XLVIII. 
 ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΛHN. 
 ὅσοις μὲν πρὸς ὅσους ἐχρησάμην ὑπὲρ ὑμῶν
παρὰ πάντα τὸν χρόνον, ὦ βουλή, λόγοις οὐ πρὸς
τοὺς ὑπὸ τοῖς βασιλεῦσιν ἔχοντας τὰς ἀρχὰς μόνον,
 ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτῶν ἐκείνων τὸν ἄριστον, οὔθ’ ὑμᾶς
οὔτ’ ἄλλων ἀνθρώπων οὐδὲ ἕνα ἀγνοεῖν ἡγοῦμαι. καὶ
γὰρ εἰ δύναμιν ἔχοντάς τινας οἷς ἐπαρρησιαζόμην ἐλύ-
πουν, δεινότερον ὅμως ἐδόκει μοι τοῦ παθεῖν τι κακὸν
εἰπόντα ἃ προσῆκεν ἡ μετὰ τῆς σιωπῆς ἀσφάλεια·
 ἐπεὶ δ’ ὑμῖν ὑπὲρ ὑμῶν αὐτῶν διαλεχθῆναι καιρός,
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 
οὐδὲ τοῦτο παρήσω τῶν ἀτόπων εἶναι νομίζων ἑτέρους
μὲν ἀξιοῦν εὖ ποιεῖν ἡμῖν τὴν βουλήν, αὐτὴν δὲ μὴ
πείθειυ τῶν αὑτῆς προνοηθῆναι. 
 2. Ἐλπίζω μὲν οὖν ὑμᾶς ἔσεσθαί μοι χαλεπούς,
εἰ καὶ τὸ συμφέρον ἔχουσαν κομίζων ἥκω γνώμην. 
πεφύκασι γὰρ ἄνθρωποι τῶν σὺν μέμψεσιν ὠφελίμων
προκρίνειν τὰς μετὰ βλάβης χάριτας. ἀλλ’ οὔτε πρὸς |
ἄλλους ἐγὼ τοιοῦτος οὔτε νῦν πρὸς ὑμᾶς, ὡς τοῦ 
μὲν μισουμένου καὶ δίκας ἐθέλοντος λαβεῖν ἐκεῖνο ἂν
ἦν, τοῦ δὲ τιμῶν τετυχηκότος καὶ δικαίως ἂν ἀμοιβὰς 
ἀποδόντος τοῦτο. καὶ δοῖεν μὲν οἱ τὴν πόλιν ἡμῖν
ἔχοντες θεοὶ τῆς τε παραινέσεως ὄνησίν τινα γενέσθαι
καὶ πεισθῆναι τοὺς ἀκούοντας τῶν ὠλιγωρημένων ποι-
ήσασθαι πρόνοιαν. εἰ δ’ οὖν καὶ μάταιόν μοι τὴν
συμβουλὴν ἀποδείξετε, κέρδος ἔμοιγε ἱκανὸν τὸ συμ- 
βεβουλευκέναι. 
 3. Ἠν, ὅτ’ ἦν ἡμῖν ἡ βουλὴ πολλή τις, ἄνδρες
ἑξακόσιοι. οὗτοι μὲν ἐλειτούργουν τοῖς οὖσιν, ἕτεροι
δὲ τοσοῦτοι τὸ κελευόμενον ἐποίουν τοῖς σώμασι.
τοῦτο τὸ καλὸν μέχρι τῆς τοῦ δεῖνος βασιλείας σῶον 
ὑπῆρχε τῇ πόλει, μετὰ ταῦτα δὲ οὐκέτι πολλῶν πολλα-
 
 
 
 
 

 
χόθεν ὀλέθρων τῇ βουλῇ λυμηναμένων. ὥστε ἕκαστον
ἔτος ἀεί τι τοῦ πληρώματος ἀφαιρούμενον διήρχετο.
καὶ τὰ τούτων ἦν ὁρᾶν ἑτέρους γεωργοῦντας τό τε
καταλειπόμενον ἀσθενέστερον ἐγίγνετο διχόθεν, τῷ
 μήτ’ ἀριθμῷ τοσοῦτον ὅσονπερ πρότερον εἶναι καὶ τῷ
τὰς οὐσίας αὐτοῖς εἰς ἔλαττον ἰέναι.

καὶ τί με χρὴ
τὰ παρ’ ὑμῶν ἐν τοῖς δικαστηρίοις εἰρημένα πολλάκις
αὐτὸν διεξιέναι; πολλῶν γὰρ στομάτων οὗτος ὁ θρῆνος
ἠξίωται. τὰς μὲν οὖν συμφορὰς οὐ κακῶς τετραγῳδή-
 κάτε, περὶ δὲ τὴν τουτωνὶ τῶν κακῶν ἐπανόρθωσιν
οὐκ ἀκριβεῖ σπουδῇ τε καὶ προθυμίᾳ κεχρημένους
 εὑρίσκω. εὑρίσκω. μετὰ γὰρ δὴ τὸ εἰπεῖν· οἰχόμεθα,
ἀπολώλαμεν, ἦμεν ἑξακόσιοι ἤ, νὴ Δία γε, δὶς
τοσοῦτοι, νῦν δ’ οὐδὲ ἐξήκοντα μικρὰς συλλαβὰς
 προσθέντος ἑνός τινος περὶ τοῦ δεῖν γενέσθαι τινὰς
τῆς βουλῆς παρὰ τῆς ἀρχῆς ἀπήλθετε καὶ δεδώκατε
πολλοῖς περὶ ὑμῶν λέγειν εἰκότως, ὡς ἀφοσιοῦνται
καὶ φασὶ μὲν δεῖσθαι προσθήκης, ὅπως δὲ μὴ
τοῦτο ἔσται ποιοῦσι μένειν τε αὑτοῖς βουλό-
 μενοι τὴν τῶν ὀδυρμῶν ὑπόθεσιν, ἵν’ εἴη καὶ
ἀδικοῦσι συγγνώμη, καὶ ἅμα δεδιότες μὴ
νωνοὺς λάβωσι τῶν λημμάτων ἢ καί τινες
τῶν ἱκανώτεροι φανέντες μείζω κατακτήσωνται
δυναστείαν.

ἐγὼ δὲ τοῦτον μὲν οὐ προσίεμαι
 τὸν λόγον, ἐκεῖνο δὲ οἶδα, ὅτι εἰ καὶ μὴ κακία, ῥᾳθυ-
 
 
 

 
μία γε νωθρὰς ἐποίει τὰς βοηθείας. πολλάκις, ἐρεῖτε,
περὶ τούων εἰρήκαμεν, τὸν πεισόμενου δὲ οὐκ
εἴχομεν. οὐ γάρ, ὡς ἐχρῆν, περὶ τοιούτου διείλεχθε
πράγματος οὐδὲ ἅπαντι τῷ τόνῳ οὐδὲ ἁπάσῃ τῇ ῥώμῃ
οὐδὲ ἄραντες τὴν φωνὴν οὐδὲ εἰς γόνυ πεσόντες οὐδὲ 
ἀφέντες δάκρυα οὐδ’ οἷς ἠμείψασθε δηλώσαντες ὅτι
οὐκ ἀνέξεσθε, ἀλλὰ τὰς ἑτέρων ὁδοὺς ἥξετε. οἷα πολλὰ
πεποιηκέναι πολλάκις Γαλάτας τούτους ἀκούομεν, οἲ
ἐπειδὴ λέγοντες οὐκ εἶχον πείθειν Κωνστάντιον, πρη-
νεῖς καταπεσόντες [οὐκ εἶχον πείθειν] ἔκλαον καὶ ἅμα | 
τῶν τε ποδῶν εἵλκοντο καὶ ἐδέοντο, ἕως αὐτοῖς 
ὑπῆρξεν ὑπὲρ οὗ ταῦτα ἐποίουν.

ὑμεῖς δὲ οὐδ’
ὅτε ἔναγχος ἐπέμπετε τὴν πρεσβείαν, τοῦτο ἐπηγγεί-
λατε, ἀλλ’ ὑπὲρ μὲν ἵππων καὶ χρυσίου καὶ γῆς καὶ
σίτου καὶ τοιούτων τινῶν ἐκόμιζεν ὁ πρεσβεύων γράμ- 
μάτα καὶ ἦν τοῦ φορτίου ταῦτα οὐ μικρὸν μέρος, περὶ
δὲ τοῦ κεκενῶσθαι μικροῦ τὸ βουλευτήριον καὶ τῶν
δικαίων βουλεύειν οὐδὲ γρῦ. καίτοι τίν’ εἶχε πόνον
 
 

 
τοῖς πολλοῖς τοῦτο προσθεῖναι; τῷ δ’ ἂν ἀδικεῖν ἐδό-
ξατε χεῖρας ὀρέγοντες τῇ βουλῇ;

ἀλλ’, οἶμαι, βραχὺ
φροντίζετε τούτων ὧν μάλιστα προσῆκε. διὰ τοῦτο
πᾶσα πρόφασις ἀρκεῖ τοῖς βουλομένοις πρὸς ἀπαλλαγὴν
 λειτουργιῶν. οὗτος ὁπλίτης, καὶ σιωπᾶται. ἐκεῖνος
 φέρει τὰς βασιλέως ἐντολάς, Ι ἅπτεται δὲ οὐδείς.
ἕτερος ἄρχοντι παρήδρευκεν. ἀφεῖται. διατρίβει τις
ἐν τῷ πωλεῖν τὴν αὑτοῦ τοῖς δικαζομένοις φωνήν.
τὴν πατρῴαν τάξιν οὗτος ὑπερεπήδησε. προσκρούειν
 γὰρ ἀνάγκη τοῖς τούτων κηδομένοις.

καὶ τί δεινὸν
ποιοῦντα τὰ δίκαια πρὸς τὴν ἑαυτοῦ πόλιν ἐχθρόν
τινα ἐπισπάσασθαι; πῶς δὲ τὴν μὲν ἐκείνων ὀργὴν
φοβῇ, ταύτην δὲ τὴν ἀδικίαν οὐ δέδοικας; ἢ κἂν εἰ
τὴν μητέρα τυπτομένην ἐώρας, εἱστήκεις ἂν οὐδένα
 ἀμύνων τρόπον, ὅπως εἴης τῷ παίοντι κεχαρισμένος;
ταχέως μέντ’ ἂν ἔγνως μείζονι σαυτὸν ὑποθεὶς κιν-
δύνῳ, τῷ παρὰ τῶν θεῶν, τὸν ἐλάττω φυγών, τὸν
παρὰ τῶν ἀνθρώπων.

ὃν ἐδείξατε πολλάκις οὐ
φοβηθέντες καὶ ταῦτα ἐν πολλῷ τούτου βραχυτέροις.
 ἵνα γὰρ ἵππος ὑμῖν ἀνθ’ ἵππου καὶ ἡνίοχος ἀνθ’
ἡνιόχου γένηται καὶ πλέον ἀργύριον δοθῇ τοῖς γῆρας
 
 
 

 
θεραπεύουσι τυχὸν καὶ μείνῃ παρὰ τοῖς εἰρηνοφύλαξιν
ὁ τῶν κορυνηφόρων μισθός, τί μὲν οὐ λέγεται; τί δὲ
οὐκ ἀκούεται; δεινὸν δὲ οὐδέν, κἂν ἐξωσθῆναι δέῃ,
κἂν εἰς τὸ οἴκημα ἐλθόντα Ι καθῆσθαι. καὶ πλη- 
γᾶς δὲ οἶδά που γεγενημένας. εἶτ’ ἐν μὲν τοῖς ἐλάτ- 
τοσι κοῦφος οὗτος ὁ φόβος, ὑπὲρ δὲ τῶν μειζόνων
ἀφόρητος; καὶ τίνα ἂν ἔχοι λόγον; 
 10. Χωρὶς δὲ τούτων, ὅταν ταῦτα λέγητε, κακίαν
ἀρχόντων λέγετε. τετυχήκαμεν δέ, ὡς ἅπαντες ἴσασι,
καὶ βελτίστων χαιρόντων τῇ τῶν πολιτευομένων ὑπὲρ 
τῆς βουλῆς προθυμίᾳ. οἱ οὐκ ἔμελλον δήπου χαλεπῶς
ὑμῖν ἕξειν τῇ κρηπῖδι τῶν πραγμότων βοηθεῖν προ-
προαιρουμένοις. ἀλλ’ ὑμεῖς οὐκ ἐν ὁμοίοις ἄρχουσιν ὑμῖν
αὐτοῖς ὅμοιοι, ῥᾴθυμοι. καὶ προσγελᾶτε δὴ τοῖς τῆς
ἀδείας ταύτης ἀπολαύουσιν αὐτὸς ἕκαστος βουλόμενος 
ταύτης ἀπολελαυκέναι δοκεῖν.

πρῴην τις ἐνεχθεὶς
χορηγὸς ἐγγυητὴν καταστήσας ἀπέδρα. πῶς οὖν ὑμεῖς;
τὸν μὲν ἐγγυητὴν ἀδικοῦντα οὐδέν, ἐξηπάτητο γάρ,
καθείρξαντες εἴχετε, καὶ ὁ θυμὸς πολὺς καὶ αἱ ἀπειλαὶ
δειναὶ καὶ διασπώμεθα τὸν ἄνθρωπον ἦσαν οἱ 
λέγοντες, μικρὸν δὲ ὕστερον τὸν ἐξεγγυηθέντα ἠκούο-
μεν ἀρχὴν πριάμενον τῆς πατρῴας οἰκίας ἀγρὸν αὐτῇ
προστεθεικότα συλλέγειν τὴν τιμὴν τοῖς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
 
 

 
κακοῖς.

τί οὖν οἱ πάντα σείοντες ὑμεῖς καὶ θανά-
 του τὸν | ἐγγυητὴν ἄξιον εἶναι κρίνοντες; εἰρήνην
ἤγετε πρὸς τὸν ἠδικηκότα καὶ διαπηδήσαντα τοσοῦτον
ἀπὸ τῆς βουλῆς ἐπὶ τὸν θρόνον; καὶ οὔτε βασιλεὺς
 τούτων ἤκουσεν οὐδὲν οὔτε ὕπαρχος οὔτε ἄλλος
χόντων οὐδὲ εἷς, ἀλλ’ ὡς ἂν ὧν μάλιστ’ ἂν εὔξασθε
συμβεβηκότων οὕτω διετέθητε. ἤδη δέ τις αὐτὸν καὶ
νοῦν ἔχειν ἔφησε.

καὶ πρότερόν γε τούτου δρα-
σμὸς ἕτερος διὰ θαλάττης, πρᾶγμα καινότατον. ἐκ
 Σελευκείας ἀνήγετό τις ἐπιστησόμενος Ἴωσιν, οὐκ
ρῶν, οἶμαι, ζεύγους, ἀλλ’ ἐδεδίει τὴν γῆν. καὶ οὗτος
τοίνυν δεινὰ ποιεῖν τότε δόξας καὶ τὴν βουλὴν ἀδι-
κεῖν ἐπανῆκε φίλος οὐδὲν τῶν παρ’ ὑμῶν φοβηθείς,
οὐδὲ γὰρ ἦν οὐδέν. ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῶν ἐργαστηρίων
 ὁ δρασμὸς ἤκουε κακῶς, δι’ ὧν δ’ ἄν τις ἐγένετο καὶ
δίκη, παρεωρῶντο. ὁ δὲ μάλα σεμνὸς εἰς τὸ συνέδριον
εἰσῄει. 
 14. Τοιαῦτα τὰ παρ’ ὑμῶν εἰς τὴν βουλὴν μιμου-
μένων τὰ τῶν ἀστυγειτόνων. καὶ γὰρ Ἀπαμέων οἱ
 βουλεύοντες πολλὰ τοιαῦτά εἰσι κεχαρισμένοι, βέλτιον
γὰρ οὕτως εἰπεῖν ἢ πεπρακότες. οἳ τὸν μὲν Δία φασὶν
αἰδεῖσθαι καὶ προσέτι γε καὶ δεδιέναι πάντα ἐγγύθεν
ὁρῶντα, τὴν δὲ τοῦ θεοῦ πόλιν οὐκ αἰσχύνονται ποι-
οῦντες ἐλάττονα. ἔχω δέ τι τοιοῦτον καὶ περὶ τῶν
 ἐν Κύπρῳ βουλευόντων εἰπεῖν. καὶ γὰρ οὗτοι πανοῦρ-
 
 
 

 
γον ἄνθρωπον καὶ δολερὸν καὶ ἀλώπεκα δι’ ἀτελείας
ἀδίκου Μίδαν ἀπέφηναν | αὐτοῖς τοῖς παρὰ τῶν 
αὐτὸν ἀτελῆ πεποιηκότων τόκοις εἰς περιουσίαν ἐπι-
δόντα. ἐγὼ δὲ ἠξίουν ὑμᾶς ὄντας Ἀντιοχεῖς ἡγεμόνας
εἶναι τοῦ προσήκοντος τοῖς περιοίκοις μᾶλλον ἢ κείνοις 
ἀκολουθεῖν καὶ ταῦτα ἐν τηλικούτοις. 
 15. Καὶ μὴν κἀκεῖνό γε ἀκούω πολλάκις ἐνταυθοῖ
λεγόμενον, ὡς εἴη νόμος βασιλέως ἐνδοξοτάτου
ὧν οἱ πάπποι βουλευταί, δεῖν ἐν τῇ βουλῇ τετάχθαι,
κἂν ὦσι θυγατριδοῖ. καὶ ὄμνυτέ γε τοῦτον εἶναι τὸν 
νόμον καὶ παρ’ ὅτῳ κέοιτο προστίθετε, καὶ οὐκ ἀπιστῶ.
διὰ τί οὖν μὴ ἧκεν εἰς μέσον; διὰ τί μὴ δέδεικται;
διὰ τί μὴ ἀνέγνωσται; διὰ τί μὴ τὸ βουλευτήριον
σωμάτων ἐνέπλησεν; εἰ γὰρ ἔστι μὲν ὁ νόμος, εἰσὶ δὲ
ὑμῖν γλῶτται, ἔστι δὲ ὦτα τοῖς ἄρχουσι, τί τὸ κωλῦον 
τὴν βουλὴν τὰ αὑτῆς κομίσασθαι; ὅτι , φαίην ἄν, ἡ
πενία τῆς βουλῆς τοὺς μὲν ὑμῶν οὐ λυπεῖ, τοὺς δὲ
τέρπει, τοῖς δὲ καὶ λυσιτελεῖ.

διὰ τοῦτο νέοι
πολλοὶ τήνδε ἀφέντες παρ’ ἄλλοις λειτουργοῦσιν, εἶτα
ἀναστρέφουσι τὴν ἀσφάλειαν τὴν περὶ ταῦτα παρὰ τῆς 
 
 
 

 
μικρᾶς ἐκείνης δαπάνης ἔχοντες, μόνον οὐκ ἐπὶ τῶν
κεφ̣αλῶν τὸ συνέδριον φέροντες, δεσπόται τῶν ὑμετέ-
 ρων υἱέων οὐδενὶ μὲν δικαίῳ, Ι πῶς γὰρ τῶν τὰ
δίκαια πεποιηκότων οἱ ἠδικηκότες καὶ τῶν μεγάλα
 ἀνηλωκότων οἱ μικρά; δεσπόται δ’ οὖν διὰ τὰ κακῶς
δοκοῦντα καὶ νενικηκότα κἀν τοῖς δικαστηρίοις ἐστη-
κότας αὐτοὶ καθήμενοι τοὺς ὑμετέρους ὁρῶσι.
των τοίνυν οὐδὲν ἂν ἦν, εἰ τις ὑμῶν ἤθελε χρῆσθαι
τῷ νόμῳ, νῦν δ’ ὁ μὲν νόμος κεῖται, οἱ δὲ τρυφῶσιν. 
 17. Ὑμεῖς δὲ ἔσεσθαί τινά φατε χρόνον ἀποδιδόντα
ταῖς βουλαῖς τὰ ὀφειλόμενα. καὶ τὶ τοῦτ’ ἀναμένειν
ἔδει παρὸν ἔχειν; καίτοι τινὲς ἀπολογοῦνται τῆς
λιανοῦ μεμνημένοι βασιλείας ἐν ᾗ τινας εἰς βουλὴν
ἐνέγραφον. καὶ οὐκ ἠλεγχόμεθα, φασὶν, ἐπὶ τῆς
 ἐξουσίς ἀργοί. ἐγὼ δὲ ὅτι μὲν καὶ τότε ἐκράτουν
 αἱ | ἄδικοι χάριτες καὶ διεκλάπησαν οὐκ ὀλίγοι
τῶν. δικαίως ἂν ἐγγραφέντων, ἐάσω. ἀλλ’ ἐκεῖνό γε
τίς οὐκ οἶδεν, ὡς οὐδ’ εἰ σφόδρα τινὲς ἐβούλοντο
μηδένα ἐγγράφειν, ἐξῆν ἄν. εἰ γὰρ ὁ μὲν ὡς μεγάλα
 εὐεργετῶν τοῦτο ἐδίδου. δέχεσθαι δὲ οὐδεὶς ἠξίου,
πονηρόν τ’ ἂν ἦν καὶ δίκης ἄξιον, καὶ σαφὴς ἡ προ-
δοσία καὶ κεκολάσθαι χρῆν.

μὴ οὖν ἃ τοῦ τῆς
 
 

 
τιμωρίας ἦν φόβου, ταῦτ’ εἰς τὴν γνώμην ἀνάφερε.
τίς γὰρ ἂν ἤνεγκε τὸν ἐκείνου θυμὸν ἔχοντα τὸ δίκαιον,
εἰ ὃ τῆς ἀρετῆς τῆς Ἰουλιανοῦ κεφάλαιον ἦν ὁρθωθῆ-
ναι τὰς βουλάς, τοῦτό τις ἐνεπόδιζε καὶ κωλυτὴν
τὸν ἐποίει τοῦ μεγίστου πράγματος καὶ ἐφ’ ὅτῳ μάλιστα 
αὐτῷ φιλοτιμεῖσθαι παρῆν; μὴ οὖν μοι τὴν ἀνάγκην
ἀντὶ τῆς προαιρέσεως λέγε, ἀλλ’ εἰ μὴ νῦν, ἡνίκα
ἀδεὲς τὸ ῥᾳθυμεῖν, τοῦτο ποιεῖται. 
 19. Καὶ τί τὸ κέρδος, φήσει τις, ἂν ὁ μὲν
βασιλεὺς ἐπινεύσῃ, τὸ δὲ ἀντικροῦον | γέ- 
νῆται καὶ τούτῳ τὸ δόγμα λυθείη; οἶδα, ὅθεν ὁ 
λόγος οὗτος. τὸν Ἀπρώνιον ἐννοεῖτε τὸν ἀπὸ τῆς
Χαλκηδόνος μέχρι τῶν πρὸς Κιλικίαν ὄρων ἄρχοντα
καὶ ὡς ἠλέησε τὰς βουλὰς καὶ ὡς ἐμήνυσε βασιλεῖ τὴν
περὶ αὐτὰς τύχην καὶ ὡς ᾔτησεν ἴασιν καὶ ὡς εἰπὼν 
ἔπεισε καὶ ὡς ἐγένετό τι τὸ μεταπεῖθον.

ἀλλὰ
πρῶτον μὲν ἀμφοτέροις κόσμος οὐ μικρός, ταῖς τε
βουλαῖς τῷ τε Ἀπρωνίῳ, τὸ τὰς μὲν μὴ σιωπῆσαι, τὸν
δὲ συναλγῆσαι. ἔπειτα χρὴ νομίζειν τινὰς τῶν φυγὴν
βουλευόντων μεμενηκέναι γνόντας, ὡς οὐ παντάπασιν 
ἠμέληνται παρὰ τῷ κρατοῦντι τῶν πόλεων αἰ βουλαί.
 
 
 
 

 
εἰ δὲ καὶ μὴ τοῦτο, ἀλλὰ πεφύλακταί γε τῇ σπουδῇ
τῇ περὶ ταῦτα ταῖς βουλαῖς τὰ πρὸς αὐτὰς δίκαια,
γράμμαθ’ ἃ ἧκεν εἰς τὸ βασίλειον ἀπὸ τῶν ἐκείνων
λόγων ζητοῦντα ἐπικουρίαν.

εἰσὶ δὲ οἱ λέγουσιν
 αὐτὸν ἐφ’ ὃ μὲν εὐθὺς ἧκεν ἐᾶσαι, βουλεύεσθαι δὲ
 τοῖς Βαλεντινιανῷ Ι δόξασιν ἀμῦναι ταῖς βουλαῖς.
ὃ οὐκ ἂν ἔτ’ ἦν ἐν μετεώρῳ τῶν ἁπανταχοῦ βουλῶν
τὰ τινῶν μιμησαμένων. εἰ γὰρ ἄλλα ἐπ’ ἄλλοις ἀφι-
κνεῖτο γράμματα ταὐτὰ δεόμενα καὶ πόλεως ἑκάστης
 ἐώρα τὴν ῥίζαν κεκακωμένην καὶ γῆ τε καὶ θάλασσα
ταὐτὰ ὠδύρετο, πᾶν τὸ μαχόμενον ἡττᾶτο ἂν τοῦ πλή-
θους τῶν ἱκετευόντων. νῦν δὲ τοῖς οὐ δεηθεῖσι τὰ
τῶν δεηθέντων βέβλαπται. ὥστ’ εἰκὸς ἂν καὶ ἡμῖν
ἐγκαλοῖεν οἱ περὶ τὸν Πόντον ὡς παρ’ ἡμᾶς ὧν ἔχρῃζον
 ἀτυχήσαντες, καὶ μᾶλλόν γε ἡμῖν ἢ ἄλλοις, ὅσῳπερ
ἐν μείζονι τάξει τὸ τῆς Ἀντιοχείας ὄνομα. 
 22. Πρὸς τοίνυν τούτοις κἀκεῖνο ἄν τις ὑμῖν ἐπι-
τιμήσειεν, ὅτι πλέοντας καθ’ ἕκαστον ἔαρ ὁρῶντες τῶν
ἔτι βουλευόντων ἢ βεβουλευκότων γε παῖδας τοὺς μὲν
 εἰς Βηρυτόν, τοὺς δὲ εἰς ῾Pώμην οὔτε ἄχθεσθε οὔτε
 
 
 

 
ἀγανακτεῖτε οὐδ’ ὡς τοὺς ἄρχοντας εἰσιόντες φθέγ-
γεσθε τὰ εἰκότα. καίτοι τίς οὕτω βραδὺς τὴν γνώμην
ἢ λίαν παῖς ἢ Κρόνος, ὡς μὴ δύνασθαι μαθεῖν, ὅ τι
βούλεται τούτοις τὸ πλεῖν; οὔτε γὰρ ὑπὲρ δικαιοσύνης
καὶ τοῦ μὴ λαθεῖν τι δράσαντες παρὰ τοὺς νόμους 
εἰς Φοινίκην πλέουσιν οὔτε εἰς τὴν ἑτέραν, ἵν’ ἀφ’
ἑκατέρας φωνῆς ἔχοιεν τὴν βουλὴν Ι ὠφελεῖν, ἀλλ’ 
ἕνα ἀφορμὴν εἰς τὸ τὴν βουλὴν ἐκδῦναι τοὺς νόμους
μὲν ἔχοιεν οὗτοι, τὴν γλῶτταν δὲ ἐκεῖνοι. καὶ οὐκ
ἐψεύσθησάν γε ἐλπίδος. ἀλλ’ ἴσμεν οὗ δικαίως ἂν 
ὄντες οὗ καθεστᾶσι νῦν.

ἔδει τοίνυν ὑμᾶς εὶδό-
τσς, ὡς ἐπὶ τῇ βουλῇ ταῦτα, βοηθεῖν. καὶ τίς ἂν ἦν
λόγος εὐπρεπὴς τοῖς ἐναντιουμένοις πρὸς τοὺς
ἔχοντας εἰπεῖν· τί μοι νομοθετεῖς, ἄνθρωπε,
περἰ παιδείας; πολλαὶ γὰρ ὁδοὶ ταύτης, καὶ 
ποδεύσομαί γε τούτων ἣν ἂν ἐθέλω; σοὶ δ’ ἐξῆν
ἀντειπεῖν, ὅτι ὁ ταύτας ἐρχόμενος τὰς ὁδοὺς μονονουχὶ
βοᾷ δρασμὸν αὐτὰς ἀπὸ τῆς βουλῆς εἶναι. τῷ γὰρ ἐν
ταυταισὶ ταῖς πόλεσι πολιτευομένῳ μάταιον ἐκείνοιν ἐκά-
τερον ἢ εἰ μὴ τοῦτο, σμικρόν. ἔδειξαν δὲ οἱ σφόδρα εὐ- 
δοκιμήσαντες ἀπ’ οὐδετέρου τούτοιν εἰς ὄνομα ἐλθόντες.
 
 

 
 ἀλλ’ ἀπὸ τίνων; ἐκείνων ἃ νῦν | ὕβρισταί τε καὶ
προπεπηλάκισται οὐ χείρω γενόμενα τὴν φύσιν, πῶς
γὰρ ἄν; ἀλλὰ διὰ τοὺς σεμνοὺς τουτουσὶ τοὺς οὐκ
ἀξιοῦντας εἰδέναι τὰς ἑαυτῶν. ὅστις οὖν ἐπὶ τοὺς
 νόμους ἐπείγεται, ταὐτὰ δ’ ἂν εἴποιμι καὶ περὶ τῶν
ἑτέρων, κέκραγεν οὗτος οὐκ αὐτῶν ἐκείνων ἐρᾶν, τῶν
δὲ ἐξ αὐτῶν φυομένων. 
 24. Οὐκοῦν καὶ σὲ δεῖ σκοπεῖν, ὅπως ἢ ἐμφράξεις
τὰς ὁδοὺς ἢ πάλιν ἔξεις αὐτοὺς ἐν τῷ βουλευτηρίῳ.
 πολλὰ δ’ ἂν ἐξεύροιεν φροντίδες. τὸ δ’ οὖν προχει-
ρότατον, ὁ πατὴρ εἰσελθὼν εἰς τὸ δικαστήριον ἢ ὁ
ἐπίτροπος ἢ ὁ ἔφηβος αὐτὸς ὁμολογησάτω, κἂν ἐπ’
ἄκρον ἐκείνοιν ἀφίκηται, μήτοι τῶν γε ὀφειλομένων
ἀποστερήσεσθαι τὴν πόλιν. τί τοιοῦτον δεδράκατε,
 μᾶλλον δὲ ἐμελλήσατε;

τῶν ἐν Φοινίκῃ τινὰ βου-
Λὴν ᾄδουσιν ἀπὸ ῾Pώμης ἐξ αὐτῶν τῶν τοῦ σοφιστοῦ
χειρῶν ἀφελκύσασαν νεανίσκους ἐν λειτουργοῦσιν
ἔχειν, ὥστε ἐκείνοις μεταμέλειν τοῦ τε πλοῦ καὶ τῶν
περὶ τὸν Θύμβριν ἀνηλωμένων. τοῦτο πολλαῖς ἂν
 ὑπῆρξε πόλεσιν ἐφ’ ὅσας ἡ τοῦ ταῦτα συμπράξαντος
 ἄρχοντος ἐγίγνετο | πρόνοια. ἀλλ’ οὐκ ἐβουλή-
 
 

 
θῆσαν, ὥσπερ οὖν οὐδὲ ὑμεῖς. αἰδεῖσθε γὰρ τοὺς
λόγους. τὴν πόλιν δὲ οὔ; τὴν βουλὴν δὲ οὔ; τὴν γῆν
δὲ ἣ τικτομένους ἐδέξατο, τὸ βουλευτήριον δὲ τουτὶ
τὸ δι’ ὑμᾶς ἄθλιον οὐκ αἰδεῖσθε, ἐν ᾧ ποτε τὰς
τουργίας ἥρπαζον οἱ ἑξακόσιοι; 
 26. Νόμοι γὰρ ὑπὲρ τῶν συνηγόρων κεῖνται,
κἂν ἐπ’ αὐτοὺς ἔλθῃ τις, γέλως πολύς. ὑμεῖς
δὲ κειμένους μὲν μὴ παραβαίνετε, διδάσκετε δὲ τοὺς
λῦσαι κυρίους, ὡς ἀμείνους αὐτοῖς ἐστι νόμους ἀντὶ
τούτων θετέον, οἱ βουλήσονται μᾶλλον αὐξηθῆναι 
πόλεις ἢ τοὺς ἐνίων οἴκους. πολλοὶ δὲ ἤδη νόμοι
περὶ τοῦδε τοῦ ἔθνους καὶ ἐτέθησαν καὶ λέλυνται, καὶ
δεινὸν οὐδὲν τῶν ὑπὲρ τῶν πόλεων τεθέντων ἀναιρε-
θέντων τοὺς κατ’ ἐκείνων ταὐτὸ παθεῖν. 
 27. | Ὁ δ᾿ ἀνὴρ αἴρεται ἡμῶν καὶ τῷ μήπω 
δεῦρ᾿ ἥκειν ἐζημιῶσαί φησιν. ἐθελήσει τοίνυν 
κοσμῆσαι τὴν ἡμετέραν νόμον τιθεὶς σωτῆρα
μὲν τῶν βουλῶν, τὸ σπέρμα δὲ παρ᾿ ἡμῶν εἰλη-
φότα. πεμπέσθω τοίνυν πρεσβεία. πάντως δὲ ἐν τοῖς
ὀλίγοις ὑμῖν εἰσί τινες τῇ διακονίᾳ πρέποντες. ἀλλ’ οὔτε 
αἱρήσεσθε πρέσβεις οὔτε ἀποστελεῖτε. περιέσται γὰρ
τῶν βουλομένων, ἂν ἄρα τινὲς βουληθῶσι, τὸ νοσοῦν. 
 
 

 
 28. Ἥκω δὲ ἐπ’ αὐτὸν ἤδη τὸν κολοφῶνα τῶν
κακῶν. οἱ γὰρ διὰ τὴν γενομένην αὐτοῖς ἐπὶ τὰ βελτίω
μεταβολὴν τοὔδαφός τε τῆς πόλεως προσκυνεῖν ὄντες
δίκαιοι καὶ πανταχόθεν μείζω τὰ ταύτης ποιεῖν καὶ
 τὰ μὲν ὄντα μικρὰ διατηρεῖν, πειρᾶσθαι δὲ τὰ ἀπόντα
προσκτᾶσθαι καὶ μηδὲ τοῦ Ἐρεχθέως ἐν ὁμοίοις λεί-
πεσθαι καιροῖς αὐτοὶ σύμβουλοι βουλευταῖς γεγένηνται
 πέμπειν εἰς ᾿Pώμην τοὺς ἑαυτῶν. οἱ δὲ εἰς | τὸν
λιμένα κατέβησαν εἰδότων, παραινούντων, παρακαλούν-
 τῶν, ἐπαινούντων, ἴσως τι καὶ προστιθέντων ἀργύριον
τῷ παρὰ τῶν γονέων.

εἶτ’ ἐρωτῶσι τοὺς ἐπανα-
πλέοντας τῶν ἐμπόρων, εἰ τῶν λαμπόντων εἰσίν, εἰ τῶν
εὐδοκιμούντων, εἰ φίλοι γεγόνασί σφισιν οἱ τὴν ᾿Pώμην
ἄγοντες, εἰ δι’ ἐκείνων αὐτοῖς ἀρχαὶ πλησίον. κἂν
 ἀκούσωσί τι τοιοῦτον οἷον βούλοιντ’ ἄν, εὐθυμία <καὶ>
κρότος καὶ γεγόνασιν ἡδίους. κἂν ᾖ δῆλον αὐτοῖς, ὡς
οὓς ἔχουσιν ἐν τῇ βουλῇ παῖδας, ὑπ’ ἐκείνοις ἔσονται |
 καὶ θεραπεύσουσιν υἱεῖς πατέρων τοῖς αὑτῶν πα-
τράσι δεδουλευκότων, θύουσι τοῖς θεοῖς καὶ συγχαί-
 ρουσιν αὑτοῖς τε καὶ τοῖς ἀπεσταλκόσι καὶ τοῖς ἀπε-
σταλμένοις καὶ λέγουσι δὴ σαφῶς, ὡς ἐπανήξουσι τῇ
βουλῇ φοβεροί.

οἷς δὲ καὶ θυγατέρες εἶσέ, συνοι-
κίζουσι μὲν αὐτὰς στρατιώταις, μέμφεται δὲ ὑμῶν οὐδεὶς
 
 

 
τοὺς γάμους, τοῖς βουλεύουσι δὲ τέκτουσι παῖδας αἰ
δοῦλαι. εἶτα ἐξελήλυθεν οὐσία τῆς βουλῆς δι’ ὑμε-
ναίων καὶ ᾿Pώμης. ὁ δὲ τοιαῦτα εἰργασμένος πατὴρ
διά τε τοὺς κηδεστὰς διά τε τὰς ἐλπίδας τίμιος. ὃν
ἐχρῆν ἅπασι φορτίοις πιέζεσθαι καὶ μηδ’ ἀναπνεῖν ἐπι- 
τρέπειν αὐτῷ τῶν ἠδικημένων μηδένα δίκης τε εἵνεκα
καὶ ὅπως εἴη τοῖς οὔπω τῇ βουλῇ λυμαινομένοις
παράδειγμα. 
 31. Ἤδη τοίνυν τις ὑμῶν καὶ τοιοῦτόν τι πρὸς
ταῦτα εἶπεν, ὡς ἀνεπίφθονον, εἴ τις ὀρέγοιτο βελτίονος 
σχήματος. τοῦτο δέ ἐστι τὴν πολιτείαν καθ’ ἣν ζῶμεν
κινούντων. εἰ γὰρ ἐν ᾧ μέν τις ὑπὸ τοῦ νόμου
τέτακται, τοῦτο καταλείψει, ζητήσει δέ τι μεῖζον, ζητῶν
δὲ οὐκ ἀδικήσει, ὁ μὲν στρατιώτης Ι ἔξει τοῦ τα- 
ξιάρχου τὴν τάξιν, τὴν τοῦ στρατηγοῦ δὲ ὁ ταξίαρχος. 
ἔσται δὲ ὁ μὲν ναύτης ἀντὶ τοῦ κυβερνήτου, ὁ δὲ
χορευτὴς ἀντὶ τοῦ διδασκάλου, ὁ δ’ οἰνοχόος τὴν
κύλικα ῥίψας κατακλινεὶς πίεται μετὰ τοῦ δεσπότου.

διὰ τί δὲ καὶ τοὺς τὴν τάξιν λελοιπότας ἀπο-
τυμπανίζουσιν οἱ στρατηγοί; ῥᾴδιον γὰρ κἀκείνοις 
εἰπεῖν, ὡς τὸ μὴ μάχεσθαι τοῦ κινδυνεύειν ἄμεινον.
ἴσμεν τοὺς ἐπανισταμένους τοῖς βασιλεῦσι πολεμου-
μένους καὶ δοκοῦντας θάνατον ὀφείλειν τὴν δίκην.
 
 

 
τοῦ χάριν; εἴποι ἂν ὁ πηδήσας ἐπὶ τὴν ἀρχήν· τὸ
γὰρ κρατεῖν τοῦ κρατεῖσθαι καὶ τὸ προστάττειν τοῦ τὸ
κελευόμενον ποιεῖν αἱρετώτερον εἶναι.

τηροῦντα
μὲν οὖν τὴν τάξιν ἥτις ἂν ᾖ λαμπρὸν ἐπ’ αὐτῆς εἶναι
 καὶ καλὸν καὶ εὔδαιμον, τὸ δ’ ἀφορμὴν ποιεῖσθαι
λαμπρότητος τὴν εἰς τοὺς νόμους ἀδικίαν ποῦ καλόν;
τὸ γὰρ δι’ ἀδικίας κτηθὲν πῶς ἂν εἴη δίκαιον; ἀνάγκη
γὰρ ἐοικέναι τῇ ῥίζῃ τὸν καρπόν. ὁ δ’ ἐν μὲν τῷ μὴ
βουλεύειν ἀδικῶν, ἐκ δὲ τοῦ τοῦτο φεύγειν ἐπ’ ἀρχὴν
 ἥκων ἴστω τὸ καλὸν τοῦτο κακὸν <ἔχων> τῷ
ἐσχηκέναι.

φέρε, εἴ τις ἀρρωστούσῃ μητρὶ πένητι
μίαν ἐχούσῃ καταφυγὴν τὸν υἱὸν παρακαθῆσθαι μὲν
οὐκ ἀξιοίη, χωρήσας δὲ ἐπὶ δένδρα καὶ κήπους καὶ
ἄνθη τρυφῶν ἐνταῦθα διάγοι κᾆτα ὡς κακὸς περὶ τὴν
 τεκοῦσαν κρίνοιτο, τοῦτον, εἰπέ μοι, σώσει τὸ τῆς
προσεδρείας ἐκείνης ταύτην ἡδίω τὴν διατριβὴν εἶναι;
ὦ κάκιστε ἀνδρῶν, ἒν τοῦτο ἐώρας, τὴν τέρψιν, ἃ δὲ
ἠδίκεις οὐκ εἶδες οὐδ’ ὡς ἄμεινον ἦν τοῦ κυλινδεῖσθαι
ἐν ἄνθεσι τὸ ἀσθενούσης ἐπιμελεῖσθαι μητρός; 
 35. Οὐ δὴ τοῦτο δεῖ σκοπεῖν, εἰ τὸ μὴ βουλεύειν |
 τοῦ βουλεύειν ἀπονώτερον, ἀλλ’ ει’ τὸ βουλεύειν
τοῦ μὴ βουλεύειν εὐσεβέστερον. εἰ δ’ οὗτοι δόξουσί τι
 
 
 

 
λέγειν, τί μὴ τοὺς λῃστὰς θαυμάζομεν, οἱ ταῖς σφαγαῖς
τὰς ὁδοὺς κεκλείκασιν, ἀφέντες ὃ νῦν ποιοῦμεν, τὸ
σκοπεῖν, ὅθεν ἂν ἀσφάλεια τοῖς ὁδοιπόροις εἴη; καὶ
γὰρ τούτοις δοτέον τὰ αὑτῶν οὕτω μείζω ποιεῖν, ἐπειδὴ
ταῦτα αὐτοὺς τὰ ξιφίδια βοῶν τε ἀπαλλάττει καὶ ἀρό- 
τροῦ καὶ σπορᾶς καὶ τῶν ἄλλων τῶν περὶ τὴν γῆν
πόνων καὶ ταχέως φέρει τὸ πλουτεῖν.

ἀλλ’ ἴσμεν
δὴ τήν τε κώμην ἐκείνην καὶ τὸ ἐν αὐτῇ γένος ὡς
ἐξεκόπη μέχρι τῶν ἐν γάλακτι παιδίων προελθόντος
τοῦ πυρός, προνοηθέντος, οἶμαι, τοῦ τότε βασιλέως, 
ὅπως μὴ πάλιν ἀναφύσεται τὸ δεινὸν ἐκεῖνο γένος.
διὰ τοῦτο φέρουσαι ταῖς ἀγκάλαις αἱ μητέρες τὰ τέκνα
ταῖς τῶν δημίων χερσὶν ἐωθοῦντο μετ’ ὀργῆς εἰς τὴν
φλόγα. εἰ δὲ τὸ αὑτῶν ἐποίουν οὗτοι καὶ
οὔτ’ ἂν ἐπλούτουν κακῶς οὔτ’ ἂν ἀπέθνησκον. οὕτω δὴ 
καὶ περὶ τοῦ παρόντος. γιγνέσθω τις εὐδαίμων δίκαιος
ὤν, ἀδικῶν δὲ καὶ κατὰ τοῦτο ἰσχύων ἴστω δίκην
ὀφείλων τῆς ἰσχύος. ἣν εἰ κατ’ αὐτὸ τὸ δύνασθαι μὴ
διδοίη, μειζόνως κακοδαίμων ἢ εἰ ὑπεσχήκει τὴν δίκην. 
 37. Ἄξιον δὲ μηδὲ ἐκεῖνο παρελθεῖν πολλὴν ἔχον 
αἰτίαν. 
 
 
 

 
 Οὐ βοηθεῖτε τοῖς βοηθείας δεομένοις, οἷς πάρεστι
<τὸ> δύνασθαι. ἀλλ’ οἱ μὲν πωλοῦσι τὰ σφῶν
ἀπορίᾳ συμμάχων, ὑμεῖς δὲ πρᾴως φέρετε τὰς
αύτας τῶν πράσεων ὡς δὴ οὐδὲν τοῦ κακοῦ μετέ-
 χοντες. καὶ οὐ τοῦτ’ ἔστι τὸ χείριστον, ἀλλ’ ὅτι τῶν
 μὲν αὐτοὶ καταβάλλετε | τὴν τιμήν, τὰ δὲ τοῖς ἐν
δυνάμει προξενεῖτε καὶ κολακεύετε τὰς ἐκείνων τρα-
πἐζας τοῖς τῶν βουλευόντων κτήμασι. κἂν ἀγρόν τις
αὐτῶν τοῦ βουλεύοντος θαυμάσῃ καὶ διὰ τοῦ θαυ-
 μάξειν εἰς τὸ ἐρᾶν προέλθῃ, ταχὺ τὸ ἔργον προσετέθη,
καὶ ὁ μὲν ἠνάγκασται πωλεῖν, τῷ δὲ ἕτοιμον ἀγοράζειν.

οἱ δὲ τοῦτο καταπράξαντες ἠριστευκέναι τε νομί-
ζουσι καὶ μέγα τεῖχος αὑτοῖς περιτεθεικέναι τὴν τῶν
ἐωνημένων χάριν. εἶτ’ αὐτοῖς ἐπὶ τὰς θύρας ὁσημέραι
 φοιτῶσι καὶ παρακολουθοῦσιν ἐπὶ τὰς τῶν ἵππων φάτ-
νας κἂν ἃ τῶν οἰκετῶν ἐστι ποιεῖν ἐπιταχθῶσι, γεγή-
θασιν. οἱ μισθοὶ δὲ τούτων φαγεῖν, πιεῖν, μεθυσθῆ-
ναι, βιασθῆναι τοὺς καταδεεῖς. κἂν ἡ Τύχη τινὰ
τῶν ἐξάγῃ τῆς πόλεως, πεσόντες εἰς γόνυ καὶ δεηθέν-
 τες μένειν ἀπεστέρησαν τῶν παρὰ τῆς Τύχης τὴν πόλιν.
εἶτ’ εὐθὺς παρακαλοῦσιν οἰκοδομεῖν. εἶθ’ ἡ κύων ἐμι-
 
 

 
μήσατο τὴν δέσποιναν οἰκοδομουμένη καὶ αὐτή. τουτὶ
δὲ ἐσμὸς κακῶν ἁπάσαις τέχναις. αἱ δὲ παρὰ τῶν
κήπων τῷ ἄστει παραμυθίαι διολώλασι, καὶ πανταχοῦ
λίθοι καὶ ξύλα καὶ τέκτονες. 
 39. Εἶτα θαυμάζετε τῶν ἀρχόντων, εἰ ταῦτα εἰδότες 
ὑβρίζουσι; τί δαὶ Ι αὐτοὺς ἐχρῆν ποιεῖν; αἰδεῖσθαι 
καὶ τιμᾶν τοὺς σφᾶς αὐτοὺς τεταπεινωκότας; ὁρᾶθ’
ὡς ὑφ’ ὑμῶν αἰ τιμαὶ τῇ βουλῇ διεφθάρησαν. πῶς
γὰρ ἂν ὁ δικάζων δύναιτο τὸν τοῦ δεῖνος αἰδεῖσθαι
κόλακα τὸν προπεπωκότα αὐτῷ τὰ τῶν ὁμοσκήνων 
δένδρα, τὸν καταπολεμοῦντα τὴν βουλὴν ἦς καὶ αὐτὸς
εἷναι τέτακται;

οὐδὲ ταῦρον ἴδοι τις ἂν ἡδέως
πηροῦντα τὰς βοῦς τοῖς κέρασιν οὐδὲ κριὸν ἀναρρη-
γνύντα τῇ κεφαλῇ τοὺς ἄρνας οὐδὲ ἀλεκτρυόνα τῇ τῶν
νεοττῶν ἐπιτιθέμενον ἀσθενείᾳ· οὐ τοίνυν οὐδ’ ἐν 
βουλῇ τοὺς πρώτους ἀπολλύντας τοὺς δευτέρους καὶ
τρίτους. ὃ κακὸν μέν ἐστι τοῖς προδιδομένοις, κακὸν
δὲ τοῖς προδιδοῦσιν. ἐν γὰρ αὐτοῖς τοῖς δοκοῦσι
κέρδεσιν ἡ βλάβη. ἢ πόθεν οἴεσθε τὸν δῆμον οὕτως
ἐπῆρθαι καὶ ἀσελγαίνειν καὶ παροινεῖν; ἐῶ τὰ ἄλλα. 
ἀλλὰ ἔναγχος οἵας ἀφῆκαν ἐν τῷ θεάτρῳ φωνάς, ἐπεὶ
 
 
 

 
μὴ χρυσίον εὐθέως εἶχε τῆς τραγῳδίας ἀηδὴς ὑπο-
κριτής. ἤλπιζον γὰρ ὑμᾶς σιγῇ καὶ ταῦτα οἴσειν οὐ
κακῶς ἐλπίζοντες. οὔκουν ἐγρύξατε. 
 41. Γένεσθε τοίνυν ἀμείνους μὲν ὑμῶν αὐτῶν,
 ὅμοιοι δὲ τοῖς πατράσιν, οἷς τοὺς ἐπὶ τῶν ἀρχῶν καὶ
καταπλήττειν ὑπῆρχε. γένεσθε τοῖς πενεστέροις τῶν
ἐν τῇ βουλῇ λιμένες καὶ μιᾷ γνώμῃ τὰ συμφέροντα
καὶ ζητεῖτε καὶ πράττετε. καὶ τὸ ἑνός τινος ἀγαθὸν
κοινὸν κεκρίσθω καὶ τὸ δυσχερὲς ὡσαύτως. ὡς νῦν
 γε ἐπιχαίρομεν ἀλλήλοις, καὶ οἱ μὲν πιέζουσιν, οἱ δὲ
καταρῶνται. μηδὲν ὑμῖν ἔστω φοβερώτερον τοῦ τὴν
πατρίδα κακοῦν μηδ’ αὐτὸς ὁ θάνατος. 
 42. Ἀλλ’ ἀγέσθω τις | ἐπὶ τὸ βουλεύειν, κἂν
μέλλῃ τό τινος λυπήσειν βαλλάντιον. οὐχ ὁρᾶτε τὸν
 Δητόïον ὡς καλὰ περὶ αὑτοῦ διηγεῖται πολλάκις, τὸν
Μακρέντοιν, τὸν Μάτερνον, τὸν Ἰουλιανόν, πολλοὺς
ἄλλους, τὰς ὑπὲρ τούτων πρὸς τοὺς στρατηγοὺς μάχας,
ἃς οὐκ ἀζημίους μέν, καλὰς δὲ καὶ οὕτως ἐνόμιζεν;
τί τοιοῦτον ἔστιν ὑμῖν εἰς φιλοτιμίαν ἐπαῖρον; περὶ
 τοῦ τῶν ὑμετέρων ἐν συνουσίαις διατρίψετε; τίνος
μνημονεύοντες ἀμείνους εἶναι δόξετε; νίκας μὲν Ὀλυμ-
 
 
 

 
πικὰς οὐκ ἐρεῖτε οὐδὲ αἰχμαλώτους καὶ λάφυρα· εἰ δὲ
μήτε ἐκεῖνα μήτε ταῦτα, τῷ ποτε χρήσεσθε; 
 43. Μὴ ὑμεῖς γε, μὴ μέχρι παντὸς ἐπὶ τῶν ἡμαρ-
τημένων μένετε, ἀλλὰ ἅλις μὲν δρυός, ἀποθέμενοι δὲ
τὴν πολλὴν ταύτην μαλακίαν δείξατε πάλιν τὴν βουλὴν 
ἀνθοῦσαν.