Κατὰ Εὐσεβίου καὶ Θεογνίου. 
 »Κωνσταντῖνος Σεβαστὸς τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ Νικομηδέων. 
 >Τὸν δεσπότην θεὸν δηλαδὴ καὶ σωτῆρα Χριστὸν ἀκριβῶς ἄπαν-
>τες ἴστε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, πατέρα τε καὶ υἱὸν εἶναι.
 
 
 


 
>φημὶ ἄναρχον ἄνευ τέλους γονέα τοῦ αἰῶνος αὐτοῦ, υἱὸν δέ, τοῦτ᾿
>τὴν τοῦ πατρὸς βούλησιν, ἥτις οὔτε δέ ἐνθυμήσεώς τινος
οὔτε πρὸς τὴν τῶν ἔργων αὐτοῦ τελεσιουργίαν διά τινος ἐξεζητη-
>μένης οὐσίας κατελήφθη. ὃς γὰρ τοῦτο καὶ νοεῖ καὶ νοήσει,
 >ἕξει πρὸς ἅπαν τιμωρίας γένος ἀκάματον ὑπομονήν.

ἀλλὰ γὰρ ὁ >τοῦ θεοῦ υἱὸς Χριστὸς ὁ τῶν ἁπάντων δημιοεργὸς καὶ τῆς ἀθανα-
>σίας αὐτῆς χορηγὸς ἐγεννήθη ὅσον πρὸς πίστιν ἀνῆκεν ᾑ
>καμεν, ἐγεννήθη — μᾶλλον δὲ προῆλθεν αὐτὸς καὶ πάντοτε ἐν
>πατρὶ ὢν ἐπὶ τὴν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ γεγενημένων διακόσμησιν —
 >τοίνυν ἀμερίστῳ προελεύσει· ἡ γὰρ βούλησις ὁμοῦ καὶ τῷ
>αὐτῆς ἐμπέπηγε καὶ ταῦθ’ ἅπερ διαφόρου δέεται ἐπιμελείας κατὰ τὴν
>ἑκάστου ποιότητα πράττει τε καὶ διοικεῖ. τί οὐν;

ἔστι τι μεταξὺ >τοῦ θεοῦ τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ; οὐδὲν δηλαδή· αὕτη γὰρ ἡ τῶν
πραγμάτων συμπλήρωσις αἰσθήσει παρείληφε τὸ τῆς βουλήσεως πρόσ-
 >ταγμα, οὐχὶ δὲ μερισθεῖσαν ἐκ τῆς τοῦ πατρὸς οὐσίας τὴν
>διέστησεν. ὅ δὲ τούτοις ἕπεται· τίς έστιν, ὃς τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἐμοῦ
>δεσπότου ὀπαδὸς δι’ αἰδῶ μᾶλλον ἢ μωρίαν δέδιεν;

ἀρ’ οὖν πάσχει 
 
 


 
 >τὸ θεῖον, ἐπειδὰν ἡ τοῦ σεμνοῦ σώματος οἴκησις πρὸς
>τῆς ἰδίας ἁγιότητος ὁρμᾷ, ἢ ὑποπίπτει θίξει τὸ τοῦ σώματος
>χωρισμένον; ἆρ’ οὐχὶ διέστηκε τοῦθ’ ὅπερ ἐκ τῆς τοῦ σώματος
>ρηται ταπεινότητος; οὐχὶ δὲ ζῶμεν, κἂν πρὸς θάνατον ἡ τῆς
 >εὔκλεια τὸ σῶμα προσκαλέσηται;

>Τί τοίνυν ἐνταῦθα ἡ ἀβλαβής τε καὶ εἰλικρινὴς πίστις ἄξιον >ἀμφιβολίας κατείληφεν; ἢ οὐχ ὁρᾷς ὅτι σεμνότατον σῶμα ὁ
>ἐπελέξατο, δι’ οὗ τὰ τῆς πίστεως τεκμήρια καὶ τὰ τῆς οἰκείας
>τῆς ὑποδείγματα ἔμελλεν ἐμφανίζειν, καὶ τὴν ἤδη
 >ὀλεθρίῳ πλάνῃ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπώλειαν ἀποσείεσθαι.
>τε θρησκείας διδόναι διδασκαλίαν καὶ τῷ τῆς ἁγνείας ὑποδείγματι
>τὰς ἀναξίας τοῦ νοῦ πράξεις καθαίρειν, ἔπειτα δὲ τὴν μὲν τοῦ 
>θανάτου βάσανον ἐκλύειν, τὰ δὲ τῆς ἀθανασίας ἔπαθλα προαναφω-
>νεῖν.

ἀλλ’ ὑμεῖς, οὓς λοιπὸν ἀδελφοὺς ἡ τῆς ἀγάπης κοινωνία >εἰκότως ὑπ’ ἐμοῦ προσαγορεύεσθαι ποιεῖ, οὐκ ἀγνοεῖτέ με τὸν
>τερον συνθεράποντα, οὐκ ἀγνοεῖτε τὸ τῆς ὑμετέρας σωτηρίας
>ρωμα, οὗ τὴν φροντίδα γνησίως ἐπανῄρημαι, καὶ δι’ οὑ τῶν
>ἐχθρῶν οὐ μόνον τὰ ὅπλα κατεμαχεσάμεθα ἀλλὰ καὶ ζῶντας ἔτι 
 
 




 
 >τὴν ψυχὴν συγκατείρξαμεν πρὸς τὸ τὴν τῆς φιλανθρωπίας
>πίστιν ἐκφάναι.

ἀλλ’ ἐγὼ ἐπὶ τοῖς ἀγαθοῖς τούτοις διὰ τὴν τῆς >οἰκουμένης μάλιστα ἀνανέωσιν ἔχαιρον. καὶ γὰρ θαύματος ᾐν
>ἀληθῶς ἔθνη τοσαῦτα εἰς ὁμόνοιαν ἐπαγαγεῖν, ἃ πρὸ βραχέος ἐλέγετο
 >τὸν θεὸν ἀγνοεῖν. πλὴν τί ἔμελλε γινώσκειν τὰ ἔθνη ταῦτα, ἃ
>οὐδεμίαν φιλονεικίας ἐπανῄρηντο φροντίδα; τί οὐν νοεῖτε,
>ἀγαπητοί, ὡς ὑμᾶς αὐτοὺς αἰτιῶμαι; Χριστιανοί ἐσμεν καὶ
>διαθέσει διχονοοῦμεν.

αὕτη ἄρα ἐστὶν ἡ ἡμετέρα πίστις, αὕτη ἡ >τοῦ ἁγιωτάτου νόμου διδασκαλία; ἀλλὰ τίς έστιν εἰτία, δι’ ἥν ὁ τοῦ
 >παρόντος κακοῦ ὄλεθρος ἐξεγήγερται; ὢ τῆς ἀτοπίας, ὢ μίσους
>ὑπερβολὴ πάσης ἀγανακτήσεως μέγεθος ὑπερπαίουσα. τίς
>λῃστηρίου τούτου ἀναπέφανται δεινότης, ἣ τὸν τοῦ θεοῦ υἱὸν
>ται ἐξ ἀμερίστου τοῦ πατρὸς οὐσίας προεληλυθέναι; ἀρ’ οὐχὶ
>ταχοῦ ἐστιν ὁ θεός, καίτοι γε τοῦτον πάντοτε παρεῖναι ἡμῖν αἰσθα-
 >νόμεθα; ἆρ’ οὐχὶ διὰ τῆς τούτου δυνάμεως ἡ τῶν ὅλων
>εὐκοσμία; καίτοι γε τῆς τοῦ χωρισμοῦ διαστάσεως ἐστέρηται;

Μὴ οὐν ὑμῖν τι πέπρακται; ὠ ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, καταμάθετε νῦν, ἀξιῶ, τὰς βασάνους τῆς παρούσης ἀλγηδόνος. ὁμολογητὰς ὑμᾶς
εἶναι τούτου ἐπηγγέλλεσθε, ὃν εἶναι ἀρνεῖσθε, τοῦθ’ ὑμᾶς τοῦ πανώλου
διδασκάλου πείθοντος. ἱκετεύω, τίς ἐστιν ὁ ταῦτα διδάξας οὔτως
 ἄκακον πλῆθος; Εὐσέβως δηλαδὴ ὁ τῆς τυραννικῆς ὠμότητος συμμύστης.
ὅτι γὰρ πανταχοῦ τοῦ τυράννου γεγένηται προσφύλαξ,
πανταχόθεν ἔστι συνορᾶν. τοῦτο μὲν γὰρ αἱ τῶν ἐπισκόπων σφαγαὶ
διαμαρτύρονται, ἀλλὰ τῶν ἀληθῶς ἐπισκόπων, τοῦτο δὲ ἡ χαλεπωτάτη
τῶν Χριστιανῶν ἐκδίωξις διαρρήδην βοᾷ.

οὐδὲν γὰρ τῶν εἰς ἐμὲ γεγενημένων ὕβρεων νῦν ἐρῶ, δι’ ὡν, ὅτε μάλιστα τῶν
ἐναντίων μερῶν ἐπραγματεύσαντο συνδρομαί, οὑτος καὶ όφθαλμοὺς
κατασκόπους ὑπέλαμπε κατ’ ἐμοῦ καὶ μόνον οὐκ ἐνόπλους τῷ τυράννῳ
συνεισέφερεν ὑπουργίας.

μηδ’ ἐμέ τις οἰέσθω εἶναι πρὸς τὴν τούτων ἀπόδειξιν ἀπαράσκευον· ἔλεγχος γάρ ἐστιν ἀκριβής, ὅτι 
 
 
 



 
 τοὺς πρεσβυτέρους καὶ διακόνους τοὺς Εὐσεβίῳ παρεπομένους φανερῶς
ὑπ’ ἐμοῦ συνειλῆφθαι συνέστηκεν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν παρίημι, ἄ
νῦν οὐκ ἀγανακτήσεως ἕνεκέν, ἀλλ’ εἰς ἐκείνων αἰσχύνην ὑπ’ ἐμοῦ
προενήνεκται. ἐκεῖνο μόνον δέδια, ἐκεῖνο διαλογίζομαι, ὅτι ὑμᾶς ὁρῶ
 πρὸς τὴν τοῦ ἐγκλήματος καλεῖσθαι κοινωνίαν. διὰ γὰρ τῆς Εύσεβίου
ἀγωγῆς τε καὶ διαστροφῆς συνείδησιν τῆς ἀληθείας κεχωρισμέ-
νην ἀνειλήφατε.

ἀλλ’ ἔστιν οὐ βραβεῖα θεραπεία, εἴγε ἐπίσκοπον πιστόν τε καὶ ἀκέραιον νῦν γοῦν λαβόντες πρὸς τὸν θεὸν ἀπίδητε,
ὅπερ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐν ὑμῖν ἐστι καὶ πάλαι ἐχρῆν τῆς ὑμετέρας
 κρίσεως ἠρτῆσθαι, εἰ μὴ ὁ προειρημένος Εὐσέβιος + δεινῇ τότε συλλαβομένων
αὐτῷ ἐνταῦθα ἐληλύθει καὶ τὴν τῆς τάξεως ὀρθότητα
ανασχυντως † ουνεπεπραχει.

Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ αὐτοῦ τοῦ Εὐσεβίου πρὸς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην ὀλίγα προσῆκε φράσαι, μέμνηται ἡ ὑμετέρα ἀνεξικακία ἐπὶ τῆς Νι-
 καέων πόλεως γεγενῆσθαι σύνοδον, ᾗ καὶ αὐτὸς ἐγὼ πρεπόντως τῇ 
 

 
 
 τῆς ἐμῆς συνειδήσεως λατρεία παρήμην, οὐδὲν ἕτερον βουλόμενος ἢ
ὁμόνοιαν ἅπασιν ἐργάσασθαι καὶ πρὸ πάντων ἐλέγξαι τε καὶ ἀπο-
σείσασθαι τὸ πρᾶγμα τοῦτο, ὃ τὴν μὲν ἀρχὴν εἰλήφει διὰ τῆς Ἀρείου
ποῦ Ἀλεξανδρέως ἀπονοίας, ἰσχυροποιεῖτο δὲ παραχρῆμα διὰ τῆς
 Εὐσεβίου ἀτόπου τε καὶ ὀλεθρίας σπουδῆς.

ἀλλ’ αὐτὸς οὗτος Εὐσέβιος, προσφιλέστατοι καὶ τιμιώτατοι, μεθ’ ὅσης νομίζετε συνδρομῆς
ἅτε δὴ ὑπὸ τῆς συνειδήσεως αὐτῆς ἡττώμενος, μεθ’ ὅσης δὲ
αἰσχύνης τῇ πανταχόθεν ἐληλεγμένῃ ψευδολογίᾳ συνίστατο, ὑποπέμπων
μέν μοι διαφόρους τοὺς ἀξιοῦντας ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐξαιτούμενος
 δὲ παρ’ ἐμοῦ συμμαχίαν τινά, ὅπως μὴ ἐπὶ τοσούτω̣ ἐλεγχθεὶς πλημμελήματι
τῆς ὑπαρχούσης αὐτῷ τιμῆς ἐκβάλλοιτο; μάρτυς ἐστί μοι
τούτου ὁ θεὸς αὐτός, ὅς ἐμοί τε καὶ ὑμῖν φιλαγάθως ἐπιμένοι, ἐπεὶ καὶ ἐμὲ
ἐκεῖνος περιέτρεψε καὶ ἀπρεπῶς ὑφήρπασεν, ὃ κοὶ ὑμεῖς ἐπιγνώσεσθε.
πάντα μὲν γὰρ ἐπράχθη τότε, καθὼς αὐτὸς ἐπόθει πᾶν ὁτιοῦν κακὸν
 ἐπὶ τῆς ἑαυτοῦ διανοίας ἀποκρυπτόμενος.

Ἀλλὰ πρώην, ἵνα τὰ λοιπὰ τῆς τούτου σκαιότητος παρῶ, τί 
 




 
 μάλιστα μετὰ Θεοξενίου. ὃν τῆς ἀνοίας ἴχει κοινωνον διεπράξατο.
ἀκούσατε, παρακαλῶ. Ἀλεξανδρέας τινὰς τῆς ἡμετέρας πίστεως
ἀναχωρήσαντας ἐνταῦθα κεκελεύκειν ἀποσταλῆναι, ἐπειδὴ διὰ τῆς
τούτων ὑπηρεσίας ὁ τῆς διχονοίας ἠγείρετο πυρσός..

ἀλλ’ οὗτοι τὸ καλοί τε καὶ ἀγαθοὶ ἐπίσκοποι, οὓς ἅπαξ ἡ τῆς συνόδου ἀλήθεια
πρὸς μετάνοιαν τετηρήκει, οὐ μόνον ἐκείνους ὑπεδέξαντο καὶ πὰρ
ἑαυτοῖς ἠσφαλίσαντο, ἀλλὰ καὶ ἐκοινώνησαν αὐτοῖς τῆς τῶν τρόπων
κακοηθείας. διὸ τοῦτο περὶ τοὺς ἀχαρίστους τούτους ἔκρινα πρᾶξαι·

ἁρπαγέντας γὰρ αὐτοὺς ἐκέλευσα ὡς πορρωτάτω ἐξορισθῆναι. νῦν ὑμέτερόν ἐστι πρὸς τὸν θεὸν ἐκείνῃ τῇ πίστει βλέπειν ᾗ πάντοτε
καὶ γεγενῆσθαι συνέστηκε καὶ εἶναι πρέπει, καὶ διαπράξασθαι
οὕτως, ἴνα ἐπισκόπους ἁγνούς τε καὶ ὀρθοδόξους καὶ φιλανθρώπους
ἔχοντες χαίρωμεν· εἴ τις δὲ ἢ πρὸς μνήμην τῶν λυμεώνων ἐκείνων
ἢ πρὸς ἔπαινον ἀπρονοήτως ἐξαφθῆναι τολμήσει, παραχρῆμα τῆς
 ἰδίας τόλμης διὰ τῆς τοῦ θεράποντος τοῦ θεοῦ, τοῦτ’ ἔστιν ἐμοῦ,
ἐνεργείας ἀνασταλήσεται. ὁ θεὸς ὑμᾶς διαφυλάξει, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί«.

Νικητὴς Κωνσταντῖνος Σεβαστὸς Θεοδότῳ· 
 Ὅση τῆς θείας ὁργῆς ἡ ἰσχὺς πέφυκε, καὶ ἐξ ὡν Εὐσέβιός τε καὶ
>Θεόγνιος πεπόνθασιν εὐχερὲς καὶ σὲ μαθεῖν, οἳ εἰς τὴν ἁγιωτάτην
>παροινοῦντες θρησκείαν τὸ τοῦ σωτῆρος θεοῦ ὄνομα τῷ συστήματι
 >ποῦ οἰκείου λῃστηρίου καὶ μετὰ τὸ τυχεῖν συγγνώμης ἐμίαναν. ὅτε
>γὰρ μάλιστα μετὰ τὴν τῆς συνόδου ὁμογνώμονα συμφωνίαν ἐχρῆν
>τὴν προτέραν ἐπανορθώσασθαι πλάνην, τότε τοῖς αὐτοῖς ἀτοπημασιν
>σιν ἐμμένοντες ἑάλωσαν.

διὰ τοῦτο γοῦν ἡ θεία πρόνοια αὐτοὺς ποῦ ἑαυτῆς ἀπώσατο λαοῦ· ἐπειδὴ μηδὲ ἔφερε τὰς ἀκάκους ψυχὰς
 ὀλίγων ἀπονοίᾳ φθειρομένας καθορᾶν. καὶ νῦν μὲν ἀξίαν παρ’ αὐτῶν
ᾔτησε δίκην, μείζονα δὲ καὶ εἰς τὸ ἐξῆς διὰ τοῦ παντὸς αἰῶνος
λήψεται.

Ὅπερ τῇ σῇ ἀγχινοίᾳ δηλωθῆναι δεῖν ἡγησάμην, ἕν εἴ τις κακὴ >παραίνεσις τῶν τοιούτων, ὡς ἔγωγε οὐκ εἶμαι, τῇ σῇ ένεκαθέσθη
 προαιρέσει, ταύτην τῆς ψυχῆς ἀφελόμενος καθαρὰν ὡς προσῆκε τὴν
διάνοιαν, εἰλικρινῆ τε καθοσίωσιν καὶ ἄχραντον πίστιν τῷ σωτῆρι
θεῷ παρασχέσθαι προθυμηθῇς. καὶ γὰρ τοῦτο προσῆκόν ἐστιν ὑπὸ
τούτου πράττεσθαι, ὃς δἂν ἀκεραίων τῶν τῆς αἰωνίου ζωῆς ἐπά-
θλων ἀξιοῦσθαι βουλεύηται. ὁ θεός σε διαφυλάξειαν, ἀδελφὲ ἀγαπητέ«.