ΠΕΡΙ πενίας. 
 Πλούσιον ἄνθρωπον ἄνθρωποι νομίζουσί 
τε καὶ ὀνομάζουσιν, ὅτῳ πολὺς μὲν χρυσός, πολὺς
δὲ ἄργυρος καὶ γῆ καὶ ἀνδράποδα καὶ οἰκία καὶ
συνοικίαι καὶ νῆες καὶ βοσκήματα. καὶ ὅτῳ γε μὴ 
πάντα ἔνι μὲν ταῦτα, ἒν δέ τι τούτων ὅτι πλεῖστον,
καὶ τοῦτον οὕτω καλοῦσι, καὶ ἄλλον δὲ ἄλλου πλου-
σιώτερον καὶ ἕτερον ἦττον ἑτέρου καὶ τὸν αὐτὸν
δὲ ἑκάτερα πρός τε τὰ προστιθέμενα πρός τε τὰ
ἀπογιγνόμενα.

καὶ χαίρει τε αὐτὸς αὐξομένων αὐτῷ 
 C = codex Chisianus 
 A = Monacensis gr. 483 (Augustanus) 
 P = Palatinus gr. 282 
 U = Urbinas gr. 126 
 I = Marcianus append. XCI 2 
 Μο = Monacensis gr. 101 
 La = Laurentianus LVII 44 
 B = Barberinus II 41 
 Va = Vaticanus gr. 113 
 

 
τῶν ὄντων ἢ πάντων γε ἐφεξῆς ἢ μέρους ἑνός τινος
ἔρχονταί τε συνησθησόμενοι καὶ συνεορτάσοντες, ὁπόσον
 ἔν τε | φίλοις καὶ γένει.

ἀφαιρουμένης δὲ τῆς
Τύχης καὶ τὸν αὑτῆς ἱστὸν ἀναλυούσης πολλοὶ μὲν οἱ
 συναχθεσθησόμενοι, λύπη δὲ ἀντίπαλος τῇ πρόσθεν
ἡδονῇ κατέχει μὲν αὐτὸν ἐκεῖνον, κατέχει δὲ οἰκείους
τε καὶ ἐπιτηδείους, λόγος τε πολὺς ἐν ταῖς πόλεσι πρὸς
ἔλαττον ἰέναι τῷ δεῖνι τὴν οὐσίαν νῦν μὲν οἰκετῶν
πονηρίᾳ, νῦν δὲ κακούργων ἐπιβουλῇ, νῦν δὲ ἀρχόν-
 τῶν ψήφοις· ἐργάσαιτο δ’ ἄν τι καὶ ἐγγύη τοιοῦτον
ὁλκάδες τε οὐκ εὐτυχῶς ἐπὶ κέρδη θαλάττια πλεύσασαι.

ἔν τε δὴ οὖν λουτροῖς ἔν τε ἐργαστηρίοις οἴκοι τε
ἀνὴρ ἕκαστος πρὸς γυναῖκά τε καὶ τέκνα λέγει τι περὶ
 τῆς μεταβολῆς τὸ ἐν τῇ μεταβολῇ λογιζομένων τῶν
 ἀνθρώπων· οἷος ἀνθ’ οἵου γεγένηται· μέγας, εἶτα
 μικρός· | μακάριος, εἶτα ἄθλιος. εἰσὶ δὲ οἶς καὶ
θανάτου πικρότερον τοῦτο εἶναι φαίνεται. μάρτυρας
 
 

 
δὲ εἶναι τῇ δόξῃ τοὺς πενομένους αὐτοὺς στένοντας,
ὅτι μὴ τεθνήκασι. 
 5. Πρὸς μὲν οὖν ταῦτα οὐ μαχοῦμαι οὐδ’ ἂν ἐπι-
λαβοίμην οὔτε λύπης τῆς περὶ ταῦτα οὔτε λόγων· ἀλλ’
ἔστι καὶ ἕτερος πλοῦτος καὶ ἑτέρα πενία, τοῖς πολλοῖς 
οὐ δοκοῦντα εἶναι τοιαῦτα. οὔκουν οὔτε παρόντων
πλουτεῖν λέγουσιν ἄνθρωπον οὔτε οἰχομένων πένεσθαι.

τίνα δὴ ταῦτά ἐστι; φίλοι. φημὶ γὰρ δὴ τὸν μὲν
πολύφιλον εἶναί τε πλούσιον καὶ δεῖν οὕτω καλεῖσθαι,
τὸν δὲ ὑπὸ τοῦ Πλούτωνος τοῦτο ἀφῃρημένον γεγο- 
νέναι πένητα.

ἢ οὐ πλουσίου καὶ μακαρίου πολλοῖς
μὲν ὀφθαλμοῖς ὁρᾶν, πολλοῖς δὲ ὠσὶν ἀκούειν, πολλαῖς
δὲ χρῆσθαι χερσὶ καὶ ὅλοις γε σώμασί τε καὶ γνώμαις
ταῖς ἀπὸ τούτων; ἢ τυράννῳ μὲν μέγα εἰς φυλακὴν
εὔνοιά τε καὶ πλῆθος δορυφόρων, ἀνδρὶ δὲ ἰδιώτῃ 
μικρόν τι καὶ φαῦλον εὔνοιά τε καὶ πλῆθος
ἐπιτηδείων; 
 
 

 
 8. Ἀδικεῖν οὖν μοι δοκοῦσι καὶ οὐδὲν ἐπίστασθαι
περὶ πραγμάτων οἱ μὴ καὶ ταῦτα ὧδε καλοῦντες, καὶ
ταῦτα ὅπου τῆς ἀποκρίσεως ἀκηκόασιν, ἣν περὶ τῶν
 θησαυρῶν Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδὼν ἐποιήσατο.

εἰ
 δὲ θησαυροὶ οἱ φίλοι καὶ | κοσμεῖ τὰ ῥήματα ταῦτα
τὸν Ἀλέξανδρον οὐχ ἦττον ἢ τὰ πολλὰ τρόπαια, διὰ
τί καὶ μὴ ὅτῳ μὲν πολλοὶ φίλοι, τοῦτον ἡγούμεθα
πλούσιον, ὅτῳ δὲ ἥττους, τοῦτον ἦττον πλούσιον, ὅτῳ
δὲ οὐδείς, τουτονὶ πτωχόν; σωφρονούντων δ’ ἂν εἴη
 καθ’ ἑκάστην τελευτὴν ἀποφέρουσαν φίλον πενέστερον
γεγενῆσθαι λέγειν ἐκεῖνον, ᾧ τοῦτο ἀπόλωλε.

νῦν
δὲ οἰκετῶν μὲν ἀποθνησκόντων λέγεται τουτὶ τὸ ῥῆμα
καὶ ζημία δοκεῖ μὴ ὅσοις πρότερον, ἐπιτάττειν ἔχειν
οἰκέταις· φίλους δὲ ἐπὶ φίλοις ἄνθρωπος ἐξενεγκὼν
 καὶ καταθάψας μετὰ τῆς ἴσης οὗτος ἂν οὐσίας ὑπο-
στρέφοι;

καὶ πῶς; εἰ γὰρ δὴ μήτε ὄψεται ἔτι τοὺς
ἐν ταῖς θήκαις ἐκείνους μήτε λεγόντων τι καὶ παραι-
νούντων ἀκούσεται μήτε συμμαχούντων ἀπολαύσεται
μηδὲ τὰ μὲν κελεύοντος ποιούντων, τὰ δὲ καὶ σιω-
 
 

 
πῶντος, οὐκ ἂν αὐτῷ περικεκομμένου τηλικούτου
ματος | ἐν ἐλάττοσι ζῴη;

οὐδὲν δ’ ἂν κωλύοι 
τὸν ἄνδρα καὶ πένεσθαι καὶ πλουτεῖν, ὅταν περὶ τὸν
αὐτὸν ἄμφω, χρήματα μὲν μεγάλα, φίλοι δὲ ἀντὶ
νων ἐλάττους, ὥστ’ ἢν ὁ μὲν αὐτὸν λέγῃ πλουτεῖν, 
ἕτερος δὲ ἀπορεῖν, οὐδέτερος ἂν τόν γε ἕτερον ἐξ-
ελέγξειε ψευδόμενον· ἐπεὶ κἂν περὶ τοὺς λόγους τό
ἴσον γένοιτο.

ὁρῶμεν γὰρ δήπουθεν ἐν μὲν τοῖς | 
ὄντας ἄνευ χρημάτων, τοὺς δὲ ὧν ἐώνηνται δούλων 
ταυτησὶ βελτίους. ᾧ ἀργύρῳ δὲ οὗτοί γε. βελτίους 
δὲ ἀργύρῳ. οὗτοι δὲ δύνανται καὶ γεφυρῶσαι
μούς. κἄν τις αὐτοὺς εἴπῃ πένεσθαι, παρὰ τοὺς ἰατροὺς
τοῦτον ἄξει τις λαβών, ἵν’ ἐλλεβορίζοιτο. ὁ δὲ μειδιῶν
 

 
ἅμα καὶ διδάσκων περὶ τῆς κατὰ τοὺς λόγους πενίας
τάχα ἂν πολλοὺς πείθοι νομίζειν αὐτὸν ὑγιαίνειν, ὥστε
μηδὲν ἐλλεβόρου δεῖν. 
 14. Ἐξέσται ἄρα ἡμῖν τοὺς πολυχρύσους πένητας
 ἀποκαλεῖν κατ’ ἐκεῖνο ὃ μὴ ἐκτήσαντο μηδὲ ἔχουσιν.
ἐξέστω δὲ καὶ ἐμὲ πενέστερον γεγενῆσθαι λέγειν.
λον δὲ ὅστις οὐ τοῦτό φησιν, οὔ μοι δοκεῖ τἀμὰ ἱκα-
νῶς ἐξητακέναι οὐδ’ ὡς ἡμέρας ἂν δέοι πρὸς ἀριθμὸν
τῶν ἐμοὶ τεθνεώτων φίλων.

ἐγεγόνει δὲ ἄρα καὶ
 ὁ Ἀχιλλεὺς πενέστερος τοῦ Πατρόκλου πεσόντος οὐ
δι’ ἃ συγκατέκαυσεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι τὸν Πάτροκλον
ἔκλαε. καὶ ἔγωγε αὐτὸν ἐπαινῶ ποιήσαντα ἃ ποιῆσαί
φησιν αὐτὸν Ὅμηρος ἀκούσαντα μηκέτι εἶναι τὸν
τροκλον.