XVIII. 

 Νόμος τὸν ξενίας ἁλόντα πιπράσκεσθαι· ἑάλω

ξενίας ὁ Δημοσθένης. ἔπεμψε Φίλιππος ὠνού-

μενος αὐτόν. γράφει Δημάδης διδόναι, Ὑπερί-

δης δημόσιον εἶναι. 

 Ὑπερίδης. 

 οἴας μὲν ἐκτίνω τὰς χάριτας, ὦ ἄνδρες' Αθη-

ναῖοι, Δημοσθένει τῆς πολιτείας καὶ τῆς φιλίας, ἔνεστιν

ὑμῖν ἀπὸ τοῦ ψηφίσματος καταμανθάνειν, δοῦλον

αὐτὸν εἶναι γράφω καὶ τὸ τούτου δεινότερον, Ἀθη-

 ναίων ἀπάντων, ἀλλ’ οὐχ ὅ τι πείσεται δεινὸν Δημο-

σθένης, τοῦτο σκοπῶ, μέλει γάρ μοι ἐλάχιστον τῆς

τούτου συμφορᾶς, ἀλλ’ εἰ Φίλιππός τινα παρ’ ὑμῶν

 

 Va = Codex Vaticanus gr. 82 

 Β = Barberinus II 41 

 Ma = Matritensis 4679, olim N-49 

 D = Parisinus gr. 1759 

 L = Laurentianus LVII 23 

 La = Laurentianus LVII 21 

 

 

 



 

ὠνήσεται νῦν μὲν δοῦλον ὄντα, πρότερον δ’ ἄριστον

εἶναι δοκοῦντα τῶν δημαγωγῶν.

Φίλιππος μὲν οὖν

οὐδὲν διαπράττεται θαυμαστὸν τὸν ἐχθρὸν ὠνήσασθαι

προαιρούμενος, ὑμῖν δ’ αἴσχιστόν ἐστι προέσθαι δοῦ-

λον ἐσόμενον τὸν κατὰ πολὺ σεμνότερον | τῶν 

ἐλευθέρων καὶ οὐδὲ παρὰ τὸν τῆς δουλείας καιρὸν 

πεπαυμένον τῆς εἰς τὸν δῆμον εὐνοίας, ἀλλὰ μένοντα

καὶ παρὰ τὰς συμφορὰς ἐν τῷ τῶν ἐλευθέρων σχήματι.

Δημοσθένης μὲν οὖν οὕτως ἔχει μεγαλοφροσύνης

ὥστε, κἂν ἀποκτείνειν αὐτὸν ἐθέλητε καὶ τιμᾶν αὺτῷ 

τῶν ἐσχάτων, ἕτοιμός ἐστιν ὑπομένειν. ἀλλὰ χρὴ πρὸς

τὸ συμφέρον ὑμᾶς ἐκλογίζεσθαι. τῷ μὲν γὰρ δοκεῖν

δοῦλον ἀποδώσεσθε, ἔργῳ δὲ τὴν ἐλευθερίαν τὴν κοι-

νὴν μετὰ Δημοσθένους Φιλίππῳ προήσεσθε.

ξένος

ὢν Δημοσθένης, τοῦτο γὰρ αὐτὸν δεῖ καλεῖν ἑαλωκότα, 

τὴν πόλιν ἔστερξε τὴν ὑμετέραν ὡς τῶν αὐτοχθόνων

εἷς, ὧς Ἀθηναῖος γνήσιος, καὶ διὰ τοῦτο πολὺν ἔλαθε

 

 

 

 

 

 



 

χρόνον καὶ κατὰ μηδέν τι ταῖς Ἀθήναις προσήκων ἐν

τοῖς εὐνουστάτοις καὶ τοῖς εὐγενεστάτοις τῶν πολιτῶν

ἐκρίνετο. ὠδύρετο Φωκέας ὁ ξένος, ἔκλαιε τὸ Χαλκι-

δέων γένος ὁ μὴ πολίτης, ἐμίσει Φίλιππον ὁ ἀλλό-

 τριος, ὑπὲρ Ἀθηναίων ὡς Ἀθηναῖος ἐπολιτεύετο. ἀλλ’

ἤλεγξεν αὐτὸν ξένον ὄντα Φίλιππος. οἱ γοῦν ἐκείνῳ

χαριζόμενοι παρῆγον αὐτὸν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ

ἄνθρωπος πολλάκις ἐστεφανωμένος ἀρετῆς καὶ εὐνοίας

ἕνεκεν ἐκρίνετο καὶ ἡλίσκετο. καὶ ὁ πρότερον δουλεύ-

 ὄντας Θετταλοὺς καὶ τὴν Θρᾴκην ὀδυρόμενος πολλάκις

νῦν δοῦλός ἐστι.

καὶ δουλευέτω, ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις,

ἀλλ’ ἐνθάδε, παρ’ οἶς κατέγνωσται, δουλευέτω τοῖς

δικασταῖς, τοῖς μαρτυροῦσι, τοῖς γραψαμένοις, τοῖς

κατηγορήσασιν. ἠδίκησε τὸν δῆμον εἰς τὴν πολιτείαν

 ἐγγραφείς. ὁ δῆμος οὖν ἔστω κύριος, οἶ πεπονθότες

ἔστωσαν δεσπόται τοῦ σώματος. τί τὸν κοινὸν οἰκέτην

ὑπερορίζεις; 

 6. Εἴρηται, φησί, πιπράσκειν τὸν τῆς ξενίας

ἁλόντα. καὶ Φίλιππός ἐστιν ὠνητής. πρότερον

 μὲν γάρ, ὧς ἔοικεν, ὠνεῖτο τὰς πόλεις, νυνὶ δὲ καὶ

 τοὺς | δημαγωγούς. ἐγὼ δ’ οἶδα πάντας τοὺς

ἀδικήσαντας ἐνταῦθα τὴν τιμωρίαν ὑπομένοντας καὶ

 

 

 



 

οὐδεὶς οὔτε τῶν τὰ μεγάλα δεδρακότων οὔτε τῶν τὰ

μετριώτερα παρ’ ἄλλοις τὴν δίκην ὑπομένει, ἀλλὰ

κέκριταί τις ἐνταῦθα, καὶ τοῖς ἐπιτιμίοις ὑπεύθυνος

γίγνεται. ὥσπερ οὖν <ἅν> εἰ τὴν τῆς ξενίας

ἔγραφε παρ’ ἄλλοις εἰσάγειν, παρηνόμει καταλύων τὰ 

δικαστήρια, τὸν αὐτὸν τρόπον ἀκύρους τοὺς νόμους

ποιεῖ ἐν οἶς τὸν ἁλόντα ξενίας ἄλλοις πιπράσκεσθαι

παραινεῖ.

τίς τῶν ἑαλωκότων ἐπὶ φόνῳ παρ’ ἄλλοις

δίδωσι δίκην; τίς τῶν ἐπὶ προδοσίᾳ κατεγνωσμένων

ὧς ἄλλους κολασθησόμενος ἀφικνεῖται; τίς τῶν ἀστρα- 

τεύτων ἢ τῶν τὰς τάξεις ἀπολιπόντων; οὐδὲ εἷς. εἰ

μὲν οὖν ἄλλοι τινὲς τῶν πονηρῶν παρ’ ἄλλοις τισὶ

δίκην ὑπέσχον, πίπρασκε καὶ Δημοσθένην ἔξω μακράν,

εἰ βούλει, τῆς Ἀττικῆς ἀπάγων, μᾶλλον δὲ καὶ τῆς

Ἑλλάδος· εἰ δ’ οὐδείς, ὃ κατὰ τῶν ἄλλων γραφόμενον 

ἔδοξεν ἂν εἶναι παράνομον, τοῦτο οὐ δεῖ νόμιμον

κατὰ μόνου Δημοσθένους λογίζεσθαι.

ἀτιμοῦταί

τις. ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις. ὀφλισκάνει τις δίκην χρημάτων.

ἀλλ’ οὐ παρ’ ἄλλοις τὴν ζημίαν ἐκτίνει. αἰ διδόμεναι

δωρεαὶ τοῖς εὐεργετήσασιν ὑμῶν τὴν πόλιν οὐκ ἀπ’ 

 

1 



 

ἄλλων δίδονται. οὕτω καὶ τὰς τιμωρίας δεῖ πράττεσθαι

παρ’ ὑμῖν οὓς ἠδικήκασιν. ὅτε μὲν οὖν ἐλεύθερος

ἐδόκει Δημοσθένης καὶ δημαγωγὸς ἀγαθός, οὐ Φίλιπ-

πος αὐτὸν ἐστεφάνου οὐδ’ ἐκεῖνος αὐτῷ παρεῖχε τἀς

 δωρεάς, ἀλλ’ ὁ δῆμος αὐτός· ἐπειδὴ δὲ δεδυστύχηκεν,

ὧς ἁλοὺς δουλεύσων πέμπεται.

καὶ ἰδίᾳ μὲν ἡμεῖς

ὁπόταν πιπράσκωμεν εὔνους οἰκέτας, ὀκνοῦμεν ἀλλαχῆ

τούτους ἀποδίδοσθαι, τῆς δὲ Δημοσθένους δουλείας

 ἄλλοις παραχωρήσομεν; | καὶ Φίλιππος μὲν οἰκέ-

 του ὢν ἀδοξότερος καὶ τῶν ἀνδραπόδων ἀγενέστερος

οὐδένα τῶν πονηρῶν τῶν παρ’ αὑτῷ πρὸς ὑμᾶς ἀπο-

στέλλει δίκην ὑφέξοντα, ὑμεῖς δὲ εἰς Μακεδονίαν τοὺς

ἁλόντας ξενίας πέμπετε ὥσπερ ἀποροῦντες δεσποτῶν; 

 10. Ἀλλ’ οὐ διώρισε, φησίν, ὁ νομοθέτης

 ὅποι δεῖ πιπράσκεσθαι. οὐχ ὥρισεν, ἀλλ’ οὐδ’

ἐπέτρεψε. τὸ τοίνυν μὴ συγχωρεῖν ἄντικρυς ἴσον ἐστὶ

τῷ κεκωλυκέναι. εἰ μὲν γὰρ ἐπέτρεπεν ἀλλαχῆ πιπρά-

σκειν, οὐκ ἂν ἐν τῷ νόμῳ παρεσιώπησεν, ὁ δὲ τοῦτο

προσθεῖναι κατοκνήσας σαφῶς ἀπεῖπεν. ἐρωτῶ γάρ σε·

 πότερα ἐλεεῖ τὸν ξενίας ἁλόντα ἢ τοὐναντίον μεμίση-

 

 

 



 

κεν; εἰ μὲν γὰρ ἐλεεῖ, πῶς οἰκτείρειν ἐστὶ τὸ πι-

πράσκειν ἀλλαχῆ; εἰ δὲ μισεῖ, μόνως οὕτως ὑπομένει

δίκην ἀξίαν, ἂν ὑμεῖς ἔχητε δουλεύοντα. ἐξελήλυθε

τῆς πόλεως τὸ σῶμα, καὶ ἡ τιμωρία παύεται. εἰ γὰρ

Φιλοκράτης ἑάλω ξενίας, ἔδει τοῦτον ἀλλαχῆ πιπρά- 

σκεσθαι. εἰ γὰρ Δημάδης, εἰ γὰρ Ἡγήμων, εἰ γὰρ

Αἰσχίνης, εἰσὶ γάρ, εἰσὶ δωροδόκοι, πονηροί, ἀλλ’ οὖν

γε πολὺν χρόνον σύνοικοι γεγόνασιν ὑμῖν. 

 11. Ὅταν δὲ τὸ ἀξίωμα ἐννοήσω τοῦ δούλου,

γίγνεται γάρ τις καὶ δοῦλος ἔνδοξος, οὐ φέρω τὸ 

καινὸν τῆς πράσεως. ἥκει τις ὠνησόμενος Δημοσθένην.

τὸν ὠνητὴν ἀνακρίνατε, τὸν ἔμπορον ἐξετάσατε. εἰ

μέν ἐστι Πελοποννήσιος, εἰ μέν ἐστιν ἐκ τῆς Ἑλλάδος,

εἰ Βυζάντιος, εἰ Περίνθιος, πιπράσκω, φιλοῦντας ἔξει

δεσπότας καὶ χάριν εἰδότας, ταχέως ἐλευθερωθήσεται 

ὑπὲρ ἐλευθερίας ἐλευθερίαν λαβών, | προσοφεί- 

λοῦσιν αὐτῷ ταύτην τὴν χάριν οἱ κύριοι· ἂν δὲ Ἕλ-

ληνα πιπράσκω βαρβάροις, ἂν τὸν ἐμὸν οἰκέτην παρα-

χωρήσω Μακεδόσιν, ἂν Φιλίππῳ, πολλὰ ὠνεῖται δι’

ἑνὸς σώματος, τὴν παρρησίαν, τὸ βῆμα, τὰς ἐκκλησίας 

 

 

 

 



 

τὰς Δημοσθένους τὰς παλαιάς, τὴν ἀρχαίαν τύχην τοῦ

δημαγωγοῦ, τὸν Πειραιᾶ, τὰς τριήρεις, τὸ φρόνημα

τῶν Ἀθηναίων, τοὺς ὅρκους οὓς ὤμοσε. Μαραθῶνα

τούτῳ συμπιπράσκεις, Σαλαμῖνα, τἀς Πλαταιάς, πάντα

 τὰ Δημοσθένους ῥήματα.

ὢ τῆς καινῆς ἐμπορίας,

ὢ τῆς παραδόξου πράσεως. ἃ μὴ δύναταί τις πολέμῳ

λαβεῖν χρημάτων λαμβάνει. κἂν τὴν Ἀθηναίων τύχην

ἐξαγώγιμόν τις βούληται λαβεῖν, λαμβάνει σὺν Δημο-

σθένει. τί οὖν ἔτι μάχομαι; τί οὖν ἔτι κινδυνεύω; τὸ

 ἆθλόν μου τῶν κατορθωμάτων ἀφαιρῇ. ἐξέταζε τοὺς

ἐν Θήβαις ἁλισκομένους. πολυπραγμόνει τοὺς ἐν Θετ-

ταλοῖς δυστυχοῦντας. Ἀθήνησι δὲ κἂν ἁλῷ τις ξενίας,

ἐνδοξότερός ἐστι τῶν παρ’ ὑμῖν ἐλευθέρων Μακεδό-

νων.

ἀλλὰ σὺ μὲν οὐ πέμψεις Ἀθηναίοις Ἀντί-

 πατρον οὐδὲ Παρμενίωνα οὐδ’ ἄλλον, ἂν παρέχωσι

χρήματα, σὺ δ’ ἄξεις οἰκέτην ἐμόν, ὃν αὐτὸς ἐκτησάμην

ἐκ καταδίκης; οὐδείς ἐστιν οἰκέτης πονηρός, ἵνα κριθῇ

τῆς Μακεδόνων δουλείας ἄξιος. μέγα τοῦτο ἐπιτίμιον,

ὑπὲρ τὴν πρᾶσιν, μᾶλλον δὲ καὶ θανάτου χαλεπώτερον.

 λύεις τὸν νόμον τῆς αὐτομολίας, λύεις τὸν νόμον τῆς

προδοσίας. 

 

 

 



 

 14. Ταῦτα πάντα ἐν τούτῳ τῷ ψηφίσματι

γέγραπται. ἀλλ’ ὅτε μὲν ἐλεύθερος Δημοσθένης

ἐδόκει, οὐδὲ πρεσβεύειν εἰς Μακεδονίαν ὑπέμεινε τὴν

ἀδοξίαν τῆς πρεσβείας οὐ φέρων, ἀλλὰ καὶ καταναγκα-

ζόντων ὑμῶν πολλάκις ἐξώμνυτο, νυνὶ δὲ ἐπειδὴ 5

κατέγνωσται, πεμφθήσεται; ἔστω τις ἐξωμοσία καὶ τοῖς

οἰκέταις δικαία μηδὲ τούτου | τύχῃ Δημοσθένης, RIV 328

εὐμενοῦς δὲ κυρίου καὶ φιλανθρώπου καὶ τὰς τῶν

δυστυχούντων συμφορὰς ἐλεεῖν δεδιδαγμένου. 

 15. Τοῦτ’ οὖν λογίζεσθε, ποῖ πιπράσκεται, τίς ὁ 

ὠνούμενος, τὸν ἔμπορον τοῦ σώματος, τὴν διάνοιαν

ἀφ’ ἧς ὠνήσασθαι βούλεται. οὐ γὰρ ἀπορῶν οἰκετῶν

ὁ Φίλιππος ὠνήσασθαι τοῦτον ἐσπούδακεν. εἰ γὰρ

μηδὲν ἄλλο, ὁ πόλεμος αὐτῷ δίδωσιν οἰκέτας πολλοὺς

καὶ χορηγὸς οὗτος τῶν ἀνδραπόδων γίγνεται. καὶ 

πολλοὶ δουλεύουσι Φιλίππῳ Φιλίππου κρείττονες, ἐν-

δοξότεροι τοῦ δεσπότου. ἀλλὰ τέχνη τοῦτο καὶ σό-

φισμα καὶ πολέμου καινὸς τρόπος καὶ μηχάνημα.

ἐγὼ ταύτην τὴν ὠνὴν ὑπολαμβάνω πολιορκίαν καὶ

προσβολήν. τοῦτο τὸ ἀργύριον ἔθνη καὶ πόλεις ἀπο- 

 

 

 



 

λώλεκεν. ὡς Θετταλῷ μοι προσφέρεται Φίλιππος. ἐν

τῇ τάξει με τῶν Δολόπων ἔχει καὶ ἀργύριον ἀριθμεῖ.

καὶ νόμον μὲν ὑμεῖς τεθείκατε, ἄν τις ὧς Φίλιππον

ὅπλα ἄγων ἁλῷ ἢ σκεύη τριηραρχικά, θάνατον εἶναι

 τὴν ζημίαν, ὑπὲρ ἀψύχων χαλεπαίνετε, ἀγώγιμον δὲ

ἄνθρωπον πέμποντες ἐκεῖ τριήραρχον γενόμενον ὑπὲρ

τῶν ὅλων οὐκ αἰδούμεθα;

ἑάλω Μιλτιάδης, ἑάλω,

ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις ἔδωκε δίκην. ἐζημιοῦτο Περικλῆς,

ἀλλ’ οὐ Λακεδαιμονίοις ἐξέτισε τὰ χρήματα. σὺ δὲ

 τοῖς ἐχθροῖς παραδίδως. ξένος Δημοσθένης, οἶ δὲ ὑπὸ

τῇ Καδμείᾳ πεσόντες οὐκ ἦσαν ξένοι; ἀλλ’ ἐθάπτοντο

ὑφ’ ἡμῶν. εἶτα ἀποθανόντας μὲν τοὺς ξένους οἰκτεί-

ρομεν, ζῶντας δὲ οὐκ ἐλεήσομεν; ἧκόν ποτε φυγάδες

πρὸς ἡμᾶς Ἡρακλέους ἔγγονοι καὶ τῆς πατρῴας εὐερ-

 γεσίας ἐκομίσαντο τὸν μισθόν, ἀνέλαβον τὴν ἀρχὴν

τὴν πατρῴαν εὔνοιαν διηγούμενοι. οὗτος δ’ οὐκ ἀλλο-

τρίοις, ἀλλ’ οἰκείοις θαρρῶν κατορθώμασιν ἐκπεσεῖται

 τῶν᾿ Αθηνῶν ἐπ’ ἐξαγωγῇ | πωλούμενος;

ἔξω]

πιπράσκεται Δημοσθένης, ἀλλ’ οὐ Φίλιππον ὠνεῖσθαι

 

 



 

δεῖ. ἐπιτήδειος οὗτος δυστυχεῖν, ἀλλ’ οὐ Φίλιππος

ἐντρυφᾶν τοῖς ἡμετέροις οἰκέταις. ἀδοξότερός ἐστι

Δημοσθένους ἑαλωκότος. ξένος οὗτος, ἀλλ’ ἐκεῖνος

πολέμιος. δοῦλος, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἐχθρός. ἀδίκως οὗτος

εἰς τὴν πόλιν ἑαυτὸν ἐνέγραψεν, ἐκεῖνος δὲ ἀδίκως 

αὑτὸν εἰς τὴν τῶν Ἑλλήνων ἀρχὴν ἐγγράφει. ἔκλεψεν

οὗτος γένος, ἐκεῖνος δυναστείαν. Παιανιεὺς οὗτος

ἐκλήθη ποτέ, ἐκεῖνος δὲ βασιλεὺς ἀδίκως κέκληται.

ἀφαιρεῖταί μου Φίλιππος τὴν ἐν θαλάττῃ πολιτείαν,

ἀποστερεῖ με <Δημοσθένης> τῆς τοῦ γένους ἀρετῆς. 

ὁ μὲν ἐρασθεὶς νόμων, ἐθῶν εἰσῆλθεν εἰς τὴν πολι-

τείαν, ὁ δὲ μισῶν ἐχθρῶς σφετερίζεται τὰ τῶν Ἀθη-

νῶν κτήματα. τοῦτον ἐδίωξάν τινες ἐνταῦθα ξενίας

γραφήν, ἐκεῖνον οἱ πατέρες ἡμῶν πολλὰς ἐδίωξαν

γραφάς, ξενίας, ἀσεβείας, ὅτι βάρβαρος ὢν καὶ μηδέν 

τι ταῖς Ἀθήναις προσήκων καὶ πολλῷ τῶν βαρβάρων

ἀγενέστερος ἡγεμονίας καὶ δυναστείας κατὰ μηδὲν

αὐτῷ προσηκούσης ἀμφισβητεῖν ἐσπούδακεν. 

 20. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μεμαθήκατε διότι μὴ δεῖ πωλεῖν

ἀλλαχῆ Δημοσθένη μηδὲ τοῖς πολεμίοις, ὑπολείπεταί 

 

 

 



 

μοι λοιπὸν δεικνύειν ὅτι δημόσιον αὐτὸν εἶναι δεῖ

τῶν Ἀθηναίων. 

 Ἀλλ’ ὁ νόμος, φησί, διείρηκε πιπράσκεινι,

σὺ δὲ κατέχειν ἀξιοῖς παρὰ τὴν ἐκείνου γνώ-

 μην <καὶ> δημόσιον αὐτὸν εἶναι

 ἐγὼ δέ, εἰ καὶ παράνομον | φήσει τις εἶναι τὸ

ψήφισμα τοὐμόν, ἀλλ’ εἰ λυσιτελές ἐστιν, ἀνάγκην

εἶναί φημι προσέσθαι. καὶ γὰρ εἰ λύεταί τι τῶν νο-

μίμων, τὸ τῆς πατρίδος συμφέρον κυριώτερον εἷναί

 φημι γραμμάτων πολλῶν. ὁπότε γὰρ καὶ τοὺς νόμους

αὐτοὺς ὑπὲρ τοῦ κοινῇ συμφέροντος τιθέμεθα, πῶς

ἀδικοῦμεν, εἰ τὸ κοινῇ συνοῖσον τῶν νόμων προτιμῶ-

μεν;

εἶτ’, εἰ μὲν ἐκώλυον αὐτὸν εἶναι δοῦλον,

παρηνόμουν <ἂν> τὴν ζημίαν ἀφαιρῶν ἢν ἐπὶ

 ἀλοῦσι τῆς ξενίας τεθείκαμεν. εἰ δὲ τὴν δουλείαν

προστίθημι, κατ’ ἀμφότερα τὸ ψήφισμα δεόντως γέ-

γραπται, ὅτι τε φυλάττει τὴν δίκην τὴν ὑπὸ τῶν νό-

μων τῶν παλαιῶν τοῖς ξένοις ὁρισθεῖσαν καὶ ὅτι

κύριον ἀποφαίνεται τοῦτον τοῦ Δημοσθένους, ὅς ἐκ

 τῆς τούτου δουλείας τὰ μέγιστ’ ὠφεληθήσεται. καὶ τὸ

 

 

 



 

μὲν ἄλλω αὐτὸν ἴσως ἐστὶ τοῖς νόμοις ὑπεναντίον, τὸ

δὲ τῷ δήμῳ δουλεύειν ἀναγκάζειν κατὰ τὴν τοῦ νόμου

γνώμην ἐστὶ γεγραμμένον. αὐτοῦ εἶναι δεῖ κυρίους

ὑμᾶς ὧν καὶ πρότερον πολίτης ἔδοξε. πάντας ἠδίκησεν

Ἀθηναίους. οὐκοῦν πάντες ἔστωσαν δεσπόται τοῦ σώ- 

μάτος.

δημεύετε πολλάκις ὑμεῖς οὐσίας τῶν κατα-

δίκων, ἀλλ’ ἔνεστιν ὠνήσασθαι τῷ δήμῳ τὰ κτήματα.

ὥσπερ οὖν ἐπ’ ἐκείνῳ δέδωκεν ὁ νόμος κύριον γε-

νέσθαι τὸν δῆμον τῶν δημευομένων κτημάτων, οὕτω καὶ

τοῦτο συγκεχώρηκεν, ἐπὰν δημόσιον εἶναί τις γράφῃ τὸν 

ξενίας ἑαλωκότα.

τί οὖν ἔσται Δημοσθένης

χρήσιμος δημόσιος γενόμενος; ὃ καὶ πρότερον

ἦν ἐν. τοῖς ἐλευθέροις ἀριθμούμενος. τὴν γὰρ τύχην

μεταβέβληκεν, οὐ τὴν προαίρεσιν, καὶ γέγονεν ἀλλό-

τριος τῆς δόξης, οὐ τῆς εἰς τὸν δῆμον εὐνοίας. οὐ 

γὰρ ὁμοῦ τῷ τῆς ἐλευθερίας ἀποστερηθῆναι | 

πέπαυται καὶ τοῦ τοῦτον ὠφελεῖν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς αὐτῆς

<μένει< τάξεως. τὴν μὲν γὰρ καταδίκην οὐχ

λογιζόμενος, τοῖς δὲ ψηφισαμένοις καὶ τοῖς κατηγορή-

σασι πρὸς ὑμᾶς ὅμηρα πολλὰ τῆς εὐνοίας ἔχει, στεφά- 

νοῦς, κηρύγματα, φιλοτιμίας, δωρεάς, ἄλλα δι’ ἃ πᾶσι

παραινέσει, σύμβουλον αὑτὸν τῶν ἀρχόντων ἀποδείξε

 

 



 

τᾶι, διδάσκαλον τῶν στρατηγῶν.

οὐδέν τι δεινόν,

ἂν παρὰ τῶν οἰκετῶν τὰ μάλιστα συνοίσοντα τῇ πα-

τρίδι μανθάνωσιν. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ καὶ πάντων ἀτοπώ-

τατον εἶναι τοῖς πολεμίοις τοιούτους συμβούλους

 προίεσθαι. δοῦλος, ἀλλ’ εὔνους. δοῦλος, ἀλλὰ λέγειν

ἱκανώτατος. δοῦλος, ἀλλὰ παρρησίαν ἔχει τῶν ἐλευθέ-

ρων μείζονα. ἐπιπλήξει τοῖς δεσπόταις, νουθετήσει,

σωφρονίζειν ὑμᾶς καὶ παρὰ τὴν δουλείαν πειράσει.

ταῦτα πολλάκις <ἐπεῖ> οὐ τὸ ἐμὲ

 δοῦλον δεινόν έστιν, ἀλλ’ ἐκεῖνο δεινὸν ὧς

ἀληθῶς δῆμον ἐκ προγόνων ἐλεύθερον, δῆ-

μον αὐτόχθονα, ἄρχειν εἰωθότα, ἡγεμόνα δε-

δειγμένον, ναυμαχίας ναυμαχήσαντα πολλάς,

<πολλὰς> πεζομαχίας πεζομαχήσαντα,

 μέγαν γενόμενον, πιστὸν τοῖς Ἕλλησι γενόμενον

σύμμαχον, φοβερὸν τοῖς βαρβάροις πολέμιον,

τοῦτον ἀποστῆναι τῆς ἐλευθερίας Μακεδόσι.

μὴ περιίδητε Δημοσθένη ξενίας ἁλόντα μηδὲ

ὠνητὴν Φίλιππον γενόμενον δημαγωγοῦ πα-

 λαιοῦ.

πολλάκις ἀκούειν τούτων τῶν ῥημάτων

καλόν. <καλὸν> ὑπὸ οἰκέτου χρηστοῦ

 

 

 



 

ἐρημία τῶν ἐλευθέρων ἐστὶ δημαγωγῶν. πέπρανται

πάντες ἐκεῖνοι ξενίας ἑαλωκότες οὐκ ἐν δικαστηρίοις,

ἀλλ’ ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ τῷ λογισμῷ. καὶ τὸ δεινότα-

τον, αὑτοὺς πιπράσκουσι | χρήματα ἐπὶ τοῖς ἰδίοις 

σώμασι λαμβάνοντες καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῖς ἐχθροῖς 

προπίνοντες. οἰκέτου δέομαι χρηστοῦ, τοὺς γὰρ ἐλευ-

θέρους οὐκ ἔχω. οὐχ ὁρᾶτε κτήματα λαμβάνοντας

αὐτοὺς ἀπὸ Βοιωτίας καὶ προσόδους ἀπὸ τῶν συμμά-

χων τῶν ἀπολωλότων καὶ τῶν ἀναιρουμένων πόλεων

ἀπαρχὰς λαμβάνοντας, ἔν ὅμηρα τῆς πολιτείας ἔχοντες 

εἰσαεὶ μένωσιν ἐπὶ τῆς προδοσίας; 

 27. Ἐπὶ τούτῳ δ’ εἰκότως τὰς ἐλπίδας πεποιήμεθα.

τί γὰρ οὐκ ἐπολιτεύσατο τῶν δεόντων; τί δ’ οὐκ

ὤνησε τὴν πόλιν; τίνος ἀπέστη τῶν χρησίμων; ἐν

ποίοις καιροῖς οὐκ ἐπιτηδειότατον αὑτὸν παρέσχεν; 

οὐ τὸ κατ’ αὐτὸν σώζεται μὲν Ὄλυνθος καὶ τὸ Χαλ-

κιδέων γένος, μένει δὲ Εὔβοια τὴν ἀρχαίαν ἐλευθερίαν

ἔχουσα, κέκλεινται δὲ Πύλαι τοῖς βαρβάροις κάλλιον

ἢ ὑπὸ Λακεδαιμονίων ἐκλείσθησαν; Λεωνίδας μὲν γὰρ

 

 



 

ἔπεσε μαχόμενος, Δημοσθένης δ’ <οὐκ> ἔπεσε

τευόμενος. 

 28. Ἔα ταῦτα, ἀλλὰ τὴν σιτοπομπίαν ὅρα καὶ τὴν

Βυζαντίων πόλιν ἐκ τῶν χειρῶν ἡρπασμένην τοῦ Μα-

 κεδόνος, Χερρόνησον ὅρα, Πέρινθον, τοὺς ἐμπόρους,

τοὺς ἀδεῶς ὑμῖν τὸν σῖτον κομίζοντας. ἔχεις καὶ χορη-

γίας ἐξετάζειν, ἔχεις καὶ λειτουργίας. γέγονεν ὑμῖν

Δημοσθένης νομοθέτης τὴν αὐτὴν τάξιν Σόλωνι λα-

βών. οὗτος ὁ τοσοῦτος, ὁ τοιοῦτος, ὁ τῶν στρατηγῶν,

 ὁ τῶν δημαγωγῶν ἀμείνων τῶν παλαιῶν νῦν εἰς Μακε-

δονίαν ἀπαχθήσεται καθάπερ <ἂν> Ἀθηνῶν

μένων; τί γὰρ ἂν ἄλλο πλέον ἔπαθεν ἀλούσης τῆς

πατρίδος; οὐ ταὐτὰ ἃ καὶ νῦν πείσεται;

ἄξει τις

αὐτὸν διὰ Βοιωτῶν, οὓς αὐτὸς σέσωκεν. ἄξει τις αὐτὸν

 διὰ Θετταλίας, ὑπὲρ ἧς ἐπολιτεύσατο. διὰ | Φω-

 κίδος. τοῦτο τὸ θέαμα Δημοσθένει τῆς δουλείας χαλε-

πώτερον κώμας ἀντὶ πόλεων ἰδεῖν γεγενημένας. ὄφε-

ται τὸν πατρῷον θεὸν ὑβρισμένον. μετὰ τοῦτο εἰς

Μακεδονίαν ἀπαχθήσεται <ὁ> πολλάκις οὐδὲ

 

 

 



 

ποδον σπουδαῖον ἐξ αὐτῆς εἶναι λέγων.

ὄψεται

Φίλιππος αὐτὸν οὐκ οἰκέτου σχῆμα ἔχοντα, τοῦτο γὰρ

οἰστὸν <ἂν> ἦν, ἀλλ’ αἰχμαλώτου καὶ

ἐρεῖ· σὺ μὲν ἐλευθέραν τὴν πόλιν τῶν Ἀθη-

ναίων ἐφύλαξας, ἐκεῖνοι δέ σε ὧς κακουργό- 

τατὸν τῶν οἰκετῶν πιπράσκουσιν. ἔδει σε μιμή-

σασθαι Φιλοκράτην, ἔδει σε μιμήσασθαι Δη-

μάδην. ἦς ἂν ἐλεύθερος καὶ Φιλίππου φίλος.

νῦν δὲ ταῦτα ἐπίχειρά σοι τῆς ἔχθρας τῆς πρὸς

ἡμᾶς, καταδίκη καὶ δουλεία καὶ πρᾶσις καὶ 

τοῖς ἐχθροῖς ἔκδοσις. δούλευε αὐτὸς ἀντ’ Ἀθη-

ναίων. ἐκείνους γὰρ οὐκ εἴασας ταύτης τῆς

δυστυχίας μετασχεῖν.

λαμβάνετε τὸν μετὰ ταῦτα

προπηλακισμὸν τῷ λογισμῷ. οὐ πάσας μὲν βασάνους

εἰκός ἐστιν ὑποστήσεσθαι τὸν Ἀθηναίων δημαγωγόν; 

ταῦτα ἀνθρώπινα καὶ οἰστὰ Δημοσθένει, ἐκεῖνο δὲ

πάντων χαλεπώτατον, ἂν Φίλιππον ἐπαινεῖν ἀναγκασθῇ

καὶ σεμνύνειν Μακεδόνας εἰς ἀπολογίαν ἁμαρτημάτων.

ἀδικήσει καὶ Πυθὼν ἀμυνόμενος τὸν ἄνθρωπον

ὑπὲρ δημηγορίας πολλῆς, Εὐθυκράτης ἐφησθήσεται 

 

 

 



 

Δημοσθένει, Λασθένης <καὶ> εἴ τις ἄλλος

ταῦτ’ ἐροῦσιν· ἡμεῖς ἄμεινον ἐπολιτευσάμεθά

σου, Δημόσθενες. τοιγαροῦν ἐλεύθεροι διατε-

λοῦμεν τὴν Φιλίππου φιλανθρωπίαν ἔχοντες

 | ἀντὶ τῆς πατρίδος.

περιάξει Φίλιππος

 πανταχοῦ τὸν ἄνθρωπον, δείξει τοῖς συμμάχοις, φήσει

ταῦτα· τοῦτον ὠνησάμην ἐξ Ἀθηνῶν· οὐκ ἔλαβε

Δημοσθένης, ἀλλ’ ὁ δῆμος ἔλαβεν. οὗτος οὐκ

ἀπέδοτο τὴν πόλιν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι τοῦτον πεπρά-

 κασιν. ἔχω πάντα. προητοίμασταί μοι τὸ ἔργον.

ἐκ τῆς ὠνῆς ἑάλωκεν ἡ τῶν Ἀθηναίων πόλις.

κατὰ συμβόλαιον ἐώνημαι τὴν πόλιν. ταῦτ’

αἰσχρὰ καὶ ἀνάξια τῆς ἡμετέρας φιλανθρωπίας καὶ

προσέτι ὄλεθρον σαφῆ φέροντα τῇ πόλει. εἰ δὲ κατέ-

 χοιμεν αὐτόν, ἀπαθὴς ἡ πόλις ἔσται τῶν κινδύνων. 

 34. Ὑπολείπεταί μοι παραμυθήσασθαι Δημοσθένη

τὴν ὑπὲρ τῆς δουλείας παραμυθίαν. δουλεύεις, Δημό-

σθενες, οὐ πρῶτος οὐδὲ μόνος ἐν ταύτῃ τῇ δυστυχίᾳ

γενόμενος. ἄνθρωπος εἶ. ποικίλαι τῶν ἀνθρωπίνων

 μεταβολαί. ἐδούλευσε Νικίας ὁ στρατηγὸς ἐν Σικελίᾳ

καὶ Συρακουσίοις ἐδούλευσε καὶ νοσῶν ἐδούλευσεν.

 

 

 

 



 

ἐδούλευσεν ὁ σὸς ὁμώνυμος Δημοσθένης κακούμενος,

προπηλακιζόμενος ὑπὲρ Σφακτηρίας ὀργιζομένων τῶν

δεσποτῶν καὶ πολλάκις θέλων ἀποθανεῖν οὐκ ἐτύγχανε

ταύτης τῆς φιλανθρωπίας, ἀλλὰ μόγις τεταλαιπωρηκὼς

ἤδη τῷ σώματι ταύτης μετέσχε τῆς δωρεᾶς. μετὰ 

στρατηγοὺς δουλεύσεις, Δημόσθενες, μετὰ τοὺς καλῶς

ναυμαχήσαντας.

εἰ βούλει, μνήσθητι καὶ τῶν θεῶν.

Ἡρακλῆς ὁ πᾶσαν ἐλευθερώσας τὴν οἰκουμένην καὶ

τὴν γῆν θηρίων <ἀφρίων> ἄγονον καὶ πονηρῶν

δρῶν καθαρὰν παρασκευάσας, ὁ πᾶσαν μὲν γῆν, πᾶσαν 

δὲ θάλασσαν ἐμβατὴν τῇ τόλμῃ γενέσθαι καταναγκάσας,

ὁ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς οἰκουμένης στήλας ἱδρυσάμενος

τῶν ἰδίων κατορθωμάτων αὐτὸς ἐδούλευσε. καὶ τίνι;

Εὐρυσθεὺς αὐτοῦ δεσπότης ἐγένετο ἀγενέστερος οὐχ

Ἡρακλέους μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλων μυρέων γενόμενος. 

ἀλλ’ ἔφερεν Ἡρακλῆς τὰ τοῦ δεσπότου προστάγματα

καὶ | δουλεύειν ἑνὶ σώματι φορητὴν δυστυχίαν 

ὑπελάμβανεν.

οὐκ ἄπειρος εἶ, Δημόσθενες, οὐδὲ

τοῦ πατρῴου θεοῦ οὐδὲ τῶν κατ’ ἐκεῖνον δημηγοριῶν.

ἐδούλευσεν Ἀπόλλων ὁ τοῦ Δῖός υἱός, ὁ πᾶσιν ἀν- 

 

 

 

 

 



 

θρώποις προσημαίνων τὰ μέλλοντα, ἀλλὰ μάντις ὢν

καὶ θεὸς ἐδούλευσε. ἐδούλευσε. μετὰ τούτων ἔσται Δημο-

σθένης ἀριθμούμενος. 

 

 



 

 Succedunt duae declamationes eiusdem argumenti, quin

etiam eiusdem fere inscriptionis quibus Demosthenes post

pugnam ad Chaeroneam commissam a Philippo expostulatus

ab Atheniensibus deliberantibus petit ne dedatur sed veneno

mortem voluntariam subeat. 

 Quarum declamationum prior