LXIV. 

 ΠΡΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΝ ΥΠΕΡ ΤΩΝ

ΟΡΧΗΣΤΩΝ. 

 οἶδα μὲν ὅτι καὶ τῶν φίλων τοῖς σεμνο-

τέροις καὶ πᾶσιν ὅσοι πρὸς ἡμᾶς οὐχ ἡδέως ἔχουσι

5 τοῖς μὲν εὐθυμεῖσθαι, τοῖς δὲ αἰσχύνεσθαι δώσομεν,

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 

εἰ πράγματι χείρω δόξαν οὐκ οἶδ’ ὅπως λαβόντι συν-

αγορεύειν ὑποσταίημεν· ἀλλ’ εἰ μὲν μὴ πολλά πολλά-

κις ἐν τῷ βίῳ καὶ . τῶν ἀμεινόνων καὶ τῶν οὐ τοι-

ούτων τῆς οὐ προσηκούσης τυχόντα φήμης τά μὲν

ἐνομίσθη φαῦλα τῆς κρείττονος ὄντα μερίδος, τά δὲ 

καταφρονούμενα ἂν δικαίως πρὸς τὸ τιμᾶσθαι μετέστη,

καλῶς ἂν εἶχεν ἐπιτιμᾶν τοῖς ᾑρημένοις ἀμύνειν ὧν

κατηγορεῖν ἔδει· ἐπεὶ δὲ οὐ πανταχοῦ τὴν ὀρθὴν κρί-

σιν ὁρῶμεν νενικηκυῖαν, οὐδὲν δεινὸν λόγῳ βοηθεῖν

τοῖς οὐκ ἐν δίκῃ ψεγομένοις.

αὐτοῖς | μὲν 

οὖν τούτοις καὶ μάλιστα ἂν προσήκοι βοηθεῖν ὥσπερ 

τῶν κρινομένων τοῖς συκοφαντουμένοις, ὁ δὲ διότι

φαῦλον ἐνομίσθη φεύγων τὸ συνειπεῖν τὴν ἀνάγκην

τοῦ λέγειν αἴτιον ποιεῖται τῆς σιωπῆς. τὰ μὲν γὰρ

θαυμαζόμενα τῶν ἔργων οὐδὲν ἂν δέοιτο συμμάχων 

εὐτυχοῦντα κατά τὴν δόξαν, τοῖς δὲ ἐναντίοις ἐπι-

κουρεῖν ἀνάγκη καθάπερ τῶν γνωρίμων τοῖς πενεστέ-

 

 



 

ροις. εἰ δὲ ὧν προσήκει τὴν ἀδοξίαν ἀνελεῖν, τούτοις

ὀκνήσομεν συνειπεῖν, ἐπειδὴ κατηγόρηται, τὸ συνηγο-

ρεῖν ἀναιρήσομεν ὅλως τῶν μὲν εὐδοκιμούντων οὐ δε-

ομένων βοηθείας, τῶν δὲ ἐν χρείᾳ ταύτης ἀποστερου-

 μένων φόβῳ τοῦ δοκεῖν τοῖς οὐ καλοῖς βοηθεῖν.

τῶν

μὲν οὖν ἐχθρῶς ἡμῖν ἐχόντων οὐ πολὺς λόγος, καὶ

γὰρ εἰ μὴ ταύτην εἶχον τὴν πρόφασιν, ἑτέρας ἂν

ηὐπόρουν, ὧς οὐδέν γε ἑ ῥᾷον τοῦ κακῶς ἀγορεύειν,

ἐάν τις ὀλιγωρῇ τοῦ δοκεῖν εἶναι κακός· τῶν δ’ ἐπι-

 τηδείων ἡμῖν τοῖς τεταραγμένοις ἐκεῖνο λέγω· μικρὸν

χρόνον ἀποστήσαντες ὑμᾶς αὐτοὺς ἧς νῦν ἔχετε δόξης

περὶ τῶν ὀρχουμένων καὶ δεξάμενοι μεθ’ ἡσυχίας τὸν

λόγον, ἂν μέν τι φαίνωμαι λέγων καὶ περιγένωνται

τῶν κατηγοριῶν οἱ λογισμοί, παύσασθε πονηρὸν νομί-

 ζοντες ὃ μὴ τοιοῦτόν ἐστιν· ἂν δὲ μηδὲν τῶν νῦν

 δοκούντων | ὁ λόγος μεταστῆσαι δυνηθῇ, μένη

δὲ ἐν ταῖς ψυχαῖς καὶ μετὰ τὴν ἀκρόασιν ἡ πρὸ τῶν

λόγων ψῆφος, τότ’ ἤδη με φάσκειν οὐ καλῶς βεβου-

λεῦσθαι δόντα τοῖς αἰσχίστοις ἐμαυτὸν συνήγορον. 

 

 



 

 4. μὲν μὲν οὑν ἐμὸν εἰς Ἀριστείδην ἔρωτα καὶ ὡς

αἱρέσεως μοι δοθείσης ἢ νικῆσαι πλούτῳ τὸν Μίδαν

ἢ καὶ κατὰ μικρὸν ἐγγὺς ἐλθεῖν τῆς τοῦδε τέχνης

εὐθὺς ἂν ἐγενόμην τοῦ δευτέρου, παντί που δῆλον.

οὐ γὰρ ἐξ ὧν ἀκηκόασί μου φάσκοντος ἐρᾶν, ὃ κἂν 

ψεῦδος ἣν ἴσως, τοῦτο συνίσασιν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πολλῷ

μείζονος εἰς πίστιν, ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν ἐπίστανται,

πόσον τι τὸ φίλτρον τοῦ ῥήτορος ἐν ἐμοί· τὸ γάρ,

ἡνίκα ἂν ποιῶ λόγους, τῶν ἰχνῶν ἔχεσθαι τῶν Ἀρι-

στείδου καὶ πειρᾶσθαι τοὺς ἐμοὺς ἀφομοιοῦν εἰς ὅσον 

οἷόν τε τοῖς ἐκείνου καὶ κέρδος ποιεῖσθαι τοῦ βίου

τό τινα τῶν καθημένων εἰπεῖν ὡς ἐοίκαμεν, σημεῖον,

οἶμαι, παμμέγεθες τοῦ τῶν ἄκρων ἡγεῖσθαι τὸν ῥήτορα.

ἔστι δὲ καὶ τοῦτ’ αὐτὸ τιμῶντος τὸν Ἀριστείδην τὸ

τοῖς ὑπ’ ἐκείνου ῥηθεῖσιν ἀντιλέγειν, εἴπερ τὸ τοῖς 

ὑπ’ ἐκείνου τεθεῖσι νόμοις ἀκολουθεῖν ἔχει τινὰ τῷ

θέντι τιμήν ὁ γὰρ δὴ μάλιστα τοῖς ὑπὸ τῶν προ-

τέρων γεγραμμένοις ἐναντία διεξελθὼν καὶ ταύτῃ πλέον

ἢ τοῖς ἄλλοις εὐδοκιμηκὼς καὶ μὴ τὸν χρόνον ἀξιῶν

 

 



 

πλέον φέρεσθαι τῆς ἀληθείας οὗτός ἐστιν. ὥσθ’ ὁ μέν

ἀντιλέγειν τοῖς τοῦδε κατοκνῶν ἐπιλαμβάνεται τῆς

γνώμης καθ’ ἢν ἠξίου τοῖς προτέροις ἀντιλέγειν |

 ἐκεῖνος, ὁ δὲ τοῦτο πρὸς Ἀριστείδην ποιῶν ὃ παρά

 τοῦδε πρὸς τοὺς ἔμπροσθεν γεγένηται, τῷ τοῖς παρα-

δείγμασιν ἀκολουθεῖν ἔπαινον τῶν ἔργων τῶν ἐκείνου

παρέχεται τὸν ζῆλον. 

 6. Εἰ μὲν οὖν πείθων Λακεδαιμονίους τοὺς ὀρχη-

στὰς ἐλαύνειν τούτους δὴ τοὺς νῦν ἐν τῇ τῶν νόμων

 ἀναγνώσει τὸν λόγον ἵστη λέγων ὧς οὐ δέχεται ταῦτα

ὁ Λυκοῦργος οὐδ’ ἔστιν ἐν οἷς ἐκεῖνος ἔγραψεν οὐδὲ

πάτριον αὐτοῖς οὐδὲ ἔννομον, ἴσως μὲν καὶ τότ’ ἂν

εἶχον ἀντιθεῖναι λόγον· τί φής; μεταπεπτωκότων

τῶν καιρῶν καὶ τοσαύτης ἐπὶ πάντα καινό-

 τητος ἐλθούσης καὶ τῶν ἐθῶν τῶν μὲν ἐκκε-

χωρηκότων, τῶν δὲ ἀντεισηγμένων καὶ τῆς

Σπάρτης ἀντὶ τοῦ κὰτ ἄμφω τῶν Ἑλλήνων

ἄρχειν μετὰ τῶν ἄλλων ὑπακουούσης οἷς βέλ-

τιον τῶν παλαιῶν αὐτός τε μέμνησαι συλλαβῶν

 

 

 

 



 

καὶ τοὺς ὑποτελεῖς φόρου κελεύεις ἐν οἷς ἡνίκα

ἐκράτουν | ἔζων, ταῦτα μελετᾶν ἐν ᾧ τὴν 

τοῦ κρατεῖσθαι μετειλήφασι τάξιν;

<καὶ> μυρία

ἂν ἦν λέγειν πειρωμένῳ δεικνύειν ὡς οὐ καιρὸς ἔχεσθαι

τοῦ Λυκούργου. πῶς γὰρ οὐκ ἄτοπον ἀσπίδος μὲν οὐκ 

οὔσης Λακεδαιμονίοις μήτ’ ἀγανακτεῖν μήτ᾿ ἐπιτιμᾶν, εἰ

δέ τι τῶν παρόντων ἀπολαύουσι καιρῶν, ἐπεισάγειν τῇ

τέρψει τὸν Λυκοῦργον;

οὐ μὴν ἀλλ’ εἰ μέν, ὅπερ

ἔφην, τοῖς νόμοις ἐκεῖνος ἰσχυρίζετο μόνοις κατὰ τῶν

ὀρχουμένων, ἤνεγκα ἂν οὔπω τοῦτο νομίζων κατη- 

γορίαν τοῦ πράγματος. πολλὰ γάρ τῶν διαφανῶς

πὰρ ἄλλοις τιμωμένων ἐκβέβληται τῆς Σπάρτης

ὑπὸ τῶν νόμων, οἷον αἶ τῶν ξένων ὑποδοχαὶ

πανταχοῦ καλόν, ἀλλ’ οὐκ ἐκείνοις. τείχει πιστεύειν

 

 



 

ἀσφαλές, τοῖς δ’ εἶναι γυμνοῖς ἔννομον. αἱ δὲ] περι-

ουσίαι πολλὰς ηὔξησαν πόλεις καὶ πολλὴ σπουδὴ περὶ

τὸ πλουτεῖν Ἕλλησιν ὁμοῦ καὶ βαρβάροις, Λακεδαι-

 μονιοὺς δὲ | ἐπεπείκεσαν οἱ νόμοι τὴν πενίαν

 ἰσχυροτέραν εἶναι τῶν χρημάτων.

μετά τούτων

ἡγουμένῳ καὶ τοὺς ὀρχηστάς κωλύεσθαι τῆς Σπάρτης

ἐπιβαίνειν οὐκ ἂν εἶχον χαλεπῶς· ἐπεὶ δὲ ὅλως τὸ

πρᾶγμα κακίζει καὶ νόσον ὀνομάζει καὶ φθοράν τῶν

θεωμένων καὶ προστίθησι τῇ βλασφημίᾳ Σύρους, ἔδοξέ

 μοι προδοσία τις εἶναι Σύρον ὄντα καὶ αὐτὸν καὶ

λέγειν ἴσως δυνάμενον σιγῆσαι καὶ μὴ τοῖς ὑπέρ τοῦ

πράγματος λόγοις ἐξελέσθαι καὶ τὸ πᾶν ἔθνος αἰτίας. 

 10. Ὅθεν δὲ τὸ πᾶσι παραινεῖν ἀφεὶς Σπαρτιάταις

διείλεκται μόνοις, ἴσως οὐ χεῖρον ἐξετάσαι. δοκεῖ

 τοίνυν μοι τοῖς κατὰ τοῦ πράγματος λόγοις οὐχ ὁρῶν

ἐνοῦσαν ἀφθονίαν ἐπὶ τὴν Σπάρτην καταφεύγειν καὶ

τὰ πάτρια τῆς Λακεδαίμονος, ἵνα τὴν ἐκείνων σπάνιν

τοῖς τῶν ἀκουόντων ἐπαίνοις ἀποκρύψῃ καὶ τὸν λόγον

ἀπὸ τῆς ἐκεῖ στενοχωρίας εἰς πεδίον ἐξαγάγῃ Βρασίδας

 

 

 

 



 

καὶ Λεωνίδας καὶ Λυκούργους καὶ Ἡρακλέας καὶ Διοσ-

κούρους ἄνω καὶ κάτω στρέφων, ἐπεὶ καὶ τὸ τοὺς

μίμους συνάψαι τοῖς ὀρχησταῖς οὐ μάλα θαρροῦντός

ἐστι τῷ κατά τῶν ὀρχηστῶν λόγῳ. τί γὰρ ἔδει τοὺς

κεχωρισμένους τοῖς πράγμασιν εἰς μίαν ἄγειν ὑπό- 

θέσιν ἐξὸν χωρὶς ἑκατέρῳ προσελθόντα χρήσασθαι

πρὸς ἐπίδειξιν τῇ τομῆ;

ἀλλ᾿, οἶμαι, τὸ τοῦ

βελτίονος σχήματος ἤλπισε χεῖρον ἀποφανεῖν ἀπὸ τῶν

μετιόντων ὃ χεῖρον εἶναι δοκεῖ καὶ τὴν τῶν μίμων

δόξαν ἕλξειν ἐπὶ τὴν ὄρχησιν. | ἐγὼ δὲ εἰ μέν τι 

καὶ τὸ τούτων μέρος ἐπανορθοῖ τὸν βίον, ἐν ὑστέρῳ 

ζητεῖν οἰήσομαι δεῖν· ὅτι δὲ οὐκ ἔλαθέ με τεχνάζων

Ἀριστείδης ἐν τῇ μίξει τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦτ

ἐβουλήθην ἐνδείξασθαι καὶ ἅμα παραινέσαι τοῖς ἀκού-

ουσι τῶν ἐκείνου φυλάττεσθαι τὰς ἐπιβουλάς. 

 12. Καὶ πρῶτόν γε ἐκεῖνο θαυμάζειν ἄξιον, εἰ

ταῖς ἄλλαις τέχναις μαρτύριον ἀρετῆς συγχωροῦν-

τες εἶναι τὸν χρόνον τὴν ὄρχησιν αὐτῷ τούτῳ κο-

σμουμένην οὐκ ἀνεξόμεθα. ὡς μὲν οὖν συνεισῆλθε

 

 

 

 

 



 

τῷδε τῷ παντὶ καὶ ὧς ἐξ ὅσουπερ οὐρανός, ἐκ τόσου

καὶ τοῦτο καὶ ὡς ἡ τῶν ἀστέρων πορεία φυλάττουσα

δρόμον ἁρμονίᾳ τινὶ καὶ νόμῳ θείῳ χωροῦντα πάλαι

παρὰ τῶν σοφωτάτων ὄρχησις προσείρηται, ταῦτα μὲν

 αὐτοῖς ἀφίημι τοῖς τὰ μετέωρα φροντισταῖς· | ἀλλ’

 ἐκεῖνό γε τίς οὐκ οἶδε τῶν καὶ ὁπωσοῦν εἰς Ἕλληνας

τελούντων, ὅτι φησὶν Ἡσίοδος τἀς Μούσας ἐν Ἑλι-

κῶνι τὰ ᾄσματα πλαττούσας οὐκ ἀμελεῖν ὀρχήσεως;

καί τε πε.ρὶ κρήνην ἰοειδέα πόσσ’ ἁπαλοῖσιν

 ὀρχεῦνται τιμῶσαι διά τῆς ὀρχήσεως, οἶμαι, τὴν κρή-

νην ἢν ἠξίωσαν αὑταῖς εἶναι λουτρόν.

ὁ δ’ αὖ

τοῦ Διονύσου χορὸς οὐδ’ ἄλλοθέν μοι δοκεῖ τέρπειν

 

 



 

τὸν θεὸν ἢ διὰ τῶν ὀρχημάτων, καὶ τὸ τῶν Σατύρων

ἔργον τοῦτο καὶ τὸ τῶν Πανῶν οὐχ ἕτερον ἀλλὰ

σύριγγι χρήσασθαι καὶ ὀρχήσασθαι. τὰς Βάκχας δὲ

κἂν ἐγὼ σιωπήσω, προσθήσετε. τοσαύτη δὲ ἄρα κοι-

νωνία λόγων τε καὶ ὀρχήσεως, ὥστ’ ἐποίει μὲν ὁ 

Πίνδαρος, ὠρχεῖτο δὲ ὁ Πάν τὸ ᾆσμα, καὶ τὸν

αὐτὸν εὕροιμεν ἂν λόγων τε προστάτην καὶ τεχνίτην

ὀρχήσεως.

ἆρ’ οὑν ἢ ταῖς Μούσαις ἂν ἐπῆλθεν

ὀρχεῖσθαι περὶ τὴν κρήνην, εἰ τῶν αἰσχρῶν ἔν τι

τοῦτο ἣν, ἢ τὸν αὐτοῦ θίασον ὁ Διόνυσος κατὰ νοῦν 

αὐτῷ ζῆν ἡγεῖτο ζῶντα ἐν ὀρχήσει ἢ τὴν ὄρχησιν

ναυτικὴν κατεδέχετο, εἰ πονηρόν τι ἐνεώρα; τὸν Δία

δὲ ἡμῖν μέλλοντα τά αὐτὰ πείσεσθαι τοῖς ἀδελφοῖς

οὐχ αὕτη τῶν χειρῶν ἐξήρπασε τοῦ πατρός, ὅτε δὴ περὶ

αὐτὸν οἱ Κορύβαντες ὀρχούμενοι τὴν αἴσθησιν ἀφῃ- 

 

 

 



 

ροῦντο τὸν Κρόνον;

Ὅμηρος δέ τήν τε Ἀχιλλέως

ἀσπίδα φησὶν ὑπὸ ὀρχουμένων κοσμεῖσθαι καὶ πάλιν

καταλέξας ὕπνον καὶ φιλότητα καὶ μολπὴν καὶ ὀρχηθμὸν

ἀμύμονα τὸν ὀρχηθμὸν ὠνόμασεν, ὂν σὺ βιάζῃ ποιῆσαι

 τῶν αἰσχρῶν. τούς δὲ Φαίακας ὁρῶμεν παρ’ αὐτῷ

καὶ ὀρχηστὰς καὶ φιλοξένους. καίτοι εἰ τὸ μὲν φιλαν-

θρώπως ἔχειν τοῖς ξένοις τοὺς θεούς ἐστιν αἰδου-

μένων, τὸ δ’ ἀρέσκειν πειρᾶσθαι τοῖς θεοῖς δικαιο-

 συνῆν | ἠσκηκότων, οὐκ ἔστι δὲ ὁμοῦ καὶ δικαίους

 εἶναι καὶ διεφθάρθαι τοὺς τρόπους, οὐ πάντως οἷς

ὀρχήσεως μέλει κακῶς διάκεινται τοὺς τρόπους, ἀλλ’

ἔστιν ὁμοῦ καὶ βελτίστους εἶναι κἀκεῖνο μὴ φεύγειν. 

 16. Ἀλλ’, εἰ δοκεῖ, τοὺς μύθους ἀφέντες καὶ τοὺς

ποιητὰς ἐπὶ τὰς εὐνομεῖσθαι δοξάσας Γῶν πόλεων

 ἔλθωμεν. οὐκοῦν ὁμολογεῖται Κρῆτάς τε νόμοις ὅτι

καλλίστοις κεχρῆσθαι καὶ Λακεδαιμονίους εἴτε παρ’

ἐκείνων λαβόντας εἴτε καὶ ἐκ Δελφῶν παρά τοῦ Πυθίου,

καθάπερ Κρῆτες παρὰ τοῦ Δῖός διὰ τοῦ Μίνωος.

 

 



 

μᾶλλον δέ, εἴτε ὄντως θεοὶ τοὺς νόμους καὶ τούτοις

κἀκείνοις ἔδωκαν εἴθ' ἡ τῶν νόμων ἀρετὴ τὴν τῶν

θεῶν ἐπεσπάσατο φήμην, καθ’ ἑκάτερον δεῖ κεκρίσθαι

τοὺς νόμους ἀρίστους εἶναι.

φαίνεται τοίνυν παρ’

ἀμφοῖν ἐν πολλῇ τῇ σπουδῇ τὸ ὀρχεῖσθαι καὶ οὐχ 

ὅσον μὴ κεκωλῦσθαι δεδομένον τοῖς βουλομένοις, ἀλλὰ

καὶ ὑπ’ ἀνάγκης τῆς ἐκ τοῦ νόμου γιγνόμενον, ὥστ’

ἴσον ἣν τῷ τὴν τάξιν λιπεῖν τὸ τὴν ὄρχησιν ἐκλιπεῖν.

τὸ δὲ μέγιστον, ἐν Λακεδαίμονι γὰρ αἰ μὲν ἄλλαι

πράξεις ταῖς ἡλικίαις διῄρηντο, τὸ δὲ ὀρχεῖσθαι διὰ 

πάντων ἤρχετο καὶ τοῦτο περιειλήφει γέροντάς τε ὁμοῦ

καὶ παῖδας καὶ τοὺς ἐν μέσῳ.

ὁ δὲ δὴ πόλεων

ὅλων ἀξιώτερος εἰς μαρτυρίαν Σωκράτης ὁ σοφώτατος

ἀνδρῶν ἀπάντων τῇ ψήφῳ τοῦ θεοῦ καὶ οὗτος μέρος

ἡγεῖτο τῶν προσηκόντων αὑτῷ τὴν ὄρχησιν καὶ νῦν 

μὲν διελέγετο, νῦν δὲ ἐκεῖνο ποιῶν ἐφαίνετο. εἶτα]

ἆρ’ οὖν πρᾶγμα ἀρχαῖον καὶ παρὰ τοῖς οὕτω γενναίοις

 

 

 



 

οὕτω γενναῖον καὶ καλὸν εἶναι δοκοῦν εἰκῆ καὶ ῥᾳδίως

ἡμεῖς τῶν φαύλων εἶναι πιστεύσομεν; 

 19. Ἑτέρα γάρ, φησίν, ἥδε πὰρ ἐκείνην ἡ

ὄρχησις καὶ οὐκ ἔμεινεν ἐφ’ ὧνπερ πρότερον.

 τί δέ; τἄλλα, πρὸς θεῶν, ἔμεινεν | ἐφ’ ὧνπερ πρό-

 τερον, αἰ οἰκίαι, τά ὅπλα, αἰ νῆες, χαλκευτική, ζωγρα-

φία, ῥητορική, μουσική, ποίησις ἀγαλμάτων, τά περὶ

ναυτιλίαν; οὐχ αἱ μὲν πρῶται τῶν οἰκιῶν οὐ διέφερον

καλύβης οὐδ’ ὅπερ ἐλέγοντο ἤσαν; τῆς δὲ ἀσπίδος οὐκ

 ἣν λαβέσθαι τῇ χειρὶ καὶ μετενεγκεῖν πρὸς τὴν χρείαν;

θάλαττα δὲ τά πρῶτα μὲν οὐκ ἐπλεῖτο, πλεομένη δὲ

οὐκ εὐθὺς τριήρεις ἐδέξατο, δεξαμένη δὲ μακρῶν ναυ-

τιλιῶν εἶχεν ἀπείρους τοὺς πλέοντας, ὥσθ’ ὑπερενεχθῆ-

ναι Δήλου φοβερὸν εἶναι τοῖς Ἕλλησι;

τί δέ

 

 

 



 

ἡ Γλαύκου τοῦ Χίου τέχνη κατ’ ἀρχάς ἣν; τί δὲ

ἡ Ζεύξιδος οὐ χρόνοις ὕστερον; πότε δὲ ἔδεισαν ἄν-

θρωποι περὶ τῶν ἀγαλμάτων μὴ τοῖν ποδοῖν χρώμενα

φύγῃ; τῶν Δαιδάλου χειρῶν οὗτος ὁ φόβος ἔργον. ὂν

ἐκάλυψεν ἐπιγενόμενος Φειδίας μᾶλλον ἢ Δαίδαλος 

τοὺς πρὸ τοῦ. καὶ μὴν τήν γε μουσικὴν ἀκούομεν

μέχρι μὲν Ἀρχιλόχου καὶ τῶν χρόνων ἐκείνων ἀπλῆν

τινα καὶ φαύλην εἶναι, χωροῦντος δὲ τοῦ χρόνου πρὸς

ἐπίδοσιν ἐλθεῖν.

εἶεν. περὶ δὲ τῆς ῥητορικῆς πῶς

σε φῶμεν φρονεῖν; ἆρ’ ἴσον εἰς λόγους Ἀντιφῶν καὶ 

Μενεσθεὺς ἐκεῖνος ὁ τὸν Θησέα διώκων; ἤ πάλιν αὐτὸς

οὗτος Ἀντιφῶν καὶ Δημοσθένης; καὶ μὴν εἰ τὸ πρε-

σβύτερον ἄμεινον, φαυλότερος μὲν Δημοσθένης Ἀντι-

φῶντος, φαυλότερος δὲ Μενεσθέως ἐκεῖνος. ἀλλ' οὐκ

ἂν ὁ Ῥαμνούσιος οὔτε μὴ βελτίων ἐκείνου νομίζεσθαι 

συγχωρήσειε τούτου τἑ νομίζεσθαι βελτίων οὐκ ἂν

ἀξιώσειεν. | οἶδε γάρ τοῦ μὲν κρατῶν καὶ πολύ, 

 

 

 



 

τοῦ δὲ ἡττώμενος οὐ μικρῷ.

καὶ μὴν αὐτός γέ που

λέγεις οὐ μικροῖς τισιν οὐδ’ ὀλίγοις αὐξῆσαι τὴν τῶν

λόγων τέχνην καὶ οὐ φθονῶ γε, μὰ τοὺς θεούς, οὐδ’

ἀλαζονείαν τὸ πρᾶγμα καλῶ, Ἀλλ᾿ ἐκεῖνό γε οὐχὶ δί-

 καῖον εἷναί φημι τὰς μὲν παρ’ αὐτοῦ προσθήκας

φάσκειν λυσιτελῆσαι τοῖς λόγοις καὶ μὴ τὰ πρότερα

θαυμάζειν, εἰ δὲ καὶ τὴν ὄρχησιν τοῦτ' αὐτὸ βελτίω

κατέστησε, προσθήκη, τὸ μὴ τά πρότερα τετηρῆσθαι

δεῖγμα ποιεῖσθαι φαυλότητος. 

 23. Ἑτέρως, φής, ὠρχοῦντο οἶ πρότερον. καὶ

γὰρ ἐναυμάχουν οὐ παραπλησίως οἶ πρότεροι τοῖς

δευτέροις, οἷον Μίνως πρὸς Κᾶρας, Πάρις πρὸς Σιδο-

νίους, Ἀχιλλεὺς πρὸς Λεσβίους, Κορίνθιοι πρὸς

Κερκυραίους, εἴτε δὴ τὴν παλαιτάτην βούλει ναυμα-

 Χίαν εἴθ’ ἢν ἠγωνίσαντο περὶ τῆς Ἐπιδάμνου. πῶς

οὖν εἶχον ἐκεῖναι; τῶν μὲν νεῶν οὐ πολὺ τὸ ἔργον

ἣν, τοῖς δὲ ἐπὶ τοῦ καταστρώματος ὁπλίταις οἶ ἀγῶνες

 

 

 



 

ἐκρίνοντο καὶ θάλαττα μὲν ὑπέκειτο, τά δὲ πραττό-

μενα τῶν ἐν τῇ γῇ δρωμένων οὐδὲν ἀπεστάτει. πάν-

τως δὲ ἀκούεις Θουκυδίδου λέγοντος τῷ παλαιῷ

τρόπῳ ἀπειρότερον ἔτι παρεσκευασμένοι καὶ ὡς

ἡ ναυμαχία καρτερὰ | τῇ μὲν τέχνῃ οὐχ 

ὁμοίως, πεζομαχίᾳ δὲ τὸ πλέον προσφερὴς 

οὖσα.

ἀλλ’ οὐχ ἡ Ναύπακτος ὕστερον τοιαύτην

ἀπειρίαν ναυμαχιῶν ἐδέξατο, ὅτε Πελοποννησίων κύκλῳ

ταξαμένων Ἀθηναῖοι περιέπλεον κατά μίαν τεταγμένοι

καὶ συνῆγον εἰς βραχὺ ψαύοντες ὀλίγου τῶν πολεμίων, 

ἐμβολῆς δὲ ἐλπίδα μὲν ἀεὶ παρεῖχον, τὸ δὲ ἔργον ἀν-

εβάλλοντο τὴν τοῦ πνεύματος περιμένοντες συμμαχίαν.

τοιγαροῦν τὸ μὲν κατῄει, οἶ δὲ ἐταράττοντο, τοῖς δὲ

ὡραῖον ἣν προσπεσεῖν. καὶ οὕτως εἴκοσι νῆες Ἀθη-

ναίων ἑπτά καὶ τετταράκοντα Λακεδαιμονίων ἐνίκων 

τῆς ἐπιστήμης ἐλεγχούσης τὸ πλῆθος.

ἐν τοίνυν

 

 



 



τῇ δευτέρᾳ ναυμαχίᾳ πολλὰ μὲν τούτων, πολλὰ δὲ

ἐκείνων ἔστιν ἐπαινέσαι, μέγιστον δὲ Ἀθηναίων, ὅτι

διωκομένη ναῦς Ἀττικὴ Λευκαδίαν διώκουσαν κατέδυσε. 

χρησαμένη γὰρ ἀντὶ νύσσης ὁλκάδι κατὰ τύχην

ἐπ᾽ ἀγκύρας ἡσυχαζούσῃ τὴν μὲν περιέπλευσεν, 

αὐτὴδ᾽ ἔσχεν ἐμπεσεῖν τῷ τοίχῳ τῆς διωκούσης.

εἰ δή

τις τότε τοῦ Φορμίωνος λαβόμενος "τί καινοτομεῖς;"

ἔφασκε, "τί ζητεῖς εὐρυχωρίαν; τί σοι βούλεται

ταυτὶ τὰ ὀνόματα, διέκπλοι καὶ ἀναστροφαὶ

καὶ ἐμβολαί; τί τὸ τῶν ἡνιόχων πολύτροπον

εἰσάγεις εἰς τὴν θάλατταν;" οὐκ ἂν εἰπεῖν σοι

δοκεῖ; "τοῦτο γάρ ἐστι ναυμαχεῖν, ὅταν αἱ νῆες

τὴν νίκην διδῶσιν, ἀλλ᾽ οὐ τοξόται βάλλοντες

ἀπὸ τῶν νεῶν. σὺ δ᾽ ἀντὶ τοῦ συνάχθεσθαι

τοῖς ἔμπροσθεν ὅτι μὴ ταύτῃ κατὰ θάλατταν

ἐμάχοντο, τοῖς τελείαν παρεχομένοις τὴν ἐπιστήμην 

ἐγκαλεῖς." ὁ αὐτὸς τοίνυν ἔστι μοι λόγος

καὶ περὶ τοῦ παρόντος. οὐκ ἔστι χείρω τὴν νῦν



 

ὄρχησιν εἶναι τῆς ἔμπροσθεν, εἴ τι παρὰ ταύτην

πλέον ἐγένετο, ἀλλ᾽ οὐ ψέγω μὲν ἐκείνην, 

ὁρῶ δὲ ταύτην ἐπὶ πᾶν τοῦ πράγματος ἥκουσαν.

διέστηκε, φησίν, ἥδε ἐκείνης. καλῶς. πότερον 

τῷ τῶν ὄντων ἀφελεῖν ἢ τῷ τοῖς οὖσιν ἐπιθεῖναι;

εἰ μὲν γὰρ περικόψασα κατήγαγεν εἰς φαῦλον, ἀδικεῖ

καὶ εἰκότως ἂν ἐξ ἁπάσης ἐκπίπτοι τῆς γῆς, οὐ μόνον

τῆς Λακεδαίμονος· εἰ δὲ πάσῃ σπουδῇ κατεκόσμησε

καὶ προὐβίβασεν, ὥσθ᾽ ἥδιστον θεαμάτων γενέσθαι,

πόθεν ἁλίσκεται;

φέρε γάρ, οὐ κίνησιν τῶν μελῶν

σύντονον μετά τινων σχημάτων καὶ ῥυθμῶν τὴν

ὄρχησιν εἶναι λέγεις; οὐκοῦν τὸν μὲν ἀργότερον ἐν

τούτοις φαυλότερον ὀρχηστὴν τίθης, τὸν δὲ ὀξύτερον

ἀμείνω; πᾶσα ἀνάγκη. πότερον οὖν οἵδε ἐκείνων ἧττον

κινοῦνται; καὶ τίς ἂν εἰπεῖν τοῦτο τολμήσειεν; ἀλλὰ



 

τοσούτῳ πλέον, ὅσῳ ἐκεῖνοι τῶν καθημένων. εἶτα τὴν

πλεονεξίαν εἰς ἐλάττωμα αὐτοῖς θήσομεν; καὶ ᾧ κρα-

τοῦσι, τούτῳ χείρους εἶναι δόξουσι; καὶ τοὺς ἃ τῆς

ὀρχήσεως ἐστιν ὅτι μάλιστα ποιοῦντας τῶν ἐν τῷ

 κινεῖσθαι λειπομένων δευτέρους τάξομεν; οὐκοῦν καὶ

τὸν ὀξύτερον δρομέα τοῦ βραδυτέρου δεύτερον καἰ τὸν

ἐπιστροφάδην κτείνοντα τούς πολεμίους τοῦ πρὸς ἔνα

τινά τῶν ἐναντίων τετραμμένου;

κατηγόρει δὴ καὶ

τῶν νῦν ἡνιόχων διὰ τὴν πολυπειρίαν καὶ τόλμαν

 καὶ μηχανὰς καὶ τὸ μηδὲν ὀκνεῖν, οἱ πρὸς τῷ τά αὐτῶν

 εὐθύνειν ἄρματα καὶ | τοῖς ἀλλοτρίοις ἐπιβάλ-

λουσι τὰς χεῖρας τῶν πρὸ τούτων τάχει τῶν ἵππων

ὡς τὰ πολλὰ θαρρούντων καὶ οὐκ ἀπείρων μὲν ὄντων

τῆς τέχνης, οὐ τοσοῦτον δὲ κεκτημένων. κατηγόρει

 καὶ Πυρρίχου δείξαντος ὄρχησιν ἔχουσάν τι τῆς πρε-

 

 

 



 

σβυτέρας πλέον καὶ μὴ διδοὺς ἐκείνῳ τῆς προσθήκης

ἄδειαν τοὺς ἐπ' ἐκείνῳ δυναμένους εὑρεῖν τι κώλυε.

ὠρχοῦντο ἑτέρως. πάλαι τοῦτο εὐδοκίμει. νῦν

ἐπέδωκεν ἡ κίνησις. τοῦτο κρατείτω. ἢ ταῖς μὲν

ἄλλαις τέχναις δώσομεν προβαίνειν κατὰ τὴν εὕρεσιν, 

ταύτην δέ, εἴ τι σοφώτερον εὗρε, μισήσομεν; καὶ οὐκ

ἀκουσόμεθα τοῦ λέγοντος ὡς ἐν ταῖς τέχναις τά ἐπι-

γιγνόμενα κρατεῖ; 

 31. Νὴ Δία, λύμη γάρ πόλεων εἰσικαὶ οἴκων,

καὶ ὅστις εἰς αὐτοὺς βλέπει, διόλωλε καὶ τὸ μὴ 

τούτων ἀπηλλάχθαι κακῶν ἔσχστον. ἡ μὲν κατα-

δρομὴ γενναία τοῦ λόγου καὶ τοῖς χειμάρροις ἐοικυῖα

πάντα τὰ χείριστα ταῖς τούτων ἀνατιθεῖσα κεφαλαῖς,

ἀπόδειξις δὲ ἢ μείζων ἢ ἐλάττων οὐδαμοῦ. εἰ μὲν

οὖν ἀρκεῖ καλέσαι κάκίστον καὶ τὸ ῥῆμα τὴν πίστιν 

ἔχει, τῶν ὀρχηστῶν οὐδὲν μιαρώτερον, ὡς οὐκ ἴσθ’

ὅ τι παραλέλοιπεν ὁ ἀνὴρ τῆς εἰς αὐτοὺς βλασφημίας·

εἰ δὲ χωρὶς ἔλεγχός τε καὶ τὸ κακῶς εἰπεῖν, | ἀκη- 

 

 

 



 

κόασι μὲν οὗτοι κακῶς, ὅθεν δὲ δεῖ πιστεῦσαι τοῖς

εἰρημένοις, οὐκ ἔστιν.

ἄξιον δὲ καὶ τῶν ῥημάτων

αὐτῶν ἀκοῦσαι. οἶμαι γάρ, εἴ τις δύο ποιήσειε

μερίδας τῶν ἐν ἀνθρώποις ἀπάντων κακῶν,

 τὴν μὲν τῶν τούτοις προσόντων, τὴν δὲ τῶν

τοῖς ἄλλοις, μηδαμοῦ τἄλλαἂν εἶναι δόξαι πρὸς

ταῦτα. ταυτὶ θυμὸν μὲν ἐμφανίζει πολύν, βέβλαπται

δὲ [καὶ] ὁ λόγος τῷ θυμῷ. τῆς γὰρ ὑπερβολῆς γενό-

μενος, τὸ πρᾶγμα δὲ οὐκ ἐξετάσας ἐξώσθη τοῦ πιθα-

 νοῦ. τίς γὰρ ἂν συγχωρήσαι τῶν ἄλλων ἀπάντων

ὅσα παρ’ ἀνθρώποις τολμᾶται πλείω τὰ τούτων εἶναι

καὶ μείζω; τούτους γὰρ μετά μὲν τῶν ἀρίστων θεῖναι

ὧν οἱ μὲν ἐν λόγοις, οἱ δὲ ἐν ἔργοις τὰς αὑτῶν

φύσεις ἐπεδείξαντο, οὔτ’ ἴσως εὐσεβὲς οὔθ’ ὅσιον,

 πάλιν δὲ τῶν πονηροτάτων κακίους ἄγειν οὐδὲ τοῦτο

δίκαιον.

ἀλλ’ ἔστιν ὅστις Ἀριστείδῃ πείθεται τὸν

 

 

 



 



ὀρχηστὴν τουτονὶ τὸν τά τῶν θεῶν ἔθη μιμούμενον

δεινότερα ποιεῖν τῶν ἀνασπώντων βωμοὺς καὶ συλών-

των ἀναθήματα καὶ κατασκαπτόντων ἱερὰ καὶ κατα-

καιόντων ἀγάλματα; τί δέ; τῶν τὰς αὑτῶν προδιδόν-

των πατρίδας ἢ τῶν ἐπὶ φόνοις κατειληφότων τὴν 

ἐρημίαν ἢ τῶν ἐπὶ τῷ κακουργεῖν πλεόντων τὴν θά-

λατταν ἢ τῶν διορυττόντων τάφους ἢ τῶν τὰ δηλη-

τήρια κεραννύντων; ἀλλ’ οἱ πατραλοῖαι μικρὸν πρὸς

τούτους; ἀλλ’ οἶ τά ψευδῆ μαρτυροῦντες; ἀλλ’ οἱ

πεπλασμένα γράμματα κατὰ τοῦ δικαίου γράφοντες; 

ἀλλ’ οἱ μητέρας, ἀλλ’ οἶ παῖδας ἀποκτείναντες; πόθεν

ποτὲ ἐπῆλθέ σοι πάντα πονηρὸν | μετριώτερον 

ὀρχηστοῦ νομίσαι;

ὁρᾷς ταυτὶ τὰ δεσμωτήρια;

ταῦτα ἐκ] τίνων ἐμπέπλησται; τῶν ἐκεῖνα κακουργούν-

των ἢ τῶν ὀρχουμένων; καίτοι τίνα ἔχει λόγον τὰς 

πόλεις πὰρ ὧν μὲν ἀδικοῦνται τὰ μείζω, τούτους μὲν

ἐᾶν ὀρχεῖσθαι, τοὺς δὲ τὰ μικρὰ λυποῦντας εἰς τὸ

δεσμωτήριον ἕλκειν καὶ τοῖς μὲν ἀργύριον συλλέγειν

καὶ πορίζειν ἀφορμάς, τοὺς δὲ τἀς ψυχὰς ἀφαιρεῖσθαι

καὶ συνθεῖν, ἡνίκα ἂν ἀποτέμνωνται τἀς κεφαλάς; 

 

 

 



 

ἢ πρὸς Δῖός, ὧν μὲν ὑπ’ ἄλλων ἀδικοῦνται καὶ τά

κοῦφα ἀφόρητα, τὸ δὲ ἀφόρητον τῇ φύσει κοῦφον ἂν

εἴη, ὀρχηστὴς πονηρευόμενος; ἢ καὶ παιδὸς μὲν οὐκ

ἂν ἀνάσχοιτο πατὴρ ἀδικοῦντος, πάσχοντες δὲ κακῶς

 ὑπὸ τῶν ὀρχηστῶν προσκυνοῦσιν ὥσπερ οἱ Πέρσαι

τὸν δεσπότην;

πόθεν οὑν οὐ κρίνονται; πόθεν

οὐ κολάζονται πάντας ἀπολιπόντες κακίᾳ; φράσον.

ἀλλ’ οὐκ ἂν ἔχοις. εἰ μή, νὴ Δία γε, τὴν Ἄιδος κυνῆν

ἢ τὸν Γύγου δακτύλιον ἔχοντες ἀδικοῦσιν, ὑφ’ ὧν

 λανθάνουσι. καὶ μὴν οὐ σέ γε λελήθασιν, ὃς οὕτω

λαμπρῶς τἀκείνων τραγῳδεῖς, εἰ δὴ τἀκείνων.

οἱ

δὲ ἄρχοντες οἱ τῶν πόλεων φύλακες ὅταν τοὺς μὲν

λῃστὰς πέμπωσιν ἐπὶ τὸ βάραθρον, τοὺς δὲ ὀρχηστὰς

ἐν τῷ θεάτρῳ καθήμενοι δωρῶνται, τί σοι δοκοῦσι

 ποιεῖν; τέρπεσθαι τοῖς οὐδὲν ἀδικοῦσιν ἢ πονηρίαν

τιμᾶν; καὶ τά αὐτὰ κολάζειν τε καὶ τιμᾶν; μᾶλλον δὲ

τὰ μὲν ἐλάττω κολάζειν τῶν κακῶν, τά δὲ μείζω

τιμᾶν, εἴ γε ὀρχησταὶ τῶν λῃστῶν χαλεπώτεροι; 

 37. Αὐτοί τε γάρ, φησίν, αἰσχρῶς βεβιώκασι

 

 

 



 

καὶ | τοὺς θεωμένους προσαπολλύουσιν R III 361

ἐφελκόμενοι πρὸς ἃ μὴ βέλτιον. ἐνταῦθα δοκεῖ

μέν τι λέγειν ἐνίοις, τὸ δ’ ἀληθὲς ἀντιφηφίζεται τῷ

λόγῳ. διαλέξομαι δὲ περὶ ἑκατέρου χωρίς, ἂν ὃ τὴν

ἀρχὴν ᾐτησάμην παρὰ τῶν ἀκροωμένων ὑπάρχῃ μοι, 

τοῦτο δέ ἐστι μὴ θορυβεῖν. 

 38. Ἐκ τίνος γάρ δὴ τοῦ δικαίου φὴς ἅπαντας

ὀρχηστὰς ἡταιρηκέναι; πότερα παρὰ τῶν μάντεων

ἀκούσας ἢ ψῆφον ὁρῶν δικαστῶν ἐνηνεγμένην ἢ

λαβὼν αὐτοὺς ὁμολογοῦντας; καὶ μὴν εἰ μέλλει τις 

ἀναμφισβητήτως ἐν τοῖς ἠδικηκόσι τετάξεσθαι, ταῦτα

ἡγήσασθαι δεῖ, γραφήν, μαρτυρίαν, ἀπολογίαν, ἔλεγχον,

γνῶσιν, εἰ δὲ μὴ ταῦτα, ὁμολογίαν. οὕτω τὸν δεῖνα

προσερεῖς ἀνδροφόνον, οὕτω μοιχόν, οὕτω προδότην.

ἄνευ δὲ τούτων ὁ καλῶν ἐλοιδόρησε. πῶς οὖν οὐ 

δεινὸν ἐπὶ μὲν τῶν ἄλλων τὸν κριθέντα μέν, οὐχ

ἁλόντα δὲ καθαρὸν δοκεῖν, οἶς δὲ οὐδὲ ἐπέστη κατή-

γορος, τούτους ἐν τοῖς τῶν ἐξεληλεγμένων ὀνείδεσιν

εἶναι καὶ τοῖς μὲν ἄλλοις μὴ εἶναι τὴν αἰτίαν βλάβην

εἰς δόξαν, τοὺς δὲ μηδὲ αἰτίαν ἐν δικαστηρίῳ λαβόν- 

τας ἃ τῶν ἑαλωκότων ἐστὶν ὑπομένειν;

ἄκουε τοί-

 

 



 

νυν ἕτερον. εἰσί τινες ἐπ’ οἰκήματος καθήμενοι κακῶς

τῇ φύσει κεχρημένοι καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ τά αἴσχιστα

πάσχειν προσηγορίαν οὐκ ἀρνούμενοι. τούτοις πλη-

γεῖσιν ὑφ’ ὁτουοῦν καί, νὴ Δία γε, συγκοπεῖσιν οὐκ

 ἔστι δραμεῖν εἰς δικαστήριον οὐδ’ ἀνακραγεῖν οὐδὲ

βοῆσαι τοὺς νόμους οὐδὲ δίκην ἀξιῶσαι λαβεῖν. εἰκό-

τως. ἐν ᾗ γὰρ ἡμέρᾳ τὴν φύσιν ἠδίκουν, τούτων

αὑτοὺς ἀπεστέρουν. ἆρ’ οὖν καὶ τὸν ὀρχηστὴν θαρ-

ρῶν πατάξεις καὶ τὴν ἐσθῆτα περιρρήξας ἢ τρώσας

 τὴν κεφαλὴν κελεύσεις σιγᾶν; εἴσῃ μὲν οὖν καλῶς

 ἃ παρὰ τῶν | νόμων ἔχουσιν, ὅταν ἐκεῖνος μὲν

τρέχῃ παρὰ τὸν δικαστὴν καὶ λέγειν ἔχῃ, συνοργίζων-

ται δὲ τόσοι καὶ τόσοι, κολάζῃ δὲ τὸν ὑβριστὴν ὁ τῆς

ψήφου κύριος. τῷ ποτ’ οὖν ἐπαρθεὶς τὴν πορνείαν

 περιάπτεις τῷ γένει; 

 40. Σὺ δ’ ἰσχυρίζῃ, φησί, πάντας σωφρονεῖν;

<οὔκ,> a ἀλλ’ οὐδὲ πάντας γε πορνεύεσθαι φαίην ἄν.

 

 



 

εἰ γὰρ δὴ τὴν κρίσιν ἀπὸ τῶν λεγομένων ποιεῖσθαι

προσήκει, περὶ μὲν τῶν, ὡς οὐκ ἐφύλαξαν τὴν ὥραν,

λεγόντων ἔστιν ἀκούειν, εἰσὶ δὲ οἳ καὶ μάλα εἰς σω-

φροσύνην ἐπαινοῦνται. φασὶ δέ τινα ἐν Παλαιστίνῃ

τοσαύτην ἄσκησιν πεποιῆσθαι κοσμιότητος, ὥσθ’ ὑπὸ 

τῶν ἄκρων ἐν ταῖς πόλεσιν ἐπὶ παῖδας καὶ γυναῖκας

εἰσάγεσθαι καὶ μηδαμοῦ δοῦναι χώραν αἰτίᾳ.

καὶ

μὴν καὶ τὸν παρ’ ἡμῖν ποτε λάμψαντα τὸν ὁμώνυμον

τοῦ παλαιοῦ βουκόλου, παρ’ ᾧ περὶ τοῦ κάλλους ἐκρί-

θησαν αἱ θεαί, σοφιστὴς Τύριος, ὃς τῇ γλώττη̣ τὰ τοῦ 

Ποσειδῶνος ἴσχυε σείων τε καἲ τινάσσων ἅπαντα,

τοῦτον οὕτως ἐθρήνησε κείμενον καὶ μεγαλοπρεπὲς

ἐντάφιον αὐιῷ τὸν λόγον ἔδωκεν, ὥστ’ οὐκ οἷδ’ ὅ τι

ἂν ἐζήτησε μεῖζον, εἰ σοφιστὴν οἰχόμενον ἐτίμα. ὅς

γε καὶ τοῦτ’ αὀτὸ προσειπεῖν ἠξίωσε τὸν ὀρχηστήν. 

 

 

 

 



 

πάνυ γάρ αὑτὸν εἴλετο καταρρυπαίνειν ἐν τοῖς ἐγ-

κωμίοις τοῦ πόρνου. 

 42. Ὁρῶμεν | δήτοι καὶ αὐτοὶ τοὺς πλείονας

ἐν τῇ νεότητι φρουρουμένους τοὺς μὲν ὑπὸ μητέρων,

 τοὺς δὲ ὑπὸ πατέρων, εἰσὶ δὲ οἷς ἀντὶ τούτων ἀδελφοὶ

κατέστησαν, καὶ τοὺς περὶ ταῦτα ἐσπουδακότας κατα-

ρωμένους τοῖς φύλαξιν. οὐκ ἄρα ταὐτά ὁρῶμεν περὶ

τοὺς νέους τῶν ὀρχηστῶν; οὖς ἀπαλλάττει τῆς τοι-

αύτης φυλακῆς ὁ τοὺς κινδύνους παρελθὼν χρόνος.

 δεδόσθω δὴ τοὺς οὐ φρουρουμένους ὀλισθεῖν. ἀλλ’

οὐχ οἵ γε φροντίδος τετυχηκότες ὠλισθήκασιν. οὐκοῦν

ἔστιν ἐν ὀρχήσει ζῶντα σωφρονεῖν.

πῶς οὖν

ἄπαντες ὀρχησταὶ πόρνοι; ἕως γὰρ ἂν εἷς ἐν τῇ

τέχνῃ φαίνηται σεσωφρονηκώς, οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχει

 τὸν ὀρχούμενον πεπρακέναι τὴν ὤραν. εἰ μὲν γὰρ ἕν

τι καὶ τοῦτο ἦν τῶν συνιστώντων τὴν τέχνην καὶ οὐκ

ἣν λαβεῖν ἐκείνην ἄνευ τοῦ τὸ σῶμα καταισχῦναι,

κοινὸν ἂν ἣν κατά πάντων τῶν ἐν ὀρχήσει τοὔνειδος.

εἰ δ’ ἔστι καὶ σωφρονοῦντα ὀρχηστὴν ἀγαθὸν εἶναι

 



 

καὶ μᾶλλόν γε ὅσῳπερ ἂν μὴ τὴν γν·ώμην ἀπὸ τῆς

σπουδῆς ἐπὶ τὰς ἡδονὰς ἕλκηται, τι τὸ κεχωρισμένον

τῆς τέχνης μέρος ἡγούμεθα τῆς τέχνης; οὐ γὰρ ἄξιον

τὰς τῶν μετιόντων πονηρίας ἐγκλήματα ποιεῖσθαι τῶν

πραγμάτων. οἶον ἤδη τις φιλοσοφῶν ἥττων ἐγένετο 

χρημάτων. ἆρ’ οὖν ὑπὸ τῆς φιλοσοφίας εἰς τὸ δοῦλος

εἶναι χρημάτων προήχθη; καὶ μὴν αὕτη γε ἐδίδασκε

παντὸς χρυσίου καταφρονεῖν ὁπόσον εστι τε καὶ γίγνε-

ται. εἰ δὲ ἡ τῆς φύσεως κακία κρείττων | ἐγέ- 

νετο τῆς νουθεσίας, ὁ μὲν ἄθλιος, ἡ δὲ ἀρίστη.

πά- 

λῖν τις ἰατρός, ᾧ σώζειν προείρητο παρὰ τῆς τέχνης,

ἐξεπίτηδες ἀπήνεγκε τὸν νοσοῦντα. τοῦτ’ οὖν ἰατρικῆς

τὸ διαφθείρειν; οὐ μὰ Δία, ἀλλὰ τὸ σώζειν. ὁ δὲ

ἐγένετο κακὸς ἐν τῇ τέχνῃ. τοῦτο δὲ οὐ κακία τῆς

τέχνης. οὐδὲ γάρ, εἴ τις ῥητορικὴν μανθάνων ἑται- 

ῥεῖν εἴλετο οὐδ’ εἴ τις ἡνίοχος ὧν μετέδωκε τῆς ὥρας

 

 

 

 



 

τοῖς ἐρασταῖς, ὁ μὲν τὴν Ποσειδῶνος δωρεάν, ὁ δὲ τὴν

Ἑρμοῦ διαβεβλήκασιν. ἀλλ’ οἱ μὲν κακοδαίμονες, αἰ

δὲ τὰς αὑτῶν ἀρετὰς οὐκ ἀπολωλέκασι. καὶ νῦν εἰ

ἔδωκέ τις αὑτὸν ὀρχηστὴς τοῖς ὑβρίζειν ἐθέλουσι,

 κακὸς κακῶς ἀπόλοιτο μετὰ τῶν ἐραστῶν, αὐτὸς μὲν

γὰρ οὐ καλῶς περὶ τῶν αὑτοῦ βεβούλευται, τὴν ὄρχη-

σιν δὲ κακὸν οὐκ ἔστιν ὅπως ἀπέφηνεν. 

 45. Ἔχω δὲ κἀκεῖνο λέγειν ἰσχυρόν, ὥς γε ἐμαυτὸν

πείθω. εἰ μὲν ἅπαντες οἱ ζῶντες ἐν ἄλλοις ἐπιτηδεύ-

 μασι πάντες ἐφεξῆς ἐγένοντο τοῦ Ναρκίσσου ζηλωταὶ

καὶ τούς αὑτῶν γονεῖς εὐδαίμονας καὶ τιμίους ἀπέ-

δειξαν τῇ σφῶν αὐτῶν σωφροσύνῃ καὶ τὸ τῆς ἀκρα-

σίας ἐν τοῖς ὀρχουμένοις ὥριστο, πολλῆς ἀνοίας,

μᾶλλον δὲ μανίας τοῖς ἃ προσήκει κακῶς λέγουσιν ἐν-

 ἀντιοῦσθαι· εἰ δὲ οὐ τέχναις τὸ σωφρονεῖν καὶ μὴ

 

 



 

διώρισται, τὸ δὲ τῆς φύσεως ὁποτέρως ἂν ἔχῃ κρατεῖ,

τί τὴν ὄρχησιν ἀντὶ τῶν τρόπων μισοῦμεν;

ἐγὼ

γὰρ καὶ τῇ Πινδάρου ψήφῳ περὶ τῆς φύσεως ἕπομαι

κράτιστον αὐτὴν ὁριζομένῃ πανταχοῦ καὶ τῇ γε Εὐρι-

πίδου πειθόμενος οὐκ αἰσχύνομαι. τί οὖν Εὐριπίδης | 

λέγει τῆς Ἑλένης φειδομένης τῶν τριχῶν ἐν ᾧ δεῖ R III 366

τιμῆσαι τῆς ἀδελφῆς τὸν τάφον;

 

 ὦ φύσις, ἐν ἀνθρώποισιν ὡς μέγ’ εἶ κακὸν 

 σωτήριόν τε τοῖς καλῶς κεκτημένοις. 

 

παρ’ ἐκείνης, φησίν, ἀνθρώποις ἀρετὴ καὶ κακία. 10

τὸ δέ γε βέβαιον αὐτῆς ἑτέρωθι δηλοῖ λέγων·

 

 ὁ μὲν πονηρὸς οὐδὲν ἄλλο πλὴν κακός, 

 ὁ δ’ ἐσθλὸς ἐσθλός, 

 

οὗ βούλεται τῆς φύσεως οὐδὲν εἶναι δυνατώτερον

οὐδὲ τοσαύτην ἔχειν ἰσχὺν ὥστε τἀκείνης μεθιστάναι, 

 

 

 



 

τὴν αὐτὴν τῷ Σοφοκλεῖ φωνὴν ἀφιείς. λέγει γὰρ δή-

που κἀκεῖνος· 

 ὅ τι γὰρ φύσις ἀνέρι δῷ, τόδ’ οὔποτ’ ἂν ἐξέλοις.

μάτην οὖν προσάγεις τὰς μαθήσεις ὡς μετακινήσων

 τὴν φύσιν. ὅ τι γὰρ ἐκείνη δέδωκε, τοῦτο πάγιον

ἕστηκε καὶ οὐ τοῖς ἔθεσιν εἴκουσιν αἰ φύσεις, ἀλλ’

ἡ τούτων ἰσχὺς ἀνωτέρα τῶν ἐθῶν. τί οὖν ὁ λόγος

σημαίνει; ὁ φύσει σωφροσύνῃ χαίρων οὐκ ἂν ὀρχού-

μενος γένοιτο πόρνος. ὁ φύσει ῥέπων εἰς ἀκρασίαν

 οὐκ ἂν ἀγόμενος εἰς σωφροσύνην ἐπιδοίη.

διὰ

τοῦτο ἤδη τινὲς <οἴπερ> a ἔζων ἐν μέσῳ παιδαγωγῶν

πολλοῖς ὀφθαλμοῖς κεκυκλωμένοι πανταχόθεν ἀπειλαῖς,

φόβοις, ἐλπίδι πληγῶν, ταῦτα πάντα ὑπερβάντες τὰ

τειχία διελέχθησαν τοῖς ἐρασταῖς, οὕτω γὰρ εὐπρεπὲς

 εἰπεῖν, τίνος ἕνεκεν; ὅτι φύσει μάχεσθαι ἔργον. οἶδα

δ’ ἔγωγέ τινας ὡραίους μὲν ὑπὲρ τὸν Ὑάκινθον,

 

 

 



 

γονέων δὲ ἀπηρτημένους, παιδαγωγῶν δὲ ἐλευθέρους,

ἀκολούθων δὲ ἐρήμους μυρίων μὲν ἐπισπασαμένους

ὄμματα τῷ σώματι, | βλέψαντας δὲ εἰς οὐδένα πώ- 

ποτε καὶ πολλῶν μὲν θηρατῶν ἐν μέσῳ στάντας, πάντων

δὲ ὑπερενεχθέντας καθάπερ πτηνούς. ὀρφανῶν δὲ 

σωφροσύνην οὐκ ἂν προσθείην, μή μέ τις ἐμαυτὸν

ὑπολάβῃ λέγειν.

πόθεν δὴ καὶ τοῦτο οὕτως ἔχει;

παρ’ Εὐριπίδου δέχου τὴν ἀπόκρισιν λέγοντος ὧς

ἡ σώφρων οὐδ’ ἂν ἐν βακχεύμασι διαφθαρείη. παῦ-

σαι δὴ τὴν ὄρχησιν συκοφαντῶν κἂν ἴδης ὀρχηστὴν 

ἀκόλαστον, ἐκεῖνο λέγε πρὸς σαυτόν, ὡς οὗτος μέντοι

καὶ σκυτοτόμος ὢν ἢ τἕκτων γύννις ἂν ἦν, κἂν ἴδῃς

τέκτονα σωφρονοῦντα, πάλιν ἐκεῖνο λέγε πρὸς σαυτόν,

ὡς οὗτος οὐδ’ ἂν ἐν ὀρχήσει τὸ σωφρονεῖν ἀπώλλυ. 

 

 

 

 

 



 



 50. Τὰς γὰρ κόμας, φησίν, ὑπὲρ τὴν Φαίδραν

ἠσκήκασι. τί μᾶλλον ἢ κατὰ Θετταλοὺς τοὺς τῷ

Σπερχειῷ τρέφοντας τὰς τρίχας; ἐπεὶ καὶ οὗτοι οὐ

κείρονται ἀλλ’ ἢ Διονύσῳ θεάτρων ἐφόρῳ θεῷ, καθά-

 περ ἐκεῖνοι τῷ ποταμῷ εἰ μὲν οὖν αὐτὸ τὸ τῇ κόμῃ

συγχωρεῖν προβαίνειν αἰτιᾷ, καρηκομόωντας ’Αχαι-

οὺς ἀκούεις· εἰ δὲ τὸ προσάγειν ἐπιμέλειαν τῇ κόμῃ,

Λακεδαιμονίους ὁρᾷς ἐν Θερμοπύλαις κτενιζομένους

καὶ μετὰ τὴν φροντίδα τῶν τριχῶν τὸ κάλλιστον ἔργον

 ἐξειργασμένους. μένους. καίτοι εἰ τὴν ἀνδρείαν ἐξέτεμνεν

 ἡ τῆς κόμης πρόνοια, πῶς ἐν ἀκμῇ | τῶν ἀγώ-

νων ἐπεμελοῦντο τῆς κόμης; πῶς δὲ ἐντεῦθεν ἐπὶ τὴν

μάχην ἥκοντες ἄνδρες ἦσαν;

εἰ δ’ ἀκριβολογεῖταί

τις περὶ τὰ μέρη τῆς κεφαλῆς καὶ μέμφεται τὸ κομᾶν

 ὄπισθεν, οὐκ ἀνέξονται, μὰ τοὺς θεούς, οἱ πλεύσαντες

εἰς Τροίαν ἀπ’ Εὐβοίας οὐδὲ τούτους μᾶλλον ἢ σφᾶς

 

 

 



 



ὑβρίσθαι νομιοῦσι μένεα πνείοντες Ἄβαντες. ἐκό-

μων γὰρ δὴ κατὰ τούτους. 

 52. Οὐ τοίνυν ἀπὸ τῆς ἐσθῆτος ἰχῶ καταγνῶναι

τοῦ βίου τῶν ὀρχηστῶν. οὔτε γὰρ τὸ χρυσὸν ἐνυφάν-

θαι τῷ χιτωνίσκῳ βιάσαιτ’ ἂν εἰς αἰσχύνην τὸν τῇ 

φύσει κρείττονα τούτου, τοὺς γὰρ ἱερεῖς οὕτω γ’ ἂν

ἑωρῶμεν ἐν τοῖς πόρνοις τεταγμένους, οὕς ἐν ταῖς

πανηγύρεσιν ὁ χρυσὸς κοσμεῖ κατὰ τῶν ἐσθημάτων

ἐσπαρμένος, οὔτ’ εἴ τις τὸ μέχρι τῶν σφυρῶν καθει-

μένον καί τινα τοῦ λοιποῦ σχήματος εἰς τὸ γυναικεῖον 

ἐπικλίνειν φησί, δεῖγμα ἀναμφισβήτητον πορνείας

ὁ τύπος τοῦ χιτωνίσκου.

εἰ γάρ τοσοῦτον ἴσχυε

τὰ τῆς ἀμπεχόνης εἴδη καὶ τἀς μεταβολὰς ὁ τρόπος

ἐκεῖθεν ἐλάμβανεν, ἕρμαιον ἂν ἣν τοὺς ἐπ’ οἰκήματος

τούτους ἐνσκευάσασθαι κατὰ τὸν Ἡρακλέα καὶ τῇ 

λεοντῇ καὶ τῷ ῥοπάλῳ μεταστῆσαι τὸν βίον. ἀλλ’

οὐκ ἔστιν, ὥσπερ οὐδὲ τὸν οἰκέτην ἀμεῖψαι τὴν τύχην,

 

 

 



 



ἢν τοῦ δεσπότου τὸν χιτωνίσκον ἐνδύηται ἢ διαλαθὼν

ἢ καὶ τοῦ δεσπότου γε ἐφέντος παιδιᾶς εἵνεκεν.

ἐντεῦθεν ἤδη τις ἀθλητὴς μακρὰ βαίνων καὶ διά-

βροχος ἐλαίῳ τῆς ἐσχάτης δυσωδίας ἀναβεβλημένος

 ἱμάτιον ἐν αὐτοῖς τούτοις | τοῖς ἀνδρείοις ἐσθή-

 μασι τὰ γυναικῶν ἔδοξε ποιεῖν. καίτοι πρὸς θεῶν τί

θαυμαστόν, εἰ, ὥσπερ ἐκεῖνον οὐ κατέσχεν ὁ τρίβων

ἐν τῷ σωφρονεῖν, οὕτω τοῦτον ὁ τρόπος ἐν τοιούτοις

ἐσθήμασιν ἐποίησε σωφρονεῖν; οὐδὲ γὰρ οἱ τοὺς περὶ

 Μεγάβαζον ἀποκτείναντες ἐν Μακεδονίᾳ μετὰ τὸ δεῖ-

πνον ἐκφερομένους εἰς Ἀφροδίτην ἄδικον ὑπὸ τῆς

μέθης οὐδ’ οἱ τὴν ἐν Θήβαις τυραννίδα καταλύσαντες

ὕστερον καὶ τὴν Λακεδαιμονίων φρουρὰν ἐκβαλόντες

ἑκάτεροι γυναῖκες εἶναι δόξαντες ἀπὸ τῆς ἐσθῆτος ἤδη

 

 

 



 



καὶ γυναῖκες ἤσαν, ἀλλ’ οἷοιπερ τὸ πρότερον, ἄνδρες.

οὔκουν οὐδὲν αὐτοῖς ἐπέπρακτο τοσοῦτον ἔμπροσθεν.

δύο τοίνυν ταῦτα πάντες ὁμολογοῦσιν ἄριστόν τἑ

τῶν ἐπὶ Τροίαν ἡκόντων εἷναι τὸν Ἀχιλλέα καὶ τοῦτον

αὐτὸν εἰς παρθένου δόξαν αὑτὸν καταστῆσαι τοῖς σχή- 

μασιν ἀφανίσαντα τὴν φύσιν. καίτοι προσῆκεν, εἰ τὰ

τοιαῦτα βλάπ·τειν ἴσχυε, φαυλότατον ἐλθεῖν εἰς Τροίαν

ἡγεῖσθαι τὸν Ἀχιλλέα. νῦν δὲ εἰς ἐκεῖνον τὸν τὰ

παρθένων ἀνασχόμενον τὰ πάντα τοῖς Ἕλλησιν ἀνέ-

κειτο καὶ οἱ πόρρω τῶν γυναικείων σχημάτων τοῦ ταῦτα 

ὑποδύντος ἐδέοντο, ὥσπερ τῆς Ὀδυσσέως φρονήσεως

μετὰ τὴν πεπλασμένην μανίαν. οὐδὲ γὰρ ἐκείνῳ τὴν

σύνεσιν ἔβλαψεν ἃ περὶ τὸ ζεῦγος ἐπλάττετο. οὕτως

οὔτε βάδισις οὔτε προσωπεῖον οὔτε σχῆμα στολῆς οὔτε

κουρᾶς εἶδος οὔτ’ ἄλλο τῶν ἀπάντων οὐδὲν κυριώ- 

τερον ἄν ποτε τῆς προαιρέσεως γένοιτο.

οὐκ

ἐξίστατο τῆς αὑτοῦ φύσεως ὁ Ζεὺς ἐν ταῖς μεταβολαῖς

ἃς ἀκούομεν, ἀλλὰ θεραπεύων τοὺς καιροὺς πάλιν

 

 

 



 



αὐτὸς ἦν. καὶ περὶ τῆς Ἀθηνᾶς δέ καὶ τῶν ἄλλων

θεῶν ὅσοις ἐπῆλθεν ἀλλοιωθῆναι ταὐτὸ λέγοι τις ἄν,

ὧς ἐν φαυλοτέροις ἁδέσι φαινόμενοι τὸ σφῶν αὐτῶν

ἀγαθὸν διεσώζοντο. καί μοι δοκοῦσι τῆσδε τῆς ὀρχή-

 σεως οὗτοι γενέσθαι πατέρες ἐπὶ τὸ πάντα μιμεῖσθαι

τῶν ἀνθρώπων τοὺς εὐτραπέλους ταῖς ἑαυτῶν μετα-

στάσεσιν ἐνάγοντες. οὐ γὰρ ἔτι αἰσχρὸν ἐδόκει τὸ

πάσας δέχεσθαι μορφάς μετὰ τοὺς θεούς. 

 57. Ἀλλ’ ἐπὶ τοὺς | θεωμένους ἤδη μέτειμι

 τούς, ὡς μὲν ἐγὼ φαίην ἄν, οὐ διεφθαρμένους, ὧς

δὲ ὁ σὸς λόγος, ἀπολωλότας. οἳ δικαίως ἄν μοι δο-

κοῦσιν ἀπαντῆσαί σοι πρώτοις ἐκείνοις. ἡμεῖς, Ἀρι-

στείδη, γυναῖκας ἔχοντες καὶ παῖδας τρέφοντες καὶ τά

ἡμέτερα αὐτῶν καὶ τὰ κοινὰ διοικοῦντες ἀναπαύλης

 εἵνεκα πρὸς τὸ θέατρον ἰόντες καθήμεθα σκοποῦντες,

εἴ τι κάλλους ἔπεστι τοῖς δεικνυμένοις, κἄν τις ἀπὸ

τῆς ὀρχήσεως τέρψις εἰς τὴν ψυχὴν εἰσέλθῃ διά τῶν

 

 



 



ὀμμάτων, ἡδίους ἀπερχόμεθα γεγενημένοι καὶ πάλιν

τῶν ἐπιπόνων ἁπτόμεθα φροντίδων βουλῆς, προνοίας,

λόγων, ἔργων. ἔπειτα τούτοις πιεσθέντες ἐπὶ τὴν αὐ-

τὴν τέρψιν ἀναβαίνομεν ἐξετάζοντες θέσιν ποδῶν,

φορὰν χειρῶν, νευμάτων ἃ διαβάλλεις εὐαρμοστίαν, 

ὅλως τοῦ παντὸς εὐσχημοσύνην.

εἰ δ’ ὁ ταῦτα

ποιῶν χρηστὸς ἢ πονηρὸς ἢ χαλεπὸς ἢ πρᾷος ἢ κρείτ-

των ἡδονῶν ἢ μή, τούτων οὐδὲν προσενθυμούμεθα

κριταὶ καθήμενοι ψιλῆς ὀρχήσεως, ὥσπερ, ὅταν πύκτας

θεώμεθα, τῶν τραυμάτων οὐκ ἀνερωτῶντες, εἰ πὰρ’ 

οὗ μείζους αἱ πληγαί, περὶ τούς γονεῖς οὗτος μέτριος.

πῶς οὑν ὑπὸ τῆς ὀρχήσεως διεφθάρμεθα; ὅτι

νεῦμα τούτων πλέον εἰς διαφθορὰν ἢ ἑτέρων

μηχανήματα εἰς τὸ παραστήσασθαι πόλιν. βαβαὶ

τῆς τῶν νευμάτων ἰσχύος. ὑπὲρ τἀς Λακεδαιμονίων 

ταῦτά γε μηχανὰς ἃς ἐπὶ τὸ Πλαταιέων τεῖχος ἀπέ-

στελλον. ποίαν δὲ καὶ διαφθοράν | λέγεις; πότερ’ 

ἐφ’ ἑαυτοὺς κινοῦσι τοὺς θεωμένους; ἢ πειρῶσι τούς

 

 



 



θεωμένους; εἰ γὰρ δὴ ταῦτα ὑφορᾷ, χρῆν δήπου μήτ’

ὀρχεῖσθαι νέους κελεύειν τοῦ μὴ κινεῖσθαι τοὺς θεα-

τὰς ὑπὸ τῆς νεότητος μήτ’ ἄγειν ἐπὶ τὴν τῶν ἀνδρῶν

ὄρχησιν θεατὰς νέους ὑπὲρ τοῦ διαφεύγειν τὰς τῶν

 ὀρχηστῶν ἐπιχειρήσεις τοὺς νέους. ἀνδρῶν γὰρ ὄψ

τῶν ἐκατέρων ὅσοι τε ἴασιν ὀψόμενοι καὶ παρ’ ὧν

τὰ θεάματα κίνδυνος οὐδεὶς ἐν ἐξήβοις. νῦν δὲ ἐχθροῦ

μᾶλλον ἐχρήσω ῥήμασιν ἢ προνοουμένου.

ὧς

τοίνυν οὐδ’ εἰ πάνυ κλῶνται καὶ κάμπτονται, τοῦτο

 τῶν θεωμένων διαφθορά, ῥᾷστον ἀπάντων ἰδεῖν. τίς

γὰρ οὐκ οἶδεν, ὡς ἡμέρας ὅλας ἀναλίσκομεν ἐν θεά-

τροις πλήθει καὶ ποικιλίᾳ θεαμάτων, οὗ πύκτας ἔστιν

ἰδεῖν, ἑτέρους μονομαχοῦντας ἢ θηρίοις ὁμόσε χω-

ροῦντας, ἄλλους κυβιστῶντας; ἆρ’ οὖν εὐθὺς ἐκ τῆς

 θέας εἰς τὸ παραπλήσιοι γενέσθαι τοῖς ὁρωμένοις ἐρ-

χόμεθα; καὶ διὰ μὲν τοὺς πύκτας θρασυνόμεθα, διὰ

δὲ τοὺς ἐν ὅπλοις ἐρῶμεν φόνων; οἱ κυνηγέται δέ

ἡμᾶς ἤγειραν λέοντα δέχεσθαι; κουφότεροι δὲ πηδᾶν

ὑπὸ τῶν κυβιστώντων γεγόναμεν; καὶ τίς ἢ τῷ πλησίον

 

 

 



 



ἐνεῖδέ τι τούτων ἢ αὐτὸς αὐτῷ;

καὶ μήν, εἰ μὲν

οἶς ὁρῶμεν ὁμοιούμεθα, πῶς οὐχὶ καὶ παρ’ ἐκείνων

τοῦτο δεδέγμεθα; εἰ δ’ οὐδὲν ἐκεῖθεν εἰς τοὺς θεατὰς

ἐρρύηκεν, οὐδὲ παρά τῶν ὀρχουμένων εἰκός. ἢ τὰ μὲν

τούτων | κρατεῖ τῶν ψυχῶν , τὰ δὲ ἐκείνων οὐ 

ταὐτὸν ποιεῖ; πῶς οὖν οὐ διαλέγῃ τοῖς Ἕλλησι μὴ 

εἶναι πυγμήν, μὴ εἶναι παγκράτιον, καθαρεύειν τοὺς

γυμνικοὺς ἀγῶνας ἀθλητῶν, εἰ τοὺς θεωμένους ποι-

οῦσιν ἀγριωτέρους; ὅτι τὸν ἐντυχόντα παίειν φύσεως

ἐστιν ἀγριωτέρας, οὐ λύμη τρόπων ἐκ τῶν ἀγώνων 

γεγενημένη, ταὐτὸ δὴ καὶ περὶ τῶν ἐκλελυμένων μένων δο-

κείτω περὶ τὴν φύσιν αὐτούς οὐκ εὐτυχεῖν, οὐκ ἐκ

τῆς θέας τῶν ὀρχηστῶν εἰς τὴν φύσιν βεβλάφθαι. 

 62. Βλαβερά, φησί, τὰ νεύματα. δηλαδὴ τὰ

τοῖς τῶν γυναικῶν ἐοικότα. δεῖ γάρ αὐτούς, εἰ μέλ- 

λοῦσιν εὐδοκιμεῖν, μιμεῖσθαι, τὸ δὲ μιμεῖσθαι κα-

λῶς τοῦτο ἔστι δήπου τῆς ἀληθείας ὅτι ἐγγυτάτω

γενέσθαι. οὐκοῦν, ἅ παρὰ τούτοις ἔστιν ἰδεῖν ἐν

ἡμέρας μικρῷ μέρει κατὰ μίμησιν, ταῦθ’ ἡμῖν συν-

 

 

 



 



εχῶς ἐπὶ τῆς ἀληθείας διὰ παντὸς ὁρᾶται τοῦ χρό-

νου. πᾶσα γοῦν οἰκία γυναικῶν πλήρης, εἰ δὲ γυ-

ναικῶν, καὶ νευμάτων. τοῖς γὰρ ἔργοις, οἶμαι, καὶ τὸ

νεύειν ἀναμέμικται. καὶ γάρ προστάττουσα καὶ δεο-

 μένη καὶ ὑπισχνουμένη καὶ φοβουμένη καὶ λοιδοροῦσα

καὶ διά πάντων ἰοῦσα νῦν μὲν μετὰ νευμάτων φθέγ-

ξεται, νῦν δὲ καὶ χωρὶς λόγων νεύσει. τοῖς δὲ ἀν-

δράσιν οὐκ ἔστι μὴ ταῦτα ὁρᾶν οἶς ἀνάγκη συνεῖναι.

ἀλλ’ ὅσοις ὀφθαλμοί, πάντως καὶ θέα γυναικείων νευ-

 μάτων.

ἆρ’ οὖν ἄπαντες διεφθάρμεθα τοῖς τῶν

γυναικῶν νεύμασι καὶ κέρδος ἂν ἣν ἀπεζεῦχθαι μη-

τρός, ἀδελφῆς, θυγατρός, θεραπαινῶν καὶ συγκλείειν

τἀς ὄψεις, εἴ που φανεῖεν. εἰ γὰρ ὃ πολλῷ λείπεται

 τῆς ἀληθείας, | ἡ μίμησις, ἱκανὸν διαφθεῖραι,

 πῶς εἰς αὐτήν γε τὴν ἀλήθειαν βλέποντας ἰνὶ σωθῆναι;

ὥσπερ γάρ εἰς παίδευσιν πολεμικῶν ἰσχυρότερον αὐ-

τὰς ὁρᾶν τὰς μάχας ἢ ταῖς εἰκόσιν ὁμιλεῖν αἳ τῶν πε-

πραγμένων ἔχουσιν εἴδωλα, οὕτως εἰ τὸ γυναικεῖον

νεῦμα βλαβερόν, βλαβερώτερον τὸ παρὰ τῆς χρείας

 κινούμενον τοῦ πρὸς παιδιὰν πλαττομένου. σὺ δ’

ἐκεῖνα μὲν οὐ φοβῇ, τούτοις δὲ ὧς ζημιοῦσι πολεμεῖς.

καὶ μή με οἴου λέγειν, ὡς οὐκ ἤδη τις γυναιξὶ

 



 



προσέχων τὸν νοῦν ἀνεφάνη γυναικίας, ὃς καὶ παρὰ

τῶν ὀρχηστῶν ἴσως ἂν εἰσεδέξατο βλάβην. ἀλλ’ οὔτε

γυναῖκας ἐξαλείψομεν , εἴ τις ὢν κακὸς τοῖς ἐκείνων

προσεχώρησε τρόποις κακίας τε τῶν ὀρχηστῶν οὐ

ποιησόμεθα σύμβολον τό τινα τῶν θεατῶν φανῆναι 

χείρω. ἀλλὰ μὴν ἔν γε τοῖς ἄρτι ῥηθεῖσιν ἐδείκνυτο

λογισμοῖς, ὧς ἔστιν ἐν ὀρχησταῖς σωφρονεῖν. εἰ δὲ

τοὺς μιμουμένους αὐτοὺς οὐ πάντως διαφθείρει τὸ

μιμεῖσθαι, πῶς ἀνάγκη πᾶσα τὸν θεατὴν διαφθείρεσθαι; 

 65. Θαυμάζω δὲ Ἀριστείδου εἰ δι’ ὧν μὲν ᾤετο 

νευμάτων κακιεῖν τὴν ὄρχησιν ὡς βλαβερὸν ὀξέως εἶδεν,

ἃ δὲ τούτοις ἣν ἐναντίως ἔχοντα, ταῦτα ἰδεῖν οὐκ

ἐβουλήθη, καὶ ταῦτα ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας, μᾶλλον δὲ

ἐν ὥρας ἐλαχίστῳ μέρει καὶ τούτων κἀκείνων γιγνο-

μένων. τί δέ ἐστιν, ὅ φημι;

εἰ μὲν ὅσα γυναι- 

κείου σχήματος, ταῦτα ἡ ὄρχησις ἀπολαβοῦσα καὶ τά

τοῖς ἀνδράσι προσήκοντα φυγοῦσα καθάπαξ ἐπὶ τού-

των ἐποιεῖτο τὴν διατριβὴν καὶ τοῦτο ἦν ἡ τέχνη,

γυναικῶν μίμησις, οὐδ’ οὕτω μὲν ἂν διέφθειρε γεν-

ναίαν φύσιν, ἴσως δ’ ἂν εἰκότως ἐπετιμᾶτο τὸ μὴ τὴν 

 

 



 



μίμησιν ἑκατέραν ἐν τῇ τέχνῃ συλλαβεῖν, ἐν ᾧ κἂν τὸ

τῆς ψυχαγωγίας πλέον καὶ τὸ μὴ δοκεῖν ἀτιμάζεσθαι

τὸ τῶν ἀνδρῶν γένος ἦν· εἰ δὲ δείκνυσι νῦν μὲν

ταῦτα, νῦν δὲ ἐκεῖνα καὶ πυκνὴ μετάστασις ἐφ’ ἐκά-

 τερον καὶ πρὶν δεῖξαι | τὴν γυναῖκα καθαρῶς,

 ἀπεπήδησεν εἰς ἄνδρα , τί τέμνων δίχα τὴν ὄρχησιν

καὶ τὰ μὲν παραλείπων, τὰ δὲ προφέρων διορύττεις

τὸ πρᾶγμα;

εἶδε Δηιάνειραν τὸ θέατρον, ἀλλὰ καὶ

τὸν Οἰνέα καὶ τὸν Ἀχελῷον καὶ τὸν Ἡρακλέα καὶ

 Νέσσον. εἶδε τὴν Δάφνην φεύγουσαν, ἀλλά καὶ τὸν

Ἀπόλλω διώκοντα. εἶδε τὴν Ἀταλάντην οὐκ ἄνευ γε

τοῦ Μελεάγρου. Φαίδραν ὀρχηστὴς ἐποίησεν ἐρῶσαν,

ἀλλὰ καὶ τὸν Ἱππόλυτον προσέθηκεν, ἐγκρατῆ νεανίσκον.

Βρισηὶς ἀπάγεται τῆς Ἀχιλλέως σκηνῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν

 κηρύκων. εἶδες τὸ γύναιον, εἶδες καὶ τοὺς ἄνδρας.

ἅρμα εἶδες ἐπὶ θαλάττης, Ποσειδῶνος δῶρον, νύμφην

κομίζον ἆθλον ἱππικῆς ἀγωνίας. ἐν τῷ αὐτῷ δίφρῳ

καὶ τὸν Πέλοπα κατόψει.

πολλάς σοι παρθένους

ἔδειξε τὰς Λυκομήδους καὶ παρθένων ἔργα καὶ ὄργανα,

 

 



 



τὴν ἠλακάτην, τὸν ἄτρακτον, τὸ ἔριον, τὸν στήμονα,

τὴν κρόκην καὶ δὴ καὶ τὸν Ἀχιλλέα μεμίμηται παρ-

θένον ὑποκρινόμενον. μὴ δείσῃς. οὐκ ἐνταῦθα στήσει

τὴν ὄρχησιν, ἀλλ’ Ὀδυσσεὺς ἐπὶ θύρας ἔρχεται καὶ

Διομήδης μετὰ τῆς σάλπιγγος καὶ τὸν ὄντα ἀντὶ τοῦ 

δοκοῦντος ὁ Πηλέως ἐκφαίνει. κἂν τὸν ἐν Τροίᾳ δέῃ

δεῖξαι, κτείνοντα ὄψει τὸν ἥρω καὶ τὴν μελίαν σείοντα

καὶ φοβοῦντα καὶ ταράττοντα καὶ τὸν Ἕκτορα σφάτ-

τοντα καὶ τὸν νεκρὸν ἕλκοντα καὶ πηδῶντα τῶν πεν-

τάθλων μακρότερα. 

 69. Τοῦτο δὴ τὸ παρὰ σοὶ κακιζόμενον. ὁ καὶ

θαυμάσαι τις ἄν, εἰ ἃ μὲν οἱ πένταθλοι ποιοῦσιν οὐκ

ἐκβάλλεις τῆς Ὀλυμπίας , ἃ δὲ τἀκείνων ὑπερβαίνει,

τούτων ἀξιοῖς κατηγορεῖν. καὶ ἡ μὲν παροιμία φησὶν

ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα θαυμάζουσα τοὺς τῷ πηδήματι 

παριόντας τὸ μέτρον, σὺ δὲ αὐτὸ τὸ νικᾶν ἐν τῷ πη-

 

 



 



δᾶν τοὺς πεντάθλους εἰς αἰτίαν τίθης. καίτοι τί ποτ’

ἂν τοῦδε μεῖζον ἐζήτησας ἐπαινεῖν ὡρμημένος; τοσοῦ-

 τόν ἐστι τὸ τῆς ἀληθείας. νικᾷ πολλάκις | συ-

κοφαντίαν καὶ τὸν κατήγορον ἄκοντα τοῦ φεύγοντος

 ἐπαινέτην ποιεῖ. 

 70. Ἀλλ’ ἐκεῖσε ἐπάνειμι, ὅτι δι ἑκατέρου τοῦ

γένους ἡ μίμησις ἴρχεται, κἂν ἀνθρώπους ὑποδύωνται

κἂν θεούς. ὁ γὰρ τὴν Ἤραν καὶ τὴν Ἀφροδίτην δει-

κνύων καὶ τὴν Κόρην οὗτος καὶ τὸν Δία καὶ τὸν Ἄρην

 καὶ τὸν Πλούτωνα δείξει. καὶ εἰ φήσει τις, ὅτι τὰ

γάμων μιμεῖται καὶ κῶμον καὶ χορείαν, ἀντακουέτω

τὴν τῶν Λαπιθῶν πρὸς Κενταύρους μάχην καὶ τὸν

κρατοῦντα τῶν κακούργων Θησέα καὶ τοῦ Ταύρου

καὶ τοῦ Μινωταύρου καὶ τὸν μέχρι τῶν χρυσῶν μήλων

 ἐκτείνοντα τοὺς πόνους Ἡρακλέα. πότερ’ · οὖν, ὅτι

μιμοῦνται γυναῖκας, διαφθείρουσι μᾶλλον, ἢ διότι

τοὺς ἄνδρας, ὠφελοῦσι τοὺς θέω μένους; εἰ γάρ, 6ταν

μὲν ἐκεῖνα ποιῶσι, τήκουσι τὰς ψυχάς, ὅταν δὲ ταῦτα

 

 

 

 



 



δεικνύωσιν, ἐγείρουσι τἀς ψυχάς, οὔκουν λυμαίνονται

μᾶλλον ἢ βελτίους ἀπεργάζονται;

καὶ οὔπω λέγω

τοῦθ’ ὅτι τὸ μὲν οἰκεῖον δεινὸν παρακαλέσαι πρὸς

ζῆλον, τὸ δὲ ἀλλότριον ἀσθενές, ὥστ’ ἀναγκαίως ἔχειν

τοῖς μὲν ἀνδρείοις σχήμασιν ἕπεσθαι τοὺς ἄνδρας, 

τοῖς δὲ γυναικείοις οὐκ ἐνδιδόναι. ἀλλ’ ἀφίημι τοῦτο

καὶ κείσθω τὴν ἴσην ἐφ’ ἑκατέρου, τοῦ μὲν βλάβην

εἷναι, τοῦ δὲ σωτηρίαν. οὐκοῦν εἰ μὲν ἢ ταῦτα ἤ

ταῦτα ὅλως ἐδείκνυσαν, ἢ παντελῶς ἂν ἐζημίουν τοῖς

γυναικείοις ἢ παντελῶς ἂν ὠφέλουν τοῖς ἀνδρείοις· 

ἐπεὶ δὲ ἀναμίξαντες ὀρχοῦνται, τὰ μὲν ὠφελεῖν ἐπι-

τήδεια φῶμεν ὑπὸ τῶν βλαβερῶν ὠφελεῖν κεκωλῦσθαι,

τά δὲ βλάπτειν ἱκανὰ ταὐτὰ πάσχειν ὑπὸ τῶν ὰμει-

νόνων, ὥστε τὰ μὲν ἀνωφελῆ καθίστασθαι | διὰ 

τῶν βλαβερῶν, τά δὲ ἀβλαβῆ διὰ τῶν χρηστῶν. μήτ῾ 

οὖν σὺ κατηγόρει τῆς ὀρχήσεως ὡς ζημιούσης ἐγώ

τἑ αὐτὴν οὐ φήσω πρὸς ἀρετὴν ἄγειν, ἀλλ’ εἶναι τὸ

ἔργον αὐτῆς ὅσον εὐφρᾶναι τὸν θεώμενον. ἡ δ’ ἀζή-

 

 



 



μιος ἡδονὴ τοῖς εὖ φρονοῦσι περισπούδαστον καὶ οὐ

τῶν ψέγεσθαι μᾶλλον ἢ τῶν ἐπαινεῖσθαι δικαίων εὐ-

εὑρίσκεταί. 

 72. ^Εγώ μὲν οὖν τοῖς ὑπὲρ ὀρχήσεως λόγοις καὶ

 τοῖς ποιηταῖς συναγωνίζομαι, τοῖς δὲ κατὰ τῆς ὀρχή-

σεως Ἀριστείδης καὶ ποιητὰς ἐλαύνων ἐλέγχεται, τὸν

Ὅμηρον, τὸν Αἰσχύλον, τὸν Εὐριπίδην, τὸν Σοφοκλέα,

τὸν Μένανδρον, πολλοὺς ἑτέρους. πῶς; ὅτι πάνΤες

οὗτοι μιμοῦνται γυναῖκας καὶ τότε μάλιστα ἐπαινοῦνται,

 ὅταν μάλιστα μιμῶνται καὶ τὸ πρόσφορον ἑκάστη σωθῇ.

καὶ τοσούτῳ γε μᾶλλον μιμοῦνται τῶν ὀρχηστῶν, ὅσῳ

λόγος συγκείμενος μείζων κινήσεως ἀφώνου. καὶ ὁ

μὲν εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν ἐμβαίνει τε καὶ ἵσταται,

τοῖς δὲ ὀρχουμένοις ἀρκεῖ μὴ τῶν σχημάτων ἀπολει-

 φθῆναι. 

 73. Λέγε δὴ παρελθών· διεφθείροντο μὲν ὑπὸ

τραγῳδίας οἱ πάλαι, διεφθείροντο δὲ ὑπὸ κω-

μῳδίας. Ὅμηρος δὲ ἀπώλλυ τὴν Ἑλλάδα καὶ

 

 



 



πρὸ τῆς Ἑλλάδος αὐτὸν Βρισηίδα θρηνοῦσαν

μιμούμενος καὶ Πηνελόπην καὶ Ἀφροδίτην τε-

τρωμένην. λέγε δεῖν καὶ νῦν κεκλεῖσθαι μὲν ποιηταῖς

διδασκαλεῖα, κεκλεῖσθαι δὲ τοῖς ὑποκριταῖς τὸ θέατρον,

ἵνα μὴ τραγῳδὸς εἰσελθὼν Πασιφάην μιμήσηται τὴν 

ἐξοκείλασαν εἰς ἀλλόκοτον ἔρωτα μηδ’ αὖ κωμῳδὸς

τἀς παρὰ τῷ Μενάνδρῳ τικτούσας καὶ πολλὰ ἕτερα.

τί γὰρ δήποτε τούτοις μὲν δίδως εἰσελθεῖν,

οἱ διχόθεν μιμοῦνται τὰς γυναῖκας, τῷ τε λόγῳ καὶ

τοῖς | σχήμασιν; ἢ τοῦτό γε οὐκ ο·ἶσθα ὧς ὅς ἂν 

μὴ συνεισενέγκῃ τὰ σχήματα τοῖς λόγοις, ἀπώλεσε 

τὴν εὐφωνίαν ὑπὸ τῆς ἡσυχίας, ἢν καιρὸς ᾖ κινεῖσθαι;

διόπερ πολλοὶ μὲν τῇ φωνῇ κρατοῦντες οὐ μετέχοντες

τοῦ κινεῖσθαι καλῶς ἧττον ηὔφραναν, πολλοὶ δὲ κατὰ

τὴν φωνὴν λειπόμενοι τῇ περὶ τὸ σχηματίζεσθαι πλε- 

ονεξίᾳ πρὸ τῶν κρειττόνων ἐτέθησαν. εἶθ’ ὁ μὲν τὴν

 

 



 



Πλαγγόνα εἰσιὼν καὶ τῷ προσώπῳ καὶ τοῖς ἐσθήμασι

καὶ πᾶσιν ἀπλῶς οἷς ἔνεστι τὴν γυναῖκα μιμούμενος

οὐκ ἐμβάλλει τὸ θέατρον εἰς αἰσχρὰς ἡδονάς· ἐὰν δὲ

ὀρχηστὴς μετενέγκῃ τὴν χεῖρα, μεστοὶ γυναικίσεως οἱ

 παρόντες κατέβησαν καὶ πρὸ τούτων ἐκεῖνος ἀπῆλθε

τοιοῦτος;

καὶ μὴν ὑπέρ γε τραγῳδίας καὶ κωμῳ-

δίας Πλάτωνι μαχόμενος καὶ τὰς ὀρχήσεις αὐτῶν ἀναγ-

καίως ἐπαινεῖς. ἐν δέ γε ταύταις ἔνι δήπου καὶ τὸ

κορδακίζειν· εἶτα οὐ δεινὸν κόρδακι μὲν εἶναι τόπον

 ἐν θεάτρῳ καὶ μὴ ἔχειν αἰτίαν ὧς διαφθείρει τοὺς

παρόντας, περὶ δὲ ὀρχήσεως, ἐν ᾖ πλείστη σπουδὴ μὴ

παραγυμνοῦσθαι μηδαμῆ, δοξάζειν τε αὐτὸν τὰ χείρω

καὶ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν ὁμοίαν δόξαν ἄγειν; 

 76. Ἀλλ’ οὐχ ἡμεῖς γε τῶν σῶν λόγων μᾶλλον ἢ

 τῶν πραγμάτων ἑξόμεθα. τί οὖν λέγει τά πράγματα;

 

 

 



 



μᾶλλον δὲ ἀπόκριναί μοι· ἆρά γε τὸ πόλεων ἄρχειν

καὶ θεραπεύειν ἔθνος καὶ πολλοῖς ὁμοῦ πορίζειν εὐ-

δαιμονίαν ψυχῆς ἐστι κακῶς ἠγμένης καὶ διεφθαρμένης

καὶ μεστῆς ἡδονῶν καὶ βεβαρημένης ὑπὸ τῶν τῆς ψυχῆς

νοσημάτων | ἢ τοὐναντίον πεπαιδευμένης, σώ- 

φρονος, ἐκκεκαθαρμένης, κούφης, ὀξὺ βλεπούσης, κρείτ- 

τόνος ἡδονῶν, τὸ δίκαιον ζητούσης τε ἀνδρείως καὶ

ποιούσης ἰσχυρότερον ἀδικίας;

ἐγὼ μὲν οὐδὲν

ἡγοῦμαι μεῖζον ἀρχῆς εἰς γνώμης βάσανον, οἶμαι δὲ

καὶ τῇ παροιμίᾳ ταὐτὰ δοκεῖν, ἤ φησιν ἐν ἀρχῇ τὸν 

ἄνδρα δείκνυσθαι. τούτων τοίνυν, Ἀριστείδη , τῶν

πρὸς ὄρχησιν οὐκ ἀηδῶς ἐσχηκότων εἰς ἀρχάς τινες

κατασταθέντες πῶς ἄν, εἴπερ ἦσαν διεφθαρμένοι, μετε-

χείρισαν τὰς πόλεις; βούλει σοι διέλθω; κατεφρό-

νησαν μὲν ἂν θεῶν, ἐξήλασαν δ’ ἂν τὴν δίκην, παρ- 

ἔβησαν δ’ ἂν τοὺς νόμους, ἀπέδοντο δ’ ἂν τὴν

ψῆφον, διεξῆλθον δ’ ἂν τὸν χρόνον μετά μὲν τῶν

 

 



 



ἀνομωτάτων ταττόμενοι, τοῖς βελτίστοις δὲ πολεμοῦντες,

χρήματα τὰ μὲν κλέπτοντες, τὰ δὲ ἁρπάζοντες, τῇ

γαστρὶ χαριζόμενοι, μέθῃ προσκείμενοι, παῖδας ἐν ἴσῳ

καὶ γυναῖκας ὑβρίζοντες.

ἀλλ’ ὁρᾷς τούτων μὲν

 οὐδέν, ἃ δ’ ἂν συνεύξαιτό τις καὶ παισὶ καὶ φίλοις,

σωτῆρες πόλεων οὐκ ὀλίγοι τούτων ἐγένοντό τε καὶ

ἀνεκηρύχθησαν καλλίω στέφανον τὸν ἔπαινον τοῦ ἐκ

Πίσης ἀνῃρημένοι φόβῳ καὶ πειθοῖ καὶ κολάσει πρὸς

τὸ δίκαιον καὶ τὸ δέον ἑκάστῳ χρησάμενοι, τῇ μὲν τὸ

 ἀνίατον ἐκκόπτοντες,τῇ δὲ τὸ δυνάμενον εἴκειν ἄγοντες,

τῷ δὲ τὸ μέλλον ἀσελγαίνειν κατέχοντες, οὔτε τὸ σω-

φρονοῦν ἐν πενίᾳ περιορῶντες πλούτοις τε ἀδίκοις

ἐμφράττοντες τὰς ὁδούς, οἶνον διωθούμενοι, τρυφὴν

φεύγοντες, ὕπνου ῥώμην ἐλέγχοντες, τῇ ψήφῳ συμμα-

 χοῦντες τῇ δίκῃ, πόλεων μεγέθη μὲν | φυλά-

 ξαντες, μικρότητας δὲ μεταθέντες, ὁμοίαις χερσὶν ἁφά-

μενοί τε τῆς ἀρχῆς καὶ ἀπελθόντες. τούτους οὐχ ὑπὸ

 

 



 



τῶν ὀρχηστῶν ἀγαθοὺς γεγενῆσθαι λέγω, φημὶ δέ γε

μηδὲ κεκωλῦσθαι παρὰ τῶν ὀρχηστῶν ἀγαθοὺς γε-

νέσθαι. 

 79. Καὶ ἐπιρρεῖ δὴ ῥητόρων ὄχλος καὶ τῶν ἑκαστα-

χοῦ πολιτευομένων, ὧν οὔτε ὀρχηστῶν ὧς εἰπεῖν 

ἀθέατος οὐδεὶς οὔτ’ αὖ σιγῇ δέξεται τὴν παρὰ σοῦ

μέμψιν, ὧς ἄρα διέφθαρται, τὴν παρά τῶν πραγμάτων

αὐτῶν ἔχων μαρτυρίαν ὧς ὑγιαίνει. πρὸς Δῖός, αὐτὸς

δὲ σὺ τοὺς σαυτοῦ λόγους ἡδέως ἂν δεικνύοις ἀν-

θρώποις διεφθαρμένοις καὶ παρά τοῖς οὕτως ἔχουσι 

θαυμάζοιο καὶ διατρίβοις ἐν πόλεσι τὰ τοιαῦτα νοσού-

σαις; ἀλλ’ ἐῶ τὴν διατριβήν, πολλαὶ γὰρ ἀνάγκαι δι’

ἃς ἄν τις οὗ μὴ βούλοιτο διατρίβοι.

ἀλλὰ τὸν

παρὰ τῶν διεφθαρμένων θηρεύειν ἔπαινον οὐκ αἰσχρόν;

σὺ τοίνυν ὁ τοῖς Λακεδαιμονίοις φάσκων παραινεῖν 

μόνοις διὰ τὸ τοὺς ἄλλους εἰδέναι δυσχερανοῦντας τὸν

λόγον ποῦ τοὺς πολλοὺς καὶ καλοὺς ἐδημιούργεις

λόγους; ἐν ποίαις ἀνεγίνωσκες τῶν πόλεων; τοῖς τίνων

ἐμετεωρίζου κρότοις; οἶμαι μέν, οὐ Σπάρτην ἐργαστή-

 



 



ῥίον ἐποιήσω τῆς τέχνης οὐδὲ παρὰ τὸν Εὐρώταν ῥεῖν

ἀφῆκας τοὺς λόγους, ἀλλὰ τὸν Ἑλλήσποντον ἐπῄεις,

τὴν Ἰωνίαν, Πέργαμον, Σμύρναν, Ἔφεσον καὶ τὴν

πρώτην τεκοῦσαν τὸ κακόν, ὧς αὐτὸς λέγεις,

 Αἴγυπτον. ἐπέβης δὲ καὶ Ῥώμης, ἐν ᾗ τὸ τῆς ὀρ-

χήσεως ἔντιμον.

οὐκοῦν ἐν μὲν τῇ τούτων κατη-

γορίᾳ φὴς διεφθάρθαι τὰς πόλεις, ἐν οἷς δὲ ἔπραττες

σωφρονεῖν ὁμολογεῖς τἀς πόλεις. ἐλοῦ δὴ δυοῖν θά-

τερον, ἢ τῶν διεφθαρμένων δοκεῖν ἐπιθυμεῖν ἢ τού-

 τοῖς οὐ καλῶς ἐγκαλεῖν. οὕς, οὐκ | οἷδ’ ὅ τι

 προπαθών, οὕτω μισεῖς ὥσθ’ ἴνα τὸ τούτων εἴποις

κακῶς, πορνείας διώκεις τὴν οἰκουμένην, εἴ γε οἱ μὲν

οὕτω πόρρω κακίας ἤλασαν, ὡς μηδ’ ἂν ὑπομεῖναι

τὸν περὶ τοῦ παύσασθαι λόγον, Λακεδαιμόνιοι δέ

 πολὺν ἤδη χρόνον τὴν διαφθορὰν δεξάμενοι καὶ ἀγα-

πῶντες οὕτω ποιοῦσιν ἀλλότρια τῶν νόμων, ὡς μηδ’

ἂν ἐνεγκεῖν τὸ τοῦ Λυκούργου πρόσωπον παρόντος

ἐξαίφνης.

ἔπειτα οὐ συνίης διά σαυτοῦ τὸ ξίφος

ἐπὶ τοὺς ἄλλους ὠθῶν; τὸν μὲν γὰρ ἄπειρον τῆς τῶν

 

 

 

 



ὀρχηστῶν θέας οὐκ ἦν οὕτω δήπου περὶ τοῦ πράγ-

ματος διελθεῖν, τὸν δὲ καθόσον μετασχόντα τῆς θέας

εὐθὺς μετειληφέναι τῆς λύμης λέγεις. ὥσθ’ ὁ καλὸς

ἡμῖν Ἀριστείδης οὐ διαφεύγει τὸ μὴ οὐ τῶν διεφθαρ-

μένων εἶς γεγονέναι. ἀλλ’ εἶδε μέν, οὐ διεφθάρη 

δέ. καλῶς καὶ πειθομένῳ γε λέγεις. οὕτω συγχωρείτω

δὴ καὶ τούς ἄλλους ἀγαθοὺς ἐν τῇ θέᾳ μεμενηκέναι

καὶ νομιζέτω καὶ παρ’ ἑτέροις εἶναι τῆς τοῦ καλοῦ

μερίδος πρόνοιάν τινα καὶ λόγον. 

 83. Φθόροι, φησίν, οὗτοι καὶ λύμη πόλεων.

πρὶν δὲ γενέσθαι τήνδε τὴν ὄρχησιν, τὸν τῶν ἱε-

ρέων, εἰπέ μοι, καὶ προφητῶν βίον ἐβίουν ἄπαντες; καὶ

ὑπὸ τούτων ἐγένοντο θηλυδρίαι Κλεισθένης, Φιλό-

ξενος, Ἀμυνίας, Ἀριστόδημος, Βάθυλλος, Διόγνητος,

 

 

 



Δῆμος, Κλεινίας, Ἀγάθων, Χρύσιππος, Πολυπαίδης, Ἁρ-

μόδιος, Κτήσιππος, Φίλιππος, Τίμαρχος, ἕτεροι μυρίοι; |

 τί δ’ ὑπὸ τούτων ἐπαιδεύθησαν τὸ ἄρρεν διώκειν

Εὔμνηστος, Θράσυλλος, Λάϊος, Ἀριστογείτων, Παμμένης,

 Δημοκράτης, Χαβρίας, Μισγόλας, Καλλίας, Κριτίας,

Παυσανίας, Ἀρχίδαμος, οἱ Λακεδαιμονίων βασιλεῖς

τῆς ἐπαινουμένης πόλεως;

καὶ τί δεῖ πάντας κατα-

λέγειν, ἔργον πεντετηρίδος ὅλης, ἀλλ’ οὐκ ἐκεῖνο

 

 

 



 



λέγειν, ὅτι, εἰ μὲν τούτοις συνεισῆλθε τοῖς ὀρχησταῖς

ἡ παράνομος Ἀφροδίτη, καιρὸν ἂν εἶχε τῷ σοφιστῇ τὰ

ἐγκλήματα, εἰ δ’ οὔπω ταύτης εἰς μέσον ἡκούσης ἦσαν

οἱ τὴν φύσιν ἀδικοῦντες, τί ἄν τις τὰ τοσούτῳ πρό-

τερα τῆς ὀρχήσεως τῇ χρόνοις ὕστερον ἐκφανείσῃ 

περιάπτοι; ὥσπερ ἂν εἰ καὶ τὸν πυρετὸν καὶ τά ἄλλα

ἀρρωστήματα τῶν ὀρχηστῶν ἔφασκεν εἶναι εὑρήματα.

τὸν Μενέλεων δὲ φὴς αὐτὸν ῥίψαι τὸ ξίφος οὐκ

ἔχων ὀρχηστὴν αἰτιάσασθαι τῆς κακίας, πλὴν εἰ τὸν

Μηριόνην. Βοιωτοῖς δὲ ποῖος ὀρχηστὴς ἔθηκε τὸν 

κάκιστον νόμον εἶναι κάλλιστον ἐραστῇ χαρίσασθαι;

τὴν δὲ Ἦλιν τίς ἔπεισε τούτοις αὐτοῖς χρήσασθαι καὶ

τὸν ἐπὶ τοὺς νέους δρόμον ἀνοῖξαι τοῖς περὶ τὰ κάλλη

κεκινημένοις; οὔτε τὸ μὴ πάλαι τὴν ὄρχησιν εἷναι

 

 



 



ταύτην σωφρονεῖν ἔπειθε τἀς πόλεις οὔτ’ ἐπειδήπερ

εἰσῆλθεν, ἡγήσατο πρὸς ἀσέλγειαν, ἀλλὰ τῇ προαιρέσει

τῶν νόμων, ὥσπερ τά ἄλλα, καὶ ταῦτα ἀκολουθεῖ

χαλεπότητι μὲν κωλυόμενα, πρᾳότητι δὲ παρακαλού-

 μένα.

οὗ μὲν οὖν ἐπαινεῖται, πολὺ πράττεται ·

οὗ δὲ μέσως κολάζεται, τολμᾶται μέσως· τῆς δίκης δὲ

λαβούσης μέγεθος ἐπιεικῶς εἴργεται· ἐξ οὗ τοίνυν ὀρ-

χησταί, λέγω τοὺς νῦν, θάνατος ἡ δίκη τοῖς τὰ τοι-

αῦτα ἀδικοῦσιν. ὥστε εἰ παρά Βοιωτοῖς ἀπὼν ὁ φόβος

 πάντας ἐνῆγε τοὺς μὲν ἐρᾶν, τοὺς δὲ χαρίζεσθαι, |

 τό γε νῦν τὸν ἔσχατον ἐπικεῖσθαι φόβον τοὺς

μὲν ἐν σωφροσύνῃ τηρεῖ, τοὺς δ’ ἀνέδην οὐκ ἐᾷ

πλημμελεῖν τῆς οὐ καλῆς ἡδονῆς ὑπὸ τῆς τοῦ ζῆν

ἐπιθυμίας νικωμένης. ὁπότ’ οὖν πρὸ μὲν τῶν ὀρχηστῶν

 ἣν ἐξουσία τῆς ὕβρεως, ἐν ᾧ δὲ οὗτοι χρόνῳ, θάνατος

τοῖς ὑβρίζουσιν ἡ δίκη, πῶς ἐξ οὑπερ ὀρχησταί, πό-

λεων ἡ λύμη; 

 87. Τῶν γὰρ ᾀσμάτων ἐπιλαμβάνεται καὶ τοῦ χοροῦ,

τοῦ μὲν ὧς οὐκ ἀπὸ σπουδαίων οὔτ’ ἀνδρῶν οὔτε

 



 



γυναικῶν ἡθροισμένου, τῶν δὲ ὡς μαλθακώτερον ἐχόν-

των καὶ βλαπτόντων εἰς ἀνδρείαν, ὥσπερ ἐκείνου τε

καὶ ἡμῶν οὐκ ἂν ἡδέως καλλίω μὲν ἰδόντων χορόν,

βελτίω δὲ δεξαμένων μέλη. ὡς ἔδει γε τῆς Ἀνακρέοντος

μούσης ἀπορροήν τινα τούτοις ἐργάζεσθαι τὰς ᾠδάς. 

τὸ γὰρ αὐτὸ τὴν ὄρχησιν μὲν ἂν ἀπελάμπρυνε τού-

τοις, τῷ θεάτρῳ δ’ ἂν ἐπηύξησε τὴν εὐωχίαν ἀλλ’

εἰ μὴ Σαπφοῦς εὐποροῦσι, διὰ τοῦτο ἀδικοῦσιν; ὥσπερ

ἂν εἴ τις τὴν τῶν ἀριστέων ἀνδραγαθίαν ψέγοι τῇ

τῶν σκευοφόρων φαυλότητι. ἣν δέ, οἶμαι, κάλλιον 

ἐῶντα τὴν ὄρχησιν ἐπανορθοῦν τά περὶ τὸν χορὸν ἢ

ταῖς κατὰ τῶν χορευτῶν αἰτίαις τὴν ὄρχησιν ἀναιρεῖν.

προσήκειν μὲν οὖν μουσικῇ ἀκριβείᾳ τὰς ᾠδὰς οὐκ

ἂν φαίην, ὅτῳ δὲ βλάπτουσι τοὺς ἀκροωμένους εὑρεῖν

οὐκ ἰχῶ. σὺ δὲ τὴν τῆς μουσικῆς ἐξετάζων φύσιν 

λέγεις μὲν ἀληθῆ, τῶν παρόντων δὲ ἀλλότρια. οὐ

γὰρ ὡς γενναίων ᾀσμάτων ἀκουσόμενοι καὶ προσέξοντες

 

 



 



τὸν νοῦν ἐρχόμεθα οὐδὲ τὸ μὴ κατασχεῖν ἅ τις ἤκουσε

ζημία, τοσοῦτον δὲ ἀπαιτοῦμεν μόνον, ὑπηρετῆσαι

τὴν φωνὴν τοῖς σχήμασιν. οὐ γὰρ ἡ ὄρχησις ὑπὸ

τῶν ᾀσμάτων πληροῦται, τῆς ὀρχήσεως δὲ εἵνεκα τὰ

 ᾄσματα εὕρηται. καὶ τὴν ἡμέραν κρίνομεν τῷ τῆς

ὀρχήσεως κάλλει καὶ αἴσχει, οὐ τοῖς τῶν ᾀσμάτων ὀνό-

μασιν ἢ ῥυθμοῖς, ἀλλ’ ἐκείνων μὲν βραχὺς ὁ λόγος,

ἡ δὲ ἐξέτασις τοῦ ναύτου καὶ τοῦ θηρατοῦ καὶ τοῦ |

 ποιμένος.

ἢν δὲ λέγῃς εἰς τὰς ψυχὰς κατα-

 δύεσθαι μουσικήν, ἐκείνην λέγεις ἢν ἐλάμβανον εἰς

κιθαριστοῦ βαδίζοντες οἱ νέοι παρά Κόννον ἰόντες,

παρὰ Λάμπρον φοιτῶντες, πλείω σπουδὴν τούτῳ νέ-

μοντες ἢ παλαίστραις καὶ γράμμασιν ἡ, εἰ βούλει γε,

τὴν ἴσην χρόνῳ καὶ πόνῳ καὶ μαθήσει κτώμενοι τὸ

 μουσικῆς ἀγαθόν. ἐντεῦθεν ὁ μαθὼν τοῦ μὴ μαθόντος

κατεγέλα καὶ ὁ βαρβίτῳ τὰς χεῖρας οὐκ εἰδὼς προσ-

άγειν ἐκωμῳδεῖτο. εἰ δὲ ἴσον ἣν τῷ μαθεῖν τὸ παρα-

τρέχοντα ἀκοῦσαι καὶ τὰς ψυχὰς ὁμοίας εἰργάζετο,

 

 



 



πάντας ἂν ὁμοίους ἐποίει τότε τὰ θέατρα κοινῆς τῆς

ἀκροάσεως οὔσης.

οὕτω δὴ καὶ νῦν, ἂν μὴ δείξης,

ὡς οἱ τῶν ᾀσμάτων τούτων ποιηταὶ περιρρέονται μα-

θηταῖς καὶ ὑφηγοῦνται τὰ μέλη καὶ τῆς ἴσης φροντί-

δὸς τούτοις τε συγγενέσθαι καὶ σοφισταῖς, οὐδεμία 

βλάβη παρὰ τοῦ χοροῦ ψυχαῖς εἰς τὴν ὄρχησιν τετα-

μέναις καὶ τὴν ᾠδὴν ἐν ἐλάττονι ποιουμέναις. ὥστ

οὐ κατακλῶνται μὲν οὐδ’ ἄθυμοι παντάπασιν ἀπο-

βαίνουσιν, εἰς τοῦτο γάρ, οἶμαι, σοὶ τὸ κατακλᾶσθαι

φέρει.

εἰ δὲ δὴ τὰ ᾄσματα τὸν θυμὸν οὐκ ἐᾷ 

ζεῖν ἐν ἑκάστῳ, τὰ μέγιστα τὴν οἰκουμένην εὖ ποι-

οῦντα λανθάνει. δήμων γὰρ ἀστρατείας ἀπολαυόντων,

εἰ μὴ τὸ θυμοειδὲς πραΰνοιτο, περὶ τοὺς πολέμους οὐκ

ἔχον ἀναλωθῆναι στάσεων ἀφορμὰς ἐκπορίζει τῷ πλήθει.

τούτους οὖν εἰ κατεπᾴδει τά ᾄσματα, καθάπερ ὄφεις 

τινὰς, καὶ παρασκευάζει τὴν ἡσυχίαν στέργειν, ὑπὸ

τῶν ᾀσμάτων αἱ πόλεις σωζόμεναι τῶν τὰ μέγιστα

εὐεργετούντων ἠμελήκασι ποιητῶν.

οὑτωσὶ μὲν κἂν

 

 



 



πάνυ σε φῶμεν ἀληθῆ λέγειν, ἐστιν εὐσχήμων ὁ λόγος

 τοῖς ᾄσμασιν, ὡς δ’ οὐ | παντάπασιν ἐκτρίβει τοῦ

θυμοῦ τὴν φύσιν οὐδὲ ἐκλύει καθάπαξ οὐδὲ πᾶς ἀκρο-

ατὴς ἐκνενευρισμένος κάθηται, δῆλον ἐκεῖθεν. ὅταν

 γὰρ διῃρημένοι ταῖς σπουδαῖς, οἱ μὲν ὡς τοῦτον, οἱ

δὲ ὡς ἐκεῖνον, οἱ δὲ ὡς ἕτερον, βοὴν μὲν ἐγείρωσι

τραχεῖαν, συμπεσόντες δὲ ἐρίζωσι προτιθεὶς ἕκαστος

τῶν ἄλλων ὂν ᾕρηται τὼ χεῖρε μὲν παρ’ αὑτοῖς ἔχοντες

διὰ τὸ σωφρονεῖν, λόγῳ δὲ μαχόμενοι διὰ τὸ ἐρρῶσθαι,

 τότε τοὺς ὁρῶντας διδάσκουσιν ὧς οὐ σφόδρα γεγό-

νασι μαλθακοὶ διὰ τῶν ᾀσμάτων. 

 93. πάλιν τοίνυν Ἀριστείδης εἷς γίνεται τῶν κατα-

κεκλασμένων. λέγει γάρ ὡς ὁ τούτοις ὑποθεὶς τὰ

ὦτα διέφθαρται. τῶν τοίνυν ὑποθέντων ἐστὶν

 ἡμῖν καὶ αὐτός. τῶν γὰρ δὴ παίδων τινὲς διακονοῦντες

δεσπόταις εἰς ἀγορὰν τρέχοντες κἀκεῖθεν οἴκαδε τῶν

ᾀμάτων ἅττα ἂν διασώσωνται διά τῶν στενωπῶν σπεύ-

δοντες ᾄδουσιν, ὥστε καὶ τοῖς μὴ βουλομένοις ἀκούειν

 

 

 



 



ἀνάγκην ἀκούειν εἶναι καὶ τῇ συνεχείᾳ παρὰ τοῖς οὐκ

ἐθέλουσιν ἀκούειν τὴν μνήμην ἐνίοτε πήγνυσθαι. διε-

φθάρης οὖν καὶ αὐτός. ἤ κατὰ τὸν Ζάμολξιν ὑπὸ γῆς

ἐδιῃτῶ καὶ διέφευγες τὴν ἅλμην; ἤ κηρὸν ἐμβαλὼν

τοῖς ὠσὶ περιῄεις καὶ τὰς Σειρῆνας παρέπλεις; καὶ 

μὴν κατηγορεῖς γε τῶν ᾀσμάτων. τοῦτο δὲ οὐκ ἂν

ἀρνήσαιο μὴ δικαίως ποιεῖν, εἰ μὴ πᾶν, ὡς ἔοικε, |

τὸ ἐν αὐτοῖς βλαβερὸν ἐξήτακας. τοῦτο δὲ οὐκ 

ἔστιν ἀνηκόῳ τῶν ᾀσμάτων ποιῆσαι. γέγονας τοίνυν

ἀκροατὴς τῶν ᾀσμάτων καὶ τὴν ἀσπίδα ἔρριψας.

καὶ 

τί δεῖ μακρολογεῖν; οἶς γὰρ ἐπιστούμην ὑπὸ τῆς ὀρ-

χήσεως οὐ διεφθάρθαι τοὺς θεατάς, ἐν ᾧ καὶ τῶν

ἀρχόντων ἐμνήσθην, ταῦτα καὶ τὸν ὑπὲρ τῶν [ἄλλων]

ᾀσμάτων ἔλεγχον ἔχει. οἱ γὰρ μετὰ τῆς ὀρχήσεως καὶ

τῶν ᾀσμάτων κεκοινωνηκότες εἰ πεφήνασιν ἀγαθοί, 

μαρτυροῦσι μηδέτερον αἴτιον εἶναι διαφθορᾶς. εἰ γάρ

 

 



 



ἡ μὲν ὄρχησις οὐκ ἦν κακόν, τὰ δὲ ᾄσματα, πάντως

ἄν, εἰ μὴ παρ’ ἐκείνης, ἔκ γε α τούτων

νῦν δὲ οὐ διεφθάρησαν. ἑκάτερον ἄρα τοῦ λυμαίνεσθαι

κεχώρισται. σὺ δὲ σεμνότερος εἶ τοῦ δέοντος καὶ

 περικόπτεις ὥσπερ λειμῶνος τὰ τῆς εἰρήνης ἡδέα. 

 95. Ὦι τοίνυν τοὺς πολλοὺς ἀνήρτηται καὶ ὃ πλεῖστοι

περιφέρουσιν ἐν στόμασιν, οἱ θαυμάζειν δὲ εἰδότες

ἀγνοοῦσι διότι θαυμάζωσι, τοῦτο τυράννου ῥήματι

προσέοικε μᾶλλον ἢ λόγῳ πίστιν ἔχοντι. μνησθεὶς

 γὰρ τῶν ἀπὸ τοῦ ποδὸς συντελούντων τοῖς δρωμένοις

τούτοις, φησίν, ὅσον τῆς βλαύτης περίεστι,

τοσοῦτον ἐχρῆν ἀφαιρεῖν τῶν ποδῶν. διὰ τί,

πρὸς θεῶν; ἤ διὰ τοῦτο μόνον, διότι σοι τοῦτο δέ-

δοκται; εἶτα τὴν τοῦ ῥήτορος τάξιν ἔχων ἁρπάζεις

 τὴν τοῦ δικαστοῦ τὸ μὲν ὧς ἀδικοῦσι | δεικνύειν

 φυγών, ἃ δ’ ἐχρῆν παθεῖν, εἴπερ ἑάλωσαν, λέγων, μὴ

 

 

 

 



 



σύ γε, ἀλλ’ ἔλεγχε μέν. καὶ γὰρ διώκεις, τῆς ζημίας

δὲ ἕτερος ὁριστής. ἀλλ’, οἶμαι, αἰ, τοὺς ἐγείροντας ψόφον

οὐκ ἔχων εἰπεῖν ὧς εἰς μαλακίαν ἄγουσιν ἀπορίᾳ

τῶν ἐλέγχων τὴν τιμωρίαν ἔταξε.

τῷ ποδί, φησί,

τὴν σκηνὴν καταρρηγνύντες. ἀλγεῖς οὖν ὑπὲρ 

τῶν ξύλων καὶ τοῦτο ἔστι τὸ ἔγκλημα; ἀλλὰ τὸν κτύ-

πον δυσχεραίνεις ὅλως; οἱ οὖν τοῖς ξίφεσι τὰς ἀσπίδας

κρούοντες ἐν παρατάξει καὶ προκατασείοντες τὰς γνώμας

τῷ φόβῳ τὰς χεῖράς εἰσιν ἀποκόπτεσθαι δίκαιοι πρὸς

μέτρον τῶν ξιφῶν; οἱ δὲ κυμβάλοις θεραπεύοντες 

τοὺς θεούς, ἔστι δὲ κἀκεῖ πολλάκις τῶν ποδῶν τὸ

ἔργον, οἱ τἑ τυμπάνοις ἱλεούμενοι τὸ θεῖον τί παθεῖν

ἄξιοι; πόσον ἀποκοπῆναι;

κτύπου δεῖ τοῖς ὀρχη-

σταῖς, ὦ δαιμόνιε, μείζονος, ὃς τά τε τοῦ χοροῦ διοι-

κήσεται πρὸς τὴν χρείαν καὶ συμβαλεῖ τοῖς ὀρχησταῖς 

εἰς εὐρυθμίαν. οὗτος δ’ ἀπὸ ψιλοῦ τοῦ ποδὸς οὐκ

ἂν ἀποχρῶν εἴη. δεῖ δή τινα κανόνα σιδηροῦν ἀπὸ

τῆς βλαύτης ὁρμώμενον ἀρκοῦσαν ἠχὴν ἐργάσασθαι.

διὰ τοῦτ’ ἄρα τούς συντελεῖς παραιρῇ τὸν πόδα καὶ

 

 

 



 



μιμῇ τὴν παλαιὰν ὠμότητα συμβουλεύων πόδας ἀπο-

κόπτειν, ὡς χεῖράς τινες, μᾶλλον δὲ καὶ χεῖρας ἐκ τῶν

αὐτῶν λογισμῶν καὶ κεφαλάς, χεῖρας μὲν ὅσαι σεῖστρα

φέρουσιν, ἐπειδὴ τοῦ κρότου τοῦ δι’ αὐτῶν ἐζήτησάν

 τι πλέον, κεφαλὰς δέ, διότι κυνῆν ἐπέθεντο καὶ ὑπὲρ

αὐτῆς ἀνέστησαν λόφους.

τραγῳδοὺς δὲ ποίει

βραχυτέρους γόνατα διατέμνων, ἐπειδήπερ ἐμβάτας

ἀναβάντες ἐμηχανήσαντο τοὺς ἄλλους ὑπεραίρειν. τὸν

δὲ σαλπιγκτήν σοι λείπεται ζῶντα κατορύττειν, ὡς

 οὐδὲν αὐτοῦ τοῦ σώματος ἰσομέτρητον τῇ σάλπιγγι,

μᾶλλον δὲ οὐδὲ ἅπαν τὸ σῶμα. πολλά δὲ καὶ παρα-

λείπω, τόξον, βέλος, ἀκόντιον, δόρυ, σμινύην, ἄρο-

 τρον, ἃ τοὺς | χρωμένους ἀκρωτηριάσεται τοῦ

σοῦ νικῶντος δόγματος. εἰ γὰρ ἐν οἶς ὀργάνων ἄν-

 θρωποι προσδέονται δεῖ τοσοῦτον ἀποκόπτεσθαι τοῦ

σώματος, ὁπόσον ἐστὶ τὸ ὄργανον, οἱ μὲν τὸν Ἱππο-

λόχου δέξονται θάνατον, τοὺς δέ, εἰ μὴ μέλλουσι

δώσειν δίκην, ἴσους δεῖ τοῖς Ἀλωέως γενέσθαι παισίν,

ὥστε καὶ τῶν μηχανημάτων ἃ προσάγουσι τοῖς τείχεσιν

 

 



 



εἷναι δίκην λαβεῖν. ὁρᾷς οἷ τὸ πρᾶγμα βαδίζει διὰ

τὴν ὀργήν σου τὴν κατὰ τῆς βλαύτης; 

 99. Ἴσως τοίνυν τις ὑπολήψεται· καὶ πῶς, εἴπερ

ἡγῇ τὸ πρᾶγμα καθαρεύειν βλάβης, αὐτός τε

ἀπέχῃ τούς τε νέους κωλύεις; ὅτι τὸ μὲν ἐμόν, ὦ 

βέλτιστε, τοιοῦτόν ἐστιν, ὥστε μόλις εἰς τὰ ἀναγκαῖα

σχολῆς ἀπολαύειν. ὁ γὰρ Ἑρμῆς ἐπιὼν ἀποσπᾷ καὶ

τραπέζης καὶ λουτρῶν καὶ δεῖ πάσας ἀφελόντα τὰς

ἔξωθεν ἡδονὰς προσηλῶσθαι τοῖς λόγοις. ὅθεν δὴ

καὶ τοῖς πολλοῖς δύσκολος εἶναι δοκῶ οἷα δὴ τὴν 

ἀνάγκην ἤ με καθείρξασα ἔχει μὴ προσενθυμουμένοις.

ἐγὼ δὲ καὶ τῆς ὑγιείας προδότης γεγένημαι τῇ περὶ

τοὺς πόνους ἀπληστίᾳ, καὶ νουθεσίαις οἰκείων καὶ

φίλων οὐδὲν ἐνδιδοὺς παραπαίειν δοκῶ. πῶς οὖν

ἔμελλον καταλήψεσθαι θέαν καὶ καλοῦσιν ὀρχησταῖς 

ὑπακούσεσθαι τοιούτοις οἴκοι δεδεμένος παιδικοῖς;

νέῳ δὲ ὀρχηστὴν Ι ἐξέσται μὲν θεωρεῖν, νῦν 

δὲ οὐκ ἔξεστι, καὶ περὶ ὁ σπουδάζων ὕστερον οὐκ

 

 



 



ἀδικήσει, τούτου νῦν ἐχόμενος οὐκ εὖ φρονήσει. διὰ

τί; ἐκ Δελφῶν ἡ συμβουλή σοι φοιτᾷ τὸν καιρὸν

ἐπαινοῦσα. τίνος οὖν ὁ παρὼν καιρός; πόνων καὶ

τοῦ μαθεῖν. τίνος δὲ ὁ μετὰ ταῦτα; σπουδαίων ὁμοῦ

 καὶ τερπνῶν. ὁ τοίνυν ἐπειγόμενος παραβαίνει μέν

τὸν νόμον τῇ σπουδῇ, ζημιοῦται δὲ τῷ παρακαίρῳ.

οὐ δὴ τῆς ὀρχήσεως ἐστι κακία τῶν καιρῶν ἡ

φυλακή. καὶ γὰρ τὰς τῶν ἵππων ἁμίλλας, αἷς οὐδαμοῦ

μέμφῃ, βλαβερὸν ἡγοῦμαι τοῖς νέοις, εἰ μεταφέροιεν

 ἑαυτοὺς ἐπ’ αὐτὰς ἀπὸ τῶν λόγων. καὶ γὰρ τὸ πο-

λιτεύεσθαι καὶ γαμεῖν καὶ καλὰ καὶ δίκαια καὶ πό-

λεσιν ἀσφάλεια μεγίστη καὶ σωτηρία, ἀλλ’ ἐὰν οἷς

οὔπω ταῦτα προσήκει καὶ γαμῶσι καὶ πολιτεύωνται

καὶ μὴ συνᾴδῃ τὰ γιγνόμενα τῷ χρόνῳ, τὸ φύσει

 καλὸν τοῦ καιροῦ στερηθὲν οὐ τοιοῦτον ἀπέβη. τῶν

λόγων ὁ νέος ἔστω νῦν ὥσπερ ὁ πλέων τῆς θαλάττης,

ἐπειδὰν δὲ λιμένος ἀμφότεροι λάβωνται, τότε τοῖς

ἑκατέρων ἐμπόροις ὑπάρξει τοῖς ἀπὸ τῆς σκηνῆς χα-

 

 

 

 



 



ρίσασθαι τῇ γνώμῃ. ὁ δὲ τὸ μὴ τοῖς νέοις δεδόσθαι

θεωρεῖν κατὰ τῆς ὀρχήσεως λαμβάνων παραπλήσιον

ποιεῖ τῷ κακίζοντι τὴν ὄρχησιν, ὅτι τοῖς τὰ πελάγη

διαβάλλουσιν οὐκ ἔστι θεωρεῖν ἐν τῷ πλεῖν. 

 102. Οἷς μὲν | οὖν εἶχον αὐτὸς ἐξελέσθαι τῆς 

συκοφαντίας τὸ πρᾶγμα, ταῦτά ἐστι, γένοιτο δ’ ἂν 

ἴσως καὶ μείζων βοήθεια τοῖς ὀρχησταῖς ἀπὸ βελτίονος

ῥήτορος· αἰσχυνοίμην δ’ ἄν, εἰ ψόγου πόρρω κατα-

στήσας τὴν ὄρχησιν μὴ καὶ τῷ τῆς εὐφημίας μέρει

προσήχκουσαν ἐπιδείξαιμι. 

 103. Πρῶτον μὲν οὖν οὐ παντός ἐστι σώματος

ὑποδέξασθαι τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ὥσπερ ἐπὶ σκυλάκων

καὶ πώλων καὶ τῶν εἰς ἀθλητὰς μελλόντων τελεῖν οἱ

τούτων ἕκαστον δεινοί γε ἰδεῖν δοκιμασίαν προσά-

γοντες τὰ μὲν ἐγκρίνουσιν ὅσα τῷ τύπῳ τῶν σωμάτων 

μηνύει τὴν ἐπὶ τῶν πράξεων ἀρετήν, τὰ δ’ οὐκ ἀρκέ-

 

 

 



 



σοντα τοῖς ἔργοις ἀπορρίπτουσιν, οὕτω δεῖ καὶ τὸν

παῖδα δηλοῦν, ὡς ὕψους μὲν ἐφίξεται μετρίου, πολυ-

σαρκίας δὲ οὐχ ἅψεται. δεῖ δὲ αὐτῷ καὶ αὐχένος ὀρ-

θοῦ καὶ βλέμματος οὐχ ὑπτίου καὶ δακτύλων εὖ

 πεφυκότων καὶ ὅλως κάλλους, ὃ πλεῖστον ἐν τοῖς τῶν

θεῶν πράγμασι, μάλιστα δὴ μεταληπτέον ὀρχηστῇ.

παραλαβὼν δὲ αὐτὸν ὁ παιδοτρίβης εἰς πλείους

καὶ θαυμασιωτέρας καμπὰς ἤ τὸν παλαιστὴν περιάξει

ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἀνάγων ὑπὲρ τῶν νώτων τὼ πόδε

 καὶ πρός γε ἔτι προκύπτειν τοῦ προσώπου καταναγκά-

ξων, ὥστε τὰς πτέρνας τοῖς ἀγκῶσι πελάζειν. ἐπειδὰν

δὲ ἐργάσηται τὸ σῶμα κύκλον, ὥσπερ τινὰ λύγον,

κινεῖ πρὸς δρόμον οἷα τροχόν, τὸ δὲ θεῖ. καὶ τοῖς

μέλεσιν ὁ δρόμος οὐ γίνεται βλάβη. πάλαι γὰρ δὴ

 πεπαίδευται τούτων ἕκαστον ὑγρὸν εἷναι μικροῦ διοι-

κίζοντος ἀπ’ ἀλλήλων τοῦ παιδοτρίβου τὰ μέλη καὶ

 τὰς συμβολάς τηροῦντός τε αὐτοῖς | ὁμοῦ καὶ

 

 

 

 



 



διιστάντος, ὥστε καὶ χεῖρας καὶ πόδας ὅποι τις ἂν

ἄγῃ τοῦ λοιποῦ σώματος ἀκολουθεῖν, ὥσπερ, οἶμαι,

κηροῦ φύσιν.

τοιοῦτον μὲν ὁ γυμναστὴς τῷ δι-

δασκάλῳ παρασκευάσει τὸ σῶμα, λαβὼν δὲ ἐκεῖνος

εὐπειθῆ τῶν μελῶν τὴν ἁρμονίαν εἰς ἅπαντος σχήματος 

καταστήσει μίμησιν. μόχθος δὲ ἀμφοῖν οὐ μικρός,

τοῦ μέν, ὅπως ὑφηγήσαιτο, τοῦ δέ, ὅπως εἰσδέξαιτο.

καὶ τοῦ χρόνου τὸ μὲν τὰς μελέτας ἔχει, τὸ δὲ τῶν

μελετηθέντων ἔννοιαν. δεῖ γὰρ καὶ τοῦ κινεῖσθαι πε-

παυμένον φυλάττειν ἐν τῇ ψυχῇ τὰ πεπονημένα. ὥστε 

καὶ οὗτοι σαφῶς ἴσασιν, ὅτι τῶν πόνων πωλοῦσιν

ἅπαντα οἱ θεοὶ τἀγαθά.

ὥσπερ γὰρ οἷς ἔρως

συλλέξασθαι λόγους, τούτοις μέγιστον εἰς τὴν ἐπι-

θυμίαν ἐφόδιον οἱ πόνοι καὶ οὐκ ἔστιν ὁμοῦ τό τε

σῶμα παχύνειν καὶ τὴν ψυχὴν θεραπεύειν, οὕτως οὐκ 

ἔστιν ὄρχησιν καὶ πλησμονὴν συνελθεῖν, ἀλλ’ ἀνάγκη

 

 



 



τὸν θατέρου γλιχόμενον ἀφεστάναι θατέρου. ὥστε ἢν

ἐπιστὰς ὀρχηστῇ δειπνοῦντι τοῦτον ἴδῃς ὑπερεσθίοντα,

ψηφίζου τὸν ἄνδρα μὴ πολὺ βελτίω τῶν λίθων εἷναι·

τὴν γὰρ τέχνην ὑπὸ τῆς τρυφῆς ἀπολωλεκέναι.

καὶ

 μᾶλλον ἄν τις εὖροι λόγους σπουδαίους μετ’ οἴνου

συντεθέντας ἢ σωθεῖσαν ὄρχησιν ἐν σώματι μὴ τῆς

γαστρὸς κολαζομένης. οὔτε γὰρ λαβεῖν ἔστι τὸ πρᾶγμα

τὴν ἀρχὴν ἤ δι’ ἐγκρατείας καὶ λαβόντι τοῦτ’ αὐτὸ

τῶν κτηθέντων φυλακτήριον. ὡς ὅστις αὑτὸν ἐπαφὴν

 τραπέζαις, εἰς μόλυβδον ἀντὶ πτηνοῦ μεταβέβληκεν.

 εἰ οὖν ἐν πλησμονῇ | μέν Κύπρις, ἐν πεινῶντι

δὲ οὔ, πόρρω τῶν ἀφροδισίων οἱ πλησίον ἀκριβοῦς

ὀρχήσεως καὶ παράδειγμα ταύτῃ γε χρηστοῦ τινος, οὐκ

ἐπιζημίου. τοιαύτη μὲν εἴσοδος εἰς τὴν τέχνην καὶ

 φρουρὰ τῆς τέχνης τοῖς ἀσελγέσι καὶ φθόροις, ὡς ἂν

τις εὖ φαίη, παντελῶς ἄβατος. 

 

 

 



 



 108. Οὐ μὴν ἔστιν εἰπεῖν, ὧς ταλαιπωροῦνται μέν,

εἰς ἄχρηστον δὲ τοῖς δήμοις, ἀλλά μοι δοκεῖ πάντων

εἷναι χρησιμώτατον ὡς ἐν τοῖς παροῦσι. σκόπει δέ.

ἐγὼ νομίζω τούς ποιητὰς ἐν δόξῃ καὶ θαύματι καὶ

λόγῳ καὶ πᾶσι γέρασιν εὐθύς τε ἐξ ἀρχῆς γενέσθαι 

καὶ νῦν ἔτι καθεστάναι, οὐχ ὅτι τῶν ἔργων τοὺς ἀν-

θρώπους ἀπάγοντες ἐν τῇ τῶν ἐπῶν ἀκροάσει καταν-

ήλισκον τὸν χρόνον τηνάλλως ᾄδοντες, ἀλλ’ ὅτι μνή-

μῃ παλαιῶν ἔργων ἐπαίδευον τοὺς συλλόγους κατὰ

τῶν πρὸ τοῦ γεγενημένων οὐκ ἐῶντες ἰσχύσαι τὴν 

λήθην ὑπὲρ τῶν ἔτι ζώντων.

ὁ γὰρ δὴ πεπλη-

ρωμένος τῆς τῶν ἡρώων καὶ γνώμης καὶ τύχης ἀμεί-

νων ὁμιλῆσαι πράγμασιν ἐν τοῖς ἐκείνων παθήμασι

τὸν αὐτοῦ βίον ὀρθῶν. ἀκούων γὰρ σωμάτων καὶ

χρημάτων καὶ τυραννίδων ἔρωτας εἰς συμφοράν τοῖς 

τετυχηκόσι τελευτήσαντας καὶ τοὺς ἀδικοῦντας ἀπολλυ-

μένους καὶ τοὺς ἠδικημένους κρατοῦντας τὴν τοῦ δι-

καίου τάξιν εὑρίσκων ἀσφαλεστέραν αὐτῷ παραινεῖ

 

 



 



τὴν δικαιοδύνην τιμᾶν.

ᾧ δὲ μάλιστα ἄνθρωπος

πιέζεται, παίδων θανάτοις, τοῦτο πῶς οὐκ ἂν ἐνέγκοι

πεντήκοντα παῖδας ὁρῶν ἐν ὀφθαλμοῖς πατέρων κει-

μένους καὶ θυγατέρα σφαττομένην ἀνθ’ ἱερείου πατρὸς

 ἄγοντος καὶ πάλιν ἑτέρους | ὑπὸ τῶν χειρῶν τῆς

 μητρός, πή μὲν μανείσης, πη δὲ ἐπισταμένης. τὸ δὲ

μηδ’ ἐκείνῃ λυσιτελῆσαι τῇ Κόλχῳ ξένῳ συμπρᾶξαι

κατὰ τῆς οἰκείας μηδέ γε τῷ σωθέντι τῆς σεσωκυίας

ὑπεριδεῖν, ταῦτα πάντα παιδεύματα τῶν ἴσων ἀνείρ-

 γοντα.

καλὸν εἰς τὸν βίον καὶ καρτερία. ταύ-

τὴν ἡμᾶς ἀνὴρ Ἰθακήσιος διδάξει μετά τὴν πολλὴν

θάλατταν καὶ τὸ σπήλαιον τοῦ Κύκλωπος καὶ τὴν

ὑπὲρ τοῦ πορθμοῦ τὰς πολλὰς προβάλλουσαν κεφαλὰς

οἴκοι τοὺς οἰκέτας παίοντας καὶ ἐναλλομένους φέρων.

 <καὶ> a ὅλως ἢ φιλοτίμων πράξεις ἀκούοντες ἢ

 

 

 

 

 



 



τῶν ἁμαρτίας ἢ συμφορῶν ὑπερβολὰς τὰ μὲν μιμεῖ-

σθαι, τῶν δὲ ἀπέχεσθαι παιδευόμεθα.

ἴως μὲν

οὖν ἤνθει τὸ τῶν τραγῳδιοποιῶν ἔθνος, κοινοὶ δι-

δάσκαλοι τοῖς δήμοις εἰς τὰ θέατρα παρῄεσαν· ἐπειδὴ

δὲ οἱ μὲν ἀπέσβησαν, τῆς δὲ ἐν μουσείοις παιδεύσεως 

ὅσον εὐδαιμονέστερον ἐκοινώνησε, τὸ πολὺ δὲ ἐστέ-

ρητο, θεῶν τις ἐλεήσας τὴν τῶν πολλῶν ἀπαιδευσίαν

ἀντεισήγαγε τὴν ὄρχησιν διδαχήν τινα τοῖς πλήθεσι

παλαιῶν πράξεων, καὶ νῦν ὁ χρυσοχόος πρὸς τὸν ἐκ

τῶν διδασκαλείων οὐ κακῶς διαλέξεται περὶ τῆς οἰκίας 

Πριάμου καὶ Λαΐου. 

 113. Φροντίζουσα δὲ ἡ τέχνη τοῦ τἀς ψυχὰς ἐγρη-

γορέναι παύσασα πολλάκις τὴν φωνὴν τοῦ χοροῦ διὰ

τῶν σχημάτων παιδεύει τὸν θεατὴν αἱρεῖν τὸ πρᾶγμα.

καὶ τὸ μὲν Ἀθηνᾶς δεικνυμένης Ἀθηνᾶν ἐννοεῖν καὶ 

 

 

 



 



Ποσειδῶνος Ποσειδῶ καὶ Ἡφαίστου γε Ἥφιστον οὔπω

πάμμεγα, τὸ δὲ δι’ Ἀθηνᾶς μέν τὸν Ποσειδῶ, διά δὲ

Ἡφαίστου τὴν Ἀθηνᾶν, διά δὲ Ἄρεος Ἥφαιστον, διά

 δὲ Γανυμήδους Δία, διὰ δὲ Ἀχιλλέως | Πάριν,

 ταῦτα ποίων οὐ γρίφων ἱκανώτερα ψυχὴν ἀκονᾶν;

τοιγαροῦν ὅστις ταῦτα ὀξύς, οὐ ῥᾷστος ἐν τοῖς

ἄλλοις κλαπῆναι. τὸ δὶ αὐτὸ καὶ τοῖς πολλοῖς καὶ

τοῖς δεξιωτέροις χρήσιμον. τοὺς μέν γὰρ ἅπερ οἴα

ἐπίστανται δύναται διδάσκειν, τούς δὲ ἅπερ ἴσασιν

 ἀναμιμνήσκει. καὶ εἴ γε τὴν ἀμβλυτέραν γνώμην ἐν

ταῖς πράξεσιν ἀχρηστοτέραν ἡγούμεθα, τήν γε ὑπὸ

τῶν ὀρχηστῶν θηγομένην πῶς οὐ φήσομεν ἐπιτηδείαν

εἷναι πράγμασι χρῆσθαι;

βούλει μαθεῖν ὅπως

ἰσχύσεις ψυχὴν λύπη βεβαπτισμένην ἀνενεγκεῖν καὶ

 ῥᾴω καταστῆσαι; λαβὼν ἄνθρωπον ἐστερημένον [ἤ]

φιλτάτων ἢ χρημάτων ἢ περιυβρισμένον ἢ πεπληγμένον

 

 



 



ἄγε πρὸς τὸ θέατρον, δεῖξον αὐτῷ δι’ ὀρχηστοῦ πα-

λαιὰς βασιλείας καθῃρημένας καὶ κουφιεῖς. ἀπένεγκε

τὴν διάνοιαν ἀπὸ τῶν τυράννων εἰς κώμους καὶ παν-

ηγύρεις καὶ τάχα ὄψει τὴν κατήφειαν ἀπιοῦσαν, εἰ

δὲ μὴ πᾶσαν, τὸ γοῦν πλέον. ὥστ’ οὐ πολὺ τῆς παρά 

τοῦ ῥήτορος τοῖς πενθοῦσι βοηθείας ὀρχηστὴς δεύτερος. 

 116. Ἀλλὰ μήν, εἴ γε τὸ βλέπειν εἰς ἀγάλματα

θεῶν σωφρονεστέρους ἀπεργάζεται τῇ θέᾳ, τὰ πάντων

οὗτός σοι δίδωσιν ἐπὶ τῆς σκηνῆς ὁρᾶν οὐκ ἐν λίθῳ

μιμούμενος, ἀλλ’ ἐν αὐτῷ παριστάς, ὥστε κἂν τὸν 

ἄκρον ἀγαλματοποιὸν εἶξαι τῶν πρωτείων ὀρχησταῖς

ἐν κρίσει τοῦ περὶ ταῦτα κάλλους. ποία γὰρ γραφή,

τίς λειμὼν ἥδιον ὀρχήσεως καὶ ὀρχηστοῦ θέαμα πε-

ριάγοντος εἰς ἄλση | τὸν θεατὴν καὶ κατακοιμί- 

ζοντος ὑπὸ τοῖς δένδρεσιν ἀγέλας βοῶν, αἰπόλια, 

ποίμνια καὶ τοὺς νομέας ἱστῶντος ἐπὶ φρουρᾷ τῶν

θρεμμάτων τοὺς μὲν σύριγγι χρωμένους, τοὺς δὲ αὐ-

 

 



 



λοῦντας ἄλλον ἐν ἄλλοις ἔργοις; τίς δ’ οὐκ ἂν ἡμε-

ρώτερος εἴη καὶ γυναικὶ καὶ οἰκέταις δεῖπνον αἱρού-

μενος ἐπὶ τοιαύτῃ θέᾳ τῆς ἐκ τοῦ πράγματος ἡδονῆς

ἐνδιαιτωμένης ἐπὶ πλεῖστον τῇ γνώμῃ; ποίοις δὲ εἰκὸς

 ὀνείρασι τὸν ἐκ τούτων ἀναπαυόμενον ὁμιλήσειν; ἐμοὶ

μὲν γὰρ δοκεῖ τοῖς ψυχαγωγίαν ἔχουσι.

τίς δ’

οὐκ ἂν γέρων καὶ ῥᾴθυμος, ὁ μὲν τῆς φύσεως, ὁ δέ

τῆς ἡλικίας ἀμείνων εἰς τὸ κινεῖσθαι γένοιτο παρακα-

λούμενος ὑπὸ τῶν ἐκείνου πηδημάτων; πότερον δὲ

 τὰς Φαιάκων ναῦς ἢ τὰς τούτων στροφὰς εὐλογώτερον

εἰς τάχος εἰκάσαι νοήματι καὶ πτερῷ; τό γέ τοι δι’

ἀκριβείας ὀφθῆναι τῶν δρωμένων ἕκαστον ὑπὸ τῆς

ὀξύτητος ἡρπάσθη πολλάκις μεταπίπτοντος εἰς ὅ τι

βούλει τοῦ σώματος. Πρωτεὺς Αἰγύπτιος μικροῦ τού-

 τῶν ἕκαστος. φαίης ἂν αὐτοὺς τῇ ῥάβδῳ τῆς Ἀθηνᾶς,

ἢ τὴν ἰδέαν τοῦ Ὀδυσσέως τρέπει, πάντα φαίνεσθαι,

πρεσβύτας, νέους, ταπεινούς, ὑψηλούς, κατηφεῖς, ἀνει-

μένους, διακόνους, δεσπότας. τὼ πόδε δὲ κἂν διερευ-

 

 



 



νήσαιτό τις μὴ Πέρσεως αὐτοῖς ἐνῇ πλεονέκτημα.

πότερον δέ ἄν τις ἀγασθείη μειζόνως τὴν τῆς |

περιφορᾶς ἐν πλήθει συνέχειαν ἢ τὴν ἐξαίφνης 

ἐπὶ τούτῳ πάγιον στάσιν ἢ τὸν ἐν τῇ στάσει τηρού-

μενον τύπον; ὧς μὲν γὰρ ὑπόπτεροι περιάγονται, τε- 

λευτῶσι δὲ εἰς ἀκίνητον στάσιν ὥσπερ κεκολλημένοι,

μετά δὲ τῆς στάσεως ἡ εἰκὼν ἀπαντᾷ. πόνος δὲ μεί-

ξων ἕτερος συγκαταλῦσαι τῷ ᾄσματι. τοσοῦτος τοῦ

μέτρου λόγος ἐν ὀρχησταῖς. παρ’ ὧν ἡ τέρψις ταῖς

πόλεσιν ἀμιγὴς κακῶν. παλαιστὴς μέν γε πα- 

λαιστὴν ἤδη κατέαξε καὶ παγκρατιαστὴς ἐν τῷ πόνῳ

τὸν ὀφθαλμὸν ἐξεκόπη καὶ τὸν ἀντίτεχνον ἡνίοχος

ἀνατρέψας ἀπ·ώλεσεν, ἵππου δὲ ἤδη φόνος καὶ πόλιν

ὅλην διέστησε καὶ πρὸς λίθους καὶ πῦρ καὶ σφαγὰς

προήγαγεν · ὄρχησις δὲ κακὸν οὐδὲν οὔτε ἔτεκεν οὔτε 

μὴ τέκῃ. δικαίως. καὶ γὰρ αὐτὴν ἔτεκεν ὁ καιρῶν

εἰρηνικώτατός τε καὶ φιλοπαίγμων, ὁ δρέπανα μέν ἐπὶ

 

 

 

 



 



βότρυς ἀιὼν, βότρυς δὲ ἐπὶ ληνούς, ἑορτὴν δὲ ποιώ τὼ

Διονύσου τὸ δῶρον. διόπερ καὶ τοὔνομα τοῖς ὀρχησταἲς

ἀπὸ τῶν ἐν ἀρχῇ περὶ τοὺς ὂρχους σκιρτημάτων. 

 119. Ὃ τοίνυν μέγιστον εἰς φιλοτιμίαν τῶν φιλο-

 σόφων | ἐνίοις, τὸ ταῖς αὑτῶν πατρίσι λῦσαί τινας

 δυσκολίας, τούτῳ καὶ Πριηνεύς ὀρχηστὴς σεμνύνεται.

συνῆν μὲν γὰρ Ἀντιόχῳ τῷ βασιλεῖ. Πριήνην δὲ

ἔλων ἐκεῖνος ᾆσμα ἐκέλευεν ὀρχεῖσθαι, τὸ δὲ ᾆσμα

ἣν ἐλευθερία. τοῦ δὲ φήσαντος ἀδικήσειν, εἰ τά τοι-

 αὐτὰ ὀρχοῖτο ἐν δουλευούσῃ τῇ πόλει, ποιεῖ κάλ

Ἀντίοχος Πριήνην ἐλευθέραν. 

 120. Ταύτην τοίνυν, Ἀριστείδη, τὴν δικαιοσύνηι

καὶ παρρησίαν ἐκ διεφθαρμένης ψυχῆς γεγενῆσθαι νο-

μίζεις; ἢ τὸν οὕτω καλὸν καὶ γενναῖον πολίτην καὶ

 τὸ τῇ πατρίδι βοηθῆσαι περὶ πλείονος ποιησάμενον

τοῦ κολακεῦσαι δυνάστην φθόρον προσερεῖς; οὐκ ἄρα

δόξεις ἔξω φιλονεικίας εἶναι.