ΥΠΕΡ ΕΑΥΤΟΥ ΔΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣ 
 ΑΝΤΙΟΧΟΝ ΣΥΝΗΓΟΡΙΑΝ. 
 Οἱ μὲν βέλτιστοι τῶν ἐν τῇ πόλει καὶ 
φθόνου πλεῖστον ἀπέχοντες κἀν ταῖς εἰς αὐτὴν εὐερ-
γεσίαις τοῖς τ’ εὖ πεπονθόσι καὶ τοῖς πεποιηκόσι 
συγχαίροντες ἐπαινοῦσι τὴν γεγενημένην ὑπ’ ἐμοῦ τῷ
σιτοποιῷ βοήθειαν καὶ τό τε δίκαιον ἔχειν αὐτὴν καὶ
τὸ κοινῇ συμφέρον ὁμολογοῦσιν, οἱ δ’ αὑτῶν
μενοι ζημίαν, εἴ τι δόξαιμι πεποιηκέναι χρηστόν, πο-
νηρόν τε εἶναι τὸ πεπραγμένον φασὶ καὶ πονηροῦ 
τρόπου σημεῖον. ἐγὼ δὲ ἕνεκα μὲν τοῦ τῶν
των | ἀνθρώπων καταφρονεῖν οὐδένα ἂν ἐποιη- 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 
σάμην λόγον, κελευόντων δὲ τῶν φίλων καὶ νῦν τι
λέγειν οὐκ ἐνῆν μοι σιωπᾶν. 
 2. Ἐρῶ δὲ ἃ πάντες ἐπίστασθε καὶ περὶ ὧν οὐκ
ἄν τις εἰπεῖν τολμήσειεν ὅτι ψεύδομαι. τοῦ δήμου
 γὰρ θορύβοις οὐκ ἐννόμοις τὰ θεάματα μὲν τῆς σκη-
νῆς ἐξελάσαντος, φόβον δὲ παρέχοντος ὑπὲρ μειζόνων
λέγοντος περὶ τὸν ἄρτον ἀδικεῖσθαι τὴν πόλιν ὁ μὲν
ἄρχων ἀντὶ τοῦ ταῦτα ἀπειλαῖς ἐπισχεῖν πάνθ’ ἃ βού-
λοιντο ποιήσειν εἰπὼν ἀνέστη, τῆς ὑστεραίας δὲ τὸ
 παρὰ τῶν πολλῶν θράσος εἰς τοῦτο προήγαγε τὰ
πράγματα, ὥσθ’ ὁ μὲν ἐνομοθέτει τὰ τοῖς πολλοῖς μὲν
ἥδιστα, τὸ δυνατὸν δὲ οὐκ ἔχοντα, δρόμος δὲ ἀνδρῶν
καὶ γυναικῶν ἐπὶ τοὺς φαινομένους τῶν ἄρτων οὐκ
ὀλίγος. οἱ πολλοὶ δὲ προσῄεσαν <μὲν>
 κόσιν ἐπ’ ὠνῇ διδόντες ἀργύριον, ἀκούοντες δὲ οὐκ
εἶναι καὶ ἅμα καθορῶντες ἀπῄεσαν ποιοῦντες καὶ
γοντες ἃ εἰκὸς τοὺς ἀπολεῖσθαι νομίζοντας.

ἡμέρα
δευτέρα καὶ πληγαὶ περὶ τοὺς ἄρτους καὶ τοῦ πρίασθαι
 δυνηθέντος τὸ μὴ δυνηθὲν πλέον. τρίτη καὶ τὸ κακὸν
 χαλεπώτερον, | ὥσθ’ ἡμῖν λελουμένοις ἀπιοῦσι
τοὺς πεινῶντας παρακολουθοῦντας λέγειν, ὡς οὐ
ροντες δειπνήσομεν· εἶναι γὰρ πῦρ. ἡ τετάρτη λόγον
 
 

 
εἶχεν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς οὐκ ὀλίγον τεθνάναι μὲν γέρον-
τας, τεθνάναι δὲ παιδία. καὶ γραῦν δὲ ἑώρων παιδίον
φέρουσαν αὐτὸ τοῦτο βοῶσαν, ὡς εἰ μή τις ἄρτου
μεταδοίη, τεθνήξεται, καὶ ἅμα προὔτεινε τὴν τιμήν.

ὁ δὲ ἄρτος ἦν περιμάχητος, καὶ ἀλλήλους ἐώθουν 
καί που καὶ ἔπληττον καὶ ἦν πολλοῦ τότε τὸ ἰσχύειν
ἄξιον. ὁ δὲ ἀσθενέστερος ἄρτον μὲν οὐκ ἔφερεν οἴ-
καδε, τραύματα δὲ καὶ κατερρωγυῖαν ἐσθῆτα. τοῦτο
τῶν πολιτευομένων ἐκένωσε τὴν πόλιν καὶ ἦσαν ἐν
ἀγροῖς τὸ μὴ συγκατακαυθῆναι ταῖς αὑτῶν οἰκίαις ἐν 
κέρδει ποιούμενοι· ταῦτα γὰρ ἠλπίζετο. 
 5. Ἐν τούτῳ τῷ κλύδωνι κινεῖ μέ τις θεῶν, οὐ
γὰρ ἐμόν γε τὸ ἔργον, εἰπεῖν τι πρὸς τὸν ἄρχοντα
περὶ τοῦ κατειληφότος πάθους, καὶ κομισθεὶς οἰκετῶν
χερσίν, ὁ γὰρ ἵππος ἔτυχεν ἀπών, τὰ μὲν ἐπιτιμήσας, 
τὰ δὲ παραινέσας, τὰ δὲ φοβήσας, ἔστ·ι δὲ ὅπου καὶ
δεηθεὶς μόλις ἀπέστησα τῆς πολλῆς φιλονεικίας ἣν
εἶχεν ὑπὲρ τῶν ἀδυνάτων.

οὐ μὴν ἐξήρκει γε τοῦτο
πρὸς τὴν ἐπανόρθωσιν, ἀλλ’ ἔδει καὶ τοὺς ἀρτοποιοὺς
 
 
 

 
κατάγειν ἀπό τε τῶν ὁρῶν καὶ τῶν ἄντρων ἐν οἷς
αὑτοὺς κατακρύψαντες εἶχον. τοῦτο δὲ οὐκ ἦν εὔ-
πορον ἀπιστουμένων μὲν ὑποσχέσεων, ἀπιστουμένων
δὲ ὅρκων. ὡς δὲ ἐμαυτὸν ἔδωκα τῷ πράγματι
 καὶ δι’ ὧν ἐξῆν αὐτοῖς διελέχθην, ἀξιόπιστον ἔχειν
ἐγγυητὴν ἡγησάμενοι καὶ ἅμα μεμνῆσθαι παλαιᾶς
εἰπόντες χάριτος, ἡνίκα αὐτοὺς ἐξήρπασα πληγῶν
 καὶ βασανιστῶν μακρῶν μὲν πρὸς τὸν | ἔμ-
φρονα Φιλάγριον λόγων οὐ δεηθείς, τοῦ δὲ κινῆ-
 σᾶι τὴν κεφαλὴν ὡς ἐπὶ σκληροῖς ἀρκέσαντος, ἀντὶ
τοίνυν ἐκείνων ἔφασαν οὐδὲν ὅ τι οὐ ποιή-
σομεν, οὔδει τὰ σώματα τῶν τέκνων προσθεῖ-
ναι δέοι τοῖς φρυγάνοις.

τοιαῦτα εἰπόντες
προσέθεσαν τὸ ἔργον καὶ πρὸς τοσοῦτον ἧκε προθυ-
 μίας ἕκαστος, ὥστ’ ἀποχρῆσαι νύκτα μίαν πρὸς τηλι-
καύτην μεταβολήν. καὶ οὔπω μὲν ἡμέρα, πάντα δὲ
ἄρτων ἔμπλεα, ὥσθ’ οἱ μὲν ἐξέκειντο, οἱ δ’ ἄνθρωποι
παρῄεσαν τὰς περὶ τὴν ὠνὴν σπουδὰς τοῦ ’κείνων
πλήθους ἀνελόντος δόντος θαρρεῖν ἅπασιν, ὡς ὁπόταν
 τις ἔλθῃ, λαβεῖν ἐξείη.

οἵαν δὲ ἡδονὴν ἥδονται
 
 

 
ναυαγίαν ἐγγὺς οὖσαν ἄνθρωποι διαφυγόντες τῇ τῶν
Τυνδαριδῶν ἐπικουρίᾳ, ἢ οἵαν λυθείσης πολιορκίας
οἱ τέως καθειργμένοι, τοιαύτην ἡμεῖς ἐπὶ τὴν προτέ-
ραν μορφὴν τῆς ἀγορᾶς ἡκούσης, ὥστε περιβάλλοντες
ἀλλήλους ἐφιλοῦμεν τῶν ἀπὸ τοῦ πεινῆν κινδύνων 
ἐκβεβλημένων. 
 9. Ἐπαινουμένων δὲ τῶν τε ἄλλων θεῶν καὶ τῆς
Τύχης καὶ τῶν ἐκείνοις ὑπηρετηκότων ἀνθρώπων
ἐφίστησι τῇ πράσει τῇ τῶν ἄρτων Κάνδιδον τὸν ἡμι-
μανῆ τοὺς ὑπ’ ἐκείνου παρασκευασθέντας ἐπαγγεῖλαι 
τοῦτο νομίσας εἶναι τὴν πόλιν. οἱ δὲ ἦσαν | οἵ 
τε οἰκέται τοῦ Κανδίδου καί τινες ἄλλοι τῶν τὰ
νου φαγόντων. ὁ οὖν Κάνδιδος εὑρὼν ἀφορμὴν
πτῃ λυσιτελοῦσαν φύλαξ μὲν ὧν ἐπιστεύθη κακὸς ἦν,
ἐχθροὺς δὲ ἐχθροῖς προὔπινεν ἀρτοποιοὺς πωλῶν τοῖς 
ἐχθροῖς τούς τι λελυπηκότας, οἶα τὰ τῶν ἐν τῇ αὐτῇ
τέχνῃ.

ἄνθρωπον οὖν συλλαβὼν ἐπιεικῆ γέροντα
 
 
 

 
γυναικί τε συνοικοῦντα καὶ παιδία τρέφοντα καὶ πυ-
ροὺς καθ’ ἡμέραν οὐκ ὀλίγους εἰς ἄρτον ἄγοντα καὶ
τῆς πανταχόθεν παρὰ τοῖς ὁμοτέχνοις αἰδοῦς ἠξιω-
μένον ἐσυκοφάντει λέγων ἀδικίᾳ χρήσασθαι περὶ τὸν
 ἄρτον. καὶ λόγοις παροξυντικοῖς εἰς ὀργὴν τὸν ἄρ-
χοντα ἐμβαλὼν γυμνώσας τὸν ἄθλιον ἐν τοῖς τῶν
ἐχθρῶν ὀφθαλμοῖς ξαίνει. καὶ τὸ πρᾶγμα τοσαύτην
εἶχεν ὑπερβολήν, ὥστ’ οὐδὲν ὁ Κόκκος εἶναι ἐδόκει.

Κανδίδῳ δὲ μικρὸν τοῦτ’ ἐφαίνετο καὶ προσέθηκε
 τὸ καὶ περιάγεσθαι τὸν ταλαίπωρον διὰ τῆς πόλεως
ὅλης τό τε ἀπὸ τῶν πληγῶν ἐπιτείνων κακὸν τῇ τῶν
φαρμάκων ἀναβολῇ καὶ δευτέραν ἐπάγων δίκην τὴν
ἀπὸ τῆς αἰσχύνης. ὡς δ’ ἥλιος μὲν ἦν περὶ δύσιν, ὁ
δ’ ὑπὸ τῶν ἀγόντων τοῖς ἑαυτοῦ γείτοσιν ἔμελλεν ὀφθή-
 σεσθαι, προσπεσοῦσα πρὸς τὰ γόνατα αὐτοῖς ἡ γυνὴ
δεῖται τοῦτο γοῦν αὐτῷ χαρίσασθαι τὸ καλύψαι τὰ
νῶτα. οἱ δὲ οὐ χαρίζονται μέν, ἀποδίδονται δέ. καὶ
παρῆν ἰατρὸς καὶ φόβος περὶ τῇ ψυχῇ.

πολλοῦ
 δὲ ὄντος τούτου τοῦ λόγου πέμπω τινὰ | τὸν
 εἰσόμενον, εἰ ταῦτά τε οὕτως ἔχοι καὶ εἰ μισθὸς τοῦ
τυχεῖν τῆς κλίνης τὸν ἄνθρωπον δέδοται. ὡς δ’ ἧκεν
ὁ πεμφθεὶς ἀγγέλλων ἀμφότερα, τὸ μὲν ὡς ἀηδέστατά
τε ἐλουσάμην δειπνῆσαί τε οὐκ ἐδυνήθην ἔν τε ὀνεί-
 
 

 
ρασι <διετέλεσα> θεώμενος τὰς πληγάς, ταυτὶ
ἐάσω· τὰ δ’ ἅμα ἡμέρᾳ δάκρυα τῆς ἐκείνου γυναικὸς
τίς οὐκ ἂν ἠλέησεν ἐρριμμένης τε χαμαὶ καὶ κοπτο-
μένης αἰτούσης συμμαχίαν εἰς τὸ πρὸς τὸν ἄρχοντα
ταῦτα εἰπεῖν; ἐγὼ δὲ τούτου μὲν αὐτὴν ἀπῆγον ἀδι- 
κῶν ἴσως οὐκ ἐῶν δίκην ὅσην ἄξιον λαβεῖν, ἐπὶ δὲ τὸν
σύνδικον μεθίστην τῆς πόλεως· οὐ γὰρ δὴ καὶ ταύτης
αὐτὴν ἔδει τῆς παραμυθίας στερεῖσθαι. ἐν τοίνυν τῇ
περὶ τούτων ἐξετάσει παρεῖναί τε ὁμολογῶ καὶ τῇ γυναικὶ
οὐ πολλὰ μέν, ὅμως δὲ ῥήματά τινα συνεισενεγκεῖν. 
 13. Τοῖς μὲν οὖν βελτίστοις, ὅπερ ἀρχόμενος ἔφην,
ἔδοξά τι πεποιηκέναι καλόν, τοῖς δ’ εἴ τις εὐδοκιμή-
σειεν ἐπί τῳ ῥηγνυμένοις κακόν τε καὶ καινὸν καὶ
οὐκ ἐμόν. εἰ δὲ δίκαιον μὲν τὸ πεπραγμένον, καινὸν
δὲ τοῦτο καὶ οὐκ ἐμόν, οὐδὲν ἕτερον λέγουσιν ἢ ὅτι 
μετὰ τοῦ τῶν δικαίων ἀμελεῖν εἰς γῆρας ἥκω. καίτοι
τίς οὐκ οἶδεν, ὡς ἀεὶ διὰ τῆς πόλεως ἐρχόμενος οὐδένα
τῶν κλαιόντων παρέρχομαι, ἀλλ’ ἔστην, ἤλγησα, ἐζή-
τησα τὸν ἠδικηκότα, ἐλῶν μὲν ἐπέθηκα δίκην, μὴ δυ-
νηθεὶς δὲ ἠχθέσθην; πολλοὶ | δὲ καὶ μείζονος 
ἄξιοι δίκης ὑπὸ τοῖς συνδίκοις ἐμοῦ πέμψαντος ἐγέ- 
 
 

 
νoντο. οὐ γὰρ ἐν τῷ κωλύειν τι παθεῖν πανταχοῦ
τὸ δίκαιον, ἀλλὰ τὸ τῆς τιμωρίας ἀρκοῦν τοῖς δικαί-
οις ἐστί.

τῶν μὲν οὖν εἰς ἐμὲ τετολμημένων οἶδα
μὴ λαβεῖν δίκην, ἑτέρου δέ τι παθόντος οὐ φέρω. εἰ
 δὲ καλὸν τὸ μηδένα πώποτε διῶξαι, οὐδὲ ἐνταῦθα
κατηγόρουν, ἀλλὰ τὴν τῆς γυναικὸς ἐρημίαν ἠλέουν, ἣν
ἡ μὲν φιλανδρία κατήγορον ἐποίει, τὸ δ’ ἀπορεῖν συμ-
μάχων ἔπειθέ με βοηθεῖν. πότε γὰρ ἂν ἐτόλμησεν
ἐκείνη ῥῆξαι φωνὴν ἢ φανῆναι τὸ πρῶτον ἐν μέσῳ
 μὴ τοῖς παρ’ ἡμῶν ἀφαιρεθεῖσα τὸν φόβον; ὑπὸ γὰρ
δὴ τῶν τῷ Κανδίδῳ συνεστηκότων οὐκ ἄν ποτε αὐ-
τοὺς λαθοῦσα ῥᾳδίως ἀπώλλυτ’ ἄν, ἃ καλῶς εἰδυῖα
στένουσα ἂν οἴκοι καθῆτο.

τὸ θαρρῆσαι τοίνυν
αὐτῇ παρ’ ἡμῶν γεγένηται τῇ ἠδικημένη κατὰ τῶν
 ἠδικηκότων. ἀλλ’ ὅμως ἤδη τίς με συγκαθήμενος τοῖς
αὑτοῦ φίλοις ἐκάλεσε κακοπράγμονα. πῶς, ὦ φίλτατε;
εἰ γὰρ ὁ τοῖς κακόν τι πεποιηκόσι χαλεπαίνων τοῦτο
ἂν εἰκότως καλοῖτο, τί τοῖς δεδρακόσι καλεῖσθαι προσ-
ήκειν φήσομεν; 
 16. Ὡς τοίνυν οὐδ’ εἰ σφόδρα ἐδέδοκτό μοι
νὸς τοιούτου μηδέποτε μηδένα τρόπον ἐφάψασθαι
πράγματος, τούτου γε οὐκ ἐνῆν εἰσάπαξ ἀποστῆναι,
ἀλλ’ εἰκὸς ἂν ἐποίουν τι καὶ γραφὴν αὐτὸς ἀπενεγκών,
ἐκεῖθεν ἂν γνοίη τις. 
 
 
 

 
 Ὅτε γὰρ ὁ καιρὸς ἐκεῖνος ὁ δεινὸς καὶ τὸ πολὺ
δέος ἐπὶ τὰς τῶν ὀρῶν κορυφὰς τοὺς ἀρτοπόπους
ἀνήγαγε καὶ σωτήριον ἒν ἐφαίνετό μοι κατελθεῖν τε
ἐκείνους καὶ τὸ πῦρ τὸ πρότερον κάειν, πειθὼ δὲ οὐ-
δaμόθεν ἦν οὐδὲ διὰ πάντων ὅρκων ἅπαντας τοὺς 
θεοὺς τῶν λεγόντων] ἐχόντων, τότε τοῦτ’ ἐδυνήθην
ἐγὼ μόνος τῶν | ἐμῶν μόνων ῥημάτων δοξάν- 
τῶν ἀνυπόπτων.

καὶ οὐκ ἂν μὲν φαίην, ὡς
κατειλήμμην συνθήκαις ἦ μὴν εἰ κακὸν ἐπίοι, βοη-
θήσειν, ὥσπερ ὑπὸ τοῦ μάντεως Ἀχιλλεύς, αὐτὸ 
δὲ τοῦτο τὸ μηδενὸς αὐτοὺς δεδεῆσθαι τοιούτου
μᾶλλον αἰδεῖσθαι δεῖν ἡγούμην ἢ τὰς μετ’ ἰσχυρο-
τάτων πίστεων ὁμολογίας. αὐτὸς μὲν οὖν ὁ τὰς
πληγὰς εἰληφὼς οὔτ᾿ εἶπεν οὔτε ἐρεῖν ἔμελλεν, ὅτι
ταῦτα μέντοι δι’ ἐκεῖνον ὃς οἷς ἔπεισεν ἡ- 
σθεὶς τῶν πεπεισμένων ὀλιγωρεῖ. καὶ Κάνδι-
δος μὲν ἡμᾶς ἀπόλλυσιν, ὁ δ’ εἰδὼς οὐκ ἐπι-
στρέφεται.

ἐκεῖνος μὲν οὖν ἀπείχετό μου καὶ
στένων, ἐγὼ δὲ ᾐσχυνόμην ἂν προδότης καὶ ὢν καὶ
 
 
 

 
δοκῶν ἀνθρώπων, δι’ ὧν οἰχομένην ἤδη τὴν πόλιν
ἀνέσωσα. τίνα γὰρ ἔδει πρὸ ἐμοῦ τοῖς γενομένοις
πληγῆναι; τίνα ἀλγῆσαι; τίνα ἀγανακτῆσαι; ποῖον πα-
τέρα; τίνα μητέρα; ποίους ἀδελφούς; ποίαν συγγέ-
 νειαν; τὴν ἐμὴν λύπην ὁ καιρὸς ἀπῄτει, τὴν ἐμὴν
φωνήν, τὴν ἐμὴν ἀγανάκτησιν· ὥστ’ εἰ καὶ παρὰ τῆς
γυναικὸς ὁ ἀνὴρ ἠμέλητο, τῆς γε παρ’ ἐμοῦ προνοίας
δίκαιος ἦν τυγχάνειν, ἄλλως θ’ ὅτ’ εἰ μὴ τοῦτο ἐποί-
ουν, καὶ ἐμαυτὸν ἂν ἠδίκουν ἐν οἷς ἐκεῖνον. πῶς γὰρ
 ἂν ἦλθον εἰς ἱερόν; πῶς δ’ ἂν ηὐξάμην; τίσι δ’
ὀφθαλμοῖς ἔβλεψα πρὸς τὰ ἀγάλματα τοσοῦτον ἐμαυτῷ
συνειδὼς κακόν; πῶς δ’ ἂν οὐκ ἐν ἐνὶ τούτω πᾶς ὁ
παρεληλυθὼς ἐβλάπτετό μοι βίος; κακὸς οὖν ἦν ἐν
οἷς ἐφοβούμην μὴ κακὸς ἐλεγχθείην καὶ ἐνειχόμην
 τούτοις ἃ μάλιστα ἔφευγον. καὶ τίνα τοῦτο ἔχει φύσιν; 
 19. Ἤρκει μὲν οὖν εἰς τὸ παρακαλέσαι με πρὸς
τὸ τῷ τὰ δεινὰ πεπονθότι βοηθεῖν καὶ ὁ τοῦ δικαίου
λογισμός, νῦν δ’ ἦν ἕτερόν τι πρὸς τούτῳ μεγάλην
 ἔχον τὴν ἀνάγκην. τί τοῦτο; φόβος τῶν | ἴσων
 κακῶν. εἰ γὰρ μὴ ἐγὼ τότε χαλεπῶς ἔσχον τῷ πε-
πραγμένῳ καὶ ταῦτα ἐφ’ οἷς οὗτοί με κακῶς λέγουσιν
ἐπεποιήκειν καὶ τοῦτο ἔγνωσαν ἅπαντες, Κάνδιδός τε
διὰ πάντων <ἂν> ᾔει ὥσπερ χειμάρρους τῶν ἀρτοπόπων
 

 
νῦν μὲν μιμούμενος ἃ ἐδεδράκει, νῦν δὲ καὶ ὑπερ-
βaλλόμενος, ἐκείνους τ’ ἂν αὖθις εἶχε τὰ ὄρη τήν τε
πόλιν ὁ λιμός.

ἴσως δ’ ἂν οὐδὲ διὰ πάντων ἧκεν
ὁ Κάνδιδος παίων· ἀπὸ γὰρ τοῦ πρώτου περιοφθέντος
αὑτὸν ἂν ἕκαστος ἔσωζε φθάσαντος τοῦ δρασμοῦ τὴν 
αἰκίαν, καὶ ἦν πάλιν ἂν οἶαπερ καὶ πρότερον ἢ καὶ
ἔτι δεινότερα τοῦ καλέσοντος ἐκείνους ἐπὶ τὴν αὐτῶν
ἐργασίαν οὐκ ὄντος. οὐδὲ γὰρ αὐτὸς ἔτι πιστὸς ἂν
ἦν ἀπὸ τῶν αὐτῶν λόγων τῶν προτέρων ἐξεληλεγ-
μένων. 
 21. Ἆρ’ ἄξιά μοι τὰ πεπραγμένα μέμψεως, ἀλλ’ οὐ
μᾶλλον εὐφημιῶν καὶ βελτιόνων ἢ νῦν ῥημάτων; εἰ
γάρ τις ἀκριβῶς ἐξετάσειεν, ὀκνῶ μὲν εἰπεῖν, ἀναγκά-
ζομαι δέ, δὶς σέσωκα τήνδε τὴν πόλιν ἀποδούς τε
τοὺς σιτοποιοὺς αὐτῇ καὶ κατασχών, νῦν μὲν πείσας 
κατελθεῖν, νῦν δὲ κωλύσας φυγεῖν. 
 22. Ὑπηρέτουν γάρ, φησίν, ἄρχοντος φωνῇ.
ἡ δὲ ἦν πλημμελοῦντά τι περὶ τοὺς ἄρτους ἐκεῖνον
νουθετῆσαι. ἐγὼ δὲ εἶχον μὲν <ἄν> τι καὶ
του λέγειν, καὶ ὡς μείζων ἦν ἡ παρὰ τοῦ Κανδίδου 20
κατηγορία τοῦ ἔργου καὶ ὡς ὁ σταθμός, ὥσπερ ἐν
ἐνίοις ἐλάττων τοῦ δέοντος, οὕτως ἐν ἄλλοις πλείων,
 
 

ἀλλ’ ὅμως ἐπ’ ἐκεῖνο εἶμι ταῦτα ἀφείς, εἰ μὲν ἔχει τις
 εἰπεῖν | πληγῶν ἀριθμὸν εἰρημένον παρὰ τοῦ τὴν
ἀρχὴν ἔχοντος καὶ τοσοῦτον ὅσος γέγονε καὶ οὕτως
ὠμὸν ὡς πολλοὶ τεθέανται. μάλιστα μὲν καὶ οὕτως
 ἠδίκει Κάνδιδος οὐ γενόμενος τοῦ κεκελευκότος πρᾳ-
ότερος, ὃ καὶ τοὺς οἰκέτας ὁρῶμεν ποιοῦντας πρὸς
ἀλλήλους, ὅταν ἐπὶ πληγαῖς ἄλλος ἄλλῳ παραδοθῇ, καὶ
τοῦτο καὶ τοὺς παραδόντας αὐτοὺς ἐπαινοῦντας ὁρῶ-
μεν ἤδη τοῦ θυμοῦ λελωφηκότος.

ταῦτα οὐκ ἐρῶ
 πρὸς Κάνδιδον, ἀλλ’ ἔστω τὸ πικρὸν τοῦτο δίκαιον,
εἰ διαρρήδην ἤκουσεν, ὅτι δεῖ ταῦτα Ἀντίοχον ἅπαντα
παθεῖν ἃ πέπονθεν. ἀλλ’ οὐκ ἂν δύναιτο. οὐκοῦν
κύριος ἦν σαφῶς τοῦ γε ἐλάττονος καὶ οὐκ ἔμελλε
δώσειν νῦν δίκην τοῦ μὴ ὅσην νῦν δίκην λαβεῖν οὐδ’
 ἐρήσεσθαι τοὺς ὑπηρέτας ὁ ἄρχων· πόσαι δὲ αἱ
πληγαί; οὐδ’ ὡς οὐ πολλαί, γνοὺς ἢ λόγῳ ἢ ἔργῳ
λυπήσειν τὸν Κάνδιδον. καίτοι τὶ τὸ κωλῦον ἦν, εἰ
πολλὰς οὕτω γενέσθαι τὰς πληγὰς ἐβούλετο, τὸν ἀριθ-
μὸν εἰπεῖν καὶ τὸ τοὺς τύπτοντας εἶναι δεῖν τῶν ῥω-
 μαλεωτέρων, οἷον Κάνδιδος αὐτῷ τὸν υἱὸν ἐπέστησε
τὸν αὑτοῦ;

θαυμάζω δὲ ὅπως οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ
ματος ᾐσχύνθη τὴν φιλανθρωπίαν· οὐ γὰρ ἀγριαίνον-
τος ἦν οὐδὲ ζέοντος, ἀλλ’ οἷον δεδοικότος μή τι σφο-
 
 
 
 

 
δρὸν γένηται, καὶ ᾧ πολλάκις πατέρες ὑπὲρ παίδων
πρὸς παιδαγωγὸν ἐχρήσαντο. τὸ δὲ αἷμα ἐκεῖνο τὸ
πολὺ καὶ τὸ διατμηθὲν δέρμα καὶ αἱ φανεῖσαι σάρκες,
ταῦτα | ἦν σὰ καὶ τῆς σῆς κακίας. 
 25. Δῆλοί δὲ αὐτὸς ὁ ἄρχων οἷς εἰς ἕτερον ἔπρα- 
ξεν ἔξω ταῦτ’ εἶναι τῆς γνώμης τῆς ἑαυτοῦ. τῆς
τῆς γὰρ αἰτίας ἐπ’ ἄλλον ἡκούσης λαβὼν τὸ σῶμα τοῦ
κεκακουργηκέναι δοκοῦντος τοὺς ἡμερωτέρους τῶν τὰ
γράμματα διδασκόντων μιμησάμενος ἀφῆκε δείξας οἷς
περὶ ἕτερον ἐποίησεν, ἅπερ ἂν ἐποίησεν, εἰ καὶ τὸν 
πρότερον ἦν τις εἰσηχὼς αὐτῷ. 
 26. Ὃ δὲ μεῖζον εἰς ἔλεγχον τῆς Κανδίδου σκή-
ψεως, εἰς τί γάρ, εἰπέ μοι, βλέπων, εἰς ποῖον λόγον,
εἰς ποῖον ῥῆμα, εἰς ποίαν συλλαβήν, εἰς ποῖον νεῦμα
τὰ πολλῷ βαρύτερα τῶν πληγῶν ἐκεῖνα προσέθηκας; 
ἐν οἷς ἦν ἰατρῶν τε ἐστερῆσθαι τὸν ἄνθρωπον καὶ
θέαμα εἶναι τοῖς ἐν τῇ πόλει πᾶσιν ἐλεεινὸν ὥσπερ
τι τῶν βοσκημάτων ἐλαυνόμενον. εἰ δ’ ἐν τῷ τῆς
νουθεσίας ὀνόματι πάντα ταῦτα εἶναι φής, καὶ ἀπο-
τυμπανίσας τὸν ἄνθρωπον εἰς ταὐτό μοι δοκεῖς ἂν 
καταφυγεῖν. ἀλλ᾿ οὔτε τότε οὐδεὶς ἠνέσχετ᾿ ἂν οὔτε
νῦν. οὐ γὰρ ὁ ἄρχων οὐδ’ ἅπερ ἐκεῖνος ἔφησεν,
ἀπώλλυ τὸν Ἀντίοχον, ἀλλὰ τό τε χρήματα ἐπ’ Ἀν-
τιόχῳ παρὰ τῶν ἐχθρῶν τῶν Ἀντιόχου δεδόσθαι τό
τε τὴν Ἀντιόχου γυναῖκα μὴ δυνηθῆναι πρὸ τῶν πλη- 
γῶν δοῦναι τούτῳ χρυσίον ὁπόσον ἐβούλετο, ἐπεὶ καὶ
μετὰ τὰς πληγὰς οὐ τοσοῦτον μέν, ἐδόθη δ’ οὖν. 
 

 
 27. Ὑπὲρ Ἀντιόχου οὖν, ἐρεῖ τις, ἔδει λυπεῖν
Κάνδιδον, ὑπὲρ τοῦ σιτοποιοῦ τῶν γνωριμω-
τάτων ἔνα; ἐγὼ δὲ τὸ μέσον μὲν τῆς ἀμφοῖν τύχης
οὐκ ἠγνόουν οὐδ’ ὡς ὁ μὲν οἰκίαν κέκτηται μεγάλην,
5 ὁ δὲ μισθὸν τῶν οἰκημάτων ἐν οἷς οἰκεῖ τίθησιν οὐδ’
ὡς ὁ μὲν γῆν ἔχει πολλήν τε καὶ ἀγαθήν, ὁ δὲ μύλην
 οὐδ’ | ὡς ὁ μὲν τῇ γαστρὶ χαρίζεται, ὁ δὲ οὐ
δύναται οὐδ’ ὡς τῷ μὲν ἀργεῖν ἔξεστι, τῷ δ’ ἀνάγκη
πονεῖν. οἶδα ταῦτα καὶ πολλὰ πρὸς τούτοις ἕτερα.

ἐποιούμην δὲ τότε οὐ πρὸ τοῦ Κανδίδου τὸν
Ἀντίοχον, ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἀδίκου τὸ δίκαιον· τοῦτο
μὲν γὰρ ὑπῆρχεν Ἀντιόχῳ, τοῦ Κανδίδου δὲ ἦν ἐκεῖνο.
οὐδεὶς δὲ οὐδὲ τῶν ἀδικωτάτων ἀνθρώπων τολμήσειεν
ἂν εἰπεῖν, ὡς οὐκ αἰδέσιμον ἡ τοῦ δικαίου τάξις. διὰ
 τοῦτο κἀκ τῶν ἀπράτων δικαστηρίων ἀπιόντας ὁρῶμεν
νενικηκότας οὐκ ἀεὶ τοὺς εὐπόρους, ἀλλά ποτε μὲν
τούτους, ποτὲ δὲ τοὺς πενεστέρους τῶν δικαίων ποι-
ούντων ἑκάτερον.

σὺ δὲ οἷος ἂν ἦσθα καὶ πρὸς
ἐκείνους λέγων· οὐ καλῶς, ὦ ἄνθρωποι, πεποιή-
 κατε τοῦ μὲν ἡττωμένου παρ᾿ ὑμῖν τὴν δύνα-
μιν ἀτιμάσαντες, τοῦ δὲ κεκρατηκότος τὴν
ἀσθένειαν τιμήσαντες ἐξὸν πεποιηκέναι
ναντίον; εἰ δ’ οὐκ ἂν πρὸς δικαστὴν τοῦτο ἐποίεις,
διὰ τί πρὸς ἐμέ; πανταχοῦ γὰρ ἔγωγε νομίζω προσή-
 

 
κεἰν μέγα δύνασθαι τὸ δίκαιον. εἰ δὲ τοῦτ’ ἦν, οὐχ
ὅσῳπερ νῦν, ἐλείπετ’ ἂν τῶν θείων πραγμάτων τὰ
ἀνθρώπεια. νῦν δὲ τοῦτ’ ἔστι τὸ μάλιστα πικρὸν
ποιοῦν τὸν ἡμέτερον βίον, ὅτι πολλὰ μὲν τὰ τῶν
μων γράμματα, τὰ μὲν παλαιά, τὰ δὲ νέα, καταπατεῖ- 
τᾶι δὲ ὑπὸ τῶν ἀδικούντων ἡδέως τῆς πλεονεξίας
μᾶλλον ἐφ’ ἑαυτὴν ἑλκούσης ἢ τούτων ἀνειργόντων.

ἐγὼ δὲ οὔτ’ ἄλλοτε πώποτε προηκάμην τοῖς ἀδι-
κοῦσι τοὺς ἀδικουμένους διὰ τὸ τοὺς μὲν εἶναι τῶν
λαμπροτέρων, τοὺς δὲ τῶν καταδεεστέρων οὔτε νῦν 
τοῦτ’ ἔμελλον πείσεσθαι. μὴ γὰρ ὅτι Κάνδιδον, ἀλλ’
οὐδ’ ἂν τὸν ἐμαυτοῦ πατέρα ταὐτὰ Κανδίδῳ πεποιη-
κότα πρότερον ἂν ἤγαγον τοῦ | τοιαῦτα παθόντος 
σιτοποιοῦ, ἀλλ’ οὐδ’ ἂν ἄλλου τινὸς τῶν ἐν ἐλάττονι
τέχνῃ οὐδ’ ἄν, μὰ τοὺς θεούς, τυροπώλου οὐδέ γε 
ὀξοπώλου οὐδὲ ἰσχαδοπώλου οὐδέ γε νευρορράφου.
μὴ οὖν μοι λεγέτω τις ἅρματα ἢ ἀθλητὰς ἢ ἄρ-
κτους ἢ κυνηγέτας· τούτοις γὰρ ἅπασιν ἀντιτεταγ-
μένον τὸ δίκαιον μᾶλλον αὑτῷ πείθει προσέχειν ἢ
’κείνοις.

πείθει δὲ καὶ τὰ ἀπὸ τῆς ἔχθρας τῆς 
ἐσομένης φέρειν. ὅτι μὲν γὰρ δυσμενὴς ἐπὶ τού-
τοις ἐκεῖνος καὶ πάντα ἐπιβουλεύσει τρόπον καὶ συν-
εργῶν οὐκ ἀπορήσει, καὶ σφόδρα ἐπίσταμαι. οὐ μὴν
φόβῳ γε τοῦ τοιούτου πολέμου προδότης ἂν εἱλόμην
τῶν δικαίων καὶ γενέσθαι καὶ νομισθῆναι. οὐδὲ γὰρ 
 
 
 

 
τοῖς τὰς τάξεις λιποῦσι συγγνώμην ἔχομεν καὶ ταῦτα
εἰδότες, ὅτι δέει τοῦτο ἁμαρτάνουσιν. αὐτὸ γὰρ δὴ
τοῦτο καὶ τὸ ἔγκλημά ἐστιν, ὅτι φόβῳ διαφθείρουσι
τὸ προσῆκον. διὰ τοῦτο ἀποθνήσκουσιν αἰσχρῶς οὐ
 βουληθέντες καλῶς.

ἦν οὖν κἀμοὶ καλὸν ταύτην
φυλάξαι τὴν τάξιν. καὶ γὰρ εἰ μηδεὶς ἔμελλέ με μήτε
γράφεσθαι μήτε κρίνειν, ἀλλ’ οἵ τε θεοὶ ταῦτ’ ἂν
ᾐτιῶντο καὶ αὐτὸς ἂν ἐμαυτὸν κατήσθιον εἰδὼς ἅ μοι
ἐπεπλημμέλητο. καὶ μὴν καὶ ἐλπίδες μοι παρ’ αὐτοῦ
 τοῦ τὰ δίκαια ποιεῖν ὑπῆρχον. τοὺς γὰρ ἅπερ αὐτὸς
ἐπῄνουν ἐπαινοῦντας θεοὺς ἡγούμην καὶ κρείττω με
ποιήσειν τῶν πολεμησόντων. λόχον τοίνυν ὁποῖόν
τινα βούλεταί τε καὶ δύναται συστησάμενος λάθρα τε
διορυττέτω καὶ φανερῶς μαχέσθω. τῆς γὰρ δὴ τῶν
 θεῶν μεθ’ ἡμῶν οὔσης ῥοπῆς γέλως ἔσται καὶ αὐτὸς
καὶ οὕς συλλέγει. 
 33. Διὰ τί, φησί, τὴν ὀφειλομένην ἐπὶ τοῖς
 ἐλέγχοις διεκώλυσας δίκην; ὅτι πρῶτον | μὲν
αὐτὸν τὸν ἔλεγχον οὐ μικρὰν δίκην ἡγησάμην. ἔπειθ’
 οἱ πεπονθότες αὐτοὶ κακῶς ἐδέοντό μου μηδὲν ζητῆσαι
πλέον μηδ’ ἐκπολεμῶσαι σύνταγμα στρατιωτῶν τοσοῦ-
τον ἐργαστηρίῳ. ὥσθ’ οἷς λογισμοῖς εἰς τὸν ἔλεγχον
συνέπραττον, τοῖς αὐτοῖς τούτοις εἰς τὸ μὴ γενέσθαι
τινὰ τιμωρίαν ἐχρώμην. ἐκεῖνό τε γὰρ ἦν τοὺς ἠδι-
 κημένους ἐλεοῦντος καὶ τοῦτο τοῖς αὐτοῖς χαριζομένου,
ἄλλως θ’ ὅτε καὶ ἐξῆν αὐτοῖς τὰ αὑτῶν κομίσασθαι.
 
 

 
ὁ γὰρ ἀρνούμενος μὴ λαβεῖν παρὰ τοῦ τραπεζίτου
καὶ λαβὼν οὐκ εἰλήφει. φέρειν γὰρ αὐτὰ πάλιν ἐπὶ
τὴν τράπεζαν ἔδει.

οὕτως ἐν οἷς καὶ ἔπραττον
καὶ οὐκ ἔπραττον οὐκ ἐμαχόμην ἐμαυτῷ. τοὺς μέντοι
μεμφομένους μοι δυναίμην ἂν δεῖξαι μαχομένους ἑαυ- 
τοῖς, οἳ τῷ τε εἰς κρίσιν καταστῆσαί με τὸ πρᾶγμα
κακῶς λέγουσι καὶ τῷ πάνυ σπουδάσαι περὶ τὸ μὴ
δοῦναι τὸν στρατιώτην δίκην. εἰ μὲν γὰρ τἀπὸ τῆς
ὀργῆς αἰτιῶνται, τὰ τῆς ἐπιεικείας ἐπαινούντων· εἰ δὲ
τὰ τῆς ἐπιεικείας ἐν αἰτίᾳ ποιοῦνται, τί μὴ τὸ συνορ- 
γισθῆναι τῇ γυναικὶ τῷ καλῷ προσνέμουσι ; 
 35. Καὶ μὴν κἀκεῖνό γε τοῖς εἰρημένοις προσθείην
ἄν, ὅτι καὶ εἰ σφόδρα τῆς τιμωρίας ἐπεθύμουν, |
νικᾶν ἔδει τὸ δοκοῦν Αὐγάρῳ τῷ τοῦ στρατιώτου 
μὲν ἀδελφῷ, φίλῳ δὲ ἡμετέρῳ καὶ συνήθει παῖδά τε 
ἐν ταῖς ἡμετέραις ἔχοντι διατριβαῖς οὐ τῶν πολλῶν,
ἀλλ’ ὧν ἄν τις καὶ μακαρίσαι τοὺς γονεῖς τῆς τῶν
υἱέων κατὰ τὴν φύσιν τύχης. τούτοιν τοίνυν ὁ μὲν
εἶπέ τι περὶ τἀδελφοῦ, ὁ δ’ ἔλεγε μὲν οὐδέν, τῇ σιγῇ
δὲ ταὐτὸν ἔπραττεν. 
 36. πολλὰ πολλὰ καὶ μεγάλα τὸν στρατιώτην διέ-
σωζε. βουλοίμην δ’ ἂν καὶ ὅλως ταῦθ’ ἅπαντας εἰδἐ-
ναι περὶ ἐμοῦ, ὅτι τοῖς ἀδικοῦσι καὶ καταφρονοῦσι
τῶν νόμων μέχρι μὲν τοῦ κατενεγκεῖν πολεμῶ, κειμέ-
νους δὲ ἰδὼν σπένδομαι.