I. 

 ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑ. 

 οὐδ’ εἰ πλείους, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῶν 

νυνὶ τούτων αἰτιῶν ἐπάγοι τις Σωκράτει πείθων ὑμᾶς

ὡς ἀνάγκη κακῶς οἰκεῖσθαι τὴν πόλιν μὴ τούτου

δόντος δίκην, οὐκ ἄν μοι δοκῶ τὸ μὴ οὐ φίλος αὐτῷ

καὶ γεγονέναι καὶ πάντα χρῆσθαι τὸν χρόνον ἐν ὑμῖν 

ἀρνήσασθαι. οὔτε γὰρ ἧς ἐφ’ ἑκάστου καὶ λόγου καὶ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 

ἔργου δικαιοσύνης αὐτῷ σύνοιδα τὴν τῶν ἀδίκως ἐπ’

αὐτὸν συνεστηκότων βλασφημίαν καλῶς <ἂν> εἵχεν

ἰσχυροτέραν ἡγήσασθαι πολλῆς τ’ ἂν ἦν κακίας ᾧ

συνῆν τε πρότερον καὶ περὶ τῶν ἐμαυτοῦ σύμβουλον

 ἐποιούμην, τοῦτον, ἐπειδὴ πάσχει κακῶς, ἐγκαταλείπειν.

οὕτω δὲ ἔχοντα γνώμης πρέποι μὲν ἂν καὶ συν-

εύχεσθαι Σωκράτει καὶ τοὺς θεούς, οἱ κάλλιστα τὸν

τοῦδε βίον ἐπίστανται, καλεῖν ἐπὶ τὸν παρόντα ἀγῶνα,

δεῖ δὲ ἴσως καὶ λόγῳ βοηθοῦντα φαίνεσθαι καὶ μηδὲν

 ἀφ’ ὧν ἂν δόξαιμι τὰ δίκαια ποιεῖν παρελθεῖν. καὶ

γὰρ ἂν εἴη δεινὸν ἐπὶ μὲν Μελήτῳ καὶ ταῖς παρ’ ἐκεί-

νου λοιδορίαις Ἄνυτον ἀναβῆναι λόγον κακοήθη τε

καὶ μακρὸν κομίζοντα καὶ πάλιν ἐπὶ τούτῳ Λύκωνα

μηδεμιᾶς ἀποσχέσθαι τέχνης, ὅπως εἶς ὑμῶν ἀποθάνῃ,

 ἡμᾶς δέ, οὓς λυπεῖν ὡμολόγηκεν Ἄνυτος τοῖς κατὰ

 Σωκράτους λόγοις, ἀφώνους | ὡς οὐκ ἀνιωμέ-

νους ἑστάναι καὶ γενέσθαι χείρονας τῆς τῶν κατη-

γόρων ἐλπίδος, ἄλλως θ’ ὅτε ἐν τῷ τὰ προσήκοντα

 



 

 τῇ φιλίᾳ πληροῦν καὶ <τὸ> τοὺς δικάζοντας ὑμᾶς ἐξε-

λέσθαι τῆς ἐπιορκίας ἔνεστιν. ὁ γὰρ τὴν τῶν ἐπηρεα-

ζόντων ἀπάτην οὐκ ἐῶν ἰσχύσαι φύλακας ἀκριβεῖς

ποιεῖ τοὺς ψηφιζομένους τῶν ὅρκων. ὥστε οὐ τῷ φεύ-

γοντι συνηγορήσων μᾶλλον ἀνέβην ἢ τῶν ὑμῖν συμ- 

φερόντων ποιησόμενος πρόνοιαν. 

 3. Σωκράτει μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες, βραχὺς τοῦ θανά-

του λόγος, οὔτε γὰρ ἐν οἷς ἀεὶ ζητῶν διετέλει τοῦ

ζῆν τὸ τεθνάναι χαλεπώτερον εὗρε τόν τε κεκρατηκότα

τῶν ἡδονῶν, ὧν ἕνεκα ζῆν ἐπιθυμοῦσιν οἱ πολλοί, καὶ 

τὴν ἐνθένδε μετανάστασιν ἀνάγκη ῥᾳδίως φέρειν· ἔτι

δὲ οἶς οὐκ ὀλίγοι τῶν φανερῶς ἀδικούντων, τῷ τε

παρ’ ὑμῶν ἐλέῳ καὶ δάκρυσι τοῖς αὑτῶν καὶ παίδων

ἱκετείαις, εὕραντο σωτηρίαν, τοσοῦτον ἀπέσχε διὰ τού-

των αὑτὸν ἐξαιτήσασθαι, ὥστ’ ἤδη τινὰς ὑμῶν ᾐσθό- 

μὴν τραχύτερον ἐσχηκότας πρὸς αὐτὸν τῷ μηδενὶ τού-

των ἀξιῶσαι χρήσασθαι.

ἐγὼ δὲ οὐ διὰ τοῦτο τῆς

συνηγορίας ἀπέστην, ὅτι σμικρός τε ὁ λειπόμενος Σω-

 

 



 

κράτει χρόνος καὶ φόβος οὐδεὶς τῆς τελευτῆς, ἀλλὰ

πολὺ μᾶλλον πρέπειν ἡγούμενος τὸν τοιοῦτον τῇ φύσει

μηδὲν ἀδίκως ἐν ὑμῖν παθεῖν καὶ ἄμα τοῦ μὴ πολλὰ

τοιαῦτα ἐν τῇ πόλει τολμᾶσθαι μηδὲ ἀναγκάζεσθαι

 τοὺς μὲν δικάζοντας ἀσεβεῖν, κοινῇ δὲ ἀδοξεῖν Ἀθη-

ναίους παρεκελευσάμην ἐμαυτῷ τὴν Ἀνύτου συκοφαν-

τίαν ἐλέγξαι.

τοῦτο δὲ γένοιτ’ ἂν ὑμῶν ἀκούειν

εὐμενῶς ἐθελόντων. καὶ γὰρ εἰ μὲν ἐμπείρως ἔχων

τῶν ἐν τοῖς δικαστηρίοις λόγων Σωκράτης πρὸς τἀς

 τούτων παρασκευὰς ἱκανῶς ἐτύγχανεν ἠγωνισμένος,

’ίσως ἂν ὑμῖν ἐξήρκει παρ’ ἐκείνου καὶ περὶ ὧν κρίνεται

 διδαχθεῖσι τὴν ψῆφον ὀρθῶς | φέρειν· ἐπεὶ δέ,

ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἐργαστηρίων, οὕτω καὶ νῦν ἐν ὑμῖν δι-

είλεκται, τῇ παρούσῃ μὲν οὐ συμφερόντως χρείᾳ, μίαν δ’

 οὖν αὑτῷ λύσας διαβολήν, ὧς οὐκ ἄρα εἴη δεινὸς λέγειν,

ἡμῶν, ὦ ἄνδρες, πρὸς θεῶν, ἀνάσχεσθε τῶν οὐ δυνα-

μένων μὲν ἐξισοῦσθαι πρὸς τὸν Ἀνύτου λόγον, ἴσως

δὲ ὑμῖν τι συμβαλουμένων καὶ τἀληθῆ μᾶλλον ἐρούν-

των ἤ οὗτοι. 

 

 

 



 

 6. Οἶδα μὲν οὖν ὅτι διαβολή τις κατεσκέδασται

Σωκράτους ὑπὸ τῶν ἐν ταῖς συνουσίαις τοὺς παρ’

ἐκείνου μὴ φερόντων ἐλέγχους, οἱ δικαιότερον ἂν αὑ-

τοῖς ἐπιτιμῶντες, ὅτι τῆς αὑτῶν διανοίας ἠμέλουν, τὸν

οὐκ ἐῶντα ῥᾳθυμεῖν περὶ τὰ μέγιστα τῶν ἐν ἀνθρώ- 

ποις ἐμίσουν καί τινας καθίεσαν τοὺς τὰ τοιαῦτα

λέγοντας· τὸν μιαρόν, τὸν ὄλεθρον, τὸν λυμεῶνα

τῶν νέων.

ἃ δὴ καὶ τούτοις ἔδωκε θαρρῆσαι τὴν

γραφὴν ἀπενεγκεῖν, ἐπεὶ καὶ πρῴην τινὸς προσελθόν-

τος αὐτοῖς καὶ λέγοντος οὐ σφόδρα συνήδεσθαι τοῖς 

διώκουσιν, οὐδὲ γὰρ οὐδ’ ὁρᾶν εἰς τὸ κρατήσειν ἀφορ-

μάς, τὸ τῶν δικαζόντων πρὸς τὸν κινδυνεύοντα μῖσος

μεγάλην ἔφασαν σφίσιν αὐτοῖς ὑπάρχειν πλεονεξίαν.

πάλαι γὰρ αὐτὸν ἐπιθυμεῖν ὑπὸ ταῖς ψήφοις λαβεῖν,

ὥστ’ αὐτοῖς ἀρκεῖν φανῆναι. ἃ γὰρ αὐτὸς ἄν, εἴπερ 

ἐδίκαζεν, Ἄνυτος ἐποίει καὶ οἱ μετὰ τούτου, ταῦτα παρ’

ὑμῶν προσδοκᾷ. κακῶς ἐλπίζων. διὰ τί; ὅτι πρῶτον

μὲν ἐν ὑμῖν οὐκ ὀλίγους ἑώρων πολλάκις ἡσθέντας,

 

 

 



 

ὁπότε Σωκράτης τοὺς ἀλαζόνας ἐλέγχοι, καί, νὴ Δία

 γε, καὶ πρὸς ἀρετὴν διὰ τοῦτον | ἐπιδεδωκότας οὐ

μικρόν.

ἔπειτα, εἰ καὶ τὰ μάλιστα δυσχερῶς εἴχετε

πρὸς αὐτὸν ἅπαντες καὶ κοινὸς ἦν τοῦ δικαστηρίου

 πολέμιος, οὐκ ἂν ἦν ἐνταῦθα τῇ δυσμενείᾳ χαρίσασθαι.

καὶ γάρ, ὦ ἄνδρες, τὸ χωρίον οὐκ ἔχθρας ἐστὶν ἢ

χάριτος οὐδὲ συνέρχεσθε ἐνταῦθα τὸν ἑτέρωθι λυπή-

σαντα ἀμυνούμενοι ἢ <τῶ> πρότερον εὖ πεποιηκότι

χάριν ἀποδώσοντες, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν πραγμάτων, ἐφ’ οἶς

 ἡ κρίσις, ἢ σώσοντες ἢ κολάσοντες.

ταῦτα γὰρ δή-

που καὶ ὁ Σόλων εἰδὼς καὶ νομίζων τῶν ἀγωνιουμέ-

νων τοὺς μὲν ἐν φίλοις τοῖς δικάζουσι δώσειν λόγον,

τοὺς δὲ ἐν χαλεπῶς ἔχουσιν, ἴνα μηδετέρωθεν κατα-

βλάπτοιτο τὸ δίκαιον, ὅρκον ἔταξεν οὐκ ἐῶντα χάριν

 ἢ δυσμένειαν ἤ τινα πρόφασιν ἄλλην ἄδικον ἐνοχλῆ-

σαι τῇ κρίσει. καὶ νῦν μισεῖ τις Σωκράτην, ἀλλ’ ὀμώ-

μοκεν ἥκιστα ἐμπλήσειν τὸν αὑτοῦ θυμόν, ἀλλ’ οἱ θεοὶ

πρὸς τὴν ψῆφον βλέπουσιν, ἣν ὁ θέμενος οὐ δικαίαν

 

 



 

ὑποτέθεικεν ὀργῇ καὶ αὑτὸν καὶ παῖδας καὶ οἰκίαν καὶ

γένος καὶ σμικρᾶς ἡδονῆς μεγάλην ὑπέσχε τὴν δίκην. 

 10. Μηδὲ τοῦτό τις ὁράτω μόνον, ὅτι Σωκράτην

ἀπεκτονὼς ἔξεισιν ἀπηλλαγμένος τῆς τούτου παρρησίας,

ἀλλὰ κἀκεῖνα προσενθυμείσθω, τίς αὑτὸν διαδέξεται 

δόξα καὶ τίνες ἐλπίδες. ἐν θεάτρῳ μὲν γὰρ κωμῳδίας

ἀκροωμένους γελάσαι καὶ συνεπιθέσθαι τῷ κακῶς ἀκού-

οντι καὶ χαρίζεσθαι τῷ ποιητῇ καλὰ μὲν οὐδ’ ἐκεῖνα,

δόξαι δ’ ἂν οὐ παντάπασιν ἀλλότρια Διονυσίων εἶναι

καὶ ὁ γέλως ἀκίνδυνος· ἐν δικαστηρίῳ δὲ ὁ τῷ διώ- 

κοντι δοὺς ἑαυτὸν καὶ πᾶν ἀληθὲς ἡγούμενος καὶ συν-

ταράττων καὶ βασανίζων οὐδὲν καὶ πρὸς τὴν τοῦ κατη-

γόρου μεθιστάμενος τάξιν ἀπὸ τῆς οἰκείας μείζω ζημι-

ώσας αὑτὸν ἢ <ὃν> οἴεται κακῶς παθὼν μᾶλλον ἢ δε-

δρακὼς ἄπεισιν. ὁ μὲν γὰρ οὐκ ἔχει τοῦ κινδύνου κοι- 

νωνοὺς τοὺς παῖδας, ὁ δὲ πᾶσιν ἐφεξῆς τοῖς αὑτοῦ

τὴν συμφορὰν ἐπάγει. 

 11. Καὶ μὴν οὐδ’ ἐκεῖνό γε εὔλογον ὑπὲρ εὐσε-

βείας δοκοῦντας ἀγανακτεῖν αὐτοὺς Ι ἀσεβοῦντας 

 



 

ἁλῶναι καὶ τῆς οὐδαμῶς δυναμένης ἐλεγχθῆναι πονη-

ρίας οἰομένους δίκην λαμβάνειν αὐτοὺς ἐν τοῖς ὀφεί-

λουσι τοῖς κρείττοσι δίκην γενέσθαι. 

 12. Περὶ μὲν οὖν τοῦ μὴ δεῖν, εἴ τις ὑμῶν ἀγα-

 νακτῶν ἐκ τῶν ἔμπροσθεν τούτῳ πρὸς ἐνίους γεγενη-

μένων λόγων δεῦρ’ εἰσελήλυθε, τοῦτο ἀναμιγνύναι τῇ

παρούσῃ κρίσει καὶ τοῦ δεῖν μεμνημένους τῶν θεῶν,

οὓς ὀμωμοκότες ἥκετε, τήν τε ἀκρόασιν ἅπασαν ποιεῖ-

σθαι καὶ τὴν διάγνωσιν ἐνῆν μὲν πλείω λέγειν, οἶμαι

 δὲ οὐδὲν δεῖσθαι τούς γε εὖ φρονοῦντας πλειόνων.

 

 13. Ἤδη δὲ ὑμᾶς διδάξω, πόθεν ποτὲ Ἄνυτος ἐπέ-

θετο Σωκράτει καὶ ὡς οὐκ ἐκ τῆς πρὸς ὑμᾶς εὐνοίας

οὐδ’ αὖ φροντίζων τῆς τῶν ὑμετέρων παίδων ἐπιει-

κείας, ἀλλ’ ἑτέρωθεν. διορίσασθαι δέ, ὦ Ἀθηναῖοι, καὶ

 αὐτὸς ὥσπερ καὶ οὗτος βούλομαι. ἐἀν <δ᾿> ἐπιδείξω Σω-

κράτην οὐδενὶ πώποτε διδάσκαλον γενόμενον οὔτ᾿ ἀδί-

 

 



 

κου κλοπῆς οὔτε ἀπάτης οὔτε ἱεροσυλίας οὔτε ἐπιορ-

κίας οὔτ’ ἀργίας οὔθ’ ὑπεροψίας τῶν νόμων οὔτε

δήμου καταλύσεως, ἀπάσης δὲ σωφροσύνης καὶ δικαιο-

σύνης ἡγεμόνα καὶ πάντων ὑμῖν εὐνούστατον καὶ

γεγενημένον καὶ ὄντα, πείσατε Ἄνυτον ἐγκαλύψασθαι. 

 14. Σκοπεῖτε δέ. Σωκράτης ὦ ἄνδρες, γενόμενος

ἐκ πατρὸς Ἀθηναίου καὶ τραφεὶς ἐν τοῖς ἡμετέροις

νόμοις λογισμὸν ἔλαβε μείζω μὲν ἴσως τῆς οἰκίας τῆς

ἑαυτοῦ, πρέποντα δὲ τῇ πόλει καὶ τῷ τῆς πόλεως

γνωρίσματι. καὶ διήνεγκε τῶν πολλῶν, ὁμολογῶ, οὐκ 

ἐξενεχθεὶς ἐπὶ τὰ χείρω καὶ βουληθεὶς γενέσθαι κά-

κιστος, ὧς οὗτοί φασιν, ἀλλὰ τῷ μάλιστα δὴ τῶν

μνημονευομένων ἀρετῆς ὀρεχθῆναι καὶ νομίζειν ζηλω-

τὸν τὸ κτῆμα.

τὸ μὲν γὰρ ἐν βαναυσίᾳ δι- 

ἄγειν ἢ γῆν ἐργάζεσθαι ἢ πελάγη περᾶν ὑπὲρ χρημά- 

τῶν ἢ τὰ ἀπὸ τῶν μετάλλων ζητεῖν ἢ μνηστεύειν

ἀρχὰς ἢ τὴν ἐπὶ τοὺς ἰδιώτας ῥητορείαν συλλέγειν καὶ

διὰ ταύτης τῆς μελέτης καρποῦσθαι τοὺς ἀπράγμονας

ταῦτα ᾔδει μὲν τοῖς μετιοῦσι καὶ δυνάμεις καὶ τὰς

θαυμαζομένας ὑπὸ τῶν πολλῶν ὠφελείας φέροντα καὶ 

φοβεροὺς ποιοῦντα τοῖς ἐν ταῖς εὐπορίαις, οὐ μὴν

ἐδυνήθη Σωκράτης τούτων οὐδὲν οὔτε μέγα οὔτε

 



 

εὔδαιμον ἡγήσασθαι, νομίσας δὲ πάντων εἶναι κτημά-

των ἀνθρώπῳ θειότατον τὴν ψυχὴν καὶ τὸν ταύτην

καθαρὰν κακίας παρεχόμενον τοῦτον εἶναι τὸν ὡς ἀλη-

θῶς εὐδαίμονα, δύνασθαι δὲ κακίας ψυχὴν ἐλευθεροῦν

 φιλοσοφίαν καὶ τοῦτο αὐτῇ μέγιστον ἐξευρῆσθαι φάρ-

μακον, ἀφ’ ὧν μὲν ἦν τρυφᾶν καὶ δύνασθαι, ταῦτα

ἑτέροις ἀφῆκε, δι’ ὧν δὲ ἦν μηδὲν τῷ σώματι χαρι-

ζόμενον πάντα τρόπον τὴν ψυχὴν ἀμείνω ποιεῖν, ἐπὶ

ταῦτα ἧκε.

τὸ μὲν οὖν τὴν τοῦ οὐρανοῦ διερευ-

 νᾶσθαι φύσιν καὶ τὸν ἥλιον ὅ τι ποτέ ἐστι σκοπεῖν

καὶ περὶ τῆς σελήνης ἀνευρίσκειν λόγους καὶ πόθεν

ἀστραπαὶ καὶ τί τὸ βροντᾶν ποιοῦν, τὴν μὲν περὶ

ταῦτα διατριβὴν ἔφυγε νομίζων μάταιον ἅπασαν μάθη-

σιν ἀφ’ ἧς οὐδὲν ἂν ἔργον τοῖς ἐπισταμένοις γένοιτο·

 ἐπὶ δὲ τὸ ζητεῖν τὸ δίκαιον καὶ τίνα χρὴ νομίζειν

ἀνδρεῖον καὶ τίς εἰκότως ἂν καλοῖτο σοφός, ὃ μέγιστον

τῶν ἀγαθῶν καὶ οἴκῳ καὶ πόλει καὶ πᾶσιν ἔθνεσιν,

ἐπὶ ταῦτα ὥρμησε καὶ τούτοις ἐνέμεινε διδάσκαλον

 



 

μὲν αὑτὸν οὐδενὸς οὐδαμοῦ προσειπὼν οὐδὲ ἀργύριον

πραξάμενος, ὧς ὁ μιαρὸς σοφιστής, ἐν δὲ τῷ τοῖς | 

πλησιάζουσι συνεξετάζειν τὴν ἑκάστου πράγματος φύσιν

τὸν βίον ποριζόμενος.

καὶ ταῦτα ἔπραττεν οὐ

πολλῶν κεκληρονομηκὼς ταλάντων οὐδὲ τῆς ἔνδον 

αὐτῷ περιουσίας παρεχούσης ἐπ’ ἐκεῖνα σχολήν. ὀγδοή-

κοντα γάρ, ὦ ἄνδρες, μνᾶς αὐτῷ τοῦ πατρός, ἡνίκα

ἐτελεύτα, παραδόντος καὶ ταύτας ἡλικιώτου τινὸς ἐπ’

ἐργασίᾳ λαβόντος ἔπειτα περὶ τὴν ἐργασίαν ἀτυχήσαν-

τος σιγῇ τὸ συμβὰν ἤνεγκεν ὁ Σωκράτης. καὶ μᾶλλον 

ἄν τις τῶν μὴ προεμένων τὸ ἀργύριον ἐμνήσθη περὶ

τούτου ἤ αὐτὸς ὁ δεδωκώς. λοιπὸν οὖν ἦν ζῆν ἐν ἀμυ-

θήτῳ πενίᾳ.

τί οὖν ἐποίησεν; οὐ μετέβαλε τὴν

τάξιν, ἐπειδὴ τῶν ἀφορμῶν ἐστέρητο, οὐδ’ ᾠήθη δεῖν

ἕτερος ἐν ἑτέροις γενέσθαι καιροῖς, ἀλλ’ ἐτήρησεν ἀκί- 

νῆτον τὴν γνώμην διὰ τέλους οὔσης αὐτῷ γυναικὸς

καὶ παίδων. ἀντὶ γὰρ τοῦ ζητεῖν εὐπορίας οὐ καλὰς

 

 



 

καὶ σκοπεῖν ὅθεν ἂν ἀντὶ τῶν οἰχομένων αὑτῷ γένοιτο

χρήματα τῆς δαπάνης ἀφεῖλε καὶ μᾶλλον <πρὸς> τὸ μὴ

δεῖσθαι τοσοῦτον ἐπαίδευσεν ἑαυτὸν ἢ ὅθεν ἂν ἔχοι

δαπανᾶν ἐσκέψατο, τρίβωνι μὲν ἐνὶ δι’ ἔτους χρώμενος,

 ὕδωρ δὲ πίνων ἥδιον ἢ Θάσιον οἶνον ἕτεροι τό τε

πεινῶν ἐσθίειν ἀντὶ Περσικῆς ποιούμενος τραπέζης.

τῆς δὲ οὕτως ἐχούσης τροφῆς ἔμελε δήπου τοῖς ἐπιτη-

δείοις Σωκράτους οὐδὲν ἐνοχλοῦντος.

τοιοῦτος ὢν

καὶ διάγων, ὡς ἔφην, ὥσπερ τις κοινὸς πατὴρ καὶ τῆς

 πόλεως ὅλης κηδεμὼν περιενόστει τὰς παλαίστρας, τὰ

γυμνάσια, τὸ Λύκειον, τὴν Ἀκαδημίαν, τὴν ἀγοράν,

ὅπου μέλλοι <πλείστοις> ἐντεύξεσθαι, λειτουργῶν ὑμῖν,

ὦ ἄνδρες, λειτουργίαν οὐδὲν ἐοικυῖαν ταῖς ἐν τοῖς

Παναθηναίοις ἢ τοῖς Διονυσίοις, ὧν ἡ χάρις παρέρχε-

 τᾶι, ἀλλ’ ἐγρηγορὼς καὶ φροντίζων, ὅπως κακίαν μὲν

εἰς δύναμιν ἐξελάσειεν, ἀρετὴν δὲ πείσειεν ἀγαθόν τι

νομίζειν.

καὶ οὐδὲν ἐπαύσατο τῶν στρατηγεῖν καὶ

 

 



 

ἄρχειν ὑμῶν βουλομένων καὶ τὰ κοινὰ διοικεῖν ἐνίους

ἐλέγχων, ὅτι πρὶν ὅπως ἐπιμελήσονται τῶν | ὑμε- 

τερῶν καὶ πῶς ἂν εὐδαίμων γένοιτο πόλις μαθεῖν,

ὅπως ἐν ταῖς ἀρχαῖς γένοιντο διαπράττονται. καὶ ταῦτα

ἔλεγεν, οὐ μὰ Δί’, οὐκ ἐκείνους ἐν αἰσχύνῃ ποιεῖν βου- 

λόμενος, ἀλλ’ ἵνα εἰδῶσιν, ὅτι ἔστιν ὁ μεμψόμενος τοῖς

ἀμελοῦσι καὶ ἐξετάσων καὶ λόγον ἀπαιτήσων, ἴν ἢ μὴ

παρασκευάζοντες αὑτοὺς χρησίμους ἀπέχωνται τῶν ὑμε-

τέρων ἢ παρέχοντες αὑτοὺς εἰς τὴν χρείαν ἐπιτηδείους

συμφέρωσιν ὑμῖν ἄρχοντες. 

 21. Καὶ διὰ τοὺς τοιούτους, ὦ Ἀθηναῖοι, λόγους

Σωκράτης μὲν πολλοῖς ἀπήχθετο, τὰ δὲ ὑμέτερα, ἐὰν

ἄνευ φθόνου σκοπῇ τις, πολλαχῇ βέλτιον ἔσχεν ἐγκα-

λοῦντος ἀεὶ τούτου καὶ ὀνειδίζοντος, ὅτι χρημάτων

μὲν Ἀθηναίοις ἐστὶ πολλὴ φροντὶς καὶ περὶ τοῦτο 

ἐσπουδάκασι, τῶν δὲ ψυχῶν ὅπως ἄρισται γενήσονται

 

 



 

καὶ αὐτῶν καὶ παίδων, οὐδὲ εἶς λόγος. ὧν καθ’ ἑκάστην

λεγομένων ἡμέραν καὶ ταυτησὶ τῆς παιδείας Σωκρά-

τους συνεχῶς προιούσης δεῖ νομίζειν τοὺς μὲν ἄγαν

κακῶς διακειμένους οὐδὲν ὄνασθαι, τοὺς δὲ εἰδότας

 ἐρυθριᾶν καὶ πεισθῆναι καὶ γενέσθαι βελτίους.

καὶ

μὴν ἐν οἷς τοῖς ἅπαντας γοητεύουσιν ἐντυγχάνων

σοφισταῖς, τῷ Πρωταγόρᾳ, τῷ Γοργίᾳ, τῷ Προδίκῳ,

τῷ Θρασυμάχῳ, τοῖς ἄλλοις οὓς ὁ μισθὸς ἐπὶ πᾶν

χωρίον εἷλκεν, ὥσπερ ὁ θαλλὸς τὰ πεινῶντα θρέμματα,

 ὅτε τούτους ἐν τοῖς ἐρωτήμασιν ἐδείκνυ πολὺ τῆς

δόξης ἣν εἶχον ἐλάττους καὶ φρονοῦντας ὡς εἰπεῖν οὐδ’

ὁτιοῦν περὶ ὧν ἔφασαν ἑτέρους διδάσκειν ἔχειν, τότε

ὁμοῦ μὲν τὴν νεότητα τῆς πόλεως ἐξῃρεῖτο τῆς ἠλι-

 9 θίου συνηθείας, ὁμοῦ δὲ | σοφίας ὑμῶν εἰς ἅπαντας

 ἀνθρώπους ἀπέστελλεν ὄνομα, εἰ τοὺς ὥσπερ δαίμονας

πανταχοῦ θαυμαζομένους ἐπὶ τοῖς λόγοις οὓς ἀνεγί-

νωσκον ἐπὶ τῷ λαβεῖν, τούτους ἀπέφηνε ῥημάτων

συλλογὴν παρεχομένους κενήν, νοῦ δὲ ὅτι πλεῖστον

ἀπέχοντας καὶ τοῦ τὴν φύσιν εἰδέναι περὶ ὧν ἐπεχεί-

 ῥοῦν λέγειν καὶ δικαιότερον ἂν τελέσαντας ἀργύριον

 

 

 

 



 

ἐπὶ τῷ μαθεῖν ἢ λαμβάνοντας ὥς τι τῶν δεόντων

δυναμένους διδάσκειν.

διὰ ταῦτα πάντα αὐτοί τε

συνθέοντες περιειστήκειτε τὸν Σωκράτην, ὁπότε τῶν

τοιούτων ἐλέγχων ἅπτοιτο, καὶ τοὺς ἐπὶ σοφίᾳ φρο-

νοῦντας ὁρῶντες καταδυομένους καὶ μᾶλλον τῶν ἀνδρα- 

πόδων ἰλιγγιῶντας καὶ ἀποροῦντας καὶ περιβλέποντας

ὅποι φύγοιεν ἐγελᾶτε. καὶ ἅμα πρὸς ἐπιμέλειαν παι-

δείας ἀληθινῆς ἐτρέπεσθε τοῖς τε παισὶ παρῃνεῖτε τοῦ

ταῦτα ποιοῦντος ἔχεσθαι νομίζοντες μεῖζον εἶναι κέρδος

αὐτοῖς καὶ μικρὸν τῶν ἐκείνου μετασχεῖν καλῶν ἢ τὸν 

ἐπὶ γῆς ἅπαντα χρυσόν. 

 24. Ὧν ἦν ποτε καὶ Ἄνυτος ὁ πικρὸς νυνὶ κατή-

γορος. καὶ γὰρ οἶ τούτου παῖδες καὶ προσῄεσαν καὶ

ἔχαιρον τῷ νῦν φεύγοντι τὴν δίκην, καὶ οὗτος οὔτε

ἀπέτρεπεν οὔτε ἐμέμφετο, ὥσπερ οὐδ’ ὑμεῖς τοὺς ὑμε- 

τέρους αὐτῶν. εἰκότως. ἠπίστασθε γάρ, ὧς ὁ μὲν ὁμιλῶν

κἂν θαυμάσειεν, ὁ δὲ θαυμάζων κἂν ζηλώσειε καὶ τῷ

πυκνῷ τῆς συνουσίας ἐγγένοιτ’ ἄν τις ἐπιθυμία μιμή-

σεως, ἐπιθυμήσαντες δὲ τῶν ἐπιτηδευμάτων Σωκράτους

ἔσονται τῶν πολλῶν εὐθὺς ἀμείνους γαστριμαργίας μὲν 

 

 

 



 

καὶ μέθης καὶ λήμματος ἀδίκου καὶ ζεούσης ὀργῆς καὶ

θωπείας ἀνελευθέρου καὶ τῶν τούτοις ἐοικότων νοση-

μάτων γεγονότες κρείττονες, κρυμὸν δὲ καὶ θάλπος

τῷ σώματι καθάπερ ἀδαμαντίνῳ δεχόμενοι καὶ μήτε

 δίψῃ μήτε πείνῃ πιεζόμενοι, οἴους ὄντ’ ἃς ᾔδειτε

 φοβεροὺς Ι μὲν ἐπὶ στρατείας τοῖς ἐναντίοις ἐσο-

μένους, ἀγαθοὺς δὲ ἐν βουλαῖς τὸ συμφέρον ἰδεῖν.

τί οὖν ἡμῖν τὸν χρηστὸν Ἄνυτον ἐξέμηνε; πόθεν

ἀποκτεῖναι βούλεται τοῦτον ᾧ πολλάκις ηὔξατο γενέ-

 σθαι τοὺς υἱεῖς παραπλησίους; ἐν τοῖς λόγοις, ὠ ἄνδρες,

τοῖς τἀληθὲς ζητοῦσιν ἔδει τῷ δηλώσοντι σαφῶς ὃ

προὐθυμεῖτο παραδειγμάτων δή τινων, ὃ ποιεῖν ἅπαν-

τες εἰώθαμεν καὶ οὐδὲ τῷ πάνυ βουλομένῳ τοῦτο

φυγεῖν ἔνεστι.

μεμνημένος δὴ σκυτοτόμων καὶ

15 βυρσοδεψῶν καὶ τῶν ἁλουργὰ ποιούντων ἔρια καὶ τῶν

ἐπὶ ταῖς ἄλλαις τέχναις καὶ λέγων, ὡς ἐφ’ ὅτῳ τις

διατρίβοι, τοῦτ’ ἂν εἰδείη μᾶλλον ἑτέρου καὶ καλῶς

ἂν κατίδοι φαυλότητα τῶν ἐν αὐτῷ καὶ τοὐναντίον, ὑπ’

αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἐπὶ τοῦτον Ἄνυτον ἤγετο,

 ᾧ τὸ μὲν ἀπὸ βυρσῶν εὐπορεῖν οὐκ ἐφαίνετο δεινόν,

 

 

 



 

τῷ δὲ λόγῳ τῆς ἐργασίας ἀγανακτεῖ, καὶ τὸ μὲν ἔργον οὐκ

ἔφευγε, δυσχεραίνει δὲ τὸ ῥῆμα.

ὑμῶν δὲ ἕκαστος

πολλάκις μέμνηται τῆς αὑτοῦ τέχνης καὶ πρός γε χάριν

οἶδε τῆς ἀπ’ αὐτῆς προσόδου, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς Σωκρά-

της πολλάκις ἂν εἰπὼν τὸν αὑτοῦ πατέρα Σωφρονίσκον 

προσέθηκεν ἂν καὶ τὰ περὶ τοὺς λίθους καὶ τὴν τῆς

μητρὸς οὐκ ἀπεκρύπτετο τέχνην.

ᾧ δῆλον ὡς οὐκ

ἐφ’ ὕβρει τὰς τῶν ἄλλων παρέφερεν, ἀλλ’ ὅπως οἱ

διάλογοι τὰ αὑτῶν λαμβάνοιεν καὶ μηδὲν τῶν ὀφει-

λόντων εἰρῆσθαι σιγῷτο. διὰ τοῦτο Ἀπολλόδωρος μὲν 

ἤκουε πρᾴως καὶ Ξενοκλείδης οὐ γέγραπται, μόνου δέ,

ὡς ἔοικεν, Ἀνύτου καθάπερ τυράννου κίνδυνον ἔχει

μνησθῆναι καὶ ἃ ποιεῖν τούτῳ δέδοκται, ταῦτα οὐδενὶ

συγκεχώρηται λέγειν. 

 29. Ἀλλ’, ὅπερ ἔφην, μηδεὶς οἰέσθω τοῦτον ἀπὸ 

τῆς πρὸς ὑμᾶς εὐνοίας καὶ τοῦ τὴν λύμην, ἢ χείρους

ποιεῖ τοὺς ὑμετέρους παῖδας, ἐθέλειν ἐξελεῖν \ ἐπὶ 

τοῦτον ἥκειν τὸν ἀγῶνα. εἰ γὰρ Σωκράτης ὑπερέβαινε

 

 



 

τἀληθὲς καὶ τοῦτον ἐσέμνυνε φάσκων ἀρχαῖον παρει-

ληφέναι πλοῦτον, οὔτ’ ἂν ἠδίκησθε ὑμεῖς οὔτ’ ἂν

ἠσέβητο τὸ θεῖον οὔτ’ ἂν ἡ νεότης διέφθαρτο. νῦν δὲ

οὐχ ὑμῖν βοηθῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ αὑτοῦ λυπούμενος, οὐδ’

 ὑπὲρ τῆς πόλεως τιμωρούμενος, ἀλλ’ ἀγανακτῶν, εἰ

ὅσπερ ἐστὶ καὶ δόξει, πλάττειν αἰτίας καὶ συκοφαντεῖν

ὑπέμεινε πριάμενος τὸν ἐπὶ δραχμῇ πάντα ἂν ποιήσαντα

Μέλητον.

μέγα δὲ ὑμῖν ἐρῶ τεκμήριον, ὡς ἑτέρωθεν

κινούμενος τὸ ὑμέτερον προίσταται. ἤδη γὰρ τῆς γραφῆς

 ἀπενηνεγμένης καὶ τῆς αἰτίας κεκηρυγμένης περὶ σπονδῶν

προσέπεμπε Σωκράτει τὸν μὲν ἀξιῶν ἀποστῆναι τοῦ

μεμνῆσθαι τῆς τέχνης, αὐτὸς δὲ ὑπισχνούμενος διαγρά-

ψεσθαι τὴν γραφήν. τοῦ δὲ φήσαντος οὐ παύσεσθαι

τῶν ἀληθῶν, ἕως ἂν ἐμπνέῃ, χρήσεσθαι δὲ τοῖς αὐτοῖς

 περὶ τῶν αὐτῶν λόγοις καὶ οὐ τοσοῦτον ἰσχύσειν τὴν

 



 

κατηγορίαν, ὡς ἃ πρὸ αὐτῆς ἐνόμιζε προσήκειν λέγειν,

ταῦτα ἐπ’ ἐκείνῃ σιγᾶν, οὕτως ἤδη παρέδωκεν εἰς

ὑμᾶς τὸν οὐδὲν ὧν ἐνόμιζε δικαίων προδεδωκότα τῷ

φόβῳ.

ὥστε καὶ τοῦ νυνὶ κρίνεσθαι Σωκράτην,

εἰ δεῖ καὶ τοῦτ’ εἰπεῖν, οὐκ Ἄνυτος οὐδὲ Μέλητος 

αἴτιος, ἀλλ’ αὐτὸς Σωκράτης. εἰ γὰρ οὗτος τὴν ἐπικη-

ρυκείαν ἐδέξατο καὶ τοσοῦτον ἔπεισεν αὑτὸν ἢ καθά-

παξ ἔξω μνήμης ἀφιέναι τοῦτον ἢ μεμνημένος κοσμεῖν

ἀπὸ τῶν οὐ προσηκόντων, νῦν ἂν ἦν ἐν Λυκείῳ λέγων

ἅπερ εἰώθει.

ἀλλ’ οὐκ ἦν ἔμφυτον τῷ γενναίῳ 

τούτῳ πτῆξαι καὶ ταπεινωθῆναι τῇ γραφῇ καὶ μισθὸν

τῆς αὑτοῦ σωτηρίας καταθεῖναι τούτῳ τὴν περὶ αὐτοῦ

σιωπήν, ἀλλ’ ἠξίου τοῖς βεβιωμένοις σώζεσθαι καὶ

καταστὰς ὑπὸ ταῖς ὑμετέραις ψήφοις διά γε τὴν ἀλή-

θειαν <



ἀπελθεῖν> ἀθῷος, ἀλλ’ οὐ ταῖς παρὰ τῶν κατη- 

γόρων ἐπονειδίστοις | διαλλαγαῖς. 

 33. Ὡς μὲν οὖν οὔτ’ Ἄνυτος διαφθορᾶς τὴν

 

 

 



 

νεότητα ῥυόμενος καὶ ζημίαν αὑτοῦ νομίζων εἶναι, εἴ

τις τοὺς ὑμετέρους παῖδας ποιήσει κακούς, Μέλητον

τουτονὶ γράψασθαι Σωκράτην ἀνέπεισε Σωκράτει τε

ἐξὸν ἀπηλλάχθαι τοῦ νῦν παρόντος κινδύνου θαρρεῖν

 ἐπῆλθε τὴν κρίσιν τῷ μηδὲν αὑτῷ συνειδέναι φαῦλον

μηδὲ τιμωρίας ἄξιον, ἐκ τούτων ὑμῖν δεδηλῶσθαι νο-

μίζω. ἥσθην δὲ οἷς ἐνίων ἤκουσα λέγ’ ὄντων, ἡνίκα

ἐκληροῦσθε. πάνυ γάρ τισιν ἐπῄει θαυμάζειν, εἰ πάλαι

πονηρευομένου Σωκράτους καὶ διατριβὰς ἐπ’ ὀλέθρῳ

 τῶν νέων ποιουμένου τοσούτοις ὕστερον χρόνοις διὰ

ταῦτα ἀγανακτῶν ὤφθη καὶ τὸ τοῦ πράγματος αἴτιον

ἐζήτει παρ’ ἄλλοις. 

 34. Ἐντεῦθεν δὴ καὶ αὐτὸς ποιήσομαι τὴν τῶν

ἐλέγχων ἀρχήν. ἐξ ὧν καὶ διότι κατήγορος ὀψέ ποτε

 ἐπέστη, μᾶλλον εἴσεσθε. ἐρωτῶ δὲ ὑμῶν ἐναντίον τὸν

 

 



 

φιλόπολιν Ἄνυτον· εἰπέ μοι, πρὸς θεῶν, ὁ γέρων οὗτος

ὁ γεγονὼς ἑβδομήκοντα ἔτη χθὲς καὶ πρῴην ἐγένετο

πονηρῶν διδάσκαλος, πέρυσι, τῆτες, τὸν δ’ ἄλλον ἅπαντα

χρόνον χρηστὸς ἦν οὐδὲν οὔτε μικρὸν οὔτε μεῖζον

βλάπτων τὴν πόλιν, καὶ δεῖ δήπου διὰ μὲν ἐκεῖνον ἐν 

ᾧ βέλτιστος ἦν ἐπαινεῖσθαι, διὰ δ’ αὖ τὴν συμβᾶσαν

μεταβολὴν μισεῖσθαι;

τί φῄς, Ἄνυτε; τί σιγᾷς;

ἄνωθεν ἦν μιαρὸς ἄνθρωπος ἢ πρὸς γῆρας ἥκων ἐπῄ-

νεσε κακίαν; καὶ μὴν καὶ σιγῶν ἀποκέκρισαί μοι. ὅτε

γὰρ ἀνδρῶν τεθνεώτων ἐμέμνησο φάσκων ὑπὸ μὲν 

ἐκείνων κακῶς πεπονθέναι τὴν πόλιν, αὐτοὺς δὲ ὑπὸ

τούτου διεφθάρθαι, ὡμολόγεις μὴ νῦν ἡμῖν ἦρχθαι

τῆς διαφθορᾶς τὸν Σωκράτην, ἀλλ’ ἐξ οὗπερ εἰς | 

τὸ φιλοσοφεῖν κατέστη.

διὰ τί οὖν, ὦ κηδεμὼν

τῶν νέων, ἀρχαία μὲν ἡ πονηρία, βραδεῖα δὲ ἡ γραφή, 

καὶ πάλαι μὲν ἡμᾶς ἑώρας ἀδικουμένους, ὀψὲ δὲ ἥκεις

βοηθήσων; οὐκ ἐπεδήμεις γενεὰν ὅλην καὶ ἔτι πλέον;

οὐχ ἑώρας τοὺς ἐρῶντας αὐτοῦ νεανίσκους; οὐκ ἐπή-

κουες τῶν λόγων; καὶ γὰρ οὐχ ὧδε ἔσται ἀναχωρεῖν

σοι, ὅτι ἄρα καταδὺς οὗτος εἰς γωνίαν καὶ θύρας ἐπι- 

θεὶς καὶ καταλαβὼν ὅρκοις τοὺς συνόντας ἦ μὴν κρύ-

 

 



 

ψειν τὴν ἀκρόασιν καὶ θῦμα θυσάμενος δι’ ἀπορρή-

των ἐδίδασκε τοὺς λυμεῶνας λόγους, οἷς τὸν μὲν

ἄλλον ὑπῆρξε λανθάνειν χρόνον, ὕστερον δὲ εἰς φῶς

ἐλθεῖν συνέβη τῶν τὴν γλῶτταν ἀκολάστων τινὸς ἐκ-

 λελαληκότος.

ἀλλ’ ἴστε ὅτι τῶν τόπων τοὺς ὅτι

πλείστους συνάγοντας ἀνθρώπους ἀνὴρ ἠγάπα καὶ

τοσοῦτον ἀπεῖχε τοῦ χαίρειν ταῖς ἐρημίαις, ὥστε μᾶλλον

ἄν τις αὐτῷ τὸ τὰ πλήθη διώκειν ἐπ’ αἰτίαν ἤγαγεν

ἢ τὸ τοῖς νέοις οὐδενὸς παρόντος ὁμιλεῖν. εἷς οὖν

 ἦσθα τῶν ἀκουόντων καὶ τὴν ζημίαν οὐκ ἀγνοούντων

καὶ φανερῶς ἐφ’ ὅ χωρεῖ τὸ πρᾶγμα συνιέντων.

τί

οὖν ἔδει τὸν εὔνουν ποιεῖν; ἀγανακτεῖν, βοᾶν, μὴ δι-

δόναι τῷ κακῷ βαδίζειν, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, λέγειν,

ἐπὶ τοὺς νόμους ἀσκεῖ Σωκράτης τοὺς νέους.

 ἡ πολιτεία κινδυνεύεται. θρασεῖς ἡμῖν καὶ

τυραννικοὺς καὶ ἀφορήτους καὶ τὸ ἴσον ὑπερο-

ρῶντας ὁ σοφιστὴς ἀνθρώπους δημιουργεῖ. οὐ

 κωλύσομεν; I οὐκ ἐπισχήσομεν; οὐκ ἐκβα-

λοῦμεν τοῦτον, πρὶν <ἂν> τὴν τῶν νόμων ἰσχὺν

 

 



 

ἐκβάλωσιν οἱ παρὰ τούτῳ τρεφόμενοι; ταῦτ’ ἔδει

λέγειν καὶ πρὸς τούτῳ τί ποιεῖν Ἄνυτον; τὸν γραψό-

μενον κινεῖν, εἰ μὴ αὐτός γε ἐβούλετο.

ἦν βασι-

λεὺς ἡμῖν ἀρχὴ καὶ τὸν ἄλλον ἅπαντα χρόνον, Ἄνυτε,

ἦσαν Εὐμολπίδαι, ἦν ἅπασα ἁπλῶς ἡ περὶ τὴν εὐσέ- 

βειαν φυλακή. λέγε δὴ τουτοισὶ τὴν αἰτίαν τῆς βρα-

δυτῆτος. ἀπράγμων ἦσθα; καὶ μὴν ἡ νυνὶ παρασκευὴ

καὶ τὸ μηδενὸς ἀπέχεσθαι πρὸς τὸ τὸν ἄνθρωπον ἀν-

αρπάσαι πᾶν τοὐναντίον μαρτυρεῖ. ἀλλ’ οὔπω τὸν δῆ-

μον ἐφίλεις καὶ διὰ τοῦτ’ οὐκ ᾤου δεῖν φροντίζειν, 

εἴ τινες εἰς ἄνδρας ἐλθόντες ἐκ πονηρῶν ἀκουσμάτων

καταλύσουσιν αὐτόν.

πότερον <οὖν> σὲ μὲν δεῖ

κατηγορεῖν, τοῦτον δὲ ἀποθνήσκειν, ἢ τὸν μὲν ὧν

ἔβλαπτε, σὲ δὲ ὧν ἔχων ἐλέγχειν ἐπέτρεπες ἀδικεῖν

ὑπέχειν δίκην; μετὰ γὰρ τοῦ κακῶς ποιοῦντος τὸν 

παρὸν κωλύειν οὐκ ἐθελήσαντα θετέον. ἢ οὖν οὐδὲν

ἠδίκει Σωκράτης καὶ κατὰ τοῦτο ἡσυχάζων νῦν ὡς οὐ

δικαίως ἐπεξέρχῃ δεικνύεις ἢ κακῶς ποιεῖν ἐπιτρέπων

 

 

τὴν πόλιν συνηδίκεις ἐν τῷ περιορᾶν ἃ παῦσαι πρό-

χειρον ἢν. 

 41. Ἀλλ’ οὐχ ἡμάρτανεν, ὦ Ἀθηναῖοι, Σωκράτης,

οὐδ’ ὀφείλει δίκην Ἄνυτος ὑμῖν τῷ συγκεχωρηκέναι

 τοσαῦτα τολμᾶν ἐκείνῳ, ἀλλὰ τὸν οὐδὲν ἀδικοῦντα

συκοφαντεῖ νῦν. οὐ γὰρ ἀδικοῦντος ἐφείδετο πρότερον,

ἀλλὰ μηδὲν ἀδικοῦντα κρίνει νῦν. οὐδὲ γὰρ ἐν ταῖς

ἰδίαις οἰκίαις οὓς ἴσμεν τῶν οἰκετῶν κλέπτας ὄντας

R III 15 καὶ περὶ τὰ σκεύη κακούργους, ἐφέντες | τούτοις

 ἀεί τι τῶν ἔνδον ὑφαιρεῖσθαι περιμένομεν ἐν γήρᾳ

παρ’ αὐτῶν δίκην λαβεῖν, ἀλλ’ εὐθὺς κολάζομεν, καὶ

πέδαι καὶ μάστιγες καὶ μύλων. καὶ ὅτε πρῶτον ἁλοῖεν,

στρεβλοῦνται. Σωκράτους δὲ δοκεῖ τὸ πᾶν ὑμῖν ἀνασχέ-

σθαι τοσοῦτον χρόνον Ἄνυτος διορύττοντος τὴν δημο-

 κρατίαν καὶ παρασκευάζοντος ὑμῖν ὀλέθρους πολίτας; 

 

 

 



 

 42. Ἀλλ’ ἐῶ τουτὶ καὶ θῶμεν Ἄνυτον ὑπὸ τοῦ

μᾶλλον ἑτέροις πράγμασι προσέχειν τὸν νοῦν κεκωλύ-

σθαι ταῦτα ἰδεῖν τὰ πονηρεύματα. ἔστι μὲν γὰρ οὐδὲ

τοῦτο ἄξιον, ὦ Ἀθηναῖοι, συγγνώμης. μὴ γὰρ ἔστω

μηδενὶ τοσαύτη τῶν οἰκείων πρόνοια, δι’ ἣν ἐπὶ τὸ 

σχῆμα τῆς πολιτείας ὁρῶν ἰόντα κίνδυνον περιόψεται.

ὅμως δ’ οὖν ἀφείσθω τῆς μέμψεως, εἰ τῶν κοινῶν ὑπ’

ἀσχολίας τῆς ἀπὸ τῶν ἰδίων ἠμέλησεν. 

 43. Ἀλλὰ καὶ τούτου σιγῶντος πῶς οὐχ ἧκεν

ἄλλοθεν κατηγορία καὶ κρίσις; οὐ μεστὸν μὲν τὸ βῆμα 

τῶν λεγόντων ἐστὶν ἐπ’ ἐκκλησίας, πλήρη δὲ τὰ δικα-

στήρια τῶν γραφομένων τῶν μὲν ἐπὶ τοῖς ὄντως ἀδι-

κήμασι, τῶν δὲ δι’ ἔχθραν καὶ συκοφαντίαν, ἔστι δὲ

ὧν ἐπὶ τῷ ταράξαι καὶ λαβεῖν ἀργύριον; οὐ μεστοὶ

γεγόναμεν τῶν πρὸ τῶν Ἐπωνύμων ἐκκειμένων ὁ 

 

 



 

 δεῖνα τοῦ δεῖνος τὸν δεῖνα | ἐγράψατο; ἀλλ’

οὐχ ὁ δεῖνα τοῦ δεῖνος Σωκράτην Ἀλωπεκῆθεν οὔτε

ἀσεβείας οὔτε λύμης τῶν νέων, οὐχ ὕβρεως, οὐκ

ἄλλου τινός.

ἀλλ’ οἱ φιλοτιμούμενοι καὶ τὰ

 αὑτῶν εἰς ὑμᾶς ἀναλίσκοντες καὶ προστάται τῆς

πόλεως ἐπιθυμοῦντες ἀκούειν καὶ τῷ τὰ κοινὰ θερα-

πεύειν σεμνυνόμενοι καὶ τὰς ἀντὶ τούτων τιμὰς παρ’

ὑμῶν λαμβάνοντες διὰ μὲν κλοπὰς καὶ μνᾶς ὀλίγας

οὐκ ὤκνουν γράφεσθαι καὶ κατηγορεῖν νομίζοντες τὴν

 ἐπὶ τῶν ἐλαττόνων ἀκρίβειαν τῶν μειζόνων εἶναι περι-

φανῆ σωτηρίαν· ἄνθρωπον δὲ ὁρῶντες ὑποσπῶντα τὰ

τῆς πόλεως ἰσχυρὰ καὶ τοσαύτη χρώμενον κατὰ τῶν

νόμων τρυφῇ, ὥστε ἐν μέσῳ μηδὲν ὑποστελλόμενον

πράττειν <τὴν> τῆς πολιτείας κατάλυσιν, εἴων, ἐπέτρε-

 πον, συνεχώρουν, μόνον οὐ δωρεῶν ἠξίουν; καὶ τίς ἂν

πιστεύσειε;

καίτοι τίς ὑμῶν οὐκ οἶδε, πηλίκον

τινὲς ὑμῶν παρ’ ὑμῖν δυνηθέντες ἐν εὐδαιμονούσῃ

 

 



 

καὶ μέγιστον ἰσχυούσῃ τῇ πόλει στρατηγοῦντες καὶ

τὸν δῆμον ἄγοντες καὶ τὸ μὲν ὄνομα τῇ δημοκρα-

τίᾳ τηρήσαντες, τῷ δὲ ἔργῳ εἰς μίαν τὴν αὑτῶν

ἀρχὴν μεταθέντες καὶ πόλιν ὅλην Λακεδαιμονίων

εἰς τὸν φθόνον τὸν αὑτῶν κεκινηκότες καὶ ναυ- 

μαχίας νενικηκότες καὶ νήσους εἰληφότες ὅμως οὐ

διέφυγον τὸ μὴ δοῦναι λόγον ἐν τουτοισὶ τοῖς δικα-

στηρίοις; οὐδὲ τοὺς βουλομένους κατηγορεῖν ἀπέστησε

τῆς γραφῆς τὸ τῶν κριθησομένων ἀξίωμα, ἀλλ’ ἔφευ-

γον, ἠγωνίζοντο, ἀπελογοῦντο.

ταχύ γ’ ἂν οὖν ἔδεισαν 

τὴν πενίαν Σωκράτους καὶ τὴν τῶν δικανικῶν ἀγώνων

ἀπειρίαν οἱ τὸν ποικιλώτατον τῶν ῥητόρων καὶ πολέ-

μου καὶ εἰρήνης καὶ τῶν ὅλων κύριον κρίναντες. τί

οὖν ἦν τὸ τῆς σιωπῆς αἴτιον; οὐ τὸ μὴ εἶναι τοὺς τὰ

ἀδικήματα ὁρῶντας, ἀλλὰ τὸ τοῦτον νῦν τὸ συκοφάν- 

του πρᾶγμα ποιεῖν. καὶ μὴν εἰ τὸ πολλάκις κεκρί-

 

 

 



 

σθαι τὸν φεύγοντα πρὸς τῶν κατηγόρων ἐστίν, ᾧ γε

μήτε ταύτην μήτ’ ἄλλην ἐπήνεγκεν αἰτίαν μηδὲ εἷς,

πῶς οὐκ ἂν οὗτος τούτῳ πρὸ τῶν ἄλλων ἀποφεύγοι;

| Πολλῶν δὲ ἐνόντων εἰπεῖν τὸ μὲν ἀπάν-

 τῶν ἀτοπώτατόν ἐστι τὸν ἐν Λυκείῳ διατρίβοντα καὶ

πάντα τὸν βίον ἐν τῷ διαλέγεσθαι καὶ ζητεῖν ἀνηλω-

κότα τῶν ῥητόρων αἰτεῖν γραφάς. ἴστε γὰρ δήπου

τοῦθ’ ὅτι τῶν τὰ κοινὰ πραττόντων καὶ ἐπὶ τὸ βῆμα

ἀνιόντων καὶ γνώμας ἀγορευόντων καὶ ψηφίσματα γρα-

 φόντων τούτων ἐστὶ τὸ τοῖς τοιούτοις ἐπιχειρεῖν, οἴ

τὸ δύνασθαι βλάπτειν τὸν δῆμον ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ

παρὰ τῷ δήμῳ δύνασθαι λαβόντες ἔχουσιν. εἰ δέ τις

ἐν ταῖς παλαίστραις πρὸς τοὺς σοφιστὰς ἤ τινας ἄλλους

τῶν ἀεὶ συγγινομένων περὶ τῶν ἀεὶ παραπιπτόντων

 5 φιλοσοφεῖ, πῶς ἂν οὗτος οἷός τε εἴη τὴν πολιτείαν

μετακινεῖν; 

 

 



 

 48. Τουτὶ μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες, τοσοῦτον ὂν ἐῶ,

ἐκεῖνο δ᾿ αὐτὸν ἐρήσομαι· Σωκράτης ἐμίσει τὴν δημοκρατίαν,

Ἄνυτε, καὶ τύραννον ἡδέως ἂν εἶδεν ἐφεστῶτα

τῇ πόλει; τίνα τοῦτον; ἤ, πρὸς Διός, αὑτόν; ῥᾳδίως

γ᾿ ἂν ὁ ἄνθρωπος ἐμισθοδότησε δορυφόρους καὶ ξενικὸν 

κὸν συνεστήσατο καὶ πολλοὺς οἰκέτας ὥπλισεν. 

 49. Ἀλλ᾿ αὐτὸς μὲν οὐκ ἐδεῖτο τοῦ σχήματος,

ἑτέρους δ᾿ ἐνῆκε. πάλιν τοίνυν ὥσπερ ἠδίκει μὴ πάλαι

κρίνων Σωκράτη, ......... εἰ γὰρ ὅσοι τούτῳ συγγεγένηνται

διεφθαρμένοι τυγχάνουσι καὶ καταφρονεῖν ἐπαιδεύθησαν 

τῶν νόμων, τί μαθὼν οὐ πάντας ὑμῖν τούτους

παρέδωκε; τί μὴ κατὰ πάντων ἀπενήνοχε | 

γραφάς; οὐ γὰρ δὴ τὸν μὲν παρακαλοῦντα πρὸς τὰ

πονηρὰ δίκης ἄξιον νομιστέον, δι᾿ ὧν δὲ τὰ ἔργα

ἐπράχθη, τούτοις δὴ δεῖ πρᾴως ἔχειν. οὐδὲ γὰρ ἐν 

 

 



 

τοῖς φονικοῖς νόμοις οὕτως ὁρῶμεν διῃρημένον, ἀφεἴ-

σθαι μὲν αἰτίας τὸν δράσαντα, ἄγειν δὲ εἰς κρίσιν

τὸν αἴτιον, ἀλλὰ τὸν ἀνδροφόνον προσειπὼν τούτῳ τὸν

αἴτιον τοῦ φόνου προσέθηκε μιαρώτερον ἡγούμενος

 τὸν πράξαντα τοῦ πεπεικότος.

ἀλλὰ νῦν ὁ μὲν

πείθων ἀνελεῖν τοὺς νόμους Σωκράτης κρίνεται, τῶν

δὲ ἐπιθησομένων τῇ τούτων κατ’ ἀλύσει λόγον οὐδεὶς

ἀπαιτεῖται. καίτοι τὸν φάσκοντα τῶν νόμων φροντίζειν

διὰ πάντων τῶν <τῇ> δημοκρατίᾳ δυσμενῶν χωρεῖν

 προσῆκεν, ἀλλ’ οὐ τοὺς μὲν ὑπερπηδᾶν, ἐνὶ δὲ πολε-

μεῖν μόνῳ. δῆλον γὰρ ὅτι καὶ Σωκράτους ἀποθανόν

τος οἴ γε ὑπὸ τούτου. διεφθαρμένοι κακοὶ περὶ ὑμᾶς

ἔσονται. τίς ἂν οὖν ἰατρὸν ἀποδέξαιτο παντὶ μὲν

ὀφείλοντα βοηθῆσαι τῷ σώματι, τηροῦντα δὲ ἐν τῷ

 πλείονι τὸ νόσημα;

εἰ μὲν οὖν Σωκράτην ᾔδει

μὲν πονηρὸν Ἄνυτος οὑτοσί, πονηρῶν δὲ αὖ οὐκ ἠπί-

στατο διδάσκαλον, καλῶς ἂν ἐπὶ μόνον ᾔει· νῦν δὲ

 

 

 



 

τῆς νεότητος ὑμῖν, ὡς ὅδ’ ἑ φησί, διεφθαρμένης καὶ

ποθούσης ἑτέραν πολιτείαν διὰ τοὺς τούτου λόγους

κοινὴν ἔδει δήπου καὶ τὴν κατηγορίαν εἶναι. τοῦτο

γὰρ ἂν ἦν θαρρεῖν ὑμῖν τελέως παρέχοντος, ἀλλ’ οὐ

ποιοῦντος τοὺς μαθητὰς χαλεπωτέρους τῷ τοῦ διδασκά- 

λοῦ θανάτω. 

 52. Πόθεν οὖν Σωκράτης κρίνεται μόνος; ἐνεθυ-

μήθη πρὸς αὑτὸν ὁ κατήγορος, ὅτι τοῖς μὲν πράγμασι

καὶ ταῖς ἀληθείαις οὔτ’ ἂν τοῦτον οὔτ’ ἂν ἄλλον οὐ-

δένα τῶν τούτῳ πεπλησιακότων ἕλοι, τὰ δ’ ὄντα αὑτῷ 

κατὰ Σωκράτους οὐκ ἂν ὑπάρχοι κατὰ τῶν ἄλλων.

ταῦτα δ’ ἐστὶ τί; σοφιστὴς καλεῖται. πολλοῖς προσκέ-

κρουκε. κεκωμῴδηται. τῶν εἰσφερόντων οὐκ ἔστιν. ἀλλ’

οὐκ ἐπὶ τοὺς νέους ταῦτ’ ἂν εἶχεν ἐφόδια. καθ’ ὧν

οὐκ ἐρρύησαν διαβολαί, τούτους ἔδεισεν ἐν δικασταῖς 

αἰτιάσασθαι, ἐπεὶ καὶ κατὰ τούτου ψευδέσι διαβολαῖς,

οὐκ ἐλέγχοις πιστεύων διώκει. 

 53. | Σκέψασθε δέ. μισόδημος, φησίν, ἐστὶ 

καὶ τοὺς συνόντας πείθει τῆς δημοκρατίας κατα-

γελᾶν. τέ ποιῶν, Ἄνυτε, πρὸς θεῶν; λόγους συνθεὶς 20

 

 



 

ἀνέγνω τοῖς ἑταίροις κατὰ τῆς δημοκρατίας; ἀλλ’ οὐκ

ἔγραψε μὲν οὐδὲ ἀνέγνω. εἶπε δὲ ἀπὸ στόματος οὗτος

ὡς δεῖ μεθιστάναι τὴν πόλιν; ἤκουσέ τις αὐτοῦ λέγον-

τος μικρὰν μὲν γεγονέναι τὴν πόλιν νόμοις διοικου-

 μένην, εἶναι δ’ ἂν μεγάλην, εἰ τυράννων ἐξουσίαις

ἤγετο; ποῖον Λύκειον τοιούτους ἐδέξατο λόγους; ποία

παλαίστρα; ποῖον ἐργαστήριον;

καίτοι τέ τὸ κωλῦον

ἦν ἐπὶ μοναρχίαν προτρέπειν ἀποκεκαλυμμένως καὶ

μηδὲν παραλιπεῖν <εἰπεῖν> ὧν εἰκὸς τὸν ἐρῶντα

 μεταστάσεως; εἰ μὲν γὰρ ὑφεωρᾶτο κίνδυνον ἐκ τῶν

λόγων, ὅλως ἂν ἐσίγα ταῦτα δι’ ἅπερ νῦν κρίνεται·

νομίζων δ’ ἐν φίλοις τοῖς ἀκροωμένοις ἐρεῖν, ἧκεν ἂν

ἐπὶ γυμνὴν τὴν παραίνεσιν, ἐπῄνεσεν ἂν Πεισίστρατον,

ἐθαύμασεν ἂν Ἱππίαν, ἠγάσθη ἂν Ἵππαρχον, ἐκάλεσεν

 <ἂν> εὐδαιμονίαν τῶν Ἀθηνῶν ἐκεῖνον τὸν χρόνον.

οὗτος τῶν συμβουλευόντων ὁ τρόπος διαρρήδην

εἰπεῖν ἃ φρονεῖ τις, πάντα φθέγξασθαι λόγον, πᾶν ᾧ

 

 



 

μέλλει πείσειν προσαγαγεῖν, ἡσθῆναι πείσαντα, χαλε-

πῶς ἐνεγκεῖν ἁμαρτόντα. ὧν οὐδὲν ἂν ἔχοι δεῖξαι πε-

ποιηκότα Σωκράτην ὁ φάσκων αὐτὸν συμβεβουλευκέναι

τοῖς νέοις ζητεῖν ὅπως ἡ πόλις δουλεύσει.

εἰκὸς

δ’ ἦν, ὦ ἄνδρες, καὶ εἰ σφόδρα τὴν πρώτην ἐδεδοίκει 

τὸ τῆς συμβουλῆς σαφὲς καὶ διὰ τοῦτο οὕτως ἔλεγεν

ἐπικρυπτόμενος, ὥστ’ ἄδειαν εἶναι μὴ πείσαντι, χρόνου

γε προἰ·όντος καὶ τοῦ πράγματος τοῖς νέοις οὐκ ἀπα-

ρέσκοντος τολμῆσαι καὶ φανερῶς εἰπεῖν. ἢ νέους | 

μὲν ἐν τῷ δήμῳ λέγοντας οὐδὲ τοῦ θορύβου τὸ μέγε- 

θος ὧν ἐσπουδάκασιν ἀφίστησιν, ἀλλὰ πᾶν ὑπομένου-

σιν ἐπὶ τῷ τὸ δοκοῦν αὑτοῖς καταστῆσαι κύριον, Σω-

κράτης δὲ καθ’ ἡσυχίαν ἐξὸν τοὺς ἀκροωμένους λαβεῖν

ἀντιλέγοντος οὐδενὸς προὐδίδου τὴν ἐπιθυμίαν τὴν

αὑτοῦ δίκαιον οὐκ ἔχων λόγον;

τὸ δὲ πάντων 

μέγιστον, μετέπεσε δὶς ἡμῖν ἤδη τὸ σχῆμα τῆς πολι-

τείας Σωκράτους ἐπιδημοῦντος καὶ ὄντος Ἀθήνησι,

 

 



 

τοῦτο μὲν μετὰ τὴν ἐν Σικελίᾳ συμφοράν, τοῦτο δὲ

μετὰ τὴν ἐν Αἰγὸς ποταμοῖς ἀτυχίαν. ἔστιν οὖν εἰπεῖν,

ὅτι μετέσχεν ἀνὴρ τῆς τῶν τετρακοσίων ὀλιγαρχίας ἤ

τῆς τῶν τριάκοντα παρανομίας; τὸν Πείσανδρον ἐμι-

 μήσατο; μετὰ Θηραμένους ἐξήτασται; τῷ Φρυνίχῳ

ταὐτὰ ποιῶν ὤφθη;

ἀλλ’ οὐκ ἔδειξεν αὑτὸν ἐν

μέσῳ, λάθρα δὲ τὸ πρᾶγμα συνέθηκεν ὧς ἄν <τις> ὄχλῳ

μὲν οὐκ εἰωθὼς χρῆσθαι, τῶν δ’ αὐτῶν ἐκείνοις ἐπι-

θυμῶν; ἑτέρου ταῦτα ἦν τοῦ καὶ τῶν τετρακοσίων

 ἑνὸς καὶ λόγον ὕστερον ὧν ἔδοξεν ἀδικεῖν δεδωκότος.

Σωκράτης δὲ οὔτε φυομένου συνεφήψατο τοῦ πράγ-

ματος οὔτε ἀκμάζοντος ἐκοινώνησεν οὔτε πεπραγμέ-

νου κέκριται.

οὐ μὴν οὐδὲ τερπόμενός γε ἐφάνη

ποτὲ τῇ μεταστάσει καὶ συνευχόμενος τοῖς ἔχουσι τὴν

 ἀρχήν, ὡς ἄν τις δειλίᾳ μὲν φεύγων τὴν κοινωνίαν,

πονηρίᾳ δὲ χαίρων τῷ κακῶς πάσχειν τὸν δῆμον. οὐ

τοίνυν οὐδὲ τῶν τριάκοντα ἦν οὔτε συνάρχων οὔτ’

 

 



 

ἐπαινέτης, ἀλλ’ οὕτως οὐκ ἤρεσκον ἀλλήλοις, ὥσθ’ ὁ

μὲν κατηγόρει τῶν ὑπ’ ἐκείνων πραττομένων, Κριτίας

δὲ ὁ μαθητής τε καὶ φίλος σιγῆς ἐτιμᾶτο τῷ διδα-

σκάλῳ. ἔστιν οὖν ὅπως <ἄν> ἄνθρωπος τυραννικὸς

ἀποῦσαν μὲν κατασκευάζοι τὴν τυραννίδα, παρούσῃ δὲ 

ἄχθοιτο, καὶ εὔχοιτο μὲν ἂν ἰδεῖν ἄκυρον τῶν πραγ-

μάτων τὸν δῆμον, ὁρῶν δὲ λυποῖτο; |

ποῦ 

τοίνυν ὁ τυραννοδιδάσκαλος; ἐπίδειξον. ἄγων τοὺς

νέους ἧκε παρὰ τὸν Δρακοντίδην καὶ Χαρικλέα καὶ

Μηλόβιον καὶ τοὺς ἄλλους καὶ παράδειγμα βίου καλ- 

λίστου τούτους ἐκέλευσεν ἡγεῖσθαι, καὶ τῶν μὲν ἐδεήθη

μεταπέμπεσθαι τοὺς νεανίσκους, τοῖς δὲ παρῄνεσεν εἰς

ἐκείνους βλέπειν καὶ σκοπεῖν ὅπως διαδέξονται τὴν

τυραννίδα;

καὶ τούτων ἂν ἐπιδείξῃ <τι> τήερον

 

 

 

 



 

Ἄνυτος, δίκαιός ἐστι κατήγορος <καὶ> κήδεται τῆς

πόλεως, εἰ καὶ βραδέως. εἰ δ’ ἀπὸ μὲν καιρῶν ἱκανῶν

δεῖξαι φύσιν τυραννικὴν οὐκ ἂν δύναιτο τὸν ἄνθρω-

πον ἐλέγχειν, αἰτίας δὲ συναγαγὼν οὐκ οὔσας παρο-

 ξύνει τοὺς ὀμωμοκότας, μὴ λανθανέτω μετὰ Σωκρά-

τοὺς ἀδικῶν οὓς ἐπιορκεῖν ἀναγκάζει. 

 62. Τί οὖν ἐστι δι’ ὃ γράψασθαι τετόλμηκε καὶ

οὕτω τεθαρρηκότως τηλικαύτην αἰτίαν ἐπήνεγκεν; Ἡσι-

όδου, φησίν, ἔπη] καὶ Θεόγνιδος καὶ Ὁμήρου

 καὶ τῶν Πινδάρου μελῶν, τοὺς δὲ ποιητὰς τού-

τούτους καὶ δόξης καὶ τιμῶν τετυχηκέναι παρά τε

τοῖς ἄλλοις καὶ ἡμῖν, τούτων, φησί, τῶν ἀνδρῶν

ἐπιλαμβάνεται καὶ τῶν εἰρημένων οὐκ ὀλίγα

δείκνυσι πονηρῶς ἔχοντα.

πρᾶγμα ποιῶν,

 Ἄνυτε, πολλῆς ἐξουσίας, ἐπεὶ καὶ ἐμοὶ καὶ σοὶ καὶ

τοῖς πολίταις ἅπασι καὶ τοῖς ξένοις καὶ νέοις καὶ πρε-

 

τοῦτ’ 



 

σβυτἐροις καὶ τῷ βουλομένῳ δέδοται παρὰ τῶν νόμων

κατὰ τὸ παριστάμενον μνησθῆναι τῶν ποιητῶν. ὁ μὲν

ἐπῄνεσεν, ὁ δὲ οὐκ ἠβουλήθη. κρίνεται δὲ οὐδέτερος,

οὐδ’ εἰ τῆς ἀληθείας ἑκάτερος ἀποτυγχάνpι. ὥσπερ γὰρ

τοῖς ἄγαλμα θεωμένοις ἔξεστι τοῖς μὲν θαυμάσαι, τοῖς 

δὲ οὔ, καὶ μέμψασθαί | τι τῶν μερῶν, εἰ δὲ βού- 

λοιτό τις, καὶ τὸ πᾶν, οὕτω καὶ περὶ τῶν ποιημάτων

καὶ τῶν καταλογάδην συγγραμμάτων οἱ μὲν τὴν ἀμείνω

ψῆφον, οἱ δὲ τὴν ἑτέραν φέρουσι. καί, νὴ Δία γε, τὸν

αὐτὸν ἂν εὕροις ἃ τήμερον ᾠήθη χρηστὰ μετὰ ταῦτα 

ὕστερον ἄλλης ἀξιοῦντα δόξης. τὸ γὰρ πολλάκις ἐξετα-

σθὲν μᾶλλον ἔδειξε τῷ βασανίζοντι τὴν φύσιν. κἂν ἄγῃ

τις εἰς δικαστήριον δώσοντα δίκην τὸν ἃ πρὶν ἐπῄ-

νεσε ψέγοντα, γέλως ἂν εἴη. 

 64. Ἀλλὰ πῶς δεῖ ποιεῖν; βοηθεῖν λόγῳ τοῖς ἐγ- 

καλουμένοις ἀπ’ αὐτῆς τῆς περὶ τῶν ἐπῶν φιλονεικίας

 

 

 

 

 



 

καὶ τὸν ἐπιτιμῶντα μωραίνοντα ἐλέγχειν. αὕτη γὰρ

ἱκανὴ τοῖς φιλοσοφοῦσι δίκη, τὸ δὲ κρίνειν καὶ τίμημα

θάνατον ἐπάγειν ἐπ’ ἄλλοις τέτακται. γνοίητε δ’ ἂν

ἐκείνως μᾶλλον τὴν ἀτοπίαν.

ἠγωνίσατό ποτε

 Ὁμήρῳ Ἡσίοδος καὶ τοῦτο αὐτὸς Ἡσίοδος ἐν ἐπιγράμ-

ματι διδάσκει φιλοτιμούμενος καὶ λέγων νενικηκέναι

τὸν Ὅμηρον. οὐκοῦν εἰ μὲν ἀπάσαις Ἡσίοδος ἐνίκα,

πάντες δήπου ληρεῖν ἡγοῦντο τὸν Ὅμηρον· εἰ δ’ οἱ

μὲν τοῦτον ἡγοῦντο βελτίω, παρὰ δὲ τοῖς πλείοσιν

 εὐδοκίμει τὰ τοῦ Ἡσιόδου, τῶν οὐκ ἐπαινούντων ἐκά-

τερος ἐτετυχήκει καὶ δῆλον ὧς τοῦ συλλόγου διαλυ-

θέντος οἱ μὲν τούτῳ θέμενοι τὸν Ἡσίοδον ἐκάκιζον,

οἱ δὲ ἐκείνῳ τοῦτον. αὐτοῖς γὰρ οὕτω γε ἐβοήθουν

ἄν.

εἶπεν οὖν τις τῶν τὰς ἱστορίας συντεθεικό-

 τῶν, ὅτι δίκην τις ἔδωκεν ἐν Χαλκίδι διὰ τὸν Ἡσιόδου

ψόγον ἢ τὸν Ὁμήρου; οὐδείς. πῶς οὖν οὐ δεινὸν τοῖς

μὲν πάλαι τῶν ποιητῶν αὐτῶν λεγόντων ἀκηκοόσιν

 

 



 

ἐξεῖναί τι καὶ ἐπιτιμῆσαι, τῶν δ’ ὕστερον τοὺς οὐ

χρηστόν <τι> παρ’ ἐκείνοις ὁρῶντας ἢ σιγᾶν ἢ ἀπολω-

λέναι;

Σοφοκλῆς | δέ, ὦ πρὸς Δῖός, καὶ Εὐρι- 

πίδης καὶ Αἰσχύλος ἆρά σοι δοκοῦσιν οὐκ ἂν εἰκότως

ἐν σοφοῖς ἀριθμεῖσθαι; καὶ τίς οὐκ ἂν συνεύξαιτο 

τοῖς αὐτοῦ παισὶ τὸ φανῆναι τοῖς Ἕλλησιν ἐν Διο-

νυσίοις; οὐδεὶς οὖν τῶν τεθεαμένων ἀπελθὼν ἐπελά-

βετο τῶν ἰαμβείων; οἱ δὲ καὶ λεγομένων ἔτι μυρίοι·

καὶ μέλει γε αὐτοῖς οὐδέν, εἰ δήξονται τοὺς ποιητάς.

ἡ δέ γε κωμῳδία τὸ πλεῖστον τῆς ἡδονῆς ἐκ τοῦ κακῶς 

λέγειν τἀς τραγῳδίας εἰσφέρεται.

εἶτ’ ἂν μὲν

Ἀθηναίων τοὺς δοκοῦντας παιδείᾳ διαφέρειν φῇ τις

ἐν οἶς ποιοῦσιν ἁμαρτάνειν, ἀνεύθυνος· ἂν δ’ Ἀθη-

ναίων τις πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους ταὐτὸ τοῦτο ποιῇ,

κριθήσεται; καὶ Σωκράτην μὲν ἐξῆν Ἀριστοφάνει κω- 

μῳδεῖν καὶ πᾶς ὁ μετὰ ταῦτα χρόνος ἕξει τὰ σκώμ-

 

 



 

μάτα, γέγραπται γάρ, καὶ ὁ τὰ γεγραμμένα ἐξαλείψων

οὐκ ἔσται· Σωκράτει δὲ οὐ δώσομεν ἐλέγχειν Ὅμηρον

ἤ τινα ποιητὴν ἕτερον καὶ ταῦτα οὐ φυλαττομένων

βιβλίῳ καὶ γραφῇ τῶν ἐλέγχων; εἰ γὰρ ἐκεῖνα νόμῳ

 Διονυσίων γεγένηται, καὶ ταῦτα κοινῷ νόμῳ τῶν ἀν-

θρώπων εἴρηται, καθ’ ὅν ποιητῶν καὶ λογογράφων

δοκιμαστής ἐστι τῶν ἐντυγχανόντων ἕκαστος.

οὕτως

ἐπιλαμβάνεται Πινδάρου Σωκράτης, ὧς σὺ Σωκράτους,

μᾶλλον δὲ οὐχ οὕτως. ὁ μὲν γὰρ δικαίως, σὺ δὲ ἀδί-

 κως, καὶ ὁ μὲν βλάπτοντος, σὺ δὲ ὠφελοῦντος, ἀλλὰ

 τό γε <πρᾶγμα> γε <

πρᾶγμα><πρᾶγμα> τῆς | αὐτῆς ἐξουσίας.

οὐκ ἄνισον αὐτὸν μὲν ἀξιοῦν ψέγειν τῶν πολιτῶν τοὺς

λόγους, τῶν δὲ πολιτῶν μηδενὶ τὰ τῶν ἄλλων ἐπι-

τρέπειν εἰς ἐξέτασιν ἄγειν, ὥσπερ νόμῳ φύσεως ἠναγ-

 κασμένον τοὺς μὲν ἐκ Βοιωτίας ἢ οὐκ οἶδ’ ὁπόθεν

σοφίᾳ διαφέρειν, τοὺς δὲ τῆς Ἀθηνᾶς τροφίμους ἀμα-

θίᾳ συνοικεῖν; καίτοι τοὐναντίον ἐδόκει τὸν ἔμπρο-

σθεν χρόνον. σὺ δὲ οὐκ ἐᾷς.

καὶ μὴν εἰ τὸ τῶν

ἐπῶν κατηγορεῖν ἔν τι τῶν ἀδικημάτων, <ἦν> ἦν ἀν’

 καὶ περὶ τούτου νόμος, ὥσπερ ἀμέλει καὶ περὶ

 

 



 

τῶν ἄλλων ἀδικημάτων, οἷον ὁ μέν τις λέγει μὴ δω-

ροδοκεῖν, ὁ δὲ μὴ τύπτειν, ὁ δὲ μὴ λωποδυτεῖν.

καὶ τῶν ἄλλων ὅπως ἀπεχώμεθα, γέγραπται τιμωρία

καθ’ ἑκάστων· ἀλλ’ οὐκ ἐὰν ἐπιλαμβάνηταί τις

τῶν παλαιῶν ποιητῶν, ἀποθνησκέτω τῶν νόμων 

οὐδαμοῦ γέγραπται. ἀλλ’ οὐδὲ ἐν τοῖς ψηφίσμασιν ἐν

οἷς ἐτιμῶντο ταύτην ἔλαβον τὴν δωρεὰν εὐφημεῖν

ἅπαντας Ἀθηναίους περὶ τῶν ἐκείνοις γεγραμμένων

ἀπάντων. τί τοίνυν ὁ κρινόμενος παραβὰς ἠδίκηκεν,

εἰ μήτε ἐν νόμῳ κεκώλυται δεικνύναι τι τῶν Ἡσιόδου 

βλαβερὸν μήτε ψήφισμα θάνατον ἀπειλεῖ τῷ μή γε

πανταχοῦ τὰ βέλτιστα τὸν Πίνδαρον εἰρηκέναι λέγοντι·

καίτοι τὼ δύο τούτω ποιητά, τόν τε Ἡσίοδον καὶ

τὸν Ὅμηρον λέγω, πρεσβυτέρους εἶναι συμβαίνει τοῦ

Σόλωνος. εἴ γ’ οὖν ἡγεῖτο δεινὸν ὁ Σόλων εἶναί τινα 

κατὰ τῶν ἐπῶν ἐξουσίαν τῷ βουλομένῳ, πάντως ἂν

ἔθηκε νόμον εἴργοντα τοὺς Ἀθηναίους τῆς βασάνου

τῶν ἐπῶν, εἰ δὲ μὴ | Σόλων, ἕτερος ἄν, ὡς περὶ 

τῶν ὀνομάτων Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος ἔδοξεν

 

 



 

ἡμῖν μηδένα δοῦλον τοῖς τὸν τύραννον καθελοῦσι ποιεῖν

ὁμώνυμον καὶ πειθόμεθα.

πῶς οὖν τῆς αὐτῆς

προνοίας οὐκ ἠξίωται τὰ ἔπη; ὅτι τὸ μὲν ὕβριν ἂν

εἶχε κατὰ τῶν εὐεργετῶν διὰ τῶν οἰκετῶν, τὸ δὲ τὰ

 τῶν τυράννων ἂν ἐδίδου τοῖς ποιηταῖς, οὓς τοὺς ἀρ-

χομένους ἐπαινεῖν ἀνάγκη, κἂν ὑπερβάλλωσι πάντας

ἀνοίᾳ καὶ κακίᾳ. Σωκράτης δὲ Ὅμηρον οὐκ ᾔδει τύ-

ραννον Ἀθηνῶν οὐδὲ Θέογνιν οὐδέ γε, εἰ τυραννοῦν-

τας ἑώρα, κολακεύειν ἂν ὑπέμεινεν, ἀλλ’ εἰ πρὸς τὸ

 τῆς πόλεως ἄρχειν ἐπῆγε, καὶ τυραννούμενος ἂν ἐξή-

τασε τὰ ποιήματα, καθάπερ τῶν τριάκοντα τὰ ἔργα.

σὺ δ’ ἐν δημοκρατίᾳ καὶ παρρησίᾳ παλαιοὺς ποιητὰς

ἐφίστης τοῖς περὶ τοὺς λόγους διατρίβουσι δεσπότας

καὶ τὰ στόματα τοῖς δεξιωτέροις ἐμφράττεις καὶ σιγὴν

 Ἀθήνησιν εἰσηγῇ.

καὶ Πεισίστρατος μὲν ὁ μάλιστα

σπουδάσας περὶ τὴν Ὁμήρου ποίησιν οὐδένα τῶν πολι-

τῶν ἀπέκτεινε λαβὼν ἔπους ἐπιλαμβανόμενον, εἰκὸς δὲ

 

 



 

πολλὰ τοιαῦτα γεγονέναι τῶν Ὁμήρου συλλεγομένων·

σὺ δ’ ἐν δημοκρατίᾳ ποιεῖς τυραννίδος χαλεπώτερα

καὶ ταῦτα ἐπαινῶν τὸν Θησέα τοῦ τῆς ἀρχῆς ἣν εἶχεν

ἀποστῆναι. ὅς οὐ διὰ τοῦτο τὴν ἐλευθερίαν τοῦ δή-

μου πρὸ τῆς ἐξουσίας ἐποιήσατο τῆς αὑτοῦ, ἵνα Ἄνυτος 

καὶ Μέλητος κωλύωσι διαλέγεσθαι τὸν βουλόμενον

Ἀθήνησιν, ἀλλ’ ἔνα παντὸς ἀπηλλαγμένοι δέους καὶ

τὰς ψυχὰς ἀσκῶμεν μαθήμασι καὶ τὰ σώματα γυμνα-

σίοις.

καὶ διὰ τοῦτο καλὸν καὶ ἥδιστον αἱ Ἀθῆναι

θέαμα καὶ πανταχόθεν | δεῦρο φοιτῶσι καὶ ναυσὶ 

καὶ πεζῇ καὶ οἱ μὲν κατέμειναν, οἱ δὲ μόλις ἀπῆλθον, οὐχ 11

ὅτι τραπέζαις νικῶμεν Σύβαριν οὐδ’ ὅτι πυρῶν ἡμῖν

εὔφορος ἡ γῆ, τοὐναντίον γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι,

τοῖς ἔξω τικτομένοις τρεφόμεθα, ἀλλ’ ὅτι λόγων ἐστὶν

ἐργαστήριον ἡ πόλις. ὁ μὲν ἤρετο, ὁ δὲ ἀπεκρίνατο. 

τῷ μὲν ὑπῆρξε μαθεῖν, ὁ δὲ ἐδίδαξε. τὸν μὲν ἴδοις ἂν

ἐπαινοῦντά τι τῶν τοῖς ἔμπροσθεν εἰρημένων, τὸν δὲ

αἰτιώμενον, τὸν δὲ δόξαν οὐ καλὴν λύοντα.

ταῦτα

ἄξια τῆς ἐν ἀκροπόλει θεοῦ, ταῦτα τῶν ὑπὸ θεῶν

πεπαιδευμένων, ταῦτα τοῦ Θησέως, ταῦτα τῆς πολι- 

τείας. ταῦτα ποιεῖ τὴν πόλιν χαριεστέραν τῆς Λακε-

 

 



 

δαίμονος. διὰ τοῦτο τῶν φοβερῶν ἐν τοῖς ὅπλοις οἱ

τὴν σοφίαν τιμῶντες σεμνότεροι. τοῦτο πολὺ τὸ μέσον

ἡμῖν πρὸς τοὺς βαρβάρους πεποίηκεν.

ὁ τοίνυν

τὴν ἐν τῷ διαλέγεσθαι παρρησίαν ἀναιρῶν οὗτός ἐστιν

 ὁ τὰ τῆς δημοκρατίας καταλύων ἐπιχώρια καὶ καθάπερ

σώματος ἐξορύττων ὀφθαλμοὺς ἢ τὴν γλῶτταν ἀπο-

τέμνων. ὃν ἔγωγε ἡδέως ἂν ἐροίμην, εἰ καὶ τῶν δεί-

πνων ἐξαιρεῖ τοὺς εἰωθότας λόγους. οὗτοι δέ εἰσι

μνησθῆναι ποιητῶν, τοῦ μὲν ὡς εὖ λεχθέντος ἀγα-

 σθῆναι, τὸ δέ τι καὶ ἐπανορθῶσαι.

εἰ μὲν οὖν

κἀνταῦθα σιωπᾶν νομοθετεῖ κελεύων ἀφώνους ἐσθίειν

καὶ πίνειν, ἀνδραποδώδη ποιεῖ τὰ συμπόσια τῶν ἐλευ-

θέρων τῇ γαστρὶ μετρεῖν ἀναγκάζων τὰς συνουσίας,

καὶ τίς ἂν ἔλθοι κληθεὶς ἐπὶ δεῖπνον οὐ μέλλων εὑρή-

 σεῖν τὴν χρησιμωτέραν ἡδονήν; εἰ δ’ ἐκείνων μὲν οὐκ

ἀφαιρεῖται τὴν περὶ ταῦτα ἐξουσίαν, τὰς παλαίστρας

δὲ τῶν λόγων ἀποστερεῖ, μᾶλλον δὲ εἰ τοῖς μὲν ἄλλοις

πανταχοῦ δίδωσι λέγειν, Σωκράτει δὲ οὐδαμοῦ, πει-

19 σάτω τοὺς δικάζοντας ὑμᾶς ὅτι τὸ ἄνισον τοῦτο τῶν

 δικαίων ἐστί. |

καὶ τί δεῖ λέγειν τοὺς ποιητάς;

 

 

 



 

ἀλλὰ τοῦ Δῖός οὐχ ὕοντος καὶ πάλιν ἔξω τοῦ μετρίου

βοῶμεν ὧς ἀδικούμενοι καὶ τί ποιῶν δίκαιος ἂν ἦν

περὶ τὴν γῆν λέγομεν. καὶ ταύτας τὰς κατηγορίας οὐκ

ἠγνόει Θέογνις ὁ Μεγαρεύς. εἶτ’ ἐνιαυτοῦ μὲν καὶ

ὡρῶν καὶ αὐτοῦ γε τοῦ Δῖός ἐπιλαμβανόμεθα καὶ οὐδεὶς 

ἐπιφέρει γραφήν· ἂν δέ τις ὅτι τὸν Πίνδαρον ἐξέφυγέ

τι τῶν σεσιγῆσθαι βελτιόνων εἴπῃ πρὸς νέους ἢ πρε-

σβυτέρους, τοῦτον εὐθὺς ἐπὶ κώνειον ἄγεσθαι δίκαιον,

ὁ δὲ μὴ καταψηφιζόμενος ἀπολλύει τὴν πόλιν;

καὶ

τίς ἂν εὖ φρονῶν φήσειε; καὶ γὰρ εἰ καὶ σφόδρα 

παρὰ τῶν προγόνων τῶν ἡμετέρων τετίμηνται, μισθὸς

τοῦτό γέ ἐστι τῶν εἰς τὴν πόλιν ἐπαίνων βραχέων δή

τινων ὄντων, οὐ τοῦ πάντα τοῖς ποιηταῖς ὑγιῶς εἰρῆ-

σθαι τεκμήριον. ἀλλ’ ὅτι ὁ μὲν Μενεσθέως ὧς δεινοῦ

τάττειν στρατιώτας ἐμνήσθη, τῷ δ’ ὅτι τῆς Ἑλλάδος 

ἡ πόλις ἔρεισμα προσερρήθη, λόγους ἔργοις ἀμειβόμε-

 

 

 



 

νοὶ καὶ διὰ τὴν ἔμφυτον μεγαλοψυχίαν ὧν ἐν ταῖς

πράξεσι τὴν μαρτυρίαν εἶχον, τούτων τοῖς ἐπαινοῦσιν

ἀξιοῦντες εἰδέναι χάριν ἐκόσμουν ἐν τῷ μέρει καὶ

αὐτοὶ τοὺς ποιητὰς οὐ δούλην ποιοῦντες τὴν πόλιν

6 οὐδ’ ὁμολογοῦντες πρὸς αὐτούς, ὡς ἂν ὕστερον Σω-

κράτης μὴ πάντα ἐπαινῇ τἀκείνων, ἀποθανεῖται. κωλύει

δ’ οὐδέν, ὦ Ἀθηναῖοι, τοὺς αὐτοὺς καὶ τὰ ὄντα περὶ

 τῆς πόλεως ὑμνηκέναι καὶ συμβούλους | οὐ πάντα

ἀγαθοὺς γεγονέναι. 

 80. Ὁ αὐτὸς τοίνυν ἔστι μοι λόγος καὶ περὶ τοῦ

μέμφεσθαι, φησίν αὐτὸν τῶν ἐθῶν τισι τῶν παρ’

ἡμῖν. εἰ μὲν γὰρ ὅλως Σωκράτης κατὰ τῆς πόλεως

διεξέρχεται λόγους καὶ πείθει λυσιτελεστέραν εἶναι

τὴν ἀντὶ τῶν νόμων ἑνὸς ἄφρονος βουλήσει διοικου-

 μένην, ἐν ᾗ δορυφόρων ἀσέλγεια καὶ περὶ γάμους

ὕβρις καὶ χρημάτων ἁρπαγαὶ καὶ παρθένοι παροινού-

μεναι καὶ παῖδες ἀδικούμενοι καὶ φυγαὶ καὶ φόνοι καὶ

 

 

 



 

οἰμωγαὶ καὶ δακρύων συνέχεια, εἰ τούτων ἐρᾷ καὶ

ταῦτα παιδεύει, θαυμάζω εἰ <τὸν> τ πολύν, ὦ

βεβίωκε χρόνον πάλαι θάνατον ὀφείλων Ἀθηναίοις·

εἰ δὲ δημοκρατεῖσθαι μὲν ὑμᾶς βούλοιτ’ ἄν, ἔστι δὲ

ἃ τῶν ἐθῶν οὐ καλῶς ἔχειν ἡγεῖται καὶ λέγει, κατὰ 

τοὺς τῆς δημοκρατίας, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ τοῦτο

νόμους ποιεῖ.

τίς γὰρ ὑμῶν οὐκ οἶδεν ὡς τὸ

τοὺς βλάπτοντας νόμους λύειν ἐξ αὐτῶν ἐστὶ δεδομέ-

νον τῶν νόμων; ὁ μὲν γὰρ θεὶς ἡγησάμενος συμφέ-

ρειν ἔγραψεν, ὁ δ’ εὑρὼν οὐ τοιοῦτον ἔλυσεν αὐτοῦ 

καλοῦντος ἐφ’ ἑαυτὸν τοῦ νόμου. εἰ γὰρ μὴ λυσι-

τελῶ τοῖς χρωμένοις ἐφ’ ὅπερ ἐγράφην μηδὲ

τοῖς ἔργοις βεβαιῶ τὴν ὑπόσχεσιν, κίνει τὰ

γράμματα, κατηγόρει, μηδὲν ὑποστέλλου.

καὶ

ταύτην τὴν ἔασιν, ὦ Ἀθηναῖοι, χρόνον οὐδένα διαλε- 

 

 

 



 

λοίπαμεν τῇ πολιτείᾳ προσάγοντες νέους ἀντὶ τῶν

 παλαιῶν τιθέμενοι νόμους. ἐντεῦθεν τὸν | μὲν

ἀνείλομεν, τὸν δὲ ἐγράψαμεν. καὶ τὸ πρεσβύτερον

ὑπεχώρησε τῷ κρείττονι. πόσους Δράκοντος, πόσους

 Σόλωνος, πόσους λελύκαμεν Κλεισθένους; τὸ γὰρ

χρησιμώτερον ἀντὶ τοῦ φαυλοτέρου κρατεῖ καὶ τὴν

ἐκείνου χώραν λαβὸν ἀντ’ ἐκείνου καθίσταται κύριον.

εἶπον δ’ ἂν ὑμῖν καὶ ἀπηριθμησάμην τούς τε

κατεγνωσμένους καὶ τοὺς ἀντ’ ἐκείνων γραφέντας, εἰ

 μὴ μαρτύριον ἦν ἱκανὸν ἡ ἐξ Ἀρείου πάγου βουλὴ

οὐχ ἅπαντα νῦν ἃ πρότερον ἔχουσα. καὶ οὐδὲν ἀντι-

λέγει νομίζουσα δεῖν εἴκειν τοῖς νεωτέροις νόμοις οὖσί

γε ἀμείνοσιν. εἰ <δὲ> ι περὶ ὧν ἔξεστιν εἰπεῖν ἐν

δήμῳ καὶ καθ’ ὧν ὑπάρχει δικαστηρίῳ χρήσασθαι

 κατηγοροῦντα τὰς ψήφους τ’ ἔνι λαβεῖν, εἰ τούτων

μνησθείη τις ἐπὶ τῶν ἐργαστηρίων ἠκριβῶσθαι τὴν

πολιτείαν εὐχόμενος, οὗτος ἄχθεται τῷ τὸν δῆμον

κρατεῖν; 

 84. Εἰ μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες, τὸ μὲν ἐξὸν πεποιῆσθαι

20 τοὺς τοιούτους τῶν λόγων ὑπῆρχε Σωκράτει, βλάβη

 

 

 



 

δέ τις ἐφαίνετο διὰ τῆς ἐξουσίας, πρῶτος ἂν αὐτοῦ

κατεψηφιζόμην ἐγώ, καίτοι τὸ τῆς ἐξουσίας μέρος ἤδη

τινὰς ἀγωνιζομένους σέσωκεν, ἀλλ’ οὐ Σωκράτει γε ἡ

τοιαύτη πρέπουσα σωτηρία. πῶς οὖν ἀπολογεῖσθαι

καλὸν ὑπὲρ ἀνδρός, ὥς γε ἐμαυτὸν πείθω, φιλοῦντος 

τὴν πόλιν; 

 85. Σωκράτης, ἐρῶ δὲ τἀληθές, νὴ τὸν Ἀπόλλω

τὸν Πύθιον, πολλαχοῦ μὲν μέμνηται τῶν ποιητῶν,

οὐκ ἀεὶ δὲ μετὰ ψόγου. ἀλλ’ οὗ μὲν τὸν ἀκούοντα

ποιοῦσι βελτίω, καὶ σοφοὺς καὶ γενναίους καὶ θείους 

καὶ τὰ τοιαῦτα καλεῖ· ζημιοῦντας δὲ ὅταν ἴδῃ καὶ τὸν

πειθόμενον εἰς μέγιστον ἄγοντας κακόν, ἐναντιοῦται

καὶ δείκνυσι τὸν κρημνὸν οὐκ ἐῶν νέων ψυχὰς εἰς

ὄλεθρον ἐμπεσούσας φέρεσθαι.

ἐν δὴ τοῖς ἐλέγ-

χοις τούτοις ἔρχεταί τινα καὶ τοιαύτην ὁδόν, ἣν ἀρ- 

πάσας Ἄνυτος συκοφαντεῖ. ἐρωτᾷ τὸν συνόντα, | 

εἰ μὴ σοφὸς Ἡσίοδος. ἀνάγκη τὸν ὑπὸ τῆς φήμης

κατειλημμένον ὁμολογεῖν. τί δ’; οὐχ οὗτος ἔργον

πᾶν ἐπαινεῖ φάσκων οὐδὲν ἔργον ὄνειδος εἶναι;

 

 

 



 

τοῦτο δεύτερον ἐρομένου Σωκράτους οὐκ ἔστιν ἄρνη-

σις. οὐκοῦν ὁ τοῖχον διορύττων καὶ τάφον ἔχει

μάρτυρα σοφὸν ἄνδρα, τὸν Ἡσίοδον, τοῦ μηδὲν

ἀδικεῖν. ἐνταῦθα ἀνάγκη τὸν μὲν ἐρωτώμενον ἀπορεῖν,

 τοὺς δὲ παρόντας γελᾶν, οὐδένα δὲ ἀπὸ τῶν λόγων

ἐπὶ τὰ πονηρὰ κέρδη τρέχειν, ἀλλὰ πᾶν τοὐναντίον.

ἐξεληλεγμένου γὰρ τοῦ ποιητοῦ καὶ γέλωτα ὀφείλοντος

ἴσασιν ὧς οὐ πᾶσιν ἐγχειρητέον ἔργοις ἐξῆς. 

 87. Οὕτω καὶ περὶ Πινδάρου διαλέγεται δεδοικὼς

 αὐτοῦ τὴν διδαχὴν καὶ φοβούμενος μή τις τῶν νέων

ἀκούσας ὧς ὑπερτάτῃ χειρὶ βιάζεται τὸ δίκαιον

ἀμελήσας τῶν νόμων ἀσκῇ τὼ χεῖρε. καὶ τοῦτο οὕτως

εἰκότως ὑφορᾶται Σωκράτης, ὧς ὁ σοφώτατος Ἄνυτος

ἐτόλμησε μεταγράψαι τὸ τοῦ ποιητοῦ καθάπερ ἐν Σκύ-

 θαις διαλεγομένου καὶ οὐκ εἰσομένοις ἀνθρώποις, τί

μὲν Ἀνύτου, τί δὲ Πινδάρου. ἀλλὰ τοῦτο μὲν καλῶς

 

 



 

ἐποίησε κακουργῶν. ἐν γὰρ τῷ μεταθεῖναι τὸ τοῦ

ποιητοῦ κατηγόρηκε τοῦ Πινδάρου καὶ τὸν Σωκράτην

ἐπῄνεσεν. 

 88. Ἔτι τοίνυν σκέψασθε, πότερον Θέογνις ὀρθῶς

φρονεῖ νομίζων πάντα δεῖν ποιεῖν ὑπὲρ χρημάτων ὡς 

τῆς πενίας σιγᾶν ἀναγκαζούσης ἢ οὗτος οἰόμενος τὸν

ἐν πενίᾳ πολλάκις γ’ ἂν τῶν εὐπορούντων ἄμεινον

εἰπεῖν δύνασθαι. καὶ ἤρκει μὲν <ἂν> φδ αὐτὰ τὰ

τοῦ διώκοντος εἰς τὴν ἀπολογίαν ἡμῖν, ὁ Λάμπρος, ὁ

Φειδίας, ὁ μὲν ἐν τῷ περὶ τῶν ἀγαλμάτων λόγῳ 

νικῶν ἂν Ἰσχόμαχον, ὁ δ’ Ἱππόνικον ἐν τῷ περὶ μου-

σικῆς· εἰ δὲ δεῖ τι προσθεῖναι, τίς οὐκ οἶδεν ὧς ἐν

ταῖς ἐκκλησίαις πολλοὶ μὲν τῶν τὰς οὐσίας κεκτημέ-

νων ἀποροῦντες γνώμης ἄφωνοι | κάθηνται, πολ- 

λοὶ ’δε τῶν καταδεῶν ἃ συνοίσει λέγουσι; πάλιν τοίνυν 

ὑφ’ ἐκατέρων γνωμῶν λεγομένων οἷς τε μεγάλοι πλοῦ-

τοι καὶ παρ’ οἶς μικρὸν ἀργύριον οἱ μὲν ἔδοξαν οὐκ

εὖ φρονεῖν, οἱ δὲ τὰ ἄριστα παραινεῖν. ὀρθῶς οὖν

 

 



 

ὑπολαμβάνει Σωκράτης τῶν πεπαιδευμένων, ἀλλ’ οὐ

τῶν εὐπορούντων τὸ δύνασθαι λέγειν ἡγούμενος.

καὶ

μὴν Ἀθηναίων γε πλουτοῦσι μὲν οὐ πολλοί, συχνοὶ

δὲ οἱ πενόμενοι. κατὰ μὲν οὖν Σωκράτην ἔστιν ὑμῶν

 τοῖς πολλοῖς λέγειν, κατὰ δὲ Θέογνιν ἄτιμον τοῦ

δήμου τὸ πλέον. πότερον οὖν βελτίων, ὦ Ἀθηναῖοι,

σύμβουλος καὶ πόλει καὶ ἰδιώταις ὅστις ἐκμαίνει περὶ

χρημάτων ἐπιθυμίαν καὶ πείθει καλοὺς ἡγεῖσθαι τοὺς

ὑπὲρ τούτων πόνους καὶ κινδύνους καὶ τολμήματα καὶ

 θανάτους ἢ ὅστις ἐπὶ τὴν φρόνησιν μᾶλλον ἢ τὸν

πλοῦτον παρακαλεῖ;

τοῦτο τοίνυν παρ’ ὑμῶν καὶ

τοῦ τῆς πόλεως ἤθους ἐπαιδεύετο Σωκράτης καὶ ἤ

μεθ’ ὑμῶν ἡμάρτανεν ἤ μεθ’ ὑμῶν ἀφεῖται τῆς αἰτίας.

ὑμῖν γὰρ ἐξῆν, ὦ Ἀθηναῖοι, κοινωνῆσαι βασιλεῖ τῶν

 πολλῶν καὶ μεγάλων χρημάτων καὶ μερίτας γενέσθαι

τῆς οὔσης εὐδαιμονίας αὐτῷ, ὅτε τῇ μεγάλῃ ναυμαχίᾳ

πληγεὶς <τῇ> ε περὶ τὴν νῆσον ταύτην τὴν πλησίον

ἀπὸ τῶν ὁπλισμῶν ἐλπίδας προέμενος ἐπὶ τὸ διὰ

πλούτου κτᾶσθαι τὴν πόλιν ἤρχετο καὶ πέμπων ἐπηγ-

 

 N



 

γέλλετο τάλαντα ἀμύθητα χωρὶς τῆς εἰς ἅπαντα τὸν

μετὰ ταῦτα χρόνον εὐνοίας. ἀλλ’ οὐκ ἀνεμνήσθησαν ὁ

τῆς γῆς ἐκβεβλημένοι καὶ τὰς τριήρεις οἰκοῦντες τῶν

Θεόγνιδος ἐπῶν οὐδὲ ἔλαβον, δίκην μὲν οὖν ἔλαβον

παρὰ τοῦ τολμήσαντος εἰπεῖν ὡς δεῖ λαβεῖν. καίτοι τῶν 

γε ταλάντων ἐκείνων οὔτε πλοῦς οὔτ’ ἄλλη τις ἡγεῖτο

ταλαιπωρία. ἀλλ’ οὐκ ἠνείχοντο πλουτεῖν μετὰ τῆς

θητείας, ἣν ἀναγκαῖον ἦν εἰσελθεῖν εἰς τὴν πόλιν ὑπὸ

τῷ Μήδῳ γεγενημένην.

τί οὖν; ᾔδει Σωκράτης

συμβαίνων τῷ τρόπῳ I τῆς πόλεως, ὡς ὁ Θέογνις 

οὐκ ἀσφαλῆ ταῖς πόλεσι ταῦτα εἰσηγεῖται. εἰ γὰρ 11

ὧς] οἱ νῦν παρ’ ὑμῖν λέγοντες καὶ πολιτευόμενοι

μετ’ ἀχρηματίας ἐπὶ τὰς ἐμπορίας τραπόμενοι τὸ βῆμα

τοῖς πλουσίοις μέν, ἥκιστα δὲ τὸ δέον εὑρίσκουσιν

ἀφεῖσαν, ἐνθυμεῖσθε ποῖ ποτ’ ἂν ἀφῖκτο τῇ πόλει τὰ 

πράγματα. 

 92. Ἵνα τοίνυν ὅτι τὰ χρησιμώτατα τῷ δήμῳ

ποιοῦντος ἐν ταῖς συνουσίαις Σωκράτους οἔδε συκο-

 

 

 



 

φαντοῦσιν ἔτι σαφέστερον μάθητε, σεσιγῆσθαι μὲν

ἐκείνῳ τἄλλα θῶμεν, λεγέσθω δὲ παρ’ ἐμοῦ νῦν πρὸς

τοὺς ὑμετέρους παῖδας, βλαβερὰ δὲ Ἄνυτος αὐτὰ δει-

κνύτω κἂν ὑμῶν ἕνα τοῦτο ·πεῖσαι δυνηθῇ, τὴν αὐτὴν

 καὶ παρ’ ἐμοῦ λαμβάνετε δίκην. 

 93. Οὐκ ὀρθῶς, ὦ νέοι, πεποίηκεν Ὅμηρος

ἐν Ἰλιάδι τοὺς μὲν τοῦ δήμου τυπτομένους ὑπ’

Ὀδυσσέως, ὅτ’ ἀποπλεῖν ὥρμηντο, τοὺς δ’ ἐν

τέλει λόγοις κατεχομένους καὶ τούτοις ἡμέροις.

 οὐ γὰρ ταῖς τύχαις ἴδει τὸ δίκαιον ὁρίζειν,

ἀλλ’ εἰ μὲν ἀδίκημα ἦν πληγῶν δεόμενον τὸ

καθέλκειν τὰς ναῦς, πάντας ἐχρῆν τύπτεσθαι·

εἰ δ’ ἁμάρτημα μέμψεως ἄξιον, οὐ τοὺς μὲν

ἐπιτιμᾶσθαι, τοὺς δὲ τύπτεσθαι χρῆν, ἀλλ’

 ἀρκεῖν ἐφ’ ἑκατέρων τὸν λόγον. οὐ γὰρ δὴ βελ-

τίους τὴν φύσιν τούς γε ἐν ἀξιώμασι τῶν

πολλῶν κρίνων διὰ τὴν ἐν τοῖς τρόποις ὰρε-

 

 

 



 

τὴν οὕτω διῄρει τὸ δίκαιον. ἔστι γὰρ καὶ εἰς

δῆμον τελοῦντα εἶναι χρηστὸν καὶ τῶν ἄλλων

ὑπερέχοντα τύχῃ γέμειν κακίας.

ὅ γέ τοι

τὴν Κασάνδραν ἐν ὀφθαλμοῖς αἰσχύνας τῆς

Ἀθηνᾶς καὶ τῶν μεγίστων συμφορῶν αἴτιος 

τῇ στρατιᾷ καταστὰς οὐ τῶν ἐκ δήμου τις ἦν,

ἀλλὰ τῶν στρατηγούντων. εἰ μὲν οὖν 

Ὀδυσσεὺς ἠγνόει τοῦθ’ οὕτως ἔχον, οὐκ ἦν

σοφός· πῶς οὖν ἐπαινεῖται; εἰ δ’ ὁ μὲν οὐδένα

ἔτυπτεν, ὁ δὲ ποιητὴς ἔφησεν, ἀδικεῖται μὲν 

Ὀδυσσεύς, βλάπτονται δὲ οἱ λοιποί.

μή μοι

μηδὲ τὰς ἀδίκους Αὐτολύκου κλοπὰς μηδὲ τὰς

ἐπιορκίας Ἑρμοῦ δῶρα ἡγεῖσθε μηδὲ μισθὸν

τῶν πολλῶν καὶ κεχαρισμένων θυσιῶν. ὧν γὰρ

εἰώθασι δίκην ἀπαιτεῖν οἱ θεοί, πῶς ἂν ταῦτα 

ἐν ἀμοιβῆς μέρει τοῖς ἀνθρώποις διδοῖεν; 

 96. Τί φῄς, Ἄνυτε; χείρους ἐγὼ πεποίηκα νυνὶ

τοὺς ἀκούσαντας τῶν λόγων; οὐκ ἔστιν, οὐκοῦν οὐδὲ

Σωκράτης, ἀλλὰ μᾶλλον ἀμείνους οὐκ ἐῶν πάντα ἐφ-

εξῆς Ὁμήρῳ πιστεύειν. οὐκ ἂν οὖν δίκαιος εἴην δοῦναι 20

 

 

 

 



 

δίκην, οὐκοῦν οὐδὲ Σωκράτης, ὅστις οὐ ποιητὴς αὐτὸς

ὢν οὐδὲ φθονῶν ἐκείνοις τῆς δόξης εἰς τὸ δεικνύειν

ἐν οἷς βλάπτουσι τοὺς ἀκούοντας ἧκεν, ἀλλὰ τῶν περι-

πεσουμένων ὅπως μὴ διαφθαρεῖεν προνοῶν ἀφαιρῶν

 τὴν δόξαν ἣν ὧς περὶ σοφῶν εἶχον ὡς οὐκ ἂν δυνα-

μένων σοφούς τε νομίζειν ὁμοῦ καὶ μὴ πιστεύειν

αὐτοῖς. 

 97. Ἀλλ’ Ἄνυτος ὥσπερ τῆς φύσεως ἐπὶ τἀναντία

πορευσομένης, εἴ τις Ἀθηναίων φρονιμώτερος ἀναφα-

 νείη τῶν ἑτέρωθι γεγενημένων ἀνδρῶν, ἀγανακτεῖ καὶ

κελεύει παραδοῦναι τοῖς ἕνδεκα δέον σωτῆρα τῶν

νέων νομίζειν ἐν τοῖς περὶ τῶν ποιητῶν λόγοις. ἰδοὺ

γάρ σε πάλιν ἐρωτῶ· πρὸς τίνα ἀνθρώπων τὰς παρ’

Ὀδυσσέως κατὰ τοῦ δήμου πληγὰς ἐπαινέσας ἐπέθηκε·

 καὶ σὺ τοίνυν τῶν μὲν μέγα δυναμένων

16 καὶ λαμπρῶν ἀπέχου, τοὺς δὲ πενεστέρους

ἔλαυνε; τίνα δὴ τῶν οὐ τοῦτο πεποιηκότων ὡς ἀπει-

θοῦντα τῆς πρὸς ἑαυτὸν συνουσίας ἀπέκλεισεν; 

 98. Εἰ δὲ λέγεις· αὑτὸν μὲν ἀξιόπιστον οὐκ

 ἐνόμιζεν ἔσεσθαι, τῇ δὲ δόξῃ τῶν ποιητῶν ἐπὶ

τὸ πείθειν ἐχρῆτο, τὸ μὲν ὧς ἐναντία σαυτῷ λέγεις

 

 



 

παρίημι τοτὲ μὲν ὡς κατηγοροῦντα, τοτὲ δὲ ὡς ἐπαι-

νοῦντα τοὺς αὐτοὺς διαβάλλων, πολὺ δέ σοι τούτου

λόγον ἰσχυρότερον ἀντιθήσω.

φέρε γάρ, ἐπὶ τίνα

τῶν θεῶν ἐν τοῖς ἀδήλοις καταφεύγομεν καὶ παρὰ τοῦ

τἀληθὲς ὑπὲρ ἑκάστου μανθάνομεν; οὐκ ἐπὶ τὸν τὰ 

μέσα τῆς γῆς ἐπὶ μαντείαις κατέχοντα, τὸν Ἀπόλλω

τὸν Πύθιον, οὗ τοῖς χρησμοῖς ἀκολουθοῦντες τὰ μέ-

γιστα τῶν ἔργων ἐπράξαμεν;

οὗτος τοίνυν ὁ τῇ

πόλει πατρῷος ἅπαντας τοὺς ἄλλους ὑπερβὰς τὸν νυνὶ

κρινόμενον ἀνεῖπε σοφώτατον, οὐ τὴν ὑπὸ τῶν πολλῶν 

θαυμαζομένην, πολλοὺς γὰρ πρὸ τοῦδε ταύτην προσ-

εῖπεν, ἀλλ’ ἧς ἐστι τὸ περὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν

ταύτης ζήτησιν διατρίβειν. καὶ γέγονεν ἀπ’ ἐκείνης

τῆς ἡμέρας ὁ Σωκράτης] ζηλωτός, ὧς οὐχ ἕτερος,

μεῖζον μὲν οὐ φρονήσας ἢ πρόσθεν οὐδὲ φυσηθεὶς 

 

 

 



 

ὑπὸ τῆς μαρτυρίας, τῶν δ’ αὖ φθονούντων εἰκόντων

αὐτῷ τῆς ἐφ’ ἑκάστου γνώσεως.

ἐν οὖν τοῖς

πρὸς τοὺς νέους λόγοις τί ἂν ἔδει Πινδάρου καὶ

Σιμωνίδου καὶ ποιητῶν μετὰ τὰς ἐκ Δελφῶν φωνάς;

 ὥσπερ ἄν τις ἔχων μάρτυρας τοὺς δικαστὰς τοῦτ’

ἀφεὶς ἀνθρώπῳ καπήλῳ προσέχειν ἀξιοίη πᾶν ἀργυ-

ρίου ποιήσοντι. ἐνῆν τοίνυν τῷ Σωκράτει παρακαλοῦντι

 πρὸς τὰ χείρω τοῖς οὐκ ἐνδιδοῦσι λέγειν,

ὅτι ταῦθ’ ὑμῖν νομίζετε τὴν Πυθίαν παραινεῖν,

 ταῦτα τὸν ὑπὸ τῷ Παρνασσῷ μαντευόμενον

θεόν. ἐκεῖνός με κέκληκε σοφώτατον. εἰς ἐκεῖ-

νον, ἄν τις ἀντιτείνῃ, πλημμελεῖ. τούτων οὐδεὶς

οὐδένα ἀκήκοε τῶν λόγων οὐδὲ τολμήσει Ἄνυτος καὶ

τοῦτο ψεύσασθαι καίτοι κατατολμῶν τῶν μεγίστην δό-

 ξαν ἐχόντων ἐπὶ σοφίᾳ. τῷ τοίνυν ἐνταῦθα δόξης

ἑστηκότι τί περιόδων ἔδει μέγιστον ἐφόδιον εἰς πειθὼ

τὴν ἐπὶ σοφίᾳ φήμην ἔχοντι;

νέοι δὲ πατέρων

 

 



 

τε πρότερον ἄγοντες ἐκεῖνον, ὡς λέγεις, καὶ πρεσβυ-

τἐρων ἀδελφῶν ὑπερορῶντες καὶ καθάπερ ὑπὸ γόητος

ἑλκόμενοι τοῦ Σωκράτους τί πλέον ἂν ἐζήτησαν τοῦ

νεῦσαι τὸν ἄνθρωπον; οὔτ’ οὖν οὗτος ἂν ἔχρῃζε τῶν

ποιητῶν εἰς τὸ πείθειν γονεῖς τε ὑβριζόμενοι καὶ ἀδελ- 

φοὶ καταφρονούμενοι πάντως ἂν ἤλγησαν καὶ παρω-

ξύνθησαν καὶ πρὸς δικαστήριον ἧκον καὶ τοὺς μὲν

αὑτῶν ἠνάγκασαν σωφρονεῖν ἴ’ τὸν δὲ ἔπαυσαν ἀπολ-

λύντα τοὺς νέους.

τίς οὖν πατὴρ ἀπεκήρυξε τὸν

αὑτοῦ φάσκων πονηρὸν διὰ Σωκράτην γεγονέναι; τίς 

οἴκοι καθεῖρξε τὸν υἱόν, ὅπως μηκέτ’ ἀκούοι τῶν δια-

φθειρόντων ῥημάτων; οὐδείς. ᾔδεσαν γὰρ τά τε ἄλλα

ἃ πρὸς ὑμᾶς νῦν διῆλθον καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ἃ

δίειμι, τοῦ τε κλέπτειν καὶ τῆς ἱεροσυλίας καὶ τῆς

ἀπάτης. ταυτὶ γὰρ οὐκ εἰσάπαξ ἡγεῖτο δεινὰ καὶ τοῖς 

νόμοις ἐναντία· γίγνεσθαι γὰρ αὐτοῖς παρὰ τῶν πολέ-

μων τὸν καιρόν. καὶ στρατηγὸς ἀμείνων ὁ κλέπτων

τοῦ δεδιότος μὴ διὰ κλοπῆς νικήσῃ. κἂν ἀπάτην ὥσπερ

 

 



 

μηχανὴν προσαγάγῃς τοῖς ἐχθροῖς, ἔννομα δέδρακας.

Οὕτως ὁ Θεμιστοκλῆς ἐκεῖνος δυοῖν ἀπάταιν

 | τῇ μὲν ἐτείχισε τὴν πόλιν, τῇ δ’ ἔσωσε τὴν

Ἑλλάδα. καὶ μὴν καὶ τοὺς ἰατροὺς ὁρῶμεν τἀς τῶν

 καμνόντων ἐπιθυμίας ἀπάταις ἀναβάλλοντας. ἤδη δέ

που καὶ πρὸς ὑγιαίνοντας τοῦτο ποιοῦμεν, ὅταν ᾖ

κρεῖττον τοῦ τἀληθὲς ἀκοῦσαι τὸ παρακρουσθῆναι.

τί οὖν ἠδίκει Σωκράτης ἢ Μέλανθος ὧς ἐνίκησε

λέγων, ἔστω γάρ τοι καὶ ψεῦδος ἐν μάχαις, δέχεται

 γὰρ ὁ περὶ τῆς ψυχῆς ἀγὼν τὸ κλέμμα, ἢ τὸν Ὀδυσ-

σέα φάσκων ἐπὶ τῇ τοῦ Παλλαδίου τιμηθῆναι κλοπῇ;

τὰ γὰρ τῶν Τρώων ἔκλεπτε τῶν τὰ τιμιώτατα τοῦ

Μενελάου κεκλοφότων προτέρων.

ἀλλ’ οἴεσθε

Σωκράτην. εἰ κατὰ τῶν πολιτῶν καὶ φίλων παρεκάλει

 τοὺς νέους, ἐχθρῶν ἂν εἰς ἐχθροὺς ἔργα παρενεγκεῖν

νόμῳ πολέμου συνερρωγότων, ὥσπερ οὐχ ἥξοντος αὐτῷ

παρὰ τῶν ἀκουόντων ὅτι τῆς συμβουλῆς ἀπᾴδει τὰ

 

 



 

παραδείγματα; ἀλλ’, οἶμαι, δεικνὺς ἔστιν οὗ τὴν κλοπὴν

τῶν χρησίμων ἐμέμνητο τῶν περὶ τὴν Τροίαν λέγων

οὐδὲν καινόν, ἀλλ’ ἃ ποιεῖτε πολεμοῦντες ὑμεῖς <καὶ>

Λακεδαιμόνιοι καὶ Ι πάντες ἀπλῶς οἱ ὅταν κατα- 

σκάπτωσι τῶν πολεμίων πόλεις, οὐδὲ τῶν ἱερῶν ἀπἐ- 

χονται χρημάτων πᾶν κέρδος τὸ παρὰ τῶν δυσμενῶν

ὅσιον κρίνοντες.

ὁ δὲ Θυέστης καὶ τὸ τοὺς

Ἕλληνας ὑπὸ τῶν ὑμετέρων ἐξηπατῆσθαι πατέρων

ἐμβέβληται παρὰ τῆς Ἀνύτου πονηρίας εἰδότος ὡς

ἀπὸ μὲν τῶν εἰς τοὺς Τρῶας καὶ τὸν ἄρχοντα τῶν 

Βοιωτῶν οὐκ ἂν δόξαι κακοὺς ἀπεργάζεσθαι τοὺς

ἀκούοντας ὁ Σωκράτης, ἀπὸ δὲ τούτων ἃ προστέθεικεν

αὐτός. ἀλλὰ καὶ Σωκράτης μέντοι καλῶς, Ἄνυτε, ἠπί-

στατο μαχομένοις <ἂν> πρὸς ἄλληλα χρησάμενος

δείγμασιν, εἰ τόν τε Ὀδυσσέα καὶ τὸν Θυέστην 

καὶ Μέλανθον καὶ τοὺς προγόνους ἀναμίξας ὡς

 

 

 



 

ἐξαπατησάντων τοὺς Ἕλληνας οὕτως ἐμνήσθη.

ὥστ’

εἰ μὲν ὑπ’ εὐηθείας τοῦτο πέπονθεν ὁ Σωκράτης,

πόρρω δήπου κακοτεχνίας καὶ δεινότητος ἂν εἴη καὶ

τοῦ ῥᾳδίως ἔχειν ἐξαπατᾶν· εἰ δ’ ἐπὶ πλεῖστον ἥκει

 σοφίας, πάντως ἂν ἐφυλάξατο τὰ τὸν λόγον αὑτῷ

βλάψοντα τῶν παραδειγμάτων καὶ ἢ ταῦτα ἂν ἢ ταῦτα

παρέλιπε. τῷ μὲν γὰρ δικαίους βουλομένῳ ποιεῖν οὐκ

εἶχε καιρὸν μνησθῆναι τῶν τοὺς οἰκείους ἠπατηκότων,

τῷ δὲ ἀδίκους ἄκαιρον ἂν ἦν λέγειν ἃ πολέμιοι πολε-

 μίους ἔβλαψαν. 

 109. Ἀλλὰ τί ταῦτα θαυμάζω | ἀφεὶς ἐφ’ ᾳ

ἄν τις σχετλιάσειε; διδάσκει γάρ, φησίν, ἐπιορ-

κεἰν. ὁ μηδ’ ἐν οἷς εὐορκεῖν μέλλει τοὺς θεοὺς ὀμνύ-

ων, ἀλλ’ ἀποχωρῶν εἰς ἕτερ’ ἄττα καὶ συνεθίζων ἐν

 τοῖς ὅρκοις τοὺς αὑτοῦ μὴ ῥᾳδίως προσιέναι τοῖς ὁνό-

μασι τῶν θεῶν; ὥσπερ ἂν εἴ τις τὸν οὐδ’ ἀπὸ γῆς

ἰδεῖν τολμῶντα τὴν θάλατταν φάσκοι τοὺς ἄλλους

ἀναπείθειν χρῆσθαι τῇ θαλάττῃ καὶ τῷ πλεῖν.

δεί-

 

 



 

ξας, ὦ τάν, ἐπιωρκηκότα πολλαχοῦ τὸν ἄνθρωπον καὶ

συγχέαντα πίστεις οὕτω φάσκε τοὺς ἄλλους ὑπ’ αὐτοῦ

πεπαιδεῦσθαι τῶν θεῶν ὀλιγωρεῖν. καὶ περὶ τῶν λοι-

πῶν δὲ ταὐτὸν αἰτιῶν λέγω. δείξας ἱεροσυλήσαντα,

κεκλοφότα, βεβιασμένον οὕτω φάσκε πολλοὺς αὑτῷ 

παραπλησίους εἰργάσθαι. εἰ δὲ τοὺς μὲν λόγους αὐτοῦ

φῄς εἶναι πονηρούς, οὐδὲ γὰρ τοῦτο δεικνύεις, τοῖς δ’

ἔργοις οὐκ ἔχεις ἐγκαλεῖν, οἷς ἀνάγκη τὰ βεβιωμένα

δοκιμάζειν, τούτοις ἃ τοὺς λόγους αἰτιᾷ συκοφαντῶν

ἐλέγχῃ.

τὸν ἐπαινοῦντα λῃστείαν <ἢ μοιχείαν> οὐχ 

ὁρῶμεν ἀπεχόμενον τῶν ἀλλοτρίων ἀγαθῶν, ἀλλὰ τὸν

μὲν διακόπτοντα συζυγίας, τὸν δὲ τοίχους διορύττοντα,

καὶ ὅλως ἐν τοῖς τοιούτοις ἀκολουθοῦντα τὰ ἔργα τοῖς

λόγοις. εἰ δέ τις ἐφ’ ἃ τοὺς ἄλλους ἄγειν ἀξιοῖ, τού-

των αὑτὸν ὧς πορρωτάτω φυλάττοι, τὴν ἐκ τῶν λόγων 

συμβουλὴν τῇ παρὰ τῶν ἔργων λέλυκε τῷ μὲν ἀσθε-

νεστέρῳ παρακαλέσας, τῷ κρείττονι δὲ ἀποτρέψας. οἷον

εἴ τις ἐπιδιδόναι τῷ δήμῳ χρήματα παραινῶν αὐτὸς

φείδοιτο τῶν αὑτοῦ, κεκώλυκε τὴν ἐπίδοσιν οἶς περὶ

 

 

 



 

τῶν ἑαυτοῦ βεβούλευται. εἰ <δέ> τις ἐν μάχη

πίπτειν τοῖς ἐναντίοις κελεύων ἐπὶ τοῖς λόγοις τούτοις

λείποι τὴν τάξιν, πάντας ἐποίησε δειλοὺς ἔργῳ φοβή-

σας μᾶλλον ἢ θρασύνας τῷ λόγῳ. καὶ ὅλως ἐν τοῖς

 τοιούτοις σύμβουλος Ι πιθανὸς ὁ πρῶτος τῶν

 πράξεων ὧν ἔχεσθαι συνεβούλευσεν ἁπτόμενος.

εἰ

τοίνυν Σωκράτης ἐπιορκεῖν καὶ κλέπτειν καὶ βιάζεσθαι

καὶ τἄλλ’ ἅ φησιν Ἄνυτος ἐδίδασκεν αὑτὸν τἀναντία

πεπεικώς ἴ’ αἰδεῖσθαι θεούς, χρημάτων καταφρονεῖν,

 μέτριον εἶναι, σώφρονα, ἐπιεικῆ, παίζειν ἂν ἔδοξε τοῖς

λόγοις οὐ τοιοῦτος ἐπὶ τῶν ἔργων δεικνύμενος καὶ

καλὰ νομίζειν ὡς ἀληθῶς οὐχ ἅπερ ἔφασκεν, ἀλλ’ ἐν

οἷς ἐφαίνετο ζῶν. ὥστε μᾶλλον ἀμελήσαντες τῶν λόγων

ἐκεῖνα ἐζήλωσαν ἄν. οὐδὲ γὰρ ἂν τοῦτο δὴ ὑπέλαβον,

 ὡς Σωκράτης ἃ τοῖς ἄλλοις ἄγαν προὐξένει, τούτων

ἂν αὑτὸν ἀπεστέρει καὶ τοῖς μὲν ὁμιλοῦσιν ἐδήλου

τὰς ἐπὶ τὸ βέλτιον ὁδούς, αὐτὸς δὲ ᾑρεῖτο τὴν πρὸς

τὰ χείρω φέρουσαν.

ἀλλ’ οὔτε λόγοις οὔτε ἔργοις

οὗτός ποτε πρὸς κακίαν ἡγήσατο τοῖς νέοις, ἀλλ’ οἱ

 



 

μηδὲν ἐοικότες τούτῳ καὶ γράφονται γραφὰς ἀδίκους

καὶ κατηγοροῦσι τὰ ψευδῆ. κἂν ἀναρπάσαι δυνηθῶσι

τῶν πολιτῶν τινα, τοῦτο ἡγοῦνται λαμπρὸν ἐρωτῶν-

τες, τί ἄν, εἰ περὶ αὐτοῦ ταῦτα λάθρα ἔλεγον, ἐπε-

πόνθεσαν. οὐδὲν κακόν, εἴπερ ἐπ’ οὐδενὶ κακῷ, καθά- 

περ οὐδ’ οὗτος ἐχρῆτο τοῖς λόγοις, ὑπὲρ οὗ καὶ τοῦτ’

αὐτὸ γίγνεται τὸ μὴ λάθρα ποιεῖσθαι τοὺς λόγους.

ὡς τοῖς μὲν ἀδικοῦσι καὶ κακουργοῦσιν ἐν σκότῳ οὗ

λήσειν ἐλπὶς τὰ τοιαῦτα πράττεται, τοῖς δ’ ἀπλῶς

καὶ δικαίως ζῆν αἱρουμένοις ἐν μέσῳ καὶ πάντων 

ὁρώντων ἅπαντα γίγνεται. 

 114. Διὸ καὶ θαυμάσαι τις ἂν Ἀνύτου πείθοντος

ὑμᾶς δεινότερα τῶν φανερῶν τἀφανῆ νομίζειν. εἰ

γὰρ ἃ μὴ κρύπτει, φησί, Σωκράτης, οὕτως ἂν

εἴη βλαβερά, τίς ἂν εἴη καὶ τί συμβουλ εὐοῖ ἂν 

μόνους ἔχων τοὺς ἐραστάς; ποῦ; πότε; τί ταῦτα

 

 



 

ἀναισχνυντεῖς, Ἄνυτε; τίς συνουσία Σωκράτους ἔξω

τῶν γνωρίμων τόπων; τίς οἴκοι; τίς ἐπ’ ἀγροῦ; τίς

 ἑτέρωθι;

ἀλλ’ ἔνα μὴ καὶ τοῦτ’ αὐτὸ | φά-

σκων λανθάνειν εἰς ἀδίκημα θῇς, τοσοῦτον ἀπόκριναι·

 πότερον ταῦτα ἃ κατηγορεῖς, τὰ δῆλα, τὰ πολλοὺς

ἔχοντα μάρτυρας βλάπτοντός ἐστι καὶ παρανομοῦντος

ἢ οὔ; εἰ μὲν γὰρ οὐδὲν ἂν ἀπ’ αὐτῶν γένοιτο κακὸν

οὐδὲ συμβέβηκεν, ὡμολόγηκας συκοφαντεῖν· εἰ δ’ ἔστιν

οἷα κατηγορῶν εἴρηκας, πολλὴν ἀνδρίαν, μᾶλλον δὲ

 ἀπόνοιαν τοῦ Σωκράτους λέγεις.

τί οὖν μαθὼν

τὰ μὲν εἰς μέσον ἔφερε, τὰ δὲ ἀπεκρύπτετο; ἣ γὰρ

δεδοικὼς κίνδυνον πάντα ἂν ἦγεν εἰς τὸ ἀφανὲς ἤ

φιλοκίνδυνος ὢν οὐκ ἔστ’ ἐφ’ ὅτῳ τῶν πάντων ἔδεισεν

ἄν. οὐ γὰρ δὴ μείζω γε τῶν ἐν τῷ φανερῷ φήσεις

 ἕτερα τολμᾶσθαι. τί γὰρ ἂν τοῦ διαφθείρεσθαι τοὺς

νέους καὶ καταφρονεῖσθαι τοὺς νόμους καὶ κινεῖσθαι

τὴν πολιτείαν δεινότερον γένοιτο; 

 

 



 

 117. Ὅταν δὲ λέγῃ τοῖς μὲν νέοις αὐτὸν διαλέγε-

σθαι, τοῖς πρεσβυτέροις δὲ οὐκ ἐθέλειν, ψεύδεται. καὶ

οὕτως ἐστὶν ἀναιδής, ὥστ’ ὁρῶν ἐν ὑμῖν καὶ τοῖς

περιεστηκόσιν οὐκ ὀλίγους τῶν χαιρόντων καὶ συνόν-

των καὶ χρωμένων καὶ ὧν εἰώθει λέγειν ἀκηκοότων 

ὅμως φησὶν αὐτὸν φεύγειν μὲν τοὺς ἄνδρας, θηρεύειν

δὲ τὴν νεότητα. νομίζει γὰρ ὑμᾶς ὧν αὑτοῖς σύνιστε

παρὰ πάντα τὸν χρόνον ἃ νῦν ἀκούετε πιστότερα θή-

σεσθαι.

χωρὶς δὲ τούτων, εἰ μὲν αὑτὸν μὲν δι-

δάσκαλον, οἴκημα δέ τι διδασκαλεῖον προσειπὼν ἐνταῦ- 

θα ἱδρυθεὶς θυρωρὸν ἀποδείξας τοῖς μὲν εἰσιέναι

παρίει, τοῖς δὲ μή, μᾶλλον δὲ νόμον ἐτεθείκει νέοις

μὲν εἰσελθεῖν εἶναι, πρεσβυτέροις δὲ μή, τάχ’ ἄν τις

ὑπώπτευε τὴν συνουσίαν· εἰ δ’ οὔθ’ ὑπέσχετο διδάξειν

οὔτε μόνους τοὺς νέους, πανταχοῦ δὲ οὗ τῶν διαλε- 

ξομένων λάβοιτο, τοῦτ’ ἦν αὐτῷ χωρίον διατριβῆς

φάσκοντι μανθάνειν ἐπιθυμεῖν κύκλῳ τε αὐτὸν ὄχλος

τῶν βουλομένων περιέρρει, τί δεῖ τοῦτον λέγειν ὧς

τοῖς μὲν συνῆν, | τοῖς δὲ οὔ; οὐ γὰρ Σωκράτης 

 

 



 

τοὺς τῆς ἀκοῆς ἐπιθυμοῦντας ἀπήλαυνεν, ἀλλ’ οἱ μηδὲν

δεόμενοι τῶν λόγων οὐ προσῄεσαν Σωκράτει. σὺ δὲ

παραπλήσιον ποιεῖς ὥσπερ ἂν εἰ τοῖς ἀνέμοις ἐγκαλοῖς

ὑπὲρ τῶν πλεῖν οὐ βουλομένων, ἤ, νὴ Δία γε, ταῖς

 κρήναις ὑπὲρ τῶν οὐχ ὑδρευομένων.

εἰ δὲ δεῖ

καὶ τὴν αἰτίαν εἰπεῖν, πόθεν νέοι μᾶλλον ἢ πρεσβύ-

τεροι μετεῖχον τῶν λόγων, οὐδὲν ἐρῶ ποικίλον, ἀλλ’

ὅ παρὰ τοῖς μουσικὴν καὶ γράμματα καὶ τὰ ἄλλα δι-

δάσκουσι πλείους ποιεῖ τοὺς νέους, τοῦτο καὶ παρὰ

 τῷδε. τί οὖν τοῦτο ἔστι; τὸ τοὺς μὲν ἐν τῇ τῶν μαν-

θανόντων ὄντας ἡλικίᾳ τούτῳ μόνῳ προσέχειν τὸν

νοῦν τῶν ἄλλων ἀφειμένους, ὑμῖν δέ, ὦ ἄνδρες, οἶμαι

μυρίας πανταχόθεν περικεχύσθαι τὰς φροντίδας, γυναῖ-

κας, παῖδας, τὴν οἰκίαν, πρεσβείας, δημηγορίας, συλ-

 λήβδην εἰπεῖν τὴν ὑπὲρ τῶν κοινῶν πρόνοιαν, ἃ καὶ

τοῖς σφόδρα βουλομένοις ἐν οἷσπερ οἱ νέοι διατρίβειν

ἐμποδὼν ἂν εἴη.

μὴ δὴ τοῦτο λεγέτω τις, ὧς

νέοι Σωκράτει συνῆσαν, ἀλλ’ εἴ τις τῶν πρεσβυτέρων

εἴρχθη συνεῖναι βουλόμενος. τὸ μὲν γὰρ ἦν ἂν τοῦ

 

 



 

φθονήσαντος ὧν εἶχεν, τὸ δ’, εἴπερ ἦγον σχολήν,

ἐκείνων ἤ γε μὴν αἰτία τῶν κεκωλυκότων πραγμάτων.

καὶ μὴν τοσοῦτόν γε ἀπεῖχε τοῦ φεύγειν διώκοντας,

ὥστ’ ἐνίους φεύγοντας ἐδίωκεν. οὓς δὲ σφῶν αὐτῶν

ἀμελοῦντας εὕρισκεν, ἐπαινεῖν μὲν οὐκ εἶχε, μεμφόμε- 

νος δὲ ἐλύπει. ὥστ’ εἰ πᾶσιν Ἀθηναίοις ἐπῆλθε Σω-

κράτει συνημερεύειν ἀνθέλκοντος οὐδενός, ἤκουον ἂν

ἅπερ οἱ νέοι. ταῦτα δὲ ἦν μανθάνειν μὲν ἅττα λέγου-

σιν οἱ ποιηταί, μιμεῖσθαι δὲ τοὺς κυβερνήτας καὶ τὰ

ὕπουλα φυλάττεσθαι τῶν ἐπῶν ὥσπερ ἐκεῖνοι τὰς ὑφά- 

λους. 

 121. Ἀλλὰ τί βούλεσθε περὶ τῆς Ἀθηνᾶς, ὦ Ἀθη-

ναῖοι, πιστεῦσαι εὐθὺς τοὺς ὑμετέρους υἱεῖς, ὡς ἀν-

θρώπου φύσιν ὑποδῦσα τὸν Πάνδαρον ἤγειρε R III 42

συγχέαι τοὺς ὅρκους, καὶ περὶ τῆς Ἥρας ὡς ὑπὸ τοῦ 

Δῖός ἀγανακτοῦντος κρεμασθείη χοίνικας ἔχουσα, καὶ

περὶ τῆς Ἀφροδίτης ὧς νῦν μὲν μαστροπὸς Ἀλεξάν-

 

 



 

δρῷ γένοιτο, νῦν δὲ αὐτή τε καὶ Ἄρης ὑπὸ Διομήδους

τρωθεῖεν; ἀλλὰ τὴν Ἀπόλλωνος καὶ Ποσειδῶνος θη-

τείαν οἴεσθε νέοις λυσιτελεῖν; ἀλλὰ τὸν μικροῦ δεθἐν-

τα <Δία> παρὰ τῶν ἐπ’ αὐτὸν συνθεμένων θεῶν;

5 τὴν πάντων θεῶν πρὸς ἀλλήλους μάχην; ἀλλὰ τὸν

περὶ τῆς ἐκτομῆς λόγον ἢν ὁ Κρόνος ἐτόλμησεν, ἀλλὰ

τὴν δίκην ἣν οὗτος αὐτὸς ἔτισε τὰ ἔσχατα μὲν ἐργα-

σάμενος τὸν ἑαυτοῦ πατέρα, τούτων δὲ, οὐ κουφότερα

παρὰ τοῦ παιδὸς παθών; 

 122. Ἄρα διαφθείρει Σωκράτης τοὺς νέους ἣ δια-

φθείρεσθαι κωλύει; καίτοι ποῦ καλὸν Ὅμηρον μὲν

βλασφημήσαντα περὶ τῶν θεῶν τοσαῦτα τιμῶν τυχεῖν,

Σωκράτην δὲ τὰ μὲν ἐπαινοῦντα τῶν ἐκείνου, τὰ δὲ

οὐ δυνάμενον ἀποθανεῖν καὶ ταῦτα τοῦ κατηγόρου

 B σφόδρα κακῶς εἰρηκότος Ὅμηρον, ὧς δέον τοῦ αὐτοῦ

τοὺς μὲν ἄλλους δίκην ὑπέχειν, τοῦτον δὲ μηδὲ διδόναι

λόγον; 

 123. Ἵνα τοίνυν μήτ’ αὐτὸς ἀπιστῇ μήθ’ ὑμεῖς, ὧς

κακῶς εἴρηκε τὸν Ὅμηρον, ἀναμνήσω τι τῶν αὐτοῦ

 

 

 

 



 

μικρόν. ὅτε τοίνυν ἔφασκεν Ὀδυσσέα διὰ τὴν ἱεροσυ-

λίαν τὰ καὶ τὰ πεπονθέναι, τὰ μὲν ἐν γῇ, τὰ δὲ καὶ ἐν

θαλάττῃ, καὶ τὰ μὲν ἐν τῇ κομιδῇ, τὰ δὲ οἴκοι, τότε

τούτοις ἅπασι τὸν Ὅμηρον ἤλαυνε. πῶς; ὅτι πᾶς τις

ὁμολογήσειεν ἂν ἐγκώμιον ἐκείνῳ τοῦ πολυπλανοῦς 

ἀνδρὸς τὴν Ὀδύσσειαν πεποιῆσθαι καὶ δεδόσθαι παρ’

Ὁμήρου τούτῳ μόνῳ τοσοῦτον ὁπόσον τοῖς ἄλλοις

ἅπασι. τὴν μὲν γὰρ Ἰλιάδα κοινὸν ἔπαινον συγκεῖσθαι,

θατέρᾳ δὲ τὸν Ὀδυσσέα τετιμῆσθαι.

διὰ τοῦτο

τὴν Ἀθηνᾶν αὐτοῦ ποιεῖ τῆς σωτηρίας ἐπιμελουμένην 

καὶ οὐ μόνον τἄλλα συμπράττουσαν, ἀλλὰ καὶ τὸ

εἶδος αὐτῷ τρέπουσαν, νῦν μὲν εἰς αἶσχος, νῦν δὲ εἰς

κάλλος, I ὧς ἑκατέρου δεήσειεν. ἀλλὰ καὶ τὴν 

αἰτίαν αὐτῷ τῆς τοῦ Ποσειδῶνος ὀργῆς οὐκ ἐποίησε

δικαίαν. ὁ μὲν γὰρ ὑπὲρ τοῦ Κύκλωπος τυφλωθέντος 

ἤχθετο, ὁ δὲ τὸν Κύκλωπα ἀμυνόμενος ταῦτ’ ἐδεδρά-

κει καὶ προσέτι γε σώζων αὑτόν. οὐκοῦν ἐν μὲν οἷς

 

 

 



 

ἐπλανᾶτο ἠδικεῖτο, ἐν οἷς δὲ τοσούτων κακῶν κρείτ-

των ἦν ἀρετὴν κεκτημένος ἐδείκνυτο.

τῷ μὲν

οὖν Ὁμήρῳ ποιεῖν ἐπῆλθεν εἰς ἄνδρα θαυμαστὸν

ἔπαινον, Ἄνυτος δὲ ὃν ἐκεῖνος τά τε ἄλλα γενναῖον

 ἡγεῖτο καὶ μόνον ἐπιθεῖναι τῷ μακρῷ πολέμῳ τέλος,

πάντων ἀθλιώτατον ἀποφαίνει καὶ τὸν αὐτὸν ἀσεβῆ

καὶ κακοδαίμονα. τί οὖν ἄν τις μᾶλλον Ὁμήρου κατη-

γορήσειεν ἢ τὸ τὸν κάκιστον τῶν ἐπ’ Ἴλιον στρατευ-

σάντων ἐκλεξάμενον περὶ τοῦτον οὕτω πολλὴν εἰσε-

 νέγκασθαι σπουδήν;

πότ’ ἔρον οὖν δίκην ὑπὲρ

Ὁμήρου λαμβάνειν οὗτός ἐστι δίκαιος ἢ διδόναι μᾶλλον,

ὃς τὴν ὑπόθεσιν αὐτῷ καταφέρει πρόρριζον αὐτὸς

ὑπὲρ ἐπῶν οὐ πολλῶν ἐγκαλῶν ἑτέροις; εἰ γὰρ ὁ τὴν

χεῖρά τῳ λωβησάμενος κολάζοιτ’ ἂν εἰκότως, τόν γε

 ἀποκτείναντα πῶς ἔνι μὴ μείζω παθεῖν; ἀλλ’ οὔτ’

Ἄνυτος οὔτε Σωκράτης ἀδικοῦσιν, εἴ τι τῶν τοῖς

ποιηταῖς εἰρημένων καταμέμφονται. 

 127. Ἀλλ’ ἀργούς, φησίν, ἐποίει Σωκράτης.

τίνα τρόπον; εἶπε τὸ καθῆσθαι ποιοῦντα μηδὲν τοῦ

 

 

 



 

μετιέναι τὰς ἐργασίας ποτὲ βέλτιον καὶ συνεβούλευσε

τοῖς μὲν χειροτέχναις ἀποστῆναι τῶν τεχνῶν, τοῖς

γεωργοῖς δὲ μισῆσαι τὴν γῆν, τοῖς ἐμπόροις δὲ ἐκλι-

πεῖν τὴν θάλασσαν, τοῖς δὲ ναύταις καθεύδειν, τοῖς

δὲ ναυκλήροις μὴ κατασκευάζειν τὰ πλοῖα, πᾶσι δὲ 

ἀπλῶς πάσης ἀφεμένοις πράξεως εἰς τὸν οὐρανὸν φἐ-

πειν ὡς ἐκεῖθεν ἀφιξομένης τροφῆς; εἷς ἐξ ἀπάντων

Ἀθηναίων I παρελθὼν μαρτυρησάτω καὶ σιω- R III 44

πήσομαι. εἰ δὲ τὸ μὲν ἀργεῖν οὐκ ἐπῄνει, τὸ δὲ τῇ

κτήσει τῶν χρημάτων ἢ τῇ τῆς ψυχῆς ἀρετῇ πλείω 

νέμειν τὴν σπουδὴν ἡγεῖτο τῶν ἀτόπων λέγων τιμιώ-

τατον μὲν ἀνθρώπῳ τὴν ψυχὴν εἶναι, δεύτερον δὲ τὸ

σῶμα, τρίτον δὲ τὰ χρήματα, πῶς ταῦτα πείθοντος ἦν

ἀργεῖν;

ὃς τὸ μὲν ἔργῳ τῳ προσέχειν οὐκ ἐκάλει

κακίαν, ἠξίου δὲ μὴ τὰ τῇ φύσει δεύτερα πρὸ τῶν 

ἀμεινόνων ἄγειν. ἐπειδὴ γὰρ ἐώρα πολλοὺς τοὺς μὲν

 

 N

 



 

υἱεῖς ἐν ἴσῳ τοῖς ἀνδραπόδοις τρέφοντας καὶ οὔτε τὴν

ψυχὴν παιδεύοντας οὔτε τὸ σῶμα γυμνάζοντας, παντα-

χόθεν δὲ πλοῦτον ἀγείροντας ὡς μιᾶς οὔσης εἰς εὐδαι-

μονίαν ἀφορμῆς, ἴνα παιδεύσειε κακῶς φρονοῦντας,

 ἐπετίμα καὶ μεθίστη καὶ μετεπαίδευε παραινῶν μὴ τὰ

προσήκοντα περὶ ταῦτα ἀγνοεῖν μηδ’ ἃ μὲν πλείστην

ἀπαιτεῖ πρόνοιαν, περὶ ταῦτα ῥᾳθύμως ἔχειν, ἃ δ’

ἐλάττονός ἐστι λόγου, περὶ ταῦτα πονεῖν. τοῦτο δὲ ἦν

εὐπορεῖν τε τοὺς αὐτοὺς βουλομένου καὶ νοῦν ἔχειν.

χωρὶς δὲ τούτων, εἰ μὲν οἷς ἀπὸ τῶν χειρῶν ὁ

βίος, τούτους ἀφεῖλκεν ὅθεν ἔζων, ὥστ’ ἀνάγκην εἶναι

προσαιτεῖν, τάχ’ ἂν ἠδίκει· εἰ δ’ οἷς οἰκέται πολλοί,

καὶ σὺ δὲ τοῦτο ὡμολόγηκας, Ἄνυτε, πλησιάζειν Σω-

κράτει λέγων οὐ τοὺς ταπεινοτάτους, πῶς ἄσπορον

 ἐποίει τὴν χώραν καὶ τὴν γῆν ἀπεστέρει γεωργῶν, εἰ

 

 



 

τοῖς τοὺς ἀγροὺς κεκτημένοις καὶ τὰς περιουσίας πρὸς

τῷ τῆς ψυχῆς φροντίζειν καὶ τῆς γῆς ὑπῆρχεν ἐπιμε-

λεῖσθαι: 

 130. Τοὺς μὲν οὖν ἄλλους οὐκ ἀπέτρεπεν ἔργων,

αὐτῷ δὲ οὔτε χωρίον ἦν παρὰ τοῦ πατρὸς οὔτε ναῦς 

τό τε ἀργύριον ὅπερ ἦν, ὡς ἴφην, ἀπολώλει | καὶ 

προσῆν τὸ ῥᾷστα φέρειν πενίαν. οὔκουν οὐδεὶς ἀνθρώ-

πων, ὡς οὗτος, ἐκράτησε λιμοῦ. ὥστ’ εἰ κατὰ τὴν Σω-

κράτους φύσιν οἷόν τε ἦν συστῆναι στρατόπεδον, οὐκ

ἂν ἦν ἕτερον ἀληπτότερον. ποῖον μὲν γὰρ οὐ δίψος, 

ποῖον δὲ οὐ θάλπος τοῖς τοιούτοις ἄλυπον: τί δ’ ἂν

ἄνυδρον χωρίον οὐχ ὡς ἔν τι τῶν καταρρύτων διῆλ-

θον;

τῆς ἀργίας Σωκράτους εἰλήφατε πεῖραν, ὦ

Ἀθηναῖοι, τοῦτο μὲν ἐπὶ Δηλίῳ, τοῦτο δ’ αὖ ἐν Ἀμ-

φιπόλει, ὅτε δὴ τῇ πρὸς ἅπαντα καρτερίᾳ τοὺς στρα- 

 

 



 

τιώτας πρὸς αὑτὸν ἐπέστρεφεν ὁμοίως νύκτωρ καὶ μεθ’

ἡμέραν. ἐῴκει γὰρ σιδηρῷ τινι. τοσοῦτον κατεγέλα τοῦ

περὶ Θρᾴκην χειμῶνος. καίτοι τῇ μὲν ἀργίᾳ τὴν μαλα-

κίαν, τῇ μαλακίᾳ δὲ τὸ μηδὲν τῶν τοιούτων φέρειν

 ἀκολουθεῖν ἀνάγκη. ὁ δὲ τῆς τῶν ὡρῶν ὑπερβολῆς

κρείττων ἦν. καὶ τῇ περὶ τὸ Δήλιον τύχῃ φεύγων

μετὰ τῶν ἄλλων μόνος ἦν τοῖς πολεμίοις κἀν τῇ φυγῇ

φοβερός. οὕτως ὑπὸ τῆς ἀργίας τό τε σῶμα καὶ τὴν

ψυχὴν διέφθαρτο. 

 132. Ἔοικε δὲ Ἄνυτος ἐνεργοὺς νομίζειν τοὺς συκο-

φάντας μόνους, τοὺς δὲ παιδείᾳ προσέχοντας καὶ τὴν

αὑτῶν διάνοιαν ἐκκαθαίροντας οὐδὲν ἔργον πράττειν.

καὶ τοὺς μὲν ἀθλητὰς οὐ κακίζει, καίτοι τί τῆς ἰσχύος

αὐτῶν εἰς ἕτερον ἂν διαβαίη; τοὺς δὲ ἀντὶ τῶν σω-

 μάτων τὰς ψυχὰς ἀσκοῦντας, ὧν κἂν ἄλλος ἀπολαύ-

σειεν, ἀχρήστους ἀποκαλεῖ. καὶ οὐ νομίζει ὡς μέγι-

 

 



 

’στὸν ἔργον, εἰ διὰ | τὰς παρὰ Σωκράτους μέμψεις 

οἱ τὰ κοινὰ πράττοντες φροντίζοιεν ἀρετῆς.

Οὐ λέγει παριών. μετὰ πολλῶν γε Ἀθη-

ναίων, δεδωκότος γε τοῦ Σόλωνος, οὐκ ἔχων φύσιν δήμῳ

δυναμένην ὁμιλεῖν, ὅ καὶ τῶν ἄλλων πολλοὺς ἰδιώτας 

τετήρηκεν. ἀλλ’ ἐὰν ἴδῃ νέους πρὶν ὥραν ἥκειν ἐπὶ

τὸ βῆμα πηδῶντας, ἐπιλαμβάνεται, κατέχει, τοῖς κοι-

νοῖς ἐμμελετᾶν οὐκ ἐᾷ. τοῦτ’ ἴδιον Σωκράτους ἔθος,

ᾧ πολλάκις ἐξείλετο τὴν πόλιν κυβερνητῶν ἀπείρων.

οὗτος ἀργῶν Ἀθήνησι διαγέγονεν; ἐργαζόμενος μὲν οὖν 

τὰ πάντων ὠφελιμώτατα, ἐξαιρούμενος δὲ ἀνεπιστημό-

νων ῥητόρων τὸ πλῆθος; ἐγὼ δὲ ὅστις μὲν ἠναντίωται

τοῖς βλαβεροῖς, εὐεργέτην ἡγοῦμαι τῶν οὐ γευσαμένων

τῆς βλάβης· ὃν δ’ εὐεργέτην ἔξεστι προσειπεῖν, πῶς

ἔτ’ ἂν ἀργόν τις καλοίη; 

 134. Τραπεζίτης γὰρ οὐκ ἔστι. κρείττων ἴσως

 

 



 

τῶν νέων ἡγεῖσθαι τραπεζίτης. ἀδικεῖ. σὺ δ’ ὅτι μὲν

οὐκ εὐπορεῖ, μέμφῃ, τὸ δ’ ὡς πρᾳότατα τὴν πενίαν

φέρειν οὐχὶ θαυμάζεις; καὶ Λακεδαιμονίους μὲν ἄριστα

πολιτεύεσθαι νομίζεις οὐ φύντος αὐτόθι σοφιστοῦ,

 τοῦτον δὲ μετ’ ἐκείνων πενόμενον τοῦτο καθ’ ὅ προσ-

έοικεν ἐκείνοις ἀδικεῖν λέγεις;

ἦν δὲ οὐ ταῦτα

πρότερον ἐν τοῖς δικαστηρίοις ἐγκλήματα, τὸ μὴ πλου-

τεῖν, τὸ μὴ χρυσὸν κεκτῆσθαι, τὸ μὴ συνεωνῆσθαι γῆν,

ἀλλὰ πᾶν τοὐναντίον, ὅτι οὗτος μικρὰ παραλαβὼν

 παρὰ τοῦ πατρὸς χρημάτων ὄγκον συνείλεκται

μέγαν καὶ γεωργεῖ καὶ γέγονεν ἐξαίφνης ὑπὲρ

τοὺς πολλούς. τίς οὖν ἡ μεταβολὴ καὶ πόθεν;

Σωκράτης δὲ κινδυνεύει μόνος ἀνθρώπων διὰ τὸ τοῖς

παροῦσιν ἀγαπῆσαι δοῦναι δίκην. 

 136. Πονηρῶν δέ, ὦ ἄνδρες, ἔργων διδάσκαλον

<



αὐτὸν> Ἄνυτος καλῶν καὶ φάσκων ὑμῖν ὑπ’

 διεφθάρθαι τοὺς νέους οὐκ ἔσχε | πλὴν Ἀλκι-

 

 



 

βιάδου καὶ Κριτίου μνησθῆναι. περὶ ὧν ἐστὶ μὲν

ἀπολογεῖσθαι ῥᾴδιον, πάνυ δ’ ἂν αἰσχυνοίμην, εἰ

δόξαιμι καταλιπεῖν Ἀλκιβιάδην ἐν κοινωνίᾳ τῆς Κρι-

τίου δόξης τοῦ τὰ κοινὰ γνώμῃ βεβλαφότος τὸν πολλὰ

μὲν εὖ πεποιηκότα, πάντα δὲ κωλυθέντα, λυπῆσαι δὲ 

ἠναγκασμένον. πῶς οὖν μοι δοκεῖ; μικρὰ χωρὶς ὑπὲρ

ἐκείνου διαλεχθέντα μετὰ ταῦτα συγχωρῆσαι μὲν ἴσην

ἀμφοῖν εἶναι τὴν ἀδικίαν, δεῖξαι δὲ οὐδὲν μετὸν τῆς

ἀδικίας Σωκράτει. 

 137. Τί οὖν ἄν τις Ἀλκιβιάδου κατηγοροίη; πότε- 

ρον ὅτι τὸν Ἀλκμαίωνα καὶ τὸν Ἱππόνικον ἀκούων

καὶ προαιρέσεις γενναίας καὶ πράξεις ἐφαμίλλους καὶ

Κλεινίαν καὶ μάχας καὶ τελευτὴν ἔνδοξον φρονήματος

 

 



 

ἔγεμε δυοῖν οἰκίαιν γνωριμωτάταιν πρέποντος; ἢ ὅτι

καλὸν αὐτὸν ἡ μήτηρ ἔτεκε καὶ θαυμαστὸν τὴν ὥραν;

ἢ ὅτι τὴν τῶν προγόνων διεδέξατο τάξιν καὶ πρὸς τὸ

τὴν πόλιν εὖ ποιεῖν ὥρμησεν; ἢ ὅτι τοὺς ὁμόρους

 πρὸς τὴν Σπάρτην ἐξεπολέμωσε καὶ τὴν τῆς Ἀττικῆς

φθορὰν ἐπὶ τὴν ἐκείνων μετέστησεν; ἢ ὅτι φαυλότερα

τῆς ὑμετέρας ἀξίας τὰ ὄντα ἐνόμισε καὶ τὰ ἀπόντα

ἐζήτησεν;

ἀλλ’ εἰ τοὺς ἀφαιροῦντας τῶν ὑπαρ-

χόντων μισεῖτε, τάς γε προσθήκας πῶς οὐκ ἂν ἐπαι-

 νοῖτε; ἐκεῖνος τοίνυν εἶδεν ἐπὶ τὸν Ἰόνιον, εἶδε νῆσον

μεγάλην, ὠρέχθη Σικελίας, ἐπεθύμησεν Ἰταλίας, ἤλ-

πισεν ἕξειν Λιβύην, ἔγνω περιστῆσαι Πελοποννήσῳ

τὴν Ἑσπερίαν, ἐπεθύμησε λῦσαι τὸν πόλεμον τέλει

καλῷ καὶ προσπεσεῖν Λακεδαιμονίοις προσαυξήσας τῇ

 πόλει τὴν ῥώμην. ἀλλ’ οἶ φθονοῦντες καὶ κωλύοντες,

 ἐπειδὴ λέγοντες | οὐκ ἐκράτουν, ἠσέβουν μὲν

2 cf t. III 99, 5 4 Thuc. V 43. Isocr. big. p. 349 d

6 cf t. IV p. 197 R. Aristid. de IV viris t. II p. 167 sq.

Dind.

 

 



 

αὐτοὶ καὶ περιέκοπτον τοὺς Ἑρμᾶς, τὰ δ’ αὑτῶν κακὰ

φέροντες ἐκείνῳ περιῆπτον, καὶ μέτοικοι καὶ μυστήρια

καὶ σκευωρία καὶ πᾶσα τέχνη καὶ μηχανή.

σκο-

πεῖτε δέ· δοῦναι λόγον ἤθελεν, οἱ δὲ ἐκέλευον πλεῖν.

ἔπλει τὸν Ἰόνιον, οἱ δὲ τὸν δῆμον ἠρέθιζον. προσή- 

γετο τὴν νῆσον, οἱ δὲ ἐκάλουν εἰς ὄλεθρον. τέ οὖν

ἐποίησεν; ὅ πᾶς τις ἂν εὖ φρονῶν. ἔσωσεν αὑτὸν καὶ

τὸ βάραθρον ἐφυλάξατο. καὶ ἡγήσατο τότε παρὰ τῆς

Σαλαμινίας ἀκούειν· φεῦγε τὴν ταχίστην, Ἀλκι-

βιάδη. φεῦγε. ζήτει σωτηρίαν ὧς Ἀθήνησι γε 

οὐκ οὔσης. δοκεῖς μὲν ἐπὶ κρίσιν, καλῇ δὲ ἐπὶ

θάνατον. πίστιν ἔχουσιν αἱ διαβολαί. καὶ πάντα

τοῦτον κατηγοροῦ τὸν χρόνον.

τι οὖν

θαυμαστόν, εἴ τις ἀδίκως οὐκ ἠθέλησεν ἀποθανεῖν; τί

δ’, εἴ τις ὅθεν προσεδόκησεν ἀσφάλειαν, ἐκεῖσε ἐ̓πλευ- 

 

 



 

σεν. ὁ δὲ ἦν μὲν ἐν Σπάρτῃ, τὰς Ἀθήνας δὲ ὠνειρο-

πόλει. καὶ οὐκ ἔφθη πιστευθεὶς καὶ μεθ’ ὑμῶν ἦν

τὴν γνώμην μεταφέρων μὲν ἐς τὴν τῆς πόλεως χρείαν

τὴν βασιλέως ῥοπήν, καταλύων δὲ τὸ Λακεδαιμονίων

 ναυτικὸν ἀπορίᾳ μισθοῦ, τῶν δὲ προσδοκωμένων τριή-

ρων ἀποστερῶν. καὶ οὐ πρότερον ἐπαύσατο καταπολε-

μῶν ἐκείνους φυγὰς ὤν, Ἄνυτε, καὶ τὸν δῆμον εἰδὼς

ἐπικείμενον αὑτῷ, πρὶν αἰσχυνθέντες ὑμεῖς ναυμαχίας

καὶ μάχας καὶ νίκας καὶ πόλεις προσγεγενημένας ἐψη-

10 φίσασθε τὴν κάθοδον καὶ τὰς ἀρὰς ἀνελύσατε. ὁ δὲ

 τοῖς μυστηρίοις ὁ κάκιστος ἐκεῖνος ἀπέδωκε τὴν |

ἀρχαίαν ὁδόν.

καὶ ἐῶ λέγειν ἀρμάτων πλῆθος

καὶ μεγάλας ὑπὲρ ὑμῶν Ὀλυμπίασι δαπάνας ἀφ’ ὧν

δόξαν ὑμεῖς εἰς τὸ κοινὸν ἰσχύος ἐσχήκατε. φανεῖται

 

 

 



 

τοίνυν κἀν τοῖς δευτέροις κυβερνήτου προπετείας, οὐχ

ἑαυτοῦ κακίας ὑποσχὼν δίκην καὶ ὅλως τῶν μὲν ἔξω

κεκρατηκώς, βασκανίας δὲ τῆς παρ’ ὑμῖν ἡττηθείς,

πολὺ δὲ τῶν ἐκβαλόντων αὐτὸν χρησιμώτερος τῇ

πόλει. 

 142. Καὶ ταῦτα διῆλθον οὐκ Ἀλκιβιάδου καὶ Σω-

κράτους χάριν μᾶλλον ἢ ὑμῶν καὶ τῆς ὑμετέρας, ὦ

Ἀθηναῖοι, δόξης. δεῖ γὰρ ὑμᾶς οὐκ ἀσεβεῖ διηλλάχθαι

δοκεῖν, ἀλλὰ τὸν οὐδὲν ἠδικηκότα καταδεδέχθαι. ἔνα

δὲ ὅσον περίεστι τῷ νυνὶ κρινομένῳ τῶν δικαίων ἔτ’ 

ἄμεινον μάθητε, ἔστω μὲν Ἀλκιβιάδης μηδὲν Κριτίου

βελτίων, ἴστω δὲ Σωκράτης διδάσκαλος ὁ μηδαμοῦ

μηδενὶ τοῦτο ὑποσχόμενος. ἐξεταζέσθω δὲ παρ’ ὑμῖν,

εἰ τῆς τῶν οὐκ ἐθελησάντων ἢ μὴ δυνηθέντων γε

μαθεῖν κακίας ὁ διδάξαι γε βουληθεὶς ὑπεύθυνος. εἰ 

γὰρ ὁ μὲν ἔλεγεν ὅ ποιοῦσιν ἂν συνήνεγκεν, οἱ δὲ οὐ

προσεῖχον τὸν νοῦν ἑτέρων αὐτοῖς ἀρεσκόντων, τί δεῖ

Σωκράτην ἀντ’ ἐκείνων μισεῖν; ὥσπερ ἂν εἴ τις γεωρ-

γὸν μηδὲν παραλιπόντα τῶν περὶ τὴν γῆν πόνων,

ἀλλὰ καὶ χερσὶ καὶ σκεύεσι καὶ βουσὶ καὶ σπέρμασι 

 

 



 

καὶ τῷ περὶ ταῦτα νόμῳ χρησάμενον, ἔπειτα μηδ’

ὁτιοῦν παρ’ αὐτῆς κεκομισμένον οὐκ οὔσης ἀγαθῆς

 αἴτιον τοῦ συμβάντος ἡγοῖτο, ἀλλ’ | ἕτοιμον αὐτῷ

καὶ περὶ τῆς αὑτοῦ διεξελθεῖν τέχνης καὶ δεῖξαι τὴν

 γῆν.

ὁρῶμεν δὲ κἀν ταῖς ἄλλαις τέχναις τοὺς

μὲν παριόντας τὸν διδάσκαλον, τοὺς δὲ πρὸς ἴσον

ἐρχομένους, τὸν δὲ ἐλάττω λαμβάνοντα, τὸν δὲ οὐδ’

ὁτιοῦν. ἐντεῦθεν σκυτοτόμου σκυτοτόμος ἀμείνων καὶ

τέκτονος τέκτων κἀν τοῖς ἄλλοις ἕτερος ἑτέρου τῶν

 αὐτῶν τετυχηκότες διδασκάλων. ἔστι γάρ, ὦ Ἀθηναῖοι,

βιαιότερον καὶ μᾶλλον ἰσχυρὸν μαθήσεως φύσις. ὅταν

ᾖ πονηρά, καθέλκει πρὸς ἑαυτὴν καὶ πᾶσαν παίδευσιν

ἀπέφηνε μάταιον. εἰ δὲ μὴ τοῦτο τοιοῦτον ἦν, ἐν

ἅπασιν ἂν τοῖς ὁμοτέχνοις τὸ ἴσον τῆς ἐπιστήμης

 ἔκειτο. εἰ δὲ τῆς φύσεως πανταχοῦ τὸ κράτος ἐχούσης

οὐχ οὕτω τοῖς ἀνθρώποις ἐδόκει, ἀλλ’ ἐν ταῖς τῶν

φοιτητῶν ἀπειρίαις τοὺς διδασκάλους ἐκόλαζον, κατα-

 

 

 



 

λέλυντ᾿ ἂν αἱ τέχναι μηδενὸς τολμῶντος διδάσκειν

ἐπὶ τῷ μὴ κακῶς παθεῖν. ἀλλ’, οἶμαι, τοῖς μὲν διδα-

σκάλοις πανταχοῦ χάρις ὀφείλεται, τῶν προσιόντων δὲ

τὸ μὴ μαθεῖν ἔγκλημα.

καὶ μὴν τούς γε νομο-

θέτας οὐδὲν ἕτερον ἢ διδασκάλους πάντες ἄνθρωποι 

νομίζουσιν οὐ μιᾶς τινος ἡλικίας οὐδὲ ἔθνους ἑνὸς

τῶν ἐν ταῖς πόλεσιν, ἀλλ’ ὁμοίως μὲν νέων, ὁμοίως

δὲ γερόντων, ἔτι δὲ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν καὶ ἀστῶν

καὶ ξένων καὶ δούλων καὶ ἐλευθέρων. καὶ διὰ τοῦτο

πρῶτοι τιμῶνται μετὰ τοὺς θεούς, ὅτι παρ’ αὐτῶν 

μεμαθήκαμεν ἅ τε δεῖ ποιεῖν ὧν τε ἀπέχεσθαι. ἀκού-

ομεν δὲ οὐ ταῦτα μόνον, ἀλλὰ καὶ δωρεὰς καὶ ζημίας,

ὧν αἱ μὲν ἕπονται τοῖς ἀπειθοῦσιν, αἱ δὲ τοὺς ἐπι-

εικεῖς ἀμείβονται. ἀλλ’ ὅμως οὐδὲ τούτων ἀμφοτέρων

ἐλπίδες ἀρκοῦσιν ἐκκόψαι πονηρίαν. ἀλλ’ οἱ μὲν ἀπει- 

λοῦσιν, Ἄνυτος δὲ ἀδικεῖ. οἱ μὲν ἐπαγγέλλονται, Μέλη-

τος | δὲ οὐκ ἐπιθυμεῖ τιμῆς, ἀλλ’ αἱρεῖται μισθοῦ 

μᾶλλον συκοφαντεῖν ἢ τῶν χρηστῶν νομισθεὶς θαυ-

 

 

 



 

μασθῆναι.

τολμωμένων οὖν τῶν ἀδικημάτων

ἁπάντων μετὰ τοὺς νόμους καὶ τὴν ἐπιζήμιον ἀπεί-

θειαν κατεβόησέ τις τοῦ Σόλωνος ἢ κακῶς εἶπε τὸν

Δράκοντα καὶ δεινὸν ποιησάμενος τὸ φθῆναι τελευ-

 τήσαντας πρὸ τοῦ δοῦναι δίκην ἐκέλευσεν ἀχρήστους

νομίζειν καὶ λυμεῶνας; οὐδείς. ἀλλὰ τοὺς μὲν σωτῆρας

νομίζομεν, τοὺς δὲ παρανομοῦντας κολάζομεν.

τί

δ’ ἄν τις εἴποι περὶ τῶν πολὺ φοβερωτέρων διδασκά-

λων, ὑμῶν, ὦ Ἀθηναῖοι, τῶν δικαζόντων; οἱ οὐ λόγῳ

 συμβουλεύετε τὰ δίκαια ποιεῖν, ἀλλ’ ἔργῳ, δημεύοντες,

ἐξελαύνοντες, τοῖς ἕνδεκα παραδιδόντες ἐπὶ θανάτῳ.

<ὧν> οὐδὲν οὔτε τοὺς πονηροὺς ἔπαυσεν ἀδικοῦν-

τας οὔθ’ ὑμᾶς καταγινώσκοντας, ἀλλ’ οἱ μὲν τή-

μερον ἀποθνήσκουσιν, οἱ δὲ τῆς ὑστεραίας ἐπὶ τοῖς

 αὐτοῖς ἁλίσκονται. καὶ οὐδὲν μήποθ’ εὕρῃ νομοθέτης

εἰς τιμωρίαν οὕτω πικρὸν ὅ ποιήσει πάντας δικαίους.

εἶτα τῶν ἐν τοῖς δικαστηρίοις κινδύνων ἐξελη-

λεγμένων καὶ τῆς κακίας τολμᾶν ἐπισταμένης, εἰ μὴ

Σωκράτης ἀπὸ τῶν ἐν Λυκείῳ λόγων ἅπαντας ἀπλοῦς

 ἐποίησεν εἶναι, ἀδικεῖ; καὶ τοὺς μὲν οἰκέτας, ἐφ’ οὓς

οὐδὲν δεῖ δικαστηρίου καὶ γραφῆς, ἀλλ’ ἐξουσία τοῖς

δεσπόταις μύλωνος, πεδῶν, μαστίγων, στίξαι, στρεβλῶ

 

 

 



 

σαι, τούτους μέν, ἂν ὦσι πονηροί, οὐκ ἂν μεταβά-

λοιμεν τοῖς αἰκισμοῖς, τῶν δ’ ἐλευθέρων καὶ φρόνημα

παρὰ τῆς εὐγενείας ἐχόντων δεσπότης ἦν ἀκριβέστερος

Σωκράτης ἢ τῶν ἀργυρωνήτων ὑμεῖς; 

 148. Κριτίας ἐλύπησε τὸν δῆμον. καὶ γὰρ Σω- 

κράτην. ὑμᾶς ἀφείλετο τὴν | παρρησίαν. καὶ 

γὰρ ἐκεῖνον τὰς εἰωθυίας συνουσίας. ἆρ’ οὖν ὑμῖν, εἰ

μαθητὴς ἀκριβῶς ἦν Σωκράτους καὶ τῶν ἐκείνου καὶ

λόγων καὶ τρόπων λίαν ἐπιθυμητής, τοιούτους <ἂν>

ἀποδοῦναι δοκεῖ τῷ διδασκάλῳ τοὺς μισθοὺς καὶ παρ- 

ἑλέσθαι τοῦ βίου τὴν τάξιν ἐν ᾗ τοσοῦτον ἐβεβιώκει

χρόνον, καὶ ὁ μὲν κακῶς λέγειν τὴν ἀρχήν, ὁ δ’ οἷς

μάλιστα λυπήσειν ἔμελλεν ἐπιτάττειν, ἀλλ’ οὐκ ἂν ὁ

μὲν τὴν ὠμότητα θαυμάζειν, εἴπερ ταύτην ἐδίδασκεν,

ὁ δ’ ἀντιτιμᾶν τοὺς παρασκευάσαντας;

τούς γέ 

τοι παιδοτρίβας ἴσμεν ἐν τοῖς στεφάνοις τῶν ἀθλητῶν

οὔτ’ ἀχθομένους πρὸς αὐτοὺς οὔθ’ ὑβριζομένους ὑπ’

αὐτῶν, ἀλλ’ ἄμφω συνηδομένους ἀλλήλοις, Σωκράτης

 

 



 

δὲ οὕτως ἦν ἆτ’ ὀπὸς, ὥσθ’ ὁρῶν αὑτοῦ τὴν σπουδὴν

τετελεσμένην καὶ τοὺς νόμους ἀσθενεῖς καὶ τὸν δῆμον

οὐδαμοῦ καὶ Κριτίαν τύραννον ἔψεγεν ἀρχὴν ἢν

ἀποῦσαν ἐζήτει, καὶ κινδυνεύειν ᾑρεῖτο μᾶλλον ἢ τοῖς

 ἐκείνῳ δοκοῦσιν ὑπηρετεῖν; 

 150. Σὺ δ’ Ἀλκιβιάδην μὲν καὶ Κριτίαν λέγεις,

πολλοὺς δὲ χρηστοὺς παραλείπεις, ὧν, εἰ καὶ τῶν κοι-

νῶν ἀφεστᾶσιν, ἔστιν ὅμως ἄγασθαι τὸν τρόπον, ἐπεὶ

κἀν τοῖς ἰδίοις γένοιτ’ ἂν ἀπόδειξις ἀρετῆς. τί γὰρ ἂν

 σὺ καταγνοίης Πλάτωνος; τί δ’ ἂν Κρίτωνος; τί δ’

Αἰσχίνου; τί Χαιρεφῶντος; τί μυρίων ἑτέρων; ποίας

οὗτοι φιλίας προὔδοσαν; ποίοις πολεμίοις συνεύξαντο;

 τίνας νόμους ἀνεῖλον; τίνας τυράννους | κατέ-

στησαν; ἢ τὰ ἔπη μὲν συνείλοχας οἷς ἤλπισας ἐξαπα-

 τήσειν, ἃ δ’ ἀφιστάμενος τῶν ποιητῶν διελέγετο Σω-

κράτης ὑπερπεπήδηκας; οὐχ ὑπὲρ ἐγκρατείας πρὸς

Ἀρίστιππον διείλεκται πείθων μὴ δουλεύειν τῇ γαστρί;

οὐ Λαμπροκλεῖ μητρὸς ἀμελοῦντι διδάσκων ἡλίκα χρέα

γονεῦσιν ὀφείλομεν; τέ κάλλιον ὧν ὑπὲρ διαλλαγῶν

 

 

 



 

πρὸς Χαιρεκράτην καὶ τὸν ἀδελφὸν διεξῆλθε; τί βέλτιον

ὧν περὶ φίλων πρὸς Ἀντισθένην;

ἀλλὰ μὴν

Γλαύκωνά τε τὸν Ἀρίστωνος καὶ τὸν Γλαύκωνος Χαρ-

μίδην, τὸν μὲν ἐπεγείρας δημηγορεῖν ὀκνοῦντα, τὸν δ’

ἐπισχὼν οὔπω δυνάμενον ὠφελεῖν, ἐξ ἀμφοτέρων 

εὔνουν πολίτην ἔδειξεν. ἤκουσε καὶ Περικλῆς ὁ Περι-

κλέους τῶν ἐπὶ στρατηγίαν παρακαλούντων λόγων. καὶ

τί δεῖ καθ’ ἕκαστον ἐξαριθμεῖν; εἰ γὰρ ἐθέλοιμι καλέ-

σαι τοὺς περὶ δικαιοσύνης, τοὺς περὶ σωφροσύνης,

τοὺς ὑπὲρ ἀνδρίας, τοὺς ὑπὲρ πρᾳότητος, τοὺς περὶ 

μαντικῆς καὶ τῶν ἄλλων ἀκηκοότας ἀγαθῶν, πᾶσαν ἂν

πλὴν τῶν τούτοις ἐοικότων καλοίην τὴν πόλιν, οὐχ

ὧς οὐχὶ καὶ τούτων ἀκηκοότων, ἀλλ’, οἶμαι, ψεύσονται

καὶ τοὐναντίον ἐροῦσιν.

οὐ μὴν ὑμῶν γε, ὦ ἄνδρες,

τἀληθὲς οὐδεὶς ἐξαρνήσεται οὐδὲ πείσει καταψηφίσασθαι 

Σωκράτους, ὅτι Θησεὺς μὲν συνῴκισε τὴν πόλιν καὶ

τὴν ἀρχὴν ἣν εἶχεν ἀφῆκε, Σόλων δὲ Σαλαμῖνά τε

προσηγάγετο καὶ χρεῶν ἀποκοπὰς εἰσηγάγετο καὶ ταῦτα

 



 

 πέντε ταλάντων ὀφειλομένων αὐτῷ. ταυτὶ γάρ, ὦ

Ἀθηναῖοι, τοῖς μὲν πεποιηκόσι δόξαν ἂν εἰκότως φέ-

ροι, τοὺς δὲ ἄλλους οὐκ ἂν δικαίως ἀποκτείναι. εἰ γὰρ

τοὺς <ἢ> μὴ συνοικίζοντας τὴν πόλιν τήν γε συνῳκισμέ-

 νῆν ἢ μὴ Σαλαμῖνα κτωμένους τήν γε ἡμετέραν οὖσαν

ἀποθνήσκειν δέοι καὶ ὅλως τοὺς ἢ μὴ γράφοντας νό-

μους ἢ μὴ στρατηγοῦντας, ἐπιλείψει τὸ κώνειον ὑμᾶς.

ἔχει Θησεὺς τὰς προσηκούσας τιμάς, ὧς δηλοῖ τὸ

Θησεῖον, ἔστηκεν ἐν ἀγορᾷ χαλκοῦς ὁ Σόλων, τὸ δ’

 ἀποθνήσκειν τινὰς Ἀθηναίων διὰ τὰς ἐκείνων εὐεργε-

σίας οὐκ οἶδ’ ἥν τινα ἂν ἔχοι τοῖς ἀνδράσιν ἐκείνοις

τίμην. 

 153. Λεγέτω τοίνυν τὴν πρὸς τοὺς σοφιστὰς ὑμῶν

ὀργήν, τὸν Ἀναξαγόραν, τὸν Πρωταγόραν, τὸν Διαγό-

15 ’ρᾶν. δώσει γάρ μοι πάλιν ἐρωτᾶν· πῶς οὖν οὐ τῆς

αὐτῆς ἀπέλαυσε Σωκράτης, εἴπερ οἷς ὁ δῆμος

 

 

 



 

ὠργίζετο προσόμοιος ἦν; χρῆν γὰρ αὐτὸν ταὐτὰ

ἐπιτηδεύοντα τοῖς αὐτοῖς κεκολάσθαι. εἰ μὲν γὰρ οὐδεὶς

σοφιστὴς ἔδωκε δίκην, ῥᾳθυμία τοῦτ’ ἂν ἦν περὶ τοὺς

θεοὺς τῆς πόλεως, ὑφ’ ἧς ἂν ἔφη τις καὶ τοῦτον δια-

λαθεῖν· ὄντων δὲ πρὸς οὓς ἔσχετε πικρῶς ὁ μὴ τοιού- 

τῶν ὑμῶν πεπειραμένος δέδεικται καθαρεύων τῆς κατ’

ἐκείνων αἰτίας.

Ἀναξαγόρας ἐδέθη δικαίως ἀσε-

βῶν περὶ ἡλίου τε καὶ σελήνης. Πρωταγόραν ἐξεκηρύ-

ξατε καλῶς καὶ προσηκόντως ζητοῦντα περὶ θεῶν εἴτ’

εἰσὶν εἴτ’ οὐκ εἰσί. τῷ τὸν Διαγόραν ἀποκτενοῦντι 

μισθὸν ὑπέσχεσθε σωφρονοῦντες. | τὴν γὰρ Ἐλευ- 

σίνα καὶ τὰς ἀρρήτους ἐκωμῴδει τελετάς. Σωκράτους

δὲ τίς εἰπεῖν ἔχει βιβλίον, τίς δὲ ῥῆμα περὶ τῶν θεῶν

ἐναντίον νόμοις; οὐ δυνάμενος δ’, Ἄνυτε, δεῖξαι, κἂν

μυρίους λέγης σοφιστὰς ἀπολωλότας, οὔπω Σωκράτην 

ἐλέγχεις. οὐ γὰρ ἡ τῶν ἠδικηκότων τιμωρία τῶν ἀνα-

μαρτήτων πονηρία γένοιτ’ ἄν. 

 

 

 



 

 155. Καὶ διεξῄει τοὺς τοῖς σοφισταῖς οὐ συγγενο-

μένους ὧς ἀγαθοὺς ἄνδρας γεγενημένους, τὸν Μιλτι-

άδην, τὸν Θεμιστοκλέα, τὸν Ἀριστείδην, οὐκ ἐνθυμη-

θείς, ὧς ὁ μὲν Μιλτιάδης δεδεμένος ἀπέθνησκεν, ὁ

 δὲ μέγας ἐν τῇ ναυμαχίᾳ Θεμιστοκλῆς ἔφευγε. καί-

τοι ταῦτα, Ἄνυτε, τίνος ἐστὶν καὶ καλο-

κἀγαθίας; καὶ μὴν οὐ τούτων γε αἰ τιμωρίαι, ἀλλ᾿

ἀδικίας καὶ πονηρίας. ποῦ τοίνυν τοῦ μὴ σοφισταῖς

ὡμιληκέναι τὸ κέρδος; ἀλλ’ οἱ μὲν ἦσαν βέλτιστοι,

 πονηρὸς δὲ ὁ δῆμος; ὑπὸ ποίου σοφιστοῦ διεφθαρ-

μένος;

καὶ μὴν οἱ μὲν ἄμοιροι τῆς τῶν σοφιστῶν

συνουσίας εἰς τοῦτο ἦλθον κακῶν, ὁ δὲ Ἀναξαγόρου

μαθητής, ὁ Ξανθίππου Περικλῆς, ἄνευ τοῦ πλεῖστον

ἐν τῇ πόλει δυνηθῆναι καὶ τῇ τοῦ Δῖός προσηγορίᾳ

 κοσμηθῆναι καὶ ταῖς τιμαῖς | ἐντελευτῆσαι καὶ

 ὅτε δὴ χαλεπῶν ἔτυχε τῶν πολιτῶν, ὀξέως ὑπὸ τοῦ

δήμου πρὸς τὰ καλλίω κεκλῆσθαι τοῦτον αὐτὸν τὸν

διδάσκαλον δεδεμένον ἐξῃτήσατο καὶ διέσωσεν. οὕτως

ἠξίου τὸν Περικλέα μηδενὸς ὧν ἐπαγγείλειεν ἀτυχεῖν.

 καίτοι τὰς τηλικαύτας δωρεὰς οὐ τοῖς φαύλοις διδόναι

νόμος, ἀλλ’ οἷς ἀνάκειται τῶν κοινῶν ἡ φυλακή.

 

 

 



 

οὐκοῦν ἄνδρα σπουδαῖον ἡγοῦντο τὸν ὁμολογοῦντα

συγγεγονέναι τῷ σοφιστῇ καὶ δι’ αὐτό γε τοῦτο βοη-

θοῦντα, διότι συγγένοιτο. 

 157. Δάμων δέ, εἰ μὲν ἠδίκει, καλῶς ἐκβέβληται·

εἰ δ’ ἐσυκοφαντεῖτο, κρεῖττον ἦν μηδ’ ἐκεῖνον τοῦτο 

παθεῖν ἢ δι’ ἐκεῖνον καὶ Σωκράτην. καίτοι φησὶν ἐπ’

ἐλάττοσιν αἰτίαις ἐξελαθῆναι τὸν Δάμωνα, ἔτι δὲ μηδὲ

ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν αἰτίαν τοῦ καταλύειν τὸν δῆμον

λαβεῖν, ὥσπερ τὸν νυνὶ κρινόμενον. ἔστι δὲ τοῦτο μὲν

τεκμήριον τοῦ μετριωτέρων ἐκεῖνον ἐχθρῶν τυχεῖν, 

κωλύει δὲ οὐδὲν ἐλάττω τε δικαίως αἰτιαθῆναι καὶ

μείζω μὴ προσηκόντως. 

 158. Ἀλλὰ γὰρ τίς οὐκ ἂν στενάξειε Βίαντος

κακῶς ἀκούοντος, τοῦ Σόλωνος ἑταίρου, <τοῦ> φίλου

τῷ Πυθίῳ, τοῦ πάντας ἀνθρώπους ἐκ Δελφῶν νου- 

θετοῦντος, καὶ μετὰ Βίαντος πολλῶν ἑτέρων δι’ οὓς

σεμνὴ γέγονεν ἡ Ἰωνία; οὐ διὰ Μέλισσον καὶ Θαλῆν

καὶ Πυθαγόραν ἤρχθησάν τε καὶ ἐστασίασαν οἱ τὰς

πόλεις ἔχοντες, ἀλλ’ αἶ μὲν στάσεις κοινὸν τῆς ἀνθρω-

 

 



 

 πείας φύσεως νόσημα, τὸ Ι δ’ ὑπακούειν ἐκ τοῦ

βασιλείαν σφίσιν ἐφορμεῖν μεγάλην συνέβη, τὴν δὲ

Περσῶν ἰσχὺν οὐ Πυθαγόρας οὐδὲ Μέλισσος, ἀλλὰ

Κῦρος Κροῖσον καθελὼν ἐποίησε καὶ μετ’ ἐκεῖνον

 Δαρεῖος.

ἐπεὶ ὅτι ταῦτά γε οὐκ ἐνιᾶσιν οἱ σοφι-

σταὶ οὐδ’ ἀγαπῶσιν εἰ ἔστι, μαρτυροῦσι Λακεδαιμόνιοι

καὶ στασιάσαντες ἐφ’ ὅσον οὐχ ἕτεροι χρόνον καὶ τὴν

τῶν ἀρχομένων τάξιν μεταλαβόντες, οὐκ ἐπειδὴ σοφι-

σταῖς ἀνέῳξαν τὴν Σπάρτην, ἀλλ’ ὅτι Παυσανίας

 ἀσελγὴς ἦν καὶ βαρὺς καὶ τοῖς Ἕλλησιν οὐ φορητὸς

ὁ μηδεπώποτε σοφιστὴν ἰδών.

οὓς δὴ

καὶ περὶ Θρασυβούλου καὶ Κόνωνος, ὅτι Θρασύβουλος

μὲν καὶ Κόνων ἤστην ἂν ἀμείνους περὶ λόγους δια-

 

 

 



 

τρίψαντες, Κριτίας δὲ καὶ Ἀλκιβιάδης πολὺ φαυλο-

τέρω μηδ’ ἁψαμένω. τοὺς μὲν γὰρ ἴσως τι οὐκ ἐχα-

λίνωσαν , <ἄν> οἱ δ’ ἂν ἦσαν χαριέστεροι. 

 161. Περὶ μὲν οὖν τούτων ἀποχρώντως εἴρηται,

πάνυ δὲ ἀνδρῶν ἔργον ἀγαθῶν ἐποιεῖτε, ἡνίκα ὑμῖν 

ἐνέπεσεν <ὀργή> , ὅτι Μέλητος ἢ οὗτος Ἄνυτος τὸν

Σωκράτην διδάσκει τὰ δίκαια. καὶ δεῖ μὲν οὐδὲν

ἴσως λόγων πρός γε τοὺς οὕτω διατεθέντας, ὅμως δὲ

ἐρῶ καὶ περὶ τοῦδε. 

 162. Τί σοι τὸν ἄνθρωπον ἐβούλου ποιεῖν; θεοὺς 

θεραπεύειν ὥσπερ ἡ πόλις; οὕτω τεθεράπευκεν ἐν

τοῖς ἀπάντων ὀφθαλμοῖς. γονεῖς εὖ | ποιεῖν; καὶ 

τοὺς ἄλλους ἐπὶ τοῦτο ἤγαγε. μηδένα ἀδικεῖν; περὶ

πάντας γέγονε δίκαιος. ἀρχόντων ἀκούειν; πότ’ οὖν

ὑπερεφρόνησε; τοῖς νόμοις πείθεσθαι; παραβέβηκεν 

 

 

 

 



 

οὐδένα. τῶν οἰκείων ἐπιμελεῖσθαι; καὶ τῶν ἔξω τοῦ

γένους ἐφρόντισε.

τί οὖν ἃ ποιῶν τε γεγήρακε

καὶ τοὺς ἄλλους ποιεῖν ἀξιῶν, ταῦθ’ ὡς ἀγνοοῦντα

διδάσκεις; ὥσπερ ἂν εἴ τις Μέλητον διδάσκοι, πῶς ἄν

 [τις] τεχνικῶς συκοφαντοίη. μεθ’ οὗ κατηγορῶν, ὦ πάν-

των ἀναιδέστατε, σὺ τολμᾷς καλεῖν Σωκράτην τυραν-

νικόν; πόθεν ἐλπίσας εἶναι πιθανός; ἐκ τῆς ἀπονοίας;

ἐκ τοῦ θράσους; ἀπὸ τοῦ χρημάτων ἐρᾶν; ἀπὸ δεί-

πνων πολυτελῶν; ἀπὸ τῆς ἐσθῆτος; ἀπὸ τῶν ἀκολού-

 θῶν; εἰ γάρ τις ἄλλοθεν ἐπελθὼν καὶ μικρὸν χρόνον

ἐνδιατρίψας καὶ κρίνων ἑκάστου τὴν γνώμην οἶς ἐώρα

παραγόμενος εἰς τὸν δῆμον ἠναγκάζετο λέγειν, ὅν

ἡγοῖτο δημοτικώτατον, οὐκ ἂν ὑμῖν δοκεῖ Σωκράτει

δοῦναι τὴν ψῆφον, ὅν ἐώρα κρείττω μὲν πλούτου,

 κρείττω δὲ ἡδονῶν, περὶ δὲ τοῦ τῆς Ἀσίας δεσπότου

μὴ συγχωροῦντα εὐθύς, ὡς εὐδαίμων εἴη; καὶ τί ποτ’

ἂν οἴοιτο τὰς μικρὰς τυραννίδας ὁ τὴν οὕτω λαμπρὰν

οὔπω νομίζων εὐδαιμονίαν; πῶς δ’ ἂν ἐπεθύμησε πολι-

τείας ᾗ τὸ μηδένα παιδείᾳ προσέχειν λυσιτελεῖ;

καὶ

 τί δεῖ μακρολογεῖν ἐξὸν ἐναργεστέροις καὶ σαφε-

 

 



 

στέροις ἐπιδεῖξαι σημείοις, ὡς οὐκ ἐπαινεῖ τὰς δυνα-

στείας; τοῦτον γάρ, ὦ Ἀθηναῖοι, πολλοὶ τῶν τυράννων

ἐπεθύμησαν ἰδεῖν πολλῶν παρ’ αὐτοῖς ἐκπεπληγμένων

τὴν ἀρετὴν Σωκράτους νομίζοντες πρέπειν ταῖς ἐξου-

σίαις αὑτῶν καὶ ταύτην τὴν | θέαν.

καὶ 

διὰ τοῦτο ἐκάλει μὲν [ὁ] Εὐρύλοχος ὁ Λαρισαῖος, 

ἐκάλει δὲ Σκόπας ὁ Κρανώνιος, οὐχ ἤκιστα δὲ ὁ Μα-

κεδόνων ἄρχων Ἀρχέλαος, δεόμενοι, πέμποντες τοὺς

ἄξοντας, ἐπιστέλλοντες, ὑπισχνούμενοι. πῶς οὖν ὁ τοὺς

νέους ἐθίζων ὑπερορᾶν τῶν νόμων; αὐτῶν ἔδει μὲν 

τῶν ἐπιστολῶν, ἐν ἐκείναις τὸν ἄνθρωπον κάλλιστα

ἂν εἴδετε, μᾶλλον δέ, τί δεῖ γραμμάτων τοῦ πράγματος

αὐτοῦ βοῶντος; τριῶν γάρ, ὦ ἄνδρες, κατ’ ἐγέλασε τυ-

ράννων καὶ δώρων τῶν παρ’ ἐκείνων καὶ τρυφῆς καὶ

ποικίλων ἡδονῶν αἰσχυνόμενος τοὔδαφος τῶν Ἀθη- 

 

 

 



 

ναίων καὶ τοὺς νόμους καθ’ οὓς αὐτός τε ἐγένετο τῷ

πατρὶ καὶ παῖδας ἐποιήσατο νομίζων οὐκ εἶναι τῆς

αὑτοῦ φύσεως οὔτε θεραπεύειν τύραννον οὔτε εὐ

πάσχειν ὑπὸ τυράννου.

οὐ τοίνυν ὡς καλοῦντες

 διήμαρτον, ἀφίσταντο τῆς πείρας, ἀλλ’ ἀκούοντες ἀνά-

λωτον εἶναι χρήμασιν οἴκοι καθημένῳ προὔτεινον. ὁ

δ’ οὐ μετριώτερον ἡγούμενος τοῦ βαδίζειν ἐκεῖσε

ἐκεῖθεν τὸ κερδαίνειν διεώσατο καὶ δυνάμενος εὐπο-

ρεῖν τούτων μᾶλλον οἶς ἀπὸ τοῦ συκοφαντεῖν ἡ πρόσ-

 ὀδὸς ἔμεινεν ἐπὶ τῆς πενίας ἡδέως οὐδ’ ἂν Θεττα-

λίαν ὅλην, εἴ τις ἐδίδου, λαβών. 

 167. Τοῦτον οὖν ἀποκτενεῖτε καὶ διὰ τοὺς Ἀνύτου

λόγους ὑπερόψεσθε τοὺς ὅρκους; οὐ δείσετε τὴν ὀργὴν

τῶν θεῶν; οὐ πρὸς τὰ ἔργα βλέψετε τὰς βλασφημίας

 ἀφέντες 5 οὐκ ἐγκαλέσετε | τοῖς ποιηταῖς ἀντὶ τῶν

16 ἐλεγχόντων; αὐτὸς μὲν Σωκράτης οὐ δεινὸν ἡγεῖται

τὸ τεθνάναι, ταῦτα γὰρ αὐτὸν φιλοσοφία πέπει-

κεν, ὡς ἐκεῖ τῆς ἀρετῆς κομιούμενον τὰ ἆθλα, ὡς

ἕξοντα κἀκεῖ θεοὺς δεσπότας, ὡς ἐντευξόμενον αὐτόθι

20 τοῖς ποιηταῖς, ὡς ἐρησόμενον· ὑμεῖς δὲ μὴ σκοπεῖτε,

 

 



 

τί τῷδε κοῦφον, ἀλλὰ τί τοῖς νόμοις συμβαῖνον. οὐ

γὰρ κατὰ τὴν Σωκράτους ἐπιθυμίαν ὀμωμόκατε ψηφι-

εῖσθαι, κατὰ δὲ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους, ὧν οὐδεὶς

κωλύει μεμνῆσθαι ποιητῶν.

μεγάλοι μὲν οὖν

αὐτὸν ἐν Ἅιδου περιμένουσι μισθοὶ βίου σώφρονος 

καὶ κοσμίου, λαβέτω δὲ καὶ παρ’ ὑμῶν, ὦ Ἀθηναῖοι,

τοὺς ὀφειλομένους, ὅτι πένης ἄνθρωπος γυναικὶ συνοι-

κῶν, παιδία τρέφων, ἐπὶ μὲν τὸ συλλέγειν ἀργύριον

καὶ δι᾿ ὧν ἂν ὑπῆρχε τρυφᾶν οὐκ ἐτράπετο, διδάξας

δὲ τοὺς ἔνδον ἀνέχεσθαι τῆς τύχης κοινὸς ἐπίτροπος 

περιῄει τῶν πολιτῶν ζητῶν καὶ πυνθανόμενος, εἰ· τῳ

παῖς ὑπὸ μέθης ἢ κύβων ἤ τινος ἄλλου διέφθαρται

κακοῦ, καταβοῶν πατέρων ῥᾳθυμούντων, ἐπεγείρων

στρατηγοὺς καθεύδοντας, ἐνάγων εἰς φροντίδας ῥήτο-

ρας, λυπῶν λύπην τὴν λυσιτελοῦσαν. ἐώρα γὰρ καὶ 

τοὺς ἰατροὺς ταύτην ἰόντας.

τούτων ἦν μιμητὴς

περὶ τὸ βέλτιον μέρος. οἱ μὲν γὰρ τοῖς σώμασι βοη-

θοῦσιν, ὁ δὲ τὴν ψυχὴν ἐπηνώρθου. τοῖς μὲν οὖν τὸ

φαυλότερον ἰωμένοις ἔχετε χάριν, καὶ καλῶς ποιεῖτε,

τὸν δ’ ὑπὲρ τοῦ τιμιωτέρου πεπονηκότα ἀποκτενεῖτε; 

καὶ τοῦτο λήψεται μισθόν, ὅτι πάντας Ἀθηναίους

ἐβούλετο καλοὺς κἀγαθοὺς εἶναι; καὶ | ὁ μὲν 

 

 



 

πολλῶν υἱέσιν ἀμείνων ἐγένετο τῶν πατέρων, ὑμεῖς

δὲ τοὺς τούτου παῖδας εἰς ὀρφανίαν ἐμβαλεῖτε, μᾶλλον

δὲ εἰς ἀτιμίαν; ποῦ γὰρ ἔτι φανοῦνται; ποῦ φθέγξον-

ται; ποῦ παρρησιάσονται τῆς τοῦ πατρὸς συμφορᾶς

 οὐκ ἐώσης;

κλαύσατε, παιδία δυστυχῆ. κλαῦσον,

Ξανθίππη ταλαίπωρε. Σωκράτης μὲν οὐδέποτε τοῦτο

ποιήσει, θαρρεῖ γὰρ τὴν τελευτὴν καὶ τὴν ἀποδημίαν

οὐ δέδοικεν. πολὺ γὰρ τῶν ἐνταῦθα τόπων ἡδίων, ὧς

λόγος, ὁ τοῖς δικαίοις ἡτοιμασμένος. οὔκουν αἰσχρὰν

 ζητήσει σωτηρίαν οὐδὲ τὴν μελετηθεῖσαν ἀνδρίαν ἐν

τῷ δικαστηρίῳ καταλύσει νομίζων ἀμφοτέροις αἰσχρὰν

εἶναι τὴν ἱκετείαν, καὶ αὑτῷ καὶ τῇ πόλει, τῷ τὸν δο-

κοῦντα σοφὸν ὧσπέρ τινα βάρβαρον φρίττειν τὸν

θάνατον. ἀλλ’ ὑμεῖς δεήθητε τῶν δικαστῶν, ἀντιβο-

 λήσατε, δακρύσατε.

καὶ αὐτὸς δὲ οὐκ ὀκνήσω

μεθ’ ὑμῶν. ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φίλον εἰλικρινῆ, χρηστὸν

ἄνδρα, σύμβουλον ἀγαθόν, πολίτην δίκαιον, λυπηρὸν

μὲν ἐνίοις, συμφέροντα δὲ τοῖς εὐνοοῦσι σώσατε,

διατηρήσατε. στρατηγεῖν μὲν οὐκ ἂν δύναιτο, σωφρο-

 νίζειν δὲ ἐπίσταται. στόλον μὲν ἄγων οὐκ ἂν ἐκπλεύ-

σειεν, ἐκπλεῖν δὲ πολλοὺς νέους εἰς ὕβριν οὐκ ἂν

ἐῴη. μέγα μὲν ὑμῖν οἱ νόμοι καὶ ἡ τῶν δικαζόντων

ψῆφος, μικρὸν δὲ οὐδὲ Σωκράτης τηρῶν πλημμελοῦν-

 

 



 

τὰς, μεμφόμενος ἀδικοῦσι, συνεχῆ τινα ταύτην, ὅπερ

ἔφην, λειτουργῶν ἤδη λειτουργίαν τῇ πόλει.

πό-

σους | οἴεσθε διὰ τοῦτον ἀμελήσαντας ἂν υἱέων R III 62

ἐπιμεμελῆσθαι; πόσους πολεμήσαντας ἂν ἀδελφοῖς οὐ

τολμῆσαι; πόσους κακώσαντας <ἂν> γονεῖς τεθεραπευ- 

κεναὶ; πρὸ γὰρ τῶν δικαστηρίων ἐφοβοῦντο τὰς ἐπι-

τιμήσεις Σωκράτους εἰδότες ὅτι κατήγορον μὲν ἔνι ἐκ-

πρίασθαι, λογιστὴν δὲ τοιοῦτον καὶ τῶν δικαίων φύ-

λακα τῶν ἀμηχάνων διαφυγεῖν ἢ πεῖσαι σιγᾶν. διὰ

τοῦτ’ οὖν ἀποθανεῖται καὶ δώσει δίκην, ὅτι βελτίους 

ἐν οἶς ἔδακνε καθίστη;

καὶ τῶν μὲν παρ’ ἐκείνου

λόγων ἀπαλλαγῆναι ζητεῖτε, τὸν δὲ ἐπὶ τούτοις ἐσό-

μενον οὐ δεδοίκατε λόγον, ὅτι Ἀθηναῖοι βουλόμενοι

περὶ πάντα μᾶλλον ἢ τὰς ψυχὰς ἐσπουδακέναι καὶ

πλουτεῖν μετ’ ἀφροσύνης πολίτην τινὰ αὑτῶν ταῦτα 

οὐκ ἐπιτρέποντα, ἀλλ’ αἰσχυνόμενον καὶ λυπούμενον

καὶ προσιόντα καὶ νουθετοῦντα <καὶ> κοινόν τινα

πάντων ἐπιμελητὴν περινοστοῦντα, καθάπερ τινὰ πολέ-

μιον τῶν πολλάκις δῃωσάντων τὴν χώραν, ἀπέκτειναν

οὐ βίον, οὐ λόγους, οὐ πράξεις, οὐκ αὐτὸ τὸ γῆρας 

αἰδεσθέντες; μικρὰν οἴεσθε ταῦτ’ εἶναι βλάβην; ἢ

 

 

 



 

δόξειν ποτὲ τὴν τοιαύτην <πόλιν> πρὸς ἑτέρους ἔσε-

σθαι μετρίαν, ὅταν τοὺς παρ’ αὑτῇ βελτίστους ὠμῶς

μεταχειρίζηται;

νῦν μέν τις ζῶντα βλέπων ἴσως

ἐπιθυμεῖ τεθνεῶτα ἰδεῖν, ἀποθανόντος δὲ καὶ λωφή-

 σαντος τοῦ θυμοῦ καὶ λογισμῷ τοῦ πράγματος ὁρω-

μένου πολλὰ στενάξειν οἶμαι πάντας καὶ μέμψεσθαι

καὶ κατηγόροις καὶ ψήφῳ καὶ πᾶσι καὶ σφίσιν αὐτοῖς,

ὅταν ἡ φωνὴ Σωκράτους, ὅταν αἱ διατριβαὶ τὴν μνή-

μην εἰσίωσιν, ὅταν οἱ συνήθεις ἐκείνῳ πενθῶσιν,

 | ὅταν οἱ φίλοι κλάωσιν, ὅταν οἶ ξένοι καταπλέωσι

11 μὲν ὧς συνεσόμενοι τἀνδρί, τεθνεῶτα δὲ εὑρόντες

ζητῶσι τὸν τάφον, ὅταν ἕτερος πρὸς ἕτερον λέγῃ δει-

κνὺς ἅμα τὸν τόπον· ἐνταῦθα περὶ σωφροσύνης

ἐποιήσατό ποτε λόγους, ἐνταῦθα περὶ ἀν-

 δρίας, ἐνταῦθα περὶ δικαιοσύνης. Πρόδικον ἐν-

ταῦθα λέγων ἐνίκα, Πρωταγόραν ἐκεῖ, τὸν

Ἠλεῖον ἄλλοθι, τὸν Λεοντῖνον ἑτέρωθι.

τίς

οἴσει τὴν μνήμην ἀδακρυτὶ τῶν τροπαίων τούτων;

 

 



 

πῶς ἀλλήλους ὀψόμεθα μετὰ τὸ κώνειον; πολλά, ὦ

Ἀθηναῖοι, πολλὰ παρόντα μὲν δυσχεραίνεται, πεπαυ-

μένα δὲ ποθεῖται. μὴ δὴ ποιήσητε τοὺς ἐν ταῖς παλαί-

στραις λόγους ὑπὲρ χρημάτων τοῖς συνοῦσιν εἶναι

μηδ’ ἐπικίνδυνον ἀποφήνητε τῆς σοφίας τὴν κτῆσιν 

ἐν τῇ λήξει τῆς Ἀθηνᾶς μηδ’ ἀναμείνητε θέαμα δεινὸν

καὶ τῆς πόλεως ἀλλότριον, ἐκφερόμενον μὲν ἀπὸ τοῦ

δεσμωτηρίου Σωκράτην, ἔρημον δὲ τὸ ἄστυ τῆς ἐκεί-

νου φωνῆς, ὧσπέρ τινος ἀηδόνος, τοὺς δ’ ἑταίρους ἐν

μὲν τῷ θάπτειν σιγῇ καταρωμένους ὑμῖν, ἔπειτα δὲ 

φεύγοντας ἄλλον ἄλλοσε, τοὺς μὲν εἰς Μέγαρα, τοὺς

δὲ εἰς Κόρινθον, τοὺς δὲ εἰς Ἦλιν, τοὺς δὲ εἰς Εὔ-

βοιαν, μεταφέροντας ἑτέρωσε τὸ τῆς Ἀττικῆς ἄνθος.

λέγοντας παρ’ οὓς ἴοιεν· δέχεσθε τοὺς Ἀθήνηθεν,

ὦ ἄνδρες, φυγάδας, οὐ προδότας οὐδ’ ἀστρα- 

τεύτους οὐδὲ τὴν ὥραν ἀποδομένους οὐδ’ ὧν

ἐν τοῖς νόμοις αἰ τιμωρίαι τετολμηκότας οὐδέν,

ἀλλ’ ἐγκαλουμένους ἔρωτα λόγων καὶ παιδείας.

ταῦτα πέπεικε Λύκων, ταῦτ’ εἰσηγήσατο Μέλη-

 

 

 



 

 τος, ἐπὶ τούτοις Ἄνυτος ἐδίωκεν. εἴδομεν |

Σωκράτην κρινόμενον, εἴδομεν κατεγνωσμένον,

εἴδομεν δεδεμένον, εἴδομεν ἀποθνήσκοντα. ταῦ-

τα παρῄνεσε φεύγειν, ταῦτα ζητῆσαι καταφυγήν.

οὐκοῦν καὶ ἀσμένως δέξονται καὶ παραμυθήσονται

καὶ δώσουσι θαρρεῖν. οἱ δὲ ἱδρυθέντες ὧς ἑκάστῳ συμ-

βαίνει καὶ μεταδιδόντες ὧν ἔχουσι πρῶτον μὲν πολλὰς

πόλεις σεμνοτέρας τῶν Ἀθηνῶν ἀποδείξουσι κατά γε τὴν

σοφίαν, ἔπειτα τοῖς λόγοις ἀμυνοῦνται τοὺς αὐτόχειρας

 Σωκράτους, οὐ τοὺς κατηγορηκότας, ὦ Ἀθηναῖοι,

τουτουσὶ μόνους, ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς καὶ τὴν ἄλλην πόλιν

ὡς τῶν ἐπιτρεψάντων ἐν τῷ μὴ κωλύσαι δεδρακότων.

οὐκοῦν ἀνεξάλειπτον πρόσεισι τοὔνειδος καὶ χρόνος

οὐδεὶς στήσει τὴν φήμην. ὅταν γὰρ οἱ τῷ λέγειν δια-

 φέροντες εἰς γραφὴν ἐγκατάθωνται πράξεις ἢ χείρους ἢ

βελτίους, ἀνάγκη ταύτας ἐστὶν ἀθανάτους μένειν.

οὐχ

ὁρᾶτε τὸν Μίνω δεινά πάσχοντα ἐπὶ τῆς σκηνῆς καὶ

τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διὰ τοῦ τῆς Πασιφάης ἔρωτος ἐν

αἰσχύνῃ γεγενημένην; ταῦτα μέντοι πολλοὺς <ἂν> ἀν-

 

 



 

θρώπους ἔλαθεν, εἰ μὴ πανταχοῦ τὸν λόγον αἱ τρα-

γῳδίαι διέσπειραν. νῦν δ’ ἀνθ’ ὧν τῇ πόλει χαλεπῶς

προσενήνεκτο δύναμιν ἔχων ἐν τῇ θαλάττῃ διὰ τῶν

ποιητῶν καὶ τελευτήσας κολάζεται. μὴ τοίνυν πολλὰς

γλώττας ἐφ’ ὑμᾶς αὐτοὺς κινήσητε μηδὲ τοὺς τὸ 

πρᾶγμα ἐλαύνοντας ἐχθροὺς τῇ πόλει ποιήσητε.

Καὶ τί δεῖ τοῖς ἐσομένοις συγγράμμασι πεί-

θειν μὴ βουλεύεσθαι κακῶς; τὸν Πύθιον, ὦ Ἀθη-

ναῖοι, δείσατε. τὸν χρησμὸν αἰδέσθητε, τὴν ἀπὸ Δελ-

φῶν μαρτυρίαν, καὶ μὴ | τὸν τοῖς ἐκ τοῦ τρίπο- 

δὸς κεκοσμημένον ἀπολέσητε ψήφοις μηδὲ μιμήσησθε 

τὸν θρασὺν ἐκεῖνον Ἴδαν, ὃς ἔλαβε τόξον, ὥς φασιν,

ἐπὶ τὸν θεόν. πόλεμός ἐστι καὶ τοῦτο πρὸς τὸν Ἀπόλλω,

πόλεμος ἐξ Ἀττικοῦ δικαστηρίου πρὸς τὰ μέσα τῆς

γῆς. ἐκεῖθεν μὲν ὁ θεὸς κηρύττει· σοφώτατος ἀν- 

δρῶν Σωκράτης, ἐντεῦθεν δὲ ἀποκτανθήτω Σω-

κράτης βοᾶτε.

πῶς οὖν πέμψετε θεωροὺς εἰς

 

 



 

τὰ Πύθια; πῶς θύσετε πορευθέντες; πῶς εὔξεσθε;

πῶς, ἤν τι δέῃ, χρήσεσθε τῷ τρίποδι πολλὴν φλυαρίαν

τῶν λογίων κατεγνωκότες; καίτοι τίνες ἂν ὑμῶν δι-

καιότερον ἂν συμπράττοιεν εἰς δόξαν τῷ μαντείῳ; δι’

 οὗ τὰς ἀποικίας ἐπέμψατε, δι’ οὗ Μήδους ἀπωλέσατε,

δι’ οὗ κακῶν ἑτέρων εὕρασθε λύσεις, δι’ οὗ τὴν προ-

ηροσίαν ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων θύετε.

φέρε, εἴ του

πιέζοντος, ὅ μὴ γένοιτο, <ἥκοιτε> ζητοῦντες παρὰ τοῦ

θεοῦ, καθάπερ ἔμπροσθεν, λύσιν, ὁ δ’ ὑμᾶς, ὥσπερ

 τὸν Ἀρχιλόχου φονέα, διαρρήδην ἐξελαύνοι τοῦ νεὼ

 | Μουσῶν ὑμᾶς ἀπεκτονέναι καὶ αὐτοῦ θεράποντα

ὑπειπών, καλήν γ’ ἂν εἴημεν δόξαν ἐν τοῖς Ἕλλησιν

ἐσχηκότες. καὶ τούτῳ μὲν ἦν εἰς τὸν τοῦ πολέμου

νόμον ἀναχώρησις, ὑμᾶς δὲ τί τῶν ἀπάντων παραι-

 τήσεται;

τοὺς αὑτοῦ ποθ’ ἱερεῖς οὗτος αὐτὸς ὁ

 

 

 

 



 

θεὸς ὑπὲρ Αἰσώπου χαλεπαίνων περιέβαλε κακοῖς. καί-

τοι τίς ἂν μὴ φιλονεικῶν ἀπεικάσειεν Αἴσωπον τὸν

Φρύγα Σωκράτει τῷ ὑμετέρῳ; πῶς οὖν δεῖ νομίζειν

πρᾴως οἴσειν τὸν τοῦδε θάνατον, ᾧ δεινὸν ἔδοξεν

ἐκεῖνος ὁ πρότερος; καλήν γε δόξαν ἐν τοῖς Ἕλλησιν 

ἕξομεν ἄνευ τοῦ τι πείσεσθαι καὶ ζημίας. καὶ γὰρ εἰ

ψήφοις ἀποθανεῖται καὶ δικαστηρίου ἔσται σχῆμα,

μείζων αἰτία τὸ μηδ’ ὀργῇ προσθεῖναι τὸ κακὸν ἐξεἱ-

’ναι. τὸ δὲ καὶ τὴν πρύμναν ἐστέφθαι τοῦ πλοίου τοῦ

τὸν χορὸν εἰς τὴν Δῆλον ἄγοντος οὐ φαίνεται δηλοῦν 

ὧς ἐμποδὼν ὁ θεὸς ἵσταται τῇ τελευτῇ καὶ τὴν σώ-

ζουσαν φέρει;

μέλει τοῖς κρείττοσιν, d) Ἀθηναῖοι,

μέλει τῶν φιλομούσων. σημεῖον δέ, Λειβήθριοι μετὰ

 

 



 

τὸν Ὀρφέως φόνον δι’ ἀμουσίας ἔδοσαν δίκην καὶ

κατέχεται τὸ χωρίον ἀπαιδευσίᾳ συχνῇ. καίτοι τοῦτο

ποίας οὐ νόσου δεινότερον, τίνων οὐκ αὐχμῶν βλα-

βερώτερον καὶ τετυφλῶσθαι τὴν διάνοιαν καὶ ζῆν ἐν

 ἀγνοίᾳ τῶν καλῶν καὶ μηδὲν διαφέρειν | βοσκη-

 μάτων; ἀλλ’ ὑμεῖς μὴ ἁμάρτοιτε τοιοῦτον μηδὲν μηδὲ

πάθοιτε. 

 Κρίτων, ἡλικιῶτα Σωκράτους καὶ δημότα,

λέγε πρὸς τούτους ἃ σύνοισθα τῷ φίλῳ. ποῦ τοῦ Σα-

10 λαμινίου Λέοντος οἱ παῖδες, ἐφ’ ὅν ὑπὸ τῶν τριά-

κοντα πεμπόμενος οὗτος ἀπῆλθεν οἴκαδε; φανεῖται

μεμνημένος δημότης τῆς προαιρέσεως; καὶ τῶν ἀμφὶ

Θράσυλλον καὶ Περικλέα τοὺς οἰκείους καλῶ τῶν, τὸ

Σωκράτους μέρος, οὐκ ἀπολωλότων ἀκρίτων. 

 183. Παῦσαι θορυβῶν, Ἄνυτε. δεῖσον τὸ μέλλον.

μὴ νίκην νίκα Καδμείαν. ὅρα μὴ τήμερον ἡσθεὶς ὕστε-

 

 

 



 

ρον ὀδύρῃ σαυτόν. εἶλε καὶ Καλλίξενος τοὺς στρατη-

γούς, ἀλλ’ ὅμως ἑλὼν ἀπώλλυτο. φύλαξαι δὴ τὸ παρά-

δειγμα καὶ λῆξον λοιδορῶν. λύει τὰς βλασφημίας Φαί-

δων μετὰ τὸν χείρω βίον φιλοσοφῶν. οὕτως εἴωθε

Σωκράτης διαφθείρειν τοὺς νέους. 

 

 



 

 Apologiae Socratis succedere iussi alteram de illo decla-

mationem, quae in uno codice — Barberinum dico — ei ante-

cedit, sed paucissimis libris servata in editionibus Morelliana

et Reiskiana desideratur.