XLIV. 
 ΕΙΣ ΣTAΘION ΤΟΝ ΚΑΡΑ. 
 ὑπεσχόμην ἐπαινέσεσθαι τὸν χθὲς τὰ λεγό- 
μένα μοι τιμήσαντα τῷ ῥήματι. καὶ πρὶν ὃς ἦν
εἰδέναι, τὴν ὑπόσχεσιν ἐποιησάμην ὡς, εἰ καὶ νεώτερος
εἴη, τοῦτο ποιήσων. ἔπειτα ἀνὴρ ἀνεφαίνετο καὶ οὗτος 
ἐν τῇ Ἀθηναίων ἐσθῆτι. καὶ ἦν ἐν κέρδει τὸ τοιοῦδε
εἶναι τὸ ῥῆμα. τῷ Διὶ τοίνυν ἑπόμενος οὐ ψεύσομαι
ἃ ὑπεσχόμην. 
 2. Ἀλλὰ Ι πρῶτον μὲν ὑμᾶς διδάξω τὸν ἐκ 
Καρίας Ἀθήναζε τοῦδε πλοῦν ὃν ἔπλευσεν ἐπὶ κτήσει 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 
σοφίας ὄντων μὲν τῶν μέγα εἶναι λεγόντων τοὺς
νόμους, ὄντων δὲ τῶν ὑμνούντων τὸν ἐν ὅπλοις βίον.
τῷ δὲ τὸ κάλλος ἄρα τῶν λόγων μᾶλλον ἐδόκει στίλ-
βειν ὀμφαλοῦ τε ἀσπίδος χρυσίου τε τοῦ παρὰ τῶν
 νόμων. ἥκων δὲ ἐφ’ ὅπερ ἧκεν ἔδρα. λόγοι μὲν ἐν
ἡμέραις, λόγοι δὲ ἐν νυξί. μάχας δὲ εἴα χαίρειν καὶ
μαχομένους ἠλέει καὶ τούτων γε αὐτῶν μᾶλλον ὅσοι
νίκαις ἐφιλοτιμοῦντο Μουσῶν τε ἀλλοτρίαις καὶ
λωνος Μουσηγέτου.

τῷ δὲ οὐδεμία συμβολὴ τὰς
 χεῖρας ἐπὶ ῥόπαλον ἢ ξίφος ἀπὸ τῶν βίβλων μετή-
νεγκεν. αἰ δὲ ἦσαν πολλαὶ πολλῶν, ἐπεὶ οὐδὲ τῶν
ἡμετέρων, ὡς αὐτὸς ἔφησεν, ἠμέλει. καί ποτε ὁ μὲν
πρὸς τοῦ διδασκαλείου ταῖς θύραις ἀνεγίνωσκε
μενος, τὸν δὲ διδάσκαλον, καὶ γὰρ ἦν ὁ ἀγγείλας,
 θυμοῦ τε τοῦτο καὶ ὀργῆς ἐνέπλησε, καὶ τὸ πρᾶγμα
οὐκ ἀκίνδυνον, ἡδὺς δὲ ὅμως ὁ κίνδυνος, εἰ ποιοῦντα
ἀμείνω τὴν ψυχὴν δεήσει τι καὶ παθεῖν.

ἐπεὶ |
 δὲ ἤδη ῥήτωρ τε ἦν καὶ οἷος πόνους καὶ ποιεῖν
καὶ διδόναι, ἐλευθερίας ἐπιθυμίᾳ φεύγει μὲν τούσδε
 τοὺς πόνους, θεάτροις δὲ διαγέγονε χρώμενος. καὶ
αὐτῷ μυρία μὲν ἐν Φοινίκων ἐπεδείχθη πόλεσι, πολλὰ
δὲ ἐν Παλαιστίνης ἄστεσιν. οὗ δὴ καὶ πολίτης ἡμἐ-
 
 
 
 
 

 
τερος ἐφεστὼς δυνάμεσιν ἠγάπησέ τε αὐτὸν καὶ κατεῖ-
δεν ἀκριβῶς καὶ ὅπως καρπώσεται τοὺς λόγους, ἐποίησε
πρέποντα τῷ γένει δρῶν. Μουσῶν γὰρ Περσεὺς ὁμο-
πάτριος ἀδελφός, ἐξ οὗπερ οὗτοι. 
 5. Τὸν α Κᾶρα δὲ δεῖ πιστεύειν καὶ ὑμᾶς ἐπ’ ἄκρον 
ἔρχεσθαι τῆς τέχνης, εἰ καὶ μήπω τυγχάνετε λέγοντος
ἀκηκοότες. ἐκ γὰρ δὴ τῆς ἀκροάσεως ἑωράκατε τὸν
ῥήτορα. οὕτω πᾶν τὸ λεγόμενον τοῦ προσήκοντος
ἠξίου. εἰκὸς τοίνυν αὐτὸν καὶ ὁπόταν ἐργάζηται λόγον,
τοῦ προσήκοντος τυγχάνειν φεύγοντά τε ἃ χρὴ καὶ 
διώκοντα ἃ προσήκει. λόγων δὲ δύναμιν ἐσχηκὼς
ἐπιεικείᾳ κεκόσμηκε τὴν ψυχὴν ὀργῆς τε ὅτι πλεῖστον
ἀπέχων ὀργὰς ἂν ἑτέρων ἐνέγκαι εὖ μάλα φωνή τε
αὐτῷ πρᾳοτέρα τό τε πρόσωπον ἐν μειδιάματος μέτρῳ
συνουσίαι τε αἰ πρῶται φιλίας ἀπεργαζόμεναι. ὅτῳ 
γὰρ ἐγγύς τε ἔλθοι καὶ κατασταίη πλησίον καὶ μικρὰ
διαλεχθείη, τοῦτον εὐθὺς ἔλαβέ τε καὶ ἔχει.