ΟΤΙ το ΠΑΟΤΤΕΙΝ ΑΔΙΚί2Σ ΤΟΤ>
ΠΕΝΕΣΘΑΙ ΑΘΑΙί^ΤΕΡΟΝ. 
 χθές τις ἐσπέρας ἤλγει τε καὶ ἔστενε τοὺς 
προσαιτοῦντας ἀριθμῶν, τοὺς μὲν ἑστῶτας, τοὺς δὲ οὐδὲ
τοῦτο δυναμένους, τοὺς δὲ οὐδὲ καθῆσθαι, καὶ τοὺς 
μὲν ἠκρωτηριασμένους, τοὺς δὲ μᾶλλον τετηκότας ἢ
πολλοὶ τῶν τεθνεώτων. ἐλεεινὸν δὲ ἔφασκεν εἶναι καὶ
τὸ ἐν ῥακίοις τοιούτοις ψῦχος τοιοῦτον διαφέρειν τοῖς
μὲν ὄντων μόνων διαζωμάτων, τοῖς δὲ ἐκ βουβώνων
τε καὶ ὤμων ἄκρων χειρῶν τε καὶ ποδῶν γεγυμνωμέ- 
νῶν.

ἐφαίνοντο δέ τινες καὶ οἷς οὐδ’ ὁτιοῦν ἐκε-
κάλυπτο τοῦ σώματος, δεήσεις τε ἦσαν ἀφ’ ἑκάστου
συχναὶ | δοῦναί τι τὸν παριόντα, καὶ μέγα ἦν οὐκ 
 C = codex Chisianus 
 Α = Monacensis gr. 483 (Augustanus) 
 Ρ = Palatinus gr. 282 
 U = Urbinas gr. 126 
 Ι = Marcianus append. XCI 2 
 Β = Barberinus II 41 
 Ma = Marcianus append. XCII 7 
 

 
ἄρτον μόνον λαβεῖν, ἀλλ’ ἤδη καὶ ὀβολόν.

ἐν δὲ
τῷ στένειν καὶ ἀποκαλεῖν ἀθλίους ὄντος ἐκείνου τοῦ
ἀνθρώπου λελουμένοι τινὲς σοβοῦντες ᾔεσαν ὑπὸ λαμ-
πάδων ἐπὶ δεῖπνα πάντα ἔχοντα πλὴν ἀμβροσίας καὶ
 νέκταρος. ὁ δέ, ὡς εὐδαίμονες οἱ ἄνδρες, ἐβόησε
καὶ διεξῄει χρυσὸν πολὺν τίκτοντα χρυσόν.

ἐγὼ
δὲ οὐκ ἔφην οἷς ἐστι πλοῦτος, τούτους πάντως δεῖν
καὶ μακαρίους νομίζειν. εἶναι γὰρ ἐνίους τῶν ἄγαν
πλουσίων μᾶλλον ἀξίους ἐλεεῖσθαι ἢ οἶς ἡ δεξιὰ διὰ
 πάσης ἡμέρας ὑπτία τέταται προκαλουμένη τὸν δώσοντα.

τοῖς μὲν γάρ ἐστι τὸ κακὸν ἐν τῷ τὸν δώσοντα
ζητεῖν, οὐ μὴν ἀποροῦσί γε τοῦ δώσοντος, ζῶσι γοῦν,
δικαστὴς τε οὐδεὶς οὔτε ἐπὶ γῆς οὔτε ὑπὸ γῆς δίκην
ἂν πτωχὸν ἀπαιτήσαι πτωχείας τῆς κατὰ τὴν τύχην.

οὐδέ εἰσι νόμοι κείμενοι κατὰ τῶν ἢ οὐ μεγάλας
ἐκδεξαμένων οὐσίας ἢ οὐκ αὐτῶν κτήσασθαι δυνηθέν-
 τῶν, κατὰ δέ γε τῶν κτησαμένων | αὐτῶν, οὐ μὴν
σὺν τῷ καλῷ, γραφαί τε καὶ κρίσεις καὶ κατηγορίαι
καὶ δίκαι καὶ μίση παρά τε ἀνθρώπων καὶ θεῶν.

καὶ αὐτοῖς τὰ τῇδε φεύγουσι δικαστήρια πλέον
 

 
οὐδέν, ἀλλ’ ὂν οὐχ οἷόν τε ὑπερπηδῆσαι, κάθηται
δικαστὴς Μίνως ὁ Δῖός, διαγιγνώσκων εὐθὺς Ἰδῶν
ψυχὴν ἄδικόν τε καὶ δικαίαν· συμμαχία δὲ οὐδαμόθεν
τῇ κακῇ οὔτε ἀπὸ λόγων δεινότητος οὔτε ἀπὸ χρημά-
των πλήθους οὔτε ἀπὸ συγγενείας ἢ φίλων, ἀλλ’ ὠσθεῖ- 
σὰν οἷ τέτακται φέρειν ἀνάγκη κολαζομένην. 
 8. Ὅστις οὖν ὀρθῷ ἐλέῳ χρήσεται, μᾶλλον αὐτῷ
δόξουσιν οἵδε οἱ πλούσιοι τῶν πτωχῶν ἐκείνων
εινοί, κἂν πάνυ πεινῆν ἐκεῖνοι λέγωσιν ὀμνύντες. πολὺ
γὰρ δήπου δεινότερον τοῦ μετὰ τῶν κυνῶν ἐν φορυτῷ 
καθεύδειν τὸ ἐν ἀργυραῖς κλίναις οὐ καλῶς πεπορι-
σμέναις.

τούτων τοίνυν τῶν τοὺς μεγάλους εἰργα-
σμένων πλούτους οὐκ ὀλίγους εὕροις ἂν ἑτέρους ἐκδε-
δυκότας, οὐ κατὰ τοὺς λωποδύτας τουτουσὶ τοὺς τὰ
μικρὰ ἀδίκους, ἀλλὰ πολλοὺς μὲν οἰκέτας, πολλὰς δὲ 
συνοικίας ἀφελομένους, πολλοὺς δὲ ἀγρούς, πολλὰς δὲ
ὁλκάδας, χρυσόν, ἄργυρον, ἐσθῆτα.

οἱ δὲ καὶ
τεμένη τε καὶ νεὼς κτήματα ἑαυτῶν ἐποιήσαντο, εἶτα
μάλα εὐχερῶς ἐκρίψαντες τὰ ἔδη ξύλων, οἱ δὲ ἀχύρων
 
 

 
τοὺς νεὼς ἐνέπλησαν, οἱ δὲ αὖ ἀνδρειότεροι καὶ καθε-
 λόντες | οἰκίας ᾤκησαν τῶν ἐκεῖθεν λίθων πεποιη-
μενας. 
 11. Ὧν οἱ μὲν ἔδοσαν ἤδη δίκην, οἱ δὲ οὔπω μέν,
 οὐκ ἔστι δὲ ὅ, τι αὐτοὺς ἐξαιρήσεται. λέγων δὲ
αὐτούς, αὐτοὺς λέγω καὶ παῖδας καὶ τοὺς ἐξ ἐκείνων.
ὧν ἐφ’ ὅντινα ἂν ἔλθῃ τὸ πλῆττον, ὁ γεννάδας ἐκεῖνος
πέπληκται.

τούτους οὖν οἰκτείρειν χρεὼν ἂν εἴη
μᾶλλον ἢ ὅσοι βλέπουσιν εἰς τοὺς ἑτέρων δακτύλους·
 ὡς τοῖς μὲν ἡ τελευτὴ λύσει τὸ χρῄζειν τῶν ἐπαρκε-
σόντων, τοῖς δὲ ἀντὶ μικροῦ χρόνου τοῦ τῆς ἡδονῆς
ἀθάνατος ἐπικείσεται ζημία.