοῦ προφήτου μαρτυρίαν. 
 Διατί δὲ πᾶσα Ἱεροσόλυμα ἐταράχθη ; ὁ μὲν γὰρ Ἡρώδης εἰκότως ὡς
 βασιλεὺς, δεδοικὼς ὑπέρ τε αὐτοῦ καὶ τῶν παίδων· οἱ δὲ
 τὰ Ἱεροσόλυμα οἰκοῦντες τίνος χάριν ; καίτοιγε Σωτῆρα καὶ εὐεργέτην
 καὶ ἐλευθερωτὴν ἄνωθεν αὐτὸν οἱ προφῆται προύλεγον. τίνος οὖν ἕνεκεν
 ἐταράχθησαν ; 14, 2. ἀπὸ τ. π.

14, 7. ἕως τοῦ ποιμ.

14, 20. τίνος ἕνεκεν εἰ ἐκ B.

14, 25. βουλομένοις. καὶ γὰρ πολλὰ ἦν τὰ κινοῦντα πρὸς τὴν τοιαύτην
 ζήτησιν, εἴγε προσέχειν ἐβούλοντο. καὶ γὰρ ἐλθόντων τῶν Μάγων
 ἀνεπτερώθη ἅπασα ἡ πόλις, καὶ μετὰ τῆς πόλεως ὁ βασιλεὺς, καὶ ὁ
 προφήτης εἰς μέσον παρήγετο· καὶ ἕτερα δὲ πλείονα γέγονεν αὐτόθι,
 ἅπερ ὁ Λουκᾶς μετ’ ἀκριβείας διηγεῖται ἅπαντα. οἷον τὰ
 κατὰ τὸν Συμεῶνα καὶ τὴν Ἄνναν καὶ τὸν Ζαχαρίαν καὶ τοὺς Ἀγγέλους
 καὶ τοὺς ποιμένας, ἅπερ ἅπαντα τοῖς προσέχουσιν ἱκανὰ ἦν παρασχεῖν
 ἀφορμὰς τὸ γινόμενον συνιδεῖν, ἵνα γὰρ μὴ λέγωσιν ὅτι οὐκ ἔγνωμεν
 πότε ἐτέχθη, οὔτε ἐν ποίῳ χωρίῳ, τά τε κατὰ τοὺς Μάγους ἅπαντα
 ᾠκονομήθη καὶ τὰ ἄλλα, ἅπερ εἰρήκαμεν 
 Χρὴ δὲ σκοπῆσαι ἡμᾶς καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῆς προφητείας, οὐ γὰρ εἶπεν
 ὅτι ἐν Βεθλεὲμ μένει, ἀλλ’ ἐξελεύσεται· ὥστε καὶ τοῦτο προφητείας
 ἦν, τὸ γεννηθῆναι ἐκεῖ μόνον. τινὲς δὲ τῶν Ἰουδαίων ἀναισθητοῦντές
 φασιν περὶ τοῦ Ζοροβάβελ ταῦτα εἰρῆσθαι. πῶς γὰρ ἃν
 ἔχοι τοῦτο λόγον ; οὐ γὰρ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ, ἀλλ’ ἐν τῇ Βαβυλῶνι ἐτέχθη·
 ὅθεν καὶ Ζοροβάβελ ἐκλήθη διὰ τὸ ἐκεῖ σπαρῆναι· καὶ ὅσοι τὴν τῶν
 Σύρων γλῶτταν ἐπίστανται οἴδασιν τὸ λεγόμενον.

14, 13. Διὰ τοῦτο δὲ λέγει.

14, 15. περίβλεπτος γέγονεν. 
 
 τίνος δὲ ἕνεκεν εἶπεν ποιμανεῖ — τὸν Ἰσραὴλ καίτοιγε τὴν οἰκουμένην
 ποιμάναντος; ἵνα μὴ τέως σκανδαλίσθωσιν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ τῶν ἐθνῶν
 μνημονευομένων· καὶ πῶς φησιν ἐποίμανεν τὸν λαὸν τὸν Ἰουδαικόν;
 μάλιστα μὲν καὶ τοῦτο γέγονεν. τὸν γὰρ Ἰσραὴλ ἐνταῦθα εἰπὼν, τοὺς
 αὐτ. πιστ. 14, 17.

14, 18. ἐγεννήθησαν. εἰ δὲ μὴ πάντας ἐποίμανεν, τοῦτο αὐτῶν ἔγκλημα
 καὶ κατηγορία μὴ θελησάντων πιστεῦσαι. 
 Καλεῖ δὲ τοὺς Μάγους ὁ Ἡρώδης νομίζων Ἰουδαίους κήδεσθαι τοῦ παιδίου.
 ἔτι δὲ καὶ ἀνελεῖν ἐπιχειρῶν τὸ τεχθὲν, ὅπερ ἐσχάτης ἀνοίας ἢν, οὔχι
 μανίας μόνον. τὰ γὰρ εἰρημένα καὶ τὰ γεγενημένα, ἱκανὰ
 ἦν ἀποστῆσαι αὐτὸν πάσης τοιαύτης ἐπιχειρήσεως· ὅτε ἀστὴρ καὶ οἱ
 βάρβαροι τοσαύτην ἐλθόντες ὁδὸν, ἐπὶ τὸ προσκυνῆσαι τὸν ἐν φάτνῃ·
 καὶ ἡ προφητεία προαναφωνοῦσα περὶ αὐτοῦ.

14, 29. Διατί οὐ ζήτει τὸν χρ.

14, 31. ἐφάνη, διὰ τὸ μῆκος τῆς ὁδοιπορίας.

16, 4. κἀντεῦθεν.

5. ἀστὴρ, ὡς προγέγραπται.

16, 18. πρόβατα καὶ μόσχους. mox τῆς δὲ ἐκκλ.

16, 29. τὸ μέγεθος. εἰ γὰρ τούτων γενομένων καὶ πολλῶν ἀνθρωπίνως
 ᾠκονομημένων, ἐτόλμησάν τινες εἰπεῖν ὅτι μῦθος ἡ τῆς σαρκὸς
 ἀνάληψις, ποῦ οὐκ ἃν ἐξέπεσον ἀσεβείας, εἰ πάντα θεοπρεπῶς καὶ κατὰ τὴν αὐτοῦ δύναμιν ἔπραττεν ; διὰ τοῦτο ηὗδέ
 ἁπλῶς ναὸς πλάττεται, ἀλλὰ καὶ κύησις γίνεται καὶ ἐνναμηνιαῖος
 χρόνος καὶ τόκος καὶ γαλακτοτροφία. τοὺς μὲν οὖν Μάγους ἐκ.

17, 2. ἑαυτὸν. 15. γυναῖκα αὐτοῦ. 
 Ἀκούσας δὲ “ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον,” τίνος ἕνεκεν οὐκ ἐταράχθη, καὶ εἶπεν, οὐ πρώην ἔλεγες ὅτι σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ,
 καὶ νῦν οὐδὲ ἑαυτὸν σώζει ; ἐπειδὴ π. 
 Πέμπεται δὲ εἰς Αἴγυπτον, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Κυρίου διὰ τοῦ
 προφήτου λέγοντος, καθώς φησιν ὁ Εὐαγγελιστὴς, “ ὅτι “ ἐξ Αἰγύπτου
 ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου.” 
 
 Διατί δὲ οὐ περὶ ἑτέρας χώρας ὁ προφήτης εἶπεν, καἰ εἰς αὐτὴν
 ἐξεπέμπετο τὸ παιδιον, ἀλλ’ εἰς Αἴγυπτον ; ἔτι δὲ καὶ ἐκ Βαβυλῶνος
 βαρβάρους παραγενέσθαι ἐποίησεν, καὶ οὐκ ἐξ ἑτέρας χώρας ; ἐπειδὴ ἡ
 Βαβυλὼν καὶ ἡ Αἴγυπτος μάλιστα τῆς γῆς ἁπάσης τῇ φλογὶ τῆς ἀσεβείας
 ἦσαν ἐκκεκαυμέναι, καὶ ὅτι τούτων τῶν δύο χωρῶν
 πειθομένων, χρηστὰς ἐλπίδας ἡ οἰκουμένη κομίζεται. εἰ δὲ περὶ
 προφητείας ἀμφιβάλλοιεν Ἰουδαῖοι λέγοντες τὸ ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν
 υἱὸν μου ἐπ αὐτῶν εἰρῆσθαι, εἴποιμεν ἃν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι καὶ οὕτος
 προφητείας ὁ νόμος ἐστὶν, πολλὰ πολλάκις λέγεσθαι μὲν ἐπ’ ἄλλων,
 πληροῦσθαι δὲ ἐφ’ 
 ἑτέρων. οἷον τὸ ἐπὶ τοῦ Συμεὼν καὶ Λευῒ εἰρημένον
 ἐστὶν, “ δια- “ μεριῶ γὰρ αὐτούς, φησιν, ἐν Ἰακὼβ καὶ διαπερῶ αὐτοὺς
 ἐν Ισραηλ᾿ καὶ ἴδου οὐκ ἐπ’ αὐτωντουτο γέγονεν, ἀλλ’ ἔπι τῶν
 ἐγγόνων. καὶ τὸ ἐπὶ τοῦ Χἄμ’ δὲ παρὰ τοῦ Νῶε λεχθὲν, εἰς τοὺς
 Γαβαωνίτας τοὺς ἐγγόνους τοῦ Χαναὰν ἐξέβη, καὶ τὸ τοῦ Ἰακὼβ οὕτως ἴδοι τις ἃν συμβάν. αἱ γὰρ εὐλογίαι ἐκεῖναι αἱ
 λέγουσαι “ γίνου κύριος τοῦ ἀδελφοῦ σου, καὶ προσκυνήσουσίν σοι οἱ
 υἱοὶ “ τοῦ πατρός σου, οὐκ ἐξ αὐτοῦ τέλος ἔσχον· πῶς γὰρ τοῦ
 δεδοικότος καὶ τρέμοντος καὶ μυριάκις αὐτὸν προσκυνοῦντος ; ἀλλ’ ἐπὶ
 τῶν ἐγγόνων τῶν αὐτοῦ, ὃ δὴ καὶ ἐνταῦθα εἴποι τις ἄν· τίς γὰρ ἀληθέστερος Θεοῦ λεχθείη ; ὁ μόσχον προσκυνῶν καὶ τῷ
 Βεελφεγὼρ τελούμενος καὶ τοὺς υἱοὺς θύων τοῖς δαιμονίοις ; ἣ ὁ φύσει
 Υἱὸς καὶ τὸν γεγεννηκότα τιμῶν. ὥστε εἰ μὴ οὗτος παρεγένετο, οὐδ’ ἃν
 ἡ προφητεία τέλος ἔλαβεν τὸ προσῆκον. Χρὴ γὰρ σκοπῆσαι πῶς αὐτὸ καὶ
 ὁ Εὐαγγελιστὴς αἰνίττεται λέγων “ἵνα “ πληρωθῇ,”
 δεικνὺς ὅτι οὐκ ἃν ἐπληρώθη, εἰ μὴ παραγέγονεν· καὶ ἡ τοῦ πατριάρχου
 δὲ εἰς Αἴγυπτον κάθοδος καὶ τῶν σὺν αὐτῷ τῆς καθόδου ταύτης τύπον
 ἐπλήρουν, καὶ γὰρ ἐκεῖνοι θάνατον φεύγοντες τὸν ἀπὸ λιμοῦ κατῄεσαν,
 καὶ οὗτος τὸν ἐξ ἐπιβουλῆς θάνατον. ἀλλ’ ἐκεῖνοι μὲν κατελθόντες τοῦ
 λιμοῦ τότε ἀπηλλάγησαν· αὐτὸς δὲ τὴν χώραν πᾶσαν
 καταβὰς διὰ τῆς ἐπιβάσεως ἡγίασεν. Διατὶ δὲ ὁ Ἄγγελος εἰπὼν ὅτι “
 φεῦγε εἰς Αἴγυπτον” οὐκ ἐπηγγείλατο αὐτοῖς συνοδοιπορεῖν, οὔτε
 κατιοῦσιν οὔτε ἀνιοῦσιν ; δεικνὺς διὰ τούτου, ὅτι μέγαν ἔχουσιν
 συνοδοιπόρον τὸ τεχθὲν παιδίον.

18, 5. ἔμελλον ἔσεσθαι. 6. τοσαύτης ὁ Θεός.

18, 8. εἰ προῄδει. mox ἀνύσοντας. 
 Ib. οἰκονομῶν. Εἰ δὲ ἔτι μικροψυχεῖς, καὶ ἐλάττων εἶ τῆς ἐπὶ τούτοις
 φιλοσοφίας, μάθε τοῦ ταῦτα τολμήσαντος Ἡρώδου τὸ τέλος, καὶ μικρὸν
 ἀνάπνευσον. ταχίστη γὰρ αὐτὸν ὑπὲρ τούτων κατέλαβεν
 δίκη· θανάτῳ χαλεπῷ καὶ τούτου τοῦ νῦν τολμηθέντος ἐλεεινοτέρῳ
 καταλύων τὸν βίον, καὶ ἕτερα μυρία πάσχων κακὰ, ἅπερ γνώσεσθε τὴν
 Ἰωσήπου περὶ τούτων ἐπελθόντες ἱστορίαν. 
 Τί δὲ κοινόν φησιν τῇ Ῥαχὴλ πρὸς τὴν Βηθλεέμ; τί δὲ τῇ Ραμᾶ πρὸς τῇ
 Ῥαχήλ; φησὶν γὰρ ὁ προφήτης· “ φωνὴ ἐν Ῥαμᾶ 
 “ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμός· Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ
 τέκνα ἀύτης.

18, 13. τελευτήσασαν.

19, 6. περὶ τούτου.

17. καθαρμόν.

19, 19. μὴ om.

22. εἰς Ναζαρὲτ αὐτόματοι.

20, 17. ἔθος ἀεί. 
 Τίνος δὲ χάριν μετὰ τριάκοντα ἔτη ἐπὶ τὸ βάπτισμα ἤλυθεν ὁ κύριος
 ἡμῶν καὶ Θεὸς Ἰησοῦς ὁ Χριστός ; διὰ τὸ ταύτην εἶναι τὴν ἡλικίαν τὴν
 πάντα δέξασθαι δυναμένην τὰ ἁμαρτήματα· οὐδὲ γὰρ ἀεὶ πάντα ἡμῖν
 ἐπιτίθεται τὰ πάθη, ἀλλ’ ἐν μὲν πρώτῃ ἡλικίᾳ πολὺ τὸ
 ἀνόητον καὶ μικρόψυχον, ἐν δὲ τῇ μετ’ ἐκείνην σφοδροτέρα ἡ ἡδονή·
 καὶ μετὰ ταῦτα πάλιν ἡ τῶν χρημάτων ἐπιθυμία· διὰ τοῦτο πᾶσαν τὴν
 ἡλικίαν ἀναμείνας, καὶ διὰ πάσης πληρώσας τὸν νόμον, οὕτως ἐπὶ τὸ
 βάπτισμα ἔρχεται· καὶ γὰρ λύειν ἔμελλεν τὸν νόμον μετὰ τὸ βάπτισμα,
 καὶ ἵνα μὴ τινὲς εἴπωσιν, ὅτι διὰ τὸ μὴ δύνασθαι αὐτὸν
 πληρῶσαι ἔλυσεν αὐτὸν, ὅπερ ἦν ἔσχατον αὐτῷ κατόρθωμα, τουτέστιν τὸ
 βάπτισμα, καθὼς αὐτός φησιν πρὸς τὸν Ἰωάννην, “ οὕτω πρέπον ἡμῖν
 ἐστὶν πληρῶσαι πᾶσαν δικαι- “ οσύνην,” τοῦτο πληρώσας τὸν νόμον ὅλον
 ἐτήρησεν, δικαιοσύνην γὰρ τὴν ἐκπλήρωσιν καλεῖ τῶν ἐντολῶν
 πασῶν. 
 
 Διατί δὲ βάπτισμα τοῦτο ἐπενοήθη, ὁ βαπτιστὴς δηλοῖ λέγων· “ ὅτι ἐγὼ
 οὐκ ᾔδειν αὐτὸν, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τῷ Ἰσραὴλ, διὰ “ τοῦτο ἦλθον ἐν
 ὕδατι βαπτίζων.” 
 Εἰ δέ τις εἴποι, καὶ εἰ αὕτη μόνη ἡ αἰτία, πῶς φησιν ὁ Λουκᾶς περὶ
 αὐτοῦ, ὅτι ἤλυθεν εἰς περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου κηρύσσων 
 βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ; γινωσκέτω ὅτι οὐκ εἶχεν
 ἄφεσιν ἁμαρτιῶν τοῦτο τὸ βάπτισμα. τὸ γὰρ δῶρον τοῦτο τοῦ μετὰ ταῦτα
 δοθέντος ἐστὶν, καὶ ἡμετέρου νῦν ὄντος βαπτίσματος· ἐν τούτῳ γὰρ
 συνετάφημεν τῷ Χριστῷ. ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐκ ἤθελον οἱ Ἰουδαῖοι
 καταγινώσκειν τῶν οἰκείων ἁμαρτημάτων, ὡσανεὶ διὰ
 τούτου αὐτοὺς ἔπειθεν ὁμολογεῖν καὶ μετανοεῖν ἐπὶ τοῖς ἁμαρτήμασιν,
 ἵνα εὐκολώτερον τὴν μετὰ ταῦτα ἄφεσιν δέξωνται. εἰ γὰρ μὴ κατέγνωσαν
 ἑαυτῶν, οὐκ ἃν οὐδὲ τὴν χάριν ᾔτησαν. μὴ ζητοῦντες δὲ, οὐκ ἃν οὐδὲ
 τῆς ἀφέσεως ἔτυχον. μετὰ δὲ ταύτης καὶ ἑτέραν αἰτίαν χρὴ νοεῖν τοῦ
 βαπτίσματος. ἔστιν δὲ αὕτη· 
 ὅτι οὐκ ἦν ἶσον περιιέναι τὰς οἰκίας τὸν βαπτιστὴν,
 καὶ περιάγειν τὸν Χριστὸν τῆς χειρὸς λαβόμενον, καὶ λέγειν εἰς
 τοῦτον πιστεύσατε· ὡς πάντων μᾶλλον παραγενομένων καὶ ἀκουόντων τὴν
 μακαρίαν ἐκείνην φωνὴν ἐνεχθεῖσαν, καὶ τὰ ἄλλα ἐπιτελεσθέντα
 θεασαμενους ἀπάντα, οὐτῶ πιστεύσαι. 
 
 Διὰ τοῦτο οὖν προτρέπεται πάντας ὁ Ἰωάννης ἐπὶ τὸ βάπτισμα, καὶ γὰρ ἡ
 τοῦ βαπτίσματος ὑπόληψις καὶ ἡ τοῦ πράγματος ὑπόθεσις πᾶσαν τὴν
 πόλιν εἷλκεν, καὶ πρὸς τὸν Ἰορδάνην ἐκάλει. παραγενομένους δὲ αὐτοὺς
 καταστέλλει μηδὲν μέγα περὶ ἑαυτῶν φαντάζεσθαι, μηδὲ ἐπὶ τοῖς
 προγόνοις ἐγκαυχᾶσθαι, τοσούτων ὄντας ὑπευθύνους κακῶν,
 ἀλλὰ μᾶλλον δέχεσθαι τὸν παραγενόμενον· καὶ γὰρ συνεσκίαστο τὰ κατὰ
 τὸν Χριστὸν τέως, καὶ ἐδόκει τεθνάναι παρὰ πολλοῖς διὰ τὴν εἰς
 Βηθλεὲμ γεγενημένην σφαγήν. εἰ γὰρ καὶ δώδεκα ἐτῶν γενόμενος
 ἐξέφηνεν ἑαυτὸν, ἀλλὰ ταχέως καὶ συνεσκίασεν πάλιν· διὰ τοῦτο
 λαμπροτέρων ἔδει τῶν προοιμίων, καὶ ὑψηλοτέρας ἀρχῆς,
 καὶ γὰρ περὶ τῶν οὐρανῶν καὶ τῆς βασιλείας τῆς ἐκεῖ αὐτοῖς
 ἔλεγεν.

20, 30. τῆς προτέρας καὶ τ. ἔσχ’.

21, 13. καὶ εὐκολ. τῆς τραπέζης περιβολὴν, καὶ ἀπραγμονεστέραν τῆς
 περιβολῆς τὴν οἴκησιν.

21, 14. οὐ στέγην — κεκτημένον.

15. τινος τοιούτου.

21, 23. ἔτι κρατούσης.

22, 2. διὰ μ. τοῦ Χρ. πρ. αὐτ’. ἐπὰν.

22, 16. διαφθεῖρον —κ. διατρῶγον.

22, 17. λέγεται εἰς φῶς προιέναι. mox πατρολῶαι καὶ μητρολῶαι γιν.

22, 29. Τί δέ ἐστι ὅτι δύναται.

23, 1. ποιήσητε. 15. ἐπὶ τῆς εὐγενείας.

23, 32. εἰς δουλ. ἐσχάτους τάτ’. ἐκ.

24, 2. τῶν ὑποδημάτων.

17. ἀμέτρως.

24, 21. διατὶ γὰρ εἴρηται, ὅτι οὕτω πρέπον ἐστὶν ἡμᾶς πληρῶσαι πᾶσαν
 δικαιοσύνην, προγέγραπται.

24, 29. κλάδον ἕλ’.

32. ἐν ὄψει.

25, 27. πολλοῦ μείζων.

26, 13. μένη.

16. ἀνάγεται.

28. λίθοι οὗτοι.

27, 9. εὐθέως ἐδραπ.

18. δέξονται.

27, 23. ἀνέλθῃ.

25. ἀνέλθῃ.

28, 7. καταληφθέντες.

17. αὐτοῦ τὴν ἀξίαν.

28, 24. ἐφθέγξαντο. Διατί δὲ σημεῖον οὐδὲ ἓν ἐποίησεν ὁ Ἰωάννης; ἵνα
 καὶ ἐντεῦθεν τὸ πλῆθος τῷ Κυρίῳ ἡμῶν καὶ Θεῷ Ἰησοῦ 
 Χριστῷ προσέλθῃ, τῶν θαυμάτων πρὸς αὐτὸν ἑλκόντων τὸν λαόν· εἰ γὰρ
 καὶ τοσούτων οἰκονομηθέντων ἐζηλοτύπουν τῷ δεσπότῃ Χριστῷ οἱ μαθηταὶ
 τοῦ Ἰωάννου, καὶ οἱ πολλοὶ ὑπώπτευον τὸν Ἰωάννην εἶναι τὸν Χριστὸν,
 καὶ οὐκ αὐτὸν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν, εἰ καὶ θαύματα ἐποίησεν ὁ
 Ἰωάννης, τί οὐκ ἃν συνέβη;

29, 4. ἐκλήθησαν.

12. κατεπείγῃ.

30, 6. τῇ γυναικί.

31, 2. περιῄει.

3. πολὺς ὄχλος.

9. πρόσκειται.

31, 14. γενησομένων· καὶ πόθεν τοῦτο δῆλον· ὅτι οὐκ εἶπεν, μακάριοι
 ἐστὲ ὑμεῖς, ἐὰν πτωχοὶ γένησθε, ἀλλὰ “μακάριοι οἱ πτω- 
 “χοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.”

31, 31. τίνος δὲ ἕνεκεν οὐκ εἶπεν οἱ ταπεινοὶ ἀλλ’ οἱ πτωχοί; ὅτι
 τοῦτο ἐκείνου πλέον. τοὺς γὰρ κατεπτηχότας ἐνταῦθά φησιν καὶ
 τρέμοντας τὰ τοῦ Θεοῦ προστάγματα· καὶ γὰρ πολλοὶ ταπεινοφροσύνης
 τρόποι· καὶ ὁ μὲν ταπεινόφρων ἐστὶν συμμέτρως, ὁ δὲ
 μετ’ ὑπερβολῆς ἁπάσης, ἣν καὶ ὁ μακάριος Δαβὶδ ἐπαινεῖ λέγων
 “καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ “
 ἐξουδενώσει.” οὐ τὴν ἁπλῶς καὶ κατεσταλμένην ἡμῖν διάνοιαν
 ὑπογράφων, ἀλλὰ τὴν σφόδρα συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην.
 μακαρίζει δὲ ταύτην, ἤγουν τὴν ταπεινοφροσύνην, ὁ Χριστὸς πρώτην, ἐπειδὴ τὰ μέγιστα τῶν κακῶν, ἃ καὶ τὴν οἰκουμένην
 ἐλυμήνατο πᾶσαν, ἐξ ἀπονοίας εἰσῆλθεν. ὅτε γὰρ διάβολος τυφωθεὶς
 ἐξέπεσεν, καὶ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ταῖς παρὰ τοῦ διαβόλου φυσηθεὶς
 ἐλπίσιν ἐξετραχηλίσθη, καὶ θνητὸς ἐγένετο, προσδόκησας γὰρ ἔσεσθαι
 Θεὸς, καὶ ὅπερ εἶχεν ἀπώλεσεν· καὶ πάντες δὲ οἱ μετὰ 
 ταῦτα ἐντεῦθεν εἰς ἀσέβειαν ἐξώκειλαν. διὰ τοῦτο οὖν ὧσπέρ τινα
 θεμέλιον ἰσχυρὸν τοῦτον πρῶτον προκαταβάλλεται τὸν νόμον, ταύτης γὰρ
 ὑποκειμένης, μετὰ ἀσφαλείας ἅπαντα τὰ ἄλλα ἐπιτίθησιν ὁ οἰκοδομῶν·
 ταύτης δὲ ἀνῃρημένης, κᾷν μέχρι τῶν οὐρανῶν φθάσῃ τις
 πολιτευόμενος, ἅπαντα ὑποσύρεται ῥαδίως, καὶ εἰς χαλεπὸν καταστρέφει
 τέλος.

31, 25. Διατί δὲ οὐκ εἰσάγει ἐν τάξει παραινέσεως τὰ λεγό- μένα καὶ
 ἐπιταγμάτων, ἀλλ’ ἐν τάξει μακαρισμοῦ ; ἀνεπαχθέστε- ρον τὸν λόγον
 ποιῶν, καὶ πᾶσιν ἀνοίγων τὸ τῆς διδασκαλίας στά- δίον·
 οὐ γὰρ ε-lπεν ὁ δεῖνα, καὶ ὁ δεῖνα, ἀλλ’ οἱ ταῦτα ποιοῦντες μακάριοι
 πάντες· ὥστε κἂν δοῦλος ᾖς, κἂν πτωχὸς, κἂν ξένος, κἂν ἰδιώτης,
 οὐδὲν ἔσται τὸ κωλῦον σε ἔσεσθαι μακάριον, ἃν τὴν ἀρετὴν ταύτην
 ζηλώσῃς.

31, 28. τοῦτο ε-ι’ναι.

33. κεκωλυμένον.

34. ἐδήλου.

32, 4. τούτους τοίνυν καὶ αὐτὸς ἐνταῦθα μακαρίζει τοὺς οὕτω
 λυπουμένους, καὶ οὐδὲ ἁπλῶς λυποῦ μένους τέθεικεν, ἀλλὰ τοὺς μετ’
 ἐπιτάσεως τοῦτο ποιοῦντας· διόπερ οὐδὲ εἶπεν λυπούμενοι, ἀλλ’ οἱ
 πενθοῦντες· καὶ γὰρ αὕτη πάλιν ἡ παραίνεσις πάσης φι- λοσοφίας ἐστιν
 διδάσκαλος. εἰ γὰρ οἱ παῖδας ἣ γυναῖκας θρη- 1 νοῦντες
 ἀπελθόντας ἣ ἄλλον τινα τῶν προσηκόντων, οὐ χρημάτων οὐ σωμάτων
 ἐρῶσιν κατ’ ἐκεῖνον τῆς ὀδύνης τὸν καιρὸν, οὐ δόξης ἐφίενται, οὐχ
 ὕβρεσι παροξύνονται, οὐχ ὑπὸ βασκανίαις ἁλίσκον- ἁλίσκονταί, οὐχ
 ὑπὸ ἄλλου τινὸς πολιορκοῦνται πάθους, τῷ πένθει μόνῳ προσέχοντες,
 πολλῷ μᾶλλον οἱ τὰ ἁμαρτήματα πενθοῦντες ἑαυτῶν, ὡς
 πενθεῖν ἄξιον μείζονα ταύτης ἐπιδείξασθαι ὤφελον φιλοσοφίαν· ὅθεν
 καὶ τὸ ἔπαθλον μέγα· παρακληθήσονται γάρ, φησιν· δῆλον ὅτι καὶ
 ἐνταῦθα καὶ ἐκεῖ· ἐπειδὴ γάρ φησιν τὸ ἐπίταγμα φορτικόν ἐστιν, ἰδοὺ
 ἐγὼ ἀντὶ τούτου παρέχω παράκλησιν· οὐ κατὰ τὴν τοῦ πράγματος ἀξίαν,
 ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμὴν φιλανθρωπίαν· οἱ γὰρ πενθοῦντες
 πλημμελήματα πενθοῦσιν· τοῖς δὲ τοιούτοις ἀρκεῖ τὸ συγγνώμης
 ἀπολαῦσαι· ἐγὼ δὲ καὶ πολλῆς μεταδίδωμι παρακλή- σεως. πενθεῖν δὲ
 ἡμᾶς οὐχ ὑπὲρ τῶν οἰκείων μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν ἑτέρων κελεύει
 πλημμελημένων· οἷαι τῶν ἁγίων ἦσαν αἱ ψυ- χαὶ, τοῦ Μωυσέως, τοῦ
 Παύλου, τοῦ Δαβίδ· καὶ γὰρ οὗτοι πάν- τες ἀλλότρια
 πολλάκις ἐπένθησαν κακά.

32, 10. ἐπιζητοῦντας.

11. τῷ πραεῖ τοῦτο.

32, 14. ἀλάζων· λέγει δὲ ταῦτα, οὐ μέχρι τῶν παρόντων ἱστὰς, ἀλλὰ
 μετὰ τούτων κἀκεῖνα παρέχων· ἄντε γὰρ πνευματι- κὸν
 εἴπῃ τι, οὐκ ἀφαιρεῖται τὰ ἐν τῷ παρόντι βίῳ. ἄν τέ τι τῶν ἐν τῷ
 παρόντι βίῳ ὑπόσχηται, οὐ μέχρι τούτου τὸ δῶρον ἵστησι; καὶ περὶ μὲν
 τοῦ πρώτου φησὶν, “ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν “ τοῦ Θεοῦ, καὶ
 ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.” Περὶ δὲ τοῦ δευτέρου, “ ὅτι ὅστις
 ἀφῆκεν ὅ τι οὖν ἕνεκεν ἐμοῦ, ἑκατονταπλα- “ σίονα
 λήψεται ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ζωὴν αἰώνιον “
 κληρονομήσει.”

32, 18. μετερχομένους. ἐπειδὴ γὰρ ἴδιόν ἐστιν τῆς πλεονεξίας τὸ
 πλείονα ἐπιθυμεῖν κτᾶσθαι ὑπὲρ τὴν χρείαν, ταύτην ἐκέλευσεν
 μεταθεῖναι εἰς τὸ μὴ ἀγαπᾷν τὸ πλεῖον.

32, 24. ποικίλος.

32, 26. Καὶ δοκεῖ μὲν ἀντίδοσις εἶναι τις ἴση ἔστιν δὲ πολὺ μείζων·
 αὐτοὶ μὲν γὰρ ἐλεοῦσιν ὡς ἄνθρωποι· ἐλεοῦνται δὲ παρὰ τῷ τῶν ὅλων
 Θεῷ· οὐκ ἔστιν δὲ ἴσος ἀνθρώπινος ἔλεος καὶ θεῖος· ἀλλ’ ὅσον
 πονηρίας καὶ ἀγαθότητος τὸ μέσον, τοσοῦτον οὗτος ὁ 
 ἔλεος ἐκείνου διέστηκεν.

32, 31. τὴν ἀνθρώπῳ.

33, 2. τῇ ψυχῇ ποιοῦντας.

33, 3. καὶ πάλιν πνευματικὸν τὸ ἔπαθλον· ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ
 κληθήσονται· καὶ τοῦ φύσει μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἔργον ἐγένετο
 τοῦτο, τὸ συναγαγεῖν τὰ διεστῶτα, καὶ κατάλλαξαι τὰ
 ἐκ- πεπολεμωμένα.

33, 5. τῆς ἀρετῆς ἕνεκεν καὶ τῆς ὑπὲρ ἄλλων προστασίας δι’
 εὐσέβειαν.

33, 6. φιλοσοφίαν. καὶ πάλιν τὸ ἔπαθλον πνευματικὸν ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακαρίζει δὲ καὶ τοὺς
 ὀνειδιζομένους καὶ διωκομένους καὶ πᾶν πονηρὸν ῥῆμα ἀκούοντας, οἷον
 κἂν γόητες, κἂν πλάνοι, κἂν λυμεῶνες, κἂν ὁ τι οὖν ἕτερον καλοῦνται·
 πλὴν ἵνα μὴ νομίσωμεν ὅτι τὸ κακῶς ἀκούειν ἁπλῶς μακαρίους ποιεῖ,
 δύο τέθεικεν μακαρισμοὺς, ὅταν καὶ δι’ αὐτὸν, καὶ ὅταν
 ψευδῆ ὦσιν τὰ λεγόμενα. ἐπεὶ ἃν μὴ ταῦτα προσῇ, οὐ μόνον οὐ
 μακάριος, ἀλλὰ καὶ ἄθλιος ὁ κακῶς ἀκούων. εἶτα τί τὸ ἔπαθλον· “ὅτι ὁ
 μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.” Ἡμεῖς δὲ εἰ καὶ μὴ καθ’ ἕκαστον
 μακαρισμὸν βασιλείαν ἀκούομεν, μὴ ἀθυμήσωμεν, πάντας γὰρ τοὺς
 μακαρισθέντας εἰς τὴν 
 βασιλείαν εἰσάγει· ὅταν γὰρ εἴπῃ ὅτι παρακληθήσονται
 οἱ πεν- θοῦντες, καὶ ἐλεηθήσονται οἱ ἐλεοῦντες, καὶ τὸν Θεὸν ὄψονται
 οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, καὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται οἱ εἰρηνοποιοὶ,
 οὐδὲν ἄλλο ἣ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν διὰ τούτων αἰνίττεται· οἱ γὰρ
 τούτων ἀπολαύοντες, ἐκείνης ἐπιτεύξονται πάντως. διὰ τοῦτο γὰρ ἐπὶ πάντων τὸν μακαρισμὸν τέθεικεν, ἵνα μηδὲν αἰσθητὸν
 λογιζώμεθα· οὐδὲ γὰρ ἃν εἴη μακαριστὸν τὸ ἐν τῷ παρόντι βίῳ
 συγκαταλυόμενον καὶ σκιᾶς ταχύτερον παρατρέχον.

33, 7. Εἰπὼν δὲ ὅτι πολὺς ὁ μισθὸς ὑμῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἐπήγαγεν
 καὶ ἑτέραν παράκλησιν λέγων.

33, 11. ὑμεῖς. 12. μέλλετε. 
 Χρὴ δὲ γινώσκειν ὅτι ἐπὶ μὲν τῶν ἄλλων μακαρισμῶν, ἀδιο- ρίστως
 ἔλεγεν, μακάριοι οἱ πτωχοὶ, μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ἐνταῦθα δὲ οὐκ
 ἀδιορίστως αὐτὸ τέθεικεν, ἀλλὰ πρὸς αὐτοὺς τρέπει τὸν λόγον λέγων,
 “μακάριοι ἐστὲ ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ εἴπωσιν “πᾶν
 πονηρόν.” δεικνὺς ὅτι αὐτῶν μάλιστα ἐξαίρετον τοῦτό ἐστιν, καὶ ὑπὲρ
 τοὺς ἄλλους πάντας τῶν διδασκάλων ἴδιον τοῦτο. οὐδὲ γὰρ δυνατὸν τοὺς
 ἐν ἀρετῇ ζῶντας παρὰ πάντων ἀκούειν καλῶς, ἁλλὰ καὶ τὸ ὀνειδίζεσθαι
 καὶ πᾶν πονηρὸν ἀκούειν ῥῆμα καὶ διώ- κεσθαι. Τὸ δὲ “ἕνεκεν ἐμοῦ”
 εἴρηται, τὸ ἑαυτοῦ ἀξίωμα ἐνταῦθα αἰνιττόμενος, καὶ τὴν
 πρὸς τὸν γεγεννηκότα ὁμοτιμίαν· ὡσπερ γὰρ διὰ τὸν Πατέρα οἱ προφῆται
 ἐκεῖνα ἔπασχον, οὕτως καὶ ὑμεῖς δι’ ἐμὲ τὰ ὁμοία πείσεσθε. 
 Διατί δὲ εἶπεν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν; δεικνὺς καἰ αὐ- τοὺς ἤδη
 προφήτας γενομένους. 
 
 Tίνος δὲ χάριν τοιοῦτον μέγα μισθὸν τίθησιν ὑπὲρ κατηγοριῶν μόνον;
 ἐπειδὴ μάλιστα τῶν πραγμάτων αὐτῶν χαλεπώτερον αὑτὰ δάκνουσιν. ἐν
 μὲν γὰρ τοῖς κινδύνοις πολλὰ τὰ κουφίζοντα τὸν πόνον εἰσὶν, τοὺς
 πολλοὺς ἔχειν ἐπαινοῦντας καὶ ἀνακηρύττοντας, ἐν δὲ τῇ κατηγορία,
 ἀνήρηται ἡ παραμυθία· οὔτε γὰρ δοκεῖ εἶναι μέγα τὸ
 καθόρθωμα. πολλοὶ γοῦν καὶ ἐπὶ βρόχον a ἦλθον, πονηρὰν οὐ φέροντες
 δόξαν, καὶ τί θαυμάζομεν εἰ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων 
 τοῦτο συμβαίνει; ὅπου γε καὶ Ἱὼβ ὁ ἀδάμας καὶ πέτρας
 στερρότερος, ἡνίκα μὲν τὰ χρήματα ἀφῄρητο καὶ τὰ ἀνήκεστα ἔπασχεν
 δεινὰ, καὶ ἄπαις ἐξαίφνης ἐγένετο, καὶ πηγὴν σκωλήκων τὸ σῶμα
 ἀναβλύζον ἑώρα, καὶ τὴν γυναῖκα ἐπικειμένην, ταῦτα πάντα
 διεκρόυσατο. ἐπειδὴ δὲ εἶδεν τοὺς φίλους ὀνειδίζοντας, τότε
 ἐθορυβήθη, βήθη, τότε ἐταράχθη ὁ γενναῖος καὶ μέγας
 ἀνήρ. καὶ ὁ Δαβὶδ δὲ ἅπαντα ἀφεὶς ἅπερ ἔπαθεν, ἀντὶ τῆς κατηγορίας
 τοῦ Σεμεῆ ἀμοιβὴν ἐζήτει παρὰ τοῦ Θεοῦ “ἄφες γὰρ αὐτὸν,” φησιν,
 “ὅπως ἴδῃ τὴν ταπείνωσίν μου ὁ Θεὸς, καὶ ἀνταποδώσῃ μοι " ἀγαθὰ ἀντὶ
 τῶν κατηγοριῶν αὐτοῦ.” διὰ δὴ τοῦτο πολὺν τὸν μισθὸν
 τέθεικεν ὁ Χριστὸς ὑπὲρ κατηγοριῶν μόνον. Χρὴ δὲ καὶ τοῦτο γινώσκειν
 ὅτι διὰ τοῦτο ἔσχατον πάντων τέθεικεν τὸ ὑπομένειν κατηγορίας, ὡς
 μέγα τι ὑπάρχον. ἔτι δὲ καὶ ὅτι ἕκαστος μακαρισμὸς εἷς τοῦ ἑνὸς
 ἔχεται, ὥσπερ τις σειρὰ χρυσῆ· οἷον ὁ πτωχὸς τῷ πνεύματι πάντως καὶ
 τὰ οἰκεῖα πενθήσει ἁμαρτήματα· ὁ πενθῶν καὶ πρᾶος
 ἔσται, καὶ ὁ δίκαιος καὶ ἐλεήμων· ἐξ ὧν γίνεται καὶ καθαρὸς τῇ
 καρδίᾳ· ὁ δὲ τοιοῦτος καὶ εἰρηνοποιὸς· ὁ δὲ πάντα ταῦτα κατορθωκὼς,
 καὶ πρὸς κινδύνους ἔσται παρεσκευασμένος, καὶ οὐ ταραχθήσεται ἀκούων
 κακῶς.

33, 16. τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν.

19. καρασκεύσατε. 
 
 Ὅτε γὰρ πρᾶος καὶ ἐπιεικὴς καὶ ἐλεήμων καὶ δίκαιος, οὐκ εἰς ἑαυτὸν
 συγκλείει τὰ κατορθώματα μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντας ἐξαπλοῖ. τί οὖν
 τὰ σεσηπότα οὗτοι διώρθωσαν; οὐδαμῶς· οὐδὲ γὰρ δυνατὸν τὰ ἐφθορότα
 ἤδη ἐπιπάσσοντας ἅλας ὠφελεῖν· οὐδὲ τοῦτο ἐποίουν, ἀλλὰ ἀνανεωθέντα
 πρότερον καὶ τῆς δυσωδίας ἀπαλλαγέντα ἐκείνης. εἶτα
 παραδοθέντα αὐτοῖς, τότε ἥλιζον κατέχοντες, διατηροῦντες ἐν τῇ
 νεαρότητι ταύτῃ, ἣν παρὰ τοῦ δεσπότου ἡμῶν ἔλαβον. τὸ μὲν γὰρ
 ἀπαλλαγῆναι τῆς σηπεδόνος τῶν ἁμαρτημάτων τὸ κατόρθωμα τοῦ Χριστοῦ
 γέγονεν· τὸ δὲ μηκέτι ἐπ’ ἐκείνην ἐπανελθεῖν, τῆς τούτων σπουδῆς
 ἔργον ἢν. 
 
 Ὁρᾷς πῶς κατὰ μικρὸν καὶ τῶν προφητῶν δείκνυσιν αὐτοὺς ὄντας
 βελτίους. οὐ γὰρ τῆς Παλαιστίνης διδασκάλους φησὶν εἶναι, ἀλλὰ τῆς
 γῆς ἁπάσης, καὶ τὸ δὴ θαυμαστὸν, ὅτι οὐ κολακεύοντες ἀλλὰ
 ἐπιστύφοντες ὥσπερ τὸ ἅλας, οὕτω ποθεινοὶ πᾶσιν ἐγένοντο.

33, 27. δώσῃ· παραδῶτε.

34, 12. βελτίον’. καὶ γὰρ ὥσπερ ὑπόπτεροι γινόμενοι τῆς ἥλι’. ἀκῆς
 ἀκτῖνος σφοδρότερον τὴν γῆν ἐπέδραμον ἅπασαν, σπείροντες τῆς
 εὐσεβείαι τὸ φῶς.

34, 13. οὕτως ἔσεσθε.

14. καταφανεῖς.

34, 15. φαίνων. διὰ τούτων εἰς ἀκρίβειαν βίου παιδεύων αὐτοὺς καὶ
 ἐναγωνίους ποιῶν, ὡς ὑπὸ τῶν ἁπάντων ὀφθαλμοὺς κειμένους, καὶ ἐν
 μέσῳ τῷ τῆς οἰκουμένης ἀγωνιζομένους θεάτρῳ. ἔτι δὲ καὶ τὴν αὐτοῦ
 δύναμιν ἐμφαίνει τοῦτο. ὥσπερ γάρ φησιν, τὴν ἀκτῖνα κρυβῆναι οὐκ
 ἔνι, οὕτω τὸ κήρυγμα ἀδύνατον σιγηθῆναι καὶ λαθεῖν,
 ἀλλὰ τὴν οἰκουμένην ἅπασαν καταλήψεται. τοῦτο μὲν οὖν τὴν ἑαυτοῦ
 δύναμιν ἐνδείκνυται.

34, 16. παρ’ ὑμῶν.

34, 21. ὡσπερ οὐν καὶ τὰ ἐναντία ποιοῦντες, οὐ μόνον τοὺς ἀνθρώπους
 ἀπολεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ ὄνομα βλασφημεῖσθαι 
 ποιήσετε. 
 Ib. οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων ὅτι δὲ καὶ αὐτὸς ἐπλήρωσεν,
 δῆλον ἐξ ὧν εἶπεν πρὸς τὸν Ἰωάννην, ὡς προγέγραπται· “ ὅτι καὶ οὕτω
 πρέπον ἡμῖν ἐστὶν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. 
 Τοὺς δὲ προφήτας πῶς ἐπλήρωσεν ; δι’ ὧν τὰ περὶ αὐτοῦ λεχθέντα ὑπ’ αὐτῶν ἅπαντα τοῖς ἔργοις ἐβεβαίωσεν, καθὼς ὁ
 Εὐαγγελιστής φησιν, ἵνα πληρωθῇ διὰ τοῦ προφήτου τὸ ῥηθέν. καὶ ἡνίκα
 ἐτέχθη, καὶ ἡνίκα τὰ παιδία τὸν θαυμαστὸν ὕμνον ἦδον, καὶ ἡνίκα ἐπὶ
 τῆς ὄνου ἐκάθισεν, καὶ ἐφ’ ἑτέρων δὲ πλειόνων, ἅπερ ἅπαντα ἀπλήρωτα
 ἔμελλεν εἶναι εἰ μὴ παρεγένετο.

35, 2. μετασχ. καὶ διὰ τοῦτο δικαίως ἑτέραν εἰσάγει πόλι. τείαν, ὡς
 καὶ τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων πρὸς ἄλλην καλουμένου πατρίδα καὶ βίου
 παρασκευὴν ὑψηλοτέραν.

35, 5. ἀπαρτήσας.

35, 10. περισσεύσῃ· τοὺς γὰρ τὰ αὐτὰ ποιοῦντας ἅπερ ἐποίουν ἐκεῖνοι, οὐκ ἦν περισσεῦσαι κατὰ τὸν δικαιοσύνης
 λόγον.

35, 14. δεομένοις· τὰς δὲ οὕτω μεγάλας καὶ ὑψηλὰς οὔσας ἐντολὰς
 ἐλαχίστας ἐκάλεσεν, ἐπειδὴ ὥσπερ ἑαυτὸν ἐταπείνωσεν, οὕτως καὶ τὰ
 μέτρια πολλαχοῦ περὶ ἑαυτοῦ φθέγγεται. ἔτι δὲ καὶ περὶ
 τῆς ἑαυτοῦ νομοθεσίας, παιδεύων ἡμᾶς καὶ ἐν τούτῳ πὰν· ταχοῦ
 μετριάζειν.

35, 22. ποιήσῃ κ. διδάξῃ.

35, 25. Ἔτι δὲ καὶ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ἕτερον προστιθέντι. ὥσπερ γὰρ τὸν
 διδάσκοντα ἄνευ τοῦ ποιεῖν κατακρίνει, καθώς φησιν ὁ 
 Ἀπόστολος “ ὅτι ὁ διδάσκων τὸν ἕτερον σεαυτὸν οὐ διδάσκεις,’ οὕτως
 τὸ ποιεῖν μὲν, ἑτέροις δὲ μὴ ὑφηγεῖσθαι, ἐλαττοῖ τὸν μισθόν. δεῖ
 τοίνυν ἑκάτερα ποιεῖν, καὶ πρότερον ἑαυτὸν κατορθώσαντα, οὕτω καὶ
 ἐπὶ τὴν τῶν ἄλλων ἐκβαίνειν ἐπιτέλειαν· διὰ γὰρ τοῦτο καὶ αὐτὸς τὴν
 ποίησιν πρὸ τῆς διδασκαλίας τέθεικεν, δεικνὺς ὅτι οὕ 
 τὼς μάλιστά τις διδάξαι δυνήσεται ἑτέρως δὲ οὐδαμῶς. ἀκού- σεται
 γὰρ, ἰατρὲ, θεράπευσον σεαυτόν· ὁ γὰρ ἑαυτὸν διδάξαι μὴ δυνηθεὶς,
 καὶ ἑτέρους ἐπιχειρῶν διορθοῦν, πολλοὺς ἕξει κωμῳδοῦντας αὐτὸν. 
 Εἰπὼν δὲ “περισσεῦσαι τὴν δικαιοσύνην πλεῖον τῶν γραμμα- 
 “τέων καὶ Φαρισαίων” οὐχ ἁπλῶς λέγει τῶν παρανόμων, ἀλλὰ τῶν
 κατορθούντων, οὐ γὰρ ἂν εἰ μὴ κατώρθουν ἔφησεν ἔχειν δικαιοσύνην·
 οὐδὲ ἃν τὴν οὐκ οὖσαν παρέβαλλε τῇ οὔσῃ, κἂν ἐκ μέρους. οὗτοι γὰρ οἱ
 κατορθοῦντες γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι καὶ ἀπαρχὰς καὶ δεκάτας
 προσέφερον, καὶ νηστείας ἐφύλαττον, καὶ τὰ ἄλλα τὰ τοῦ
 νόμου ἐτήρουν. διὸ ἡμῖν πλείονος χρὴ τῆς ἐπιτάσεως πρὸς τὴν τῶν
 ἐντολῶν τήρησιν.

35, 29. προσέστη τοῖς ἅκ. εἰ δὲ καὶ πάλιν εἶπεν, ἠκούσατε ὅτι ἐρρήθη
 τοῖς ἀρχαίοις παρὰ τοῦ Πατρός μου· ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, μείζων ἔδοξεν
 εἶναι ὁ αὐθαδισμός· διὸ μὴ ἁπλῶς αὐτὸ τέθεικεν. εἰπὼν
 δὲ ὅτι ἐρρήθη τοῖς ἀρχαίοις, ἐνέφηνεν πολὺν εἶναι τὸν χρόνον ἐξ οὗ
 τὴν ἐντολὴν ταύτην ἔλαβον. τοῦτο δὲ ἐποίησεν ἵνα ἐντρέψῃ τὸν
 ἀκροατὴν τὸν ἀναδυόμενον πρὸς τὸ ὑψηλότερον ἐκβῆναι τῶν ἐπιταγμάτων.
 ὡσανεὶ διδάσκαλος παιδίων ῥαθυμοῦντι λέγει· οὐκ οἶσθα πόσον ἀνήλωσας
 χρόνον συλλαβὰς μελετῶν. τοῦτο δὴ καὶ αὐτὸς
 αἰνιττόμενος τῷ τῶν ἀρχαίων ὀνόματι, ἐκκαλεῖται λοιπὸν αὐτοὺς πρὸς
 τὰ μείζονα τῶν διδαγμάτων.

35, 34. ἣ δικαίων ἣ πατρ.

36, 10. λυμῶν.

36, 11. ἐκδικῶμεν, ἀλλ’ ἑτέρους ἁμαρτάνοντας ἐπιστρέψωμεν.

36, 18. λέγωμεν.

19. ἢ εἰπὲ τῷ δεῖνι σύ.

36, 22. φησί. τέθεικε δὲ αὐτὸ νῦν, ἵνα μὴ δόξῃ πανταχοῦ ξενίζειν καὶ
 καινοτομεῖν.

36, 28. καὶ λοιδ. κ. ὑβρ. καὶ ἐπιορκίαι καὶ τὸ ψευδομαρτυρεῖν· μὴ
 τοίνυν εἰ ῥῆμα ψιλόν ἐστιν ἴδετε, ἀλλ’ εἰ μὴ πολὺν ἔχει τὸν κίνδυνον, τοῦτο ἐξετάσωμεν. ἣ ἀγνοεῖτε ὅτι ἐν τῷ τῆς
 ἐχθρᾶς χαιρῷ, τῆς ὀργῆς ἐκκαιομένης καὶ τῆς ψυχῆς ἐμπιπραμένης, καὶ
 τὸ μικρὸν μέγα φαίνεται; διὰ τοῦτο τῷ μωρὸν ὀνομάζοντι τὸ τῆς
 γεέννης ἠπείλησεν πῦρ. ἐπειδὴ ᾧ τῶν ἀλόγων διεστήκαμεν, καὶ ᾧ
 μάλιστά ἐσμεν ἄνθρωποι, τῷ νῷ καὶ τῇ συνέσει, τοῦτο ἐστέρησεν τὸν ἀδελφόν· ὁ γὰρ ὑβριστὴς τὸ τῆς ἀγάπης καλὸν
 λυμαίνεται, μυρίους τὸν πλησίον περιβάλλων δεινοῖς. μὴ τοίνυν
 ὑπερβολῆς τινος εἶναι νομίσωμεν τὰ λεγόμενα, ἀλλ’ ἐννοήσαντες τὰ ἐξ
 αὐτῶν κατορθούμενα, θαυμάσωμεν τῶν πραγμάτων τὴν ἡμερότητα· οὐδὲν
 γὰρ τῷ Θεῷ περισπούδαστον ὡς τὸ ἡνῶσθαι καὶ συνδεδέσθαι ἡμᾶς ἀλλήλοις διὰ τῆς ἀγαπῆς. εἰσὶν δέ τινες ὅτι τὸ μωρὸν
 μὲν εἰπεῖν τὸν πλησίον παραιτοῦνται· ἑτέρως δὲ αὐτὸν καθυβρίζουσιν
 ἑαυτοὺς ἐξαπατῶντες· καὶ γὰρ ὑπ’ ἐλαχίστης ὕβρεως μεγάλη κόλασις
 τοῖς ὑβρισταῖς ἐναπόκειται.

36, 33. κ. τὰ ἑξῆς. πολλὴν ἔδειξεν αὐτοῦ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν φιλανθρωπίαν ὑπερβάλλουσαν· διότι τῆς εἰς αὐτὸν καταφρονεῖ
 τιμῆς ὑπὲρ τῆς εἰς τὸν πλήσιον ἀγάπης· δεικνὺς ὡς οὐδὲ τὰ πρότερα
 τερα ἐξ ἀπεχθείας τινὸς οὐδὲ ἐπιθυμίᾳ κολάσεως ἠπείλησεν, ἀλλὰ ἀπὸ
 φιλοστοργίας πολλῆς. ἐγκοπτέσθω γάρ, φησιν, ἡ ἐμὴ λατρεία, ἵνα ἡ σὴ
 ἀγάπη μείνῃ. ἐπειδὴ καὶ τοῦτο θυσία ἐστιν ἡ πρὸς τὸν 
 πλησίον καταλλαγή· δύο ταῦτα ἐκ τούτου αἰνιττόμενος, ὅτι περ
 πολυτίμητον ἱμητὸν θυσίαν τὴν ἀγάπην ταύτην ἡγεῖται, καὶ ὅτι ταύτης
 ἄνευ οὐδὲ ἐκείνην προσδέχεται ἔτι δὲ καὶ ἀφόρητον τιθεὶς ἀνάγ- κην
 τῆς καταλλαγῆς, ἵνα κἂν μὴ διὰ τὴν πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπην, διὰ γοῦν
 τὸ μὴ κεῖσθαι ἀτέλεστον τὴν θυσίαν, ἐπειχθήσεται 
 καταλλαγῆναι τῷ λυπουμένῳ, τοῦ καταλῦσαι τὴν ἐχθράν.

36, 34. δηλῶν.

37, 16. ἀδικεῖσθαι· εἰ δὲ μέγα τοῦτο, μὴ θαυμάσῃς· διὰ γὰρ τοῦτο
 πάντας ἐκείνους τέθεικεν τοὺς μακαρισμοὺς, ἵνα εὐκόλως δεξώμεθα
 ταύτην τε καὶ τὰς λοιπὰς νομοθεσίας.

38, 20. τ. εὐμ. ὄψεις. 
 Εἰπὼν δὲ ὅτι ἐὰν ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζῃ σε, καὶ ἡ χείρ σου καὶ τὰ
 ἑξῆς· οὐ περὶ μελῶν ἔλεγεν τοῦτό φησιν, ἄπαγε· εἰ γὰρ περὶ μελῶν
 ἔλεγεν, οὐκ ἃν περὶ ἑνὸς εἶπεν ὀφθαλμοῦ· οὐδ’ ἂν περὶ τοῦ δεξιοῦ
 σκανδαλιζόμενος, εὔδηλον ὅτι καὶ ὑπὸ τοῦ ἀριστεροῦ. 
 στεροῦ. τίνος οὖν ἕνεκεν τὸν δεξιὸν ἔθηκεν καὶ τὴν χεῖρα προσέ-
 θηκεν ; ἵνα μάθωμεν ὅτι οὐ περὶ μελῶν ὁ λόγος, ἀλλὰ περὶ τῶν οἰκείως
 πρὸς ἧμας ἐχόντων·

39, 19. εἰσάγειν. οὐ μὴν ἁπλῶς τοῦτο ποιεῖν ὁ νόμος ἐκέλευεν, ἀλλὰ
 δόντα βιβλίον ἀποστασίου τῇ γυναικὶ, ὥστε μὴ εἶναι κυρίαν πάλιν ἐπ’ αὐτὸν ἐπανελθεῖν· ἐπεὶ εἰ μὴ τοῦτο ἦν, ἀλλὰ πάλιν μετὰ
 τὸ λαβεῖν ἄλλην ἐξῆν τὴν προτέραν ἐπαναγαγεῖν, πολλὴ ἡ σύγχυσις
 ἔμελλεν εἶναι, συνεχῶς τὰς ἀλλήλων λαμβανόντων πάντων· καὶ μοιχεία
 τὸ πρᾶγμα λοιπὸν ἦν σαφής· (sic) διόπερ οὐ μικρὰν ἐπενόησεν
 παραμυθίαν τὸ βιβλίον τοῦ ἀποστασίου. συνεχωρεῖτο δὲ
 ταῦτα, ἵνα μὴ ὁ μισῶν σφάξῃ τὴν μισουμένην. τοιοῦτο γὰρ τῶν Ἰουδαίων
 τὸ ἔθνος· οἱ γὰρ παίδων μὴ φειδόμενοι, καὶ προφήτας ἀναιροῦντες,
 πολλῷ μᾶλλον γυναικῶν οὐκ ἂν ἐφείσαντο.

39, 20. ἐπήγαγεν.

39, 23. αὐτῇ. κωλύων ἀφορμὰς παρέχειν μικροψυχίας· διὰ δὲ τοῦ εἰπεῖν, “ ὃς ἃν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου “
 πορνείας ποιεῖ αὐτὴν μοιχευθῆναι.” 
 Ib. ἔμφοβον.

40, 9. τοῦτο τὸ ἔθος.

40, 10. τοσοῦτον γὰρ τούτου ἀφέστηκάς, φησιν, τουτέστιν τοῦ ὀμνύειν κατὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι οὐδὲ τὸ πάντων ἔσχατον
 ἐργάσασθαι ἐν τῇ κεφαλῇ δυνήσῃ. οὐ γὰρ οὐ δύνασαι ἐξενεγκεῖν τρίχα,
 ἀλλ’ οὐδὲ τὴν αὐτῆς ἀλλάξαι ποιότητα. 
 Τί οὖν ἃν ἀπαιτῇ τίς, φησιν, ὅρκον καὶ ἀνάγκην ἐπάγῃ; ὁ τοῦ Θεοῦ
 φόβος τῆς ἀνάγκης ἔστω δυνατώτερος. ἐπεὶ τὸ μέλλοις τοιαύτας προβάλλεσθαι προφάσεις οὐδὲν φυλάξεις τῶν ἐπιταχθέντων·
 καὶ γὰρ καὶ ἐπὶ τῆς γυναικὸς ἐρεῖς· τι οὖν ἂν μάχιμος ᾖ καὶ
 δαπανηρά; καὶ ἐπὶ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ δεξιοῦ, τί οὖν ἂν φιλῶ αὐτόν; καὶ
 ἐπὶ τῆς ὄψεως τῆς ἀκολάστου, τι οὖν ἃν μὴ δύναμαι ὁρᾷν; καὶ ἐπὶ τῆς
 πρὸς τὸν ἀδελφὸν ὀργῆς, τί οὖν ἐὰν προπετὴς ὑπάρχω 
 καὶ μὴ δύνωμαι γλώττης κρατεῖν; καὶ πάντα οὕτως ἁπλῶς
 καταπατήσεις τὰ θεῖα προστάγματα πρὸς ὄλεθρον τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς.
 τοῦτο δὲ οὐδὲ ἐπὶ τῶν νόμων τῶν ἀνθρωπίνων ἐτόλμησας ἃν προβαλέσθαι
 ποτέ. προσέθηκεν δὲ ὅτι τὸ περισσὸν τοῦ ναὶ καὶ τοῦ οὓ ἐκ τοῦ
 πονηροῦ ἐστιν, ἵνα τούτοις μόνοις τύχωμεν, τουτέστιν τῷ 
 ναὶ καὶ τῷ οὔ. 
 Τί οὖν φησιν; εἰ ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν τὸ περισσὸν τοῦ ναὶ καὶ τοῦ οὓ,
 πῶς οἱ ἀρχαῖοι οὐκ ἐκωλύοντο τὸ ὀμνύναι ; διὰ τὸ αὐτῶν ἀσθενές·
 συγκαταβαίνων γὰρ αὐτοῖς ὁ νόμος τοῦτο προσέτασσεν· καὶ πῶς ἃν τὸ
 αὐτὸ γένοιτό, φησιν, νῦν μὲν καλὸν, νῦν δὲ οὐ καλόν;
 ὥσπερ ἐπὶ τῆς φύσεως τῆς ἡμετέρας· τὸ γὰρ βαστάζεσθαι ἐν τῇ πρώτῃ
 ἡλικίᾳ καλὸν, μετὰ δὲ ταῦτα ὀλέθριον· τὸ μεμασημένην τροφὴν ἐσθίειν
 ἐν μὲν προοιμίοις τῆς ζωῆς ἡμῶν καλὸν, μετὰ δὲ ταῦτα βδελυγμίας
 γέμει. ὡσαύτως δὲ καὶ περὶ τοῦ γαλακτοτροφεῖσθαι, ἐν ἀρχῇ μὲν
 χρήσιμον, μετὰ δὲ ταῦτα βλαβερόν. 
 Εἰπὼν ὅτι ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ τὰ ἑξῆς. διὰ τοῦτο ἐβεβαίωσεν
 ὅτι ἅπερ πρότερον ἔλεγεν, κἂν ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζῃ σε, ἔξελε
 αὐτὸν, ὅτι οὐχὶ ὀφθαλμοῦ ἐκκοπὴν νομοθετεῖ, ἁλλὰ περὶ τῶν διὰ φιλίας
 βλαπτόντων ἡμᾶς. ὁ γὰρ μηδὲ ἑτέρου ἐξορύττοντος τὸν
 ὀφθαλμὸν ἐπιτρέπων ἐκκόψαι τὸν ἐκείνου, πῶς ἃν τὸν ἑαυτοῦ ἐκκόπτειν
 ἐνομοθέτησεν; 
 Εἰπὼν τοίνυν ἐνταῦθα τὸν παλαιὸν νόμον, τουτέστιν ὀφθαλμὸν ἀντὶ
 ὀφθαλμοῦ, αὐτὸς ὑψηλότερόν τι νομοθετεῖ· καὶ δείκνυσιν οὐ τὸν
 ἀδελφὸν ὄντα τὸν ταῦτα ἐργασάμενον ἀλλὰ τὸν πονηρὸν, διὰ τοῦτο καὶ ἐπήγαγεν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ.

40, 24. φησιν. ὥσπερ γὰρ ὅταν λέγῃ ὁ καλῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μῶρον,
 ἔνοχος ἔσται τῇ γεέννῃ, οὐ πέρι του ῥήματος τούτου λέγει μόνον, ἀλλὰ
 καὶ περὶ ὕβρεως ἁπάσης, οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα, οὐχ ἵνα ῥαπιζόμενοι
 μόνον φέρωμεν γενναίως νομοθετῇ, (sic) ἀλλ’ ἵνα καὶ πᾶν
 ὅτι οὖν πάσχοντες δεινὸν μὴ θορυβώμεθα. οὐδὲ γὰρ ἐπὶ πληγῶν μόνον,
 ἀλλὰ καὶ ἐπὶ χρημάτων βούλεται τὴν τοιαύτην ἀνεξικακίαν
 παρέχεσθαι, 
 Ib. εἰπὼν δὲ τῶ θαλ. κ. τ. ε. om. Cod. B.

40, 32. περιεβάλλοντο. πρῶτον μὲν γὰρ οὐδεὶς ἂν οὕτω δια- 
 κειμένοις ἐπετίθετο. δεύτερον εἰ καὶ ἔτυχέν τις οὕτως
 ἄγριος καὶ ἀνήμερος ὡς καὶ μέχρι τοσούτου προελθεῖν· ἀλλὰ πολλῷ
 πλείους ἃν ἐφάνησαν οἱ τὸν οὕτω φιλοσοφοῦντα, οὐχ ἱματίοις μόνον,
 ἀλλὰ καὶ τῇ σαρκὶ τῇ ἑαυτῶν, εἴγε οἷόν τε ἦν, περιβάλλοντες· εἰ δὲ
 μὴ, οὐδ’ οὕτως αἰσχρὸν ἦν· οὐ γὰρ τὸ οὕτως γυμνοῦσθαι καλὸν, ἀλλὰ
 τὸ οὕτως ἐνδύεσθαι· καθάπερ νῦν εἰσίν τινες ἱματίοις
 πολυτελέσιν ἀμφιεννύμενοι, τοῦτο καὶ αἰσχρὸν καὶ καταγέλαστον. διὰ
 τοῦτο ἐκείνους μὲν ὁ Θεὸς ἐπήνεσεν, τούτοις δὲ ἐγκαλεῖ καὶ διὰ
 προφητῶν καὶ διὰ Ἀποστόλων.

41, 4. Κελεύει δὲ καὶ τῷ αἰτοῦντι διδόναι καὶ τὸν θέλοντα δανείσασθαι μὴ ἀποστραφῆναι. ταῦτα δὲ τῶν προειρημένων ἐλάττονά
 εἰσιν, ἀλλὰ μὴ θαυμάσωμεν, τοῦτο γὰρ εἴωθεν ποιεῖν ἄνα, μιγνὺς τοῖς
 μεγάλοις τὰ μικρά.

41, 9. γινομένην. ἀλλαχοῦ δὲ καὶ ἐπιτείνει αὐτὸ, ἐκείνοις λέγων
 διδόναι παρ’ ὧν οὐ προσδοκῶμεν ἀπολαμβάνειν.

41, 22. οὐ μόνον om.

42, 14. Μετὰ τὸ εἰπεῖν τὰ δυνάμενα πεῖσαι ποιεῖν τι τῶν δεόντων, τό
 τε λοιπὸν περὶ τοῦ τ. κενῆς δοξῆς.

42, 17. αὐτὰ ποιεῖν. Ib. διὸ οὐδὲ ἀπ’.

19. τοῦτο ἐπηγ.

42, 21. καὶ μὴ ποιοῦντα ἔμπροσθεν πάλιν πρὸς τὸ θεαθῆναι 
 ποιεῖν.

42, 27. οὐ τοῦτο ζητῶ.

42, 29. Ἀπαγορεύσας τοίνυν τὸ πρὸς ἐπίδειξιν ποιεῖν· καὶ τὴν ἐκ
 τούτου ζημίαν διδάσκει τὸ μάτην καὶ εἰκῆ τοῦτο ποιεῖν, οὐκ ἔχετε
 γάρ, φησιν, μισθὸν παρὰ τοῦ Πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς 
 οὐρανοῖς. Καὶ ἐν τούτῳ δὲ πάλιν διήγειρεν αὐτῶν τὰ φρονήματα·
 ἀναμνήσας τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ οὐρανοῦ· ἐντρέπων τῇ τοῦ γεννή- σαντος
 μνήμῃ·

43, 1. κ. ἀλλ’. σαλπ. τὴν ἔπιδ’. λέγει om. Cod. B.

43, 3. ἀπανθρωπίας. Οὐ γὰρ διὰ τὸ πλησίον ἐλεεῖν ἐποιοῦν, ἀλλὰ διὰ τὸ δοξῆς ἀπολαύειν αὐτοὺς, ὅπερ ἐσχάτης ἦν ὠμότητος·
 ἑτέρου λιμῷ διαφθειρομένου δόξαν ζητεῖν καὶ μὴ λύειν τὴν συμφοράν.
 οὐκ ἄρα οὖν τὸ δοῦναι ἐλεημοσύνην, ἀλλὰ τὸ ὡς χρὴ δοῦναί ἐστιν τὸ
 ζητούμενον, καὶ διὰ τοῦτο δοῦναι. Εἰπὼν πῶς δεῖ μὴ ποιεῖν, δείκνυσιν
 πάλιν πῶς δεῖ ποιεῖν.

43, 10. οὐδὲν γὰρ οὐ μικρὸν οὐ μέγα τις ποιῶν λήσεται τὸν Θεὸν, κἂν
 (Cod. καὶ) δόξῃ τοὺς ἀνθρώπους λανθάνειν· διότι παν- ταχοῦ πάρεστιν
 ὁ Θεός· καὶ ὅτι οὐ μέχρι τοῦ παρόντος βίου τὰ ἡμέτερα ἕστηκεν. ἀλλὰ
 φοβερὸν ἐντεῦθεν ἡμᾶς ἐκδημήσαντας ἐκδέξεται δικαστήριον, καὶ αἱ τῶν
 πεπραγμένων ἁπάντων εὐθύναι καὶ τιμαὶ καὶ κολάσεις. εἰ
 γὰρ καὶ βούλῃ, φησι, θεατάς τινας ἔχειν τῶν ὑπὸ σοῦ γινομένων ἀγαθῶν
 ἔργων, ἰδοὺ ἔχεις οὐκ Ἀγγέλους, οὐκ Ἀρχαγγέλους, ἀλλὰ τὸν τῶν ὅλων
 Θεόν. εἰ δὲ καὶ ἀνθρώπους ἐπιθυμεῖς ἔχειν θεωροὺς, οὐδὲ ταύτης σε
 ἀποστερεῖ τῆς ἐπιθυμίας καιρῷ τῷ προσήκοντι. ἐν γὰρ τῷ αἰῶνι τῷ
 μέλλοντι αὐτός σε ὁ Θεὸς ἀνακηρύξει τῆς οἰκουμένης
 παρούσης ἁπάσης· ὥστε εἰ βούλει μάλιστα ἀνθρώπους ἰδεῖν σου τὰ
 κατορθώματα, κρύψον αὐτοὺς νῦν, ἵνα μετὰ πλείονος τιμῆς τότε ἅμα
 πάντες θεάσονται τοῦ Θεοῦ φανερὰ ποιοῦντος καὶ παρὰ πᾶσιν
 ἀνακηρύττοντος. νῦν μὲν γάρ σου καὶ καταγνώσονται ὡς κενοδόξου οἱ
 βλέποντές σε, στεφανούμενον δέ τότε ἰδόντες, οὐ μόνον
 οὐ καταγνώσονται, ἀλλὰ καὶ θαυμάσονται ἅπαντες. 
 Περὶ τοῦ πῶς δεῖ προσεύχεσθαι διδάσκων ἡμᾶς ὁ δεσπότης τῆς ὁρατῆς τε
 πάσης καὶ ἀοράτου κτίσεως Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν φησιν, οὐκ ἔσεσθε. κ.
 τ. λ., 25.

43, 29. οὐ γὰρ μέλλ’.

43, 31. περιφέρῃς et mox ἀπελεύσῃ. χ. τοῦτο γὰρ αὐτὸς ἐβουλήθης.

44, 6. σφ’. μὲν οὖν, ἀλλὰ μετὰ γνώμης ὀρθῆς.

44, 9. καταδ. ποιεῖν.

21. βαττολογήσητε.

44, 22. φλοιαρίαν.

33. ἀωρεὶ τῶν νυκτῶν.

45, 3. Διδάσκων ἡμᾶς πῶς δεῖ πρόσ’. 
 Ib. ἀναπτεροῖ. ἀνυψοῖ,—προσηλοῖ προστάσσων.

45, 26. ὁ Ἀπόστολος. ὁ γὰρ τοῦτον ἔχων τὸν ἔρωτα, οὔτε ὑπὸ τῶν
 χρηστῶν τοῦ βίου τούτου φυσηθῆναι δύναται, οὔτε ὑπὸ τῶν 
 λυπηρῶν ταπεινωθῆναι, ἀλλ’ ὡς ἐν αὐτοῖς διατρίβων τοῖς οὐρανοῖς
 ἑκατέρας ἀπήλλακται τῆς ἀνωμαλίας.

45, 28. ὑπ’. οἱ Ἄγγελοι, τὰ δὲ παρακούουσιν.

45, 29. εἴκουσι.

45, 30. πάντα καθάπερ θέλεις ἵνα πληρῶμεν — οὐκ εἶπεν δὲ 
 γενηθήτω τὸ θέλημά σου ἐν ἐμοὶ ἢ ἐν ἡμῖν, ἀλλὰ
 πανταχοῦ τῆς γῆς, ὥστε λυθῆναι τὴν πλάνην καὶ φυτευθῆναι τὴν
 ἀλήθειαν, καὶ ἐκβληθῆναι τὴν κακίαν ἅπασαν, καὶ ἐπανελθεῖν ἀρετήν·
 καἰ μηδὲν ἐν τούτῳ διαφέρειν λοιπὸν τὸν οὐρανὸν τῆς γῆς.

45, 33. τὸν ἐφ’. λέγει. χρὴ δὲ σκοπεῖν πῶς καὶ ἐν τοῖς σωματικοῖς πολὺ τὸ πνευματικόν. οὐ γὰρ ὑπὲρ χρημάτων, οὐδὲ ὑπὲρ
 τροφῆς οὐδὲ ὑπὲρ πολυτελείας οὐδὲ ὑπὲρ ἄλλου τῶν τοιούτων οὐδενὸς,
 ἀλλὰ ὑπὲρ ἄρτου μόνον ἐκέλευσεν τὴν εὐχὴν ποιεῖσθαι· καὶ ὑπὲρ ἄρτου
 ἐφημέρου.

46, 2. ἡμέρας. ἧς γὰρ οὐκ οἶδας εἰ τὸ διάστημα ὄψῃ, τίνος ἕνεκεν ὑπομένεις τὴν μέριμναν; 
 Τοῦτο δὲ καὶ προιὼν διὰ πλειόνων ἐπέταξεν λέγων, “ μὴ μερι- “μνήσητε
 εἰς τὴν αὔριον,” βούλεται γὰρ πάντοθεν ἡμᾶς εὐζώνους εἶναι καὶ
 ἐπτερωμένους· καὶ τοσοῦτον αἰτεῖν, ὅσον ἡ τῆς χρείας ἀνάγκη παρ’
 ἡμῶν ἀπαιτεῖ.

46, 9. ἀπαλλαττόμεθα. καὶ ὥσπερ αὐτὸς ἐδίκασας σαυτῷ φησιν, οὕτως σοι
 δικάζω κἀγώ· κἂν ἀφῇς τῷ συνδούλῳ, καὶ πη ἐμοῦ τῆς αὐτῆς τεύξῃ
 χάριτος. καί τοίγε οὐκ ἴσον τοῦτο ἐκείνῳ· σὺ μὲν γὰρ δεόμενος ἀφίης,
 ὁ δὲ Θεὸς μηδενὸς χρείαν ἔχων· καὶ σὺ μὲν τῷ ὁμοδούλῳ· ὁ δὲ Θεὸς τῷ
 δούλῳ· σὺ ὑπεύθυνος ὢν μυρίοις κακοῖς, ὁ δὲ Θεὸς
 ἀναμάρτητος ὢν, ἀλλ’ ὁμῶς καὶ οὕτως τὴν αὐτοῦ φιλανθρωπίαν
 ἐπιδείκνυται.

46, 10. “πειρασμὸν,” τὴν ἡμετέραν παιδεύει σαφῶς ἐνταῦθα εὐτέλειαν
 καὶ καταστέλλει τὸ φύσημα· ἅμα δὲ καὶ διδάσκει.

46, 12. καταγελ. ἵνα καὶ τὸ ἀκενόδοξον καὶ τὸ γενναῖον ἐπι- δειξώμεθα.

46, 13. καλεῖ. παιδεύων ἡμᾶς ἄσπονδον πρὸς αὐτὸν ἔχειν πό- λεμον·
 καὶ δεικνὺς ὅτι οὐ φύσει τοιοῦτός ἐστιν· καὶ γὰρ οὐ τῶν ἐκ φύσεως
 ἀλλὰ τῶν ἐκ προαιρέσεως ἐπιγινομένων ἐστὶν ἡ πονηρία. καὶ μηδαμοῦ
 πρὸς τοὺς πλησίον ἀηδῶς ἔχειν ἐν οἷς ἂν πάθωμεν πη
 αὐτῶν κακῶς. ἀλλ’ ἀπὸ τούτων πρὸς ἐκεῖνον μετατιθέναι τὴν ἔχθραν, ὡς
 πάντων αὐτὸν αἴτιον ὄντα τῶν κακῶν. κἀκεῖνος γὰρ ὁ πολεμῶν ἡμῖν
 ὑποτεταγμένος αὐτῷ ἐστιν, καὶ d ἐναντιοῦσθαι δοκῇ 
 τοῦ Θεοῦ συγχωροῦντος τέως· καὶ γὰρ καὶ αὐτὸς τῶν
 δούλων ἐστιν καὶ τῶν ἠτιμωμένων καὶ προσκεκρουκότων. 
 Βουλόμενος δὲ πάλιν ἐπιπλεῖον διεγεῖραι ἡμῶν τὰ φρονήματα. μὴ
 ἀγαπήσητέ, φησιν, μόνον τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, μετὰ γὰρ τῶν τελωνῶν ὁ
 τοῦτο μόνον ποιῶν ἕστηκεν, καὶ ὁ τοὺς φίλους μόνον
 ἀσπαζόμενος, μετὰ τῶν ἐθνικῶν. 
 Τίνος οὖν ἂν εἴημεν ἄξιοι συγγνώμης οἱ πρὸς τὸν Θεὸν κελευόμενοι τὸν
 ζῆλον ἔχειν; γίνεσθε γάρ, φησιν, τέλειοι, ὡς ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ
 οὐράνιος. εἰ γὰρ τὸ φιλεῖν τοὺς φιλοῦντας τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν καὶ
 ἐθνικῶν ἐστιν· ὅταν μὴ δὲ τοῦτο ποιῶμεν, οὐ γὰρ 
 ποιοῦμεν αὐτὸ βασκαίνοντες εὐδοκιμοῦσιν τοῖς ἀδελφοῖς, ποίαν οὐχ
 ὑποστησόμεθα δίκην τῶν ἐθνικῶν ἑστῶτες κατώτεροι; πῶς δὲ τὴν τῶν
 οὐρανῶν βασιλείαν ὀψόμεθα εἰπέ μοι; πῶς δὲ τῶν ἱερῶν ἐκείνων
 προθύρων ἐπιβησόμεθα; διὸ ἐννοοῦντες τὰ εἰρημένα καὶ πρὸς τοὺς
 φίλους καὶ πρὸς τοὺς ἐχθροὺς πολλὴν ἐπιδειξώμεθα τὴν
 ἀγάπην· καὶ τὸ καταγέλαστον ἔθος ἐκβαλόντες, τὸ ἀναμένειν τοὺς
 ἐχθροὺς πρωτοὺς προσειπεῖν· μᾶλλον ἡμεῖς ἅπερ ἔχει πολὺν μακαρισμὸν
 ἐπιδειξώμεθα· πρῶτοι τοὺς ἐχθροὺς προσαγορεύοντες καὶ εἰς φιλίαν
 προσκαλούμενοι.

46, 24. ἁμαρτήσαντες.

46, 25. τὸν πλησίον. ὁ δὲ μὴ τοῦτο ποιῶν ἀλλὰ καὶ τὸν Θεὸν ἐπὶ τὴν
 ἐκδίκησιν τῶν ἐχθρῶν παρακαλῶν, οὐδὲ ἐστιν εἰπεῖν ὅσης κολάσεως ὁ
 τοιοῦτος καθέστηκεν ἄξιος.

46, 30. εἴποιμεν. ἐν έπιτρ.

46, 32. ἑαυτ. καὶ τοὺς ὁρῶντας. διὸ χρὴ καὶ ταύτην κακείνην ἐκφεύγειν τὴν λύμην ἐκ πολλοῦ τοῦ περιόντος.

47, 5. ἀλειφώμεθα.

47, 10. χαίρουσιν. τοῦτο δὲ ἀπὸ τοῦ Δαβὶδ καὶ ἀπὸ τοῦ Δανιὴλ ἄν τις
 κατίδοι σαφῶς. τὸ ἀλείφεσθαι· οὐχ ἵνα πάντως τοῦτο ποιῶμεν, ἀλλ’ ἵνα
 διὰ πάντων σπουδάζωμεν μετὰ ἀκριβείας πολλῆς κρύπτειν
 τὸ κτῆμα τοῦτο.

47, 11. ἠλειψ. ἢ ἐνίψατο.

47, 13. προσωπεῖον, καὶ μέχρι τούτου φαινόμενος λαμπρὸς, ἕως ἂν τὸ
 θέατρον κάθηται. ἐγὼ μὲν οὖν, φησὶν, οὐ βούλομαί σε 
 τοιοῦτον εἶναι, διότι ἀπορρήγνυσιν τῆς πρὸς ἐμὲ δόξης τοῦτο. ὥσπερ
 οὖν συγκολλᾷ τὸ τούτων ὑπερορᾶν. 
 Ἐπειδήπερ τὸ τῆς κενοδοξίας ἐξέβαλεν νόσημα, εὐκαίρως λοι- πὸν καὶ
 τὸν περὶ ἀκτημοσύνης εἰσάγει λόγον. μὴ θησαυρίζετε γὰρ ὑμῖν, φησὶν,
 θησαυροὺς, ἐπὶ τῆς γῆς. οὐδὲν γὰρ οὕτως χρημάτων ἐρᾶν
 παρασκευάζει ὡς ὁ τῆς δόξης ἔρως. ἀνωτέρω μὲν οὖν, ὅτι ἐλεεῖν δεῖ
 μόνον, ἔλεγεν, ἐνταῦθα δὲ καὶ πόσον ἐλεεῖν χρὴ δείκνυσιν τὴν
 βλάβην.

47, 23. ἁλύσεως.

25. ἁφῆς.

48, 2. ὀφειλ. τὸ φῶς. ὁ γὰρ τὸν νοῦν ἀφανίσας πᾶσαν αὐτοῦ τὴν ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ πρᾶξιν ἐθόλωσεν.

48, 6. παρέβλαψεν.

25. τοῦ μαμ.

26. οὕτω π. ἐκ.

48, 27. Δείξας διὰ πάντων τοῦτο συμφέρον εἶναι τὸ χρημάτων ὑπερορᾶν,
 ἐπάγει, “διὰ τοῦτο λέγω ὑμιν,” τοῦτο ποῖον; τὸ τῆς ζημίας ἄφατον·
 καὶ γὰρ τοῦ ποιήσαντος ἡμᾶς καὶ φιλοῦντος καὶ κηδομένου
 ἐκβάλλει Θεοῦ. 
 Εἶπεν τοῦτο οὐκ ἐπειδὴ τροφ. ἡ ψ. οὐ δεῖται.

49, 24. ἡμῶν. διατὶ ’δε οὐκ εἶπεν ὅτι οὐ καπηλεύονται τὰ πετεινὰ,
 οὐδὲ ἐμπορεύονται, ἀλλ’ ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν; ἐπειδὴ τὸ
 καπηλεύεσθαι καὶ ἐμπορεύεσθαι τῶν σφόδρα ἀπειρημενων 
 ἐστιν.

49, 26. οὐ χρὴ ἔργ’.

49, 29. οἱ πέντ’. καὶ οἱ τρισχίλιοι — γέγραπται. εἰ δὲ οὐκ ἀνέχῃ
 τοσούτων ἀκούων ῥημάτων ἀπαλλάξαι σεαυτὸν τῶν χαλεπῶν δεσμῶν τῆς
 μερίμνης, κἂν ἐκ τοῦ φανεροῦ πείσθητι ὅτι ὅσον ἀν’
 μεριμνᾷς καὶ κατατεινεις σεαυτὸν, οὔτε τῳ σώματι σου, μικρὸν
 προσθῆναι δυνήσῃ· οὔτε τι τῶν τῆς χρείας καρπώσασθαι, εἰ μὴ ἡ τοῦ
 Θεοῦ πρόνοια τὸ πᾶν ἀνύσῃ. ὡς ἃν εἰ ἐκεῖνος ἡμᾶς ἐγκαταλείπῃ, οὐ
 φροντὶς, οὐ μέριμνα, οὐ πόνος, οὐκ ἄλλο τι τῶν τοιούτων οὐδὲν
 ὠφελῆσαι δυνήσεται.

50, 16. Εἰ τὸ πάντων εὐτελέστερον ἐκαλλώπισεν ἐκ περιουσίας, καὶ
 ταῦτα οὐ πρὸς χρείαν, ἀλλὰ πρὸς φιλοτιμίαν τοῦτο ποιῶν, πολλῷ μᾶλλον
 σε τὸν ἁπάντων τιμιώτερον ἐν τοῖς κατὰ τὴν χρείαν τιμήσει. διὸ καὶ
 ἐπιπλήττων φησιν, “εἰ γὰρ τὸν χόρτον” καὶ τὰ ἑξῆς. εἰ δὲ ὑπὲρ ψιλῶν
 καὶ ἀναγκαίων οὐ δεῖ μεριμνᾶν, τίνος 
 ἃν εἶεν ἄξιοι συγγνώμης οἱ ὑπὲρ τῶν πολυτελῶν
 μεριμνῶντες καὶ ἐν τῇ τῶν ἐθνικῶν εὐτελείᾳ μένοντες, καὶ τὴν αὐτῶν
 μικροψυχίαν ζηλοῦντες;

50, 27. διὸ οὐδὲ εἶπεν δοθήσεται ὑμῖν τὰ παρόντα, ἀλλὰ “προστεθήσεται
 ὑμῖν” μετὰ τῶν μελλόντων καὶ τὰ παρόντα. Εἰ δὲ καί τις
 εἶποι πῶς οὖν φησὶν ἐκέλευσεν τὸν ἄρτον αἰτεῖν; μανθανέτω ὅτι τὸν
 ἐπιούσιον προσέθηκεν καὶ τούτῳ πάλιν τὸ σήμερον, ὥσπερ οὖν καὶ
 ἐνταῦθα ποιεῖ. οὐ γὰρ εἶπεν μὴ μεριμνήσητε.

50, 33. τ. προσώπου σου.

34. προστιθείς.

51, 4. οὐχ ἁρπαγὰς λέγων οὐδὲ πλεονεξίας, οὐκ ἄλλο τι τῶν τοιούτων, ἀλλὰ τὰς ἄνωθεν φερομένας πληγάς.

51, 17. ἐντεῦθεν συνάγουσιν τὸ πῦρ.

20. ὁ γὰρ σκοπῷ.

51, 24. τὸν φίλον. ἃν γὰρ τοῦτο μὴ γένηται, ἐπαυξήσῃ τὸ τῆς κακίας.
 καὶ τί λέγω, ὁ φίλος τὸν φίλον.

29. ἀπαιτεῖν.

52, 8. ἀκροάσεως om. Cod. B.

52, 15. Post μανθάνοντες γὰρ est ingens lacuna in Cod. Β. usque ad Ρ.

63, 30. ἀπελθόντων δαιμ. γιν.

64, 6. τοῦ σώματος ἐνταῦθα πλανᾶσθαι.

64, 11. προνοίας. οἱ γὰρ τῶν χοίρων μὴ φεισάμενοι, οὓς τῶν ἀνθρώπων
 ἔλαττον μισοῦσιν, ἀλλ’ ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ πάντας αὐτοὺς 
 κατεκρήμνισαν, πολλῷ μᾶλλον ἃν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ταῦτα εἰργάσαντο,
 ἐὰν μὴ ἡ τοῦ Θεοῦ βοήθεια κήδεται ἡμῶν.

64, 13. αὐτοῦ τ. δυν.

16. ἀπέπεμπον.

66, 6. ἔτι δὲ καὶ ὅτι.

10. προσίστατο.

12. μείζω.

66, 15. προσελθεῖν.

19. ἐκκλίνοντες.

67, 13. εἴξοντα.

16. τελωνίον.

19. κέρδος.

67, 23. ἀμφισβητῶν.

26. τετίμηκεν.

67, 27. εὔελπιν.

28. ἰάσατο.

67, 30. συνέρχονται δὲ πρὸς Ματθαῖον οἱ τελῶναι ὡς πρὸς ὁμότεχνον.
 αὐτὸς δὲ τῇ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν ἐγκαλλωπιζόμενος 
 εἰσόδῳ, πάντας αὐτοὺς συνεκάλεσεν. ὁ δὲ δεσπότης ἡμῶν Χριστὸς, οὐχὶ
 διαλεγόμενος μόνον οὐδὲ θεραπεύων οὐδὲ ἐλέγχων τοὺς ἐχθροὺς, ἀλλὰ
 καὶ ἀριστῶν διώρθου πολλοὺς τῶν κακῶς διακειμένων. διὰ τούτων
 διδάσκων ἡμᾶς ὅτι πᾶς καιρὸς καὶ πᾶν ἔργον δύναται παρέχειν ἡμῖν
 ὠφελίαν· καίτοιγε τὰ παρακείμενα τότε 
 ἐξ ἀδικίας ἦν καὶ πλεονεξίας, ἀλλ’ οὐ παρῃτήσατο ὁ
 Χριστὸς αὐτῶν μετασχεῖν· ἐπειδὴ μέγα τὸ κέρδος ἔμελλε γίνεσθαι· ὅθεν
 καὶ ὁμορόφιος καὶ ὁμοτράπεζος γίνεται τοῖς τὰ τοιαῦτα πλημμεληκόσιν·
 τοιοῦτον γὰρ ὁ ἰατρός. ἃν μὴ ἀνάσχηται τῆς σηπεδόνος τῶν καμνόντων,
 οὐκ ἀπαλλάττει τῆς ἀρρωστίας αὐτοὺς, καὶ τοίγε πονηρὰν
 ἐντεῦθεν ἔλαβεν δόξαν, φάγος καὶ οἰνοπότης καὶ τελωνῶν φίλος καὶ
 ἁμαρτωλῶν ἀκούων.

32. κακ. σκοπῷ.

68, 6. νενομοθετημένον.

68, 16. ὡς κενοδόξοις μὲν οὐκ ἐπιτιμᾷ, νυμφῶνος δὲ καὶ νυμ- φίου
 μέμνηται.

21. ἢ μᾶλλον κ. τ. λ. om. Cod. B.

68, 29. λαμβ. τοὺς ἐκ τῆς οἰκουμένης ἅπαντας προσφέρονται.

69, 20. ἔτι δὲ καὶ διὰ τὸ πρόσωπον τὸ παραγεγονὸς, οὐ μὴν εἴασεν
 αὐτοὺς εἰς τ. οἰκ. εἰσ’. ἀλλὰ τοὺς τ. μάθ’. μόν. καὶ οὐδὲ τούτους
 πάντας.

28. νομίζουσα· ἐν καταμ.

69, 30. ἐνόμισεν. καὶ γὰρ πολλὴ παρὰ τῷ νόμῳ ἀκαθαρσία 
 ἐνομίζετο εἶναι τὸ πάθος. διὰ τοῦτο λανθάνει καὶ κρύπτεται. αὐδέπω
 γὰρ οὐδὲ αὕτη τὴν προσήκουσαν καὶ ἀπαρτισμένην περὶ αὐτοῦ δόξαν
 εἶχεν. ἐπεὶ οὐκ ἃν ἐνόμισεν λανθάνειν.

70, 1. ἀλλὰ θαρρήσασα περὶ τῆς ὑγείας οὕτω προσῆλθεν. διὰ τοῦτο δὲ
 οὐκ ἀφῆκεν αὐτὴν λαθεῖν ὁ Χριστός. πρῶτον μὲν ἵνα λύσῃ
 αὐτῆς τὸν φόβον, ὅπως μὴ ὑπὸ τοῦ συνειδότος κεντουμένη καθάπερ
 κεκλοφυῖα τὴν δωρεὰν, ἐναγωνία διατριβῇ· δεύτερον δὲ ἵνα αὐτὴν
 διορθώσηται, ἐπειδὴ ἐνόμισεν λανθάνειν. τρίτον δὲ ἵνα πᾶσαν τὴν
 πίστιν αὐτῆς δημοσιεύῃ, ὥστε καὶ τοὺς ἄλλους ζηλῶσαι δι’ ὧν καὶ τὸ
 στῆσαι τὰς πηγὰς τοῦ αἵματος, οὐκ ἐλάττον σημεῖον τοῦτο
 παρέχεται τὸ δεῖξαι ὅτι πάντα ἐπίσταται. ἔπειτα δὲ καὶ τὸν
 ἀρχισυνάγωγον μέλλοντα διαπιστεῖν δι’ ὧν οἱ ἐλθόντες ἔλεγον, μὴ
 σκύλλε τὸν διδάσκαλον, ὅτι τέθνηκε τὸ κοράσιον, ἐν τούτῳ βεβαιῶν.
 διὰ τοῦτο δὲ εἶπεν τῇ γυναικί.

71, 4. ὅθεν καὶ τὴν ὑγείαν λαβοῦσα, οὕτως ἐπορεύθη χαίρουσα.

71, 10. κύμβαλα καὶ ἄλλα πάντα, ἀποδ. γ. τ. θάν’. ὅτι τέθνηκεν τὸ
 κοράσιον, καὶ μηκέτι λοιπὸν ἀπιστεῖν ἔχωσιν, ὅτι νεκρὰν οὖσαν αὐτὴν
 ἀνέστησεν.

12. δέχωνται, mox ποιῶσιν.

72, 7. ἑτέρων.

72, 24. ἕλ’. ποτε δαίμων. οἱ γὰρ δαίμονες εἰδώλους προσά- 
 γοῦσιν καὶ Θεοῦ ἀπάγουσιν καὶ τῇ μελλούσῃ ζωῇ ἀπιστεῖν
 πείθουσιν.

72, 27. καὶ οὐ μόνον αὐτοὺς οὐκ ἐκόλασεν, ἀλλ’ οὐδὲ ἁπλῶς ἐπετίμησεν
 τῇ πραότητι αὐτοῦ τὴν πολλήν καὶ ἐν τούτῳ ἐπιδεικνύμενος καὶ ἡμῶν τ.
 γ.

29. κακηγορίαν.

73, 33. προσέθηκεν. δύναμιν δὲ αὐτοῖς ὡς Κύριος τοῦ θερισμοῦ ὑπάρχων,
 πολλὴν προσέθηκεν ἐξουσίαν—mox δεδωκώς.

74, 17. Ἰακώβου φ. εἰναι.

74, 21. τοὺς ἁλιέας, τοὺς τελώνας· καὶ γὰρ τέσσαρες ἠσαν ἁλιεῖς καὶ
 δύο τελῶναι. 23. ὑβρίζωσιν.

75, 14. εἰτα τὴν ῥίζαν τῶν κακῶν τὴν φιλαργυρίαν εὐθέως ἀνασπῶν,
 φησὶν, μὴ κτήσησθε κ. τ. ἑ.

20. ἐξ ἧς.

75, 31. προηγεῖσθε.

32. εὐλογία.

76, 2. εἰρήνης κομίσηται. — συνδέσμων ὑπομ.

77, 10. ἐπιδείκνυται.

77, 24. συμπαρόντα τὸν καὶ προειδότα καὶ προειπόντα ταῦτα. Εἰπὼν δὲ
 ὅταν παραδώσωσιν ὑμὰς καὶ τ. ἑξῆς, θαρρεῖν περὶ τῆς ἀπολογίας αὐτοὺς
 παρασκευάζει· τὸ γὰρ Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς ἔσται λαλοῦν ἐν ὑμῖν. οἱ δὲ
 ἀκούσαντες καὶ ἐπίστευσαν καὶ κατε- δέξαντο καὶ οὐδὲν αὐτοὺς τῶν
 φοβερῶν ἐξέπληξεν, οὐδὲ ἐζήτησαν ἀπαλλαγὴν τῶν δεινῶν·
 καὶ ταῦτα οὐ δύο καὶ τρία ἔτη μέλλοντες ταῦτα πάσχειν, ἀλλὰ παρὰ
 πάντα τὸν χρόνον τῆς ζωῆς αὐτῶν. τὸ γὰρ εἰπεῖν “ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς
 τέλος οὗτος σωθήσεται,” τοῦτο αἰνιττομένου ἐστιν.

77, 28. φίλος. ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ.

77, 33. μηδὲ ὑβρ. 34. μεριμνᾶν.

78, 2. τὸ ὑπομεῖναι αὐτῶν, τὸ δὲ σῶσαι τοῦ πέμποντος. quæ seq. usq.
 ad καρτερίας om. Cod. B.

7. ἐπιζητῶ.

78, 10. Μετὰ τὸ εἰπεῖν τὰ φοβερὰ καὶ φρικώδη, τὰ μετὰ τὴν ἀνάληψιν
 αὐτοῖς συμβησόμενα, ἄγει πάλιν τὸν λόγον ἐπὶ τὰ ἡμερώτερα, τὰ πρὸ τοῦ σταυροῦ, διδοὺς ἀναπνεῦσαι τοῖς ἀθληταῖς,
 καὶ πολλὴν αὐτοῖς παρέχων τὴν ἄδειαν, καὶ τοῦτο ἐδήλωσεν λέγων.

78, 12. χρὴ δὲ καὶ τοῦτο σκοπῆσαι, ὅτι οὐ πανταχοῦ πάντα ἐπιτέρπει τῇ
 χάριτι, ἀλλά τι καὶ παρ’ αὐτῶν εἰσφέρεσθαι κελεύει, ὡς
 προαποδείξαμεν. εἰ γὰρ φοβεῖσθέ, φησιν, φεύγετε. οὐκ αὐτοὺς 
 δὲ πρώτους ἐκέλευσεν φεύγειν, ἀλλ’ ἐλαυνομένους
 ὑποχωρεῖν. καὶ οὐδὲ πολὺ τὸ διάστημα δίδωσιν, ἀλλ’ ὅσον περιελθεῖν
 τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραήλ.

81, 13. ἀποτέμνηται—εἰρηνεύοντος, οὕτω γὰρ δυνατὸν τὸν οὐρα- νὸν τῇ
 γῇ συναφθῆναι, ἐπεὶ καὶ ἰατρὸς οὕτω τὸ λοιπὸν δ.

81, 27. οὐ βαστάζει τ. στ.

81, 28. οὐδὲ γὰρ ἁπλῶς εἶπεν πρὸς θάνατον δεῖ παρατετάχθαι, ἀλλ’ ὅτι
 καὶ πρὸς θάνατον βίαιον, καὶ οὐ πρὸς θάνατον βίαιον μόνον, ἀλλὰ καὶ
 ἐπὸν.

82, 13. θλίψεσι.

22. ψυχροῦ.

82, 23. Μετὰ τὸ διατάξασθαι τοῖς μαθηταῖς μετέβη ἐκεῖθεν, διδοὺς χώραν αὐτοῖς καὶ καιρὸν ποιεῖν ἅπερ ἐπέταξεν· οὐ γὰρ ἃν
 αὐτοῦ παρόντος ἠθέλησεν ἄν τις ἐκείνοις προσελθεῖν.

83, 10. τὴν ζηλοτυπίαν τῶν μαθητῶν Ἰωάννου ἐμφαίνων ὁ Εὐαγγελιστὴς
 τέθεικεν ὅτι δι’ αὐτῶν πέμψας ὁ Ἰωάννης ἠρώτα τὸν Χριστὸν, σὺ εἶ ὁ
 ἐρχόμενος κ. τ. λ. ὁ γὰρ πρὸ τῶν σημείων εἰδὼς αὐτὸν, ὁ
 παρὰ τοῦ Πατρὸς ἀκούσας, ὁ ἐπὶ πάντων ἀνακη- ρύξας, πῶς μετὰ ταῦτα
 πάντα πέμπει μανθάνων παρ’ αὐτοῦ; οὐδὲ γὰρ οὐ μόνον Ἰωάννου
 ἀμφισβητῆσαι περὶ αὐτοῦ πρέπον ἦν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ζηλοτύπως ἀεὶ πρὸς
 τὸν Χριστὸν εἶχον οἱ Ἰωάννου μαθηταὶ, ἄνθρωπον ψιλὸν αὐτὸν
 ὑποπτεύοντες εἶναι, τὸν δὲ Ἰωάννην μείζονα ἣ κατὰ
 ἄνθρωπον· καὶ τὸν μὲν Χριστὸν εὐδοκιμοῦντα ὁρῶντες, τὸν δὲ Ἰωάννην,
 καθὼς ἐκεῖνος εἶπεν, λοιπὸν λήγοντα· καὶ ἐπειδή περ ἕως μὲν ἦν
 Ἰωάννης μετ’ αὐτῶν παρεκάλει συνεχῶς καὶ ἐδίδασκεν, καὶ οὐδὲ οὕτως
 ἔπειθεν, ἔμελλεν δὲ λοιπὸν τελευτᾷν, διὰ τοῦτο νῦν πλειόνα ποιεῖται
 τὴν σπουδήν. καὶ γὰρ ἐδεδοίκει μὴ καταλείπῃ πονηροῦ
 δόγματος ὑπόθεσιν, καὶ μείνωσιν ἀπερρηγμένοι τοῦ Χριστοῦ. εἰ μὲν οὖν
 εἶπεν ὅτι ἀπέλθετε πρὸς αὐτὸν, αὐτός μου βελτίων ἐστὶν, οὐκ ἃν
 ἔπεισεν αὐτοὺς δυσαποσπάστως ἔχοντας· εἰ δὲ ἐσίγησεν, οὐδὲν πλέον
 ἐγίνετο. Διὰ τοῦτο οὖν πέμπει αὐτοὺς, ὅπως παρ’ αὐτῶν ἀκούσῃ ὅτι
 θαύματα ἐργάζεται, καθὼς ὁ Λουκᾶς φησίν. οὐδὲ οὕτως
 πάντας πέμπει, ἀλλὰ δυό τινας, οὓς ἤδει ἴσως τῶν ἄλλων
 εὐπειθεστέρους ὄντας· ἵνα ἀνύποπτος ἡ ἐρώτησις γένηται· ἵνα παρὰ τῶν
 πραγμάτων μάθωσιν τὸ μέσον τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ κἀκείνου. εὐθέως γὰρ
 ἐλθόντων αὐτῶν εἰς τὸ ἐρωτῆσαι, ἐθεράπευσεν τυφλοὺς, χωλοὺς, καὶ
 ἑτέρους πολλοὺς διὰ τούτους τοὺς 
 ἀμφιβάλλοντας· καὶ θεραπεύσας, φησὶν πρὸς αὐτοὺς,
 πορευθέντες κ. τ. ἑ. 
 Διὰ δὲ τοῦ εἰπεῖν μακάριος ὃς ἐὰν μὴ σκανδ. κ. τ. έ. ἔδειξεν ὅτι τὰ
 ἀπόρρητα αὐτῶν οἶδεν· αὐτοὺς γὰρ ἀννιττόμενος ταῦτα ἔλεγεν· ὅθεν καὶ
 τὸν ἔλεγχον αὐτῶν λανθανόντως ἐπήγαγεν. Εἰ δέ τινες
 λέγοιεν ὅτι ᾔδει μὲν Ἰωάννης ὅτι αὐτὸς ἢν ὁ Χριστὸς, ἠγνόει δὲ ὅτι
 ὑπὲρ άνθρ. κ. τ. λ.

83, 19. δῆλόν ἐστιν. ἅπερ παρατιθέναι νῦν οὐ τοῦ παρόντος καιροῦ, ἵνα
 μὴ μακρὸν τὸν λόγον ποιήσωμαι.

83, 30. Διατί δὲ πορευθέντων τῶν μαθητῶν Ἰωάννου ταῦτά 
 φησιν; ἵνα μὴ δόξῃ κολακεύειν αὐτόν. οὐκ ἄγει δὲ εἰς μέσον αὐτῶν τὴν
 ὑπόνοιαν· ἐπειδὴ οὐκ ἀπὸ πονηρίας ταῦτα ἐλογίζοντο, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς τῶν
 εἰρημένων ἀγνοίας. τὴν λύσιν δὲ ἐπάγει, δεικνὺς ὅτι ᾔδει τὰ ἀπόρρητα
 πάντων τὸ δὲ τί ἐξήλθετε εἰς τὸν ἔρημον ἰδεῖν, διὰ τὸν καιρὸν ὅτε
 ἐβάπτιζεν ὁ Ἰωάννης λέγει κάλαμον δὲ κ. τ. λ.

84, 1. μαλ’. φρονεῖν.

10. ὑπεροχήν.

84, 27. Τὸ δὲ οὐκ ἐγήγερται κ. τ. ἑ. σημαίνει, ὅτι οὐκ ἔτεκέν, φησι,
 γυνὴ τούτου μείζονα. καὶ ἀρκεῖ μὲν καὶ ἡ τοῦ δεσπότου ἀπόφασις· εἰ
 δὲ βούλεται τις καὶ ἀπὸ τῶν πραγμάτων μαθεῖν, ἐννοησάτω
 αὐτοῦ τὴν τράπεζαν καὶ τὴν διαγωγὴν καὶ τῆς γνώμης τὸ ὕψος· ὥσπερ
 γὰρ ἐν οὐρανῷ, οὕτω διῆγεν, καὶ τῶν τῆς φύσεως ἀναγκῶν ἀνωτέρω
 γενόμενος ξένην τινὰ ὥδευεν ὁδὸν, ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς καὶ εὐχαῖς τὸν
 πάντα διάγων χρόνον· καὶ ἀνθρώπων μὲν οὐδενὶ, Θεῷ δὲ ὁμιλῶν μόνῳ
 διηνεκῶς. οὐδὲ γὰρ εἶδέν τινα τῶν ὁμοδούλων, οὔτε ὤφθη
 τινὶ τούτων· οὐ κλίνης, οὐ στέγης, οὐκ ἀγορᾶς, οὐκ ἄλλου τινὸς
 ἀπήλαυσεν τῶν ἀνθρωπίνων· καὶ ἥμερος ἦν ὁμοῦ καὶ σφοδρός. καὶ γὰρ
 τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς μετὰ ἐπιεικείας διελέγετο, τῷ δήμῳ δὲ τῶν
 Ἰουδαίων μετὰ ἀνδρείας, τῷ βασιλεῖ μετὰ παρρησίας. διὰ τοῦτο δὲ
 ἐπήγαγεν ὅτι ὁ μικρότερος κ. τ. ἑ. ἵνα μὴ ἡ ὑπερβολὴ
 τῶν ἐγκωμίων τέκῃ τινὰ ἀτοπίαν προτιμώντων αὐτὸν τοῦ Χριστοῦ τῶν
 Ἰουδαίων.

85, 28. ἐπείγει.

86, 6. Εἶτα δεικνὺς ὅτι συνέσεως χρεία πρὸς τὸ “οὗτός ἐστιν “Ἠλίας”
 κ. τ. λ. ἐπήγαγεν, ὁ ἔχων ώτα. κ. τ. ἑ. ταῦτα δὲ τὰ 
 αἰνίγματα ἐτίθει διεγείρων αὐτοὺς εἰς ἐρώτησιν· εἰ δὲ
 οὐδὲ οὕτως ἐξυπνίζοντο, πολλῷ μᾶλλον εἰ δῆλα ἦν καὶ σαφῆ.

86, 8. ὁδὸν, καὶ ταὐτὸν ἐποιήσαμεν φησὶν, οἷον ἃν εἰ τινες θηραταὶ
 ζῶον δυσθήρατον διὰ δύο μέλλον ἐμπίπτειν ὁδῶν εἰς τὰ θήρατρα,
 ἑκατέραν ἕκαστος ἀπολαβὼν ὁδὸν ἐλαύνοι, ἐξ ἐναντίας 
 ἑστὼς τῷ ἑτέρῳ, ὥστε πάντως εἰς θάτερον ἐμπεσεῖν.

86, 10. λεγομένοις. μαρτυροῦντι περὶ αὐτοῦ, καὶ προσελθεῖν τῆ πίστει
 αὐτοῦ, τουτέστι, τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Θεοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

86, 12. οἰνοπότην. δι’ ἀμφοτέρας γὰρ ὁδοῦ εἰς τὴν βασιλείαν εἰσήρχοντο πεισθέντες.

86, 14. ἡμέρας, περιερχόμενος διδάσκων, ποῦ τ. κεφ. κλ. οὐκ ἐχ’. Τὸ
 δὲ ἐδικαιώθη κ. τ. λ. τοῦτό ἐστιν, ὅτι εἰ καὶ μὴ οἱ Ἰουδαῖοι
 ἐπείσθησαν, ἀλλ’ αὐτῷ λοιπὸν ἐγκαλεῖν οὐκ ἔχουσιν· καὶ γὰρ τὰ αὐτοῦ
 πάντα ἐπλήρωσεν, ὥστε τοῖς ἀναισχυντεῖν βουλομένοις μηδὲ σκιὰν καταλιπεῖν ἀγνώμονος ἀμφιβολίας. εἰ δὲ τὰ παραδείγματα
 εὐτελῆ εἶπεν καὶ κακέμφατα, οἷον τὸ “ ηὐλήσαμεν καὶ οὐκ ὠρχή-
 “σασθε,” μηδεὶς θαυμαζέτω· πρὸς γὰρ τὴν ἀσθένειαν τῶν ἀκουόντων
 διαλέγεται.

88, 5. Διατί ἀπὸ τῶν σοφῶν ἐκρύβη ; ὅτι καθὼς Παῦλός 
 φησιν, ζητοῦντες τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην στῆσαι, τῇ τοῦ Θεοῦ
 δικαιοσύνῃ οὐκ ὑπετάγησαν. οὐδὲ γὰρ ὅταν λέγῃ “ ἀπεκάλυψας,” τὸ πᾶν
 τοῦ Θεοῦ εἶναί φησιν, ἀλλὰ καὶ τῆς τῶν δεχομένων εὐγνωμοσύνης, ὥσπερ
 καὶ ὅταν λέγῃ Παῦλος, “ὅτι παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς “ἀδόκιμον νοῦν, καὶ
 ἐτύφλωσεν αὐτῶν τὰ νοήματα” οὐ τὸν Θεὸν εἰσάγων ταῦτα
 ἐνεργοῦντα φησὶν, ἀλλ’ ἐκείνους τοὺς τὴν αἰτίαν παρέχοντας·

88, 34. φίλ’. ἁπάσης. καὶ οὐχ ἑτέρῳ γίνεται χρήσιμος μόνον· ἀλλὰ καὶ
 ἑαυτὸν πρὸ πάντων ἀναπαύει· εὑρήσετε γάρ, φησιν, ἀνάπαυσιν ταῖς
 ψυχαῖς ὑμῶν. καὶ πρὸ τῶν μελλόντων ἐντεῦθεν δίδωμι τὴν
 ἀμοιβὴν, καὶ τὸ βραβεῖον ἤδη παρέχω. ἑαυτὸν δὲ εἰς ὑπόδειγμα τίθησιν
 καὶ εἰς μέσον ἄγει λέγων, “μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ” κ.τ. ἑ. εὐπαράδεκτον
 ποιῶν τὸν λόγον, ἵνα μάθωμεν ἐξ αὐτοῦ ἡλίκον ἀγαθόν ἐστιν ἡ
 ταπεινοφροσύνη.

89, 8. Quod in Caten. Nostr. Origeni assignatur, Chry- sostomo verius
 tribuit Cod. B.

89, 21. τ. σκληρὰν om. Cod. B.

89, 27. εἰς μέσον ὅτι τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγεν ἐπειδὴ κ. τ.
 λ. 
 
 Ib. χωρὶς δὲ τοῦ ἀξιώματος αὐτὸν, ἤγουν τῆς βασιλείας, καλεῖ. ἐπειδὴ
 ἐξ αὐτοῦ τὸ γένος κατῆγεν, ἵνα μὴ δόξῃ ὑψηλὰ φρονεῖν. εἰ δὲ καὶ μὴ
 σάββατον ἔλυσεν ὁ Δαβὶδ, ἀλλὰ μεῖζον ἦν ὅπερ ἐποίησεν. οὐ γὰρ ἦν
 ἴσον παραβῆναι ἡμέραν, καὶ τῆς ἱερᾶς ἐκείνης ἅψασθαι τραπέζης, ἧς
 μηδενὶ θέμις ἦν εἰ μὴ ἱερεῦσιν. τὸ μὲν γὰρ σάββατον καὶ
 ἐλύθη πολλάκις, μᾶλλον δὲ καὶ ἀεὶ ἐλύετο, καὶ ἐν τῇ περιτομῇ, καὶ ἐν
 ἑτέροις πλείοσιν ἔργοις. καὶ ἐν τῇ Ἱεριχῶ δὲ τὸ αὐτὸ γενόμενον ἴδοι
 τις ἄν· ὅπερ δὲ ὁ Δαβὶδ ἐποίησεν, τότε μόνον ἐγένετο. ἀλλ’ ἐπειδὴ
 ἀνάγκη ἦν, διὰ τοῦτο συγγνώμης ἐγένετο ἄξιος, αὐτός τε καὶ οἱ σὺν
 αὐτῷ. 
 
 Εἰ δὲ λέγοι τις οὐκ ἔστιν ἀπηλλάχθαι ἐγκλήματος, τὸ καὶ ἕτερον τὸ
 αὐτὸ ἁμαρτάνοντα εἰς μέσον ἐνεγκεῖν, δῆλον τοῦτο. ὅμως χρὴ γινώσκειν
 ὅτι ὅταν μὴ ἐγκαλῆται ὁ πεποιηκὼς, νόμος γίνεται ἡ ἀπολογία τοῦ
 τολμήματος. δείκνυσιν δὲ ὅτι οὐδὲ ἁμάρτημά ἐστιν τὸ γεγενημένον. εἰ
 γὰρ οἱ ἱερεῖς, φησιν, ἐν τῷ ἱερῷ βεβηλοῦσιν τὸ
 σάββατον, καὶ ἀναίτιοί εἰσιν, ὅπουγε καὶ χωρὶς περιστάσεως ἐστὶν ἡ
 λύσις, πολλῷ μᾶλλον ἔνθα ἡ περίστασις τὴν λύσιν ἐποίησεν. διόπερ
 φησὶν, “εἰ ἐγνώκειτε” κ. τ. ἑ.

90, 34. Διὰ τοῦ παραδείγματος τούτου συλλογιζόμενος αὐτοὺς, ὅπως μὴ
 ἔχωσιν πρόφασιν ἀναισχυντίας ίας πρὸς τὸ πάλιν ἐλκαλεῖν 
 αὐτῷ διὰ τὴν θεραπείαν. καὶ τότε λέγει τῷ ἀνθρώπῳ κ. τ. ἑ. 
 ἐκεῖνοι δὲ οὐδὲν ἀδικηθέντες ἐξέρχονται καὶ βουλεύονται ἵνα ἀνέ-
 λωσιν αὐτόν. τοσοῦτον ἡ βασκανία κακόν. ὁ δὲ ἥμερος καὶ πρᾷος
 ἀνεχώρησεν ταῦτα μαθών. ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ, διατὶ;
 θαυμάζοντες αὐτὸν, ἐκεῖνοι δὲ τῆς πονηρίας οὐκ ἀφίστανται. ἐπὶ δὲ τῷ παραδόξῳ τῆς μανίας αὐτῶν, καὶ τὸν προφήτην
 εἰσάγει ὁ Εὐαγγελιστης Ἡσαΐαν ταῦτα προαναφωνοῦντα καὶ λέγοντα· “
 ἰδοὺ ὁ παῖς μου” κ. τ. ἑ.

91, 16. Διὰ τούτων τὴν πραότητα αὐτοῦ καὶ τὴν δύναμιν τὴν ἄφατον ἀνυμνῶν, καὶ ὅτι θύραν τοῖς ἔθνεσιν ἀνοίγνυσιν μεγάλην καὶ
 ἐνεργῆ. καὶ τὰ καταληψόμενα τοὺς Ἰουδαίους προλέγει κακὰ, καὶ
 δείκνυσιν αὐτοῦ τὴν ὁμόνοιαν τὴν πρὸς τὸν Πατέρα.

92, 32. οὐκ ἐπετίμησεν.

93, 3. μετ’ εὐκολίας.

93, 10. μερισθεῖσα οὐ σταθήσεται, καὶ πόλις καὶ οἰκία ἐὰν σχισθῇ
 ταχέως διαλύεται.

93, 19. Ἀπ’. λέγει. οὐκ εἶπεν δὲ οἱ μαθηταί μου ἐκβάλλουσιν, οὐδὲ οἱ
 Ἀπόστολοι, ἀλλ’ “ οἱ υἱοὶ ὑμῶν,” ἵνα εἰ μὲν βουληθῶσιν ἐπανελθεῖν
 πρὸς τὴν αὐτὴν ἐκείνοις εὐγένειαν, πολλὴν ἐντεῦθεν 
 λάβωσιν τὴν ἀφορμήν. εἰ δὲ ἀγνωμονοῦσιν, καὶ τοῖς αὐτοῖς
 ἐπιμένουσιν, μηδὲ ἀναίσχυντον λοιπὸν πρόφασιν ἔχουσιν εἰπεῖν.

95, 17. ὁ πεπορνευκώς.

20. ἔπασχον.

95, 21. καταισχύνει αὐτοὺς καὶ ἐν τούτῳ πάλιν· πάντα δὲ ποιεῖ,
 διορθώσασθαι αὐτοὺς βουλόμενος.

95, 25. διέβαλλον φ. 32. μὴ κακηγορεῖν. 
 Καλεῖ δὲ αὐτοὺς γεννήματα ἐχιδνῶν, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῖς προγόνοις μέγα
 ἐφρόνουν. διὰ τοῦτο οὖν τῆς μὲν πρὸς τὸν Ἀβραὰμ ἐξέβαλεν αὐτοὺς
 συγγενείας, δίδωσιν δὲ αὐτοὺς προγόνους ὁμοτρόπους. καίπερ τοιούτων
 προγόνων ὄντες πονηρῶν. καὶ διάνοιαν κέκτησθε πονηρὰν
 φθεγγόμενοι. “ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς “ καρδίας,” φησὶν “τὸ
 στόμα λαλεῖ.” δείκνυσιν δὲ καὶ ἐνταῦθα πάλιν τοῦτο εἰπὼν τὴν αὐτοῦ
 θεότητα γινώσκουσαν τὰ ἀπόρρητα, καὶ ὅτι οὐχὶ ῥημάτων μόνον, ἀλλὰ
 καὶ πονηρῶν ἐννοιῶν δώσουσι δίκην, καὶ ὅτι οἶδεν αὐτὰ ὡς Θεός· λέγει
 δὲ ὅτι καὶ ἀνθρώποις δυνατὸν ταῦτα εἰδέναι. φύσεως γὰρ
 ἀκολουθία τοῦτο, τὸ ὑπερβλυζούσης ἔνδον τῆς πονηρίας ἐκχεῖσθαι ἔξω
 διὰ τοῦ στόματος τὰ ῥήματα. ὥστε ὅταν ἀκούσῃς ἀνθρώπου πονηρὰ
 φθεγγομένου, μὴ τοσαύτην νόμιζε μόνον πονηρίαν ἐγκεῖσθαι αὐτῷ ὅσην
 τὰ ῥήματα δείκνυται, ἀλλὰ πολλῷ πλειόνα στοχάζου εἶναι τὴν πηγήν. τὸ
 γὰρ ἔξωθεν λεγόμενον τὸ περιττόν ἐστιν τοῦ ἔνδον· καὶ
 μὴ νομίσῃς, φησὶν, ἐπὶ τῆς πονηρίας τοῦτο γίνεσθαι μόνον, καὶ γὰρ
 καὶ ἐπὶ τῆς ἀγαθότητος τοῦτο συμβαίνει, μᾶλλον δὲ καὶ μειζόνως.
 πλείω γὰρ τῶν ἔξωθεν ῥημάτων ἡ ἔνδον ἀρετή. ὁ ἀγαθὸς γάρ φησι,
 ἄνθρωπος ἐκ τ. ἂγ. θ. κ. τ. ἑ. θησαυρὸν δὲ λέγει τὸ πλῆθος
 ἐνδεικνύμενος.

96, 16. καταδικασθησόμεθα.

19. ἐξενέγκει.

96, 21. διαλέγεσθαι καὶ πάντα ὅσα εἰς τὴν ἡμετέραν συντελεῖ ψυχικὴν
 σωτηρίαν συμβασιλεύειν ἑαυτοῖς καὶ ὑποτίθεσθαι. ἀψεύδης γάρ ἐστιν ἡ
 τοῦ δεσπότου ἡμῶν καὶ Θεοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δικαία ἀπόφασις, ὅτι ἐκ τῶν
 λόγων ἡμῶν τὴν ψῆφον ἐξοίσει.

97, 23. συνετράφησαν.

33. φρικωδεστάτων.

98, 12. τοῦ γὰρ προφήται ἀνελεῖν πολλῷ μεῖζον καὶ ἀσύγκριτον τὸ καὶ
 αὐτὸν τὸν δεσπότην.

99, 17. βουλομένην.

100, 21. τίνος χάριν ἐκάθισεν παρὰ τὴν θάλασσαν διδάσκων καὶ εἰς τὸ
 πλοῖον εἰσῆλθεν; βουλόμενος μετὰ ἀκριβείας τὴν διδασκαλίαν
 ποιεῖσθαι, καὶ μηδένα ἐᾶσαι κατὰ νώτου αὐτοῦ, ἀλλὰ πάντας ἐξ
 ἐναντίας εἶναι.

101, 21. βλάστην.

102, 5. μὴ ζητοῦντος.

104, 24. ἀνθρώπῳ σπείροντι.

105, 3. ἐπικρεμνᾶ.

20. συσκιάζουσιν ἑαυτοὺς.

105, 22. ἐχθρὸν δὲ ἄνθρωπον τὸν διάβολον καλεῖ διὰ τὴν εἰς ἀνθρώπους
 βλάβην. ἡ μὲν γὰρ ἐπηρεία καθ’ ἡμῶν, ἡ δὲ ἀρχὴ τῆς 
 ἐπηρείας οὐκ ἀπὸ τῆς εἰς ἡμᾶς ἐπηρείας. ἀλλὰ ἀπὸ τῆς εἰς Θεὸν ἔχθρας
 ἐγένετο. ὅθεν δῆλον ὅτι μᾶλλον ὁ Θεὸς ἡμᾶς φιλεῖ, ἣ ἡμεῖς ἑαυτούς.
 Quæ seq. Chrysostomo tribuit Cod. Β. Origeni Cod. Coisl.

105, 29. ἐχθρῶς.

106, 3. πολ. ἔμελλεν ἄσπονδος ε. τ. οἰκ. εἰσάγεσθαι.

106, 11. κατασφάττειν.

107, 15. τοῦτον.

31. τὰ μυστήρια.

35. παρῆκεν.

108, 4. ἀλλὰ καὶ ἀναπλοῖ.

109, 19. Τί δὲ δηλοῖ.

112, 32. ἡλίκη.

113, 12. οὗτος ἦν.

26. τὴν γλ. ἐκείνην σιγῶσαν.

113, 29. κατέπεμψεν, καὶ τὴν ἀναίσχυντον ἐκείνην κατέφλεξεν.

114, 17. ᾠκονομηθέντα.

115, 26. πάρεργον.

27. πολυτελείας.

117, 30. χειμῶνος καὶ ἡ ὄψις αὐτοὺς ἐθορύβησεν τοῦ χειμῶνος οὐχ
 ἧττον.

118, 29. ἀγάπης μόνον.

119, 5. μὴ πίστει ὄντας ἐγγ.

9. ἐμβολή.

120, 24. φῦλ’. ἐντολὰς, τ. δὲ τοῦ Θεοῦ παραβαίνεσθαι.

120, 29. τὸ μὴ νίπτεσθαι.

120, 34. τὸν τῶν πρ. βεβαιώσῃ νόμον. οὐδ’ αὖ πάλιν κατηγορεῖ τῶν
 πρεσβυτέρων ὡς παρὰν.

121, 23. νοήσατε, διανάστητε.

122, 9. ἀφίησιν.

123, 31. κραζούσης.

124, 10. αὐτῆς.

16. ἐπεδείξατο.

24. ἐκκόψει.

126, 10. ποιήση.

25. ἐννοεῖν.

127, 5. μήτε πλείω γενέσθαι ἀφεῖναι τὰ λείψανα.

128, 17. κατενέγκαι.

32. λύσας καὶ νεκροὺς ἀναστήσας.

130, 5. διατηρήσεις.

12. ἐπετίμα.

25. παρατηρήσεων.

131, 27. προελθόντα.

133, 12. οὐ βιάζομαι οὐδὲ ἀναγκάζω.

17. ἐρχέσθω.

134, 2. διαφυγεῖν.

135, 15. τῶν προφητῶν.

35. οὐ μόνον δὲ διὰ τὰς.

136, 12. οὐδένα φοβ.

15. περιεκ. σφοδρῶς.

136, 18. ἐκείνης.

29. ἀπειλὴ.

137, 15. φῶς ἄκρατον.

21. ᾔδει ὅτι μετὰ ταῦτα οὔτε ἔμελλον σκανδαλίζεσθαιοὔτε οἱ Ἀπ’.

138, 33. φησι γὰρ, οὕτως.

140, 14. ἀπήλαυεν.

28. οὐδὲ γάρ ἐστι.

141, 22. διατρίβομεν.

32. ἀντείχοντο.

142, 8. ὡς περὶ ἀνθρ.

25. παρὰ τ. ἀρχ’.

28. τὸν ἐν τῷ.

143, 2. ἔφη om. Cod. B.

10. βυθῶν ἐκείνων.

143, 13. τ. στατῆρα, ἀλλὰ θείας δυνάμεως καὶ ἀπορρήτου.

143, 25. ὅτι διατί τὸν Π. ἠμ’. προετίμησας.

144, 1. τἀπ’.. τινα.

11. ὁρίζω.

14. εὐκαταφρονήτους.

144, 23. Διατὶ ταλανίζων τὸ οὐαὶ τέθεικεν.

144, 28. ἐλθεῖν τ. σκ. πῶς δυνατὸν ταῦτα διαφυγεῖν. ἐπειδὴ εἰ καὶ
 εἶπεν ὅτι ἀνάγκη ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα, οὐ τ. αὔθ’. 
 

 
 144, 28. καὶ τῆς ἐλ.

32. τὰ σκάνδαλα ἄγει.

146, 4. πεπλανημένον.

11. τῶν οὐρανῶν.

146, 15. ἀγωνιζέσθω.

29. ἐκέρδανας.

147, 4. ὅσῳ γὰρ ἄν.

10. τῆς μεγίστης.

147, 13. καταδεδικασμένοι. ἀκουέτωσαν οἱ κέρδεσιν ἐπιπηδῶν. 
 
 τες ἀδίκοις καὶ μὴ παυόμενοι. 14. παραμυθούμενος.

147, 19. ὃ om. Cod. B.

24. ἡμερώτερος.

148, 5. ἐπέθηκας.

7. ἀρκεῖ ἑπτάκις.

149, 3. ἀπόδοσιν.

8. ἐξ ὠμότητος.

149, 13. ὀφειλημάτων ἐλευθεροῖ.

19. ἀστεφάνωτος.

150, 17. ἑπομένων.

19. ἐπιτείνεται.

150, 20. τουτέστι πρὸς θεογ.

33. εἴρηκας.

152, 27. εὐχαρίστει φησιν.

152, 31. μηδὲ om. Cod. B. cum lacunæ

153, 27. καὶ εἰ προαιρέσεως ἐστι φησι, πῶς ἀρχόμενος κ. τ. ἑ.

154, 12. ἐναγκαλίζεται.

15. ἡ ψυχὴ τοῦ παιδ.

154, 19. πρὸς κάλλη.

25. ἐγὼ δὲ φιλαργ.

155, 4. τοῦτο εἶπεν, οὐ γὰρ εἶπεν οὐκ εἰμὶ ἀγαθὸς, ἀλλ’ οὐδεὶς
 ἀγαθὸς, τουτέστιν οὐδεὶς ἀνθρώπων· καὶ αὐτὸ δὲ τοῦτο ὅτ’ ἃν λέγῃ,
 οὐδὲ τοὺς ἀνθρώπους ἀποστερῶν ἀγαθότητος ἀλλὰ πρὸς ἀντι- διαστολήν.

156, 6. αὐτῷ δείκνυσι λέγων, εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, καὶ τότε τὸν
 ἀγῶνα καὶ τὸν πόνον ἐπήγαγεν, τὸ πωλ. 18. ἀπῆλθε.

157, 3. βελώης. 9. παρακαλῇς. 
 Hoc Photii Scholium ad locum adducit Cod. B. Οἱ μὲν 
 κάμηλον, οἱ δὲ κάρμηλον φασίν. ἀμφότεροι δὲ οὐ τὸ ζῶον ἀλλὰ τὸ
 σχοινίον λέγουσι τὸ τὰς ἀγκύρας δεσμεῦον.

157, 12. πένητες ὄντες.

158, 3. ἠλάττωσαι.

7. καθήσεσθε.

34. μετ’ ἐξουσίας.

159, 5. μονὴν ἐν α. 19. δι’ ὃν.

25. εἶναι ἀγαθά.

159, 27. καὶ γινομένους διὰ τ. μέτα. β.

160, 1. ἐν τούτῳ.

8. ὑπακούεσθαι.

9. ἦξεν.

21. βράδιον.

162, 3. ὑποτεμνόμενος.

163, 10. θρόνων.

164, 18. ἀπολαύσεσθαι.

30. ἀσαφείᾳ.

164, 35. διέκειντο, καὶ οἱ δύο κατεξανιστάμενοι τῶν δέκα. καὶ οἱ δέκα
 φθονοῦντες τῶν δύο· οὐ χρὴ δὲ νῦν τοῦτο σκοπεῖν μόνον, ἀλλὰ τὸ ὕψος
 τὸ ἄφατον πρὸς ὅπερ ἀνέδραμον ὕστερον.

165, 9. βαθύτερον.

30. ὑπερβ. τοὺς ἐπιστομίζοντας.

166, 7. Χαναναίας.

16. γὰρ αὐτοῦ.

27. αὐτοὺς ἐκκαίειν.

166, 32. παρασχεῖν Cod. B. recte, sic etiam Ρ. 167, 1.

167, 24. ἐδάφους.

25. δακρύει.

168, 14. τὸ καταπειθὲς.

16. λέγον.

18. τοῦ δεσπότου τ. Χρ.

168, 26. πληρῶν καὶ φιλοσοφίαν παιδεύων, ὁμοῦ δὲ καὶ τ. μάθ’.

168, 31. ἡμεῖς ποιήσωμεν. τίνος γὰρ ἃν εἴημεν ἄξιοι συγγνωμης, ὁτ’ ἀν’ οἱ μὲν.

169, 5. πάντως ὁρᾷς.

7. κατάλειπε.

169, 9. καὶ τοὺς ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ.

169, 10. αὐτὸν λέγ’. τ. πεποίηκ’.

170, 21. εὐηργέτει.

30. θαῦμ’. τὸν δημιουργὸν.

171, 4. καθ’. προέφην om. Cod. B.

171, 6. ἐθαύμασαν, καίτοι πολλῶν ἤδη σημείων γενομένων μειζόνων, ἀλλὰ
 διὰ τοῦτο.

172, 28. καταφρ. πανταχοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἅπαντα
 πράττοντες.

173, 22. ἀπαναχωρῆσαι.

178, 13. ἀπολογίας.

27. κατακληθῆναι.

179, 9. λώβης.

181, 9. λέγωσιν. οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ· πῶς οὖν ἐλέγετε ὅτι πλάνος
 ἐστίν.

181, 26. δοῦναι, ἀλλὰ ἀποδοῦναι.

182, 8. ἄνοιαν.

23. ὑπώπτευον.

31. εἰ καὶ ἔζη. sec. καὶ om.

184, 23. ὅλ. ὁ νομ. καὶ οἱ προφ. κρέμανται.

185, 31. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ.

186, 14. ἀποτείνει.

15. προφυλ.

187, 26. τὰς πρωτοκαθεδρίας.

31. ὅτι οὖν ποιοῦντα.

188, 2. β. τοῦτον λ.

9. οὕτ. χρὴ νοεῖν. mox καθηγηταί.

189, 4. χείρων.

190, 8. ἀποδεκατοῦτε.

191, 2. ἐκάλει τύφλους. εἰ γὰρ τὸ μὴ νομίζειν δεῖσθαι ὁδηγοῦ τὸν
 τυφλὸν.

192, 1. ἐμπομπεύοντες.

2. τοσαύτης τόλμης ἡ μνήμη.

192, 34. ἀποστέλλω.

193, 5. Καίν’· μὴ γὰρ ἐφησύχασεν τοῖς γεγενημένοις ὁ Θεός; μὴ γὰρ οὐκ
 ετιμ.

194, 7. τῆς εἴκ’. τῆς ὄρνης.

195, 21. τοῖς Ἰουδαίοις.

32. εἰ δέ τις ἀπορῶν εἴποι.

196, 3. εἰ δὲ εἷς.

30. ἐρημώσαντα.

197, 33. τότε, φησὶν, οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη· τότε,
 ποτε;

198, 16. καὶ ἱματ.

17. γένοιτο.

198, 33. καὶ γὰρ καὶ Ἰουδαῖος ἦν, καὶ σφόδρα Ἰουδαῖος καὶ ζηλ.

199, 7. καὶ τὰ μ. ταῦτα· ἐπειδὴ οὐδὲ ἐτόλμησέν τις ἀνθρώπων οὐ τῶν
 πώποτε οὐ τῶν μετὰ ταῦτα τόλμ’.

199, 14. ἀπεκήρυττόν τε.

20. πρόρριζοι.

200, 2. Περὶ τοῦ ἐνταῦθα εἰρημένου τότε, χρὴ γινώσκειν, καθὼς πολλάκις εἶπον, ὅτι οὐχὶ τῆς ἀκολουθίας ἐστὶν τοῦ
 καιροῦ τῶν ἔμπροσθεν εἰρημένων αὐτῷ τὸ τότε, ὅπου γὰρ ἀκολουθίαν
 ἐβούλετο εἰπεῖν, τὸ εὐθέως ἐπήγαγεν. ἐνταῦθα δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ τότε
 οὐ περὶ τῶν μετὰ ταῦτα εὐθέως λέγων, ἀλλὰ τὰ ἐν τῷ καιρῷ ᾧ μέλλει
 ταῦτα γίνεσθαι ἅπερ ἔμελλεν λέγειν· οὕτω καὶ ὅταν λέγῃ 
 “ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις παραγίνεται Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς,” οὐ τὸν
 ἑξῆς εὐθὺς λέγει καιρὸν, ἀλλὰ τὸν μετὰ πολλὰ ἔτη, καὶ τὸν καθ’ ὃν
 ταῦτα ἐγίνετο ἅπερ εἰπεῖν ἔμελλεν. καὶ γὰρ περὶ τῆς γεννήσεως τοῦ
 Χριστοῦ διαλεχθεὶς καὶ τῆς τῶν Μάγων παρουσίας, καὶ τῆς τελευτῆς
 Ἡρώδου, εὐθέως ἐπάγει, “ἐν ἐκείναις ταῖς “ἡμέραις
 παραγίνεται Ἰωάννης ὁ βαπτιστής.” καίτοι τριάκοντα μεταξὺ γέγονεν
 ἔτη, ἀλλ’ ἔθος τῇ γραφῇ τούτῳ κεχρῆσθαι τῆς ἱστορίας τῷ τρόπῳ· οὕτω
 δὴ καὶ ἐνταῦθα, τὸν μέσον ἅπαντα χρόνον παρελθὼν, τὸν ἀπὸ τῆς
 ἁλώσεως τῶν Ἱεροσολύμων ἕως τῶν προοιμίων τῆς συντελείας τοῦ
 σύμπαντος κόσμου λέγει.

200, 11. ἀπατᾶν ἐπιχειρ. οἱ μὲν γὰρ ἐπὶ τῶν Ἀποστόλων τοὺς πολλοὺς
 ἠπάτων.

26. κ. τὴν οἰκουμένην. 
 In marg. Cod. B. diversa manu script. 12 σæc. Τοῦ ἁτίου Ευρίλλου
 σχόλιον. Ὥσπερ σώματος κειμένου νεκροῦ τὰ σαρκοβόρα τῶν πτηνῶν ἐπ’
 αὐτὰ συντρέχει· οὕτως ὅταν ὁ υἱὸς τοῦ 
 ἀνθρώπου παραγένηται, τότε δὴ πάντες οἱ ἀετοὶ,
 τουτέστι οἱ τὰ ὑψηλὰ πετώμενοι καὶ ἀνωτάτων καὶ τῶν ἐπιγείων καὶ
 κοσμικῶν ἀνηνεγμένοι ἐπ’ αὐτὸν συνδραμοῦνται.

201, 17. διδόντας εὐθύνας.

202, 2. ἀγαπ. τῶν ἀπομενόντων τὴν κόλασιν.

6. ἀναστάντας.

202, 7. συλλεγέντας δέ.

12. οἴμμοι.

15. μόνος.

202, 23. ποιεῖν. πλὴν ἀλλὰ πρόφασίν τινα ἐδόκουν ἔχειν πολλοὶ τῶν
 ῥαθύμων. ψυχρὰν μὲν ἐδόκουν δὲ ἔχειν τὸ ὑπέρογκον τῶν ἐπιταγμάτων·
 καὶ ὅτι μέγας ο πόνος καὶ ἄπειρος ο χρόνος, καὶ ἀφόρητον τὸ φορτίον·
 νῦν δὲ οὐδὲν τοιοῦτόν ἐστιν προβαλέσθαι· ὅπερ μάλιστα
 τῆς γεέννης οὐχ ἧττον ἡμᾶς διατρώγειν μέλλει κατὰ τὸν καιρὸν
 ἐκεῖνον· ὅταν διὰ μικρὰν ῥοπὴν καὶ ὀλίγον ἱδρῶτα τὸν οὐρανὸν ὦμεν
 ἀπολωλεκότες, καὶ τὰ ἀπόρρητα ἀγαθά. καὶ γὰρ καὶ ὁ χρόνος βραχὺς,
 καὶ ὁ πόνος ὀλίγος· καὶ ὅμως ἐκλελύμεθα καὶ ἀναπεπτώκαμεν.

203, 7. ὥσπερ τοῦτο ἀνάγκη.

203, 12. Περὶ ποίας γενεᾶς εἶπεν “ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ “ αὕτη
 ἕως ἃν πάντα ταῦτα γένηται;” οὐ περὶ τῆς τότε ταῦτα λέγει γενεᾶς,
 ἀλλὰ περὶ τῆς τῶν πιστῶν. οἶδεν γὰρ γενεὰν οὐκ ἀπὸ τῆς τῶν χρόνων
 ἀκολουθίας χαρακτηρίζειν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τρόπων 
 θρησκείας καὶ πολιτείας· ὡς ὅταν λέγῃ, “αὕτη ἡ γενεὰ τῶν ζη-
 “τούντων τὸν Κύριον,” ἀλλ’ ὅπερ εἶπεν τοῦτό ἐστιν, ὅτι πάντως
 ἐκβήσεται ταῦτα πάντα καὶ μένει ἡ γενεὰ τῶν πιστῶν οὐδενὶ τῶν
 εἰρημένων διακοπτομένη, ἀλλὰ καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα ἀπολεῖται καὶ τὸ
 πλέον τῶν Ἰουδαίων ἀφανισθήσεται. ταύτης δὲ τῆς γενεᾶς 
 οὐδὲν περιγενήσεται, οὐ λιμὸς, οὐ λοιμὸς, οὐ σεισμὸς, οὐχ αἱ τῶν
 πολέμων ταραχαὶ, οὐ ψευδόχριστοι, οὐ ψευδοπροφῆται, οὐκ ἀπατεῶνες,
 οὐχ οἱ παραδίδοντες, οὐχ οἱ σκανδαλίζοντες, οὐχ οἱ ψευδάδελφοι, οὐκ
 ἄλλος οὐδεὶς τοιοῦτος πειρασμός. εὐκολώτερον γάρ, φησιν, ἀφανισθῆναι
 τὰ πεπηγότα ταῦτα καὶ ἀκίνητα. τοῦτο γὰρ σημαίνει ὁ
 οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσεται, ἣ τῶν λόγων τῶν ἐμῶν τι διαπεσεῖν·
 τοῦτο γὰρ δηλοῖ “ οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ “παρελθῶσιν.” 
 Διατί δὲ τὰ στοιχεῖα ταῦτα εἰς μέσον τέθεικεν; ὁμοῦ μὲν δεικνὺς ὅτι
 προτιμότερα καὶ οὐρανοῦ καὶ γῆς ἡ Ἐκκλησία, ὁμοῦ 
 δὲ καὶ δημιουργὸν ἑαυτὸν ἐμφαίνων καὶ ἐντεῦθεν τοῦ
 παντὸς, καὶ τὴν δύναμιν αὐτοῦ τὴν ἄφατον σημαίνων. 
 Τίνος ἕνεκεν περὶ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας εἶπεν ὅτι οὐδεὶς οἰδεν
 οὐδὲ οἱ Ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, οὐδὲ ὁ Υἰὸς εἰ μὴ μόνος ὁ Πατήρ; haec
 quaestio totidera verbis tractata invenitur in Cat.
 Evang. S. Marci, p. 415, 18. 
 Εἰπὼν δὲ ὅτι “ὥσπερ ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ Νῶε τρώγοντες “καὶ
 πίνοντες” καὶ τὰ ἑξῆς, τὴν ἀθρόαν αὐτοῦ καὶ ἀπροσδόκητον παρουσίαν
 ἐσήμανεν· καὶ γὰρ καὶ Παῦλος τοῦτό φησιν, ὅτι ὅταν λέγωσιν εἰρήνη
 καὶ ἀσφάλεια, τότε αἰφνίδιος αὐτοῖς ἐπίσταται ὄλεθρος·
 καὶ ὥσπερ ἡ ὠδῖν’ ἐν γαστρὶ ἐχούσῃ. καὶ εἰ τρυφὴ πῶς θλίψις; εἶπεν
 γὰρ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων τρυφὴ τοῖς ἀναισθήτως
 διακειμένοις, θλίψις δὲ καὶ ἀθυμία τοῖς δικαίοις· ὅθεν δείκνυται ὅτι
 τοῦ Ἀντιχρίστου ἐλθόντος τὰ τῶν ἀτόπων ἡδονῶν ἐπιταθήσεται ἐν τοῖς
 παρανόμοις, καὶ τῆς οἰκείας ἀπογνῶσιν σωτηρἱας. ὥσπερ
 γὰρ τῆς κιβωτοῦ γινομένης, οὐκ ἐπίστευόν φησιν, ἀλλὰ προέκειτο μὲν
 ἐν μέσῳ τὰ μέλλοντα προανακηρύττουσα κακὰ, ἐκεῖνοι δὲ ὁρῶντες αὐτὴν
 ὡς οὐδενὸς ἐσομένου δεινοῦ οὕτως ἐτρύφων, οὕτω καὶ νῦν. φανεῖται μὲν
 ὁ Ἀντίχριστος, μεθ’ ὃν ἡ συντέλεια καὶ αἱ κολάσεις καὶ αἱ τιμωρίαι
 αἱ ἀφόρητοι· οἱ δὲ τῇ κακίᾳ συνεχόμενοι, οὐδὲ
 αἰσθήσονται τοῦ φόβου τῶν ἐσομένων δεινῶν.

203, 22. μύλῳ· κ. ἐπ’. εἶπεν.

26. δῆλον ὅτι.

34. συντέλειαν.

204, 10. ἀνακρίνωμεν.

14. διὰ τοῦτο εἶπεν.

15. om. μου.

205, 16. παρά τινων.

205, 32. ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῆς προτέρας παραβολῆς τοῦ πιστοῦ 
 δούλου καὶ τοῦ ἀγνώμονος, καθολικώτερον περὶ πάσης ὠφελείας λέγει,
 καὶ εἰς τὸν πλησίον ἐπιδείκνυσθαι χρή. ἐπὶ δὲ ταύτης τῆς τῶν
 παρθένων, περὶ ἐλεημοσύνης ἰδικῶς τῆς ἐν χρήμασι παρακελεύεται· καὶ
 σφοδρότερον ἣ ἐπὶ τῆς προτέρας παραβολῆς· ἐκεῖ μὲν γὰρ τὸν τύπτοντα
 τοὺς συνδούλους καὶ μεθυσκόμενον καὶ τὰ δεσποτικὰ
 σκορπίζοντα καὶ ἀπολλῶντα κολάζει, ἐνταῦθα δὲ καὶ τὸν οὐκ ὠφελοῦντα,
 οὐδὲ δαψιλῶς τοῖς δεομένοις κενοῦντα τὰ ὄντα. εἶχον μὲν γὰρ καὶ αἱ
 μωραὶ παρθένοι ἔλαιον· οὐ δαψιλὲς δὲ, διὸ κολάζονται.

206, 2. π. παρθενίας προδιελέχθη.

206, 3. μεγάλην δ. αὐτῆς δ.

5. κατορθώθη.

206, 8. ἐπαινῶ μὲν γάρ φησι τὸν κατορθοῦντα· οὐκ ἀναγκάζω δὲ τὸν μὴ
 βουλόμενον, οὐδὲ ἐπίταγμα τὸ πρᾶγμα ποιῶ.

206, 10. κατορθῶν, ὡς τὸ πᾶν κατορθωκὼς διάκειται.

206, 11. ἀμελῇ.

20. ἐλεημοσύνην.

23. παρθενίας τὸ χαρ.

206, 31. παρὰ τῶν φρον.

32. ἐργ. προδοθέντων προστῆναι.

207, 25. δεικνύς.

208, 5. οὐχ ἑτέρῳ ὁτωοὖν.

25. ὅτι τὴν π. 30. σκοτοῖ.

209, 9. άπόλλει.

212, 14. τοῦτο ἔλεγον.

19. οὐδὲ ἄρρωστον.

28. ἦ καὶ λ.

213, 12. ἡτοίμαστο κ· ηὐτρέπιστο·

213, 20. τὴν μὲν γὰρ βασιλείαν, φησὶν, ὑμῖν ἡτοίμασα, τὸ δὲ πῦρ οὐχ
 ὑμῖν, ἀλλὰ τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ, ἐπ’.

213, 25. εἰλικρινῆ κ. δαψιλῆ.

214, 8. τ. παλαιῶν εὑ.

16. αὐτοὺς οὑν.

215, 13. καὶ τ. ’χαν. καὶ τὴν αἱμορροοῦσαν.

215, 29. χρῖσιν.

31. ἔλεον.

216, 2. κυοφ. καὶ γαλακτοτροφηθῆναι.

13. καλὸν παροτουοὖν.

217, 8. ἐς. δὲ εὐκαιρίαν ἵνα αὐτὸν παραδῷ.

218, 8. ὄρη διατεμεῖν, ἣ πτῆναι πρὸς τὸν ἀέρα· ἣ περαιώσασθαι τὸ τυραννικὸν a πέλαγος; οὐδαμῶς, ἀλλ’ οὕτως εὔκολον
 πολιτείαν, ὡς μηδὲ ὀργάνων δεῖσθαι, ἀλλὰ ψυχῆς καὶ διαθέσεως
 μόνης.

218, 13. ἀλλ’ εἶπέν, φησιν, ῥῖψον τὰ χρήματα, τοῦτο οὖν ἐστιν
 φορτικὸν, μάλιστα μὲν οὐκ ἐκέλευσεν, ἀλλὰ συνεβούλευσεν· πλὴν εἰ καὶ
 ἐπίταγμα ἦν, τί τὸ βαρὺ μὴ φέρειν φορτία, καὶ φροντίδας 
 ἀκαίρους ἔχειν· ἀνανήψωμεν λοιπὸν καὶ γνῶμεν ὅτι οὐχὶ π.

218, 23. μεγίστην· διὰ δὴ τοῦτο αἱ μὲν ἄλλαι ἀνῃροῦντο πορνευόμεναι.
 αἱ δὲ τῶν ἱερέων θυγατέρες κατεκαίοντο. τοῦ νομοθέτου ἐκ περιουσίας
 δηλοῦντος ὅση τὸν ἱερέα μένει κόλασις τοῦτο ἁμαρτάνοντα. εἰ γὰρ τὴν
 θυγατέρα μείζονα ἀπῄτησεν δίκην, διὰ τὸ ἱερέως εἶναι
 θυγατέρα, πολλῷ μᾶλλον αὐτὸν τὸν ἱερωμένον; ἐπορνεύθη τις. 30. νῦν
 ἱερωμ. τις.

219, 1. θύεσθαι. τῇ γὰρ πέμπτῃ τοῦ σαββάτου προσῆλθον. καὶ ταύτην ὁ
 μὲν τὴν πρὸ τῶν ἀζύμων καλεῖ, τὸν καιρὸν λέγων 
 καθ’ ὃν προσῆλθον, ὁ δὲ οὕτω λέγει “ἦλθεν δὲ ἡ ἡμέρα
 τῶν ἀζύ- “ μῶν ἐν ᾗ ἔδει εὔχεσθαι (sic) τὸ Πάσχα.

219, 4. θέλει om. B.

8. τὴν διάνοιαν τούτου π.

220, 18. ἐξετάζων.

33. ἐργάζ. καὶ κύνας ἀντὶ ἀνθρώπων, μᾶλλον δὲ καὶ κυνῶν χαλεπωτέρους,
 καὶ δαίμονας ἀπὸ κυνῶν, ἔκφρονας, παραπλῆγας, ὅλους τοῦ
 λαμβάνειν, καθάπερ καὶ Ἰούδας ἐγένετο.

221, 3. μετὰ δὲ τὸ ψωμίον διὰ τοῦτο λέγει ὅτι εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν ὁ
 Σατανᾶς, ὅτι οὐκ ἀθρόον εἰσέρχεται οὐδὲ ὑφ’ ἓν, ἀλλὰ πολλὴν ποιεῖται
 τὴν ἀπόπειραν πρῶτον. ὃ δὴ καὶ ἐνταῦθα γέγονεν. 
 διακωδωνήσας γὰρ αὐτὸν ἐν ἀρχῇ καὶ προσβαλὼν ἠρέμα, ἐπειδὴ εἶδεν
 ἐπιτήδειον πρὸς ὑποδοχὴν, ὅλος λοιπὸν ἐνταῦθα ἔπνευσεν, καὶ
 ὁλοσχερῶς αὐτοῦ περιγέγονεν. 
 Διατί εἰ τὸ Πάσχα ἤσθιον παρανόμως ἤσθιον; οὐ γὰρ ἀνακειμένους ἔδει
 φαγεῖν. ἀλλ’ οὐκ ἐν τῷ ἐσθίειν τὸ Πάσχα ἀνέκειντο, ἀλλὰ
 μετὰ τὸ φαγεῖν αὐτὸ λοιπὸν ἑστιώμενοι· ὃ δὲ λέγει ἕτερος
 Εὐαγγελιστὴς “ὅτι ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τὸ Πάσχα τοῦτο φαγεῖν “μεθ’
 ὑμῶν,” τοῦτο δηλοῖ, ὅτι κατὰ τὸν ἐνιαυτὸν τοῦτον, ὅτε ἤμελλεν ἡ
 σωτηρία τῆς οἰκουμένης γίνεσθαι, καὶ τὰ μυστήρια παραδίδοσθαι, καὶ
 τὰ λυπηρὰ λύεσθαι διὰ τοῦ θανάτου· οὕτω κάτα γνώμην
 αὐτῷ ο σταυρὸς ἢν·

222, 11. πρὸς αὐτὸ.

13. τὰ προστάγματα.

222, 18. τὰ τῆς καινῆς.

20. διαλεχθεὶς.

22. συνέχον.

222, 23. ἐκέχρητο.

25. μέλλει.

27. έγκεικίνιστο.

223, 5. ἔστη. 31. οὐκ οὔσης· ὡς ἐμάθομεν ἐκ τοῦ Ἰούδα· 
 καὶ γὰρ πολλῆς ἀπολαύσας βοηθείας οὐδὲν ὠφελήθη· ἐπειδὴ καὶ μὴ
 θέλησε καὶ τὰ παρ’ αὐτοῦ συνεισενεγκεῖν. διὰ γὰρ τοῦτο καὶ
 ἐταλάνισεν αὐτὸν εἰπὼν “οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ·” καὶ ἐφόβησεν αὐτὸν
 πάλιν εἰπὼν, “καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη.” καὶ ἐνέτρεψεν αὐτὸν
 βάψας τὸ ψωμίον καὶ ἐπιδεδωκὼς, ὥστε τῆς πονηρᾶς αὐτὸν
 ἀνατρέψαι βουλῆς. τοσαύτη δὲ ἦν αὐτοῦ ἡ πήρωσις, ὅτι καὶ τῶν
 μυστηρίων μετασχὼν, ἔμενεν ὁ αὐτὸς ἀμετάβλητος. καὶ τοῦτο ὁ Λουκᾶς
 δηλοῖ λέγων, ὅτι μετὰ τοῦτο εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν ὁ Σατανᾶς· οὐ τοῦ
 σώματος καταφρονῶν ὁ διάβολος τοῦ φοβεροῦ, ἀλλὰ τῆς ἀναισχυντίας
 λοιπὸν καταγελῶν τοῦ προδότου. 
 

 
 Διὸ παρακαλῶ μήτε τὸ πᾶν ἐπὶ τὸν Θεὸν ῥίψαντες αὐτοὺς καθεύδειν, μήτε
 σπουδάζοντας νομίζειν οἰκείοις πόνοις τὸ πᾶν κατορθοῦν· οὔτε γὰρ
 ὑπτίους ἡμᾶς αὐτοὺς εἶναι βούλεται ὁ Θεός. διὰ τοῦτο οὐ τὸ πᾶν ἡμῖν
 δέδωκεν, ἀλλ’ ἑκατέρου τὸ βλαβερὸν ἀνελὼν, τὸ χρήσιμον ἡμῖν εἴασεν·
 τούτου οὖν ἕνεκεν καὶ τὸν κορυφαῖον ἀφῆκεν πεσεῖν
 συνεσταλμένον τε αὐτὸν κατασκευάζων, καὶ εἰς πλειόνα ἀγάπην λοιπὸν
 ἀλείφων.

224, 23. παρά τινων ἐπὶ τοῦτο.

27. θήσεις.

224, 35. συνάδει τῷ θελήματι τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι πανταχοῦ τούτῳ ἕπεσθαι
 δεῖ καὶ τοῦτο ἐπιζητεῖν.

225, 2. ἐνδεικτικόν.

225, 6. ἀπελθὼν καὶ προσευξάμενος καὶ ἐπανελθὼν φησὶν. καθ’.

225, 29. Τοῦ Χρυσοστόμου. Τὸ μετὰ μαχ. Sch. sup. τοῦ Πηλουσιώτου.

226, 9. ἀγάπης σκοπῷ.

10. τίς ἐστιν ὁ εἷς.

227, 2. ὁπλισαμένας.

27. ἐπὶ τούτῳ.

227, 31. τὸ πάσχα. οὐ γὰρ ἃν ὁ Χριστὸς παρέβη τὸν καιρὸν τοῦ Πάσχα
 φαγὼν αὐτὸ τῇ ἑσπέρᾳ.

228, 6. τὸν ν. τοῦτον, οὔτε δὲ πάλιν περὶ τοῦ ναοῦ ἐκείνου εἶπεν ἀλλὰ
 π. τ. σῶμ’.

228, 17. ἐκκαλεῖται.

33. σφαγῆναι.

229, 15. προσετίθεσαν.

19. τριοβολιμαῖον.

229, 32. ἠρνήσατο· οὕτω δὲ περιδεὴς ἦν καὶ σφόδρα ἀπο- τεθνηκὼς τῷ
 δέει, ὅτι οὐ μόνον ἠρνήσατο, ἀλλ’ οὐδέ.

230, 3. πικρῶς om. B.

11. προδιατετύπωτο.

22. ἀναιρεῖ.

231, 1. κορβονᾶν.

5. ἀνεκήρυττεν.

232, 3. π. δὲ ἐκύκων.

7. προήνεγκεν.

8. κατεβαλόμην.

232, 20. χαρ. αὐτὸν·

233, 20. Εἰ καὶ τὰς χεῖρας.

22. παραδ. τούτοις.

233, 23. ὁ ἑκατοντάρχης.

31. καὶ καθ’ ἑαυτῶν.

235, 34. ἀνεσκολοπισμένον.

35. π. ὁρώντων.

236, 2. ποιήσωσιν.

236, 6. Ἰσραὴλ, διὰ τοῦτο χλευάζοντες ἐβόων, εἰ βασιλεὺς τ. Ἰσρ.

14. λῃστὴς ἦν.

237, 27. τεθνήκει.

237, 35. χρὴ δὲ γον. ὅτι τύπος ἢν τούτου τὸ ἐπὶ γενόμενον· ὅτι νεκροῦ
 ὄντος αὐτοῦ ἃψ.

238, 15. διὰ τούτου.

16. ῥῆξαι.

25. προστάγματα.

239, 3. μέγα άποτολ.

21. έν πειρ. ὄντα.

239, 34. εἰς αὐτ’. ἐκ. ἴδετε.

25. ἐκαίνωσεν.

240, 6. αἰτιᾶσθε.

21. μ. τ. ἀναστ., μετὰ τὴν ἀνάστασιν.

241, 16. τῷ πρῶται ἰδεῖν.

24. γενομένου.

241, 27. κἂν γὰρ οἱ π.

29. πλάττοντες.

32. οὐ παρεκαθ.

242, 33. τὰ γεγενημένα.

243, 4. πολλάκις om. B. 
 
 Ἐπληρώθη ἡ ἑρμηνεία τοῦ Χρυσοστόμου εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον ἅγιον
 Εὐαγγέλιον.