Ρέων ὁ χρόνος άκαθεκτα καἰ ἀεὶ τι κινούμενος παρασύρει Par.
καἰ παραφέρει πάντα τὰ ἐν γενέσει καὶ ἐς βαθὺ ἀφα- Ven.
νείας καταποντοῖ, ὅπου μὶν οὐκ ἄξια . . . . . πράγματα, ὅπου 
 

 
 δὲ μεγάλα τε καὶ ἄξια μνήμης , καὶ τά τε ἄδηλα φύων κάτα
τὴν τραγῳδίαν καὶ τὰ φανέντα κρυπτόμενος. ἀλλ’ ὅ γε
λόγος τῆς ἱστορίας ἔρυμα καρτερώτατον γίνεται τῷ τοῦ χρόνου
ῥεύματι καὶ ἵστησι τρόπον τινὰ τὴν ἀκάθεκτον τούτου
ῥοήν, καὶ τὰ ἐν αὐτῷ γενόμενα πάντα, ὁπόσα ὑπερείληφε, 
ξυνέχει καὶ περισφίγγει καἰ οὐκ ἐᾷ διολισθαίνειν εἰς λήθης
βυθούς. ταῦτα δὲ διεγνωκυῖα πὼ ἐγὼ Ἄννα, θυγάτηρ μὲν τῶν
βασιλέων Ἀλεξίου καὶ Εἰρήνης, πορφύρας τιθήνημά τε καὶ
γέννημα, οὐ γραμμάτων οὐκ ἄμοιρος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἑλληνιζειν
ἐς ἄκρον ἐσπουδακυῖα, καὶ ῥητορικῆς οὐκ ἀμελετήτως 
ἔχουσα καὶ τὰς Ἀριστοτελικὰς τέχνας εὖ ἀναλεξαμένη καὶ
τοὺς Πλάτωνος διαλόγους, καὶ τὸν νοῦν ἀπὸ τῆς τετρακτύος
τῶν μαθημάτων πυκάσασα, (δεῖ γὰρ ἐξορχεῖσθαι ταῦτα, καὶ
οὐ περιαυτολογία τὸ πρᾶγμα, ὅσα ἡ φύσις καὶ ἡ περὶ τὰς
ἐπιστήμας σπουδὴ δέδωκε, καὶ ὁ θεὸς ἄνωθεν ἐπεβράβευσε, 
καὶ ὁ καιρὸς συνεισήνεγκε,) βούλομαι διὰ τῆσδέ μου τῆς
 γραφῆς τὰς πράξεις ἀφηγήσασθαι τοὐμοῦ πατρός, οὐκ ἀξίας
σιγῇ παραδοθῆναι, οὐδὲ τῷ ῥεύματι τοῦ χρόνου παρασυρῆναι
καθάπερ εἰς πέλαγος ἀμνημοσύνης, ὅσας τε τῶν σκήπτρων
ἐπειλημμένος κατεπράξατο καὶ ὅσας πρὸ τοῦ διαδήματος 
ἔδρασεν, ἑτέροις βασιλεῦσιν ὑπηρετούμενος.

Ταύτας δὲ λέξουσα ἔρχομαι , οὐχ ὡς ἐπίσειξίν τινα
τῆς πέρι λῴους ποιουμένη ἀσκήσεως, ἀλλ᾿ ὡς ἂν μὴ πρᾶγμα
τηλικοῦτο τοῖς ἔπειτα γενησομένοις καταλειφθείη ἀμάρτυρον·
ἐπεὶ καὶ τὰ μέγιστα τῶν ἔργων, εἰ μή πως ἄρα
 διὰ τῶν φυλαχθείη καὶ τῇ μνήμῃ παραδοθείη, τῷ
τῆς σιωπῆς ἀποσβέννυται σκότῳ. ἦν γὰρ ὁ ἐμὸς πατήρ, ὡς
αὐτὰ τὰ πράγματα ἔδει·ξεν, ἐπιστάμενος ἄρχειν καἰ ὑπείκειν,
ἐς ὅσον χρή τοῖς τοῖς ἄρχουσιν. ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκείνου
πράξεις προελομένη συγγράφειν, δέδοικα τὸ ὑφορμοῦν
 τε καὶ ὑποτρέχον, μή ποτε λογίσαιτό τις τὰ τοῦ ἐμοῦ
πατρὸς συγγράφουσαν τὰ ἑαυτῆς ἐπαινεῖν, καὶ ψεῦδος
ἅπαν δόξῃ τὸ τῆς ἱστορίας πρᾶγμα καὶ ἐγκώμιον ἄντικρυς,
εἴ τι τῶν ἐκείνου θαυμάζοιμι· εἰ δέ που αὐτὸς
ἐνέγκοι καὶ τὸ πρᾶγμα βιάζοιτο, ὥστε καθάπτεσθαι τι καὶ
 τῶν ἐκείνου, οὐ δι’ ἐκεῖνον, ἀλλὰ διὰ τὴν τῶν πραγμάτων
φύσιν, δέδοικα πάλιν τοὺς φιλοσκώμμονας, μή μοι τὸν
τοῦ Νῶε Χὰμ ἐπενέγκοιεν ἔπος . . αλμι . . . ἅπαντες πρὸς
ἅπαντα, καὶ οὐ καθορῶντες τὸ καλῶς ἔχον ὑπὸ βασκανίας
καὶ φθόνου, καὶ τὸν ἀναίτιον καθ’ Ὅμηρον αἰτιόωνται.
 ὅταν γάρ τις τὸ τῆς ἱστορίας ἦθος ἀναλαμβάνῃ, ἐπιλαθέσθαι 
χρὴ εὐνοίας καὶ μίσους καὶ πολλάκις κοσμεῖν τοὺς 
 

 
 ἐχθροὺς τοῖς μεγίστοις ἐπαίνοις, ὅταν αἱ πράξεις ἀπαιτῶσι
τοῦτο, πολλάκις δὲ ἐλέγχειν τοὺς ἀναγκαιοτάτους, ὅταν αἱ
τῶν ἐπιτηδευμάτων ἁμαρτίαι τοῦθ’ ὑποδεικνύωσι. διόπερ
 οὔτε τῶν φίλων καθάπτεσθαι, οὔτε τοὺς ἐχθροὺς ἐπαινεῖν
ὀκνητέον. ἐγὼ δὲ καὶ τούτους κἀκείνους, καἰ τοὺς πληττομένους 
ὑφ’ ἡμῶν καὶ τοὺς ἀποδεχομένους ἡμᾶς, παραμυθησαίμην
ἂν ἀπὸ τῶν πραγμάτων αὐτῶν καὶ τῶν ἑωρακότων
τὰ πράγματα, αὐτούς τε καὶ τὰ πράγματα μαρτυραμένη.
ἐνίων γὰρ τῶν νῦν ὄντων ἀνθρώπων οἱ μὲν πατέρες, οἱ δὲ
πάπποι ἐγένοντο οἱ τούτων συνίστορες.

Μάλιστα δὲ εἰς τὴν ἱστορίαν ἐλήλυθα τῶν τοῦ πατρὸς
πράξεων ἐκ. τοιᾶσδε αἰτίας. ἐμοὶ ἀνὴρ ἐγένετο κατὰ
νόμους συναφθεὶς ὁ Καῖσαρ Νικηφόρος, εἰς τὴν τῶν Βρυεννίων
σειρὰν ἀναγόμενος, ἀνὴρ καὶ κάλλους ὑπερβολῇ καὶ
συνέσεως ἀκρότητι καὶ λόγων ἀκριβείᾳ μακρῷ τοὺς κατ’ αὐτὸν ἡ
ὑπερβάλλων. θαῦμα γὰρ ἦν ἄντικρυς καὶ ὁρώμενος καὶ
ἀκροώμενος. καὶ ἶνα μὴ ὁ λόγος τῆς λεωφόρου ἐκτρέποιτο,
τὸ παρὸν τῶν ἐφεξῆς ἐχώμεθα. ἦν μὲν οἶν ἐν πᾶσιν ἐπιφανέστατος,
συνεστράτευσε δ’ Ἰωάννη τῷ αὐτοκράτορι ἐμῶ
 ἀδελφῷ καὶ κατ’ ἄλλων μὲν βαρβάρων . . . . . . . . ἔχοντι 
τὴν Ἀντιόχου πόλιν. ἀλλ᾿ ὅ γε Καῖσαρ οὐκ εἰδὼς ἀμελεῖν 
 


 
 τοῦ λόγου καὶ ἐν κόποις καὶ πόνοις, συνέγραφε καὶ ἄλλ᾿
ἄττα συγγράμματα μνήμης καὶ λόγου ἄξια, προείλετο δὲ μάλιστα
τὰ κατὰ τὸν Ἀλέξιον τὸν αὐτοκράτορα Ῥωμαίων καὶ ἐμὸν
πατέρα συγγράψαι ἐξ ἐπιταγῆς τῆς βασιλίδος, καἰ ἐν βίβλοις
 ἐνθεῖναι τὰς πράξεις τῆς βασιλείας αὐτοῦ, ἐν ᾧπερ ὁ καιρὸς
ἐδίδου τούτῳ, τῶν ὅπλων καὶ τοῦ πολέμου βραχύ τι ἀπαλλαγέντι,
ἐπιβλέψαι πρὸς ἐπιβλέψαι πρὸς συγγραφὰς καὶ λογικούς τινας πόνους.
καὶ δὴ καὶ ἤρξατο τῆς συγγραφῆς, εἰς τοὺς ἀνέκαθεν
ἀνενέγκας χρόνους τὸν λόγον, τῷ τῆς δεσποίνης ἡμῶν κἀν
 τούτῳ ὑπείκων προστάγματι, ἀπὸ Διογένους τοῦ αὐτοκράτορος
Ῥωμαίων ἀρξάμενος καὶ καταβαίνων εἰς αὐτὸν ἐκεῖνον,
περὶ οὑ τὴν πρόθεσιν ἐποιήσατο. τότε γὰρ καὶ ἀνθοῦν εἶχεν
ὁ χρόνος τὸν ἐμὸν πατέρα μειράκον παραγγείλαντα. τὰ γὰρ
πρὸ τοῦδε οὐδὲ μειράκιον ἦν καὶ οὐδὲν ὅ τι καὶ ἄξιον συγγραφῆς
 αὐτῷ πέπρακτο, εἰ μή τις ἐγκωμίου λόγον τὰ
παιδικὰ αὐτῷ θήσοιτο. ὁ οὖν σκοπὸς τῷ Καίσαρι τοιοῦτος,
ὡς ἡ τούτου συγγραφὴ βούλεται· οὐ μὴν τὰ τῆς ἐλπίδος
ἐβέβηκεν, οὐδὲ τὴν ἱστορίαν πᾶσαν ἐτελεώσατο, ἀλλὰ
μέχρι τῶν χρόνων τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτου
 τὸν λόγον ἐφελκυσάμενος, ἐκεῖσε τοῦ συγγράφειν 
 

 
 ἐπαύσατο, περαιτέρω τοῦ καιροῦ μὴ διδόντος προκόψαι τὴν
συγγραφήν, ζημίαν μὲν τοῖς ὑπὸ τὴν συγγραφὴν πράγμασιν
περιποιησαμένου, ἡδονὴν δὲ ἀποστερήσαντος τοῖς ἀναγινώσκουσι.
διὰ τοῦτο αὐτή, ὅσα τῷ ἐμῷ πατρὶ πέπρακτο, συγγράψασθαι
προειλόμην, ἕνα μὴ τοιαῦτα ἔργα τοὺς ἐς ὕστερον 
παραδράμῃ. οἵαν μὲν γὰρ εἶχον τὴν ἁρμονίαν, ὁπόσην
δὲ τὴν χάριν οἱ τοῦ Καίσαρος λόγοι, ἴσασιν ἅπαντες οἱ τοῖς
ἐκείνου ἐντετυχηκότες συγγράμμασιν. ἀλλὰ μέχρι τούτου
ἐλθών, καθάπερ εἶπον, καὶ τὸ σύγγραμμα σχεδιάσας καὶ
 ἡμιτελὲς ἐκ τῆς ὑπερορίας κομίσας ἡμῖν, συναπεκόμισεν, ὢ
οἴμοι, καὶ θανάσιμον νόσημα, τάχα ἐκ τῆς ἄπειρον κακοπαθείας,
θείας, τάχα ἐκ τῶν συχνοτέρων στρατηγημάτων, τάχα ἐκ
τῆς ὑπὲρ ἀφάτου ἀφάτου μερίμνης· μέριμνα γὰρ
καὶ πόνοι ἀνένδοτοι· πρὸς δὲ καὶ ἀέρων ἀνωμαλίαι τε καὶ
κακότητες ποτήριον αὐτῷ θανάσιμον ἐκεράσαντο. ἔνθεν μὲν 
γὰρ εἰς Σύρους καὶ Κίλικας δεινῶς νοσῶν ἐξεστράτευεν· εἶτα
κἀκεῖθεν Σύρια τοῦτον μὲν ἀπέδωκεν ἀρρωστοῦντα Κίλιξι,
Κίλικες δὲ Παμφυλίοις, Παμφύλιοι δὲ τοῖς Λυδοῖς καί ἥ
Λυδία τῇ Βιθυνίᾳ καὶ ἡ Βιθυνία τῇ βασιλίδι τῶν πόλεων
καὶ ἡμῖν, ἐξῳδηκότα ἤδη τὸ σπλάγχνον ἐκ τῆς πολλῆς κακοπαθείας
 καίπερ δὲ οὕτως ἔχων ἀσθενείας καἰ θέλων τὰ
συμπεσόντα οἱ ἐκτραγῳδεῖν, τὸ μὲν ὅτι νοσῶν οὐκ ἠδύνατο, 
 

 
 ὁ δὲ ὅτι καὶ παρ’ ἡμῶν ἐκωλύετο ὡς μὴ τὸ τραῦμα ἀνοίξοι
διηγούμενος.

Ἐγὼ δ’ ἐνταῦθα . . . . μένη , σκοτοδίνης ἐμπίπλαμαι
τὴν ψυχὴν καὶ ῥείθροις δακρύων περιτέγγω τοὺς ὀφθαλμούς.
 ὢ οἶον Ῥωμαίων ἀπόλωλε βούλευμα· ὢ πείρας μὲν
ἀκριβεστάτης Νηὶ τὰ πράγματα καὶ ὅση ἐκεῖνος συνείλοχε·
λόγων δὲ ἐπιστήμης, ποικίλης δὲ σοφίας, λέγω δὴ τῆς θυραίας
καὶ τῆς ἡμετέρας αὐλῆς· ὢ καὶ χάριτος ἐπιτρεχούσης τοῖς μέλεσι
καὶ εἴδους οὐκ ἀξίου τυραννίδος, ὥς τινες λέγουσιν, ἀλλὰ
 θειοτέρας καὶ κρείττονος. ἔγωγ’ οὖν πολλοῖς ἄλλοις προσωμιλήκειν
δεινοῖς ἐκ μέσων τῶν πορφυρόθεν σπαργάνων, ὡς
οὕτως εἰπεῖν, κω τύχαις ἐχρησάμην οὐκ ἀγαθαῖς, εἰ μή τις
θεῖτο τύχην οὐκ ἀγαθὴν καὶ προσμειδιῶσάν μοι τήν τε γειναμένην
αὐτὴν καἰ τὸν τεκόντα τοὺς αὐτοκράτορας, καὶ τὴν
 πορφύραν ἐφ’ ἧς ἐβλάστησα· τὰ γὰρ ἄλλα φεῦ τῶν κυμάτων,
φεῦ τῶν ἐπαναστάσεων. Ὀρφεὺς μὲν οὖν ᾄδων καἰ
λίθους ἐκίνει καὶ ξύλα καὶ τὴν ἄψυχον ἁπλῶς φύσιν, Τιμόθεος
δὲ ὁ αὐλητὴς τὸν ὄρθιόν ποτε Ἀλεξάνδρῳ αὐλήσας,
εἰς τὰ ὅπλα παραχρῆμα καὶ τὸ ξίφος ἐκίνει τὸν Μακεδόνα·
 τὰ δέ γε κατ’ ἐμὲ διηγήματα οὐ τοπικήν τινα κίνησιν, οὐδὲ 
πρὸς ὅπλα καὶ μάχην, ἀλλ’ ἐς δάκρυα τὸν ἀκροατὴν συγκιἀνήξοι 
 


 
 νήσειε, καὶ οὐκ αἰσθητικὴν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄψυχον φύων
εἰς πάθος καταναγκάσῃ. τὸ μέντοι πάθος τὸ περὶ τὸν Καίσαρα
καὶ ὁ κατ’ αὐτὸν ἀνέλπιστος θάνατος αὐτῆς μου καθίκετο
τῆς ψυχῆς καἰ ἐς βάθος τὸ τραῦμα εἰργάσατο. καί
ἡγοῦμαι τὰς προειληφυίας συμφορὰς πρὸς ταύτην τὴν ἄπληστον 
συμφορὰν ψεκάδα ὡς ὄντως πρὸς ὅλον Ἀτλαντικὸν πέ-
λαγος ἥ τοῦ Ἀδριατικοῦ πελάγους τὰ κύματα· μᾶλλον δέ,
ὡς ἔοικεν, ἦσαν ἐκεῖναι τούτων προοίμια, καί με προκατελάμβανεν
ὁ καπνὸς τοῦ καμινιαίου τούτου πυρὸς καὶ ὁ καύσων
ἐκεῖνος τῆς ἀρρήτου ταύτης φλογώσεως καὶ τὰ καθ᾿ 
ἡμέραν πυρὸς τῆς ἀφάτου πυρκαιᾶς. ὢ πυρὸς ἄνευ ὕλης
ἀποτεφροῦντος, πυρὸς έν ἀπορρήτοις δᾳδουχουμένου καὶ
 καίοντος μέν, μὴ καταφλέγοντος δέ, καὶ τὴν καρδίαν μὲν
περιφρύγοντος, δόξαν δὲ παρέχοντος, ὅτι οὐ συνεφρύγημεν,
καίτοι μέχρις ὀστέων καὶ μυελῶν καὶ μερισμοῦ ψυχῆς τὰς 
πυρακτώσεις δεξάμενοι. ἀλλὰ γὰρ ἐμαυτῆς αἰσθάνομαι διὰ
ταῦτα παρενηνεγμένης τοῦ προκειμένου, καὶ ὁ Καῖσάρ μοι
ἐπιστὰς καὶ τὸ τοῦ Καίσαρος πένθος πένθος μοι ἐπέσταξε
διωλύγιον. ἀποψήσασα οὖν τὸ δάκρυον τῶν ὀμμάτων καὶ
 ἐμαυτὴν ἀναλεξαμένη τοῦ πάθους, τῶν ἔζης ἵξομαι, διπλᾶ 
κατὰ τὴν τραγῳδίαν κερδαίνουσα δάκρυα, οἷον ἐπὶ συμφορᾷ 
 

 
 συμφορᾶς μεμνημένη. τὸ γὰρ εἰς μέσον προθεῖναι τοιούτου
ξασιλέως ὑπόθεσιν καὶ τοσούτου πρὸς ἀρετὴν ἀνάμνησις ἐστι
καὶ τῶν κατ’ ἐκεῖνον θαυμάτων, ἅπερ κἀμὲ πρὸς δάκρυα
θερμότατα καταφέρει, μετὰ πάσης τῆς οἰκουμένης δακρύουταν.
 τὸ γὰρ ἐκείνου μεμνῆσθαι κω τὴν αὐτοῦ βασίλειαν εἰς
μέσον ἄγειν ἐμοὶ μὲν θρήνων ὑπόθεσις , τοῖς ἄλλοις δὲ
ζημίας ἀνάμνησις. ἀρκτέον τοίνυν ἐνθένδε τῆς ἱστορίας τοὐμοῦ
πατρός, ὅθεν καἰ ἄρχεσθαι ἄμεινον· ἄμεινον δὲ ὅθεν
σαφέστερός τε καὶ ἱστορικώτερος ὁ λόγος γενήσεται.

Ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος καὶ ἐμὸς πατὴρ καί πρὸ τοῦ τῶν
V. 7 σκήπτρων ἐπειλῆφθαι τῆς βασιλείας μέγα ὄφελος τῇ βασι- 
 ΑΛΕΞΙΑΣ 


 
 λείᾳ Ῥωμαίων γεγένηται. ἤρξατο μὲν γὰρ στρατεύειν ἐπὶ
Ῥωμανοῦ τοῦ Διογενοῦς. θαυμαστός τις γὰρ ἐφαίνετο ἐν τοῖς
κὰτ αὐτὸν καὶ φιλοκινδυνότατος. οὗτος γὰρ τεσσαρεσκαιδεκάτου
ἔτους ὢν κὰτ ἐκεῖνο καιροῦ συνεκστρατεύειν ἠπείγετο
 τῷ βασιλεῖ Διογενεῖ κατὰ περσῶν βαρυτάτην ἄγοντι στρατιάν,
καὶ τοῦδε ὁρμήματος ἀπειλὴν κατὰ τῶν βαρβάρων 
ἐμφαίνων καὶ ὡς εἰ συμπλακήσεται τοῖς βαρβάροις, τὸ
ξίφος αὑτοῦ μεθύσει ἀφ’ αἵματος· οὕτως ἦν φιλοπόλεμος
ὁ νεάνισκος. ἀλλὰ τότε οὐκ ἐπεχώρησεν ὁ αὐτοκράτωρ Διογένης
 αὐτῷ ξυνέπεσθαι, ἅτε πάθους καταλαβόντος τὴν μητέρα
βαρυτάτου. ἐθρήνει γὰρ τὸ τηνικαῦτα θάνατον τοῦ
πρωτοτόκου υἱοῦ Μανουήλ, ἀνδρὸς μεγάλα καὶ ἀξιάγαστα
ἔργα ἐνδεδειγμένου τῇ τῶν Ῥωμαίων ἀρχῇ· καὶ ἕνα μὴ
ἀπαραμύθητος εἴη ἐκείνη, τὸν μὲν τῶν υἱέων μηκέτι γινώσκουσα
 οὖ κατορύξειε, τὸν δὲ ἀποστέλλουσα ὲν πολέμοις καὶ 
δεδοικυῖα, μή τι ἀπαίσιον συναντήσῃ τῷ νεανίσκῳ καἰ οὐδ’
οἶ γῆς πεσεῖται ἐπιγνώσεται, διὰ ταῦτα ὑποστρέψαι πρὸς
τὴν μητέρα τὸ μειράκιον Ἀλἔξιον κατηνάγκασε. καὶ τότε μὲν
ἀπελείφθη καὶ ἄκων τῶν συστρατευομένων, ἀλλ᾿ ὅ γε ἐφεξῆς
 καιρὸς πέλαγος ὑπανέῳξεν αὐτῷ τῶν ἀνδραγαθημάτων. ἐπὶ
γάρ τοι τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ τοῦ Δούκα μετὰ τὴν τοῦ 
 

 
 Διογενοῦς βασιλέως καθαίρεσιν, ὅσος ἦν εἰς ἀνδρείαν, παρέδειξε
τὰ κατὰ τὸν Οὐρσέλιον πράγματα. ἦν μὲν γὰρ οὗτος
 Κελτὸς ἀνέκαθεν τῇ στρατιᾷ Ῥωμαίων κατειλεγμένος, εἰς δὲ
μέγα τύχης ἔξογκωθεὶς καὶ δύναμιν συναθροίσας ἀμφ’ αὐτὸν
καἰ στρατιὰν ἀξιόλογον, τῶν μὲν ἐκεῖθεν ὄντων ὅθεν καὶ 
αὐτὸς ὥρμητο, τῶν δὲ καὶ ἐξ ἄλλου γένους παντοδαποῦ,
βαρὺς ἦν αὐτόθεν τύραννος· πολλὰς δὲ ταλαντεύσεις λαβούσης
τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας καὶ τῶν Τούρκων καθυπερτερησάντων
τερησάντων τῆς τύχης Ῥωμαίων, τῶν δὲ εἰς τὸ κατόπιν
ὑπαχθέντων, ὥσπερ ψάμμου ποδῶν ὑποσπασθείσης, τηνικαῦτα
 καἰ οὗτος τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων ἐπέθετο. καὶ ἄλλως
μὲν ὢν τυραννικώτατος τὴν ψυχήν, τότε δὲ καὶ μᾶλλον ἐ·ξα-
φθεὶς πρὸς καθαρὰν τυραννίδα διὰ τὸ κατηφὲς τῶν τῆς βα-
σιλείας πραγμάτων, τὰ τῆς ἑῴας πάντα σχεδὸν ἐληΐσατο.
πολλῶν δὲ πιστευθέντων τὸν μετ’ αὐτοῦ πόλεμον ἐπ’ ἀνδρείᾳ 
διαβεβοημένων καὶ πείραν εἰσενεγκαμένων πλείστην πολέμου
καὶ μάχης, οὗτος ὑπερπαίων ἐφαίνετο καὶ τὴν ἐκείνων πολυπειρίαν,
πὴ μὲν αὐτὸς προσβάλλων καὶ τρέπων καὶ καθά-
περ πρηστὴρ ἐμπίπτων τοῖς ἀντικαθισταμένοις αὐτῷ, πὴ δὲ
καὶ συμμαχίαν λαμβάνων ἀπὸ τῶν Τούρκων. ἀνυπόστατος 
ἦν ταῖς ὁρμαῖς , ὥστε καὶ τῶν πάνυ μεγιστάνων τινὰς κατασχεῖν
 καὶ τὰς ἐκείνων κλονῆσαι φάλαγγας. ὅτε δὴ καἰ 
 

 
 τἀδελφὼ ἐτάττετο ὁ ἐμὸς πατὴρ Ἀλέξιος καὶ ἄντικρυς ὑπεστρατήγει
τούτῳ, τὰ στρατεύματα πάπα ἑῴας καὶ ἑσπερίου
λήξεως ἐγκεχειρισμένῳ. ἐπεὶ δὲ ἐν ἀμηχάνοις ἦν τὰ πράγματα
τηνικαῦτα Ῥωμαίοις, τοῦ βαρβάρου τούτου δίκην κεραυνοῦ τὰ
 πάντα ἐπερχομένου, εἰς ἄξιόμαχον ἀντικατάστασιν ἐπινοεῖται
ὁ ἄξιάγαστος οὗτος Ἀλέξιος, στρατηγὸς αὐτοκράτωρ ὑπὸ τοῦ 
βασιλέως Μιχαὴλ ἀναδεδειγμένος. ὃς δὴ καὶ πᾶσαν ἀνακι-
νήσας φρόνησίν τε καὶ πολυπειρίαν στρατηγικήν τε καὶ στρατιωτικήν,
καὶ ταῦτα οὐκ ἐν πολλῷ χρόνῳ ταύτην συλλεξάμενος,
 (ἀλλὰ γὰρ διὰ τὸ πάνυ φιλόπονον τοῦ ἀνδρὸς καὶ τὸ πανταχόθεν
ἐγρηγορὸς εἰς ἄκρον ἐληλυθέναι στρατηγικῆς ἐμπειρίας 
τοῖς τῶν Ῥωμαίων λογάσιν ἔδοξεν, οἷος Ἀἰμίλιος ἐκεῖνος
ὁ Ῥωμαῖος, ὁποῖος ὁ Σκηπίων, οἶος Ἀννίβας ὁ Καρχηδόνιος·
νεώτατος γὰρ ἥν καὶ ἄρτι πρώτως ὑπηνήτης, ὅ
 φασι,) τόν τε Οὐρσέλιον ἐκεῖνον εἶλε τὸν πολὺν κατὰ τῶν
Ῥωμαίων ῥέοντα ίαι τὰ πράγματα τῆς ἕω κατέστησεν, οὐ
πολλῶν δεηθεὶς ἡμερῶν. ἦν γὰρ καὶ ὀξὺς φωρᾶσαι τὸ ξυμφέρον
καὶ ὀξύτερος καταπράξασθαι· τινα δὲ τὸν τρόπον
εἷλεν ἐκεῖνον, δηλοῖ μὲν καὶ ὁ Καῖσαρ ἐν τῇ δευτέρᾳ τῆς
 κατ' αὐτὸν ἱστορίας βίβλῳ πλατύτερα, δηλώσομεν δὲ καὶ
ἡμεῖς, ἐφ᾿ ὅσον εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς ἱστορίαν συνήνεγκεν.

Ἄρτι γὰρ τοῦ βαρβάρου Τουτὰχ ἐκ τῶν βαθυτέρων 
 
 ν 


 
 τῆς ἀνατολῆς μερῶν κατεληλυθότος μετὰ βαρυτάτου στρατεύματος,
ἐφ’ ᾧ τὰ τῶν Ῥωμαίων ληΐζεσθαι, ὁ Οὐρσέλιος πολλάκις
ὑπὸ τοῦ στρατοπεδάρχου στενοχωρούμενος καὶ ἄλλα
ἐπ’ ἄλλοις φρούρια ἀφαιρούμενος, καίτοι στρατιὰν πολλὴν
ἐπαγόμενος καὶ πάντας λαμπρῶς καὶ γενναίως καθωπλισμένους, 
εὐμηκανίᾳ παρὰ πολὺ ἡττᾶτο τοὐμοῦ πατρὸς Ἀλεξίου.
τέως δ’ οὖν ἐπ’ ἐκεῖνο καταφυγεῖν ἔδοξεν. τελευταῖον τοῖς
πᾶσιν ἐξαπορούμενος ξυμμίγνυσι τῷ Τουτὰχ καὶ φίλον ποιεῖται
 καὶ εἰς συμμαχίαν αὐτὸν καταλιπαρεῖ ἀλλ’ ὁ στρατοπεδάρχης
Ἀλέξιος ἀντιστρατηγεῖται πρὸς ταῦτα καὶ ὀξύτερον οἰκειοῦταί 
τὸν βάρβαρον, καὶ ἐπισπᾶται πρὸς ἑαυτὸν καὶ λόγοις καὶ
δώροις καὶ πᾶσι τρόποις καὶ μηχανήμασιν. ἦν γὰρ εἴπερ τις
ἄλλος ἐφευρετὴς καὶ πόρους ἐν τοῖς ἀπορωτάτοις ξυμμηχανώμενος.
ὁ γοῦν δυνατώτατος αὐτῷ τῶν τρόπων τοιοῦτός τις
ἦν, ὡς ἐν τύπῳ εἰπεῖν, δεξιώσασθαι τὸν Τουτάχ· καί φησι 
“φίλοι μὲν ἄμφω ἀλλήλοις ὅ τε σὸς σουλτάνος καὶ ἐμὸς βασιλεύς.
ὁ δὲ βάρβαρος οὗτος Οὐρσέλιος καὶ πρὸς ἄμφω ἀν-
 ταίρει τὰς χεῖρας, καί ἐχθρὸς καὶ ἀμφοτέροις καθίσταται
φοβερώτατος, ἐκείνου μὲν κατατρέχων καὶ ἀεί τι τῆς μερίδος
Ῥωμαίων κατὰ μικρὸν ὑποσπώμενος, ἀποστερίσκων δὲ τῆς 
Πέρσιδος ἅπερ ἂν καὶ ἐξῆν κἀκείνῃ περιγενέσθαι. τέχνη δὲ
τὸ ἅπαν μετέρχεται, νῦν μὲν ἐμὲ παρασκιάζων διὰ τῆς σῆς 
 

 
 δυνάμεως αὖθις δὲ τοῦ καιροῦ τούτῳ συμπνεύσαντος, ἀφέμενος
ἐμοῦ ὡς ἤδη ἐν ἀκινδύνῳ καθεστηκώς, πάλιν ἐξ ὑποστροφῆς
κατὰ σοῦ ἀρεῖται τἀς χεῖρας. ἀλλ’ εἴ τι ἐμοὶ πείθῃ, ἐπειδὰν
καὶ αὖθις ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς, χρημάτων πολλῶν κρατῆσαι
 τὸν Οὐρσέλιον καὶ πρὸς ἡμᾶς ἔξαποστεῖλαι δεσμώτην τρία 
γὰρ ἐντεῦθέν" φησι “κερδανεῖς, ἓν μὲν χρημάτων πλῆθος
ὅσον καἰ οἶον οὐδείς πω πρότερον, ἕτερον δὲ τὴν εὔνοιαν τοῦ
αὐτοκράτορος συνεπισπάσῃ, ἀφ’ οὗπερ εἰς ἄκρον εὐδαιμονίας
φθάσεις ἐληλυθώς τρίτον δὲ ὅτι καἰ ὁ σουλτάνος τὰ μεγάλα
 ἡσθήσεται, ἐχθροῦ τηλικούτου ἐκποδὼν γεγονότος καἰ τὰς χεῖρας 
ἀσκοῦντος καθ’ ἑκατέρων κατά τε Ῥωμαίων καὶ Τούρκων."
ταῦτα διαπρεσβευσάμενος πρὸς τὸν ἄνωθεν εἰρημένον Τουτὰχ
ὁ ἐμὸς πατὴρ καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς στρατιᾶς ἀρχηγὸς κατ’ ἐκεῖνο
καιροῦ, καὶ ἅμα καὶ ὁμήρους πέμψας τῶν ἐνδοξοτάτων τι-
 ναὶ ἐπὶ ἐπὶ συγκειμένῳ χρόνῳ καὶ· χρημάτων ποσότητι, πείθει
τοὺς ἀμφὶ τόν Τουτὰχ βαρβάρους κατασχεῖν τὸν Οὐρσέλιον. 
καὶ τούτου ταχὺ γεγονότος, ἀποστέλλεται εἰς Ἀμάσειαν τῷ
στρατοπεδάρχῃ. ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἐχρονοτρίβει τὰ χρήματα·
αὐτὸς μὲν γὰρ οὐκ εἶχεν ὁπόθεν ἀποπληρώσειε, τὰ δ’ ἐκ
 βασιλέως ἠμέλητο· καὶ οὐχ ὅτι βραδεῖ ποδὶ κατὰ τὴν τραγῳδίαν
ἔστιχεν, ἀλλ᾿ οὐδαμοῦ κατεφαίνετο. οἱ μὶν γὰρ ἀμφὶ
τὸν Τουτὰχ ἐνέκειντο, τὸν τῶν χρημάτων ἀπαιτοῦντες ὄγκον
ἢ τὸν ἐωνημένον ἐ·ξόπισθεν λαμβάνειν καὶ παλινδρομεῖν ἐᾷν 
 


 
 τοῦτον ὅθεν κατείληπτο . ὁ δὲ οὐκ εἶχεν ὅθεν ἀποδοίη τὴν
 στοῦ ἐωνημένου τιμήν. τοῖς ὅλοις οὖν δι’ ὅλης νυκτὸς ἔξαπορούμενος,
ἐρανίσασθαι παρὰ τῶν οἰκητόρων Ἀμασείας ἐλογίσατο
τὴν τιμήν. καἰ αὐγαζούσης ἡμέρας, κὰν ἀργαλέον ἐδόκει,
ἀλλ’ τόμως συνεκαλεῖτο ἅπαντάς τε καὶ μᾶλλον τοὺς 
πρῶτα φέροντας καὶ χρημάτων εὐποροῦντας. πρὸς μᾶλ-
λον θεασάμενος ἔφη. “ἵστε πάντες , ὅπως ὁ βάρβαρος οὑτοσὶ
τὰς τοῦ Ἀρμεναικοῦ διέθετο πόλεις ἁπάσας ἁπάσας, ὅσας τε κωμοπόλεις
ἐπόρθησε, καὶ ὁπόσους κακῶς διέθετο συμφοραῖς ἀφορήτοις
ὑποβαὶών, ὁπόσα τε χρήματα ἀφ' ὑμῶν ἐκομίσατο 
 ἀλλὰ καιρὸς ἤδη πάρεστι τῶν ἐξ αὐτοῦ ὑμᾶς ἀπαλλάττειν
κακώσεων, εἰ βούλεσθε. δεῖ τοιγαροῦν μὴ προέσθαι τοῦτον.
ὁρᾶτε γὰρ ὡς δεσμώτης ἡμῖν ὁ βάρβαρος νεύσει πάντως θεοῦ
καὶ ἡμετέρᾳ σπουδῇ. ὁ δὲ τοῦτον ζωγρήσας Τουτὰχ ἐξ ἡμῶν
αἰτεῖ τὴν τιμήν. ἡμεῖς δ’ ἀποροῦμεν παντάπασιν, ἐπ’ ἀλλοδαπῆς 
τε ὄντες καὶ συχνὸν ἤδη χρόνον μετὰ τῶν βαρβάρων
μαχόμενοι καὶ τὰ προσόντα διδαπανηκότες. εἰ μὴ γοῦν πόρρω
ὁ βασιλεὺς ἦν καὶ καιρὸν ἀναμονῆς ἐδίδου ὁ βάρβαρος, ἔσπευσα
ἂν ἐκεῖθεν κομισθῆναι τὰ τῆς τιμῆς. ἐπεὶ δ', ὡς ἰώ.
καὶ αὐτοί, οὐδὲν τούτων ἔξεστι πράττειν , δέον ὑμᾶς συνεισενεγκεῖν 
τὴν τιμήν, καὶ λήψεσθε πάντα δι’ ἡμῶν ἐκ βασι- 
 

 
 λέως ὁπόσα παρασχητε." εἰπε ταῦτα , καὶ ἐξεκρούσθη παραυτίκα παραυτίκα 
καἰ θόρυβον ἀνῆψε σφοδρότατον, τῶν Ἀμασειανῶν
εἰς ἀποστασίαν κεκινημένων. ἦσαν γὰρ οἱ τούτους εἰς θυμὸν
καὶ θόρυβον ἡρέθιζον ἄνδρες κακουργότατοι τινες καὶ ῥέκται
 πραγμάτων, εἰδότες ὀτρύνειν δῆμον εἰς ταραχήν. θόρυβος
τοίνυν ἦρτο πολύς τῶν μὶν βουλομένων σώζεσθαι τὸν Οὐρσέλιον
καὶ τὸ πλῆθος ἀντιλαβέσθαι τούτου ἐρεθιζόντων, τῶν
δὲ ἐκταραττομένων (τοιοῦτον γὰρ τὸ συρφετῶδες πλῆθος ,)
καὶ τὸν Οὐρσέλιον ἁρπάσαι θελόντων καὶ τῶν δεσμῶν ἄπο 
 λύειν. δῆμον οὖν ὁ στρατοπεδάρχης τοσοῦτον ὁρῶν μαινόμενον,
ὡς ἐν στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτὸν ἐγνώκει, κατεπεπτώκει
μὶν οὐδαμῶς, ἀλλ’ ἐπιρρώσας ὲαυτὸν πατεσ΄ίγαζε τῇ
χειρὶ τὸν θόρυβον. ὀψὲ δὲ κὼ μόλις τούτους καταπαύσας
καἰ πρὸς τὸ πλῆθος τὸν λόγον μετενεγκὼν ἔφη. “θαυμάζειν 
 ἔπεισί μοι, ἄνδρες Ἀμασειανοί, ὅπως τὴν συσκευὴν τουτωνὶ
τῶν ἐξαπατώντων ὑμᾶς παντάπασιν ἠγνοήσατε , τὴν σφῶν
αὐτῶν σωτηρίαν τῷ ὑμετέρῳ αἵματι ἐξωνουμένων καὶ μεγίστην
ὑμῖν τὴν βλάβην προξενούντων ἀεὶ. ποία γὰρ ὑμῖν τῆς
τοῦ Οὐροσελίου τυραννίδος ἡ ὠφέλεια, εἰ μὴ σφαγαὶ καὶ πηρώσεις 
 καὶ ἀκρωτηριασμοὶ μελῶν; οὔτοι δὲ οἱ τῶν τοιούτων
ὑμῖν πρίζενοι ἔνθεν μὲν τὰ οἰκεῖα ἀσινῆ διετήρουν τὸν βάρ- 
 

 
 βᾶρον θεραπεύοντες, ἐκεῖθεν δὲ αὖθις τῶν ἐκ βασιλέως ἐνεφοροῦντο
δωρημάτων, χαριζόμενοι τούτῳ, ὅτι μὴ ὑμῶν τε
καἰ τῆς πόλεως Ἀμασείας παρεχώρησαν τῷ βαρβάρῳ, καἰ
ταῦτα μηδένα λόγον ὑμῶν ποιησάμενοι πώποτε. διὰ τοῦτο
καἰ τὴν τυραννίδα συνίστασθαι βούλονται , ἵνα τῷ μὲν τυρἀννῳ 
χρηστὰς ὑποσαίνοντες ἐλπίδας, ἀσινῆ τὰ οἰκεῖα διατηρῶσιν,
 ἐκ βασιλέως δὲ αὖθις ἀπαιτῶσι τιμάς τε καὶ δωρεὰς.
ἦν δέ τι καἰ νεωτερισθείη, αὐτοὶ μὶν πάλιν ἑαυτοὺς τοῦ
δράματος ἐξάγωσιν, τὸν δὲ βασιλέως θυμὸν καθ' ἱμῶν έηάψωσθβ,
εἰ τι οὖν ἐμοὶ πείθεσθε, τούτους μὲν ὑμᾶς πρὸς θόρυβον 
ἐρεθίζοντας τὸ παρὸν ἐρρῶσθαι ἐάσατε. ἕκαστος δὲ
ὑμῶν οἴκαδε ἀπελθὼν τὰ λεχθέντα σκοπείτω, καὶ εοσεσιε
ὁποῖος ὑμῖν τὸ ξυμφέρον βπθέ'θεταο. "

Τούτων ἀκούσαντες τῶν ῥημάτων, ὥσπερ ὀστράκου
μεταπεσόντος τὴν γνώμην μεταβαλόντες οἴκαδε ἀνεχώρουν. ὁ 
δὲ στρατοπεδάρχης γινώσκων τὸν δῆμον έν ῥοπῇ τὰς γνώμας
 μεταβάλλειν εἰωθότα, καὶ μᾶλλον εἰ ὑπὸ χαιρεκάκων ὁτρύνεται,
δείσας μὴ διὰ τῆς νυκτὸς κατ’ αὐτοῦ μελετήσαντες
ἐπέλθωσι καὶ τὸν Οὐρσέλιον ἐξαγαγόντες μὲν τῆς φρουρᾶς,
λύσαντες δὲ τῶν δεσμῶν ἀφῶσιν, ἐπεὶ μὴ ἀποχρώσας εἶχε
δυνάμεις πρὸς τοσούτους ἀντικαταστῆναι, μηχανᾶται τὸ ἐνβασιλέων 
 


 
 τεῦθεν Παλαμήδειόν τι μηχάνημα. ἐς μὶν τὸ φανερὸν ἀποτυφλοῖ
τὸν Οὐρσέλιον. καὶ ἥπλωτο μὶν τῇ γῇ, ὁ δὲ δήμιος
ἐπῆγε τὸν σίδηρον, ὁ δὲ ἐπωδύρετο τε καἰ ἔστενε καθάπερ
λέων βρυχόμενος· σχῆμα δὲ πάπα ἦσαν τῆς τῶν ὀμμάτων
 ἀποστερήσεως, παρήγγελτο δὲ καὶ ὁ τῷ δόξαι τυφλούμενος 
βοᾷν τε καὶ κεκραγέναι, καὶ ὁ μέχρι τοῦ δοκεῖν τοὺς ὁφθαλμοὺς
ἔξορύττων δριμύ τε ἐνορᾷν πρὸς τὸν ἐκκείμενον καὶ μανιώδη
τὰ πάπα δρᾷν, μᾶλλον δὲ σχηματίζεσθαι τὴν ἀποτύφλωσιν.
καὶ ὁ μὶν ἀπετυφλοῦτο μὴ αποτυφλούμενος, ὁ δὲ
 δῆμος ἐκρότει καὶ πανταχόθι τὴν τοῦ Οὐρσελίου τύφλωσιν
διεβόμβει. ταῦτα ὥσπερ ἐν σκηνῇ δραματουργηθέντα πέπεικε
τὸν ὅχλον ὅλον, ὅσος ἐγχώριος καὶ· ὅσος ἔξωθεν, εἰς ἔρανον
κατὰ τὰς μελίσσας συλλέγεσθαι. τοῦτο γὰρ ἅπαν τὸ σκέμμα
τῆς Ἀλεξίου φρονήσεως ἵνα οἱ πρὸς δοῦναι χρήματα δυσχερῶς
 ἔχοντες κὼ ἀφελέσθαι τὸν Οὐρσέλιον ἐπιβουλεύοντες 
ἐκ τῶν χειρῶν Ἀλεξίου τοὐμοῦ πατρός, ἀποκαραδοκήσωσί τε,
ὡς ἐντεῦθεν αὐτοῖς τῆς ἐπιβουλῆς ἀνωφελοῦς καθεστηκυίας,
καί ταχὺ πρὸς τὸ βούλημα τοῦ στρατοπεδάρχου τράπωνται ,
τῆς πρώην ἀστοχοῦντες βουλῆς, αὐτόν τε φίλον ποιούμενοι
 καὶ ὀργὴν βασιλέως ἐκκλίνοντες. τοῦτον τοίνυν οὕτω κατα-
σχὼν τὸν Οὐρσέλιον ὁ ἄξιάγαστος στρατηγός , εἶχεν ὡς έν
ζωγρείῳ τὸν λέοντα, ἔτι ἐπικαλύμματα τοῖς ὀφθαλμοῖς φέτὸ 
 
 
ροντα, τὰ σύμβολα τῆς δῆθεν ἀποτυφλώσεως. οὐ μὴν ἠρκεῖτο
 οἷς εἴρηασται, οὐδὲ ὡς μέγα κῦδος ἀράμενος πρὸς τἆλλα τῶν
 πραγμάτων ἀναπεπτώκει, ἀλλὰ πόλεις τε ἄλλας πολλὰς καί
φρούρια κατεκτήσατο καὶ ὑπὸ τὴν τῆς βασιλείας ἔξουςίαν
πεποίηκεν, ὅσα ἐπὶ τῶν Οὐρσελίου καιρῶν πονηρῶς προπέπραχεν. 
ἐντεῦθεν οὖν τὰς ἡνίας στρέψας, εὐθὺ τῆς βασιλίδος
πόλεως ἤλαυνε. γενόμενος δὲ ἐν τῇ παππώᾳ πόλει καὶ
μικρὸν ἀναπαύων τῶν πολλῶν καμάτων ἑαυτόν τε καὶ τὴν
σύμπασαν στρατιάν, πρᾶγμα ἐντῦθεν ῶπτο πεποιηκὼς, ὅπερ
Ἡρακλῆς ἐκεῖνος ἐπὶ τῇ τοῦ Ἀδμήτου Ἀλκήστιδι. ὡς γὰρ 
εἶδεν ὁ Δοκειανὸς ἐκεῖνος, ὁ τοῦ προβεβασιλευκότος Ἰσαακίου
Κομνηνοῦ ἀδελφιδοῦς καὶ τούτου ἐξάδελφος, (ἀνὴρ δὲ
οὗτος τῶν ἐπιδόξων καὶ γένει καὶ ἄξιώματι,) τὸν Οὐρςέλιον
 τὰ τῆς τυφλώσεως σύμβολα φέροντα καὶ ὑπό του χειραγωγούμενον,
βύθιόν τι στενάξας καὶ ἐπιδακρύσας τῷ Οὐρσελίῳ, 
ὡμότητα κατηγορήκει τοῦ στρατηγοῦ καὶ μέμψιν αὐτῷ ἐπήγαγε,
τούτου καταβοώμενος ὡς τοιοῦτον ἄνδρα γεννάδαν τε
καὶ ἄντικρυς ἥρωα τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀφελομένυ, ὃν ἐχρῆν
ἀτιμώρητον διαςώσασθαι. ἀλλ᾿ ἐκεῖνος τότε μὲν “τὰς αἰτίας
τῆς ἀποτυφλώσεως εἰσαῦθις ἐπακούσειας," ἐπειπών “φίλτατέ 
μοι," μετὰ βραχὺ δ᾿ εἰς οἰκίσκον ἀγαγὼν αὐτόν τε καὶ τὸν
Οὐρςέλιον, ἀνακαλύπτει τὸ πρόσωπον καὶ δείκυσιν Οὐρσε- 
 

 
 λίου τοὺς ὁφθαλμοὺς πυρωπὸν ἀπαστράπτοντας. ἐξεπλάγη
ταῦτα ὡς ἐθεάσατο, καὶ ἐθαύμασεν ὁ Δοκειανὸς καὶ οὐκ 
εὶχεν ὅ τι καἰ χρήσαιτο τῷ πλήθει τοῦ θαύματος. καὶ θαμὰ
τὼς ὄψεσι τὰς χεῖρας ἐπέβαλλε, μὴ που καὶ ὅναρ ἐστὶ τὸ
 θεώμενον ἤ τις μαγικὴ τερατεία ἢ ᾶλλο τι τοιοῦτον ἄρτι
πρώτως καινοτομούμενον. ὡς δὲ τὴν ἔπι τῷ ἀνδρὶ φιλανθρωπίαν
τοῦ ἔξαδέλφου κατεμάνθανε καἰ μετὰ τῖς φιλανθρωπίας
τὴν τέχνην , περιχαρὴς γεγονὼς ἐνηγκαλίζετό τε
αὐτὸν καὶ κατεφίλει πολλάκις τὸ πρόσωπον , εἰς ἡδονὴν τὸ
 θαῦμα μεταβαλών. ταὐτὸ δὲ τούτῳ πεπόνθασι καἰ οἱ περὶ
τὸν βασιλέα Μιχαὴλ κω βασιλεὺς αὐτὸς καὶ πάντες.

Ἐντεῦθεν πάλιν ἔπι τὴν ἑαπέραν πέμπεται παρὰ 
Νικηφόρου τοῦ αὐτοκράτορος ἥδη τὰ Ῥωμαίων σκῆπτρα κα.
τεσχηκότος κατὰ Νικηφόρου τοῦ Βρυεννίου, τὴν δύσιν ὅλην
 κλονοῦντος καὶ τὸ διάδημα ἑαυτῷ περιθεμένου καὶ βασιλέα
Ῥωμαίων ἀνακηρύττοντος. ἄρτι γὰρ τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ
τοῦ Δούκα τοῦ θρόνου καθαιρεθέντος καί ἀντὶ ταινίας
τε καὶ χλαμύδος τὸν ποδήρη καὶ τὴν ἐπωμίδα τὴν ἀρχιερατι-
κὴν ἐνδεδυμένου , ὁ Βοτανειάτης ἐπί τοῦ βασιλείου θρόνου
 καθίσας καὶ τὴν βασιλίδα Μαρίαν, ὡς προϊὼν ὁ λόγος σαφέστερον
παραστήσειε , μνηστευσάμενος , τὰ τῆς βασιλείας 
διίθυνε πράγματα. ἀλλ’ ὁ Νικηφόρος Βρυέννιος τὴν δουκιἐπέβαλε 
 


 
 κὴν περιεζωσμένος ἀρχὴν Δυρραχίου ἐπὶ τοῦ βασιλέως Μιγαήλ,
καὶ πρὸ τοῦ βασιλεῦσαι τὸν Νικηφόρον βασιλεῖᾷν τε
χαήλ, καὶ πρὸ τοῦ βασιλεῦσαι τὸν Νικηφόρον βασιλειᾷν τε
ἤρξατο καὶ ἀποσταςίαν κατὰ τοῦ Μιχαὴλ ἐμελέτησε. τὸ μὲν
ὅθεν καὶ ὅπως, οὐκ ἀναγκαῖόν ἐστιν ἡμῖν διηγεῖσθαι· φθάνει
γὰρ ἡ τοῦ Καίσαρος ξυγγραφὴ τὸ αἴτιον τῆς ἀποσταςίας 
ἔξιστορῆσαι· τὸ δ᾿ ὅτι ἐκεῖθεν ὥσπερ ἔξ ὁρμητηρίου τινὸς
τῆς πόλεως Δυρραχίου πάντα τὰ τῆς ἑσπέρας κατέδραμεν
καὶ ὑφ᾿ ἑαυτὸν ἐποιήσατο, καὶ ὅπως οὗτος ἑάλω, τοῦτο τῶν
 ἀναγκαιοτάτων ἐστὶν ἐν βραχεῖ διηγσασθαι. τὸ γὰρ ἀδριβὲς
 τῆς ἱστορίας τὸν βουλόμενονμαθεῖν ἐς τὸν Καίσαρα παραπέμπομεν. 
κρ;τιστος γὰρ ὁ ἀνὴρ τὰ πολέμια καὶ ἅμα καὶ
γένος ὣν τῶν ἐπισημοτάτων καὶ ἀναδρομῇ σώματος καὶ κάλλει
προςώπου κοσμούμενος, καὶ ἐμβριθείᾳ φρονήματος καὶ
βραχιόνων δυνάμει τῶν κατ᾿ αὐτὸν διαφέρων ἀνδρῶν, ἐπάξιον
ἦν βασιλείας τὸ χρῆμα, καὶ τοστοῦτο ἦν εἰς πειθὼ 
δυνατὸς καὶ πάντας ἐφέλκειν καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ
ὁμιλίας δυνάμενος, ὥστε πάντες πανδημεὶ καὶ στρατιῶται
 καὶ ἰδιῶται τῶν πρωτείων αὐτῷ ξυνεχώρουν καὶ βασιλεύειν
ἤξίουν ἁπάσης ἑῴας καὶ ἑσπερίας λἤξεως. καὶ γὰρ
ἐπιόντα τοῦτον αἱ πόλεις ἅπασαι ὑπτίαις χερςὶν ὑπεδέχοντο, 
καὶ ἄλλη πρὸς ἄλλην μετὰ κρότου καρέπεμπεν. ταῦτα ἐτάραττε
μὲν τὸν Βοτανειάτην, ἔξεκύκα δὲ καὶ τὸ περὶ αὐτὸν
 
 

 
στράτευμα καὶ εἰς ἀμηχανίαν τὴν βασιλείαν ὅλην ἐνέβαλλε.
πέμπειν οὖν διεγνώκεισαν τὸν ἐμὸν πατέρα τὸν Κομνηνὀν
Ἀλέξιον κατὰ τοῦ Βρυεννίου, δομέστικον τῶν σχολῶν ἄρτι
προχειρεσθέντα, μετὰ τῶν ἐνουσῶν δυνάμεων. εἰς γὰρ τὸ
 μέρος τοῦτο ἡ βασιλεία Ῥωμαίων εἰς τοὔσχατον ἐληλύθει.
τά τε γὰρ ἑῷα τῶν στρατευμάτων ἄλλο ἀλλαχοῦ διεσκέδα-
στο, τῶν Τούρκων ὑφαπλωθέντων καὶ πάντα σχεδὸν περισχσόντων, 
ὅσα Εὐ·ξείνου πόντου ἐστι μεταξὺ καὶ Ἑλλησπόντου
κω Αἰγαίου τε καἰ Συριακοῦ πελάγους κόλπων τε τῶν ἄλλων
 καὶ μάλιστα ὁπόσοι Παμφυλίαν τε καὶ Κίλικας παραμείβοντες
ἐς τὸ πέλαγος ἐκπίπτουσι τὸ Αἰγύπτιον. τὰ μὲν
οὖν ἑῷα στρατεύματα οὕτως ἴσχον· τὰ δὲ τῆς ἑσπέρας ἐς
τὸν Βρυέννιον συρρεύσαντα εἰς στενὸν κομιδῆ καὶ ὁλίγον
στράτευμα τὴν βασίλειαν ἀφῆκε Ῥωμαίων. ἀθάνατοι τε γὰρ
 τινες αὐτῇ κατελείφθησαν χθὲς κω πρώην ξίφους ἡμμένοι
καὶ δόρατος καί τινες ἐκ τοῦ Χώματος στρατιῶται ὀλίγοι, 
καὶ Κελτική τις στρατιὰ εἰς ὀλίγους τινὰς περιισταμένη.
τούτους δὴ τῷ ἐμῷ πατρὶ Ἀλεξίῳ διδόασι καὶ ἅμα συμμάχους
ἀπὸ τῶν τούρκων προσκαλεσάμενοι , ἔξιέναι οἱ περὶ
 τὸν βασιλέα προσέταττον καὶ ξυμμίξαι τῷ Βρυεννίῳ, οὐ μᾶλλον
εἰς τὴν ἐφεπομένην στρατιὰν θαρροῦντες ἢ εἰς τὸ φρόπελάγους 
 

 
 νῆμα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τὴν ἐν πολέμοις καὶ μάχαις δεινότητα.
ὁ δὲ τὴν ξυμμαχίαν μὴ περιμείνας, ὀξέως ἐπερχόμενον τὸν
ἐχθρὸν ἀκούων, κ·ἀντεῦθεν καλῶς καὶ ἑαυτὸν κω τοὺς
φραξάμενος, ἔξεισι τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, καἰ
κατὰ τὴν Θρᾴκην γεγονὼς περὶ τὸν Ἁλμυρὸν ποταμὸν στρατοπεδεύει 
 ἄνευ τάφρων καὶ χάρακος. μανθάνων γὰρ τὸν
Βρυέννιον έν τοῖς Κηδόδτου πεδίοις αὐλιζόμενον
ἑκύτερα τὰ στρατεύματα αὐτοῦ τε καὶ τῶν ἐναντίων ἀξιόλογον
ἀπέχειν διάστημα. οὐ γὰρ εἶχεν ἀντιμέτωπος ἐπίστην
τῷ Βρυεννίῳ, ἵνα μὴ κατάφωρα γένοιτο τὰ τῆς δυνάμεως καὶ 
μὴ δοίη ὁπόσος τις ἐστι τὴν στρατιάν, αἴσθησιν τῷ ἐχθρῷ.
μετ’ ὀλίγων γὰρ πρὸς πολλοὺς καἰ μετ’ ἀπειροπολέμων πρός
ἐμπειροπολέμους ἔμελλε ξυμβαλεῖν, καὶ τοῦ θαρρεῖν ἀφέμενος
καὶ ἀναφανδὸν ἐμπίπτειν, κλωπιτεύειν τὴν νίκην ἐβούλετο.

Ἐπεὶ δὲ ἄνδρας καὶ ἀμφοτέρους γενναίους εἰς πόλεμον 
ὁ λόγος κατεστήσατο, τόν τε Βρυέννιον καὶ τὸν ἐμὸν
 πατέρα τὸν Κομνηνὸν Ἀλέξιον, οὐδὲν γὰρ ἕτερος τοῦ ἑτέρου
πρὸς ἀνδρείαν ἀπελιμπάνετο, οὐδὲ τὰ τῆς ἐμπειρίας
 ἔτερος ἑτέρου πὰρ ἔλαττον εἰχεν,) ἄξιόν ἐστι καταστησαμένους
τούτους εἰς φάλαγγας καὶ ἀντιπαρατάξεις, ἐκεῖθεν ἀποσκοπῆσαι 
σκοπῆσαι τοῦ πολέμου τὴν τύχην. τὼ μὲν γὰρ ἄνδρε τούτω
καἰ ἄμφω ἤστην καλὼ καὶ γενναίω καὶ τά γε εἰς χεῖρας καὶ 
 


 
 πεῖραν ἶσοι ὥσπερ ἔπι τρυτάνης ἱστάμενοι . ὁρᾷν δὲ ἡμᾶς
χρεών, ὅπου ὅπου τὰ τῆς τύχης ἐπέβρισεν. ὁ μὲν γὰρ Βρυέννιος
μετὰ τοῦ θαρρεῖν ταῖς δυνάμεσι καὶ τὴν πεῖραν προὐβάλλετο
τὴν εὐταξίαν τῆς παρατάξεως· ὁ δ' Ἀλέξιος ἐκ τοῦ ἐτέρου 
 ὁλίγας μὲν ἐλαίδας καὶ πάνυ ἀφελεῖς εἶχεν ὅσον ἑαὶ
τῷ στρατεύματι, ἀντιπρουβάλλετο δὲ τὴν ἀπὸ τῆς τέχνης
ἴσχὺν καὶ τὰς στρατηγικὰς μηχανάς. ἤδη γὰρ ἀλλήλοιν
αἰσθόμενοι καὶ ὅτι πολέμων ἤδη καιρός, ὁ μὲν Βρυέννιος
ἐπειδὴ τὰς ἐφόδους αὐτοῦ προüποτέμνεσθαι τὸν Κομνηνὸν
 Ἀλἔξιον μεμαθήκοι καὶ περὶ Καλαυρὴν στρατοπεδεύειν, οὕτω
ξυνταξάμενος ἀντεπήρχετο. εἰς τε γὰρ δεξιὸν κέρας καὶ εὐώνυμον
τάξας τὸ στράτευμα, τοῦ μὲν δεξιοῦ κατάρχειν τὸν
αὐτάδελφον Ἰωάννην ἐπέταττε . πεντακισχίλιοι δ' ἦσαν οἱ
τοῦτο τὸ μέρος συμπληροῦντες , Ἰταλοί τε καἰ τῆς τοῦ Μανιάκου
 ἐκείνου ἀποσπάδος, καὶ μὴν καἰ ἐκ Θετταλίας ἄνδρες 
ἱππεῖς καὶ μωρά τις τῶν ἀπὸ τῆς ἑταιρείας οὐκ ἀγεννής. θάτερον
δὲ τὸ εὐώνυμον κέρας ὁ Ταρχανειώτης εἶχε Κατακα-
λῶν, Μακεδόνας καὶ Θρᾷκας ἔξωπλισμένους εἰς τρισχιλίους
τοὺς ξύμπαντας συναριθμουμένους. αὐτὸς ὁ ὁ Βρυέννιος τὸ
 μέσον κατεῖχε τῆς φάλαγγος, ἔκ τε Μακεδόνων καὶ Θρᾳκῶν
συντεταγμένον καὶ τοῦ ἀρχοντικοῦ σύμπαντος ὅσον ἐπίλεκτον.
πάντες δὲ ἐφ' ἵπποις Θετταλοῖς ἐποχούμενοι καὶ τοῖς σιδηροῖς
θώραξι καὶ τοῖς περὶ τὴν κεφαλὴν κράνεσιν ἔξαστράἀφαυρὰς 
 

 
 πτοντες, τῶν τε ἵππων διεγειρομένων ἐς ὀρθὸν οὑς καὶ τῶν
ἀσπίδων πρὸς ἀλλήλας παταγουσῶν πολλή τις αὐγὴ αὐτῶν
τε καὶ τῶν κορύθων ἐκεῖθεν ἔξέπιπτε μετὰ δείματος. ὁ δὲ
 εἰς μέσους κυκλούμενος ὁ Βρυέννιος καθάπερ τις Ἄρης ἥ
Γίγας ὑπερωμίας εἰς πῆχυν ἔνα τῶν ἄλλων πάντων ὑψούμενος, 
καὶ αὐτόχρημα θάμβος ἦν καὶ φοβος τοῖς θεωμένοις.
ἔξωθεν δὲ τοῦ τάγματος ὅλου, ὡσανεὶ δυοῖν στα-
δίων διάστημα, Σκύθαι τινὲς ἦσαν σύμμαχοι βαρβαρικοῖς
κεκοσμημένοι τοῖς ὅπλοις. παρήγγελτο δέ, ἐπειδὰν οἱ πολέμιοι
προφανεῖεν καὶ ἡ σάλπιγξ πολέμιον ἀλαλάξειεν, εὐθὺς 
κατὰ νώτων ἐμπίπτειν καὶ βάλλειν τοὺς Σκύθας τοῖς πολεμίοις
καὶ θλίβειν αὐτοὺς τοῖς πυκνοῖς καἰ συνεχέσι τοξεύμασι,
τοὺς δὲ λοιποὺς πυκνὰ συνασπισαμένους ἐμπίπτειν
κατὰ τὸ καρτερώτατον. οὕτω μὲν οὗτος τοῖς ἀμφ'
 αὑτὸν διετάξατο. ὁδέ γε ἐμὸς πατὴρ ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος 
τοῦ τόπου τὴν θέσιν κατασκεψάμενος, τὸ μὶν τοῦ στρατεύματος
κατέστησεν ἔν τισι κοιλάσι, τὸ δ’ ἀντιμέτωπον ἔστησε
τῆς στρατιᾶς Βρυεννίου. ἄμφω δὲ παραταξάμενος καὶ τὸ
ὑποκαθήμενον καὶ τὸ προφανές, καὶ πτερώσας λόγοις ἄνδρα
ἕκαστον καὶ εἰς ἀνδρείαν ἐπάρας, τῷ μὲν ἐπέσκηπτε τῷ προλοχίξοντι 
τάγματι, ἐπειδὰν κατὰ νώτου γένοιντο τῶν πολεμίων,
ἔξ αἰφνιδίου προσπίπτειν καὶ μετὰ ῥύμης ὅτι πολλῆς 
 

 
 καὶ σφοδρᾶς ἐπαράττειν κατὰ τοῦ δεξιοῦ κέρατος. τοὺς δ’
ἀθανάτους λεγομένους καί τινας ἀπὸ τῶν Κελτῶν ἐαυτῷ παρακατέσχε 
καὶ τούτων προύτέτακτο. τῶν δὲ Χωματηνῶν καὶ
Γούρκων ἔξαρχον τὸν Κατακαλὼν κατέστησε καὶ πρὸς τὸ
 Σκυθικὸν ἂπαν ἔχειν τὸν νοῦν καὶ τὰς διεκδρομὰς αὐτῶν
ἀπελάττειν παρεκελεύσατο. ταῦτα μὲν οὕτως εἶχε. καὶ ἐπεὶ
κατὰ τοὺς κοιλώδεις τόπους τὸ τοῦ Βρυεννίου γέγονε στράτευμα,
εὐθὺς σύνθημα δεδωκότος τούμοῦ πατρὸς Αλεξίου, 
μετὰ βοῆς καὶ ἀλαλαγμοῦ ἐμπηδῆσαν τὸ περὶ τὴν ἐνέδραν
 στράτευμα τῷ τε αἰφνιδίῳ κατέπληξαν τοὺς πολεμίους, ἕκαστος
τῶν παρατυχόντων πλήττων τε καἰ φονεύων , καὶ εἰς
φυγὴν κατηνάγκασαν. ἀλλ’ ὁ Βρυέννιος Ἰωάννης καἰ τοῦ
γεμόνος αὐτάδελφος μνησθεὶς ἐνταῦθα θούριδος ἀλκῆς καὶ 
θυμοῦ, τῷ ψαλλίῳ στρέψας τὸν ἵππον καὶ τὸν τὸν ἐπιόντα στρατιώτην
 ἀθάνατον πληγῇ μιᾷ καταβαλών , ἔστησέ τε κλονου-
μένην τὴν φάλαγγα καὶ οὕτω συντάξας ἀπῶσε τοὺς πολεμίους.
οὕτως οἱ ἀθάνατοι προτροπάδην μετά τινος ἀκοσμίας ἔφευγον,
ὑπὸ τῶν κατόπιν ἀεὶ στρατιωτῶν ἀποκτιννύμενοι. ὁ δέ
γε ἐμὸς πατὴρ εἰς μέσους ἑαυτόν ἐμβαλὼν τῶν πολεμίων
 καὶ γενναίως ἀγωνιζόμενος, ἐκλόνει μὶν καὶ οὗτος τὸ μέρος,
ἐφ’ ᾦπερ ἂν παραγίνοιτο , πλήττων ἕκαστον τὸν πρὸς αὐτὸν
ἰόντα καἰ εὐθὺς καταβάλλων, ἐλπίζων δὲ ξυνέπεσθαι καί τι- 
 
 πα 

 
 νᾶς ἀμύνειν αὐτῷ στρατιώτας, ἀκατασχέτως εἴχετο τοῦ ἀγῶςνος.
 αἰσθόμενος δὲ διαρραγεῖσαν τὴν ὲαυτοῦ φάλαγγα καὶ
ἤδη πολλαχοῦ σκεδασθεῖσαν τοὺς εὐψυχοτέρους (ἓς δὲ
οἱ σύμπαντες) συλλεξάμενος, ἐβουλεύσατο σπασαμένους τὰ
ξίφη ἐπειδὰν ἐγγίσαιεν τῷ Βρυεννίῳ, κατ’ αὐτοῦ χωρεῖν 
ἀναισχύντως, κἀν δέοι κἀκείνους αὐτῷ συναποθανεῖν. ἀλλ’
ἀπεῖρξε τοῦ τοιούτου βουλεύματος Θεόδοτός τις στρατιώτης
ἀνὴρ τοὐμῷ πατρὶ παιδοθεν ῡπηρετησας, ὡς αντικρυς πάρα.
βόλου τοῦ ἐγχειρήματος ὄντος. τὴν ἐναντίαν οὖν τραπόμενος
ὁ Ἀλέξιος ὀλίγον μὲν ὑπεξάγειν ἑαυτὸν τῆς τοῦ Βρυεννίου 
στρατιᾶς ἐβούλετο, γνωρίμους δέ τινας τῶν διασκεδασθέντων
ἐπισυλλέξας καὶ συστησάμενος , αὖθις τῷ ἔργῳ ἐνέκειτο μήπω
 δὲ τοὐμοῦ πατρὸς ἐκεῖθεν ἑαυτὸν ὑπεξαγαγόντος, οἱ Σκύθαι
τοὺς περὶ τὸν κατακαλῶν Χωματηνοὺς ἐκλόνουν βῷ
πολλῇ καὶ ἀλαλαγμῷ χρώμενοι, καὶ ἐπειδὴ καἰ τούτους ἀπώσαντο 
καἰ εἰς φυγὴν εὐκόλως ἐτρέψαντο , πρὸς λαφυραγωγίαν
ἀπέβλεψαν καὶ φυγήν, καὶ τὰς ἐαυτῶν ἀνεζήτουν διατριβάς.
τοιοῦτον γὰρ τὸ ἔθνος τὸ Σκυθικόν. μήπω καθαρῶς τρεψάμενοι
τὸν ἀντίπαλον καὶ τὸ κράτος ἀναδησάμενοι, διαφθείρουσι
τὴν νίκην τῇ λαφυραγωγίᾳ. τὴν γὰρ οὐραγίαν τοῦ 
Βρυεννικοῦ στρατεύματος καταλαβὸν ἅπαν τὸ θητικὸν ταῖς
τάξεσιν αὐτῶν ξυνεμίγνυτο φόβῳ τῶν Σκυθῶν, τοῦ μή τι 
 

 
 παθεῖν ἒνεκα παρὰ τούτων. ἀεὶ δὲ τι συρρέον ἐπὶ τούτους, 
ὦον ἔξέφυγε τὰς χεῖρας τἀς Σκυθικάς, σύγχυσιν οὐ μικρὰν
ταῖς τάξεσιν ἐνεποίησε, τῶν σημαιῶν ἀναμιχθεισῶν ἀλλήλαις.
ἐν τούτοις δὲ ἐναπειλημμένος ὢν οὑμὸς πατὴρ Ἀλέξιος, ὡς
 καὶ πρόσθεν ἐλέγομεν, περιχορεύων ἐντὸς τοῦ στρατεύματος τοῦ
Βρυεννικοῦ, ὁρᾷ τῶν ἰπποκόμων ἕνα τοῦ βρυεννίου ἵππον τινὰ
τῶν βασιλικῶν ἐπισυμόμενον, τῇ τε ἁλουργῷ ἐφεστρίδι κεκοσμημένον
καὶ κατάχρυσα τὰ φάλαρα ἔχοντα, κω δὴ καἰ τοὺς
κατέχοντας τὰς ἔξ ἔθους τοῖς βασιλεῦοι παρεπομένας ῥομφαίας
 ἐγγύθεν αὐτῷ παραθέοντας. τοῦτο οὖν θεασάμενος,
καλύπτει μὲν τὸ πρόσωπον τῷ θωρακιδίῳ, ὂ τῆς κόρυθος
κύκλῳ ἐξήρτητο, σφοδρῶς δὲ κατ’ αὐτῶν ἔξορμήσας σὺν τοῖς 
ἕξ στρατιώταις, οὑς ἄνωθεν ὁ λόγος ἐδήλωσεν, καταβάλλει
μὶν καὶ τὸν ἱπποκόμον, αἱρεῖ δὲ καὶ τὸν βασιλικὸν ἵππον
 συναφαιρεῖται δὲ καὶ τὰς ῥομφαίας, καὶ λάθρα ὑπἔξεισι τοῦ
στρατεύματος. ὲν τῷ ἀκινδύνῳ δὲ καταστάς, τόν τε χρυσοφάλαρον
ἐκεῖνον ἵππον ἔξέπεμψεν καὶ τἀς παρ’ ἑκάτερα τοῦ
βασιλικοῦ σώματος στρεφομένας ῥομφαίας καὶ κήρυκά τινα
μεγαλοφωνότατον παρακελευσάμενος ἁπανταχοῦ τοῦ στρατεύματος V. 
 διαθέοντα βοᾷν ὡς ὁ Βρυέννιος ἐπεπτώκει. τοῦτο
γενόμενον πολλοὺς τῶν σκεδασθέντων τοῦ στρατεύματος τοῦ
μεγάλου δομεστίκου τῶν σχολῶν καὶ ἐμοῦ πατρὸς ἁπανταχόθεν 
ξυνέλεγε καὶ παλιμπορεύτους ἐποίει, τοὺς δὲ καὶ ἔπειθεν 
 
 ν 

 
 ἐγκαρτερεῖν. ἱ δὲ ἐστήκεσαν ἀτρεμουντες, ἵνα ἕκαστος ἔτυχε,
καὶ εἰς τοὐπίσω τὰς ὄψεις στρέψαντες. ἐξεπλήττοντο εφ' οἱς
παρ’ ἐλπίδα ἑώρων. καὶ ἦν ἰδεῖν ἐπ' αὐτοῖς καινόν τι γενόμενον,
τῶν ἵππων ἐν οἷς ἐπωχοῦντο τἀς κεφαλὰς ἑὼ τὸ
πρόσω ὁρώσας τὰ τὰ δ’ αὐτῶν πρόσωπα εἰς τοὐτίσω ἐστραμμένα, 
καὶ μήτε ἐπὶ τὰ πρόσω χωροῦντας, μήτε εὶς τοὐπίσω
στρέψαι τοὺς χαλινοὺς ἐθέλοντας ἀλλ’ ἐκθάμβους ὄντας καὶ
ἔξαπορουμένους οἷον ἔπι χοῖς ξυμπεσοῦσιν. οἵ τε γὰρ Σκύθαι
 νόστου μνησάμενοι καὶ οἴκαδε ἀπιόντες, οὐκ ἔμελλον ἔτι
ἐπιδιώκειν, ἀλλὰ πόρρω τῶν στρατευμάτων ἀμφοῖν γεγονοτες 
μετὰ τῆς λείας αὐτοῦ που περιπεπλάνηντο. τό τε διακη-
ρυκευόμενον, ὡς ἄρα ὁ Βρυέννιος ἑάλω καὶ κατενήνεκτο,
ἐθαρσοποίει τοὺς τέως δειλοὺς καὶ· φυγάδας, καὶ τὸ κηρυττόμενον
αὐτόθεν εἶχε τὸ πιθανόν, ἐνδεικνυμένου πανταχοθι
μετὰ τῶν βασιλικῶν παρασήμων τοῦ ἵππου καὶ τῶν ῥομφαιῶν 
μονονουχὶ· διαγγελλουσῶν, ὡς ὁ φυλαττόμενος ταύταις Βρυέννιος
χειρὸς πολεμίας γέγονεν ἔργον.

Εἶτα ἡ τύχη ξυνέβαλε καὶ· τι τοιοῦτον. ἀπόμοιρά
τις ἐκ τῆς συμμαχίας τῶν Τούρκων καταλαμβάνει τὸν δόμε
στικον τῶν σχολῶν Ἀλέξιον, καὶ ὡς καθειστήκει τὰ τοῦ πολέμου 
 μαθόντες καὶ τοὺς πολεμίους ὅπου καὶ εἶεν ἐπιζητήσαντες,
ἐπὶ λόφον τινὸς συνεληλυθότες τῷ Κομνηνῷ Ἀλέξίῳ
καὶ ἐμῷ πατρὶ ἐκείνου δεικνύντος Trj χειρὶ τὴν ατρατιάν, 
 


 
 ἐθεῶντο τούτους ὥσπερ ἀπό τινος σκοπιᾶς. εἶχε δὲ ὧδε τὰ
κὰτ αὐτούς. συγκεχυμένοι τε γὰρ ἦσαν μήπω συντάξαντες
ἐαυτούς, καὶ ὡς τὴν νίκην ἤδη ἀράμενοι καταφρονητικῶς
εἰχον καὶ ἔξω κινδύνων ἑαυτοὺς ᾤοντο. μάλιστα δὲ ἀναπεπτωκεισαν,
 τῶν τῷ ἐμῷ πατρὶ ξυνεπομένων Φράγγων προσκεχωρηκότων
κεχωρηκότων τῷ Βρυεννίῳ διὰ τὴν προγεγενημένην τροπήν.
νὼ γὰρ τῶν ἵππων ἀποβεβηκότων τῶν Φράγγων καὶ δεξιὰς 
διδόντων αὐτῷ καθάπερ δὴ πάτριόν ἐστι διδόναι τὰς πίστεις,
ἄλλος ἀλλαχόθεν πρὸς τούτους ξυνέρρεον, θεασόμενοι τὸ γινόμενον.
 διεσάλπιζε γὰρ ἡ φήμη τὸ στράτευμα ὡς ἄρα καὶ οἱ
Φράγγοι τούτοις προσέθεοτο, τὸν ἀρχιστράτηγον καταλελοιπότες
Ἀλἐξιον. Ἀλέξιον. οὕτω δῆτα συγκεχυμένως ἔχοντας τούτους οἱ
ἀμφὶ τὸν ἐμὸν πατέρα καὶ τοὺς νεήλυδας Τούρκους θεασάμενοι,
εἰς τρεῖς μοίρας ἑαυτούς διενείμαντο , καὶ τὰς μὲν
 δύο ἐλλοχεῖν αὐτοῦ που διέταττον, τὴν δὲ τρίτην μερίδα χωρεῖν
ἐᾶι τοὺς πολεμίους ἐκέλευον. καὶ τὸ ξύμπαν τῆς τοιαύτης
διαταγῆς ἐς τὸν ἐμὸν πατέρα Ἀλἔξιον ἀνεφέρετο. οἱ 
μέντοι ῦρκοι οὐ κατὰ φάλαγγα συντεταγμένως ἐπᾐεσαν
ἅμα πάντες, ἀλλὰ μεμερισμένως κατά τινας ὁμίλους, ἀπ
 ἀλλήλων διεστηκότες ἑκασταχοῦ. εἶτα προσβάλλειν ἑκάστην
ἴλην, τοὺς ἵππους ἔπι τούτους ἐλαύνοντας, καὶ πυκνοῖς ἀποχρῆσθαι
το·ξεύμασιν. συνείπετο δὲ τούτοις καὶ ὁ τὴν ὅλην
στρατηγίαν ἀναδησάμενος ἐμὸς πατὴρ Ἀλέξιος συλλέ·ξας ἀπὸ 
 

 
 τῶν σκεδασθέντων ὅσους ὁ καιρὸς ὑπηγόρευε στρατιώτας.
 ἐνταῦθά τις τῶν ἀμφὶ τὸν Ἀλέξιον ἀθανάτων, θρασύσπλαγχνός
τις ὢν καὶ τολμητίας προεξελάσας τὸν ἵππον καὶ τῶν
 ἄλλων προεκδραμών, ἄντικρυς κατὰ τοῦ Βρυεννίου ὅλους
χαλάσας ῥυτῆρας ἐφέρετο. καὶ αὐτὸς μὲν τὸ δόρυ μάλα 
σφοδρῶς ἐρείδει κατὰ τῶν στέρνων ἐκείνου ἐκείνου, ὁ δὲ γοργῶς τοῦ
κουλεοῦ τὸ ξίφος ἑλκύσας μήπω φθάσαντος τοῦ δόρατος
κραταιότερον ἐρεισθῆναι, τοῦτό τε ἀπέκοψεν αὐτίκα καὶ τὸν
τρώσαντα κατὰ τῆς κλειδὸς πλήξας ὅλῳ βραχίονι κατενεγκὼν
τὴν πληγήν, ἁμαὶ τὴν χεῖρα πᾶσαν ἐξέτεμεν αὐτῷ θώρακι. 
οἱ μὲν οὖν Τοῦρκοι ἄλλος ἐπ’ ἄλλῳ καταλαμβάνοντες, τοῖς
συνεχέσι βέλεσι τὸ στράτευμα κατεσκίαζον. οἱ δέ γε περὶ
τὸν Βρυέννιον ἐπλήγησαν μὲν τῷ αἰφνιδίῳ, ὅμως συλλέξαν-
 τες ἑαυτοὺς καὶ εἰς τάξεις καταστησάμενοι, τὸ τοῦ πολέμου
βάρος ἐδέξαντο ἄλλος ἄλλον παρακαλοῦντες ἀνδρίζεσθαι. 
οἱ μέντοι Τοῦρκοι καὶ ὁ ἐμὸς πατὴρ βραχύ τι πρὸς τοὺς
πολεμίους ἀντικαταστάντες, ἑξῆς φεύγειν ἐσχηματίζοντο κατ
ὀλίγον ἐφέλκοντες εἰς τὰς ἐνέδρας τοὺς πολεμίους καὶ τεχωικῶς
ὑποσύροντες. ἐπεὶ δὲ κατὰ τὴν πρώτην γεγόνασιν εἰ
ἔδραν ἐξ ὑποστροφῆς κάτα μέτωπον τούτοις εἱστήκεσαν. καὶ 
συνθήματός τινος γεγονότος , εὐθὺς καθάπερ σφηκιαί τινες
ἄλλος ἀλλαχόθεν διεξιππάζοντο τῶν ἐλλοχιζόντων καὶ ἀλαλαγμῷ
λαγμῷ πολλῷ καἰ βοῆ καὶ τοῖς ἐπαλλήλοις τοξεύμασι τά τε 
 

 
 τα κατάκροτα τῶν ἀμφὶ τὸν Βρυέννιον ἐποιήσαντο, καὶ τὰ
ὄμματα ξυνεζόφωσαν τῇ πυκνότητι τῶν βελῶν ἁπανταχόθεν 
διεκπιπτόντων. ἐνταῦθα δὲ μὴ ἀντιστῆναι δυνάμενον τὸ τοῦ
Βρυεννίου στράτευμα ἤδη γὰρ πᾶς κατετέτρωτο καὶ ἵππος
 καὶ ἄνθρωπος,) πρὸς τροπὴν ἀπέκλινε τὴν σημαίαν καὶ τὸν
νῶτον παίειν παρέσχε τοῖς ἐναντίοις. ἀλλ’ ὅ γε Βρυέννιος,
καίτοι πολλὰ βαρυνόμενος ὑπὸ τοῦ πολέμου καὶ σὺν βίᾳ
ὠθούμενος, ἐδείκνυ τὸ ἀνδρεῖον καὶ εὔψυχον, ἀεὶ μὲν ἐπιστροφάδην
τύπτων τὸν ἐπιόντα, ἀεὶ δὲ τὰ τῆς φυγῆς καλῶς
 καὶ ἀνδρείως διοικονομούμενος. συνήραντο δὲ τούτῳ καὶ ὁ
ἀδελφὸς ἐξ ἑκατέρου μέρους κὼ ὁ υἱός, καὶ κατ’ ἐκεῖνο καὶροῦ
θαῦμα τοῖς πολεμίοις ἐδείχθησαν ἡρωϊκῶς ἀνταγωνισάμενοι. 
ἤδη δὲ τοῦ ἵππου καμόντος καὶ μὴ δυναμένου φεύγειν
ἢ καὶ διώκειν, (ἐγγὺς γὰρ ἥν τοῦ ἀποπεπνευκέναι
 τοὺς ἐπαλλήλους δρόμους,) ἀνασειράσας τοῦτον ὁ Βρυέννιος,
καθάπερ τις ἀθλητὴς γενναῖος, εἰστήκει πρὸς τὰς λαβὰς καὶ
πρὸς ἑαυτὸν δύο τῶν Τούρκων γενναίους ἐξεκαλέσατο. ὦν ὁ
μὶν εἷς πώει τῷ δόρατι ἀλλ᾿ οὐκ ἔφθη δοῦναι βαρεῖαν
πληγήν, καὶ λαμβάνει ἀπὸ τῆς δεξιᾶς τἀνδρὸς βαρυτέραν.
 φθάνει γὰρ ἀποκόψας τούτου τὴν χεῖρα ὁ Βρυέννιος τῷ
ξίφει, ἣ μετὰ τοῦ δόρατος πρὸς τοὔδαφος ἔξεκυλίσθη. ἅτερος
δὲ τούτων τοῦ ἰδίου ἵππου καταπηδήσας, καθάπερ τις
πάρδαλις ἥλατο ἐπὶ τοῦ ἵππου τοῦ Βρυεννίου, ἐναρμόσας 
 
 Β 

 
 ἑαυτὸν ἔπι τῆς ὀσφύος. καὶ ὁ μὲν εἴχετο τούτου ἀπρἵξ
ἐπιβαίνειν ἐπειρᾶτο τοῦ νώτου, ὁ δὲ καθάπερ θηρίον ἐπιστρέψας
ἑαυτόν, ἐκκεντεῖν διὰ τοῦ ξίφους ἐβούλετο. οὐ μέντοι
κατὰ νοῦν ἐχώρει αὐτῷ τὰ πράγματα, ἀεί τι τοῦ κατὰ
νῶτον Τούρκου λυγιζομένου καὶ τὰς τρώσεις ἐκφεύγοντος. 
ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῷ ἀπειρήκει κενεμβατοῦσα καὶ ἀπεῖπεν
ὁ ἀθλητής, ἐνταῦθα πρὸς ἅπασαν χεῖρα πολεμίων ἐνδέδωκεν
ἑαυτόν. οἱ καὶ συλλαβόμενοι τοῦτον καὶ ὡσπερ μέγα
κῦδος ἀράμενοι, κομίζουσιν Ἀλεξίῳ τῷ Κομνηνῷ, οὐ πάνυ
μέντοι πορρωτέρω καθεστηκότι τῆς τοῦ Βρυεννίου ἁλώσεως, 
ἐκτάττοντι δὲ τὰς τε τῶν βαρβάρων καὶ τὰς ἑαυτοῦ φάλαγ-
 γᾶς καὶ πρὸς τὸν πόλεμον ἐρεθίζοντι. καὶ πρότερον μὲν διά
P. τινων κηρύκων τήν ἅλωσιν τοῦ ἀνδρὸς διεπέμψαντο, ἔπειτα
δὲ καὶ αὐτὸν παριστῶσι τῷ στρατηγῷ, θέαμα ὄντως φοβερὸν
καὶ πολεμοῦντα καὶ ἁλισκόμενον. οὕτω μὲν οὖν τὸν Βρυέννιον 
εἰς χεῖρας ἔχων ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος, δορύκτητον τῷ
βασιλεῖ ἐκπέμπει Βοτανειάτῃ, μηδὲν μέντοι λυμηνάμενος τὰ
ὄμματα ὅλως ὁ ἀνήρ. οὐ γὰρ ἦν τοιοῦτος ὁ Κομνηνός, ὥστε
μετὰ τὴν αὐλῶσιν ἐπεξέρχεσθαι τοῖς ἐπ’ αὐτὸν καταστᾶσιν,
ἀλλ᾿ εἰς τιμωρίαν αὐτάρκη ἐνόμιζε τὴν τοῦ πολεμίου αὐλῶσιν· 
τὰ δ’ ἐντεῦθεν φιλανθρωπίαι τε καὶ φιλοφροσύναι καὶ φιλοτιμία
 πολλή. ὅπερ κὰν τῷ Βρυεννίῳ ἐνεδείξατο. καὶ
ἱκανὸν αὐτῷ μετὰ τὴν ἅλωσιν συμπορευθεὶς διάστημα, ἐπὰν 
 

 
 τὸν . . . . . οὕτω καλούμενον τόπον κατέλαβεν, ἀνακτήσασθαι
τῆς λύπης χρησταῖς ἐλπίσι τὸν ἅνδρα βουληθείς, πρός
αὐτὸν ἔφη “ἀποβάντες τῶν ἵππων καθεζώμεθα μικρὸν Ἑαυτοὺς
διαναπαύσοντες." ὁ δὲ τὸν περὶ ψυχῆς σεδιὼς κίνδυνον,
 μεμηνόσιν ἐῷκει καὶ οὔτε ῥᾳστώνης ἐν χρείᾳ ἦν· πῶς γὰρ
ὁ νὼ ἀυτὴν ἀπολεγόμενος τὴν ζωήν; ἀλλ’ ὅμως τῷ τοῦ στρατγηοῦ
εὐθὺς ὑπετάγη βουλήματι. τοτοῦτον γὰρ τὸ δοῦλον
πρὸς ἅπαν τὂ ἐπιτατόμενον ῥᾳδίως ὑπεῖκον, καὶ μᾶλλον εἰ 
δορυάλωτον ἄγοιτο. ἀποβάντες τοίνυν οἱ δημαγωγοὶ τῶν ἵππων,
 ὁ μὲν ἔνθεν ὡς ἐπὶ στιβάδος ἐπὶ πόας εὐθὺς ἀνέκειτο χλοερᾶς,
ἐκεῖθι δ᾿ ὁ Βρυέννιος, ῥίζης ὕπερθεν ἑψικλόνου δρυὸς
τὴν κεφαλὴν νήδυμος ὕπνος, κἀκεῖνος μὲν ἐκάθευδε, τὸν δ᾿ οὐκ
ἔχε νήδυμος ὕπνος, τοῦτο δὴ τὸ τῆς ἀπῃωρημένον ποιήσεως.
ἀλλὰ τὸν ὀφθαλμὸν ἀνατείνας καὶ τὸ ἀπῃωρημένον τοῖς πτόρθοις
 θοις ξίφος θεασάμενος, ἐπεὶ μηδένα μηδαμοῦ τότε παρόντα
ἑώρα, ἀνακτησάμενος τῆς ἀθυμίας Ἑαυτόν, κρείττονος γίνεται
λογισμοῦ καὶ ἀποκτεῖναι τὸν ἐμὸν πατέρα βουλεύεται. καὶ
τάχα ἂν εἰς ἔργον ἀπέβη τὸ βούλευμα, εἰ μή τις ἄνωθεν 
θεία τοῦτον διεκώλυσε δύναμις, τὸ ἄγριον τοῦ θυμοῦ ἔξημερώσασα
 μερώσασα καὶ ἱλαρὸν τῷ στρατηγῷ ἐνατενίζειν παρασκευάσασα.
ταῦτα ἐγὼ ἐκείνου διηγουμένου πολλάκις ἤκουον.
ἔνεστι δὲ τῷ βουλομένῳ ἐντεῦθεν κατανοεῖν, ὅπως τὸν Κομνηὸν
ἐς μείζονα ἄξίαν παρεφυλάττετο ὁ θεὸς καθάπερ τι 
 

 
 χρῆμα τίμιον, τὰ Ῥωμαίων σκῆπτρα δι᾿ αὐτοῦ ἐπανακαλέσασθαι
θέλων. εἰ δέ τι μετὰ ταῦτα συμβέβηκε τῷ Βρυεννίῳ
τῶν ἀβουλήτων, αἰτία τῶν ἀμφὶ τὸν βασιλέα τινῶν, ὁ ἐμὸς
πατὴρ ἀναίτιος.

Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὸν Βρυέννιον οὕτω διήνυστο. ὁ 
 δὲ μέγας δομέστικος Ἀλέξιος καὶ ἐμὸς πατὴρ οὐκ ἔμελλεν
ἀτρεμήσειν, ἀλλ’ ἔξ ἀγώνων εἰς ἀγῶνας μεταχωρεῖν. ὁ γὰρ Βορῖλος
τῶν ἀμφὶ τὸν Βοτανειάτην οἰκειότατος βάρβαρος ἐξελ-
θὼν τῆς πόλεως καὶ ὑπαντήσας τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ καὶ ἐμῷ
πατρί, Βρυέννιον ἐκ τῶν χειρῶν αὐτοῦ παραλαβὼν ἔδρασεν 
ὅ τι δὴ καὶ ἔδρασεν· ἐπισκήπτει δὲ παρὰ τοῦ βασιλέως
τῷ ἐμῷ πατρὶ χωρεῖν ὡς ἐπὶ Βασιλάκιον, ἤδη καὶ τοῦτον
βασιλείας περιθέμενον διάδημα καὶ τὴν ἑσπέραν μετὰ γε
τὸν Βρυέννιον ἀκατασχέτως κυμαίνοντα. ὁ γάρ τοι Βασιλάκιος
οὗτος ἀνὴρ μὲν ἦν τῶν πάνυ θαυμαζομένων ἐπ’ 
 ἀνδρείᾳ τε καὶ θυμῷ καὶ τόλμῃ καὶ ῥώμῃ· ἄλλως δὲ ἄν-
θρωπος τυραννικὴν ψυχὴν ἔχων ἐφεῖλκεν εἰς ἑαυτὸν τὰς
 ὑπερηφάνους τιμάς, καὶ ἀναρρήσεις τὰς μὲν ἐπενοεῖτο, τἀς
δὲ προσέταττε. τοῦ γὰρ Βρυεννίου καθαιρεθέντος, οὗτος
καθάπερ ἐκείνου διάδοχος γεγονὼς τὴν πᾶσαν εἰς ἑαυτὸν ἀνεδἔξατο 
τῆς τυραννίδος ὑπόθεσιν. κὼ ἀπὸ τῆς Ἐπιδάμνου
ἀρξάμενος, (μητρόπολις δὲ αὕτη προκαθημένη τοῦ Ἰλλυριτῶν 
 


 
 κοῦ,) μεχρι τῆς τῶν Θετταλῶν πόλεως ἧκε πάντα καταστρεψάμενος,
αὐτὸς ἑαυτὸν καὶ χειροτονήσας εἰς βασιλέα κᾶε
εὐφημήσας καἰ τὸν πλάνητα τούτου στρατὸν ὅποι κω βούλοιτο
μεταφέρων. ἦν γὰρ καὶ ἄλλως μὲν θαυμαζόμενος ὁ ἀνὴρ 
 ἐπί τε μεγέθει σώματος καὶ κράτει βραχιόνων κω προσώπου
σεμνότητι, οἷς μᾶλλον ἁλίσκεται τὸ ἀγροικικὸν τοῦτο καὶ
στρατιωτικὸν ἔρνος. οὐ γὰρ διορᾷ εἰς ψύχην, οὐδ᾿ ἐνατενίζει
πρὸς ἅρπην, ἀλλὰ μέχρι τῶν τοῦ σώματος ἀρετῶν ἵσταται,
τόλμαν καὶ ῥώμην καί δρόμον καὶ μέγεθος θαυμάζον
 καὶ ταῦτα κρῖνον ἄξια ἁλουργίδος ναὶ διαδήματος. ὁ δὲ καί
ταῦτα ἔχων οὐκ ἀγεννῆ, καὶ τὴν ψυχὴν εἶχεν ἀνδρείαν καὶ
ἀκατάπληκτον· καὶ ὅλως οὗτος ὁ Βασιλάκιος τυραννικόν τι
καὶ ἔπνει καὶ ἔβλεπε. φθέγμα τε γὰρ αὐτῷ βροντῶδες καὶ
οἶον καταπλῆξαι στρατιὰν ὅλην καὶ ἐμβόημα ἵκανον συστεῖλαι
 ψυχῆς θράσος. κω ἄμαχος έν λόγοις ἐπίσης ἐπιχειρῶν ἐπᾶραί 
τε καὶ συστεῖλαι τὸν στρατιώτην εἰς πόλεμον καὶ φυγήν.
μετὰ τοιούτων πλεονεκτημάτων στρατευόμενος ὁ ἀνὴρ καὶ
περὶ αὐτόν συλλεξάμενος ἄμαχον στρατιάν, τὴν Θετταλῶν
πόλιν καταλαμβάνει, καθάπερ ἔφημεν. ὁ δέ γε ἐμὸς πατὴρ
 ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος ὡς πρὸς Τυφῶνα μέγαν ἢ Ἑκατοντάχειρα
Γίγαντα ἀντιπαραταξάμενος κω· πᾶσαν ἑαυτῷ ἀνεγείρας
στρατηγικὴν μηχανὴν καὶ φρόνημα γενναῖον ὡς πρὸς ἀντίἠλθε 
 

 
 παλον ἀξιόμαχον παρεσκεύαστο. καὶ μήπω τὸν ἐκ τῶν προτέρων
ἄθλων κονιορτὸν ἀποτιναξάμενος, μηδὲ τὸν λύθρον
τοῦ ξίφους καὶ τῶν χειρῶν ἀποπλυνάμενος, ὥσπερ λέων
ἐχώρει βλοσυρὸς πρὸς τὸν χαυλιόδοντα τοῦτον σῦν Βασθκλάκιον
τὸν θυμὸν αὑτοῦ ἀνεγείρας. καὶ καταλαμβάνει δῆτα 
τὸν ποταμὸν Βαρδάρον· οὕτω γὰρ ἐγχωρίως αὐτὸν όνομάζουσιν·
ῥεῖ μὲν γὰρ ἄνωθεν ἀπὸ τῶν ἐγγύθεν τῆς Μυσίας
δρῶν, παραμείβων δὲ πολλοὺς μεταξὺ τόπους καὶ διορίζων
πρός τε τὴν ἵω καὶ τὴν ἑσπέραν τά τε Βερροίᾳ καὶ Θεσσαλονίκῃ
προσήκοντα, ἐκδίδωσιν εἰς τὴν καθ᾿ ἡμᾶς καὶ νοτίαν 
 θάλασσαν. πάσχουσι δὲ οἱ μέγιστοι τῶν ποταμῶν τοιοῦτόν
τι. ἐπειδὰν διὰ τῆς προσχώσεως ἀνάστημά τι ἀξιόλογον ἐπιφορήσωσι
γῆς τότε δὴ ἐπὶ τὰ κατάρροπα ῥέουσιν, ὡσπερ
δὴ μεταμείβοντες τὰς πρώτας κοίτας αὐτῶν, καὶ τὴν μὲν πα-
λαιὰν καταλείπουσι πάροδον διάκενον ὑγροῦ καὶ χηρεύουσαν 
ὕδατος, ἣν δὲ νῦν διοδεύουσιν, ἐμπιπλῶσι ῥευμάτων πολλῶν.
τούτων οὖν τῶν δυεῖν παρόδων, τῆς τε παλαιᾶς χαράδρας
καὶ τῆς ἄρτι γενομένης πορείας, τὸ μεταξὺ θεασάμενος ὁ
στρατηγικώτατος οὗτος Ἀλέξιος καὶ ἐμὸς πατήρ, καὶ τὸν μὲν
ὁλκὸν τοῦ ποταμοῦ ὡς ἀσφάλειαν θέμενος ἐκ θατέρου, τῇ δὲ 
 παλαιᾷ διόδῳ ἤδη φάραγγι γεγονυίᾳ ἐκ τῆς τοῦ ῥεύματος
ἐπιρροίας καθάπερ αὐτοφυεῖ ἀποχρησάμενος διώρυχι, ἐστρατοπέδευσεν,
οὐ πλεῖον τῶν δυεῖν ἢ τριῶν σταδίων ἀλλήλων
ἀποδιεστηκότων. καὶ εὐθὺς ἐν παραγγελίᾳ πάντες ἦσαν, 
 

 
 ἡμέρας μὲν ἀναπαύσασθαι καὶ παραμυθῆσαι ὕπνῳ τὸ σῶμα
καὶ τοῖς ἵπποις τροφὴν δοῦναι τὴν ἀρκοῦσαν· μέλλουσι γὰρ
τῆς ἑσπέρας καταλαβούσης ἀγρυπνῆσαι τε καὶ ἐλπίζειν ἀδόκητόν
τι παρὰ τῶν πολεμίων ἐπισυμβῆναι. ταῦτα δέ, οἶμαι,
 διῳκονόμητο ὁ ἐμὸς πατὴρ κίνδυνον ὑφορώμενος κατὰ τὴν
ἑσπέραν ἐκείνην πάρα τῶν πολεμίων. ἐπιθήσεσθαι γὰρ ἑαυτῷ 
τούτους ἤλπιζεν, εἴτ’ ἐκ πολυπειρίας τοῦτο προμαντευόμε- 
ὡς, εἴτε ἄλλως εἰκάσας. οὐ μὴν τὰ τῆς προφητείας αὐτῷ
εἰς μακρὰν ἐληλύθει οὐδὲ προέγνω μέν, οὐ τὸ δέον δὲ διῳκήσατο.
 ἀλλ᾿ ἀπάρας τῆς τούτου σκηνῆς ὁμὰ τοῖς ἀμφ’
αὐτὸν στρατιώταις σὺν ὅπλοις καί ἵπποις πᾶσι τοῖς πρὸς
μάχην ἐπιτηδείοις, ἀπέστη μὲν τῆς σκηνῆς λαμπάδας τε καταλελοιπὼς
ἐκεῖθι πανταχόθεν φαινούσας καί τινα τῶν ἀμφ’
αὐτὸν οἰκεῖον Ἰωαννίκιον πάλαι τὸν μοναχικὸν ἑλόμενον
 βίον, τὴν σκηνὴν καταπιστεύσας καὶ ὅσα ἐπεφέρετο εῖς τε
τράπεζαν χρειώδη καὶ τὴν ἄλλην παρασκευήν. αὐτὸς δὲ
πορρωτάτω ἀπιὼν ἐκάθητο μετὰ τῆς ἐνόπλου στρατιᾶς τὸ
μέλλον καραδοκῶν, τοῦτο τεχναζόμενος, ἱν ὁ Βασιλάκιος
ἀνημμένας πανταχ·όθεν πυρκαϊὰς ἰδὼν καὶ λαμπαδοχουμένην
 τὴν τοὐμοῦ πατρὸς σκηνήν, οἰήσαιτο ἐκεῖθι τοῦτον εἶναι
διαναπανυόμενον, ὡς ἐντεῦθεν ἐκείνῳ τοῦτον ἁλώσιμον εἶναι 
καὶ ὑποχείριον.

Οὐκ εἰς μάτην δέ, καθάπερ εἰρήκειμεν, ἡ μαντεῖά
τοὐμοῦ πατρὸς Ἀλεξίου ἐγεγόνει. ἐπῆλθε γὰρ τῷ προσδοκωμένῳ
στρατοπέδῳ ἀθρόον ὁ Βασιλάκιος σὺν ἱππεῦσί τε καὶ
πεζοῖς, μυρίανδρον στρατιὰν ἐπαγόμενος. καὶ τὰς μὲν κλισίας
ἐφευρὼν ἑκασταχοῦ ἀναλαμπούσας πυρί, ἔξαστράπτουσαν 
δὲ καὶ τὴν τοῦ στρατηγοῦ σκηνὴν θεασάμενος ὡς εἶχε
ῥύμης εἰς ταύτην εἰσεληλύθει, πολυτάραχόν τι καὶ θορυβῶδες
βοῶν. ὡς δ’ οὐκ ἦν οὐδαμοῦ ὁ προσδοκώμενος, οὐδέ
τις ἀνέπτη στρατιώτης ἐκεῖθεν τὸ παράπαν ἢ στρατηγός, εἰ
 μή που τινες καταλελειμμένοι τῶν θητευόντων εὐκαταφρόνητοι, 
ἔτι μᾶλλον ἐβόα καὶ ἐκεκράγει ἀποῦ ποτέ ἐστιν ὁ τραυλίς;"
οὑτωσὶ καὶ τοῖς ῥήμασιν εἰς τὸν μέγαν δομέστικον ἀποσκώπτων.
ἦν γὰρ τἆλλα μὲν οὗτος ὁ ἐμὸς πατὴρ Ἀλέξιος
εὔστομος καὶ οὐδεὶς οὕτω ῥήτωρ ἦν αὐτοφυὴς ἔν τε ἐνθυμήμασι
καὶ ἐπιχειρήμασι, μόνον δὲ κατὰ τὸν φθόγγον τοῦ 
ῥῶ ὑπωλίσθαινέ τε μετρίως καὶ ἀσυμφανῶς διώκλα ἡ γλῶττα,
καίτοι κατὰ τἆλλα στοιχεῖα τὸν ῥοῦν ἀκάθεκτον ἔχουσα.
ἀλλ᾿ ὁ μὲν οὕτως ὀνειδίζων ἐβόα, καὶ διηρευνᾶτο καὶ ἀνέτρεπε
πάντα καὶ κιβώτια καὶ σκίμποδας καὶ σκεύη καὶ αὐτὴν
 δὴ τὴν τοὐμοῦ πατρὸς κλίνην, μή πως ὁ στρατηγὸς ἔν τινι 
τούτων κέκρυπτο καὶ θαμὰ πρός τε τὸν μοναχὸν οὕτω καλούμενον
Ἰωαννίκιον ἐνέβλεπε· καὶ γὰρ διὰ σπουδῆς ἐπεδὲ 
 


 
 ποίητο ἡ μήτηρ ἐν ἁπάσαις ταῖς αὐτοῦ ἐκστρατείαις ὁμόσκηνον
ἔχειν τῶν τιμιωτέρων τινὰ μοναχόν, καὶ ὁ εὔνους οὗτος
νἱὸς ὑπεῖκε τῷ μητρικῷ θελήματι οὐ τὰ ἐν βρέφει μόνον,
ἀλλὰ καὶ ἐς μείρακας παραγγείλας καὶ μέχρις ἂν γυναικὶ συνηρμόσθη·
 καὶ τὰ τῆς σκηνῆς ἃπαντα ὁ Βασιλάκιος διηρευνᾶτο
καί, τοῦτο δὴ τὸ τοῦ Ἀριστοφάνους, ἐρεβοδιφῶν οὐκ ἀνίει,
πυνθανόμενος ἅμα καὶ τὸν Ἰωαννίκιον πέρι τοῦ δομεστίκου. 
τοῦ δὲ πρὸ ὥρας ἐξιέναι ξὺν παντὶ τῷ στρατεύματι διισχυριζομένου,
γνοὺς ὅτι πολὺν τὸν πλάνον ὑπέμεινε καὶ τοῖς ἅπασιν
 ἀπειπάμενος, ἄλλας ἐκ ἄλλων φωνὰς μεταμείβων ἐβόα “ἄνδρες
συστρατιῶται, ἠπατήμεθα· ὁ πόλεμος ἔξωθεν." οὔπω τέλος
ἔσχεν ὁ λόγος αὐτῷ, καὶ ἐξιοῦσι τοῦ στρατοπέδου ἐφίσταται
τούτοις ὁ ἐμὸς πατὴρ ὁ Κομνηνὸς Ἀλἔξιος, προπηδήσας τῆς 
στρατιᾶς σὺν ὀλίγοις τισι μετὰ σφοδρότητος. καί τινα 
 τάξιν συνιστῶντα τὰς φάλαγγας θεασάμενος, (καὶ γὰρ
πλείους τῶν στρατιωτῶν τῶν ἀμφὶ τὸν Βασιλάκιον εἰς τὴν λείαν
ἑαυτοὺς ἐπιδεδωκότες καὶ τὰ λάφυρα — τοῦτο γὰρ καὶ πάλαι
τοὐμῷ πατρὶ ἐμεμηχάνητο — οὔπω ἔφθησαν συνελθεῖν καὶ
εἰς παράταξιν καταστῆναι, καὶ ἐπέστη αὐτοῖς ἀθρόον κακὸν
 μέγας δομέστικος,) ἰδὼν δὲ τὸν καθιστῶντα τὰς φάλαγγας
κω νόμισας εἴτε ἀπὸ τοῦ μεγέθους εἴτε ἀπὸ τῆς τῶν ὅπλων
λαμπρότητος καὶ γὰρ ἀντέστιλβε τούτῳ τὰ ὅπλα πρὸς τὴν 
 
 ρεβοδιφᾷν 

 
 ἀστρῴαν βολὴν,) ἐκεῖνον εἶναι τοῦτον τὸν Βασιλάκιον, συν-
 αντήσας αὐτῷ γοργῶς παίει κατὰ τῆς χειρὸς· ἣ δ’ εὐθὺς
μετὰ τοῦ ξίφους εἰς γῆν ἔρριπτο, ὅπερ μεγάλως τὴν φάλαγγα
συνετάραξεν. οὐ μὴν ὁ Βασιλάκιος ἦν, ἀλλά τις τῶν περ
τὸν Βασιλάκιον γενναιότατος, οὐδὲν τοῦ Βασιλακίου ὅσον γε 
τὰ εἰς ἀνδρείαν λειπόμενος. βαρὺς οὖν τοῦ λοιποῦ κατ’ αὐτῶ
κυλινδούμενος καὶ τοξεύμασι βάλλων καὶ δόρατι τιτρώσκων
καὶ ἀλαλαγμοῖς ἐμβοῶν καὶ νυκτὶ συγχέων καὶ πάντα καὶ
τόπον καὶ χρόνον καὶ ὄργανον εἰς νίκην λαμβάνων καὶ τούτοις
προσφυῶς ἀποχρώμενος ἀκλονήτῳ φρονήματι καὶ ἀσυγχύτῳ 
 τῇ διανοίᾳ καὶ ἄλλον ἄλλοσε φεύγοντα προλαμβάνων,
πάντα διέκρινε καἰ τὸν ἐχθρὸν καὶ τὸν φίλον. ἀλλὰ καί τις
ἀνὴρ Καππαδόκης Γούλης τὸ ἐπώνυμον, εὔνους θεράπων
τοῦμοῦ πατρός, τὴν χεῖρα γενναῖος, τὸν θυμὸν ἐς πολέμους
ἀκάθεκτος, τὸν Βασιλάκιον θεασόμενος καὶ ἀκριβῶς ἐγνωκώς 
παίει κατὰ τῆς κόρυθος. ἀλλὰ τὸ τοῦ Μενέλεω πρὸς
τὸν Ἀλέξανδρον πέπονθε. τὸ γὰρ ξίφος αὐτοῦ τριχθά τε
καὶ τετραχθὰ διατρυφθὲν ἐξέπεσε τῆς χειρός, τῆς λαβῆς καταλειφθείσης
ἐν τῇ χειρὶ. ὃν ὁ στρατηγὸς θεασάμενος εὐθὺς
διελοιδορεῖτο, ὅτι μὴ κατάσχοι τὸ φίφος καὶ ἄνανδρον ἀπεκάλει
 τοῦτον. ἀλλ’ ὁ στρατιώτης τὴν καταλειφθεῖσαν τοῦ
ξίφους λαβὴν παραδεικνύς, πραότερον ἐποίει τὸν μέγαν δοτῶν 
 

 
 μέστικον. καί τις δ' ἄλλος Μακεδών, πέτρος ὗν κλῆσιν
Τορνίκιος τὴν ἐπωνυμίαν, μέσον τῶν πολεμίων ἐμπεσών,
πολλοὺς τούτων ἀνήρει. ἡ γὰρ φάλαγξ εἴπετο ἀγνοοῦσα τὰ
δρώμενα· ὲν σκότει γὰρ τῆς μάγης καθισταμένης, οὐχ οἷοί
 τε ἦσαν ἅπαντες τὰ γινόμενα ὁρᾷν. ὁ δὲ Κομνηνοὸς ἐπὶ τὸ
μήπω διασπασθὲν τῆς φάλαγγος ἴετο παίων τοὺς ἀντικαθισταμένους,
καὶ ἀνθυποστρέφων αὖθις εἰς τοὺς ἰδίους, σπεύδων
καὶ τὸ ἔτι συνιστάμενον τῆς τοῦ Βασιλακίου παραλῦσαι. 
φάλαγγος καὶ διαπεμπόμενος εἰς τοὺς ὄπισθεν καὶ παρακελευόμενος
 μὴ μέλλειν, ἀλλ’ ἕπεσθαι οἱ καὶ καταλαμβάνειν
ταχύτερον. ἐν τοσούτῳ δὲ ἀνήρ τις Κελτὸς τῶν ἀμφὶ τὸν
δομέστικον, ἱν ἐν βραχεῖ τὰ πάντα διηγήσωμαι, γενναῖος
στρατιώτης καὶ Ἄρεως ὅλος ἔμπλεως, τὸν ἐμὸν πατέρα ἰδὼν
μεσόθεν τῶν πολεμίων ἄρτι ἐξιόντα ἐσπασμένον τὸ ξίφος θερμὸν
 ἀπὸ τοῦ αἵματος ἀναπέμπον ἀτμόν, καὶ τῶν πολεμίων
νομίσας ἕνα, ἀθρόον αὐτῷ ἐμπεσὼν παίει τῷ δόρατι περὶ
τὸ στέρνον, καὶ τάχα ἂν ἔξεδρον τὸν στρατηγὸν ἐπεποιήκει,
εἰ μὴ αὐτὸς ἅμα τε πρὸς τὸ ἑδραιότερον ἑαυτὸν ἐφηδράσατο
καὶ ὀνομαστὶ τοῦτον ἐκάλεσεν, ἀποκόψειν ἀπειλησάμενος 
 διά τοῦ ξίφους παραχρῆμα τὴν κεφαλήν. ὁ δὲ ἐπειδή πως 
τὸν ἀγνοοῦντα προὐβάλλετο καὶ τὴν νύκτα καὶ τὸ συγκεχῦσθαι
περὶ τὴν μάχην, μετὰ τῶν ζώντων ἠρίθμητο.

Τὰ μὲν νυκτὸς ἔργα τοῦ δομεστίκου τῶν σχολῶν
σὺν ὀλίγοις τοιαῦτα· ἡμέρας δὲ ἄρτι διαγελώσης κ·αὶ τοῦ
ἡλίου τοῦ ὁρίζοντος ὑπερκύψαντος, οἱ τοῦ Βασιλακίου φαλαγγάρχαι
ἔσπευδον ὅλῃ γνώμῃ ἐπισυλλέγειν τοὺς πέρι τὴν
λείαν ἐσπουδακότας καὶ ἀπολειφθέντας τῆς μάγης. ὁ δὲ μέγας 
δομέστικος τὸ ἴδιον καταστήσας στράτευμα κατὰ τοῦ
 Βασιλακίου αὖθις ἴετο. πόρρωθεν δέ τινας αὐτῶν οἱ τοῦ
δομεστίκου θεασάμενοι καὶ κατ’ αὐτῶν σφοδρῶς ἐξορμήσαντες
ἐτρέψαντο καί τινας αὐτῷ ζωγρίαν ἐπανεληλυθότες προσῆγον.
ὁ δὲ τοῦ Βασιλακίου ἀδελφὸς Μανουὴλ ἐπὶ λόφου 
τινὸς ἀνελθὼν ἐπερρώννυε τὸ στράτευμα μέγα φωνῶν ὧδε
“τοῦ Βασιλακίου ἡ σήμερόν ἐστιν ἡμέρα καὶ νίκη." εἶς δέ
τις Βασίλειος τὴν κλῆσιν Κουρτίκιος τὴν ἐπωνυμίαν, γνωστὸς
καὶ συνήθης τοῦ Βρυεννίου ἐκείνου Νικηφόρου, περί οὗ ὁ
λόγος ἐμνήσθη, καὶ τὰ εἰς πολέμους ἀκάθεκτος, προθέων 
τῆς τοῦ Κομνηνοῦ παρατάξεως ἄνεισι πρὸς τὸν λόφον. ὁ δὲ
 Βασιλάκιος Μανουὴλ τοῦ κουλεοῦ τὸ ξίφος σπασάμενος, ὅλας
ἡνίας χαλάσας σφοδρῶς κατ’ αὐτοῦ ἵετο · ὁ δὲ Κουρτίκιος
οὐ διὰ ξίφους, ἀλλὰ τὴν ἀπῃωρημένην τῇ ἐφεστρίδι ῥάβδον
ἐφελκύσας, παίει τοῦτον κατὰ τοῦ κράνους καὶ παραχρῆμα 
καταβάλλει τοῦ ἵππου καὶ δεσμώτην τοῦτον ἐπισυρόμενος καθάπερ
τι λάφυρον τὠμῶ πατρὶ προσῆγεν. ἐν τοσούτῳ δὲ καὶ
τὸν Κομνηνὸν μετὰ τῶν ἰδίων ἀναφανέντα ταγμάτων τὸ ἐκαὐτῶν 
 


 
 λειπόμενον τοῦ Βασιλακίου στράτευμα θεασάμενον, μικρὸν
ἀντισχὸν εἰς φυγὴν ἐξώρμησε. καὶ ὁ μὲν Βασιλάκιος πρόσθεν
ἔφευγεν, ὁ δὲ κομνηνὸς Ἀλέξιος ἐδίωκε. καταλαβόντων
δὲ εἰς Θεσσαλονίκην, εὐθὺς οἱ Θεσσαλονικεῖς τὸν Βασιλάκιον
 ἐδέξαντο, τῷ στρατηγῷ ἐπιζυγώσαντες παραχρῆμα τὰς
πύλας. ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὣς ἀνῆκεν ὁ ἐμὸς πατήρ, οὐδ᾿ ἀπεδύσατο
θώρακα, οὐδὲ τὸ κράνος ἀπέθετο, οὐδὲ τὴν ἀσπίδα τῶν 
ὤμων παρεῖτο, οὐδὲ τὸ ξίφος ἀπέρριψεν, ἀλλὰ στρατοπεδεύσας
ἠπείλει τειχομαχίας τῇ πόλει καὶ πόρθησιν ἄντικρυς. καὶ
 ἐθέλων διασῶσαι τὸν ἄνδρα, διὰ τοῦ συνεφεπομένου αὐτῷ
μοναχοῦ Ἰωαννικίου (ἀνὴρ δὲ οὗτος ἐπ’ ἀρετῇ διαβόητος)
περὶ εἰρήνης πρὸς τὸν Βασιλάκιον ἠρώτα, ὥστε τὰς πίστεις
λαβόντα μηδὲν δεινὸν πείσεσθαι, ἐγχειρίζειν αὐτῷ ἑαυτόν τε
ὁμοῦ καὶ τὴν πόλιν. καὶ ὁ μὲν Βασιλάκιος ἀπειθὴς ἥν, οἱ
 δὲ Θεσσαλονικεῖς δέει τοῦ μὴ ἁλῶναι τὴν πόλιν καἰ δεινόν
τι παθεῖν, παρεχώρουν τῷ Κομνηνῷ τῆς εἰσόδου. ἀλλ’ ὁ
Βασιλάκιος αἰσθόμενος τοῦ γινομένου ἀπὸ τοῦ πλήθους, ἔπι·
τὴν ἀκρόπολιν μεταβαίνει καὶ ἀπὸ ταύτης εἰς ἐκείνην ἐφάλλεται. 
καὶ οὐδ᾿ ὣς ἐπιλανθάνεται πολέμου καὶ μάχης, καίτοι
τοῦ δομεστίκου πίστεις αὐτῷ διδόντος μηδέν τι παθεῖν
ἀνήκεστον. ἀλλ᾿ ὡρᾶτο γε ὁ Βασιλάκιος καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς
καὶ έν οἶς ἐστενοχωρεῖτο λίαν ἀνήρ. οὐδὲ γὰρ ὑφεῖναί τι
 τοῦ ἀνδρώδους καὶ τοῦ γενναίου ἠβούλετο, ἕως ἐκεῖθεν αὐτὸν 
 

 
 οἱ τῆς ἀκροπόλεως οἰκήτορες καὶ φύλακες ἔξελάσαντες ἅπαντες
ἄκοντα καὶ βίᾳ τοῦτον τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ παρέδωκαν.
εὐθὺς δὲ πρὸς τὸν βασιλέα τὴν τούτου ἅλωσιν διαμεμηνυκώς,
αὐτὸς ἐπ’ ὀλίγον τῇ Θεσσαλονίκη ἐγκαρτερήσας καὶ τὸ
 ἔν αὐτῇ καταστησάμενος, λαμπρὸς στεφανίτης ἐπανῄει οἱ 
δὲ πρὸς τοῦ βασιλέως πεμφθέντες μεταξὺ Φιλίππων καὶ
Ἀμφιπόλεως τὠμῷ πατρὶ συναντήσαντες, τὰς περὶ αὐτοῦ
ἐγγράφους προστάξεις βασιλικὰς αὐτῷ ἐγχειρίσαντες, παραλαβόντες
τὸν Βασιλάκιον περί τι χωρίον Χλεμπίναν καλού-
 μενον ἀπαγαγόντες, ἐγγὺς τῆς ἐν αὐτῷ πηγῆς τοὺς ὀφθαλμοὺς 
αὐτοῦ ἐξορύττουσιν· ἔξ οὖ καὶ μέχρι τῆς δεῦρο ἥ
πηγὴ Βασιλακίου κέκληται. τοῦτο τρίτον ἆθλον πρό γε τῆς
βασιλείας καθάπερ τινὶ Ἡρακλεῖ τῷ μεγάλῳ Ἀλεξίῳ γεγένητο.
ἂν γάρ τις Ἐρυμάνθιον κάπρον τὸν Βασιλάκιον τοῦτον καλέσειεν,
 Ἡρακλέα δέ τινα καθ’ ἡμᾶς γενναιότατον τὸν ἐμὴν
πατέρα Ἀλέξιον, οὐκ ἂν ἁμάρτοιτο τῆς ἀληθείας. ταῦτα μὶν
ἔστω πλεονεκτήματα καὶ πρὸ τοῦ θρόνου κατορθώματα τῷ
Κομνηνῷ Ἀλεξίῳ, ὧν ἁπάντων γέρας ἀπέλαβε παρὰ τοῦ
αὐτοκράτορος τὴν τοῦ σεβαστοῦ ἀξίαν, σεβαστὸς ἀναρρηθείς
ἐκ μέσης συγκλήτου.

ΚαθάΠερ, οἶμαι, τὰ πονηρευόμενα τῶν σωμάτων
πὴ μὲν ταῖς ἔξωθεν αἰτίαις κακοῦνται, ἔστι δ’ ὅπου καὶ τὰ
αἴτια τῶν νοσημάτων ἀφ’ ἑαυτῶν ἀναβλύζουσι, καὶ αἰτιώ- 
 


 
 μεθα πολλάκις μὶν τὰς τοῦ περιέχοντος ἀνωμαλίας καί τινας
τροφῶν ποιότητας πυρετῶν γενέσεις, ἐνίοτε δὲ καὶ χυμῶν
σηπεδόνας· οὕτω δῆτα καὶ ἡ τῶν Ῥωμαίων κακότης κατ᾿
ἐκεῖνο καιροῦ νῦν μὲν ἀνεβλάστησε θενατώδεις κῆρας τοὺς
 προειρημένους ἄνδρας ἐκείνους, λέγω δὴ Οὐρσελίους καὶ Βασιλακίους
καὶ ὅσοι τὸ τυραννικὸν συνεπλήρουν πλῆθος πλῆθος, νῦν 
δὲ ἔξωθέν τινας καὶ ἐπεισάκτους τυράννους τὰ τῆς τύχης
ταύτῃ ἐπεισηγάγετο ἀπρόσμαχόν τι κακὸν καὶ ἀνίατον νόσημα,
καθά γε καὶ τὸν ἐπὶ τυραννικῇ γνώμῃ διαβόητον Ῥομπέρτον
 ἐκεῖνον τὸν ἀλαζόνα, ὂν Νορμανία μὲν ἤνεγκε ἤνεγκε, φαυλότης
δὲ παντοδαπὴ καὶ ἐθρέψατο καὶ ἐμαίευσεν. ἡ δὲ Ῥωμαίων
ἐχθρὸν τηλικοῦτον ἐφ’ ἑαυτῆς εἵλκυσε, πρόφασιν δεδωκυῖα
τῶν ἀπ᾿ ἐκείνου πολέμων τοῖς πρὸς ἡμᾶς κῆδος ἑτερόφυλόν 
τε κὼ βάρβαρον καἰ τὰ πρὸς ἡμᾶς ἀπροσάρμοστον,
 μᾶλλον δὲ ἀπροσεξία τοῦ τότε κρατοῦντος Μιχαὴλ τοῦ τὰς
τοῦ γένους σειρὰς πρὸς τοὺς Δούκας ἀνάπτοντος εἰ δὲ καὶ
καθαπτοίμην τινὸς τῶν κὰν αἷμά μοι προσηκόντων, (καὶ
γὰρ κἀμοὶ τὰ πρὸς μητρὸς ἐκεῖθεν καταρρεῖ,) νεμεσάτω μηδείς·
τὴν τε γὰρ ἀλήθειαν ἐξ ἁπάντων προειλόμην ξυγγράφειν
 καὶ ὅσον ἔπι τούτῳ τὰς ἐξ ἁπάντων μέμψεις ἀνεστειλάμην.
ἐκεῖνος γὰρ ὁ εἰρημένος αὐτοκράτωρ ὁ Δούκας Μιχαὴλ
τὴν τοῦ βαρβάρου τούτου θυγατέρα εἰς τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν κατηγγυήσατο
Κωνσταντῖνον, κἀντεῦθεν ἀνερράγη τὰ τῶν πολε- 
 

 
 μίων. καὶ περὶ μὶν τοῦ υἱέος τοῦ βασιλέως τουτουὶ Κωνσταντίνου
καὶ τοῦ πέρι αὐτόν γαμικοῦ συναλλάγματος καὶ
ὅλως τοῦ βαρβαρικοῦ κήδους, καὶ δὴ καὶ ὅπως εἶχε κάλλους
τε καὶ μεγέθους ὁ ἀνὴρ καὶ ὁποῖος ἦν τὴν φύσιν καὶ ποδαπός,
κατὰ καιρὸν ἐροῦμεν, ἐπειδὰν ἀπολοφυροίμην καὶ τὰς 
ἐμὰς συμφορὰς μικρὸν μετὰ τὴν τοῦ κήδους τούτου διήγησιν
καὶ τὴν ἧτταν τῆς βαρβαρικῆς ἁπάσης δυνάμεως καὶ τὴν
ἀπώλειαν τῶν Νορμανόθεν τυράννων, οὓς ἐξ ἀλογίας κὰτ
 τῆς τῶν Ῥωμαίων ἐθρέψατο. ἀλλὰ πρότερον δεῖ ἄνωθέν που
 τὸν λόγον ἀναγαγοῦσαν τὰ περὶ τοῦ Ῥομπέρτου τούτου διηγήσασθαι, 
ὅπως τε εἶχε γένους καὶ τύχης, καὶ εἰς οἶον κρά-
τος καἰ ὕψος ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων τοῦτον ἀνήνεγκε, μῆλλον
δέ, ἴν’ εὐσεβέστερον φαίην, οὗ παρεχώρησε τοῦτον ἡ πρόνοια
προελθεῖν, ἐνδοῦσα πρὸς τὰς ἐκείνου κακοτρόπους ὁρμάς
τε καὶ μηχανάς. ὁ δὲ Ῥομπέρτος οὗτος Νορμάνος τὸ 
γένος, τὴν τύχην ἄσημος, τὴν γνώμην τυραννικός, τὴν ψυχήν
πανουργότατος, τὴν χεῖρα γενναῖος, ἐπιθέσθαι μὲν δεινότατος
 πλούτῳ καὶ περιουσίᾳ μεγάλων ἀνδρῶν, καταπρᾶξαι δὲ ἀφυκτότατος,
ἐς τὸ ἀναντίρρητον τὰ τοῦ σκοποῦ περιάγων. τὰ
δὲ τοῦ σώματος τοσοῦτος εἰς μέγεθος, ὡς καὶ τῶν μεγίστων 
ὑπερανέχειν, πυρσὸς τὸ χρῶμα, τὴν κόμην ξανθός, τοὺς
ὤμους εὐρύς, τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀλλὰ πῦρ ἀπ’ αἰτῶν μονονουχὶ
ἀπεσπινθηρίζετο, καὶ ὅπου μὲν ἴδει διοργανῶσαι τὴν 
 

 
 φύσιν τὸ πλάτος, εὐμήχανον ἦν, ἕπου δὲ ἀποστενῶσαι τοῦτο,
εἰς τὸ εῦρυθμον διωμάλιστο. οὕτως ἐξ ἄκρας κεφαλῆς ἐς
πόδας ὁ ἀνὴρ κατερρύθμιστο, ὡς πολλῶν λεγόντων πολλάκις
ἀκήκοα. τὸ δὲ φθέγμα, Ὅμηρος μὲν πέρι Ἀχιλλέως ἐποίη- 
 σεν, ὡς ἅν φωνήσαντος ἐκείνου, φαντασίαν ἐσχήκεσαν οἱ
ἀκούοντες πολλῶν θορυβούντων, τούτου δὲ τοῦ ἀνδρός, ὥς
φασι, τὸ ἐμβόημα πολλὰς ἐτρέπετο μυριάδας. οὕτως ἔχων
ὢ τύχης καὶ φύσεως κὼ ψυχῆς, ἀδούλωτος ἦν ὡς εἰκός,
μηδενὶ τῶν ἁπάντων ὑποταττόμενος. τοιαῦται γὰρ αἱ μεγάλαι
 φύσεις, ὥς φασι, κἀν τύχης ὦσιν ἀφαυροτέρας.

Τοιοῦτος δὲ ὢν ὁ ἀνὴρ καὶ ἄγεσθαι ὅλως μὴ ἀνεσχόμενος,
ἀπὸ Νορμανίας ἀπάρας μετά τινων ἱππέων, πέντε
δὲ ἦσαν ἱππεῖς καὶ πεζοὶ τριάκοντα οἱ πάντες, ἐξελθὼν τῆς
πατρίδος περὶ τὰς ἀκρολοφίας καὶ· τὰ ἄντρα καὶ τὰ ὄρη τῆς 
 Λογγιβαρδίας διέτριβε, χειρὸς λῃστρικῆς κατάρχων καὶ τοῖς
ὁδίταις ἐπιτιθέμενος, ὅπου μὲν ἵππους, ὅπου δὲ καὶ πράγματα
ἄλλ᾿ ἄττα καὶ ὅπλα προσεπικτώμενος. καὶ τὰ προοιμίῳ
τοῦ βίου τούτῳ αἱμάτων ἦσαν ἐκχύσεις καὶ ἀνδροφονίαι
πολλαί. χρονοτριβῶν δὲ ἐν τοῖς μέρεσι τῆς Λογγιβαρδίας,
 οὐκ ἔλαθε Γελίελμον τὸν Μασκαβέλην, ὃς κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ
μέρους μεγίστου τῶν παρακειμένων τῇ Λογγιβαρδίᾳ ἡγεμὼν
ἐτύγχανεν ὤν· ὅθεν τὰς εἰσόδους δαψιλεῖς ἂν ἔτος
ἐλάμβανεν, κἀντεῦθεν δυνάμεις ἱκανὰς ἐπαγόμενος ἐπιφανὴς 
 


 
 ἥν ἀρχηγὸς. μεμαθηκὼς δὲ περὶ τοῦ Ῥομπέρτου ὁποῖός ἐστι
κὰτ ἄμφω, ψυχὴν καἰ σῶμά φημι, προσήκατό τε ἀβούλως
τὸν ἄνδρα καἰ μίαν τῶν θυγατέρων τούτῳ κατηγγυήσατο.
καὶ πληρώσας τὸ κῆδος, θαυμάσας αὐτὸν τῆς τε φύσεως καὶ
τῆς περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐμπειρίας, οὐμενοῦν τὰ κατὰ γνώμην 
ηὐτύχησεν. καὶ γὰρ καὶ πόλιν καθαπερεί τι ἕδνον αὐτῷ
ἐδεδώκει καἰ ἀλλ’ ἄττα προσεπεφιλοτιμήσατο. ὁ δὲ περὶ
αὐτὸν δύσνους γενόμενος καὶ ἐπανάστασιν κατ’ αὐτοῦ μελετήσας,
τὰ μὲν πρῶτα τὸν εὔνουν ὑπεκρίνετο καὶ τὰς δυνάμεις
 μεις προσετίθει τριπλασιάσας μὲν τοὺς ἱππεῖς, εἰς δὲ διπλασίους 
τοὺς πεζοὺς ποιησάμενος. καὶ τοὐντεῦθεν ὑπέρρει τὰ
τῆς εὐνοίας καὶ κατὰ μικρὸν παρεγυμνοῦτο ἡ κακοήθεια. καὶ
 οὐ διελίμπανε προφάσεις καθεκάστην σκανδάλων διδοὺς καὶ
λαμβάνων καὶ τρόπους συνεχεῖς μηχανώμενος, ἀφ᾿ ὧν ἔριδές
τε καί μάχαι καὶ πόλεμοι εἰώθασι τίκτεσθαι. ἐπεὶ δὲ ὁ 
ῥηθεὶς Γελίελμος ὁ Μασκαβέλης πλούτῳ καὶ δυνάμει κατὰ
πολὺ διέφερεν αὐτοῦ ἀπογνοὺς ὁ Ῥομπέρτος τὴν κατὰ πρόσωπον
πρὸς αὐτὸν μάχην, βουλὴν βουλεύεται πονηράν. καί
 προβάλλεται μὲν τὴν εὔνοιαν καὶ τὸ μεταμέλον πλάττεται, καὶ
ὐπορύττει δόλον αὐτῷ δεινὸν καὶ δυσφώρατον, τάς τε πόλεις 
αὐτοῦ κατασχεῖν καὶ κύριος γενέσθαι τῶν προσόντων ἁπάντων
τῷ Μασκαβέλῃ. καὶ πρῶτα μὲν τὰ πρὸς εἰρήνην ἐπερωτᾷ
καὶ συνελθεῖν εἰς λόγους αὐτοπροσώπως διαπρεσβεύεται, ὁ 
 

 
 δὲ τὴν πρὸς αὐτὸν εἰρήνην ἀσπάζεται φιλῶν τὴν θυγατέρα
ἐξόχως, καὶ συντίθεται τὴν ὁμιλίαν ἐς νέωτα. ὁ δὲ Ῥομπέρτος
καταγγέλλει τόπον αὐτῷ, έν ᾦ συνελθόντας διαλεχθῆναι
προσήκει καί τὰς πρὸς ἀλλήλους συνθέσθαι σπονδάς. ἀκρολοφίαι
 δὲ ἦσαν δύο ἔξ ἴσου τῆς πεδιάδος ἒξυπανέχουσαι κάτα
διάμετρον τὴν θέσιν λαχοῦσαι, τὸ δὲ μεταξὺ τούτων ἑλῶδες
ἦν καὶ κατάσκιον δένδροις παντοδαποῖς καἰ φυτοῖς. ἔνθα
κω λόχον ἐστήσατο ὁ δεινὸς ἐκεῖνος Ῥομπέρτος τέσσαρας ἄνδρας 
ἐνόπλους γενναιοτάτους, παρεγγυησάμενος πανταχόσε
 παπταίνειν τὰ ὄμματα· ἐπειδὰν δὲ ἴδοιεν αὐτὸν μέτα τοῦ
Γελιέλμου συμπλεκόμενον, εὐθὺς πρὸς ἐκεῖνον ἀναδραμεῖν ἀναδραμεῖν,
μηδὲν τὸ παράπαν μελήσαντας. ταῦτ’ οὖν προκατασκευάσας
ὁ κακουργότατος ἐκεῖνος Ῥομπέρτος, τὴν μὲν τῶν ἀκρολοφιῶν
εἰς τὴν μετὰ τοῦ Μασκαβέλη ὁμιλίαν χρησιμεύουσαν κατέλιπε,
 φθάσας ταύτην ὑποδεῖξαι αὐτῷ, θατέραν δὲ οἶον ἰδιοποιησάμενος,
πεντεκαίδεκα ἱππέας καὶ πεζοὺς ὡσεὶ ἲξ καὶ
πεντήκοντα μεθ’ ἑαυτοῦ συλλαβόμενος, ἀνελθὼν ἐν αὐτῇ
συνέταξε, τὴν βουλὴν πᾶσαν τοῖς ἀξιολογωτέροις τούτων ἐξορχησάμενος,
καί ἑνὶ τούτων παραγγείλας τὰ αὑτοῦ ὅπλα βαστάζειν, 
 ἀσπίδα καὶ κρόνος καὶ ἀκινάκην, ὡς ῥᾳδίως διὰ
τούτων ἐξοπλισθείη, καὶ· τοῖς λοχῶσι τέσσαρσιν ἐπισκήψας,
ἵν’ ὁμηνίκα τῷ Μασκαβέλῃ συμπλακέντα τοῦτον θεάσοιντο, 
 

 
 θᾶττον ἀναδράμωσι πρὸς αὐτόν. καὶ ὁ Γελίελμος κατὰ τὴν
συγκειμένην ἡμέραν ἤρχετο πρὸς τὴν ἀκρώρειαν εἰς τὸν τόπον,
ὃν φθάσας αὐτῷ ὁ Ῥομπέρτος ὑπέδειξε, τὰς μετ᾿ αὐτοῦ
συνθήκας πληρώσων. ὂν ἰδὼν ἐγγύθεν ἐκεῖνος γενόμενον.
αὐτῷ τε ἱππότης προσυπαντήκει, καὶ ἀσπασάμενος ἐδεξιοῦτο 
μάλα εὐθύμως. ἔστησαν οὖν ἄμφω εἰς τὸ πρανὲς μικρὸν
τῆς ἀκρολοφίας ὑποκλίναντες, ὁμιλοῦντες ἅττα καὶ ἔμελλον
 ποιεῖν. ὁ δὲ δεινὸς ἐκεῖνος Ῥομπέρτος λόγους ἐκ λόγων συνείρων
ἔτριβε τὸν καιρόν, εἶτα φησι πρὸς τὸν Γελίελμον “ἵνα
τί τοῖς ἵπποις ἐποχούμενοι κοπιῶμεν; ἀποβάντες καθεδούμεθα 
εἰς τοὔδαφος καὶ ἀφροντίστως περὶ ὧν χρὴ ὁμιλήσομεν."
πείθεται ὁ Μασκαβέλης νήπιος ἀγνοήσας τὸν δόλον
καὶ οὗ κακοῦ φέρεται, καὶ ἀποβαίνοντα τὸν Ῥομπέρτον τοῦ
ἵππου θεασάμενος, πεζὸς καὶ αὐτὸς τηνικαῦτα εἰστήκει καἰ
τῇ γῇ τὸν ἀγκῶνα διερεισάμενος αὖθις λόγων κατήρχετο. ὁ 
δὲ Ῥομπέρτος δουλείαν ὡμολόγει τοῦ λοιποῦ τῷ Μασκαβέλῃ
καὶ πίστιν, εὐεργέτην αὐτὸν καὶ· κύριον ὀνομάζων. θεασάμενοι
 δὲ τούτους οἱ τοῦ Μασκαβέλη τῶν ἵππων
καὶ λόγων ἄλλων ὥσπερ καταρχομένους, καμόντες ἀπό τε
τοῦ καύσωνος ἀπό τε τοῦ δεηθῆναι καὶ τροφῆς καὶ ποτοῦ, 
ὥρα γὰρ θέρους ἦν, ὁπηνίκα τὰς ἀκτῖνας ὁ ἥλιος κατὰ κορυφὴν
εἴωθε βάλλειν,) καὶ τῆς ἀλέας ἀφορήτου γινομένης,
οἱ μὲν τῶν ἵππων ἀποβαίνοντες τοὺς χαλινοὺς περὶ τοὺς 
 

 
 πτόρθους τῶν δένδρων ἀναδεσμοῦντες, εἰς τοὔδαφος κατεκλίνοντο,
ταῖς ἀπὸ τῶν ἵππων καὶ τῶν δένδρων σκιαῖς ἀναψυχόμενοι, 
οἱ δὲ οἴκαδε ἐχώρουν. ἀλλ᾿ οὗτοι μὲν οὕτως.
ὁ δὲ τὰ πάντα δεινὸς Ῥομπέρτος οὕτω ταῦτα προκαταστήσας,
 ἀθρόον ἐπιφύεται τῷ Μασκαβέλῃ, καὶ τὸ ἥμερον ἀφεὶς
βλέμμα πρὸς τὸ ὀργιλώτερον μεταβάλλεται, καὶ φόνιον αὐτῷ
ἐπιβάλλει τὴν χεῖρα. καὶ συμπλακεὶς ἀντισυνεπλέκετό τε καὶ 
εἱλκε καὶ εἵλκετο, καὶ ἐκυλίοντο ἄμφω κατὰ τοῦ πρανοῦς.
δήσαντες δὲ οἱ λοχῶντες ἀνέτρεχον ἐκεῖνοι ἄνδρες θεασάμενοι,
ἀναδύντες τοῦ ἕλους ἐπέδραμον ἤδη τῷ Γελιέλμῳ, καὶ· ξυνδήσαντες
 ἁπανταχόθεν ἀνέτρεχον ὡς πρὸς τοὺς εἰς τὴν ἑτέραν
ἀκρώρειαν ἱσταμένους ἱππεῖς τοῦ Ῥομπέρτου, ἤδη καὶ
αὐτῶν ὑποκαλταζόντων κατὰ τοῦ πρανοῦς πρὸς αὐτούς·
ὄπισθεν δὲ ἐδίωκον οἱ τοῦ Γελιέλμου. ὁ δέ γε Ῥομπέρτος
 ἐπιβὰς τοῦ ἵππου, κράνος τε καὶ δόρυ λαβὼν καὶ γοργῶς
ἐναγκαλισάμενος καὶ ἀσπίδι περιφράξας ἑαυτὸν, ἐπιστραφεὶς 
πλήττει ἔνα τῶν τοῦ Γελιέλμου διὰ δόρατος, ὁ δ’ ἅμα τῇ
πληγῇ καὶ τὴν ψυχὴν συναφῄρητο. έν τοσούτῳ τὴν φορὰν
τῶν ἀμφὶ τὸν πενθερὸν ἱππέων ἀναχαιτίσας καὶ τὴν ἀπὸ
 τούτων βοήθειαν ἀνακόψας, οἱ δέ γε λοιποὶ τοὺς ὑπὲρ κεφαλῆς
αὐτῶν καταβαίνοντας ἱππότας τοῦ Ῥομπέρτου ὡς καὶ
ἀπὸ τοῦ τόπου βοηθουμένους θεασάμενοι, παραχρῆμα τὰ
νῶτα διδόασιν,) οὕτω γοῦν τὴν φορὰν τῶν τοῦ Μασκαβέλη 
 

 
 ἰππέων ἀνακόψαντος τοῦ Ῥομπέρτου, ἄγεται τηνικαῦτα ὁ Μασκαβέλης
δέσμιος καἰ αἰχμάλωτος εἰς ὅπερ δέδωκεν αὐτῷ εἰς
προῖκα φρούριον, ὅτε τὴν θυγατέρα τούτῳ κατηγγυήσατο. καὶ
εἶχεν ἄρα τότε τὸν οἰκεῖον δεσπότην ἡ πόλις ἔμφρουρον, φρούριον
ἐντεῦθεν εἰκότως προσαγορευομένη. οὐδὲν δὲ χεῖρον καὶ 
 τὴν ὠμότητα τοῦ Ῥομπέρτου διηγήσασθαι. ἐπειδὴ γὰρ ἅπαξ
ἐγκρατὴς ἐγεγόνει τοῦ Μασκαβέλη, τὰ πρῶτα μὲν τῶν ὀδόντων
ἁπάντων ἀποστερεῖ, ἐφ’ ἑκάστῳ τούτων προσαπαιτῶν
πολυτάλαντον ὁλκὴν νομισμάτων καὶ πυνθανόμενος, οὖ ταῦτα
ἐναπέθετο. ἔπει δὲ οὐκ ἔληγεν ἀπαράσσων ἴστ’ ἂν ἅπαντα 
ἔλαβε, καὶ ἅμα οἱ τε ὀδόντες ἐξέλιπον καὶ τὰ χρήματα, ἐπὶ
τοὺς ὀφθαλμοὺς Γελιέλμου ἐπιβάλλει τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ Ῥομπέρτος,
καὶ φθονήσας τούτῳ τῶν ὄψεων ἀποστερεῖ τῶν
ὀμμάτων.

πάντων οὖν ἐγκράτης γενόμενος ηὐξάνετό τε τὸ 
ἐντεῦθεν ὁσημέραι, καὶ εἰς τὸ τυραννικώτερον ἀποκλίνων ταῖς
Β πόλεσί τε προσετίθετο πόλεις καἰ τοῖς χρήμασι χρήματα. καἰ
ἐν βραχεῖ πρὸς τὴν δουκικὴν περιωπὴν ἀναβεβηκώς, δοὺξ
Λογγιβαρδίας ἁπάσης ὠνομάζετο. ἐντεῦθεν οὖν ἅπαντες πρὸς
τὸν κατ’ αὐτοῦ φθόνον ἠρεθίζοντο. ὁ δὲ φρενήρης ὢν ἀνὴρ 
ὅπου μὶν θωπείαις χρησάμενος πρὸς τοὺς ἀντικαθισταμένους
αὐτῷ, ὅπου δὲ καὶ δωρήμασι, τοὺς μεταξὺ τοῦ πλήθους, θορύβους
ἐξωμαλίσατο καὶ τὸν κὰτ αὐτοῦ φθόνον τῶν μεγιστάνων
εὐμηχάνως κατέστειλεν, ἔστι δ’ οὖ καὶ ὅπλοις χει- 
 
 φρούριον 


 
 ρωσάμενος, ἅπαν τὸ κράτος Λογγιβαρδίας τε καὶ τῆς ὁμορούσης
χώρας εἰς ἑαυτὸν ἀνεδήσατο. ἀεὶ δέτι ὁ Ῥομπέρτος
οὗτος ἐπινοῶν τυραννικώτερον κὼ φανταζόμενος τὴν βασιλείαν
Ῥωμαίων, προφάσεως, ὡς ἔφην, τῆς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μι- 
 χαὴλ συμπενθερίας ἐπιδραξάμενος, τὸν πρὸς Ῥωμαίους ἐνερρίπισε
πόλεμον. ἔφθημεν γὰρ εἰρηκότες, ὅτι Μιχαὴλ ὁ
αὐτοκράτωρ οὐκ οἶδ᾿ ὅπως τὴν τοῦ τυράννου τούτου θυγατέρα
Ἑλένη δὲ αὕτη προσηγορεύετο) τῷ υἱῷ Κωνσταντίνῳ κατηγγυήσατο.
πάλιν δὲ μεμνημέν τοῦ νεανίσκου τούτου, παθαίνομαι
 τήν τε ψυχὴν καὶ τοὺς λογισμοὺς συγχέομαι· ἀνακόπτομαι
δὲ τὴν ἀμφὶ τοῦτον διήγησιν, φυλάττουσα πάντα
καιρῷ τῷ προσήκοντι. τοῦτο δὲ μόνον οὐχ ὑπομένω μὴ λέγειν, 
κἀν ἔξω τοῦ καιροῦ λέγοιμι, ὡς ἄγαλμα φύσεως ἦν
ὁ νεανίας ἐκεῖνος καὶ θεοῦ χειρῶν ὡς ὄντως εἰπεῖν, φιλοτί- 
​ μημα. εἰ γὰρ καὶ· μόνον ἐθεάσατό τις αὐτόν, εἶπεν ἂν ὡς
τοῦ παρ’ Ἕλλησι μυθευομένου χρυσοῦ γένους ἀπορροή·
οὕτως ἀμήχανον εἶχε τὸ κάλλος. ἐγὼ δὲ μετὰ τοσούτους
ἐνιαυτοὺς μεμνημένη τοῦ νεανίου τούτου, δακρύων ἐμπίπλαμαι·
ἐπέχω δὲ ὅμως τὸ δάκρυον καὶ ταμιεύω πρὸς τοὺς ἐπικαίρους
 τῶν τόπων, ἵνα μὴ τὰς μονῳδίας τῶν ἐμῶν ἀναμιγνῦσα
ταῖς ἱστορικαῖς διηγήσεσι τὴν ἱστορίαν συγχέοιμι.
οὗτος γὰρ ὁ νεάνισκος, περὶ οὖ κἀνταῦθα κὼ ἀλλαχόσε εἰρή- 
 

 
 κειμεν, προχρόνιος πρὸ ἡμῶν καὶ πρὶν ἡμεῖς τόν ἥλιον ῖδοιμεν,
μνηστὴρ ἐγεγόνει τῆς τοῦ Ῥομπέρτου Ἑλένης καθαρὸς καὶ
ἀμόλυντος, καὶ τὰ ἔγγραφα συναλλάγματα ἐπ’ αὐτῇ ἐγεγράφεισαν,
κἀν ἀτέλεστα καὶ ἐν ἐπαγγελίαις μόνον, ἀτελοῦς τὴν ἡλικίαν
ὄντος τοῦ νεανίσκου· διεσπάσθη δὲ ἅμα τῷ τῆς βασιλείας 
ἐπιβῆναι τὸν βασιλέα Νικηφόρον τὸν Βοτανειάτην. ἀλλ’ ἐξετραπόμην
τοῦ λόγου, ἐπανελεύσομαι δ᾿ αὖθις ἀφ᾿ οὗπερ ἐξετραπόμην.
ὁ γάρ τοι Ῥομπέρτος ἐκεῖνος ἐξ ἀφανοῦς πάνυ τύχης
περιφανὴς γεγονὼς καὶ πολλὴν δύναμιν ἀθροίσας πέρι αὑτόν,
 ἐπεβάλλετο καὶ Ῥωμαίων αὐτοκράτωρ γενέσθαι. καὶ προφάσεις 
εὐλόγους δῆθεν ἐπλάττετο τῆς πρὸς Ῥωμαίους δυσμενείας
καὶ τῶν πολέμων. διττὸς δὲ ἐντεῦθεν φέρεται ὁ λόγος. ὁ
μὲν γὰρ φημίζεταί τε καὶ διαρρεῖ καὶ μέχρι τῆς ἡμετέρᾳ
ἀκοῆς ἔφθασεν, ὅτι τις μοναχὸς Ῥαίκτωρ ὀνομαζόμενος ὑπεκρίθη
τὸν βασιλέα Μιχαὴλ καὶ πρὸς τὸν Ῥομπέρτον τοῦτον 
καὶ συμπένθερον αὐτομολήσας τὰς οἰκείας συμφορὰς ὠλοφύρετο.
οὗτος γὰρ μετὰ τὸν Διογένην τῶν σκήπτρων Ῥωμαίων
ἐπειλημμένος καὶ βραχύν τινα χρόνον διαπρέψας τὴν βασιλείαν,
παρελύθη μὲν τῆς ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ Βοτανειάτου ἐπα-
 ναστάντος αὐτῷ, τὸν δὲ τῶν μοναχῶν ὑπέδυ βίον, μετὰ δὲ 
ταῦτα τὸν ἀρχιερατικὸν ποδήρη καὶ τὴν κίδαριν ἠμφιέσατο,
εἰ βούλει δέ, καὶ τὴν ἐπωμίδα. τοῦτο δὲ συνεβούλευσεν ὁ
καῖσαρ Ἰωάννης ὁ πρὸς πατρὸς αὐτῷ θεῖος, τὸ κοῦφον εἰδὼς 
 

 
 τοῦ τηνικαῦτα κρατοῦντος καὶ μή τι πάθῃ δεινότερον δεδιώς.
δώς. τοῦτον ὑπεκρίθη ὁ εἰρημένος μοναχὸς ἐκεῖνος Ῥαίκτωρ
ἢ ἰαὶ ὡς οὕτως εἰπεῖν ῥέκτης τῶν ἁπανταχοῦ τολμηρότατος.
πρόσεισί τε τᾠ Ῥομπέρτῳ ὡς δῆθεν συμπενθέρῳ καὶ τὰ τῆς
 ἀδικίας ἐκτραγῳδεῖ, ὡς καθαιρεθείη μὲν τῶν βασιλικῶν θρόνων,
καὶ εἰς ὅπερ νῦν σχῆμα τοῦτον ὁρᾷ περιελθεῖν. καὶ 
διὰ τούτων πάντων εἰς ἄμυναν ἐξεκαλεῖτο τὸν βάρβαρον. τὴν
γὰρ καλήν φησι μείρακα τὴν αἰτοῦ νύμφην Ἑλένην ἀπερίστατον
καταλεῖψαι καὶ χήραν ἄντικρυς τοῦ νυμφίου. τὸν
 γὰρ υἱὸν Κωνσταντῖνον καὶ τὴν βασιλίδα Μαρίαν προσρυῆναι
τῷ Βοτανειάτῃ καἰ ἄκοντας δία τὴν τυραννίδα ἐβόα. ταῦτα
λέγων παρώξυνέ τε τὸν θυμὸν τοῦ βαρβάρου καἰ πρὸς πόλεμον
κατὰ Ῥωμαίων ἐξώπλιζε. τοιοῦτος μὲν λόγος περιρρεῖ 
μου τὰς ἀκοὰς καὶ οὐκ ἰχῶ γε διὰ θαύματος, εἴ τινες ἀδοξότατοί
 τινας τῶν ἐπὶ δόξης κω γένους εὐγενοῦς ὑποκρίνονται. 
ἕτερος δέ με περιβομβεῖ πιθανώτερος λόγος ἑτέρωθεν
φημιζόμενος, ὡς οὔτε μοναχός τις τὸν βασιλέα Μιχαὴλ ὑπεκρίνατο,
οὔτε τοιοῦτόντι τὸν Ῥομπέρτον πρὸς τὸν κατὰ Ῥωμαίων
ἐκίνησε πόλεμον, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ βάρβαρος πολυτροπώτατος
 ὢν τὰ τοιαῦτα ῥᾳδίως ἐπλάττετο. ἔχει γὰρ ὧδε τὰ
ἐφεξῆς. αὐτὸς μέν, ὥς φασιν, ὁ Ῥομπέ ρτος ῥᾳδιουργότατος 
 
 κτης 

 
 ὢν καὶ τὴν κατὰ Ῥωμαίων ὠδίνων μάχην καὶ πρὸ πολλοῦ
πρὸς τὸν πόλεμον παρασκευζόμενος, ἐκωλύετο μὲν ὡς ἀδίκων
πολέμων ἄρχων καὶ κατὰ Χριστιανῶν εὐτρεπιζόμενος
 παρά τινων τῶν πέρι αὐτὸν ἐνδοξοτάτων ἀνδρῶν καἰ αὐτῆς
τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Γαΐτης καἰ ἀνεκόπτετο πολλάκις ἐπιχειρήσας 
τῆς τοιαύτης ὁρμῆς· βουλόμενος δὲ πιθανὴν τὴν πρόφασιν
τοῦ πολέμου ποιήσασθαι , πέμπει τινὰς ἄνδρας εἰς
Κοιρώνην τὰ ἀπόρρητα καταπιστεύσας αὐτοῖς τῶν βεβουλευμένων
καὶ ἐπισκήπτει τοιαῦτα· ὡσ εἴ τινα μοναχὸν εὕροιεν
βουλόμενον ἐκεῖθεν ἐνθάδε διαπερᾶσαι εἰς προσκύνησιν τοῦ 
νεὼ τῶν κορυφαίων καὶ πολιούχων τῆς Ῥώμης ἀποστόλων,
ἐξ αὐτῆς ὄψεως μὴ πάνυ τὸ δυσγενὲς ἐμφαίνοντα, τοῦτον
ἀσμένως ἐναγκαλίσασθαι καὶ οἰκειωσαμένους πρὸς αὐτὸν
 ἀγαγεῖν. ἔπει δὲ τὸν προειρημένον ἐφεῦρον Ῥαίκτωρα, ἄνδρα
ποίκιλον τε καὶ πρὸς πανουργίαν ἀπαράμιλλον, δηλοῦσι 
τῷ Ῥομπέρτῳ διὰ γραμμάτων κατὰ τὸ Σαλερηνὸν ἐνδιατρίωβοτι,
ὅτι περ “ὁ σὸς κηδεστὴς Μιχαὴλ ὁ τῆς βασιλείας ἐξεωθεὶς
κατέλαβε τὴν ἀπὸ σοῦ ἐξαιτούμενος βοήθειαν." οὕτω
γὰρ αὐτοῖς ὁ Ῥομπέρτος ὑπέθετο τὰς πρὸς αὐτὸν ἐκθεῖναι
γραφὰς. ὁ δὲ έν χερσὶ ταύτας λαβών, παρευθὺς μὲν τῇ 
ὁμευνέτιδι ὑπαναγινώσκει, εἶτα συναγαγὼν τοὺς κόμητας
ἅπαντας, ὑποδείκνυσι καἰ τούτοις τὰ γράμματα , ὡς μηκέτι
 κωλὸν: πὰρ αὐτῶν, εὐλόγου τάχα αἰτίας δραξάμενος. 
 

 
 συντίθενται ἅπαντες παραχρῆμα τῇ τοῦ Ῥομπέρτου βουλῇ ,
καἰ οὕτως προσήκατό τε αὐτὸν καὶ εἰς ὁμιλίαν ἐλήλυθεν ἐντεῦθεν
τὰ πάντα δραματουργεῖ καὶ σκηνὴν περιτίθησιν , ὡς
ὁ βασιλεὺς εἴη Μιχαὴλ ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος, ὡς καθαιρεθείη
 τῶν θρόνων, ὡς τὴν γυναῖκα καὶ τὸν παῖδα καὶ τἆλλα πάντα
πρὸς τοῦ Βοτανειάτου ἀφαιρεθείη τυράννου καὶ ὡς τοῦτον
ἀδίκως καὶ παρὰ πάντα δίκαιον λόγον τῆς ταινίας τε καὶ
τοῦ διαδήματος τὸ μοναχικὸν περιέθεντο σχῆμα , καὶ “νῦν
ἱκέτης ἡκέ" φησι “πρὸς ἡμῶς." ταῦτα εἰς μέσους ἐδημηγόρει
 ὁ Ῥομπέρτος, τήν τε βασίλειαν αὐτῷ διὰ τὸ κῆδος ἐπανασωθῆναι
πρεσβεύων καἰ ἀξιῶν ἐκάστης ἡμέρας τὸν μοναχὸν 
ἐκεῖνον , ὡς δῆθεν τὸν βασιλέα Μιχαήλ, καἰ προεδρίας
νᾶι θρόνων ὑψηλοτέρων καὶ τιμῆς ὑπερβαλλούσης, καὶ ἄλλοτε
ἄλλως τὰς δημηγορίας πλαττόμενος, νῦν μὲν ἐλεεινολογούμενος,
 οἶα πέπονθεν ἐπὶ θυγατρί, νῦν δὲ τοῦ συμπαενθέρου
φειδόμενος ἐφ’ οἷστισι κακοῖς περιπέπτωκεν, νῦν δὲ προσπαροξύνων
τε καὶ διεγείρων πρὸς πόλεμον τὸ πέρι αὐτὸν
βάρβαρον, πικίλως ἐπαγγελλόμενος τούτοις χρυσοῦ θημῶνας,
οὓς ἐκ τῆς Ῥωμαίων ἔχειν τούτοις κατεπηγγέλλετο. ἐντεῦθεν 
πάντας ἐλκυσάμενος τῆς ῥινὸς καὶ
 πλουσιωτέρους καὶ πενεστέρους, 
ἀπάρας τῆς Λογγιβαρδίας, μᾶλλον δὲ πᾶσαν αὐτὴν
ἑλκυσάμενος, καταλαμβάνει τὴν Σάλερνον μητρόπολιν οὖσαν
Μέλφης, ἐν ᾑ τὰ κατὰ τὰς ἄλλας θυγατέρας αὐτοῦ πάντα 
 

 
 καταπράξας καλῶς, ἐντεῦθεν τὰ πρὸς τὸν πόλεμον ἐξαρτύεται.
δύο δὲ ἤστην αὐτῷ · τὴν γὰρ τρίτην ἡ βασιλὶς τῶν πόλεων
εἶχεν ἐξ αὐτοῦ θαλάμου δυστυχῆ. ὁ γὰρ νεανίας ἐκεῖνος
ἐξ ἀρχῆς αὐτῆς οὔπω ἔφηβος ὢν ἀπεστρέφετο τουτὶ τὸ
κῆδος καθάπερ τοὺς μορμολυττομένους τὰ βρέφη τούτων 
 δὲ τὴν μὲν Ῥαϊμούντῳ τῷ υἱῷ κόμητος Βραχενῶνος κατηγγυήσατο,
τὴν ἑτέραν δὲ συνέζευξε τῷ Εὐβούλῳ ἐπιφανεστάτῳ
καὶ τούτῳ κόμητι. οὐδὲ ταῦτα τὰ συναλλάγματα πρὸς τὸ
ἀσύμφορον ἑώρα Ῥομπέρτῳ· ἀλλὰ πανταχόθεν γὰρ συνεκε-
κρότητο καὶ συνηθροίζετο ἑαυτῷ δύναμιν , ἐκ γένους, ἐκ τυραννίδος, 
ἐξ ἀγχιστείας , ἐξ ἄλλων τρόπων παντοδαπῶν. ὦν
ἂν τις οὐδὲ ἐπινοήσαιτο.

Ξυμπίπτει δὲ μεταξὺ καί τι τοιοῦτον, ὅπερ ἄξιον
ἀφηγήσασθαι. ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο εἰς εὐφημίαν τούτου καὶ
εὐτυχίαν ἀναφερόμενον. καὶ γὰρ καὶ τοὺς τῆς δύσεως ἅπαντας 
 ἀρχηγοὺς ἀναχαιτίζεσθαι τῆς πρὸς τοῦτον φορᾶς σφόδρα
τῆς τῶν πραγμάτων εὐροίας τῷ βαρβάρῳ λογίζομαι ἁπανταχόθεν
τῆς τύχης αὐτῷ συνεργούρης καὶ ἐπαιρούσης εἰς τυραννίδα
καὶ πὰν τὸ ἐπωφελὲς περαιουμένης. ὁ γάρ τοι πἀπας
τῆς Ῥώμης (γενναία δὲ αὕτη ἀρχὴ καὶ στρατεύμασι 
παντοδαποῖς περιφραττομένη ) μετὰ τοῦ ῥῆγός Ἀλαμανίας
Ἐενρίχου διαφορὰν ἐσχηκώς, ἐβούλετο πρὸς συμμαχίαν ἑλκῦσαι
 σᾶι Ῥομπέρτον ἤδη περιφανέστατον γεγονότα καὶ πρὸς με- 
 


 
 γάλας ἀρχὰς ἀκμάσαντα. ἡ δὲ διαφορὰ ῥηγός τε καὶ πάπα
τοιαύτη τις ἦν. ὁ μὲν γὰρ κατῃτιᾶτο τὸν ῥῆγα Ἐνέριχον ὡς
τὰς ἐκκλησίας οὐ προῖκα διδόντα, ἀλλὰ δωρημάτων ἀποδιδόμενον
καί που καὶ ἀναξίοις ἀνδράσι τὴν ἀρχιερωσύνην καταπιστεύοντα,
 καὶ τοιούτων ἐγκλημάτων ἐδίωκεν. ὁ δέ γε ῥἤξ
Ἀλαμανίας τυραννίδος τὸν πάπαν ἐγράφετο , ὡς ἄτερ γνώμης
αὐτοῦ τὸν ἀποστολικὸν ἐξαρπάσοι θρόνον. καί που καὶ
ἀπηναισχυντήκει πρὸς τοῦτον κὼ ἰταμωτέροις ἐχρήσατο λόγοις,
ὡς εἰ μὴ ἐκσταίη τῆς αὐθαιρέτου προεδρίας, μεθ’
 ὕβρεως ἐκεῖθεν ἀπελαθήσεται. τούτων οὖν ἀκούσας ὁ πάπας 
τῶν λόγων , κατὰ τῶν πρέσβεων εὐθὺς ἐμεμήνει, καὶ αἰκισάμενος
πρότερον ἀπανθρώπως, εἰτα καἰ κείρας τὰς κεφαλὰς
καὶ ἐῖκείρας τοὺς πώγωνας, τὰς μὲν ψαλίσι ξυρῷ δὲ
τοὺς πώγωνας, καὶ ἄλλο τι προσεργεασάμενος προεδρίας, καὶ
 βαρβαρικὴν ὕβριν ὑπερελαῦνον, ἀφῆκεν· εἶπον ἂν καὶ τὴν
ὕβριν, εἰ μή με κὼ γυναικεία καὶ βασιλικὴ ἐπεῖχεν αἰδώς.
ἐκεῖνο γὰρ οὐχ ὅπως ἀνάξιον ἀρχιερέως τὸ παρ’ ἐκείνου πρα-
χθέν, ἀλλ’ οὐδ’ ὅλως ἀνθρώπου Χριστιανικὸν ἐπιφερομένου 
τοὔνομα , καὶ ἐβδελυξάμην καὶ τὸ ἐνθύμημα τοῦ βαρβάρου, 
 μήτοι γε τοὖργον , ἔπει καὶ τὸν γραφέα κάλαμον καί τὸν
χάρτην ἐμόλυνα ἄν, εἰ τὸ πραχθὲν κατὰ μέρος διεξῄειν.
ἀλλ’ εἰς παράστασιν καὶ βαρβαρικῆς ὕβρεως καὶ ὅτι ὁ χρόδωρήματα 
 

 
 νος ῥέων ἤθη ἀνδρῶν παντοδαπὰ πρὸς κακίαν ἀναφύει κω
πάντολμα , ἀρκέσει αὐτὸ τοῦτο τὸ μηδὲ μικρόν τι τοῦ πραχθέντος
ἀνασχέσθαι ἡμᾶς παρεμφῆναι ἢ διηγήσασθαι, καἰ
ταῦτα ἀρχιερέως, ὡ δίκη καἰ ταῦτα πρώτου ἀρχιερέως,
καἰ ταῦτα προκαθημένου τῆς οἰκουμένης ἁπάσης γενομένου, 
ὥσπερ οὖν καὶ οἱ Λατῖνοι λέγουσί τε καὶ οἴονται· ἔστι γὰρ
 καὶ τοῦτο τῆς ἀλαζονείας αὐτῶν. μεταπεπτωκότων γὰρ τῶν
σκήπτρων ἐκεῖθεν ἐνθάδε εἰς τὴν ἡμεδαπήν τε καὶ ἡμετέραν
βασιλίδα πόλιν καὶ δὴ καὶ τῆς συγκλήτου καὶ ἅμα πάσης
τῆς τάξεως , μεταπέπτωκε καὶ ἡ τῶν θρόνων ἄρχιερατικὴ 
τάξις. καὶ δεδώκασιν οἱ ἀνέκαθεν βασιλεῖς τὰ πρεσβεῖα τῷ
θρόνῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ μάλιστα ἡ ἐν Χαλκηδόνι
σύνοδος εἰς περιωπὴν πρωτίστην τὸν Κωνσταντινουπόλεως
ἀναβιβασαμένη, τὰς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην διοικήσεις ἀπάσας
ὑπὸ τοῦτον ἐτάξατο. μήποτε οὖν ἡ τοιαύτη πρὸς τούς 
 πρέσβεας ὕβρις ἀνεφέρετο πρὸς τὸν πεπομφότα οὖσα , οὐ
μόνον ὅτι τούτους ἐκόλασεν , ἀλλ’ ὅτι καὶ καινὴν τινα τὴν
εἰς αὐτοὺς γενομένην ὕβριν αὐτὸς πρῶτος ἐξεύρατο. ᾐνίττετο
γὰρ δι’ ὧν ἐποίει τὸ τοῦ ῥῆγός, ὡς οἶμαι , εὐκαταφρόντητον,
ὥσπερ τις ἡμίθεος ἡμιόνῳ διαλεγόμενος διὰ τῶν καθυβρισμένων 
τουτωνὶ πρέσβεων. ὁ μὲν οὖν πάπας ἐπειδὴ ταῦτα 
 

 
 πεπρυχὼς καὶ τοὺς πρέσβεις οὕτως, ὡς εἶπον, ἀποπεμψάμενος
πρὸς τὸν ῥῆγα, μέγιστον πόλεμον ἀνηρέθισεν· ἵνα δὲ μὴ
τῷ Ῥομπέρτῳ προσθέμενος ὁ ῥὴξ ἀφορητότερος γένοιτο
φθάνει τὰ πρὸς εἰρήνην τῷ Ῥομπέρτῳ διακηρυκευσάμενος
 οὐδὲ πρότερον φιλίως διακείμενος πρὸς αὐτόν. πυθόμενος 
γὰρ τὸν δοῦκα Ῥομπέρτον κατειληφότα τὴν Σάλερνον, ἀπάρας
ἐκεῖνος τῆς Ῥώμης εἰς Βενεβενδὸν παραγίνεται. καὶ διὰ
πρέσβεων πρὸς ἀλλήλους διαλεχθέντες, εἰν οὕτως κὼ αὐτοπροσώπως
ἐντετυχηκότες ἀλλήλοις · καὶ γὰρ ὁ μὲν τῆς Βενεβενδοῦ
 μετὰ τοῦ οἰκείου ξυντάγματος, ὁ δὲ τῆς Σαλέρνου
μετὰ στρατιᾶς ἔξιόντες, κᾆθ’ οὕτως τῶν στρατευμάτων γεγονόων
ἐκ διαστήματος ἱκανοῦ , ἑκάτερος τοῦ οἰκείου τάγματος
ἀποστάς, συνηλθέτην τε τὼ ἄνδρε καὶ πίστεις παρ’ ἀλλήλων
καὶ ὅρκους λαβόντες ὑπέστρεψαν. οἱ δὲ ὅρκοι, ἕν ὁ μὲν
 πάπας τήν τε τοῦ ῥηγὸς ἄξίαν περιθείη αὐτῷ καὶ συμμαχίαν 
δοιή καιροῦ καλοῦντος κατὰ Ῥωμαίων· ὁ δὲ δοὺξ ἀνδορκίζετο
τῷ πάπᾳ προσβοηθεῖν ὅποι βούλοιτο. μάταια δ’ ἄρα
ἦσαν τὰ τῶν ὅρκων παρ’ ἀμφοτέρων τελούμενα. ὅ τε γὰρ
πάπας κατὰ τοῦ ῥηγὸς εὖ μάλα παρώξυντο καὶ ὁ πρὸς ἐκεῖνον
 πόνος κατήπειγεν, ὅ τε δοὺκ Ῥομπέρτος τῇ Ῥωμαίων
ἐπωφθαλμία καὶ ὡσπερ τις κάπρος ἄγριος τοὺς ὀδόντας κάτα
τούτων ἐτετρίγει τε καὶ τὸν θυμὸν ἔθηγεν, ὥστε μέχρι λόγων
οἱ ὅρκοι τούτων. καὶ ὀμνύντες αὐτίκα τὸ πρὸς ἀλλήλους οἰ 
 

 
 βάρβαροι, τὸ παραυτίκα καί παρεσπόνδουν. ὁ μὲν δοὕξ
Ῥομπέρτος συστρέψας τοὺς χαλινοὺς ἰπὶ τὴν Σάλερνον ἔσπευδεν,
δεν, ὁ δὲ κατάπτυστος οὗτος πάπας οὐδὲ γὰρ ἔχω τι ποτ’
ἂν ἄλλο τοῦτον ἐπονομάζειν, τὴν ἀπάνθρωπον ἐκείνην ὕβριν
ἐνθυμηθεῖσα τὴν εἰς τοὺς πρέσβεας,) μετὰ πνευματικῆς χάριτος 
καὶ εὐαγγελικῆς εἰρήνης ἰπὶ τὸν πόλεμον ὁ δεσπότης
ἐχώρει ὅλῃ γνώμῃ καὶ ὅλαις χερσὶ τὸν ἐμφύλιον, ὁ εἰρηνικὸς
ταῦτα καἰ τοῦ εἰμηνικοῦ μαθητής. τοὺς γὰρ Σάξονας
αὐτίκα καὶ τοὺς Σαξόνων ἡγεμόνας Λαντοῦλφόν τε καὶ Οὐέλκον
 μεταπεμψάμενος καὶ πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα ἐν ὑποσχέσεσιν 
ὑποτείνας καὶ ῥῆγας ποιήσειν τῆς ἑσπέρας ἁπάσης ἐπαγγειλάμενος,
εἰς ἑαυτὸν ὑποσύρει τοὺς ἄνδρας. οὕτως ἑκεῖνος
εὔκολον εἶχε τὴν δεξιὰν εἰς χειροθεσίαν ῥηγῶν, τοῦ πω.
λοῦ παρακούων, ὡς ἔοικε, “χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει"
λέγοντος· ὁ δὲ τὸν δοῦκα Λογγιβαρδίας ἐταινίου καὶ τοὺς
Σάξονας τούτους ἔστεφε. συναγηοχότος τοίνυν ἑκατέρου τὰς
δυνάμεις αὐτῶν, τοῦ τε ῥῆγός Ἀλαμανίας Ἐνερίχου καὶ τοῦ
πάπα, καὶ πρὸς ἀλλήλους παραταξαμένων ἥ τε κερατίνη σάλπιγξ
τὸ ἐνδόσιμον ἐδεδώκει καὶ συνερράγησαν εὐθὺς αἰ φάλαγγες
 καὶ μάχη ἐξ ἐκατέρων ἀνερριπίσθη μεγάλη καὶ παραμόνιμος. 
ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ ἐξ ἑκατέρου μέρους ἠνδρίσαντο
καὶ ταῖς ἀπὸ τῶν δοράτων τρώσεσι καὶ τοξευμάτων βολαῖς
ἐνεκαρτέρησαν, ὡς ἐν βραχεῖ χρόνῳ πᾶσαν τὴν ὑποκειμένην 
 

 
 πεδιάδα ὑπὸ τῶν αἱμάτων ὦν ἀπὸ τῶν φόνων ἐνδαλαττεύεσθαι
καὶ τοὺς ὑπολοίπους ἄνδρας ἐμπλέοντας ἐμπλέοντας πολλῶ λύθρῳ
μάχεσθαι· ἔστιν ὅπου καὶ τοῖς νεκροῖς σώμασι συμποδιζομένους
διαπίπτειν καὶ τῷ ποταμῷ τῶν αἱμάτων ἐμπνίγεσθαι.
 εἰ γὰρ ὑπὲρ τὰς τριάκοντα χιλιάδας χιλιάδας κατ’ ἐκείνην
τὴν μάχην, ὥς φασιν, ἐπεπτώκεισαν, πόσος ῥοῦς αἵματος κατερρύη, 
πόσον διάστημα γῆς τῷ λύθρῳ πεπάλακτο! εἶχον οὖν,
ὡς οὕτως εἰπεῖν, ὤας ὑσμίνῃ τὰς κεφαλὰς καὶ ἑκατέρα
μερὶς. ἕως ὁ τῶν Σαξόνων ἡγεμὼν Λαντοῦλγφος διεῖπε τὸν
 πόλεμον. ἐπεὶ δὲ ἐκεῖνος καιρίαν ἐβλήθη καὶ αὐτίκα τίν
ψυχὴν ἀφῆκεν, ἔκλινεν ἡ φάλαγξ τοῦ πάπα καὶ τὰ νῶτα
τοῖς ἐχθροῖς ἐδεδώκει , οὐκ ἀναιμάκτως, οὐδ’ ἄνευ τραυμάτων
φεύγοντες. ἔφεπε δὲ τούτους κλονέων ὁ Ἐνέριχος καὶ
μάλα θαρρήσας τὴν μεταδίωξιν, ἐξότου καὶ τὸν Λαντοῦλφον
 ἐπύθετο πεπτωκότα καὶ πολεμίας χειρὸς ἔργον γεγενημένον.
ἀλλ’ ἔστη τοῦ δρόμου καὶ ἀναπνεῖν ἐπέταττε τὰ στρατεύματα.
κὼ ἔξοπλισάμενος αὖθις ἐπὶ τὴν Ῥώμην ἔσπευδε , πολιορκήσειν
αὐτὴν προθυμούμενος. ἐνθύμιον ἐνταῦθα λαμβάνει
ὁ πάπας τὰς συνθήκας καὶ τοὺς ὁρκους τοῦ Ῥομπέρτου
 καὶ διαπρεσβεύεται πρὸς αὐτόν, εἰς συμμαχίαν ἀποπειρώμενος.
καὶ δὴ κατὰ ταὐτὸν καὶ ὁ Ἐνέριχος συμμαχίαν
ἐζήτει πέμψας, κατὰ τῆς πρεσβυτάτης Ῥώμης ὁρμώμενος.
ἀλλ’ ἔδοξεν ἑκάτερος τότε Ῥομπέρτῳ λῆρος τοιαῦτα ἐπιζητῶν·
ἐκεῖνος δὲ πρὸς μὲν τὸν ῥῆγα ἄλλον τρόπον καἰ ἀγράφως ἀπε- 
 

 
 κρίνατο , πρὸς δὲ τὸν πάπαν ἐπιστολὴν διεχάραξεν. εἶχε
 τὰ τῆς ἐπιστολῆς ὧδέ πως. μεγάλῳ ἀρχιερεῖ κὼ κυρίῳ
μου Ῥομπέρτος δοὺξ ἐν θεῷ. τὴν γεγενημένην κατὰ σοῦ
τῶν ἐχθρῶν ἔφοδον διακηκοώς , οὐ πάνυ τι τῇ ἀκοῇ προσθέμην,
εἰδὼς ὡς οὐκ ἄν τις τολμήσειεν ἀντᾶραι σοι χεῖρας. 
τίς γὰρ κατὰ τοσούτου πατρὸς ἐπιχειρήσειεν, εἰ μὴ μαίνοιτο;
ἐμὲ δὲ ἲς πρὸς πόλεμον βαρύτατον ἐ·ξοπλιζόμενον κὼ πρὸς
 ἔθνος δυσκαταγώνιστον. Ῥωμαῖοι γάρ εἰσι πρὸς οὑς ἑ πόλεμος,
 οἳ πᾶσαν γῆν καὶ θάλασσαν τροπαίων ἐνέπλησαν. σοὶ
δὲ ἀλλ’ ἀπὸ ψυχῆς βαθείας πίστιν ὀφείλω , ἤν καὶ καιροῦ 
καλοῦντος παράσχοιμι." οὕτως ἐκεῖνος καὶ ἀμφοτέρων τῶν
εἰς συμμαχίαν καλούντων τοὺς πρέσβεις , τοὺς μὲν τῇ ἐπιστολῇ
ταύτῃ , τοὺς δὲ πιθανοῖς τισι λόγοις διακρουσάμενος
ἀπεπέμψατο.

Ἀλλὰ μὴ παρῶμεν τὰ κατὰ Λογγιβαρδίαν αὐτῷ 
διαπεπραγμένα πρὶν ἥκειν εἰς τὸν Αὐλῶνα σὺν τῷ στρατεύματι.
ὁ μὲν γὰρ καὶ ἄλλως ἦν τυραννικὸς ἀνὴρ καὶ πικρότατος,
 τότε δὲ καὶ Ἡρώδου μιμεῖται μανίαν. μὴ γὰρ ἀρκούμενος
τοῖς ἀνέκαθεν ἐστρατευμένοις ἀνδράσι καὶ πρὸς μάχην
ἐπισταμένοις ὁπλίζεσθαι , νεοσύλλεκτον ποιεῖται στράτευμα, 
μηδεμιᾶς φειδόμενος ἡλικίας· ἀλλὰ καὶ τὴν ἔξωρον κὼ
τὴν ἄωρον πανταχόθεν συναγηοχὼς Λογγιβαρδίας τε καὶ
Ἀπουληΐας εἰς ἁαυτὸν ἐφειλκύσατο. καἰ ἦν ἰδεῖν καὶ παῖδας 
 

 ω 

 
 καὶ μειρακίσκους καὶ· γέροντας ἀνθρώπους οἰκτρούς, οἳ μηδ’
ὅσον ἐν ὀνείροις ὅπλον ἐθεάσαντο, τότε δὴ ἐνδεδυμένους θώρακα
κω ἀσπίδα κρατοῦντας καὶ τόξον ἀφυῶς πάντη καὶ
ιηλμμελῶς τείνοντας καἰ κατὰ στόμα πίπτοντας, ἐπειδὰν
 βαδίζειν ἐξῆν. ταῦτα δὴ ταῦτα θορύβου μὲν πρόφασις ἦσαν 
τῇ χώρᾳ Λογγιβαρδίας ἀκαταπαύστου, καὶ πανταχοῦ κλαυθμὸς
ἀνδρῶν καὶ ὀλολυγμὸς γυναικῶν, καὶ ἐμερίζετο ταύταις
τὰ τῆς συγγενείας. ἡ μὶν γὰρ αἰτῶν ἀστράτευτον ἄνδρω
ἐθρήνει, ἡ δὲ ἀπειροπόλεμον παῖδα, ἄλλη δὲ ἀδελφὸν γεωργὸν
 ἣ πρὸς ἄλλα ἔργα ἠσχολημένον. καὶ ταῦτα μὲν ἄντικρυς,
καθάπερ εἶπον, μανίας ἦσαν Ἡρώδου ἡ καὶ πλέον Ἡρώδου.
ἐκεῖνος μὲν γὰρ κατὰ τῶν βρεφῶν ἐμεμήνει μόνον, οὖτος δὲ
καὶ κατὰ παιδίον καὶ πρεσβυτέρων. ἀλλὰ καίπερ οὕτως ἐχόντων
τούτων ἀνασκήτως, ὡς οὕτω γε φάναι, ἐγύμναζέ τε
 καθ’ ἡμέραν ἑκάστην καὶ συνεκρότει τὰ τῶν νεοσυλλέκτων 
σώματα. ταῦτα μὲν έν Σαλέρνῳ συνεπεπτώκει Ῥομπέρτῳ,
τρὶν εἰς Ὑδροῦντα παραγενέσθαι. ἐκεῖσε γὰρ προεξέπεμψε
στράτευμα ἱκανώτατον, αὐτὸν ἀπεκδεχόμενον, ἐπειδὰν ἅπαντα
καταστήσειε τὰ κατὰ τὴν χώραν Λογγιβαρδίαν καὶ πρὸς
 τοὺς πρέσβεις τὰς προσηκούσας ἀποκρίσεις ποιήσαιτο. τοσοῦτον
μέντοι τῷ μάπᾳ προσέθετο , οὔτε τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ρογέρῃ,
ὃν Ἀπουληΐας ἁπάσης κεχειροτόνηκεν ἄρχοντα καὶ Βο- 
 

 
 ριτύλαν τὸν ἀδελφόν, ἐπέσκηψεν, ἐπειδὰν ὁ τῆς Ῥὼμης
θρόνος πρὸς βοήθειαν αὐτοὺς προσκαλοῖτο κατὰ τοῦ Ἐνερίχου
ῥῆγός, προθυμότατα πρὸς αὐτὸν ἀφικέσθαι ναὶ τὴν δυνατὴν
εἰσενεγκεῖν συμμαχίαν. τὸν μέντοι Βαϊμοῦντον, τὸν
νεώτερον τῶν υἱέων αὐτοῦ καὶ κατὰ πάντα παρεμφερῆ τῷ 
πατρὶ καί τόλμαν καὶ ῥώμην καὶ γενναιότητα καἰ θυμὸν
ἀκατάσχετον, ὅλως γὰρ οὗτος τοῦ πατρὸς ἀποσφράγισμα ἥν
καὶ τῆς ἐκείνου φύσεως ἔμψυχον ἐκμαγεῖον,) μετὰ βαρυτάτου
 στρατεύματος ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς ἀποστέλλει χωρίοις, τοῖς
ἀμφὶ τὸν Αὐλῶνα τόποις ἐπιπηδήσοντα. ὁ δὲ αὐτίκα ξὺν 
ἀπειλῇ καὶ ἀκατασχέτῳ ῥύμῃ καθάπερ τις ἐπιρρυεὶς κεραυνὸς
τῶν τε Κανίνων καὶ Ἱεριχὼ καὶ τοῦ Αὐλῶνος παντὸς
ἐπελάβετο καὶ ἀεὶ τι τὰ ξυμπαρακείμενα ᾕρει καὶ ἐπυρπόλει
μαχόμενος. καὶ ἦν ὡς ἀληθῶς πρὸ τοῦ πυρὸς καπνὸς δριμύτατος
καὶ πρὸ τῆς μεγάλης πολιορκίας πολιορκίας προοίμιον. 
βρούχους ἄντικρυς καὶ ἀκρίδας εἶπεν ἄν τις αὐτούς,
τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱόν· τὰ γὰρ κατάλοιπα Ῥομπέρτου ὁ
τούτου υἱὸς Βαϊμοῦντος προσεπενείματο καὶ κατέφαγεν. ἀλλὰ
 μήπω γε τοῦτον εἰς τὸν Αὐλῶνα διαπεράσωμεν · προσεξεταζέσθω
δὲ τὰ κατὰ τὴν ἀντιπέραν ἤπειρον αὐτῷ
πεπραγμένα.

Ἀπάρας γὰρ ἐκεῖθεν γίνεται κατὰ τὸν 'Υδροῦντα,
 εἶτ’ ἐκεῖθι διακαρτερήσας ὀλίγας ἡμέρας καὶ τὴν γυναῖκα 
 


 
 Γαΐταν ἀπεκδεχόμενος, καὶ γὰρ καὶ ἀυτὴ ξυνεστράτευε τῷ
ἀνδρὶ καὶ χρῆμα ἥν ἡ γυνὴ φοβερόν, ἐπειδὰν ἔξοπλίσαιτο,)
ὡς ἐνηγκαλίσατο ταύτην ἐπελθοῦσαν, ἄρας ἐκεῖθεν πάλιν ὅλῳ
στρατεύματι τὸ Βρεντήσιον καταλαμβάνει· ἔστι δὲ τοῦτο
 ἐπίνειον τῆς ὅλης Ἰαπυγίας εὐλιμενώτατον ἐνταῦθα δὲ
καταπτὰς ἐκαραδόκει τε τὸ στράτευμα πᾶν ἐνταῦθα συναθροισθὴναι
καί τὰς νῆας ἁπάσας, ὅσαι τε φορτίδες ἦσαν καὶ
ὅσαι μακραί κὼ πολεμιστήριοι· ἐκεῖθεν γὰρ ἐπὶ τάδε τὸν 
ἀπόπλουν ἐδόκει ποιεῖν. καὶ ἅμα ὁπόταν κατὰ τὴν Σάλερνον
 ἡν, πρέσβυν ἔξαποστέλλει τινὰ τῶν ἀμφ᾿ αὐτὸν μεγιστάνων
Ῥμοὺλ ἐπονομαζόμενον πρὸς τὸν βασιλέα Βοτανειάτην, ἤδη
μετὰ τὸν αὐτοκράτορα Δούκαν τῶν σκήπτρων ἐπειλημμένον·
ἐκαραδόκει κω τούτου τὰς ἀποκρίσεις. αὐτῷ τε γὰρ ἐπεπόμφει
μέμψεις τινὰς καὶ προφάσεις δῆθεν εὐλόγους τοῦ προκειμένου
 πολέμου, ὅτι τὴν θυγατέρα μνηστευθεῖσαν τῷ βασιλεῖ
Κωνσταντίνῳ, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, τὴν μὶν
ἀπέζευξε τοῦ νυμφίου, τοῦ δὲ τὴν βασίλειαν παρείλετο , καὶ
ὡς ἡδικηκότος πρὸς ἄμυναν αὐτὸς εὐτρεπίζοιτο. τῷ δὲ τηνικαῦτα 
μεγάλῳ δομεστίκῳ καὶ ἔξάρχῳ τῶν δυτικῶν στρατευμάτων
 οὑτος μάτων οῦτος δ᾿ ἦν ὁ ἐμὸς πατὴρ Ἀλέξιος) δῶρα τέ
ἐπεπόμφει καὶ γράμματα φιλίυν ἐπαγγελλόμενα. ταῦτα καραδοκῶν
ἡτρεέμει τῷ Βρεντησίῳ. ἐπεὶ δέ, μήπω τῶν στρατευμάτων
συλλεγέντων ἁπάντων καὶ τῶν νηῶν ἀπωσθεισῶν 
 

 
 τῶν πλειόνων εἰς θάλασσαν, ἧκε Βυζαντόθεν καὶ ὁ Ῥαοὺλ
μηδεμίαν ἀπόκρισιν πρὸς τὰ μεμηνυμένα ἐπενεγκών, εἰς θυμὸν
ἀνερρίπισε πλέω τὸν βάρβαρον, καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ δ’
καιολογίας ἥπτετο πρὸς τοῦτον τοιαύτης τῶν πρὸς τοὺς Ῥωμαίους
πολέμων ἀπαγούσης. πρῶτα μὲν ὅτι ὁ ἐφεπόμενος 
 αὐτῷ μοναχὸς ὑποκριτής ἐστι καὶ γόης ἀνὴρ καὶ ὑποδύεται
τὸν αὐτοκράτορα Μιχαήλ, καὶ ὅλως πλάσμα εστὶ τὸ κατ’
αὐτόν. ἐκεῖνον γὰρ ἰδεῖν φησι μετὰ τὴν ἀπὸ θρόνου καθαίρεσιν
ὲν τῇ βασιλίδι πόλει φαιὸν ἐνδεδυμένον τριβώνιον καὶ
ἐν μοναστηρίῳ διάγοντα, ἐπιμελὲς ποιησάμενος τὸ αὐταῖς 
ὄψεσι τὸν καταβεβλημένον βασιλέα θεάσασθαι. ἔπειτα προσετίθει
καὶ τοῦτο, ὃ καὶ κατὰ τὴν ὑποστροφὴν συμπεπτωκὸς
ἠκηκόει. ὁ γὰρ ἐμὸς πατὴρ τῆς βασιλείας ἐπιδραξάμενος,
ὡς ὕστερον διηγήσομαι, τὸν Βοτανειάτην τῶν βασιλείων ἔξήλασε
 καὶ τὸν τοῦ Δούκα υἱὸν τὸν περιφανέστατον Κωνστατῖνον 
ἐκεῖνον ἐν τοῖς ὐφ᾿ ἥλιον προσηκάμενος, μετέδιδον αὐθις
τῆς βασιλείας. τοῦτο κατὰ τὴν ὁδὸν ἀκηκοὼς ὁ Ῥαούλ, εἰς
πειθὼ καὶ ταῦτα προσῆγε , παραλύειν πειρώμενος τὴν τοῦ
πολέμου σκευήν. “τίνι γὰρ δικαίῳ λόγῳ πρὸς Ἀλέξιόν φησι
πολεμήσομεν, τοῦ Βοτανειάτου τἀς ἀρχὰς δεδωκότος τῆς ἀδικίας 
καὶ τὴν θυγατέρα τὴν σὴν Ἑλένην τῶν Ῥωμαϊκῶν σκή- 
 

 
 πτρων άποστερήσαντος; τὰ γὰρ παρ᾿ ἄλλων εἶς ἡμᾶς γινόμενα,
οὐκ ἂν ἑτέροις τοῖς μὴ προσκεκρουκόσι κατὰ δίκην
ἐνέγκοι πόλεμον. μὴ ἔχοντος δὲ τοῦ πολέμου δικαίαν πρόφασιν 
τὰ ξύμπαντα φροῦδα, καὶ νῆες καὶ ὅπλα καὶ ἄνδρες
 καὶ παρασκευὴ πᾶσα πολεμιστήριος." ταῦτα ῥηθέντα ἔξώργισεν
ἐπἰ πλέον Ῥομπέρτον· ἐμεμήνει γὰρ καὶ ἔμελλε τὼ χεῖρε τούτῳ
έπιβαλεῖν. εἰ θατέρου δὲ καἰ ὁ πεπλασμένος ἐκεῖνος Δούκας 
καὶ ψευδοβασιλεὺς Μιχαήλ, ὃν καὶ Ραίκτωρα ὠνομάκαμεν ,
ἐσχετλίαζε τε καὶ ἐδυσφόρει καἰ οὐκ εἶχεν, ὅπως κατάσχοι
 τὴν ὁργήν, οὕτω σαφῶς ἀλλὰ ἔξελεγχόμενος, ὡς οὐκ
ἐκεῖνος ὁ Δούκας ἀλλὰ ψευδεπίπλαστος βασιλεύς. ὢν δὲ καὶ
ἄλλως ἔξωργισμένος ὁ τύραννος κατὰ τοῦ Ῥαούλ, τοῦ ἀδελφοῦ 
Ῥογέρη πρὸς Ῥωμαίους αὐτομολήσαντος καἰ διαμεμηνυκότος
ἅπαντα κατὰ τὸν παρασκευαζόμενον πόλεμον, ἀβουλήθη
 κακόν τι δρᾶσαι τῷ Ῥαούλ, τὸν παραυτίκα θάνατον
ἀπειλήσας. ὁ δὲ μηδ’ ἄλως πρὸς τὴν φυγὴν ἐρρᾳθυμηκώς,
πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον ἐδραπέτευσεν, ὥσπερ τι κρησφύγετον
ἐκ τοῦ σχεδὸν αὐτὸν ἐφευράμενος. ἐτραγῴδει δὲ καἰ ὁ Ῥαίκτωρ
τὰς παλαμναιοτάτας ἀπειλὰς τἀδελφῷ τοῦ Ῥαοὺλ τῷ
 πρὸς Ῥωμαίους αὐτομολήσαντι, μεγάλα τε κεκραγὼς καὶ τὸν
μηρὸν τῇ δεξοᾷ πλήττων καὶ ἐξαιτούμενος τὸν Ῥομπέρτον καὶ
λέγων “ἓν τοῦτο καἰ μόνον αἰτῶ, ὡς εἰ τῆς βασιλείας ἐπιδραξαίμην
καὶ ἀποκατασταίην τοῖς θρόνοις, παραδοῦναί μοι
τὸν Ῥογέρην, καἰ εἰ μὴ τοῦτον οἰκτίστῳ θανάτῳ παραδοίην 
 

 
 αὐτίκα ἐν μέσῃ τῇ πόλει ἀνασταυρώσας, τάδε ναὶ τάδε πείσομαι
 ἐκ θεοῦ." ἀλλὰ μεταξὺ τῶν διηγήσεων τούτων γελᾷν
επεισι μοι τοὺς ἄνδρας τούτους καὶ τῆς ἀπονοιας καὶ τῆς
κουφότητος, μᾶλλον δὲ τῆς κατ’ ἀλλήλων ἀλαζονείας. ὁ μὶν
γὰρ τοι Ῥομπέρτος πρόφασιν εἶχε τὸν ἀπατεῶνα τοῦτον καὶ 
δέλεαρ καὶ οἷόν τι πρόσχημα τοῦ συμπενθέρου καὶ βασιλέως,
καὶ διεδείκνυ τοῦτον ταῖς πόλεσι καἰ πρὸς ἀποστασίαν ἐπῆρεν,
ἐφ’ οὓς ἂν παραγένοιτο καὶ συμπείθειν ἠδύνατο, ἐν νῷ
ἔχων, ἐπειδὰν κατὰ ῥοῦν αὐτῷ τὰ τοῦ πολέμου καὶ τῆς τύχης
ἐπέλθοι , ἔπι τοῦ τραχήλου ῥαπίσας ἀποπέμψαι σὺν γέλωτι· 
μετὰ γὰρ τὴν θήραν καταγελᾶται τὸ δέλεαρ ὁ δὲ καὶ αὐτὸς
 ἐλπίσιν ἠπατημέναις ἐπρέφετο, εἴ που συμβαίη καὶ μετάσχοι
κράτους τινός, οἶα φιλεῖ πολλάκις γίνεσθαι παραλόγως. ἀλλ’
ἐκεῖνος μὲν τῆς βασιλείας ἀπρἴξ ἐπιδράξοιτο, ὡς οὐκ ἂν τὸν
βάρβαρον Ῥομπέρτον προσηκαμένου εἰς βασιλείαν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ 
δήμου καὶ τοῦ στρατεύματος, αὐτῷ δὲ τῷ τέως ἀποχρῷτο
καθάπερ ὀργάνῳ εἰς τὴν ὅλην τῆς σκευωρίας οἰκονομίαν
ταῦτα ἐνθυμουμένῃ μοι μειδιᾷν ἐπέρχεται καὶ γέλως ἐπιτρέχει
τοῖς χείλεσι πρὸς λύχνον ἐπισυρούσῃ τὸν κάλαμον.

Ὁ μέντοι Ῥομπέρτος πᾶσαν δύναμιν συναγηοχὼς 
κατὰ τὸ Βρεντήσιον τάς τε ναῦς αὐτῷ καὶ τοὺς στρατιώτας,
αἱ μὲν γὰρ νῆες εἰς ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα συνηρίθμηντο, 
 


 
 οἰ δὲ στρατιῶται εἰς τριάκοντα χιλιάδας ξύμπαντες ἐτύγχανον
συμποσούμενοι, ἑκάστης νηὸς ἄνδρας ἀπολαμβανούσης
διακοσίους μεθ’ ὅπλων καὶ ἵππων,) καὶ οὕτως ἐξύντων παρασκευῆς,
ἐπειδὰν οἶς προσοκείλειαν, ὡπλισμένοις τούτοις
 καὶ ἰππόταις περιτυχεῖν , ἔμελλε διαφεῖναι πρὸς τὴν Ἐπίδαμνον
πόλιν, ἣν Δυρράχιον κατὰ τὀ νῦν ἐπικρατῆσαν ἔθος
προσονομάζομεν. ἐδόκει μὲν γὰρ ἐξ Ὑδροῦντος πρὸς τὰς
Νικοπόλεις διαπερᾷν καὶ τήν τε Ναύπακτον καὶ τἀ ξυμπαρακείμενα
χωρία καὶ φρούρια πάντα κύκλῳ περιλαβεῖν. ἀλλ’
 ἐπειδήπερ εἰς πολὺ πλάτος ἠνέῳκτο τὸ ἐκεῖθεν ἐνθάδε πέλαγος 
ἢ τὸ ἀπὸ Βρεντησίου πρὸς τὸ Δυρράχιον, προείλετο
μᾶλλον τοῦτον τὸν κατάπλουν ἐκείνου , ἅμα μὲν καὶ τὴν ταχίστην
κέλευθον προαιρούμενος, ἅμα δὲ καὶ τὴν ῥᾳστώνην τῷ
στόλῳ περιποιούμενος. καὶ γὰρ χειμέριος ἢν ἡ ὥρα κω ὁ ἥλιος 
 πρὸς τοὺς νοτίους κύκλους ἀπελαυνόμενος καὶ τῷ αἰγοκέρωτι
πλησιάζων ὑπετέμνετο τὰ ἡμερήσια διαστήματα. ἴν·
ὗν μὴ ἐξ Ὑδροῦντος ἀφεὶς ἀρχομένης ἡμέρας, νυκτοπλοήσειε
καὶ κλύδωσί τισι προσπελάσειεν ἐπὶ τὸ Δυρράχιον ἐκ
Βρεντησίου ὅλοις ἱστίοις ἀπενεχθῆναι ἐβουλεύσατο. τὰ μήκη
 γὰρ τοῦ διαστήματος τῆς ὁδοῦ ἐνταῦθα συνετέμνετο, ἐπιστενουμένου
τοῦ Ἀδριατικοῦ πελάγους ἐκεῖθι. οὐ μέντοι οὐδὲ
τὸν υἱὸν Ῥογέρην κατόπιν ἀπέλιπε , καθόπερ βεβούλητο πρό- 
 

 
 τερον, Ἀπουληΐας αὐτὸν κεχειροτονηκὼς κύριον, ἀλλ’ οὐκ
οἶδ’ ὅπως μεταδόξαν αὐτὸν πάλιν συνεφεπόμενον εἶχε. μεταξὺ
δὲ τοῦ πρὸς τὸ Δυρράχιον κατάπλου τήν τε κορυφῶ
πόλιν ὁχυρωτάτην καὶ ἄλλ’ ἄττα ἡμέτερα φρούρια ἔξ ἀποστολῆς
κατέσχε. καἰ ὁμήρους ἔκ τε Λογγιβαρδίας καὶ Ἀπουληΐας 
ληιάς ἀναλαβόμενος καὶ τὴν χώραν ἀργυρολογήσας ἅπασαν
καὶ φορολογήσας, προσδοκήσιμος ἦν τῷ Δυρραχίῳ προσεσχηκέναι.
δοὺξ δὲ τηνικαῦτα ἐτύγχανε παντὸς τοῦ Ἰλλυρικοῦ
 Γεώργιος ὁ Μονομαχάτος παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος Βοτανειάτου
ἀποσταλεὶς. καίτοι γε πρότερον τὴν ἀποστολὴν ἀπεπέμπετο 
καί οὐδ’ ὅλως ἢν εὐπειθὴς πρὸς τὴν λειτουργίαν ταύτην,
ἀλλ’ οἵ γε βάρβαροι δοῦλοι τοῦ αὐτοκράτορος (Σκύθαι
γὰρ ἦσαν Βορῖλός τε καὶ· Γερμανός,) ἐνεκότουν τε τῷ Μονομαχάτῳ
καὶ ἀεὶ τι δεινότερον αὐτοῦ ἐννοοῦντες κατεῖπον
αὐτοῦ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα συρράψαντες ὁπόσα γε καὶ 
βεβούλοιντο, καὶ τοσοῦτον ἀνέφλεξαν τὸν τοῦ βασιλέως κατ’
αὐτοῦ θυμόν, ὡς ἐπιστραφέντα ποτὲ πρὸς τὴν βασιλίδα Μαρίαν
ἐρεῖν “ἐχθρὸν τῆς Ῥωμαίων ἡγεμονίας τὸν Μονομαχά
τον τοῦτον ὑπώπτευικα." τοῦτο ἀκροασάμενος Ἰωάννης ὁ
Ἀλανός, φίλος ἐς τὰ μάλιστα ὢν τοῦ Μονομαχάτου, γινώσκωσ
 δὲ καὶ τὴν τῶν Σκυθῶν πρὸς αὐτὸν μῆνιν καὶ τὰς συχνὰς
κὰτ αὐτοῦ εἰσηγήσεις, ἅπαντα τά τε τοῦ βασιλέως 
 

 
 ῥήματα τὰ τε τῶν Σκυθῶν πρὸς τὸν Μονομαχάτον ἀπελθὼν
ἐξορχεῖται καὶ πέρι τοῦ συμφέροντος βουλεύσασθαι συμβουλεύει.
ὁ δὲ (νουνεχὴς γὰρ ἦν,) καὶ τῷ βασιλεῖ
προαρπάζει τὴν ἔπι τὸ Δυρράχιον λειτουργίαν, λόγοις κολακευτικοῖς
 καταθέλξας αὐτόν. καἰ ὡς πρὸς τὴν Ἐπίδαμνον
συνταξάμενος καὶ τὰς ἐπὶ τῇ δουκικῇ ζώνῃ προστάξεις ἐγγράφως
ἀνειληφώς, ἐπισπευδόντων εὖ μάλα πρὸς τοῦτο τῶν
Σκυθῶν ἐκείνων Γερμανοῦ καὶ Βορίλου, εἰς δευτέραν ἡμέραν
τῆς βασιλίδος πόλεως ἔξεισι, τὴν Ἐπίδαμνον ἀφορῶν καὶ τὴν 
 Ἱλλυρίδα χώραν. ἀλλὰ περιτυγκάνει περί που τὴν λεγομένην
πηγήν, ἔνθα καὶ ναὸς ᾠκοδόμηται τῆς ἐμῆς δεσποίνης παρθένου
καὶ θεομήτορος ὲν τοῖς ἀνὰ Βυζαντίδα πόλιν ναοῖς περιβόητος,
τῷ ἐμῷ πατρὶ Ἀλεξίῳ. οἱ δὲ εἶδον ἀλλήλους, καὶ
ὁ μὲν Μονομαχάτος ἄρχεται λόγων πρὸς τὸν μέγαν δομέστικον
 περιπαθῶν καὶ ὡς ὑπερόριος γίνεται δι’ ἐκεῖνον καί τὴν
πρὸς τοῦτον φιλίαν καὶ ὅτι οἱ Σκύθαι οἱ πᾶσιν ἐποφθαλμιῶντες
Βορῖλος καὶ Γερμανὸς ὅλον τοῦ φθόνου τὸν τροχὸν κὰτ
αὐτοῦ ἐξεκύλισαν, καἰ τῶν οἰκείων καὶ τῆς φιλτάτης ταύτης
πόλεως εὐπροσώπως ἐξορίζουσι. καὶ πάντα κατὰ μέρος ἐκτραγῳδήσας,
 ὅσα τε πρὸς τὸν βασιλέα συκοφαντηθείη καὶ πάθοι
παρὰ τῶν δούλων, ἠξιοῦτο παραμυθίας ὅτι πλείστης παρὰ 
 

 
 τοῦ δομεστίκου τῆς δύσεως, οἶος ἐκεῖνος ψύχην ἐπικουφίσαι
 βαρυνομένην ταῖς συμφοραῖς. καὶ τέλος ἐπειπόντος ὧς ἅν
θεὸς εἴη τῶν τοιούτων ἐκδικητὴς καὶ ὡς μεμνῆσθαι φιλίας
τῆς πρὸς αὐτὸν ὑπομνήσαντος ὁ μὲν ἐπὶ τὸ Δυρράχιον ὥρμα,
τὸν δ᾿ ἀφῆκεν εἰσδῦναι τὴν βασιλεύουσαν πόλιν. ὁ δὲ Μονομαχάτος 
καταλαβὼν τὸ Δυρράχιον καὶ ἀμφοτέρων τὴν παρασκευὴν
ἀκηκοώς, τήν τε τοῦ τυράννου Ῥουμπέρτου καἰ τὴν
ἐπανάστασιν Ἀλεξίου, έν ζυγῷ καὶ σταθμῷ τὰ κατ’ αὐτὸν
διετίθετο. καὶ πρὸς μὲν τὸ φανερὸν ἀντίξως εἶχεν ἐν ἀμφοτέροις,
εἶχε δέ τι τὰ τῆς προδήλου μάχης καὶ τοῦ φαινομένου 
 βαθύτερον. ὁ μὶν γὰρ μέγας δομέστικος γράμμασιν αὐτῷ
μεμηνύκει τὰ συμπεσόντα, ὅτι τε τῶν ὀμμάτων ἀποστέρησις
τούτῳ ἠπείλητο καὶ ὡς ἄρα διὰ ταύτην τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν
μελετωμένην τυραννίδα τοῖς τυραννοῦσιν ἀντεπιτίθεται. καὶ
χρὴ τοῦτον διαναστῆναι ὑπὲρ τοῦ φίλου καὶ πρὸς αὺτὸν 
ἐθελῆσαι πέμψαι ὅθεν δήποτε χρῆμα τούτῳ συνειλεγμένον.
δεῖ δὴ γάρ, φησι, χρημάτων καὶ ἄνευ τούτων οὐδὲν ἔστι. γενέσθαι
τῶν δεόντων.“ ὁ δὲ χρήματα μὲν οὐκ ἔπεμψε, φιλοφρονησάμενος
δὲ τοὺς πρέσβεις, γράμματα τούτοις ἐπιτίθησιν
ἀντὶ χρημάτων, τοιόνδε νοῦν περιέχοντα, ὡς αὐτὸς μὶν εἰς 
τὴν τήμερον τὴν ἀρχαίαν φιλίαν διαφυλάττοι καὶ εἰς τὸ ἑξῆς
φυλάττειν κατεπαγγέλλοιτο· περὶ δὲ τοῦ ἐπιτεταγμένου χρυ- 
 

 
 ἡ σφόδρα μὶν καἰ αὐτὸν γλίχεσθαι πέμπειν ὁπόσα γε βούλοιτο
χρήματα. ἀλλὰ γὰρ ἐπέσχε με πρᾶγμα δίκαιον. καὶ
γὰρ ἆρός τοῦ βασιλέως Βοτανειάτου πεμφθεὶς καὶ τὰς πίστεις
τῆς δουλείας αὐτῷ δεδωκώς, οὐ καλὸς ἂν οὐδέ σοι
ξω καὶ εὔνους τὰ εἰς βασιλέας ἀνήρ, εἴγε τοῖς σοῖς ἐπιτάσιν
ἐκ τοῦ σχεδὸν ὑπείξομαι. εἰ δὲ τὴν βασιλείαν σοι
ἐπιβραβεύσειεν ἡ ἄνωθεν πρόνοια, ὡς πρῶτον φίλος ἐγὼ
πιστὸς ἦν, καὶ μετὰ ταῦτα δοῦλος πιστότατος ἔσομαι. ταῦτα
τοῦ Μονομαχάτου πρὸς τὸν ἐμὸν πατέρα σχεδιάσαντος καί
 ἐν ταὐτῷ αὐτόν τε ἅμα, λέγω δὴ τὸν ἐμὸν πατέρα, καὶ τὸν 
Βοτανειάτην ὑποποιουμένου, πρὸς δὲ τούτοις καὶ πρὸς τὸν
βάρβαρον Ῥομπέρτον γυμνοτέρους ποιησαμένου λόγους καὶ
εἰς λαμπρὰν ἀποστασίαν ἀναρρηγνυμένου, πολλὰ κατηγορεῖν
ἔχω. ἀλλ’ ἔοικέ πως τὰ τοιαῦτα ἤνθη τῶν ἀνθρώπων παλίμβολα
 καὶ πολλὰ χρώματα μεταλαμβάνοντα κατὰ τἀς τῶν
πραγμάτων μεταβολάς, καὶ τῷ μὲν κοινῷ οἱ τοιοῦτοι πάντες
ἀξύμφοροι, ἑαυτοῖς δέ εἰσιν ἀσφαλέστατοι τὰ κατ’ αὐτοὺς
νὼ μόνους ξυμφέροντα διοικονομούμενοι, καὶ ὡς τὰ πολλὰ 
ἀποτυγχάνοντες. ταῦτα μὲν οὕτως ὁ τῆς ἱστορίας ἵππος τῆς
λεωφόρου ἐξέδραμε· πάλιν δὲ τοῦτον εἰς τοὺς προτέρους
δρόμους ἐπαναγάγωμεν, καὶ γεγονότα ἐξήνιον. ὁ γάρ τοι
Ῥομπέρτος καὶ πρότερον σφαδάζων πρὸς τὴν καθ᾿ ἡμῶν πεμε
 

 
 ραίωσιν καὶ τὸ Δυρράχιον φανταζόμενος, τύτε δὴ καὶ μᾶλλον
ἐξεφλέγετο, καὶ χεῖρας καἰ πόδας ἀκάθεκτος ἦν πρὸς
τὴν ναυστολίαν, καὶ τοὺς στρατιώτας ἐπέσπευδε καἰ λόγοις
παροξυντικῶς παρεθάρρυνεν. ὁ δὲ Μονομαχάτος ταῦτα κατασκευάσας,
κὼ ἄλλην τινὰ τοιαύτην ἀσφάλειαν ἑαυτῷ ἐπῳκοδομεῖτο. 
τόν τε γὰρ Βοδῖνον καὶ τὸν Μιχανλᾶν τοὺς
 ἐξάρχους τῶν Δαλματῶν διά τινων γραφῶν ἑαυτῷ ὑπεποιήσατο
φίλους καὶ δωρεαῖς προκατείληφε τὰς γνώμας αὐτῶν,
θύρας παντοδαπὰς ἑαυτῷ ὑπανοίγων. εἰ γὰρ τοῦ τε Ῥομπέρτου
καὶ Ἀλεξίου ἀστοχήσειε καὶ ἀμφοτέρων ἀποκριθείη, 
εὐθὺ Δαλματείας ἐλάσειε, πρός τε Βοδῖνον καὶ Μιχαηλᾶν
αὐτόμολος γενησόμενος. ἐχθρῶν γὰρ τούτων ἀναφανέντων
λοιπὸς ἄρα ὁ Μιχαηλᾶς κατηλπίζετο τούτῳ καἰ ἑτέρωθεν ὁ
Βοδῖνος, πρὸς οὑς καὶ φυγεῖν παρεσκεύαστο, τῶν ἀπὸ τοῦ
 Ῥομπέρτου δηλονότι καὶ Ἀλεξίου ἀντιπνευσάντων αὐτῷ. 
ταῦτα μὲν ἐχέτω ταῦτα. καιρὸς δὲ ἤδη τραπέσθαι πρὸς τὴν
βασιλείαν τοῦ ἐμοῦ πατρὸς καὶ ὅπως καἰ ἐξ οἵων ἀφορμῶν
εἰς τὸ βασιλεύειν ἐλήλυθε, διηγήσασθαι. οὐ γὰρ τὰ πρὸ
τῆς βασιλείας αὐτῷ ἐσκεψάμην ἐρεῖν, ἀλλὰ καὶ ὅσα βασιλεύων
κατώρθωκεν ἢ ἐξήμαρτεν, εἴτε τέως σφαλέντα τοῦτον εὑρήσομεν 
ἐν ἅπασι δι’ ὡν βαδιούμεθα. οὐ γὰρ ὡς πατρὸς φεισαίμην,
εἴ γέ μοι παρασταίη τι τῶν ἐκείνῳ μὴ καλῶς πεπραγμένων·
οὐδὲ διὰ τὴν ὑποτρέχουσαν ὑποψίαν, ὅτι πατοιαύτην 
 

 
 τήρ εστι, περὶ οὗ συγγράφομεν τὰ κατορθώματα, τοῦτο παραδραμούμεθα.
ἐν ἑκατέροις γὰρ ἀδικήσομεν τὴν ἀλήθειαν.
ἐμοὶ γὰρ τοῦτον ἐχούσῃ σκοπὸν ἄνωθεν, καθάπερ πολλάκις
εἴρηται, ὑπόθεσις ὁ πατὴρ καὶ βασιλεὺς ὑποβέβληται. τὸν
 οὖν Ῥομπέρτον ἐκεῖσε καταλελοιπότες, οὗπερ ὁ λόγος αὐτὸν
ἠγάγετο, τὰ κατὰ κατὰ τὸν βασιλέα σκοπῶμεν ἤδη· τούς τε πολέμους
καὶ τὰς μάχας τὰς πρὸς τὸν Ῥομπέρτον ἐν ἑτέρῳ
λόγῳ ταμιευσόμεθα.

Ὅθεν μὲν οὖν ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος ὥρμητο καὶ ἐξ
V. 39 οἵου γένους, τὸν βουλόμενον εἰδέναι εἰς τὰς τοὐμοῦ Καίσα- 
 


 
 ρος συγγραφὰς παραπέμπομεν· ἀλλὰ δὴ καὶ τὰ περὶ τοῦ
βασιλέως Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτου ἐκεῖθεν ἑλκύσεται.
Μανουὴλ μὶν οὖν τὸν πρωτότοκον ἀδελφὸν Ἰσαακίου καὶ
Ἀλεξίου καὶ τῶν λοιπῶν τῶν ἐξ Ἰωάννου τοῦ Κομνηνοῦ καὶ
 πρὸς πατρὸς ἐμοῦ πάππου καταγομένων, στρατηγὸν αὐτοκράτορα
ἡ Ἀσία εἶχεν ἅπασα, τοῦ προβεβασιλευκότος Ῥωμανοῦτοῦ
Διογενοῦς τοῦτον προχειρισαμένου, αὖθις δὲ καὶ τὸν 
Ἰσαάκιον δοῦκα ἡ Ἀντιόχου ἐκληρώσατο, πολλοὺς πολέμους
νᾶι μάχας ἀγωνισαμένους, πολλὰ δὲ καὶ τρόπαια κατὰ τῶν
ἀντικειμένων στήσαντας. καἰ μετ’ αὐτοὺς οὑμὸς πατὴρ
Ἀλέξιος στρατηγὸς αὐτοκράτωρ προὐβέβλητο κατατοῦ Οὐρσελίου
παρὰ τοῦ τότε βασιλεύοντος Μιχαὴλ τοῦ Δούκα ἀποσταλείς.
ὡς δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς ὁ Νικηφόρος περιδέξιον τοῦτον
περὶ τὰ πολεμικὰ ἐθεάσατο, ἀκηκοὼς δὲ καὶ ὅπως περὶ
 τὴν ἕω συνὼν τἀδελφῷ Ἰσαακίῳ ὑπὲρ τὸν αὐτοῦ χρόνον ἐν
διαφόροις ἀγῶσιν ἐμπέπτωκεν ἀριστεὺς ἀναφανεὶς καὶ ὅπως
τὸν Οὐρσέλιον κατετροπώσατο διαφερόντως ἠγάπα καὶ τοῦ 
Ἰσαακίου οὐκ ἔλαττον. καὶ ἐνστερνιζόμενος ἄμφω τἀδελφὼ
ἱλαρόν ἐνητένιζεν, ἔστιν οὑ καὶ αὐτῆς τῆς τραπέζης ἀξιῶν.
ἀνέφλεγε τοῦτο τὸν κατ’ αὐτῶν φθόνον καὶ μᾶλλον τῶν εἰρημένων
δύο βαρβάρων Σθλαβογενῶν, τοῦ τε Βορίλου φημὶ 
 

 
 καὶ τοῦ Γερμανοῦ. ὁρῶντες γὰρ τὶν τοῦ βασιλέως ἐς αὐτους
εὐμένειαν καὶ ὅτι καθ᾿ ὥραν ταῖς τοῦ φθόνου τοξείαις βαλλόμενοι
ἄτρωτοι διαμένουσιν, ἐξετήκοντο. τὸν γὰρ Ἀλέξιον,
κἀν οὔπω τὸν ἴουλον ἐπανθοῦντα εἰχεν, ἐν πᾶσιν εὐδοκιμοῦντα
ὁρῶν ὁ βασιλεύς, στρατηγὸν αὐτοκράτορα τῆς ἑσπέ- 
ρας ἀναδείκνυσι, τῷ τῶν προέδρων τετιμηκὼς ἀξιώματι. ὅσα
μὲν οὖν καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν οὗτος ἀνέστησε τρόπαια, καὶ
ὁπόσους ἀποστάτας καταγωνισάμενος ζωγρίας ἦγε τῷ βασιλεῖ,
ἀρκούντως προλέλεκται. ἀλλὰ ταῦτα τοῖς φθονοῦσιν οὐκ
ἤρεσκεν, ἐξέκαε δὲ μᾶλλον αὐτῶν ἀναφλέγοντα τὸν φθόνον. 
οἱ καὶ πολλὰ μὲν ὑπετονθόρυζον βυσσοδομοῦντες κατ’ αὐτῶν‘
πολλὰ δὲ καὶ κρύφια λέγοντες τῷ βασιλεῖ, τινα δὲ καὶ εἰς
 τοὐμφανές, ἄλλα δὲ καὶ δι᾿ ἑτέρων, μεθοδείαις τισὶ χρώμενοι,
ἐκποδὼν τούτους γενέσθαι παντοίως ἐσπούδαζον. ἀπορίᾳ
γοῦν συνεχόμενοι οἱ Κομνηνοί, δέον ἐλογίσαντο τοὺς 
περὶ τὴν γυναικωνῖτιν ὑποποιήσασθαι καὶ δι’ αὐτῶν τὴν τῆς
βασιλίδος ἐπὶ πλέον εὐμένειαν ἐπισπάσασθαι. ἐπαγωγοὶ γὰρ
οἱ ἄνδρες καὶ λιθίνην καταμαλάξαι ψυχὴν δυνάμενοι καὶ
παντοίοις ἐπιχειρήμασι. τοῦτο ἤδη κατώρθου ὁ Ἰσαάκιος,
 πάλαι πρὸς αὐτῆς ἔπι τῇ ἰδίᾳ ἐξαδέλφῃ εἰς κῆδος προσληφθείς, 
ὁ γενναιότατος ὢν ἐν λόγοις καὶ πράξεσι καὶ τὰ πλεῖστα
τοὐμῷ πατρὶ ἐμφερής. ἀλλ’ ἔπει τὰ περὶ αὐτὸν καλῶς 
 

 
 προκεχώρηκε, πολλὰ φροντίζων ἠν περὶ τἀδελφοῦ, καί ὅσον 
ἐκεῖνος τούτῳ εἰς τὴν τοῦ κήδους τότε συνῄρετο ὑπόθεσιν,
τοσοῦτον οὗτος ἐσπουδάκει μηδ᾿ αὐτὸν τῆς βασιλίδος πορρωτέρω
καθεστάναι. Ὀρέστην μὲν οὖν καὶ Πυλάδην φίλους
 ὄντας τοσοῦτον τὸν πρὸς ἀλλήλους πόθον ἔχειν φασιν, ὡς ὲν
καιρῷ μάχης ἀμελεῖν μὶν ἑκάτερον τῶν καθ’ ἑαυτοῦ πολεμίων,
ἀμύνειν δὲ τοὺς ἐπιφερομένους θατέρῳ, καὶ προαρπάζειν
ἅτερον τὰς πρὸς θάτερον ἐρχομένας τῶν ὀϊστῶν βολάς,
τὰ στέρνα ὑπέχοντας. τοιοῦτον καὶ ἐπὶ τούτοις ἦν συνορᾶν.
 ἄμφω γὰρ τἀδελφὼ καὶ τοὺς κινδύνους προαρπάζειν ἐβούλοντο, 
καὶ τὰς ἀριστείας καἰ τὰς τιμὰς καὶ ἁπλῶς τἀγαθὸν
θατέρου ἴδιον ἅτερος ἐλογίζετο, καὶ αὖ τοὐναντίον. τοσοῦτον
τὸν πόθον πρὸς ἀλλήλους εἶχον. τὰ μὶν οὑν κατὰ
τὸν Ἰσαάκιον οὕτως ἐκ θείας ᾠκονόμητο προνοίας οὐ πολὺ
 τὸ ἐν μέσω, καὶ οἱ περὶ τὴν γυναικωνῖτιν ταῖς τοῦ Ἰσαακίου
ὑποθημοσύναις παραπείθουσι τὴν βασιλίδα υἱοθετήσασθαι
τὸν Ἀλέξιον. πείθεται τούτοις, κἀπειδὴ περὶ τὰ βασίλεια
κάτα τινα κυρίαν ἡμέραν κίκι ἄμφω γεγόνατον, ἡ βασιλὶς
υἱοθετεῖ τὸν Ἀλέξιον κατὰ τὸν παρακολουθήσαντα πέρι τῶν
 τοιούτων πάλαι τύπον. ἀνέσφηλε γοῦν τοῦ λοιποῦ τῆς πολλῆς 
φροντίδος ὁ μέγας τῶν ἑσπερίων στρατευμάτων δομέστικος.
κἄκτοτε θαμὰ τοῖς βασιλείοις ἄμφω φοιτῶντες καὶ τὴν τοῖς 
 

 
 βασιλεῦσι προσήκουσαν ἀποπληροῦντες προσκύνησιν κω μικρὸνἐγκαρτεροῦντες, τῇ βασιλίδι προσήρχοντο. ταῦτα ἐπὶ
πλέον τὸν κατ’ αὐτῶν φθόνον ἐξέκαε. τοῦτο δὲ διὰ πολλῶν
οἱ Κομνηνοὶ βεβαιούμενοι, δείσαντες, ἵνα μὴ ἀμφότεροι ταῶ
πάγαις αὐτῶν ἁλόντες οὐδένα τὸν ἐπαρήγοντα ἔχωσι, τρόπον 
ἐζήτουν, δι’ οὗ τὸ ἀσφαλὲς θεοῦ συλλαμβανομένου ἑαυτοῖς
περιποιήσαιντο. πολλοὺς οὖν λογισμοὺς συνάμα τῇ μητρὶ
 ἀνελίζαντες καἰ πολλὰ πολλάκις διασκεψάμενοι, μίαν εὗρον
κατὰ ἄνθρωπον σωτηρίας ἐλπίδα. ἡ δὲ ἦν τῇ βασιλίδι προσελθεῖν,
ὁπηνίκα αἰτίαν τινὰ εὐπρόσωπον πρὸς τοῦτο σχοῖεν, 
καὶ τὸ ἀπόρρητον ἐξειπεῖν. εἶχον δὲ ὅμως ὑποβρύχιον τὴν
βουλὴν καὶ οὐδενὶ τὸ παράπαν τὸ σκοπούμενον ἐξεκάλυπτον.
προσεῖχον δὲ καθάπερ οἱ θαλάττιοι, μὴ τὸ θήραμα προσοβήσωσιν.
ἀποδρᾶναι μὶν γὰρ ἐμελέτων, ἐπεφόβηντο δὲ ἄρα
τοῦτο πρὸς τὴν βασιλίδα εἰπεῖν, μὴ πως ἐκείνη φθάσῃ τὰ 
κατ’ αὐτοὺς παραδηλῶσαι τῷ βασιλεῖ, καὶ ἀμφοτέρων κηδομένη
 καὶ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀνδρῶν. τούτου τοίνυν κατεγνωκότες
τοῦ σκέμματος, ἄλλοσε τρέπουσι τὴν βουλήν. δεινοὶ
γὰρ τοῖς παραπεπτωκόσι καιροῖς ἀποχρήσασθαι.

Ἐπεῖ γὰρ ὁ βασιλεὺς τεκνογονεῖν διὰ τὸ γῆρας οὐκ ἐπεφύκει, 
δεδιὼς δὲ καὶ τὸ ἄφυκτον τῆς τοῦ θανάτου τομῆς, περὶ
τοῦ διαδεξομένου διεσκοπεῖτο. ἦν δὲ τηνικαῦτα Συναδηνός τις 
 


 
 ἐξ ἀνατολῶν ὁρμώμενος, ἐκ γένους λαμπροῦ, τό εἰδος ὡραῖος,
τὴν φρένα βαθύς, ῥωμαλέος τὴν χεῖρα, τὴν ἡλικίαν εἰς μειράκιον
παραγγέλλων καί ἄλλως δὲ προσήκων αὐτῷ κατὰ γένος·
τῶν ἄλλων μᾶλλον ἐσκέπτετο διάδοχον αὐτὸν τῆς βα- 
 σιλείας καταλιπεῖν, καθάπερ τινὰ πάτριον κλῆρον τὸ κράτος
αὐτῷ διδούς, κακῶς βουλευόμενος. ἐξὸν γὰρ αὐτῷ τὸ ἀσφαλὲς 
μέχρι μέχρι τέλους περιποιήσασθαι, ἅμα δὲ καὶ δίκαιόν τι
σκοπεῖν τὴν αὐτοκράτορος ἐξουσίαν τῷ τῆς βασιλίδος υἱῷ
Κωνσταντίνῳ καταλιπεῖν καὶ ὡς οἷόν τινα κλῆρον πρὸς πάππου
 καὶ πατρὸς αὐτῷ διαφέρουσαν, καὶ τὴν βασιλίδα μᾶλλον
διὰ. τοῦτο ἐπ’ αὐτῷ θαρρεῖν καὶ τὸ εὔνουν ἐπαύξειν, λέληθεν
ἑαυτὸν ὁ γηραλέος ἄδικά τε κὼ ἀξύμφορα διασκοπούμενος
καὶ κατὰ τῆς ἑαυτοῦ κεφαλῆς τεκταίνων κακά. τούτων
ὑποψιθυριζομένων ᾔσθετο ἡ βασιλὶς καὶ περίλυπος ἠν, τὸν 
 τοῦ παιδὸς κίνδυνον ὑφορωμένη. κὼ ἦν ἀθυμοῦσα μέν,
οὐδενὶ δὲ τὴν λύπην ἐξορχουμένη. τοῦτο τοὺς Κομνηνοὺς οὐ
διέλαθεν. εὐκαιρίαν οὖν, ἣν ἐζήτουν, εὑρηκότες, τῇ βασιλέδι
προσελθεῖν ἐβουλεύσαντο. τῆς δὲ πρὸς αὐτὴν ὁμιλίας
τὴν καταρχὴν ἡ μήτηρ τῷ Ἰσαακίῳ ἐπέτρεψε συμπαρόντος
αὐτῷ τἀδελφοῦ Ἀλεξίου. τῶν δὲ προσελθόντων τῇ βασιλίδι
ὁ Ἰσαάκιός φησι πρὸς αὐτήν “οὐχ ὡς χθὲς καὶ πρότριτα
ὁρῶμέν σε, δέσποινα, ἔχουσαν, ἀλλ’ ὡς ὑπὸ λογισμῶν ἀνεκ- 
 

 
 φόρων δακνομένην καὶ σκεπτομένην, ὡς μὴ θαρρεῖν ἔχου-
 σαν, πρὸς ὃν ἄν ἐκκαλύψειας τὸ ἀπόρρητον." ἡ δὲ τέ
μὲν ἐμφαίνειν οὐκ ἤθελε, βύθιον δέ τι στενάξασα “οὐ χρή"
φησι “τοὺς ἀλλοτρίαν οἰκοῦντας ἐπερωτᾷν· αὐτὸ γὰρ τοῦτο
εἰς λύπην αὐτοῖς ἀξιόχρεων. ἐμὲ δέ, φεῦ, οἶα ἐξ οἵων διεδέξατο 
καὶ ὁποῖά μοι, ὡς ἔοικε μετ’ οὐ πολὺ ταμιεύεται!"
οἱ δὲ ἀποστάντες πλείω μὲν ῥήματα οὑ προσέθεντο· ἐς γῆν
δὲ τοὺς ὀφθαλμούς ἐπερείσαντες καὶ περιστείλαντες ἄμφω
τὼ χεῖρε, σύννους πρὸς μικρὸν εἱστήκεσαν, εἶτα τὴν συνήθη
προσκύνησιν ποιησάμενοι, οἴκαδε ἀπῄεσαν ἀγωνιῶντες. τῇ δ’ 
ὑστεραίᾳ πάλιν προσερησόμενοι ἥκουσιν. ἱλαρώτερον δὲ ἢ
 πρώην ἀτενίζουσαν τούτοις ὁρῶντες, προσίασιν ἄμφω καί φασιν
“σὺ μὲν δεσπότις, ἡμεῖς δὲ δοῦλοι εὐνούστατοι, πᾶι ὁτιοῦν
ἑτοίμως ἔχοντες ὑπὲρ τῆς σῆς βασιλείας παθεῖν. καὶ
μή σε λογισμός τις διαταραττέτω, εἰς διψυχίαν ὅλως εἰσάγων." 
ἐκ τούτων οὑν τῶν λόγων τὰ πιστὰ δεδωκότες τῇ βασιλίδι
καὶ ἀπαλλάξαντες ἑαυτοὺς ὑποψίας ἁπάσης, τὸ ἀπόρρητον ἤδη
συνίεσαν. ὀξεῖς δὲ ὄντες καὶ ἀγχίνοι καὶ δεινοὶ θηρᾶσαι
ἀνθρώπων ἐξ ὀλίγων ῥημάτων βαθέως ἐγκειμένην γνώμην καὶ
τέως ἀπόρρητον, καὶ αὐτίκα μάλα προσετίθεντό τε τῇ βασι- 
 σιλίδι καὶ ἐκ πολλῶν εὔνους αὐτοὺς φανερῶς κατεστήσαντο
καὶ πᾶν εἰς ὅπερ ἂν αὐτοὺς προσκαλοῖτο, ἐκθύμως ἐπαμύνειν 
 

 
 κατεπηγγείλαντο. συγχαίρειν τε χαιρούσῃ καὶ λυπουμένῃ συνανιᾶοθαι,
τοῦτο δὴ τὸ ἀποστολικόν, μάλα προθύμως συνέθεντο.
καὶ ὡς αὐθιγενεῖς ἠξίουν τούτους λογίζεσθαι καὶ συνήθεις
κἀκεῖθεν ὁρμωμένους ὅθεν καὶ αὐτή, τοσοῦτον ἐπειτόντες,
 ὡς εἰ τι παρὰ τῶν φθονούντων αὐτῇ τε τῇ δεσποίνῃ
καὶ τῷ αὐτοκράτορι κατ’ αὐτῶν εἰσηγηθείη, τοῦτο αὐτοὺς
μὴ διαλανθάνοι τὸ παραυτίκα, ἵνα μὴ λάθωσι ταῖς πάγαις
τῶν ἐχθρῶν ἐμπεσούμενοι. τοῦτό τε ἠξίουν καὶ θαρρεῖν ἐκέλευον,
ὡς σὺν θεῷ γε φάναι τὴν δυνατὴν μετὰ προθυμίας 
 εἰσενεγκεῖν βοήθειαν, ὡς ἑαυτῶν γε ἕνεκα μὴ ἐκπεπτωκέναι 
τῆς βασιλείας τὸν ταύτης υἱὸν Κωνσταντῖνον. καὶ δὴ καὶ δι᾿
ὅρκων ἐμπεδοῦν ἤθελον τὰ συνδόξαντα· οὐδὲ γὰρ ἐνῆν διατρίβειν
διὰ τοὺς ἐποφθαλμιῶντας. τῆς τε πολλῆς ἀνεκουφίσθησαν
λύπης οἱ ἄνδρες καὶ ἐξανέφερον. καἰ τὸ ἀπὸ τοῦδε
 ἱλαρωτέρου προσώπου τῷ βασιλεῖ διελέγοντο, ὁποδαποὶ
ἐκεῖνοι καὶ μᾶλλον ἅτερος τούτων Ἀλέξιος συσκιάσαι ἀπόρρητον
ἔννοιαν καὶ βυσσοδομευομένην ἐπιβουλὴν τοῖς φαινομένοις 
προσχήμασιν. ἐπεὶ δὲ ὁ φθόνος μᾶλλον εἰς πυρσὸν
ἀνήπτετο μέγιστον, καὶ οὐδὲν τοῦ λοιποῦ τῶν πρὸς τὸν βασιλέα
 και᾿ αὐτῶν λεγομένων αὐτοὺς διελάνθανε κατὰ τὰ πρώην
συνδόξαντα, ἐγίνωσκον δὲ καὶ τοὺς διὸ παραδυναστεύοντας
δούλους βουλευομένους ἐκποδὼν τούτους ποιήσασθαι, οὐκέτι 
 

 
 κατὰ τὸ σύνηθες ὁμοῦ τοῖς βασιλείοις ἐφοίτων ἀλλ’ ἑτερήμερος
ἠν ἑκάτερος. τὸ δὲ σκέμμα σοφόν τε καὶ Παλαμήδειον,
ἵν εἰ γένοιτο τὸν ἕτερον τούτων κατασχεθῆναι δάι τὰς
λαθραίας ἐπιβουλὰς τῶν παραδυναστευόντων ἐκείνων Σκυθῶν,
 ἅτερος ἀποδράσειε, καὶ μὴ ἅμα καὶ ἄμφω ταῖς πάγαις 
τῶν βαρβάρων ἐμπεσοῦνται. ἀλλὰ τὸ μὲν σκέμμα τοιοῦτον
ην. ου μὴν κάτα τὴν ὑποψίαν ἐκείνων απηντηκει τουτοις
πράγματα. ἔφθασαν γὰρ κρείττους γενέσθαι τῶν ἐπιβουλευόντων
ἀνδρῶν, ὡς ἔνθεν ὁ λόγος ἀφορμηθεὶς διὰ πάσης σαφηνείας
δηλώσειε.

Τῇς πόλεως τοίνυν Κυζίκου κατασχεθείσης παρὰ
τῶν Τούρκων, πυθόμενος τὴν τῆς πόλεως ἅλωσιν ὁ αὐτοκράτωρ,
τὸν Κομνηνὸν αὐτίκα μετεκαλεῖτο Ἀλέξιον. ἔτυχε γὰρ
κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Ἰσαάκιος ἐληλυθώς. ὡς δὲ εἰσερχόμενον
τοῦτον παρὰ τὴν συνθήκην ὁ ἀδελφὸς Ἰσαάκιος ἐθεάσατο, 
προσελθὼν ἠρώτα ὅτου χάριν παρεγένετο. ὁ δ’ εὐθὺς
τὴν αἰτίαν εἰρήκει, “ὅτι μέ" φησιν “ὁ αὐτοκράτωρ προσεκα-
 λέσατο." εἰσελθόντων οὖν ἀμφοῖν καὶ τὴν συνήθη προσκύνησιν
ποιησαμένων, ἐπεὶ ἀρίστου καιρὸς ἤδη παρῆν παρῆν, προσμεῖναι
μικρὸν παρακελευσάμενος, προστάττει κοινῆς αὐτῷ τραπέζης 
μετειληχέναι. καὶ δὴ διαιρεθέντες ὁ μὲν περὶ τὸ δεξιὸν καθῆστο
τῆς τραπέζης, ὁ δὲ πέρι τὸ εὐώνυμον, ἀντικρὺ ἀλλήλων.
μετ’ ὀλίγον δὲ τοῖς περιεστῶσιν ἐνατενίσαντες, μετὰ 
 


 
 ακυθρωπότητος ψιθυρίζοντας ἑώρων. δείσαντες οὖν μή τι
κατ᾿ αὐτῶν μελετῶσιν οἱ δοῦλοι καὶ ὑπόγυιος αὐτοῖς ὁ
κίνδυνος εἴη, λαθριδίοις βλέμμασιν ἀλλήλοις ἐνητένιζον, μὴ
ἔχοντες ὅ τι καὶ δράσαιεν. ἐπεὶ δὲ πρὸ πολλοῦ τοὺς περὶ
 τὸν βασιλέα ἅπαντας μειλιχίοις λόγοις, προπομπαῖς τε καὶ 
παντοίαις δεξιώσεσιν ἐσφετερίζοντο, καὶ αὐτὸν τὸν ὀψοποιὸν
δεξιωσάμενοι ἱλαρὸν αἰτοῖς προσβλέπειν ἀνέπεισαν, τούτῳ
προσελθών τις τῶν θεραπόντων Ἰσαακίου τοῦ Κομνηνοῦ φησίν
“ἀπάγγειλον τῷ κυρίῳ μου τὴν τῆς Κυζίκου ἅλωσιν.
 γράμμα γὰρ ἐκεῖθεν ἥκει τοῦτο μηνύον." ὁ δ᾿ εὐθὺς ἅμα τε
ὄψα τῇ τραπέζῃ παρετίθει ἅπερ παρὰ τοῦ ὑπηρέτου ἀνεδιδάχθη,
ἀνεδίδασκε τὸν Ἰσαάκιον ἠρεμαίᾳ φωνῇ. ὁ δὲ μικρὸν
ὑποκινήσας τὰ χείλη ἐσήμανε τἀδελφῷ τὸ λεχθέν. ὀξὺς δὲ
ὢν περὶ τὸ νοεῖν καὶ πυρὸς θερμότερος ὁ Ἀλέξιος, αὐτίκα
 ἥρπασε τὸ λεγόμενον. ἀνέπνευσαν οὖν καὶ ἄμφω τῆς κατασχούσης
αὐτοὺς ἐννοίας. καὶ γεγονότες ἑαυτῶν ἐσκοποῦντο, 
ἵν᾿ εἴ πού τις αὐτοὺς ἔροιτο περὶ τούτου, ἑτοίμως ἀποκριθήσωνται,
εἰ δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς αὐτοὺς εἰς βουλὴν ἀγάγοι,
προσηκόντως αὐτῷ βουλεύσοιντο. τοιαῦτα τούτων λογιζομένων,
 ὁ βασιλεὺς ἀπιδὼν πρὸς, τοὺς ἄνδρας, ὡς δὴ ἀγνοοῦντας 
αὐτοὺς τὰ κατὰ τὴν Κύζικον τὴν ἅλωσιν ἀυτῆς ἔλεγεν.
οἱ δὲ καὶ γὰρ ἦσαν ἕτοιμοι ψυχὴν θεραπεῦσαι κυμαι- 
 

 
 νομένην βασιλέως ἔπι πορθήσεσι πόλεων) ἀνήγειραν τε τὸ
πεπτωκὸς τοῦ αὐτοκράτορος φρόνημα καὶ πρὸς ἐλπίδας ἀγα-
 θὰς ἀνεθέρμηναν, ῥᾳδίως τὴν πόλιν ἐπανασωθῆναι κατεγγυώμενοι.
“μόνον" φησι “τὸ σὸν κράτος ἐχέτω καλῶς· οἱ
δέ γε πολιορκῆται τῆς πόλεως ἑπταπλάστον εἰς τὸν κόλπον 
αὐτῶν ἀπολήψονται ὦν εἰργάσαντο." τότε μὲν οὖν ἠγάσω
τούτους ὁ βασιλεύς, καὶ τῆς εὐωχίας ἀπολύσας τὸ ἑξῆς τῆς
ἡμέρας ἀπεριμερίμνως ἔσχε. τὸ ἀΠὸ τοῦδε τοίνυν ἐπιμελὲς
ἔσχον οἱ Κομνηνοὶ τοῖς βασιλείοις προσιέναι καὶ τοὺς περ
τὸν βασιλέα ἔτι μᾶλλον ἐναγκαλίζεσθαι, χαἰ αὐτοὺς μὶν μὴ 
διδόναι λαβὴν τὸ παράπαν τοῖ; κατ’ αὐτῶν μελετῶσι, μηδ’
ἡντιναοῦν πρόφασιν ἀπεχθείας αὐτοῖς ὑπανοίγειν· πάντας
 δὲ ἀναπείθειν στέργειν αὐτοὺς καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτῶν φρονεῖν
τε καὶ λέγειν. προσεμηχανῶντο δὲ πλέον ὑποποιεῖσθαι καὶ
τὴν βασιλίδα Μαρίαν καὶ οὔλους αὐτοὺς ἐκείνην καὶ βλέπειν 
καὶ ἀναπνεῖν. ὁ μὲν γὰρ Ἰσαάκιος καὶ τὸ κῆδος τὸ ἐπὶ τῇ
ἐξαδέλφῃ αὐτῆς προβαλλόμενος, τὴν παρρησίαν ξυνέτεινεν·
ὁ δὲ ἐμὸς πατὴρ οὐχ ἧττον μὲν καὶ διὰ τὴν ἐξ ἀγχιστείας
συγγένειαν, πλέον δὲ τὴν υἱοθεσίαν λαμπρὰν ὑπόθεσιν τῶν
πρὸς τὴν βασιλίδα εἰσόδων ποιούμενος, παντάπασιν ἀνέμφαντος 
ἦν καὶ τὸν φθόνον τῶν πονηρευομένων αὐτῷ συνεσκίαζεν.
οὐδὲ γὰρ ἐλάνθανεν αὐτὸν τὸ βαρύμηνι τῶν βαρβάρων ἐκεί-
 νων δούλων καὶ τὸ τοῦ βασιλέως κουφότατον. καὶ εἰκότως 
 

 
 κπεσεῖν τῆς ἐκείνης εὐνοίας ἐφρόντιζον, ἵνα μὴ ἐντεῦθεν
τοῖς ἐχθροῖς παρανάλωμα γένοιντο. τὰ γάρ τοι κουφότατα
ἤθη εὐμετάφορά πως καὶ Εὐρίπου δίκην ὡς ἐν παλιρροίᾳ
περιπλαζόμενα.

Ταῦτα ὁρῶντες οἱ δοῦλοι καὶ ὅπως οὐ κατὰ σκοπὸν
αὐτοῖς τὸ πρᾶγμα προίει, οὐδὲ ἡ τῶν τοιούτων ἀνδρῶν
πώλεια εὐχερής ἐστιν αὐτοῖς, τῆς τοῦ αὐτοκράτορος ἐς
ὐτοὺς εὐμενείας ὁσημέραι αὐξανούσης, πολλὰ μὲν εἰπόντες,
τολλὰ δὲ καὶ ἀπειπόντες, ἐφ’ ἑτέραν ἀτραπὸν ἐτράπησαν. τις
 δὲ αὕτη; ἵνα ὲν μιᾷ νυκτὶ μετακαλεσάμενοι τούτους βουλῆς
ἄτερ τοῦ κρατοῦντος, ἐκποδὼν τοὺς ἄνδρας ποιήσονται, τοὺς
αὐτῶν ὀφθαλμοὺς ἐξορύξαντες, ψευδῆ αἰτίαν ἀναπλασάμενοι. 
τοῦτο τοὺς Κομνηνοὺς οὐ διέλαθε. καὶ ἔπει πολλὰ γνωσιμαχήσαντες
ὑπόγυιον τὸν κίνδυνον ἔγνωσαν, μίαν σωτηρίας
 ἐλπίδα τὴν ἀποστασίαν ἐδόκουν, πρὸς ταύτην κατ’ ἀνάγκην
πολλὴν συνωθούμενοι. τί γὰρ δεῖ περιμένειν τὸν ἐπενεγκόντα
μύδρον τοῖς ὄμμασι καὶ τὸν ἐν αὐτοῖς ἥλιον ἀποσβέσοντα;
ὑποβρύχιον οὖν έν ταῖς ψυχαῖς τὴν γνώμην ταύτην εἶχον.
ἐπεὶ δὲ μετ᾿ οὐ πολὺ προσετέτακτο ὁ Άλέξιός τινα μερίδα
 τῆς στρατιᾶς εἰσαγαγεῖν μέλλουσαν ἐξοπλίζεσθαι κατὰ τῶν
πορθησάντων τὴν πόλιν Κυζίκου Ἀγαρηνῶν, ἔτυχε γὰρ τηνικαῦτα
δομέστικος ὤν τῆς ἑσπέρας,) ἀφορμῆς εὐλόγου δραξάμενος, 
τοὺς εὔνως πρὸς αὐτὸν ἔχοντας τῶν τοῦ στρατοῦ 
 


 
 ἡγεμόνων μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς διὰ γραμμάτων μετεκαλέσατο.
καὶ δὴ κινηθέντες ἅπαντες πρὸς τὴν μεγαλόπολιν
ἠπείγοντο. ἐν τοσούτῳ δὲ εἰσελθώντις ἐξ ὑποθήκης θατέρου
τῶν δούλων, τοῦ λεγομένου Βορίλου, ἤρετο τὸν βασιλέα, ἑ
κατὰ γνώμην αὐτοῦ τὰς δυνάμεις ἁπάσας ὁ μέγας δομέστι- 
 κος εἰς τὴν βασιλεύουσαν πόλιν εἰσάγει. ὁ δ’ εὐθὺς μετακαλεσάμενος
τοῦτον ἠρώτα, εἰ ἀληθές ἐστι τὸ λεγόμενον. καὶ
ὃς αὐτίκα τοῦτο μὶν οὐκ ἠρνεῖτο, ὅτι στρατιά τις εἰσάγεται
τῇ ἐκείνου κελεύσει, πρὸς δὲ τὸ πᾶσαν ἁπανταχόθεν ἔντα
θοῖ συναθροίζεσθαι, πιθανῶς παρεκρούετο. “ὁ γάρ τοι στρατός" 
φησιν “διεσπαρμένος ὢν ἁπανταχόθεν, ἄλλος ἄλλοθεν
ἥκει λαβὼν τὸ ἐνδόσιμον· καὶ οἱ τούτους ὁρῶντες ἐκ διαφόρων
μερῶν τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας ἀθρόους ἀφικνουμένους,
νομίζουσιν ὡς ἀπὸ συνθήματος πάντα τὸν στρατὸν ἐνταυθοῖ
συναθροίζεσθαι, τῇ θέᾳ καὶ μόνη ἐξαπατώμενοι." καὶ 
τοῦ Βορίλου πολλὰ πρὸς τούτους τοὺς λόγους ἀνθυπενεγκόντος,
ἰσχυρώτερος καὶ οὕτως ἦν ὁ Ἀλέξιος καὶ ὅλαις ἐκράτει
ψήφοις. ὁ δὲ Γερμανὸς ἁπλούστερος ὢν οὐ πάνυ τοῦ Ἀλε-
 ξίου κατέτρεχεν. ἐπεὶ δὲ οὐδὲ τὰ εἰσηγηθέντα ταῦτα κὰτ
τοῦ δομεστίκου τὴν τοῦ βασιλέως ἐξετάραξε ψυχήν, καιροῦ 
λαβόμενοι καὶ ἀδείας, ἑσπέρα δὲ ἦν,) τὴν κατὰ τῶν Κομνηνῶν
ἐνέδραν ἐξήρτυον. ἔστι μὶν γὰρ ἄλλως φύσει τὸ
δοῦλον τοῖς δεσπόταις πολέμιον, ὅταν δὲ τῶν δεσποτῶν ἀστο- 
 

 
 χήσῃ, ἔξουσίας δραξάμενον κατὰ τῶν ὁμοδούλων ἀνύποιστον
γίνεται. τοιούτου γοῦν ἐπειράθη καὶ ἤθους καὶ φρονήματος
τῶν εἰρημένων δούλων ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος. ἐντεῦθεν οἱ ἤδη
ῥηθέντες οὑχ ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορος κατὰ τῶν Κομνηνῶν
 ἐμήνιον. ἀλλ’ ἐβασιλεία μὲν ὁ Βορῖλος, ὥς τινες ἔφασαν,
ὁ δέ γε Γερμανὸς κοινωνὸς ὤν αὐτῷ τοῦ σκέμματος ἐπιμελῶς
σὺν αὐτῷ ἐνέδραν ἔξήρτυε. καὶ πρὸς ἀλλήλους τὰ βουλεύόμενα
διελέγοντο καὶ ὕπως ἂν αὐτοῖς κατὰ νοῦν νοῦβν ἀποβαίῃ 
τὸ πρᾶγμα· καὶ εἰς τοὐμψανὲς ἤδη ἔξέφερον τὸ τὸ ὑπ᾿
 οτέως λαλούμενον. ἠκροᾶτό τις τῶν λεγομένων Ἀλανὸς τὸ
γένος, μάγιστρος τὴν ἀξίαν, ἐκ πολλοῦ προσωκειωμένος τῷ
βασιλεῖ κἀν τοῖς οἰκείοις διατελῶν. τηνικαῦτα γοῦν ἐξελθὼν
μέσης ἤδη φυλακῆς τῆς νυκτὸς ἐκτρέχει πρὸς τοὺς Κομνηνούς,
ἀπαγγελῶν ἅπαντα τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ. τινὲς τινὲς δέ
 φασι, μηδὲ τὴν βασιλίδα τὴν πρὸς τοὺς Κομινηνοὺς τοῦ μαγίστρου
ἄφιξιν παντάπασιν ἠγνοηκέναι. ὁ δὲ εἰσάγει τοῦτον
τῇ μητρὶ καὶ τἀδελφῷ. ἐνωτισθέντες δὲ τὴν ἀπευκταίαν 
ἐκείνην ἀγγελίαν, δέον ἐλογίσαντο τὸ τέως κρυπτόμενον εἰς
τοὐμφανὲς ἀγαγεῖν καὶ ·ξὺν θεῷ τὴν σφῶν σωτηρίαν περι-
 ποιήσασθαι. ἐπεὶ δὲ μετὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἐμεμαθήκει τὸ στράτευμα
καταλαβεῖν τὴν Τζουρουλόν, πολίχνιον δὲ τοῦτο περί 
 

 
 που τὴν Θρᾴκην κείμενον,) ὁ δομέστικος περὶ πρώτην φυλακὴν
τῆς νυκτὸς φοιτᾷ πρὸς τὸν Πακουριανόν· ἀνὴρ δὲ
οὗτος μικρὸς ἦν δέμας κατὰ τὸν ποιητήν, πλὴν ἀλλὰ μαχητής,
γένεους λαμπροῦ ἔξ Ἀρμενίων ὁρμώμενος· καὶ ἀνακοινοῦται
γένους λαμπροῦ ἔξ Ἀρμενίων ὁριμώμενος· καὶ ἀνακοινοῦται
τούτῳ τὰ πάντα, τὴν μῆνιν τῶν δούλων, τὸν φθόνον, 
 τὴν ἐκ πολλοῦ κατ᾿ αὐτῶν μελέτην καὶ τὴν ἔξ ὑπογυίου μελετωμένην
τῶν ὀφθαλμῶν ἐκκοπὴν αὐτῶν, καὶ ὡς οὐ χρὴ ὡς
ἀνδράποδα παθεῖν, ἀλλὰ δράσαντάς τι γενναῖον ἀπολέσθαι,
εἰ καὶ τούτου δεήσειε· καὶ τοῦτο γὰρ ἴδιον μεγαλοψυχίας
ἔλεγεν. ὁ δὲ ἅπαντα διακηκοὼς καὶ συνειδὼς ὡς οὐ χρὴ 
μέλλειν ἐν τοῖς τοιούτοις, ἀλλὰ ταχέως γενναιοτέρου ἔξέλθῃς
τῶν ἐνταυθοῖ, συνέψομαί σοι κἀγὼ προθύμως ἐπαγωνιςόμενος.
εἰ δὲ ἐς νέωτα φυλάξεις τὸ βουλευόμενον, ἀλλ᾿ ἐμέ γ᾿
ἴσθι αὐτὸν ἐμὲ προσελθόντα τῷ βασιλεῖ, παρυτίκα καὶ σοῦ 
 καὶ τῶν σὺν σοὶ κατειπεῖν, μηδὲ μικρὸν ἀναβαλλόμενον." ὁ
δὲ “ἐπεί σε τῆς ἐμῆς κηδόμενον ὁρῶ σωτηρίας, θεοῦ δὲ τοῦτο
πάντως ἔργον, οἰκ ἀποστήσομαί σου τῆς βουλῆς, πλὴν ἀλλὰ
χρὴ δι᾿ ὅρκου τὸ ἀσφαλὲς ἐκάτερον ἔχειν." ἔνθεν τοι καὶ
πίστει πρὸς ἀλλῄλους δι᾿ ὅρκων ἐποιηςάτην, ὡς ἄρα, εἰ εἰς 
τὸν βαςίλειον θρόνον αὐτὸν ἀγάγῃ θεός, ἐκεῖνον εἰς τὴν τοῦ
δομεστίκου ἀξίαν ἀναγάγῃ, ἣν νῦν αὐτὸς ἐν τῷ τέως κατεῖχεν.
 
 

 
ἐξελθὼν οὖν ἐκεῖθεν ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος καὶ τοῦ Πακου- 
ριανοῦ ἀπαλλαγείς, πρὸς ἕτερον ἄνδρα καὶ αὐτὸν Ἀρειμάνιον
τὸν Οὐμπερτόπουλον ἄπεισι καὶ τούτῳ τὸν ἴδιον
ἀπαγγέλλει σκοπὸν καὶ τὴν αἰτῶν παρίστησι, καθ’ ᾖν διαδρᾶναι
 βουλόμενος εἰς συμμαχίαν καὶ αὐτὸν προσκαλεῖται.
ὁ δ᾿ εὐθὺς κατενενεύκει· “κἀμὲ δ᾿ " ἔφη “ πάντως
ἕξεις εὐψύχως σου κὼ μάλα προκινδυνεύοντα. προσέκειντο
κἒ καὶ τῷ Ἀλεξίῳ μᾶλλον οἱ εἰρημένοι ἄνδρες τα
τε ἄλλα, καὶ διότι ἀνδρείᾳ καὶ συνέσει τῶν ἄλλων διέιοφερε·
 φιλοδωρότατόν τε ὄντα καὶ τὴν χεῖρα, εἴπερ τις ἄλλος,
περὶ τὰς δόσεις εὐκίνητον λίαν ὑπερηγάπων, καίτοι μὴ
πάνυ τι πλούτῳ περιρρεόμενον. οὐ γὰρ ἦν τῶν ἁρπαζόντων 
ἐν πρὸς τὸ πλουτεῖν διακεχηνότων. τὸ γὰρ ἐλευθέριον οὐκ
ἐν πλήθει παροχὴς χρημάτων κρίνεσθαι εἴωθεν, ἀλλὰ γνώμῃ
 ταλαντεύεσθαι πέρυκεν. ἔστι γὰρ τὸν ὀλίγα κεκτημένον
καὶ πρὸς λόγον τῶν ἐνόντων καταβαλόνταλ ἐλευθέριον εἶναι,
τὸν δέ γε πλοῦτον πολὺν ἔχοντα καὶ τῇ γῇ κατορύττοντα ἢ
μὴ κατὰ λόγον τοῦτον τῷ δεομένῳ παρέχοντα ἄλλον Κροῖσον
ἢ χρυσομανῆ Μίδαν, κίμβικά τε καὶ γλίσχρον καὶ ἓνα τῶν
 διαπριόντων τὸ κύμινον εἰπὼν ἄν τις οὐ διαμάρτοι τοῦ δέοντος.
πάσαις τοίνυν ἀρεταῖς κεκοσμημένον τὸν Ἀλέξιον οἱ
ἤδη ῥηθέντες ἄνδρες ἀνέκαθεν καὶ πάλαι γινώσκοντες, τὴν 
 

 
 ἀνάρρησιν αὐτοῦ καἰ ἠγάπων καὶ ἐπηύχοντο. ὁ δὲ Ἀλέξιος
καἰ ἐξ αὐτοῦ αἰτήσας ὅρκον καὶ λαβών, δρομαῖος ἄπεισιν
οἴκαδε καὶ πάντα ἀνακοινοῦται τοῖς οἰκείοις αὐτοῦ. νὺξ δ῾
ἥν ἡ τῆς τυροφάγου κυριακῆς, καθ’ ἣν οὑμὸς πατὴρ ταῦτα
ἐσκέπτετο. τὴν δὲ μετ’ αὐτὺν ὄρθρου βαθέος μετὰ τῶν ἀμφ᾿ 
αὐτὸν ἐξεληλύθει τῆς πόλεως ἔνθεν τοι καὶ τὸ πλᾶθος ἀποδεξάμενον
τῆς ὁρμῆς τὸν Ἀλέξιον καὶ τῆς ἀγχινοίας, ἐξ ἔξ
τῶν πραγμάτων ᾀσμάτιον αὐτῷ ἀνεπλέξαντο, ἐξ ἰδιώτικος
μὲν συγεκέιμενον γλώττης, αὐτὴν δὲ τὴν τοῦ πράγματος ἐπίνοιαν
ἐμμελέστατα ἀνακρουόμενον καὶ παρεμφαῖνον τὴν τε 
προαίσθησιν τῆς κατ’ ἐκείνου ἐπιβουλῆς καὶ τὰ παρ’ αὐτοῦ
μεμηκανημένα. τὸ δὲ ᾀσμάτιον αὐταῖς λέξεσιν εἶχεν οὕτως
“τὸ σάββατον τῆς τυρινῆς, χαρεῖς Ἀλέξιε ἐνόνσές τὸ καὶ
τὴν δευτέραν τὸ πρωὶ εἶπα καλῶς γεράκιν μου.’ εἶχε δὲ
ὧδέ πως ἐννοίας τὸ διαφημιζόμενον ἐκεῖνο ᾀσμάτιον· 
ἄρα κατὰ μὲν τὸ τυρώνυμον σάββατον ὑπέρευγέ σοι τῆς ἀγχιοίας,
κινοίας, Ἀλέξιε! τὴν δὲ μετὰ τὴν κυριακὴν δευτέραν ἠῶ
ραν καθάπερ τις ὑψιπέτης ἱέραξ ἀφίπτασο τῶν ἐπιβουλευόυτων
βαρβάρων.

Ἐπεὶ δὲ ἡ μήτηρ Κομνηνῶν ἡ Δαλασσηνὴ Ἄννα 
γαμβρὸν ἔφθασεν εἰσποιήσασθαι ἐπὶ τῇ θυγατρὶ Μανουὴλ 
 


 
 τοῦ πρωτοτόκου τῶν υἱῶν αὐτῆς τὸν τοῦ Βοτανειάτoυ ἔγγονον, 
vov, πτοηθεῖσα μὴ ὁ παιδαγωγὸς αὐτοῦ γνοὺς τὴν ἐπιβουλὴν
προσαγγείλῃ τῷ βασιλεῖ, βουλὴν ἀρίστην βουλεύεται. καὶ δὴ
προσκυνήσεως χάριν τῶν τοῦ θεοῦ ἁγίων ἐκκλησιῶν ἀθροισθῆναι
 κελεύει πάντας ἑσπέρας. ἦν γὰρ αὐτῆ̣ σύνηθες εἰς
τὰ ἱερὰ τεμένη φοιτᾶν. γίνεται τοῦτο. καὶ δὴ πάντες, ὡς
ἔθος, παρῆσαν, ἐξῆγόν τε τοὺς ἵππους τῶν ἱπποστάθμων,
ἐπιμελῶς στρωννύειν σχηματιζόμενοι τὰς γυναιξὶ πρεπούσας
ἐφεστρίδας. ὁ δέ γε τοῦ Βοτανειάτου ἔγγονος σὺν παιδαγωγῷ
 ὕπνωττον· ἀπομεμέριστο γάρ τι τούτοις οἴκημα ἴδιον.
περὶ πρώτην δὲ φυλακὴν τοὺς πυλεῶνας κλείσαντες οἱ Κομνηνοὶ
μέλλοντες ἤδη ἐξοπλίζεσθαι καὶ τῆς βασιλευούσης πόλεως
ἀφίπτασθαι, τῇ μητρὶ παρέσχον τὰς κλεῖς, ἔκλεισάν τε
ἀψοφητὶ καἰ τὰς θύρας τοῦ δώματος, ἐν ᾧ ὁ ἐπ’ ἐγγόνῃ γαμ- 
 βρὸς αὐτῆς ὁ Βοτανειάτης ἀφύπνωττεν, οὐ μέντοι ἀκριβῶς
κατασφαλισάμενοι ὡς ἐφαρμόσαι ταύτας ἀλλήλαις, ἵνα μὴ 
ψόφος τις γεγονὼς διυπνίσῃ αὐτόν. τούτων οὕτω γινομένων,
τὸ πλεῖστον παρῳχήκει τῆς νυκτός. πρὸ ἀλεκτοροφωνίας οὖν
πρώτης τοὺς πυλεῶνας ἀνοίξατες, τήν τε μητέρα καἰ τὰς
 ἀδελφὰς καὶ τὰς σφῶν γυναῖκας καὶ τὰ παιδία συμπαραλαβόντες
μέχρι τοῦ Κωνσταντινιανοῦ φόρου ὁμοῦ πεζῇ συναπῄεσαν.
κἀκεῖθεν συνταξάμενοι ταύταις, ἐκεῖνοι μὶν πρὸς 
 

 
 τὰ ἐν Βλαχέρναις βασίλεια μάλα ὀξέως ἐξέδραμον· αὗται
δὲ πρὸς τὸν τῆς μεγάλης Σοφίας νεὼν σὺν σπουδῇ ἔθεον. ὁ
 δὲ τοῦ Βοτανειάτου παιδαγωγὸς διυπνισθεὶς καὶ γνοὺς τὸ
γενόμενον, ἐξῄει πρὸς αὐτούς, δᾷδα ταῖν χεροῖν ἔχων, φθάνει
τε κατὰ τάχος αὐτούς, τοῦ τῶν ἁγίων τεσσαράκοντα 
μένους ἐγγὺς μήπω κατειληφότας. θεασαμένη δὲ τοῦτον εὐθὺς
ἡ Δαλασσηνὴ καὶ μήτηρ τῶν ἀριστέων ἐκείνων παίδων φὴ
τί κατεῖπον ἡμῶν τινές, ὡς ἐπυθόμην, τῷ βασιλεῖ. ἄπειμι
γοῦν εἰς τὰς ἁγίας ἐκκλησίας, τῇ αὐτῶν χρωμένη, καθὼς ἁ
δυναίμην, ἐπαρωγῇ· κἀκεῖθεν αὐγαζούσης ἡμέρας ἀπελεύσομαι 
πρὸς τὰ βασίλεια. ἄπιθι τοίνυν αὐτός, ἵν᾿ ὁπηνίκα οἱ
πυλωροὶ ἀνοίξωσι, πέρι τῆς ἡμῶν αὐτοῖς ἀπαγγείλῃς ἐλεύσεως."
ὁ δ’ εὐθὺς πρὸς τὸ κελευσθὲν ἠπείγετο. αἱ δὲ φθάνουσι πρὸς
 τὸ τοῦ ἱεράρχου Νικολάου τέμενος, ὁ προσφύγιον μέχρι τῆς
δεῦρο εἰώθασιν ὀνομάζειν, ἀγχοῦ τῆς μεγάλης ἐκκλησίας καὶ 
πρώην ἐνιδρυμένον πάλαι ἐπὶ σωτηρίᾳ τῶν ἐπ’ ἐγκλήμασιν ἁλισκομένων,
ὡς μέρος τυγχάνον τοῦ μεγάλου τεμένους καὶ ἐπίτηδες,
οἰμαι, κατασκευασθὲν τοῖς ἀρχαίοις, ἵνα πᾶς ὁ ἐπ
ἐγκλήματι ἁλοὺς καὶ φθάσας εἴσω τούτου γενέσθαι, τῆς ἐκ τῶν
νόμων τηνικαῦτα ἐλευθερῶται ποινῆς. οἱ γὰρ πάλαι βασιλεῖς 
τε καὶ Καίσαρες πολλῆς προμηθείας ἠξίουν τὸ ὑπήκοον.
ὁ δέ γε ἐν τῷ τοιούτῳ τεμένει προσμένων ταχέως αὐταῖς οὐ·
ἀπεζύγου τὰς θύρας, ἀλλ’ ἐπυνθάνετο, τινες καὶ ὅθεν εἶεν. 
 

 
 εἶς δέ τις τῶν σὺν αὐταῖς “γυναῖκές" φησιν “ἐξ ἀνατολῶν. 
τὰ δὲ πρὸς χρείαν ἅπαντα δαπανήσασαι, ἐπισπεύδουσι τὴν
προσκύνησιν, οἴκαδε ἐθέλουσαι ἐπανελθεῖν." ὁ δ᾿ εὐθὺς ἀποζυγώσας
ζυγώσας τὰς θύρας παραχωρεῖ αὐταῖς τῆς εἰσόδους. τῇ δ᾿
 ἐπαύριον ἐκκλησιάσας ὁ αὐτοκράτωρ τὴν σύγκλητον, ἐπειδὴ
τὰ κατὰ τοὺς ἄνδρας ἐμεμαθήκει, τὰ εἰκότα πρὸς τούτους
ἐδημηγόρησεν, καταδρομὴν τοῦ δομεστίκου ποιούμενος. ἐκπέμπει
δὲ τηνικαῦτα πρὸς τὰς γυναῖκας τόν τε καλούμενον
Στραβορωμανὸν καί τινα Εὐφημιανὸν τὴν κλῆσιν, μετακαλούμενος
 αὐτὰς εἰς τὰ βασίλεια. ἡ δὲ Δαλασσηνὴ πρὸς
αὐτούς “εἴπατέ" φησι “πρὸς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα· οἱ παῖδες οἱ
ἐμοὶ δοῦλοι εἰσι πιστοὶ τῆς σῆς βασιλείας, καὶ προθύμως
ἔξυπηρετοῦντες αὐτῇ ἐν πὰσιν, οὐκ ἐφείσαντο οὔτε ψυχῶν 
οὔτε σωμάτων, ἀεὶ προκινδυνεύοντες ἐκθύμως ὑπὲρ τοῦ σοῦ
 κράτους. ὁ δὲ κατ’ αὐτῶν φθόνος μὴ φέρων τὴν εἰς αὐτοὺς
εὔνοιάν τε καὶ κηδεμονίαν τῆς σῆς βασιλείας, μέγαν τὸν κίνδυνον
κατ’ ἀυτῶν καθ᾿ ὥραν ἔξήρτυεν· ὡς δὲ καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς
αὐτῶν ἐξορύττειν ἐμελέτησαν, τοῦτο αἰσθόμενοι καὶ μὴ
φέροντες τὸν τοιοῦτον ἄδικον κίνδυνον, οὐχ ὡς ἀποστάται ἔξῆλθον
 τῆς πόλεως, ἀλλ’ ὡς δοῦλοι πιστοί, ἅμα μὲν τὸν ὑπόγυιον
ἀποδιδράσκοντες κίνδυνον, ἅμα δὲ τὰ κατ’ αὐτῶν μελετώμενα
τὸ κράτος σου ἀναδιδάξοντες καὶ τὴν ἀπὸ τῆς σῆς βασιλείας 
 

 
 ἔξαιτησόμενοι βοήθειαν." οἱ δὲ ἐπέκειντο σφόδρα μετακα-
 λούμενοι ταύτην· ἀγανακτήσασα δὲ ἡ γυνή φησι αὐτούς
“παραχωρήσατέ μοι εἰς τὴν τοῦ θεοῦ ἐκκλησίαν εἰσελθεῖν
προσκυνῆσαι. ἄτοπον γάρ ἐστιν εἰς τοὺς πυλεῶνας αὐτῆς
φθάσασαν, μὴ εἰσελθεῖν καὶ μεσίτιδι τῇ παναχράτῳ δεσποίνῃ 
καὶ θεομήτορι χρήσασθαι εἰς τε τὸν θεὸν καὶ τὴν τοῦ
βασιλέως ψυχήν." τὴν εὔλογον οὖν αἴτησιν τῆς γυνὰ
αἰδεσθέντες οἱ πρέσβεις, παραχωροῦσιν αὐτῇ τῆς εἰσόδου. ἡ
δὲ βραδεῖ ποδὶ στείχουσα ὡς οἶον ἀπὸ τῆς λύπης καὶ τοῦ
γήρως κεκμηκυῖα, μᾶλλον δὲ καὶ τὸν κεκμηκότα ὑποκρινομένη, 
περί τε αὐτά που τὰ εἰσόδια τοῦ ἱεροῦ βήματος πελάσασα
καὶ γονυκλισίας δύο ποιησαμένη, περὶ τὴν τρίτην καθεσθεῖσα
χαμαί, ἀπρὶξ τῶν ἁγίων εἴχετο θυρῶν, ἐπιβοω-
 μένη ὡς “εἰ μὴ τὰς χεῖρας ἀποτμηθείην, οὐκ ἂν τοῦ ὶεροῦ
τεμένους ἐξέλθοιμι, εἰ μὴ τὸν τοῦ βασιλέως ὡσπερ ἐχέγγυον 
τῆς σωτηρίας δεξαίμην σταυρόν." ἐκβαλὼν δὲ Στραβορωμανὸς
ὅνπερ ἐπεφέρετο σταυρὸν ἐγκόλπιον ἐδίδου. ἡ δὲ
“οὐκ ἀφ’ ὑμῶν τὴν πληροφορίαν αἰτῶ, ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ τοῦ
βασιλέως ἐπιζητῶ τὴν εἰρημένην βοήθειαν. καὶ οὐδ’ ἁπλῶς
ἐν μικρῷ μεγέθει τὸν διδόμενον ἂν σταυρὸν δεξαίμην, ἀλλ᾿ 
ἀξιόλογον τὸ μέγεθος ἔχοντα." τοῦτο δὲ ἐπεζήτει, ἕνα καταφανὲς
πρὸς ἐκείνην τὸ ὅρκιον γένοιτο· ἐν μικρῷ γὰρ σταυρίῳ
τῆς ὑποσχέσεως γενομένης, τάχα ἂν τοὺς πολλοὺς τὰ 
 

 
 ἐμπεδούμενα διελάνθανον.) “ἐκείνου τοίνυν τὴν κρίσιν καὶ
τὸν ἔλεον ἀνακαλοῦμαι. ἄπιτε, ἀπαγγείλατε αὐτῇ." ἡ δὲ 
ἐπὶ τῷ Ἰσαακίῳ νύμφη αὐτῆς προέφθασε γὰρ εἰς τὸν ναὸν
εἰσλθεῖν ἅμα τῷ τὰς πύλας ἀνεῶχθῆναι διὰ τὸν ὄρθριον ὕμνον)
 τὴν ἐπικαλύπτουσαν ὀθόνην τὸ πρόσωπον περιελοῦσά φησι πρὸς
αὐτούς “αὕτη μέν, εἰ βούλεται, ἀπερχέσθω· ἡμεῖς δὲ πληροφορίας
ἄτερ τοῦ ἱεροῦ οὐκ ἔξερχόμεθα, κἂν θανεῖν ἡμᾶς
πρόκειται." ἰδόντες οὖν τὸ ἐνστατικὸν τῶν γυναικῶν καὶ ὕπως
ἀναισχυντότερον αὐτοῖς ἢ πρότερον προσεφέροντο, καὶ πτοηθέντες
 μὴ θόρυβος γένηται, ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν πάντα τῷ 
βασιλεῖ. ὁ δὲ αὐτοῖς ἀγαθὸς ὤν, ἐπικαμφθεὶς καὶ τῆς γυναικὸς
λέγοις, ἀποστέλλει τὸν ἐπιζητούμενον σταυρὸν πρὸς
αὐτήν, πᾶσαν ἀφροντησίαν αὐτῇ διδούς. καἰ οὕτω τῆς τοῦ
νοῦ ἁγίας ἐκκλησίας ἐξελθοῦσαν περιορισθῆναι παρακελεύει
 υετά τε τῶν θυγατέρων καὶ τῶν νυμφῶν αὐτῆς εἰς τὴν ἀγχοῦ
τῆς Σιδηρᾶς διακειμένην γυναικείαν μονὴν τῶν Πετρίων.
μετάκλητον δὲ ποιεῖται καἰ τὴν συμπενθέραν αὐτῆς τὴν τοῦ
καίασρος Ἰωάννου νύμφην πρωτοβεστιαρία δὲ ἦν αὕτη τὸ
ἄξίωμα) ἀπὸ τοῦ ἐν Βλαχέρναις τεμένους, ὃ ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς
 δεσπότιδος ἡμῶν θεομήτορος ᾠκοδόμητο, καὶ εἰς τὴν ῥηθεῖσαν
μονὴν τῶν Πετρίων καὶ αὐτὴν εἷναι παρακελεύεται. καὶ 
ιροστάττει τούς τε πιθῶνας καὶ σιτῶνας αὐτῶν καὶ πάντα
τὰ ταμεῖα τηρεῖσθαι ἀμειαγωγητα. χαθ· ἑκάστην οὖν 
 

 
 πρωίαν ἄμφω τοῖς φυλάττουσι προσερχόμεναι ἐπυνθάνοντο,
εἴ τι ἀπὸ τῶν παίδων αὐτῶν μεμαθήκεσαν. οἱ δὲ ἁπλοϊκώτερον
αὐταῖς προσφερόμενοι, ἀπήγγελλον ἅπαν τὸ ἀκουσυέν.
ἡ δὲ πρωτοβεστιαρία ἐλευθέρα καὶ χεῖρα καὶ γνώμην
οὐσα, βουλομένη τε τοὺς φυλάσσοντας σφετερίασαθαι 
ἐπέταττεν αὐτοῖς ἀναλαμβάνεσθαι ἀπὸ τῶν βρωσίμαν εἰς
ἰδίαν χρῆσιν ὁπόσα καὶ βούλοιντο• ἐφεῖτο γὰρ αὐτοῖς
ἀπαρεμποδίστως εἰσάγεσθαι τὰ πρὸς χρείαν. ἐντεῦθεν προ-
C θυμότεροι πρὸς τὰς ἀπαγγελίας οἱ φύλακες ἐγεγόνεισαν, κἄκτοτε
ἔκφορα πάντα ποιούντων ἐκείνων, οὐδὲν οὐδὲν αὐτὰς 
λάνθανε.

Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὰς γυναῖκας τοιαῦτα. οἱ δέ γε
Κομνηνοὶ φθάσαντες τὴν περὶ τὸ βραχιόνιον τῶν Βλαχερνῶν
ἱσταμένην πύλην καὶ τὰς κλεῖς κατεάξαντες, ἀδεῶς ἔξεληλύθεισαν
εἰς τοὺς βασιλικοὺς ἱπποστάθμους. καὶ τοὺς μὲν τῶν 
V. 48 ἵππων αὐτοῦ που καταλιμπάνουσι, πρότερον τοὺς ὄπισθεν
πόδας ἀπ᾿ αὐτῶν τῶν μηρῶν τῷ ξίφει ἀποτεμόντες, τοὺς δ᾿
ἀναλαβόμενοι ὅσοι τούτοις ἔδοξαν χρησιμώτεροι, ἐκεῖθεν ταχέως
τὸ ἀγχοῦ που τῆς μεγαλοπόλεως μοναστήριον, ὃ Κοσμίδιον
ἐπωνόμασται, καταλαμβάνουσι. καὶ γὰρ, ἴνα μεταξύ 
πως ἐπιδιηγησαίμην καὶ σαφέστερον ἡμῖν ὁ λόγος προΐῃ, τὴν
εἰρημένην ἄνωθεν πρωτοβεστιαρίας, πρινὴ τὸν βασιλέα ταύτην
μετακαλέσασθαι, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, ἴθι κα- 
 


 
 ταλαβόντες, ταύτῃ τε συνετάττοντο ἐπὶ τῷ ἐξελαύνειν ἐκεῖθεν
καὶ Γεώργιον τὸν Παλαιολόγον ἀνέπειθον μεθ’ ἑαυτῶν συλλαβεῖν
λαβεῖν κω συναπαίρειν αὐτοῖς κατηνάγκαζον. οὔπω γὰρ ἦσαν
ἔκφορα τὰ κατ᾿ αὐτοὺς θέμενοι πρὸς τὸν ἄνδρα δι’ ὑποψίαν
 εὐπρόσωπον. ἦν γὰρ ὁ πατὴρ τοῦ Γεωργίου τουτουὶ· τῷ βυσιλεῖ
εὐνούστατος ἐς τὰ μάλιστα, καὶ τῆς τοιαύτης Βοῦλίς
πρὸς τοῦτον ἀπογύμνωσις οὐκ ἀκίνδυνος. τὰ μὲν οὖν πρῶτα
ὁ Παλαιολόγος πρὸς τούτους οὐκ εἶχεν εὐαγώγως, πολλά τε
ἀντιτεινόμενος καὶ προσονειδίζων τὸ εἰς ἐκεῖνον τούτων βούλημα
 καὶ ὅτι ὕστερον, τοῦτο δὴ τὸ πεπαροιμιασμένον, νοῦν
οἴσαντες καὶ τοῦτον ἀνακαλοῦνται. ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ πρωτοβεστιαρία
ἡ τοῦ Παλαιολόγου πενθερὰ βαρεῖα ἐνέκειτο τούτῳ
συνεξελθεῖν καὶ ἀπειλοῦσα αὐτῷ τὰ δεινότατα, μαλακώτερος
γίνεται. φροντίζει δὲ τὸ ἐντεῦθεν πέρι τῶν γυναικῶν, τῆς 
 τε αὐτοῦ γαμετῆς Ἄννης καὶ Μαρίας τῆς πενθερᾶς αὐτοῦ, τὰ
πρῶτα τοῦ γένους ἐκ τῶν Βουλγάρων ἐχούσης κάλλους δὲ
τοσοῦτον ἐπισυρομένης καὶ εὐαρμοστίας μελῶν κὼ μερῶν, ὥστε
μηδεμίαν φανῆναι κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ τὴν ταίτης ὡραιοτέραν.
οὐκ ἄνευ οὖν φροντίδος ἦσαν τὰ κατ’ αὐτὴν τῷ παλαιοόγῳ
 καὶ Ἀλεξίῳ. ταύτῃ τοι καὶ γνώμης ἔσχον οἱ ἀμφὶ τὸν Ἀλέξιον,
ἐκεῖθεν ἀνελόμενοι ταύτας οἱ μὲν εῖς τι φρούριον
ἀπαγαγεῖν, ὁ δὲ Παλαιολόγος εἰς τὸ έν Βλαχέρναις τέμενος 
 

 
 τῆς θεομήτορος. καἰ κρατεῖ ἡ τοῦ Γεωργίου γνώμη. εὐθὺς
οὖν ἀπελθόντες μετ’ αὐτῶν παρέθεντο ταύτας τῇ πανάγνῳ
μητρὶ τοῦ τὰ πάντα συνέχοντος λόγου. αὐτοὶ δὲ παλινοστήσαντες
ὅθεν ἐξῄεσαν, ἐσκόπουν ὁ τι δὴ καὶ ποιήσαιεν. ὁ δὲ
Παλαιοόγος “ὑμᾶς μέν" φησιν “ἀπέρχεσθαι χρή· ἐγὼ δὲ 
τάχιον ὑμᾶς καταλήψομαι, τὰ προσόντα μοι χρήματα συνεπιφερόμενος."
ἔτυχε γὰρ πᾶσαν τὴν ἐν κινητοῖς αὐτοῦ θεωρουμένην
περιουσίαν ἔχων ἐγκειμένην ἐκεῖσε. μὴ μελήσαντες
γοῦν εὐθὺς τῆς προκειμένης ὁδοιπορίας εἴχοντο· ἐκεῖνος
 δὲ τοῖς τῶν μοναχῶν ὑποζυγίοις ἐπεισάξας τὰ ἑαυτοῦ, ὄπισθεν 
αὐτῶν ἤλαυνε. καὶ φθάσας σὺν τούτοις εἰς Τζουρουλόν,
κώμη δὲ καὶ αὕτη Θρᾳκικὴ διασώζεται,) κἀκεῖσε τυχαίως
τῷ ἐξ ἐπιταγῆς τοῦ δομεστίκου καταλαβόντι στρατεύματι
ἡνώθησαν ἅπαντες. δέον οὖν κρίναντες περὶ τῶν συμπεσόντων
αὐτοῖς δηλῶσαι τῷ Δούκα Ἰωάννη τῷ καίσαρι ἔνα 
ἰδίοις κτήμασι τῶν Μωροβούνδου αὐλιζομένῳ, ἀπεστάλκασι τὸν
τὴν πρᾶξιν ἐκείνων μηνύσοντα. φθάσας δὲ ὁ τὴν ἀγγελίανἐκείνην
κομίζων περὶ δείλην ἑῴαν, ἔξω τῶν οὐδῶν τῆς αὐλίδος
εἱστήκει τὸν Καίσαρα ἀναζητῶν. ἰδὼν δὲ τοῦτον ὁ ἔγγονος
αὐτοῦ Ἰωάννης, νέος ἔτι ὢν καὶ μήπω μειράκιον καὶ διὰ 
τοῦτο ἀδιασπάστως συνὼν τῷ Καίσαρι, δρομαῖος εἴσεισι καὶ 
 

 
 καθεύδοντα τοῦτον διυπνίσας, ἀπαγγέλλει τὸ παρὰ τῶν Κομνηνῶν
γινόμενον. ὁ δ’ εὐθὺς πληγεὶς τῇ ἀκοῇ ῥαπίξει τὸν
υἱὸν κατὰ κόρρης, καὶ μὴ τοιαῦτα ληρεῖν ἐπειπών, ἀπώσατο.
κἀκεῖνος μετὰ μικρὸν πάλιν εἰσελθών, τὴν αὐτὴν αὐτὴν
 ομίζει, προσθέμενος καὶ τὸν ἀπὸ τῶν Κομνηνῶν πρὸς αὐτὸν
ἀποτοξευόμενον λόγον. εἶχε δὲ ὁ λόγος μεταξύ που καί τι
ἀστειότατον, τὴν τοιαύτην πρᾶξιν αὐτοῦ συναινιττόμενον· ὡς
“ἡμεῖς μέν φησιν “ὅψον μὰλα μάλα καλὸν ηὐτρεπίσαμεν καὶ καρυκείας 
ρυκείας οὐκ ἄτερ· σὺ δὲ ἀλλ’ εἰ βούλει τῆς εὐωχίας μεταλαβεῖν,
 τὴν ταχίστην ἥκειν τῆς πανδαισίας μεταληψόμενος.
ἀνακαθίσας οὖν καὶ ἔπι τοῦ δεξιοῦ ἀγκῶνος ἐαυτὸν ἐπερείσας,
εἰσαγαγεῖν τὸν εἰσαγαγεῖν ἐλθόντα κελεύει. τοῦ δὲ πάντα
τὰ κατὰ τοὺς Κομνηνοὺς διηγησαμένου, “φεῦ μοι" ὁ Καῖσαρ
ἑώων, εὐθὺς ἐπιβάλλει τὰς χεῖρας ταῖς ἄψεσιν· ἔπι μικρὸν
 δὲ καὶ τῆς ὑπήνης περιδρα·ξάμενος, οἶον ὲν τοσούτῳ 
λογισμοὺς πολλοὺς ἀνελίττων, εἰς ἳν τοῦτο ἤρεισεν ἐαυτόν,
συνακολουθῆσαι κἀκεῖνον τῷ τούτων θελήματι. εὐθὺς
οὖν μετακαλεσάμενος τοὺς ἱπποκόμους καἰ τοῦ ἵππου ἐπιβάς,
τῆς πρὸς τοὺς Κομνηνοὺς φερούσης ἥψατο. καὶ Βυζαντίῳ
δέ τινι καθ’ ὁδὸν ἐντυχὼν χρυσοῦ βαλάντιον ἱκανὸν ἐπιφερο 
 

 
 μένω καὶ πρὸς τὴν μεγαλόπολιν ἀπιόντι , ἤρετο αὐτόν, τοῦτο
δὴ τὸ Ὁμηρικόν, “τίς τις πόθεν εἰς ἀνδρῶν;·’ καὶ ἐπειδὴ παρ’
αὐτοῦ ἐμάνθανεν, ὅτι τε πολὺν χρυσὸν ἐπιφέρεται ἀπό τινων
εἰσπράξεων καὶ ὅτι πρὸς τὸν κοιτῶνα τοῦτον διακομίζει, βιάζεται
τοῦτον συγκαταλῦσαι αὐτῷ , ὑπισχνούμενος ὡς ἅμα 
 ἡμέρᾳ οὗπερ ἂν βούλοιτο , βαδιεῖται τοῦ δὲ ἐνισταμένου
καὶ βαρέως φέροντος τοῦτο , ὁ Καῖσαρ σφοδρότερον ἐπετίθετο
καὶ ἔπεισε λέγων , ὁποῖος ἐκεῖνος ἐπιτρόχαλος ὲν λόγοις καὶ
δεινὸς ἐν νοήμασι, πειθώ τε ἐν γλώττῃ φέρων , ἧπερ Αἰσχίνης
ἄλλος ἄλλος ἡ Δημοσθένης. συμπαραλαβὼν οὖν τὸν τοιοῦτον, 
καταλύει έν τινι δωματίῳ καὶ παντοίως φλοφρονησάμενος
τραπέζης τε ἀξιώσας διαναπαύσας διαναπαύσας καλῶς παρακατέσκε
τὸν ἄνδρα. κατὰ τὸ περίορθρον δὲ ἤδη, ὅτε καὶ ὁ ἥλιος τὸν
ἀνατολικὸν ὁρίζοντα καταλαμβάνειν ἐπείγεται , ὁ μὲν Βυζάντιος
τιος ἐπιθέμενος τὰς ἐφεστρίδας τοῖς ἵπποις εὐθὺ βυζαντίδος 
 ἐλαύνειν ἡπείγετον τοῦτον δὲ ὁ Καῖσαρ θεασάμενος “ἔα"
φησι “καὶ συμπορεύου μεθ’ ἡμῶν.’’ ὁ δὲ μηθ’ ὅπου πορεύεται
γινώσκων, παντάπασι δὲ καὶ τὴν αἰτίαν δι’ ἣν τῆς
τοιαύτης φιλοφροσύνης ἠξίωται ἀγνοῶν, πάλιν δυσανασχετῶν
ἦν καὶ ὑπόπτως εἶχε πρὸς τὸν Καίσαρα καὶ τὰς φιλοφροσύνας 
τοῦ καίσαρος. ὁ δὲ ἐπέκειτο ἕλκων αὐτόν· ὡς ὁ οὐχ ὑπήκουε,
μεταβαλὼν τραχυτέροις πρὸς τοῦτον ἐκέχρητο ῥήμασιν,
εἰ μὴ τὸ προσταττόμενον ποιήσειε. μὴ ὑπακούοντος δέ, προσ- 
 

 
 τάττει τὰ μὲν προσόντα αὐτῷ ἅπαντα τοῖς ἰδίοις ἑνωθῆναι
ὑποζυγίοις κὼ τὴν προκειμένην πορεύεσθαι, ἐκείνῳ δὲ ἄδειαν
δίδωσιν ὅπη βούλοιτο ἀπιέναι. ὁ δὲ τὴν μὲν εἰς τὰ βασίλεια 
εἴσοδον παντελῶς ἀπαγορεύσας, ἅτε δεδιὼς μὴ καὶ ἔμφρουρος
 γένηται διὰ τὸ κεναῖς χερσὶν τοῖς ἀμφὶ τὸν βασιλικὸν
κοιτῶνα ὀφθῆναι , παλινδρομῆσαι δὲ μὴ θέλων διὰ τὴν τοῖς
πράγμασιν ἐπεισπεσοῦσαν ἀκαταστασίαν καἰ σύγχυσιν ἐκ τῆς
ἀνακυψάσης ἤδη τῶν Κομνηνῶν ἐπιχειρήσεως , καὶ μὴ βουλόμενος
συνείπετο τῷ καίσαρι. γίνεται δέ τι κατὰ συντυχίαν
 τοιοῦτον. ἀπερχόμενος ὁ καῖσαρ περιέτυχε Τούρκοις ἄρτι
διαπερῶσι τὸν Εὐρον καλούμενον ποταμόν. ἀνασειράσας οὖν
τὸν χαλινόν, ἐπυνθάνετο ὅθεν καί ὅποι πορεύονται , ἅμα δὲ
καἰ ὑπισχνεῖτο χρήματά τε πολλὰ δώσειν καἰ παντοίας θεραπείας
ἀξιῶσαι , εἰ πρὸς τὸν Κομνηνὸν σὺν αὐτῷ φοιτήσουσι.
 συντίθενται οὖν τηνικαῦτα . καὶ ὅς ὅρκον ἐκ τῶν
ἡγεμόνων αὐτῶν ἀπαιτεῖ, ἐμπεδῶσαι τὰς συνθήκας διὰ τούτου
βουλόμενος. οἱ δ’ εὐθὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον αὐτοῖς τὸν·
ὅρκον ἐπλήρουν, συμμαχῆσαι τῷ Κομνηνῷ μάλα προθύμως
διαβεβαιούμενοι. ἄπεισι τοίνυν συμπαραλαβὼν καὶ τοὺς Τούρκους
 πρὸς τοὺς Κομνηνούς. οἱ δὲ πόρρω τοῦτον θεασάμενοι
καὶ τὴν καινὴν ἄγραν ὑπεραγασάμενοι καὶ μάλιστα τούτων 
οὑμὸς πατὴρ Ἀλέξιος, οὐκ εἰχον ἡδονῆς ὅ τι καὶ δράσαιεν.
σαιεν. προυπαντήσας δὲ καὶ περιπλακεὶς τὸν καίσαρα κατηδὲ 
 

 
 σπάζετο. τί τὸ ἐντεῦθεν, τῆς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἀπαγούσης
ἥψαντο, τοῦ Καίσαρος τοῦτο ὑποθεμένου καὶ ἐπίσπω
δόντος. ἅπαντες οὖν οἱ κατὰ τὰς κωμοπόλεις αὐτόμολοι προσερχόμενοι
ἐφήμιζον τοῦτον βασιλέα , πλὴν τῶν κατὰ ἡ
Ὀρεστιάδα. ἐκεῖνοι γὰρ ἐγκοτοῦντες πάλαι αὐτῷ διὰ τὴν τοῦ 
Βρυεννίου κατάσχεσιν, τῷ μέρει τοῦ Βοταναειάτου προσέ
 κεῖντο. καταλαβόντες οὖν τὸν Ἀθύραν κἀκεῖσε διαναπαυσάμενοι,
 τὴν μετ’ αὐτὴν ἐκεῖθεν ἀπάραντες, τὰ Σχιζὰ κατέλαβον
κώμη δὲ καὶ τοῦτο Θρᾳκική ,) κεῖθι τὸν χάρακα
πηξάμενοι.

Μετέωροι δὲ ἦσαν ἅπαντες καραδοκοῦντες τὸ μέλλον
καὶ τὸν ἐλπιζόμενον ἀναρρηθῆναι βασιλέα ἐπιποθοῦντες ἰδεῖν.
οἱ πλείους δὲ Ἀλεξίῳ τὸ κράτος ἐπηύχοντο ἀλλ’ οὐδ’ ὢ
περὶ τὸν Ἰσαάκιον ἀναπεπτώκεσαν, ὡς ἐνόν, ἅπαντας μεταχεειριζόμενοι.
στάσις δὲ ἦν ἀσύμβατος κατὰ τὸ φαινόμενον, 
τῶν μὲν τοῦτον , τῶν δ’ ἐκεῖνον οἰακοστρόφον τῆς βασιλικὴ
περιωπῆς ἱμειρομένων γενέσθαι. παρῆσαν δὲ τότε καὶ οἱ ἑ
ἀγχιστείας τῷ Ἀλεξίῳ προσήκοντες, ὁ ἄνωθεν μνημονευθεὶς
καῖσαρ Ἰωάννης ὁ Δούκας, ἀνὴρ καὶ βουλεύσασθαι ἱκανὸς
καὶ καταπράξασθαι περιδέξιος, ὃν κἀγὼ κἀγὼ ὀλίγον φθάσασα 
τεθέαμαι τεθέαμαι, καὶ Μιχαὴλ καὶ Ἰωάννης οἱ τούτου ἔγγονοι , ναὶ
μὴν καὶ ὁ τούτων ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸς Γεώργιος ὁ Παλαιο- 
 


 
 λῷος , συμπαρόντες αὐτοῖς καὶ ἀγωνιῶντες καὶ τὰς ἀπάντων
πρὸς τὸ αὐτοῖς βουλητὸν διαστρέφοντες γνώμας, καἰ πάντα
καλων, ὅ φασι, κινοῦντες καὶ πᾶσαν εὐφυῦς εὐφυῶς τεχναζόμενοι,
ὥστε τὸν Ἀλέξιον ἀναρρηθῆναι τοιγαροῦν καὶ
 τὰς ἁπάντων πρὸς τὸ αὐτοῖς βουλητὸν μετέφερον γνώμας. ἔνθεν
θεν τοι καἰ τοὺς τῷ Ἰσαακίῳ προσανέχοντας κατὰ βραχὺ
ἐλαττοῦσθαι συνέβαινεν. ὅπου γὰρ Ἰωάννης ὁ καῖσαρ ἦν,
οὐδεὶς τῶν ἁπάντων ἀντέχειν ἠδύνατο. ἦν γὰρ ἀπαράμιλλος 
ὦτος κάτα τε φρονήματος ἄγκον καἰ σώματος μέγεθος καὶ
 μορφὴν τυράννῳ προσήκουσαν. τι μὲν οὐκ ἔπραττον οἱ Δοῦκαι;
τί δὲ οὐκ ἔλεγον; τι δὲ οὐχ ὑπισχνοῦντο ἀγαθὸν ἔσεσθαι
σθαι τοῖς τοῖς τε λογάσι καὶ τῷ κοινῷ τοῦ στρατοῦ, εἰ ἐπὶ τὴν
βασίλειον περιωπὴν Ἀλέξιος ἀναβαίνῃ ; φάσκοντες ὡς “μεγίσταις
σταὶς ὑμᾶς δωρεαῖς καἰ τιμαῖς ἀνταμείψεται, ὡς ἐκάστῳ
 προσήκει καὶ οὐχ ὡς ἔτυχε, καθάπερ οἱ ἀμαθεῖς καὶ ἄπειροι
τῶν ἡγεμόνων, διὰ τὸ καὶ στρατοπεδάρχης ὑμῶν χρόνον ἤδη
πολὺν χρηματίσαι καὶ μέγας τῆς ἐσπέρας δομέστικος, καὶ κοινῶν
νῶν ἁλῶν ὑμῖν μετασχεῖν, ὲν λόχοις τε καὶ τοῖς κατὰ συστάδην
πολέμοις γενναίως ὑμῖν συναγωνιζόμενος, μὴ σαρκῶν, μὴ μεολῶν,
 μηδὲ τῆς ψυχῆς αὐτῆς ὑπὲρ τῆς ὑμῶν φειδόμενος σωτηρίας
όρη τε τε καὶ· πεδιάδας μεθ’ ὑμῶν πολλάκις διελθών,
τὰς ἐκ τῶν μόθων κακοπαθείας ἐπιστάμενος. καὶ ἀκριβῶς
ἅπαντας ὁμοῦ καὶ καθ’ ἕνω γινώσκων, Ἀρηΐριλός τε ὤν καἰ 
 

 
 τοὺς γενναίους τῶν στρατιωτῶν ἐξόχως ποθῶν." ἀλλὰ ταῦτα
μὲν οἱ Δοῦκαι· ὁ δέ γε Ἀλέξιος πολλῆς τιμῆς ἠξίου τὸν
Ἰσαάκιον, ἐν πᾶσιν αὐτὸν προτιμώμενος, εἴτε διὰ τὸ φίλτρον
 τῆς ἀδελφότητος ἥ καὶ μᾶλλον , ὅ καὶ λεκτέον, ἐπειδὴ ἡ μὲν
στρατιὰ ξύμπασα πρὸς τοῦτον ξυνέρρει καὶ τὴν αὐτοῦ βασιλείαν 
κατέσπευδε , πρὸς δὲ τὸν Ἰσαάκιον οὐδ’ ὁπωστιοῦν
ἐπεστρέφετο, ἔχων ἐκεῖθεν τὸ κράτος καὶ τὴν ἰσχὺν καὶ κατ
ἐλπίδας αὐτῷ τὸ πρᾶγμα γινόμενον ὁρῶν, παρεμυθεῖτο τὸν
ἀδελφὸν τῇπρὸς πρὸς τὴν βασιλείαν ὑποποιήσει , πρᾶγμα οὐδὲν
ἐκ τούτων πάσχων ἀβούλητον , εἰ αὐτὸς μὲν παρὰ τῆς στρα 
τιᾶς ἁπάσης εἰς τοὺς ὑπερηφάνους ἄξονας ἀναρπάζοιτο, ὁ
δὲ λόγοις ὑποσαίνοι τὸν ἀδελφὸν καὶ πρόσχημα ποιοῖτο τὴν
τοῦ κράτους δῆθεν ἐκχώρησιν. τοῦ καιροῦ γοῦν οὕτω τριβομένου,
 συνείλεκτο τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν περὶ τὴν σκηνήν, μετέωροι
ὄντες καὶ τὴν ἰδίαν ἕκαστος ἐπιθυμίαν εὐχόμενος τε, 
 λεσθῆναι. ἀναστὰς δὲ ὁ Ἰσαάκιος καἰ λαβὼν τὸ φοινικοβαφὲς
πέδιλον ὑποδιδύσκειν τὸν ἀδελφὸν ἐπειρᾶτο· ὡς δὲ ἐκεῖνος
πολλάκις ἀνένευεν, “ἔα" φησίν, “ὁ θεὸς διὰ σοῦ τὸ γένος
ἡμῶν ἀνακαλέσασθαι βούλεται. ἀναμνήσας καὶ ὧν ὁ
φανεὶς ποτε περί που τὰ Καρπιανοῦ λεγόμενα ἐκ τῶν βασιλείων 
σιλείων οἴκαδε ἀπερχομένων ἀμφοτέρων τῶν ἀδελφῶν, πρὸ
αὐτὸν ἀπεφοίβασεν. ἐκεῖσε γὰρ γενομένοις ἀνήρ τις τούτοις 
 

 
 ὑπηντηκώς, εἴτε τῶν κρειττόνων τις ὢν ἥ ἄλλως ἄνθρωπος,
τῶν μελλόντων, ὡς ἀληθῶς εἰπεῖν, διορατικώτατος · ἐδόκει
δ’ οὐν ὶερεὺς τὸ φαινόμενον, ἀπὸ γυμνῆς τῆς κεφαλῆς προσ 
ερχόμενος, πολιὸς τὴν τρίχα, τὸ γένειον λάσιος· ἐπιλαμβάνεται
 τῆς κνὴμης τοῦ Ἀλεξίου καὶ πρὸς ἑαυτὸν πεζὸς ὤν
ἱππότην ἐφελκυσάμενος, πρὸς τὸ οὐς τὸ οὐς τοῦτο δὴ τὸ τῆς Δαυιτικῆς
ἀνεφθέγξατο γύρας “ἔντεεινε καὶ κατευοδοῦ καὶ βασίλευε
ἔνεεκεν ἀληθείας καὶ πρᾳότητος καὶ δικαιοσύνης," καὶ
προσεῖπε τῷ λόγῳ “αὐτόκρατορ Ἀλέξιε." ταῦτα εἰπὼν καὶ
 οἶον προμαντευσάμενος ἀφανὴς ᾤχετο. οὐδὲ γὰρ ἦν τῷ
Ἀλεξίῳ ἁλώσιμος, ἁλώσιμος καίτοι πανταχόσε περιπαπταίνοντι , εἰ που
καὶ τοῦτον θεάσαιτο , καἰ δὴ καἰ ὅλους λύσαντι χαλινοὺς
καὶ τοῦτον μεταδιώκοντι, εἰ που καταλάβοιτο, ἵνα τις τε εἴη
καὶ ὁπόθεν ἀκριβέστερον μάθοι. ἀλλ’ ὅμως ἀφανέστατον ἢν
 τὸ θεαθέν. θεαθέν. δὲ ὑποστρέψαντα ὁ ἀδελφὸς Ἰσαάκιος
πολλά τε περὶ τοῦ φανέντος ἐξεπυνθάνετο καὶ τὸ ἀπόρρητον
ἤξὶου παραγυμνοῦν· ὡς δὲ ἐνέκειτο ἀπαιτῶν ὁ Ἰσαάκιος, ὁ
Ἀλέξιος τὸ ἐντεῦθεν τὰ πρῶτα μὲν ἀναβαλλομένῳ ἐῴκει ,
μετὰ ταῦτα δὲ καὶ τὸ λαληθὲν μυστικῶς πρὸς αὐτὸν ἔξωρχεῖτο. 
 yetTO. αὐτὸς μὲν τοῖς ἔξωθεν λόγοις καὶ πρὸς τὸν ἀδελφὸν
πλάσμα τὸ λεχθὲν ἐπεξηγούμενος καὶ φενάκην εἶναι ἐφθέγγετο,
κατὰ κατὰ νοῦν δὲ ἔλκων τὸν φανέντα ἐκείνῳ ἱεροπρεπῆ ἄν- 
 

 
 δρᾶ εἰς εἰς τὸν τῆς βροντῆς υἱὸν θεόλογον παρείκαζεν. ἐπεὶ
δὲ τὰ τοῦ γέροντος προμαντεύματα καἰ ἅπερ εἶπεν ἐκεῖνος
έν λόγοις λόγοις, ὁ Ἰσαάκιος ἐν τοῖς πράγμασιν ἐθεᾶτο, ἐνίστατό τε
ἀνδρικώτερον αὐτὸν βιαζόμενος καὶ τὸ ἐρυθροβαφὲς ἐνδιδύσκει
ὑπόδημα, καὶ μᾶλλον ὁρῶν τοῦ ὁπλιτικοῦ παντὸς τὴν 
διάπυρον ἐπιθυμίαν πρὸς τὸν Ἀλέξιον. καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἐξῆρκον
 οἱ Δοῦκαι τῆς εὐφημίας , τά τε ἄλλα τὸν ἄνδρα καὶ
οὖτοι ἀποδεχόμενοι καὶ διότι ἡ τούτων προσγενὴς Εἰρήνη
καὶ μήτηρ ἐμὴ κατὰ νόμους συνῆπτο τῷ ἐμῷ πατρί. σύναμα
δὲ τοὺτοις καὶ οἱ ἐκ τοῦ αἵματος συμφυεὶς αὐτῶν ἀναβλαστήσαντες 
τὸ αὐτὸ προθύμως ἐποίουν. τὸ δέ γε λοιπὸν τοῦ
στρατοῦ διαδεξάμενον τὴν εὐφημίαν, σχεδὸν εἰς αὐτὸν τὸν
οὐρανὸν ἀνέπεμπον τὰς φωνάς. καὶ ἦν ἰδεῖν καινόν τι τηνικᾶτα
συμβαῖνον, συμβαῖνον, τοὺς πρότερον διῃρημένους τὰς γνώμας
καὶ θάνατον ἐλέσθαι μᾶλλον ἡ τῆς σφῶν ἐπιθυμίας ἀποτυχεῖν 
χεῖν βουλομένους, ὁμογνώμονας ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ γεγονότας,
καὶ τοσοῦτον, ὡς μηδ’ εἴ ποτε στάσις μεταξὺ τούτων
ὅλως ἦν ἐπιγινώσκεσθαι.

Ἐν ὅσῳ ταῦτα ἐτελεῖτο, φήμη τις περὶ τοῦ ελισσηνῦ
διέτρεχε, φθάσαι τοῦτον μηνύουσα περὶ τὴν Δάμαλιν 
μεθ’ ἱκανῆς στρατιᾶς, εὐφημεῖσθαι τε ὡς βασιλέα ἤδη καὶ
ἁλουργὰ ἠμφιεσμένον· οἱ δὲ τῷ λεγομένῳ πιστεύειν τέως 
 


 
 οὐχ εἶχον. τὰ δὲ κὰτ αὐτοὺς κὰκεῖνος μαθὼν πρέοβεις ταχὺ
πρὸς αὐτοὺς ἐξαπέστειλεν. οἱ καὶ καταλαβόντες ἥδη τὰς
πρὸς αὐτοὺς γραφὰς ἐνεχείριζον, οὑτωσί πως διεξιούσας.
“ ὁ θεός με μέχρι Δαμάλεως μετὰ τῆς ἐπὲ στρατιᾶς
 ἀσινῆ διεσώσατο. μεμάθηκα δὲ καὶ τὰ ὑμῖν ξυμπεσόντα καὶ
ὡς τῆς κακονοίας τῶν δούλων ἐκείνων καὶ τῶν δεινῶν καθ
ὑμῶν ἐπιχειρημάτων θεοῦ προμηθείᾳ ῥυσθέντες, τῆς ἐαυτῶν
πεφροντίκατε σωτηρίας. ἐπεὶ δὲ κἀγὼ τῇ μὲν σχέσει θεοῦ 
ωεύσει ἐξ ἔξ ἀγχιστείας προσῳκείωμαι προσῳκείωμαι, τῇ δὲ γνώμῃ καὶ
 πρὸς ὑμᾶς ἀρρήκτῳ διαθέσει οὐδενὸς τῶν καθ’ αἷμα προσηκόντων
ὑμῖν ἀποδέω, ὡς ὁ τὰ πάντα κρίνων οἶδε θεός
δέον ἡμᾶς κοινῶς σκοπήσαντας περιποιήσασθαι ἑαυτοῖς τὸ 
ἀσφαλές τε καὶ ἀκατάσειστον , ὅπως μὴ παντὶ ἀνέμῳ περιφερώμεθα,
ἀλλὰ καλῶς τὰ τῆς βασιλείας ἰθύνοντες, ἐπ’
ἀσφαλοῦς βαίνωμεν τῆς κρηπῖδος. τοῦτο δὲ πάντως ἡμῖν
ἐσεῖται, εἰ θεοῦ νεύσει τῆς πόλεως πὰρ ἡμῶν ἑαλωκυίας,
ὑμεῖς μὲν τὸ τῆς διεξάγοιτε πράγματα, πράγματα ἐμοὶ δὲ τὰ
τῆς ἑῴας ἀποκληρωθῆναι ἐκχωρήσετε στεφηφοροῦντι καὶ
ἁλουργὰ περιβεβλημένῳ καὶ ἀναγορευομένῳ, ὡς ἔθος τοῖ,
 βασιλεῦσίν ἐστιν σὺν τῷ ἀναρρηθέντι ἐξ ὑμῶν, ὥστε κοινὴν
τὴν ἡμῶν εὐφημίαν γίνεσθαι , κἂν καἄν τόποι τόποι τὰ πρά- 
 

 
 γματα ἡμῖν ἀπομεμέρισται, τήν τε γνώμην μίαν καὶ τὴν
αὐτὴν εἶναι. καὶ οὕτως ἡμῶν ἐχόντων , ἀστασίαστα δι’ ἀμφοῖν
φοῖν διεξάγοιτο ἂν τὰ τῆς βασιλείας." ταῦτα οἱ πρέσβεις
ἀπαγγείλαντες , ἀπόκρισιν μὲν αὐτοτελῆ τηνικαῦτα οὐκ ἐδέξαντο.
τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν μετακαλεσάμενοι τούτους, διὰ πολλῶν 
τὸ ἀδύνατον τῶν παρὰ τοῦ Μελισσηνοῦ μηνυθέντων
ἐδείκνυον· τὰ δέ γε δοκοῦντα τούτοις ἐς νέωτα γνωρίσαι
αὐτοῖς ἐπηγγέλλοντο διὰ Γεωργίου τοῦ καλούμενον Μαγγάνη,
ᾧ καὶ τὴν αὐτῶν θεραπείαν ἀνέθεντο τούτων οὕτω γινομένων,
 οὐδὲ τῆς πολιορκίας κατερρᾳθύμουν παντάπασιν, ἀλλὰ 
δι’ ἀκροβολισμῶν , ὡς ἐνόν, τῶν τειχῶν ἀπεπειρῶντο τῆς
πόλεως. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν μετακαλεσάμενοι τούτους, τὰ αὐτοῖς
εἷπον δοκοῦντα. τὰ δὲ ἦν τιμηθῆναι τὸν Μελισσηνὸν τῷ
τοῦ καίσαρος ἄξιώματι καὶ ταινίαις ἀξιωθῆναι καὶ εὐφημίαις
καὶ τῶν ἄλλων, ὅσα τῷ τοιούτῳ προσήκει ἀξιώματι, δοθῆναι 
δέ οἱ καὶ τὴν Θετταλοῦ μεγίστην πόλιν , ἐν ᾖ καὶ ὁ ἐπ' ὁνόματι
τοῦ μεγάλου μάρτυρος Δημητρίου ναὸς περικαλλὴς ᾠκοδόμηται,
ὅπου καὶ τὸ μύρον ἐκ τῆς ἐκείνου τιμίας σοροῦ
βλύζον ἀεὶ μεγίστας ἰάσεις τοῖς μετὰ πίστεως προσιοῦσι παρέχει.
 οἱ δὲ δυσκεραίνοντες ἔπι τούτοις, ἐπεὶ ἐφ’ οἶς μὴ 
ἔλεγον οὐκ εἰσηκούοντο , ἑώρων δὲ πολλὴν τὴν κατὰ τῆς πόὑμῖν 
 

 
 λεως τούτων παρασκευὴν καὶ παμπληθῆ τὴν ὑπ’ αὐτόν στρατιὰν
οὖσαν καὶ τὸν καιρὸν ἤδη αὐτοῖς ἀποστενούμενον δεδιότες
διότες μὴ τῆς πόλεως ἁλούσης τεθαρρηκότες οἱ Κομνηνοί,
ὢν ἅπερ νῦν ὑπισχνῦνται θελήσωσι περατῶσαι , διὰ χρυσοβούλλου
 σοβούλλου λῴου ταῦτα γίνεσθαι δι’ ἐρυθρῶν βεβαιωθέντος
γραμμάτων ᾐτοῦντο. κατανεύει πρὸς τοῦτο Ἀλέξιος ὁ ἀρτιφανὴς
βασιλεύς. βασιλεύς. καὶ μετακαλεσάμενος εὐθὺς Γεώργιον τὸν
Μαγγάνην, ὅς καὶ ὑπογραφεὺς αὐτῷ ἐχρημάτιζεν, ἀνατίθεται
ται τούτῳ τὴν τοῦ χρυσοβλύλλου γραφήν. ὁ δὲ ἐπὶ τρισὶν 
 ἡμέραις ὑπερετίθετο, ἄλλοτε ἄλλας αἰτίας συνείρων, ποτὲ
μὶν λέγων , ὡς ἄρα κατάκοπος γεγονὼς κατὰ τὴν ἡμέραν
ὅλην , τῆς νυκτὸς μὴ δύνασθαι γραφὴν ξυντελέσας , ἄλλοτε
δ’ ὅτι τὰ γεγραμμένα νυκτὸς σπινθὴρ ἐμπεσὼν ἀπετέφρωσε.
τοιαῦτα καἰ ἀλλ’ ἄττα ὁ Μαγγάης προφασιζόμενος καὶ οἷον
 μαγγανευόμενος ἄλλοτε ἄλλως ὑπερετίθετο. ἀπάραντες δ’
ἐκεῖθεν οἱ Κομνηνοί, καταλαμβάνουσι ταχὺ τὰς λεγομένας
Ἀρετᾶς. τόπος δὲ οὗτος ἀγχοῦ τῆς πόλεως διακείμενος, ὑπερκείμενος
μὲν τῆς πεδιάδος καἰ τοῖς κάτωθεν ἱσταμένοις καὶ
πρὸς τοῦτον ὁρῶσιν εἰς λοφιὰν ἀνατεινόμενος, καὶ τὴν ἐτέραν
 μὲν πλευρὰν πρὸς θάλατταν ἀπονεύων, κατὰ δὲ τὴν ἐτέραν
πρὸς τὸ Βυζάντιον, ταῖς δέ γε λοιπαῖς δυσὶ πρὸς ἄρκτον καὶ 
 

 
 δύσιν, παντὶ ἀνέμῳ καταπνεόμενος, διειδὲς δὲ ὕδωρκαί πότιμον
ἔχων ῥέον ἀεί φυτῶν δὲ καὶ δένδρων παντάπασιν
 ἀμοιρῶν· εἶπες ἂν ὑπό τινων δρυτόμων ἐκπεφαλακρῶσθαι
τὸν λόφον. διὰ γοῦν τὸ τοῦ τόπου ἐπιτερπὲς καὶ εὔκρατον
καὶ Ῥωμανὸς ὁ Διογενὴς ὁ αὐτοκράτωρ ῥᾳστώνης μικρᾶς 
 χάριν οἰκήματα λαμπρὰ καὶ ἀποχρῶντα βασιλεῦσιν ἀνήγειρεν.
ἐκεῖσε ἐκεῖσε τοίνυν γενόμενοι, πέμποντες ἀπεπειρῶντο τοῦ
τείχους, οὐ δι’ ελεπόλεων ἢ μηχανῶν ἢ πετροβόλων τῶν
ὀργάνων, ἐπεὶ μηδ’ ὁ καιρὸς ἐδίδου , ἀλλὰ διὰ πελταστῶν
καὶ ἑκηβόλων καὶ δορυφόρων καὶ καταφράκτων ἀνδρῶν.

Ὁ δέ γε Βοτανειάτης τὴν τῶν Κομνηνῶν τοιαύτην
ἐπιχείρησιν ὁρῶν πολυπληθῆ τε καὶ ἐκ παντοίων συνειλεγμένην
ἀνδρῶν ἀνδρῶν καὶ πρὸς ταῖς πύλαις τῆς πόλεως ἐπειγομένην
 ἤδη ἐγγίσαι, τὸν δέ Μελισσηνὸν Νικηφόρον περὶ τὴν Δάμαλιν
μαλιν φράσαντα οὐχ ἥττω τούτων δύναμιν ἔχοντα καὶ τῆς 
βασιλείας ὡσαύτως ἀντιποιούμενον, μὴ ἔχων ὅ τι καὶ δράσειε,
μηδ’ ἀντιπαλαμᾶσθαι δυνάμενος πρὸς ἄμφω τὰ μέρη,
ὑπὸ τοῦ γήρως ὑπόψυχρος τε ὢν καὶ μᾶλλον περιδεὴς, κἂν
ὲν νεότητι ἀνδρικώτατος ἢν , τοσοῦτον μόνον τότε ανεπνει,
ὁπόσον αὐτὸν ἡ τοῦ τείχους περιβολὴ διεζώννυε, καὶ ἀπενενεύκει 
μᾶλλον μᾶλλον πρὸς τὸ τῆς βασιλείας ἐκστῆναι. ἔνθεν τοι
καὶ ἔκπληξις κατεῖχε καὶ θόρυβος ἅπαντας , καὶ ἁλώσιμα 
 
 ad Β 


 
 πάντα ἐδόκει γενήσεσθαι πάντοθεν. ὡς δὲ δυσχερὴς ἡ τῆς
πόλεως ἅλωσις τοῖς Κομνηνοῖς κατεφαίνετο, (αἱ δὲ
ἐκ διαφόρων ξενικῶν τε καὶ ἐγχωρίων συνελέγοντο· ὅπου δὲ 
πληθὺς διάφορος, ἐκεῖ καὶ τὸ τῆς γνώμης διάφορον κατα-
 φαίνεται,) ὁ τὸ νέον ἐνδεδυκὼς πέδιλον Ἀλέξιος τὸ
δυσάλωτον τῇς πόλεως καὶ τὸ τῶν στρατιωτῶν παλίμβολον
ὑποτοπάζων, εἰς ἑτέραν ἐτράπετο γνώμην, ἴνα θωπείαις τισὶ
καὶ ὑποσχέσεσιν ὑποποιησάμενός τινας τῶν φυλαττόντων τὰ
τείχη καὶ κλέψας αὐτῶν τὴν γνώμην, οὕτως αἱρήσῃ τὴν πό-
 λιν. ταῦτα δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς μελετήσας, εἰς τὴν σκηνὴν
τοῦ καίσαρος ἅμα πρωῒ παραγίνεται, ἀπαγγέλλων τὰ σκοπηθέντα
καὶ ἀξιῶν ἅμα συνέψασθαί οἱ καὶ κατασκοπῆσαι τὰ
τείχη καὶ τὰς ἐπάλξεις ἀναθεωρῆσαι καὶ τοὺς φυλάσσοντας 
ἦσαν γὰρ ἐκ διαφόρων) καὶ διαγνῶναι, ὅπως δυνατόν έστιν
 ἁλῶναι τὴν πόλιν. ὁ δὲ βαρέως τοὐπίταγμα ἔφερεν, ἄτε τὸ
μοναχικὸν οὔπω πρώην περιβεβλημένος ἀμφίον, καὶ σύνεις
ὅτι καταγελῷτο ἂν ὑπὸ τῶν περὶ τὸ τεῖχος ἱσταμένων καὶ
τἀς ἐπάλξεις, εἰκότως τὸν πλησιασμὸν τῶν τειχῶν ἀνε-
δύετο. ὅπερ κω πέπονθεν. ὡς γὰρ βιασθεὶς τῷ Ἀλεξίῳ
 συνηκολούθηκεν, εὐθὺς αὐτὸν ἀπὸ τῶν τειχῶν ἑωρακότες τὸν 
ἀββᾶν μετά τινος προσθήκης ὑβριστικῆς διετώθαζον. ὁ δὲ 
 
 ν 

 
 ἐπισυνάξας τὸ ἐπισκύνιον καἰ ἔνδοθεν ὑβριζόμενος παρ’ οὐδὲν
ἐλογίζετο, πρὸς δὲ τὸν προκείμενον σκοπὸν ὅλον εἶχε τον
νοῦν. εἰώθασι γὰρ οἱ φρόνημα στάσιμον ἔχοντες ἐμμένειν
ἐφ’ οἶς ἂν κρίνωσι, τῶν δ’ ἔξωθεν ἐπισυμβαινόντων καταφρονεῖν.
ἐπυνθάνετο γοῦν, τινες ἂν εἶεν οἱ ἑκασταχοῦ τοὺς 
πύργους φυλάσσοντες. ὡς δὲ ἐνταῦθα μὲν ἐφεστάναι τοὺς
ἀθανάτους λεγομένους ἐμάνθανε, (στράτευμα δὲ τοῦτο
Ῥωμαϊκῆς δυνάμεως ἰδιαίτατον,) ἐκεῖσε δὲ τοὺς ἐκ τῆς θού-
 λης Βαράγγους, (τούτους δὴ λέγω τοὺς πελεκυφόρους
ἀλλαχόσε δὲ τοὺς Νεμίτζους, (ἔθνος δὲ καὶ· 
βαρβαρικὸν καὶ τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων δουλεῦον ἀνέκαθεν ,)
φησὶ πρὸς τὸν Ἀλέξιον παραινῶν, μήτε τοῖς Βαράγγοις ἐμβαλεῖν,
μήτε τοῖς ἀθανάτοις προσεμβαλεῖν. οἱ μὲν γὰρ αὐτόχθονες
ὄντες τῷ βασιλεῖ, πολλὴν τὴν εἰς αὐτὸν ἐξ ἀνάγκης
 ἔχοντες εὔνοιαν, θᾶττον ἂν τὰς ψυχὰς παραδοῖεν ἥ πονηρόν 
τι κατ’ αὐτοῦ μελετῆσαι πεισθήσονται· οἱ δέ γε ἐπὶ τῶν
ὤμων τὰ ξίφη κραδαίνοντες πάτριον παράδοσιν καὶ οἶον παρακαταθήκην
τινὰ καὶ κλῆρον τὴν εἰς τοὺς αὐτοκράτορας πίστιν
καὶ τὴν τῶν σωμάτων αὐτῶν φυλακὴν ἄλλος ἐξ ἄλλου
διαδεχόμενοι, τὴν πρὸς αὐτὸν πίστιν ἀκράδαντον διατηροῦσι 
καὶ οὐδὲ ψιλὸν πάντως ἀνέξονται περὶ προδοσίας λόγον. τῶν
δέ γε Νεμίτζων ἀποπειρώμενος, ἴσως οὐ πόρρω βαλεῖ
ἀλλ᾿ εὐτυχήσει τὴν εἴσοδον ἀπὸ τοῦ ὑπ᾿ αὐτῶν τηρουμένου πύρ- 
 

 
 γου. πείθεται τοίνυν τὸ ἐντεῦθεν Ἀλέξιος τοῖς τοῦ καίσαρος
λόγοις ὥσπερ έν θείας ὀμφῆς τούτους δεξάμενος. διά τινος
ἒν ἀποσταλέντος πὰρ αὐτοῦ τὸν ἡγεμόνα τῶν Μεμίτζων
κάτωθεν ἐπιμελῶς ἀνεζήτει· ὁ δὲ ᾶνωθεν προκύψας, πολλά
 τε εἰπὼν καὶ ἀκούσας, συντίθεται ταχὺ προδοῦναι τὴν πόλιν.
ἧκεν οὖν τὴν ἀγγελίαν ταύτην κομίζων οἱ στρατιώτης
ἀκούσαντες δὲ οἱ ἀμφὶ τὸν Ἀλέξιον τὸ παρ’ ἐλπίδας, περιχαρεῖς
γενόμενοι, μάλα προθύμως ἐπιβαίνειν τοῖς ἵπποις
ἡτοιμάζοντο.

Ἅμα δὲ τούτοις καὶ οἱ τοῦ Μελισσηνοῦ πρέσβεις
σφοδρῶς ἐπέκειντο ἀπαιτοῦντες τὸν ὑπεσχημένον χρυσόβουλλον
λόγον. καὶ ὁ Μαγγάνης εὐθὺς μετεκαλεῖτο κομίσων
αὐτόν. ὁ δὲ τὸν μὲν χρυσόβουλλον λόγον γεγραμμένον ἔχειν
ἔλεγε, τὸ δέ γε χρησιμεῦον σκεῦος εἰς τὰς βασιλικὰς ὑπογραφὰς
 αὐτῆ̣ γραφίδι ἀπολωλεκέναι διισχυρίζετο, κρυψίνους ὢν
ἀνὴρ καὶ δεινὸς τὸ μέλλον ῥᾷστα προϊδεῖν καὶ ἐκ μὲν τοῦ 
παρεληλυθότος θηρᾶσαι τὸ συνοῖσον, τὸ δέ γε ἐνεστὸς άκριβῶς
διαγνῶναι καὶ πρὸς ὅπερ ἂν βούλοιτο εὐφυῶς μετενεγκεῖν,
ἐπισκιάσαι τε πράγματα, εἰ μόνον θελήση. ἀνεβάλλετο
 γαρ γὰρ τὴν τοῦ χρυσοβούλλου γραφὴν ὁ Μαγγάνης,
τὰς ἐπλίδας διδοὺς τῷ Μελισσηνῷ. ἐδεδίει γάρ, μὴ τοῦ
κρυσοβούλλου τάχιον ἢ προσήκει καταπεμφθέντος αὐτῷ, ᾡ 
 


 
 τὴν τοῦ Καίσαρος ἀξίαν τούτῳ κατεχαρίζετο, τόν καίσαρα
μὲν ἀποπέμψαιτο, τῆς δὲ βασιλείας ὅλως ἔξέχοιτο, καθά.
περ καὶ πρὸς τοὺς Κομνηνοὺς διαμεμηνυκὼς ἦν, κίκι σπου-
 δάσειέ τι θρασύτερον. καὶ τοῦτο ἦν ἡ τέχνη καὶ τὸ μαγγάνευμα
τοῦ Μαγγάνη πέρι τὴν ἀναβολὴν τοῦ χρυσοβούλλου 
λόγον τοῦ Καίσαρος. τούτων οὕτω τελουμένων καὶ τοῦ καιροῦ
κατεπείγοντος τὴν πρὸς τὴν πόλιν εἴσοδον, ὑποτοπάξοντες
οἱ πρέσβεις τὸ δρᾶμα, σφοδρότερον ἐνέκειντο, ἔξαιτούμενοι
τὸν χρυσόβουλλον λόγον. οἱ δὲ Κομνηνοί φασι πρὸς
αὐτούς “ἐπεὶ ἐν χερσὶν ἤδη τὴν πόλιν ἔχοντες ἄπιμεν, θεοῦ ᾦ 
ἐπαρήγοντος, ἐφ’ ᾧ κατασχεῖν αὐτήν, ἀπελθόντες ἀπαγγείλατε
ταῦτα τῷ δεσπότη χαἰ κυρίῳ ὑμῶν, καὶ τοῦτ’ ἐπειπόντες,
ὡς “εἴ γε κατ’ ἐλπίδας ἡμῖν ἀπαντήσει τὰ πράγματα,
 σοῦ πρὸς ἡμᾶς παραγενομένου, πάντα κατὰ ῥοῦν ἀκολουθήσειε
καὶ κατὰ τὸ ἡμῖν καἰ σοι Βουλητόν." ἀλλὰ ταῦτα μὲν 
πρὸς τοὺς πρέσβεις. τὸν μέντοι γεώργιον τὸν Παλαιολόγον
πρὸς τὸν ἡγεμόνα Νεμίτζων Γιλπράκτον ἐξέπεμψαν, ἀπόπειραν
ποιήσασθαι τῆς γνώμης Γιλπράκτου καἰ εἰ διαγνοίη
προθυμούμενον δέξασθαι κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν τοὺς Κομνηνούς,
τὸ δοθὲν αὐτῷ σύνθημα ποιῆσαι, ὅπερ αὐτοὶ μὲν θεασάμενοι 
ἐπισπεύσουσι τὴν εἰσέλευσιν, αὐτὸς δὲ εἰς τὸν πύρ- 
 

 
 γον ἀνελθών, θᾶττον αὐτοῖς τὰς πύλας ὑπανοίξει. ὁ δὲ
ἀλα προθύμως τὴν πρὸς τὸν Γιλπράκτον ὑδοιπορίαν ἀνεδέξατο,
πρόθυμος ὢν ἀνὴρ εἰς τὰς πολεμικὰς πράξεις καὶ πό- 
λεων ἐκπορθήσεις, καὶ τοῦτ’ αὐτὸ τειχεσιπλήτης αὐτόχρημα 
 ἶπες ἄν, ὁ πέρι Ἄρεος Ὅμηρος. οἱ δὲ Κομνηνοὶ ὁπλισάμεοι
καὶ τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν ἐμπείρως πάνυ καταστησάμενοι,
ἐραδεῖ ποδὶ στείχοντες, ἱλαδὸν πρὸς τὴν πόλιν ἀπῄεσαν.
ἐσπέρας οὐν πελάσας τῷ τείχει ὁ παλαιολόγος Γεώργιος καὶ
σύνθημα ἀπὸ τοῦ Γιλπράκτου λαβών , ἄνεισιν ἔπι τὸν πύργον
 μετὰ τῶν ἀμφ᾿ αὐτόν. οἱ
μὲν ὀλίγον τι πρὸ τὼν τειχῶν γεγονότες, χάρακά τε βάλλονται
τᾶι στρατοπεδεύουσι λαμπρῶς. καὶ βραχύ τι μέρος τῆς
νυκτὸς ἐπ᾿ αὐτοῦ αὐλισάμενοι, τὸ λοιπὸν αὐτοὶ τὸ μεσαίτατον
εἶχον εἶχον τῆς φάλαγγος ἅμα τοῖς τῶν ἱππέων ἐπιλέκτοις καὶ
 τῇ κρείττονι στρατιᾷ, τότε ψιλὸν διατάξαντες, βάδην τε 
ϊόντες, κατ’ αὐτὸ τὸ περίορθρον πρὸ τῶν τειχῶν ἀθρόον καθίστανται.
καὶ πολέμου σχῆμα διατυπώσαντες, ἐσιδηροφόρουν
ξύμπαντες, ἵνα τοὺς ἐντὸς καταπλήξαιεν. σύνθημα δὲ
ἄνωθεν δόντος αὐτοῖς τοῦ Παλαιολόγου καὶ τὰς πύλας ἀνοίξαντος,
 συμμίγδην εἰσίεσαν, οὐ σὺν εὐταξίᾳ στρατιωτικῇ,
ἀλλ’ ὡς ἔτυχεν ἕκαστος, ἀσπίδας καὶ τόξα καὶ δόρατα φέροντες.
ἡ δὲ ἡμέρα πέμπτη ἦν ἡ μεγάλη, καθ’ ἢν τὸ μυστικὸν
πάσχα θύομεν ἅμα καὶ ἐστιώμεθα, ἐπινεμήσεως τετάρτης 
 
 τειχεσιπλήτης 

 
 ἔτους ςφπθ᾿ μηνὸς Ἀπριλλίου. καὶ οὕτως ἅπαν τὸ
 πεδον ἐκ ξενικῆς τε καἰ ἐγχωρίου δυνάμεως, ἐκ τ’ αὐτοχθόνων
καὶ τῶν παρακειμένων χωρῶν συνεληλυθός, τὴν πόλιν
ἐκ πολλοῦ παντοίοις εὐθηνοῦσαν εἴδεσιν, ἐξ ἠπείρου τε καἰ
θαλάσσης συνεχῶς ἀρδομένην γινώσκοντες, ἐν βραχεῖ χρόνῳ 
διὰ τῆς Χαρσίου πύλης εἰσεληλύθασιν, ἁπανταχοῦ σκεδασθέντες
περί τε τὰς λεωφόρους πέρι τε τὰς τριόδους καὶ ἀμφόδους,
μὴ οἰκιῶν, μὴ ἐκκλησιῶν, μηδὲ αὐτῶν τῶν ἱερῶν ἀδύτων
τὸ παράπαν φειδόμενοι, ἀλλὰ λείαν πολλὴν ἐκεῖθεν ἐπισυνάγοντες,
τοῦ μέντοι ἀποκτείνειν μόνον ἀφιστάμενοι, τὰ δ’ 
ἄελλα πάντα ἰταμῶς πάντη καὶ ἀναισχύντως ποιοῦντες. τὸ δὲ
 δὴ χεῖρον, ὅτι οὐδὲ οἱ αὐτόχθονες τῶν τοιούτων ἀφίσταντο
πράξεων, ἀλλ’ οἷον ἐκλαθόμενοι ἑαυτῶν καὶ τὰ σφῶν ἤθη
ἔπι τὸ χεῖρον ἀμείψαντες, ἀνερυθριάστως καἰ αὐτοὶ, ἅπερ
οἱ βάρβαροι, ἔπραττον.

Ταῦτα δὲ ὁ βασιλεὺς Νικηφόρος ὁρῶν καὶ ὡς τὰ
κατ’ αὐτὸν έν στενῷ κομιδῆ κατήντηκεν, ἀπό τε τῆς δύσεως
πολιορκουμένης τῆς πόλεως, ἀπό τε τῆς ἕω Νικηφόρου
τοῦ Μελισσηνοῦ περὶ τὴν Δάμαλιν ἤδη αὐλιζομένου, μὴ
ἔχων ὅ τι καὶ δράσειε, τῷ Μελισσηνῷ προτεθύμητο τῶν πρωτσίων 
μᾶλλον παραχωρῆσαι. κατασχεθείσης δὲ τῆς πόλεως 
 


 
 ἤδη παρὰ Κομνηνῶν, μετακαλεσάμενός τινα τῶν πιστοτέρων
θεραπόντων αὐτοῦ, παρεκελεύετο διὰ τοῦ στόλου τὸν
Μελισσηνὸν εἰσάγειν εἰς τὰ βασίλεια, ᾡτινι συνείπετο καὶ 
σπαθάριός τις ἀνὴρ μαχιμώτατος. πρὸ δὲ τοῦ φθάσαι εἰς
 ἔργον τὸν λόγον, ἡ μὲν πόλις ἑάλω, ὁ δὲ Παλαιολόγος ἕνα
τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν ἀναλαβόμενος, πεζῇ κάτεισιν ὡς πρὸς θάλασσαν
πορευόμενος περιτυχὼν δέ τινι ἀκατίῳ εἴσεισιν εὐθὺς
καὶ τοῖς ἐρέταις παρεκελεύτεο, ὅπου ὁ στόλος κατὰ τὸ εἰθισμένον
προσώρμιστο, ἀπευθῦναι τὸ σκάφος. ἐγγίξων δὲ ἤδη
 πρὸς τὴν περαίαν, ὁρᾶ τὸν παρὰ τοῦ Βοτανειάτου ἀποσταλέντα
ἐφ᾿ ᾡ τὸν Μελισσηνὸν διαπεραιῶσαι, τὸν στόλον εὐτρε- 
πίζοντα, καὶ τὸν σπαθάριον ἐντὸς μιᾶς τῶν πολεμικῶν νηῶν. 
γνωρίσας οὑν αὐτὸν πόρρωθεν, πάλαι συνήθη τοῦτον ἔχων,
παραπλεύσας καὶ προσειπὼν αὐτῷ τὰ συνήθη, ἐπυνθάνετο
 ὅθεν καὶ ὅπη πορεύεται, καὶ μεθ’ ἑαυτοῦ ἀναλαβέσθαι αὐτὸν
ἤξίου. ὁ δὲ σπαθάριος ξιφήρη τοῦτον ὁρῶν καὶ ἀσπίδα κατέχοντα,
δειλιάσας φησι πρὸς αὐτόν “εἰ μή σε οὕτω καθωπλισμένον
ἰωρῶν, περιχαρῶς ἂν ἐδεξάμην.’’ ὁ δὲ μάλα προθύμως
καὶ τὴν ἀσπίδα καὶ τὸν ἀκινάκην καὶ τὴν κόρυθα
 ἀποθέσθαι κατετίθετο, εἰ μόνον θελήσει τοῦτον ἀναλαβέσθαι.
ὡς δὲ καταθέμενον αὐτὸν τὰ ὅπλα ὁ σπαθάριος ἐθεάσατο,
παρεκεχωρήκει τηνικαῦτα αὐτῷ τῆς εἰς τὸ ἔδιον πλοῖον εἰσελεύσεως,
καὶ περιπλακεὶς κατησπάζετο μάλα περιχαρῶς. ὁ 
 

 
 δὲ Παλαιολόγος, ὀβριμοεργὸς ὢν ἀνήρ, οὐδὲ πρὸς βραχὺ
περιμείνας, ἔργου ἥπτετο. νᾶι ὡς πρὸς τὴν πρώων ἄλλο
μένος τοὺς ἐρέτας ἐπυνθάνετο “τί" λέγων “ποιεῖτε καὶ ὅπῃ
πορεύεσθε κατὰ τῆς σφῶν κεφαλῆς κακὰ μέγιστα ἐπενεγκεῖν
πραγματευόμενοι; ἡ πόλις, ὡς ὁρᾶτε, ἑάλω. ὅ ποτε μέγα 
δομέστικος νῦν βασιλεὺς ἀνηγόρευται· καὶ τοὺς ὁπλοφόρους
ὁρᾶτε καὶ τῆς εὐφημίας ἀκούετε· καὶ οὐκέτι χώραν ἕτερος
ἐν τοῖς βασιλείοις ἕξει. καλὸς μὲν οὖν ὁ Βοτανειάτης, ἀλλὰ
λαὶ οἱ Κομνηνοὶ πολλῷ κρείττονες. πολλὴ ἡ τοῦ Βοταντειάτου
στρατιά, ἀλλὰ πολλαπλάσιος ἡ ἡμετέρα. οὐ χρὴ τοιγαροῦν 
τὴν σφῶν αὐτῶν ζωήν, τάς τε γυναῖκας καὶ τοὺς
 παῖδας προδοῦναι, ἀλλὰ δὴ τὴν πόλιν περιαθρήσαντας καὶ
τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν ἐντὸς αὐτῆς θεασαμένους, τάς τε σημαίας
καἰ τὴν εὐφημίαν λαμπρὰν γινομένην ἀκούοντας τόν τέ ποτε
μέγαν δομέστικον νῦν βασιλέα τοῖς βασιλείοις πελάζοντα 
καἰ τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν ἤδη περιζωννύμενον, πρύμναν
τε κρούσασθαι καὶ ἑτεραλκέα τὴν νίκην ποιησαμένους αὐτῶ
προσελθεῖν." οἱ δὲ τηνικαῦτα τοῖς τούτου λόγοις ὑπείξαντες,
πάντες τῆς αὐτοῦ γνώμης γεγόνασιν. τοῦ δὲ σπαθαρίου δυσχεραίνοντος,
ἠπείλησεν ὁ ξιφηφόρος οὑτος Γεώργιος ὁ Παλαιολόγος 
αὐτοῦ που ἔπι τοῦ καταστρώματος τῆς νεὼς δε- 
 

 
 σμήσας καταβαλεῖν ἥ κατὰ τοῦ βυθοῦ ῥίψαι. εὐθὺς οὐν 
τῆς εὐφημίας ὁ Παλαιολόγος ἐξῆρχε, καὶ σὺν αὐτῷ οἱ ἐπέται.
τὸν δὲ σπαθάριον καὶ μὴ βουλόμενον καὶ δυσχεραίνοντα
κατὰ τοῦ καταστρώματος δεσμώτην κατέθηκεν. παραπλεύσας
 δὲ μικρόν, ἀναλαμβάνεται τόν τε ἀκινάκην καἰ ἦν
ἀσπίδα, καὶ οὕτω προσορμίζει, ὅπου ὁ στόλος, καὶ πάνδημον
ἐποιεῖτο ἤδη τὴν εὐφημίαν. ἐντυχὼν δὲ καὶ τῷ ἀποσταλέντι
Ναρὰ τοῦ Βοτανειάτου ἐφ’ ὅ τὸν στόλον ἀναλαβέσθαι
καὶ διαπεράσαι τὸν Μελισσηνόν, εὐθὺς κατέσχεν αὐτὸν καἰ
 λῦσαι τὰ πρυμνήσια παρεκελεύετο τοῖς ναυτικοῖς. ἀποπλεύσας
οὖν ἐκεῖθεν συνάμα τῷ στόλῳ καταλαμβάνει τὴν ἀκρόπολιν, 
τὴν εὐφημίαν λαμπρὰν ποιούμενος. κἀκεῖσε τοῖς ἐρέταις
παύσασθαι τῆς εἰρεσίας διεκελεύετο καὶ ἀτρεμοῦντας ἱστάναι
ἐφ’ ᾦ τοὺς ἐκ τῆς ἑῴας πειρωμένους διαπερᾷν ἀπείργειν. μετ’
 ὀλίγον δὲ πλοῖον θεασάμενος πρὸς τὸ μέγα παλάτιον καταῖρον,
τοῖς τοῦ ἰδίου πλοίου ἐρέταις κελεύσας σφοδρὰν τὴν εἰρεσίαν
ποιήσασθαι, φθάνει τοῦτο. καὶ ὡς τὸν ἔδιον ἐν αὐτῷ ἐθεάσατο
πατέρα, ἀναστὰς εὐθὺς τὴν προσήκουσαν γονεῦσι προσκύ- 
νῆσιν αὐτῷ ἀπεδίδου. ὁ δὲ οὐ περιχαρῶς αὐτὸν ἐθεάσατο,
 οὔτε μὴν γλυκερὸν φάος ὠνόμασε, καθάπερ ποτὲ ὁ Ἰθακή- 
 

 
 σιὸς Ὀδυσσεὺς τὸν Τηλέμαχον θεασάμενος. ἐκεῖ γὰρ συμ
πόσιoν καὶ μνηστῆρες καἰ ἅμιλλα καὶ νευρὰ καἰ τόξον, καὶ
ἆθλον τῷ νικήσαντι ἡ σώφρων ἔκειτο Πηνελόπη, καὶ ὁ Τηλέμαχος
οὐκ ἐχθρός, ἀλλ᾿ ὡς υἱὸς πατρὶ ἐπαρήγων εἰσῄει
ἐνταῦθα δὲ μάχη καὶ πόλεμος, καὶ ἀντικαθιστάμενοι πρὸς 
ἀλλήλους κατὰ γνώμην ἦσαν ἄμφω. καἰ ἡ θατέρου ἅτερον
οὐκ ἐλάνθανε σχέσις, κἀν εἰς ἔργον οὔπω τὰ τῆς γνώμης
ἀπέβαινεν. ἔνθεν τοι καὶ μωρὸν καλέσας αὐτόν, ἐπυνθάνετο
λέγων “τί ὧδε ποιήσων ἥκεις; ὁ δέ φησιν “ἐπεὶ σὺ ὁ ἐμοῦ
πυνθανόμενος εἶ, οὐδέν. καὶ ὃς πρὸς αὐτόν “ἀνέχου μι 
κρόν, καὶ εἰ μου ὁ βασιλεὺς ὑπακούσει, γνώση μετ’ οὐ πο-
 λύ." φθάσας οὖν ὁ ῥηθεὶς Νικηφόρος ὁ Παλαιολόγος εἰς
τὰ ἀνάκτορα, ἐπεὶ ἐσκεδασμένους ἑώρα τοὺς ξύμπαντας καὶ
περὶ τὴν συλλογὴν τῶν χρημάτων ἠσχολημένους, εὐκαταγωνίστους
αὐτοὺς οἰόμενος, ᾐτεῖτο τὸν Βοτανειάτην δοθῆναί οἱ 
τοὺς ἀπὸ τῆς Θούλης νήσου Βαράγγους, ὥστε δι’ αὐτῶν ἔξω
θῆσαι τῆς πόλεως τοὺς Κομνηνούς. ὁ δέ γε Βοτανειάτης,
ἅπαξ τὰ περὶ αὐτὸν ἀπεγνωκώς, ἐσχηματίζετο μὴ θέλειν
ἐμφύλιον γενέσθαι πόλεμον. ἀλλ’ “εἴ γε πείθῃ μοι, Νικηφόρε,"
φησιν “ἐπεὶ εἴσω τῆς πόλεως γεγόνασιν οἱ Κομανοί, ἄπελθε
πρὸς αὐτοὺς πρεσβεύων τὰ πρὸς εἰρήνην." ὁ δὲ δυσνασχετῶν,
ὅμως ἀπῄει.

῾Ως δὲ εἰσελθόντες οἱ Κομνηνοὶ τεθαρρηκότες ἤδη 
ἐκαρτέρουν περὶ τὸ πέδιον τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου
τοῦ καλουμένου τοῦ Συκεώτου, βουλευόμενοι εἰ χρὴ
πρότερον ἀπελθεῖν εἰς τὰς σφῶν μητέρας καὶ τὴν συνήθη
 προσκύνησιν κατὰ τὸ εἰθισμένον αὐταῖς ἀπονεῖμαι, εἶθ’ οὕτω
πρὸς τὰ βασίλεια χωρῆσαι, μαθὼν ὁ καῖσαρ ἀποστείλας τινὰ
τῶν αὐτοῦ θεραπόντων ἠπειλήσατο, τῆς βραδυτῆτος τούτους
πολλὰ καταμεμψάμενος. εὐθὺς οὐν ἀμφὶ τὸν οἶκον
τοῦ Ἰβηρίτζη γενομένων, καταλαμβάνει Νικηφόρος ὁ Παλαιολόγος
 λέγων “ὁ βασιλεὺς ὑμῖν τάδε μηνύει· γέρων μὲν 
ἐγὼ ἤδη καὶ μόνος, μήθ᾿ υἱὸν κεκετημένος, μήτ᾿ ἀδελφόν,
μήτε τινὰ τῶν γνησίων, καὶ εἰ βούλει, πρὸς τὸν ἀρτιφανῆ
βασιλέα τὸν ᾿Αλέξιον ἀποτείνων τὸν λόγον,) σὺ γενοῦ μοι θετὸς
υἱός. κἀυὼ οὐκ ἀφελοῦμαί τι ὡν ἑκάστῶ τῶν συστρατεθομένων
 σοι πεφιλοτίμησαι, οἶδέ τινός σοι ἐξουσίας
βασιλικῆς, ἀλλὰ μόνον ἔσομαι ψιλοῦ τοῦ τῆς βασιλείας
μετέχων ὀνόματος καὶ τῆς εὐφημίας καὶ τῶν ἐρυθρῶν πεδίλων,
ἔτι δὲ καὶ καὶ τοῦ διαναπαύεσθαι εἰς τὰ ἀνάκτορα. σοι δὲ
ἡ τῶν τῆς βασιλείας πραγμάτων μελήσει πάντως διοίκη- 
 σις." πρὸς ταῦτα οἱ Κομνηνοὶ ῥήματά τινα συγκαταθέσεως
ἐμφαντικὰ ἐνέφαινον· ἅπερ ἐνωτισθεὶς ὁ Καῖσαρ, φθάνει τάχος
πρὸς αὐτούς, ἐπαπειλούμενος καὶ πρὸς τὰ βασίλεια κα- 
 


 
 τεπείγων. ὡς δὲ δεξιόθεν τῆς αὐλίδος εἰσῄει, ἐξελθόντες οἱ
Κομνηνοὶ συναντῶσι πεζεύοντι αὐτῷ · ὁ δὲ πολλὰ τούτους
ἐμέμφετο. ἀτενίσας δὲ ἐν τῷ εἰσιέναι καὶ τὸν Παλαιολόγον
Νικηφόρον ἀπὸ τῆς λαιᾶς αὖθις εἰσερχόμενον, “τί πρὸς
 τὰ ἐνταῦθα ; ’’ φησί “καὶ τί βουλόμενος ἥκεις, συμπένθε- 
 ρε;" ὁ δὲ “τελέσων μέν, ὡς ἔοικεν, οὐδέν, τὰς δὲ αὐτὰς
ταῖς πρώην κομίσων ἥκω παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἀγγελίας.
διενίστατο γὰρ ὁ βασιλεὺς φυλάξαι τὰ ὑπεσχημένα
καὶ ὡς υἱῷ μὲν χρήσασθαι τῷ Ἀλεξίῳ ἐφ’ ᾦ τὴν αὐτοκράτορα
ἀρχὴν αὐτὸν ἀναδήσασθαι καὶ τὰ τῆς βασιλείᾳ κατὰ 
τὸ αὐτῷ διοικεῖν βουλητόν, ἐκεῖνον δὲ μόνον τοῦ τῆς βασιλείας
μετέχειν ὀνόματος καἰ τῶν ἐρυθρῶν πεδίλων καὶ τῷ
καινῆς ἁλουργίδος καὶ τοῦ πέρι τὰ βασίλεια διαναπαύεσθαι,
γέροντά τε ἤδη ὄντα καὶ ῥᾳστώνης δεόμενον.’’ εὐθὺς δὲ
πρὸς αὐτὸν δριμὺ ἐνατενίσας καὶ τὰς ὀφρῦς ἐπισυνάξας, 
αὐτῷ φησιν “ἀπελθὼν ἀπάγγειλον τῷ βασιλεῖ, ὡς ταῦτα
 ἦσαν ἂν συμφορώτερα πρὸ τοῦ τὴν πόλιν ἁλῶναι· τὸ δ᾿
ἐντεῦθεν χώραν οὐκ ἔχει οὔλως τὰ τῆς πρεσβείας. γέρων δὲ
ἤδη ὢν ὑπεξίστασο τοῦ θρόνου καὶ τῆς σαυτοῦ φρόντισον
σωτηρίας." ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὁ καῖσαρ. ὁ δέ γε Βορῖλος
τούτων μεμαθηκὼς εἰσέλευσιν καὶ ὡς ὁ ὑπ’ αὐτοὺς στρατὸς
ἁπανταχοῦ σκεδασθεὶς περὶ τὴν λείαν ἐνασχολεῖται κω τῆς 
 

 
 ὦν λαφύρων συλλογῆς ὅλος ·γεγένηται, (οὗτοι δὲ μετὰ
ἐξ αἵματος καἰ ἔξ ἀγχιστείας προσηκόντων αὐτοῖς καὶ μετρίων
ὀθνείων κατελείφθησαν,) ἀντικαταστῆναι διέγνω τούτοις,
λίαν εὐχειρώτοις οὖσι διὰ τὸν τοῦ στρατοῦ σκεδασμόν.
 τοίνυν καὶ συναγαγὼν τοὺς ἐπὶ τῶν ὤμων τὰ ξίφη κραδαίνοντας
ἅπαντας καὶ ὁπόσοι ἐκ τοῦ Χώματος ὥρμηντο, ἀπὸ 
τοῦ Κωνσταντίνου φοροῦ μέχρι καὶ τοῦ λεγομένου Μιλίου καὶ
ἄνωθεν μετ’ εὐταξίας ὅτι πολλῆς στοιχηδὸν αὐτοὺς συνέταξεν·
ὢ δὲ συνησπικότες ἵσταντο πρὸς μάχην παρεσκευασμένοι
 καὶ ἀτρεμοῦντες τέως. ἐπεὶ δὲ ὁ τηνικαῦτα πατριάρχης
χρηματίζων ἱεροπρεπὴς τῷ ὄντι ἀκτήμων καἰ πᾶν εἶδος ἀσκήσεως,
ᾗπερ οἱ ἐν ἐρημίαις καἰ ὄρεσιν ἐνδιαιτώμενοι τῶν πάλαι
πατέρων, διεληλυθώς, κατηξίωτο προορατικοῦ καὶ θείου
χαρίσματος, πολλά τε πολλάκις προειπὼν καὶ μηδέποτε διαψευσάμενος
 καὶ κανὼν καὶ τύπος ἀρετῆς τοῖς μετ᾿ αὐτὸν χρηματίσας,
οὐδὲ τὰ τῷ Βοτανειάτῃ συμπεσόντα παντάπασιν 
ἀγνοήσας ἐφαίνετο. ἀλλ’ εἴτε ἐκ θείας ἐπιπνοίας, εἴτε καὶ
τοῦ καίσαρος ὑποθεμένου, (ἐλέγετο γὰρ καὶ τοῦτο ,)
πάλαι φιλίως πρὸς αὐτὸν διακειμένου διὰ τὸ ὕψος τῆς
 αὐτοῦ ἀρετῆς, ξυνεβούλευε τῷ βασιλεῖ ὑπεκστῆναι τοῦ βασιλείου
θρόνου, “μὴ χώρει λέγων “πρὸς ἐμφυλίους πολέ- 
 

 
 μους, μήτ’ ἀντίβαινε θεοῦ προστάξει αἵμασι χριστιανῶν
μὴ θέλε μιανθῆναι τὴν πόλιν, ἀλλ’ εἴξας θεοῦ βουλήσει ὑπέκστηθι
τοῦ μέσου.’’ πείθεται τοῖς τοῦ ἀρχιερέως λόγοις ὁ βασιλεύς.
δεδιὼς δὲ τὸ τοῦ στρατοῦ ἀτάσθαλον, περιζώννυται
καὶ κάτεισιν ὡς πρὸς τὴν τοῦ θεοῦ μεγάλην ἐκκλησίαν ἀπο- 
 νενευκώς. πλήρης δὲ συγχύσεως ὤν, λέληθεν ἠμφιεσμένος
ἔτι τὴν τοῖς βασιλεῦσιυ πρέπουσαν στολήν. ὁ δὲ Βορῖλος
ἐπιστραφεὶς καὶ ἁψάμενος τῶν περὶ τὸν βραχίονα περικεκολλημένων
διὰ μαργάρων πέπλων, παραλύει τηνικαῦτα τῆς ἐσθῆτος,
φάμενος μετὰ τινος μυκτῆρος καὶ σεσηρότος ἤθους, ὡς 
“τοιοῦτο ἡμῖν ἐπ’ ἀληθείας προσήκει νῦν." ὁ δὲ εἰς τὸν μέγαν
τοῦ θεοῦ νεὼν τῆς τοῦ θεοῦ σοφίας εἰσελθών ἐγκαρτερῶν
τέως ἦν ἐν αὐτῷ.

Οἱ δὲ Κομνηνοὶ τὰ βασίλεια καταλαβόντες, παρα- 
χρῆμα τὀν ἐπ᾿ ἀνεψιᾷ γαμβρὸν αὐτῶν Μιχαήλ, ὃς ἐν ὑστέ- 
 


 
 ροις καιροῖς λογοθέτης τῶν σεκρέτων ἐχρημάτισε, πὲμπουσι
πρὸς αὐτὸν. ὁ δὲ ἀπελθὼν μετὰ τοῦ τότε ἐπάρχου, ὁ Ῥα
δηνὸς δὲ οὗτος ἦν,) εἰσαγαγὼν τὸν βασιλέα εἰς ἀκόντιόν τι
μικρόν, ἀπέρχεται μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τὴν τῆς Περιβλέπτου μονὴν
περιώνυμον· εἶτα τὸ μοναδικὸν αὐτῷ ἄμφω προτρέπονται 
ἀμφιάσασθαι σχῆμα. τοῦ δὲ ἐς νέωτα τοῦτο ὑπερτιθεμένου,
οὗτοι δεδιότες, ἔτι ὲν συγχύσει καὶ ἀταξίᾳ τῶν πρα-
 γμάτων ὄντων, μή τι ἀπὸ τοῦ μέρους τῶν δούλων ἐκείνων
καὶ τῶν ἐκ τοῦ Χώματος αὖθις νεωτερισθῇ, κατηπειγμένως
τὴν τῶν τριχῶν ἀποκοπὴν αὐτῷ συνεβούλευον. καὶ πείθεται 
τούτοις καὶ τοῦ ἀγγελικοῦ τηνικαῦτα ἀξιοῦται σχήματος. οἷα
τὰ τῆς τύχης. ὑψοῦ μὲν αἴρει τὸν ἀνθρώπινον βίον, ὅτε
ἐπιμειδιᾷν αὐτῷ θελήσειε, καὶ διάδημα βασιλικὸν αὐτῷ περιτίθησι
καἰ περιπορφύρει τὰ πέδιλα· ἐπὰν δὲ τὰς ὀφρῦς
τούτοις ἐπισυνάξει, ἀντὶ τῆς πορφυρίδος καὶ τῶν στεμμάτων 
τὰ μέλανα ῥάκη καταμφιέννυσιν. ὅπερ δὴ καὶ τῷ βασιλεῖ
Βοτανειάτῃ ξυμβέβηκεν. ἐρωτηθεὶς δὲ πάρα του τῶν συνή-
 θῶν, εἰ εὐφόρως τὴν μεταβολὴν φέρει, φησιν “ἡ τοῦ κρέως
με μόνον ἀποχὴ ἀνιᾷ, τῶν δ’ ἄλλων ὀλίγη μοι ἡ φροντίς."
ἡ μέντοι βασιλὶς Μαρία συνάμα τῷ υἱῷ Κωνσταντίνῳ, ὄιν 
ἐκ τοῦ προβεβασιλευκότος Μιχαὴλ ἔσχε τοῦ Δοόκα, ἔτι τοῖς 
 

 
 βασιλείοις προσέμενε, δεδοικυῖα περὶ ξανρῷ Μενελάῳ κατὰ
τὴν ποίησιν, πρόφασιν ἀδιάβλητον τῆς καρτερίας τὴν συγγένειαν
ἔχονσα, κεν τινες ὑπὸ φθόνου παρακεκινημένοι ἄλλ᾿
ἄττα περὶ αὐτῆς ὑπετόπαζον. προεφθάκει γὰρ τὸν μὲν γαμβρόν,
 τὸν δὲ θέτον υἱὸν εἰσποιήσασθαι. ταῦτα δὲ ἀνέπεισεν 
αὐτὴν οἰκοδομεῖν, οὐκ αἰτία τις κατὰ τὼς πολλοὺς ἐπίψογος,
οὐδὲ τὸ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ἐπαγωγὸν καὶ εὐπρόσιτον, ἀλλὰ
τὸ ἐπ’ ἀλλοτρίας εἶναι, μὴ συγγενῆ, μὴ συνήθη, μηδένα τὸ
παράπαν ὁμόχθονα κεκτημένην. οὐκ ἤθελεν οὑν ἀσυντάκτως
 ἐκεῖεν ἐκστῆναι, δεδοικυῖα μή τι κακὸν συμβαίῃ τῷ παιδί,
ἂν ἐκεῖθεν ἔξέλθῃ πρὸ τοῦ ἐχέγγυον τι ἀσφαλείας λαβεῖν
ὁποῖα ὲν ταῖς μεταπτώσεσι τῶν βασιλέων συμβαίνειν εἴωθεν.
ἦν γὰρ τὸ παιδίον καὶ ἄλλως ὡραῖον καὶ ἔτι νέον, οὔπω τὸν
ἕβδομον χρόνον ὑπερελάσαν, καὶ οὐ νέμεσις, εἰ τοὺς ἐμοὺς
 ἐπαινοίην, ὑπὸ τῆς τῶν πραγμάτων ἀναγκαζομένη φύσεως,) 
ἡδὺ μὲν οὐκ ὲν λόγοις μόνον, ἀλλὰ ναὶ ἐν παντοίαις κινήσεσι
κω περιστροφαῖς παιγνίων ἀπαραμιλλον, ὡς οἱ τότε
παρόντες ὕστερον ἔλεγον, ξανθὸν καὶ λευκὸν ὥσπερ γάλα,
ἐρυθήματος μεστόν ὅπου δέοι, καὶ ὁποῖον τὰ τῶν καλύκων
 ἄρτι ἔξαστράπτοντα ῥόδεα· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ οὐ λευκοί, ἀλλ᾿
ἱέρακος ἐοικότες καὶ λάμποντες ὑπὸ ταῖς ὀφρύσιν ὡσπερ έν
χρυσῇ σφενδόνῃ· κἀντεῦθεν ποικίλαις τέρψεσι τέρπον τοὺς 
 

 
 ὁρῶντας, οὐράνιόν τε καὶ οὐκ ἐπίγειον κάλλος δοκοῦν, κα
τὸ ὅλον, εἶπεν ἄν τις ἰδών, ὁποῖον τὸν Ἔρωτα γράφουσιν.
 αὕτη ἡ ἀληθὴς αἴτια τῆς εἰς τὰ βασίλεια τῆς βασιλίδος ἐγκαρτερίας.
ἐγὼ γὰρ καὶ ἄλλως φύσει τὸ λογοποιεῖν καὶ καινά
τινα ἀναπλάττειν ἀποστρέφομαι, εἰδυῖα σύνηθες τοῦτο 
εἷναι τοῖς πολλοῖς, καὶ μᾶλλον ὁπηνίκα ὑπὸ φθόνου καὶ χαιρεκακίας
ἁλίσκοιντο, καἰ οὐ ταχὺ ταῖς διαβολαῖς συμφέρομαι
τῶν πολλῶν· ἀλλὰ καί ἄλλοθεν τὴν ἐν τοῖς τοιούτοις ἀσφάλειαν
ἔσχον, ἐκ παιδαρίου συνατραφεῖσα τῇ βασιλίδι καί
οὔπω τὸν ὄγδοον ὑπερελάσασα χρόνον. πολὺ δὲ τὸ περὶ ἐΜ 
φίλτρον ἔχουσα, τῶν ἀπορρήτων πάντων κεκοινώνηκε. καὶ
πολλῶν μὲν καὶ ἄλλων περὶ τούτων λεγόντων ἀκήκοα καὶ πρὸς
 ἄλλους διαφερομένων, τῶν μὶν οὕτως, τῶν δὲ οὕτω ἐκλαμβανομένων
τὰ τότε πραχθέντα, ἑκάστου πρὸς τὴν ἰδίαν τῆς
ψυχῆς κατάστασιν καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν εὐνοίας ἡ μίσους εἶχε, 
καὶ οὐ πάντας τῆς αὐτῆς ἑώρων γνώμης· ἠκηκόειν δὲ πολλάκις
καὶ αὐτῆς διηγουμένης, ὁπόσα ξυμβέβηκεν αὐτῇ καὶ
εἰς οἶον φόβον καὶ μᾶλλον περὶ τοῦ παιδὸς ἐπεπτώκει, ὁπηνίκα
ὁ βασιλεὺς Νικηφόρος τὴν βασίλειαν ἀπετίθετο. καὶ
κατά γε ἐμὲ κριτὴν καὶ τοὺς πολλοὺς τῶν ἀρίστων καἰ ἀληθείας 
ἐπιμελουμένων, ὁ τοῦ παιδὸς πόθος αὐτὴν ἐν τοῖς βασιλείοις
πρὸς ὀλίγον τότε κατέσχηκεν. ἀλλὰ τὰ μὲν περὶ τῆς
βασιλίδος Μαρίας τοσαῦτα. ὁ δέ γε τέως τῶν σκήπτρων δρα- 
 

 
 ἀμενος Ἀλέξιος ἂν ἐμὸς πατὴρ εἴσω τῶν βασιλείων γενόμενος, 
τὴν μὲν ἰδίαν σύνευνον πεντεκαιδέκατον ἔτος ἄγουσαν
ὢν ταῖς ἀδελφαῖς καὶ τῇ μητρὶ καἰ καίσαρι τῷ πρὸς πατρὸς
αὐτῆς πάππῳ ἐν τῷ κάτω καταλελοίπει παλατίῳ. οὕτω γὰρ
 ἔφθασε καλεῖσθαι, ἀπὸ τῆς τοῦ τόπου θέσεως τὴν
λαχόν. αὐτὸς δὲ μετὰ τῶν ἀδελφῶν καὶ τῆς μηρὸς
καὶ τῶν ἐξ ἀγχιστείας προσηκόντων αὐτῷ γαμβρῶν εἰς
τὸ ὑπερκείμενον παλάτιον ἄνεισιν, ὃ καὶ Βουκολέων ἐπονομάζεται
ἐξ αἰτίας τοιᾶσδε. καὶ γὰρ ἀγχοῦ τῶν τούτου τειχῶν
 λιμὴν δι’ ἐγχορήγου καὶ μαρμάρων πάλαι τῶν χρόνων ᾠκοδόμητο,
ὅπου ὁ λίθινος λέων ζωγρεῖ τὸν βοῦν. ἔχεται γὰρ 
τοῦ κέρως τοῦ βοός, καὶ ἐξαυχενίσας αὐτόν, ἐμφύεταί πως
τῷ λαιμῷ. ὥ οὗ δὴ καὶ Βουκολέων ὁ τόπος ὅλος ὠνόμασται,
τά τε ἐν ἠπείρῳ οἰκοδομήματα καὶ αὐτὸς δὴ ὁ λιμήν.

Πολλοὶ μὲν οὖν, ὠς ἄνωθεν εἴρηται, τὴν τῆς βασιλίδος
περὶ τὰ βασίλεια καρτερίαν ὑποπτεύοντες, ὑπετονθόρυζον,
ὡς εἰς κῆδος ταύτην ἀγαγέσθαι μέλλει ὁ νῦν τῆς βασιλείας
ἐπιδραξάμενος. οἱ δὲ Δοῦκαι οὐδὲν μέντοι τοιοῦτον
ἐνενόσυν, (οὐ γὰρ συνεφέροντο ταῖς τυχούσαις
 ἀλλὰ τὴν τῆς μητρὸς τῶν Κομνηνῶν ἀπροφάσιστον κατ’ αὐτῶν
μῆνιν ἐκ μακροῦ γινώσκοντες, περιδεεῖς ἦσαν ὑποπτεύοντες
αὐτήν, ὡς κἀγὼ πολλάκις διηγουμένων ἀκήκοα. ἐπεὶ δὲ
καὶ ὁ Παλαιολόγος Γεώργιος μετὰ τοῦ στόλου φθάσας τῆς 
 


 
 εὐφημίας ἐξήρχετο, οἱ περὶ τοὺς Κομνηνοὺς προκύπτοντες ἄνωθεν
κατεσίγαζον, μὴ τὴν Εἰρήνην τῳ Ἀλεξίῳ κἀν τῇ εὐφημίᾳ
συνάψαντας κοινῶς εὐφημεῖν. ὁ δ’ ἐμβριμησάμενος κάτ
αὐτοῖς φησιν ἀοῦ δι’ ὑμᾶς τὸν τοσοῦτον ἀγῶνα ἀνεδησάμην αὐτός,
 ἀλλὰ δι᾿ ἥν φατε Εἰρήνην." ἅμα δὲ καὶ τοῖς ναυτικοῖς παρεκελεύετο 
Εἰρήνην σὺν τῷ Ἀλέξίῳ ἀνευφημεῖν. ταῦτα ταῖς μὲν
ψυχαῖς τῶν Δουκῶν πολὺν ἐνέβαλε θόρυβον, τοῖς δέ γε μωμοσκόποις
λοιδορίας ὕλη κατὰ βασιλίδος Μαρίας ὁ δὲ βασιλεὺς
Ἀλέξιος μηδ’ ἐν νῷ τοιοῦτόν τι βαλλόμενος, καὶ πῶς
γάρ;) ἀλλὰ τὴν τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν παραλαβών, ἀνὴρ 
ἐν πᾶσι δραστήριος τῶν ὅλων εὐθὺς πραγμάτων γίνεται καί,
ὡς ἂν εἴποι τις, ὡς ἀπὸ κέντρου τῶν ἀπάντων κατάρχεται.
 ἀνίσχοντος γὰρ ἡλίου εἰς τὰ βασίλεια εἰσελθών, πρὶν ἥ τὸν
 ἀπὸ τῆς στάσεως κονίσαλον ἀποτινάξασθαι καὶ τὸ σῶμα διαναπαῦσαι,
εὐθὺς τῆς τῶν στρατιωτικῶν ἕλος ἐγεγόνει φροντίδος. 
καὶ τὸν ἀδελφὸν Ἰσαάκιον ὡς πατέρα σεβόμενος, κοινωνὸν
εἶχεν ἐν πᾶσιν, ἅμα καὶ τὴν μητέρα, ἐν ταῖς τῶν κοινῶν
διοικήσεσιν ὑπερείδοντας, κἂν τὸ μεγαλόνουν αὐτῆς κα
δραστήριον οὐ πρὸς μίαν βασιλείας διοίκησιν, ἀλλὰ πολλαῖς
καὶ διαφόροις ἐξήρκει. αὐτὸς δὲ πρὸς τὸ κατεπεῖγον ἀπονενευκὼς 
ἦν, τὸ τῆς ἡμέρας ἐπίλοιπον καὶ τὴν ὅλην νύκτα ἐς 
 

 
 φροντίδα καταναλώσας, τοῦ στρατιωτικοῦ πλήθους σκεδασθέντος
εἰς τὸ Βυζάντιον ἅμα κω ἀτάκτοις Ὁρμαῖς κεχρημένου,
ὅπως μὲν θορύβου ἄτερ αὐτοὺς τῆς ἀτάκτου ἀνακόψῃ 
 μῆς, ἀφροντισίαν δὲ τῷ κοινῷ τοῦ λοιποῦ περιποιήσηται.
ἐδεδίει γὰρ καὶ ἄλλως τὸ ἰταμὸν τῶν στρατιωτῶν, καὶ μᾶλλον
ὅσῳπερ ἐκ διαφόρων συνείλεκτο, μὴ καὶ κατ᾿ αὐτοῦ χεῖρον
διανοήσαιντο. ὁ δὲ καῖσαρ Ἰωάννης ὁ Δούκας βουλόμενος
τάχιον τὴν βασιλίδα ἀποσκευάσασθαι καὶ τῶν βασιλείων
 τελάσαι, ὑποψίας τε πολλοὺς ἀπαλλάξαι ψευδοῦς, ἔνθεν
τὸν πατριάρχην Κοσμᾶν παντοίως ὑπεποιεῖτο, ἀξιῶν τὰ
θ᾿ ὑπὲρ ἀυτῶν φρονεῖν καὶ τοῖς λόγοις τῆς τῶν Κομνηνῶν
μητρὸς μηδαμῶς ὑπείκειν· ἐκεῖθεν δὲ τῇ βασιλίδι Μαρίᾳ 
νουνεχῶς ὑπετίθετο, ἔγγραφόν τι τοῦ αὐτοκράτορος ἔξαιτησανην
 αὐτῆς τε χάριν καὶ τῆς τοῦ παιδὸς ἀσφαλείας, οὕτως
κεῖθεν ὑποχωρεῖν, Πάτροκλον πρόφασιν ταῦτ’ ἐσχηκώς.
φθάσε γὰρ ἀντιλαβέσθαι ταύτης, ὁπηνίκα ὁ βασιλεὺς Μιτὴλ
ὁ Δούκας τῆς βασιλείας ἔξέστη, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ βεασιλευκότι
Νικηφόρῳ τῷ Βοτανειάτῃ συμβουλεύσασθαι συνρθῆναι
 ταύτῃ πρὸς γάμου κοινωνίαν, ὅτι ἐξ ἀλλοδαπῆς
τὶ καὶ συγγενῶν ὄχλος οὐ προσῆν αὐτῇ, 6 δι᾿ ὧν ὁ βασιὐς
ὀχλοῖτο, περί τε τοῦ γένους καὶ τῆς τοῦ σώματος ὥρας 
 

 
 ἀπαγγέλλων πολλὰ καὶ πολλάκις ἐπαινῶν αὐτὴν. καὶ γὰρ
ἦν εὐμήκης μὶν τὴν ἡλικίαν καθάπερ ἡ κυπάριττος, λευκη
δὲ τὸ σῶμα ἄσει χιών, πρόσωπον κύκλον μὶν οὐκ· ἀπαρτίζον,
τὸ δὲ χρῶμα δι᾿ ὅλου ἄνθος ἠρινὸν ἢ ῥόδον ἄντικρυς,
τὰς δὲ τῶν ὀμμάτων αὐγὰς τις ἀνθρώπων ἔξείποι; ὀφρῦς 
ὑπερανεστηκυῖα καὶ πυρσή, βλέμμα χαροπόν. ζωγράφου μὲν
οὖν χεὶρ τὰ χρώματα τῶν ἀνθέων πολλάκις ἐμιμήσατο, ὁπόσα
ὧραι φέρειν εἰώθασι, τὸ δὲ τῆς βασιλίδος κάλλος καὶ ἡ
ἐπιλάμπουσα αὐτῇ χάρις καἰ τὸ τῶν ἠθῶν ἐπαγωγόν τε· καὶ
εὔχαρι ὑπὲρ λόγον καὶ τέχνην ἐφαίνετο· οὐκ Ἀπελλῆς, οὐ 
Φειδίας, οὐδέ τις τῶν ἀγαλματοποιῶν τοιοῦτόν ποτε παρήγαγεν
ἄγαλμα. καὶ ἡ μὶν τῆς Γοργοὺς κεφαλὴ λίθους ἐξ ἀνθρώπων
 τοὺς ὁρῶντας ἐποίει, ὡς λέγεται, τὴν δὲ ἰδὼν ἂν τις
βαδίζουσαν ἢ αἴφνης ὑπαντιάσας ἐκεχήνει τε καί ἐπί ταὐτοῦ
σχήματος, ἐφ’ ᾧ ἔτυχεν ὤν, ἵστατο ἐννεός, ὡς ἀφῃρῆσθαι 
τηνικαῦτα δοκεῖν καὶ· ψυχὴν καὶ διάνοιαν. ἀναλογίαν γὰρ
τοιαύτην μελῶν καὶ μερῶν, τοῦ ὅλου πρὸς τὰ μέρη καὶ τούτων
πρὸς τὸ ὅλον, οὐδεὶς οὐδέπω τοιαύτην έν ἀνθρώπου
σώματι ἐθεάσατο· ἄγαλμα ἔμψυχον καὶ ἀνθρώποις φιλοκάλοις
ἐράσμιον. Ἵμερος γὰρ ἄντικρυς ἦν σωματωθεὶς οἶ
εἰς τόνδε τὸν περίγειον κόσμον. τούτοις οὖν ὁ καῖσαρ συγχρησάμενος
 τότε, τὴν τοῦ βασιλέως καταμαλάττει καὶ χειὡσεὶ 
 

 
 ροῦται ψυχήν, κἂν πολλοὶ αὐτῷ συνεβούλευον τὴν βασιλίδα
ἀγαγέσθαι Εὐδοκίαν, περὶ ἧς ὑπετονθόρυζόν τινες, ὡς τῆς 
βασιλείας καὶ αὖθις ἱμειρομένη, τὸν Βοτανειάτην, ὁπηνίκα
τὴν Δάμαλιν κατέλαβεν ἐπειγόμενος εἰς τὴν βασίλειον ἀναχθῆναι
 περιωπήν, διὰ γραμμάτων ἐσφετερίζετο· οἱ δέ, ὅτι
οὐ χάριν ἑαυτῆς, ἀλλὸ τῆς διηνύκει Ζωῆς τῆς
καὶ τάχα διηνύκει ἂν τὸ σπουδαζόμενον, εἰ μή τις
τῶν θεραπόντων τῆς ὁρμῆς ταύτης ἀνέκοψε, Λέων ἐκτομίας
ὁ Κυδωνειάτης, πολλὰ καὶ καίρια πρὸς αὐτὴν εἰρηκώς, ἃ
 κατὰ μέρος ἀπαγγέλλειν ἡμῖν οὐ θέμις, φύσει τὸ διαβάλλειν 
ἀποστρεφομένοις, τοῖς καὶ τῶν τοιούτων λογοποιοῖς πάντως
καὶ περὶ τούτων μελήσει. ὁ μέντοι καῖσαρ Ἰωάννης παντοίως
αὐτὸν μετελθών, πέρας δέδωκε τῇ βουλῇ πείσας συναφθῆναι
τῇ βασιλίδι Μαρίᾳ, καθὼς ὁ λόγος σαφέστερον φθάσας ἐδήλωσε,
 κἀντεῦθεν παρρησίαν πολλὴν ἐσχήκει πρὸς αὐτήν.
ἐπεὶ δ’ ἔν τισιν ἡμέραις ταῦτ᾿ ἐτελεῖτο, μὴ βουλομένων τῶν
Κομνηνῶν ἀθρόον αὐτὴν ἀπελάσαι τῶν βασιλείων, ἅτε πολλῶν 
αὐτῆς εὐεργετημάτων τυχόντων παρ’ ὅλον τὸν τῆς βασιλείας
αὐτῆς χρόνον, οὐχ ἧττον δὲ καὶ δι᾿ ἢν ἔσχον πρὸς
 αὐτὴν συνήθειαν τῇ προφάσει τῆς ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν
συμπεσούσης συγγενείας, πολλοὶ ἐκ πολλῶν συνείροντο λόγοι
νοημάτων διαφόρων ἐξαγγελτικοί, τῶν μὲν ἄλλως ἐκλαμβαπεριοπὴν 
 

 
 νομένων τὰ πραττόμενα, τῶν δὲ ἑτέρως, ὡς ἕκαστος εὐνοίας
ἢ μίσους εἶχε τὰ πρὸς αὐτήν, τῶν εἰωθότων ἐκ προαιρέσεως
καὶ μὴ ὡς ἔχουσι κρίνειν τὰ πράγματα. καἰ δὴ στέφεται
τέως Ἀλέξιος μόνος παρὰ τῆς δεξιᾶς τοῦ ἀρχιερέως Κοσμᾶ,
καὶ γὰρ τῷ τετάρτῳ ἔτει τῆς βασιλείας Μιχαὴλ τοῦ 
 Δούκα καὶ τοῦ υἱοῦ Κωνσταντίνου αὐτοκράτορος τελευτήσαντος
τοῦ ἱερωτάτου πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ Ξιφιλίνου, μηνὸς
Αὐγούστου δευτέραν ἄγοντος, ἐπινεμήσεως τρισκαιδεκάτης,
χειροτονεῖται τηνικαῦτα οὗτος ὁ ἀνὴρ ἱεροπρεπὴς
πλήρης ἁγιωσύνης. τοὺς Δούκας δὲ τὸ μήπω τὴν βασιλίδα 
τῆς βασιλικῆς ταινίας ἄξιωθῆναι, ἐπὶ πλέον ἔξεδειμάτει· ἐνίσταντο
δὲ ὅμως καὶ τὴν βασιλίδα Εἰρήνην τοῦ στέφους ἀξιωθῆναι.
ἔτυχε δέ τις μοναχὸς Εὐστράτιος τὴν κλῆσιν, Γαριδᾶς
τὴν ἐπωνυμίαν, τἀς οἰκήσεις ἀγχοῦ τῆς τοῦ θεοῦ μεγάλης
ἐκκλησίας ποιούμενος καὶ ἀρετὴν δῆθεν ὑποκρινόμενος· 
 οὑτος θαμὰ πρὸς τὴν μητέρα τῶν Κομνηνῶν πάλαι παραγενόμενος,
περὶ βασιλείας προὔλεγεν. ἡ δὲ καὶ ἄλλως φιλομόναχος
οὖσα, ἀλλὰ καὶ τοῖς τοιούτοις ὑποσαινομένη λόγοις,
τὴν εἰς αὐτὸν πίστιν ὁσημέραι ἐπὶ πλέον αὐξάνουσαν ἐδείκνυ,
κἀντεῦθεν τῷ ἀρχιερατικῷ τῆς μεγαλοπόλεως θρόνῳ ἐγκαθιδρῦσαι 
τοῦτον προτεθύμητο. καἰ τὸ ἁπλοῦν καὶ ἄπραγμον
τοῦ τηνικαῦτα ἀρχιερέως προφασιζομένη, ἔπειθέ τινας λόἐννοίας 
 

 
 γους παραιτήσεως ὲν σχήματι συμβουλῆς πρὸς αὐτὸν ἀνακινεῖν,
ὡς δῆθεν διὰ τὸ αὐτῷ συμφέρον τοῦτο ξυμβουλεύοντας.
ἀλλὰ τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον ἄνδρα ἡ σκῆψις αὕτη οὐ διελάνθανε·
καὶ τέλος τὴν ἰδίαν ἐπομοσάμενος κλῆσιν φησι πρὸς 
 αὐτούς “νὴ τὸν Κοσμᾶν, εἰ μὴ διὰ τῶν ἐμῶν χειρῶν ἡ Εἰρήνη
τοῦ στέφους ἄξιωθῇ, τοῦ ἀρχιερατικοῦ θρόνου οὐκ
ἀποστήσομαι." οἱ δὲ ἐπαναστρέψαντες ἀπαγγέλλουσι τῇ δεσποίνῃ
τὰ μηνυθέντα ἔφθασαν γὰρ ἤδη οὕτω ταύτην καλεῖν
ἅπαντες, τοῦ φιλομήτορος βασιλέως τοῦτο βουλομένου.
 ἑβδομαία τοίνυν μετὰ τὴν τοῦ Ἀλεξίου ἀνάρρησιν καὶ ἡ 
αὐτοῦ ὁμευνέτις Εἰρήνη διὰ τοῦ πατριάρχου Κοσμᾶ ἀξιοῦται
στέφους.

Αἱ μὶν οὖν μορφαὶ τοῖν βασιλέοιν ἀμφοῖν Ἀλεξίῳ
τε καὶ Εἰρήνῃ ἀμήχανοι καἰ εἰς ἅπαν ἀμίμητοι, καὶ οὔτε
 γραφεὺς γράψειεν ἂν πρὸς ἀρχετυπίαν τοῦ κάλλους ὁρῶν,
οὔτε λιθοξόος ἄψυχον οὐσίαν οὕτω ῤυθμήσειε, εἰ τις ἂν 
πρὸς τὰ τῆς φύσεως ἀγάλματα ταῦτα, λέγω δὴ τοὺς ἀρτιτεφεῖς
αὐτοκράτορας, καὶ πρὸς τὰ τοῦ πολυκλείτου ἐκείνου
σπουδάσματα ἀποβλέψειεν. ὁ μὲν γὰρ Ἀλέξιος οὐ πάνυ μὶν
 ἀπὸ ἦς γῆς ἐπῆρτο ἐπὶ πολύ, εἰς εὖρος δὲ συμμέτρως πῶς
ηὐρύνετο. καὶ ἱστάμενος μὲν οὐ τοσοῦτον θάμβος ἐδίδιου 
 
 ο 


 
 τοῖς θεωμένοις, εἰ δὲ ἔπι τοῦ βασιλείου καθίσειεν οὗτος θρόνου
καὶ γοργωπὸν σέλας ἀφήσει τῶν ὀφθαλμῶν, πρηστὴρ
 ἐδόκει καὶ ἄμαχον αὐγὴν ἀποστέλλειν καὶ τοῦ προσώπου καὶ
τῆς ὅλης διοργανώσεως. μέλαινα μὲν γὰρ ἡ ὀφρῦς ἑκατέρωθεν
ἐκυρτοῦτο· τῇ δὲ ὀφθαλμὸς ὑπεκάθητο βλοσυρὸν ἅμα 
καὶ ἥμερον ἐνορῶν, ὡς ἀπό τε τῆς βολίδος τῶν ὀμμάτων καὶ
τῆς στιλπνότητος τοῦ μετώπου καὶ τῶν παρειῶν τῷ σεμνότητος
καὶ τοῦ ἐπιτρέχοντος αὐταῖς ἐρεύθους ὁμοῦ καὶ δεδοικέναι
τε καὶ θαρρεῖν. τῶν τε ὤμων ἡ εὐρύτης καὶ τὼ)
βραχιόνων τὸ στερρὸν καὶ τῶν στέρνων ἡ προβολὴ ἡρωίκὰ 
πάντα καὶ ὅλως εἷς θάμβος καὶ τέρψιν τοῖς πολλοὺς ἐκκαλούμενα.
 τὸ γὰρ αὐτὸ τοῦ ἀνδρὸς καὶ ὥραν εἶχε καὶ χάριν
καὶ βάρος καὶ ὄγκον ἀπρόσιτον. εἰ δὲ καὶ εἰς ὁμιλίαν ἦλθεν
ἐκεῖνος καὶ τὴν γλῶτταν ἐκίνησεν, εἶδες ἂν αὐτόχρημα τὴν
πυρίπνουν ἐπικαθημένην τοῖς χείλεσιν ἐκείνου ῥητορικὴν Δημοσθένους. 
καὶ γὰρ κατακλυσμῷ τῶν ἐπιχειρημάτων πᾶσαν
καὶ ἀκοὴν καὶ ψυχὴν κατεσύρετο, καὶ ἀμύθητος ἦν καὶ ἄμαχος
καἰ τὴν γλῶτταν ὁμοῦ καὶ τὴν χεῖρα, τὴν μὲν πρὸς δόρατος
ἄφεσιν, τὴν δὲ πρὸς ἀκήρατα θέλγητρα. ἡ δέ γε βασιλὶς
 Εἰρήνη καὶ μήτηρ ἐμὴ μεῖραξ τε ἦν τὸ τηνικάδε καὶ οὐδέπω 
τὸν πεντεκαιδέκατον παραδεδραμήκει χρόνον. θυγάτηρ δὲ
ἦν Ἀνδρονίκου τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ τοῦ Καίσαρος, τὸ γένος 
 

 
 περίβλεπτος, εἰς Ἀνδρονίκους ἐκείνους καὶ Κωνσταντίνους
τοὺς Δούκας ἀναφέρουσα τὴν τοῦ γένους σειράν. ἀνίστατο
μὶν γὰρ καθάπερ τι ἔρνος ὅρθιον καὶ ἀειθαλές, συμμέτρως
νᾶι πλατυνομένη καὶ στενουμένη καταλλήλως ἑκασταχοῦ τῶν
 μελῶν καί μερῶν. κὼ ἐπέραστος μὲν ἰδεῖν, ἐπέραστος δὲ
ἀκοῦσαι, κὼ ὄψεώς τε καὶ ἀκοῆς ἀκόρεστον ὡς ὄντως ἄκουσμά
τε καὶ θέαμα. αὐτὸ μὲν γὰρ τὸ πρόσωπον σελήνης μὲν
ἀπέστιλβε φέγγος, οὐ μὴν εἰς κύκλον ἀκριβῆ διαπέπλαστο
κατὰ τὰς Ἀσσυρίας γυναῖκας, οὐδ᾿ ἄλλως ἐξεμηκύνετο κατὰ 
 τὰς Σκυθίδας, ἀλλ’ ὑπεχαλᾶτο μικρόν πως τῆς ἀκριβείας τοῦ
- κύκλου. ἀνεπέπτατο δὲ αὐτῆς ὁ λειμὼν ἀπὸ τῶν παρειῶν,
καὶ τὴν ῥοδωνιὰν κω τοῖς πόρρω προὐβάλλετο. ὄμμα δὲ
χαροπὸν καὶ ξὺν ἡδονὴ φοβερὸν ἐνητένιζεν, ὡς τῶν ὁρώντων
τὰ ὄμματα τῇ μὲν ἡδονῇ καἰ τῷ κάλλει ἕλκειν πρὸς ἑαυτήν,
 τῷ δὲ φόβῳ μύειν καταναγκάζειν, οὐκ ἐχόντων ὅπως ἀποβλέψωνται
ἥ οὔπως ἂν ἀποκρύψωνται. καὶ εἰ μέν τις ἦν 
Ἀθηνᾶ τοῖς πρώην ἐφευρημένη ποιηταῖς τε καὶ συγγραφεῦσιν,
οὐκ οἶδα ἔγωγε · μῦθον δὲ ταύτην ἀκούω περιφερόμενον
κὼ περισυρόμενον· τὴν δὲ βασιλίδα ταύτην Ἀθηνᾶν 
 εἴ τις εἶπεν ἐν τοῖς τότε χρόνοις φανεῖσαν ᾦ ἀνθρωπίνῳ
βίῳ ἢ καταρραγεῖσαν ἐξ οὐρανοῦ μετά τινος οὐρανίας
καὶ· ἀπροσίτου μαρμαρυγῆς, οὐκ ἂν ἐξήμαρτε τοῦ εἰκότος.
καὶ τὸ θαυμασιώτερον, ὅπερ οὐκ ἂν έν ἄλλῃ τῶν γυναικῶν 
 

 
 εὑρεθείη, τοὺς μὲν ἰταμοὺς τῶν ἀνδρῶν συνέστελλε, τοῖς δ’
ὑπὸ φόβου συνεσταλμένοις θαρρεῖν ἐνεδίδου ἐκ μόνης ὄψεως.
τὰ δὲ χείλη ἐμεμύκει μὲν τὰ πολλὰ καὶ ἐδείκνυ σιγῶσαι,
 ἔμπνουν ὡς ἀληθῶς ἄγαλμα καλλονῆς καἰ στήλην ἔμψυχον
εὐρυθμίας. ἡνιόχει δὲ τὰ πολλὰ ἡ χεὶρ τῷ λόγῳ σὺν εὐρυθμίᾳ, 
μέχρι τοῦ καρποῦ παραδεικνῦσα τὸ μετακάρπιον, καὶ
εἶπες ἂν ἐλέφαντα ἐκτετορεῦσθαι παρὰ τεχνίτου τινὸς εἰς
δακτύλων καὶ χειρῶν διάθεσιν. ἡ. μέντοι ἶρις τῶν ὀφθαλμῶν
θάλατταν ἐμιμεῖτο γαληνιῶσαν, ἐν βαθυκύμονι διαθέσει
τὸ κυανοῦν ἐξαυγάζουσα· ἀντέστιλβε δὲ καἰ τὸ λευκὸν τῶν 
ὀμμάτων κύκλῳ τῆς ἴριδος, καὶ χάριν ἀπέλαμπον ἄμαχον
καὶ ἡδονὴν ἄφατον ἐνεδίδουν ταῖς ὄψεσι. τοιοῦτοι μὲν τὴν
ἰδέαν Εἰρήνη καὶ Ἀλέξιος. ὁ μέντοι θεῖος ἐμὸς Ἰσαάκιος
 τὴν μὶν ἡλικίαν ἐῴκει τἀδελφῷ, οἶδέ τὰ ἄλλα πολὺ ἀπεῴκει.
ὕπωχρος μὲν οὖν ἦν αὐτὸς τὴν ὄψιν, κω τὴν ὑπήνην. 
οὐ πάνυ δασύς, ἀλλὰ καἰ περὶ τὰς γνάθους ψιλωτέραν εἶχε
τῆς τἀδελφοῦ. ἄμφω δὲ τἀδελφὼ κυνηγεσίοις μὲν πολλάκις
ἀπένευον, ὁπηνίκα οὐ πολλή τις ἐπέρρει τούτοις πραγμάτων
φροντὶς, πολεμικοῖς δὲ μᾶλλον ἢ κυνηγετικοῖς ἔχαιρον πράγμασιν.
ἐν δὲ ταῖς ἐμβολαῖς τῶν πολέμων, οὐδ’ ὁπηνίκα 
τῶν ταγμάτων αὐτὸς κατῆρχε, προέτρεχέ τις αὐτοῦ, ἀλλ’
ἅμα τε τὴν παράταξιν ἑωράκει τῶν πολεμίων ἐκεῖνος καὶ
πάντων καταφρονήσας τῶν ἄλλων, ἐς μέσους ἐνέπιπτε καθά- 
 

 
 ερ τις κεραυνός ὄξέως διακόπτων τἀς φάλαγγας. κὰκ τούτου 
ἑάλω καὶ ἅπαξ καὶ δὶς κατὰ τὴν Ἀσίαν συμμίξας Ἀγαρηνοῖς.
καὶ τοῦτο μόνον εἶχε ψόγου ἄξιον έν τοῖς πολέμοις
ὑμὸς θεῖος, ὅτι πρὸς συμβολὰς ἀκατάσχετος ἦν.

Ἐπεὶ δὲ τὸν Μελισσηνὸν Νικηφόρον τῆς τοῦ καίσαρος
κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν ἔδε. ἀξίας μετειληχέναι , καὶ τὸν
Ισαάκιον δέ, πρῶτον τῶν ἀδελφῶν κατὰ χρόνον ὄντα, μείζονι
ἐχρῆν τιμηθῆναι ἄξιώματι, (ἕτερον δὲ ἀξίωμα πλὴν τοῦ καίσαρος
οὐκ ἠν,) νέον ὀνοματοποιήσας ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος ἀπό τε τοῦ
 σεβαστοῦ καὶ τοῦ αὐτοκράτορος σύνθετον ὄνομα τὸ τοῦ σεβαστοκράτορος
τἀδελφῷ ἐφηρμόσατο, οἱονεί δεύτερον βασιλέα πεποιηκώς, 
τὸν καίσαρα τοῦτον ὑποβιβάσας καὶ τρίτον ἐν ταῖς
εὐφημίαις ἀριθμησάμενος μετὰ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος εὐφημίαν.
οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ στέμμασιν ἐν ταῖς πανδήμοις ἡμέραις
 αὐτοὺς στεφανοῦσθαι προσέταττε τόν τε σεβαστοκράτορα
καὶ τὸν Καίσαρα, κατὰ πολὺ διαφέρουσι τῇ πολυτελείᾳ τοῦ
διαδήματος, ᾧ αὐτὸς ἐστεφάνωτο. τὸ μὶν γὰρ βασιλικὸν
διάδημα καθάπερ ἡμισφαίριον εὔγυρον τὴν κεφαλὴν διαδεῖ 
πανταχόθεν μαργάροις καὶ λίθοις κοσμούμενον , τοῖς μὲν ἐγκειμένοις,
 τοῖς δὲ καὶ ἐξηρτημένοις· ἑκατέρωθεν γὰρ τῶν C
κροτάφων ὁρμαθοί τινες ἀπαιωροῦνται διὰ μαργάρων καὶ
λίθων καὶ τὰς παρειὰς ἐπιξέουσι. καί ἐστι τοῦτο ἐξυρημένον 
 


 
 τι χρῆμα τοῖς βασιλεῦσι στολῆς · οἱ δὲ τῶν σεβαστοκρατόρων
καὶ τῶν Καισάρων στέφανοι σποράδην ἔστιν ὅπου τῶν
μαργάρων καἰ λίθων μετέχοντες ἄνευ τοῦ ἐπισφαιρώματος.
κατ’ ἐκεῖνο δὲ καιροῦ τετίμηται καὶ ὁ Ταρωνείτης καὶ γαμβρὸς
ἐπ’ ἀδελφῇ τοῦ βασιλέως πρωτοσέβαστός τε καὶ πρωτοβεστιάριος, 
μετ’ οὐ πολὺ δὲ καὶ πανυπερσέβαστος ἀναδείκνυται
καὶ σύνθωκος τῷ Καίσαρι γίνεται. πρὸς δὲ καὶ Ἀδριανὸς
 νὸς ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ πρωτοσεβαστὸς ἀξιοῦται
καὶ Νικηφόρος ὁ ὕστατος ἀδελφὸς μέγας τε δρουγγάριος
τοῦ στόλου προὐβέβλητο καὶ εἰς τὴν τῶν σεβαστῶν καὶ 
οὗτος ἀνηνέχθη βαθμίδα. τούτων δὲ τῶν ἄξιωμάτων τὴν
καινοτομίαν ὁ ἐμὸς πατὴρ προσεξεύρατο , τὰ μὲν συνθεὶς,
καθάπερ ἄνωθεν εἴρηται, τοῖς δὲ καὶ παραχρησάμενος. τὸ
μὲν γὰρ πανυπερσέβαστος καὶ σεβαστοκράτωρ καἰ ὅσα τοιαῦτα
συντέθεικε, τῇ δὲ τοῦ σεβαστοῦ ἀξίᾳ παραχρησάμενος φαίνεται. 
σεβαστοὶ γὰρ οἱ βασιλεῖς ἀνέκαθεν ἐπιθετικῶς ὠνομάζοντο,
καὶ ἦν ἔξιδιαζόντως εἰς βασιλέα λεγόμενον τὸ τοῦ
 σεβαστοῦ ὄνομα· αὐτὸς δὲ εἰς τὸ κοινότερον πρῶτον κατήνεγκε
τὴν τοιαύτην ἀξίαν. εἰ γὰρ τις εἰς ἐπιστήμην καί τινα
ὑπερτάτην φιλοσοφίαν ἀνάγοι τὴν βασιλείαν , ὥσπερ τέχνην 
 

 
 οὖσαν τεχνῶν καὶ ἐπιστήμην ἐπιστημῶν θαυμάσαιτο ἂν καὶ
τὸν ἐμὸν πατέρα οἷόν τινα ἐπιστήμονά τε καὶ ἀρχιτέκτονα τὰ
ὑπὸ τὴν βασιλείαν καινοτομοῦντα καί πράγματα καὶ ὀνόματα·
πλὴν ὅσον οἱ μὲν τῶν λογικῶν ἐπιστημῶν προστάται διὰ σαφήνειαν
 τὰ τοιαῦτα τῶν ὀνομάτων ἐφεύραντο, ὁ δὲ ἐπιστημονάρχης
οὗτος τῆς βασιλείας Ἀλέξιος πρὸς τὸ συμφέρον 
ἅπαντα τῇ βασιλείᾳ διῳκονόμητο, ξενίζων πολλάκις καὶ περὶ
τὴν τάξιν τῶν πραγμάτων κω περὶ τὴν κλῆσιν τῶν ὀνομάτων.
ὁ μέντοι ἱεροπρεπὴς ἐκεῖνος καὶ πατριάρχης Κοσμᾶς,
 οὑ καἰ πρότερον διεμνημονεύσαμεν, μὲν ἡμέρας τινὰς κατὰ
τὴν μνήμην τοῦ ἱεράρχου Ἰωάννου τοῦ θεολόγου τὴν ἱεροτελεστίαν
τελέσας ὲν τῷ κατὰ τὸ Ἕβδομον ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ ἤδη
ῥηθέντος σηκῶ, τὸν ἀρχιερατικὸν θρόνον διαπρέψας πη πέντε
καὶ μῆνας ἐννέα, παραιτεῖται τὴν ἀρχιερωσύνην καὶ ἄπεισιν
 εἰς τὴν τοῦ Καλλίου αὐτὸν ἐγχειρίζεται δὲ τοὺς τῆς ἀρχιερωσύνης
οἴακας ἐπεὶ αὐτὸν ὁ προρρηθεὶς ἐκτομίας ἐκτομίας 
καἰ ὁ Γαριδᾶς. ἐπεὶ δὲ ὁ τῆς βασιλίδος Μαρίας υἱὸς Κωνσταντῖνος
ὁ πορφυρογέννητος μετὰ τὴν παράλυσιν τῆς βασιλείας
τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Μιχαὴλ τοῦ Δούκα τὰ ἐρυθρὰ μὶν
 ἑκὼν ἀπεδύσατο πέδιλα, τὰ δὲ κοινὰ καὶ μέλανα ὑπεδύσατο, 
 

 
 Νικηφόρος ὁ Βοτανειάτης ὁ μετὰ τὸν Δούκαν καὶ πατέρα
τοῦ Κωνσταντίνου τῶν σκήπτρων ἐπειλημμένος , τὰ μὲν μέλανα
ἐκεῖνον ἀποβαλεῖν διωρίσατο , ἐκ ποικίλων δὲ σηρικῶν
ὑφασμάτων ὑποδήματα προσέταττε περιδεῖσθαι, ὥσπερ τὸν
νεάνισκον ἐπαισχυνόμενος καὶ τοῦ κάλλους ὁμοῦ κὼ τοῦγένους 
 ἀγάμενος. τὸ μὲν γὰρ κόκκινον διόλου
 αὐτῷ τῶν πεδίλων οἷον ἐφθόνει , τὸ δέ τινας τόπους ἐκ τῶν
ὑφασμάτων ἀνθεῖν τὸ κόκκινον ὑπεδίδου. μετὰ δὲ τὴν τοῦ
Κομνηνοῦ Ἀλεξίου ἀνάρρησιν ἡ βασιλὶς Μαρία καὶ μήτηρ
ἐκείνου, ταῖς ὑποθημοσύναις πεισθεῖσα τοῦ καίσαρος, ἔγγραφον 
πίστιν ᾐτήσατο δι’ ἐρυθρῶν βεβαιωθησομένην γραμμάτων
καὶ σφραγῖδος χρυσῆς παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος, ὥστε μὴ μόνον
ἀσινὴς σὺν τῷ υἰῷ διατηρηθῆναι , ἀλλὰ καὶ συμβασιλεύειν
αὐτῷ κἀκεῖνον , τά τε ἐρυθρὰ ὑποδεδυσκόμενον καὶ στεφηφοροῦντα
καὶ ὡς βασιλέα σὺν αὐτῷ ἀναγορευόμενον. καὶ 
οὐκ ἠστόχησε τῆς αἰτήσεως; ἀλλὰ λαμβάνει χρυσόβουλλον
λόγον βεβαιοῦντα τὰ αὐτῆς θελήματα ἅπαντα. τηνικαῦτα
καὶ ἇι ὑπεδιδύσκετο ἐκ σηρικῶν ὑφασμάτων περιελόντες, τῶν
 διόλου ἐρυθρῶν ὑποδημάτων τούτῳ μεταδιδόασι, κἀν ταῖς
δωρεαῖς καὶ χρυσοβούλλοις λόγοις δεύτερος τοῦ λοιποῦ συνυπογράφων 
ἦν διὰ κιναβάρεως τῷ βασιλεῖ Ἀλεξίῳ, κἀν ταῖς προ-
πομπαῖς μετὰ τῆς βασιλικῆς τιάρας συνεπόμενος ὡς δέ τινες
ἔφασαν, καὶ πρὸ τῆς ἀποστάσιας τὰς πέρι τούτου συνθήκας 
 

 
 εἰχεν ἡ βασιλίς, ἵν᾿ οὕτω τὰ κατὰ τὸν υἱὸν αὐτῆς γένοιτο.
οὕτω γοῦν τοῦ βασιλείων ἐκείνη ἐξέρχεται τοῦ προπομπῆς
ἀξίας, ἐν τοῖς κατὰ τὴν μονὴν τοῦ μεγάλου μάρτυρος Γεωργίου
παρὰ τοῦ ἀποβεβιωκότος Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου
 βασιλέως δἰκοδομηθεῖσαν οἰκήμασιν κατασκηνώσασα, (Μάγγανα 
ταῦτα ἡ ταύτῃ εἰσέτι κικλήσκει διάλεκτος,) Ἰσαακίον
συνεφεπομένου ᾠκονόμητο. τοῦ σεβαστοκράτορος.

Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὴν βασιλίδα Μαρίαν οὔτω παρὰ
τῶν Κομνηνῶν ᾠκονόμηυτο. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ παιδείας ἐκ
 νηπίου τυχὼν ἀγαθῆς καὶ τοῦ θεοῦ νουθεσίας τῆς μητρὸς
ἑαυτὸν ἀπευθύνων, τὸν τοῦ θεοῦ φόβον ἐνστερνισάμενος καὶ
ἐγκάρδιον ἔχων, ἐδάκνετο ἀνιώμενος ἐπὶ τῇ τῆς πόλεως προνομῇ,
ἥν κατὰ τὴν εἰσέλευσιν αὐτοῦ πάντες πανδημεὶ ἐπεπόνθεισαν.
τὸ μὲν γὰρ ἄπταιστον ἴσως καὶ ἥσυχον ῥίζα τοῦ
 δέοντος· καὶ ἀποστασίαν ποιοῦσα τοῦ νοῦ , εἰς ἀπόνοιαν
ἄγει τὸν μηδ᾿ ὁπωστιοῦν προσκεκρουκότα τοῖς πράγμασιν ·
δέ γε ἐξαμαρτών, εἴπερ ἐστι τῶν εὐλαβεστέρων καὶ τῶν νοῦν(
ἐχόντων, αὐτίκα τὸν τοῦ θεοῦ φόβον βάλλεται κατὰ ψυχὴν
καὶ οὔλως κατακλονεῖται καὶ δέδοικε , καὶ μᾶλλον εἴγε πραγμάτων
 μεγάλων ἐπιδραξάμενος εἵη καὶ εἰς ὑπερηφάνους ἀνέλθοι
περιωπάς. δέος γὰρ αὐτὸν ὑποθράττει, μή πως ἀμαθίᾳ 
 


 
 καὶ θρασει καὶ ὕβρει πορευόμενος τόν τε θύμον τοῦ θέον
εἰς ἑαυτὸν ἐκκαλέσηται καὶ τῆς ἀρχῆς ἐκκυλισθεὶς αὐτο[εσῆται,
ὦν τέως ἐγκρατὴς γέγονεν. οἶα καὶ τῷ Σαοὐλ συμβεβήκει
ποτέ· καὶ γὰρ ὁ θεὸς διὰ τὸ τοῦ βασιλέως ἀτάσθαλον
 διαρρήσσων διέρρηξε τὴν βασιλείαν αὐτοῦ. τούτοις ἀλύων 
τοῖς λογισμοῖς ὁ Ἀλέξιος καὶ παθαινόμενος τὴν ψυχήν, μή
που καὶ θεοῦ ἄντικρυς μήνιμα γένοιτο, — τὸ γὰρ εἰς ὅλῳ
τὴν πόλιν γεγονὸς κακὸν πὰρ ἑκάστου τῶν στρατιωτῶν, ὁπόσος
τὸ τηνικαῦτα συρφετὸς ἀνὰ πᾶσαν τὴν πόλιν ἐπέρρευσεν,
ἴδιον ἐλογίζετο, καὶ ὡς αὐτὸς ὢν ἐκεῖνος ὁ τὰ πάνδεινα 
ἐκεῖνα κακὰ ἐργασάμενος, κατετιτρώσκετό τε καὶ ἔξεφλέγετο,
βασιλείαν καὶ κράτος καὶ ἁλουργίδα καὶ διάδημα λιθοκόλλη-
 τον καὶ ἐσθῆτα χρυσῆν τε καὶ περιμάργαρον οὐδέν , ὥς γε
 τὸ εἰκός , ληιζόμενος πρὸς τὴν τότε κατασχοῦσαν ἀπεριήγητον
συμφορὰν τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων. τὰ γὰρ περιστοιχίσαντα 
ταύτην δεινὰ κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ οὐδεὶς ἂν καὶ θέλω
διηγήσασθαι δυνήσηται κα γὰρ καὶ αὐτὰ ἱερὰ καὶ τεμένη
καὶ τὰ κοινὰ καὶ τὰ ἴδια ἁπανταχόθεν ὑπὸ πάντων καθηρπάζοντο,
τὰ δὲ ὦτα τῶν ἁπάντων κατακεκρότητο ταῖς ῥιπτουμέναις
ἀπανταχοῦ βοαῖς καὶ φωναῖς. εἶπεν ἄν τις ἰδὼν σεισμὸν 
εἷναι τὸ γινόμενον. ταῦτα εἰς νοῦν βαλλόμενος Ἀλέξιος
ἠνιᾶτό τε τὴν ψυχὴν καὶ κατεσπαράττετο καὶ οὐκ εἶχεν 
 

 
 τῷ πλήθει τῆς λύπης χρήσαιτο. ἦν γὰρ ὁ ἀνὴρ εἰς αῖ- 
σθησιν ἐλθεῖν τοῦ κακῶς πεπραγμένου παντάπασιν ὄξύτατος.
κὼ ταῦτα μὲν τὰ προγεγονότα, ἐφ’ οἶς ἡ πόλις πονήρως
ἔπραξεν , ᾔδει μὲν ὡς ἑτέρων χεῖρες καὶ γνῶμαι διενηργήκασιν,
 ἀλλὰ συνῄδει καὶ τοῦτό γε ἀκριβέστατα, ὅτι τὰς ὐποθέσεις
καὶ τὰς ἀποστάσιας τοῦ πάθους αὐτὸς δέδωκεν· αὐτῷ δὲ
τάλιν τῆς ἀποστασίας αἴτιοι οἱ ἤδη ῥηθέντες δοῦλοι γεγόνασιν.
ἀλλὰ καὶ ὡς ἑαυτῷ τὴν ἅπασαν προσάπτων αἰτίαν ,
θεραπεῦσαι τὸ τραῦμα καὶ ἐπεζήτει καὶ ἤθελεν· οὕτω γὰρ
 ἄν καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην θεραπείαν καὶ τὸν τουτωνὶ καθαρμὸν
ἐπιχειροίη τοῖς τῆς βασιλείας πράγμασι καἰ τὰ κατά 
τε τὸν στρατὸν κατά τε τοὺς πολέμους καλῶς διιθύνοι καὶ
διεξάγοι. προσέρχεται τοίνυν τῇ μητρί, ἀνακοινοῦται τὸ ἐπαινετὸν
πάθος ἐκεῖνο, θεραπείας τρόπον ἀναζητεῖ καὶ ἀπαλλαγῆς
 νῶν ὑποκνιζόντων αὐτοῦ τὴν συνείδησιν. ἡ δὲ ἀσπάζεται τὸν
υἱὸν καὶ ἀσμένως δέχεται τὰ λεχθέντα μετακαλοῦνται τοίνυν,
τούτου συνδόξαντος, τόν τε πατριάρχην Κοσμᾶν οὔπω γὰρ τότε
τὸν θρόνον παρῄτητο) καί τινας λογάδας τῶν τῆς συνόδου
καὶ τοῦ μοναδικοῦ συντάγματος. πρόσεισι τούτοις ὁ Βασιλεὺς 
 ὁς ὑπόδικος, ὡς κατάκριτος, ὡς εὐτελὴς ἢ καί τις ἄλλος τῶν 
 


 
 ὑπ᾿ ἔξουσίαν τεταγμένων καὶ τὴν ψῆφον ὅσον οὐδέπω καραδοκούντων,
ἣν κατ᾿ ἐκείνου ψηφιεῖται τὸ δικαστήριον. ἔξαγγέλλει
πάντα, μὴ προβολήν, μὴ συγκατάθεσιν, μὴ πρᾶξιν,
μηδὲ αἰτίαν τῶν πεπραγμένων παραδραμών, ἀλλὰ πάντα
μετὰ φόβου καὶ πίστεως ἔξαγορευσάμενος, καὶ τὴν θεραπείαν 
ἔξ ἐκείνων θερμῶς ἔξαιτεῖ, ἐπιτιμίοις ἑαυτὸν καθυποβάλλων.
οἱ δὲ οὐκ αὐτὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐκ ταὐτοῦ αἵματος
 προσήκοντας καὶ πρὸς τὴν ἀποστασίαν συναραμένους τοῖς
αὐτοῖς ἐπιτιμίοις καθυποβ΄παλουσιν, νηστείαν καὶ χαμευνίαν
καὶ τὰ τούτοις ἐφεπόμενα πρὸς τὴν τοῦ θείου ἔξιλέβσιν ἐπιτάξαντες. 
οἳ καὶ δεξάμενοι τὰ ἐπιτίμια προθύμως ἐφύλαττον.
ἀλλ᾿ οὐδὲ αἱ σφῶν αὐτῶν γυναῖκες ἔξω τῶν ἐπιτιμίων
ἑστάναι ἠνείχοντο· πῶς γάρ, φίλανδροι οὖσαι; αὐτόμολοι
δὲ τὸν τῆς μετανοίας ζυγὸν ἀναδέχονται. καὶ ἦν ἰδεῖν τὰ
βασίλεια τότε δακρύων καὶ πένθους ἀνάμεστα, πένθους οὐκ 
ἐπιψόγου, οὐδ᾿ ἀσθένειαν ψυχῶν κατηγοροῦντος, ἀλλ᾿ ἐπαι-
 νετοῦ καὶ χαρᾶς προξένου τῆς κρείττονος καὶ μηδέποτε λυομένης.
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ, ὁποῖος ἐκεῖνος τὴν εὐσέβειαν ἦν,
 πλέον τι ποιῶν, ἐντὸς τῆς βασιλικῆς ἁλουργίδος σάκκον περιεβέβλητο
ἐν χρῷ ψαύοντα τῆς σαρκὸς ἐπὶ τεσσαράκοντα 
 


 
 νυχθημέροις. ἐν δὲ ταῖς νύξι χαμεύνης ἔκειτο ἔπι πέτρας
μόνον ἀνέχων τὴν κεφαλὴν καὶ· πενθῶν ὡς εἰκος. εἰθ᾿ οὕτως
τῶν τῆς βασιλείας πραγμάτων ἁγναῖς ἅπτεται χερσίν.

Οἰακοστρόφον δὲ μᾶλλον ἑαυτοῦ τὴν μητέρα ἱμειρόμενος
 μενος εἶναι, τὴν βουλὴν ὑποβρύχιον τέως εἶχε, δεδιὼς
μὴ τοῦ τοιούτου γνωσθέντος αὐτῇ λογισμοῦ, καὶ τῶν βασιλείων
ἐξέλθοι, πρὸς ὑψηλότερον βίον γινώσκων αὐτὴν ἀποβλέπουσαν. 
ἐν πᾶσι μὲν οὖν τοῖς προσπίπτουσι βουλῆς αὐτῆς
ἄτερ μηδὲ τὸ τυχὸν ἦν ἐνεργῶν, ἀλλὰ κοινωνὸν εἶχε τῶν
 βουλευμάτων ὁμοῦ καὶ συλλήπτορα τὴν μητέρα, καἰ καταμικρὸν
ὑφέρπων αὐτῇ καὶ κοινοποιούμενος τὴν τῶν πραγμάτων
διοίκησιν, καί που καὶ φανερῶς ἐνδεικνύμενος, ὡς ἄτερ
ἐκείνης φρενὸς καὶ γνώμης ἀπολεῖται τῆς βασιλείας τὰ πράγματα.
οὕτως εἶχε καὶ ξυνεδέσμει πλέον ἑαυτῷ τὴν μητέρα
 καὶ τοῦ κατὰ σκοπὸν ἀπεῖργε ναὶ ἀπεκώλυεν. ἡ μὲν γὰρ
πρὸς σταθμὸν ἀπέβλεπεν ἔσχατον καὶ μονὰς διενοεῖτο, ἐν αἷς 
τὸν ἐπίλοιπον χρόνον μετ᾿ εὔφρονος λογισμοῦ ἑλκύσει τοῦ βίου.
καὶ ταῦτ’ ἐνόει κὼ ἑαυτῇ διὰ παντὸς ἐπηύχετο τεύξασθαι.
ἀλλ’ εἰ καὶ τοιαῦτα κατὰ νοῦν συνδιεσκοπεῖτο καὶ ὅλως πρὸς
 ὑψηλότερον ἐνητένιζε βίον, ἀλλ’ ἥν γε καὶ φιλόπαις, εἴπερ
τις ἄλλη γυνή, καί πως ἠβούλετο συνδιενεγκεῖν μετὰ τοῦ υἱοῦ 
 



 
 τὸ τῆς βασιλείας κλυδώνιον, καὶ οὐριοδρομοῦσαν τὴν ναῦν
ἢ καὶ πανταχόθεν βαλλομένην τοῖς κύμασιν ὡς ἄριστα ρἰακο-
 στροφεῖν, καὶ μάλιστα τοῦ παιδὸς ἄρτι ἐπὶ τὴν πρύμναν
καθίσαντος καὶ τῶν οἰάκων ἐφαψαμένου καὶ μήπω πρώην
θαλάττῃ καὶ κύμασι καὶ ἀνέμοις ὡμιληκότος τοιούτοις. ταῦτα 
δὲ λέγουσα, τὴν τῆς βασιλείας αἰνίττομαι πολυμερῆ καὶ πολυτάραχον 
ὄχλησιν. τὸ τοίνυν μητρῷον πάθος κατεῖχεν αὐτήν,
καὶ συνδεκυβέρνα τῷ υἱῷ καὶ βασιλεῖ, καὶ τὰς ἡνίας ἔστιν
ὅπου καὶ μόνη παραλαβοῦσα, ἀπροσπταίστως τε καὶ ἀναμαρτήτως
τὸ ἅρμα τοῦ κράτους ἤλαυνεν· ἦν γὰρ καὶ φρενήρης 
ἄλλως καὶ βασίλειος γνώμη αὐτόχρημα καὶ θρόνων κατόρθω-
 σις· ἀνθεῖλκε δὲ ταύτην ἐκ θατέρου καὶ ὁ πόθος ὁ πρὸς
θεόν. ἐπεὶ δὲ κατὰ τὸν Αὔγουστον μῆνα ἐπινεμήσεως τῆς
αὐτῆς ἔτι τρεχούσης ἡ τοῦ Ῥομπέρτου διαπεραίωσις τοῦτον
ἔξελθεῖν κατηνάγκαζεν, εἰς φῶς ἤδη καὶ ἔργον τὸ τῆς ψυχῆς 
ἐννόημα ἔξάγων, τὴν αὐτοκράτορα διοίκησιν τῇ μητρὶ καὶ
μόνῃ ἀπεκληρώσατο, καὶ διὰ χρυσοβούλλου λόγου τὰ βεβουλευμένα 
εἰς προῦπτον πᾶσι κατέστησεν. ἐπεὶ δὲ τὸν ἱστορίαν
συγγράφοντα οὐ παχυμερῶς τὰς τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν πράξεις
καὶ τὰ θεσπίσματα παραπέμπειν χρή, ἀλλὰ τὰς μὲν κατα- 
 λεπτύνειν, ὡς ἐνόν, τὰ δ᾿ ἐκείνοις δεδογμένα ἐκτίθεσθαι, εἶμι 
 

 
 αἰ αὐτὴ τοῦτον τὸν τρόπον τὰ τοῦ ῥηθέντος χρυσοβούλλου
κθησομένη , τὰς τοῦ γραφέως μόνον κομψείας περιελοῦσα.
χει δὲ οὕτως. “οὐδὲν ἰσοστάσιον μητρὸς συμπαθοῦς καὶ 
ριλόπαιδος, οὔτε ταύτης ἰσχυρότερον φυλακτήριον, κἂν κίνυνος
 προορᾶται, κἂν ἄλλο τι τῶν ἀπευκταίων ἐλπίζοιτο. εἰ
γὰρ βουλεύσεται αὕτη , πάγιον ἴστω τὸ βούλευμα , εἰ ἐπεύξεται,
στήριγμα ἔσονται αἱ εὐχαὶ καὶ φύλακες ἀκαταγώνιτοι.
τοιαύτη γοῦν καἰ τῇ βασιλείᾳ μου ἐφάνη ἐξ αὐτῆς τῆς
τελοῦς ἡλικίας πρακτικῶς ἡ ἡγιασμένη μήτηρ αὐτῆς καὶ δέτοινα,
 τὰ πάντα μοι γεγονυῖα καὶ τροφὸς κὼ ἀγωγός. καὶ
ἂρ τῷ συγκλητικῷ καταλόγῳ αὐτῆς συνούσης, μητρὸς πόθος
ροέδραμε, καὶ υἱοῦ πίστις ἀκέραια συνετηρήθη. μία ψυχὴ 
έν διῃρημένοις σώμασιν ἐγνώσθη καὶ χάριτι Χριστοῦ καλῶς
διετηρήθη μέχρι τοῦ νῦν. οὐ τὸ ἐμὸν ἡ τὸ σόν, τὸ ψυχρὸν
 ῦτο ῥῆμα, ἐρρήθη, καὶ τὸ δὴ μεῖζον, ὅτι αἰ αὐτῆς
τὸν πάντα χρόνον πληθυνόμεναι εἰς τὰ ὦτα κυρίου εἰσέδυιν
καὶ εἰς τόδε τὸ ὕψος τῆς βασιλείας ἡμᾶς ἀνήγαγον. ἀλλ᾿
εἰ καὶ μετὰ τὸ ἐπιλαβέσθαι τῶν τῆς βασιλείας σκήπτρων οὐκ 
 

 
 ἔφερε μὴ συμπονουμένη ἐπίσης τῇ βασιλεἰᾳ μου καὶ τοῦ
συμφέροντος αὐτὴ ἀντεχομένη καὶ τοῦ κοινοῦ , ὲτοιμαζομένη
δὲ ἤδη ἡ βασιλεία μου σὺν θεῷ πρὸς τὴν κατὰ τῶν ἐχθρῶν
τῆς Ῥωμανίας ἐξέλευσιν , διὰ φροντίδος μὲν πολλῆς ποιεῖται
 καὶ τὴν τοῦ στρατιωτικοῦ συλλογήν τε καὶ διευθέτησιν, οὐκ 
ἐλάχιστον δὲ ταύτῃ νενόμισται καὶ ἡ περὶ τῆς τῶν σεκρετικῶν
τε καὶ πολιτικῶν πραγμάτων διοικήσεως φροντὶς. εὗρε
χοῦν οἷον ἀριστοκρατίας ἀνεπιβούλευτον ὀχύρωμα, ὡς ἂν τῇ
ἡγιασμένη καὶ πανεντιμοτάτῃ μητρὶ αὐτῶ ἀνατεθῇ ἡ τῶν
ἁπάντων διοίκησις. διορίζεται γοῦν ἡ βασιλεία μου καθαρῶς 
διὰ τοῦ παρόντος χρυσοβούλλου, ἵνα δι’ ἣν. ἔχει πολυπειρίαν
πέρι τὰ βιωτικὰ πράγματα , εἰ ναί τέλεον τούτων
καταπεφρόνηκεν, ἅπερ ἂν ἐγγράφως διορίσηται , κἂν παρὰ
τοῦ προεστῶτος τῶν σεκρέτων ἀναφέρωνται ἢ τῶν ὑπ’ αὐτὸν
 σεκρετικῶν ἤ τῶν ἄλλων ἁπάντων, ὦν αἰ ὑπομνήσεις ἢ αἰτήσεις 
ἤ κρίσεις ἑτοιμασθήσονται ἔπι συμπαθείαις δημοσιακαῖς
ὀφλημάτων, τὸ κῦρος ἕξουσι μόνιμον , ὡς παρὰ τοῦ γαληνίου
κρότους τῆς βασιλείας μου οἰκονομούμενα καὶ ἔξ αὐτοῦ
τοῦ στόματος αὐτῆς τὰ γραφέντα ἀποστοματιζόμενα. οἶαι
γὰρ ἂν λύσεις πὰρ αὐτῆς ἀποφανθήσονται ἢ καἰ προστάξεις. 
 

 
 ἔγγραφοι ἢ ἄγραφοι, κἂν εὔλογοι κἂν ἀνεύλογοι , σφραγῖδα
φέρουσαι αὐτῆς τὴν μεταμόρφωσιν καὶ τὴν κοίμησιν, ὡς
αὐτῆς τῆς βασιλείας μου λογισθήσονται. τῷ δὲ μηνὶ τοῦ
ὤα τὴν ἡμέραν διοικοῦντος τὰ σέκρετα, ἀλλὰ καὶ ἔπι προβολῶν 
 κὼ διαδοχῶν τῶν σεκρέτων καὶ τῶν θεμάτων καἰ ἐπὶ
ὡς ἄξιώμασι καὶ ὀφφικίοις καὶ δωρεαῖς ἀκινήτων βασιλικῶς 
ἡ ἅγια μήτηρ αὐτῆς ἕξει ἄδειαν ὃ δόξει ταύτῃ ποιεῖν.
ἀλλὰ καὶ εἰ τινες προβληθήσονται εἰς τὰ σέκρετα ἢ καὶ
θέματα καὶ διαδεχθήσονται τιμηθήσονται δὲ καὶ έν
 στοις ἀξιώμασι καὶ μέσοις καὶ ἐλαχίστοις, ἔσονται εἰς τὸ
ἑξῆς ἀμετακίνητοι κω ἀμετάπτωτοι. ἀλλὰ καὶ αὐξήσεις 
ῥογῶν καὶ προσθήκας δόσεων κὼ συμπαθείας τῶν λεγομένων
συνηθειῶν καἰ σχιδευσμοὺς κὼ ἀποσχιδευσμοὺς προστάξηει αὕτη
ἀνενδοιάστως , καὶ περιεκτικῶς εἰπεῖν, οὐδὲν ἀσυντελὲς λογισθήσεται,
 ὅπερ αὐτὴ κελεύσει ἐγγράφως τε καὶ ἀγράφως.
τὰ γὰρ ῥήματα ταύτης καὶ τὰ προστάγματα ὡς τῆς βασιλείας
μου λογισθήσονται, καὶ οὐδὲν τούτων ἀθετηθήσεται ,
ἀλλὰ κω κύρια καὶ μόνιμα ἔσονται εἰς τοὺς ἐξῆς χρόνους. καὶ 
οὔτε εὐθύνην, οὔτε ἡντιναοῦν ἀνάκρισιν ὑποπτεύσει νῦν ἥ εἰς
 τὸ μετέπειτα πὰρ οὑτινοσοῦν τῶν ἁπάντων οὔτε τις τῶν ἔξυπηρετουμένων
αὐτῇ, ἥ αὐτὸς ὁ κατὰ τὴν ἡμέραν λογοθέτης 
 

 
 τῶν σεκρέτων, κὰν εὔλογα κἀν παράλογα τὰ πραχθησόμενα
δόξῃ. τὸ γὰρ παντελῶς ἀλογοπράγητον ἕξουσιν ἐσαεὶ, ὁποῖα
ἂν καὶ εἴη τῷ παρόντι χρυσοβούλλῳ λόγῳ στηριζόμενα.’

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ τοῦ χρυσοβούλλου.
δ᾿ ἄν τις ἐν τούτοις τὸν ἐμὸν πατέρα καὶ αὐτοκράτορα τῆς 
εἰς τὴν μητέρα τιμῆς καὶ ὅπως αὐτῇ παρακεχωρήκει τῶν
ἁπάντων, αὐτὸς τῆς βασιλικῆς ἡνίας οἶον ὑπεξιστάμενος καὶ
τρόπον τινὰ ἐποχουμένῃ τοῦ βασιλικοῦ ἅρματος αὐτῇ παραθέων
 καὶ ψιλοῦ μόνου τοῦ τῆς βασιλείας μετέχων ὀνόματος.
καίτοι κατὰ τὴν ἡλικίαν τὸν μείρακα ἤδη παρήλλαττε, καθ’ 
ὃν μάλιστα καιρὸν ἐπιφύεται τοῖς τοιούτοις ἤθεσιν ὁ τῆς φιλαρχίας
ἔρως. τοὺς μὲν γὰρ πρὸς τοὺς βαρβάρους πολέμους
καὶ ὅσα τῶν ἄθλων καὶ τῶν ἀγώνων ὑπῆν, αὐτὸς ἀνεζώσατο,
πᾶσαν δὲ τῶν πραγμάτων διοίκησιν καἰ πολιτικὰς ἀρχὰς καί
τοὺς περὶ τῶν εἰσφορῶν λόγους καὶ τῶν ὑπὲρ τῆς βασιλείας 
ἀναλωμάτων τῇ μητρὶ κατεπίστευοε. καὶ ἴσως μὶν ἄν τις
ἐνταῦθα γινόμενος καταμέμψοιτο τὴν οἰκονομίαν, ὡς γυναικωνίτιδι
καταπιστεύσαντος τοὐμοῦ πατρὸς τὴν τῆς βασιλείας
διοίκησιν· ἀλλ’ εἰ τὸ φρόνημα τῆς γυναικὸς ἠπίστατο καἰ
 ὅση τις ἦν ἀρετὴν καὶ τὸν νοῦν καὶ ὅπως εἶχε δραστηριότητος, 
ἀφέμενος μέμψεως πρὸς θαῦμα τὴν μέμψιν μετέβαλε.
τοσαύτη γὰρ ἡ ἐμὴ μάμμη περὶ τὰ πράγματα δεξιωτάτη καὶ 
 


 
 τάξαι καὶ καταστήσασθαι πολιτείαν εὐμήχανος, ὥστε μὴ μόνον
τὴν Ῥωμαίων ἀρχὴν διοικεῖν δύνασθαι, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν
τὴν ὁπουδήποτε βασίλειαν, ὁπόσην ἥλιος ἐφορᾷ. πολύπειρός
τε γὰρ ἥν καὶ πολλῶν πραγμάτων ἐγίνωσκε φύσεις, κὼ ὅπως 
 ἄρχεται καὶ εἰς ὃ καταντήσειεν ἕκαστον ἔξηπίστατο, καὶ τινα
μὲν τίνων εἰσιν ἀναιρετικα, τίνα δὲ μαλλον ἐπιρρωννυσιν
ἕτερα, ὄξυτάτη τε τὸ δέον καταμαθεῖν καὶ μετὰ ἀσφαλείας
καταπρᾶξαι εἰσιν καὶ ο'[υκ ἠν μὲν τὴν γνώμην τοιαύτη, γλῶτταν
δὲ εἶχεν ἀπᾴδουσαν πρὸς τὴν γνώμην ἀλλ’ ἦν αὐτόχρημα 
 ῥήτωρ πιθανώτατος, κὼ οὔτε λάλος κω εἰς μῆκος τοὺς
λόγους ἐκτείνουσα, οὔτε ταχέως ἀπελίμπανεν αὐτὴ τὸ πνεῦμα
τοῦ λέγου, ἀλλ’ ἐπικαίρως ἀρξαμένη εἰς τὰ καιριώτατα πάλιν
κατέληγε. καὶ ὁ μὶν βασίλειος θρόνος αὐτὴν παρηκμακυῖαν
κατείληφεν, ὅτε καἰ μᾶλλον τὸ φρονοῦν ἤκμαζε καὶ ἡ 
 σύνεσις ἐπήνθει καὶ ἡ πέρι τὰ πράγματα ἐπιστήμη συνήκμαζεν,
ἐς ὦν οἰκονομίαι καὶ διοικήσεις τὸ κράτος ἔχουσιν. ἔχει
δὲ ὡς τὸ εἰκὸς ἡ τοιαύτη ἡλικία οὐ μόνον τι λέξαι τῶν νέων
σοφώτερον , ὡς ἡ τραγῳδία φησιν, ἀλλὰ καὶ συμφορώτερον
πρᾶξαι. ὁ δὲ κατόπιν χρόνος καὶ ὁπόταν ἐκείνη ταῖς νεωτέραις
 συνεξητάζετο γυναιξί , θαῦμα ἄντικρυς ἦν , πολιὸν
νεαρᾷ ἡλικίᾳ ἐπιδεικνυμένη φρόνημα. καὶ παρεῖχεν ἐξ αὐτῆς
ὄψεως τῷ βουλομένῳ καταθρεῖν τὴν ἐνοῦσαν αὐτὴ ἀρετὴν
ὁμοῦ καὶ ἐμβρίθειαν. ἀλλ’, ὅπερ ἔλεγον, ὁ ἐμὸς πατὴρ τῆς 
 

 
 βασιλείας ἐπιδραξάμενος, τοὺς μὲν ἀγῶνας καὶ ἱδρῶτας ἑὰν
 τῷ τεταμίευκε , θεωρὸν τῶν ἀγώνων τὴν μητέρα ποιούμενος
ἐκείνην δὲ δεσπότιν καταστησάμενος, τὸ παρ’ ἐκείνης κελευόμενον
καθάπερ δοῦλος ἔλεγέ τε νᾶι ἔπραττεν. ἔστεργεν οὖν
αὐτὴν ὁ βασιλεὺς ὑπερφυῶς καὶ τῶν αὐτῆς βουλευμάτων 
ἐξήρτητο, (τοσοῦτον ἦν φιλομήτωρ,) καὶ τὴν δεξιὰν ἔδιδό
τῆς ἐκείνης γλώττης ὑπηρέτιν κὼ τὴν ἀκοὴν ὦν ἐκείνης
φωνῶν εἰς ἀκρόασιν, καὶ εἰς ἅπαντα ταύτῃ ὁ βασιλεὺς συγκατένευεν
ἢ ἀνένευεν , ἐφ’ οἶς ἄρα ἐκείνη κατανεύσειεν ἥ
ἀνανεύσειεν. καὶ ἦν τὸ πρᾶγμα οὔλως τοιοῦτον. ἐκεῖνος μὲν 
 γὰρ σχῆμα βασιλείας εἶχεν, ἡ δὲ τὴν βασίλειαν αὐτήν· καἰ
ἡ μὶν ἐθεσμοθέτει , διῴκει τὸ πᾶν καὶ ἐπρυτάνευεν, ὁ
δὲ τὰς διοικήσεις ἐκείνης καὶ τὰς ἐγγράφους καὶ τἀς ἀγράφους,
τὰς μὲν χειρὶ , τὰς δὲ φωναῖς ἐπεσφράγιζε καὶ ὤ
οὕτω γε φάναι, ὄργανον ἦν αὐτῇ βασιλείας, οὐ βασιλεύς. 
ἠρέσκετο γὰρ ἐφ’ ὅπασιν, οἷς ἡ μήτηρ διαγνοίη καὶ διορίσειε,
P. 87 καὶ οὐχ ὡς μητρὶ μόνον καταπειθέστατος ἦν, ἀλλὰ
γὰρ ὡς ἐξάρχῳ βασιλικῆς ἐπιστήμης ταύτῃ προσεῖχε τὸν
νοῦν. ἤδει γὰρ ἀκριβῶς τὸ ταύτης ἐφ’ ἅπασιν ἐπὶ τὸ κράτιστον
συγκεχωρηκός , καὶ ὅτι διαφερόντως πάντας τοὺς κατ᾿ 
ἐκεῖνο καιροῦ γεγονότας ἀνθρώπους εἰς φρόνησιν τε καί σύνεσιν
πραγμάτων ὑπερελαύνει.

Τοιαῦτα τὰ τῆς Ἀλεξίου βασιλείας προοίμια. οὐ
γάρ τις αὐτοκράτορα τοῦτον εἰκότως τό γε νῦν ὀνομάσειε,
τῇς αὐτοκράτορος περιωπῆς ἅπαξ ἀποκληρωθείσης πω· αὐτοῦ 
 τῇ μητρί. ἄλλος μὲν οὖν νόμοις ἐγκωμιαστικοῖς ὑπείκων,
τῆς θαυμασίας ἐκείνης μητρὸς ἐπαινείτω καὶ γένος
τρὸς Ἀδριανοὺς ἐκείνους τοὺς Δαλασσηνοὺς ἀναφερόμενον
καὶ Χάρωνας, καὶ τῷ πελάγει Τῶν κατ’ ἐκείνους προτερημάων
ἐπαφιέτω τὸν λόγον· ἐμοὶ δὲ ἱστορίαν ξυγγραφούσῃ οὐκ
ἐκ γένους καἰ αἵματος προσήκει ταύτην χαρακτηρίζειν, ἀλλ’
 ἐκ τρόπου καὶ ἀρετῆς καὶ τούτων, ὁπόσων ὁ τῆς ἱστορίας
ὑποτίθεται λόγος ἵνα γὰρ πρὸς ἐκείνην ἐπαναδραμοῦμαι 
καὶ αὐθις, ἀξίωμα μὲν οὖν μέγιστον αὐτὴ οὐ γυναικῶν μόνον, 
ἀλλὰ καὶ ἀρρένων καθίστατο καὶ κόσμος τῆς ἀνθρωπίνης
φύσεως, τὴν δὲ περὶ τὰ βασίλεια γυναικωνῖτιν παντάπασι
 διεφθορυῖαν, ἐξότου ὁ Μονομάχος ἐκεῖνος τὸ τῆς βασιλείας
ἀνεδήσατο κράτος , καὶ εἰς ἔρωτας ἀλόγους ἀποκλίνασαν
καὶ· μέχρι τῆς βασιλείας τοὐμοῦ πατρός , ἔπι τὸ βέλτιον
ἀλλοιώσασα, εἰς κόσμον ἐπαινούμενον μετήνεγκε. καὶ ἦν ἰδεῖν
τὰ βασίλεια τηνικαῦτα τάξεως ἐπαινουμένης μετειληχότα ·
 καὶ γὰρ ὅρους τε τῶν θείων ὕμνων ἔταξε καὶ καιροὺς ἀρίστου
τε καὶ ἀρχαιρεσίας ἐπήξατο, στάθμη καὶ κανὼν τοῖς 
πᾶσιν αὐτὴ γεγονυῖα, ὡς τὰ βασίλεια μᾶλλον ἱερὰ φροντιστήρια
εἶναι δοκεῖν. τοιαύτη τις ᾖν ἡ ὑπερφυὴς καἰ ὄντως 
 


 
 ἱερὰ ἐκείνη γυνὴ. σωφροσύνῃ μὶν γὰρ τοσοῦτον ὑπερῆρε καὶ
τὰς πάλαι ὑμνουμένας, πέρι ὧν ὁ πολὺς λόγος, ὁπόσον ἀστέρας
ἥλιος· τὸν δὲ πέρι τοὺς πένητας οἶκτον αὐτῆς καὶ τὴν
δαψιλῆ πρὸς τοὺς δεομένους χεῖρα τίς παραστήσειε λόγος;
κοινὸν μὲν ἢν ἡ αὐτῆς ἑστία καταγώγιον τοῖς ἐξ αἵματος πενομένοις, 
κοινὸν δὲ καὶ ξένοις οὐχ ἧττον. ἱερέας δὲ καὶ μοναχοὺς
 διαφερόντως ἐτίμα καὶ ξυνδειπνοῦντας εἶχε, καὶ οὐδενὶ
ἄτερ μοναχῶν τὴν αὐτῆς τράπεζαν θεάσασθαι ἐνῆν. ἡ
δὲ ἔξωθεν ἐπιφαινομένη τοῦ ἤθους κατάστασις καὶ ἀγγέλοις 
αἰδέσιμος καὶ αὐτοῖς δὲ τοῖς δαίμοσι φοβερά , ἀνθρώποις δέ
μὴ ἐχέφροσιν, ἀλλὰ περὶ ἡδονὰς ἐπτοημένοις ἀνύποιστος καὶ
ἐκ μόνου τοῦ βλέμματος, τοῖς δ’ αὖ γε σωφροσύνης ἐπιμελουμένοις
ἱλαρά τε καὶ προσηνής. μέτρα γὰρ ἔγνω κατηφείας
καὶ σεμνότητος ὡς μήτε τὸ κατηφὲς ἄγριόν πως καὶ θηριῶδες 
δοκεῖν, μήτε τὸ ἁπαλὸν κεχαλασμένον τε καὶ ἀκόλαστον,
 καὶ ἔρον, οἶμαι, τοῦτ’ εἶναι κοσμιότητος, κραθέντος τοῦ φιλανθρώπου
τῷ τῆς ψυχῆς ἀναστήματι. τὸ δὲ ἦθος αὐτῇ
ὑποκαθήμενον πρὸς ἐνθυμήσεις , ἀεὶ καινοτέρας ἀνελιττούσῃ
τὰς γνώμας , οὐ φθαρτικὰς τοῦ κοινοῦ, ὡς τινες ὑπετονθόρυζον, 
ἀλλὰ σωστικὰς, καὶ διεφθορυῖαν ἤδη τὴν βασιλείαν
εἰς ὁλοκληρίαν ἐπαναγούσας, τά τε τοῦ κοινοῦ εἰς τὸ μηδὲν
ἐληλακότα ἐπανορθούσας , ὡς δύναμις. πλὴν εἰ καὶ τῇ τῶν 
 

 
 κοινῶν διοιδήσει ἐνησχολεῖτο, τῆς τοῖς μοναχῶς προσηκούσης
διαγωγῆς οὐδαμῶς καταπεφρονήκει. ἄλλα τὸ πλεῖον μὶν τῆς
νυκτὸς τὼς ἰεροὺς ἀπεπλήρου ὕμνους, προσευχῇ τε συντόνῳ 
καὶ ἀγρυπνίᾳ συντετηκυῖα, περὶ δὲ τὸ ὄρθειον, ἔστι δ᾿ τῶν
 καὶ δευτέρας ἀλεκτοροφωνίας, ταῖς τοῦ κοινοῦ προσέκειτο
διοικήσεσι, περί τε τῶν ἀρχαιρεσιῶν σκοποῦσα καὶ τὰς τῶν
δεομένων αἰτήσεις ἐπιλύουσα, ὑπογραμματεύοντος αὐτῇ Γρηγορίου
τοῦ Γενεσίου. ταῦτα εἴ τις ἡβούλετο ῥήτωρ εἰς πάλω 
μίου λόγους ἀγαγεῖν, τίνας ἄν οὐκ ἀπεκρύψατο τῶν πάλαι
 περιβοήτων ἐπ’ ἀρετῇ καὶ κατ’ ἀμφότερα τὰ γένη φανέντας
περιφανεῖς, τοῖς ἐπιχειρήμασι καὶ τοῖς ἐνθυμήμασι καὶ ταῖς
οὐχ ἄλλους συγκρίσεσιν ἔξογκῶν εἰς μέγα τὴν ἐπαινουμένην, 
ὥσπερ νόμος ἐστὶ τοῖς ἐγκωμιάζουσιν ; ἀλλὰ τὰ τῆς ἱστορίας
οὐχ οὕτως ἄδειαν δίδωσι τῷ συγγράφοντι. διόπερ εἰ περὶ
 ταύτης τῆς βασιλίδος λέγοντες τὰ μεγάλα σμικροπρεπέστερον
εἴπωμεν, μηδεὶς ὑπὸ μέμψιν ἀγέτω τὸν λόγον , ὅσοι τὴν
ἐκείνης ἴσασιν ἀρετὴν καὶ τὸν ὄγκον τοῦ ἄξιώματος καὶ τὸ
ἀγχίνουν ἐν ἅπασι καὶ τὸ ἀκροφυέστατον τοῦ φρονήματος.
ἡμεῖς δὲ ὅθεν περὶ αὐτῆς λέγοντες μικρὸν τι ἐξετραπόμεθα , 
 πάλιν ἐπανακάμψωμεν. ἐκείνη τοίνυν τὴν βασίλειαν, ὡς ἔφημεν,
διιθύνουσα, οὐδὲ τὴν πᾶσαν ἡμέραν ταῖς κοσμικαῖς
φροντίσιν ἀφώριστο, ἀλλὰ τὰς ἐκ τύπου λειτουργίας εἰς τὸ 
 

 
 ἱερὸν τέμενος τῆς μάρτυρος Θέκλης ἀπεπλήρου, οὑπερ ὁ αὐτοκράτωρ
Ἰσαάκιος ὁ Κομνηνὸς καὶ ἀνδράδελφος ἀνδράδελφος ἐκ τοιαύτης
αἰτίας ἐδείματο. ἔπει γὰρ ἃς πάλαι εἶχον οἱ τῶν Δακῶν
ἀρχηγέται μετὰ τῶν Ῥωμαίων σπονδὰς τηρεῖν εἰσέτι οὐκ ἤθελον,
ἀλλὰ παρασπονδήσαντες διέλυσαν, τούτου δὲ δήλου τοῖς Σαυρομάταις 
 γεγονότος , οἱ πρὸς τῶν πάλαι Μυσοὶ προσηγορεύοντο,
οὐδὲ αὐτοὶ τοῖς ἰδίοις ὁρίοις ἐμμένοντες ἤθελον ἡσυχάζειν,
νεμόμενοι πρότερον ὁπόσα ὁ Ἴστρος πρὸς τὴν τῶν
Ῥωμαίων διορίζει ἡγεμονίαν, ἀλλ’ ἀθρόον ἀπαναστάντες πρὸς
τὴν ἡμεδαπὴν γῆν μετῳκίσθησαν. αἴτια δὲ τῆς τούτων μετοικήσεως 
ἡ τῶν Γετῶν κατ’ αὐτῶν ἄσπονδος ἔχθρα , ὁμορούντων
μὲν ἐκείνοις, τούτους δὲ λῃστευόντων. διὰ ταῦτα καιρὸν
ἐπιτηροῦντες, ἔπει τὸν Ἴστρον ἀποκρυσταλλωθέντα εἶδον,
ὡσπερ ἠπείρῳ τούτῳ χρησάμενοι, ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς μετανίστανται
 ὅλον ἔθνος τοῖς ἡμετέροις ἐπιφορτισθὲν ὁρίοις , καὶ 
δεινῶς ἐληίζοντο τὰς παρακειμένας πόλεις καὶ χώρας. τοῦτ
ἐνωτισθεὶς ὁ βασιλεὺς Ἰσαάκιος, δέον ἔκρινε τὴν Τριάδιτζαν
καταλαβεὶν. ἐπεὶ τοὺς ἑῴους βαρβάρους τῶν ἐπιχειρημάτων
φθάσας ἀνεῖρξε, καὶ τοῦτο δὴ ἀπραγμονέστατον αὐτῷ ἐγεγόνει
τὸ τμῆμα. καὶ δὴ τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν συλλεξάμενος, τῆς 
πρὸς τὰ ἐκεῖσε φερούσης ὁδοῦ ἥψατο , ἀπελάσαι βουλόμενος
τῶν Ῥωμαϊκῶν οὔρων αὐτούς. καταστήσας δὲ ἄπαν τὸ ὁπλι- 
 

 
 τικὸν ἐν εὐταξίᾳ, στρατηγὸς κατ’ αὐτῶν ἵεται. οἱ οἱ τοῦτον
θεασάμενοι , εὐθὺς διαιρεθέντες διαφόρου γνώμης γεγόνασιν. 
ὁ δὲ οὐ πάνυ πιστεύειν αὐτοῖς ἔχων, ἐπὶ τὸ καρτερώτατον
ίαι δυσμαχώτερον μέρος αὐτῶν σὺν καρτερᾷ τῇ φάλαγγι
 ἴεται. καὶ δὴ πλησιάσας αὐτοῖς, ἑαυτῷ τε καὶ τῷ στρατοπέδῳ
κατέπληξε. πρὸς μὶν γὰρ τὸν οἶα δὴ κεραυνοφόρον
ἀντωπεῖν οὐκ ἐτόλμων, τοῦ δὲ στρατοπέδου τὸν ἀρραγῆ συνασπισμὸν
βλέποντες, αὐτοὶ διελύοντο. ὑποχωρήσαντες οὖν
πρὸς μικρόν, πόλεμον εἰς τρίτην αὐτῷ ἐπαγγειλάμενοι , τὰς
 σκηνὰς αὐθήμερον ἀφέντες, φυγαδείᾳ ἐχρήσαντο. ὁ δὲ καταλαβών, 
ἔνθα οὑτοι ηὐλίζοντο, καὶ τάς σκηνὰς αὐτῶν 
κατασκάψας καὶ τὴν εὑρημένην λείαν ἀπαγαγών, τρεοαιοφόρος
ἐπάνεισι. γενομένου δὲ περί τοὺς τοῦ Λοβιτζοῦ πρόποδας,
ῥαγδαῖος ὄμβρος αὐτὸν καταλαμβάνει καὶ νιφετὸς ἔξωρος,
 εἰκοστὴν πρὸς τῇ τετάρτη τοῦ Σεπτεμβρίου ἄγοντος, ἐν
ῄ ἡ τῆς μεγαλομάρτυρος Θέκλης μνήμη τελεῖται. πλημμὐρας
οὑν γενομένης τῶν ποταμίων ῥευμάτων καὶ ὑπερχειλήσαντος
τοῦ ὕδατος, θάλασσαν ἦν ὁρᾷν ἅπαν τὸ πεδίον ἐκεὶνο,
ἐν ᾧ ἥ τε βασιλικὴ σκηνὴ καὶ τὸ ὁπλιτικὸν ἄπαν κατεσκήνου.
 κἀντεῦθεν τὰ πρὸς χρείαν ἅπαντα ἠφανίσθησαν τοῖς ποταμίἴεται 
 

 
 ὄις ῥεύμασι παρασυρέντα, οἱ ἄνθρωποι δὲ καὶ τὰ κτήνη ὑπὸ
τοῦ κρύους ἐπήγνυντο. ἐμυκᾶτο δὲ καὶ βροντῶν ὁ οὐρανός
ἀστραπαὶ δὲ συνεχεῖς, χρονικὴν μὴ ἔχουσαι τὸ παράπαν διάστασιν,
τὸ περίγειον ἐκεῖνο ἅπαν ἐμπρῆσαι οἷον ἠπείλουν.
ταῦτα ὁρῶν ὁ βασιλεὺς ὲν ἀμηχανίᾳ ἦν· ἀναστολῆς δὲ μετρίας 
γενομένης, πλείστους τε ἀποβαλὼν ταῖς δίναις τῶν ποταμίων
συσχεθέντας ῥευμάτων , ἐκεῖθεν μετὰ τῶν λογάδων
ἔξεισι καὶ ὑπὸ φηγόν τινα μετ’ ἀυτῶν ἀπελθὼν ἵστατο. ῆχου
δὲ μεγίστου καὶ βοῆς ἀπὸ τοῦ δρυὸς οἶον ἔξερχομένου αἰσθόμενος
 καὶ σφοδροτέρων ἀνέμων τηνικαῦτα πνεόντων , πτοηθείς, 
μὴ τῇ τούτων βίᾳ ὁ δρῦς κατενεχθῇ, τοσοῦτον διάστημα
ἀποστάς, ὁπόσον ὁ δρῦς , εἰ κατενεχθείη, μὴ φθάσῃ καταρράξαι
αὐτόν, ἐννεὸς ἵστατο ὁ δ' εὐθὺς ὡσπερ ἐκ συνθήματος
ῥιζόθεν ἀνασπασθεὶς εἰς γῆν ὡρᾶτο κείμενος. ὁ δὲ βασιλεὺς
θαυμάζων εἰστήκει τὴν τοῦ θεοῦ περὶ αὐτὸν κηδεμονίαν· 
λογοποιουμένην δὲ ἀποστασίαν περὶ τὴν ἵω μαθών,
εἴσεισιν εἰς τὰ βασίλεια. καὶ τηνικαῦτα ἐπὶ τῷ ὀνόματι τῆς
μεγαλομάρτυρος Θέκλης ναὸν περικαλλῆ ἐδείματο, μεγαλοπρρεπῶς
 μὲν κατεσκευασμένον καὶ ἱκανῇ δαπάνῃ, χειρός τε τὸ ποι- 
 

 
 Ἴον ἔχοντα, σῶστρα τε θύσας ὲν αὐτῷ Χριστιανοῖς τὰ προσήκοντα,
τοὺς θείους ὔμνους διὰ παντὸς έν αὐτῷ ἀπεπλήρου.
οὕτω δὴ τὸ ἤδη ῥηθὲν ἱερὸν τέμενος ἐπ’ ὀνόματι τῆς
μεγαλομάρτυρος Θέκλης ἀνῳκοδόμητο, ἐν ᾠ τἀς ἐντεύξεις, ὡς
 ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν, ἡ βασιλίς καὶ· μήτηρ τοῦ αὐτοκράτορος
Ἀλξίου συνεχεῖς ἐπεποίητο. ἥν κἀγὼ βραχύν τινα
τεθέαμαι χρόνον κω τεθαύμακα · καὶ ὅτι μὴ κόμπος τὰ
ῥηθέντα, ἴσασιν ἅπαντες καὶ ὁμολογήσαιεν, εἰ γε βούλοιντο,
ὁπόσοι ἄτερ πάθους τὴν ἀλήθειαν ἐκκαλύπτειν ἐθέλουσιν. εἰ 
 μὲν γὰρ ἐγκωμιάζειν προειλόμην, ἀλλὰ μὴ ἱστορίαν ποιεῖν ,
ἐπὶ πλέον ἂν ἐπαφῆκα τὸν λόγον τοῖς πέρι τούτων διηγήμασι,
καθάπερ φθάσασα ἐδήλωσα· νῦν δὲ ἐπανακτέον αὖθις αὐτὸν
ἄρος τὸ προκείμενον.

Ἀσπαίρουσαν δὲ οἶον κατανοῶν τὴν βασιλείαν ὁ βασιλεὺς
 Ἀλέξιος, (καὶ γὰρ τὰ μὲν πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον
Τοῦρκοι δεινῶς ἐληίζοντο, τὰ δὲ κατὰ τὴν ἑσπέραν λίαν εἰχε
κακῶς , τοῦ Ῥομπέρτου πάντα κάλων κινοῦντος ἐφ’ ᾧ τὸν
προσεληλυθότα αὐτῷ ψευδώνυμον Μιχαὴλ εἰς τὰ βασίλεια 
εἰσάξαι· ὅπερ ἐμοὶ σκῆψις μᾶλλον δοκεῖ καὶ φιλαρχίας ἔρως,
o ἀναφλέγων αὐτὸν καὶ ἠρεμεῖν τὸ παράπαν μὴ συγχωρῶν · 
ἔνθεν τοι καὶ Πάτροκλον πρόφασιν τὸν μοναχὸν Μιχαὴλ
εὑρηκώς, τὸν τέως ὑποτυφόμενον τῆς φιλαρχίας σπινθῆρα εἰς 
 


 
 πυρσὸν ἀνῆψε μέγαν, κα δεινῶς κατὰ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς
ὡπλίζετο, δρόμωνάσ τε καὶ διήρεις ἑτοιμάζων καὶ τριήρεις, καί
σέρμωνας καὶ φορταγωγοὺς ἑτέρας παμπληθεῖς ναῦς ἐκ τῶν
παραλίων εὐτρεπίζων χωρῶν κἀκ τῆς ἠπείρου δὲ δυνάμεις
 πολλὰς συλλέγων εἰς τὸ προκείμενον αὐτῷ συνεπαρηγούσας ,) 
ἐν ἀμηχανίᾳ γοῦν ὁ γενναῖος ἐκεῖνος μεῖραξ γενόμενος καὶ
μὴ ἔχων ὁποτέρωσε νεύσειεν , ἑκάστου τῶν πολεμίων πρὸς
ἑαυτὸν τὴν μάχην οἶον προαρπάζοντος, ἠνιᾶτο καὶ ἤσχαλλε.
μήτε στρατιὰν ἀξιόμαχον τῆς τῶν Ῥωμαίων βασιλείας ἐχούσης,
( οὐ πλείους γὰρ τῶν τριακοσίων στρατιωτῶν ἦσαν, κα 
τούτων ἐκ τοῦ Κώματος, ἀναλκίδων πάντῃ καὶ ἀπειροπολέ
μῶν, καὶ ξενικῶν τινῶν εὐαριθμήτων βαρβάρων τῶν ἔπι τοῦ
δεξιοῦ εἰωθότων κραδαίνειν ὤμου τὸ ξίφος,) μήτε σωρῶν
 χρημάτων τοῖς περὶ τὰ βασίλεια ταμείοις ἐναποκειμένων, δι
ὤν ξυμμαχίας τινὰς ἐξ ἀλλοδαπῶν μετακαλέσοιτο. λίαν γα 
ἀτέχνως περί τε τὰ πολεμικὰ καὶ στρατιωτικὰ διατεθέντες οἱ |
πρὸ αὐτοῦ βεβασιλευκότες, ἐν στενῷ κομιδῇ τὰ τῶν Ῥωμαίων
συνήλασαν πάντα τὰ πράγματα. ἐγὼ γοῦν κὼ στρα-
τιωτῶν αὐτῶν καὶ πρεσβυτέρων ἀνδρῶν ἐνίων ἀκήκοα, ὡς |
οὐδεμία τῶν πόλεων ἀπ’ αἰῶνος ἐς τοσοῦτον ἀθλιότητος κα. 
 

 
 τηχθη. εἶχεν οὖν τῷ αὐτοκράτορι δυσκόλως τὰ πράγματα,
μεριζομένῳ μεριζομένῳ φροντίσι παντοδαπαῖς. ὁ δὲ γενναῖος ὢν καὶ·
ἄτρεστος καὶ τὰ πολεμικὰ ἔργα ἐμπειρίαν πολλὴν κεκτημένος, 
ἐβούλετο ἐκ πολλοῦ κλύδωνος εἰς ἀλύπους ἀκτὰς τὴν
 βασιλείαν αὖθις ἐγκαθορμίσαι , τῶν ἐπανισταμένων ἐχθρῶν
εἰς ἀφρόν, θεοῦ ἀρωγῇ, διαλυομένων κυμάτων δίκην, ὁπηνίκα
νίκα ταῖς πέτραις προσαράξουσι. δέον οὖν ἔγνω πάντας τοὺς
κατὰ τὴν ἀνατολὴν τοπάρχας ταχὺ μετακαλέσασθαι, ὁπόσοι
φρούριά τε καὶ πόλεις κατέχοντες γενναίως τοῖς Τούρκοις
 ἀντικαθίσταντο. εὐθὺς οὖν πρὸς ἅπαντας διαφόρους σχεδιά-
ζει γραφάς , πρός τε τὸν Δαβατηνὸν τοποτηρητὴν τηνικαῦτα
τῆς κατὰ πόντον Ἡρακλείας καὶ Παφλαγονίας χρηματίζοντα,
καὶ τὸν Βούρτζην τοπάρχην ὄντα Καππαδοκίας καὶ Χώματος, 
κὼ τοὺς λοιποὺς λογάδας, δηλώσας μὲν καὶ ὁπόσα αὐτῷ
 ξυμπεσόντα θεοῦ προνοίᾳ εἰς τὴν αὐτοκράτορος περιωπὴν
ἀνεβίβασεν ἐξ ὑπογυίου κινδύνου παραδόξως σωθέντα, παρακελευόμενος
δὲ τῶν σφετέρων χωρῶν πρόνοιαν ἱκανὴν ποιη-
σαμένους , κατασφαλίσασθαι αὐτὰς καί ἀποχρῶντας πρὸς
τοῦτο στρατιώτας καταλιπεῖν, μετὰ δὲ τῶν ἐπιλοίπων εἰς τὴν
 Κωνσταντίνου παραγίνεσθαι, συνεπαγομένους καὶ νεολέκτους
ἀκμῆτας, ὁπόσους δύναιντο. εἶτα δεῖν ἔγνω καὶ τὰ κατὰ τὸν
Ῥομπέρτον, ὡς ἐνόν, προκατασφαλίσασθαι καὶ τοὺς προσρυοἄτρεστος 
 

 
 μένους ἐκείνῳ ἀρχηγούς τε καὶ κόμητας ἀπεῖρξαι τοῦ ἐγχειρήματος.
ἐπειδὴ ὁ πρὸ τοῦ τὴν πόλιν αὐτὸν κατασχεῖν πρὸς
τὸν Μονομαχάτον ἀποσταλεὶς, δι' οὖ εἰς βοήθειαν αὐτὸν μετεκαλεῖτο,
χρήματά τε ἐπεζήτει ἀποσταλῆναί οἱ , γράμμα
μόνον κομίζων ἧκεν αὐτῷ προφάσεις δηλοῦντα , καθάπερ 
 φθάσαντες ἱστορήσαμεν, δι’ ἃς δῆθεν ἔτι τοῦ Βοτανειάτου
τῆς βασιλείας ἐγκρατοῦς ὄντος βοηθεῖν οὐκ ἠδύνατο · ταῦτα
ἀναγνοὺς καὶ πτοηθεὶς , μὴ μαθὼν τὴν ἀπὸ τῆς βασιλεία
 τοῦ Βοτανειάτου ἔκπτωσιν, προσρυῇ τῷ Ῥομπέρτῳ, ἀθύμως
εἶχε παντάπασι. τοιγαροῦν μετακαλεσάμενος τὸν σύγγαμβρ 
αὐτοῦ Γεώργιον τὸν Παλαιολόγον πρὸς τὸ Δυρράχιον ἔξαπέ
στεῖλε, πόλις δὲ τοῦτο Ἰλλυρική ,) παρακαλεσάμενος πάσῃ
μηχανῇ χρήσασθαι , ὥστε ἀμαχητὶ ἐκεῖθεν ἐξεῶσαι τὸν Μονομαχάτον,
ἐπεὶ μὴ ἀποχρῶσαν εἶχε δύναμιν , δι’ ἧς τοῦτο
ἄκοντα ἐκεῖθεν ἀπελάσει· πρὸς δὲ τὰς τοῦ Ῥομπέρτου μὴ 
χᾶνάς ἀντιπαλαμᾶσθαι , ὡς δύναμις. παρεκελεύσατο δὲ κα
τὰς ἐπάλξεις καινοπρεπέστερον κατασκευάσαι , ἀνήλωτα τὰ
πλείω τῶν ξύλων ἐάσαντα, ἱν· εἴ που διὰ κλιμάκων συμβαίη
τοὺς Λατίνους ἀνελθεῖν, ἅμα τῷ τῶν ξύλων ἐπιβῆναι περ
τρέπωνται ταῦτα καὶ σὺν τούτοις καταπίπτωσιν εἰς τοὔδαφος. 
ναί μὴν ἀλλὰ καὶ τοῖς ἡγεμόσι τῶν παραλίων πόλεω
καὶ αὐτοῖς δὴ τοῖς νησιώταις πολλὰ διὰ γραφῶν παρηγγυᾶτο 
 

 
 μὴ ἀναπεπτωκέναι , μηδὲ καταρρᾳθυμεῖν ὄλως, ἀλλ’ ἐγρηγορἐναι
καὶ νήφειν διὰ παντὸς περιφραττομένους καὶ τὸν Ῥομπερτον 
καρυοοκουντας, μὴ ἐξ εφοδου τῶν παραλίων πόλεων
ἐγκρατυὴς γενόμενος καὶ αὐτῶν δὴ τῶν νήσων, πράγματα ἐσύστερον
 τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων παρέξῃ.

Ταῦτα μὲν οὔτω παρὰ τοῦ βασιλέως περὶ τὸ Ἰλλυρικὸν
ᾠκονόμητο, καὶ καλῶς τὰ τέως κατὰ πρόσωπον καὶ ἐν
ποσὶ κείμενα τῷ Ῥομπέρτῳ κατοχυρώσας ὦπτο · ἀλλ’
τῶν κατὰ νώτων ἐκείνῳ προσισταμένων κατερρᾳθυμηκὼς ἥν.
 γράμματα τοίνυν πρῶτον μὲν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν Λογγιβαρδίας
Ἐρμᾶνον ἐκθέμενος , εἶτα καὶ πρὸς τὸν πάπαν Ῥώμης,
πρὸς δὲ καὶ πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπον Καπύης Ἕρβιον, πρὸς
τοὺς πρίγκιπας, ἔτι γε μὴν κω πρὸς ἅπαντας τοὺς ἀρχηγοὺς 
τῶν Κελτικῶν χωρῶν , δώροις τε μετρίοις τούτους δεξιωσάμενος
 καὶ ὑποσχέσεσι πολλῶν δωρεῶν καὶ ἀξιωμάτων, πρὸς τὴν
κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ἔχθραν ἠρέθιζεν· ὧν οἱ μὲν τῆς πρός
τὸν Ῥομπέρτον φιλίας ἤδη ἀπέστησαν , οἱ δὲ ὑπισχνοῦντο εἰ
πλείονα λάβοιεν. ὑπὲρ πάντας δὲ τούτους τὸν ῥῆγα Ἀλαμανίας
γινώσκων δυνάμενον πᾶν ὁ τι καὶ βούλοιτο κατὰ τοῦ
 Ῥομπέρτου καταπράξασθαι , ἅπαξ καὶ δὶς γράμματα πρὸς
αὐτὸν ἐκπέμψας καὶ διὰ μειλιχίων λόγων καὶ παντοίων ὑπο- 
 


 
 σχέσεων ὑποποιησάμενος, ἔπει καταπειθῆ τοῦτον ἐγνώκει κα
 τῷ αὐτοῦ ὑπεῖξαι θελήματι ὑπισχνούμενον , μεθ’ ἑτέρων αὖθις
γραμμάτων τὸν Χοιροσφάκτην ἐξέπεμψε τᾶδ’ ὑπαγορευόντων.
“τὰ κατὰ τὴν σὴν μεγαλοδύναμον ἐξουσίαν καλῶς ἔχειν
καὶ προκόπτειν ἔπι τὸ βέλτιον, εὐχῆς ἔργον ἐστὶ τῇ βασιλείᾳ 
μου , πανευγενέστατε καἰ τῷ ὄντι Χριστιανικώτατε ἀδελφέ.
καὶ πῶς γὰρ οὐκ ἐξέσται τῇ τοῦ κράτους ἡμῶν θεοσεβείᾳ
ἐπεύχεσθαι σοι τὰ κρείττω τε καὶ λυσιτελέστερα , τὴν έν σοὶ
καταμαθούσῃ θεοσέβειαν; ἡ γὰρ πρὸς τὴν ἡμετέραν βασιλείαν
ἀδελφική σου αὕτη ῥοπὴ καὶ διάθεσις καὶ ὁ μετὰ τοῦ κακομηχάνου 
ἀνδρὸς συμφωνηθεὶς ἀναδεχθῆναί σοι κάματος ,
 ἴνα τὸν παλαμναῖον καὶ ἀλιτήριον καἰ τοῦ θεοῦ πολέμιον ναὶ
τῶν Χριστιανῶν ἀξίως μετέλθῃς τῆς κακοφροσύνης αὐτοῦ
πολλήν σου τὴν ἀγαθοθέλειαν τῆς ψυχῆς διαδείκνυσι, χαἰ τὸ
ἔργον τοῦτο φανερὰν τὴν πληροφορίαν παρίστησι τοῦ κατὰ 
θεόν σου φρονήματος. τὰ δὲ κατὰ τὴν ἡμετέραν βασιλειᾶν
τὰ μὲν ἄλλα ἔχει καλῶς, ἐν ἐλαχίστοις δὲ ἀστατεῖ νὼ ταράττεται
τοῖς κατὰ τὸν Ῥομπέρτον κυμαινόμενα. ἀλλ’ εἴ τι
 δεῖ πιστεύειν τῷ θεῷ καὶ τοῖς ἐκείνου δικαίοις κρίμασι , ταχεῖα
ἥ καταστροφὴ ·τοῦ ἀδικωτάτου τούτου ἀνθρώπου παρέσεται. 
οὐδὲ γὰρ ἀνέξεται πάντως θεὸς ῥάβδον ἁμαρτωλῶν 
 

 
 κτὰ τῆς κληρονομίας αὐτοῦ ἔπι τοσοῦτον ἐπαφίεσθαι. τὰ
ἐντοι παρὰ παρὰ τοῦ ἡμῶν ἡμῶν συμφωνηθέντα ἀποσταλῆναι
τῇ μεγαλοδυνάμῳ σου ἔξουσίᾳ, αἰ ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες
χιλιάδες τῶν νομισμάτων καὶ τὰ ἐκατὸν βλαττία, ἀπετάλησαν
 νῦν διὰ τοῦ πρωτοπροέδρου Κωνσταντίνου καὶ καεπάνω 
τῶν ἀξιωμάτων κατὰ τὴν ἀρεσκείαν τοῦ πιστοτάτου
ρυ καὶ εὐγενεστάτου κόμητος τοῦ Βουλχάρδου. καὶ τὸ ῥηποσὸν
ποσὸν τῶν ἀποσταλέντων ἀπεπληρώθη διά τε εἰργαιένου
ἀργυρίου καὶ Ῥωμανάτου παλαιᾶς ποιότητος. καὶ
 λειουμένου τοῦ ὄρκου παρὰ τῆς εὐγενείας σου , σταλήσονιί
α' σοι καὶ αἰ ὑπόλοιποι διακόσιοι δεκαὲξ χιλιάδες τῶν
καὶ ἡ ῥόγα τῶν δοθέντων εἴκοσι ἄξιωμάτων διά
ῦ πιστοτάτου τῇ σῇ ἐξουσίᾳ Βαγελάρδου, ὁπηνίκα εἰς Λογβαρδίαν
κατέλθῃς. ὅπως μέντοι ὀφείλει τελεσθῆναι ὁ ὅρς,
 προεδηλώθη πάντως τῇ εὐγενείᾳ σου , ἀπαγγελεῖ δ’ ἔτι 
φέστερον καὶ ὁ πρωτοπρόδερος Κωνσταντῖνος καἰ κατεπάνω,
καὶ παρὰ τοῦ κράτους ἡμῶν ἐνταλθεὶς ἔκαστον τῶν κεφαίων,
ἅπερ μέλλουσι ζητηθῆναι καὶ παρὰ τοῦ γενησομένου
παρὰ σοῦ ὅρκου βεβαιωθῆναι. ὁπηνίκα γὰρ ἡ συμφωνία
 ἀναμεταξὺ τῆς βασιλείας μου καὶ τῶν παρὰ τῆς εὐγενείας
ἀποσταλέντων πρέσβεων ἐγίνετο, διεμνημονεί θησάν τινα τῶν 
 

 
 ἀναγκαιτέρων κεφάλαια· ὄτι δὲ πέρι τούτων μὴ ἔχειν πρόσταξιν
ειπον οἱ τῆς εὐγενείας σου ἄνθρωποι , κατὰ τοῦτο καὶ
ἥ βασίλεια μου τὸν ὅρκον αἰτοῖς ἀνήρτησε. τοίνυν καὶ τε-
λεσθήτω ὁ ἄρκος παρὰ τῆς εὐγενείας σου , ὡς ὁ πιστός σου
 Ἀλβέρτης ἐνωμότως τῇ βασιλείᾳ μου ἐβεβαίωσε, καὶ 
τὸ ἡμέτερον κράτος κατὰ προσθήκην ἀναγκαιοτέραν αὐτοῦ
ζητεῖ. ἡ δὲ βραδυτὴς τοῦ πιστοτάτου καὶ εὐγενεστάτου σὸν
κόμητος τοῦ Βουλχάρδου γέγονε διὰ τὸ τὴν βασιλείαν μου
βούλεσθαι τὸν φίλτατόν μου ἀνεψιόν, τὸν υἱὸν τοῦ πανευτυχεστάτου
σεβαστοκράτορος καὶ περιποθήτου αὐταδέλφου τῆι 
βασιλείας μου, θεαθῆναι παρ’ αὐτοῦ, ὡς ἂν ἐλθὼν ἀπαγγείλῃ
σοι τὴν ἐν ἡλικίας ἁπαλῷ καταστήματι βεβηκυῖαν σύνεσιν
τοῦ παιδός· τὰ γὰρ ἔξω καὶ σωματικὰ δεύτερα τίθεται λόυγου
ἡ βασιλεία μου , εἰ καὶ ἐν τούτοις πολὺ ἔχει τὸ περιούσιον.
 ὣ γὰρ τῇ μεγαλοπόλει ἐνδημήσας ἐθεάσατο τὸ παιδίον 
καὶ ὄσα εἰκὸς ὡμίλησεν, ἀπαγγελεῖ σοι ὁ πρέσβυς σου.
καὶ ἐπεὶ παιδίον μὲν οὔπω ὁ θεὸς τῇ βασιλείᾳ μου ἐχαρίσατο,
τόπον δέ μοι γνησίου παιδὸς ὁ φίλτατος οὐτος ἐπέχει
ἀδελφιδοῦς, θεοῦ εὐδοκοῦντος, οὐδέν ἐστι τὸ κωλῦον, ἑνω-
θῆναι ἡμᾶς δι’ αἵματος συγγενικοῦ, καὶ φίλα μὲν ἀλλήλοις 
φρονεῖν ὡς Χριστιανοῖς, οἰκειοῦσθαι δὲ καὶ τὰ ἀλλήλων ὡς
συγγενεῖς , ἴν' ἐντεῦθεν ἕκαστος δι’ ἀλλήλων δυναμούμενοι, 
 

 
 φοβεροί τοῖς ἐναντίοις ὦμεν μετά θεοῦ. τῇ μέντοι εὐγενείᾳ
σου νῦν ἀπεστάλησαν δεξιωμάτων ἕνεκεν ἐγκόλπιον χρυσοῦν
μετὰ μαργαριταρίων, θήκη διάχρυσος ἔχουσα τμήματα ἔνδον
διαφόρων ἁγίων, ὦν ἕκαστος διὰ τοῦ ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν
 ἐντεθέντος χαρτίου γνωρίζεται, καυκίον σαρδωνύ χιον καὶ
ἐμπότης κρύος ἀστροπελέκυν δεδεμένον μετὰ χρυσαφίου
καὶ ὀποβάλσαμον. μακρύναι ὁ θεὸς τὴν ζωήν σου , πλατύναι 
νὼ τὰ τῆς ἐξουσίας σου ὅρια , καὶ θείη σοι πάντας τοὺς
ἐντιπίπτοντας εἰς ὀνειδισμὸν κὼ εἰς καταπάτημα. εἰρήνη εἴη
 τῇ ἐξουσίᾳ σου, κὼ γαλήνης ἥλιος ἐπιλάμψοι πάσῃ τῇ ὑπηκόῳ
σου, κα γένοιντό σοι ἅπαντες εἰς ἀφανισμὸν οἱ ἐχθροί,
ἦς ἄνωθεν κραταιᾶς ἰσχύος κατὰ πάντων σοι χαριζομένης 
τὸ ἄμαχον, τοσοῦτον τὸ ἀληθινὸν αὐτοῦ ὄνομα ἀγαπῶντι καὶ
κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἐκείνου τὴν χεῖρα ὁπλίζοντι."

Οὔτω μὲν οὖν τὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν οἰκονομήσας
ιύτὸς πρὸς τὸ κατεπεῖγον καὶ ὑπόγυιον τὸν κίνδυνον ἀπει-
λοῦν ἡτοιμάζετο, ἐγκαρτερῶν ἔτι τῇ βασιλίδι τῶν πόλεων, 
κοπῶν ὅπως διὰ παντοίας μεθόδου τοῖς εἰς προὖπτον ἐπιἀπεστάη 
 


 
 κειμένοις ἐχθροῖς ἀντικατασταίη. καὶ· ἔπει, ὡς ὁ λόγος q θασας
ἐδήλωσε, τοὺς μὶν ἀθεωτάτους Τούρκους πέρι τὴν Προποντίδα
ἑώρα ἐνδιατρίβοντας, τοῦ Σολυμᾶ τῆς ἑῴας ἁπάσης
ἐξουσιάζοντος καὶ πέρι· τὴν Νίκαιαν αὐλιζομένου οὖ καὶ
σουλτανίκιον ἦν, ὅπερ ἂν ἡμεῖς βασίλειον ὀνομάσαιμεν,) καὶ 
προνομὰς συνεχῶς ἀποστέλλοντος καὶ ληιζομένου ἅπαντα τὰ
τε πέρι τὴν Βιθυνίαν διακείμενα καἰ Θυνίαν, καὶ μέχρις
αὐτῆς Βοσπόρου τῆς νῦν καλουμένης Δαμάλεως ἱππηλασίας
καὶ ἐπιδρομὰς ποιουμένους καὶ λείαν πολλὴν ἀφαιρουμένους
 καὶ μονονοὺ ὑπεράλλεσθαι καὶ ἀυτῆς ἐπιχειροῦντας τῆς 
θαλάττης· οὔς οἱ Βυζάντιοι ὁρῶντες ἀφόβως πάντη ἐνδιατρίβοντας
έν τοῖς περὶ τὰς ἀκτὰς διακειμένοις πολιχνίοις και
ἱεροῖς τεμένεσι , μή τινος ἐκεῖθεν αὐτοὺς ἀπελαύνοντος , ἔντρομοι
διὰ παντὸς ὄντες, διηποροῦντο ὅ τι δεῖ διαπράξασθαι·
ταῦτα ὁρῶν ὁ βασιλεύς , πολλοῖς κυμαινόμενος λογισμοῖς καἰ 
πολλὰς λαμβάνων μεταβολὰς καὶ τροπάς , τοῦ κρατήσαντος
γίνεται λογισμοῦ καὶ, ὦς ἐνόν , ἔργου εἴχετο. ἀφ' ὧν οὖν
ἐξ ὑπογυίου συνειλοχὼς ἦν Ῥωμαίων ἀνδρῶν καί τινων ἀπὸ
τοῦ Χώματος ὡρμημένων δεκάρχας προχειρισάμενος κὼ ἐν
 ἀκατίοις ἐνθέμενος, τοὺς μὲν ψιλοὺς τόξα καὶ ἀσπίδα φέροντας 
μόνον, τοὺς δὲ καἰ ἄλλως θωρήξασθαι εἰδότας κόρυσι τε 
 

 
 καὶ ἀσπίσι καὶ δόρυσι, νύξι πέρι τὰς ἀκτὰς κω τοὺς αἰγιαλοὺς
ἐρχομένους λάθρα ἐξάλλεσθαί τε καὶ τοῖς ἀθέοις εἰσπίπτειν
ἐκέλευσεν , εἴγε κατανοοῖεν μὴ πολλαπλοῦς τῆς αὐτῶν
ποσότητος ἐκείνους εἶναι, κω εὐθὺς παλινοστεῖν ἕκαστος ὅθεν
 ἔξῄει. ἀπειροπολέμους δὲ πάντῃ γινώσκων αὐτούς , ἐπέσκηπτεν
ἀψοφητὶ τὴν τὴν εἰρεσίαν τοῖς ἐρέταις παραγγέλλειν ποιεῖσθαι,
φυλαττομένους ἅω καὶ ἀπὸ τῶν ἐν ταῖς ῥωγμαῖς τῶν
πετρῶν λοχώντων βαρβάρων. τούτων γοῦν ἐπί τισιν ἡμέραις
οὕτω τελουμένων. κατ’ ὀλίγων τῶν πέρι τὴν θάλατταν χωρίων 
 ἀνωτέρω ἐχώρουν οἱ βάρβαροι. ὅπερ ὁ αὐτοκράτωρ μεμαθηκώς,
τοῖς ἀποσταλεῖσι παρεκελεύετο καταλαβεῖν , ἅπερ ἐκεῖνοι
πρώην κατεῖχον πολίχνια καὶ οἰκοδομήματα , καὶ εἴσω
τούτων διανυκτερεύειν· πέρι δὲ τὰς ἡλιακὰς αὐγὰς ὁπηνίκα
χορταγωγίας χάριν ἢν τινος καὶ ἑτέρας χρείας τοῖς ὑπεναντίοις
 ξυμνσςινρι ἔξιέναι, ἀθρόον αὐτοῖς ἐπιτίθεσθαι , καὶ εἴ τι κὰτ
αὐτῶν δυνηθεῖεν , ἀρκεῖσθαι τούτῳ, κἂν μικρὸν ᾐ, καὶ μὴ 
πλεῖον ζητοῦντας παρακινδυνεύειν καἰ θάρσος τοῖς ἐχθροῖς ἐν-
τεῦθεν διδόναι, ἀλλ’ εὐθὺς ὑποστρέφειν καὶ εἴσω τῶν φρουρίων
γίνεσθαι. οὐ πολὺ τὸ έν μέσῳ, καὶ πορρωτέρω αὖθις οἱ βάρβαροι
 ἐγίνοντο, ὥστε ἀποθαρρῆσαι τὸν αὐτοκράτορα τοῖς
τέως πεζοῖς καὶ ἱππάσασθαι κελεῦσαι καὶ δόρυ κινεῖν καὶ
πολλοὺς διαύλους ἱππασίας κατὰ τῶν ἐναντίων ποιεῖν, οὐκέτι 
 

 
 ἐν νυκτὶ οὐδὲ λάθρα ἐμπίπτουσιν, ἀλλὰ καὶ ἡμέρας ἄρτι
αὐγαζούσης. καὶ οἱ τέως δεκάρχαι πεντηκοντάρχαι γεγόνασι,
 καὶ οἱ πεζοὶ οἱ καὶ νυκτὸς μετὰ δέους πολλοῦ τοῖς ἐναντίοις μαχόμενοι,
ἑωθινοί αὐτοῖς ἐπετίθεντο, καὶ ἡλίου ἐς μεσουράνημα
φθάνοντος μετὰ θάρσους λαμπροὺς ξυνίστων πολέμους. οὔτως 
οὖν τοῖς μὲν εἰς τοὐπίσω προὐχώρει τὰ πράγματα, τῇ
δὲ Ῥωμαίων ἀρχῇ ἀναλάμπειν κατὰ μικρὸν τὸν ὑποτυφόμενον
τῆς ἐξουσίας σπινθῆρα συνέβαινεν. οὐ γὰρ ἀπὸ τῆς
Βοσπόρου μόνον καὶ τῶν τῇ θαλάττῃ παρακειμένων χωρίων
ὁ Κομνηὸς αὐτοὺς πόρρω που μάλα ἀπήλασεν, ἀλλὰ καἰ 
τῶν περὶ Βιθυνίαν καὶ Θυνίαν ἄπασαν καὶ· τῶν τῆς Νικομήδους
 ὁρίων ἐκδιώξας τὰ περὶ εἰρήνην ἀνέπεισε τὸν σουλτάνον
μάλα θερμῶς ἐξαιτεῖσθαι. ὡς δὲ τὴν ἀκατάσχετον
τοῦ Ῥομπέρτον ὁρμὴν ἐκ πολλῶν ἐβεβαιοῦτο, καὶ ὡς ἀπειροπληθεῖς
συναγηοχὼς δυνάμεις ἴδη πρὸς τὴν ἠιόνα τῆς Λογγιβαρδίας 
ἐγγίζειν ἐπείγεται, ἄσμενος τὸν περὶ εἰρήνης δέψεται
λόγον. εἰ γὰρ μηδὲ τὸν Ἡρακλέα πρὸς δύο μάχεσθαι
ἐνῆν, ὡς ὁ παροιμιώδης αἰνίττεται λόγος, πολλῷ μᾶλλον νέον
ἀρχηγὸν νεωστὶ διεφθορυίας ἐπιδραξάμενον ἤδη ἀρχῆς , κάτα
μικρὸν μὲν πρὸ πολλοῦ φθινούσης, εἰς τοὔσχατον δὲ ἤδη 
ἐληλακυίας, μὴ δυνάμεις, μὴ χρήματα κεκτημένον · προπέ-
ποτο γὰρ ἅπαντα ἐν μηδενὶ χρησίμῳ καταναλωθέντα. ἔνθεν 
 

 
 τοι καὶ τοὺς Τούρκους διὰ παντοίας μεθοδου τῆς τε Δαμάλεως 
λεως καὶ τῶν περὶ αὐτὴν παραλίων τόπων ἐκδιώξας, ἄμα δὲ
καὶ δώροις δεξιωσάμενος, ἐξεβιάζετο εἰς εἰρῃνικὰς ἀπονεῦσαι
σπονδάς, καὶ ὄρον αὐτοῖς τὸν καλούμενον Δράκοντα ποταμὸν
 δεδωκώς, μὴ ὑπερβαίνειν ὅλως αὐτοῦ, μήτε ποτὲ πρὸς τὰ
ὄρια Βιθυνὼν ἐξορμᾷν ἔπεισεν.

Οὔτω μὲν οὖν τὰ περὶ τὴν ἔω κατηύηναστο. καταλαβὼν
δὲ τὸ Δυρράχιον ὁ Παλαιολόγος, ταχυδρόμον ἀποστείλας
τὰ περὶ τοῦ Μονομαχάτου ἐδήλου, ὅτι τὰ πέρι τὴν ἐκείνου
 ὔφιξιν μεμαθηκώς, σπουδαίως πρός τε τὸν Βοδῖνον καὶ τὸν
Μιχανλᾶν προσεληλύθει. ἐδεδίει γὰρ διὰ τὸ μὴ ὑπακοῦσαι , 
ἀλλὰ κενὸν ἀποπέμψαι, ὂν πρὸ τοῦ τὴν μελετωμένην ἀποστασίαν
εἰς φῶς ἀγαγεῖν ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος πρὸς αὐτὸν
ἀποπεπόμφει γραμματοκομιστήν, χρήματα δι’ αὐτοῦ αἰτούμενος,
 κἂν ὁ βασιλεὺς μηδὲν κατ’ αὐτοῦ ἐνάντιον διενοεῖτο, εἰ
μὴ τὴν τῆς ἀρχῆς παράλυσιν διὰ τὴν ἤδη ῥηθεῖσαν αἰτίαν.
διαγνοὺς δὲ τὰ κατὰ τὸν Μονομαχάτον ὁ αὐτοκράτωρ, χρυσόβουλλον
λόγον πρὸς αὐτὸν ἐξαποστέλλει, πᾶσαν ἀφροντισίαν
αὐτῷ παρέχων· ὄν ἐν χερσὶν ἐκεῖνος λαβὼν παλινδρομεῖ πρὸς
 τὰ βασίλεια. ὁ δὲ Ῥομπέρτος εἰς Ὑδροῦντα παραγενόμενος 
καὶ τὴν ἅπασαν αὐτοῦ ἐξουσίαν καὶ αὐτῆς δὴ τῆς Λογγιβαρδίας
τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ῥογέρῃ ἀναθέμενος, ἐκεῖθεν ἐξελθών, τὸν 
 


 
 λιμένα τοῦ Bρεντησίου κατέλαβε, κἀκεῖσε τὴν τοῦ
εἰς τὸ Δυρράχιον ἔλευσιν μεμαθηκώς, παραχρῆμα έν
 τοῖς μείζοσι τῶν πλοίων πύργους δειμάμενος διὰ ξύλων, διὰ
βύρσης τούτους περιέστειλε. καί πάντα τὰ πρὸς τειχομαχίαν
ἐπιτήδεια ἐν ταῖς ναυσὶν εἰσαγαγὼν σπουδαίως , εἴς τε τοῖς 
δρόμωνας ἵππους τε καὶ ἐνόπλους ἱππέας εἰσελάσας, καἰ πάν·
 τοθεν τὰ πρὸς πόλεμον ὀ·ξέως μάλα ἐξαρτήσας, διαπερᾶν
ηπείγετο. ἐσκόπει γάρ , ὁπηνίκα τὸ Δυρράχιον καταλάβῃ,
περιζῶσαι τοῦτο διὰ τῶν ἑλεπόλεων ἀπό τε θαλάττης κὼ
πείρου , ἵν ἅμα μὲν καταπλήξῃ τοὺς ἐντός, ἅμα δὲ καὶ 
πανταχόθεν περιστοιχίσας αὐτούς, ἐξ ἐφόδου τὴν πόλιν αίρήσεται.
θόρυβος τοίνυν ἐντεῦθεν τούς τε νησιώτας καἰ τοὺς
περὶ τὴν ἠϊόνα τοῦ Δυρραχίου ταῦτα μεμαθηκότας κατέσχε
πολύς. ἐπεὶ δὲ κατὰ γνώμην αὐτῷ πάντα ἤδη τετέλεσται ,
λύσας τὰ πρυμνήσια , τούς τε δρόμωνας καὶ τὰς τριήρεις 
νῆας καὶ μονήρεις κατὰ τὴν τῶν ναυτικῶν ἐμπειρίαν εἰς πολέμου
 σχῆμα διατυπώσας, σὺν εὐταξίᾳ τοῦ πλόος ἀπεπειρᾶτο.
οὐρίου δὲ τυχὼν πνεύματος, τὴν κατὰ τὸν Αὐλῶνα
περαίαν κατέλαβε , καὶ τὴν ἠϊόνα παραπλέων, ἀπῆλθε μέχρι
Βοθρεντοῦ. κἀκεῖσε ἑνωθεὶς μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Βαϊμούντου 
τοῦ προφθάσαντος περᾶσαι καὶ τὸν Αὐλῶνα ἐξ ἐφέ- 
 

 
 δου κατασχεῖν, διχῆ τὸ ἅπαν διελὼν στράτευμα, τὸ μὶν
αὐτὸς κατεῖχε, διὰ θαλάττης τὸν ἀπόπλουν ὡς πρὸς τὸ
Δυρράχιον ἐθέλων ποιήσασθαι , τοῦ δὲ τὸν Βαϊμοῦντον ἄρχειν
ἐπέτρεψε, διὰ ξηρᾶς μέλλοντα πρὸς τὸ Δυρράχιον ὁδεῦσαι. 
 καὶ δὴ τὴν Κορυφὼ διελθὼν καὶ πρὸς τὸ Δυρράχιον
ἀποκλίνας, κατὰ τὸ ἀκρωτήριον Γλῶσσαν καλούμενον μεγίστῳ
κλύδωνι αἴφνης περιπεπτώκει. νιφετὸς γὰρ πολὺς καὶ ἄνεμοι
τῶν δρῶν κινηθέντες τὴν θάλατταν σφοδρῶς συνετάραττον.
κἀντεῦθεν ἠγείρετό τε τὰ κύματα καὶ ἐπωρύετο, αἰ τε
 κῶπαι τῶν προσκώπων καθημένων ἐθραύοντο , τά θ' ἱστία
διαβιβρώσκοντες ἦσαν οἱ ἄνεμοι, αἰ δὲ κεραῖαι συνθλώμεναι
κατὰ τοῦ καταστρώματος ἔπιπτον, καὶ αὔτανδρα ἤδη τὰ σκάφῃ
κατεποντίζοντο, κὰν θέρους ὥρα ἦν, τοῦ ἡλίου τὸν καρκὶνον 
ἤδη παρελθόντος καὶ πρὸς τὸν λέοντα ἐπειγομένου, ὁπότε κὼ
 τὴν τοῦ κυνὸς ἐπιτολὴν εἶναι φασιν. ἐταράττοντο οὖν ἅπαντες
ἔξαπορούμενοι, καὶ οὐκ εἶχον ὁ τι καὶ δράσαιεν, πολεμίοις
τοιούτοις ἀντικαθίστασθαι μὴ δυνάμενοι. θροῦς δὲ
πολύς , ῷμωζον, ἐποτνιῶντο , ἐθεοκλύτουν θεὸν σωτῆρα ἔπι.
καλούμενοι, καὶ τὴν ἥπειρον θεάσασθαι ἐπηύχοντο. ὁ δὲ κλύλο
 δων τέως οὐκ ἐνεδίδου , μηνίοντος ὥσπερ τοῦ θεοῦ πρὸς τὸ
τοῦ Ῥομπέρτου ἀκάθεκτον καὶ ὑπέρογκον φρύαγμα καὶ τὸ 
 

 
 τέλος ἐκ πρώτης ἀφετηρίας οὐκ εὐτυχὲς παραδεικνύοντος ἦδη.
τὰ μὶν οὖν τῶν πλοίων σὺν αὐτοῖς πλωτῆρσι κατεποντώθη ,
τὰ δὲ ταῖς ἀκταῖς προσαραχθέντα συνεθλάσθη. τῶν δὲ περιστελλουσὼν
τοὺς πύργους βυρσῶν ὑπὸ τοῦ ὑετοῦ χαλαρωτέρων
γεγονυιῶν, οἵ τε ἧλοι τῶν οἰκείων τόπων ἐξέστησαν, 
 καὶ τὸ ἐντεῦθεν αἱ βύρσαι βάρος εἰληφυῖαι τοὺς ξυλίνους
ἐκείνους πύργους ταχὺ περιέτρεψαν, καὶ καταρραγέντες τὰς
ναῦς κατέδυσαν. τὸ δέ γε σκάφος, ἐν ᾦ ὁ Ῥομπέρτος
ἡμίθραυστον γεγονὸς μόγις διεσώθη· διεσώθησαν δὲ καί τι-
νες τῶν ὁλκάδων σὺν τοῖς πλωτῆρσι παραδόξως. πολλοὺς μὲν 
 οὖν ἡ θάλαττα ἀποπτύσασα, οὐκ ὀλίγα δὲ βαλάντια καὶ ἄλλ’
ἄττα ἐξ ὧν τὸ ναυτικὸν τοῦ Ῥομπέρτου συνεπεφέρετο, περὶ τὴν
ψάμμον κατέστρωσε. τοὺς μέντοι νεκροὺς οἱ σωθέντες περιστέλλοντες
ἔθαπτον , κἀντεῦθεν πολλῆς τῆς ἐκ τούτων δυσωδίας
ἐμπίμπλαντο. οὐ γὰρ ἐνῆν αὐτοῖς τοσούτους ῥᾳδίως ἐνσοριάσαι. 
τῶν οὖν ἐδωδίμων ἁπάντων ἀφανισθέντων, τάχα ἂν καὶ ὑπὸ
λιμοῦ διεφθάρησαν οἱ τέως σωθέντες, εἰ μὴ τὰ λήϊα πάντα
καὶ οἱ ἀγροὶ καὶ οἱ κῆποι τοῖς καρποῖς ἔβριθον. συνετὰ μὲν
οὖν ταῦτα ἦσαν πᾶσι τοῖς φρονοῦσιν ὀρθῶς, τὸν δὲ Ῥομπέρτον
 οὐδὲν τῶν γεγονότων ἐφόβει, ἀκαταπτοήτως ἔχοντα καὶ 
 

 
 εἰς τοσοῦτον, οἶμαι τὴν ζωὴν ἑαυτῷ διαρκέσαι ἐπευχόμενον,
ἐφ’ ὅσον πρὸς οὑς ἐθέλει μάχεσθαι δύναιτο ἄν. ἔνθεν τοι
καὶ· τοῦ προκειμένου σκοποῦ τῶν γεγονότων οὐδὲν ἀπεῖρξεν
αὐτόν. ἀλλὰ μετὰ τῶν περισωθέντων ἦσαν γάρ τινες οἱ
 θεοῦ ἀμάχῳ δυνάμει τοῦ κινδύνου ῥυσθέντες) ἑβδόμην ἡμέραν
εἰς τὴν Γλαβινίτζαν ἐγκαρτερήσας , ἐφ’ ᾧ αὐτὸν ἀνακτήσασθαι,
διαναπαῦσαι δὲ καὶ τοὺς ἐκ τοῦ κλύδωνος τῆς θαλάττης
διασωθέντας, φθάσαι δὲ καὶ τοὺς εἰς τὸ Βρεντήσιον
καταλειφθέντας καὶ μὴν καὶ τοὺς ἄλλοθεν προσδοκῶ 
 μένους διὰ στόλου καταλαβεῖν, τούς τε πρὸ μικροῦ φθάσαντας
διὰ τῆς ἠπείρου διαπεραιωθῆναι ἱππέας ἐνόπλους καὶ
πεζοὺς καὶ τὸ ψιλὸν τῆς αὐτοῦ δυνάμεως, ἅπαντας συναγηοχὼς
διά τε τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, τὸ Ἰλλυρικὸν
πεδιόν κατέλαβε μετὰ πασῶν τῶν αὐτοῦ δυνάμεων. συνῆν
 δὲ αὐτῷ καὶ ὁ ταῦτά μοι διηγούμενος Λατῖνος, ὡς ἔλεγε
πρέσβυς τοῦ ἐπισκόπου Βαρέως πρὸς τὸν Ῥομπέρτον ἀποσταλείς,
καὶ ὡς διεβεβαιοῦτο, σὺν τῳ Ῥομπέρτῳ τὴν τοιαύτην
διέτριβε πεδιάδα. καἰ δὴ ἐντὸς τῶν ἐρειπωθέντων τειχῶν 
τῆς πάλαι καλουμένης πόλεως Ἐπιδάμνου καλύβας ἐπήγνυντο,
 το, ἰλαδὸν τὰς δυνάμεις κατατιθέμενοι. ἐν ἐν ᾗ βασιλεύς ποτε
Ἠπειρώτης Πυρρὸς Ταραντίνοις ἐνωθεῖς Ῥωμαίοις ἐν Ἀπουληΐᾳ
καρτερὸν τὸν πόλεμον συνεστήσατο · καὶ ἀνδροκτασίας 
 

 
 ἐντεῦθεν πολλῆς γεγονυίας, ὡς ἄρδην ἅπαντας ξίφους παρανάλωμα
γεγονέναι, γεγονέναι ἄνοικος πάντη καταλέλειπται. ἐν ὑσιέροις
δὲ χρόνοις, ὡς Ἕλληνές φασι καὶ αὐτὰ δὴ τὰ ἐν τῇ πόλει
γλυπτὰ γράμματα μαρτυροῦσιν, ὑπ’ Ἀμφίονος καὶ Ζήθου
 ἀνοικοδομηθεῖσα εἰς ὁ νῦν ὁρᾶται σχῆμα αὐτίκα καὶ τὴν 
κλῆσιν μεταμείψασα Δυρράχιον προσηγόρευται. τοσαῦτα μὲν
οὑν παριστορείσθω καὶ πέρι ταύτης τῆς πόλεως · καὶ ἡμῖν
τὰ τοῦ τρίτου λόγον ἐνταυθοῖ συμπεπεράνθω, τὰ δ' ἐφεξῆς
ὁ μετὰ τοῦτον εὐθὺς ἱστορήσειεν.

Ἡ μὶν οὖν ἤπειρος τὸν Ῥομπέρτον εἶχεν έν αὐτῇ αὐ- 
λιζόμενον, ἑπτὰ κω δεκάτην ἄγοντος τοῦ Ἰουνίου μηνὸς τῆς 
 


 
 τετάρτης ἐπινεμήσεως, μεθ’ ἱππέων καὶ πεζῶν δυνάμεων ἀριθμὸν
ὑπερβαινουσῶν, καὶ φοβερὸν ἰδεῖν ἀπό τε τοῦ σχήματος
ἀπό τε τῆς στρατηγικῆς καταστάσεως · ἤδη γὰρ ἁπανταχόθεν
 αὖθις συνήθροιστο στράτευμα· ἐν δὲ τῇ θαλάττῃ
παντοῖον εἶδος πλοίων μεθ’ ἑτέρων στρατιωτῶν, ἐμπειρίαν 
πολλὴν τοῦ διὰ θαλάττης πολέμου ἐχόντων , τὸ ναυτικὸν αὐτοῦ
διεπλωίζετο. περιστοιχισθέντες οὖν οἱ του Δυρραχίου
ἐντὸς ἐξ ἑκατέρου μέρους, θαλάττης φημὶ καὶ ἠπείρου , καὶ
ἀπειροπληθεῖς τὰς τοῦ Ῥομπέρτου ὁρῶντες δυνάμεις καὶ πάντα
λόγον ὑπερβαινούσας, μεγίστῳ δέει συνείχοντο. ὁ δέ γε 
Παλαιολόγος Γεώργιος γενναῖος ὢν ἀνὴρ καὶ στρατηγικὴν
 πᾶσαν ἐξησκημένος , μυρίους δὲ πολέμους ἀγωνισάμενος κατὰ
τὴν ἕω καὶ νικητὴς ἀναδειχθείς, ἀκατάπληκτος ὢν τὴν πόλιν
κατωχύρου , τάς τε ἐπάλξεις κατασκευάζων κατὰ τὰς ὑποθημοσύνας
τοῦ αὐτοκράτορος, καὶ λιθοβόλοις τὰ τείχη καταπυκνῶν 
μηχανήμασι, τούς τε ἀναπεπτωκότας τῶν στρατιωτῶν
ἀνακτώμενος , καὶ σκοποὺς δι᾿ ὅλου καταστήσας τοῦ τείχους.
καὶ αὐτὸς δὴ περιπολεύων διὰ πόσης νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐπαγρυπνεῖν
τοὺς φυλάσσοντας παρεκελεύετο. τηνικαῦτα δὲ καί
διὰ γραμμάτων τὴν τοῦ Ῥομπέρτου ἔφοδον ἐδήλου τῷ αὐτοκράτορι, 
 καὶ ὅτι τὴν πόλιν πολιορκήσων τὸ Δυρράχιον
οἱ δὲ ἐντὸς ὁρῶντες τὰς ἔξωθεν ἑλεπόλεις καὶ τὸν 
 

 
 κατασκευασθέντα ὑπερμεγέθη μόσυνα ὑπερανεστηκότα κα;
ιὐτῶν τῶν τοῦ Δυρραχίου τειχῶν , βύρσαις τε πανταχόθεν
περιπεφραγμένον, καὶ τὰ λιθοβόλα μηχανήματα κατὰ κορυφὴν
τούτου ἱστάμενα , τήν τε πᾶσαν περιβολὴν τῶν τειχῶν
 ἔξωθεν τοῦ στρατοπέδου περιζωσθεῖσαν, καὶ τοὺς ἁπανταχόθεν
συρρέοντας συμμάχους πρὸς τὸν Ῥομπέρτον, καὶ τὰς παακειμένας
πόλεις ἐξ ἐπιδρομῆς πορθουμένας, καἰ τὰς καλύβας
ἐκεῖθεν καθεκάστην πολλαπλασιαζομένας , δέει συνείχοντο,
διαγινώσκοντες ἤδη τὸν σκοπὸν τοῦ δουκὸς Ῥομπέρτου, 
 θὼς οὐκ ἔπι τῷ πόλεις καἰ χώρας δῃώσασθαι καὶ λείαν πολλὴν
ἐκ τούτων συγκομισάμενος αὖθις εἰς Ἀπουληΐαν ἐπαναστρέψαι,
ὡς ἁπανταχοῦ διεκηρυκεύετο, τὸ Ἰλλυρικὸν πεδίον
κατέλαβεν, ἀλλὰ τῆς ἀρχῆς τῆς Ῥωμαίων βασιλείας ἱμειρόμενος,
τὸ Δυρράχιον, ὅ φασιν, ἐκ πρώτης ἀφετηρίας πολιορκῆσαι
 ἠπείγετο. κελεύει τοίνυν ὁ Παλαιολόγος ἄνωθεν πυθέ- 
σθαι, ὅτου χάριν παραγέγονεν. ὁ δέ φησιν “ὥστε τὸν τῆς 
βασιλείας ἔξωσθέτα Μιχαὴλ τὸν ἐμὸν κηδεστὴν εἰς τὴν ἰδίαν
τιμὴν αὖθις ἀποκαταστῆσαι καὶ τὰς εἰς αὐτὸν γεγονυίας
ὔβρεις ἐπε·ξελθεῖν καί τὸ ὅλον ἐκδικῆσαι αὐτόν." οἱ δέ φασι
 πρὸς αὐτόν, ὡς “εἰ τὸν Μιχαὴλ θεασάμενοι γνωρίσομεν
προσκυνήσομέν τε εὐθὺς αὐτὸν καἰ τὴν πόλιν παραδῶμεν.’
ταῦτα ἀκούσας ὁ Ῥομπέρτος προστάσσει εὐθὺς τὸν Μιχαὴλ 
 

 
 λαμπρῶς ἀμφιασθέντα ὑποδειχθῆναι τοῖς τῆς πόλεως οἰκήτορσιν.
ἀπαγαγόντες δὲ τὸν τοιοῦτον μετὰ λαμπρᾶς προπομπῆς,
 παντοίοις ὀργάνοις μουσικοῖς καὶ κυμβάλοις κατακτυπούμενον
ὑποδεικνύουσιν. ἅμα δὲ τῷ τοῦτον θεάσασθαι , ἄνωθεν μυρίαις
ὕβρεσιν ἔπλυνον, μὴ ἐπιγινώσκειν αὐτὸν ὅλως διισχυριζόμενοι. 
ὁ δὲ Ῥομπέρτος παρ’ οὐδὲν ταῦτα θέμενος , τοῦ
προκειμένου ἔργου εἴχετο. έν ὅσῳ δὲ ταῦτα οἱ τε ἐντός, οἵ
τε ἐκτὸς πρὸς ἀλλήλους ἔλεγον , ἄφνω τῆς πόλεως ἐκπηδήσαντές
τινες μετὰ τῶν Λατίνων συναίρουσι πόλεμον, καὶ μερικῶς
αὐτοὺς καταβλάψαντες αὖθις εἰσῆλθον εἰς τὸ Δυρράχιον. 
περὶ δέ γε τοῦ συνεφεπομένου μοναχοῦ τῷ Ῥομπέρτῳ
διαφόρου γνώμης ἦσαν οἱ πλείους. οἱ μὲν διεκήρυττον τὸ
 οἰνοχόον λέγοντες εἶναι Μιχαὴλ βασιλέως τοῦ Δούκα , οἱ δὲ
αὐτὸν ἐκεῖνον διεβεβαιοῦντο τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τὸ
τοῦ βαρβάρου συμπένθερον , δι’ ὃν καὶ τὸν πολὺν ανείλετο 
πόλεμον, ὥς φασιν · ἔνιοι δὲ διενίσταντο ἀκριβῶς εἶδέ
ὅτι σκῆψις ἦν τὸ ὅλον τοῦ Ῥομπέρτου. οὐ γὰρ αὐτόμολος
εἰς αὐτὸν ἐκεῖνος ἐληλύθει, ἀλλ’ ἐπεὶ ἀπὸ ἐσχάτης πενίας καὶ
τύχης ἀφανοῦς διὰ δραστηριότητα φύσεως καὶ φρονήματι
ὄγκον πασῶν τῶν κατὰ τὴν Λογγιβαρδίαν πόλεων καὶ χωρῶν 
καὶ αὐτῆς τῆς Ἀπουληΐας ἐγκρατὴς γεγονὼς κύριον ἑαυτὸν
κατέστησεν ὡς ὁ λόγος ἄνωθεν φθάσας ἱστόρησε, μετ᾿ οὐ 
 

 
 πολὺ εἰς ἔφεσιν πλειόνων ἐλθών, ὁποία ταῖς ἀκορέστοις ἐγγί- 
γνεσθαι εἴωθε ψυχαῖς, τῶν κατὰ τὸ Ἰλλυρικὸν διακειμένων
πόλεων δεῖν ἔγνω ἀποπειρᾶσθαι καὶ οὔτως, εἰ εὔοδα αὐτῶ
τὰ πράγματα γένοιτο, τοῖς ἔμπροσθεν ἐπεκτείνεσθαι. κω
 γὰρ πᾶς φιλοχρήματος, ἐπειδὰν ἀρχῆς δράξοιτο γαγγραίνης 
οὐδὲν διενήνοχεν, ἥτις ἐπειδὰν σώματος ἐπιλάβοιτο, οὐδαμῶς
ἵσταται, μέχρις ἂν τὸ ὅλον διαπορευομένη λυμήνηται.

Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ πάντα διὰ γραμμάτων τοῦ Παλαιολόγου
ἀναδιδαχθείς, καὶ ὅτι κατὰ τὸν Ἰούνιον μῆνα διαο
 περάσας ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε,) καὶ τοσούτω κλύδωνι
καὶ ναυαγίῳ κατασχεθεὶς καὶ οἵᾳ θεομηνίᾳ περιπεσών,
οὐχ ὑπεστάλη, ἀλλὰ τὸν Αὐλῶνα μετὰ τῶν δὺν αὐτῶ συνελθόντων
ἐξ ἐφόδου κατέσχε, καὶ ὅπως αὖθις ἁπανταχόθεν
ἀπειροπληθεῖς δυνάμεις ἐς αὐτὸν συρρέουσι νιφάσιν ἐοικυῖαι
 χειμερίῃσι, καὶ οἱ κουφότεροι τὸν ψευδώνυμον ἐπ’ ἀληθείας 
Μιχαὴλ εἶναι τὸν βασιλέα πιστεύοντες προσέρχονται τῷ Ῥομπέρτῳ, 
ἐδεδίει πρὸς τὸ τῆς ὑποθέσεως ἀποβλέπων μέγεθος.
ναὶ τὰς ὑπ᾿ αὐτὸν δυνάμις μηδὲ τὸ πολλοστὸν τῶν τοῦ Ῥομπέρτου
σωζούσας κατανοῶν , δέον ἔκρινεν ἐκ τῆς ἑῴας τοὺς
 Τούρκους μετακαλέσασθαι , καὶ τηνικαῦτα περὶ τούτου δηλοῖ
τῷ σουλτάνῳ. ἀλλὰ καὶ τοὺς Βενετίκους προσκαλεῖται δι’
ὑποσχέσεων κω δώρων , ἀφ’ ὦν, ὥς φασι, καὶ τὸ βένετον 
 


 
 χρῶμα ἐν ταῖς ἱππικαῖς ἁμίλλαις Ῥωμαίοις ἐξεύρηται, ) τὰ
μὲν ἐπαγγειλάμενος, τὰ δὲ καὶ προτείνων ἤδη, εἰ μόνον θελήσαιεν
 τὸ ναυτικὸν ἁπάσης τῆς χώρας αὐτῶν ἐξοπλίσαι καὶ
τάχιον εἰς τὸ Δυρράχιον καταλαβεῖν, ἐφ’ ᾦ τοῦτο μὶν φυλάξαι,
μέτα δὲ τοῦ στόλου τοῦ Ῥομπέρτου καρτερὸν συστήσασθαι 
πόλεμον. καὶ εἰ κατὰ τὰ διαμηνυθέντα αὐτοῖς ποιήσαιεν,
εἴτε θεοῦ ἐπαρήγοντος τὴν νικῶσαν σχοῖεν , εἴτε ὁποῖα συμβαίνειν
εἴωθεν,) ἡττηθεῖεν , ἐκεῖνα αὐτὰ λήψονται κατὰ τὰ
ὑπεσχημένα, ὥπερ εἰ κατὰ κράτος ἐνίκησαν. ἀλλὰ καὶ ὁπόσα
τῶν θελημάτων αὐτῶν μὴ ἐπισφαλῆ τῇ τῶν Ῥωμαίων ἀρχῇ 
εἶεν , ἀποπληρωθήσονται διὰ χρυσοβούλλων λόγων ἐμπεδωθέντα.
οἱ δὲ τούτων ἀκούσαντες πάντα ὅσαπερ ἤθελον αὐθις
 διὰ πρέσβεων ἐξαιτησάμενοι , τὰς ὑποσχέσεις βεβαίας λαμβάνουσι.
τηνικαῦτα τοίνυν στόλον εὐτρεπίσαντες διὰ παντοίου
εἴδους πλοίων , τὸν πρὸς Δυρράχιον ἀπόπλουν ἐποιοῦντο σὺν 
εὐταξίᾳ πολλῇ. καὶ πολλοὺς κελεύθους διανη·ξάμενοι, κατέλαβον
τὸ ἐπ’ ὀνόματι τῆς ὑπεραμώμου θεοτόκου πάλαι ἀνοικοδομηθὲν
τέμενος εἰς τόπον Παλλία καλούμενον ἀπέχοντα
τῆς παρεμβολῆς τοῦ Ῥομπέρτου, ἔξωθεν τοῦ Δυρραχίου κειμένης,
ὡσεὶ σταδίους ὀκτωκαίδεκα. θεασάμενοι δὲ τὸ ναυτικὸν 
 τοῦ Ῥομπέρτου ἐκεῖθεν τῆς πόλεως Δυρραχίου 
 

 
 εἴδει πολεμικῶν ὀργάνων περιπεφραγμένον, ἀπεδειλίασαν πρὸς
τὸν πόλεμον. μεμαθηκὼς δὲ τὴν τούτων ἔλευσιν ὁ Ῥομπέρτος,
πέμπει τον υιον αὐτου Βαιμουντον πρὸς αὐτοὺς μετὰ
στόλου, μηνύων εὐφημῆσαι τὸν βασιλέα Μιιχαὴλ καὶ αὐτὸν
 τὸν Ῥαμπέρτον. οἱ δὲ εἰς νέωτα τὴν εὐφημίαν ἀνήρτων.
ἑσπέρας δὲ καταλαβούσης, ἐπεὶ οὐκ ἐνῆν αὐτοῖς ταῖς ἀκταῖς
προσπελάσαι, νηνεμίας οὔσης, συναρτήσαντες τὰ μείζονα
τῶν πλοίων καλωδίοις τε δεσμήσαντες καὶ τὸν λεγόμενον
πελαγολιμένα συναπαρτίσαντες, πύργους τε ξυλίνους ἐν τοῖς
 ἰστοῖς αὐτῶν οἰκοδομήσαντες, διὰ καλωδίων ἀνήγαγον ἐν αὐτοῖς 
τὰ ἑκάστῳ αὐτῶν συνεφεπόμενα μικρὰ ἀκάτια. ἐντὸς
δὲ τἄν τοιούτων ἄνδρας ἐνόπλους εἰσαγαγόντες , ξύλα τε παχύτατα
εἰς μέρη διατεμόντες, οὐκ εἰς πλεῖον πήχεως ἑνός ,
σιδηρέους ἥλους ἀυτῶν ἐμπήξαντες ἐν αὐτοῖς, τὴν τοῦ Φραγγικοῦ
 στόλου ἐξεδέχοντο ἔλευσιν. ἡμέρας δὲ ἤδη αὐγαζούσης , καταλαμβάνει
ὁ Βαϊμοῦντος τὴν εὐφημίαν ἐξαιτούμενος. τῶν
δὲ εἰς τὸν πώγωνα αὐτοῦ ἐφυβρισάντων, τοῦτο ὁ Βαϊμοῦντος
μὴ ἐνεγκών, αὐτὸς πρῶτος κατ’ αὐτῶν ἐξορμήσας , τοῖς μεγί- 
στοις τῶν αὐτῶν πλοίων προσεπέλασεν, εἰτα καὶ ὁ λοιπὸς 
 στόλος. καρτεροῦ δὲ πολέμου συρραγέντος, ἔπει ὁ Βαϊμοῦντος
καρτρώτερον αὐτοῖς ἐπεμάχετο, ἕν τῶν εἰρημένων ξύλωρ 
 

 
 ἄνωθεν ῥίψαντες, εὐθὺς διέτρησαν τὴν ναῦν, ἐν ᾗ ὁ Βαϊμοῦντος
ἐτύγχανεν ὤν. ὡς δὲ ἀναρροιβδήσαντος τοῦ ὕδατος
καταποντίζεσθαι ἔμελλεν , οἱ μὲν ἐξερχόμενοι τῆς νεῶς, ἔξ
οὗπερ ἔφυγον , εἰς τοῦτ’ αὐτὸ ἐνέπιπτον καὶ ἐβυθίζοντο , οἱ
δὲ μετὰ τῶν Βενετίκων μαχόμενοι ἀνῃρέθησαν· ἐκεῖνος δὲ 
εἰς κίνδυνον ἤδη ἐληλακώς, εἰς έν τῶν αὐτοῦ πλοίων εἰσπηδήσας,
εἰσεῖσιν. ἐπὶ πλέον δὲ θαρρήσαντες οἱ Βενέτικοι καὶ
 τὴν κατ’ αὐτῶν μάχην θαρραλεώτερον συνάψαντες καὶ τελείως
κατατροπωσάμενοι τούτους, ἐδίωξαν ἄχρι τῆς τοῦ Ῥομπέρτου
σκηνῆς. ἅμα δὲ τῷ τῇ χέρσῳ πελάσαι , εἰσπηδήσαν- 
τες ἄλλον πόλεμον μετὰ τοῦ Ῥομπέρτου συνάπτουσι. τούτους
θεασάμενος ὁ Παλαιολόγος, ἐξελθὼν καὶ αὐτὸς ἀπὸ τοῦ
κάστρου Δυρραχίου μαχόμενος ἥν μετ᾿ αὐτῶν. καρτεροῦ
γοῦν γεγονότος πολέμου καὶ μέχρι τῆς Ῥομπέρτου παρεμβολῆς
φθάσαντος, ἐκεῖθεν ταύτης πολλοὶ ἐδιώχθησαν, πολλοὶ 
δὲ καὶ παρανάλωμα ξιφῶν γεγόνασιν. οἱ δὲ Βενέτικοι λείαν
πολλὴν ἀφελόμενοι, εἰς τὰ ἴδια πλοῖα παλινοστήσαντες εἰσῄεσαν
 ὁ δὲ Παλαιολόγος εἰς τὸ κάστρον αὖθις εἴσεισιν. ἡμέρας
γοῦν τινὰς οἱ Βενέτικοι διαναπαυσάμενοι , ἀποστέλλουσι
πρὸς τὸν βασιλέα πρέσβεις διαμηνύοντες τὰ γεγονότα. ὁ δὲ 
φιλοφρονησάμενος αὐτούς, ὡς εἰκός, καὶ μυρίων εὐεργεσιῶν
ἀξιώσας ἀπέλυσεν, ἀποστείλας μετ’ αὐτῶν χρήματα ἱκανὰ
πρός τε τὸν δσῦκα Βενετίας καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἄρχοντας.

Ὁ δὲ Ῥομπέρτος μαχιμώτατος ὤν, δεῖν ἔγνω μὴ
ἀφίστασθαι τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καρτερῶς μάχεσθαι. χειμῶνος
δὲ ὄντος οὐκ ἦν αὐτῷ τὰ πλοῖα εἰς τὴν θάλασσαν καθελκύσαι·
ἀπεῖργε δὲ καὶ τοὺς ἀπὸ Λογγιβαρδίας ἐρχομενους 
 καὶ τοὺς τά πρὸς χρείαν αὐτῷ ἐκεῖθεν κομίζοντας ὅ τε Ῥωμαϊκὸς
καὶ ὁ τῶν Βενετίκων στόλος, τὸν ἀναμεταξὺ πορθμὸν
ἐπιμελῶς τηροῦντες. ὡς δὲ τὸ ἔαρ ἤδη παρῆν καὶ ὁ θαλάτ-
τιος κλύδων ἐπέπαυτο, πρῶτον μὲν οἱ Βενέτικοι λύσαντες τὰ
πρυμνήσια κάτα τοῦ Ῥομπέρτου ἐξώρμησαν· ἐχομένως δὲ
 οτούτοις ὁ Μαύριξ μετὰ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ ἀπέπλευσε στόλου. καὶ
συναίρεται πόλεμος ἐντεῦθεν βαρύτατος, καὶ οἱ τοῦ Ῥομπέρτου
τὰ νῶτα διδόασιν. εἶτα δεῖν ἔγνω ὁ Ῥομπέρτος ἅπαντα
τὸν αὐτοῦ στόλον ἑλκύσαι εἰς τὴν χέρσον. οἱ δὲ νησιῶται
καὶ τὰ παρὰ θάλατταν τῆς ἡπείρου πολίχνια καὶ ὁπόσοι ἄλλοι 
 φόρους παρεῖχον τῷ Ῥομπέρτῳ, τεθαρρηκότες διὰ τὰ 	
συμπεσόντα αὐτῷ, οὐχ ἑτοίμως τὰ ἐπιτεθέντα βάρη ἐδίδουν,
τὴν αὐτοῦ κατὰ θάλατταν μαθόντες ἧτταν. δεῖν οὖν οὖν ἔγνω
πλείονι περιεργίᾳ πολέμου χρήσασθαι καὶ διά τε
καὶ ἡπείρου μάχεσθαι. ἐπεὶ δὲ οὐκ ἐνῆν τὰ κατὰ γνώμην
 εἰς ἔργον προάγειν, δεδιὼς τὸ ναυάγιον, ἀνέμων μεγάλων
τηνικαῦτα πνεόντων, ἐγκαρτερήσας ἔπι δυσί μησὶ πρὸς τὸν 
 


 
 λιμένα τῆς Ἱεριχὼ ηὐτρεπίζετο, βουλόμενος ἀπό τε τῆς θα-
 λάττης καὶ τῆς ἠπείρου μάχεσθαι, καὶ τὰ τῆς μάχης ἐξήρτυεν.
 ὁ δὲ στόλος ὅ τε Βενέτικος καὶ ὁ Ῥωμαϊκός, ὡς ἐνόν, τὸν
πορθμὸν ἐτήρει, καὶ ὁπηνίκα μικρὸν ἡ θάλασσα τοῖς βουλομένοις
πλεῖν νῶτα ὑπεῖχε, τοὺς ἔκειρεν πρὸς τὸν Ῥομπέρτον 
ἐπιχειροῦντας διαπερᾷν ἀπεῖργεν. ὡς δὲ οὐδ᾿ ἄπο τῆς ἠπείρου
ῥοῦ ῥᾳδίως ἐνῆν τὰ πρὸς χρείαν κομίζεσθαι περὶ τὸν Γλυκὺν
ποταμὸν αὐλιζομένοις αὐτοῖς, τῶν ἐκ τοῦ Δυρραχίου
ἀπειργόντων τοὺς χορταγωγίας χάριν ἢ συγκομιδῆς ἑτέρῳ
 ἐξιόντας τῆς τοῦ Ῥομπέρτου ταφρείας, λιμώττειν ἐντεῦθεν 
τούτοις συνέβαινεν ἀλλὰ καὶ τὸ ἄηθες τοῦ τόπου μεγάλως
αὐτοὺς ἐλυμαίνετο. διὰ παραδρομῆς τοίνυν μηνῶν τριῶν
ὡς λέγεται, φθορὰ γέγονεν ἀνδρῶν εἰς χιλιάδας δέκα συμποσουμένων.
ἡ δὲ νόσος αὕτη καὶ τὰς μετὰ τοῦ Ῥομπέρτου
ἱππικὰς δυνάμεις καταλαβοῦσα, πολλοὺς διέφθειρεν. ἀπὸ 
μὲν γὰρ τῶν ἱππέων κόμητες καὶ λογάδες ἀλκιμώτατοι ἄνδρες
μέχρι τῶν πεντακοσίων νόσου καὶ λιμοῦ παρανάλωμα
γεγόνασι, τῆς δὲ χθαμαλωτέρας τύχης ἱππεὶς ἀναρίθμητοι.
τῶν δὲ πλοίων αὐτοῦ εἰς τὸν Γλυκὺν ἐνορμισθέν-
 των ποταμόν, ὡς εἴρηται, τούτου ὀλιγωθέντος διὰ τὴν ἀνυδρίαν, 
ἤδη μετὰ τὸν χειμῶνα καἰ τὸ ἐπιγεγονὸς ἔαρ τοῦ 
 

 
 ρέους θερμότερον ἐπιβάλλοντος, καἰ μηδ’ ὁπόσον ταῖς χαράδραις
εἴωθε καταρρεῖν ὕδωρ ἔχοντος, ἐν ἀμηχανίᾳ ἠν,
μὴ δυνάμενος αὖθις αὐτὰ εἰς τὴν θάλασσαν ἑλκύσαι. ἀλλ’
οἶα μηχανικώτατος ὢν καὶ βαθύνους ἀνήρ, πασσάλους ἑκατέρωθεν
 ἐκέλευε πήγνυσθαι τοῦ ποταμοῦ, παμμεγέθη δὲ τοὺτους
διὰ λύγων πυκνῶν, εἶτα δένδρη παμμεγέθη κόπτοντας
ῥιζόθεν ὄπισθεν αὐτῶν καταστρωννύειν, ψάμμον ἐπιπάττοντας
ἄνωθεν, ὡς εἰς ἕνα τὸ ὕδωρ συλλείβεσθαι τόπον,
ὥσπερ εἰς διώρυχα μίαν τὴν ἐκ τῶν πασσάλων γεγοο
 νυῖαν συναθροιζόμενον. καὶ κατὰ μικρὸν ἀναλιμνάζον τὸ 
ὕδωρ τὴν κρηπῖδα πᾶσαν ἐπλήρου τοῦ ποταμοῦ καὶ εἰς βάθος
ἀξιόλογον ἤρχετο, ἕως τὰς ναῦς ἀνεκούφισε καἰ τὰς τέως
ἐρηρεισμένας νῆας τῇ γῇ ἀνέσχε τε καὶ ἀκρόπλους ἐποίησε.
καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε εὐπλοΐας ἐπιδραξάμενα τὰ πλοῖα, εὐκόλως
 πρὸς τὴν θάλασσαν εἱλκύσθησαν.

Μεμαθηκὼς δὲ τὰ κατὰ τὸν Ῥομπέρτον ὁ αὐτοκράτωρ,
παραχρῆμα διὰ γραφῆς τῷ Πακουριανῷ τὴν αὐτοῦ
ἀκάθεκτον ὁρμὴν παρίστησι καὶ ὅπως τὸν Αὐλῶνα κατέλαβε,
μὴ πεφροντικὼς ὅλως τῶν συμπεσόντων αὐτῷ δεινῶν κατ’ ἤπειρόν 
 τε καὶ θάλατταν μήτε τῆς ἥττης ἐκείνης, ἣν ἐκ πρώτης,
ὅ φασιν, ἀφετηρίας ἐπεπόνθει· καὶ ὡς χρὴ μὴ μέλλειν,
ἀλλὰ θᾶττον τἀς δυνάμεις ἐπισυναγαγόντα ἑνωθῆναί 
 


 
 οἱ. ταῦτα μὲν οὖν πρὸς τὸν Πακουριανόν. αὐτὸς δὲ παραυτίκα
ἔξεισι τῆς Κωνσταντίνου εἰς μῆνα Αὔγουστον τῆς τεταρ-
 της ἐπινεμήσεως, τὸν Ἰσαάκιον εἰς τὴν μεγαλόπολιν κατλιπών,
ἐφ’ ᾧ τὰ κάτα τὴν πόλιν ἑδράζεσθαι, καὶ εἴπου τινὲς
λόγοι ἀπᾴδοντες ἐξ ἐχθρῶν ἐξακούοιντο, ὁποῖα εἴωθεν, αὐτον 
διασκεδάζειν τε καὶ φρουρεῖν τὰ βασίλεια καἰ τὴν πό-
 λιν, ἅμα καἰ τὸ τῶν γυναικῶν φιλοπενθὲς ἀνακτώμενον τὸ
δέ γε εἰς τὴν μητέρα ἧκον, οὐδεμιᾶς, ὡς οἶμαι, βοηθείας
ἐδεῖτο, ῥωμαλαιοτάτης καθισταμένης ἐκείνης καὶ ἄλλως μεταχειρίζεσθαι
τὰ πράγματα δεξιωτάτης. τοιγαροῦν τὸ γράμμα 
ὁ Πακουριανὸς ἀνελίξας, τηνικαῦτα ὑποστράτηγον προχειρίζεται
Νικόλαον τὸν Βρανᾶν, ἄνδρα γενναῖον καὶ πολλὴν ἐμ-
 πειρίαν ἔχοντα περὶ τὰ πολεμικά· ὁ δὲ μετὰ τοῦ ὁπλιτικοῦ
παντὸς καὶ τῶν μείζονος τύχης τῆς Ὀρεστιάδος σπουδαίως
ἔξεισιν, ἑνωθῆναι τῷ βασιλεῖ ἐπειγόμενος. ἐφθακὼς δὲ καἰ 
ὁ αὐτοκράτωρ εὐθὺς εἰς πολέμου σχῆμα τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν
κατέστησεν, ἡγεμόνας τῶν λογάδων ἐπιστήσας ἄνδρας γενναιοτάτους,
παρακελευσάμενος οὕτω τῆς ὁδοιπορίας ἔχεσθαι, οὑπερ
ὁ τόπος αὐτοῖς τοῦτο δίδωσιν, ἵνα τὸ σχῆμα τῆς παρατάξεως
διαγνόντες καὶ τὸν ἔδιον ἕκαστος γνωρίσας τόπον, ἐν 
τῷ καιρῷ τῆς μάχης ἀσύγχυτοι μένωσι, καὶ μὴ ῥαδίως μεταφέροιντο
καὶ ὡς ἔτυχεν. ἐξῆρχε μὲν οὖν τοῦ τῶν ἐἐξκου- 
 

 
 βίτων τάγματος Κωνσταντῖνος ὁ Ὦπος, τῶν Μακεδόνων ὁ 
- Ἀντίοχος, τῶν Θετταλῶν δὲ Ἀλέξανδρος ὁ Καβασίλας, ὁ δέ
γε Τατίκιος καὶ μέγας τῷ τότε πριμικήριος τῶν περὶ τὴν
Ἀχριδὼ οἰκούντων Γούρκων ἡγεμόνευε, γενναιότατος ὢν καὶ
 ἀκατάπληκτος ἐν μάχαις, οὐκ ἐλευθέρας μὲν ὢν τύχης ἐκ
προγόνων· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ αὐτοῦ Σαρακηνὸς ὢν ἐκ· προνομῆς
περιῆλθε τῷ πρὸς πατρὸς ἐμῷ πάππῳ Ἰωάννῃ τῷ Κομνηνῷ.
τῶν δέ γε Μανιχαίων πρὸς τοῖς ὀκτακοσίοις εἰς δισχιλίους
ποσουμένων ἡγεμόνες ἦσαν ὁ Ξαντᾶς καὶ ὁ Κουλέων,
 τῆς αὐτῆς αἱρέσεως καὶ οὗτοι· ἄνδρες ἅπαντες οὗτοι
μαχιμώτατοι καὶ αἵματος ἀπογεύσασθαι τῶν ἐχθρῶν καιροῦ
καλοῦντος ἑτοιμότατοι, καὶ πρός γε ἔτι καὶ ἰταμοὶ καἰ ἀναίσχυντοι· 
τῶν δέ γε οἰκειοτέρων αὐτῷ (βεστιαρίτας ἡ
καλεῖ,) καὶ τῶν Φραγγικῶν ταγμάτων ὁ Πανουκωμίτης
 καὶ Κωνσταντῖνος ὁ Οὐμπερτόπουλος, ἐκ γένους τὴν
ἐπωνυμίαν λαχών. οὕτως οὖν τὰ τάγματα καταστήσας, πανστρατὶ
στρατὶ κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ἐξώρμησε. συναντήσας δέ τινι
ἐκεῖθεν ἐξερχομένῳ, περὶ τῶν κατὰ τὸ Δυρράχιον πυθόμενος
σαφέστερον ἐμεμαθήκει, ὅτι ὁ Ῥομπέτος κινήσας πάντα 
 

 
 τὰ πρὸς τειχομαχίαν ἐπιτήδεια ὄργανα τοῖς τείχεσι προσεπέλασεν.
ὁ δὲ Παλαιολόγος Γεώργιος διὰ πάσης νυκτὸς καὶ
ἡμέρας πρὸς τὰς ἔξωθεν ἐλεπόλεις καἰ τὰ μηχανήματα ἀντικαθιστάμενος
καὶ ἀπαγορεύσας ἤδη καὶ τὰς πύλας ἀναπετάσας
καὶ ἐξελθὼν μετ’ αὐτὸν καρτερὸν συνεστήσατο πόλεμον. 
καὶ καιρίως ἐν διαφόροις τοῦ σώματος τόποις ἐπλήγη,
καὶ μᾶλλον περὶ τòν κρόταφον, βέλους διελθόντος. ὁ βιαζόμενος
ἐξελεῖν καὶ μὴ δυνηθεὶς, μετακαλεσάμενός τινα τῶν
ἐμπείρων, περιεῖλε τὰ ἄκρα, τόν τε στύρακά φημι καὶ οὑ
 τὸ βέλος πτερύσσεται, τὸ δ’ ἐπίλοιπον μέρος τῷ τόπῳ τῆς 
πληγῆς ἐναπέμεινε. δεσμήσας δὲ τὴν κεφαλήν ὡς ὁ καιρὸς
ἐνεδίδου, αὖθις ἐς μέσους τοὺς ἐναντίους ἑαυτὸν ὠθήσας, μαχόμενος
μέχρι δείλης ἑσπέρας ἀκλόνητος ἕστατο. ταῦτα ἀκηκοὼς
ὁ βασιλεὺς καὶ διαγνοὺς ἀρωγῆς ταχείας τοῦτον δεῖσθαι,
ἐπέτεινε τὴν ὁδοιπορίαν. καταλαβὼν δὲ τὴν Θεσσαλονικήν, 
διὰ πολλῶν ἐπὶ πλέον τὰ κατὰ τὸν Ῥομπέτον ἐβε-
 βαιοῦτο. καὶ γὰρ ἕτοιμος ὢν ὁ Ῥομπέτος καὶ γενναίους
μὲν παρετοιμάσας στρατιώτας, πολλὴν δὲ καὶ ὕλην κατὰ τὴν
πεδιάδα συναθροίσας τοῦ Δυρραχίου, τὴν παρεμβολὴν κατέ-
 θετο ὡσεὶ τόξου βολὴν τῶν τειχῶν τούτου ἀπέχουσαν· πολ- 
 

 
 Λάς μέντοι ὦν ὑπ᾿ αὐτὸν δυνάμεις καὶ πέρι τὰ ἄρη καὶ τὰ
τέμπη καὶ τοὺς βουνοὺς κατέθετο. ἀλλὰ καὶ τὴν τοῦ Παλαιολόγου
ἐπιμέλειαν ἐκ πολλῶν κατεμάνθανε. ἤδη γὰρ ὁ Παλαιολόγος
ἐμπρῆσαι διανοούμενος τὸν ἑτοιμασθέντα παρὰ Ῥομπέρτου
 μόσυνα, καὶ τοῖς τείχεσιν ἐπιθεὶς νάφθαν καὶ πίσσαν
ἴω ξηρῶν ξύλων σχίδακας καὶ λιθοβόλα ὄργανα, τὴν τοῦ
πολέμου συμβολὴν ἐκαραδόκει. προσδόκιμον δὲ τὸν Ῥομπέρτον
ἔχων ἐς νέωτα, ὅν προφθάσας ἡτοίμασεν ἐντὸς ξύλινον
πύργον κατευθὺ τοῦ ἔξωθεν ἐρχομένου πύργον καταστήσας
 δι’ ὅλης νυκτὸς δοκιμασίαν ἐπεποίητο τοῦ ἄνωθεν τούτου 
δοκοῦ, ἒν προβάλλεσθαι ἔμελλον κατὰ τῶν θυρέτρων τοῦ
μόσυνος τοῦ ἔξωθεν ἐνηνεγμένου, εἰ ῥᾷστά τε κινοῖτο καὶ
ἀντιπρόσωπος ἀντιπίπτων ταῖς θύραις οὐκ εὐκόλως ἀνοίγνυσθαι
ξυγχωρήσειεν. διαγνοὺς δὲ ὡς εὐπετῶς τὸ ξύλον ὐθεῖται
 καὶ εὐστοχήκει τοῦ πράγματος, ἀπεθάρρησεν ἤδη πρὸς τὸν
ἐλπιζόμενον πόλεμον. τῇ μετ’ αὐτὴν δὲ σιδηροφορῆσαι κελεύσαντος
τοῦ ῾Ρομπέρτου ἅπαντας καὶ ἐντὸς τοῦ πύργου
τε καὶ ἱππεῖς ὁπλοφόρους ὡσεὶ πεντακοσίους εἰσαγα- 
γόντος, ἐπεὶ τῷ τείχει τοῦτον προσπελάσαντες ἤδη τὴν ἄνωθεν
 οὖσαν θύραν ἀναπεταννύειν ἠπείγοντο, ὡς γεφύρᾳ ταύτῃ
χρησόμενοι πρὸς τὴν τοῦ κάστρου εἰσέλευσιν, ὁ Παλαιολόγος 
 

 
 ἐντὸς τὸ παμμέγεθες ξύλον τηνικαῦτα ὤθησας δι’ ὧν φθάσας
προκατεσκεύασε μηχανῶν καὶ ἀνδρῶν πολλῶν καὶ γενναίων,
ἄπρακτον τὴν τοῦ ῾Ρομπέρτου μηχανὴν ἐποίησε, τοῦ
τὸ παράπαν μὴ συγχωροῦντος ἀνεῳχθῆναι τὴν θύραν. εἶτα
 βάλλων τοὺς ἄνωθεν τοῦ πύργου ἱσταμένους Κελτοὺς συνεχῶς 
οὐκ ἀνίει· οἱ δὲ τὰς βολὰς μὴ φέροντες ἐκρύπτοντο.
κελεύει τοίνυν ἐμπρησθῆναι τὸν πύργον καὶ οὔπω πᾶν εἴρητο
ἔπος, καὶ εὐθὺς ἔργον ἡ τοῦ πύργου πυρκαϊὰ ἐγένετο.
καὶ οἱ μὶν ἄνωθεν ἐκρημνίζοντο, οἱ δὲ κάτωθεν ἀνοίξαντες
τὴν περιπέζιον τοῦ πύργου θύραν ἔφευγον. τούτους δὲ φεύγοντας 
γοντας ὁρῶν ὁ Παλαιολόγος, τηνικαῦτα γενναίους ἄνδρας
ὁπλοφόρους ἐξάγει διὰ τῆς πυλίδος τοῦ κάστρου καὶ ἑτέρους
μετὰ ἀξινῶν, ὡς ἂν δι᾿ ἀυτῶν ὁ ξύλινος πύργος ἀφανισθῇ.
 καὶ οὐδὲ τούτου ἠστοχήκει, ἀλλὰ τοῦ πύργου τὰ μὲν ἄνωθεν
ἐμπρήσας, τὰ δὲ κάτωθεν διά τινων λαξευτηρίων ὀργάνων 
ποδοκοπήσας τελείως ἠφάνισεν.

Ἐπεὶ δὲ ὁ ταῦτα διηγησόμενος ἔλεγεν, ὡς ὁ Ῥομπέρτος
αὖθις ἕτερον κατασκευάζειν μόσυνα ἠπείγετο, παρόμοιον
τῷ προκατασκευασθέντι, καὶ ἑλεπόλεις κατὰ τοῦ Δυρραχίου
ἡτοίμαζε, διαγνοὺς ὁ βασιλεὺς ἀρωγῆς τοὺς έν τῶν
Δυρραχίῳ ταχείας δεῖσθαι, καταστήσας τὰς ἰδίας δυνάμεις,
 τῆς πρὸς τὸ Δυρράχιον ὁδοῦ εἴχετο. καταλαβὼν οὖν ἐκεῖσε 
 


 
 καἰ τάφρον ποιήσας καὶ τὰ στρατεύματα καταθεὶς εἰς τὸν 
λεγόμενον Χαρζάνην ποταμόν, εὐθὺς διὰ τινων ἀποστείλας
ἠρώτα τὸν ῾Ρομπέρτον, ὅτου
ὁ σκοός; ἐκεῖθεν ποταμόν ἔρχεται εἰς τὸ ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ
 ἐν ἱεράρχαις μεγίστου Νικολάου ἱδρυμένον τέμενος, τέσσαρας
σταδίους τοῦ Δυρραχίου ἀπέχον, καὶ τὴν τοῦ τόπου διεσκοπεῖτο
θέσιν, ὥστε τὸν ἐπικαιρότατον τόπον, ὅποι χρὴ τὰς
φάλαγγας έν καιρῷ μάχης καταστήστασθαι, προκαταλαβεῖν.
πεντεκαιδεκάτη δ’ ἥν τηνικαῦτα τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός. αὐχὴν
 δὲ ἥν ἀπὸ Δαλματίας διήκων πρὸς θάλασσαν, ἀποτελευτῶν
εἰς ἀχρωτήριόν τι ὅπερ οἶον χερρόνησός ἐστιν ἐν ᾦ καὶ τὸ 
ἤδη ῥηθὲν ᾠκοδόμηται τέμενος. ἠρέμα δὲ τὸ τοῦ αὐχένος
πρανὲς συμβάλλον τῇ πεδιάδι πρὸς τὸ Δυρράχιον ἀπονενευκός,
ἐξ εὐωνύμου μὲν τὴν θάλασσαν, δεξιόθεν δὲ ὄρος ὑψηλὸν
 καὶ ὑπερκείμενον ἔχει. ἐκεῖσε γοῦν τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν
συναγαγὼν καὶ τὸν χάρακα πηξάμενος, τηνικαῦτα καὶ τὸν
Παλαιολόγον μετεκαλεῖτο Γεώργιον. ὁ δὲ πεῖραν σχὼν τῶν
τοιούτων ἐκ μακροῦ, μὴ συμφέρον τοῦτο λογιζόμενος, ἀνένευε
τὴν ἐξέλευσιν, αὐτὸ τοῦτο πρὸς τὸν βασιλέα δηλώσας.
 ὡς 20 ὡς δ᾿ αὖθις ὁ βασιλεὺς ἐπιμελέστερον τοῦτον 
φησιν “ἐμοὶ λίαν ὀλέθριον δοκεῖ πολιορκουμένου τοῦ κάστρου
ἐξελθεῖν, καἰ εἰ μὴ τὸν δακτύλιον τῆς χειρὸς τῆς σῆς βασιλείας
θεάσομαι, οὐκ ἐξελεύσομαι." ἀποσταλέντα δὲ τοῦτον 
 

 
 θεασάμενος, τηνικαῦτα φοιτᾷ πρὸς τὸν βασιλέα μετὰ πολεμικῶν
μικῶν νηῶν. ὁ δὲ βασιλεὺς τοῦτον ἰδών τὰ κατὰ τὸν Ῥομπέρτον
αὐτοῦ ἐπυνθάνετο. τούτου δὲ πάντα αὐτῷ διασαφήσαντος,
ἠρώτα εἰ χρὴ τὸν μετ’ αὐτοῦ ἀποθαρρῆσαι πόλεμον.
ὁ δὲ πρὸς τοῦτον ἀνένευε τέως. ἀλλὰ καί τινες τῶν περὶ τὰ 
 πολεμικὰ πεῖραν ἐκ μακροῦ χρόνου ἐσχηκότων ἐπιμελῶς τοῦτον
ἐκώλυον, συμβουλευόμενοι καρτερῆσαι δι’ ἀκροβολισμῶν
σπεῦσαι στενοχωρῆσαι τὸν ῾Ρομέρτον, μὴ
τῶν ὑπ’ αὐτὸν χορταγωγίας χάριν ἢ προνομῆς τῆς ἰδίας παρεμβολῆς
ἐξιέναι, τοῦτο δὲ καὶ τῷ Βοδίνῳ καἰ τοῖς Δαλμάταις 
καὶ τοῖς λοιποῖς ἀρχηγοῖς τῶν παρακειμένων χωρῶν παρακελεύσασθαι
ρακελεύσασθαι ποιεῖν, διαβεβαιούμενοι, ὡς τοῦτον τὸν τρόπον
ῥᾳδίως ὁ Ῥομπέρτος ἡττηθήσεται. οἱ δὲ πλείονες τῶν
νεωτέρων τοῦ στρατοῦ τὸν πόλεμον προὐτρέποντο, καὶ πάν-
 των μᾶλλον Κωνστάντιος ὁ Πορφυρογέννητος καὶ Νικηφόρος 
ὁ Συναδηνὸς καὶ ὁ τῶν Βαράγγων ἡγεμὼν Ναμπίτης καὶ αὐτοὶ
οἱ τοῦ προβεβασιλευκότος Ῥωμανοῦ τοῦ Διογενοῦς υἱεῖς,
ὅ τε Λέων καὶ ὁ Νικηφόρος. ἅμα δὲ καὶ οἱ πρὸς τὸν Ῥομ-
 πέρτον ἀποσταλέντες ἐπανεληλυθότες, τὰ ἐκείνου πρὸς τὸν
 βασιλέα ἀπεστομάτιζον· ὡς “ἐγὼ μέν" φησιν “οὐδαμῶς 
κατὰ τῆς σῆς βασιλείας ἐξελήλυθα, ἀλλ’ ἐκδικήσων μᾶλλον 
 

 
 τὴν γενομένην εἰς τὸν ἐμὸν συμπένθερον ἀδικίαν. εἰ δὲ σὺ
τὴν μετ’ ἐμοῦ θέλεις εἰρήνην, ἀσπάζομαι τοῦτο κάγώ, μόνον
εἰ καὶ αὐτὸς τὰ μετὰ τῶν ἐμῶν δηλωθέντα σοι πρέσβεων
προθυμηθῇς ἀποπληρῶσαι." ἐπεὶ δὲ ἀδύνατα παντάπασιν
 ἐπεξήτει κω ἐπιβλαβῆ τῇ Ῥωμαίων ἀρχῇ, ὑπισχνούμενος
ἅμα, εἰ τεύξεται τῶν πὰρ αὐτοῦ ζητουμένων, καὶ αὐτὴν τὴν
Λογιβαρδίαν ὡς ἀπὸ τοῦ βασιλέως λογίσασθαι; καὶ βοηθεῖν
ὁπηνίκα χρεία ἐστιν· τὰ δὲ σκῆψις ἦν, ἵνα δόξῃ δι’ ὦν μὲν 
αἰτεῖται, αὐτὸς τὴν εἰρήνην θέλειν, ἀδύνατα δὲ λέγων καὶ
 μὴ τυγχάνων, τῆς μάχης ἀνθέ·ξεται, εἶτα τὴν τῆς μάχης αἰτίαν
τῷ Βασιλεὶ Ῥωμαίων προστρίψειεν· διὰ τοῦτο οὐδὲ πρὸς
συμβιβάσεις ἤθελον ἀπονεῦσαι. ἀτελέστατα γοῦν αἰτησάμενος
καὶ μὴ τυχών, συγκαλεσάμενος πάντας τοὺς κόμητάς φησι
πρὸς αὐτούς· “οἴδατε τὴν παρὰ τοῦ βασιλέως Νικηφόρου
 τοῦ Βοτανειάτου γεγονυῖαν ἀδικίαν εἰς τὸν ἐμὸν συμπένθερον,
καὶ τὴν ἀτιμίαν ἣν ἡ ἐμὴ θυγάτηρ Ἑλένη ἐπεπόνθει τῆς βασιλείας
σιλείας σὺν αὐτῷ ἐξωσθεῖσα. τοῦτο δὲ μὴ φέροντες, εἰς
ἐκδίκησιν τούτων κατὰ τοῦ Βοτανειάτου τῆς χώρας ἡμῶν ἐξεληλύθειμεν· 
ἐκείνου δὲ τῆς ἀρχῆς παραλυθέντος, νῦν πρὸς
 βασιλέα ἔχομεν νέον κὼ στρατιώτην γενναῖον. ὑπὲρ τὸν χρó- 
 

 
 vov αὐτοῦ πείραν τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης ἐσχηκότα, καὶ
οὐ χρὴ ὡς ἔτυχε τὸν μετ’ αὐτοῦ ἀναδέξασθαι πόλεμον. ὅπου
γὰρ πολυαρχία, ἐκεῖ καὶ σύγχυσις, τῆς διαφόρου γνώμης τῶν
πολλῶν ταύτην εἰσαγούσης. λοιπὸν χρὴ ἑνός τινος ἡμῶν τοὺς
λοιποὺς ἐπακούειν, κἀκεῖνον μὲν τὴν ἔξ ἁπάντων βουλὴν ἐπιζητεῖν 
καὶ μὴ τοῖς οἰκείοις λογισμοῖς ἀπεεριμερίμνως χρᾶσθαι.
καὶ ὡς ἔτυχέ, τοὺς δέ γε λοιποὺς τὸ δοκοῦν αὐτοῖς μετ’ εὐ-
 θύτητος λέγειν πρὸς αὐτόν, ἑπομένους ἅμ. τῇ τοῦ προκριθέντος
βουλῇ. καὶ ἰδοὺ ἐγὼ εἶς ἔξ ἁπάντων ἕτοιμος ὢν
ὑπείκειν, ᾦ ἂν πάντες προκκρίνητε." πάντες οὖν τὴν βουλὴν 
ταύτην ἐπαινέσαντες καὶ καλῶς λέγειν τὸν Ῥομπέρτον φάμενοι,
τηνικαῦτα αὐτῷ τῶν πρωτείων παρακεχωρήκασιν ἅπαντες
εἰς τοῦτο ὁμογνωμονήσαντες. ὁ δὲ ἀκκιζόμενος οἷον ἀνε-
 βάλλετο τέως τὴν ἐγχείρησιν· οἱ δὲ μᾶλλον ἐπέκειντο τοῦτο
αὐτὸν αἰτοῦντες. ὑπείξας οὖν τῷ φαινομένῳ ταῖς αὐτῶν παρακλήσεσι, 
κἄν τούτῳ ὠδίνων ἐκ μακροῦ, λόγους ἐκ λόγων
περιέπλεκε, καὶ αἰτίας αἰτίαις συνείρων εὐφυῶς, εἰς ὅπερ
ἱμείρετο, ἄκων ἐδόκει τοῖς μὴ εἰς νοῦν βάπτουσιν ἔρχεσθαι.
λοιπόν φησι πρὸς αὐτούς· “ἀκούσατε τῆς ἐμῆς βουλῆς, κόμητες
καὶ τὸ λοιπὸν τοῦ στρατοῦ. ἐπεὶ τὰς σφῶν πατρίδας 
καταλελοιπότες ἐνταυθοῖ παρεγενόμεθα, καὶ ἡ προκειμένη μά- 
 

 
 χη πρὸς ἀνδρικώτατον βασιλέα ἐστιν καὶ αρτι μὲν 
τῆς βασιλείας οἴακας ἀναδεξάμενον, πολλοὺς δὲ πολέμους ἐπὶ 
τῶν πρὸ αὐτοῦ βεβασιλευκότων νενικηκότα καὶ μεγίστους ἀποστάτας
δορυαλώτους αὐτοῖς προσενηνοχότα, ὁλοψύχως χρὴ
 τῆς μάχης ἀνθέξεσθαι. καὶ εἰ τὴν νικῶσαν ἡμίν ἐπιψηφιεῖται
θεὸς, οὐκέτι χρημάτων ἐν χρείᾳ ἐσόμεθα. χρὴ τοιγαροῦν τὰς
μὲν σκευὰς ἁπάσας ἐμπρῆσαι, τὰς δὲ ὁλκάδας διατρήσαντας
κατὰ τοῦ πελάγους ἀφεῖναι, καὶ οὕτω τὴν μετ’ αὐτοῦ ἀναδέξασθαι
μάχην, ὡς τηνικαῦτα γεννηθέντας καὶ τεθνηξομένους."
 ἐπὶ τούτοις κατένευσαν ἅπαντες.

Ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν τὰ τοῦ Ῥομπέρτου διανοήματα
τε καὶ βουλεύματα· ἄλλα ταὐτὰ τοῦ αὐτοκράτορος ποικιλώτερά
τε καὶ ὄξύτερα. συνεῖχον δ’ ὅμως οἱ δημαγωγοὶ ἄμφω 
τὰ στρατεύματα, στρατηγίας καὶ δημαγωγίας πέρι βουλευόμενοι,
 νοι, ὅπως μετ’ ἐπιστήμης δημαγωγήσαιεν καὶ στρατεύσοιντο.
καὶ ὁ μὲν αὐτοκράτωρ αἴφνης νυκτὸς ἐξ ἑκατέρου μέρους ἐπιπεσεῖν
τῇ τοῦ Ῥομπέρτου παρεμβολῇ σκεπτόμενος, τὸ μὲν
ἐθνικὸν ἅπαν στράτευμα ἀπὸ τοῦ ὄπισθεν μέρους ἐπέτρεψε
προσβαλεῖν διὰ τῶν ἁλυκῶν διελθόντας, καὶ πλείονα τὴν ὁδοιπορίαν
 ἀναδέξασθαι αὐτοὺς διὰ τὸ ἀνύποπτον οὐκ ἀπηνήνα- 
 


 
 το· αὐτὸς δὲ ἀπὸ τῶν ἔμπροσθεν, ὁπηνίκα πώη ἐφθακότας
τοὺς ἀποσταλέντας, ἠβούλετο προσβαλεῖν τῷ ῾Ρομπέρτῳ. ὅς
κενὰς τὰς σκηνὰς καταλιπὼν καὶ νυκτὸς διὰ τῆς γεφύρας διελη-
 λυθώς, (ὀγδὸν δ᾿ ἦν πρὸς τῇ δεκάτη τοῦ παριππεύοντος μηνὸς
Ὀκτωβρίου ἐπινεμήσεως πέμπτης,) τὸ παρὰ τὴν θάλατταν 
τὰν ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ μάρτυρος Θεοδώρου πάλαι ἀνοικοδομηθὲν
τέμενος κατέλαβε μετὰ παντὸς τοῦ στρατεύματος. καὶ
δι᾿ ὅλης νυκτὸς τὸ θεῖον ἔξευμενιζόμενοι, τῶν ἀχράντων καὶ
θείων μυστηρίων μετελάμβανον. εἶτα τὰς ἰδίας καταστήσας
φάλαγγας, τὴν μέσην εἶχε τοῦ συντάγματος χώραν, τὸ δέ γε 
 πρὸς θάλατταν κέρας τῷ Ἀμικέτῃ ἐπέτρεψε κόμητι, (κόμης
δὲ οὗτος τῶν ἐπιφανῶν, γενναῖος καὶ χεῖρα καἰ γνώμην,)
θάτερον δὲ τῷ υἱῷ αὐτοῦ Βαϊμούντῳ, τὴν ἐπίκλησιν Σανίσκῳ.
τούτων ὁ αὐτοκράτωρ αἰσθόμενος, δεινὸς ὢν τὸ συνοῖσον
ἐν ὀξείᾳ εὑρηκέναι ῥοπῇ, μεθαρμοσάμενος ἑαυτὸν πρὸς 
τὸ συμπεσόν, αὐτοῦ που κατὰ τὸ πρανὲς παρὰ τὴν θάλασσαν
τὰς παρατάξεις κατέστησε. καὶ διελὼν τὰ στρατεύματα, τοὺς
μὲν ἐπὶ τὰς σκηνὰς τοῦ ῥομπέρτου ἀπερχομένους βαρβάρους
τῆς ὁρμῆς οὐκ ἀνέκοψε, τοὺς δὲ ἐπὶ τῶν ὤμων τὰ ἑτερόκοπα
 φέροντας ξίφη παρακατασχὼν μετὰ τοῦ σφῶν ἀρχηγοῦ τοῦ 
Ναμπίτου, ἀποβάντας τῶν ἵππων, ἔμπροσθεν ἐκ μικροῦ δια- 
 

 
 στήματος προπορεύεσθαι στοιχηδὸν ἐπέτρεψε· τοῦτο δὲ γένος
ἀσπιδοφόρον ξύμπαντες. τὸ δὲ λοιπὸν τοῦ στρατεύματος εἰς
φάλαγγας διελών, αὐτὸς μὶν τὸ μεσαίτατον εἶχε τῆς παρατάξεως,
δεξιόθεν τὸν καὶ ἐξ εὐωνύμου φαλαγγάρχας τὸν καίσαρα
 Νικηφόρον τὸν Μελισσηνὸν ἐπέστησε καὶ τὸν καλούμενον
Πακουριανὸν καὶ μέγαν δομέστικον. τὸ δὲ μεσαίτατον
αὐτοῦ τε καὶ τῶν πεζῇ βαδιζόντων βαρβάρων ἱκανοὺς εἶχε
στρατιώτας τῆς τοξείας εἰδήμονας, οὑς κατὰ τοῦ ῥομπέρτου
προεκπέμπειν ηβούλετο, ἐπιτρέψας τῷ Ναμπίτῃ, ὁπηνίκα βούλιντο 
 πρὸς Κελτοὺς ἐξιππάσασθαι καὶ αὖθις ὑποστρέφειν,
χώραν αὐτοῖς ἐξ ἐφόδου διδόναι ἐφ᾿ ἑκάτερα σχιζομένους,
εἶτα αὖθις συνεχίζεσθαι καὶ συνησπικότας πορεύεσθαι.
οὕτω γοῦν τὸ ἅπαν διατυπώσας στράτευμα, αὐτὸς μὶν κατὰ 
μέτωπον ἵετο τῶν Κελτικῶν στρατευμάτων, τὴν ἠϊόνα παραθέων·
 οἱ δὲ ἀποσταλέντες βάρβαροι τὰς ἁλυκὰς διεληλυθότες,
ἐπεὶ καὶ οἱ ἐντὸς τοῦ Δυρραχίου τὰς πύλας ἀνεπέτασαν,
ωὐτὸ αὐτοῖς τοῦ αὐτοκράτορος ἐπισκήψαντος, ἐν ταὐτῶ ταῖς
Κελτικαῖς σκηναῖς προσέβαλλον. κατ’ ἀλλήλων δὲ τῶν δημαγωγῶν 
ἐρχομένων, ἀποσπάδας ἀποστέλλων ὁ ῥομπέρτος ἱππασίας
 ἐκέλευε ποιεῖσθαι, εἴ που ἐκεῖθεν ὑποσῦραί τινας δυνηθεῖεν
τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος. ἀλλ᾿ ὁ βασιλεὺς πρὸς
τοῦτο ἀνεπεπτώκει· ἔπεμπε δὲ μᾶλλον καὶ συχνοὺς τοὺς ἀν- 
 

 
 τικαταστησαμένους αὐτοῖς πελταστάς. ἀκροβολισμοῖς οὖν μετρίοις
ἀμφοτέρων κατ᾿ ἀλλήλων χρησαμένων, ἐπεὶ καὶ ὁ ῾Ρομπέρτος
ἠρέμα τούτοις εἵπετο καὶ τὸ μεταίχμιον ἤδη ἀπεστενοῦτο
διάστημα, τῆς φάλαγγος τοῦ Ἀμικέτου προεκδραμόντες πεζοὶ
καὶ ἱππεῖς περὶ τὸ ἄκρον τῆς παρατάξεως τῆς τοῦ Ναμπίτου 
 προσέβαλλον. γενναιότερον δ᾿ αὐτῶν ἀντικαταστάντων, παλίνορσοι
γεγόνασιν, ἐπεὶ οὐ πάντες λογάδες ἦσαν, καὶ τῇ
θαλάσσῃ ἑαυτοὺς ἐπιρρίψαντες ἄχρι τοῦ τραχήλου, ταῖς νηυσὶ
τοῦ ῾Ρωμαϊκοῦ καὶ Βεωετικοῦ στόλου πελάζοντες, ἐκεῖθεν
ᾐτοῦντο τὴν σωτηρίαν, καὶ παρ’ ἐκείνων οὐ προσεδέχοντο. ἡ 
δέ γε Γαΐτα, ὡς λόγος τίς φησιν, ἡ τοῦ Ῥομπέρτου σύνευνος
αὐτῷ συστρατευομένη, Παλλὰς ἄλλη κἂν μὴ Ἀθήνη, θεασαμένη
τοὺς φεύγοντας, δριμὺ τούτοις ἐνατενίσασα, κατ᾿ αὐτῶν
μεγίστην ἀφιεῖσα φωνήν, μονονοὺ τὸ Ὁμηρικὸν ἔπος τῇ
ἰδίᾳ διαλέκτῳ λέγειν ἐῴκει “μέχρι πόσου φεύξεσθε; στἧτε, 
 ἀνερες ἔστε.” ὡς δὲ ἔτι φεύγοντας τούτους ἑώρα, δόρυ μακρὸν
ἐναγκαλισαμένη, ὅλους ῥυτῆρας ἐνδοῦσα κατὰ τῶν φευγόντων
ἴεται. τοῦτο θεασάμενοι καὶ ἑαυτῶν γεγονότες, αὖθις
πρὸς μάχην ἑαυτοὺς ἀνεκαλέσαντο. ἐπεὶ δὲ οἱ πελεκυφόροι
καὶ αὐτὸς ὁ τούτων ἀρχηρὸς ὁ Ναμπίτης δι’ ἀπειρίαν καὶ 
 

 
 θερμότητα ὀξύτερον βεβαδικότες, ἰκανὸν τῆς Ῥωμαϊκῆς παρα(??)ξεως
ἀπέστησαν, βεβαδικότες, συμβαλεῖν ἐν ἴσῳ θυμῷ τοῖς
Κελτοῖς, (καὶ γὰρ οὐχ ἧττον ἐκείνων πέρι τὰς μάχας
ὑτοι ἐκθυμότεροί εἰσιν καὶ τῶν Κελτῶν ἐν τούτῳ τῷ μέρει
 μὴ ἀποδέοντες,) κεκοπιακότας τούτους ἤδη καὶ ἀσθμαίνοντας
ὁ Ῥομπέρτος θεασάμενος, καὶ τοῦτο ἀπὸ τε τῆς ὀξείας κινήσεως,
τοῦ τε διαστήματος βεβαιωθεὶς κω τοῦ ἄχθους τῶν 
ὅπλων, τινὰς τῶν τούτου πεζῶν ἐπέσκηψε κὰτ· αὐτῶν εἰσπηδῆσαι.
δὲ προκεκμηκότες ἤδη, μαλακώτεροι τῶν Κελτῶν
 ραίνοντο. πίπτει γοῦν τὸ τηνικαῦτα τὸ βάρβαρον ἅπαν, καὶ
τόσοι τούτων ἐσώθησαν, πέρι τὸ τέμενος τοῦ ἀρχιστρατήγου
Μιχαὴλ προσπεφευγότες, οἱ μὲν καἰ ὁπόσους ἐξεχώρει
τὸ τέμενος ἔντος, εἰσῄεσαν, οἱ δὲ ἄνωθεν τοῦ τεμένους ἀνελθόντες
εἱστήκεσαν, τὴν σωτηρίαν, ὡς ᾤοντο, ἐκεῖθεν πραγματευσάμενοι.
 οἱ δὲ Λατῖνοι πῦρ κατ’ αὐτῶν ἀφέντες, σὺν
τῷ τεμένει πάντας κατέκαυσαν. τὸ δέ γε λοιπὸν τῆς Ῥωμαϊκῆς
φάλαγγος καρτερῶς πρὸς αὐτοὺς ἀπεμάχοντο. ὁ δὲ 
ῥομπέρτος καθάπερ τις πτερωτὸς ἱππότης σὺν ταῖς λοιπαῖς
δυνάμεσι ἐλᾷ κατὰ τῆς ῥωμαϊκῆς φάλαγγος καὶ ὠθεῖται ταύτην
 καὶ εἰς μέρη πολλὰ διασπᾷ. ἐντεῦθεν οἱ μὶν τῶν ἀντικειμένων
έν αὐτῷ τῷ πολέμῳ μαχόμενοι πίπτουσιν, οἱ δὲ
φυγῇ τὴν ἑαυτῶν ἐπραγματεύσαντο σωτηρίαν. ὁ δέ γε βασιλεὺς
Ἀλέξιος καθάπερ τις πύργος ἀκλόνητος ἔμενε, κἂν 
 

 
 πολλοὺς τῶν μετ’ αὐτοῦ ἀποβεβλήκει ἀνδρῶν καὶ γένει καὶ
πείρᾳ στρατιωτικῇ διαφερόντων. πεπτώκει γὰρ τὸ τηνικαῦτα
ὁ Κωνστάντιος υἱὸς μὲν τοῦ προβεβασιλευκότος Κωνσταντί-
 νου τοῦ Δούκα, οὐκ ἰδιωτεύοντος αὐτοῦ εντι ἀποτεχθείς, ἀλλ᾿
ἐν πορφύρᾳ καἰ γεννηθεὶς καὶ τραφεὶς καὶ ταινίας τῷ τότε 
καιρῷ βασιλικῆς παρὰ τοῦ πατρὸς ἀξιωθείς· κω ὁ Νικηφόρος
μὲν τὴν κλῆσιν, Συναδηνὸς δὲ τὴν ἐπίκλησιν Καλούμενος,
ἀνὴρ γενναῖος καὶ ὡραιότατος καὶ σφαδάζων πάντων
ὑπερτερῆσαι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην μαχόμενος· μεθ’ ὂν
ὁ ἤδη ῥηθεὶς κωνστάντιος πέρι κήδους ἔπι τῇ ἴδια ἀδελφῇ 
πολλάκις ὡμίλει· νᾶι μὴν καἰ ὁ τοῦ Παλαιολόγου πατὴρ
Νικηφόρος καὶ ἕτεροι τῶν ἐπιφανῶν· πλήττεται γὰρ καὶ ὁ
Ζαχαρίας καιρίαν κατὰ τοῦ στέρνου καὶ τὴν ψυχὴν ἅμα τῇ
πληγῇ ἐπαφίησι, καὶ ὁ Ἀσπιέτης καὶ πολλοὶ τῶν λογάδων.
 τῆς δὲ μάχης μὴ διαλυομένης, ἐπεὶ τὸν βασιλέα ἑώρων ἔτι 
ἀντικαθιστάμενον, ἀποκριθέντες τινὲς τῶν Λατίνων τρεῖς, ἀφ’
ὦν εἶς ὁ ἤδη ῥηθεὶς Ἀμικέτης ἢν, ὁ δὲ ἕτερος Πέτρος ὁ τοῦ
Ἀλίφα, ὡς αὐτὸς ἐκεῖνος ἔλεγεν, ὁ δὲ τρίτος κατ’ οὐδὲν τούτων
ἐλάττων, ὅλους ῥυτῆρας ἐνδόντες τοῖς ἵπποις, δόρατα
μακρὰ ἐναγκαλισάμενοι, κατ’ αὐτοῦ ἵενται. καἰ ὁ μὲν Ἀμι- 
 

 
 Ἴης διημαρτήκει τοῦ βασιλέως, μικρὸν παρεκκλίναντος τοῦ
τπου· τοῦ δ᾿ τονώσας δόρυ διὰ τοῦ ξίφους ὁ βασιλεὺς
ἀπωσάμενος καὶ τονώσας τὴν χεῖρα, παίει τοῦτον κατὰ τὴν
κλεῖδα ὦί τὴν χεῖρα τοῦ λοιποῦ ἀποτέμνει σώματος. ὁ δέ γε
 τρίτος πλήττει τοῦτον εὐθὺς κατὰ τὸ μέτωπον, ὁ δὲ φρενήρης 
τε ὢν καὶ ἑδραῖος τὸν νοῦν, μηδὲν ὅλως συγχυθείς,
γοργότητι γνώμης ἐν ἀσκέπτῳ χρόνῳ τὸ δέον σύνεις, ὕπτιον
ἅμα τῇ πληγῇ ἑαυτὸν ὡς ἐπ’ οὐρὰν τοῦ ἵππου ἔθετο. καὶ
εὐθὺς τὸν χρῶτα τοῦ σώματος μικρὸν παραξέσασα ἡ τοῦ ξίρους
 ἀκμή, περὶ τὴν ἀκωκὴν παραποδισθεῖσα τῆς κόρυθος
καὶ τὸν συνέχοντα ταύτην ὑπὸ τὴν γένυν ἱμάντα διασπάσασα,
ὦσε ταύτην εἰς γῆν. τηνικαῦτα δὲ ὁ μὲν Κελτὸς ἐκεῖνος πααθέει,
ὂν ᾤετο κατακρημνίσαι τοῦ ἵππου, ὁ δ’ εὐθὺς ὀρθωθείς,
ἐπὶ τῆς ἐφεστρίδος ἑδραῖος ἐκάθητο, μηδὲν τῶν ὅπλων
 ἰποβαλών. ἀλλὰ καὶ γυμνὸν τὸ ξίφος κατέχων τῇ δεξιᾶ, 
τῷ δὲ λύθρῳ τοῦ ἰδίου πεφοινιγμένος αἵματος, καὶ τὴν κεφαλὴν
ἀπερικάλυπτον ἔχων καἰ τὴν πυρσὴν καὶ ἡλιῶσαν κόμην
περιπλανωμένην ταῖς ὄψεσι καὶ διοχλοῦσαν αὐτόν· ὁ γὰρ
ιπος ταραττόμενος καὶ ἀποπτύων τοὺς χαλινοὺς φριμάσσων,
 ὢν, ἀτακτότερον ἐμπίπτειν τῷ προσώπῳ τοὺς βοστρύχους παρεσκεύαζεν·
ἀλλὰ καὶ ὣς ἑαυτὸν ἀνακαλεσάμενος, ὡς ἐνῆν, τοῖς 
 

 
 ἐναντίοις ἀντικαθίστατο. ἔπει δὲ κω τοὺς Τούρκους φεύγοντας
ἑώρα καὶ αὐτὸν τὸν Βοδῖνον ἀπολέμητον
ὥπλιστο γὰρ καὶ οὗτος καὶ εἰς πολέμου τύπον τὸ αὐτοῦ διατυπώσας
στράτευμα, κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἵστατο, ὡς
 ἐπαρήξων τάχα τῷ αὐτοκράτορι κατὰ τὰς πρὸς αὐτὸν γεγενημένας 
συνθήκας· ἐκαραδόκει δέ, ὡς ἔοικεν, ἱν., εἰ μὶν τὴν
ῥοπὴν τῆς νίκης τῷ αὐτοκράτορι δοθεῖσαν γνοίη, ἐπιτεθείη
καὶ αὐτὸς τοῖς Κελτοῖς, εἰ δὲ τοὐναντίον, ἀτρεμήσῃ τε καὶ
ὀπισθόπους γένηται· ταῦτα διαλογιζόμενος, ὡς ἐ·ξ ὦν ἐπε-
 πράχει δῆλον, καὶ τὴν νικῶσαν ἀπαρτὶ τοὺς Κελτοὺς ἐγνωκὼς 
ἔχοντας ἄγευστος πολέμου τὸ παράπαν, οἴκαδε ἐπαναδεδραμήκει·
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ταῦτα θεασάμενος καὶ μηδένα
 τὸν αὐτῷ ἐπαμύνοντα βλέπων, τὰ μετάφρενα καὶ αὐτὸς
τηνικαῦτα δίδωσι τοῖς ἐν(??)ντίοις. καὶ οὕτως ἐδίωκον οἱ Λατῖνοι
τὸ Ῥωμαϊκὸν στράτενμα.

Ὁ δὲ Ῥομπέρτος καταλαβὼν τὸ τέμενος τοῦ ἁγίον
Νικολάου, ὅπου καὶ ἡ βασιλικὴ σκηνὴ καὶ ἅπασα ἥ σκευὴ
τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος, ὁπόσους εὐσθενεῖς εἶχε, τὸν
βασιλέα διώκειν ἐκπέπομφεν, αὐτοῦ που αὐτὸς ἐγκαρτερῶν,
φανταζόμενος τὴν τοῦ αὐτοκράτορος κατάσχεσιν. τοιοῦτοι γὰρ 
λογισμοὶ τούτου τὸ ὑπέρογκον ἐξέκαιον φρόνημα. οἱ δὲ εὐψύχως
μάλα τοῦτον ἐδίωκον μέχρι τόπου τινὸς παρὰ τῶν 
 


 
 ἐγχωρίων καλουμένου Κακὴ πλευρά. ἡ δὲ τούτου θέσις ποταμὸς 
ῥέων κάτωθεν ὁ Χαρζάνης καλούμενος, ἔνθεν δὲ ὑπερκειμένη
πέτρα ὑψηλή. ἀναμεταξὺ δὲ τούτων φθάνουσιν αὐτὸν
οἱ διώκοντες· οἱ καὶ παίουσιν αὐτὸν κατὰ τὴν ἀριστερὰν
 πλευρὰν διὰ τῶν δοράτων, (ἐννέα δὲ ἦσαν ξύμπαντες,)
ἐπὶ τὰ θάτερα κλίνουσι. τάχα δ’ ὂν κω ἐπεπτώκει, εἰ μὴ τὸ
ξίφος, ὁ τῇ δεξιᾷ κατεῖχε χειρί ἔφθασεν ἐναπερεισθῆναι τῇ
γῇ· ναὶ μὴν καὶ ἡ τοῦ μύωπος ἀκμὴ ταῦ ἀριστεροῦ
ἐνὑακοῦσα τὸ ἄκρον τῆς ἐφεστρίδος, ὃ ὑπόστρωμα λέγουσιν,
 ἀκλινέστερον τὸν ἱππότην ἐποίει. καί αὐτὸς δὲ τῇ λαιᾷ τῆς
χαίτης δραξάμενος τοῦ ἵππου, ἀνεῖχεν ἑαυτόν. βοηθεῖται 
μέντοι ἐκ θείας τινὸς δυνάμεως σωτηρίαν παρ’ ἐχθρῶν αὐτῷ
κομιζούσης παραδόξως. ἀναφύει γὰρ δεξιόθεν ἄλλους
Κελτοὺς τὰ δόρατα πρὸς ἐκεῖνον ὀρθώσαντας· οἱ κω τὰ
 ἄκρα τῶν δοράτων κατὰ τὴν δεξιὰν πλευρὰν ἐμβαλόντες, ὤρθωσάν
τε ἀθρόον τὸν στρατιώτην κ·αἰ εἰς τὸ μέσον κατέστησαν.
καὶ ἠν ἰδεῖν θαῦμα παράδοξον. οἱ μὲν γὰρ ἐξ εὐωνύμων 
ἀνατρέπειν ἠπείγοντο, οἱ δὲ ἐκ τῶν δεξιῶν τὰ δόρατα τῇ
πλευρᾷ πήξαντες, ὥσπερ τοῖς πρώην ἐναντιούμενοι καὶ ἀντ- 
 

 
 ρείδοντες δόρασι δόρατα, ἐπ’ ὀρθοῦ σχήματος τὸν βασιλέα
ἐποίησαν. ἑδράσαντος δὲ ἑαυτὸν γενναιότερον καί συσφίγξαντος
περιβάδην τὸν ἵππον ὁμοῦ καὶ τὴν ἐφεστρίδα, τηνικαῦτα
γίνεταί τι τῆς γενναιότητος ἐκείνου τεκμήριον. ὁ γὰρ ἵππος
ἄλλως μὲν καὶ θερμότατος ὢν καἰ ὑγροσκελής, ἄλλως δὲ καὶ 
 ἀθλητικώτατος καἰ πολεμικός, (ἔφθη γὰρ ὅπου τοῦτον
τοῦ Βρυεννίου μετὰ τῆς ἐρυθροβαφοῦς ἐφεστρίδος,
ὁπότε τοῦτον εἷλεν ἐν τῷ καιρῷ τῆς μάχης, βασιλεύοντος ἴν
Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτον,) τὸ δὲ ὅλον εἰπεῖν, ὑπὸ θείας
προνοίας ἐμπνευσθείς, πάλλεταί τε εὐθὺς καὶ διαέριος γίνεται 
καὶ ἐπ' ἄκρου τῆς εἰρημένης πέτρας ἐφίσταται, ὥσπερ
ὑπόπτερος κουφισθεὶς καί, τοῦτο δὴ τὸ τοῦ μύθου, Πεγάσου
πτερὰ λαβών· Σγουρίτζην τουτονὶ τὸν ἵππον ὁ Βρυέννιος
 ὠνόμαζεν. τὰ δὲ τῶν βαρβάρων δόρατα, ὥσπερ κενεμβατήσαντα
τὰ μὲν καὶ τῶν χειρῶν τούτων ἐξέπεσον. τὰ δὲ διαπεπαρμένα 
τοῖς μέρεσι τοῦ ἐσθήματος τοῦ βασιλέως ἐναπομείναντα,
μετεωρισθέντα τῷ ἵππῳ συνηκολούθησαν. ὁ δὲ
 εὐθὺς ἀποκόπτει τὰ ἐπαγόμενα δόρατα. καὶ οὔτε τεθορύβηται
τὴν ψυχὴν έν τοσούτοις δεινοῖς καταστάς, οὔτε συνεθολώθη
τοὺς λογισμούς, ἀλλὰ ταχὺ τοῦ συνοίσοντος γίνεται καὶ
τὸ παράδοξον ἐκ μέσου αὐτῶν ποιεῖται. οἱ δέ γε Κελτοὶ 
 

 
 κεχηνότες εἱστήκεσαν, τὸ γεγονὸς ἐκπληττόμενοι· καὶ γὰρ
ἦν ἐκπλήξεως ἄξιον· θεασάμενοι δὲ τοῦτον ἐφ’ ἑτέραν
καὶ αὖθις ἐδίωκον. ὁ δὲ ἐπὶ πολὺ νῶτα τοῖς μεταδιώκουσι
στρατιώταις διδούς, στρέψας τόν χαλινόν καὶ συναντήσας
 ἑνἰ τῶν διωκόντων, διελαύνει τὸ δόρυ τοῖς στέρνοις. 
ὁ δὲ τηνικαῦτα εἰς γῆν ὕπτιος ἔκειτο. ὁ δὲ βασιλεὺς αὖθις
τὰς ἤνιάς στρέψας, εἴχετο τῆς προτέρας ὁδοῦ. συναντᾷ τοίνυν
ἀπὸ τῶν ἔμπροσθεν διωκόντων τὰς Ῥωμαϊκὰς δυνάμεις
Κελτοῖς οὐκ ὀλίγοις· οἱ δὲ πόρρωθεν τοῦτον θεασάμενοι,
 συνησπικότες ἔστησαν, τούς τε ἵππους ἀναψῦξαι βουλόμενοι,
ἅμα δὲ καὶ ζωγρῆσαι τοῦτον ἐθέλοντες κἀντεῦθεν ὥσπερ τι
λάφυρον τῷ Ῥομπέρτῳ κομίσαι. ὁ δὲ ἅμα μὲν τοὺς ὄπισθεν
φεύγων διώκοντας καἰ τοὺς ἔμπροσθεν θεασάμενος, ἀπεγνώκει
τὰς σωζούσας ἐλπίδας. συλλεξάμενος δὲ ἑαυτόν ἐπεὶ 
 τῶν ἄλλων μέσον τινὰ ἐθεάσατο, ἀπό τε τοῦ σώματος καὶ τῆς
τῶν ὅπλων ἀποπαλλομένης αἴγλης τὸν Ῥομπέρτον εἶναι νομίσας,
καταστήσας τὸν ἵππον, κατ' αὐτοῦ φέρεται· κἀκεῖνος δ’
ἐκεῖθεν, πρὸς αὐτὸν τὸ δόρυ εὐθύνας. καὶ μέντοι γε καὶ
συνελάσαντες ἄμφω κατὰ τὸ μεταίχμιον, κατ’ ἀλλήλων ἴενται.
 ται. πρότερος δὲ ὁ αὐτοκράτωρ διιθύνας τὴν χεῖρα, πώει
τοῦτον διὰ τοῦ δόρατος· τὸ δὲ αὐτόθεν διὰ τῶν μαζῶν εἰς 
 

 
 τὰ μετάφρενα διεκβάλλεται. καὶ τόν μὲν βάρβαρον αὐτίκα
 εἶχεν ἡ γῆ· εὐθὺς δὲ τοῦτον ἀφῆκε καὶ ἥ ψυχή, τῆς τρώσεως
καιρίας γεγενημένης. καὶ τοῦ λοιποῦ ὁ βασιλεύς, διασχισθείσης
τῆς φάλαγγος, διὰ μέσων αὐτῶν ἔξιππάσατο,
ἄδειαν ἑαυτῷ ἐφευράμενος τὴν σφαγὴν τοῦ βαρβάρου τούτου. 
οἱ δ’ εὐθὺς τὸν τρωθέντα εἰς γῆν ἐρριμμένον θεασάμενοι,
περιχυθέντες τῷ κειμένῳ, περὶ αὐτὸν διεπονοῦντο. καὶ οἱ
ὄπισθεν δὲ τὸν βασιλέα διώκοντες τούτους θεασόμενοι, ἀποβάντες
τῶν ἵππων καὶ γνωρίσαντες τὸν ἄνδρα, ἐκόπτοντο ὀλολύζοντες.
ἀλλ’ ὁ Ῥομπέρτος μὲν οὐκ ἦν, ἕτερος δὲ τῶν 
ἐπιφανῶν καὶ ὁ τούτου δεύτερος. τούτων δὲ ἀσχολουμένων,
ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τὰ πρόσω τὴν πορείαν ἐπεποίητο.

Ἀλλ' ἔγωγε μεταξὺ τῶν λόγων ἐπελαθόμην τὸ μὲν
διὰ τὴν φύσιν τῆς ἱστορίας, τὸ δὲ καὶ διὰ τὴν τῶν πραγμάτων
ὑπερβολήν, ὅτι πατρὸς κατορθώματα γράφοιμι. μηδὲ 
γὰρ βουλομένη τὴν ἱστορίαν ὕποπτον θεῖναι, πολλάκις παρατρέχω
τὰ τοῦ πατρός, μήτε αὐξάνουσα, μήτε πλάτος περιτιθεῖσα.
εἴθε γὰρ ἐλευθέρα ἦν τοῦ πάθους τούτου τοῦ πατρικοῦ
καὶ ἀπόλυτος, ἵνα καθάπερ ὕλης ἀμφιλαφοῦς δραξαμένη,
τὴν σοβάδα γλῶσσαν ἐνεδειξάμην, ὁπόσην ἔχει περὶ 
 


 
 καλὰ τὴν οἰκείωσιν. ἐπηλυγάζει δέ μου τὸ πρόθυμον ἥ φυσικὴ 
στοργή, μή πως δόξαιμι τοῖς πολλοῖς ὑπὸ προθυμίας 
τοῦ λέγειν περὶ τῶν κατ’ ἐμαυτήν, τερατολογίας παρέχειν
ὑπόληψιν. καὶ γὰρ ἂν πολλαχοῦ τῶν κατορθωμάτων τῶν
 πατρικῶν μεμνημένη, καὶ τὴν ψυχὴν αὐτὴν ἀπεστάλαξα, ξυγγράφουσά
τε καὶ διηγουμένη, έν ὁπόσοις κακοῖς περιπέπτωκε, 
καὶ ἀλλ’ ἄνευ μονῳδίας καὶ θρήνου τὸν τόπον παρῆλθον.
ἀλλ' ἵνα μὴ ῥητορεία κομψή τις ᾖ κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς
ἱστορίας, ὥσπερ τις ἀπαθὴς ἀδάμας κὼ λίθος, παρατρέχω
 τὰς εἰμι χείρων μου ξυμφοράς. ἅπερ ἔδει κἀμὲ καθάπερ
ἐκεῖνον τὸν Ὁμηρικὸν νεανίσκον εἰς ὅρκον προφέρειν (οὐδὲ
καὶ εἰμι χείρων ἐκείνου τοῦ λέγοντος “οὐ μὰ Ζῆν', Ἀγέλαε,
καὶ ἄλγεα πατρὸς ἐμεῖο") πρὸς τὸ εἶναι καὶ λέγεσθαι φιλοπάτωρ.
ἀλλὰ τὸ μὲν πάθος τὸ πατρικὸν ἐμοὶ μόνῃ καταλελείφθω
 καὶ θαυμάζειν καὶ ὀλοφύρεσθαι τὰ δὲ τῆς ἱστορίας 
ἐχέσθω. μετὰ ταῦτα οἱ μὲν Κελτοὶ τῆς πρὸς τὸν Ῥομπέρτον
ὁδοῦ φερούσης εἴχοντο. ὁ δὲ κενοὺς τούτους θεασάμενος,
πυθόμενός τε τὰ τούτοις συμπεσόντα, πάντας μὲν μεγάλως
κατῃτιᾶτο, ἕνα δὲ τούτων ἔκκριτον καὶ μαστίζειν ἠπείλει,
 ἄνανδρόν τε ἀποκαλῶν κω ἀπειροπόλεμον· καί ὅτι μὴ
καὶ αὐτὸς ἐπὶ τῆς πέτρας μετὰ τοῦ ἵππου ἀνέθορε, καὶ τὸν 
 
 τυ 

 
 βασιλέα Ἀλέξιον ἥ κρούσας ἀνεῖλεν ἢ δραξάμενος ζῶντα ἤγαγε,
τὰ πάνδεινα πάσχειν ᾤετο. ἦν γὰρ Ῥομπέρτος οὗτος
 τἀλλα μὲν εὐψυχότατός τε καὶ φιλοκινδυνότατος, πικρίας δὲ
ὅλος ἆνθρωπος, καὶ ἐν ῥισὶν ἐπικαθήμενον ἔχων τὸν χόλον
κα τὴν καρδίαν μεστὴν θυμοῦ καὶ ὀργῆς ἔμπλεων, καὶ οὕτως 
ἔχων πέρι τοὺς πολεμίους, ὡς ἡ τὸν ἀντικαθιστάμενον διαπεῖραι
τῷ δόρατι, ἡ ἑαυτὸν διαχρήσασθαι, παρὰ τὸν Μοιραῖόν,
φησι, κλωστῆρα ἀπαλλαττόμενος. ὁ μέντοι στρατιώτης
ἐκεῖνος, ὃν ὑπ’ αἰτίαν ὁ Ῥομπέρτος ἦγε, τό τε ἀνεπίβατον
καὶ ὀξὺ τῆς πέτρας μάλα σαφῶς διηγεῖτο, καὶ ὅτι εἰς τὸ 
μετεωρότατον ὁ τόπος ἐπῆρτο καὶ ὡς ἡ πέτρα ὀξεῖα ἦν καὶ
ἀκροσφαλής, καἰ ὡς οὐδένα οὐ πεζόν, οὐχ ἱππότην ἐπιβῆναι
ταύτης δυνατὸν ἄνευ θείας τινὸς μηχανῆς, μὴ ὅτι γέ τινα πολεμούμενον
 καὶ μαχόμενον, ἀλλ’ οὐδ’ ἄνευ πολέμου τινὸς εἶναι
δυνατὸν ἀποπειρᾶσθαι τῆς πέτρας. “εἰ δέ μοί" φησι “καὶ 
διαπιστοίης, ἐπιχειρήσας ἢ αὐτὸς σὺ ἤ τις ἄλλος τῶν ἱπποτῶν
ὁ θαρραλεώτατος, τῶν ἀμηχάνων αἰσθήσεται. εἰ δ’ οὖν,
ἀλλ’ εἰ τις ἀναφανεῖται τῆς πέτρας περιγενόμενος, μὴ ὅτι γε
ᾶπτερος, ἀλλὰ καὶ ὑπόπτερος ὤν, ἕτοιμος αὐτὸς πᾶν ὅ τι
δεινὸν ὑποστῆναι καὶ ἀνανδρίαν κατακριθῆναι." ταῦτα εἰπὼν 
 μετὰ θαύματος καὶ ἐκπλήξεως ὁ βάρβαρος τὸν ἐπίχολον
Ῥομπερτον κατέστειλέ τε καὶ εἰς θαῦμα ἐκίνησεν ἀφέμενον 
 

 
 τοῦ ὀργίζεσθαι. ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς ἑλιγμοὺς τῶν παρακειμένων
ὀρῶν καὶ πᾶσαν τὴν δύσβατον ἀτραπὸν έν δυσὶ νυχθημέροις
διεξελθών, καταλαμβάνει τὴν Ἀχρίδα. ἐν δὲ τῷ
μεταξὺ τὸν Χαρζάνην διελθὼν καἰ μικρὸν πέρι τὴν καλουμένην
 Βαβαγορὰν ἐγκαρτερήσας, (τέμπος δ’ αὐτὴ δύσβατον
ἐστι,) μήθ’ ὑπὸ τῆς ἥττης, μήθ’ ὑπὸ τῶν ἄλολων τοῦ μόθου
κακῶν τὸν νοῦν συγχυθεὶς , μήθ’ ὑπὸ τῆς κατὰ τὸ μέτωπον
τοῦ τραύματος ὀδύνης ὑποχαλάσας , κἀν τὰ ἐντὸς ὑπὸ τῆς 
λύπης τῶν ἐν τῇ μάχη πεπτωκότων καἰ μᾶλλον τῶν γενναίως 
 ἀγωνισαμένων ἀνδρῶν ἐξεφλέγετο· ἀλλ’ ὅμως ὅλος τῆς πόλεως
ἦν Δυρραχίου καὶ ταύτης ἐμέμνητο, ἀχθόμενος ὅτι
άτερ ἡγεμόνος καταλέλειπτο, τοῦ Παλαιολόγου διὰ τὴν ὀξεῖαν
συμβολὴν τοῦ πολέμου μὴ δυνηθέντος ἐπαναστρέψαι. καὶ
ὡς ἐνόν, τοὺς κατ’ αὐτὴν ἠσφαλίσατο καὶ τὴν τῆς ἀκροπόλεως
 φρουρὰν τοῖς ἐκκρίτοις Βενετίκοις τῶν ἐκεῖσε ἀποίκων
ἀνέθετο, τὴν δέ γε ἐπίλοιπον πᾶσαν πόλιν τῷ ἐξ Ἀρβανῶν
ὁρμωμένῳ Κομισκόρτῃ, τὰ συνοίσοντα διὰ γραμμάτων
ὑποθέμενος.

Ὁ μέντοι Ῥομπέρτος ἀμεριμνήσας παντάπασι, τὴν
 λείαν πᾶσαν καὶ τὴν βασιλικὴν σκηνὴν ἀφελόμενος, τροπαιο- 
 


 
 φόρος καἰ γαυριῶν τὴν πεδιάδα κατέλαβεν εἰς ἣν πρότερον
ηὐλίζετο, τὸ Δυρρύχιον πολιορκῶν. κα μικρὸν διαναπαυσάμενος
ἐβουλεύετο, ἐβουλεύετο εἰ χρὴ αὐθις ἀποπειρᾶσθαι τῶν τούτου
τειχῶν, ἢ τὴν μὲν πολιορκίαν εἰς τὸ ἐπιὸν ἔαρ παραφυλάξασθαι,
 τὸ παρὸν δὲ τὴν Γλαβινίτζαν καταλαβεῖν καὶ τὰ Ἰωαννίνα,
κἀκεῖσε παραχειμάσαι, καταθέμενον τὸ ὁπλιτικὸν
ἅπαν εἰς τὰ ὑπερκείμενα τέμπη τῆς πεδιάδος Δυρραχίου. οὶ
δ' ἐντὸς Δυρραχίου, καθάπερ ὁ λόγος ἐδήλωσεν , ἐπεὶ οἱ 
πλείους ἀπὀ Μέλφης ναὶ Βενετίας ἤσαν ἄποικοι, τὰ ξυμπεσόντα
 τῷ αὐτοκράτορι μεμαθηκότες, καὶ τὴν τοσαύτην ἀνδροκτασίαν
καὶ τὴν τῶν. τηλικούτων ἀνδρῶν σφαγήν , καἰ τοὺς
στόλους ὑποκεχωρηκότας, καὶ ὅτι ὁ Ῥομπέρτος εἰς τὸ ἐπιὸν
ἔαρ τὴν πολιορκίαν ταμιεύεται διεσκοπεῖτο ἕκαστος , ὅ τι
πράττειν χρὴ καὶ σώζεσθαι καὶ μὴ αὖθις ἐς τοσούτους ἐμπεπτωκέναι
 κινδύνους. συλλεξάμενοι οἶν ἑαυτούς, τὸ ἀπόρρητον
ἕκαστος εἰς τὸ ἐμφανὲς ἄγουσι , καὶ πέρι τῶν ὅλων γνωσιμαχήσαντες,
ὥσπερ ἐν ἀπόροις πόρον εὑρηκέναι ᾠήθησαν
πεισθῆναι τε τῷ Ῥομπέριῳ καὶ παραδοῦναί οἱ τὴν πόλιν. 
ἐρεθισθέντες δὲ κὼ παρά του τῶν ἐποίκων Μέλφης καὶ ταῖς
 τούτου πεισθέντες ὑποθημοσύναις, τὰς εἰσόδους ἀναπετάσαντες,
πάροδον τῷ Ῥομπέρτῳ δεδώκασιν. ἐγκρατὴς δὲ τούτου
γενόμενος, τὰς δυνάμεις μετεκαλεῖτο, φιλοκρινῶν ἅμα, εἴ που 
 

 
 τέτρωται τις καιρίαν ἢ ἐπὶ χρῶτα παραξέσαντος τυχὸν τοῦ
ξίφους, καὶ διερευνώμενος ὁποῖοί τε καὶ ὁπόσοι πολέμου παρανάλωμα
γεγόνασιν ἐν ὦς προηγησαμέναις μάχαις, σκοπῶν
 ἅμα, ἐπεὶ χειμὼν ἤδη παρῆν κάτα τόδε καιροῦ, διὰ τούτου
καὶ μισθοφορικὸν ἕτερον ἐπισυνάξαι καὶ ξενικὰς ἐπισυλλέξαι 
 δυνάμεις, καὶ ἦρος ἐπιφανέντος, τηνικαῦτα πανστρατὶ κατὰ
τοῦ βασιλέως χωρῆσαι. ἀλλ’ οὐκ αὐτὸς μὲν ὁ Ῥομπέρτος,
καίτοι νικητὴν ὲαυτὸν καὶ τροπαιοῦχον ἀνευφημῶν τοιαῦτα
ἐλογίζετο, ὁ δ’ ἡττηθεὶς βασιλεὺς χαἰ· τραυματίας γεγονώς
διὰ τὴν ἀνύποιστον ἐκείνην ἧτταν καὶ τοσούτους καὶ τοιούτους 
ἀποβεβληκὼς μορμολυχθεὶς οἷον συνέσταλται· ἀλλὰ μηδὲν
σμικροπρεπὲς περὶ ἑαυτοῦ λογισάμενος μηδὲ χαλάσας
ὅλως τὸν λογισμόν, σπεύδων ἦν ὅλῃ γνώμῃ τὴν ἧτταν ἦρος
φανέντος ἀνακαλέσασθαι. ἦσαν γὰρ ἄμφω πάντα προϊδεῖν
καὶ συνιδεῖν ἱκανοί, καὶ πολεμικῶν τεχνασμάτων οὐδενὸς 
 ἀδαεῖς, ἀλλὰ πάσαις μὲν τειχομαχίαις, πάσαις δὲ λοχήσεσι,
 καὶ ταῖς ἐκ παρατάξεως ἀγωνίαις ἐθάδες, τὰς δὲ διὰ χειρὸς
πράξεις δραστικοὶ καὶ γενναῖοι, καὶ ἐχθροὶ πάντων τῶν ὑπ’
οὐρανὸν ἡγεμόνων γνώμη καὶ ἀνδρίᾳ κατάλληλοι. εἶχε δέ τι τοῦ
Ῥομπέρτου πλέον ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος, ὅτι νεάζων τὴν ἡλικίαν 
ἔτι, κατ’ οὐδὲν ἐλάττων τοῦ ἤδη ἀκμάζοντος ἥν καὶ τὴν γῆν 
 

 
 μικροῦ συνταράττειν. ὅλας τε φάλαγγας ἐκ μόνου μβοήματος αὐχοῦντος
συνταράττειν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὲτέροις συντηρείσθωσαν
τόποις· μελήσει γὰρ πάντως τοῖς έγκωμιάζειν ἐθέλουσιν.
ὁ δέ γε βασιλεὺς Ἀλέξιος, ἐν Ἀχρίδι μικρὸν ἑαυτὸν
 ἀνακτησάμενος καὶ τὸ σῶμα διαναπαύσας, καταλαμβάνει τὴν
εάβολιν. καὶ τοὺς μὲν τοῦ πολέμου διασωθέντας τῆς ἐκ
τοῦ μόχθου κακοπαθείας, ὡς ἐνόν, ἐπανελάμβανε, τοὺς δέ γε
ἐπιλοίπους ἁπανταχόθεν ἀποστείλας διεκηρύκευε τὴν Θεσσαλονίκην
καταλαβεῖν. ἐπεὶ δὲ πεῖραν του Ῥομπέρτου καὶ τῆς
 λμης τοῦ τηλικούτου ἔσχε στρατεύματος, καὶ πολλὴν ἀφέ
λειαν καὶ ἀνανδρίαν τῶν ὑπ’ αὐτὸν κατεψηφίσατο, (οὑ 
ἂν προσθείην στρατιωτῶν, οὔτι καὶ οἱ τέως παρόντες ἀγύμναστοί
τε τὸ παράπαν ἠσαν καὶ πάσης στρατιωτικῆς ἐμπειρίας
ἀδαεῖς,) διὰ τοῦτο γοῦν ἐδεῖτο συμμάχων· τὸ δὲ ἄτερ χρηιάτων
 οὐκ ἐνῆν· τὰ δὲ οὐ παρῆν, τῶν βασιλικῶν ταμιείων
ιὶ μηδενὶ δέοντι κενωθέντων ὑπὸ τοῦ προβεβασιλευκότος 
τοῦ Βοτανειάτον τοσοῦτον, ὡς μηδὲ τῶν ταμιείων
κεκλεῖσθαι τὰς θύρας, ἀλλὰ ἀνέτως πατεῖσθαι παντὶ τῷ βουομένῳ
δι’ αὐτῶν ὁδεύειν· προπέποτο γὰρ. ἔνθεν τοι καί
 ἐν ἐν ἀμηχανίᾳ τὸ πᾶν συνίστατο, ἀσθενείας τε καἰ πενίας ὁμοῦ
συμπιεζούσης τὴν ὑπὸ τοὺς Ῥωμαίους. τότε δὲ τοτὲ τί. τὸν 
 

 
 νέον βασιλέα καὶ ἄρτι τῶν τῆς βασιλείας οἰάκων πιβεβηκότα
ἐχρῆν διαπράξασθαι; πάντως ἥ ἐξαπορούμενον τὸ πᾶν καταλιπόντα
ἐκστῆναι τῆς ἀρχῆς, ὡς μὴ ἀναίτιον ἔντα αἰτιῷτό
 τις αὐτὸν ὡς ἀπειροπόλεμον καὶ ἀνεπιστήμονα ἀρχηγόν, ἥ
ἐξ ἀνάγκης, ὡς ἐνόν, καὶ συμμάχους μετακαλέσασθαι καὶ τὰ 
τούτοις δοθησόμενα χρήματα ὅθεν δήποτε συναγαγεῖν, καὶ
τοὺς ἁπανταχῆ διασπαρέντας τοῦ στρατεύματος διὰ δωρεῶν
ἀνακαλεῖσθαι, ἵνα ἐντεῦθεν μείζους ἐλπίδας κτησάμενοι, αύτοὶ
μετ’ αὐτοῦ ἐγκαρτερήσαιεν καὶ οἱ ἀπόντες πρὸς τὸ ἐπανέρχεσθαι
προθυμότεροι γένοιντο, καὶ οὕτως γενναιότερον πρὸς 
τὰ Κελτικὰ πλήθη ἀντικαταστῆναι δυνήσαιντο. ἀνάξιον μὲν
οὖν καἰ ἀσύμφωνον τῆς αὐτοῦ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐπιστήμης
ὁμοῦ καὶ τόλμης μηδὲν πεπραχέναι βουλόμενος, πρὸς
 δύο ταῦτα ἀπέβλεψε, συμμάχους τε ἁπανταχόθεν μεταπέμψασθαι,
ἐλπίσι πολλῶν δωρεῶν εὐμηχάνως τούτους ὑποσυρόμενος, 
τὴν δέ γε μητέρα καὶ τὸν ἀδελφὸν αἰτήσασθαι χρήματά
 ματά οἱ ξυμπορισαμένους ὅθεν δήποτε ἐκπέμψαι.

Οἱ δὲ πόρον πορισμοῦ μὴ ἐφευρηκότες ἕτερον, πρότερον
μὲν ἅπαντα τὰ αὐτῶν συναγαγόντες χρήματα, ὁπόσα έν
χρυσῷ καἰ ἀργύρῳ, τῇ βασιλικῇ χωνείᾳ παραπεπόμφασι· 
 


 
 πρώτη δὲ πάντων ἡ βασιλὶς καὶ μήτηρ ἐμὴ ὁπόσα ἔκ τε μητρῴου
καὶ πατρῴου κλήρου ἐνυπῆρχον αὐτὴ, κατεβάλλετο,
νὼ τοὺς ἄλλους ἐντεῦθεν πρὸς τοῦτο ἐρεθίσαι οἰομένη·
γὰρ ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορος, ἐν στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτὸν 
 ὁρῶσα· εἰτα δὲ καὶ ἐξ ὲτέρων, ὁπόσοι εὐνοϊκώτερον τρὸς
τοὺς βασιλεῖς τούτους διέκειντο, αὐθαιρέτως προτεθυμηκότων
καταβάλλεσθαι, ὁπόσον ἕκαστος εἶχε προθέσεως, χρυσίου καὶ
ἀργυρίου πορισάμενοι, ἐξέπεμψαν τὸ μέν τι τοῖς συμμάχοις, 
τὸ δέ τι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ἀλλὰ πρὸς τὴν ἐπικειμένην
 χρείαν μηδαμῶς ἐξαρκούντων, τῶν μὶν χάριτας αἰτούντων,
ὡς συναγωνισαμένων δῆθεν, τῶν δέ, ὁπόσον μισθοφορικόν,
δαψιλέστερον τὸν μισθὸν ἐξαιτουμένων, ἐνέκειτο αὖθις καὶ
ἕτερα ἀνακαλούμενος διὰ τὸ ἀπεγνωκέναι τὴν Ῥωμαίων εὔνοιαν.
οἱ δὲ ἐν ἀμηχανία γεγονότες καὶ πολλοὺς λογισμοὺς
 ἀνελίξαντες ἰδίᾳ τε καὶ κοινῇ, ἐπεὶ καἰ τὸν Ῥομπέρτον αὖθις
ὁπλιζόμενον μεμαθήκεσαν. μὴ ἔχοντες ὅ τι καὶ δράσαιεν, εἰς
τοὺς πάλαι κειμένους νόμους καὶ τοὺς κανόνας περὶ τῆς τῶν 
ἱερῶν ἐκποιήσεως ἀπέβλεψαν. καὶ μετὰ τῶν ἄλλων εὐγηκότες
καὶ τοῦτο, ὅτι περ ἐπ’ ἀναρρύσει αἰχμαλώτων τὰ τῶν ἁγίων
 τοῦ θεοῦ ἐκκλησιῶν ἱερὰ ἐκποιεῖσθαι, (ἑώρων δὲ 
 

 
 καἰ τῶν Χριστιανῶη, ὅσοι περὶ τὴν Ἀσίαν ὑπὸ τὴν
ἐτέλουν χεῖρα, καὶ ὁπόσοι τὴν σφαγὴν ἐξέφυγον, ἐμιαίνοντο
διὰ τὴν τῶν ἀπίστων συναναστροφήν,) ὀλίγ᾿
τῶν πάλαι ἠργηκότων ἱερῶν καὶ καταλελυμένων, ὡς εἰς μηδεμίαν
χρείων συντελοῦντα, ἀλλ’ ἀφορμὴ μόνον ἱεροσυλίας 
καὶ ἀσεβείας ἅμα τοῖς πολλοῖς παρεχόμενα, ὡς ὕλην χαράγματος
 εἰς μισθὸν τοῖς στρατιώταις καὶ συμμάχοις τὸ τοιαῦτα
χρηματίσαι ἐσκέψαντο. τούτου γοῦν συνδόξαντος, ἀνέρχεται
ὁ σεβαστοκράτωρ Ἰσαάκιος εἰς τὸ τοῦ θεοῦ μέγα τέμενος
τὴν σύνοδον ἐκκλησιάσας καὶ τὸ τῆς ἐκκλησίας ἅπαν πλήρωμα. 
θεασάμενοι δὲ τοῦτον οἱ τῆς ἱερᾶς συνόδου ἐπ’ ἐκκλησίας
τῷ πατριάρχῃ συνεδριάζοντες, ἔκθαμβοι γεγονότες
ἠρώτων ὅτου χάριν παρεγένετο. ὁ δὲ “λέξων ἥκω τι
ὑμᾶς χρήσιμον τῇ βιαίᾳ τῶν πραγμάτων παρεμπτώσει καὶ
 σωστικὸν τοῦ στρατοῦ." ἅμα δὲ καὶ τοὺς περὶ τῶν μὴ χρησιμευόντων 
ἱερῶν κανόνας ἀπεστομάτιζε, καὶ πολλὰ πέρι τούτων
δημηγορήσας, “ἀναγκάζομαί" φησιν “ἀναγκάζειν, οὓς
 οὐ βούλομαι ἀναγκάζειν." καὶ γενναίους προτιθέμενος λογισμούς,
 ἐδόκει τάχα πείθειν τοὺς πλείονας. ὁ δέ γε Μεταξᾶς
ἀντέτεινεν, ἀνθυποφοράς τινας εὐλόγους εἰσαγαγών, ἀποσκώπτων 
ἅμα καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Ἰσαάκιον. ἀλλ’ ὅμως τὰ 
 

 
 δεδογμένα ἐκράτει. τοῦτο ὕλη μεγίστης κατηγορίας τοῖς
ἐγένετο, (οὐκ ὀκνῶ γὰρ καὶ τὸν Ἰσαάκιον
βασιλέα κατονομάζειν,) οὐ τότε μόνον, ἀλλὰ καὶ μέχρι
καιροῦ διαρκέσασα. νὼ γὰρ ἀρχιερεύς τις τηνικαῦτα Χαλκηδόνος
 Λέων προυκάθητο, οὐ τῶν πάνυ σοφῶν καὶ λογίων, 
ἀρετῆς δὲ ἐπιμεμελημένος, τὸ δὲ ἦθος αὐτῷ σκληρὸν καὶ ἀπόκροτον·
οὗτος οὑν τῶν έν τοῖς Χαλκοπρατείοις πυλῶν ἀφαιρουμένων
τοῦ ἐπικειμένου αὐταῖς ἀργυρίου καὶ χρύσιον, εἰς
τὸ μέσον εἰσδὺς ἐπαρρησιάζετο, μηδ’ ὅλως ἥ οἰκονομίας ἢ τῶν
 περὶ τῶν ἱερῶν κειμένων νόμων ἐπαισθανόμενος. ὑβριστικώτερον
δὲ καὶ οἶον εἰπεῖν ἀτακτότερον τῷ τηνικαῦτα κρατοῦντι προσεφέρετο,
ὁσάκις εἰς τὴν βασιλεύουσαν ἐπανῄει, τῇ ἀνεξικακίᾳ
ἐκείνου καὶ τῇ φιλανθρωπίᾳ καταχρώμενος. καὶ ὁπηνίκα μὶν
τὰ πρῶτα κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ὁ αὐτοκράτωρ τῆς βασιλίδος 
 πόλεως 15 πόλεως ἐξῄει, Ἰσαακίου τοῦ σεβαστοκράτορος
αὐτοῦ μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῶν νόμων ἅμα καὶ τοῦ
δικαίου οὐθὲν δήποτε συμποριζομένου χρήματα, εἰς θυμὸν
ἐκίνει τὸν ῥηθέντα ἀδελφὸν τοῦ βασιλέως, ἀναισχυντότερον
αὐτῷ προσφερόμενος. ὡς δὲ καἰ ὁ βασιλεὺς πολλάκις μὲν
 ἡττηθεὶς κὼ μυριάκις αὖθις κατατολμήσας τῶν Κελτῶν, θεοῦ 
 

 
 νεύσει νικηφόρος στεφανίτης ἐπανεληλύθει, ἐπεὶ καὶ αὖ
ἄλλο νέφος ἐχθρῶν, τοὺς Σκύθας φημί, κατ’ αὐτοῦ ἔξορμᾷν
 ἤδη μεμαθήκει, καὶ διὰ τοῦτο καἰ ἥ συλλογὴ τῶν χρημάτων
καὶ τοῦ βασιλέως ἐν τῇ μεγαλοπόλει ἐνδημοῦντος, ἐφ᾿
αἰτίαις ἐσπουδάζετο, ὁ ἀρχιερεὺς ἐκεῖνος ἀναιδέστερον προσέπεσε 
τῷ αὐτοκράτορι. καἰ συζητήσεως ἐντεῦθεν πολλῆς περὶ
τῶν ἱερῶν γενομένης, λατρευτικῶς, οὐ σχετικῶς δὲ προσκυνεῖσθαι
τὰς ἁγίας εἰκόνας παρ’ ἡμῶν ἐδογμάτιζεν, έν τισι μὲν
εὐλόγως ἅμα καὶ ἀρχιερατικῶς ἐνιστάμενος, ἔν τισι οἱ καὶ
οὐκ ὀρθῶς δογματίζων, οὐκ οἶδα εἴτε δι’ ἔριν καὶ τὴν πρὸ 
 τὸν βασιλέα ἀπέχθειαν τοῦτο πεπονθώς, εἴτε δι’ ἄγνοιαν
ἐξακριβοῦν γὰρ ἀσφαλῶς τὸν λόγον οὐκ εἶχεν, ὅτι λογικῆς
μαθήσεως ἀμέτοχος ὑπῆρχε παντάπασιν. ὡς δ' ἐπὶ πλέον
πρὸς τοὺς βασιλεῖς ἐθρασύνετο, χαιρεκάκοις ἀνδράσι πειθόμενος,
ὁποῖοι πολλοὶ τότε ὑπῆρχον τοῦ πολιτεύματος, εἰς 
τοῦτο παρανυττόμενος, καἰ πρὸς ὕβρεις καἰ βλασφημίας ἀκαίρους
ἐτράπετο, καὶ ταῦτα παρακαλοῦντος αὐτὸν τοῦ βασιλέως
μεταβαλεῖν τὴν περὶ τῶν εἰκόνων γνώμην, ἔτι δὲ καὶ
τῆς πρὸς αὐτὸν ἀποσχέσθαι ἀπεχθείας, ὑπισχνουμένου ἅμα
καὶ τὰ ἱερὰ ταῖς ἁγίαις ἐκκλησίαις λαμπρότερα ἀποδοῦναι 
καὶ πᾶν ὅ τι δέοι ποιεῖν πρὸς διόρθωσιν, καὶ ἤδη καὶ διορνικηφόρος 
 

 
 θουμένου παρὰ τῶν ἐλλογιμωτέρων τότε τῆς συνόδου οὑς οἱ 
τῷ τοῦ Χαλκηδόνος μέρει προσκείμενοι κόλακας ἐκάλουν, καθαιρέσει 
κατεδικάζετο. ὡς δὲ μηδὲν ὑποπτήσσων οὐδόλως
ἠρέμει, ἀλλὰ καὶ αὖθις συνετάραττε τὴν ἐκκλησίαν, οὐκ
 ἀγεννῆ φρατρίαν συνεπαγόμενος, ὡς ἄτεγκτος ἦν πάντη καὶ
ἀδιόρθωτος, μετὰ πολλῶν ἐνιαυτῶν παρέλευσιν πάντες ὁμοῦ
τοῦ ἀνδρὸς κατεψηφίσαντο· κἀντεῦθεν ὑπερορίαν καταδικάζεται.
καὶ δέχεται τοῦτον ἡ περὶ τὸν Πόντον Σωζόπολις,
παντοίας προνοίας καὶ θεραπείας βασιλικῆς ἀξιούμενον , κἀν
 οὐδαμῶς χρᾶσθαι ταύταις ἠβούλετο ὕστερον δι' ἣν πρὸς τὸν 
αὐτοκράτορα ἔτρεφε μῆνιν, ὡς ἔοικεν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν
πη περιγεγράφθω.

ὁ δέγε αὐτοκράτωρ τοὺς νεήλυδας (συνέρρεον
κανοὶ περισωθέντα τοῦτον μεμαθηκότες,) ἐπιμελῶς ἐξεπαίδευεν,
 ὅπως ἱππεύειν χρὴ καὶ τοξεύειν εὐστοχώτατα
τε καὶ ἐνεδρεύειν ἐπικαιρότατα. ἐπεπόμφει δὲ αὖθις
πρὸς τὸν ῥῆγα Ἀλαμανίας πρέσβεις, ὦν προεξῆρχεν ὁ Μηθύμνης
καλούμενος, καὶ διὰ γραφῆς ἐπὶ πλέον ἐρεθίζει,
μὴ μέλλειν ἔτι, ἀλλὰ τὰς αὐτοῦ ἀναλαβόμενον δυνάμεις,
 τάχιον τὴν Λογγιβαρδίαν καταλαβεῖν κατὰ τὰς συγκειμένας
συνθήκας, ἐφ᾿ ᾡ ἀπασχολῆσαι τὸν Ῥομπέρτον, ἵν' 
 


 
 ἀδείας τυχὼν στρατεύματα αὖθις καἰ ξενικὰς δυνάμεις συλλέξηται
καὶ οὕτω τοῦτον τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἀπελάσῃ, πολ-
 λὰς τῷ Αλαμανίας ῥηγὶ ὁμολογήσας τὰς χάριτας, εἰ οὕτω
ποιήσειε, καὶ τὸ ὑποσχεθὲν αὐτῷ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ σταλέντων
πρέσβεων· κῆδος ἐκπληρῶσαι διαβεβαιούμενος. ταῦτα 
οἰκονομήσας, τὸν Πακουριανὸν μέγαν δομέστικον αὐτοῦ πουκαταλιπών,
αὐτὸς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπανέρχεται, ἐφ
ᾧ καὶ ξεικὰς ἁπανταχόθεν συλλέξασθαι δυνάμεις καὶ ἄλλ'
ἀττα οἰκονομῆσαι τῷ καιρῷ καὶ τοῖς ξυμπεσοῦσι πράγμασι
ξυμβαλλόμενα. οἱ δὲ Μανιχαῖοι, ὁ τε Ξαντᾶς καὶ ὁ Κουλέων, 
μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ὡς εἰς δύο πρὸς τῇ ἡμισείᾳ χιλιάδας
ποσουμένων, ἀσυντάκτως οἴκαδε ἐπανέρχονται. καὶ
πολλάκις μετακαλούμενοι παρὰ, τοῦ αὐτοκράτορος, ὑπισχνοῦντο
 μὶν ἐληλυθέναι, ὑπερετίθεντο δὲ τὴν ἔλευσιν. ὁ δὲ ἐπέκειτο,
καἰ δωρεὰς αὐτοῖς καὶ τιμὰς διὰ γραφῶν ὑπισχνούμενος, καὶ 
οὐδ’ οὕτω πρὸς αὐτὸν ἐληλύθησαν. οὕτως οὖν τοῦ βασιλέως
κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ἑτοιμαζομένου, ἧκέ τις τῷ Ῥομπέρτῳ
ἀπαγγέλλων τὴν τοῦ ῥῆγός Ἀλαμανίας εἰς Λογγιβαρδίαν ὅσον
ἤδη ἄφιξιν. ὁ δὲ έν ἀμηχανίᾳ γενόμενος, διεσκοπεῖτο, τί ἂν
χρὴ ποιεῖν. πολλὰ τοίνυν γνωσιμαχήσας, ἐπεὶ τὸν μὲν ῾Ρογέρην 
ἐν τῷ πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπερᾷν διάδοχον τῆς αὐτοῦ
ἀρχῆς καταλέλοιπε, τῷ δέ γε Βαϊμούντῳ νεωτέρῳ ὅντι οὔπω 
 

 
 χώραν τινὰ ἀπενείματο, συναγαγὼν τοὺς κόμητας παντας καὶ 
τοὺς ἐκκρίτους τοῦ ὁπλιτικοῦ παντός μετακαλεσάμενος τὸν ὠὸν
αὐτοῦ Βαϊμοῦντον τὸν Σανίσκον, δημηγόρος προὖκάθητο καί
φησιν· “οἴδατε, κόμητες, ὅτι τὸν φίλτατόν μου υἱὸν Ῥογέρην
 καὶ πρωτότοκον τῶν νιῶν κύριον τῆς ἐμῆς ἐν τῷ πρὸς
τὸ Ἰλλυρικὸν μέλλειν διαπερᾷν κατέστησα χώρας. οὐ γὰρ
ἐχρῆν ἐκεῖθεν ὑποχωροῦντα κω τοιοῦτον ἀναδεχόμενον ἔργον
τὴν ἰδίαν χώραν ἄτερ ἡγεμόνος καταλιπεῖν εἰς προνομὴν ἕτοιμον
παντὶ τῷ βουλομένῳ ἐκκεῖσθαι. ἔπει δὲ ὁ ῥὴξ Ἀλαμανίας 
 πολιορκήσων ταύτην ἤδη καταλαμβάνει, χρὴ κὼ ἡμᾶς, ὡς ἐνόν, 
ταίτης ἀντιποιήσασθαι. οὐδὲ γὰρ δεῖ ἑτέρων ἐπιλαμβανομένους
τῶν ἰδίων κατερρᾳθυμηκέναι. λοιπὸν ἐγὼ μὲν ἄπειμι, ἐφ' ᾡ τῆς
οἰκείας χώρας ἀντιποιήσασθαι, τὴν πρὸς τὸν Ἀλαμανίας ἀναδησάμενος
μάχην. τουτῶὶ δέ μου τῷ υἱῷ τῷ νεωτέρῳ ἐπαφίημι
 τό τε Δυρράχιον καὶ τὸν Αὐλῶνα καὶ τὰς λοιπὰς πόλεις καὶ
νήσους, ἴσας φθάσας αὐτὸς τὠμῷ δόρατι κατέσχον. παρεγγυῶμαι
δὲ καἰ ὑμῖν κὼ ἀξιῶ ὡς ἐμὲ τοῦτον λογίζεσθαι καἰ
ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμη ὑπὲρ αὐτοῦ μάχεσθαι. καὶ σοι δὲ τῷ φιλτάτῳ
μοι ἐπισκήπτω υἱῷ" ἀποστρέψας τὸν λόγον πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον 
 “διὰ τιμῆς πάσης τοὺς κόμητας ἄγειν καὶ συμβούλοις 
 

 
 έν ἅπασι χρᾶσθαι, καὶ μὴ οἶον ἐναυθεντεῖν, ἀλλὰ πάντων
αὐτοῖς κοινωνεῖν. σὺ δὲ ἀλλ’ ὅρα μὴ καταμελήσεις τὸν κατὰ
τοῦ βασιλέως Ῥωμαίων ἀναπράξασθαι πόλεμον, ἀλλ’ ὲν ὅσῳ
μεγάλην ἧτταν ἡττήθη καὶ μικροῦ μαχαίρας ἔργον ἐγεγόνει,
καὶ τὸ πολὺ τῶν αὐτοῦ στρατευμάτων τῷ πολέμῳ ἀνήλωτο, 
καὶ γάρ φησι “καὶ ἐγγὺς ἦλθε τοῦ ζωγρηθῆναι καὶ ἐκ μέσων
τῶν χειρῶν ἡμῶν τραυματίας ᾤχετο,) μὴ ἀνήσεις ὅλως
 μή πως ἀνέσεως τυχών, συλλέξῃ τό τε πνεῦμα κὼ γενναιότερον
ἢ τὸ πρότερον ἀντικατασταίη σοι. οὐ γὰρ τῶν τυχόντων
ὁ ἀνήρ ἀλλ’ ἐκ νηπίου ὲν πολέμοις καὶ μάχαις ἐντραφείς, 
πᾶσάν τε τὴν ἕω καὶ τὴν ἑσπέραν ἐληλυθώς, ὁπόσους
ἀποστάτας τοῖς πρώην αὐτοκράτορσι δορυθηράτους ἐποίησε,
καὶ αὐτὸς πάντως ἐκ πολλῶν ἀκούεις. εἰ γοῦν ὅλως ἀναπέσῃς
καὶ μὴ κὰτ· αὐτοῦ χωρήσῃς πάσῃ γνώμῃ, ὁπόσα μὲν αὐτὸς
ἔργα πολλὰ καμὼν ἤνυσα, φροῦδα ποιήσεις, αὐτὸς δὲ τοὺς 
καρποὺς τῆς ἰδίας ῥᾳθυμίας πάντως δρέψῃ. κἀγὼ μὲν ἤδη
ἄπειμι, ἀγωνισόμενος τὸν ῥῆγα τῆς ἡμεδαπῆς ἀπελάσαι χώρας
 καὶ οὕτω τὸν φίλτατόν μοι Ῥογέρην ἐπὶ τῆς δοθείσης
αὐτῷ ἐξουσίας ἑδράσαι." οὕτω μὲν οὑν ξυνταξάμενος αὐτῷ,
εἰσεληλυθὼς εἰς μονῆρες τὴν περαίαν τῆς Λογγιβαρδίας κατέλαβε· 
καὶ ὀξέως εἰς τὸ Σαλερηνὸν ἐκεῖθεν παραγίνεται,
οὑπερ παλαί ποτε εἰς κατοικίαν τῶν τῆς δουκικῆς ἀξίας ἀντιποιουμένων
ἀφώριστο. κεῖθι γοῦν ἐγκαρτερήσας, ἱκανὰς συνἐν 
 

 
 ιλόχει δυνάμεις καὶ μισθοφορικὸν ἐξ ἀλλοδαπῶν ὅτι πλεῖστον.
ὁ δὲ ῥὴξ Ἀλαμανίας κατὰ τὰς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
ὑποσχέσεις καταλαμβάνειν ἤδη τὴν Λογγιβαρδίαν ἠπείγετο.
τοῦτο μεμαθηκὼς ὁ Ῥομπέρτος ἔσπευδε τὴν Ῥώμην καταλαβεῖν, 
 ἑνωθησόμενός τε τῷ πάπᾳ καὶ τὸν Ἀλαμανίας ἀπείρξων
τοῦ προκειμένου σκοποῦ. ἐπειδὴ οὐδ' ὁ πάπας πρὸς
τοῦτο ἀνένευεν, ἄμφω κατὰ τοῦ Ἀλαμανίας ἐξώρμησαν. ὁ
μέντοι ῥὴξ πολιορκεῖν τὴν Λογγιβαρδίαν ἐπειγόμενος, ἐπεὶ
τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα ἐμεμαθήκει καὶ οὔτι μεγάλην ἥτταν
 ἡττηθείς, τῶν μὲν τοῦ στρατεύματος ξιφῶν παρανάλωμα γεγονότων,
τῶν δὲ ἑκασταχοῦ διασπαρέντων, αὐτὸς εἰς πολλοὺς
καταστὰς κινδύνους έν τῳ γενναίως μάχεσθαι, καιρίως
ἐν διαφόροις τοῦ σώματος πληγεὶς μέρεσι, τόλμῃ καὶ γενναιότητι 
γνώμης παραδόξως ἐρρύσθη, στρέψας τὰς ἡνίας, 
 πρὸς τὴν ἐνεγκαμένην ἀνεχώρει, τοῦτο νίκην λογισάμενος τὸ
μὴ κινδύνοις ἑαυτὸν ὑποβαλεῖν ἔπι μηδενὶ δέοντι. οὗτος μὶν
οὖν εἴχετο τῆς πρὸς τὰ οἴκοι φερούσης· ὁ οἱ· Ῥομπέρτος
φθάσας εἰς τὴν τοῦ ῥηγὸς παρεμβολήν, αὐτὸς μὶν προσωτέρω
διώκειν οὐκ ἤθελεν, ἀπόμοιραν δὲ ἱκανὴν τῶν αὐτοῦ ταγμάτων
 διελών, διώκειν τὸν Ἀλαμανίας προυτρέψατο.
δὲ τὴν λείαν πᾶσαν ἀναλαβόμενος, μετὰ τοῦ πάπα πρὸς
Ῥώμην ἀπένευσεν. καὶ τοῦτον ἐπὶ τοῦ ἰδίον θρόνου ὲδρά- 
 

 
 ἅς, εὐφημίας αὖθις παρ’ ἐκείνου τυγχάνει. κἄπειτα
τὸ Σαλερηνὸν ἐπανέρχεται, τῆς ἐκ τῶν πολλῶν μόθων κακοπαθείας
εαυτὸν ἀνακτησόμενος.

Μετ’ οὐ πολὺ δὲ καταλαμβάνει τοῦτον ὁ Βαϊμοὔντος,
τὴν ἀγγελίαν τῆς ἐπισυμβάσης αὐτῷ ἥττης ἔπι τοῦ προσωπου 
φέρων. ὅπως δὲ ξυνέπεσε τὰ τῆς τύχης αὐτῷ, ὁ λογος
ἤδη δηλώσει. καὶ γὰρ τῶν ἐκείνου μεμνημένος παραγγελμάτων,
καὶ ἄλλως δὲ Ἀρηΐφιλος ὢν ἀνὴρ καὶ φιλοκινδυνότατος,
ἀπρίξ τῆς κάτα τοῦ βασιλέως μάχης εἴχετο. καί
τὰς ἰδίας δυνάμεις ἀναλαβόμενος, συνεφεπομένους ἔχων καὶ. 
ὁπόσοι ἐλλογιμώτεροι καὶ λογάδες Ῥωμαίων στρατιῶται καὶ·
 ἡγεμόνες τῶν παρὰ τοῦ Ῥομπέρτου κατασχεθεισῶν χωρῶν καὶ
πόλεων, (ἀπεγνωκότες γὰρ καθάπα·ξ τοῦ αὐτοκράτορος,
τῆς τοῦ Βαϊμούντου γεγόνασι γνώμης,) καταλαμβάνει διὰ
τῆς Βαγενητίας τὰ Ἰωάννινα, καὶ τάφρον κατὰ τοὺς ἐξωθεν 
διακειμένους ἀμπελῶνας ποιήσας πρότερον, ἅμα δὲ καἰ τὸ
ὁπλιτικὸν ἅπαν ἐν ἐπικαίροις τόποις καταθέμενος, αὐτὸς ἐντὸς
τὰς σκηνὰς ἐπήξατο. τὰ δὲ τείχη περιαθρήσας καὶ τὴν τοῦ
κάστρου ἀκρόπολιν ἐπισφαλῆ διαγνούς, οὐ μόνον αὐτὴν ἀνορθοῦν,
ὡς ἐνόν, ἠπείγετο ἀλλὰ καὶ ἑτέραν ἐν ἄλλῳ μέρει 
 


 
 τῶν τειχῶν, ὤ μᾶλλον αὐτῷ συνοῖσον δέδοκτο ἐρυμνοτάτην
ἀνῳκοδόμει, ληιζόμενος ἅμα καὶ τὰς παρακειμένας πόλεις 
καὶ χώρας. ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ, εὐθὺς μηδὲν
μελλήσας ὅλως τὰς δυνάμεις ἁπάσας συναγαγών, τῆς Κωνσταντινουπόλεως
 σπεύσας ἐξεισι κατὰ μῆνα Μάϊον. τοιγαροῦν
τὰ Ἱωάννινα καταλαβών, ἐπεὶ ὁ τοῦ πολέμου καὶ τῆς μάχης
καιρὸς ἤδη παρῆν, τὰ οἰκεῖα στρατεύματα μηδὲ τὸ πολλοστὸν
τοῦ Βαϊμούντου δυνάμεων ὄντα κατανοῶν, καὶ ἄλλως
δὲ ἀπὸ τῆς τοῦ Ῥομπέρτου προηγησαμένης μάχης γινώσκων
 τὴν πρώτην κατὰ τῶν ἐναντίων ἱππασίαν τῶν Κελτῶν ἀνύποιστον,
δέον ἔκρινε πρῶτον μὲν διὰ πελταστῶν μετρητῶν τινῶν
κω ἐκκρίτων ἀκροβολισμοὺς ποιήσασθαι, ἵνα ἐντεῦθεν ἔνδειξίν 
τινα καὶ τῆς τῷ Βαϊμούντῳ ἐνυπαρχούσης στρατηγικῆς
ἐπιστήμης σχοίη, καὶ γένοιτο οἱ διὰ τῶν μερικῶν προσβολῶν
 τὴν τοῦ ὅλου γνῶσιν ἐσχηκέναι κἀντεῦθεν ξὺν ἐπιστήμῃ βεβαιότερον
πρὸς τὸν Κελτὸν ἀντιπαρατάξασθαι. οὕτω γοῦν
τὰ στρατεύματα κατ’ ἀλλήλων ἐσφάδαζεν· ὁ δὲ βασιλεὺς
τὴν ἀνύποιστον Λατίνων δεδιὼς πρώτην προσβολήν, καινόν
τι ποιεῖ. ἁμάξας κουφοτέρας κατασκευάσας καὶ τῶν συνήθων
 ἥττους, ἐφ’ ἑκάστῃ τούτων κοντοὺς ἐνέπηξε
ναὶ πεζοὺς ὁπλοφόρους ἐπέστησεν, ὥστε ὁπηνίκα οἱ Λατῖνοι 
 

 
 ὅλους ῥυτῆρας χαλάσαντες κατὰ τῆς Ῥωμαϊκ(??)ς ὁρμήσουσι
 φάλαγγος, τὰς ἁμάξας ὠθεῖσθαι πρόσω διὰ τῶν ὑφισταμένων
ὁπλοφόρων πεζῶν, ἵν οὕτω τὸ συνεχὲς διακόπτηται τοῦ
συνασπισμοῦ τῶν Λατίνων. καἰ ἔπει καιρὸς πολέμου παρῆν
τοῦ ἡλίου ἤδη τοῦ ὁρίζοντος λαμπρῶς ὑπερκύψαντος, ὁ αὐτοκράτωρ 
τὰς φάλαγγας εἰς πολέμου τύπον καταστήσας, αὐτὸς
τὸ μεσαίτατον εἶχεν. ὁ γοῦν Βαϊμοῦντος οὐκ ἀνέτοιμος
τῆς μάχης συγκροτουμένης, πρὸς τὴν μηχανὴν ἐφάνη τοῦ
αὐτοκράτορος. ἀλλ’ ὡσπερ προγνοὺς τὸ βεβουλευμένον, μεθαρμόζεται
πρὸς τὸ ξυμπεσόν, καὶ τὰς ἰδίας δυνάμεις διχῆ 
διελὼν καὶ τὰς ἁμάξας παρεκκλίνας κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς
 ἑκατέρωθεν ἵεται παρατάξεως. καὶ φάλαγγες μὲν φάλαγξιν
τηνικαῦτα ἐμίγνυντο καὶ ἀνέρες ἀνδράσι κατὰ στόμα ἐμάχοντο.
οὕτω δὲ πολλῶν ὲκατέρωθεν ἐν τῷ μάχεσθαι πεσόντων
τὴν μὶν νικῶσαν εἶχεν ὁ Βαϊμοῦντος, ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ 
καθάπερ τις πύργος ἀκλόνητος ἵστατο, ἐξ ἑκατέρου μέρους
βαλλόμενος, καἰ ὅπου μὲν ἱππαζόμενος κατὰ τῶν ἐπιόντων
Κελτῶν καὶ συμπλεκόμενος ἐνίοις, πλήττων καὶ κτείνων καὶ
πληττόμενος, ὅπου δὲ καὶ τοὺς φεύγοντας συχνοῖς ἐμβοήμασιν
ἀνακτώμενος. ὡς δ’ εἰς μέρη πολλὰ τὰς φάλαγγας διασπασθείσας 
ἐώρα, δεῖν ἐλογίσατο ναὶ αὐτὸς ἑαυτῷ τὸ ἀσφαλὲς
περιποιήσασθαι, οὐ σώσων ὲαυτόν, οὐθ' ὑπὸ δειλίας
 συγχυθείς, ὡς τάχα ἄν τις εἴποι, ἀλλ’ εἴ που τὸν κίνδυνον
διεκφυγὼν καἰ συλλεξάμενος ἑαυτόν, αὖθις γενναιότερον τοῖς 
 

 
 μαχομένοις Κελτοῖς ἀντικατασταίη. ὑποφεύγων δὲ τοὺς ἐχθροὺς
μετ' ὀλίγων πάνυ τινῶν καὶ τῶν Κελτῶν τισὶν ἐντυχών, αὐθις
ἐκεῖνος ὁ ἀκαταπτόητος στρατηγὸς ἐδείκνυτο. ἀναρρώσας
γὰρ. τοὺς σὺν αὐτῷ καὶ σφοδρῶς τὴν κατ' αὐτῶν ἱππασίαν ὡς
 σήμερον τεθνηξόμενος ποιήσας ἢ κατὰ κράτος ἡττήσων, κτείνει
μὲν αὐτὸς παίσας ἕνα τῶν Κελτῶν, καὶ ὁπόσοι δὲ σὺν
αὐτῷ Ἄρεως ἦσαν ὑπασπισταὶ πολλοὺς τρώσαντες ἐξεδίωξαν.
καὶ οὕτως ἀμετρήτους καὶ μεγίστους διεκφυγὠν κινδύνους, 
αὐθις σώζεται διὰ τῶν Στρουγῶν διελθὼν εἰς Ἀχρίδας.
 δας. κἀκεῖθ' ἐγκαρτερήσας καὶ ἱκανοὺς τῶν πεφευγότων
αὐτοῦ που μετὰ τοῦ μεγάλου δομεστίκου πάντας
καταλιπών, καταλαμβάνει καὶ ἀναπαύλας οὐ ῥᾳστώνης
χάριν· βασιλικὰς γὰρ ῥᾳθυμίας καὶ ἀναπαύλας οὐδαμῶς ἑαυτῷ
ἀπεμέτρει. καὶ αὖθις συναγαγὼν τὰ στρατεύματα καὶ
 μισθοφορικὸν συλλεξάμενος κατὰ τοῦ Βαϊμούντου χωρεῖ,
ἕτερόν τι σκοπήσας, δι' οὗ καταγωνίσαιτο τοὺς
γὰρ σιδηροῦς κατασκευάσας, ἐπεὶ τὴν μάχην ἐς νέωτα
προσεδόκα ὲσπέρας ταῦτα ἐν τῷ μεταιχμίῳ τῆς πεδιάδος κατέστρωσεν,
οὗπερ σφοδροτέραν ἐστοχάζετο τοὺς Κελτοὺς τὴν 
 ἱππασίνα ποιήσασθαι, μηχανώμενος τάχα τὴν πρώτην καὶ
ἀνύποιστον τῶν Λατίνων ὁρμὴν διὰ τούτων ἀποθραῦσαι, περιπαρέντων
τῶν τριβόλων τοῖς τῶν ἵππων πόσι, καἰ τοὺς μὲν 
 

 
 κατὰ μέτωπον ἱσταμένους τῶν Ῥωμαίων, ὁπόσοι δόρατα ἔφερον,
μεμετρημένας τὰς ἱππασίας ποιεῖσθαι καὶ ὁπόσον μὴ
τοῖς τριβόλοις περιπαρεῖεν, ἀλλ’ ἐφ’ ἑκάτερα σχιζομένους
ὑποστρέφειν, τοὺς δὲ πελταστὰς πόρρωθεν κατὰ τῶν Κελτῶν
σφοδροὺς ἐκπέμπειν τοὺς οἰστούς, τὸ δέ γε δεξιὸν καὶ εὐώνυμον 
κέρας ἐξ ἑκατέρου μέρους ἀσχέτῳ ῥύμῃ τοῖς Κελτοῖς
ἐπεισπεσεῖν. τοιαῦτα μὲν τὰ τοὐμοῦ πατρὸς διανοήματα.
 τὸν δὲ Βαϊμοῦντον ταῦτα οὐ διέλαθε. συνέβαινε γάρ
 τι τοιοῦτον. ὅπερ γὰρ ὁ βασιλεὺς ὲσπέρας κατ’ ἐκείνου
ἐβουλεύσατο, πρωίας ὁ Κελτὸς μεμάθηκε. καἰ πρὸς τὸ ἀκουσθὲν 
εὐφυῶς μεθαρμοσάμενος, τὴν μάχην ἀνεδέχετο καὶ
οὐκέτι, ὡς ἔθος αὐτῷ, τὴν ὁρμὴν τῆς μάχης ἐποίει, ἀλλὰ
προαρπάσας τὴν τοῦ αὐτοκράτορος βουλήν, αὐτός ἔξ ἑκατέρου
μέρους τὸν μόθον μᾶλλον ἀνερρίπισε τὴν κατὰ μέτωπον
φάλαγγα ἀτρεμεῖν τέως παρακελευσάμενος. τῆς γοῦν 
μάχης ἀγχεμάχου γεγονυίας, οἱ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος
τὰ νῶτα τοῖς Λατίνοις δεδώκασι, μηδ’ ἀντωπῆσαι τούτοις
τοῦ λοιποῦ ἰσχύοντες, προκατεπτοημένοι ὄντες διὰ τὴν προηγησαμένην
 ἡτταν. καὶ σύγχυσις τηνικαῦτα τῆς Ῥωμαϊκῆς
παρατάξεως ἦν, κἂν ὁ βασιλεὺς ἀκλόνητος μένων, γενναίως 
καὶ χειρὶ καὶ γνώμῃ ἀντικαθίστατο, πολλοὺς μὶν τρώσας
ἔστι δ’ οὗ καὶ τρωθεὶς. καὶ ἐπεὶ τὸ ἅπαν ἐκρεῦσαν ἤδη
στράτευμα ἐθεάσατο καὶ ἑαυτὸν μετ’ ὀλίγων καταλειφθέντα 
 

 
 δίον λογίσατο, μὴ ἀλόγως ἀνθιστάμενος κινδυνεῦσαι. ἐπὰν
γάρ τις πολλὰ μογήσας μὴ πρὸς ἰσχύος ἔχῃ τοῖς ἐχθροῖς ἀντικαθίστασθαι, 
μάταιος ἂν εἴη εἰς προὖπτον κίνδυνον ὲαυτὸν
συνωθῶν. τοῦ γοῦν δεξιοῦ καὶ εὐωνύμου κέρως τῆς Ῥωναϊκῆς
 φάλαγγος φυγαδείᾳ χρησαμένων, ὁ βασιλεὺς ἔτι ἐγκαρτερῶν
μετὰ τῆς τοῦ Βαϊμούντου φάλαγγος γενναίως ἀπεμάχετο,
τὸν ὅλον αὐτὸς ἀναδεξάμενος πόλεμον. τὸ δὲ ἀναντίρρητον
συνεὶς τοῦ κινδύνου, δέον ἔκρινεν ὲαυτὸν περισῶσαι,
ὡς αὖθις δύνασθαι μάχεσθαι πρὸς τὸν καταγωνισάμενον, καὶ
 ἀντίπαλος ἔσεσθαι καρτερώτατος, καὶ μὴ τὸ πᾶν τῆς
ἄρασθαι τὸν Βαϊμοῦντον. τοιοῦτος γὰρ ἦν ἡττώμενος καὶ νικῶν, 
φεύγων καὶ οὖθις διώκων, καὶ μηδέποτε ὑποπτήσσων,
μήτε μὴν ἀνελπιστίας βρόχοις ἁλισκόμενος. ἦν γὰρ καὶ εἰς θεὸν
μεγίστην ἔχων πίστιν, καὶ τοῦτον μὲν ἐς μέσον διὰ παντὸς
 περιφέρων, ὅρκου δὲ παντάπασιν ἀπεχόμενος. ἀπειρηκὼς
οὖν, ὡς ἄνωθεν εἴρηται, ὀπισθόρμητος καὶ αὐτὸς γέγονε,
διωκόμενος παρὰ τοῦ Βαϊμούντου καὶ ἐκκρίτων κομήτων. ἐν
τούτοις δέ φησι πρὸς τὸν Γουλὴν οὑτος δὲ πατρῷος αὐτοῦ
θεράπων) καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ “μέχρι πόσου φευξόμεθα;" καὶ
 στρέψας τὸν χαλινὸν καὶ τοῦ κουλεοῦ τὸ ξίφος ἐξαγαγών
παίει τὸν πρώτως αὐτῷ συναντήσαντα κατὰ τῆς ὄψεως. τοῦτο 
 

 
 οἱ Κέλτοι θεασάμενοι ναὶ διαγνόντες αὐτὸν τῆς ἰδίας ἀπεγνωκότα
 σωτηρίας, ἐπειδὴ τοὺς τοιαύτης γνώμης γεγονότας ᾶνδρας
ἀκαταμαχήτους πάλαι ἐγίνωσκον, ὑποσταλέντες τοῦ διώκειν
ἐπαύσαντο. καὶ οὕτω τῶν διωκόντων ἀπαλλαγεὶς, ὑπεξῄει
τοῦ κινδύνου. οὐδὲ φεύγων δὲ ὅλως ἀνεπεπτώκει ἀλλὰ τῶν 
φευγόντων τοὺς μὲν ἀνεκαλεῖτο, τοὺς δὲ καὶ ἐπέσκωπτε, κἂν
οἱ πολλοὶ τὸν ἀγνοοῦντα ὑπεκρίνοντο οὕτω γοῦν τοῦ κινδύνου
σωθείς, εἰσέρχεται εἰς τὴν βασιλεύουσαν, ἐφ᾿ ᾡ
αὖθις στρατεύματα καὶ κατὰ τοῦ Βαϊμούντου χωρῆσαι.

Ἐπεὶ δὲ τοῦ Ῥομπέρτου πρὸς Λογγιβαρδίαν παλινοστήσαντος 
τὴν μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος μάχην ὁ Βαϊμοῦντος
ἀνεδέξατο, ταῖς ἐκείνου ὑποθημοσύναις χρώμενος καὶ διὰ
παντὸς μάχας καὶ πολέμους ἀναρριπίζων, τὸν μὶν πέτρον
τοῦ Ἀλίφα μετὰ τοῦ Πουντέση εἰς πολιορκ·ίαν ἐν διαφόροις
τόποις ἐξέπεμψεν · ἔνθεν τοι καὶ τοὺς μὲν δύο Πολόβους 
εὐθὺς ὁ πέτρος τοῦ Ἀλίφα κατέσχε, τὰ δὲ Σκοπιὰ ὁ προρρηθεὶς
Πουντέσης· αὐτὸς δὲ μηνυθεὶς παρὰ τῶν Ἀχριδιωτῶν,
ταχὺ τὰς Ἀχρίσδας καταλαμβάνει. καὶ πρὸς μικρὸν ἐγκαρτερήσας,
 τοῦ Ἀριέβη φρουροῦντος τὸ κάστρον, ἄπρακτος
ἀπῆλθεν εἰς τὸν Ὁστροβόν. κἀκεῖθεν κενὸς ἀποπεμφθεὶς 
διῆλθε διὰ τοῦ Σωσκοῦ, καὶ διὰ τῶν Σερβίων ἀπῆλθεν εἰς
Βέρροιαν. καὶ προσβαλὼν έν πολλοῖς καὶ πολλάκις τόποις καὶ 
 


 
 μὴ ἀνύσας, διὰ τῶν Βοδινῶν καταλαμβάνει τὰ Μόγλενα καὶ 
ἀνεγείρει καστέλλιόν τι πρὸ χρόνου ἐρειπωθέν. εἶτα καταλιπὼν
ἐκεῖ μεθ' ἱκανῶν κόμητά τινα Σαρακηνὸν ἔξ ἐπωνυμίας
καλούμενον, εἰς τὸν Βαρδάρην κατέλαβεν εἰς τὰς καλουμένας
 Ἄσπρας Ἐκκλησίας. καὶ τριμηναῖον χρόνον διατρίβοντος
ἐκεῖ, ἐν τῷ μεταξὺ ἔκκριτοι τρεῖς τῶν κομήτων, ὅ τε Πουντέσης,
ὁ Ῥικάλδος καὶ Γελίελμός τις καλούμενος, συνωμοσίαν
πεποιηκότες αὐτομολῆσαι πρὸς τὸν βασιλέα ἐφωράθησαν. καἰ
ὁ μὲν Πουντέσης τοῦτο προγνούς, ἀποδράσας προσῆλθε τῷ αὐτοκράτορι,
 οἱ δὲ λοιποὶ δύο κατεσχέθησαν καὶ ἀπελύθησαν
κατὰ τὸν νόμον τῶν Κελτῶν εἰς πόλεμον. καὶ ἡττηθεὶς κατεβλήθη 
ὁ Γελίελμος, ὂν καὶ κατασχὼν ἐτύφλωσεν ὁ Βαϊμοῦντος,
τὸν δέ γε ἕτερον Ῥικάλδον ἀπέστειλε πρὸς τὸν πατέρα
αὐτοῦ Ῥομπέρτον εἰς Λογγιβαρδίαν, ὑφ’ οὗ ἀφαιρεῖται
 καὶ οὗτος τοὺς ὀφθαλμούς. ὁ δὲ Βαϊμοῦντος ἀπάρας ἀπὸ
τῶν Ἄσπρων Ἐκκλησιῶν, ἀπῆλθεν εἰς Καστορίαν. τοῦτο μαθὼν
ὁ μέγας δομέστικος, καταλαμβάνει τὰ Μόγλενα, καὶ κατασχὼν
τὸν Σαρακηνὸν κτείνει, παραυτίκα ἐρειπώσας τελείως
τὸ καστέλλιον. ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος ἐξελθὼν τῆς Καστορίας,
 ἔρχεται εἰς τὴν Λάρισσαν, κεῖθι παραχειμάσαι βουλόμενος.
καταλαβὼν δὲ τὴν μεγαλόπολιν ὁ αὐτοκράτωρ, καθάπερ εἴρη- 
 

 
 ται, εὐθὺς ἔργου εἴχετο, ὁποῖος ἐκεῖνος θερμουργὸς κὼ μηδέποτε
ῥᾳστώνης μετειληχώς, δυνάμεις τε ᾐτεῖτο τὸν σουλ.
τάνον μετὰ ἡγεμόνων πεῖραν ἐκ μακροῦ ἐσχηκότων. ὁ δὲ
τηνικαῦτα πέμπει πρὸς αὐτὸν χιλιάδας ἑπτὰ μετὰ ἡγεμόνων
λίαν ἐμπείρων, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν Καμύρην, χρόνῳ καὶ 
πείρᾳ τῶν ἄλλων ὑπερέχοντα. ἐν ὅσῳ δὲ ταῦτα ὁ βασιλεὐς
ᾠκονόμει καὶ ἡτοιμάζετο, ὁ Βαϊμοῦντος μέρος τι
τοῦ ἰδίου στρατεύματος ἀποδιελόμενος, Κελτοὺς καταφράκτους
ὅλους ἀποστείλας, ἐξ ἐπιδρομῆς κατέσχε τὴν Πελαγονίαν,
τὰ Τρίκαλα καὶ· τὴν Καστορίαν. αὐτὸς δὲ ὁ Βαϊμοῦντος 
μετὰ ξύμπαντος τοῦ στρατεύματος καταλαβὼν τὰ
 Τρίκαλα, ἀποσπάδα τοῦ ὅλου στρατεύματος ἀποστείλας γενναίους
ὅλους, ἔξ ἐφόδου κατέσχε τὸν Τζίβισκον. κᾆθ' οὕτω
καταλαβὼν τὴν Λάρισσαν κατ’ αὐτὴν τὴν τοῦ μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου μνήμην σὺν ὅλαις δυνάμεσι καἰ περιζώσας τὰ 
τείχη, ἐπολιόρκει αὐτήν. ὁ δὲ ταυτηνὶ τὴν πόλιν φυλάττων
πατρῴου τοῦ αὐτοκράτορος θεράποντος υἱός, Λέων ὁ Κεφαλᾶς,
γενναίως πρὸς τὰς τοῦ Βαϊμούντου ἀντικαθίστατο μηχανὰς
ἐπὶ ὅλοις μησίν ἕξ. δηλοῖ δὲ τὴν τοῦ βαρβάρου ἔφοδον
διὰ γραφῶν τηνικαῦτα τῷ αὐτοκράτορι. ὁ δὲ οὐ παραχρῆμα, 
καίτοι σφαδάζων, τῆς πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον φερού- 
 

 
 σης ἥπτετο, ἀλλὰ πλεῖον μισθοφορικὸν ἐπισυνάγων ἁπανταχόθεν,
ἀνεβάλλετο τὴν ἐξέλευσιν. εἶτα καρτερῶς ὁπλίσας 
ἅπαντας, ἐξειστι τῆς Κωνσταντίνου. καὶ τοῖς μέρεσι τῆς
Λαρίσσης ἐπίσας καἰ διελθὼν διὰ τοῦ βουνοῦ τῶν κελλίων
 καὶ τὴν δημοσίαν λεωφόρον δεξιόθεν καταλιπὼν καὶ τὸν βουνὸν
τὸν οὑτωσὶ ἐγχωρίως καλούμενον Κίσσαβον, κατῆλθεν
εἰς Ἐζεβάν· χωρίον δὲ τοῦτο Βλαχικὸν τῆς Ἀνδρωνείας ἔγγιστα
διακείμενον. ἐκεῖθεν δὲ καταλαβὼν δὲ ἑτέραν αὖθις
κωμόπολιν Πλαβίτζαν συνήθως καλουμένην, ἀγχοῦ που τοῦ
 οὑτωσί πως καλουμένου ποταμοῦ ῥέοντος διακειμένην, τὴν
σκηνὴν κατέθετο, ἀποχρῶντα τάφρον διορύξας. καὶ ἐγερθεὶς
ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς ἀπῆλθεν ἄχρι τῶν κηπουρείων τοῦ Δελφινᾶ, 
κἀκεῖθεν εἰς τὰ Τρίκαλα. γράμμα δέ τις τηνικαῦτα
ἧκε κομίζων τοῦ Κεφαλὰ Λέοντος, πέρι οὗ φθάσας ὁ
 ἐδήλωσε, παρρησιαστικώτερον γράφοντος· “ἴσθι, ὦ βασιλεῦ,
ὅτι μέχρι τοῦ νῦν σπουδὴν πολλὴν εἰσενηνοχώς, διετήρησα
τὸ κάστρον ἀνάλωτον. ἤδη δὲ τῶν ἐφειμένων Χριστιανοῖς
τροφίμων στερούμενοι, καὶ τῶν μὴ προσηκόντων ἡψάμεθα.
ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἡμίν ἀπέλιπον. εἰ γοῦν βοηθῆσαι ἡμῖν θέλων
 σπεύσεις καὶ τοὺς πολιορκοῦντας ἐκδιῶξαι δυνηθείης, 
 

 
 τῷ θῷ χάρις καὶ δόξα. εἰ δ’ οὑν, τοὐμὸν ἤδη πεπλήρωκα
καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἀνάγκη δουλεύοντες, (καὶ τι γὰρ δεῖ
φύσιν καὶ τὴν ἐκ ταύτης τυραννίδα ποιεῖν;) γνώμην ἔχομεν
τὸ φρούριον παραδοῦναι τοῖς ἐπικειμένοις ἐχθροῖς καὶ φανερῶς
ἀποπνίγουσιν. ἀλλ’ εἰ ταῦτα δυστυχῆσαι συμβαίη, ἐπά- 
 ρατος μὲν γενοίμην ἐγώ, τολμηρῶς δὲ καὶ κατὰ τῆς σῆς βασιλείας
τοῦτο παρρησιάζομαι· εἰ μὴ τάχιον σπεύσεις τοῦ κινδύνου
ἡμᾶς ἐξελέσθαι, μὴ πρὸς τοσοῦτον βάρος πολέμου τε
καἰ λιμοῦ ἀντισχεῖν ἐπὶ πλέον δεδυνημένους, σὺ ὁ ὁ ἡμέτερος
βασιλεύς εἴγε δυνάμενος βοηθεῖν οὐκ ἐπέσπευσας τὴν 
βοήθειαν, οὐκ ἂν φθάνοις ἔγκλημα προδοσίας ἀποφυγγάνων."
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ δεῖν ἔγνω διά τινος τρόπου ἑτέρου αὐτοὺς
καταγωνίσασθαι. λογισμοὶ δὲ τοῦτον συνεῖχον καὶ μέριμναι.
καὶ δῆτα σκοπῶν, ὅπως χρὴ λόχους ἐνδιαστήσασθαι, δι᾿ ὅλης
τῆς ἡμέρας διεπονεῖτο, ἀρωγὸν τὸν θεὸν ἐπικαλούμενος. μετακαλεσάμενος 
οὖν τηνικαῦτα τῶν γερόντων τινὰ Λαρισσαίων,
 ἐπυνθάνετο περὶ τῆς τοῦ τόπου θέσεως. καὶ ἀνατείνας τοὺς
ὀφθαλμούς, ἅμα καὶ τῷ δακτύλῳ ἐπισημαίνων,
ἀνηρώτα, ὅποι φάραγγές εἰσι διερρωγυῖαι τοῖς τόποις, ἢ
λόχμαι τινὲς βαθεῖαι πρὸς αὐτὰς συνεχίζονται. ταῦτα δὲ 
τοῦ Λαρισσαίου ἐπυνθάνετο, βουλόμενος λόχον ἐπιστῆσαι καὶ 
 

 
 δι᾿ ἀπάτης τοὺς Λατίνους καταγωνίσασθαι· τὸν γὰρ φανερὸν
καὶ κατὰ μέτωπον φθάσας ἀπηγόρευε πόλεμον, πολλάκις
συμβαλὼν καὶ ἡττηθεὶς καὶ πεῖραν τῆς συμβολῆς τοῦ Φραγγικοῦ
πολέμου λαβών. ἐπεί οἲ ἥλιος κατέδυ, αὐτός τε δι’
 ὅλης κεκοπιακὼς τῆς ἡμέρας ὁ βασιλεὺς εἰς ὕπνον ἐτράπετο
ὄνειρος ἐφίσταται τούτῳ. ἐδόκει γὰρ ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ τεμένους
τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ἑστάναι καὶ φωνῆς 
ἀκοῦσαι “μὴ λυποῦ, μηδὲ στένε, αὔριον νικᾶς. τὴν δὲ φωνὴν
βάλλειν αὐτοῦ τὴν ἀκοὴν ᾤετο ἐκ μιᾶς τῶν ἐν τῷ τεμένει
 ἀπῃωρημένων εἰκόνων, ἐν ᾗ ὁ μεγαλομάρτυς Δημήτριος κατεγέγραπτο.
διυπνισθεὶς δὲ καὶ περιχαρὴς γεγονὼς ἐκ τῆς
τοῦ ὄνειρον ταύτης ὀμφῆς, ἐθεοκλύτει τε τῷ μάρτυρι καἰ
προσυπισχνεῖτο, εἰ γένοιτό οἱ νίκην κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἄρασθαι,
αὐτόθι τε παραγενέσθαι καὶ πρὸ σταδίων ἱκανῶν τῆς
 πόλεως Θεσσαλονίκης οὐκ ἔφιππον, ἀλλὰ πεζῇ καἰ βάδην
ἐρχόμενον εἰς τὴν αὐτοῦ εἰσελεύσεσθαι προσκύνησιν. καὶ δή
μετακαλεσάμενος τοὺς στρατηγούς τε καὶ ἡγεμόνας καὶ συγγενεῖς 
ἅπαντας, βουλῆς ἤρχετο, τὴν ἑκάστου γνώμην ἀναζητῶν·
εἶτα τὸ σκοπηθὲν ἀπήγγειλε. τὸ δὲ ἦν παραδοῦναι τὰ
 τάγματα ἅπαντα τοῖς συγγενέσιν αὐτοῦ· προεξάρχοντα δὲ τὸν 
 

 
 Μελισσηνὸν Νικηφόρον ἐφίστησιν καὶ τὸν Κουρτίκιον Βασίλειον,
τὸν καὶ Ἰωαννάκην καλούμενον· ἀνὴρ δὲ οἶτος τῶν
ἐπιφανῶν, περιβόητος ἐπ᾿ ἀνδρεῖά καὶ στρατιωτικῇ ἐπιστήμῃ,
ἐξ Ἀδριανουπόλεως ὁρμώμενος. οὐ τὰ τάγματα δὲ μόνον
αὐτοῖς παραδίδωσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς βασιλείας παράση 
ἅπαντα. ἐπέσκηπτε δὲ ποιήσασθαι τὴν παράταξιν κω ὃ
 σχῆμα ἐν τοῖς προηγησαμένοις πολέμοις αὐτὸς παρετάττετο,
 παραγγείλας αὐτοῖς δι’ ἀκροβολισμῶν πρότερον ἀπόπειραν τῶν
ἔμπροσθεν τῶν Λατίνων ἐρχομένων ποιήσασθαι, εἶτα τὸν
ἐνυάλιον ἀλαλάξαντας, πανστρατὶ κατ’ αὐτῶν χωρῆσαι· ἐπὰν 
δὲ ὁ συνασπισμὸς γένηται καὶ εἰς χεῖρας κατ’ ἀλλήλων ἔλθωσι,
νῶτα παρασχεῖν τοῖς Λατίνοις καὶ φεύγειν ἀκρατῶς
ὡς πρὸς τὸ Λυκοστόμιον ὑποκρίνεσθαι. έν ᾧ δὲ ὁ βασιλεὺς
ταῦτα παρεκελεύετο, χρεμετισμὸς ἁπάντων τῶν ἵππων τοῦ
στρατοπέδου αἴφνης ἐξηκούσθη. καὶ θάμβος ἐπὶ τούτῳ κα- 
 

 
 τέσχεν ἅπαντας· ἀγαθὸς δὲ ὅμως οἰωνὸς αὐτῷ τε τῷ βασιλεῖ
παραυτίκα καὶ πᾶσι τὼς περιεργοτέροις ἐδόκει. ἀλλὰ
ταῦτα μὲν οὕτως πως ἐπισκήψας αὐτοῖς καὶ 
τοῦ κάστρου Λαρίσσης, περιμείνας τὴν τοῦ ἡλίου δύσιν,
 γεννάδας τινὰς ἄνδρας ἕπεσθαι οἱ ἐπιτάξας, τὴν τοῦ
Λιβοτανίνου κλεισούραν διεληλυθὼς κω τὸν Ῥεβένικον περικύψας
καὶ διὰ τῆς καλουμένης Ἀλλαγῆς πρὸς τὸ εὐώνυμον
τῆς Λαρίσσης μέρος καταλαβών, καἰ περιαθρήσας τὴν ἃπασαν
σὰν τοῦ τόπου θέσιν, χθαμαλώτερον τόπον κατανοήσας, ἐκεῖθι
 μετὰ τῶν συνεφεπομένων αὐτῷ λοχῶν ἦν οἱ δὲ ἡγεμόνες
τῶν Ῥωμαϊκῶν ταγμάτων, ὁπηνίκα ὁ βασιλεὺς προλοχήσειν,
ὡς εἴρηται, ἐπειγόμενος τὴν τοῦ Λιβοτανίνου κλεισούραν
διέρχεσθαι ἔμελλε, τηνικαῦτα ἀποσπάδα τινὰ τῶν Ῥωμαϊκῶν
ἀποδιελόμενος ταγμάτων κατὰ τῶν Κελτῶν ἐξέπεμψαν, ἐφ᾿
 ᾧ πρὸς ἑαυτοὺς ἑλκύσαι, ὡς μὴ ἐκεχειρίαν ἔχοιεν φωρᾶσαι
τὸν αὐτοκράτορα, ὅπη πορεύεται. οἳ καὶ πρὸς τὴν πεδιάδα κατελθόντες,
προσέβαλον τοῖς Κελτοῖς, καὶ ἐφ’ ἱκανὸν μαχεσάμενοι
διέστησαν, τῆς νυκτὸς ἀπάρτι μὴ παραχωρούσης τὴν
μάχην. καταλαβὼν δὲ τὸν σκοπηθέντα τόπον ὁ βασιλεύς 
 ἃπαντας ἀποβῆναι τῶν ἵππων ἐκέλευσε καὶ ἔπι γόνυ κλιθέντας
τοὺς χαλινοὺς χερσὶ κατέχειν. καὶ αὐτὸς δὲ χαμαιδρύῳ 
 

 
 περιτυχών, ὡσαύτως κατακλιθείς, τὸν χαλινὸν έν χερσὶ κατέχων,
ἐπὶ περόσωπον τὸ ἐπίλοιπον τῆς νυκτὸς ἔκειτο.

Ἀνίσχοντος δὲ τοῦ ἡλίου, ἐπεὶ τὰ τῶν Ῥωμαίων
τάγματα κατὰ φάλαγγας ἱστάμενα ὁ Βαϊμοῦντος ἐθεάσατο
τάς τε βασιλικὰς σημαίας καὶ τὰ ἀργυρόηλα δόρατα, τοὺς 
ἵππους μετὰ τῶν βασιλικῶν ἐρυθρῶν ἐφεστρίδων, ὡς ἐνόν
καὶ αὐτὸς τὴν ἰδίαν κατ’ αὐτῶν κατεστήσατο φάλαγγα, διχῆ
 διελὼν τὰς δυνάμεις, καὶ τῶν μὶν αὐτὸς κατάρχων, ὦν δὲ
φαλαγγάρχην τὸν Βρυέννιον καταστήσας· Λατῖνος δὲ οὗτος
τῶν ἐπιφανῶν, ὃν καἰ κονοσταῦλον ὠνόμασαν· οὕτω γοῦν 
τὰς ἰδίας καταστήσας δυνάμεις, τὸ σύνηθες καὶ· πάλιν ποιεῖ
καὶ κατὰ μέτωπον τῆς παρατάξεως, ὅπη τὰ βασιλικὰ ἐώρα
παράσημα, ἐκεῖ τὸν αὐτοκράτορα νομίσας εἷναι ὡς πρηστὴρ
τοῖς φαινομένοις ἐμπίπτει. οἱ δὲ μικρὸν ἀντισχόντες, τὰ
τούτῳ διδόασιν · ὁ δὲ τούτους διώκων ὄπισθεν ἤλαυνεν 
ἀκρατῶς, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν. ὁ μέντοι βασιλεὺς
τὰ ἴδια τάγματα ἐπὶ πολὺ φεύγοντα ὁρῶν καὶ τὸν Βαϊμοῦν-
 τον ὄπισθεν τῶν Ῥωμαϊκῶν ταγμάτων ἀκρατῶς διώκοντα,
στοχασάμενος ἱκανὸν ἤδη διάστημα τῆς ἰδίας ἀποστῆναι τὸν
Βαϊμοῦντον παρεμβολῆς, ἐπὶ τὸν ἵππον ἀναβάς, τὸ αὐτὸ δέη
καὶ τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ παρακελευσάμενος, καταλαμβάνει τὴν τοῦ
Βαϊμούντου παρεμβολήν. καὶ εἴσω ταύτης γενόμενος, πολλοὺς
μὶν τῶν παρευρεθέντων Λατίνων ἀναιρεῖ καὶ τὰ λά- 
 


 
 φύρα ἐκεῖθεν ἀναιρεῖται· εἶτα περιαθρεῖ τοὺς διώκοντας καἰ
φεύγοντας. καὶ ἐπεὶ ἀτεχνῶς ἑώρα τὴν φυγὴν ποιουμένους,
καὶ τὸν Βαϊμοῦντον ὄπισθεν διώκοντα καὶ ἐκείνου ὄπισθεν τὸν
Βρυέννιον, μετακαλεσάμενος τὸν καλούμενον Πυρρὸν Γεώργιον
 ἐπὶ τοξείᾳ ὑμνούμενον καὶ ἑτέρους ἄνδρας γενναίους, χωρίσας
ἱκανοὺς πελταστάς, ὄπισθεν τοῦ Βρυεννίου ὀξέως ἐλαύνειν 
ἐπέσκηψεν φθάσαντας δὲ μὴ ἀγχέμαχον τὴν μάχην ποιῆσαι,
ἀλλὰ πόρρωθεν κατὰ τῶν ἵππων μάλα συχνὰ πέμπειν
τὰ βέλη. ἐπικαταλαβόντες οὖν τοὺς κελτούς, τοὺς ἵππους
 πυκνοῖς ὀϊστοῖς ἔβαλλον, ὡς ἐν ἀμηχανίᾳ τοὺς ἱππότας καθίστασθαι. 
καὶ γὰρ Κελτὸς ἀνὴρ πᾶς, ἐποχούμενος μέν, ἀνύποιστος
τὴν ὁρμὴν καὶ τὴν θέαν εστιν, ἐπὰν δ’ ἀποβαίη τοῦ
ἵππου, τὸ μέν τι τῷ μεγέθει τῆς ἀσπίδος, τὸ δέ τι καὶ διὰ
τὰ τῶν πεδίλων προάλματα καὶ δρόμον ἀνεπιτήδειον, εὐχειρότατός
 τε τηνικαῦτα γίνεται καὶ ἀλλοῖος παντάπασιν ἢ πρότερον,
ὀκλαζούσης οἷον καὶ τῆς ψυχικῆς αὐτῷ προθυμίας. καὶ 
τοῦτο, οἶμαι γινώσκων ὁ βασιλεύς, μὴ τοὺς ἱππότας, ἀλλὰ
τοὺς ἵππους ἀναιρεῖν ἐπέταττε. τῶν δὲ ἵππων τῶν Κελτῶν
πιπτόντων, περιεδινοῦντο οἱ τοῦ Βρυεννίου. καὶ ἀπὸ τῆς
 τούτων πολλῆς συστροφῆς κονίσαλος μακρὸς καὶ πυκνὸς ἵστατο
μέχρι νεφῶν κορυφούμενος, ὡς παραβάλλεσθαι τοῦτον κατ᾿ ἐκεῖ- 
 

 
 νο καιροῦ τῷ κατὰ τὴν Αἴγυπτον γεγονότι πάλαι σκότει
τάς τε γὰρ τούτων ὄψεις ἀπετύφλου ἡ πυκνότης τῆς κόνεως
καὶ ἄγνοιαν ἐμπαρεῖχεν, ὁπόθεν καὶ παρὰ τινων οἱ ὀϊστοἰ
πέμπονται. τρεῖς δὲ Λατίνους ἀποστείλας ὁ Βρυέννιος ἐδήλωσε
τῷ Βαϊμούντῳ τὸ πᾶν. οἱ καὶ κατέλαβον αὐτὸν εἰς τι 
 νησίδιον ποταμοῦ τοῦ οὕτω καλουμένου Σαλαβρία μετὰ τινων
ἱστάμενον ὀλίγων Κελτῶν καὶ σταφυλὰς ἐσθίοντα, ἅμα δὲ καὶ
ὑπέρκομπόν τι καυχώμενον, ὅπερ καἰ μέχρι τοῦ νῦν παρῳδεῖται
καὶ περιφέρεται. τοῦτο γὰρ πολλάκις ἔλεγε βαρβαρίζων
τὸ Λυκοστόμιον, ὅτι “τὸν Ἀλέξιον εἰς λύκου στόμα ἐνέβαλον." 
τοιοῦτον γὰρ ἡ ὑφεροψία σφάλλουσα τοὺς πολλοὺς καὶ
πρὸς τὰ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐν ποσὶ κείμενα ἀκούσας δὲ τὰ παρὰ
τοῦ Βρυεννίου μηνυθέντα καὶ ἐπιγνοὺς τὸν δόλον καὶ τὴν δι’
ἀπάτης νίκην τοῦ αὐτοκράτορος, ἤχθετο μέν, ὡς εἰκός, κατέπιπτε
δὲ οὐδαμῶς, ὁποῖος ἐκεῖνος. ἀποκριθέντες οἶν τινὲς 
 τῶν ὑπ’ αὐτὸν κατάφρακτοι Κελτοὶ ἀνῆλθον εἰς ἀκρώρειάν
τινα κατέναντι τῆς Λαρίσσης διακειμένην. τούτους τὸ ὁπλιτικὸν
θεασάμενοι, ξὺν πολλῇ Προθυμίᾳ ἐβίαζον προσβαλεῖν
αὐτοῖς· ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἀπεῖργε τούτους τοῦ ἐγχειρήματος.
ἐκ διαφόρων δὲ πολλοὶ καὶ διάφοροι ξυμμιγέντες ταγμάτων 
ἀνελθόντες προσέβαλλον τοῖς Κελτοῖς· οἱ δὲ παραχρῆμα κὰτ·
αὐτῶν ὡρμηκότες, ἀναιροῦσιν ἄχρι τῶν πεντακοσίων. εἶτα 
 

 
 τοῦ βασιλέως στοχασαμένου τὸν τόπον , δι᾿ οὗ ὁ Βαϊμοῦντος
μελλε διελθεῖν, καὶ ἀποστείλαντος γενναίους στρατιώτας
ετὰ καὶ Τούρκων καὶ τοῦ Μιγιδηνοῦ προεξάρχοντος, ἅμα τῷ
τλησίον γενέσθαι, εὐθὺς ὁ Βαϊμοῦντος ὁρμήσας κατ’ αὐτῶν,
 ἥττησε τούτους μέχρι τοῦ ποταμοῦ διώξας.

Τῇ δὲ μετ᾿ αὐτήν, αὐγαζούσης ἤδη τῆς ἡμέρας, παραδραμὼν
τὸν ἤδη ῥηθέντα ποταμὸν μετὰ τῶν συνεφεπομένων
αὐτῷ κομήτων καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ Βρυεννίου, ἐπεὶ ἑλώδη τότον
ἐν τοῖς τῆς Λαρίσσης μέρεσιν ἐθεάσατο, ἀναμεταξὺ δύο
 βουνῶν πεδιάδα ἀλσώδη εὑρὼν ἀποτελευτῶσαν εἰς στενωπὸν
ὀξύν, (κλεισούραν τοῦτο καλοῦσιν,) τὴν λεγομένην Δεμενίκου
ταλάτιον, διὰ τούτου εἰσελθὼν, ἐκεῖ τὸν χάρακα ἐπήξατο.
τῇ δὲ μετ᾿ αὐτὴν κατὰ τὸ περίορθρον καταλαμβάνει αὐτον
ὁ φαλαγγάρχης Μιχαὴλ ὁ Δούκας, ὁ πρὸς μητρὸς ἐμὸς θεῖος,
 μετὰ τοῦ ὁπλιτικοῦ παντός ἀνὴρ ἐπὶ φρονήσει διαβεβονμήνος,
ὥρᾳ δὲ καὶ μεγέθει σώματος διαφέρων οὐ τῶν τότε 
καιροῦ ἀλλὰ καὶ τῶν πώποτε γεγενημένων, θάμβος γὰρ εἶχεν
ἅπαντας τοὺς ὁρῶντας τὸν ἄνδρα,) συνιδεῖν δὲ τὸ μέλλον
αὶ φωρᾶσαι τὸ ἐνεστὸς καὶ καταπράξασθαι δεινότατός τε καὶ 
 


 
 ἀπαράμιλλος. τούτῳ ὁ αὐτοκράτωρ ἐπέσκηψεν μὴ πάντας ἐντὸς
τοῦ στομίου τῆς κλεισούρας εἰσελθεῖν, ἀλλὰ τὰς μὶν δυνάμεις
ἔξωθεν ἵστασθαι ἰλαδόν, ὀλίγους δὲ διελεῖν Τούρκων
καἰ Σαυροματῶν τῆς τοξείας εἰδήμονας καἰ τούτοις παραχωρῆσαι
τῆς εἰσόδου, ἐπισκῆψαι δὲ τούτοις, μηδενὶ ἑτέρῳ ξίφει 
πλὴν ὀϊστοῖς χρήσασθαι. εἰσελθόντων δὲ καὶ ἱππασίας ποι-
 ουμένων κατὰ τῶν Λατίνων, οἱ ἔξωθεν ἱστάμενοι πρὸς ἀλλήλους
σφαδάζοντες ἤριζον, ὁποῖος ἂν τὸ στόμιον εἰσέλθοι.
ὁ γὰρ Βαϊμοῦντος πλήρης ὢν στρατηγικῆς ἐπιστήμης, τοὺς ὑπ᾿
αὐτὸν ἐκέλευε συνησπικότας ἵστασθαι, καὶ ταῖς ἀσπίσιν ἑαυτοὺς 
περιφράττοντας ἀτρεμεῖν. ὁ δέ γε πρωτοστράτωρ θεασάμενος
τοὺς ὑπ’ αὐτὸν κατὰ μικρὸν ἐκρέοντας καὶ εἰσερχομένους
διὰ τοῦ στομίου, εἰσῆλθε καὶ αὐτός. ὁ δὲ Βαϊμοῦντος
τούτους θεασάμενος, ὥσπερ λέων ἐχάρη μεγάλῳ ἐπὶ σώ
ματι κύρσας, εἶπεν ἄν τις Ὁμηρικῶς, ὣς καὶ οὗτος ἰδὼν ἐν 
αὐτοῖς ὀφθαλμοῖσι τούτους καὶ τὸν πρωτοστράτορα Μιχαήλ,
 ἀσχέτῳ ῥύμῃ πανσυδὶ κατ’ αὐτῶν ἴεται· οἱ δὲ παραχρῆμα
νῶτα τούτοις διδόασιν. Οὐζᾶς δὲ τὴν κλῆσιν φερώνυμον ἐκ τοῦ
γένους λαχών, ἐπ’ ἀνδρείᾳ διαβεβοημένος, εἰδὼς ἠδ’ ἐπὶ δεξιὰ
ἠδ’ ἐπ’ ἀριστερὰ νωμῆσαι βῶν ἀζαλέην, καθ’ Ὅμηρον, ἐν 
 

 
 τῷ τοῦ στομίου ἔξέρχεσθαι δεξιὰ παρεκκλίνας, γοργῶς ἐπιστραφείς,
καίει τὸν αὐτῷ ὑπαντιάσαντα Λατῖνον· ὁ δ᾿ εὐθὺς
κύμβαχος κατὰ γῆς ἔκειτο. ὁ δὲ Βαϊμοῦντος ἐδίωκε τούτους
μέχρι τοῦ ποταμοῦ Σαλαβρία. ἐν δὲ τῷ φεύγειν ὁ ἤδη
 ῥηθεὶς Οὐζᾶς παίει τὸν τὴν σημαίαν τοῦ Βαϊμούντου κατέχοντα
διὰ τοῦ δόρατος, καὶ τὴν σημαίαν τῶν χειρῶν αὐτοῦ
ἀφαρπάσας, μικρὸν περιδινεῖ καὶ κλίνει πρὸς τὸ πρανές. οἱ 
γοῦν Λατῖνοι τὴν σημαίαν ἐ·ξ ὀρθίου σχήματος κατακλιθεῖσαν
ἑωρακότες, ἐν συγχύσει γεγόνασι καὶ ἐφ’ ἑτέραν ἐτράοντο
 ἀτραπόν, δι’ ἦς καὶ τὰ Τρίκαλα καταλαμβάνουιν
ἤδη προκατασχεθέντα παρά τινων τῶν τοῦ Βαϊμουντου
πρὸς τὸ Λυκοστόμιον φευγόντων. κἀκεῖσε τέως αὐλίζονται
εἴσω τούτων γεγονότες· ἐκεῖθεν δὲ καταλαμβάνουσι τὴν 
καστορίαν. ὁ δὲ βασιλεὺς ὑποστρέψας ἀπὸ Λαρίσσης καὶ
 ἔτην Θεσσαλονίκην καταλαβών, ὁποῖος ἐκεῖνος περὶ τὰ τοιαῦτα,
ταχὺ μάλα πρὸς τοὺς σὺν τῷ Βαϊμούντῳ κόμητας ἀποτείλας,
πολλὰς ὑποσχέσεις ἐπεποίητο, εἰ τὸν Βαϊμοῦντον
τοὺς μισθοὺς ἀπαιτήσουσιν, οὕσπερ αὐτοῖς καὶ ὑπέσχετο·
τοῦ δὲ μὴ ἔχοντος ἀποδοῦναι παραπείσουσι τοῦτον κατελθεῖν
 ἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀναζητῆσαι ταῦτα ἀπὸ τοῦ ἰδίου πατρὸς
Ῥομπέρτου, καὶ αὐτὸν ἐκεῖνον διαπερᾶσαι τοὺς αὐτῶν
μισθοὺς ἐξαιτησόμενον. καὶ εἰ τοῦτο ἀνύσαιεν, πάντας τιμῆς
νὼ εὐεργεσιῶν μυρίων ἐπαπολαῦσαι. καἰ ὅσοι μὲν τούτῳ 
 

 
 ἑαὶ μισθῷ δουλεῦσαι θελήσουσι, προσλαμβάνεσθαι τούτους
καὶ ἀποχρῶντα τὸν μισθὸν ἀποδοῦναι κατὰ τὰ θελήματα αὐτῶν,
τοὺς δ’ αὖ εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν βουλομένους ἀπελθεῖν ἀκινδύνως
διαβιβάσαι διὰ τῆς Οὐγγρίας. ὑπείξαντες οὖν τῷ τοῦ
βασιλέως προστάγματι οἱ κόμητες, τοὺς τῶν παραδραμόντων 
τεσσάρων ἐνιαυτῶν μισθοὺς ἀσυμπαθῶς ἀπῄτουν. ὁ δὲ μὴ
ἔχων ἀποδοῦναι, ἀνεβάλλετο τέως. ὡς δὲ ἐνέκειντο εὔλογα
 αἰτοῦντες, μὴ ἔχων ὅ τι καὶ δράσειε, τὸν μὲν Βρυέννιον
αὐτοῦ που φυλάσσειν τὴν Καστορίαν κατέλιπε, καὶ τὸν τοὺ
Πολόβους φυλάσσοντα Πέτρον τοῦ Ἀλίφα· αὐτὸς δὲ τὸν 
Αὐλῶνα κατέλαβε. τοῦτο δὲ μεμαθηκὼς ὁ βασιλεὺς νικητὴς
εἰς τὴν βασιλεύουσαν τῶν πόλεων ἐπαναζεύγνυσι.

Καταλαβὼν δὲ ταύτην καὶ ἐν συγχύσει τὰ κατὰ τὴν
ἐκκλησίαν εὑρών, οὐδὲ πρὸς βραχύν τινα χρόνον ἀνέσεως
ἔτυχεν. ἀλλ’ ὁποῖος ἐκεῖνος ἀποστολικὸς μαθητὴς ὤν, ἐπεὶ 
κυμαινομένην τοῖς τοῦ Ἰταλοῦ δόγμασι τὴν ἐκκλησίαν εὗρε,
κὰν κατὰ τοῦ Βρυεννίου ἐβουλεύετο, Κελτὸς δὲ οὗτος τὴν
Καστορίαν κατασχών, ὡς εἴρηται,) ἀλλ’ οὐδ’ οὕτως ἠμέλει
τοῦ δόγματος. ἔπι τούτοις γὰρ καὶ τὰ κατὰ τὸν Ἰταλὸν περὶ
τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἰταλικοῦ] ἐβλάστησαν μεγάλως τὴν ἐκκλη- 
 σίαν συνταράττοντα. οὗτος δὲ ὁ Ἰταλὸς δεῖ γὰρ τὰ κὰτ 
 


 
 αὐτὸν ἐξ ἀρχῆς αὐτῆς διηγήσασθαι,) ὥρμητο μὲν ἐξ Ἰταλίας
καὶ ἐν τῇ Σικελίᾳ ἐφ’ ἱκανὸν διέτριψε· νῆσος δὲ αὕτη ἀγχοῦ
τῆς Ἰταλίας διακειμένη. οἱ γὰρ Σικελοὶ ἀποστάντες τῆς Ῥωμαίων
ἀρχῆς καὶ εἰς πόλεμον κὰτ αὐτῶν καἰ μάχας ἀπονεωευκότες,
 τοὺς Ἰταλοὺς εἰς συμμαχίαν προὐκαλέσαντο μεθ᾿
ὦν καὶ ὁ τοῦ Ἰταλοῦ πατὴρ ἦν, ἔχων καὶ τὸν παῖδα μεθ’
ἑαυτοῦ, κἂν μὴ στρατεύσιμον εἶχε τὴν ἡλικίαν, συνεφεπόμενον
τούτῳ καὶ συμπαρασκαίροντα καὶ τὰ πολεμικά, οἶα τὰ
τῶν Ἰταλῶν, παιδευόμενον. τὰ μὲν οὖν πρῶτα τῆς ἡλικίας
 οὕτως εἶχε τῷ Ἰταλῷ, καὶ ἡ πρώτη τοιαύτη τούτῳ καταβολὴ
τῆς παιδεύσεως. ἐπεὶ δὲ ὁ κλεινὸς ἐκεῖνος Γεώργιος ὁ Μανιάκης, 
τοῦ Μονομάχου τὰ σκῆπτρα τῆς Ῥωμαίων διέποντος,
τυραννήσας τὴν Σικελίαν κατέσχε, μόλις ἐκεῖθεν ὁ τοῦ Ἰταλοῦ
λοῦ πατὴρ καὶ τὸν παῖδα ἐπιφερόμενος πέφευγε. καὶ εἰς
 Λογγιβαρδίαν φυγάδες ἄμφω κατήχθησαν ἔτι ὑπὸ Ῥωμαίους
τελοῦσαν. ἐκεῖθεν δὲ οὗτος ὁ Ἰταλός, οὐκ οἶδ’ ὅπως, τὴν
Κωνσταντινούπολιν κατέλαβεν, ἁπάσης παιδείας καἰ τέχνης
λογικῆς οὐκ ἐνδεῶς ἔχουσαν. καὶ γὰρ ἀπὸ τῆς αὐτοκρατορίας
Βασιλείου τοῦ πορφυρογεννήτου μέχρι αὐτῆς τῆς τοῦ
 Μονομάχου βασιλείας ὁ λόγος, εἰ καί τοῖς πλείοσιν ἐρρᾳθύμητο,
ἀλλ’ οὖν γε πάλιν οὐ καταδεδυκώς, ἀνέλαμψε καὶ ἀνέθορε 
καὶ διὰ σπουδῆς τοῖς φιλολόγοις ἐγένετο ἔπι τῶν χρόνων
Ἀλεξίου τοῦ αὐτοκράτορος τὰ πρὸ τούτου χλιδώντων 
 

 
 τῶν πλειόνων καὶ παιζόντων ἀνθρώπων καὶ ὀρτυγίαις καὶ
ἄλλοις αἰσχίοσι παιγνίοις ἐνασχολουμένων διὰ τὴν χλιδήν,
λόγον δὲ καὶ παίδευσιν ἅπασαν τεχνικὴν ἐν παρέργῳ τιθεμένων.
οὕτως οὖν τοὺς ἐνταῦθα ἔχοντας ὁ Ἰταλὸς εὑρηκώς,
καὶ ἀνδράσιν ὁμιλήσας σχολαστικοῖς καὶ ἀμειλίκτοις καὶ τὸ 
ἦθος ἀγρίοις, (ἦσαν γὰρ τότε καί τινες πέρι τὴν βασιλεύουσαν
τοιοῦτοι,) παιδείας τοίνυν λογικῆς ἐξ ἐκείνων μετασχών,
καὶ Μιχαὴλ ἐκείνῳ τῷ φελλῷ ἐν ὑστέρῳ προσωμίλησεν, ὃς
οὐ πάνυ τοι παρὰ διδασκάλοις σοφοῖς ἐφοίτησε, διὰ φύσεως
 δὲ δεξιότητα καὶ νοὸς ὀξύτητα, τυχὼν μέντοι καὶ θεοῦ ἀρωγοῦ 
πρὸς τούτοις διὰ τὴν θερμοτάτην ἱκεσίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ
ἐπαγρυπνούσης συχνῶς τῷ ἐν τῷ ναῷ τοῦ Κύρου τῆς θεοτόκου
σεμνῷ εἰκονίσματι καὶ θερμοῖς τοῖς δάκρυσιν ὑπὲρ
τοῦ παιδὸς ἐκκαλουμένης, εἰς ἄκρον σοφίας ἁπάσης ἐληλακὼς
 καὶ τὰ Ἑλλήνων καἰ τὰ Χαλδαίων ἀκριβωσάμενος, γέγονε τοῖς 
τότε χρόνοις περιβόητος ἐν σοφίᾳ τούτῳ γοῦν ὁ Ἰταλὸς προσομιλήσας
ἐν ἀπαιδεύτῳ ἤθει καὶ βαρβαρικῷ οὐκ ἠδύνατο
 φιλοσοφίας εἰς βάθος ἐλθεῖν, διδασκάλων ὅλως μηδ’ έν τῷ
μανθάνειν ἀνεχόμενος, θράσους ὢν μεστὸς καὶ ἀπονοίας βαρ- 
 

 
 βαρικῆς, πάντων τε καθυπερτερεῖν καὶ πρὸ τοῦ μαθεῖν οἰόμενος,
καἰ πρὸς αὐτὸν τὸν Ψελλὸν ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ἀντετάξατο.
ἐμβαθύνας δὲ τῇ διαλεκτικῇ, μεθημερινοὺς θορύβους
έν πανδήμοις συνελεύσεσιν ἐποιεῖτο, σοφιστικὰς συνείρων
 ἐρεσχελίας, καὶ πᾶν εἶ τι τοιοῦτον προτιθείς, καὶ αὖθις 
ὑπέχων λόγον τοιουτότροπον. τοῦτον προσηταιρίσατο κὼ ὁ
τηνικαῦτα βασιλεύων Μιχαὴλ ὁ Δούκας καὶ οἱ τούτου ἀδελφοί·
καὶ δευτέρου μὲν λόγου τοῦτον πρὸς τὸν φελλὸν ἐτίθεντο,
ὅμως δὲ περιείχοντό τε αὐτοῦ κὼ ἐν λογικαῖς συνεχρῶντο
 ἁμίλλαις· ἦσαν γὰρ φιλολογώτατοι οἱ Δοῦκαι, καὶ
οἱ τοῦ αὐτοκράτορος ἀδελφοὶ καὶ αὐτὸς δὴ ὁ βασιλεὺς Μιχαήλ.
ὁ δὲ Ἰταλὸς θερμὸν ἀεὶ καὶ μανικὸν πρὸς τὸν Ψελλὸν
ἔβλεπε, κἀν ἐκεῖνος ὡς ἀετὸς τῶν τοῦ Ἰταλοῦ ἐρεσχελιῶν
ὑπερίπτατο, διεγείρετο καὶ ἐπρίετο, ἐνεπίμπρατο ἢ ἐλυπεῖτο.
 τί τὸ μετὰ ταῦτα; ἐσφάδαζε τὰ τῶν Λατίνων τε καὶ Ἰταλῶν 
κατὰ Ῥωμαίων, καὶ ἡ τῆς Λογγιβαρδίας ὅλης ὁμοῦ καὶ Ἰταλίας
ἐμελετᾶτο κατάσχεσις. κω ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος τὸν Ἰταλὸν
ὡς οἰκεῖον δῆθεν καὶ ἄνδρα ἀγαθὸν καὶ τὰ τῶν Ἰταλῶν ἐπιστάμενον
εἰς Ἐπίδαμνον ἀπέστειλε. καὶ ἵνα συντέμω τὸν λόγον
ὡς κἀκεῖ κἀκεῖ ἐφωρᾶτο τὰ ἡμέτερα προδιδούς, καὶ ἀπεστέλλετο ὁ 
 

 
 μέλλων αὐτὸν μετακινεῖν ἐκεῖθεν, τούτου αἰσθόμενος φυγὰς
εἰς Ῥώμην ᾤχετο. εἰθ᾿ ὁποῖος ἐκεῖνος μεταμεληθείς, πρὸς τὸ
βασιλέα παρακλήσει χρησάμενος, κάτα τὴν κέλευσιν ἐκείνου
τὴν Κωνσταντινούπολιν κατέλαβε, τὴν μονὴν τὴν οὕτω κα.
 λουμένην πηγὴν ἐνδιαίτημα λαβὼν καὶ τὴν ἐκκλησίαν τῶν 
ἁγίων τεσσαράκοντα. ἔνθα καὶ τοῦ φελλοῦ μεταχωρήσαντος
Βυζαντόθεν μετὰ τὴν ἀπόκαρσιν, αὐτὸς φιλοσοφίας ἁπάσης
προέστη διδάσκαλος, ὕπατος τῶν φιλοσόφων χρηματίσας, καὶ
τὰς τε Ἀριστοτελικὰς βίβλους καὶ τὰς Πλατωνικὰς ἐξηγεῖσθαι
ἐσπούδαζεν. καὶ ἦν μὲν τῷ δόξαι πολυμαθέστατος, δεινὸς 
δὲ μᾶλλον εἴπερ τις ἄλλος διερευνήσασθαι τῶν ἄλλων τὴν
δεινοτάτην περιπατητικήν, καὶ ταύτης πλέον τὴν διαλεκτικήν.
πρὸς δὲ τὰς ἄλλας τέχνας τῶν λόγων οὐ πάνυ τι εὐφυῶς
εἶχεν, ἀλλὰ περί τε τὴν γραμματικὴν ἐχώλευε τέχνην καὶ
 τοῦ ῥητορικοῦ νέκταρος οὐκ ἐγεύσατο· οὐδὲ ἐκεῖθεν ὁ λόγος 
τούτῳ ἐφήρμοστο καὶ εἰς κάλλος ἀπέξεστο. ἔνθεν τοι καὶ τοῦ
χαρακτῆρος εἶχε στρυφνῶς καὶ τὸ πᾶν ἐμπεριβόλως. καὶ
 συνενεύκει ὁ λόγος αὐτῷ τὰς ὀφρῦς, καὶ διόλου ἀπέπνει δρι-
 μύτητος. διαλεκτικῶν δὲ ἐφόδων ἐμεμέστωτο τούτῳ τὸ σύγ- 
 

 
 γράμμα, καὶ ἡ γλῶττα τῶν ἐπιχειρημάτων ἐπεφόρητο τῷ διαλεγομένῳ
ἐν ταῖς ὁμιλίαις μᾶλλον ἢ ταῖς γραφαῖς. οὕτως
εἶχεν ἰσχυρῶς πρὸς τὰς διαλέξεις καὶ τοσοῦτον ἄφυκτος ἦν,
ὡς τὸν ἀποκρινόμενον αὐτομάτως συναχθῆναι πρὸς τὴν σιγὴν
 καὶ εἰς ἀμηχανίαν ἐλθεῖν. ἑκατέρωθεν γὰρ τῆς ἐρωτήσεως
βόθρον ὤρυττε, καὶ εἰς φρέαρ ἀποριῶν ἐνέβαλλε τὸν προσδιαλεγόμενον.
οὕτως ἐμπείρως ἔχων τῆς διαλεκτικῆς ὁ ἀνήρ, καἰ
ταῖς ἐπαλλήλαις ἐπερωτήσεσι κατέπνιγε τοὺς διαλεγομένους,
συγχέων αὐτῶν καὶ συνταραττων τὸν νοῦν. καὶ οὐκ ἦν τὸν
 ἅπαξ αὐτῷ συντυχόντα τοὺς λαβυρίνθους τούτους διελθεῖν. 
ἀμουσότατος δὲ ἄλλως ἦν, καὶ θυμὸς αὐτοῦ κατεκράτει· καὶ
ἤν τινά που προσεκτήσατο ἀρετὴν ἀπὸ τοῦ λόγου, κατέλυε
καὶ ἠφάνιζεν ὁ θυμός. διελέγετο γὰρ καὶ ἔπεσι καὶ χερσὶν
ὁ ἀνήρ, κω τὸν προσδιαλεγόμενον οὐκ ἠφίει πρὸς ἀπορίαν ὅλως
 λθεῖν, οὐδὲ αὔταρκες ἦν αὐτῷ τὸ ἐπιρράψαι τοῦ ἀντικειμένου
τὸ στόμα καὶ σιγὴν αὐτῷ καταψηφιεῖσθαι, ἀλλ᾿ εὐθὺς
ἡ χεὶρ κατά τε τοῦ πώγωνος καὶ τῶν τριχῶν προσεφήλλετο,
καὶ ὕβρις εὐθὺς ξυνεπόδιζεν ὕβριν· καὶ ἀκάθεκτος ἥν ὁ ἄνθρωπος
καὶ τὰς χεῖρας ὁμοῦ καὶ τὴν γλῶτταν. τοῦτο δὲ 
 

 
 μόνον οὐκ ἀφιλόσοφον εἶχεν, ὅτι μετὰ τὴν πληγὴν κατελίμπανεν
τοῦτον ὁ θυμός, καὶ τὸ δάκρυον κατελάμβανε, καὶ εἰς
λαμπρὸν μετάμελον ἤρχετο. εἰ δέ τῳ φίλον καὶ περὶ τῆς ὄψεως
αὐτοῦ μαθεῖν, μεγάλη μὲν αὐτοῦ ἡ κεφαλή, τὸ μέτωπον προπετέστατον,
πρόσωπον ἐμφανές κὼ ὁ μυκτὴρ ἐλεύθερόν τε 
καὶ ἄνετον ἀπέπνει τὸν ἀέρα, καὶ περιφερὴς ὁ πώγων, τὰ
στέρνα εὐρὺς καὶ εὐπαγὴς τὰ μέλη τοῦ σώματος τὴν δὲ τῆς
ἡλικίας ἀναδρομὴν τῶν εὐμηκεστέρων ἥττων τὴν δὲ φωνὴν
τοιοῦτος, οἷος ἂν ἀπὸ Λατίνων ἐληλυθὼς νεανίας εἰς τὴν
 ἡμεδαπὴν γῆν, τὰ Ἑλλήνων μὲν ἐκμάθοι, οὐ πάνυ δὲ καθαριεύοιτο 
τὴν φωνήν· ἀλλ’ ἔστιν οὗ καὶ κολοβώτερα ἐκφέρειν
τὰς συλλαβάς. ἀλλ’ οὔτε τὸ τοῦ στόματος οὐκ εὐαγές, οὔτε
τὸ εἰς ἄκρον ἄφωνον ἐλάνθανε τοὺς πολλούς, τοῖς δὲ ῥητορικωτέροις
ἀγροικίζων κατελαμβάνετο. ἔνθεν τοι καὶ τὰ συγγράμματα
τούτου συνέσφιγκτο μὲν ἁπανταχόθεν τοῖς διαλεκτικοῖς 
τόποις. ἀσυνταξίας δὲ κακίαν καὶ σολοικισμὸν σποράδην
διερριμμένον παντάπασιν οὐκ ἐξέφευγεν.

Οὗτος τοίνυν προκαθήμενος φιλοσοφίας ἁπάσης, καἰ
συρρεούσης εἰς αὐτὸν τῆς νεότητος, καὶ γὰρ τά τε Πρόκλου
καὶ Πλάτωνος καὶ τὰ φιλοσόφων ἀμφοῖν Πορφυρίου τε καὶ 
 


 
 Ἰάμβλιχον ἀνεκάλυπτε τούτοις δόγματα, καὶ μάλιστα τὰς
Ἀριστοτέλους τέχνας καἰ τὴν ὡς ὀργάνου παρεχομένην χρείαν
ὑφηγεῖτο τοῖς ἐθέλουσι πραγματείαν, καὶ ταύτῃ μᾶλλον ἐνηβρύνετο
καὶ ἐνησχόλητο,) οὐ πάνυ τι τοὺς μανθάνοντας ὠφελῆσαι
 ἐνίσχυσε, τὸν θυμὸν καἰ τὴν ἄλλην τοῦ ἤθους ἀκαταστασίαν
κωλύμην ἔχων. καὶ ὅρα μοι τοὺς τούτου μαθητάς τὸν Σολομῶντα
Ἰωάννην καί τινας Ἰασίτας καὶ Σερβλίας καὶ ἄλλους τάχα 
περὶ τὴν μάθησιν ἐσπουδακότας· ὧν τοὺς πλείους θαμὰ φοιτῶντας 
πρὸς τὰ βασίλεια καὶ αὐτὴ ἐθεασάμην ὕστερον, τεχνικὸν
 μηδέν τι κατὰ ἀκρίβειαν εἰδότας, σχηματιζομένους δὲ
τὸν διαλεκτικὸν κινήσεσιν ἀτάκτοις καὶ μορίων παραφόροις
τισι μεταφοραῖς ὑγιὲς δὲ οὐδὲν ἐπισταμένους, προβαλλομένους
τὰς ἰδέας, ἤδη δὲ καὶ τὰς μετεμψυχώσεις συνεσκιασμένως
πως καὶ ἄλλ᾿ ἄττα ὁμοιότροπα καὶ παραπλησίως τούτοις
 ἀλλόκοτα. καὶ τις γὰρ λόγου μετέχων οὐ παρῆν, τοῦ ἱεροῦ
ζεύγους τοσοῦτον περὶ τὴν τῶν θείων λόγων ἐξερεύνησιν διὰ
πάσης νυκτὸς καὶ ἡμέρας διαπονουμένων, τοὺς ἐμούς φημι
τοκέας καἰ βασιλεῖς ἀλλά τι μικρὸν παραδιηγήσομαι· δίδωσι 
γάρ μοι τοῦτο νόμος ῥητορικός. μέμνημαι τῆς μητρὸς
 καὶ βασιλίδος πολλάκις, ἀρίστου προκειμένου, βίβλον ἐν χεροῖν
φερούσης καὶ τοὺς λόγους διερευνωμένης τῶν δογματι- 
 

 
 στῶν ἁγίων πατέρων, μάλιστα δὲ τοῦ φιλοσόφου Μαξίμου
καὶ μάρτυρος. ἐσπουδάκει γὰρ οὐ τοσοῦτον περὶ τὰς φυσικὰς
συζητήσεις, ὁπόσον πέρι· τὰ δόγματα, τὴν ὄντως σοφίαν
καρποῦσθαι βουλομένη. καί μοι πολλάκις θαυμάζειν ἐπῄει,
 καὶ θαυμάζουσα ἔφην ποτὲ πρὸς αὐτὴν “πῶς αὐτόθεν πρὸς 
τοσοῦτον ὕψος ἀπέβλεψας; ἔγωγε τρέμω, καὶ οὐδ’ ἄκροις
ὦσιν ἀποτολμῶ τούτων ἐπαίειν. τὸ γὰρ πάνυ θεωρητικόν τε
καὶ νοερὸν τοῦ |ἀνδρός, ὥς φασιν, ἴλιγγον παρέχεται
ἀναγινώσκουσιν." ἡ δὲ μειδιάσασα ἔφη “ἐπαινετὴν οἴδα τὴν
 δειλίαν ταύτην καὶ οὐδ’ αὐτὴ ἀτρέμας ταῖς βίβλοις ταύταις 
πρόσειμι. ἀλλ’ ὅμως ἀποσπᾶσθαι τούτων οὐ δύναμαι.
σὺ δέ μοι μικρὸν ἀνάμεινον, καὶ ταῖς ἄλλαις ἐγκυψασα βίβλοις
πρότερον, καὶ τῆς τούτων ἀπογεύσει ἡδύτητος." ἔτρωσέ
μου τὴν καρδίαν ἡ τῶν ῥηθέντων μνήμη, καὶ ὥσπερ εἰς πέλαγος
ἄλλων διηγημάτων ἐμπέπτωκα. ἀλλὰ με θεσμὸς ἱστορίας 
ἀπείργει· ἔνθεν τοι καὶ πρὸς τὰ κατὰ τὸν Ἰταλὸν ἀνατρεχέτω
ὁ λόγος. έν τούτοις οὖν τοῖς ἄνωθεν ῥηθεῖσιν αὐτοῦ
μαθηταῖς ἀκμάζων ὁ Ἰταλός, πᾶσι καταφρονητικῶς προσ-
 ἐφέρετο, τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνοήτων πρὸς ἀνταρσίας ἀνακινῶν
καὶ τυράννους ἐκ τῶν οἰκείων μαθητῶν οὐκ ὀλίγους ἀποκαθιστάς. 
καὶ εἶχον πολλοὺς προσφέρειν, εἰ μὴ ὁ χρόνος με
τὴν μνήμην ἀφείλετο. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἦσαν πρὸ τοῦ ἀνἀ- 
 

 
 χθῆναι τὸν ἐμὸν πατέρα εἰς τὴν τῆς βασιλείας περιωπήν·
ἐπεὶ δὲ τὰ ὡδὶ παιδείας εὗρεν ἁπάσης ἐνδεῶς ἔχοντα καὶ τέχνης
λογικῆς, τοῦ λόγου πόρρω που ἀπελαθέντος, αὐτός, εί
του σπινθῆρές τινες ἦσαν τούτου ὑπὸ σποδιᾷ κρυπτόμενοι,
 ἀναχωννύειν ἠπείγετο, καὶ τοὺς ὅσοι περὶ τὰ μαθήματα ἐπιρρεπῶς
εἶχον, ἦσαν γάρ τινες καἰ οὗτοι βραχεῖς καὶ μέχρι 
τῶν Ἀριστοτελικῶν ἑστηκότες προθύρων,) τούτους πρὸς μάθησιν
ὀτρύνων οὐκ ἐνεδίδου, προηγεῖσθαι δὲ τὴν τῶν θείων
βίβλων μελέτην τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας ἐπέτρεπε. τὸν δὲ Ἰταλὸν
 εὑρηκὼς τὰ πάντα μεστὰ ποιούμενον καὶ
ἐξαπατῶντα, τῷ σεβαστοκράτορι Ἰσαακίῳ τὴν τούτου δοκιμασίαν
ἀνέθετο· ἀνὴρ δὲ οὑτος φιλολογώτατος κὼ μεγαλεπη-
ολώτατος. καὶ ὃς οὕτως ἔχοντα τὸν ἄνδρα εὑρηκὼς, δημοσίᾳ
ἤλεγξε παραστήσας εἰς μέσον, εἶθ᾿ οὕτω τῇ ἐκκλησίᾳ 
 ταρέπεμψε κατὰ κέλευσιν τοῦ ἀδελφοῦ καὶ βασιλέως. ἐπεὶ
ἑ τὴν ἑαυτοῦ ἀπαιδευσίαν κρύπτειν οὐχ οἷός τε ἦν, κἀκεῖσε 
ἔκφυλα τῆς ἐκκλησίας δόγματα ἐξηρεύξατο καὶ εἰς μέσους
τοὺς τῆς ἐκκλησίας λογάδας κωμῳδῶν οὐκ ἐπαύετο καὶ ἀλλ’
ἄττα ποιῶν ἤθους ἀπαιδεύτου καὶ βαρβαρικοῦ, προέδρου
 ὄντος τῆς ἐκκλησίας τηνικαῦτα Εὐστρατίου τοῦ Γαριδᾶ· ὅς 
 

 
 τοῦτον παρακατέσχε περὶ τὰς οἰκοδομὰς τῆς μεγάλης ἐκκλησίας,
ἵνα τάχα πρὸς τὸ κρεῖττον μεταποιήσῃ. ἀλλὰ μικροῦ θᾶττον
ἂν αὐτὸς τῆς ἐκείνου μετέσχε κανίας, ἥ μετέδωκε κρείττονος
 γνώσεως, κατὰ τὸ φάμενον· ὁ γὰρ Ἰταλὸς τὸν Γαριδᾶν ὅλον
ἑαυτοῦ ἐποιήσατο. τί τὸ ἐντεῦθεν., ὁ δῆμος ἅπας τῆς Κωνσταντίνου 
πρὸς τὴν ἐκκλησίαν συγκεκίνητο, τὸν Ἰταλὸν ἀναζητοῦντες.
καἰ τάχα ἂν ἀφ’ ὕψους εἰς μέσον τῆς ἐκκλησίας
ἔρριπτο, εἰ μὴ λαθὼν ἐκεῖνος εἰς τὸν ὄροφον τουτουῒ τοῦ
θείου τεμένους ἀνελθών, ἔν τινι φωλεῷ ἑαυτὸν συνεκάλυψεν.
ὡς δὲ τὰ παρ’ ἐκείνου κακῶς δογματισθέντα πολλοῖς τῶν περὶ 
τὰ ἀνάκτορα ἐθρυλλεῖτο, καὶ μεγιστᾶνες οὐκ ὀλίγοι διεφθά-
 ρησαν ὑπὸ τῶν φθοροποιῶν τούτου δογμάτων, καἰ μεγάλως
ἡ τοῦ βασιλέως ψυχὴ διὰ τοῦτο ἐδάκνετο, εἰς ἕνδεκα τινα
κεφάλαια τὰ δογματισθέντα κακῶς παρὰ τοῦ Ἰταλοῦ συνεκεφαλαιώσαντο
καὶ τῷ βασιλεῖ ἐξαπέστειλαν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ 
αὐτὰ ταῦτα τὰ κεφάλαια τὸν Ἰταλὸν ἀναθεματίσαι ἐπ’ ἄμβωνος
ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ ἐκέλευσεν ἀνακεκαλυμμένῃ τῇ
τοῦ πλήθους ἅπαντος ἀκροωμένου καὶ ἐπιλέγοντος αὐτοῖς
τὸ ἀνάθεμα. ὡς οὖν ἐγένετο ταῦτα, καὶ ὁ Ἰταλὸς ἀκάθεκτος
ἦν καὶ πάλιν ἐν πολλοῖς τὰ τοιαῦτα ἔλεγεν ἀναφαν- 
 

 
 δόν, κω παραινούμενος παρὰ τοῦ βασιλέως, ἄτακτόν τε καὶ 
βαρβαρικὸν ἀπεπήδα, ἀνεθεματίσθη καὶ αὐτός, κἂν ἐσύστερον,
αὖθις ἐκείνου μεταμεληθέντος, μετριώτερος καὶ ὁ τούτου
γέγονεν ἀναθεματισμός. καὶ τὰ μὲν δόγματα ἀπεντεῦθεν ἀναθεματίζεται,
 τὸ δὲ ἐκείνου ὄνομα πλαγίως πως καὶ ὑποκεκρυμμένως
καὶ οὐδὲ τοῖς πολλοῖς γνωρίμως ὑπάγεται τῷ ἐκκλησιαστικῷ
ἀναθέματι. καὶ γὰρ οὗτος ἐν ὑστέροις καιροῖς
μετεβέβλητο περὶ τὸ δόγμα, καὶ ἐφ’ οἶς ποτὲ ἐπεπλάνητο,
μεταμεμέλητο. ἠρνεῖτο δὲ καὶ τὰς μετεμψυχώσεις καὶ τὸ
 ὑβρίζειν τὰς σεπτὰς εἰκόνας τῶν ἁγίων, καὶ τὸν περὶ τῶν
ἰδεῶν λόγον μεθερμηνεύειν πως πρὸς τὸ ὀρθόδοξον ἔσπευδε, 
καὶ δῆλος ἦν καὶ αὐτὸς καταγινώσκων ἑαυτοῦ ἐφ’ οἶς πρώην
τοῦ εὐθέως μετετέτραπτο.

Τοῦ μέντοι Βρυεννίου κατέχοντος τὴν Καστορίαν, 
καθάπερ ἄνωθεν εἴρηται, τοῦτον ἐκεῖθεν ἐξελάσαι καὶ τὴν. 
Καστορίαν κατασχεῖν ὁ αὐτοκράτωρ σπουδάζων, τὸ ὁπλιτικὸν
αὖθις ἀνεκαλεῖτο. καὶ ὅπλοις ἅπαντας περιφράξας πρὸς τειχομαχίαν
 καὶ τὰς κατὰ τοὺς ἔξωθεν πολέμους συμπλοκάς,
τῆς πρὸς τὸ κάστρον φερούσης εἴχετο. ἐστι δὲ ἡ θέσις τοῦ
τόπου τοιαύτη. λίμνη τις ἐστιν ἡ τῆς καστορίας, ἐν ᾗ τράχηλος
ἀπὸ τῆς χέρσου εἰσέρχεται καἰ περὶ τὸ ἄκρον εὐρύνεται,
εἰς πετρώδεις βουνοὺς ἀποτελευτῶν. περὶ δὲ τὸν τράχηλον
 καὶ πύργοι καὶ μεσοπύργια ᾠκοδόμηνται κάστρου δίκην,
διόπερ νὼ καστορία ὀνομάζεται. ἐκεῖ καταλαβὼν ὁ βασιλεὺς 
τὸν Βρυέννιον, δέον ἔκρινε τῶν πύργων καὶ τῶν μεσοτυργίων
πρῶτος δι’ ἑλεπόλεων ἀποπειρᾶσθαι. ἐπεὶ δὲ ἄλλως
οὐκ ἐνῆν, εἰ μὴ ὡς ἔκ τινος ὁρμητηρίου, τοὺς στρατιώτας τοῖς
 τείχεσι προσπελάζειν, χάρακα μέντοι πρώτως ἐπήξατο, εἶτα
πύργους ξυλίνους κατασκευάσας καὶ σιδήρῳ τὰ τούτων συνδήσας
περισφίγματα, ἐκ τούτων ὡς ἔκ τινος φρουρίου τοὺς
κατὰ τῶν Κελτῶν συνίστατο πολέμους. τὰς γοῦν ἑλεπόλεις
καὶ τὰ πετροβόλα μηχανήματα ἔξωθεν καταστήσας, διὰ πά- 
 


 
 σης νυκτὸς καὶ ἡμέρας μαχόμενος καὶ κατασείσας τὸν τοῦ
τείχους περίβολον, ἐπεὶ κρατερώτερον οἱ ἐντὸς ἀνθίσταντο,
οὐκ ἐνεδίδουν, οὐδὲ τοῦ τείχους καταρραγέντος,) ὡς δὲ
οὐκ ἐνῆν αὐτῷ ἔτι τῶν κατὰ σκοπὸν τυχεῖν, βουλὴν βουλεύεται
γενναίαν ἅμα καἰ συνετήν, ἕν’ ἐξ ἑκατέρου ἔκ τε 
τῆς ἠπείρου κω· τῆς λίμνης, διὰ πλοίων εἰσαγαγὼν γενναίους
τινάς, ἐν ταὐτῷ τὸν πόλεμον ποιήσηται. πλοίων δὲ
 μὴ ἐνόντων, ἐν ἁμάξαις ἐπιφορτίσας ἀκάτιά τινα μικρὰ διὰ
τοῦ μολισκοῦ ἐν αὐτῇ εἰσήγαγεν. ὁρῶν δὲ τοὺς μὲν ἀνιόντας
τῶν Λατίνων ἐξ ἑνὸς μέρους ταχέως, τοὺς δὲ ἐξ ἑκατέρου 
κατιόντας πλείονα χρόνον τρίβοντας έν τῷ κατιέναι, τὸν
Παλαιολόγον Γεώργιον μετὰ ἀλκίμων ἀνδρῶν ἐν αὐτοῖς εἰσελάσας,
εἰς τοὺς πέρι τοὺς βουνοὺς πρόποδας προσορμίσαι
προσέταξε, παραγγείλας, ὁπηνίκα τὸ δοθὲν αὐτῷ σημεῖον θεάσοιτο,
τηνικαῦτα τὴν ἀκρολοφίαν καταλαβόντα ἐξ ὀπισθίων 
αὐτῶν καὶ διὰ τῆς ἀοικήτου καὶ ῥᾳδιωτέρας εἰσελθεῖν· καὶ
 ὁπηνίκα τὸν αὐτοκράτορα θεάσηται ἀπὸ τῆς χέρσον τὸν μετὰ
τῶν Λατίνων πόλεμον ἀναδεξάμενον, καὶ αὐτὸν σπεῦσαι ὡς δύναμις,
ἵνα μὴ ὡσαύτως πρὸς ἑκάτερα μάχεσθαι δυνάμενοι,
ἀλλ’ ἐξ ἑνὸς μέρους τοῦ τόνου τῆς μάχης χαλάσαντος, ἁλώσιμοι,.
τηνικαῦτα ἐκ· ταὐτοῦ μέρους γένωνται. ὁ μὶν οὖν Παλαιολόγος
Γεώργιος ταῖς ἀκταῖς τοῦ ἤδη ῥηθέντος βουνοῦ προσορμίσας, 
 

 
 ὁπλισάμενος εἰστήκει, σκοπὸν ἄνωθεν ἐπιστήσας τὸν τὸ δοθὲν
αὐτῷ παρὰ τοῦ βασιλέως ἐπιτηροῦντα ἰδεῖν σύνθημα, καὶ
παρήγγειλεν ὡς, ὁπηνίκα τοῦτο θεάσοιτο, αὖθις αὐτῷ τοῦτο
ἐπισημήνασθαι. ἀυγαζούσης δὲ τῆς ἡμέρας ἤδη τὸ ἐνυάλιον
 ἀλαλάξαντες οἱ τοῦ αὐτοκράτορος πόλεμον μετὰ τῶν Λατίνων 
ἀπὸ τῆς χέρσου συναίρειν ἠπείγοντο. ὁ δὲ σκοπὸς τὸ δοθὲν
συμεῖον θεασάμενος, δι’ ἑτέρου σημείου δηλοῖ τῷ Παλαιολόγῳ.
ὁ δ’ εὐθὺς μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ τὴν ἀκρολοφίαν θᾶττον 
καταλαβών, συνησπικὼς ἵστατο. τὴν γοῦν ἐκτὸς πολιορκίαν
 ὁ Βρυέννιος ὁρῶν καὶ Παλαιολόγον κατ᾿ αὐτῶν βρύχοντα,
οὐδ’ οὕτως ἐνεδίδου, ἀλλὰ τοὺς κόμητας ἐκέλευε γενναιότερον
ἀντικαθίστασθαι. οἱ δὲ ἀναισχυντότερον αὐτῷ προσφερόμενοι
ἔλεγον “ὁρᾷς, ὡς κακὸν ἐπὶ κακῷ ἐστήρικται·
ἔξεστι οὖν ἑκάστῳ ἡμῶν τοῦ λοιποῦ τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν
 πραγματεύσασθαι, καὶ τοὺς μὲν τῷ βασιλεῖ προσελθεῖν, τοὺς
δὲ ἐπὶ τὴν οἰκείαν πατρίδα ἐπαναζεῦξαι." καἰ παραχρῆμα 
ἔργου ἁψάμενοι, ἐξαιτοῦνται τὸν αὐτοκράτορα μίαν, μὲν σημαίαν
πρὸς τὸ τοῦ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τέμενος στῆναι
ἔφθασε γὰρ ἐπ’ ὀνόματι τούτου τοῦ μάρτυρος ἐκεῖσε ἀνοικοδομηθῆναι
 ὁ ναὸς οὑτοσί,) τὴν δὲ ὡς πρὸς τὸν Αὐλῶνα, 
 

 
 ἵν᾿ ὁπόσοι μὲν ἡμῶν τῇ σῇ βασιλείᾳ θητεῦσαι βούλοιντο, τῇ
πρὸς τὸ τέμενος τοῦ μάρτυρος ἀπονενευκυίᾳ προσέλθωσιν ,
 ὁπόσοι δὲ πρὸς τὴν ἰδίαν πατρίδα ἐπαναζεῦξαι, τῇ πρὸς τὸν
Αὐλῶνα ἀφορώσῃ προσχωρήσωσι. ταῦτ’ εἰπόντες παραχρῆμα
προσῆλθον τῷ βασιλεῖ. ὁ δὲ Βρυέννιος γενναῖος ὢν 
ἀνὴρ προσεληλυθέναι μὲν τῷ βασιλεῖ οὐδαμῶς ἠβούλετο, ἑπώμνυτο
δὲ μηδέποτε κατ’ αὐτοῦ ὅπλα κινῆσαι, εἰ μόνον δοιή
τοὺς τοῦτον μέχρι τῶν ὁρίων τῆς τῶν Ῥωμαίων βασιλειᾶς
ἀκινδύνως διασώσοντας, καἰ οὕτω πρὸς τὴν ἰδίαν ἀπολῦσαι
χώραν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ μάλα ταχέως ἐπλήρου τὸ αἰτηθέν. 
αὐτὸς δὲ τῆς πρὸς τὸ Βυζάντιον εἴχετο νικητὴς ἐπιφανέ-
στατος.

Μικρὸν δὲ ἐνταῦθα τὴν τοῦ λόγου διήγησιν διακόψασα,
ὅπως καὶ τοὺς Παυλικιανοὺς κατηγωνίσατο, διηγήσο-
 μαι. οὐκ ἔφερε μηδὲ τούτους τοὺς ἀποστάτας καταγωνίσασθαι 
πρὸ τοῦ τὰ βασίλεια καταλαβεῖν ἀλλ’ ὥσπερ ἀπό τινος
νίκης ἑτέραν νίκην πρυτανευόμενος, καὶ τὴν πληθὺν τῶν Μανιχαίων
τὸν κύκλον συμπληροῦσαν τῶν ἑαυτοῦ κατορθωμάτων
ἐποίει. οὐδὲ γὰρ ἐνῆν τῷ λαμπρῷ τροπαίῳ τῶν ἑσπερίων
πολεμίων οἷον σπίλον ἐνεῖναι τοὺς ἐκ Παυλικιανῶν ὁρμωμένους 
ἐκείνους. διὰ πολέμου δὲ καὶ μάχης οὐκ ἤθελεν, ἴνα 
 


 
 νὴ ὲν τῇ συμβολῇ τοῦ πολέμου πολλοὶ ἐξ ἑκατέρων ἀναιρεθήσονται,
πάλαι τούτους γινώσκων ἐκθυμοτάτους ἄνδρας καὶ
δριμὺ κατὰ τῶν ἐχθρῶν πνέοντας. ἔσπευδεν οὖν διὰ τοῦτο
τοὺς πρωταιτίους μὲν τιμωρήσασθαι, τοὺς δέ γε λοιπούς τῷ
 τοῦ στρατοπέδου συγκαταλέξαι σώματι. ἔνθεν τοι καὶ διὰ 
τρόπου τούτου μετῂει. γινώσκων δὲ τὸ φιλοκίνδυνον τῶν
ὠρῶν ἐκείνων καὶ περὶ τοὺς πολέμους καὶ τὰς μάχας ἀκάθεκτον,
ἐδεδίει μὴ ἀπογνόντες χεῖρόν τι μελετήσαιεν· ἠρέμουν
γὰρ τέως τὴν σφῶν οἰκοῦντες πατρίδα, καἰ οὔπω πρὸς
 λεηλασίας ἄλλας καὶ προνομὰς ἐξετράποντο· μετεπέμπετο
οὖν διὰ γραμμάτων τούτους ἐν τῷ πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπανέρχεσθαι
συχναῖς ὑποσχέσεσιν. οἱ δὲ τὴν κατὰ τῶν Κελτῶν
νίκην αὐτοῦ μεμαθηκότες ἐδεδίεσαν. εἰ τάχα καὶ τὰ γράμματα
χρησταῖς αὐτοὺς ἐλπίσιν ὑπέσαινον· ὅμως καὶ μὴ βουλόμενοι
 τῆς πρὸς αὐτὸν εἴχοντο. ἐκεῖνος δὲ τὴν
καταλαβών, αὐτοῦ που προσέμενεν, ὑποκρινόμενος δι’
ἄλλ’ ἄττα ἐγκαρτερεῖν, τὸ δέ γέ ὅλον τὴν αὐτῶν ἀναμένων
ἄφιξιν. καταλαβόντων δέ, ἐσχηματίζετο ἀναθεωρῆσαι τούτους
βούλεσθαι καὶ ἑκάστου τὴν ὀνομασίαν ἐγγράψασθαι ἔνθεν
 τοι καὶ φοβερὸς προὐκάθητο, καὶ οὐ φύρδην, ἀλλὰ κατὰ 
δεκάδας τοὺς λογάδας τῶν Μανιχαίων ποιεῖσθαι ἐκέλευσε, 
 
 post ἐκέλευσε excidisse videtur τὴν πάροδον 

 
 τὴν τῶν κοινῶν θέαν ἐς νέωτα ὑποσχόμενος· κἆθ’ οὕτως
 εἴσω τῶν πυλῶν ἀπογραφομένους εἰσέρχεσθαι. ἡτοιμασμένοι
δὲ ὄντες οἱ τούτους δεσμεῖν ὀφείλοντες, τοὺς ἵππους καὶ τὰ
ὅπλα ἀναλαμβανόμενοι, τούτους έν τοῖς ἀποτεταγμένοις φρουρίοις
ἐνέκλειον. οἱ δέ γε ἐφεξῆς ἐρχόμενοι, παντελῆ τῶν πραττομένων 
ἄγνοιαν ἔχοντες, εἰσῄεσαν ἀγνοοῦντες τὸ ἀποβησόμενον
ἑκάστῳ. τούτους μὲν οὖν οὕτω κατέσχε, καὶ τὰς αὐτῶν
περιουσίας δημεύσει καθυποβαλών, διενείματο τοῖς συγκεκοπιανκόσι
τούτῳ έν ταῖς συμπεσούσαις μάχαις καὶ τοῖς κινδύνοις
γενναίοις ἐκείνοις στρατιώταις. ἀπελθὼν δὲ ὁ τὴν οἰκο- 
 νομίαν ταύτην ἀναδεξάμενος, καὶ τὰς αὐτῶν γυναῖκας τῶν οἰκιῶν
ἀπελάσας κατὰ τὴν ἀκρόπολιν ἐμφρούρους εἶχεν. τοὺς
δέ γε κατασχεθέντας τῶν Μανιχαίων συμπαθείας κατὰ μικρὸν
ὁ αὐτοκράτωρ ἠξίωσεν· ὁπόσοι δὲ καὶ τοῦ θείου βαπτίσματος
τυχεῖν προείλοντο, οὐδὲ τούτου ἀπετύγχανον. διὰ 
παντοίας δὲ περιελθὼν αὐτοὺς μεθόδου καὶ διαγνοὺς τοὺς
πρωταιτίους τῆς τοιαύτης ἀπονοίας, ὲν νήσοις περιορίσας
 καθεῖρξε· τοῖς δέ γε λοιποῖς ἄδειαν δεδωκὼς ὅπη βουλητὸν
αὐτοῖς ἀπιέναι, ἀπέλυσεν. οἱ δὲ τὴν ἐνεγκαμένην τῶν ἄλλων
προτιμησάμενοι, αὐτίκα πρὸς αὐτὴν ἐπανέτρεχον, ὡς ἐνὸν τὰ 
κατ’ αὐτοὺς οἰκονομήσαντες.

Ἐκεῖνος δὲ πρὸς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων ἐπάνεισιν.
οὐκ ἔλαθε δὲ τοῦτον τὰ κατ᾿ αὐτοῦ ἐν τριόδοις τε καὶ γωνίαις
ὑποψιθυριζόμενα. ἀλλὰ ἀκούων ἐτιτρώσκετο τὴν ψυχήν,
ὕτι μὴ τοσοῦτον εἰργασμένος, πολλαπλασίω τὰ στόματα τῶν
 συκοφαντούντων εἰχεν ἑαυτῷ περιχαίνοντα. ἐκεῖνος γὰρ χρείας
κατεπειγούσης καὶ κοσμικοῦ κλύδωνος ἔξ ἀπορίας τῶν βασισικῶν
ταμιείων, πρὸς τοῦτο ἀπέβλεψε καὶ ὡς δάνειον ἐλογίζετο,
ἀλλ᾿ ἀλλ’ οὐχ ὡς ἅρπαγμα ἢ τυραννικῆς χειρὸς ἐπιβουλήν,
ὡς οἱ διαλοιδορούμενοι λέξειαν. ἀλλὰ καὶ γνώμης οὕτως εἶχεν,
 ὡς μετὰ τὸ κατορθῶσαι τοὺς ἐπικειμένους πολέμους
ἀποδώσων ταῖς ἐκκλησίαις τὸν ἀφῃρημένον κόσμον κόσμον αὐτῶν. 
καὶ οὐκ ἔφερεν ἐπαναζεύξας τῇ βασιλίδι τῶν πόλεων, ὑπόθεσιν
γίνεσθαι τοῖς ἐθέλουσι διασύρειν τὰ ἐκείνου. ἔνθεν τοι
καὶ ἐκκλησίαν κηρύττει καὶ συνέδριον μέγιστον εἰς τὰ ἐν Βλαχέρναις
 ἀνάκτορα, ἐαυτὸν ἐθέλων πρῶτον ὑπόδικον καταστήσασθαι,
καὶ οὕτω τὰ ὑπὲρ ἐαυτοῦ ἀπολογήσασθαι. παρῆν
δὲ ἤδη καὶ ἡ σύγκλητος ἅπασα καὶ τὸ στρατιωτικὸν καὶ ὅσον
τοῦ ἱερατικοῦ καταλόγου, καραδοκοῦντες τὸ τί ἂν βούλοιτο ἡ 
τῶν ἁπάντων συνέλευσις. τὸ δὲ ἦν ἄρα ἄλλο οὐδὲν ἢ ἡ τῶν
 κατὰ τοῦ βασιλέως θρυλλουμένων ἀνάκρισις. παρῆσαν οὖν 
 


 
 τηνικαῦτα οἱ τῶν ἱερῶν φροντιστηρίων κηδεμόνες. καὶ τὰ
βιβλία ἐς μέσον τηνικαῦτα προὐτίθετο, (βρέβια ταῦτα ἡ συνήθεια
οἶδε καλεῖν,) ἐν οἷς ἀναγεγράφαται τὰ ἐν ἑκάστῳ τεμένει
κειμήλια. καὶ τῷ μὲν φαινομένῳ κριτὴς ὃ βασιλεὺς ἐπὶ
τοῦ βασιλικοῦ καθῆστο θρόνου, τῇ δὲ ἀληθείᾳ αὐτὸς ἔξετασθησόμενος. 
 ἔξητάζετο τοίνυν τὰ πάλαι παρὰ πολλῶν ἀνατεθέντα
 τοῖς εὐαγέσιν οἴκοις, καὶ παρὰ τούτων ἐσύστερον ἢ
καὶ αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος ἀφαιρεθέντα. καὶ ἐπεὶ μηδὲν
ἕτερον ἀφαιρεθὲν κατεφανίνετο, ἀλλ᾿ ἢ μόνον ὁ τῇ σορῷ τῆς
βασιλίδος ἐκείνης Ζωῆς ἐκ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου ἐπικείμενος 
κόσμος καὶ ὀλίγα τινὰ ἄλλα σκεύη μὴ τοσοῦτον εἰς ἱερὰν λειτουργίαν
χρηματίζοντα, ἑαυτὸν εἰς τοὐμφανὲς ὁ αὐτοκράτωρ
ὑπόδικον καθίστησιν, κριτὴν δὲ τὸν βουλόμενον ὁντιναοῦν.
καὶ μετὰ μικρὸν μεταβαλὼν τῇ γλώττῃ λέγει· “ἐγώ” φησι
“τὴν βασιλείαν πανταχόθεν κυκλουμένην βαρβάροις εὑράμενος 
 καὶ μηδέν τι πρὸς τοὺς ἐπικειμένους ἐχθροὺς ἄξιόμαχον
ἔχουσαν, ἴστε ὁπόσοις κινδύνοις περιπέπτωκα, μικροῦ καὶ
βαρβαρικοῦ ξίφους ἔργον γεγονώς. καὶ γὰρ πολλαπλασίους
ἦσαν οἱ ἑκατέρωθεν ἡμᾶς τοξεύοντες. τὰσ γὰρ τῶν Περσῶν
ἐπελεύσεις καὶ τὰς τῶν Σκυθῶν ἐκδρομὰς οὐκ ἀγνοεῖτε, καὶ 
τῶν ἐκ Λογγιβαρδίας ὄξυνομένων δοράτων οὐ ἐπιλέλησθε. 
 

 
 τὰ δὲ χρήματα συναπῆρε τοῖς ὅπλοις, καὶ ὁ κύκλος τῆς ἡγεμονίας
εἰς τὸ ἀμερὲς συνένευε κέντρον. ὅπως δὲ τὸ τε ὁπλιτικὸν
ἅπαν ηὔξηται γυμναζόμενον καὶ ἁπανταχόθεν συλλεγόμενον 
καὶ συγκροτούμενον, οἴδατε· καὶ ταῦτα πάντα ὅτι πολλῶν
 ἐδεῖτο χρημάτων, ἴστε πάντες, καὶ ὅτι τὰ ἀφαιρεθέντα εἰς δέον
ἀνήλωτο, κατὰ τὸν Περικλέα ἐκεῖνον, καὶ ὑπὲρ τῆς ὑμῶν
τιμῆς δεδαπάνηται. εἰ δὲ τοῖς μεμψιμοίροις ὡς τοῖς κανόσι
προσκεκρουκότες κατεφάνημεν, θαυμαστὸν οὐδέν. ἀκούομεν
γάρ, ὅτι καὶ ὁ ἐν βασιλεῦσι προφήτης Δαβὶδ εἰς ἦν αὐτὴν
 ἀνάγκην ἐληλυθὼς, τῶν ἱερῶν ἐγεύσατο ἄρτων μετὰ τῶν
στρατευμάτων αὐτοῦ, καὶ ταῦτα μὴ ἐνδεχομένου, τῆς ἔξιδιαζομένης
τοῖς ἱερεῦσι τροφῆς ἰδιώτην ἅψασθαι. καὶ ἄλλως δὲ
καταμαθεῖν ἐστι τοὺς ἱεροὺς κανόνας έν ἑτέροις ἐνδιδόντας
τὰ ἱερὰ πιπράσκεσθαι ὑπὲρ ἀναρρύσεως αἰχμαλώτων. εἰ δὲ 
 αἰχμαλωτιζομένης οἰκουμένης καὶ δορυαλώτων ἤδη τῶν πολεων
καὶ αὐτῆς τῆς Κωνσταντίνου γενέσθαι κινδυνευουσῶν,
ὀλίγων τινῶν κὼ οὐδὲ πάνυ τῆς τῶν ἱερῶν μετεχόντων ἀξίας
ἐν βίᾳ τοσαύτῃ ἁψάμενοι, εἰς τὴν ἐλευθερίαν τούτων κατεχρησάμεθα,
οὐδεμίαν ἄρα κατηγορίαν εὔλογον τοῖς φιλοσκώμμοσι
 καταλιμπάνομεν." ταῦτ’ εἰπὼν καὶ μεταστρέψας τὸν
λόγον, ἔνοχον οἶον ἑαυτὸν ποιεῖται καὶ καταδικάζει αὐτὸς 
 
 ε 

 
 ἑαυτόν. εἶτ᾿ αὖθις τὰ βρέβια ἀνελίττειν προτάττει τοῖς
 ἵνα καταφανῆ γένηται τὰ ἀφῃρημένα. καὶ παραχρῆμα τῷ μὲν
σεκρέτῳ τοῦ Ἀντιφωνητοῦ χρυσίου ποσότητα ἱκανὴν ἐλογίσατο
κατ’ ἔτος εἰσκομιζομένου τοῖς τοῦ δημοσίου φροντισταῖς,
ὃ καἰ μέχρι τοῦ νῦν ἀπαρασάλευτον διαμεμενήκει· ἐκεῖσε 
γὰρ ἡ τῆς δηλωθείσης βασιλίδος σορὸς ἐναπέκειτο· τοῖς δὲ
Χαλκοπρατείοις ἐτησίαν εἴσοδον χρυσίου ἀρκοῦντος τοῖς τῷ
θείῳ τεμένει τῆς θεομήτορος συνήθως τοὺς ὕμνους ἐπιτελοῦσιν
ἐκ τῶν βασιλικῶν ταμιείων πρυτανεύεσθαι
παρεκελεύσατο.

Ἐν τούτοις ἐπιβουλὴ ἀνεφάνη κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος,
μελετωμένη παρά τε τῶν τῆς συγκλήτου λογάδων καὶ
τῶν τοῦ στρατοῦ κορυφαίων· καὶ διεμηνύθη τηνικαῦτα τῷ
 αὐτοκράτορι. καὶ οἱ κατήγοροι παρέστησαν καὶ τοὺς συνίστορας
 τῆς τοιαύτης βουλῆς ἐξήλεγχον. ἐκδήλου δὲ τῆς μελέτης 
ἤδη γεγονυίας καὶ τῆς ἀπὸ τῶν νόμων ποινῆς κατ’ ἀυτῶν
βαρείας ἐπερχομένης, ὁ αὐτοκράτωρ ποινὴν μὶν αὐτοῖς οὐδαμῶς
ἐπενεγκεῖν προτεθύμητο, δήμευσιν δὲ μόνον καὶ περιορισμὸν
κατὰ τῶν πρωταιτίων ἀπεφήνατο, καὶ μέχρι τούτου
τὴν τῆς τοιαύτης ἐπιβουλῆς ἐπεξέλευσιν ἔστησεν. ἀλλὰ γὰρ 
ὁ λόγος ἀνατρεχέτω αὖθις ὅθεν ἀπερρύη. ὁπηνίκα ὁ αὐτο- 
 


 
 κράτωρ εἰς τὴν τοῦ δομεστικἀτου ἄξίαν παρὰ Νικηφόρου τοῦ
Βοτανειάτου ἀνηνέχθη, Τραυλόν τινα Μανιχαῖον προσλαβόμενος 
μετὰ τῶν γνησίων αὐτοῦ θεραπόντων συγκατέλεξε, καὶ
τοῦ βαπτίσματος ἀξιώσας, μιᾷ τῶν τῆς βασιλίδος θεραπαινίδων
 συνέζευξεν. οὗτος οὖν τέσσαρας ἀδελφὰς ἔχων,
ὡς ταύτας ἐμφρούρους μετὰ τῶν λοιπῶν τότε συναπαχθείσας
ἐθεάσατο τό τε προσόντα ἀφαιρεθείσας ἄπαντα, ἤχθετο καὶ
φέρειν οὐκ εἶχεν, ἀλλὰ διεσκοπεῖτο, ὅπως ἑαυτὸν τῆς τοῦ
αὐτοκράτορος χειρὸς ἀπαλλάξειεν. ἐν γνώσει δὲ τούτων ἡ
 αὐτοῦ ὁμευνέτις ἤδη γεγονυῖα καὶ ἀποδιδράσκοντα τοῦτον
ὁρῶσα, δηλοῖ τῷ τηνικαῦτα τὴν οἰκονομίαν τῶν Μανιχαίων 
ἐμπεπιστευμένῳ. οὐ διέλαθε τοῦτο τὸν Τραυλόν, καὶ τηνικαῦτα
ὁπόσοις φθάσας τὸ ἀπόρρητον ἀνεκάλυψε, πρὸς ἑαυτὸν
ἐσπέρας μεταπέμπεται. καὶ ὁπόσοι δὲ ἐκ συγγενείας ἦσαν
 αὐτῷ προσήκοντες, ἐς αὐτὸν συνεληλυθότες καταλαμβάνουσι
τὴν Βελιάτοβαν· πολίχνιον δὲ τοῦτο διακείμενον κατὰ τὴν
ἀκρολοφίαν τοῦ κατὰ ταυτηνὶ τὴν Βελιάτοβαν τέμαχος. ἄοικον
δὲ τοῦτο ἐφευρηκότες, ὥσπερ ἴδιόν τι λάχος λογισάμενοι,
ἐν αὐτῷ τὰς οἰκήσεις ἐποιοῦντο. εἶτα τὰς καθ’ ἑκάστην
 ἐκδρομὰς ποιούμενοι καὶ μέχρι τῆς σφετέρας φθάνοντες
πόλεως Φιλίππου λείαν πολλὴν ἀναλαμβανόμενοι ἐπανέσρεφον 
ὁ δὲ Τραυλὸς τούτοις μὴ ἀρκούμενος, σπονδὰς μετὰ 
 

 
 τῶν τὸ Παρίστριον νεμομένων Σκυθῶν ἐποιεῖτο, τοὺς περὶ
τὴν Γλαβινίτζαν καὶ Δρίστραν ἡγεμόνας καὶ τὰ ταύταις παρακείμενα
ὑποποιούμενος, μνηστευσάμενος ἅμα ἑαυτῷ καὶ τῶν
λογάδων Σκυθῶν ἰνὸς θυγατέρα, σπεύδων ἕλη χειρὶ λυπῆσαι
τὸν αὐτοκράτορα διὰ τῆς τῶν Σκυθῶν ἐπελεύσεως. ταῦτα δὲ 
ὁ βασιλεὺς καθ᾿ ἑκάστην μανθάνων, τὸ μέλλον
ἔσπευδεν ὑποποιεῖσθαι τοῦτον διὰ γραμμάτων καὶ ὑποσχέσεων,
ὑφορώμενος τὸ ἔξ αὐτοῦ τεχθησόμενον κακόν. ἀλλὰ
καὶ χρυσόβουλλον λόγον ἀπαθείας καἰ πάσης ἐλευθερίας ἐκ-
 θέμενος, ἐκπέπομφε πρὸς αὐτόν. ἀλλ᾿ ὁ καρκίνος ὀρθὰ βαδίζειν 
οὐκ ἐμάνθανεν· ὁ αὐτὸς δὲ ἦν ὁ χθὲς καὶ πρότριτα,
τοὺς τε Σκύθας ὑποποιούμενος καὶ πλείονας ἐν τῶν σφετέρων
μεταπεμπόμενος χωρῶν καἰ ληϊζόμενος τὰ παρακείμενα
απαντα.

Εἶτα ὁ μὲν αὐτοκράτωρ ὁδοῦ πάρεργον καὶ τὰ κατὰ 
τοὺς Μανιχαίους ποιησάμενος, ὑποσπόνδους αὖθις εἶχεν. ὁ
δέ γε Βαϊμοῦντος κατὰ τὸν Αὐλῶνα χρονοτριβῶν ἦν· ἐπαναγέσθω
γὰρ πρὸς αὐτὸν αὖθις ὁ λόγος· καὶ τὰ κω
Βρυέννιον μεμαθηκὼς καὶ τοὺς ἄλλους κόμητας, ὦν οἱ μὲν
 θητεῦσαι τῷ αὐτοκράτορι προείδοντο, ἄλλοι δὲ ἄλλοσε διε-
 σπάρησαν, τὴν ἐνεγκαμένην ἀναζητήσας διαπερᾷ εἰς Λογγιβαρδίαν
καὶ καταλαμβάνει τὸν ἔδιον πατέρα τὸν Ῥομπέρτον 
 


 
 εἰς τὸ Σαλερηνόν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, καὶ πολλὰ
κάτα τοῦ βασιλέως εἰπών, ἠρέθιζε κὰτ αὐτοῦ. ὂν θεασάμενος
ὁ Ῥομπέρτος τὴν δεινὴν ἐκείνην ἀγγελίαν ἐπὶ τοῦ προσώπου
φέροντα, κὼ τὰς πολλὰς ἐκείνας ἃς ἐπ᾿ αὐτῷ εἶχεν
 ὀστράκου δίκην εἰς τοὐναντίον μεταπεσούσας, αὖος ἐφ᾿
ἱκανὸν εἱστήκει ὥσπερ ὑπὸ κεραυνοῦ βληθεὶς. πέρι πάντων
δέ πυθόμενος καἰ μαθὼν τὰ παρ’ ἐλπίδας αὐτῷ συμπεσόντα,
ἀθυμἱᾳ κατεσχέθη. ἀγεννὲς μὲν οὖν οὖν οὖδ᾿
οὐδὲ τῆς αὐτοῦ ἀνδρείας κω τόλμης ἀνάξιον. μᾶλλον μὲν. 
 οὖν καὶ πρὸς μάχας ἐπιπλέον ἠρέθιστο, καὶ φροντίδες τοῦτον
καὶ· μέριμναι αὖθις τῶν προτέρων μείζους συνεῖχον. ἦν γὰρ
ὁ ἀνὴρ ἰσχυρὸς προστάτης τῶν οἰκείων βουλευμάτων τε καὶ
προλήψεων, καὶ μηδαμῶς ἐθέλων ἀνεῖναι ἐφ’ οἷς καθάπαξ
διεβουλεύσατο, καὶ τὸ ὅλον εἰπεῖν ἀκατάπληκτος καί πάντα
 αὐτῷ ἁλώσιμα ἐκ μόνης προσβολῆς ὀιόμενος γίνεσθαι εὐθὺς
οὑν τὸ φρονοῦν αὐτῷ τῆς ψυχῆς συναγαγὼν καἰ τῆς πολλῆς
ἀθυμίας ἑαυτὸν ἀνακτησάμενος, ἀποστείλας ἁπανταχόθεν διεκηρύκευε
τὴν εἰς τὸ Ἰλλυρικὸν αὖθις κατὰ βασιλέως διαπεραίωσιν,
μετακαλούμενος ἅπαντας. κω αὐτίκα πανταχόθεν 
 πλῆθος συνείλεκτο στρατιωτῶν, ἰππέων τε ναὶ πεζῶν,
πάντων ἐξωπλισμένων λαμπρῶς καὶ πρὸς μάχην ἀποβλεπόν- 
 

 
 τῶν. τὸ πλῆθος εἶπεν ὄν Ὅμηρος “ἠΰτε ἔθνεα ἑῶι
ἀδινάων." καὶ συνέρρεον ἔκ τε τῶν παρακειμένων
καὶ ἐξ ἀλλοδαπῶν δὲ οὐχ ἧττον. κἀντεῦθεν ὡπλίζετο καρτερῶς,
ἐφ᾿ ᾡ τὴν τοῦ υἱοῦ ἀνακαλέσασθαι ἧτταν. ἱκανὰ δὲ
συλλεξάμενος στρατεύματα, εἶτα τοὺς αὐτοῦ μετακαλεσάμενος 
νἱεῖς, τόν τε Ῥογέρην καὶ τὸν Γίδον καλούμενον, ὲν καὶ
 βασιλεὺς Ἀλέξιος θέλων τοῦ πατρὸς ἀποστῆσαι, ἀποστείλας
λάθρα περὶ κήδους αὐτῷ ἐδήλωσεν, ὑποσχόμενος κα τιμὴν
διαφέρουσαν καὶ χρημάτων δόσιν δαψιλῆ· ὁ δὲ τούτων ἀκούσας
συνέθετο, τὸν δὲ λόγον τέως εἶχεν ἀπόρρητον. τούτοις 
οὑν τὸ ἱππικὸν ὀπὰν παραδούς, ἀπέστειλε παραγγείλας σποῦ.
δάσαι κατασχεῖν τὸν Αὐλῶνα. οἱ· καὶ διαπεράσαντες ἐξ ἐπιδρομῆς
τοῦτον εἷλον. καὶ μετρητούς τινας εἰς φυλακὴν αὐτοῦ
καταλιπόντες, μετὰ τῶν λοιπῶν καταλαβόντες τὸ Βοθρεντόν,
ἐξ ἐφόδου κα τοῦτο κατέσχον. ὁ δέ γε Ῥομπέρτος τὸ 
 ναυτικὸν αὐτοῦ ὀπὰν ἀναλαβόμενος καὶ τὴν ὡς πρὸς τὸ Βοθρεντὸν
παραλίαν παραπλέων, κατέλαβε τὸ Βρεντήσιον, ἐφ᾿
ᾦ πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπερᾶσαι. τὸν δ’ ἀπὸ τῆς Ὑδροῦντος
πορθμὸν ἦττον διάστημα ἔχειν μεμαθηκώς, ἐκεῖθεν διεπέρασεν
εἰς τὸν Αὐλῶνα. καὶ οὕτω διὰ τῖς ἀναμεταξὺ τοῦ 
Αὐλῶνος καὶ τοῦ Βοθρεντοῦ παραλίας μετὰ τοῦ στόλου αὐτοῦ
παντὸς διελθών, ἡνώθη μετὰ τῶν υἱῶν αὐτοῦ. ὡς δὲ 
 

 
 ἡ κορυφῶ προκατασχεθεῖσα πὰρ· αὐτοῦ αὖθις ἀπεστάτησε,
τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν Βoθρεντὸν καταλιπῶν, αὐτος μετὰ
τοῦ ναυτικοῦ παντὸς ἀπέπλευσε πρὸς τὴν κορυφῶ. ἀλλ’ ὁ 
μὲν Ῥομπέρτος τοιαῦτα· ἅπερ μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ
 οὐδαμῶς ἀνεπεπτώκει, ἀλλὰ τοὺς Βενετίκους διὰ γραμμάτων 
ἐξώτρυνε, παρασκευάσας αὖθις τὸν μετὰ
ἀναδήσασθαι πόλεμον, στόλον ἱκανὸν ἐξοπλίσαντας, καὶ
δαπάνας πολλαπλασίους λήψεσθαι ὑποσχόμενος. αὐτὸς δὲ
διήρεις καὶ τριήρεις καὶ παντοῖον εἶδος λῃστρικῶν νηῶν κατασκευάσας
 κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ἐξέπεμψεν, ὁπλίτας
τῆς διὰ θαλάττης μάχης εἰδήμονας. τὴν δὲ κατ’ αὐτοῦ
τῶν στόλων ἔφοδον μεμαθηκὼς ὁ Ῥομπέρτος, τὴν μάχην προμρπάζων
ὁποῖος ἐκεῖνος, λύσας τὰ πρυμνήσια μετὰ τοῦ ναυτικοῦ 
αὐτοῦ παντὸς τὸν λιμένα Κασσύπης κατέλαβεν. οἱ δέ
 γε Βενέτικοι καταλαβόντες τὸν λιμένα Πασσάρων καὶ
κάκεῖθι τὴν τοῦ Ῥομπέρτου ἔφοδον μεμαθηκότες, θᾶττον καὶ
αὐτοὶ καταλαμβάνουσι τὸν λιμένα Κασσόπης. καὶ συμβολῆς
καρτερᾶς γενομένης κω τῆς μάχης ἀγχεμάχου, ἡττᾶται ὁ
Ῥομπέρτος. ὁποῖος ὁ ἐκεῖνος φιλοπόλεμος νὼ ἐκθύμως ἔχων
 πρὸς μάχας, οὐδὲ μετὰ τὶν ἧτταν ἐκείνην τὸ παράπαν ἐνεδίδου,
ἀλλ’ αὖθις ἡτοιμάζετο πρὸς ἑτέραν μάχην καὶ συμ- 
 

 
 βολὴν πολέμου μείζονος. ὅπερ οἱ ἡγεμόνες ἀμφοτέρων τῶν στό-
 λων μεμαθηκότες κἀκ τῆς προηγησαμένης νίκης θαρρήσαντες,
μετὰ τὴν τρίτην πάλιν ἡμέραν προσβαλόντες αὐτῷ λαμπρὰν τὴν
κατ’ αὐτοῦ νίκην ἤραντο. εἰν οὕτως ἐπανέρχονται πάλιν εἰς τὸν
λιμένα Πασσάρων. εἴτε ὁποῖα έν τοῖς τοιούτοις ὡς τὰ πολλὰ 
φιλεῖ γενέσθαι, ἐπαρθέντες ἐπί ταῖς προγεγενημέναις νίκαις,
εἴτε τοὺς ἡττηθέντας ἀπελπίσαντες, ἀναπεπτώκασιν ὡς ἤδη
τὸ πᾶν ἠνυκότες, καἰ καταφρονητικῶς πρὸς τὸν Ῥομπέρτον
διετίθεντο. εἶτα διελόντες τὰ ταχυδρόμα τῶν πλοίων, ἀπέστειλαν
εἰς Βενετίαν διηγησομένους τὰ ξυμπεσόντα καἰ ὅπως 
κατὰ κράτος τὸν Ῥομπέρτον ἥττησαν. ὁ δὲ Ῥομπέρτος ταῦτα
 μεμαθηκὼς ἀπό τινος Βενετίκου Κονταρίνου πέτρου καλουμένου
ἄρτι προσπεφευγότος αὐτῷ, ἐπὶ πλέον ἀθύμει καὶ οὐκέτι
ἀνεκτῶς εἶχεν· λογισμοῖς δὲ κρείττοσιν ἀναρρώσας
αὖθις κατὰ τῶν Βενετίκων ἵεται. οἱ δὲ Βενέτικοι τῷ 
ἀπροόπτῳ καταπλαγέντες τῆς αὐτοῦ ἐλεύσεως εὐθὺς δεσμήσαντες
τὰ μείζω τούτων πλοῖα καλωδίοις παρὰ τὸν λιμένα
τῆς κορυφῶ καὶ συναπαρτίσαντες τὸν λεγόμενον πελαγολιμένα,
τὰ σμικρὰ τούτων σκάφη εἰς μέσον ἤλασαν· σιδηροφορήσαντες
δὲ ἅπαντες ἐκαραδόκουν τὴν τούτων ἔλευσιν. ὁ,.
δὲ καταλαβὼν συμμίγνυται τούτοις πρὸς πόλεμον. ὁ δὲ πόλεμος
δεινὸς ἦν καὶ τῶν πρώην ἰσχυρότερος, ἐκθύμως μα- 
 

 
 χομένων ἡ πρότερον. καρτερᾶς οὖν μάχης ἀναμετάξὺ γεγονυίας 
καὶ μηδενὸς τῶν μερῶν νῶτα διδόντος, ἀλλὰ μᾶλλον
κατὰ πρόσωπον ἐρχομένων, ἐπεὶ οἱ Βενέτικοι τὰ προσόντα
τούτοις φθάσαντες προκατηναλώκεσαν, καὶ οὐδὲν ἄλλο πλὴν
 τῶν ὁπλιτῶν ταῖς ναυσὶ παρῆν, αὗται δὲ τῇ κουφότητι ἐπεπόλαζον
οἶον τοῖς ὕδασιν ἀνεχόμεναι, ὡς μηδ’ ἄχρι δευτέρου
ζωστῆρος τοῦ ὕδατος φθάνοντος, πανσνδὶ ἔπι τὴν ἑτέραν
πλευρὰν τὴν ὡς πρὸς τοὺς πολεμίους συρρεύσαντες, τηνικαῦτα
ἐβυθίσθησαν· ἦσαν δὲ ὡσεὶ χιλιάδες τρισκαίδεκα.
 αἱ δὲ ἄλλαι τῶν νηῶν σὺν αὐτοῖς πλωτῆρσι κατεσχέθησαν. 
ὁ δὲ Ῥομπέρτος μετὰ τὰν λαμπρὰν ἐκείνην νίκην ἀπηνῶς
διατεθείς, πολλοῖς τῶν κατασχεθέντων ὠμοτάτως ἀχρήσατο,
τῶν μὲν τὰς ὄψεις πηρώσας, τοὺς δὲ ῥινοτομήσας, τινῶν 
δὲ χεῖρας ἢ νηῶν ἢ καὶ ἀμφότερα
 δέ γε τῶν λοιπῶν ἀποστείλας πρὸς τοὺς ὁμοχώρους
διεφήμισεν, ἵν᾿ ὁ βουλόμενος πρίασθαι τὸν ἴδιον τιμῆς,
παραγίνοιτο. ἅμα δὲ καὶ τὰ περὶ εἰρήνης αὐτοὺς ἠρώτα·
οἱ δὲ μηνύουσι πρὸς αὐτόν “ἴσθι, δοὺξ
ὡς εἰ καὶ τὰς σφῶν ἡμῶν γυναῖκας καί τὰ τέκνα ἀποσφαττόμενα
 θεασαίμεθα, οὐκ ἂν τὰς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
συνθήκας ἀπαρνησόμεθα, οὔτε μὴν τοῦ ἐπαρήγειν αὐτῷ 
καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκθύμως μάχεσθαι ὅλως ἐνδώσομεν." και- 
 

 
 ροῦ δ’ ὀλίγον παρερρυηκότος, δρόμωνάς τε καὶ τριήρεις εὐτρεπίσαντες
οἱ Βενέτικοι καὶ ἄλλ’ ἄττα τῶν μικρῶν καὶ ταχυδρόμων
νηῶν, μετὰ πλείονος δυνάμεως κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου
ἔρχονται. καὶ δὴ καταλαβόντες αὐτὸν πέρι Βοθρεντὸν αὐλιζόμενον,
τὸν μετ’ αὐτοῦ συνάπτουσι πόλεμον καἰ κατὰ κράτος 
νικῶσι, πολλοὺς μὲν ἀποκτείναντες, πλείονας δὲ καὶ βυθίσαντες·
μικροῦ δὲ δεῖν καὶ αὐτὸν τὸν γνήσιον υἱὸν αὐτοῦ
Γίδον καὶ τὴν ὁμευνέτιν κατέσχον Γαϊταν. κω νίκην κατ’
αὐτοῦ λαμπρὰν ἀράμενοι, δηλοῦσι πάντα τῷ βασιλεῖ. ὄις διὰ
 πολλῶν τούτους ἀμειψάμενος δωρεῶν καὶ τιμῆς, καὶ αὐτὸν 
τὸν δοῦκα Βενετίας τῷ τῶν πρωτοσεβαστῶν ἀξιώματι μετὰ
τῆς ἀναλόγου ῥόγας ἐτίμησεν, ὑπέρτιμον δὲ καὶ τὸν πατριάρχην
σφῶν ηξίωσε μετὰ τῆς ἀναλόγου ῥογὰς. ἀλλὰ ναί πάσαις
ταῖς ἐν Βενετίᾳ ἐκκλησίαις χρυσίου ποσότητα ἱκανὴν ἐτησίως
διανείμασθαι ἀπὸ τῶν βασιλικῶν ταμιείων ἐκέλευσε. τῇ μέντοι 
ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ εὐαγγελιστοῦ ἀποστόλου Μάρκου
ὑποφόρους ἅπαντας τοὺς ἐκ Μέλφης ἐν Κωνσταντινουπόλει
ἐργαστήρια κατέχοντας πεποίηκε καὶ τὰ ἀπὸ τῆς παλαιᾶς
Ἑβραϊκῆς σκάλας μέχρι τῆς καλουμένης Βίγλας διή- 
 

 
 κοντα ἐργαστήρια καὶ τὰς ἐντὸς τοῦ διαστήματος τούτου ἐμπεριεχομένας
σκάλας ἐδωρήσατο καὶ ἑτέρων πολλῶν
δωρεὰς ἔν τε τῇ βασιλευούσῃ καὶ τῇ πόλει Δυρραχίου
νὼ ὅποι ποτ’ ἂν ἐκεῖνοι ᾐτήσαντο τὸ δὲ δὴ μεῖζον, τὴν. 
 ἐμπορίαν αὐτῶν ἀζήμιον ἐποίησιν ὲν πάσαις ταῖς ὑπὸ τὴν
ἐξουσίαν Ῥωμαίων χώραις, ὥστε ἀνέτως ἐμπορεύεσθαι καί
κατὰ τὸ αὐτοῖς βουλητόν, μήτε ὑπὲρ ὑπὲρ κομμερκίου ἡ ἑτέρας
ρας τινὸς εἰσπράξεως δημοσίῳ εἰσκομιζομένης παρέχειν
ἄχρι καὶ ὀβολοῦ ἑνός, ἀλλ᾿ ἐξω πάσης
 ἐξουσίας.

Ὁ δέ γε Ῥομπέρτος (ἐπαναγέσθω γὰρ αὖθις ὁ λόγος
ὃθεν ἐξέπεσε καὶ καθ᾿ εἱρμὸν ἐχέσθω τῆς
μετὰ ταύτην τὴν ἧτταν αὖθις ἠρέμει. ἀλλ’ ἔπει προφθάσας
τινὰ τῶν πλοίων αὐτοῦ μέτα τοῦ ἰδίου υἱοῦ κατὰ τῆς Κεφαληνίας
 φαληνίας ἀπέστειλε σπεύδων τὴν ὲν αὐτῇ πόλιν κατασχεῖν, 
τὰ μὲν ἐνόντα αὐτῷ πλοῖα τῇ Βοντίτζῃ προσώρμισε μετὰ τῆς
παρεμβολῆς πάσης, αὐτὸς δὲ εἰς μονήρη γαλέαν εἰσελθὼν
τὴν Κεφαληνίαν κατέλαβέ. καὶ πρὶν ἥ ταῖς λοιπαῖς δυνάμεσι
καἰ τῷ υἱῷ αὐτοῦ ἑνωθῆναι, ἐγκαρτερῶν ἔτι περὶ τὸν
 Ἁθέρα, (ἀκρωτήριόν τι τοῦτο τῆς Κεφαληνίας,)
πυρετῷ. μὴ φέρων δὲ τὴν τοῦ πυρετοῦ φλόγωσιν, ὕδωρ
ψυχρὸν αὐτεῖ. τῶν δὲ περὶ αὐτὸν ἁπανταχοῦ σκεδασθέντων 
 


 
 εἰς ἦν τοῦ ὕδατος ζήτησιν, τῶν ἐγχωρίων τις πρὸς αὐτούς
φησιν “ὁρᾶτε ταυτηνὶ τὴν νῆσον τὴν Ἰθάκην. ἐν αὐτῇ πόλις
 μεγάλη πρώην ᾠκοδόμητο Ἰερουσαλὴμ καλουμένη, κἂν τῷ
χρόνῳ ηρειπωται· ὲν ἀυτὴ πηγὴ ἢν πότιμον ἐσαεὶ καὶ ψυ-
 χρὸν ὕδωρ ἀναδιδοῦσα." τούτων ὁ Ῥομπέρτος ἀκούσας, δέει 
πολλῷ τηνικαῦτα συνεσχέθη. συμβαλὼν οὖν τὸν Ἀθέρα καὶ
τὴν πόλιν Ἱερουσαλήμ, τὸν ἐφιστάμενον αὐτῷ θάνατον τηνικαῦτα
έπεγίνωσκε. καὶ γὰρ πρὸ πολλοῦ τινὲς αὐτῷ ἐμαντεύοντο,
ὁποῖα εἰώθασιν οἱ κόλακες τοῖς μεγιστᾶσιν εἰσηγεῖσθαι,
ὅτι “μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῖ Ἀθέρος ἅπαντα μέλλεις ὑποτάξαι· 
ἐκεῖθεν δὲ εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπερχόμενος, τῷ χρεὼν
λειτουργήσεις." εἴτε δὲ ὁ πυρετὸς τοῦτον ἀνάλωσεν,
 πλευρῖτις ἦν ἡ νόσος, ἀκριβῶς λέγειν οὐκ ἰχῶ. τέως δἰ ἒξ
ἡμερῶν τελευτᾷ. καταλαμβάνει δὲ τοῦτον τὰ ἔσχατα πνέοντα
ἡ γυνὴ αὐτοῦ Γαΐτα καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ κλαίοντα ἐπ᾿ 
ἀπαγγέλλεται γοῦν τὸ συμβὰν τῷ υἱῷ αὐτοῦ, ὅνπερ ἔτι ζῶν
διάδοχον τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ ἐποίει. ὃς τοῦτο μαθών, λύπῃ μὲν
ἀφορήτῳ τηνικαῦτα συνείχετο, κρείττοσι δὲ λογισμοῖς ἑαυτὸν
ἀνακτησάμενος καὶ συναγαγὼν τὸ φρονοῦν αὐτῷ τῆς ψυχῆς,
μετακαλεσόμενος ἅπαντας, πρῶτον μὲν ἀπαγγέλλει τὸ 
συμβὰν, ἀπαράκλητα κλαίων ἔπι τῇ τοῦ πατρὸς τελευτῇ, ὁρ- 
 

 
 κίζει δὲ ἅπαντας εἰς ἑαυτόν. καἰ ἀναλαβόμενος τούτους εἰς
Ἀπουλίαν διαπερᾷ. ἐν τῷ διαπερᾷν δὲ μεγίστῳ κλύδωνι, 
κἂν ὥρα θέρους ἦν, περιπέπτωκεν, ὥστε τὰ μὲν τῶν
υθισθῆναι, τινὰ δὲ τῇ ψάμμῳ προσαρράξαντα συνθραυσθῆναι.
 τὸ δὲ τὸν νεκρὸν κόμιζον πλοῖον ἡμίθραυστον γέγονε·
μόλις δὲ τὸ τοῦτον συνέχον κιβώτιον οἱ ἀμφ’ αὐτὸν ἀναλαβόμενοι
εἰς τὸ Βενοὐσιον διεσώσαντο. καὶ εἰς τὴν ἐπ’ ἀνόματι
τῆς ἁγίας Τριάδος πάλαι ἀνοικοδομηθεῖσαν μονήν, οὗ
κω οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ προετάφησαν, καἰ αὐτὸς ἀνσωριάζεται.
 τελευτᾷ δὲ ὁ Ῥομπέρτος εἰκοστῷ ἕκτῳ χρόνῳ τῆς δουκικῆς 
αὐτοῦ άρχῆς, τὸν ἅπαντα χρόνον βιώσας ἔτη ἑβδομήκοντα.
μεμαθηκὼς δὲ ὁ βασιλεὺς τὸν τοῦ Ῥομπέρτου αἰφνίδιον θάνατον,
ἀνέσφαλε μὲν ᾶχθος τοιοῦτον ἀπωμισάμενος. ἐπιτίθεται
δὲ παραχρῆμα τοῖς τὸ Δυρράχιον εντι κατέχουσιν, εἰς
 διχόνοαν τούτους διὰ γραμμάτων καἰ παντοίας μεθόδου εἰσάξαι
σκεψάμενος, κᾆθ’ οὕτως ῥᾷστα τὴν πόλιν Δυρραχίου
έλπίζων λήψεσθαι. ἀλλὰ καὶ τοὺς ὲν τῇ πόλει παρατυχόντας
Βενετίκους παρασκευάζει διὰ γραμμάτων ξυμβουλεῦσαι
τοῖς τε Ἀμαλφινοῖς καὶ Βενετίκοις καὶ ὅσοι ἔποικοι εἰς Ἐπίδαμνον 
 ἔτυχον, ὑπεῖξαι τῷ αὐτοῦ θελήματι καὶ
οἱ τὸ Δυρράχιον. ἀλλὰ καἰ αὐτὸς δἰ ὑποσχέσεων καὶ δω- 
 

 
 ῥεῶν οὐκ ἐνεδίδου ὅλως, ὥστε τὴν πόλιν Δυρράχιον παραδοῦναι
αὐτῷ. καταπειθεῖς οὖν γεγονότες, τοιοῦτον γὰρ τὸ
Λατίνων ἅπαν γένος ἐρασιχρήματόν τε καὶ ὀβολοῦ ἑὼς πιπράσκειν
εἰωθὸς καὶ αὐτὰ δὴ τὰ φίλτατα,) μεγάλα ἐλπίσαντες
καἰ συνωμοσίαν τηνικαῦτα ποιησάμενοι, ἀναιροῦσι μὲν 
τὸν πρώτως αὐτοὺς ἀναπείσαντα τὸ κάστρον τῷ Ρομπέρτῳ
 προδοῦναι καὶ τοὺς συνωμότας αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ
παραδιδόασι τὸ κέστρον τῷ βασιλεῖ, πάσης ἐλευθερίας
ἐξ αὐτοῦ παραπολαύσαντες.

Τὴν δὲ τοῦ Ῥομαέρτου τελευτὴν μαθηματικός τις 
Σὴθ καλούμενος μεγάλα ἐπ’ ἀστρολογίᾳ αὐχῶν, μετὰ τὴν
εἰς τὸ Ἰλλυρικὸν αὐτοῦ διαπεραίωσιν προειρήκει διὰ χρη-
 σμοῦ, ὃν ἐν χάρτῃ ἐκθέμενος καὶ σφραγίσας, τωι τῶν
τοῦ βασιλέως οἰκειοτάτων ἐνεχείρισε, παραγγείλας κατέχειν
αὐτὸν μέχρι τινός. εἶτα τοῦ Ρομπέρτου τετελευτηκότος, 
κότος, ἐς ἐπιταγῆς αὐτοῦ λύουσι τὸν χάρτην. εἶχε δὲ ὁ χρησμὸς
οὕτως· “μέγας ἐχθρὸς ἔξ ἑσΠέρας πολλὰ κυκήσας
ἄφνω πεσεἴται.’’ ἐθαύμασαν μὲν οὖν πάντες τὴν τοῦ ἀνδρὸς
ἐπιστήμην· ἥν γὰρ ἐπὶ ταύτῃ τῇ σοφίᾳ εἰς ἄκρον
 καὶ ἵνα τι βραχὺ παραδράμωμεν, τοῦ λόγου τῆς ἱστορίας 
 


 
 μικρὸν αποσταντες, οὕτως ἔχει τὰ κάτα τους χρησμους.
νεώτερον μὶν τὸ ἐφεύρεμα καὶ οὐκ οἶδε τὴν ἐπιστήμην ταύτην
ὁ πάλαι χρόνος. οὔτε γὰρ ἐπ’ Εὐδόξου τοῦ ἀστρονομικωτάτου
ἡ τῶν χρησμῶν μέθοδος ἥν, οὔτε ὁ Πλάτων τὴν
 σύνεσιν ταύτην ᾕδει, ἀλλ’ οὐδὲ Μανέθων ὁ ἀποτελεσματικὸς
περὶ ταύτης ἠκρίβωκεν. ἀλλὰ λεῖψις ἦν ἐκείνοις ὡροσκόπου,
ἐν οἶς προὐμαντεύοντο, καὶ πῆξις τῶν κέντρων καὶ τοῦ ὅλου
διαθέματος ἐπιτήρησις καὶ ὁπόσα ἄλλα ὁ τὴν μέθοδον ταύτην
εὑρηκὼς τοῖς ἐσύστερον παρέδωκεν, ἅπερ ξυνετὰ τοῖς περὶ 
 τὰ τοιαῦτα ματαιάζουσιν. ἡμεῖς δὲ ἐκεῖθέν ποτε ἀίγον τι
τῆς ἐπιστήμης ταύτης ἡψάμεθα, οὐχ ἴνα τι τοιοῦτον διαπραξαίμεθα,
μὴ γένοιτο,) ἀλλ’ ἵνα τῆς ματαιολογίας ταύτης
ἀκριβέστερον καταγνόντες, καὶ τῶν περὶ αὐτὴν ἠσχολημένων
καταγινώσκοιμεν. ταῦτα δὲ γράφω οὐκ ἐπιδείξεως ἕνεκα,
 ἀλλ᾿ ἵνα ἐνδείξαίμην, ὅτι ἔπι τοῦ αὐτοκράτορος τούτου
τῶν ἐπιστημῶν εἰς ἐπίδοσιν ἐληλύθεισαν, τιμῶντος τοὺς
φιλοσόφους καὶ φιλοσοφίαν αὐτήν, εἰ καὶ πρὸς τὸ μάθημα
τοῦτο τῆς ἀστρολογίας δυσχεραίνων πως κατεφαίνετο, οἶμαι
διότι τοὺς πολλοὺς τῶν ἀκεραιοτέρων ἀφίστασθαι ἀνέπειθε 
 τῶν ἄνωθεν ἐλπίδων καὶ κεχηνέναι τοῖς ἄστρασιν. αὕτη 
 

 
 αἰτία γέγονε πόλεμον ἔχειν τὸν αὐτοκράτορα πρὸς τὸ μάθημα
τῆς ἀστρολογίας. οὐ μὴν διὰ τοῦτο αὐχμός τις ἦν ἀστρολόγων
τὸ τηνικάδε, ἀλλὰ καὶ ὁ εἰρημένος Σὴθ κατ’ ἐκεῖνο
καιροῦ ἐξήνθησε, καὶ ὁ Αἰγύπτιος ἐκεῖνος Ἀλεξανδρεὺς πολὺς
ἦν τὰ τῆς ἀστρολογίας ἐμφαίνων ὄργια. ὃς καὶ παρὰ 
πολλῶν ἐρωτώμενος ἀκριβέστατα προεμαντεύετο· ἐν
δὲ οὐδὲ ἀστρολάβου δεόμενος, ἀλλὰ διά τινος ψηφοφορίαις
 τὰς προρρήσεις ἐπεποίητο. ἦν δ’ ἄρα καὶ τοῦτο μαντικὸν μὶν
οὐδαμῶς, ἀλλὰ τέχνη τις Ἀλεξανδρέως λογική. ὁρῶν δὲ ὁ
αὐτοκράτωρ τὴν νεότητα συρρέουσαν ἐπ᾿ αὐτὸν καὶ ὥσπερ 
τινὰ προφήτην τὸν ἄνδρα λογιζομένην, δὶς καὶ αὐτὸς τοῦτον
ἐπηρωτήκει, καὶ τοσαυτάκις καὶ ὁ Ἀλεξανδρεὺς εὐστοχήκει
τῆς ἐπερωτήσεως· δειλιάσας δὲ ἵνα μὴ πολλῶν βλάβη
καὶ πρὸς τὴν ματαιότητα τῆς ἀστρολογίας ἀποκλίνωσιν
ἅπαντες, κατὰ τὴν ‘Pαιδεστὸν τούτῳ τὰς διατριβὰς ἀφώρισε, 
 τῆς πόλεως ἀπελάσας, πολλὴν τὴν περὶ αὐτὸν προμήθειαν ἐνδειξάμενος,
ὥστε δαψιλῶς αὐτῷ τὰ πρὸς χρῆσιν ἐκ τῶν βασιλικῶν
ταμιείων ἐπιχορηγεῖσθαι. ναὶ μὴν καὶ ὁ δικλεκτικώτατος
Ἐλευθέριος, Αἰγύπτιος καὶ οὗτος ἀνήρ, τὰ τῆς ἐπιστήμης
ταύτης πρεσβεύων, εἰς ἄκρον ἤλαυνεν εὐφυίας, μηδενὶ 
μηδαμῶς τῶν πρωτείων παραχωρῶν. ἐν ὑστέροις δὲ καὶ ὁ
 καλούμενος Κατανάγκης Ἀθήνηθεν εἰς τὴν μεγαλόπολιν καἐξήνθει 
 

 
 ταλαβών, τὰ πρωτεῖα τῶν πρὸ αὐτοῦ φιλονεικῶν φέρειν, ἐπερωτηθεὶς
παρά τινων περὶ τοῦ αὐτοκράτορος, πότε τεθνήξοιτο, 
καὶ τὸν θάνατον αὐτοῦ προκαταγγείλας ὡς ᾤετο,
ἐψεύσθη τοῦ στοχασμοῦ. συνέβη δὲ τηνικαῦτα τὸν θῆρα λέοντα
 ἐν τοῖς βασιλείοις διαιτώμενον ἐπὶ τέσσαρσιν ἡμέραις
πυρέξαντα τὴν ψυχὴν ἔξερεύξασθαι· εἰς ὃ τοῖς πολλοῖς ἔδοξεν
ἡ τοῦ Κατανάγκη πρόρρησις τελευτῆσαι. καιροῦ δὲ
ἱκανοῦ, αὖθις τὸν τοῦ αὐτοκράτορος θάνατον
προὐμαντεύσατο καὶ διεψεύσθη· τεθνήκει δ’ ὅμως ἡ
 Ἄννα καὶ μήτηρ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἣν
Κατανάγκης προεῖπεν ὁ δὲ βασιλεύς, ἐπεὶ ποσάκις περὶ αὐτοῦ 
προμαντευσάμενος, τοσαυτάκις διήμαρτε, τῆς πόλεως
τοῦτον μεταστῆσαι οὐκ ἤθελεν αὐτέλεγκτoν γενόμενον, ἅμα δὲ
καὶ ἕνα μὴ ὄι ἐμπάθειαν δόξη τοῦτον ἐκεῖθεν ἀπελαύνειν.
 ἀλλ’ ἡμεῖς γε ἐντεῦθεν πάλιν ὅθεν ἐξεληλύθειμεν ἀναστρέψωμεν,
ἴνα μὴ δοκοίημεν μετεωρολέσχοι τινὲς καὶ ἐξ ἀστρολογίας
ὀνόμασι τὸ σῶμα τῆς ἱστορίας καταζοφοῦντες. ὁ δέ γε
Ῥομπέρτος, ὡς λόγος ἐκράτει καὶ τινες ἔλεγον, ἡγεμὼν
γέγονεν, ἀγχίνους, εὐπρεπὴς τὴν ὄψιν, ἀστεῖος ἐν λό- 
 

 
 γοις, ὀξὺς μὲν εἰπεῖν, φωνὴ δ’ αὐτοῦ μεγάλη, εὐπρόσιτος,
 εὐμεγέθης τὸ σῶμα, σύμμετρον τὴν κόμην ἔχων ἀεὶ τῇ κεφαλῇ,
βαθυπώγων, σπεύδων ἀεὶ τὰ ἔθη τοῦ οἰκείου γένους
τηρεῖν, τὸ τοῦ προσώπου ἄνθος καὶ τοῦ ὅλου σώματος μέχρι
τέλους σώζων, κὼ τούτοις ἐπιγαννύμενος, δι’ ἅπερ ἄξιον 
τυραννίδος τὸ εἶδος αὐτοῦ ἐνομίζετο πάντας τοὺς ὑπ’ αὐτὸν
τιμῆς ἀξιῶν καὶ πλείονος μᾶλλον τοὺς εὐνοϊκωτέρως πρὸς αὐτὸν
διατιθεμένους. φειδωλότατος δὲ ἦν καὶ φιλοχρυσώτατος,
 ἐμπορικώτατος καὶ φιλοκτεανώτατος καὶ ἐπὶ τούτοις φιλοδοξότατος·
ὑφ’ ὦν πάντων ἡττώμενος, πολλὴν τὴν μέμψιν 
πάντων ἐπεσπάσατο. κακίζουσι δέ τινες τὸν αὐτοκράτορα ὡς
μικροψυχήσαντα καὶ τὸν μετ’ αὐτοῦ πόλεμον τότε προαρπάσαντα.
εἰ μὴ γὰρ πρὸ τοῦ προσήκοντος καιροῦ τοῦτον ἀνε-
ζήτησεν, ὡς φασιν, ἄλλως ἂν ῥᾳδίως κατίσχυσεν αὐτοῦ βαλλομένου
ἁπανταχόθεν παρά τε τῶν καλουμένων Ἀρβανιτῶν 
παρά τε τῶν ἀπὸ Δαλματίας παρὰ τοῦ Βοδἰνου πεμπομένων.
ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν οἱ μωμοσκόποι ἔξω βελῶν ἱστάμενοι καὶ
κατὰ τῶν ἀγωνιζομένων πικροὺς οἰστοὺς διὰ γλώττης πέμπον.
 τες. τὸ γὰρ τοῦ Ῥομπέρτου ἀνδρεῖον καὶ πέρι τὰ πολεμικὰ
περιδέξιον καὶ τὸ τοῦ φρονήματος ἑδραῖον πάντες ἴσασι· καὶ 
γὰρ οὐ τῶν ῥᾳδίως, ἀλλὰ καὶ τῶν λίαν δυσκόλως καταγωνι- 
 

 
 ζομένων ἥν ὁ ἀνήρ, ἐν ταῖς ἥτταις μᾶλλον θαρραλεώτερος
φαινομενος.

Ὁ δὲ βασιλεὺς μετὰ τῶν αὐτομολησάντων πρὸς αὐτὸν
τοῦ κόμητος Βρυεννίου Λατίνων, τροπαιοφόρος νικητὴς
 πρὸς τὴν μεγαλόπολιν ἐπαναζεύγνυσιν, ὡς ἄνωθεν εἴρηται,
πρώτην ἄγοντος τοῦ Δεκεμβρίου μηνός, ἑβδόμης ἐπινεμήσεως
τὴν βασιλίδα κατὰ τὸ ἀφωρισμένον πάλαι ταῖς τικτούσαις τῶν 
βασιλίδων οἴκημα ἐπὶ ταῖς ὠδῖσιν εὑρηκώς· πόρφυραν δὲ 
τοῦτο οἱ ἀνέκαθεν ὀνομάζουσιν, ἐξ οὖ ναὶ τὸ τῶν πορφυρογεννήτων
 ὄνομα εἰς τὴν οἰκουμένην διέδραμεν. κατὰ δὲ τὸ
περίορθρον σάββατον δὲ ἦν) τίκτεται τούτοις παίδιον θῆλυ
ἐμφερές, ὡς ἔλεγον, κατὰ πάντα τῷ πατρί· ἐγὼ δὲ ἥν ἅν
τοῦτο. καὶ ὥς γε τῆς βασιλίδος καὶ μητέρος ἔν τισι καιροῖς
διηγουμένης ἤκουον, ὅτι πρὸ τρίτης ἡμέρας τῆς τοῦ βασιλέως
 εἰς τὰ ἀνάκτορα εἰσελεύσεως, (ἐπανῄει γὰρ ἤδη ἀπὸ τῆς
Ῥομπέρτου μάγης καὶ τῶν πολλῶν ἐκείνων πολέμων καὶ κότων,)
ταῖς ὠδῖδι συνεχομένη, σταυροῦ τύπον τῇ γαστρὶ ἐνσημήνασα
ἔφη “μεῖνον ἔτι παίδιον τὴν τοῦ πατρὸς ἄφιξιν."
πολλὰ δὲ αὐτήν, ὡς ἔλεγεν, ἡ πρωτοβεστιαρία καὶ μήτηρ 
 αὐτῆς καταμεμψαμένη ἔφη μετ’ ὀργῆς “εἰ δὲ μετὰ μῆνα
ἐλεύσεται, οἶδας; καὶ πῶς αὐτὴ τοσαύταις ὀδύναις ἐγκαρτε- 
 


 
 ρήσαις;" ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἡ ἐκείνης μήτηρ· τὸ δέ γε τῆς βασιλίδος
ἐπίταγμα πέρας εἰλήφει, ὅπερ κἀν τῇ γαστρὶ τὴν εἰς
τὸ μέλλον πρὸς τοὺς γειναμένους εὔνοιαν ἀριδήλως ὑπεσημαίνετο.
 καὶ γὰρ μετὰ ταῦτα εἰς ἡλικίαν ἐπιδεδωκυῖα καὶ
τὸ φρονοῦν καθαρῶς, φιλομήτωρ κατὰ ταὐτὸν ἐγεγόνειν 
καὶ φιλοπάτωρ. καὶ μάρτυρες τοῦ τοιούτου ἤθους
εἰσί μοι πολλοὶ μὲν τῶν ἀνθρώπων, ἤδη δὲ καὶ πάντες, ὁπόσοι
τἀμὰ γινώσκουσι, προσεπιμαρτυρούντων αὐτοῖς καί τῶν |
πολλῶν μου ὑπὲρ τῶν γονέων ἄθλων καὶ καμάτων καὶ τῶν
κινδύνων ἐκείνων, εἰς οὓς ἐμαυτὴν διὰ τὸ πρὸς ἐκείνους φίλτρον 
ἐνέβαλον, ἀφειδήσασα μὲν καἰ τιμῆς καὶ χρημάτων καὶ
αὐτῆς τῆς ζωῆς· οὕτω γάρ με τὸ πρὸς αὐτοὺς φίλτρον ἐξέκαεν,
ὡς καὶ αὐτὴν τὴν ψυχὴν δι’ αὐτοὺς προέσθαι πολλά-
 κις. ἀλλὰ μήπω περὶ τούτων. ἀνατρεχέτω δ’ αὖθις ὁ λόγος
πρὸς τὰ ἐξ αὐτῆς μοι ξυμπεσόντα γενέσεως. πάντων γὰρ 
τῶν συνήθων ἐπὶ τοῖς νεογνοῖς τῶν βασιλέων παισὶ δαψιλέστερον
τελεσθέντων, ὡς λέγεται, εὐφημιῶν δηλαδὴ καὶ δωρεῶν
καὶ φιλοτιμημάτων παρεχομένων τοῖς λογάσι τῆς συγκλήτου
καὶ τοῦ στρατοῦ, πλέον ἤπερ ποτὲ ἔχαιρον, ἐσκίρτων,
ἐπαιάνιζον ἅπαντες, καὶ μᾶλλον οἱ τῇ βασιλίδι καθ’ αἷμα 
προσήκοντες οὐκ εἶχον ὑφ’ ἡδονῆς ὅ τι καὶ γένοιντο. μετρη- 
 

 
 τῶν δέ τινων παρελθουσῶν ἡμερῶν, στέφους κἀμὲ ἄξιοῦσιν
οὶ γονεῖς νὼ βασιλικοῦ διαδήματος. ἐπεὶ δέ, Κωνσταντίνου
τοῦ υἱοῦ τοῦ προβεβασιλευκότος Μιχαὴλ τοῦ Δούκα, περὶ οὗ
πολλάκις ὁ λόγος ἐμνήσθη, συμβασιλεύοντος ἔτι τῷ αὐτοκράτορι
 καἰ ἐμῷ πατρὶ κἀν ταῖς δωρεαῖς δι’ ἐρυθρῶν αυνυπογράφοντος 
τούτῳ κἀν ταῖς προπομπαῖς μετὰ τιάρας αὐτῷ συνεφεπομένου
κἀν ταῖς εὐφημίαις δευτέρου εὐφημουμένου,
κἀγὼ εὐφημεῖσθαι ἔμελλον, Κωνσταντῖνον καὶ Ἄνναν ὲν
ταὐτῷ ἐξεφώνουν ἐν τοῖς τῆς εὐφημίας καιροῖς οἱ τῆς εὐφημίας
 προεξάρχοντες. καἰ τοῦτο δὴ μέχρι καιρῶν ἱκανῶν ἐτελεῖτο,
ὥς γέ μοι τῶν συγγενῶν καὶ ἐμῶν γεννητόρων ἐν ὑστέροις
πολλάκις διηγουμένων ἀκήκοα προμάντευμα δὲ ἴσως
τοῦτο τῶν ἐμοὶ ξυμπεσόντων ἦν εἴτε εὐτυχημάτων, εἶτε τοῦμπαλιν
δυστυχημάτων. ἔπει δὲ τοῖς βασιλεῦσι καὶ δεύτερον 
 ἐτέχθη θῆλυ, ἀναφέρον μὲν κατὰ τὴν ὄψιν εἰς τοὺς προγόνους, 
ἐμφαῖνον δὲ ἅμα καὶ τὴν ἐσύστερον ἐπιλάμπουσαν αὐτῷ
ἀρετήν τε κὼ φρόνησιν, ἐπεπόθουν καὶ ἄρρεν τεκεῖν καὶ δι’
εὐχῆς αὐτοῖς τοῦτ᾿ ἦν. ἐπινεμήσεως οὖν ἑνδεκάτης τρεχούσης,
τίκτεται τούτοις καὶ ἄρρεν. εὐθὺς οὖν οἱ μὲν γονεῖς
 ἐγεγήθεσαν, καὶ πένθους οὐκέτι ἴπῳ αὐτοῖς ἐπιλέλειπτο, τῆς 
 

 
 σφῶν ἐπιθυμίας εἰς ἔργον προαχθείσης. τὸ δὲ ὑπήκοον ἅπαν
 ἐσκίρτων, τοὺς κρατοῦντας οὕτω χαίροντας ὁρῶν, συνέχαιρον
ἀλλήλοις, ἐγεγήθεσαν. καὶ ἦν ἰδεῖν τὰ βασίλεια χαρμονῆς
ἀνάπλεω, καὶ πένθος οὐδαμοῦ, οὐδὲ ἑτέρας οἱασδηποτοῦν
ἐννοίας, τῶν μὲν ἐκ μέσης θαλάμης καρδίας χαιρόντων ὁπόσοι 
εὐνοι, τῶν δὲ συσχηματιζομένων χαίρειν. ἔστι μὲν
τὸ ὑπήκοον ὡς ἐπίπαν δύσνουν τοῖς κρατοῦσιν, σχηματιζόμενον
δὲ τὰ πολλὰ καὶ διὰ κολακείας ἐπισπώμενον τοὺς ὑπερέχοντας.
ὅμως δ᾿ οὖν κοινὴν ἦν ἰδεῖν τότε τὴν χαρμονὴν συνηδομένων
ἁπάντων. τὸ δὲ παιδίον μέλαν ἦν τὴν χροιάν, 
μέτωπον τούτῳ εὐρύ, παρειαὶ ὑπόξηροι, ῥὶς οὔτε σιμή, οὔτε
 κάμπτουσα πρὸς τὸ γρυπόν, ἀλλὰ μέση πως ἀμφοῖν· ὀφθαλμοὶ
μελάντεροι καὶ τὸ ὑποκαθήμενον ἦθος ὀξύ, ὅσον ἐκ βρεφυλλίου
σώματος εἰκάσαι, ἐμφαίνοντες. ἐθέλοντες τοιγαροῦν
τουτὶ τὸ παίδιον εἰς τὴν αὐτοκράτορος περιωπὴν ἀναβιβάσαι 
καὶ κλῆρον οἷον αὐτῷ τὴν βασίλειαν Ῥωμαίων καταλιπεῖν,
εἰς τὴν τοῦ θεοῦ μεγάλην ἐκκλησίαν τοῦ θείου βαπτίσματος
καὶ τοῦ στέφους αὐτὸ ἀξιοῦσιν. τοιαῦτα τοίνυν τὰ τοῖς πορφυρογεννήτοις
ἥμιν ἐξ αὐτῶν βαλβίδων τῆς ἡμῶν γενέσεως
ξυμβάντα· τὰ δέ γε ἐσύστερον ξυμπεσόντα κατὰ τὸν προσήκοντα 
ῥηθήσεται τόπον.

Ὁ μέντοι αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος τῶν παραλίων τῆς
Βιθυνίας καὶ αὐτῆς Βοσπόρου καὶ τῶν ἀνωτέρω χωρῶν τοὺς
Τούρκους ἀπελάσας, μετὰ τοῦ Σολυμᾶ εἰς εἰρηνικὰς ἔξεληλύθει 
σπονδάς, καθὼς ὁ λόγος ἀνωτέρω φθάσας ἐδήλωσε,
 καὶ οὕτω πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν τὰς ἡνίας στρέψας, τόν τε Ῥομπέρτον
καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ Βαΐμοῦντον πολλὰ μογήσας κατὰ
κράτος ἥττησε, καὶ μεγίστης συμφορᾶς τὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν
ἐρρύσατο. κἀκεῖθεν ἐπανελθών, αὖθις τοὺς ὑπὸ τὸν
Ἀπελχασὴμ Τούρκους οὐ τὴν ἕω ἁπλῶς κατατρέχοντας εὑρεν,
 ἀλλὰ μέχρις αὐτῆς Προποντίδος καὶ τῶν παραλίων
ταύτῇ χωρίων κατεληλυθότας. ὅπως μὲν οὖν ὁ Ἀμὴρ Σολυμᾶς
τῆς Νικαίας ἐξελθών, τουτονὶ τὸν Ἀπελχασὴμ φρουρὸν
αὐτῇ καταλέλοιπεν, ὁ δὲ Πουζάνος παρὰ τοῦ Περσῶν σουλτᾶν
τᾶν πρὸς τὴν Ἀσίαν ἐξεπέμφθη καὶ παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ 
 σουλτᾶν Τουτούση ἡττηθεὶς ἀνῃρέθη, καὶ τὸν Τουτούσην
μετὰ τὸ τὸν Πουζάνον ἡττῆσαι οἱ ἀνεψιαδεῖς αὐτοῦ ἀπέπνιξαν,
ἀρκτέον ἤδη διηγεῖσθαι. ἀνήρ τις ἐξ Ἀρμενίας ὁρμώμενος
Φιλάρετος τὴν ἐπωνυμίαν, περίβλεπτος ἐπ’ ἀνδρείᾳ καὶ
φρονήσει, εἰς τὴν τοῦ δομεστικάτου ἀξίαν παρὰ τοῦ προβεβασιλευκότος
 Ῥωμανοῦ τοῦ Διογενοῦς ἀνενεχθεὶς, καὶ τὰ
συμβάντα τῷ Διογενεῖ θεασάμενος καί τὴν τῶν ὀμμάτων αῦτοῦ
στέρησιν βεβαιωθεὶς, διαφερόντως τοῦτον ποθῶν, οὐκ 
 


 
 ἔφερεν. ἀλλ’ ἀποστασίαν μελετήσας, τὴν τῆς Ἀντιοχου ἔξου-
 σίαν ἑαυτῷ περιεποιήσατο. καθ᾿ ἑκάστην δὲ τῶν Τούρκων
ληι·ζομένων τὰ πέριξ, ἐπεὶ μὴ ἄνεσις τούτῳ ἐδίδοτο, ἐσκέψατο
προσελθεῖν τοῖς Τούρκοις καὶ περιτμηθῆναι, ὡς ἔθος
αὐτοῖς. ὁ δὲ υἱὸς αὐτοῦ ἐνέκειτο σφόδρα τοῦτον τῆς παραλόγου 
ἀνακόπτων ὁρμῆς, ἀλλ’ οὐκ εἰσηκούσθη τὰ λῴονα συμβουλεύων.
περίλυπος τοίνυν γενόμενος, δι’ ἡμερῶν ὀκτὼ καταλαμβάνει
τὴν Νικαίαν, καὶ προσελθὼν τῳ Ἀμὴρ Σολυμᾶ διε-
 γείρει τοῦτον εἰς πολιορκίαν τῆς Ἀντιοχείας, τὴν τοῦ σουλτανικίου
τηνικαῦτα περιβεβλημένον ἀξίαν, καὶ πρὸς τὸν πόλεμον. 
τὸν κατὰ τοῦ πατρὸς παροξύνει. πείθεται τούτοις ὁ Σολυμᾶς,
ἐν δὲ τῷ πρὸς Ἀντιόχειαν μέλλειν ἀπέρχεσθαι τὸν
Ἀπελχασὴμ κατέλιπε φύλακα τῆς Νικαίας ὑπερέχοντα πάντων
τῶν ἡγεμόνων, ἡγεμόνα τοῦτον κατονομάσας. ἐκεῖνος δὲ
συνεφεπόμενον ἔχων καὶ τὸν τοῦ Φιλαρέτου υἱόν, διὰ δωδεκα 
νυκτῶν (διὰ τὸ ἀνύποπτον τὰς γὰρ ἡμέρας ἠρέμει)
τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ ἐξ ἐφόδου ταύτην κατέσχεν.
ὲν τούτοις δὲ καὶ ὁ Χαρατικῆς λαθραίως συλᾷ τὴν Σινώπην
 χρυσίον ἱκανὸν καὶ χρήματα τῶν βασιλικῶν ταμιείων κεῖθι
ἐναποκείμενα μεμαθηκώς. ὁ δὲ Τουτούσης τοῦ μεγάλον σουλτᾶν 
ἀδελφός, τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Μεσοποταμίας ἁπάσης 
 

 
 καὶ τοῦ Χάλεπ καὶ μέχρις αὐτοῦ τοῦ Βαγδᾶ ἐξουσιάζων καὶ
τῇς Ἀντιοχείας ἀντιποιούμενος, ἐπεὶ τὸν Ἀμὴρ Σολυμᾶν ἀφηνιάζοντα
ἔβλεπε καὶ τὴν τῆς Ἀντιοχείας ἀρχὴν ἑαυτῷ ῆδη
περιποιούμενον, σὺν ὅλαις δυνάμεσιν ἐν μεταιχμίῳ τοῦ χαλῶ
 καὶ τῆς Ἀντιοχείας καταλαμβάνει. συνηντηκότος δὲ αὐτῷ
τοῦ Ἀμὴρ Σολυμᾶ, πόλεμος εὐθὺς ἀναρρήγνυται μέγας, καὶ 
ἀγχεμάχου τῆς μάχης γεγονυίας νῶτα οἱ τοῦ Σολυμᾶ ὑποσχόντες
προτροπάδην ἔφευγον. πολλὰ δὲ τούτους θαρσύνων
ὁ Σολυμᾶς, ἐπεὶ τῆς φυγῆς ἀποσχέσθαι οὐκ ἔπειθεν, ὑπὲρ
 κεφαλῆς τὸν κίνδυνον ἐφιστάμενον ὁρῶν, παρεκκλίνας έν ἀκινδύνῳ
τάχα ἐδόκει καθεστάναι καὶ κατὰ γῆς τὴν ἀσπίδα τεθεικώς,
ἐπ’ αὐτῇ προσουδίσας ἐκάθητο. ἀλλ᾿ οὐ διέλαθε
τοὺς ὁμοφύλους. προσεληλυθότες γὰρ αὐτῷ τινὲς τῶν σατραπῶν
ἔλεγον τὸν θεῖον αὐτοῦ Τουτούσην μεταπέμπεσθαι αὐτόν.
 ὁ δὲ ἀνένευεν ὑφορώμενος τὸν ἐξ αὐτοῦ κίνδυνον. ἐγκειμένων 
δὲ τῶν σατραπῶν, ἐπεὶ οὐ πρὸς ἰσχύος αὐτῷ ἀντικαθίστασθαι
ἦν οἶα μόνῳ ὄντι, τοῦ κουλεοῦ τὸ ξίφος σπασάμενος,
κατὰ τῶν ἰδίων ὦσε σπλάγχνων διαμπερὲς τὸ ξίφος ἐλάσας,
καὶ κακὸς κακῶς ἀπώλετο. παραχρῆμα γοῦν οἱ σωθέντες
 τῶν τοῦ Ἀμὴρ Σολυμᾶ δυνάμεων προσχωροῦσι τῷ Τουτούσῃ.
ὁ δὲ μέγας σουλτᾶν ταῦτα μεμαθηκὼς καὶ δεδιὼς
τὸν Τουτούσην ἰσχυροποιούμενον ἤδη, ἀπέστειλε πρὸς τὸν 
 

 
 αὐτοκράτορα τὸν Σιαούς, μηνύσας αὐτῷ περὶ κήδους καὶ ὑποσχόμενος,
ἐὰν τοῦτο γένηται, ἀναστεῖλαι μὲν τοὺς Τούρκους
τῶν τῆς παραλίας μερῶν καὶ παραδοῦναι οἱ τὰ κάστρα κὼ
ὁλοψύχως βοηθεῖν. τοῦτον θεασάμενος ὁ βασιλεὺς κω τὰς
 τοῦ σουλτᾶν γραφὰς ὑπαναγνούς, περὶ μὲν τοῦ κήδους οὐδένα 
λόγον ἐπεποίητο, τὸν δὲ Σιαοὺς νουνεχῆ ἄνδρα θεασάμενος,
ἐπυνθάνετο πόθεν τε ὥρμηται καὶ τινες οἱ τούτου γονεῖς.
 τοῦ δὲ μητρόθεν μὲν ἐξ Ἰβήρων εἷναι λέγοντος τὸν δὲ τούτου
πατέρα Τοῦρκον ἀνομολογοῦντος, πολλὴν ὁ αὐτοκράτωρ πραγματείαν
ἐπεποίητο, ὥστε τοῦ θείου βαπτίσματος τοῦτον τυχεῖν. 
συνέθετο πρὸς τοῦτο ὁ Σιαοὺς καὶ πίστεις ἐδεδώκει
τῷ αὐτοκράτορι, ὥστε μὴ παλινοστῆσαι τοῦ θείου φωτίσματος
τυχῶν. καὶ ἐπεὶ ἐντεταλμένον ἦν αὐτῷ δι’ ἐγγράφου
προστάξεως σουλτανικῆς, ἴν’ εἴπερ ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸ τελέ-
 σαι τὸ μετ’ αὐτοῦ κῆδος προθυμηθείη, ἅπαντας τοὺς τῆς παραλίας 
πόλεις κατασχόντας σατράπας ἀπελάσαι ἐκεῖθεν, τὸ
περὶ τούτων διαλαμβάνον σουλτανικὸν γράμμα ὑποδεικνὺς
αὐτοῖς, ταύτῃ τῇ γραφῇ συγχρήσασθαι ὁ βασιλεὺς τῷ Σιαοὺς
ὑπέθετο, καὶ ἐπὰν τούτους ἐκεῖθεν ἀπελάσειε, τὰς σουλτανικὰς
ὑποδεικνύων γραφάς, αὖθις πρὸς τὴν βασιλεύουσαν 
ἐπαναστρέψαι. ὁ δὲ μάλα προθύμως τὴν Σινώπην πρότερον
καταλαβὼν καὶ τὰς σουλτανικὰς ἐπιστολὰς ὑποδείξας τῷ Χα- 
 

 
 τικῇ, ἐκεῖθεν αὐτὸν ἀπήλασεν, μηδ’ ἄχρις ἑνὸς ὀβολοῦ τῶν
σιλικῶν ὑποκρατήσαντα χρημάτων. γίνεται δέ τι τοιοῦτον.
ἐν τῷ τῖς Σινώπης ἐξερχέσθω αὐτὸν κατεάξας τὸ ἐπ’ ὀνόματι
τῆς ὑπεραμώμου δεσποίνης ἡμῶν θεοτόκου τέμενος, 
 δαίμονί τινι καθάπερ ἀλάστορι ἐκ θείας προνοίας παραδοθείς,
ἔκειτο ἀφρίζων· καὶ οὕτως ἐκεῖθεν δαιμονιῶν ἐξεληλύθει.
καἰ τὴν μέντοι κυρίαν τῆς Σινώπης ὁ Σιαοὺς Κωνσταντίνῳ
τῷ Δαλασσηνῷ ἀνέθετο, ἐπ’ αὐτῷ παρὰ τοῦ βασιλέως
ἀποσταλέντι, κἀν οὕτω τὰς ἄλλας πόλεις περιιὼν καί
 τὰς σουλτανικὰς τοῖς σατράπαις ὑποδεικνύων γραφὰς, ἐκεῖθεν
ἐξήλαυνε, παραδιδοὺς πρὸς τοὺς τοῦ αὐτοκράτορος σατράπας.
ταῦτα οὖν ὁ Σιαοὺς διαπραξάμενος, ὑποστρέφει
πρὸς αὐτόν κἀντεῦθεν τοῦ θείου βαπτίσματος τετυχηκὼς 
καὶ πολλῶν δωρεῶν ἐπαπολαύσας δοὺξ Ἀγχιάλου
 προχειρίζεται.

Τῆς σφαγῆ, δὲ του Ἀμὴρ Σολυμᾶ κατὰ τὴν Ἀσίαν
ἅπασαν διαδραμούσης, ὁπόσοι τῶν σατραπῶν πόλεις καὶ πολίχνια
ἔτυχον φυλάσσοντες, ἕκαστος ὅπερ ἔτυχε φυλάσσων
κάστρον κατέσχε καὶ ἰδιοποιήσατο. καὶ γὰρ ὁπηνίκα πρὸς
 τὸν Ἀπελχασὴμ τὴν Νικαίαν παρεδίδου φρουρεῖν έν τῷ πρὸς
τὴν Ἀντιόχειαν αὐτὸν ἀπιέναι, διαφόροις σατράπαις τό τε
κατὰ τὴν παραλίαν καὶ τὴν Καππαδοκίαν καὶ τὴν ἅπασαν
Ἀσίαν, ὡς εἴρηται, ἀνέθετο, ὥστε ἕκαστον τὸ ἴδιον λάχος 
 


 
 φριτρεῖν, φρουρεῖν, τὴν αὐτοῦ ἐκεῖθεν ἐπανέλευσιν ἀπεκδεχόμενον.
δὲ Ἀπελχασὴμ ἀρχισατράπης τῷ τότε τῆς Νικαίας ὢν, ταύτην
κατασχών, ἐν ᾗ καὶ τὸ σουλτανίκιον ἥν, καὶ τῷ ἰδίῳ
ἀδελφῷ Πουλχάσῃ τῶν κατὰ τὴν Καππαδοκίαν παραχωρήσας,
ἐν ἀμεριμνίᾳ τε ἦν, τὴν τοῦ σουλτανικίου ἀξίαν περιζώσασθαι 
οἰόμενος καὶ ἤδη ἐν χερσὶ νομίζων κατέχειν, δεινὸς
γὰρ ἦν ὁ ἀνὴρ καὶ φιλοκίνδυνος,) καὶ ἀρκεῖσθαι τοῖς
ἐνοῦσιν οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ προνομεῖς ἀποστέλλων, τὴν Βιθυνῶν
ἐληΐζετο ἅπασαν καὶ μέχρις αὐτῆς Προποντίδος. τῇ γοῦν
προτέρᾳ μεθόδῳ χρησάμενος ὁ αὐτοκράτωρ, τοὺς μὲν προνομεῖς 
ἀνέστελλε, τὸν δὲ Ἀπελχασὴμ πρὸς εἰρηνικὰς σπονδὰς
 συνήλαυνε. βυσσοδομεύοντα δὲ τοῦτον διαγινώσκων ἀεὶ κατ’
αὐτοῦ καἰ τὰς σπονδὰς ἀναβαλλόμενον; δεῖν ἐλογίσατο κατ’
αὐτοῦ ἀξιόμαχον ἐκπέμψαι παράταξιν τὸν Τατίκιον δέ, περί
 οὗ ἐν πολλοῖς ὁ λόγος ἐμέμνητο, μετὰ δυνάμεως ἀποχρώσης 
πέπομφε κατὰ τῆς Νικαίας, ἐντειλάμενος αὐτῷ μετὰ νουνεχείας
τοῖς ἐχθροῖς ἀντικαταστῆναι, εἰ γε τέως ἐντυχεῖν ἔξωθέν
τισι γένοιτο. ἀπελθόντος δὲ τοῦ Τατικίου καὶ ἀγχοῦ τῶν
τειχῶν σχῆμα παρατάξεως διατυπώσαντος διὰ τὸ μηδένα τῶν
Τούρκων τηνικαῦτα παρεῖναι, ἀναπετάσαντες οἱ Τοῦρκοι εἰς 
 διακοσίους ποσούμενοι ἀθρόως κατ’ αὐτοῦ ἐξιππάσαντο. οἱ
δὲ Κέλτοι ἠσαν γὰρ ἱκανοὶ) τούτους θεασάμενοι, κατὰ πρόσ- 
 

 
 ωπον σφοδρᾷ τῇ ῥύμῃ δόρατα μακρὰ ἐναγκαλισάμενοι κὰτ
αὐτῶν ἵενται, καὶ ἱκανοὺς τρώσαντες εἴσω τοῦ κάστρου τοὺς
λοιποὺς συνήλασαν. ὁ δέ γε Τατίκιος ἵστατο αὖθις ἔπι ταὐτοῦ
σχήματος τῆς παρατάξεως μέχρις ἡλίου δυσμῶν. ἐπεὶ
 δὲ μηδεὶς ἔξω πυλῶν τῶν Τούρκων ἑωρᾶτο, ἀναποδίσας κατὰ
τῴ Βασίλειαν τὸν χάρακα ἐπήξατο, δύο πρὸς τοῖς δέκα σταδίους
τῆς Νικαίας ἀπέχουσαν. νυκτὸς δέ τις προσεληλυθὼς
ὠῷ ἀγρότης τὸν Προσοὺχ διενίστατο μετὰ πεντήκοντα χιλιάδων
ἐπικαταλαμβάνειν πάρα τοῦ νεωστὶ γεγονότος σουλτᾶν 
 τοῦ Παργιαροὺχ ἀποσταλέντα. ταῦτα ὁ Τατίκιος καὶ
δι᾿ ἑτέρων βεβαιωθείς, ἐπεὶ πρὸς τοσαῦτα πλήθη δυνάμεις
τὰς ἀντικαθισταμένας οὐκ εἰχεν, ἀναλύων τὰ δόξαντα πρότερον,
ἀγαπητὸν ἐλογίζετο, εἰ τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν σῶον διατηρήσειεν,
καὶ ’μὴ πολλοστὸς πρὸς ὑπερπληθεῖς καὶ ἰσχυρωτέρους
 ρους μαχόμενος τὸ πᾶν ἀπολέσειεν. ἔνθεν τοι καὶ τὴν βασιλεύουσαν
κατὰ νοῦν εἶχε καἰ πρὸς ταύτην ἑώρα, διὰ τῆς Νικομήδους
βουλόμενος ἐπαναστρέψαι. ὁ δὲ Ἀπελχασὴμ ἄνωθεν
τοῦ τείχους θεασάμενος αὐτὸν πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν
ἀπονενευκότα καὶ ἤδη καὶ πορευόμενον, ἐξεληλυθὼς
παρείπετο, ἵνα ἐπὰν έν ἐπικαίρῳ τόπῳ τοῦτον στρατοπεδεύσαντα 
θεάσηται, προσβαλῇ. καταλαμβάνοντα δὲ τοῦτον τὴν
Πρένετον ἐφθακώς, ξυμμίγνυσί τε αὐτῷ καὶ ἐκθύμως τὴν 
 
 νυ 

 
 μάχην ἀναρρήγνυσιν. ὁ δὲ Τατίκιος θᾶττον τὰς δυνάμεις
εἰς πολέμου τύπον καταστησάμενος, τοῖς Κελτοῖς τὴν πρώτην
κατὰ τῶν βαρβάρων ἱππασίαν καὶ τὴν τοῦ πολέμου συμβολὴν
ἐπέτρεψεν. οἱ δὲ δόρατα μακρὰ ἐναγκαλισάμενοι, χαλάσαντες
ὅλας ἡνίας, ὡς πῦρ κατὰ βαρβάρων ἵενται, καὶ διακόψαντες 
τὰς φάλαγγας τρέπουσι κατὰ κράτος. κᾀθ᾿ οὕτω πρὸς
 τὴν βασιλεύουσαν διὰ τῆς Βιθυνῶν ὁ Τατίκιος ἐπανέρχεται.
ὁ μέντοι Ἀπελχασὴμ οὐδαμῶς ἠρεμεῖν ἤθελεν. ἐπιθυμητικῶς
γὰρ εἶχε τὰ σκῆπτρα τῆς Ῥωμαίων ἀναδήσασθαι ἀρχῆς·
εἰ δὲ μὴ τοῦτο, ἀλλά γε τῶν περὶ τὴν θάλατταν πάντων καὶ 
αὐτῶν δὴ τῶν νήσων τὴν ἐξουσίαν ἐσχηκέναι. τοιαῦτα οὖν
λογιζόμενος, πρότερον μὲν λῃστρικὰς νῆας κατασκευάζειν διενοεῖτο,
τὴν Κίον καταλαβών· πόλις δὲ αὕτη Βιθυνῶν παρὰ
θάλατταν διακειμένη· καὶ προέβαινεν, ὡς ᾤετο, κατὰ σκοπὸν
αὐτῷ, ἀπαρτιζομένων τῶν νηῶν. οὐδὲ τοῦτο τὸν αὐτοκράτορα 
διέλαθεν. καὶ παραχρῆμα τὰς παρατυχούσας διήρεις τε
 καί καὶ τριήρεις καὶ τὰ λοιπὰ τῶν ναυτικῶν ἐξοπλίσας,
τὸν Βουτουμίτην δοῦκα προβαλλόμενος, κατὰ τοῦ Ἀπελχασὴμ
ἀπέστειλεν, ἐπισκήψας σπεῦσαι τὰς ἡμιτελεῖς τοῦ Ἀπελχασὴμ
νῆας ἐμπρῆσαι, έν ὁποίᾳ καταστάσει ταύτας εὑρήσει. ἀλλὰ καὶ, 
τὸν Τατίκιον μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως ἠπειρόθεν κατ’ αὐτοῦ
 ἐκπέμπει. ἀμφοτέρων οἶν τῆς πόλεως ἐξεληλυθότων,
τὸν Βουτουμίτην ὁ Ἀπελχασὴμ διαπόντιον μετὰ σφοδρᾶς τῆς 
 

 
 ῥύμης ἤδη καταλαμβάνοντα ἐθεάσατο, ἐμεμαθήκει δὲ καὶ τῶν
ἐξ ἠπείρου ἐπικαταλαμβανόντων, καὶ τὸν τόπον, ἐν ᾧ ἔτυχε,
μὴ συμβαλλόμενον αὐτῷ λογίζεται διὰ τὸ τραχὺ καὶ στενὸν 
καὶ τοῖς τοξόταις πάντη ἀκατάλληλον, ὡς μὴ ἀποχρῶντα
 τούτοις ἆρός τὰς κατὰ τῶν Ῥωμαίων ἱππασίας, ἀπάρας ἐκεῖθεν
εἰς ἐπίκαιρον τόπον ἐβουλεύσατο τὰς δυνάμεις καταθεῖναι.
καταλαμβάνει τοίνυν τόπον, παρὰ μὲν τῶν Ἁλυκὰς ὀνομαζόμενον,
πάρα δὲ τῶν Κυπαρίσσιον. ἐφθακὼς δὲ ὁ Βουτουμίτης
διαπόντιος, θᾶττον ἥ λόγος τᾶς τοῦ Ἀπελχασὴμ
 νῆας ἐνέπρησεν. τῇ δὲ μετ᾿ αὐτὴν ἐξ ἠπείρου ἐληλυθὼς καὶ
ὁ Τατίκιος, έν ἐπικαίροις τὸ στράτευμα κατέθετο τόποις καὶ
ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας οὐκ ἐνεδίδου πὴ μὲν ἀκροβολιζόμενος,
πὴ δὲ μάχας συνάπτων μετὰ τοῦ Ἀπελχασὴμ ἔπι 
ὅλαις πεντεκαίδεκα ἡμέραις. τοῦ δὲ Ἀπελχασὴμ μηδ’ ὅλως
 ἐνδιδόντος, ἀλλ’ ἰσχυρῶς ἀντικαθισταμένου, ἐκκακήσαντες
οἱ Λατῖνοι, κἂν μὴ τὴν ἐκ τοῦ τόπου εἶχον βοήθειαν, ὤχλουν
ὅμως τὸν Τατίκιον, ἵν’ οὔτοι καὶ μόνοι τὴν μετὰ τῶν Τούρκων
ἀναδέ·ξωνται μάχην. ὁ δέ, κἀν μὴ κατὰ γνώμην τὸ
πρᾶγμα ἐδόκει αὐτῷ, ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην ὁρῶν δυνάμεις
 Τουρκικὰς προσχωρούσας τῷ Ἀπελχασήμ, ὑπεῖξε τῇ βουλῇ
τῶν Λατίνων. καὶ περὶ ἀνατολὰς ἡλίου τὰς φάλαγγας καταστήσας,
τὸν μετὰ τοῦ Ἀπελχασὴμ συνῆψε πόλεμον. πολλοὶ 
 

 
 μὲν τῶν Τούρκων τηνικαῦτα κτείνονται, πλεῖστοι δὲ καί ἁλίσκονται,
οἱ δὲ πλείους τὰ νῶτα διδόασι, μηδὲ τῶν οἰκειῶν
σκευῶν φροντίδα ποιησάμενοι. καὶ αὐτὸς ὁ Ἀπελχασὴμ κατευθὺ
Νικαίας ἐλάσας μόλις διασώζεται. λείαν οὖν πολλὴν
ἐντεῦθεν ἀναλαβόμενοι οἱ ὑπὸ τὸν Τατίκιον, πρὸς τὴν οἰκείαν 
παλινοστοῦσι παρεμβολήν. ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ,
ὁΠοῖος ἐκεῖνος δεινὸς θηρᾶσαι ψυχὴν ἀνθρώπου καί λιθίνην
μαλάξαι φύσιν, γραφὴν τηνικαῦτα ἐκτίθεται πρὸς τὸν Ἀπελχασήμ,
συμβουλεύων ἀποσχέσθαι μὲν τῶν τοιούτων κενῶν
ἐπιχειρημάτων καὶ μὴ εἰς ἀέρα παίειν, ἀλλὰ προσεληλυθέναι 
 τε αὐτῷ καὶ πολλῶν καμάτων ἑαυτὸν ἀπαλλάξαι, δωρημάτων
τε δαψιλῶν ἐπαπολαῦσαι καὶ τιμῆς. ὁ δὲ Ἀπελχασήμ,
ἔπει καὶ τὸν Προσοὺχ ἐμάνθανε πολιορκοῦντα τὰ κατεχόμενα
ὑπό τινων σατραπῶν κάστρα, ἤδη δὲ καὶ τῇ Νικαίᾳ προσπελάζειν
ἐφ’ ᾦ πολιορκῆσαι ταύτην, τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν, 
ὅ φασι, ποιησάμενος, ἅμα δὲ καὶ τῆς τοῦ βασιλέως γνώμης
καταστοχασάμενος καὶ τεθαρρηκώς, τὴν μετ’ αὐτοῦ εἰρήνην
ασπάζεται. τῶν δὲ ἀναμεταξὺ εἰρηνικῶν σπονδῶν τελεσθει-
 σῶν, μελετήσας καὶ ἕτερόν τι συνοῖσον ὁ αὐτοκράτωρ, ἐπεί
οὐκ ἐνῆν ἄλλως ἀνυσθῆναι τὸ σκοπούμενον, μετακαλεῖται τοῦτον 
εἰς τὴν βασιλεύουσαν, ἐφ’ ᾧ καὶ χρήματα λαβεῖν καὶ
τρυφῆς ἅλις ἐπαπολαῦσαι καὶ οὕτως οἴκαδε ἐπαναστρέψαι. 
 

 
 πείθεται ὁ Ἀπελχασήμ. καἰ εἰσελθὼν εἰς τὴν βασιλεύουσαν,
παντοίας ἀξιοῦται φιλοφροσύνης. ὡς δὲ τὴν Νικομήδους
πόλις δὲ αὕτη μητρόπολις Βιθυνίας) κατεῖχον οἱ τῆς Νικαίας
ἐξάρχοντες Τοῦρκοι, ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς ἵλασαι τούτους βουλόμενος,
 λόμενος, παρὰ θάλατταν οἰκοδομῆσαι πολίχνιον δεῖν
ἔκρινεν, ἐν ὅσῳ τὰ τῆς ἀγάπης ἤδραστο. τοιγαροῦν ἐν φορταγωγοῖς 
ναυσὶν ἅπαντα τὰ πρὸς χρῆσιν χρειώδη σύν αὐτοῖς
οἰκοδόμοις ἐμβαλὼν ἐξαπέστειλε, τὴν τούτου οἰκοδομὴν Εὐσταθίῳ 
τῷ τοῦ στόλου δρουγγαρίῳ ἀναθέμενος καἰ τὸ ἀπόρρητον
 ἐκκαλύψας, ἐπισκήψας, εἰ τινες τῶν Τούρκων διέρχοιντο,
παντοίως φιλοφρονεῖσθαι νὼ εἰς κόρον διδόντα ἐπιλαύνειν
τῶν δωρεῶν, προστιθέναι δὲ τὸ μετ’ εἰδήσεως τοῦ
Ἀπελχασὴμ τοῦτο οἰκοδομεῖν, εἶτα ἅπαν πλοῖον ἀπεῖρξαι
τῶν τῆς Βιθυνίας παραλίων μερῶν, ὡς μὴ δῆλον αὐτῷ γενέσθαι
 τὸ γινόμενον. τῷ δὲ Ἀπελχασὴμ καθ’ ἑκάστην χρήματα
διδούς, οὐκ ἐνεδίδου εἰς βαλανεῖά τε προτρεπόμενος
καὶ ἱππηλασίας καὶ κυνηγέσια, πρὸς δὲ καὶ τὰς κατὰ τὰς
λεωφόρους ἱσταμένας στήλας ἀναθεωρεῖν· ἀλλὰ κω ἱππικὁν 
ἀγῶνα δι’ αὐτὸν ἐνστήσασθαι τοῖς διφρηλάταις ἐκέλευσε κατὰ
 τὸ πάλαι τῷ μεγάλῳ Κωνσταντίνῳ οἰκοδομηθὲν θέατρον, καὶ
καθ’ ἑκάστην ἐν τούτῳ παραγίνεσθαι καὶ τὰς τῶν ἵππων δο- 
 

 
 κιμασίας ὁρᾷν ἠρέθιζεν, ἕν ἐντεῦθεν τριβομένου τοῦ καιροῦ,
ἐκεχειρία τοῖς οἰκοδόμοις δίδοται. ὡς δὲ τὸ πολίχνιον ἤδη
τετέλεσται καὶ πέρας τὸ σκοπούμενον ἔσχηκε, πλείοσι δωρεαῖς
τοῦτον ἀμειψάμενος, τῷ σεβαστοῦ τε ἀξιώματι τιμήσας
καὶ ἐπὶ πλέον τὰς συνθήκας ἐμπεδώσας, διὰ τιμῆς ἐξέπεμψεν 
αὐτὸν διαπόντιον. ἀγγελθείσης δὲ αὐτῷ τῆς τοῦ κά-
 στρου οἰκοδομῆς, κἀν ἐπὶ τῇ τούτου ἀνεγέρσει κατετέτρωτο
τὴν ψυχήν, ἀλλ’ οὖν τὸν ἀγνοοῦντα ὑποκριθεὶς τὸ παράπαν
ἐσίγησεν. τοιοῦτόν τι καὶ περὶ Ἀλκιβιάδους ἱστόρηται. οὕτω
γὰρ κἀκεῖνος Λακεδαιμονίους ἐξηπατήκει, μὴ συγχωροῦντας 
 ἀνοικοδομῆσαι Ἀθήνας καθαιρεθείσας ὑπὸ περσῶν. παραγγείλας
γὰρ ἀνοικοδομεῖν Ἀθηναίους, ἐκεῖνος ἀπῴχετο πρεσβεύσων
εἰς Λακεδαίμονα. εἶτα τῆς πρεσβείας τὸν χρόνον
τρίβοντος καὶ διδόντος τὸ ἐνδόσιμον τοῖς οἰκοδομοῦσιν, μετὰ
τὴν ἐξαπάτην ὅλην ἤκουσαν Λακεδαιμόνιοι τὴν οἰκοδομὴν 
Ἀθηνῶν. καἰ μέμνηται τῆς καλῆς ἀπάτης ταυτησὶ· καὶ ὁ
Παιανιεὺς ἐνιαχοῦ τῶν λόγων αὐτοῦ. τοιοῦτον ἄρα καὶ τοὐμοῦ
πατρὸς τὸ ἐπινόημα ἦν, μᾶλλον δὲ καὶ Ἀλκιβιάδους
στρατηγικώτερον. ἱπποδρομίαις γὰρ καὶ τρυφαῖς τρυφαῖς τὸν
βάρβαρον τοῦτον ὑποσαίνων καὶ εἰς ἡμέραν ἐξ ἡμέρας παρα- 
 

 
 πεμπόμενος, ἔφθασεν ἀΝαρτίσας τὸ φρούριον. καὶ τηνικαῦτα
τοῦ σύμπαντος τελεσθέντος ἔργου, τὸν ἄνδρα τῆς βασιλίδος 
ἀπέλυσε πόλεως.

Ὁ δὲ Προσοὺχ δεινὸς μετὰ δυνάμεως, ὡς ἠλπίζετομ,
 καταλαβών, ἐπολιόρκει τὴν Νικαίαν, καθὼς ὁ τῷ Τατικίῳ νυκτὸς
προσεληλυθὼς τότε ἔλεγε. καὶ ἐπὶ μησὶ τρισὶ πολιορκῶν
ταύτην οὐκ ἐνεδίδου. ὲν στενῷ δὲ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτοὺς οἱ
ἐντὸς καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Ἀπελχασὴμ ἑωρακότες καὶ μὴ ἐπιπλέον
ἀντέχειν πρὸς τὸν Προσοὺχ δυνάμενοι, διαπεμψάμεμοι
 πρὸς τὸν βασιλέα νῶντο τῆς ἐξ αὐτοῦ βοηθείας τυχεῖν,
κρεῖττον λέγοντες ἡγεῖσθαι δούλους αὐτοῦ ὀνομάζεσθαι ἢ τῷ
Προσοὺχ δοῦναι χεῖρας. ὁ δὲ παραχρῆμα τοὺς τῶν παρατυχότων 
ἐκκρίτους διελών, σημαίας τε καὶ σκῆπτρα ἀργυρόηλα 
ἐπιδιδούς, εἰς ἀρωγὴν τούτους ἐκπέμπει. οὐ γὰρ ἄντικρυς
 βοηθῶν τῷ Ἀπελχασὴμ στρατιὰν ἔπεμπεν ἀλλὰ τὰ
τῆς βοηθείας ἐντεῦθεν κατὰ τὸν νοῦν τοῦ αὐτοκράτορος εἰς
κατάλυσιν τοῦ Ἀπελχασὴμ περιΐστατο. δύο γὰρ πρὸς ἀλλήλους
μαχομένων ἐχθρῶν τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας, ἴδει
τῷ ἀσθενεστέρῳ συνθέσθαι, οὐχ ἕνα ἐπικρατέστερος γένηται,
 ἀλλ' ἵνα τὸν μὲν ἀποκρούσηται, ἀφ’ οὑ δὲ τὴν πόλιν ἐξέληται
καὶ τὴν τέως μὴ οὖσαν ὑπὸ τὸν κύκλον αὐτοῦ ἰδίαν
ποιήσηται, καὶ κατὰ μικρὸν ἐκ ταύτης ἑτέραν καὶ μάλα ἄλἔργον 
 


 
 λῆν ἑλόμενος τὴν τῶν ‘Ρωμαίων ἀργὴν πλατυτέραν ποιήσηται
εἰς στενὸν κομιδῆ καταστᾶσαν, καὶ μᾶλλον ἐξóτoυ τὸ τῶν
Τούρκων δόρυ ἐπικρατέστερον γέγονεν. ἢν μὲν γὰρ ἴτε οἱ
ὅροι τῆς τῶν ‘Ρωμαίων ἡγεμονίας αἰ ἀμφότεραι στῆλαι ἦσαν
ἀνατολὴν καὶ δύσιν περιορίζουσαι, ἐξ ἑσπέρας μὲν αἱ τοῦ 
 ‘Ηρακλέως ὀνομαζόμεναι, ἔξ ἕω δὲ αἱ ἀγχοῦ που ἱστάμεναι
τοῦ Ἰνδικοῦ πέρατος αἰ τοῦ Διονύσου. κατὰ γὰρ πλάτος οὐκ
ἐστιν εἰπεῖν ὅσον ἦν τῆς τῶν ‘Ρωμαίων βασιλείας τὰ κράτος,
Αἴγυπτος καὶ Μερόη καἰ Τρωγλοδυτικὴ πᾶσα καὶ τὰ ἐγγύθεν
τῆς διακεκαυμένης καὶ τὰ ἐξ ἑτέρου μέρους ἡ πολυθράλλητος 
Θούλη καὶ ὅσα ἔθνη βόσκει τὸ κλίμα τὸ Βόρειον, οἷς
κατὰ κορυφὴν ὁ Βόρειος ἵσταται πόλος. ἀλλ’ ἐπ’ ἐκεῖνό γε
τοῦ καιροῦ ἐκ μὲν ἀνατολῆς ὁ γείτων Βόσπορος ὅριον τῶν
Ρωμαϊκῶν σκήπτρων , ἐκ δὲ τῆς ἑσπέρας ἡ Ἀδριανοῦ κα-
θίστατο πόλις. ἀλλ’ ὁ γε βασιλεὺς Ἀλέξιος ὡσπερ παίων 
χερσὶ τοὺς ἑκατέρωθεν ἐπιτιθεμένους βαρβάρους ναὶ καθάπερ
 ἀπὸ κέντρου τῆς Βυζαντίαις περιορχούμενος, ηὐρύνετο
τὸν κύκλον τῆς βασιλείας, καὶ ἐκ μὲν ἐσπέρας τὸν Ἀδρίαντος
πόντον ἔθετο ὅριον, ἐκ δὲ τῆς ἀνατολῆς Εὐφράτην καὶ
Τίγρητα. καὶ εἰς τὴν προτέραν εὐδαιμονίαν τὴν βασιλείαν 
ἀνενεώσατο ἄν, εἰ μή γε οἱ ἐπάλληλοι ἀγῶνες καὶ οἱ πυκνοὶ
πόνοι καὶ κίνδυνοι ἦν γὰρ καὶ ἀμφοτέραις ὁ αὐτοκράτωρ με- 
 

 
 γαλοκίνδυνός τε καὶ πυκνοκίνδυνος) τοῦτον ἀπέστησαν τοῦ
ὁρμήματος. ἀλλ' οὑπερ ἐξ ἀρχῆς ἔλεγον, ὅτι στρατιὰν ἀποστέλλων
τῷ τῆς Νικαίας τυράννῳ Ἀπελχασήμ , γνώμης εἶχεν
οὐχ ἵν’ ἐκεῖνον ἐξέληται τοῦ κινδύνου, ἀλλ' ὅπως ἂν ἑαυτῷ 
 τὴν νίκην περιποιήσηται · οὐ μὴν ἡ τύχη πρὸς τούτῳ συνέπνευσεν.
ἔσχε γὰρ οὕτω τὰ κω αὐτούς. οἱ γὰρ ἀποστα-
λέντες τὸ τοῦ κυρίου Γεωργίου ὀνομαζόμενον κατέλαβον πολίχνιον.
οἱ δὲ Τοῦρκοι παραχρῆμα τὰς πύλας αὐτοῖς ἀνεπέτασαν.
οἱ δὲ ἄνωθεν τῆς ἀνατολικῆς πόρτης περὶ τὰ κρήδεμνα
 τοῦ τείχους ἀνελθόντες , τὰς σημαίας καὶ τὰ σκῆπτρα
ἰλαδὸν κατέστησαν ἀλλαάζοντες ἅμα καὶ τὸ ἐνυάλιον συνεχῶς
ἐνηχοῦντες. ὑφ’ ὦν οἱ μὶν ἔξωθεν ἐκδειματωθέντες διὰ
νυκτὸς ἐκεῖθεν ῷχοντο, αὐτὸν ἐληλυθέναι τὸν αὐτοκράτορα
νομίσαντες· αἰ δὲ ‘Ρωμαϊκαὶ δυνάμεις αὖθις πρὸς τὴν βασιλεύουσαν
 ὑπέστρεψαν. οὐ γὰρ ἦσαν ἀξιόμαχον πλῆθος πρὸς 
ἔφοδον περσικὴν ἐλπιζομένην ἐκ τοῦ βάθους τῆς Τουρκικῆς 
ἐξουσίας αὖθις ἐλεύσεσθαι.

Τὴν δὲ τοῦ Σιαοὺς ὑποστροφὴν ὁ σουλτᾶν ἀπεκδεχόμενος,
ἐπεὶ ἑώρα τοῦτον ἐμβραδύνοντα, ἐμεμαθήκει δὲ τὰ
 κατ’ αὐτόν, ὡς τὸν Χαρατικῆν μετὰ τρόπου τῆς Σινώπης
ἀπήλασεν, ὡς τετυχήκει τοῦ θείου βαπτίσματος καὶ κατὰ τὴν 
 


 
 ἐσπέραν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἀπεστάλη, τὴν δουκικὴν ἐξουσίαν
Ἀγχιάλου περιζωσάμενος, ἠνιᾶτο ἤσχαλλεν. δεῖν οὑν
ἐλογίσατο τὸν Πουζάνον αὖθις μετὰ δυνάμεων κατὰ τοῦ Ἀπελχασὴμ
ἀποστεῖλαι, ἅμα δὲ καὶ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα γραφὴν
περὶ τοῦ αὐτοῦ κήδους διαλαμβάνουσαν αὐτῷ ἐγχειρίσαι. 
εἶχε δὲ τὰ γράμματα οὕτως ἁ ἠκηκόειν ὢ βασιλεῦ ,
τὰ κατὰ σὲ καὶ ὅπως τὴν τῆς βασιλείας ἀναδησάμενος ἀρχήν,
ἐκ προοιμίου πολλοῖς ἀγῶσιν ἐμπέπτωκας, καὶ ὡς ἄρτι
τὰ κατὰ τοὺς Λατίνους κατευνάσαντος, οἱ Σκύθαι κατὰ σοῦ
 ἑτοιμάζονται, καὶ αὐτὸς ὁ Ἀμὴρ Ἀπελχασὴμ τὰς μετὰ σοῦ 
τοῦ Σοολυμᾶ σπονδὰς καταλύσας, μέχρις αὐτῆς Δαμάλεως τὴν
Ἀσίαν ληί·ζεται. εἰ γοῦν βούλει καὶ τὸν Ἀπελχασὴμ τῶν
αὐτόθι μερῶν ἀπελαθῆναι καὶ τὴν Ἀσίαν καὶ αὐτὴν δὴ τὴν
Ἀντιοχείαν ὑπὸ τὴν σὴν γενέσθαι χεῖρα, ἀπόστειλόν μοι τὴν
σὴν θυγατέρα εἰς νύμφην ἐμὴν τῷ πρωτοτόκῳ τῶν ἐμῶν ὠῶν. 
κω τοῦ λοιποῦ οὐδέν σοι σκῶλον ἔσεται, ἀλλὰ πάντα ῥᾳδίως
ἐξέσται σοι ἀνύειν, ἐμοῦ σοι ἐπαρήγοντος οὐ κατὰ τὴν ἑῲαν
μόνον , ἀλλὰ μέχρις Ἰλλυρικοῦ καὶ τῆς ἐσπέρας ἀπάσης , διὰ
δυνάμεων ἀποστελλομένων σοι παρ’ ἡμῶν." ἀλλὰ ταῦτα μὶν
τὰ κατὰ τῶν περσῶν σουλτᾶν. ὁ δὲ Πουζάνος μέχρι Νικαίας 
 καταλαβὼν καὶ ἀπόπειραν ταύτης οὐχ ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ
πολλάκις ποιησάμενος καὶ διαμαρτὼν τοῦ σκοποῦ, τοῦ Ἀπελὁ 
 

 
 χασὴμ γενναίως ἀνταγωνιζομένου, ἐξαιτησαμένου καὶ ἀπό
τοῦ βασιλέως βοήθειαν καὶ λαβόντος, πρὸς τὴν τῶν λοιπῶν
πόλεων τε καὶ πολιχνίων κατάσχεσιν ὥρμησεν, ἐκεῖθεν ὑποχωρήσας,
τὴν σκηνὴν κατὰ τὸν Λάμπην πηξάμενος· ποταμὸς
 οὗτος περὶ Λοπάδιον μετὰ δὲ τὴν τούτου ὑποχώρησιν
ενδεκατέσσαρσιν ἡμιόνοις χρυσίον ἐπισάξας ὁ Ἀπελχασὴμ
ὁπόσον φέρειν ἠδύναντο, ἀπέρχεται πρὸς τῶν περσῶν σουλτᾶν,
δῶρον αὐτῷ κομίζων ἐφ’ ᾧ μὴ παραλυθῆναι τῆς ἀρχῆς
καταλαμβάνει δὲ τοῦτον περὶ τὸ Σπαχᾶ αὐλιζόμενον. ὡς δὲ 
 οὐδὲ θεάσασθαι τοῦτον ὁ σουλτᾶν ἠξίου, μεσίταις ἐχρῆτο.
ὁ δὲ ὀχλούμενος υπ' αὐτῶν ἴφη “ἐπεὶ καθάπα·ξ τὴν ἐξουσίαν
τῷ Αμὴρ Πουζάνῳ ἀνεθέμην, οὐκέτι ταύτην ἐξ αὐτοῦ ἀφαι-
ρεθήσεσθαι βούλομαι. ἐπιδότω τοίνυν τὰ χρήματα , ἀπελθὼν
πρὸς αὐτόν, καὶ πᾶν ὃ βούλεται εἰπάτω. καὶ τὸ δόξαν αὐτῷ
 καὶ ἐμὸν ἔσεται θέλημα.’’ ἐφ’ ἱκανὸν οὖν ἐγκαρτερήσας
ἐκεῖσε καἰ πολλὰ μογήσας καὶ μηδὲν ἠνυκὼς, ἀπάρας ἐκεῖθεν,
ὡς πρὸς τὸν Πουζάνον ἀπερχόμενος, συναντᾷ τοῖς ἐξ ἐκείνου
κατ’ αὐτοῦ ἀποσταλεῖσι διακοσίοις ἐκκρίτοις ἀνδράσι καὶ 
σατράπαις. οὐδὲ γὰρ ἡ ἐκείνου τῆς Νικαίας ἐ·ξέλευσις τοῦτον
 διέλαθεν. οἱ καὶ κατασχόντες αὐτὸν καὶ βρόχον ἐκ νευρᾶς
ἐπικλώσαντες τῷ τραχήλῳ τούτου περιβαλόντες ἀπέινι- 
 

 
 ξαν. τὸ δὲ ὅλον οὐ τοῦ Πουζάνου ἥν κατ’ ἐμὸν λόγον, ἄλλα
τοῦ σουλτᾶν ἐκείνου τοιαῦτ’ οἰκονομήσαντος κατὰ τοῦ Ἀπελχασὴμ
 δηλώσαντος. ἀλλὰ ταῦτα μὲν κατὰ τὸν Ἀπελχασήμ.
ὁ δὲ βασιλεὺς τὰς τοῦ σουλτᾶν ὑπαναγνοὺς γραφὰς, οὐδ’ εἰς
νοῦν τὸ δηλούμενον βαλεῖν ἤθελε. καὶ πῶς γάρ; τὸ γὰρ 
 βασιλικὸν θυγάτριον, ὅπερ τὸ γράμμα ἐζήτει κατεγγυηθῆναι
τῷ πρωτοτόκῳ αὐτοῦ υἱῶ, ἦν ἄρα δυστυχές, ὡς ἔοικεν, εἰ
ἀνεληλύθει εἰς Περσίδα, βασιλείας μετεσχηκὸς ἀπάσης κακοδαιμονεστέρας
πενίας. ἀλλ’ οὔτε θεὸς τοῦτο ἐπέτρεπεν, οὔτε
ὁ βασιλεὺς εἶχε γνώμης οὕτω ταῦτα προβῆναι , οὐδ’ ἂν εἰς 
στενὸν κατηντήκει αὐτῷ τὰ πράγματα εὐθὺς γὰρ καί κατὰ
πρώτην ἀκοὴν τοῦ γράμματος τῆς τοῦ βαρβάρου κατεγέλασεν
ὀρέξεως, ὑποφθεγξάμενος, ὅτι ἁ ὁ δαίμων τοῦτο εἰς νοῦν αὐτῷ
ἀνεβίβασεν." περὶ τοῦ μὲν κήδους οὕτως ἴσχεν ὁ αὐτοκράτωρ·
 ἐλπίσι δὲ κεναῖς τὸν τοῦ σουλτᾶν λογισμὸν ἀπαιωρεῖν 
δεῖν λογισάμενος , καταπεμψάμενος τὸν Κουρτίκιον μεθ’ ἑτέρων
τριῶν, ἀποστέλλει τούτους πρέσβεις καὶ γράμματα , δι’
ὦν τὴν εἰρήνην ἐνέφαινεν ἀσπάζεσθαι καὶ πρὸς τὰ μηνυθέντα
κατανεύειν, ἀπαιτῶν ἄμα καὶ αὐτὸς ἄλλ’ ἀττα τοῦ χρόνου
παράτασιν εἰσάγοντα. οὔπω οἱ ἐκ τοῦ Βυζαντίου πεμφθέντες 
πρέσβεις τὸν Χορασὰν κατέλαβον , καὶ τὴν τοῦ σουλτᾶν 
 

 
 ἀναίρεσιν μεμαθηκότες ὑπέστρεψαν. καὶ γὰρ ὁ αὐτάδελφος
αὐτοῦ Τουτούσης μετὰ τὸ ἀνελεῖν τὸν Ἀμὴρ Σολυμᾶν καὶ τὸν
ἴδιον γαμβρὸν ἐξ Ἀραβίας κατ' αὐλοῦ στρατεύσαντα τυφωθείς,
καὶ τὸν σουλτᾶν μεμαθηκὼς εἰς εἰρηνικὰς σπονδὰς μετὰ τοῦ 
 αὐτοκράτορος ἤδη ἐπείγεσθαι, πρὸς τὸν τἀδελφοῦ φόνον ἀπέβλεψε.
δυοκαίδεκα τοίνυν Χασίους οὕτω τῇ πέρσιδι διαλέκτῳ
καλουμένους φόνιον πνέοντας μετακαλεσάμενος, ὡς πρέσβεις
τάχα πρὸς τὸν σουλτᾶν ἐξέπεμψε , καὶ τὸν τρόπον αὐτοῖς
ὑποθέμενος ἅμα τῆς τοῦ ἀδελφῶ σφαγῆς, “ἄπιτε" φάμενος
 πρῶτα μὶν διακηρυκεύσατε, ὡς ἀπόρρητά τινα
μέλλειν τῷ σουλτᾶν ἀπαγγεῖλαι, ἐπὰν δὲ παραχωρηθῆτε τῆς
εἰσόδου, ὦς ὡς τάχα πρὸς οὖς αὐτῷ ὡμιληκέναι βούλεσθε πλησιάσαντες
παραχρῆμα τὸν ἐμὸν διαμελήσατε ἀδελφόν.’’ οἱ
δὲ πρέσβεις ἡ μᾶλλον φονεῖς καθάπερ εἰς δεῖπνον ἢ εὐωχίαν 
 πεμπόμενοι , προθυμότατα πρὸς τήν τοῦ σουλτᾶν σφα-
γὴν ἀπίεσαν. μεθύοντα τοῦτον καταλαβόντες, ἔπει πᾶσα
ἐκεχειρία τούτοις ἐδίδοτο , τῶν ἐμπεπιστευμένων τὴν τοῦ
σουλτᾶν φυλακὴν πόρρωθεν ἑστηκότων , αὐτοὶ πλησιάσαντες,
τὰ ξίφη τῆς μάλης σπασάμενοι διαμελίζουσι παραχρῆμα τὸν
 ἄθλιον. τοιοῦτον γὰρ τὸ τῶν Χάσίων ἐστιν αἵμασι χαῖρον,
καὶ τρυφὴν αὐτὸ τοῦτο λογιζόμενοι, εἰ μόνον διὰ σπλάγχνων
ἀνθρώπων τὸ ξίφος ἐλάσειαν. τοῦ λοιποῦ δέ, κἄν τινες αὖ
τοὺς ἴσως ἐπ’ αὐτῷ τούτῳ ἐπιθέμενοι καταχορδεύσειαν, κατὸν 
 

 
 θάπερ τι κῦδος τὸν τοιοῦτον λογίζονται θάνατον, ὥσπερ τινὰ
πάτριον κλῆρον τὰ φονικὰ ταῦτα ἔργα ἄλλος πρὸς ἄλλον διαδεχόμενοί
τε καὶ παραπέμποντες. ἐκείνων μὶν οὖν ὑπέστρεψεν
οὐδεὶς πρὸς τὸν Τουτούσην, ἀντίλυτρον οἷον τὰς ἰδίας
 ὑποσχόντων σφαγάς· ὁ μέντοι πουζάνος ταῦτα μεμαθηκώς, 
σὺν ὅλαις δυνάμεσι πρὸς τὸν Χορασὰν ἐπανέστρεψεν. ἐπὰν
δὲ τῷ Χορασὰν προσεπέλασε, δέχεται τοῦτον ὁ τοῦ ἀναιρε-
θέντος ἀδελφὸς Τουτούσης. καὶ εὐθὺς ἀγχεμάχου τῆς μάχης
γενομένης, ἐπεὶ καρτερῶς ἄμφω τὰ στρατεύματα ἐμάχοντο
 καί θάτερον θατέρῳ τῆς νίκης οὐδαμῶς παρεχώρει, πίπτει 
καὶ ὁ πουζάνος καιρίαν πληγεὶς γενναίως ἀγωνιζόμενος καὶ
ὅλας συνταράττων τὰς φάλαγγας · ἕκαστος δὲ τῶν αὐτοῦ
φυγῇ τὴν σωτηρίαν ἐπραγματεύσατο , ἄλλος ἄλλοσε σκεδα-
σθέντες. ὁ δὲ Τουτούσης νικητὴς πρὸς τὸν Χορασὰν ἐπανέ-
στρεφεν, ὡς ἤδη τὴν τοῦ σουλτανικίου ἀξίαν περιζωσάμενος, 
καἰ ταῦτα τὸν κίνδυνον ὑπὲρ κεφαλῆς ἔχων. καὶ γὰρ συνην-
τηκὼς αὐτῷ ὁ τοῦ ἀναιρεθέντος Ταπάρη σουλτᾶν υἱός, ὁ
Παργιαρούχ, ὥστε λέων ἐχάρη μεγάλῳ ἐπὶ σώματι κύρσας
κατὰ τὴν ποίησιν. καὶ συμβαλὼν οὔλῃ χειρὶ καἰ γνώμῃ , εἰς
 πολλὰ τὰς δυνάμεις διέσπασε, διέσπασε, καἰ τρέψας ἀνὰ 
κράτος ἐδίωκεν. ἀναιρεῖται δὲ καὶ αὐτὸς ὁ τὰ Ναυάτου φυ- 
 

 
 σῶν Τουτούτης. τοῦ δὲ Ἀπελχασὴμ μετὰ χρημάτων τότε
πρὸς τὸν τοῦ Χορασὰν σουλτᾶν ἐξεληλυθότος, ὡς ὁ λόγος
φθάσας ἱστόρησεν , ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ πουλχάσης τὴν Νίκαιαν
καταλαβὼν κατέσχεν. αἰσθόμενος δὲ τούτου ὁ αὐτοκράτωρ,
 δαψιλεῖς τὰς δωρεὰς ὑπισχνεῖτο, εἰ ταύτης αὐτῷ
παρακεχωρηκὼς ἐκεῖθεν ἐκσταίη. ὁ δὲ Πουλχάσης ἤθελε μέν
ἀλλ' ἀνεβάλλετο αὖθις, ἀποβλέπων πρὸς τὸν Ἀπελχασήμ, καὶ
λόγους ἐκ λόγων πρὸς τὸν αὐτοκράτορα διεπέμπετο , ἀπιωρῶν
οἶον αὐτόν, τῇ δ' ἀλήθειᾳ τὴν τοῦ ἀδελφοῦ ἀπεκδεχόμενος 
 ἐπανέλευσιν. ἐν τῷ μεταξὺ δὲ γίνεται τι τοιοῦτον. ὁ
παρὰ τῶν τῶν χασίων ἀναιρεθεὶς τοῦ Χορασὰν σουλτᾶν ἔφθασε
κατσχεῖν τοὺς τοῦ μεγάλου Σολυμᾶ δύο υἱεῖς. οὗτοι δὲ
μετὰ τὴν ἐκείνου σφαγὴν ἀποδράσαντες τοῦ Χοὸασάν , δμὼς
τὴν Νικαίαν κατέλαβον τούτους οἱ ἐντὸς Νικαίας Θεασάμενοι,
 δημοκρατοῦντες οἷον περιχαρῶς ἐδέξαντο. καὶ Πουλχάσης ὁ
Πουχάσης καθάπερ τινὰ πατρῷον κλῆρον τὴν Νικαίαν προθύμως
αὐτοῖς παραδίδωσι. προχειρίζεται δὲ σουλτᾶν ὁ πρωτογενὴς
τῶν δύο, Κλιτζιασθλὰν τὴν κλῆσιν. ἐκεῖνος δὲ τὰς γυναῖκας
καὶ τὰ παιδία τῶν τηνικαῦτα ὲν Νικαίᾳ παρόντων μεταπεμψάμενος,
 έν αὐτῇ καθίδρυσεν, ἀποκαταστήσας τὴν πόλιν 
ταύτην σουλτάνων, ὡς ἄν τις εἵποι, κατοικητήριον. οὕτω δὲ
τὰ κατὰ τὴν Νικαίαν οἰκονομήσας, τὸν μὲν Πουλχάσην τῆς 
 

 
 ἀρχῆς μεθίστησι, τῷ δὲ ἀρχισατράπῃ Μουχούμετ τὴν ἡγεμονίαν
τῶν έν Νικαίᾳ ὄντων σατραπῶν ἀναθέμενος καὶ αὐτοῦ
που καταλιπών, κατὰ τῆς Μελιτηνῆς ἔξεισιν.

Ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν τὰ περὶ τῶν σουλτάνων. ὁ δὲ
Ἐλχάνης ἀρχισατράπης μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν καταλαβὼν τὴν 
Ἀπολλωνιάδα καὶ Κύζικον , πόλεις δὲ αὗται καὶ ἄμφω
παράλιοι) τὰ παρὰ θάλατταν ἐληίζετο ἀπάντα. τοῦτο μεμαθηκὼς
ὁ αὐτοκράτωρ , ἀπὸ τῶν παρατυχόντων ἀκατίων οὐδέπω
γὰρ στόλος ηὐτρέπιστο) ἱκανὰ παρασκευασάμενος, καὶ
ἑλεπόλεις ἐν αὐτοῖς μετὰ στρατιωτῶν γενναιῶν εἰσαγαγών, τὸν 
 Εὐφορβηνὸν Ἀλέξανδρον, ἄνδρα τῶν ἐπιφανῶν μὲν κατὰ γένος
καὶ κατὰ ἀνδρείαν περίφημον , τὴν ἡγεμονίαν τούτων αἰτῶ
ἀναθέμενος, κατὰ τοῦ Ἐλχάνη ἐξέπεμψε. καταλαβὼν δὲ Ἀπολλωνιάδα,
παραχρῆμα ἐπολιόρκει. δι’ ἒξ δὲ ἡμερῶν, μηδ’ έν
νῦξὶ τῆς τειχομαχίας ὅλως ἀφιστάμενος, κατέσχε τὸν ἔξω. 
 θεν τοῦ κάστρου κύκλον, οὖνπερ ἐξώπολον ἡ συνήθεια νῦν καλεῖν
εἴωθεν. ὁ δὲ Ἐλχάνης καρτερῶς ἀντεποιεῖτο τῆς ἀκρο-
πόλεως, δυνάμεις ἐλπίζων ἔξωθεν ἐλθεῖν. καὶ δὴ στρατιὰν
βαρβαρικὴν ἀξιόμαχον ἐπικαταλαμβάνουσαν εἰς ἀρωγὴν τοῦ
 Ἐλχάνη ὡς ἐθεάσατο ὁ Ἀλέξανδρος, τοὺς δ’ ὑπ’ αὐτὸν μηδὲ 
τὸ πολλοστὸν τῆς ἐπικαταλαμβανούσης δυνάμεως σώζοντας,
βέλτιον ἔγνω, κἀν μὴ νικώῃ, ἀλλά γε τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἀσινεῖς
διατηρῆσαι. ἐν στενῷ δὲ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτόν ἐληλακότα 
 


 
 συνορῶν καὶ ὅτι σωτηρίας τρόπος οὐχ ὑπολέλειπται, ὡς
πρὸς τὴν θάλασσαν ἀπονενεύκει. καὶ διὰ τοῦ ποταμοῦ εἰσελθὼν
ἐν ταῖς ἰδίαις ναυσὶ πρὸς αὐτὴν διεπλωίζετο. στοχασάμενος
δὲ ὁ Ἐλχανης τὸν τοῦ Ἀλεξάνδρου σκοπόν , προκαταλαβὼν 
 τὸ τῆς λίμνης κατέσχε στόμιον καὶ τὴν τοῦ ποταμοῦ
γέφυραν, ἐν ᾐ καὶ τέμενος πάλαι παρὰ τῆς ἁγίας ᾠκοδόμητο
Ἑλένης ἐπ' ὀνόματι τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐξ
ὧν τὴν ἐπωνυμίαν ἡ γέφυρα μέχρι καὶ νῦν ἐκτήσατο. τῷ
γοῦν ἤδη ῥηθέντι στομίῳ καὶ αὐτῇ δὴ τῇ γεφύρᾳ ἄνδρας πολεμικωτάτους
 ἐπιστήσας ἐφ’ ἑκάτερα , παρήγγειλε τὴν τῶν
πλοίων δίοδον ἐνεδρεύειν. ὡς δὲ ἅπαντες ἐν τοῖς ἤδη ῥηθεῖσιν
ἀγραρίοις εἰσελθόντες διὰ τοῦ στομίου τῆς λίμνης, ταῖς πάγαις
τοῦ Ἐλχάνη ἐμπεπτώκασι, θεασάμενοι τὸ καταλαβὸν αὐτοὺς 
δεινὸν καἰ μὴ ἔχοντες ὁ τι καὶ δράσειεν, τῇ χέρσῳ τὰς νῆας
 ἐφορμίσαντες κἀκεῖθεν ἁλλόμενοι, περὶ τὴν ἤπειρον ἐξεληλύθεσαν.
καταλαβόντων δὲ αὐτοὺς τῶν Τούρκων, μέγας ἀναρρήγνυται
πόλεμος. καὶ πολλοί μὲν τῶν λογάδων ἁλίσκονται,
πολλοὶ δὲ καὶ ταῖς δίναις τοῦ ποταμοῦ ἐμπεπτωκότες παρεσύρησαν.
ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ βασιλεὺς καὶ μὴ φέρων τὴν
 ἧτταν, ἀξιόμαχον δύναμιν μετὰ τοῦ Ὤπου διὰ τῆς ἠπείρου
κατ’ αὐτῶν ἐξέπεμψεν. ὃς καὶ τὴν Κύζικον καταλαβών , ἐξ
ἐπιδρομῆς ταύτην κατέσχε. διελὼν δὲ καὶ τῶν ἰδίων ταγμά- 
 

 
 τῶν ἄνδρας τειχεσιπλήτας καὶ φιλοκινδύνους ὡσεὶ τριακοσίους
κατὰ τοῦ Ποιμανηνοῦ ἐξαπέστειλεν. οἱ καἰ ὥ ἐξ ἐφόδου
 τοῦτο κατέσχον, καὶ τοὺς μὲν τῶν ἐντὸς τούτου αὐτοῦ που
κτείνουσι, τοὺς δὲ καὶ ζωγρίαν πρὸς τὸν Ὦπον πεπόμφασιν.
ὁ δὲ θᾶττον τούτους πρὸς τὸν βασιλέα ἐκπέπομφεν· αὐτὸς 
δὲ ἐκεῖθεν ἀπάρας, τὴν Ἀπολλωνιάδα καταλαμβάνει, καὶ πολιορκῶν
ταύτην οὐκ ἐνεδίδου. ὁ δὲ Ἐλχάνης ἀποχρῶσαν
ἀπάρτι πρὸς αὐτὸν μὴ ἔχων δύναμιν, τὴν μὲν πόλιν ἐθελοντὴς
παραδίδωσιν αὐτὸς δὲ μετὰ τῶν καθ’ αἷμα προσηκόντων
αὐτομολεῖ πρὸς τὸν βασιλέα καὶ μυρίων μὲν ἐπαπολαύει 
δωρεῶν, τυγχάνει δὲ καὶ τοῦ μεγίστου , τοῦ ἅγιον φημι φωτίσματος.
 ὁπόσοι δὲ συνέψεσθαι τῷ Ὤπῳ οὐκ ἤθελον, ὅ τε
Σκαλιάριος καὶ ὁ ἐν ὑστέροις ὑπερπερίλαμπρος τιμηθεὶς * * *,
ἀρχισατράπαι δὲ καὶ οὗτοι τῶν ἐπιφανῶν,) μαθόντες τὰς εἰς
τὸν Ἐλχάνην φιλοφροσύνας καὶ δαψιλεῖς δωρεὰς τοῦ αὐτοκράτορος, 
προσεληλυθότες καὶ αὐτοί, τῶν ἱμειρομένων ἐπιτυγχάνουσιν.
ἦν γὰρ ὁ βασιλεὺς οὗτος ἄντικρυς ἱερατικώτατος, καὶ τὴν
ἀρετὴν καὶ τὸν λόγον, ὡς εἰπεῖν, εὐσεβείας ἁπάσης ἀρχιερεύς.
διδασκαλικώτατός τε γὰρ ἦν τοῦ ἡμετέρου δόγματος καἰ ἀποστολικὸς
τὴν προαίρεσιν καὶ τὸν λόγον, καὶ εἴσω τῆς ἡμετέρας 
 πίστεως ποιῆσαι βουλόμενος οὐ μόνον τοὺς νομάδας τουτουσὶ
 Σκύθας, ἀλλὰ καὶ τὴν Περσίδα πᾶσαν καὶ ὁπόσοι τὴν 
 

 
 Αἴγυπτον κα Λιβύην νέμονται βάρβαροι καὶ ταῖς τοῦ Μωάμεθ
τελεταῖς ὀργιάζουσιν.

Ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἅλις. βουλομένη δὲ δεινοτέραν
καὶ μείζονα τῆς προλαβούσης κατὰ τῆς τῶν ‘Ρωμαίων
 ἀρχῆς ἔφοδον διηγήσασθαι, εἰς ἀρχὴν αὖθις καθιστῶ τὸν
λόγον · ἄλλα γὰρ ἐπ’ ἄλλοις διεκυμάνθησαν. γένος τι Σκυθικὸν
παρὰ τῶν Σαυροματῶν καθ’ ἑκάστην σκυλευόμενοι,
ἀπάραντες τῶν οἴκοι κατῆλθον πρὸς τὸν Δάνουβιν. ὡς δὲ
πρὸς ἀνάγκης ἦν αὐτοῖς μετὰ τῶν κατὰ τὸν Δάνουβιν οἰκούντων
 σπείσασθαι , τούτου συνδόξαντος πᾶσιν , εἰς ὁμιλίαν 17 ἦλθον
μετὰ τῶν ἐκκρίτων, τοῦ τε Τατοῦ καὶ Χαλὴ ὀνομαζομένου 
καὶ τοῦ Σεσθλάβου καἰ τοῦ Σατζᾶ, χρὴ γὰρ καἰ τῆς
ἐπωνυμίας μεμνῆσθαι τῶν κατ’ αὖτοὺς ἀρίστων ἀνδρῶν, εἰ
καὶ τὸ σῶμα τῆς ἱστορίας τούτοις καταμιαίνεται,) τοῦ μὶν
 τὴν Δρίστραν κατέχοντος, τῶν δὲ τὴν Βιτζίναν καὶ τἆλλα.
σπεισάμενοι γοῦν μετ’ αὐτῶν, ἀδεῶς τοῦ λοιποῦ διαπερῶντες
τὸν Δάνουβιν, ἐληΐζοντο τὴν παρακειμένην χώραν, ὡς καὶ
πολίχνιά τινα κατασχεῖν. κἀντεῦθεν ἐκεχειρίαν τινὰ σχόντες,
ἀροτριῶντες ἔσπειρον κέγχρους τε καἰ πυρούς. ὁ δὲ Τραυλὸς
 ἐκεῖνος Μανιχαῖος μετὰ τῶν συνεφεπομένων αὐτῷ καὶ οἱ
τὸ κατὰ τὴν ἀκρολοφίαν τῆς Βελιατόβης πολίχνιον κατασχόντες
ὁμόφρονες, περὶ ὦν ὁ λόγος φθάσας ἐδίδαξε πλατύτερον, 
 


 
 τὰ κατὰ τοὺς Σκύθας μεμαθηκότες, ὃ πάλαι ὥδινον, εἰς φῶς
ἐξήγαγον. καὶ κατασχόντες τὰς τραχείας ὁδοὺς κω στενωπούς,
μετεκαλοῦντο τοὺς Σκύθας. κἀντεῦθεν τὴν ἅπασαν
Ῥωμαίων ἐληίζοντο χώραν. γένος γὰρ οἱ Μανιχαῖοι φύσει
μαχιμώτατον καὶ ἄγμασιν ἀνθρώπων λαφύσσειν καθαπερεὶ 
κύνες ἀεὶ ἱμειρόμενον. ταῦτα ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος μεμαθηκώς,
παρακελεύεται τῷ δομεστίκῳ τῆς ἐσπέρας Πακουριανῷ,
γινώσκων αὐτὸν ἱκανώτατον οἰκονομῆσαι στράτευμα καἰ κατὰ
φάλαγγα στῆναι καὶ παράταξιν διαμηχανήσασθαι ποικιλώτα-
 τον, σὺν αὐτῷ τῷ Βρανᾷ ἀνὴρ δὲ καἰ οὗτος μαχιμώνατος) 
τὰς δυνάμεις ἀναλαβόμενον κατ’ αὐτῶν ἀπελθεῖν. καταλαβὼν
δὲ τοὺς Σκύθας διελθόντας τοὺς στενωποὺς καὶ τῆς Βελιατόβης
ἔνθεν χάρακα πηξαμένους, πλῆθος ἀναρίθμητον τούτους
θεασάμενος, πρὸς τὸν μετ’ αὐτῶν εὐθὺς ἀπενάρκησε πόλεμόν,
βέλτιον νομίζων τὰς ἰδίας τὸ παρὸν ἀμαχητὶ διασῶσαι 
δυνάμεις, ἢ τὸν μετὰ τῶν Σκυθῶν ἀναδυσάμενον πόλεμον καὶ
ἡττηθέντα πολλοὺς ἀπολωλεκέναι. ἀλλὰ τῷ Βρανᾷ φιλοκιν-
 δυνοτάτῳ τε καὶ θρασεῖ ὄντι ταῦτα οὐκ ἤρεσκεν. ὁ δέ γε
δομέστικος, ἵνα μὴ δειλίας ὑπόψια τις κατ’ αὐτοῦ ἀναβαλ- 
 

 
 λομένου τὸν πόλεμον δοθῇ, ἐνεδίδου ταῖς ὁρμαῖς τοῦ Βρανᾶ,
καἰ θωρήξασθαί τε ἅπασι κελεύσας καὶ πολέμου σχῆμα διατυπώσας,
κατὰ τῶν Σκυθῶν ἐχώρησε, τὸ μεσώτατον αὐτὸς
διέπων τῆς φάλαγγος. ἐπεὶ δὲ οὐδὲ τὸ πολλοστὸν τοῦ
 πλήθους τῶν ἀντιτεταγμένων τὸ Ῥωμαϊκὸν ἔσωζε στράτευμα,
ἐκ μόνης ὄψεως περιδεεῖς ἐγεγόνεισαν ἅπαντες. προσβαλόντες
δ’ ὅμως τοῖς Σκύθαις, ἀναιροῦνται μὲν πολλοὶ
ἐν τῷ μάχεσθαι, πίπτει δὲ καιρίαν πληγεὶς ὁ Βρανᾶς. ὁ δέ
γε δομέστικος ἐκθύμως μαχόμενος καὶ σφοδρὰς τὰς κατὰ τῶν 
 ἐναντίων ἱππασίας ποιούμενος, φηγῷ προσκεκρουκὼς ἀφῄρηται 
παραχρῆμα τὴν ψυχήν. τὸ δὲ ἐπίλοιπον τοῦ στρατοῦ
ἄλλος ἀλλαχοῦ διεσπάρησαν. ταῦτ’ οὖν μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ,
ἐπένθει μὶν τοὺς πεπτωκότας ἅπαντας ἴδιᾳ τε καὶ
καθ’ ἕκαστον καὶ ὁμοῦ· ἔπι δὲ τῷ τοῦ δομεστίκου θανάτῳ
 καί καὶ μᾶλλον στενάζων, κρουνοὺς ἠφίει δακρύων. ἐφίλει
ἔξόχως τὸν ἄνδρα καἰ πρὸ τῆς ἀναρρήσεως. οὐ μέντοι διὰ
ταῦτα ἀναπέπτωκεν, ἀλλὰ μεταπεμψάμενος τὸν Τατίκιον
μετὰ χρημάτων ἱκανῶν ἐκπέμπει πρὸς Ἀδριανούπολιν, ἐφ’ ᾧ
τοῖς μὲν στρατιώταις τοὺς ἐπετείους διδόναι μισθούς, συλλέογειν
δὲ καί ἁπανταχόθεν δυνάμεις, ἵνα στράτευμα ἀξιόμαχον
αὖθις συστήσηται. τὸν δὲ Οὐμπερτόπουλον εἰς Κύζικον φρου- 
 

 
 ρὰν ἀξιόμαχον καταλιπόντα, μετὰ μόνων τῶν Κελτῶν εἰς τὸν
Τατίκιον γοργῶς ἐφθακέναι παρεκελεύσατο οὑντὸς δὲ τοὺ
Λατίνους καὶ τὸν Οὐμπερτόπουλον θεασόμενος καὶ τεθαρρηκώς
ἐπεὶ καὶ ἱκανὸν προεφθάκει συλλέξασθαι στράτευμα,
κατευθὺ Σκυθῶν ἐχώρησε παραχρῆμα. καταλαβὼν δὲ τὰ περὶ 
τὴν Φιλιππούπολιν, παρὰ τῷ χείλει τοῦ κατὰ τὸν Βλίσνον
ῥέοντος ποταμοῦ χάρακα πήγνυται. ἐπὰν δὲ τοὺς Σκύθας ἐκ
προνομῆς ἐπανερχομένους ἐθεάσατο λείαν πολλὴν καἰ δορυα-
 λωτοὺς συνεπαγομένους, μήπω σχεδὸν τὰς κατασκευὰς ἄσω τοῦ
χάρακος καταθέμενος, ἱκανοὺς τοῦ στρατοῦ ἀποτεμόμενος κὰτ 
αὐτῶν ἐκπέμπει. αὐτὸς δὲ ὁπλισάμενος καὶ πάντας θωρήξασθαι
κελεύσας, τὰς φάλαγγας καταστησάμενος, τοῖς προπεμφθεῖσι
παρείπετο στρατιώταις. θεασάμενος δὲ τοὺς Σκύθας μετὰ
τῶν λαφύρων καὶ τῶν δορυαλώτων τῷ ἐπιλοίπῳ στρατεύματι
τῶν Σκυθῶν ἑνωθέντας κατὰ τὸν σπιορὸν ὄχθον, διχῆ τὸ 
στράτευμα διελὼν καἰ τὸ ἐνυάλιον ἑκατέρωθεν ἠχῆσαι κελεύ-
 σὺν ἀλαλαγμῷ καὶ βοῇ πολλῇ προσβάλλει τοῖς βαρβάροις.
καὶ καρτερᾶς τῆς μάχης γενομένης, πίπτουσι τῶν Σκυρῶν
οἱ πλείονες, πολλοὶ δὲ καὶ διασπαρέντες ἐσώθησαν. ὁ δὲ
τὴν λείαν πᾶσαν ἀναλαβόμενος, νικητὴς τὴν Φιλιππούπολιν 
καταλαμβάνει. κεῖθι δὲ τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν καταθέμενος, ἐσκό- 
 

 
 πεῖ ὅθεν χρὴ καὶ ὅπως τοῖς βαρβάροις αὖθις προσβαλεῖν.
ἀπειροπληθεῖς δὲ τὰς αὐτῶν γινώσκων δυνάμεις σκοποὺς
ἁπανταχόσε ἐξέπεμπεν, ἵν’ ἐκεῖθεν ἔχῃ τὰ κατὰ τοὺς Σκύθας
συχνάκις ἐκμανθάνειν. ἐπαναδεδραμηκότες δὲ οἱ σκοποὶ πλῆθος
 βαρβάρων ἔλεγον πολὺ ἀέρι τὴν Βελιάτοβαν ἐνδιατρίβειν
καὶ τὰ πέριξ ληΐζεσθαι. καὶ ὁ Τατίκιος προσδόκιμον τὴν τῶν 
Σκυθῶν ἐπέλευσιν ἔχων καὶ πρὸς τοσούτους μὴ ἀποχρώσας
ἔχων δυνάμεις, τὸ παράπαν ἀλύων τοῖς λογισμοῖς, ἐν ἀμηχανίᾳ
καθειστήκει. ἀλλ᾿ ὄμως καὶ τὸ σιδήριον ἔθηγε καἰ
 πρὸς μάχας ἐθάρρυνε τὸ στράτευμα. καταλαβὼν δέ τις τὴν
τῶν βαρβάρων κατ’ αὐτοῦ ἔλευσιν διεμήνυε καὶ φθάνειν ἤδη
διισχυρίζετο. ὁ δὲ εὐθὺς ἐν τοῖς ὅπλοις ἥν. καὶ ἅπαν τὸ
στράτευμα ἔξοπλίσας, τὸν Εὐρον παραχρῆμα διαπεράσας, τὰς
φάλαγγας ἰλαδὸν καταστήσας, εἰστήκει πολέμου σχῆμα διατυπώσας· 
 αὐτὸς δὲ τὸ μέσον εἶχε τῆς παρατάξεως. καὶ οἱ
βάρβαροι Σκυθικῶς παραταξάμενοι καὶ τὰς αὐτῶν δυνάμεις
πρὸς μάχην καταστησάμενοι, ἐῴκεσαν μὲν πόλεμον ἀναζητεῖν καὶ 
τοὺς ἀντιπάλους ἐρεθίζειν οἷον πρὸς μάχην. ἐδεδίεσαν δὲ
ὅμως καὶ ἄμφω τὰ στρατεύματα καὶ τὴν συμπλοκὴν ἀνεβάλλοντο,
 τὸ Ῥωμαϊκὸν τὸ ὑπερπληθὲς τῶν Σκυθῶν ὑποπτῆσσον,
τὸ δὲ Σκυθικὸν τεθωρακισμένους ἅπαντας ὁρῶν τἀς 
 

 
 τε σημαίας καὶ τὸ λαμπρὸν τῶν ἀμφίων καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἀποπαλλομένην
αἴγλην πρὸς τὴν ἀστρῴαν βολὴν ἀντιστίλβουσαν.
 μόνοι δὲ ἁπάντων οἱ τολμητίαι Λατῖνοι καὶ θρασεῖς τὴν μάχην
προαρπάζειν ἤθελον, θήγοντες ὀδόντας ὁμοῦ κα σιδήρια.
ἀνέστελλε δὲ αὐτοὺς ὁ Τατίκιος. ἀνὴρ γὰρ οὗτος εὐσταθὴς 
καὶ τοῦ μέλλοντος ῥᾷστα καταστοχάσασθαι δυνατός.
ἱσταμένων οὖν ἀμφοτέρων τῶν στρατευμάτων καὶ οἶον ἑτέρου
τὴν ἐξ ἑτέρου κίνησιν ἀπεκδεχομένου, καὶ μηδ’ οὑτινοσοῦν
τῶν στρατιωτῶν κατὰ τὸ μεσαίχμιον ἐξ οὐδετέρου τῶν στρατευμάτων
ἱππάσασθαι κατατολμῶντος, ἐπεὶ ὲν δυσμαῖς ἤδη ὁ 
ἥλιος, ἕκαστος τῶν στρατηγῶν ἐπὶ τὴν ἰδίαν παρεμβολὴν ἐπάνεισι.
τοῦτο ἔπι δύσιν ἡμέραις ἐγένετο. καὶ πρὸς μάχην
 εὐτρεπιζομένων τῶν δημαγωγῶν καὶ πολέμου σχῆμα καθ’
ἑκάστην διατυπούντων, ἔπει μηδεὶς τὴν πρὸς ἕτερον ἀπεθάρρησε
μάχην, κατὰ τὸ τῆς τρίτης περίορθρον ἀναχωροῦσιν οἱ 
Σκύθαι. αἰσθόμενος δὲ ὁ Τατίκιος τούτου, παραχρῆμα κατόπιν
αὐτῶν ἤλαυνεν. ἀλλὰ πεζός, φασιν, παρὰ Λύδιον
ἅρμα. προφθάσαντες γὰρ οἱ Σκύθαι διῆλθον τὴν Σιδηράν·
 τέμπη δ’ οὕτως εἰσι κατονομαζόμενα· κἀκεῖσε δὲ τούτους
μὴ καταλαβών, ἀναλαβόμενος τὰς ὅλας δυνάμεις πρὸς Ἀδριανούπολιν 
ἐπαναζεύγνυσι. καὶ τοὺς μὲν Κελτοὺς αὐτοῦ που 
 

 
 καταλιπών, τῶν δὲ στρατιωτῶν οἴκοι πορευθῆναι ἕκαστον κελεύσας,
μετά τινος μερίδος τῆς στρατιᾶς αὐτὸς ἐπάναζεύγνυσι
πρὸς τὴν βασιλεύουσαν.

Ἔαρος δὲ ἐπιφανέντος διελθὼν ὁ Τζελγοὺ τὰ ὑπερ-
 κείμενα τοῦ Αανούβεβς τέμπη, ἡγεμὼν δὲ οὑτος 
 


 
 τοῦ Σκυθικοῦ στρατεύματος,) σύμμικτον ἐπαγόμενος στράτευμα
ὡσεὶ χιλιάδας ἀγδολήκοντα ἔκ τε Σαυροματῶν καὶ Σκυθῶν,
καὶ ἀπὸ τοῦ Δακικοῦ στρατεύματος οὐκ ὀλίγους, ὦν ὁ
οὕτω καλούμενος Σολομὼν δημαγωγὸς ἦν, τὰς κατὰ τὴν Χαριούπολιν
 παρακειμένας πόλεις ἐληΐζετο. καὶ εἰς ἀυτὴν δὲ φθάας
τὴν Χαριούπολιν καὶ λείαν πολλὴν ἀναλαβόμενος, κατέλαβε
τόποι τινά, Σκοτεινὸν καλούμενον. μεμαθηκὼς τοῦτο
ὁ Μαυροκατακαλὼν Νικόλαος καὶ ὁ Βεμπετζιώτης, τὴν ἐπωνυμίαν 
ἀπὸ τῆς ἐνεγκαμένης λαχών, μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς δυνάμεων
 καταλαμβάνουσι τὸ πάμφυλον. ὁρῶντες δὲ τοὺς περὶ
τὰς κωμοπόλεις τῶν παρακειμένων χωρῶν πρὸς τὰς πόλεις
καὶ τὰ φρούρια συνελαυνομένους διὰ πτοίαν πολλήν, ἀπάραντες
τοῦ οὑτωσὶ καλουμένου παμφύλου τόπου, καταλαμβάνουσι
τὸ τοῦ Κούλη πολίχνιον, τὸ ἅπαν συνεπαγόμενοι στράευμα.
 ὄπισθεν δὲ τούτων ἐρχόμενοι καὶ τὸν οὑτωσὶ καλούμενον
σκοπὸν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος λέ·ξις δὲ αὕτη 
συνήθης τοῖς στρατιώταις) εὑρόντες οἱ Σκύθαι, παρείποντο
ἰχνηλατοῦντες οἶον τὸ Ῥωμαϊκὸν στράτευμα. αὐγαζούσης δὲ 
ἤδη τῆς ἡμέρας τὰς ἰδίας ὁ Τζελγοὺ καθιστᾷ δυνάμεις καὶ
 τὸν κατὰ τοῦ Μαυροκατακαλὼν ἐβουλεύετο πόλεμον. ἐκεῖνος
δὲ κάτα τὸν ὑπερκείμενον τῆς πεδιάδος αὐχένα ἀνῆλθε μετά 
 

 
 τινων λογάδων, κατασκοπήσων τἀς βαρβαρικὰς δυνάμεις.
ὁρῶν δὲ τὸ πλῆθος τῶν Σκυθῶν, ἐσφάδαζε μὲν τὴν αυμπλοκὴν
τοῦ πολέμου, ἀνεβάλλετο δέ, τὴν Ῥωμαϊκὴν στρατιὰν
κατανοῶν μηδὲ τὸ πολλοστὸν σώζουσαν τῆς τῶν βαρβάρων
 δυνάμεως. ἐπανελθὼν δὲ μετὰ τῶν λογάδων τοῦ ὁπλιτικοῦ 
παντὸς καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἰωαννιάκη διεσκοπεῖτο, εἰ χρὴ
προσβαλεῖν τοῖς Σκύθαις. τῶν δὲ πρὸς τοῦτο ἐποτρυνόντων,
ἐπεὶ καἰ αὐτὸς μᾶλλον πρὸς τοῦτο κατάρροπος ἥν,
τριχῆ διελὼν τὰς δυνάμεις καὶ τὸ ἐνυάλιον ἠχῆσαι κελεύσας,
ξυμμίγνυται τοῖς βαρβάροις. πολλοὶ μὲν οὖν τηνικαῦτα 
τρωθέντες πίπτουσι, κτείνονται δὲ οὐχ ἥττους. ἀλλὰ
καὶ αὐτὸς ὁ Τζελγοὺ γενναίως μαχόμενος καὶ ὅλας συνταράσσων
φάλαγγας, καιρίαν πληγεὶς ἀφῄρηται τὴν ψυχήν.
οἱ πλείους δὲ ἐν τῷ φεύγειν πίπτοντες εἰς τὸν ἀναμεταξὺ τοῦ
 καλουμένου Σκοτεινοῦ καὶ τοῦ κούλη ῥύακα, ἀπεπνίγοντο ὑπ’ 
ἀλλήλων συμπατούμενοι. λαμπρὰν τοίνυν τὴν κατὰ τῶν Σκυθῶν
νίκην ἀράμενοι οἱ τοῦ βασιλέως, εἰσῆλθον εἰς τὴν μεγαλόπολιν.
δωρεὰς δὲ καὶ τιμὰς ἀπὸ τοῦ βασιλέως δεξάμενοι
κατὰ τὸ ἀνάλογον, ὑπέστρεψαν μετὰ τοῦ τηνικαῦτα προχειρισθέντος
μεγάλου δομεστίκου τῆς δύσεως Ἀδριανοῦ τοῦ Κομνηνοῦ 
καὶ αὐταδέλφου τοῦ αὐτοκράτορος. 
 2. Οὕτω δὲ τῶν κατὰ Μακεδονίαν καὶ Φιλιππούπολιν

μερῶν ἀπελαθέντες, παρὰ τὸν Ἰστρον αὖθις ἐπαναστρέψαντες
ηὐλίζοντο καὶ ὥσπερ ἰδίαν τὴν ἡμεδαπὴν ἀνέτως πάντη παροιλοῦντες
ἐληΐζοντο. ταῦτα ὁ βασιλεὺς ἀκούσας, οὐκ ἠνέσχετο 
τῶν Ῥωμαϊκῶν ὁρίων εἴσω τοὺς Σκύθας παροικεῖν, ἅμα 
 δὲ κω δεδιώς, μὴ διὰ τῶν στενωπῶν διελθόντες, αὖθις Χείρονα
τῶν προτέρων ἀπεργάσωνται. ἔνθεν τοι παρεσκευασμένος
καὶ καλῶς ἔξοπλίσας τὸ στράτευμα, καταλαμβάνει τὴν
Ἀδριανούπολιν καὶ ἐκεῖθεν πρὸς τὸν Λαρδέαν ἄπεισιν ἐν μεταιχμίῳ
τῆς Δαμπόλεως καὶ Γολόης διακείμενον. κἀκεῖσε
 προχειρισάμενος ἡγεμόνα Γεώργιον τὸν Εὐφορβηνὸν κατὰ τῆς
Δρίστρας διαπόντιον ἐξέπεμψεν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἐπὶ τεσσαράκοντα
ἡμέραις αὐτοῦ που ἐγκαρτερῶν τὰς ἁπανταχόθεν
δυνάμεις μετεπέμπετο. ἱκανὸν δὲ συνειλοχὼς στράτευμα ἐβουλεύετο,
εἰ χρὴ τὰς κλεισούρας διεληλυθότα, τὴν μετὰ τῶν
 Σκυθῶν ἀναδέξασθαι μάχην, “οὐ χρὴ,, λέγων “ἐκεχειρίαν 
ὅλως τοῖς Σκύθαις διδοσθαι," εἰκότως τοῦτο πέρι τουτωνὶ
τῶν βαρβάρων σκοπήσας. οὐδὲ γὰρ ἀπό τινος καιροῦ τῶν τεσσάρων
καταρξάμεναι αἱ τῶν Σκυθῶν προνομαὶ εἰς τὸν ἐφεξῆς
κατέληγον, θέρους τυχὸν εἰς τὸν καιρὸν τῆς ὀπώρας, ἡ
 καί χειμῶνος ἐν φθινοπώρῳ παυσάμεναι. οὐδὲ κύκλος εἷς 
 

 
 ἐνιαύσιος τουτὶ τὸ κακὸν περιέγραψεν, ἀλλ’ ἐφ’ ἔτεσι
τὰ Ρωμαίων ἐκυμαίνετο, κἀν ἐκ πολλῶν ἀλίγων τινῶν αύτοὶ
ἐπεμνήσθημεν. ούδὲ διπλοῖς ἐμερίσθησαν λογισμοῖς, κἀν ὁ
αὐτοκράτωρ πολλάκις διὰ παντοίων τούτους ἐφείλκετο· ἀλλ’
οὐδέ τις λαθὼν πρὸς τὸν βασιλέα ἀπηυτομόλησεν, ἔτι ἀμετάθετον 
 τάθετον τέως τὴν γνώμην ἔχοντες. ὁ μὲν οὖν Νικηφόρος ὁ
Βρυέννιος καὶ ὁ Μαυροκατακαλὼν Γρηγόριος, ὂν τιμῆς τεσσαράκοντα
χιλιάδων ὁ βασιλεὺς παρὰ τῶν Σκυθῶν ἑαλωκκότα
ἐπρίατο, οὐδαμῶς τὸν μετὰ τῶν Σκυθῶν κατὰ τὸ παρίστριον
συνεχώρουν πόλεμον. ὁ δέ γε Παλαιολόγος Γεώργιος καἰ 
Νικόλαος ὀ Μαυροκατακαλὼν καὶ ὁπόσοι ἄλλοι νέοι καὶ ἀκμάξοντες
τῷ τοῦ βασιλέως προσκείμενοι θελήματι, ἐπέτρεπον
τὰ τὰ τοῦ Αἵμου διελθεῖν καὶ κατὰ τὸ Παρίσταριον τὴν
μετὰ τῶν Σκυθῶν ἀναδέξασθαι μάχην. σὺν οἶς κω οὶ
δύο υἱεῖς Διογενοῦς τοῦ αὐτοκράτορος, Νικηφόρος τε καὶ 
 Λέων, οἵ μετὰ τὸ ἀνενεχθῆναι αὐτὸν εἰς τὴν τῆς βασιλείας
περιωπὴν έν τῇ πορφύρᾳ ἐξ αὐτοῦ ἐτέχθησαν, κἀντεῦθεν
πορφυρογέννητοι προσηγορεύθησαν. ἡ δὲ πορφύρα οἴκημά
τί ἐστιν κατὰ τὰ ἀνάκτορα ἐξ αὐτῆς τῆς βάσεως μέχρι
τῆς ὀρόφου κινήσεως διὰ τετραγώνου αυμπληρούμενον 
σχήματος, ἐκεῖθεν δὲ εἰς πυραμίδα ἀποτελευτῶν, ἀφορῶν
μὲν ὡς πρὸς θάλατταν πρὸς τὸν λιμένα, οὗπερ οἱ πέτρινοι. 
 

 
 βόες καὶ οὶ λέοντες, διὰ μαρμαρων δὲ τό τε ἔδαφος κατέστρωτο
καὶ οἱ τοῖχοι περιεστέλλοντο, οὐ τῶν τυχόντων, ούδὲ
τῶν ἄλλων ὁπόσοι εὐποριστότεροι τῶν τιμιωτέρων λίθων εἰσίν,
ἀλλ’ ἐξ ὧν ἀπὸ Ῥώμης ὤ ἀνέκαθεν βασιλεῖς επεσύραντο.
 το. ἐστι δὲ οὗτος ὁ λίθος, τὸ ὅλον εἰπεῖν, πορφυροῦς δι’ 
ὄλου καὶ οἶον στίγματά τινα ψαμμοειδῆ λευκὰ αὐτῷ περιτρέχουσιν.
ἐκ τουτωνὶ τῶν λίθων οἴμαι, πορφύραν τὸ οἴκημα
οἱ ἀνέκαθεν ὠνόμασαν. αλλ' ὅπερ ἔλεγον, ὡς οὖν ἡ σάλπιγξ
μέγα ἠχήσασα ἅπαντας τὴν πρὸς τὸν Αἷμον ὁδὸν οἱονεὶ κατὰ
 τῶν Σκυθῶν προυτρέπετο, ὁ Βρυέννιος πολλὰ κωλύων· τὸν
αὐτοκράτορα τοῦ ἐγχειρήματος, ὡς οὐκ ἔπειθεν, ἐπιφωνηματικῶς 
φησιν “ἴδθι, ὠ βασιλεῦ, εἰ τὸν Αἷμον διέλθητε, τοὺς
δρομικωτέρους τῶν ἵππων δοκιμάσεις." ἐρωτήσαντος δέ τινος, 
τί ὁ λόγος οὑτοσὶ βούλεται, “ὲν τῷ φεύγειν" φησι “ἄπαντασ."
 γὰρ ὁ ἀνήρ, εἰ καὶ τοὺς ὁφθαλμοὺς δι' άποστασίαν
ἔξεκέκοπτο, ἀλλὰ τό γε εἰς στρατηγικωτάτην βουλήν καὶ
παράταξιν δεινότατος τῶν πολλῶν καὶ ποικιλώτατος ἐγνωρίετο.
ὅπως δὲ τῶν ὀμμάτων ὁ προμνημονευθεὶς Βρυένντος
ἀπεστέρητο δι’ ἀποστασίαν ἥ ἐπανάστασιν κατὰ τοῦ αύτοκράτορος
 Βοτανειάτου, καὶ ὅτι παρὰ τοῦ Κομνηνοῦ Ἀλεξίου
τότε μεγάλου δομεστίκου τυγχάνοντος ὦν δυτικῶν τε καί
ἀνατολικῶν στρατευμάτων κατασχςεθείς, τῷ Βορίλλῳ παρεἐπεσύροντο 
 

 
 δόθη τὰς ὄψεις ἀβλαβεῖς ἔχων, τοὺς ἐθέλοντας λεπτομερέστερον
μαθεῖν παραπέμπομεν εἰς τὸν μέγιστον Καίσαρα. ὁ
γὰρ Καῖσαρ οὗτος τοῦ μὶν Ἀλεξίου ἤδη τὰ Ῥμωαίων διέτποντος
σκῆπτρα γαμβρὸς ἐγεγόνει, τοῦ δὲ Βρυεννίου ἐκείνου ἀπόγονος.
ἀλλ’ ἐνταυθοῖ γενομένη, συγχέομαι τὴν ψυχὴν καἰ 
πένθους ἐμπίπλαμαι. σοφὸς μὲν γὰρ τὴν γνώμην ἦν οὗτος
ὁ ἀνὴρ καἰ τὸν λόγον σοφώτατος. πάντα γὰρ καὶ ῥώμη καὶ
τάχος καὶ κάλλος σώματος καὶ ἁπλῶς ἐς ταὐτὸν συνελθόντα
ὅσα ψυχῆς καὶ σώματος ἀγαθά, τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον ἐκόσμησεν.
 ἕνα γὰρ αὐτὸν ἐν τοῖς ἅπασιν ἐξοχώτατον καὶ ἡ φύσις ἀνεβλάστησε 
καὶ ὁ θεὸς ἐδημιούργησε. καὶ οἶον τὸν Ἀχιλλέα
ὕμνησεν Ὅμηρος έν τοῖς ἀρχαιοῖς, τοιοῦτον ἄν τις εἶπε τὸν
ἐμὸν Καίσαρα ἐν τοῖς ὑπὸ τὸν ἥλιον ἅπασιν ἀναπεφηνότα.
οὗτος τοίνυν ὁ Καῖσαρ καὶ τὰ στρατιωτικὰ γεγονὼς ἄριστος,
οὐκ ἀμελετήτως ἔσχε πρὸς λόγους. ἀλλὰ πᾶσαν βίβλον ἀναπτυξάμενος 
καὶ εἰς πᾶσαν ἐπιστήμην ἐγκεκυφώς πολλὴν σοφίαν
ἐκεῖθεν ἠρύσατο, ὅση τε ἡμετέρα καὶ ὅση ποτὲ οὐχ
 ἡμετέρα. ὕστερον δὲ καὶ πρὸς συγγραφὰς ἔξέδωκεν ἐαυτόν,
καὶ δὴ καὶ σύγγραμμα ἐξ ἐπιταγῆς τῆς ἐμῆς δεσπότιδος καἰ
μητρός, τῆς βασιλίδος φημι Εἰρήνης, ἐσχεδίασεν ἄξιον λόγου,
καὶ ἀναγνώσεως, ἱστορίαν συντεταχὼς τῶν πρὸ τοῦ ἀναδήσασθαι
τὰς τῆς βασιλείας ἡνίας πράξεων τοὐμοῦ πατρός, ἐν 
 

 
 ἑ τὰ κατὰ τὸν Βρυέννιον ἀκριβέστερον ἐπεξέρχεται, καὶ
ὁμοῦ τάς τε τοῦ προγόνου στμφορὰς ὡς ἀληθῶς ἀφηγήσατο, 
καὶ τὰς τοῦ πενθεροῦ ἀριστείας συνέγραψε, καὶ οὐκ ἂν ἐψεύσατο,
καίπερ ἀμφοῖν ὡς τοῦ μὶν ἀγχιστεύς τοῦ δὲ καθ’
 αἷμα προσήκων. καὶ μεμνήμεθα τούτων κἀν τοῖς προτέροις
λόγοις τῆσδε ἱστορίας. ἔπει δὲ τὸν Εὐφορβηνὸν Γεώργιον
μεθ’ ἱκανῆς στρατιᾶς καὶ στόλου διὰ τοῦ Ἴστρου ἐρχόμενον
κατ’ αὐτῶν οἱ Σκύθαι ἐθεάσαντο, ὁ δὲ ποταμὸς οὗτος ῥεῖ
μὶν ἄνωθεν ἀπὸ τῶν δυτικῶν μερῶν, ἐκδίδοται δὲ διὰ τῶν
 καταρρακτῶν καὶ μετὰ ταῦτα διὰ πέντε τινῶν στομάτων εἰς
τὸν πόντον τὸν Εὔξεινον, μέγας τε καὶ πολὺς διὰ πολλῆς
πεδιάδος ἐρχόμενος καὶ ναυσίπορος ὤν, ὡς καὶ τῶν 
πλοίων τὰ μέγιστά τε καὶ φορτηγότατα τούτῳ τῷ ποταμῷ
ἐπινήχεσθαι· οὐ μίαν δὲ προσηγορίαν λαμβάνει, ἀλλὰ
 ἀνωτέρω μὲν καὶ πρὸς τὰς πηγὰς Δάνουβις ὄνομα τούτῳ,
τὰ κάτω δὲ καὶ πρὸς τὰς ἐκβολὰς Ἴστρος ὁ ποταμὸς μετονομάζεται,)
ἐπεὶ δὲ τοίνυν διὰ τούτου τοῦ ποταμοῦ τὸν Εὐφορβηνὸν
Γεώργιον ἡ τῶν Σκυθῶν μερὶς ἐθεάσατο, ἐξ ἠπείρου 
δὲ καἰ τὸν αὐτοκράτορα μετὰ στρατεύματος πλείστου αὐτοὺς 
 

 
 ἤδη καταλαμβάνοντα μεμαθήκεσαν, ὡς ἀμήχανον τὴν μεθ’
ἑκατέρων μάχην εὑρίσκοντες, τρόπον ἐπεζήτουν , δι’ οὖ γένοιτ'
ἂν αὐτοῖς τὸ ὀξὺ τοῦ κινδύνου διεκφυγεῖν. πέμπουσι
τοίνυν πρέσβεις ἑκατὸν πρὸς τοῖς πεντήκοντα Σκύθας , ἐπερωτῶντας
τάχα τὰ περὶ εἰρήνης , ἅμα δὲ καὶ ἀπειλήν τινα μεταξὺ 
 τῶν λόγων παρενείροντας , ἔστι δ' οὖ καὶ ὑπισχνουμένους,
εἰ ταῖς τούτων νεύσεσι καἰ αἰτήσεσι κατανεῦσαι
θελήσειε , μεθ’ ἱππέων χιλιάδων τριάκοντα συμμαχεῖν
τῷ αὐτοκράτορι, ὁπηνίκα βούλοιτο. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τὴν
ἀπάτην διαγνοὺς τῶν Σκυθῶν καὶ ὅτι τὸν ὑπόγυιον κίνδυνον 
φεύγοντες τοιαῦτα διαπρεσβεύονται , καὶ εἰ ἀδείας ὅλως
τύχοιεν, τὸν ὑποκρυπτόμενον τῆς αὐτῶν κακίας σπινθῆρα εἰς
πυρσὸν ἀνάψουσι μέγαν, τὴν πρεσβείαν οὐκ ἐδέχετο. τούτων
δὲ τῶν λόγων συνειρομένων, Νικόλαος τις τῶν ὑπογραμματευόντων,
 ὄντων, τῷ αὐτοκράτορι προσελθὼν πρὸς τὸ οὖς καἰ ὑποψιθυρίσας 
φησι “κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν βασιλεῦ, ἔκλειψιν
τοῦ ἡλιακοῦ φωτὸς προσδόκα γενήσεσθαι. τοῦ δὲ διαπιστοῦντος,
ἐκεῖνος ἐπώμνυτο μὴ διαψεύσασθαι. ὁποῖος δὲ ὁ αὐτοκράτωρ
γοργὸς περὶ τὰς ἐνθυμήσεις, φησὶ τοῖς Σκύθαις
ἐπιστραφεὶς, “Θεῷ τὴν κρίσιν ἀνατίθημι · καὶ εἰ μέν τι σημεῖον 
ἐξ οὐρανοῦ κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἔκδηλον γένηται, 
 

 
 εἴσεσθε πάντως, ὡς σὼ μὲν ὕποπτον οὖσαν τὴν ὑμῶν πρεσβείαν 
εὐλόγως οὐ δέχομαι, ὅτι οὐκ ἐπ’ ἀληθείας οἱ
γάρχαι ὑμῶν τὰ περὶ εἰρήνης διαπεσβεύονται· εἰ δ’ οὐ ,
διαμαρτὼν αὐτὸς τοῦ στοχασμοῦ ἐλεγχθήσομαι.· δύο οὖν
 οὔπω παρῆλθον ὧραι, καί τὸ ἡλιακὸν φῶς ἐπιλέλοιπεν, ὡς
ἀφεγγῆ τὸν ὅλον δίσκον γενέσθαι , ὑποδραμούσης αὐτῷ τῆς
σελήνης. καἰ οἱ μὶν Σκύθαι τηνικαῦτα ἔκθαμβοι γεγόνασιν,
ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ παραδίδωσιν αὐτοὺς Λέοντι τῷ Νικερίτῃ
ἐκτομίας δὲ οὗτος καὶ τοῖς στρατιωτικοῖς νηπιόθεν ἐνδιατρίψας
 καὶ ἀναφανεὶς δοκιμώτατος) , ἐπισκήψας μεθ’ ἱκανῶν 
διασῶσαι τούτους μέχρι τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων. ὁ δὲ
μάλα προθύμως τῆς πρὸς τὴν Κωνσταντίνου ἥψατο. οἱ δὲ
βάρβαροι διὰ παντὸς τῆς ἑαυτῶν φροντίζοντες ἐλευθερίας,
ἐπὰν τὴν μικρὰν Νικαίαν ἔφθασαν, νυκτὸς ἀναιροῦσι τοὺς
 φύλακας, ἀμελῶς πέρι τὴν αὐτῶν διατεθέντας φυλακήν. καὶ
διά τινων σκολιωτέρων ἀτραπῶν ἐπαναστρέφουσι πρὸς τοὺς
πέμψαντας. ὁ δὲ Νικεριτης μόγις μετὰ τριῶν σωθείς, καταλαμβάνει
τὸν αὐτοκράτορα εἰς Γολόην.

Ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ βασιλεὺς ναὶ πτοηθεὶς μὴ οἱ 
 


 
 πρέσβεις ἅπαν τὸ Σκυθικὸν στράτευμα κατ’ αὐτοῦ ἐρεθίσαντες
ἐπεισπέσωσιν αὐτῷ , οὐκ ὀνεγρου δεηθεὶς πρὸς μάχην
αὐτὸν ἐποτρύνοντος, καθάπερ ποτὲ τὸν Ἀτρέως Ἀγαμέμνονα,
ἀλλ’ ἀναζέσας πρὸς μάχην καὶ τὴν Σιδηρὰν μετὰ τῶν ταγμάτων
διελθών , τὸν χάρακα πέρι τὴν Βιτζίναν ἐπήξατο · 
ποταμὸς δὲ οὗτος ἀπὸ τῶν παρακειμένων ὀρῶν ῥέων. πολλοὶ
δὲ τηνικαῦτα χορταγωγίας χάριν τοῦ χάρακος ἐξελθόντες καὶ
πορρωτέρω γενόμενοι ἀνῃρέθησαν, πολλοὶ δὲ καὶ κατεσχέθησαν.
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ κατὰ τὸ περίορθρον ταχὺ καταλαμβάνει
τὴν Πλίσκοβαν, κἀκεῖθεν εἰς ἀκρολοφίαν τινὰ τὴν τοῦ 
 Συμεῶνος καλουμένην ἄνεισιν , ἣ καὶ βουλευτήριον τῶν Συθῶν
 ἐγχωρίως ὠνομάζετο. τὰ αὐτὰ δὲ πάλιν τῆς τῶν χρειωδῶν
συγκομιδῆς χάριν τοῖς τῆς παρεμβολῆς μακρὰν γενομένοις συνέβαινε.
τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν παρά τινα ποταμὸν ἔρχεται ἀγχοῦ
τῆς Δρίστρας ῥέοντα καὶ ὡσεὶ σταδίους εἴκοσι πρὸς τοῖς τέσσαρσιν 
ἀπέχοντα, κἀκεῖσε τὰς σκευὰς καταθέμενος, τὸν χάρακα
πήγνυται. ἐπεισπεσόντες δὲ ἀθρόον οἱ Σκύθαι τῇ τοῦ
βασιλέως σκηνῇ ἐξ ἑτέρου, ἀνεῖλον μὶν τῶν ψιλῶν τοῦ στρατοῦ
ἱκανούς, κατέσχον δὲ καὶ τινας τῶν ἐκθυμοτέρως ἀγωνισαμένων
μανιχαίων. καὶ θόρυβος ἐπὶ τούτοις τοῦ στρατεύματος 
ἦρτο πολὺς ναὶ σύγχυσις, ὡς καὶ τὴν βασιλικὴν κα- 
 

 
 ταπεσεῖν ἐξ αἰτίας τῶν ἀτάκτως θεόντων ἴππων. ὅπερ
τοῖς μὴ ευνως πρὸς τὰν αὐτοκράτορα διακειμένοις κακὸς οἰωνὸς 
ἔδοξεν. ἀλλ’ ὁ μὲν βασιλεὺς τοὺς ἐπεισπεσόντας βαράρους
διά τινος στρατιᾶς ἐξελάσας πόρρω που τῆς σκηνῆς ,
 ὂπ μὴ θορυβοῖεν, εὐθὺς ἐποχηθεὶς ἐκεῖθεν, καὶ καταστείλας
τὸν θόρυβον, σὺν αύταῖς δυνάμεσι μετ' εὐταξίας τὴν
πορείαν ποιησάμενος, καταλαμβάνει τὴν Δρίστραν, πόλος δὲ
αὔτη τῶν περὶ τὸν Ἴστρον διακειμένων περιφανής πολιορκήσων
ταύτην δι’ ἑλεπόλεων. καὶ δῆτα τοῦ ἔργου ἁψάμενος
 καὶ πανταχόθεν ταύτην πολιορκῶν καὶ καταρράξας μίαν τῶν
ταύτης πλευρῶν, εἰσᾐει μετὰ παντὸς τοῦ στρατεύματος. αἰ
ὥ δύο ἀκροπόλεις τῆς ῥηθείσης πόλεως ἔτι παρὰ τῶν συγγενῶν 
κατείχοντο τοῦ καλουμένου Τατοῦ , ἐκείνου προφθάσαν.
τος ἀπελθεῖν ἐφ’ ᾦ ἐπενδύσασθαι Κομάνους καὶ ἐπαναστρέψαι
 εἰς ἀρωγὴν τῶν Σκυθῶν ὃς έν τῷ ἐκεῖθεν ὑποχωρεῖν
συντασσόμενος τοῖς ἰδίοις ἔφη , ὡς “ἐγὼ μὲν ἀκριβῶς οἴδα
τὸν βασιλέα τουτὶ τὸ κάστρον πολιορκῆσαι μέλλοντα. ἐπὰν
οὖν αὐτοὶ τοῦτον θεάσησθε τὴν πεδιάδα ταύτην καταλαβόντα, 
 

 
 σπεύσατε ὑμεῖς προκαταλαβεῖν εἰς τὸν ὑπερκείμενον αὐχένα
ἐπικαιρότατον ὄντα τῶν ἄλλων, κἀκεῖσε τὸν χάρακα πήξασθε,
 ὡς μὴ ἐκεχειρίαν ἔχειν αὐτοκράτορα πολιορκεῖν τὸ φρουρίον,
ἀλλὰ καὶ ὄπισθεν ὁμῶς ἔχειν τὸν νοῦν , τὴν ἐξ ὑμῶν
ὑφορώμενον βλάβην. ὑμεῖς δὲ πανημέριοι καὶ παννύχιοι κατ' 
αὐτοῦ πέμποντες ἀμοιβαδὶς στρατιώτας μὴ ἐνδιδόατε."
αὐτοκράτωρ στοχασάμενος τοῦ δέοντος , καταλιπὼν τὴν τῶν
ἀκροπόλεων πολιορκίαν, ἐπεὶ δυσχερὴς ἦν καὶ καιροῦ δεομένη,)
κἀκεῖθεν ἐξελθών, περί τινα ῥύακα ἀγχοῦ τοῦ Ἴστρου
διακείμενον τὸν χάρακα ἐπήξατο, βουλευόμενος εἰ χρὴ προσβαλεῖν 
τοῖς Σκύθαις ὁ μὲν οὖν Παλαιολόγος καὶ ὁ Μαυροκατακαλὼν
Γρηγόριος τὸν μετὰ τῶν Πατζινάκων ἀνεβάλλοντο
πόλεμον, ὁπλισαμένους δὲ συνεβούλευον τὴν μεγάλην
 Περισθλάβαν καταλαβεῖν. ἁ “οἱ γὰρ Σκύθαι οὕτω πορευομένους
ἡμᾶς καθωπλισμένους μετ’ εὐκοσμίας θεώμενοι, οὐδαμῶς 
τὸν καθ' ἀποθαρρήσουσι πόλεμον ἔλεγον. “εἰ δὲ καὶ
οἱ ἱππεῖς ἄτερ τῶν ἁμαξῶν τοῦ πολέμου κατατολμήσειαν, εὖ
ἴσθι , ὡς ἡττηθήσονται, καἰ ἡμεῖς τοῦ λοιποῦ ὀχύρωμα ἐρυμνότατον
τὴν μεγάλην ἕξομεν Περισθλάβαν." πόλις δὲ αὕτη
περιφανὴς πέρι τὸν Ἴστρον διακειμένη , ποτὲ μὲν οὔτ’ ὄνομα 
τοῦτο ἔχουσα τὸ βαρβαρικόν, ἀλλ’ Ἑλληνίζουσα περὶ τὴν προσ- 
 

 
 ηγορίαν, μεγάλη πόλις καὶ οὖσα κὼ λεγομένη · ἀφ’ οὖ δὲ
Μόκρος ὁ τῶν Βουλγάρων βασιλεὺς κω οἱ ἐξ ἐκείνου γενόμενοι
καὶ προσέτι γε Σαμουὴλ ὁ τελευταῖος τῆς Βουλγαρικῆς 
δυναστείας , καθάπερ 6 Σεδεκίας τῶν Ἰουδαίων, τῆς ἑσπέρας 
 κατέδραμον, σύνθετον ἐκτήσατο τὴν προσηγορίαν ἀπό τε τῆς
Ἑλληνικῆς σημασίας μεγάλη ἐπονομαζομένη καἰ τὴν ἀπὸ
τῶν Σθλαβογενῶν ἐπισυρομένη λέξιν, μεγάλη περισθλάβα
πανταχόθεν τούτοις φημιζομένη. “ταύτην τοίνυν κρησφύγετον
ἔΝες οἱ ἀμφὶ τὸν Μαυροκατακαλὼν ἔλεγον “καὶ ὁσημέραι δι’
 ἀκροβολισμῶν τοῖς Σκύθαις προσβάλλοντες οὐ παυσόμεθα
ζημιοῦντες αὐτούς, μηδ’ ὅλως τούτους τῆς οἰκείας παρεμβολῆς
χορταγωγίας χάριν ἡ τῆς τῶν χρειωδῶν συγκομιδῆς συγχωροῦντες
ἔξεληλυθέναι." τούτων οὖν τῶν λόγων τριβομένων, 
ἀποβάντες οἱ τοῦ Διογενοῦς υἱοὶ τῶν σφετέρων ἵππων, οἶα
 καὶ τῆς τῶν μόθων κακότητος ἄγευστοι , ὅ τε Νικηφόρος
καἰ ὁ Λέων, τοὺς χαλινοὺς ἀφελόμενοι, πλήξαντές τε
αὐτοὺς κατὰ τῶν κέγχρων ἐξήλασαν , ἐπειπόντες “μὴ δέδιθι,
βασιλεῦ· αὐτοὶ γὰρ τοὺς ἀκινάκεις σπασάμενοι διαμελίσομεν
αὐτούς." ὁ δὲ βασιλεὺς φιλοκινδυνότατος ὢν καὶ προαρπά-
 ζειν πεφυκὼς τἀς μάχας, οὐδ' εἰς νοῦν ὅλως τῶν ἀπειργόντων
αὐτὸν τοὺς λόγους ἐβάλλετο, ἀλλὰ τὴν βασιλικὴν σκηνὴν
ναὶ τὰς σκευὰς ἁπάσας ἀναθέμενος τῷ Κουτζομίτῃ Τεωργίῳ 
 

 
 πρὸς τὸ· Βέτρινoν ἐξέπεμψε , τὸ δὲ στράτευμα ἐπέταξε μὴ
λύχνον , μηδὲ πῦρ ἀνάψαι τὸ παράπαν κατὰ τὴν ἑσπέραν
 ἐκείνην, ἀλλὰ τοὺς ἵππους κατέχοντας ἐγρηγορέναι μέχρις
ἡλίου ἀνατολῆς. αὐτὸς δὲ κατὰ τὸ περίορθρον ἔξεισι τῆς
παρεμβολῆς καἰ τὰς δυνάμεις διελὼν καὶ τὰς φάλαγγας εἰς 
πολέμου καταστησάμενος σχῆμα , παραθέων ἐθεᾶτο τὸ στράτευμα.
εἶτα τὴν μέσην τῆς παρατάξεως χώραν εἶχεν αὐτός,
συμπληρουμένην ἀπό τε τῶν ἐξ αἵματος καὶ ἀγχιστείας προσηκόντων
αὐτῷ συγγενῶν καὶ τἀδελφοῦ Ἀδριανοῦ τῶν Αατίνων
τῷ τοτὲ ἡγεμονεύοντος καὶ πέρων γενναίων ἀνδρῶν. 
τοῦ δέ γε ἀριστεροῦ κέρως κατῆρχε Νικηφόρος Καῖσαρ ὁ
Μελισσηνὸς ὁ ἐπ’ ἀδελφὴ γαμβρὸς αὐτοῦ. κατὰ δὲ τὸ δεξιὸν
 ἡγεμόνες ἵσταντο ὁ τε Κασταμονίτης καἰ ὁ Τατίκιος·
τῶν δὲ ἐθνικῶν ὁ τε Οὐζᾶς καὶ ὁ Καρατζᾶς οἱ Σαυρομάται.
ἔξ δὲ τὸν ἀριθμὸν διελόμενος , τὴν αὐτοῦ φυλακὴν 
ἐπέτρεψε, πρὸς αὐτόν τε ὁρᾷν παραγγείλας καὶ μηδενὶ τὸ
παράπαν προσεσχηκέναι ἑτέρῳ , τούς τε δύο υἱούς φημι ‘Ρωμανοῦ
τοῦ Διογενοῦς καὶ Νικόλαον τὸν Μαυροκατακαλὼν
πολλὴν ἐκ μακροῦ πεῖραν τῶν πολέμων ἐσχηκότα καὶ τὸν
Ἰωαννάκην καὶ τὸν ἄρχοντα Βαραγγίας Ναμπίτην κὼ Γουλήν 
τινα καλούμενον πατρῷον θεράποντα. ἀλλὰ καὶ οἱ Σκύθαι
 σχῆμα πολέμου διατυπώσαντες, ἐκ φυσικῆς ἐπιστήμης 
 

 
 πολεμεῖν εἰδότες καὶ κατὰ φάλαγγα ἵστασθαι, κω λόχους
καθίσαντες καὶ τὰς τάξεις τοῖς τακτικοῖς δεσμήσαντες σφιγμασι
καὶ καταπυργώσαντες οἱονεὶ ταῖς ἁρμαμάξαις τὸ στράτευμα,
ἰλαδὸν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ᾔνεσαν καὶ ἠκροβολίζοντο
 πόρρωθεν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ συναρμόσας ταῖς Δαὶς
τὸ στρατόπεδον, τῶν ὁπλιτῶν οὐδενὶ προπηδᾷν ἐνετέλλετο,
οὐδὲ τὸν συνασπισμὸν λύειν, μέχρις ἂν ἀγχέμαχοι Σκύθαις
γένωνται· εἶτ’ ἐπειδὰν τὸ μεσαίχμιον ἀποχρῶν πρὸς
χαλινὸν ἕνα ἀμφοτέρων τῶν στρατευμάτων κατ’ ἀλλήλων ἰεμένων
 θεάσοιντο, ὁμόσε κατὰ τῶν ἐναντίων χωρῆσαι. οὕτω τοίνυν 
τοῦ αὐτοκράτορος ἑτοιμαζομένου, πόρρωθεν ἀνεφάνησαν οἱ 
Σκύθαι σὺν αὐταῖς ἁρμαμάξις καἰ γυναιξὶ καὶ παισὶν ἐρχόμενοι.
συρραγέντος δὲ τοῦ πολέμου, ἀπὸ πρωίας μέχρι δείλης
ἑσπέρας ἀνδροκτασία γέγονε πολλή, ἐξ ἑκατέρων τῶν μερῶν
 πιπτόντων συχνῶν. ὁπηνίκα καὶ Λέων ὁ τοῦ προβεβασιλευκότος
Διογενοῦς υἱὸς σφοδρότερον κατὰ τῶν Σκυθῶν ἐξιππασάμενος
καὶ πλέον τοῦ δέοντος πρὸς τὰς ἁμάξας παρασυρείς,
καιρίαν πληγεὶς πέπτωκεν. Ἀδριανὸς δὲ ὁ τοῦ κρατοῦντος
ἀδελφός, ὁ καὶ τὴν τῶν Λατίνων ἡγεμονίαν ἐμπεπιστευμέννος, 
 τότε τὴν τῶν Σκυθῶν ὁρμὴν ἀνύποιστον θεασάμενος, 
 

 
 ὅλους ῥυτῆρας ἐνδοὺς καὶ μέχρι τῶν ἁμαξῶν ἑαυτὸν ἐμβαλών,
ἔπειτα γενναίως ἀγωνισάμενος μετὰ ἑπτὰ καὶ μόνων
ἐπανέστρεψε, τῶν ἄλλων ἁπάντων παρὰ τῶν Σκυθῶν ἀποσφαγέντων,
τῶν δὲ κατασχεθέντων. τῆς δὲ μάχης ἐπὶ τρυτάνης
ἱσταμένης, ἔτι ἐκθύμως ἀμφοῖν τῶν στρατευμάτων μαχομένων, 
ἔπει λοχαγοί τινες τῶν Σκυθῶν μετὰ τριάκοντα
πρὸς ταῖς ἓξ χιλιάδων πόρρωθεν ἐρχόμενοι ἀνεφάνησαν, οὐκέτι
στέγειν πρὸς τοσούτους οἱ Ῥωμαῖοι ἔχοντες, τὰ νῶτα
 τηνικαῦτα διδόασιν. ὁ μέντοι βασιλεὺς προβέβλητο τῆς οἰκείας
δυνάμεως καὶ ξιφηφόρος εἱστήκει· τῇ ἑτέρᾳ δὲ τῶν 
χειρῶν τῆς τοῦ λόγου μητρὸς τὸ ὠμόφορον σημαίαν κατέχων,
ἵστατο μεθ’ ἱππέων γενναίων ἀνδρῶν εἴκοσι καταλειφθείς,
Νικηφόρου φημι τοῦ υἱοῦ τοῦ Διογενοῦς κω· Μιχαὴλ
πρωτοστράτορος τοῦ Δούκα καὶ ἀδελφοῦ τῆς Αὐγούστης,
συμπαρόντων καὶ πατρῴων θεραπόντων. εἰσπηδή- 
 σαντες δέ τινες πεζοὶ Σκύθαι τρεῖς, οἱ μὲν αἱροῦσιν αὐτὸν
ἑκατέρωθεν τοῦ χαλινοῦ, ὁ δὲ ἀπὸ τῆς κνήμης τῆς δεξιᾶς.
ὁ δὲ τοῦ ἑνὸς τὴν χεῖρα εὐθὺς ἀποτέμνει, ἕτερον δέ, τὸν
ἀκινάκην ἀνατείνας καὶ· ἐμβριμησάμενος, ὀπισθόρμητον ἐποίησε·
τὸν δὲ τῆς κνήμης τοῦτον κατέχοντα πλήττει κατὰ τῆς 
κόρυθος. τὴν δὲ φορὰν τοῦ ξίφους ἐλαφροτέραν ἐπήνεγκε,
οὐδ’ ὅλῃ χειρὶ τὴν πληγὴν ἐποίει πτοούμενος μὴ δυεῖν θάτερον
αὐτῷ συμβαίη, τῆς σφοδροτέρας φορᾶς τῶν ξιφῶν ὡς 
 

 
 ἐπίπαν διολισθαινούσης, καὶ ἢ τὸν ἑαυτοῦ πόδα πλήξῃ ἢ τὸν
ἵππον, ἐν ᾧ ἐπωχεῖτο, καὶ οὕτως ἁλώσιμος τοῖς ἐχθροῖς γένηται.
διὰ τοῦτο καἰ δευτέραν αὐτῷ γοργῶς ἐπάγει πληγήν
μετὰ νουνεχείας τὰς τῆς χειρὸς κινήσεις ποιούμενος έν πάσαις 
 γὰρ ταῖς πράξεσι καὶ τοῖς λόγοις κὼ τοῖς κινήμασι τὸν
λόγον εἶχεν ἐπιστατοῦντα, οὔθ᾿ ὑπὸ θυμοῦ ἐκφερόμενος οὔτ’
ἐπιθυμίαις ὑποσυρόμενος. τῆς κόρυθος δὲ προαναδραμούσης
τῇ προτέρᾳ πληγῇ, τῇ τοῦ Σκύθου κεφαλῇ ψιλῇ τὸ ξίφος
προσέπαισεν. ὁ δ’ εὐθὺς ἄφωνος κατὰ γῆς ἔκειτο. τὴν οὖν
 ἄμετρον φυγὴν τῶν ταγμάτων θεασάμενος ὁ πρωτοστράτωρ,
αἱ φάλαγγες γὰρ ἤδη διεσπάσθησαν φευγόντων ἀκρατῶς,)
“ἵνα τί" φησιν “ὦ βασιλεῦ, τοῦ λοιποῦ ἐνταῦθα πειρᾶσαι
ἐγκαρτερεῖν; ἵνα τι τὴν ζωὴν προδίδως ἀφειδήσας παντάπασι
τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας;·· ὁ δὲ βέλτιον γενναίως μαχομένους 
 ἀποθανεῖν ἔφη, ἥ ἀγεννές τι 
πεποιηκότας σωθῆναι. ὁ δὲ 
πρωτοστράτωρ “εἰ μὲν τῶν κοινῶν εἷς τις ὢν τοῦτ’ ἔλεγες,
ἐπαίνου ἦς ἄξιος· εἰ δὲ ὁ σὸς θάνατος κοσμικὸν ἐπάγει τὸν
κίνδυνον, ἵνα τι μὴ τὸ βέλτιον αἱρῇ; εἰ γὰρ σωθείης, καὶ
αὖθις πολεμήσας νικήσεις. τὸν οὖν κίνδυνον ὑπὲρ κεφαλῆς
 ἤδη ἱστάμενον ὁρῶν ὁ αὐτοκράτωρ, ἀναισχύντως τῶν Σκυθῶν
αὐτῷ προσβαλλόντων, καὶ τὰς σωζούσας ἀπεγνωκὼς ἐλπλήξῃν 
 

 
 πίδας, “καερὸς ῆδη τῆς ἑαυτῶν σὺν θεῷ πεφροντικέναι σωτηρίας"
 τηρίας" εἶπε, “πλὴν ἀλλ᾿ οὐ τὴν αὐτὴν τοῖς φεύγουσι πορεύεσθαι
δεῖ, ὅπως μὴ οἱ τοὺς ἡμετέρους διώκοντες ἐν τῇ
ἐπανέρχεσθαι συναντῶσιν ἡμῖν, ἀλλὰ χρὴ ὑποδείξας τῇ
χειρὶ τοὺς κατὰ τὸ ἄκρον τῆς παρατάξεως ἱσταμένους Σκύθας 
“κατ᾿ αὐτῶν ἐξιππάσασθαι, ὡς σήμερον γεννηθέντας
καί τεθνηξομένους, καὶ οὕτως ὄπισθεν θεοῦ ἐπαρήγοντος τῆς
τῶν Σκυθῶν γεγονότες παρατάξεως, ἐφ’ ἑτέραν ἄτραπον βαδιούμεθα."
ταῦτα εἰπὼν καὶ τοὺς ἄλλους ἐποτρύνας, πρῶτος
 τος αὐτὸς ὡς πῦρ κατὰ τῶν Σκυθῶν ἵεται καὶ τὸν συναντήσαντα 
παίει· ὁ δ’ εὐθὺς ἐξεκυλίσθη τῆς ἕδρᾳ. καὶ οὕτω
τοῦ Σκυθικοῦ συνασπισμοῦ διασχισθέντος, μετὰ τῶν ἀμφ’
αὐτὸν τὴν ὄπισθεν τῶν Σκυθῶν κατέλαβε χώραν. ἀλλὰ ταῦτα
μὲν ὁ βασιλεύς. τὸν δὲ πρωτοστράτορα, ὀλισθήσαντος αὐτῷ
τοῦ ἵππου, κατενεχθῆναι συμβέβηκεν. εἷς δέ τις τῶν αὐτοῦ 
θεραπόντων παραχρῆμα τὸν ἴδιον αὐτῷ ἐπιδίδωσιν ἵππον.
ἐφθακὼς δὲ τὸν αὐτοκράτορα, οὐκέτι αὐτοῦ χωρίζεται οὐδὲ
βῆμα ποδός, ἔξόχως τοῦτον ποθῶν. συγχύσεως δὲ πολλῆς
οὔσης, τῶν μὲν φευγόντων, τῶν δὲ διωκόντων, φθάνουσιν
 αὖθις καὶ ἕτεροι Σκύθαι τὸν βασιλέα, καὶ ὃς παραχρῆμα 
ἐπιστραφείς, πλήττει τὸν διώκοντα οὐκ αὐτὸν δὲ μόνον 
 

 
 ἀλλὰ καὶ ἄλλους οὐκ ὀλίγους, ὡς οἱ τότε συμπαρόντες διενίσταντο,
ἀνεῖλεν. εἷς δέ τις Σκύθης Νικηφόρον τὸν Διογένην
ἐξ ὀπισθίων φθάσας πλήττειν ἔμελλεν. ὃν ὁ αὐτοκράτωρ
θεασάμενος, πρὸς τὸν Διογένην ἐφώνει “ὅρα καὶ ὄπισθεν,
 Νικηφόρε." ὁ δὲ γοργῶς ἐπιστραφείς, πλήττει αὐτὸν
κατὰ τῆς ὄψεως. καὶ ὡς τοῦ βασιλέως έν τοῖς ὑστέροις χρόνοις
διηγουμένου ἠκηκόειμεν, οὐδέποτε τάχος τοιοῦτον οὐδὲ
περιδεξιότητα ἀνδρὸς ἐθεάσατο. καὶ ὡς “ἐγώ" φησιν “εἰ μὴ
τὴν σημαίαν κατεῖχον κατ’ ἐκείνῳ τὴν ἡμέραν, ὑπὲρ τὰς 
 ἰδίας τρίχας πλήξας ἂν Σκύθας ἀνεῖλον," οὐ· περιαυτολογῶν.
τίς γὰρ τοσοῦτον εἰς ἔσχατον ταπεινότητος ἤλασεν; ἀλλὰ γὰρ
ὁ λόγος καὶ τῶν πραγμάτων ἡ φύσις αὐτὸν ἠνάγκαζε, καὶ
τὰ κὰτ αὐτὸν πρὸς ἡμᾶς κύκλοθεν τοὺς ἰδίους αὐτοῦ ἐνίοτε
ἐκλαλεῖν, κὼ ταῦτα παρ’ ἡμῶν πολλὰ βιαζόμενον· πρὸς δὲ
 τοὺς ἐξωθεν οὐδεὶς τῶν ἁπάντων ἤκουεν ὑπέρκομπόν τι τὸν
αὐτοκράτορα διηγούμενον. ἀνέμου δὲ σφοδροῦ πνεύσαντος
καὶ τῶν Πατζινάκων προσβαλλόντων, οὐκέτι εὐτόνως
εἶχε τὴν σημαίαν κατέχειν ὁ βασιλεύς. ἐπεὶ δέ τις Σκύθης 
μεταχειρισάμενος δόρυ μακρὸν δι’ ἀμφοτέρων τῶν χειρῶν,
 ἔπληξεν νυῶν κατὰ τοῦ γλουτοῦ, διέτρησε μὶν τὸν χρῶτα 
 

 
 οὐδαμῶς, ὀδύνην δὲ ἐνεποίησεν ἀνήκεστον, ἥτις ἐπὶ πολλοῖς
 διέμεινεν αὐτῷ ἔτεσιν. διὰ τοῦτο ἐπὶ τοσοῦτον βιασθείς, τὴν
σημαίαν περιστείλας ἔν τινι τῶν χαμαιδρύων κατατίθησιν,
ὡς μηκέτι ὁρᾶσθαι παρά του. οὗτος δὲ διὰ τῆς νυκτὸς διεσώθη
εἰς Γολόνη· ὅτε καὶ ἔλεγον οἱ πολῖται “ἀπὸ τὴν Δρίστραν 
εἰς Γολόην καλὸν ἄπληκτον, Κομνηνέ." καἰ μεθ’ ἡμέ-
 ρας καταλαβὼν τὴν Βερόην, διεκαρτέρει πρίασθαι τοὺς δορυαλώτους
ἐθέλων.

Ὁ δὲ Παλαιολόγος ἐν τῷ φεύγειν τῶν ταγμάτων ἡττηθέντων
κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην κατενεχθεὶς τοῦ ἵππου, 
ἀπώλεσε τοῦτον· ἐν ἀμηχανίᾳ δὲ ὢν καὶ τὸν κίνδυνον ἱστάμενον
ὑπὲρ κεφαλῆς ὁρῶν, περιαθρήσας, εἴ που γένοιτό οἱ
τοῦτον θεάσασθαι, ὁρᾷ τὸν τῆς Χαλκηδόνος πρόεδρον Λέοντα,
περὶ οὖ ἄνωθεν ἐμνήσθημεν, τὴν ἱερατικὴν στολὴν
ἠμφιεσμένον, ἵππον ἐπιδιδόντα αὐτῷ, ἐν ᾧ ἐπιβὰς εἴχετο 
τῆς φυγῆς· τὸν δὲ ἱεροπρεπῆ ἐκεῖνον ἄνδρα οὐκέτι τεθέα-
 ται. ἦν δ’ ἄρα οὗτος παρρησιαστικὸς τὴν ψυχὴν καὶ ἀληθῆ
χαρακτῆρα ἐμφαίνων ἀρχιερέως, φρονήματος μέντοι ἁπαλωτέρου
καὶ τὸν ζῆλον ἔστιν οὗ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ἐνδεικνύμενος,
καὶ οὐδὲ τῶν ἱερῶν κανόνων ἀκριβῆ γνῶσιν εἶχε. διὸ 
καὶ ἅπερ ἄνωθεν εἴρηται συνεπεπτώκει αὐτῷ λυπηρά, καὶ 
 


 
 τοῦ θρόνου ἐξέπεσεν. ἐξείχετο δὲ τοῦ ἀνδρὸς ὁ Παλαιολόγος
ἀεὶ καὶ διαφερόντως ἐτίμα διὰ τὸ πέριον αὐτῷ τῆς ἀρετῆς.
εἴτε οὖν διὰ τὴν θερμοτάτην πίστιν τὴν εἰς τὸν ἄνδρα τοῦτον
ὁ Παλαιολόγος θείας ἔτυχεν ἐπιφανείας εἴτ᾿ ἄλλο τι ἥν
 τῆς προνοίας ἀπόρρητον κατὰ τουτονί τὸν ἀρχιερέα τὸ φαινόμενον,
οὐκ ἔχω λέγειν. διωκόμενος δὲ ὑπὸ τῶν Πατζινάκων 
εἰς ἑλώδη τόπον καὶ συνηρεφῆ εἰσελθών, περιτυγχάνει στρατιώταις
τὸν ἀριθμὸν ἑκατὸν πρὸς τοῖς πεντήκοντα. περικυκλούντων
αὐτοὺς τῶν Σκυθῶν, ὡς ἐν ἀμηχανία τὰ κατ’ αὐτοὺς
 ἐώρων, πρὸς τοσούτους ἀντέχειν μὴ ἐξισχύοντες, τῆς τοῦ
Παλαιολόγου ἐξήρτηντο γνώμης, πάλαι τούτου τὸ γενναῖον
καὶ ἀκατάσειστον τῆς γνώμης γινώσκοντες. αὐτὸς δὲ κατὰ
τῶν Σκυθῶν ὁρμῆσαι συνεβούλευε, τῆς κατ’ αὐτοὺς παντάπασιν
ἀφειδήσαντας σωτηρίας, κἀντεῦθεν, οἶμαι, ταύτην ὠνή·
 σασθαι. χρὴ δὲ δι’ ὅρκων ταυτηνὶ τὴν βουλὴν ἐμπεδῶσαι,
ὁ δὴ καὶ γέγονεν,) ὡς τηνικαῦτα μιᾶς γνώμης ἁπάντων γεγονότων, 
τῆς κατὰ τῶν Σκυθῶν ὁρμῆς μηδένα ἀπολειφθῆναι,
τὴν σωτηρίαν καὶ τὸν κίνδυνον ἴδιον ἑκάστου λογισαμένου. ὁ
μὶν οὖν Παλαιολόγος σφοδρὰν τὴν ἱππασίαν ποιησάμενος,
 παίει τὸν αὐτῷ πρώτως ὑπαντήσαντα· ὁ δ᾿ εὐθὺς σκοτοδινιάσας
νιάσας κατὰ γῆς ἔκειτο. τῶν δὲ λοιπῶν μετὰ διψυχίας τὴν 
 

 
 ἱππασίαν ποιησαμένων, οἱ μὶν πεπτώκασιν, οἱ δὲ αὗθις ὡς
εἰς φωλεὸν τὸ συνηρεφὲς ἄλσος παλινοστήσαντες, ἑαυτοὺς
ἴσωσαν κρυπτόμενοι. ἐν δὲ τῷ τὸν Παλαιολόγον ἀκρολοφίαν
τινὰ καταλαμβάνειν ὑπὸ τῶν Πατζινάκων αὖθις διωκόμενον,
συνέβη τὸν ἵππον πληγέντα καταπεσεῖν, αὐτὸν δὲ τηνικαῦτα 
εἰς τὸ παρακείμενον ὄρος εἰσδῦναι. ἀναζητῶν δὲ τὴν σώζουσαν
ὁδόν, ἔπει ῥᾳδίως μὴ ἐξῆν αὐτῷ ταὐτὴν εὑρηκέναι, ἐπὶ
ἕνδεκα ἡμέραις πλανώμενος περιτυγχάνει γυναικί τινος στρα-
 τινώτου χήρᾳ καὶ ἐπιξενίζεται παρ’ αὐτῆς ἐφ’ ἡμέραις τισί·
σωθέντες δὲ τοῦ κινδύνου καὶ οἱ ταύτης υἱεῖς στρατιῶται ὄντες 
 τὴν σώζουσαν τούτῳ ὁδὸν ὑποδεικνύουσιν. ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν
τῷ Παλαιολόγῳ συμπεσόντα. οἱ δέ γε τῶν Σκυθῶν λογάδες
οὑς κατέσχον δορυαλώτους ἀποκτεῖναι ἐβουλεύοντο, τὸ δὲ πλῆθος
τοῦ κοινοῦ τὸ παράπαν τοῦτο οὐ συνεχώρει, βουλόμενοι
ἀπεμπολῆσαι τούτους τιμῆς ταύτης γοῦν τῆς βουλῆς κυρωθείσης, 
δίδοται γνῶσις τῷ βασιλεῖ διὰ γραμμάτων τοῦ Μελισσηνοῦ,
ὃς πολλὰ πρὸς τοῦτο, κἀν δορυάλωτος ἦν, τοὺς Σκύθας ἠρέθιζεν.
ὁ δὲ βασιλεὺς εἰς Βερόην ἔτι ἐνδιατρίβων, τῆς βασιλίδος
τῶν πόλεων χρήματα ἱκανὰ μετακομίσας, ἐπρίατο τοὺς
δορυαλώτους.

Καταλαμβάνει δὲ τηνικαῦτα καὶ ὁ Τατὸς τὸν Ἴστρον
 μεθ᾿ ὧν ὑπεποιήσατο Κομάνων, οἱ τὴν τοσαύτην λείαν καὶ 
 


 
 τὸ πλῆθος τῶν δορυαλώτων θεασάμενοι, τοῖς ἡγεμόσι τῶν
Σκυθῶν ἔφασαν, ὡς “ἡμεῖς μὲν τὰ οἴκοι καταλιπόντες, εἰς
ὑμετέραν ἤλθομεν βοήθειαν, τὴν τοσαύτην ὁδὸν διηνυκότες,
ἐφ’ ᾡ καὶ τοῦ κινδύνου καὶ τῆς νίκης συγκοινωνοὶ γενήσεσθαι.
 τὸ γοῦν ἡμέτερον ἅπαν συνεισενεγκόντας, οὐ χρὴ κενοὺς αὐθις
ἀποπεμφθῆναι. οὐ γὰρ ἐκ προαιρέσεως τοῦ πολέμου κατόπιν
καιροῦ ἔφθημεν ἐληλυθότες, οὐδὲ αὐτοὶ τούτου αἴτιοί
ἐσμεν, ἀλλ᾿ ὁ προαρπάσας τὸν πόλεμον βασιλεύς. ἥ γοῦν
κοινῇ μεθ’ ἡμῶν τὴν λείαν πᾶσαν διαμερίσασθε, ἢ ἀντὶ συμμαχων 
 πολεμίους ἡμᾶς ἕξετε." πρὸς τοῦτο ἀνένευσαν οἱ
Σκυθαι. τῶν δὲ Κομάνων τοῦτο μὴ φερόντων, σφοδρὸς
ἀνάμεσον αὐτῶν ἀναρρήγνυται πόλεμος, καὶ κατὰ κράτος οἱ
Σκύθαι ἡττηθέντες, εἰς τὴν καλουμένην Ὀζολίμνην μόλις ἐσώθησαν.
στενούμενοι δὲ παρὰ τῶν Κομάνων, ἐφ᾿ ἱκανὸν ἐκεῖσε
 διέτριβον, τὴν μετάβασιν μὴ ἀποθαρροῦντες. ἡ δὲ νῦν Νη’
ἡμῖν Ὀζολίμνη κατονομαζομένη μεγίστη μέν εστι κατά τε διάμετρον
καὶ περίμετρον, καὶ τῶν ὅπου δήποτε φημιζομένων
πάρα τοῖς γεωγράφοις λιμνῶν μηδεμιᾶς εἰς μεγέθους λόγον
ἐλλείπουσα· κεῖται δὲ τῶν Ἕκατόν βουνῶν ὕπερθεν, καὶ εἰς 
 αὐτὴν μέγιστοί τε καὶ κάλλιστοι συρρέουσι ποταμοί· καὶ
κατὰ νότον πολλάς τε καὶ μεγάλας καὶ φορτηγούς εστιν ἀνέχουσαν
νῆας, ὡς εἷναι κἀντεῦθεν δῆλον τὸ βάθος αὐτῆς ὁπό- 
 


 
 σὸν τί ἐστιν. Ὀζολίμνη δὲ κατωνόμασται, οὐχ ὅτι κακοῦ τινος
καὶ βαρυόδμου ἀναδίδωσιν ἀποφοράν, ἀλλ’ ὅτι οὑννικῆς
ποτὲ στρατιᾶς ἐπιφοιτησάσης τῇ λίμνῃ τούτους δὲ τοὺς Οὔννους
Οὔζους ἡ ιδιῶτις ἀπεκάλεσε γλῶσσα) καὶ περὶ τοὺς
ὄχθους τῆς λίμνης αὐλισαμένης, Οὐζολίμνην τὴν τοιαύτην προσηγορεύκασι 
λίμνην, μετὰ προσθήκης, οἴμαι, καὶ τοῦ ὒ φωνήεν-
 τος. καί ἀπὸ μὲν τῶν παλαιῶν συγγραμμάτων οὐχ εἵρηταί
πω συνελαθὲν ἐνταῦθα Οὐννικὸν στράτευμα, ἔπι δὲ τοῦ αὐτοκράτορος
Ἀλεξίου τότε πάντες ἁπανταχόθεν ἐκεῖσε συνερρωγότες
τῷ τόπῳ δεδώκασι τοὔνομα. τὰ μὲν οὖν περὶ τῆς λίμνης 
ὧδέ πη ἐχέτω, ὥσπερ πὰρ ἡμῶν νῦν πρώτως ἱστορούμενα,
ἴν’ ἐνδείξαιμεθα, ὅτι τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου ταῖς πολλαῖς
καὶ πολλαχοῦ στρατηγίαις νῦν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, νῦν δὲ ἀπὸ τῶν
 ἐπισυρρυέντων ἐχθρῶν πολλὰς ἐλάμβανον οἱ τόποι προσηγορίας.
τοιοῦτον δέ τι καὶ ἐπὶ Ἀλεξάνδρου τοῦ τῶν Μακεδόνων
 βασιλέως καταμανθάνω. καὶ γὰρ ὅπου μὲν Ἀλεξάνδρεια
ἡ κατ’ Αἴγυπτον, ὅπου δὲ ἡ Ἀλεξάνδρεια ἡ κατ’ Ἰνδοὺς ἀπ’
ἐκείνου ὠνόμασται, ἴσμεν δὲ καὶ ἀπὸ Λυσιμάχου τινος τῶν
ἀμφ’ αὐτὸν στρατιωτῶν Λυσιμάχειαν κατονομάζεσθαι. οὐκ
ἂν οὖν θαυμασαίμην, εἰ ναί ὁ βασιλεὺς Ἀλἐξιος ζῆλον Ἀλε- 
 

 
 ξάνδρειον ἀναλαβών, ὅπου μὲν ἐξ ἐθνῶν ἥ συρραγέντων ἢ
προσκεκλημένων παρ’ αὐτοῦ παριῆψε τοῖς τόποις ὀνομάτων
καινότητας, ἥ ἀφ’ ὧν αὐτὸς κατεπράξατο, τῆς ἑαυτοῦ προσηγορίας
ὦς τόποις μετέδωκε. τοσαῦτα μὲν πέρι τῆς ἄνωθεν
 εἰρημένης Ὀζολίμνης ἐπερρίφθω ἱστορικώτερον. οἱ δὲ 
Κομανοὶ, ἐπεὶ σπάνιν τῶν χρειωδῶν εἶχον, παλινδρομοῦσιν
εἰς τὰ ἴδια, ἐφ’ ᾧ τὰ χρειώδη συγκομισάμενοι, αὖθις κατὰ
τῶν Σκυθῶν ὑπαναστρέψαι.

Συνάγεται έν τῷ μεταξὺ ὁ βασιλεὺς κείμενος εἰς Βεπόην,
 ἐξοπλίζει τοὺς αἰχμαλώτους καὶ τὸ λοιπὸν ἅπαν ὁπλιτικόν.
τότε καὶ ὁ Θλάντρας κόμης ἐξ Ἱεροσολύμων επανερχόμενος,
ἐκεῖσε καταλαμβάνει τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν συνήθη 
τοῖς Λατίνοις ἀποδίδωσιν ὅρκον, ὑποσχόμενος ἅμα τῷ
τὰ οἴκοι καταλαβεῖν συμμάχους ἀποστεῖλαί οἱ ἱππεῖς πεντακοσίους.
 φιλοτιμησάμενος τοίνυν τὸν τοιοῦτον ὁ βασιλεύς,
πρὸς τὰ σφέτερα χαίροντα προέπεμψεν. ἀπάρας οὖν ἐκεῖθεν
ὁ αὐτοκράτωρ μεθ’ ὧν αὖθις συνελέξατο δυνάμεων καταλαμβάνει
τὴν Ἀδριανούπολιν. οἱ δὲ Σκύθαι διεληλυθότες τὰ μεταξὺ
τέμπη, μέσον Γολόης καί Διαμπόλεως κατὰ τὴν λεγομένην
 Μαρκέλλαν τὸν χάρακα ἐπήξαντο. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ 
τὰ κάτα τοὺς Κομάνους μεμαθηκώς, ἔπει προσδόκιμοι
ἐπαναστρέψαι ἦσαν, ἐδεδίει, τὴν ἐκείνων ἔλευσιν ὑφορώμε- 
 


 
 νος. μεταπεμψάμενος τοίνυν τὸν Συνέσιον καὶ τοῖς πρὸς τοὺς
Σκύθας χρυσοβούλλοις λόγοις ἐφοδιάσας, ἐκπέμπει παραγγείλας,
ὡς εἰ μὲν πεισθεῖεν σπείσασθαι· καὶ δοῖεν ὁμήρους, ἀναχαιτίσαι
αὐτοὺς τῆς ἔπι τὸ πρόσω φορᾶς καὶ παρασκευάσαι
μένειν ἐν ᾧ προκατέλαβον τόπῳ, καὶ οὕτω χορηγεῖν αὐτοῖς 
δαψιλῆ τὰ χρειώδη· ἐσκόπει γὰρ τούτοις κατὰ τῶν Κομά-
 νων χρήσασθαι, εἰ τὸν Ἴστρον αὖθις καταλαβόντες πρὸς τὰ
πρόσω χωρεῖν ἐπιχειρήσαιεν· εἰ δέ γε οἱ Σκύθαι μὴ πείθονται,
αὐτοῦ που καταλιπεῖν αὐτοὺς καὶ ὑποστρέψαι. κατέλαβε
τούτους ὁ ῥηθεὶς Συνέσιος, καὶ εἰκότα προσομιλήσας, 
ἔπεισεν ὑποσπόνδους γενέσθαι τῷ βασιλεῖ. κἀκεῖσε προσκαρτερῶν
πάπας αὐτοὺς θεραπείας ἠξίου, πᾶσαν περιαιρῶν
σκανδάλου πρόφασιν. ἐπαναστρέψαντες δὲ αὖθις οἱ
Κομανοὶ παρεσκευασμένοι πρὸς τὸν κατὰ τῶν Σκυθῶν πόλεμον,
καὶ μὴ ἐντυχόντες αὐτοῖς, ἀλλὰ μεμαθηκότες τὴν τούτων 
διὰ τῶν κλεισουρῶν ἔλευσιν, καὶ ὅτι τὴν Μαρκέλλαν
 καταλαβόντες εἰς εἰρηνικὰς ἦλθον μετὰ τοῦ βασιλέως σπονδάς,
ἐξαιτοῦνται διελθεῖν τὰς κλεισούρας καὶ προσβαλεῖν τοῖς
Σκύθαις. ὁ δὲ πρὸς τοῦτο ἀνένευσε, προεφθακὼς σπείσα-
 σθαι μετὰ τῶν Σκυθῶν, εἰπών, ὡς “οὐ χρεία τὸ παρὸν βοηθείας 
ἡμῖν· λαβόντες ἱκανὰ ἐπαναστρέψατε." καὶ φιλοφρονησάμενος
τοὺς πρέσβεις, δῶρα τε ἱκανὰ ἐπιδούς, μετ᾿ εἰρήνης
ἀπέστειλε. τοῦτο θάρσος τοῖς Σκύθαις ἐνέβαλε, καἰ παρασπονδήσαντες
τῆς προτέρας ἀπανθρωπίας εἴχοντο, ληϊζόμε- 
 

 
 νοὶ τὰς παρακειμένας πόλεις καἰ χώρας. ἀστατεῖ γὰρ ὡς
ἐπίπαν ἅπαν τὸ βάρβαρον καὶ σπονδὰς φυλάττειν οὐ πέφυκε. 
τοῦτο θεασάμενος ὁ Συνέσιος, ἐπανέρχεται πρὸς τὸν βασιλέα,
αὐτάγγελος μηνυτὴς γεγονὼς τῆς τῶν Σκυθῶν ἀγνωμοσύνης
 καὶ παραβάσεως. τὴν Θιλιππουπολιν δὲ τούτων καταλαβόντων,
τοῦτο μεμαθηκὼς ὁ βασιλεύς, ἐν ἀμηχανίᾳ καθίστατο,
ἀποχρώσας πρὸς τοσαῦτα πλήθη μὴ ἔχων δυνάμεις, ὥστε
ὅλως τὴν μετ᾿ αὐτῶν μάχην ἀναδέξασθαι. ὁποῖος δὲ ἐκεῖνος
ὲν ἀμηχάνοις πόρους εὑρίσκων καὶ μηδ’ ὁπωσοῦν καταπίπτειν
 ἐν περιστάσεσιν εἰωθώς, δεῖν ἔγνω δι’ ἀκροβολισμῶν καὶ
λόχων τὴν τούτων μελετῆσαι καθαίρεσιν. κὼ οὕτω στοχασάμενος 
τῶν τόπων καὶ τῶν πόλεων, ἔνθα καταλαμβάνειν
ἐκεῖνοι πρωΐας ἔμελλον, αὐτὸς ἑσπέρας τὴν τούτων προκατελάμβανεν
ἔλευσιν· εἰ δὲ ἐσπέρας τούτους ἐμεμαθήκει τόπον
 τινὰ καταλαβεῖν, ἐκεῖνος τὸν τοιοῦτον πρωίας κατελάμβανε.
καὶ ὡς δύναμις, δι’ ἀκροβολισμῶν καὶ λόχων πόρρωθεν πρὸς
αὐτοὺς ἀπεμάχετο, ὡς μὴ ἐγκρατεῖς αὐτοὺς γίνεσθαι τῶν
φρουρίων. κατέλαβον οὖν ἄμφω οἱ τε Σκύθαι καὶ ὁ αὐτοκράτωρ
τὰ Κύψελλα. ἐπεὶ δὲ τὸ ἐλπιζόμενον μισθοφορικὸν
 οὔπω κατέλαβε, γινώσκων ὁ αὐτοκράτωρ τὸ ὀξυκίνητον τῶν
Σκυθῶν καἰ ὁρῶν αὐτοὺς ἤδη καὶ αὐτὴν τὴν βασιλίδα καταλαμβάνοντας 
τῶν πόλεων ξὺν τάχει πολλῷ, ἐν ἀμηχανίᾳ ἥν. 
 

 
 καὶ μὴ ἀποχρώσας δυνάμεις πρὸς τοσαῦτα πλήθη ἔχ·ων, τὸ
μὴ χεῖρον, ὅ φασιν, βέλτιον λογισάμενος, πρὸς εἰρηνικὰς
αὖθις ἀπεῖδε σπονδάς. ἐρωτᾷ γοῦν, πρέσβεις ἀποστείλας
πρὸς αὐτούς, τὰ περὶ εἰρήνης· οἱ δ’ αὖθις τῷ τοῦ βασιλέως
ὑπεῖξαν θελήματι. προέφθασε δὲ πρὸ τῶν εἰρηνικῶν σπονδῶν 
αὐτόμολος παραγενέσθαι ὁ Νεάντζης. πέμπεται τοίνυν
 ὁ Μιγιδηνός, ὥστε πανηγύρεις ἐξάγειν ἐκ τῶν παρακειμένων
χωρῶν· οὗ ὁ υἱὸς εἰς τὸν γεγονότα ὕστερον πόλεμον κατὰ
τὸν τόπον ὀξέως κατὰ τῶν Πατζινάκων ὁρμήσας,
καὶ παρασύρεις παρὰ γυναικὸς Σκυθίδος ἑάλω, διὰ σιδηρᾶς 
ἅρπης εἴσω τῶν ἁμαξῶν ἑλκυσθεὶς. οὗ τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθεῖσαν
ἐπρίατο ὁ βασιλεὺς ἐξ αἰτήσεως τοῦ πατρὸς αὐτοῦ·
 ὑπὸ δὲ τῆς ἀφορήτου θλίψεως ἐπὶ τρισὶ νυχθημέροις διὰ
χερμάδος λίθου τύπτων τὸ στέρνον ὁ πατὴρ τελευτᾷ. οὐκ
ἔπι πολὺ δὲ τὰ τῆς εἰρήνης τῶν Σκυθῶν διήρκει, ἀλλ’ αὐθις 
πρὸς τὸν ἴδιον ἔμετον, ὡς κύνες, ἐστράφησαν. ἀπάραντες οὖν
ἀπὸ τῶν Κυψέλλων, καταλαμβάνουσι τὸν Ταυρόκωμον, κἀκεῖ
παραχειμάσαντες, ἐληίζοντο τὰς παρακειμένας κωμοπόλεις.

Ἔαρος δὲ ἤδη ἀναφανέντος, ἐκεῖθεν εἰς Χαριούπολιν
ἔρχονται ὁ δὲ βασιλεὺς εἰς τὸ Βουλγαρόφυγον διατρίβων, 
οὐκέτι ἐν ἀναβολαῖς ἦν. ἀλλὰ μέρος τοῦ στρατοῦ ἀποτεμνόμενος 
 


 
 ἱκανόν λογάδας ἅπαντας καὶ αὐτοὺς δὴ τοὺς ἀρχοντοπούλους 
καλουμένους νέους, ἀρτιφυεῖς πάντας τὸ γένειον τὴν ὁρμὴν
ἀνυποστάτους, προσέταξεν ἐξ ὀπισθίων τοῖς κατὰ τὸ ακρον
τῶν ἁμαξῶν ἱσταμένοις προσβαλεῖν. τὸ δὲ τῶν ἀρχοντοπουλων
 τάγμα παρὰ Ἀλεξίου πρώτως ἐφεύρητο. ἀστρατίαν γὰρ
ἐχούσης τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς διὰ ῥᾳθυμίαν τῶν ἀνέκαθεν
αὐτοκρατόρων, συλλεξάμενος ἁπανταχόθεν αὐτοὺς τῶν
ἀποπεπτωκότων στρατιωτῶν υἱεῖς, ἐγύμνασέ τε πρὸς ὅπλα
καἰ πόλεμον ναὶ ἀρχοντοπούλους ὠνόμασεν, ὡσανεὶ ἐξ ἀροχόντων
 υἱοὺς γεγονότας ἵνα διὰ τοῦ ὀνόματος εἰς τὴν τῶν
γονέων εὐγένειάν τε καὶ ἀνδρίαν ἀναφερόμενοι καὶ οὗτοι θούριδος 
ἀλκῆς μνήσαιντό τε καὶ ἀνδρειότεροι γένοιντο, τοῦ καιροῦ
τούτοις τόλμαν καὶ ῥώμην ὑπαγορεύοντος. τοιοῦτον δὴ
τὸ τῶν ἀρχοντοπούλων τάγμα, ὡς έν ὀλίγῳ εἰπεῖν, εἰς δύο
 χιλιάδας συμποσούμενον, ὥσπερ ποτε καὶ τοῖς Δάκωσιν ἐφεύρητο
ὁ ἱερὸς λεγόμενος λόχος. οὗτοι τοίνυν οἱ νεόλεκτοι
ἀρχοντόπουλοι ἐσταλμένοι πολεμικῶς ἤεσαν. οἱ δὲ κάτωθεν
τοῦ αὐχένος προλοχίζοντες Σκύθαι τὰς τούτων ἐφόδους ἐπετήρουν·
καὶ θεασάμενοι τούτους κατὰ τῶν ἁμαξῶν ἐφωρμηκότας,
 ἀσχέτῳ ῥύμη κατ᾿ αὐτῶν ἵενται. καὶ ἀγχεμάχου
τῆς συμπλοκῆς καταστάσης, πίπτουσι τῶν ἀρχοντοπούλων ὡσεὶ
τριακόσιοι ἐκθύμως μαχόμενοι. πέρι ὦν ἐπὶ πολὺν χρόνον 
 
 νυ 

 
 βύθιον ἔστενεν ὁ βασιλεύς, δάκρυα θερμὰ ἐκχέων καὶ ὀνομαστὶ
ἕκαστον καθαπερεὶ ἀπόδημον ἀνακαλούμενος. ἡττήσαντες
οὖν οἱ Πατζινάκοι τοὺς ἀντιτεταγμένους, διὰ τῆς
Χαριουπόλεως διελθόντες, ἀπονενεύκασι πρὸς τὸν Ἄπρον,
ἅπαντα ληιζόμενοι. τῇ γοῦν προτέρᾳ μεθόδῳ χρησάμενος 
αὖθις ὁ βασιλεὺς προκαταλαμβάνει τούτους καἰ εἰσεῖσιν εἰς
τὸν Ἄπρον· οὐ γὰρ προσῆσαν αὐτῷ ἀποχρῶσαι δυνάμεις,
 καθάπερ πολλάκις εἴρηται, πρὸς μάχην τοῖς ἀντικαθισταμένοις.
τοιγαροῦν γινώσκων αὐτοὺς κατὰ τὰς αὐγὰς ἡλίω εἰς
προνομὴν ἐξερχομένους, μετακαλεσάμενος τὸν Τατίκιον, οὑ 
ὁ λόγος ἐν πολλοῖς ἐμέμνητο, ἐνετείλατο συμπαραλαβεῖν μαθ᾿
ἑαυτοῦ τούς τε καλουμένους ἠνδρειωμένους τῶν ἀγούρων καὶ
τῶν περὶ τὴν θεραπείαν αὐτοῦ οἰκειοτέρων τοὺς λογάδας καὶ
τοὺς Λατίνους ἅπαντας, καἰ κατὰ τὸ περίορθρον τὰς Σκυθικὰς
ἐκδρομὰς διυπνισθέντας τηρεῖν, ὥσθ’ ὁπηνίκα τοὺς 
Σκύθας εἰς προνομὴν ἐξιόντας τῆς ἰδίας πόρρω γενέσθαι παρεμβολῆς
στοχάζοιντο, κατ᾿ αὐτῶν τηνικαῦτα ὅλους ῥυτῆρας
ἐνδοῦναι. ὁ δὲ κατὰ τὸ ἐντεταλμένον πεποιηκώς, κτείνει μὲν
 τριακοσίους, ἱκανοὺς δὲ καὶ ζωγρίαν ἄγει. τί τὸ ἐντεῦθεν;
καταλαμβάνουσιν οἱ παρὰ τοῦ Φλάντρα ἀποσταλέντες ἱππεῖς 
ἔκκριτοι ὡσεὶ πεντακόσιοι, χάρισμα κομίζοντες τούτῳ ἵππους
ἐκκρίτους τὸν ἀριθμὸν ἑκατὸν πρὸς τοῖς πεντήκοντα· ἀλλὰ 
 

 
 καὶ ὅσους τῆς προκειμένης αὐτοῖς χρείας εἶχον ἐπέκεινα, ἀποδεδώκασι
τούτῳ τιμῆς. ὁ δὲ βασιλεὺς Ἀλέξιος δεξιωσάμενος
τούτους, ἱκανὰς ἀπεδίδου τὰς χάριτας. ἀγγελίας δὲ ἐκ τῆς
ἑῴας καταλαβούσης, ὅσον ἤδη ὁπλίζεσθαι τὸν τὴν Νικαιαν 
 φρουροῦντα, ὃν ἡ συνήθεια μὲν τῶν περσῶν σατράπην ἀποκαλεῖ,
οἱ δὲ νῦν τὰ περσῶν φρονοῦντες Τοῦρκοι ἀμηραν
ὀνομάζουσι, τὸν Ἀπελχασὴμ κατὰ τῆς Νικομήδους, ἀποστέλλει
τούτους πρὸς φυλακὴν τῖς χώρας.

Τότε δὴ καὶ ὁ Τζαχᾶς τὴν τοῦ βασιλέως πέρι τὴν 
 δύσιν πολυσχιδῆ ὄχλησιν καί τοὺς Πατζινάκων μετ’ αὐτοῦ
συχνοὺς πολέμους βεβαιωθεὶς, εὐκαιρίαν εὑρών δέον ἐλογίσατο
στόλον κτήσασθαι. Σμυρναίῳ δέ τινι ἐντυχών, τὴν
κτίσιν αὐτῷ τῶν λῃστρικῶν ἀνέθετο πλοίων, ὡς πέρι τὰ τοιαῦτα
ἐμπειρίαν πολλὴν ἔχοντι. αὐτοῦ που δὲ πολλὰς κατασκευάσας
 ναῦς, πρὸς δὲ καὶ τεσσαράκοντα ἀγράρια σκεπαστά,
καὶ ἐν αὐτοῖς ἄνδρας εἰσαγαγὼν ἐμπείρους, λύσας τὰ
πρυμνήσια προσώρμισε ταῖς Κλυζομεναῖς καὶ ἐξ ἐφόδου ταύτας
κατέσχεν. ἐκεῖθεν δὲ εἰς Φώκαιαν ἀπελθών, εἷλε καἰ
ταύτην ἐξ ἐπιδρομῆς. κἀκεῖθεν ἀποστείλας πρὸς τὸν τὴν 
 διοίκησιν Μιτυλήνης ἐμπεπιστευμένον κουράτορα τὸν Ἀλω- 
 


 
 πόν, πάνδεινα ἠπειλήσατο εἰ μὴ θᾶττον ἐκεῖθεν ἀπέλθοι,
κήδεσθαι τε αὐτοῦ λέγων καὶ διὰ τοῦτο προμηνύειν, τὰ
μέλλοντα τούτῳ ἔσεσθαι δεινά, εἰ μὴ ἐκεῖθεν ἐκσταίη. ὁ δὲ
ἀπὸ τῶν τοῦ Τζαχᾶ ἀπειλῶν ἐκδειματωθεὶς νυκτὸς εἰς ναῦν
εἰσελθών, τὴν βασιλεύουσαν ἀνεζήτησε. τοῦτο δὲ μεμαθηκὼς 
ὁ Τζαχᾶς, οὐκέτι ἐν ἀναβολαῖς ἦν, ἀλλὰ παραχρῆμα
 ἀπελθών, ἐξ ἐφόδου τὴν Μιτυλήνην κατέσχεν. ἔπει δ’ ἡ
Μήθυμνα περὶ τὸ ἄκρον ταυτησὶ τῆς νήσου διακειμένην οὐ
προσεληλύθει τῷ Τζαχᾷ, ὁ βασιλεὺς περὶ τούτου πυθόμενος,
παραχρῆμα διὰ πλοίων ἀποστείλας ἀποχρῶσαν δύναμιν, κατωχυρώσατο 
ταύτην. ὁ μέντοι Τζαχᾶς οὐδένα λόγον τῆς Μηθύμνης
ἐποιήσατο, ἀλλ’ εὐθὺ τῆς Χίου τὸν ἀπόπλουν ποιησάμενος,
ἐξ ἐφόδου κατέσχε καὶ ταύτην. ὅπερ ὁ αὐτοκράτωρ
μεμαθηκώς, πέμπει κατ’ αὐτοῦ στόλον ἀποχρῶντα μετὰ
στρατιωτῶν ἱκανῶν, ἡγεμόνα τούτων καταστησάμενος Νικητᾶν 
 τὸν Κασταμονίτην. ὁ δὲ ἀπελθὼν καὶ τὸν μετὰ τοῦ Τζαχᾶ
συνάρας πόλεμον, ἡττᾶται παραχρῆμα, καὶ πολλὰς τῶν συνεπαγομένων
αὐτῷ νηῶν ὁ Τζαχᾶς ἀφείλετο. τοῦ συμβάντος
δὲ τῷ Κασταμονίτῃ ὁ βασιλεὺς ἐν εἰδήσει γενόμενος, ἕτερον
ἐξοπλίζει στόλον, ἐπιστήσας δοῦκα τούτῳ Κωνσταντῖνον τὸν 
Δαλασσηνόν, ἄνδρα μαχιμώτατον καὶ μητρόθεν τούτῳ προσήκοντα.
ὃς κατὰ τὴν ἠϊόνα τῆς Κίου γενόμενος παραχρῆμα
τῆς τοῦ πολιορκίας πολιορκίας εἴχετο, ἐκθύμως μαχόμενος 
 

 
 καὶ σπεύδων τὴν πόλιν εἰλεῖν πρὸ τοῦ τὸν Τζαχᾶν ἀπὸ τῆς
Σμύρνης καταλαβεῖν. διὰ πολλῶν οὑν ἑλεπόλεων καὶ πετροβόλων
ὀργάνων πλήξας τὰ τείχη, καθαιρεῖ τὸ μεταξὺ τεῖχος 
τῶν δυεῖν πύργων οἱ δὲ ἐντὸς Τοῦρκοι θεασάμενοι τὸ γεγονὸς
 γονὸς καὶ ἐγνωκότες, ὡς ἀνυπόστατοι ταῖς ὁρμαῖς οἱ Ῥωμαῖοι
ἰσιν, εἰς ἔλεον τὸν τῶν ἁπάντων ἐπεκαλοῦντο κύριον Ῥωαΐζοντες.
οἱ δὲ ἀμφὶ τὸν Δαλασσηνὸν καὶ τὸν Ὦπον
ἦσαν, σπεύδοντες εἴσω τοῦ κάστρου εἰσελθεῖν, κἀν
παρ’ ἀυτῶν διεκωλύοντο, δεδιότων, μή πως τὴν προαποτεθεῖσαν
 θεῖσαν παρὰ τοῦ Τζαχᾶ λείαν ἅπασαν καὶ τὰ χρήματα εἰσελθόντες
ἀναλάβωνται, καὶ λεγόντων, ὡς “τῆς εὐφημίας τοῦ
αὐτοκράτορος λαμπρᾶς ἤδη παρὰ τῶν Τούρκων γινομένης
ἀκούετε καἰ ὡς ὑπόσπονδοι ὑμῶν γεγόνασιν. οὐ χρὴ τοίνυν 
εἰσελθόντας ἀπηνῶς τούτους κατασφάττειν." ἐπεὶ δὲ τὸ πᾶν 
 τῆς ἡμέρας ἤδη παρῳχήκει καὶ νὺξ παρῆν, οἱ Τοῦρκοι ἕτερον
τεῖχος ἀντὶ τοῦ ἐρειπωθέντος ἀνοικοδομήσαντες, ἀπῃώρησαν
τούτου ἔξωθεν στιβάδας καὶ βύρσας καἰ πᾶν τὸ παρατυχὸν
πέπλον, ὡς ἂν ἡ σφοδρότης τῶν πεμπομένων λίθων
ἐντεῦθεν ὑποχαλῶσα μερικῶς ποσῶς ἐνδίδωσι. καὶ ὁ μὲν
 Τζαχᾶς τὸν προσόντα στόλον αὐτοῦ ἐξοπλίσας καὶ διὰ τῆς
ἠπείρου ὡσεὶ ὀκτὼ χιλιάδας στρατεύσας Τούρκους, τὴν πρὸς
Χίον φέρουσαν ἐβάδιζεν· ὁ δέ γε στόλος αὐτῷ ἐπηκολούθει 
παραθέων τὴν ἠιόνα. ὁ δὲ Δαλασσηνὸς τοῦτο μεμαθηκώς,
λῦσαι τὰ πρυμνήσια τοὺς ναυάρχας τοῦ στόλου παρε- 
 

 
 κελεύσατο, ἀποχρῶντας εἰσαγαγὼν έν αὐτῷ στρατιώτας
καὶ ἡγεμόνα τὸν Ὦπον, βουλόμενος, εἴ που τούτῳ συναντήσει
διαπλωιζομένῳ κατ’ αὐτοῦ, συμμίξαι πρὸς πόλεμον.
ὁ δὲ Τζαχᾶς τὴν ἤπειρον καταλιπὼν, κατευθὺ Χίου τόν
ἀπόπλουν ἐποιεῖτο. καἰ συναντήσας αὐτῷ πέρι μέσας νύκτας 
ὁ Ὦπος, ὡς εἶδε καινήν τινα τὴν ναυλοχίαν ποιούμενον,
γὰρ ἅλυσιν κατασκεύασας παμμεγέθη, ἅπαντα τὰ αὐτοῦ ἐδέ-
 σμησε πλοῖα, ὡς μήτε τοὺς τρεπομένους ἀποδιδράσκειν δύνασθαι,
μήτ’ αὖ πάλιν τοὺς προεκτρέχειν ἐθέλοντας τῆς ναυτικῆς
συντάξεως διακόπτεσθαι,) ἐκδειματωθεὶς καὶ μηδὲ προσπελάσαι 
τούτοις θαρρήσας ὅλως, στρέψας τοὺς οἴακας, τὴν
Χίον αὖθις ἀνεζήτει. ὁ δέ γε Τζαχᾶς σὺν ἐπιστήμῃ ἀκολουθῶν
αὐτῷ, οὐκ ἐνεδίδου τῆς εἰρεσίας. ἐπὸν δὲ τῇ Χίῳ προσπελάζειν
ἔμελλον, ὁ μὲν Ὦπος τῷ λιμένι πρῶτος τὰς ναῦς
προσώρμισε τῆς Χίου, προεφθάκει γὰρ τοῦτον κατασχεῖν ὁ 
Δαλασσηνός,) ὁ δὲ Τζαχᾶς περιπλεύσας τουτονὶ τὸν ἤδη ῥηθέντα
τῆς Χίου ὅρμον, τῷ τείχει τοῦ κάστρου τὰς ἰδίᾳ
προσεπέλασε ναῦς. τετρὰς δὲ τῆς ἑβδομάδος τῇ δὲ μετ᾿
 αὐτὴν ἐξελάσας τῶν νηῶν ἅπαντας, ἠρίθμει τε καὶ ἀπεγράφετο.
ὁ δέ γε Δαλασσηνὸς πολίχνιόν τι ἀγχοῦ τοῦ λιμένος 
εὑρηκώς, ἠφάνισε μὲν τὸν χάρακα, ὃν προφθάσας διώρυξε,
κεῖθι δὲ κατελθὼν καὶ ἄλλην διώρυχα ποιήσας εἰς ἀποχρῶντα
τάφρον, αὐτοῦ που τὸ ὁπλιτικὸν κατέθετο. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν
ἄμφω τὰ στρατεύματα ἐξοπλισάμενα κατ’ ἀλλήλων παρεσκευά- 
 

 
 ζοντο. ἀλλὰ τὸ μὶν Ῥωμαϊκὸν ἀτρεμοῦν ἵστατο, τοῦ Δαλασσηνοῦ
κελεύσαντος, μηδένα τὸν συνασπισμὸν λύειν. ὁ δέ γε
Τζαχᾶς τὸ πλεῖστον τῆς βαρβαρικῆς παρατάξεως κατὰ τῶν
Ῥωμαίων ἰέναι παρέθη·ξεν, ὀλιγοστοὺς δὲ καὶ ἱππαζομένους
 συνέπεσθαι τούτοις. τοῦτον οἱ Λατῖνοι θεασάμενοι, δόρατα 
μακρὰ ἐναγκαλισάμενοι, κατὰ ὦν βαρβάρω, ἐξιππάσαντο.
 οἱ δὲ οὐ κατὰ τῶν Κελτῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἵππων τὰς βολὰς
πέμποντες καἰ διὰ τῶν δοράτων δέ τινας πλήξαντες,
πλείστους ἀνεῖλον, καὶ εἴσω τοῦ χάρακος τετραμμένους οὕτω
υνήλασαν. οἱ δ’ ἐκεῖθεν ἐνέπιπτον εἰς τὰς ναῦς ἀλογίστῳ
φορᾷ. τοὺς δὲ Κελτοὺς προτροπάδην φεύγοντας οἱ Ῥωμαῖοι
θεασάμενοι καὶ ἐκδειματωθέντες, μικρόν τι ἀναποδίσαντες
παρὰ τὸ τεῖχος τοῦ ῥηθέντος ἔστησαν πολιχνίου. κᾀθ᾿ οὕτως 
οἱ βάρβαροι εἰς τὴν ἠϊόνα κατεληλυθότες τινὰς τῶν νηῶν
 ἀφείλοντο. τοῦτο οἱ ναυτικοὶ θεασάμενοι, λύσαντες τὰ πρυνήσια
ἀπέρραξαν τῆς χέρσου, καὶ τὰς ἀγκύρας χαλάσαντες 
σταντο καραδοκοῦντες τὸ μέλλον. ὁ μέντοι Δαλασσηνὸς πααπεπλευκέναι
τὰς πέρι τὸ δυτικώτερον μέρος μέρος τῆς νήσου
καὶ τὴν Βολισσὸν καταλαβεῖν παρεκελεύσατο καἰ τὴν αὐτοῦ
 τοῦ ἀπεκδέχεσθαι ἔλευσιν· ἡ δὲ Βολισσὸς πολίχνιον κατὰ
τὸ ἀκρωτήριον ταυτησὶ τῆς νήσου διακείμενον. Σκύθαι δέ
τινες προσεληλυθότες τῷ Τζαχᾷ, τὴν τοῦ Δαλασσηνοῦ βουλὴν 
προκατήγγειλαν. ὁ δὲ ἔνθεν μὶν τηνικαῦτα πεντήκοντα 
 

 
 σκοποὺς ἐπαφῆκε θᾶττον αὐτῷ διαμηνύσασθαι, ὁπηνίκα
ναυτικὸν τοῦ Δαλασσηνοῦ τὰ πρυμνήσια λύειν ἐπείγεται,
ἐκεῖθεν δὲ τὸν Δαλασσηνὸν μετεπέμπετο, ὡς τάχα τὰ περὶ
εἰρήνης βουλόμενος ἐπερωτῆσαι, ἀπεγνωκὼς οἶμαι παντάπασι,
πρὸς τὸ τοῦ Δαλασσηνοῦ γενναῖον καὶ φιλοκίνδυνον ἀφορῶν. 
ὁ δὲ εἰς νέωτα κατὰ τὸ ἄκρον τῆς παρεμβολῆς ἐξεληλυθέναι
τῷ Τζαχᾷ ἐπηγγείλατο καὶ ἀκοῦσαί τε καὶ εἰπεῖν, ὁπόσα
ἀμφοῖν τούτοιν συνδόξειεν. οὐδ’ ὁ βάρβαρος πρὸς τοῦτο
 ἀνένευσεν. ἀλλὰ πρωίας ἄμφω τὼ στρατηγὼ κατὰ ταὐτὸν
ἐληλυθέτην, καὶ τῆς ὁμιλίας ὁ Τζαχᾶς κατῆρχεν, ὀνομαστὶ 
τοῦτον καλέσας. “ἴσθι ἐμὲ εἶναι τὸ μειράκιον ἐκεῖνο, ὅπερ
πάλαι τὴν Ἀσίαν κατατρέχον καὶ ἐκθύμως μαχόμενον, ἐξ
ἀπειρίας ἀπατηθὲν ἑάλων παρὰ τοῦ Καβαλίκα ἐκείνου Ἀλεξάνδρου.
κἀντεῦθεν ζώγρια παρ’ αὐτοῦ τῷ αὐτοκράτορι Νικηγόρῳ
τῷ Βοτανειάτῃ προσενεχθέν, παραχρῆμα τῇ τῶν 
πρωτονωβελλισίμων ἀξίᾳ τετίμημαι καἰ δωρεῶν μεγάλων ἄξιωθείς,
ὑπεσχόμην δουλείαν αὐτῷ. ἐξότου δὲ τὰς τῆς βασι-
 λείας ἡνίας ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος περιεζώσατο, ἐκκέκοπται
ἅπαντα. κἀγὼ μὲν οὖν ἤδη τὸ τῆς ἔχθρας αἴτιον ἀπαγγελῶν
ἥκω. μαθέτω δὲ ταῦτα καὶ ὁ αὐτοκράτωρ καί εἴπερ 
βουληθῇ τὴν ἀναφυεῖσαν ἔχθραν διαλυθῆναι, ὁπόσα λαβεῖν
ὀφείλων ἐστέρημαι, ἀνελλιπῶς ἀποδοθήτω μοι ἅπαντα. εἰ
δέ σοι δοκεῖ καὶ τὰ τέκνα συναφεῖναι, προβεβλήσθω 
 

 
 μέσον ἡμῶν ἔγγραφος ἡ περὶ τούτου συμφωνία, ὡς
τοῖς Ῥωμαίοις καὶ ἡμῖν τοῖς βαρβάροις ἐστί κᾆθ’ οὕτω τῶν
ἁπάντων ἴδη ῥηθέντων πέρας ἐσχηκότων, ἁπάσας τὰς νήσους,
ἅς αὐτὸς καταδραμὼν τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐξουσίας ἀφειλόμην,
 διὰ σοῦ ἀντιτρέψω πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, καὶ τὰς
μετ’ αὐτοῦ σπονδὰς ἀποπληρώσας πρὸς τὴν ἐμὴν ἐπαναστρέψω
πατρίδα." ταῦτα δὲ ὁ Δαλασσηνὸς σκῆψιν λογισάμενος ὡς 
ἅτε τὸ τῶν Τούρκων ἦθος δολερὸν πάλαι γινώσκων, ἀνεβάλλετο
τέως τὴν τῶν αἰτουμένων ἐκπλήρωσιν, παραγυμνώσας
 ἅμα καὶ ἣν ἴσχε περὶ αὐτοῦ ὑπόληψιν καὶ φάμενος, ὡς
“οὔτε σύ, ὡς ἔφησθα, τὰς νήσους πρὸς ἐμὲ παραδώσεις,
οὔτε σὼ βουλῆς ἄτερ τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς ἅπερ αὐτὸς
ἐκεῖθεν ἐξ ἐκείνου καὶ ἐμοῦ ἐπιζητεῖς, καταθέσθαι δύναμαι.
ἀλλ’ ἔπει δοὺς μέγας ὁ Ἰωάννης καἰ γυναικάδελφος τοῦ αὐτοκράτορος
 ὅσον ἤδη μετὰ παντὸς καταλαμβάνει τοῦ
ἐξ ἠπείρου τε καὶ θαλάττης δυνάμεις πολλὰς συνεπαγόμενος,
ἐκεῖνος ἀκουσάτω τῶν παρὰ σοῦ λεγομένων. καὶ οὕτως, εὑ 
ἴσθι, αἱ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος σπονδαὶ, αὐτοῦ τὴν εἰρήνην
μεσάζοντος, πέρας λάβοιεν." κὼ γὰρ τουτονὶ τὸν Δούκαν
 Ἰωάννην εἰς Ἐπίδαμνον ὁ αὐτοκράτωρ μετὰ στρατιᾶς ἀξιομάχου
κατέπεμψεν, ἅμα μὲν καὶ περὶ τὴν τοῦ Δυρραχίου 
φρουρὰν ἐπιμελῶς διαπονεῖσθαι, ἅμα δὲ καὶ τὴν μετὰ
Δαλματῶν ἀναδήσασθαι μάχην. ὁ γὰρ οὕτω καλούμενος 
 

 
 Βοδῖνος μαχιμώτατος ὢν καὶ ῥᾳδιουργίας πλήρης, οὐ μέχρι
τῶν ἰδίων ὁρίων ἑστάναι ἠβούλετο, ἀλλ᾿ ὁσημέραι τἀς ἔγγιστα
Δαλματίας κωμοπόλεις κατατρέχων, τοῖς ἰδίοις προσετί-
 θει ὁρίοις. ὁ δὲ Δούκας Ἰωάννης ἐνιαυτοὺς δέκα πρὸς τῷ
ἑνὶ εἰς τὸ Δυρράχιον ἐνδιατρίψας, πολλὰ μὲν τῶν ὑπὸ τὴν 
ἐξουσίαν Βολκάνου ἀφῃρεῖτο φρούρια, πολλοὺς δὲ καὶ ζωγρίαν
Δαλμάτας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐξαπέστειλεν. καὶ
τέλος καρτερὰν μετὰ τοῦ Βοδίνου μάχην συναρράξας, καὶ
αὐτὸν κατέσχεν. ἄνδρα δὲ τὸν Δούκαν τοῦτον Ἰωάννην μαχιμώτατον
ὁ αὐτοκράτωρ ἐκ πολλῶν ἐγνωκὼς καὶ πέρι τὰ 
πολεμικὰ ἐπιτήδειον καὶ μηδ’ ὁπωσοῦν τὰ παρ’ αὐτοῦ ἐντεταλμένα
ἀθετεῖν ἐθέλοντα, ἔπει τοιούτου ἀνδρὸς κατὰ τοῦ
Τζαχᾶ ἐδέετο, μεταπεμψάμενος αὐτὸν ἐκεῖθεν ὁ αὐτοκρά-
 τωρ, μετὰ πολλῶν δυνάμεων ἐξ ἠπείρου καὶ θαλάττης κατὰ
τοῦ Τζαχᾶ ἐξέπεμψεν, δοῦκα τοῦ στόλου μέγιστον κατονομάσας. 
ὁπόσας δὲ μετ’ αὐτοῦ μάχας συνῆψε καὶ ἐν ὅσοις κινδύνοις
ἑαυτὸν ἐπιρρίψας νικητὴς ἀνεφάνη, ὁ λόγος ἐν ὑστέροις
δηλώσειε. τοῦτον προσδόκιμον ὁ Δαλασσηνὸς ἔχων, ἐν
τῇ πρὸς τὸν Τζαχᾶν ὁμιλίᾳ τὸ πᾶν εἰς τὸν ἐρχόμενον δοῦκα
ἐφαίνετο ἀνατιθέμενος. ὁ δὲ Τζαχᾶς τὸ Ὁμηρικὸν ἐκεῖνο 
ἔπος ἐδόκει λέγειν· “νὺξ ἤδη τελέθει, ἀγαθὸν καἰ νυκτὶ
πιθέσθαι." αὐγαζούσης δὲ τῆς ἡμέρας πολλὰ τῶν χρειω- 
 

 
 δῶν κόμισαι ὑπέσχετο. ἅπαντα δὲ δόλος ἥν καὶ ἀπάτη. καὶ 
ὁ Δαλασσηνὸς οὐ πόρρω σκοποῦ ἔβαλλε. κατὰ γὰρ τὸ περίορθρον
λαθὼν ὁ Τζαχᾶς καὶ περὶ τὴν ἠϊόνα τῆς Χίου κα.
τεληλυθώς, οὐρίου τυχὼν πνεύματος, τὴν Σμύρνην κατέλαβεν,
 ἐφ’ ᾦ πλείονας συναγηοχέναι δυνάμεις καὶ αὖθις ἐπαναστρέψας
έν Χίῳ καταλαβεῖν. ἀλλ’ οὐδ᾿ ὁ Δαλασσηνὸς δεύτερος
πρὸς τὰς τοῦ Τζαχᾶ μηχανὰς ἐφαίνετο. εἰσελθὼν γὰρ
ἐν τοῖς παρατυχοῦσι πλοίοις μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτόν, τὴν Βολισσὸν
κατέλαβε. καὶ τὰς τε ναῦς περιποιησάμενος καὶ ἑλεπόλεις
 ἑτέρας παρασκευασάμενος, τούς τε στρατιώτας διαναπαύσας 
κα πλείονας τούτων συμπαραλαβών, αὖθις ὅθεν ἐξῄει
ἐπανέστρεψε. καὶ καρτερὸν μετὰ τῶν βαρβάρων συνήρασσε
πόλεμον, καὶ καθελὼν τὰ τείχη ἐχειρώσατο τὴν πόλιν, τοῦ
Τζαχᾶ τὴν Σμύρνην ἔτι περινοστοῦντος. κἀκεῖθεν λειοκύμονα
 τὴν θάλασσαν εὑρηκώς, εὐθυπλοήσας μετὰ τοῦ στόλου
παντὸς κατέλαβε τὴν Μιτυλήνην.

Οὕτω δὲ ὁ αὐτοκράτωρ τὰ κατὰ τὸν Τζαχᾶν διαθέμενος,
ἐπεὶ τοὺς Σκύθας αὖθις τὸ Ῥούσιον καταλαμβάνειν ἐμεμαθήκει
καἰ κατὰ τὸ Πολυβοτὸν τὸν χάρακα πήξασθαι ἐξεληλυθὼς
 ὡς εἶχε τῆς Κωνσταντίνου, τὸ Ῥούσιον κατέλαβε. συνείπετο 
δὲ τούτῳ καὶ ὁ αὐτόμολος Νεάντζης, δεινήν τινα καὶ
βύθιον μελέτην κατ’ αὐτοῦ τεκταινόμενος· συμπαρῆν δὲ καὶ 
 



 
 ὁ Καντζοὺς καὶ ὁ Κατράνης ἄνδρες πολέμων μεμνημένοι καὶ
V. 167 ζέοντα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα πόθον ἔχοντες. ἀπόμοιραν δὲ
ἱκανὴν τῶν Σκυθῶν πόρρω θεασάμενος τὴν μετ’ αὐτῶν ἐναποδύεται
μάχην. πολλοὶ μὶν οὖν τῶν Ῥωμαίων ἐν τῷ μάχεσθαι
πίπτουσι, τινὲς δὲ καὶ ζωγρηθέντες παρὰ τῶν Σκυθῶν 
κτείνονται, ἱκάνοι δὲ καὶ μέχρις αὐτοῦ Ῥουσίου κομίζονται.
ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τοὺς προνομεῖς τῶν Σκυθῶν. ὁ δὲ
 βασιλεύς, τῶν καλουμένων Μανιακατῶν Λατίνων καταλαβόντων,
θαρσήσας ἐβουλεύετο τῇ μετ᾿ αὐτὴν τὸν μετὰ Σκυθῶν
κατὰ συστάδην ἀναδέξασθαι πόλεμον. ἐπεὶ δ’ οὐ Με 
τὸ μεταίχμιον ἀμφοῖν τοῖν στρατευμάτοιν ἔτυχεν ὄν, τὴν ἐνυάλιον
οὐκ ἀπεθάρρησεν ἠχῆσαι σάλπιγγα, θέλων προαρπάσαι
τὴν μάχην. μεταπεμψάμενος οὖν τὸν περὶ τὴν τῶν βασιλικῶν
ἱεράκων διαπονούμενον θεραπείαν Κωνσταντῖνον, προστάττει
τύμπανον ἑσπέρας ἀναλαβόμενον τύπτειν δι’ ὅλης νυκτὸς περινοστοῦντα 
τὸ στράτευμα καὶ διακηρυκεύειν ἑτοιμάζεσθαι, ὅτι
 περιαυγαζούσης τῆς αὔριον ἀπερισαλπίγκτως τὸν μετὰ τῶν
Σκυθῶν ὁ αὐτοκράτωρ βούλεται συνάψαι πόλεμον. οἱ δὲ
Σκύθαι τοῦ Πολυβότου ἀπάραντες, προκαταλαμβάνουσι τόπον
τὸν καλούμενον Ἅδην, κἀκεῖθι τὸν χάρακα πήγνυνται. οὕτω 
μὲν οὖν ὁ αὐτοκράτωρ ἐξ ἑσπέρας αὖτίς παρεσκευάζετο. αὐγαζούσης
δὲ ἡμέρας διελὼν τὸ στράτευμα καὶ εἰς φάλαγγας 
 

 
 καταστήσας, ἴεται κατ᾿ αὐτῶ,. οὔπω δὲ τῆς συμβολῆς τοῦ
πολέμου γενομένης, ἀλλ᾿ ἑκάστου τῶν ταγμάτων ἤδη καθισταμένου,
ὁ Νεάντζης κατά τινα παρακειμένην ἀκρολοφίαν ἀνελθὼν
ἐφ᾿ ὢν κατασκοπῆσαι μὲν τὰς Σκυθικὰς παρατάξεις ὡς 
 ἐλεγεν, ἀγγελίαν δὲ τῷ αὐτοκράτορι τῆς αὐτῶν καταστάσεως
συγκομίσαι, ἅπαν τοὐναντίον ἐποίει. καὶ τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ
τοῖς Σκύθαις τηνικαῦτα συνεβούλευε, τὰς ἁμάξας μὲν στοιχηδὸν
καταστῆσαι, αὐτοὺς δὲ μὴ δεδιέναι τὸν αὐτοκράτορα,
τετραμμένον τε ὄντα ἤδη ἐν τῆς πρώτης ἥττης καὶ πρὸς φυγὴν
 ἕτοιμον, σπάνιν τῶν στρατευμάτων καὶ τῶν συμμάχων
χοντα. ταῦτα εἰπὼν κάτεισι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. μιξοβάρ(??)αρος
δέ τις εἰδήμων τῆς Σκυθικῆς διαλέκτου συνεὶς τὰ πρὸς
τοὺς Σκύθας παρὰ τοῦ Νεάντζη λεχθέντα, ἀπαγγέλλει πάντα 
τῷ βασιλεῖ. ἐν αἰσθήσει δὲ τούτου γενόμενος ὁ Νεάντζης,
 ἀνεζήτει τὸν ἔλεγχον· ἀναισχύντως δ’ ὁ μιξοβάρβαρος εἰς
μέσον ἐλθὼν ἤλεγχεν. ἐκεῖνος δὲ τὸ ξίφος ἀθρόον σπασάμενος,
ἀπέκοψε τἀνθρώπου τὴν κεφαλήν, αὐτοῦ τε τοῦ βασιλέως
ὁρῶντος καὶ ἑκατέρωθεν τῶν φαλάγγων ἱσταμένων. καί,
οἶμαι, τὴν ὑποψίαν τῆς συκοφαντίας ὁ Νεάντζης ἐκκλίνων ἐκ
 τῆς σφαγῆς τοῦ συκοφαντοῦντος, ὕποπτον μᾶλλον ἑαυτὸν καθιστᾷ.
τί γὰρ μὴ τὸν ἔλειχον περιέμενεν; ἀλλ᾿, ὡς ἔοικε
γλῶτταν ἐθέλων προαναιρεῖν ἐξορχουμένην τὰς κὰτ αὐτὸν 
 

 
 δολιότητας, τολμᾶ τι καὶ παραβολώτερον, πρᾶγμα ποιήσας
βαρβαρικῆς μὶν ψυχῆς ἄξιον, ὕποπτον δὲ τοσοῦτον, ὅσον καὶ
τόλμης ἐφίκετο. οὐ μὴν ὁ βασιλεὺς εὐθὺς ἐτιμωρήσατο τὸν
 βάρβαρον οὐδὲ ἐπεξῆλθε, δέον ὄν. ἀλλὰ τὴν μὲν καρδίαν
παλλομένην εἰς θυμὸν καὶ ὀργὴν ἐπέσχεν αὐτιίκα, ἵνα μὴ 
προσοβήσῃ τὴν θήραν καὶ ταράξῃ τὰς φάλαγγας. ἐταμιεύετο
 καὶ ὑπώρυττε τὴν ὀργὴν τῷ Νεάντζῃ, τούτου προδοσίαν
τοῦ ἀνδρὸς καὶ τὴν ἀποστασίαν καὶ ἀπὸ τῶν προειργασμένων
καὶ ἐξ ἄλλων προμαντευόμενος· ἔπι ξυροῦ γὰρ ἀκμῆς εἱστήκει
τὰ τοῦ πολέμου· καὶ διὰ τοῦτο περιυλακτοῦντα θυμὸν 
ὁ βασιλεὺς τέως ἐπεῖχεν, ἀπορῶν τὸ τηνικαῦτα, ὅ τι καὶ
δράσειεν. ὁ μέντοι Νεάντζης μετὰ μικρὸν προσελθὼν καὶ
τοῦ σφετέρου ἀποβὰς ἵππου, ἄλλον ᾐτεῖτο τὸν βασιλέα. καὶ
δίδωσιν αὐτῷ παραχρῆμα ἵππον τῶν ἐκκρίτων μετὰ βασιλικῆς
ἐφεστρίδος. εἰς ὃν ἀναβάς, ἔπει τὰ τάγματα κατ’ ἀλλή- 
 λων διὰ τοῦ μεσαιχμίου ἤδη ἤεσαν, σχῆμα κατὰ Σκυθῶν
ἱππασίας ποιησάμενος, τὴν ἀκωκὴν τοῦ δόρατος ὄπισθεν
στρέψας, πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς φοιτᾶ, πολλὰ κατὰ τῆς βασιλικῆς
παρατάξεως αὐτοῖς παραινῶν. οἱ δὲ ταῖς ὑποθημοσύναις
αὐτοῦ χρώμενοι, καρτερὸν τὸν μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος 
συνάψαντες πόλεμον, τρέπουσι κατακράτος. ὁ δὲ βασιλεὺς
διασπασθείσας τὰς φάλαγγας ὁρῶν καὶ φεύγοντας ἅπαντας, 
 

 
 ἐν ἀμηχανίᾳ γενόμενος, παρακινδυνεύειν ἀλόγως οὐκ ῆθελεν.
ἔνθεν τοι καὶ τὰς ἡνίας στρέψας. μέχρι τοῦ ῥέοντος ποταμοῦ
ἐγγὺς τοῦ Ῥουσίου καταλαμβάνει. κἀκεῖθεν τὸν χαλινὸν
ἀνασειράσας, μετά τινων λογάδων ὡς ἐνὸν πρὸς τοὺς διώκοντας 
 ἀπεμάχοντο, ἱππασίας κατ’ αὐτῶν ποιούμενος, πολλοὺς
μὶν κτείνων, ἔστι δ’ οὗ κὼ αὐτὸς πληττόμενος. ἐπειδὴ δὲ
ἐξ ἑτέρου μέρους καὶ Γεώργιος ὁ πυρρὸς καλούμενος φεύγων
τὸν ποταμὸν κατελάμβανεν, ἐμβριμησάμενος τοῦτον ὁ αὐτοκράτωρ
μετεκαλέσατο πρὸς ἑαυτόν. ὡς δὲ τὸ ἰταμὸν τῶν
 Σκυθῶν ἑώρα καὶ· ὅτι ὅσαι ὧραι πληθύνουσι, καὶ ἄλλων ἐρχομένων
εἰς τὴν αὐτῶν ἀρωγήν τὸν μὲν Γεώργιον αὐτοῦ που
καταλέλοιπεν μετὰ τῶν λοιπῶν, παραγγείλας μετὰ φειδοῦς
ἀντικαθίστασθαι τοῖς Σκύθαις, μέχρις ἂν αὐτὸς ἐπανέλθοι.
γοργῶς δὲ τοῦ ἵππου τὸ ψάλλιον περιστρέψας, τὴν περαίαν
 τοῦ ποταμοῦ καταλαβών, εἰσεῖσιν εἰς τὸ Ῥούσιον, καὶ ὅσους 
τῶν φευγόντων στρατιωτῶν κεῖθι κατέλαβε, καὶ τοὺς αὐτόχθονας
ἅπαντας Ῥουσιώτας, ὁπόσοι στρατεύσιμον τὴν ἡλικίαν
εἶχον, ἀλλὰ κίκι αὐτοὺς δὴ τοὺς ἀγρότας μετὰ τῶν ἰδίων
ἀμαξῶν παρεκελεύσατο θᾶττον ἐξεληλυθότας παρὰ τῷ χείλει
 τοῦ ποταμοῦ καταστῆναι. τούτου δὲ θᾶττον ἡ λόγου γεγονότος,
κατὰ στοίχους τινὰς καταστήσας αὐτούς αὐθις πρὸς
τὸν Γεώργιον ἀναδεδραμήκει, καίτοι ὑπὸ τεταρταϊκοῦ κακοῦ 
 

 
 ῥίγους πιεζόμενος, ὡς χαἰ τοὺς ὀδόντας ἀπὸ τῆς φρίκης προσαράσσειν.
ἐπισυναχθὲν δὲ καὶ τὸ ἅπαν Σκυθικὸν στράτευμα
μὰ ὡς τὴν διττὴν ἐθεάσαντο παράταξιν καὶ τὸν αὐτοκράτορα
 οὕτως ἀγωνιζόμενον, τὸ φιλοκίνδυνον αὐτοῦ ἐπεγνωκότες καὶ
ὅτι ὁ αὐτὸς κἀν ταῖς νίκαις κἀν ταῖς ἥτταις ἐστι, τὴν ἀνύποιστον 
τούτου ἐπεγνωκότες ὁρμήν, ἑστήκεσαν μὴ ἀποθαρροῦντες
τὴν μετ᾿ αὐτοῦ συμπλοκήν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τὸ
μέντοι ὑπὸ ῥίγους συνεχόμενος, τὸ δὲ πλεῖστον οὔτι οὔπων οἱ
σκεδασθέντες ἅπαντες ἔφθασαν συνεληλυθέναι, ἵστατο
αὐτὸς παραθέων καὶ μετρίως ἱππαζόμενος καὶ κατ’ αὐτῶν 
θάρσος ἐνδεικνύμενος. συνέβαινεν οὖν ἄμφω τὰ στρατεύματα
ἀτρεμοῦντα μέχρις ἑσπέρας ἑστάναι. ἐπεὶ δὲ ἡ νὺξ ἤδη
 προῄει, ἀμαχητὶ πρὸς τὰς ἰδίας ἐπανέστρεψαν παρεμβολάς.
 ἐδεδίεσαν γὰρ καὶ ἀποθαρρεῖν οὐκ εἶχον τὸν πόλεμον αἰ δέ
γε κατὰ τὴν πρώτην μάχην ἄλλοι ἀλλαχοῦ σκεδασθέντες, κατὰ 
μικρὸν αὖθις πρὸς τὸ ῾Ρούσιον ἐπανήρχοντο· οἱ πλείους δὲ
τούτων καὶ μάχης παντελῶς ἄγευστοι. ὁ δέ γε Μοναστρᾶς
καἰ Οὐζᾶς καὶ ὁ Συνέσιος, ἄνδρες Ἀρηΐφιλοι καὶ μαχιμώτατοι,
διὰ τοῦ Ἄσπρου καλουμένου τῷ τότε διελθόντες χωρίον,
ἀπόμαχοι καὶ αὐτοὶ τὸ ῾Ρούσιον καταλαμβάνουσιν.

Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ὑπὸ τοῦ συνέχοντος αὐτόν, ὡς
ἔφην, ῥίγους βιαζόμενος, κατεκλίθη μικρὸν ἑαυτὸν ἀνακτη- 
 


 
 ὅμως. ἀλλ’ ὅμως οὐδ᾿ οὕτως ἠρέμει, σκεπτόμενος, τι ἂν
χρὴ τὴν αὔριον ποιῆσαι. προσελθὼν δ᾿ ὁ Τατράνης, (Σκύ- 
θὴς δὲ οὗτος ὁ ἀνὴρ πολλάκις αὐτομολήσας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
καὶ παλινδρομήσας αὖθις οἴκαδε ναί τοσαυτάκις παρ’
 αὐτοῦ συμπαθείας ἀξιωθεὶς καὶ πολὺν τὸν πόθον εἰς αὐτὸν
διὰ τὴν τοσαύτην ἀνεξικακίαν ἐσχηκὼς,) τὰ ὑπὲρ αὐτοῦ ὅλῃ
ψυχῇ καὶ φρονῶν καὶ πραγματευόμενος ἔφη· “ἐλπίς ἐστί
μοι, βασιλεῦ, κατὰ τὴν αὔριον τοὺς Σκύθας κυκλῶσαι ἡμᾶς
καὶ οὕτω τὸν μεθ’ ἡμῶν ἀναζητῆσαι πόλεμον. χρὴ τοίνυν
 προλαβόντας ἔξω τῶν τειχῶν αὐγαζούσης ἡμέρας παρατάξασθαι."
ἐπαινέσας δὲ τοῦτον ὁ βασιλεὺς καὶ ἀποδεξάμενος
τῆς βουλῆς, συνέθετο ἡλίου ἀνίσχοντος πέρας ταύτην λαβεῖν. 
ὁ δὲ ταῶ εἰπών ἀπελθὼν τοιαῦτα πρὸς τοὺς ἡγεμόνας ἀπεστομάτισε
τῶν Σκυθῶν· “μὴ ἐπαίρεσθε διὰ τὰς προγεγενημένας
 ἥττας τοῦ αὐτοκράτορος, μηδὲ ὀλιγοστοὺς ὁρῶντες
ἡμᾶς, τὴν μεθ’ ἡμῶν ἀγαθαῖς ἐλπίσι θαρρεῖτε μάχην. ἄμαχος
τὴν ἰσχύν έστιν ὁ κρατῶν καὶ πολὺ μισθοφορικὸν ὅσον
ἤδη ἐλπίζεται καταλαβεῖν καὶ εἰ μὴ τὴν μετ’ αὐτοῦ εἰρήνην
σπάσησθε, τὰ σώματα ὑμῶν οἰωνοὶ ἔδονται." τοιαῦτα
 μὲν τὰ τοῦ Τατράνη πρὸς τοὺς Σκύθας. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ
μελετήσας τοὺς κατὰ πεδιάδα νεμομένους ἵππους αὐτῶν 
 

 
 ἀναλαβέσθαι ἦσαν δὲ παμπληθεῖς) ληϊζομένων ὁσημέραι τἀς
νύκτας τὴν ἡμεδαπὴν χώραν, μεταπεμψάμενος τὸν τε Ούζᾶν 
καὶ τὸν Μοναστρᾶν, ἐπέσκηψε μεθ’ ἱππέων ἐκκρίτων ἐξ ὀπισθίων 
τῶν Σκυθῶν διελθόντας κατὰ τὸ περίορθρον τὰς πεδιάδας 
καταλαβεῖν, καὶ τοὺς ἵππους ἅπαντας καἰ τὰ ἄλλα 
κτήνη σὺν αὐτοῖς νομεῦσιν ἀναλαβέσθαι, καὶ μὴ δεδιέναι 
παρεκελεύετο. “ἡμῶν γάρ, φησι, κατὰ πρόσωπον αὐτοῖς μαχομένων, 
ὑμεῖς ῥᾳδίως τὸ κελευσθὲν ἐκπληρώσετε." οὐδαμῶς 
δὲ τοῦ σκοποῦ διημάρτηκεν. ὁ γὰρ λόγος ἔργον εὐθὺς ἐγε- 
 γόνει. αὐτὸς δὲ τὴν κατ’ αὐτοῦ τῶν Σκυθῶν ἐπέλευσιν προσδόκιμον 
ἔχων, οὐκ ἐδίδου ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς, οὐδ᾿ ἐπινυστάζων 
ὅλως ἦν. ἀλλὰ μεταπεμπόμενος δι᾿ ὅλης νυκτὸς 
τοὺς στρατιώτας, καὶ μᾶλλον τοὺς τῆς τοξείας εἰδήμονας 
πολλὰ περὶ τῶν Σκυθῶν ὡμίλει, ἐπαλείφων οἷον αὐτοὺς καὶ
τὰ συνοίσαντα πρὸς τὴν ἐλπιζομένην ἐς νέωτα μάχην ξυμβουλεύων, 
ὅπως δεῖ τόξον τείνειν καὶ βέλη πέμπειν, ἔστιν οὑ καὶ
τοὺς ἵππους ἀνασειράζειν καὶ αὖθις ἐνδιδόναι τὸν χαλινόν,
καί ἀποβαίνειν τῶν ἵππων, εἰ καὶ τοῦτο χρή. ἀλλὰ
 μὲν τὰ τῆς νυκτὸς ἔργα. μικρὸν δὲ ὑπνώσας, ἔπει τῆς ἡμέρας
 ἤδη ἐπιφωσκούσης οἱ λογάδες ἅπαντες τῶν Σκυθῶν διαπεραιωθέντες 
τὸν ποταμὸν . . . τὸν πόλεμον ἀναζητεῖν ἐῴκεσαν, καὶ
ἤδη πέρας ὁ τοῦ αὐτοκράτορος ἐλάμβανε στοχασμός, (δεινὸς γὰρ 
 

 
 ἥν προϊδέσθαι τὸ μέλλον, ἐμπειρίαν πολλὴν τῇ πυκνότητι τῶν
ὁσημέραι κατ’ αὐτοῦ ἐπανισταμένων πολέμων λαβών,) ἐπιβὰς
παραχρῆμα τοῦ ἵππου, τὴν ἐνυάλιον ἠχῆσαι
καὶ τὰς φάλαγγας καταστησάμενος, αὐτὸς ἐπὶ τοῦ μετώπου
 εἱστήκει. ὁρῶν δὲ τοὺς Σκύθας ἰταμώτερον ἢ πρότερον
ἐπικαταλμβάνοντας, παραχρῆμα τοὺς τῆς τοξείας εἰδήμονας
ἀποβῆναι τῶν ἵππων καὶ· βάδην κατ’ αὐτῶν ἰέναι ἐπέσκηψεν 
καὶ συνεχῆ τὰ τόξα τείνειν· τὸ δέ γε λοιπὸν τῆς
παρατάξεως κατόπιν τούτων ἴετο καὶ αὐτὸς ὁ αὐτοκράτωρ,
 τὸ μέσον διέπων τοῦ στρατεύματος. οἱ δὲ τοῖς Σκύθαις μέτα
τόλμης προσέβαλον. καρτερᾶς δὲ τῆς μάχης γεγονυίας, τὸ μὶν
τῇ πυκνότητι τῶν βελῶν, τὸ δὲ καὶ τὸν τοῦ ῾Ρωμαϊκοῦ συντάγματος
συνασπισμὸν ὁρῶντες κω αὐτὸν δὴ τὸν αὐτοκράτορα
ἐκθύμως μαχόμενον, ἐκδειματωθέντες παλιμπόρευτοι γεγό- 
 νασι, τὸν ποταμὸν εἰς τοὐπίσω σπεύδοντες διαπερᾷν, πρὸς
τὰς σφῶν ἁρμαμάξας τὴν φυγὴν ποιούμενοι. ἐδίωκον γὰρ
ὅλους ῥυτῆρας ἀφέντες οἱ τῆς ῾Ρωμαϊκῆς φάλαγγος οἱ μὲν
τοῖς δόρασι κατὰ τῶν μεταφρένων παίοντες, οἱ δὲ τοῖς βέλεσι
τούτους βάλλοντες. πολλοὶ· μὲν οὖν πρὸ τοῦ παρὰ τὸ χεῖλος
 ἐφθακέναι τοῦ ποταμοῦ ἀναιρεθέντες πίπτουσι, πολλοὶ δὲ καὶ
ἀνὰ κράτος φεύγοντες ταῖς δίναις ἐμπίπτοντες τοῦ ποταμοῦ
παρασυρόμενοι ἐναπεπνίγοντο. ἐκθυμότερον δὲ ἁπάντων κατὰ 
 

 
 τὴν ἡμέραν ἐκείνην οἱ πέρι τὸν αὐτοκράτορα διαπονούμενοι
θεράποντες ἠγωνίσαντο. ἦσαν γὰρ ἀκμῆτες ἅπαντες. ὁ
γε αὐτοκράτωρ ἔκδηλος ἀριστεὺς κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν
ἀναδειχθείς, νικητὴς πρὸς τὴν ἰδίαν παρεμβολὴν ὑπέστρεψεν.

Ἐπὶ τρισὶν οὖν ἡμέραις αὐτοῦ που διαναπαυσάμενος, 
ἐκεῖθεν ἀπάρας καταλαμβάνει τὴν Τζουρουλόν. σκοπήσας
δέ, ὡς χρὴ μὴ ταχέως ἐκεῖθεν μεταστῆναι, τάφρον ἀπο-
 χρῶσαν πρὸς τὸ ἀνατολικώτερον μέρος τοῦ πολιχνίου ταῖς
προσούσαις αὐτῷ δυνάμεσι διορύξας, τήν τε βασιλικὴν σκηνὴν
καὶ τἀς σκευὰς ἁπάσας εἴσω τούτου κατέθετο. οἱ δέ γε 
Σκύθαι ἐπιόντες καὶ οὗτοι κατὰ τῆς Τζουρουλοῦ, ἐπειδὴ προκαταλαβεῖν
τὸν αὐτοκράτορα ταύτην ἠκηκόεισαν, διαβεβηκότες
τὸν ἀνὰ τὴν πεδιάδα ῥέοντα ποταμὸν ἀγχοῦ που τοῦ πολιχνίου
τούτου, (Ξηρόγυψον τοῦτον ἐγχωρίως
τὸν χάρακα ἐπήξαντο, μεταξὺ ὅντες τοῦ τε ποταμοῦ καὶ
πολιχνίου. καἰ οἱ μὲν ἦσαν ἔξωθεν τὴν πόλιν ταύτην κυκλώσαντες·
ὁ δὲ βασιλεὺς ἔνδον ἐναπείληπτο καθάπερ πολιορ-
 κούμενος. ἀλλ’ ἔπει νὺξ κατέλαβεν, ἄλλοι μέν ῥα θεοί τε ναί
ἀνέρες ἱπποκορυσταί, τοῦτο δὴ τὸ τῆς Καλλιόπης Ὁμήρου,
εὗδον· τὸν δὲ αὐτοκράτορα Ἀλέξιον οὐκ ἔχε νήδυμος ὕπνος. 
ἀλλὰ διηγρύπνει τε καί ἀνέλιττε λογισμούς, ὅπως τὸ θράσος 
 


 
 τῶν βαρβάρων τέχνῃ καταγωνίσηται. ἰδὼν τοίνυν ὡς τὸ πολίχνιον
τοῦτο ἡ Τζουρουλὸς ἐπὶ λόφου ἀνεζηκότος τετείχι- 
στο, τὸ δὲ βάμβαρον ὀπὰν κάτω που περὶ τὴν πεδιάδα ἅπαν
ηὐλίσατο, ἐπεὶ μὴ ἀποχρῶσαν πρὸς τοσαῦτα πλήθη δύναμιν
 εἶχεν, ὥστε τὴν μετ’ αὐτῶν ἀποθαρρῆσαι μάχην κατασυστάδην,
ἐπινοεῖταί τι καἰ μάλα εὐμήχανον. ἀναλαβόμενος τὰς
τῶν οἰκητόρων ἁμάξας καὶ ταύτας ἀφελὼν ἀπὸ τῶν ἐπικραββάτων,
τούς τε τροχοὺς τούτων καὶ τοὺς ἄξονας ἄνω κατέσχε,
κᾀθ᾿ οὕτως ἔξω τοῦ τείχους ἔπι τῶν κρηδέμνων
 ἐφεξῆς ἀπαιωρεῖ διὰ τινων καλωδίων ἐναποδεσμουμένων ταῖς 
ἐπάλξεσι τῶν τειχῶν. καὶ ἅμα τε τοῦτο ἐνενόησε καὶ
καὶ μιᾶς ὥρας ἐναπεκρέμαντο κύκλῳ οἱ τροχοί μετὰ
τῶν ἀξόνων, ὥσπερ τινὲς ἐφεξῆς κυκλοῖ κείμενοι, ναὶ ἀλλήλοις
ἐγγίζοντες καὶ τοῖς ἄξοσιν ἀυτῶν ξυνδεσμούμενοι. πρωΐθεν
 δὲ ἀναστὰς καὶ· αὐτός τε ὁπλισάμενος καὶ τοὺς ἄλλους
τλίσας, ἔξάγει τοῦ τείχους, ἀντιμετώπους στήσας τοὺς στρατιώτας
τοῖς βαρβάροις. συνέβαινε δέ, ἐφ᾿ ἁ μέρη τὰ κύκλα
τῶν τροχῶν ἀπῃώρηται, ἐπ’ ἐκεῖνα καὶ τοὺς ἡμετέρους στρατιώτας
ἵστασθαι καὶ ἀντικρὺ κεῖσθαι κατὰ μίαν γραμμὴν τὸ
 ἀντίθετον. καὶ τὸ ἐντεῦθεν αὐτὸς μέσον τῆς ἀμφ᾿ αὐτὸν πα- 
 

 
 ρατάξεως ἑστηκώς, συνεβούλευεν, ἐπὰν ἡ σάλπιγξ τὸ ἐνυάλιον 
ἠχήσῃ, ἀποβάντας τῶν ἵππων τοὺς στρατιώτας σχολῇ καὶ 
βάδην κατὰ τῶν ἐναντίων χωρεῖν, τόξοις τὰ πολλὰ χρωμένους 
καὶ ἀκροβολισμοῖς, καὶ τὴν φάλαγγα τῶν Σκυθῶν εἰς ἑαυτοὺς 
προκαλεῖσθαι· ἐπὰν δὲ τούτους παρασυρέντας καὶ ἐπ᾿ αὐτοὺς 
ἐγκεκραγότας τοὺς ἵππους θεάσαιντο προτροπάδην ὀπισθορμήτους
γενομένους ὀλίγον διαιρεθῆναι τηνικαῦτα διχῇ
εἰς δεξιόν τε καὶ εὐώνυμον μέρος , καὶ χώραν δοῦναι τοῖς
ἐναντίοις ἐς τοσοῦτον, ἕως ἂν τοῦ τείχους πλήσιον γένοιντο. 
τούτου δὲ γεγονότος, παρήγγελτο τοῖς ἄνωθεν ἑστηκόσιν ἀπὸ 
 τοῦ τείχους, ὁπηνίκα τὴν σχίζαν τῶν φαλάγγων θεάσαιντο,
ξίφεσι τὰ καλώδια κόπτειν καὶ ἀφεῖναι τοὺς τροχοὺς μετὰ
τῶν ἀξόνων ἄνωθεν κάτω κατακρημνίζεσθαι. ἐγένετο ταῦτα
κατὰ τὸ τοῦ βασιλέως παράγγελμα. καἰ ἀθρόοι μὲν ἐπαρράξαντες
ἦσαν οἱ Σκύθαι σὺν ἀλαλαγμῷ βαρβαρικῷ ἱππόται 
κατὰ τῆς ἡμεδαπῆς παρατάξεως, πεζῇ καὶ βάδην κατ᾿ αὐτῶν
ἱεμένων πάντων, μόνου δὲ τοῦ αὐτοκράτορος ἐπόχου συγκατιόντος
αὐτοῖς. οἱ δὲ κατὰ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος τέχνην
ὀλίγον γόνυ γουνὸς ἀμείψαντες καὶ οἶον ἀναποδίσαντες, διεσχίσθησαν
ἀπ᾿ ἀλλήλων, ὡς οὐκ ἄν τις ἤλπισεν, ὥσπερ θύραν 
τοῖς βαρβάροις πλατυτάτην εἰς τὴν εἴσοδον ὑπανοίξανἠχήσῃ 
 

 
 τες. καὶ ἅμα οἱ μὲν Σκύθαι εἴσω τοῦ στομίου τῆς ἑκατέρωθεν 
φάλαγγος ἐγεγόνεισαν, οἱ δὲ τροχοὶ μέτα τινος ῥοίζου
καἰ καταφορᾶς ἐνεχθέντες, ὑπὲρ πῆχυν ἀπὸ τοῦ τείχους ἕκαστος
ἐφαλλόμενοι, ἅτε τῶν κυρτοτήτων ἑκάστου τροχοῦ ἀποκρουσθεισῶν
 ἐκ τοῦ τείχους καὶ οἶον ἀποσφενδονηθεισῶν,
εἰς μέσους τοὺς ἱππότας τῶν βαρβάρων ἔξεκυλίσθησαν, ῥύμην
λαβόντες σφοδροτέραν. τὸ μὲν καὶ· ἀπὸ τῆς ἀθρόας καταφορᾶς
τῷ φυσικῷ πειθόμενοι βάρει, τὸ δὲ καὶ ῥοπὴν λαβόντες
ἀκάθεκτον ἀπὸ τοῦ κατάντους τόπου, σφοδρῶς τε τοῖς 
 βαρβάροις ἐνέπιπτον καὶ πανταχόθεν αὐτοὺς περιέθλιβον, τὰ
σκέλη τῶν ἵππων ὥσπερ θερίξοντες, καὶ ἀμφότερα ἑκατέρωθεν
ἀπό τε τῶν ἐμπροσθίων καἰ ὀπισθίων μερῶν διατεμνόμενοι,
ὀκλάσαι τοὺς ἵππους, ἐφ᾿ ὁ μέρη τὴν πληγὴν
κατηνάγκασαν καὶ τοὺς ἱππότας συγκαταβαλεῖν. ὧν ἐπαλλή- 
 λων καὶ συχνῶν πιπτόντων, ἐξ ἑκατέρου δὲ καὶ τῶν στρατιωτῶν
κατ’ αὐτῶν ἱεμένων, καὶ δεινῆς τῆς μάχης τοῖς Σκύθαις
πανταχόθεν ἐφισταμένης, οἱ μὲν τοῖς πεμπομένοις ἀνῃροῦντο
βέλεσιν, οἱ δὲ διὰ τῶν δοράτων ἐπλήττοντο, τῶν δὲ λοιπῶν οἱ 
πλείους ὑπὸ ὦν τροχῶν σφοδρῶς καταφερομένων συνωθούμε- 
 

 
 νοὶ πρὸς τὸ ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ ἀπεπνίγησαν. τῇ δὲ μετ’
αὐτήν, ἐπεὶ πάλιν τοὺς καταλειφθέντας Σκύθας πρὸς πόλεμον
ὁρμῶντας ἑώρα, τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἅπαντας τεθαρρηκότας κατανοήσας,
ὁπλίσασθαι παρεκελεύσατο. σιδηροφορήσας δὲ καὶ
αὐτὸς καὶ πολέμου σχῆμα διατυπώσας, πρὸς τὸ πρανὲς κάτεισιν. 
εἶτα δὴ τὰς φάλαγγας ἐπιστρέψας κατὰ πρόσωπον
τοῖς Σκύθαις ἵστατο, ἐφ' ᾧ τὸν μετ' αὐτῶν, ὡς ἐνόν, συνάψαι
πόλεμον. αὐτὸς μὲν οὖν τὴν μέσην τῶν ταγμάτων εἶχε χώραν·
μάχης δὲ καρτερᾶς γενομένης, τὴν νικῶσαν τηνικαῦτα
 παρ' ἐλπίδας αἰ Ῥωμαϊκαὶ εἶχον φάλαγγες, καὶ ἐδίωκον τούτους 
ἀκρατῶς· ἐπεὶ δ' ἱκανὸν διάστημα τούτους ἑώρα διώκοντας
ὁ αὐτοκράτωρ, δεδιὼς μὴ λοχῶντές τινες αἰφνιδίως
ἐπεισπεσόντες τοῖς Ῥωμαίοις παλίντροπον τὴν τῶν Σκυθῶν
φυγὴν ἀπεργάσωνται, καὶ προστεθέντες τούτοις καἰ οἱ φεύγοντες
μέγα τὸ δεινὸν τῇ Ῥωμαἱκῇ στρατιᾷ ἐπάξωσιν, ἱππασίας 
πυκνὰς ποιούμενος, ἀνασειράζειν τοὺς χαλινοὺς καὶ τοὺς
ἵππους ἀναψύχειν τοῖς στρατιώταις ἐκέλευεν. οὕτω γοῦν
κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἄμφω διαστήτην τὰ στρατεύματα.
οἱ μὲν γὰρ φυγάδες, ὁ δὲ βασιλεὺς χαίρων νικητὴς λαμπρὸς
πρὸς τὴν ἰδίαν παρεμβολὴν ἐπάνεισιν. οἱ δὲ Σκύθαι κατα-
 κράτος ὑττηθέντες μεταξὺ τοῦ Βουλγαροφύγου καὶ τῆς μικρᾶς
Νικαίας τὰς σκηνὰς ἐπήγνυντο. χειμῶνος δὲ ἤδη ἐπι- 
 

 
 καταλαβόντος. δεῖν ἔγνω ὁ αὐτοκράτωρ εἰς τὴν βασιλεύουσαν
ἐπανελθεῖν, ἐφ' ᾦ ἑαυτόν τε κω τὸ πλέον τοῦ στρατοπέδου
τῶν πολλῶν ἀγώνων ἐπανακτήσασθαι. διελόμενος οὖν τὰς
δυνάμεις. καὶ εἰς ἀντίπαλον μοῖραν ἀποκρίνας, ὁπόσοι εὐψυχότεροι
 τοῦ παντὸς ἤσαν στρατεύματος, ἡγεμόνας τούτων τόν 
τε Ἰωαννάκην καὶ τὸν Μαυροκατακαλὼν Νικόλαον προεβάλλετο,
πέρι ὧν πολλάκις φθάσας ὁ λόγος ἐδήλωσεν, ἐντειλάμενος
αὐτοῖς έν ἑκάστῳ μὲν τῶν πολιχνίων ἀποχρῶντας εἰσαγαγεῖν
στρατιώτας εἰς τὴν ἀυτῶν φρουράν, πεζοὺς δὲ ἐξ
 ἁπάσης τῆς χώρας μετὰ ἁμαξῶν καὶ τῶν ταύτας ἑλκόντων
βοῶν ἐξελάσαι. βουλόμενος γὰρ ἔαρος ἐφισταμένου τῆς κατὰ
τῶν Σκυθῶν καρτερώτερον ἀνθέξεσθαι μάχης, προεμελέτα τε
καὶ ηὐτρέπιζε τὰ συνοίσοντα. οὕτω γοῦν ἅπαντα δεόντως
διαθέμενος, ἐπανέρχεται πρὸς τὸ Βυζάντιον.

ἐμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ, ὡς ἀπόμοιράν τινα οἱ
 τῶν Σκυθῶν ἡγεμόνες ἀπολεξάμενοι κατὰ τῶν Χοιροβάκχων
ἐξέπεμψαν, καὶ προσδόκιμος ἡ τούτων ἄφιξις ἦν, ὁποῖος ἐκεῖνος
θερμουργὸς πέρι τὰς ἐγχειρήσεις κἀν τοῖς αἰφνιδίοις ἄε 
 


 
 ὡς προπαρεσκευασμένος δεικνύμενος, μήπω ἑβδόμην ἡμέραν
ἐν τοῖς βασιλείοις διαναπαυσάμενος μηδὲ βαλανείου τυχών,
μηδὲ τὸν ἐκ τοῦ πολέμου κονιορτὸν ἀποτιναξάμενος, παραχρῆμα
τοὺς ἐπὶ τῆς φρουρᾶς τῆς πόλεως τεταγμένους καὶ 
 ὁπόσοι νεόλεκτοι, ἀναλαμβάνεται ὡσεί πεντακοσίους τὸν ἀριθμόν,
καὶ ὁπλίσας δι’ ὅλης νυκτός, κατὰ τὸ περιόρθρον ἔξεισι.
τηνικαῦτα δὲ δήλην καθίστησι τὴν αὐτοῦ πρὸς τοὺς Σκύθας
ἐξέλευσιν. τοῖς δὲ ἐξ αἵματος καὶ ἀγχιστείας προσήκουσιν
αὐτῷ συγγενέσι καὶ τοῖς ἄλλοις, ὁπόσοι τῆς μείζονος τύχης
 ἦσαν καὶ τῷ στρατιωτικῷ συντάγματι συγκατειλεγμένοι (παρασκευὴ
δὲ ἦν ἡ τῆς ἀπόκρεω) ταυτὶ διὰ τῶν ἀποστολέων
παρακελευσάμενος· ὡς ἄρα γοῦν “ἐγὼ μὲν ἄπειμι τὴν τῶν 
Σκυθῶν κατὰ τῶν Χοιροβάκχων ὀξεῖαν μεμαθηκὼς κίνησιν,
ὑμεῖς δὲ ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῆς τυροφάγου στρατεύσατε
 πρὸς ἡμᾶς. τὰς γὰρ μεταξὺ τῆς τε παρασκευῆς τίς
ἀπόκρεω καὶ τῆς τυροφάγου δευτέρας ἡμέρας ὑμῖν ἐφίημι εἰς
μικράν τινα ῥᾳστώνην, ὡς μὴ βαρύς τις καὶ ἀδιάκριτος δόξαιμι."
ἐκεῖνος μὲν οὖν παραχρῆμα κατευθὺ Χοιροβάκχων
ἤλαυνε, καὶ εἰσελθὼν κλείει τὰς πύλας· τὰς δὲ κλεῖς αὐτὸς
 ἀναλαμβάνεται. εἶτα τοὺς εὔνους ἅπαντας τῶν θεραπόντων
ἀέρι τὰ κρήδεμνα καθίστησι τοῦ τείχους, ἐγκελευόμενος μὴ 
 

 
 ἀναπεπτωκέναι, ἀλλ' ἐπαγρυπνοῦντας περιαθρεῖν τὰ τείχη,
μή πού τις ἀνελθὼν καὶ προκύψας ὁμιλήσειε τοῖς Σκύθαις.
ἀνίσχοντος δὲ τοῦ ἡλίου, καὶ οἱ ἐλπιζόμενοι τῶν Σκυθῶν καταλαβόντες
κατὰ τὸν συγκεκολλημένον τῷ τείχει τῶν Χοιροβάκχων
αὐχένα ἔστησαν. ἔξ ὧν τηνικαῦτα ἀποκριθέντες ὡσεὶ 
ἓξ χιλιάδες εἰς προνομὴν διεσκεδάσθησαν, ἐφθακότες μέχρις
 αὐτοῦ τοῦ Δεκάτου ὡσεὶ δέκα σταδίους τῶν τειχῶν ἀπέχοντος
τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων· ἐξ οὗ, οἶμαι, κω τὴν ἐπωνυμίαν
ἐκτήσατο. οἱ δὲ λοιποὶ αὐτοῦ που διαμεμενήκεσαν.
ὁ δὲ βασιλεὺς ἀνελθὼν διὰ τοῦ τείχους εἰς τὰς ἐπάλξεις, περιεσκόπει 
τὰς πεδιάδας καὶ τοὺς βουνούς, εἰ που καἰ ἑπέρα
δύναμις τούτοις ἔπεισιν, ἢ εἴπου λόχους καθίσαντες μελετῶσιν
τὸν τούτοις ἴσως προσβαλεῖν ἐπιχειρήσοντα κατασχεῖν.
ὡς δ’ οὐδέν τι τοιοῦτον ἐθεάσατο, περὶ δευτέραν τῆς ἡμέρας
 ὥραν ὁρᾷ τούτους οὐ πρὸς μάχην ηὐτρεπισμένους, ἀλλὰ πρὸς 
τροφὴν καὶ ἀνάπαυσιν ἀποκλίναντας,) πλῆθος δὲ πολὺ τούτοις
ὁρῶν καὶ τοῦ μετ’ αὐτῶν κατὰ συστάδην μὴ κατατολμῶν
πολέμου, ἐν δεινῷ ἐποιεῖτο, εἰ τὴν ἅπασαν ληϊσάμενοι χώραν
καὶ αὐτοῖς τοῖς τείχεσι τῆς βασιλευούσης τῶν πόλεων προσπελάσαιεν,
καὶ ταῦτα αὐτοῦ ἐκεῖθεν ἔξεληλυθότος, ἐφ’ ᾦ τούτους 
ἀποσοβῆσαι τῆς χώρας. μετακαλεσάμενος οὖν τοὺς ὑπ’ 
 

 
 αὐτὸν στρατιώτας κω τὴν γνώμην ἀυτῶν δοκιμάσαι βουλόμενος, 
μένος, ἔφη· “oὐ χρὴ ἀποδειλιᾶν πρὸς τὸ πλῆθος τῶν Σκυθῶν 
θῶν ἀφορῶντας, ἀλλ’ εἰς θεὸν ἠλπικότας τὸν μετ’ αὐτῶν συνάψαι
πόλεμον, καὶ εἰ μόνον ὁμογνωμονήσαιεν, πέποιθα ὡς
 ἡττήσομεν αὐτοὺς κατὰ κράτος." τῶν δὲ ἀπαναινομένων
πάντῃ καὶ πρὸς τὸν λόγον ἀναβαλλομένων, ἐκεῖνος εἰς φόβον
ἐμβάλλων πλείονα τοὺς αὐτοῦ καί ἀνεγείρων εἰς κίνδυνον,
φησιν· ‘‘έἀν οἱ εἰς προνομὴν ἐξελθόντες ἐπανέλθοιεν αὖθις
καὶ μετὰ τῶν παρόντων ἑνωθεῖεν, προῦπτος ὁ κίνδυνος. ἥ
 γὰρ καὶ τὸ κάστρον πὰρ αὐτῶν κατασχεθήσεται καὶ ἡμεῖς
παρανάλωμα φόνου γενησόμεθα, ἢ παρ’ οὐδὲν ἡμᾶς λογισάμενοι, 
ἴσως τοῖς τείχεσι τῆς πόλεως προσπελάσανοεσ, οὐκ ἐγχωρήσουσιν
ἡμῖν εἰς τήν βασιλίδα πόλιν εἰσελθεῖν, αὐτοῦ που
περὶ τὰς πύλας αὐτῆς αὐλισάμενοι. λοιπὸν κινδυνεῦσαι ἡμᾶς
 χρὴ καὶ μή ἀνάνδρως ἀποθανεῖν. ἐγὼ μὲν οὖν ἤδη ἔξειμι
καὶ ὁπόσοι βούλεσθε, προεκδραμόντος ἐμοῦ κω ἐς μέσον τῶν
Σκυθῶν εἰσπηδήσαντος, συνέψεσθε, ὁπόσοι δὲ τοῦτο οὐ δύνασθε
ἢ μὴ βούλεσθε, μηδὲ τῶν πυλῶν ἐκτὸς γένησθε." παραχρῆμα 
γοῦν διὰ τῆς ἀπονενευκυίας ὡς πρὸς τὴν λίμνην
 πύλης, ὁπλισάμενος ἔξεισι. καὶ παραδραμὼν τὰ τείχη ναέ
μικρὸν παρεγκλίνας, ἐξ ὀπισθιδίων τοῦ αὐχένος ἄνεισιν. οὐδὲ
γὰρ συνέψεσθαι τούτῳ διέγνω τοὺς μετ' αὐτοῦ πρὸς τὸν κα- 
 

 
 τασυστάδην μετὰ τῶν Σκυθων πόλεμον. καὶ πρῶτος αὐτὸς
δόρυ σπασάμενος, ἐς μέσους Σκύθας ἑαυτὸν ὤθησε, παίσας
τὸν πρώτως αὐτῷ ὑπαντιάσαντα. ἀλλ᾿ οὐδ᾿ οἱ σὺν αὐτῷ
στρατιῶται τῆς μάχης ἀπελείφθησαν, κἀντεῦθεν τοὺς μὲν
πλείους ἔκτειναν, τοὺς δὲ καὶ ζωγρίαν ἦγον. εἶτα ὁποῖα ἐκεῖνος 
 μηχανᾶσθαι εἰώθει, τὰς τῶν Σκυθῶν ἐσθῆτας τοὺς στρατιώτας
ἀμφιέννυσι ίαι τῶν Σκυθικῶν ἵππων ἐπιβῆναι κελεύει,
τοὺς δὲ ἵππους τῶν στρατιωτῶν καὶ τἀς τούτων σημαίας καὶ
τὰς ἀποτμηθείσας τῶν Σκυθῶν κεφαλὰς παραδούς τισι τῶν
εὐνουστέρων, παραλαβόντας προσέδταξεν εἴσω τοῦ κάστρου γενέσθαι 
ἀπεκδεχομένους αὐτόν. ταῦτα τοίνυν οὕτως οἰκονομήσας
ἐκεῖνος, μετὰ τῶν Σκυθικῶν σημαιῶν καὶ τῶν τὰ Σκυθικὰ
ἀμφία περιβεβλημένων στρατιωτῶν κάτεισιν ὡς πρὸς
τὸν ἀγχοῦ Χοιροβάκχων ῥέοντα ποταμόν, ὅπου καὶ τοὺς ἀπὸ
τῆς προνομῆς ὑποστρέφοντας Σκύθας ἐνόμιζε διελθεῖν. οἱ 
δέ γε προνομεῖς ἐκεῖνοι θεασόμενοι τούτους ἱσταμένους ἐκεῖσε
 καὶ νομίσαντες Σκύθας καὶ αὐτοὺς εἶναι, ἀφυλάκτως τούτοις
προσπίπτοντες, οἱ μὲν ἀνῃροῦντο, ἄλλοι δὲ καὶ
κατειχοντο.

Ἑσπέρας δὲ καταλαβούσης, (σάββατον δὲ ἦν,) ἐπανέρχεται 
μετὰ τῶν δορυαλώτων εἰς Χοιροβάκχους. καρτερή- 
 


 
 σὰς δὲ καὶ τὴν ἐπιοῦσαν, αὐγαζούσης ἤδη τῆς δευτέρας,
ἔξῆλθε τοῦ κάστρου. καὶ διελὼν τοὺς ὑπ' αὐτόν, ἔμπροσθεν
μὶν εἰσήγαγε τοὺς τὰς τῶν Σκυθῶν σημαίας κατέχοντας, οπισθεν
δὲ τοὺς δορυαλώτους τῶν Σκυθῶν, παρὰ χωριτῶν ἕκαστον
 τούτων κατεχομένους· τὰς δὲ ἀποτμηθείσας κεφαλὰς
δόρασι περιπείρας, πὰρ ἑτέρων αὖθις ἐν τούτοις ἀπαιωρουμένας 
παρεκελεύσατο οὕτω τὴν ὁδοιπορίαν ποιεῖσθαι. τούτων
δὲ ὄπισθεν, ἐκ διαστήματος μετρίου ἀπέχων, μετὰ τῶν 
’π’ αὐτὸν καὶ τῶν συνήθων τοῖς Ῥωμαίοις σημαιῶν ἑπόμενος
 ἦν. αὐγαζούσης δὲ τῆς ἀπόκρεω κυριακῆς, ὁ Παλαιολόγος
θερμουργὸς ὢν πέρι τὰς πολεμικὰς πράξεις, πρὸ τῶν ἄλλων
ἐξεληλύθει τοῦ Βυζαντίου. τὸ δὲ ὀξύρροπον ὦν Σκυθῶν
ἐπιστάμενος, οὐκ ἀπεριμερίμνως τὴν ὁδοιπορίαν ἐποιεῖτο. ἀλλ’
ἀποδιελὼν τῶν συνεφεπομένων αὐτῷ θεραπόντων ὀλίγους, παρεκελεύσατο
 αὐτοῦ προεκτρέχειν διάστημα, καὶ τὰς πεδιάδας
κὼ τὰ ἄλση καὶ τὰς ὁδοὺς περιαθρεῖν, ἵν' εἴ πού τινες τῶν
Σκυθῶν ἀναφανεῖεν, ταχὺ ὑποστρέψαντες ἀπαγγείλωσιν αὐτῷ >
οὕτω γοῦν πορευόμενοι, ἔπει κατὰ τὴν πεδιάδα τὴν οὕτω
καλουμένην Διμυλίαν τοὺς τὰ Σκυθικὰ περιβεβλημένους ἀμφία
 καὶ Σκυθικὰς σημαίας ἐθεάσαντο, εἰς τοὐπίσω ἀναστρέψαντες,
τοὺς Σκύθας ἤδη καταλαμβάνειν ἔφασαν. ὁ δὲ παραχρῆμα
ἐν τοῖς ὅπλοις ἥν. κατὰ πόδας δὲ καὶ ἕτερος ἐλθών,
διενίστατο λέγων, ὡς ὄπισθεν τῶν τάγα Σκυθῶν ἐξ ἱκανοῦ 
 

 
 διαστήματος ῾Ρωμαϊκαὶ ἀνεφάνησαν σημαῖαι καὶ στρατιῶται
κατόπιν θέοντες. οἱ μὲν οὖν ταῦτα ἀπαγγέλλοντες τὸ μέντοι
 ἐστοχάζοντο τῆς ἀληθείας, τὸ δὲ καὶ παρεστοχάζοντο. τὸ μὲν
γὰρ κατόπιν ἐλαῦνον σρτάτευμα ὡς ἀληθῶς Ῥωμαϊκὸν ἦν καὶ
τοῖς σχήμασι καὶ τοῖς πράγμασι, καὶ ὁ βασιλεὺς αὐτῶν ἡγεμόνευε, 
τὸ δὲ προπορευόμενον καὶ Σκυθικῶς ἐσταλμένον τῆς
Ῥωμαϊλῆς μὲν ἦσαν ἅπαντες στρατιᾶς, Σκυθικὰς δὲ στόλας
ἠμφιέννυντο, τοῦτο μὲν καὶ οὕτως ἐσχηκότες, ὥσπερ ἦσαν
ἀμφιαςάμενοι ταύτας κατὰ τὸ τοῦ αὐτοκράτορος παράγγελμα,
ὀπόταν ὡς φαινόμενοι Σκύθαι τοὺς ὄντως Σκύθας ἔξηπατήκασιν, 
ὡς φθάσας ὁ λόγος ἐδήλωσε· τοῦτο δὲ καὶ ἀπεχρήσατο
 τηνικαῦτα ὀ βυσιλεὺς τῇ σκευῇ τῶν Σκυθῶν πρὸς τὴν
τῶν ἡμεδαπῶν ἔξαπάτην τε καὶ φενάκην, ἵνα οἱ προεντυγχάνοντες
αὐιτοῖς ὀρρωδοῖεν, ὥσπερ Σκύθαις τοῖς στρατιώταις
ἡμῶν ἐμπίπτοντες, καὶ ἅμα παρέχοι στρατηγικόν τε καὶ ὕπτιον 
γέλωτα φόβῳ ξυμμεμιγμένον· πρινὴ γὰρ φοβηθῆναι σαφῶς,
ἐθάρρουν τὸν βασιλέα κατόπιν θεώμενοι. οὕτως ἀφόβως ὁ
αὐτοκράτωρ τοὺς ὑπαντῶντας ἐμορμολύττετο. ἀλλὰ πρὸς μὲν
τοὺς ἀλλους ὁ φόβος ἦν ἐκ τῶν φαινομένων, ὁ δέ γε Παλαιολόγος
πολυπειρίᾳ τοὺς ἅπαντας ὑπερβάλλων, καὶ εἰδὼς 
 ὁποίως ἐστὶν Ἀλέξιος περὶ τὰς μηχανὰς ποριμώτατος, ἐγνώρισεν
αὐτίκα, ὅτι Ἀλεξίου τοῦτο τὸ μηχάνημα, καὶ ἑαυτὸν τε 
 

 
 θαρρεῖν ἀνέπειθε κω τοὺς ἄλλους ἐκέλευεν. ἤδηδ δὲ καἰ τὸ
πλῆθος ἅπαν τὸ κατόπιν συνέρρωγεν, ἐκ τῶν συγγενῶν κα.
τῶν καθ᾿ αἱμῶ προσηκόντων ξυγκείμενον. ἔσπευδον γάρ,
ᾤοντο, φθάσαι τὸν αὐτοκράτορα κατὰ τὰ πρὸ τούτου συγκείμενα.
 φθᾶσαι γὰρ τοῦτον συνέθεντο μετὰ τὴν ἀπόκρεω, καθάπερ
εἴρηται πρότερον, ὲν τῇ τυροφάγῳ. οὐ μὴν ἔφθησαν
ἐκεῖνοι ἐξεληλυθότες τῆς πόλεως, καὶ ὁ βασιλεὺς τροπαιοῦχος
ἐπάνεισι. καὶ κατὰ τοῦτο συμμἱξαντες αὐτῷ οὐκ ἂν ἐπείσθησαν,
ὅτι ὁ βασιλεὺς αὐτός ἐστι τροπαιοφορῶν, οὕτω τὴν
 νίκην ὀξέως ἐξεργασάμενος, εἰ μὴ τὰς κεφαλὰς τῶν Σκυθῶν
ἐμπεπηγμένας ἑώρων ἐπ’ ἄκρων δοράτων καὶ τοὺς ἐπιλοίπους,
οἶς τὸ ξίφος οὔπω ἔξέτεμε, δεσμώτας ἠγμένους καὶ ἔξηγκωνισμένους, 
καὶ ἄλλον ἐπ᾿ ἄλλῳ ἀγόμενον κὼ συρόμενον. τὸ γὰρ 
τάχος τῆς στρατηγίας τὸ θαῦμα ἐποίει· πλὴν τοσοῦτον μανθάνω
 περί Γεωργίου τοῦ Παλαιολόγου, οἱ γὰρ συμπαρόντες
ἡμῖν διηγοῦντο,) ὡς ἐσχετλίαζέ τε καὶ τοῦ καθυστερῆσαι τοῦ
πολέμου ἑαυτὸν ἐμέμφετο καὶ ὅτι μὴ συμπαρῆν τῷ αὐτοκράτορι
κλέος τοσοῦτον ἀραμένῳ ἐπὶ τῇ ἀπροσδοκήτῳ νίκῃ τῶν
βαρβάρων τούτων. συμμετασχεῖν γὰρ κἀκεῖνος εὐκλείας τοσαύτης
 καὶ πάνυ ἐβούλετο. πέρι δὲ τοῦ αὐτοκράτορος ἐκεῖνο
ἄν τις εἴποι τὸ ᾆσμα Δευτερονομίου τότε καὶ τελούμενον
καὶ ὁρώμενον “πῶς διώξεται εἷς χιλίους καὶ δύο μετακινήσυνέῤῥεεν 
 

 
 σουσι μυριάδας;" μονονουχὶ γὰρ κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ ὁ βασιλεὺς
Ἀλέξιος , πρὸς τοσοῦτον βαρβάρων πλῆθος ἑαυτὸν ἀντικαταστήσας,
τὸ βάρος ὅλον τοῦ πολέμου μέχρι καὶ τῆς νίκης
αὐτῆς καλῶς διῳκονομήσατο. εἰ γάρ τις τοὺς συνόντας λογίσαιτο,
γίσαιτο, ὁπόσοι τε ἦσαν καὶ ποδαποὶ, κᾀθ᾿ οὕτως ἀντιπαραβάλλοι 
τὰ τοῦ αὐτοκράτορος μηχανήματα καὶ τὸ τούτου πολύτροπον
·μετὰ τῆς ῥώμης καὶ τολμῆς πρὸς τὸ βαρβαρικὸν
πλῆθος καὶ τὴν ἰσχύν, μόνον ἂν ἐφεύροι τοῦτον τὰ τῆς νίκης
καταπραξάμενον.

Οὕτω μὶν οὖν τηνικαῦτα θεὸς τὴν παράδοξον ταύτην 
τῷ κρατοῦντι δέδωκε νίκην. εἰσερχόμενον δὲ ὁρῶντες αὐτὸν
οἱ Βυζάντιοι ἔχαιρον, ἐκπληττόμενοι τὸ τάχος, τὴν τόλμαν,
τὴν περιδεξιότητα τοῦ ἐπιχειρήματος καὶ τὸ ἐξ ὑπογυίου τρόπαιον,
ἐπαιάνιζον, ἐσκίρτων, θεὸν ἀνύμνουν, σωτῆρα καὶ εὐεργέτην
τοιοῦτον αὐτοῖς δεδωκότα. ὁ δὲ Μελισσηνὸς Νικηφόρος 
δακνόμενος ἐπὶ τούτοις καὶ μὴ φέρων, ὁποῖα τὰ ἀνθρώπινα,
ἔφη “ἡ νίκη αὕτη χαρὰ μὲν ἀκερδής, λύπη δὲ ἀζήμιος."
οἱ μέντοι Σκύθαι ἀπειροπληθεῖς ὄντες ἀπανταχοῦ τῆς
 ἐσπέρας διασπαρέντες, ἐληΐζοντο ἅπαντα, καὶ οὐδὲν τὸ παράπαν
τῶν συμπεσόντων αὐτοῖς τὴν ἐκείνων ἀκάθεκτον ἀνέκοπτε 
τόλμαν. ἐνιαχοῦ δὲ τῆς ἑσπέρας καὶ πολίχνιά τινα κα- 
 


 
 τεῖχον, μηδὲ τῶν ἀγχοῦ τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων κωμοπόλεων
φειδόμενοι, παραγενόμενοι καὶ μέχρις αὐτοῦ τοῦ οὕτω
 P. 226
μάρτυσι μεγίστου Θεοδώρου τέμενος ἵδρυται. πολλοὶ μὶν
 γὰρ καὶ ἐφοίτων ἐντεύξεως τοῦ ἁγίου χάριν καθεκάστην·
ἥνικα δ’ ἡ κυριακὴ παρῆν, πάνδημον οἱ εὐσεβεῖς ἐποιοῦντο
τὴν πρὸς τὸ ἱερὸν τούτου τέμενος ἔλευσιν, παννύχιοι καὶ
πανημέριοι κύκλῳ τε καὶ κατὰ τὸν πρόδομον καὶ ὀπισθόδομον
τοῦ νεὼ προσμένοντες. ἀλλὰ τοσοῦτον ὑπεσχύρισεν ἡ τῶν
 Σκυθῶν ἀκάθεκτος ὁρμή, ὡς μηδὲ τὰς πύλας ὑπανοῖξαι τοῦ
Βυζαντίου τολμᾷν τοὺς εἰς τὸν μάρτυρα φοιτᾶν βουλομένους
διὰ τὰς ἀθρόας ἐφόδους τῶν Σκυθῶν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ
ἐξ ἠπείρου τῆς ἑσπέρας προσπεσόντα τῷ αὐτοκράτορι δεινά.
οὐ μέντοι γε οὐδὲ τὰ κατὰ τὴν θάλατταν ἀνέτως εἶχεν ἀλλὰ 
 καὶ λίαν ἐπικινδύνως τοῦ Τζαχᾶ αὖθις στόλον κτησαμένου
καἰ τὰ παρὰ θάλατταν ἅπαντα κατατρέχοντος. ἐπὶ τούτοις 
οὖν ὁ βασιλεὺς ἠνιᾶτο καἰ ἤσχαλλεν, ἁπανταχόθεν βαλλόμενος
ταῖς φρόντισιν. ἐπειδὰν δ’ ἠγγέλη τούτῳ, ὡς ἤδη καὶ
πλείονα στόλον ἐκ τῶν παραλίων κτησάμενος ὁ Τζαχᾶς καὶ
 τὰς ἐπιλοίπους, ὧν προφθάσας κατέσχε νήσων, πορθήσας,
καὶ κατὰ τῶν ἑσπερίων χωρῶν διανοεῖσθαι ἐπικεχείρηκε, καὶ 
 

 
 πρὸς τοὺς Σκύθας διαπεμπόμενος συνεβούλευε τὴν Χερρόνησον
καταλαβεῖν· οὐ μὴν οὐδὲ τὸ ἐκ τῆς ἑῴας προσεληλυθὸς τῷ αὐτο-
 κράτορι μισθοφορικόν, τῶν Τούρκων συνεχώρει τὰς πρὸς
αὐτὸν σπονδὰς ἀρραγεῖς τηρεῖν, ὑποσχέσεσι χρησταῖς ὑποσαίνων,
εἰ τὸν αὐτοκράτορα καταλιπόντες αὐτῷ προσχωρήσαιεν, 
ὁπηνίκα τὰς κριθὰς καταλάβοι· ταῦτα γνοὺς ὁ βασιλεύς, ἐπεὶ
τὰ τε κατὰ θάλατταν τά τε κατὰ τὴν ἤπειρον λίαν κακῶς αὐτῷ
διετίθετο, ναί ὁ χειμὼν σφοδρῶς ἐπικείμενος τὰς ἔξόδους
παντάπασιν ἔκλειεν ὥστε μηδὲ ἀποζυγοῦσθαι τὰς τῶν οἰκημάτων
μάτων θύρας διὰ τὸ τῆς χιόνος ἐπιβριθές, συνέβη γὰρ τότε 
πολλὴν ἐπιφορηθῆναι καὶ ὅσην οὐδείς πω πρότερον ἔγνωκεν,)
 ὡς ἐνὸν διὰ γραμμάτων ἁπανταχόθεν ἔσπευδε μισθοφορικὸν
μετακαλέσασθαι, τοῦ ἡλίου δὲ τὴν ἐαρινὴν τροπὴν ἀπαρτὶ
καταλαμβάνοντος, ἔπει καὶ ὁ ἐκ τῶν νεφῶν ἀπειλούμενος πό-
λεμος ᾤχετο καὶ ἡ θάλαττα τοῦ θυμοῦ μετεβέβλητο δεῖν ἐλογίσατο, 
 γίσατο, ἑκατέρωθεν τῶν ἐναντίων ἐπικειμένων, τὰ κατὰ
μᾶλλον καταλαβεῖν, ἵνα ὁμοῦ καὶ τοῖς νατυσιπόροις
ἐχθροῖς ῥᾳδίως ἔχοι ἀντικαθίστασθαι καὶ πρὸς τοὺς ἐξ ἠπείρου
εὐχερῶς μάχεσθαι. παραχρῆμα τοίνυν τὸν Καίσαρα Νικηφόρον
τὸν Μελισσηνὸν ἀποστείλας μετεκαλεῖτο θᾶττον ἢ 
λόγος τὴν Αἶνον καταλαβεῖν. ἔφθασε γὰρ διὰ γραμμάτων
δηλώσας συλλέξασθαι, ὁπόσους ἂν δυνηθείη, οὐκ ἀπὸ τῶν ἤδη
ἐστρατευμένων, (ἐκείνους γὰρ φθάσας εἰς τὰς 
 

 
 τυχῆ τῆς ἑσπέρας διέσπειρεν, ἐφ’ ἥ φρουρεῖν τὰ κυριώτερα
τῶν πολιχνίων,) ἀλλὰ κατὰ μέρος νεολέκτοις καταλέγων, ὁπό- B
σοι τε ἐκ Βουλγάρων καἰ ὁπόσοι τὸν νομάδα βιόν εἵλοντο,
βλάχους τούτους ἡ κοινὴ καλεῖν οἶδε διάλεκτος,) καὶ τοὺς
 ἄλλοθεν ἐξ ἁπασῶν τῶν χωρῶν ἐρχομένους ἱππέας τε καὶ
πεζούς. αὐτὸς δὲ τοὺς τοῦ Φλάντρα πεντακοσίους Κελτοὺς
ἐκ Νικομηδείας μεταπεμψάμενος, μετὰ τῶν συγγενῶν αὐτοῦ
ἐξεληλυθὼς τῆς Βυζαντίδος, θᾶττον τὴν Αἶνον καταλαμβάνει.
καὶ· τηνικαῦτα έν ἀμφιρύκῳ εἰσελθὼν καὶ παραδραμών, τὴν
 τοῦ ὅλου ποταμοῦ θέσιν κὼ τὴν ἴλην αὐτοῦ κοίτην κατα-
σκεψάμενος ἑκατέρωθεν, καὶ διαγνούς, ὅποι τὸ στρατιωτικὸν 
καταθεῖναι βέλτιον, ὑπέστρεψε. καὶ διὰ τῆς νυκτὸς τοὺς λογάδας
συναγαγὼν τοῦ στρατεύματος, τὰ ἰατὰ τὸν ποταμὸν
ίαι τὰ τούτου παρ’ ἑκάτερα διηγεῖτο, καὶ ὡς “χρὴ τὴν αὔριον
 διαπεράσαντας καὶ ὑμᾶς τὴν ὅλην περιαθρῆσαι πεδιάδα.
καὶ ἴσως οὐκ ἀδόκιμος ὑμῖν ὂν αὐτὸς ὑποδείξω τόπον φανεῖται,
οὖ χρὴ τὰς σκηνὰς πήξασθαι." τοῦτο δὲ πᾶσι συνδόξαντος,
αὐγαζούσης ἡμέρας πρῶτος αὐτὸς τὴν περαίαν κατέλαβε
κᾆθ᾿ οὕτως ἅπαν αὐτῷ συνείπετο τὸ στρατιωτικὸν. καὶ μετὰ
 τῶν λογάδων αὖθις κατασκοπήσας τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ. 
καὶ τὴν ὑπερκειμένην πεδιάδα καὶ τὸν ἀρέσκοντα τόπον αὐτῷ 
ὑποδείξας αὐτοῖς, ἀγχοῦ δὲ ἦν πολιχνίου τινὸς τοῦ οὑ- 
 

 
 τωσὶ Χοιρηνοὺς ἐγχωρίως ἐπονομαζομένου, ἔξ ἑνὸς μὲν μέρους
ἔχοντος τὸν ποταμόν, ἐξ ἑτέρου δὲ βαλτώδης ὤν,) ἐπεὶ ἱκανὸν
ὀχύρωμα καὶ πᾶσι ὁμοῦ τοῖς στρατιώταις ἐφαίνετο, θᾶττον
τάφρον διορύξας, ἅπαν ἐκεῖ τὸ στράτευμα κατατίθησιν.
αὐτὸς δὲ αὖθις μεθ’ ἱκανῶν πελταστῶν πρὸς τὴν Αἶνον ἐπάνεισιν, 
ἐφ᾿ ᾦ τὰς τῶν Σκυθῶν ὁρμὰς ἐς ἡμᾶς ἐκεῖθεν ἐρχομένων
ἀναστέλλειν.

Πυθόμενοι δὲ οἱ κατὰ τὴν γενομένην εἰς Χοιρηνοὺς
ταφρείαν ἀμυθήτων Σκυθικῶν στρατευμάτων ἔλευσιν δηλοῦσι
πέρι τούτων τῷ αὐτοκράτορι περὶ τὴν Λίνον ἔτι ἐνδιατρίβον- 
 τι ὁ δὲ παραχρῆμα ἐν ἀμφιρύκῳ πλοίῳ εἰσελθὼν νᾶι παραπλεύσας,
τὸν ποταμὸν διὰ τοῦ στομίου διελθών ἡνώθη μετὰ
παντὸς τοῦ στρατεύματος. τὰς δὲ ἰδίας ὁρῶν δυνάμεις μηδὲ
τὸ πολλοστημόριον τοῦ Σκυθικοῦ σωζούσας στρατεύματος, ἐν
ἀμηχανίᾳ καὶ φόβῳ ἢν, μὴ ἔχων τὸν ἐπαρήγοντα κατὰ ἄνθρωπον. 
οὐκ ἀνέπιπτε δὲ ὅμως, οὐδὲ ἐμαλακίζετο, ἀλλὰ πολλοὺς
τοὺς παρ’ ἑαυτῷ κυμαινομένους εἶχε λογισμούς. ὦτά γοῦν
τετάρτην ἡμέραν ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρους πόρρωθεν ὁρᾶ Κομανικὸν
στράτευμα, ὡσεὶ τεσσαράκοντα χιλιάδας, ἐπικαταλαμ-
 βάνον ἤδη. σκεψάμενος δὲ μὴ καὶ αὐτοὶ τοῖς Σκύθαις προστεθέντες 
δεινὸν τὸν κὰτ αὐτοῦ ποιήσωνται πόλεμον, (καὶ 
 


 
 οὐδὲν ἄλλο ἐντεῦθεν τὸ ἐλπιζόμενον ἥ πανωλεθρία,) δεῖν ἐλογίσατο
ὑποποιήσασθαι αὐτούς · καὶ γὰρ προέφθη τούτους
μετακαλέσασθαι. τοῦ δὲ Κομανικoῦ στρατεύματος πολλοὶ μὲν
νᾷ ἄλλοι ἡγεμόνες κατέστησαν, προάγοι δὲ πάντων ὁ Τογορτάκ,
 ὁ Μανιὰκ καὶ ἕτεροι ἄνδρες μαχιμώτατοι. τὴν δὲ πληθὺν
τῶν ἐπικαταλαμβανόντων ἤδη Κομάνων ὁρῶν, ἐδεδίει,
τὸ εὐάγωγον πάλαι γινώσκων τῆς αὐτῶν γνώμης, μὴ οἱ σύμμαχοι
ἐχθροὶ ναί πολέμιοι γεγονότες μεγίστην βλάβην αὐτῷ 
προξενίσειαν. ἀσφαλέστερον δὲ λογισάμενος ἐκεῖθεν ἀπάραντα
 μετὰ τοῦ ὁπλιτικοῦ παντὸς διαπερᾶσαι αὐθις τὸν ποταμόν,
δεῖν ἐλογίσατο πρότερον τοὺς ἡγεμόνας τῶν Κομάνωνμετακαλέσασθαι.
οἱ δὲ παραχρῆμα προσέρχονται τῷ βασιλεῖ,
καὶ αὐτὸς ὁ Μανιάκ, κἂω ὀψιαίτερον τῶν ἄλλων,
πρότερον ἀναβαλλόμενος. δαψιλῆ τοίνυν τράπεζαν αὐτοῖς
 παρατεθῆναι τοῖς ὀψοποιοῖς ἐπέταξε. καλῶς οὐν εὐωχηθέντας
μετὰ ταῦτα φιλοφρονησάμενος αὐτοὺς καὶ παντοίων
δωρεῶν ἀξιώσας, ὅρκον καὶ ὁμήρους ἐξ αὐτῶν ᾐτεῖτο, ὑποπτεύων
τὸ τῆς αὐτῶν γνώμης εὐεξαπάτητον. οἱ δὲ ἑτοίμως
τὸ προσταχθὲν ἐπλήρουν τὰς πίστεις παρασχόμενοι, αἰτησάμενοι 
 παραχωρηθῆναι τὸν μετὰ τῶν Πατζινακῶν πόλεμον
συνάψασθαι ἐπὶ τρισὶν ἡμέραις· καὶ εἰ τὴν νίκην αὐ- 
 

 
 τοῖς δοίη ὁ θεός, διχῆ τὴν ἐπιλαχοῦσαν αὐτοῖς ἅπασαν λείαν
διελόντας, θάτερον μέρος ἀφόρισαι τῷ βασιλεῖ ὑπισχνοῦντο.
ὁ δὲ οὐκ ἐπὶ τρισὶ μόναις ἡμέραις ἀλλ’ ἔπι ὅλαις δέκα μετελεύσεσθαι
τοὺς Σκύθας κατὰ τὸ αὐτοῖς βουλητὸν ἄδειαν
 ἐδεδώκει, καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἅπασαν ἀφαιρεθησομένην λείαν, 
 εἴ γε τέως τὴν νίκην αὐτοῖς παράσχοι θεός, ἀποχ̣αρισάμενος.
ἦσαν μὲν οὖν ἔπι ταυτοῦ τέως μένοντα τὰ Σκυθικὰ καὶ Κομάνων
στρατεύματα, τῶν Κομάνων δι’ ἀκροβολισμῶν πειρωμένων
τῆς Σκυθικῆς στρατιᾶς. τριῶν δὲ ἡμερῶν οὔπω διελ
θουσῶν, μεταπεμψάμενος ὁ βασιλεὺς τὸν Ἀντίοχον, ἀνὴρ δὲ 
οἶτος τῶν εὐγενῶν καὶ δραστηριότητι γνώμης τῶν πολλῶν
διαφέρων,) ἐπισκήπτει αὐτῷ γέφυραν κατασκευάσαι. θᾶττον
δὲ διὰ πλοίων ἐπιζευχθέντων μακροτάτοις ξύλοις κατασκευασθείσης
γεφύρας, μεταπεμψάμενος τόν τε πρωτοστράτορα Μιχαὴν
τὸν Δούκαν καὶ γυναικάδελφον αὐτοῦ, καὶ τὸν ἴδιον 
 ἀδελφὸν Ἀδριανὸν καὶ μέγαν δομέστικον, παρεκελεύσατο
παρὰ τῷ χείλει τοῦ ποταμοῦ ἑστάναι καὶ μὴ συγχωρεῖν συμμίγδην
διαπερᾶν πεζούς τε καὶ ἱππότας, ἀλλὰ τοὺς πεζοῖς
τῶν ἰππέων πρότερον διακρινομένους καὶ τὰς ἁμάξας μέτα
τῶν σκευῶν καὶ τὰς φορταγωγοὺς ἡμιόνους. διαπερασάντων 
οὖν τῶν πεζῶν, δεδιὼς τὰς Σκυθῶν καὶ Κομάνων δυνάμεις
καὶ τὰς λαθραίας τούτων ὑποπτεύων ἐφόδους, θᾶττον ἢ λό- 
 

 
 γος τάφρον πεποιηκώς, ἔντος τούτου εἰσήγαγεν ἅπαντας, εἶτα
καὶ τοὺς ἱππότας παρεκελεύσατο διαπερᾷν. καὶ αὐτὸς δὲ
παρὰ τῷ χείλει τοῦ ποταμοῦ ἱστάμενος τοὺς διαπερῶντας 
ἑώρα. ὁ δὲ Μελισσηνὸς κὰν ἣν φθάσας ἐδέ·ξατο γραφὴν τοῦ
 αὐτοκράτορος πεποιηκὼς καὶ συλλέξας δυνάμεις ἁπανταχόθεν
ἀπὸ δὲ τῶν ἐγγὺς καὶ πεζοὺς ἐξελάσας ἐπεισάξαντας ἐν ἁμάξαις
ὑπὸ βοῶν ἑλκομέναις τὰς ἰδίας σκευὰς καὶ τὰ πρὸς
χρείαν ἃπαντα, σπουδαίως πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐξέπεμψεν.
οἱ δὲ φθάσαντες ἤδη ἐκ διαστήματος, καθόσον ὀφθαλμὸς
 ἐξικνεῖται περιαθρεῖν τὸ ὁρώμενον, ἀποσπὰς Σκυθῶν ἐδόκει
τοῖς πλείστοις κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἰέναι. ἤδη δὲ καὶ
τις τεθαρρηκὼς καἰ τῷ δακτύλῳ ὑποδεικνὺς τῷ αὐτοκράτορι,
Σκύθας διενίστατο εἶναι. ὁ δ’ ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν οἰθεὶς καὶ 
πρὸς τοσούτους μὴ ἐξισχύων, ὲν ἀμηχανίᾳ καθειστήκει. μεταπεμψάμενος
 οὖν τὸν Ῥοδομηρòν τηνικαῦτα ἀνὴρ δὲ οὗτος
ἐκ Βουλγάρων ὁρμώμενος εὐγενὴς κὼ μητρόθεν συγγενὴς τῆς
Αὐγούστης καἰ μητρὸς ἡμετέρας,) τοῦτον ἀποστείλας ἐπέσκηψε
κατασκοπῆσαι τοὺς ἐρχομένους. ὁ δὲ ταχὺ τὸ κελευ- 
σθὲν διηνυκώς, ὑποστρέψας τοὺς ἐκ τοῦ Μελισσηνοῦ πεμφθέντας
 εἶναι ἔλεγεν. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ περιχαρὴς γεγονὼς
καὶ μικρὸν ἐγκαρτερήσας φθασάντων, διαπερᾷ σὺν αὐτοῖς, καἰ 
 

 
 παραχρῆμα τὴν γενομένην ταφρείαν ἐπιπλέον ἐπαυξήσας, ἥνωσε
τούτους μετὰ τοῦ λοιποῦ στρατεύματος. οἱ δὲ Κομάνοι παραχρῆμα
τὴν τάφρον καταλαμβάνουσιν, ὅθεν ὁ βασιλεὺς μετὰ τοῦ
ὁπλιτικοῦ παντὸς ἀπάρας διεπέρασεν, αὐτοῦ που κατασκηνώσαντες.
τῇ γοῦν μετ’ αὐτὴν ἐκεῖθεν ἀπών ὁ αὐτοκράτωρ, καταλαμβάνειν 
 ἔμελλε τὸν κάτωθεν τοῦ ποταμοῦ πόρον τοῦ Φιλοκά-
 λου ἐγχωρίως καλούμενον· ἱκανοῖς δὲ τῶν Σκυθῶν ἐντυχών
καὶ τηνικαῦτα προσβαλὼν αὐτοῖς, καρτερὸν συνῆψε πόλεμον.
καὶ κτείνονται μὲν οὖν ἐν τῷ μάχεσθαι ἐξ ἑκατέρων πολλοί·
ὅμως δὲ τὴν νικῶσαν εἶχεν ὁ βασιλεύς ἡττησας τοὺς Σκύθας 
κατὰ κράτος. οὕτω γοῦν τῆς μάχης διαλυθείσης καὶ τῶν
στρατευμάτων διακριθέντων πρὸς τὰς οἰκείας παρεμβολάς,
αὐτοῦ που τὸ ῾Ρωμαϊκὸν προσέμεινε στράτευμα δι’ ὅλης τῷ
τότε νυκτὸς. αὐγαζούσης δὲ τῆς ἡμέρας ἐκεῖθεν ἀπάραντες,
καταλαμβάνουσι τόπον τινὰ καλούμενον τοῦ Λεβούνη· βου- 
 νὸς δὲ τῆς πεδιάδος ὑπερκείμενος. ἄνεισι μὶν οὖν ἐκεῖσε ὁ
αὐτοκράτωρ. ἐπεὶ δὲ μὴ τὸ πᾶν τοῦ στρατεύματος ὁ ὑπερκείμενος
ἐχώρει τόπος, περὶ τοὺς πρόποδας αὐτοῦ διώρυχα
ποιήσας καὶ τάφρον ἀποχρῶσαν τῷ παντὶ στρατεύματι, ἐκεῖ
τούτους κατατίθησι. πρόσεισι δὲ τηνικαῦτα τῷ αὐτοκράτορι 
αὖθις αὐτόμολος ὁ Νεάντζης καἰ σὺν αὐτῷ ὀλιγοῖ Σκύθαι.
ὄιν θεασάμενος ὁ βασιλεὺς καὶ τῆς προτέρας αὐτοῦ ἀγνωμο- 
 

 
 σύνης ἀναμνήσας καὶ ἄλλ᾿ ἄττα προσθέμενος, ἔμφρουρον
αὐτὸν μετὰ τῶν ἄλλων καὶ σιδηρόδετον εἶχεν.

Οὕτω μὲν οὖν ὁ βασιλεύς οἱ δέ γε Σκύθαι κατὰ 
τὸν ῥύακα τοῦ καλουμένου Μαυροποτάμου κείμενοι ὑπεποιοῦντο
 λαθραίως τοὺς Κομάνους, συμμάχους προσκαλούμενοι.
ἀλλ᾿ οὐδὲ πρὸς τὸν βασιλέα πέμποντες ἠρέμουν, τὰ περὶ εἰρήνης
ἐρωτῶντες. ὁ δὲ τοῦ δολεροῦ τῆς γνώμης αὐτῶν στοχαζόμενος,
προσηκούσας καἰ τὰς ἀποκρίσεις αὐτοῖς ἐπεποίητο,
ἀπαιωρεῖν ἐθέλων τοὺς αὐτῶν λογισμούς, εἴ που καὶ τὸ ἐκ τῆς
 ῾Ρώμης προσδοκώμενον μισθοφορικὸν καταλάβοι. οἱ δὲ Κομάνοι
ἀμφιβόλους ἔχοντες τὰς τῶν Πατζινακῶν ὑποσχέσεις,
οὐ πάνυ τι αὐτοῖς προσετίθεντο, ἀλλ᾿ ἐσπέρας μηνύουσι τῷ
βασιλεῖ ‘‘μέχρι πόσου τὴν μάχην ἀναβαλλώμεθα; ἴσθι τοίνυν,
ὡς ἰπὶ πλέον οὐκ ἐγκαρτερήσομεν, ἀλλ’ ἡλίου ἀνατέλλοντος
 λύκου ἢ ἀρνίου κρέας ἐδόμεθα." ταῦτα ὁ βασιλεὺς 
ἀκούσας καὶ τὸ ὀξὺ τῆς τῶν Κομάνων γνώμης διαγνοὺς οὐκέτι
ἐν ἀναβολαῖς τοῦ μάχεσθαι ἦν. ἀλλὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην
κρίσιν τοῦ πολέμου δημοτελῆ θέμενος, ἐκείνοις μὶν κατὰ
τὴν ἐπιοῦσαν τόν μετὰ τῶν Σκυθῶν ὑπέσχετο πόλεμον, αὐτὸς
 δὲ παραχρῆμα μετακαλεσάμενος τοὺς ἡγεμόνας καὶ πεντηκον- 
 

 
 τάρχας καὶ λοιποὺς προσέταξε διὰ παντὸς τοῦ φοσσάτου διακηρυκεῦσαι
τὸν ἐς τὴν αὔριον ταμιευθέντα πόλεμοι ἀλλὰ
κἀν τοιαῦτα ἐσκέπτετο, ἐδεδίει ὅμως τὰ ἄπειρα πλήθη τῶν
 Πατζινακῶν καὶ Κομάνων, ὑποπτεύων τὴν ἀμφοτέρων σύμβασιν.
ταῦτα γοῦν διασκοπουμένου τοῦ βασιλέως, κατέλαβον 
πρὸς αὐτὸν τῶν ὀρεινοτέρων μερῶν ἄνδρες τολμητίαι καὶ
Ἀρειμάνιοι αὐτόμολοι πρὸς συνασπισμὸν αὐτοῦ, εἰς χιλιάδας
ποσούμενοι πέντε. ἔπει ὁ ἀναβολὴν ἔτι τὰ τῆς μάχης οὐκ
εἶχε, θεὸν ἀρωγὸν ἐπεκαλεῖτο. δύνοντος δὲ τοῦ ἡλίου, πρῶτος
αὐτὸς κατῆρχε τῆς πρὸς θεὸν παρακλήσεως, λαμπράν τε 
δᾳδουχίαν ποιούμενος καὶ προσήκοντας ὕμνους ᾄδων αὐτῷ.
οὐ μὴν οὐδὲ τὸ ἅπαν φόσσατον ἠρεμεῖν συνεχώρει, ἀλλὰ τὰ
 αὐτὰ ἑκάστῳ μὲν τῶν συνετωτέρων πράττειν συνεβούλευε
 τοῖς δὲ ἀγροικοτέροις ἐπέσκηπτε. τηνικαῦτα γοῦν τὸν μὲν ἥλιον
ἦν ὁρᾷν τοῦ ὁρίζοντος δύνοντα, τὸν δὲ ἀέρα πεφωτισμένον, 
οὐχ ἑνὸς ὥσπερ ἡλίου λάμποντος, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων
ἀστέρων λαμπρὰν τὴν φαῦσιν παρεχομένων. ἅπαντες γὰρ
τοῖς ἰδίοις δόρασι πήξαντες λαμπάδας καὶ κηροὺς, ὡς ἕκαστος
δυνάμεως εἶχεν, ἀνῆψαν. αἱ δέ γε παρὰ τοῦ στρατεύματος
ἀναπεμπόμεναι φωνᾶι μέχρις οἶμαι τῶν οὐρανίων ἀντύγων 
 

 
 ἔφθανον, μᾶλλον δέ, εἰ χρὴ τἀληθὲς εἰπεῖν, εἰς αὐτὸν τὸν
δεσπότην θεὸν ἀνεφέροντο. ἐκ τούτου δ’ οἴμαι τεκμαίρεσθαι
χρὴ τὴν τοῦ βασιλέως εὐσέβειαν, ὡς ἄρα τὰς πρὸς ἐχθροὺς 
προσβολὰς οὐκ ἐδόκει ποιεῖν ἄνευ τῆς ἐκεῖθεν ἐπαρωγῆς. οὐ
 γὰρ ἐν ἀνδράσι καὶ ἵπποις καὶ στρατηγικαῖς μηχαναῖς καὶ
οὗτος ἐθάρρει, ἀλλὰ τὸ πᾶν τῇ ἄνω ῥοπῇ ἐδίδου καὶ ταῦτα
μὶν μέχρι μέσης ἐτελεῖτο νυκτός· μικρὸν δὲ τοῦ λοιποῦ τὸ
σῶμα διαναπαύσας, ἀνέθορε τοῦ ὕπνου, καὶ τοὺς ψιλοὺς τῶν
στρατιωτῶν ὥπλιζε καρτερῶς, ἐστιν οὖ καί τινας ἀμφία καὶ 
 περικεφαλαίας ἐκ σηρικῶν πέπλων ὁμοχρόων κατασκευάσας
περιέβαλεν, ἔπει μὴ ἀπέχρη τούτῳ πρὸς πάντας ὁ σίδηρος.
ἡμέρας δὲ διαγελώσης, διαγελώσης, καρτερῶς ὁπλισάμενος τῆς
φάραγγος ἔξεισι, τὸ ἐνυάλιον ἠχῆσαι κελεύσας. καὶ κάτωθεν
τοῦ λεγομένου Λεβουνίου (τόπος δὲ οὗτος * * *) τὸ στράτευμα
 διελών, τὰς φάλαγγας ἰλαδὸν ἵστησιν. αὐτὸς δὲ ὁ αὐτοκράτωρ
προμετώπιος ἕστατο, δριμὺ μένος πνέων. τοῦ μέντοι
δεξιοῦ καὶ εὐωνύμου μέρους καὶ κέρως ὁ Παλαιολόγος
Γεώργιος καὶ Κωνσταντῖνος κατῆρχον ὁ Δαλασσηνός. ἐξ
ὑπερδεξιῶν δὲ τῶν Κομάνων ὁ Μοναστρᾶς ὁπλισάμενος μετὰ 
 τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἵστατο · ἤδη γὰρ κἀκεῖνοι τἀς Ῥωμαϊκὰς φάλαγγας
καθιστῶντα τὸν αὐτοκράτορα ὁρῶντες, τὰς σφῶν ὥπλιζον
δυνάμεις, καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν πολέμου διετύπουν σχῆμα· 
 

 
 ἐξ εὐωνύμου δὲ τούτων ὁ Οὐζᾶς καλούμενος, τὸ δέ γε πρὸς
δύσιν ὁρῶν, ὁ Οὐμπερτόπουλος μετὰ τῶν Κελτῶν. οὕτω
γοῦν ὁ αὐτοκράτωρ ταῖς φάλαγξι πυργώσας οἷον τὸ στράτευμα
καὶ ταῖς ἴλαις περισφίγξας, τὴν ἐνυάλιον αὖθις ἐκέλευσεν
ἠχῆσαι σάλπιγγα. οἱ δὲ Ῥωμαῖοι δεδιότες τὸ ἀπειροπληθὲς 
τῶν Σκυθῶν καὶ τὰς ἀμυθήτους ἁρμαμάξας, τειχῶν
 ὥσπερ παρεχομένας αὐτοῖς χρείαν, τὸν ὅλων κύριον εἰς ἔλεον
μιᾷ φωνῇ ἐπικαλεσάμενοι, ὅλας ἡνίας χαλάσαντες τὴν μετὰ τῶν
Σκυθῶν μάχην ἐπέσπευδον, τοῦ αὐτοκράτορος ἁπάντων προπάροιθεν
θέοντος. μηνοειδοῦς δὲ τῆς Παρατάξεως γεγονυίας, ἐν 
ταὐτῷ καὶ ὥσπερ ἐξ ἑνὸς συνθήματος παντὸς τοῦ στρατοῦ καὶ
αὐτῶν δὴ τῶν Κομάνων τὴν κατ’ αὐτῶν ποιησαμένων ὁρμήν,
στοχασάμενος τοῦ μέλλοντος Σκύθης τις τῶν ἐκκρίτων ἡγεμὼν
τηνικαῦτα καθεστώς, προηρπάκει τὴν σωτηρίαν, καὶ ὀλίγους
συμπαραλαβὼν πρόσεισι τοῖς Κομάνοις ὡς ὁμογλώττοις. κἂν 
γὰρ κατὰ Σκυθῶν ἐκθύμως καὶ οὔτοι ἐμάχοντο, ἀλλὰ θαρρήσας
μᾶλλον ἡ τοῖς ῾Ρωμαίοις, αὐτοῖς προσεληλύθει, ἐφ᾿ ᾧ
 μεσίταις τούτοις πρὸς τὸν αὐτοκράτορα χρήσασθαι. τοῦτο ὁ αὐτοκράτωρ
θεασάμενος, καὶ πτοηθεὶς μὴ τούτοις καὶ ἕτεροι τῶν
 Σκυθῶν προσχωρήσαντες ἀναπείσωσι Κομάνους τὰ ὑπὲρ 
αὐτῶν φρονήσαντας κατὰ τῆς ῾Ρωμαϊκῆς φάλαγγος στρέψαι 
 

 
 μετὰ τῆς γνώμης καὶ τὰς ἡνίας, παραχρῆμα, ὁποῖος ἐκεῖνος
δραστήριος ἐν ὀξείᾳ ῥοπῇ τοῦ συνοίσοντος καταστοχάσασθαι, 
τῷ τὴν βασιλικὴν σημαίαν κατέχοντι ἐπέταξε ταύτην ἐν χεροῖν
φέροντι μετὰ τῆς τῶν Κομάνων στῆναι παρεμβολῆς. τῆς
 Σκυθικῆς δὲ ὁμαιχμίας διασπασθείσης ἤδη, καὶ παραχαωρησάντων
ἀλλήλοιν τοῖν στρατοπέδοιν, ἀνδροκτασίαν ἠν θεάσασθαι
τηνικαῦτα, ὁποίαν οὐδεὶς πώποτε ἐθεάσατο. τῶν δὲ
Σκυθῶν δεινῶς ἀποσφαττομένων, ὡς ἐγκαταλειφθέντων ἤδη
ὑπὸ τῆς θείας δυνάμεως, κεκοπιακότες οἱ σφάττοντες τῇ σφοδρᾷ
 καὶ πυρῇ κινήσει τῶν ξιφῶν , λειποθυμοῦντες ἀνεκόπτοντο
τῆς ὁρμῆς. ὁ δὲ ἀὐτοκράτωρ ἔν μέσοις τοῖς πολεμίοις 
οις ἔξιππαζόμενος, ὅλας συνετάραττε φάλαγγας, πλήττων μὲν
τοὺς ἀντικαθισταμένους, καταπτήσσων δὲ καὶ τοὺς πόρρω τοῖς
ἑμβοήμασιν. ἔπει δὲ τὸν ἥλιον ὑπὲρ κεφαλῆς τὰς ἀκτῖνας
 βάλλοντα ἑώρα, μεσημβρίας ἀπάρτι οὔσης, προμηθεύεται τι
τοιοῦτον. μεταπεμψάμενός τινας ἀποστέλλει, ἐφ᾿ ᾧ ἀγρότας
ἀσκοὺς πλήσαντας ὕδατος καὶ ταῖς ἰδίαις ἐπεισάξαντας ἠμιόνοις
ἐξελάσαντας ἀγαγεῖν. τούτους δὲ ἤδη θεασόμενοι καὶ οἱ
μὴ προκληθέντες τῶν πλησιοχώρων, τὸ αὐτὸ τοῦτ' ἐποίουν,
 τοὺς τῆς δεινῆς τῶν Σκυθῶν χειρὸς αὐτοὺς ἀπαλλάττοντας ὁ
μὲν δι᾿ ἀμφορέως, ὁ δὲ ὄι ἀσκοῦ, ὁ δὲ δι᾿ ὁποίου τύ χοιεν ἄγγους 
 

 
 ἀναψύχοντες ὕδατι. οἱ δὲ μικρὸν τοῦ ὕδατος σπώμενοι, αὖθις
τῆς μάχης ἀντείχοντο. καὶ ἦν ἰδεῖν θέαμα καινόν, ἔθνος ὅλον,
οὐ μυριάνθρωπον, ἀλλ᾿ ἀριθμὸν ἅπαντα ὑπερβαῖνον, σὺν γυναιξὶ
καὶ τέκνοις ἄρδην κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἀπολωλός.
ἦν δὲ μηνὸς Ἀπριλίου εἰκοστὴ πρὸς τῇ ἐννάτῃ ἡμέρᾳ, τρίτη 
δὲ τῆς ἑβδομάδος. ἔνθεν τοι καὶ παρῴδιόν τι οἱ Βυζάντιοι
ἐπῇδον, φάσκοντες “διὰ μίαν ἡμέραν οἱ Σκύθαι τὸν Μάϊον
οὐκ εἶδον.” ἐπεὶ δὲ ὁ ἥλιος πρὸς δυσμαῖς ἤδη ἦν, καἰ ἅπαντες
 μὲν ξιφῶν ἔργον γεγόνασι, καὶ τὰ τέκνα φημὶ καἰ αἱ μητέρες,
πολλοὶ δὲ καὶ ζωγρίαν ἐλήφθησαν, τὸ ἀνακλητικὸν κελεύσας 
ὁ αὐτοκράτωρ ἠχῆσαι, πρὸς τὴν ἰδίαν ἐπάνεισι πα
ρεμβολήν. καὶ ἦν τῷ κατανοοῦντι θαῦμα ἰδέσθαι, πῶς οἱ
πάλαι κατὰ τῶν Σκυθῶν ἐξερχόμενοι καλώδια τοῦ Βυζαντίου
ἐξωνούμενοι καὶ ἱμάντας, δι᾿ ὧν δεσμώτας ἄγοιεν τοὺς τῶν
Σκυθῶν ἑαλωκότας, τοὐναντίον πεπόνθασιν, αὐτοί τε παρὰ 
 τῶν Σκυθῶν ἑαλωκότες καὶ δεσμῶται γενόμενοι. ἀλλὰ ταῦτα
μὲν τότε, ὁπηνίκα κατὰ τὴν Δρίστραν ὁ μετὰ τῶν Σκυθῶν
γέγονε πόλεμος· καἰ γὰρ τὸ φρύαγμα τότε τῶν ῾Ρωμαίων
καθεῖλε θεός. ἐν ὑστέροις δέ, καθ᾿ ἃν ὑφηγοῦμαι καιρόν,
ὁπηνίκα περιδεεῖς τούτους ἔγνω καὶ τὰς σωζούσας ἀπολελωκότας 
ἐλπίδας, πρὸς τοσαῦτα πλήθη μὴ ἐξισχύοντας, τὴν νί- 
 

 
 κην παραδόξως ἐχαρίσατο τούτοις, ὡς καὶ δεσμεῖν καὶ σφάττειν
καὶ ζωγρίαν ἄγειν τοὺς Σκύθας, οὐ τοῦτο δὲ μόνον, (τάχα
γάρ τι τοιοῦτον κἀν τοῖς μερικοῖς τῶν πολέμων πολλάκις
εἴωθε γίνεσθαι,) ἀλλὰ καὶ ὅλον ἔθνος μυρίανδρον κατὰ μίαν
 καὶ μόνην ἀφανίσαι ἡμέραν.

Τῶν ταγμάτων δὲ τοῦ τε Κομανικοῦ καὶ ῾Ρωμαϊκοῦ 
ἀπ᾿ ἀλλήλων διακριθέντων, καὶ τοῦ αὐτοκράτορος περὶ λύχων 
ἁφὰς πρὸς δεῖπνον ἀπιδόντος, δυσχεραίνων εἱστήκει ὁ
καλούμενος Συνέσιος, “τί τὸ γινόμενον καὶ· τίς αὕτη ἡ καινὴ
 οἰκονομία;” λέγων πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. “ἕκαστος τῶν στρατιωτῶν
ἀνὰ τριάκοντα καὶ πλείω δεσμώτας ἔχει Σκύθας. ἡ
τῶν Κομάνων πληθὺς ἐγγὺς ἡμῶν ἐστιν. εἰ γοῦν ὑπνώσαιεν
οἱ στρατιῶται, καθάγε καὶ δεῖ, τοσοῦτον κεκοπιακότες, καὶ οἱ
Σκύθαι ἄλλος ἄλλον λύσαντες καὶ τοὺς ἀκινάκεις σπασάμενοι
 ἀναιρήσουσιν αὐτούς, τί τὸ λοιπὸν ἔσται; ἀλλὰ κέλευσον 
ἀναιρεθῆναι θᾶττον τοὺς πλειιονας.” ὁ δὲ βασιλεὺς δριμὺ
πρὸς αὐτὸν ἐνιδών. ἔφη “κἂν Σκύθαι, ἀλλὰ πάντως ἄνθρωποι,
κἀν ἐχθροὶ, ἀλλ᾿ ἐλέους ἄξιοι. αὐτὸς δ᾿, οὐκ οἶδα, τί
φρονήσας ταῦτα ληρεῖς;” τὸν δ᾿ ἐνιστάμενον μετ᾿ ὀργῆς ἀπεπέμψατο.
 προσέταξε δὲ τηνικαῦτα διαλαλιὰν εἰς ἃπαν τὸ
στρατευμα γενέσθαι, ἅπαντα τὰ τῶν Σκυθῶν ἀναλαβομένους 
 


 
 ὅπλα εἰς ἵνα καταθέσθαι τόπον , τοὺς δὲ δεσμώτας παραφυλάττειν.
ταῦτα κελεύσας ὲν ἀμεριμνίᾳ τὸ λοιπὸν τῆς νυκτὸς
ἦν. πέρι μέσην δὲ φυλακὴν τῆς νυκτός, εἴτε ἐκ θεώς ὀμφῆς,
 εἴτε κίκι ὅπως οὐκ οἰδα, ὁμῶς δ’ οὖν ὡς ὁ ἰνὸς συνθήματος
μικροῦ πάντας οἱ στρατιῶται ἀπέκτειναν. τοῦτο ὁ βασιλεὺς 
αὐγαζούσης ἡμέρας ἀκηκοώς, ὕποπτον εὐθὺς τὸν Συνέσιον
εἶχέ. μετακαλεῖται τοίνυν παραχρῆμα τοῦτον. καὶ αἰτιώμενος
σφοδρῶς ἠπειλεῖτο λέγων “τοῦτο τὸ ἔργον σόν." τοῦ
δὲ ἐπομνυμένου μὴ εἰδέναι, ἐπέταξε δεσμηθέντα τοῦτον κατασχεθῆναι,
“γνώτω" λέγων “οποῖυν καὶ μόνον ὁ δεσμὸς κακόν 
ἐστιν , ὡς μηκέτι κατὰ ἀνθρώπων τοιαύτας ἀποφάσεις
πoιεἴσθαι.’’ τάχα δὲ ἂν καἰ ἐκόλασε τοῦτον, εἰ μὴ προσελθόντες
 οὶ καθ' αἷμα καὶ ἐξ ἀγχιστείας προσήκοντες τῷ αὐτοκράτορι
μεγιστᾶνες κοινὴν τὴν ὑπὲρ τοῦ Συνεσίου ἰκετηρίαν ἐποιοῦντο.
τῶν δὲ Κομάνων οἱ πλείους πτοηθέντες, μὴ τι δεινὸν καὶ 
κατ’ ἀυτῶν ὁ αὐτοκράτωρ νυκτὸς μελετήσειε, τὴν λείαν πᾶσαν
ἀναλαβόμενοι, νυκτὸς ᾤχοντο, τὴν πρὸς τὸν Δάνουβιν φέρουσαν
ὁδεύοντες. αὐτὸς δὲ αὐγαζούσης ἡμέρας, φεὐγων τὴν
τῶν νεκρῶν σωμάτων δυσωδίαν, ἀπάρας ἐκεῖθεν ἔρχεται ἐπί 
 
 ανφαψινορις 

 
 τινα τόπον Καλὰ δένδρα καλούμενον, σταδίους δέκα πρὸς
τοῖς ὀκτὼ ἀπέχοντα τῶν Χοιρηνῶν. ἀπερχόμενον δὲ ἐκεῖσε
κατέλαβεν ὁ Μελισσηνός, οὐ γὰρ ἔφθασε παραγενέσθαι ἐν
τῷ καιρῷ τῆς μάχης, ἀσχολούμενος τὴν πληθὺν ἐκείνην τῶν 
 νεολέκτων ἀποστεῖλαι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ἀλλήλους τοίνυν
ἀσπασάμενοι κὼ συγχαρέντες, ὡς εἰκός, τὸ λοιπὸν τῆς ὁδοιπορίας
περὶ τῶν συμπεσόντων ἐπὶ τῇ τῶν Σκυθῶν ἥττῃ ὡμίλουν.
μεμαθηκὼς δὲ ὁ αὐτοκράτωρ, ὁπηνίκα τὰ Καλὰ δένδρα
κατέλαβε, τὸν δρασμὸν τῶν Κομάνων, ὁπόσα τούτοις
 ἀνῆκε πρὸς λόγον τῶν συμφωνηθέντων αὐτοῖς, ἐπισάξας έν
ἡμιόνοις, ἀπέστειλε πρὸς αὐτούς, ἐντειλάμενος σπεῦσαι καταλαβεῖν 
αὐτοὺς καὶ πέραθεν, εἰ δυνηθεῖεν, Δανούβεως καὶ 
δοῦναι τὰ ἀποσταλέντα. βαρὺ μὶν αὐτῷ ἦν διὰ παντός, μὴ 
μόνον ψεύδεσθαι, ἀλλὰ καὶ τὸ δόξαι ψεύδεσθαι, ὁμιλίαν ἱκανὴν
 πρὸς ἅπαντας περὶ ψεύδους ποιουμένῳ. ἀλλὰ ταῦτα
μὲν περὶ τῶν φευγόντων· τοὺς δέ γε λοιποὺς ἐφεπομένους
αὐτῷ εἱστία τὸ λοιπὸν τῆς ἡμέρας δαψιλῶς. δέον δὲ ἐλογίσατο,
μὴ τηνικαῦτα τοὺς ἀνήκοντας δοῦναι μισθούς ἀλλὰ 
μεθεῖναι τοὺς εἰς ὕπνον τραπέντας καταπέψαι τὸν οἶνον, καὶ
 οὕτω τὸ φρονοῦν τῆς ψυχῆς συλλεξαμένους ἐν ἐπιγνώσει γενέσθαι
τοῦ πραττομένου. τῇ μετ᾿ αὐτὴν οὖν μετακαλεσάμενος
ἅπαντας, οὐ τὰ προϋπεσχημένα δίδωσι μόνον, ἀλλὰ καὶ 
 

 
 πολλῷ πλείονα. σκεψάμενος δέ, ἐπεὶ ἀπολύειν τούτους οἴκαδε
ἐβούλετο, μὴ ἐν τῷ ἀπιέναι εἰς προνομὴν σκεδασθέντες οὐ μικρὰν 
ταῖς κατὰ τὴν ὁδὸν παρακειμέναις κωμοπόλεσι τὴν βλάβην
ἐπάξωσιν, ὁμήρους ἐξ αὐτῶν λαμβάνει. αἰτησαμένων δὲ
καὶ αὐτῶν τὰ κατὰ τὴν ὁδὸν αὐτοῖς ἀσφαλίσασθαι, δίδωσιν 
αὐτοῖς τὸν Ἰωαννάκην, ἀνὴρ δὲ οὑτος ἀνδρείᾳ καὶ φρονήσει
διαφέρων,) τὴν τῶν ἁπάντων οἰκονομίαν διαθέμενος καὶ τὴν
μέχρις αὐτοῦ τοῦ Ζυγοῦ τῶν Κομάνων εὐθέτησιν. τοιαῦτα
μὶν οὖν τὰ τοῦ αὐτοκράτορος θείᾳ πάντως προνοίᾳ. πάντα γουν
 κατὰ τὸ πλῆρες τελέσας, τροπαιοφόρος αὐτὸς νικητὴς πρὸς τὸ 
Βυζάντιον ἐπανέρχεται, Μαΐου παριππεύοντος μηνός. ἀλλὰ τὰ
μὲν τῶν Σκυθῶν ὧδέ πη πέρας ἐχέτω, κἂν ἐκ πολλῶν ὀλίγα
μοι εἴρηται, ἄκρῳ δακτύλῳ τοῦ Ἀδριατικοῦ ἁψαμένῃ πελάγους. 
τὰς γὰρ λαμπρὰς τοῦ αὐτοκράτορος νίκας, τὰς μερικὰς
τῶν πολεμίων ἥττας, τὰς καθ᾿ ἕνα τούτου ἀνδραγαθίας, 
τὰ ἐν τῷ μεταξὺ συμπίπτοντα τοῖς τότε καιροῖς, καἰ ὅπως
πρὸς ἅπαντας ἐποικίλλετο τε καὶ διὰ παντοίας μεθόδου διέλυε
τὰ συμπίπτοντα δεινά, οὐδ᾿ ἂν Δημοσθένης ἄλλος ἥ καὶ ὁ
ἅπας τῶν ῥητόρων χορός, οὐδ᾿ ἂν ἡ Ἀκαδημία πᾶσα καὶ ἡ 
 

 
 Στος εἰς ταὐτὸν συνεληλυθέτην καὶ προὔργου παντὸς τὰς 
Ἀλεξίου πράξεις ἐποιήσαντο, τούτων ἐφικέσθαι ἐξίσχυσαν.

Οὐ πολλαὶ διῆλθον ἡμέραι τῆς τοῦ Βασιλέως εἰς τὰ
ἀνάκτορα εἰσελεύσεως, καὶ ὁ Ἀρισέβης Ἀρμένιος καὶ ὁ Κελτὸς
 Οὐμπερτόπουλος (λογάδες οὗτοι ἄνδρες τῶν ἐπιφανῶν
Αρειμάνιοι) κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος μελετήσαντες ἐφωράθη
σαν, πλῆθος οὐκ ἀγεννὲς πρὸς ταυτηνὶ τὴν βουλὴν ἐπισυρόμενοι.
καὶ οἱ ἔλεγχοι παρῆσαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐπαρρησιάζετο.
κατάκριτοι δὲ ἤδη καταστάντες οἱ ἐπίβουλοι, δήμευσιν καὶ
 ὑπερορίαν τηνικαῦτα κατεκρίθησαν, τῶν ἐκ τῶν νόμων ποινῶν 
τοῦ αὐτοκράτορος σχολὴν παντελῆ καταψηφισαμένου, μηδενὸς 
τὸ σῶμα λωβηθέντος. λογοποιουμένην δὲ Κομάνων ἔφοδον 
μανθάνων ὁ αὐτοκράτωρ, ἐκεῖθεν δὲ καὶ τὸν Βοδῖνον καὶ
αὐτοὺς Δαλμάτας παρασπονδῆσαί τε καὶ κατὰ τῆς ἡμεδαπῆς
 χωρῆσαι βουλομένους, ἐμερίζετο τοῖς λογισμοῖς πρὸς ὁπότεροι 
ἂν ἀπονεύσειε τῶν ἐχθρῶν. δέον οὖν αὐτῷ ἐδόκει κατὰ
τῶν Δαλματῶν πρώτως ἐξοπλίσασθαι καὶ προκαταλαβεῖν τὸ
ἀναμεταξὺ τῆς ἡμεδαπῆς καὶ αὐτῶν διακείμενα τέμπη καί,
ὡς ἐνόν, ἀσφαλίσασθαι. συναγαγὼν τοίνυν ἅπαντας καὶ ἀνακοινωσάμενος
 τὸ σκοπούμενον, ἐπει συνοῖσον ἅπασι τοῦτ᾿ ἐδόκει, 
ἔξεισι τῆς μεγαλοπόλεως, τὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν προμηθευσόμενος. 
καὶ ταχὺ τὴν Φιλιππούπολιν καταλαβών, καὶ 
 


 
 γράμματα δεξάμενος τοῦ τηνικαῦτα ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας
χρηματίζοντος περὶ τοῦ δουκὸς Δυρραχίου Ἰωάννου τοῦ
υἱοῦ τοῦ σεβαστοκράτορος, διαβεβαιούμενα ἀποστασίαν ἐκεῖνον
ὠδίνειν, ἀθυμῶν διὰ πάσης ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἦν, πὴ μὲν
διὰ τὸν ἐκείνου πατέρα ἀναβαλλόμενος τὴν τῆς ὑποθέσεως 
 ἐξέτασιν, πὴ δὲ καὶ δεδιώς, μὴ ἅπερ ἡ φήμη λέγει οὐ ψεύσεται.
καὶ ἐπεὶ μειράκιον ἦν ὁ Ἰωάννης, ὡς ἐπίπαν τάς τῶν
τοιούτων ὁρμὰς ἀκαθέκτους γινώσκων, ἐδεδίει, μή τι νεωτερίσειε
καὶ λύπης ἀφορήτου ἀμφοῖν τῷ τε πατρὶ καὶ θείῳ πρόξενος
γένοιτο. δεῖν οὖν ἐλογίσατο διὰ πάσης μεθόδου σπεῦσαι 
τὴν ἐκείνου σφῆλαι βουλήν. ἐκήδετο γὰρ τούτω, ὁπόσον
ἄν τις εἴποι. μεταπεμψάμενος οὖν τὸν τότε μέγαν ἑταιρειάρχην
Ἀργυρὸν τὸν Καρατζάν, Σκύθην μὲν ὄντα, φρονιμώτατον
δὲ καὶ ἀρετῆς καἰ ἀληθείας ἐπιμελούμενον, διττὰς ἐπιδίδωσιν
αὐτῷ γραφάς, τὴν μὲν πρὸς τὸν Ἰωάννην τοιαῦτα 
 διαλαμβάνουσαν· “ἡ μὲν βασιλεία μου βαρβαρικὴν διὰ τῶν
κλεισουρῶν ἔλευσιν κατ’ αὐτῆς μεμαθηκυῖα, ἐξεληλύθει τῆς
Κωνσταντινουπόλεως, ἐφ᾿ ᾧ τὰ μεσαίχμια τῆς ῾Ρωμαίων ἀρχῆς
ἀσφαλίσασθαι. δέον οὖν ἐστι καὶ αὐτόν σε παραγενέσθαι,
τὰ κατὰ τὴν ὑπό σε ἀρχὴν ἀναδιδάξοντα· (δέδια γὰρ καὶ 
τὸν Βολκάνον, μὴ καὶ αὐτὸς ἐναντία καθ᾿ ἡμῶν φρονήσας
μελετήσῃ,) πρὸς δὲ καὶ τὰ κατὰ τὴν Δαλματίαν ἀναγγελεῖν 
 

 
 πρὸς ἡμᾶς καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ Βολκάνου, εἰ ταῖς εἰρηνικαῖς
ἐμμένει σπονδαῖς, (καὶ γὰρ οὐκ ἀγαθαί μοι περὶ αὐτοῦ ἀγγελίαι
καθ᾿ ἑκάστην κομίζονται,) ἵνα σαφέστερόν τι μεμαθηκότες
καὶ πρὸς τὰς αὐτοῦ ἐπιπλέον παρασκευασώμεθα μηχανάς, 
 καί σοι τὸ δέον ὑποθέμενοι, αὖθις πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν
ἐκπέμψωμεν, ὅπως ἐξ ἑκατέρου μέρους τοῖς ἐχθροῖς μαχόμενοι,
τὴν νικῶσαν, θεοῦ ὑπαρήγοντος, σχοίημεν.” ταῦτα μὲν
ἡ πρὸς τὸν Ἰωάννην γραφὴ διελάμβανεν. ἡ δέ γε πρὸς τοὺς
λογάδας τῶν ἐποίκων Δυρραχίου τοιαῦθ᾿ ὑπηγόρευεν· “ἐπεὶ
 καθ᾿ ἡμῶν μελετᾷν τὸν Βολκάνον αὖθις μεμαθηκότες, τῆς
Βυζαντίδος ἐξεληλύθειμεν, κατασφαλισόμενοί τε τὰ ἐν μεσαιχμίῳ
τῆς τε ἡμεδαπῆς καὶ τῶν Δαλματῶν διακείμενα τέμπη,
ἅμα δὲ καὶ τὰ κατ᾿ αὐτὸν καὶ τοὺς Δαλμάτας ἀκριβώσασθαι· 
διά τοι ταῦτα δέον κρίναντες μετακαλέσασθαι τὸν 
 ὑμέτερον δοῦκα καὶ ποθούμενον ἀνεψιὸν τοῦ κράτους ἡμῶν,
τουτονὶ τὸν τὴν ἡμετέραν ἐγχειρίζοντα ὑμῖν γραφὴν ἐξαπεστείλαμεν,
δοῦκα τοῦτον προχειρισάμενοι. δέξασθε αὐτὸν καἰ
ὑμεῖς, καὶ εἰς πᾶν τὸ παρ᾿ αὐτοῦ προσταττόμενον ὑπείκετε."
ταύτας οὖν τὰς γραφὰς ἐγχειρίσας τῷ Καρατζᾷ, ἐνετείλατο
 ἀπελθόντα πρῶτα μὶν ἐγχειρίσαι τῷ Ἰωάννη τὴν πρὸς αὐτὸν 
γραφήν. καὶ εἰ μὶν αὐθαιρέτως ἕπεται, ἐκεῖνον μὶν ἐκεῖθεν μετ᾿
εἰρήνης προπέμψαι, αὐτὸν δὲ τὴν φρουρὰν τῆς χώρας ἀναδέξα- 
 

 
 σθαι, μέχρις ἂν ἐκεῖνος αὖθις ἐπανέλθοι· εἰ δὲ ἀντιτείνει καὶ
μὴ πείθεται, μεταπέμψασθαι τοὺς ὑπερέχοντας τῶν Δυρραχιτῶν
καὶ τὴν ἑτέραν ὑπαναγνῶναι γραφήν, ἐφ᾿ ᾧ συνάρασθαι
αὐτῷ ἐπὶ τῷ τὸν Ἰωάννην κατασχεῖν.

Ταῦτα ἐνωτισθεὶς ὁ σεβαστοκράτωρ ἐν Κωνσταντινουπόλει 
διατρίβων, σπουδαίως ἐξῄει καὶ ἐπὶ δυσὶ νυχθημέροις
καταλαμβάνει τὴν Φιλιππούπολιν. ὑπνώττοντος δὲ τοῦ
 βασιλέως εἴσω τῆς βασιλικῆς σκηνῆς ἀψοφητὶ εἰσελθών, εἰς
τὴν ἑτέραν κλίνην τοῦ βασιλέως καὶ ἀδελφοῦ κατακλιθεὶς καὶ
αὐτὸς ὕπνωττε, τοὺς κατευνάζοντας τὸν αὐτοκράτορα διὰ τῆς 
χειρὸς ἡσυχάζειν ἐπιτάξας. ὡς γοῦν ὁ βασιλεὺς τοῦ ὕπνου
ἀνέθορε καὶ τὸν ἀδελφὸν παρ᾿ ἐλπίδας ἐθεάσατο ἡσυχάζων
τέως ἦν καὶ τοὺς παρατυχόντας αὐτὸ τοῦτο ποιεῖν καὶ αὐτὸς
ἐκέλευεν. ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ σεβαστοκράτωρ ἔξυπνος γενόμενος
τὸν ἀδελφὸν καὶ βασιλέα γρηγοροῦντα ἐθεάσατο, κἀκεῖνος ἐνιδὼν 
αὐτόν, προσελθόντες ἀμφότεροι ἀλλήλους κατησπάζοντο.
εἶτα ὁ μὲν βασιλεὺς ἐπυνθάνετο, τι ἄρα καὶ βούλοιτο κὼ τίς
 ἡ αἰτία τῆς αὐτοῦ ἐλεύσεως. ἐκεῖνος δὲ “σοῦ ἕνεκα” ἔφη.
καὶ ὃς “μάτην σεαυτὸν συντείνας τοσοῦτον κεκοπίακας.” ὁ δὲ
σεβαστοκράτωρ τέως οὐκ ἀντεφθέγξατο, ἀλλ᾿ ὀνειρώττων ἦν 
τὰ ἀπὸ τοῦ Δυρραχίου μετὰ τοῦ προπεμφθέντος παρ᾿ αὐτοῦ
κομισθησόμενα μηνύματα. καὶ γὰρ ἅμα τῷ ἐνωτισθῆναι τὰ
θρυλλούμενα περὶ τοῦ υἱοῦ οὐτοῦ, δισύλλαβον ἐγχαράξας 
 


 
 πρὸς αὐτὸν γράμμα, παρεκελεύσατο θᾶττον πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
φοιτῆσαι. ὡς καὶ αὐτὸν ἐπ᾿ αὐτῷ τούτῳ τοῦ Βυζαντίου
ἐξεληλυθότα πρὸς Φιλιππούπολιν ἐπείγεσθαι, ἐφ᾿ ᾧ
τὰ κατ᾿ αὐτοῦ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα εἰσηγηθέντα κατασεῖσαι.
 τὰ εἰκότα πρὸς τὸν ἀδελφὸν καὶ βασιλέα ὁμιλήσαντα· ἅμα 
δὲ καὶ τὴν αὐτοῦ πρὸς αὐτὸν ἐγκαρτερῆσαι ἄφιξιν. ὑποχωρήσας
δὲ ἀπὸ τοῦ βασιλέως, εἰς τὴν ἀποτεταγμένην αὐτῷ
σκήνην ἄπεισιν. παραχρῆμα δὲ καὶ ὁ πρὸς τὸν Ἰωάννην
ἀποσταλεὶς γραμματοκομιστὴς δρομαῖος εἴσεισιν ἐκεῖθεν ἐπανελθών,
 τὴν τοῦ Ἰωάννου ἀπαγγέλλων ἔλευσιν τῆς ὑποψίας
οὖν τηνικαῦτα ὁ σεβαστοκράτωρ ἀπαλλαγεὶς καὶ κρείττοσιν
ἀναρρώσας ἑαυτὸν λογισμοῖς, θυμοῦ πλησθεὶς κατὰ τῶν πρώτως 
εἰσηγησαμένων τὰ κατὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, τεταραγμένος πρὸς
τὸν βασιλέα εἰσῄει. ὁ δὲ βασιλεὺς τοῦτον θεασάμενος, ἐγνώκει
 μὲν παρευθὺ τὴν αἰτίαν, ἠρώτα δ᾿ ὅμως, ὅπως ἔχοι. ὁ δὲ
“κακῶς" ἔφη “ἐξ αἰτίας σῆς.” οὐδὲ γὰρ ὅλως τὸν θυμὸν
περιυλακτοῦντα χαλιναγωγεῖν ἠπίστατο, παρεφέρετο δὲ καὶ
ὑπὸ ψιλοῦ, εἰ ἔτυχε, ῥήματος. ἔπι τούτοις δὲ καὶ ἄλλο τι
προσέθετο λέγων, “οὐ τοσοῦτον κατὰ τῆς σῆς λελύπημαι βασιλείας,
 ὅσον κατὰ τουτουὶ’ (τὸν Ἀδριανὸν τῷ δακτύλῳ ὑποδείξας)
“καταψευδομένου.” πρὸς ταῦτα δὲ ὁ πραῢς ἐκεῖνος 
καὶ ἡδὺς βασιλεὺς οὐδ᾿ ὁτιοῦν ἐφθέγξατο. ἐγίνωσκε γάρ, ὅπως
ζέοντα τὸν θυμὸν τἀδελφοῦ καταπαύσει. συγκαθεσθέντες οὖν 
 

 
 ἄμφω, μετὰ τοῦ Μελισσηνοῦ Νικηφόρου τοῦ καίσαρος καὶ
τινων τῶν ἔξ αἵματος καὶ ἀγχιστείας προσηκόντων αὐτοῖς
μόνοι πρὸς ἀλλήλους ὡμίλουν πέρι· τῶν κατὰ τοῦ Ἰωάννου
ῥηθέντων. ὡς δὲ τὸν Μελισσηνὸν καὶ τὸν ἴδιον ἀδελφὸν
Ἀδριανὸν κατατρέχοντας ἐσχηματισμένως ἰδίου υἱοῦ ἑώρα, 
 αὖθις τὸν θυμὸν παφλάζοντα μὴ δυνηθεὶς κατασχεῖν, δριμὺ
πρὸς τὸν Ἀδριανὸν ἀτενίσας, ψιλῶσαι τὸν αὐτοῦ πώγωνα
ἠπειλήσατο καὶ διδάξαι μὴ προφανῶς ψευδόμενον τοιούτων
συγγενῶν ἀποστερῆσαι τὸν βασιλέα ἐπιχειρεῖν. ἐν τούτοις ὁ
 Ἰωάννης κατέλαβε, καὶ παραχρῆμα εἴσω τῆς βασιλικῆς σκηνῆς 
εἰσάγεται, καὶ πάντων τῶν κατ᾿ αὐτοῦ λαληθέντων ἀκούει. οὐ
μέντοι γε εἰς ἐξέτασιν ὅλως ἄγεται, ἀλλ᾿ ὁ κατάκριτος ἐλεύθερος
ἵσταται, τοῦ βασιλέως πρὸς αὐτὸν εἰπόντος· “πρὸς
τὸν σὸν πατέρα καὶ ἀδελφὸν ἐμὸν ἀφορῶν, οὐδ’ ἀκοῦσαι τῶν
κατὰ σοῦ λαληθέντων ἀνέχομαι. ἔσο τοίνυν ἀμερίμνως διάγων, 
ὡς τὸ πρότερον.” ταῦτα μὶν οὖν ἅπαντα ἐντὸς τῆς βασιλικῆς
ἐρρήθη σκηνῆς, μόνων τῶν συγγενῶν, ὀθνείου δὲ οὐδενὸς
παρόντος. οὕτω γοῦν τῶν λαληθέντων ἢ μελετηθέντων
ἴσως κατευνασθέντων, τὸν ἴδιον ἀδελφόν, τὸν σεβαστοκράτορά
 φημι Ἰσαάκιον, μετακαλεσάμενος σὺν αὐτῷ τῷ Ἰωάννῃ 
τῷ υἱῷ αὐτοῦ, πολλὰ ὁμιλήσας πρότερον, ἔφη πρὸς τὸν σεβαστοκράτορα
“σὺ μὲν χαίρων ἄπιθι πρὸς τὴν βασιλεύουσαν, 
 

 
 τὰ καθ᾿ ἡμᾶς τῇ μητρὶ ἀνακοινωσόμενος. ἐγὼ δὲ τουτονὶ”
(τὸν Ἰωάννην φησιν ὑποδείξας) “αὖθις, ὡς ὁρᾷς, ἐκπέμπω
πρὸς τὸ Δυρράχιον, ἐφ᾿ ᾧ τὰ τῆς ἰδίας ἀρχῆς ἐπιμελῶς ἐνεργεῖν.”
οὕτως οὖν ἀπ’ ἀλλήλων διακριθέντες, ὁ μὲν τῆς πρὸς
 τὰ Βυζάντιον τῇ μετ’ αὐτὴν εἴχετο, ὁ δὲ πρὸς τὸ Δυρράχιον
στέλλεται.

οὐ μέχρι δὲ τούτου τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα ἔστη.
ἀλλ’ ἐπεὶ Θεόδωρος ὁ Γαβρᾶς ἐνδημήσας ἦν ἐν τῇ βασιλευούσῃ,
γινώσκων τὸ τούτου ὀβριμοεργὸν καὶ περὶ τὰς πράξεις 
 ὀξύ, βουλόμενος τοῦτον ἀπελάσαι τῆς πόλεως, δοῦκα Τραπεζοῦντος
προὐβάλλετο, πάλαι ταύτην ἀπὸ τῶν Τούρκων ἀφελόμενον.
ὥρμητο μὲν γὰρ οὗτος ἐκ Χαλδαίας καὶ τῶν ἀνωτέρω
μερῶν, στρατιώτης δὲ περιφανὴς γενόμενος, ἐπί τε φρονήσει
καὶ ἀνδρείᾳ ὑπερέχων ἁπάντων, μικροῦ καί μηδέποτε
 ἔργου ἁψάμενος καὶ ἀτυχήσας, ἀλλὰ πάντων ἀεὶ τῶν πολεμίων
κρατῶν, καὶ αὐτὴν δὴ τὴν Τραπεζοῦντα ἑλὼν καὶ ὡς
ἴδιον λάχος ἑαυτῷ ἀποκληρωσάμενος, ἄμαχος ἦν. τούτου τὸν
υἱὸν Γρηγόριον ὁ σεβαστοκράτωρ Ἰσαάκιος ὁ Κομνηνὸς εἰς
μίαν τῶν θυγατέρων αὐτοῦ εἰσῳκίσατο. ἀνήβων δὲ ἄμφω τῶν 
 παίδων ὄντων, γαμήλια μόνα σύμφωνα ἀναμεταξὺ προέβησαν.
εἶτα τὸν υἱὸν αὐτοῦ Γρηγόριον εἰς χεῖρας τοῦ σεβαστοκράτορος
παραθέμενος, ἵν᾿ ὁπηνίκα νομίμου ἅψωνται οἱ παῖδες 
 


 
 ἡλικίας, καὶ ἡ μνηστεία τελεσθῇ, αὐτὸς συνταξάμενος τῷ βασιλεῖ
εἰς τὴν ἰδίαν ἐπανῄει χώραν. τῆς δὲ ὁμευνέτιδος αὐτοῦ
μετ’ οὐ πολὺ τὸ κοινὸν ἀποδεδωκυίας χρέος, ἄλλην αὖθις
ἐξ Ἀλανῶν ἠγάγετο εὐγενεστάτην. ἔτυχε δὲ τήν τε τοῦ σεβαστοκράτορος
ὁμευνέτιν καὶ ἣν ὁ Γαβρᾶς ἔλαβε, δυοῖν ἀδελφοῖν 
θυγατέρας εἶναι. τούτου δήλου γεγονότος ἐπεὶ ἀπό τε
 τῶν νόμων ἀπό τε τῶν κανόνων ἡ τῶν παίδων ἐκωλύετο συνάφεια,
διεσπάσθη τὸ τοιοῦτον συνάλλαγμα. γινώσκων δὲ ὁ
βασιλεύς, ὁποῖος ὁ Γαβρᾶς στρατιώτης ἐστι καὶ ὁπόσα πράγματα
συνταράττειν δύναται οὐκ ἤθελε τὸν υἱὸν αὐτοῦ Γρηγόριον, 
διασπασθέντος τοῦ τοιούτου συναλλάγματος, παλινδρομῆσαι
πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ κατέχειν τοῦτον εἰς τὴν βασιλεύουσαν
δυεῖν ἕνεκα, ἵν᾿ ἅμα μὲν ὡς ὅμηρον αὐτὸν παρακατέχοι,
ἅμα δὲ καὶ τὴν τοῦ Γαβρᾶ εὔνοιαν ἐπισπάσαιτο· κἀντεῦθεν,
 ἐὸν πονηρόν τι βούληται, ἀπόσχηται τοῦ τοιούτον 
 μιᾷ γοῦν τῶν ἐμῶν ἀδελφῶν Γρηγόριον συνάψαι ἐβούλετο.
διά τοι ταῦτα ὑπερετίθετο τὴν τοῦ παιδὸς ἀποστολήν. καταλαβὼν
δὲ αὖθις ὁ Γαβρᾶς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων καὶ μηδὲν
τῶν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος μελετωμένων συνείς ἐσκόπει
τὸν ἴδιον υἱὸν λεληθότως ἀναλαβέσθαι. εἶχε δὲ τέως τὸ 
βεβουλευμένον ἀνέκφορον, κἂν ὁ αὐτοκράτωρ παρῃνίσσετό τι
καὶ παρενέφαινε αὐτῷ περὶ τοῦ σκοπουμένου. ὁ δὲ εἴτε μὴ
γνούς, εἴτε καὶ ἀκηδιάσας διὰ τὴν πρὸ μικροῦ γεγονυῖαν τοῦ 
 

 
 τοιούτου κήδους διάζευξιν, οὐκ οἶδ᾿ ὅπως, ᾐτεῖτο τὸν υἱὸν
δοθῆναί οἱ ἐπαναστρέφοντι. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἀνένευε πρὸς
τοῦτο. σχηματιζόμενος δὲ ὁ Γαβρᾶς ἑκοντὶ τοῦτον καταλιμπάνειν 
καὶ τῇ τοῦ αὐτοκράτορας τὰ κατὰ τὸ παίδιον ἀναθέσθαι
 γνώμῃ, ἔπει συνταξόμενος αὐτῷ ἀπαρτὶ τοῦ Βυζαντίου
ἐξιέναι ἔμελλεν, ὑπεδέχθη παρὰ τοῦ σεβαστοκράτορος διὰ τὸ
παρακολουθῆσαν κῆδος καὶ ἢν πρὸς αὐτὸν ἐκ ταυτησὶ τῆς
αἰτίας ἔσχε συνήθειαν, ἔνθα τὸ τοῦ μεγαλομάρτυρος Φωκᾶ
τέμενος ἵδρυται· προάστειόν τι τοῦτο περὶ τὴν Προποντίδα
 διακείμενον περικαλλές. δαψιλῶς οὖν αὐτοῦ που εὐωχηθέντες,
ὁ μὲν σεβαστοκράτωρ πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπανῄει, ὁ δὲ
τὸν υἱὸν αὐτοῦ ᾐτεῖτο παραχωρηθῆναί οἱ καὶ τῇ μετ’ αὐτὴν
συνεῖναι αὐτῷ. ὁ δ’ εὐθὺς κατένευεν. ὁ δὲ πολλάκις ῥηθεὶς 
Γαβρᾶς, ἔπεὶ τῇ μετ᾿ αὐτὴν χωρίζεσθαι ἤδη τοῦ παιδὸς
 ἔμελλε, τοὺς παιδαγωγοὺς ἠξίου συνέψεσθαί οἱ μέχρι τοῦ
Σωσθενίου· κεῖθι γὰρ ἔμελλε κατασκηνοῦν. οἱ δὲ κατανεύσαντες
συναπῄεσαν μετ’ αὐτοῦ, κᾆθ᾿ οὕτως καὶ ἐν τῷ μέλλειν
αὖθις ἐκεῖθεν ἀπαίρειν τὸ αὐτὸ τοὺς παιδαγωγοὺς ᾐτεῖτο,
συνέψεσθαι τούτῳ τὸν υἱὸν καὶ μέχρι τοῦ Φάρου. οἱ δὲ
 ἀνένευον. ὁ δὲ σπλάγχνα τε πατρικὰ προεβάλλετο καὶ ἀποδημίαν
μακρὰν καὶ ἀλλάττα συνείρων τούτοις, κατέκλασε τὰς
τῶν παιδαγωγῶν καρδίας, καὶ πεισθέντες τοῖς αὐτοῦ λόγοις 
 

 
 συνείποντο αὐτῷ. τὸν Φάρον τοίνυν καταλαβών, εἰς φῶς τὴν
σκῆψιν προήγαγε. ίαι ἀναλαβόμενος τὸ παιδίον καὶ ἐμβαλὼν
εἰς ὁλκάδα, τῷ τοῦ Πόντου ῥοθίῳ ἑαυτόν τε καἰ τὸν
υἱὸν ἐπαφῆκε. μεμαθηκὼς δὲ τοῦτο ὁ αὐτοκράτωρ, θᾶττον
ἡ λόγος δρομάδας νῆας κατ’ αὐτοῦ ἐξέπεμψεν, ἐντειλάμενος 
τοῖς ἀπερχομένοις τῷ μὶν Γαβρᾷ τὰς πρὸς αὐτὸν ἐγχειρίσαι
γραφάς, τὸ δὲ παίδιον σπεῦσαι μετὰ τῆς· ἐκείνου γνώμης
ἀναλαβέσθαι, εἰ μὴ ἄρα ἐχθρὸν τὸν αὐτοκράτορα βούλοιτο
ἐσχηκέναι. καταλαμβάνουσι τοίνυν αὐτοὺς οἱ ἀπελθόντες ἔνθεν
 τῆς Αἰγίνου πόλεως κατὰ τὴν πόλιν τὴν οὑτωσὶ
Κάραμβιν καλουμένην. καὶ δὴ τὰς βασιλικὰς ἐγχειρίσαντες
γραφὰς, δι’ ὧν ὁ αὐτοκράτωρ ἐνέφαινε, μιᾷ τῶν ἐμῶν ἀδελ-
φῶν τὸ παιδίον βούλεσθαι συναρμόσαι, καὶ πολλὰ ἄττα πρὸς
αὐτὸν ὡμιληκότες πείθουσιν ἐκπέμψαι τὸν υἱόν. ὅνπερ θεασάμενος
ὁ αὐτοκράτωρ καὶ διὰ τῶν συνήθων ἐγγράφων μόνων 
τάχα τὸ συνάλλαγμα ἐμπεδώσας, παιδαγωγῷ παραδέδωκεν
ἑνὶ τῶν τῆς βασιλίΔος θεραπόντων, Μιχαὴλ τῷ ἐκτομίᾳ,
κᾆθ᾿ οὕτω περὶ τὰ ἀνάκτορα ἐνδιατρίβοντα πολλῆς ἐπιμελείας
 ἠξίου, τά τε ἤθη διορθούμενος καἰ πᾶσαν παιδείαν στρατιωτικὴν
ἐκδιδάσκων. ὁποῖα δὲ τὰ τῶν νέων, μὴ βουλόμε- 
 νος ὅλως ὑποτάσσεσθαι τινι, ἠνιᾶτο, ὡς μὴ προσηκούσης δῆἐξέπεμψεν 
 

 
 θεν ἀξιούμενος τιμῆς. δυσαρεστῶν δὲ ἅμα καὶ πρὸς τὸν
παιδαγωγόν, ἐσκέπτετο πρὸς τὸν ἴδιον φοιτῆσαι πατέρα, δέον
μᾶλλον εὐχαριστεῖν ἐπιμελείας τοσαύτης ἀξιούμενον. οὐ μέχρι
δὲ τούτου περιίστατο τούτῳ τὸ βούλευμα, ἀλλὰ καὶ ἔργου
 ἥπτετο. προσελθὼν οὑν ἀνακοινοῦταί τωι τὸ ἀπόρρητον.
ἦσαν δὲ ὅ τε Γεώργιος τοῦ Δεκανοῦ, Εὐστάθιος ὁ Καμύτζης
καὶ Μιχαὴλ ὁ οἰνοχόος, ὃν καὶ πιγκέρνην συνήθως οἱ τῆς βασιλικῆς
αὐλῆς οὀνμάζουσιν. ἄνδρες δὲ οὑτοι μαχιμώτατοί τε
καὶ τῶν λίαν προσωκειωμένων τῷ βασιλεῖ. τούτων ὁ Μιχαὴλ
 προσελθὼν ἀπαγγέλλει πάντα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ὁ 
δὲ οὐ πάνυ πιστεύειν ἔχων, ἀνένευε πρὸς τὰ ῥήματα. ἐπικειμένου
δὲ τοῦ Γαβρὰ καὶ τὸν δρασμὸν ἐπείγοντος, οἱ εὐνούστερον
πρὸς τὸν αὐτοκράτορα διακείμενοι ἔφασαν, “εἰ μὴ
δι’ ὅρκου ἡμῖν τὸ βεβουλευμένον πιστώσειας, οὐ συνεψόμεθά
 σοι." τοῦ δὲ κατανεύσαντος, τὸν ἅγιον ἧλον, δι᾿ οὖ τὴν τοῦ
ἐμοῦ σωτῆρος πλευρὰν οἱ ἄνομοι ἔνυξαν, ὑπεδείκνυον οὖ
ἔκειτο, βουλευσάμενοι ἀναλαβέσθαι καἰ ἐξαγαγεῖν, ὥστε εἰς
τὸν δι’ αὐτοῦ τρωθέντα ἐπωμόσασθαι. πείθεται τούτοις ὁ
Γαβρᾶς, καί εἰσελθὼν ἀναλαμβάνεται λαθραίως τὸν ἅγιον
ἧλον. εἶς δέ τις τῶν προκαταγγειλάντων τῷ αὐτοκράτορι τὴν 
βουλὴν δρομαῖος εἰσελθὼν ἔφη, ὥς “ἴδε καὶ ὁ Γαβρᾶς, καὶ
ὁ ἧλος ἐγκόλπιος αὐτῷ." καὶ παραχρῆμα, ἐπισκήψαντος τοῦ
αὐτοκράτορος, καὶ ὁ Γαβρᾶς εἰσήγετο, καὶ ὁ ἧλος τοῦ κόλπου 
 

 
 εὐθὺς ἐξήγετο. ἐρωτηθεὶς δέ, ἀπήγγειλε πάντα ἐκ ψιλῆς
ἐπερωτήσεως, τούς τε συνίστορας ὁμολογήσας καὶ τὰ βεβουλευμένα
ἅπαντα. αὐτοῦ μὲν οὖν καταψηφισάμενος, παραδίδωσι
πρὸς τὸν δοῦκα Φιλιππουπόλεως Γεώργιον τὸν Μεσοποταμίτην,
ὥστε ἔμφρουρον τοῦτον τηρεῖν δεσμώτην ἐν τῇ 
ἀκροπόλει. Γεώργιον δὲ τὸν τοῦ Δεκανοῦ μετὰ γραμμάτων
πρὸς Λέοντα τὸν Νικερίτην δοῦκα τῷ τότε τοῦ περὶ Δουνάβου
τυγχάνοντα πέπομφεν, ὡς δῆθεν καὶ αὐτὸν σὺν ἐκείνῳ
τὰ περὶ τὸν Δάνουβιν φυλάττειν· τὸ δὲ πᾶν, ἵνα μᾶλλον
ἐκεῖνος παρὰ τοῦ Νικερίτου ἐπιτηροῖτο. ἐμφρούρους δὲ καὶ 
αὐτὸν Εὐστάθιον τὸν τοῦ Καμύτζη καὶ τοὺς λοιποὺς περιορισας
εἶχεν.

Οὕτως οὖν τὰ κατὰ τὸν Ἰωάννην καἰ Γρηγόριον τὸν 
Γαβρᾶν ὁ αὐτοκράτωρ οἰκονομήσας, ἀπάρας τῆς Φιλιππου- 
πόλεως, τὰ ἀναμεταξύ Δαλματίας καὶ τῆς ἡμεδαπῆς τέμπη
καταλαμβάνει. καὶ τὸν οὖλον αὐχένα διαδραμὼν τοῦ οὑτωσί
 πως ἐγχωρίως καλουμένου Ζυγοῦ, οὐκ ἐποχούμνος, (οὐ 
 


 
 ἐδίδου τοῦτο ἐς ἀεὶ ὁ τόπος ὀχθώδης τε καἰ χαραδρώδης
ὢν καὶ συνηρεφὴς καὶ μικροῦ ἄβατος,) ἀλλὰ πεζῇ ἅπαντα
διερχόμενος καὶ οἰκείοις περιαρθρῶν ὀφθαλμοῖς, μὴ διαλάθῃ
τι ἀφύλακτον, δι᾿ οὖ ῥᾳδία τοῖς πολεμίοις πολλάκις ἡ δίοδος
γένηται, καὶ οὗ μὲν διώρυχας ἐπιτρέπων γενέσθαι, οὖ δὲ καὶ 
 ξυλίνους κατασκευασθῆναι πύργους καὶ πολίχνια, ἔνθα ὁ τόπος
παρεῖχε, γενέσθαι διὰ πλίνθων ἢ λίθων ἐπέταττε, τὰ
ἀπ’ ἀλλήλων διαστήματα καὶ τὰ μεγέθη αὐτὸς διαμετρῶν·
ἔστι δ᾿ οὖ καὶ οὐρανομήκη δένδρα ῥιζοτομηθέντα
κατατεθῆναι εἰς τὸ ἔδαφος διετάξατο. καὶ οὕτω τὰς τῶν πολεμίων 
διόδους ἀποταφρεύσας, ἐπάνεισι πρὸς τὴν μεγαλούπολιν.
ἀλλ’ ὁ μὲν λόγος ῥᾳδίαν ἴσως τὴν τοιαύτην οἰκονομίαν
τοῖς ἀκροαταῖς παρίστησιν· ὁπόσον δὲ τὸν ἱδρῶτα ὁ αὐτοκράτωρ
 τῷ τότε ὑπέστη, μαρτυροῦσι πολλοὶ τῶν τότε παρόντων
καὶ εἰς ἔτι καὶ νῦν περιόντων. ἀλλ’ οὐ πολὺς παρεληλύθει 
καιρός, καὶ τὰ κατὰ τὸν Τζαχᾶν ἀκριβέστερον αὐτῷ
ἐπηγγέλλετο, ὡς οὐδὲν τῶν συμβάντων αὐτῷ κατά τε τὴν
θάλατταν καὶ τὴν ἤπειρον τῆς πρότερον γνώμης ἀπέστησαν
ἀλλὰ τοῖς προσήκουσι βασιλεῦσι χρᾶται παρασημοις, βασιλέα
ἑαυτὸν ὀνομάζων, καὶ τὴν Σμύρνην οἰκῶν καθαπερεὶ βασίλειά 
τινα στόλον εὐπρεπίζει, ἐφ’ ᾦ τάς τε νήσους αὖθις
δῃώσασθαι καὶ μέχρι αὐτοῦ φθάσαι Βυζαντίου καὶ εἰς αὐτε 
 

 
 τῳ δέ, εἰ δυνατόν, τὴν τῆς βασιλείας ἀνενεχθῆναι περιωπήν. 
ταῦτα ὁ αὐτοκράτωρ βεβαιούμενος ὁσημέραι, δεῖν ἔγνω
μὴ ἀναπίπτειν, μηδὲ μαλακίζεσθαι πρὸς τὰ θρυλλούμενα,
ἀλλὰ παρασκευάζεσθαι διὰ τοῦ ἔτι λείποντος ἐαρινοῦ καιροῦ
 καὶ τοῦ μετ᾿ αὐτὸν χειμῶνος κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔαρ καρτερῶς
πρὸς αὐτὸν ἀντικαταστῆναι καὶ σπεῖσαι διὰ πάσης μηχανῆς, 
μὴ μόνον φροῦδα τὰ ἐκείνου ἀναδεῖξαι ἅπαντα, τὰς βουλάς,
τὰς ἐλπίδας, τὰς ἐγχειρήσεις, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς ἀπελάσαι τῆς
Σμύρνης καὶ ὅσα ἄλλα προφθάσας κατέσχε, τῆς ἐκείνου χειρὸς
 ῥύσασθαι. τοῦ χειμῶνος δὲ ἤδη παρωχηκότος, ἔπει προσμειδιῶν
ἤδη τὸ ἔαρ παρῆν, μεταπεμψάμενος ἀπὸ τῆς Ἐπιδάμνου
τὸν γυναικάδελφον, αὐτοῦ Ἰωάννην τὸν Δούκαν, μέγαν
δοῦκα τοῦ στόλου προεχειρίσατο. καὶ ἠπειρώτας δὲ στρατὸν
ἐπίλεκτον ἐπιδούς, παρεκελεύσατο αὐτὸν μὲν διὰ τῆς ἠπείρου
 τὴν πρὸς τὸν Τζαχᾶν πορείαν ποιεῖσθαι, τῷ δέ γε Κωνσταντίνῳ
τῷ Δαλασσηνῷ τὴν τοῦ στόλου ἡγεμονίαν ἐγχείρισαι
ἐντειλάμενον οὕτω τὴν ἠϊόνα παραθέειν. ἵν᾿ ἅμα τὴν Μιτυλήνην 
καταλαβόντες ἐξ ἀμφοῖν θαλάττης τε καὶ ἠπείρου τὸν
μετὰ τοῦ Τζαχᾶ συνάψωσι πόλεμον. καταλαβὼν τοίνυν τὴν
Μιτυλήνην ὁ Δούκας παραχρῆμα ξυλίνους κατεσκεύασε πύργους 
κω ὥσπερ ἐξ ὁρμήματός τινος ἐκεῖθεν ἀφορμῶν καρτερώτερον
τοῖς βαρβάροις ἀντικαθίστατο. ὁ δὲ Τζαχᾶς τὴν τῆς
Μιτυλήνης φρουρὰν τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ Γαλαβάτζῃ προαναθέμενος,
ἔπει μὴ ἐξαρκοῦντα τοῦτον πρὸς μάχας τοιούτου ἀν- 
 

 
 δρὸς ἐγίνωσκε, θᾶττον φθάσας καὶ πολέμου σχῆμα διατυπώσας,
 ξυμμίγνυται τῷ Δούκᾳ. καρτερᾶς δὲ τῆς μάχης γενομένης,
ἡ νὺξ ταύτην διέλυσε. κἄκτοτε ὁ Δούκας διὰ τριττῆς
σεληνιακῆς περιφορᾶς οὐκ ἐνεδίδου καθ’ ἑκάστην ἡμέραν
προσβάλλων τε τοῖς τείχεσι Μιτυλήνης καὶ μέτα τοῦ Τζαχᾶ 
λαμπροὺς πολέμους συναίρων ἔξ ἡλίου ἀνατολῆς μέχρι δυσμῶν.
καὶ οὐδὲν πλέον ἦν τῷ Δούκᾳ τοῦ τοσούτου καμάτου.
ὅπερ μανθάνων ὁ αὐτοκράτωρ ἠνιᾶτο καὶ ἤσχαλλεν. ἐπερωτήσας
δέ ποτε τὸν ἐκεῖθεν ἐλθόντα στρατιώτην καὶ διαγνούς,
ὡς οὐδὲν ἄλλο τῷ Δούκᾳ ἢ μάχαι τε καἰ πόλεμοι, καὶ περὶ 
τοῦ καιροῦ ἤρετο, καθ’ ὁποίαν ὥραν αἱ μετὰ τοῦ Τζαχᾶ
μάχαι συνίστανται. τοῦ δὲ περὶ αὐτὰς τὰς τοῦ ἡλίου αὐγὰς
 εἰρηκότος, ὁ βασιλεὺς αὖθις “καὶ τινες τῶν μαχομένων
πρὸς ἀνατολὰς ἀποβλέπουσι;" καὶ ὁ στρατιώτης “τὸ ἡμέτερον"
ἔφη “στράτευμα." ξυνεὶς οὖν τηνικαῦτα τὴν αἰτίαν, 
ὁποῖος ἐκεὶνος ἐν ἀσκέπτῳ χρόνῳ τὸ δέον εὑρίσκων, γράμμα
πρὸς τὸν Δούκαν σχεδιάζει, ξυμβουλεύων ἀποστῆναι τῆς κατὰ
τὰς αὐγὰς τοῦ ἡλίου μετὰ τοῦ Τζαχᾶ μάχης, καὶ μὴ ἕνα
πρὸς δύο μάχεσθαι, τὰς ἡλιακὰς ἀκιῖνας δηλαδὴ καὶ αὐτὸν
τὸν Τζαχᾶ· ἐπὰν δὲ ὁ ἥλιος τὸν μεσημβρινὸν κύκλον διελθὼν 
πρὸς δυσμὰς ἀποκλίνῃ, τηνικαῦτα προσβάλλειν τοῖς ἐναντίοις.
ἐγχειρίσας οὖν τὸ γράμμα τῷ στρατιώτῃ καὶ
 περὶ τούτου παραγγείλας, τέλος ἀποφαντικῶς ἔφη “ἐὰν κλίἀνατολῶν 
 

 
 νοντος τοῦ ἡλίου προσβαλεῖτε τοῖς ἐναντίοις, νικῆται παραχρῆμα
ἔσεσθε.” ταῦτα τοῦ Δούκα διὰ τοῦ στρατιώτου μεμαθηκότος
καὶ μηδέποτε τοῦ αὐτοκράτορος μηδὲ τὴν ἐπὶ τῷ
τυχόντι παραβλεψαμένου συμβουλήν, τῇ μετ᾿ αὐτὴν κατὰ τὸ
 σύνηθες οἱ βάρβαροι ὁπλισάμενοι, ἐπεὶ τῶν ἀντιμάχων οὐδεὶς
ἐφαίνετο, (ἠρέμουν γὰρ αἱ 'Ρωμαϊκαὶ φάλαγγες κατὰ τὰς τοῦ
αὐτοκράτορος ὑποθήκας,) τὴν μάχην ἀπηλπικότες κατὰ τὴν
ἡμέραν ἐκείνην, αὐτοῦ που μεμενήκασιν, τὰ ὅπλα ἀποθέμενοι.
ἀλλ’ ὁ Δούκας οὐκ ἠρέμει. εἰς μεσουράνημα γὰρ τοῦ
 ἡλίου ἤδη ἐφθακότος, αὐτός τε καὶ τὸ στρατιωτικὸν ἅπαν ἐπὶ 
τοῖς ὅπλοις ἦν. καὶ κλίνοντος ἤδη τοῦ ἡλίου, πολέμου τάξιν
διατυπώσας, σὺν ἀλαλαγμῷ καὶ βοῇ πολλῇ αἰφνηδὸν κατὰ τῶν
βαρβάρων ἴεται. οὐ μέντοι οὐδ᾿ ὁ Τζαχᾶς ἀνέτοιμος ἐφάνη.
ἀλλ’ εὐθὺς καρτερῶς ὁπλισάμενος συμμαίγνυσι ταῖς 'Ρωμαϊκαῖς
 φάλαγξιν. πνεύσαντος δὲ τηνικαῦτα καὶ ἀνέμου σφοδροῦ καὶ
ἀγχεμάχου τῆς μάχης γεγονυίας ὁ κονίσσαλος ἐς οὐρανὸν
αὐτὸν ἦρτο. καὶ τὸ μέν τοι κατὰ πρόσωπον τὸν ἥλιον λάμποντα
ἔχοντες, τὸ δέ τι καὶ τοῦ ἀνέμου τὰς ὄψεις διὰ τῆς
κόνεως τρόπον τινὰ κατασβολοῦντος, τῶν τε 'Ρωμαίων καρτε- 
 ρώτερον εἴπερ ποτὲ προσβαλόντων, ἡττήθησαν τὰ νῶτα δεδωκότες.
καὶ οὕτω μὴ φέρων ὁ Τζαχᾶς τὴν ἔπι πλέον πολιορκίαν
κὼ πρὸς τὴν ἀδιάστατον μάχην μὴ ἐξαρκῶν, τὴν περὶ
εἰρήνης ἐπερωτᾷ, τοῦτο καὶ μόνον ἐξαιτούμενος, ἐκχωρηθῆναι 
 

 
 οἱ ἀβλαβῆ τὸν πρὸς τὴν Σμύρνην ἀπόπλουν. πείθεται τούτῳ
ὁ Δούκας, καὶ λαβὼν ὁμήρους δύο τῶν ἐκκρίτων σατραπῶν,
ἐπεὶ κἀκεῖνος αὖθις ἄλλους ᾐτεῖτο τὸν Δούκαν, ἐφ’ ᾧ τὸν
μὲν μηδένα τῶν Μιτυληναίων ἀδικῆσαι ἐξερχόμενον ἣ συνεπαγαγέσθαι
ἀποπλέοντα πρὸς Σμύρνην, τὸν δὲ διατηρῆσαι 
 αὐτὸν ἀβλαβῆ τὸν ὡς πρὸς Σμύρνην ἀπόπλουν ποιούμενον,
δέδωκε τούτῳ τόν τε Εὐφορβηνὸν Ἀλέξανδρον καὶ Μανουὴλ
τὸν Βουτουμίτην· ἄνδρες οὗτοι φιλοπόλεμοι τε καὶ γενναῖοι.
εἶτα πίστεις ἐξ ἀλλήλων λαβόντες, ὁ μὲν ἀμεριμνίαν ἤδη εἶχε
τοῦ μὴ ἐν τῷ ἐξέρχεσθαι τὸν Τζαχᾶν βλάβην τινὰ τοῖς Μιτυληναίοις 
ἐπαγαγεῖν, ὁ δὲ ἐν τῷ διαπερᾷν μὴ παρὰ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ
στόλου κάκωσιν ἐσχηκέναι. ἀλλ᾿ ὁ καρκίνος ὀρθῶς
βαδίζειν οὐκ ἐμάνθανεν, οὐδ’ ὁ Τζαχᾶς τῆς πρότερον ἀφίστατο
πονηρίας. πάντας γὰρ τοὺς Μιτυληναίους ἐπεπειρᾶτο
σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις ἑαυτῷ συνεπαγαγέσθαι. ἐν ὅσῳ δὲ 
ταῦτα ἐγένετο, ὁ Δαλασσηνὸς Κωνσταντῖνος θαλασσοκράτωρ
 τηνικαῦτα ὢν καὶ μήπω ἐφθακώς, κατὰ τὰ ἐντεταλμένα παρὰ
τοῦ αὐτοκράτορος Δούκα εἰς ἀκρωτήριόν τι τὰς ναῦς προσορμίσας,
ἐπεὶ ταῦτα μεμαθήκοι, ἐλθὼν ἠξίου τὸν Δούκαν παραχωρηθῆναί
οἱ μετὰ τοῦ Τζαχᾶ συνάψαι πόλεμον. ὁ δὲ τὸν 
προγεγονότα εὐλαβούμενος ὅρκον, ἀνεβάλλετο τέως. ὁ δὲ Δαλασσηνὸς
ἐνέκειτο λέγων, ὡς “σὺ μὲν ὀμώμοκας, ἐγὼ δ’ οὐ
παρῆν· καὶ σὺ μὲν τήρει ἃς δέδωκας πίστεις ἀραγεῖς, ἐγὼ 
 

 
 δ᾿ ὁ μήτε παρών, μήτ᾿ ὀμωμοκώς, μήτε τι τῶν συνδοξάντων
ἀμφοῖν γινώσκων, ἐπαποδύσομαι πρὸς τὸν κατὰ τοῦ Τζαχᾶ
πόλεμον." ἐπεὶ δ’ ὁ Τζαχὰς τὰ πρυμνήσια λύσας, ὡς εἶχε
κατευθὺ Σμύρνης τὸν ἀπόπλουν ἐποιεῖτο, καταλαμβάνει τοῦτον 
 ὁ Δαλασσηνὸς θᾶττον ἢ λόγος, κὼ παραχρῆμα προσβαλὼν
ἐδίωκεν. ἀλλὰ καὶ ὁ Δούκας τὸ ἐπίλοιπον τοῦ ναυτικοῦ
τοῦ Τζαχᾶ λύον τὰ πρυμνήσια ἐφθακώς, κατέσχε μὲν τὰς
ναῦς καὶ τῆς βαρβαρικῆς χειρὸς τοὺς δορυαλώτους ἅπαντας
καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς δεσμώτας αἰχμαλώτους ἐρρύσατο. ὁ δὲ
 Δακασσγβίςμ πολλὰ τῶν τοῦ Τζαχᾶ λῃστρικῶν πλοίων κατασχών,
τοὺς ἐνόντας σὺν αὐτοῖς ἐρέταις ἀναιρεῖσθαι παρεκελεύετο.
τάχα δ’ ἂν καὶ ὁ Παγὰς αὐτὸς ἑαλώκει, εἰ μὴ πανοῦργος
ὢν καὶ τὸ μέλλον ὑφορώμενος, εἰς ἓν τῶν κουφοτέρων
ἀκατίων μεταβὰς, διὰ τὸ ἀνύποπτον διεσώθη λαθών. 
 στοχαζόμενος γὰρ τοῦ συμπεσόντος αὐτῷ, ἐκ τῆς ἠπείρου
Τούρκους παρεσκευάκει εἰς τι ἀκρωτήριον ἑστάναι καὶ ὁρᾶν,
μέχρις ἂν ἢ τὴν Σμύρνην ἀκινδύνως αὐτὸς καταλάβοι ἢ πολεμίοις
περιτυχὼν πρὸς αὐτοὺς τὴν ναῦν ἐξορμίση καθάπερ
εἰς τι κρησφύγετον. καἰ δὴ τοῦ σκοποῦ οὐκ ἠστόχει. ἀλλ’
 ἐκεὶ τὴν ναῦν προσορμίσας, μετὰ τῶν ἀπεκδεχομένων αὐτὸν
Τούρκων ἑνωθεὶς, ὡς πρὸς Σμύρνην ᾤχετο. καὶ δὴ καὶ ταύτην
κατέλαβεν. ὁ δὲ Δαλασσηνὸς νικητὴς ὑποστρέψας ἑνοῦὡς 
 

 
 τᾶι τῷ μεγάλῳ δουκί. ταὶ ὁ Δούκας τὰ κατὰ τὴν Μιτυλήνην
 ἀσφαλισάμενος, ἔπει καὶ ὁ Δαλασσηνὸς ἐκεῖθεν ὑπέστρεψεν,
τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στόλου πολὺ μέρος ἀφελόμενος, κατὰ
τῶν παρὰ τοῦ Τζαγᾶ κατεχομένων (καὶ γὰρ ἱκανὰς ἔφθασε
νήσους χειρώσασθαι) ἐξαπέστειλε. καἰ ἐξ ἐπιδρομῆς τήν τε 
Σάμον καί τινας ἄλλας νήσους κατασχών, ἐπανέρχεται πρὸς
τὴν βασιλεύουσαν.

Οὐ πολλαὶ παρῆλθον ἡμέραι, καἰ μεμαθηκὼς ἑ αὐτοκράτωρ
τὴν τοῦ Καρύκη ἀποστασίαν καὶ ὅτι τὴν Κρήτην
κατέσχεν, ἐκεῖθεν δὲ ὁ Ῥαψομάτης τὴν Κύπρον, μετὰ στόλου 
 μεγάλου κατ’ αὐτῶν τὸν Δούκαν Ἰωάννην ἐξέπεμψε. καὶ καταλαβόντα
δὲ τὸν Δούκαν τὴν Κάρπαθον οἱ Κρῆτες νμεμαθηκότες,
ἐπεὶ οὐ πόρρω ταύτην εἶναι ἐγίνωσκον ἐπιθέμενοι τῷ
Καρύκῃ, δεινὸν τὸν φόνον κατ’ αὐτοῦ ἀπειργάσαντο. καἰ
οὕτω τὴν Κρήτην τῷ μεγάλῳ δουκὶ παραδεδώκασιν. κατα- 
 σφαλισάμενος δὲ τὰ περὶ αὐτὴν ὁ Δούκας καὶ ἀποχρῶσαν
δύναμιν εἰς τὴν αὐτῆς φρουρὰν καταλιπών, ἔπι· τὴν Κύπρον
τὸν κατάπλουν ποιεῖται. καὶ ἅμα τῷ ταύτῃ προσκεῖλαι, ἐξ
ἐφόδου τὴν Κυρήνην κατέσχεν. ὁ δὲ Ῥαψομάτης τοῦτο μεμαθηκώς,
καρτερῶς ὁπλίζεται κατ’ αὐτοῦ. ἀπὸ Λευκουσίας 
τοιγαροῦν ἀπάρας καὶ τὰς ἀκρολοφίας τῆς Κυρήνης καταλαρών,
ἐκεῖ που τὸν χάρακα ἐπήξατο, ἀναβαλλόμενος τέως τὸν
πόλεμον, ὡς ἀπειροπόλεμος καὶ στρατηγικῶν τεχνασμάτων
ἀδαής. χρεὼν γὰρ τούτοις ἀνετοίμοις ἐπεισπεσεῖν ὁ δὲ ἀνεβάλῥαψομμάτης 
 


 
 λετο τέως τὴν μάχην, οὐχ ὅπως εἰς συμβολὴν πόλεμον παρασκευασθησόμενος,
ὡς δῆθεν ἀνετοίμως ἔχων, (παρεσκεύαστοΒ
γὰρ εὖ μάλα, καὶ εἴπερ ἐβούλετο, συνεκρότησεν ἂν αὐτίκα τὸν
πόλεμον,) ἀλλ’ ὡς ἂν μηδὲ συμπλακῆναι βουλόμενος, ὥσπερ ἐν
 παιδιαῖς μειρακίων τὰ τοὺ πολέμου ἐπικεχειρήκει, μαλακῶς τε
πρὸς αὐτοὺς διαπρεσβευόμενος κω μειλιχίοις λόγοις ἐφέλκεσθαι
τούτους ὥσπερ οἰκονομούμενος. καὶ οἶμαι ἢ δι’ ἀπειρίαν πολέμων
ταῦτ’ ἐποίει, (ἧν γάρ, ὡς ἔγωγε περὶ τούτου
χθὲς καἰ πρώην ἡμμένος ξίφους καὶ δόρατος καὶ μηδ’ ἐπιβῆναι
 νᾶι ἐφ’ ἵππον εἰδώς, ἀλλ’ εἰ καὶ τύχοι ἐπιβεβηκώς, κἆν οὕτως
ἐξιππάσασθαι βούλοιτο, ταραχὴν εἶχε καὶ σάλον οὕτως 
εἶχε περί τὴν στρατιωτικὴν ἐμπειρίαν ἀπείρως ὁ Ῥαψομάτης,)
ἥ τοίνυν διὰ ταῦτα ἢ καταπλαγεὶς τὴν ψυχὴν τῷ αἰφνιδίῳ
τῆς ἐφόδου τῶν βασιλικῶν στρατευμάτων, τὰς φρένας περιπεπλάνητο.
 ἔνθεν τοι καὶ τὸν πόλεμον μέτα τινος δυσελπιστίας
ἐπιχειρήσαντι οὐκ εἰς καλὸν αὐτῷ ἀπηντήκει τὰ πράγματα.
ὁ γὰρ Βουρουμίτης ὑποποιησάμενός τινας τῶν ἐκείνῳ συναραμένων,
αὐτομολήσαντας τῷ ἰδίῳ συγκατέλεξε στρατεύματι.
τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν τὰς φάλαγγας στήσας ὁ Ῥαψομάτης, τὸν
20μετὰ τοῦ Δούκα ἐζήτει πόλεμον, διὰ τοῦ πρανοῦς τῆς
βααδεῖ ποδὶ στείχων. ὡς δὲ τὸ μεσαίχμιον ἀμφοῖν
τοῖν στρατοπέδοιν ἀπεστενοῦτο ἤδη, ἀπόμοιρά τις τῶν τοῦ 
Ῥαψομάτου εἰς ἑκατὸν ποσουμένη τὸν ἀριθμόν, διακριθεῖσα 
 

 
 ὡς τάχα κατὰ τοῦ Δούκα τὰς ἡνίας ὅλας ἐνδόντες, τὰς ἀκωκὰς
τῶν δοράτων ὄπισθεν στρέψαντες, προσχωροῦσιν αὐτῷ.
τοῦτο θεασάμενος ὁ Ῥαψομάτης, τὰ νῶτα παραχρῆμα δίδωσιν,
ὅλας ἡνίας εἰς φυγὴν χαλάσας, ὡς πρὸς τὴν Νέωσόν
ἀπονενευκώς, εἰ που γένοιτό οἱ ταύτην καταλαβόντι πλοίω ἐντυχεῖν, 
δι’ οὖ τῇ Συρίᾳ προσορμίσας τὴν σωτηρίαν ἑαυτῷ
περιποιήσαιτο. Μανουὴλ δὲ ὁ Βουτουμίτης ἐξ ὀπισθίων αὐτοῦ
διώκων ἤλαυνε. ὁ δὲ ὑπ’ αὐτοῦ κατεπειγόμενος καὶ τῆς
ἐλπίδος διημαρτηκώς, τῷ ἐπὶ θάτερα προσεχώρησεν ὄρει, εἰς
τὸν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ τιμίου σταυροῦ ἀνεγερθέντα πάλαι νεὼν 
προσπεφευγώς. ὁ δὲ Βουτουμίτης, οὗτος γὰρ τὴν αὐτοῦ
διωκὴν παρὰ τοῦ Δούκα ἐπετέτραπτο,) τοῦτον αὐτοῦ που καταλαβών,
λόγον ἀπαθείας αὐτῷ δίδωσι καὶ συμπαραλαβὼν
 ἄγει πρὸς τὸν μέγαν δοῦκα. κἀντεῦθεν πάντες τὴν Λευκουσίαν
καταλαμβάνουσι. κἀκεῖθεν τὴν ὅλην νῆσον ὑπὸ τὴν ἰδίαν ὢ
χεῖρα ποιησάμενοι, ἠσφαλίσαντο κατὰ τὸ ἐγχωροῦν, τῷ αὐτοκράτορι
τὰ συμπεσόντα ἅπαντα διὰ γραμμάτων δηλώσαντες.
ὁ δὲ βασιλεὺς ἀποδεξάμενος αὐτῶν τὸν ἀγῶνα, δεῖν ἔγνω τὰ
κατὰ τὴν Κύπρον ἀσφαλίσασθαι. κριτὴν μὲν οὖν τηνικαῦτα
καὶ ἐξισωτὴν τὸν Καλλιππάριον προυβάλλετο· · ἀνὴρ δὲ οὗτος 
 τῶν ἐπισήμων, μαρτυρίαν δὲ πολλὴν δικαιοπραγίας τε καὶ 
 

 
 ἀφιλοχρηματίας καὶ ταπεινοφροσύνης συνεπαγόμενος. ἐπεὶ
δὲ καί τινος ἡ νῆσος ἐδεῖτο τοῦ ταύτην φρουρήσοντος τὸν 
Φιλοκάλην Εὐμάθιον, τὴν ταύτης ἀναθέμενος φρουράν στρατοπεδάρχην
προεχειρίσατο ναῦς πολεμικὰς δεδωκὼς αὐτῷ κὼ
 ἱππότας, ἐφ’ ᾧ τὰ κατὰ τὴν· Κύπρον διά τε θαλάσσης καὶ ἠπείρου
ἀσφαλίζεσθαι. ὁ μέντοι Βουτουμίτης ἀναλαβόμενος τὸν
Ραψομάτην καὶ τοὺς συναποστατήσαντας αὐτῷ ἀθανάτους,
ἐπάνεισι πρὸς τὸν Δούκαν. καὶ οὕτως εἴσεισι πρὸς τὴν βασιλεύουσαν.

Τοιαῦτα μὶν οὖν τὰ κατὰ τὰς νήσους, τὴν Κύπρον
φημὶ καὶ Κρήτην. ὁ δέ γε Ταζχᾶς, ἀνὴρ ὢν φιλοπόλεμος,
δραστηριότητι γνώμης οὐκ ἤθελεν ἠρεμεῖν, ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ
τὴν Σμύρνην ἐπελθὼν κατέλαβε. καὶ αὖθις λῃστρικὰς ἐπιμελῶς 
κατεσκεύαζε ναῦς, δρόμωνάς τε καὶ διήρεις καὶ τριήρεις
 και ἀλλ' αττα τῶν κουφοτέρων νηῶν. τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ ἐχόμενος.
ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ, οὐκ ἀνέπιπτεν αὐθις.
οὐθ' ἀνεβάλλετο , ἀλλ’ ἐκ θαλάττης καὶ ἠπείρου ἔσπευδε
τοῦτον καταγωνίσασθαι. τὸν μὲν οὖν Κωνσταντῖνον τὸν Δαλασσηνὸν
θαλασσοκράτορα προχειρισάμενος, τηνικαῦτα μετὰ
 τοῦ ναυτικοῦ παντὸς ἐξέπεμψε κατὰ τοῦ Τζαχᾶ. τὸν δέ γε
σουλτάνον συνοῖσον ἐδόκει διὰ γραμμάτων ἐρεθίσαι κατ’ αὐτοῦ.
εἶχε δ’ οὕτω τὰ γράμματα. “οἶδας, μεγαλοδοξότατε 
 


 
 σουλτὰν Κλιτζιασθλάν, ὅτι τὸ σουλταντιὸν ἀξίωμά σοι πατρόθεν
προσήκει. ὁ δὲ σὸς γαμβρὸς ὁ Τζαχᾶς κἂν κατὰ τῆς
βασιλείας Ῥωμαίων τῷ φαινομένῳ ὁπλίζηται, βασιλέα ἑαυτὸν
ἀποκαλῶν, ἀλλὰ τοῦτο πρόδηλος σκῆψίς ἐστιν. οὐ γὰρ λέληθεν
αὐτὸν πολυπειρίαν ἔχοντα καὶ ἀκοριβῶς γινώσκοντα , ὡς 
οὐ προσήκει τούτῳ ἡ βασιλεία Ῥωμαίων, καὶ ἀδύνατον τοιαύτης
ἐπιδράξασθαι. τὸ δὲ πᾶν σκαιώρημα κατὰ σοῦ
ἐξαρτύεται. οὐ χρὴ τοιγαροῦν ἀνέχεσθαι αὐτοῦ, οὔτε μὴν
ἀναπεπτωκέναι, ἀλλ’ ἐγρηγορέναι μᾶλλον, ἕνα μὴ τῆς ἀρχῆς
παραλυθῇς. ἐγὼ μὲν οὖν τοῦτον τῶν ὑπὸ τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων 
P. 251 
παρεγγυῶμαι, ὡς ἂν καὶ αὐτὸς τῆς ἰδίας φροντίσῃς ἀρχῆς καἰ
ἐξουσίας, καὶ πὴ μὲν μετ’ εἰρήνης, πὴ δέ, εἰ μὴ ταύτην ἀσπάζοιτο,
μετὰ ξίφους σπεύσῃς αὐτὸν καθυποτάξαι." τούτων οὕτω
παρὰ τοῦ βασιλέως οἰκονομηθέντων, καταλαμβάνει τὴν Ἄβυδον 
ὁ Τζαχᾶς μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεων ἔξ ἠπείρου, καὶ ἐπολιόρκει
ταύτην δι’ ἑλεπόλεων καὶ παντοίων πετροβόλων ὀργάνων.
οὐδὲ γὰρ παρῆσαν τούτῳ ἔτι λῃστρικαὶ νῆες μήπω ἀπραρτισθεῖσαι.
ὁ δέ γε Δαλασσηνὸς εἴχετο μὶν μετὰ τῶν ὑπ' αὐτὸν δυνάμεων
τῆς πρὸς Ἄβυδον φερούσης, φιλοκινδυνότατος καὶ εὐψυχότατος 
 ὢν ὁ ἀνήρ · ὁ δὲ σουλτὰν Κλιτζιασθλὰν δεξάμενος τὰ 
 

 
 παρὰ τοῦ βασιλέως διαμηνυθέντα , ἔργου εὐθὺς εἴχετο, τῆς
πρὸς τὸν Τζαχᾶν φερούσης ἁψάμενος σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι.
τοιοῦτον γὰρ τὸ βάρβαρον ἅπαν ἕτοιμον πρὸς σφαγὰς
καὶ πολέμους. ἔγγιστα δὲ τοῦτό γενομένου, ἐπεὶ ἐξ ἠπείρου
 καὶ θαλάττης τοὺς πολεμίους ἑώρα ἐπιόντας, πλῶον δὲ οὐδαμοῦ,
μήπω τῶν παρ’ αὐτοῦ ἑτοιμαζομένων νηῶν ἀπαρτισθεισῶν,
μήτε δυνάμεις ἀποχρώσας ἔχων πρός τε τὸ Ῥωμαϊκὸν
καὶ τὸ τοῦ κηδεστοῦ αὐτοῦ σουλτὰν κλιτζιασθλὰν στράτευμα, 
ἐν ἀμηχανίᾳ καθειστήκει. πτοούμενος δὲ κὼ τοὺς ἐποίκους
 καὶ στρατιώτας Ἀβύδου δεῖν ἐληίσατο προσεληλυθέναι 
τῷ σουλτάν, ἀγνοῶν τὴν τοῦ αὐτοκράτορος κὰτ αὐτοῦ κάτα.
σκευασθεῖσαν τυρείαν. ὁ δὲ σουλτὰν τοῦτον θεασάμενος, ἱλαρὸν
εὐθὺς ἐδείκνυ βλέμμα καὶ ἀσπασίως ἐδέχετο. τράπεζα,,
τοίνυν, ὡς ἔθος, ἑτοιμάσας καὶ συνδειπνῶν μετ' αὐτοὶ, ζωρότερον
 πιεῖν τὸν Τζαχᾶν κατηνάγκαζεν. ὁπηνίκα δὲ τοῦτον
ἐμφορηθέντα τοῦ οἴνου διέγνω, σπασάμενος ξίφος κατὰ τῶν
λαγόνων ὦσεν αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς μὲν αὐτοῦ που νεκρὸς ἔκειτο·
ὁ δέ γε σουλτὰν τὰ πέρι· εἰρήνης τοῦ λοιποῦ πρὸς τὸν
αὐτοκράτορα διαπρεσβεύεται. καὶ δὴ τοῦ σκοποῦ οὐ διήμαρετ.
 δέχεται γὰρ αὐτοῦ τὴν αἴτησιν ὁ αὐτοκράτωρ. καὶ 
τῶν εἰρηνικῶν σπονδῶν ὡς ἔθος, τελεσθεισῶν, ἐν καταστάσει
τὰ παρὰ θάλασσαν ἤσαν οὔρια.

Μήπω δὲ τοσούτων φροντίδων ὁ αὐτοκράτωρ ἀπαλλαγείς,
μηδὲ τῶν ἀπὸ τούτου κακώσεων καθαριεύσας, εἰ γὰρ
καὶ αὐτὸς μὴ παρῆν ἴν τισιν, ἀλλά γε ταῖς φροντίσι καὶ ταῖς
οἰκονομίαις συμπαρῆν καὶ συνέπραττε,) εἰς ἕτερον ἀγῶνα
αὖθις ἠπείγετο. ὁ γὰρ Βολκάνος, ἀνὴρ δὲ οὗτος τὸ πᾶν 
τίς ἀρχῆς τῶν Δαλματῶν φέρων, δεινὸς μὲν εἰπεῖν, δεινὸς δὲ
καταπράξασθαι,) μετὰ διττὴν ἡλίου περιφορὰν τῆς τῶν Σκυθῶν
καταλύσεως, τῶν ἰδίων ὅρων ἐξεληλυθώς, τὰς παρακειμένας
 ἐληίζετο πόλεις καὶ χώρας καὶ αὐτὸ δὴ τὸ Λιπένοιν
κατασχών πῦρ ἐμβαλὼν ἐνέπρησε. ταῦτα ὁ βασιλεὺς μεμαγηοχώς, 
οὐκέτ’ ἀνεκτῶς εἶχεν, ἀλλ' ἀποχρώσας δυνάμεις συναγηοχώς,
κατὰ τῶν Σέρβων κατευθὺ τοῦ Λιπενίου ἤλαυνε,
τοῦτο δὲ πολίχνιόν τι μικρὸν περὶ τοὺς πρόποδας τοῦ Ζυγοῦ
τοῦ διαιροῦντος τὴν Δαλματίαν ἀπὸ τῆς ἡμεδαπῆς χώρας,)
ἐφ' ᾧ τῷ Βολκάνῳ, εἰ τύχοι, ἀντικαταστῆσαι πόλεμον 
συνάψαι καρτερόν, καἰ εἰ τὴν νίκην δοίη αὐτῷ θεός, τό τε
Λιπένιον καὶ τὰ λοιπὰ ἅπαντα ἀνεγεῖραι καὶ εἰς τὸ πρότερον
ἀποκαταστῆσαι σχῆμα. ὁ δὲ Βολκάνος τὴν τοῦ αὐτοκράτορος
 μεμαθηκὼς ἔλευσιν, ἀπάρας ἐκεῖθεν καταλαμβάνει τὸ
Σφεντζάνιον· πολίχνιον δὲ τοῦτο ἄνωθεν τοῦ ἤδη ῥηθέντος 
Ζυγοῦ διακείμενον ἐν μεσαιχμίῳ τῶν Ῥωμαϊκῶν ὁρίων καὶ
τῆς Δαλματίας. ὁπηνίκα δὲ τὰ Σκόπια ὁ αὐτοκράτωρ κατειλήφει,
ἀποστείλας ὁ Βολκάνος διετίθετο τὰ πέρι εἰρήνης, καὶ 
 


 
 ἑαυτὸν ἅμα τῆς αἰτίας τῶν κακῶς γεγονότων ἀπολύων καὶ τὸ
αἴτιον ὅλον τοῖς σατράπαις τῶν Ῥωμαίων ἀνατιθείς , λέγων
ὡς “ἐκεξῖνοι τοῖς οἰκείοις ὅροις μὴ ἐμμένειν βουλόμενοι, διαφόρους
ἐκδρομὰς ποιούμενοι, οὐ μικρὰν τὴν βλάβην τῇ Σερβίᾳ
 προσῆξαν. ἐγὼ δὲ οὐκέτι τοιοῦτον τοῦ λοιποῦ διαπράξομαι,
ἀλλ' ἐπαναστρέψας καὶ Ὁμήρους ἀποστελῶ τῶν ἐμῶν 
συγγενῶν τῇ σῇ βασιλείᾳ καὶ τῶν οἰκείωκ ὅρων οὐχ ὑπερβήσομαι."
πρὸς ταῦτα ὁ βασιλεὺς κατένευσε. κω καταλείψας
ἐκεῖσε τοὺς μέλλοντας τὰς ἐριπωθείσας πόλεις ἀνεγεῖραι καἰ
ἀναλαβέσθαι, ἀναλαβέσθαι πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπανέζευξεν.
ὁ δὲ Βολκάνος τοὺς ὁμήρους ἀπαιτούμενος, οὐκ· ἐδίδου τούτους,
ἀλλ' ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ὑπερετίθετο. ἐνιαυτοῦ δὲ μήπω
παρωχηκότος ὅλου , αὖθις εἰς προνομὴν τῶν Ῥωμαϊκῶν χωρῶν
ἐξεληλύθει. καὶ διαφόρους γραφὰς τοῦ αὐτοκράτορος
 δεξάμενος, ἀναμιμνήσκοντος αὐτὸν τῶν συνθηκῶν καὶ ὑποσχέσεων,
ἃς φθάσας πρὸς αὐτὸν ἐποιήσατο, οὐδ’ οὕτως τὰ 
ὑπεσχημένα τελέσαι ἤθελε. μεταπεμψάμενος οὑν ὁ βασιλεὺς
Ἰωάννην τὸν υἱὸν τοῦ σεβαστοκράτορος καὶ αὐταδέλφου αὐτοῦ, 
κὰτ αὐτοῦ ἐξέπεμψε μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως. ὁ δὲ
 οἱα ἀπειροπόλεμος κίκι σφαδάζων ὡς νέος πρὸς μάχας, ἀπελθὼν
καὶ τὸν τοῦ Λιπενίου ποταμὸν διαβάς, περὶ τοὺς πρόποδας
τοῦ Ζυγοῦ κατευθὺ τοῦ Σφεντζανίον τὸν χάρακα ἐπήξατο.
οὐκ ἔλαθε τοῦτο τὸν Βολκάνον. καὶ πάλιν πέρι εἰρή- 
 

 
 νῆς καὶ πρὸς αὐτὸν ἠρώτα, ὑπισχνούμενος καὶ τούς ὑπεσχημένους
ὁμήρους δοῦναι καὶ καθαρὰν τὴν εἰρήνην μετὰ τῶν
Ῥωμαίων τοῦ λοιποῦ τηρῆσαι. ἀλλὰ ταῦτα μὶν ἐν μόναις
ψιλαῖς ὑποσχέσεσιν · αὐτὸς δὲ ἔζωπλίζετο ἀγνώστως ἀυτῶ
 προσβαλεῖν. καὶ τῆς πρὸς τὸν Ἰωάννην φερούσης τοῦ Βολκάνου 
ἁψαμένου, μοναχός τις προκαταλαβὼν τὸ μελετώμενον
ἀπαγγέλλει τῷ Ἰωάννῃ καὶ καταλαμβάνειν τὸν ἐχθρὸν
ἤδη διισχυρίζετο. ὁ δὲ μετὰ θυμοῦ τοῦτον ἀπεπέμψατο ,
ψεύστην καὶ ἀπατεῶνα ἀποκαλῶν. ἀλλὰ τὸ ἔργον τὸν λόγον
προέφθασεν πιστώσασθαι. νυκτὸς γὰρ ἐπεισπεσὼν αὐτῷ 
πολλοὺς μὶν τῶν στρατιωτῶν ἐντὸς τῶν σκηνῶν ἀνεῖλε, πολλοὶ
δὲ καὶ ἀνὰ κράτος φεύγοντες ταῖς δίναις τοῦ κάτω ῥέοντος
ποταμοῦ παρασυρέντες ἀπεπνίγησαν. ὁπόσοι δὲ σταθηροτέρας
 γνώμης ἦσαν, τὴν τοῦ Ἰωάννου ἀναζητήσαντες σκηνήν, ἐκθύμως
μαχόμενοι ταύτην ἔπι ταυτοῦ μόγις διετήρησαν. οὕτω 
γοῦν τὸ μὲν πλεῖστον τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος ᾤχετο.
ὁ δὲ Βολκάνος τοὺς ἰδίους ἀναλεξάμενος καὶ ἀνελθὼν ἄνωθεν
τοῦ Ζυγοῦ κατὰ τὸ Σφεντζάνιον ἔστη. οἱ δ’ ἀμφὶ τὸν
Ἰωάννην τούτους θεασάμενοι, ὀλιγοῖ ὄντες καὶ μὴ μετὰ τοσούτων
μάχεσθαι δυνάμενοι, ἐβουλεύσαντο εἰς τοὐπίσω διαπερᾶσαι 
τὸν ποταμόν. τούτου δὲ γεγονότος, καταλαμβάνουσι
τὸ Λιπένιον, ὡσεί δώδεκα σταδίους τούτου ἀπέχον· ἐπιπλέον
δ' ἀντέχειν τοὺς πλείστους ἀπολωλεκὼς μὴ δυνάμενος , τὴν
ὡς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἀνεζήτησε· κᾆθ' οὕτως τεθαρρηδὲ 
 

 
 κὼς ὁ Βολκάνος, ὡς μή τινος του ἀντικαθισταμένου περιλειφθέντος,
ἐληίζετο τὰς παρακειμένας πόλεις κω χώρας. καὶ
τῶν Σκοπίων τὴν ἔξω χώραν τελείως ἠρίπωσε, τὸ δέ τι καὶ
κατέκαυσεν. οὐ μέχρι δὲ τούτου. ἀλλὰ καἰ τὸν Πόλοβον καταλαβὼν
 καὶ ἄχρι Βρανέας φθάσας καὶ δῃώσας ἅπαντα, πολλήν
τε λείαν ἐκεῖθεν ἀφελόμενος , εἰς τὴν οἰκείαν ὑπέστρεψε
χωραν.

Ταῦτα ὁ βασιλεὺς μεμαθηκὼς οὐκέτ’ ἀνεκτῶς εἶχεν.
ἀλλ’ εὐθὺς αὖθις ἐξωπλίσατο, μὴ πάνυ τι μηδὲ τοῦ αὐλητοῦ
 Τιμοθέου πρὸς τοῦτο δεόμενος, καθάπερ Ἀλέξανδρος περιμείνας
τὸν ὄρθιον νόμον. αὐτὸς τε οὖν ὁ ἀυτοκράτωρ περιθέμενος 
ὅπλα καἰ τοὺς ἄλλους ὁπλίσας τοὺς τότε παρατυχόντας, τῆς
κατευθὺ Δαλματίας φερούσης εἴχετο, σπεύδων τὰ μὲν φθάσαντα
ἐριπωθῆναι τῶν κάστρων ἀνεχεῖραι αὖθις καὶ εἰς τὸ
 πρότερον ἀποκαταστῆσαι σχῆμα καὶ ἀντίποινα τῶν παρ’ αὐτοῦ
πεπραγμένων ἐν περιουσίας κατ’ αὐτοῦ διαπράξασθαι.
ἀπάρας οὖν τῆς μεγαλοπόλεως καὶ τὸ Δαφνούτιον καταλαβών,
πόλις δὲ τοῦτο παλαιά , τῆς Κωνσταντίνου σταδίους
ἀπέλουσα τεσσαράκοντα,) καὶ τοὺς μήπω ἐφθακότας τῶν
 συγγενῶν ἐκδεχόμενος, αὐτοῦ που ἐκαρτέρει. τῇ γοῦν μετ' 
αὐτὴν καταλαμβάνει Διογενὴς ὁ Νικηφόρος πλήρης θυμοῦ 
 


 
 καὶ φρονήματος· τῷ συνήθει δὲ χρώμενος προσωπείῳ, τῳ
ἀλωπεκῆν περιεβέβλητο, καὶ τὴν ὄψιν χαριεστέραν διατιθείς,
τῷ βασιλεῖ προσφέρεσθαι ἐλευθέρως ἐσχηματίζετο. τὴν μέντοι
σκηνὴν οὐ τῷ συνήθει ἀποστήματι τοῦ βασιλικοῦ κοιτῶνος
ἐπήξατο , ἀλλ’ ἀγχοῦ τῆς πρὸς τὸν βασιλέα εἰσαγούσης 
ἀνόδου. Μανουὴλ δὲ ὁ Φιλοκάλης τοῦτο θεασάμενος καὶ ὡς
ὑπὸ κεραυνοῦ βληθεὶς. ἔπει οὐδὲ τὰ παρ’ αὐτοῦ μελετώμενα
τοῦτον διελάνθανεν, αὖος παραχρῆμα εἱστήκει. μόλις δὲ
 συναγαγὼν τὸ φρονοῦν τῆς ψυχῆς , πρόσεισιν εὐθὺς τῷ βασιλεῖ
καί φησιν “οὐχ ἁπλοῖν τὸ γινόμενον μοι δοκεῖ, ἀλλὰ 
δέος μοι ἔπεισι, μή τι νυκτὸς κατὰ τῆς σῆς νεωτερισθῇ βασιλείας.
ῥήμασι γοῦν τισι πρὸς αὐτὸν χρησάμενος, ἐκεῖθεν
μεταβῆναι τοῦτον παρασκευάσω." ὁ δέ, ὁποῖος ἐκεῖνος ἀκατάσειστον
ὡς ἐπίπαν ἔχων τὸ φρόνημα, οὐδαμοῦ παρεχώρει
τοῦ ἔργου τῷ Φιλοκάλῃ. πολλὰ δὲ τούτου βιαζομένου, “ἔα" 
φησιν. “οὐ χρὴ πρόφασιν τοῦτον ἐξ ἡμῶν ἐσχηκέναι. ἔστω
τῆς καθ’ ἡμῶν μελέτης αὐτὸς ὁ αἴτιος πρός τε θεὸν καὶ ἀνθρώπους."
ἀχθόμενος δὲ ὁ Φιλοκάλης ναί τύπτων τὰς χεῖρας,
μεματαιωμένον τε τὸν βασιλέα ἀποκαλῶν, μεθίστατο.
σού πολὺ τὸ ἐν μέσῳ , καὶ τοῦ βασιλέως σὺν αὐτῇ τῇ βασιλίδι 
ἀπεριμερίμνως ὑπνώττοντος περὶ μέσην φυλακὴν τῆς
νυκτὸς ἄνεισιν ὁ Διογενὴς, ξίφος ὑπὸ τὴν μάλην φέρων· καἰ 
 

 
 ἐπιβεβηκὼς τῶν οὐδῶν ἔστη. κοιμωμένῳ γὰρ τούτῳ τῷ βασιλεῖ
οὔτε θύραι ἐπεζυγοῦντο, οὔτ’ ἐκτὸς ἐπηγρύπνει φρουρά.
ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ πέρι τὸν βασιλέα. τὸν δέ γε Νικηφόρον
θεία τις τῷ τότε δύναμις ἀπεῖρξε τοῦ ἐγχειρήματος.
 τὴν παιδίσκην γὰρ θεασάμενον τὴν τὸν ἀέρα
καὶ πόρρω ποι τοὺς κώνωπας ἀπωθουμένην τοῦ τῶν βασιλέων
χρωτός, παραχρῆμα ὑπό τε τρόμος ἔλλαβε γυῖα , ὦχρός τέ
μιν εἶλε παρειάς, κατὰ τὸν ποιητὴν φάναι, ἐς νέωτα τὸν φόνον 
ἀναρτήσαντα. καὶ οὗτος μὲν τὴν ἀποφάσιστον τοῦ αὐτοκράτορος
 σφαγὴν ἐμελέτα διαπαντός , ἐκεῖνον δὲ οὐδὲν τῶν
μελετηθέντων κατ’ αὐτοῦ διελάνθανε. ταχὺ γὰρ ἡ παιδίσκη
τοῦτο προσελθοῦσα τὸ δρᾶμα ἀπήγγειλε. τοιγαροῦν ἐκεῖθεν
τῇ μετ’ αὐτὴν ἀπάρας, τῆς προκειμένης ὁδοῦ εἴχετο, τὸν
ἀγνοοῦντα μὲν ὑποκρινόμενος, οἰκονομῶν δὲ καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν
 τοσοῦτον, ὡς ἅμα μὲν καὶ φυλάττεσθαι, ἅμα δὲ καὶ
ἡντιναοῦν εὔλογον λαβὴν διδόναι τῷ Νικηφόρῳ. έν τοῖς μέρεσιν 
οὖν γενόμενος τῶν Σερρῶν, ἐπεὶ ὁ Πορφυρογέννητος
Κωνσταντῖνος ὁ Δούκας συνεπόμενος τῷ αὐτοκράτορι ᾐτεῖτο
εἰς τὸν ἴδιον ἀγρὸν καταλῦσαι ἐπιτερπῆ ὄντα καὶ ὕδασι ψυχροῖς
 καἰ ποτίμοις κατάρρυτον καὶ ἀποχρῶντα οἰκήματα ἔχοντα
πρὸς τὴν τοῦ βασιλέως ὑποδοχήν, (Πεντήγοστις τούτῳ 
 

 
 ὄνομα,) ὁ βασιλεὺς ὑπείξας τῷ τούτου θελήματι αὐτοῦ που
κατέλυσεν. ἀλλ’ οὐδὲ τῇ μετ' αὐτὴν βουλομένῳ ἔξελθεῖν ὁ
Πορφυρογέννητος συνεχώρει· ἠξίου δὲ μᾶλλον ἐγκαρτερῆσαι
καὶ ἔτι, ἐφ’ ᾧ ἀνακτήσασθαι τε ἑαυτὸν τῆς ὁδοιπορίας καἰ
 τὸ σῶμα τοῦ κονιορτοῦ καθαρᾶι λουσάμενον. ηὐτρέπιστο 
γὰρ αὐτῷ ἤδη καὶ τὰ πρὸς εὐωχίαν δαψιλῆ. ὁ δὲ καὶ αὖθις
τῷ τοῦ Πορφυρογεννήτου ὑπεῖξε θελήματι. ὡς δὲ λουσάμενον
 καὶ τοῦ βαλανείου ἐξελθόντα τοῦτον μεμαθήκοι Νικηφόρος
ὁ Διογενὴς, πάλαι τυραννιῶν, ἐπιτηρῶν δὲ εἴ που καὶ αὐτό χειρ
δυνηθῇ τούτου γενέσθαι, περιζωσάμενος τὸν ἀκινάκην 
εἰσίει , ὡς δῆθεν ἐκ θήρας ἐπανιὼν κατὰ τὸ σύνηθες. τοῦτον
οὖν ὁ Τατίκιος θεασάμενος καὶ πάλαι γινώσκων τὸ πὰρ
αὐτοῦ μελετώμενον, ἀπώσατο ἐπειπὼν “ἵνα τί ἀσυντάκτως
οὕτω καὶ ξιφήρης εἰσέρχῃ ; καιρὸς βαλανείου καὶ οὐχὶ ὁδοιπορίας
 οὐδὲ θήρας μάχης ἐστίν." ὁ δὲ τοῦ σκοποῦ διημαρτηκὼς 
ὑπεχώρησεν. ὑπολαβὼν δὲ ὡς ἤδη ἐπέγνωσται,
δεινὸς γὰρ ἔλεγχος ἡ συνείδησις,) δρασμῷ τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν
πραγματεύσασθαι ἐβουλεύετο , καὶ εἰς τοὺς ἐν Χριστουπόλει
ἀγροὺς τῆς βασιλίδος Μαρίας ἢ εἰς τὸν Πέρνικον
ἢ εἰς τὸν Περιτζὸν προσχωρῆσαι, κἀκεῖθεν αὖθις πρὸς τὰ 
συμπίπτοντα τὰ κατ’ αὐτὸν εὖ διαθέσθαι. προεφθάκει γὰρ
ἡ βασιλὶς Μαρία τοῦτον προσλαβέσθαι, ἀδελφὸν ὄντα μητρόθεν
τοῦ προβεβασιλευκότος ἀνδρὸς αὐτῆς Μιχαὴλ τοῦ Δοὐκα, 
 

 
 κἂν τὰ ἐς πατέρας διήλλαττον. καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς τριταῖος
ἐκεῖθεν ἔξεισι. τὸν δὲ Κωνσταντῖνον αὐτοῦ πoυ καταλελοίπει 
ῥᾳστώνης χάριν δεδιὼς τὸ ἁπαλὸν καὶ ἀσύνηθες τοῦ νεανίου
τότε πρώτως τῆς ἐνεγκαμένης πρὸς ἐκστρατείαν ἐξεληλυθότος.
 ἦν γὰρ μονογενὴς τῇ μητρί. καὶ ὁ αὐτοκράτωρ σφόδρα τοῦ
νεανίσκου κηδόμενος πάσης ἀνέσεως συνεχώρει ἐκαπολαύειν
αὐτὸν σὺν τῇ βασιλίδι μητρί, ἅμα δὲ καὶ ὡς ἴδιον ἀπαρτὶ
τέκνον ἐξοχως φιλῶν τοῦτον.

Ἀλλ' ἵνα μὴ συγκεχυμένος ὁ λόγος προΐῃ, τὰ κατὰ
 τὸν Διογένην Νικηφόρον ἐξ αὐτῆς ἀρχῆς ἱστορείτω. ὅπως
μὲν οὖν ὁ τούτου πατὴρ 'Ρωμανὸς εἰς τὴν βασίλειον ἀνήχθη
περιωπὴν καὶ ὁποῖον τέλος ἔσχε τὰ κατ’ αὐτόν, διαφόροις τῶν
ἱστοριογράφων ἐμέλησε, κἀκεῖθεν ἐξέσται τὰ περὶ τούτου ἀναλέγεσθαι 
τοῖς βουλομένοις. ἐπὶ παῖσι δὲ ὅμως τετελευτήκει
 τῷ τε Λέοντι καὶ τῷ Νικηφόρῳ. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος
ἐκ προοιμίων τῆς αὐτοῦ ἀναρρήσεως παραλαβὼν τούτους
ἰδιώτας ἐκ βασιλέων, (καὶ γὰρ ἅμα τοῦ τῆς βασιλείας ἐπιβῆναι
ὁ Μιχαὴλ καὶ αὐτάδελφος αὐτῶν αὐτοὺς μὲν τῶν ἐρυθρῶν
ἀπογυμνοῖ πεδίλων καὶ τὰ στέφη τούτων ἀφαιρεῖται ,
 καὶ ὑπερορίαν ξὺν τῇ μητρὶ αὐτῶν τῇ βασιλίσσῃ Εὐδοκίᾳ εἰς
τὴν μονὴν τοῦ Κυπερούδη καταψηφίζεται,) παντοίας θεραπείας
ἤξίου, τὸ μέν τι δι’ ὃ πεπόνθασιν οἰκτείρων αὐτούς, 
 


 
 τὸ δέ τι καὶ τοὺς νέους ὁρῶν κατά τε σώμ τος ὥραν καἰ
ῥώμην διαφέροντας τῶν πολλῶν , χνοάζοντας μ(??)ν καἰ ἀρτιφυεῖς
τὸ γένειον , ὑψηλοὺς καὶ ἰσομέτρους ὡσπερ ὑπὸ κανόνα
τὸ μέγεθος καὶ αὐτὸ τὸ νεοτήσιον ἤδη ἐκφύοντας ἄνθος, ἐξ
αὐτῆς τε ὄψεως τὸ θυμοειδὲς αὐτῶν καὶ γενναῖον τοῖς μὴ διὰ 
πάθος τυφλώττουσιν ἀριδήλως ἐμφαίνοντας, καὶ σκύμνους οἷον
λέοντος· καὶ ἄλλως δέ, ὁποῖος ἐκεῖνος μὴ ἐπιπολαίως ὁρῶν,
μήτε πρὸς τὴν ἀλήθειαν μύων, μηδὲ πάθεσιν ἁλισκόμενος
ἐπιψόγοις, ἀλλὰ ταλαντεύων τὸ ὂν έν ἰσορρόπῳ στάθμη τῆς
συνειδήσεως , καὶ τὸ ὕψος ἕξ οὗπερ ἐπεπτώκεσαν λογιζόμενος, 
ἐνηγκαλίζετο ἶσα καὶ τέκνοις ἰδίοις, τί μὶν οὐ λέγων, τί
δὲ οὐ πράττων ἀγαθὸν ἐς αὐτούς, τί δὲ οὐ προμηθευόμενος;
 κἂν ὁ φθόνος βάλλων αὐτοὺς τοῖς τοξεύμασιν οὐκ ἀνίει.
ἐκ πολλῶν γὰρ κατ’ αὐτῶν ἐρεθιζόμενος ὁ αὐτοκράτωρ, αὐτὸς
μᾶλλον πάσης αὐτοὺς ἐπικουρίας ἠξίου, ἱλαρὸν ἐνατενίζων 
ἀεὶ καὶ ἐνωραϊζόμενος οἷον ἔπι αὐτοῖς, ξυμβουλεύων τε διαπαντὸς
τὰ συνοίσοντα. ἄλλος μὲν γὰρ ἴσως καἰ ὑπόπτους ἂν
 ἐλογίσατο τούτους καἰ ἐκποδὼν διὰ παντοίας μεθόδου ἐξ ἀντῇς
ἀρχῆς ποιῆσαι ἐσπούδασεν ἄν· οὗτος δὲ ὁ αὐτοκράτωρ τὰς τῶν
πολλῶν κάτα τῶν νέων εἰσηγήσεις παρ’ οὐδὲν ἐτίθετο, ἔξόχως 
τούτους φιλῶν, τὴν μέντοι μητέρα τούτων Εὐδοκίαν καὶ δωρεῶν
ἀξιῶν καὶ τιμῆς τῆς προσηκούσης βασιλίσσαις μὴ ἀπο- 
 

 
 στερῶν, καὶ αὐτῷ δὲ τῷ Νικηφόρῳ τὴν τῆς νήσου Κρήτης
ἀρχὴν ἀνέθετο εἰς ἐνδιαίτημα ἴδιον. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὁ βασιλεύς.
τούτων δὲ ὁ μὲν Λέων, φρονήματος ὢν ἀγαθοῦ καὶ 
γνώμης ἐλευθέρας, ὁρῶν δὲ κω τὴν βασιλέως εἰς αὐτοὺς
 εὐμένειαν, ἔστεργε τὴν λαχοῦσαν ἐπαναπαυόμενος Οἶον ἐπὶ
τοῖς παροῦσι κατὰ τὸν εἰπόντα "Σπάρταν ἔλαχες ταύταν κόσμει."
ὁ δέ γε Νικηφόρος δύσοργος καὶ βαρύμηνις ὤν,
καὶ βυσσοδομεύων κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος κὼ τυραννήσειν
μελετῶν οὐκ ἐπαύετο· ὑποβρύχιον δὲ ὅμως εἶχε τὴν βουλήν.
 ἤδη δὲ καὶ τοῦ ἔργου ἀπαρξάμενος, γνησιώτερόν
τισι προσωμίλει. οὐκ ἐλάνθανε τοῦτο τοὺς πλείστως· ὄι·
ὦν καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς ἔφθανε τοῦ βασιλέως. ὁ δὲ βασιλεύς 
καινόν τι ποιῶν, μεταπεμπόμενος τούτους ἐν καιροῖς ἁρμοδίος,
οὐκ ἐνέφαινε μὶν τὸ ἀκουσθέν, εὐφυῶς δὲ παρῄνει καὶ
 τὰ εἰκότα συνεβούλευε. καὶ ὅσῳ μᾶλλον τῆς ἐπιβουλῆς ἐν
γνώσει ἐγίνετο, τοσούτῳ μᾶλλον ἐλευθερώτερον πρὸς αὐτοὺς
διετίθετο, οὕτω βουλόμενος τούτους κερδανεῖν. ἀλλ’ Αἰθίοψ
οὐκ ἐλευκαίνετο. ἔμενε γὰρ ὁ αὐτὸς καὶ μετεδίδου τῆς
λύμης, ὁπόσοις ἂν προσεπέλασε, τοὺς μὶν δι’ ὅρκων, τοὺς δὲ
 δι' ὑποσχέσεων σφετεριζόμενος. τοῦ μὶν οὖν κοινοῦ τοῦ
στρατοῦ οὐ τοσοῦτον ἔμελλε τῷ Νικηφόρῳ· ἤδη γὰρ ἅπαντες
πρὸς αὐτὸν ἀπονενεύκασι· ἀλλ’ ὅλος πρὸς τοὺς μεγι- 
 

 
 ατᾶνας ἀπονενευκώς, τῶν τε ἡγεμόνων καὶ τῶν τῇ συγκλήτῳ
κατειλεγμένων προκρίτων ἀνδρῶν πολλὴν φροντίδα ποιούμενος,
ὑπεποιεῖτο αὐτούς. ἥν γὰρ τὴν φρένα μὲν ὀξύτερος ἀμφιστόμου
ξίφους, στάσιμος δὲ οὐδαμῶς, εἰ μὴ ὅσον πρὸς τὸ
τυραννήσειν τὸ ἀμετάθετον ἐνεδείκνυτο· μελιχρὸς ἐν λόγοις, ἐν 
συναναστροφαῖς ἡδύς, ταπεινοφροσύνην μὲν ὡς ἀλωπεκῆν ποτε
περιβαλλόμενος, ἔστιν οὑν καὶ τὸ θυμοειδὲς καθάπερ λέων
ἐμφαίνων ποτέ, ῥωμαλέος καὶ πρὸς Γίγαντας ἐγκαυχώμενος
 ἁμιλλᾶσθαι, σιτόχρους τὴν ὄψιν, εὐρὺς τὰ στέρνα, ὑπερωμίας
τῶν τότε καιροῦ ὄντων ἀνδρῶν. εἰ δὲ σφαιρίζοντα τοῦτον 
 εἶδέ τις, εἰ δὲ ἱππαζόμενον, εἰ δὲ ὀϊστὸν πέμποντα, εἰ
δόρυ κραδαίνοντα καὶ ἱππασίας ποιούμενον, θαῦμα ἐδόκει
καινὸν θεᾶσθαι, ἐκεχήνει τε καὶ μόνον οὐ πεπηγὼς ἦν. διὰ
 τοῦτο καὶ μᾶλλον τὴν τῶν πολλῶν ἐπεσπᾶτο εὔνοιαν. τοσοῦτον
δὲ τὸ σπουδαζόμενον αὐτῷ προῄει, ὡς καὶ αὐτὸν τὸν ἐπ᾿ 
ἀδελφῇ τοῦ αὐτοκράτορος γαμβρὸν Μιχαὴλ τὸν Ταρωνίτην
τῷ τοῦ πανυπεσεβάστου τιμώμενον ἀξιώματι ὑποποιήου-
σθαι.

Ἀλλ’ ἐπανακτέον τὸν λόγον αὖθις ὅθεν ἀπερρύη καὶ
καθ' εἱρμὸν ἑκτέον τῆς διηγήσεως. ὁ μὲν οὖν αὐτοκράτωρ 
τοῖς λογισμοῖς ἀνατρέχων, ἐξ οὔπερ τὴν καθ’ ἑαυτοῦ τοῦ 
 


 
 Διογενοῦς μελετὴν ἀνέγνωκεν, καὶ ὅπως ἔξ ἀρχῆς αὐτῆς τῆς
αὐτοῦ ἀναρρήσεως ἀμφοῖν ἐχρήσατο τῶν ἀδελφοῖν, ὁπόσης τε
φιλοφροσύνης καὶ κηδεμονίας ὲν τοσούτοις ἔτεσιν αὐτοὺς ἠξίου
κὰν οὐδὲν τούτων τὴν τοῦ Νικηφόρου γνώμην ἐπὶ τὸ βέλτιον 
 μετηλλοίωσεν, εἰς ἀμηχανίαν ἐνέπιπτεν. ταῦτ’ οὖν ὁ βασιλεὺς
ἀναλογιζόμενος πάντα καὶ ὅπως μετὰ τὸ σφαλῆναι αὖθις
εἰσῄει, ὅπως ἀπώσθη πάρα τοῦ Τατικίου, καὶ ποὺς ὅπως τὸ
φονουργὸν σιδήριον θήγων κατ’ αὐτοῦ αἵμασιν ἀναιτίοις στεύδει
χράναι τὰς χεῖρας, καὶ ὁ τέως ἐφεδρεύων καὶ νυκτὸς τὸν
 φόνον ἐπιτηρῶν τελέσαι ἀπαρακαλύπτως τοῦτον ἤδη ἐπισπεύδει,
πολλοῖς ἐκυμαίνετο λογισμοῖς. ῆθελε μὲν οὖν οὐδαμῶς
τὸν Διογένην μετελεύσεσθαι δι’ ὂν πρὸς αὐτὸν ἐγκάρδιον
ἐκέκτητο πόθον, ἐξόχως τὸν ἄνδρα φιλῶν. ·ἁπαξαπλῶς δὲ
ἅπαντα συνελών, ὅπη τε προβήσεται τὸ δεινὸν ἐννοῶν ἔπει 
 τὸν περὶ ψυχῆς κίνδυνον αὐτῷ ἐφιστάμενον ἔγνω, πλήττεται
τὴν καρδίαν. καὶ εἰς ἳν τὸ πᾶν συναγαγὼν, δεῖν ἔκρινεν κατασχεῖν
τὸν Νικηφόρον. ἐκεῖνος δὲ τὸν μελετώμενον ἐπισπεύδων
δρασμὸν καὶ βουλόμενος νυκτὸς τῆς πρὸς Χριστουπόλεως
φερούσης ἅψασθαι, ἑσπέρας ἀποστείλας εἰς τὸν Πορφυρογέννητον
 Κωνσταντῖνον τὸν δοθέντα αὐτῷ παρὰ τοῦ βασιλέως
ταχυδρόμον ἵππον ᾐτεῖτο ἀποχαρίσασθαί οἱ. ὁ δὲ καὶ ἀνένευσε,
λέγων μὴ δύνασθαι δῶρον τοιοῦτον αὐθήμερον τοῦ βα- 
 

 
 σιλέως ἀποποιήσασθαι. ἔπει δὲ πρωίας ὁ βασιλεὺς τῆς προκειμένης
ὁδοῦ ἥψατο, συνείπετο τούτῳ καὶ ὁ Διογενὴς τοῦ διασκεδάζοντος
βουλὰς καὶ λογισμοὺς ἀθετοῦντος λαῶν θεοῦ τοῦτον
σφήλαντος, γνωσιμαχοῦντα μὲν τὸν δρασμόν, ὑπερτιθέμενον
δὲ ὥραν ἐξ ὥρας ὁποῖα τὰ τοῦ θεοῦ κρίματα. κατασκηνώσας 
οὖν ἀγχοῦ τῶν Σερρῶν, ὅπου καὶ ὁ βασιλεύς αὐτὸς μὲν τῶν
συνήθων εἴχετο λογισμῶν, ὡς πεφωραμένος ἤδη καἰ δεδιὼς
τὸ μέλλον. ὁ δὲ βασιλεὺς μετακαλεῖται τηνικαῦτα τὸν ἴδιον
 ἀδελφὸν Ἀδριανὸν καὶ μέγαν δομέστικον κὰτ αὐτὴν τὴν
ἐσπέραν, ἐν ᾗ καὶ ἡ τοῦ μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου ἐτελεῖτο 
μνήμη. καὶ κοινοῦται αὖθις τούτῳ τὰ τοῦ Διογενοῦς, μηδὲ
τὸ πρότερον ἀγνοοῦντι, ὡς ξιφήρης εἰσῄει, ὡς ἀπώσθη τῆς θύρας,
ὡς τὸ πάλαι βεβουλευμένον, εἰ δυνατόν, σπεύδων
τελέσαι. τηνικαῦτα οὖν ἐπισκήπτει τῷ δομεστικῳ ὁ βασιλεὺς
 τὸν Διογένην εἰς τὴν ἰδίαν μετακαλέσασθαι σκηνὴν καὶ διὰ 
μειλιχίων λόγων καὶ παντοίων ὑποσχέσεων πεῖσαι ἀνακαλύψαι
ἅπαντα τὰ βεβουλευμένα, ἀπάθειαν αὐτῷ ὑπισχνουμένῳ
καὶ ἀμνηστίαν τοῦ λοιποῦ τῶν κακῶν, εἰ μηδ' ὁτιοῦν ἀποκρύψειεν,
 ἀλλὰ καὶ τοὺς συνίστορας ἔξείποι ἅπαντας. ὁ δὲ ἀθυμίας
πλήρης γενόμενος, ὅμως ἐπλήρου τὸ κελευσθέν. ποτὲ 
μὲν οὖν ἀπειλῶν, ὁτὲ δὲ ὑπισχνούμενος, ὁτὲ δὲ καἰ συμβουλὰς 
 

 
 βουλεύων, οὐκ ἔπειθε τὸν Διογένην ὅλως οὐδ' ότιοῦν τῶν βεβουλευμένων
ἀνακαλύψαι. τί τὸ ἔπι τούτοις; ἤχθετο μὲν
ὁ μέγας δομέστικος καὶ ἠνιᾶτο, οὖ κακῶν φέρεται ὁ Διογένης,
στοχαζόμενος. ἔσχε γὰρ τοῦτον προφθάσας ὁ Διογένης
 γαμβρὸν ἐπὶ τῇ ὑστάτῃ τῶν ἑτεροθαλῶν αὐτοῦ ἀδελφῶν.
ἔνθεν τοι καὶ μετὰ δακρύων ἐκλιπαρῶν αὐτὸν οὐκ ἀνίει· ἔπειθε
δὲ οὐδαμῶς, κἂν αὐτὸς ἐνέκειτο ἀναμιμνήσκων ἅμα καἰ
ὦν οπισθεν. σφαιρίζοντι γάρ ποτε τῷ αὐτοκράτορι κατὰ τὸ 
ἐν τῷ μεγάλῳ παλατίῳ ἱππηλάσιον ἀνήρ τις βάρβαρος ἐξ
 Ἀρμενίων καὶ Τούρκων φύς, ξίφος ἔσωθεν τῶν αμφίων φέρων,
ἐπὰν τὸν αὐτοκράτορα τῶν συσφαιριζόντων ἀνασειράσαντα
τὸν χαλινὸν ἀπολειφθέντα ἐθεάσατο, ἐφ’ ᾦ πνευστιῶντα
τὸν ἵππον ἀναψῦξαι, πρόσεισι μὲν τῷ αὐτοκράτορι γονυπετῶν
ἅμα καὶ αἰτεῖσθαι ὑποκρινόμενος. ὁ δὲ ἀνασειράζει
τὸν ἵππον εὐθὺς καἰ ἐπιστραφεὶς ἐπυνθάνετο, τι ἂν τὸ αἰτούμενον
εἴη. ὁ δὲ φονεὺς μᾶλλον ἢ προσαίτης ὤν, τὴν χεῖρα
ὑποβαλὼν καὶ τοῦ ξίφους ἁψάμενος εἷλκε τοῦ κουλεοῦ. τὸ δ' 
οὐ συνείπετο τῇ χειρὶ. ἅπας οὖν καὶ δὶς τοῦ μὶν ξίφους ἀποπειρώμενος,
τοῖς δὲ χείλεσι ψευδεῖς αἰτήσεις συνείρων, ἀπογνοὺς
 καὶ προσουδίσας ἑαυτὸν τῇ γῇ, ἔκειτο συγγνώμην ἐξαι- 
τούμενος. ὁ δὲ πρὸς αὐτόν στρέψας τὸν χαλινόν, ἠρώτα ὅτου
χάριν συγγνώμην αἰτεῖ. καὶ ὃς τὸ ξίφος σὺν αὐτῷ κουλεῷ 
 

 
 ἐδείκνυ· στερνοτυπῶν δ’ ἅμα καὶ ἐκθαμβούμενος κω βοῶν
ἔλεγε “νῦν σε δοῦλον τοῦ θεοῦ γυήσιον ἔγνωκα, νῦν τὸν μέγαν
θεὸν σκέποντά σε ἐν ὀφθαλμοῖς τεθέαμαι ίαι τῇ σφαγῆ γὰρ
τῇ σῇ τουτὶ τὸ ξίφος κατασκευάσας καὶ. λαβὼν οἴκοθεν, ἐνταῦθα
πάρειμι, ἐφ’ ᾧ κατὰ τῶν σῶν ὠθήσω σπλάγχνων. 
ἅπαξ δὲ καἰ δίς καὶ τρὶς τοῦτο σπασάμενος, οὐδαμῶς ὑπεῖκον
ἔσχον τῇ βίᾳ τῆς ἐμῆς χειρός." ὁ μὲν γὰρ βασιλεὺς καθαπερεὶ
 μηδέν τι τοιοῦτον ἀκηκοώς, ἐπὶ ταὐτοῦ σχήματος
θαρσαλέος εἱστήκει. συνέδραμον δὲ πρὸς αὐτὸν παραχρῆμα
ἅπαντες, οἱ μὲν ἀκροασόμενοι τῶν λεγομένων, οἱ δὲ ἐκθαμβούμενοι 
ἐπὶ τούτοις. οἱ δὲ εὐνούστερον πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
διακείμενοι, καὶ διασπαράττειν αὐτὸν ἐπεχείρουν, κἂν
αὐτὸς νεύματί τε καὶ χειρὶ καὶ συχνοῖς ἐμβριμήμασιν ἀπεῖργε
τῆς ἐγχειρήσεως. τί τὸ ἐπὶ τούτοις; παντελῶς ἀφέσεως ὁ
φονεὺς ἐκεῖνος παραχρῆμα τυγχάνει στρατιώτης, οὐκ ἀφέσεως 
δὲ μόλον, ἀλλὰ καὶ μεγίστων δωρεῶν· ἔπι τούτοις καὶ ἐλευθερίας
 παραπολαύει. πολλοὶ μὲν οὖν τούτων καὶ ὀχλοῦντες
 ἐνέκειντο τῆς βασιλευούσης ἀπελαθῆναι τὸν φονέα ἐκεῖνον. ὁ
δὲ οὐκ ἐπείθετο, λέγων “ἐὰν μὴ κύριος φυλάξη πόλιν εἰς μάτην
ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων. λοιπὸν θεῷ ἐπεύχεσθαι δεῖ, 
τὴν ἡμετέραν ἐκεῖθεν ἐξαιτουμένους διαμονὴν καἰ φρουράν." 
 

 
 ὑπεψιθύριζον οὑν τινές, μετὰ τῆς τοῦ Διογενοῦς γνώμης τῷ
τοῦ αὐτοκράτορος φόνῳ ἐπικεχειρηκέναι τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον ἐκεῖνον,
κἂν ὁ βασιλεὺς οὐδ’ ὅλως ὑπεῖχε τούτοις τοῖς λόγοις τὰ ὤτα
ἀλλὰ μᾶλλον ἐβαρυμηνία κὰτ αὐτῶν, τοσοῦτον αὐτοῦ ἀνεχόμενος,
 ὡς μέχρις αὐτοῦ λαιμοῦ τῆς ἀκωκῆς τοῦ ξίφους
φθανούσης, τὸν ἀγνοοῦντα ὑποκρίνεσθαι. ἀλλὰ ταῦτα μὲν
οὕτω. τούτων οὑν ἀναμνήσας αὐτὸν ὁ μέγας δομεστίκος 
καὶ μηδαμῶς πείθων, προσελθὼν ἀπαγγέλλει τῷ βασιλεῖ
τὴν τοῦ Διογενοῦς ἔνστασιν καὶ ὅτι ἔξαρνος παντάπασιν
ὁ Διογενὴς ἐστί καίτοι πολλὰ παρακληθεὶς, ὡς ἔλεγε, παρ’
αὐτοῦ.

παραπέμπεται τοίνυν τὸν Μουζάκην. καὶ ἐπισκήπτει
ἔνοπλον μεθ’ ἑτέρων παραγενόμενον, ἀναλαβέσθαι τοῦτον
τῆς τοῦ μεγάλον δομεστίκου σκηνῆς καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἀπαγαγεῖν
 κἀκεῖσε μετὰ ἀσφαλείας τηρεῖν, δεσμῶν ἄτερ καὶ ἑτέρας
κακώσεως. ὁ δ’ εὐθὺς τὸ κελευσθὲν ἐπλήρου. καἰ παραλαβὼν
τοῦτον εἰς τὴν ἰδίαν ἀπάγει σκηνήν. ἔπει δὲ δι’ ὅλης 
νυκτὸς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ συμβουλεύων οὐ μόνον οὐκ ἔπει.
θὲν, ἀλλά καὶ ἀναισχύντως αὐτῷ προσφερόμενον ἑώρα, θυμοῦ
πλησθείς, καὶ ὃ μὴ προστέτακτο ἐπιχειρεῖν ἠπείγετο. δοκιμάσας
οὐν ἐτάσαι αὐτόν, ἤδη δὲ καὶ ἐτάζων, ἔπει οὐδὲ πρὸς τὴν
πρώτην προσβολὴν ὁ Διογενὴς ἀντισχὼν ἅπαντα ἀνομολογῆσαι
διεβεβαιοῦτο, τῶν μὲν δεσμῶν λύει παραχρῆμα, καὶ γραφεὺς 
 


 
 τηνικαῦτα προκαλεῖται γραφίδα κατέχων’ Γρηγόριος δὲ ᾦ
ὁ Καματηρὸς νεωστὶ· προσληφθεὶς καὶ ὑπογραμματεύων ᾦ
αὐτοκράτορι. καὶ Διογενὴς ἅπαντα ἀπαγγέλλων, οὐδὲ τὸν φόνον
 παρεσιώπα. ἀναλαβόμενος δὲ πρωίας ὁ Μουζάκης τά
τε ἐγγράφους αὐτοῦ ὁμολογίας καὶ ἅς ἀναζητήσας εὗρε πα 
ῥά τινων πρὸς αὐτὸν πεμπομένας γραφάς, δι' ὧν ἐφαίνετο
καὶ ἡ βασιλὶς Μαρία τὴν μὲν ἀποστασίαν τοῦ Διογενοῦς εἰδέναι,
τὸν δὲ φόνον μηδαμῶς συγχωρεῖν, ἀλλὰ καὶ μετ’ ἐπιμελείας
ἀπείργειν αὐτὸν οὐκ ἀπὸ τοῦ φόνου μόνον ἀλλὰ καὶ
ἐξ αὐτῆς ψιλῆς ἐννοίας, κομίζει τῷ βασιλεῖ. ὁ δὲ ταύτας 
ἐπαναγνοὺς καὶ πλείων τῶν ὑποπτευομένων ἐγγεγραμμένοις
εὑρηκὼς καὶ τούτους ἐκκρίτους ἅπαντας, ἐν ἀμηχανίᾳ ἥν.
οὐδὲ γὰρ ἔμελλεν τῷ Διογενεῖ τοσοῦτον τῆς κοινότητος· εἶχε
 γὰρ αὐτοὺς πάλαι ὅλῃ ψυχῇ κεχηνότας καὶ πρὸς αὐτὸν ἀτονενευκότας·
ἀλλὰ πᾶν τὸ τὰ πρῶτα φέρον τοῦ στρατιωτικοῦ
τε καὶ πολιτικοῦ συντάγματος ἔσπευδεν ὑποποιήσασθαι. ὁ
μὲν οὖν αὐτοκράτωρ τὰ τῆς βασιλίδος Μάριας ἀνέκφορα μένειν
ἠβούλετο καὶ μέντοι καὶ διετήρησε τὸν ἀγνοοῦντα ὑποκριθεὶς
δι' ἣν πρὸς αὐτὴν εἶχε πίστιν καὶ ὁμολογίαν καὶ πρὸ
τοῦ τὰ τῆς βασιλείας ἀναδέξασθαι σκῆπτρα. διεδίδοτο δὲ 
 

 
 πανταχοῦ, τὴν τοῦ Διογενοῦς βουλὴν παρὰ τοῦ Πορφυρογεννήτου
Κωνσταντίνου τοῦ βασιλέως καἰ νἰοῦ αὐτῆς διαμηνυθῆναι
τῷ βασιλεῖ, κἂν ἄλλως εἶχε τὸ πρᾶγμα. ἐξ αὐτῶν δὲ τῶν
ἔξυπηρετουμένων τῷ Διογενεῖ τὰ τίς βουλῆς ἠρέμα διεπορ- 
 μεύετο. ἔπει δὲ ὁ Διογενὴς περιωρᾶτο καἰ δέσμιος ἤδη καὶ
ὑπερόριοις καθίστατο, καὶ οἱ τῆς αὐτοῦ βουλῆς ἔκκριτοι ὑπόπτους
εαυτοῦς οἱ μὴ φθάσαντες ἁλῶναι ηδη γεγενημένους
διαγνόντες, περίφοβοί τε ἐφαίνοντο καὶ σκεπτόμενοι ὅ τι καὶ
δράσαιεν τούτους οἱ ἀμφὶ τὸν βασιλέα οὕτω κυμαινομένους
 κατανοοῦντες, έν ἀμηχάνοις ἑστάναι ἐδόκουν. ἐν στενῷ κομιδῆ
τὰ κατ' αὐτὸν ὁρῶντες, ὡς εἰς ὑητούς τινας περιγραφείσης ἤδη
τῆς τοῦ αὐτοκράτορος ἀγωγῆς, τὸν κίνδυνον ὑπὲρ κεφαλῆς ἐφιστάμενον
ἤδη ἔχοντος. ὁ δὲ βασιλεὺς τοῖς λογισμοῖς ἀναλύων 
εἰς τὰ ἐξ ἀρχῆς καὶ ποσάκις κατ’ αὐτοῦ ὁ Διογένης ὁρμήσας
 καἲ σφαλείς ἐκ θείας δυνάμεως, αὐτὸς αὐτόχειρ τούτου φονεὺς
ἤδη ἐφίστατο, πολλοῖς ἐκυμαίνετο λογισμοῖς. καὶ πολλὰς
νοημάτων λαμβάνων μεταβολὰς καὶ τροπὰς πὰρ· ἑαυτῷ
ἐποεὶ ἅπαν τοῦ τε πολιτικοῦ καὶ στρατιωτκοῦ συντάγματος διαφθορὸς
ταῖς τοῦ Διογενοῦς θωπείαις ἐπέγνω, ἀποχρῶσαν μὴ
ἔχων δύναμιν ὥστε φρουρὰν πρὸς τοσούτους ἐπιστῆσαι, μήτε 
 

 
 μὴν ἀκρωτηριάσαι λαὸν παμπληθῆ ἐθέλων, τὸν μὲν Διογένην
καὶ κεκαυμένον τὸν Κατακαλὼν τοὺς πρωταιτίους ἐς Καισαρόπολιν
 ἐξέπεμψεν, ἐφ᾿ ᾧ ἐμφρούρους καὶ δεσμώτας εἶναι
μόνον, μηδὲν ἄλλο δεινὸν τέως κατ᾿ αὐτῶν βουλευςάμενος,
κἂν πάντες ἀκρωτηριάσαι τούτους αὐτῷ ξυνεβούλευον. ἠγάπα 
γὰρ τὸν Διογένην διαφερόντως καὶ τῆς προτέρας ἔτι περὶ αὐτὸν
εἴχετο κηδεμονίας. ὑπερόριον δὲ καὶ τὸν ἐπ᾿ ἀδελφῇ γαμβρὸν
αὐτοῦ Μιχαὴλ τὸν Ταρωνίτην καὶ τὸν * * * * καὶ τὰς
περιουςίας αὐιτῶν ἀφελόμενος. τὰ δέ γε κατὰ τοὺς λοιποὺς
ἀσφαλὲς ἐλογίσατο μηδὲ εἰς ἐξέτασιν ἀγαγεῖν ὅλως, ἀλλὰ διὰ 
συμπαθείας τούτους μᾶλλον καταμαλθάξαι. κατὰ μὲν οὖν
τὴν ἑσπέραν ἕκαστος τῶν ὑπερορίων τὴν λαχοῦσαν αὐτῷ κατελάμβανεν,
 καὶ ὁ Διογένης τὴν Καισαρόπολιν· τῶν δ᾿ ἄλλων
οὐδεὶς τῆς οἰκείας μεθίστατ καταστάσεως, ἀλλὰ ἐπὶ ταὐτοῦ
ἅπαντες μεμενήκεσαν.

Ἐν τούτοις δὲ τοῖς δεινποῖς ὄντων, τῇ μετ᾿ αὐτὴν βουλομένου
τοῦ ἀυτοκράτορος μετακαλέσασθαι πάντας καὶ τὸ δοκοῦν
αὐτῷ διαπράξασθαι, ὁπόσοι εἰς τὸν αὐτοκράτορα πόθον
ἐγκάρδιον ἔτρεφον τῶν τε ἐξ αἵματος καὶ ἀγκχιστείας αὐτῷ
προσηκότων, καὶ ὁπόσοι πατρῷα θεράποντες τότε παρῆσαν, 
ὀβριμοεργοὶ καὶ ταχεῖς μὲν συνιδεῖν τὸ μέλλον, ἀγχίνοοι δὲ
τὸ συνοῖσον ἐν ἀσκέπτῳ καταπράξασθαι χρόνῳ, δεδιότες μη 
 


 
 πως τῇ μετ’ αὐτὴν τοῦ πλήθους συρρεύσαντος ἐφορμήσαντό
τινες διαμελίσωσιν αὐτὸν ἔνι τοῦ θρόνου, πολλάκις ξίξη ὑπὸ 
τυ άμφία φέροντες, ὥσπερ ποτὲ ἐκεῖνος ὁ σφαιρίζοντι τούτῳ
ἐν σχήματι προσαίτου προελθών ·(τὸ δὲ οὐκ ἄλλην εἶχε τὴν
 θερμπείαν ἢ τὸ τὰς πρὸς τὸν Διογένην ἁπάντων περιελεῖν ἐλπίδας,
τὴν τῶν τούτου ὀμμάτων ὡς ἐν παραβύστῳ διαφημισάντων
ἐκτύφλωσιν,) μεταπεμψάμενοι τινας διαπέμπονται τοὺς
τοῦτο πρὸς πάντας διακηρυκεύσοντας ἐν ἀπορρήτοις, κἀν μηδ’
εἰς νοῦν οὔπω τοῦτο τοῦ αὐτοκράτορος ὅλως ἀνῄει. ὁ δὲ 
 λόγος οὗτος κἂν ψιλὸς τότ’ ἦν, εἰς ἔργον ὅμως προύβέβηκε,
καθὼς ὁ λόγος κατωτέρω διατρανώσειεν. ἐπὰν δὲ ὁ ἥηιος τοῦ 
ὁρίζοντος ὑπερκύψας λαμπρὸς ἀνέθορεν, ὁπόσοι τῶν περὶ τὸν
αὐτοκράτορα μὴ τῆς τοῦ Διογενοῦς λύμης μετειλήχασι καὶ
αὐτοὶ δὲ οἱ πάλαι τῶν βασιλικῶν σωμάτων τεταγμένοι φύλακες,
 πρῶτοι πρὸς τὴν βασιλικὴν ἐχώρουν σκηνήν, οἱ μὲν
ξίφη περιεζωσμένοι, οἱ δὲ δόρατα φέροντες, οἱ δὲ τὰς βαρυσιδήρους
ῥομφαίας ἔπι τῶν ὤμων ἔχοντες, ἐκ διαστήματός
τινος τοῦ βασιλικοῦ θρόνου εἰς μηνοειδὲς σχῆμα ἑαυτοῖς ἱλάδὸν
καταστήσαντες καὶ οἶον ἐναγκαλισάμενοι τὸν αὐτοκράτορα, 
 θυμῷ στρατηγούμενοι πάντες καὶ θήγοντες κἂν μὴ τὰ ξίφη
ἀλλὰ τὰς καρδίας. ὅσον δὲ συγγενὲς ἐξ αἵματός τε καὶ ἀγχι- 
 

 
 στείας τούτῳ προσῆκον, ἀγχοῦ τοῦ βασιλικοῦ θρόνου ἐφ’ ἑκάτερα
ἵσταντο. δεξιόθεν δὲ καὶ ἐξ εὐωνύμων ἕτεροι καθίσταντο
ὑπασπισταὶ. ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπὶ θώκου φοβερὸς προυκάθητο,
οὐ βασιλικῶς ἐσταλμένος μᾶλλον ἢ στρατιωτικῶς, οὐδὲ πολὺ
μετέωρος, ὁποῖα τὰ ἐκείνου μὴ ἐπηρμένα. χρυσὸς δὲ ὅμως τὸν 
θρόνον ὑπήλειφεν, ὑπερανεστήκει τε τὴν κεφαλήν συνέσταλτο
 δὲ τούτου τὸ ἐπισκύνιον, τὴν δὲ παρειὰν ἐπιπλέον τότε ὁ ἀγὼν
κατεφοίνισσε, τὰ δὲ ὄμματα πεπηγότα ἐπὶ συννοίας κω πλήρη
ἐνθυμημάτων ὑπεμφαίνοντα τὴν ψυχήν. συνέθεον δὲ ἅπαντες
ὁμοῦ πεφοβημένοι καὶ τὰς ψυχὰς μικροῦ ἐς ἀέρα ὑπὸ φόβου 
ἔξερεύξασθαι ἐκβιαζόμενοι, τῶν μὲν ὄξύτερον βέλους ὑπὸ τῆς
σφῶν συνειδήσεως κεντουμένων, τῶν δὲ τὴν καινὴν ὑποψίαν
δεδιότων. φωνὴ δέ τις παρ’ οὐδενὸς ἐξηκούετο ἀλλ’ ἀτενὲς πρὸς
τὸν ἐφεστηκότα τῇ πύλῃ τῆς σκηνῆς ἀπονεύοντες ἐπτοημένοι
ἑστήκεσαν. ἀνὴρ δὲ οὗτος καὶ εἰπεῖν συνετὸς καὶ καταπράξασθαι 
δυνατός· Τατίκιος τούτῳ τὸ ὄνομα. τούτω ὁ βασιλεὺς
ἐνατενίσας, δοῦναι τοῖς ἔξωθεν τὴν εἴσοδον διὰ τοῦ βλέμματος
 ἐνέφηνεν. ὁ δὲ παραχρῆμα τῆς εἰσόδου τούτοις παραχωρεῖ.
οἱ δὲ καίπερ δεδιότες, ἀλλ’ ὅμως εἰσῄεσαν, τετρεμμένοι
τε τὰς ὄψεις καὶ βραδεῖ ποδὶ στείχοντες. κατὰ στοίχους 
δὲ τὴν στάσιν λαχόντες, ἐκαροδόκουν τὸ μέλλον ἕκαστος
δεδιώς, ὡς τὸν περὶ ψυχῆς λοίσθιον δρόμον δραμούμενος.
ἀλλ' οὐδὲ αὐτὸς ὁ αὐτοκράτωρ ἐθάρρει παντάπασιν, (κατ' 
 

 
 ᾶνθρωπον λέγω, εἰ μὴ ὅσον εἰς θεὸν ἀναφέρων τὸ πᾶν,) δεδιὼς
τὸ σύμμικτον τῶν παρεστώτων, μὴ ἄλλο τι ὀξὺ καὶ
δεινὸν κατ’ αὐτοῦ μελετήσαιεν. στερροτέροις δὲ λογισμοῖς
ἑαυτὸν ἑδράσας καὶ ἅπαξ τοῖς ἀγῶσιν ἐγκαταστάς, τῆς πρὸς 
 αὐτοὺς δημηγορίας ἤρχετο· οἱ δὲ καὶ αὐτῶν ἰχθύων ἀφωνότεροι
ἑστήκεσαν, καθαπερεὶ τὰς γλώττας ἐγκεκομμένοι·
οἴδατε," λέγων, “ὡς οὐδὲν δεινὸν παρ’ ἐμοῦ ὁ Διογενὴς ἐπεπόνθει
ποτέ. οὔτε γὰρ τὴν ἀρχὴν ταυτησὶ τῆς βασιλείας ἐκ τοῦ
πατρὸς αὐτοῦ ἀφειλόμην ἐγώ, ἀλλ’ ἕτερος, οὐδέ τι δεινὸν ἢ
 λυπηρὸν τὸ παράπαν εἰς αὐτὸν πέπραχα. καὶ τῆς βασιλείας
εἰς ἐμὲ θεοῦ πάντως νεύσει μεταβιβασθείσης, οὐ· μόνον αὐτὸν
καὶ τὸν αὐτοῦ ἀδελφὸν Λέοντα ἔπι ταὐτοῦ διεφύλαξα, ἀλλ’ ὡς
οἰκείους παῖδας καὶ ἐπόθησα κω ἐχρησάμην. τὸν δὲ Νικηφίρον
καὶ πολλάκις κατ’ ἐμοῦ βουλευόμενον φωράσας, τοσαυτάκις 
 συμπαθείας ἠξίωσα. καὶ μηδὲ πάλιν διορθούμενον ἠνειχόμην
ἐπικρύπτειν τὰ πολλὰ τῶν αὐτοῦ μηνιμάτων κατανοῶν τὴν 
τῶν ἁπάντων πρὸς αὐτοὺς δυσμένειαν, κἀν μηδὲν τῶν παρ’
ἐμοῦ εἰς αὐτὸν γενομένων ἀγαθῶν τὸ δολερὸν τῆς αὐτοῦ
γνώμης ἠλλοίωσεν. ἀλλ’ αὐτὸς ἀντὶ πάντων θάνατόν μοι ἐπεψηφίσατο."
 ἐπεβόησαν δ’ ἐπὶ τούτοις ἅπαντες ὡς οὐ βούλοιντ'
ἂν ἕτερον προεστηκότα έν βασιλείῳ ἰδεῖν σχήματι, οὐ
τοῦτο οἱ πλείους βουλόμενοι, ἀλλ’ ἦσαν θῶπες αὐτῶν 01 λό- 
 

 
 γοι, τὸν ὑπόγυιον διαδρᾶναι κίνδυνον ἐντεῦθεν μηχανώμενοι.
ὁ δὲ βασιλεὺς προαρπάσας τὸν καιρόν, συμπαθείας κοινῆς τοὺς
πλείονας ἠξίου, ὡς τῶν αἰτίων τῆς βουλῆς ὑπερορίαν πρότερον
κατακριθέντων. ἐπὶ τούτου θροῦς ἦρτο πολύς, οἶον οὐδείς
πω τῶν τότε παρόντων εἰς ἔτι καὶ νῦν τῶν ὤτων, ὡς 
λέγουσιν, ἐντὸς εἰσεδέξατο, τῶν μὲν ἐπαινούντων τὸν βασιλέα
καὶ θαυμαζόντων τῆς ἀνεξικακίας καὶ πρᾳότητος, τῶν δὲ τοὺς
ὑπερορίους διασυρόντων καὶ θανάτου ἀξίους εἶναι διενισταμένων,
ὁποῖα τὰ τῶν ἀνθρώπων. ὂν γὰρ τὴν σήμερον μακαριισμοῦ
ἀξιοῦσι, προπέμπουσί τε καὶ διὰ τιμῆς ἄγουσιν, ἐπὰν 
 περιτραπέντα τούτῳ τοῦ βίου τὸν κύβον θεάσοιντο, πᾶν τοῦναντίον
εἰς αὐτὸν ἐνδεικνύμενοι οὐκ αἰσχύνονται. ὁ δὲ βασιλεὺς
νεύματι τούτους κατασιγάσας, αὖθις ἔφη· “οὐ χρὴ
θορυβεῖσθαι, οὐδὲ συγχεῖν τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. ἔγωγε
γάρ, καθὼς ἔφην, ἅπαντας συμπαθείας ἀξιώσας, πάλιν ὁποῖος 
τὰ πρότερα πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι.’’ ἐν ᾦ δὲ τούτους συμπαθείας
ὁ βασιλεὺς ἠξίου, ἄτερ τῆς αὐτοῦ γνώμης ἀποστείλαντες οἱ
 τὴν βουλὴν ἐκείνην βουλευσάμενοι τῶν ὀμμάτων τὸν Διογένην
ἐστέρησαν. ταὐτὰ τούτῳ καὶ κατὰ τοῦ Κεκαυμένου Κατακαλὼν
ὡς τῆς αὐτοῦ βουλῆς κεκοινωνηκότα τῷ Διογενεῖ κατεψηφίσαντο. 
ἡμέρα δὲ ἦν, ὲν ᾗ ἡ τῶν κορυφαίων Ἀποστό- 
 

 
 λων μνήμη ἐτελεῖτο. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερον
λογοποιεῖται. εἰ δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς πέρι τούτου παρ’
αὐτῶν εἰσηγηθεὶς ἐνδέδωκεν, ἥ καὶ τὸ πὰν τῆς ἐκείνου γνώμης
ἦν, θεὸς ἂν εἰδείη· ἔγωγε τέως οὐ πάνυ τι γινώσκειν
 ἔχω βεβαίως.

Τοιαῦτα μὲν οὖν τὰ ἐκ τοῦ Διογενοῦς συμπεσόντα
τῷ αὐτοκράτορι, παραδόξως τῆς ἀμάχου του ὑψίστου χειρὸς
ῥυσαμένης τοῦτον ἐξ ὑπογυΐου κινδύνου. αὐτὸς δὲ πρὸς οὐδὲν 
τῶν συμπιπτόντων ἔμαλακίζετο, ἀλλὰ καὶ ὣς κατευθὺ Δαλματίας
 ἤλαυνε. μεμαθηκὼς δὲ ὁ Βολκάνος τὴν εἰς τὸ Λιπένιον
τοῦ αὐτοκράτορος ἔλευσιν καὶ ἔπικαταλαβόντα τοῦτον θεασάμενος,
καὶ πρὸς ῾Ρωμαϊκὰς παρατάξεις καὶ τὸν συνασπισμὸν
ἐκεῖνον καὶ τὴν στρατηγικὴν πανοπλίαν μηδ ᾿ ἀντωπῆσαι
δυνάμενος, ἀποστείλας παραχρῆμα τὸ πέρι εἰρήνης ἠρώτα,
 ὑπισχνούμενος ἅμα καὶ αὐτοὺς τοὺς προὐπεσσχεθέντας
ὁμήρους ἀποστεῖλαι καὶ μηδέν τι δεινὸν τοῦ λοιποῦ διαπράξασθαι.
δέχεται τοίνυν τὸν βάρβαρον ἀσμένως ὁ αὐτοκράτωρ,
ἀκηδιῶν οἷον καὶ ἀποστρεφόμενος τὴν ἐμφύλιον μάχην· 
κἀν γὰρ Δαλμάται ἦσαν ἀλλ’ ὅμως Χριστιανοί. ἐκεῖνος δ’
 εὐθὺς τεθαρρηκὼς προσεληλύθει συνεπαγόμενος τούς τε συγγενεῖς
καἰ ἐκκρίτους τῶν ζουπάνων, καὶ προθύμως ὁμήρους
τοὺς αὐτοῦ ἀνεψιαδεῖς τῷ αὐτοκράτορι παραδέδωκε, τόν τε 
 


 
 Οὔρεσιν καλούμενον καὶ Στέφανον τὸν Βολκάνον, καὶ ἐτέρους
τὸν εἴκοσι ἀριθμὸν ἀποπληροῦντας. οὐ γὰρ ἐνὸν ἥν αὐτῷ
 ἄλλως πως τοῦ λοιποῦ διατεθήσεσθαι. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ
ὁπόσα διὰ μάχης καὶ σιδήρου ἀνύεσθαι πέφυκεν, εἰρηνικῶς
διαλύσας, πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπανέστρεψεν. τοῦ μέντοι 
 Διογενοῦς ἐκήδετο πάνυ, καὶ δακρύων ὡρᾶτο καὶ βύθιον στένων
δι᾿ αὐτὸν ἐξηκούετο. πολλήν τε τὴν πέρι αὐτὸν φιλοφροσύνην
ἐπεδείκνυτο, καὶ ἀνακτᾶσθαι τοῦτον ἔσπευδεν, καὶ
τοῖς πλείοσι τῶν ἐς αὐτοῦ ἀφαιρεθέντων αὖθις τοῦτον ἀποκατέστησεν.
αὐτὸς δὲ κατακώχιμος ὑπὸ τῆς λύπης ἂν ὦι 
τὴν έν μεγαλοπόλει διατριβὴν ἀποστρεφόμενος, τοῖς ἱδίοις
 ἀγροῖς ἐμφιλοχωρῶν ἦν, ταῖς τῶν παλαιῶν προσανέχων διόλου
βίβλοις, ἄλλων ὑπαναγινωσκόντων ἀντῶ. στερούμενος
γὰρ φωτός, ἑτέρων ἐχρᾶτο πρὸς τὴν ἀνάγνωσιν ὄμμασιν.
ἀνὴρ δὲ οὗτος τοσοῦτος τὴν φύσιν, ὡς καὶ μὴ ὁρῶν τὰ τρὶς 
ὁρῶσι δυστέκμαρτα ῥᾳδίως καταλαμβάνων. πᾶσαν μὲν δὴ
ἔκτοτε παιδείαν διελθὼν καὶ αὐτὴν δὴ τὴν περίκλυτον γεωμετρίαν,
τὸ καινότατον, φιλοσόφων τινὶ ἐντυχὼν διὰ στερεῶν
τούτῳ τὰ σχήματα παρέχειν ἐπέταττεν · ὁ δὲ τῇ τῶν
χειρῶν ψηλαφήσει ἁπάντων τῶν τῆς γεωμετρίας θεωρημά- 
 τῶν τε καἰ σχημάτων ἔσχε κατάληψιν, καθάπερ ἐκεῖνος ὁ
Δίδυμος, ὃς δι’ ὀξύτητα νοῦ καὶ ἄνευ ὀμμάτων μουσικῆς καὶ 
 

 
 γεωμετρίας εἰς ἄκρον ἐλήλυθεν, εἰ καὶ μετὰ τὴν γνῶσιν τούτων
εἰς αἵρεσιν ἄτοπον συνηλάθη, τὸν νοῦν ἐκτυφλωθεὶς ὑπὸ
κενοδοξίας, καθάπερ ὑπὸ πάθους τὰ ὄμματα. θαυμάζει μὲν
οὖν ἅπας ταῦτα ἀκούων. ἐγὼ δὲ καὶ τεθέαμαι τὸν ἄνδρα καὶ
 τεθαύμακα καὶ πέρι τοιούτων λαλοῦντος ἀκήκοα · μηδ’ αὐτὴ
δὲ τῶν τοιούτων παντάπασιν ἀμελέτητος οὖσα , ἐπεγίνωσκον 
τοῦτον ἀκριβῆ τῶν θεωρημάτων νῶσιν ἔχοντα. εἰ δὲ καὶ
πέρι λόγους ἠσχόλητο, τῆς παλαιᾶς ὅμως κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος
οὐκ ἀφίστατο μηνίδος, ἄλλα τὸν τῆς τυραννίδος λογισμὸν
 ὑποτυφόμενον εἶχε διόλου. καἰ μέντοι καί τισιν αὖθις
τοῦ ἀπορρήτου τούτου κεκοινώνηκε λογισμοῦ, ἀφ᾿ ὡν εἷς τις
τὰ βεβουλευμένα προσελθὼν προσαγγέλλει τῷ αὐτοκρότορι.
μεταπεμψάμενος δὲ τὸν Διογένην, ἐπυνθάνετο πέρι ὧν τε βεβο΄λευται 
καὶ περὶ τῶν τίς βουλῆς αὐτῷ κεκοινωνηκότων.
 καὶ ἐς πάντα θᾶττον ἀνομολογήσας, παραχρῆμα συμπαθείας
ἠξίωτο.

Ἐπεὶ δὲ τὴν ἐκκλησίαν ἅσπερ τι δεῦμα κακίας ὁ 
Νεῖλος ἐκεῖνος ἐπικλύζων πολὺν τὸν σάλον ταῖς τῶν ἁπάντων 
ἐνεποίει ψυχαῖς μετ’ οὐ πολὺ τῆς τῶν τοῦ Ἰταλοῦ δογμά- 
 

 
τῶν καθαιρέσεως ἀναφανεὶς καὶ πολλοὺς ταῖς δίναις τῆς
αὐτοῦ κακοδοξίας ἐβύθισεν (ἀνὴρ δὲ οὗτος δεξιὸς μὲν τὴν
ἀρετὴν ὑποκρίνασθαι οὐκ οἶδα μέν ὅθεν, τέως δ᾿ οὖν τῇ
μεγαλοπόλει ἐφοίτησε καὶ ἐγγωνιάζων Θεῷ μόνῳ δῆθεν καὶ
ἑαυτῷ προσανεῖχε διὰ παντὸς ταῖς ἱεραῖς βίβλοις ἐνασχολούμε- 
 νος, ἀμύητος δέ πάσης Ἑλληνικῆς παιδείας ὢν καὶ μηδὲ καθηγητήν
τινα ἐσχηκὼς ἀρχῆθεν τὸν ὑφαπλοῦντα τούτῳ τὸ τῆς
θείας γραφὶς βάθος ἐνεκεκύφει μέν τοῖς τῶν ἁγίων συγγράμμασιν,
ἄγευστος δὲ πάσης παιδείας λογικῆς ὢν ἐπεπλάνητο
περὶ τὸν νοῦν τῶν γραφῶν, οὐκ ἀγενῆ δέ τινα 
χορὸν ὑποσυρόμενος ἐν μεγάλαις οἰκίαις. εἰσέδυ διδάσκαλος
αὐτοχειροτόνητος, τὸ μέν τι διὰ τὴν ἐπιφαινομένην αὐτῷ
ἀρετὴν καὶ τὸ κατεσκληκὸς ἐ·κεῖνο ἦθος, τὸ δέ καὶ διὰ τὴν
ὑποκεκρυμμένως ἐμφαινομένην αὐτῷ τάχα γνῶσιν· ἔνθεν τοι
 καὶ τὴν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἀγνοήσας 
μυστηρίου καὶ μήθ’ ὅ τι ἐστὶν ἕνωσις ἁπλῶς συνιέναι δυνάμενος
μήθ’ ὅ τι ἐστὶν ὅλως ὑπόστασις εἰδώς οὔτε διακεκριμένως
ὑπόστασιν ἢ ἕνωσιν νοεῖν δυνάμενος μήτ’ αὖθις
ἡνωμένως καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν μήθ’ ὅπως ἐθεώθη τὸ
πρόσλημμα παρὰ τῶν ἁγίων διδασκομενος, πόρρω του οντος 
ἐξενεχθεὶς φύσει τοῦτο θεωθῆναι ἐδόξαζεν ἀπατώμενος),
 
οὐδὲ τοῦτο διέλαθε τὸν αὐτοκράτορα · ἀλλ᾿ ὡς ᾔσθετο τὰ
περὶ τούτου ὀξύρροπον ἐπινοεῖ τὴν βοήθειαν καὶ τὸν ἄνδρα
μετακαhσαμενος πολλὰ τοῦ θράσους καὶ τῆς ἀμαθίας 
ἐμέμφετο καὶ πολλὰ τοῦτον ἐλέγξας τὴν τε καθ᾿ ὑπόστασιν
 ἕνωσιν τοῦ θεανθρώπου λόγου τρανῶς ἐδίδασκε καὶ τὸν
τῆς ἀντιδόσεως τρόπον παρίστα καὶ ὅπως ἐθεώθη τὸ
πρόλημμα μετὰ τῆς ἄνωθεν ἐδίδασκε χάριτος. ὁ δὲ τῆς 
ἰδίας ψειδοδοξίας ἀπρὶξ εἴχετο καὶ πρὸς πᾶσαν κάκωσιν,
στρεβλάς τε καὶ δεσμὰ καὶ ξεσμοὺς σαρκὸς ἑτοιμότατος ἦν
 ἢ ἀποστῆναι τοῦ μὴ θεωθῆναι φύσει διδάσκειν τὸ πρόσλημμα.
εἶχε δὲ τότε καὶ πολλοὺς τῶν Ἀρμενίων ἡ μεγαλόπολις,
οἶς τῆς ἀσεβείας ὑπέκκαυμα ὁ Νεῖλος ἐκεῖνος ἐγίνετο·
ἐντεῦθεν διλέξεις τε συχναὶ πρὸς τὸν Τιγράνην ἐκεῖνον καὶ
τὸν ᾿Αρσάκην, οὓς ἐπὶ πλέον τὰ τοῦ Νείλου δόγματα πρὸς
 ἀσέβειαν ἠρέθιζε. τί τὸ ἐντεῦθεν; τὴν ἀσέβειαν πολλῶν 
ἐπινεμομένην ψυχὰς ὁρῶν ὁ αὐτοκράτωρ καὶ ἀλλήλοις τὰ B
τοῦ Νείλου καὶ τῶν ᾿Αρμενίων ἐπιπλεκόμενα καὶ ἁπανταχῆ
τὸ φύσει θεωθῆναι τὸ πρόσλημμα λαμπρᾷ φωνιῇ κηρυττόμενον
ἀθπουμένας τε τὰς τῶν ἁγίων πατέρων περὶ τούτου
 γραφὰς καὶ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν ἀγνοουμένην σχεδὸν,
 
στῆσαι τὴν σφοδρὰν τοῦ κακοῦ ῥύμην βουληθείς, τοὺς τῆς
ἐκκλησίας λογάδας συναγαγὼν σύνοδον περὶ τούτους γενέσθαι
κοινὴ συνεσκέψατο. καὶ παρῆν τηνικαῦτα ἅπαν τὸ τῶν
ἀρχιερέων πλήρωμα καὶ αὐτὸς ὁ πατριάρχης Νικόλαος. καὶ
ὁ Νεῖλος εἰς τὸ μέσον μετὰ τῶν Ἀρμενίων ἵστατο, καὶ τὰ 
 τούτου ἀνεκαλύπτοντο δόγματα, καὶ ὃς λαμπρᾷ τῇ φωνῇ
ταῦτα ἐδίδασκε καὶ ἰσχυρῶς αὐτῶν διὰ πλειόνων ἀντείχετο.
τί τὸ ἐντεῦθεν; ἡ σύνοδος, ἵνα πολλῶν ἀπαλλάξῃ ψυχὰς τῆς
διεφθαρμένης αὐτοῦ διδαχῆς, αἰωνίῳ τοῦτον καθυπέβαλεν
ἀναθέματι καὶ τὴν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν κατὰ τὰς τῶν 
ἁγίων παραδόσεις ἐμφανέστερον ἀνεκήρυξε. μετὰ τοῦτον
ἢ μᾶλλον εἰπεῖν σὺν τούτῳ καὶ ὁ Βλαχερνίτης δεδημοσίευτο
ἀσεβῆ καὶ ἔκφυλα τῆς ἐκκλησίας φρονῶν, κἂν ἱερωμένος ἦν.
Ἐνθουσιασταῖς γὰρ ὁμιλήσας καὶ τῆς τούτων λύμης μετασχὼν
πολλούς τε ἐξαπατῶν καὶ μεγάλας τῶν ἐν τῇ μεγαλο- 
 πόλει οἰκίας ὑπορύττων καὶ παραδιδοὺς τὰ τῆς ἀσεβείας
δόγματα, ἐπεὶ πολλὰ πολλάκις μεταπεμπόμενος καὶ διδασκόμενος
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος οἱδ’ ὅλως τῆς οἰκείας
κακοδοξίας ἀφίστατο, τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ τοῦτον ὁ αὐτοκράτωρ
παρέπεμψεν. οἱ δέ ἐπὶ πλέον τοῦτον ἐξετάσαντες, ὡς 
 ἀμετάθετον καὶ αὐτοὶ ἐγνώκεσαν, αὐτόν τε αἰωνίῳ ἀναθέματι
καὶ τὰ τούτου δόγματα καθυπέβαλον.

Οὕτω μὲν οὖν ὥσπερ τις ἀγαθὸς κυβερνήτης ὁ
αὐτοκράτωρ τὰς ἀλλεπαλλήλους τῶν κυμάτων ἐπιδρομὰς
ὥσπερ διανηξάμενος καὶ πολλὴν ἀποκλυσάμενος ἅλμην τῆς
οἰκουμένης καὶ τὰ κατὰ τὴν ἐκκλησίαν εὖ διαθέμενος ἐπ’
 ἄλλ᾿ ἄττα πάλιν πελάγη πολέμων καὶ θορύβων ἐπάγεται
ἀεὶ γὰρ ἕτερον ἐφ’ ἑτέρῳ προσίστατο καὶ θάλασσά φασιν
ἐπὶ θαλάσσῃ καὶ ποταμὸς κακῶν ἐπὶ ποταμῷ, ὡς μηδ’
ἀναπνεῖν ἐᾶν τὸ τοῦ λόγου τὸν βασιλέα μηδ’ ἐπιμύσαι τὰ
βλέφαρα. κἂν ἡμεῖς σταγόνα μικράν, εἶπεν ἄν τις εἰκότως, 
 ἐκ του Ἀδριαντικοῦ πελάγους ἀνιμησάμεθα ὀλίγα τῶν κατ’
ἐκεῖνο καιροῖ πεπραγμένων τῷ βασιλεῖ περιγράψαντες μᾶλλον
ἢ γράψαντες, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἀντέσχε πρὸς ἅπαντα κύματά
τε καὶ κλύδωνας, ἴως τὴν τῆς βασιλείας οὐριοδρομοῦσαν
ναῦν εἰς λιμένας ἀκλύστοις ὁρμίσειε. καὶ τίς ἂν ἢ Δημοσθένους
 ἠχὼ ἢ ῥοῖζος Πολέμωνος ἢ Ὁμηρικαὶ πᾶσαι Μοῦσαι
τὰ ἐκείνῳ κατωρθωμένα πρὸςἀξίαν ὑμνήσειαν; ἐγὼ δ᾿ ἂν φαίην,
Οὐδ̓ ἂν αὐτὸς πάτων οὐδ’ ἂν ξύμπασα στοὰ καὶ ἀκαδημία
εἰς ταὐτὸ ξυνεληλυθυῖαι προσῆκον τῆς ἐκείνου ψυχῆς ἐφιλοσόφησαν.
μήπω γὰρ παυσαμένων τῶν χειμώνων ἐκείνων καὶ 
 τῶν πολυπλόκων πολέμων μηδὲ τοῦ κλύδωνος ἀφυβρίσαντος 
 

 
ἕτερος χειμὼν οὐδενὸς τῶν εἰρημένων ἐλάττων αὐτῷ ἐπεγείρεται.
καὶ γὰρ ἄνθρωπός τις οὐ τῶν ἐπιφανῶν, ἀλλὰ
τῆς κάτω τύχης ἐκ τοῦ χάρακος ὁρμώμενος τὸν τοῦ Διογένους
υἱὸν ἑαυτὸν εἶναι ἔλεγε, κἀν ἐκεῖνος φθάσας ἀνῃρέθη,
ὁπηνίκα τὸν μετὰ τῶν Τούρκων κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν πόλεμον 
ὁ Κομνηνὸς Ἰσαάκιος καὶ αὐτάδελφος τοῦ αὐτοκράτορος
συνεκρότησεν· ὅπως δὲ τῷ λεπτομερέστερον ἐθέλοντι
μανθάνειν ἐξέσται ἀπὸ τῶν τοῦ κλεινοῦ Καίσαρος συγγραμ-
 μάτων διεντυχεῖν. παρὰ πολλῶν μὲν οὖν ἐπιστομιζόμενος
ὁ τοιοῦτος ἐπαύετο οὐδαμῶς. καὶ γὰρ ἦλθε μὲν οὗτος ἐξ 
ἀνατολῆς πένης τε καὶ σισυροφορῶν, πανουργότατος δέ ὢν
καὶ τὸ ἦθος πολύτροπος περιενόστει τὴν πόλιν κατ’ οἴκους
τε καὶ ῥυμοτομίας περὶ ἑαυτοῦ ὑψηλά τινα διαγγέλλων καὶ
ὡς εἴη τοῦ προβεβασιλευκότος Διογενοῦς υἱὸς Λέων ἐκεῖνος,
ὃς κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν ὑπὸ βέλους, ὡς εἴρηται, πληγεὶς 
 ἐτετελευτήκει. ἀναβιώσκων τοίνυν τὸν τεθνηκότα οὑτος ὁ
ἀλαζὼν τοὔνομά τε τὸ ἐκείνου ἑαυτῷ περιετίθει καὶ φανερῶς
ἐβασιλεία καὶ τοὺς κουφοτέρους ὑπήγετο. καὶ ἦν ἄρα
καὶ τοῦτο τὸ δεινὸν ἐπιθήκη τῶν τοῦ βασιλέως συμφορῶν,
ὡσπερ τι δρᾶμα ἐπιτραγῳδούσης αὐτῷ τῆς Τύχης τοῦτον 
τὸν κακοδαίμονα· καὶ ὥσπερ, οἶμαι οἱ τρυφῶντες μετὰ
τὸν κόρον ἐπιτραγηματίζονται τῶν μελιπήκτων τινὰ προσ-
 
φερόμενοι, οὕτω δῆτα καὶ ἡ τῶν Ῥωμαίων Τύχη πολλοῖς
ἐπορχησαμένη κακοῖς καὶ διακορὴς γεγονυῖα τοῖς τοιούτοις
ψευδοβασιλεῦσι τὸν βασιλέα προσέπαιζεν. ὁ μέντοι αὐτοκράτωρ
κατεφρόνει τῶν λεγομένων παντάπασιν. ἐπεὶ δ’ ὁ 
 χαρακηνὸς κἀν ταῖς ἀγυιαῖς κἀν ταῖς ἀμφόδοις ἐν παντὶ
καιρῷ τοιαῦτα ληρῶν οὐκ ἐπαύετο, ἦλθε ταῦτα εἰς ἀκοὰς
τῆς Ἀλεξίου τοῦ κρατοῦντος ἀδελφῆς Θεοδώρας καὶ ὁμεύνου
τοῖ ἀναιρεθέντος ἐκείνου υἱοῦ τοῦ Διογενοῦς. ἡ δὲ τοὺς
λήρους ἐκείνους μὴ φέροισα ἤχθετο. ἐπὶ τῇ σφαγῆ γὰρ
 τἀνδρὸς τὸν μονήρη βίον ἠλλάξατο τὸν ἀσκητικὸν ἀκριβέστατα
μετεληλυθυῖα βίον καὶ Θεῷ μόνῳ προσανέχουσα. ὁ δέ αὐτοκράτωρ,
ἐπεὶ μετὰ δευτέραν καὶ τρίτην παραίνεσιν ὁ λῆρος
ἐκεῖνος οὐχ ἡσύχαζεν, ἐς Χερσῶνα τοῦτον ἀποστείλας ἔμφρουρον
εἶναι παρεκελεύσατο. ἐκεῖσε δέ παραγενόμενος,
 νυκτὸς ἀνερχόμενος διὰ τοῦ τείχους καὶ προκύπτων, τοῖς 
συνήθως φοιτῶσι Κομάνοις ἐμπορίας χάριν καὶ τοῦ τὰ
πρὸς χρείαν πεῖθεν κομίζεσθαι ἅπαξ καὶ δὶς ὁμιλήσας καὶ
πίστεις δοὺς καὶ λαβὼν διὰ καλῳδίων νυκτὸς ἑαυτὸν δεσμήσας
ἐχαλάσθη τοῦ τείχους. συμπαραλαβόντες δὲ τοῦτον οἱ
 Κομανοὶ πρὸς τὴν ἰδίαν ἀπῄεσαν χώραν. συναυλιζόμενος
δὲ τούτοις ἐφ’ ἱκανὸν ἐς τοσοῦτον συνήλασεν, ὡς καὶ βασιλέα
αὐτὸν κατονομάζειν ἤδη. οἱ δέ αἵμασιν ἀνθρώπων
λαφύξαι ἱμειρόμενοι καὶ κρεῶν ἀνθρωπείων ἐμφορηθῆναι
 
καὶ λείαν πολλὴν ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς ἐπισυνάξαι, Πάτροκλον
 εὑρηκότες τοῦτον πρόφασιν κατὰ τῶν Ῥωμαίων πανστρατιᾷ
χωρῆσαι ἐβουλεύοντο, ὡς δῆθεν τῷ πατρῴῳ τοῦτον ἐγκαθιδρῦσαι
θρόνῳ. καὶ ἀπαιωρουμένην εἶχον τέως ταυτηνὶ τὴν
 βουλήν. οὐκ ἔλαθε ταῦτα τὸν αὐτοκράτορα. ἔνθεν τοι καὶ 
τὰς δυνάμεις ὡς δυνατὸν ἐξώπλιζέ τε καὶ πρὸς τὴν τῶν
βαρβάρων μάχην ἡτοιμάζετο. τὰ γὰρ τέμπη, ἅπερ κλεισούρας
ἡ ἰδιῶτις οἶδε γλῶττα καλεῖν, ὡς ἔφαμεν, φθάσας ἤδη
 κατωχυρώσατο. καιροῦ δέ παρεληλυθότος ἐπεὶ τὸ Παρίστριον
τοὺς Κομάνους μετὰ τοῦ ψευδωνύμου καταλαβεῖν μεμαθήκοι, 
τοὺς τὰ πρῶτα τοῦ στρατιωτικοῦ συντάγματος φέροντας καὶ
αὐτοὺς δὴ τοὺς καθ’ αἷμα καὶ ἐξ ἀγχιστείας αὐτῷ προσήκοντας
συναγαγών, εἰ χρὴ κατ’ αὐτῶν ἐξιέναι ἐβουλεύετο. πάντες
δέ πρὸς τοῦτο αὐτὸν ἀπεῖργον. τοίνυν αὐτὸς ἑαυτῷ πιστεύειν
οὐκ εἶχεν οὔτε μὴν τοῖς οἰκείοις ἤθελε λογισμοῖς 
χρήσασθαι, ἀλλὰ τὸ πᾶν τῷ Θεῷ ἀναθέμενος ἐξ ἐκείνου
τὴν κρίσιν ᾐτεῖτο. τοιγαροῦν ἅπαντας μετακαλεσάμενος
τοῦ ἱερατικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ καταλόγου εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ
 μεγάλην ἐκκλησίαν ἑσπέρας φοιτᾷ καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ πατριάρχον
Νικολάου παρόντος. ἔφθασε γὰρ εἰς τὸν πατριαρχικὸν 
ἀναβεβηκέναι θρόνον ἐπινεμήσεως παριππευούσης ἑβδό-
 
μης ἔτους ςφABBREVβ΄ μετὰ τὴν Εὐστρατίου τοῦ Γαριδᾶ
ἐν δυσὶ δὲ πυκτίοις τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ, εἰ δεῖ
ἐξεληλυθότα τοῖς Κομάνοις ἐπιθέσθαι ἢ μή, ἐνσημηνάμενος
τῷ κορυφαίῳ πάντων παρεκελεύσατο καταθέσθαι εἰς τὴν
 ἱερὰν τράπεζαν. παννύχου δέ τῆς ὑμνῳδίας τελουμένης
κατὰ τὸ περίορθρον εἰσεῖσιν ὁ τεθεικὼς καὶ ἀναλαμβάνεται
τὸν χάρτην καὶ ἐξαγαγὼν καὶ λύσας ἐνώπιον πάντων ὑπανεγίνωσκε.
τὸ ἐνδόσιμον οὖν ἐκεῖθεν ὥσπερ ἐκ θείας ὀμφῆς 
ὁ αὐτοκράτωρ λαβὼν ὅλος ἐγεγόνει τῆς ἀστρατείας καὶ
 διὰ γραφῶν ἁπανταχόθεν ἀνεκαλεῖτο τὸ στράτευμα. καλῶς
τοίνυν παρασκευασάμενος τῆς κατὰ τῶν Κομάνων ὁδοῦ εἴχετο.
ἅπαν οὖν τὸ στράτευμα μετακαλεσάμενος καὶ καταλαβὼν
τὴν Ἀγχίαλον τὸν μὲν ἴδιον γαμβρὸν Καίσαρα Νικηφόρον
τὸν Μελισσηνὸν καὶ τὸν Παλαιολόγον Γεώργιον καὶ
 τὸν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ Ἰωάννην τὸν Ταρωνίτην μεταπεμψάμενος
εἰς Βερόην ἐκπέμπει, ἐφ’ ᾧ ἐπαγρυπνεῖν καὶ ἀσφάλειαν
αὐτῆς τε καὶ τῶν παρακειμένων αὐτῇ ποιεῖσθαι.
τοὺς δέ γε λοιποὺς τῶν ἀκρίτων διελὼν τὰ στρατεύματα
καὶ ἡγεμόνας τούτων αὐτοὺς καταστήσας τὸν Δαβατηνόν, τὸν 
 Εὐφορβηνὸν Γεώργιον καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Οὐμπερτόπουλον
εἰς φυλακὴν τῶν περὶ τὸν Ζυγὸν διακειμένων κλεισουρῶν
ἐκπέπομφεν. ἐκεῖθεν δέ τὴν Χορταρέαν καταλαβών
 
(κλεισούρα δὲ τοῦ Ζυγοῦ οὑτωσί πως ὀνομαζομένη) τὸν ὅλον
περιῄει Ζυγὸν κατασκεπτόμενος, εἰ πάντα τὰ πρώην παρ’
αὐτοῦ ἐντεταλμένα οἱ τὴν τούτων οἰκονομίαν ἀναδεξάμενοι
τετελέκασι καὶ εἴ τι ἡμιτελές ἢ ἐνδέον ἐστί, καὶ τοῦτο ἐπανορθώσασθαι,
ὡς μὴ ῥᾳδίως διὰ τούτων ἐξεῖναι ἐξεῖναι τοῖς Κομάνοις 
διελθεῖν. πάντα γοῦν οἰκονομήσας κᾆθ’ οὕτως ἐκεῖθεν ὑποστρέψας
περὶ τὴν Ἱερὰν καλουμένην Λίμνην τὸν χάρακα ἐπήξατο
τῆς Ἀγχιάλου ἀγχοῦ διακειμένην. νυκτὸς δὲ καταλα-
 βόντος Πουδίλου τινὸς ἐκκρίτου τῶν βλαχῶν καὶ τὴν τῶν
Κομάνων διὰ τοῦ Δανούβεως διαπεραίωσιν ἀπαγγείλαντος, 
δέον ἔκρινεν αὐγαζούσης τῆς ἡμέρας μετακαλεσάμενος τοὺς
ἐκκρίτους τῶν συγγενῶν τε καὶ ἡγεμόνων βουλεύσασθαι ὅ τι
δεῖ ποιεῖν. ἐπεὶ δέ εἰς τὴν Ἀγχίαλον πάντες παραγενέσθαι
δεῖν ἔλεγον, παραχρῆμα τὸν μὲν Καντακουζηνὸν καὶ τὸν
Τατίκιον εἰς τὰ καλούμενα Θέρμα ἐξαπέστειλε μετὰ καί τινων 
ἐθνικῶν, τοῦ τε Σκαλιαρίου τοῦ Ἐλχὰν καὶ ἑτέρων τῶν ἐκ-
 Κρίτων, ἐφ’ ᾦ τὴν φυλακὴν τῶν ἐκεῖσε ποιεῖσθαι μερῶν.
αὐτὸς δὲ ἀπέρχεται εἰς Ἀγχίαλον. ἐπεὶ δέ πρὸς Ἀδριανούπολιν
τὸ ὅρμημα τῶν Κομάνων μεμαθήκει, μεταπεμψάμενος
 τοὺς ἐκκρίτους τῶν Ἀδριανουπολιτῶν ἅπαντας, ὧν ὑπερέχοντες 
ὅ τε κατακαλῶν ὁ Ταρχανειώτης λεγόμενος καὶ Νικηφόρος
 
ὁ υἱὸς τοῦ πάλαι τυρανήνησαντος Βρυεννίου , καὶ αὐτὸς τυραννήσας
καὶ τῶν ὀφθαλμῶν .στερηθείς, τούτοις πολλὴν τὴν
τοῦ κάστρου φυλακὴν ἐνετείλατο ποιεῖσθαι καὶ τῶν Κομάνων
καταλαβόντων μὴ μετὰ μικροψυχίας τὸν μετ᾿ αὐτῶν
 συναίρειν πόλεμον, ἀλλὰ μετὰ σκοποῦ καὶ ἐκ διαστήματος
τὰς κατ᾿ ἐκείνων βολὰς ποιεῖσθαι, τὰ δὲ πλεῖστα κεκλεισμένας 
τὰς πύλας ἔχειν, πολλὰς ὑποσχόμενος εὐεργεσίας, εἰ τὰ
προστεταγμένα τηρήσαιεν. ταῦτα μὲν οὖν πρὸς τὸν Βρυέννιον
καὶ τοὺς ἄλλους ὁ αὐτοκράτωρ παρεγγυησάμενος οἷον 
 μετὰ χρηστῶν τῶν ἐλπίδων πρὸς Ἀδριανούπολιν ἐκπέπομφε.
τῷ δέ γε Κατακαλῷ τῷ Εὐφορβηνῷ Κωνσταντίνῳ διὰ γραμμάτων
προσέταξεν ἀναλαβέσθαι τὸν καλούμενον Μοναστρᾶν
(μιξοβάρβαρος δὲ οὗτος ἀνὴρ πολλὴν τὴν περὶ τὰ στρατιωτικὰ
ἐμπειρίαν κεκτημένος) καὶ Μιχαὴλ τὸν Ἀνεμᾶν
 μετὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτοὺς τεταγμένων στρατιωτῶν καὶ ἐπὰν τοὺς
Κομάνους τὰς κλεισούρας διελθόντας μάθοιεν, παρέσπεσθαι
ὄπισθεν αὐτῶν καὶ ἀξυμφανῶς αὐτῶν ἀποπειρᾶσθαι.

Τῶν γοῦν Κομάνων παρὰ τῶν Βλάχων τὰς δις` τῶν
κλισουρῶν ἀτραποὺς μεμαθηκότων καὶ οὕτω τὸν Ζυγὸν
 ῥᾳδίως διεληλυθότων ἅμα τῷ τῇ | Γολόῃ προσπελάσαι εὐθὺς 
οἱ ἔποικοι ταύτης δεσμήσαντες τὸν τὴν φυλαὴν τοῦ κάστρου
πεπιστευμένον παραδεδώκασι τοῖς Κομάνοις , αὐτοὶ
 

 
δὲ εὐφημήσαντες ἄσμενοι τούτους ὑπεδέξαντο. ὁ δὲ Κατακαλὼν
Κωνσταντῖνος ἐναύλους τὰς τοῦ βασιλέως ὑποθημοσύνας
ἔχων Κομάνοις ἐντυχὼν εἰς προνομὴν ἐξερχομένοις
καὶ προσβαλὼν θαρσαλέως ζωγρίαν εὐθὺς ἐκ τούτων ἄγει
εἰς ἑκατὸν ποσουμένους. τοῦτον ὁ βασιλεὺς ὑποδεξάμενος 
εὐθὺς τῷ τοῦ νωβελλισσίμου τιμᾷ ἀξιώματι. κατασχόντας
δὲ τὴν Γολόην τοὺς Κομάνους θεασάμενοι οἱ τῶν παρακειμένων
πόλεων ἔποικοι, Διαμπόλεώς τε καὶ τῶν λοιπῶν,
προσεληλυθότες αὐτοὺς ἄσμενοι ὑπεδέχοντο καὶ παρεδίδουν
τὰς πόλεις ἐπευφήμουν τε τὸν ψευδώνυμον Διογένην. ὃς 
 μετὰ τὸ πάντων ἐγκρατὴς γενέσθαι ἀναλαβόμενος ἅπαν τὸ
Κομανικὸν στράτευμα καταλαμβάνει τὴν Ἀγχίαλον ἀποπειρᾶσθαι
τάχα βουλόμενος τῶν ταύτης τειχῶν. ὁ δέ βασιλεὺς
ἐντὸς ὢν καὶ πολλὴν ἐμπειρίαν περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐκ
νηπίου κεκτημένος, ἐπεὶ τὴν τοῦ τόπου θέσιν διέγνω τοὺς 
μὲν Κομάνους ἀπείργουσαν τῆς ὁρμῆς, ὀχύρωμα δέ τοῦ
τείχους οὖσαν, διελὼν τὰς δυνάμεις καὶ τὰς πύλας ἀναπετάσας
τοῦ κέστρου ἔξωθεν τούτου * συνησπικότας ἰλαδὸν
κατέστησε, περὶ δὲ τὸ ἄκρον τῆς Κομανικῆς παρατάξεως *
 ἐγκεκραγότος μέρους τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος * ἐτρέψαντο 
 
μέχρις αὐτῆς θαλάττης διώξαντες. τοῦτο ὁ αὐτοκράτωρ
θεασάμενος καὶ πρὸς τοσαῦτα πλήθη μὴ ἐξαρκούσας ἔχων
δυνάμεις μήτε ἀντικαταστῆναι δυνάμενος ἐκέλευσε τοῦ λοιποῦ
συνησπικότας ἅπαντας ἵστασθαι καὶ μηδένα προθέειν
 τῆς παρατάξεως. οἱ δέ Κόμανοι παραταξάμενοι ἵσταντο καὶ
αὐτοὶ προμετώπιοι τῆς ῾Ρωμαϊκῆς φάλαγγος, μὴ προσβάλλοντες
δὲ ὅμως μηδέ αὐτοί. τοῦτο δέ ἐτελεῖτο ἐπὶ τρισὶν ἡμέραις
ἐκ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, τῆς τε τοῦ τόπου θέσεως 
ἀπειργούσης τούτους ἐθέλοντας μάχεσθαι καὶ τοῦ μηδένα 
 τῆς ῾Ρωμϊκῆς φάλαγγος προεκτρέχειν κατ᾿ αὐτῶν. τὸ δὲ
κάστρον ἡ ᾿Απχίαλος τοιαύτης ἔτυχε θέσεως. δεξιόθεν μὲν
τὴν Ποντηρὰν εἶχε θάλασσαν, ἐξ εὐωνύμων δὲ τραχύν τινα
τόπον καὶ δύσβατον καὶ ὑπάμπελον καὶ τοῖς ἱππόταις εὔοδον
τὸν δρόμον μὴ παρέχοντα. τί τὸ ἐπὶ τούτοις; τὴν τοῦ
 βασιλέως θεασάμενοι καρτερίαν οἱ βάρβαροι καὶ τὰ βεβουλευμένα
ἀπηλπικότες ἐφ᾿ ἑτέραν ἀτραπὸν τὴν πρὸς Ἀδριανούπολιν
ἐτράποντο, ἐξαπατῶντος αἰτοὺς τοῦ ψειδωνύμου
καὶ λέγοντος ὡς “ὁπηνίκα με τὴν ᾿Αδριανούπολιν καταλαβόντα
ὁ Βρυέννιος Νικηφόρος ἀκούσει, ἀνοίξας τὰς πίλας 
 μετὰ περιχαρείας ὑποδέξεται χρήματά τε παρέξει καὶ παντοίας
φιλοφροσύνης ἀξιώσειε. κἂν γὰρ μὴ ἐκ φύσεως, ἀλλά
γε ἐκ προαιρέσεως τὴν πρὸς τὸν ἐμὸν πατέρα ἀδελφικὴν
 
ἔσχε διάθεσιν. ἐπὰν δὲ τὸ κάστρον ἡμῖν Παραδοθῇ, οὕτω
τῆς ἐπὶ τὰ ἔμπροσθεν καὶ πρὸς τὴν βασιλεύουσαν φερούσης
ἁψόμεθα.’’ θεῖον δὲ τὸν Βρυέννιον ὠνόμαζε παράκουσμά
τι ἔχων ἀληθοῦς ὑποθέσεως. καὶ γὰρ ὁ πάλαι βεβασιλευκὼς
Ῥωμανὸς ὁ Διογενὴς ἄνδρα τουτονὶ τὸν Βρυέννιον γι- 
 νώσκων φρονήσει τε ὑπερέχοντα ἁπάντων τῶν τότε εὐθῆ
τε τὴν γνώμην καὶ ἐπαληθεύοντα ὡς ἐπίπαν ἐν λόγοις καὶ
πράξεσι τοῦτον ἀκριβῶς ἐπιστάμενος ἀδελφὸν εἰσποιήσασθαι
ἠβουλήθη. καὶ δὴ καὶ τὸ ἔργον τετέλεστο ἀμφοῖν
τούτου συνδόξαντος. ἀλλὰ ταῦτα μέν ἀληθῆ καὶ παρὰ 
πάντων οὕτω γινώσκεται, ὁ δέ γε ψευδώνυμος τοσοῦτον
ἀπηναισχύντησεν, ὡς καὶ θεῖον ἐπ’ ἀληθείας τοῦτον κατονομάζειν.
οὕτω μέν οὖν τὰ τοῦ ψευδωνύμου τεχνάσματα.
οἱ δέ Κόμανοι ὡς βάρβαροι τὸ κοῦφον καὶ εὐμετάβλητον
ὡς φυσικόν τι παρακολούθημα κεκτημένοι πείθονται τοῖς αὐ- 
 τοῦ λόγοις καὶ καταλαβόντες τὴν Ἀδριανούπολιν ἔξωθεν
τῆς πόλεως ταίτης ηὐλίσαντο. ἐκεῖ δὲ τεσσαράκοντα καὶ
ὀκτὼ ἡμέραις καθ’ ἑκάστην πολέμων συγκροτουμένων (καὶ
γὰρ οἱ νεώτεροι καὶ πρὸς πόλεμον σφαδάζοντες καθ’ ἡμέραν
ἐξερχόμενοι πολέμους συχνοὺς μετὰ τῶν βαρβάρων συνεκρότουν) 
Νικηφόρος ὁ Βρυέννιος, ἐπεὶ κάτωθεν παρὰ τοῦ
ψευδωνύμου ἐζητεῖτο, πυργόθεν προκύψας, ὅσα γε ἀπὸ τῆς
φωνῆς τοῦ ἀνδρὸς τεκμαιρόμενος ἔλεγε μήτε υἱὸν αὐτὸν
 
ἐπιγινώσκειν ῾Ρωμανοῦ τοῦ Διογένους, τοῦ ἐκ προαιρέσεως
ἀδελφοῦ αὐτοῦ χρηματίσαντος, ὡς εἴρηται , ὁποῖα φιλεῖ 
πολλάκις γίνεσθαι καὶ ὅτι ὁ ἐπ᾿ ἀληθείᾳ υἱὸς αὐτοῦ εἰς
᾿Αντιόχειαν ἀνῃρέθη. ταῖτα εἰπὼν μετ᾿ αἰσχύνῆς τὸν ὑποκριτήν
 ἀπεπέμψατο. ἐπεὶ δὲ οἱ ἐντὸς παρεκτεινομένου τοῦ
καιροῦ ἐστενοῦντο ἤδη, διὰ γραφῆς ᾐτήσαντο βοήθειαν παρὰ
τοῦ αὐτοκράτορος. ὁ δὲ παρευθὺ παρακελεύεται Κωνσταντίνῳ
τίνῳ τῷ Εὐφορορφηνῷ ἀποχρῶσαν ἀποδιελέσθαι δύναμιν τῶν
ὑπ᾿ αὐτὸν κομήτων καὶ διὰ νυκτὸς μετ᾿ αὐτῶν εἰς ᾿Αδριανούπολιν
 Κατακαλὼν παραχρῆμα τῆς πρὸς τὴν Ὀρεστιάδα φερούσης 
εἴχετο μετ᾿ ἀγαθῶν τῶν ἐλπίδων λήσεσθαι τοὺς Κομάνους 
οἰόμενος. ἀλλὰ διημάρτανε τοῦ σκοποῦ. αἰσθόμενοι γὰρ
τούτου πολλαπλάσιοι τηνικαῦτα ἐξιππασάμενοι καὶ προσβαλόντες
 ἀπώσαντό τε εἰς τοὐπίσω καὶ ὀξέως ἐδίωκον. ὁπηνίκα
καὶ ὁ τούτου υἱὸς Νικηφόρος καὶ ἐμὸς ἐν ὑστέροις χρηματίσας
γαμβρὸς ἐπὶ τῇ μετ᾿ ἐμὲ ἀδελφῇ τῇ πορφυρογεννήτῳ
Μαρίᾳ δόρυ μακρὸν ἐναγκαλισάμενος καὶ συναντήσας ἐξ
ὑποστροφῆς τὸν διώκοντα αὐτὸν Σκύθην πλήττει κατὰ τὸ
 στέρνον, ὁ δ᾿ εὐδὺς νεκρὸς ἔκειτο. οἶδε γὰρ ἐπ᾿ ἀληθείᾳ
δόρυ κραδαίνειν καὶ ἀσπίδα περιφράττεσθαι· καὶ ἱππαζό- 
μενον ἄν τις αὐτὸν ἐθεάσατο, οὐ ῾Ρωμαῖον εἴκασεν εἶναι
 ρ 
ἀλλὰ Νορμανόθεν ἥκειν· θαῦμα γὰρ ἦν ὁ νεανίσκος ἐκεῖνος
ἐξιππαζόμενος καὶ ὄντως φιλοτίμημα φύσεως· τὴν
πρὸς Θεὸν εὐσέβειαν πολύς, τὰ πρὸς ἀνθρώπους ἡδὺς καὶ
μειλίχιος. οὔπω τεσσαράκοντα πρὸς ταῖς ὀκτὼ διῆλθον
ἡμέραι, καὶ παρακελευσαμένου Νικηφόρου τοῦ Βρυεννίου 
(ἐν ἐκείνῳ γὰρ ἡ πᾶσα ἐξουσία τῆς Ἀδριανουπόλεως ἢν)
τὰς πύλας ἀθρόον ἀναπετάσαντες ἐξῆλθον κατὰ τῶν Κομάνων
γενναῖοι στρατιῶται. καὶ πολέμου καρτεροῦ συρραγέντος
πίπτουσι μὲν ἱκανοὶ τῶν Ῥωμαίων γενναίως ἀγωνιζό-
 μένοι καὶ τῆς ἑαυτῶν ζωῆς ἀφειδήσαντες πλείους δέ κτείνουσιν. 
ὁπηνίκα καὶ Μαριανὸς ὁ Μαυροκατακαλὼν τοῦ Τογορτὰκ
καταστοχασάμενος (ἡγεμὼν δὲ οὗτος ὑπερέχων τῆς τῶν Κομάνων
στρατιᾶς), δόρυ μακρὸν ἐναγκαλισάμενος ὅλας τε
τῷ ἵππῳ δοὺς τὰς ἡνίας εὐθὺ κατ’ αὐτοῦ ἤλαυνε καὶ μικροῦ
ἂν τοῦτον ἀνεῖλεν, εἰ μὴ προφθάσαντες οἱ περὶ αὐτὸν 
τυχόντες Κομανοὶ τοῦτον ἐξείλοντο μικροῦ καὶ τὸν| Μαριανὸν
ἀποκτείναντες. οὗτος δέ ὁ Μαριανὸς, κἂν νέος τὴν
ἡλικίαν ἣν καὶ ἐς μείρακας ἄρτι παραγγέλλων, ἀλλὰ πολλάκις
τῶν τῆς Ὀρεστιάδος πυλῶν ἐξερχόμενος μετὰ τῶν Κομάνων
ἐμάχετο καὶ τοσαυτάκις πλήττων ἢ καὶ κτείνων 
 νικητὴς ἀνθυπέστρεφεν. ἢν γὰρ ὡς ἀληθῶς μαχητὴς γενναιότατος,
καθάπερ τινὰ κλῆρον πατρῷον τὴν ἀνδρείαν
 
κληρωσάμενος ἐκ γενναιοτάτων ἀνδρῶν γενναιότερος παῖς
γεννηθείς. ἐξ ὑπογύου δέ τοῦ θανάτου ῥυσθείς, ἀναζέσας
τῷ θυμῷ κατὰ τοῦ Ψευδοδιογένους ἐχώρησε πέραθεν παρὰ
τῷ χείλει τοῦ ποταμοῦ καὶ αὐτοῦ ἱσταμένου, ὅπου ὁ Μαριανὸς
 μετὰ τῶν βαρβάρων ἐμάχετο, καὶ θεασάμενος ἐρυθροφοροῦντα
καὶ βασιλικῶς ἐσταλμένον καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν
σκεδασθέντας, ἀνατείνας τηνικαῦτα τὴν μάστιγα ἔπαιε τοῦτον
κατὰ κεφαλῆς ἀφειδῶς ψευδώνυμον ἀποκαλῶν βασιλέα.

Ὁ δέ βασιλεὺς τὴν περὶ τὴν Ἀδριανούπολιν καρτερίαν
 τῶν Κομάνων μανθάνων καὶ τοὺς συχνοὺς ἐκεῖσε πολέμους 
δέον ἔκρινε καὶ αὐτὸς ἐξ Ἀγχιάλου κεῖθι παραγενέσθαι.
μεταπεμψάμενος οὖν τοὺς ἐκκρίτους τῶν ἡγεμόνων
καὶ προέχοντας τοῦ λαοῦ ἐβουλεύετο, τί ἂν ποιήσειεν. εἰσελθὼν
δέ τις ἀνὴρ Ἀλακασεὺς ὀνομαζόμενος ἔφη “ὀ ἐμὸς πατὴρ
 συνήθης πάλαι τῷ τοῦ ψευδωνύμου πατρὶ ἔτυχεν ὤν.
ἔγωγε τοίνυν ἀπελθὼν καὶ εἰς ἓν τῶν πολιχνίων εἰσαγαγὼν
αὐτὸν κατάσχω;” ἐζητεῖτο γοῦν τηνικαῦτα ὁ τρόπος τῆς
τοῦ τοιούτου ἔργου μεταχειρίσεως. ὁ δὲ τὸν ἐπὶ Κύρου 
Ζώπυρον μιμησάμενος τὸν ἐκείνου τρόπον ὑπέθετο πρὸς 
 τὸν αὐτοκράτορα· αἰκίσασθαι γὰρ ἑαυτὸν ἐπηγγείλατο καὶ
τὸν πώγωνα καὶ τὰς τρίχας ἀποκερεῖν καὶ εἰς ἐκεῖνον φοιτῆσαι
ὡς δῆθεν ταῦτα παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος πεπονθώς.
 

 
ταῦτ’ εἶπε μέν, οὐκ εἰργάσατο δέ, καὶ ἐπηγγείλατο μέν,
εἰς ἔργον δέ τὴν ἐπαγγελίαν οὐκ ἤγαγεν; ἀλλ’ ἅμα τε ὁ βασιλεὺς
ἐπῄνει τὴν συμβουλὴν καὶ ὁ Ἀλακασεὺς ἐν χρῷ τε
κουρίας ἐγίνετο καὶ τὰς σάρκας κατῄκιστο καὶ πρὸς τὸν
ἐπίπλαστον Διογένην ἐκεῖνον ἐφοίτησε. καὶ τά τε ἄλλα καὶ 
τὴν παλαιὰν ὑπέμνησε φιλίαν καὶ ὡς “πολλὰ δεινὰ παρὰ
 τοῦ αὐτοκράτορος πεπονθὼς Ἀλεξίου ἥκω πρὸς σὲ θαρρήσας’’
ἔλεγεν “ἐπὶ τῇ πάλαι τοῦ ἐμοῦ πατρὸς πρὸς τὴν σὴν βασιλείαν
γνησιότητι, ἐφ’ ᾦ συνάρασθαί σοι πρὸς τὸ προκείμενον”.
ἐχρῆτο γὰρ καὶ τοιούτοις ὀνόμασι κολακευτικοῖς, 
ἵνα πλέον αὐτὸν ἐφελκύσηται. καὶ ἵνα πλατύτερον τὰ κατ’
αὐτὸν διηγήσωμαι, λαβὼν τὸ ἐνδόσιμον παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος
Ἀλεξίου καὶ γραφὰς ὡσαύτως παραδηλούσας πρὸς τὸν
τὴν φυλακὴν πολιχνίου τινὸς Πούτζης ὠνομασμένου πεπιστευμένον
ὡς “πᾶν, ὅπερ ἂν ὁ παρών σοι ὑπόθηται, ποίησον 
ἀδιστάκτως ὑπακούσας αὐτοῦ (ἐκεῖσε γὰρ ὁ βασιλεὺς καλῶς
ἐστοχάσατο τοὺς Κομάνους καταλαβεῖν ἄπο Ἀδριανου-
 πόλεως ἀπάραντας), τούτων οὕτως οἰκονομηθέντων προσηκάμενος
ὁ Ἀλακασεύς, καθάπερ εἴπομεν, τὴν ἐν χρῷ κουρείαν
πρόσεισι τῷ ψευδωνύμῳ λέγων “διὰ σὲ πολλὰ δεινὰ πέπονθα, 
 
διὰ σέ ὑβρίσθνν καὶ σιδηρόδετος γέγονα, δἱς` σέ καθείρχθην
ἐπὶ πολλαῖς ἤδη ἡμέραις, ἐξ ὅτου τῶν ῾Ρωμαϊκῶν ὁρίων
ἐπέβης, αὐτὸς ὕποπτος διὰ τὴν τοῦ ἐμοῖ πατρὸς πρὸς σέ
φιλίαν δόξας τῷ αὐτοκράτορι. λαθὼν οὖν αὐτὸς σοὶ τῷ
 ἐμῷ δεσπότῃ προσπέφευγα ἐμαυτόν τε τῶν δεσμῶν ἐλευθερώσας
καὶ σοὶ τὰ συνοίσοντα ὑποθέμενος.” ὁ δέ καλῶς
τοῦτον ἀποδεξάμενος ἐπυνθάνετο, ὅ τι δεῖ ποιεῖν, ἐφ᾿ ᾧ τὰ
κατὰ σκοπὸν πληρῶσαι. καὶ ὅς ”ὁρᾶς τουτὶ τὸ πολίχνιον
καὶ τὴν εὐρεῖαν ταύτην πεδιάδα ἀποχρῶσαν πρὸς νομὰς τῶν 
 ἵππων ἐφ᾿ ἡμέραις ἐφ᾿ ὅσαις βούλει διαναπαῦσαι σαυτόν τε
καὶ τὸ σὸν στράτευμα; χρὴ οὖν μὴ περαιτέρω τέως ἡμᾶς
προβαίνειν, ἀλλ᾿ ἐνταῦθα προσκαρτερῆσαι μικρὸν, ἐφ᾿ ᾧ καὶ
σέ ἀνακτήσασθαι τὸ πολίχνιον τοῦτο κατασχόντα καὶ τοὺς
Κομάνοις ἐξελθόντας τὰ πρὸς χρείαν κομίσασθαι καὶ οὕτω
 τῆς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἅψασθαι. καὶ εἰ ἀρεστὸν δοκεῖ
σοι, τὸν τοῦ πολιχνίου φύλακα πάλαι ὅλον ἐμὸν ὄντα θεάσομαί
τε καὶ ἀμαχητὶ παρασκειάσω παραδοῦναί σοι τοῦτο”.
ἤρεσεν ὁ σκοπὸς οὑτοσὶ τῷ Διογένει. διὰ τῆς νυκτὸς δέ
τὴν βασιλικὴν δεσμήσας γραφὴν ὁ ᾿Αλανασεὺς πέμπει διὰ
 βέλους ἐντὸς τοῦ Κάστρου· ἣν ὑπαναγνοὺς ὁ τοῦτο φυλάσσων
παρεσκευάσθη πρὸς τὸ δοῦναι τὸ εἰρημένον πολίχνιον.
πρωΐας δὲ ὁ μὲν Ἀλακασεὺς πρῶτος ταῖς πύλαις προσ- 
 
πελάσας ὁμιλεῖν ὑπεκρίνατο τῷ φύλακι, πρότερον σημεῖον
δοὺς τῷ Διογένεῖ, ἳν᾿, ὁπηνίκα τοῦτο θεάσοιτο, εἰθὺ τοῦ
κάπρου χωρήσειεν. ἐφ᾿ ἱκανὸν δέ προσποιουμένου τὴν
μετὰ τοῦ φύλακος ὁμιλίαν καὶ ὅπερ φθάσας δεδώκει τῷ
ψευδωνύμῳ ποιήσαντος σημεῖον, καθὼς ὁ Διογένης τοῦτ᾿ 
ἐθεάσατο. τινὰς ἀναλαβόμενος στρατιώτας οὐ πάνυ πολλοὺς,
θαρσαλέως εἴσεισι. περιχαρῶς δὲ τῶν ἐντὸς ὑποδεξαμένων
αὐτὸν καὶ τοῦ φρουροῖντος τὴν Πούτζαν ἐπὶ τὸ βαλανεῖον
αὐτὸν προκαλουμένου συνωθούμενος τε ἐπὶ τοῦτο καὶ
 παρὰ τοῦ Ἀλακασέως πείθεται τούτοις εὐθύς. εἶτα δα- 
 ψιλὴ τράπεζαν αὐτῷ τε καὶ τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ Κομάνοις
παρέθεντο. οἱ δέ πάντες ὁμοῦ ἱκανῶς εὐωχηθέντες πλησθέντες
τε οἴνου, ὅν ἐξ ἐμπεπλησμένων ἀσκῶν ἀπερρόφησαν,
ἔκειντο ῥέγχοντες. περιελθόντες δὲ εὐθὺς αὐτός τε
ὁ Ἀλακασεὺς καὶ ὁ φύλαξ μετά τινων πέρων τούς τε ἵππους 
ἀφελόμενοι καὶ τὰ ὅπλα αὐτὸν μὲν αὐτοῦ που καταλιμπάνουσι
ῥέγχοντα, τοὺς δ᾿ ὑπ᾿ αὐτὸν ἀναιρήσαντες ἐν διω
ρυξι τισιν εὐθέως ἀπέρριψαν ὣσπερ εἴς τινας τάφοις αὐτοφυεῖς.
ὁ δέ Κατακαλὼν παρεπόμενος τῷ Κομανικῷ στρατεύματι
κατὰ τὰς τοῦ βασιλέως ὑποθημοσύνας, ἐπεὶ ἐκεῖνον 
 μέν ἐντὸς εἰσελθόντα τοῦ κάστρου ἐθεάσατο, τοὺς δέ γε
Κομάνους εἰς προνομὴν διασκεδασθέντας, ἀπελθὼν τὸν
 
χάρακα ἐπήξατο ἀποῦ που τῆς πόλεως, ἣν φθάσαντες
ὠνομάσαμεν. ὁ δέ Ἀλακασεὺς τῶν Κομάνων ἁπανταχοῦ
διασπαρέντων οὐκ ἐθάρρησε δηλῶσαι περὶ τούτου τῷ αὐτοκράτορι,
ἀλλὰ ἀναλαβόμενος τοῦτον τῆν κατευθὺ Τζουρουλοῦ
 ἤλαυνεν ὡς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἀπερχόμενος. μεμαθηκυῖα
δέ τοῦτο ἡ τοῦ βασιλέως μήτηρ καὶ δέσποινα περὶ
τὰ βασίλεια ἐνδιατρίβουσα εὐθὺς τὸν δρουγγάριον τοῦ στόλου
Κυμινιανὸν τὸν ἐκτομίαν Εὐστάθιον διὰ τάχους ἀπέστειλεν,
ἐφ’ ᾧ τὸν τοιοῦτον παραλαβεῖν καὶ εἰσαγαγεῖν εἰς
 τὴν μεγαλόπολιν. ὁ δέ ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ Τοῦρκόν τινα Καμύρην 
ὀνομαζόμενον εἰς τὴν τούτου ἐκτύφλωσιν τῷ τοιούτῳ
ἐχρήσατο. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἔτι εἰς Ἀγχίαλον ἐγκαρτερῶν,
μεμαθηκὼς τὸν ἐπὶ τῇ προνομῇ τῶν παρακειμένων χωρῶν
σκεδασμὸν τῶν Κομάνων, ἀπάρας ἐκεῖθεν καταλαμβάνει τὴν
 μικρὰν 15 μικρὰν Νικαίαν. ὡς δὲ μεμαθήκοι, ὅτι ὁ
δέ οὗτος εἷς τῶν τοῖ Κομανικοῦ στρατεύματος, ἀναλαβόμενος
Κομάνους ποσουμένοις εἰς δώδεκα χιλιάδας καὶ εἰς προνομὴν
τούτοις διασπείρας λείαν τε πολλὴν συναγαγὼν τὸν
αὐχένα τοῖ Ταυροκώμου κατείληφε, τὰς ὑπ’ αὐτὸν ἀναλαβόμενος
 δυνάμεις, κατελθὼν παρὰ τῷ χείλει εἱστήκει τοῦ
ποταμοῦ τοῦ κατὰ τὴν πεδιάδα τὴν κάτωθεν τοῦ τοιούτου
αὐχένος διακειμένην ῥέοντος. τόπος δὲ ΟὗΤΟς πλήρης χαμαι-
 
εἱστείκει Ρ, correxi. 22. διακειμένην scripsi: διακειμένου 
 δρύων καὶ ἀρτιφυῶν δένδρων. ἐκεῖσε γοῦν τὰς δυνάμεις καταστησάμενος,
ἀπόμοιραν Τούρκων ἱκανὴν ἀποτεμόμενος,
τῆς τοξείας ἀκρίτους εἰδήμονας, κατὰ τῶν Κομάνων ἐπαφίησιν,
ὥστε τὸν μετ’ αὐτῶν συναραμένους πόλεμον καὶ
ἱππασίας τινὰς ποιησαμένους ἐπισπάσασθαι τούτους πρὸς 
τὸ πρανές. οἱ δέ Κομανοὶ προσβαλόντες τούτοις ἐδίωκον
ἀκρατῶς μέχρι τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος· εἶτα μικρὸν τοὺς
ἵππους ἀνασειράσαντες καὶ κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐξορμῆσαι
φάλαγγος ἡτοιμάζοντο καθιστῶντες τὰς παρατάξεις. ἐπεὶ
δέ Κομανόν τινα ἀγέρωχον ἱππότην τῆς φάλαγγος προπηδήσαντα 
ὁ αὐτοκράτωρ ἐθεάσατο καὶ τὰς παρατάξεις παρα-
 θέοντα καὶ μονονοὺ τὸν μετ’ αἰτοῦ μαχεσόμενον ἀναζητεῖν
ἐοικότα, οὐκ ἔφερεν οὔτε τὸ δεξιὸν καρτερεῖν οὔτε τὸ
εὐώνυμον κέρας, ἀλλ’ αὐτὸς πέρα πάντων ὅλας τὰς ἡνίας
χαλάσας τὸν ἀναζητοῦντα τὸν πόλεμον βάρβαρον πρώτως 
παίει διὰ τοῦ δόρατος καὶ ἀμφὶ στήθεσι διαμπερὲς ἐλάσας
τὸ ξίφος τοῦ ἵππου κατέβαλε κατὰ ταύτην τὴν ἡμέραν
στρατιώτην μᾶλλον ἡ στρατηγὸν ἑαυτὸν ἀΠοδείξας. μέγα
τοίνυν ταῖς Ῥωμαϊκαῖς παραυτίκα θάρσος ἐμβαλὼν παρατάξεσιν,
οὐχ ἥσσονα δέ τοῖς Σκύθαις φόβον, ὡς πύργος 
τούτοις προσβαλὼν διεῖλε τὸ στράτευμα. οὕτω γοῦν τῆς
 ὁμαιχμίας τῶν βαρβάρων διασπασθείσης διασπαρέντες ἁπαν-
 
ταχῆ ἔφευγον ἀκρατῶς. Κομανοὶ μὲν οὐν τηνικαῦτα πίπτουσιν 
ὡσεὶ χιλιάδες ἑπτά, ἄγονται δὲ καὶ ζωγρία τρισχίλιοι.
τὴν μέντοι λείαν ἅπασαν ἀφελόμενοι οἱ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ
στρατεύματος οὐ συνεχωρήθησαν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος
 κατὸ τὸ εἰωθὸς ταύτην ἐπιμοιράσασθαι, καθὸ ἐξ ὑπόγυοι
τῶν παρακειμένων χωρῶν ἐσκυλεύθη, ἀλλὰ δοθῆναι τοῖς
ἐποίκοις. τοῦ γοῦν βασιλικοῦ προστάγματος πτηνοῦ δίκην
εἰς ἅπασαν τὴν περίχωρον διαδεδραμηκότος ἕκαστος τῶν
σκυλευθέντων παραγενόμενος ἐπιγινώσκων τὸ ἴδιον ἀνελαμβάνετο.
 στερνοτυποῦντες οὖν καὶ χεῖρας ἱκετίδας εἰς οὐρανὸν
αἴροντες τῷ αὐτοκράτορι τὰ λῴονα ἐπηύχοντο. καὶ ἦν
ἀκούειν φωνὴν σύμμικτον ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν μέχρις 
αὐτῆς τῆς σεληνιακῆς σφαίρας φθάνουσαν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν
οὕτω. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ χαίρων τὰς δυνάμεις ἀνακτησάμενος
 εἰς τὴν εἰρημένην μικρὰν Νικαίαν αὖθις ἐπαναζεύγνυσιν.
ἐκεῖσε γοῦν ἐπὶ δυσὶν ἡμέραις ἐγκαρτερήσας, τριταῖος
ἐκεῖθεν ἐξελθὼν καταλαμβάνει τὴν Ἀδριανούπολιν περὶ τὴν
οἰκίαν τοῦ Σιλβέστρου ἱκανὰς ἐνδιατρίψας ἡμέρας. τῶν
γοῦν Κομάνων οἱ λογάδες ἅπαντες ἀποκριθέντες τοῖ· λοιποῦ
 στρατεύματος, βουληθέντες τοῦτον ἀπατῆσαι προσέρχονται
τούτῳ ὡς αὐτόμολοι, σπείσασθαι τάχα μετ’ αὐτοῦ προσποιούμενοι, 
ἵνα τριβομένου τοῦ μετ’ εἰρήνης καιροῦ προ-
 
χωροίη τὸ Κομανικὸν στράτευμα τοῖς ἔμπροσθεν. ἐπὶ
τρισὶν οὑν ἡμέραις εγκαρτερησαντες μέτα τὴν τρίτην ἡμέραν
νυκτὸς τῆς πρὸς τὰ οἴκοι φερούσης ἥψαντο. αἰσθόμενος
δὲ τῆς τῶν Κομάνων ἀπάτης ὁ αὐτοκράτωρ ὑποπτέρους
ἀποστείλας δηλοῖ τοῦτο τοῖς πεπιστευμένοις τὴν φυλακὴν 
τῶν τοῦ Ζυγοῦ ἀτραπῶν, ἐφ’ ᾦ μὴ ἀναπίπτειν, ἀλλ’ ἐγρηγορέναι
διὰ παντός, εἴ που τούτους κατάσχοιεν. αὐτὸς δέ τὸ
ὅλον στράτευμα τῶν Κομάνων μεμαθηκὼς ἐπὶ τὰ πρόσω
τὴν πορείαν ποιούμενον, εὐθὺς ἀναλαβόμενος τοὺς παρα-
 τυχόντας τῶν στρατιωτῶν καταλαμβάνει τόπον τινὰ Σκουτάριον 
καλούμενον, σταδίους τῆς Ἀδριανουπόλεως ἀπέχοντα
ὀκτωκαίδεκα, τὴν δὲ μετ’ αὐτὴν εἰς Ἀγαθονίκην. ἐπεὶ δὲ
μεμαθήκοι τὸ Κομανικὸν φόσσατον ἔτι κατὰ τὸν Ἀβριλεβῶ
διακείμενον τόπος δέ οὗτος οὐ πορρωτέρω τῶν εἰρημένων
πόλεων κείμενος), ἐνταῦθα γενόμενος καὶ τὰ ἄπειρα 
ἅπερ ἀνῆψαν πυρὰ πόρρωθεν ἐξιδὼν καὶ κατασκεψάμενος,
ἀποστείλας μετεπέμψατο Νικόλαον τὸν Μαυροκατακαλὼν
καὶ ἑτέρους τῶν ἐκκρίτων ἡγεμόνων τοῦ ὁπλιτικοῦ καὶ τί
χρὴ ποιεῖν διεσκοπεῖτο. δέον οὖν τηνικαῦτα ἐκρίθη μεταπέμψασθαι
τοὺς τῶν ἐθνικῶν ἀρχηγούς, τόν τε Οὖζᾶν ἐκ 
 Σαυρομάτων δὲ οὗτος) καὶ Καρατζᾶν τὸν Σκύθην καὶ τὸν
μιξοβάρβαρον Μοναστρᾶν καὶ παρασκευάσασθαι, ἵνα ἀπελ-
 
θόντες παρασκευάσωσιν ἐφ’ ἑκατέρᾳ σκηνῇ πεντεκαίδεκα
καὶ πλείοις ἀνάψαι πυρσούς, ὥστε τοὺς Κομάνους τοὺς
τοσούτοις πυρσοὺς θεασαμένοις ἀπειροπληθὲς τὸ Ῥωμαϊκὸν
νοῶσαι στράτευμα κἀντεῦθεν ἐκδειματωθέντες τοῦ λοιποῦ
 μὴ θαρσαλέως τούτοις προσβαλεῖν. τοῦτο δὲ γεγονὸς ταῖς
τῶν Κομάνων ψυχαῖς φόβον μέγαν ἐνίησιν. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ
πρωΐας ὁπλισάμενος καὶ τὰς ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεις
ἀναλαβόμενος ἵεται κατ’ αὐτῶν. καὶ πολέμου ἐξ ἐκατέρων
συρραγέντος οἱ Κομανοὶ τὰ νῶτα διδόασιν ὁ δὲ βασιλεὺς 
 διελὼν τὸ στράτευμα τοὺς μὲν ψιλοὺς ἔμπροσθεν διώκειν ἐκπέπομφεν,
αὐτὸς δέ φευγόντων ἀκρατῶς * * ἐλαύνων ἐδίωκε.
τούτους δὲ περὶ τὴν Σιδηρᾶν Κλεισούραν καταλαβὼν πολλοῖς
μὲν ἀναιρεῖ, πλείστους δὲ καὶ ζωγρίαν ἄγει· οἱ δέ γε προπεμφθέντες 
τῶν Κομάνων τὴν λείαν πᾶσαν ἀναλαβόμενοι
 ὑπεχώρησαν. ὁ δὲ βασιλεὺς περὶ τὴν ἀκρολοφίαν τῆς Σιδηρᾶς
Κλεισούρας παννύχιος διατελέσας χειμῶνος ὄντος σφοδροῦ,
αὐγαζούσης ἤδη ἡμέρας τὴν Γολόην κατείληφεν· ἐκεῖσε
δέ ἡμερονύχθιον ἓν διακαρτερήσας, ἐφ’ ᾧ τιμῆσαι πάντας
τοὺς ἀνδρικῶς ἀγωνισαμένους καὶ δωρεῶν μεγίστων ἀξιῶσαι.
 τὸ βουλευθὲν εἰς ἔργον ἀγαγὼν καὶ μετ’ εὐφροσύνης
πάντας ἐκπέμψας οἰκαδε ἐν δυσὶ νυχθημέροις κατείληφε 
τὰ βασίλεια.

Καὶ μικρὸν ἑαυτὸν ἀνακτησάμενος τῶν πολλῶν
μόχθων, ἐπεὶ τοὺς Τούρκους τὰ ἐντὸς Βιθυνίας κατατρέχοντας
εὑρε καὶ ληϊζομένους ἅπαντα, τῶν δυτικῶν πραγμάτων
ἐκ θατέρου μέρους πρὸς ἑαυτὰ ἐπισπωμένων τὸν αὐτοκράτορα,
πλέον ἐν τούτοις ἢ ἐν ἐκείνοις κάμνων (πρὸς 
γὰρ τὸ κατεπεῖγον μᾶλλον ὁ πόνος ἦν) ἐπίνοιαν ἐπινοεῖται
μάλα μεγαλουργὸν καὶ ἀξίαν τῆς ἐκείνου ψυχῆς καὶ
πρὸς ἀσφάλειαν Βιθυνίας ἀποταφρεύει τὼ ἐκείνων καταδρομὰς
διὰ τοιαύτης κατασκευῆς. ἄξιον δὲ καὶ τὴν κατασκευὴν
 ἐκείνην διηγήσασθαι. ὁ γὰρ Σάγγαρις ποταμὸς καὶ ἡ παραλία 
ἡ μέχρι τοῦ χωρίου Χηλῆς ἰθυτενῶς καταφερομένη καὶ
ἡ πρὸς βορρᾶν ἀνακάμπτουσα πολλὴν ἔνδον περικλείουσι
χώραν. ταύτην τοίνυν τὴν χώραν πονηροὶ γείτονες γεγονότες
ἡμῖν ἀνέκαθεν οἱ τοῦ Ἰσμαὴλ κατὰ πολλὴν ἐρημίαν τῶν
κωλυόντων διά τε Μαριανδηνῶν καὶ τῶν πέρα Σαγγάρεως 
ῥᾳδίως κατελη·ί·ζοντο καὶ μᾶλλον τὴν Νικομήδους ἐπέθλιβον
τὸν ποταμὸν διαπεραιούμενοι. τὴν τοιαύτην τοίνυν ὁρμὴν
ἀνακόπτων τῶν βαρβάρων ὁ βασιλεὺς καὶ τὴν τῆς χώρας
καταδρομὴν καὶ μάλιστα τὴν Νικομήδους ἀσφαλιζόμενος κατωτέρω
τῆς Βαάνης λίμνης μακρότατον ὄρυγμα κατιδὼν καὶ 
 

 
παρακολουθήσας αὐτῷ μέχρι πέρατος κατενόει ἀπό τε τῆς 
θέσεως καὶ τοῦ σχήματος, ὡς ἄρα ὁ τόπος οὐκ ἐκ ταὐτoμάτου
διαβεβόθρωται οὐδέ συσεσηράγγωται φυσικῶς, ἀλλὰ
χειρός τινος ὑπῆρχε μηχάνημα. πολιυπραγμονσας οὖν τὸ
 τοῦ τόπου μανθάνει παρά τινων, ὡς ἄρα τῆς τοιαύτης διώρυ.
χος Ἀναστάσιος ὁ Δίκουρος ἐπεστάτησε. τί μέν βουλόμενος,
οὐκ εἶχον λέγειν· ἐφαίνετο δ᾿ οὖν τῷ βασιλεῖ Ἀλεξίῳ, ὡς
δὴ ὁ αὐτοκράτωρ ἐκεῖνος ἐβούλετο ἀπὸ τῆς λίμνης ὕδωρ
μετοχετεύειν ἐς ταυτηνὶ τὴν χειροποίητον χαράδραν. πρὸς
 τοιαύτην τοίνυν ἐνθύμησιν ἀναχθεὶς ὁ αἰτοκράτωρ Ἀλέξιος
τήν τε τάφρον εἰς βάθος ἱκανώτατον διορύσσειν ἐκέλευε·
δεδοικὼς δέ, μή ποτε καὶ πορεύσιμα γένοιτο τὰ τῶν ποτα- 
μῶν κατὰ τὰς συναφὰς τῶν ῥτευμάτων, ἀνιστᾷ φρούριον
ἐρυμνότατον, πανταχόθεν τὸ ἀσφαλὲς καὶ τὸ ἀνεπιχείρητον
 ἔχον ἀπό τε τοῦ ποταμοῦ καὶ τῆς εἰς ὕψος καὶ πάχος τειχοποιίας·
ὅθεν καὶ τὴν σιδηρᾶν ἀπηνέγκατο κλῆσιν. καὶ
ἔστι νῦν τὸ σιδηροῦν τουτὶ πυργίον πόλις πρὸ πόλεως καὶ
τείχους προτείχισμα. αὐτὸς δέ ὁ αὐτοκράτωρ ἐφίστατο τῇ
τοῦ πολιχνίου οἰκοδομῇ ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, καίτοι
 πολλῆς τῆς ἀλέας οὔσης τὸν θερινὸν τροπικὸν τοῦ 
ἡλίου διαπορευομένου, καὶ καύσωνος ἠνείχετο καὶ κονίας καὶ 
πολλὴν τὴν δαπάνην κατεβάλλετο, ὡς ἐντεῦθεν ἐρυμνότατον 
 
γεγονέναι τὸ τεῖχος καὶ ἀπρόσμαχον, τοὺς σύροντας ἕκαστον
τῶν λίθων, εἰ ἔτυχεν εἶναι πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν ἄνδρας,
δαψιλῶς ἐπιφιλοτιμούμενος. ἐντεῦθεν δὲ οὐ τῶν τυχόντων,
ἀλλὰ καὶ στρατιώτης ἅπας καὶ ὑπηρέτης αὐτόχθων τε καὶ ἐξ
ἀλλοδαπῆς ὁρμώμενος πρὸς τὴν τῶν τοιούτων λίθων ὁλκὴν 
ἐκεκίνητο δαψιλεῖς ὁρῶντες τοὺς μισθοὺς καὶ αὐτὸν τὸν αὐτοκράτορα
καθάπερ ἀθλοθέτην τινὰ ἐφιστάμενον. τέχνη
γὰρ ἦν καὶ τοῦτο, ἵνα πολλῶν συρρεόντων ῥᾷον ἡ ὁλκὴ τῶν
 παμμεγέθων ἐκείνων λίθων γίνοιτο. οὕτως ἦν ἐκεῖνος καὶ
ἐπινοῆσαι βαθύτατος καὶ καταπρᾶξαι μεγαλουργότατος. τὰ 
μέν οὖν κατὰ τὸν αὐτοκράτορα μέχρι τῆς * ἐπινεμήσεως
τοῦ * * ἔτους κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον προβέβηκεν.
οὔπω δὲ μικρὸν ἑαυτὸν ἀναπαύσας λογοποιουμένην ἠκηκόει
ἀπείρων Φραγγικῶν στρατευμάτων ἐπέλευσιν. ἐδεδίει μὲν
οὖν τὴν τούτων ἔφοδον γνωρίσας αὐτῶν τὸ ἀκατάσχετον τῆς 
ὁρμῆς, τὸ τῆς γνώμης ἄστατον καὶ εὐάγωγον καὶ τἄλλα
ὁπόσα ἡ τῶν Κελτῶν φύσις ὡς ἴδια ἢ παρακολουθήματά
 τινα ἔχει διὰ παντὸς καὶ ὅπως ἐπὶ χρήμασι κεχηνότες ἀεὶ
διὰ τὴν τυχοῦσαν αἰτίαν τὰς σφῶν συνθήκας εὐκόλως ἀνατρέποντες
φαίνονται. εἶχε γὰρ ἀεὶ τοῦτο ᾀδόμενον καὶ 
 
πάνυ ἐπαληθεῦον. καὶ οὐκ ἀναπεπτώκει, ἀλλὰ παντοίως
παρεσυυάζπο , ὥστε καιροῦ καλοῦντος ἕτοιμον πρὸς τὰς
μάχας εἶναι. καὶ γὰρ καὶ πλέω καὶ φοβερώτερα τῶν φημιζομένων
λόγων ἤσαν τὰ πράγματα. πᾶσα γὰρ ἡ ἐσπέρα καὶ
 ὁπόσον γένος βαρβάρων τὴν πέραθεν Ἀδρίου μέχρις ῾Ηρακλείων
στηλῶν κατῴκει γῆν, ἅπαν ἀθρόον μεταναστεῦσαν
ἐπὶ τὴν Ἀσίαν διὰ τῆς ἐξῆς Εὐρώπης ἐβάδιζε πανοικὶ τὴν
πορείαν ποιούμενον. ἔσχε δέ τὰ κατὰ τὴν τοιαύτην συγ- 
κίνησιν τὴν αἰτίαν ἐνθένδε ποθέν. Κελτός τις Πέτρος
 τοὔνομα, τὴν ἐπωνυμίαν Κουκούπετρος, εἰς προσκίνησιν
τοῦ ἁγίου τάφου ἀπελθὼν καὶ πολλὰ δεινὰ πεπονθὼς παρὰ
τῶν τὴν Ἀσίαν πᾶσαν ληϊζομένων Τούρκων τε καὶ Σαρακηνῶν
μόγις ἐπανῆλθεν εἰς τὰ ἴδια. καὶ διαμαρτὼν τοῦ 
σκοποῦ οὐκ ἔφερεν, ἀλλ᾿ αὖθις ἠβούλετο τῆς αὐτῆς ἅψασθαι
 ὁδοῦ. συνιδὼν δέ, ὡς οὐ χρὴ μόνον αὖθις τῆς πρὸς
τὸν ἅγιον τάφον ὁδοιπορίας ἅψασθαι, ἵνα μὴ χεῖρόν τι
γένηταί οἱ βουλὴν βουλεύεται συνετήν. ἡ δὲ ἦν διακηρυκεῦσαι
εἰς ἁπάσας τὰς τῶν Λατίνων χώρας ὡς “ὀμφὴ θεία παρακελεύεταί
με πᾶσι τοῖς ἐν Φραγγίᾳ κόμησι κηρῦξαι, ἅπαντας
 τῶν ἰδίων ἀπᾶραι καὶ εἰς προσκύνησιν τοῦ ἁγίου τάφου
ἀπελθεῖν καὶ σπεῦσαι ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ τῆς τῶν Ἀγαρημῶν
τὰ ῾Ιεροσόλυμα λυτρώσασθαι χειρός.” καὶ μέντοι καὶ 
 
κατώρθωκεν ὥσπερ γάρ τινα θείαν ὀμφὴν ἐνθέμενος εἰς τὰς
ἁπάντων ψυχὰς τοὺς ὁπουδήποτε Κελτοὺς ἄλλον ἀλλαχόθεν
 σὺν ὅπλοις καὶ ἵπποις καὶ τῇ λοιπῇ τοῦ πολέμου παρασκευῇ
σκευῇ συναθροίζεσθαι παρεσκεύαζε. κἀκεῖνοι μέν οὕτως
εἶχον προθυμίας τε καὶ ὁρμῆς καὶ πᾶσα λεωφόρος τούτους 
εἶχε· συνεπῄει δέ τοῖς στρατιώταις ἐκείνοις Κελτοῖς καὶ
ψιλὸν ὑπὲρ τὴν ἄμμον καὶ τὰ ἄστρα πλῆθος φοίνικας φέρον
καὶ σταυροὺς ἐπ’ ὤμων, γύναιά τε καὶ τέκνα τῶν σφῶν ἐξεληλυθότα
χωρῶν. καὶ ἦν ὁρᾶν αὐτοὺς καθάπερ τινὰς πο-
 ταμοὺς ἁπανταχόθεν συρρέοντας καὶ διὰ τῶν Δακῶν ὡς 
ἐπίπαν [πρὸς τὰς] πρὸς ἡμᾶς ἐπερχομένους πανστρατιᾷ.
προηγήσατο δέ τῆς τῶν τοσούτων λαῶν ἐλεύσεως ἀκρὶς τῶν
μέν πυρῶν ἀπεχομένη, τοὺς δέ ἀμπελῶνας δεινῶς κατεσθίουσα.
ἦν δ’ ἄρα τοῦτο σύμβολον, ὡς οἱ τότε συμβολομάντεις
ἀπεμαντεύοντο, ὡς ἡ ἔφοδος τοῦ τοσούτου Κελτικοῦ 
στρατεύματος τῶν μὲν Χριστιανικῶν πραγμάτων ἀπόσχηται,
δεινῶς δ’ ἐπιβρίσειε κατὰ τῶν βαρβάρων Ἰσμαηλιτῶν μέθη
καὶ οἴνῳ καὶ τῷ Διονύσῳ δεδουλευκότων. τοῦτο γὰρ τὸ
γένος Διονύσῳ τε ὑπείκει καὶ Ἔρωτι καὶ πρὸς παντοίας
 μίξεις καταφορώτατον καὶ μὴ συμπεριτεμνόμενον τῇ σαρκὶ 
καὶ τὰ πάθη. καὶ ἐστιν οὐδὲν ἄλλο ἢ δοῦλον καὶ τρίδουλον
τῶν τῆς Ἀφροδίτης κακῶν. ἔνθεν τοι καὶ τὴν Ἀστάρτην
 
αὐτοὶ καὶ τὴν Ἀσταρὼθ προσκυνοῦσι καὶ σέβονται καὶ τοῦ
ἄστρου τὸν τύπον περὶ πλείονος τίθενται καὶ τὴν χρυσῆν
παρ’ ἐκείνοις Χοβάρ. ὁ μέντοι σῖτος εἰς τὸν Χριστιανισμὸν
τοῖς συμβολικοῖς τούτοις ἐξελαμβάνετο διὰ τὸ νηφάλιόν τε
 καὶ τροφιμώτατον. οὕτω μέν οὖν οἱ μάντεις τὰς ἀμπέλους 
καὶ τὸν πυρὸν ἐξεδέξαντο. ἀλλὰ τὰ μὲν περὶ τῶν μάντεων
οὕτως ἐχέτω· τὰ δέ κατὰ τὴν ἔφοδον τῶν βαρβάρων οὕτω
παρηκολουθήκει καὶ καινόν τι κατανοεῖν τοῖς γε νοῦν ἔχοισιν
ἐνῆν. τῆς γὰρ τῶν τοσούτων ἐλεύσεως οὐχ ὁμοῦ οὐδὲ κατὰ
 ταὐτὸν γινομένης (καὶ πῶς γὰρ τοσαῦτα πλήθη ἐκ διαφόρων
τόπων ἐξορμήσαντα ὅμαδόν τὸν τῆς Λογγιβαρδίας πορθμὸν
διανήξασθαι ἐνῆν;) οἱ μέν πρῶτοι, οἱ δὲ δεύτεροι, οἱ δὲ
τούτων ὄπισθεν καὶ καθεξῆς οἱ ἅπαντες τὸν ἀπόπλουν
οὕτω ποιούμενοι διὰ τῆς ἠπείρου διήρχοντο. Προηγεῖτο δὲ
 ἑκάστου στρατεύματος τούτων ἀκρὶς ἀμύθητος, ὡς ἔφαμεν. 
ἅπαντες γοῦν ἅπαξ καὶ δὶς τοῦτο θεασάμενοι προδρόμοις
ταύτας τῶν Φραγγικῶν ταγμάτων ἐγνώρισαν. ὡς δέ σποράδην
τινὲς τὸν τῆς Λογγιβαρδίας διεπέρων ἤδη πορθμὸν, ὁ
αὐτοκράτωρ μετακαλεσάμενός τινας τῶν Ῥωμαϊκῶν δυνάμεων
 ἀρχηγοὺς ἐκπέμπει τούτους πρὸς τὰ μέρη Δυρραχίου καὶ
Αὐλῶνος ἐντειλάμενος δέχεσθαι μὲν προσηνῶς τοὺς διαπερῶντας
πανηγύρεις τε δαψιλεῖς ἐξ ἁπασῶν τῶν χωρῶν κατὰ
 
τὴν ὁδὸν ἐξάγειν, εἶτα ἐνεδρεύειν παρακολουθοῦντας διόλου
καὶ ἐπὰν ἐκδρομάς τινας τούτους θεάσοιντο ποιουμένους εἰς
 προνομὴν τῶν παρακειμένων χωρῶν ἐκτρέχοντας, ἀναστέλλειν
διὰ μετρίων ἀκροβολισμῶν. συμπαρῆσαν δέ τούτοις καί τινες
τῆς Λατινικῆς διαλέκτου εἰδήμονες, ἵνα τὰς ἀναφυομένας 
μεταξὺ μάχας καταστέλλωσιν. ἀλλ’ ὅπως σαφέστερον ἀφη-
 γησαίμην τὸ πρᾶγμα καὶ κατὰ μέρος, ταύτης τῆς φήμης διαδραμούσης
ἁπανταχοῦ πρῶτος ὁ Γοντοφρὲ τὴν ἰδίαν ἀπεμπολήσας
χώραν τῆς προκειμένης ὁδοῦ εἴχετο· ἀνὴρ δὲ οὗτος
πολυχρήματος καὶ ἐπὶ γενναιότητι καὶ ἀνδρείᾳ καὶ γένους 
περιφανείᾳ μεγάλως αὐχῶν· ἕκαστος γὰρ τῶν Κελτῶν ἔσπευδε
προτρέχειν τῶν ἄλλων. καὶ γέγονε συγκίνησις οἵαν οὐδέπω
τις μέμνηται ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, τῶν μέν ἁπλουστέρων
 ὡς τὸν τοῦ κυρίου προσκυνῆσαι τάφον καὶ τὰ κατὰ τοὺς
ἱεροὺς ἱστορῆσαι τόπους ἐπειγομένων ἐπ’ ἀληθείᾳ, τῶν δέ 
γε πονηροτέρων καὶ μᾶλλον ὁποῖος ὁ Βαϊμοῦντος καὶ οἱ
τούτου ὁμόφρονες ἄλλον ἐνδομυχοῦντα λογισμὸν ἐχόντων εἴπου
ἐν τῷ διέρχεσθαι δυνηθεῖεν καὶ αὐτὴν τὴν βασιλεύουσαν
κατασχεῖν καθάπερ πόρισμά τι ταύτην εὑρηκότες. ἐτάρασσε
δέ τὰς τῶν πλείονων καὶ γενναιοτέρων ψυχὰς ὁ Βαϊμοῦντος 
ὡς παλαιὰν μῆνιν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος τρέφων. ὁ μέν
οὖν Πέτρος μετὰ τὸ ταῦτα διακηρυκεῦσαι πάντων προηγησάμενος
τὸν τῆς Λογγιβαρδίας διεπέρασε πορθμὸν μετὰ
 
πεζῶν μὲν χιλιάδων ὀγδοήκοντα, ἱππέων δὲ χιλιάδων ἀνδρῶν 
ἐκατὸν καὶ διὰ τῶν μερῶν τῆς Οὐγγρίας τὴν βασιλεύουδαν
κατέλαβεν. ἔστι μὲν γὰρ τὸ τῶν Κελτῶν γένος, ὡς εἰκάσαι
τινά, καὶ ἄλλως λίαν θερμότατον καὶ ὀξύ, ἐπὰν δὲ καὶ
 ἀφορμῆς δράξοιτο, ἀκάθεκτον.

Τοῦ δὲ βασιλέως ἅπερ ὁ Πέτρος προεπεπόνθει
παρὰ τῶν Τούρκων γινώσκοντος καὶ συμβουλεύοντος αὐτῷ
καὶ τὴν τῶν λοιπῶν κομήτων καρτερῆσαι ἔλευσιν, οὐκ ἐπείθετο
θαρρῶν εἰς τὸ πλῆθος τῶν συνεπομένων αὐτῷ καὶ
 διαπεράσας ἐπήξατο τὸν χάρακα εἴς τι πολίχνιον
ὀνομαζόμενον. ἐπεὶ δὲ καὶ Νορμάνοι τούτῳ συνείποντο
εἰς δέκα χιλιάδας ποσούμενοι, ἀποκριθέντες τοῦ
λοιποῦ στρατεύματος τὰ κατὰ τὴν Νικαίαν ἐληΐζοντο πᾶσιν 
ὠμοτάτως χρησάμενοι. τῶν τε γὰρ βρεφῶν τὰ μὲν ἐμέλιζον,
 τὰ δέ ξύλοις περιπείροντες ὤπτιζον ἐν πυρί, πρὸς δὲ τοὺς
τῷ χρόνῳ προήκοντας πᾶν εἶδος ποινῆς ἐπεδείκνυντο. οἱ
δέ ἐντὸς τῶν γινομένων ὲν αἰσυήσει γεγονότες, ἀναπετάσαντες
τὰς πύλας κατ’ αὐτῶν ἐξήεσαν. καρτεροῖ· δέ τηνικαῦτα
συρραγέντος πολέμου παλίνορσοι εἴσω τοῦ κάστρου γεγόνασιν
 ἐκθύμως τῶν Νορμάνων ἀγωνισαμένων. καὶ ὥς τὴν λείαν
ἅπασαν ἀναλαβόμενοι κατέλαβον αὖθις τὴν Ἑλενούπολιν.
λόγου δέ ἀναμεταξὺ αἰτῶν τε καὶ τῶν μὴ σὺν αὐτοῖς ἀπελμὲν
 

 
θόντων κινηθέντος, ὁποῖα φιλεῖ ἐν τοῖς τοιούτοις γίνεσθαι,
 τοῦ φθόνου τὸν θυμὸν ἀναφλέγοντος τῶν ἀπολειφθέντων
κἀντεῦθεν ἁψιμαχίας ἀμφοῖν γενομένης οἱ τολμητίαι Νορμάνοι
ἀποκριθέντες αἶθις τὴν Ξερίγορδον καταλαβόντες ἐξ
ἐφόδου κατέσχον. μαθὼν δὲ τὸ γεγονὸς ὁ σουλτὰν κατ᾿ 
αὐτῶν μετὰ ἀποχρoωι δινάμεως ἐκπέμπει τὸν Ἐλχάνην.
ὁ δέ καταλαβὼν αἱρεῖ μέν τὴν Ξερίγορδον, τῶν δὲ Νορμάνων
τοὺς μέν ξιφῶν παρανάλωμα ἐποιήσατο, τοὺς δέ καὶ
ζωγρίαν ἦγε μελετήσας ἅμα καὶ κατὰ τῶν συναπολειφθέντων
τῷ Κουκουπέρῳ. καὶ λόχους μὲν ἐν ἐπικαίροις καταστήσας 
τόποις, ὡς ἂν ἐν τῷ κατὰ τῆς Νικαίας ἀπιέναι τούτοις
ἀπροόπτως ἐμπίπτοντες ἀναιρῶνται, γινώσκων δέ καὶ
 τὸ τῶν Κελτῶν ἐρασιχρήματον δύο τινὰς δραστηρίους τὴν
γνώμην μεταπεμψάμενος ἐνετείλατο ἀπελθεῖν πρὸς τὸ
στράτευμα τοῦ Κουκουπέτ διαηκρυκεῦοντας, ὡς οἱ Νορμάνοι 
κατασχόντες τὴν Νίκαιαν δασμὸν τῶν ἐν αὐτῇ
ποιοῦνται. αὕτη ἡ φήμη τοὺς τῷ Πέτρῳ συνόντας καταλα-
 βοῦσα δεινῶς συνετάραξε. δασμὸν γὰρ καὶ χρήματα ἀκηκοότες
παραχρῆμα τῆς παρὰ τὴν Νίκαίαν φερούσης ὁδοῦ
ἀσυντάκτως ἥψαντο ἐπιλαθόμενοι μονονοὺ καὶ στρατιωτικῆς 20
ἐμπειρίας καὶ τῆς τοῖς πρὸς μάχην ἀπιοῦσιν * εὐταξίας.
ἔστι μὲν γσ`ρ καὶ ἄλλως τὸ τῶν Λατίνων γένος φιλοχρημα-
 τώτατον, ὥσπερ ἄνωθεν εἴρηται, ἐπὰν δέ καὶ πρὸς καταδρομὴν
χώρας ἀπονεύσειε, καὶ λόγῳ μὴ χρώμενον ἀχαλινα-
 
γώγητον. μὴ κατὰ στοίχους δέ μήτε ἰλαδὸν πορευόμενοι
τοῖς περὶ τὸν Δράκοντα λοχῶσι Τούρκοις περιπίπτοντες
οἰκτρῶς ἀῃροῦντο. καὶ τοσοῦτον πλῆθος Κελτῶν τε καὶ
Νορμάνων ἔργον μαχαίρας Ἰσμαηλιτικῆς ἐγεγόνει, ὥστε τὰ
 ἑκασταχοῦ κείμενα λίψανα τῶν ἀποσφαγέντων ἀνδρῶν σιγκομίσαντες
μεγίστον οὐ λόφον φημὶ οὐδέ βουνὸν οὐδὲ σκοπιὰν
ἐποιήσαντο, ἀλλ᾿ οἶον ὄρος ὑψηλὸν καὶ βάθος καὶ
πλάτος ἀξιολογώτατον ἀπολαμβάνον· τοσοῦτος ἔκειτο ὁ τῶν
ὀστῶν κολωνός. καί τινες ὕστερον τῶν ἐκ τοῖ αὐτοῦ γένους
 τῶν ἀποσφαγέντων βαρβάρων ἐν σχήματι πόλως οἰκοδο- 
μήσαντες τεῖχος μεσέμβολά τινα καθάπερ κάχληκας τὰ ὀστᾶ
τῶν ἀπολωλότων ἐνέθεντο τρόπον τινὰ τάφον αὐτοῖς τὴν
πόλιν ποιούμενοι. ἥτις καὶ εἰς τὴν τήμερον ἵσταται τετειχισμένη
ὁμοῦ τε λίθοις καὶ ὀστοῖς ἀναμὶξ ἔχοισα τὸν αερίβολον.
 βολον. πάντων οὖν ξιφῶν παρανάλωμα γεγονότων μόνος
ὁ Πέτρος μετ᾿ ὀλίγων τινῶν εἰς Ἑλενούπολιν αὖθις ὑποστρέψας
εἰσῄει. οἱ δὲ Τοῦρκοι αὖθις τοῦτον ἐνήδρευον ἑλεῖν
ἐθέλοντες. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἅπαντα ακηκοὼς καὶ τὴν τοσαυτην
την ἀνδροκτασίαν βεβαιωθεὶς ἐν δεινῷ ἐποιεῖτο, εἰ καὶ ὁ
 Πέτρος ἁλῴη. παραχρῆμα τοίνυν μεταπεμψάμενος τὸν Κα- 
τακαλὼν Κωνσταντῖνον τὸν Εὐφορβτνόν, οὗ ὁ λόγος ἐν πολλοῖς
ἤδη ἐμνήσθη, ἀποχρώσας δυνάμεις ἐν ναυσὶ πολεμικαῖς
 
ἐμβαλὼν διαπόντιον εἰς ἀρωγὴν αὐτοῦ πέπομφε. θεασάμενοι
δέ τοῦτον οἱ Τοῦρκοι καταλαβόντα φυγαδείᾳ ἐχρήσαντο.
ὁ δέ μηδὲ μικρὸν ἀναμείνας ἀναλαβόμενος τὸν Πέτρον μετὰ
τῶν σὺν αὐτῷ, ῥητοὶ γὰρ ἦσαν, διασώζει πρὸς τὸν βασιλέα.
τοῦ δέ βασιλέως ἀναμιμνήσκοντος αὐτὸν τῆς ἀρχῆθεν ἀβουλίας 
αὐτοῦ καὶ ὅπως ταῖς αὐτοῦ ὑποθημοσύναις μὴ πειθόμενος
τοσούτοις ἐνεπεπτώκει δεινοῖς, ὁποῖα Λατῖνος
 ὑψαύχην οὐχὶ ἑαυτὸν αἴτιον τοῦ τοσούτου κακοῦ ἔλεγεν,
ἀλλ’ ἐκείνους τοὺς μὴ αὐτῷ πειθομένους, ἀλλὰ τοῖς ἰδίοις
θελήμασι χρωμένους, λῃστὰς ἀποκαλῶν τούτους καὶ ἅρπαγας 
καὶ μηδέ παρὰ τοῖ σωτῆρος εἰς προσκύνησιν τοῦ ἁγίου
τάφου διὰ ταῦτα δεκτούς. οἱ μέν οὖν τῶν Λατίνων, ὁποῖος
ὁ Βαϊμοῦντος καὶ οἱ τούτου ὁμόφρονες, ἔρωτα τῆς τῶν
Ῥωμαίων ἀρχῆς ἐκ μακροῦ ἔχοντες καὶ ταύτην ἑαυτοῖς
περιποιήσασθαι βουλόμενοι, πρόφασιν τὴν τοῦ Πέτρου δια- 
 κηρύκευσιν εὑρηκότες, ὡς εἴρηται, τὴν τοιαύτην συγκίνησιν
ἐποιήσαντο ἀπατήσαντες τοὺς ἀκεραιοτέρους καὶ σχηματιζόμενοι
κατὰ τῶν Τούρκων ἀπέρχεσθαι εἰς ἐκδίκησιν τοῦ
ἁγίου τάφου τὰς ἰδίας ἐπίπρασκον χώρας.

Οὖβος δέ τις ὁ τοῦ ῥῆγός Φραγγίας ἀδελφὸς φυσῶν 
τὰ Ναυάτου ἐπ’ εὐγενείᾳ καὶ πλούτῳ καὶ δυνάμει, τῆς
 

 
ἐνεγκαμένης μέλλων ἐξελθεῖν τάχα ὡς πρὸς τὸν ἅγιον τάφον,
ἀποστείλας ἀπονοίας ῥήματα ἐμήνυσε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα 
λαμπρὰν προμηθευόμενος τὴν ὑπαντὴν αὐτῷ γενέσθαι
αἰσ́θι λέγων “ὦ βασιλεῦ, ὡς ἐγὼ ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλέων 
 καὶ ὁ μείζων τῶν ὑπ᾿ οὐρανόν· καὶ καταλαμβάνοντά με ἤδη
ἐνδέχεται ὑπαντῆσαί τε καὶ δέξασθαι μεγαλοπρεπῶς καὶ
ἀξίως τῆς ἐμῆς εὐγενείας”. ταῦτα ὁ βασιλεῦς ἀκούσας, ἐπεὶ
δοὺξ μὲν ἔτυχε Δυρραχίου Ἰωάννης ὁ υἱὸς Ἰσαακίου τοῦ
σεβαστοκράτορος, περὶ οὗ ἄνωθεν εἴρηται, τοῦ δὲ στόλου
 Νικόλαος ὁ Μαυροκατακαλὼν περὶ τὸν λιμένα τοῦ Δυρραχίου
ἐκ διαστημάτων ἐνορμίσας τὰς ναῦς κἀκεῖθεν αὖθις
τὰς ἐκδρομὰς ποιούμενος καὶ τὰ πελάγη περισκοπῶν, ὡς
μὴ λάθοιεν αὐτὸν λῃστρικαὶ νῆες παραπλεύσασαι, ὁ αὐτοκράτωρ
εὐθὺς γράμματα πρὸς ἀμφοτέρους ἐκπέμπει ἐντει- 
 λάμενος τὸν μέν δοῦκα Δυρραχίου διὰ τῆς ἠπείρου καὶ τῆς
παραλίας ἐφεδρεύειν τὴν τούτου ἔλευσιν καὶ παραυτίκα τῷ
αὐτοκράτορι ταχεῖαν τῆς τούτου ἐλεύσεως δοῦναι γνῶσιν,
αὐτὸν δέ τὸν Οὖβον ὑποδέξασθαι μεγαλοπρεπῶς, τὸν δέ
δοῦκα τοῦ στόλου παρακελεύσασθαι μηδαμῶς ἀναπεπτωκέναι
 μηδέ καταρρᾳθυμεῖν, ἀλλ᾿ ἐγρηγορέναι διὰ παντός. κατὰ
τὴν παραλίαν δέ τῆς Λογγιβαρδίας ὁ Οὖβος διασωθεὶς
 
πρέσβεις τηνικαῦτα ἐκπέμπει πρὸς τὸν δοῦκα Δυρραχίου
εἴκοσι πρὸς τοῖς τέσσαρσι τὸν ἀριθμόν, θώραξι χρυσέοις
 σὺν αὐταῖς κνημῖσι περιπεφραγμένους, μετὰ τοῦ κόμητος
Τζερπεντηρίου καὶ Ἠλία τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης ἀποδράσαντος
ἀπὸ τοῦ αὐτοκράτορος. οἱ δέ πρὸς τὸν δοῦκα τοιαῦτα 
ἔλεγον ἄγνωστόν ἔστω σοι, δούξ, ὅτι ὁ κύριος ἡμῶν Οὐβος
ὅσον ἤδη καταλαμβάνει ἀναλαβόμενος ἀπὸ Ῥώμης τὴν χρυσῆν
τοῦ ἁγίου Πέτρου σημαίαν. ἀρχηγὸν δέ τοῦτον ἐπίστασο
τοῦ Φραγγικοῦ στρατεύματος ἅπαντος. ἑτοιμάσθητι
γοῦν πρὸς τὴν τούτου καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεων δοχὴν 
ἀξίαν τῆς αὐτοῦ ἐξουσίας καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὑπάντην
ποιησόμενος’’. τούτων τοιαῦτα πρὸς τὸν δοῦκα λεγόντων
ὁ Οὖβος διὰ τῆς ῾Ρώμης εἰς Λογγιβαρδίαν, ὡς εἴρηται, κατελθὼν
καὶ διὰ τῆς Βάρεως ὡς πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν τὸν
ἀπόπλουν ποιούμενος κλύδωνι μεγίστῳ περιπεσὼν ἀπώλεσε 
τὰ πλείω τῶν αὐτοὶ πλοίων σὺν αὐτοῖς ἐρέταις καὶ ἐπι-
 βάταις, ἑνὸς μόνου σκάφους, ἐν ᾧ αὐτὸς ἔτυχε, κατὰ τὴν
μεσαίχμιον παραλίαν τοῦ τε Δυρραχίου καὶ τόπου τινὸς
καλουμένου Πάλους ἀποπτυσθέντος οἶον παρὰ τῶν κυμάτων
καὶ αὐτοῦ ἡμιθραύστου. παραδόξως δέ τούτῳ σωθέντι περιτυχόντες 
δύο τινές τῶν περισκοπούντων τὴν τούτου ἔλευσιν
μετεκαλοῦντο αὐτὸν λέγοντες ὡς “ὁ δοὺξ ἀπεκδέχεταί σου τὴν
 
ἄφιξιν ἐπιποθῶν σε θεάσασθαι”. ὁ δ’ εὐθὺς ἵππον ἐζήτει.
ἅτερος οἶν τούτων ἀποβὰς του ἵππου τοῦτον αἰτῶ μάλα
προθύμως δίδωσιν. οὕτω γοῦν τοῦτον ὁ δοὺξ σωθέντα
θεασάμενος καὶ προσηγορίας ἀξιώσας, ὅπη τε καὶ ὅθεν 
 ἐπερωτήσας κὼ ὅπως αὐτῷ διαπλωϊζομένῳ τὰ δεινὰ ξυμβέβηκε
μαθὼν καὶ ἐπανακτησάμενος χρησταῖς ὑποσχέσεσι
τράπεζαν αὐτῷ δαψιλῆ τοῦ λοιποῦ παρατίθησιν. μετὰ δέ
τὴν εὐωχίαν ἀνέτως μέν οἴκῃ ἐλευθέρως δέ παντελῶς εἶχε.
ταχὺ δέ τῷ αὐτοκράτορι τὰ κατ’ αὐτὸν δηλώσας ἐκαρτέρει
 τὸ ποιητέον ἐκεῖθεν δέξασθαι. ἅπαντα δὲ μεμαθηκὼς ὁ
αὐτοκράτωρ ὀξέως τὸν Βουτουμίτην πέμπει πρὸς τὴν ’Επίδαμνον,
ἣν πολλάκις Δυρράχιον κατωνομάσαμεν, ἐφ’ ᾧ τὸν 
Οὖβον ἀναλαβέσθαι καὶ μὴ τὴν εὐθεῖαν βαδίσαι ἀλλὰ παρεχκλῖναι C
καὶ διὰ τῆς Φιλιππουπόλεως αὐτὸν ἀγαγεῖν εἰς τὴν
 μεγαλόπολιν. ἐδεδίει γὰρ τὰ ὄπισθεν ἐρχόμενα Κελτικὰ
πλήθη καὶ στρατεύματα. δεξάμενος δὲ τοῦτον ὁ βασιλεὺς
ἐντίμως καὶ παντοίας φιλοφροσύνης ἀξιώσας χρήματά τε
ἱκανὰ ἐπιδοὺς πείθει παραχρῆμα ἄνθρωπον αἰτοῦ γενέσθαι
τὸν τοῖς Λατίνοις συνήθη ὅρκον ἐπομοσάμενον.

Ἀλλὰ ταῦτα μέν τὰ κατὰ τὸν Οὖβον ἐκ προοιμίου·
ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος, οἱ ἄνωθεν ὁ λόγος πολλάκις ἐμνήσθη,
πεντεκαίδεκα ἡμερῶν οὔπω διελθουσῶν διεπέρασεν εἰς τὴν
 

 
 ἀκτὴν τοῦ Καβαλίωνος μετὰ κομήτων διαφόρων καὶ στρατεύματος
ἀριθμὸν ὑπερβαίνοντος ἅπαντα. τόπος δέ οὗτος
ἐγγὺς τῆς Βοούσης · ὀνόματα δέ ταῦτα τῶν ἐν τοῖς μέρεσιν
ἐκείνοις τόπων. καὶ μεμφέσθω μηδεὶς ἡμῖν τοιούτοις χρωμένοις
ὀνόμασιν βαρβαρικοῖς καὶ ἀφ’ ὦν ἔστι τὸ ὕφος τῆς 
ἱστορίας καταμιαίνεσθαι· οὐδὲ γὰρ οὐδ’ Ὅμηρος ἀπηξίωσε
Βοιωτοὺς ὀνομάζειν καί τινας βαρβαρώδεις νήσους διὰ τὴν
τῆς ἱστορίας ἀκρίβειαν. κατὰ πόδας δὲ τούτου καὶ ὁ κόμης
 Πρεβέντζης ταῖς ἀκταῖς τοῦ Πορθμοῦ Λογγιβαρδίας προσπελάσας,
ἐπεὶ διαπερᾶν καὶ αὐτὸς ἐβούλετο, μυριοφόρον 
ναῦν λῃστρικὴν μισθωσάμενος τριάρμενον ἑξακισχιλίων χρυσίου
στατήρων, ἐν ᾗ ἐρέται μὲν διακόσιοι, ἐφόλκια δὲ τὰ
συνεφεπόμενα ταύτῃ τρία. τὸν ἀπόπλουν οὐ πρὸς τὰ μέρη
τοῦ Αὐλῶνος ἐπεποίητο καθὼς τὰ λοιπὰ τῶν Λατίνων
στρατεύματα, ἀλλὰ τὸν ῾Ρωμαϊκὸν ὑφορώμενος στόλον λύσας 
τὰ πρυμνήσια μικρὸν παρεκκλίνας κατευθὺ Χιμάρας τὸν
ἀπόπλουν ἐποιεῖτο οὐρίου τυχὼν πνεύματος. φεύγων δέ
 τὸν καπνὸν εἰς πῦρ ἐπεπτώκει. καὶ γὰρ οὐχὶ τοῖς σποράδην
ἐνεδρεύουσι τὸν τῆς Λογγιβαρδίας πορθμὸν ναυτικοῖς περιέτυχεν,
ἀλλ’ αὐτῷ τῷ δουκὶ τοῦ ὅλου ῾Ρωμαϊκοῦ στόλου Νικολάᾳ 
τῷ Μαυροκατακαλών. ὃς πόρρω περὶ τῆς λῃστρικῆς
ἐκείνης νηὸς μεμαθηκώς, τὰς τοῦ ὅλου στόλου διήρεις καὶ
 
τριήρεις καί τινας δρομάδας ἀναλαβόμενος ναῦς ἀπελθὼν
ἵστατο εἰς Καβαλίωνα ἀντικρὺ τοῦ Ἄσωνος, ἐξ οὗπερ
ἐξεληλύθει τὸν μέγαν ἐκεῖσε στόλον καταλιπών, καὶ ἀπέστειλε
τὸν καλούμενον δεύτερον κόμητα μετὰ τοῖ· ἰδίου
 κατέργου ἐξκουσσάτου παρὰ τοῖς ναυτικοῖς καλουμένου ἐπισκήψας 
αὐτῷ, ἵν’ ὁπηνίκα τὰ πρυμνήσια τῆς ἤδη ῥηθείσης
νηὸς οἱ ἐρέται λύσαντες εἰς κῦμα θαλάσσης ἐμβάλωσι πυρσὸν
ἀνάψῃ. ὁ δέ ἀπελθὼν παραχρῆμα τὸ κελευσθὲν ἐποίει.
ὁ δὲ δοὺξ Νικόλαος τοῦτο θεασάμενος τὰς μέν τῶν νηῶν
 τοῖς ἱστίοις παραχρῆμα ἐπτέρου, τὰς δὲ καὶ οἶον πολύποδας
ταῖς κώπαις ἀπεργασάμενος κατὰ τοῦ διαπερῶντος χωρεῖ
κόμητος. οὔπω δέ τρεῖς σταδίοις ἀπὸ τῆς χερσοῖ
καταλαμβάνει τοῦτον πρὸς τὴν περαίαν Ἐπιδάμνου 
σπεύδοντα, ἐνόπλους μέν στρατιώτας ἔχοντα χιλίους πρὸς
 τοῖς πεντακοσίοις, ἵππους δέ τῶν ἐκκρίτων ὀγδοήκοντα. ὃν
θεασάμενος ὁ πηδαλιοῦχος τῆς νεώς φησι πρὸς τὸν κόμητα
Πρεβέντζης· “ἐκ Συρίας ὁ ἤδη καταλαμβάνων ἡμᾶς στόλος
ἔστι καὶ κίνδυνος μαχαίρας καὶ ξιφῶν παρανάλωμα γενέσθαι.” 
παραχρῆμα γοῦν ὁ κόμης θωρήξασθαί τε ἐκέλευεν
 ἅπαντας καὶ καρτερῶς μάχεσθαι. κἂν δὲ μέσος χειμὼν ἦν,
ὁπότε ἡ μνήμη τοῦ ἱεράρχαις μεγίστου Νικολάου τελεῖἐξκουσσάτου
 
τᾶι, ἀλλ᾿ ὅμως νηνεμία ἔτυχε παντελὴς καὶ ἡ νὺξ πανσέληνος
φαίνουσα τότε μᾶλλον ἢ ἐν ἔαρι. πεπαυμένων δὲ παντάπασι
τῶν ἀνέμων οὐκέτι ἡ λῃστρικὴ ναῦς κινεῖσθαι πρὸς
ἰσχύος εἶχε καὶ συνέβαινε ταύτην ἀτρεμεῖν ἐν τοῖς ὕδασιν.
ἀλλ᾿ ἐνταυθοῖ τοῦ λόγου γενομένη βουλοίμην ἂν τὴν γλῶτταν 
ἐπαφεῖναι τοῖς τοῦ Μαριανοῦ κατορθώμασιν. ὃς παραχρῆμα
παρὰτοῦ δουκὸς τοῦ στόλου καὶἰδίου πατρὸςτὰ κουφότερα τῶν
 πλοίων αἰτήσας κατευθὺ τῆς νεὼς ἐκείνης ἵεται καὶ τῇ πρώρᾳ
συνεισπεσὼν ταύτης ἀπεπειρᾶτο. συνέρρεον δὲ παραχρῆμα
ἐκεῖσε οἱ ἔνοπλοι καρτερῶς τοῦτον ἐξωπλισμένον 
μάχην θεασάμενοι. ὁ δέ Μαριανὸς τοῖς Λατίνοις τῇ ἐκείνων
ἀποχρώμενος διαλέκτῳ παρεκελεύετο μὴ δεδιέναι μηδέ
μάχεσθαι πρὸς ὁμοπίστους. βάλλει δέ τις τοῦτον τῶν Λατίνων
διὰ τῆς τζάγγρας κατὰ τῆς κόρυθος. ἡ δὲ τζάγγρα τόξον
μέν ἐστι βαρβαρικὸν καὶ Ἕλλησι παντελῶς ἀγνοούμενον· 
τείνεται δέ οὐχὶ τῆς μὲν δεξιᾶς ἑλκούσης τὴν νευράν, τῆς
 δὲ λαιᾶς ἀνθελκούσης τὸ τόξον, ἀλλὰ δεῖ τὸν διατείνοντα
τὸ ὄργανον τουτὶ τὸ πολεμικὸν καὶ ἑκηβολώτατον, ὡς ἄν
τις εἴποι, ὕπτιον κείμενον ἑκάτερον μὲν τῶν ποδῶν ἐνερεὶσαι
τοῖς ἡμικυκλίοις τοῦ τόξου, ἀμφοτέραις δέ ταῖς χερσὶ 
τὴν νευρὰν μάλα γενναίως ἀνθελκύσαι. ἧς κατὰ τὸ μέσον
σωλήν ἐστι κυλινδικὸν ἡμίτομον ἐξημμένον αὐτῆς τῆς νευρᾶς
 
καὶ ὥσπερ τι βέλος ἀξιόλογον μέγεθος ἀπολαμβάνον διήκει
ἀπ’ αἴτης τῆς νευρᾶς ἐς τὸ τοῦ τόξου μεσαίτατον· ἀφ’ οὗ
βέλη παντοδαπὰ διεκπίπτουσιν. ἐν τούτῳ τούτῳ τὰ βέλη
τιθέμενα βραχύτατα μέν τῷ μήκει, παχύτατα δὲ καὶ πρόσθεν 
 ἀξιόμαχον βάρος σιδήρου λαμβάνοντα. καὶ τῇ ἀφέσει
τῆς νευρᾶς μετὰ σφοδρότητος καὶ ῥύμης ἁπάσης ἀφιείσης
τὰ βέλεμνα οὖ ἂν τύχῃ ἐπεισπεσόντα οὐκ εἰς τοὔμπαλιν
ἀποπίπτει, ἀλλὰ καὶ ἀσπίδα διέτρησε θώρακα βαρυσίδηρον
διατεμόντα ἐκεῖθεν διὰ θατέρου μέρους ἐξεπετάσθη.
 οὕτως ἐστὶ σφοδρὰ καὶ ἀκατάσχετος ἡ ἄφεσις τῶν τοιούτων
βελῶν. ἤδη τοῦτο τὸ βέλος καὶ ἀνδριάντα διεπερόνησε χαλκοῦν
καὶ τείχει ἐμπεπτωκὸς μεγίστης πόλεως ἢ ἐπὶ τἄνδον
προὔκυψε τοῖ βέλους ἡ ἀκμὴ ἢ ἐνδεδυκὸς κατὰ τὸ μέσον 
του τείχους ἀφανὲς γέγονε. τὸ μὲν οἶν τίς τζάγγρας πρᾶγμα
 τοιοῦτόν ἐστιν ὡς ὄντως δαιμόνιον. ὁ δὲ πειρασθεὶς τῆς
ἐκ τούτου πληγῆς ἀθλιώτατος ἀναισθήτως ἀποθνήσκων καὶ
μηδέ τῆς πληγῆς, ὁπόση τίς ἐστιν, αἰσθανόμενος. τὸ μὲν
οἶν ἀπὸ τῆς τζάγγρας βέλος ἐμπεσὸν τῷ ἄκρῳ τῆς κόρυθος
διήλασεν αὐτὴν ἀποπτὰν οὐδ’ ἄχρι τριχὸς τοῦ Μαριανοῦ
 ἐφαψάμενον· πρόνοια γὰρ ἀπεῖρξεν. ὁ δέ γοργῶς ἄλλον
κατὰ τοῦ κόμητος ἐπαφιεὶς ὀϊστὸν πλήττει τοῦτον κατὰ τοῦ
βραχίονος· ὃς τὴν ἀσπίδα διατρήσας τόν τε φολιδωτὸν διε-
 
ληλυθὼς θώρακα καὶ αὐτῆς ἥψατο τῆς πλευρᾶς. ἱερεὺς δέ
 τις Λατῖνος τρισκαιδέκατος τυγχάνων τῶν σὺν αὐτῷ μαχομένων
τοῦτο θεασάμενος πρυμνόθεν ἱστάμενος πολλὰς
 βολίδας κατὰ τοῦ Μαριανοῦ ἐξέπεμψεν. ἀλλ’ οὐδ’ ὁ Μαριανὸς
ἐνεδίδου αὐτός τε ἐκθύμως μαχόμενος καὶ τοῖς ὑπ’ 
αὐτὸν τοῦτο παρακελευόμενος, ὡς τρισσάκις τοὺς μετὰ τοῦ
Λατίνου ἱερέως ὑπαλλαχθῆναι τιτρωσκομένους τε καὶ κοπιῶντας.
καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἱερεύς, κἂν πολλὰς τὰς πληγὰς
δεδεγμένος ἦν καὶ τῷ ἰδίῳ αἵματι περιρρεόμενος, ἀλλ’ ὅμως
ἄτρεστος ἦν. οὐ γὰρ κατὰ τὰ αὐτὰ ἡμῖν τε καὶ τοῖς Λα- 
 τίνοις περὶ τῶν ἱερωμένων δέδοκται· ἀλλ’ ἡμεῖς μέν ἐντετάλμεθα
παρά τε τῶν κανόνων καὶ νόμων καὶ τοῦ εὐαγγελικοῦ
δόγματος “μὴ θίξῃς, μὴ γρύξῃς, μὴ ἅψη· ἱερωμένος
γὰρ εἶ”, ὁ δέ τοι βάρβαρος Λατῖνος ἅμα τε τὰ θεῖα μεταχειριεῖται
καὶ τὴν ἀσπίδα ἐπὶ τοῦ λαιοῦ θέμενος καὶ τὸ 
δόρυ τῇ δεξιᾷ ἐναγκαλισάμενος ὁμοῦ τε μεταδίδωσι τοῦ
θείου σώματός τε καὶ αἵματος καὶ φόνιον ὁρᾷ καὶ αἱμάτων
ἀνὴρ κατὰ τὸν Δαυιτικὸν ψαλμὸν γίνεται. οὕτως ἐστὶ τὸ
βάρβαρον τοῦτο γένος οὐχ ἧττον ἱερατικὸν ἢ φιλοπόλεμον.
οὗτος τοίνυν ὀρεκτῆς μᾶλλον ἢ ἱερεὺς ὁμοῦ τε καὶ τὴν ἱερατικὴν 
 στολὴν ἐνεδιδύσκετο καὶ τὴν κώπην μετεχειρίζετο
καὶ πρὸς ναυτικὸν πόλεμον καὶ μάχην ἀφώρα, κατὰ ταὐτὸν
καὶ θαλάττῃ καὶ ἀνδράσι μαχόμενος. τὰ γὰρ ἡμέτερα, καθπεριρρέομενος
 
ἀπερ ἔφθην εἰρηκυῖα, τῆς * * Ἀαρὼν καὶ Μωσέως καὶ τοῦ
καθ᾿ ἡμᾶς πρώτου ἀρχιερέως ἐξήρτηται. ἀλλὰ τῆς μάχης
ἐξ ἑσπέρας αὐτῆς μέχρι μέσης τῆς ἐπιφαινούσης ἡμέρας
καρτερᾶς γεγονυίας ὑπείκουσι κἂν μὴ ἐβούλοντο οἱ Λατῖνοι
 τῷ Μαριανῷ λόγον ἀπαθείας ἐξ αὐτοῦ αἰτησάμενοι καὶ
τυχόντες. ὁ δέ γε μαχιμώτατος ἱερεὺς ἐκεῖνος οὐδέ τῶν
εἰρηνικῶν σπονδῶν τελουμένων τῆς μάχης ἐπέπαυτο, ἀλλὰ
τὸν γωρυτὸν τῶν βελῶν ἐκκενώσας χερμάδα ἀναλαβόμενος 
λίθον πέμπει κατὰ τοῦ Μαριανοῦ, τοῦ δὲ τὴν κεφαλὴν
 διὰ τῆς ἀσπίδος περιφράττοντος πλήξας τὴν ἀσπίδα διεῖλε
τετραχῆ καὶ τὴν κόρυθα κατέθραυσεν. ὁ δὲ Μαριανὸς τῇ
τοῦ λίθου βολῇ συγχυθεὶς ἀπολωλεκὼς τὸ φρονοῦν τῆς
ψυχῆς ἄναιδος παραχρῆμα ἐφ᾿ ἱκανὸν ἔκειτο, ὥσπερ ὁ
Ἕκτωρ ἐκεῖνος ἀπὸ τῆς τοῦ λίθου βολῆς τοῦ Αἴαντος μικροῦ
 δεῖν ἔψυχορράγει. μόλις δ᾿ ἀνενεγκὼν καὶ ἑαυτὸν
συναγαγὼν τρισστάκις τὸν παίσαντα ἔπληξε βέλεμνα κατ᾿ 
αὐτοῦ ἐπαφείς. ὁ δὲ πολέμαρχος ἐκεῖνος μᾶλλον ἢ ἱερεὺς
μηδέποτε μάχης κορεννύμενος, ἐπειδὴ καὶ τοὺς λίθους ἅπαντας
τας ἀπεπέμψατο τῶν χειρῶν καὶ ἁπλῶς ἦν καὶ λίθων κενὸς
 νὸς καὶ βελῶν, οὐκ ἔχων ὅ τι καὶ δράσειεν οὐδὲ δι᾿ ὧν
ἀμυνεῖται τὸν ἀντίπαλον, ἐσφάδαζε μὲν ἐνταῦθα καὶ ἐξεφλέγετο
καὶ ἐμεμήνει καθάπερ θηρίον εἰς ἑαυτὸν συστρεφόμενος·
τοῖς γοῦν παρατυχοῦσιν αὐτίκα καὶ ἀποχρώμενος
 
ἦν. σάκκον οὖν μάζης μεστὸν ἐφευράμενος ἐκεῖθεν ἀπὸ
 σάκκου καθάπερ χερμάδας τὰς μάζας ἔβαλλεν, ὡσπερ
ἱερατείων καὶ τελετήν τινα ποιούμενος καὶ ἱεροτελεστίαν τὸν
 πόλεμον ἐργαζόμενος. μᾶζαν γοῦν τινα μίαν ἀναλαβόμενος καὶ
ὅλη χειρὶ πιθήσας ἐπαφίησι ταύτην κατὰ τῆς του Μαριανοῦ 
ὄψεως καὶ πλήττει τοῦτον κατὰ τῆς παρειᾶς. ταῦτα μέν
οὑν τὰ κατὰ τὸν ἱερέα ἐκεῖνον καὶ τὴν ναῦν καὶ τοὺς ἐπιβάτας·
ὁ δέ κόμης Πρεβέντζης πιστεύσας ἑαυτὸν σὺν αὐτῇ
τῇ νηῒ καὶ τοῖς ὑπ’ αὐτὸν προθύμως τῷ Μαριανῷ εἵπετο
τοῦ λοιποῦ. ἐπεὶ δὲ ·κατὰ τὴν χέρσον γενόμενοι ἀπέβαινον 
 τῆς νηός, πολλὰ καὶ πολλάκις ὁ ἱερεὺς ἐκεῖνος ἐζήτει τὸν
Μαριανὸν τὴν κλῆσιν μὲν αἰτοῦ μὴ γινώσκων, ἀπὸ δὲ τοῦ
χρώματος τῶν ἀμφίων τοῦτον ἀνακαλούμενος. προσελθὼν δὲ
τούτῳ περιχυθεὶς κατησπάζετο ἐγκαυχώμενος ἅμα ὡς ἱεῖ μοι
κατὰ τὴν χέρσον ἐντετυχήκατε, πολλοὶ ἂν ταῖς ἐμαῖς χερσὶν 
ἀνῃρέθητε”. ἐκβαλὼν δ’ ἐπιδίδωσι τούτῳ ἀργυροῦν θηρίκλειον
τιμῆς στατήρων ἑκατὸν πρὸς τοῖς τριάκοντα. ταῦτα
δὲ ὁμιλῶν καὶ διδοὺς ἐξεπεπνεύκει.

Ἀλλὰ καὶ ὁ κόμης Γοντοφρὲ τῷ τότε καιροῦ διαπεράσας
μεθ’ ἑτέρων κομήτων καὶ στρατεύματος ἱππέων 
 μὲν χιλιάδων δέκα, πεζῶν δὲ χιλιάδων ἑβδομήκοντα καὶ καἐργαζόμενος
 

 
ταλαβὼν τὴν μεγαλόπολιν περὶ τὰ μέρη τῆς Προποντίδος
κατατίθησιν αὐτοῦ τὸ στράτευμα, διῆκον ἀπὸ τῆς ἔγγιστα
τοῖ Κοσμιδίου διακειμένης γεφύρας μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ
ἁγίου Φώκα. παρακελευομένου δέ αὐτῷ τοῖ· βασιλέως τὸν τῆς
 Προποντίδος διαπεράσαι πορθμὸν ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ὑπερτιθέμενος
καὶ αἰτίαν αἰτίᾳ συνείρων ἀνεβάλλετο· τὸ δέ πᾶν, τὴν
τοῦ Βαϊμούντου καὶ τῶν λοιπῶν κόμπων ἀνέμενεν ἄφιξιν.
καὶ γὰρ ὁ μὲν Πέτρος ἐξ αὐτῆς ἀρχῆς εἰς προσκύνησιν τοῖ 
ἁγίου τάφου τὴν τοσαύτην ὁδοιπορίαν ἀνεδέξατο, οἱ δέ γε
 λοιποὶ κόμητες καὶ τούτων μᾶλλον ὁ Βαϊμοῦντος παλαιὰν
μῆνιν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος τρέφοντες καὶ εὐκαιρίαν ζητοῦντες
ἀντίποινα τούτῳ παρασχεῖν τῆς λαμπρᾶς ἐκείνης
νίκης, ἱν ἤρατο κατ’ αἰτοῖ; ὁπότε κατὰ τὴν Λάρισσαν τὸν
μετ’ αὐτοῦ συνῆψε πόλεμον, ὁμογνωμονήσαντες καὶ αὐτὴν
 τὴν μεγαλόπολιν κατασχεῖν ὀνειρώττοντες εἰς τὴν ἀίτην
ἐληλύθεισαν γνώμην (καὶ τούτου πολλάκις
ἄνωθεν), τῷ μέν φαινομένῳ τὴν πρὸς τὰ ῾Ιεροσόλυμα ὁλοιπορίαν 
ποιούμενοι, τῇ δ’ ἀληθείᾳ τὸν αὐτοκράτορα τῆς
ἀρχῆς παραλῦσαι καὶ τὴν μεγαλόπολιν κατασχεῖν ἐθέλοντες.
 ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς τὸ πανοῦργον αὐτῶν πάλαι γινώσκων τὰς τῶν
ἐθνικῶν δυνάμεις σὺν αὐτοῖς ἡγεμόσι διὰ γραφῶν παρεκελεύσατο
ἀπὸ τοῦ ’Αθύρα μέχρις αὐτοῦ Φιλέᾳ ἰλαδὸν κατααὐτοῦ
 
στῆναι (τόπος δέ παράλιος οὗτος τοῦ Πόντου) καὶ ἐφεδρεύειν,
εἴ πού τις τοῦ Γοντοφρὲ πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον καὶ τοὺς
ὄπισθεν ἐρχομένους κόμητας ἀποστέλλοιτο ἢ ἐξ ἐκείνων
 αὖθις πρὸς αὐτόν, καὶ ἀπείργειν αὐτῶν τὴν δίοδον. ἐν τῷ
μεταξὺ δέ γίνεταί τι τοιοῦτον. μεταπεμψαμένου γὰρ τοῦ βασιλέως 
τινὰς τῶν μετὰ τοῦ Γοντοφρὲ κομήτων ἐφ’ ᾧ τούτοις
 συμβουλεύσασθαι ὑποθέσθαι αὐτῷ πληρῶσαι τὸν ὅρκον,
τριβομένου τε του καιροῦ διὰ τὸ φύσει λάλον τε καὶ μακρηγορώτατον
τῶν Λατίνων ψευδὴς διέδραμεν εἰς αὐτοὺς
φήμη κατασχεθῆναι τοὺς κόμητας παρὰ τοῦ βασιλέως. εὐθὺς 
οὖν πυκιναὶ κατὰ τῆς Βυζαντίδος κεκίνηνται φάλαγγες καὶ
 παραχρῆμα τὰ κατὰ τὴν Ἀργυρᾶν καλουμένην Λίμνην διακειμενα
παλάτια παντελῶς ἐξηρίπωσαν ἅμα δέ καὶ τῶν
τειχῶν τῆς Βυζαντίδος ἀπεπειρῶντο κἀν μὴ δι’ ἑλεπόλεων,
οὐ γὰρ παρῆσαν, ἀλλὰ τῷ ἑαυτῶν πλήθει θαρροῦντες τοσοῦτον 
κατηναιδεύσαντο, ὡς καὶ πῦρ τολμῆσαι ἐπαφεῖναι κατὰ
τῆς κάτωθεν τῶν ἀνακτόρων πύλης ἀγχοῦ τοῦ ἐπ’ ὀνόματι
τοῦ ἐν ἱεράρχαις μεγίστου Νικολάου πάλαι παρά του τῶν
βασιλέων ἀνοικοδομηθέντος τεμένους. οὐ μόνον δέ ὁπόσοι
τοῦ συρφετώδους ὄχλου τῶν Βυζαντίων καὶ ἀνάλκιδες πάντη 
 καὶ ἀπειροπόλεμοι τὰς τῶν Λατίνων φάλαγγας θεασάμενοι
 
ἔστενον ᾤμωζον ἐστερνοτύπουν μὴ ἔχοντες ὑπὸ φόβοι
ὁ τι καὶ δράσαιεν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ὁπόσοι εὖνοι περὶ τὸν
αὐτοκράτορα, τὴν πέμπτην ἐκείνην φανταζόμενοι, καθ’ ἣν
ἡ τῆς πόλεως γέγονεν ἅλωσις, καὶ δεδιότες διὰ τοῦτο τὴν
 ἐνισταμένην ἡμέραν, μή τις ἔκτισις τῶν τότε γεγενημένων
συμβαίη. πάντες δέ, ὅσοι στρατιωτικῆς εἰδήμονες ἤσαν, ἀσυντάκτως
πρὸς τὰ βασίλεια συνέρρεον. ὁ δὲ βασιλεὺς ὡπλίσατο
μὲν οὐδαμῶς οὐδέ φολιδωτὸν περιεβάλετο θώρακα
οὐδὲ σάκος οὐδ’ ἴπω ἐνηγκαλίσατο οὐδὲ ξίφος περιεζώσατο, 
 ἀλλ’ ἑδραίως ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ ἐσταλμένος καθῆστο θρόνου
καὶ μεθ’ ἱλαροῦ βλέμματος πάντας θαρρύνων καὶ θάρσος
ἐνιεὶς ταῖς σφῶν ψυχαῖς καὶ τοῖς συγγενέσι δὲ καὶ ἡγεμόσι
τοῦ στρατοῦ περὶ τῶν μελλόντων συμβουλευόμενος. τὰ μὲν
οὖν πρῶτα οὐδ’ ὁντιναοῦν κατὰ τῶν Λατίνων τοῦ τύχοις
 ἐξαγαγεῖν προτεθύμητο, τὸ μὲν διὰ τὴν ἐνισταμένην ἐκείνην
σεβασμίαν τῶν ἡμερῶν (πέμπτη γὰρ ἦν τῆς μεγίστης
ἁγίας τῶν ἑβδομάδων ἐν ᾑ ὁ σωτὴρ τὸν ἐπονείδιστον ὑπὲρ
ἀπάντων ὑπέστη θάνατον), τὸ δὲ καὶ τὸν ἐμφύλιον παρεκκλίνων
φόνον. πολλάκις οἶν μεταπεμψάμενος συνεβούλευε τοῖ 
 τοιοῦτοι ἀπέχεσθαι ἔργου “αἰδέσθητε” λέγων “τὸν ὑπέρ
πάντων ἡμῶν τὴν τήμερον σφαγέντα θεὸν μηδὲ σταυρὸν
 
καὶ ἥλους καὶ λόγχην τὰ κακούργοις προσήκοντα τῆς ἡμῶν
ἕνεκα παραιτησάμενον σωτηρίας. εἰ δὲ μάχης ὑμῖν ἔφεσίς
ἐστι, μετὰ τὴν ἀναστάσιμον τοῦ σωτῆρος ἡμέραν καὶ ἡμεῖς
ἕτοιμοι παρεσόμεθα.” οἱ δὲ οὐ μόνον οὐχ ὑπείκοντο, ἀλλὰ
καὶ κατεπύκνουν τὰς φάλαγγας συχνὰς τὰς βολὰς πέμποντες 
ὡς καί τινα τῶν ἀγχοῦ τοῦ βασιλικοῦ θρόνου ἱσταμένων
κατὰ τὸ στέρνον πλῆξαι. ὅπερ οἱ πλείονες τῶν ἐφ᾿ ἑκάτερα
 παρισταμένων τοῦ βασιλέως θεασάμενοι ἀνεχώρουν· ὁ δὲ
ἀτρέμας ἐκάθητο ἀνακτώμενος τούτους καὶ πρᾴως πως
νεμεσῶν· ὃ καὶ θάμβος πᾶσι παρεῖχεν. ἐπεὶ δ᾿ ἀναισχύν- 
 τως τοὺς Λατίνοις τοῖς τείχεσι πελάζοντας ἑώρα καὶ τὸ
συμφέρον βουλευομένῳ μὴ ὑπείκοντας, τὰ μὲν πρῶτα μεταπεμψάμενος
τὸν γαμβρὸν αὐτοῦ Νικηφόρον τὸν ἐμὸν Καίσαρα
παρεκελεύσατο ἄνδρας πολεμικωτάτους ἀναλαβόμενον
καὶ τοξείας εἰδήμονας τοῦ τείχους ἄνωθεν καταστῆσαι, 
 παρεγγυησάμενος συχνοὺς μὲν ὀϊστοὺς κατὰ τῶν Λατίνων
πέμπειν, μὴ κατὰ σκοποῦ δέ, ἀλλὰ διαμαρτάνειν τὰ πλείω,
ὡς μόνον ἐκφοβεῖν τῇ πυκνότητι τῶν βελῶν, ἀναιρεῖν δὲ
μηδαμῶς. ἐδεδίει γάρ, ὡς ἄνωθεν εἴρηται, τὸ τῆς ἡμέρας
σεβάισμιον καὶ τὸν ἐμφύλιον φόνον οὐκ ἤθελεν. φέρους δὲ 
τῶν ἐκκρίτων ἡγεμόνας * τοὺς πλόους μὲν τόξα φέροντας,
τοὺς δέ ἔγχεα μακρὰ ἐναπαλισαμένους τὴν κατὰ τὸν ἅγιον
 
Pωμανὸν πύλην ἀναπετάσαντας σφοδρὰν ἐνδείξασθαι κατ᾿ 
αὐτῶν τὴν ὁρμὴν ἐκέλευε τοιαύτην καταστησαμένους τὴν
ταράταξιν, * ἕκαστον τῶν τὰ δόρατα φερόντων ἐξ ἱκατέρου
μέρους ὑπὸ δύο φυλάττεσθαι πελταστῶν· οὕτω δὲ ἑαυτοὺς 
 κταστήσαντας αὐτοὺς μὲν βραδεῖ ποδὶ στείχειν, ὀλίγοις δέ
τινας τῆς τοξείας εἰδήμονας κατὰ τῶν Κελτῶν προεκπέμπειν
πόρρωθεν μὲν τοὺς ὀϊστοὺς βάλλοντας καὶ ἐφ᾿ ἑκάτερα πυκνὰ
περιστρεφουένοις, ἐπὰν δέ τὸ μεσαίχμιον ἀποστενωθὲν θεάσοιντο,
τηνικαῦτα τοῖς συνεφεπομένοις αὐτοῖς τοξόταις παρακελευσαμένους
 πυκνοὺς ἐκπέμψαι τοὺς ὀϊστοὺς κατὰ τῶν
ἵππων οὐ τῶν ἐποχουμένων, ὅλας ἡνίας κατὰ τῶν Λατίνων
λῦσαι, τὸ μὲν ἵνα τῶν ἵππων πληττομένων ἀποπαύηται τὸ
πολὺ τῆς ὁρμῆς τῶν Κελτῶν καὶ μὴ ῥᾳδίως κατὰ τῶν
Ρωμαίων ἱππάζωνται, τὸ δέ τι, ὃ καὶ μᾶλλον, ἵνα μὴ Χρισ- 
 τιανοὶ κτείνωνται. ἐκθύμως τοίνυν τὸ βασιλικὸν ἀπεπλήρουν
πρόσταγμα καὶ τὰς πύλας ἀναπετάσαντες καὶ ποτὲ μὲν
τοὺς ῥυτῆρας κατ᾿ αὐτῶν ἐνδιδόντες, ποτὲ δὲ τοὺς ἵππους
ἀνασειράζοντες κτείνουσι μὲν πολλούς, ὀλίγοι δ᾿ ἐξ αὐτῶν
κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἐτρώθησαν. οὗτοι μὲν οὖν ἐρρέσθων·
 ῥ δ᾿ ἐμὸς δεσπότης ὁ Καῖσαρ ἀναλαβόμενος, ὡς εἴρηται,
βαρβάροις ἐπιτοξαζόμενος. καὶ πάντες μὲν εἶχον τοξα καὶ
 
εὔστοχα καὶ εὐθυβολώτατα· νεανίαι γὰρ ἦσαν σύμπαντες
οὐχ ἥττους τοῦ Ὁμηρικοῦ Τεύκρου εἰς τοξικὴν ἐμπειρίαν.
 τὸ δὲ τόξον τοῦ Καίσαρος Ἀπόλλωνος ἢν ἄρα τόξον αὐτόχρημα·
οὐδέ γὰρ κατ’ ἐκείνους τοὺς Ὁμηρικοὺς Ἕλληνας
νευρὴν μὲν μαζῷ, τόξῳ δὲ σίδηρον ἦγέ τε καὶ ἐφήρμοττε 
κυνηγετῶν ἀρετὴν ἐνδεικνύμενος κατ’ ἐκείνους, ἀλλ’ ὥσπερ
τις Ἡρακλῆς ἐξ ἀθανάτων τόξων θανασίμους ἀπέπεμπεν
ὀϊστοὺς καὶ οὗπερ ἂν στοχάσαιτο κατευστοχῶν, εἰ μόνω
 θελήσειε. καὶ γὰρ καὶ ἐν ἄλλοις καιροῖς, ὁπηνίκα καιρὸς
ἀγῶνος καὶ μάχης παρῆν, ὅντινα καὶ σκοπὸν ἔθετο, 
εὐθὺς οὐκ ἄστοχον ἔβαλλε, καὶ ᾧ ἂν μέρει ἐπετοξάσατο,
κατ’ ἐκείνου τοῦ μέρους εὐθὺς ἐτίτρωσκεν ἀεί· οὕτως ἰσχυρὸν
ἔτεινε τόξον ἐκεῖνος καὶ βέλος ἠφίει ὀξύτατον κἀν τῇ
 τοξείᾳ δὲ καὶ ὑπέρ τὸν Τεῦκρον αὐτὸν καὶ τοὺς Αἴαντας
φαινόμενος. ἀλλὰ καίπερ τοιοῦτος ὢν δεδιὼς τὸ τῆς αὐτῶι 
ἡμέρας αἰδέσιμον καὶ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος παραγγελίαν
ἐγκάρδιον ἔχων ἔτεινε μέν τόξον ἰταμῶς τούτους καὶ ἀλόγως
 τοῖς τείχεσι πελάζοντας ὁρῶν καὶ ἀσπίσι καὶ κυνέῃ
ἑαυτοὺς περιφράττοντας καὶ τὸ βέλος ἐτίθετο τῇ νευρᾷ, ἀλλ᾿
ὅμως ἄστοχα θέλων ἔβαλλεν, ὅπου μὲν εἴσω πέμπων, ὅπου 
δέ καὶ ὑπερπέμπων. κἂν δέ διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἡμέραν
 
ὑπεστέλλετο εὐστόχως κατὰ τῶν Λατίνων βαλεῖν, ἀλλ’ ἐπεὶ
Λατῖνός τις ἰταμὸς καὶ ἀναίσχυντος οὐ μόνον κατὰ τῶν
ἄνωθεν ἱσταμένων πυκνοὺς ἐξέπεμπεν ὀϊστούς, ἀλλὰ καὶ τῇ
ἰδίᾳ διαλέκτῳ πολλὰ φωνῶν ὑβρίζειν ἐδόκει, τείνει μὲν κατ’
 αὐτοῦ ὁ Καῖσαρ τὸ τόξον. τοῦ δ’ οὐχ ἅλιον βέλος ἔκθορε
χειρὸς, ἀλλὰ διέτρησε μέν τὸν θυρεόν, τὸν δὲ φολιδωτὸν
θώρακα σὺν αὐτῷ διελὼν τῷ βραχίονι τῇ πλευρᾷ τὸ βέλος 
περιέπειρεν. ὁ δ’ εὐθὺς ἄφωνος ἔκειτο χαμᾶζε κατὰ τὸν
ποιητήν, φωνὴ δ’ οἰωνὸν ἡκε τῶν μέν ἐπαγαλλομένων
 τῷ Καίσαρι, τῶν δέ ἐπὶ τῷ πεπτωκότι ὀλοφυρομένων.
καρτερῶς οὖν αὖθις τῶν τε ἱππέων ἐκεῖθεν μαχομένων
τῶν τε ἐν τοῖς τείχεσιν ἱσταμένων βαρὺς καὶ δεινὸς ἐξ
ἀμφοτέρων ἀνερριπίζετο πόλεμος. ἐπιβαλὼν δ’ αὖθις ὁ
αὐτοκράτωρ τὰς ἰδίας δυνάμεις εἰς φυγὴν τὰς τῶν Λατίνων
 προὐτρέψατο φάλαγγας. τῇ δέ μετ’ αὐτὴν ἀπελθὼν ὁ
Οὐβος συνεβούλευε τῷ Γοντοφρὲ τῷ τοῦ βασιλέως ὑπεῖξαι
θελήματι εἰ μὴ καὶ δευτέραν βούλοιτο τῆς τούτου περὶ τὰ
πολεμικὰ ἐμπειρίας πεῖραν λαβεῖν, καὶ ὀμωμοκέναι καθαρὰν 
πίστιν φυλάττειν αὐτῷ. ὁ δὲ πολλὰ τοῦτον κατεμέμφετο
 λέγων “σὺ ὡς βασιλεὺς τῆς ἰδίας ἐξεληλυθὼς χώρας μετὰ
τοσούτου πλούτου καὶ στρατεύματος νῦν ἐξ ὕψους τοσούτου
 
εἰς δούλου τάξιν ἑαυτὸν συνήλασας· εἶτα ὡς μέγα τι κατωρθωκὼς
κἀμοὶ τοιαῦτα συμβουλεύων ἥκεις;” ὁ δέ “ἐχρῆν
μὲν ἡμᾶς” ἔφη “ἐν ταῖς ἰδίαις προσμένειν χώραις καὶ τῶν
ἀλλοτρίων ἀπέχεσθαι· ἐπεὶ δὲ μέχρις ὧδε κατήλθομεν, πολ-
 λῆς τῆς τοῦ βασιλέως κηδεμονίας δεόμενοι, εἰ μὴ τοῖς αὐτοῦ 
πειθόμεθα λόγοις, οὐκ ἀγαθὰ ἡμῖν συμβήσεται”. ὡς
δὲ κενὸν τὸν Οὖβον ἐκεῖθεν ἐξέπεμψε πληροφορηθεὶς ὁ
βασιλεὺς καὶ τοὺς ὄπισθεν ἐρχομένους ἐγγίζειν ἤδη κόμητας,
ἀποστείλας τῶν ἡγεμόνων ἐκκρίτους τινὰς μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς
δυνάμεων ἐπέσκηψεν αὖθις συμβουλεύσασθαι αὐτῷ καὶ καταναγκάσαι 
διαπερᾶσαι. τούτους οἱ Λατῖνοι θεασάμενοι καὶ μηδὲ
μικρὸν ἀναμείναντες μήτε μὴν τὸ τί ἂν βούλοιντο ἐπερωτήσαντες
πρὸς πολέμους καὶ μάχας ἐχώρουν· πολέμου δὲ
ἀναμεταξὺ συρραγέντος ἰσχυροῦ πίπτουσιν ἐξ ἑκατέρου μέρους
 ἱκανοί, τιτρώσκονται δέ καὶ * * * οἱ τοῦ αὐτοκράτορος, 
ὁπόσοι ἀναισχυντότερον αὐτῷ προσέβαλον. ἐκθυμότερον
δέ τούτων μαχομένων τὰ νῶτα οἱ Λατῖνοι ὑπεῖχον. καὶ
οὕτως ὁ Γοντοφρὲ μετ’ οὐ πολὺ τῷ τοῦ βασιλέως ἐστοίχει
θελήματι. προσελθὼν οὖν τῷ βασιλεῖ ἐπωμόσατο ὅνπερ
 ἀπῃτεῖτο ὅρκον, ὥστε ὁπόσας πόλεις καὶ χώρας ἢ φρούρια 
φθάσει κατασχεῖν ὑπὸ τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων τὸ πρῶτον
τελοῦντα, πρὸς τὸν ἐπ’ αὐτὸ τοῦτο παρὰ τοῦ βασιλέως
 
ἀποστελλόμενον ἀρχηγὸ ν παραδιδόναι. ταῦτ᾿ οὖν ἐπομοσάμενος
χρήματά τε τκανὰ λαβὼν ὁμέστιός τε καὶ ὁμοτράπεζος
αὐτῷ γεγονὼς καὶ δαψιλῶς εὐωχηθεὶς διαπεράσας κατὰ τὸν
Πελκάνον ηὐλίσατο. ὁ δέ βασιλεὺς τηνικαῦτα ἐπέσκηψε 
 δαψιλεῖς πανηγύρεις ἐξάγειν αὐτοῖς.

Κατόπιν δὲ τούτου ἐφθακὼς καὶ ὁ ῾Pαοὺλ καλούμενος
κόμης μετὰ πεντεκαίδεκα χιλιάδων ἱππέων τε καὶ πεζῶν
καὶ κατὰ τὴν Προποντίδα περὶ τὴν καλουμένην μονὴν τοῦ
Πατριάρχου σκηνώσας μετὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν κομήτων τοὺς
 λοιποὺς μέχρις αἰτοῦ Σωσθενίου κατέθετο. ὡς δέ καὶ αὐτὸς
τὰ αὐτὰ τῷ Γοντοφρέ φρονῶν ἀνεβάλλετο τέως τὴν τῶν
ὄπισθεν ἐρχομένων ἀπεκδεχόμενος ἔλευσιν, ὁ βασιλεὺς στοχαζόμενος
τοῦ μέλλοντος ἐδεδίει τὴν τούτων ἄφιξιν καὶ 
αὐτῶν χειρὶ καὶ γνώμῃ τὴν διαπεραίωσιν ἐπέσπευδεν.
 ἀποστείλας τοίνυν τὸν Ὦπον μετεκαλεῖτο (εὐσθενὴς δέ
οὗτος φρονήσει καὶ τῇ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐμπειρίᾳ μηδεὸς
ἀποδέων) καὶ ἐπειδὴ παρῆν μεθ᾿ ἑτέρων γενναίων
ἀνδρῶν διὰ τῆς ἠπείρου πρὸς αὐτὸν ἐξέπεμψε παρωκελευσάμενος
καταναγκάσαι τούτου τὴν διαπεραίωσιν. ἐπεὶ δὲ 
 τοῦτον ἑώρα τῷ βασιλικῷ μηδαμῶς ὑπείκοντα προστάγματι,
ἀλλ᾿ ἀναισχυντοῦντα καὶ πολλὰ κατὰ τοῦ βασιλέως φρυαττόμενον,
ὁπλισάμενος παρετάξατο μορμολυττόμενος τάχα τὸν
 

 
βάρβαρον καὶ διὰ τοῦτο οἰόμενος πείσειν αὐτὸν πρὸς τὴν
περαίαν διαπλωΐσασθαι. ὁ δὲ θᾶττον ἢ λόγας μετὰ τῶν
συνόντων αὐτῶ Κελτῶν παραταξάμενος ὡς λέων ἐχάρη μεγάλῳ
ἐπὶ σώματι κύρσας καὶ τηνικαῦτα μετὰ τοῦ Ὤπου
μέγαν συνίστησι πόλεμον. καταλαβὼν δὲ καὶ ὁ Πηγάσιος 
διαπόντιος, ἐφ᾿ ᾧ τούτους διαπερᾶν, καὶ θεασάμενος τὴν
 κατὰ τὴν ἤπειρον μάχην καὶ τοὺς Κελτοὺς ἰταμώτερον τῷ
῾Ρωμαϊκῷ στρατεύματι προσβάλλοντας, τῶν νηῶν ἐξεληλυθὼς
ἐξ ὀπισθίων προσβάλλει καὶ αὐτὸς τοῖς Κελτοῖς. ἀναιροῖνται
ται τοίνυν τηνικαῦτα πολλοί· πλεῖστοι δὲ καὶ τιτρώισκονται. 
καὶ οὕτως οἱ σωθέντες ἀνακαλοῦνται τὴν διαπεραίωσιν. ὁ
δέ βασιλεύς, μηχανικώτατος ὢν ἀνήρ, σκεψάμενος μὴ τῷ
Γοντοφρὲ ἑτνωθέντες καὶ τὰ συμβάντα τούτοις ἀφηγησάμενοι
τοῦτον κατ᾿ αὐτοῦ ἐρεθίσωσι, τὴν αἴτησιν τούτων ἀσμένως
δεξάμενος ἐν πλοίοις τούτους ἐνίησι καὶ διαποντίους πρὸς 
τὸν τοῦ σωτῆρος τάφον ἐκπέμπει, τοῦτο καὶ αὐτῶν ἐδκιτησαμένων.
ἀποστέλλει δὲ καὶ πρὸς τοὺς ἐλπιζομένους κό-
 μητας καὶ φιλοφροσύνης μηνύει ῥήματα χρηστὰς αὐτοῖς
ἐλπίδας διδούς. οἱ καὶ καταλαβόντες πᾶν τὸ προσταττόμενον
προθύμως ἐπλήρουν. τοιαῦτα μὲν οὖν καὶ τὰ τοῦ 
κόμητος ῾Ραούλ. ἀναριθμήτου δέ καὶ ἑτέρου πλήθους ὄπισθεν
ἐρχομένου συμμίγδην ἐξ ἁπασῶν μικροῦ τῶν Κελτικῶν
 
χωρῶν συνειλεγμένου μετὰ τῶν ἀγόντων αὐτοὺς ἡγεμόνων,
ῥηγῶν τε καὶ δουκῶν καὶ κομήτων καὶ αἰτῶν ἐπισκόπων,
ἀποστέλλων ὁ αὐτοκράτωρ φιλοφρόνως αὐτοὺς ὑπεδέχετο καὶ
ἐπιεικείας ἐξέπεμπε λόγους, ὁποῖος ἐκεῖνος δεινὸς τὸ μέλλον 
 προμηθεύσασθαι καὶ προαρπάσαι τὸ συμφέρον. ἐπισκήπτει
δὲ καὶ τὰ ζωαρκῆ τούτοις ἐρχομένοις ἐπιχορηγεῖν τοῖς ἐπ’
αὐτὸ τοῦτο τεταγμένοις, ὡς μὴ λαβὴν αὐτοὺς τὸ παράπαν 
ἐσχηκέναι μηδ’ ἐξ οἵας οὖν αἰτίας. οἱ δὲ πρὸς τὴν μεγαλόπολιν
ἠπείγοντο. τάχα δέ εἶπέ τις οὐρανοῖ ἀστέρας εἶναι
 τούτους ἥ ψάμμον παρὰ τῷ χείλει τῆς θαλάσσης ἐκκεχυμένην.
ἦσαν γὰρ ὅσα φύλλα καὶ ἄνθεα γίγνεται ὥρῃ καθ’
Ὅμηρον τῇ Κωνσταντίνου πελάζειν ἤδη κατεπειγόμενοι. τὰς
δέ τῶν ἡγεμόνων κλήσεις καὶ προθυμουμένη περ ἐξειπεῖν 
οὐ βούλομαι. ναρκᾷ γάρ μοι ὁ λόγος τὸ μέν τι βαρβαρικὰς
 φωνὰς ἀπαγγέλλειν ἀδυνατούσῃ διὰ τὸ ἄναρθρον, τὸ δέ τι
καὶ πρὸς τὸ πλῆθος ἐκείνων ἀποβλεπούσῃ. καὶ ἵνα τί
τοσοήτου πλήθους κλήσεις ἀπαριθμεῖσθαι πειρώμεθα, οἶς
καὶ οἱ τότε παρόντες ἀκηδίας ἐπληροῦντο ὁρῶντες; ὡς οὖν
τὴν μεγαλόπολιν κατέλαβον, κατατίθενται τὰ τούτων στρατεύματα
 ἐπισκήψει τοῦ αὐτοκράτορος ἀποῦ τῆς μονῆς
Κοσμιδίου καὶ μέχρις αὐτοῦ διήκοντα ῾Ιεροῦ. οὐκ ἐννέα δὲ
 
κήρυκες, καθάπερ ποτὲ τὸ Ἑλληνικόν, τούτους βοόωντες
 ἐρήτυον, ἀλλ’ ἱκανοὶ καὶ γενναῖοι ὁπλῖται οἱ τούτοις ἐφεπόμενοι
τοῖς τοῦ αὐτοκράτορος κελεύσμασιν ὑπείκειν ἀνέπειθον.
τούτους δὲ ὁ βασιλεὺς βουλόμενος ὑπὸ τὸν τοῦ Γοντοφρὲ
συνελάσαι ὅρκον διῃρημένως προσεκαλεῖτο ἰδίᾳ 
προσομιλῶν, ἅττα καὶ βούλοιτο, καὶ τοῖς εὐγνωμονεστέροις
χρώμενος μεσασταῖς τῶν ἀπειθεστέρων. ἐπεὶ δ’ οὐκ ἐπείθοντο
τὴν τοῦ Βαϊμούντου καραδοκοῦντες ἔλευσιν, ἀλλὰ
ποικίλους τρόπους εὑρίσκοντες ἐξαιτήσεων ἄλλ’ ἄττα προσαπαιτοῦντες
 ἦσαν, ὁ βασιλεὺς τὸ παρ’ αὐτῶν προτιθέμενον 
ῥᾷστα διαλύων καὶ παντοίως τούτους μετελθὼν συνήλασεν
εἰς τὸν τοῦ Γοντοφρὲ ὅρκον μεταπεμψάμενος καὶ αὐτὸν
ἀπὸ τοῦ Πελεκόνου ἐπὶ τῷ παρεῖναι τοῦ ὅρκου τελουμένου
διαπόντιον. πάντων οὖν συνεληλυθότων καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ
Γοντοφρέ, ἐπεὶ καὶ ὁ ὅρκος ἤδη τετέλεστο ὑπὸ πάντων 
τῶν κομήτων, τολμήσας τις εὐγενὴς εἰς τὸν σκίμποδα τοῦ
βασιλέως ἐκάθισεν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἠνείχετο τούτου μηδέν
 τι φθεγξάμενος, πάλαι τὴν ἀγέρωχον τῶν Λατίνων φύσιν
εἰδώς. προσελθὼν δὲ ὁ κόμης Βαλδουῖνος καὶ ἁψάμενος
αἰτοῦ τίς χειρὸς ἤγειρεν ἐκεῖθεν καὶ πολλὰ καταμεμψάμενος 
ἔφη “οὐκ ἐξῆν σοι τοιοῦτον ἐνταῦθα ποιῆσαι δουλείαν
τῷ βασιλεῖ καὶ ταῦτα ὑποσχομένῳ· οὐδὲ γὰρ ἔθιμον τοῖς
 
βασιλεῦσι Ῥωμαίων συνέδρους ἔχειν τοὺς ὑπ’ αὐτούς· δούλους 
δὲ ὀμότας τῆς αὐτοῦ βασιλείας γεγονότας χρὴ καὶ
τὰ ἔθη τῆς χώρας τηρεῖν’’. ὁ δὲ πρὸς μέν τὸν Βαλδουῖνον
ἐφθέγξατο οὐδέν, δριμύτερον δὲ ἐνατενίσας τῷ βασιλεῖ πρὸς 
 ἑαυτὸν τῇ οἰκείᾳ διαλέκτῳ λόγους τινὰς ἀπεφθέγξατο λέγων
“ἴδε, ποῖος χωρίτης κάθηται μόνος παρισταμένων αἰτῶ
τῶν τοιούτων ἡγεμόνων”. οὐδ’ ἡ κίνησις τῶν χειλέων τοῦ
Λατίνου τὸν βασιλέα διέλαθε· καλέσας δ’ ἵνα τῶν τὴν Λατινικὴν
διάλεκτον μεθερμηνευόντων ἠρώτα περὶ τῶν λεχθέντων.
 ἀκούσας δὲ τὰ παρ’ αἰτοῖ ῥηθέντα οὐδὲν μὲν τέως
πρὸς τὸν Λστῖνον εἰρήκει, ἐτήρει δ’ ὅμως τὸν λόγον παρ’
ἑαυτῷ· συντασσομένων δέ τῷ βασιλεῖ πάντων μετεκαλεῖτο 
τὸν ὑψηλόφρονα Λατῖνον ἐκεῖνον καὶ ἀναιδῆ καὶ ἐπυνθάνετο,
τίς τέ ἐστι καὶ ὅθεν ὥρμηται καὶ ἐκ ποίου γένους. ὁ
δὲ “Φράγγος μέν εἰμι καθαρός’’ ἔφη “τῶν εὐγενῶν· ἒν δέ
ἐπίσταμαι, ὅτι ἐν τριόδῳ τῆς χώρας , ὅθεν αὐτὸς ὥρμημαι,
τέμενός ἐστι πάλαι οἰκοδομηθέν, ἐν ᾧ πᾶς ὁ προθυμούμενος
μόνος πρὸς μόνον μάτη ἀναδήσασθαι εἰς μονομάχου
τάξιν ἑαυτὸν καταστήσας προσερχόμενος βοήθειαν μέν τὶν
 τοῦ θείου ἐκεῖθεν αἰτεῖται, βραδύνει δέ τὸν κατ’ αἰτοῦ τολμήσαντα
ἀπεκδεχόμενος. καθ’ ἥν τρίοδον ἐχρόνισα καὶ αὐτὸς
σχολάζων καὶ ζητῶν τὸν μετ’ ἐμοῦ μαχεσόμενον· ὁ δέ
τοῦτο τολμήσων οὐδαμοῦ.’’ ταῦτα ὁ βασιλεὺς ἀκηκοὼς ἔφη 
 
“εἰ πόλεμον τότε ζητῶν οὐχ εὗρες, πάρεστί σοι καιρὸς ὁ
πολλῶν σε πολέμων ἐμπλήσων· παρεγγυῶμαι δέ σοι, μήτε
πρὸς οὐραγίαν μήτε πρὸς λοχαγίαν ἵστασθαι φάλαγγος,
ἀλλὰ τὸ μέσον ἔχειν τῶν ἡμιλοχιτῶν· ἐπιστήμην γὰρ τῆς
μεθόδου τῶν πολέμων τῶν Τούρκων ἐκ μακροῦ ἔσχηκα”. 
οὐκ αὐτῷ δέ μόνῳ ταῦτα συνεβούλευεν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις
πᾶσιν ὁπόσα τούτοις συναντήσειν ἔμελλεν ἀπερχομένοις
κατὰ τὴν ὁδὸν προλέγων παρηγγυᾶτο μὴ ἀκρατῶς διώκειν,
ὁπηνίκα τὴν νίκην αὐτοῖς κατὰ τῶν βαρβάρων δοίη θεός,
ἵνα μὴ τοῖς ἐνεδρεύουσι λοχαγοῖς περιπίπτοντες ἀναιρῶνται.

Ἀλλὰ ταῦτα μέν τὰ κατὰ τὸν Γοντοφρὲ καὶ ῾Ραοὺλ
καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς συνεπομένους αὐτοῖς. ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος
μετὰ τῶν ἄλλων κομήτων καταλαβὼν τὸν Ἄπρον
καὶ μήτ’ ἐξ εὐγενῶν φύντα ἑαυτὸν ἐπιγινώσκων μήτε δυνάμεις
πολλὰς συνεπαγόμενος δι’ ἣν εἶχε σπάνιν τῶν χρημάτων, 
τὴν τοῦ αὐτοκράτορος βουλόμενος ἐπισπάσασθαι εὔνοιαν,
ἅμα δέ καὶ συγκαλύψαι τὰ κατ’ αὐτὸν ἐθέλων, μετὰ δέκα καὶ
μόνων Κελτῶν προεξελθὼν τῶν ἄλλων κομήτων ἔσπευσε
καταλαβεῖν τὴν βασιλεύουσαν. ὁ δὲ βασιλεὺς τὰς αὐτοῦ
μηχανὰς γινώσκων καὶ τὸ ὕπουλον καὶ ἐνεδρευτικὸν αὐτοῦ 
ἦθος ἐκ μακροῦ ἐπιστάμενος ἔσπευσε πρὸ τοῦ καὶ τοὺς
 ἄλλους καταλαβεῖν κόμητας ὁμιλῆσαί τε καὶ ἀκοῦσαι τῶν
παρ’ αὐτοῦ λεγομένων καὶ πεῖσαι πρὸ τῆς ἐκείνων ἀφίξεως
 

 
διαπερᾶσαι, ἵνα μὴ ἑνωθεὶς μετ᾿ αὐτῶν καταλαμβανόντων
ἤδη καὶ τὰς ἐκείνων διαστρέψειε γνώμας. εἰσελθόντι δὲ
ἱλαρὸν εὐθὺς ἐνατενίσας τὰ κατὰ τὴν ὁδοιπορίαν ἐπυνθάνετο
καὶ ὅπου τοὺς κόμητας κατέλιπε. τοῦ δὲ ἅπαντα διασαφήσαντος
 αὐτῷ, ὡς εἶχε γνώμης, ἀστεϊζόμενος ὁ βασιλεὺς καὶ
τῶν κατὰ τὸ Δυρράχιον καὶ τὴν Λάρισσαν τετολμημένων
παρ᾿ αὐτοῦ ἀναμιμνήσκει τηνικαῦτα καὶ τῆς ἔχθρας ἐκείνης.
ὁ δὲ πρὸς αὐτὸν ἔλεγεν ὡς “ἔγωγε κἂν ἐχθρὸς κἂν πολέμιος
τοτ᾿ ἦν, ἀλλὰ νῦν αὐτόμολος ἥκω φίλος τῆς σῆς βασι- 
 λείας”. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ διὰ πολλῶν μετελθὼν αὐτὸν καὶ 
ἀκροθιγῶς πως ἀποπειράσας τὸν αὐτοῦ λογισμόν ἐπεὶ διέγνω
κατανεύσαντα τοῦτον ὅρκια πιστὰ δοῦναι πρὸς αὐτὸν
ἔφη “τὰ νῦν μὲν κεκοπιακότα σε ἀπὸ τῆς ὁδοιπορίας χρὴ
ἀπελθόντα διαναπαύσασθαι, ἐς νέωτα δὲ περὶ ὧν βουλόμεθα
 ὁμιλήσομεν”. ἀπελθόντι οὖν εἰς τὸ Κοσμίδιον, οὗπερ
τὰ τῆς κατοικίας αὐτῷ προηυτρέπιστο, τράπεζα τούτῳ παρατίθεται
δαψιλὴς παντοίων ὅψων καὶ ἐδεσμάτων μεστή. εἶτα
καὶ ὠμὰ κρέα χερσαίων τε καὶ πτηνῶν ζώων προσενεγκόντες
οἱ ὀψοποιοὶ ἔφασαν “ἡμῖν μέν τὰ ὄψα, ὡς ὁρᾷς, ηὐτρέπισται 
 κατὰ τὸ σύνηθες· εἰ δὲ μὴ ἀρεστά σοι ταῦτα, ἰδοὺ καὶ ὠμὰ
καὶ κατασκευασθήτωσαν καθά γε βούλει”. οὕτω γὰρ παρὰ
τοῦ αὐτοκράτορος κατασκευάσαι τε καὶ εἰπεῖν ἐντεταλμένον
 
αὐτοῖς ἦν. καὶ γὰρ ὁποῖος ἐκεῖνος δεινὸς ἤθους καταστοχάσασθαι
ἀνδρός, δεινὸς εἰς καρδίαν βάψαι καὶ λογισμοὺς
θηρᾶσαι ἀνθρώπου, τὸ τοῦ ἀνδρὸς ἐπιστάμενος δύσνουν καὶ
κακόηθες ἐστοχάσατο τοῖ ὄντος. ἵν᾿ oὖv μὴ ὑποψίαν τινὰ
κατ᾿ αὐτοῦ σχοίη, καὶ τὰ ὠμὰ κρέα ἐν ταὐτῷ προσενεχθῆναι 
 αὐτῷ προσέταξε διαλύων τάχα τὴν ὑποψίαν. οὐκ ἠστόχει
δέ τοῦ σκοποῦ. ὁ γὰρ δεινὸς Βαϊμοῦντος τῶν μὲν ὄψων
οὐ μόνον ἀπογεύσασθαι ὅλως, ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἄκροις δακτύλοις
προσψαῦσαι ἠνέσχετο, ἀλλ᾿ ἀπώσατό τ᾿ εὐθὺς καὶ μηδενί τι
τῆς ὑποδραμούσης αὐτὸν ὑτπονοίας ἐμφήνας τοῖς παρεστῶσι 
πάντα διένειμε, τῷ μὲν φαινομένῳ φιλοφρονεῖσθαι τούτοις
ὑποκρινόμενος, τῇ δ᾿ ἀληθείᾳ, εἴ τις καλῶς σκοποίη, θανά-
του κρατῆρα κεράσας αὐτοῖς. οὐδὲ τὸν δόλον ἐπέκρυπτε·
τοσοῦτον καταφρονητικῶς περὶ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν διέκειτο. τὰ
μὲν ὠμὰ κρέατα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἐνεμαμέντς τοῖς ἰδίοις 
 ὀψοποιοῖς κατασκειάσαι ἐπέταττε. τῇ μετ᾿ αὐτὴν δὲ τοὺς
τὰ ὄψα ἐκεῖνα ἐδηδοκότας ἐπυνθάνετο, ὅπως αὐτοὺς διέθεντο.
τῶν δέ “καὶ λίαν καλῶς” εἰρηκότων καὶ ὡς μηδέ
τῆς τυχούσης αἰσθέσθαι βλάβης, ἀποκαλυψας αὐτοῖς τὸ
ἀπόρρητον ἔφη ὡς “ἔγωγε μεμνημένος τῶν μετ᾿ αὐτοῦ 
πολέμων καὶ τῆς μάχης ἐκείνης ἐδεδίειν, μὴ τὸν ἐμὸν ἴσως
 
ἐξαρτύσῃ θάνατον, θανάσιμόν τι φάρμακον τοῖς ὄψοις ἐπεμβαλών”.
τοιαῦτα μὲν τὰ τοῖ Βαϊμούντου. ἐγὼ δ’ οὔποτε
πονηρὸν ἐθεασάμην μὴ τοῦ ὀρθῶς τι ποιεῖν πόρρω που
ἐν πᾶσι λόγοις καὶ πρακτέοις θέοντα · ὁπηνίκα γάρ τις τῆς
 μεσότητος ἐκσταίη, πρὸς ὁπότερον ἂν τῶν ἄκρων νεύσειε,
πόρρωθεν τῆς ἀρετῆς ἕστηκε. μεταπεμψάμενος οὖν τὸν Βαϊμοῦντον
ὁ βασιλεὺς τὸν συνήθη τοῖς Λατίνοις καὶ ἐξ αὐτοῦ 
ἐζήτει ὅρκον. ὁ δέ τὰ ἑαυτοῦ ἐπιστάμενος καὶ ὅτι οὔτε ἐκ προγόνων
περιφανῶν ἐγεγόνει οὔτε χρημάτων εὐπορίαν εἶχε καὶ
 διὰ τοῦτο οὐδὲ δυνάμεις πολλάς, ἀλλὰ μετρίοις πάνυ τοὺς
συνεπομένοις αὐτῷ Κελτούς, καὶ ἄλλως δὲ φύσει ἐπίορκος
ὤν, μάλα προθύμως τῷ τοῦ αὐτοκράτορος ὑπεῖξε θελήματι.
κᾷθ’ οὕτως ὁ βασιλεὺς περὶ τὰ βασίλεια οἰκίσκον τινὰ ἀφορίσας 
εἰς τοὔδαφος κατέστρωσε παντοῖον εἶδος χρημάτων,
 * καὶ ἀμφίων χαράγματός τε χρυσίου καὶ ἀργύρου καὶ τῆς
κατωτέρω ὕλης τοσοῦτον πληρώσας τὸ οἴκημα, ὡς μηδὲβαδίζειν
δύνασθαί τινα τῷ πλήθει τούτων συμποδιζόμενον· 
τῷ δὲ μέλλοντι ὑποδεῖξαι ταῦτα τῷ Βαϊμούντῳ ἐπέταττεν
ἀθρόον τὰς πύλας ἀναπετάσαι. ὁ δὲ ἐπὶ τῇ τούτων θέᾳ
 ἐκπλαγείς φησιν “εἰ τοσαῦτά μοι προσῆν χρήματα, πολλῶν
ἂν χωρῶν κύριος πάλαι ἐγεγόνειν αὐτός’’. καὶ ὅς “ταῦτά
 
σοι τὴν σήμερον ἀποχαρίζεται ἅπαντα ὁ βασιλεύς’’. ὁ δέ
περιχαρῶς ταῦτα δεξάμενος καὶ εὐχαριστήσας ἀπῄει ἀναπαυθησόμενος
οὗ κατέλυσεν. ἀποκομισθέντων δέ τούτων
 αὐτῷ, μεταβαλὼν ὁ πρὶν τεθαυμακὼς ἔφη “οὐδέποτε τοιαύτην
ἀτιμίαν ἔσεσθαί μοι ἀπὸ τοῦ βασιλέως ἤλπισα· λαβόντες 
οὖν ταῦτα ἀπαγάγετε τῷ πέμψαντι’’. ὁ δὲ βασιλεὺς
 τὸ φύσει παλίμβουλον τῶν Λατίνων γινώσκων τὸν δημώδη
λόγον ἀντέφησε “κακὸν πρᾶγμα πρὸς τὸν ἴδιον ἐπανερχέσθω
αὐθέντην’’. τοῦτο ὁ Βαϊμοῦντος ἀκούσας καὶ τοὺς ἀποκομίσοντας
ἐπιμελῶς ἀναζητοῦντας αὖθις αὐτὰ ὁρῶν μεταβαλὼν 
ὁ πρὶν ἀποπεμπόμενος ταῦτα καὶ ἀχθόμενος ἐπὶ τούτοις
ἱλαρὸν βλέμμα τοῖς ἀποκομισταῖς ἐδείκνυ καθάπερ τις
πολύπους μετασχηματιζόμενος ἐν βραχεῖ. φύσει μὲν γὰρ ἦν
ὁ ἀνὴρ πονηρὸς καὶ ὀξὺς πρὸς τὰ συμπίπτοντα, πονηρίᾳ
καὶ ἀνδρείᾳ τοσοῦτον ὑπερέχων ἁπάντων τῶν τότε διερχομένων 
Λατίνων, ὁπόσον δυνάμεσί τε καὶ χρήμασιν ἥττητο·
ἀλλὰ καὶ ὡς πάντων ἐκράτει κακεντρεχείας περιουσίᾳ, τὸ δέ
 παλόμβουλον ὡς φυσικόν τι τῶν Λατίνων παρακολούθημα
παρείπετο καὶ αὐτῷ. τὰ γοῦν χρήματα ὁ ἀπωθούμενος
περιχαρῶς τηνικαῦτα ἐλάμβανε. δύσνοις γὰρ ὢν τὴν γνώμην, 
ἐπεὶ μηδὲ χώραν ὅλως κεκτημένος τῆς ἐνεγκαμένης ἐξῄει
 
τῷ μὲν φαινομένῳ χάριν τῆς τοῦ ἁγίου τάφου προσκυνήσεως,
τῇ δ’ ἀληθείᾳ ἀρχὴν ἑαυτῷ περιποιήσασθαι προμηθευόμενος
καὶ μᾶλλον, εἰ γένοιτό οἱ, καὶ αὐτῆς τῆς βασιλείας
῾Ρωμαίων ἐπιδράξασθαι χρωμένῳ ταῖς τοῦ πατρὸς
 ὑποθημοσύναις καὶ πάντα κάλων τὸ τοῦ λόγου κινοῦντι,
πολλῶν ἐδεῖτο χρημάτων. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τὸ δύσνουν 
καὶ κακόηθες αἰτοῦ ἐπιστάμενος ἔσπευδε τὰ συναιρόμενα
πρὸς τοὺς ὑποτυφομένους αὐτῷ λογισμοὺς εὐφυῶς περιαιρεῖν.
διὸ καὶ τὸ δομεστικάτον αἰτούμενος τῆς ἀνατολῆς οὐκ
 ἔτυχε τῆς αἰτήσεως πρὸς Κρῆτα κρητίζων. δεδιὼς γὰρ ὁ
βασιλεύς, μὴ ἐξουσίας δραξάμενος καὶ δι’ αὐτῆς δουλαγωγήσας
τοὺς κόμητας ἅπαντας ῥᾳδίως περιάγοι τοῦ λοιποῦ, ὅπη βουλητὸν
αἰτῶ ἐστι, μὴ θέλων τε τὸν Βαϊμοῦντον ὑπονοῆσαι
ὅλως, ὅτι ἤδη πεφώραται, ἐλπίσι χρησταῖς αὐτὸν ὑποσαίνων
 ἔφη “τούτου μὲν καιρὸς οὔπω πάρεστι, διὰ δὲ τῆς σῆς
ἐνεργείας καὶ ὑπολήψεως, ἀλλὰ δὴ καὶ πίστεως μετ’ οὐ πολὺ
καὶ τοῦτο γενήσεται”. ὁμιλήσας τοίνυν αἰτοῖς καὶ παντοίαις 
δωρεαῖς καὶ τιμαῖς φιλοφρονησάμενος τῇ μετ’ ἀίτην αὐτὸς ἐπὶ 
τοῦ βασιλικοῦ καθῆστο θρόνου· μεταπεμψάμενος δὲ αὐτόν
 τε τὸν Βαϊμοῦντον καὶ τοὺς κόμητας ἅπαντας περὶ τῶν κατὰ
τὴν ὁδὸν αἰτοῖς συμβησομένων ὡμίλει βουλευόμενος τὰ
 

 συμφέροντα, ἀναδιδάσκων ἅμα καὶ αἷς εἰώθασιν οἱ Τοῦρκοι
χρήσασθαι μεθοδείαις ἐν ταῖς μάχαις καὶ ὑποτιθέμενος,
ὅπως τε παρατάττεσθαι χρὴ καὶ λόχους καθιστᾶν καὶ μὴ
ἐπὶ πολὺ διώκειν, ὁπηνίκα τούτοις οἱ Τοῦρκοι τὰ νῶτα
διδόασι. καὶ οὕτως διά τε χρημάτων διά τε λόγων καταμαλάξας 
αἰτῶν τὸ ἄγριον καὶ τὰ συνοίσοντα ὑποθέμενος
τὴν διαπεραίωσιν προὐτρέψατο. τὸν δέ γε ᾿Ισαγγέλην ἠγάπα
διαφερόντως διά τε τὸ περιὸν αὐτῷ τοῦ φρονήματος καὶ
τῆς ὑπολήψεως τὸ ἀνόθευτον καὶ τὸ τοῦ βίου καθαρόν,
γινώσκων ἅμα καὶ ὁπόσον αὐτῷ τῆς ἀληθείας μέλει μηδὲν 
ταύτης μηδέποτε προτιμωμένῳ · τοσοῦτον γὰρ ἁπάντων τῶν
Λατίνων ἐν πᾶσι διέφερεν, ὅσον ἀστέρων ἥλιος. διά τοι
τοῦτο παρακατέσχεν αὐτὸν τέως μεθ’ ἑαυτοῦ. ἁπάντων οὖν
συνταξαμένων τῷ αὐτοκράτορι καὶ διὰ τοῦ τῆς Προποντίδος
πορθμοῦ τὸ Δαμάλιον καταλαβόντων ἀνεθεὶς τῆς ἐξ αὐτῶν 
ὀχλήσεως συχνάκις τὸν Ἰσαγγέλην μετεπέμπετο, ἀναδιδάσκων
ἅμα καθαρώτερον τὰ κατὰ τὴν ὁδὸν συμβήσεσθαι μέλλοντα
τοῖς Λατίνοις, παρεγύμνου δὲ καὶ ἣν περὶ τῆς τῶν Φράγγων
γνώμης εἶχεν ὑπόληψιν. ταῦτα πολλάκις ἀποστοματίσας
 τῷ Ἰσαγγέλῃ καὶ τὰς τῆς ψυχῆς οἶον ὑπανοίξας αὐτῷ πύλας 
καὶ πάντα διατρανώσας ἐπέσκηψεν ἀεὶ πρὸς τὴν τοῦ Βαϊ-
 
μούντου ἐγρηγορέναι κακίαν, ἵνα βουλόμενον παρασπονδησαι
ἀπείργῃ τοῦτον τοῦ ἐγχειρήματος καὶ διὰ πάσης μεθόδου
διαλύῃ τὰς ἐκείνου μηχανὰς. ὁ δέ πρὸς τὸν αὐτοκράτορά
φησιν “ἐκ προγόνων καθάπερ τινὰ κλῆρον τὴν ἐπιορκίαν
 καὶ τὸν δόλον ὁ Βαϊμοῦντος κατήμενος, θαῦμα μέγιστον,
εἰ τὰ ὀμωμοσμένα διατηρήσειεν· ἔγωγε δ’ ὅμως ὡς ἐνὸν
σπεύσω τὸ προσταχθὲν ἀεὶ ἀποπληροῦν’’. καὶ συνταξάμενος
τῷ αὐτοκράτορι ἄπεισιν ἑνωθησόμενος τῷ παντὶ στρατεύματι
τῶν Κελτῶν. ὁ μέντοι αὐτοκράτωρ ἤθελε μὲν μετὰ τῶν 
 Κελτῶν κατὰ τῶν βαρβάρων ἀπιέναι, ἐδεδίει δέ τὸ αὐτῶν 
ἀναρίθμητον πλῆθος. δεῖν οὖν ἐλογίσατο τὸν Πελεκάνον
καταλαβεῖν, ἵν ἀγγύθεν Νικαίας ἐνδιατρίβων μανθάνοι μὲν
τὰ τοῖς Κελτοῖς συμβαίνοντα, ἅμα δὲ καὶ τὰς τῶν Τούρκων
ἔξωθεν ἐφόδους καὶ τὴν τῶν ἐντὸς Νικαίας κατάστασιν. ἐν
 δεινῷ γὰρ ἐποιεῖτο, εἰ μή τι στρατηγικὸν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ
αὐτὸς κατορθώσοι, καὶ διεσκοπεῖτο, ἵνα εἰ ἐπιτήδεια τὰ
πράγματα εὑρήσει, αὐτὸς τὴν Νικαίαν ἴλη καὶ μὴ παρὰ τῶν 
Κελτῶν αὐτὴν σχοίη κατὰ τὰ παρ’ ἐκείνων ὀμωμοσμένα. 
εἶχε δὲ τὴν βουλὴν ταύτην ὑποβρύχιον καὶ πᾶν ὅπερ ἂν
 ᾠκονόμει καὶ τὴν αἰτίαν δι’ ἣν γίνεται αὐτὸς καὶ μόνος
ἠπίστατο, μόνῳ τῷ Βουτουμίτῃ τοῦτο ἐμπεπιστευκὼς καὶ
 
τοῦτον ἀποστείλας, ἐφ’ ᾦ ὑποποιεῖσθαι τοὺς ἐντὸς Νικαίας
βαρβάρους διὰ παντοίων ὑποσχέσεων καὶ ἀπαθείας τελείας,
ἐν μέρει δέ καὶ ἀπειλούμενος τόσα καὶ τόσα πείσεσθαι καὶ
 παρανάλωμα ξίφους γενέσθαι, εἰ παρὰ τῶν Κελτῶν ἁλῷεν,
καὶ πάλαι τὸν Βουτουμίτην γινώσκων εὐνούστατον καὶ περὶ 
τὰ τοιαῦτα δραστήριον. ταῦτα μὲν οὖν ἐξ ἀρχῆς τοῦτον παρηκολουθήκει
τὸν τρόπον.

῾Ο δέ γε Βαϊμοῦντος καὶ πάντες οἱ κόμητες ἑνωθέντες, 
οὗ διαπλωΐσασθαι πρὸς τὴν Κιβωτὸν ἔμελλον, μετὰ 
τοῦ Γοντοφρὲ τὴν τοῖ. ᾿Ισαγγέλη προσέμενον ἄφιξιν. πλῆθος
δὲ ὄντες ἀναρίθμητον, ἐπεὶ οὐκ ἠδύναντο αὐτοῦ που 
 

 
προσμένειν διὰ τὴν σπάνιν τῶν βοσκημάτων, εἰ καὶ τὴν τοῦ
βασιλέως μετὰ τοῦ Ἰσαγγέλη ἀνέμενον ἄφιξιν, ἵνα κεῖθι συνταξάμενοι
αὐτῷ τῆς πρὸς Νίκαιαν φερούσης ἅψωνται, διχῆ
διαιρεθέντες οἱ μέν διὰ τῆς Βιθυνῶν καὶ τῆς Νικομηδείας
 πρὸς Νικαίαν ἤλαυνον, οἱ δὲ τὸν τῆς Κιβωτοῦ διανηξάμενοι 
πορθμὸν ἐς ταὐτὸν συνεληλύθεσαν. καὶ οὕτω τῇ Νικαίᾳ προσπελάσαντες
τοὺς πύργους καὶ τὰς μεταξὺ κορτίνας σφίσιν αὐτοῖς
διενείμαντο, κατὰ τάξεις τινὰς τὴν τειχομαχίαν ποιεῖν
βουλευσάμενοι, ἵν’ ἐντεῦθεν ἕτερος πρὸς ἕτερον ἐρίζοντες
καρτερωτέραν τὴν πολιορκίαν ποιοῖντο· τὸ δέ λάχος τοῦ 
Ἰσαγγέλη κενὸν ἐάσαντες τὴν ἐκείνου προσέμενον ἄφιξιν.
 ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τὸν Πελεκάνον κατέλαβε κατὰ
νοῦν ἔχων τὴν Νικαίαν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν. οἱ
δέ ἐντὸς Νικαίας βάρβαροι τὸν σουλτάνον πολλάκις εἰς τὴν
σφῶν αὐτῶν ἀρωγὴν μετεπέμποντο. ἐκείνου δέ τι βραδύ- 
 νοντος καὶ τῆς πολιορκίας ἐξ ἀνατολῆς ἡλίου μέχρι καταδύσεως
αὐτῆς ἐν πολλαῖς ἤδη γινομένης ἡμέραις, ἐπεὶ ἐν
στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτοὺς ἑώρων γνωσιμαχήσαντες Βέλτιον
προσεληλυθέναι τῷ βασιλεῖ ἢ παρὰ τῶν Κελτῶν ἁλῶναι
ἐγνώκεσαν. μετακαλοῦνται τοίνυν ἐπ’ αὐτὸ τοῦτο τὸν Βουτουμίτην 
τόσα καὶ τόσα ἀγαθὰ παρὰ τοῦ βασιλέως πείσεσθαι
διὰ γραμμάτων συχνῶν πολλάκις αὐτοῖς ἐπαγγελλόμενον, εἰ
 
τὴν Νικαίαν αὐτῷ παραδοῖεν. ὁ δέ τὰς τοῖ βασιλέως φιλοφροσύνας
καθαρώτερον ἀπαγγείλας καὶ τὰς ἐγγράφους
ὑποσχέσεις ὑποδείξας, εἰ τὸ κάστρον αὐτῷ παραδοῖεν, ἀσμένως
δέχεται παρὰ τῶν Τούρκων ἀπειρηκότων ἤδη πρὸς
 τοσαῦτα πλήθη ἀντικαθίστασθαι καὶ βέλτιον λογιζομένων τῷ 
βασιλεῖ τὴν πόλιν αὐθαιρέτως παραδοῦναι καὶ χρημάτων καὶ
τιμῆς μετασχεῖν ἢ ξίφους παρανάλωμα γενέσθαι. οὔπω
τρίτην ἡμέραν ὁ Βουτουμίτης ἐντὸς εἶχε, καὶ ὁ ᾿Ισαγγέλης
καταλαβὼν ἀποπειρᾶσθαι τοῦ τείχους δι’ ὧν ἡτοίμαζεν ἑλεπόλεων
 ἔσπευδεν. ἐν τῷ μεταξὺ δὲ φήμη τις αὐτοὺς καταλαμβάνει
τὴν τοῖ σουλτάνου ἔλευσιν μηνύουσα. τοῦτο οἱ
Τοῦρκοι μεμαθηκότες καὶ τεθαρρηκότες τὸν Βουτουμίτην
παραχρῆμα ἐξέωσαν. ὁ δὲ σουλτάνος μέρος τοῦ στρατοῦ
ἀποδιελόμενος ἀπέστειλε σκεψομένους τὴν τοῦ Ἰσαγγέλη ἔφοδον
 Παραγγείλας ὡς, εἴ τισι τῶν Κελτῶν ἐντ΄ χοιεν, μὴ ἀναβαλέσθαι 
τὴν μετ’ αὐτῶν μάχην. θεασάμενοι δέ πόρρωθεν
τούτους οἱ τοῦ ᾿Ισαγγέλη ξυμμίγνυνται. ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ
κόμητες καὶ αὐτὸς ὁ Βαϊμοῦντος τὴν τουτωνὶ τῶν βαρβάρων
ἐνωτισθέντες ἔφοδον ἐξ ἑκάστης κομητούρας ἀνὰ
 διακοσίους διελόμενοι καὶ εἰς πολὺ πλῆθος ξυμποσώσαντες 
παραχρῆμα εἰς ἀρωγὴν τῶν τοῦ Ἰσαγγέλη πέμπουσιν· ἐφθακότες
δὲ μέχρις ἐσπέρας τοῖς βαρβάροις ἐδίωκον. ὁ δὲ
σουλτάνος οὐδαμῶς ἐπὶ τούτοις ἀναπεπτώκει, ἀλλ’ αὐγα-
 
ζούσης ἡμέρας ὁπλίζεται καὶ πανσυδὶ τὴν ἔξω τειχῶν Νικαίας
 πεδιάδα κατειλήφει. καὶ οἱ Κελτοὶ αἰσθόμενοι τῆς τούτου
παρουσίας καρτερῶς ὁπλισάμενοι καθαπερεὶ λέοντες κατ’
αὐτῶν ἵενται. καὶ συρρήγνυται τηνικαῦτα πόλεμος βαρὺς
καὶ δεινός. ἐν ἴσῃ δὲ μοίρᾳ τῆς μάχης ἀμφοτέροις ἱσταμένης 
τοῖς μέρεσι δι᾿ ὅλης ἡμέρας, ἐπεὶ ὁ ἥλιος ἐπὶ κνέφας ἦλθε,
τρέπονται οἱ Τοῦρκοι τῆς νυκτὸς αὐτοῖς διαιτησάσης τὴν
μάχην. πίπτουσι μὲν οὖν ἐξ ἑκατέρων πολλοί [κτείνονται
 δέ οὐχ ἥττονες], τιτρώσκονται δὲ οἱ πλείους. καὶ λαμπρὰν
τὴν νίκην ἀράμενοι οἱ Κελτοί, πολλῶν δέ καὶ κεφαλὰς τοῖς 
δόρασι περιπείραντες ἐπανέρχονται καθαπερεὶ σημαίας ταύτας
φέροντες, ἳν᾿ οὕτω πόρρωθεν τὸ γεγονὸς διαγνόντες οἱ βάρβαροι
καὶ τὴν ἐκ πρώτης βαλβίδος ἧτταν δειλιάσαντες τῆς
συντόνου μάχης ἀποστήσονται. τοιαῦτα μὲν οὖν οἱ Λατῖνοι
πεπράχασί τε καὶ διελογίσαντο. ὁ δὲ σουλτάνος τὰ ἄπειρα 
τούτων θεασάμενος πλήθη καὶ τὴν ἀκάθεκτον τόλμαν ἐξ
αὐτῆς προσβολῆς ἐγνωκὼς τοῖς ἐντὸς Νικαίας Τούρκοις τὸ
ἐνδόσιμον δίδωσι “πράσσετε τοῦ λοιποῦ” λέγων "πᾶν, ὅπερ
 βέλτιον κρίνετε” ᾔδει γὰρ πρὸ καιροῦ τῷ βασιλεῖ μᾶλλον
προαιρουμένους παραδοῦναι τὴν πόλιν ἢ παρὰ τῶν Κελτῶν 25
ἁλῶναι. ὁ δέ γε Ἰσαγγέλης τοῦ προκειμένου ἐχόμενος ἔργου
 
μόσυνα κυκλοτερῆ τεκτηνάμενος καὶ ἐξ ἑκατέρου μέρους
βύρσαις αὐτὸν περιστείλας, κατὰ δὲ τὸ μέσον λύγοις διαπλέξας
καὶ πάντοθεν κατοχυρώσας τῇ πλευρᾷ προσεπέλασε
τοῦ λεγομένου Γονάτου πύργου. ὸς τὴν ἐπωνιμίαν ἐκληρώσατο
 πάλαι, ὁπηνίκα Mανουὴλ ἐκεῖνος, ὁ τοῦ προβεβασιλευκότος
Ἰσαακίου τοῦ Κομνηνοῦ πατὴρ καὶ τοῖ ἀδελφοῦ αὐτοῦ
Ἰωάννου τοῦ πρὸς πατρὸς ἐμοῖ πάππου, στρατηγὸς
αὐτοκράτορος τῆς ἑῴας ἁπάσης παρὰ τοῦ τότε βασιλεύοντος 
Βασιλείου προὐβέβλητο, ἐφ᾿ ᾧ τὴν μετὰ τοῦ Σκληροὶ ἔχθραν
 διαλῖσαι ἢ χειρὶ πρὸς τοῦτον ἀντικαταστὰς ἢ γνώμῃ
εἰς εἰρηνικὰς σπονδὰς τοῦτον σινελάσας. ἐπεὶ δ᾿ ὁ Σκληρὸς
μαχιμώτατος ὢν καὶ αἵμασι χαίρων ἀεὶ τὴν μάχην τῆς
εἰρήπς μᾶλλον ἠσπάσατο, πολέμων μεγάλων καθ᾿ ἑγάστην
συρρημνυμένων, ὡς τοῦ Σκληροῦ μὴ μόνον τὴν εἰρήνην μὴ 
 θέλοντος, ἀλλὰ καὶ δι᾿ ἑλεπόλεων γενναίων ἀγωνιζομένου
τὴν Νίκαιαν ἑλεῖν, καταρράξαντος τὰ τείχη, τοῦ πλείονος
μέρους τοῦ πίργου ποδοκοπηθέντος κάτωθεν συνέβη σόξαι
τὸν πύργον, ὡς ἐπὶ γόνι· δοκεῖν ἐπικλιθῆναι κἀκ τούτου τῆς
τοιαύτης μπειληχέναι προσηγορίας. οὕτω μὲν οὖν τὰ κατὰ 
 τόν Γονάτην παρηκολουθήκει. ὁ δὲ ᾿Ισαγγέλης τὸν ἤδη ῥηθέντα
μόσυνα ἐμπείρως πάνυ κατασκευάσας, ὃν οἱ πλείονα
ἐμπειρίαν τῶν μηχανικῶν κεκτημένοι χελώνην κατονομάζουσιν. 
ἐντὸς τούτου ἄνδρας ὁπλοφόρους τειχεσιπλήτας εἰσῆξε καὶ
 
ἑτέρους τοὺς τὸν πύργον κάτωθεν κατασείειν διὰ σιδήρων
εἰδότας, ἐφ’ ᾧ τοὺς μὲν πρὸς τοὺς ἄνωθεν τοῦ τείχους
 μάχεσθαι, τοὺς δέ ἐκεχειρίαν ἔχειν ἐντεῦθεν τὸν πύργον διορύττειν.
οἳ καὶ κορμοὺς ξύλων εἰσῆγον ἀντὶ τῶν ἐξαγομένων
λίθων· μέχρι δέ τῆς ἐντὸς ἐπιφανείας ἐφθακότες, ὡς καὶ αὐγήν 
τινα ἐκεῖθεν εἰσιοῦσαν θεάσασθαι, πῦρ ἐμβαλόντες ἐνέπρησαν
τοὺς κορμούς. τούτων δὲ ἐκτεφρωθέντων συνέβη τὸν Γονάτην
ἐπὶ πλέον κλιθῆναι, ὡς μὴ ἀπολωλέναι τὴν κλῆσιν.
ἐμβόλοις δέ καὶ οἰκήμασι τὸ ἐπίλοιπον περιζώσαντες τῶν
τειχῶν καὶ τὸν ἐκτὸς τούτων διακείμενον τάφρον ὡς ἐν 
ῥιπῇ· πληρώσαντες κόνεως, ὡς εἰς μίαν ἐπιφάνειαν συναφθῆναι
ταῖς ἐφ’ ἑκάτερα παρακειμέναις πεδιάσιν, ὡς ἐνὸν
τῆς πολιορκίας εἴχοντό.

Ὁ δέ βασιλεὺς πολλὰ πολλάκις ἀκριβολογησάμενος καὶ
 διαγνοὺς ἀμήχανον εἶναι τὴν Νικαίαν παρὰ τῶν Λατίνων ἁλῶναι, 
κἂν πάντα ὑπερέβαλλον ἀριθμόν, ἐν μέρει μὲν παντοῖα εἴδη
ἑλεπόλεων κατασκευάσας καὶ τὰ πλείω τούτων οὐ κατὰ τοὺς τῶν
μηχανικῶν τρόπους, ἀλλὰ καθ’ ἑτέρους τινὰς λόγους αὐτῷ δοκοῦντας,
ὃ καὶ θαῦμα πᾶσι παρεῖχε, τοῖς κόμησιν ἐκπέπομφεν·
ἐκεῖνος δὲ μετὰ τῶν παρατυχόντων διαπεράσας, ὡς 
 

 
ἤδη φθάσας ὁ λόγος ἐδήλωσε, κατὰ τὸν Πελεκάνον διέτριβεν
ἀποῦ τῶν Μεσαμπέλων, οὑ καὶ τέμενος ἐπ’ ὀνόματι τοῦ
μεγαλομάρτυρος Γεωργίου πάλαι ᾠκοδόμητο. ἤθελε μὲν οὖν
οὕτως ὁ αὐτοκράτωρ μετὰ τῶν Λατίνων κατὰ τῶν ἀθέων
 συναπελθεῖν Τούρκων· ταλαντεύων δὲ τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὸ
ἀπειροπληθὲς τοῦ Φραγγικοῦ φοσσάτου ὡς πρὸς ῾Ρωμαϊκὸν 
στράτευμα κατανοῶν ἀνυπέρβλητον καὶ τὴν παλίμβουλον
τῶν Λατίνων γνώμην ἁ μακροῦ ἐπιστάμενος ἀπέστη τοῦ
ἐγχειρήματος. οὐ διὰ τοῦτο δέ μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀβέβαιον
 ἐκείνων καὶ ἄπιστον προειδὼς Εὐρίπου δίκην μεταφερομένων
ἐς τἀναντία πολλάκις τάς τε γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα ἑτοίμως
ἐχόντων ὀβολοῦ ἑνὸς ἀπεμπολεῖν διὰ φιλοχρήματον γνώμην,
τούτοις μὲν τοῖς λογισμοῖς ἑαυτὸν τῷ τότε ἀπεῖρξεν ὁ αὐτοκράτωρ
τοῦ ἐγχειρήματος· δεῖν δέ ἔγνω μὴ συμπαρεῖναι
 μέν τοῖς Κελτοῖς, τοσαύτην δὲ αὐτοῖς διδόναι ῥοπήν, ὁπόσην
ἂν καὶ παρών. τὸ γοῦν ἐρυμνότατον τῶν τῆς Νικαίας
τειχῶν γινώσκων ἀδύνατον τὴν ταίτης κατάσχεσιν παρὰ 
τῶν Λατίνων ἠπίστατο· μανθάνων δέ, ὅτι ῥᾳδίως διὰ τῆς
παρακειμένης λίμνης δυνάμεις ἱκανὰς καὶ τὰ ζωαρκῆ πάντα
 ὁ σουλτάνος εἰς Νικαίαν εἰσάγει, τὴν τῆς λίμνης ἐμελέτα
κατάσχεσιν. κατασκευάσας τοίνυν ἀκάτια, ὁποῖα τὸ ὕδωρ 
ἐκεῖνο ἀνέχειν ἠδύνατο, διὰ τοι μέρους τῆς Κίου ταῦτα ἐν
 
ἁμάξαις ἐπισάξας εἰς τὴν λίμνην εἰσήλασε στρατιώτας ἐμβαλὰν
ἐν αὐτοῖς ὁπλοφόρους, ἡγεμόνα τούτων Μανουὴλ
τὸν Βουτουμίτην καταστησάμενος καὶ σημαίας τούτοις πλείους
 τῆς χρείας ἐπιδούς, ὡς ἐντεῦθεν πολλαπλασίους δοκεῖν, πρὸς
δὲ καὶ κύκινά τε καὶ τύμπανα. ἀλλ’ οὕτω μέν τὰ κατὰ τὴν 
λίμνην ᾠκονόμηται τῷ αὐτοκράτορι· ἀπὸ δέ γε τῆς ἠπείρου
μεταπεμψάμενος τὸν Τατίκιον καὶ τὸν καλούμενον Τζίταν
μετὰ πελταστῶν γενναίων εἰς δισχιλίους ποσουμένων κατὰ
 τῆς Νικαίας ἀπέστειλεν ἐπισκήψας ὁμὰ τῷ τῶν νεῶν ἀποβῆναι
τὸ τοῦ κυροῦ Γεωργίου καστέλλιον καταλαβόντας ἐν 
ἡμιόνοις μέν ἐπισάξαι ὅπερ ἐπεφέροντο πλῆθος τῶν ὀϊστῶν,
πόρρω δέ τῶν τειχῶν τῆς Νικαίας τῶν ἵππων ἀποβάντας
καὶ βάδην πορευομένους κατευθὺ τοῦ πύργου τοῦ καλουμένου
Γονάτου τὸν χάρακα πήξασθαι, εἶτα ἐξ ἑνὸς συνθήματος
συνησπικότας προσβαλεῖν τοῖς τείχεσιν. ἐφθακὼς 
οἷν ὁ Τατίκιος μετὰ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν στρατεύματος δίδωσιν
εἴδησιν τοῖς Κελτοῖς κατὰ τὴν τοῦ βασιλέως ὑποθήκην. καὶ
τηνικαῦτα ἐσιδηροφόρησαν ἅπαντες καὶ σὺν ἀλαλαγμῷ καὶ
βοῇ πολλῇ προσέβαλον τοῖς τείχεσι. τῶν μέν τοῦ Τατικίου
 συχνοὺς τηνικαῦτα πεμπόντων ὀιστούς, τῶν δέ Κελτῶν ὅπου 
μέν διατιτραινόντων τὰ τείχη, ὅπου δέ διὰ πετροβόλων ὀργάνων
καταπυκνούντων τὰς τῶν λίθων βολάς, ἀπὸ δέ γε τῆς
λίμνης διά τε τῶν βασιλικῶν σημαιῶν καὶ βυκίνων ἐκδειμαἐπισάξας
 
τούμενοι παρὰ τοῖ Βουτουμίτου ἐν ταὐτῷ καὶ περὶ τῶν βασιλικῶν
ὑποσχέσεων πρὸς αὐτοῖς διαπεμπομένου ἐς τοσοῦτον
συνηλάθησαν οἱ βάρβαροι, ὡς μηδέ τῶν κρηδέμνων
Νικαίας προκῦψαι θαρρεῖν· ἅμα δὲ καὶ τὴν τοῦ σουλτάνου
 ἀπεγνωκότες ἔλευσιν βέλτιον ἐλογίσαντο τῷ αὐτοκράτορι
παραδοῦναι τὴν πόλιν καὶ εἰς ὁμιλίαν περὶ τούτου μετὰ ἰοῖ 
Βουτουμίτου ἐλθεῖν. ὁ δέ τὰ εἰκότα προσομιλήσας αἰτοῖς
ὑποδείκνυσι τὸν χρυσόβουλλον λόγον, ὅνπερ ὁ βασιλεὺς αὐτῷ
προενεχείρισεν. ἀκροασάμενοι τοίνυν τοῦ χρυσοβούλλου, δι’
 οὑ ὑπισχνεῖτο ὁ βασιλεὺς οὐ μόνον ἀπάθειαν, ἀλλὰ καὶ δαψιλῆ
δόσιν χρημάτων τε καὶ ἀξιωμάτων τῇ τε ἀδελφῇ καὶ
τῇ γυναικὶ τοῦ σουλτάνου, ἥτις θυγάτριον ἦν, ὡς ἐλέγετο,
τοῦ Τζαχᾶ, καὶ πᾶσιν ἁπλῶς τοῖς ἐν Νικαίᾳ βαρβάροις, καὶ
ταῖς ὑποσχέσεσι τοῦ αὐτοκράτορος τεθαρρηκότες ἐνεδίδουν
 τὴν εἰσέλευσιν τῷ Βουτουμίτῃ. ὁ δὲ παραχρῆμα διὰ γραμμάτων
ἐδήλου τῷ Τατικίῳ ὡς “τὴν ἄγραν ἐν χερσὶν ἤδη 
ἔχομεν· καὶ χρὴ πρὸς τειχομαχίαν ἑτοιμάσασθαι, ταὐτὸ
δέ τοῦτο καὶ τοῖς Κελτοῖς παρασκευάσαι καὶ μηδὲν πλέον
αὐτοῖς τεθαρρηκέναι ἢ τὴν κυκλοτερῆ τειχομαχίαν καὶ ὡς
 χρὴ περιζῶσαι τὰ τείχη καὶ τῆς πολιορκίας ἀνίσχοντος ἡλίου
ἀποπειρᾶσθαι’’. τὸ δὲ ἄρα μηχανή τις ἦν, ἵνα δόξη τοῖς
Κελτοῖς πολέμῳ ταυτηνὶ τὴν πόλιν ἁλῶναι παρὰ τοῦ Βουτουμίτου
καὶ λάθῃ τὸ μελετηθὲν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος
 
δρᾶμα τῆς προδοσίας. ἀπόρρητα γὰρ τοῖς Κελτοῖς ὁ βασιλεὺς
ἤθελεν εἶναι τὰ παρὰ του Βουτουμίτου οἰκονομούμενα.
τῇ δέ μετ’ αὐτὴν τὸ ἐνυάλιον ἀλαλάξαντες ἐξ ἑκατέρου
 μέρους τῆς πόλεως, ἐκεῖθεν μὲν διὰ τῆς ἠπείρου ἐκθυμότερον
οἱ Κελτοὶ τῆς πολιορκίας εἴχοντο, ἔνθεν δ’ ὁ 
Βουτουμίτης εἰς τὰς ἐπάλξεις ἀνεληλυθὼς καὶ τὰ σκῆπτρα
καὶ τὰς σημαίας περὶ τὰ τείχη καταστήσας μετὰ βυκίνων
καὶ σαλπίγγων ἀνευφήμει τὸν αὐτοκράτορα. καὶ οὕτως τὸ
῾Ρωμαϊκὸν ἅπαν στράτευμα εἴσω Νικαίας εἰσεληλύθει. ὁ δὲ
Βουτουμίτης τὰ πλήθη τῶν Κελτῶν γινώσκων καὶ διὰ τὸ 
τῆς γνώμης αὐτῶν ἀβέβαιον καὶ τὸ τῆς ὁρμῆς ἀκάθεκτον
ὑπόπτους ἔχων αὐτοῖς, μὴ εἰσελθόντες αὐτοὶ τὸ κάπρον
 κατάσχωσιν, ὁρῶν δὲ καὶ τοὺς ἐντὸς σατράπας ἱκανοὺς ὄντας
πρὸς ἣν αὐτὸς εἶχε δύναμιν, εἰ μόνον θελήσαιεν, καὶ
 δεσμεῖν καὶ σφάττειν δυνατῶς ἔχοντας, τὰς κλεῖς εὐθὺς ἀναλαμβάνεται 
τῆς πύλης. μία γὰρ τέως ἠν ἡ εἰσάγουσα καὶ
ἐξάγουσα τῶν ἄλλων προκεκλεισμένων διὰ τὸν φόβον τῶν
παρακειμένων Κελτῶν. τὰς κλεῖς τοίνυν ταυτησὶ τῆς πύλης
αὐτὸς ἔχων δεῖν ἐλογίσατο τοὺς σατράπας διὰ μεθοδείας
ἐλαττῶσαι, ἵν’ ἔχῃ τούτους ῥᾳδίως καταγωνίζεσθαι, 
ὡς μή τι δεινὸν κατ’ αὐτοῦ μελετήσαιεν. μεταπεμπόμενος
τοίνυν αὐτοὺς συνεβούλευε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἀπέρχεσθαι,
εἰ βούλοιντο πολλά τε χρήματα ἐκεῖθεν λαβεῖν κὼ
τιμῆς ἀξιωθῆναι μεγίστης καὶ ἐτησίους τυπωθῆναι φιλοτιοὕτω
 
μίας. πείθει τοὺς Τούρκους καὶ νυκτὸς διανοίγων ἀπέστελλε
τούτους διὰ τῆς παρακειμένης λίμνης ὀλίγοις καὶ συχνάκις 
πρός τε τὸν ῾Ροδομηρὸν καὶ τὸν μιξοβάρβαρον Μοναστρᾶν
ἀμφὶ τὸ πολίχνιον ἐνδιατρίβοντας τὸ οὑτωσί πως τοῦ κυροῦ
 Γεωργίου ἐπονομαζόμενον ἐπισκήψας αὐτοῖς ὡς, ὁπηνίκα
τῶν νεῶν ἀποβαῖεν, παραχρῆμα ἐκπέμπεσθαι τούτους
πρὸς τὸν αὐτοκράτορα καὶ μηδὲ πρὸς βραχύν τινα χρόνον
παρακατέχειν αὐτούς, ἵνα μὴ μετὰ τῶν ὄπισθεν πεμπομένων
Τούρκων ἑνωθέντες σκαιόν τι κατ’ αἰτῶν μελετήσαιεν. τὸ
 δὲ ἄρα προφητεία ᾦ ἄντικρυς καὶ τῆς πολλῆς τοῦ ἀνδρὸς
ἐκείνου ἐμπειρίας στοχασμὸς ἀναντίρρητος. καὶ γὰρ ἔστ’ ἂν 
ταχὺ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τοὺς καταλαμβάνοντας ἐξέπεμπον,
ἐν ἀσφαλείᾳ τε ἠσαν καὶ οὐδεὶς αἰτοῖς κίνδυνος ἐφειστήκει·
ἐπὰν δέ ἀναπεπτώκεσαν, ὁ παρὰ τῶν βαρβάρων,
 οἰὸς ἄρα παρακατέσχον, κατ’ αἰτῶν ἐξηρτύετο κίνδυνος. καὶ
γὰρ πλεονάσαντες ἐβουλεύοντο δυοῖν θάτερον ἢ νυκτὸς ἐπιθέμενοι
τούτοις ἀποκτεῖναι ἢ δεσμώτας τῷ σουλτάνῳ προσενεγκεῖν.
συνδόξαντος δὲ πᾶσι τούτου βελτίονος, νυκτὸς
αὐτοῖς ἐπιθέμενοι δεσμώτας κατὰ τὰ προβεβουλευμένα περιάγοντες
 ἐκεῖθεν ἐξῄεσαν. εἶτα δὴ τὴν ἀκρολοφίαν του ’Αζαλᾶκατειληφότες
(τόπος δέ οὗτος σταδίοις . . . . . . τῶν τειχῶν 
Νικαίας ἀπέχων), κεῖθι γοῦν, ὡς λόγος, παραγενόμενοι τῶν
 
ἵππων ἀποβάντες τούτους ἀνέψυχον. ἐπεὶ δ’ ὁ μέν Mονασ-
τρᾶς μιξοβάρβαρος ἦν καὶ τῆς Τουρκικὴς εἰδήμων διαλέκτου
καὶ αὐτὸς ὁ Ῥοδομηρὸς πάλαι πρὸς τῶν Τούρκων κατάσχε
θεὶς καὶ χρόνον συχνὸν μετ’ αὐτῶν ἐνδιατρίψας οὐδ’ αὐτὸς
ἀδαὴς τῆς τοιαύτης ἦν διαλέκτου, πιθανοὺς πρὸς αὐτοὺς 
συχνῶς ἀνεκίνουν λόγους “ἰ̔να τῖ’’ λέγοντες “ἡμῖν μὲν θα-
νάτου ποτήριον .κιρνᾶτε οὐδὲ μικράν τινα τὴν ὄνησιν ἑαυτοῖς
ἐντεῦθεν πραγματευόμενοι ; ὑμεῖς δὲ τῶν ἄλλων πάντων
μεγάλων δωρ μιάτων παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἀπολαυσάντων
 καὶ ἐτησίων χρημάτων λῆψιν τυπωθέντων ὶαυτοἲς τοσούτων 
ἀποστερεῖτε. μὴ τοίνυν οἱιτω περὶ ἑαυτῶν φρονεῖτε καὶ
ἐξὸν ἀκινδύνως σώζεσθαι καὶ πλοί·τῳ κομῶντας εἰς τὰ σφέ-
τερα ἐπαναστρέφειν καὶ χωρῶν ἐγκρατεῖς ἴσως γενέσθαι εἰς
προὖπτον ἑαυτοὺς ἐπιρρίιιτετε ·χιινδινον. ἴσως γὰρ καὶ
τοῖς λοχῶσιν αὐτοῦ που Ῥωμαίοις ἐντι·χοντες’ δύακας τοσούτων 
χεροῖν ἐπιδείξαντες καὶ ἑλώδεις τόπους “ἀναιρεθήσεσθε καὶ
ἐπὶ κενοῖς τὴν σφῶν ἀπολέσετε ζωήν. καὶ γὰρ ἐνεδρεύουσιν
ὑμᾶς μάλα γε πλεῖστοι οὐ Κελτοὶ καὶ βάρβαροι μόνον, ἀλλὰ
 καὶ Ῥωμαίων πλῆθος οὐ μετρητόν. εἰ γοῦν ἡμῖν πείθεσθε
στρέψαντες τὰς ἡνίας ὁμοῦ φοιτήσωμεν πρὸς τὸν αὐτοκρά- ν
 
τορα. καὶ Θεὸν ὑμῖν ἐπομνύμεθα, μυρίων ἀπολαῦσαι τῶν
ἐξ αὐτοῦ δωρημάτων· κἄπειτα, ὅπη βουλητὸν ἡμῖν, ἀπελεύσεσθε 
ἀνέτως ὡς ἐλεύθεροι.’’ πείθονται τοῖς τούτων λόγοις
οἱ Τοῦρκοι καὶ πίστεις πρὸς ἀλλήλοις δόντες ἅμα καὶ λαβόντες
 τῆς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα φερούσης εἴχοντο. καταλαβόντων
δὲ τὸν Πελεκάνον, ὡς τούτους ὁ αὐτοκράτωρ,
ἐθεάσατο, μεθ’ ἱλαροῦ πᾶσιν ἐνατενίσας βλέμματος, καίτοι
πολλὰ τὸν ῾Ροδομηρὸν καὶ τὸν Μοναστρᾶν παρ’ ἑαυτῷ νεμεσῶν,
τὸ μὲν παρὸν ἀναπαυθησομένους τούτους ἐξαπέστειλε· 
 κατὰ δέ τὴν ἐπιοῦσαν, ὁπόσοι μὲν τῶν Τούρκων αἰτῶ θητεῦσαι
προτεθύμηντο, μυρίων τῶν εὐεργεσιῶν ἀπήλαυσαν·
οἱ δὲ τὰ σφέτερα ἀναζητοῦντες καὶ αὐτοὶ οὐκ ὀλίγων δωρημάτων
τετυχηκότες παρεχωρήθησαν τῇ σφῶν γνώμῃ ξυγχρήσασθαι.
εἶθ’ ὕστερον πολλὰ τῆς ἀβουλίας τὸν ῾Ροδομηρὸν
 καὶ τὸν Μοναστρᾶν κατεμέμφετο· μηδ’ ἀντωπῆσαι δὲ τούτους
ὑπ’ αἰσχύνης ἰσχύοντας ὁρῶν, μεταβαλὼν ὁ βασιλεὺς
ἀνακτᾶσθαι δι’ ἑτέρων λόγων ἔσπευδεν. ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν
τὰ κατὰ τὸν ῾Ροδομηρὸν καὶ τὸν Μοναστρᾶν· τοῦ δὲ Βουτουμίτου
τηνικαῦτα δουκὸς Νικαίας παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος
 προχειρισθέντος, ᾐτήσαντο τοῦτον οἱ Κελτοὶ εἰσελθεῖν καὶ 
τὰ ἐν αὐτῇ ἱερὰ τεμένη θεᾶσθαι καὶ προσκυνεῖν. ὁ δὲ τὴν
αὐτῶν γνώμην σαφῶς ἐπιστάμενος, καθὰ δήπου καὶ εἴρηται,
οὐ πᾶσιν ὅμαδόν τὴν εἰσέλευσιν συνεχώρει, ἀλλὰ κατὰ δεκάδας
ὑπανοίγων τὰς πύλας παρεχώρει τοῖς Κελτοῖς τῆς εἰσόδου.

Ὁ δέ αὐτοκράτωρ ἔτι περὶ τὸν Πελεκάνον διατρίβων
καὶ θέλων, ὁπόσοι μὴ ἔφθασαν τῶν κομήτων ὀμωμοκέναι
ναὶ αὐτοὺς ὅρκια πρὸς αὐτὸν δοῦναι, ἐνετείλατο διὰ γραμμάτων
τῷ Βουτουμίτῃ, συμβουλεῦσαι ἅπασι κοινῶς τοῖς
κόμησι, μὴ πρὸ τοῦ συντάξασθαι τῷ βασιλεῖ τῆς πρὸς ’Αντιόχειαν
φερούσης ὄψεσθαι· οὕτω γὰρ ἂν γένοιτο, τούτους
 καὶ πλειόνων αὖθις δωρεῶν τυχεῖν. ἁπάντων δέ πρῶτος ὁ
Βαϊμοῦντος χρήματα καὶ δωρεὰς ἀκούσας τοῖς τοῦ Βουτουμίτου
λόγοις παραυτίκα πεισθεὶς ἅπασι συνεβούλευε πρὸς
τὸν βασιλέα ἐπανελεύσεσθαι, ὁποῖος ἐκεῖνος περὶ τὰς
λήψεις ἀκάθεκτον ἔχων τὸν ἔρωτα. καταλαβόντας δὲ τούτους
τὸν Πελεκάνον ὁ αὐτοκράτωρ μεγαλοπρεπῶς δέχεται
πολλῆς κηδεμονίας ἀξιώσας· εἶτα συναγαγὼν αὐτοὺς ἔφη
“τὸν ὅρκον ἐπίστασθε, ὃν πρὸς ἡμᾶς ἅπαντες ἐποιήσατε,
καὶ εἰ μὴ Παραβάται ἀπεντεῦθέν ἐστε, ὁπόσους ἴστε μὴ
ὀμωμοκότας, ξυμβουλεύσασθε τὸν αὐτὸν ὅρκον ἐπιτελέσαι”.
 οἱ δὲ παραχρῆμα μετεπέμποντο τοὺς μὴ ὀμωμοκότας. καὶ
δὴ συνεληλύθεσαν ἅπαντες καὶ ἐπλήρουν τὸν ὅρκον. ὁ δὲ
τοῦ Βαϊμούντου ἀνεψιάδης Ταγγρῆς, ἐλευθέρας ὢν γνώμης,
ἐνίστατο μόνῳ τῷ Βαϊμούντῳ πίστιν χρεωστεῖν καὶ ταύτην
φυλάξαι μέχρις αὐτοῦ θανάτου βούλεσθαι. ὀχλούμενος δέ 
 

 
ὑπὸ τῶν παρεστώτων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν τοῦ βασιλέως συγγενῶν,
ἀκκιζόμενος οἶον, ἐνατενίσας πρὸς τὴν σκηνήν, ἐν ᾑ
ὁ βασιλεὺς προὐκάθητο (ἠν γὰρ κατὰ μέγεθος, ὁποίαν
τότε οὐδεὶς ἐθεάσατο), “ἐὰν ταύτην” ἔφη “πλήρη χρημάτων
 μοι δώσεις καὶ ἄλλα ὁπόσα τοῖς ἅπασι δέδωκας κόμησι, 
τελέσω τὸν ὅρκον κἀγώ”. ὁ δέ Παλαιολόγος δἰ ὃν εἶχεν 
ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορος ζῆλον μὴ ἐνεγκὼν τὸν τοῦ Ταγγρῆ
λόγον ἐσχηματισμένον ὄντα ἐξουθενήσας αὐτὸν ἀπεπέμψατο.
ὁ δὲ ἰταμώτατος ὢν ὥρμησε κατ’ αὐτοῦ. τοῦτο ἰδὼν ὁ
 βασιλεὺς ἐξαναστὰς τοῦ θρόνου μέσος ἔστη. καὶ ὁ Βαϊμοῦντος
δὲ κατέσχε τοῦτον τῆς ὁρμῆς φάμενος ὡς “οὐ
πρέπον ἐστὶ τοῖς τοῦ βασιλέως ἀναισχύντως προσφέρεσθαι
συγγενέσιν’’. εἶτα αἰσχυνθεὶς οὕτω πρὸς τὸν Παλαιολόγον
παροινήσας ὁ Ταγγρῆς, τὸ δέ τι καὶ ταῖς τοῦ Βαϊμούντου
 καὶ τῶν ἄλλων πεισθεὶς παραινέσεσι δίδωσι καὶ αὐτὸς
ὅρκια· καὶ δὴ συνταξαμένων ἁπάντων τῷ βασιλεῖ παραδίδωσιν
αἰτοῖς τὸν Τατίκιον μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεων 
μέγαν τηνικαῦτα πριμικήριον χρηματίζοντα, πὴ μὲν συνεπαρήγοντα
τούτοις ἐν πᾶσι καὶ προκινδυνεύοντα, πῆ δέ καὶ
 τῶν παρ’ αὐτῶν ἁλισκομένων πόλεων, εἴ γε καὶ τοῦτο δοίη
Θεός, ἐπιδραττόμενον. διαπεράσαντες οὖν αὖθις οἱ Κελτοὶ
τῇ μετ’ αὐτὴν τῆς πρὸς Ἀντιόχειαν εἴχοντο ἅπαντες. εἶτα
 
στοχασάμενος ὁ βασιλεύς, ὡς οὐ πάντες ἐξ ἀνάγκης συναπῆλθον
τοῖς κόμησι, δηλοῖ τῷ Βουτουμίτῃ, ἵν᾿ ὁπόσοι
τῶν Κελτῶν τῆς ἰδίας στρατιᾶς ἀπελείφθησαν, εἰς φρουρὰν
τῆς Νικαίας μισθώσηται. ὁ δέ γε Τατίκιος μετὰ τοῦ
ὑπ᾿ αὐτὸν στρατοῦ καὶ οἱ κόμητες ἅπαντες καὶ τὰ ύπ᾿ αὐ- 
 τοὺς ἀναρίθμητα Κελτικὰ πλήθη ἐν δυσὶν ἡμέραις τὰς Λεύκας
καταλαβόντες τῷ μέν Βαϊμούντῳ τὸν ἔμπροσθεν ἀπεμερίσαντο
τόπον τοῦτο αὐτοῦ ἐξαιτησαμένου· ἐκεῖνοι δ᾿
ὄπισθεν αὐτοῦ παραταξάμενοι βραδεῖ ποδὶ ἔστειχον. ὀξυτέραν
δέ τὴν κίνησιν ποιούμενον ἐπεὶ περὶ τὰς τοῦ Δορυλαίου 
πεδιάδας Τοῦρκοι τοῦτον ἐθεάσαντο, οἰηθέντες τῷ παντὶ
στρατεύματι τῶν Κελτῶν ἐντετυχηκέναι καὶ καταπεφρονηκότες
αὐτοῦ παραχρῆμα τὸν μετ᾿ αὐτοῦ συνῆψαν πόλεμον. ὁ
δέ γε τετυφωμένος ἐκεῖνος Λατῖνος, ὁ ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ
σκίμποδος καθεσθῆναι τολμήσας, τῆςτοῦ αὐτοκράτορος ἐπιλα- 
θόιιενος ξυμβουλῆς τὸ ἄκρον εἶχε τῆς τοῦ Βαϊμούντου παρατά-
 ξεως καὶ μικροψυχήσας τῶν λοιπῶν προεξέδραμε. κτείνονται
μέν οὖν τηνικαῦτα τεσσαράκοντα τῶν μετ᾿ αὐτοῦ· ἐκεῖνος
δέ καιρίως πληγεὶς νῶτα τοῖς ἐχθροῖς ὑποσχὼν εἰς τὸ μέσον
τῆς παρατάξεως ἥλατο ἔργῳ τὸν αὐτοκράτορα, ὁποῖος 
ξύμβουλός ἐστι, διακηρυκεύων, κἂν μὴ λόγοις ἠβούλετο. ὁ
δὲ Βαϊμοῦντος τοὺς Τούρκους ἐκθύμως μαχομένους ὁρῶν,
ἀποστείλας τὰς Κελτικὰς μετεπέμπετο δυνάμεις. φθάνουσι
 
δὲ τάχος· κἀντεῦθεν συνίσταται πόλεμος βαρὺς καὶ δεινός.
καὶ τὴν νικῶσαν εἶχε τὸ Ῥωμαϊκὸν καὶ Κελτικὸν στράτευμα. 
πορευομένων δ᾿ ἐκεῖθεν ἰλαδὸν τῶν ταγμάτων, συνέλαχον τούτοις
κατὰ τὴν Ἑβραϊκὴν ὅ τε Τανισκὰν ὁ σουλτὰν καὶ ὁ Ἀσάν,
 ὃς μόνος ἦρχε χιλιάδων· ἀνδρῶν ὁπλιτῶν ὀγδοήκοντα. μάχης
οὖν καρτερᾶς γενομένης ἐκ πολλῶν χειρῶν καὶ δυνάμεων καὶ
μηδὲ θατέρου μέρους τὰ νῶτα θατέρῳ διδόντος, ἐπεὶ θαρραλεώτερον
οἱ Τοῦρκοι τοῖς ἐναντίοις ἐμάχοντο, τοῦτο θεασάμενος
ὁ Βαϊμοῦντος τοῦ δεξιοῦ κέρως ἐξάρχων, τοῦ λοιποῦ
 στρατεύματος διαιρεθεὶς κατ’ αὐτοῦ τοῦ Κλιτζιασθλὰν 
ἰταμῶς ἐξώρμησε λέων ὣς ἀλκὶ πεποιθὼς κατὰ τὸν
ποιητήν. τοῦτο τοὺς Τούρκους ἐκδειματῶσαν τὰ νῶτα τοῖς 
Κελτοῖς δοῦναι ἐποίησεν. οἱ δέ οὐκ ἐπὶ πολὺ τούτους ἐδίωκον
τῶν τοῦ αὐτοκράτορος μεμνημένοι Παραγγελμάτων, ἀλλὰ
 τὴν ταφρείαν τῶν Τούρκων καταλαβόντες κἀκεῖσε μικρὸν
ἑαυτοὺς διαναπαύσαντες τοὺς Τούρκους κατὰ τὴν Ἀγρουστόπολιν
αὖθις καταλαμβάνουσι καὶ προσβαλόντες τρέπουσι
κατὰ κράτος. κἀντεῦθεν πίπτει τὸ βάρβαρον, οἱ δέ γε σωθέντες
ἄλλος [ἄλλοσε] ἀλλαχῆ διεσπάρησαν τάς τε
 καὶ τοὺς παῖδας καταλιπόντες, ὡς τοῦ λοιποῦ μηδ’ ἀντωπῆσαι
τοῖς Λατίνοις ἰσχύοντες, ἀλλὰ φαγῇ τὴν οἰκείαν πραγματευόμενοι
σωτηρίαν.

Τί τὸ ἐντεῦθεν; καταλαμβάνουσιν οἱ Λατῖνοι
τῆς Ῥωμαϊκῆς στρατιᾶς τὴν Ἀντιόχειαν διὰ τοῦ καλουμένου
Ὀξέως Δρόμου τῶν ἐφ’ ἑκάτερα μηδένα λόγον ποιούμενοι·
ἀγχοῦ δέ τῶν τειχῶν τάφρον ποιήσαντες τὰς σκευὰς ἐναπέθεντο
καὶ ἐπολιόρκουν ταυτηνὶ τὴν πόλιν σεληνιακαῖς τρισὶ 
περιόδοις. οἱ δὲ Τοῦρκοι πτοηθέντες περὶ τῆς καταλαβούσης
αὐτοὺς ἀνάγκης τῷ τοῦ Κοροσὰν σουλτάνῳ μηνύουσιν ἀποχρώσας
δυνάμεις ἀποστεῖλαι πρὸς βοήθειαν ἐξαιτούμενοι,
ἐφ’ ᾧ τοῖς τε Ἀντιοχεῦσιν ἐπαρήξειν καὶ τοὺς ἔξωθεν πολιορκοῦντας
Λατίνους ἀποδιῶξαι. ἔτυχε δέ τις ἄνωθεν τοῦ 
πύργου Ἀρμένιος τηρῶν τὸ κληρωθὲν τῷ Βαϊμούντῳ μέρος
 τοῦ τείχους. τοῦτον ἄνωθεν πολλάκις προκύπτοντα ὁ Βαϊμοῦντος
ἐκμειλισσόμενος καὶ ὑποσχέσεσι πολλαῖς ὑποσαίνων
ἀνέπεισε προδοῦναί οἱ τὴν πόλιν. ὁ δέ Ἀρμένιος πρὸς
αὐτὸν “ὁπηνίκα ὂν βούλει καὶ σημεῖόν τι ἔξωθεν αὐτὸς 
ὑποδείξεις μοι, παραχρῆμά σοι τουτοῒ παραδώσω τὸ
μόνον ἕτοιμος ἕσο σύ τε καὶ ὁ ὑπὸ χεῖρά σοι ἅπας
λαὸς ηὐτρεπισμένας ἔχων ἅμα καὶ κλίμακας. οὐ σέ δέ
μόνον ἕτοιμον εἶναι χρή, ἀλλὰ καὶ ἅπαν τὸ στράτευμα θωρήξασθαι,
ἕν’ εὐθὺς ἀνελθόντας ὑμᾶς οἱ Τοῦρκοι θεασά- 
 μένοι καὶ τὸ ἐνυάλιον ἀλαλάζοντας ἐκδειματωθέντες εἰς φυγὴν
ἀπονεύσειαν.” εἶχε μὲν οὑν ὁ Βαϊμοῦντος τὸ σκοπούμενον 
 

 
τέως ἀνάφορον. τούτων δέ οὕτω διασκοπουμένων κατέλαβέ
τις λέγων, λίαν πολὺ πλῆθος Ἀγαρηνῶν ·καταλαμβάνειν ὅσον
ἤδη ἀπὸ τοῦ Χοροσὰν κατ᾿ αὐτῶν ἡγεμόνα συνεπαγόμενον
τὸν καλούμενον Κουρπαγάν. ὅπερ μεμαθηκὼς ὁ Βαϊμοῦντος
 καὶ μὴ θέλων τὴν Ἀντιόχειαν παραδοῦναι πρὸς τὸν Τατίκιον
κατὰ τοὺς προγεγονότας πρὸς τὸν βασιλέα ὅρκους, ἀλλ᾿ ἑαιτῷ
μνηστευόμενος ταύτην, βουλὴν βουλεύεται πονηράν, δι’ ἧς
αὐτὸν ἄκοντα μεταναστεῦσαι παρασκευάσειε. προσελθὼν
τοίνυν αὐτῷ φησιν “ἀπόρρητόν τι ἀποκαλύψαι σοι βούλομαι
 μαὶ κηδόμενός σου τῆς σωτηρίας. λόγος τις τοῖς ὠσὶ τῶν 
κομήτων ἐνηχηθεὶς συνετάραξεν αὐτῶν τὰς ψυχάς, ὅτι τοὺς
ἀπὸ τοῦ Χοροσὰν ἐρχομένους ὁ βασιλεὺς τὸν σουλτάνον
ἔπεισε καθ’ ἡμῶν ἐκπέμψαι. τοῦτο δέ πιστὸν οἱ κόμητες
ἡγησάμενοι κατὰ τῆς σῆς μελετῶσι ζωῆς. κἀγὼ μὲν τοὐμὸν
 ἤδη πεπλήρωκα κὼ τὸν ἐπερχόμενόν σοι προείρηκα κίνδυνον.
τοῦ λοιποῦ σόν ἐστιν, ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ καὶ τῶν
ὑπὸ σὲ ταγμάτων φροντίσαι σωτηρίας.” ὁ δέ Τατίκιος ὁρῶν 
μὲν καὶ τὸν λιμὸν πολύν (καὶ γὰρ ἡ κεφαλὴ τοῦ βοὸς
τρισὶ χρυσίνοις στατῆρσιν ἀπεμπολεῖτο), ἀπαγορεύων δὲ καὶ
 τὴν τῆς Ἀντιοχείας ἅλωσιν ἴδη ἐκεῖθεν ἀπάρας εἰς τὸν ἐν
τῷ λιμένι Σουδὶ ἱστάμενον Ῥωμαϊκὸν στόλον εἰσελθὼν τὴν C
Κύπρον κατέλαβε. τούτου δέ ὑποχωρήσαντος τὸν λόγον
 Λ 
του Ἀρμενίου ὑποβρύχιον ἔτι ἔχων ὁ Βαϊμοῦντος καὶ χρησταῖς
ἐλπίσι τρεφόμενος περιποιούμενός τε ἑαυτῷ τὴν τῆς
Ἀντιοχείας ἐξουσίαν πρὸς τοὺς κόμητας ἔφη “ὁρᾶτε ὁπόσον
ἤδη χρόνον ἐνταῦθα προσταλαιπωρήσαντες οὐ μόνον
οὐδέν χρηστὸν μέχρι καὶ νῦν κατωρθώσαμεν, ἀλλὰ καὶ λιμοῦ 
ὅσον ἤδη γενώμεθα παρανάλωμα, εἰ μή τι βέλτιον περὶ τῆς
σφῶν σωτηρίας σκεψόμεθα’’. τῶν δέ, τί ἂν εἴη τοῦτο, πυνθανομένων
αὐτὸς ἔφη “οὐ πάσας τὰς νίκας διὰ σιδήρου
Θεὸς τοῖς δημαγωγοῖς δίδωσιν οὐδέ διὰ μάχης ἀεὶ τὰ τοι-
 αῦτα κατορθοῦται, ἀλλ’ ἅπερ ὁ μόθος οὐ δέδωκε, ταῦτα 
πολλάκις ὁ λόγος ἐχαρίσατο καὶ ἡ μετὰ φιλίας καὶ ὑποποιήσεως
περίοδος μείζονα τρόπαια ἔστησεν. οὐ χρὴ τοιγαροῦν
μάτην τὸν καιρὸν τρίβειν, σπεῦσαι δὲ μᾶλλον πρὸ τοῦ τὸν
Κουρπαγὰν καταλαβεῖν νουνεχές τι καὶ ἀνδρικὸν διαπράξασθαι
τῆς ἡμῶν ἕνεκα σωτηρίας· καὶ σπουδαίως ἕκαστος 
ἡμῶν τὸν τὸ ἴδιον λάχος τηροῦντα βάρβαρον ὑποποιείσθω.
 καὶ εἰ βούλεσθε, κείσθω καὶ ἆθλον τῷ πρώτως τοῦτο τὸ
ἔργον κατωρθωκότι ἡ τῆς πόλεως ταυτησὶ φυλακή, μέχρις
ἂν ὁ μέλλων ταύτην ἐξ ἡμῶν ἀναλαβέσθαι ἀπὸ του αὐτοκράτορος
ἐλεύσεται. ἴσως μὲν οὖν οὐδ’ οὕτω κατωρθωκέναι 
 
τι χρηστὸν δυνησόμεθα.” ταῦτα ὁ δεινὸς Βαϊμοῦντος φίλαρχος
ὢν οὐχ ὑπὲρ τῶν Λατίνων καὶ τοῦ κοινοῦ τοσοῦτον
ὅσον ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ τιμῆς καὶ σκοπήσας καὶ εἰπὼν καὶ
ἀπατήσας οὐ διήμαρτε τοῦ σκοποῦ, ὡς ὁ λόγος κατιὼν παραστήσει.
 πρὸς τοῦτο τοίνυν ἅπαντες οἱ κόμητες κατανεύσαντες
ἔργου ἥψντο. καὶ αὐγαζούσης ἡμέρας ὁ μέν Βαϊμοῦντος
αὐτίκα πρὸς τὸν πύργον ἀπῄει · ὁ δέ γε Ἀρμένιος 
κατὰ τὰς συνθήκας τὰς πύλας ὑπανοίγνυσιν· ὁ δὲ ἅλλεταί
τε εὐθὺς μετὰ τῶν συνεφεπομένων αὐτῷ ἄνωθεν θᾶττον ἢ
 λόγος καὶ περὶ τὰ κρήδεμνα τοῦ πύργου ὡρᾶτο τοῖς ἐντός
τε καὶ ἐκτὸς ἱστάμενος καὶ τὴν ἐνυάλιον ἠχεῖν ἐγκελεύων
σάλπιγγα. καὶ ἦν ἰδεῖν τηνιχαῦτα καινόν τι γινόμενον, τοὺς
μὲν Τούρκους ἐκδειματωθέντας εὐθὺς διὰ τῆς ἀπέναντι
πύλης φεύγοντας καὶ μόνους ἐξ αὐτῶν ἐναπολειφθέντας
 ὀλίγους καὶ γενναίοις ἄνδρας διὰ τὴν τοῦ κουλᾶ φρουράν ·
τοὺς δὲ Κελτοὺς ἔξωθεν κατὰ πόδας τοῦ Bαϊμούντου διὰ κλιμάκων
ἀνελθόντας καὶ παραχρῆμα κατασχόντας τὴν Ἀντιόχου
πόλιν. καὶ ὁ μὲν Ταγγρῆς εὐθὺς Κελτοὺς ἱκανοὺς ἀναλαβόμε- 
νος ὄπισθεν τῶν φευγόντων ἐδίωκε· καὶ πολλοὶ μὲν κτείνονται,
 πολλοὶ δὲ τιτρώσκονται. ὁ δέ Κουρπηὰν μετὰ
ἀναριθμήτων χιλιάδων καταλαβὼν εἰς ἀρωγὴν τῆς Ἀντιόχου
πόλεως προκατασχεθεῖσαν ταύτην εὑρηκὼς χάρακά τε ἐπήξατο
καὶ τάφρον πεποιηκὼς καὶ τὰς σκευὰς ἐν αὐτῇ κατα-
 
θέμενος ἐβουλεύετο πολιορκεῖν τὴν πόλιν. ἀλλ’ οὔπω ἔργου
ἁψάμενον ἐπικαταλαμβάνουσιν αὐτὸν ἐξελθόντες οἱ Κελτοί·
 καὶ τηνικαῦτα μέγας ἀναμεταξὺ ἀναρρήγνυται πόλεμος. εἶχον
δέ τὴν νικῶσαν οἱ Τοῦρκοι· καὶ ὁ Λατῖνοι εἴσω τῶν πυ-
 λῶν συνεκλείοντο τὸν μόθον ἑκατέρωθεν ἔχοντες ἀπό τε 
τῶν τὸ κουλᾶ φρουρούντων (ἔτι γὰρ τοῦτο κατεῖχον
βάρβαροι) ἀπό τε τῶν ἔξωθεν παρακαθημένων Τούρκων.
δεινὸς δὲ ἀνὴρ ὢν ὁ Βαϊμοῦντος καὶ τὴν τῆς Ἀντιοχείας
ἀρχὴν σφετερίσασθαι θέλων ἐν σχήματι συμβουλῆς αὖθις
ἀοῦ χρή’’ φησι πρὸς τοὺς κόμητας “τοὺς αὐτοὺς καθ’ ἑκάτερον 
μέρος ἐν ταὐτῷ μετά τε τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς μάχεσθαι,
 ἀλλὰ διχῆ διαιρεθέντας ἐν ἀνίσοις τμήμασι πρὸς λόγον τῶν
ἑκατέρωθεν πρὸς ἡμᾶς μαχομένων ἐχθρῶν οὕτω τὴν πρὸς
αὐτοὺς ἀναδέχεσθαι μάχην. ἐμοὶ μέν οὖν ἐξέσται μετὰ τῶν
τὴν ἀκρόπολιν τηρούντων μάχεσθαι, εἰ καὶ ὑμῖν τοῦτο συνδόξειε. 
τοῖς δέ γε λοιποῖς μετὰ τῶν ἔξωθεν μελήσει καρτερῶς
συμπλέκεσθαι. συντίθενται ἅπαντες τῇ τοῦ Βαϊμούντου
γνώμῃ. ὁ δ’ εὐθὺς ἔργου ἥψατο καὶ παραχρῆμα
τειχίον ἀντίθετον ἐγκάρσιον ἀποδιαιροῦν τῆς ὅλης Ἀντιοχείας
τὴν ἀκρόπολιν ἐδείματο, ἔρυμα καρτερώτατον πολέμου 
 ἀποχρῶντος. κᾷθ’ οὕτως ἀνύστακτος φύλαξ τοῦ τοιούτου
τείχους καθίστατο διὰ παντὸς ἀπομαχόμενος, ὁπηνίκα καιρὸς
ἐδίδου, πρὸς τοὺς ἐντὸς γενναιότατα. οἱ δ᾿ ἄλλοι κόμητες
 
πολλὴν τοῦ λάχους αὐτῶν ἐπεποίηντο τὴν φροντίδα φρουροῦντες
μέν τὴν πόλιν διὰ παντός, κατασκοποῦντες δέ τὰς ἐπάλξεις
καὶ τὰ κρήδεμνα τῶν τειχῶν, μή πως οἱ βάρβαροι ἔξωθεν
νυκτὸς διὰ κλιμάκων ἀνελθόντες τὴν πόλιν κατάσχωσι,
 μὴ λάθοι τις τῶν ἐντὸς ἄνωθεν τοῦ τείχους γενέσθαι κᾷθ’
οὕτως ὁμιλήσας τοῖς βαρβάροις προδοσίας πέρι προδῷ
τὴν πόλιν.

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν ἔτι· ὁ δέ 
γε αὐτοκράτωρ πολλὴν μὲν εἶχε τὴν προθυμίαν αὐτὸς εἰς
 ἀρωγὴν τῶν Κελτῶν παραγενέσθαι, ἀπεῖργε δ’ αὐτὸν καίπερ
σφαδάζοντα ἡ τῶν κατὰ θάλατταν διακειμένων Πόλεων
τε καὶ χωρῶν λεηλασία καὶ παντελὴς ἐρίπωσις. ὁ μὲν γὰρ
Τζαχᾶς τὴν Σμύρνην ὥσπερ ἴδιόν τι λάχος κατεῖχεν· ὁ δέ γε
Ταγγριπερμῆς καλούμενος πόλιν τινὰ Ἐφεσίων ἀγχοῦ τῖς
 θαλάττης διακειμένην, ἐν ᾖ πάλαι τέμενος ἐπ’ ὀνόματι Ἰωάννου
ἀποστόλου τοῦ θεολόγου ἵδρυτο. καὶ ἄλλος ἄλλα
φρούρια τῶν σατραπῶν κατέχοντες ὡς ἀργυρωνήτοις τοῖς
Χριστιανοῖς ἐκέχρηντο ἅπαντα ληϊζόμενοι· ἀλλὰ καὶ αὐτὰς 
δὴ τὰς νήσοις Χίον τε καὶ Ῥόδον καὶ τὰς ἐπιλοίποις πάσας
 κατέσχον λῃστρικὰς ἐκεῖθεν κατασκευάσαντες ναῦς. διά τοι
ταῦτα δεῖν ἐλογίσατο πρότερον τῶν κατὰ θάλατταν καὶ τὸν
Τζαχᾶν πρόνοιαν ποιήσασθαι καὶ δυνάμεις διὰ ξηρᾶς ἀρκατασκοποῦντες
 

 Ε 
κούσας καὶ στόλον ἱκανὸν καταλιπεῖν, εἶτα δι’ αὐτῶν τὰς
 τῶν βαρβάρων ἀναχαιτίζειν ὁρμὰς καὶ ἀντικαθίστασθαι αὐ-
 τοῖς κᾀθ᾿ οὕτως μετὰ οὕτως μετὰ τοῦ λοιποῦ στρατεύματος τῆς πρὸς
Ἀντιόχειαν φερούσης ἅψασθαι μετὰ τῶν ἀναμεταξὺ βαρβάρων
ὡς ἐνὸν μαχόμενος. μετατπεμψάμενος τοίνυν Ἰωάννην 
τὸν Δούκαν καὶ γυναικάδελφον αὐτοῦ παραδίδωσι δυνάμεις
ἐκ διαφόρων συνειλεγμένας χωρῶν καὶ στόλον ἀποχρῶντα
πρὸς τὴν τῶν παραλίων πόλεων πολιορκίαν καὶ αὐτὴν δέ
τὴν τοῦ Τζαχᾶ θυγατέρα κατασχεθῖσαν μετὰ τῶν ἄλλων,
ὁπόσοι ἐντὸς τῆς Νικαίας τότε ἔτυχον, ἐπισκήψας διακηρυκεύειν 
μέν πανταχοῦ τὴν τῆς Νικαίας ἅλωσιν, εἰ δέ μὴ πισ-
 τεύοιτο, αὐτὴν τὴν τοῦ Τζαχᾶ θυγατέρα ὑποδεικνύναι τοῖς
σατράπαις τῶν Τούρκων καὶ τοῖς τὰ περὶ θάλατταν νεμομένοις
βαρβάροις, ὡς ἂν οἱ τὰς ἤδη ῥηθείσας πόλεις κατέχοντες
ὁρῶντες ταύτην καὶ βεβαιούμενοι τὴν τῆς Νικαίας 
ἅλωσιν ἀπογνόντες ἀμαχητὶ παραδοῖεν τὰς πόλεις. ἐφοδιάσας
οὖν ἱκανῶς διὰ παντοίων τὸν Ἰωάννην ἐκπέμπει.
ὁπόσα δέ κατὰ τοῦ Τζαχᾶ τρόπαια οὗτος ἐστήσατο καὶ ὅπως
τοῦτον ἐκεῖθεν ἀπήλασε, προϊὼν ὁ λόγος δηλώσειεν. ὁ μὲν
οὖν δοὺξ καὶ θεῖος οὑμὸς πρὸς μητρὸς τῷ βασιλεῖ συνταξάμενος 
τῖς μεγαλοπόλεως ἔξεισι καὶ διαπεράσας τὴν Ἄβυδον
 μεταπεμψάμενος τὸν καλούμενον Κάσπακα τήν τε τοῦ στόλου
ἐξουσίαν καὶ τὴν τοῦ πλόος ἅπασαν οἰκονομίαν αὐτῷ
 
ἀνέθετο ὑποσχόμενος ὡς, εἰ καλῶς ἀγωνίσοιτο, ὁπηνίκα
τὴν Σμύρνην συμβαίη ἁλῶναι, ἡγεμόνα τοῦτον αὐτῆς τε τῆς
Σμύρνης καὶ τῶν ὁμορούντων πάντων αὐτῇ καταστῆσαι. ἐκπέμπει
τοίνυν αὐτὸν διαπόντιον θαλασσοκράτορα τοῦ στόλου,
 ὡς εἴρηται· ἐκεῖνον δέ ταγματάρχην εἶχεν ἡ ἤπειρος.
ἅμα τοίνυν τόν τε Κάσπακα διὰ τοῖ στόλου καὶ τὸν δοῦκα
Ἰωάννην διὰ τῆς ἠπείρου οἱ ἐντὸς τῇ Σμύρνῃ ἄμφω προσπελάσαντας
θεασάμενοι καὶ τὸν μὲν Δούκαν ἀγχοῦ τῶν τειχῶν
ἐκ διαστήματός τινος τὸν χάρακα πηξάμενον, τὸν δέ γε
 Κάσπακα τῷ λιμένι προσοκείλαντα, ἐπεὶ καὶ ἡ τῆς Νικαίας 
ἅλωσις ἤδη ἐγνώσθη αὐτοῖς, οὐδ’ ὅλως ἀντικαταστῆναι τούτοις
ἠθέλησαν, ἀλλ᾿ εἰς λῴους καὶ σπονδὰς εἰρηνικὰς ἐλθεῖν
ᾑρετίσαντο ὑποσχόμενοι, εἴπερ ὀμωμοκέναι αἰτοῖς ὁ Δούκας
Ἱωάννης θηλήσει, ὥστε παραχωρῆσαι ἀπαθεῖς κακῶν
 πρὸς τὰ οἴκοι τούτους ἐπαναζεῦξαι, ἀναιμωτὶ καὶ μάχης
ἄτερ τὴν Σμύρνην αὐτῷ παραδοῦναι. συντίθεται τοίνυν ὁ
Δούκας τηνικαῦτα τῇ τοῦ Τζαχᾶ γνώμῃ τὰ κατὰ σκοπὸν·
ἅπαντα πληρῶσαι ὑποσχόμενος. μετ’ εἰρήνης οὖν ἐκεῖθεν
αὐτοὺς ἀπελάσας τῷ Κάσπακι τὴν πᾶσαν ἐξουσίαν τῆς Σμύρνης 
 ἀνέθετο. γένεται δέ τι κατὰ συντυχίαν τοιοῦτον. τοῦ Κάσπακος
ἀπὸ τοῦ Δούκα Ἰωάννου ὑποστρέφοντος, προσῆλθεν
αὐτῷ Σμυρναῖός τις διεγκαλῶν ἀφαιρεθῆναι ταρά του Σαρατὴν
 
κηνοῦ χρυσίνους πεντακοσίους στατῆρας. ὁ δέ ἀχθῆναι τούτους
κριθησομένους ἐπέταξεν· ὡς δ’ ὁ Σύρος εἵλκετο, νομίσας,
ὡς ἐπὶ τῷ ἀναιρεθῆναι ἄγεται, καὶ ἀπογνοὺς τῆς ἑαυτοῦ
σωτηρίας σπασάμενος μάχαιραν κατὰ τῶν σπλάγχνων τοῦ
Κάσπακος ὠρεῖ· ἐπιστραφεὶς δὲ πλήττει καὶ τὸν τούτου 
ὁμαίμονα περὶ τὸν μηρόν. συγχύσεως δ’ ἐπὶ τούτῳ γενο-
 μένης πολλῆς, ὁ μέν Σαρακηνὸς ἀποδιδράσκει, οἱ δὲ τοῦ
 στόλου ἅπαντες σὺν αὐτοῖς ἐρέταις εἰς τὴν πόλιν ἀτάκτως
εἰσῄεσαν καὶ πάντας ἀνηλεῶς ἀπέκτενον. καὶ ἦν ἰδεῖν θέαμα
ἐλεεινὸν ὡσεὶ δέκα χιλιάδας ἀποκτανθέντας ἐν ὀξείᾳ καιροῦ 
ῥοπῇ. ὁ δὲ Δούκας Ἰωάννης περιαλγήσας ἐπὶ τῇ τοῦ Κάσπακος
ἀναιρέσει ἐφ’ ἱκανὸν ὅλος αὖθις τῆς τοῦ κέστρου
φροντίδος ἐγεγόνει. ἐξελθὼν τοίνυν καὶ περιαθρήσας τὰ
τείχη τάς τε τῶν ἐποίκων γνώμας παρὰ τῶν εἰδότων ἀκριβωσάμενος,
ἐπεὶ χρεία γενναίου ἦν ἀνδρός, τὸν Ὑαλέαν, φέριστον 
τῶν ἄλλων εἰδώς, δοῦκα τῆς Σμύρνης κατέστησεν·
ἀνὴρ δέ οὗτος ἀρειμάνιος. καταλιπὼν δέ καὶ τὸ ναυτικὸν
ἅπαν εἰς φυλακὴν τῆς Σμύρνης αὐτὸς τὰς δυνάμεις ἀναλαβό-
 μενος πρὸς τὴν Ἐφεσίων ἤλαυνε παρὰ τοῦ Ταγγριπερμῆ
καὶ τοῦ Μαράκη τῶν σατραπῶν κατεχομένην. τοῦτον θεασάμενοι 
οἱ βάρβαροι κατ’ αὐτῶν ἱέμενον, ὁπλισάμενοι καὶ
σχῆμα πολέμου περὶ τὴν ἔξω τοῦ κέστρου πεδιάδα διατυπώσαντες
τὰς φάλαγγας ἔστησαν. ὁ δέ δοὺξ μηδὲ μικρόν
 
τι μελλήσας σὺν εὐταξίᾳ στρατιωτιῇ κατ᾿ αὐτῶν ἐξώρμησε.
τῆς γοῦν συμβολῆς τοῦ πολέμου γεγονυίας τὸ πλεῖον
τῆς ἡμέρας παρῳχήκει· μαχομένων δ᾿ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν
καὶ τὴς μάχης οὔσης ἀμφιρρεποῦς οἱ Τοῦρκοι τὰ νῶτα
 ὑποσχόντες τρέπονται κατὰ κράτος. κτείνονται δὲ τηνικαῦτα
πολλοί, ἁλίσκονται δὲ οὐ τῶν τυχαίων μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν
τῶν σατραπῶν οἱ πλείους, ὡς συμποσοῦσθαι τοὺς
ἑαλωκότας εἰς χιλιάδας δύο. περὶ ὧν μεμαθηκὼς ὁ βασι- 
λεὺς διασπαρῆναι τούτους εἰς τὰς νήσοις προσέταξεν. οτ δέ
 καταλειφθέντες τῶν Τούρκων διὰ τοὺ ποταμοῦ Μαιάνδρου
πρὸς τὸ Πολύβοτον ἀπερχόμενοι καταφρονητικῶς διετέθησαν
τὸν Δούκαν τέλεον ἀπελπίσαντες. τὸ δὲ οὐχ οὕτως εἶχεν,
ἀλλὰ τὸν Πετζέαν δοῦκα ταυτησὶ τῆς πόλεως καταλιπὼν
αἰτὸς τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν ἀναλαβόμενος παραυτίκα ὄπισθεν
 οὐ φύρδην, ἀλλ᾿ εὐτάκτως καὶ ὡς ἐχρῆν ἐμπειρότατον στρατηγὸν
τατὰ τῶν ἐναντίων ἰέναι ἤλαινε κατὰ τὰς ὑποθημοσύνας
τοῦ αὐτοκράτορος. οἱ μέντοι Τοῦρκοι, καθά γε εἴρηται, 
διά τε Mαώνδρου καὶ τῶν παρακειμένων αὐτῷ πόλεων
ὁδεύσαντες καταλαμβάνουσι τὸ Πολύβοτον. ὁ δὲ δοὺξ οὐ
 κατὰ πόδας τούτους ἐδίωκεν, ἀλλὰ τὴν συντομωτέραν ὁδεύσας
τάς τε Σάρδεις καὶ τὴν Φιλαδέλφειαν ἐξ ἐπιδρομῆς κατέσχε
τὴν τούτων φρουρὰν Μιχαὴλ τῷ Κεκαυμένῳ πιστεύσας. κα-
 
ταλαβὼν δὲ τὴν Λαοδίκειαν καὶ πάντων παραυτίκα προσεληλυθότων
αὐτῷ αὐτοῖς μὲν ὡς αὐτομόλοις χρησάμενος καὶ
τεθαρρηκὼς ἀνέτως τὰ σφέτερα κατοικεῖν εἴασε μηδέ ἡγεμόνα
ἐπιστήσας. ἐκεῖθεν δέ διὰ τοῦ Χώματος διελθὼν τὴν
 Λάμπην κατέλαβε κἀν ταύτῃ καὶ τὸν Καμύτζην Εὐστάθιον 
στρατηγὸν ἐπέστησεν. ἐφθακὼς δέ εἰς τὸ Πολύβοτον καταλαμβάνει
Τούρκων πλῆθος πολὺ καὶ ἐπεισπεσὼν αὐτοῖς
ἄρτι τὰς σκευὰς κατατιθεμένοις ξυμβαλὼν παραυτίκα νικᾷ
κατὰ κράτος καὶ κτείνει μὲν πολλούς, ἀναλαμβάνει δέ λείαν
πολλὴν καὶ τοῦ πλήθους ἀνάλογον.

Τούτου γοῦν μήπω ἐπανεληλυθότος, ἀλλ᾿ ἀγωνιζομένου
κατὰ τῶν Τούρκων, ὁ βασιλεὺς ἑτοιμασθεὶς εἰς ἀρωγὴν
ἀρωγὴν τῶν περὶ τὴν Ἀντιόχειαν φθάσαι Κελτῶν ἐπεὶ τὸ
Φιλομήλιον κατέλαβε σὺν ὅλαις δυνάμεσι πολλοὺς ἐν τῷ
μεταξὺ κτείνας βαρβάρους, πολλὰς δέ καὶ πόλεις δῃωσάμενος 
 ὑπ᾿ αὐτῶν πρὶν κατεχομένας, φθάνει τηνικαῦτα τοῦτον ἐξ
Ἀντιοχείας Γελίελμος ὁ Γραντεμανῆ καὶ Στέφανος κόμης
Φραγγίας καὶ Πέτρος ὁ τοῦ Ἀλίφα χαλασθέντες καλῳδίοις
διὰ τῶν κρηδέμνων Ἀντιοχείας καὶ διὰ τῆς Ταρσοῦ ἀφικό-
 μενοι διαβεβαιοῦντο εἰς στενὸν κομιδῆ συνελαθῆναι τοὺς 
Κελτούς, καὶ ἐπομνύμενοι τὴν αὐτῶν παντελῆ πτῶσιν. ὁ
 

 
δέ βασιλεὺς διὰ τοῦτο καὶ μᾶλλον εἰς βοήθειαν αἰτῶν ἐσκότει
ταχῦναι, κἂν ἅπαντες αὐτὸν τῆς τοιαύτης ὁρμῆς ἀνέκοπτον.
ἐπεὶ δὲ βαρβάρων κατ’ αὐτοῦ ἔφοδος ἀμυθήτων
ἁπανταχῆ διεκηρυκεύετο, ἐπικαταλαμβάνειν ἀπὸν ἤδη (καὶ
 γὰρ ὁ τοῦ Χοροσὰν σουλτὰν τὴν τοῦ αὐτοκράτορος ὑπὲρ
τῶν Κελτῶν μεμαθηκὼς ἀπέλευσιν τὸν ἴδιον υἱὸν Ἰσμαὴλ 
τὴν κλῆσιν ἀπείρους δυνάμεις ἀπό τε τοῦ Χοροσὰν ἀπό τε
τῶν πορρωτέρων μερῶν συναγαγὼν καὶ καρτερῶς ἐξοπλίσας
ἅπαντας κατ᾿ αὐτοῦ ἐξέπεμψεν ἐντειλάμενος τάχος τὸν
 αὐτοκράτορα ἐφθακέναι πρὸ τοῦ τὴν Ἀντιόχειαν
τὴν μὲν δὴ ὁρμὴν τοῦ αὐτοκράτορος, ἣν εἶχεν ὑπὲρ τῆς τῶν
Κελτῶν σωτηρίας διαχρήσασθαί τε σπεύδων τοὺς κατ’ αὐτῶν
λυττῶντας Τούρκους καὶ αὐτὸν δὴ τὸν τούτων ἡγεμόνα
Κουρπαγάν, ἐπέσχε τὰ διαμηνυθέντα ὑπό τε τῶν ἐληλυθότων
 Φράγγων ὑπό τε τῶν τὴν τοῦ Ἰσμαὴλ κατ’ αἰτοῦ μηνυσάντων
ἔλευσιν· λογισμὸν δὲ τὸν εἰκότα περὶ τοῦ μέλλοντος Ρ. 
λαμβάνων, ὡς ἀμήχανον εἴη πρᾶγμα σῶσαι πόλιν ἄρτι μὲν
ὑπὸ τῶν Κελτῶν ἁλοῦσαν, ἀστατοῦσαν δ’ ἔτι κἀκ τῶν ἔξωθεν
ὑπὸ τῶν Ἀγαρηνῶν αὐτίκα πολιορκουμένην, τῶν Κελτῶν
 τὰς σωζούσας ἀπεγνωκότων ἐλπίδας καὶ
τοῦ μὲν τείχους ἐρήμου παραχωρῆσαι τοῖς πολεμίοις, ἑαυτοὺς
δέ μόνους περισῶσαι διὰ φυγῆς. ἔστι μέν γὰρ τὸ τῶν
Κελτῶν γένος κατὰ τῶν ἄλλων αὐτόνομόν τε καὶ ἀξύμβου-
 
λον, στρατηγικῇ δὲ εὐταξίᾳ καὶ ἐπιστήμῃ μηδέποτε χρώμενον,
ἀλλ’ ἐπειδὰν μάχη καὶ πόλεμος περισταίη, περιυλακτοῦντος
 αὐτοῖς τοῦ θυμοῦ ἀκάθεκτοί τέ εἰσιν οὐ τὸ στρατιωτικὸν
μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἡγεμόνες, ὡς ἐς μέσας φάλαγγας τῶν
πολεμίων εἰσπίπτοντες ἀφόρητοι, εἰ ὅλως τὸ ἀντικαθιστάμενον 
ὑποχαλάσειεν· εἰ δὲ στρατιωτικαῖς ἐμπειρίαις λόχους
οἱ πολέμιοι πολλάκις καταστήσαιεν καὶ τεχνικῶς αὐτοὺς
μετελεύσονται, εἰς τοὐναντίον πᾶν τὸ θράσος αὐτοῖς περιΐσταται.
τὸ γὰρ ὅλον εἰπεῖν, εἰς πρώτους ῥυτῆρας ἀνύποιστοί
εἰσιν οἱ Κελτοί, τὸ δέ γε μετὰ ταῦτα καὶ λίαν εὐχείρωτοι 
διά τε τὸ τῶν ὅπλων βάρος καὶ τὸ τῆς γνώμης θυμοειδές
καὶ ἀλόγιστον. διὰ ταῦτα μήτε ἀποχρώσας πρὸς τοσαῦτα
 πλήθη δυνάμεις ἔχων μήτε τὰς τῶν Κελτῶν γνώμας μεταβαλεῖν
μήτε ξυμβουλῇ τούτους βελτίονι εἰς τὸ ξυμφέρον
μετενεγκεῖν δυνάμενος δέον ἐλογίζετο μὴ προσωτέρω χωρεῖν, 
ἵνα μὴ εἰς τὶν τῆς Ἀντιοχείας ἀρωγὴν ἐπειγόμενος
καὶ τὴν Κωνσταντίνου προσαπολέσειε. πτοηθεὶς δέ, μὴ
ἐπικαταλαμβανόντων αὐτὸν ἤδη Τουρκικῶν ἀμυθήτων λαῶν
οἱ ἔποικοι τῶν μερῶν Φιλομηλίου παρανάλωμα βαρβαρικῆς
γένωνται μαχαίρας, εἰς νοῦν βάλλεται διακηρυκεῦσαι μὲν 
ἁπανταχῆ τὴν τῶν Ἀγαρηνῶν ἔφοδον· καὶ παραυτίκα διεκηρυκύετο
καὶ ὅτι ἕκαστος ἢ ἑκάστη προεξελθέτω τῆς τού-
 των ἐλεύσεως τὰ σώματα αὐτὰ καὶ τὰ χρήματα, ὁπόσα
 
φέρειν δύνανται, διασώζοντες. εἵλοντο μὲν οὖν εὐθὺς ἅπαντες 
συνέψεσθαι τῷ βασιλεῖ, οὐκ ἄνδρες μόνον, ἀλλὰ καὶ σὐταὶ
γυναῖκες. * * * οοͅτω μὲν οὖν τὰ τῶν αἰχμαλώτων ᾠκονόμητο
τῷ βασιλεῖ. μέρος δέ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποτεμόμενος
 καὶ τοῦτο εἰς πολλὰ διελὼν ἐν πολλοῖς μέρεσι κατὰ τῶν
Ἀγαρηνῶν ἐξαπέστειλεν, εἴ που προεκδρομάς τινας ποιουμένους
τοὺς Τούρκους εὕροιεν, ξυμμίγνυσθαί τε αὐτοῖς καὶ 
καρτερῶς μαχομένους ἀναστέλλειν τὴν κατὰ τοῦ αἰτοκράτορος
ἔφοδον. αὐτὸς δέ μετὰ παντὸς τοῦ λαοῦ τῶν τε ἑαλωκότων
 βαρβάρων καὶ τῶν προσκεχωρηκότων Χριστιανῶν
ἐπαναζεύγνυσι πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ὁ δέ γε ἀρχισατράπης
Ἰσμαὴλ μεμαθηκὼς περὶ τοῦ αὐτοκράτορος, ὅτι τῆς Κῶνσταντίνου
ἐξεληλυθὼς πολλὴν μὲν ἀνδροκτασίαν πεποιηκώς,
πολλὰς δὲ καὶ κωμοπόλεις ἐν τῷ διέρχεσθαι παντελῶς ἐριπώσας
 πολλήν τε λείαν καὶ δοριαλώτους ἀναλαβόμενος
ἐπαναζεύγυσι πρὸς τὴν βασιλεύουσαν μηδὲν ἔργον αὐτῷ
καταλελοιπώς, ὡς τῆς ἄγρας ἀπέγνω, ἐν ἀμηχάνοις καθίστατο B
καὶ ἐφ᾿ πέραν τραπόμενος τὸ Παϊπερτ πολιορκῆσαι ἐπέγνω,
ὅπερ πρὸ μικροῦ κατασχὼν εἶχεν ὁ περίκλυτος ἐκεῖνος
 Γαβρᾶς Θεόδωρος, καὶ καταλαβὼν τὸν ἀγχοῦ τούτου ῤέοντα
ποταμὸν ἅπαν ἐκεῖ τὸ στρατιωτικὸν κατέθετο. τοῦτο μεμαθηκὼς
ὁ Γαβρᾶς διεσκοπεῖτο νυκτὸς ἐπεισπεσεῖν αὐτῷ.
 
ἀλλ’ ὁποῖον μὲν πέρας τὰ κατὰ τὸν Γαβρᾶν ἔσχηκε καὶ ὅθεν αὐτὸς
ὥρμητο καὶ ὁποῖος ἦν, ταμιευσάσθω ὁ λόγος ἐς τὸν προσήκοντα
τόπον· τὰ νῦν δ’ ἐχέσθω τοῦ προκειμένου. οἱ δέ γε Λατῖνιο
ὑπὸ λιμοῦ τε καὶ συνεχοῖς πολιορκίας δεινῶς πιεζόμενοι
 προσεληλυθότες τῷ εἰς Ἑλενούπολιν τότε ἡττηθέντι Πέτρῳ 
τῷ ἐπισκόπῳ αἰτῶν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν, ᾐτοῦντο
βουλὴν ἐξ αὐτοῦ. ὁ δέ πρὸς αὐτοὺς “ἁγνούς’’ φησι “τηρῆσαι
ἑαυτοὺς ὑποσχόμενοι, μέχρις ἂν τὴν Ἱερουσαλὴμ καταλάβητε,
παρέβητε, οἶμαι, τὴν ὑπόσχεσιν. διὰ τοῦτο νῦν
ὑμῖν οὐκ ἐπαρήγει ὡς τὸ πρότερον ὁ θεός. δεῖ οὖν ἐπιστραφῆναι 
πρὸς τὸν κύριον καὶ τὰς σφῶν ἀποκλαύσασθαι
ἁμαρτίας ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καὶ δάκρυσι θερμοῖς τὴν
μετάνοιαν ἐνδειξαμένους καὶ παννύχοις δεήσεσι. τότε δὴ
σχολάσω καὶ αὐτὸς ὑπὲρ ὑμῶν τὸ θεῖον ἐξιλεούμενος.’’
πείθονται ταῖς τοῦ ἀρχιερέως παραινέσεσι. μεθ’ ἡμέρας 
τινὰς ἐκ θείας ὀμφῆς κινηθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς μεταπεμψάμενος
 τοὺς μεγιστᾶνας τῶν κομήτων παρηγγυᾶτο δεξιόθεν διορύξαι
τοῦ θυσιαστηρίου κἀκεῖσε τὸν ἅγιον εὑρηκέναι ἧλον. τὸ
ἐπιταχθὲν οὖν πεποιηκότες, ἐπεὶ μὴ εὕρισκον, ἐπαναστρέψαντες
μετὰ ἀθυμίας τὴν τοῦ ζητουμένου διαμαρτίαν ἀπήγγελλον. 
ὁ δέ ἐκτενέστερον τὴν δέησιν ποιησάμενος ἐπιμελέστερον
τὴν τοῦ ζητουμένου ἀναψηλάφησιν ποιήσασθαι ἐπέ-
 ο 
ταττεν. οἱ δέ καὶ αὖθις ἐπλήρουν τὸ κελευσθὲν καὶ τὸν
ζητούμενον εὑρηκότες δρομαίως τῷ Πέτρῳ προσέφερον 
χαρᾷ καὶ φρίκῃ συνεχόμενοι. κἄκτοτε ὡς ἁγνοτέρῳ τῶν
ἄλλων τῷ Ἰσαγγέλῃ ἐν ταῖς μάχαις τὸν σεπτὸν καὶ θεῖον
 ἐνεχείριζον ἧλον. τῇ γοῦν μετ’ αὐτὴν ἐξ ἀνυπόπτου πύλης 
κατὰ τῶν Τούρκων ἐξώρμησαν. τότε δὴ ὁ καλούμενος
Φλάντρας ᾐτήσατο τοὺς λοιποὺς μίαν ταύτην αἴτησιν παραχωρηθῆναί
οἱ, μετὰ τριῶν μόνον κατὰ τῶν Τούρκων τῶν
ἄλλων πρῶτον αὐτὸν ἐξιππάσασθαι. δέδοται δὴ τούτῳ τὸ
 αἰτηθέν. καὶ ὁπηνίκα αἱ φάλαγγες ἑκατέρωθεν ἰλαδὸν ἔστη.
σὰν καὶ ἡ τοῦ πολέμου σύναψις ηὐτρέπιστο] αὐτὸς τοῦ
ἵππου ἀποβὰς καὶ προσουδίσας ἑαυτὸν τρισσάκις τῷ Θεῷ 
ἐπηύξατο ἐκεῖθεν τὴν βοήθειαν ἐξαιτούμενος. βοησάντων
δέ πάντων τὸ “ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν’’, ὅλους ῥυτῆρας κατ’
 αὐτοῦ τοῦ Κουρπαγᾶ ἐνέδωκεν ἐπί τινος λόφου ἱσταμένου.
εὐθὺς οὖν τοὺς κατὰ πρόσωπον αὐτῶν ὑπαντιάσαντας τοῖς
δόρασι βαλόντες κατὰ γῆς ἔρριψαν. ἐντεῦθεν οὖν ἐκδειματωθέντες
οἱ Τοῦρκοι πρὸ τοῦ συρραγῆναι τὸν πόλεμον εἰς
φυγὴν ἐτράπησαν θείας πάντως δυνάμεως ἐπαρηγούσης τοῖς
 Χριστιανοῖς κἀν τῷ φεύγειν παραπορήσαντες οἱ πλεῖστοι
τῶν βαρβάρων ταῖς δίναις τῶν ποταμίων συσχεθέντες ῥευμάτων
ἀπεπνίγησαν, ὡς ἀντὶ γεφύρας χρηματίσαι τὰ σώματα 
 ν 
τῶν ἀποπνιγέντων τοῖς ὄπισθεν ἐρχομένοις. ἐφ’ ἱκανὸν οὖν
καὶ τοὺς φεύγοντας διώξαντες πρὸς τὴν Τουρκικὴν ταφρείαν
ὑπέστρεψαν κἀκεῖσε τὰς βαρβαρικὰς σκευὰς εὑρηκότες. καὶ
ἣν συνεπεφέροντο λείαν ἅπασαν ἀναλαβέσθαι μέν ἤθελον
παραχρῆμα, πολλὴν δὲ οὖσαν διὰ τριακονθημέρου μόγις 
ταύτην εἰσαγαγεῖν εἰς τὴν Ἀντιόχου πόλιν ἐξίσχυσαν. ἐπ’
ὀλίγον οὖν αὐτοῦ που ἐγεαρτερήσαντες, ἐφ’ ᾧ τῆς τοῦ πολέμου
κακοπαθείας ἑαντοὺς διαναπαῦσαι, ἅμα δέ καὶ τῆς
Ἀντιόχου φροντίδα ποιούμενοι ἀνεζήτουν τὸν ταύτην φρουρήσοντα.
ἦν δὲ ὁ Βαϊμοῦντος, καθὰ γε πρὸ τοῦ τὴν πόλιν 
 ἁλῶναι φθάσας ᾐτήσατο. παρακεχωρηκότες δέ αὐτῷ τῆς
ἁπάσης ἐξουσίας τῆς Ἀντιόχου αὐτοὶ τῆς πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα
φερούσης ἥψαντο. ἐν δὲ τῷ διέρχεσθαι πολλὰ μὲν
τῶν παραλίων κάστρων κατέσχον· ὁπόσα δὲ ἐρυμνότατα ὄντα
πλείονος ἐδεῖτο τῆς πολιορκίας, παραδραμόντες τῷ τέως 
αὐτὰ πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἔσπευδον. περιζώσαντες δέ τὰ
τείχη καὶ πυκναῖς προσβολαῖς πολιορκοῦντες αὐτὴν διὰ μιᾶς
σεληνιακῆς περιόδου κατέσχον πολλοὺς τῶν ἐντὸς Σαρακηνῶν
καὶ Ἑβραίων ἀνῃρηκότες. πάντων δέ ὑποταγέντων αὐτοῖς,
 ἐπεὶ ὁ ἀντιβαίνων οὐδείς, τὴν ἐξουσίαν ἅπασαν τῷ Γοντοφρὲ 
ἀναθέμενοι ῥίγα τοῦτον ὠνόμασαν.

Διαμηνυθείσης δέ τῆς τῶν Κελτῶν ἐφόδου τῷ
ἐξουσιαστῇ Βαβυλῶνος Ἀμεριμνῇ καὶ ὅπως παρ᾿ αὐτῶν ἥ
τε ῾Ιερουσαλὴμ ἑάλω καὶ αὐτὴ Αντιοχου καὶ ἄλλαι πολλαὶ
πόλεις αἱ ταύτῃ παρακείμεναι παρὰ τῶν Κελτῶν κατεσχέθησαν,
 τηνικαῦτα πολὺ πλῆθος συναγηοχὼς ἔκ τε Ἀρμενίων
καὶ Ἀρράβων Σαρακηνῶν τε καὶ Ἀγαρηνῶν κατ᾿ αὐτῶν ἐξαπέστειλε.
τούτου διαμηνυθέντος παρὰ τοῦ Γοντοφρὲ τοῖς
Κελτοῖς, τηνικαῦτα ὡπλίσαντο κατ᾿ αὐτῶν καὶ κατελθόντες
εἰς τὸ Ἰάφὰ τὴν ἐκείνων περιέμενον ἔφοδον· εἶτα ἐκεῖθεν 
 κατέλαβον τὸ ῾Ραιμελ, ἐν ᾧ καὶ ὁ μεγαλομάρτυρ Γεώργιος
μεμαρτύρηκε, καὶ † ἑτνωθέντες τῷ κατ᾿ αὐτῶν ἐρχομένῳ στρατεύματι
του Ἀμεριμνῆ συνῆψαν πόλεμον μετ᾿ αὐτῶν. καὶ
τὴν νικῶσαν εἶχον εὐθὺς οἱ Κελτοί· τῇ δὲ μετ᾿ αὐτὴν † καταλαβόντες
ἐξ ὀπισθίων τοῦ προμετωπίου τῆς φάλαγγος ἡττή- 
 θῆσαν οἱ Λατῖνοι μέχρι τοῦ ῾Ράμελ περισωθέντες. μόνος δὲ
ὁ Βαλδουῖνος κόμης ἀπῆν φυγαδείᾳ χρησάμενος οὐχ ἁς
ἄνανδρος, ἀλλ᾿ ὥς τι κρεῖττον προμηθευσόμενος περί τε
τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας καὶ τοῦ κατὰ τῶν Βαβυλωνίων στρατεύματος.
τεύματος. καταλαβόντες δὲ οἱ Βαβυλώνιοι καὶ κυκλοτερῆ 
 τὴν πολιορκίαν τοῦ ῾Ράμελ ποιούμενοι θᾶττον τοῦτο κατέσχον.
πολλοὶ δὲ τῶν Λατίνων τηνικαῦτα κτείνονται, πλείους
δὲ καὶ ζωγρία πρὸς Βαβυλῶνα ἐστάλησαν. ἐκεῖθεν δέ ὑπο 
 

 
στρέφον τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν τῶν Βαβυλωνίων πρὸς τὴν
πολιορκίαν τοῦ Ἰάφα ἠπείγετο. τοιοῦτον γὰρ τὸ
ἀεί. ὁ δέ γε ἀνωτέρω δηθεὶς Βαλδουῖνος τὰς παρὰ τῶν
Φράγγων ἑαλωκυίας κωμοπόλεις ἁπάσας περιιὼν οὐκ ὀλίγους
τε συναγηοχὼς ἱππεῖς καὶ πεζοὺς ἀξιόμαχον στράτευμα 
συνεστήσατο κἀντεῦθεν τοῖς Βαβυλωνίοις ἐπελθὼν ἥττησε
 κατὰ κράτος. ὁ δέ βασιλεὺς τὴν κατὰ τὸ Ῥάμελ τῶν Λατίνων
ἧτταν μεμαθηκώς, περιαλγήσας ἐπὶ τῇ τῶν κομήτων
αἰχμαλωσίᾳ, ἅτε γινώσκων αὐτοὺς κατά τε ὥραν καὶ ῥώμην
σώματος καὶ περιφάνειαν γένους τῶν πάλαι ὑμνουμένων, 
οὐκ ἔφερεν ἐπὶ πλέον τούτους δοριαλώτους ἐπὶ ξένης εἶναι.
ἔνθεν τοι μεταπεμψάμενός τινα Βαρδαλῆν καλούμενον χρήματά
τε ἱκανὰ ἐπιδοὺς πρὸς τὴν ἐκείνων ἀνάρρυσιν πρὸς
Βαβυλῶνα ἐκπέπομφεν ἐγχειρίσας αὐτῷ καὶ τὰ πρὸς τὸν
Ἀμεριμνῆν γράμματα περὶ τῶν κομήτων διαλαμβάνοντα. 
ὁ δέ τὰς τοῦ αὐτοκράτορος ἀνελίξας γραφὰς ἄτερ τιμῆς
τοὺς κόμητας ἀπεδίδου μετὰ περιχαρείας πλὴν τοῦ Γοντοφρέ.
ἐκεῖνον γὰρ προφθάσας πρὸς τὸν αὐτάδελφον αὐτοῦ
Βαλδουῖνον τιμῆς ἀπέδοτο. καταλαβόντας δὲ τὴν μεγαλόπολιν
τοὺς κόμητας ὁ βασιλεὺς ἐντίμως ἐδέξατο χρήματά 
 τε ἱκανὼ ἐπιδοὺς καὶ ἐφ᾿ ἱκανὸν τούτους διαναπαύσας χαίροντας
ἐξαπέστειλεν οἴκαδε. ὁ δέ Γοντοφρὲ δὴξ Ἱεροσολύμων
αὖθις ἀποκαταστὰς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Βαλδουῖνον
εἰς Ἔδεσαν ἐκπέπομφε. τότε δὴ καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τῷ
 
Ἰσαγγέλῃ ἐπέσκηψε τὴν μὲν Λαοδίκειαν Ἀνδρονίκῳ τῷ Τζιντζιλούκῃ
ἀναθέσθαι, τὸ δέ γε Μαρακέως καὶ τὸ Βαλανέως τοῖς
ὑπὸ τὸν Εὐμάθιον δοῦκα Κύπρου τῷ τότε ὑπάρχοντα, ἐκεῖνον
δέ προσωτέρω βαδίσαι καὶ περὶ τῆς τῶν λοιπῶν κάστρων
 κατασχέσεως ὡς ἐνὸν διαγωνιεῖσθαι. ὅπερ δὴ καὶ πεποίηκε
τοῖς γράμμασι τοῦ βασιλέως πεισθείς. μετὰ γοῦν τὸ παραδοῦναι
τὰ κάστρα τοῖς ἀνωτέρω δηλωθεῖσιν ἀπῆλθεν εἰς 
Ἀντάωδον καὶ ταύτην ἀμαχητὶ ἐχειρώσατο. τοῦτο ἐνωτισθεὶς
ὁ Ἀταπάκας τῆς Δαμασκοῦ δυνάμεις συναθροίσας ἱκανὰς
 κατ᾿ αὐτοῦ ἐστρατεύσατο. ἐπεὶ δὲ ὁ Ἰσαγγέλης ἀποχρώσας
δυνάμεις πρὸς τοσοῦτον πλῆθος οὐκ εἶχε, βουλὴν ἐβουλεύσατο
οὐ τοσοῦτον ἀνδρείαν ὁπόσον συνετήν. θαρρήσας γὰρ
τοῖς ἐντοπίοις ἔφη ὡς “ἐγὼ μὲν τοῦ κάστρου παμμεγέθους
ὄντος ἔν τινι τόπῳ κρυβήσομαι· ὑμεῖς δέ, ὁπηνίκα ὁ ᾿Αταπάκας
 καταλάβῃ, τὸ μὲν ἀληθὲς μὴ ὁμολογήσητε, πτοηθέντα
δέ με φυγάδα γενέσθαι διαβεβαιώσατε”. καταλαβὼν οὖν ὁ
Ἀταπάκας καὶ ἐρωτήσας περὶ τοῦ Ἰσαγγέλη, ἐπεὶ ἀποδεδρακέναι
τοῦτον ἐπίστευσε, κεκμηκὼς ἀπὸ τῆς ὁδοιπορίας ἀγχοῦ 
τῶν τειχῶν τὴν σκηνὴν ἐπήξατο. τῶν δὲ ἐντοπίων πᾶσαν
 φιλοφροσύνην εἰς αὐτὸν ἐνδεικνιμένων, τεθαρρηκότες οἱ
Τοῦρκοι καὶ μηδὲν ἐναντίον ὑποτοπάσαντες τοὺς ἰδίους
 
 ἵππους πρὸς τὸ πεδίον ἔλυσαν. ὁ δέ Ἰσαγγέλης μέσης ἡμέρας
τοῦ ἡλίου κατὰ κορυφὴν τὰς ἀκτῖνας βάλλοντος καρτερῶς
ὁπλισάμενος μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν (εἰς τετρακοσίοις δὲ
αἴφνης τὰς πύλας ἀνοίξας διὰ μέσης τῆς αὐτῶν
παρεμβολῆς ὥρμησεν. ὁπόσοι μὲν οὖν ἀθύμως εἰώθασι 
μάχεσθαι, τῆς ἑαυτῶν ζωῆς ἀφειδήσαντες τὸν μετ’ αὐτῶν
 ἱστάμενοι ἀνεδέξαντο πόλεμον· οἱ δέ λοιποὶ φυγαδείᾳ τὴν
ἑαυτῶν ἀπεπειρῶντο πραγματεύσασθαι σωτηρίαν. ἀλλὰ τὸ
τῆς πεδιάδος εὐρὺ καὶ τὸ μή τι ἕλος παρακεῖσθαι ἢ βουνὸν
ἢ φάραγγα ταῖς τῶν Λατίνων χερσὶν ἅπαντας παραδέδωκεν. 
ἔνθεν τοι καὶ παρανάλωμα ξιφῶν πάντες γεγόνασιν· ὀλίγοι
δέ καὶ κατεσχέθησαν. οὕτω γοῦν τῶν Τούρκων καταστρατηγήσας
κατὰ τῆς Τριπόλεως χωρεῖ. ἄνεισι γοῦν κατευθὺ καὶ
προκαταλαμβάνει τὴν ἀκρολοφίαν τοῦ ἀντικρὺ Τριπόλεως
διακειμένου βουνοῦ, μέρους ὄντος του Λιβάνου, ἐφ’ ᾧ καὶ 
ὡς ὀχύρωμα τοῦτον ἔχειν καὶ τὸ ἐκ τοῦ Λιβάνου καταρρέον
ὕδωρ εἰς Τρίπολιν διὰ τοῦ πρανοῦς τοῦ τοιούτου βουνοῦ
 ἐπισχεῖν. τηνικαῦτα δὲ πρὸς τὸν βασιλέα τὰ συμβάντα δηλώσας
ᾐτεπῖτο ἐρυμνότατόν τι ὀχύρωμα γενέσθαι πρὸ τοῖ
καταλαβεῖν ἀπὸ τοῦ Χοροσὰν δυνάμεις πλείονας καὶ καταγωνίσασθαι 
αὐτούς. ὁ δέ βασιλεὺς τῷ δουκὶ Κύπρου τὴν
τοῦ τοιούτου πολιχνίου κτίσιν ἀνέθετο ἐπισκήψας, ἵνα διὰ
 
τοῦ στόλου πάντα τὰ συνοίσοντα ταχέως ἐξαποστέλλῃ καὶ
τοὺς τὸ τοιοῦτον πολίχνιον οἰκοδομήσοντας ἐφ’ ὃν ἂν ὁ
Ἰσαγγέλης ὑποδείξειε τόπον. γέγονε τοῦτο τῷ τέως. καὶ ὁ
μὲν Ἰσαγγέλης ἔξωθεν τῆς Τριπόλεως στρατοπεδευσάμενος
 πάντα κάλων κινῶν περὶ τὴν ταίτης ἅλωσιν οὐκ ἐνεδίδου.
ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος τὴν τοῦ Τζιντζιλούκη εἰσέλευσιν εἰς 
Λαοδίκειαν μεμαθηκὼς τὴν ἔχθραν, ἣν πάλαι κατὰ τοῦ
αὐτοκράτορος ἐγευμονήσας εἶχεν, εἰς τοὐμφανὲς ἐξαγαγὼν
μετὰ δυνάμεως ἀποχρώσης τὸν ἀνεψιὸν αὐτοῦ Ταγγρὲ κατὰ
 τῆς Λαοδικείας ἐκπέμπει ταύτην πολιορκήσοντα. τῆς δέ
περὶ τούτου φήμης μέχρι καὶ ἐς τὰς τοῦ Ἰσαγγέλη διαδραμούσης
ἀκοάς, εὐθὺς μηδέ μικρόν τι μελλήσας οὗτος καταλαμβάνει
τὴν Λαοδίκειαν καὶ λόγους συνείρει πρὸς τὸν
Ταγγρὲ διὰ παντοίων λόγων συμβουλεύων αὐτῷ τῆς τοῦ
 κάστρου πολιορκίας ἀποσχέσθαι. ὡς δὲ πολλὰ μετ’ αἰτοῖ
κοινολογούμενος καταπειθῆ τοῦτον οὐχ εὕρισκεν, ἀλλ’ ἄντικρυς
ᾄδειν ἐδόκει παρὰ κωφῷ, ἐκεῖθεν παλινοστήσας καταλαμβάνει 
αὖθις τὴν Τρίπολιν. ἐκεῖνος δέ οὐδοπωσοῦν τῆς
πολιορκίας ἀφίστατο. ἰδὼν οὖν ὁ Τζιντζιλούκης τὴν ὁρμὴν
 τοῦ Ταγγρὲ καὶ ὡς ἐν στενῷ τὰ κατ’ αὐτὸν συνελαύνεται,
βοήθειαν ἐκεῖθεν ᾐτεῖτο. βραδυνόντων δέ τῶν ἐν τῇ Κύπρῳ,
εἰς ἀμηχανίαν ἐλθὼν τὸ μέν ἀπὸ τῆς πολιορκίας, τὸ
δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ λιμοῦ πιεζόμενος προδοῦναι τὸ κάστρον
ᾐρετίσατο.

Τούτων οὕτω τελουμένων, ἐπεὶ τετελευτηκότος
τοῦ Γοντοφρὲ ἕτερον ἔδει πάλιν ῥῆγα γενέσθαι τὸν ἐκείνου
ἀναπληροῦντα τόπον εὐθὺς οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις Λατῖνοι μετεκαλοῦντο
 τὸν. Ἰσαγγέλην ἀπὸ Τριπόλεως ῥῆγα τῶν Ἱεροσολύμων
ποιῆσαι ἐθέλοντες. ὁ δὲ ἀνεβάλλετο τέως τὴν 
ἐκεῖσε ἀπέλευσιν. εἰσελθόντος οὖν εἰς τὴν μεγαλόπολιν,
ἐπεὶ ἀναβαλλόμενον αὐτὸν οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις ἐγνώκεσαν,
μεταπεμψάμενοι τὸν Βαλδουῖνον περὶ τὴν Ἔδεσαν τότε ἐνδιατρίβοντα
ῥῆγα Ἱεροσολύμων κατέστησαν. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς
τὸν Ἰσαγγέλην ἀσμένως ἀΠοδεξάμενος, ἐπεὶ τὸν Βαλδουῖνον 
μεμαθήκει τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις ἀρχὴν ἀναδέξασθαι,
 παρακατεῖχε μεθ’ ἑαυτοῦ, ὁπηνίκα καὶ τὸ τῶν Νορμάνων
φόσσατον κατέλαβεν ἡγεμόνας ἔχον ἀδελφοὺς δύο Φλάντρας
καλουμένους. οἶς πολλὰ πολλάκις ὁ βασιλεὺς συμβουλευόμενος
 τὴν αὐτὴν τοῖς προλαβοῦσι φοσσάτοις ὁδεῦσαι καὶ διὰ τῶν 
παραλίων τὰ Ἱεροσόλυμα καταλαβεῖν καὶ οὕτω τῷ λοιπῷ στρατεύματι
τῶν Λατίνων ἑνωθῆναι, πειθομένους τούτους οὐχ εὕρισκεν,
ἅτε τοῖς Φράγγοις ἑνωθῆναι μὴ βουλομένους, ἀλλ’ ἑτέραν
ὁδεῦσαι ὁδὸν διὰ τοῦ ἀνατολικοῦ καὶ κατευθὺ χωρῆσαι τοῦ
Χοροσὰν οἰομένους κατασχεῖν τὸ τοιοῦτον. ὁ δέ βασιλεὺς 
πάντη ἀσύμφορον τοῦτο γινώσκων καὶ τὴν ἀπόλειαν μὴ θέλων
τοῦ τοσούτου λαοῦ (πεντήκοντα γὰρ ἦσαν χιλιάδες 
 

 Η 
πέων ἀνδρῶν καὶ ἑκατὸν πεζῶν), ἐπεὶ μὴ πειθομένους
ἑώρα, τὸν δεύτερον, ὅ φασι, πλοῦν ἐρχόμενος μεταπεμψάμενος
τὸν Ἰσαγγέλην καὶ τὸν Τζίταν συνεκπέμπει τούτοις, 
ἐφ᾿ ᾧ συμβουλεύειν τε τὰ συνοίσοντα καὶ τῶν παραλόγων
 ὁρμῶν ὡς ἐνὸν ἀνασειράζειν αἰτούς διαπεραιωθέντες
οὖν τὸν τῆς Κιβωτοῦ πορθμὸν καὶ πρὸς τὸν Ἀρμενιακὸν
ἐπειγόμενοι τὴν Ἄγκυραν καταλαβόντες ἐξ ἐφόδου ταύτην
κατέσχον. καὶ οὕτω τὸν Ἅλυν διαβάντες πολίχνιόν τι κατέλαβον.
ἐπεὶ δὲ τοῦτο Ῥωμαῖοι κατεῖχον, θαρρήσαντες καὶ
 τὰς ἱερὰς ἐπενδυθέντες οἱ ἱερεῖς στολὰς εὐαγγέλιόν τε καὶ
σταυροὺς κομιζόμενοι ὡς Χριστιανοῖς τούτοις προσήεσαν.
οἱ δὲ ἀπανθρώπως καὶ ἀπηνῶς οὐ τοὺς ἱερεῖς μόνον, ἀλλὰ
καὶ τοὺς λοιποὺς τῶν Χρωτιανῶν ἀναιροῦσι καὶ ἀφροντίστως
τοῦ λοιποῦ ὡς πρὸς Ἀμάσειαν ἀπονεύσαντες τὴν ὁδοιπορίαν 
 ἐποιοῦντο. οἱ δὲ Τοῦρκοι ἐμπειροπόλεμοι ὄντες προκαταλαβόντες
τὰς κώμας πάσας καὶ τὰ χορτάσματα πάντα ἐνέπρησαν,
ἐφθακότες δὲ τούτους ὀξέως προσέβαλον. . δευτέρα
δὲ ᾦ καθ’ ἢν ὑπερίσχυσαν τούτων οἱ Τοῦρκοι. καὶ τηνικαῦτα
αὐτοῦ που κατασκηνώσαντες χάρακά τε πηξάμενοι τὰς
 σκευὰς ἐναπέθεντο. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν αὐθις ἄμφω ἐμάχοντο
τὰ στρατεύματα. οἱ δέ Τοῦρκοι κυκλοτερῶς κατασκηνώσαντες
οὐ χορταγωγίας χώραν τούτοις ἐδίδουν οὔτε μὴν τὰ ὑπομεταπεμψάμενος
 
ζύγια καὶ τοὺς ἵππους ἐς ποτὸν ἐξάγειν συνεχώρουν. τὴν
ἑαυτῶν οὖν πανωλεθρίαν ἐμ’ ὀφθαλμῶν ἤδη ὁρῶντες οἱ
 Κελτοὶ τῆς ἑαυτῶν ζωῆς ἀφειδήσαντες τῇ μετ’ αὐτήν, τετρὰς
δέ ἦν, καρτερῶς ὁπλισάμενοι τὸν μετὰ τῶν βαρβάρων
ἀνεδέξαντο πόλεμον. οἱ δὲ Τοῦρκοι εἰς χεῖρας τούτους 
ἔχοντες οὐκέτι μετὰ τῶν δοράτων οὐδὲ διὰ τόξων πρὸς
αὐτοὺς ἀπεμάχοντο, ἀλλὰ τὰ ξίφη σπασάμενοι καὶ τῶν κουλεῶν
ἐξελκύσαντες ἀγχέμαχον τὴν μάχην ἐποιοῦντο καὶ
παρευθὺ τρέπουσι τοὺς Νορμάνους. οἱ δέ καταλαβόντες
 τὸν ἴδιον χάρακα σύμβουλον ἀνεζήτουν. ὁ δ’ ἄριστος αὐτοκράτωρ 
ὁ τὰ λῴονα τούτοις ὑποτιθέμενος καὶ μὴ εἰσακουσθεὶς
οὐ παρῆν. λοιπὸν ἐπὶ τὴν τοῦ Ἰσαγγέλη καὶ τοῦ Τζίτα
γνώμην καταφεύγουσιν, ἅμα δὲ καί, εἰ χώρα τις τῶν ὑπὸ
τὸν αὐτοκράτορα πλησίον παράκειται, ἐπυνθάνοντο ἀναζητοῦντες
αὐτήν. καὶ δὴ τάς τε σκευὰς καὶ τὰς σκηνὰς καὶ 
τὸ πεζὸν ἅπαν αὐτοῦ που καταλιπόντες τοῖς ἰδίοις ἵπποις
ἐποχηθέντες ὡς εἶχον τάχους πρὸς τὰ παρὰ θάλασσαν τοῦ
Ἀρμενιακοῦ καὶ τῆς Παυράκης ἔθεον. ἐπεισπεσόντες δ᾿
 ἀθρόον οἱ Τοῦρκοι τούτων τῷ χάρακι πάντα ἀφείλοντο·
 εἶτα κατόπιν τούτων διώξαντες τὸ πεζὸν ἅπαν ἐφθακότες 
ἀνεῖλον· τινὰς δὲ καὶ κατασχόντες πρὸς τὸν Χοροσὰν δεῖγμα
ἀπήγαγον. ἀλλὰ ταῦτα μέν τὰ τῶν Τούρκων κατὰ τῶν Νορμάνων
ἀνδραγαθήματα· ὁ δέ γε Ἰσαγγέλης καὶ ὁ Τζίτας μετὰ
 
τῶν καταλιφθέντων ὀλίγων ἱππέων τὴν βασιλεύουσαν καταλαμβάνουσι.
δεξάμενος δέ τούτους ὁ αὐτοκράτωρ καὶ χρήματα
δοὺς ἱκανὰ καὶ διαναπαύσας ἤρετο, ὅπου τοῦ. λοιποῦ
αἱρετὸν αὐτοῖς ἀπιέναι. οἱ δὲ τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπεζήτουν.
 φιλοτιμrσάιιενος οὖν αὐτοὺς δαψιλῶς διαποντίους ἐκπέμπει
τῇ αὐτῶν πώμῃ τὸ πᾶν ἀναθέμενος. ὁ δέ γε Ἰσαγγέλης ἐκ
μεγαλοπόλως ἐξελθὼν τὴν πρὸς τὸ οἰκεῖον στράτευμα ἀνε- 
ζήτει ἀπέλευσιν. καὶ δὴ καταλαμβάνει αὖθις τὴν Τρίπολιν
χειρώσασθαι ταύτην γλιχόνενος. μετὰ δέ ταῖτα νόσῳ θανασίμῳ
 περιπεσὼν καὶ πνέων τὰ ἔσχατα μεταπεμψάμενος τὸν
αὐτοῦ ἀνεψιὸν Γελίελμον ὥσπερ τινὰ κλῆρον ἅπαντα τὰ ὑπ᾿
αὐτοῦ κατασχεθέντα κάστρα τοί·τῳ ἀπεχαρίσατο ἡγεμόνα καὶ
ἀρχηγὸν τῶν αὐτοῦ ταγμάτων καταστήσας. τούτοὶ τοίνυν τὴν
τελευτὴν μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράσεν, εὐθὺς πρὸς τὸν δοῦκα
 Κύπρου διὰ γραμμάτων ἐδήλωσεν, ἕνα Νικήταν τὸν Χαλίντζην
μετὰ χρημάτων ἱκανῶν πρὸς τὸν Γελίελμον ἐκπέμψῃ, ἐφ᾿ ᾧ D
ὑποποιήσασθαὶ τε αὐτὸν καὶ παρασκευάσαι ὀμωμοκέναι πρὸς
τὸν αὐτοκράτορα πίστιν βεβαίαν φυλάξαι εἰς αὐτὸν καὶ ὁποίαν
ὁ ἀποβεβιωκὼς θεῖος αὐτοῦ ᾿Ισαγγέλης μέχρι τέλους ἐτήρησεν.

Εἶτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ καὶ τὴν τῆς Λαοδικείας
παρὰ τοῦ Ταγγρὲ κατάσχεσιν πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον
γράμματα ἐκτίθεται οὑτωσὶ περιέχοντα “τὰ ὅρκια οἶδας καὶ
τὰς ἐπαγγελίας, ἅς οὐκ αὐτὸς μόνος, ἀλλὰ καὶ ἅπαντες πρὸς
τὴν βασιλείαν ῾Ρωμαίων ἐποιήσαντο. νῦν δὲ αὐτὸς πρῶτος
 

 
παρασπονδήσας τὴν Ἀντιόχειαν κατέσχες καὶ ἄλλα τινὰ φρούρια
ὑποποιησάμενος καὶ αὐτὴν δὴ τὴν Λαοδίκειαν. ἀπόστηθι
τοίνυν τῆς πόλεως Ἀντιοχείας καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων
 δίκαιόν τι πρᾶγμα ποιῶν καὶ μὴ θέλε πολέμους ἄλλους
καὶ μάχας κατὰ σαυτοῦ ἐρεθίζειν.” ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος τὰς 
βασιλικὰς ὑπαναγνοὺς γραφάς, ἐπειδὴ μὴ τῷ συνήθει ψεύδει
χρήσασθαι οἶός τε ἦν τῶν πραγμάτων ἀριδήλως τὴν ἀλήθειαν
ἐλεγχόντων, πρὸς τὰ γραφέντα τῷ φαινομένῳ κατένευσεν,
αἰτίαν μέντοι τῶν κακῶς παρ’ αὐτοῦ πραχθέντων
εἶναι τὸν τὸν αὐτοκράτορα ἔλεγε γράψας ὡς “οὐκ ἐγὼ τούτων 
αἴτιος, ἀλλὰ σύ. ὑποσχόμενος γὰρ κατόπιν ἡμῶν μετὰ δυνάμεως
ἔρχεσθαι πολλῆς οὐκ ἠθέλησας τὴν ὑπόσχεσιν ἔργοις
 πιστώσασθαι. ἡμεῖς δὲ τὴν Ἀντιόχειαν καταλαβόντες καὶ
ἐπὶ τρισὶ μησὶ πολλὰ μογήσαντες πρὸς πολεμίους ἀπεμαχόμεθα
καὶ λιμόν, οἶον οὐδείς πως τῶν ἀνθρώπων τεθέαται, 
ὡς τοὺς πλείστους ἡμῶν καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου
ἀπηγορευμένων κρεῶν βεβρωκέναι· ἐφ’ ἱκανὸν δέ ἐγκαρτερούντων
ἡμῶν καὶ αὐτὸς ὁ δοθεὶς ἡμῖν εἰς ἀρωγὴν πιστότατος
οἰκέτης τοῦ σοῦ κράτους Τατίκιος οὕτω κινδυνεύοντας
 καταλιπὼν ἡμᾶς ᾤχετο. εἵλομεν δέ τὴν πόλιν παραδόξως 
καὶ αὐτὰς τὰς ἀπὸ τοῦ Χοροσὰν εἰς ἀρωγὴν τῶν Ἀντιοχέων
καταλαβούσας δυνάμεις κατετροπωσάμεθα. καὶ πῶς δίκαιόν
ἁ
 
ἐστιν, ἅπερ οἰκείοις ἱδρῶσι καὶ πόνοις ἐκτησάμεθα, ῥᾳδίως 
οὕτως ἀποποιήσασθαι;” ὑποστρεψάντων δ’ ἐκεῖθεν τῶν πρέσβεων,
ὡς τὰς τοῦ Βαϊμούντου ὑπανέγων γραφάς, διαγνοὺς
αὐτὸν ἐκεῖνον αὖθις εἶναι τὸν Βαϊμοῦντον μηδοπωσοῦν ἐπὶ
 τὸ βέλτιον μεταβληθέντα, δεῖν ἔγνω τῶν ὁρίων τῆς βασιλείας
Ῥωμαίων ἀντέχεσθαι καὶ τὴν ἀκάθεκτον αἰτοῦ ὁρμὴν
ὡς ἐνὸν ἀνακόπτειν. δυνάμεις τοίνυν πολλὰς μετὰ τοῦ Βουτουμίτου
κατὰ τῆς Κιλικίας ἐξέπεμψε καὶ τὸ ἐλλογιμώτατον
τοῦ στρατιωτικοῦ καταλόγου, ἄνδρας μαχιμωτάτοις καὶ
 Ἄρεως ὑπασπιστὰς ἅπαντας καὶ αὐτὸν δὴ τὸν Βάρδαν καὶ
τὸν ἀρχιοινοχόον Μιχαὴλ, ἀκμάζοντας καὶ ἀρτιφυεῖς τὸ
γένειον. οὓς νηπιόθεν προσλαβόμενος ὁ αὐτοκράτωρ καὶ 
τὰ στρατιωτικὰ ἐκπαιδεύσας ὡς εὐνουστέρους τῶν ἄλλων
τῷ Βουτουμίτῃ παραδίδωσι μεθ’ ἑτέρων χιλίων ἀνδρῶν
 γενναίων Κελτῶν καὶ Ῥωμαίων, ἐφ’ ᾧ συμπαρομαρτεῖν τε
αὐτῷ καὶ ὑπείκειν ἐν ἅπασιν, ἅμα δὲ καὶ τὸ τυχὸν τῶν
καθ᾿ ὥραν ξυμπιπτόντων δι’ ἀπορρήτων γραμμάτων δηλοῦν
αὐτῷ. ἔσπευδε δὲ τὴν ἅπασαν χώραν τῆς Κιλικίας κατασχεῖν,
ἵν ἐντεῦθεν ῥᾷον τὰ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν ἐξαρτύῃ. Ρ.
 ἀπάρας οὐν ὁ Βουτουμίτης σὺν ὅλαις δυνάμεσι περὶ
Ἀττάλου ἐφθακώς, ἐπεὶ τὸν Βάρδαν καὶ τὸν ἀρχιοινοχόον
Μιχαὴλ μὴ ὑπείκοντας ἑώρα τῷ τούτου θελήματι, ἵνα μὴ
 
ναὶ τὸ ὁΠλιτικὸν συμβαίη στασιάζειν κἀκ τούτου κενόσπουδος
ἡ σπουδὴ τῷ Βουτουμίτῃ γένηται καὶ ἄπρακτος τῆς
Κιλικίας ἀποπεμφθείη, παραχρῆμα τὰ περὶ τούτου δηλοῖ
τῷ αὐτοκράτορι τὴν μετ’ αὐτῶν συνδιατριβὴν παραιτούμενος.
ὁ δέ τὰς ἐκ τῶν τοιούτων εἰωθυίας γίνεσθαι βλάβας γινώσκων 
γοργῶς ἐφ᾿ ἑτέραν ὑπόθεσιν τούτοις τε καὶ ὁπόσοις ὑπόπτους
 εἶχε διὰ γραμμάτων προὐτρέπετο, ἵνα τὴν Κύπρον
τάχιον καταλαβόντες τῷ Εὐφορβηνῷ Κωνσταντίνῳ τὴν δουκικὴν
ἀρχὴν τηνικαῦτα τῆς νήσου Κύπρου ἀναδεξαμένῳ
συνόντες ἐν πᾶσιν ὑπείκωσιν. οἱ δέ ἀσμένως τὰ γράμματα 
δεξάμενοι θᾶττον πρὸς τὴν Κύπρον διαπλωίζονται· μικρὸν
οὖν χρόνον μεῖά τοῦ δουκὸς Κύπρου ἐνδιατρίψαντες τῇ
συνήθει ἀναισχυντίᾳ καὶ πρὸς αὐτὸν ἐκέχρηντο. ἔνθεν τοι
καὶ λοξὸν αὐτοὺς ὑπεβλέπετο. οἱ δὲ νεανίαι τῆς τοῦ βασιλέως
περὶ αὐτοὺς κηδεμονίας μεμνημένοι διὰ τῶν πρὸς τὸν 
βασιλέα γραμμάτων τοῦ δουκὸς πολλὰ κατέτρεχον τὴν Κωνσταντίνου
 ἀνακαλούμενοι. ἀναπτύξας δέ τὰς ἀυτῶν γραφὰς
ὁ αὐτοκράτωρ, ἐπεὶ καί τινας τῶν τῆς μείζονος τύχης, ὅσους
ὑπόπτους ὁ αὐτοκράτωρ εἶχε, σὺν αὐτοῖς εἰς Κύπρον ἀπέστειλε,
πτοηθεὶς μὴ καὶ αὐτοὶ ἐκ λύπης ἴσως συναπαχθῶσιν 
ἐκείνοις, εὐθὺς τῷ Καντακουζηνῷ ἐπέσκηψεν ἀναλαβέσθαι
τούτους μεθ’ ἑαυτοῦ. ὃς φθάσας εἰς Κυρήνειαν καὶ μετακαλεσάμενος
τούτους μεθ’ ἑαυτοῦ ἀνελάβετο. ἀλλὰ ταῦτα
 
μὲν τὰ περὶ τοῦ Βάρδα φημὶ καὶ τοῦ ἀρχιοινοχόου Μιχαήλ·
ὁ δέ γε Βουτουμίτης μετὰ τοῦ Μοναστρᾶ καὶ τῶν
σὺν αὐτῷ καταλειφθέντων λογάδων ἡγεμόνων τὴν Κιλικίαν
ἐφθακώς, ὡς τοὺς Ἀρμενίους εὗρε σπεισαμένους μετὰ τοῦ 
 Ταγγρέ, παραδραμὼν τούτους καὶ τὸ Μαράσιν
κατέσχεν αὐτό, ἅμα δέ καὶ τὰς παρακειμένας ἁπάσας κωμοπὸλεις 
καὶ τὰ πολίχνια καὶ ἀποχρώσας δυνάμεις εἰς
φρουρὰν τῆς χώρας ἁπάσης καὶ ἡγεμόνα τὸν μιξοβάρβαρον
καταλιπὼν Μοναστρᾶν, περὶ οὗ ἐν πολλοῖς ὁ λόγος ἐμέμνητο,
 πὼς τὴν βασιλεύουσαν ἐπανέστρεψεν.

Ἐπεὶ δέ ἐξερχόμενοι οἱ Φράγγοι [πρὸς] τὰ
πρὸς κατάσχεσιν τῶν πόλεων Συρίας ὑπέσχοντο τῷ 
ἐπισκόπῳ Πίσσης ἱκανά, εἰ τούτοις συνάρηται πρὸς τὸν
προκείμενον αἰτοῖς σκοπόν, ὁ δὲ καταπειθὴς τοῖς λόγοις
 τούτων γεγονὼς καὶ ἑτέρους δύο τῶν παρὰ θάλατταν οἰκούντων
ἐς αὐτὸ τοῦτο ἐρεθίσας οὐκ ἀνεβάλλετο, ἀλλ’ ἐξοπλίσας
διήρεις τε καὶ τριήρεις καὶ δρόμωνας καὶ ἕτερα τῶν ταχυδρόμων
πλοίων εἰς ἐνακόσια περιϊστάμενα ἔξεισιν ὡς πρὸς
αὐτοὺς ἀπερχόμενος ἱκανὰ δέ τούτων ἀποτεμόμενος εἰς
 προνομὴν τῆς Κορυφοῦς, τῆς Λευκάδος, τῆς Κεφαληνίας
καὶ τῆς Ζακύνθου ἀπέστειλε. ταῦτα μανθάνων ὁ βασιλεὺς
ἐξ ἁπασῶν τῶν ὑπὸ τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴν χωρῶν προσέταξε
γενέσθαι πλοῖα. καὶ εἰς αὐτὴν δέ τὴν βασιλεύουσαν 
 

 
ἱκανὰ κατασκευάζων, ἐκ διαλειμμάτων εἰς μονῆρες εἰσερχόμενος
ἐπέσκηπτε τοῖς κατασκευάζουσιν, ὅπως χρὴ ταῦτα ποιεῖν.
γινώσκων δέ τοὺς Πισσαίους τοῦ περὶ τὴν θάλατταν πολέμου
ἐπιστήμονας καὶ δεδιὼς τὴν μετ᾿ αὐτῶν μάχην, ἐν ἑκάστῃ
πρώρᾳ τῶν πλοίων διὰ χαλκῶν καὶ σιδήρων λεόντων καὶ 
ἀλλοίων χερσαίων ζώων κεφαλὰς μετὰ στομάτων ἀνεῳγμένων
κατασκευάσας χρυσῷ τε περιστείλας αὐτά, ὡς ἐκ μόνης θέας
φοβερὸν φαίνεσθαι, τὸ διὰ τῶν στρεπτῶν κατὰ τῶν πολεμίων
μέλλον ἀφίεσθαι πῦρ διὰ τῶν στομάτων αὐτῶν παρεσκεύασε
διϊέναι, ὥστε δοκεῖν τοὺς λέοντας καὶ τἆλλα τῶν 
 τοιούτων ζώων τοῦτο ἐξερεύγεσθαι. οὕτω γοῦν ταῦτά κατασκευάσας
μετακαλεσάμενος τὸν Τατίκιον ἐξ Ἀντιοχείας
νεωστὶ παραγενόμενον αὐτῷ μὲν τὰ τοιαῦτα πλοῖα παραδεδωκὼς
περιφανεστάτην κεφαλὴν ὠνόμασε· τῷ δέ γε Λαντούλφῳ
τὸν ἅπαντα στόλον ἀναθέμενος μέγαν δοῦκα προὐβάλετο 
ὡς τῆς ναυμαχίας εἰδήμονα ἄριστον. ἐξελθόντες οὖν
τῆς μεγαλοπόλεως μηνὸς παριππεύοντος Ἀπριλλίου μετὰ
τοῦ ῾Ρωμαϊκοῦ στόλου τὴν Σάμον κατέλαβον καὶ τὰ πλοῖα
τῇ χέρσῳ προσορμίσαντες ἐξῆλθον πρὸς τὴν ἤπειρον ἐπὶ
τῷ διὰ τῆς ἀσφάλτου ἐπὶ πλέον ἀσφαλισμένους κατoχυρῶσαι 
αὐτά. μεμαθηκότες δέ τὴν τοῦ Πισσαϊκοῦ στόλου διέλευσιν
 τὰ πρυμνήσια λύσαντες καὶ αὐτοὶ ὄπισθεν αὐτῶν ἔθεον ὡς
 
πρὸς τὴν Κῶ. πρωΐας δὲ τῶν Πισσαίων ἄεισε
ἑσπέρας οὑτοι ταύτην κατέλαβον. μὴ ἐντετυχηκότες
δέ τοῖς Πισσαίοις ἀπῆλθον εἰς τὴν Κνίδον περὶ τὴν ἤπειρον
τῆς ἀνατολῆς διακειμένην. κεῖθι δέ παραγενόμενοι, ὡς τῆς
 ἄγρας ἠστόχουν, ὀλίγοις τινὰς ἐφευρηκότες τῶν Πισαίων
αὐτοῦ που καταλειφθέντας ἐπυνθάνοντο, ὅπου ὁ Πισσαϊκὸς
ἐξώρμησε στόλος. οἱ δέ πρὸς τὴν Ῥόδον ἔφασαν. καὶ παραχρῆμα 
λύσαντες τὰ πρυμνήσια θᾶττον τούτους κατέλαβον 
μεταξὺ Πατάρων καὶ Ῥόδου. τούτους δ’ οἱ Πισσαῖοι θεασάμενοι
 μόθου παραυτίκα σχῆμα διατυπώσαντες πρὸς μάχην
οὐ τὰ ξίφη μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς καρδίας ἔθηγον. ἐπικαταλαβόντος
δέ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στόλου κόμης τις Πελοποννήσιος
Περιχύταν καλούμενος ναυλοχεῖν ἄριστα ἐπιστάμενος, ὡς
τούτους ἐθεάσατο, ταῖς κώπαις τὸ ἴδιον πτερώσας μονῆρες
 ὡς εἶχε κατ᾿ αὐτῶν ἴεται. καὶ διὰ μέσου τούτων ὡς πῦρ
διελθὼν εἰς τὸν Ῥωμαϊκὸν αὖθις ἐπανέστρεφε στόλον. ὁ μέντοι
Ῥωμαϊκὸς στόλος οὐκ εὐτάκτως τῆς μετὰ τῶν Πισσαίων μάχης
ἀπεπειρᾶτο, ἀλλ’ ὀξέως καὶ ἀσυντάκτως τούτοις προσέβαλε. 
καὶ αὐτὸς δέ Λαντοῦλφος πρῶτος προσπελάσας ταῖς
 Πισσαϊκαῖς ναυσὶν ἄστοχα τὸ πῦρ ἔβαλε καὶ οὐδέν τι πλέον
εἰργάσατο τοῦ πυρὸς σκεδασθέντος. ὁ δέ λεγόμενος Ἐλεήμων
κόμης ἀναισχύντως μεγίστῳ πλοίῳ κατὰ πρύμναν προσβα-
 
λῶν τοῖς πηδαλίοις τούτου περιπεσὼν καὶ μὴ εὐχερῶς ἔχων
ἐκεῖθεν διαπλωΐσασθαι κατεσχέθη ἄν, εἰ μὴ γοργῶς πρὸς
τὴν σκευὴν ἀπεῖδε καὶ πῦρ κατ’ αὐτῶν ἀφεὶς οὐκ ἄστοχα
ἔβαλεν· εἶτα τὴν ναῦν ἐπὶ θάτερα γοργῶς μεταφέρων καὶ
ἑτέρας παραχρῆμα τρεῖς μεγίστας ἐπυρπόλει τῶν βαρβάρων 
ναῦς. ἐπεὶ δ’ ἅμα καὶ συστροφὴ ἀνέμου τὴν θάλατταν ἀθρόον
 ἐπεισπεσοῦσα διετάραττε τάς τε ναῦς συνέτριβε καὶ μονονὺ
βυθίζειν ἠπείλει (ἐρρόχθει γὰρ τὸ κῦμα,
αἱ κεραῖαι τά θ᾿ ἱστία διερρήγνυντο), ἐκδειματωθέντες οἱ
βάρβαροι τὸ μέν διὰ τὸ πεμπόμενον πῦρ (οὐδὲ γὰρ ἐθάδες 
ἦσαν τοιούτων σκευῶν ἢ πυρὸς ἄνω μέν φύσει τὴν φορὰν
ἔχοντος, πεμπομένου δ’ ἐφ’ ἃ βούλεται ὁ πέμπων κάτα τε
τὸ πρανές πολλάκις καὶ ἐφ’ ἑκάτερα), τὸ δέ ὑπὸ τοῦ θαλαττίου
κλύδωνος συγχυθέντες τὸν νοῦν φυγαδείας ἥψαντο. οὕτω
μέν οὖν τὰ τῶν βαρβάρων· ὁ δέ τοι Ῥωμαϊκὸς στόλος νησιδίῳ 
τινὶ προσώκειλεν οὑτωσί πως καλουμένῳ Σεύτλῳ. αὐγαζούσης
δέ τῆς ἡμέρας ἐκεῖθεν ἀπάραντες τῇ Ῥόδῳ προσώρμισαν.
τῶν πλοίων οὖν ἀποβάντες καὶ ἐξαγαγόντες ὅσους
 ἔφθασαν κατασχεῖν καὶ αὐτὸν δὴ τὸν τοῦ Βαϊμούντου ἀδελφιδοῦν
ἐξεδειμάτουν αὐτοὺς ὡς μέλλοντες τιμῆς πάντας 
ἀπεμπολεῖν ἢ κατασφάττειν. ὡς δὲ ἀκαταπλήκτους πρὸς
τοῦτο ἑώρων αὐτοὺς καὶ τὴν ἀπεμπόλησιν ἐν οὐδενὶ τιθεμένους,
εὐθὺς ξίφους παρανάλωμα πεποιήκασιν. οἱ δέ γε
 Βο 
περιλειφθέντες τοῦ Πισσαϊκοῦ στόλου πρὸς τὸ τὰς παρατυχούσας
νήσοις καὶ τὴν Κύπρον ληΐζεσθαι ἀπέβλεψαν.
ἔνθα ὤν ὁ Φιλοκάλης Εὐμάθιος κατ᾿ αὐτῶν ἱέτω. οἱ
δὲ περὶ τὰς ναῦς δειλίᾳ συσχεθέντες μηδὲ τοῦ ἐξιόντος 
 προνομῆς χάριν ἀπὸ τῶν πλοίων αὐτῶν λαοῦ πεφροπικότες,
ἀλλὰ τοῖς πλείονας περὶ τὴν νῆσον ἐάσαντες, ἀσυντάκτως
οὕτω λύσαντες τὰ πρυμνήσια πρὸς τὴν Λαοδίκειαν ἀπέπλεον
τὸν Βαϊμοῦντον ἐπὶ νοῦν ἔχοντες. καὶ δὴ καὶ καταλαβόντες
προσεληλύθεσάν τε αὐτῷ καὶ τὴν μετ᾿ αἰτοῦ ἀγάπην ἀσπάζεσθαι
 ἔλεγον· ὁ δέ, ὁποῖος ἐκεῖνος, ἀσμένως αἰτοῖς ὑποδέχεται.
ἐπεὶ δ’ οἱ περὶ τῆς ἠϊόνα καταλειφθέντες λαφυραγωγίας
ἕνεκα, ὑποστρέψαντες τὸν ἴδιον στόλον οὐχ ἑώρων,
ἔρριπτον ἀφειδῶς ἑαυτοὺς εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπεπνίγοντο.
οἱ δὲ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στόλου θαλασσοκράτορες καὶ 
 αὐτὸς δὴ ὁ Λαντοῦλφος καταλαβόντες τὴν Κύπρον συνεληλυθότες
περὶ εἰρήνης ἐπερωτᾶν ἐβουλεύοντο. πάντων οὐν
ὁμογνωμονησάντων πρὸς τοῦτο, στέλλεται ὁ Βουτουμίτης
πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον. τοῦτον οὖν θεασάμενος καὶ παρακατασχὼν
ἐπὶ ὅλως πέντε καὶ δέκα ἡμέραις, ἐπεὶ τὴν Λαοδίκειαν 
 καὶ λιμὸς κατειλήφει καὶ ὁ Βαϊμοῦντος αὖθις Βαϊμοῦντος
ἦν καὶ οὐκ ἠλλοίωτο οὔτε μὴν εἰρηνεύειν ἐμεμαθήκει,
μεταπεμψάμενος αἰτόν φησιν “οὐ διὰ φιλίαν ἢ
εἰρήνην αὐτὸς ἐνταυθοῖ παραγέγονας, ἀλλ’ ἐφ᾿ ᾧ τὰς ἐμὰς
 
ἐμπρῆσαι ναῦς. ἄπιθι τοίνυν· ἀρκεῖ γάρ σοι αὐτὸ τοῦτο
 τὸ άνακρωτηρίαστον τῶν ἐνταῦθα ἀπολυθῆναι.” ἀπάρας οὖν
ἐκεῖθεν καταλαμβάνει τοὺς αὐτὸν ἀποστείλαντας περὶ τὸν
λιμένα τῆς Κύπρου. καὶ τὴν Βαϊμούντου πονηρὰν γνώμην
ἐπὶ πλέον ἐκ τῶν ἐκεῖθεν μηνυμάτων διαγνόντες καὶ ὡς ἀδύνατον 
σπείσασθαι μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἐκεῖθεν ἀπάραντες
ὅλοις ἱστίοις τὴν πρὸς τὴν μεγαλόπολιν ὑγρὰν ἐπέπλεον
κέλευθον. κατὰ δέ τὴν Συκὴν τρικυμίας μεγάλης καὶ κλύδωνος
διεγερθέντος σφοδροῦ τὰ πλοῖα τῇ χέρσῳ προσραγέντα
ἡμίθραυστα πάντα γεγόνασι πλὴν τῶν νηῶν ὧν ἐξῆρχεν 
ὁ Τατίκιος. ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ τὸν Πισσαϊκὸν στόλον ὧδέ
πη προκεχωρήκει· ὁ δὲ Βαϊμοῦντος φύσει πονηρότατος
 ὢν ἐδεδίει, μὴ τὸ Κούρικὸν ὁ βασιλεὺς προκατάσχῃ καὶ
στόλον ῾Ρωμαϊκὸν τῷ λιμένι προσορμίσας φυλάττῃ μέν τὴν
Κύπρον, ἀπείργῃ δέ καὶ τοὺς ἀπὸ Λογγιβαρδίας διὰ τῆς παρ- 
αλίας τῆς ἀνατολῆς μέλλοντας ἰέναι πρὸς αὐτὸν συμμάχους.
ταῦτα οὖν λογιζόμενος αὐτὸς τοῦτο ἀνοικοδομῆσαι καὶ τὸν
λιμένα κατασχεῖν ἐβούλετο. πόλις γὰρ πρότερον οὖσα ἐρυμνοτάτη
τὸ Κοόρικον ἐν ὑστέροις ἔφθασεν ἐριπωθῆναι
χρόνοις. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ ταῦτα προμηθευσάμενος καὶ 
 τὰς ἐπινοίας αὐτοῦ προκαταλαβὼν πέμπει τὸν ἐκτομίαν
Εὐστάθιον ἀπὸ τῆς τοῦ κανικλείου ἀξίας μέγαν δρουγγάριον
τοῦ στόλου προχειρισάμενος ἐπισκήψας αὐτῷ σπεῦσαι
 
καταλαβεῖν τὸ Κοὐρικον καὶ διὰ τάχους ἀνοικοδομῆσαί τε
αὐτὸ καὶ τὸ κάστρον Σελεύκειαν στάδια ἓξ τούτου ἀφισταμένην
καὶ δύναμιν ἀποχρῶσαν καταλιπεῖν ἐν αἰτοῖς, δοῦκα
δὲ προχειρίσασθαι Στρατήγιον τὸν Στραβόν, ἄνδρα μικρὸν
 μὲμ τῷ σώματι, ταῖς δὲ πολεμικαῖς ἐμπειρίαις πολύν τε καὶ
μέγιστον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν λιμένα στόλον ἱκανὸν προσορμίσαι
καὶ παραγγεῖλαι ἐγρηγορέναι καὶ ἐνεδρεύειν τοὺς ἀπὸ
Δογγιβαρδίας εἰς ἀρωγὴν τοῦ βαϊμούντου ἐρχομένους, ἐπαρήγειν
δέ καὶ τῇ Κύπρῳ. ἐξελθὼν οἶν ὁ ῥηθεὶς δρουγγά- 
 ριος τοῦ στόλου καὶ προκαταλαβὼν τὰ τοῦ βαϊμούντου
διανοήματα ἀνεγείρει μέν αὐτὸ καὶ εἰς τὴν προτέραν ἀποκαθιστᾷ
κατάστασιν. παραχρῆμα δέ καὶ τὴν Σελεύκειαν
οἰκοδομήσας καὶ κατοχυρώσας διὰ τάφρων γυρόθεν δυνάμεις
τε ἱκανὰς ὲν ἀμφοτέροις καταλιπὼν μετὰ τοῦ δουκὸς
 κατελθὼν εἰς τὸν λιμένα καὶ στόλον ἀποχρῶντα ὲν
αὐτῷ καταλιπὼν κατὰ τὰς τοῦ αὐτοκράτορος εἰσηγήσεις
ἐπαναξεύγνυσι πρὸς τὴν μεγαλόπολιν. καὶ μεγάλως παρὰ
τοῦ αὐτοκράτορος ἐπαινεθεὶς δαψιλῶς πεφιλοτίμηται.

Ἀλλὰ ταῦτα μέν τὰ κατὰ τὸ κουρικὸν· μετὰ δὲ
 παραδρομὴν ἐνιαυτοῦ ἀναμαθὼν ὁ βασιλεὺς ὅτι καὶ Γενούσιος 
στόλος εἰς συμμαχίαν τῶν Φράγγων ἐξελθεῖν ἐτοιμάξεται,
στοχασάμενος ὅτι οὐ μικρᾶς βλάβης παραίτιοι καὶ
 

 
αὐτοὶ τῇ τῶν Ῥωμαίων ἀρχῇ ἔσονται, τὸν μὲν
διὰ τῆς ἠπείρου μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως, τὸν δέ
Δαντοῦλφον γοργῶς ἐξοπλίσας μετὰ στόλου διὰ θαλάσσης
 ἀπέστειλε παρακελευσάμενος αὐτῷ τὸ τάχος καταλαβεῖν
τὰ κατώτερα, ἐφ’ ᾦ τὸν μετὰ τῶν Γενουσίων ἐκεῖσε διερχομένων 
ἀναδέξασθαι πόλεμον. τούτων οὖν ἀπελθόντων ἔνθα
καὶ προσετάχθησαν, χειμὼν βαρὺς ἐπιγέγονε καἲ ἀφόρητος,
ὑφ’ οὗ καὶ πολλὰς τῶν νηῶν συνέβη διαθραυσθῆναι. ἅσπερ
 πάλιν πρὸς τὴν χέρσον ἑξελκύσαντες ἐπιμελῶς τὴν διὰ τῆς
ὑγρᾶς πίσσης ἐπίχρισιν ταύταις ἐπέφερον. τηνικαῦτα δέ 
καὶ ὁ Καντακουζηνὸς τὸν τῶν Γενουσίων στόλον περὶ τὰ κατώτερα
διαπλένοτα ἐγγύς που εἶναι μεμαθηκὼς ὑποτίθεται
τῷ Δαντούλφῳ ὁξτωξαλθδεκα ναῦς ἀναλαβέσθαι τοσαύτας
γὰρ μόνας συνέβη τῷ τότε ἀποπλέειν τῶν ἄλλων ἐξελκυσθεισῶν
τῆς θαλάσσης) καὶ ἀπελθόντα κατὰ τὸ ἀκρωτήριον 
τοῦ Μαλέου προσοκεῖλαι αὐὰς κατὰ τὰς τοῦ αὐτοκράτορος
ὑποθήκας καὶ διερχομένων τῶν Γενουσίων, εἰ μὲν τὸν μετ’
αὐτῶν ἀποθαρροίη πόλεμον, εὐθὺς τὴν μετ’ αὐτῶν ἀναδέξασθαι
μάχην, εἰ δ’ οὐ, τὴν σωτηρίαν ἑαυτῷ καὶ ταῖς
ὑπ’ αὐτὸν νηυσὶ σὺν αὐτοῖς πλωτῆρσιν εἰς Κορώνην προσοκείλαντι 
περιποιήσασθαι. ὁ δ’ ἀπελθὼν καὶ τὸν πολὺν
στόλον τῶν Γενουσίων θεασάμενος καὶ ἀπαγορεύσας τὴν
 μετ' αὐτῶν μάχην θᾶττον τὴν Κορώνην κατέλαβεν. ὁ δέ
 
Καντακουζηνὸς τὸν ὅλον Ῥωμαϊκὸν στόλον ὡς
ποιησάμενος καὶ τοὺς συνόντας αὐτῷ ἐκεῖσε συναγαγὼν ὡς
εἶχε τάχους κατόπιν τῶν Γενουσίων ἐδίωκε. μὴ ἐφθακὼς
δέ τὴν Λαοδίκειαν κατέλαβε σπεύδων πρὸς πρὸς μετὰ
 Βαϊμούντου πολέμους ὄλῃ γνώμη καὶ χειρὶ ἀποδύεσθαι. καὶ
μέντοι καὶ ἔργου ἁψάμενος τὸν λιμένα κατέλαβε καὶ διὰ
πάσης νυκτὸς καὶ ἡμέρας τῆς τειχομαχίας οὐκ ἀφίστατο. ὡς
δ’ ἄπρακτος τοῦ λοιποῦ ἔμενε μυριάκις μὲν προσβαλών, τοσαυτάκις
δ’ ἀποτυχὼν καὶ πὴ μὲν ὑποποιούμενος τοὺς
 οὐκ ἔπειθε, πῆ δέ μαχόμενος ἀπετύγχανε, τειχίον τι 
διὰ ξηρῶν λίθων κυκλοτερὲς δειμάμενος ἀναμεταξὺ τῆς
ψάμμου καὶ τῶν τειχῶν Λαοδικείας ἐν τρισὶ
κἄκτοτε ὡς ἔρεισμα τοῦτο κτησάμενος ἕτερον πολίχνιον δι’
ἐγχορήγου ὕλης ἐντὸς τούτου θᾶττον ἀνήγειρεν ἵν’ ἐντεῦθεν
 ὡς ἐξ ὁρμητηρίου τινὸς γενναιότερον τῆς τειχομαχίας ἀντέχοιτο.
χοιτο. ἀλλὰ καὶ πύργους δύο διὰ τοῦ στομίου τοῦ λιμένος
ἐφ’ ἑκάτερα οἰκοδομήσας ἅλυσιν σιδηρᾶν διαμπερὲς τούτων
εἰσελάσας δι’ αὐτοῦ ἀπετάφρευε τὰς ἴσως ἐλπιζομένας
βοήθειαν τῶν Κελτῶν ἐκ θαλάττης ναῦς. ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ
 πολλὰ τῶν περὶ θάλατταν πολιχνίων κατέσχε, τό τε Ἀργυρόκαστρον C
καλούμενον, τὸ Μαρχάπιν, τὰ Γάβαλα καὶ ἄλλα
 
τινὰ μέχρις αὐτῶν συνόρων Τριπόλεως ἐφθακώς, ἅπερ πρότερον
μέν φόρους τοῖς Σαρακηνοῖς ἐδίδουν, ἐν ὑστέροις δέ
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος πολλοῖς ἱδρῶσι καὶ πόνοις
ἐπανεσώθησαν. ὁ μέντοι βασιλεὺς δέον λογισάμενος
καὶ ἀπὸ τοῦ μέρους τῆς ξηρᾶς πολιορκῆσαι τὴν Λαοδίκειαν, 
γινώσκων ἐκ μακροῦ τὸν δεινὸν Βαϊμοῦντον καὶ τὰς αὐτοῦ
μηχανάς, ὁποῖος ἐκεῖνος δεξιὸς ἦθος ἀνθρώπου έν βραχεῖ
καταμαθεῖν, καὶ τῆς αὐτοῦ δολερᾶς καὶ ἀποστατικῆς γνώμης
κατάληψιν ἀκριβῆ ἔχων, τὸν Μοναστρᾶν μετακαλεσάμενος
 μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως διὰ τῆς ἠπείρου ἀπέστειλεν, ὥστε 
ἐν ταὐτῷ τὸν μέν Καντακουζηνὸν ἐκ θαλάττης, αὐτὸν δέ ἐκ
 τοῦ μέρους τῆς ἠπείρου πολιορκεῖν τὴν Λαοδίκειαν.
ὁ Καντακουζηνὸς πρὸ τοῖ, τὸν Μοναστρᾶν ἐφθακέναι τὸν
λιμένα καὶ τὸ κάστρον αὐτὸ κατέσχε· τὴν μέντοι ἀκρόπολιν,
ὅπερ κουλᾶ νῦν ἡ συνήθεια καλεῖν εἴωθεν, ἔτι Κελτοὶ Κελτοὶ κατεῖχον 
πεζοὶ πεντακόσιοι καὶ ἱππεῖς ἑκατόν. τούτων
τῶν πολιχνίων τὴν κατάσχεσιν ὁ βαϊμοῦντος ἀκηκοώς, μεμαθηκὼς
δέ καὶ ἀπὸ τοῦ φυλάσσοντος κόμητος τὴν τῆς
Λαοδικείας ἀκρόπολιν, ὅτι ἐπιδεής ἐστι χορτασμάτων,
 τῶν ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεων πασῶν τοῦ τε ἀνεψιοῦ αὐτοῦ Ταγγρὲ 
καὶ τοῦ Ἰσαγγέλη ἑνωθεὶς καὶ βρώσιμα παντοῖα ἐπισάξας ἐν
ἡμιόνοις καὶ τὴν Λαοδίκειαν καταλαβὼν τὰ μὲν
θᾶττον εἰσήγαγεν εἰς τὸ κουλᾶ, μετὰ δέ γε τοῦ Καντακουζηνοῦ
εἰς ὁμιλίαν ἐλθὼν τοιαῦτα πρὸς αὐτὸν ἔφη “τίνα
 
σκοπὸν ἔχων πρὸς οἰκοδομὰς καὶ κτίσεις ἀπέβλιψας;” ὁ δέ
“οἶδας ὅτι δουλείαν ὁμολογήσαντες τῷ αὐτοκράτορι καὶ τὰς
παρ᾿ ὑμῶν αἱρουμένας πόλεις ἐνωμότως παραδοῦναι κατέθεσθε.
εἶτα αὐτος καταψεισάμενος τῶν ὁρκίων, ἀθετήσας
 δέ καὶ τὰς εἰρηνικὰς σπονδὰς καὶ ταυτηνὶ τὴν πόλιν ἑλὼν 
καὶ παραδοὺς ἡμῖν μεταγνοὺς αὖθις κατέσχες, ὥστε μάτην
αὐτὸς ἐνταυθοῖ παρεγενόμην ἐπὶ τῷ τὰς παρ᾿ ὑμῶν αἱροιμένας
πόλεις ἀναλαμβόνεσθι” ὁ δὲ Βαϊμοῦνἶος “διὰ χρημάτων
ἢ διὰ σιδήρου ταύτας ἐλπίζων ἐξ ἡμῶν λαμβάνειν ἥκεις;" ὁ
 δέ “τὰ χρήματα οἱ συνεφεπόμενοι ἡμῖν ἔλαβον ἐπὶ τῷ ἐκθύμως
ἀγωνίζεσθαι”. ὁ δέ Βαϊμοῦντος θυμοῦ πλησθεὶς ἔφη “ἄτερ
χρημάτων ἴσθι ὡς οὐδὲ φρούριον κατασχεῖν δινηθῇς.” καὶ
τηνικαῦτα τὰς ὑπ᾿ αὐτὸν φάλαγγας παρέθηξε μέχρις αὐτῶν
πυλῶν τῆς πόλεως ἐξιππάσασθαι. οἱ δέ τοῦ Καντπκου- 
 ζηνου τὰ τείχη τηροῦντες δίκην νιφάδος τοὺς ὁϊστοὺς κατὰ
τῶν τοῖς τείχεσι προσπελαζόντισν Φράγγων ἐπαφιέντες μικρόν
τι τούτους ἀπώσαντο. καὶ παραχρῆμα ὁ Βαϊμοῦντος
συναγαγὼν ἅπαντας εἰσῆλθεν ἐντὸς τῆς ἀκροπόλεως. ὑπoπτεύσας
δὲ τὸν φυλάσσοντα κόμητα μετὰ τῶν ὑπ᾿ αἰτὸν
 Κελτῶν ἕτερον εἰς φυλακὴν τῆς πόλεως ἔπεστισεν ἐκείνους
ἐκεῖθεν ἀπελάσας. ἅμα δὲ καὶ τοὺς ἀγχοῦ τῶν τειχῶν ὄντας
ἀμπελῶνας ἠρίπωσεν, ὥστε μὴ ἐμποδὼν τοῖς ἱππά-
 
ζεσθαι μέλλουσι καθεστάναι Λατίνοις. ταῦτα μέν οὕτω καταστήσας
 ἐκεῖθεν ἐξελθὼν τὴν Ἀντιόχου κατέλαβεν. ὁ δέ
Καντακουζηνὸς οὐκ ἠμέλει παντοίως πολιορκῶν τε καὶ διὰ μυρίων
μηχανᾶν τε καὶ ἐπιχειρημάτων καὶ ἐλεπόλεων συνταράσσων
τοὺς ἐντὸς τῆς ἀκροπόλεως Λατίνους. ἀλλὰ καὶ Μοναστρᾶς 
διὰ τῆς ἠπείρου ἐρχόμενος μετὰ τοῦ ἱππικοῦ φοσσάτου
παραλαμβάνει τήν τε Λογγινιάδα, τὴν Ταρσόν, τὴν
καὶ τὴν Μάμισταν καὶ αὐτὴν δὴ τὴν Κιλικίαν ἅπασαν.

Πρὸς δὲ τὰς τοῦ αὐτοκράτορος ἀπειλὰς ὁ Βαϊμοῦντος
ὀρρωδήσας καὶ μὴ ἔχων ὅ τι καὶ χρήσαιτο πρὸς ἄμυναν 
οὔτε γὰρ κατ’ ἤπειρον εἶχεν ἀξιόλογον στράτευμα οὔτε
 θάλατταν στόλον· ἑκατέρωθεν γὰρ αὐτῷ ὁ κίνδυνος
 ματο) μηχανᾶταί τι τοιοῦτον σφόδρα μέν ἀγεννές, σφόδρα
δὲ πανουργότατον. πρῶτον γὰρ τὴν Ἀντιόχου πόλιν καταλείψας
τῷ τοῦ Μαγκέση Ταγγρὲ καὶ τούτου ἀδελφιδῷ 
αὐτὸς ἁπανταχόθεν φήμας πέμπει περὶ ἐαυτοῦ, ὡς ἄρα ὁ
Βαϊμοῦντος ἀποτεθνήκει, καὶ ζῶν ἔτι ὡς περὶ κατοιχομένου
αὐτοῦ τὴν οἰκουμένην διέθετο. καὶ ἡ φήμη διέτρεχεν ἁπανταχῆ
πτερῶν ταχυτέρα καὶ τὸν Βαϊμοῦντον νεκρὸν ἐκήρυττε.
καὶ δῆτα ὡς ἑώρα τὰ τῆς φήμης ἀποχρώντως ἔχειν, λάρναξ 
τὸ ἐντεῦθεν ξυλίνη καὶ ναῦς διήρης, ἐν ᾑ κατατιθεμένη ἡ λάρναξ
καὶ ὁ ἔμπνους οὗτος νεκρὸς ἀπὸ τοῦ Σουδεΐ, ὅπερ
 ἐστὶ τῆς Ἀντιοχείας ἐπίνειον, ἐπὶ τὴν Ῥώμην ἀπέπλει.
 

 

διαπόντιος ὡς νεκρὸς ἐκομίζετο τὰ μὲν ἔξωθεν νεκρὸς καὶ τῇ
σορῷ καὶ τοῖς τῶν ἀμφ’ αὐτὸν σχήμασιν καὶ γὰρ ἑκασταχοῦ
γινόμενοι ἀπέτιλλόν τε τὰς τρίχας οἱ βάρβαροι καὶ σαφῶς
ἀνωλόλυζον), τὰ δ᾿ ἔνδον ἐκεῖνος ἐκτάδην κείμενος
 τούτων νεκρὸς ἦν τὰ δ’ ἄλλα εἰσέπνει τε τὸν ἀέρα καὶ
ἀπέπνει διά τινων κρυφίων ὀπῶν. ταῦτα μέν ὲν τοῖς παραλίοις·
ἐπειδὰν δὲ κατὰ πελάγους τὸ σκάφος γένοιτο, τροφῆς
τε αἰτῶ μετεδίδοσαν καὶ έπεμελοῦντο· καὶ μετὰ τοῦτο πάλιν
οἱ αὐτοὶ θρῆνοι καὶ τὰ αὐτὰ μαγγανεύματα. ἵνα δέ καὶ δοκοίη
 ὁ νεκρὸς ἕωλος εἶναι καὶ ὀδωδώς, ἀλεκτρυόνα ἀποπνίφαντες 
ἢ ἀποσφάξαντες ἐνέθηκαν τῷ νεκρῷ. καὶ εὐθὺς ἐκεῖνος
εἰς τετάρτην ἢ καὶ πέμπτην ἡμέραν βαρυδμότατος ἢν
ὄσφρησιν ἔχοτσιν. καὶ ἐδόκει μέν τοῦ χρωτὸς
Βαϊμούντου τὸ βαρὺ τῆς ἀναπνοῆς τοῖς ἔξωθεν ἠπατημένοις·
 πλέον δ᾿ ἐκεῖνος ὁ βαϊμοῦντος τοῦ ἐπιπλάστου κανοῦ
ὥστε ἔγωγε θαυμάζω, πῶς τοσαύτην ὑπήνεγκε τῆς
ῥινὸς πολιορκίαν ζῶν ἔτι μετὰ νεκροῦ συμφερόμενος
ἀλλ’ ἀλλ᾿ μεμάθηκα, ὡς ἄρα πᾶν τὸ
γένος δυσανάκλητον, ἐφ’ ὅπερ ἂν ἐφορμήσειε, καὶ οὐδὲν αἰτῶ
 φορτικώτατον ὅ μὴ ἐνέγκοι καθάπαξ ἐμβάλλον ἐαυτὸ πρὸς 
αὐθαιρέτοις κακώσεις. καὶ γὰρ οἶτος μηδέπω ἀποθανών,
ἀλλὰ σχήματι μόνῳ ἀποθανὼν οὐκ ἀπώκνησε ζῆν μετὰ
 
ἀποθανόντων σωμάτων. τέχνη μὲν οὖν τοῦ βαρβάρου αὕτη
πρώτη καὶ μόνη κατὰ τὴν καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένῳ πέφηνεν
εἰς καταστροφὴν ἀποβλέπουσα τῆς Ῥωμαίων
οὐδὲ πρὸ ταύτης βάρβαρος ἢ Ἕλλην τοιαῦτα κατὰ
ἐμηχανήσατο οὐτ’ ἄν, οἶμαι, μετὰ ταῦτα ὁ καθ’ ἡμᾶς θεάσαιτο 
βίος. ἐπεὶ δὲ τὴν κορυφῶ καταλάβοι, ὡσπερ εὶς
ἀκρώρειάν τινα γενόμενος καὶ κορυφὴν καὶ κρησφύγετον τὴν
 Κορυφὼ ταυτηνὶ καὶ ἐν τῷ ἀκινδύνῳ τυγχάνων
τε ἀπὸ τῶν ἐν δόξῃ νεκρῶν καὶ τὴν νεκροφόρον ἐκεῖσε
λάρνακα καταλείψας ἡλίου τε ἐνεφορεῖτο πλείονος καὶ τοῦ 
ὤρος ἀνέπνει καθαρωτέρου καὶ περιενόστει τὴν πόλιν τὴν
Κορυφώ· ὃν ἐωρακότες ἐν ξένη καὶ βαρβαρικῇ στολῇ άνεπυνθάνοντο
τό τε γένος καὶ τὴν τύχην καὶ τις τε εἴη καὶ πόδεν
ἥκει καὶ εἰς οὑς παραγίνεται. ὁ δέ τῶν μέν ἄλλων
ὑπερεώρα πάντων, ἀνεζήτει δὲ τὸν δοῦκα τῆς πόλεως. ἠν 
δὲ ἅν οὗτος Ἀλέξιός τις θέματος Ἀρμενιακοῦ γενόμενος.
ὃν θεασάμενος μετὰ σοβαροῦ τοῦ βλέμματός τε καὶ σχήματος
 καὶ σοβαρᾷ τῇ φωνῇ χρώμενος καὶ ὅλως βαρβαρικῇ
ἀπαγγεῖλαι προσέταττεν Ἀλεξίῳ τῷ αὐτοκράτορι ὃτι
 έγὼ βαϊμοῦντος ἐκεῖνος ὁ τοῦ Ῥομπέρτου, ὃν ὁ ἀνέκαθεν 
χρόνος καὶ σέ καὶ τὴν ὑπὸ σὲ βασιλείαν ἐδίδαξεν, ὁπόσος τίς
εἰμι τὴν ἀνδρείαν καὶ τὴν ἔνστασιν. ἐφ’ ᾧπερ ἂν καὶ τὴν
ῥοπὴν λάβοιμι, ὡς οὐκ ἂν ἀνασχοίμην, ἴστω Θεός, τῶν
 
τρὸς έμὲ ἐμὲ γεγενημένων ναῶν. ἐξ ὅτου γὰρ διὰ
τὴν Ἀντιόχου κατέλαβον καὶ Σιρίαν ὅλην ἡνδραποδισάμην
τῷ ἐμῷ δόρατι, πολλῆς παρὰ σοῦ καὶ τῆς σῆς στρατιᾶς
πικρίας ἀνεφορήθην ἐλπίσιν ἐξ ἐλπίδων παραπεμπόμενος
 καὶ εἰς μυρίας συμφορὰς καὶ πολέμους βαρβαρικοὺς ἐμβαλλόμενος. 
ἀλλὰ νῦν γε ἴσθι με, κἂν ἀπέθανον, πάλιν ἐξ
ὑπαρχῆς ἀναβεβιωκότα καὶ τὰς σὰς διαδεδρακότα χεῖρας.
πάντα γὰρ ὀφθαλμὸν καὶ πᾶσαν χεῖρα καὶ γνώμην διαλαθὼν
ἐν σχήματι ἀποτεθνηκότος νῖν καὶ ζῶν καὶ κινούνενος καὶ τὸν
 ἀέρα πνέων ἐκ τῆσδε τῆς Κορυφοῦς διαπέμπω πάνυ μεμισημένας
ἀγγελίας τῇ σῇ βασιλείᾳ, ἃς καὶ ἀναμαθὼν οὐκ ἂν
περιχαρῶς ἀποδέξαιο, ὡς μὲν τῷ Ταγγρὲ καὶ ἐμῷ ἀνεψιῷ
τὴν Ἀντιόχου παρακατεθέμην παρακατεθέμην πρὸς τοὺς σοὺς στρατηγοὺς
ἀντίμαχον ἀξιόμαχον καταλείψας αὐτόν, αὐτὸς δὲ 
 πρὸς τὴν ἰδίαν ἄπειμι χώραν σοὶ μὲν νεκρὸς φημιζόμενος
καὶ τοῖς σοῖς, ἐμοὶ δέ καὶ τοῖς ἐμαυτοῦ καὶ ζῶν καὶ κατὰ
σοῦ δεινὰ βουλευόμενος. ἐφ’ ᾧ γὰρ τὶν ὑπὸ σέ Ρωμανίαν
κλονήσειν, καὶ ζῶν ἀποτέθνηκα καὶ ἀποθανὼν ἔζησα. εἰ
γὰρ τὴν ἀντιπέραν ἤπειρον καταλάβοιμι καὶ Δογγιβάρδους
καὶ πάντας Δατίνους καὶ Γερμανοὺς καὶ τοὺς καθ’ ἡμᾶς
Φράγγους ὀψαίμην, ἄνδρας Ἄρεως μνήμονας, πολλῶν φόνων
 
καὶ πολλῶν αίμάτων τὰς σὰς ἐμπλήσω πόλεις καὶ χώρας,
ἕως ἂν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Βυζαντίου τὸ δόρυ πηφαίμην.” εἰς
τοσοῦτον ἄρα ὁ βάρβαρος ἀλαξονείας ἐπῆρτο.

ὰ μὲω οὖν τῆς πρωτης τοῦ Βαϊμούντου δια- 
περαιωσεωσ ἒργα καὶ οποσα πραγματεθσαμενος κατα του 
αὐτοκράτορος φαίνεται τὰ σκῆπτρα τῶν Ρωμαίων ἐαυτῷ
μνηστευόμενος καὶ ὂπως τὴν ἐκεῖθεν ὑποχώρησιν μετὰ ῤᾳδιουργίας
 προμηθευσάμενος καὶ δὴ καὶ τυχὼν τοῦ σκοποῦ
καὶ τοταύτην τὴν ναυλοχίαν καθαπερεὶ νεκρὸς φερόμενος 

 Res in prima Βο 
ποιησάμενος τὴν Κορυφὼ κατέλαβεν, ὧδέ πη περιγεγράφθω.
 ἐχέσθω δ’ αὖθις ὁ λόγος τῶν μετ’ ἐκεῖνα τούτου πράξεων.
καταλαβὼν δέ ὁ νεκρὸς ὀδωδὼς τὴν Κορυφώ καθά γε καὶ
εἴρηται, καὶ ἀπειλησάμενος διὰ τοῦ ἐκεῖσε δουκὸς τῷ αὐτοκράτορι,
ὁπόσα ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, πρὸς τὴν Δογγιβαρδίαν 
τὸν ἀπόπλουν ποιησάμενος ἔργου ἥπτετο σκεπτόμενος
αὖθις τὸ Ἰλλυρικὸν καταλαβεῖν καὶ συμμάχους διὰ
τοῦτο σπεύδων συναγηοχέναι πλείους τῶν πρὸ τοῦ. καὶ
 περὶ κἠδους τῷ ῤηγὶ Φραγγίας ὁμιλήσας τὴν μέν τῶν θυγατέρων
αὐτοῦ εἰς ἰδίαν αὐτῷ γυναῖκα ἐξέδοτο, τὶν δέ γε ἐτέραν
διαπόντιον πρὸς τὴν Ἀντιόχου πόλιν ἐξέπεμψεν, ἐφ’ 
ᾧ συναφθῆναι τῷ ἀνεψιῷ αὐτοῦ Ταγγρέ. εἶτα δυνάμεις
ἁπανταχόθεν μυριοπληθεῖς συλλεξάμενος ἐκ πάσης τε Χώρας
καὶ πόλεως τοὺς κόμητας μεταπεμψάμενος μετὰ Τῶν
ὐπ' αὐτοὺς στρατευμάτων τὴν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαοεραίωσιν
ἐπετάχυνεν. ὁ γοῦν βασιλεὺς τὰ διὰ του Ἀλεξίου πρὸς 
αὐτὸν μηνυθέντα ἀκηκοὼς εὐθὺς κατὰ πάσας τὰς χώρας,
 Πίσσαν τε καὶ Γένουαν καὶ Βενετίαν γράμματα ἐπέστελλε
προπαρασκευάζων αὐτοὺς μὴ συναπαχθέντας τοῖς ἀπατηλοῖς
λοῖς τοῦ Βαϊμούντου λόγοις ἐκείνῳ συνεφέψεσθαι. καὶ γὰρ
περιϊὼν ἁπάσας τὰς χώρας καὶ πόλεις πολλὴν τὴν κατὰ τοῖ αὐτοκράτορος 
καταδρομὴν ἐποιεῖτο παγανὸν ὀνομάζων αὐτὸν καὶ
 
τῶν Χριστιανῶν πολέμιον. ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ Βαβυλώνιος τριακοσίους
φθάσας κατέσχε τότε κόμητας, ὁπότε τὰ ἄπειρα
πλήθη τῶν Κελτῶν διὰ τῆς ἑσπέρας διαπεραιωσάμενα τὴν
Ἀσίαν τήν τε Ἀντικόχου πόλιν καὶ τὴν Τύρον καὶ τὰς παρακειμένας
 ἁπάσας πόλεις καὶ χώρας ἐμάστιζον, καὶ δεσμώτας
ἐμφρούρους εἶχεν, ἡ δὲ φρουρὰ δεινὴ τῶν πάλαι γεγενημένων,
καὶ τὰ περὶ τῆς τούτων ἁλώσεως καὶ τὰ ἐντεῦθεν 
συμπεσόντα τούτοις δεινὰ μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ ἐδάκνετο
τὴν ψυχὴν καὶ ὅλος τῆς ἐκείνων ἀναρρύσεως ἐγεγόνει.
 καὶ μεταπεμψάμενος Νικήταν τὸν Πανουκωμίτην μετὰ χρημάτων
πρὸς τὸν Βαβυλώνιον ἐξαπέστειλε γραφὰς πρὸς αὐτὸν
ἐγχειρίσας, δι᾿ ὧν τοὺς δορυαλωτους ἐκείνους ᾐτεῖτο κόμητας
πολλὰς ὑποσχόμενος αὐτῷ τὰς χάριτας, εἰ τούτους λύσας
τῶν δεσμῶν ἀπολύσει. ὁ δὲ Βαβυλώνιος τὸν Πανουκωμίτην 
 θεασάμενος καὶ ἀκούσας, ἅττα δὴ παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος
πρὸς αὐτὸν διεμηνύθη, ἀνελίξας δὲ καὶ τὰς γραφὰς λύει μὲν 
παραχρῆμα τοὺς κόμητας τῶν δεσμῶν, ἐξάγει δὲ καὶ τῆς φρουρᾶς·
οὐ μέντοι γε παντελῶς ἐλευθερίας αὐτοὺς ἀξιοῖ, ἀλλὰ
τῷ Πανουκωμίτῃ παραδιδωσι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τούτους
 ἐξαποστείλας μηδ᾿ ὁτιοῦν τῶν ἀποσταλέντων χρημάτων
ἀναλαβόμενος· εἴτε δὲ ὡς μὴ ἀποχρώντων πρὸς τοσούτους 
 

 
 λύτρων, εἴτε καὶ δωροληψίας ἐκφεύγων ὑπόνοιαν καὶ ὡς μὴ
 φαίνοιτο τιμῆς τούτους ἀποδόμενος, ἀλλὰ καθαρὰν τὴν
χάριν ἀπονέμων τῷ βασιλεῖ καὶ ἀκίβδηλον, εἴτε καὶ πλειόνων
ἐφιέμενος, Θεὸς ἂν εἰδείη. τούτους ὁ βασιλεὺς καταλαβόντας
θεασάμενος ὑπερηγάσθη μὲν τὴν τοῦ βαρβάρου γνώμην 
καὶ τεθαύμακεν, ἐπιπόνως δέ τούτους περὶ τῶν συμβεβηκότων
αὐτοῖς ἐπερωτήσας καὶ μεμαθηκώς, ὅπως ἐπὶ τοσοῦτον
χρόνον καὶ τοσούτων κύκλων περιόδους ἔμφρουροι ὄντες
οὐδὲ ἅπαξ ἥλιον ἐθεάσαντο οὐδέ τῶν δεσμῶν ἐλύθησαν,
ἀλλὰ καὶ τροφῶν παντοίων ἄγευστοι τὸ παράπαν ἐπὶ το- 
σοῦτον διαμεμενήκεσαν μόνου ἄρτου καὶ ὕδατος μεταλαμ-
 βάνοντες, οἰκτείρας τοῦ πάθους καὶ θερμὸν καταστάξας
δάκρυον πολλῆς παραχρῆμα ἠξίου φιλοφροσύνης χρήματά τε
ἐπιδοὺς καὶ ἀμφία παντοῖα παρασχὼν ἐς βαλανεῖά τε προτρεπόμενος
καὶ παντοίως τῆς τοσαύτης κακότητος ἀνακτηι- 
σασθαι τούτους μηχανώμενος. οἱ δέ ἔχαιρον ἐφ᾿ οἷς παρὰ
τοῦ αὐτοκράτορος εὖ πεπόνθασιν, οἱ πρὶν ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι,
οἱ παραβάται τῶν πρὸς αὐτὸν ὁρκίων καὶ ὑποσχέσεων,
τὴν τοσαύτην ἐς αὐτοὺς ατανοοῦντες ἀνεξικακίαν. ὁ
δὲ μεθ᾿ ἡμέρας μεταπεμψάμενος τούτους ἔφη “ἄδειαν ὑτμῖυ 
τοῦ λοιποῦ δίδωμι, ἵνα ὁπόσον βούλεσθε κατὰ ταύτην τὴν
 πόλιν ἐγκαρτερήσητε μεθ᾿ ἡμῶν. ὁπηνίκα δέ τις τῶν οἰκείων
 
ἐπιμνησθεὶς ἐθελήσοι ἀναχωρεῖν, ἀκωλύτως καὶ τῆς πρὸς
τὰ οἴκοι φερούσης ἂψαιτο συνταξάμενος ἡμῖν καὶ οὕτω διὰ
χρημάτων καὶ παντοίας ἄλλης οἰκονομίας ἐφοδιασθεὶς καλῶς
διευθετηθείη. καὶ ἁπλῶς καὶ παρεῖναι καὶ ἀπεῖναι ἄδειαν
 ἔχειν ὑμᾶς βούλομαι καὶ τὸ βουλητὸν ὡς ἐλευθέρους κατὰ
τὴν οἰκείαν γνώμην πράττειν.’’ ἠσαν μέν οἶ,ν τέως οἱ κόμητες
μετὰ τοῖ αὐτοκράτορος παντοίας, ὡς εἴρηται, θεραπείας
ἀξιούμενοι καὶ δυσαποσπάστως αἰτοῖ ἔχοντες. ἐπεὶ δὲ τὴν
Λογγιβαρκίαν ὁ Βαϊμοῦντος καταλαβών, ὡς ὁ λόγος φθάσας
 ἐδήλωσε, πλείω τῶν προτέρων στρατευμάτων σπεύδων συναγαγεῖν
πολλὰ τοῦ αὐτοκράτορος κατὰ πᾶσαν πόλιν
καὶ χώων περιϊὼν καὶ παγανὸν αὐτὸν λαμπρᾷ τῇ φωνῇ 
ἀνακηρύττων καὶ τοῖς παγανοῖς ὅλη γνώμῃ ἐπαρήγοντα,
τοῦτο ὁ αὐτοκράτωρ μεμαθηκὼς τοὺς ῥηθέντας κόμητας τὸ
 μέν τι καὶ αὐτῶν προθυμουμένων ἤδη πρὸς τὰς σφῶν ἀπιέναι
χώρας, τὸ δέ τι καὶ πρὸς ἔλεγχον τῶν κατ᾿ αὐτοῦ παρὰ
τοῦ Βαϊμούντου διακηρυκευομένων δαψιλεῖς τὰς δωρεὰς ἀπιχορηγήσας
αἰτοῖς οἴκαδε ἐξαπέστειλεν. αὐτὸς δέ πρὸς τὴν 
Θετταλοῦ πόλιν σπουδαίως ἐξῄει, ἅμα μέν καὶ τοὺς νεήλυδας
 τὰ στρατιωτικὰ παιδεύειν, ἅμα δέ καὶ τὸν Βαϊμοῦντον
ἐκ τῆς περὶ αὐτοῦ φήμης ἀπείργεσθαι τῆς ἀπὸ Λογγιβαρδίας
πρὸς τὴν ἡμεδαπὴν διαπεραιώσεως. ἀπελθόντες τοίνυν
 
οἱ κόμητες ἐκεῖνοι ἔλεγχοι τοῦ Bαϊμούντου γεγόνασιν ἀψευσέστατοι
ἀπατεῶνα ἀποκαλοῦντες αὐτὸν καὶ μηδ᾿ ἐπὶ τῷ τυχόντι
ἐπαληθεύοντα κατὰ πρόσωπον αὐτὸν πολλάκις ἐλέγχοντες
καὶ κατὰ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ἀποκηρύττοντες, μάρτυρας
αὐτοπίστους ἑαυτοὺς καθιστῶντες.

Ἐπεὶ δ᾿ ἡ τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσις ἁπανταχῆ
 διεδίδοτο καὶ πολλῶν ἐδεῖτο ὁ αὐτοκράτωρ δυνάμεων καὶ
ἀναλόγου στρατεύματος ἀντικαθισταιιένου πρὸς τὰ Κελτικὰ
πλήθη, οὐκ ἔμελλεν οὐδ᾿ ἀνεδύετο, ἀλλὰ τοὺς περὶ τὴν
Κοίλην Συρίαν μετεπέμπετο, τὸν Καντακουζηνόν φημι καὶ 
τὸν Μοναστρᾶν· ὁ μέν γὰρ τὴν Λαοδίκειαν ἐφρούρει, ὁ δέ
τὴν Ταρσόν. τούτους οὖν ἐκεῖθεν μεταπεμπόιιενολ᾿ οὐκ ἐρήμους
τὰς ὑπ᾿ αὐτῶν φρουρουμένας χώρας καὶ πόλεις κατέλιπεν·
εἰς μέν γὰρ τὴν Λαοδίκειαν τὸν Πετζέαν μεθ᾿ ἑτέρων
ἐκπέμπει δυνάμεων, ἐς δέ γε Ταρσὸν καὶ ἁπάσας τὰς ὑπὸ 
τὸν Mοναστρᾶν πόλεις καὶ χώρας τὸν Ἀσπιέτην. ἀνὴρ δὲ
 οὗτος εὐγενὴς ἐξ Ἀρμενίων ὁρμώμενος καὶ τῶν ἐπ᾿ ἀνδρείᾳ
διαβεβοημένων, ὡς ἡ φήμη τὸ τηνικαῦτα ἐκήρυττε, κἂν ὁ
τότε καιρὸς οὐ πάνυ τοιοῦτον ὄντα ἐξήλεγξεν ὅσον γε τὰ
εἰς στρατηγικὴν δύναμιν. ὁ μέν γὰρ τῆς Ἀντιόχου ἐπιτρο- 
πεύων Ταγγρέ, ὃν ὁ λόγος φθάσας καταλέλοιπεν ἐν Συρίᾳ,
φήμας τε ὑπεπέμπετο πυκνάς, ὡς ἄρα ταχὺ καταλάβοι τὴν
 

 ω 
Κιλικίαν, ἐφ᾿ ᾧ πολιορκήσειν αὐτὴν καὶ τῶν τοῦ βασιλέως
ἀφελέσθαι χειρῶν, ἅτε ἰδίαν οὖσαν καὶ τῷ δόρατι τούτου
τῶν Τούρκων ἀφαιρεθεῖσαν· καὶ οὐ μόνον φήμας τοιαύτας
πανταχόσε κατέπεμπεν, ἀλλὰ καὶ διὰ γραμμάτων ἠπείλει 
 τὰ χείρω τούτων· ἃ καὶ τῷ Ἀσπιέτῃ καθ᾿ ἡμέραν ἑκάστην
ἐνεχειρίζετο. καὶ οὐκ ἠπείλει μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπειλῶν
πρόδρομά τινα καὶ ἐποίει καὶ καθιπισχνεῖτο ποιεῖν δυνάμεις
τε σιναποχὼς ἁπανταχόθεν ἐξ Ἀρμενίων τε καὶ Κελτῶν καὶ
τούτοις καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν γιμνάζων καὶ πρὸς παρατάξεις
 καὶ μάχας ἐξομαλίζων τὸ στράυειμα καὶ ἔστιν οὗ καὶ εἰς
προνομὰς ἀποστέλλων καὶ τὸν καπνὸν πρὸ τοῦ πυρὸς παρεμφαίνων
τά τε πολιορκητικὰ ὄργανα κατασκευαζόμενος καὶ
παντοιοτρόπως πρὸς τὴν πολιορκίαν ἑαυτὸν ἀνιστῶν. ἀλλὰ 
ταῦτα μὲν ἐκεῖνος· ὁ δὲ ᾿Aρμένιος Ἀσπιέτης ὥσπερ μὺδενὸς
 αὐτῷ ἐπικειμένου μηδὲ φοβοῦντος μιδὲ τοσοῦτον
ἐπικρεμαννύντος κίνδυνον ἐκάθητο ῥᾳθυμῶν βαρυτάτους πότους
νύκτωρ ἑαυτῷ συνιστῶν. καίτοι ἀνδρικώτατός τε ἦν
καὶ Ἄρεως ὑπασπιστὴς γενωιóτατος· ἐπὰν δέ Κιλικίᾳ προσώκειλε,
πόρρω δεσποτικῆς χειρὸς γεγονὼς καὶ ἐναυθεντήσας
 τοῖς πράγμασι τρυφαῖς ἑαυτὸν ἐκδεδώκει παντοίαις. οὕτως
ὁ Ἀρμένιος ἐκεῖνος ἐκθηλυνόμενος καὶ διαρρέων διηνεκῶς,
ἐπειδὴ καταλάβοι ὁ τῆς πολιορκίας καιρός, ἀναπεπτωκὼς
 
ὤφθη πρὸς στρατιώτην φερεπονώτατον τὸν Ταγγρέ. καὶ
 οὔτε πρὸς τὰς βροντὰς ἐκείνου τῶν ἀπειλῶν κατεκροτήθη
 τὴν ἀκοὴν οὔτε κεραυνοφόρου τούτου ἐληλυθότος διὰ τῶν
κατὰ Κιλικίαν πορθήσεων πρὸς τὰς ἀστραπὰς ἐνητένιζεν.
ὁ μέν γὰρ ταγγρὲ ἀθρόον ἐξ Ἀντιοχείας στρατεύσας στρατὸν 
μυρίανδρον καὶ διχῆ τούτους διελόμενος τοὺς μέν διὰ
τῆς ἠπείρου πέμπει ταῖς Μόψου πόλεσι, τοὺς δέ ναυσὶ
τριήρεσιν ἐμβαλὼν διὰ τῆς θαλάττης ἄγει τῷ ποταμῷ Σάρωνι.
ῥεῖ δέ ἄνωθεν οὗτος ἀπὸ τῶν τοῦ ταύρου ὀρῶν καὶ
διὰ μέσου παραρρέων τῶν δυεῖν πόλεων Μόψου, τῆς τε 
 καταλελυμένης καὶ τῆς ἱσταμένης, ἐς τὸ Συριακὸν ἐκδίδωσι
πέλαγος. ἀφ’ οὗ αἱ νῆες ἀναπλεύσασαι τοῦ Ταγγρὲ καὶ τῷ
στόματι πελάσασαι τούτου τοῦ ποταμοῦ πρὸς τὰς γεφύρας
ἀνήχθησαν, αἰ τὰς ἀμφοτέρας πόλεις ξυνάπτουσι. περιερρεῖτο
τοίνυν ἡ πόλις ἑκατέρωθεν τῷ στρατεύματι βαλλομένη. 
ἔνθεν τοι καὶ ῥᾳδίως εἶχον διαναυμαχεῖν πρὸς τὴν
πόλιν οὔτοι καὶ πεζομαχεῖν ἐκ θατέρου οἱ ἀπὸ τῆς γῆς
αὐτὴν ἐπιθλίβοντες. ὁ δὲ ὥσπερ μηδεμιᾶς καινοτομίας
ὑπούσης μηδέ τοσούτου σμήνους στρατιωτῶν περιβομβοῦντος
κύκλῳ τὴν πόλιν ὀλίγα τούτων ἐφρόντιζεν οὐκ οἶδ’ ὅ 
παθὼν καὶ ἀναξίως τότε τῆς αὐτοῦ γενναιότητος διατεθείς.
 τοῦτο εὐμισητότατον τὸν ἄνδρα τῷ βασιλικῷ στρατεύματι
 
πεποίηκε. τί οὑν ἔδει παθεῖν τὰς Κίλικας πόλεις ὑπὸ τηλικούτου
καταστρατηγουμένας ἀνδρός; τά τε γὰρ ἄλλα ὁ
Ταγγρὲ ῥωμαλεώτατος τῶν κατ’ αὐτὸν ἐγεγόνει καὶ εἰς
ἐμπειρίαν τῶν σφόδρα θαυμαζομένων, πολιορκῆσαι
 δὲ πόλεις ἀφυκτότατος στρατηγός. καὶ θαυμάσειέ τις ἐνταυθοῖ
γεγονώς, πῶς τὸν αὐτοκράτορα διέλαθε τὸ τοῦ Ἀσπιέτου
ἀπειροπόλεμον. ἐγὼ δ᾿ ἂν ὐπεραπολογησαίμην τοὐμοῦ πατρός,
ὅτι τὸ τοῦ γένους ἐπίσημον τὸν αὐτοκράτορα πέπεικεν, ὡς ἥ τε 
τοῦ γένους λαμπρότης καὶ τὸ τοῦ ὀνόματος περιβόητον πολλὰ
 συνεισενεγκεῖν ἔχοι τῇ τοῦ Ἀσπιέτου ἀρχῇ. ἦν ἠν γὰρ τῶν Ἀρσακιδῶν
τὰ πρῶτα φέρων ἐκεῖνος καὶ ἐκ βασιλικοὶ καταγόμενος
αἵματος. ἔνθεν τοι καὶ στρατοπεδάρχην αὐτὸν ἠξιώκει πάσης
ἀνατολῆς καὶ εἰς ὑπερηφάνους βαθμίδας ἀνήνεγκεν ἄλλως
τε καὶ πεῖραν τῆς ἀνδρείας ἐκείνου λαβών. καὶ γὰρ ὁπόταν
 τῷ Ῥομπέρτῳ συνεκρότησε πόλεμον ὁ αὐτοκράτωρ καὶ ἐμὸς
γενέτης, καθάπερ ἐμνημόνευσα, κατὰ τὴν τοῦ πολέμου ἐκείνου
σύρραξιν Κελτός τις ὑπερωμίας ἰθύνας τὸ δόρυ καὶ 
μυωπίσας τὸν ἵππον καθάπερ τις σκηπτὸς ἐμπίπτει τῷ
Ἀσπιέτῃ. ὁ δέ τοῦ ξίφους ἐπιδραξάμενος δέχεται δέχεται τοῦ
 Κελτοῦ βιαίαν φορὰν καὶ τιτρώσκεται μὲν καιριωτάτην πληγὴν
τοῦ δόρατος τὸν πνεύμονα μὲν παραμείψαντος, ἐκεῖθεν
δὲ διὰ τῆς ῥάχεως διενεχθέντος · ὁ δὲ μήπω συγχθεὶς τῇ
 
πληγῇ μηδέ τῆς ἔδρας ἐκκυλισθείς, ἀλλ’ ἑδράσας ἑαυτὸν
ἰσχυρότερον παίει τὸν βάρβαρον κατὰ τῆς κόρυθος καὶ
διαιρεῖ καὶ τὴν κεφαλὴν καὶ τὴν κόρυθα. καὶ πίπτουσι καὶ
 ἄμφω τῶν ἵππων, ὁ μέν νεκρὸς ὁ Κελτός, ὁ δ᾿ Ἀσπιέτης
ἔτι ἐμπνέων. ὅν οἱ ἀμφ’ αὐτὸν ἀνελόμενοι γεγονότα 
 τάπασιν ἔξαιμον καὶ καλῶς ἐπιμεληθέντες πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
ἤνεγκαν δεικνύντες καὶ τὸ δόρυ καὶ τὴν πληγὴν καὶ τὸν
θάνατον τοῦ Κελτοῦ διηγούμενοι. ταίτης τῆς οὐκ οἰδ᾿
ὅπως ἀνδρείας καὶ τόλμης τὸ τηνικαῦτα τῷ Ἀσπιέτῃ μεμνημένος
ὁ αὐτοκράτωρ καὶ τούτοις ἐπισυνάψας τὸ γένος καὶ 
τὴν ἀπὸ τοῦ γένους εὔκλειαν * ἀξιόμαχον στρατηγὸν ἀποστέλλει
κατὰ τὴν Κιλικίαν πρὸς τὸν Ταγγρὲ στρατοπεδάρχην τοῦτον
προχειρισάμενος, καθάπερ φράσασα γέγραφα.

Ἀλλὰ ταῦτα μέν περὶ τούτων· πρὸς δέ γε τοὺς
 κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐνδιατρίβοντας ἡγεμόνας ἑτέρας ἐκπέμπει 
γραφὰς κατευθὺς Σθλανίτζης τὴν πορείαν ἐντειλάμενος ποιεῖσθαι.
τί δέ; τοὺς μὲν προμάχους μετεκαλεῖτο, αὐτὸς δέ
ἀναπεπτώκει ῥᾳστώνης ἀπολαύων καὶ βαλανείοις χρώμενος,
ὁποῖα εἰώθασιν οἱ τὸν βοσκηματώδη βίον προελόμενοι βασιλεῖς;
οὐμενοῦν, ἀλλ’ οὐδέ περὶ τὰ ἀνάκτορα ὅλως ἐν- 
 διατρίβειν ἔτι ἠνέσχετο. ἐξεληλυθὼς δὲ τοῦ Βυζαντίου, ὡς
ἄνωθεν εἴρηται, κατὰ τὸ μέσον τῶν ἑσπερίων ἐληλύθει χωἐκκυλυσθεὶς
 

 
ρῶν τὴν Θετταλοῦ πόλιν καταλαβὼν εἰς μῆνα Σεπτέμβριον
ἐπινεμήσεως τεσσαρεσκαιδεκάτης εἰκοστοῦ ἔτους ὄντος, ἐξ
οὗ τὰς τῆς βασιλείας ἠνίας περιεζώσατο. καὶ τὴν Αὔγουσταν
δὲ παρεβιάσατο συνεξεληλυθέναι μετ᾿ αἰτοῦ. ὁ γὰρ
 τρόπος ἐκείνης τοιοῦτός τις ἦν. οὐ πάνυ τι δημοσιεύεσθαι
ἤθελεν, ἀλλὰ τὰ πολλὰ μὲν οἰκουροῦσα ἦν καὶ τὰ ἐκείνης
ἔργα ἐποίει, λέγω δὲ βίβλων τε ἀνελίξεις τῶν μακαρίων
ἀνδρῶν καὶ τὸ πρὸς ἑαυτὴν ἐπιστρέφειν καὶ εὐποιΐας καὶ
χάριτας εἰς ἀνθρώπους, μάλιστα δέ εἰς ἐκείνους, οὓς οἶδεν 
 ἀπό τε τοῦ σχήματος ἀπό τε τοῦ βίου θεραπεύειν Θεὸν
καὶ προσευχῇ προσανέχειν καὶ καταλλήλοις ᾠδαῖς. ἐπειδὰν
δὲ μέλλοι δημοσιεύσειν ἑαυτὴν κατά τινα χρείαν ἀναπαιοτάτην
ὡς βασιλίδα, αἰδοῦς τε ὑπεπίμπλατο καὶ ἐρύθημια εὐθὺς
ἐξινθήκει ταῖς παρειαῖς. καὶ ἡ μὲν φιλόσοφος Θεανὼ τοῦ
 πήχεως αὐτῆς γυμνωθέντος, ἐπειδή τις παίζων εἰρήκει πρὸς
ταύτην “καλὸς ὁ πῆχυς”, “ἀλλ᾿ οὐ δημόσιος” εἶπεν ἐκείνη·
ἡ δέ βασιλὶς καὶ μήτηρ ἐμή, τὸ τῆς σεμνότητος ἄγαλμα, τὸ
τῆς ἁγιότητος καταγώγιον, μὴ ὅτι γε πῆχυν ἢ βλέμμα δημο- 
σιεύειν ἡγάπα, ἀλλ᾿ οὐδὲ φωνὴν ἐκείνης ἤθελεν εἰς ἀσυνήθεις
 παραπέμπεσθαι ἀκοάς. τοσοῦτον ἦν ἐκείνη χρῆμα
 
θαυμάσιον εἰς αἰδῶ. ἐπεὶ δὲ ἀνάγκη οὐδὲ θεοί, φησι, μάχονται,
ἀναγκάζεται πρὸς τὰς συχνὰς τοῦ αὐτοκράτορος ἐκστρατεύσεις
αὐτῷ παρακολουθεῖν. κατεῖχε μέν γὰρ αὐτὴν
ἡ σύμφυτος αἰδὼς ἔνδον τῶν βασιλείων, τὸ δέ πρὸς τὸν
αὐτοκράτορα φίλτρον καὶ ἡ διάπυρος πρὸς ἐκεῖνον ἀγάπη 
ἐξῆγεν αὐτὴν καὶ μὴ βουλομένην τῶν ἀνακτόρων διὰ ταυτασὶ
τὰς αἰτίας, πρῶτον μὲν ὅτι τὸ συμπεσὸν αὐτῷ νόσημα τῶν
 ποδῶν ἐπιμελείας ἐδεῖτο πλείστης. καὶ γὰρ ἀλγηδόνας εἶχε
 δριμείας ὁ αὐτοκράτωρ ἐκ τῆς ποδαλγικῆς διαθέσεως
οὐδεμίαν ἐπαφὴν οὕτω προσίετο ὡς τῆς ἐμῆς δεσποίνης 
καὶ μητρός. ἐμμελῶς τε γὰρ αὐτῷ προσεφέρετο καὶ προσψάουσα
δεξιῶς τὰς ὀδύνας τῶν ποδῶν ὑπεκούφιζέ πως. ὁ
γὰρ τοι βασιλεὺς ἐκεῖνος (καὶ μοὶ μηδεὶς τῆς περιαυτολογίας
ἐπιμεμφέσθω· τὰ γὰρ οἰκεῖα θαυμάζω· μηδ’ ὡς κατα-
 ψευδομένην τοῦ αὐτοκράτορος ὑφοράσθω· τὰ γὰρ ἀληθῆ 
λέγω) πάντα τὰ ἑαθτοῦ καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν κατόπιν ἐποιεῖτο
τῆς σωτηρίας τῶν πόλεων. οὐδὲν γὰρ ἐχώριζεν αὐτὸν τῆς
τῶν Χριστιανῶν ἀγάπης, οὐκ ἀλγηδόνες, οὐχ ἡδοναί, οὐ
πολέμων κακώσεις, οὐκ ἄλλο οὐδέν, οὐ μικρὸν οὐ μέγα,
οὐχ ἡλίου φλογώσεις, οὐ χειμώνων δριμύτητες, οὐ πτοδβολσὶ 
βαρβάρων παντοδαπαί· ἀλλ’ ἀκλινῶς εἶχε πρὸς ἅπαντα
ταῦτα καὶ ὤκλαζε μὲν πρὸς τὴν φύρσιν τῶν νοσημάτων, ἀντσνέθορε
δὲ πρὸς τὴν βοήθειαν τῶν πραγμάτων. δεύτερον
 
δέ καὶ μέγιστον αἴτιον τοῖ· τὴν βασιλίδα συνοπαδὸν εἶναι
τῷ αὐτοκράτορι, ὅτι τοι πολλῶν ἐπιβούλων ἀναφυομένων 
ἁπανταχόθεν πολλῆς ἐδεῖτο τῆς ἐπιβλέψεως ὡς ὄντως
πολυομμάτου δυνάμεως. καὶ γὰρ καὶ νὺξ αὐτῷ ἐπίβουλος
 ἠν καὶ τὸ μεσαίτατον τῆς ἡμέρας, καὶ ἡ ἑσπέρα προσανέφυέ
τι ναὸν καὶ ἡ πρωΐα ἐτέκταινε χείριστα· μάρτυς τούτων
Θεός. ἆρ’ οὑν ἔδει τὸν βασιλέα ὑπὸ τοσοίτων
κακῶν ἐπιβουλεόμενον ὑπὸ μυρίων ὀμμάτων φρουρεῖσθαι,
τῶν μὲν ἐπιτοξαζόντων αὐτῷ, τῶν δέ τὸ ξίφος παραθηγόν- 
 τῶν, τῶν δ’ ἀφιέντων, ὁπόταν οὐκ ἐνῆν τι δρᾶσαι, λοίδορον
γλῶτταν καὶ τὸ κακῶς εἰπεῖν; τίνα τοίνυν ἔδει παρεῖναι τῷ
βασιλεῖ σύμμαχον παρὰ τὴν σύμφυτον σύμβουλονα; τίς μᾶλλον
ἐκείνης πλέον ἐπεσκέπτετο μέν τὸν αὐτοκράτορα, ὑπεβλέπετο
δέ τοὺς ἐπιβουλεύοντας, [τίς] ὀξεῖα μὲν τὸ
 ἐκείνῳ ἰδεῖν, ὀξυτέρα δὲ τὸ παρὰ τῶν ἐχθρῶν σκευωρούμενον
κατιδεῖν; διὰ ταῦτα καὶ πάντα ἐν πᾶσιν ἦν ἡ ἐμὴ μήτηρ τῷ 
δεσπότη μου καὶ πατρί, καὶ νύκτωρ ἄγρυπνον ὄμμα καὶ ἡμέρας
περιφανέστατος φυλακτὴρ καὶ τραπέζης καιροῖς ἀντίδοτος
ἀγαθὴ καὶ τῆς ἀπὸ τροφῶν ἀδικίας φυγαδευτήριον φάρμακον.
 κον. ταῦτα τοίνυν τὰ αἴτια τὴν σύμφυτον αἰδῶ τῆς γινοίατο. 
κὸς ἐκείνης παρηγκωνίζετο, καὶ ἐθάρρει τοὺς ἄρρενας ὀφθαλὡς
 
μούς· καίτοι οὐδὲ τότε τῆς συνήθους εὐκοσμίας ἐπελανθάνετο,
ἀλλὰ καὶ βλέμματι καὶ σιγῇ καὶ τῇ περὶ αὐτὴν θεραπείᾳ
 τοῖς πλείοσι μὲν ἀγνωστοτέρα ἐτύγχανε· καὶ τοῦτο μόνον,
ὅτι βασιλὶς παρέπεται τῷ στρατεύματι, ὁ φερόμενος ταῖν
ἡμιόνοιν οἰκίσκος ἐδείκνυ καὶ τὸ ἄνωθεν βασιλικὸν καταπέτασμα, 
τὰ δ’ ἄλλα ἐπηλυγάζετο τὸ θεῖον ἐκείνης σῶμα.
μόνον ὅτι πρόνοιά τις ἀρίστη τὰ κατὰ τὴν νόσον τοῦ βασιλέως
διεξάγοι καὶ φρουρὰ βασιλέως ἀκοίμητος παρὰ πᾶσι
 διεγινώσκετο καὶ ὄμμα ἐγρηγορὸς καὶ μὴ ἐπινυστάζον τοῖς
πράγμασι. καὶ ἡμεῖς δέ, ὅσοι περὶ τὸν αὐτοκράτορα εὖνοι, 
περὶ τὴν ἐκείνου φρουρὰν διεπονούμεθά τε καὶ συνῃρόμεθα
τῇ δεσποίνῃ καὶ μητρὶ ἕκαστος ὡς εἶχεν ὅλῃ ψυχῇ καὶ
γνώμη μηδ’ ἐπινυστάζοντες ὅλως. ταῦτα πρὸς τοὺς φιλοσκώμμονας
καὶ τὰς φιλολοιδόροις γλώττας γεγράφαται. τόν
τε γὰρ ἀναίτιον ὑπ’ αἰτίασιν ἄγουσι (καὶ τοῦτον οἶδε τὸν 
ἀνθρώπινον τρόπον καὶ ἡ Ὁμήρου Μοῦσα) καὶ τὰ καλῶς
πεπραγμένα διαφαυλίζουσι καὶ ὑπὸ μέμψιν ποιοῦσι τὸ
 ἄμεμπτον. καίτοι ἐκείνη κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τὴν κατ’
ἐκεῖνο καιροῦ γεγονυῖαν (κατὰ γὰρ τοῦ Βαϊμούντου τὴν
ὁ βασιλεὺς ἐπεποίητο) τὸ μέν τι ἄκουσα, τὸ δ’ ἑκουσίως 
συνείπετο. οὐ γὰρ συνεισβαλεῖν ἔδει τὴν βασιλίδα τῷ
 
βαρβαρικῷ στρατεύματι. πῶς γὰρ ἄν ; Τομίριδος ταῦτα καὶ
Σπαρέθρας τῆς Μασσαγέταις, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς ἐμῆς Εἰρήνης.
ἄλλοσε γὰρ ἐτρέπετο τὸ ταίτης ἀνδρεῖον καὶ ἄλλως ἐξώπλιστο,
ἀλλ’ οὐ τῷ τῆς Ἀθηνᾶς δόρατι οὐδὲ τῇ κυνέῃ τοῦ
 Ἄϊδος· ἀλλ’ ἀσπὶς μὲν ἐκείνῃ καὶ θυρεὸς καὶ ξίφος ἐς τὸ
πρὸς τὰς συμφορὰς καλῶς ἀντιπαρατάσσεσθαι καὶ τὰς τοῦ 
βίου ἐπαναστάσεις, ἅς οἶδεν ἡ βασίλεια τοῖς βασιλεῦσιν
ἡ περὶ τὰ πράγματα δραστηριότης καὶ τὸ κατὰ
τῶν παθῶν ἐπιπληκτκώτατον καὶ ἡ ἀνυπόκριτος πίστις, ὡς
 Σολομῶντι δοκεῖ. οὕτως ἡ ἐμὴ μήτηρ καὶ πρὸς τοιούτους 
πολέμους ἐσκεύσατο, τὰ δ’ ἄλλα εἰρηνικωτάτη ἦν κατὰ τοὔνομα.
ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ μέν τῆς συμπλοκῆς τῶν βαρβάρων ἔμελλε,
πρὸς δὲ παρασκευὴν τῶν τῆς συμπλοκῆς ὁ βασιλεὺς ἀφεώρα
καὶ τὰ μὲν ἀσφαλίσασθαι τῶν φρουρίων σκοπὸν εἶχε, τὰ δὲ
 κατοχυρῶσαι καὶ ὅλως εὔοδα πάντα τὰ κατὰ τοῦ Βαϊμούντου
καταστήσασθαι ἔσπευδε, συνεξυπήγετο καὶ τὴν βασιλίδα τὸ
μέν τι καὶ ἑαυτοῦ ἕνεκα καὶ δι’ ἂς αἰτίας εἰρήκειμεν, τὸ δέ τι καὶ
ἐν τῷ ἀκινδύνῳ τῶν πραγμάτων ἔτι καθεστηκότων καὶ μήπω
καιροῦ πολέμου ἐπιδεδημηκότος. ἀναλαβομένη τοόνυν ὁπόσον 
 διὰ χρυσοῦ καὶ ἄλλης ποιότητος προσῆν αὐτῇ χάραγμα καὶ
ἕτερά τινα τῶν χωμάτων ἔξεισι τῆς πόλεως. καὶ τοῦ λοιποῦ
ἐν τῷ διϊέναι τὰς ὁδοὺς πᾶσι τοῖς ἐπαίταις καὶ τοῖς
 
σισυροφόροις καὶ γυμνοῖς δαψιλῆ τὴν χεῖρα παρεῖχε· καὶ
οὐδεὶς ὁ αἰτησάμενος καὶ κενὸς ἀπελθών. ἐπὰν δέ τὴν
 ἀποτεταγμένην σκηνὴν κατειλήφει, οὐ πρὸς ῥᾳστώνην εὐθὺς
ἀπέκλινεν εἴσω ταύτης γεγονυῖα, ἀλλ᾿ ἀναπεταννῦσα ταύτην
ἄνετον τοῖς αἰτοῦσι παρεῖχε τὴν εἴσοδον. τοῖς τοιούτοις 
 γὰρ καὶ μάλα εὐπρόσιτος ἦν καὶ παρεῖχεν ἑαυτὴν ὁρᾶσθαί
τε καὶ ἀκούεσθαι. οὐ χρημάτων δέ μετεδίδου τοῖς πένησι
μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ λῴονα συνεβούλευε. καὶ ὁπόσους μέν
εὐρώστους τὰ σώματα κατενόει, ῥᾳθύμως δέ περὶ τὸν
βίον ἔχοντας, πρὸς ἔργα ναὶ πράξεις προὐτρέπετο, ἵν᾿ ἐν- 
τεῦθεν τὰ πρὸς χρείαν κομίζοιντο, καὶ μὴ δι᾿ ἀμέλειαν ἀναπεπτωκότας
θύραν ἐκ θύρας ἐπαιτοῦντας περινοστεῖν. καιρὸς
δέ οὐδεὶς τῆς τοιαύτης ἐργασίας ἀπεῖργε τὴν βασιλίδα.
ὁ μέν οὖν Δαυὶδ μετὰ κλαυθμοῦ τὸ πόμα κιρνῶν φαίνεται·
ἡ δέ γε βασιλὶς αὕτη καὶ τροφὴν καὶ ποτὸν ἐλέῳ συπεραν- 
 νῦσα καθ᾿ εκάστην ἐδείκνυτο. καὶ πολλὰ ἂν εἶχον εἰπεῖν περὶ
ταύτης τῆς βασιλίδος, εἰ μὴ τὸ θυγάτριον εἶναι ψείδους
παρεῖχεν ὑπόνοιαν καὶ ὅτι μητρὶ χαριζόμεθα. πρὸς δέ τοὺς
ταῦτα ὑπονοοῦντας παρέξομαι τοῖς λόγοις συνεπιμαρτυροῦντα
τὰ πράγματα.

Τὸν δέ γε αὐτοκράτορα τὴν Θεσσαλονίκην καταλαβόντα
μεμαθηκότες οἱ ἐκ τῶν ἑσπερίων λήξεων, καθάπερ
 

 
τὰ βαρέα τῶν σωμάτων ἐπὶ κέντρα φέρεται, οὕτω δὴ καὶ
ἅπαντες πρὸς αὐτὸν ἐφοίτων. ἀκρὶς μὲν οὖν οὐ προηγήσατο
τῶν Κελτῶν καθαπερεὶ τῶν πρότερον διελθόντων· ἐν
οὐρανῷ δὲ κομήτης ἐφάνη μέγας καὶ τῶν πάλαι φανέντων ὁ μέγιστος,
 ὂν οἱ μὲν δοκίδα, οἱ δ’ ἀκοντίαν ἔφασαν εἶναι. ἔδει γὰρ
τῶν μελλόντων καινισθῆναι ξενοπρεπῶν πραγμάτων προοίμιά
τινα προκαταγγελτικὰ τούτων μηνυθῆναι ἄνωθεν. καὶ γὰρ ἠν 
τοῦτον θεᾶσθαι ἐπὶ τεσσαράκοντα νυχθημέροις ὅλοις παμφαίνοντα῾
ἐφαίνετο δέ ἀπὸ τῶν δυτικῶν μερῶν ἐξιὼν καὶ
 πρὸς ἀνατολὰς ἡλίου διήκων. ὅν οἱ θεώμενοι ἅπαντες
ἐζήτουν, τίνων ὁ ἀστὴρ ἄγγελός ἐστιν. ὁ δὲ
αὐτοκράτωρ μηδὲ πάνυ τοῖς τοιούτοις προσέχων, ἀλλὰ φυσικῆς
τινος ἐξηρτῆσθαι τὰ τοιαῦτα αἰτίας δοξάζων, ὅμως
ἠρώτα τοὺς περὶ τὰ τοιαῦτα δεινούς· μεταπεμψάμενος δὲ
 καὶ τὸν τῆς ἐπαρχίας τοῦ Βυξαντίου τὴν ἀξίαν πρώην εἰληφότα
Βασίλειον (ἀνὴρ δὲ οὗτος πολλὴν τὴν περὶ τὸν αὐτοκράτορα 
εὔνοιαν ἐνδεικνύμενος) περὶ τοῦ φανέντος ἀστέρος ἐπυνθάνετο.
ὁ δέ ἐς νέωτα φυλάξειν ἐπηγγείλατο τὴν ἀπόκρισιν
καὶ ἀπελθὼν οἷ κατέλυε (τέμενος δέ τοῦτο ἐπ᾿ ὀνόματι
 τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου πάλαι ἀνοικοδομηθέν), ἐπεὶ πρὸς
δυσμὰς ὁ ἥλιος ἦν, περιεσκόπει τὸν ἀστέρα. διαπορουμένῳ
δέ καὶ καμόντι τοῖς λογισμοῖς ὑπνῶσαι ξυμβεβήκει καὶ τηνικέντρῳ
 
καῦτα τὸν ἅγιον θεάσασθαι τερατικῶς ἐσταλμένον. ὁ δὲ
περιχαρὴς γεγονὼς οὐκέτ’ ὄναρ ἐδόκει, ἀλλ’ ὕπαρ ὁρᾶν.
 ἔνθεν τοι καὶ γνωρίσας τὸν ἅγιον ἔμφοβος γενόμενος μεθ’
ὑποστολῆς ᾐτεῖτο, τίνων ἀγγελτικὸς ὁ ἀστήρ ἐστι, γνωρίσαι
οἱ. ὁ δέ Κελτῶν κίνησιν προσημαίνειν τοῦτον ἔφη · “τὸ 
 δὲ σβέννυσθαι τὴν τούτων αὐτοῦ που κατάλυσιν δηλοῖ.’’
ἀλλὰ περὶ μὲν τοῦ φανέντος ἀστέρος τοιαῦτα · ὁ δὲ βασιλεὺς
τὴν Θεσσαλονίκην καταλαβών, ὡς ὁ λόγος φθάσας
ἐδήλωσεν, ἡτοιμάζετο πρὸς τὴν τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίω-
 σιν ἐκπαιδεύων μέν τοὺς νεολέκτους τόξον τε τείνειν καὶ 
βέλη κατὰ σκοποῦ πέμπειν καὶ περιφράττεσθαι θυρεῷ
ἀλλὰ καὶ ξενικὰς ἐξ ἀλλοδαπῶν διὰ γραμμάτων παρασκευάζων
δυνάμεις, ἲν᾿ ὁπηνίκα καιρὸς καλοίη, θᾶττον παραγένωνται.
πολλὴν δὲ καὶ τὴν τοῖ Ἰλλυρικοῦ ἐπεποίητο πρόνοιαν
τήν τε πόλιν τὸ Δυρράχιον ἀσφαλισάμενος καὶ ἡγεμόνα 
ταύτης τὸν δεύτερον υἱὸν Ἱσαακίου τοῦ σεβαστοκράτορος
Ἀλέξιον καταστησάμενος. ἅμα δέ κἀκ τῶν Κυκλάδων νήσων
καὶ τῶν παρὰ θάλασσαν τῆς Ἀσίας πόλεων καὶ αὐτῆς τῆς
B Εὐρώπης στόλον παρεκελεύσατο ἀπαρτίσαι· πολλῶν δέ παρεμποδιζόντων
τὴν τοῦ στόλου κτίσιν διὰ τὸ μήπω τὴν τοῦ 
Βαϊμούντου κατεπείγειν διαπεραίωσιν, ὁ δ’ ὅμως οὐκ ἐπείθετο
λέγων δεῖν εἶναι τὸν στρατηγὸν ἀνύστακτον φύλακα
 
καὶ μὴ πρὸς τὰ ἐν ποσὶ μόνον παρασκευάζεσθαι, ἀλλὰ καὶ
τὰ πόρρω ὁρᾶν μήτε μὴν φειδοῖ χρημάτων καιροῖ καλοῦντος
ἀνέτοιμον φαίνεσθαι καὶ μᾶλλον, ὁπηνίκα ἔφοδον ἐχθροῦ
αἴσθηται. ταῦτα τοίνυν δεξιώτατα διαθέμενος ἐκεῖθεν μεταναστὰς
 καταλαμβάνει τὴν Στρούμπιτζαν κἀκεῖθεν αὖθις
ἄχρι τοῦ Σλοπίμου. μεμαθηκὼς δέ καὶ τὴν Ἱωάννου τοῖ
τἱοῦ τοῦ σεβαστοκράτορος ἧτταν κατὰ τῶν Δαλματῶν προαποσταλέντος 
ἀποσταλέντος δυνάμεις ἀποχρώσας ἐκπέμπει εἰς ἀρωγήν.
ὁ μὲν οὑν Βολκάνος εὐθὺς πονηρότατος ὢν ἐρωτᾷ πρὸς
 τὸν βασιλέα τὰ περὶ εἰρήνης καὶ τοὺς ζητηθέντας
ἐκπέμπει. ἐκεῖνος δὲ ἐγκαρτερήσας ἐπὶ ἐνιαυτὸν ἴνα καὶ
μῆνας δύο, ὡς τὸν Βαϊμοῦντον ἔτι ἐν τοῖς τῆς Λογγιβαρδίας
μέρεσι διατρίβοντα ἐπεπληροφόρητο, τοῦ χειμῶνος ἐπικαταλαμβάνονντος
ἤδη, τοὺς στρατιώτας πρὸς τὰς σφῶν οἰκίας
 ἐξέπεμψεν, αὐτὸς δὲ τὴν Θεσσαλονίκην καταλαμβάνει. ἐν
τῷ τὴν πρὸς Θεσσαλονίκην ἀνύειν ἐτέχθη ὁ πρωτότοκος
τῶν υἱῶν τοῦ πορφυρογεννήτου καὶ βασιλέως Ἰωάννου κατὰ 
τὴν Βαλαβίσταν συνεπαγόμενος ἐν τῷ τίκτεσθαι καὶ ἕτερον
θῆλυ. ἐκεῖσε γοῦν τὴν μνήμην τοῖ· μεγαλομάρτυρος Δημητρίου
 ἐκτελέσας εἰσέρχεται εἰς τὴν μεγαλόπολιν. γέγονε
καί τι τοιοῦτον. περὶ τὰ μέσα τοῖ Κωνσταντινίου φόρου
 
χαλκοῦς τις ἀνδριὰς ἵστατο καὶ πρὸς ἀνατολὰς ἀπέστραπτο
ἐπὶ πορφυροῦ κίονος περιόπτου σκῆπτρον μέν κατέχων τῇ
δεξιᾷ, τῇ δὲ λαιᾷ σφαῖραν ἀπὸ χαλκοῦ κατασκευασθεῖσαν.
 ἐλέγετο δ᾿ οὖν εἶναι οὗτος Ἀπόλλωνος ἀνδριάς· Ἀνθήλιον
δέ, οἶμαι, οἱ τῆς Κωνσταντίνου οἰκήτορες αὐτὸν προσηγόρευον. 
ὂν ὁ μέγας ἐν βασιλεῦσι Κωνσταντῖνος ἐκεῖνος καὶ
τῆς πόλεως καὶ πατὴρ καὶ δεσπότης εἰς τὸ ἑαυτοῦ μετέθηκεν
ὄνομα Κωνσταντίνου αὐτοκράτορος ἀνδριάντα αὐτὸν
προσειπών. ἐπεκράτησε δέ ἡ ἀρχῆθεν τεθεῖσα προσηγορία
τῷ ἀνδριάντι καὶ ἤτοι Ἀνήλιος ἢ Ἀνθήλιος ὑπὸ πάντων 
 ἐλέγετο. τοῦτον τὸν ἀνδριάντα ἐξ αἰφνιδίου πνεύσαντες
ὄνεμοι πλατύτατοι λίβες ἐκεῖθέν τε ὦσαν καὶ εἰς γῆν ἔρρι-
 ψαν περὶ τὸν ταῦρον τοῦ ἡλίου τότε ὁδεύοντος. ὅπερ οὐκ
ἀγαθὸς οἰωνὸς τοῖς πλείοσιν ἔδοξε καὶ μᾶλλον, ὁπόσοι μὴ
καλῶς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα εἶχον· ὑπεψιθύριζον γὰρ τὸν 
τοῦ βασιλέως θάνατον τὸ συμβὰν προμηνύειν. ὁ δέ “ζωῆς
καὶ θανάτου ἕνα κύριον ἐπίσταμαι,” ἔλεγε “πτώσεις δέ εἰδώλων
θάνατον ἐπάγειν οὐδόλως πιστεύειν ἔχω. ὁπηνίκα
γὰρ Φειδίας τις, φέρε εἰπεῖν, ἤ τις τῶν λιθοξόων λίθον
ἀποξέσας εἴδωλον ἀπεργάσοιτο, ἀναστήσει μέν καὶ 
νεκρούς, παράξει δὲ καὶ ἔμψυχα; καὶ εἰ ταῦτα, τῷ τῶν
ὁπάντων δημιουργῷ τί καταλειφθήσεται; ἀποκτενῶ γὰρ καὶ
 
ζῆν ἐγὼ ποιήσω φησὶ καὶ οὐχὶ τοῦδε ἢ τοίδε εἰδώλου 
πτῶσις ἢ ἀνέγερσις.” καὶ γὰρ τὰ πάντα τῇ μεγίστη τοῦ Θεοῦ
ἁνετίθει προνοίᾳ.

Κυκεὼν δὲ κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἄλλος αὖθις
 κακῶν ἐξεγήγερτο, ὃς οὐχ ὑπὸ τῶν τυχόντων ἐξηρτί ἕτο ἤδη.
ἄνδρες γάρ τινες ὲπ᾿ ἀνδρείᾳ καὶ γένους εὐκλείᾳ μεγάλα
αὐχοῦντες κατὰ τοῦ βασιλικοῦ ἐμελέτησαν σώματος φόνιον
πνέοντες. καὶ θαιμάζω ἐνταῦθα τῆς ἱστορίας γεγονυῖα,
πόθεν τοσοῦτον πλῆθος κακῶν τὸν βασιλέα περιεστοίχισεν.
 οὐδὲν γάρ, οὐδέν ἦν οὐδ᾿ ὁποθενοῦν, ὃ μὴ κατ᾿ αὐτοῦ ἐκεκίνητο.
τά τε γὰρ ἔνδον ἀποστασίας ἦσαν μεστὰ καὶ τὰ
ἔξωθεν ἐπαναστάσεως ἔγεμε. καὶ μήπω πρὸς τὰ ἔνδον τοῦ 
αὐτοκράτορος ἀντικαταστάντος τἀκτὸς πάντα περιεφλέγμανε,
βαρβάρους ἅμα καὶ τοὺς ἔνδον τυράννους τῆς Τύχης αὐτῆς
 ὥσπερ τινὰς Γἴγαντας αὐτοφυεῖς ἀναβλαστανούσης , καίτοι
τοῦ βασιλέως ἅπαντα πρὸς τὸ ἡμερώτερον καὶ φιλανθρωπότερον
ἐπιτροπεύοντος καὶ διοικονουμένου τὰ πράγματα
καὶ οὐκ ἔστιν ὅντινα μὴ τοῖς ἀγαθοῖς κατακλύζοντος. τοὺς
μὲν γὰρ καὶ ἀξιωμάτων τιμαῖς καταύδαινε καὶ δωρεαῖς μεγάλαις
καταπλουτίζων ἀεὶ οὐκ ἀνῆκε· τοὺς δὲ ὁποιδήποτε 
βαρβάρους, ἀφορμὰς μὴ διδοὺς πολέμων μηδ᾿ ἀνάπην ἐπάγων
αἰτός, ἀνασοβοῦντας ὅμως ἀνέστελλεν, ὡς ἔστι κακὼν στρα-
 

 
τηγῶν, τῶν πραγμάτων ἡσυχαζόντων αὐτοὺς ἐξεπίτηδες ἀνερεθίζειν
τοὺς πέριξ εἰς πόλεμον. εἰρήνη μὲν γὰρ τέλος ἐστὶ
πολέμου παντός, τὸ δ᾿ ἀνθελέσθαι ἀεὶ αὐτόθεν τὸ ἕνεκά
του * καὶ τοῦ ἀγαθοῦ τέλους ἀεὶ ἀμελεῖν, τοῦτο ἀνοήτων ἐστὶ
στρατηγῶν καὶ δημαγωγῶν καὶ ὄλεθρον πραγματευομένων 
τῆς πόλεως. ἀλλ᾿ ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος τοὐναντίον ἅπαν
ἐποίει καὶ τοῦ εἰρηνεύειν ἐκτόπως ἐπεμελεῖτο καὶ * παροῦ-
 σαν ἀεὶ πανταχόθεν συνεῖχε καὶ ἀποίσης ἐπηγρύπνει πολλάκις,
ὅπως ἐπανέλθοι. καὶ ἦν ὁ αὐτὸς κατὰ φύσιν μὲν
εἰρηνικός, ἀναγκαζόντων δὲ τῶν πραγμάτων πολεμικώτατος. 
καὶ ἔγωγ᾿ ἂν φαίην θαρρούντως περὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὡς
 ἄρα τοῦ βασιλικοῦ χαρακτῆρος πολλοῦ χρόνου καταλελοιπότος
τὰ τῶν ῾Ρωμαίων βασίλεια, ἐπ᾿ αὐτοῦ καὶ μόνου ἐπανεληλυθέναι
τρόπον τινὰ τότε πρώτως τῇ ῾Ρωμαίων ἡγεμονίᾳ ἐπιξενουμένου
*** ἀλλ᾿ ὅπερ ἔλεγον τοῦ λόγου ἀρχομένη, ὅτι θαυμάζειν 
ἔχω τῆν τοσαύτην τῶν πραγμάτων τῶν πολεμικῶν ἐπίχυσιν.
 τά τε γὰρ ἔξω καὶ τἄνδον πάντα ἦν ἰδεῖν κυμαινόμενα πανταχόθεν.
ἀλλ᾿ ὅ γε βασιλεὺς Ἀλέξιος καὶ τὰ ἀφανῆ τῶν ἐχθρῶν
καὶ κρύφια καὶ προῃσθάνετό τε καὶ παντοδαποῖς μηχανήμασι
πόρρω τὰς βλάβας ἀπήλαυνε καὶ πρὸς τοὺς ἔνδοθεν 
τυράννους καὶ πρὸς τοὺς ἔξωθεν βαρβάρους ἀνταγωνιζόμενος
 
ἀεὶ προφθάνων ὀξύτητι νοῦ τὰς τῶν ἐπιβουλευόντων ἐπιβουλὰς
καὶ ἀνακόπτων τὰς τούτων ὁρμάς. καὶ ἔγωγε στοχάζομαι
ἀπὸ τῶν πραγμάτων αὐτῶν τὴν Τύχην * * τῆς βασιλείας,
ὅτι πανταχόθεν συνέρρευσε τὰ δεινὰ καὶ ἐτετάρακτο αὐτό τε
 τὸ σῶμα τῆς πολιτείας καὶ πᾶν ἀλλότριον ἐμεμήνει κατὰ τῆς
βασιλείας Ῥωμαίων, ὡς εἴ τις οὕτως ἔχοι κακῶς, ὥστε καὶ 
ὑπὸ τῶν ἀλλοδαπῶν πολεμεῖσθαι καὶ ὑπὸ τῶν οἰκείων κατατρύχεσθαι
τὰς σάρκας διαμασσώμενον, τοῦτον δὲ ἀνεγεῖραι 
τὴν πρόνοιαν, ἵνα πρὸς τὰ πανταχόθεν κακὰ ἀντιμηχανῷτο,
 ὡσπερ δὴ καὶ τὸ τηνικαῦτα συνιδεῖν ἔδει. ὅ τε γὰρ Βαϊμοῦντος
ὁ βάρβαρος ὁ πολλάκις ἡμῖν εἰρημένος ἐξηρτύετο
κατὰ τῶν σκήπτρων Ῥωμαίων βαρύτατον στράτευμα ἐπαγομένος
καὶ τὸ τυραννικὸν τοῦτο πλῆθος ἑτέρωθεν ἀντεπηγείρετο,
καθάπερ ἄνωθεν τοῦ λόγου πεπροοιμίασται. τέσσαρες
 μὲν ἦσαν οἱ ξύμπαντες οἱ τῆς βουλῆς καταρχόμενοι,
Ἀνεμάδες τὴν ἐπωνυμίαν, τὰς κλήσεις ὁ μὲν Μιχαήλ, ὁ δέ
Δέων, ὁ ἕτερος . . . ., ὁ ἄλλος . . . . . προσηγορεύετο. ἀδελφοὶ
δ’ ἦσαν καὶ τέ σώματα πρότερον καὶ τότε τὴν γνώμην· εἰς
ταὐτὸ γὰρ ἅπαντες συνεφρόνησαν, ἀποκτεῖναί τε τὸν αὐτοκράτορα
 καὶ τῶν βασιλικῶν ἐπιλήψεσθαι σκήπτρων. συνυπήγοντο
δὲ αἰτοῖς καὶ ἒτεροι τῶν εὐγενῶν, οἵ τε Ἀντίοχοι
γένους ὄντες περιφανοῦς καὶ οἱ Ἐξαζηνοὶ καλούμενοι, ὅ τε
 
Δούκας καὶ ὁ Ὑαλέας, ἄνδρες ἐκθυμότατοι τῶν πώποτε
γεγενημένων πρὸς μάχας, πρὸς δέ καὶ Νικητὰς ὁ Κασταμονίτης
καὶ Κουρτίκιός τις καὶ ὁ Βασιλάκιος Γεώργιος. οὗτοι
μέν οὖν ἤσαν τοῦ στρατιωτικοῦ καταλόγου πρωτεύοντες,
τῆς δέ γε συγκλήτου ὁ Σολομῶν Ἰωάννης. ὅν διὰ 
περιουσίαν καὶ γένους λαμπρότητα βασιλέα χρίσειν ὁ
 Μιχαὴλ ὁ καὶ κορυφαῖος τῆς τετρακτύος τῶν Ἀνεμάδων
σχηματιζόμενος ἐπηγγέλλετο. ὁ δέ Σολομῶν οὗτος τῆς
συγκλήτου λογάδος τὰ πρῶτα φέρων οὐ μόνον τῶν ἄλλων,
ἀλλὰ καὶ τῶν συνεξηπατημένων αὐτῷ βραχύτατος μέν ἦν 
τὴν ἡλικίαν, κουξότατος δέ τὴν γνώμην. Ἀριστοτελικῶν τε
καὶ Πλατωνικῶν μαθημάτων ᾤετο εἰς ἄωον ἐληλυθέναι·
οὐ μὴν εὖ ἧκε τῆς φιλοσόφου εἰδήσεως, ἀλλ’ ὅμως ἐτετύφωτο
διὰ περιουσίαν κουφότητος. λοιπὸν πρὸς τὴν βασιλείαν
ὅλοις ἱστίοις ἀπένευε καθάπερ ὑπὸ τούτων τῶν Ἀνεμάδων 
ἐμπνεόμενος. ἀλλ’ ἦσαν ἄρα τὰ πάντα πλάνοι. οὐ
 γὰρ εἶχον ἐν νῷ τοῦτον οἱ ἀμφὶ τὸν Μιχαὴλ ἐς τὸν βασιλικὸν
θρόνον ἐναγαγεῖν, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, ἀλλὰ τῇ κουφότητι
 τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῷ πλούτῳ πρὸς τὴν ἰδίαν ἐπιχείρησιν
ἀπεχρῶντο. ἀεί τι ἐκεῖθεν τοῦ χρυσοῦ ῥεύματος ἐπισπῶντες 
καὶ ταῖς ἐλπίσι τῆς βασιλείας ποιοῦντες ὑπότυφον ὅλω
ἐαυτοῖς τιθασσὸν ἐποιήσαντο γνώμης τοιαύτης ἔχοντες, ὡς
 
εἰ εὔοδα πράξαιεν καὶ ἡ Τύχη αὐτοῦς εὐνούστερόν πως ἐνατενίσειε,
τενίσειε, τὸν μέν παραγκωνίσαιντο ἀφέντες ψαίρειν ἐπὶ 
πελάγους, αὐτοὶ δὲ τῶν σκήπτρων ἀνθέξοιντο μικράν τινα
δόξαν καὶ εὐετηρίαν αὐτῷ ἀπονείμαντες. οἱ μέντοι γε πρὸς
 ἐκεῖνον λόγοι τῆς ἐπιβουλῆς οὐ φόνον τοῦ αὐτοκράτορος
ἐπηγγέλλοντο οὐδὲ ξιφουλκίας ἐμέμνηντο, οὐ μάχης οὐδὲ
πολέμων, ἵνα μὴ καταπτοήσαιεν τὸν ἄνδρα πάλαι τοῦτον
εἰδότες πὼς ἅπαν εἶδος πολέμου δειλότατον. τοῦτον τοίνυν
τὸν Σολομῶντα ὥσπερ δὴ Κορυφαιότατον τῶν ἄλλων
 ἐνηγκαλίσαντο. συνυπήχθησαν δὲ τῇ τούτων βουλῇ καὶ ὁ
Σκληρὸς καὶ ὁ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κωνσταντίνου τῷ τότε
διηνυκὼς Ξηρός. ὁ μέντοι Σολομῶν κουφοτέρας ὢν γνώμης, 
καθάπερ ἄνωθεν εἴρηται, καὶ μηδὲν τῶν παρὰ τοῦ Ἐξαζηνοῦ
καὶ τοῦ Ὑαλέα καὶ αὐτῶν δὴ τῶν Ἀνεμάδων μελετωμένων
 συνεὶς ἐν χερσὶν ἤδη τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων
οἰόμενος προσωμίλει τισὶ καὶ ὑπεποιεῖτο ὑποσχέσεσι δωρεῶν
καὶ ἀξιωμάτων τούτους ὑπαγόμενος. φοιτήσας δέ ποτε
πρὸς αὐτὸν ὁ τοῦ δράματος κορυφαῖος Μιχαὴλ ὁ Ἀνεμᾶς
καὶ θεασάμενος ὁμιλοῦντά τινι ἐπυνθάνετο, τί ἂν εἴη τὸ
 λεγόμενον. ὁ δὲ Σολομῶν μετὰ τῆς συνήθους ἁπλότητός
φησιν ὡς “ἀξίωμα αἰτήσας ἡμᾶς καὶ λαβὼν τὴν ὑπόσχεσιν
 
συνέθετο κοινωνὸς ἡμῖν τῆς βουλῆς τῶν πάντων
 ὁ δέ μωρίαν τούτου καταψηφισάμενος καὶ περίφοβος γεγοωώς,
ὡς μηδόλως ἐχεμυθεῖν πεφυκότα διαγνούς, οὐκέθ᾿ ὡς
τὸ πρότερον πρὸς αὐτὸν ἐφοίτα.

Οἱ μέν οὖν στρατιῶται, τοὺς Ἀνεμάδας φημὶ καὶ Ἀντιόχους 
καὶ τοὺς τούτων συνωμότας, κατὰ τοῦ βασιλικοῦ τὴν
σκαιωρίαν ἐποιοῦντο σώματος, ἵν’ ὁπηνίκα καιροῦ εὐθέτου
τύχοιεν, παρευθὺ τὸν μελετώμενον κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος
φόνον εἰς ἔργον προάξωσιν. ὡς δέ παρὰ τῆς προνοίας ἄδεια
οὐδεμία τούτοις ἐδίδοτο καὶ ὁ καιρὸς παρερρύετο, πτοηθέντες 
μὴ κατάφωροι γένωνται, ὅν ἐπεζήτουν καιρὸν ἔδοξαν
κέναι. ἐπεὶ γὰρ ὁ αὐτοκράτωρ μετὰ τὸ διυπνισθῆναι κατὰ
δείλην ἑῴαν τὴν ἐκ τῶν πολλῶν φροντίδων· ἐγγινομένην ἅλμην
καταγλυκαίνειν ἐθέλων ἐνίοτε συμπαίστορας εἶχε τῶν
συγγενέων τινὰς παίζων τὸ ζατρίκιον (παιδιὰ δὲ τοῦτο ἐκ 
τῆς τῶν Ἀσσυρίων τρυφῆς ἐξευρημένον καὶ εἰς ἡμᾶς ἐκεῖ-
 θὲν ἐληλυθός), οἱ τὴν τυραννικὴν ἐξοπλίσαντες χεῖρα διὰ
τοῦ βασιλικοῦ κοιτωνίσκου ἔμελλον ὡς εἰς τὸν βασιλέα Χωρῆσαι
τὸν φόνον ὠδίνοντες. ὁ δέ τοι βασιλικὸς κοιτωνίσκος
 οὑτος, οὗπερ οἱ βασιλεῖς ἔτυχον εὐναζόμενοι, κατὰ τὴν
εὐώνυμον κεῖται πλευρὰν τοῦ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Θεομήτορος
ἀνεγηγερμένου τεμένους κατὰ τὰ ἀνάκτορα, κἂν οἱ πολλοὶ
 

 
τὸ τοῦ μεγωΒμάρτυρος Δημητρίου ὄνομα ταύτῃ ἐπέγραφον.
κατὰ δέ τὴν δεξιὰν αἴθριον ἔδαφος ἦν ὑπὸ μαρμάρων κατεστρωμένον.
καὶ ἡ πρὸς τοῦτο ἐξάγουσα πύλη τοῦ τεμένους
ἄνετος πᾶσι τοῖς ἐθέλουσιν ἦν. ἐκεῖθεν οὖν ἐσκέψαντο
 εἰσελθεῖν εἴσω τοῦ τεμένους καὶ τὰς τὸν βασιλικὸν κοιτω- 
νίσκον ἀποκλειούσας κατεάξαι πύλας κᾆθ᾿ οὕτως εἰσελθόντες
ἀνελεῖν διὰ ξίφους τὸν αὐτοκράτορα. ἀλλὰ ταῦτα μὲν οἱ μιαιφόνοι
ἐκεῖνοι ἄνδρες κατὰ τοῦ μηδὲν ἐδικηκότος διεσκοποῦντο·
ἔσφηλε δὲ τὴν τούτων βουλὴν ὁ Θεός. δηλωθέντος
 δὲ τοῦ δράματος διά τινος τῷ αὐτοκράτορι παραχρῆμα μετεπέμποντο
ἅπαντες. πρῶτον μὲν οὖν Ἰωάννην τὸν Σολομῶντα
καὶ Γεώργιον τὸν Βασιλάνον εἰς τὰ ἀνάκτορα εἰσαχθῆναι
ὁ βασιλεὺς ἐπέτρεψεν ἐγγυτέρω γενομένους τοῦ
οἰκίσκου, ἐν ᾧπερ αὐτὸς ἐτύγχανεν ὢν μετὰ τῆς περὶ αἰτoν
 σνγγενείας, ἵνα διά τινων ἐξερωτῴη αὐτούς, ἁπλουστέρου
φρονήματος τούτους πάλαι γινώσκων κἀκ τούτου ῥᾳδίως τὰ 
βεβουλευμένα μεμαθηκέναι οἰόμενος. ὡς δὲ πολλάκις ἐρωτώμενοι
ἔξαρνοι ἦσαν, ἔξεισιν ὁ σεβαστοκράτωρ Ἰσαάκιος
καὶ πρὸς τὸν Σολομῶντα ἀπονεύσας ἔφη “οἶσθα πάντως,
 Σολομῶν, τὴν τοῦ ἐμοῦ ἀδελφοῦ καὶ βασιλέως ἀγαθότητα.
εἰ μὲν τὰ βεβουλευμένα πάντα ἀπαπείλῃς, συμπαθείας παραχρῆμα
ἀξιωθήσῃ, εἰ δ᾿ οὖν, ἀνηκέστοις βασάνοις παραδοθήσῃ”.
ὁ δὲ ἐνατενίσας καὶ τοὺς περικυκλοῦντας τὸν δε-
 
βαστοκράτορα βαρβάροις θεασάμενος ἐπὶ τῶν ὤμων τὰ ἑτε-
 ρόστομα ξίφη κραδαίνοντας ἔντρομος γεγονὼς παραχρῆμα
ἅπαντα ἀπαγγέλλει τούς τε συνίστορας ὁμολογήσας, μηδὲν
δέ περὶ τοῦ φόνου εἰδέναι διϊσχυριζόμενος. εἶτα παραδοθέντες
τοῖς τὴν φυλακὴν τούτων ἐμπεπιστευμένοις [τῶν ἀνακ- 
καὶ διαιρεθέντες ἔμφρουροι γεγόνασι. τοὺς δέ γε
 λοιποὺς αὖθις ἠρώτων περὶ τοῦ δράματος. ὁμολογήσαντες
δὲ ἅπαντα καὶ μηδὲ τὸν φόνον ἐπικρύψαντες, ἐπεὶ οἱ στρατιῶται
τοῦτον μεμελετηκέναι ἐγνώσθησαν καὶ μᾶλλον ὁ
Ἀνεμᾶς Μιχαήλ, ὁ καὶ τῆς Βοῦλίς κορυφαῖος, ὁ καὶ κατὰ τοῦ 
αὐτοκράτορος φόνιον πνέων, ἅπαντας περιορίσας καὶ τὰς σφῶν
ἐδήμευσε περιουσίας. ὁ μέντοι οἶκος τοῦ Σολομῶντος περιφανὴς
ὢν ἐδόθη πρὸς τὴν Αὔγουσταν. ἐκείνη δέ, ὁποία περὶ
τὰ τοιαῦτα, οἶκτον λαβοῦσα τῆς τοῦ Σολομῶντος ὁμευνέτιδος
ἀπεχαρίσατο τοῦτον αὐτῇ μηδὲ τὸ τυχὸν ἐκεῖθεν ἀφελομένη. 
τὸν μέντοι Σολομῶντα ἔμφρουρον εἶχεν ἡ Σωζόπολις.
 τὸν δέ Ἀνεμᾶν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ ὡς πρωταιτίους καὶ τὴν
 ἐν χρῷ κουρὰν τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ πώγωνος ψιλώσας διὰ
μέσης πομπεῦσαι τῆς ἀγορᾶς παρεκελεύσατο, εἶτα ἐξορυχθῆναι
τοὺς ὀφθαλμούς. παραλαβόντες οὖν τούτους οἱ 
σκηνικοὶ καὶ σάκκους περιβαλόντες, τὰς δέ κεφαλὰς ἐντοσθίοις
βοῶν καὶ προβάτων ταινίας δίκην κοσμήσαντες ἐν
βουσὶν ἀναγαγόντες καὶ ἐγκαθίσαντες οὐ περιβάδην ἀλλὰ
 
κατὰ θατέραν πλευρὰν τούτοις διὰ τῆς βασιλικῆς ἦγον αὐλίσος.
ῥαβδοῦχοι ἔμπροσθεν τούτων ἐφαλλόμενοι καὶ ᾀσμάτιόν
τι γελοῖον καὶ κατάλληλον τῇ πομπῇ προσᾴδοντες ἀνεβόων,
λέξει μέν ἰδιώτιδι διηρμοσμένον, νοῦν δὲ ἔχον τοιοῦτον.
 * * * ἐβούλετο γὰρ τὸ ᾆσμα πάνδημον πᾶσι παρακελεύεσθαι * 
τε καὶ ἰδεῖν τοὺς τετυραννευκότας τούτους κερασξόρους ἄνδρας,
οἵτινες τὰ ξίφη κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἔθηξαν. ἅπασα μέν
οὖν ἡλικία εἰς τὴν τοιαύτην θέαν συνέτρεχεν, ὡς καὶ ἡμᾶς, τὰς
τοῦ βασιλέως θυγατέρας, ἐξελθούσας λαθραίαν τὴν θέαν
 ποιεῖσθαι. ὡς δέ τὸν Μιχαὴλ ὡς πρὸς τὰ ἀνάκτορα ἐθεάσαντο
ἐνατενίζοντα καὶ χεῖρας ἱκέτιδας εἰς οὐρανὸν αἴροντα,
αἰτουμένου ἐν σχήματι, χεῖρας ἐξ ὤμων ἀφαιρεθῆναι καὶ
πόδας ἐκ γλουτῶν αὐτῶν καὶ κεφαλὴν αὐτὴν ἀποτμηθῆναι,
ἅπασα φύσις πρὸς δάκρυον καὶ οἰμωγὰς κεκίνηται καὶ 
 μᾶλλον ἡμεῖς, αἱ τοῦ βασιλέως θυγατέρες. ἐγὼ δὲ βουλο- 
μένη τὸν ἄνδρα τοῦ τοιούτου ῥύσασθαι κακοῦ τὴν βασιλίδα
καὶ μητέρα ἅπαξ καὶ δὶς προὐκαλούμην ἐς θέαν τῶν πομπευομένων.
ἐκηδόμεθα γὰρ τῶν ἀνδρῶν τοῦ αὐτοκράτορος
χάριν, εἰρίσεται γὰρ τἀληθές, μὴ τοιούτων ἀποστεροῖτο
 στρατιωτῶν καὶ μᾶλλον τοῖ Μιχαήλ, ὅσῳ καὶ βαρυτέρα ἡ
κατ’ αὐτοῦ ψῆφος ἐξενήνεκτο. ὁρῶσα, ὁπόσον αὐτὸν ἐξεταπείνου
ἡ ξυμφορά, ὅπερ οὖν ἔλεγον, ἐξεβιαζόμην τὴν μητέρα
 
τὴν ἐμαυτῆς, εἴ πως τοῦ κινδύνου ῥισθεῖεν οἱ ἄνδρες ἤδη
τούτοις ἐγγύθεν ἐφεστηκότος. σχολαιοτέραν γὰρ τὴν πορείαν
οἱ σκηνικοὶ ἐποιοῦντο χώραν πραγὶιατευόμενοι συμπα-
 θείας τοῖς μιαιφόνοις. ὡς δ᾿ ἐκείνη ἀπώκνει τὴν ἔλευσιν
(καθῆστο γὰρ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος, οὖ τὰς πρὸς Θεὸν 
ἐντεύξεις κοινῇ ἐποιοῦντο ἰνώπιον τῆς θεομήτορος), κατελθοῦσα
καὶ ἔξω τῶν πυλῶν περίφοβος ἑστηκυῖα, ἐπεὶ μὴ
ἀπεθάρρουν τὴν εἴσοδον, νεύμασι τὴν βασίλισσαν προὐκαλούμην.
καὶ δὴ πεισθεῖσα εἰς τὴν θέαν ἀνέρχεται καὶ θεασαμένη
τὸν Μιχαὴλ ᾤκτειρέ τε καὶ δάκρυον ἐπαφεῖσα τούτῳ 
θερμὸν ἐπανατρέχει πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἅπαξ καὶ δὶς
καὶ πολλάκις ἐξαιτουμένη χαρίσασθαι τῷ Μιχαὴλ τοὺς ὀφθαλμούς.
καὶ παραχρῆμα πέμπεται ὁ τοῦς δημίους ἀπείρξων·
 καὶ δὴ σπεύσας προφθάνει τούτους ἔνδοθεν τῶν λεγομένων
χειρῶν, ἃς ὁ διαβὰς οὐκέτι ῥύεται τοῦ δεινοῦ. οἱ γὰρ 
τὰς χαλκᾶς ταυτασὶ χεῖρας βασιλεῖς πήξαντες ἐπί τινος
ὑψηλοτάτης περιωπῆς καὶ μετεώρου λιθίνης ἁψῖδος τοῦτο
κρατῆσαι ἐβούλοντο, ὡς εἰ μέν τις ἐντὸς τούτων γένουτο, ὃν
ὁ νόμος θανάτῳ κατέκρινε, καὶ μεταξὺ τῆς ὁδοῦ φθάσοι τὰ
τῆς αὐτοκρατορόθεν φιλανθρωπίας, ἐλεύθερος ἔσται τῆς 
συμφορᾶς, ὡς τῶν χειρῶν τοῦτο σημαινουσῶν, ὅτι ὁ βασι-
 λεὺς τούτους πάλιν ἐνηγκαλίσατο καὶ ὅλαις κατέσχε χερσὶ
 
καὶ μήπω τῶν τῆς φιλανθρωπίας χειρῶν ἀπολέλυκεν. εἰ δ’
ὑπερβαῖεν ἐκείνας, σύμβολόν ἐστι τοῦτο, ὡς δῆθεν καὶ τὸ
βασίλειον κράτος τούτους ἀπώσατο. τῆς Τύχης οὖν ἐστι τὰ 
τῶν ὑπὸ τὴν τιμωρίαν ἀνθρώπων· ἥν ἐγὼ θείαν ψῆφον
 λογίζομαι, καὶ δεῖ καλεῖν ἐκείνην εἰς ἀρωγίν. ἢ γὰρ τὰ τῆς
συμπαθείας ἐντὸς ἔφθακε τῶν χειρῶν καὶ ἐξῄρηντο τῶν
κινδύνων οἱ δυστυχοῦντες ἢ τὰς χεῖρας παρωδευκότες καὶ
πόρρω σωτηρίας εἰσίν. ἐγὼ δὲ τὸ πᾶν εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ
ἀνατίθημι πρόνοιαν, ἥ κὼ τότε τὸν ἄνδρα τῆς εξορύξεως
 τῶν ὀμμάτων τοῦτον ἐξείλετο. Θεὸς γὰρ ἱμᾶς, ὡς ἔοικε,
τὸ τηνικαῦτα ἐκίνησεν εἰς τὴν τούτου συμπαθέων. ὁ γάρ 
τοι τῆς σωτηρίας ἄγγελος σπεύσας ἔνθεν τῆς ἁψῖδος, ἐν ᾗ
αἱ χαλκαῖ χεῖρες ἤσαν ἐμπεπηγμέναι, τὸ τῆς συμπαθείας
γραμμάτιον ἐπιδοὺς τοῖς τὸν Μιχαὶλ ἄγουσιν ἐκεῖθεν τοῦτον
 τὸν λαβὼν ὑπέστρεφε καὶ καταλαβὼν τὸν ἀποῦ τῶν
ᾠκοδομημένον πύργον κεῖθι τοῦτον καθεῖρξε· τοῖτο
γὰρ ποιῆσαι κεκέλευστο.

Οὔπω δ᾿ οὗτος τῖς εἰρκτῆς ἠλευθεροῦτο καὶ τὸν
Γρηγόριον αὖθις ἡ του Ἀνεμᾶ εἶχεν εἰρκτή. πύργος δ’ ἦν
 εἱς τις τῶν ἀγχοῦ τῶν ἐν Βλαχέρναις ἀνακτόρων
τειχῶν τῆς πόλεως, ὁ του Ἀνεμᾶ καλούμενος, ὥσπερ τι
 

 
 λάχος τὴν ἐπωνυμίαν ταυτηνὶ κληρωσάμενος διὰ τὸ πρώτως
τὸν Ἀνεμᾶν σιδηρόδετον δέξασθαι ἐπὶ πολὺν ἐν αὐτῷ χρονοτριβήσοντα
χρόνον. καὶ γὰρ ἐπινεμήσεως παριππευούσης
δωδεκάτης δοὺξ προβληθεὶς Τραπεζοῦνος ὁ ἤδη ῥηθεὶς
Γρηγόριος ἀποστασίαν πόλαι ὠδίνων ἐν τῷ πρὸς Τραπε- 
ζοῦντα ἀπέρχεσθαι εἰς φῶς ἐξήγαγε τὸ ἀπόρρητον. ἐπανιόντι
γὰρ πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν τῷ Δαβατηνῷ τῆς
δουκικῆς ἀρχῆς εἰς τὸν Ταρωνίτην μετατεθείσης συναντήσας
δεσμώτην εὐθὺς αὐτὸν καὶ ἔμφρουρον εἰς Τήβενναν εἶχεν,
 οὐ τὸν Δαβατηνὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιφανῶν Τραπεζουντίων 
ἱκανοὺς καὶ αὐτὸν δὴ τὸν τοῦ Βακχηνοῦ ἀδελφιδοῦν.
ἐπεὶ δὲ τῶν δεσμῶν καὶ τῆς εἰρκτῆς οὐκ ἐλύοντο,
ὁμοφρονήσαντς ἅπαντες τοὺς μὲν φρουροῦντας αὐτοὺς τοὺ 
ἀποστάτου αἰκίαις καθυποβαλόντες ἔξω τῶν τειχῶν ἐξαγαγόντες
πόρρω που ἀπήλασαν, αὐτοὶ δὲ τὴν Τήβενναν σφετερισάμενοι 
ρισάμενοι κατεῖχον. ὁ δ᾿ αὐτοκράτωρ πολλάκις διὰ γραφῶν
ποτέ μέν μετεπέμπετο αὐτόν, ποτέ δὲ καὶ ξυνεβούλευε τῆς
κακίστης ἀποστῆναι πράξεως, εἰ βούλοιτο συμπαθείας τυχεῖν
καὶ εἰς τὴν προτέραν ἀναχθῆναι κατάστασιν, ἐνίοτε δέ καὶ
ἠπείλει, εἰ μὴ πείθοιτο. ὁ δὲ τοσοῦτον ἀπεῖχε τοῦ ὑπακούειν 
 τοῦ αὐτοκράτορος τὰ λῴονα συμβουλεύοντος, ὡς καὶ γραφὴν
πολύστιχον πρὸς αὐτὸν ἐκπεπομφέναι καθαπτομένην οὐ μό-
 
νον τῶν τῆς συγκλήτου καὶ τοῦ στρατοῦ λογάδων, ἀλλὰ καὶ
αἰτῶν δὴ τῶν συγγενῶν καὶ γαμβρῶν τοῦ αὐτοκράτορος. ἐκ
ταυτησὶ δέ τῆς γραφῆς διαγνοὺς αὐτὸν ὁ αὐτοκράτωρ καθ’
ἑκάστην ἐπὶ τὸ χεῖρον προβαίνοντα καὶ εἰς παντελῆ ἀπόνοιαν
 ἤδη συνελαυνόμενον καὶ ἀπογνοὺς αὐτοῦ παντάπασι τῆς
τεσσαρεσκαιδεκάτης ἐπινεμήσεως ἐφισταμένης Ἰωάννην τὸν
ἴδιον ἀδελφιδοῦν τῆς πρωτοτόκου αὐταδέλφης, ἐξάδελφον δὲ
πατρόθεν τοῦ ἀποστάτου πέμπει κατ᾿ αὐτοῦ κατὰ πρῶτον 
μὲν λόγῳ μᾶλλον συμβουλευσόμενον τὰ σωτήρια, οἰόμενος
 πεισθῆναι τούτῳ διὰ τὴν ἐκ τῆς συγγενείας γνησιότητα καὶ 
τὴν ἐκ ταὐτοῦ αἵματος ἀμφοῖν κοινωνίαν· εἰ δέ μὴ βούλοιτο,
ἀνδρικῶς ἀντικαταστῆναι διά τε ξηρᾶς καὶ θαλάσσης πολλὰς
συνεπαγόμενον δυνάμεις. μαθὼν δέ τὴν τούτου τούτου ὁ
Ταρωνίτης Γρηγόριος ἐξελθὼν ὡς πρὸς Κολώνειαν ἀπῄει
 (πολίχνιον δὲ τοῦτο ἐρυμνότατον καὶ ἀνάλωτον), ἐφ’ ᾧ
τὸν Τανισμάνην εἰς ἀρωγήν. τοῦτο ἐν τῷ
ἀπιέναι μεμαθηκὼς ὁ Ἰωάννης τοὺς Κελτοὺς τοῦ ἰδίου στρατεύματος
ἀποδιελόμενος καὶ λογάδας Ῥωμαίους κατ’ αἰτοῦ
ἐξέπεμψεν. οἵ καὶ προκαταλαβόντες καρτερὰν τὴν μετ’
 ἀνεδήσαντο μάχην. δύο δέ γενναῖοι ἐντυχόντες αὐτῷ
κατέσχον διὰ τῶν δοράτων καταβαλόντες τοῦ ἵππου. κᾆθ’
οἵτως ἀναλαβόμενος αὐτὸν ὁ Ἰωάννης ζωγρίαν ἄγει τῷ αὐἀδελφιδοῦν]
 
τοκράτορι ἐπομοσάμενος μηδέ θεάσασθαι αὐτὸν τὸ παράπαν
μήτε ὁμιλίας ἀξιῶσαι κατὰ τὴν ὁδόν. πολλὰ δέ ὅμως ὑπὲρ
αὐτοῦ παρεκάλει τὸν αὐτοκράτορα, ἐκείνου ὑποκρινομένου
τῶν ὀμμάτων αὐτὸν βούλεσθαι ἀποστερῆσαι. μόγις οὖν ὁ
αὐτοκράτωρ τὴν ὑπόκρισιν παρεγύμνωσε κατανεύσας δῆθεν 
ταῖς αὐτοῦ παρακλήσεσι πολλὰ παρεγγυησάμενος, μὴ ἔκφορον
τὸν λόγον ποιήσασθαι. μετὰ δὲ τρίτην ἡμέραν τὴν ἐν
 χρῷ κουρείαν κειράμενον τὴν κεφαλήν τε καὶ τὸν πώγωνα
διὰ μέσης περιαχθῆναι τῆς ἀγορᾶς ἐκέλευσε κᾳθ᾿ οὕτως εἰς
τὸν ἤδη ῥηθέντα πύργον τοῖ, Ἀνεμᾶ εἰοαχθῆναι. ἐπεὶ δὲ 
καὶ ἔμφρουρος ὢν ἀσύνετος ἦν ἀπονοίας δήματα πρὸς τοὺς
δεσμοφύλακας ὁσημέραι ἀποφοιβάζων, πολλῆς παρὰ τοῦ αύτοκράτορος
ἐπιμελείας διὰ μακρῶν ἠξιοῦτο χειρῶν, ὥστε
μεταβαλεῖν καὶ μετανοίας ἐνδείξασθαι τρόπον. ὁ δὲ ὁ αὐτὸς
καὶ αὖθις ἦν, μετεκαλεῖτο δὲ συχνῶς τὸν ἐμὸν Καίσαρα 
πάλαι πρὸς ἡμᾶς φιλίως ἔχων. καὶ παρεχώρει τούτῳ τηνικαῦτα
καὶ ὁ αὐτοκράτωρ, ἐφ’ ᾦ καὶ τῆς πολλῆς αὐτὸν ἀνα-
κτᾶσθαι ἀθυμίας καὶ συμβουλεύειν τὰ λῴονα. ὁ δὲ βραδὺς
πρὸς τὴν ἐπὶ τὸ κρεῖττον μεταβολὴν ἐφαίνετο. ἔνθεν τοι
καὶ ἐπὶ πλείονα καιρὸν ἔμφρουρος ἦν. εἶτα συμπαθείας ἀξιωθεὶς 
τοσαύτης φιλοφροσύνης ἀπήλαυε καὶ δωρεῶν καὶ τιμῆς
ὁπόσης οὐδὲ πρὸ τοῦ, ὁποῖος ὁ ἐμὸς βασιλεὺς περὶ τὰ τοιαῦτα.

Οὕτω μὲν οὖν τὰ κατὰ τοὺς ἐπιβούλους καὶ τὸν
ἀποστάτην Γρηγόριον οἰκονομήσας οὐδὲ τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον
ἐλάθετο, ἀλλὰ μεταπεμψάμενος τὸν Κοντοστέγανον
Ἰσαάκιον μέγαν δοῦκα τοῦ στόλου προὐβάλετο καὶ πρὸς 
 τὸ Δυρράχιον ἐξέπεμψεν ἐπαπειλησάμενος τὴν τῶν
αὐτοῦ ἐκκοπήν, εἰ μὴ φθάσας προκαταλάβοι τὴν πρὸς
τὸ Ἰλλυρικὸν τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσιν. πέμπει δὲ καὶ
συνεχῆ γράμματα πρὸς τὸν δοῦκα Δυρραχίου Ἀλέξιον, τὸν
ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ, ἐπαλείφων τοῦτον καὶ παρασκευάζων
 ἐγρηγορέναι διὰ παντὸς καὶ τοὺς κατὰ τὴν θάλασσαν ἐπισκοποῦτας
αὐτὸ τοῦτο ποιεῖν παρακελεύεσθαι, ὡς μὴ λάθοι
ὁ Βαϊμοπυντος διαπεράσας, ἀλλ’ εὐθὺς δηλωθῆναί οἱ
διὰ γραμμάτων. ταῦτα μὲν οὖν ὁ αὐτοκράτωρ· ὁ δὲ Κοντοστέφανος
ἐντεταλμένον ἔχων μηδέν ἄλλο ἢ τὸν ἀναμεταξὺ 
 Λογγιβαρδίας * ἐπιμελῶς τηρεῖν πορθμὸν καὶ τοὺς πρὸς τὸ
Δυρράχιον προπομποὺς τοὐ Βαϊμούντου καὶ πᾶσαν τὴν αὐ- 
τοῦ παρασκευὴν ἐκεῖθεν ἐνθάδε κομισομένους ἀπείργειν καὶ
μηδέ τὸ τυχὸν κομίζεσθαί οἱ ἐκ Λογγιβαρδίας παράπαν
συγχωρεῖν ἀπελθὼν ἠγνόησε τὸν ἐπιτήδειον τόπον τῶν πεῖθεν
 πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπλωϊζομένων· οὐ τοῦτο δὲ μόνον, ἀλλὰ
καὶ παραβλεψάμενος τὰ προστεταγμένα εἰς Ὑδροῦντα διαπερᾷ,
ὅπερ πόλις ἐστὶ κατὰ τὴν παραλίαν τῆς Λογγιβαρδίας 
 

 
διακειμένη. ταύτην τὴν πόλιν γυνή τις ἐφρούρει, μήτηρ,
ὡς ἐλέγετο, τοῦ Ταγγρέ, εἴτε ἀδελφὴ τοῦ ἐν πολλοῖς ἤδη
ῥηθέντος Βαϊμούντου εἴτε καὶ μή, συνιδεῖν οὐκ ἔχω ·
οὐ γὰρ οἶδα σαφῶς, εἰ πατρόθεν ἢ μητρόθεν τὴν πρὸς
 τὸν Βαϊμοῦντον ὁ Ταγγρέ συγγένειαν ἐκέκτητο. ἐκεῖσε 
παραγενόμενος καὶ προσορμίσας τὰς νῆας ἀπεπειρᾶτο
τῶν τοῦ Βρεντησίου τειχῶν καὶ εἰς χεῖρας εἶχεν ἤδη. ὡς
δὲ τοῦτο ἡ ἐντὸς οὖσα γυνὴ φρενήρης οὖσα καὶ σταθηρὰ
τὴν γνώμην ἐθεάσατο, ὁπηνίκα τὰς ναῦς κεῖθι
προσώρμισεν, εἰς ἵνα τῶν υἱῶν αὐτῆς ἀποστείλασα σπουδαίως 
τοῦτον μετεκαλεῖτο. τοῦ δέ ναυτικοῦ παντὸς θαρσήσαντος
ἤδη, ὡς ἐν χερσὶ τὴν πόλιν ἔχοντος, καὶ τὴν τοῦ
βασιλέως εὐφημίαν ποιουμένων ἁπάντων, καὶ αὕτη ὲν ἀμηχανίᾳ
καταστᾶσα ταὐτὸ τοῦτο παρεκελεύετο ποιεῖν καὶ τοὺς
ἐντός. ἅμα δὲ καὶ πρὸς τὸν Κοντοστέφανον πρέσβεις ἀποστείλασα 
δουλείαν ὡμολόγει τᾷ αὐτοκράτορι καὶ εἰρηνικὰς
μετ’ αὐτοῦ σπονδὰς ὑπισχνεῖτο ποιήσασθαι πρὸς αὐτόν τε
 ἐξελεύσεσθαι τὰ κατὰ σκοπὸν ἀνακοινωσομένη, ὡς πάντα
δι’ αὐτοῦ δηλωθείη τῷ αὐτοκράτορι. τοιαῦτα δὲ ἐμηχανᾶτο
ἀπαιωροῦσα τὸν τοῦ Κοντοστεφάνου λογισμόν, εἴ που ἐν τῷ
μεταξὺ καταλάβοι ὁ ταύτης υἱὸς καὶ τηνικαῦτα τὶν σκηνήν,
καθάπερ τοὺς τραγικούς φασι, ῥίψασα μάχης ἀνθέξοιτο.
 ο 
συμμιγοῦς ὢν τῆς εὐφημίας ἀπό τε τῶν ἐντὸς ἀπό τε τῶν
ἆτός γινομένης καὶ πάντα τὰ πέριξ κατειληφυίας, ἐπεὶ τοιού- 
τοῖς λόγοις καὶ ἐπαγγελίαις ψευδέσι τὸν τοῖ Κοντοστεφάνου
ἀπῃώρει λογισμὸν ἡ στρατιῶτις ἐκείνη γυνὴ ὡς εἴρηται, καταλαμβάνει
 καὶ ὁ προσδοκώμενος μεθ’ ὡν συνυπήγετο κομήτων
καὶ ὁμόσε κατὰ τοῦ Κοντοστεφάναυ χωρήσας ἡττᾷ
κατὰ κρατῶ. οἱ μὲν οἶν τοῖ ναυτικοῦ ἅπαντες ὡς ἄπειροι
τῆς διὰ ξηρᾶς μάχης τῇ θαλάσσῃ ἑαυτοὺς προσέρριψαν· τῶν
δέ γε Σκυθῶν προεκδραμόντων (παρῆσαν γὰρ ἱκανοὶ μετὰ
 τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος) ἐν τῷ καιρῷ τῆς μάχης εἰς
προνομήν, ὡς ἔθος τοῖς τοιούτοις βαρβάροις, συμβέβηκεν
ἁλῶναι τούτων ἓξ τὸν ἀριθμόν, οὒς καὶ ἀποσταλέντας θεασάμενος
ὁ Βαϊμοῦντος καθάπερ τι μέγιστον πόρισμα τού- 
τοῖς λαβὼν εὐθὺς πρὸς Ῥώμην ἀπῄει. καὶ καταλαβὼν τὸν
 ἀποστολικὸν θρόνον καὶ τῷ πάπᾳ διαλεχθεὶς πρὸς ὀργὴν
ὅλον κινήσας κατὰ τῶν Ῥωμαίων καὶ τὴν ἀνέκαθεν τῶν
βαρβάρων τούτων μῆνιν κατὰ τοῖ ἡμεδαποῦ γένους ἀνερεθίασς,
ἵνα μᾶλλον τοὺς ἀμφὶ τὸν πάπαν Ἰταλοὺς ἐκμήνειεν,
ὁ Βαϊμοῦντος καὶ τοὺς ἑαλωκότας τῶν Σκυθῶν παρεστήσατο
 ὥσπερ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἐνδεικνύμενος, ὡς
ἄρα ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος δυσμενῶς ἔχων τὰ πρὸς Χριστιανοὺς
βαρβάροις τινὰς ἀπίστοις καὶ ἀλλοκότους ἱπποεὐψημίας
 
 τοξότας ἐφίστησι κατὰ τῶν Χριστιανῶν ὅπλον κινοῦντας καὶ
τόξον ἐντείνοντας. καὶ ἐφ’ ἑκάστου λόγου τοιούτου ὑπε-
 δείκνυ τοὺς Σκύθας ἐκείνους τῷ πάπα σκυθικῶς ἐσταλμένους
καὶ κατὰ τὸ εἰωθὸς πρὸς τὸ βαρβαρικώτερον ἀποβλέποντας
καὶ τούτους κατὰ τὸ ἔθος τῶν Λατίνων παγανοὺς ἄνω καὶ 
κάτω προσηγόρευε καταμωκώμενος καὶ τοὔνομα καὶ τὸ σχῆμα.
πανούργως δέ, ὡς ἔοικε, τὸ πρᾶγμα μετεχειρίζετο τοῦ κατὰ
Χριστιανῶν πολέμου, ἵνα δὴ καὶ ἀρχιερατικὴν γνώμην συμπείσειεν,
ὡς εὐλόγως ἄρα κατὰ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἔχθρας
κεκίνητο, ἐν ταὐτῷ μνηστευόμενος καὶ πολλῶν ἀνδρῶν αὐτόματον 
συλλογὴν ἀγροικοτέρων καὶ ἀνοήτων. τίς γὰρ ἂν
 οὐχὶ τῶν ἀγχοῦ καὶ πόρρω βαρβάρων αὐτόμολος ἧκεν εἰς
τὸν καθ’ ἡμῶν πόλεμον ἀρχιερατικῆς γνώμης ἐπιτρεπούσης
καὶ τοῦ φαινομένου εὐλόγου πᾶσαν ἵππον καὶ ἄνδρα καὶ
χεῖρα στρατιωτικὴν ἐξοπλίζοντος; τοῖς τούτου λόγοις οὖν 
 συνελαθεὶς ὁ πάπας καὶ ὁμογνωμονήσας αὐτῷ τὴν πρὸς τὸ
Ἰλλυρικὸν ἐπέτρεψε διαπεραίωσιν. ἐπανιτέον δὲ αὖθις πρὸς
τὸ προκείμενον. ἐκθυμότερον μέν οὖν οἱ ἠπειρῶται στρατιῶται
τῆς μάχης ἀντείχοντο· τοὺς δέ γε λοιποὺς τὸ τῆς
θαλάττης ῥόθιον ὑπεδέξατο. κἀντεῦθεν λαμπρὰν οἱ Κελτοὶ 
εἶχον εἰς χεῖρας νίκην · οἱ δέ γε γενναιότεροι τῶν στρατιωτῶν
καὶ μᾶλλον οἱ τῆς μείζονος τύχης, ὦν φέριστοι [μᾶλλον]
 
ἐκεῖνος Νικηφόρος Ἐδκζηὸς ὁ Ὑαλέας καὶ ὁ τούτου ἐξάδελφος
Κωνσταντῖνος ᾿Εξαζηνὸς ὁ καλοί μένος Δούκας καὶ
ὁ ἀνδρικώτατος ᾿Αλέξανδρος ὁ Εὐφορβηνὸς καὶ ἕτεροι τῆς
αὐτῆς ἀξίας καὶ τ΄ χης, μνησάμενοι θούριδος ἀλκῆς ἐπιστραφέντες
 καὶ τοῦς ἀκινάκεις σπασάμενοι ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ 
πρὸς τοὺς Κελτοὺς ἐμάχοντο τὸν ὅλον ἀναδεξάμενοι πόhμον
καὶ ἡττήσαντες αὐτοὺς λαμπρὰν τὴν αὐτῶν νίκην ἤραντο.
ἀνακωχὴν οὖν ὁ Κοντοστέφανος ἐντεῦθεν λαβὼν τῆς Κελτικῆς
ἐπελεύσεως λύσας ἐκεῖθεν τὰ πρυμνήσια μετὰ τοῦ ναυτικοῦ
 παντὸς τὸν Αὐλῶνα καταλαμβάνει. ἐπεὶ δέ, ὁπότε
πρώτως τὸ Δυρράχιον καταλαβὼν τὰς ὑφ᾿ ἑαυτὸν πολεμικὰς
ναῦς ἐξ αὐτοῦ τοῦ Δυρραχίοι μέχρι τοῦ Αὐλῶνος καὶ αὐτῆς
τῆς καλουμένης Χιμάρας διέσπειρεν, ἀπέχοντος μέν τοῦ
Δυρραχίου τοῦ Αὐλῶνος σταδίοις ἑκατόν, τῆς δὲ Χιμάρας
 τοῦ Αὐλῶνος αὖθις ἀπεχούσης σταδίους ἑξήκοντα, τὴν τοῦ 
Βαïμούντον ἐπειγομένην ἤδη ἐμάνθανε διαπεραίωσιν, στοχασάμενος
ἐνδεχόμενον εἶναι μᾶλλον εἰς τὸν Αὐλῶνα διαπερᾶσαι
ρᾶσαι αὐτὸν διὰ τὸ ἥττονα εἶναι τὸν πρὸς τὸν Αὐλῶνα 
πλοῦν τοῦ πρὸς τὸ Δυρράχιον καὶ διὰ τοῦτο δεῖν πλείονα
 τὴν φυλακὴν του Αὐλῶνος ποιήσασθαι ἀπελθὼν μετὰ τῶν
ἑτέρων δουκῶν ἐτήρει ἐπιμελῶς τὸν ἀναμεταξὺ πορθμὸν ἐκ
τοῦ Αὐλῶνος καὶ κατὰ τὴν ἀκρολοφίαν τοῦ καλουμένου
 Α 
Ἰάσονος βουνοῦ σκοποὺς ἐπιστήσας, ἐφ᾿ ᾧ τὴν θάλασσαν
περιαθρεῖν καὶ τὰς ναῦς ἐπισκοπεῖν. Κελτὸς δέ τις ἐκεῖθεν
ἄρτι. διαπεραιωθεὶς ἐβεβαίου τούτοις τὴν τοῦ Βαϊμοίν-
 του ἐπὶ ξυροῦ εἶναι διαπεραίωσιν. τοῦτο οἱ Κοντωτέφανοι
 μεμαθηκότες καὶ ἀποδειλιῶντες πρὸς τὴν μετὰ τοῦ Βαϊμούντου 
ναυμαχίαν (καὶ γὰρ καὶ φήμη μόνη τούτους κατέπληττε)
νοσεῖν ἐσκήψαντο καὶ διὰ τοῦτο δεῖσθαι βαλανείων. καὶ ὁ
Λαντοῦλφος καὶ τοῦ ναυτικοῦ παντὸς ἐξηγούμενος, ἐμπειρίαν
πολλὴν τῆς κεκτημένος, καὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν πολέμου
ἐκ πολλοῦ κεκτημένος, πολλὰ τούτοις παρηγγυᾶτο ἐγρηγορέναι 
διὰ παντὸς καὶ τὴν τοῦ Βαϊμούντου καραδοκεῖν ἔφοδον.
 οἱ δὲ Κοντοστέφανοι ἐν τῷ πρὸς Χιμάραν ἀπιέναι βαλανείου
χάριν τὸν καλούμενον δεύτερον τὸν δρουγγάριον τοῦ στόλου
μετὰ τοῦ Ἐξκουσσάτου μονήρους κατ᾿ αὐτὴν τὴν Γλῶσσαν
σκοπέα κατέλιπον οὐ πόρρω που του Αὐλῶνος διακειμένην. 
ὁ δέ γε Λαντοῦλφος κατὰ τὸν Αὐλῶνα προσέμενε μετά τινων
συμμέτρων νηῶν.

Τούτων οὕτω διατεθέντων οἱ μὲν ἀπῄεσαν ἢ λουσόμενοι
ἢ κατὰ σχῆμα λουσόμενοι· ὁ δέ Βαϊμοῦντος δώδεκα
μὲν λῃστρικὰς νῆας τάξας ἀμφ᾿ αὐτὸν διήρεις ἁπάσας οὔσας 
 καὶ εἰρεσίαν πολλὴν κεκτημένας, ὡς καὶ ἠχητικόν τι καὶ
 

 
κατάκροτον ἐπικτυποῖσαν ταῖς τῶν κωπῶν συνεχέσιν ἐπεμβολαῖς,
κύκλῳ δέ τοῦ τοιούτου στόλου συντάξας στρογγύλαςνῆας
ἐξ ἑκατέρου μέρους καθάπερ περίβολον ἐντὸς τὸν πολεμικὸν
συνέκλειε στόλον. καὶ εἶπες ἂν ἰδὼν καὶ πόρρωθεν
 ἀπὸ σκοπιᾶς θεασάμενος Πόλιν εἶναι διαπόντιον τὴν πλέουσαν
ναυστολίαν. συνεπέβαλε γάρ τι καὶ τὰ τῆς τύχης αὐτῷ.
καὶ γὰρ ἥ γε θάλασσα ἀκύμαντος ἦν, εἰ μὴ ὅσον κατὰ τὸν
νότον ἐπέφρισσεν αἴρας λιγείας ἐπιπωεούσης ὅσον ἐξογκούσης
τὰ τῶν ὁλκάδων ἱστία. ἐποίει γὰρ γὰρ μὲν 
 οὐριοδρομεῖν, τὰς δ᾿ ἐρεσσομένας τῶν νηῶν ταῖς πλεούσαις
εὐθυδρομεῖν καὶ κρότον ἐξάκουστον καὶ ἐν μέσῳ πελάγους
του Ἀδριαντικοῦ ἑκατέραις ταῖς ἠπείροις ἠχεῖν. οὕτως ᾖν
θέαμα θάμβους ἄξιον ὁ βαρβαρικὸς οὗτος στόλος τοῖ Βαϊμοήυωτου,
ὂν εἰ καὶ οἱ περὶ τοὺς Κοντοστεφάνους ὠρρώδησαν,
 οὐκ ἂν μεμψαίμην οὔτ᾿ ἂν δειλίας τοὺς ἄνδρας γραψαίμην.
καὶ γὰρ ἂν τοῦτον καὶ τὸν οὕτως ἔχοντα στόλον καὶ
ὁ Ἀργοναυτικὸς ἐκεῖνος ἐδεδοίκει στόλος, μὴ ὅτι γε Κοωτο- 
στέφανοι καὶ Λαντοῦλφοι καὶ τοιοῦτοί τινες. ὁ γάρ τοι
Λαντοῦλφος τὸν ΒαΪμοῦντον θεασάμενος οὕτω φρικτῶς
 διαπλωϊζόμενον μετὰ μυριοφόρων ὁλκάδων, ὡς ὁ λόγος
φθάσας ἐδήλωσεν ἀκριβέστερον, ἐπεὶ οὐχ οἶός τε πρὸς τοσυνέκλειε
 
σούτους μάχεσθαι ἦν, μικρὸν τοῦ Αὐλῶνος παρεκκλίνας
ἄδειαν τῷ Βαëμούπῳ δίδωσι. δεξιᾷ δέ τύχῃ χρησάμενος ἐκ
Βάρεως ἐπὶ τὸν Αὐλῶνα περαιωσάμενος ἅπαν τὸ διαπόν- 
 τιον αὐτοῦ στράτευμα εἰς τὴν περαίαν ἀποβησάμενος πρῶτα
μέν ἐληΐσατο τὴν παραλίαν ἅπασαν ἀμύθητον στράτευμα 
ἐπαγόμενος Φραγγικόν τε καὶ Κελτικὸν καὶ ὅσοι ἀπὸ τῆς
Θούλης νήσου στρατευιονται ῾Ρωμαίοις τότε δὴ αὐτῷ προσχω-
 ρήσαντες διὰ τὴν τοῦ καιροῦ δυναστείαν καὶ δὴ καὶ πλείους
τοῦ Γερμανικοῦ γένους καὶ ἀπὸ τῶν Κελτιβήρων. τούτους
γὰρ ἅπαντας συλλεξάμενος ἐπὶ πόσης τῆς ἐντὸς Ἀδρίου 
ἐφήπλωσε γῆς καὶ τὰ ἐφεξῆς ἅπαντα ληϊσάμενος τῇ Ἐπιδάμνῳ
προσέβαλεν, ἣν Δυρράχιον ὀνομάζομεν, ταύτην τὴν
πόλιν σκοπὸν ἔχων ἑλεῖν κᾆθ᾿ οὕτως τὴν ἐπὶ τάδε μέχρι
 τῆς Κωνσταντίνου ληΐσασθαι. δεινὸς δὲ ὢν εἴπερ ἄλλος
τις εἰς πολιορκίαν ὁ Βαϊμοῦντος καὶ τὸν Πολιορκητὴν ἐκεῖνον 
Δημήτριον ὑπερβαλλόμενος τὴν Ἐπίδαμνον πᾶσαν ἐν
νῷ βαλλόμενος πάσας ὠδῖνας μηχανικὰς κατὰ τῆς πόλεως
ταύτης ἐκίνησε. πρῶτα μέν κύκλῳ περιβαλόμενος τὸ ἑαυτοῦ
στράτευμα καὶ τὰ ἐγγὺς καὶ πορρωτέρω τῆς πόλεως
Δυρραχίου πολιορκῶν καὶ ποτὲ μὲν ὑπαντιαζόντων αὐτῷ 
στρατευμάτων ῾Ρωμαϊκῶν, ποτὲ δέ καὶ ἐρημίας οὔσης τῶν
ἀποκωλυόντων αὐτόν. καὶ πολέμων πολλῶν καὶ κλόνων
 
ἐγγινομένων καὶ φόνων, καθάπερ ἄνωθεν εἴρηται, πρὸς
τὴν πολιορκίαν αὐτὴν τῆς πόλεως Δυρραχίου ἀπέβλεψεν. 
ἀλλὰ πρὶν ἥκειν εἰς αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἐπὶ τῷ Δυρραχίῳ
μάχην τοῦ τυράννου Βαϊμούντου, ἀναγκαῖόν ἐστιν εἰπεῖν,
 ὅπως ἔχει θέσεως ἡ πόλις. χεῖται μέν ἐπ’ αὐταῖς ἠιόσι
τοῦ Ἀδριαντικοῦ πελάγους· ἐν τῷ μέσῳ δὲ ὑφήπλωται πέλαγος
πολὺ καὶ μακρὸν καὶ κατὰ πλάτος μὲν παρατεῖνον εἰς
τὴν περαίαν τῶν Ἰταλῶν, κατὰ μῆκος δὲ ἀνιὸν καὶ ἐπικάμπτον
πρὸς ἀνατολάς τε καὶ πρὸς βορρᾶν πρὸς τοὺς
 Οὐέτονας βαρβάροις, ὡν καταντικρὺ κεῖται τῶν Ἀπουληΐων
ἡ χώρα. καὶ καθόλου μὲν Ἀδρίας ὧδε περατοῦται·
τὸ μέντοι Δυρράχιον ἢ Ἐπίδαμνος, ἀρχαία πόλις καὶ Ἑλληνίς, 
κατωτέρω μέν κεῖται τοῦ Ἐλισσοῦ καὶ πρὸς τὰ εὐώνυμα
μέρη τούτου, ἀνωτέρω δέ ὁ Ἐλισσὸς καὶ δεξιώτερον οὑτος 
 δέ ὁ Ἐλισσὸς εἴτε ἀπό τινος ποταμοῦ Ἐλισσοῦ ὀνομαζομένου
συμμιγνυμένου τῷ Δρυμόνι μεγίστῳ ποταμῷ εἴτε οὕτως
ἁπλῶς τὸ πολίχνιον ὠνόμαστο, οὐκ ἔχω σαφῶς εἰπεῖν ὁ
δέ Ἐλισσὸς μετέωρόν ἐστι πολίχνιον καὶ πάντη δυσάλωτον,
κάτω καὶ περὶ τὰς πεδιάδας ὁρῶν τὸ Δυρράχιον, ὡς λέγουσι,
 τοιοῦτον δέ ἀσφαλές, ὥστε καὶ ἠπειρόθεν καὶ ἐκ
θαλάττης πολλὴν ἀρωγὴν ποιεῖν Δυρραχίῳ. ᾁ πολιχνίῳ, τῷ
Ελισσῷ, καὶ ἀποχρησάμενος ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος εἰς βοήδὲ
 
 θείαν τῆς πόλεως Ἐπιδάμνου ἀπό τε τοῦ ποταμοῦ Δρυμόνος
ναυσιπόρου τυγχάνοντος καὶ ἀπὸ τῆς ἠπείρου τὴν πόλιν
Δυρραχίου κατησφαλίσατο τὰ χρειώδη ἐκ γῆς καὶ θαλάττης
εἰσάγων, ὅσα τε εἰς τροφὴν τῶν αὐτόθι στρατιωτῶν τε καὶ
οἰκητόρων καὶ ὅσα πρὸς ὅπλα καὶ μάχας ἦν ἐπιτήδεια. ὁ 
 δὲ Δρυμῶν οὗτος ὁ ποταμός, ἵνα τι καὶ περὶ τοῦ ῥεύματος
τούτου προσιστορήσαιμι, ῥεῖ μέν ἄνωθεν ἀπὸ τῆς Λυχνίτιδος
λίμνης, ἢν ἡ νῦν γλῶττα ἐκβαρβαρώσασα Ἀχρίδα προσηγόρευσεν
ἀπὸ Μόκρου τοῦ Βουλγάρων βασιλέως τὰ πρῶτα
 καὶ τὰ ἔσχατα Σαμουήλ, τοῦ ἐπὶ τοῖν βασιλέοιν Κωνσταντίνου 
καὶ Βασιλείου τῶν ποπφυρογεννήτων γεγονότος, διά τινων
τάφρων ἑκατόν, ἂς γεφύρας ἐπονομάζομεν. καὶ γὰρ ἀπορ·
ῥέουσιν ὡσπερ ἀπό τινων ἀρχῶν διαφόρων τῆς λίμνης διηρημένοι
ποταμοὶ καὶ εἰς ἑκατὸν ἥκοντες οὐ λήγουσι κᾆθ’
οὕτως τῷ ποταμῷ τῷ κατὰ τὴν Δεύρην ἑνούμενοι, ἐξ οὑ 
καὶ Δρυμῶν ἐπονομάζεται, καὶ συνεχεῖς αὐτῷ γινόμενοι πλατύνουσί
τε αὐτὸν καὶ μέγιστον ἐξεργάζονται. ὂς τοὺς ἐσχάτους
τῶν Δαλματῶν παραμείβων καὶ πρὸς βορρᾶν ἀνιὼν
ἔπειτα ἐπικάμπτει πρὸς νότον καὶ περὶ τὰς ῥίζας τοῦ Ἐλισσοῦ
γινόμενος εἰς τὸν Ἀδριαντικὸν ἐκδίδωσι κόλπον. ταῦτα 
 μὲν περί τε τῆς θέσεως Δυρραχίου καὶ Ἐλισσοῦ καὶ τῆς
ἀσφαλείας ἐκατέρων τῶν τόπων γεγράφθω· ὁ δέ βασιλεὺς
ἔτι εἰς τὴν βασιλεύουσαν ἐνδιατρίβων μεμαθηκὼς διὰ γραναυσιπόρου
 
φῶν τοῦ δουκὸς Δυρραχίου τὴν τοῦ Βαϊμούτου διαπεραίωσιν
ἐπετάχυνε τὴν ἐξέλευσιν. ἀνύστακτος γὰρ ὢν ὁ δοὺξ
Δυρραχίου, μὴ διδοὺς τὸ παράπαν ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς,
ὁπηνίκα διέπω διαπλωϊσάμενον τὸν Βαϊμοῦντον παρὰ τὴν
 τοῦ Ἰλλυρικοῦ πεδιάδα καὶ τῆς νηὸς ἀποβεβηκότα κὼ αὐτόθι 
που πηξάμενον χάρακα, Σκύθην μεταπεμψαμενος
δὴ τὸ τοῦ λόγοι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τὴν τούτου διαπεραίωσιν
ἐδήλου. ὃς ἐπανιόντα τὸν αὐτοκράτορα τοῦ κυνηγεσίου
καταλαβὼν δρομαῖος εἰσελθὼν καὶ προσουδίσας τὴν
 κεφαλὴν τὴν τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσιν τρανῶς ἐβόα.
ἅπαντες μὲν οὖν οἱ τότε παρόντες ἐπάγησαν, οὗπερ ἕκαστος 
ἔτυχε, καὶ πρὸς μόνην τὴν τοῦΒαϊμούντου κλῆσιν ἀποναρκήσαντες.
ὁ δέ αὐτοκράτωρ πλήρης θυμοῦ καὶ φρονήματος
ὢν λύων τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος “πρὸς “ορὸς” ἔφη
 “τὸ παρὸν τραπώμεθα· τὰ δέ γε κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον
αὖθις κατασκεψόμεθα.”

Ἐξεπλάγημεν οὖν ἃπας τότε τὸ τῆς ψυχῆς τοῦ
 αύτοκράτορος ἀνάστημα. ὁ δέ,κἂν καταφρονητικῶς πρὸς
τὴν ἀγγελίαν ἐκείνην διὰ τοὺς τηνικαῦτα παρόντας τῷ φαινοἅπαντες 
 

 
μένω ἐδόκει διατεθείς, ἀλλ’ ἐντὸς πολλὰ περὶ τούτου ἐκυμαίνετο
τὸν λογισμόν καὶ δὴ δεῖν ἐλογίσατο αὖθις τοῦ
Βυζαντίου ἐξεληλυθέναι· μηδὲ τὰ κατ’ οἶκον αὐτοῦ καλῶς 
πρὸς αὐτὸν ἔχοντα πάλιν διαγνούς, ὅμως τὰ κατὰ τὰ ἀνάκτορα
 καὶ τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων εὖ διαθέμενος καὶ φύλακας
ἐπιστήσας τόν τε μέγαν δρουγγάριον τοῦ στόλου καὶ
ἐκτομίαν Εὐστάθιον τὸν Κυμινειανὸν καὶ Νικηφόρον τὸν
τοῖ Δεκανοῦ καλούμενον, οὕτως ἐκεῖνος ἔξεισι τοῦ Βυζαντίου
μετ’ ὀλίγων καὶ τῶν καθ’ αἷμα τούτῳ προσηκόντων
 πρώτην ἄγοντος μηνὸς Νοεμβρίου ἐπινεμήσεως πρώτης κατὰ
τὸ ἔξω Γεράνιον τὴν ἐρυθροβαφῆ καὶ βασιλικὴν καταλαβὼν
σκηνήν. ἐδεδίει δέ, ὅτι ἐξερχομένῳ τὸ σύνηθες θαῦμα ἡ
Θεομήτωρ ἐν Βλαχέρναις οὐκ ἐπεδείξατο. διὰ τοῦτο ἐπὶ 
τέσσαρσιν αὐτοῦ που ἐμβραδύνας ἡμέραις ἡλίου δύνοντος
 σὺν αὐτῇ δεσΠοίνῃ παλίντροπον τὴν πορείαν ποιησάμενος
εἴσεισιν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Θεθμήτορος τέμενος μετ’ ὀλίγων
λεληθότως καὶ τὴν συνήθη τελέσας ὑμνῳδίαν καὶ ἐκτενεστέρας
τὰς δεήσεις ποιησάμενος, τηνικαῦτα τελεσθέντος τοῦ
συνήθους θαύματος, οὕτως μετὰ χρηστῶν ἔξεισιν ἐκεῖθεν
 τῶν ἐλπίδων. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν τῆς πρὸς Θεσσαλονίκην
ἥψατο. καταλαβὼν δέ τοὺς χοιροβάκχους ἔπαρχον Ἰωάννην
τὸν Ταρωνίτην προὐβάλετο. ἀνὴρ δὲ οἶτος τῶν εὐγενῶν,
νηπόθεν πρὸς αὐτοῦ προσληφθεὶς καὶ ὑπογραμματεύσας C
 
αὐτῷ ἐπὶ πολύ, φρονήματος μέν ὢν δραστικωτάτου καὶ
νόμων ῾Ρωμαϊκῶν ἐπιστήμων καὶ τὰ βασιλέως προστάγματα
μεγαληγορῶν, ὁπηνίκα προστάττοιτο βασιλικῆς μεγαλοφροσύνης
ἐπάξια, ἐλευθέραν ἔχων τὴν γλῶτταν καὶ οὐκ ἐπὶ
ψόγῳ ἀναισχυντίαις στομούμενος, ἀλλ’ ὁποῖον ὁ Σταγειρίτης 
τὸν διαλεκτικὸν εἶναι παρακελεύεται. ἐκεῖθεν δέ ὑποχωρῶν
συνεχῆ τὰ γράμματα πρός τε τὸν δοῦκα τοῦ στόλου Ἰσαάκιον
καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ, Δούκαν φημὶ Ἐξαζηνὸν καὶ ῾Υαλέαν,
ἐγρηγορέναι τούτους διὰ παντὸς καὶ ἀπείργειν τοὺς ἀπὸ
Λογγιβαρδίας πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον διαπλωϊζομένους ἐξέ- 
 πέμπεν. ἐπὰν δέ τὸν Μέστον κατειλήφει, ἡ μὲν Αὔγουστα
πρὸς τὰ βασίλεια ἐπαναστρέψαι ἠβούλετο, ὁ δὲ αὐτοκράτωρ
προσωτέρω ταύτην βαδίζειν παρεβιάζετο. καὶ δὴ περάσαντες
ἄμφω τὸν Εὐρον καλούμενον ποταμὸν κατὰ
Ψύλλον τὰς σκηνὰς ἐπήξαντο. ὁ δέ ἄλλον φόνον 
ἑτέρῳ μικροῦ περιπέπτωκεν ἄν, εἰ μή τις θεία χεὶρ τοὺς
μιαφόνους ἐκείνους ἀπεῖρξε τοῦ δράματος. ἀνὴρ γάρ τις
ἐς Ἀρωνίους ἐκρίνους ἀπὸ μέρους ἀνέλκων τὸ γένος, κἂν
 ἐκ νόθων κατήγετο, πρὸς φόνον τὸ στασιάζον [τοῦ αὐτοκράτορος]
 μέρος παρέθηγε. κεκοινώνηκε δὲ τοῦ ἀπορρήτου 
καὶ πρὸς τὸν ἴδιον ἀδελφὸν Θεόδωρον. εἰ δὲ καὶ ἕτεροι
τῶν στασιαζόντων συνίστορες τοῦ τοιούτου δράματος ἤσαν,
 
λέγειν οὐ βούλομαι· ὅμως δὲ Σκύθην ἀργυρώνητον τὴν κλῆσιν
Δημήτριον αὐτουργὸν τοῦ φόνου παρεσκευάσαντο (καὶ
αὐτὸς δέ ὁ τούτου δεσπότης Ἀαρών) πέρας τοῦ σκοπουμένου
τὴν τῆς βασιλίδος ὑποχώρησιν θέμενοι, ὡς ἐντεῦθεν
 εὐκαιρίας ὁ Σκίθης δραξάμενος κατὰ τῶν τοῦ βασιλέως λαγόνων
ὠθήσει τὸ ξίφος ἢ ἐν στενῷ περιτυχὼν ἢ καὶ ὑπνώττοντι
λαθών. καὶ ὁ Δημήτριος φόνιον πνέων τὸ σιδήριον 
ἔθηγε καὶ τὴν μιαιφόνον δεξιὰν ηὐτρέπιστο. ἀλλά τι καινὸν
κἀνταῦθα ἡ δίκη δραματουργεῖ. καὶ γὰρ ἐπεὶ οὐ ταχὺ τοῦ
 βασιλέως ἡ βασιλὶς ἐχωρίζετο, ἀλλὰ συνείπετο ἡμέραν ἐξ
ἡμέρας τοῦ αὐτοκράτορος αὐτὴν ἐπισύροντος, οἱ μιαιφόνοι
ἐκεῖνοι τὸν ἀνύστακτον τοῦ αὐτοκράτορος φύλακα, τὴν βασιλίδα
φημί, ἔτι ἐμβραδύνουσαν ὁρῶντες, ἐκκακήσαντες φάμουσά
τινα γράφοντες κατὰ τὴν τοῦ βασιλέως ἔρριπτον σκηνήν.
 οἱ δέ ταῦτα ῥίπτοντες ἔκδηλοι τέως οὐκ ἦσαν. δηλοῖ
δέ [ἡ λέξις] τὰ φάμουσα λοιδορήματά τινα ἔγγραφα τῷ αὐτοκράτορι 
τὴν πρόσω πορείαν ξυμβουλεύοντα, τῇ δέ γε Αὐγούτῃ
τὴν πρὸς τὸ Βυζάντιον. ἅπερ καὶ ὁ νόμος τιμωρίαις
βαρυτάταις κολάζει αὐτὰ μὲν ἀναλίσκων πυρί, τοὺς δέ ταῦτα
 τολμῶντας ποιναῖς καθυποβάλλων παλαμναιοτάταις. ἀστοχοῦντες
γὰρ τοῦ σκοποῦ εἰς τὴν τῶν φαμούσων φλυαρίαν
κατέπιπτον. μετὰ γὰρ τὸ ἀριστῆσαι τὸν αὐτοκράτορα τῶν
 
πολλῶν ὑποχωρησάντων, μόνου δέ τῷ τότε τυχόντος τοῦ
τε Ῥωμανοῦ τοῦ ἐκ Μανιχαίων καὶ Βασιλείου ἐκτομίου τοῦ
ψύλλου καὶ Θεοδώρου τοῦ ἀδελφοῦ Ἀαρὼν εὑρέθη αὖθις
 φάμουσον ὑπερριμμένον τῇ τοῦ βασιλέως κλίνη πολλὴν τὴν
κατὰ τῆς βασιλίδος περιέχον καταδρομήν, ὅτου χάριν συνέπεται 
τῷ βασιλεῖ καὶ μὴ τάχιον πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπαναστρέφοι.
τοῦτο γὰρ ἦν αὐτοῖς τὸ σκοπούμενον, ἄδειαν
πᾶσαν ἐσχηκέναι. ὁ δέ αὐτοκράτωρ γνοὺς τὸν ῥέψαντα καὶ
θυμοῦ πλησθεὶς ἔφη “τοῦτο ἐγὼ ἢ σύ’’ πρὸς τὴν βασιλίδα
ἀπονεύσας “ἤ τις τῶν παρόντων ἔρριψε’’. κάτωθεν δὲ οὕτως 
ἐπεγέγραπτο “ταῦτα ὁ μοναχὸς ἐγὼ γράφω· ὃν σύ,
βασιλεῖ, τὸ παρὸν οὐ γινώσκεις, ὄψει δέ με ἐν ὀνείροις’’.
 Κωνσταντῖνος δέ τις ἐκτομίας, ἐπὶ τραπέζης πατρῷος τοῦ
βασιλέως θεράπων, τῇ δὲ βασιλίδι τηνικαῦτα ὑπηρετῶν,
περὶ τρίτην φυλακὴν τῆς νυκτὸς ἔξω τῆς σκηνῆς ἱστάμενος 
καὶ τὴν συνήθη τελῶν ὑμνῳδίαν ἀκούει τινὸς βοῶντος “εἰ
ἐγὼ οὐ προσελθὼν ἀπαγγείλω τὰ παρ’ ὑμῶν βεβουλευμένα
ἅπαντα καὶ αὐτὰ δὴ τὰ παρ’ ὑμῶν ῥιπτόμενα φάμουσα φαυλίσω,
μηδείς με μετ’ ἀνθρώπων λογιζέσθω’’. ὁ δ’ εὐθὺς τὸν
ἴδιον οἰκέτην ἐπέταξε τὸν φωνοῦντα ἄνθρωπον ἀναζητῆσαι. 
καὶ ὃς ἀπελθὼν καὶ τὸν τοῦ Ἀαρὼν οἰκέτην γνωρίσας
Στρατήγιον αὐτὸν συμπαραλαβὼν ἄγει πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς
 
τραπέζης. καὶ παραχρῆμα προσελθὼν ἀπαγγέλλει, ὅσαπερ 
σύνοιδεν. οὗτος δέ συμπαραλαβὼν αὐτὸν ἀπῆλθε πρὸς τὸν
αὐτοκράτορα ὕπνωττον δέ τηνικαῦτα οἱ βασιλεῖς. ἐντυχὼν
δὲ Βασιλείῳ τῷ ἐκτομίᾳ κατηνάγκαζεν ἀπαγγεῖλαι τὰ περὶ
 τοῦ Στρατηγίου τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Ἀαρὼν ῥηθέντα. ὁ δ’
εὐθὺς εἰσελθὼν καὶ αὐτὸν εἰσάγει τὸν Στρατήγιον. ὃς ἐπειδὴ 
καθάπαξ εἰς ἐρωτήσεις ἐλήλυθεν, ἅπαν τὸ δρᾶμα τῶν φλυάρων
φαμούσων, τὸν τοῦ φόνου δραματουργὸν καὶ αὐτὸν
ἐκεῖνον τὸν εἰς σφαγὴν τοῦ βασιλέως παρεσκευασμένον σαφῶς
 ἀνεκάλυψεν. “ὁ γὰρ ἐμός’’ φησι “δεσπότης Ἀαρὼν 
μεθ’ ἑτέρων, οὓς οὐδέ ἡ σὴ βασιλεία παντάπασιν ἠγνόησε,
κατὰ τῆς σῆς, βασιλεῦ, ζωῆς μελετήσαντες καθῆκάν σοι φονέα
Δημήτριον, τὸν ἐμαυτοῦ σύνδουλον, ἄνδρα Σκύθην μὲν
τὸ γένος, φονικώτατον δὲ τὴν γνώμην, τοὺς βραχίονας καρτερόν,
 πρὸς πρὸς πᾶν ὁτιοῦν τολμηρότατον καὶ καὶ ψυχὴν
καὶ ὠμότατον. τούτῳ ξίφος ἐγχειρίσαντες ἄμφηκες
παρήγγειλαν παραγγελίαν ταύτην ἀπάνθρωπον, ὡς ὁμόσε
προσελθόντα μετὰ θράσους ἀκατασχέτου ἐμβάψαι τοῖς βασιλικοῖς
σπλάγχνοις τὸ ξίφος.’’ ὁ δέ βασιλεύς (καὶ γὰρ οὐκ
 ἦν εὔκολος τοῖς τοιούτοις πιστεύειν) “μὴ διά τινά” φησιν 
“ἀπέχθειαν πρὸς τοὺς σοὺς δεσπότας καὶ πρὸς τὸν σεαυτοῦ
ὁμόδουλον τὴν κατηγορίαν ταύτην συμπλέκῃς, ἀλλὰ
 
τἀληθῆ πάπα καὶ ὅσα σύνοιδας ἐξορχοῦ. εἰ δ᾿ οὖν
ἁλοίης ψευδόμενος, οὐκ εἰς καλὸν τὰ τῆς κατηγορίας σοι
ἀπαντήσεται.’’ ἐκεῖνος δέ ἐνιστάμενος ἀληθῆ λέγειν παραδίδοται
πρὸς τὸν ἐκτομίαν Βασίλειον, ἵνα τέως τοὺς φλυάρους
χάρτας ἐπιδοίη πρὸς αὐτόν. ὁ δέ παραλαβὼν τοῦτον 
καὶ ἀπελθὼν εἰσάγει εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ Ἀαρὼν πάντων
κοιμωμένων καὶ ἀναλαβόμενος ἐκεῖθεν πήραν τινὰ στρατιωτικὴν
μεστὴν τοιούτων γραμμάτων δίδωσι τῷ Βασιλείῳ.
αὐγαζούσης δὲ ἤδη τῆς ἡμλέρας θεασάμενος τὰ τοιαῦτα τράμματα
ὁ βασιλεὺς καὶ διαγνοὺς τὸν κατ’ αὐτοῦ μελετώμενον 
φόνον τὴν μὲν μητέρα του Ἀαρὼν προσέταξε τοῖς τὰ τῶν
κοινῶν διοικοῦσιν ἐν τῇ πόλει περιορισθῆναι εἰς Χοιρο-
 βάκχους, τὸν δέ Ἀαρὼντὸν δὲ Θεόδωρον
τὸν αὐτάδελφον αὐτοῦ εἰς Ἀγχίαλον. ταῦτα τὸν βασιλέα
τῆς πρόσω φερούσης ἐπὶ πέντε ἡμέραις ἀπεῖρξεν.

Ἐν δέ τῷ πρὸς Θεσσαλονίκην ἀπέρχεσθαι, ἐπεὶ
ἁπανταχόθεν συνηλαύνετο ἐς ταὐτὸν τὰ τάγματα, δεῖν ἐλογίσατο
σύνταξιν ποιῆσαι εἰς πολέμου σχῆμα διατετυπωμένην.
καὶ αὐτίκα κατὰ λόχους αἰ φάλαγγες ἵσταντο καὶ οἱ λοχαγοὶ
προὐβέβληντο καὶ τῶν οὐραγῶν ἡ τάξις ἐφείπετο καὶ οἱ τὸ
μέσον τῆς φάλαγγος ἀναπληροῦντες εἰστήκεσαν ἅπαντες τοῖς
 

 
ὅπλοις μαρμαίροντες καὶ ἢν φοβερὸν θέαμα ἐκεῖνο τὸ σύν- 
τάγμα) καὶ καθάπερ τι τεῖχος πόλεως ἀλλήλοις συνηρμοσμένοι·
εἶπες ἂν χαλκοῦς ἀνδριάντας ὁρᾶν καὶ αὐτοχύτους τινὰς
στρατιώτας ἐπὶ τοῦ πεδίου σύμπαντας ἀτρεμεῖν μόνον τῶν
 δπράτων δοράτων κραδαινομένων καὶ ὥσπερ ἐπιθυμούντων
ἅψασθαι. ταύτην τὴν σύνταξιν ὁ βασιλεὺς ποιησάμενος καὶ
κινήσας αὐτὴν καὶ ὑποτυπωσάμενος, πῶς μὲν ἐπὶ δόρυ,
πῶς δὲ ἐπ’ ἀσπίδα κινοῖντο, τὴν νέηλυν στρατιὰν ἐκ τῆς
συντάξεως πάσης ἀπολεξάμενος καὶ οὓς μᾶλλον αὐτὸς ἀνεθρέψατο
 καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐξεπαίδευσεν, ἀρχηγοὺς στρατευμάτων 
κατέστησεν. ἦσαν δ’ οὗτοι ξύμπαντες τριακόσιοι,
πάντες νέοι καὶ εὐμήκεις, σφριγῶντες τὸ σῶμα καὶ ἓκαστος 
τούτων ἀρτίχνους τὸ γένειον, πάντες δὲ καὶ τόξον ἐντεῖναι
δεξιώτατοι καὶ ἀφεῖναι δόρυ στερρότατοι. ἐκ διαφόρου
 μὲν γένους συνηθροισμένοι, ἐξ ἁπάσης δέ τῖς Ῥωμαïκῆς
στρατιᾶς στρατιά τις ἦσαν ἔκκριτος ὑπὸ στρατηγῷ τῷ βασιλεῖ
ταττόμενοι· τῷ αὐτῷ γὰρ καὶ βασιλεῖ καὶ στρατηγῷ
καὶ διδασκάλῳ ἐχρῶντο. τούτων οὖν ἀπολεξάμενος αὖθις
τοὺς δεξιωτέροις καὶ ξυνταγματάρχας χειροτονήσας ἐπὶ 
 τέμπη πέμπει, δι’ ὧν ἔμελλε τὸ βαρβαρικὸν στράτευμα
διελθεῖν. ἐκεῖνος δέ ἐν Θεσσαλονίκῃ τὴν παραχειμασίαν
ἐποιεῖτο. ἐπεὶ δέ, καθάπερ ἔφημεν, ὁ τύραννος Βαïμοῦντος
 
μετὰ βαρυτάτου στόλου διεπεραιώσατο ἐκεῖθεν ἐνθάδε πρὸς
 τὰ ἡμέτερα καὶ τὸ Φραγγικὸν ἅπαν στράτευμα κατὰ τῶν
ἡμετέρων πεδιάδων ἐξέχεε, συνταξάμενος ἐκεῖθεν ἔρχεται
κατὰ τῆς Ἐπιδάμνου, εἰ μὲν δύναιτο, καὶ αὐτοβοεὶ αἱρήσων
αὐτήν, εἰ δ᾿ οὖν, ἀλλὰ τειχομάχοις μηχανήμασι καὶ πετροβόλοις 
ὀργάνοις τὴν ὅλην πόλιν παραστησόμενος. ὁ μὲν
οὖν σκοπὸς αὐτῷ οὗτος ’ ηὐλίσατο δέ ἀντικρὺ τῆς πύλης
τῆς κατὰ τὰς ἀνατολὰς ἀνεῳγυίας, ἦς ὕπερθεν ἱππότης ἐστὶ
χαλκοῦς, καὶ κατασκοπήσας τοῦ πολιορκεῖν ἤρξατο. χειμῶνα
μὲν οὖν ὅλον ἐπινοούμενος καὶ πανταχόθεν ἐπιβλέπων, οὖ- 
 περ ἁλώσιμόν ἐστι τὸ Δυρράχιον, ἔαρος δὲ διαγελῶντος,
ἐπειδήπερ καθάπαξ παραυτίκα διαπεράσας πυρὶ παραδέδωκε
τάς τε φορταγωγοὺς αὐτοῦ νῆας καὶ τὰς ἱππαγωγοὺς καὶ ὡς
οὕτως εἰπεῖν στρατιώτιδας, τοῦτο μὲν καὶ στρατηγικόν τι
μηχανώμενος, ἵνα μὴ ὁρῷεν πρὸς θάλατταν τὸ στράτευμα 
τούτου, τοῦτο δέ τι καὶ καταναγκάζοντος αὐτὸν τοῦ ῾Ρωμαϊκοῦ
στόλου, ὅλος πρὸς πολιορκίαν ἀπέβλεψε. κύκλῳ περιχεάμενος
τὸ βαρβαρικὸν στράτευμα τὰ πρῶτα καὶ ἐν ἀκροβολισμοῖς
ὤν (ἐπετοξάζοντο δὲ τούτοις καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ
 ῾Ρωμαϊκοῦ στρατεύματος ποτὲ μέν καὶ πυργόθεν ἀπὸ τοῦ 
Δυρραχίου, ποτέ δὲ καὶ πόρρωθεν), ἀποστέλλων τινὰς ἀποσπάδας
τοῦ Φραγγικοῦ στρατεύματος ἐπολέμει τε καὶ ἐπο-
 
λεμεῖτο. τήν τε γὰρ Πέτροτλαν ἐχειρώσατο καὶ τὸ λεγόμενον
Μύλου Πόλισμα ὑπερκείμενον ποταμοῦ Διαβόλεως καὶ ἄλλα
τὰ τοιαῦτα πέριξ τῆς πόλεως Δυρραχίου τυγχάνοντα πάντα
πολέμου νόμῳ κατεκληρώσατο. ταῦτα μὲν οὖν ἐποίει πολεμικῇ
 δεξιᾷ· ἠρχιτεκτόνει δέ ἐν τοσούτῳ καιρῷ τὰ πολεμικὰ
μηχανήματα, χελώνας κατασκευάζων πυργοφόρους καὶ κριοφόρους
καί τινας ὁρυκτίδας καὶ ἄλλας χωστρίδας ὅλον χει-
μῶνα καὶ θέρος ἐργαζόμενος καὶ καταπλήττων καὶ ἀπειλῇ 
καὶ τοῖς πράγμασι καταπλῆγας ὄντας ἀνθρώπους. ἀλλ’ οὔτι
 γε καὶ Ρωμαïκὴν ἀνδρείαν ἠδύνατο καταπαλαίειν. δτσττχῶς 
δέ αὐτῷ ἀπηντήκει καὶ τὰ πρὸς ἀποτροφήν. ὅσα μὲν γὰρ
προυφηρπάκει ἀπὸ τῶν πέριξ τοῦ Δυρραχίου, τούτῳ ἀνή- 
λωτο, τὰ δ’ ἀφ’ ὦν ἤλπικε κομισθῆναί οἱ, προκατασχόντες
τὰ τέμπη καὶ τὰς ἐξόδους καὶ αὐτὴν δὴ τὴν θάλατταν οἱ
 τοῦ Ρωμαïοῦ στρατεύματος ἀπεκώλυον. κἀντεῦθεν λιμὸς
ἀθρόως ἐπιφοιτίσας τούς τε ἵππους καὶ τοὺς ἀνθρώπους
ὁμοῦ διέφθειρε μὴ ἐχόντων μήτε τῶν ἵππων χιλὴν μήτε
τῶν ἀνθρώπων τροφήν. προσεπετέθη δὲ τῷ βαρβαρικῷ
τούτῳ στρατεύματι καὶ κοιλιακή τις διάθεσις τῷ μέν δοκεῖν
 ἀπό τινος ἀπροσφόρου σιτήσεως, φημὶ δέ τῆς κέγχρου·
τὸ δ’ ἀληθὲς μήνιμα Θεοῦ κατὰ τοσούτου ἀναριθμήτου 
 
στρατεύματος καὶ ἀνυποίστου κατασκῆψαν ἐπαλλήλους θα-
νάτους εἰργάσατο.

Ἀλλὰ τοῦτο μέν τὸ συστύχημα κοῦφον ἐδόκει πρὸς
ἄνδρα τυραννικὸν ἔχοντα φρόνημα καὶ ἀπολεῖν ἀπειλοῦντα
ἅπασαν γῆν. ὅμως μέντοι καὶ δυστυχῶν διεμηχανᾶτο καὶ 
καθάπερ θηρίον τιτρωσκόμενον πρὸς ἑαυτὸν συνεστρέφετο
καὶ ὥσπερ ἔφημεν πρὸς τὰς πολιορκίας ὅλῳ βλέμματι
ἀπετείνετο. καὶ τὰ πρῶτα μὲν κριοφόρον χελάνην ἐξ-
εργασάμενος, ἀπεριήγητόν τι θαῦμα, προσῆγε πρὸς τὸ ἀνα-
τολικώτερον μέρος τῆς πόλεως. καὶ αὐτῇ τιὴ ὄψει φοβερὸν 
 θέαμα· κατεσκεύαστο γὰρ ὧδε. μικράν τινα χελώνην ποιη-
σάμενοι καὶ ἐν παραλληλογράμμῳ σχήματι ταύτην κατασκευ-
άσαντες καὶ τροχοὺς ὑποθέντες καὶ πανταχόθεν, ἄνωθέν τε
καὶ ἑκατέρωθεν, τὰς πλευρὰς διαστεγάσαντες βύρσαις βοείαις
καὶ συνερραφότες πανταχόθεν καὶ τοῦτο δὴ τὸ παρ’ Ὁμήρου 
λεγόμενον ἑπταβόειον τὸν ὄροφον καὶ τοὺς τοίχους τοῦ
μηχανήματος ποιησάμενοι κᾆθ’ οὕτως ἔνδον τοὺς κριοὺς
ἀπῃώρησαν. ἐπεὶ δέ οὕτως εἶχεν αὐτῷ τὸ μηχάνημα, τοῦτο
καὶ προσήγγισε τῷ τείχει, μυριάνδρου πλήθους ἔνδοθεν
 μετά τινων κοντῶν προωθούντων αὐτὸ καὶ ἐγγύθεν ποιουμένων 
τῶν τοῦ Δυρραχίου τειχῶν. ἐπειδὴ ἀποχρώντως εἶχεν
αὐτῷ ἡ ἐγγύτης καὶ συμμέτρως τὰ πρὸς ἀπόστασιν, ὑφεῖλον
μὲν τὰς τροχίας, περιπήγμασι δέ πανταχόθεν ἀσφαλισάμενοι
 

 
τὸ μηχάνημα, ἵνα μὴ ταῖς ὠθήσεσι τὸ στέγος διασαλεύοιτο,
ἐνταῦθά τινες ἄνδρες ῥωμαλεώτατοι ἑκατέρωθεν τοῦ κριοῦ
σφοδρῶς ὠθοῦντες ἐπὶ τὸ τεῖχος εἴχοντο τῆς ὁμοταγοῦς
τοιαύτης κινήσεως. καὶ οἱ μὲν καθάπαξ ὤθησαν σφοδρῶς 
 τὸν κριόν, ὁ δέ καθάπαξ παρενεχθεὶς ἐσπάραττέ τε τὸ
τεῖχος καὶ ἐκεῖθεν ἀποκρουόμενος καὶ παλιμπόρευτον τὴν
φορὰν ποιούμενος ἀντεσπαράττετο. καὶ τοῦτο πολλάκις
ἐποίει τέως πολλάκις περιφερόμενος ἑκατέρωθεν καὶ διατιτραίνων
τὸ τεῖχος οὐκ ἔληγε. κριὸν δὲ εἰκότως οἱ ἀρχαῖοι
 μηχανικοὶ καὶ περὶ τὰ Γάδειρα τοῦτο ἐφευρηκότες προσωνομάκασιν
ἐκ μεταφορᾶς τῶν καθ’ ἡμᾶς κριῶν, οἱ κατ’ ἀλλή-
λων ἀντεπερζόμενοι μένοι διαγυμνάζονται. ἀλλ’ οἱ ἔνδον κατα-
γελῶντες τῆς τραγικῆς ταυτησὶ τειχομαχίας τῶν βαρβάρων
τούτων καὶ κριοφόρων ἀνδρῶν καὶ ὅτι εἰς οὐδέν αὐτοῖς περατοῦται 
 τὰ τῆς πολιορκίας, ἀναπετάσαντες τὰς πύλας ἐκέλευον 
εἰσιέναι καταγελῶντες τῶν ἀπὸ τοῦ κριοῦ προσκρου-
μάτων ἐγγινομένων. “οὐ γὰρ ἂν ” ἔφασαν “ ἐργάσαιτο κριὸς
τοιοῦτον χάσμα ἐκ τῆς κατ’ αὐτὸν τειχομαχίας, οἶον ἡ πύλη
παρέχεται.” τοῦτο μὲν οὖν αὐτίκα τῇ τῶν ἔνδοθεν ἀνδρείᾳ
 καὶ τῷ θαρραλέῳ τοῦ στρατηγοῦντος Ἀλεξίου καὶ ἀδελφιδοῦ
τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου εἰς κενὸν ἀποδέδεικται, ἐρραθυμηκότων
καὶ αἰτῶν τῶν πολεμίων ὅσον γε πρὸς τοῦτο
 
καὶ ἀπειπαμένων τὴν πολιορκίαν. τὸ γὰρ ἀνδρεῖον τῶν ἔν-
δοθεν καὶ τὸ ἀνεῷξαι τὰς πύλας τοῖς βαρβάροις καὶ θαρρεῖν
κατ’ αὐτῶν εἰς δειλίαν ἐνέβαλε καὶ τοῖν μηχανήματος ἀπαγόρευσιν.
 ρευσιν. μὲν οὖν ἤργει τὰ παρὰ τῆς κριοφόρου χελώνης·
οὐδέν δέ ἧττον καὶ τὸ πῦρ ἄνωθεν ἐπιρριφέν κατὰ 
τοῦ μηχανήματος ἀργοῦντος ἤδη καὶ ἀκινήτου μένοντος διὰ
τὰς προειρημένας αἰτίας εἰς τέφραν μετήμειψεν. ἀπὸ τοίνυν
τούτων τὸ Φραγγικὸν ἀπειπάμενον πλῆθος πρὸς ἄλλο μη-
χάνημα φοβερώτερον μετελήλυθεν ἐπὶ τὰ βορειότερα μετα-
στρέψαν ἀντικρὺ τῆς δουκικῆς καθέδρας, ὅπερ πραιτώριον 
προσωνόμαστο. ἦν δέ τὰ τῆς θέσεως τοῦ τόπου τοιάδε.
εἰς λόφον ὁ τόπος ἀνίστατο, λέγω δὲ οὐ πετρώδη τόν λό-
φον, ἀλλὰ γεώδη · ἐφ’ οὑπερ λόφου τὸ τεῖχος τῆς πόλεως
ἵδρυτο. τούτου καταντικρύ, καθάπερ ἔφημεν, εὐστοχώτατα
 ὀρύττειν οἱ περὶ τὸν Βαïμοῦντον ἀπήρξαντο. ἄλλο τοῦτο 
κακὸν ταῖς πόλεσι μεμηχανημένον παρὰ τοῖς πολιορκηταῖς
καὶ ἄλλο πολιορκητὸν ὄργανον κατὰ τῆς πόλεως τούτοις
πανουργευόμενον ὀρύττοντες γὰρ ἐπῄεσαν ὑπὸ γῆν καθάπερ
 τινές ἀσπάλακες τὸν ὑπόγειον χοῦν διατιτραίνοντες καὶ
ποῦ μὲν χελώναις ἀκροστέγοις περιφρουροῦντες τὰ ἄνω 
μέρη διὰ τὰς ἄνωθεν βαλλομένας βολὰς πετρῶν τε καὶ τόξων,
ποῦ δὲ καὶ τὸ μετέωρον τῆς γῆς στύλοις τισὶν ὑπερείδοντες
ὑπώρυττον ἐξ εὐθείας φερόμενοι, πλατύτατόν τε καὶ εὐμη- 
 
κέστατον τάφρον ποιούμενοι καὶ δι’ ἁμαξῶν ἀεὶ ἐκφερόμενοι
τὸν ἀπὸ τοῦ ὀρύγματος χοῦν. ἐπεὶ δὲ εἶχον ἀρκούντως τῆς
διατρήσεως, ἔχαιρον ὥσπερ τι μέγα κατειργασμένοι. ἀλλ’ οὐκ
ἠμέλησαν οἱ ἐντός, ἀλλὰ κατὰ διάστημα τὴν γῆν ἀνορύξαντες
 καὶ τάφρον ἀξιόλογον ποιησάμενοι κατὰ τὸ διατεῖνον τῆς τά-
φροι· ἐκάθηντο προσέχοντες, ὅπου δῆτα τὸ πολιθρκοῦν μέρος 
τὴν ἐκεῖθεν ἐνθάδε διάτρησιν μέλλει ποιήσασθαι. καὶ εὐθὺς
κατά τινα τόπον ἐφευρηκότες αὐτοὶς κρούοντάς τε καὶ ἀνασκάπ-
τοντας καὶ τὰς ῥίζας τοῦ τείχους ὀρύττοντας ᾔσθοντό τε αὐτοὺς
 καὶ μᾶλλον τὴν ἀπ’ ἐκείνων * * ὀπὴν ἀνερρωγότες καταντικρὺ
καὶ θεασάμενοι τὸ πλῆθος ἀπὸ τῆς ἐντὸς γινομένης τρυμαλιᾶς
πυρὶ τὰ τούτων πρόσωπα κατῃθάλωσαν. τοῦτο δέ τὸ πῦρ
ἀπὸ τοιούτων μηχανημάτων αὐτοῖς διεσκεύαστο. ἀπὸ τῆς
πεύκης καὶ ἄλλων τινῶν τοιούτων δένδρων ἀειθαλῶν συνάγεται
 δάκρυον εὔκαυστον. τοῦτο μετὰ θείου τριβόμενον 
ἐμβάλλεταί τε εἰς αὐλίσκους καλάμων καὶ ἐμφυσᾶται παρὰ
τοῦ παίζοντος λάβρῳ καὶ συνεχεῖ πνεύματι κᾆθ’ οὕτως 
ὁμιλεῖ τῷ πρὸς ἄκραν πυρὶ καὶ ἐξάπτεται καὶ ὡσπερ πρησ-
τὴρ ἐμπίπτει ταῖς ἀντιπρόσωπον ὄψεσι. τούτῳ τῷ πυρὶ
 κεχρημένοι οἱ τἄνδον τοῦ Δυρραχίου κατέχοντες, ἐπείπερ
ἀντιπρόσωποι ἦσαν τοῖς πολεμίοις, τάς τε γενειάδας αὐτῶν
κατέφλεξαν καὶ τὰ πρόσωπα. καὶ ἦν ἰδεῖν τούτους καθάἀπ'
 
περ σμῆνος μελισσῶν ὑπὸ καπνοῦ διωκόμενον ἐξαγομένους
 ἀτάκτως, ὅθεν εὐτάκτως εἰσήεσαν. ἐπεὶ δέ καὶ τοῦτο αὐ-
τοῖς εἰς μάτην ἐπεπόνητο καὶ ἡ βαρβαρικὴ φροντὶς αὕτη εἰς
οὐδέν δέον ἀπετελεύτησε, τρίτον αὐτοῖς ἐπινοεῖται μηχάνημα
πύργος ξύλινος, ὅπερ, ὡς ἡ φήμη φησι, πολιορκητὸν ὄργανον 
οὐ μετὰ τὴν ἀστοχίαν τῶν προεσκευασμένων ὀργάνων κατῆρκτο
γίνεσθαι, ἀλλὰ πρὸ τούτων εἰς ἐνιαυτὸν ὅλον. τοῦτο μὲν
ἔργον εἶχε, τὰ δέ προειρημένα ὄργανα πάρεργον. ἀλλὰ δεῖ
με πρότερον ὀλίγα περὶ τοῦ σχήματος τῆς πόλεως Δυρραχίου
 ἀφηγήσασθαι. τὸ μέν τεῖχος ταύτης ὑποχαλᾶται τοῖς πύρ- 
γοις · οἱ δὲ πύργοι κυκλόθεν ταύτης ἐξυπανίστανται, ὅσον
εἰς ἕνδεκα πόδας ὑψούμενοι, διὰ κοχλίου τινὸς τὴν ἄνοδον
ἔχοντες ἐπάλξεσί τε ἠσφαλισμένοι. οὕτως ἔχει σχήματός
τε καὶ ἀσφαλείας ἡ πόλις. τὸ δὲ πάχος τοῦ τείχους εἰς
ἀξιόλογον πάχος ἐκτέταται καὶ τοσοῦτον, ὥστε ἱππότας ἄνδρας 
δρᾶς καὶ πλείους τῶν τεσσάρων τοὺς ὤμους συμμίξαντας
διïππάσασθαι ἀσφαλῶς. οὕτω μέν οὑν ἐκπεφράσθω μοι
τὰ περὶ τοῦ τείχους ὡς ἐν παραδρομῇ τινα σαφήνειαν τῶν
 μελλόντων ῥηθῆναι προαφηγησαμένῃ. τὰ δὲ τῆς πυργοποΐας
τοῦ μηχανήματος τούτου, ὅπερ καθάπερ χελώνης 
πύργον ἐμηχανήσαντο οἱ περὶ τὸν Βαϊμοῦντον βάρβαροι,
καὶ ἀφηγήσασθαι χαλεπὸν καὶ ἰδεῖν φοβερόν, ὡς οἱ αἱ ἑωραἐπινενόητο
 
κότες ἔλεγον, μὴ ὅτι γε οἶς προσεπέλασε φρικωδέστατον
θέαμα. εἶχε δὲ τοιώσδε. πύργος ξύλινος κατεσκεύαστο ἐκ
τετραγώνου βάσεως εἰς ἀξιόλογον μῆκος ἠρμένος καὶ τοσο~τον,
ὥστε τῶν τῆς πόλεως πύργων ὑπερανέχειν εἰς πέντε
 που καὶ ἕξ πήχεις τὸ ὕψος. ἔδει γὰρ οὕτως κατεσκευάσθαι
τὸν μόσυνα τοῦτον, ἵνα διά τινων ὑποβαθρῶν μετεώρων
πρὸς τὸ χθαμαλώτερον καταχαλωμένων τὸ τεῖχος τῆς πόλεως 
ἐκεῖθεν εὐκόλως καταθραμεῖται. οὕτω γὰρ ἂν τὸ σφοδρὸν
τῆς ῥύμης οὐκ ἂν ὑπενέγκοιεν οἱ ἐγχώριοι ἀεὶ πρὸς τὸ κατόπιν
 ὠθούμενοι. ὀπτικὴν δέ ἄρα τὴν ἐπιστήμην ἐπλούτουν,
ὡς ἔοικεν, οἱ τὸ Δυρράχιον πολιορκοῦντες βάρβαροι. οἱ· γὰρ
ἄνει τοιαύτης δυνάμεως τὰ ὕψη τῶν τειχῶν κατελάμβανον·
εἰ δὲ μὴ ὁπτικῆς, ἀλλά γε τῆς ἀπὸ τῶν διοπτρῶν καταλήψεως.
ὁ γοῦν πύργος ἐκεῖνος φοβερὸς μέν ἰδεῖν, φοβερώτερος
 δὲ κινούμενος κατεφαίνετο. τροχοὶ γὰρ πολλοὶ τὴν
βάσιν αὐτῷ μετεώριζον· ἀναμοχλευόμενος δέ ὑπὸ τῶν ἔνδον 
δὸν στρατιωτῶν τοῖς μοχλοῖς θάμβος ἐποίει μὴ φαινομένης 
τῆς ἀρχῆς τῆς κινήσεως, ἀλλ’ ὥσπερ τις γίγας ὑπερνεφὴς
ἀφ' ἑαυτοῦ ἐδόκει κινούμενος. ἐστέγαστο γὰρ ἁπανταχόθεν
 ἐκ βάσεως ἄχρι κορυφῆς καὶ εἰς στέγας πολλὰς διῄρητο
καὶ θυρίσι κύκλῳ παντοδαπαῖς ἠνέῳκτο, ἀφ’ ὧν ἐξέπιπτε
βέλη συχνά· πρὸς δὲ τὸ ἀνωτάτω μέρος ἄνδρες ἤσαν ἐξωὑποβαθρῶν 
 
πλισμένοι θυμοειδεῖς καὶ ἐπὶ τῶν χειρῶν τὰ ξίφη φέροντες
καὶ πρὸς ἄμυναν διηυτρεπισμένοι. ἐΠεὶ δέ τῷ τείχει προσήγγισε
τὸ φρικτὸν τουτὶ θέαμα, οὐκ ἀμελῶς ἔσχον οἱ ἀμφὶ
τὸν Ἀλέξιον καὶ στρατηγὸν τῆς Πόλεως Δυρραχίου, ἀλλ’
ἅμα τε τοῦτο τὸ μηχάνημα ἔξωθεν τῷ Βαϊμουντῳ κατεσκευάζετο 
ἄζετο ὡσπερ τις ἑλέπολις ἄφυκτος καὶ ἄλλο τι ἔνδοθεν τοῦ
τείχους αὐτοῖς ἀντεμηχανᾶτο. ἑωρακότες γὰρ εἰς ὅσον ὕψος
ὁ αὐτοκίνητος οὗτος πύργος ἐκτέταται καὶ ὅπου τοῦτον
 ἐστήριξαν ὑφελόμενοι τοὺς τροχούς, τέτταρα ξύλα μακρότατα
καταντικρὺ τοῦ μόσυνος πήξαντες ὡσπερ ἀπὸ τετραγώνου 
βάσεως εἰς πήγματος σχῆμα διανιστάμενα κᾆθ’ οὕτως βάσεις
τινὰς διειληφότες μεταξὺ τῶν ἀντιεταγμένων ξύλων εἰς πῆχυν
ἵνα τὸν ἔξωθεν ξύλινον πύργον ἐποίησαν ἀνατρέχειν.
ἀστεγὲς δὲ ἦν ἁπανταχόθεν ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα· οὐ
γὰρ ἐδεῖτο προφυλακῆς, εἰ μὴ μόνον κατὰ τὴν κορυφὴν 
ἐξωρόφωτο. ἐνταῦθα δὴ ἀναγαγόντες οἱ ἀμφὶ τὸν Ἀλέξιον
στρατιῶται τὸ ἔνυγρον πῦρ περὶ τὰ ἀκρόστεγα τοῦ άνεπιφράκτου
 ξυλοπύργου ἔμελλον ἐξακοντίζειν πρὸς τὸν ἀντίθετον
μόσυνα. ἀλλ’ ἐδόκει καὶ ἡ βουλὴ καὶ τὸ πρᾶγμα οὐ πρὸς
πανωλεθρίαν τοῦ μηχανήματος ἀρκεῖν. ἀκροθιγῶς γὰρ ἔμελλε 
τὸ πῦρ τὸ ἐντεῦθεν ἐκεῖσε πεμπόμενον τοῦ μόσυνος ἅπτεσ-
θαι. ἀλλὰ τί μηχανῶνται; πληροῦσι τὸν μεταξὺ τόπον τοῦ
 
τε ξυλίνου καὶ τοῦ τῷ πόλεως πύργου εὐκαταπρήστου παντοίας
ὕλης καὶ ἐλαόυ πολλοοῖ κατὰ ποταμοὺς κενουμένου·
τούτοις ἐπενήνεκτο πῦρ, δαλοὶ καὶ φλόγες, ὅ κατὰ μικρὸν
ὑποτυφόμενον κᾀθ' οὕτως βραχείας ἀναπνοῆς ἐπιδραξάμενον
 ἔπειτα εἰς περιφανῆ φλόγα διαρθὲν συνεπιλαμβανομένων 
καὶ τῶν ἀπὸ τοῖ· πυρὸς τοῦ ὑγροὶ πρηστήρων ἅπαν
ἀνῆψε τὸ φρικτὸν ἐκεῖνο καὶ πολυϋλότατον μηχάνημα
ἐμποιοῦν ἦχον καὶ. φοβερὰν θέαν ταῖς ὄψεσιν. αἴσθησις 
δὲ τοῦ πολλοῦ πυρὸς ἦν κυκλόθεν μέχρι σταδίων τρισκαίδεκα·
 θόρυβος δὲ καὶ ταραχὴ τοῖς ἔνδον βαρβάροις πολλὴ
καὶ ἀμήχανος τῶν μέν ἐναπειλημμένων τῷ πυρὶ καὶ άποτεφρουμένων,
τῶν δέ ἀπὸ μετεώρου ῥιπτούντων ἑαυτοὺς πρὸς 
τὴν γῆν· βοὴ δέ πολλὴ καὶ ἀμήχανος ταραχὴ ἀντηχούντων
ναὶ τῶν ἐκτός.

Τοσαῦτα μὲν οὖν περὶ τοῖ ὑπερνεφοῦς μόσυνος
καὶ τῆς παρὰ τῶν βαρβάρων τειχομαχίας · ἀλλ’ ἐπὶ τὸν
βασιλέα κὼ αὐθις τὸν λόγον ἐπανακτέον. ἔαρος τοίνυν Β
ἐφισταμένου ἡ μὲν Αὔγουστα ἐκ τῆς Θεσσαλονίκης ὡς
πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπανέστρεφεν, ὁ δὲ αὐτοκράτωρ
τῆς πρόσω πορείας εἴχετο καὶ τὴν Διάβολιν διὰ τῆς
Πελαγονίας καταλαμβάνει ἔνθεν περὶ τοὺς πρόποδας τῶν
ἤδη ῥηθέντων δυσβάτων ἀτραπῶν οὐσαν. καὶ καινήν
 

 
τινα στρατηγίαν κατὰ τῶν βαρβάρων μεμελετηκὼς δεῖν
ἐλογίσατο τοῦ μέν δημοσίου πολέμου σχολὴν παντελῶς κα-
ταψηφίσασθαι καὶ ἀγχέμαχον διὰ ταῦτα τὴν μάχην οὐκ ἤθε-
λεν, ἀλλὰ τὰ δύσβατα τέμπη καὶ τὰς ἀδιεξοδεύτους ὁδοὺς
 μεταίχμιον ἀμφοῖν τοῖν στρατοπέδοιν καταλιπὼν τοὺς εὔνους 
ἅπαντας κατὰ τὰς ἀκρολοφίας μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως
καταστήσας τὴν καινὴν ἐκείνην στρατηγίαν ἐμηχανήσατο, ὡς
μήτε τοὺς ἔνθεν πρὸς τίν Βαϊμοῦντον ῥᾷστα προσχωρεῖν
δύνασθαι μήτ' ἐκεῖθεν πρὸς τούτοις αύθις γράμματα φοι-
τᾶν ἢ προσηγορίας διαπέμπεσθαι, ὑφ’ ὧν ὡς τὰ πολλὰ τὰ 
τῆς ἀγάπης ἑδράζεσθαι εἴωθε. σπάνις γὰρ προσηγορίας
κατὰ τὸν Σταγειρίτην πολλὰς φιλίας διέλυσε. γινώσκων δὲ
τὸν Βαϊμοῦντον ἄνδρα πονηρίας καὶ δραστηριότητος ἀνάπλεων
 ἤθελε μὲν καὶ τὴν κατὰ πρόσωπον πρὸς αὐτὸν μά-
χην ἀναδέξασθαι, καθά γε καὶ εἴρηται, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑτέρου 
παντὸς τρόπου καὶ μηχανῆς κατ’ αἰτοῦ μελετῶν οὐδαμῶς
ἐνεδίδου. διὰ δὲ τὰς ἤδη ῥηθείσας αἰτίας, καίτοι πολλὰ
σφαδάζων πρὸς τοῦτο, φιλοκίνδυνός τε καὶ πυκνοκίνδυνος
πάλαι ὢν οὑτοσὶ ὁ αὐτοκράτωρ καὶ ἐμὸς πατήρ, ἐπεὶ τὸν
λόγον εἶχεν ἐν πᾶσι κρατοῦντα, δι’ πέρας μεθόδου καταγωνισασθαι 
 τοῦτον ἔσπευδε. δεῖ γάρ, οἶμαι, τὸν στρατηγὸν
οὐκ ἀεὶ διὰ ξιφουλκίας τὴν νίκην ἑαυτῷ σπεύδειν περιποιεῖσθαι,
ἀλλὰ καὶ πρὸς πανουργίαν ἔστιν οὖ εὐτρεπίζεσθαι,
 
ἐπὰν ὁ καιρὸς καὶ τὰ συμπίπτοντα τοῦτο διδόασι, τὴν νίκην
ἑαυτῷ πάντοσε περιποιούμενον. καὶ τοῦτο γὰρ στρατηγῶν
ἰδιώτατον, ὅσαπερ ἴσμεν, μὴ μετὰ ξιφῶν καὶ μάχης μόνον,
ἀλλὰ καὶ πρὸς σπονδὰς τρεπομένων· καὶ ἄλλως ἔστιν οὑ
 ῥαδιουργοῦντα τὸν ἐχθρὸν καταγωνίζεσθαι, ὁπηνίκα καὶ
τοιούτου καιρὸς παρῇ. ὁποῖον καὶ τότε ὁ αὐτοκράτωρ
φαίνεται σκευωρήσας. θέλων γὰρ διχόνοιαν ἐμβαλεῖν με-
ταξὺ τῶν τε κομήτων καὶ τοῦ Βαϊμούντου καὶ κατασεῖσαι 
οἶον τὸν πρὸς ἀλλήλους συνασπισμὸν ἢ διαρρῆξαι τοιοῦτόν
 τι δραματουργεῖ. μεταπεμψάμενος οὖν τὸν ἐκ Νεαπόλεως
Μαρῖνον τὸν Σεβαστόν τῶν Μαϊστρομιλίων οὗτος ὑπῆρχε
τὸ γένος · κἂν μὴ πάνυ τὸν πρὸς αὐτὸν ὅρκον ἀνόθευτον
τότε ἐτήρει ἀπατηλοῖς ἐξαπατηθεὶς λόγοις καὶ ὑποσχέσεσιν,
ἀλλ’ ὅσον γε τὰ πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον ἀποκαλύψαι αὐτῷ τὸ
 ἀπόρρητον τεθάρρηκεν), ἅμα δὲ καὶ τὸν Ῥογέρην τῶν ἐπιφανῶν 
δέ οὗτος Φράγγων) καὶ τὸν Πέτρον Ἀλίφαν, ἄνδρα
κατὰ πόλεμον περιβόητον καὶ τὴν ὡς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα 
πίστιν ἀκράδαντον δι’ ὅλου τηρήσαντα. τούτους μετακαλεσάμενος
βουλὴν ἐζήτει, ὅπως τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον εὖ διαθέμενος
 καταγωνιεῖται αὐτόν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν εὐνουσέρων
τῷ Βαϊμούντῳ καὶ ὁπόσους ἐκεῖνος ἰσοψύχοις ἔχει
διηρώτα. καὶ περὶ τούτων μαθὼν ἐξ αὐτῶν δεῖν ἔλεγεν
 
ὑποποιήσασθαι τούτους διὰ παντοίας μηχανῆς· “καὶ εἰ τοῦτο
γένοιτο, δι’ ἐκείνων καὶ τὸ κοινὸν τοῦ Κελτικοῦ στρατεύμα-
τος διαρραγήσεται εἰς διψυχίαν ἐμπεσόν”. ἀνακοινοῦται
 τοῦτο τοῖς ἤδη ῥηθεῖσι. καὶ ἐξ ἑκάστου τούτων ἴνα αἰτεῖται
τῶν εὐνουστέρων θεραπόντων καὶ ἐχεμυθεῖν ἐπισταμένων. 
οἱ δέ ἑτοίμως τοὺς κρείττονας τῶν ὑπηκόων αὐτῷ
ἔφησαν δοῦναι. καὶ ἐπειδὴ παρῆσαν οἱ ἄνθρωποι, δραμα-
τουργεῖ τι τοιοῦτον. γράμματα συνθέμενος ὡσπερ ἀμοιβαῖα
πρός τινας τῶν ἀμφὶ τὸν Βαἱμοῦντον οἰκειοράτους, ὡς δῆθεν
ἐκείνων γεγραφότων πρὸς τοῦτον καὶ οἰκειότητά τινα μνηστευομένων 
 καὶ τὰ ἀπόρρητα τῆς τοῦ τυράννου γνώμης ὲξαγορευόντων,
πέμπει πρὸς αὐτοὺς ὡσπερ εὐχαριστηρίους
λόγους συντάξας καὶ ἀποδεξάμενος τάχα τὴν τῶν ἀνδρῶν
εὔνοιαν. ἦσαν δὲ οὑτοι ὅ τε Ιἴδος ὁ τοῦ Βαἱμούντου αύτάδελφος
καί τις τῶν ἐνδοξοτάτων ἀνδρῶν Κοπρισιανος καλούμενος 
καὶ πρὸς τούτοις ὁ Ῥικάρδος καὶ τέταρτος ὁ
Πριγκιπάτος, ἀνὴρ γενναῖος καὶ τὰ πρῶτα φέρων έν τῇ
στρατιᾷ τοῦ Βαϊμούντου, καὶ ἕτεροι πλείοις τούτων. πρὸς
οὕς τὰ ἐπίπλαστα γράμματα ἐξεπέμπετο. ἐκεῖθεν μέν γὰρ
 οὐδὲν ἐδέδεκτο τοιοῖτον ὁ βασιλεὺς οὔτε παρὰ Ῥικάρδου 
οὔτε παρὰ ἄλλου τινὸς τοιούτου εὔνοιαν καὶ πίστιν ὺπαγορεῦον
γραμμάτιον· αὐτὸς δὲ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὰ τοιαῦτα τῶν
 
γραμμάτων ἐπλάττετο. εἶχε δὲ νοῦν τοιοῦτον τὸ δραματούργημα,
ὡς εἰπερ εἰς ἀκοὰς εἰσέλθῃ Βαϊμούντου ἡ τῶν
ἀνδρῶν τοιούτων προδοσία καὶ ὡς ἐκεῖνοι ἐκεῖθεν ἀποκοπέντες
τῇ γνώμη τῷ μέρει τῷ βασιλικῷ πρωεχώρησαν,
 αὐτὸς μὲν εὐθὺς ταραχθήσεται καὶ πρὸς τὴν βαρβαρικὴν
φύσιν ἐπανελεύσεται, κακώσας δὲ τοὺς ἄνδρας ἀπορραγῆναι
τούτου καταναγκάσειε, καὶ, ὅπερ εἰς νοῦν οὐκ ἦλθεν αἰτοῖς,
ἐκ τῆς κατασἰευῆς Ἀλεξίου ποιήσειαν πρὸς αὐτὸν στασι- 
άσαντες. ᾔδει γάρ, οἶμαι, ὁ στραιηγός ὡς τὸ ἀντίπαλον
 ἅπαν φῦλον ξιγκροτούμενον μὲν καὶ ·ἀλλυλουχούμενον ἔρρωται,
στασιάζον δὲ καὶ εἰς πολλὰ μεριζόμενον ἀδρανέστερον
γίνεται καὶ οὕτω τοῖς πολεμοῦσιν εὐχείρωτον. ὅπερ καὶ
βαθέως ἐπραγματεύετο καὶ τὸν δόλον ὑποβρύχιον εἶχε τὰ
γράμματα μεταχειρίζεται δὲ τὸ πρᾶγμα οὑτωσί πως ὁ
 Ἀλέξιος. πέμπει μὲν γὰρ τὰ πεπλασμένα γράμματα πρὸς ἐκκείνους
παραγγείλας ἐπιδοῦναι ἑκάστῳ ἕκαστον. εἶχε δὲ πεμπόμενα
βιβλία ἐκεῖνα οὐ μόνον εὐχαριστίαν, ἀλλὰ καὶ δόσεις
κατεπηγγέλλετο καὶ βασιλικὰς δωρεὰς καὶ ὑποσχέσεις ὑπερ- 
φυεῖς· ἐφεῖλκε δὲ τούτοις καὶ εἰς τὸ μετέπειτα εἶναί τε 
 εὔνους καὶ φαίνεσθαι καὶ μηδὲν ἀποκρύπτειν τῶν ἀπορρήτων.
κατόπιν δὲ τῶν πιστοτάτων αὐτῷ ἄνθρωπον ἀποστέλλει
ἀνεπιφωράτως τούτοις παρέπεσθαι, καὶ ἐπειδὰν πλτσιάσαντας
ἴδοι, παρελάσαντα προφθῆναι τούτων τὴν ἔφοδον
 
 καὶ καταλαβόντα τὸν Baϊμοῦντον τόν τε αὐτόμολον
καὶ εἰπεῖν, ὡς αὐτῷ προσχωρήσειε μισήσας τὴν τοῦ
βασιλέως διατριβήν, φιλίαν δὲ πρὸς τὸν τύραννον προσποιουμενον
καὶ ὡς δή τινα εὔνοιαν κατειπεῖν ἀριδήλως τῶν ἀνδρῶν
ἐκείνων, ἐφ’ οὕς τὰ γράμματα, ὡς ἄρα ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, 
ὀνομαστὶ τούτους καταριθμήσας, ἐξομοσάμενοι τὴν πρὸς
ἐκεῖνον πίστιν βασιλεῖ φίλοι καὶ εὖνοι γεγόνασι καὶ τὰ ἐκείνου
φρονοῦσι καὶ ὁρᾶν δεῖ, μή τι κατ’ αὐτοῦ δεινὸν μελε-
τήσειαν ἐξ ὑπογύου καὶ πάλαι προεσκεμμενον· ἀλλὰ δὴ καὶ
τοῦτο πεπραγματεῦσθαι, ἵνα μή τι δεινὸν τοῖς γραμματοκομισταῖς 
 τούτοις ὁ Βαϊμοῦντος ἐργάσηται. ἐμέλησε γὰρ καὶ
τοῦτο τῷ βασιλεῖ, ὅπως τοὺς μέν καθέτους τούτους ἄνδρας
ἀβλαβεῖς διατηρήσειε, τὰ δὲ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον πράγματα
συνταράξειε. καὶ οὐκ εἶπε μὲν ταῦτα καὶ συμβεβούλευκεν,
οὐ γέγονε δέ; ἀλλὰ προσελθὼν καὶ δι’ ὅρκου λαβὼν τὸ 
ἀφρόντιστον τῶν γραμματοκομιστῶν ὁ εἰρημένος ἀνὴρ ἀπαγ-
γέλλει πάντα κατὰ τὰς ὑποθημοσύνας τοῦ αὐτοκράτορος.
ἐρωτηθεὶς δὲ ὅπη τούτους στοχάζεται ἐφθακέναι, τὴν Πέτρουλαν
αὐτοὺς ἔλεγε διελθεῖν. καὶ ἀποστείλας κατέσχε
τοὺς γραμματοκομιστὰς καὶ τὰ γράμματα ἀναπτύξας ἰλίγγου 
τε πλήρης γεγονὼς μικροῦ κατέπιπτε πιστὰ λογισάμενος
 εἶναι. ἐκείνους μέν οὖν παραφυλάττεσθαι ᾠκονόμησεν, αὐτὸς
δὲ ἀπρόσιτος ταῖς σκηναῖς ἐν ἲξ ἡμέραις ἦν γνωσιμαχῶν τὸ
 
rere, ut Βο 

τί ἂν χρῆ ποιῆσαι, πολλοὺς παρ’ ἑαυτῷ ἀνελίττων λογισμούς,
εἰ χρὴ παραστῆναι τοὺς κονοσταύλους καὶ πρὸς τὸν ἀδελφὸν
αὐτοῦ Ιΐδον ἐξειπεῖν τὴν κατ’ αὐτοῦ δοθεῖσαν πρόληψιν καὶ εἰ
μετὰ τὸν ἔλεγχον παραστῆναι χρὴ ἢ ἄτερ ἐλέγχοι; πρὸς τούτοις
 δέ καὶ τὸ τινας ἀντ’ αὐτῶν κονοσταύλους ποιήσειε.
γενναίους δέ ὄντας τοῖς τοιούτοις κἀντεῦθεν πολλὴν τὴν βλάβην
ἐσομένην παρασταλέντων ὑπονοῶν, κατὰ τὸ ἐγχωροῦν τὰ
κατ’ αὐτοῖς οἰκονομήσας, οἶμαι δὲ καὶ τὸν κρυπτόμενον νοῦν
τῶν γραμμάτων ὑποτοπάσας, μετεληλυθὼς εὐφυῶς τούτους
καὶ θαρσήσας ἐπὶ ταὐτοῦ μεμενηκέναι τούτους ξυνεχώρησεν.

Ὁ δέ αὐτοκράτωρ, ἐπεὶ προφθάσας ἀξιόμαχον δύ-
ναμιν ἐν πάσαις ταῖς κλεισούραις κατέθετο μετ’ ἐκκρίτων ἡγεμόνων,
πᾶσαν τὴν ἀτραπὸν διὰ τῶν καλουμένων ευλοκλασιῶν
αὖθις τοῖς Κελτοῖς ἀπετάφρευσεν. εἶχε μὲν γὰρ εὐθὺς ὁ
 Αὐλών, ἡ Ἱεριχὼ καὶ τὰ Κάνινα ἀνύστακτον φύλακα Μιχαὴλ
τὸν κεκαυμένον, ἡ δέ Πέτρουλα Ἀλέξανδρον τὸν Καβάσιλαν
μετὰ συμμίκτων πεζῶν στρατιωτῶν, ἄνδρα ἐκθυμότατον καὶ 
πολλοὺς τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν ύρκων κατατροπωσάμενον·
τὴν Δεύρην δέ Λέων ὁ Νικερίτης μετὰ ἀποχρώσης ἐφρούρει 
 δυνάμεως · τῷ δέ γε Εὐσταθίῳ τῷ Καμύτζῃ τὰς περὶ τὸ
Ἄρβανον ἀνατεθείκει κλεισούρας. ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος ἐκ
πρώτης, ὅ φασιν, ἀφετηρίας κατὰ τοῦ Καβασίλα τὸν ἀδελχρὴ
 

 
φὸν αὐτοῦ Γίδον καὶ κόμητά τινα Σαρακηνὸν καλούμενον καὶ
τὸν Κοντοπαγάνον ἐξέπεμψεν. ἐπεὶ δέ τινα τῶν ὁμορούντων
τῳ Ἀρβάνῳ πολίχνια προέφθασαν τῷ Βαϊμούντῳ προσχωρῆσαι,
οἱ τούτων ἔποικοι τὰς του Ἀρβάνου ἀτραποὺς ἀκρι-
 βῶς ἐπιστάμενοι προσελθόντες πᾶσαν, ὡς εἶχε, τῆς Δεύρης
τὴν θέσιν ἐξηγήσατντο καὶ τὸς λανθανούσας ἀτραποῖς ὑπέδειξαν.
τηνικαῦτα ὁ Ιἵδος διχῆ διελὼν τὸ στράτευμα αὐτὸς
μὲν τὴν κατὰ πρόσωπον μετὰ τοῦ Καμώζη μάχην ἀνεδέξατο,
τὸν δέ γε Κοιτοπαγάνον καὶ τὸν Σαραύτζη καλούμενον κό-
μητα παρὰ τῶν Δευριωιῶν ὁδηγουμένους ἐξ ὀπισθίων τῷ
Καμύιζῃ ἐπεισπεσεῖν ἐπέταξε. τούτου γοῦν συνδόξαντος
ἀμφοῖν, ἐπεὶ ὁ μὲν Γἵδος κατὰ πρόσωπον ἐμάχετο, οἱ δέ
γε λοιποὶ κόμητες τῇ παρεμβολῇ τοῦ Καμύτζη ἐπεισπεσόντες
ἀπὸ τῶν μεταφρένων δεινὸν τὸν φόνον κατ᾿ αὐτῶν
ἀπειργάσαντο, ὡς οὐκ ἐνῆν αὐτῷ πρὸς πάντας μάχεσθαι,
 τραπέντας τοὴς ὑφ᾿ ἑαυτὸν θεασάμενος συνείπετο τούτοις
καὶ αὐτός. καὶ πίπτουσι μέν τηνικαῦτα τῶν ῾Ρωμαίων πολλοὶ
καὶ αὐτὸς. ὁ Καράς νηπιόθεν τοῖς γνησίοις παρὰ τοῦ
αὐτοκράιτορος προσληφθεὶς καὶ καταλεγεὶς καὶ ὁ Σκαλιάριος
Τουρκος τῶν ὀνομαστῶν πάλαι κατὰ τὴν ἕω ἡγεμόνων γεγονώς,
αὐτομολήσας τῷ βασιλεῖ καὶ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος
τετυχηκώς. ἀλλὰ ταῦλα μὲν τὰ κατὰ τὸν Καμύζην· ὁ δέ
γε Ἀλυάτης μετὰ καὶ ἑτέρων λογάδων τὴν Γλαβινίτζαν φυ-
 
λάττων πρὸς τὴν πεδιάδα κατῆλθεν· εἴτε πρὸς πόλεμον
εἴτε καὶ κατασκοπήσων τινὰ τόπου θέσιν, Θεὸς ἂν εἰδείη.
τυχαίως δ᾿ οὖν συναντῶσι τούτῳ παραχρῆμα κατάφρακτοι 
Κελτοὶ ἄνδρες γενναῖοι καὶ τηνικαῦτα διχῆ διαιρεθέντες οἱ μὲν
 (πεντήκοντα δέ τὸν ἀριθμὸν ἦσαν) κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ
σφοδρᾷ τῇ ῥύμῃ ἴενιαι ὅλους χαλάσαντες χαλινούς, οἱ δέ γε
λοιποὶ ἐξ ὀπισθίων ἀψοφητὶ τούτῳ παρείποντο. ἢν γὰρ
ἑλώδης ὁ τόπος. ὁ δέ Ἀλυάτης τῆς τῶν ὄπισθεν μὴ αἰσθόμενος
ἐλεύσεως, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἔμπροσθεν ὅλῃ γνώμῃ ἀγωνιζόμενος
 καὶ χειρὶ λέληθεν ἑαυτὸν, εἰς κίνδυνον συνελάσας.
ἐπεισπεσόντες γὰρ τούτῳ οἱ ἐξ ὀπισθίων ἐρχόμενοι καρτερῶς
κατ᾿ αὐτοῦ ἐμάχοντο. σιναντήσας δὲ τούτῳ κόμης τις Kovτοπαγάνος
καλούμενος βάλλει τοῦτον διὰ τοῦ δόρατος καὶ 
παραχρῆμα ἄπνους κατὰ γῆς ἔκειτο. πίπτουσι δὲ καὶ τῶν
 σὺν αὐτῷ οὐκ ὀλίγοι. ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ τὸν
Καντακουζηνὸν μετεπέμψατο, ἄνδρα τοῦτον γινώσκων περὶ
τὰς στρατιωτικὰς ἐγχειρήσεις ἱκανώτατον. ἔφθασε γάρ, ὡς
ἔφην, καταλαβεῖν τὸν αὐτοκράτορα εἰς τόπον μετακληθεὶς
ἀπὸ Λαοδικείας. ἐπεὶ δ᾿ ἀναβολὴν τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῖντον
 οὐκ εἶχεν, ἀξιόμαχον στρατὸν μετ᾿ αὐτοῦ συνεκπέμπει καὶ
τῆς παρεμβολῆς ἔξεισι προεκπέμπων οἶον καὶ πρὸς μάχας
ὀτρύνων αὐτόν. ἐφθπκὼς δὲ τὴν κλεισούραν τὴν ἐγχωρίως
 
 οὕτω καλουμένην Πέτραν καὶ αὐτοῦ που ἐγκαρτερήσας πολλοῖς
τε λογισμοῖς καὶ στρατηγικοῖς ἐπιχειρήμασιν ἐφοδιάσας
αὐτὸν καὶ τὰ λῴονα ὑποθέμενος· πρὸς Ιλαβινίτζαν χρησταῖς
ἐλπίσι θαρσύνας ἐκπέμπει, ἐκεῖνος δέ πρὸς Διάβολιν ἐπανέστρεψεν.
ὁ δὲ Καντακουζηνὸς προςπτλάσας ἐν τῷ ἀπέρ- 
 χεσθαι πολιχνίῳ τινί τῷ τοῦ Mύλου καλουμένῳ, παραχρῆμα
παντοίας κατασκευάσας ἑλεπóλεις ἐπολιόρκει τὸ πολίχνιον.
καὶ οἱ ῾Ρωμαῖοι ἀναισχύτως τοῖς τείχεσι προσεπέλαζον καὶ
οἱ μὲν πῦρ ἐνιέντες τὰς πύλας ἐνεπίπρων, οἱ δὲ καὶ διὰ
τοῦ τείχους εἰς τὰς ἐπάλξεις θᾶττον ἀνῄεσαν. αἰσθόμενοι 
δ᾿ οἱ πέραθεν τοῦ ποταμοῦ, τοῦ οὑτωσὶ καλουμένου Βούση
 αὐλιζόμενοι Κελτοὶ ὡς πρὸς τὸ τοῦ Μύλου καστέλλιον
ἔθεον. οὕς θεασάμενοι οἱ τοῦ Καντακουζηνοῦ σκοποί (βάρβαροι
δὲ ἦσαν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν) ἐπανατρέχουσιν
ἀσυντάκτως πρὸς αὐτὸν καὶ οἰ μυστηριωδῶς περὶ τῶν 
φανέντων κατήγγελον, ἀλλὰ πόρρω που φωνοῦντες τὴν τούτων
ἔφοδον ἔλεγον. ἀκοίσαντες δέ οἱ στρατιῶται τὴν τῶν
Κελτῶν ἔφοδον, κἂν τῶν τειχῶν ὑπερέβησαν, κἂν τὰς πύλας
ἐνέπρησαν, κἂν ἐν χερσὶ τοῦτο κατέχοντες ἦσαν ἤδη, ἀλλ᾿
ἐκδειματωθέντες ἕκαστος πρὸς τὸν ἴδιον ἀπέτρεχεν ἵππον · 
 
ἔμφοβοι δὲ ὄντις καὶ συγγυθέντες τὸν νοῦν θάτερος θατέρου
ἵππου ἐπέβαινε. πολλὰ γοῦν ὁ Καντακουζηνὸς ἀγωνισάμενος
καὶ πολλὰς ἱππασίας κατὰ τῶν ἐκδειματωθέντων
ποιήσας “ἀνέρες”, ὡς οὐκ ἔπειθεν, εὐφυῶς τούτους τῆς 
 θούριδος ἀλκῆς”, ὡς οὐκ ἔπειθεν, εὐφυῶς τούτους τῆς
πτοίας ἀνήνεγκε φάμενος ὡς “οὐ χρή τὰς ἑλεπόλεις καταλιπεῖν
λιπεπῖν τοῖς ἐχθροῖς καθ᾿ ἡμῶν ὄργανα, ἀλλὰ πῦρ εἰς αὐτὰς 
ἐμβαλεῖν κᾆθ᾿ οὕτως εὐσυντάκτως ὑποχωρεῖν”. παραχρῆμα
γοῦν μάλα προθύμως ἐπλήρουν οἱ στρατιῶται τὸ
 προσταττόμενον καὶ οὐ τὰς ἑλεπόλεις μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ 
κατὰ τὸν ποταμὸν Βούσην ἱστάμενα πλοῖα ἐνέπρησαν, ὡς μὴ
ῥᾳδίως οἱ Κελτοὶ διαπερᾶν ἔνθεν ἔχοιεν. αὐτὸς δὲ ἀναποδίσας
μικρὸν καὶ πεδιάδι τινὶ ἐντυχὼν δεξιόθεν μὲν τὸν
καλούμενον Χαρζάνην ποταμὸν ἐχούσῃ, ἐξ εὐωνύμου δὲ
 ἑλώδη τινὰ τόπον καὶ βαλτώδη καὶ συγχρησάμενος τούτοις
ὡς ὀχυρώμασιν αὐτοῦ που τὸν χάρακα ἐπήξατο. οἱ δὲ ῥηθέντες
Κελτοὶ παρὰ τῷ χείλει τοῦ ποταμοῦ γενόμενοι τῶν
πλοίων ἤδη προεμπρησθέντων ἀστοχήσαντες ἀδελφὸς Γίδος
κεχηνότες ὑπέστρεφον. ὁ δὲ τοῦ Βαϊμούντου ἀδελφὸς Γίδος
 τὰ ξυμβάντα πυθόμενος παρ᾿ αὐτῶν ἄλλην ἐτράπετο καὶ
στρατιώτας γενναίους τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν διελόμενος πρὸς ῾Ιεριχὼ
καὶ τὰ Κάνινα ἐξέπεμψε. καταλαβόντες οὖν τὰ ὑπὸ τοῦ 
 
Κεκαυμένου Μιχαὴλ τηρούμενα τέμπη (ἐκεῖνον γὰρ φύλακα
τούτων ἐπέστησεν ὁ αὐτοκράτωρ) καὶ συμμάχῳ τῷ τόπῳ χρησάμενοι
καὶ θαρρήσαντες τρέπουσι ξυμβαλόντες κατὰ κράτος.
ἀνὴρ γὰρ Κελτός, ἐπὰν ἐν στενωπῷ τοῖς ἐχθροῖς ἐντύχοι,
ἀκάθεκτος γίνεται, ὥσπερ έν πεδιάσι λίαν εὐάλωτος.

Θαρσήσαντες οὑν ὡς πρὸς τὸν Καντακουζηνὸν αὖθις
ἐπανατρέχουσιν. ἐπεὶ δὲ τὸν τόπον, οὗπερ ἔφθασεν ὁ
Καντακουζηνός. ὡς εἴπομεν, τὸν χάρακα πήξασθαι, μὴ προσβοηθοῦντα
τούτοις ἐγνώκεσαν, δειλιάσαντες ἀνεβάλοντο τὴν
μάχην. ὁ δὲ αἰτῶν αἰσθόμενος τῆς ἐφόδου δι᾿ ὅλης νυκτὸς 
 ξυμπάσῃ στρατιᾷ τὴν τοῦ ποταμοῦ περαίαν κατέλαβεν. ἡλίου
δὲ τοῦ ὁρίζοντος μήπω ὑπερκίψαντος αὐτός τε θωρακισάμενος
καὶ ἅπαν ὁπλίσας τὸ στράτευμα τὴν μέσην τῆς παρατάξεως
εἶχε χώραν προμετώπιος, οἱ δὲ Τοῦρκοι ἐξ εὐωνύμου·
ὁ δέ γε Ἀλανός ῾Ρωσμίκης τὸ δεξιὸν διεῖπε κέρας μετὰ 
 τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν ὁμοχθόνων. τοῦς δὲ Σκύθας προέπεμψε κατὰ
τῶν Κελτῶν ἐντειλάμενος δι᾿ ἀκροβολισμοῦ ἐπισπᾶσθαι τούτους
καὶ βάλλειν μὲν συχνῶς, ὑπεκφεύγειν δὲ αὖθις καὶ παλιμπορεύτῶς,
γίνεσθαι. καὶ οἱ μὲν προθύμως ἀπῄεσαν, ἤνυσαν
δὲ οὐδαμῶς, ἐπείπερ οἱ Κελτοὶ συνησπικότες οὐδ᾿ ὅλως τῆν 
 παράταξιν ἔλυον, ἀλλὰ βραδεῖ ποδὶ συντεταγμένοι λίαν ἤεσαν.
ὡς δὲ κατὰ τὰ προσήκοντα μέτρα τῆς μάχης ἄμφω τὰ στρα-
 

 
τεύματα ἐλήλυθεσαν, οἱ μέν Σκύθαι οὐκέτι βάλλειν ὀϊστοὺς
ήσύναντο σφοδρᾷ τῇ ῥὑμῃ τῶν Κελτῶν αἰτῶν ἐξιππασαμένων,
ἀλλ’ ἐδίδουν εὐθὺς τοῖς Κελτοῖς τὰ μετάφρενα.
τούτοις ἐπαμύνειν οἱ Τοῦρκοι προθυμηθέντες προσέβαλον·
 καὶ οἶδέ τούτων λόγον ὅλως ποιησάμενοι οἱ Κελτοὶ ἐκθυμότερον 
ἐμάχοντο. ὁ δὲ Καντακουζηνὸς ἡττωμένοις ἀπαρτὶ
τούτους ὀρῶν τὸν ἐξουσιοκράτορα Ῥωμίσκην τὸ δεξιὸν ἐπέχοντα
κέρας μετὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτόν Ἀλανοὶ δέ ἴσαν ἄνδρες
μαχιμώτατοι) τὴν μετὰ τῶν Κελτῶν μάχην ἐπέτρεψεν. ἀλλὰ
 καὶ οὑτος προσβαλὼν ὀπισθόπους ἐφαίνετο καίπερ ὡς λέων
δεινὸς κατ’ αὐτῶν βρυχώμενος. ὡς δὲ καὶ τοῦτον ἡτττώμενον
ὁ Καντακουζηνὸς ἐθεάσατο ἐπιρρώσας ἑαυτὸν ὥσπερ
ἐξ ὁρμητηρίου τινὸς κατὰ μέτωπον τῆς τῶν Κελτῶν παρατάξεως
ἴεται καὶ καὶ εἰς μέρη πολλὰ διαλύσας τὸ στράτευμα
 τρέπει τοῖς Κελτοὺς κατὰ κράτος διώξας ἄχρι πολιχνίου 
τοῦ καλουμένου Μύλου πολλοὺς μὲν τῆς δευτέρας τύχης καὶ
τῶν μειζόνων ἀνελών, τινὰς δὲ καὶ τῶν ἐπιφανῶν κομήτων
ζωγρήσας, τόν τε Οὐβον * ἀδελφὸν Ῥιτζάρδον καλούμενον καὶ
τὸν Κοντοπαγάνον νικητὴς ὑπέστρεψεν. ἀκριβεστέραν τοίνυν
 τὴν νίκην τῷ βασιλεῖ παραστῆναι βουλόμενος πολλῶν
Κελτῶν κεφαλὰς τοῖς δόρασι περιπείρας καὶ τοὺς μείζονας
 
τῶν κατασχεθέντων, Οὐβον καὶ τὸν Κοντοπαγάνον καλούμενον,
παραχρῆμα ἐξέπεμψεν. ἐνταῦθα δὲ γενομένη καὶ
πρὸς λύχνων ἁφὰς τὸν κάλαμον ἐπισύρουσα μικρὸν πρὸς
 τὴν γραφὴν ἐπινυστάζουσα ἐπαισθάνομαι τοῦ λῴου ἀπορ-
ρέοντος. ὅπου γὰρ βαρβαρικῶν ὀνομάτων ἐξ ἀνάγκης ἀπαιτεῖται 
χρῆσις καὶ ἀλλεπαλλήλων ὑποθέσεων διήγησις, τὸ
σῶμα τῆς ἱστορίας καὶ τὸ συνεχές τῆς γραφῆς κατ’ ἄρθρα
ἔοικε διακόπεσθαι· καὶ οὐ νέμεσις τοῖς γε εὔνως ἐντυγχάνουσι
τῇ γραφῆ. ὡς δὲ ὁ μαχιμώτατος Βαϊμοῦντος ἱν
στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτὸν ἑώρα ἔκ τε θαλάσσης ἔκ τ' 
ἠπείρου βαλλόμενος, ὡς καὶ τῶν χρειωδῶν αὐτῷ ἐπιλειπόντων
ἤδη πάντοθεν ἐξαπορούμενος, ἱκανὸν ἀποδιελὼν στράτευμα
 πρὸς τὰς κατὰ τὸν Αὐλῶνα καὶ τὴν Ἱεριχὼ καὶ τὰ
Κάνινα διακειμένας πόλεις πέπομφεν ἁπάσας ληΐσασθαι.
ἀλλ’ οὐδ’ ὁ Καντακουζηνὸς ἠμέλει οὔτε νήδυμος ὕπνος ἔσχε 
τὸν ἄνδρα κατὰ τὸν ποιητήν, ἀλλὰ γοργῶς τὸν Βεροΐτην
μετὰ ἀξιομάχου στρατιᾶς ἀντίπαλον τοῖς Κελτοῖς ἐξέπεμψεν.
 ἡττᾷ μὲν οὑν αἰτοὺς καταλαβὼν παραυτίκα καὶ οἷόν τι πόρισμα
 τὰς τοῦ Βαϊμούντου ναῦς ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαι πυρπολήσας
διεληλύθει. ὡς ᾔσθητο δέ ὁ τυραννικώτατος Βαϊμοῦντος 
τῆς τῶν πεμφθέντων ἥττης, ὡσπερ μηδένα τοῦ
στρατεύματος ἀπολωλεκὼς κατέπιπτεν οὐδαμῶς· μᾶλλον μέν
 
οὖν καὶ θαρραλεώτερος ἐφαίνετο κὼ ἀποδιελόμενος αὖθις
πεζοὺς καὶ ἱππεῖς πρὸς μάχας ἐκθυμοτάτους εἰς χιλιάδας
ἲξ ποσουμένους κατὰ τοῦ Καντακουζηνοῦ ἐξαπέστειλεν οὶόμενος
αὐτοβοεὶ αἰρήσειν σὺν τῷ Ῥωμαϊκῷ στρατεύματι καὶ
 αὐτὸν τὸν Καντακουζηνόν. ἀλλ’ ἐκεῖνος σκοποὺς ἀεὶ τοῖς
ἐφεδρεύοντας τὰ Κελτικὰ πλήθη ἔχων μεμαθηκῶς τὴν αὐτῶν
τῶν ἐπέλευσιν ωθκτὸς τὴν στρατιωτικὴν ὡπλίζετο πανοπλίαν 
καὶ ὥπλιζε τοὺς στρατιώτας σφαδάζων ἐπεισπεσεῖν αὐτοὺς
κατὰ τὸ περίορθρον. ὡς δ' οἱ Κελτοὶ κεκοπιακότες παρὰ
 τῷ χείλει Βούσῃ τοῖ ποταμοῦ ῥᾳστώνης μικρᾶς ἕνεκα κατεκλίθησαν,
αἰτοῦ που καταλαμβάνει τουτους μειδιώσης ἀπαρτὶ
τῆς ὴμέρας καὶ παραχρῆμα ἐπιθέμενος Πολλοῖς μέν ζωγρίαν
ἄγει, πλείονας δὲ κτείνει· οἱ δέ γε λοιποὶ ταῖς δίναις τοῦ
ποταμοῦ παρασυρέντες ἀπεπνίηγσαν καὶ φεύγοντες λύκον
 περιέτυχον λέοντι. τοὺς μὲν οἶν κόμητας ἅπαντας πρὸς
τὸν αὐτοκράτορα ἐξέπεμψε κᾆθ’ οὕτως ἀνέρχεται πρὸς τὸν
Τίμορον. τόπος δὲ οὑτος ἑλώδης καὶ δύσβατος. κεῖθι γοῦν
ἑβδόμην ἡμέραν ἐγκαρτερησας μετρητοῖς σκοποῖς ἐν διαφόροις 
ἐξέπεμπε τόποις περιαθρεῖν τὰ περὶ τὸν αϊμοῦντον
 καὶ γλῶτταν αἰτῶ ἐκεῖθεν κομίσαι, ὡς τὰ κατὰ τὸν βαϊμοῦντον
πυθόμενος ἀκριβέστερον ἐγνωκέναι. ἐντυγχάνουσι δέ
τυχαίως οἱ πεμφθέντες Κελτοῖς ἑκατὸν σχεδίας εὐτρεπίζουσι,
δι’ ὧν τὸν ποταμὶν διανηξάμενοι τὸ πρὸς τὴν περαίαν διασκοποὺς
 
κείμενον πολίχνιον αἱρήσειν ἠβούλοντο. τούτως ἀθρόον
ἐπεισπεσόντες ζωγροῦσι μικροῦ ἅπαντας καὶ αὐτὸν τὸν τοῦ
Βαϊμούντου ἐξάδελφον εἰς δέκατον πόδα ἀνέλκοντα τὸ μέγεθος,
εὺρὺν δὲ καθάπερ τινὰ ἄλλον Ἡρακλῆν. καὶ ἦν ἰδεῖν
καινόν τι, τὸν μέγαν ἐκεῖνον γίγαντα καὶ τῷ ὄπι πελώριον 
ὑπὸ πυγμαίου κατασχεθέντα Σκυθιδίου. παρεκελεύσατο δέ
 ὁ Καντακουζηνὸς τοὺς κατασχεθέντας ἀποστέλλων τὸν πυγμαῖον
Σκύθην δέσμιον τὸν πελώριον ἐκεῖνον εἰσάξαι τῷ
αὐτοκράτορι άστεϊζόμενος τάχα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ὡς
 δὲ φθάσαντας τούτους ὁ βασιλεῖς μεμαθήκει, ἰπὶ τοῦ βασιλικοῦ 
προκαθίσας θρόνοι· ἐκέλευσεν εἰσάγεσθαι τοὺς δεσμώτας·
εἴσεισι δὲ καὶ ὁ Σκύθης μηδ’ ἄχρι γλουτοῦ φθάνων τοῦ
γιγαντιαίου ἐκείνου Κελτοῦ δέσμιον τοῦτον ἐπαγόμενος. εὐ-
θὺς οἷν γέλως πάντων ὦρτο πολύς. καὶ τοὺς μέν λοιποὺς
κόμητας φρουρὰ διεδέξατο · * *

Οὔπω μικρὰν ἐπιμειδιάσαντος τοῦ αύτοκρατορος
ἐπὶ τῷ τοῦ Καντακουζηνοῦ κατορθώματι ἑτέρα τις ἀπόφημος
κατέλαβεν ἀγγελία φόνον ἀμύθητον τῶν μετὰ τοῦ Καμύτζη
καὶ τοῦ Καβασίλα Ῥωμαϊκῶν ταγμάτων μηνύουσα. κατέπιπτε
μὲν οὖν οὐδαμῶς ὁ αὐτοκράτωρ, καίτοι σφόδρα δηχθεὶς τὴν 
 καρδίαν καὶ ἀνιώμενος ἐπιστενάζων τε τοῖς πεσοῦσιν, ἔστιν
οὗ καὶ δακρύων τὰ καθ’ ἕκαστον, ἀλλὰ Κωνσταντῖνον τὸν
 

 
Γαβρᾶν, ἄνδρα ἀρηίφιλον καὶ πῦρ κατὰ τῶν ἐναντίων πνέοντα,
μεταπεμψάμενος εἰς τὴν οὕτω καλουμένην Πέτρουλαν 
ἀπέστειλε κατασκεψόμενον, ὅθεν οἱ Κελτοὶ εἰς τὰ τέμπη
ἐμπεσόντες τὸν τοσοῦτον φόνον εἰργάσαντο καὶ ἀποταφρεῦσαι
 τοῦ λοιποῦ τούτοις τὴν δίοδον. δυσχεραίνοντος δέ τοῖ
Γαβρᾶ καὶ πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν οἶον ἀποκναίοντος (οἰηματίας
γὰρ ὁ ἀνὴρ καὶ μεγάλοις ἐγχειρεῖν ἐφιέμενος πράγμασι)
Μαριανὸν τὸν Μαυροκατακαλὼν παραχρῆμα, τὸν ἔτι ἀδελφῇ
γαμβρὸν τοὐμοῦ Καίσαρος, ἄνδρα ἀρειμάνιον καὶ διὰ πολλῶν
 ἀνδραγαθημάτων τοῦτο παραστησάμενον φιλούμενόν τε λίαν 
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος μετὰ χιλίων γενναιοτάτων ἀνδρῶν
ἐκπέμπει. οἶς καὶ πολλοὺς τῶν τοῖς Πορφυρογεννήτου καὶ
τὠμῷ Καίσαρι ἐξυπηρετουμένων σφαδάζοντας πρὸς μάχην
συγκαταλέξας ἐξέπεμψεν. ἐδεδίει μέντοι πρὸς τοῦτο καὶ
 οὐτος, ἀλλ’ ὅμως σκοπήσων εἰς τὴν ἰδίαν ἀπῄει σκηνήν.
περὶ μέσας δὲ φυλακὰς τῆς νυκτὸς γράμματα τοῦ Λαντούλφου
κατέλαβε ξυνόντος τῷ τότε μετὰ Ἰσαακίου τοῦ Κοντοστεφάνου
θαλασσοκράτορος τυγχάνοντος κατατρέχοντα αἰτῶν
τε τῶν Κοντοστεφάνων τοῦ τε Ἰσαακίου καὶ τοῦ αὐταδέλφου
 αὐτοῦ Στεφάνου καὶ τοῦ Εὐφορβηνοῦ ὡς καταρραθυμούντων
τοῦ πορθμοῦ Λογγιβαρδίας καὶ ἐξερχομένων ἐνίοτε πρὸς 
τὴν ἤπειρον χάριν ῥᾳστώνης, προκειμένου τοῖς γράμμαἐναντίνω]
 
σιν ὅτι “κἂν σύ, βασιλεῦ, τὰς προνομὰς καὶ ἐκδρομὰς τῶν
Κελτῶν ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ κωλύων ἦσθα, ἀλλὰ τούτων ἀναπεπτωκότων
καὶ ἐπινυσταζόντων ἔτι περὶ τὴν φυλακὴν τοῦ
πορθμοῦ Λογγιβαρδίας σχολὴν ἐξ ἀνάγκης οἱ πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον
διαπλωϊζόμενοι καὶ τὰ πρὸς χρείαν κομίζοντες ἔχουσιν. 
οἱ γὰρ ἀπὸ Λογγιβαφδίας πρὸ μικροῦ πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον
τὸν ἀπόπλουν ποιησάμενοι τὸν ἐπιπνέοντα τούτοις εὔθετον
 ἐπιτηρήσαντες ἄνεμον (καὶ γὰρ νότοι μέν εὐρεῖς εὔθετοι
τοῖς ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπλέουσίν εἰσιν,
οἱ δέ γε βορεῖς ἀνάπαλιν), πτερώσαντες τὰς ναῦς τοῖς λαίφεσι 
τὸν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν ἀπόπλουν τότε ἐθάρρησαν. σφοδρῶς
δέ ὁ νότος ἐπιπνέων προσορμίσαι μέν εἰς τὸ Δυρράχιον οὐδαμᾶς
παρεχώρει, παραπλεῦσαι δὲ τὴν ἠιόνα Δυρραχίου καὶ
τὸν Αὐλῶνα καταλαβεῖν ἠνάγκασε. κεῖθι δέ τὰς μυριοφόροτς
ὁλκάδας προσορμίσαντες δυνάμεις τε πολλὰς ἐξ ἱππέων καὶ 
πεζῶν συνεπαγόμενοι καὶ τὰ ζωαρκῆ ἅπαντα τῷ Βαϊμούντηῳ
προσαγηόχασι. κἀντεῦθεν πανηγύρεις πολλὰς συνεστήσαντο,
 ὡς ἀφθονώτερον ἐκεῖθεν οἱ Κελτοὶ τὰ πὼς διοίκησιν ἐμπορεύωνται.”
ὁ δέ βασιλεὶς θυμοῦ πλησθεὶς τὸν Ἰσαάκιον
πολλὰ κατεμέμψατο καὶ ἀπειλησάμενος, εἰ μὴ διορθώσοιτο, 
ἀνυστάκτως ἐγρηγορέναι ἀνέπεισεν. ἐπεὶ δέ μὴ κατὰ γνώμην
τῷ Κοντοστεφάνῳ ἐπεραίνετο (καὶ γὰρ ἅπαξ καὶ δὶς ἐπιπροσηγηόχασι
 
χειρήσας τοὺς ἐκεῖθεν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπερῶντας
ἀπεῖρξαι ἡμάρτανε τοῦ σκοποῦ · μέσον γὰρ τοῦ πορθμοῦ
καταλαμβάνων, ἐπεὶ τοὺς Κελτοὺς ἐξ οὐρίας πλέοντας ἑώρα
τά θ᾿ ἱστία ἀναπετάσαντας καὶ σφοδρὸν τὸν ἀπόπλουν ποιουμένους,
 οὐχ οἶός τε ἦν πρὸς τοὺς Κελτοὺς ἅμα καὶ τοὺς
ἀνέμοις ἀπομάχεσθαι κατὰ πρώραν τοῦ πνεύματος τσταμένου·
ούδὲ γὰρ τὸν ῾Ηρακλέα πρὸς δύο φασί· τῇ βίᾳ τοίνυν 
τοῦ πνεύματος παλίνορσος ἐγίνετο), ἐπὶ τούτοις ὁ αὐτοκράτωρ
διεπρίετο· διαγνοὺς δέ, ὅτι οὐχ ὅπη προσήκει τὸν
 ῾Ρωμαϊκὸν στόλον ὁ Κοντοστέφανος προσώμισε καὶ διὰ 
τοῦτο αὐτὸν οἱ νότοι ἀπείργουσιν εὔθετον τοῖς Κελτοῖς
μᾶλλον τὸν πλοῦν παρεχόμενοι, διαγράψας τὴν τῆς Λογγιβασρίας
ἠϊόνα καὶ τοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ τοὺς παρ᾿ ἑκάτερα
διακειμένους λιμένας ἀπέστειλε τῷ Κοντοστεφάνῳ ὑποδείξας
 ἐν γράμμασι, καὶ ὅπη δεῖ προσορμίσαι τὰς ναῦς καὶ ὅθεν
οὐρίου τύχοι τοῦ πνεύματος κατὰ τῶν διαπλωϊζουένων Κελτῶν
ἐξορμῶν. ἀνέρρωσέ τε αὖθις τὸν Κοντοστέφανον καὶ ἔργου
ἅψασθαι ἀνέπεισεν. ἀνακτησάμενος οὖν ἑαυτὸν ὁ Ἰσαάκιος
καὶ καταλαβὼν οὗπερ ὁ αὐτοκράτωρ αὐτῷ παρεκελεύσατο 
 τὰς ναῦς προσώκειλε. καὶ καιρὸν ἐπιτηρήσας, ὁπηνίκα οἱ
ἄπο Λογγιβαρδίας μετὰ πολλῆς παδσκευῆς πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν
τὸν ἀπόπλουν ἐποιοῦντο, ἀνέμου δεξιοῦ τηνικαῦτα
 
ἐπιπνέοντος δέχεται τούτους τοῦ πορθμοῦ μέσον καἰ τινα
μὲν τῶν λῃστρικῶν πλοίων πυρίκαυστα πεποίηκε, πλείω δὲ
καὶ αὔτανδρα τῷ βυθῷ παρέπεμψεν. οὔπω ταῦτα μεμαθηκὼς
ὁ βασιλεύς, ἀλλὰ πρὸς τὰ παρὰ τοῦ Λαντούλφου γραφέντα
καὶ αὐτοῦ δουκὸς Δυρραχίου ἐγκείμενον ἔχων τὸν 
 νοῦν, ἑτέρου λογισμοῦ γεγονὼς παραχρῆμα τὸν ἤδη ῥηθέντα
Μαριανὸν τὸν Μαυροκατακαλὼν μεταπεμψάμενος ἐκεῖθεν
δοῦκα τοῦ στόλου προχειρίζεται, τὰ δέ τῆς Πετρούλας
ἑτέρῳ ἀνατίθησιν. οὗτος οὑν ἀπελθὼν καὶ κατά τινα συντυχίαν
εὐθὺς ἐντυχῶν ταῖς ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸς τὸν 
Βαϊμοῦντον διαπλωϊζομέναις λῃστρικαῖς καὶ φορτηγοῖς ναυσὶ
κατέσχεν ἁπάσας πλήρεις παντοίων ἐδωδίμων. καὶ τοῦ λοιποῦ
ἄγρυπνος φύλαξ τοῦ ἀναμεταξὺ Λογγιβαρδίας καὶ Ἰλλυρικοῦ
πορθμοῦ τυγχάνων οὐ συνεχώρει τὸ παράπαν τοῖς
Κελτοῖς τὸν πρὸς τὸ Δυρράχιον ἀπόπλουν.

Ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ περὶ τοὺς πρόποδας τ,ῶν κλεισουρῶν
 καὶ κατὰ τὴν Διάβολιν αὐλιζόμενος ἀπεῖργε μὲν τοὺς
προχωρῆσαι τῷ Βαϊμούντῳ ὠδίνοντας, ὡσεὶ νιφετοὺς δέ
πρὸς τοὺς τὰς κλεισούρας τηροῦντας ἐξέπεμπεν ἑκάστῳ
ὑποτιθέμενος, ὁπόσοις εἰς τὴν πεδιάδα Δυρραχίου ἐξαποστέλλειν 
κατὰ τοῦ Βαϊμούντου καὶ ὁποῖον τὸ τοῦ πολέμου
σχῆμα διατυποῦν τοὺς κατερχομένους χρὴ ἐν τῷ μάχεσθαι,
τὰ πλεῖστά τε προτρέχειν τοῖς ἵπποις καὶ αὖθις ἀνθυπονοσἐπιπνέοντος
 

 
τεὶν καὶ οὕτω πάλιν καὶ πάλιν ποιοῦντας διὰ τῆς τοξείας
μάχεσθαι τοὺς δέ τὰ δόρατα φέροντας ὄπισθεν αὐτῶν
βραδεῖ ποδὶ στείχειν, ἵν’ εἴ που γένηται τοῖς τοξόταις πλέον
τοῦ δέοντος πρὸς τὰ ὄπισθεν παρασυρῆναι, δέχωνται τούτους,
 ἅμα δέ καὶ τὸν εἰς χεῖρας τούτων ἴσως ἐλθόντα Κελτὸν
πλήττοιεν. ἐπεχορήγει δὲ δαψιλῆ τούτοις τὰ βέλη παρακελευόμενος 
μὴ φείδεσθαι τούτων ὅλως, ἀλλὰ κατὰ τῶν
ἵππων μᾶλλον ἢ τῶν Κελτῶν ἐπιτοξάζεσθαι, τοῦτο μὲν
εἰδὼς ὅτι ὅσον ἐπὶ τοῖς θώραξι καὶ τοῖς σιδηροῖς χιτῶσι
 δλτστρωτοι ἦσαν ἢ καὶ παντάπασιν ἄτρωτοι. βάλλειν οὖν
μάτην καὶ πάντη ἀνόητον ᾤετο. ὅπλον γὰρ Κελτικὸν χιτών
ἐστι σιδηροῦς κρίκος ἐπὶ κρίκῳ περιπεπλεγμένος καὶ τὸ 
σιδήριον ἀγαθοῦ σίδηροι; ὥστε καὶ βέλος ἀπώσασθαι ἱκανὸν
καὶ τὸν χρῶτα φυλάξαι τοῦ στρατιώτου. προσθήκη δέ τῆς 
 φυλακῆς καὶ ἀσπὶς οὐ περιφερής, ἀλλὰ θυρεὸς ἀπὸ
ἀρξάμενος καὶ εἰς ὀξὺ καταλήγων καὶ τἄνδον ἠρέμα
ὑποκοιλαινόμενος, λεῖος δὲ καὶ στίλβων κατὰ τὴν ἔξωθεν 
ἐπιφάνειαν καὶ ἐπ’ ὀμφαλῷ χαλκοχύτῳ μαρμαίρων. βέλος
τοίνυν, κἂν Σκυθικὸν εἴη, κἂν Περσικόν, κἂν ἀπὸ βραχιόνων
 ἀπορριφείη γιγαντικῶν, ἐκεῖθεν ἀποκρουσθὲν
πρὸς τὸν πέμψαντα. διὰ ταῦτα τοίνυν ἔμπειρος ὢν, οἶμαι, ὁ
βασιλεὺς τῶν Κελτικῶν ὅπλων καὶ τῶν ἡμετέρων τοξευμάτων
 
ἀφεμένους τῶν ἀνδρῶν τοῖς ἵπποις μᾶλλον ἐπιθέσθαι παρεκελεύετο
καὶ καταπερᾶν αὐτοὺς τοῖς τοξεύμασι παρῄνει, ἅμα
δὲ καὶ ἵνα τῶν ἵππων ἀποβεβηκότες εὐχείρωτοι γένοιντο.
Κελτὸς γὰρ ἀνήρ ἔποχος μὲν ἀκατάσχετος καὶ κἂν τεῖχος
 διατετρήνειε Βαβυλώνιον, ἀποβεβηκὼς δὲ τοῦ ἵππου ἄθυρμα 
τοῖς ἐθέλουσι γίνεται. γινώσκων γὰρ τὸ διάστροφον τῶν
συνεφεπομένων αὐτῷ οὐκ ἤθελε τὰς κλεισούρας ὑπερβῆναι,
καίτοι πολλὰ σφαδάζων δημοσίαν τὴν τοῦ Βαϊμούντου μάχην
αὐτὸς ἀναδέξασθαι, καθά γε καὶ πάλαι πολλάκις ἡμῖν δεδιήγητο.
ἦν γὰρ πρὸς τὰς μάχας παντὸς ξίφους τομώτερος, 
ἄτρεπτος τὴν γνώμην καὶ παντάπασιν ἀκατάπληκτος· ἀλλὰ
τὰ συμπεσόντα οἱ ἀπεῖργε τοῦ ἐγχειρήματος δεινῶς αὐτοῦ
τὴν ψυχὴν ἐκπιέζοντα. στενοχωρούιιενος οὖν ὁ Βαϊμοῦντος
ἀπό τε ἠπείρου καὶ θαλάσσης (καὶ γὰρ ὁ μὲν αὐτοκράτωρ
οἶον θεατὴς τῶν κατὰ τὴν πεδιάδα τοῦ Ἰλλυρικοῦ πραττο- 
 μένων καθῆστο, κἂν ὅλῃ ψυχῇ καὶ γνώμῃ καὶ συμπαρῆν τοῖς
μαχομένοις καὶ τῶν αὐτῶν ἐκείνοις ἱδρώτων καὶ πόνων μετεῖχεν,
εἰ μή που καὶ πλείω τις φαίη, ἐρεθίζων πρὸς μάχας
καὶ πολέμους τοῦς κατὰ τὰς ἀκρολοφίας τῶν κλεισουρῶν
κατατεθέντας ἡγεμόνας καὶ ὑποτιθέμενος, ὅπως χρὴ προσβάλλειν 
τοῖς Κελτοῖς · ὁ δέ γε Μαριανὸς τοῦ ἀναμεταξὺ
Αογγιβαρδίας καὶ Ἰλλυρικοῦ πορθμοῦ τὰς κελεύθους ἐπιτη-
 
ρῶν ἀπεῖργε παντάπασι τοὺς ἐκεῖθεν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν
διαπερῶντα, οὐ τριάρμενον οὐδὲ μυριοφόρον ὁλκάδα οὐδὲ
μυοπάρωνα δίκωπον τὸ παράπαν ξυγχωρῶν πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον
διαπερᾶν) καὶ αὐτῶν γοῦν τῶν διὰ θαλάττης κομιζομένων
 τροφίμων ἐκλειπόντων αὐτῷ καὶ τῶν διὰ ξηρᾶς 
ἐπιτιθεμένων σὺν ἐμπειρίᾳ πολιὴ τὸν πόλεμον ἑώρα προβαίνοντα
(ὁπηνίκα γὰρ τοῦ χάρακος χορταγωηίας χάριν ἐξᾐει 
τις ἢ καί τινων συγκομιδῶν ἄλλων ἢ καὶ τοὺς ἵπποις εἰς
ποτὸν ἐξήλαυνον, ἐπετίθεντο τούτοις οἱ Ῥωμαῖοι καὶ τοὺς
 πλείονας ἀνᾐρουν, ὡς κατὰ μικρὸν τὸ αὐτοῦ δαπανᾶσθαι
στράτευμα) ἀποστείλας πρὸς τὸν δοῦκα Δυρραχίου Ἀλέξιον
τὰ περὶ εἰρήνης ἐπερωτᾷ. ἐπεὶ δέ καὶ εἶς τις εὐγενὴς τῶν
τοῦ Βαϊμούντου κομήτων Γελίελμος ὁ Κλαρέλης ἑώρα τὸ
ἅπαν στράτευμα τῶν Κελτῶν ὑπό τε λιμοῦ καὶ νόσου (δεινὴ 
 γάρ τις τούτους ἐπέσκηψεν ἄνωθεν) διαφθειρόμενον, τὴν
ἑαυτοῦ σωτηρίαν πραγματεθόμενος μεθ’ ἵππων πεντήκοντα
αὐτομολεῖ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ὁ δέ βασιλεὺς τὸν τοιοῦτον 
ἁποδεξάμενος πιθόμενός τε τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον
καὶ τήν τε ὑπὸ λιμοῦ τοῦ στρατεύματος πτῶσιν βεβαιωθεὶς
 καὶ ὡς ἐν στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτοὺς ἐληλάκει, αὐτὸν μὲν
τῷ τοῦ νωβελλισίμου τηνικαῦτα τιμᾷ ἀξιώματι πολλαῖς
δωρεαῖς κὼ χάρισιν ἀμειψάμενος, μεμαθηκὼς δὲ διὰ τῶν
τοῦ Ἀλεξίου γραμμάτων, ὅτι ὁ Βαϊμοῦντος τὰ περὶ εἰρήνης
 Ι 
πρὸς αὐτὸν διαxρεσβεύεται, κατανοῶν δέ καὶ τοὺς ἀμφ᾿
αὐτὸν ἀεί τι κακὸν κατ᾿ αὐτοῦ διανοουμένους καὶ ὅσαι ὧραι
ἐπανισταμένουλ ὁρῶν καὶ βαλλόμενος μᾶλλον ὑπὸ τῶν
 ἐγκολπίων ἢ τῶν ὀθνείων ἐχθρῶν, ἐπεὶ ἐδόκει αὐτῷ μὴ
ἐπὶ πλέον πρὸς ἑκατέρους ἀμφοτέραις χερσὶ μάχεσθαι, τὴν 
ἀνάγκην φιλοτιμίαν ποιησάμενος, ὥς πού τις ἔφη, βέλτιον
ἔγνωκεν εἶναι τὴν μετὰ τῶν Κελτῶν εἰρήνην ἀσπάσασθαι
καὶ μὴ τὰς τοῦ Βαϊμούντου ἀπώσασθαι αἰτήσεις, ἐπτοεῖτο
δὲ ἐπὶ τὰ προσωτέρω χωρῆσαι δι᾿ ἣν ἄνωθεν ὁ λόγος ἐνέφηνεν
αἰτίαν. διὰ ταῦτα αὐτὸς μὲν αὐτοῦ που προσέμενεν 
ἀντικαθιστάμενος πρὸς ἄμφω τὰ μέρη, τῷ δὲ δουκὶ Δυρραχίου
τοιαῦτα πρὸς τὸν Bαϊμοῦντον εἰπεῖν διὰ γραμμάτων
ἐπέσκηψεν “οἶσθα πάντως, ὁσάκις ἠπάτημαι πιστεύων τοῖς
 σοῖς ὅρκοις καὶ ρήμασιν. καὶ εἰ μὴ ὁ τοῦ εὐαγγελίου θεῖος
νόμος Αριστιανοῖς ἅπαντα συγχωρεῖν ἀλλήλοις παρεκελε ετο, 
οὐκ ἂν πρὸς τοὺς σοὺς λόγοις τὰ ὦτα ἀνέῳξα. βέλτιον δὲ
ὅμως ἀπατᾶσθαι ἢ προσκεκρουκέναι Θεῷ καὶ θείους παραβαίνειν
νόμους. διά τοι τοῦτο οὐκ ἀποπέμπομαί σου τὴν
αἴτησιν. εἰ μέν οὖν ἐν ἀληθείᾳ τὴν εἰρήνην καὶ αὐτὸς βούλει
μυσαχθεὶς τὸ ἄτοπον οὗπερ ἐπεχείρησας ἔργου καὶ 
 ἀτέλεστον καὶ οὐκέτι αἵμασι Χριστιανῶν ἐκχεομένοις χαίρειν
 
τιανῶν, ἀλλὰ σοῦ γε καὶ μόνου χάριν θελήματος, ἐπεὶ βραχὺ
τὸ ἀναμεταξὺ ἡμῶν διάστημά ἐστιν, αὐτὸς παραγενοῦ μεθ᾿
ὅσων ἂν βούλῃ. καὶ εἴτε τὰ σφῶν ἡμῶν θελήματα ἐς ταὐτὸν
συμβαῖεν, ὡς ἡ σἰ μβασις ἕξει τῶν πραγμάτων, εἴτε
 καὶ μή, καὶ οὕτως, ὡς εἴρηται, ἀβλαβὴς πρὸς τὴν ἰδίαν
ἐπαναστρέψεις παρεμβολήν.”

Ταῦτα ἀκούσας ὁ Βαϊμοῦντος ὁμήρους τῶν ἐπιφανῶν
ᾐτήσατο δοθῆναί οἱ, ἐφ᾿ ᾧ τούτους παρὰ τῶν
κομήτων ἐλευθέρους ἐν τῇ ἰδίᾳ κατέχεσθαι παρεμβολῇ, μέχρις 
 ἂν αὐτὸς ἐπαναστρέψῃ· ἄλλως γὰ μὴ ἀποθαρρεῖν τὴν
πρὸς τὸν αὂτπλρἀτπρα ἔλευσιν. μεταπεμψάμενος τοίνυν ὁ
βασιλεὺς τὸν Νεαπολίτην Μαρῖνον καὶ τὸν ἐπ᾿ ἀνδρείᾳ
Φράγγον Ῥογέρην, ἄνδρας φρενήρεις καὶ τῶν Λατινικῶν
ἐθῶν ἐν πείρᾳ καθεστηκότας πολλῇ, καὶ Κωνσταντῖνον
 τὸν Εὐφορβηνόν (γενναῖος δὲ οὗτος καὶ χεῖρα καὶ
γνώμην καὶ μηδέποτε κατά τι τῶν αὐτῷ παρὰ τοῦ βασιλέως
ἐπιτεταγμένων διημαρτηκώς) καὶ Ἀδράλεστόν τινα τῆς Κελτικῆς.
γλώττης εἰδήμονα, τούτους, ὡς εἴρηται, πρὸς τὸν 
αϊμοῦντον ἀπέστειλεν ἐπισκήψας παντοίως αὐτὸν μετελθεῖν
 καὶ πεῖσαι αὐτόμολον ἀφικέσθαι πρὸς τὸν αὐτοκρατορα,
ἐφ’ ᾧ ἀπαγγεῖλαι ἅπερ ἂν βούλοιτο καὶ ζητοίη ἐξ αὐτοῦ· 
κἂν μέν ἀρεστὰ δόξη τῷ αὐτοκράτορι, ἐξ ἀνάγκης αὐτῶν
 

 
ἐπιτεύξεσθαι, εἰ δὲ μὴ, ἀβλαβῆ αὖθις εἰς τὴν οἰκείαν παλινοστῆσαι
παρεμβολήν. καὶ ταῦτα μὲν πρὸς ἐκείνους ὁμιλήσας
ὁ βασιλεὺς ἐκεῖθεν ἀπέλυσεν· οἱ δὲ τὴν πρὸς τὸν
Βαϊμοῦντον φέρουσαν ὥδευον. ὅς τὴν τούτων πυθόμενος
 ἔλευσιν καὶ δεδιώς, μὴ τοῦ τοῦ στρατεύματος αὐτοῦ πτῶσιν 
κατανοήαντες τῷ βασιλεῖ τὰ περὶ τούτωι ἀπαγγείλαιεν,
ἔποχος πόρρω τῆς παρεμβολῆς αἰτοῖς ὑπήντησεν. οἱ δὲ
τὰ τοῦ αὐτοκρατορος πρὸς αὐτὸν ἀπεστομάτισαν ὡς “ούκ
ἐπιλέλησται πάντως ὁ βασιλεύς, φησι, τῶν ὑποσχέσεων καὶ
τῶν ὅρκων, ὡν ἐποιήσω οὐ σὺ μόνον, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ 
τότε διεληλυθότες κόμητες. καὶ ὁρᾷς πάντως, ὡς οὐκ εἰς
καλὸν τὰ τῆς παραβάσεως τῶν ὅρκων ἐκείνων ἀπέβη σοι.
τούτων ὁ Βαϊμοῦντος ἀκούσας “ἅλις” ἔφη “τῶν τοιούτων
λόγων. εἰ δέ τι ἕτερον παρὰ τοῦ βασιλέως διεμηνύθη μοι,
τοῦτο μαθεῖν ἐθελω.” καὶ οἱ πρέσβεις πρὸς αὐτόν “ο βασιλεὺς 
τὴν σήν τε καὶ του ὑπὸ σὲ στρατεύματος σωτηρίαν
 βουλόμενος ταῦτά σοι δι’ ἡμῶν ἀποφθέγγεται οἶσθα πάντως,
ὅτι πολλὰ μογήσας οὔτε τὴν Πόλιν Δυρραχίου κατασχεῖν
οἷός τε γέγονας οὔτε σαυτῷ καὶ τοῖς ὑπὸ σὲ ἀγαθόν τι
προσενήνοχας. εἰ γοῦν μὴ παντελῆ ἀπώλειαν ἑαυτοῦ τε 
καὶ τοῦ ὑπὸ σέ λαοῦ βούλει πραγματεύσασθαι, ἴθι προς
τὴν βασιλείαν μου ἀδεῶς ἀποκαλύψας ἅπαν τὸ σοὶ βουληἀπαγγείλαιεν
 
τὸν καὶ ἀκουσόμενος αὖθις τὰ ἡμῖν δοκοῦντα. καὶ εἰ μὲν
ἐς ταὐτὸν αἱ ἀμφοτέρων γνῶμαι ξυνδράμοιεν, Θεῷ χάρις·
εἰ δ’ οἶν, ἀσινῆ σε αὖθις πρὸς τὴν οἰκείαν ἐκπέμψω
παρεμβολήν. ἀλλὰ καὶ ὅσοι τῶν ὑπὸ σὲ πρὸς τὴν τοῖ
 ἁγίου τάφου προσκύνησιν ἀπιέναι βουλήσονται, διασωθήσονται
πὰρ ἐμοῦ· ὅσοι δὲ τὴν πρὸς τὴν χώραν αύτῶν 
ἀναχώρησιν ἕλωνται δαψιλῶν τῶν ἐξ ἐμοῦ δωρεῶν ἀπολαύσαντες
πρὸς τὰ οἴκοι ἀπολυθήσονται." καὶ ὅς πρὸς αὐτούς
“νῦν ἔγνων ὄντως, παρὰ του βασιλέως σταλῆναι ἄνδρας
 ἱκανοὺς εἰπεῖν τε λόγον καὶ δέξασθαι. αἰτῶ γοῦν ἀφ’
ὑμᾶν πληροφορίαν λαβεῖν εἰς τὸ παντελές, μὴ ἀτίμως ὑποδεχθῆναι
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος, ἀλλὰ πρὸ ἕξ σταδίων
τοὺς γνησιωτάτους τῶν καθ᾿ αἷμα προσῳκειωμένων
τὴν ἐμὴν ποιᾐσασθαι προϋπάντησιν, περὶ δὲ τὴν βασιλικὴν
 σκηνὴν πελάσαντα ἅμα τῷ τὰς πύλας εἰσιέναι καὶ αὐτὸν τῆς
βασιλικῆς ἐξαναστάντα περιωπῆς ἐντίμως με ὑποδέξασθαι 
καὶ μηδ’ ἡντιναοῦν ἀνάφορόν τῶν προγεγορθιῶν συμφωνιῶν
γεγονέναι μοι ἢ ὅλως εἰς κρίσιν ἀγαγέσθαι με, ἀλλ’ ἐλεύθερον
ἄδειαν σχόντα κατὰ τὸ ἐμοὶ βουλητὸν εἰπεῖν ὁπόσα
 καὶ βούλομαι· δὲ τούτοις καὶ τὸν βασιλέα τῆς ἐμῆς
κρατῆσαι χειρὸς καὶ πρὸς τῇ κεφαλῇ τῆς κλίνης αὐτοῦ παραστῆσαί
με κὼ μετὰ δύο χλαμύδων τὴν εἴσοδον ποιησάοὖν
 
μενον μηδ᾿ ὅλως εἰς προσκύνησιν κάμψαι γόνυ ἢ τράχηλον
τῷ αὐτοκράτορι.” τούτων ἀκούσαντες οἱ ἀνωτέρω δηλωθέντες
πρέσβεις τὸ μὲν ἐξαναστῆναι τοῦ βασιλικοῦ θρόνου
 αὐτὸν οὐ προσεδέξαντο, ἀλλὰ καὶ ὡς περιττὴν τὴν αἴτησιν
ἀπεπέμψαντο · οὐ μόνον δέ τοῦτο ἀπεδοκίμασαν, ἀλλὰ καὶ 
τὸ μὴ κλῖναι γόνυ μήτε τράχηλον εἰς προσκύνησιν τῷ βα-
 σιλεῖ. πρὸς δὲ τὸ τινὰς τῶν πορρωτέρω συγγενῶν αὐτοῦ
μεταβῆναι διάστημα ἱκανὸν καὶ οὕτως τοῦτον προσδέξασθαι
πρὸς τὸν βασιλέα εὶσελευσόμενον χάριν οἰκονομίας καὶ θεραπείας
τῆς πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὸ σὺν δυσὶ χλαμύσιν 
εἰσελθεῖν, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ τῆς χειρὸς τούτου τὸν βασιλέα
ἐφάψασθαι καὶ στῆσαι πρὸς τῷ ἄνωθεν μέρει τοῦ βασιλικοῦ
σκίμποδος οὐκ ἀπεπέμψαντο. μετὰ τὸ ταῦτα ῥηθῆναι
διέστησαν οἱ πρέσβεις ἀπελθόντες, ἔνθα ἡτοίμαστο ἡ τούτων
ἀνάπαυσις, φυλαττόμενοι ὑπὸ σεργεντίων ἑκατόν, ἵνα 
μὴ νυκτὸς ἐξεληλυθότες τὰ περὶ τὸ στράτευμα κατασκοπή-
 σαιεν καὶ οὕτω καταφρονητικώτερον πρὸς αὐτὸν διατεθήσονται.
τῇ δὲ μετ᾿ αὐτὴν μεθ᾿ ἱππέων τριακοσίων καὶ τῶν
κομήτων πάντων κατέλαβεν, οὗ τοῖς δηλωθεῖσιν ἀνδράσι
τῇ προτεραίᾳ ὡμίλίσε, κᾆθ᾿ οὕτως τοὺς ἀκρίτους ἓξ τὸν 
ἀριθμὸν συμπαραλαβὼν ἄπεισι πρὸς τοὺς πρέσβεις τοὺς ὑπολοίπους
αὐτοῦ που καταλιπὼν ἀπεκδέχεσθαι αὐτὸν ἐκεῖθεν
 
ἐπανελθόντα περὶ γοῦν τῶν προλεχθέντων αὐθις σιασκεπτομένων,
ἐπεὶ ὁ Βαϊμοῦντος ἐνίστατο, κόμης τις τῶν ὐψηλῶν
Οὐβος τὴν κλῆσιν πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον ἔφη ὡς “ούδεὶς
ἀφ’ ἡμῶν τῶν μελλόντων μετὰ τοῦ βασιλέως συνάψαι
 τὸν πόλεμον οὔπω ἔπληξέ τινα διὰ δόρατος. ἔα τοίνυν τὰ 
πολλά· τὴν εἰρήνην τῖς μάχης ἀλλάξασθαι χρή.” λόγων οὖν
πολλῶν ἐξ ἱππέρων κινηθέντων, βαρέως ὁ Βαϊμοῦντος εἶχεν
ὑβριοπαθῶν, εἰ μὴ πάντα γένοιντο ὁπόσα φθάσας ἐπεζήτει
τοὺς πρέσβεις. τῶν δ’ ἐπί τωι συγκατατιθεμένων, ἐφ᾿
 δὲ ἀνανευόντων, πείθεται ὁ Βαϊμοῦντος καὶ τὴν ἀνάγκην,
ὅ φασι, φιλοτιμίαν ποιησάμενος ὅρκον ἐξ αὐτῶν ἐζήτει, ὥστε
ἐντίμως ἑποδεχθῆναι καὶ εἰ μὴ τοῖς θελήμασιν αἰτοῖ ὁ
αὐτοκράτωρ ἀνανεύσειεν, ἀσινὴς πρὸς τὴν ἰδίαν ἐκπεμφθῆναι
παρεμβολήν. τῶν οὖν ἁγίων εὐαγγελίων προτεθέντων ὁμήρους
 ἐξήτει παραδοθῆναι τῷ ἀδελφῷ αἰτοῦ Ιἴδῳ καὶ φνλάττεσθαι 
παρ’ αὐτοῦ μέχρις οὗ αὐτὸς ὑποστρέψῃ. οἱ δὲ
πρέσβεις πρὸς τοῦτο κατανεύσαντες Ὅρκοις αὖθις ὑπὲρ τῖς
τῶν ὁμήρων ἀσφαλείας καὶ αὐτοὶ ἀντεπεζήτουν. κατανενευκὰς
δὲ πρὸς τοῦτο ὁ Βαϊμοῦντος καὶ ὅρκους δοὺς καὶ λαβὼν
 τοὺς μὲν ὁμήροις, τόν τε Σεβασιὸν Μαρῖνον καὶ τὸν
καλούμενον Ἀδράλεστον καὶ τὸν Φράγγον Ῥογέρην, παραδίἀντιλέξασθαι
 Βο 
δῶσι τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ Ιἴδω, ἵν᾿ ὁπηνίκα ἢ μετὰ του βασιλέως
εἰρηνικὰς σπονδὰς ποιήσειεν ἢ εἰ μὴ τοῦτο, ἀβλαβεῖς
ἐκεῖθεν κατὰ τοὺς ὅρκοις αὐτοὺς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐξαποστείλῃ.

Mέλλων τοίνυν τῆς πρὸς τὸν βασιλέα μετὰ τοῦ 
D Εὐφορβηνοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Κατακαλὼν φερούσης ἁψασθαι,
ἐπεὶ δυσωδία πολλὴ διὰ τὸ περὶ τὸν αὐτὸν τόπον καιρὸν
ἱκανὸν τὸ ὑπ᾿ αὐτὸν στράτευμα χρονοτριβῆσαι γέγονε,
βουλόμενος μεταθεῖναι τὸ στράτευμα μηδέ τοῦτ᾿ ἄνευ τῆς
αὐτῶν βουλῆς ἐθέλειν γενέσθαι ἔλεγε. τοιοῦτον γὰρ τὸ 
Κελτῶν γένος ἀνώμαλον καὶ ἐφ᾿ ἑκάτερα ἐν ὀξείᾳ καιροῦ
ῥοπῆ μεταφερόΙιενον· καὶ ἔστιν ἰδεῖν τὸν αὐτὸν καὶ ἕνα
ποτέ μὲν αὐχοῦντα τήν γῆν κλονήσειν ἅπασαν, ποτὲ δὲ ὑποπεπτωκότα
καὶ μέχρι κονίας αὐτῆς καταγόμενον καὶ μᾶλλον,
ὁπηνίκα στερροτέροις ἐντύχοι φρονήμασιν. οἱ δὲ πλείω τῶν 
δύο καὶ δέκα σταδίων οὐ συνεχώροιν μετατεθῆναι τὸ στρά-
 τευμα καὶ “εἰ τοῦτο βούλει,” πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον ἔλεγον
“συνελευσόμεθα καὶ ἡμεῖς ὀψόμενοι τὸν τόπον”. κατανεύ-
 σαντος δὲ καὶ πρὸς τοῦτο τοῦ Βαϊμούντοι, παραχρῆμα διὰ
γραμμάτων τοῖς τὰς κλεισούρας φυλάσσοισιν ἐδήλωσαν, ὥστε 
μὴ ἐκδρομὰς ποιουμένους καταβλάπτειν αὐτούς. ὁ δέ Εὐφορβηνὸς
Κωνσταντῖνος ὁ Κατακαλὼνͅ ᾐτεῖτο αὖθις τὸν Bαϊ-
 

 
μοῦντον, παωχωρηθῆναί οἱ τὴν εἰς τὸ Δυρράχιoν ἀπέλευσιν.
κατανεύσαντος δὲ τοῦ Βαϊμούντου, γοργῶς τὸ Δυρράχιον ὁ
Κατακαλὼν καταλαμβάνει καὶ τὸν φυλάσσοντα τὴν πόλιν
Ἀλέξιον τὸν υἱὸν Ἰσαακίου τοῦ σεβαστοκράτορος ἀναζητήσας
 ἀπήγγειλε τὰ παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος διαμηνυθέντα πρὸς 
αὐτόν τε καὶ τοὺς συγκατελθόντας μετ᾿ αὐτοῦ λογάδας τῶν
στρατιωτῶν. καὶ γὰρ οὐκ ἠδύναντο τοῦ τείχους προκύπτειν
διὰ τὴν γεγενημένην ἄνωθεν παρὰ τὰ κρήδεμνα τοῦ Δυρραχίου
μηχανὴν τοῦ αὐτοκράτορος./σανίδες γάρ τινες περὶ
 τὰς ἐπάλξεις τοῦ κάστροι εὐμηχάνως ἐτέθησαν ἐπὶ τούτῳ
αὐτῷ κατασκευασθεῖσαι ἀνήλωτοι, ὥστε τοὺς ἴσως ἀπὸ τῶν
Λατίνων διὰ κλιμάκων ἀναρριχᾶσθαι πειρωμένους, ἐπὰν τῶν
ἐπάλξεων ἐπιβαῖεν, μὴ. ἐστηριγμένους ἵστασθαι, ἀλλὰ σὺν
αὐταῖς σανίσι διολισθαίνειν τηνικαῦτα καὶ πίπτειν ἐντός,
 καθά γε καὶ εἴρηται. τούτοις οὖν ὁμιλήσας ὁ Εὐφορβηνὸς
καὶ τὰ τοῦ βασιλέως μηνύματα ἀπαγγείλας καὶ θάρσους ἐμπλήσας
πλήσας αὐτοὺς ἐρωτήσας τε τὰ περὶ τοῦ κάστρου καὶ 
διαγνοὺς τὰ κατ᾿ αὐτοὺς ἀρίστης τετυχηκέναι οἰκονομίας, ὡς
τῶν πρὸς χρείαν αὐτάρκως ἔχοντας καὶ παρ᾿ οὐδὲν τὰς τοῦ
 Βαϊμούντου λογιζομένους μηχανάς, καταλαμβάνει τὸν Βαϊμοῦντον
τὴν ταφρείαν ἔνθα προεῖπε, ποιησάμενον. καὶ
ἑνωθεὶς αὐτῷ τῆς πρὸς τὸν βασιλέα φερούσης εἴχετο. οἱ
δ᾿ ἐπίλοιποι τῶν πρέσβεων κατὰ τὰ προϋπεσχημένα μετὰ
τῶν Γἵδου κατελείφθησαν. Mανουὴλ δέ τὸν Mοδηνὸν πισ-
 
τότατόν τε καὶ εὐνούστατον τῶν αὐτοῦ θεραπόντων ὺπάρχοντα
προαποστέλλει πρὸς τὸν βασιλέα τὴν πρὸς αὐτὸν τοῦ
Βαϊμούντου ἀπαγγέλλοντα ἔλευσιν. ἐπεὶ δέ ἀγχοῦ τῆς βασιλικῆς
ἐγεγόνει σκηνῆς, παρεσκεύαστο καὶ τὰ τῆς αὐτοῦ
 ὑπαντῆς, καθὼς οἱ πρέσβεις τούτῳ συνέθεντο. εἰσελθόντος 
δὲ τούτου, ἐντείνας τὴν χεῖρα ὁ βασιλεὺς καὶ τῆς ἐκείνου
ἁψάμενος χειρὸς καὶ τὴν συνήθη τοῖς βασιλεῦσι προσαγόρευσιν
ποιησάμενος ἐγγὺς τοῦ βασιλικοῦ παρεστήσατο θρόνου.
ἢν δὲ τοιοῦτος ὁ ἀνὴρ οἷος, ὡς ἐν βραχεῖ μέν εἰπεῖν,
οὐδεὶς κὰτ ἐκεῖνον ὤφθη ἐν τῇ τῶν Ῥωμαίων γῇ βάρβαρος 
βάρος οὔτε Ἕλλην (θάμβος γὰρ ἦν ὀφθαλμῶν ὁρώμενος καὶ
φημιζόμενος ἔκπληξις), κατὰ μέρος δὲ ὑπογράψαι τὸ τοῦ
βαρβάρου εἶδος, τοιώσδε μακρὸς ἠν τὴν ἀναδρομὴν τοῦ σώματος,
 ὥστε εἰς πῆχυν ἕνα μικροῦ τοὺς μακροτάτους ὑπερελαύνειν,
τὴν γαστέρα συνεσταλμένος καὶ τὰς λαγόνας καὶ 
τοῖς ὤμους εὐρὺς καὶ τὰ στέρνα πλατὺς καὶ τοὺς βραχίονας
καρτερὸς καὶ τὴν ὅλην ἕξιν τοῦ σώματος οὔτε περιεπτισμένος
οὔτε περιβριθόμενος ταῖς σαρξίν, ἀλλ’ ὡς ἄριστα κεκραμένος
καὶ οἷον εἰπεῖν κατὰ τὸν Πολυκλείτειον κανόνα ἐνηρμοσμένος·
τὰς χεῖρας ἁδρὸς καὶ τῶν ποδῶν τὰς· βάσεις 
στερρὸς καὶ τὸν αὐχένα καὶ τὰ μετάφρενα εὐπαγής. ὑποκεκυφὼς
δέ μετρίως τῷ ἀκριβῶς αὐτὸν περιεργαζομένῳ
 
ἐφαίνετο οὐ τῶν νωτιαίων σπονδύλων τι πεπονθότων τῆς
ῥάχεως, ἀλλ’ οὕτω μετρίως ἐκ γενετῆς, ὡς ἔοικε, τὴν διάπλασιν 
ἔσχηκε. τὸ χρῶμα κατὰ τὸ ἄλλο μέν σῶμα λευκότατον,
τὸ δὲ πρόσωπον μετὰ τοῦ λευκοῦ ἐπθρσοῦτο. καὶ ἡ
 κόμη ὑπόξανθος, ἀλλ’ οὐ μέν οὖν μέχρι τῶν μεταφρένων
αἰωρουμένη κατὰ τοὺς ἄλλους βαρβάρους· οὐ γὰρ ἐτριχομάνει 
ὁ ἀνήρ, ἀλλὰ κουρίας ἦν μέχρι τῶν ὤτων. τὸ δέ
γένειον εἴτε πυρσὸν εἴτε ἄλλο τι χρῶμα εἶχεν, οὐκ ἔχω λέγειν·
ὁ ξυρὸς γὰρ ἐπεξῆλθεν αὐτὸ καὶ τιτάνου παντὸς ἀκριβέστερον·
 ἐδόκει δ’ οὑν εἶναι καὶ τοῦτο πυρσόν. τὸ
γλαυκὸν καὶ ἅμα θυμὸν καὶ ἐμβρίθειαν ὑποσημαῖνον· καὶ ἡ
ῥὶς αὐτῷ καὶ ὁ μυκτὴρ ἐλεύθερον ἔπνει τὸν ἀέρα· συνηγόρει
δὲ τῷ μυκτῆρι διὰ τῶν στέρνων καὶ διὰ τοῦ μυκτῆρος τὴν
τῶν στέρνων εὐρύτητα. ἡ γὰρ φύσις διεξόδοις ἐδεδώκει 
 διὰ τῶν ῥινῶν τοῦ ἀπὸ τῆς καρδίας παφλάζοντος πνεύματος.
ἡδὺ δέ τι καὶ ἐνεφαίνετο τῷ ἀνδρὶ τούτῳ, ἀλλὰ τοῖς ἁπανταχόθεν
φοβεροῖς ὑπεθραύετο. ὅλος γὰρ δι’ ὅλοι τοῦ σώματος
ἀμείλικτος ἡν καὶ θηριώδης ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοῖ
μεγέθους, ἀπὸ τοῦ βλέμματος, δοκεῖ μοι, καὶ ὁ γέλως αἰτοῦ
 τοῖς ἄλλοις ἐμβρίμημα ἦν. οὕτως εἶχε ψυχῆς τε καὶ σώματος,
ὡς κὼ τὸν θυμὸν ἐν τούτῳ κορύσσεσθαι καὶ τὸν
ἔρωτα καὶ ἀμφοτέρους ὁρᾶν πρὸς πόλεμον. τὸ δὲ φρόνημα
 
αὐτῷ παντοδαπὸν καὶ πανοῦργον καὶ πρὸς ἅπασαν λαβὴν
 διαδιδράσκον. αἰ γὰρ ὁμιλίαι τούτῳ ἀκριβεῖς καὶ τὰς ἀποκρίσεις
ἐδίδου πανταχόθεν ἀπεριδράκτους. καὶ τοιοῦτος
ὢν καὶ τοσοῦτος μόνῳ τῷ αὐτοκράτορι ἁλώσιμος ἠν καὶ
 τὐχῃ καὶ λόγοις καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς ἀπὸ τῆς φύσεως 
πλεονεκτήμασιν.

Ἀναμνήσας οὖν ὁ αὐτοκράτωρ αὐτὸν τῶν προτέρων
ἐπιτροχάδην καὶ συνεσκιασμένως πως αὐτῷ παραστήσας
ἐτέραν λόγου περίοδον ἐποιήσατο. ὁ δὲ τὴν ἰδίαν συνείδησιν
ἔχων ἐλέγχουσαν ἐπιτηδείως τὰς πρὸς τοὺς λόγους αὐτοῦ 
ἐξέφυγεν ἀνθυποφορὰς τοῦτο μόνον φάμενος ὡς “οὐχὶ
περὶ τᾶν τοιούτων ἀνακρίνεσθαι ἐλήλυθα. εἶχον γὰρ ἂν
καὶ αὐτὸς πολλὰ λέγειν. τοῦ Θεοῦ δέ ἐνταυθοῖ με συνελάσαντος
πάντα τοῦ λοιποῦ τῷ σῷ ἀνατίθημι κράτει.” ὁ δέ
 βασιλεὺς πρὸς αὐτόν “τὰ μὲν παρεληλυθότα ἐατέον τὸ νῦν, 
σέ δέ, εἰ βούλει σπείσασθαι μεθ’ ἡμῶν, πρῶτον μέν ἕνα
τῶν ὑπὸ τὸ ἐμὸν κράτος χρὴ γενέσθαι, εἰτα δηλῶσαι περὶ
αὐτοῦ τε τούτου τῷ σῷ ἀνεψιῷ Ταγγρὲ ἐπισκῆψαί τε αὐτῷ,
τοῖς ἐξ ἐμοῦ ἀποσταλεῖσι παραδοῦναι τὴν Ἀντιόχειαν κατὰ
τὰς γεγονυίας ἐξ ἀρχῆς συμφωνίας ἡμῶν, εἶτα καὶ τἆλλα 
πάντα ὅσα τότε συμπεφώνηται ἡμῖν τη·ρῆσαί σε νῦν τε καὶ
 

 
μετέπειτα”. ταῦτα τοῦ βασιλέως καὶ ἄλλα πλείω πρὸς αὐτὸν
εἰπόντος τε καὶ ἀκούσαντος, ἐπεὶ ὁ αὐτὸς ἐκεῖνος ἦν Βαϊμοῦντος
καὶ οὐκ ἠλλοίωτο, ἔφη “ἀδυνάτως ἔχω τὴν τοιαύτην
ὑπόσχεσιν ποιήσασθαι” καὶ δι’ ἄλλα τινὰ παρὰ τοῦ βασιλέως 
 ἀπαιτούμενα ἠτεῖτο τὴν πρὸς τὸ ἴδιον στράτευμα
ἐπανάζευξιν κατὰ τὴν γενομένην συμφωνίαν παρὰ τῶν πρέσβεων.
ὁ δὲ βασιλεύς φησι πρὸς αὐτὸν ὅτι “κρείττονα
ἐμοῦ οὐκ ἔχω τὸν μετὰ ἀσφαλείας σε διασώσοντα”. καὶ
ἅμα τῷ λόγῳ τοῖς ἡγεμόσι παρρησίᾳ ἐπέταττε τοῦ στρατεύματος, 
 ἑτοιμάσαι τοὺς ἵπποις αἰτῶν, ἐφ’ ᾧ τῆς πρὸς
τὸ Δυρράχιον φερούσης ἅψασθαι. τοῦτο ὁ Βαϊμοῦντος
ἀκούσας ἐξελθὼν ἐπὶ τῷ πρὸς τὴν ἀποτεταγμένην αὐτᾷ
ἀπιέναι σκηνὴν τὸν ἐμὸν Καίσαρα Νικηφόρον τὸν Βρυέννιον
τῷ τοῦ πανυπερσεβάστου τότε τετιμημένον ἀξιώματι ἐζήτει 
 θεάσασθαι. οἱ δέ ἐξελθὼν καὶ πᾶσαν πειθὼ λόγων κινήσας,
ὁποῖος ἐκεῖνος ἐν δημηγορίαις καὶ διαλέξεσιν ἀπαράμιλλος,
πείθει τὸν Βαϊμοῦντον τοῖς πλείστοις συνθέσθαι τῶν παρὰ
τοῦ βασιλέως ῥηθέντων. κρατήσας οὐν αὐτὸν τῆς χειρὸς
εἰσάγει πρὸς τὸν βασιλέα. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν ἐνωμότως καὶ 
 μετὰ τῆς οἰκείας προαιρέσεως κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ τὴν
συμφωνίαν ἐπλήρωσεν. εἶχε δὲ τὰ συμπεφωνημένα οὕτως.

“Ἡ μέν προτέρα συμφωνία, ἥτις δὴ καὶ κὰτ
καιροῦ γέγονε πρὸς τὸ θεοστεφὲς κράτος σου, ὁπόταν μετὰ
τῆς πολυπληθοῦς ἐκείνης στρατιᾶς τῶν Φράγγων εἰς τὴν
βασιλίδα πόλιν ἐπιδεδήμηκα διαβαίνων ἀπὸ τῆς Εὐρώπης
εἰς τὴν Ἀσίαν ἐπὶ τῇ τῶν Ἱεροσολύμων ἐλευθερίᾳ, ἐπειδὴ 
 κατά τινας περιπετείας πραγμάτων ἠθέτηται, ἐκείνη μέν
σχολασάτω καὶ μὴ ἐχέτω τὸ ἐνεργὸν ὡς τὸ ἄκυρον ἀποφερομένη
διὰ τὴν τῶν πραγμάτων περίστασιν. καὶ ἐξ ἐκείνης
οὐ χρὴ κατ’ ἐμοῦ δίκαιόν τι ἔχειν τὴν βασιλείαν σου κἀντεῦθεν
ἰσχυρίζεσθαι περὶ τῶν ἐν ἐκείνῃ συμπεφωνημένων 
τε καὶ ἀναγεγραμμένων. πόλεμον γὰρ ἀραμένου μου κατὰ
τοῦ σοῦ θεοπροβλήτου κράτους καὶ παραλύσαντος τὰ συμπεφωνημένα
συμπαραλέλυται τούτοις καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ σοῦ
κράτους κατ’ ἐμοῦ αἰτιάματα. νῦν δέ αὖ ὡσπερ ἐκ μεταμελείας
 ἐρχόμενος καὶ ὡσπερ ἁλιεὺς πληγεὶς καὶ ἀπενεγκάμενος νοῦν 
καὶ μονονουχὶ τῷ δόρατι τῷ σῷ νουνεχέστερος γεγονὼς καὶ
τῆς κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ ἥττης καὶ τῶν πολέμων ἀναμνησθεὶς
εἰς ἑτέραν συμφωνίαν μετὰ τοῦ κράτους σου τρωπῶμαι ταυτηνί,
ὥστε λίζιον γενέσθαι τοῦ σκήπτρου σου ἄνθρωπον
καὶ ἵνα σαφέστερον εἴποιμι καὶ φανερώτερον, οἰκέτην καὶ 
ὑποχείριον, ἐπειδὴ καὶ σὺ ὑπὸ τὴν σὴν δεξιὰν ἕλκειν ἐμὲ
βεβούλησαι καὶ ἄνθρωπον σου ἐθέλεις ποιήσασθαι λίζιον.
ἔσομαι τοίνυν ἀπὸ τοῦ νῦν κατὰ τὴν δευτέραν ταυτηνὶ συμσυμφωνία 
 

 
φωνίαν, ἢν καὶ φυλάττειν εἰς ἀεὶ βούλομαι καὶ ἐπόμνυμι 
Θεόν τε καὶ πάντας τοὺς ἁγίους αὐτοῦ, ἐπεὶ καὶ ἐπὶ μάρτυσι
τούτοις τὸ συμπεφωνημένα [καὶ] γράφεταί τε καὶ λέγεται,
ἄνθρωπος πιστὸς τῆς σῆς βασιλείας καὶ τοῦ περιποθήτου
 σου υἱοῦ καὶ βασιλέως κυρίου Ἰωάννου τοῦ πορφυρογεννήτου,
καὶ ὁπλίσομαι τὴν δεξιὰν κατὰ παντὸς
ἀνθισταμένου τῷ κράτει σου, εἴτε τοῦ Χριστιανικοῦ γένους 
ἐστὶν ὁ χεῖρας ἀνταράμενος εἴτε καὶ ἀλλοτρίων ἐστὶ τῆς
ἡμετέρας αὐλῆς, οὕς παγανοὺς ἡμεῖς ὁνομάζομεν· ὥστε, ὅπερ
 καὶ τῷ προμνημονευθέντι συμφώνῳ περιείχετο καὶ ἀμφοῖν
τοῖν μεροῖν συνήρεσε, τιὴ τε βασιλείᾳ ὑμῶν καὶ ἐμοί, τῶν ἄλλων
ἀνῃρημένων τοῦτο μόνον ἐκεῖθεν ἕλκω καὶ ἰσχυρίζομαι 
καὶ ἀπρὶξ ἔχομαι τὸ δοῦλον τῆς βασιλείας καὶ ἀμφοτέρων
εἶναι καὶ. λίζιον ἄνθρωπον ὥσπερ καταλυθὲν ἀνανεούμενος.
 καὶ οὐδ᾿ ἂν εἴ τι γένοιτο, εἰς ἀθέτησιν τούτου
οὐδέ τις αἰτία ἔσται ἢ τρόπος φανερός τε καὶ ἀφανής, καθ’
ὅν ἐγὼ παραβάτης τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν νῦν συμπεφωνημένων
φανήσομαι. ἀλλ’ ἐπειδὴ λαμβάνω τὰ νῦν τὴν ῥητῶς
ἐνταυθοῖ [τὴν] δηλωθησομένην χώραν ἐν τοῖς μέρεσι τῆς
 ἀνατολῆς διὰ χρυσοβούλλου λόγου τῆς βασιλείας σου, ὲν ᾧ
καὶ τὸ κράτος τὸ σὸν ὑποσημαίνεται δι’ ἐρυθροβαφοῦς ὑπογραφῆς, 
ὅς δὴ χρυσόβουλλος λόγος καὶ ἀμοιβαῖος γεγονὼς
 
ἐπεδόθη μοι, δεχόμενος τὰς δοθείσας χώρας ὡς ἀπὸ τῆς
βασιλείας ὑμῶν δεδωρημένας καὶ τὸ ἐνδύναμον ἔχων τῆς
δωρεᾶς ἐκ τῆς χρυσοβούλλου γραφῆς ἀντίδοσιν τῶν τοσούτων
χωρῶν καὶ πόλεων δίδωμι τὴν πίστιν τὴν ἐμαυτοῦ
πρὸς τὴν ὑμῶν βασιλείαν, σοῦ τε, τοῦ μεγάλου αὐτοκράτορος 
κυρίου Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ, καὶ τοῦ τριποθήτου υἱοῦ
σου τοῦ βασιλέως κυρίου Ἰωάννου τοῦ πορφυρογεννήτου, ἣν
ἀμετακίνητον καὶ ἀσάλευτον καθέξειν ὑπισχνοῦμαι καθάπερ
ἄγκυραν ἀσφαλῆ. καὶ ἵνα ἐπαναλάβω τὸν λόγον σαφέστερον
 καὶ τὴν ἰδιότητα φυλάξαιμι τῶν ἐγγράφως συμφωνούντων, 
ἰδοὺ ἐγὼ Βαϊμοῦντος υἱὸς Ῥομπέρτου Γισκάφδου
συμφωνῶ μετὰ τοῦ κράτους ὑμῶν καὶ τὴν συμφωνίαν ἀρραγῆ
τίθημι φυλάττειν πρὸς τὴν βασιλείαν ὑμῶν, τοῦτ’ σέ τε,
τὸν αὐτοκράτορα Ῥωμαίων κύριον Ἀλέξιον, καὶ τὸν βασιλέα
καὶ υἱὸν σου τὸν πορφυρογέννητον, καὶ τὸ λίζιον ἄνθρωπον 
ἀνόθευτόν τε καὶ ἀπαραποίητον, ἕως ἂν ἐμπνέω καὶ
μετὰ τῶν ζώντων συναριθμῶμαι. καὶ ἐξοπλισαίμην τὴν
χεῖρα κατὰ τῶν ἐντεῦθεν ἀναφανησομένων ἐχθρῶν ὑμῶν καὶ
τῆς βασιλείας τῆς ὑμετέρας τῶν ἀεισεβάστων σεβαστῶν βασιλέων
 τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας. καὶ ἔνθα ἂν καὶ 
προσταχθείην ὑφ' ὑμῶν, μετὰ πάσης τῆς περὶ ἐμὲ στρατιᾶς
ἀπροφασίστως ἐκδουλεύσω κατὰ τὴν παρισταμένην
 
χρείαν. καὶ οἵτινες ἂν καὶ εἰεν δυσμενῶς ἔχοντες πρὸς
τὸ ὑμέτερον ὤατος, εἰ μή που τοῖς ἀθανάτοις ἀγγέλοις
ἰσάζοιντ᾿ ἂν καί εἰσι τοῖς ἡμετέροις δόρασιν ἄτρωτοι ἢ
τινα περίκεινται σώματα, κατὰ τούτων πάντων
 ὑπεραγωνισαίμην τῖς βασιλείας ὑμῶν. καὶ εἰ μὲν ὑγιῶς ἔχω
τοῖ σώματος καὶ ἐλευθεριάζω Πόλεμοι· τινὸς βαρβαρικοῦ τε
καὶ Τουρκικοῦ, αὐτὸς ἐγὼ τῷ ἐμῷ σώματι ἀγωνιοῦμαι τὸν
ὑπὲρ ὑμῶν πόλεμον μετὰ τοῦ ξυνεπομένου στρατεύματος. 
εἰ δὲ ἢ νόσῳ βαρείᾳ πεδοῦμαι, οἶα πολλὰ τὰ ἀνθρώπινα,
 ἤ πόλεμος ἐπικείμενος πρὸς ἑαυτὸν ἕλκει με, τότε δὴ τότε
ὑπισχνοῦμαι διὰ τῶν περὶ ἐμὲ γενναίων ἀνθρώπων μου τὴν
δυνατὴν ἐξαποστέλλειν βοήθειαν ὡς ἐπανασῳζόντων ἐκείνων
τὸ ἐμὸν ἔλλειμμα. ἡ γὰρ ὀρθὴ πίστις, ἥν σήμερον πρὸς τὴν
βασιλείαν ὑμῶν δίδωμι, τοῦτο ἔστι τὸ ἢ δι’ ἐμαυτοῦ ἢ δι᾿
 καθάπερ εἴρηται, ἀνακρωτηρίαστα διατηρεῖν τί τῆς συμφωνίας. 
ὀρθήν τε πίστιν φυλάττειν διόμνυμι καὶ καθόλου 
καὶ κατὰ μέρος ὑπὲρ τοῦ ὑμετέρου κράτους καὶ τῆς
ζωῆς, ταυτησὶ λέγω τῆς κάτω τε καὶ γηΐνης. ὑπὲρ γὰρ
τῆς τοιαύτης ὑμῶν ζωῆς σιδηροῦς τις ἀνδριὰς καὶ σφυρήλατος
 γενοίμην τοῖς ὅπλοις. ἀλλὰ μέχρι καὶ τῆς τιμῆς
ὑμετέρας καὶ μέχρι βασιλικῶν ὑμῶν μελῶν ἐκτείνω τὸν ὅρκον,
εἴ τις ἐαὐτοῖς ἐπιβουλεύεται κάκωσις παρά τινων ἀλιτηοἵτινες
 
ῥίων ἐχθρῶν, οὕς δυνατόν ἐστιν ἐμὲ καταλύειν καὶ ἀπείργειν
τοῦ κακοῦ ἐγχειρήματος. ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ πάσης χώρας τῆς
 ὑμετέρας καὶ πόλεως μικρᾶς τε καὶ μείζονος καὶ νήσων
αὐτῶν καὶ ἁπαξαπλῶς, ὁπόση τίς ἐστι γῆ τε καὶ θάλασσα
ὑπὸ τὰ ὑμέτερα σκῆΠτρα ἐξ αὐτοῦ δήπουθεν τοῖ Ἀδριαντικοῦ 
πελάγους καὶ ἄχρι πάσης ἀνατολῆς καὶ κατὰ μῆκος
τῆς μεγάλης Ἀσίας, ἔνθα τὰ τῶν Ῥωμαίων ὁρίσματα ἦν.
ἔτι συμφωνῶ, καὶ ἔσται τῶν συμπεφωνημένων μάρτθς καὶ
ἐπήκοος ὁ Θεός μηδεμίαν μηδέποτε χώραν τεταγμένην ὑπὸ
τὰ ὑμέτερα σκῆπτρα εἴτε νῦν εἴτε πρότερον μήτε πόλιν ἤ 
νῆσον κρατεῖν τε καὶ ἔχειν, καὶ ἁπλῶς, ὁπόσα ἡ βασιλεία
Κωνσταντινουπόλεως περιεῖχεν ἢ νῦν κατέχει κατά τε τὴν
 ἀνατολὴν καὶ τὴν δύσιν, ἐκτὸς τῶν ῥητῶς δεδωρημένων μοι
παρὰ τοῦ θεοπροβλήτου κράτους ὑμῶν, ἃ καὶ κατ’ ὄνομα
δηλωθήσεται ἐν τῷ παρόντι ἐγγράφῳ. ἀλλ’ ὁπόσην ἂν δυνηθείην 
χειρώσασθαι χώραν τελοῦσάν ποτε ὑπὸ τὴν βασιλείαν
ταύτην ἀπωσάμενος τοὺς τὴν χώραν ἐκείνην κατέχοντας,
εἰς τὴν γνώμην τὴν ὑμετέραν ἀναρτᾶν ὀφείλω τὴν περὶ
ταύτης οἰκονομίαν. καὶ εἰ μέν ἐμὲ βούλεσθε ἐπιτροπεύειν
τῆς κυριευθείσης χώρας ὡς ἄνθρωπον ὑμέτερον λίζιον καὶ 
δοῦλον πιστὸν, ἔσται τοῦτο· εἰ δ’ οὖν, ἀλλὰ παραδοίην ἄν,
 ᾦ ἂν ἀνδρὶ ἡ βασιλεία ὑμῶν βουληθείη, μὴ ἀμφιβάλλων
 
κατά τι τὸ σύνολον. χώραν δὲ οὐ δέξομαι ὑφ᾿ ἑτέρου
τροδιδομένην ἐμοὶ ἢ πόλιν τινὰ ἢ πολίχνιον, ἅπερ ποτὲ
ὑπὸ τὴν τῆς βασιλείας ἐξουσίαν ἐτύγχανον, ὡς ἐμοὶ διαφέροντα·
ἀλλὰ καὶ τὰ πολιορκίᾳ κρατούμενα καὶ τὰ ἄνευ
 ὑμέτερα δ’ ἦσαν καὶ πάλιν ὑμέτερα ἔσονται μηδ’
ὁπωστιοῦν δικαιολογουμένου μου περὶ τούτων. ἀλλ’ οὐδὲ
ὅρκον δέξομαι παρά τινος Χριστιανοῦ ἢ δώσω πρὸς
ἢ συμφωνίαν ἡντιναοῦν πρὸς βλάβην ὑμετέραν ὁρωσαν
πρὸς ζημίαν καὶ ὑμῶν καὶ τῆς βασιλείας τῆς ὑμετέρας. ἀλλ᾿ 
 οὐδὲ ἄνθρωπος ἑτέρου γενήσομαι ἢ πέρας ἀρχῆς μείζονος
ἢ ἐλάσσονος ἄνευ τοῦ κράτους τοῦ ὑμετέρου· ἀλλὰ μία κυριότης
ἐμοί, ᾑ ὑπισχνοῦμαι δουλεύειν, ἡ βασιλεία σοῖ, τε καὶ τριποθήτου
υἱοῦ σου. τοῖς δὲ προσερχομένους μοι ἀνθρώπους
τῆς βασιλείῳ σοι ὡς κατεξαναστάντας τοῦ κράτους τοῦ
 σοῦ καὶ ἐμοὶ ἐκδουλεύειν ἐθέλοντας καὶ μισήσω καὶ ἀποπέμψομαι,
μᾶλλον δὲ κατ’ αὐτῶν ἐξοπλίσομαι. τοὺς δὲ 
ἄλλοις βαρβάροις, * ἐθέλοντας δέ ὅμως ὑπὸ τὸ ἐμὸν δόρυ
γίνεσθαι, δεξαίμην μέν, ἀλλ’ οὐκ ἰδίῳ προσώπῳ· ὁρκιῶ δὲ
τούτους ἕνεκα σοῦ τε καὶ τοῖ περιποθήτου υἱοῦ σου καὶ
 τὰς ἐξ αὐτῶν χώρας παραλήψομαι δικαίῳ τῆς βασιλείας τῆς
ὑμετέρας καὶ ἐντεῦθεν τὸ ὑπὲρ αἰτῶν προσταττόμενον
ἀπροφασίστως ποιεῖν ἐπαγγέλλομαι. ταύτα μὲν περὶ τῶν
 
πόλεων καὶ τῶν χωρῶν, ὅσαι ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τῆς ῾Ρωμαίων
ἐτύγχανον οὖσαι· περὶ δέ τῶν μηδέπω δεδουλευκότων
τῇ ῾Ρωμανίᾳ, ταῦτα ἐνόρκως κατεπαγγέλλομαι, ὡς
ἵνα τάς τε προσερχομένας μοι χώρας ἄνευ πολέμου ἢ καὶ
μετὰ πολέμου καὶ μάγης καὶ ταύτας ἁπάσας ὡς ἀπὸ τῆς 
 ὑμετέρας βασιλείας λογίζωμαι, εἴτε Τουρκικαί εἰσιν, εἴτε
Ἀρμενικαὶ καί, ὡς ἄν τις εἴποι τῶν τὴν ἡμετέραν ἐπισταμένων
φωνήν, Παγανικαὶ ἢ Χριστιανικαί, τούς τε ἀπὸ τῶν
ἐθνῶν προσιόντας μοι καὶ δουλεύειν ἐμοὶ βουλομένους, οὕτως
ἵνα τούτους παραδέχωμαι, ὡς εἶναι καὶ αὐτοὺς μέλλοντας 
ἀνθρώπους τῆς βασιλείας ὑμῶν· καὶ διαβαίνοι καὶ πρὸς
τούτους ἡ ἐμὴ συμφωνία πρὸς τὸ κράτος τῆς βασιλείας
καὶ οἱ κατεμπεδωθέντες ὅρκοι. καὶ τούτων αὐτῶν, οὓς μὲν
 ἂν ἐθέλοιτε ὑμεῖς οἱ ἀεισέβαστοι βασιλεῖς ὑπ᾿ ἐμέ τάττεσθαι,
τάττοιντ᾿ ἄν οὓς δὲ πέμπειν πρὸς τὸ ὑμέτερον κράτος 
βούλεσθε, βουλομένων κἀκείνων ἀποστελῶ, μὴ βουλομένων
δέ, ἀλλ᾿ ἀπαναινομένων τὴν πρὸς ὑμᾶς δουλείαν, οὐδὲ ἐγὼ
παραδέξομαι. πρὸς μέντοι τὸν Ταγγρὲ καὶ ἀνεψιόν μου
ἀκήρυκτον ἕξω πόλεμον, εἰ μὴ ἐθελήσει καθυφεῖναί τι τῆς
πρὸς τὴν βασιλείαν ὑμῶν δυσμενείας μηδὲ ὀπολύει τῆς 
χειρὸς αὐτοῦ τὰς πόλεις τῆς ὑμετέρας βασιλείας. ἐπὰν δὲ
καὶ θέλοντος αὐτοῦ ἢ καὶ μὴ θέλοντος ἀναρρυσθῶσιν αἱ
 
πόλεις, αὐτὸς μὲν ἵνα δεσπόζω τῇ ἀντιλήψει τοῦ κράτους
ὑμῶν τὰ διὰ χρυσοβούλλου λόγου δεδωρημένα μοι, ἃ καὶ 
ῥητῶς ἐξαριθμηθήσεται· αἱ δέ πόλεις ἐκεῖναι μετὰ τῆς ὲν
Συρίᾳ Λαοδιχείας καὶ ὅσαι εἰσὶν ἐκτὸς τῶν δεδωρημένων
 ἐμοὶ τῷ σκήπτρῳ ὑμῶν προσαρμόζωνται. ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς
τῆς βασιλείας ὑμῶν φυγάδας προσδέξομαί ποτε, ἀλλὰ παλιμπορεύτους
ποιήσω καὶ ὑποτροπιάζειν πρὸς τὴν βασιλείαν
ὑμῶν ἀναγκάσω. ἐτι καθυπισχνοῦμαι καὶ ταυτὶ πρὸς τοῖς
ἄνωθεν εἰρημένοις βεβαιοτέρας τὰς συμφωνίας
 συμφωνῶ γάρ, ἵνα ἐλλυητὰς ἀποδοίην ἐπὶ ταύταις ταῖς συμφωνίαις,
ὥστε ἀπαραβάτους καὶ ἀπαραθραύστους μένειν ἐς τὸ
διηνεκές, τοὺς μέλλοντας ἀνθρώποις μου ἐμῷ δικαίῳ κατέχειν 
τὴν δεδομένην μοι χώραν παρὰ τῆς βασιλείας σου καὶ τὰς
πόλεις καὶ τὰ πολίχνια, ἃ καὶ πρὸς ὄνομα
 παρασκευάσω γὰρ καὶ τούτοις ὀμόσαι τὰ φρικωδέστατα, ὡς
ἂν ναὶ οὗτοι φυλάττωσι πίστιν ὀρθὶν πρὸς τὸ ὑμέτερον
κράτος καὶ ὁπόσην ὁ τῶν Ῥωμαίων κοσμεῖ θεσμὸς καὶ
πάπα τὰ ὲν τῇ παρούσῃ συμφωνίᾳ ἐγγεγραμμένα στέργωσιν
ἀκριβέστατα. καὶ ὁρκιῶ τούτους εἰς τὰς ἐπουρανίους δυνάμεις
 καὶ τὴν ἄστικτον ὀργὴν τοῦ Θεοῖ; ὡς εἴ ποτε βουλευσαίμην
κατὰ τῆς βασιλείας ὑμῶν, ὃ μὴ γένοιτο, μὴ ὠ
μὴ 10 δίκη Θεοῦ, πάντα τρόπον ἐκεῖνοι δπουδάζωσι πρῶτον 
 
 μὲν διὰ τεσσαρακονθημέρου τινὸς διαστήματος ἐπαναγαγεῖν
με εἰς τὴν πίστιν τῆς βασιλείας ὑμῶν καθάπαξ τραχηλιάσαντα.
τοῦτο δ’ ἂν γένοιτο, εἰ καὶ γενέσθαι παραχωρηθείη, μανίας
ἄντικρυς καὶ λύττης καταλαβούσης ἐμέ ἢ ὅταν δηλονότι τὰς
φρένας ἐλαύνωμαι. εἰ δ’ ἀνοήτως ἔχω καὶ ἀστεμφῶς πρὸς 
τὰς παραινέσεις ἐκείνων καὶ λάβρως ἐπαιγίζει τὰ τῆς λύττης
τὴν ψυχὴν τὴν ἐμήν, ἀλλὰ τότε γε ἐξομόσονται μέν ἐμὲ καὶ
πάντα τρόπον ἀποπροσποιήσονται, μεταθῶνται δὲ πρὸς τὸ
ὑμέτερον κράτος καὶ χεῖρα καὶ γνώμην καὶ τὰς χώρας, ἃς
 ὲμῷ δικαίῳ κατέχουσιν, ἀποσπάσοντες τῆς ἐμῆς ἐξουσίας 
ὑμῖν καὶ τῷ μέρει τῷ ὑμετέρῳ παραδοῖεν. ταῦτα δέ ἐνωμότως
ποιεῖν καταναγκασθήσονται καὶ τὴν αὐτὴν φυλάξουσι
πίστιν καὶ δουλείαν καὶ εὔνοιαν πρὸς ὑμᾶς, ἣν κἀγὼ συμπεφώνηκα,
καὶ ὑπὲρ τῆς ὑμετέρας ζωῆς καὶ τῆς ἐπιγείου
ἀροῦνται τὰ ὅπλα, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν ὑμετέρων βασιλικῶν 
μερῶν καὶ μελῶν, ὡς μή τι πάθοιεν παρά τινος ἐχθροῦ, πολεμησείοντες
οὐκ ἀνήσουσιν, εἴ γε τέως εἰς αἴσθησιν ἔλθοιεν τῶν
ἐπιβούλων καὶ σφαλερῶν. ταῦτα ἐπόμνυμι καὶ διαμαρτύρομαι
καὶ Θεὸν καὶ ἀνθρώπους καὶ τοὺς ὑπερτάτους ἀγγέλους, ὡς ἄρα
 καταναγκάσω φρικαλέοις ὅρκοις αὐτοὺς κατειληφὼς ποιεῖν τε 
καὶ πράττειν εἰς δύναμιν· ὡς δέ καὶ ὑπὲρ τῶν κάστρων τῶν
ὑμετέρων καὶ τῶν πόλεων καὶ χωρῶν καὶ ἁπλῶς τῶν ὅλων
 
μερῶν τῶν ὑπὸ τὴν βασιλείαν ὑμῶν, ὅσα ἡ δύσις ἔχει, οὔσα
ἡ ἀνατολὴ περιέχει, ἐνόρκως τὰ αὐτὰ συμφωνήσουσιν ἃ κἀγὼ
πρὸς ὑμᾶς συμπεφώνηκα· καὶ ταῦτα ποιήσουσι καὶ ζῶντος
ἐμοῦ καὶ ἀποτεθνηκότος· καὶ ἵξει καὶ τούτους τὸ
 ὑμῶν ἀνθρώπους ὑποχειρίους ναὶ χρήσει τούτοις ὅσα καὶ
ὑπηρέταις πιστοῖς. καὶ ὅσοι μέν ἐνταυθοῖ τυγχάνουσι συνεπιδημοῦντες
ἐμοί, αὐτίκα καὶ τὰς ἐνόρκους πίστεις καὶ τὰς συμφωνίας
δώσουσι πρὸς ὑμᾶς τοὺς σεβαστούς, τόν τε κύριον 
Ἀλέξιον καὶ αὐτοκράτορα τῶν Ῥωμαίων καὶ τὸν πορφυρογέννητον
 βασιλέα καὶ σὸν υἱόν, ὅσοι δὲ ἀπῶσι τῶν
ἱππέων καὶ ὁπλιτῶν, οὓς καβαλλαρίους συνήθως
ἀποστειλάσης ἄνθρωπον τῆς βασιλείας σου κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν
πόλιν, ἐκεῖ τοὺς αὐτοὺς ὅρκους ἀποτελέσουσι κἀκεῖνοι,
ὁρκιοῦντος μέν αὐτοὺς τοῦ ἀνθρώπου τῆς βασιλείας σου,
 ἐμοῦ δέ, ἐπόμνυμι τοῦτο, παρασκευάσοντος ὀμόσαι τοὺς ἄνδρας
καὶ συμφωνῆσαι τὰ αὐτά τε καὶ ἀπαράλλακτα. προσέτι
συμφωνῶ καὶ ἐπόμνυμι, ὡς ἄρα καθ’ ὧν μὲν ἂν βούληται 
ἡ βασιλεία ὑμῶν τῶν κατεχόντων πόλεις καὶ χώρας, αἱ ποτε
ὑπέκειντο τῇ βασιλείᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀντάρασθαι
 χεῖρας καὶ ξυγκροτῆσαι πόλεμον, τοῦτο ποιήσω κἀγὼ
 
ὁπλοποιήσομαι κατ᾿ αὐτῶν. καθ᾿ ὧν δὲ οὐκ ἔστι σοι θυμῆρες
στρατὸν κινῆσαι, οὐδὲ αὐτοὶ κατ᾿ ἐκείνων στρατεύσαιμεν.
διὰ πάντων γὰρ βουλόμεθα θεραπεύειν τὸ ὑμέτερον
κράτος καὶ πᾶσαν πρᾶξιν καὶ πᾶσαν βούλησιν τῆς σῆς
βουλήσεως ἐξαρτᾶν. τῶν τε Σαρακηνῶν καὶ τῶν ἐκ τοῦ ᾿Ισμαὴλ 
ὁπόσοι συρρέουσιν εἰς τὴν βασιλείαν σου ηὐτομοληκότες
καὶ τὰς πόλεις αὐτῶν παραδιδόντες, οὔτε ἀποκωλύσω
οὔτε διὰ τοῦ σπουδῆς θείην ὑποποιήσασθαι ἐμαυτῷ, εἰ μή που
ἄρα διὰ τοῦ ἐμοῦ δόρατος καταναγκασθὲν τὸ κράρος ἐκεῖνο
καὶ πανταχόθεν στενοχωρηθὲν πρὸς τὸ κράτος τὸ σὸν ἀπέ- 
 βλεψε κίνδυνον ὑφορώμενον καὶ τὴν σωτηρίαν ἑαυτῷ ἐκ
 τοῦ προσέρχεσθαί σοι πραγματευόμενον. ἀλλὰ τοὺς τοιούτους
τε πάντας καὶ ὅσοι τὸ Φραγγικὸν πεφοβημένοι ξίφος καὶ
τὸν ἐπηρτημένον θάνατον ἀποκλίναντες τοὺς σεβαστοὺς βασιλέας
ἐπικαλοῦνται ὑμᾶς ** οὐ διὰ τοῦτο ἀνθέξεσθε τῶν 
ἡμετέρων δοριαλώτων, ἀλλὰ δηλονότι τῶν ἄνευ πόνων ἡμετέρων
καὶ κόπων καὶ ἐθελουσίως εἰς τὴν ὑμετέραν δούλωσιν
ἐρχομένων. πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ταυτὶ συμφωνῶ, ὅτι τοι
ὅσοι ἂν ἐθέλωσι διαπερᾶσαι μετ᾿ ἐμοῦ τὸν Ἀδρίαν ἀπὸ
 Λογγιβαρδίας ἄνδρες στρατιῶται, ὀμοῦνται καὶ αὐτοὶ καὶ 
συμφωνήσουσι τῇ δουλείᾳ τῆς βασιλείας σου, ὁρκίζοντος
δηλονότι τούτους ξύμπαντας ἀνθρώπου τινὸς τοῦ ὑμετέρου
 
κράτους, ὂν ἂν ἂν αὐτοὶ ἐπὶ τούτῳ κατὰ
τὸ πέραν Ἀδρίου. εἰ δ’ ἀποπηδῶσι τὸν ὅρκον, μὴ ἄλλως
ἐᾶσαι διαπερᾶν ὡς τὰ αὐτὰ φρονεῖν ἡμῖν ἀπαναινομένους.
δεῖ δὲ καὶ τὰς διὰ χρυσοβούλλου λόγου δωρηθείσας μοι
 παρὰ τοῦ θεοπροβλήτου κράτους ὑμῶν χώρας καὶ πόλεις
ἐκθεῖναι ὲν τῷ παρόντι συγγράμματι· ἡ κατὰ τὴν
Συρίαν Ἀντιόχου πόλις μετὰ τῆς περιοχῆς αἰτῇς καὶ τῆς
διακρατήσεως σὺν αὐτῷ Σουετίῳ, ὃ παρὰ τὴν
ἥδρασται· τὸ Δοὺξ μετὰ τῆς διακρατήσεως αὐτοῦ πάσης 
 σὺν τῷ τοῦ Καινὰ τό τε τοῦ Λουλοῦ λεγόμενον καὶ τὸ
τοῦ Θαυμαστοῦ Ὄρους καὶ τὰ Φερέσια μετὰ τῆς ὑπ᾿
πάσης χώρας· ὁ Ἅγιος Ἠλίας ἡ στρατηγὶς μετὰ τῶν ὑπ᾿
ἀίτην πολιχνίων· ἡ στρατηγὶς τὸ Βορζὲ καὶ τὰ ὑπὸ ταύτην
πολίχνια· ἡ περὶ τὴν στρατηγίδα τὸ Σέζερ ἅπασα χώρα,
 ἥντινα Λάρισσαν Ἕλληνες ὀνομόζουσιν· ὡς δὲ καὶ τὸ Ἀρτὰχ
καὶ τί Τελοὺχ αἱ στρατηγίδες μετὰ τῆς ἑκάστης περιοχῆς·
σὺν τούτοις ἡ Γερμανίκεια καὶ τὰ ὑπὸ ταύτην πολίχνια·
τὸ Μαῦρον Ὄρος καὶ πάντα τὰ ὑπ᾿ ἐκεῖνο τατττόμενα κάστρα
καὶ ἡ ὑποκειμένη τούτῳ σύμπασα πεδιὰς ἄνευ δηλονότι
 τῆς τῶν Ῥουπενίων διακρατήσεως Λέοντός τε καὶ Θεοδώρου 
τῶν Ἀρμενίων γεγονότων ἀνθρώπων τοῦ κρατοῖς
 
ὑμῶν· μετὰ τῶν ἀναγεγραμμένων τὸ στρατηγάτον Παγρᾶς,
τὸ στρατηγάτον Παλατζά, τὸ Θέμα τοῦ Ζοῦμε ἰπὶ τὰ ὑπὸ
ταῦτα πάντα κάστρα τε καὶ πολίχνια καὶ ἡ ἑκάστῳ προσήκουσα
χώρα. ταῦτα γὰρ πάντα κἀκεῖ περιέχεται ἐν τῷ χρυσοβούλλῳ
λόγῳ τῆς βασιλείας ὑμῶν ὡς δεδωρημένα μοι 
παρὰ τοῦ θείου κράτους μέχρι πέρατος τῖς ἐμῆς βιοτῆς,
ὡς ὀφειλόντων μετὰ τὴν ἐνθένδε μου μετάστασιν εἰς τὴν
βασιλείαν ἐπανακάμπτειν τῆς νέας Ῥώμης καὶ βασιλίδος
 πόλεων Κωνσταντινουπόλεως, ἐφ’ ᾡφυλάττειν πίστιν ἀκραιφνεστάτην
καὶ εὔνοιαν καθαρὰν δι’ ὑμῶν τῶν ἀεισεβάστων σεβαστῶν 
βασιλέων εἰς τὴν βασιλείαν αὐτῆς καὶ τοῦ θρόνου
ταίτης καὶ τῆς βασιλικῆς ῥάβδου δοῦλον εἶναι καὶ λίζιον
ὑποχείριον. συμφωνῶ δέ καὶ ὄμνυμι τὸν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ
Ἀντιοχείας πρεσβευόμενον Θεόν, ὡς οὐκ ἐκ τοῦ
γένους πατριάρχης ἔσται Ἀντιοχείας, ἀλλ' ὃν ἄν προβαλεῖται 
ἡ βασιλεία ὑμῶν ἐκ τῶν θρεμμάτων τυγχάνοντα τῆς
κατὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν μεγάλης ἐκκλησίας. ὁ τοιοῦτος
γὰρ καὶ τοῦ θρόνου τοῦ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν ἐπιβαίη καὶ
 πάντα πράξει ἀρχιερατικῶς ἔν τε χειροτονίαις καὶ ταῖς λοιπαῖς
ἐκκλησιαστικαῖς ὑποθέσεσι κατὰ τὰ τοῦ θρόνου τοῦδε 
προνόμια. ἦσαν δὲ ἄρα καὶ αἱ ἀπὸ τῆς δουκικῆς ἀρχῆς
 τῆς κατὰ τὴν πόλιν Ἀντιοχείας ἀποτμηθεῖσαι μερίδες καὶ]
παρὰ τῆς βασιλείας ὑμῶν ὡς ἐθελόντων ταύτας προσοικιώπαλατζά]
 
σασθαι καθ᾿ ὁλόκληρον αὑται· τό τε αὑται· τό τε θέμα τὸ
καὶ πρὸς τούτοις τὸ στρατηγάτον τῆς Ταρσοῦ πόλεως
ἡ Ἄδανα πόλις καὶ αἱ τοῦ Μόψου ἱστίαι καὶ ἡ Ἀνάβαρζα
καί, συνελόντα φάναι, ἡ χώρα πᾶσα τῆς Κιλικίας, ὅσην ὁ
 Κύδνος καὶ ὁ Ἕρμων περιορίζουσιν· ὡς δὲ καὶ ἡ
Λαοδίκεια τῆς Συρίας καὶ αὐτὸ δήπουθεν τὸ στρατηγάτον
Γαβάλων, ὃ καὶ Ζέβελ ὑποβαρβαρίζοντες λέγομεν, τά τε 
στρατηγάτα Βαλανέως καὶ Μαρακέως καὶ ἡ Ἀντάραδος
τῆς Ἀνταρτοῦς· στρατηγίδες γὰρ καὶ ἀμφότερα. ταῦτά εἰσιν
 ἅπερ ἀποκόψασα ἡ βασιλεία ὑμῶν τῆς ὅλης δουκικῆς ἀρχῆς
Ἀντιοχείας καὶ τῷ κύκλῳ τοῦ κράτους προσένειμεν ἐκεῖθεν
ἀφελομένη. καὶ στέργω καὶ τοῖς τε δεδομένοις καὶ τοῖς
ἀφῃρημένοις ὡσαύτως. καὶ ἀνθέξομαι μὲν τῶν δικαίων καὶ
προνομίων ὧν παρέλαβον ἀφ’ ὑμῶν, οὐκ ἀντιποιησαίμην δέ
 ὦν οὐ παρέλαβον. οὐδ’ ἂν ὑπερβαίην τοὺς ὅροις, ἀλλ’
τοῖς δεδωρημένοις κρατῶν αὐτὰ καὶ καρπούμενος,
μέχρις ἂν τῷ βίῳ περιῶ, καθὰ προδεδήλωται. μετὰ δὲ τὴν 
ἐμὴν τελευτήν, ὡς καὶ τοῦτο προγέγραπται,
πρὸς τὰς οἰκείας ἀρχὰς καὶ ὅθεν εἰς ἐμὴν ἐξουσίαν ἐδόθησαν.
 ἐπισκήψω γὰρ τοῖς ἐμοῖς ἐπιτρόποις καὶ
κατὰ τὴν τελευταίαν μου βούλησιν ἀποδώσειν τὰς χώρας
ἁπάσας τὰς εἰρημένας τῷ σκήπτρῳ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς
μηδὲν παρὰ τὴν ἀπόδοσιν περιερηαζομένοις ἤ εἰς ἀμ-
 
φισβήτησίν τινα διαπίπτουσι. καὶ ὄμνυμι καὶ τοῦτο καὶ
συμφωνίαν ταύτην κατεμπεδῶ, ὡς ἀνυπερθέτως τε καὶ
ἀναμφιβόλως τὸ προσταττόμενον πράξουσι. πλὴν καὶ τοῦτο
προσκείσθω ταῖς συμφωνίαις, ὡς ἐπειδὴ ὑπὲρ τῶν
 μένων παρὰ τοῦ κράτους ὑμῶν ἐκ τῆς Ἀντιοχικῆς ἀρχῆς 
καὶ τοῦ δουκάτου τῆς πόλεως ἐγώ τε κατελιπάρησα τὸν
ὑμέτερον θρόνον ποιήσασθαι ἀντισήκωσιν καὶ οἱ περεγρῖνοι
προσκατελιπάρησαν τὴν ὑμετέραν βασιλείαν, καὶ κατένευσε
τὸ κράτος ὑμῶν ἀντισηκῶσαί μοι θέματα καὶ χώρας τινὰς
καὶ πόλεις κατὰ τὴν ἀνατολὴν διακειμένας. δεῖ καὶ τούτων 
ἐνταυθοῖ μνημονεῦσαι κατ’ ὄνομα, ἵνα μήτε ἡ βασιλεία ὑμῶν
ἀμφιβάλλοι κατά τι καὶ ἐγὼ ἔχω περὶ ὧν ἂν ἐπιζητοίην.
ἦσαν δὲ ταῦτα· τό τε θέμα τῆς Κασιώτιδος πάσης χώρας,
ἦς μητρόπολις ἐστιν ἡ Βέροια, ὃ κατὰ τὴν τῶν
 φωνὴν Χάλεπ λέγεται, τὸ θέμα τῆς Λαπάρας καὶ τὰ ὑπὸ 
ταύτην πάντα πολίχνια, τοῦτ’ ἔστι τὰ Πλαστά, τὸ τοῦ Χωνίου
κάστρον, τὰ Ῥωμαΐνα, τὸ κάστρον Ἀραμισός, τὸ τοῖ Ἀμηρᾶ
πολιχνιον, τὸ κάστρον τοῦ Σαρβάνου, τὸ τοῦ Τελχαμψὼν
φρούριον· σὺν οἷς καὶ τὰ τρία Τίλια, τό τε Σθλαβοτίλιν καὶ
τἆλλα δύο, τὸ φρούριον τὸ Σγένιν, τὸ κάστρον τὸ Καλτζιέριν· 
καὶ δὴ καὶ ταυτὶ τὰ πολίχνια, τό τε Κομμερμοέρι καὶ
τὸ Καθισμάτιν λεγόμενον καὶ τὸ Σαρσάπην καὶ τὸ Νεκρὰν
 
τὸ πολσμάτιον. ταῦτα μὲν τὰ ἐπὶ τόδε Συρίας κείμενα·
τὰ δὲ ἀπὸ τῆς μέσης τῶν ποταμῶν θέματα, τὰ ἀγχοῦ που
κείμενα τῆς πόλεως ᾿Εδέσης, τό τε θέμα τῶν Λιμνίων καὶ
τὸ θέμα τοῦ ᾿Αετοῦ μετὰ πάσης τῆς ἑκάστου τούτων περιο- 
 χῆς. μηδὲ ταῦτα ἀμνημόνευτα κείσθω τὰ περὶ τῆς ᾿Εδέσης
μηδέ τὰ παρὰ τοῦ θεοφρουρήτου κράτους ὑμῶν τετυπωμένα 
μοι ἐτήσια τάλαντα, λέγω δὴ τὰς διακοσίας λίτρας τῆς Μιχανλάτου
χαραγῆς. προσδεδώρηται γάρ μοι διὰ τοῦ εὐσεβοῦς
χρυσοβού λόγου τῆς βασιλείας ὑμῶν καὶ τὸ δου-
 κάτον * ἐξ ὁλοκλήρου μετὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὸ πάντων φρουρίων
τε καὶ χωρῶν οὐκ εἰς ἐμὸν πρόσωπον μόνον περιϊσταμένης
τῆς δουκικῆς ταύτης ἀρχῆς· ἀλλὰ γὰρ ἐφεῖταί μοι παραπέμπειν
αὐτὴν διὰ τοῦ εὐσεβοῦς χρυσοβούλλου λόγου εἰς ὅν
ἂν αὐτὸς ἐθέλοιμι, μέλλοντος δηλονότι κάκείνου ὑποκύπτειν
 τοῖς τῆς βασιλείας ὑμῶν προστάγμασι καὶ θελήμασι καθα- 
περεὶ ἀνθρώπου λιζίου τυγχάνοντος τοῦ αὐτοῦ κράτους καὶ
τῆς αὐτῆς βασιλείας καὶ τὰ αὐτα βουλομένου καὶ συμφωνοῦντος,
ἅπερ κἀγὼ πρὸς ὑμᾶς. ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε, ἐπειδὴ
καθάπαξ ἐγενόμην ὑμέτερος ἄνθρωπος καὶ τοῦ κύκλου τοῦ
 κράτους ὑμῶν, ὀφείλω λαμβάνειν κατ᾿ ἐτησίαν δόσιν ἀπὸ τῶν
βασιλκῶν θησαυρῶν τάλαντα διακόσια τοῦ προβεβασιλευσκότος
κυρίου Μιχαὴλ ποιότητά τε καὶ χαραγὴν ἀποφέροντα
 
 διά τινος ἀποστολέως ἡμετέρου Συριάθεν πεμπομένου μετὰ
καὶ γραμμάτων ἐμῶν πρὸς ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν,
ἐφ’ ᾦ ταῦτα λαβεῖν εἰς ἡμέτερον πρόσωπον. καὶ ὑμεῖς μέν,
οἱ ἀεισέβαστοι βασιλεῖς καὶ σεβαστοί τε καὶ αὔγουστοι τῆς
τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας, στέρξετε δήπουθεν τὰ ἐν τῷ χρυσοβούλλῳ 
λόγῳ τῆς εὐσεβοῦς ὑμῶν βασιλείας ἐγγεγραμμένα
καὶ τὰ ὑπεσχημένα διατηρήσετε. ἐγὼ δέ διὰ τοῦδε τοῦ ὅρκου
τὰ πὰρ ἐμοῦ πρὸς ὑμᾶς συμπεφωνημένα κατεμπεδῶ.
ὄμνυμι γὰρ εἰς τὰ πάθη τοῦ ἀπαθοῦς καὶ σωτῆρος Χριστοῦ
καὶ εἰς τὸν ἀήττητον ἐκείνου σταυρόν, ὃν ὑπὲρ τῆς τῶν 
 ἁπάντων σωτηρίας ὑπέμεινε, καὶ εἰς τὰ προκείμενα παναγέστατα
εὐαγγέλια, ἃ τὴν οἰκουμένην ἅπασαν
ταῦτα γὰρ κρατῶν ἐπόμνυμι καὶ τὸν πολύτιμον σταυρὸν τοῖ
Χριστοῦ συμπαραλαμβάνω τῷ νῷ καὶ τὸν ἀκάνθινον στέφανον
καὶ τοὺς ἥλους καὶ τὴν λόγχην ἐκείνου τὴν διατρήσασαν 
τὴν δεσποτικὴν καὶ ζωοποιὸν πλευρὰν πρὸς σέ, τὸν
κράτιστον καὶ ἅγιον ἡμῶν βασιλέα κύριον Ἀλέξιον τὸν Κομνηνὸν
καὶ τὸν συμβασιλεύοντά σοι τριπόθητον κύριον Ἰωαννην
τὸν πορφυρογεννητον, ὡς πάντα τὰ συμπεφωνημένα
καὶ εἰρημένα ἀπὸ τοῦ στόματός μου φυλάξω καὶ ἀπαράβατα 
 
διατηρήσω μέχρι παντὸς καὶ τὰ ὑπὲρ τοῦ κώους ὑμῶν καὶ
νῦν φρονῶ καὶ εἰσέτι φρονήσω μηδ’ ἄχρι ψιλῆς ἐπινοίας 
κακόηθες ἢ δολερὸν πρὸς ὑμᾶς ἐνδεξόμενος, ἀλλ’ ἐμμενῶ
τοῖς ὑπ’ ἐμοῦ συμπεφωνημένοις καὶ καθ’ οἱονδήτινα τρόπον
 οὔτε ψευδορκήσω πρὸς ὑμᾶς οὔτε εἰς ἀθέτησιν
ὑπεσχημένων χωρήσω οὔτε πρὸς ἄσπονδον τι ἐπινοήσομαι
οὔτε αὐτὸς ἐγὼ οὔτε οἱ σὺν ἐμοὶ πάντες καὶ ὁπόσοι τῆς
ἐμῆς ἐξουσίας εἰσὶ καὶ τὸν χορὸν τῶν ἐμῶν στρατιωτῶν
ἀπαρτίζουσιν· ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν σῶν ἐχθρῶν θωρακιούμεθα
 καὶ ἀροῦμεν ὅπλα καὶ δόρατα καὶ τοῖς σοῖς φίλοις
ἐμβαλοῦμεν τὰς δεξιάς· καὶ πάντα τὰ πρὸς ὠφέλειαν καὶ
τιμὴ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς καὶ ἐπινοήσω καὶ καταπράξομαι.
οὕτως ὀναίμην τῷ τοῦ Θεοῦ βοηθείας, οὕτω τοῦ 
σταυροῦ καὶ τῶν θείων εὐαγγελίων. 
 Ταῦτα ἐγράφη τε καὶ οἱ ὅρκοι συνετελέσθησαν
τῶν ὑπογεγραμμένων μαρτύρων κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον
δευτέρας ἐπινεμήσεως ἔτους ἤδη διαρρυϊσκομένου ςχιζ'. 
 Οἱ μέντοι παρουσιάσαντες μάρτυρες καὶ ὑπογεγραφότες,
ὧν ἐναντίον ταῦτα τετέλεστο, εἰσὶν οὑτοι· οἱ θεοφιλέστατοι 
 ἐπίσκοποι, ὅ τε Ἀμάλφης Μαῦρος καὶ ὁ τοῦ Τερεντοῦ Ῥενάρδος
καὶ οἱ σὺν αἰτῶ κληρικοί· ὁ εὐλαβέστατος καθηγούμενος
τῆς ἐν Λογγιβαρδίᾳ σεβασμίας μονῆς τοῦ ἁγίου Ἀνἐνδεξόμενος
 
δρέου, τῆς ἐν τῇ νήσῳ τοῦ Βρεντησίου, καί τινες αὐτῶν δύο
 μοναχοί· οἱ ἄρχοντες τῶν περεγρίνων, ὧν τὰ μέν σίγνα αὐτοὶ
διεχάραξαν οἰκειοχείρως, τὰ δέ τούτων ὀνόματα διὰ
χειρὸς τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Ἀμάλφης τοῖς σίγνοις
προσπαρεγράφησαν, ὃς καὶ πρέσβυς παρὰ τοῦ πάπα πρὸς 
τὸν αὐτοκράτορα ἐληλύθει. οἱ ἀπὸ τῆς βασιλείου αὐλῆς·
ὁ Σεβαστὸς Μαρῖνος, Ῥογέρης ὁ τοῦ Τακουπέρτου, Πέτρος
 Ἀλίφας, Γελίελμος ὁ Γανζῆ, Ῥιτζάρδος ὁ Πριντζίτας, Ἰοσφρέ
Μαλής, Οὐμπέρτος ὁ υἱὸς τοῦ Γραούλ, Παῦλος ὁ Ῥωμαῖος,
οἱ ἐκ τῶν Δακῶν ἥκοντες ἀποκρισιάριοι παρὰ τοῦ κρόλη 
καὶ συμπενθέρου τῆς βασιλείας, Ζουπάνος ὁ Πέρης
Σίμων, καὶ οἱ ἀποκρισιάριοι Ῥισκάροδου Σινισκάρδου, Βασίλειος
νωβελλίσιμος ὁ εὐνοῦχος καὶ Κωνσταντῖνος νοτάριος.” 
 Τὸν μὲν οὑν ἔγγραφον ὅρκον τοῦτον ὁ αὐτοκράτωρ
παρὰ τοῦ Βαϊμούντου ἔλαβεν, ἀντιδέδωκε δέ πρὸς αὐτὸν 
τὸν εἰρημένον ἄνωθεν χρυσόβουλλον λόγον ἐνσεσημασμένον
διὰ κινναβάρεως, ὡς ἔθος, διὰ βασιλικῆς δεξιᾶς.

Τῶν οὖν δεδογμένων τῷ αὐτοκρότορι πέρας ἐσχηκότων 
τὴν ἐκτεθεῖσαν ἀνωτέρω ἔγγραφον ἔγγραφον συφωνίαν ἐνόρκως 
ὁ Βαϊμοῦντος βεβαιωσάμενος τῶν ἱερῶν εὐαγγελίων
προτεθέντων καὶ τις λόγχης, δι’ ἧς τὴν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν
 πλευρὰν οἱ ἄνομοι ἐξεκέντησαν, τὴν πρὸς τὴν ἐνεγκαμένην 
 

 
ἐπάνοδον ἠτεῖτο ἀναθέμενος πάντας τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν τῇ
ἐξουσίᾳ καὶ γνώμῃ τοῦ αὐτοκράτορος ἀξιῶν ἅμα ἐντὸς τῆς
τῶν Ῥωμαίων ἐπικρατείας παραχειμάσαι τούτους τῶν χρειωδᾶν
δαψιλῶς ἐπιχορηγουμένων αὐτοῖς, ἐπὰν δέ ὁ χειμὼν
παρέλθοι καὶ τῶν πολλῶν κόπων ἑαυτοὺς ἀνακτήσαιντο, 
 ὅπου βουλητὸν αὐτοῖς, συγχωρηθῆναι ἀπελεύσεσθαι. ταῦτα
αἰτησάμενος καὶ τὸν αὐτοκράτορα συγκατατιθέμενον ταῖς
τούτων αἰτήσεσιν εἶχεν εὐθύς. τιμηθεὶς οὖν τηνικαῦτα τῷ
τῶν σεβαστῶν ἀξιώματι καὶ χρήματα λαβὼν ἱκανὰ πρὸς τὸ
οἰκεῖον ἐπανέτρεχε στράτευμα. συναπῄει δέ τούτῳ καὶ Κωνσταντῖονος 
ὁ Εὐφορβηνὸς ὁ τὴν προσηγορίαν Κατακαλών, ὡς
μή τι κατὰ τὴν ὁδὸν δεινὸν παρά τινων στρατιωτῶν τῶν
ἡμετέρων ταγμάτων αὐτῷ συμβαίη, ἀλλὰ μᾶλλον πρόνοιαν
τοῦ στρατοπέδου αὐτοῦ ποιήσαιτο ἔν τε προσήκοντι τόπῳ
καὶ ἀκινδύνῳ στρατοπεδεύοντος καὶ ἐνδεχομένας τὰς αἰτήσεις 
σεῖς παρέχοι αὐτοῖς. καταλαβὼν οὑν τὴν ἰδίαν παρεμβολὴν
 καὶ παραδοὺς τὸ στράτευμα τοῖς ἐπ’ αὐτῷ τούτῳ ἀπεσταλμένοις
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος εἰς μονῆρες εἰσελθὼν τὴν
Λογγιβαρδίαν κατέλαβεν. οὐ πλείω δέ τῶν ἓξ μηνῶν ἐπιβιοὺς
τὸ κοινὸν ἀπεδεδώκει χρέος. ὁ δέ αὐτοκράτωρ τῆς 
τῶν Κελτῶν ἔτι φροντίδος εἴχετο· καὶ τὰ κατ’ αὐτοὺς εὖ
διαθέμενος τῆς πρὸς τὸ Βυζάντιον φερούσης ἥψατο. ἐπανελτοῦ
 
θὼν δέ οὐ πρὸς ἀνέσεις καὶ ἀναπαύλας ἀνέκλινεν ὅλως,
ἀλλὰ λογιζόμενος αὖθις, ὅπως τὰ κατὰ τὴν παραλίαν
Σμύρνης καὶ μέχρις αὐτῆς Ἀτταλείας οἱ βάρβαροι
ἠρίπωσαν, ἐν δεινῷ ἐποιεῖτο, εἰ μὴ καὶ τὰς πόλεις αὖθις ἐς
 τὴν προτέραν ἐπαναγάγοι κατάστασιν καὶ τὸν πρώην ἀποδοίη 
κόσμον καὶ τοὺς ἁπανταχῆ σκεδασθέντας ἐποίκους αὐταῖς
ἐπανασώσοιτο. οὐ μὴν ἀλλ’ οὐδὲ περὶ τῆς του Ἀττάλου
ἀμεριμνίαν εἶχεν, ἀλλὰ πολλὴν ἐποιεῖτο τὴν περὶ αὐτῆς
φροντίδα ὁ Φιλοκάλης οὖν Εὐμάθιος (ἀνὴρ δέ
 καὶ τῶν ἐπιφανῶν οὐ γένει μόνον, ἀλλὰ καὶ
φρονήσει τῶν πολλῶν διαφέρων, ἐλευθέριος καὶ γνώμην καὶ
χεῖρα, πιστὸς μὲν πρὸς Θεὸν καὶ τοὺς φίλοις, πρὸς δὲ
τοῖς δεσπότας εὔνους εἴπερ τις ἄλλος, τῆς μέντοι στρατιωτικῆς 
παιδείας πάμπαν ἀμύητος· οἵτε γὰρ τόξον καὶ νευρὰν
 ἐπὶ μαζὸν ἕλκειν ἤδει οἵτε θυρεῷ σκέπεσθαι· τἀλλα δὲ
δεινότατος, λόχους τε ἐφιστᾶν καὶ διὰ παντοίων μηχανημάτων
τοὺς πολεμίοις ἡττᾶν) οἶτος προσελθὼν τῷ αὐτοκράτορι
τὴν τῆς Ἀτταλείας φρουρὰν ἐπιμελῶς ᾐτεῖτο. γινώσκων
οὐν τὸ ποικίλον τῶν αὐτοῦ νοημάτων τε καὶ ἐγχειρήσεων
 ὁ αὐτοκράτωρ καὶ τὴν συμπαρομαρτοῦοῦσαν αὐτῷ εὐτυχίαν,
ἥτις ποτέ ἐστί τε καὶ λέγεται οὐδὲ γὰρ οἱᾳδήτινι ἐπιβαλών 
ποτε πράξει διημάρτηκε τοῦ σκοποῦ), πείθεται διὰ 
 
ταῦτα καὶ δυνάμεις ἀποχρώσας αὐτῷ δίδωσι πολλὰ ὑποθέμενος
καὶ ἐντειλάμενος ἐν πᾶσι νουνεχεὶ τὰς ἐπιχειρήσεις
ποιεῖσθαι. ὁ δὲ καταλαβὼν τὴν Ἄβυδον αὐτίκα τὸν ἀναμεταξὺ
διαπλωϊσί μενος πορθμὸν καταλαμβάνει τὸ Ἀτραμύτιον.
πόλις δὲ πρώην μὲν ἦν πολυανθρωποτάτη· ὁπηνίκα 
δὲ ὁ Τζαχᾶς τὰ κατὰ τὴν Σμύρνην ἐληΐζετο, καὶ αὐτὴν παντελῶς
ἐριπώσας ἠφάνισε. τὸν γοῦν παντελῆ ἀφανισμὸν τῆς τοιαύτης
θεασάμενος πόλεως, ὡς δοκεῖν μηδὲ ἄνθρωπον κατοικῆσαί
ποτε ἐν αὐτῇ, παραχρῆμα ἀνῳκοδόμησέ τε καὶ εἰς
τὸ πρότερον ἀποκατέστησε σχῆμα τούς τε ἐποίκους ἁπανταχόθεν 
 ἀνεκαλέσατο, ὁπόσοι τέως τῶν αὐτοχθόνων ἐσώζοντο,
καὶ ἐξ ἀλλοδαπῶν πολλοὺς μεταπεμψάμενος ἐνῴκισέ
τε καὶ τὸν πρότερον ἀποδεδώκει κόσμον. πυθόμενος δὲ
περὶ τῶν Τούρκων καὶ μεμαθηκὼς κατὰ τὴν Λάμπην τούτους
τῷ τότε ἐνδιατρίβειν ἀπόμοιραν τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν δυνάμεων 
ἀποδιελόμενος ἐξέπεμψε κατ᾿ αὐτῶν. οἳ καὶ καταλαβόντες
αὐτοὺς καὶ πόλεμον καρτερὸν μετ᾿ αὐτῶν συνάψαντες
τὴν νικῶσαν εἶχον παραυτίκα· ἀπηνῶς δὲ τοῖς Τούρκοις
τοσοῦτον ἐχρήσαντο, ὡς καὶ τὰ νεογνὸ τούτων εἰς λέβητας
ἐμβαλεῖν καχλάζοντας· πολλοὺς δὲ καὶ ἔκτειναν καὶ ζωγρίαν 
 ἄγοντες πρὸς τὸν Εὐμάθιον χαίροντες ἐπανῄεσαν. οἱ δὲ γε
καταλειφθέντες Τοῦρκοι μελενδυτήσαντες καὶ τὰς σφῶν 
 
 
συμφορὰς ἐξ αὐτῶν ἀμφίων παριστάναι τοῖς ὁμοφύλος βουλόμενοι
ἅπασαν τὴν ὑπὸ τῶν Τούρκων κατεχομένην διῄεσαν
χώων γοερὸν ἀνοιμώζοντες καὶ τά σφισιν αὐτοῖς ξυμπεσόντα
δεινὰ διηγούμενοι κἀκ τῶν ἀμφίων ἅπαντας εἰς οἶκτον
 παρακινοῦντες καὶ πρὸς ἄμυναν ἐρεθίζοντες. ὁ δὲ Εὐμάθιος
τὴν Φιλαδέλφειαν καταλαβὼν ἔχαιρεν ἐπὶ τῇ εὐτυχίᾳ
τοῦ ἐγχειρήματος. ἀρχισατραπης δέ τις ᾿Ασὰν τὴν κλῆσιν, 
ὁ τὴν Καππαδοκίαν κατέχων, τοῖς αὐτόχθοσι καθαπερεὶ
ἀργυρωνήτοις χρώμενος, μεμαθηκὼς τὰ τοῖς ἤδη ῥηθεῖσι
 Τούρκοις ξυμπεσόντα τὰς οἰκείας δυνάμεις ἀναλαβόμενος
καὶ ἑτέρωθεν πολλοῦς μεταπεμψάμενος, ὡς ἐς εἴκοσι πρὸς
ταῖς τέσσαρσι χιλάδιας παραστῆναι τὸ ὑπ᾿ αὐτὸν στράτευμα,
κατ᾿ αὐτοῦ ἔξεισι. δεινὸς δὲ ὢν ἀνὴρ ὁ Εὐμάθιος, ὡς εἴρηται,
οὐκ ἀμελῶς τὴν Φιλαδέλφειαν ᾤκει οὐδ᾿ ἀναπεπτώκει
 εἴσω τῶν ταύτης τειχῶν γεγονώς, ἀλλὰ σκοπούς τε ἁπανταχῆ
ἔπεμπε καὶ ἵνα μὴ ἀμελοῖεν, αὐτοῖς προσέπεμπεν
ἄλλους καὶ πρὸς ἐγρήγορσιν ἀνηρέθιζεν, ὥστε παννύχους 
ἐγρηγορέναι καὶ τὰς ἀμφόδους καὶ τὰς πεδιάδας περιαθρεῖν.
τούτων οἶν τις πόρρωθεν τὸ Τουρκικὸν θεασάμενος στράτευμα
 δρομαῖος αὐτῷ προσελθὼν ἀπαγγέλλει. ἁ δὲ φρενήρης
ὢν καὶ ὀξὺς τὸ δέον συνιδεῖν καὶ ἐν ἀσήπτῳ χρόνῳ πέρας
τοῖς λογισμοῖς διδόναι, ἐπεὶ μὴ ἀποχρώσας πρὸς τοσαύτας
 ωλ 
ἔχειν ἐγνώκει δυνάμεις, παραχρῆμα ἁπάσας τὰς πύλας ταυτησὶ
τῆς πόλεως ἀσφαλισθῆναι ἐκέλευε καὶ μηδένα τὸ παράπαν
ἐς τὸ τεῖχος συγχωρεῖσθαι ἀνιέναι μήτε μὴν κραυγάζειν
 ὅλως μήτε αὐλοὺς ἢ κιθάρας ἡχεῖν· καὶ ἁπλῶς ἐν
 σχήματι τὴν πόλιν κατεστήσατο, ὥστε πάντη ἀοίκητον δοκεῖν 
τοῖς διερχομένοις. ὁ δέ Ἀσὰν καταλαβὼν τὴν Φιλαδέλφειαν
τῷ οἰκείῳ περιζώσας τὰ τείχη στρατεύματι ἐπὶ
τρισὶ Παρέμεινεν ἡμέραις. ὡς δέ οὐδεὶς τῶν ἐντὸς ἄνωθεν
προκύπτων ἐφαίνετο, αἱ δέ πύλαι εἶχον ἀσφάλειαν, ἑλεπόλεις
δέ οὐ παρῆσαν αὐτῷ οὐδὲ πετροβόλα ὄργανα, νομίσας 
ὀλίγον εἶναι τὸ τοῦ Εὐμαθίου στράτευμα καὶ διὰ τοῦτο
μηδὲ ἀποθαρρεῖν τὴν ἐξέλευσιν πολλὴν ἀσθένειαν καταψηφισάμενος
 τῶν ἐντὸς ἄλλην ἀτραπὸν ἐτράπετο καταπεφρονηκὼς
αὐτοῦ παντάπασι. δέκα γοῦν χιλιάδας τοῦ ἰδίου
στρατεύματος διελὼν κατὰ τοῦ Κελβιανοῦ ἐξαπέστειλεν, ἑτέρας 
δέ . . . . . ὡς πρὸς Σμύρνην καὶ τὸ Νύμφαιον, τὰς δέ γε
ἐπιλοίπους πρὸς τὰ Χλιαρὰ καὶ τὴν Πέργαμον· ἅπαντας δὲ
εἰς προνομὰς ἀποστείλας συνείπετο καὶ αὐτὸς τοῖς πρὸς τὴν
Σμύρνην ἀπερχομένοις ὁ μέντοι Φιλοκάλης διαγνοὺς τὸ
Ἀσὰν ἐπιχείρημα ἁπάσας τὰς ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεις κατὰ τῶν 
Τούρκων ἀπέστειλεν. οἱ καὶ διώκοντες τοὺς πρὸς τὸ Κελβιανὸν
ἀπελθόντας ὑπνώττοντας ἀπεριμερίμνως καταλαμβόἐκέλευε
 
νουσι ναὶ ἐπεισπεσόντες τούτοις αὐγαζούσης ἡμέρας ἀφειδῶς 
κατέσφαττον· τοὺς δέ παρ’ αὐτῶν κατεχομένους δορυαλά τους
ἐρρύσαντο ἅπαντας. κἄπειτα τοὺς πρὸς τὴν Σμύρνην καὶ
τὸ Νύμφαιον ἀπερχομένοις Τούρκους ἐδίωξαν· διεκδραμόοντες
 δέ καί τινες ἀπό τε τοῦ ἔμπροσθεν μέρους καὶ ἐξ ἑκατέρων
κεράτων τὸν κατ᾿ αὐτῶν συγκροτήσαντες πόεμον
κράτος ἐνίκησαν. καὶ πολλοὺς μέν κτείνουσι, πολλοὺς δὲ
κὼ ζωγρίαν ἄγουσιν· οἱ δέ γε καταλειφθέντες ὀλίγοι πάνυ
φεύγοντες ταῖς δίναις τοῦ Μαιάνδρου ἐμπεσόντες εὐθὺς
 ἀλπετπνίγησαν. ποταμὸς δέ οὗτος περὶ Φρυγίαν, σκολιώτατος 
ποταμῶν ἁπάντων καὶ καμπὰς συνεχεῖς ποιούμενος. δαρρήσαντες
δέ κἀπὶ τῇ δευτέρᾳ νίκη τοὺς ἐπιλοίπους ἐδίωκον.
ἀλλ’ οὐδὲν αὐτοῖς ἐγένετο πλέον τῶν Τούρκων
πορρωτάτω γενέσθαι τούτων. εἶθ’ οὕτως ἐπανῆλθον πρὸς
 Φιλασέλφειαν. ὁ δέ γε Εὐμάθιος τούτους θεασάμενος καὶ
μεμαθηκώς, ὡς ἐκθύμως ἠγωνίσαντο σπεύδοντες μηδένα
τῶν χειρῶν αὐτῶν ἐκφυγεῖν, δαψιλῶς αὐτοὺς φιλοτιμησάμενος
μεγάλας καὶ ἐς τὸ ἔμπροσθεν ὑπισχνεῖτο τὰς χάριτας.

Μετὰ δέ τὴν τοῦ Βαϊμούντου τελευτὴν ἐπειδὴ
 ὁ Ταγγρὲ τῆς Ἀντιοχείας περιεδράξατο καὶ ὡς διαφέρουσαν 
αὐτῷ ἐλογίζετο παντάπασι τὸν αὐτοκράτορα
ταίτης ἀλλοτριῶν, ὁ βασιλεὺς ἐν ταὐτῷ κατανοῶν καὶ
τοὺς ἐπὶ τῇ πόλει παρασπονδουμένοις ὅρκους τῶν
 

 
βαρβάρων τουτωνὶ Φράγγων καὶ ὅτι αὐτὸς πολλὰ μὲν ἀνηλώκει
χρήματα, πολλὰ δ’ ἐπεπόνθει δεινὰ τά τε μυριοπληθῆ
ἐκεῖνα στρατεύματα ἐκ τῆς ἑσπέρας εἰς τὴν Ἀσίαν διαβιβάζων,
καίτοι δυστραχηλοτάτοις αὐτοῖς ἐγτυγχάνων ἀεὶ καὶ καταπίκροις
 ἀνδράσι, πολλὰ δέ Ῥωμαϊκὰ στρατεύματα τούτοις 
 συνεκπέμπων κατὰ τῶν Τούρκων, δυεῖν ἕνεκα, τοῦτο μέν,
ἵνα μὴ Τουρκικῆς μαχαίρας παρανάλωμα γένοιντο ἐκήδετο
γὰρ αὐτῶν ὡς Χριστιανῶν), τοῦτο δ’, ὅπως καὶ ὑφ’ ἡμῶν
συγκροτούμενοι τὰς μὲν πόλεις τῶν Ἰσμαηλιτῶν ὀλοθρεύοιεν,
τὰς δέ καὶ ὑποσπόνδους τοῖς βασιλεῦσι Ῥωμαίων διδοῖεν 
κἀκ τούτου τὰ σχοινίσματα τῶν Ῥωμαίων πλατύνοιντο, ἀπήντησε
δὲ οὐδέν ὄφελος ἀπὸ τῶν τοσούτων καμάτων καὶ πόνων
 καὶ δωρεῶν τῇ Ῥωμαίων ἡγεμονίᾳ, ἀλλὰ τῆς τε Ἀντιόχου
πόλεως ἀπρὶξ εἴχοντο τῶν τε ἄλλων πολισμάτων ἡμῖν οὐ
μετεδίδοσαν, φέρειν οὐκ εἶχεν οὐδ’ ὅλως ἠνείχετο μὴ οὐχὶ 
ἀντιδρᾶσαι τὰ χείρω καὶ φῆς τοιαύτης ἀπανθρωπίας αὐτοὺς
ἀμύνασθαι. τὸ γὰρ ἐκείνου μέν εἶναι τὰς ἀμυθήτους ἐκείνας
δωρεὰς καὶ τοῦ χρυσοῦ τοὺς θημῶνας καὶ τὴν ἀνυπέρβλητον
ὑπέρ αὐτῶν φροντίδα καὶ τῶν παρ’ αὐτοῦ συνεργῶν αὐτοῖς
πεμφθέντων στρατευμάτων τὰ πλήθη, τὴν δὲ βασιλείαν 
Ῥωμαίων μηδέν ἐντεῦθεν ἀπόνασθαι, τοὺς δὲ Φράγγους
 
λογίζεσθαι τὸ ἐκνίκυμα ἴδιον τὰς πρὸς αὐτῶν συνθήκας καὶ 
τοὺς ὅρκους ἀθετήσαντας καὶ παρ᾿ οὐδέν λογισαμένοις διεσππάραττεν
αὐτοῦ τὴν ψυχή, καὶ οὐκ εἶχεν ὅπως ἐνέποι
τὴν ὕβριν. ἔνθεν τοι καὶ διαπρεσβεύεται πρὸς τὸν Ἀντιοχείας
 ἄρχοντα Ταγγρὲ διεπἀλῶν αὐτῷ τὴν ἀδικίαν καὶ
τὴν τῶν ὅρκων παράβασιν καὶ ὡς οὐκ ἂν ἀνάσχοιτο μέχρι
τέλους καταφρονόμενος, ἀλλὰμετελεύσεται τοῦτον καὶ τῆς
εἰς ῾Ρμαίους ἀχαριστίας· δεινὸν γὰρ ἂν εἴη καὶ πέρα δεινῶν,
εἰ χρημάτων μὲν ἀνηλώκει καὶ πλείω παντὸς ἀριθμοῦ,
 δυνάμεις δὲ συνεξαπέστειλε τὰς περιφανεστέρας τῶν
῾Ρωμαϊκῶν συνταγμάτων ἕνεκα Σειρί ἁπάσης καὶ τῆς ᾿Αν- 
τιοχείας αὐτῆς σπεύδων ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμη τὰ ὅρω πλατῦναι
τῆς ῾Ρωμαίων ἀρχῆς, ὁ δὲ Ταγγρὲ κατατρυφῴη τῶν
ἐκείνου καὶ χρημάτωνκαὶ πόνων. ταῦτα διαπρεσβευσαμένου
 τοῦ αὐτοκράτορος ὁ ἐμμανὴς ἐκεῖνος καὶ θεοπλὴξ βάρβαρος
οἰδ᾿ ἄκροις ὠσὶν ἀνασχόμενος τῆς τε ἀληθείας τῶν λόγων
καὶ τῆς παρρησίας τῶν πρέσβεων εὐθὺς τὰ τοῦ γένους
ἐποίει καὶ ὑπ᾿ ἀλαζονείας ὀγκούμενος ὑπεράνω τῶν ἄστρων
θήσειν τὸν θρόνον ἠλαζονεύετο καὶ τοῦ δόρατος τῇ ἀκμῇ
 διατετραίνειν ἠπείλει τὰ τείχη τὰ Βαβυλώνια ἔλεγέ τε διαρρήδην 
καὶ ἐξετραγῴδει τὴν δύναμιν, ὡς ἀπτόητός ἐστι καὶ
ἀκατάσχετος τὴν ὁρμήν, καὶ οὐδ᾿ ἄν, εἴ τι γένοιτο, μεθήσειν
 
τὴν Ἀντιόχιαν διϊσχυρίζετο, κἂν ἐμπύρους φέροιεν χεῖρας
οἱ μέλλοντες πρὸς αὐτὸν ἀντιμάχεσθαι· καὶ ἑαυτὸν μὲν εἶναι
τὸν Νίνον τὸν μέγαν τὸν Ἀσσύριον καὶ ὥσπερ τινὰ γίγαντα
μέγαν καὶ ἀνυπόστατον ἄχθος ἀρούρης ἑστῶτα τῇ γῇ,
 τοὺς δὲ Ῥωμαίους ξύμπαντας μύρμηκας ἐλογίζετο καὶ τῶν 
 ζώων τὰ ἀσθενέστατα. ἐκεῖθεν δέ τῶν πρέσβεων ἀπανελδθόντων
καὶ τὴν τοῦ Κελτοῦ ἀπόνοιαν διηγησαμένων πλήρης
ὁ βασιλεὺς ἐγεγόνει θυμοῦ καὶ οὐκέτι καθεκτὸς ἦν, ἀλλ’
ἤθελε παραχρῆμα τὴν Ἀντιόχου ἀναζητεῖν. συναγαγὼν οὖν
τοὺς ἐλλογιμώτατους τοῦ στρατιωτικοῦ καταλόγου καὶ ἅπαντας 
τῆς συγκλήτου βουλῆς βουλὴν ἐξ ἁπάντων ἠτεῖτο.
ἅπαντες δὲ τηνικαῦτα ἀνένευον πρὸς τὴν κατὰ τοῦ Ταγγρὲ
τοῦ αὐτοκράτορος ἀπέλευσιν δέον λέγοντες πρότερον τοὺς
 ἄλλους ὑποποιήσασθαι κόμητας τοὺς κατὰ τὰς περικειμένας
τῇ Ἀντιόχου πόλει ἐξουσιάζοντας καὶ αὐτὸν δὴ τὸν ῥῆγα 
Ἱεροσολύμων Βαλδουῖνον καὶ τὰς τούτων γνώμας
εἰ συνεπαρῆξαι ἀπελθόντι αὐτῷ βούλοιντο κατὰ τῆς Ἀντιόχου,
καὶ εἰ μὲν γνοίη τούτους κατὰ τοῦ Ταγγρὲ ἔχοντας,
τότε ἀποθαρρῆσαι τὴν κατ’ αὐτοῦ ἔλευσιν, εἰ δέ μή, ἄλλως
μετελθεῖν τὰ κατὰ τὴν Ἀντιόχου. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τὴν 
βουλὴν ταύτην ἐπαινέσας αὐτίκα μεταπεμψάμενος Μανουὴν
τὸν Βουτουμίτην καί τινα ἕτερον τῆς Λατινικῆς εἰδήμονα
 
διαλέκτου πρὸς τοὺς κόμητας καὶ τὸν ῥῆγα Ἱεροσολύμων 
ἐξέπεμψε πολλὰ τούτοις ὑποθέμενος, περὶ ὧν αἰτοῖς τε χρὴ
ὁμιλῆσαι καὶ αὐτῷ δὴ τῷ ῥηγὶ Ἱεροσολύμων Βαλδουίνῳ. ἐπεὶ
δὲ καὶ χρεία χρημάτων ἀποστολῆς πρὸς αὐτοὺς ἀπαραίτητος
 ἠν διὰ τὸ τῶν Λατίνων ἐρασιχρήματον, προστάγματα πρὸς
τὸν τηνικαῦτα δοῦκα Κύπροι Εὐμάθιον τὸν Φιλοκάλην
ἐνεχείρισε τῷ Βουτουμίτῃ διαλαμβάνοντα, ὅπως καὶ πλοῖα
δοίη τούτοις ὁπόσων ἐν χρείᾳ γένοιντο· ἅμα δὲ παρεκελεύετο
τούτῳ καὶ χρήματα πολλὰ καὶ παντοδαπὰ καὶ ἀπὸ πάσης
 ἰδέας καὶ εἰκονίσματος παντοδαπῶν ποιοτήτων εἰς τὰς πρὸς 
τοὺς κόμητας δόσεις. ἐπέσκηψε δὲ τοῖς ἤδη ῥηθεῖσι καὶ
μᾶλλον Μανουὴλ τῷ Βουτουμίτῃ, ὡς ἂν τὰ μὲν χρήματα
ἀναλαβόμενοι ἀπὸ τοῦ Φιλοκάλου εἰς Τρίπολιν προσορμίσωσι
τὰς ἰδίας ναῦς καὶ θεασάμενοι Πελκτράνον κόμητα
 τὸν υἱὸν τοῦ Ἰσαγγέλη, περὶ οὗ ἐν πολλοῖς ὁ λόγος
ἀναμνήσωσι τῆς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ πίστεως, ἣν πρὸς τὸν
ἐτήρησεν, ἅμα δὲ καὶ τὰς βασιλικὰς ἐγχειρίσωσιν
αὐτῷ γραφὰς καὶ ἐξείποιεν πρὸς αὐτὸν ὡς “οὐ χρή σε δεύτερον
τοῦ ἰδίου πατρὸς ὀφθῆναι, ἀλλ’ ὁμοίαν καὶ αὐτὸν τὴν
 πρὸς ἡμᾶς διατηρῆσαι πίστιν. ἐμὲ δέ ἴσθι καταλαμβάνειν 
ἤδη τὴν Ἀντιόχειαν ἑαυτὸν ἐκδικήσοντα εἰς τὸν μήτε
Θεὸν μήτε εἰς ἐμὲ τοὺς φρικτοὺς ἐκείνοις τηρήσαντα ὅρκους.
σὺ δὲ πρὸς τῷ μηδαμῶς αὐτῷ ἐπαρῆξαι σπεῦσον καὶ
 
τοὺς κόμητας πρὸς τὴν ἡμετέραν πίστιν ἐφελκύσασθαι, ὡς
μὴ διὰ οἱουδήτινος τρόπου ἀντιλήψεσθαι τοῦ Ταγγρέ.”
καταλαμβάνουσι τοιγαροῦν τὴν Κύπρον καὶ ἀναλαβόμενοι
ἐκεῖθεν τὰ χρήματα καὶ ὁπόσας ἤθελον νῆας εὐθὺ Τριπόλεως
πλέουσι. προσορμίσαντες δὲ εἰς τὸν αὐτῆς λιμένα τὰς 
 ναῦς καὶ τῶν νηῶν ἀποβεβηκότες ἐντυγχάνουσι τῷ Πελκτράνῳ
καὶ ἀπεστομάτισαν ὁπόσα πρὸς τοῦ βασιλέως παρηγγέλθησαν.
ὡς δέ τοῦτον ἐπιρρεπῆ τε καὶ ἕτοιμον πρὸς πᾶν θέλημα
τοῦ αὐτοκράτορος ἑώρων καὶ θάνατον ὑπέρ αὐτοῦ
 προθύμως ἑλέσθαι, εἰ καὶ τούτου δεήσει, ἐπαγγελλόμενον 
ναὶ μὴν καὶ εἰς προσκύνησιν αὐτοῦ ἐληλυθέναι, ἐπειδὰν ἐν
τοῖς μέρεσι τῆς Ἀντιόχου ἀφίκηται, μετὰ τῆς αὐτοῦ γνώμης
ἅπερ ἐπεφέροντο χρήματα εἰς τὴν ἐπισκοπὴν Τριπόλεως
ἐναπέθεντο κατὰ τὰς τοῦ αὐτοκράτορος ὑποθήκας. ἐδεδίει
 γὰρ μὴ ἐπιφερομένους αὐτοὺς τὰ χρήματα οἱ κόμητες διαγνόντες 
αὐτὰ μὲν ἀναλάβωνται, δέ κενοὺς ἀποπέμψαιεν,
τοῖς δὲ χρήμασιν ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ τοῦ Ταλλρὲ χρήσαιντο.
δέον οὖν ἐλογίσατο κενοὺς ἀπελθόντας πρότερον τὴν αὐτῶν
ἐκπειρᾶσαι γνώμην ἀπαγγείλαντας ἅμα καὶ ὅσα παρὰ τοῦ
αὐτοκράτορος ἐμηνύθη αὐτοῖς καὶ τὴν τῶν χρημάτων δόσιν 
ὑποσχέσθαι καὶ ὅρκον ἐξ αὐτῶν ἀπαιτῆσαι, εἴ που τέως τοῖς
τοῖ, αὐτοκράτορος θελήμασιν ὑπεῖξαι βούλοιντο, κᾆθ’ οὕτως
 
τὰ χρήματα αἰτοῖς ἐγχειρίσαι. οἱ μὲν οὖν ἀμφὶ τὸν Βουτουμίτην
ταῦτα εἰς τὴν ἐπισκοπὴν Τριπόλεως ἐναπέθεντο, 
καθά γε καὶ εἴρηται. ὁ δέ Βαλδουῖνος μεμαθηκὼς περὶ
τῆς τουτωνὶ τῶν πρέσβεων εἰς Τρίπολιν ἀφίξεως τηνικαῦτα
 Σιμοῦντον τὸν ἴδιον ἐξάδελφον ἐφέσει χρημάτων προαρπάζων
τὴν τούτων ἔλευσιν πέπομφε μετακαλούμενος αὐτούς.
οἱ δὲ τὰ χρήματα αἰτοῦ που καταλιπόντες μετὰ τῆς τοῦ
Πελκτράνου γνώμης εἵποντο τῷ ἀποσταλέντι ἐξ Ἱεροσολύμων
Σιμούντῳ καὶ καταλαμβάνουσι τὸν Βαλδουῖνον πολιορκοῦντα 
 κοῦντα τὴν Τυρὸν. ὁ δέ ἄσμενος αὐτοὺς
παντοίας φιλοφροσύνης ἀξιώσας, ἐπεὶ κατὰ τὴν ἀπόκρεω
τοῦτον κατέλαβον, κατεῖχεν αὐτοὺς δι’ ὅλης τῆς τεσσαρακοστῆς
πολιορκῶν τὴν Τυρὸν, ὡς εἴρηται. ἐπεφρούρητο δὲ
ἡ πόλις καὶ ἄλλοις μέν ἀρραγέσι τείχεσι καὶ δὴ καὶ τρισὶ
 προτειχίσμασι κύκλῳ ταύτην περιλαμβάνουσιν. ὁ μέν γὰρ
ἐξώτατος κύκλος περιεῖχε τὸν δεύτερον, οὗτος δὲ τὸν ἐνδοτάτω
καὶ τρίτον. καὶ ἦσαν καθόπερ τινὲς κύκλοι ἀλλήλους
περιλαμβάνοντες καὶ περιζωννύντες τὴν πόλιν. ἀλλ’ ὅ γε 
Βαλδουῖνος ἔγνω πρότερον τὰ προτειχίσματα τοῦτα καταβαλεῖν,
 βαλεῖν, εἶθ’ οὕτω τὴν πόλιν ἑλεῖν· οἷα γάρ
τῆς Τυροῦ προβεβλημένα τὴν πολιορκίαν ἀπεῖργον. ὁ δὲ διά
τινων μηχανημάτων πορθητικῶν τήν τε πρώτην καὶ δευτέκαθάγε
 
ραν ζώνην καθεῖλε καὶ τῆς τρίτης ἀπεπειρᾶτο. καὶ δὴ τὰς
ἐπάλξεις αὐτῆς καθελὼν ἐς τὸ ἐφεξῆς ἐρρᾳθύμηκεν. εἷλε
γὰρ ἂν καὶ ταύτην, εἴπερ ἐπέσπευσεν. ἀλλὰ διά τινων κλιμάκων
οἰόμενος μετὰ ταῦτα ἐπιβῆναι τῆς πόλεως καὶ ὡς
ἤδη ταύτην ἔχων εἰς χεῖρας πρὸς τὴν πολιορκίαν ἀνέπεσεν. 
 ὅπερ τοῖς Σαρακηνοῖς σωτηρίαν προὐξένησε· καὶ ὁ μὲν τῆς
νίκης τυγχάνων ἐγγύθεν ἐξεκρούσθη παρὰ πολύ, αὐτοὶ δέ
 ἐντὸς ἀρκύων τυγχάνοντες τῶν βρόχων ἀφήλλοντο. ὁ γὰρ
μεταξὺ τῆς ἀμελείας τοῦ Βαλδουίνου χρόνος αὐτοῖς εἰς ἐπιμέλειαν
γέγονεν ἀναπνεύσασι. πανουργεύονται δὲ καί τι 
τοιοῦτον. τῷ μέν δοκεῖν πρὸς εἰρηνικὰς σπονδὰς ἀφορῶσι
καὶ διαπέμπονται πρὸς αὐτὸν τὴν εἰρήνην, ταῖς δὲ ἀληθείαις,
ἐν ᾧ τὰ τῆς εἰρήνης ἐπραγματεύοντο, εἰς ἄμυναν ηὐτρεπίζοντο
ἐκεῖνον μὲν μετέωρον ταῖς ἐλπίσι ποιοῦντες, αὐτοὶ δέ
D μηχανάς τινας συρράπτοντες κατ᾿ αὐτοῦ. ἑωρακότες γὰρ 
ἀσχολίαν πολλὴν τοῦ πολέμου καὶ ἀναπεπτωκότας τοὺς ἐξωθεν
στρατιώτας ἐν νυκτὶ μιᾷ πολλοὺς ἀμφορεῖς ὀστρακίνους
ἐμπλήσαντες ὑγρᾶς πίττης ῥίπτουσι κατὰ τῶν ἐφισταμένων
τῇ πόλει μηχανημάτων. ὦν ἐξ ἀνάγκης 
περιεκέχυτο τὸ τοιοῦτον ὑγρὸν τοῖς ξύλοις. οἷς ἐπερρίπτουν 
 
δᾷδας ἡμμένας, εἶν αὖθις ἑτέρους ἀμφορεῖς φέροντας ἔνδον
πολλὴν τὴν νάφθαν, ἥ ἐπιδραξαμένη τοῦ πυρὸς εὐθύς τε
εἰς ἀέριον μετέβαλε φλόγα καὶ τὰς μηχανὰς αἰτῶν ἀπετέφρωσεν. 
ἅμα τε γὰρ ἡμέρα διέλαμπε καὶ τὸ πῦρ συνεξέλαμπεν
 ἀπὸ τῶν ξυλίνων χελωνῶν εἰς αἰθέρα πυργούμενον.
καὶ οἱ μὲν περὶ τὸν Βαλδουῖνον τὰ τῆς ῥᾳθυμίας εἶχον ἐπίχειρα
οἶς ἠμέλουν μεταμελόμενοι· ὁ γὰρ καπνὸς αὐτοὺς καὶ
τὸ πῦρ τὸ γεγονὸς ἀνεδίδακεν· ἑάλωσαν δέ καί τινες τῶν
περὶ τὰς χελώνας ὄντων, ἓξ στρατιῶται τὸν ἀριθμόν,
 ὁ Τύριος ἐκεῖνος θεασάμενος ἀρχηγὸς καὶ τὰς κεφαλὰς ἀποκόψας
διὰ πετροβόλων ὀργάνων τῷ στρατεύματι τοῦ Βαλδουίνου
ἀπεσφενδόνησε. ταῦτα θεασάμενοι τὸ στράτευμα
πᾶν καὶ τὸ πῦρ καὶ τὰς κεφαλὰς μετ’ ἐκπλήξεως ἔφευγον 
τοῖς ἵπποις ἐποχηθέντες ὥσπερ ὑπὸ τῶν κεφαλῶν ἐκείνων
 ἐκδειματούμενοι, καίτοι τοῦ Βαλδουίνου πανταχόθεν ἐξιππαζομένου
καὶ ἀνακαλουμένου τοὺς φε' γοντας καὶ παντοίως
παραθαρρύνοντος. ἀλλὰ γὰρ ᾐδε παρὰ κωφοῖς· ἐκεῖνοι γὰρ
καθάπαξ ἐκδεδωκότες ἑαυτοὺς εἰς φυγὴν ἀκατασχέτως εἴχοντο
τοῦ δρόμοι καὶ πτηνοῦ παντὸς ἐφαίνοντο ταχινώτεροι. καὶ
 τέλος τοῦ δρόμου τούτοις τὸ φρούριον Ἄκε ἐγχωρίως καλούμενον·
ἐκεῖνο γὰρ ἐγεγόνει τοῖς δειλοῖς δρομεῦσιν ἐκείνοις
κρησφύγετον. ἀπειπάμενος δ’ οὖν καὶ ὁ Βαλδουῖνος καὶ τοῖς
 
 ὅλοις ἐξαπορήσας καὶ ἄκων τοῖς φεύγουσιν εἵπετο καὶ πρὸς
τὴν εἰρημένην πόλιν καὶ οὗτος ἀπεδραπέτευσεν. ὁ δέ γε
Βουτουμίτης εἰσελθὼν εἰς τὰς Κυπρίους τριήρεις (δυοκαίδεκα
δὲ ἦσαν αἱ πᾶσαι) καὶ παραπλέων τὰς ἀκτὰς τῆς πρὸς
τὸ Ἄκε φερούσης κεῖθι τὸν Βαλδουῖνον καταλαμβάνει καὶ 
ἅπαντα τηνικαῦτα ἀπήγγειλεν, ὁπόσα ὁ αὐτοκράτωρ πρὸς
αὐτὸν ἀπαγγεῖλαι παρεκελεύσατο · προσεπιβαλὼν δὲ τοῖς
λόγοις καὶ τὸν βασιλέα μέχρι Σελευκείας ἐφθακέναι ἔλεγε.
τὸ δὲ ἄρα ἀληθές μὲν οὐκ ἦν, ἀλλά τις οἰκονομία, ἕν᾿ οὕτω
καταπλήξῃ τὸν βάρβαρον καὶ ταχὺ ἀπολύσῃ ἐκεῖθεν αὐτόν. 
ἀλλὰ τὸ δρᾶμα τὸν Βαλδουῖνον οὐκ ἔλαθε, καὶ πολλὰ του
 τον ὡς ψευσάμενον κατεμέμψατο. προέφθη γὰρ παρά του
τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα μεμαθηκέναι, ὡς εἰς τὸν μακρὸν
ἐξεληλύθει αἰγιαλόν, ὡς τὰς ληϊομένας παρὰ τὴν θάλασσαν
κατέσχε λῃστρικὰς ναῦς, ὡς νοσήσας ἐκεῖθεν ὑπεχώρησε, 
 καθά γε δὴ σαφέστερον ὁ λόγος κατωτέρω δηλώσειε. ταῦτα
τῷ Βουτουμιτῃ ὁ Βαλδουῖνος ἀντειρηκὼς καὶ ὡς ψευσάμενον
ὑπὸ μέμψιν ἀγαγὼν ἔφη “μετ” ἐμοῦ χρὴ μέχρι τοῦ ἁγίου
τάφου ἐληλυθέναι κἀκεῖθεν τὰ ἡμῖν συνδόξαντα μετὰ πρέσ-
 βεων ἐμῶν δηλωθήσεται τῷ αὐτοκράτορι.” ἅμα γοῦν τῷ 
τὴν ἁγίαν πόλιν καταλαβεῖν ἐπεζήτει ἐξ αὐτῶν τὰ παρὰ τοῦ
βασιλέως ἀποσταλέντα οἱ χρήματα. ὁ δέ Bουτουμίτης “εἴπερ
 
βοηθήσειν κατὰ τοῦ Ταγγρὲ τῷ αὐτοκράτορι αὐτοὶ ἀπαγγέλλεσθε
τὸν ὅρκον, ὃν ἐν τῷ διέρχεσθαι πρὸς αἰτὸν ἐποιήσατε,
φυλάττοντες καὶ τὰ πρὸς ὑμᾶς ἀποσταλέντα τηνικαῖτα
λήψεσθε χρήματα”. ὁ δὲ τὰ μὲν χρήματα λαβεῖν ἤθελε,
 βοηθεῖν δέ μὴ τῷ βασιλεῖ προθυμούμενος, ἀλλὰ τῷ Ταγγρέ,
μὴ λαμβάνων τὰ χρήματα ἠνιᾶτο. τοιοῦτον γὰρ τὸ βάρβαρον
ἅπαν ἦθος· πρὸς μὲν τὰς δωρεὰς κέχηνε καὶ χρήματα, 
πράττειν δὲ ὑπέρ ὧν τὰ χρήματα δίδοται ἥκιστα
βούλεται. γραφὰς οὖν ψιλὰς ἐγχειρίσας αἰτῶ ἀπέλυσεν. ἐντετυχηκότες
 δὲ οἱ πρέσβεις καὶ τῷ κόμητι Ἰατζουλίνῳ κατὰ
τὴν ἀναστάσιμον τοῦ σωτῆρος ἡμέραν εἰς προσκύνησιν τοῦ
ἁγίοι τάφου ἐληλυθότι καὶ αὐτῷ τὰ εἰκότα ὁμιλήσαντες,
ἐπεὶ σύμφωνα τῷ Βαλδουίνῳ καὶ αὐτὸν λέγοντα ἑώρων,
ἄπρακτοι ἐκεῖθεν ὑποχωρήσαντες καὶ μὴ ἐν τοῖς ζῶσι τῷ
 Πελετράνῳ ἐντυχόντες ἐπεζήτουν τὰ κατατεθέντα παρ’ αὐτῶν
εἰς τὴν ἐπισκοπὴ χρήματα. ὁ δὲ υἱὸς ἐκείνου καὶ ὁ
Τριπόλεως ἐπίσκοπος ἀνεβάλλοντο τέως τὴν τῶν χρημάτων
παροχήν. οἱ δὲ μετὰ ἀπειλῆς αὐτοῖς ἔλεγον “εἰ μὴ τὰ
χρήματα ἡμῖν ἀποδοίητε, οὐκ ἐστὲ ἀληθεῖς δοῦλοι τοῖ βασιλέως
 οὔτε τὴν εἰς αὐτὸν πίστιν φαίνεσθε ἔχοντες καθὼς
ὅ τε Πελκτράνος καὶ ὁ τούτου πατὴρ Ἰσαγγέλης. λοιπὸν
οὐδὲ τὴν ἀπὸ Κύπρου δαψιλῆ τῶν χρειωδῶν ἀρδείαν τοῦ
 
λοιποῦ ἕξετε οὔτε μὴν ἐπαρήγοντα ὑμῖν τὸν δοῦκα Κύπρου
κἀντεῦθεν λιμοῦ παρανάλωμα γενήσεδθε.” ὡς δὲ πάντα
κάλων κινοῦντες πῆ μέν διὰ μειλιχίων λόγων, πῆ δέ δι’
 ἀπειλῶν πειρώμενοι τὰ χρήματα ἀναλαβέσθαι οὐκ ἔπειθον,
δεῖν ἐλογίσαντο τὸν υἱὸν τοῦ Πελκτράνου εἰς σώαν πίστιν 
ορκισαι του αὐτοκράτορος καὶ οὐτῶ τὴν πρὸς τὸν πατέρα
αὐτοῦ ἀποσταλεῖσαν μόνην ἐπιδοῦναι αὐτῷ δωρεὰν ἀπό τε
χαράγματος χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ πέπλων παντοίων. ὁ δὲ
 λαβὼν ταῦτα εἰς σώαν πίστιν ὀμωμόκει τοῦ αὐτοκράτορος.
τὰ δέ γε λοιπὰ χρήματα ἀποκομίσαντες πρὸς τὸν Εὐμάθιον 
δι’ αὐτῶν ἐξωνήσαντο ἵππους τῶν εὐγενῶν ἀπό τε Δαμάσκου
καὶ Ἐδέσης καὶ αὐτῆς Ἀραβίας. ἐκεῖθεν δέ τό τε
Συριακὸν πέλαγος καὶ τὸν Παμφὐλιον παραμείψαντες κόλπον
τὸν πλοῦν τε παρῃτήσαντο καὶ τὴν ἤπειρον ἀσφαλεστέραν
τῆς θαλάττης ἡγησάμενοι πρὸς τὴν Χερρόνησον ἀφορῶσι 
τὸν αὐτοκράτορα ἔχουσαν καὶ τὸν Ἑλλήσποντον διαβεβηκότες
 τὸν βασιλέα καταλαμβάνουσιν.

Ἐπεὶ γὰρ ἀλλεπάλληλοι τούτῳ αἱ φροντίδες νιφετοῦ
δίκην ἐπήρχοντο, ἀπὸ μὲν τῆς θαλάσσης διὰ στόλου
εὐτρεπιζομένων τῶν ἡγεμόνων Πίσσης τε καὶ Γενούας καὶ 
Λογγιβαρδίας τὰ παρὰ θάλατταν ἅπαντα δῃώσασθαι, κἀκ
τῆς ἠπείρου αὖθις ἐξ ἑῴας τοῦ Ἀμὴρ Σαϊσὰν καταλαμβάνον-
 

 
τος ἤδη κατὰ τῆς Φιλαδελφείας καὶ τῶν παραλίων μερῶν,
δεῖν κὼ αὐτὸς ἐξεληλυθέναι τῆς βασιλευούσης ἔγνω κἀκεῖθεν
παραγενέσθαι, οὗ δυνατὸν καὶ κατ’ ἄμφω τὰ μέρη μάχεσθαι
καταλαμβάνει τοίνυν τὴν Χερρόνησον, εἶτα ἁπανταχόθεν
 ἀνακαλεσάμενος τὰς δυνάμεις ἀπό τε ξηρᾶς καὶ θαλάττης 
καὶ ἀποδιελὼν ἱκανὸν στράτευμα διὰ τοῦ Σκαμάνδρου μέχρις
Ἀτραμυτίου καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ Θρακησίου κατατίθησιν. εἶχε
μὲν τηνικαῦτα στρατηγὸν ἡ Φιλαδέλφεια Κωνσταντῖνον τὸν
Γαβρᾶν καὶ λαὸν ἀποχρῶντα πρὸς τὴν ταύτης φρουράν, τὸν
 δὲ μιξοβάρβαρον Μοναστρᾶν, οὗπερ ἐν πολλοῖς ὁ λόγος
ἐμέμνητο, ἡ Πέργαμος καὶ τὰ Χλιαρὰ καὶ τὰ τούτοις παρακείμενα
πολίχνια, καὶ αἱ παρὰ θάλατταν ἕτεραι πόλεις ἄλλους
τόλμῃ καὶ πείρᾳ στρατηγικῇ διαφέροντας. πολλὴν δέ τὴν 
πρὸς αὐτοὺς παραγγελίαν ὁ αὐτοκράτωρ ἐποιήσατο ἐγρηγορέναι
 διὰ παντὸς καὶ σκοποὺς ἁπανταχόθεν ἐκπέμπειν τοὺς
τὰς τῶν βαρβάρων ἐπιτηροῦντας διεκδρομὰς καὶ ἀπαγγέλλοντας
αὐτοῖς καθ’ ὥραν. οὕτω μὲν οὖν τὰ κατὰ τὴν Ἀσίαν
ἀσφαλισάμενος πρὸς τοὺς θαλαττίους ἀπεῖδε πολέμους τοῖς
ναυτικοῖς ἐντειλάμενος, τοὺς μὲν τοῖς λιμέσι Μαδύτου καὶ
 Κοίλων προσορμίσαι καὶ τὸν ἀναμεταξὺ πορθμὸν ἀνυστάκτως
φυλάττειν ἐκδρομάς τινας ποιουμένους διὰ δρομάδων κούφων
νηῶν καὶ τὰς τῆς θαλάττης κελεύθοις ἀνυστάκτως ἐπιτηρεῖν
 
τὸν Φραγγικὸν ἀπεκδεχομένους στόλον, τοὺς δὲ τὰς νήσους
 παραπλέοντας φρουρεῖν μηδέ τὰ κατὰ τὴν Πελοπόννησον
παριδόντας, ἀλλὰ καὶ ταύτης ἀποχρῶσαν ποιεῖσθαι φυλακήν.
ἐπεὶ δέ βραδύνειν ἐν ἐκείνοις τοῖς μέρεσιν ἐβούλετο, ἐν
ἐπικαίρῳ τόπῳ σχεδιάσας οἰκήματά τινα αὐτοῦ που τὴν 
παραχειμασίαν ἐποιεῖτο. ὡς δέ ὁ ἀπὸ Λογγιβαρδίας εὐτρεπισθεὶς
στόλος καὶ τῶν λοιπῶν μερῶν λύσας τὰ πρυμνήσια
τὸν ἀπόπλουν ἐπεποίητο, ἀποδιλόμενος ὁ τούτων ἀρχηγὸς
πέντε διήρεις ἀπέστειλεν, ἐφ’ ᾦ κατασχεῖν τινας καὶ τὰ περὶ
τοῦ βασιλέως καταμαθεῖν. ὡς δὲ τὴν Ἄβυδον κατέλαβον 
 ἤδη, μίαν τούτων πρὸς τὸν πέμψαντα συνέβη ἐπανιέναι τῶν
λοιπῶν κατασχεθεισῶν σὺν αὐτοῖς ἐρέταις. δι’ ἧς οἱ ἀρχηγοὶ
τῶν ἤδη ῥηθέντων στόλων τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα μεμαθηκότες
καὶ ὅτι τά τε κατὰ τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ἤπειρον
ἀκριβῶς ἐξασφαλισάμενος κατὰ τὴν Χερρόνησον τὴν παραχειμασίαν 
ποιεῖται, ἐφ’ ᾦ πάντας παραθαρρύνειν, ἐπεὶ πρὸς
 τὰ τοῦ αὐτοκράτορος μηχανήματα οὐχ οἶοί τε ἦσαν ἀπομάχεσθαι,
τοὺς οἴακας μεταχειρισάμενοι ἄλλην ἐτράποντο. εἶς
δέ τις Κελτὸς τῶν ἀμφὶ τοὺς τοιούτους ἀρχηγοὺς τὴν ἰδίαν
 ἀφελόμενος νῆα μονήρη ὠκυτάτην οὖσαν πρὸς τὸν Βαλδουῖνον 
ἀπῄει καὶ τὶν Τύρον πολιορκοῦντα τοῦτον εὑρὼν ἅπαντα,
καθὼς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα
 
διηήσατο, μετὰ γνώμης οἶμαι τῶν ἀρχηγῶν ἐκείνων ἀπελθών,
καὶ ὅπως τὰς κατασκόπους δρομάδας ναῦς ὁ ῾Ρωμαϊκὸς
φθάσας κατέσχε στόλος, καθά γε καὶ εἴρηται. ἀλλὰ δὴ καὶ
τοῦτο ἀνερυθριάστως ἀνωμολόγει, ὅτιπερ οἱ ἡγεμόνες τοῦ
 Κελτικοῦ στόλου οὕτω παρασκευασάμενον τὸν αὐτοκράτορα
κατ᾿ αὐτῶν ἐγνωκότες ὑπέστρεψαν βέλτιον εἶναι νομίσαντες
ἀπράκτους ὑποστρέψαι ἢ μετὰ τοῦ ῾Ρωμαϊκοῦ στόλου μαχο- 
μένοις ἡττηθῆναι. ὁ μὲν οὖν Κελτὸς ἐκεῖνος ταῦτα πρὸς
τὸν Βαλδουῖνον ἐξεῖπεν ὑπότρομος ὢν καὶ τὸν ῾Ρωμαϊκὸν
 ἔτι δεδιὼς στόλον. ταῦτα μὲν οὖν τὰ κατὰ τὴν θάλατταν
συμπεσόντα τοῖς Κελτοῖς· ἀλλ᾿ οὐδὲ τὰ κατὰ τὴν ἤπειρον 
ζάλης ἄτερ παρῆσαν οὐδὲ φροντίδων ἄνευ καθεστήκασι τῷ
αὐτοκράτορι. Μιχαὴλ γάρ τις ἐξ Ἀμάστριδος τὴν Ἀκρουνὸν
φρουρῶν ἀποστασίαν μελετήσας κατέσχεν αὐτὴν καὶ τὰ παρακείμενα
 ταύτῃ δεινῶς ἐληΐζετο. τοῦτο μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ
μετὰ ἀποχρώσης δινάμεως κατ᾿ αὐτοῦ τὸν τοῦ
Δεκανοῦ ἐξέπεμψε Γεώργιον. ὃς καὶ πολιορκήσας ἐπὶ τρισὶ
μησὶ ταυτηνὶ μὲν τὴν πόλιν κατέσχεν, τὸν δὲ ἀποστάτην
ἐκεῖνον πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ταχέως ἐξέπεμψεν. ὁ δὲ
 αὐτοκράτωρ τὴν μὲν τοῦ κάστρου φρουρὰν ἑτέρῳ ἀνέθετο,
αὐτῷ δὲ τὰς ὀφρῦς ἐπιτοξεύσας πολλὰ ἀπειλήσας καὶ θάνατον
αὐτοῦ τῷ φαινομένῳ καταψηφισάμενος εἰς φόβον
 
 μέγαν ἐνῆκε τὸν ἄνθρωπον, ταχὺ δὲ τὸ δέος ἔλυσε τοῦ στρατιώτου.
οὔπω γὰρ ὁ ἥλιος τοῦ ὁρίζοντος κατέδυ, καὶ ὁ
δεσμώτης ἐλεύθερος ἵστατο καὶ ὁ θανάτου καταψηφισθεὶς
μυρίων ἐτετυχήκει δωρεῶν. τοιοῦτος ὁ ἐμὸς πατὴρ βασιλεὺς
ἐν πᾶσιν ἐφαίνετο, κἂν πολλῆς ἐς ὕστερον τῆς ἐξ ἁπάντων 
ἀγνωμοσύνης ἀπηλαυσε, καθάπερ ποτὲ καὶ ὁ πάντων εὐεργέτης
ὁ κύριος μάννα βρέχων ἐν ἐρήμῳ, σιτίζων ἐν ὄρεσι καὶ ἐν
θαλάττῃ ἀβρόχους διαβιβάζων καὶ ὕστερον ἀθετούμενος καὶ
ὑβριζόμενος καὶ τυπτόμενος καὶ τέλος σταυρὸν παρὰ τῶν
 ἀνόμων κατακρινόμενος. ἀλλ᾿ ἐνταῦθα γενομένης προεκπηδᾷ 
μου τοῦ λόγου τὸ δάκρυον καὶ σφύζω περὶ τούτων ἐρεῖν
καὶ ποιήσασθαι τῶν ἀγνωμόνων κατάλογον, ἀλλὰ τὴν γλῶτταν
ἐπέχω καὶ τὴν καρδίαν σφαδάζουσαν καὶ τοῦτο δὴ πρὸς
ἐμαυτὴν ἐπιλέγω συνεχῶς τὸ τοῦ ποιητοῦ “τέτλαθι δὴ κραδίη·
καὶ κύντερον ἄλλο ποτ᾿ ἔτλης”. ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν τὰ 
κατὰ τὸν ἀγνώμονα στρατιώτην ἐκεῖνον· τῶν δέ γε ἀπὸ τοῦ
Χοροσὰν παρὰ τοῦ Σαϊσὰν σουλτάνου πεμφθέντων οἱ μὲν
 διὰ τῶν μερῶν τοῦ Σινάου κατήρχοντο, οἱ δὲ διὰ τῆς ἰδίως
καλουμένης6 Ἀσίας ᾔεσαν. ὅπερ μεμαθηκὼς ὁ Γαβρᾶς Κωνσταντῖνος,
ὁ τηνικαῦτα τὴν Φιλαδέλφειαν φρουρῶν, ἀναλαβό- 
 μενος τὰς ὑπ᾿ αὐτὸν δυνάμεις καὶ καταλαβὼν τούτους εἰς
τὸ Κελβιανὸν αὐτὸς πρῶτος ἁπάντων κατ᾿ αὐτῶν λύσας τὸν
 
χαλινὸν καὶ τοῖς ἄλλοις αὐτὸ τοῦτο παρακελευσάμενος ἡττᾷ
τοὺς βαρβάρους. ὁ δὲ τούτοι·ς ἐκπέμψας σουλτάνος τὴν 
ἧτταν τῶν τοσούτων μεμαθηκὼς ἀποστείλας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
τὰ περὶ εἰρήνης διαπρεσβεύεται ὁμολογῶν ἅμα
 ἐκ· πολλοῦ τὴν ἀναμεταξὺ τῶν Μουσουλμάνων καὶ τῶν Ῥωμαίων
εἰρήνην ἐπιποθεῖν θεάσασθαι. ἐκ μακροῦ γὰρ τὰς
του αυτοκρατορος κατὰ πάντων ἀριστείας μανθάνων καὶ
ἀπόπειραν αἰτοῦ οἷον ποιησάμενος κἀκ τοῖ. κρασπέδου τὸ
ὕφασμα καὶ ἐξ ὀνύχων τὸν λέοντα ἐπεγνωκὼς καὶ μὴ βουλόμενος
 πρὸς εἰρηνικὰς ἀπενενεύκει σπονδάς. τῶν ἐκ Περσίδος
τοίνυν καταλαβόντων πρέσβεων ὁ βασιλεὺς φοβερὸς 
προύκάθητο καὶ οἱ ἐπὶ τῆς τάξεως τοὺς στρατιώτας ἐκ πάσης
γλώττης συνειλεγμένους καὶ τοῖς πελεκυφόρους βαρβάρους ἐν
τάξει καταστησάμενοι τοὺς πρέσβεις ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ παρεσήσαντο
 βήματος. ὁ δέ περὶ τοῦ σουλτάνου τούτους τὰ
εἰκότα ἐπερωτήσας καὶ ἀκούσας τὰ δι’ αὐτῶν μηνύματα ὡμολόγει
μέν τὴν μετὰ πάντων εἰρήνην ἀσπάζεσθαί τε καὶ δέλειν,
πυθόμενος δέ περὶ τῶν τῷ σουλτάνῳ δοκούντων, ἐπεὶ
μὴ πάντα τὰ παρ’ αὐτῶν αἰτούμενα συνοίσοντα τῇ τῶν
 Ῥωμαίων ἀρχῇ διέπω, πολλὴν τοῖς αἰτοῦ λόγοις πειθὼ 
περιστείλας εὐστοχώτατά τε πρὸς αὐτοὺς ἀπολογησάμενος
διὰ πολλῶν ῥημάτων πείθει τοῖς αὐτοῦ συγκατανεῦσαι θεἡττᾷ
 
λήμασιν. εἶτα πρὸς τὴν παρασκευασθεῖσαν αὐτοῖς σκηνὴν
ἀπέλυσεν ἐντειλάμενος σκοπῆσαι τὰ ῥηθέντα, καὶ εἰ μέν ὅλῃ
ψυχῇ πρὸς ταῦτα κατανεύσαιεν, ἐς νέωτα τὴν μεταξὺ συμφωνίαν
πέρας λαβεῖν. ἐπεὶ δέ προθύμως τὰ παρὰ τοῦ
αὐτοκράτορος ἐφαίνοντο δεχόμενοι, τῇ μετ’ αὐτὴν πέρας ἡ 
συμφωνία λαμβάνει. οὐ πρὸς ἑαυτὸν δὲ ἀπένευε μόνον,
ἀλλὰ πρὸς αὐτὴν τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων. κηδόμενος γὰρ
 τῶν κοσμικᾶν μᾶλλον ἢ τῶν ἑαυτοῦ πᾶν τὸ οἰκονομούμενον
πρὸς τὰ σκῆπτρα Ῥωμαίων ἀπονεύειν καὶ ἀναφέρεσθαι
 παντοίως διῳκονόμει, ἵνα καὶ μετ’ αὐτὸν καὶ ἐς τὸν ἐφεξῆς 
χρόνον τὰ συμπεφωνημένα διήκῃ, κἂν ἀπετύγχανε τοῦ σκοποῦ.
τὰ γὰρ μετ’ αὐτὸν ἄλλως ἔσχε καὶ εἰς σύγχυσιν
τὰ πράγματα. κατεστόρητο μέν γὰρ τῷ τέως τὰ ἐνοχλοῦντα
καὶ εἰς εἰρήνην ἀπεῖδε βαθεῖαν καὶ ἀπὸ * μέχρι πέρατος
αἰῶνος εἰρήνην ἤγομεν. ἀλλὰ γὰρ συγκατέδυ τῷ βασιλεῖ 
 πάντα τὰ λῴονα καὶ κενόσπουδος αὐτῷ ἡ σπουδὴ μετὰ τὴν
αὐτοῦ παρέλευσιν γέγονεν ἀβελτηρίᾳ τῶν διαδεξαμένων τὰ
σκῆπτρα.

Οἱ δὲ τοῦ Φραγγικοῦ στόλου ἡγεμόνες διὰ τῶν
περισωθέντων ἀπὸ τῶν πέντε δρομάδων νηῶν τὰ περὶ τοῦ 
 

 
Ῥωμαϊκοῦ στόλου, ὡς εἴρηται, βεβαιωθέντες, καὶ ὅτι ὁ βασιλεὺς
τὸν στόλον εὐτρεπίσας τὴν αὐτῶν ἔφοδον περὶ τὴν
Χερρόνησον περιμένων ἐνδιατρίβει, τοῦ προτέρου σκοποῦ
ἀπέστησαν μηδόλως τοῖς μέρεσι τῆς Ῥωμανίας πλησιάσαι θελήσαντες.
 παραχειμάσας οὖν ὁ βασιλεὺς εἰς Καλλιούπολιν
μέτα τῆς βασιλίδος (συνείπετο γὰρ αὐτῷ διὰ τὴν τῶν
ὀδύνην, ὡς πολλάκις ἱστόρηται) καὶ τὸν καιρόν, καθ’
ὃν ὁ τῶν Λατίνων εἴωθεν ἀποπλεῖν στόλος,
εἰς τὴν βασιλεύουσαν ὑπέστρεψεν. οὐ πολὺς παρίππευκε 
 χρόνος καὶ Τούρκων ἔφοδος καταγγέλλεται ἐξ ἁπασῶν
τῶν τῆς ἀνατολῆς χωρῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Χορασὰν ὡς
εἰς πεντήκοντα χιλιάδας συμποσουμένων. οὐδὲ γὰρ πρὸς
βραχὺ ῥᾳστώνης μετειλήχει τὸν ἅπαντα τῆς αὐτοκρατορίας
αὐτοῦ χρόνον ἄλλων καὶ ἄλλων ἐπιφυομένων πολεμίων δινηεκῶς.
 μετακαλεῖται τοίνυν ἁπανταχόθεν τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν,
καὶ τοῦ καιροῦ στοχασάμενος, καθ’ ὃν σύνηθες τοῖς
τὰς κατὰ τῶν Χριστιανῶν ἐκδρομὰς ποιεῖσθαι, τὸν
ἀναμεταξὺ Βυζαντίου καὶ Δαμάλεως διαπερᾷ πορθμόν. καὶ
οὐδὲ ἡ ἐπελθοῦσα τούτῳ τῶν ποδῶν περιωδυνία ἀπεῖρξε 
 τοῦ ἔργου. ἥτις οὔτε τινὶ τῶν προγόνων ξυμβέβηκέ ποτε,
ἵνα τις ἐκ σπερματικῶν λόγων καὶ ἐς αὐτὸν κατιοῦσαν νομίζοι
τὴν νόσον, οὔτε ἐκ διαίτης ἁβρᾶς, ὁποῖα τοῖς διαρρέουσι
τὸν βίον φιληδόνοις συμβαίνειν εἴωθεν· ἀλλ’ ὅπως αὐτῷ
 
 ἡ διάθεσις τῶν ποδῶν ἐπηρέαζεν, ἐγὼ διηγήσομαι. ἐσφαί-
ριζέ ποτε γυμναζόμενος συσφαιρίζοντα καὶ τὸν Τατίκιον
ἔχων, περὶ οὗ πολλάκις διείλεγμαι. ὃς καὶ ὑπὸ τοῦ ἵππου
παρασυρεὶς ἐμπίπτει τῷ βασιλεῖ · κἀντεἷθεν ἀλγήσας τὴν
κεφαλίδα τοῦ γόνυος καὶ αὐτὸν ὅλον τὸν πόδα διὰ τὸ ἀκροβαρὲς 
τῆς καταφορᾶς οὐκ ἐνεδείξατο μὲν ἀλγῆσαι φερεπονώτατος
ὤν, ὅμως μέντοι μικρᾶς τινος τυχὼν ἐπιμελείας
καὶ κατ᾿ ὀλίγον ἐς τὸ ἀνώδυνον ἐλθὼν τῶν συνήθων διατριβῶν
εἴχετο. αὕτη μὲν οὖν πρώτη αἰτία τῆς τῶν ποδῶν
 ἀλγηδόνος τοῦ βασιλέως· αἱ γὰρ ὀδύναι τῶν τόπων εἰς 
ἑαυτὰς τὰ ῥεύματα ἐφειλκύσαντο. δευτέρα δέ καὶ ἐναργεστέρα
καὶ τῆς ὅλης ὀδύνης μήτηρ τοιαύτη τις ἦν. τίς οὐκ οἶδε
τὰ ἄπειρα τῶν Κελτῶν ἐκεῖνα πλήθη τῶν τήν βασιλίδα
πόλιν κατειληφότων, ὁπότε τῆς ἑαυτῶν ἁπανταχόθεν ἀπαναστάντες
πρὸς ἡμᾶς ὥρμησαν; τότε γὰρ οὗτος εἰς πέλα- 
 γος ἀχανές φροντίδων ἐμπεπτωκὼς ἐκ πολλοῦ συνιδὼν αὐτοὺς
τὴν ῾Ρωμαίων βασιλείαν ὀνειρώττοντας, ὑπὲρ τὴν ἄμμον
 δὲ καὶ τὰ ἄστρα τὴν αὐτῶν πληθὺν ὁρῶν, τὰς δὲ ῾Ρωμαϊκὰς
ἁπάσας δυνάμεις οὐδὲ πρὸς πολλοστημόριον τούτων ἐξισουμένας,
εἰ καὶ εἰς ἓν συναφθεῖεν, πολλῷ γε μᾶλλον διεσπαρ- 
 Λ 
μένων τῶν πλειόνων ὄντων καὶ τῶν μὲν τὰ περὶ τὴν Σερβίαν
τέμπη καὶ Δαλματίαν ἐπιτηρούντων, τῶν δὲ τὰ περὶ
τὸν Ἴστρον ὡς τἀς τῶν Κομάνων καὶ Δακῶν ἐφόδοις
πολλῶν δὲ καὶ τὴν τοῦ Δυρραχίου φρουρὰν ἐμπιστευομένων,
 ὡς μὴ ὑπὸ τῶν Κελτῶν καὶ αὐθις ἁλῴη, ταῦτα
συνορῶν ὁ αὐτοκράτωρ ὅλος γίνεται τῶν Κελτῶν τἆλλα 
πάντα ἐν δευτέρῳ θέμενος. καὶ τὸ μέν πέριξ ὑποκινούμενον
βαρβαρικὸν καὶ μήπω ἐς φῶς ἐκρῆξαν τὴν ἔχθραν ἀξιώμασιν
ἀνεῖργε καὶ δωρεαῖς, τῶν δὲ Κελτῶν τὴν ἔφεσιν παντοίαις
 μεθοδείαις ἀναστέλλων καὶ τῶν οἴκοι τὴν στάσιν οὐχ ἧττον,
ὅτι μὴ καὶ μᾶλλον ὑφορώμενος παντοίως φυλάττεσθαι ἔσπευδεν 
ἐντέχνως τούτων ἀπείργων τὰ βουλεύματα. ἀλλὰ τίς
τῶν ἐπεισπεσόντων αὐτῷ κακῶν τὸν κυκεῶνα ἀπαγγεῖλαι
δυνήσεται; παντοῖος παντοῖος οὖν πρὸς πάντας γινόμενος
 ὡς ἐνὸν τοῖς πράγμασι πρὸς τὸ κατεπεῖγον
ἐνίστατο καθάπερ τις δόκιμος ἰατρῶν τῷ τῆς τέχνης
κανόνι χρώμενος. ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ τοίνυν ἅμα ἡμέρᾳ καὶ
εἰθὺς ἡλίου τὸν ἀνατολικὸν ἀναθορόντος ὁρίζοντα καθῆστο
θρόνου κελεύων τοὺς Κελτοὺς ἅπαντας ἀκωλύτως εἰσιέναι
 ἡμέραν ἑκάστην, ἅμα μέν τὰς ἑαυτῶν αἰτήσεις ἀπαγγέλλειν 
τούτους ἐθέλων, ἅμα δὲ καὶ τοῖς αἰτοῖ θελήμασιν
ὑπάγεσθαι διὰ παντοίων λόγων αὐτοὺς μηχανώμενος. οἱ δὲ
 
Κελτοὶ κόμητες φύσει μὲν τὸ ἀναίσχυντον καὶ ἰταμὸν ἔχοντες
φύσει δὲ τὸ ἐρασιχρήματον καὶ πρὸς πᾶν τὸ αὐτοῖς
βουλητὸν ἀκρατὲς καὶ πολυρρῆμον ὑπὲρ πᾶν γένος ἀνθρώπων
κεκτημένοι οὐ σὺν εὐταξίᾳ τὴν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα εἴσοδον
ἐποιοῦντο, ἀλλ᾿ ὁπόσους ἂν ἕκαστος τῶν κομήτων ἐβούλετο, 
 συμπαραλαμβάνων εἰσῄει· καὶ τούτου ἐχομένως ἕτερος, ἐφεξῆς
δ᾿ ἐκείνου ἄλλος. εἰσερχόμενοι δὲ οὐ πρὸς ὕδωρ, καθάπερ
ποτὲ τοῖς ῥήτορσιν ἐφεῖτο, τὴν ὁμιλίαν ἐποιοῦντο,
ἀλλ᾿ Ὀπόσον ἕκαστος καὶ ὁ τυχὼν ἠβούλετο προσομιλεῖν τῷ
αὐτοκράτορι χρόνον, τοσούτου καὶ ἐτύγχανεν. οἱ δὲ τοιοῦτοι 
 ὄντες τὸ τρόπον καὶ τὴν γλῶτταν ἀσύμμετροι καὶ μήτε τὸν
αὐτοκράτορα αἰδούμενοι μήτε τὸν καιρὸν παραρρέοντα εὐλαβούμενοι
μήτε τὴν τῶν ὁρώντων νέμεσιν ὐφορώμενοι οὐ τοῖς
ὄπισθεν ἐρχομένοις ἕκαστος τόπον ὀμιλίας παρεῖχεν, ἀλλ᾿ ἀνέτως
 τὰς ὁμιλίας καὶ τὰς αἰτήσεις ἐποιοῦντο. τὸ λάλον δὲ τούτων 
καὶ θηρευτικὸν καὶ σμικρολόγον τῶν λέξεων ἅπαντες μὲν ἴσασιν,
ὁπόσοις ἠθῶν ἀνθρώπων μέλει καταστοχάζεσθαι· τοὺς
 δὲ τότε παρόντας ἀκριβέστερον ἡ πεῖρα δεδίδαχε. καὶ γὰρ
ἐπὰν ἑσπέρα καταλάβοι, ἄσιτος δι᾿ ὅλης διαμεμενηκὼς ἡμέρας
ἐξανίστατο τοῦ θρόνου πρὸς τὸν βασιλικὸν κοιτωνίσκον 
ἀπονεύων· ἀλλ᾿ οὐδ᾿ οὕτως τῆς τῶν Κελτῶν ἠλευθεροῦντο 
 
 
ὀχλήσεως. ἄλλου γὰρ ἄλλον προφθάνοντος οὐ τῶν ἀπολειφθέτων
μόνον τῆς ἡμερινῆς ὁμιλιας, ἀλλὰ κἀκείνων αὖθις
ἐπανιόντων κὼ ἄλλας καὶ ἄλλας αἰτίας λόγων προβαλλομένων
ἐκεῖνος ἵστατο ἀκλινὴς τῆς τοσαύτης γλωσσαλγίας
 ἀνεχόμενος περιστοιχούμενος ὑπὸ τῶν Κελτῶν. καὶ ἦν ἰδεῖν
καὶ πρὸς τὰς ἁπάντων ὑποφορὰς ἑτοίμως τὸν αὐτὸν καὶ 
ἕω τὰς ἀνθυποφορὰς ποιούμενον. πέρας δέ τῆς ἀκαίρου
τούτων γλωσσαλγίας οὐκ ἠν. ὁπηνίκα δέ τις ἀνακόψαι τῶν
μεσαζόντων τούτους ἐπεχείρει, παρὰ τοῦ βασιλέως ἀνεκόπτετο.
 τὸ γὰρ τῶν Φρόγγων φύσει ὀργίλον γινώσκων
ἐδεδίει, μὴ ἁ μικρᾶς προφάσεως μέγας πυρσὸς σκανδάλου
ἀναφθῇ κἀκ τούτου μεγάλη ἐσεῖται βλάβη τῇ Ῥωμαίων
ἀρχῇ. καὶ ᾦ ὡς ἀληθῶς παραδοξότατον τὸ φαινόμενον.
ὥσπερ γὰρ σφυρήλατος ἀνδριὰς ἢ ἀπό τινος χαλκοῦ τυχὸν
 ἢ ψυχρηλάτου σιδήρου κατεσκευασμένος, οὕτω παννύχιος
ἵστατο ἐξ ἑσπέρας πολλάκις μέν μέχρι μέσης νυκτός, πολλάκις
δέ καὶ τρίτης ἀλεκτοροφωνίας, ἔστι δ’ ὅτε σχεδὸν καὶ 
περὶ τὰς σαφεστάτας ἡλίου αὐγάς. πάντες δέ κεκμηκότες
πολλάκις μεθιστάμενοι ἀνέπαυον ἑαυτοὺς καὶ αὖθις εἰσῂεσαν
 δυσχεραίνοντες. † κἀντεῦθεν οὐδεὶς ἠδύνατο τῶν συνόντων
αὐτῷ πρὸς τὴν τοσαύτην ἀμετακλινῆ στάσιν, ἀλλὰ
μετώκλαζον ἅπαντες ἄλλοτε ἄλλος· καὶ ὁ μὲν ἐφηδράζετο,
 
ὁ δ’ ἐπλαγίαζε τὴν κεφαλὴν ἐρεισάμενος, ὁ δ’ εἰς τοῖχον
ὑπήρειδεν ἑαυτόν. μόνος πρὸς τὸν τοσοῦτον πόνον ἀμειλίκτως
εἶχεν ὁ βασιλεύς. καὶ τίς γὰρ τῆς ἐκείνου φερεπονίας
λόγος ἐφίκοιτο; μυριάνδρου γὰρ οὔσης τῆς διαλέξεως
πολλὰ μὲν ἕκαστος ἐλάλει καὶ ἀμετροεπῶς ἐκολῴα καθ’ 
 Ὅμηρον· ἄλλος μεταστὰς παρεδίδου ἑτέρῳ τὴν λαλιὰν κἀκεῖνος
 εἰς ἄλλον μετέπεμπεν, εἶτ’ αὖθις οὗτος εἰς ἕτερον.
καὶ ἦν μὲν ἐν διαλείμμασι τούτοις ἡ στάσις, ὁ δέ τὴν στάσιν
εἶχεν ἀπέραντον μέχρι πρώτης ἡ καὶ δευτέρας ἀλεκτοροφωνίας.
μικρὸν δέ διαναπαπαυόμενος ἡλίου πάλιν ἀνίσχοντος ἐπὶ 
 τοῦ θρόνου καθῆστο, καὶ πάλιν ἕτεροι πόνοι καὶ ἀγῶνες
διπλοῖ τοὺς νυκτερινοὺς ἐκείνοις διαδεχόμενοι. ἐκ ταίτης
τοιγαροῦν τῆς αἰτίας ἡ ὀδύνη τῶν ποδῶν ἐνσκήπτει τοῦ
αὐτοκράτορος. ἔκτοτε δέ μέχρι τέλους ἐκ διαστημάτων τινῶν
χρονικῶν ἐπῄει τὸ ῥεῦμα ὀδύνην ἐπάγον σφοδράν. ὁ δὲ 
 τοδοῦτον ἐγκαρτερῶν ἢν, ὡς μηδέποτε γογγυστικὸν
ῥῆμα, ἀλλὰ τὸ “ἀξίως πάσχω· εὐλόγως μοι ταῦτα
διὰ τὴν τῶν ἐμῶν ἁμαρτιῶν πληθύν”. εἰ καί που δὲ τῶν
χειλέων αὐτοῦ ῥῆμα μικροψυχίας ἐκδεδραμήκει, εὐθὺς τῷ
τοῦ σταυροῦ σημείῳ κατὰ τοῦ παλαμναίου ἐχρῆτο δαίμονος 
“φεῦγε” λέγων “ἐξ ἐμοῦ πονηρέ· οὐαί σοι καὶ τοῖς σοῖς
κατὰ τῶν Χριστιανῶν μηχανήμασιν”. ἀλλὰ τὰ μέν τῆς τῶν
 
ποδῶν ἀλγηδόνος ἱκανῶς ἡμῖν εἰρήσθω τὰ νῦν· εἰ δέ τις
τῇ νόσῳ ταύτῃ συνήρατο κἀκ τοῦ κερασθέντος τούτῳ μεστοῦ
πικρίας κρατῆρος, καθὼς ὲν ὀλίγοις ἐνσημανούμεθα, ἵνα μὴ 
λέγω τὸ πᾶν, καὶ τὰς ἀλγηδόνας συνηύξανε, κἂν ἡ βασιλις
 μέλιτι τὸν κρατῆρα περιχρίουσα τὰ πολλὰ διολισθαίνειν τῶν
κακῶν προσεμηχανᾶτο φύλαξ ἀνύστακτος τοῦ αὐτοκράτορος
οἶσα, προσερρίφθω καὶ οὗτος τῷ λόγῳ καὶ ἔστω τρίτη τις
αἰτία τῆς νόσου τοῦ βασιλέως οὐ προχαταρκτικὴ μόνον,
ἀλλὰ καὶ αυνεκτικωτάτη κατὰ τοὺς παῖδας τῶν ἰατρῶν οἱ
 καθάπαξ προσκεκρουκὼς ἐκεῖνος ἀπῆν, ἀλλὰ συμπαρῆν
καὶ συμπαρωμάρτει ὡς ἐν τοῖς ἀγγείοις οἱ πονηρότατοι τῶν
χυμῶν· μᾶλλον δέ, εἴ τις εἰς τὶν ἐκείνου φύσιν ἀπεῖδεν, οὐ
μόνον αἰτία νοσήματος ἢν, ἀλλὰ καὶ ἄντικρους νόσημα καὶ 
βαρύτατον σύμπτωμα. ἀλλ' ἐπέχειν τὸν λόγον ἀνάγκη τὴν
 γλῶτταν ἐνδακόντας καὶ μὴ παρεκθέειν τῆς λεωφόροι, κἂν 
ὅτι μάλιστα προθυμότατος ᾐ κατὰ τῶν κακουργοτάτων ἐφάλλεσθαι.
εἰς καιρὸν γὰρ τὸν προσήκοντα τὰ περὶ τούτου τεταμιεύσθω
μοι.

Ὁ δὲ λῷος ἐχέσθω τῆς [τῶν Κελτῶν ] διηγήσεως.
 αὐλιζεται μέν οὖν ὁ αὐτοκράτωρ κατὰ τὴν πέραθεν Δάμαλιν·
ἐκεῖσε γὰρ τοῦτον ὁ λόγος περαιωσάμενον καταλέλοιπε.
καὶ συνέρρεον αὐτίκα ἅπαντες νιφετοὶ· δίκην διαπερῶντες
 

 
πρὸς αὐτὸν αὐτοῦ που προσμένοντα, τὸ μὲν τὴν ἁπάντων
ἔλευσιν ἀπεκδεχόμενον, τὸ δέ καὶ τὴν σφοδρὰν ἐκείνην
 ὀδύνην ῥᾳΐσαι ἐλπίζοντα. πλησιφαῆ δὲ τὴν σελήνην ἤδη
θεασάμενος, ἐπεὶ συμπαρῆν καὶ Αὔγουστα τῆς τῶν ποδῶν
ὀδύνης ἐπιμελουμένη καὶ κουφίζουσα τούτου τὰς ἀλγηδόνας 
διὰ παντοίας ἐπιμελείας, ὡς “εἴ ποτε” εἶπεν ὁ
βασιλεύς “ἐς προνομὴν οἱ Τοῦρκοι ὁρμῆσαι ἐβούλοντο, ὁ
καιρὸς ἤδη ἐΠιτήδειος πάρεστι, καὶ ἄχθομαι τὸν προσήκοντα
καιρὸν ἀπολωλεκώς”. ἐσπέρας μὲν ἔφη τοῦτο, κατὰ δέ τὸ
περίορθρον εἰσελθὼν ὁ περὶ τὸν κοιτῶνα τῶν βασιλέων ἐνασχολούμενος 
ἐκτομίας τὴν τῶν Τούρκων ἐς Νικαίαν κατήγ-
 γειλεν ἔφοδον καὶ τοῦ τηνικαῦτα ταύτην φρουροῦντος Εὐ-
 σταθίου τοῦ Καμύτζη γραφὴν ὑπεδείκνυ τὰ κατ’ αὐτοὺς
διαλαμβάνουσαν. ὁ γοῦν αὐτοκράτωρ μηδέ μικρὸν ἀναμείνας
μηδὲ μελλήσας ὅλως, ἀλλ’ οἷον τῆς συνεχούσης αὐτὸν ὀδύνης 
ἐπιλαθόμενος δι’ ἁρμαμάξης τῆς πρὸς Νικαίαν φερούσης
ἥψατο τῇ δεξιᾷ χειρὶ λύγον κατέχων. οἱ δὲ στρατιῶται
τηνικαῦτα τὰ δόρατα † τούτων ἀναλαβόμενοι κατ’ ἴλας
στοιχηδὸν ἐφ’ ἑκάτερα ἴεντο. καὶ οἱ μέν παρέθεον τούτῳ,
οἱ δέ προέπεμπον, οἱ δὲ συνείποντο συγχαίροντες μὲν αὐτῷ 
κατὰ τῶν βαρβάρων ἐξορμήσαντι, ἀνιώμενοι δέ διὰ τὴν
 
ἀπείργουσαν αὐτὸν ἱππάζεσθαι ὀδύνην. ὁ δὲ πρὸς θάρσος 
ὤτρυνεν ἅπαντας νεύμασί τε καὶ λόγοις ἡδὶ προσμειδιῶν
αἰτοῖς καὶ προσφθεγγόμενος. δι' ἡμερῶν δέ τριῶν κατέλαβε
τόπον τινα Αὶγιαλοὺς καλούμενον, ἐξ οὗ πρὸς τὴν
 Κιβωτὸν διαπλωΐσασθαι ἔμελλεν. ἐπειγόμενον δὲ τοῦτον
τὴν διαπεραίωσιν ὁρῶσα Αὔγουστα συνταξαμένη τούτῳ
πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπορεύετο. τοῦ δὲ αὐτοκράτορος
τὴν Κιβωτὸν καταλαβόντος προσέρχεταί τις αὐτῷ λέγων ἐκκρίτους
σατράπας τεσσαράκοντα χιλιάδων διαιρεθῆναι καὶ 
 τοὺς μὲν ἐς προνομὴν τῆς Νικαίας καὶ τῶν παρακειμένων
αἰτῇ χωρῶν κατελθεῖν, τὸν δὲ Μονόλυκον καὶ τὸν . . . . . .
τὰ παρὰ τὴν θάλασσαν δῃώσασθαι. οἵτινες τά τε παρακείμενα
τῇ περὶ τὴν Νικαίαν λίμνῃ καὶ τὴν Προῦσαν δῃώσαντες,
ὡς δὲ καὶ τὴν Ἀπολλωνιάδα, αἰτοῦ που περὶ ταύτην
 ηὐλίσαντο κἀκεῖσε τὴν λείαν πᾶσαν ἀφελόμενοι ὁμοῦ πρὸς
τὰ πρόσω ἐχώρησαν, τό τε Λοπάδιον καὶ πάντα τὰ ξυμπαρακείμενα
ληϊσάμενοι, ἀλλὰ καὶ αὐτήν, φησι, τὴν Κύζικον
καταλαβόντες ἐξ ἐφόδου ἀπὸ τοῦ μέρους τῆς θαλάσσης κατέσχον 
τοῦ ταύτην φρουροῦντος μμδοπωσοῦν ἀντισχόντος,
 ἀγεννῶς ἐκεῖθεν ὑποχωρήσαντος. εἶτα τόν τε Κοντογμὴν
καὶ τὸν Ἀμὴρ Μουχούμετ τῶν ἐκκρίτων ἀρχισατρόπας διὰ
 
τῶν Λεντιαῶν πρὸς τὸ Ποιμανηνὸν ἀπιέναι ἐφελκομένους
λείαν πολλὴν καὶ ἄνδρας πλείστοις δορυθηράτους καὶ γύναια
καὶ παῖδας, ὅσους ἀφῆκεν ὁ σίδηρος. τὸν δέ γε Μονόλυκον
ποταμόν τινα διαπεράσαντα Βαρηνὸν ἐγχωρίως καλούμενον,
ῥέοντα μὲν ἀπό τινος ὄρους Ἰβιδος καλουμένου, ἀφ’ οὗ 
 πολλοὶ καὶ ἄλλοι ἀπορρυίσκονται ποταμοί, Σκάμανδρός τε
καὶ Ἀγγελοκωμίτης καὶ Ἔμπηλος, πρός τε τὸ Παριὸν ἀπονενευκέαι
καὶ τὴν ἐφ’ Ἑλλησπόντου Ἄβυδον καὶ δι’ Ἀτραμυττίου
τε καὶ τῶν Χλιαρῶν διεληλυθότα μετὰ πάσης αἰχμαλωσίας
ἀναιμάκτως καὶ ἄνευ μάχης τινός. πρὸς ταύτην 
τὴν ἀγγελίαν ὁ αὐτοκράτωρ τὸν Καμύτζην δοῦκα τηνικαῦτα
Νικαίας χρηματίζοντα διὰ γραμμάτων παρεκελεύσατο παρέπεσθαί
τε τοῖς βαρβάροις μετὰ πεντακοσίων στρατιωτῶν καὶ
τὰ κατ’ αὐτοὺς διὰ γραμμάτων δηλοῦν, φείδεσθαι δὲ τῆς
 μετ' αὐτῶν συμπλοκῆς. ὁ δὲ ἐξελθὼν τῆς Νικαίας καταλαμβάνει 
 τόν τε Κοντογμήν καὶ τὸν Ἀμὴρ Μουχούμετ καὶ
τοὺς λοιποὺς εἰς τὰ καλούμενα Ἀόρατα καὶ ὥσπερ τῆς τοῦ
αὐτοκράτορος παραγγελίας ἐπιλαθόμενος παραχρῆμα τούτοις
προσβάλλει. οἱ δέ τὸν αὐτοκράτορα προσδόκιμον ἔχοντες καὶ
τοῦτον εἶναι τὸν ἐπεισπεσόντα νομίσαντες πτοηθέντες τὰ νῶτα 
διδόασι. Σκύθην δέ τινα τηνικαῦτα κατασχόντες καὶ παρὰ
τούτου πυθόμενοί, ἐπεὶ τὸν Καμύτζην ἐγνώκεσαν εἶναι, τὰς
 
ἀκρολοφιας διῄεσαν καὶ θαρρύνοντες ἑαυτοὺς διά τε τυμτάνων
καὶ ἀλαλαγμῶν ἀνεκαλοῦντο τοὺς ἁπανταχῆ σκεδασθέντας
τῶν ὁμοφύλων. οἱ δέ ἀνα·κλητι·κὸν τουτὶ τὸ σύνθημα 
γινώσκοντες πάντες συνέρρεον. ἐπανελθόντες οἶν κατὰ τὴν
 πεδιάδα τὴν διακεμένην ἐγγὺς κάτωθεν τῶν καλουμένων
Ἀοράτων αὖθις ἠθροίσθησαν. ὁ δέ γε Καμύτζης τὴν
λάαν πᾶσαν ἀφελόμενος ἐξ αἰτῶν οὐκ ἤθελε μέχρι τοῦ
Ποιμανηνοῦ καταλαβεῖν, ὡς εὖ τὰ κατ’ αὐτὸν ἐν τούτῳ διαθέσθαι
(πολίχνιον δὲ τοῦτο ἐρυμνότατον), ἀλλὰ περὶ
 Ἀόρατα ἐμβραδύνων ἔλαθε καθ’ ἑαυτοῦ βουλευσάμενος. οἱ
βάρβαροι γὰρ ἐν τῷ ἀκινδύνῳ γεγονότες οὐκ ἐπελάθοντο
τοῦ Καμύτζη, ἀλλ' ἐνήδρευον τοῦτον διὰ παντός. καὶ μεμαθηκότες 
ἔτι αὐτὸν εἰς τὰ Ἀόρατα ἐνδιατρίβοντα καὶ τὰ
περὶ τὴν λείαν ἅπασαν καὶ τοὺς δοριαλώτοις διατιθέμενον
 παραχρῆμα τὰς ὑπ’ αὐτοὺς δυνάμεις κατ’ ἴλας καταστησάμενοι
περὶ δείλην ἑῴαν εἰσπίπτουσιν αὐτῷ. τὸ μὲν οὖν
πλεῖον τοῦ στρατεύματος τοῦ Καμίτζη τοσαύτην πληθὺν
βαρβάρων ἐπεισπεσοῦσαν αἰτοῖς ἑωρακότες φυγῇ τὴν ἑαυτῶν
σωτηρίαν ἐδόκουν πραγματεύσασθαι. αὐτὸς δὲ μετὰ τῶν Σκυθῶν
 καὶ τῶν Κελτῶν καὶ ὁπόσοι τῶν Ῥωμαίων εὐψυχότεροι
ἦσαν ἐκθύμως ἐμάχετο. καὶ τηνικαῦτα οἱ τούτων πλείους 
πίπτουσιν· ὁ δέ γε Καμύτζης μετ’ ὀλίγων καταλειφθεὶς
 
ἔτι ἀντείχετο τῆς μάχης. καιρίαν δὲ ὁ ἵππος, ἐν ὡ ἐπωχεῖτο,
πληγεὶς κατὰ γῆς ἔρριπτο. ὁ δέ γε τούτου ἐδελφιδοῦς
Καταρόδων οὕτω καλούμενος ἀποβὰς τοῦ ἰδίου ἵππου
τοῦτον αὐτῷ δίδωσι. βαρὺς δὲ ὢν ὁ ὀνὴρ καὶ μέγας ῥᾳδίως
τοῦ ἵππου ἐπιβῆναι οὐκ εἶχεν· ἔνθεν τοι καὶ μικρὸν ἀναποδίσας 
ἐπί τινα δρῦν ἑαυτὸν προσερείσας καὶ τὸν ἀκινάκην
σπασάμενος τάς τε σωζούσας ἀπολωλεκὼς ἐλπίδας, ὁπόσοι
 τούτῳ τῶν βαρβάρων συμπλακῆναι κατετόλμων, κατά γε
κόρυθος καὶ ὤμων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν χειρῶν παίων οὐκ
ἐνεδίδου. ἐπὶ πολὺ γοῦν τοῦτον ἀντέχοντα ὁρῶντες οἱ βάρβαροι 
καὶ πολλοὺς κτείνοντα, πολλοὺς δέ καὶ τιτρώσκοντα
ὑπεραγάμενοι τὴν τοῦ ἀνδρὸς τόλμαν καὶ τὸ σταθηρὸν αὐτοῦ
θαυμάσαντες τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ διὰ ταῦτα πραγματεύσασθαι
ἐβουλήθησαν. ὁ δέ ἀρχισατράπης Μουχούμετ τὴν
κλῆσιν τοῦτον καὶ πάλαι γινώσκων καὶ τηνικαῦτα ἀναγνωρίσας 
ἀνακόπτει μὲν τῆς ὁρμῆς τοὺς αὐτῷ συμπλεχομένους, ἀποβὰς
δὲ τοῦ ἵππου μεθ’ ὧν ἔτυχε προσελθὼν ἔφη “μὴ
πρόκρινε τῆς σῆς σωτηρίας τὸν θάνατον ἀλλὰ δίδου μοι
τὴν χεῖρα καὶ δώζοὐ”. ὁ δέ ὑπὸ τοσούτων περιστοιχούμενον
ἑαυτὸν ὁρῶν καὶ μὴ πρὸς τοσούτους ἀντέχειν ἔτι δυνάμενον 
 δίδωσι χεῖρας τῷ Μουχούμετ. καὶ ὅς ἐφ’ ἵππον τοῦτον ἐπιβιβάσας
τοὺς αὐτοῦ πόδας δεσμεῖ, ὡς μὴ ῥᾳδίως ἀποδρᾶσαι
δύνασθαι. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ τῷ Εὐσταθίῳ συμπεσόντα·
 
ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ στοχασάμενος τῆς ἀτραποὶ; δι’ ἧς διϊέναι 
ἔμελλον, ἄλλην τραπόμενος Λά τε τῆς Νικαίας διελθὼν καὶ
τῶν Μαλαγίνων τῶν οἴτῳ καλουμένων Βασιλικῶν (ταῦτα
δὲ τέμπη εἰσὶ καὶ δύσβατοι ἀτραποὶ περὶ τὰς ἀκρολοφίας
 τοῦ Ὀλύμπου διακείμενα) κατέρχεται εἰς τὰ Ἀληθινὰ κἀκεῖσε
καταλαμβάνει τὴν Ἀκροκὸν ἐπειγόμενος προκαταλαβεῖν ἀπὸ 
τῶν ἔμπροσθεν τοὺς Τούρκους καὶ οὕτω καρτερῶς μετ᾿ αἰτῶν
συνάψαι τὸν πόλεμον. οἱ δέ μηδὲ μνείαν ὅλως Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος
εἰς νοῦν λαβόντες τὸν κατὰ τὴν τέμπειαν διακείμενον
 καλαμῶνα καταλαβόντες ἵκει ποι· περιχυθέντες ἐξέκειντο.
ἐπεὶ δὲ ἀπηγγέλη τῷ αὐτοκράτορι ἀπερχομένῳ κατ’ αὐτῶν τὴν
πεδιάδα τῆς τεμπείας τοῖς βαρβάρους καταλαβεῖν, ἀπὸ διαστήματος
ἱκανοῖ· τὸ στράτευμα εἰς πόλεμοι· τύπον καταστήσας
καὶ παραταξάμενος ἔμπροσθεν μὲν Κωνσταντῖνον τὸν
 Γαβρᾶν καὶ τὸν Μοναστρᾶν ἔταξεν, ἐφ’ ἑκάτερα δέ ἰλαδὸν 
καταστήσας τὸ στράτευμα τὴν οὐραγίαν τῷ Τζιπουρέλῃ καὶ
τῷ Ἀμπελᾷ πολλὴν τὴν του πολέμου πεῖραν ἐκ μακροῦ
ἐσχηκόσι δέδωκε. τὸ δέ μέσον τῆς παρατάξεως αὐτὸς διέπων
πων ὅλας συνετάραττε φάλαγγας καὶ οὕτως ὥσπερ κεραυνὸς
 τοῖς Τούρκοις ἐμπεσὼν καρτερὸν τὸν μετ’ αἰτῶν συνῆψε
πόλεμον. πολλοὶ μὲν οἶν τηνικαῦτα κτείνονται τῶν βαρβάρων
ἀγχεμάχου τῆς μάχης γεγονυίας, πολλοὶ δέ καὶ δορυθήρατοι
ἄγονται. οἱ δέ τῷ καλαμῶνι προσπεφευγότες τέως
 
ἐσώζοντο· ὁ δὲ αὐτοκράτωρ λαμπρὰν τὴν κατ’ αὐτῶν νίκην
ἀράμενος πρὸς τὸν καλαμῶνα ἐπιστραφεὶς ἔσπευδε κἀκεῖθεν
 τούτους ἀπελάσαι. οἱ δέ στρατιῶται διὰ τὸ βαλτῶδες καὶ
πυκνὸν τοῦ καλαμῶνος μὴ δυνάμενοι εἰσιέναι ἐν ἀμηχανίᾳ
ἦσαν. καὶ ὃς περιζώσας τὸν καλαμῶνα διὰ τῶν στρατιωτῶν 
πῦρ ἐκ μέρους τοῦ καλαμῶνος ἁφῆναι ἐπέταξε. τούτου δὲ
γενομένου ἡ φλὸξ εἰς ὕψος ἦρτο μέγα· οἱ δὲ ἐντὸς φεύγοντες
τὸ πῦρ εἰς τὰς τῶν στρατιωτῶν ἐνέπιπτον χεῖρας. καὶ
τούτων δέ οἱ μέν παρανάλωμα ξίφους ἐγίνοντο, οἱ δέ πρὸς
τὸν αὐτοκράτορα ἤγοντο.

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τοὺς ἀπὸ τοῦ Καρμὲ
 κατελθόντας βαρβάρους ὁ δὲ Ἀμὴρ Μουχούμετ μεμαθηκὼς
τὴν συμφορὰν τὴν περὶ τοὺς ἀπὸ τοῦ Καρμὲ Μουσουλμάνους
κατόπιν εὐθὺς ἐλαύνει τοῖ] βασιλέως ἑνωθεὶς μετὰ τῶν κατὰ
τὴν Ἀσίαν οἰκούντων Τουρκομάνων καὶ τῶν λοιπῶν, ὥστε 
ξυνέβαινε τὸν αὐτὸν διώκειν τε καὶ διώκεσθαι. οἱ μὲν γὰρ
ἀμφὶ τὸν Μουχύμετ βάρβαροι τὸν αὐτοκράτορα ἰχνηλατοῦντες
ἐδίωκον· ὁ δὲ τοὺς ἀπὸ τοῦ Καρμὲ μεταπορευόμενος
ἦν, ὥστε μέσον ἀμφοῖν ἐναπείληπτο. ἀλλὰ τοὺς μὲν ἔφθασε
νενικηκώς, οἱ δέ διώκοντες ἔξω κακῶν εἱστήκεισαν ἔτι. ἐπεὶ 
 δ᾿ ἀθρόον τῇ οὐραγίᾳ τοῦ αὐτοκράτορος προσέπεσεν ὁ Μου-
 χούμετ, πρώτως περιτυγχάνει τῷ Ἀμπελᾷ. ὁ δέ ἐν αἰσθήσει
 

 
τοῦ αὐτοκράτορος ἂν καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ πλέον θαρσήσας καὶ
ἄλλως θρασὺς ὢν ἀνὴρ μηδὲ πρὸς μικρὸν περιμείνας τοὺς μετ’
αὐτόν, ὥστε σὺν εὐταξίᾳ τὴν μετὰ τῶν Τούρκων προσβολὴν δέξασθαι,
κατὰ τοῦ Μουχούμετ ἕεται. παρείπετο δὲ καὶ ὁ Τζιπουρέλης.
 περὶ παλαιοχώριον δέ τι γενομένοις μήπω τῶν ὑπ
αὐτοὺς στρατιωτῶν ἐφθακότων καταλαμβάνει τούτους ὁ Μουχούμετ
σταθηρότατος ὤν. τὸν ἵππον δέ του Ἀμπελᾶ, οὐ τὸν
ἱππότην, διὰ βέλους πλήξας κατὰ γῆς ἔρριψεν. ὃ θεασάμενοι
οἱ Τοῦρκοι πεζῷ περιτυχόντες κτείνουσιν. ἀλλὰ καὶ τὸν 
 Τζιπουρέλην ἀναισχύντως κατ’ αἰτῶν ἱέμενον ὁρῶντες
ἵππον, ᾧ ἐπωχεῖτο, πτερώσαντες οἷον τοῖς βέλεσιν ἔξεδρον
αὐτὸν ἐποίησαν καὶ διὰ μαχαίρας παραχρῆμα ἀνεῖλον.
οἱ δὲ τὴν οὐραγίαν τηροῦντες στρατιῶται, ὥστε τοὺς κεκοπιακότας
τῶν τὰς σκευὰς τηρούντων στρατιωτῶν καὶ τοὺς
 ἵππους φορουρεῖν καὶ τοὺς κατ’ αὐτῶν ἱεμένοις ἀπελαύνειν
ὡς δύναμις, καταλαβόντας θεασάμενοι τοὺς Τούρκους κατ’
αἰτῶν ἵενται καὶ τρέπουσιν αὐτοὺς κατὰ κράτος. ἐπεὶ δέ
ὁ Καμύτζης μετὰ τῶν Τούρκων τηνικαῦτα δέσμιος παρῆν,
τὴν γενομένῳ σύγχυσιν ἐν τῇ συμβολῇ τῆς μάχης θεασάμε- 
 νος καὶ τοὺς μέν φεύγοντας, τοὺς δέ διώκοντας ὁρῶν σταθηρὸς
ὢν δρασμὸν μελετήσας τῆς ὁδοῦ εἴχετο. περιτυχὼν
 
δέ αὐτῷ κατάφρακτός τις Κελτὸς τὸν ἵππον δίδωσι· καὶ
καταλαμβάνει τὸν αὐτοκράτορα περὶ τὴν πεδιάδα τῆς τεμ-
 πείας αὐλιζόμενον μεταξὺ Φιλαδελφείας καὶ Ἀκροκοῦ διακειμένην,
οὐχ ἑνί, ἀλλὰ πολλοῖς ἀποχρῶσαν στρατεύμασιν. ὁ
δέ τὸν Καμύτζην θεασάμενος μεγάλως αὐτὸν ἀποδεξάμενος 
καὶ σῶστρα τῷ ῥυσαμένῳ τοῦτον Θεῷ θύσας πρὸς τὴν βασιλεύουσαν
ἐκπέμπει “εἰπὲ” λέγων “ὅσα τε πέπονθας καὶ
ὅσα ἑώρακας καὶ τὴν ἡμῶν σὺν Θεῷ τοῖς ἡμετέροις κατάγγειλον
ζωήν”. μεμαθηκὼς δὲ τὴν σφαγὴν του Ἀμπελᾶ
καὶ τοῦ Τζιπουρέλη καὶ λίαν ἐπὶ τῇ τούτων σφαγῆ περιαλγήσας 
γήσας ὁ αὐτοκράτωρ τὴν ψυχὴν ἔφη “δύο δόντες ἕνα ἐλάβομεν”.
ἔθος γὰρ αὐτῷ, ὁπηνίκα νικήσειέ τινα πόλεμον,
 ἀνερευνᾶν, εἴ τις ἑάλω τῶν στρατιωτῶν, εἴ τις ἔργον ἐγεγόνει
πολεμίας χειρός· καὶ κἂν ὅλας ἐτρέψατο φάλαγγας καὶ νίκην
τὴν κατ’ αὐτῶν ἤρατο, ξυμβέβηκε δ’ ἵνα που τυχὸν καὶ τῶν 
ἐσχάτων στρατιωτῶν ἀπολέσθαι, τὸ τῆς νίκης εἰς οὐδέν ἐλογίζετο
πρᾶγμα καὶ Καδμείαν ὡς ἀληθῶς νίκην τὴν νίκην
ἐκείνην ἡγεῖτο καὶ ἀντὶ κέρδους ζημίαν. αὐτὸς δέ ἡγεμόνας
τινὰς μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν στρατιωτῶν ἐς φυλακὴν καταστήσας
τῆς χώρας Τεώργιον τὸν Λεβούνην καὶ ἑτέρους πρὸς 
τὴν βασιλεύουσαν νικητὴς ἐπανῄει. ὁ μέν οὖν Καμύτζης
καταλαβὼν τὸ Δάμαλιν καὶ ἐν ἀμφηρικῷ εἰσελθὼν περὶ
 
μέσην φυλακὴν τῆς νυκτός, ἐπεὶ τὴν βασιλίδα εἰς τὰ ὑπερ- 
κείμενα τῶν ἀνακτόρων ἐγίνωσκεν οὖσαν, κεῖθι καταλαβὼν 
πατάσσει τὴν περὶ τὸν αἰγιαλὸν πύλην. τῶν δέ ἐρομένων,
τίς ἂν εἴη, τὴν ἰδίαν οὐκ ἤθελεν ἀποκαλύπτειν κλῆσιν, ἀλλὰ
 τὰς πίλας ᾐτεῖτο ἀποζυγωθῆναί οἱ. μόγις οὖν τοὔνομα
ἀνακαλύψας παραχωρεῖται τῆς εἰσόδου. ἡ δέ Αὔγουστα
περιχαρὴς γεγονυῖα ἐδέξατο τοῦτον ἔξω τῆς τοῖ κοιτῶνος
θύρας (Ἀριστήριον τοῦτο πάλαι ὠνόμαζον), θεασαμένη
τοῦτον Τουρκικῶς ἐσταλμένον καὶ θατέρων τῶν ποδῶν χω-
 λεύοντα διὰ τὸ πληγῆναι ἐν τῷ καιρῷ τῆς μάχης, περὶ τοῦ
αὐτοκράτορος πρώτως ἐρομένη καθεσθῆναι ἐπέταξεν· εἶτα 
περὶ πάντων πυθομένη καὶ τὴν καινὴν ἐκείνην ἐξ ἀπροσδοκήτου
νίκην μεμαθηκυῖα τοῦ αὐτοκράτορος καὶ τὸν δορυάλωτον
ἐλεύθερον ὁρῶσα οὐκ εἶχεν ὑφ’ ἡδονῆς ὅ τι καὶ 
 γένοιτο. ἐπέτρεψε δέ τοῦτον διαναπαύσασθαι μέχρις ἡμέρας
κἄπειτα ἐξελθόντα τὰ συμβεβηκότα διακηρυκεύειν ἅπασι.
καὶ ὁ μὲν πρωΐθεν ἐξαναστὰς καὶ ἐπιβὰς ἵππου τινὸς μετὰ
τῶν ἐσθημάτων πείνων, μεθ’ ὣν ἀφῖκτο τῆς αἰχμαλωσίας
παραδόξως ἐλευθερωθείς, ἐπὶ τὸν Κωνσταντίνιον φόρον
 ἐλήλυθε. καὶ πᾶσα ἡ πόλις εὐθὺς ἐπ’ αὐτῷ ἐκεκίνητο ὁμοῦ
τε καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν μαθεῖν ἐπειγομένη, ὁμοῦ δὲ καὶ τὰ
κατὰ τὸν αὐτοκράτορα πλέον ποθοῦσα. αὐτὸς δέ περιστοι-
 
 χησάντων αὐτὸν ἱππέων πολλῶν καὶ πεζῶν τά τε κατὰ τὸν
πόλεμον λαμπρῷ τῷ στόματι διηγήσατο καὶ ὅσα τότε ξυνέκυρσε
κατὰ τοῦ ῾Ρωμαϊκοῦ στρατεύματος καὶ δὴ καὶ ὁπόσα
ὁ βασιλεὺς κατὰ τῶν βαρβάρων ἐμηχανήσατο καὶ ὅπως ἤρατο
νίκην λαμπρὰν πολλαπλασίαν τὴν ἐκδίκησιν ποιησάμενος· 
καὶ τέλος ἐπέθηκε τὴν παράδοξον ἑταυτοῦ ἀπὸ τῶν βαρβάρων
φυγήν. οἷς ἐπευφήμησεν ὅλον τὸ πλῆθος καὶ μέχρις
αἰθέρος ὁ κρότος τῆς εὐφημίας ἀνεληλύθει.

Ταῦτα μέν οὕτως ἐτετέλεστο καὶ ἡ Κωνσταντίνου
ἐνεπέπληστο τῶν τοῦ βασιλέως κατορθωμάτων. καὶ γὰρ ὡς 
 ἀληθῶς ὅσον μὲν ἀπὸ τῆς τύχης δυσχερέσι πράγμασιν ὡμιλήκει
καὶ ἀντίξως ἔχουσι πρός τε αὐτὸν καὶ τὰ τῶν ῾Ρωμαίων
πράγματα καὶ ὅλως δυστυχημάτων πλήθει περιερρεῖτο.
ἀλλ᾿ ἥ γε ἀρετὴ τούτου καὶ τὸ ἐγρηγορὸς καὶ δραστήριον
ἀντέβαινε καὶ φιλονείκως εἶχε πρὸς ἅπαν δυστύχημα. οὐδενὶ 
γὰρ τῶν ἀνέκαθεν βασιλέων καὶ εἰς τὴν τήμερον ὄντων
πραγμάτων ἐπιπλοκὴ καὶ μοχθηρία παντοδαπῶν ἀνθρώπων
καὶ οἴκοι καὶ θύραθεν προσεπέλασεν, ὡς ἐπὶ τούτου τοῦ
αὐτοκράτορος εὕρομεν. εἴτε γὰρ ἔδει πονήρως διατεθῆναι
 τὰ τῶν ῾Ρωμαίων Θεοῦ παραχωροῦντος (οὐδέ γὰρ ἂν ἀπὸ 
τῆς ἀστρῴας περιφορᾶς ἐξαπτοίμην ποτέ τὰ ἡμέτερα) εἴτε
 ἀπὸ τῆς τῶν προβεβασιλευκότων ἀβουλίας εἰς τόδε κατα-
 

 
στάσεως τὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς δυναστείας ἔστη, ὄχλος πολὺς 
πραγμάτων καὶ πολυκύμαντος τάραχος ἐπὶ τῶν καιρῶν τῆς
βασιλείας τοὐμοῦ πατρὸς συνελήλυθεν. ἅμα γὰρ κατὰ ταὐτὸν
καὶ Σκύθης ἀπὸ βορρᾶ καὶ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας Κελτὸς
 καὶ ἐξ ἀνατολῶν Ἰσμαὴλ ἐτετάρακτο χωρὶς τῶν ἀπὸ θαλάσσης
κινδύνων, κινδύνων, ἄνει· τῶν θαλασσοκρατούντων βαρβάρων, ἄνει
τῶν πειρατικῶν ἀναρίθμων νηῶν, ἃς ἡ τῶν Σαρακηνῶν
ἐτεκτόνευσε μῆνις, ἃς ἡ τῶν Οὑετόνων συνεπλέξατο πλεονεξία
καὶ κατὰ τῖς Ῥωμαϊκῆς βασιλείας δύσνοια. καὶ γὰρ
 ἐποφθαλμιῶσι πάντες αἰτῇ. φύσει γὰρ οὖσα δεσπότις τῶν 
ἄλλων ἐῶν ἡ βασιλεία Ῥωμαίων ἐχθρωδῶς διακείμενον
ἔχει τὸ δοῦλον, καὶ ἐπειδὰν ἐπιδράξαιτο καιροῖ; φέρεται
ἄλλος ἄλλοθεν ἐκ γῆς καὶ θαλάττης ἕκαστος. ἀλλὰ τὰ μὲν
πρότερον καὶ τὰ τῆς πρὸ ἡμῶν βασιλείας ἐλαφρότατα ἦν
 καὶ κουφότερα· ἐπὶ δὲ τοὐμοῦ πατρὸς ἅμα τε ἐπιβεβήκει
τοῦ βασιλικοῦ ἅρματος καὶ εὐθὺς ἐπισυνέρρευσεν ἁπανταχόθεν
ἅπαντα τὰ δεινά· καὶ ὁ Κελτὸς ἐκεκίνητο καὶ ἐδείκνυ
τοῦ δόρατος τὴν ἀκμὴν καὶ ὁ Ἰσμαὴλ τόξον ἐνέτεινε καὶ τὸ
Νομαδικὸν ἅπαν ἔθνος καὶ Σκυθικὸν ὅλον ἁμάξαις παμ- 
 μυρίαις ἐπέβρισεν. ἀλλ’ ἴσως τις ἐνταῦθα τοῦ λόγοι γενόμενος
καὶ ἐντυγχάνων τῷ συγγράμματι δεδεκασμένην εἴποι
τῇ φύσει τὴν γλῶτταν. ἐγὼ δὲ οὐ μὰ τοὺς τοῦ βασιλέως
 
ὑπὲρ τῆς τῶν Ῥωμαίων εὐδαιμονίας κινδύνους, οὐ μὰ τὰ
τοῦ πατρὸς ἀθλήματα καὶ τὰς συμφοράς, ἃς ὑπὲρ τῶν
Χριστιανῶν ἐπεπόνθει, οὐκ ἔγωγε χαριζομένη τὠμῷ πατρὶ
τὰ τοιαῦτα καὶ λέγω καὶ γράφω. ἥ γε καὶ ὅπη τὸν πατέρα
σφαλλόμενον ἴδοιμι, ἄντικρυς καὶ παραβαίνω τὸν νόμον τὸν 
 φυσικὸν καὶ τῆς ἀληθείας ἐξέχομαι φίλον μὲν καὶ τοῦτον
ἡγουμένη, φιλτέραν δέ τὴν ἀλήθειαν ἔχουσα· ἀμφοῖν γὰρ
ὄντοιν φίλοιν, ὡς πού τις ἔφη φιλόσοφος, κράτιστον προτιμᾶν
τὴν ἀλήθειαν. ἀλλὰ τοῖς πράγμασιν αὐτοῖς ἐπακολουθοῦσα
καὶ μήτε προστιθεμένη παρ’ ἐμαυτῇ μήτε ὑφαιροῦσα 
τὰ ξυμπεσόντα καὶ λέγω καὶ γράφω. καὶ ἐγγύθεν ὁ
 ἔλεγχος· οὐ γὸρ εἰς μυριοστὸν ἔτος ἀνάγω τὸ
ἀλλ’ εἰσὶν οἵτινες εἰς τὴν τήμερον Περιόντες καὶ τὸν πατέρα
τὸν ἐμὸν ἐγνωκότες καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν ἀφηγούμενοι, ἀφ’ ὧν
καὶ οὐκ ὀλίγα τῆς ἱστορίας ἐνταυθοῖ συνηράνιστο ἄλλων 
ἄλλο τι διηγουμένων καὶ μεμνημένων ὧν ἕκαστος ἔτυχε καὶ
πάντων ὁμοφωνούντων. τὰ μέν γὰρ πλείω καὶ ἡμεῖς συνῆμεν
τῷ πατρὶ καὶ τῇ μητρὶ συνειπόμεθα. οὐ γὰρ ἢν τὸ
ἡμέτερον τοιοῦτον οἶον οἰκουρικὸν καὶ ὑπὸ σκιὰν καὶ τρυφὴν
 στρεφόμενον. ἀλλ’ ἐμέ γὰρ ἐξ αὐτῶν σπαργάνων, ὄμνυμι 
 τὸν ἐμαυτῆς Θεὸν καὶ τὴν ἐκείνου μητέρα, πόνοι καὶ θλίψεις
παρέλαβον καὶ συμφοραὶ συνεχεῖς, αἱ μὲν ἔξωθεν, αἱ δέ
 
οἴκοθεν. τὰ μὲν γὰρ τοῦ σώματος ὁποδαπῶς εἶχον, οὐκ
ἂν εἴποιμι, λεγέτωσαν δὲ ταῦτα οἱ περὶ τὴν γυναικωνῖτιν
καὶ καταλεγέτωσαν. τὰ δὲ ἔξωθεν καὶ ὅσα μοι συνεπεπτώκει
οὔπω τὸν ὄγδοον ὑπερελασάσῃ χρόνον καὶ ὅσους ἐχθροὺς
 ἡ τῶν ἀνθρώπων μοι κακία παρεβλάστησε, τῆς Ἰσοκράτους
Σειρῆνος δεῖται, τῆς Πινδαρικῆς μεγαλοφωνίας, τοῦ Πολέμωνος
ῥοίζου, τῆς Ὁμηρικῆς Καλλιόπης, τῆς Σαπφικῆς λύρας 
ἥ τινος ἄλλης παρὰ ταύτας δυνάμεως. οὐδέν γάρ ἐστι τῶν
δεινῶν οὐ μικρόν, οὐ μεῖζον, οὐκ ἐγγύθεν, οὐ πορρωτέρω,
 ὃ μὴ εὐθὺς ἐπέβρισε καθ’ ἡμῶν. καὶ δῆτα ναὶ ὑπερέσχε
σαφῶς τὸ κλυδώνιον καὶ ἔκτοτε καὶ μέχρι τοῦ νῦν καὶ μέχρι
οὗ τὸ σύλλραμμα τουτὶ γράφω ἡ τῶν συμφορῶν ἐπωρύεταί
μοι θάλαττα καὶ ἄλλα ἐπ’ ἄλλοις καταλαμβάνει τὰ κύματα.
ἀλλὰ γὰρ ἔλαθον εἰς τὰς ἐμαυτῆς συμφορὰς παρασυραμένη.
 νῦν οὖν ἐπὶ νοῦν ἐλθοίσᾳ ἐπανανήξομαι καθάπερ ἀνάρρουν 
ποιησαμένη καὶ πρὸς τὰς πρώτας λαβὰς ἐπανέλθοιμι. τὰ 
μέν οὖν, ὡς εἶπον, παρ’ ἐμαυτῆς ἔχω, τὰ δέ καὶ ἀπὸ τῶν
ξυστρατευσαμένων τῷ αὐτοκράτορι ποικίλως περὶ τούτων
μανθάνουσα καὶ διά τινων πορθμέων εἰς ἱμὰς διαβιβαζόντων
 τὰ τοῖς πολέμοις ξυμβεβηκότα, μάλιστα δέ καὶ αὐτοπροσώπως
περὶ τούτων διηγουμένων πολλάκις ἤκουον τοῦ τε αὐτοκράτορος
καὶ Γεωργίου τοῖ Παλαιολόγου. ἐγὼ δὲ καὶ
πολλὰ τούτων συνελεξάμην καὶ κράτιστα ἐπὶ τοῦ μετὰ τὸν
 
ἐμὸν πατέρα τρίτου τὰ τῆς βασιλείας σκῆπτρα διέποντος,
ὅτε καὶ πᾶσα κολακεία καὶ ψεῦδος τῷ πάππῳ αὐτῷ συναπ- 
 έρρευσε πάντων τὸν ἐφιστάμενον μὲν θρόνον κολακευóντων,
πρὸς δέ τὸν ἀπερρυηκότα μηδέν τι μὲν θωπείας ἐνδεικνυμένων,
γυμνὰ δέ τὰ πράγματα διηγουμένων καὶ αὐτὰ 
λεγόντων ὥσπερ ἐσχήκασιν. ἐγὼ μὲν γὰρ τὰς ἐμαυτῆς συμφορὰς
ἀποδυρομένη κατὰ τόδε καιροῦ τρεῖς βασιλεῖς θρηνοῦσα
τὸν πατέρα καὶ αὐτοκράτορα καὶ τὴν ἐμὴν δεσπότιν καὶ
μητέρα καὶ βασιλίδα καὶ τὸν ἐμόν, οἴμοι, σύζυγον Καίσαρα
ἐγγωνιάζω τὰ πολλὰ καὶ βιβλίοις καὶ Θεῷ προσανάκειμαι. 
καὶ οὐδέ τοῖς ἀφανεστέροις ἐξέσται τῶν ἀνθρώπων παρ᾿ 
 ἡμᾶς φοιτᾶν, μὴ ὅτι γε δι᾿ ὧν μανθάνειν εἴχομεν, ἅπερ παρ᾿
 ἄλλων διακηκοότες ἐτύγχανον, καὶ τοῖς τοῦ πατρὸς οἰκειοτάτοις.
εἰς τριακοστὸν γὰρ τοῦτο ἔτος, μὰ τὰς τῶν μακαριωτάτων
αὐτοκρατόρων ψυχάς, οὐκ ἐθεασάμην, οὐκ εἶδον, 
οὐχ ὡμιλήκειν ἀνθρώπῳ πατρῴῳ, τοῦτο μὲν τῶν πολλῶν
ἀπερρυηκότων, τοῦτο δέ τῶν πολλῶν ἀπειργομένων τῷ φόβῳ
διὰ τὴν τῶν πραγμάτων παλίρροιαν. καὶ τούτοις γὰρ ἡμᾶς
κατεδίκασαν οἱ κρατοῦντες τοῖς ἀτοπήμασι μηδὲ θεατοὺς
εἶναι ἀλλ᾿ ἐστυγημένους τοῖς πλείοσιν. ἃ δὲ συνειλόχειν τῆς 
 ἱστορίας, ἴστω Θεός, ἴστω ἡ ὑπερκόσμιος μήτηρ αὐτοῦ καὶ
ἐμὴ δεσπότις, ἀπό τινων συνελεξάμην ξυγγραμμάτων ἀχρείων
 καὶ ἀσπούδων παντάπασι καὶ γερόντων ἀνθρώπων στρατευ-
 
σαμένων κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ, καθ’ ὃν οὑμὸς πατὴρ τῶν
σκήπτρων Ῥωμαίων ἐπείληπτο, χρησαμένων δὲ συμφοραῖς
καὶ μετασχηματισθέντων ἀπὸ τῆς κοσμικῆς τύρβης εἰς τὴν
τῶν μοναχῶν γαληνιαίαν κατάστασιν. τὰ γὰρ εἰς χεῖρας
 ἐμὰς ἐμπεσόντα συγγράμματα ἁπλᾶ μὲν ἦσαν τὴν φράσιν
καὶ ἀπερίεργα καὶ τῆς ἀληθείας ἐχόμενα καὶ οὐδέν τι κομψὸν
ἐπιδεδειγμένα οὐδέ ῥητορικὸν ὄγκον ἐπισυρόμενα. τὰ δὲ
παρὰ τῶν γεραιτέρων ἐκδιηγούμενα τῆς αὐτῆς ἦσαν καὶ λέξεως
καὶ διανοίας τῶν συγγραμμάτων ἐχόμενα· καὶ ἐτεκμηράμην 
 ἐξ αὐτῶν τὴν τῆς ἱστορίας ἀλήθειαν συμβάλλουσα καὶ
παρεξετάζουσα τὰ παρ’ ἐμαυτῆς ἱστορούμενα πρὸς τὰ παρ’
ἐκείνων λεγόμενα καὶ τὰ παρ’ ἐκείνων πρὸς τὰ πὰρ ἐμαυτῆς,
ἅπερ αὐτὴ ἐξ αὐτοῦ τε τοὐμοῦ πατρὸς καὶ τῶν πρὸς
πατρὸς καὶ μητρὸς ἐμοὶ θείων ἠκηκόειν πολλάκις. ἀφ᾿ ων
 ἁπάντων τὸ τῆς ἀληθείας ἅπαν σῶμα συνεξυφαίνεται. ἀλλ’
ὅπερ ἄνωθεν εἶπον περὶ τῆς τοῦ Καμύτζη τῶν βαρβάρων
ἀποφυγῆς καὶ τῆς παρ’ ἐκείνου πρὸς τοὺς πολίτας δημηγορίας,
ὁ λόγος ἐχέσθω. ὁ μὲν γὰρ διηγήσατο τὰ συμπεπ- 
τωκότα, καθάπερ εἴπομεν, καὶ ὅσα ὁ βασιλεὺς κατὰ τῶν
 Ἰσμαηλιτῶν ἐτεχνάσατο. οἱ δέ τῆς Κωνσταντίνου οἰκήτορες
μία φωνὴ καὶ χεῖλος ἱν γεγονότες ἀνευφήμουν, ὕμνουν τὸν
αὐτοκράτορα, ἐξεθείαζον, ἐμακάριζον τῆς στρατηίας, οὐκ
εἶχον ὅπως τὴν ἐπ’ αἰτῶ ἡδονὴν κατασχεῖν. ἀλλὰ τὸν μὲν
 
Καμύτζην σὺν εὐθυμίᾳ παραπέμψαντες οἴκαδε μεθ᾿ ἡμέρας
τινὰς δέχονται καὶ τὸν αὐτοκράτορα νικητὴν τροπαιοῦχον,
ἀνίκητον στρατηγόν, ἀήττητον βασιλέα, σεβαστὸν αὐτοκράτορα.
 καὶ οἱ μὲν οὕτως· ὁ δέ εἰσεληλυθὼς τὰ βασίλεια καὶ σῶστρα
 θύσας Θεῷ καὶ τῇ Θεομήτορι τῶν συνήθων εἴχετο 
 τοὺς γὰρ ἔξωθεν πολέμους καταστησάμενολ καὶ τὰς τῶν
τυράννων στάσεις ἀποκρουσάμενος εἰς δικαστήρια καὶ νόμους
ἀπέβλεπεν. ἦν γὰρ παρ᾿ ἑκατερον καιρὸν καὶ εἰρήνης καὶ
μάχης ἄριστος οἰκονόμος. ἔκρινε γὰρ ὀρφανὸν καὶ ἐδικαίου
χήραν καὶ κατὰ πάσης ἀδικίας δριμύτατον ἔβλεπεν ὀλίγα 
τὸ σῶμα διαναπαύων ἐν κυνηγεσίοις τε καὶ ἀνέσεσι. καὶ
γὰρ μετὰ τῶν ἄλλων ἐφιλοσόφει καὶ τοῦτο, χαλιναγωγεῖν
τὸ σῶμα καὶ εὐαγωγότερον ἑαυτῷ καθιστᾶν. ἐξεδίδου μὲν
γὰρ αὐτὸ τοῖς πόνοις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, πόλιν δὲ ἐπανε-
 καλεῖτο τῶν πόνων · καὶ ἡ ἄνεσις τούτῳ δεύτερος πόνος, 
βιβλίων ἀνάγνωσις καὶ ἐξέτασις καὶ ἡ τοῦ “ἐρεινᾶτε τὰς
γραφὰς” παραγγέλματος ἐπιμέλεια. τὰ δ᾿ αὖ κυνηγέσια καὶ ἡ
ἀπὸ τοῦ σφαιρίζειν παιδιὰ δευτέρου λόγου καὶ τρίτου προσῆν
τᾠμῷ πατρί, ἕως ἔτι νεώτερος ἦν καὶ οὔπω τὸ θηρίον,
ἡ τῶν ποδῶν διάθεσις, αὐτῷ ἐπισυνεπλάκη καθάπερ ὄφις 
τις σκολιὸς καὶ αὐτὸ δὴ τοῦτο τὸ τῆς κατάρας δάκνων αὐτοῦ
τὴν πτέρναν. ἐξ ὅτου δὲ τὰ τοῦ νοσήματος ὑπήρξατο
 
καὶ εἰς ἀκμὴν ἧκε, τότε δὴ καὶ γυμνασίοις ἑαυτὸν ἐπεδίδου
καὶ τοῖς ἱππάσμασι καὶ ταῖς ἄλλαις παιδιαῖς παράγγελμα
τοῦτο λαβὼν ἐξ ἰατρι·κῆς ἐπιστήμης, ἵνα ταῖς συνεχέσιν ἱππασίαις 
διαφοροῖτό τι τῆς καταρρεούσης ὕλης καὶ τοῦ ἐπιβρίθοντος
 βάρους κουφίζοιτο. τοῦτο γὰρ τὸ πάθος ὁ
πατήρ, καθάπερ εἰρήκειν ἄνωθεν, οὐκ ἐξ ἑτέρας αἰτίας
ἔξωθεν, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν πόνων καὶ τῶν καμάτων ὑπὲρ τῆς
Ῥωμαίων δόξης ἐσπάσατο.

Οὔπω ἐνιαυτὸς εἶς παρεληλύθει καὶ λογοποιουμένην
 ἀκηκοὼς αὐθις [περὶ] τῶν Κομάνων διὰ τοῦ Ἴστρου
ὀγδόης ἤδη ἐπινεμήσεως ἐφισταμένης ἀρχομένου
φθινοπώρου κατὰ μῆνα Νοέμβριον ἔξεισι τῆς βασιλίδος τῶν
πόλεων καὶ τὰς δυνάμεις ἁπάσας μεταπεμψάμενος κατατίθησι
τούτοις εἴς τε Φιλιππούπολιν καὶ εἰς τὸν λεγόμενον 
 Περιτζὸν καὶ Τριάδιτζαν καὶ εἰς τὸ θέμα τοῦ Νίσου μέχρι
καὶ τῆς παρίστρας Βουρανιτζόβης ἐπισκήψας πολλήν τε περὶ
τοὺς ἵππους αἰτῶν ἐνδείκνυσθαι ἐπιμέλειαν, ὥστε πίονας 
γεγονότας ἐν καιρῷ μάχης δύνασθαι φέρειν τοὺς ἐπιβάτας,
αὐτὸς δὲ κατὰ τὴν Φιλιππούπολιν ἐνδιατρίβει. πόλις δέ
 αὕτη περὶ τὴν τῆς Θρᾴκης μεσόγειαν. Εὖρος τῇ πόλει
παραρρεῖ πρὸς βορρᾶν ἄνεμον πνέοντα· ῥεῖ μέν γὰρ οἶτος
ἀπὸ τῶν περάτων αὐτῶν τῆς Ῥοδόπης καὶ πολλὰς ποιούμενος
 

 
ἕλικας καὶ καμπὰς παραμείβει τε τὴν Ἀδριανοῦ πολλῶν καὶ
ἄλλων ἐς ταὐτὸ ποταμῶν συνεμβεβληκότων καὶ περὶ τὴν
Αἶνον πόλιν ἐκδίδωσιν εἰς τὴν θάλασσαν. ΦίλιπΠον δὲ
ὅταν εἴπω, οὐ τὸν Μακεδόνα λέγω, τὸν του Ἀμύντου, νεω-
 τέρα γὰρ ἡ πόλις τοῦ Φιλίππου τούτου, ἀλλὰ τὸν Ῥωμαῖον 
 Φίλιππον, ὃς ὑπερωμίας γέγονεν ἀνὴρ καὶ τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ
σῶμα ἀνυπόστατος. πολίχνιον δέ ἦν τὰ πρῶτα καὶ πρὸ
Φιλίππου Κρηνίδες ὀνομαζόμενον, παρ’ ἐνίων δέ Τριμοῦς.
ἀλλ’ ὅ τε μέγιστος ἐκεῖνος Φίλιππος εἰς μέγεθος τὴν πόλιν
ἐξάρας καὶ περικυκλώσας ταύτην τείχεσι περιβόητον τῶν ἐν 
Θρᾴκῃ πεποίηκε πόλεων ἱππικά τε καταστησάμενος ἐν αὐτῇ
μέγιστα καὶ ἀλλ’ ἄττα κατασκευάσματα θαύματος ἄξια, ὧν
ἴχνη κατέλαβον καὶ αὐτὴ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἐπιδεδημηκυῖα
τὴν πόλιν κατὰ χρείαν τινά. ἡ δὲ πόλις τρίλοφός
 ἐστιν ἑκάστου λόφου περιζωννμένου τείχει μεγάλῳ καὶ 
ὑψηλῷ· ὅπου δέ πρὸς πεδιάδας ὑποκύπτει καὶ
τάφρος αὐτὴν περιθέει παρ’ Εὔρῳ κειμένη. καὶ ἢν, ὡς
ἔοικε, ποτέ πόλις ἡ πόλις αὕτη μεγάλη τε καὶ καλή. ἀφ
οὑ δέ Ταῦροι καὶ Σκύθαι τὴν πόλιν ἐν τοῖς ἀνέκαθεν χρόνοις
ἠνδραποδίσαντο, εἰς τόδε τοῦ σχήματος ἡ πόλις κατέστη, 
έν ᾧ ἡμεῖς κατειληφότες αὐτὴν ἐπὶ τῶν τοῦ ἐμοῦ πατρὸς
σκήπτρων τὴν πόλιν μεγαλόπολιν ὡς ὄντως ἐτεκμηράμεθα.
ἐδυστύχει δέ μετὰ τῶν ἄλλων καὶ ἀσεβῶν ἐπιδημίᾳ
 
πολλῶν. Ἀρμένιοί τε γὰρ διενείμαντο τὴν πόλιν ταύτην
καὶ οἱ λεγόμενοι Βογόμιλοι, περὶ ὧν ὕστερον καὶ αὐτῶν 
καὶ τῆς τούτων αἱρέσεως ἐροῦμεν κατὰ καιρόν, καὶ δὴ καὶ
οἱ δυσθεώτατοι Παυλικιάνοι, τῆς Μανιχαϊκῆς ἀποσπάδαι
 τυγχάνοντες, ἐκ Παύλου καὶ Ἰωάννου, ὡς καὶ τοὔνομα λέγει,
γεγενημένοι, οἱ τῆς ἀσεβείας τοῦ Μάνεντος ἐπισπασάμενοι
ἄκρατον τοῖς ἀπ᾿ ἐκείνων μεταδεδώκασιν. ἠβουλόμην οὖν
τὸ δόγμα τῶν Μανιχαίων ἐπιδραμεῖν καὶ συνεσπειραμένως
ἀναπτύξαι, προσέτι σπουδάσαι [τε] τὴν ἀνατροπὴν τῶν ἀθεω- 
 τάτων δογμάτων τούτων. ἀλλ’ ἅμα μὲν εἰδυῖα, ὅτι πᾶσίν ἐστι
καταγέλαστος ἡ τῶν Μανιχαίων αἵρεσις, ἅμα δέ καὶ πρὸς
τὴν ἱστορίαν ἐπισπεύδουσα παρίημι τοὺς κατὰ τούτων ἐλέγχους.
καὶ ἄλλως δέ οὐ τοὺς τῆς ἡμετέρας αὐλῆς μόνον,
ἀλλὰ καὶ αὐτὸν οἶδα τὸν καθ’ ἡμῶν λελυττηκότα Πορφύριον
 ἐν πλείοσι κεφαλαίοις εἰς ἀτοπίαν πολλὴν συνωθήσαντα τὸ
τῶν Μανιχαίων φλύαρον δόγμα ἐπιστημονικώτατα περὶ τῶν
δύο ἀρχῶν ἐπισκεψάμενον, εἰ καὶ ἡ μοναρχία τούτου εἰς
τὴν Πλατωνικὴν ἑνάδα ἢ καὶ τὸ ἱν τοὺς ἀναγινώσκοντας 
ἀναγκάζει συνάγειν. ἡμεῖς γὰρ μοναρχίαν τιμῶμεν, οὐχ ἣ
 ἓν πρόσωπον περιγράφει. οὐδὲ τὸ ἓν τὸ τοῖ Πλάτωνος
προσηκάμεθα· τουτοῒ τὸ παρ’ Ἕλλησιν ἄρρητον καὶ
Χαλδαίοις ἀπὸρρητον· ἐξαρτῶσι γὰρ αἰτοῦ πολλὰς καὶ ἄλλας
 Μ 
ἀρχὰς ἐγκοσμίους τε καὶ ὑπερκοσμίοις. ἀλλὰ τούτους δὴ
τοῖς ἀπὸ Μάνεντος καὶ Παύλου καὶ Ἰωάννου, τῶν τῆς
Καλλινίκης, ἀγριωτέρους ὄντας τὰς γνώμας καὶ ὠμοὺς καὶ
 μέχρις αἵματος διακινδυνεύοντας ὁ ἐν βασιλεῦσιν ἐκεῖνος
 θαυμάσιος Ἰωάννης ὁ Τζιμισκῆς πολέμῳ νικήσας ἐξανδραποδισάμενος 
ἐκ τῆς Ἀσίας ἐκεῖθεν ἀπὸ τῶν Χαλύβων καὶ
τῶν Ἀρμενιακῶν τόπων εἰς τὴν Θρᾴκην μετήνεγκε καὶ τὰ
περὶ τὴν Φιλιππούπολιν αὐλίζεσθαι κατηνάγκασεν, ἅμα μὲν
τῶν ἐρυμνοτάτων πόλεων καὶ φρουρίων, ἃ κατεῖχον τυραννιῶντες,
ἀπαγαγών, ὁμὰ δέ καὶ φύλακας ἐπιστήσας ἀσφαλεστάτους 
τῶν Σκυθικῶν ἐκείνων διεκδρομῶν, ἃς ὑποσύχνως
ὑπὸ βαρβάρων τἀπὶ Θρᾴκης ἐπεπόνθει χωρία· ὑπερβαίνοντες
γὰρ τὰ τέμπη τοῦ Αἵμου τὰς ὑπὸ τοῦτον πεδιάδας
κατέτρεχον. ὁ δ’ Αἷμος οὗτος ὄρος ἐστὶ μακρότατον κατὰ
 γραμμὴν παράλληλον τῇ Ῥοδόπῃ κείμενον. ἄρχεται μέν ἀπὸ 
τοῦ Εὐξείνου Πόντου τὸ ὄρος καὶ μικρὸν παραμείβων τοὺς
καταρράκτας μέχρις αὐτῶν Ἰλλυρικῶν διήκει· οἶμαι δ᾿, ὅτι
 καὶ διακοπτόμενον τῷ Ἀδριαντικῷ πελάγει πάλιν εἰς ἀντιπέραν
ἤπειρον ἀναλαμβάνει καὶ μέχρις αὐτῶν Ἑρκυνίων
 
δρυμῶν ἀποτελευτᾷ. ἑκατέρωθεν δὲ τῶν καταρρύτων αὐτοῦ
πολλὰ καὶ πλουσιώτατα ἔθνη νέμεται Λάκων μὲν ὄντων
βορειοτέρων καὶ τῶν Θρᾳκῶν, νοτιωτέρων δέ Θρᾳκῶν τε
αὐτῶν καὶ Μακεδόνων. τοῦτον τὸν Αἷμον διαπερῶντες οἱ
 Νομάδες Σκύθαι κατὰ τοὺς ἀνέκαθεν χρόνους, πρὶν ἢ τοῦ
Ἀλεξίου τὸ δόρυ καὶ οἱ πολλοὶ ἀγῶνες εἰς πανωλεθρίαν
κατήνεγκαν, πανστρατιᾷ τὴν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν ἐκάκουν καὶ 
μάλιστα τὰς ἐγγυτέροις πόλεις, ὧν προὐκάθητο ἡ πάλαι
πολυθρύλλητος Φιλιππούπολις. ὁ δὲ Τζιμισκῆς Ἰωάννης
 τοὺς ἐκ τῆς Μανιχαϊκῆς αἱρέσεως ἀντιμάχοις ἡμῖν ποιησάμενος
συμμάχους κατά γε τὰ ὅπλα ἀξιομάχους δυνάμεις τοῖς
νομάσι τούτοις Σκύθαις ἀντέστησε· καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἀπὸ τῶν
λειόνων καταδρομῶν ἀνέπνευσε τὰ τῶν πόλεων. οἱ μέντοι
Μανιχαῖοι φύσει ὄντες ἐλεύθεροι καὶ ἀνυπότακτοι τὸ εἰωθὸς
 ἐποίουν καὶ εἰς τὴν φύσιν ἀνέκαμπτον. πᾶσα γὰρ
Φιλιππούπολις πλὴν ὀλίγων ὄντες Μανιχαῖοι τῶν τε αὐτόθι 
Χριστιανῶν ἐτυράννουν καὶ τὰ τούτων διήρπαζον μικρὰ
φροντίζοντες ἢ οὐδέν τῶν ἀποστελλομένων παρὰ βασιλέως.
ηὔξανον τοίνυν καὶ τὰ κύκλῳ Φιλιππουπόλεως πάντα ἦσαν
 αἱρετικοί. συνεισέβαλε δέ καὶ τούτοις ἕτερος ποταμὸς ὁ
 
τῶν Ἀρμενίων ἁλμυρὸς καὶ ἄλλος ἀπὸ τῶν θολερωτάτων
πηγῶν Ἰακώβου. καὶ ἦν, ὡς οὕτω γε φάναι, κακῶν ἁπάντων
μισγάγκεια· καὶ τὰ μὲν δόγματα διεφώνουν, συνεφώνουν δὲ
ταῖς ἀποστασίαις οἱ ἄλλοι τοῖς Μανιχαίοις. ἀλλ’ ὅ γε πα-
 τὴρ ἐμὸς καὶ αὐτοκράτωρ καὶ πρὸς τούτους τὴν στρατιωτι- 
 κὴν αὐτοῦ πολυπειρίαν ἀντιτάξας τοὺς μέν ἀμαχὶ συνειλήφει,
τοὺς δὲ καὶ μετὰ μάχης ἠνδραποδίσατο. οἶον δ’ αὖ
τόδ’ ἔρεξε καὶ ἔτλη καρτερὸς ἀνὴρ πρᾶγμα ὄντως καὶ ἀπο-
 στολικώτατον. τί γὰρ ἄν τις τοῦτον οὐκ ἐπαινέσειε; πότερον
ὅτι περὶ τὰς στρατηγίας ἀμελῶς εἶχε; καὶ μὴν ἀνατολὴν καὶ 
δύσιν ἐπλήρωσε τῶν στρατηγημάτων. ἀλλ’ ὅτι τοὺς λόγους
παρὰ φαῦλον ἐτίθει; καὶ μήν, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, περὶ τὴν
θείαν γραφὴν ἐσπουδάκει, ὡς καὶ τὴν γλῶτταν διαθῆξαι
πρὸς τὰς τῶν αἱρετικῶν συμπλοκάς. καὶ μόνος οὕτος ὅπλα
καὶ λόγους ἀνέμιξε καὶ τοῖς μέν ὅπλοις τοὺς βαρβάρους 
ἐνίκα, τοῖς δέ λόγοις ἐχειροῦτο τοὺς ἀντιθέους, ὡσπερ δὴ
τότε καὶ κατὰ Μανιζαίων ἐξώπλιστο ἀποστολικὴν ἀντὶ στρα-
 τηγικῆς ἀναδεξάμενος ἀγωνίαν. καὶ ἔγωγε τοῦτον τρισκαιδέκατον
ἂν ἀπόστολον ὀνομάσαιμι. καίτοι τινὲς Κωνσταντίνῳ
τῷ μεγάλῳ τοῦτο τὸ κλέος προσάπτουσιν· ἐμοὶ δέ 
δοκεῖ ἡ σὺν τῷ Κωνσταντίνῳ τῷ αὐτοκράτορι τετάχθαι
τοῦτον, ἤ εἴ τις φιλονεικείη, ἔστω μετά γε Κωνσταντῖνον
 
ἀπόστολος ἅμα καὶ βασιλεὺς ὁ ᾿Αλέξιος ὡς γὰρ ἔφθημεν
ἄνωθεν εἰρηκότες, κατὰ τὴν Φιλίππου γενόμενος διὰ τὰς
εἰρημένας αἰτίας τῶν Κομάνων μήπω καταλαβόντων ὀδοῦ
πάρεργον μεῖζον τοῦ ἔργου ἐποιεῖτο τοὺς Mανιχαίοις τῆς
 ατλμυδᾶς μετάγων θρησκείας καὶ τοῦ γλυκέος ἐμφορῶν δόγ- 
ματος. ἀπὸ πρωΐας οὖν μέχρι δείλῖς [ἑῴας] ἢ καὶ ἑσπέρας,
ἔστιν οὗ καὶ δειτέρας ἢ καὶ τρίτης φυλακῆς τῆς νυκτὸς
μεταπεμπόμενος τούτους τὴν ὀρθότομον ἐδίδασκε πίστιν
ἐξελέγχων τὸ διεστραμμένον τῆς αὐτῶν αἱρέσεως. συμπαρῆσαν
 δὲ τούτῳ Εὐστράτιος ὁ τῆς Νικαίας πρόεδρος, ἀνὴρ
τά τε θεῖα σοφὸς καὶ τὰ θίραθεν, αὐχῶν ἐπὶ ταῖς διαλέξεσι
μᾶλλον ἢ οἱ περὶ τὴν στοὰν καὶ ἀκπδημίαν ἐνδιατρίβοντες,
βοντες, καὶ αὐτὸς δὴ ὁ τῆς Φιλιππουπόλεως τῷ ἀρχιερα- 
τικῷ ἐγκαθιδρυμένος θρόνῳ. ἐπὶ πᾶσι δὲ καὶ πρὸ πάντων
 τὸν ἐμὸν Καίσαρα Νικηφόρον ὁ αὐτοκράτωρ συναιρόμενον
εἶχε στομώσας τοῦτον τῇ τῶν θείων βιβλίων μελέτῃ. πολ- 
λοὶ μὲν οὖν τηνικαῦτα τῶν Μανιχαίων μηδὲ διστάζοντες
ὅλως προσῄεσαν τοῖς ἱερεῦσιν ἐξομολογούμενοι τὰρ σφῶν
ἁμαρτίας καὶ τοῦ θείου φωτίσματος ἐπιτυγχάνοντες· πολλοὺς
 δὲ ἦν ἰδεῖν τηνικαῦτα ὑπὲρ τοὺς Μακαβαίους ἐκείνους τῆς
δὲ ἦν ἰδεῖν τηνικαῦτα ὑπὲρ τοὺς Μακαβαίους ἐκείνους τῆς
 ο 
θείων προφέροντας γραφῶν ἐντεῦθεν ἰσχυροποιεῖν οἰομένους
τὸ σφῶν αὐτῶν κατάπτυστον δόγμα. ἀλλὰ τῇ συνεχεῖ τοῦ
 αὐτοκράτορος ὁμιλίᾳ καὶ ταῖς συχναῖς παραινέσεσι καὶ τού-
 των οἱ πλείους πειθόμενοι τοῦ θείου μετέσχον βαπτίσματος.
καὶ γὰρ ἐξ ἀνατολῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων ἐς βαθυτάτην νύκτα 
πολλάκις τὰ τῆς διαλέξεως παρετείνετο, καὶ τῆς τοιαύτης
ὁμιλίας μὴ ἀφιστάμενος ἄσιτος τὰ πολλὰ διετέλει καὶ ταῦτα
ἐν καιρῷ θέρους ἐν ὑπαίθρῳ σκηνῇ διακαρτερῶν.

Ἐν ὅσῳ δέ ταῦτα ἐτελεῖτο καὶ ἡ λογικὴ ἐκείνη μετὰ
τῶν Μανιχαίων συνεκροτεῖτο ἅμιλλα φθάσας τις ἀπὸ τοῦ 
Ἴστρου τὴν τῶν Κομάνων ἀπήγγελλε διαπεραίωσιν. ὁ δέ
βασιλεὺς μὴ μελλήσας ὅλως πρὸς τὸν Δάνουβιν ἤλαυνε
 περιτυχοῦσι στρατιώταις συγχρησάμενος. καὶ τὴν Βιδύνην
καταλαβὼν καὶ τοὺς βαρβάροις μὴ εὑρηκώς (προέφθασαν
γὰρ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος ἔλευσιν μεμαθηκότες εἰς τοὐπίσω 
διαπερᾶσαι) παραχρῆμα στρατιώτας γενναίους ἀποδιελόμενος
τὴν τῶν βαρβάρων ἐπιδίωξιν ἐπέτρεψεν. οἱ δέ κατόπιν
τούτων παραχρῆμα ἤλαυνον τὸν Ἵστρον διαπεράσαντες. καὶ
ἐπὶ τρισὶ διώκοντες νυχθημέροις, ἐπεὶ τοὺς Κομάνους ἐθεάσαντο
δι’ ὧν ἐπεφέροντο σχεδιῶν τὸν ἐκεῖσε τοῦ Δανούβεως 
ῥέοντα ποταμὸν διαπεράσαντες, ἄπρακτοι πρὸς τὸν
 αὐτοκράτορα ἐπανέστρεψαν. ὁ δέ βασιλεὺς ἠνιόθη μέν, ὅτι
 

 
μὴ κατελήφθησαν παρὰ τῶν στρατευμάτων οἱ βάρβαροι,
ὅμως μέντοι καὶ τοῦτο μέρος νίκης hήσατο, ὅτι ἐξ ἀκοῆς
καὶ μWοντς τοὺς βαρβάροις ἀπῶσε καὶ ὅτι πολλοὺς τῶν ἀπὸ
τῆς Mανιχαἰ·κἧς αἱρέσεως εἰς τὴν ἡμετέραν μετένεγκε πίστιν
 διπλοῦν στησάμενος τρόπαιον καὶ κατὰ βαρβάρων ἀπὸ τῶν
ὅπλων καὶ κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἀπὸ τῶν εὐσεβεστάτων λό-
γων. ὑποστρέψας τοίνι·ν καὶ αὖθις εἰς Φιλιππούποhν y.ai 
μικρὸν διαναπαί·σας ἑαυτὸν πάλιν ἀγώνων εἴχετο. τὸν γάρ
τοι Κουh́οντα καὶ τὸν Κούσινον καὶ τὸν ἐπὶ τόποις 0cJo-
 Aoj’, ἄνδρας προστάτας τῆς -Ἰανιχαἰ·κ͂1-̓C- αἱρέσεως καὶ τὰ
μέν ἄλλα κατὰ τοὺς ἄλλοις Mανιχαίους, δεινοὺς δὲ ἐνστῆναι
ij^ ἱαυτῶν ναοδοξίᾳ καὶ πρὸς τὸ πεισθῆναι λόγοις ἀδαμαντί-
ἀδαμαντίνους, σπαράξαι δέ τὸ θεῖον λόγιον καὶ κπκοσχόλως αὐτὸ ἰ̓́κλα-
βεῖν εἰς ὑπερβολὴν εὐμηχάνους, τοιτοι·ς ΙιεταπειιποΙιενοb̓ καθ’
 ἡμέραν ἑκάστην πρὸς αἰτοὺς τὸν λογικὸν συνεκρότει πόλε-
μον.͂ καὶ ἢν ἰδεῖν ἀγῶνα διπλοῦν, τοῦ μὲν βασιλέως, ὁπως 
σωθεῖεν, καὶ σφόδρα ίπεραγιονι--οΙιένοι, τῶν δ’, ὅπως νι-
νικήσειαν τὴν λεγομένην Καδμείαν, διαφιλονεικοίντων. ετστᾶσι
μὲν γὰρ καὶ οεͅ τρεῖς θήξαντες ἀλλήλοις καθάπερ σιῶν
 ὀδόντες καὶ τοῖς λόγους τοῖ· αἰ τοκρατορος ἐν νῷ ἔχοντες
διατέμνειν καὶ εἴ τις τὸν Κοίσινον ἐξέφευγεν ἔνστασις, 
 
ταύτης ὁ Κουλων ἀντελαμβάνετο καὶ ἀμηχανοῦντος Κουλέοντος
ὁ Φῶλος αὖθις ἀντεξανίστατο ἢ καὶ πρὸς τὰς βασιλικὰς
προτάσεις καὶ ὑποφορὰς ἄλλος ἐπ᾿ ἄλλῳ ἠγείρετο
 καθάπερ μέγιστα κύματα ἐπὶ μεγάλοις καταλαμβάνοντα κύμασιν.
ὁ.δὲ αὐτοκράτωρ τὰς πάσας τούτων διαλύων ὡς 
ἱστὸν ἀράχνης ἐνστάσεις ἐπέρραπτε μὲν εὐθὺς τῶν ἀκαθάρτων
τὰ στόματα · ὡς δέ πέπεικεν οὐδαμῶς, τέλος ἀπειρηκὼς
πρὸς τὴν τῶν ἀνδρῶν τούτων ἠλιθιότητα προπέμπει τούτους
εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν ἑστίαν ἀποκληρωσάμενος αὐτοῖς
τὰς περὶ τὸ μέγα παλάτιον περιδρόμους στοάς. οὐ μὴν 
ἄθηρος παντάπασιν ἦν, εἰ καὶ τούτους τοὺς ἀρχηγοὺς λόγοις
 τῷ τέως οὐκ ἐθήρασεν, ἀλλ᾿ ἡμέρας ἑμκαστης προσῆγε Θεῷ
ὅπου μὲν ἑκατόν, ὅπου δὲ καὶ πλείους τῶν ἑκατόν, ὡς συμποσοῦσθαι
τούς τε προτεθημένους καὶ τοὺς νῦν ὑπὸ τῆς
 τούτου γλώττης ἑαλωκότας εἰς μυρίας καὶ χιλιάδας ἀνδρῶν 
πολυαριθμήτων. καὶ τί γὰρ δεῖ λέγειν καὶ διατρίβειν περὶ
ὧν ἡ σύμπασα οἰκουμένη ἐπίσταται καὶ μάρτυρές εἰσι καὶ
ἀνατολὴ καὶ δύσις; πόλεις γὰρ ὅλας καὶ χώρας ταῖς παντοδαπαῖς
αἱρέσεσι κεκρατημένας πολυτρόπως εἰς τὴν ἡμετέραν
ὀρθόδοξον μετήνεγκε πίστιν. τοὺς μὲν τὰ πρῶτα φέροντας 
μεγάλων ἠξίου δωρεῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν τοῖς λογάσι
 
κατέλεγε· τοὺς δὲ χυδαιοτέροις συναθροίσας ἅπαντας καὶ
ὅσοι σκαπανεῖς ἦσαν καὶ περὶ ἄροτρα καὶ βόας ἠσχόληντο,
πάντας συναγαγὼν ἅμα καὶ τέκνοις καὶ γυναιξὶ καὶ πόλιν 
τούτοις δειμάμενος ἀγχοῦ που Φιλιππουπόλεως καὶ πέραν
 Εὔρου τοῦ ποταμοῦ ἐκεῖσε τούτους μετῴκισεν Ἀλεξιούπολιν
τὴν πόλιν κατονομάσας ἢ καὶ Νεόκαστρον, ὃ καὶ μᾶλλον
ἐπεκράτησεν, ἀποδασάμενος καὶ τούτοις κἀκείνοις ἀρούρας
τε καὶ οἰνόπεδα καὶ οἰκίας καὶ κτίσιν ἀκίνητον. οὐ μὴν
ἀφῆκεν αὐτοῖς ἀνίσχυρα τὰ τῶν δόσεων οὐδ’ ὥσπερ Ἀδώνιδος
 νιδος κήπους σήμερον ἀνθοῦντας καὶ αὔριον καταρρέοντας,
ἀλλὰ καὶ χρυσοβούλλοις λόγοις τὰς πρὸς τούτους ἐνεπέδωσε
δωρεὰς καὶ οὐκ εἰς τούτους μόνοις περιϊσταμένας τὰς χάριτας
ἔστησεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐξ αἰτῶν καὶ τοὺς ἐξ ἐκείνων 
διαδοσίμους πεποίηκε· καὶ τούτων διαρρυέντων αἱ γυναῖκες
 αὐθις τῶν δεδωρημένων ἀντέχονται. οὕτως ἐκεῖνος ἐξήπλου
τὰς χάριτας. ταῦτα μέν οὕτω λελέχθω· τὰ γὰρ πλείω
παρείθη. καὶ μή τις ἐπιμεμφέσθω τὴν ἱστορίαν, ὡς δῆθεν
δωροδοκοῦσαν τὴν συγγραφήν. τῶν γὰρ νῖν ὄντων μάρτυρές
εἰσι πολλοὶ τῶν ἀφηγουμένων, καὶ οὐκ ἂν ψευδηγορίας 
 ἁλοίημεν. καὶ ὁ μὲν αὐτοκράτωρ πάνθ’ ὡς ἐχρῆν πεποιηκὼν
ἀπάρας ἐκεῖθεν εἰς τὴν βασιλίδα Πόλιν μετεσκηνώκει.
 
 καὶ πάλιν οἱ αὐτοὶ ἀγῶνες καὶ διατάξεις πρὸς τοὺς ἀμφὶ
 τὸν Κουλέοντά τε καὶ Κούσινον ἐγίνοντο τῷ αὐτοκράτορι
συνεχεῖς. ἀλλὰ τὸν μὲν Κουλέοντα εἷλεν ὡς συνετώτερον,
οἶμαι, καὶ δυνάμενον παρακολουθῆσαι λόγοις ἀληθείας καὶ
τῆς ἡμετέρας μάνδρας πεποίηκε πρόβατον ἡμερώτατον. ὁ δέ 
γε Κούσινος καὶ ὁ Φῶλος ἐξαγριαίνοντες καὶ βαλλόμενοι μὲν καθάπερ
σίδηρος ταῖς συχναῖς τοῦ αὐτοκράτορος ὁμιλίαις, ὅμως
 μέντοι σιδήρεοι μένοντες ἐξετράποντό τε καὶ οὐκ εὐαγώγως
εἶχον αὐτῷ. καὶ διὰ τοῦτο ὡς πάντων Μανιχαίων βλασφημοτάτους
καὶ καθαρῶς εἰς λαμπρὰν μελαγχολίαν ἐλαύνοντας 
εἰς τὴν οὑτωσὶ λεγομένην Ἐλεφαντίνην φρουρὰν ἐμβαλὼν
καὶ τὰ πρὸς χρείαν ἅπαντα δαψιλῶς χορηγῶν μόναις ταῖς
ἑαυτῶν κακοπραγίαις ἀφῆκεν ἀποθανεῖν.

Ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν κατὰ τὴν Φιλιππούπολιν καὶ 
τοῖς Μανιχαίους ἔργα τοῦ αὐτοκράτορος ἄλλος δ᾿ ἐκεῖθεν 
αὐθις βάρβαρος ἐξαρτύεται κατ’ αὐτοῦ κυκεών. ἐβουλεύετο 
 

 
γὰρ ὁ Σολυμᾶς σοιλτὰν τὴν Ἀσίαν αὖθις δῃώσασθαι κἀκ
τοῦ Χοροσᾶ καὶ τοῦ Χάλεπ δυνάμεις μετεκαλεῖτο, εἴ που
γενναίως παρὰ τὸν αὐτοκράτορα ἀντικαταστῆναι σχοίη. ἐπεὶ
δ᾿ αὐτῷ τὸ πᾶν τῆς τοῦ Σολυμᾶ σουλτὰν βουλῆς πρός τινος
διεμηνύθη; ἐσκόπει καὶ αὐτὸν μέχρι τοῦ Ἰκονίου στρατεῦσαι 
καὶ καρτερώτατον τὸν μετ᾿ αὐτοῦ συναρράξαι πόλεμον. κεῖθι
 γὰρ τὸ σουλτανικὸν τῷ Κλιτζιασθλὰν ἀπομεμέριστο. δυνάμεις
τοίνυν ἐξ ἀλλοδαπῶν καὶ μισθοφορικὸν μετεκαλεῖτο
πολὺ καὶ τὸ ἴδιον στράτευμα πανταχόθεν μετεπέμπετο. κατ᾿
ἀλλήλων οὖν ἀμφοτέρων τῶν στρατηγῶν τὴν μελέτην ποιουμένων 
ἐν τῷ μεταξὺ τὸ σύνηθες ἄλγημα τῶν ποδῶν συνέβη
τῷ αὐτοκράτορι. καὶ δυνάμεις ἁπανταχόθεν μέν συνέρρεον,
ἀλλὰ κατὰ στράγγα καὶ οὐκ ἀθρόον διὰ τὸ πόρρω που τὰς
σφῶν εἶναι πατρίδας ’ ἡ δέ γε ὀδύνη ἀπεῖργε τοῦτον οὐ
τοῦ προκειμένου μόνον ἅψασθαι σκοποῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ βαδίζειν 
ἁπλῶς. καὶ κλινήρης ὢν ἤχθετο οὐ τοσοῦτον διὰ τὴν
 τῶν ποδῶν περιωδυνίαν ὁπόσον διὰ τὴν ἀναβολὴν τοῦ κατὰ
τῶν βαρβάρων ἔργου. οὐκ ἐλάνθανε ταῦτα τὸν βάρβαρον
Κλτζιασθλάν· ἔνθεν τοι καὶ ἀμεριμνήσας τὸ παρὸν τὴν
Ἀσίαν ἅπασαν ἐληΐζετο, ἑπτάκις κατὰ τῶν Χριστιανῶν ἐκδρομὰς 
ποιησάμενος. καὶ γὰρ οὐδέποτε ἐπὶ τοσοῦτον τὸ
ἄλγος ἐκεῖνο τὸν αὐτοκράτορα κατέσχεν· ἐκ διαστημάτων
 
γὰρ μακρῶν πρὸ τοῦ ἐπερχομένη τούτῳ ἡ νόσος οὐ περιοδικῶς
τὸ τηνικάδε ἀπήντησεν, ἀλλὰ συνεχὴς ἢν καὶ ἐπαλλήλους
τοὺς παροξυσμοὺς ἐδίδου. ἀλλὰ τοῦτο τὸ πάθος λρόσχημα
ἐδόκει τοῖς περὶ τὸν Κλιτζιασθλὰν νοσήματος, οὐ 
 μέντοι νόσημα, ἀλλ’ ὄκνος καὶ ῥᾳθυμία ἔξωθεν περιβεβλητένη
τὴν ποδαλγίαν· κἀντεῦθεν πολλὰ πολλάκις ἀπέσκωπτον
κἀν ταῖς μέθαις κἀν τοῖς πότοις καθάπερ αὐτοφυεῖς ῥήτορες 
ἠθοποιΐας τῆς τῶν ποδῶν ὀδύνης τοῦ αὐτοκράτορος οἱ
ἐποιοῦντο. καὶ κωμῳδίας ἐγίνετο πρόφασις ἡ τῶν
 ποδῶν ἀλγηδών. πρόσωπα γὰρ ἰατρῶν τε καὶ τῶν περὶ
τὸν αὐτοκράτορα διαπονουμένων ὑπεκρίνοντο καὶ αὐτὸν δῆτα
τὸν βασιλέα εἰς τὸ μέσον παράγοντες καὶ ἀναθέμενοι ἐπὶ
κλίνης προσπαίζειν ᾤοντο. καὶ ἐπὶ ταύταις ταῖς παιδιαῖς
γέλως τοῖς βαρβάροις ἐπῆρτο πολύς. οὐ μὴν ἐλάνθανε ταῦτα
 τὸν αὐτοκράτορα κἀντεῦθεν ἠρεθίζετο πρὸς τὴν κατ’ αὐτῶν
μάχην μᾶλλον παφλάζων τὰ τοῦ θυμοῦ. οὐ πολὺ τὸ ἐν μέσῳ 
καὶ κουφισθεὶς τῆς ὀδύνης τῆς προκειμένης ὁδοιπορίας εἴχετο.
τήν τε Δάμαλιν διαπεράσας καὶ τὸν ἀναμεταξὺ Κιβω- 
τοῖ καὶ Αἰγιαλῶν διαπλωϊσάμενος πορθμὸν καὶ τὴν Κιβωτὸν
 καταλαβὼν ἐκεῖθεν εἰς τὸ Λοπάδιον ἄπεισι τὴν τῶν ταγμάτων
ἐκδεχόμενος ἄφιξιν καὶ ὁπόσον μισθοφορικὸν μετε-
 
πέμπετο ἐπὰν δὲ συνεληλύθεισαν ἅπαντες, ἀπάρας ἐκεῖθεν
σὺν ὅλαις δυνάμεσι τὸ τοῦ κυρίου Γεωργίου καταλαμβάνει
φρούριον ἀγχοῦ τῆς τῇ Νικαίᾳ παρακειμένης λίμνης διακείμενον
κἀκεῖθεν εἰς Νικαίαν, εἰτα διὰ τριῶν ἡμερῶν αὖθις
 ὑποστρέφει ἔνθεν τῆς γε του Λοπαδίου γεφύρας καὶ στρα- 
τοπεδεύει κατὰ τὴν βρύσιν τοῖ’ καρυκέως καλουμένην, οὕτω
δόξαν αὐτῷ, ἵνα τὸ μέν στράτευμα πρότερον διὰ τῆς γεφύρας
διαβιβάσας ἐν ἐπικαίρῳ τόπῳ τὰς σκηνὰς πήξηται
κᾷθ᾿ οὕτως καὶ αὐτὸς ὁ αὐτοκράτωρ διὰ τῆς αὐτῆς γεφύρας
διελθὼν μετὰ παντὸς τοῦ στρατεύματος τὴν βασιλικὴν καταθείη 
σκηνήν. οἱ δέ μηχανικώτατοι Τοῦρκοι τὰ κατὰ τὴν
περὶ τοὺς πρόποδας τῶν Λεντιανῶν καὶ τῆς οὕτω καλουμένης
Κοτοιραικίας διακειμένην πεδιάδα ληϊζόμενοι, ἐπεὶ
 τὴν τοῦ αὐτοκράτορος κατ’ αὐτῶν μεμαθήκεισαν ἔφοδον,
ἐκδειματωθέντες παραυτίκα πυρσοὺς παμπόλλους ἀνῆψαν, 
ἔπειθεν φαντασίαν τοῖς ὁρῶσι στρατιᾶς πολλῆς παρέχοντες
τάχα. καὶ οἱ μὲν πυρσοὶ τὸν ἀέρα ἐξέκαιον καὶ πολλοὺς
τῶν ἀπείρων ἐξεδειμάτουν· τὸν δέ αὐτοκράτορα ἐθρόει
τούτων οὐδέν. κἀκεῖνοι μέν τὴν λείαν πᾶσαν καὶ τοὺς δορυαλώτους
ἀναλαβόμενοι ᾤχοντο· αὐτὸς δὲ κατὰ τὸ περίορθρον 
πρὸς τὴν ἤδη † ἐκεῖσε πεδιάδα ἠπείγετο σπεύδων αὐτοῦ
που τούτους καταλήψεσθαι, ἀλλ’ ἀστοχήσας τῆς ἄγρας
 
καὶ πολλοὺς μᾶλλον τῶν Ῥωμαίων ἔτι ἐμπνέοντας εὑρηκώς,
πολλοῖς δὲ καὶ νεκρῶν σώμασιν ἐντετυχηκὼς ἤχθετο ὡς 
εἰκὸς καὶ ἤθελε μὲν διώκειν, ἀλλ’ ἵω μὴ τὸ πᾶν ἀπολέσῃ
θήραμα, μὴ δυνατοῦ ὄντος τοῦ παντὸς στρατεύματος τοὺς
 φεύγοντας ὀξέως καταλαβεῖν, χάρακα μέν αὐτοῦ που περὶ
τὸ Ποιμανηνὸν πήγνυται καὶ παραχρῆμα ἀπολεξάμενος γενναίους
ψιλοὺς στρατιώτας τὴν ἐπιδίωξιν τῶν βαρβάρων ἐπιτρέπει
παραγγείλας ὅπως χρὴ ἐπιπορεύσασθαι τοὺς ἀλάστορας.
οἱ δὲ τούτοις ἐφθακότες εἰς τινα τόπον Κελλία
 ἐγχωρίως ὀνομαζόμενον μετὰ τῆς λείας πάσης κὼ τῶν δορυαλώτων
ὡς πῦρ κατ’ αὐτῶν ἵενται καὶ αὐτίκα πλείστους 
μὲν μαχαίρας ἔργον ἐποιήσαντο, ἐνίους δὲ ζωγρήσαντες καὶ
τὴν λείαν πᾶσαν ἐκεῖθεν ἀναλαβόμενοι μετὰ νίκης λαμπρᾶς
πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐπανῆλθον. τούτους ἀποδεξάμενος
 καὶ τὴν παντελῆ τῶν πολεμίων φθορὰν ἐγνωκὼς πρὸς τὸ
Λοπάδιον ἐπανέρχεται. κεῖθι δὲ παραγενόμενος καὶ μῆνας
τρεῖς ὅλους ἐγκαρτερήσας τὸ μέν τι δι᾿ ἀνυδρίαν τῶν δι’
ὧν ἔμελλε διελθεῖν μερῶν θέροις γὰρ ὥρα παρῆν καὶ ἡ
ἀλέα ἀφόρητος), τὸ δέ καὶ τὸ μήπω φθάσαν τοῦ μισθοφορικοῦ
 στρατεύματος ἀπεκδεχόμενος. ἀπεκδεχόμενος. ἐπὰν δέ ἅπαντες
ἀθροισθεῖεν ἐκεῖ, ἐξαναστὰς ἅπαν τὸ ὁπλιτικὸν τηνικαῦτα 
κατὰ τὰς ἀκρολοφίας τοῦ Ὀλύμπου καταθέμενος καἰ τῶν 
 
οὕτω καλουμένων Μαλάγνων αὐτὸν τὸν Ἀέρα κατέλαβε. τῆς
δὲ βασιλίδος κατὰ τὴν Πρίμιπον αὐλιζομένης, ἵν᾿ ἔχοι ῥᾷον
ἐκεῖθεν τὰ περὶ τοῦ αὐτοκράτορος μανθάνειν περὶ τὸ Λοπάδιον
ἐπανελθόντος, ὁ βασιλεὺς ἅμα τῷ τὸν Ἀέρα καταλαβεῖν
διὰ τοῦ βασιλικοῦ μονήρους μεταπέμπεται αὐτὴν τὸ 
μέν τι καὶ τὸ ἄλγος ὑφορώμενος ἀεὶ τῶν ποδῶν, τὸ δέ τι
καὶ τοὺς συμπαρομαρτοῦντας αὐτῷ τῶν ἐγκολπίων ἐχθρῶν
 δεδιὼς διὰ τὴν ἄκραν αὐτῆς περὶ αὐτὸν ἐπιμέλειαν καὶ τὸ
ἀγρυπνικώτατον ὄμμα.

Οὔπω τρίτη παρῆλθεν ἡμέρα καὶ ὁ περὶ τὸν βασιλικὸν 
κοιτωνίσκον ἀσχολούμενος κατὰ τὸ περίορθρον ἐλθὼν ἀγχοῦ
τοῦ βασιλικοῦ σκίμποδος εἱστήκει. ἡ δὲ βασίλισσα διυπνισ-
 θεῖσα καὶ τοῦτον θεασαμένη Τούρκων ἡμῖν ἔφοδον ἀπαγγέλλειν
ἔφη. τοῦ δὲ περὶ τὸ οὕτω καλούμενον τοῦ Γεωργίου
φρούριον ἐφθακέναι λέγοντος κατεσίγασε τοῦτον ἡ βασιλὶς 
τῇ χειρί, ἵνα μὴ τὸν αὐτοκράτορα διυπνίσῃ. ὁ δὲ ἐν αἰσθήσει
τῶν λεγομένων γεγονὼς ἐπὶ ταὐτῷ σχήματι καὶ γνώμης
τέως ἦν· ἀνίσχοντος δέ τοῦ ἡλίου πρὸς τὰς συνήθεις ἐργασίας
ἐτράπετο ὅλος τῆς τούτου προμηθείας γεγονώς. οὔπω
τρίτη παρῆλθεν ὥρα καὶ ἕτερος ἐκεῖθεν καταλαβὼν ἐγγίζειν 
ἤδη τοὺς βαρβάρους ἔλεγεν. ἡ δὲ αὐτοκρατόρισσα ἔτι συμ-
 

 
παρῆν τῷ αὐτοκράτορι δειλιῶσα μὲν ὡς εἰκός, ἐξεχομένη
δέ ὅμως τῆς ἐκείνου γνώμης. ἐπὰν δέ πρὸς ἄριστον οἱ βα- 
αιλεῖς ἐπείγοντο, ἕτερος ᾑμαγμένος καταλαβὼν προσουδίσας
τοῖς ποσὶ τοῦ οὐτοκράτορος ἑαυτὸν ὑπὲρ κεφαλῆς τὸν κίν-
 δυνον ἵστασθαι ἐπώμνυτο τῶν βαρβάρων ἤδη ἐπικαταλαμβανόντων.
ὁ δέ αὐτοκράτωρ εὐθὺς τὴν πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπάνοδον
τὴν αὐτοκρατόρισσαν ἐπέτρεψεν. ἡ δέ πτοηθεῖσα ἐν μυχοῖς
καρδίας ὅμως εἰχε τὸν φόβον καὶ οἵτε λόγοις οἵτε σχήμασι
τοῦτον ἐνέφαινεν. ἀνδρεία γὰρ καὶ στάσιμος οἶσα τὴν φρένα
 καθάπερ ἡ παρὰ τοῦ Σολομῶντος ἐν παροιμίαις ὑμνουμένη
ἐκείνη γυνὴ οὐ γυναικῶδές τι ἐνεδείξατο καὶ ἀθαρσὲς ἦθος,
οἶα τὰ πολλὰ τὰς γυναῖκας ὁρῶμεν πασχούσας, ἐπειδάν τι cpn- 
βερὸν ἀκούσωσι· καὶ αὐτὸ τὸ χρῶμα κατηγορεῖ τῆς ψυχῆς
τὴν δειλίαν, καὶ συχνάκις ἀνακωκύουσι γοερὸν ὥσπερ ἐκ τοῦ
 σχεδον αὐταῖς τῶν δεινῶν ἐφεστηκότων. ἀλλ’ ἥ γε βασιλὶς
ἐκείνη, κἂν ἐδεδοίκει, περὶ τῷ ἀυτοκράτορι ἐδεδοίκει, μή τι
πάθῃ ἄτοπον· δευτέρως δέ περὶ ἑαυτῆς ἐπεφόβητο. οὐ
τοίνυν ἐκείνη κατ’ ἐκεῖνο καιροῖ· ἀνάξιόν τι τῆς ἑαυτοῦ γενναιότητος
ἐπεπόνθει, ἀλλ’ ἐχωρίζετο μὲν τοῦ αὐτοκράτορος
 ἄκουσα καὶ πυκνὰ περιστρεφομένη πρὸς ἐκεῖνον καὶ θαμὰ
τροσβλέπουσα, ὅμως μέντοι συντείνασα ἑαυτὴν καὶ οἶον
τονώσασα μόγις ἀπηλλάγη τοῦ βασιλέως. κἀκεῖθεν κατα- 
 
βᾶσα πρὸς θάλασσαν κἄπειτα εἰς τὸ ταῖς βασιλίσιν ἀποτεταγμένον
μονῆρες εἰσεληλυθυῖα τὴν ἠϊόνα τῆς Βιθυνῶν
παραπλέουσα θαλαττίου κλύδωνος αὐτὴν κατασχόντος ταῖς
ἀκταῖς τῆς Ἑλενουπόλεως τὴν ναῦν προσορμίσασα κεῖθι
 τέως αὐλίζεται. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ περὶ τὴν Αὔγουσταν· ὁ 
δέ αὐτοκράτωρ μετὰ τῶν συνόντων στρατιωτῶν τε καὶ συγγενῶν
εὐθὺς ἐπὶ τοῖς ὅπλοις ἦν. καὶ δὴ ἐποχηθέντες ἅπαντες
 τὴν πρὸς Νικαίαν ὥδευον. οἱ δέ βάρβαροι Ἀλανόν τινα κατασχόντες
καὶ τὴν τοῦ βασιλέως κατ’ αὐτῶν ἔφοδον δι’ αὐτοῦ
μεμαθηκότες, δι’ ὦν ἦλθον ἀτραπῶν, διὰ τούτων ἐπανῄεσαν 
φεύγοντες. ὁ δέ γε Στραβοβασίλειος καὶ Μιχαὴλ ὁ Στυπειώτης
(Στυπειώτην δὲ ἀκούων τις μὴ τὸν
νοείτω· ἀργυρώνητος γὰρ τούτου ἐκεῖνος δοῦλος γεγονὼς ἐς
ὕστερον τῷ βασιλεῖ ὡς δῶρόν τι πρὸς αὐτὸν προσενήνεκται·
ἀλλά τινα τῶν τῆς μείζονος τύχης), ἄνδρες οὗτοι μαχιμώ- 
τατοι καὶ τῶν πάλαι ὑμνουμένων, [οὑτοι] κατὰ τὰς ἀκρολο-
 φίας τῶν Γερμίων ἐνδιατρίβοντες καὶ τὰς ἀμφόδους παρασκοποῦντες,
εἴ που ταῖς ἄρκυσιν αὐτῶν καθάπερ τις θήρα
οἱ βάρβαροι περιπεσόντες ἁλῷεν, ὡς τὴν τούτων ἔλευσιν
μεμαθήκεισαν, παρὰ τὰς πεδιάδας τὰς οὕτω καλουμένας 
. . . . . . ἀνελθόντες καὶ ἀναδεξάμενοι τὸν μετ’ αὐτῶν πόλεμον
μαχην συνεστησαντο καρτερὰν ἡττήσαντες τούτους κάτα κρατος.
καταλαβὼν δέ ὁ αὐτοκράτωρ τὸ πολλάκις εἰρημένον
 
φρούριον Γεωργίου κἀκεῖθεν αὖθις κωμόπολίν τινα Σαγουδάους
ἐγχωρίως καλουμένην καὶ τοῖς Τούρκοις μέν μὴ ἐντυχών,
μεμαθηκὼς δέ τὰ συμβάντα τούτοις παρὰ τῶν ἤδη 
ῥηθέντων γενναίων ἀνδρῶν, τοῦ τε Στυπειώτου καὶ τοῦ
 Στραβοβασιλείου φημί, καὶ ἀποδεξάμενος τὴν ἐξ αὐτῆς ἀρχῆς
τόλμαν καὶ νίκην τῶν Ῥωμαίων, τηνικαῦτα ὁ αὐτὸς
αἰτοῦ που ἔξωθεν τουτουῒ τοῦ καστελλίου τὸν χάρακα τήγνυται.
τῇ δέ μετ’ αὐτὴν ὡς παρὰ τὴν Ἑλενούπολιν κατελθὼν
τῇ βασιλίδι ἐντετυχήκει ἔτι αὐλιζομένῃ διὰ τὸ τίς θαλάττης
 ἄπλωτον. διηγησάμενος οὖν τὰ συμβάντα τοῖς Τούρκοις
καὶ ὡς νίκης ἐπιθυμοῦντες συμφορᾷ προσεπέλασαν
καὶ κρατεῖν φανταζόμενοι μᾶλλον κεκράτηνται καὶ τἀναντία 
τῶν προσδοκηθέντων ἐφεύροσαν καὶ τῆς πολλῆς ἀθυμίας
ἀνακτησάμενος αὐτὴν ἄπεισιν ὡς πρὸς Νικαίαν. Νίκαιαν. δέ
 ἔφοδον ἑτέρων μεμαθηκὼς Τούρκων ἔρχεται πρὸς τὸ Λοπάδιον·
ἐν ᾦ μικρὸν χρονοτριβήσας καὶ μεμαθηκὼς τὴν Νίκαιαν
καταλαμβάνειν πολὺ Τουρκικὸν στράτευμα τὰς δυνάμεις
ἀναλαβόμενος ἀπονεύει πρὸς Κίον καὶ δι’ ὅλης τῆς
αὐτῆς νυκτὸς μεμαθηκὼς αὐτοὺς τῇ Νικαίᾳ προσπελάζειν
 ἤδη ἀπάρας ἐκεῖθεν ἔρχεται διὰ τῆς Νικαίας πρὸς Μίσκου- 
ραν. κὼ αἰτοῦ ποι βεβαιωθείς, ὡς τὸ μὲν ἅπαν στράτευμα
τῶν Τούρκων οὔπω κατέλαβεν, ὀλίγοι δέ τινες παρὰ τοῦ
 
Μονολύκου ἀποσταλέντες κατὰ τὸ Δολύλον ἐνδιατρίβουσι
καὶ τὰ τῆς Νικαίας μέρη, ἐφ’ ᾦ τὴν αὐτοῦ περισκοπεῖν
ἔλευσιν καὶ τὰς περὶ αὐτοῦ τῷ Μονολύκῳ διδόναι συνεχεῖς
εἰδήσεις, Λέοντα μέν τὸν Νικερίτην μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν
 δυνάμεων εἰς τὸ Λοπάδιον πέπομφεν ἐγρηγορέναι τε διὰ 
παντὸς παρακελευσάμενος καὶ τὰς ἀμφόδους ἐπιτηρεῖν καὶ
 ἅττα δὴ περὶ τῶν Τούρκων γνοίη, ταῦτα διὰ γραφῶν δηλοῦν
αὐτῷ· τὸ δὲ ἐπίλοιπον στράτευμα ἐν ἐπικαίροις καταθέμενος
τόποις διέγνω βέλτιον εἶναι μηκέτι κατὰ τοῦ σουλτάνου
χωρεῖν στοχαζόμενος τοὺς σωθέντας βαρβάρους τὴν κατ’ 
αὐτῶν ὁρμὴν διακηρυκεύσασθαι τοῖς κατὰ τὴν Ἀσίαν ἅπασι
Τούρκοις, ὡς ἐν διαφόροις ἐντετυχηκότες τοῖς Ῥωμαίοις
προσέβαλλον, ὡς καρτερῶς ἀντέστησαν, ὡς ἡττηθέντες οἱ
μέν ἑάλωσαν, οἱ δέ ἀνῃρέθησαν, ὀλίγοι δὲ καὶ τραυματισθέντες
ἀπῴχοντο, κἀκ τούτου διαγνόντες τὴν αὐτοῦ ἔλευσιν 
 οἱ βάρβαροι πορρωτέρω καὶ αὐτοῦ Ἰκονίου γενήσονται καὶ
κενόσπουδος αὐτῷ ἡ σπουδὴ γένηται. διὰ τα ~ τα στρέψας
τοὺς χαλινοὺς διὰ τῆς Βιθυνῶν τὴν Νικομήδειαν κατέλαβεν,
ἵν ἐντεῦθεν ἀπελπίσαντες τὴν κατ’ αὐτῶν ἔφοδον ἐπανέλθοιεν
ἕκαστος, οὔπερ τὴν οἴκησιν πρότερον ἐπεποίητο· ἐπὰν 
δέ ἀποθαρρήσαντες αὖθις εἰς προνομὴν σκεδασθεῖεν, ὡς
ἔθος τοῖς Τούρκοις, καὶ αὐτὸς ὁ σουλτάνος τοῦ προτέρου
 
ἅψηται ἴσοι; τηνικαῦτα καὶ αὐτὸς τῶν στρατιωτῶν μικρὸν
ἀναπαυσαμένων κὼ τῶν ἵππων καὶ ὑποζυγίων πιόνων ἐντεῦθεν
γεγονότων μετ’ οὐ πολὺ σφοδρότερον τοῖ κατ’ αὐτῶν
ἅψηται πολέμου καὶ τῆς μάχης καρτερῶς ἀνθέξηται. 
 διὰ ταῦτα τὴν Νικομήδειαν ἀναζητήσας, ὡς εἴρηται, καὶ καταλαβὼν
τοὺς συνεφεπομένους αὐτῷ ἅΠαντας τῶν στρατιωτῶν
εἰς τὰς ἐγγύθι κωμοπόλεις κατέθετο, ὡς οἵ τε ἵπποι
καὶ τὰ ὑποζύγια τροφὴν ἀποχρῶσαν ἔχοιεν τῆς Βιθυνῶν
γῆς πολὺν τὸν χόρτον ἀναδιδούσης καὶ αὐτοὶ δὴ οἱ στρατιῶται
 ῥᾳδίως ἀπό τε τῆς Βυζαντίδος καὶ τῶν πέριξ
τοῦ παρακειμένου κόλπου ἀποχρῶντα τὰ πρὸς χρείαν κομίζοιντο,
ἐπισκήψας αὐτοῖς ὅλῃ γνώμη πολλὴν ἐπιμέλειαν
τῶν ἵππων καὶ ἀχθοφόρων κτηνῶν ποιεῖσθαι καὶ μηδ’ εἰς 
θήραν μηδ᾿ εἰς ἱππηλάσιον τὸ παράπαν ἐξιέναι, ἵνα καιροῦ
 καλοῦντος πίονες ὄντες τοὺς ἐπιβάτας εὐχερῶς φέροιεν καὶ
πρὸς τὰς κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἱππασίας χρήσιμοι αὐτοῖς εἶεν.

Ταῦτα τοιγαροῦν οἰκονομήσας ἐκεῖνος οἶα σκοπὸς
καθῆστο πόρρωθεν φύλακας διὰ πάσης ἀτραποῦ ἐπιστήσας·
μέλλων δὲ αὐτοῦ που ἡμέρας ἱκανὰς αὐλίζεσθαι μεταπέμπεται
 ται τὴν Αὔγουσταν δι’ ἃς πολλάκις αἰτίας εἰρήκειμεν, ἐφ’
ᾧ συνεῖναι τούτῳ, μέχρις ἂν τὰς τῶν βαρβάρων ἐφόδους
ἐνωτισθεὶς πεῖθεν ἀπᾶραι βουληθείη. ἡ δὲ θᾶττον τὴν
Νικομήδειαν καταλαμβάνει· ὁρῶσα δέ τινας τῶν ἐναντίων 
 

 
ἐπιγανυμένους οἷον ἐφ’ οἶς ὁ βασιλεὺς ἠπρακτήκει καὶ πανταχοῦ
διαλοιδορουμένους τῷ βασιλεῖ καὶ ὑποψιθυρίζοντας, ὡς
 ἄρα κατὰ τῶν βαρβάρων τοσοῦτον παρασκευασάμενος καὶ
πολλὰς συνειλοχὼς δυνάμεις καὶ μηδὲν μέγα ἠνυκὼς ἀπέκλινε
πρὸς τὴν Νικομήδειαν, καὶ τοῦτο οὐκ ἐν γωνίαις μόνον, 
ἀλλὰ καὶ ἐν πλατείαις καὶ ἀμφόδοις καὶ τριόδοις ἀναισχυντότερον
λέγοντας ἠνιᾶτο καὶ ἤσχαλλεν. ὁ δέ αὐτοκράτωρ τὸ
πέρας τῆς κατὰ τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ ὁρμῆς αἴσιον ἔσεσθαι
 στοχαζόμενος, δεινὸς ὢν περὶ τὰ τοιαῦτα παρ’ οὐδέν μὲν
τὰς διατριβὰς ἐκείνων καὶ νεμέσεις ἐτίθετο, ὡς παιδαρίων 
ἀθυρμάτων πάμπαν τῶν τοιούτων καταφρονῶν καὶ τοῦ νηπιώδους
αἰτῶν καταγελῶν φρονήματος· τὴν δέ γε Αὔγουσταν
κρείττοσιν ἀνεκτᾶτο λογισμοῖς αὐτὸ τοῦτ’ ἔσεσθαι μείζονος
νίκης αἴτιον ἐπομνύμενος, ὅπερ ἐκεῖνοι διασύρουσιν. ἐγὼ
μὲν οὖν ἀνδρείαν οἶμαι, ὅταν τις σὺν εὐβουλίᾳ τῆς νίκης 
κρατήσειε· τὸ γὰρ θυμοειδές τῆς ψυχῆς καὶ δραστήριον
 ἄνευ τοῦ φρονεῖν κατηγορούμενον γίνεται καὶ θράσος ἐστὶν
 ἀντὶ θάρσους. θαρροῦμεν γὰρ τοῖς ὅπλοις καθ’ ὣν δυνάμεθα·
θρασυνόμεθα δέ καὶ καθ’ ὣν οὐ δυνάμεθα, ὥσθ’
ὁπόταν κίνδυνος ἡμῖν ἐπικρέμαται, † ἀπὸ κατὰ πρόσωπον 
προσβαλεῖν ** τότε τρόπον ἕτερον τὸν πόλεμον μεταχειριζόμεθα
καὶ ἀμαχεὶ τῶν ἐχθρῶν κρατεῖν ἐπειγόμεθα. καὶ
 
πρωτη εστὶν ἀρετῶν ἡ στρατηγῶν σοφία κτᾶσθαι ωίκην
ἀκίνδυνον· τέχνη δ’ ἡνίοχος περιγίνεται ἡνιόχοιο, φησὶν Ὅμηρος.
τὸ γὰρ μετὰ κινδύνου νικᾶν καὶ ἡ Καδμόθεν παροιμία
διαφαυλίζει. ἐμοὶ δέ ἄριστον νενόμισται καὶ τὸ ἐν αὐτῇ τῇ
 μάχῃ μηχανᾶσθαί τι πανοῦργον καὶ στρατηγικόν, ὁπηνίκα
μὴ ἀπόχρη τὸ στράτευμα πρὸς τὴν τῶν ἐναντίων ἰσχύν· 
καθώς ἐστιν ἐκ τῆς ἱστορίας ἀναλέγεσθαι τῷ βουλομένῳ,
ὡς οὐκ ἄρα μονότροπος ἡ νίκη οὐδὲ μονοειδής, ἀλλ᾿ διαφόροις
κόποις πάλαι μέχρι τοῦ δεῦρο κατορθουμένη, ὥστε
 τὴν μὲν νίκην μίαν εἶναι, τοὺς δέ τρόποις, δι’ ὧν αὕτη τοῖς
στρατηγοῖς περιγίνεται, διαφόροις τε καὶ ποικίλοις τὴν φύσιν.
τινές γὰρ τῶν πάλαι ὑμνουμένων στρατηγῶν αὐτῇ
ἰσχύϊ * τῷδε τρόπῳ τοὺς ἐναντίους νικήσαντες φαίνονται·
ἄλλῳ δέ ἄλλοι πολλάκις χρησάμενοι τὴν νικῶσαν εἶχον.
 ὁ δέ γε ἐμὸς πατὴρ καὶ βασιλεὺς ὅπου μὲν ἀλκῇ τῶν
ἐκράτει, ὅπου δὲ καὶ περινοίᾳ τινὶ χρησάμενος, ἔστι δ’ 
οὗ κὰν ταῖς μάχαις αὐταῖς ὀξύ τι στοχασάμενος καὶ τολμήσας
τὴν νικῶσαν εἶχεν εὐθύς. ὅπου μὲν καὶ στρατηγικῷ
μηχαήματι αυγχρησάμενος, ὅποι δὲ καὶ διὰ χειρῶν μαχόμενος
 πολλὰ πολλάκις ἐξ ἀπροσδοκήτων ἐστήσατο
ἢν μὲν γάρ, εἴπερ ἄλλος τις, καὶ φιλοκίνδυνος ὁ ἀνήρ, καὶ
συνεχεῖς ἢν ὁρᾶν αὐτῷ τοῖς κινδύνους ἐγειρομένους, ἀλλὰ
 
ποτὲ μὲν γυμνῇ τῇ κεφαλῇ πρὸς τούτους παραπεδύετο
 ὁμμόσε τοῖς βαρβάροις ἐχώρει, ποτέ δέ καὶ ἐσχηματίζετο
 ὑπο·κατακλίνεσθαι καὶ τὸν ὀρρωδοῦντα ὑπεκρίνετο, ὡς καιρὸς
ἐδίδου καὶ τὰ πράγματα ὑπηγόρευε. καὶ ἵνα συνελοῦσα
τὸ πᾶν εἴποιμι, καὶ φεύγων ἐκράτει καὶ διώκων ἐνίκα, καὶ 
ἵστατο καταπίπτων καὶ καταβάλλων ὄρθιος ἦν κατὰ τὴν τῶν
 τριβόλων θέσιν καὶ ταῦτα γὰρ ὅπως ἂν ῥίψειας ὀρθά σοι
ἑστήξεται. πάλιν δ’ ἐνταῦθα γενομένη παραιτοῦμαι τὴν
μέμψιν, ὅτιπερ περιαυτολογοῦσα καταλαμβάνομαι· ἀλλὰ πολλάκις
ἀπελογησάμην, ὅτι οὐχ ἡ τοῦ πατρὸς εὔνοια τοὺς λόγους 
τούτους παρέχεται, ἀλλ’ ἡ τῶν πραγμάτων φύσις. τι
γὰρ κωλύει πρὸς τῆς ἀληθείας αὐτῆς, καὶ φιλοπάτορα εἶναι
κατὰ ταὐτόν τινα καὶ φιλαλήθη; ἐγὼ μέν γὰρ τἀληθῆ προειλόμην
ξυγγράφειν καὶ περὶ ἀνδρὸς ἀγαθοῦ· εἰ δὲ τὸν αὐτὸν
ξυμβέβηκεν εἶναι καὶ πατέρα τοῦ ξυγγραφέως, τὸ μὲν τοῦ 
πατρὸς ὄνομα προσερρίφθω ἐνταῦθα καὶ κείσθω ἐκ τοῦ
 παρέλκοντος· τῇ δὲ φύσει τῆς ἀληθείας ἀνακείσθω τὸ σύγγραμμα.
ἐν ἄλλοις μὲν γὰρ τὴν πρὸς τὸν πατέρα ἐνεδειξάμην
εὔνοιαν καὶ διὰ τοῦτο καὶ δυσμενῶν κατ’ ἐμαυτῆς ἠκόνησα
δόρατα καὶ ξίφη παρέθηξα. καὶ ἴσασιν ὁπόσοι τὰ καθ’ 
ἡμᾶς οὐκ ἠγνόησαν πράγματα. οὐ μὴν ἐν τῷ τῖς ἱστορίας
σχήματι καταπροδοίην ἂν τὴν ἀλήθειαν. ἄλλος μὲν γὰρ
 
καιρός ἐστιν εὐνοίᾳ πατρικῆς, καθ’ ὃν ἡμεῖς ἠνδρισάμεθα,
ἕτρος δέ καιρὸς ἀληθείας, ὅντινα παραπεπτωκότα οὐκ ἂν
παρὰ φαῦλον θείην. εἰ δ’, ὅπερ εἶπον, καὶ φιλοπάτορας ἡμᾶς
συναποδείκνυσιν ὁ καιρὸς οὗτος, οὐ † παρὰ τοῦ τὰ τῆς
 ἀληθείας ἐπηλυγάσαι τὸ τῶν ἀνθρώπων μεμψίμοιρον. ὁ
μέντοι λόγος ἀνατρεχέτω αὖθις πρὸς τὸ προκείμενον. ἄλλο 
δ’ οἶδέν ὁ αὐτοκράτωρ ἔργον εἶχεν, ἐφ᾿ ὅσον ἐκεῖ που τὴν
αὐλαίαν ἐπήγνυτο, ἢ νεολέκτους τῷ παντὶ συγκαταλέγειν στρατεύματι
ἐπιμελῶς τε ἐκπαιδεύειν, ὅπως χρὴ τόξον τείνειν καὶ
 δόρυ κραδαίνειν ἵππον τε ἐλαύνειν καὶ μερικὰς ποιεῖσθαι
συντάξεις, τὸ καινὸν ἐκεῖνο σχῆμα τῆς παρατάξεως, ὅπερ
αὐτὸς ἐξεῦρεν, ἀναδιδάσκων τοὺς στρατιώτας, ἔστιν οὗ καὶ
αὐτὸς συνιππαζόμενος τούτοις καὶ παραθέων τὰς φάλαγγας
καὶ τὸ δέον ἅπαν ὑποτιθέμενος. τοῦ ἡλίου δέ τῶν μειζό-
 νῶν ἀφισταμένου κύκλων καὶ παραμείψαντος μὲν τὴν φθι- 
νοπωρινὴν ἰσημερίαν, ἐπικύπτοντος δὲ ἤδη πρὸς τοὺς νοτιωτέρους
κύκλους, ἐπεὶ οὑτοσὶ εὔθετος ὁ καιρὸς ταῖς ἐκστρα- 
τείαις ἐδόκει, σὺν ὅλαις δυνάμεσι κατευθὺ Ἰκονίου ἤλαυνε
καθ’ ὃν ἀρχῆθεν προέθετο λογισμόν. καὶ τηνικαῦτα τὴν
 Νικαίαν καταλαβὼν εὐζώνους στρατιώτας μετ’
ἡγεμόνων ἀποδιελόμενος τοῦ λοιποῦ στρατεύματος εἰς προ-
νομὴν κατὰ τῶν Τούρκων προεκδραμεῖν τούτους παρεκελεύσατο
διεσπαρμένως τὰς ἐκδρομὰς ποιουμένους· ἀλλὰ μηδέ, 
 
εἰ τὴν νίκην θεόθεν λάβοιεν καὶ κατατροπώσαιντο τοὺς
ἐχθρούς, ἐς μακρὰν ἀποτελεῖν τὴν καταδρομήν, ἀρκουμένοις
 δέ τῇ δεδομένῃ μετ’ εὐταξίας πάλιν τὴν ὑποστροφὴν παρηγγύα
ποιεῖν. καταλαβόντες οὖν ἅμα τῷ αὐτοκράτορι τόπον
τινὰ * διακείμενον, ἐγχωρίως οὑτωσὶ Γαΐτα προσαγορευόμενον, 
ἐκεῖνοι μέν εὐθὺς ἀπῄεσαν, ὁ δὲ ἀπάρας ἐκεῖθεν σὺν ὅλαις
δυνάμεσι τὴν κατὰ τὸν Πιθηκᾶν διακειμένην καταλαμβάνει
γέφυραν. εἶτα ἐν τρισὶν ἡμέραις διὰ του Ἀρμενοκάστρου
καὶ τῶν οὕτω καλουμένων Λευκῶν τὰς τοῦ Δορυλέου καταλαμβάνει
πεδιάδας, ἀποχρώσας δὲ ταύτας πρὸς παρατάξεις 
κατανοήσας καὶ θέλων ἅπαντας θεάσασθαι καὶ τὴν ὁπλιτιτὴν
πάντως ἐγνωκέναι δύναμιν, ἦν πάλιν ὤδινε πολεμικὴν
 σύνταξιν καὶ ἐν διφθέραις πολλάκις συνεγράψατο σχηματίζων
τὰς παρατάξεις ἦν γὰρ οὐδὲ τῆς Αἰλιανοῦ τακτικῆς ἀδαής),
ταύτην κατὰ τὸν παρεστηκότα τότε καιρὸν ἐν ἀληθείᾳ συντάξας 
κατὰ τὸ πεδίον ἐκεῖνο ἐστρατοπέδευσεν. εἰδὼς γὰρ
οὗτος ἐξ ἐμπειρίας πάνυ πολλῆς] ὅτι ἡ Τουρκικὴ παράταξις
οὐ κατὰ τὰς τῶν ἄλλων ἐθνῶν παρατάξεις συνέστηκεν, οὐδ’,
ὡς Ὅμηρός φησιν, ἀσπὶς δ’ ἄρ’ ἀσπίδ’ ἔρειδε, κόρις κόρυν,
ἀνέρα δ’ ἀνήρ, ἀλλὰ καὶ τὸ δεξιὸν κέρας τοῖς Τούρκοις καὶ 
τὸ εὐώνυμον καὶ τὸ μέτωπον ἀπ’ ἀλλήλων διέσπασται καὶ
ἑστήκασιν οἶον ἀπερρωγυῖαι ἀπ’ ἀλλήλων αἰ φάλαγγες, καὶ
 
ὅταν τις ἐπὶ τὸ δεξιὸν ἢ τὸ εὐώνυμον κέρας ὁρμήσειεν, 
ἐφάλλεται αὐτῷ καὶ τὸ μέτωπον καὶ τὸ μετ’ ἐκεῖνο μέρος
τῆς ὅλης παρατάξεως καὶ καθάπερ τινὲς λαίλαπες τὸ ὑποκείμενον
συνετάραξαν· τὰ δέ πολεμικὰ τούτοις ὄργανα, οὐ
 πάνυ δόρασι χρῶνται καθάπερ οἱ λεγόμενοι Κελτοί, ἀλλὰ
πανταχόθεν κυκλοῦντες τὸν ἐχθρὸν τόξοις βάλλουσιν· καὶ
ἔστιν ἡ ἀμία τούτων πόρρωθεν· ὁπόταν διώκῃ, ἁλίσκει
τῷ τόξῳ, καὶ διωκόμενος κρατεῖ τοῖς βέλεσι, καὶ βάλλει βέλος
καὶ τὸ βέλος πετόμενον ἢ τὸν ἵππον ἢ τὸν ἱππότην
 ἔπληξεν, ἀπὸ δὲ βαρυτάτης χειρὸς ἀφεθέν δι’ ὅλου τοῦ
παρελήλυθεν· οὕτως εἰσὶ τοξικώτατοι· πρὸς γοῦν 
τοῦτο ὁ πολυπειρότατος ἐκεῖνος βασιλεὺς ἐνιδὼν τὰς παρατάξεις
αὐτὸς ἐπεποίητο καὶ συνίστα τὰς φάλαγγας οὕτως,
ὡς τοὺς μὲν ἀπὸ τῶν δεξιῶν τοξεύειν, ὅθεν αἱ ἀσπίδες
 προβέβληντο, τοὺς δέ ἡμετέρους ἐκ τῶν ἀριστερῶν
ὅθεν τὰ ἀσκέπαστα ἦν τοῦ σώματος. καὶ αὐτὸς μέν τὴν
τοιαύτην κατανοήσας παράταξιν ὡς ἄμαχός ἐστιν ἐθαύμασε
τῆς δυνάμεως· ὥσπερ τινὰ Θεοῦ σύνταξιν ἄντικρυς καὶ ἀγγέλων
παρεμβολὴν τὴν τοιαύτην ἡγεῖτο παράταξιν. ἅπαντες
 δὲ καὶ ἐθαύμαζον καὶ ἐγεγήθεσαν τεθαρρηκότες ἐπὶ τῷ τοῦ
αὐτοκράτορος σκέμματι. ἐκεῖνος δέ ἅμα καὶ τὰς δυνάμεις 
κατα|νοῶν καὶ τὰς πεδιάδας, δι’ ὧν διϊέναι ἔμελλε,
 
μένος καὶ τὸ τῆς παρατάξεως στερρὸν καὶ ἀ|διάσπαστον
λογιζόμενος χρηστὰς ἐλπίδας ἐντεῦθεν | ἐλάμβανε καὶ
ἔργον ταύτας Θεῷ προβῆναι έπηύ|χετο.

Οὕτω γοῦν παραταξάμενος τὴν Σαντάβαριν |
. . . . . . . . τοὺς ἡγεμόνας ἅπαντας τῆς | τοιαύτης . . . . 
 . . . . . διελὼν τὸν μὲν Καμύτζην κατὰ | τοῦ πολ . . . . . . . .
Κέδρου ἐξέπεμψε (πολί|χνιον δέ τοῦτο ἐρυμνότατον
 τινος σατράπου | Πουχέα καλουμένου κατεχόμενον), τῷ δέ
Στυ|πειώτῃ κατὰ τῶν ἐν τῷ Ἀμορίῳ βαρβάρων ἀπελ|θεῖν
. . . . . . . αἰσθόμενοι δέ τῆς βουλῆς δύο | τινές Σκύθαι αὐτόμολοι 
μόλοι προσεληλυθότες τῷ Πουχέᾳ τὴν τοῦ Καμύτζη διεμήνυον
ἔφοδον, ἅμα δέ καὶ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος ἔλευσιν. ὁ
δὲ φόβῳ τηνικαῦτα πολλῷ συσχεθεὶς περὶ μέσας φυλακὰς
τῆς νυκτὸς ἐκεῖθεν ἐξελθὼν μετὰ τῶν ὁμοφύλων ᾤχετο.
αὐγαζούσης δέ ἤδη τῆς ἡμέρας καταλαβὼν ὁ Καμύτζης τὸν 
μέν Πουχέαν οὐχ εὗρεν, ἀλλ’ οὐδέ τινα τὸ παράπαν Τοῦρκον·
 πλῆρες δέ λαφύρων τὸ πολίχνιον, τὴν Κεδρέαν φημί, εὑρηκὼς
πρὸς οὐδέν τούτων ἀπένευσεν, ἀλλ’ ἠνιᾶτο καθάπερ οἱ
θηραταὶ τὴν ἐν χεροῖν ἄγραν ἀπολωλεκότες καὶ μὴ ἀνασχόμενος
εὐθὺς τὰς ἡνίας στρέψας κατὰ τοῦ Πολυβότου ἄπεισι καὶ 
ἀθρόον τούτοις ἐπεισπεσὼν κτείνει μέν βαρβάρους ὑπὲρ
ἀριθμόν, ἅπασαν δέ τὴν λείαν καὶ τοὺς δορυαλώτους ἀναλα-
 

 
βόμενος περὶ τὰ κεῖθι μέρη αὐλίζεται τὶν τοῦ αὐτοκράτορος 
ἀπεκδεχόμενος ἔλευσιν. τὰ αὐτὰ καὶ ὁ Στυπειώτης τὸ Ποιμανηνὸν
καταλαβὼν δράσας πρὸς τὸν βασιλέα ἐπανέστρεψε.
καταλαμβάνει δὲ κὼ ὁ αὐτοκράτωρ τὴν Κεδρέαν περὶ ἡλίου
 δυσμάς. καὶ προσεληλυθότες παραχρῆμα αὐτῷ στρατιῶταί
τινες ἔφασαν, πληθὺν ἀμέτρητον εἶναι βαρβάρων εἰς τὰ τοὐ
πάλαι ᾀδομένου Βούρτζη πολίχνια ἀγχοῦ ποι· διακείμενα. ὁ
δὲ αὐτοκράτωρ αὐτίκα τε ἠκηκόει τοῦ λόγου καὶ πρὸς ἔργον
ἡτοίμαστο. καὶ παραυτίκα τὸν ἐκείνου τοῦ Βούρτζη ἀπόγονον 
 Βάρδαν τὴν κλῆσιν μετὰ Γεωργίου του Δεβούνη
Σκύθην Πιτικὰν σκυθικῶς καλούμενον μετὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτοὺς
εἰς] ἀξιόμαχον παραστήσας δύναμιν κατ’ ἐκείνων ἐξέπεμψεν
ἐπισκήψας, ἐπὰν ἐκεῖσε παραγένωνται, προνομεῖς ἀποστεῖλαι
κατὰ τῶν παρακειμένων κωμοπόλεων καὶ ἁπάσας δῃώσασθαι
 καὶ αὐτοὺς δὴ τοὺς αὐτόχθονας ἐκεῖσε μετοικίσαντας κομίσαι
οἱ ἐκεῖνοι μὲν οὖν εὐθὺς τῖς προκειμένης ὁδοῦ εἴχοντο,
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἐχόμενος τοῦ προτέρου σκοποῦ τὸ Πολύβοτον
καταλαβεῖν ἠπείγετο καὶ μέχρις Ἰκονίου ἀποδραμεῖν.
ταῦτα διαλογιζόμενος καὶ ἔργου ἀπαρτὶ ἅπτεσθαι μέλλων, 
 ἐπεὶ τοὺς βαρβάρους καὶ αὐτὸν δὴ τὸν Σολυμᾶν σουλτάνον
τὴν αὐτοῦ ἔφοδον μεμαθηκότας ἐβεβαιοῦτο ἐμπρῆσαι τὰς
 
ἀρούρας τῆς Ἀσίας ἁπάσας καὶ τὰς πεδιάδας, ὡς μήτε τοῖς
ἀνθρώποις μήτε τοῖς ἵπποις τροφὴν τὸ παράπαν παρεῖναι,
ἀπὸ δὲ τῶν ἀνωτέρων μερῶν ἄλλη βαρβάρων ἔφοδος διεκηρυκεύετο
καὶ ἡ φήμη αὕτη ὑπόπτερος ἅπασαν διέτρεχε τὴν
Ἀσίαν, τὸ μέν ἐδεδίει, μὴ ὲν τῷ πρὸς Ἰκόνιον ἀπέρχεσθαι 
ἅπαν τὸ στράτευμα λιμοῦ παρανάλωμα διὰ τὴν σπάνιν τῶν
 χορτασμάτων γένηται, τὸ δὲ καὶ τοὺς ἐλπιζομένους ἐκεῖ
βαρβάρους ὑφορώμενος ἤχθετο. βουλὴν οὑν βουλεύεται
συνετήν τε καὶ τολμηράν, Θεὸν ἐπερωτῆσαι, εἰ χρὴ τῆς
πρὸς τὸ Ἰκόνιον ἔχεσθαι ἢ κατὰ τῶν περὶ τὸ Φιλομήλιον 
 ἐξορμῆσαι βαρβάρων. ἐν δυσὶ γοῦν χαρτίοις περὶ τούτων
ἐπερωτήσας καὶ ἄνωθεν τῆς ἱερᾶς καταθέμενος ταῦτα τρατέζης
παννύχιον τὸν ὕμνον καὶ ἀτενεῖς τῷ Θεῷ προσέφερε
τὰς ἐντεύξεις. κατὰ δέ τὸ περίορθρον εἰσελθὼν ὁ ἱερεὺς
καὶ θάτερον τῶν τεθέντων χαρτίων ἀναλαβόμενος καὶ παρουσίᾳ 
λύσας ἁΠάντων ὑπανεγίνωσκε τῷ αὐτοκράτορι τῆς πρὸς
τὸ Φιλομήλιον ἀνθέξεσθαι ὁδοῦ παρακελευόμενον. ἀλλὰ ταῦτα
 μὲν τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα· ὁ δέ γε Βάρδας ὁ Βούρτζης
ἐν τῷ ἔχεσθαι τῆς ἤδη ῥηθείσης ὁδοῦ στράτευμα πολὺ θεασάμενος
ἑνωθῆναι μετὰ τοῦ Μονολύκου διὰ τῆς γεφύρας 
τοῦ Ζόμπη ἐπειγόμενον παρευθὺ ὁπλισάμενος συμμίγνυται
 
τούτοις περὶ τὴν του Ἀμορίου πεδιάδα καὶ νικᾷ κατὰ κράτος.
ἕτεροι δέ ἀπὸ τοῦ ἀνατολικοῦ μέρους Τοῦρκοι κατερχόμενοι
·καὶ ὡς πρὸς τὸν Μονόλυκον σπεύδοντες παρατυχόντες τῇ τοῦ
Βούρτζη παρεμβολῇ ἐκείνου μήπω φθάσαντος ἀφαιροῦνται 
 τὰ παρατυχόντα ὑποζύγια καὶ τὰς παρασκευὰς τῶν στρατιωτῶν.
ὁ δὲ Βούρτζης [ἐκεῖθεν] νικητὴ ὑποστρέφων καὶ
πολλὴν συνεπιφερόμενος λείαν συνηντηκώς τινι τῶν ἐκεῖθεν
ἐρχομένων καὶ μεμαθηκώς, ὅπως οἱ Τοῦρκοι ἅπαντα τὰ ὲν
τῇ παρεμβολὴ παρεμβολῆ καὶ τὴν λείαν πᾶσαν ἀναλαβόμενοι
 ᾤχοντο, διεσκοπεῖτο τί ἂν χρῇ ποιεῖν. ὀξέως δέ τὸν δρόμον
τῶν βαρβάρων ποιουμένων ἤθελε μὲν καὶ ὄπισθεν ὄπισθεν
διώκειν τούτων, οὐκ ἠδύνατο δὲ κεκμηκότων τῶν ἵππων.
καὶ διὰ τοῦτ᾿ ἀπειπὼν τὴν ἐπιδίωξιν, ὡς μὴ χεῖρόν τι
συμβαίη, βραδεῖ ποδὶ σὺν εὐταξίᾳ στείχων κατὰ τὸ περίορθρον 
 τὰ ἤδη ῥηθέντα τοῦ Βούρτζη καταλαμβάνει πολίχνια
καὶ ἐξοικίζει ἅπαντα. κἀκεῖθεν τούς τε δορυαλώτους ἀναλαμβάνων
καὶ ὁπόση τις ἦν περιουσία τοῖς βαρβάροις ἐπαγόμενος
καὶ μικρὸν ἐν ἐπικαίρῳ τόπῳ τότῳ τε καὶ πάντας
κεκοπιακότας ἀνακτησάμενος ἀνίσχοντος ἡλίου τῆς ὡς πρὸς
 τὸν αὐτοκράτορα φερούσης εἴχετο. ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἑτέρα
τις περιτυχοῦσα τούτῳ Τουρκικὴ δύναμις παραχρῆμα ξυμμίγνυται
τούτοις καὶ πόλεμος ἐντεῦθεν ἀναρριπίζεται μέγας.
ἐφ᾿ ἱκανὸν δὲ τὴν μάχην ἀναδεξάμενοι τοὺς δορυαλώτους D
ῇτοῦντο καὶ τὰ ἐξ αἰτῶν ἀφαιρεθέντα λάφυρα διαβεβαιού-
 μενοι, ὡς εἰ τῶν ἐπιζητουμένων τύχοιεν οὐκέτι προσβαλεῖν
 
τοῖς “Ρωμαίοις ἐχἶιχειρύσοισιν, ἀλλ᾿ οἴκαδε ἀπελεύσονται. ὁ
δὲ Βούρτζης οὐδαμῶς τῷ τῶν βαρβάρων θελήματι συνετίθετο,
ἀλλὰ καρτερῶς τῆς μάχης ἀντείχετο γενναίως ἀγωνιζόμενος.
ἐπεὶ δὲ τῇ προτεραίᾳ ὕδατος τὸ παράπαν οὐκ ἀπεγεύσαντο
μαχόμενοι, ἐπὰν ὄχθους ποταιιοῦ τινος κατέλαβον, κατέψυχον 
τὸ καῦμα τοῦ δίψους καὶ αὖθις ἀμοιβαδὸν τῆς μάχης ἀντείχοντο·
τῶν δὲ αὖθις τοῦ πολέμου ἀντεχομένων οἱ προκεκμλῆθος
διὰ τοῦ ὕδατος ἑαυτοὺς διανέπαυον. τοσαύτην δὲ
τῶν βαρβάρων τόλμαν ὁ Βούρτζης ὁρῶν καὶ πρὸς τοσοῦτον
πλῆθος ἀποκναίων ἐν ἀμηχανίᾳ ἦν καὶ οὐ τῶν κοινῶν τινα 
 στρατιωτῶν πρὸς τὸν βασιλέα τὴν περὶ τούτων ἀγγελίαν
κομίσοντα πέπομφεν, ἀλλὰ τὸν ἤδη ῥηθέντα Γεώργιον τὸν
Λεβούνην. ὁ δὲ μὴ ἔχων ἄλλην ἀτραπόν, ἐν ᾗ οὐ πλῆθος
 Τούρκων παρῆν, ῥιψοκινοδύνως ἐς μέσον τούτων ἑαυτὸν ὤσας
διεληλύθει καὶ μέχρι βασιλέως διεσέσωστο. ὁ δὲ τὰ κατὰ 
τὸν Βούρτζην μεμαθηκὼς περί τε Τούρκων πληθύος ἀκριβέστερον
διαγνοὺς καὶ ὡς χρεία τῷ Βούρτζῃ πολλῶν καὶ
χειρῶν καὶ δυνάμεων, αὐτὸς μὲν τηνικαῦτα ἐπὶ τοῖς ὅπλοις
ἢν καὶ τὸ ὁπλιτικὸν ἐξώπλιζε. καὶ οὕτω κατὰ φάλαγγας κα-
 ταστήσας τὸ ὁπλιτικὸν κατὰ τῶν βαρβάρων ἐπορεύετο σὺν 
εὐταξίᾳ πολλῇ. εἶχε δὲ τὸ μὲν ἔμπροσθεν κέρας ὁ βασι-
 
λεὺς Μιχαήλ, τὸ δεξιὸν ὁ Βρυέννιος, τὸ ἀριστερὸν ὁ Γαβρᾶς
καὶ τὴν οὐραγίαν ὁ Κεκαυμένος. ὡς δὲ πόρρωθεν οἱ
Τοῦρκοι τούτους ἐδέχοντο, Νικηφόρος ὁ τῆς βασιλίδος ἀδελφιδοῦς,
νέος ὢν καὶ πρὸς μάχας σφαδάζων, αὐτός τε προεκδεδραμήκει
 τῆς παρατάξεως καί τινας σὺν αὐτῶ ἐφελκυσάμενος
Ἄρεος ὑπασπιστὰς καὶ συμπλακεὶς τοῖς κατ’ αὐτοῦ
πρότερον ἐφωρμηκόσι πλήττεται μὲν τηνικαῦτα κατὰ τοῦ
γόνυος, πλήττει δὲ τὸν παίσαντα κατὰ τὸ στέρνον διὰ τοῖ 
δόρατος. ὁ δὲ παραχρῆμα τοῦ ἵπποι κατενεχθεὶς ἄφωνος
 ἔκειτο. τοῦτο οἱ ὄπισθεν βάρβαροι θεασάμενοι τὰ μετάφρενα
τοῖς Ῥωμαίοις παραυτίκα διδόασιν. ὁ δὲ βασιλεὺς
ἀριστέα τὸν νεανίαν ἀπολαβὼν ἥσθη τὸ παραυτίκα καὶ μεγάλως
τοῦτον ἐπαινέσας πρὸς τὸ Φιλομήλιον ἤλαυνε. καὶ
τερὶ τὴν λίμνην τῶν τεσσαράκοντα μαρτύρων ἐφθακὼς τῇ
 μετ’ αὐτὴν τὰ καλούμενα Μεσάνακτα κατέλαβεν· ἐκεῖθεν
ἀπάρας τὸ Φιλομήλιον ἐξ ἐφόδου κατέσχεν. εἶτα ἀποσπάδας
διαφόρους τοῦ στρατεύματος ἀποδιελόμενος παντὸς μεθ’
ἡγεμόνων γενναίων κατὰ πασῶν τῶν Ἰκονίῳ παρακειμένων
κωμοπόλεων ἐξαπέστειλε, ἐφ’ ᾧ δῃώσασθαί τε καὶ τοὺς 
 δορυαλώτους τῆς ἐκείνων ἀφαρπάσαι χειρός. οἱ δὲ ὡς θῆρές
τινες διασπαρέντες ἁπανταχοῦ ἀγεληδὸν πρὸς τὸν βασιλέα
τοὺς δορυαλώτους τῶν βαρβάρων κομίζοντες ἐπανήεσαν
μετὰ τῶν σκευῶν αἰτῶν τούτους ἐξανδραποδισάμενοι πάν-
 
τὰς. συνείποντο δὲ τούτοις αὐθαιρέτως καὶ οἱ ἀντόχθονες
τῶν τοιούτων χωρῶν Ῥωμαῖοι φεύγοντες τὰς τῶν βαρβάρων
χεῖρας, γυναῖκές τε ὁμοῦ μετὰ τῶν νεογνῶν καὶ ἄνδρες αὐτοὶ
καὶ παῖδες, καθάπερ εἰς τι κρησφύγετον ἐς τὸν αὐτοκράτορα
προσπεφευγότες. ὁ δὲ τὴν καινὴν ἐκείνην αὖθις παράταξιν 
 διατυπωσάμενος καὶ μέσον τοὺς δορυαλώτους ἅπαντας σὺν
γυναιξὶ καὶ παιδίοις εἰσελάσας τὴν αὐτὴν ἀτραπὸν διῄει, δι’
ἧς διεληλύθει ὁδοῦ, καὶ ἐφ’ οἶς ἂν προσεπέλασε τόποις,
μετ’ ἀσφαλείας ἀπάσης ἐπορεύετο. καὶ εἶπες ἂν ἰδὼν πόλιν
τινὰ ἔμφυχον πεπυργωμένην πορεύεσθαι κατὰ τὴν εἰρημένην 
ἐκείνην καινουμένην σύνταξιν.

Ὡς δέ προσωτέρω προῄει, βάρβαροι μέν τινες οὐκ
ἐφαίνοντο, παρείπετο δέ ὁ Μονόλυκος ἐφ’ ἑκάτερα ὲν λόχοις
τῷ στρατεύματι μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως. ἐπὰν δέ διὰ
 τῆς ἀναμεταξὺ πεδιάδος τοῦ τε Πολυβότου καὶ τῆς ἤδη 
ῥηθείσης ἐκείνης λίμνης διῄει, ἀπόμοιρά τις τοῦ βαρβαρικοῦ
τάγματος, αὐτόσκευοι πάντες καὶ ψιλοὶ τολμητίαι, ἑκατέρωθεν
λοχήσαντες τοῦ στρατοπέδου ἀθρόον ἀπὸ τῶν μετεώρων
αὐτοῖς ἀνεφάνησαν. καὶ τὰ μέν πρῶτα τὴν καινὴν
 ἐκείνην παράταξιν ὁ ἀρχισατράπης Μονόλυκος θεασάμενος 
γέρων τε ὢν καὶ πολλῶν ἐν πείρᾳ πολέμων τε καὶ ταγμάτων
ἐξεπλάγη τεθαυμακὼς τὴν καινὴν ἐκείνην διασκευὴν τοῦ
συντάγματος καὶ τὸν ξυνταγματάρχην ἐπεζήτει ἐγνωκέναι.
 

 
τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιον ἐστοχάζετο καὶ οὐχ ἕτερον ἡγεμόνα
τῶν ταγμάτων εἶναι καὶ τῆς καινῆς ἐκείνης παρατάξεως. 
καὶ ἤθελε μέν προσβαλεῖν, οὐκ εἶχε δέ· ἀλλ’ ὅμως τὸ ἐνυάλιον
ἀλαλάξαι ἀλαλάξαι πολλοῦ δέ στρατεύματος φαντασίαν
 τοῖς Ῥωμαίοις παρασχεῖν μηχανώμενος μὴ συνασπίζειν,
ἀλλὰ διηρημένως καὶ ἀτάκτως, καθάπερ ἄνωθεν τὴν παράταξιν
αὐτῶν διεγράψαμεν, θέειν ἐπέτρεψεν, ἵν ἐντεῦθεν τῷ
ἀπροσδοκήτῳ τῆς θέας καὶ τοῖς τῶν ἵππων δρόμοις κατάκροτον
αἰτοῖς πεποιηκότες τὴν ἀκοὴν τὰς τῶν Ῥωμαίων
 δυνάμεις καταπλήξαιεν. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ καθαπερεὶ
πύργος προὔχων τῆς παρατάξεως προϊὼν ἢ στῦλος πυρὸς
ἢ θεία τις καὶ οὐρανία ὄψις τὰς φάλαγγας αὐτῶν άνερρώννυε 
καὶ ἐπὶ ταὐτοῦ βαδίζειν σχήματος ἐκέλευε καὶ θαρρεῖν παρεκελεύετο
καὶ προσετίθει, μὴ πρὸς τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν
 ἀποβλέπων τὸν τοσοῦτον ἀναδέξασθαι μόχθον, ἀλλὰ τῆς τῶν
Ῥωμαίων εὐκλείας ἕνεκα καὶ δόξης καὶ πρὸς τούτοις ἑτοιμότατον
εἶναι ὑπὲρ ἁπάντων ἀποθανεῖν. ἅπαντες οὑν τεθαρρηκότες
ἕκαστος τὸν ἴδιον ἐφύλαττε τόπον πάνυ τὴν
πορείαν ἀνειμένως ποιούμενοι, τοσοῦτον ὡς μηδὲ κινεῖν 
 δοκεῖσθαι τοῖς βαρβάροις. δι’ ὅλης οὑν τῆς ἡμέρας προσβάλλοντες
τῷ Ῥωμαϊκῷ στρατεύματι καὶ μηδὲν ἠνυκότες
μηθ᾿ ὅλως μήτε ἐκ μέρους διασπάσαι τὸ Ῥωμαϊκὸν σύν-
 
τάγμα δυνηθέντες αὖθις πρὸς τὰς ἀκρολοφίας ἀνέτρεχον
ἄπρακτοι καὶ πυρσοὺς τηνικαῦτα πλείονας ἀνάψαντες δι
ὅλης νυκτὸς ὠρύοντο καθάπερ λίνοι, ἐστι δ’ οὑ καὶ πρὸς
τοὺς Ῥωμαίους ἀπέσκωπτον· ἦσαν γὰρ καί τινες ἐν αὐτοῖς
μιξοβάρβαροι ἑλληνίζοντες. αὐγαζούσης δὲ τῆς ἡμέρας τὰ 
αὐτὰ μηχανώμενος ὁ Μονόλυκος τοῖς Τούρκοις ἐπέταττε
ποιεῖν. ἐπὶ τούτοις καταλαβὼν καὶ αὐτὸς ὁ Κλιτζιασθλὰν
 σουλτάνος καὶ θεασάμενος τὴν τοῦ στρατοπέδου εὐταξίαν
ἐθαύμασε μέν, ἀπέσκωψε δέ οἶα νέος πρὸς γέροντα τὸν
Μονόλυκον, ὅτου χάριν τὴν μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἀνεβάλετο 
μάχην. ὁ δέ “ἐγὼ μὲν” ἔφη “ὡς γέρων ἢ δειλὸς
ἀγχέμαχον τὴν μετ’ αὐτοῦ συμπλοκὴν ἀνεβαλόμην μέχρι
τοῦδε. εἰ δὲ σὺ θαρρῶν ἦσθα, ἄγε δὴ πειράθητι καὶ
αὐτός· τὸ πρᾶγμα διδάξει”. εὐθὺς οὖν αὐτὸς μέν τοῖς
περὶ τὴν οὐραγίαν οὖσι προσέβαλεν, ἑτέροις δὲ σατράπαις τὴν 
κατὰ πρόσωπον τοῦ αὐτοκράτορος προσβολὴν ἐπέταξε καὶ
 ἄλλοις τὴν καθ’ πέραν πλευρὰν τῆς παρατάξεως μάχην
ἀνέθετο. ὁ γοῦν τὸ δεξιὸν κέρας ἐπέχων Νικηφόρος ὁ
Βρυέννιος Καῖσαρ τῆς κατὰ τὴν οὐραγίαν μάχης αἰσθόμενος
ἐσφάδαζε μὲν ἀμύνειν τοῖς ὄπισθεν, οὐκ ἤθελε δὲ ἀπειρίας 
 ἢ νεότητος ἐνδείξασθαί τι, ἀλλ’ ἐπεῖχε καίπερ λυττῶντα τὸν
κατὰ τῶν βαρβάρων θυμὸν καὶ σὺν εὐταξίᾳ ἐπὶ ταὐτοῦ
 
σχήματος τὴν πορείαν ποιεῖσθαι ἐσπούδαζε. καρτερῶς δὲ
τῶν βαρβάρων μαχομένων ὁ τὸ ἀριστερὸν κέρας ἐπέχων ὁ
φίλτατός μοι τῶν ἀδελφῶν ὁ πορφυρογέννητος Ἀνδρόνικος
τὰς ἡνίας στρέψας σφοδρὰν μετὰ τῆς ἰδίας φάλαγγος τὴν
 κατὰ τῶν βαρβάρων ἐπέλευσιν ἐποιήσατο. ὃς εἰς τὸ χαριέστατον 
αὐτὸ τῆς ἡλικίας ἐληλυθώς, τόλμαν δὲ συνετὴν καὶ
χεῖρα δεξιὰν καὶ φρόνησιν περιττὴν ἐν πολέμοις ἔχων πρὸ
καιροῦ ᾤχετο καί, ὡς οὐκ ἄν τις ἤλπισεν, ἐξ ἡμῶν ἀπῆλθε
καὶ κατέδυ. ὠ νεότης καὶ ἀκμὴ σώματος καὶ ἐπὶ τῶν ἵππων
 ἃλματα κοῦφα ποῦ ποτε κατερρεύσατε; μονῳδεῖν με τὸ
ἐπὶ τούτῳ πάθος ἐκβιάζεται, ἀλλ’ ὁ τῆς ἱστορίας νόμος 
ἐκεῖθεν αὖθις ἀπείργει. θαυμάζειν δὲ ἔστι, πῶς οὐ γίνεταί
τις καὶ νῦν καθάπερ καὶ πάλαι, φησίν, ἢ λίθος ἢ ὄρνις ἢ
δένδρον ἤ τι τῶν ἀψύχων ὑπὸ μεγάλων κακῶν εἰς τὰ τοιαῦτα
 τὴν φύσιν ἀμείβων, εἴτε μῦθος τοῦτό ἐστιν εἴτε λόγος
ἀληθής· καὶ τάχα κρεῖττον ἂν εἴη πρὸς τὰ μηδέν αἰσθανόμενα
μεταμείβειν τὴν φύσιν ἢ τοσαύτην αἴσθησιν δέχεσθαι
τοῦ ναοῦ. εἰ γὰρ τοῦτ’ ἦν, τάχ’ ἄν με λίθον ἀπέδειξε τὰ
συμπεσόντα δεινά.

Τὴν δὲ μάχην ἀγχέμαχον ἤδη γεγονυῖαν ὁ Νικηφόρος
θεασάμενος καὶ πτοηθεὶς τὴν ἧτταν μετὰ τῆς ἰδίας παρατάξεως
ὅλας ἡνίας στρέψας ἀμύνειν ἠπείγετο. καὶ τηνικαῦτα 
 

 
οἱ βάρβαροι νῶτα δεδωκότες καὶ σὺν αὐτῷ δὴ τῷ Κλιτζιασθλὰν
σουλτὰν ἀνὰ κράτος φεύγοντες πρὸς τὰς ἀκρολοφίας
ἠπείγοντο. πολλοὶ μὲν οὖν τηνικαῦτα πεπτώκασι πολεμοῦντες,
οἱ πλείους δὲ καὶ ἑάλωσαν· τῶν δέ σωθέντων ἁπάντων διασπαρέντων
καὶ αὐτὸς δὴ ὁ σουλτάνος ἀπεγνωκὼς τὰς σωζούσας 
ἐλπίδας μετὰ τοῦ οἰνοχοοῦντος αὐτῷ μόνου φεύγων περί
τι τέμενος κατὰ τὴν ἀκρολοφίαν ἱδρυμένον, οὗ κυκλόθεν
οὐρανομήκεις κυπάριττοι στοιχηδὸν ἑστήκεσαν, ὑπὸ τῶν
 διωκόντων αὐτὸν τριῶν Σκυθῶν καὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ οὐζᾶ
στενοχωρηθεὶς ἀνελήλυθε καὶ μικρὸν ἐπὶ θάτερον παρεκκλίνας, 
ἐπεὶ μηδέ γνώριμος τοῖς διώκουσιν ἦν, αὐτὸς μὲν
σέσωστο, ὁ δέ γε οἰνοχόος παρὰ τῶν Σκυθῶν κατασχεθεὶς
τῷ αὐτοκράτορι ὡς μέγα τι δῶρον προσενήνεκται. ὁ μὲν
οὖν βασιλεὺς ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ νίκῃ καταγωνισάμενος τοῖς
ἐχθροὺς ἔχαιρεν, ἠνιᾶτο δέ, ὅτι μὴ καὶ ὁ σουλτάνος εἰς 
χεῖρας ἐμπεσὼν κατεσχέθη, ἀλλὰ παρὰ μικρὸν, τοῦτο δὴ τὸ
πεπαροιμιασμένον, ἐρρύσθη. ἑσπέρας δέ ἤδη καταλαβούσης
αὐτοῦ κατὰ τόπον αὐλίζεται, οἱ δέ περισωθέντες τῶν
 βαρβάρων αὖθις κατὰ τὰς ἀκρολοφίας ἀνελθόντες πυρσούς
τε παμπόλλους ἀνῆψαν καὶ δι’ ὅλης νυκτὸς κατὰ τῶν Ῥωμαίων 
ὡς κύνες περιυλάκτουν. Σκύθης δέ τις ἀποδράσας
ἀπὸ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος καὶ προσεληλυθὼς τῷ
σουλτὰν ἔφη “ τὴν μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος μάχην ἡμέρας
 
οὔσης μηδαμῶς ἐπιχείρει· οὐ γάρ σοι πρὸς καλὸν ἐσεῖται. 
ἀλλ’ ἐπεὶ μὴ ἀποχρώσης τῆς πεδιάδος συνεσφιγμένως τὰς
σκηνὰς ἐπήξατο, δι’ ὃλης νυκτὸς πρὸς τοὺς πρόποδας τῶν
βουνῶν κατιόντες ψιλοὶ τοξόται καὶ συχνὰ τὰ βέλη κατ’
 αὐτῶν πεμπέτωσαν καὶ οὐ τὴν τυχοῖσαν ζημίαν τῷ Ῥωμαϊκῷ
στρατεύματι ὑφέξουσι.” τηνικαῦτα δὲ καὶ μιξοβάρβαρός 
τις ἐκεῖθεν αὐθις λαθὼν τοὺς Τούρκους πρὸς τὸν βασιλέα
φοιτᾷ ἀπαγγέλλων, ὁπόσα ὁ Σκύθης τῷ σουλτάνῳ
προσελθὼν ὑπέθετο, καὶ τὰ βεβουλευμένα ἅπαντα κατὰ τοῖ
 Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος σαφῶς διηγήσατο. ταῦτα μεμαθηκὼς
ὁ αὐτοκράτωρ διχῆ διελὼν τὸ στράτευμα τοὺς μὲν
εἴσω τῆς παρεμβολῆς ὄντας ἐγρηγορέναι καὶ νήφειν προσέταξε,
τοὺς δέ γε λοιποὺς ὁπλίσασθαί τε καὶ ἔξωθεν τῆς
παρεμβολῆς ἐξελθόντας προϋπαντῆσαι τοῖς κατ᾿ αὐτῶν ἐρχομένοις
 Τούρκοις καὶ τὴν μετ’ αἰτῶν ἀναδέξασθαι μάχην.
οἱ δέ βάρβαροι δι’ ὅλης νυκτὸς γύρωθεν περιζώσαντες τὸ 
στράτευμα πολλὰς ἐκδρομὰς περὶ τοὺς πρόποδας τῶν βουνῶν
ποιούμενοι συχνοὺς ὀϊστοὺς κατὰ τοῦ στρατεύματος
ἔβαλλον. οἱ δὲ Ῥωμαῖοι κατὰ τὰς ὑποθήκας τοῦ αὐτοκράτορος
 ποιοῦντες ἐφύλαττον ἐαυτοὺς μὴ διασπῶντες τὴν
παράταξιν. ὑπαυγαζούσης δέ τῆς ἡμέρας ἅπαντες ἐπὶ τοῦ
αὐτοῦ σχήματος ᾔεσαν καὶ τὴν λείαν καὶ τὰς σκευὰς ἁπάσας
καὶ αὐτοὺς δὴ τοὺς δοριαλώτοις μετά τε γυναικῶν καὶ
παιδίων ἐς τὸ μέσον τῆς παρατάξεως αὐθις ἐλάσαντες τὴν
 
πρὸς Ἀμποῦν ὥδευον. πόλεμος δέ τηνικαῦτα καταλαμβάνει
τούτους βαρὺς καὶ δεινός. ὁ γὰρ σουλτάνος συνάξας αὖθις
 τὰς δυνάμεις καὶ περιζώσας τὸ στράτευμα γυρόθεν καρτερῶς
ἐμάχετο, μηδαμῶς δέ τὸν συνασπισμὸν τῶν Ῥωμαίων
διακόψαι ἰσχύσας, ἀλλ’ ὥσπερ ἀδαμαντίνοις τείχεσι προσβαλὼν 
ἄπρακτος ἀπεπέμφθη. ἠνιᾶτο γοῦν δι’ ὅλης ἐκείνης
τῆς νυκτὸς καὶ καθάπαξ ἀπογνοὺς μετὰ τοῦ Μονολύκου
καὶ τῶν λοιπῶν σατραπῶν ἐβουλεύετο καὶ τὰ περὶ εἰρήνης
ἐπιφωσκούσης ἡμέρας ἠτεῖτο τὸν αὐτοκράτορα τούτου πᾶσι
τοῖς βαρβάροις συνδόξαντος. οὐκ ἀποπέμπεται δέ, ἀλλὰ 
δέχεται τούτου τὴν ἱκεσίαν ὁ αὐτοκράτωρ καὶ παραχρῆμα
τὸ ἀνακλητικὸν ἠχῆσαι ἐπέταξε καὶ οὕτως ἀτρεμεῖν ἅπαντας
παρεκελεύσατο καὶ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἵστασθαι σχήματος μήτε
 τῶν ἵππων ἀποβάντας μήτε τὰς σκευάς τῶν ὑποζυγίων
ἀποσάξαντας περιφραττομένους ἀσπίδι καὶ κυνέῃ καὶ δόρατι, 
καθά γε καὶ πρότερον δι’ ὅλης τῆς ὁδοιπορίας. ταῦτα δέ δι
οὐδέν ἄλλο τῷ αὐτοκράτορι ᾠκονόμητο, ἀλλ’ ἵνα μὴ συγχύσεως
γενομένης πολλάκις τό τε σχῆμα τῆς παρατάξεως διασπασθῇ
κἀντεῦθεν εὐάλωτοι ἅπαντες γένωνται. ἐδεδίει γὰρ
τοὺς Τούρκους πλῆθος πολὺ τούτους ὁρῶν καὶ ἀπανταχόθεν 
τῷ Ῥωμαϊκῷ προσβάλλοντας στρατεύματι. ἐν ἐπικαίρῳ
δὲ τόπῳ στὰς ὁ αὐτοκράτωρ τούς τε συγγενεῖς αὐτοῦ ἃπαντας
καὶ ἱκανοὺς τῶν στρατιωτῶν ἀπολεξάμενος ἐφ’ ἑκάτερα
 
ἐπὶ κεφαλῆς μέν αὐτὸς εἱστήκει, δεξιόθεν καὶ ἐξ εὐωνύμων
οἱ καθ’ αἷμα καὶ ἐξ ἀγχιστείας αὐτῷ προσήκοντες καὶ τούτοις 
ἐχομένως μιγὰς τῶν στρατιωτῶν ἔκκριτος, κατάφρακτοι
ἃπαντες· ὁ δὲ τῶν ὅπλων ἀποστίλβων πυρσὸς τὸν ἀέρα
 πλέον καὶ τῆς ἡλιακῆς ἀκτῖνος κατηύγαζε. προσεληλύθει δὲ
τηνικαῦτα καὶ ὁ σουλτάνος μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν σατραπῶν, ὧν
ὁ Μονόλυκος χρόνῳ καὶ πείρᾳ καὶ ἀνδρίᾳ πάντων τῶν κατὰ
τὴν Ἀσίαν Τούρκων ὑπερφέρων προῆγε, καὶ καταλαμβάνει
τὸν βασιλέα κατὰ τὴν πεδιάδα τὴν μεταξὺ Αὐγουστόπολιν
 καὶ Ἀκρόνιον. οἱ δέ γε σατράπαι πόρρωθεν θεασάμενοi 
τὸν αὐτοκράτορα τῶν ἵππων ἀποβάντες τὴν συνήθη τοῖς 
βασιλεῦσι προσκύνησιν ἀποδεδώκασι. τὸν δὲ σουλτάνον πολλάκις
τοῦ ἵππου ἀποβῆναι ἐπιχειρήσαντα ὁ αὐτοκράτωρ οὐ
ξυνεχώρει. ἀλλ’ ἐκεῖνος ταχὺ πεζεύσας τὸν πόδα τούτου
 ἠσπάσατο. καὶ ὃς χεῖρά τε δοὺς αὐτῷ καὶ ἵππον τῶν ἐκκρίτων
ἐπιβῆναι ἐκέλευσεν. ἐπιβάντος δὲ τούτου καὶ παρὰ
θατέραν πλευρὰν τοῦ αὐτοκράτορος προσεγγίσαντος παραχρῆμα
τὸ ἀμφίον ὃ περιεβέβλητο λύσας τοῖς ὤμοις ἐκείνου
ἐπέθετο. εἶτα μικρὸν ἐπισχὼν τὸ πᾶν τῶν αὐτῷ δεδογμέ-
 νων δημηγορήσας ἐξέφηνε λέγων ὡς “ εἰ μὲν τῇ βασιλείᾳ
Ῥωμαίων ὑπείκειν βούλεσθε καὶ τὰς κατὰ τῶν Χριστιανῶν 
ἐκδρομὰς ἀνακόψαι, χαρίτων μὲν καὶ τιμῆς ἀπολαύσετε καὶ
ἀνέτως ἐν ταῖς ἀποτεταγμέναις ὑμῖν χώραις τοῦ λοιποῦ
 
βιώσεσθε, οὖ τὸ πρότερον τὰς διατριβὰς εἴχετε πρὸ τοῦ
Ῥωμανὸν τὸν Διογένην τὰς ἡνίας τῆς βασιλείας περιζώσασθαι
καὶ τὴν ἧτταν ἐκείνην ἡττηθῆναι μετὰ τοῦ σουλτάνου συνάξαντα
δυστυχῶς τὴν μάχην καὶ ἁλῶναι παρ’ αὐτοῦ. χρὴ
οὖν τὴν εἰρήνην ἑλέσθαι τῆς μάχης καὶ τῶν ὑπὸ τὴν Ῥωμαίων 
ἀρχὴν ὁρίων ἀπέχεσθαι τοῖς ἰδίοις ἀρκουμένους. καὶ
 εἴ μου πεισθῆτε τοῖς λόγοις συμβουλευομένου τὰ λῴονα,
μεταμεληθήσεσθε οὐδαμῶς, ἀλλὰ καὶ πολλῶν δωρημάτων
ἐπιτεύξεσθε. εἰ δέ μή, ἐμέ ἴστε ὀλοθρευτὴν τοῦ γένους
ὑμῶν ἔσεσθαι.” ὁ δέ σουλτάνος καὶ οἱ τούτου σατράπαι 
πρὸς ταῦτα μάλα προθύμως συνέθεντο λέγοντες “οὐκ ἂν
αὐτόμολοι ἐνταῦθα παρεγενόμεθα, εἰ μὴ τὴν μετὰ τῆς σῆς
βασιλείας εἰρήνην ἀσπάσασθαι προειλόμεθα,,. τούτων οὑν
ῥηθέντων ἀπέλυσε τούτους εἰς τὰς ἀποτεταγμένας αὐτοῖς
σκηνὰς εἰς νέωτα τὰς συνθήκας κατεμπεδῶσαι ὑποσχόμενος. 
τῇ δέ μετ’ αὐτὴν αὖθις τὸν σουλτάνον Σαϊσὰν τὴν κλῆσιν
θεασάμενος ὁ βασιλεὺς καὶ τὰς μετ’ αὐτοῦ συνθήκας ὡς
ἔθος πληρώσας χρήματα μέν ὅτι πλεῖστα αὐτῷ ἐχαρίσατο
καὶ τοῖς αὐτοῦ δὲ σατράπαις ἱκανῶς φιλοτιμησάμενος χαί-
 ροντας ἀπέλυσεν· ἐν τῷ μεταξὺ δέ μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ, 
ὅτι ὁ νόθος αὐτοῦ ἀδελφὸς Μασοὺτ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ
βουλόμενος ἐπιδράξασθαι τὸν του Σαϊσὰν μεμελετήκει
φόνον, † ὑπεισελθόντων αὐτῷ σατραπῶν τινων, ὁποῖα εἴωθεν
 
ὡς ἐπίπαν γίνεσθαι, ξυνεβούλευε μεῖναι μικρόν, ἔστ’ ἂν τὰ
κατ᾿ αὐτοῦ μελετώμενα σαφέστερον διαγνοίη, καὶ οὕτως
ἀπελεύσεται γινώσκων τὰ συμπεσόντα καὶ φυλαττόμενος.
ὁ δὲ πη οὐδὲν τὴν τοῖ αὐτοκράτορος βουλὴν λογισάμενος
 καὶ θαρρῶν ἑαυτῷ εἴχετο τοῦ σκοποῦ. ἵνα γοῦν μὴ δόξη
ὁ αὐτοκράτωρ τὸν αὐτόμολον σουλτάνον βίᾳ κατασχεῖν καὶ 
μῶμος ἐντευθεν αὐτῷ προστριβῇ, ἐνεδίδου τῇ γνώμη τοι
βαρβάρου φάμενος “ καλὸν μὲν ἦν περιμεῖναι τέως μικρόν·
ἐπεὶ δὲ καταθύμιόν σοι τοῦτό ἐστιν ἀναγκαῖον τὸν δεύτερον
 ρον ὅ φασι πλοῦν καὶ καταφράκτους στρατιώτας
Ρωμίων ἐξ ἡμῶν ἀναλαβέσθαι τοὺς ἀβλαβῆ σε διασώσοντας
μέχρις αἰτοῦ Ἰκονίου”. ἀλλ’ οὐδέ πρὸς τοῦτο καταπειθὴς
ὁ βάρβαρος ἢν, ὁποῖα τὰ τῶν βαρβάρων ἤθη ἀγέρωχα
μονονοὺ κὼ αὐτῶν νεφῶν ὑπερβάλλεσθαι οἰομένων. συνταξάμενος 
 ταξάμενος τοίνυν τῷ αἰτοκράτορι καὶ χρήματα ἱκανὰ
τῆς πρὸς τὰ οἴκοι φερούσης εἴχετο. ὄνειρος δέ τις ἐφίσταται 
αὐτῷ νυκτὸς οὐκ ἀπατηλὸς οὔτε ἐκ Δῖός πεμφθεὶς οὔτε
μὴ εποτρύνων πρὸς μάχας τὸν βάρβαρον, καθάπερ ἡ γλυκεῖά
φησι ποίησις, Νηλΐῳ υἷι ἐοικώς, ἀλλὰ τἀληθῆ τῷ
βαρβάρῳ προμαντευόμενος. ἐδόκει γὰρ τάχα μῦας ὲν τῷ
ἀριστᾶν ὁμαδὸν περιχυθέντας αἰτῶ καὶ ov κατήσθιεν ἄρτον
 
ἐκ τῶν χειρῶν ἀφαρπάσαι σπεύδοντας· τοῦ δὲ καταφρονητικῶς
διατιθεμένου καὶ ἀποδιοπομπεῖν ἐπιχειροῦντος αἴφνης
εἰς λέοντας ἀλλαξαμένους τὴν φύσιν καὶ ὑπερισχυκότας αὐτοῦ.
τοῦ. διυπνισθεὶς δὲ τῷ συνοδοιποροῦντι τούτῳ στρατιώτῃ
 τοῦ αὐτοκράτορος διηγεῖτο τὸν ὄνειρον πυνθανόμενος τί 
ἂν βούλοιτο. τοῦ δέ εἰς ἐχθροὺς τοὺς μύας τε καὶ τοὺς
λέοντας διαλύοντος τοῦ ὀνείρου, αὐτὸς δέ πιστεύειν οὐκ
ἤθελεν, ἀλλὰ σπουδαίως καὶ ἀπερισκέπτως τῆς ὁδοιπορίας
εἴχετο. σκοποὺς δὲ τάχα προαπεστάλκει, ἐφ’ ᾧ περιαθρῆσαι,
μή τινες ἐχθροὶ εἰς προνομὴν ἐξεληλύθεισαν. αὐτῷ δὲ 
τῷ Μασοὺτ οἱ σκοποὶ ἐντετυχηκότες μετὰ πολλῆς στρατιᾶς
ἤδη καταλαμβάνοντι καὶ ὁμιλήσαντες τούτῳ ξυνθέμενοί τε
τῇ ἐκείνου κατὰ τοῦ Σαϊσὰν γνώμη ἐπέστρεψαν μηδένα
 ἑωρακέναι διαβεβαιούμενοι. πιστὸν δὲ τὸν λόγον δεξαμένῳ
τῷ Σαϊσὰν καὶ ἀπεριμερίμνως ὁδεύοντι δυνάμεις αἰτῶ 
συναντῶσι βαρβαρικαὶ τοῦ Μασούτ. προπηδήσας δὲ τῆς
φάλαγγος Γαζής τις υἱὸς τοῦ σατράπου Ἀσὰν Κατοὺχ τὴν
κλῆσιν, ὃν προφθάσας ὁ Σαϊσὰν ἀνεῖλε σουλτάνον, παίει
τοῦτον διὰ τοῦ δόρατος. ὁ δὲ γοργῶς ἐπιστραφεὶς ἐξαρπάζει
τὸ δόρυ τῶν χειρῶν τοῦ Γαζῆ φάμενος ὡς “οὐκ 
ᾔδειν ἔγωγε, ὅτι καὶ γυναῖκες νῦν δόρατα φέρουσι καθ’
ἡμῶν”. καὶ τηνικαῦτα φεύγων τῆς πρὸς τὸν βασιλέα φερούσπευδούσας
 
σὴς εἰχετο· ἀπείργετο δὲ παρὰ τοῦ συνεφεπομένου αὐτῷ 
Πουχέα, ὃς τῷ μέρει τοῦ Mασοὺτ πάλαι προσκείμενολ τῷ
φαινομένῳ φιλίως τῷ Σαϊσὰν προσεφέρετο τὰ λῴονα τάχα
ὕποτιθέιιενος· τῇ δ᾿ ἀληθείᾳ πάγας αὐτῷ * καὶ βόθυνον
 ὀρύττων ξυνεβούλευε μὴ πρὸς τὸν βασιλέα παλινοστῆσαι,
ἀλλ᾿ εἰς τὸ Τυώγιον εἰσελθεῖν μικρὸν τῆς ὁδοῦ παρεκκλίναντα.
πολίχνιον δὲ τοῦτο ἔγγιστα τοῦ Φιλομηλίου διακείμενον.
πείθεται τοῖς τοῦ Ποιχέα λόγοις ὁ Σαϊσὰν νήπιος
καὶ καταλαβὼν τὸ Τυράγιον προσηνῶς παρὰ τῶν ἐποίκων
 ῾Ρωμαίων ἐδέχθη γινωσκόντων τὴν πρὸς αὐτὸν τοῦ βασιλέως
εὐμένειαν. καταλαβόντες δὲ οἱ βάρβαροι καὶ αὐτὸς ὁ Μα- 
σοὺτ περιζώσαντες γύρωθεν τὰ τεχη πρὸς πολιορκίαν
ἀπένευον. ὁ δέ προκύψς ἄνωθεν μεγάλως ἠπειλῖτο τοῖς
ὁμοφύλοις αὐτοῦ βαρβάροις ὅσον ἤδη λέγων δυνάμεις ῾Ρωμαϊκὰς
 καταλαμβάνειν αὐτοὺς τοῦ αὐτοκράτορος καὶ εἰ μὴ
παύσονται τῆς μάχης, πείσεσθαι τόσα καὶ τόσα. ἀνθίσταντο
δὲ καὶ οἱ ἐντὸς ῾Ρωμαῖοι τοῖς Τούρκοις γενναίως. ὁ δὲ Πουχέας
τὴν σκηνὴν διαρρήπυσι καὶ τὸν κρυπτόμενον τῇ δορᾷ
λύκον εἰς τοὐμφανὲς ἐξαγαγὼν κάτεισι τῶν τειχῶν τῷ μὲν
 Σαϊσὰν ὑποσχόμενος θαρσῦναι μᾶλλον τοῖς ἐποίκους, ἐφ᾿
ᾧ γενναιότερον ἀνθίστασθαι, ἀπειλούμενος δὲ μᾶλλον αἰτοῖς 
καὶ ξυμβουλύων ἐνδοῦναι καὶ τὰς πύλας ἀναπετάσαι τοῖς 
 
Τούρκοις, εἰ μὴ βούλοιντο βαρβαρικῆς χειρὸς παρανάλωμα
γενέσθαι πολλῶν δυνάμεων ἤδη καταλαμβανουσῶν καὶ ἐξ
αὐτοῦ Χοροσάν, οἱ δέ τὸ μέν τι διὰ τὸ τῶν βαρβάρων
πλῆθος ἐκδειματούμενοι, τὸ δέ τι καὶ ταῖς τοῦ Πουχέα
ξυμβουλαῖς πεισθέντες παραχωροῦσι τῆς εἰσόδου τοῖς Τούρκοις. 
καὶ συλλαβόντες τὸν Σαϊσὰν σουλτάνον ἀποστεροῦσι
τῶν ὀμμάτων· ὀργάνου δὲ πρὸς τοῦτο χρησιμεύοντος ἀπορούντων
τὸ δοθὲν τῷ Σαϊσὰν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος μανουάλιον
ἐχρημάτισε. καὶ ἦν ἰδεῖν τηνικαῦτα τὸ δοχεῖον
 φωτὸς σκότους καὶ ἀμαυρώσεως γεγονὸς αἴτιον. αὐγὴν δὲ 
τινα μικρὰν ἔτι ὑποβλέπων, ἐπὰν τὸ Ἰκόνιον χειραγωγούμενος
κατέλαβε, τεθάρρηκε τοῦτο τῇ τιθῇ κἀκείνη δέ τῇ αὐτοῦ
ὁμευνέτιδι. καὶ οὕτω μέχρις αὐτῶν ἀκοῶν τοῦ Μασοὺτ ὁ
λόγος ἐφθακὼς ἐξετάραξε τὴν ψυχὴν τοῦ βαρβάρου. ὁ δέ
θυμοῦ πλησθεὶς τῷ Ἐλεγμῷ σατράπης δέ οὗτος τῶν ἐπιφανῶν) 
ἐπέσκηψε διὰ νευρᾶς τοῦτον ἀπάγξαι. τοιοῦτον
τέλος τὰ τοῦ Σαϊσὰν σουλτάνου ἔσχεν ἐξ ἀβουλίας μὴ πεισθέντος
ταῖς τοῦ αὐτοκράτορος παραινέσεσιν. ὁ δέ αὐτοκράτωρ
τῆς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν φερούσης εἴχετο τὴν
 παράταξιν διόλου ἐπὶ τῆς αὐτῆς συντηρήσας εὐταξίας.

Ἀλλὰ παράταξιν καὶ φάλαγγάς τις ἀκούων, ἀλλὰ
δορυαλώτους καὶ λάφυρα, ἀλλὰ στρατηγὸν καὶ ξυνταγματάρ-
 

 
χας νομίζοι ἂν ἐκείνων ἀκούειν, ὁποίων ἅπας ἱστορικὸς καὶ
ποιητὴς ξυγγράφων μέμντJαι. ἀλλ᾿ αὕτη ἡ παράταξις καινή
τις καὶ παράδοξος ἅπασι κατεφαίνετο καὶ ὁποίαν οὐδείς
πω οὔτε τεθέαται οὐθ᾿ ἱστορήσας τοῖς ἐς ὕστερον παρεπέμψατο.
 ἐπὰν γὰρ τῆς πρὸς τὸ Ἰκόνιον εἴχετο, συντεταγμένως
τε ἐπορεύετο καὶ εὔρυθμον αὐλῷ τὴν κίνησιν τοῦ
συντάγματος ἐπεποίιδο. εἶπες ἂν τὴν φάλαγγα πᾶσαν ἰδὼν
καὶ κινουμένην ἀκίνητον μένειν καὶ ἱσταμένην πορεύεσθαι. 
τῷ μὲν γὰρ συνασπισμῷ καὶ τῇ ἀλληλοιχίᾳ τῆς παρατάξεως
 τοῖς ἀσαλεύτοις ὄρεσιν ἐῴκει, ταῖς δὲ μεταβάσεσι κεκινεῖσθαι
ὥσπερ ζῶον μέγιστον ἓν ἡ σύμπασα φάλαγξ ὑπὸ μιᾶς κινουμένη
καὶ μεταβαίνουσα ψυχῆς. ἐπὰν δὲ τὸ Φιλομήλον
κατέλαβεν ἁπανταχόθεν τοὺς ὑπὸ χεῖρα τῶν βαρβάρων ἀναρρυσάμενος,
καθά που καὶ ἄνωθεν εἴδρηται, μέσον τῆς παρατάξεως
 εἰσελάσας τοῦς τε δοριαλώτους καὶ αὐτὰς δὴ γυναῖκας
καὶ τέκνα καὶ τὴν λείαν ἅπασαν ὑπαναστρέφων ἠρέμα
τε ἐπορεύετο καὶ οἶον σχολαίαν τε καὶ μυρμηκίζουσαν τὴν 
κίνησιν ἐπεποίητο. ἐπεὶ δὲ καὶ πολλαὶ τῶν γυναικῶν ἐγκύμονες
ἦσαν, πολλοὶ δὲ καὶ νόσοις συνεσχέθησαν, ὁπηνίκα
 τις πρὸς τὸ τεκεῖν ἠπείγετο γύνή, σάλπιγξ τηνικαῦτα ἠχοῦσα
νεύματι τοῦ αὐτοκράτορος ἀτρεμεῖς πάντας ἐποίει, καὶ ἅπαν
τὸ σύνταγμα ἐκεῖ παραχρῆμα εἱστήκει. ὅταν δὲ τεκοῦσαν
 
 μεμαθήκοι, ἄλλος ἦχος οὐ συνήθης καὶ τῆς κινήσεως προκλητικὸς
ἠχήσας τὴν ὁδοιπορίαν ἅπασιν ἐπώτρυνεν. εἰ δέ
τις καὶ ἐθανάτα, τὰ αὐτὰ αὖθις ἐγίνετο καὶ ὁ αὐτοκράτωρ
 πρὸς τὸν θνήσκοντα παρεγίνετο καὶ ἱερεῖς προσεκαλοῦντο
τοὺς ἐπιτελευτίους ᾄσοντες ὕμνοις καὶ τῶν ἁγιασμάτων 
μεταδώσοντες τῷ θνήσκοντι. καὶ οὕτω τῶν ἐπὶ τοῖς τελευτῶσι
πάντων νομίμως τελεσθέντων, οὐδὲ] μέχρις ἂν ὁ
θνήσκων ἐνσοριασθεὶς ἐτάφη, οὐδέ βραχὺ τὴν παράταξιν
συνεχώρει κινεῖσθαι. ὁπηνίκα δέ ἀριστῆσαι τούτῳ ἐδέησε,
γυναῖκάς τε καὶ ἄνδρας, ὁπόσοι νόσοις ἡ γήρᾳ κεκμηκότες 
 ἦσσαν, μετακαλούμενος τὰ πλείω τῶν ἐδεσμάτων αὐτοῖς παρετίθει
καὶ τοὺς συνδειπνοῦντας αὐτὸ τοῦτο ποιεῖν παρεκελεύετο.
καὶ ἦν ἡ τράπεζα πανδαισία τις θεϊκὴ οὐκ ὀργάνων
παρόντων οὐδὲ αὐλῶν οὐδέ τυμπάνων οὐδὲ τὸ παράπαν
μουσικῆς τινος ἐνοχλούσης. τοιούτοις οὑν ἑαυτὸν ἐφοδιάζων, 
ἐπὰν τὸ Δαμάλιον κατέλαβεν ἑσπέρα δὲ ἦν), οὐ λαμπρὰ
μέν αὐτῷ τὰ εἰς τὴν πόλιν γεγονέναι εἰσιτήρια ἐβούλετο
οὐδέ βασιλικὴν ἐπιδείξασθαι τὴν πομπὴν οὐδέ θεατρικὴν
τὴν παρασκευὴν ἠθέλησεν ἐς νέωτα τὴν διαπεραίωσιν φυλάξας,
καθά γε καὶ ἐχρῆν. ἀλλ’ εὐθὺς εἰς μονῆρες εἰσελθὼν 
 περὶ λύχνων ἁφὰς τὰ ἀνάκτορα κατέλαβε. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν
ὅλος ἐγεγόνει τῆς τῶν δορυαλώτων καὶ ξένων θεραπείας.
 
τῶν μὲν οἶν παίδων ὁπόσα γονέων ἐστέρηντο τῇ πικρᾷ τῆς
ὀρφανίας τρυχόμενα κακότητι τοῖς τε συγγενέσι καὶ ὁπόσους
σεμνοῦ βίου ᾔδει ὄντας καὶ τοῖς καθηγουμένοις τῶν ἱερῶν
φροντιστηρίων διανείμας ἐπέσκηψε μὴ ὡς δοῦλα, ἀλλ’ ὡς
 ἐλεύθερα ἀνάγειν παντοίας παιδείας ἀξιοῦντας καὶ τὰ τεὼ
ἐκπαιδεύοντας γράμματα. τινὰ δὲ καὶ εἰς ὅπερ αὐτὸς ἀνήγειρεν
ὀρφανοτροφεῖον, παιδευτήριον τοῦτο πλέον πεποιηκὼς
τοῖς ἐθέλουσι, παρεδίδου τοῖς προϊσταμένοις τὴν ἐγκύκλιον
ἐκπαιδεύεσθαι παιδείαν. ἐν γὰρ τοῖς πρὸς τὴν ἀκρόπολιν 
 μέρεσιν, ἔνθα ναὶ τὸ στόμα τοῦ πόντου ἀνοίγεται, ναὸν
ἐφευρηκὼς μεγέθει μέγιστον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ μεγάλου τῶν
ἀποστόλων Παύλου ἐνταῦθα πόλιν ἑτέραν ἐν τῇ βασιλίδι
πόλει ἐδείματο. αὐτὸς μὲν γὰρ ὁ ναὸς ἐπ’ ἀκροτάτῳ τῆςδε
τῆς πόλεως ἓστηκεν οἶον ἀκρόπολις. ἡ δὲ νέα πόλις ἑκατέρωθεν 
 γέγραπται εἰς σταδίους, ὁπόσους ἂν εἴπῃ τις,
κατά τε πλάτος καὶ μῆκος· κύκλῳ δέ ταύτης ἱστᾶσιν οἰκήματα
πυκνά, κατοικίαι πενήτων καί, τὸ δὴ φιλανθρωπότερον,
ἀνθρώπων λελωβημένων ἐνδιαιτήματα. ἔστι γὰρ ἰδεῖν τούτους
κατ’ ἄνδρα ἓκαστον ἐπερχόμενον, ὅποι μὲν τυφλούς,
ὢ ὅπου δὲ καὶ χωλούς, ὅποι δέ τι καὶ ἄλλο κακὸν ἔχοντας.
τῴ στοὰν Σολομῶντος ἂν εἶπες ἰδὼν μεστὴν ἀνθρώπων
πεπηρωμένων τὰ μέλη καὶ ὅλα τὰ σώματα. ὁ δὲ κύκλος
 
διπλοῦς τε καὶ δίδυμος. οἱ μὲν γὰρ ἄνω καὶ μετέωροι κατοικοῦσι
τῶν πεπηρωμένων τούτων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν,
 οἱ δέ κάτω καὶ πρόσγειοι παρασύρονται. τὸ δὲ τοῦ κύκλου
 μέγεθος, εἴ τις ἐθέλει τούτους ἰδεῖν, ἀρξάμενος πρωΐθεν εἰς
ἑσπέραν ἂν τὸν κύκλον συνετέλεσε. τοιαύτη μέν ἡ πόλις, τοιοῦτοι 
τοι δὲ καὶ οἱ τῆς πόλεως ταύτης οἰκήτορες. οὔτε γήπεδα ἔχοντες
οὔτε ἀμπελῶνας οὔτε τι ἄλλο τοιοῦτον, περὶ ὃ τὸν ἀνθρώπινον
βίον ἠσχολῆσθαι καταλαμβάνομεν, ἀλλὰ κατὰ τὸν Ἰὼρ
ἓκαστος ἢ ἑκάστη τὴν μέν δημιουργηθεῖσαν αἰτοῖς οἰκίαν
οἰκεῖ, αὐτόματα δέ τὰ πρὸς τροφήν τε καὶ σκέπην παρὰ 
τῆς βασιλικῆς χειρὸς αὐτοῖς ἐπορίζετο. καὶ γὰρ τὸ παραδοξότατον,
οἱ ἀκτήμονες ὥσπερ τινὲς δεσπόται κτήματα
 ἔχοντες καὶ προσόδους παντοδαπὰς φροντιστὰς ἔχουσι καὶ
τοῦ βίου αὐτῶν ἐπιμελητὰς αὐτόν τε τὸν αὐτοκράτορα καὶ
τοὺς ἀμφὶ τὸν αὐτοκράτορα σπουδεργούς. ὅπου γὰρ δήποτε 
γῆς κτῆμα ἢν ἐν καλῷ κείμενον, ταὐτὸν δέ εἴπερ ἢν
εὐπρόσοδον, τοῖς ἀδελφοῖς τούτοις φέρων ἐνείματο, ἀφ’ ὦν
οἶνός τε αὐτοῖς κατὰ ποταμοὺς ἐπιρρεῖ καὶ ἄρτος καὶ ὅσα
ἐπὶ τοῖς ἄρτοις σιτοῦνται ἄνθρωποι· οἱ δέ ἐσθίοντες ὑπὲρ
ἀριθμόν. καὶ τάχα, τολμῶ καὶ λέγω, εἴποι τις ἄν, πρὸς 
τὸ τοῦ ἐμοῦ σωτῆρος θαῦμα, τὸ τῶν ἑπτακισχιλίων φημὶ καὶ
πεντακισχιλίων, ἀναφέρεσθαι τὸ τοῦ αὐτοκράτορος ἔργον.
 ἀλλ’ ἐκεῖσε ἐκ πέντε ἄρτων ἐκορέσθησαν χιλιάδες, καθὸ καὶ
 
ὁ Θεὸς ὁ θαυματουργῶν· ἐνταῦθα δὲ τὰ μὲν τῆς φιλανθρωπίας
τῆς θείας ἐξέχεται ἐντολῆς· τὸ δ’ ἄλλο, ἐκεῖσε 
μὲν θαῦμα, ὧδε δέ χορηγία βασιλικὴ τὸ αὔταρκες τοῖς ἀδελφοῖς
πορίζουσα. εἶδον ἐγὼ καὶ γραῦν γυναῖκα ὑπὸ νεανίδος
 ὑπηρετουμένην καὶ ἄνδρα τυφλὸν ὑπὸ βλέποντος ἀνθρώπου
χειραγωγούμενον καὶ ἄποδα πόδας ἔχοντα οὐ τοὺς
ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τοὺς ἀλλοτρίοις καὶ ἄχειρα ὑπ᾿ ἀνδρῶν ἑτέρων
χειραγωγούμενον καὶ βρέφη τιθηνούμενα παρ’ ἀλλοτρίων
μητέρων καὶ παραλύτοι·ς ὑπ᾿ ἄλλων ἀνθρώπων δουλευομένους
 εὐρώστων. καὶ ὅλως διπλοῦν ἦν τὸ πλῆθος. τῶν
τρεφομένων, τῶν μὲν εἰς δουλευομένους ἀριθμουμένων, τῶν
δὲ εἰς δουλεύοντας. τῷ μὲν αὐτοκράτορι οὐκ ἐξῆν τῷ παραλύτῳ
εἰπεῖν “ἔγειρε καὶ περιπάτει” οὐδὲ τῷ τυφλῷ κελεῦσαι 
τὸ βλέπειν οὐδέ τῷ μὴ ἔχοντι πόδας ἐπιτρέπειν περιπατεῖν.
 ταῦτα ἦν τοῦ μονογενοῦς καὶ δι’ ἡμᾶς γεγονότος
ἀνθρώπου καὶ ὑπὲρ ἀνθρώπων ἐνταυθοῖ πολιτευσαμένου.
ἂ δὲ προσῆν, πεῖνα ποιεῖ, ὑπηρέτας ἐκάστῳ διδόναι πεπηρωμένῳ
καὶ τὴν αὐτὴν πρόνοιαν τιθέναι τῷ λελωβημένῳ,
τῷ ὑγιαίνοντι· ὥστε εἰ τις βούλοιτο τὴν νέαν πόλιν καταμαθεῖν,
 μαθεῖν, ἣν ἐκ βάθρων ὁ ἐμὸς πατὴρ ἀνεδείματο, τετραπλῆν
ἂν ἴδοι τὴν πόλιν καὶ πολλαπλῆν τῶν κάτω, τῶν ἄνω, 
τῶν ἀμφοτέροις τούτοις ἐξυπηρετουμένων. ἀλλὰ τίς ἐξαριθμῆἑαυτῶν
 
σᾶι δυνήσαιτο τοὺς καθ’ ἡμέραν ἐσθίοντας ἢ τὴν καθ’ ἑκάστην
 δαπάνην καὶ τὴν γινομένην εἰς ἕκαστον πρόνοιαν; εἰς ἐκεῖνον
γὰρ ἀναφέρω καὶ τὰ μετ’ ἐκεῖνον. ἐκεῖνος γὰρ ἀφωρίσατο
τὰς ἀπὸ γῆς καὶ θαλάττης αὐτοῖς προνοίας· ἐκεῖνος γὰρ τὴν
δυνατὴν ῥᾳστώνην αὐτοῖς περιεποιήσατο. προκάθηται δὲ 
ἀνήρ τις τῶν ἐνδοξοτάτων φροντιστὴς τῆς μυριάνδρου ταυ-
 τησὶ πόλεως ὀρφανοτροφεῖον δέ ταύτῃ τοὔνομα. ὀρφανοτροφεῖον
δὲ προσαγορεύεται, ὅτι ἡ πρὸς τοὺς ὀρφανοὺς καὶ
ἀποστρατεύτους φιλανθρωπία τοῦ αὐτοκράτορος * *·
καὶ τοὔνομα ἐπεκράτησε τὸ ἀπὸ τῆς τῶν ὀρφανῶν προμηθείας. 
 θείας. σέκρετα γὰρ ἐπὶ τούτοις πᾶσι καὶ λογοπραγίαι τῶν
προνοουμένων κατὰ τὰ τῶν πενήτων κτήματα καὶ χρυσόβουλλοι
λόγοι ἐπιβραβεύοντες τοῖς τρεφομένοις τὸ ἀναφαίρετον.
τῷ δέ ναῷ τοῦ μεγαλοκήρυκος Παύλου κλῆρος
μέγας κατείλεκτο καὶ πολὺς καὶ φώτων δαψίλεια. καὶ παραγενόμενος 
εἰς τουτονὶ τὸν νεὼν ἴδοις ἂν χοροὺς ἐκατέρωθεν
ἀντᾴδοντας. κατέταξε γὰρ τῷ τῶν ἀποστόλων νεῷ ᾄδοντας
καὶ ᾀδούσας κατὰ τὸν Σολομῶντα. ἐπιμελὲς γὰρ καὶ τὸ τῶν
διακονισσῶν πεποίηκεν ἔργον. πολλὴν δὲ φροντίδα καὶ τῶν
 
ἐπιξενουμένων ᾿Ιβηρίδων ἐπεποίητο θύραν ἐκ θύρας 
ἀμειβουσῶν τὸ πρότερον, ἐπὰν εἰς τὴν Κωνσταντίνου. ἐπιδημήσαιεν· 
ἀλλὰ καὶ ταύταις ἡ κηδεμονία τοὐμοῦ πατρὸς
ἀνεδείματο φροντιστήριον μέγιστον τάς τε τροφὰς καὶ τὰς
 προσηκούσας ἐσθῆτας διοικονομησαμένου. ὁ μὲν οὖν ᾿Αλέξανδρος
ἐκεῖνος ὁ Μακεδὼν αὐχείτω μὲν ἐπὶ τῇ κατ᾿ ᾿Αἴγυπτον 
᾿Αἰδιοπίαν Λυσιμαχίᾳ. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ᾿Αλέξιος
οὐκ ἂν οὑτωσὶ ἐπὶ ταῖς ἀνεγερθείσαις παρ᾿ αὐτοῦ πόλεσιν
 ἐναβρύνοιτο, ἃς πανταχοῦ ἴσμεν ἀνοικοδομηθείασς αὐτῷ,
ὅσον ἐπὶ ταύτῃ τῇ πόλει μεγαλαιχεῖ. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ
τεμένη καὶ ἱερὰ φροντιστήρια εἰσιόντι σοι κατὰ λαιὰν ἀπαν- 
τήσειε· κατὰ δὲ τὴν δεξιὰν τοῦ μεγάλου τεμένους παιδευτήριον
ἕστηκε τῶν γραμματικῶν παισὶν ὀρφανοῖς ἐκ παντοδαποῦ
 γένους συνειλεγμένοις, ἐν ᾧ παιδευτής τις προκάθηται
καὶ παῖδες περὶ αὐτὸν ἕστᾶσιν, οἱ μὲν περὶ ἐρωτήσεις
ἐπτοημένοι γραμματικάς, οἱ δὲ τῶν λεγομένων
σχεδῶν. καὶ ἔστιν ἰδεῖν καὶ Λατῖνον ἐνταῦθα παιδοτριβούμενον
καὶ Σκύθην ἑλληνίζοντα καὶ ῾Ρωμαῖον τὰ τῶν ῾Ελλήνων
 συγγράμματα μεταχειριζοντα καὶ τὸν ἀγράμματον ῞Ελληνα
ὀρθῶς ἑλληνίζοντα. τοιαῦτα καὶ περὶ τὴν λογικὴν παίδευσιν
τὰ τοῦ Ἀλεξίου σπουδάσματα. τοῦ δὲ σχέδους ἡ
τέχνη εὕρημα τῶν νεωτέρων ἐστὶ καὶ τῆς ἐφ᾿ ἡμῶν γενεᾶς. 
 ο 
παρίημι δὲ Στυλιανούς τινας καὶ τοὺς λεγομένους Λογγιβάρδους
καὶ ὅσους ἐπὶ συναγωγὴν ἐτεχνάσαντο παντοδαπῶν
ὀνομάτων καὶ τοὺς Ἀττικοὺς καὶ τοὺς γεγονότας τοῦ ἱεροῦ
 καταλόγου τῆς μεγάλης παρ’ ἡμῖν ἐκκλησίας, ὧν παρίημι τὰ
 ὀνόματα. ἀλλὰ νῦν οὐδ’ ὲν δευτέρῳ λόγῳ τὰ περὶ τούτων 
τῶν μετεώρων καὶ ποιητῶν καὶ αὐτῶν συγγραφέων καὶ τῆς
ἀπὸ τούτων ἐμπειρίας· πεττεία δέ τὸ σπούδασμα καὶ ἄλλα
τὰ ἔργα ἀθέμιτα. ταῦτα δέ λέγω ἀχθομένη διὰ τὴν παντελῆ
τῆς ἐγκυκλίου παιδεύσεως ἀμέλειαν. τοῦτο γάρ μου τὴν
ψυχὴν ἀναφλέγει, ὅτι πολὺ περὶ ταὐτὰ ἐνδιατέτριφα, κἄν, 
ἐπειδὰν ἀπήλλαγμαι τῆς παιδαριώδους τούτων σχολῆς καὶ
εἰς ῥητορικὴν παρήγγειλα καὶ φιλοσοφίας ἡψάμην καὶ μεταξὺ
τῶν ἐπιστημῶν πρὸς ποιητάς τε καὶ ξυγγραφέας ἤϊξα
 καὶ τῆς γλώττης τοὺς ὄχθοις ἐκεῖθ·εν ἐξωμαλισάμην, εἶτα
ῥητορικῆς ἐπαρηγούσης ἐμοὶ κατέγνων τῆς τοῦ] πολυπλόκου 
τῆς σχεδογραφίας πλοκῆς. ἀλλὰ ταῦτα μέντοι προσιστορείσθω,
εἰ καὶ μὴ ἐκ τοῦ παρέργου, ἀλλὰ διὰ τὸ τοῦ λόγου
ἀκόλουθον.

Μετὰ δὲ ταῦτα τοῦ ἔτους * διϊππεύοντος τῆς
βασιλείας αὐτοῦ μέγιστον ἐπεγείρεται νέφος αἱρετικῶν. καὶ 
τὸ τῆς αἱρέσεως εἶδος καινόν, μήπω πρότερον ἐγνωσμένον
τῇ ἐκκλησίᾳ. δύο γὰρ δόγματα συνελθέτην κάκιστα καὶ φαυτοὺς
 

 
λότατα ἐγνωσμένα τοῖς πάλαι χρόνοις, Μανιχαίων τε, ὡς ἂν
τις εἴποι, δυσσέβεια, ἥν καὶ Παυλικιανῶν αἵρεσιν εἴπoμεν,
καὶ Mασσαλανῶν βδελυρία. τοιοῦτον δέ ἐστι τὸ τῶν Boγομίλων
δόγμα ἐκ Μασσαλιανῶν καὶ Mανιχαίων συγκείμενον. 
 καὶ ὡς ἔοικεν, ἦν μὲν κἀν τοῖς πρὸ τοὐμοῦ πατρὸς χρόνοις,
ἐλάνθανε δέ · δεινότατον γὰρ τὸ Βογομίλων γένος ἀρετὴν
ὑποκρίνασθαι. καὶ τρίχα μὲν κοσμικὴν οὐκ ἂν ἴδοις βογομιλίζουσαν,
κέκρυπται δὲ τὸ κακὸν ὑπὸ τὸν μανδύαν καὶ τὸ
κουκούλιον. καὶ ἐσκυθρώπακεν ὁ Βογόμιλος καὶ μέχρι ῥινὸς
 σκέπεται καὶ κεκυφὼς βαδίζει καὶ ὑποψιθυρίζει τὸ στόμα,
τἄνδοθι δὲ λύκος ἐστὶν ἀκάθεκτος. καὶ τοῦτο τὸ ἔθνος
τοιοῦτον ὂν δυσφορώτατον ὥσπερ ὄφιν ἐμφωλεύοντα τῇ
χειᾷ ἐπῳδῶν ἴυγξιν ἀπορρήτοις ὁ ἐμὸς πατὴρ εἰς φῶς ἐξ- 
εκαλέσατο καὶ ἐξήνεμεν. ἀπαρτὶ γὰρ τὸ πολὺ τῆς τῶν
 ἑσπερίων καὶ ἑῴων ἀποθέμενος φροντίδος πρὸς τὸ πνει- 
ματικώτερον ἑαυτὸν ἐπέτεινεν. ἐν πᾶσι γὰρ τῶν ἁπάντων
ἐκράτει· ἐν λόγοις διδακτικοῖς τοὺς περὶ λόγον ἐσπουδακότας
ἐνίκα, ἐν μάχαις δὲ καὶ στρατηγίαις τῶν ἐν ὅπλοις θαυμαζομένων
ὑπερεῖχεν. ὡς δὲ ἡ τῶν Βογομίλων ἁπανταχοῦ
 ἤδη διέσπαρτο φήμη (Βασίλειος γάρ τις μοναχὸς πολυτροπώτατος
μεταχειρίσασθαι τὴν Βογομίλων ἀσέβειαν δώδεκα
 ι 
μὲν ἔχων μαθητάς, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμαζε, συνεφελκόμενος
κόμενος δέ καὶ μαθητρίας τινάς, γύναια κακοήθη καὶ παμπόνηρα,
ἐφήπλωσε τὴν κακίαν ἁπανταχοῦ) καὶ πολλὰς ψυχὰς
 δίκην πυρὸς ἐπενείματο τὸ κακόν, οὐκ ἠνείχετο ἡ τοῦ βασιλέως
ψυχὴ τοῦτο καὶ διερευνᾷ τὰ περὶ τῆς αἱρέσεως. καί 
 τινες τῶν Βογομίλων εἰς τὰ ἀνάκτορα ἤγοντο, ἅπαντες δέ
Βασίλειόν τινα κατήγγελον διδάσκαλον καὶ κορυφαῖον πρωτοστάτην
τῆς βογομιλικῆς αἱρέσεως. ἐκ τούτων δὲ Διβλάτιός
τις κατασχεθείς, ἐπεὶ ἐρωτώμενος ἀνομολογεῖν οὐκ
ἠβούλετο, αἰκίαις παραδοθεὶς τηνικαῦτα τὸν λεγόμενον 
Βασίλειον ἀνωμολόγει καὶ οὓς ἐκεῖνος προεχειρίσατο ἀποστόλους.
τοίνυν τὴν τούτου ἀναζήτησιν πολλοῖς ὁ αὐτοκράτωρ
ἀνέθετο. καὶ δῆτα ἀναφαίνεται του Σαταναὴλ ἀρχισατράπης
Βασίλειος, τὸ ἔνδυμα μοναχός, κατεσκληκὼς τὸ
πρόσωπον, τὴν ὑπήνην ψιλός, εὐμήκης τὴν ἠλικίαν [πολυτροπώτατος 
μεταχειρίσασθαι τὴν ἀσέβειαν]. καὶ αὐτίκα ὁ
 αὐτοκράτωρ τὸ ἐνδομυχοῦν ἐθέλων παρασῦραι ταῖς πειθανάγκαις
μετακαλεῖται τὸν ἄνδρα μεθ’ ὁσίου προσχήματος.
καὶ γὰρ καὶ θώκων ὑπεξανέστη αὐτῷ καὶ καθέδρας μετέδωκε
καὶ τραπέζης τῆς αὐτῆς καὶ ὅλην τὴν ὁρμιὰν τῆς ἄγρας 
αὐτῷ κατεχάλασε καὶ τὸ ἄγκιστρον περιπείρας παντοδαποῖς
 
δελέασι τῷ παμφάγῳ τούτῳ κήτει παρέσχεν ἐμφαγεῖν καὶ
ὅλον τὸ φάρμακον τῷ μοναχῷ τούτῳ καὶ πολλαχῷ τὴν
κακίαν φέρων ἐνέχει διὰ παντοίων ὑποκρινόμενος μαθητὴς
αἰτῶ ἐθέλειν γενέσθαι, οὐκ αὐτὸς τάχα μόνος, ἀλλὰ καὶ ὁ
 αὐτοῦ ἀδελφὸς Ἰσαάκιος ὁ σεβαστοκράτωρ, καὶ πάντα τὰ 
παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα ὡς ἐκ θείας ὀμφῆς λογίζεσθαι καὶ
ὑπείκειν τούτῳ ἐν πᾶσιν, εἰ μόνον τὴν τῆς ψυχῆς αἰτῶ
σωτηρίαν πραγματεύσοιτο ὁ κάκιστος Βασίλειος. “καὶ ἐγὼ 
μέν, φησιν “ὡ πάτερ τιμώτατε,” περιέχριε γὰρ τοῖς
 γλυκέσι τούτοις ὁ βασιλεὺς τὴν κύλικα, ὡς ἐξεμέσαι τὸν
δαιμονιῶντα τὴν μελαγχολίαν αὐτοῦ) “ἄγαμαί σε τῆς ἀρετῆς
ἓνεκα· ἀξιῶ σε] δὲ καταμαθεῖν, τίνα τὰ παρὰ τῆς σῆς
τιμιότητος εἰσηγούμενα, ὡς τά γε τῶν ἡμετέρων μονονοὺ
φαῦλα καὶ εἰς οὐδεμίαν ἀρετὴν φέροντα”. ὁ δέ τὰ πρῶτα
 μὲν ἐσχηματίζετο καὶ τὴν λεοντῆν ὁ κατὰ ἀλήθειαν ὄνος
ἐκεῖνος ἐφεῖλκεν εἰς ἑαυτὸν πανταχόθεν καὶ ἀπεπήδα πρὸς
τὰ λεγόμενα, πλὴν ἐχαυνώθη τοῖς ἐπαίνοις· καὶ γὰρ καὶ
ὁμοδίαιτον ἐποίησε τοῦτον. συμπαρῆν δ’ ἄρα τούτῳ ἐν
πᾶσι καὶ συνεδραματούργει καὶ ὁ τοῦ βασιλέως ἐξάδελφος
 καὶ σεβαστοκράτωρ. ὁ δὲ τὰ τῆς αἱρέσεως δόγματα ἀπήμεσε. 
καὶ ὁ τρόπος ὁποῖος; παραπέτασμα γὰρ μεταξὺ
τήν τε γυναικωνιτιν ἀπετείχιζε καὶ τοὺς βασιλεῖς μετὰ τοῦ
 
βδελυροῦ τούτου πάνθ᾿, ὅπως εἶχεν ἐν τῇ ψυχῇ, ἐξερευγομένου
καὶ ἀναφανδὸν λέγοντος. ὁ δέ γραμματεὺς ἀπεγράφετο
ἔνδοθεν τοῦ πετάσματος τὰ λεγόμενα. καὶ ὁ μὲν λῆρος
ἐκεῖνος διδάσκαλος τῷ δοκεῖν ἐγίνετο, ἐσχηματίζετο δέ
τὴν μαθητείαν ὁ βασιλεύς, ἀπεγράφετο δέ τὰ τῆς διδασκαλίας 
λίας ὁ ὑπογραμματεύς. πάντα δὲ ῥητά τε καὶ ἄρρητα ἐπι-
 θεομισοῦς δόγματος, ἀλλὰ καὶ τὴν θεολογίαν ἡμῶν παρε-
 βλέψατο καὶ τὴν οἰκονομίαν πᾶσαν ἐφάντασε καὶ τοὺς ναοὺς,
οἴμοι, τοὺς ἱεροὺς ναοὺς δαιμόνων ὠνόμακε καὶ τὸ τελού- 
μενον παρ᾿ ἡμῖν σῶμα καὶ αἷμα τοῦ πρώτου καὶ ἀρχιερέως
καὶ θύματος παρὰ φαῦλον ἔθετο καὶ ἐλογίσατο. ἀλλὰ τί
τὸ ἐντεῦθεν; ἀπορρίπτει τὴν σκηνὴν ὁ βασιλεὺς καὶ ἀναπετάννυσι
† τοῦτο· καὶ τὸ συγκλητικὸν ἅπαν συνήθροιστο καὶ
τὸ στρατιωτικὸν συνείλεκτο σύνταγμα καὶ ἡ γερουσία τῆς 
ἐκκλησίας συνῆν. προὐκάθητο δ᾿ ἄρα τὸ τηνικαῦτα τοῦ τῆς
 βασιλίδος πόλεως θρόνου ὁ ἐν πατριάρχαις μακαριώτατος
ὁ γραμματικὸς ὁ κύριος Νικόλαος. καὶ ἀνεγινώσκετο τὰ θεοστυγῆ
δόγματα καὶ ὁ ἔλεγχος ἀδιάβλητος. καὶ οὐδέ ὁ τῆς
 ἐναντίας μοίρας ἔξαρνος ἦν, ἀλλ᾿ αὐτίκα καὶ γυμνῇ τῇ κε- 
φαλὴ πρὸς ἐναντιολογίας ἐχώρει καὶ πρὸς πῦρ καὶ μάστιγας
καὶ μυρίους θανάτους ἀντιπαρατάξασθαι ὑπισχνεῖτο. πεπισ-
 
τεύκασι γὰρ οἱ πλανώμενοι οὗτοι Βογόμιλοι πᾶσαν ἀπόνως
ὑπενεγκεῖν τιμωρίαν ἀΠέλων δῆθεν ἐξαρπαζόντων αὐτῆς
τῖς πυρκαϊᾶς. † πολλῶν δέ πάντων αὐτῶν καὶ τὴν ἀσέβειαν
ὀνειδιζόντων, καὶ ὅσοι τῆς αἰτοῖ ἀπωλείας αὐτῷ κεκοινωνήκασιν,
 ὁ αὐτὸς ἢν Βασίλειος, ἀμετακλινής, Βογόμιλος γενναιότατος.
καίτοι πυρκαϊᾶς ἀπειλουμένης καὶ ἄλλων κακώσεων
ἀπρὶξ τοῦ δαίμονος εἴχετο καὶ τὸν αὐτοῦ Σαταναὴλ
ἠγκαλίζετο. ἔμφρουρος δέ γενόμενος καὶ πολλάκις πρὸς 
τοῦ βασιλέως πεμπόμενος καὶ πολλάκις παρακαλούμενος
 τὴν ἀσέβειαν ἐξομόσασθαι ὡσαύτως εἶχε πρὸς τὰς τοῖ· βασιλέως
παρακλήσεις, ἀλλὰ τὸ περὶ τοῦτον γεγονὸς τέρας
μὴ παραδράμωμεν. πρὶν ἢ γὰρ τούτῳ ἐπιβλέψαι τὸν βασιλέα
δριμύτερον, μετὰ τῳ τῆς ἀσεβείας ἐξαγόρευσιν ἀπῄει μὲν
τῷ τέως εἰς οἰκίσκον τινὰ κείμενον ἀγχοῦ ποι· τῶν βασιλικῶν
 οἰκημάτων ἄρτι πρώτως δι’ αὐτὸν κατασκευασθέντα.
ἐσπέρα δ᾿ ἦν καὶ οἱ ἀστέρες οἱ ἄνω αἰθρίας οὔσης ἀπήστραπτον
καὶ ἡ σελήνη μετὰ τὴν σύνοδον τὴν ἐσπέραν ἐκείνην
ἐπύρσευε. τοῦ δὲ μοναχοῦ τὴν κέλλαν εἰσδύντος περὶ μέσας 
νύκτας αὐτομάτως λίθοι χαλαζηδὸν κατὰ τῆς κέλλης ἐβάλλοντο
 χειρὸς μὲν μηδεμιᾶς ῥιπτούσης τοὺς λΙθους μηδέ
τινος καταλιθοῦντος ἀνθρώπου τὸν δαιμονιώδη τοῦτον
 
ὀββᾶν. μήνιμα δ’ ἠν, ὡς ἔοικε, τῶν ἀμφὶ τὸν Σαταναὴλ
δαιμόνων ἐξωργισμένων, ἐν δεινῷ ποιουμένων, ὅτι δὴ τὰ *
πρὸς τὸν βασιλέα ἐξωρχήσατο καὶ διωγμὸν κατὰ τῆς πλάνης
 λαμπρὸν ἐπήγαγε. καὶ ταῦτα μέν Παρασκευιώτης τις καλούμενος
ἀφορισθεὶς φύλαξ εἶναι τοῦ δαιμονιώδους ἐκείνου γέροντος, 
ὡς μὴ ἄδειαν ἔχειν προσομιλεῖν τισι καὶ τῆς αὐτοῦ
λίμης μεταδιδόναι, τὰ φρικωδέστατα ἐπώμνυτο ἰδεῖν τε καὶ]
ἀκοῦσαι μέν τοὺς τῶν βαλλομένων λίθων καὶ κατὰ γῆς καὶ
κατὰ κεράμων κρότους, ἰδεῖν δέ συνεχεῖς καὶ ἀλλεπαλλήλους
 τοὺς λίθους, μηδένα δὲ μηδαμοῦ τὸν βάλλοντα τούτους θεάσασθαι. 
 συνεπελάμβανε γὰρ τῇ τῶν λίθων φορᾷ καὶ σεισμός
τις ἀθρόος καὶ τὸ ἐπίπεδον ἐκεκλόνητο καὶ τὰ περὶ τὸν
ὄροφον ἐτετρύγεσαν. ὁ μέντοι Παρασκευιώτης. πρὶν μὲν
ὑπονοῆσαι τὸ ἔργον δαιμόνιον, ἐθάρρει, ὡς ἐκεῖνος ἔφασκεν,
ὁρῶν δέ, ὅτι οἱ μὲν λίθοι ἄνωθεν οἶον εἰπεῖν ἐξωμβρίζοντο 
καὶ τὸ γερόντιον ἐκεῖνο τὸ αἱρεσιαρχικὸν ἐνεδεδύκει τε καὶ
ἐναποκέκλειστο, εἰς δαίμονας τὸ ἔργον ἀνενεγκὼν ἑ οὐκ εἶχεν,
ὁ τι καὶ γένοιτο.

Τὰ μέν οὖν τοῦ τέρατος τούτου ταύτῃ ἐχέτω·
 

 
ἠβουλόμην δὲ καὶ πᾶσαν τὴν τῶν Βογομίλων διηγήσασθαι
αἵρεσιν· ἀλλά με κωλύει καὶ αἰδώς, ὥς πού φησιν ἡ 
καλὴ Σαπφώ, ὅτι συγγραφεὺς ἔγωγε γυηνὴ καὶ τῆς πορφύρας
τὸ τιμιώτατον καὶ τῶν Ἀλεξίου πρώτιστον βλάστημα
 τά τε εἰς ἀκοὴν πολλῶν ἐρχόμενα σιγῆς ἄξια. βούλομαι μὲν
γράφειν, ἴνα τὸ πλῆρες τῆς τῶν Βογομίλων παραστήσω αἱρέσεως·
ἀλλ᾿ ἴνα μὴ τὴν γλῶτταν μολύνω τὴν ἐμαιτῆς,
παρίημι ταῦτα. παραπέμπω δὲ τοὺς βουλομένοις τὴν ὅλην
αἵρεσιν τῶν Βογομίλων διαγνῶναι εἰς τὸ οὕτω καλούμενον
 βιβλίον δογματικὴν πανοπλίαν ἐξ ἐπιταγῆς τοὐμοῦ πατρὸς
συντεθεῖσαν. καὶ γὰρ μοναχόν τινα Ζυγαβηνὸν καλούμενον,
γνωστὸν μὲν τῇ δεσποίνῃ καὶ πρὸς μητρὸς ἐμῇ μάμμῃ καὶ 
πᾶσι τοῖς τοῦ ἱερατικοῦ καταλόγου, γραμματικῆς δὲ εἰς
ἄκρον ἐληλακότα καὶ ῥητορικῆς οὐκ ἀμελέτητον ὄντα καὶ τὸ
 δόγμα ὡς οὐκ ἄλλος τις ἐπιστάμενον, τοῦτον ὁ αὐτοκράτωρ
μεταπεμψάμενος ἐπέταξεν ἁπάσας τὰς αἱρέσεις ἐκθέσθαι
ἑκάστην ἰδίᾳ καὶ ἐφ᾿ ἑκάστῃ τὰς τῶν ἁγίων πατέρων ἀνατροπᾶς
ἐγγράψασθαι καὶ αὐτῶν δὴ τῶν Βογομίλων τὴν
αἵρεσιν, καθὼς ὁ ἀσεβὴς ἐκεῖνος Βασίλειος ὐφηγήσατο. ταύ-
 την τὴν βίβλον δογματικὴν πανοπλίαν ὁ αὐτοκράτωρ ὠνόμασε·
μέχρι τοῦ νῦν οὕτω προσαγορεύεται τὰ βιβλία. ὁ δὲ
λόγος αὖθις πρὸς τὴν τοῦ Βασιλείου καθαίρεσιν ἀνατρεχέτω.
 
ὁ γὰρ αὐτοκράτωρ τοὺς ἁπανταχοῦ γῆς μαθητὰς καὶ συμ-
 μύστας τοῦ Βασιλείου μεταπεμψάμενος καὶ μάλιστα τοὺς
δώδεκα λεγομένους μαθητὰς ἀπεπειρᾶτο καὶ τούτων τῆς
γνώμης. καὶ ἦσαν ἄντικρυς μαθηταὶ Βασιλείου. καὶ γὰρ
ἐνεβάθυνε τὸ κακὸν καὶ· εἰς οἰκίας μεγίστας καὶ πολλοῦ 
 πλήθους ἥψατο τὸ δεινόν. καθάπαξ οὖν κατεψηφίσατο
πυρκαϊὰν τῶν ἀλλοτρίων, τοῦ τε κορυφαίου καὶ τοῦ χοροῦ.
ἀθροιζομένων γὰρ τῶν φωραθέντων Βογομίλων καὶ τῶν
μὲν τῆς σφῶν ἀντιποιουμένων αἱρέσεως, τῶν δ’ ἀπαρνουμένων
παντάπασι καὶ πρὸς τοὺς ἐλέγχοντας ἰσχυρῶς ἀνθισταμένων 
καὶ τὴν Βογομιλικὴν διαπτυόντων διαπτυόντων ἐπεὶ
ἐτοίμως ὁ αὐτοκράτωρ τούτοις πιστεύειν οὐκ εἶχεν, ἵνα μή
τις πολλάκις Χριστιανὸς τοῖς Βογομίλοις ὡς Βογόμιλος
ἀναμιγνύηται ἢ Βογόμιλος ὡς Χριστιανὸς διαδράσῃ, καινόν
τινα τρόπον ἐπινοεῖται, δι᾿ οὗ οἱ ὄντως Χριστιανοὶ ἀποφανθήσονται. 
ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ τοίνυν τῇ μετ’ αὐτὴν καθῆστο
 θρόνου. πολλοὶ δὲ τηνικαῦτα παρῆσαν τῆς τε συγκλήτου
καὶ τῆς ἱερᾶς συνόδου καὶ τῶν Ναζιραίων αὐτῶν, ὁπόσοι
λόγου μετεῖχον, λογάδες. πάντων δὲ τῶν τὴν Βογομιλικὴν
 ἐγκαλουμένων αἵρεσιν ἐς τὸ μέσον ὁμοῦ παραχθέντων ὁ αὐτοκράτωρ 
αὖθις ἐπερωτᾶσθαι ἕκαστον ἐκέλευσεν. ὡς δέ οἱ
μέν ὡμολόγουν Βογόμιλοι εἶναι καὶ τῆς σφᾶν ἰσχυρῶς ἀντμαθητὰς]
 
ἐποιοῦντο αἱρέσεως, οἱ δὲ παντάπασιν ἀνένευον Χριστιανοὺς
ἑαυτοὺς ὀνομάζοντες καὶ παρ’ ἄλλων ἐλεγχόμενοι οὐδαμῶς
κατετίθεντο, ἐπιτοξεύσας αὐτοῖς τὰς ὀφρῦς ἔφη “χρὴ τὴν
σήμερον δύο καμίνους ἀναφθῆναι, θατέρᾳ δὲ τούτων σταυ-
 ρὸν ἐμπαγῆναι αὐτῇ γῇ, εἶτα αἵρεσιν δοθῆναι πᾶσιν, ἱν
ὁποῖοι τῇ τῶν χριστιανῶν πίστει ἐπαποθανεῖν τὴν σήμερον 
βούλοιντο, ἀποκριθέντες τῶν ἄλλων τῇ τοῦ σταυροῦ
καμίνῳ προσχωρήσωσιν, οἱ δέ τῆς Βογομιλικῆς αἱρέσεως
ἀντεχόμενοι πρὸς θατέραν ἐμβληθήσονται. βέλτιον γὰρ
 Χριστιανοὺς αὐτοὺς ὄντας ἀποθανεῖν ἢ ζῶντας ὡς Βογομίλους
διώκεσθαι καὶ τὰς τῶν πολλῶν τύπτειν συνειδήσεις.
ἄπιτε γοῦν καὶ ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς], ὅπη βουλητόν, ἓκαστος
χωρείτω.” ταῦτα μέν οὖν πρὸς τοὺς Βογομίλους ἀποφηνάμενος
ὁ βασιλεὺς ἐν σχήματι ἀπέλυσεν. εὐθὺς οὖν παραλαβόντες D
 τούτους ἀπῄεσαν καὶ πλῆθος παρειστήκει πολὺ συρρεόντων 
ῥεόντων ἑκασταχοῦ. κάμινοι δέ τηνικαῦτα ἑπταπλασίως
κατὰ τὸν μελῳδὸν ἀνήπτοντο εἰς τὸ οὑτωσί πως καλούμενον
Τζυκανιστήριν·’ τὸ πῦρ εἰς οὐρανοὺς ἀνῄει· ὁ
ἐπὶ θατέρᾳ ἵστατο· αἵρεσις τοῖς ἐνόχοις ἐδίδοτο, ὅπη
 ἂν βουλητὸν ἑκάστῳ, χωρεῖν, ὡς καυθησομένων ἁπάντων.
εἶτα τὸ ἄφυκτον ὁρῶντες του πράγματος, ὁπόσοι μέν ἐν
αὐτοῖς ὀρθόδοξοι ἦσαν, τῇ τοῦ σταυροῦ προσεχώρουν καμίνῳ
 

 
ὡς ὄντως μαρτυρήσοντες· οἱ δέ γε ἀθεώτατοι τῖς μυσαρᾶς
ἀντεχόμενοι αἱρέσεως πρὸς θατέραν ἀπένευσαν. καὶ ἀπαρτὶ
 τούτων ἐν ταῖς καμίνοις ὁμοῦ ἐρρῖφθαι μελλόντων, οἱ μέν
παρεστῶτες ἅπαντες ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν ἤλγουν ὡς καυθησομένων
ἤδη καὶ τοῦ βασιλέως πολλὰ κατεστύγναζον ἀλνοοῦντες 
τὸ οἰκονομούμενον. ἀλλὰ βασιλική τις πρόσταξις προκαταλαβοῦσα
τοὺς δημίους ἐκείνους ἀπεῖρξε τοῦ ἐγχειρήματος
καὶ οὕτω βεβαίαν τὴν τῶν Βογομίλων ὄντως ὁ αὐτοκράτωρ
ἐσχηκὼς κατάληψιν τοὺς συκοφαντουμένους Χριστιανοὺς πολλὰ
παραινέσας ἀπέλυσεν, ἐκείνους δέ πάλιν εἰρκταῖς εἶχε διαιρίσας 
τοὺς ἀποστόλους τοῦ ἀσεβοῦς Βασιλείου διακρίνας]
τῶν ἄλλων· εἶτα καθ’ ἑκάστην πεμπόμενος τοὺς μὲν δι
ἑαυτοῦ ἐδίδασκεν πολλὰ παραινῶν τῆς μυσαρᾶς ἀποσχέσθαι
 θρησκείας, πρὸς δέ τοὺς ἄλλους λογάδας τινὰς τοῦ ἱεροῦ
 τῆς ἐκκλησίας συντάγματος ἐπέσκηψε καθ’ ἑκάστην παραγινομένους 
ἀναδιδάσκειν αὐτοὺς τὴν ὀρθόδοξον πίστιν καὶ
παραινεῖν ἀποσχέσθαι τῆς βογομιλικῆς αἱρέσεως. καί τινες
μὲν τούτων μετέβαλον ἐπὶ τὸ βέλτιον καὶ τῆς φρουρᾶς
ἀπελύθησαν, οἱ δέ τῇ σφᾶν ἐπαπέθανον αἱρέσει ἐν εἰρκταῖς
κατεχόμενοι, τροφῆς μέντοι καὶ ἀμφίων δαψιλῆ τὴν χορηγίαν 
ἔχοντες.

Τὸν μέντοι Βασίλειον ὡς ὄντως αἱρεσιάρχην καὶ
ἀμεταμέλητον παντάπασιν ἅπαντες τῆς ἱερᾶς συνόδου καὶ
τῶν Ναζιραίων λογάδες καὶ αὐτὸς δὴ ὁ τότε πατριάρχης
Νικόλαος πυρὸς ἄξιον ἔκριναν. οἶς καὶ ὁ αὐτοκράτωρ σύμψηφος
 ἦν πολλὰ πολλάκις προσομιλήσας αὐτῷ καὶ ἄνδρα σκαιὸν 
διαγνοὺς καὶ τῆς αἱρέσεως μὴ ἀφιστάμενον, ἔνθεν τοι καὶ 
πυρκϊὰν μεγίστην κατὰ ἱππόδρομον ἀνάψας. βόθρος
τὶ ὡρόρυκτο μέγιστος καὶ ξύλων πλῆθος, πάντα δένδρα
ὑψίκομα καὶ συντεθέντα, ὄρος ἐδείκνυ τὴν σύνθεσιν. εἶτα
 τῆς πυρᾶς ἀναφθείσης ἠρέμα μέν τὸ πλῆθος πολὺ κατά τε
τὸ ἐπίπεδον τοῦ ἱππικοῦ καὶ κατὰ τοὺς βαθμοὺς συνέρρει
καραδοκοῦντες πάντες τὸ γενησόμενον. ἐκ θάτεροι· σταυρὸς
ἐπήγνυτο καὶ αἵρεσις ἐδίδοτο τῷ ἀσεβεῖ, εἴ που τὸ πῦρ
πτοηθεὶς καὶ μεταβαλὼν τὴν γνώμην ἐπὶ τὸν σταυρὸν χωρήσειε,
 ἵω τῆς καμίνου τηνικαῦτα ἐλεύθερος γένηται. παρῆν
δὲ καὶ τὸ τῶν αἱρετικῶν πλῆθος ὁρῶν τὸν κορυφαῖον Βασίλειον. 
ὁ δέ πρὸς ἅπασαν τιμωρίαν καὶ ἀπειλὴν καταφρονητικὸς
κατεφαίνετο καὶ πορρωτέρω μέν ὢν τῆς πυρκαϊᾶς
κατεγέλα καὶ ἐτερατεύετο λέγων ἁρπάσειν αὐτὸν ἐκ μέσου
 πυρὸς ἀγγέλοις τινὰς καἰ ὑπέψαλλε τὸ Δαυιτικὸν ἐκεῖνο τὸ
“πρὸς σὲ δὲ οὐκ’ πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοισεις”.
ἀλλ’ ἐπειδὰν τὸ πλῆθος διαναστὰν ἐδίδου μετὰ 
 

 
παρρησίας αὐτῷ κατιδεῖν τὸ φρικῶδες ἐκεῖνο θέαμα τῆς
πυρχαϊᾶς (καὶ γὰρ ἐκ πολλοῦ διαστήματος ᾐσθάνετο
πυρὸς καὶ ἐπαιρομένην τὴν φλόγα ἑώρα καὶ βροντῶσαν οἶον
 καὶ ἀποσπάδας ἀφιεῖσαν πυρὸς εἰς ὕψος μετεωριζομένας τῆς
μέσον τοῦ ἱππικοῦ ἱσταμένης πυραμίδος λιθίνης), ἐνταῦθα 
ὁ θρασὺς ἐκεῖνος ἀποδειλιᾶν πρὸς τὸ πῦρ καὶ θορυβεῖσθαι
ἐδόκει. ἔστρεφε γὰρ τὰς ὄψεις πολλάκις καὶ ἐκρότει τὰς
χεῖρας καὶ ἐπάτασσε τὸν μηρὸν οἷον τοῖς ὅλοις ἐξαπορούμενος.
ὅμως καὶ οὕτως ἔχων καὶ ἀπὸ μόνης τῆς θέας ὡς
ἀδαμάντινος ἦν. οὔτε γὰρ τὸ πῦρ κατεμάλαξε τὴν σιδηρᾶν 
αὐτοῦ ψυχὴν οὔτε αἱ τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς αὐτὸν διαπόμπιμοι
διαμηνύσεις κατέθελξαν, ἀλλ’ εἴτε ἀπόνοια
 τοῦτον κατείληφε διὰ τὴν παρεστῶσαν ἀνάγκην καὶ συμφορὰν
καὶ ἀπόρως οὔτως εἶχε τῆς γνώμης καὶ διάκρισιν οὐδοπωσοῦν
ἐλάμβανε τοῦ συμφέροντος, εἴτε καὶ ὁ κατασχὼν 
τὴν ψυχὴν αὐτοῦ διάβολος, ὅπερ καὶ μᾶλλον δοκεῖ, σκότος
αὐτοῦ βαθύτατον κατεσκέδασεν, εἱστήκει πρὸς πᾶσαν ἀπει-
 Λὴν καὶ πρὸς πάντα φόβον ἀμηχανῶν ὁ κατάπτυστος ἐκεῖνος
Βασίλειος καὶ νᾶν μέν πρὸς τὴν πυρκαϊὰν ἐκεχήνει, νῦν δὲ
 πρὸς τοὺς παρεστῶτας. καὶ πᾶσιν ὡς ἀληθῶς κατεφαίνετο 
μεμηνὼς καὶ μήτε πρὸς τὴν πυρκαϊὰν ἐφορμῶν μητ’
 
πους ὅλως γινόμενος, ἀλλ’ ἐπεπήγει καὶ ἀκίνητος ἦν, ἐφ’ οὑ
που καὶ τὰ πρῶτα κατελάβετο. πολλῶν δὲ λόγων ῥεόντων
κὼ τῶν τερατολογιῶν αὐτοῦ διὰ πάσης γλώττης φερομένων
δείσαντες οἱ δήμιοι, μή πως ἅν οἱ ἀμφὶ τὸν Βασίλειον δαί-
 μονες ἄτοπόν τι τερατουργήσειαν παραχωροῦντος Θεοῦ καὶ
ἀλώβητος ἐκ μέσου τοῦ τοσούτου πυρὸς ὀφθείη ὁ κάκιστος
πώς τινα τόπον δημοσιώτατον ἀφιγμένος καὶ γένηται ἡ
ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης, δοκιμασίαν τινὰ ἔδοξαν
ποιήσασθαι. τερατευομένου γὰρ ἐκείνου καὶ αὐχοῦντος, ὡς
 ἐκ μέσου τοῦ πυρὸς ἀλώβητος ὀφθήσεται, ἀναλαβόμενοι τὸν 
μανδύαν αὐτοῦ ἔφασαν ὡς “ἴδωμεν, εἰ μὴ τῶν σῶν ἀμφίων
ἅψεται τὸ πῦρ”. καὶ παραχρῆμα εἰς μέσον ἔρριψαν τῆς
καμίνου. ὁ μὲν οὖν Βασίλειος ἐπὶ τοσοῦτον ἐγάννυτο ὑπὸ
τοῦ ἐξαπατῶντος αὐτὸν δαίμονος λέγων ὡς “ὁρᾶτε τὸν
 μανδύαν εἰς ἀέρα ἀνιπτάμενον;” οἱ δὲ ἐκ τοῦ κρασπέδου
τὸ ὕφασμα κατανοήσαντες ἄραντες ὦσαν αὐτὸν αὐτοῖς ἱματίοις
καὶ ὑποδήμασιν εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου. καὶ τοσοῦτον
ὥσπερ κατ’ αὐτοῦ θυμουμένη ἡ φλὸξ διεβοσκήθη τὸν
ἀσεβῆ, ὥστε μηδέ κνίσσαν τινὰ γενέσθαι μηδέ καπνοῦ τινος
 καινοτομίαν ἑτέραν, ἀλλ’ ἢ μόνον λεπτήν τινα γραμμὴν καπνάδη
φανῆναι κατὰ τὸ μέσον τῆς φλογός. καὶ γὰρ κὼ 
τὰ στοιχεῖα κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἐπαίρεται· φείδεται δέ, ὥς
 
γε τἀληθές εἰπεῖν, τῶν θεοφιλῶν, ὡσπερ ποτὲ ὑπεχώρει
καὶ ὑπείκαθε τοῖς θεοφιλέσιν ἐκείνοις νεανίαις ἐν Βαβυλῶνι
καὶ περιέστεφεν αὐτοὺς τὸ πῦρ καθάπερ τις χρυσοειδὴς
θάλαμος. ἐνταῦθα δέ τὸν ἀλάστορα τοῦτον Βασίλειον οὔπω
ἀκριβῶς οἱ τοῦτον μετεωρίσαντες εἶχον, καὶ ἡ φλὸξ ἐδόκει 
προεκτρέχειν, ἐφ’ ᾡ τὸν δυσσεβῆ ἐξαρπάσαι. τὸν δ’ ὑπόλοιπον
ἀριθμόν, ὅσοι τῆς ἀπωλείας ἦσαν τοῦ Βασιλείου, σφαδάζοντος
τοῦ παρεστηκότος λαοῦ καὶ βιαζομένου ἐπιρρίψειν
καὶ αὐτοὺς τῷ πυρί, ὁ αὐτοκράτωρ οὐ συνεχώρησεν ἐγκλεισθῆ-
 ναι κελεύσας ἐν ταῖς τῶν μεγίστων ἀνακτόρων στοαῖς καὶ 
τοῖς περιδρόμοις. καὶ τούτου γεγονότος διελύθη τὸ θέατρον.
 καὶ μετὰ ταῦτα διαδέχεται τοὺς ἀθέους τις ἄλλη ἀσφαλεστάτη
φρουρὰ, εἰς ἣν ἐμβληθέντες καὶ πολύν τινα χρόνον
διατετριφότες τῇ ἀσεβείᾳ αὐτῶν ἐναπέθανον. τοῦτο μὲν οὖν
ὕστατον ἔργον καὶ ἆθλον τῶν μακρῶν ἐκείνων πόνων καὶ 
κατορθωμάτων τοῦ αὐτοκράτορος καὶ καινοπραγία τις καὶ
τόλμη παράδοξος. καὶ οἶμαι ὁ τότε παρὼν ἢ καὶ συνὼν
ἐκείνῳ θαυμάζει μέχρι τοῦ νῦν καὶ οὐχ ὕπαρ τὰ τότε γεγενημένα
θεάσασθαι δοκεῖ, ἀλλ’ ὄνειρός τις αὐτῷ καὶ φαντασία
φαίνεται. καὶ γὰρ ἐξ ὅτου τῶν ὁρίων τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς 
 ἐξ αὐτῆς τοῦ Διογενοῦς ἀναρρήσεως οἱ βάρβαροι ἐπέβησαν
 οὐκ εὐτυχῶς ἐκ πρώτης, ὅ φασι, βαλβῖδος κατ’ αὐτῶν ἐξορταῖς
 
μήσαντος, οὐ μέχρι τῆς τοὐμοῦ πατρὸς αὐτοκρατορίας ἡ
βαρβαρικὴ χεὶρ συνέσταλται, ἀλλὰ καὶ ξίφη καὶ δόρατα κατὰ
Χριστιανῶν ἐξεθήγετο, καὶ μάχαι κὼ πόλεμοι καὶ σφαγαί.
ἠφανίζοντο μὲν πόλεις, ἐληΐζοντο δὲ χῶραι καὶ πᾶσα ἡ
 Ῥωμαίων γῆ Χριστιανῶν αἵμασιν ἐμιαίνετο. οἱ μέν γὰρ
βέλεσί τε καὶ δόρασιν οἰκτρῶς ἔπιπτον, οἱ δὲ τῶν σφετέρων
ἀπελαυνόμενοι δοριάλωτοι πρὸς τὰς πόλεις Πέρσιδος ἀπήγοντο.
κὼ τρόμος ἅπαντας εἶχεν ἐπὶ τὰ ἄντρα καὶ τᾶ ἄλση
κὼ τὰ ὄρη καὶ τοὺς βουνοὺς ἀπὸ τῶν εἰσπιπτόντων δεινῶν 
 κρύπτεσθαι ἐπειγομένοις. ὲν τούτοις οἱ μὲν ἐποτνιῶντο ἐφ’
οἶς ἔπασχον πρὸς Πέρσιδα ἀπαγόμενοι, οἱ δ’ ἔτι περιόντες,
εἲ πού τινες Ῥωμαϊκοῖς ὁρίοις ἐναπέμειναν, βύθιον στένοντες
ὁ μὲν υἱόν, ὁ δὲ θηγατέρα ἐθρήνει· ὁ δὲ ἀδελφόν, ὁ δὲ
ἀδελφιδοῦν ἀπεκλαίετο πρὸ καιροῦ θνήσκοντα καὶ οἶα γυναῖκες
 θερμὸν κατέσταζον δάκρυον. καὶ οὐκ ἦν τότε οὐδεμία
τις σχέσις ἄδακρυς οὐδ’ ἀστένακτος. βασιλεὺς δὲ πλὴν ὀλίγων,
λέγω δὲ Τζιμισκῆν τε καὶ Βασίλειον τὸν βασιλέα, ἔκτοτε
κὼ μέχρι τοὐμοῦ πατρὸς οὐδεὶς ἄκροις ποσὶ τῆς Ἀσιάτιδος
ἐφάψασθαι τὸ παράπαν τετόλμηκεν.

Ἳνα τί δέ περὶ τούτων; αἰσθάνομαι γὰρ ἐμαυτῆς
οἶον τῆς λεωφόρου ἐκτρεπομένης, διττόν μοι τὸν ἀγῶνα τοῖ
λόγοι τῆς προκειμένης ὑπαγορευούσης ὑποθέσεως ἱστορεῖν
 

 
ἅω καὶ τραγῳδεῖν τὰ ξυμπεσόντα τῷ αὐτοκράτορι, ἱστορεῖν
 μὲν τοὺς ἀγῶνας, εἰς μονῳδίαν δὲ ἄγειν ὁπόσα τὴν καρδίαν
διεμασσήσατο. μεθ’ ὧν τάττοιμι ἂν καὶ τὸν ἐκείνου θάνατον
καὶ πάσης τῆς ἐπιγείου λήξεως ὄλεθρον. ἀλλὰ γὰρ
ἀναμέμνημαι καὶ λόγων τινῶν πατρικῶν τῆς μέν ἱστορίας 
ἀπαγόντων, εἰς δέ τοὺς θρήνους καὶ τὰς ὀλοφύρσεις παρακαλούντων.
ἤκουον γὰρ καὶ τούτου πολλάκις, ἤκουον τὴν
μητέρα καὶ βασιλίδα ἀνακόπτοντος ἐπιτάττουσαν τοῖς σοφοῖς
διὰ τῆς ἱστορίας τοῖς ἐς ὕστερον παραπέμψαι τοὺς ἐκείνου
πόνους καὶ τὰ πολλὰ ἆθλα ἐκεῖνα καὶ τὰ σκάμματα, μονῳδεῖν 
δὲ ἐπ’ αὐτῷ καὶ κλαίειν τὰ συμπεσόντα οἱ δεινά. οὔπω
 γὰρ ἔτος ἓν πρὸς τῷ ἡμίσει διελήλυθεν, ἐξ οὗπερ τῆς ἐνστρατείας
ἐπανελήλυθεν ὁ αὐτοκράτωρ, καὶ νόσος ἄλλη δεινή
τις ἐπισκήψασα βρόχον ἐπήνεγκε τούτῳ θανάσιμον, εἰ δέ
δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν, τὴν τοῦ παντὸς καταστροφὴν καὶ φθοράν. 
ἀλλ’ ἐπεὶ τὸ τῆς ὑποθέσεως ἐκβιάζει μέγεθος, φιλοπάτωρ
τε ἅμα καὶ φιλομήτωρ ἐξ αὐτῶν σπαργάνων γεγενημένη
 θεσμοὺς ἱστορίας ὑπερεκπίπτειν ἔρχομαι διηγησομένη,
ὅπερ οὐ πάνυ τι βούλομαι, τὴν τοῦ αὐτοκράτορος τελευτήν.
ἱπποδρομίας γὰρ γενομένης ἐξ αἰτίας ἀνέμου τηνικαῦτα 
πνεύσαντος σφοδροῦ ἀναρροιβδῆσαν οἶον τὸ ῥεῦμα καὶ τῶν
 ἄκρων ὑποχωρῆσαν θάτερον τῶν ὤμων κατειλήφει. οἱ μὲν
 
οὖν πολλοὶ τῶν ἰατρῶν οὐδέ συνῄεσαν ὅλως τὴν ἐπερχομένη
ἡμῖν ἀπειλὴν ἐντεῦθεν. ὁ δέ γε Καλλικλἶς Νικόλαος, οὑ-
τωσὶ γὰρ προσηγορείετο, μάντις ἢν ἡμῖν τῶν ἀπει·κταίων
κακῶν κὼ πτοεῖσθαι ἐhγε, μὴ τῶν τ̓́κρων ὑποχωρῆσαν καὶ
 ἄλλη δωπορει όμενον ἀβοήθVον τὸν κίνδυνον τῷ κάμνοντι
ἀπεργάσοιτο · κἂν πιστεύειν οὐκ εἴχομεν, ὅτι μηδ’ ἠβοιλό-
μέθᾳ. οὐδεὶς μὲν οὖν τηνικαῦτα πλὴν τοῦ Καλhκh́λcους διά
τινων καθαρσίων κένωσιν προετεh́·μητο. οὐδὲ γὰρ εἴωθε
τὸ σα-μα τοῦτο λαμβάνειν καθάρσιον, ἀλλὰ παντάπασιν 
 ἀγιμναστος ἢν πρὸς τὰς φαρμακοποσίας. ᾧπερ οἱ πhίους 
καὶ fia?.?J3v ὁ Παντεχνὴς Μιχαὴλ συγχωρούμενος παντελῶς
ἀπεῖργε τὴν κάθαρσιν. ὁ δέ γε Καλhκλῆς τοῦ μέλλοντος
στοχασάμενος ἐπηωνηματικῶς αὐτοῖς ἔλεγεν ὡς ^’vvv μὲν
τῶν ἄκρων ἡ ὕλη ἀφεμένη πρὸς τὸν ὦμον ἐνέσκηψέ νῊ
 τὸν τράχηλον εἰσαῦθις δὲ μὴ διὰ καθαρσίων κενωθεῖσα
εἰς τι τῶν πρωτουργῶν μορίων ἢ καὶ αὐτί̀ν τὴν καρδίαν
ἐπιρρεύσασα ἀνίατον τὴν βλάβην ἀπεργασεται’’. . παρῆν γὰρ
καὶ αἰτῇ ἐξ ἐπιταγῆς τῆς ἐμῆς δεσποίνης, ἐφ’ ᾧ τοῖς τῶν
ἰατρῶν λόγοις διαιτῆσαι, καὶ ἤκουον τα-ν λεγομένων καὶ
 τοῖς τοῦ Καλλικλῆ κἀγὼ συνετιθέμην λόγοις. τῶν πhιόνων 
δ’ ὅμως ἡ ψῆφος π̓̔́ τει. ἀλλὰ τότε δὴ τότε τὸ μὲν ῥεῦμα
 
τοῦ βασιλικοῦ σώματος τὰς συνήθεις ἐπικρατῆσαν ἡμέρας
ἀπεμαραίνετο καὶ πρὸς ὑγείαν ὁ κάμνων ἐπανῄει. οὔπω
μῆνες παρῆλθον ἓξ καὶ ὀλέθριον νόσημα ἐκ τῆς πολλῆς τάχα
ἀθυμίας τῶν καθ᾿ ἑκάστην προσπιπτόντων αὐτῷ καὶ τῆς
συνόδου τῶν κοινῶν φροντίδων ξυμβέβηκε. καὶ ἤκουον αὐτοῦ 
θαμὰ πρὸς τὴν βασιλίδα διηγουμένου καὶ οἷον ἐπεγκαλοῦντος
αὐτῇ τὸ νόσημα· “τί ποτ” ἄρα τὸ συμβαῖνόν μοι
 περὶ τὴν ἀναπνοὴν πάθος; βούλομαι γὰρ ἀναπνεῦσαι βαθὺ
καὶ ἀθρόον καὶ οἶον κουφισθῆναι τῆς ἐγκειμένης ἀνίας ἐν
τῇ καρδίᾳ. τοῦτο δὲ πολλάκις ἐπιχειρῶν οὐδέ ἅπαξ δύναμαι 
πολλοστημόριον ἀναπέμψαι τοῦ ἐπιθλίβοντος βάρους,
τὸ δ᾿ ἐπίλοιπον καθάπερ τις λίθος ἐπίκειταί μου τῇ καρδίᾳ
βαρύτατος ἀνακοπῆς ἐν τῷ μεταξὺ γενομένης τοῦ στεναγμοῦ,
καὶ τὴν αἰτίαν συνιδεῖν οὐκ ἂν ἔχοιμι οὐδ᾿ ὁπόθεν τὸ τοιοῦτον
πάθος ἐγγίνεταί μοι. καὶ ἄλλο δέ τι προσαναγγέλλω, 
φιλτάτη ψυχή, κοινωνὲ τῶν ἐμῶν παθῶν καὶ βουλευμάτων·
χάσμα πολλάκις ἐπέρχεται μοι, καὶ διακοπτόμενον ἐν τῷ
μεταξὺ τὸ εἰσπνεόμενον πνεῦμα μεγίστην μοι τὴν ἀνίαν
 ἐπάγει. τί ποτε ἄλλο τὸ καταλαβόν με τοῦτο δεινόν, εἰ οἶδας,
φράζε.” ἡ δέ γε βασιλὶς ταῦτα ἀκούουσα καὶ ἅπερ ἐκεῖνος 
πάσχει παρ᾿ ἐκείνου μανθάνουσα ἐδόκει μὲν εἶναι αὐτῆς τὰ
 πάθη καὶ ὥσπερ ἀνακοπτομένη καὶ αὐτὴ ὑπὸ τοῦ ἄσθματος,
οὕτω διέκειτο πρὸς τοὺς λόγους τοῦ αὐτοκράτορος. συχνῶς
 
δὲ τοὺς ἐπιστήμονας μεταπεμπομένη τῶν ἰατρῶν τί τοῦ 
νοσήματος εἶδος πολυπραγμονεῖν ἠναγκάζετο καὶ τῶν αἰτίων
τὰ προσεχῆ καὶ τὰ πόρρω ᾐτεῖτο μαθεῖν. οἱ δὲ τὴν χεῖρα
ταῖς ἀρτηρίαις ἐπιβάλλοντες ἔμφασιν παντοίου εἴδους ἀνω-
 μαλίας κατὰ πᾶσαν τῆς ἀρτηρίας κίνησιν εὑρίσκειν ἀνωμολόγουν,
τὸ δ’ αἴτιον συνιδεῖν οὐκ εἶχον ὃπη· μηδὲ ** τὴν τοῦ
βασιλέως δίαιταν ἠπίσταντο, ἀλλὰ πάνυ σωφρονεστάτην καὶ
λιτὴν καὶ ὅλως γυμνικήν τε καὶ στρατιωτικὴν ἀπαγορεύσαντος
τὰ τῶν ἀπὸ τῆς περιττῆς διαίτης ὑλῶν, εἰς αἰτίαν ἄλλην τὰ
 τῆς στενοχωτίας ἀνέφερον κὼ προκαταρκτικὸν αἴτιον ταυτησὶ
τῆς νόσου οὐδὲν ἄλλο ἔλεγον ἢ τὴν τῶν φροντίδων 
πολλὴν συντονίαν κὼ τὸ συνεχὲς καὶ πυκνὸν τῶν θλίψεων
θερμαινομένης ἐκεῖθεν αὐτῷ τῆς καρδίας καὶ τὸ περιττὸν
ἅπαν ἐλεούσης ἐξ ὅλοι· τοῦ σώματος. ἐντεῦθεν ἡ δεινὴ
 νόσος ἐπελθοῦσα τῷ αὐτοκράτορι ἀνακωχὴν ὅλως οὐκ ἐνεδίδου,
ἀλλ᾿ ὡς ἀγχόνη συνέπνιγε. τοσοῦτον δὲ καθ᾿ ἓκαστην
ηὔξανε τὸ τῆς νόσου, ὡς μηκέτι ἐκ διαστημάτων, ἀλλὰ συνεχῶς
καὶ ἀδιαστάτως ἐπέρχεσθαι, ὡς μηδέ περὶ θατέραν
δύνασθαι κατακλιθῆναι τὸν αὐτοκράτορα πλευρὰν μηδέ
 πρὸς ἰσχύος ἔχειν ἀβίαστον τὸ παράπαν εἰσπνεῦσαι τὸν
ἀέρα. ἅπας οἶν τηνικαῦτα μετεκαλεῖτο ἰατρὸς καὶ ἡ τοῦ
αὐτοκράτορος νόσος ὑπόθεσις αὐτοῖς προὔκειτο. ἐμερίζοντο 
δέ ταῖς γνώμαις καὶ κατετέμνοντο ἄλλος ἄλλο τι
 
διεγίνωσκε καὶ πρὸς τὴν διάγνωσιν ἐπειρᾶτο προσάγειν τὴν
θεραπείαν. ὅπως δ’ ἂν εἶχεν ἢ οὕτως ἢ οὕτως, δύσκολον
εἶχε τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα. οὐδὲ γὰρ ἂν ἀκαρῆ χρόνον
ἐλεύθερον εἰσπνεῦσαι δεδύνητο. ὄρθιος γὰρ ἠναγκάζετο
διόλου ἀνακαθήμενος ἀναπνεῖν· εἰ δέ που καὶ ὓπτιος κέοιτοἢ 
κατὰ θατέραν πλευράν, φεῦ τότε τοῦ βρόχου. οὐδὲ γὰρ
ἐνῆν συρμάδα μικρὰν τοῦ ἔξωθεν ἀέρος εἰσρυῆναί τε καὶ
ἀπορρυῆναι κατά γε τὴν ἀναπνοήν τε καὶ εἰσπνοήν. ἀλλὰ
καὶ ὁπηνίκα ἐλεήσας τις τοῦτον ὕπνος ἐπέλθῃ, καὶ τότε τῆς
 πνιγμονῆς ἐπεδίδου· ὥστε κατὰ πάντα καιρὸν καὶ ἐγρηγορότος 
 αὐτοῦ καὶ ὑπνώττοντος ἡ συμφορὰ τῆς ἀγχόνης ἐπετίθετο.
ἐπεὶ δέ καθάρσιον οὐκ ἐδίδοτο, πρὸς φλεβοτομίαν
ἀπέβλεψαν καὶ τὴν μὲν διὰ τοῦ ἀγκῶνος ἀπέταμον· οὐ μὴν
τῆς φλεβοτομίας ἀπώνατο, ἀλλ’ ὡσαύτως καὶ πάλιν εἶχε
καὶ δίσπνους ἦν ὅλος καὶ ἐκινδύνευε διόλου στενὸν ἀναπνέων 
ταῖς χερσὶν ἡμῶν ἐναπερυγεῖν τὴν ψυχήν. ἀλλ’ ἐράϊσε μὲν
τὰ τῆς διαθέσεως τῆς διὰ τῶν πεπέρεων ἀντιδότου δοθείσης.
καὶ ἡμεῖς ὑφ’ ἡδονῆς οὐκ εἴχομεν, ὅ τι καὶ χρησαίμεθα
τῆς εὐφροσύνης· ἀλλὰ καὶ χαριστήριον
τῷ Θεῷ. πάντα δὲ ἦσαν ἄρα πλάνη. εἰς τρίτην γὰρ 
 ἡμέραν ἢ καὶ τετάρτην εὐθὺς πάλιν αἰ αὐταὶ ἀγχόναι κατὰ
τοῦ βασιλέως καὶ στενοχωρίαι τοῦ πνεύμονος. ἐλπίζω δ’,
 
εἰ μὴ χείρω ἐξ ἐκείνου τοῦ πόματος γέγονεν ἀναχέαντος 
τὰς ὓλας καὶ κρατῆσαι μὴ δυναμένου, ἀλλ’ εἰς τὰς κοιλότητας
τῶν ἀρτηριῶν ἐνθεμένου καὶ ἐπιτείναντος τὴν διάθεσιν.
ἐντεῦθεν οὐδὲ σχῆμα κατακλίσεως εὐπετῶς ἦν ἐφευρεῖν παντάπασιν
 αὐτῷ τῆς νόσου ἐπακμαζούσης. ἀλλὰ γὰρ διανυκτερεύων
ἦν ὁ βασιλεὺς ἐξ ἑσπέρας εἰς ὄρθρον ἄϋπνος, μήτε
τροφῆς ἐλευθέρας μεταλαμβάνων μήτ’ ἄλλοι τινὸς τῶν εἰς
σωτηρίαν ἀποβλεπόντων. πολλάκις γοῦν ἐγὼ μᾶλλον συνεχῶς
καὶ τὴν μητέρα τεθέαμαι συνδιανυκτερεύουσάν τε τῷ 
 βασιλεῖ καὶ κατόπιν τούτου ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ ὑπανέχουσαν
τοῦτον ταῖς χερσὶ καὶ παραμυθουμένην τρόπον τινὰ τὴν
ἀναπνοήν. ἐχεῖτο μέντοι αὐτῆς τῶν ὀμμάτων τὸ δάκρυον
καὶ ὑπὲρ τὰ Νειλῷα ῥεύματα. ὁπόσην τε τὴν περὶ αὐτὸν
δι’ ὃλης ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς σπουδὴν ἐπεποίητο καὶ τὸν
 μόχθον ὅσον ἐνεδείκνυτο διαπονουμένη περὶ τὴν αὐτοῦ θεραπείαν
καὶ κλίσεις καὶ μετακλίσεις καὶ στρωμάτων παντοίας
μηχανωμένη θέσεις, οὐκ ἔστιν ἐρεῖν. ἀλλ’ οὐκ ἦν οὐδενὶ
τὸ παράπαν ῥᾳστώνης μετασχεῖν. παρείπετο γὰρ οἷον ἀγχόνη
τῷ αὐτοκράτορι, μᾶλλον καὶ συνείπετο καὶ οὐκ ἀνίει συμπνίγουσα.
 μηδεμίαν δέ τῆς νόσοι· ἐχούσης τὴν ἰᾶσιν ἐν τοῖς 
πρὸς νότον ἀνακτόροις ἀπῆλθεν ὁ βασιλεύς. στενοχωρούμενος
δέ μίαν τινὰ παραψυχὴν τὴν ἐκ τῆς κινήσεως εὕρισκε,
 
καὶ ταύτην διηνεκῆ ἡ βασιλὶς ἐμηχανήσατο γίνεσθαι τοῦ
βασιλικοῦ σκίμποδος κατά τε τῶν πρὸς κεφαλὴν καὶ πόδας
μερῶν τούτου ξύλ’ ἄττα προσεπιζεύξασα ἀνδράσιν ἐδίδου
 τοῦτο φέρειν μετέωρον διαδεχομένοις ἀλλήλους τὸν περὶ
τοῦ αὐτοκράτορος πόνον. ἐντεῦθεν ἀπὸ τοῦ μεγάλου παλατίου 
Λατίου καταλαμβάνει τὰ Μάγγανα. ἀλλὰ καὶ τούτων γενομένων
οὐδὲν πλέον τῷ βασιλεῖ πρὸς σωτηρίαν ἐπραγματεύθη.
εἰς τοὐπίσω δέ τὰ τῆς νόσου χωροῦντα ἡ βασιλὶς
ὁρῶσα καὶ τῆς ἐξ ἀνθρώπων βοηθείας παντάπασιν ἀπελπίσασα
θερμότερον τὰς ὑπὲρ αὐτοῦ αἰτήσεις πρὸς Θεὸν 
ἐποιεῖτο πρὸς πᾶν τέμενος δαψιλεῖς τὰς φωταυγὰς ποιουμένη
καὶ τοὺς ὕμνους συνεχεῖς καὶ ἀκαταπαύστους, διαδόσεις
 δὲ τοῖς ἁπανταχοῦ γῆς καὶ θαλάσσης οἰκοῦσιν εἰργάζετο
ἅπαντας μέν μοναχοὺς ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις οἰκοῦντας ἡ
καὶ ἄλλως τὸν μοναχικὸν ἐπιόντας βίον εἰς ἐκτενεῖς δεήσεις 
ἐπεγείρουσα, ἅπαντας δὲ νοσοῦντας ἢ καὶ ἐν εἰρκταῖς κατεχομένους
καὶ τετριχωμένους πλουσιωτάτους ἐργαζομένους
ταῖς δόσεσιν ὁμοῦ πρὸς τὰς ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορος εὐχὰς
προσεκαλεῖτο. ἐπεὶ δέ τὸ τοῦ αὐτοκράτορος σπλάγχνον
ἐξῳδήκει τε καὶ εἰς ὄγκον ἐπιφανῆ προελήλυθεν οἳ τε πόδες 
ἐξῳδήκεσαν καὶ πυρετὸς τὸ βασιλικὸν || σῶμα κατεῖχεν, εἰς
καυτῆρας ἐντεῦθέν τινες τῶν | ἰατρῶν ἀπεῖδον μικρὰ πεφροντικότες
 τοῦ πυ|ρετοῦ. ἀλλ’ ἦν ἅπασα θεραπεία ἀνωπρὸς
 
φελὴς καὶ|κενή. οὐδὲ γὰρ ὁ καυτὴρ ὤνησεν, ἀλλ᾿ ἐν αὐτοῖς
καὶ \ τὸ σπλάγχνον ἦν καὶ τὰ ἀναπνευστικὰ δυσκόλως 
ἔχοντα. ὥσπερ δὲ ἐξ ἄλλης πηγῆς ῥεύματος \ εἰς τὸν γαργαρεῶνα
ἐπενεχθέντος καὶ ὧν οἱ \ Ἀσκληπιάδαι φασὶν οὐρανῶν
 ἐπιλαβομένου \ καὶ τῶν οὐλῶν αὐτῶν φλεγμηνάντων 
καὶ ·τῆς φά|ρυγγος ἀπαρθείσης καὶ τῆς γλώττης ἐξογκω|θείσης
ἐντεῦθεν οἱ πόροι] τε ἀπεστενώθησαν πρὸς τὰ ἑαυτῶν
πέρατα συνελθόντες, δι᾿ ὧν τὰ τῆς τρο|φῆς ἔμελλε διελθεῖν,
καὶ τὸ τῆς ἀτροφίας δεινὸν \ παντελῶς [ἀσιτία] ἡμῖν ἐπεκρέματο· 
 κἂν ἐγώ, \ Θεὸς ἴστω, πολλὴν ἐποιοιμην τὴν περὶ
τῆς τροφῆς | πραγματείαν καὶ τὰ σιτία καθ᾿ ἑκάστην διὰ 
τῶν \ . . . . ἔφερον τούτῳ χειρῶν ῥοφηματώδεις τὰς | . . . . ὰς
ποιεῖν ἀν αγκάζουσα. ἅπαντα γοῦν | .... φερόμενα ἐπὶ τῇ
τῆς φλεγμονῆς θεραπείᾳ |..... ἐφαίνετο καὶ τὰ τῆς σπουδῆς
 ἅπαντα ...... καὶ τὰ ἡμέτερα καὶ τὰ τῶν ἰατρῶν ἐδεῖ
δέκα δὲ καὶ μιᾶς ἡμέρας τοῦ περὶ τὰ τε|...... ἐπιγεγονότος
τούτῳ νοσήματος ἐπα |.... οντος καὶ ἐπαπειλοῦντος
τὸν κίνδυνον \ ρας διαθέσεως ἐπιγενομένης
διάρροια .... οὕτως ἄλλο ἐπ᾿ ἄλλῳ κακὸν καθ᾿ ἡμῶν τὸ |. . . 
 . . δε ἐπεκυλίετο, οὐκ ᾖν πρὸς ὁπότερον .... εῖν οὔτε
τοὺς Ἀσκληπιάδας οὐθ᾿ ἡμᾶς τοὺς |... τὸν αὐτοκράτορα
διαπονουμένοις οὔτε |......ναντα , ἀλλὰ πάντα ἐώρα
 
πρὸς ὄλεθρον | . . . τοῦ λοιποῦ τὰ καθ᾿ ἡμᾶς ἐν σάλῳ καὶ
κλύδωνι | . . ἐταράττετο τὰ καθεστηκότα καὶ φόβος καὶ | . . .
.....ἐπὶ κεφαλῆς συνεστήκεσαν. εἶχε μὲν | . . . . ἀνδρεῖον
ἀεὶ καὶ τοῖς ἔμπροσθεν κινδύνοις | στα, μάλιστα δὲ
τὸ τηνικάδε ἠνδρίσατο | καὶ τῷ πάθει τῆς λύπης ἐμβριμησαμένη 
εἱστήκει καθάπερ τις ὀλυμπιονίκης πρὸς τὰς δρι|μυ-
 τάτας ἐκείνας ὀδύνας ἀντιπαλαίουσα. κατε||τιτρώσκετο μὲν
γὰρ τὴν ψυχὴν καὶ ἐταράττετο τὴν \ καρδίαν ὁρῶσα τὸν αὐτοκράτορα
οὕτως ἔχοντα, ἀλλὰ ξυνέτεινεν έαιτὴν καὶ ἐνεκαρτέρει
πρὸς τὰ \ δεινά· καὶ ἐδέχετο μὲν τὰς τρώσεις καιρίας 
καὶ \ τὸ πάθος αὐτῶν καθικνεῖτο τῶν μυελῶν, ἀντεῖχε
δὲ I ὅμως. καίτοι ἀστακτὶ ταύτης κατέρρει τὸ δάκρυον καὶ
τηκεδὼν κατέλαβε τοῦ προσώπου τὸ κάλλος \ καὶ ἐν ῥισὶν
ἀπῃώρητο τὴν ψυχήν. πεντεκαιδε|κάτην δέ τοῦ .Αὐγούστου
ἄγοντος (πέμπτη δέ ἦν τῆς | τηνικαῦτα ἑβδομάδος ἐκείνης, 
καθ᾿ ἣν ἡ τῆς ὑπερ|αμώμου δεσποίνης ἡμῶν καὶ θεομήτορος
κοίμησις \ ἑορτάζπαι) πρωΐας ἐπαληλιφότες τὴν κεφαλὴν \
 τοῦ αὐτοκράτορός τινες τῶν Ἀσκληπιαδῶν, ἃτ|τα δὴ τούτοις
ἔδοξεν, ἐκεῖνοι μὲν οἴκαδε ἐχώρησαν | οὐ μάτην οὐδέ διά
τινα χρείαν αὐτοῖς ἐπείγουσαν, \ ἀλλὰ γνόντες τὸν ἐξ ὐπογύου 
ἐπικείμενον τῷ αὐ|τοκράτορι κίνδυνον. τρεῖς μὲν γὰρ
ἦσαν οἱ κο|ρυφαῖοι τῶν ἰατρῶν, ὅ τε ὑπερφυὴς Νικόλαος |
 
ὁ Καλλκλῆς καί τις ἕτερος Μιχαὴλ ὁ Παντ.... \ ἐκ γένους
τὴν ἐπωνυμίαν λαχὼν καὶ ὁ πι...... | λιβὸς Μιχαὴλ ὁ
ἐκτομίας. ἡ μέντοι βασ.......| κυκλώσαντος αὐτὴν παντὸς
τοῦ σὺ.......... | ἀmπάζοντος μεταλαβεῖν τροφῆς...... 
 ......| μὴ μεταλαβοῦσαν καὶ ὕπνου τινὸς μ......... | συνε- 
χεῖς καὶ ὅλας νύκτας διατελέσασθαι.......| ἐπὶ τῇ θεραπείᾳ
τοῦ βασιλέως............. | ἐπείθετο. ἀλλὰ λειποθυμίας
ἐσχάτης ....| γενημένης τῷ αὐτοκράτορι πάλιν ... 
......| το ᾔσθετο ἀποκαραδοκήσασα τὴν ........ | ζωὴν
 κατέβαλέ τε ἑαυτὴν ἐπὶ τοῦ.......... | ἐκώκυέ τε συνεχῶς
καὶ ἐπλήττετο......... ἐφ᾿ οὕτως ἐπιβεβηκόσι κακοῖς καὶ
.......| μὲν αὐτίκα τὴν ζωὴν ἀπερεύξασ.........| νατο δέ.
ὁ δὲ βασιλεὺς καίτοι θαν....... | και καταδυναστεύοντος
αὐτοῦ τοῦ........ περ κρείττων καὶ θανατοι γενόμεν ....
 ... | ἐκήδετό τε τῆς βασιλίσσης καὶ......| φετο τὴν τοιαὐτην
ἀδημονίαν μπτ....... | θυγατέρων. ἡ τρίτι δ᾿ ἦν
αὕτη κατὰ γενν .... || πορφυρογέννητος Εὐδοκία. ἡ γὰρ Μαγία
ἄλλη τοῖς περὶ τὴν κεφαλὴν μέρεσιν ἐνασχολουμένη ὕδωρ
τηνικαῦτα καθημένη τοῦ ἐμοῦ δεσπότου ὥσπερ τότε ἐκείνη,
 ἀλλὰ τοῖς περὶ τὴν κεφαλὴν μέρεσιν ἐνασχολομένη ὕδωρ
ἐδίδου τοίτῳ διὰ τοῦ κυπέλλου, οὐ δι᾿ ἐκπώματός τινος
 π 
πίνειν, ἕνα μὴ γένοιτό οἱ πολλάκις δυσκόλως περὶ τὴν κατάποσιν
φλεγμαινούσης τῆς ὑπερῴης καὶ αὐτῆς δὴ τῆς γλώττης
καὶ τοῦ φάρυγγος, ἀναφέρειν τάχα τοῦτον ἐθέλουσα.
ἐκεῖνος δέ σταθηρὰς μὲν καὶ ἀνδρικὰς διεμήνυε τηνικαῦτα
παραινέσεις, ὅμως μέντοι | ἐσχάτας. καὶ “τί” φησι “προεξάγεις 
σαυτὴν οὕτω Ι κατατρυχομένη τῇ ἡμῶν τελευτῇ καὶ
 ἡμᾶς κατα|ναγκάζεις τοῦ κατεπείγοντος θανάτου προαπελθεῖν;
οὐ βλέψεις οὖν πρὸς ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὰ ἐνεστη|κότα
δεινά, ἀλλ’ ἔκδοτον σαυτὴν ποιεῖς τῷ ἐπιρρεύ|σαντί σοι
πόντῳ τῆς λύπης”; ταῦτα ἐκείνῃ μέν | εἶπε, τῇ δέ βασιλίδι 
ἀνέξαινε μέν μᾶλλον τὸ | . . . ὦμα τῆς συμφορᾶς. ἐγὼ δὲ
παντοία ἢν καὶ ὅ |. . . . . . τοῖς τε παροῦσι φίλοις καὶ τοῖς
ὕστερον ἐν |. . . . . . ἑνοῖς ἀνθρώποις τῷ συγγράμματι τούτῳ
τὸν |. . . . . . . . Θεόν, ὡς οὐδὲν ἄμεινον εἶχον τῶν . . μλη τοῦ πάθους ἐγεγόνειν ἐνταῦθα | . . . . . καὶ φιλοσορίας 
καὶ λόγου καταφρονήσασα | . . . . . . ἐπονούμην περὶ τὸν
 πατέρα καὶ τὰς αὐτκαὶ τοῖ σφυγμοῦ τὰς
κινήσεις | . . . . . . περὶ τῆς ἀναπνοῆς τοῦ αὐτοκράτορος | . . . . .
πραγμόνυν, νῦν δέ περὶ τὴν μητέρα ἀνεστρε | . . . . . . καὶ
 ἀνεκτώμην αὐτὴν εἰς δύναμιν. ἀλφὰ τὰ μέρη 
καὶ παντάπασιν ἀθεράπευτατοκράτωρ ἀναφέρειν
τῆς ἐσχάτης λειεἶχε καὶ τῆς Αὐγούστας ἡ ψυχὴ
 
συναπείγετο τῷ αὐτοκράτορι οὕτως εἶχονκᾶν καὶ ὡς ἀληθῶς, τοῦτο δὴ τὸ ψαλλνες
θανάτου τὸ τηνικαῦα ἡμᾶς κατεκαὶ τότε δὴ
ᾐσθόμην ἔκφρονος ἐμαυμεμήνειν γὰρ καὶ
 οὐκ εἶχον ὅ τιμαὶ καὶ πῆ τράπωμαι ὁρῶσα τήν 
τε | . . . . . ίδα εἰς τὸν πόντον ἐμβεβλημένην τῶν || συμφορῶν 
καὶ τὸν αὐτοκράτορα ταῖς συνεχέσι λειπο . . . . Ι εἰς τοὔσχατον
τῆς ζωῆς ἐλαυνόμενον. ἀλλὰ καὶ . . . . . . . | ἐκεῖνος ἀνενέγκαι
τῆς δευτέρας λειποθυμίας . . . . . . . | αὐτῷ ἐπιρρανθέντος
 ψυχροῦ καὶ τοῦ τῶν ῥόδων σταλάγ|ματος παρὰ τῆς
φιλτάτης ἐμῆς ἀδελφῆς Μαρίας τὰ αὐτὰ καὶ περὶ τῶν αὐτῶν
ἐπέσκηπτε τῇ βασιλίδι. Ι καὶ πάλιν εἰς τρίτην λειποθυμίαν
ἐνέπιπτεν . . . . . . . ! καὶ μετάστασις ἔδοξε τῇ βασιλικῇ κλίνη
. . . . . . . I τῶν ἀμφὶ τὸ σῶμα ἐκείνου πονούντων καὶ με . . . . |
 καὶ μετεστήσαμεν τὸν αὐτοκράτορα κλινοπετῆ . . . . . | μέρος
ἕτερον τοῦ πεντορόφου οἰκήματος, εἴ πού γε . . οἱ ἐλευθεριώτερον 
ἀναπνεύσαντα ἀέρα τῆς λειπο|θυμίας ἀνενεΓκεῖν.
ἀπέβλεπε γὰρ τὸ μέρος ἐκεῖνο | πρὸς βορρᾶν καὶ οἰκήματα
οὐδαμοῖ ἦσαν ἔπι . . . Ι θοῦντα ταῖς θύραις. ἀλλ’ ὁ τῆς βασιλείας
 διάδοχος Ι προφθάσας ὑπεξῄει πρὸς τὸ ἀποτεταγμένον
| οἴκημα τὸν τοῦ βασιλέως ἐπιγνοὺς ἄναν . . . . |
 
καὶ ἐπέσπευδε τὴν ἐξέλευσιν καὶ ἠπείγετο . . . . . . Ι μέγα
παλάτιον. ἡ πόλις δέ τὸ τηνικάδε νυταράχθη
 γάρ, οὐ μέντοι καὶ παντάπασινδέ γε βασιλὶς
“ἐρρίφθω τὰ πάντα” εἶπΙ κωκυτοῦ ἁ διάδημα
καὶ βασιλεκράτος ἅΠαν καὶ θρόνοι τε καὶ 
 ἀρχαθρηνῳδίας. συνεπεκώκυον δὲ καὶ αὐτκαταφρονήσασα καὶ συνεπένθουν καὶ . . . . . . | καὶ
ἐσπάραττον ἑαυτὰς γοερὸν ἀνοιμώζου . . . . . . . Ι εἰς δύναμιν
ἀνελαυνόμεθα ταύτην ἐπ . . . . . . . Ι σχάταις ἀναπνοαῖς ὁ βασιλεὺς
ἦν. καὶ τοῦ . . . . . . | γόμενον ἐψυχορράγει πρὸς τῇ 
κεφαλῇ . . . . . . Ι γῆς ἡ βασιλὶς ἔρριπτο ἔτι ἀμπεχομένη τ . . . . . . . |
καὶ τὰ κοκκοβαφῆ πέδιλα καὶ ἐπακατετιτρώσκετο
καὶ οὐκ εἶχεν ὅπως ἐνε . . . . . . . Ι φλεγμονὴν τῆς καρδίας.
 τῶν δποστρέψαντες πάλιν καὶ μικρὸν
ἐγκαρπτόμενοι τοῦ καρποῦ τοῦ βασιλικοῦ ἡ . . . κεῖθεν τῶν πληγῶν τῆς ἀρτηρίας αὐτῆςμως μέντοι κατειρωνεύοντο τοῦ καιροῦ. καΙ καὶ
ὑπετείνοντο τὰς μὴ φαινομένας χρηστὰς ἐλ| πίδας. τοῦτο δέ
προνοίᾳ τινὶ ἐποίουν γινώσ . . . || ὅτι ἅμα τῇ ἀπαγορεύσει τῆς
ζωῆς τοῦ βασιλέως | συναποπνεύσει καὶ ἡ βασιλὶς τὴν ψυχήν. 
 
ἀλλ᾿ ἡ | νουνεχὴς ἐκείνη βασίλισσα τούτοις οὔτε πι|στεύειν 
οὔτε ἀπιστεῖν εἶχεν. ἐπίστευς μὲν τεχνίτας |αὐτοὺς πάλαι
γινώσκουσα, διαπιστεῖν δ᾿ εἶχεν ὅτι | ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς τὰ C
τῆς ζωῆς τοῦ αὐτοκράτορος |ἑστηκότα ἑώρα. ἐπὶ τρυτάνης
 δὲ οἶον ἑστηυῖα | εἰς ἐμὲ πολλάκις ἐνητένιζε καὶ τὸν ἐμὸν 
περι|έμενε τρίπουν, ὡς σύνηθες ἦν αὐτῇ κἀν τοῖς \ ἄλλοτε
ξυμπίπτουσι περιστατικοῖς, καὶ ὅ τι ἂν | αὐτῇ ἀποφοιβάσαιμι
προσεδόκα. ἡ μὲν ἐμὴ | δέσποινα καὶ φιλτάτη τῶν ἀδελφῶν
Μαρία, τὸ τοῦ γένους ἡμῶν ἐγκαλλώπισμα, ἡ σταθηρὰ |....,
 τὸ ἁπάσης ἀρετῆς καταγώγιον, μεταξὺ | τῆς βασιλίδος καὶ
τοῦ αὐτοκράτορος ἱσταμένη |.. αὐτοῦ χειρίδιον διεκώλυεν
ἐνίοτε τοῦ τοὐ | ... πρὸς τὸν αἰτοκράτοτορα ὁρᾶν. ἐγὼ δὲ
ἐπέβαλον |... τὴν δεξιὰν τῷ καρπῷ καὶ τὴν κίνησιν \...... υγμῶν 
περιεσκοπούμην, τὴν δὲ πολ|...... ἐπιβάλλοισαν τὰς
 χεῖρας τῇ κεφαλῇ | εψοσαν τὴν κάλυπτραν. ἐν ᾧ
γὰρ εἶ|........καὶ τὴν βασιλικὴν ἐσθῆτα μεταμ |........
τοσαυτάnς ἐπεῖχον ῥώμη τινὰ | μανθάνουσα τῶν σφυγ- 
μῶν ἠπατώμην | οὐ γὰρ ῥώμη τις ἦν τὸ φαινόμενον
με| ........ ἀλλ᾿, ἐπειδὴ τὸ τῆς ἀναπνοῆς μέγα |............
 συνδιΐστατο καὶ τὰ τῆς ἀρτηρίας |......... υμονος, ἀφεμένη
δὲ τῆς χειρὸς τοῦ | ὰτορος καὶ πρὸς τὴν βασιλίδα
δια |........ μένη πάλιν ἐπέβαλον τῷ καρπῷ | .......... ξίαν.
 
ἡ μὲν ἔνυττέ με πολλάκις, ὅτι |....... ετο δηλῶσαι τὰ τοῦ
 σφιγμοῦ. ἐπεὶ δέ |...... αὖθις ἡψάμην καὶ ὑπενδιδόντα
ἔγνω |....... ὰ τῆς δυνάμεως καὶ εἰς ἀσφυξίαν |........
τελεώτατα τὰ τῶν ἀρτηριῶν, ἔγωγε |..... κλίνασα τὴν κεφαλὴν
αὖος καὶ ἀπό|ψυκτος ἦν πρὸς γῆν ἀπονεύσασα καὶ μη- 
δὲν | φθεγγομένη καὶ τὼ χεῖρε τοῖς ὄψεσιν ἔπι|βαλοῦσα καὶ
ὀπισθόπους γενομένη ἐθρήνουν. || ἡ δὲ συνεῖσα τοῦ πράγματος
καὶ τοῖς ὅλο .. | ἀπαγορεύσασα ἐκώκυσέ τε ἀθρόον μέγα
κ ..| διωλύγιον. ἀλλὰ γὰρ πῶς παραστήσω τὴ . |καταχοῦσαν
τὴν οἰκουμένην ἅπασαν σὺ .. | ρᾶν ἢ πῶς τὰ ἐμαυτῆς ἀπο- 
 κλαύσομαι;...|τε βασιλικὴν καλύπτραν ἀπέθετο καὶ τὰς ἐκείνας
ἐθείρας μαχαιρίδιόν τι λαβοῦ ..| ἐν χρῷ διέτεμε καὶ
τὰ κοκκοβαφῆ ...| τῶν ποδῶν ἀπορριψαμένη μέλανα ....|
ἐδεῖτο τὰ προστυχόντα. ἀλλάξασθαι δὲ καὶ \ τὴν πορφυρίδα
βουλομένη μελαίνης ἐσ|θῆτος προχείρως ἱμάτιον οὐχ εὑρισκετ. 
|ἐξ ὧν δέ ἡ τρίτη τῶν ἐμῶν ἀδελφῶν εἶχ.....| φίων καταλλήλων
τῷ καιρῷ καὶ τῷ πράγ ....| χηρείας καὶ πάλαι κακοῖς
ὁμιλήσασα ....|βοῦσα ἡ βασιλὶς ἀμφιέννυτο καὶ τὴν ἀ ....|
καὶ ζοφώδη καλύπτραν ἐπέθετο τῇ κεφα ...| καὶ ἐν τούτοις
 ὁ αὐτοκράτωρ τὴν ἱερὰν ψυ ...| ἀφῆκε Θεῷ· καὶ ὁ ἐμὸς 
 
ἥλιος ἔδυ ἐφ . . . . . Ι οἱ μὴ ἀπὸ πάθοις ἀλισκόμενοι τὴν . . . 
. . . | ἐθρήνουν ἐκόπτοντο γοερὸν ἀνοιμ . . . . . . | εἰς οὐρανὸν 
τὰς φωνὰς ἀνέπεμποντὸν εὐεργέτην, τὸν τὰ
τάντα αΙ σαντα ἀποκλαιόμενοι. ἐγὼ μ . . . . . .
 . . . . . . | πιστῶ ἐμαυτῇ, εἴπερ ζῶ τε καὶ γμονεύω
θάνατοι τοῦ αὐτοκράτορπαφῶμαι τῷ ὀφθαλμῷ,
μήποτε . . . . . . . ναρ ἐστὶ τὰ νῖν ὑφ᾿ ἡμῶν ὑπαγορε
. . . . . . | δέ γε καὶ μὴ ὄναρ ἐστὶν ἀλλ’ ἔκστασίς . . . . Ι καὶ παρακοπὴ
καὶ πάθος περὶ ὄμμα . . . . . . | καὶ ἀλλόκοτον. πῶς
 γὰρ ἀπορρυέντος . . . . | τοῖς βιοῦσιν ἐγὼ συντάττομαι καὶ
σὺν . . . | ζῶσιν ἢ πῶς οὐ συνεπαφῆκα καὶ . . . . . | ψυχὴν ἢ 
εὐθὺς ἐκπνεύσαντος συνεξ . . . . . . | καὶ ἀναίσθητος ἀπωλόμην,
εἰ δέ μπόνθει, πῶς οὐκ ἀπό τινων ὑψηλῶν
καὶ . . . . | ώρων ἀίτην ὤθησα ἢ κατὰ κωμάτων ἑ . . . . . . | ποντίων
 συμφοραῖς μεγάλαις τὴν ζωὴν . . . | ἔγραψα. ἀλλ’
ἔστιν ἄρα κατὰ τὴν τράγῳ . . || . . πάθος καὶ ξυμφορὰ θεήλατος,
ἡς οὐκ ἂν ἄχθος |. . οἴμην ἐγώ. οὕτω γάρ με ὁ Θεὸς
συμφορῶν μεγάλων | . . ποίηκε καταγώγιον. ἀπεβαλόμην τοσοῦτον
| . ωστῆρα τῆς οἰκουμένης, τὸν μέγαν Ἀλέξιον ’ καὶ | 
 
μὴν ἡ ψυχὴ τοῦ ταλαιπώρου ἐπετρόπευε σώματα . | . πέσβη
καὶ ὁ μέγιστος λύχνος, μᾶλλον δὲ ἡ πάμφω | . . . . κείνη σελήνη,
τὸ μέγα τῆς ἀνατολῆς καὶ δύ |... ς πρᾶγμα καὶ ὄνομα,
ἡ βασιλὶς Εἰρήνη, καὶ |.... ῶμεν καὶ τὸν ἀέρα ἐμπνέομεν.
εἶτα ἄλλων |.. ἄλλοις κακῶν γεγονότων καὶ πρηστήρων με|. 
άλων καταιγισάντων ἡμᾶς ἐπ᾿ αὐτὸ τὸ κορυφαι ...τὸν
 τῶν κακῶν ἰδεῖν τοῦ Καίσαρος θάνατον |.... λάθημεν καὶ
τετηρήμεθα τοσαύταις κακῶν |..ριστάσεσι. μετὰ γάρ τινας
ἡμέρας τοῦ κακοῦ | ...αστεύοντος καὶ τῆς τέχνης ἀπαγορευούσης
| ...πέλαγος ἀθυμίας ἐμαυτὴν διαφεῖσα τοῖς |...ις 
ἠγανάκτουν τοῦτο μόνον, ὅτι καὶ ἡ ψυχή μου |....ν ἐν τῷ
σώματι. καὶ εἰ μή, ὡς ἔοικεν, ἀδα | .... ίνη τις ἦν ἢ ἄλλης
τινὸς φύσεως διάπλασις | ............ καὶ ξενίζουσα, κἂν
ἀπωλόμην εὑ |.........υρίους θανάτοις ἀπέθανον. Νιό-
 βην | ά τινων τερατευομένην ἀκούομεν |...... 
.....ς λίθον μεταβαλοῦσαν διὰ πένθος |.............
τα καὶ μετὰ τὴν ἀμοιβὴν τὴν εἰς | ............... παραπέμπουσαν
τὸ πάθος ἀθά | ........... ς φύσιν ἀναίσθητον,
ἐγὼ δ᾿ ἄρα καὶ |...μηθεστέρα ἐκείνης, ὅτι καὶ
μετὰ τὰς μεγίστας | ..........τῶν συμφορῶν μεμένηκα 
οὕτως αἴσθῃ | ........ ἄλλων ἦν ἄρα πρὸς πέτραν
 
ἄψυχον ἀμειτὰ μου ἀπορέειν δακρύων
ἔμενον . . . . . . . οὕτως ἀναισθήτως ἔχουσα πρὸς τὰς
συμτοσαῦτα ὑπενεγκεῖν δεινὰ καὶ εἰς 
. . παλάτια ἐξ ἀνθρώπων ἐπεγείρεσθαί μοι ἀφόρητα | 
 . . . . . δυστυχέστερον καὶ τῶν τῆς Νιόβης κακῶν | . . . . . . .
μὲν μέχρι τοίδε φθάσαντα τὰ δεινὰ τῆς Ι . . . . . . . ῶς
ἔληξεν. ἤρκει ἂν ἐπ’ ἀμφοῖν τοῖν βάσι | . . . . καὶ ἡ τοῦ
Καίσαρος συμφορὰ καὶ τὰ ἐκείνων | . . ήματα εἰς ἐκτριὴν
ἡμετέραν καὶ τῆς ψυχῆς | καὶ τοῖ σώματος· νῖν δέ ὡσΠερ
 ποταμοί τινες ἐξ ὑψηλῶν ὀρῶν καταρρέοντές μο . . . . . . . . |
σί τε τὰ τῶν συστυχημάτων ῥεύματα . . . . . . . . Ι ὡς εἰς μίαν
χαράδραν συγκατακλύζουσαν . . . | τὴν ἐμὴν οἰκίαν. τέλος 
γοῦν ὁ λόγος . . . . . . , Ι μὴ καὶ ἀναγράφοντες τὰ λυπηρὰ
πμπικραινοίμεθα.
 Εῤῥίκου τοῦ Δορμαλίου