Ζu Joh. 1, 1. 
 
 Δημιουργὸν τῶν πάντων τιθέμενος αὐτὸν τὸ τοῦ Λόγου ὄνομα κατηγορεῖ αὐτοῦ.
 ἐπεὶ γὰρ ὡς ἐπίπαν πᾶσα δημιουργία ἤρτηται λόγου, οὐκ ἄλλως ἔδει αὐτὸν
 τῶν πάντων δηλῶσαι ὄντα ποιητὴν ἔχουσιν (αὕτη δέ ἐστιν ἕξις
 μετὰ ἀδόλου λόγου ποιητική), ὁ δὲ τοῦ θεοῦ υἱός, οὐκ ἄλλος ὢς ἢ 
 σοφίας καὶ τέχνης δημιουργός, εἰκότως λόγος ὀνομάζεται. οὐ γὰρ
 ἄλλη τις ὢν οὐσία παρὰ τὸν λόγου δι᾿ αὐτοῦ ποιεὶ τὰ ὄντα, ἀλλ᾿ αὐτός
 ἐστιν ὁ ποιῶν, θεὸς ὢν λόγος. εἶτ᾿ ἐπεὶ ὁ λόγος οὗτος, θεὸς ὢν κατ’
 οὐσίαν καὶ αὐτὸ τοῦτο θεοῦ υἱὸς ὑπάρχων, τῆς τῶν ἀνθρώπων
 σωτηρίας χάριν ἄνθρωπος γεγένηται, »Σὰρξ« ὁ λόγος ὠνομάσθη. καὶ ἐπεί
 τινες τῆς ὀρθῆς πίστεως ἐκπεσόντες οἴονται ἀπὸ τότε αὐτὸν μόνον εἶναι
 ἀφ’ οὑ ἐκ τῆς παρθένου ἄνθρωπος γεγονὼς προῆλθεν, ὀρθότατα πρὸς τοὺς
 τοιούτους ὁ θεολόγος γράφει τὸ »Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος« καὶ καταλλήλως τοῖς
 ῥήμασι χρησάμενος, τῷ μὲν »Ἐγένετο« ἐπὶ τῆς σαρκὸς, τῷ
 δὲ »Ἦν« ἐπὶ τῆς θεότητος αὐτοῦ σημαίνει]. καὶ ἦν μὲν κυριώτερον ἐπὶ τοῦ
 θεοῦ λόγου τὸ »Ἔστιν« εἰπεῖν· ἀλλ᾿ ἐπεὶ πρὸς διαφορὰν τῆς ἐνανθρωπήσεως
 γενομένης ἔν τινι καιρῷ ἐδήλου τὴν ὓπαρξιν τοῦ λόγου, ἀντὶ τοῦ »Ἔστιν«
 τῷ »Ἦν« ὁ εὐαγγελιστὴς κέχρηται. τῶν δὲ ῥημάτων τὰς κυρίας
 σημασίας ἐκλαμβάνειν οὐ δεῖ ἐπὶ τῶν ἀιδίων· ὅτε 
 
 
 μὲν γὰρ τὰ σημαινόμενα ὑπὸ τούτων χρόνῳ
 συμμετρουμένην ἔχει τὴν ὕπαρξιν, ὡς τὸ Ἦν τὸ μηκέτ’ ὄν,
 ἀλλά ποτε ὁμοίως τὸ Ἔστι δηλοῖ τὸ νῦν ὑπάρχον, ὡς τὸ Ἔσται τὸ μέλλον
 ὑπάρξαι]]. ἀλλ᾿ ἐπεὶ ὁ λόγος τοῦ θεοῦ ἀίδιός ἐστι, τυγχάνων θεός, τὰ
 ῥήματα ἐπ᾿ αὐτοῦ οὐ μετὰ τοῦ προσσημαίνειν χρόνον 
 ἐκλαμβάνειν δεῖ, τοῦ σημαινομένου ὑπ᾿ αὐτῶν οὐχ ὑπὸ χρόνον ὄντος. ἔστι
 δὲ ἀπ᾿ αὐτῶν τῶν τοῦ θεολόγου φωνῶν θηρεῦσαι τὴν διάνοιαν. εὐθὺς γὰρ
 ἀρχόμενος τῆς κατ’ αὐτὸν συντάξεως, γράφει· »Ἐν »Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος( ἦν
 γὰρ ἐν ἀρχῇ ποιῶν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. εἰ γὰρ »Πάντα δι’
 αὐτοῦ ἐγένετο«, τῶν πάντων δὲ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ὑπῆρχεν, ἐν τῇ τούτων
 οὐσιώσει αὐτὸς ἠν κτίστης αὐτῶν. εἶτ᾿ ἐπεὶ μὴ εἶπεν έν τῇ τινὸς ἀρχῇ ὁ
 λόγος ἦν, καθόλου ληπτέον αὐτό, ἕν’ ᾖ τὸ δηλούμενον
 τοιοῦτον· έν ἀρχῇ τῶν ἀγγέλων, καὶ ἐν ἀρχῇ τῶν ἀρχαγγέλων ἦν ὁ λόγος·
 καὶ συνελόντι εἰπεῖν, ἐν ἀρχῇ τῶν ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων κτισμάτων ἦν ὁ
 λόγος, πάντων αὐτῶν ὢν ἀρχὴ τε καὶ ποιητής. ἐν Χριστῷ γὰρ »ἐκτίσθη τὰ
 πάντα«, τά τε »ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τά τε ὀρατὰ καὶ τὰ
 ἀόρατα, »εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι εἴτε θρόνοι εἴτε
 κυριότητες· πάντα δι᾿ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἐκτισται· καὶ αὐτός ἐστι πρὸ
 πάντων καὶ τὰ πάντα έν αὐτῷ συνέστηκεν, ὅς ἐστιν ἀρχὴ, πρωτότοκος ἐκ τῶν
 νεκρῶν( εἰ γὰρ τὰ πάντα έν αὐτῷ συνέστηκεν, καὶ πρὸ αὐτῶν ἐστιν, ἀρχὴ
 αὐτῶν κατὰ τὸ εἶναι αἴτιος ὑπάρχων, ἀκολούθως ῥητέον εἶναι
 αὐτὸν ἐν τῇ πάντων οὐσιώσει. πῶς γὰρ οὐκ ἔδει αὐτὸν εἶναι πρὸ αὐτῶν καὶ
 ἐν ἀρχῇ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν κτίστην ὄντα; εἶτ᾿ ἐπεὶ ἐν ἀρχῇ αὐτὸν εἶπεν
 εἶναι ἔδει δηλῶσαι καὶ πῶς καὶ πρὸς τίνα ὄντα ποιεῖν αὐτὸν ἐχρῆν. διὸ
 ἐπήγαγεν τῷ »Ἐν τῇ ἀρχῇ ἦν »Ὁ λόγος« καὶ τὸ »Ἧν ὁ λόγος πρὸς τὸν θεόν«·
 πρὸς ἡμᾶς μὲν γὰρ ἐλθών, ὅτε ἐκ παρθένου ἐτέχθη, ἀπέσταλτο
 ὑπὸ τοῦ πατρός· διὸ 
 
 
 
 
 καὶ »Ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν« καὶ ὄνομα ἔοχεν αὐτὸ δὴ τοῦτο »Μεθ᾿ »ἡμῶν ὁ θεός«
 ὅτε δὲ ἐδημιούργησεν, ἐπεὶ μὴ ὡς ἄνθρωπος ἀποσταλεὶς ὑπὸ τοῦ πατρὸς εἰς
 οὐσίαν ἔφερε τὰ πάντα, καὶ πρὸς τὸν θεὸν ἦν καὶ θεὸς ἦν· λέγεται δὲ καὶ
 σοφία ὁ τοῦ θεοῦ υἱός, ἀρχὴ ὁδῶν τοῦ θεοῦ κτισθεῖσα κατὰ τὴν
 τῶν Παροιμιῶν γραφήν, ὅτι ἡ τοῦ θεοῦ σοφία, πρὸς τὸν οὗ ἐστι σοφία
 ὑπάρχουαα, οὐδεμίαν σχέοιν πρὸς ἕτερόν τινα εἶχεν, ἀλλ᾿ εὐδοκία
 θεοῦγενόμενος τὰ κτίοματα ὑπάρξαι ἠβονλήθη. ἠθέλησεν οὖν ἀναλαβεῖν αὕτη
 ἡ σοφία σχέσιν δημιουργικὴν πρὸς τὰ ἐσόμενα καὶ τοῦτό ἐστι τὸ δηλούμενον
 διὰ τοῦ ἐκτίσθαι αὐτὴν ἀρχὴν ὁδῶν τοῦ θεοῦ, καθ᾿ ἃς ὁδοὺς
 διαπορεύεται οὐσιῶν διακοσμῶν προνοούμενος, εὐεργετῶν, χαριζόμενος ἐν
 ταύτῃ τῇ σοφίᾳ κτισθείσῃ. ἀρχὴν οὖν εἶναι τὸν λόγον φασὶν οὐχ
 ἕτερον ὄντα αὐτῆς κατ᾿ οὐσίαν ἀλλ᾿ ἐπινοίᾳ καὶ σγέσει, ἵν᾿ ᾖ ἡ 
 αὐτὴ ὕπαρξις ἣν νῦν καλοῦσιν κατ᾿ οὐσίαν αἱ γραφαί, ᾗ μὲν ᾠκείωται τῷ
 θεῷ σοφία, ᾗ δὲ νένευκεν, ἵν᾿ οὕτως εἴπω, πρὸς τὰ
 δημιουργήματα ὁ δημιονργικὸς λόγος, οὐκ ἐντανῦθα δὲ μόνον ὁ τοῦ θεοῦ
 υἱὸς λόγος εἴρηται· ἔστι δὲ παραθέσθαι ἡητὰ οὐκ ἐκ τῆς καινῆς μόνον ἀλλὰ
 καὶ ἐκ τῆς παλαιᾶς· »Τῷ λόγῳ γὰρ κυρίου οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν«. καὶ τὸ
 »Ἀπέστειλεν τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ ἰάσατο αὐτούς«. καὶ ὁ 
 Λουκᾶς φησιν· »Καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ »ὑπηρέται
 γενόμενοι τοῦ λόγου«.

Zu Job. 1, 4. 
 
 Ὃ γέγονεν ἐν αὐτῷ, δηλονότι τῷ λόγῳ, ξωὴ ἦν· ἵν᾿ ὥσπερ θεὸς
 εἰς ὕπαρξιν ἤγαγεν τὰ πάντα, οὕτω καὶ ζωοποιηθῇ τὰ πεφνκότα ζῆν μετονσίᾳ
 αὐτοῦ. διὸ καὶ ἁρμοδίως εἴρηται τὸ »Καὶ ἡ »ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων«.
 οὐ γὰρ προσεκτέον τοῖς ἐκ τῆς λέξεως ταύτης γενητὸν εἶναι τὸν λόγον
 νομίσασι. τὸ γὰρ γενό- 
 μενον οὐκ αὐτό ἐστι ζωή· ὃ οὐκ ἔξωθεν αὐτῷ ἐπῆλθεν,
 ἐν αὐτῶ γὰρ γέγονεν ἡ ζωή. οὐ γὰρ οἱοί τε ἠσαν οἱ γενητοὶ οὕτως αὐτὸν
 ἔχειν τυγχάνοντα κατ᾿ οὐσίαν ζωὴν ὡς ἔστι παρὰ τῷ πατρί. εἴρηται γὰρ
 πρὸς τὸν θεόν· Παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς«. καὶ ἔστιν ἡ ζωὴ αὓτη παρὰ τῷ πατρὶ
 οὐ ζωοποιοῦσα αὐτόν· οὐ γὰρ μετουσίᾳ ζωῆς ὁ πατὴρ ζῇ, ἀλλὰ
 ζωὴ θεὸς ὢν γεννᾷ ζωήν, ὡς καὶ σοφὸς σοφίαν καὶ δυνατὸς δύναμιν. αὕτη ἡ
 ζωὴ τὰ λογικὰ ὠφελῆσαι βουλομένη σχέσιν τὴν πρὸς αὐτὰ ἀνεδέξατο, ἐπὶ τὸ
 ζὴν αὐτὰ προσλαβόντα αὐτὴν μετουσίας τρόπῳ· καὶ οὐ περὶ μόνου γε τοῦ
 κοινοῦ ζῆν αὐτῶν τοῦτο λεκτέον· ἀλλὰ γὰρ καὶ τοῦ κατ᾿ ἀρετὴν καθ᾿ ὃ
 συμβαίνει εὖ ζῆν. τοῦτο γοῦν παρίσταται καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς
 λέξεως· φησὶ γάρ· »Καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων( ὅτι δὲ ἐνταῦθ᾿
 οὓτως ἔχει καὶ ἐξ ἐτέρου ἔστι πιστώσασθαι. ὁ τοῦ θεοῦ υἱὸς καὶ λόγος,
 θεὸς ὢν λόγος, ἐστὶ πρὸς τὸν θεόν, ὡς ἀρτίως εἴρηται, γινόμενος καὶ πρὸς
 τοὺς ἀνθρώπους ὡς οἷοί τε εἰσὶν χωρεῖν αὐτοῦ τὴν παρουσίαν. 
 εἴρηται γάρ· »Λόγος κυρίου ἐγενήθη πρὸς Ὠσηέ«, καὶ »Ἐγένετο λόγος κυρίου
 πρὸς Ἰερεμίαν«, καὶ καθόλου· »Ἐκείνους Μὺς εἶπεν πρὸς οὓς ὁ λόγος τοῦ
 θεοῦ ἐγένετο«. ὡς οὖν λόγος μὲν πρὸς τὸν θεόν ἐστι, γίνεται δὲ πρὸς τοὺς
 γενητούς, οὓτως ζωὴ τυγχάνων ἐστὶ παρὰ τῷ πατρί, ζωοποιῶν πρὸς οὓς
 ἐπιφοιτᾷ, γινομένης ἐν αὐτῷ ζωοποιητικῆς σχέσεως ἁρμονίως
 ἐχούσης πρὸς ζωοποιούμενα, ἀλλ’ ἐπεὶ πρὸς τῷ ζωοποιῆσαι καὶ γνῶσιν
 ἀληθείας ἐμποιεῖ, φωτίζουσα τὸν νοῦν τῶν παραδεχομένων αὐτήν, καὶ φῶς
 ἀνθρώπων ὀνομάζεται. ἀνθρώπων δὲ φῶς οὖσα δῆλον ὃτι καὶ τὰ ὑπερβεβηκότα
 λογικὰ φωτίζει. εἰ γὰρ τῶν ἐλαττόνων λογικῶν φῶς ἐστι,
 πολλῷ μᾶλλον τῶν ὑπεραναβεβηκότων.

Zu Joh. 1, 5. 
 
 Τὸ θεολογούμενον φῶς λυτικόν ἐστι πάσης σκοτίας καὶ ἀγνοίας καὶ κακίας
 ὑφισταμένης. διὸ ἐν τῇ τοιαύτῃ σκοτίᾳ φαῖνον οὐ καταλαμβάνεται ὑπ’ αὐτῆς. ὂν γὰρ τοῦτο τὸ φῶς σοφία καὶ δικαιοσύνη θεοῦ, ᾗ
 μὲν σοφία ἐστὶ λύει τὴν τοῦ νοῦ ἄγνοιαν, ᾐ δὲ δικαιοσύνη τὰ διαβήματα
 τῆς ψυχῆς κατευθύνει, καὶ τοῦτό ἐστι τὸ ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνειν αὐτὸ οὐ
 κωλυόμενον ἐκπέμπειν τὰς οἰκείας αὐγὰς τῷ φωτιζομένῳ ἀνθρώπῳ· διὸ οὐ
 καταλαμβάνεται ὑπὸ τῆς σκοτίας, λυομένης 
 
 
 καὶ ἀφανιζομένης τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ. οὐ γὰρ ὑφεστῶσα
 καὶ ἐνεργοῦσα οὐ καταλαμβάνει αὐτό, ἀλλὰ λυομένη καὶ μηκέτι οὖσα. οἷον ὁ
 Παῦλος ὅτε ἠγνόει τὸν χριστὸν ἐδίωκεν αὐτόν, πρὸς τοῦτο ἐκ τῆς προσούσης
 ἀγνοίας, ἣν εἴπομεν εἶναι σκοτίαν· ἀλλὰ τοῦ διωκομένου φωτὸς
 ὑπ᾿ αὐτῆς ἐκλάμψαντος τὰς οἰκείας αὐγὰς λέλυται ἡ σκοτία, καὶ ταύτῃ
 καταλαβεῖν αὑ δεδύνυηται τὸ διωκόμενον ὑπ᾿ αὐτῆς φῶς. ὡσαύτως καὶ ὁ
 μετανοήσας ἐπὶ τῷ λῃστής, πεπηρωμένος τῇ προειρημένῃ σκοτίᾳ ἐδίωκε τὸ
 φῶς· ἀλλ’ ἡ ἐν τῷ λῃστῇ σκοτία λέλυται, καὶ οὕτως αὐ καταλαμβάνει τὸ φῶς. καὶ ἴνα ἐπὶ τὸ σαφέστερον μεταβάλω τὸ θεώρημα, φῶς
 ἐστὶν ἡ ἀλήθεια· ὅταν δὲ τὸ ψεῦδος καὶ ἀπάτη πᾶσα, τουτέστι τὸ σκότος,
 διώκῃ τὸ φῶς, τότε λύεται καὶ ἀφανίζεται πλησίασαν τῷ διωκομένῳ. τῆς γὰρ
 ἀληθείας φανείσης τὸ ψεῦδος καὶ ἡ ἀπάτη λύεται. καὶ τὸ παράδοξον ἐρῶ,
 μακρὰν οὐσα ἡ σκοτία διώκει τὸ φῶς, ἐγγίσασα δὲ ἐπὶ τὸ
 καταλαβεῖν αὐτὸ ἀφανίζεται. καὶ γὰρ τὸ ψεῦδος, ὃσον ἀφέστηκεν τῆς
 ἀληθείας, κρατεῖ καὶ ἐνεργεῖ έν τῷ ἀνθρώπῳ, ὡς διώκειν τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ
 τοῦ νοῦ· ὅταν δὲ ἐγγίσῃ αὐτῇ, δείκνυται μηδ᾿ ὃλως ὄν. ὅθεν ἀναγκαίως
 ἀφῆκεν ὁ θεὸς εἶναι κακίαν, δυνάμενος κωλῦσαι, ἳνα τὸ μέγεθος τῆς ἀρετῆς
 δειχθῇ.

Zu Joh. 1, 6. 
 
 Οὐ τοσοῦτον διὰ τὴν κοινὴν περὶ ἀνθρώπου ἀπόδοσιν ὅσον διὰ τὸ πεφυκέναι
 αὐτὸν κατ᾿ εἰκόνα καὶ πρὸς θεὸν ὁμοίωσιν. σημειωτέον δὲ ὡς οὐκ ἀεὶ τὸ
 »Ἐγένετο« τὴν εἰς ὕπαρξιν ἄγουσαν δηλοῖ, ἀλλ᾿
 ἐνταῦθα τὸ »Ἐγένετο« ἀναφορὰν ἔχει πρὸς τὸ »Ἀπεσταλ- »μένος παρά θεοῦ«·
 ἴνα ᾐ τὸ λεγόμενον τοιοῦτο· »Ἐγένετο ἀπεσταλ- μένος παρὰ θεοῦ εἰς
 μαρτυρίαν«. εἰ δὲ ταῦτα περὶ Ἰωάννου λεγόμενα ὀρθῶς ἔχει, πόσῳ μᾶλλον τὰ
 περὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ γραφόμενα ἢ λεγόμενα ὡς λεγομένου ἢ γραφομένου
 καὶ γινομένου.

Zu Joh. 1, 7. 
 
 Ἳνα πάντες πιστεύσωσιν. Ὅσον ἐφ’ ἑαυτῷ δηλονότι, εἰ καὶ μὴ πάντες
 ἐπίστευσαν· οὐδὲ γάρ, εἰ μὴ πάντες τὸν παρὰ τοῦ 
 
 
 
 ἡλίου δέχοιντο φωτισμόν, ἤδη καὶ τὸν ἥλιον φαίη τις
 ἂν μὴ ἐπὶ τοῦτο ἀνατέλλειν, ἐφ᾿ ᾧ τε πάντας φωτίζεσθαι. ἡ γὰρ πρόθεσις
 τοῦ πέμψαντος αὐτὸν ἦν πιστεῦσαι πάντας.]

Zu Job. 1, 8. 
 
 
 Οὐκ ἠν ἐκεῖνος τὸ φῶς. Τουτέστι τὸ θεολογούμενον· ὑπείληπτο γὰρ τισι διὰ
 τὸ προσόντα αὐτῷ πλεονεκτήματα ὡς αὐτὸς εἴη ὁ χριστός. διὰ τοῦτο τοῦτό
 φησιν ἵνα ὁλόριζον τὴν τοιαύτην ἀνέλῃ πλάνην. κἂν γὰρ φῶς Ἰωάννης
 ᾖ ἀλλ’ οὐκ ἐκεῖνο τὸ περὶ οὑ οἱ ἅγιοι πρὸς τὸν θεόν φασιν· »Ἐν
 τῷ φωτί σου ὀψόμεθα »φῶς«· ὥστε εἰ καὶ φῶς ἦν Ἰωάννης, κατὰ
 τὸ εἰρημένον τοῖς »Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ φῶς τοῦ κόσμου«· ἀλλ᾿ οὐκ ἐκεῖνο τὸ φῶς
 τὸ ἀληθινόν. φῶς δὲ ἀληθινὸν οὐ πρὸς ἀντιδιαστολὴν ψεύδους ἀλλὰ πρὸς
 διαφορὰν εἰκονικοῦ εἵρηται. ἡ γὰρ ἀλήθεια καὶ τὸ ἀληθὲς ὁτέ μὲν τῷ
 ψεύδει καὶ τῇ ἀπάτῃ, ὁτὲ δὲ εἰκόνι καὶ μιμήματι ἀντιδιαστέλλεται. δυνατὸν δὲ λαβεῖν εἰκονικὸν φῶς τὸ αἰσθητόν, καὶ μάλιστα
 τὸν ἣλιον, ἀληθινὸν δὲ φῶς τὸ νοητόν· μᾶλλον δὲ τὸ τῶν νοητῶν
 φωτιστικόν, τῶν ἁγίων δυνάμεων. ὅπερ ἡγοῦμαι εἰρῆσθαι ὑπὸ τῆς γραφῆς·
 Πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνω- »θέν ἐστι, καταβαῖνον ἀπὸ
 τοῦ πατρὸς τῶν φώτων«. τὸ θεολογούμενον γὰρ φῶς ἦν »τὸ φῶς
 τὸ ἀληθινὸν ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον »ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον«. ἀλλ᾿
 ἐπεὶ τὸ Ἐρχόμενον εἰς τὸν »κόσμον« ἀμφιβόλως εἴρηται, δυνάμενον
 σημαίνειν ὁτὲ μὲν τὸ φῶς, ὁτὲ δὲ τὸν ἄνθρωπον, ἑκατέρως αὐτὸ
 ἐρμηνευτέον. καὶ πρῶτόν γε δεκτέον τὸ φῶς ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον
 ἐρχόμενον κατὰ τὸν ἐπιδημίας καιρόν, τὸν ἄνθρωπον ὄντα ἐν
 τῷ κόσμῳ, ὡς εἴρηται, τὸ φῶς ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον ἐπὶ τῷ φωτίσαι τὸν
 ἄνθρωπον. εἶτα τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν φωτίζει πάντα τὸν ἐρχόμενον εἰς τὸν
 κόσμον ἄνθρωπον.

Zu Joh. 1, 12. 
 
 Ἐπεὶ μὴ πάντες ἀπεστράφησαν αὐτόν (πολλοὶ γὰρ ἐξ αὐτῶν προσήκαντο αὐτόν,
 καὶ μάλιστα οἱ ἀπόστολοι), ἐπιφέρει ὁ εὐαγγελιστής· »Ὅσοι δὲ
 ἔλαβον αὐτὸν ἔσχον ἐξουσίαν τέκνα θεοῦ γενέσθαι«. οἱ γὰρ πρὸς τὴν πίστιν
 εἰσαγόμενοι, τάχα δὲ καὶ προκόψαντες, ἐξουσίαν ἔχουσι τέκνα τέκνα θεοῦ
 γενέσθαι, τότε γενησόμενοι τέως τὴν ἐξουσίαν εἰλήφασιν, ὅταν τελειωθῶσιν
 έν τῇ ἀρετῇ καὶ τῇ πίστει καὶ γνώσει. τίς δὲ ἡ αἰτία, δι᾿ ἣν ἴσχον τὴν
 ἐξουσίαν, δηλοῖ γράψας δεδόσθαι αὐτὴν τοῖς πιστεύσασιν εἰς
 τὸ ὄνομα αὐτοῦ, τοῦ φωτὸς δηλονότι. ἐπειδὴ γὰρ οὐ ταὐτὸν τῷ πιστεῦσαι
 εἰς τὸ ὄνομα τοῦ φωτὸς τὸ πιστεῦσαι εἰς τὸ φῶς, ἐξουσία δίδοται,
 τουτέστιν ἐπιτηδειότης πρὸς τὸ γενέσθαι τέκνα, τοῖς πιστεύσασιν εἰς τὸ
 ὄνομα αὐτοῦ. εἰ δὲ μετέλθοιεν διὰ προκοπῆς εἰς τὸ πιστεύειν αὐτῷ ἐκ τοῦ
 πιστεύειν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ οὐκέτι δυνάμει ἀλλ᾿
 ἐνεργείᾳ εἶεν ἂν θεοῦ τέκνα. οἱ μὲν γὰρ ἁπλουστέρᾳ καὶ
 μὴ πάνυ διανοίᾳ συγκατατιθέμενοι τῷ φωτὶ πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ.
 οἱ δὲ σὺν ἐπιστημονικῇ ἀποδείξει καὶ διηρθρωμένῃ νοήσει προσεληλυθότες
 αὐτῶ̣ πιστεύουσιν εἰς αὐτὸν καὶ ἐπικαλοῦνται αὐτόν. ὅθεν 
 Ἰησοῦς μετὰ πολλὴν προκοπὴν τῶν μαθητῶν φησίν· ἐπεὶ »πιστεύετε »εἰς τόν
 θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε« ἀντὶ τοῦ Καιρὸν ἔχετε μεταβῆναι ἀπὸ τοῦ
 πιστεύειν εἰς τὸ ὄνομά μου, ἵν᾿ ἐμοὶ καὶ τῷ πατρὶ πιστεύσητε. ἀμέλει
 γοῦν καὶ περὶ μεγίστης θεολογίας ἐξηγησάμενος αὐτοῖς ἐπήγαγεν ὡς πρὸς
 ἅπαντας· »Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ »πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν
 ἐμοί ἐστιν«;

Zu Joh. 1, 13. 
 
 Οἱ γὰρ ἐκ θεοῦ γεννηθέντες, τῷ πεπιστευκέναι ὅτι Ἰησοῦς ο χριστός ἐστι
 καὶ τῷ ποιεῖν δικαιοσύνην ἐκ τοῦ θεοῦ ἐγεννήθησαν. οὐχ
 ὑπόκεινται δὲ τῇ ἐξ αἱμάτων γεννήσει, τουτέστιν οὐκ ἐξ ὑλικῶν ἔχουσι τὴν
 γένεσιν. ἀμέλει γοῦν τῷ Πέτρῳ, πιστεύσαντι ὅτι ὁ 
 
 
 
 
 χριστός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὑπὸ τοῦ
 σωτῆρος λέγεται· »Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ
 ἀπεκάλυψέ »σοι, ἀλλ᾿ ὁ πατήρ μου ὁ έν τοῖς οὐρανοῖς«. καὶ ἐπίστησον εἰ
 δύναται κατ’ ἐπιβολὴν ἄλλην υἱὸς αἱμάτων εἶναι ὁ νομίζων θεοσεβὴς καὶ
 υἱὸς θεοῦ εἶναι διὰ τοῦ προσάγειν τὰς κατὰ νόμον αἰσθητὰς 
 θείας. οὑτοι γὰρ διὰ σφαγῶν καὶ ἐκχύσεως αἱμάτων εὐαρεστεῖν τῷ θεῷ
 οἴονται καὶ ἀνέγκλητον μὲν ἠν τοῦτο ποιεῖν πρότερον, ἡμῖν δὲ οὐκέτι, διὰ
 τὸ ἀρκούντως πρὸς δικαίωσιν ἔχειν τὸ δοθὲν ὑπὲρ ἡμῶν Ἰηοοῦς αἷμα.
 ὑπόκεινται δὲ καὶ θελήματι σαρκὸς καὶ γενέσει ἀνδρὸς οἱ πάντα ποιοῦντες
 πρὸς τὸ φανῆναι τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι. θελήματι γὰρ σαρκὸς
 εὐαρεστεῖν οὑτοι προτίθενται τὴν σάρκα περιτεμνόμενοι καὶ έν τῷ προφανεῖ
 ἰουδαΐζειν θέλοντες, μετὰ τοῦ μὴ ἐπιμελεῖσθαι τῆς καρδίας καὶ τοῦ έν
 κρυπτῷ Ἰουδαϊσμοῦ. ἔχουσι δὲ καὶ τὴν ἐκ θελήματος ἀνδρὸς γένεσιν οἳ
 προφάσει ἀνθρωπίνης φιλοσοφίας ἀπέχονται μὲν κακίας, ἀρετὴν δὲ
 ἀναλαμβάνουσιν. καὶ ὑΠὲρ τούτους οὖν ἐστιν ὁ ἐκ τοῦ θεοῦ
 γεγεννημένος τῷ μετὰ τὸ πιστευσαι εἰς το ονομα αυτου αυτῳ
 πεπιστευκέναι.

Zu Joh. 1, 14. 
 
 Τὸ »Ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρὸς‘ νοεῖν ὑποβάλλει ἐκ τῆς οὐσίας
 τοῦ πατρὸς εἶναι τὸν υἱόν. οὐδὲν γὰρ τῶν κτισμάτων παρὰ πατρός, ἀλλ’ ἐκ
 θεοῦ διὰ τοῦ λόγου ἔχει τὸ εἶναι. εἰ γὰρ καὶ ἄλλα παρὰ πατρὸς εἶχε τὴν
 ὕπαρξιν, ματαίως ἡ τοῦ μονογενοῦς ἔκειτο φωνή, πολλῶν ὄντων τῶν παρὰ
 πατρὸς ἐχόντων τὸ εἶναι. οὗτος δὲ μονογενὴς παρὰ πατρὸς πλήρης χάριτος
 καὶ ἀληθείας εἴρηται. 
 
 
 
 
 
 οὐκ ἄλλος ὢν τούτων ὡν λέγεται εἶναι πλήρης. αὐτὸς
 γὰρ ὁ μονογενὴς περὶ ἑαυτοῦ λέγει· »Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια«. ἔσται γὰρ
 δεκτικὸν ἀληθείας τὸ πληρούμενον ὑπ’ αὐτῆς. ἀλλ’ οὐ δεκτικὴ ἀληθείας ἡ
 ἀλήθεια κατ᾿ ἐνέργειαν οὐσα τοῦτο ὃ λέγεται εἶναι. τὰ δ᾿ αὐτὰ καὶ περὶ τῆς χάριτος ῥηθείη ἄν. καὶ οὐ παράδοξόν γε περὶ τοῦ
 μονογενοῦς τοιαῦτα λέγειν, ὁπότε καὶ περὶ τοῦ πατρὸς τοιαῦτα
 ἀναγέγραπται. αὐτὸς γοῦν περὶ ἑαυτοῦ ἐν τῷ προφήτῃ λέγει· Πλήρης »εἰμί«.
 εἰκὸς δὲ εἰρῆσθαι τὴν λέξιν ταύτην καὶ διὰ τὸ θεωρηθησόμενον πρὸ τῆς τοῦ
 σωτῆρος ἐπιδημίας. ὁ διὰ Μωϋσέως νόμος τοὺς ἁμαρτάνοντας
 ἐκόλαζεν, οὐδενὶ χαριζόμενος τὰ κατὰ παράβασιν αὐτοῦ ἐπιτελεσθέντα. ἔτι
 μὴν ὁ νόμος οὗτος μυστηρίων τελετὰς δι’ εἰκόνων καὶ σκιογραφιῶν
 παρεδίδου, χειραγωγῶν καὶ εὐτρεπίζων πρὸς τὴν τοῦ χριστοῦ διδασκαλίαν
 τοὺς ὑπ᾿ αὐτῶν ἀγομένους· ὅθεν καὶ παιδαγωγὸς ὁ νόμος εἰς Χριστὸν
 λέγεται. ἐπεὶ τοίνυν ὁ σωτὴρ ἐλήλυθεν οὐ κολάσαι τοὺς
 ἡμαρτηκότας ἀλλ᾿ ἄφεσιν παρασχεῖν τῶν οὕτως πεπραγμένων, καὶ τέλος
 ἐπιθεῖναι τῆς διδασκαλίας, καὶ εἰκόνων γνῶσιν τῆς ἀληθείας, αὐτὸς αὐτὴν
 φανερῶν, μᾶλλον δὲ αὐτὸς ὢν ἡ ἀλήθεια, εἰκότως πλήρης χάριτος καὶ
 ἀληθείας ὤφθη τοῖς αὐτὸν θεασαμένοις. εἰ γάρ τισι μὲν ἐχαρίζετο τισὶ δὲ
 οὔ, οὐκ ἦν πλήρης χάριτος, ὡς ἂν εἰ τῆς σκιᾶς τι μὲν ἔπαυεν
 ἕτερον δέ τι αὐτῆς οὐχί, οὐκ ἦν πλήρης ἀληθείας. ἀλλὰ μὴν πᾶσαν σκιὰν
 καὶ εἰκόνα περιέγραφεν, καὶ πάντων ἁμαρτημάτων ἄφεσιν παρέχει τοῖς
 προσφεύγουσι διὰ μετανοίας αὐτῶ̣. πλήρης ἄρα ἀληθείας καὶ χάρι- τός
 ἐστιν.

Zu Joh. 1, 15. 
 
 Κέκροπες. Οὐ κατὰ τὴν προφορὰν ἀλλὰ κατὰ τὸ τῆς νοήσεως ἐπιτεταμένον. ὁ
 γὰρ περὶ τῶν μεγάλων δογμάτων ἀπαγγέλλων 
 
 
 
 
 ὡς δεῖ μεγαλοφώνως κατὰ τὴν νόησιν αὐτὰ προφέρει.
 ἀκουστέον δὲ τοῦ »Πρῶτος« ἀντὶ τοῦ . ὅμως ὃ λέγει τοιοῦτόν ἐστι· πρὸ
 ἐμοῦ καὶ πρότερός μου τυγχάνων Ἰησοῦς ὀπίσω μου καὶ μετ ἐμὲ ἠλθεν, οὐκ
 ἐπὶ τῷ ὀπίσω μου μεῖναι ἀλλὰ τῷ πρὸ ἐμοῦ γενέσθαι. ἀκουστέον δὲ τοῦ
 ὀπίσω αὐτὸν ἔρχεσθαι τοῦ Ἰωάννου κατὰ χρόνον τῆς ἀποτέξεως.
 πρὸ γὰρ ἓξ μηνῶν Ἰωάννης συνελήφθη τοῦ συλληφθῆναι τὸν Ἰησοῦν. τούτῳ τῷ
 τρόπῳ ὀπίσω αὐτοῦ ἐλθὼν ὁ Ἴησοῦς ἔμπροσθεν αὐτοῦ γέγονεν ἀναδειχθεὶς
 θεὸς καὶ δημιουργὸς αὐτοῦ ὑπάρχων. λεχθείη δ᾿ ἂν καὶ οὕτως·
 δόξει πᾶς ὁ μανθάνων τῷ διδασκάλῳ καὶ ταύτῃ ὀπίσω αὐτοῦ λέγεται
 βαδίζειν. ἐπεὶ τοίνυν καὶ ὁ σωτὴρ βαπτίζοντι τῷ Ἰωάννῃ
 προσῆλθε βαπτισθῆναι, κατὰ τὸ βαπτίζεσθαι αὐτὸν ὑπὸ Ἰωάννου ὀπίσω τοῦ
 βαπτίζοντος ἔρχεσθαι εἴρηται, κατὰ δὲ τὸ ἡγιακέναι καὶ μεμαρτυρῆσθαι ὑπὸ
 τοῦ πατρὸς ἔμπροσθεν τοῦ βαπτίζοντος γέγονεν, τιμιώτερος καὶ ὑπερέχων
 αὐτοῦ ἀναδειχθείς. εὖ δὲ καὶ τὸ φάναι· »Ἔμπροσθέν μου γέ- 
 »γονεν«, ὡς τὴν ὕπαρξιν προτέραν εἶναι τοῦ γεγονέναι αὐτόν. καὶ τοῦτο δὲ
 ἐπίστησον μεθ’ ὅσης ἀκριβείας εἴρηται. οὐ γέγραπται >Ὁ ὀπίσω μου ὤν
 ἠδύνατο πρὸ αὐτοῦ εἶναι. ἀλλ᾿ οὐκ ἀδύνατον τὸν πρῶτον ὄντα ὀπίσω ἐλθεῖν.
 ῥηθείη δ᾿ ἂν καὶ ἑτέρως. »Ὅτι, φησίν, ἐκ τοῦ »
 πληρώματος αὐτοῦ πάντες ἐλάβομεν καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος«· πάλιν γὰρ
 αἰτίαν ἀποδιδοὺς τοῦ ἔμπροσθεν αὐτοῦ γεγονέναι αὐτοῦ ὄντα πρῶτον
 ἐπήγαγεν τὸ »Ὅτι ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες »ἐλάβομεν καὶ
 χάριν ἀντὶ χάριτος«. πῶς γὰρ οὐκ ἔμπροσθεν κατὰ τὸ προύχειν, καὶ πρῶτος
 τῶν πληρουμένων ὁ πληρῶν; εἰ γὰρ αὐτὸς τελειοῖ καὶ πληροῖ
 ἀρετῆς καὶ σοφίας τοὺς ἐφ’ ἁγιότητα ἐρχομένους, πῶς οὐ πρῶτος καὶ
 προύχων αὐτῶν ὑπάρχει; πρόσχες δὲ τῇ ἀκριβείᾳ τῶν γεγραμμένων. οὐκ
 εἴρηται Τὸ πλήρωμα , ἀλλ’ »Ἐκ »τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες
 ἐλάβομεν«. οἱ γὰρ ἐν τῷ βίῳ τούτῳ ἁγιότητος μετέχοντες καὶ γνώσεως τῆς
 ἀληθείας τὸ ἐκ μέρους γινώσκειν καὶ ἐκ μέρους προφητεύειν
 ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐ πλήρωμα αὐτοῦ ἔχουσιν. σχοῖεν δ᾿
 ἂν αὐτὸ τὴν ἐπίκαιρον ζωὴν ἐν τοῖς μέλλουσιν αἰῶσι κατὰ τὸν
 ἀπόστολον· 
 
 
 Ὅταν ἔλθῃ, φησί, τὸ τέλειον, τὸ ἐκ μέρους
 καταργηθήσεται·. τούτῳ συνῳδὰ καὶ τὰ ἐν τῇ καθολικῇ Ἰωάννου· Καὶ οὔπω
 ἐφανε- ρώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὄντι ἐὰν φανερωθῇ ὅμοιοι † αὐτοῦ
 »ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθὼς ἔστι« τουτέστι· καθώς ἐστι 
 δυνατὸν τοῖς γενητοῖς γνῶναι τὸν θεόν· οὐ γὰρ οἷόν τε ἐκλαμβάνειν τὸ
 καθὼς ἔστιν ὁ θεὸς αὐτός. καὶ γὰρ ἕξομέν τι πλέον τῆς παρούσης
 καταστάσεως, εἰ μηκέτι ἐκ μέρους ἀλλὰ γυμνοὶ ἀγνοίας τῇ
 ἀκραιφνεστάτῃ ἀληθείᾳ προσβαλοῦμεν κατὰ τὸ δυνατὸν αὐτὸν ὀψόμενοι. διὰ
 τὸ τοίνυν ἐκ τοῦ πληρώματος Ἰησοῦ εἰληφέναι ὁ Ἰωάννης λέγει
 περὶ αὑτοῦ ὅτι »Ἔμπροσθέν μου γέγονεν« οὗ ἴσχον ἐκ τοῦ πληρώματος. καὶ
 τὸ μὴ ἕνα ἀλλὰ πάντας τοὺς ἁγίους ἐκλαμβάνειν ἐκ τοῦ πληρώματος τοῦ
 Ἰησοῦ τὴν ὑπεροχὴν τοῦ πληροῦντος καὶ τελειοῦντος φανεροῖ. εἰ γὰρ πάντες
 ἅγιοι ἐπληρώθησαν οὐκ ἐξ ὅλου τοῦ πληρώματος ἀλλ᾿ ἐκ τινὸς μορίου αὐτοῦ, πολὺ ἀπολειπόμενοι ὀφθήσονται οἱ ἐκ τοῦ πληρώματος
 λαμβάνοντες τοῦ παρασχόντος αὐτοῖς.

Zu Joh. 1, 16. 
 
 Τῶν ἀρετῶν τὸ μὲν οἴκοθεν ἔχομεν καὶ παρ᾿ ἑαυτῶν, ὃ προαιρετικῶς κτώμεθα, τὸ δὲ ἐκ θεοῦ, πιστεύσαντες γοῦν τῷ σωτῆρι καὶ τῷ
 πατρὶ αὐτοῦ ὡς ἐνεδέχετο ἐκ τοῦ ἐφ᾿ ἡμῖν γενέσθαι. λείπεται ἡμῖν καὶ τὸ
 ἐκ θεοῦ αἰτεῖν, καθὼς καὶ οἱ μαθηταὶ Ἰησοῦ φασὶν αὐτῶ̣· »Πρόσθες ἡμῖν
 πίστιν«. ἡ γὰρ λέζις ἡ »Πρόσθες« σημαίνει ἀπαιτεῖν αὐτοὺς θεοδώρητον
 πίστιν πρὸς ᾐ εἶχον προαιρετικῶς. ἀμέλει καὶ ὁ Παῦλος
 γράφων φησί· »Κατ᾿ ἀναλογίαν πί- στεως‘ τῆς ἐνούσης ἐκ τοῦ ἐφ’ ἡμῖν τὰς
 δωρεὰς τοῦ πνεύματος δίδοσθαι· »Ἑτέρῳ δίδοται πίστις, φησίν, ἐν τῷ αὐτῷ
 πνεύματι«. εἰ δὲ πίστις δίδοταί τινι κατὰ ἀναλογίαν ἧς ἔχει πίστεως,
 φανερὸν ὅτι τῇ ἐφ’ ἡμῖν κατορθωθείσῃ ἡ θεόπεμπτος παραγίνεται πίστις.
 ἅπερ δὲ περὶ πίστεως ἔρηται, λεκτέον καὶ περὶ τῶν
 λοιπῶν ἀρετῶν. ἐπεὶ οὖν ἡ ἀρετὴ χάρις ἐστὶ κεχαριτωμένον ποιοῦσα τὸν
 ἔχοντα, 
 
 
 ὅταν ἡμῖν προαιρετικῶς κατορθωθῇ αὐτή, τηνικαῦτα τὸ
 ἐκ θεοῦ παραγίνεται, καὶ τοῦτό ἐστι τὸ δίδοσθαι παρὰ θεοῦ χάριν ἀντὶ
 χάριτος.

Zu Job. 1, 17. 
 
 
 Διά Μωσέως δὲ ὁ νόμος ἐδόθη ἀλλ’ οὐχ ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ θεοῦ. θεοῦ
 γὰρ ὁ νόμος κατὰ τὸ γεγραμμένον· »Ὁ νόμος Κυ- »ρίου ἄμωμος, ἐπιστρέφων
 ψυχάς«. πλὴν εἰ καὶ διὰ Μωσέως ὁ νόμος δίδοται, ἀλλά γε »Ἡ χάρις καὶ ἡ
 ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ »ἐγένετο«, τῆς χάριτος δι᾿ ἀφέσεως ἁμαρτημάτων
 κωλυούσης τὴν ἐκ τοῦ νόμου κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν κόλασιν· καὶ
 τῆς ἀληθείας ὑπερβαινούσης τὰς σκιὰς καὶ τοὺς τύπους. ἐπίστησον δὲ καὶ
 τοῖς λεχθησομένοις. ἐπεὶ καὶ ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται μέχρις Ἰωάννου
 Παρείλκυσαν, ὡς αὐτὸν πέρας γεγονέναι τῆς παλαιᾶς γραφῆς, μεθ’ ἣν ἡ
 ἐπιδημία τοῦ σωτῆρος γέγονε, πάνυ συνᾳδόντως τὸ »Ὁ ὀπίσω 
 ’μου ἐρχόμενος ἔμπροσθεν μου γέγονεν« εἴρηται. ἐπειδὴ γὰρ προανεφωνεῖτο
 ἡ τοῦ σωτῆρος κάθοδος ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, ἐλθὼν ὀπίσω
 ἐληλυθέναι λέγεται. ἀλλ’ εἰ καὶ ὀπίσω ἐλήλυθεν, ἀλλ᾿ οὐν πληρώσας νόμον
 καὶ προφήτας τῷ τὸ ἔνθεον αὐτῶν Πεφανερωκέναι ἔμπροσθεν γέγονε, καὶ
 δηλωθεὶς αἴτιος εἶναι πάσης ἐκείνης τῆς θεοπνεύστου γραφῆς,
 παρελκυσάσης ἕως τοῦ βαπτιστοῦ Ἰωάννου.

Zu Joh. 1, 18. 
 
 Διτιοῦ τοῦ θεωρεῖν ὄντος, αἰσθητικοῦ τε καὶ νοητικοῦ, τὸ μὲν
 τῶν σωμάτων τὸ δὲ τῶν ἀσωμάτων ἐστὶν ἀντικληπτικόν. διὸ καὶ τὰ
 ὑποκείμενα τῷ νῷ καὶ τὰ ὑπὸ τούτου θεωρούμενα ἀόρατά φαμεν, οὐ τῷ μὴ
 ὁρᾶσθαι ἀλλὰ τῷ μὴ πεφυκέναι βλέπεσθαι. οὐδὲν 
 
 γὰρ τῶν σωμάτων ἀόρατον, κἂν ἔζω ποτὲ τυγχάνον τῆς
 ὄψεως μὴ ὁρᾶται. οὐ γὰρ τὸ μὴ ὁρᾶσθαι σημαίνει τὸ ἀόρατον, ἀλλὰ τὸ μὴ
 πεφυκέναι πρὸς τοῦτο. διὸ οὐδὲ ἀντιστρέφει πρὸς ἑαυτὸ τὸ μὴ ὁρᾶσθαι καὶ
 τὸ ἀνόρατον. τῷ μὲν γὰρ ἀοράτῳ ἀκολουθεῖ τὸ μὴ ὁρᾶσθαι τὸ
 ἀόρατον. πολλὰ γὰρ τῶν σωμάτων, καίτοι ὄντα ὁρατά, οὐχ ὁρᾶται, ἤτοι
 σκεπαζόμενα ἢ τῷ μὴ εἶναι ἔνθα ταῦτα τυγχάνει. ταύτης τῆς διαστολῆς
 ὀρθῶς ἐχούσης ἐκλαμβάνειν δεῖ τὸ εἰρημένον ὡς περὶ ἀοράτου. οὐδὲ γὰρ αἱ
 ἀνωτάτω δυνάμεις θεὸν ὁρῶσιν, οὐ διὰ τὴν σφῶν ἀσθένειαν ἀλλὰ διὰ τὴν τοῦ
 θεοῦ ἀσωματότητα. ἀλλ οὐδὲ νῷ ὁρατός ἐστιν ἁπλῶς, ἀλλὰ τῷ
 πάσης ἀγνοίας καὶ κακίας καὶ ὕλης ἀπηλλαγμένῳ. »Μακάριοι, γάρ φησιν, οἱ
 καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, »ὅτι αὐτοὶ τὸν θεὸν ὄψονται«. καρδίαν δὲ τὸν νοῦν
 ὀνομάζει. ὅστις καθαρὸς τῷ εἰρημένῳ τρόπῳ γεγονὼς τελειωθεὶς κατ᾿ ἀρετὴν
 προσβάλλει θεῷ καθ’ ὃ ἐφικτόν. τούτων οὕτως ἐχόντων ὁ νοῦς 
 ὁ ἔτι ὑποκείμενος γενέσει, καὶ διὰ τοῦτο καὶ χρόνῳ, οὐχ ὁρᾷ τὸν θεὸν ὡς
 διὸ διὸ οὐ καθάπαξ εἴρηκεν· »Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν«, ἀλλὰ μετὰ προσθήκης
 τῆς »Πώποτε«, σημαινούσης χρονικόν τι, ἵν᾿ ᾖ τὸ λεγόμενον τοιοῦτον· ὅσον
 χρόνον τὸ »Πώποτε« δύναται λέγεσθαι, ὡς σημαῖνόν τι ὑποκείμενον, ὁ νοῦς
 ἐμπέπραται τῇ ἐνύλῳ ςωῇ. διὸ ἰδεῖν τὸν θεὸν οὐ δύναται κατὰ
 προσβολὴν νοήσεως. καὶ ἡμεῖς μὲν ἐκ τῶν περὶ αὐτοῦ θεολογουμένων ἐννοιῶν
 καὶ ὡν ἔχομεν ἀμυδρῶς αὐτὸν νοοῦμεν ὡς οἶόν τε· αὐτὸς δὲ ὁ θεὸς οὐ διά
 τινος τοιούτου ἀλλ’ οἰκειότητι τῇ πρὸς ἑαυτὸν νόησιν ἔχει περὶ ἑαυτοῦ,
 αὐτὸς ὢν καὶ ἡ νόησις καὶ τὸ νοούμενον. διὸ μ·όνος ἐπίσταται αὐτὸν ὁ υἱὸς ὑπὸ τοῦ πατρὸς νοούμενος καὶ νοῶν τὸν πατέρα.

Zu Joh. 1, 18. 
 
 Καταλλήλως δὲ τῷ μονογενῆ θεὸν καὶ υἱὸν αὐτὸν εἶναι πατρὸς ὠνομάσθησαν
 κόλποι. ἐπεὶ γὰρ τὰ περὶ τῆς θεότητος πάντα ἀκατονόμαστα 
 δηλοῦται ἡμῖν ταῦτα ἀνθρώποις οὖσι διὰ λέξεων ἀνθρωπίνων, εἰκότως ἀφ’ ὧν
 ἴσμεν σημαίνεσθαι τὴν πρὸς τὸν πατέρα 
 
 
 
 οἰκειότητα γέγραφεν ὁ εὐαγγελιστής· »Ὁ ὢν εἰς τὸν
 κόλπον τοῦ »πατρός«. ὡς γὰρ ἐπὶ τῶν σωζομένων πάντων καὶ τὰς ἐπαγγελίας
 τοῦ θεοῦ λαμβανόντων γράφεται ὅτι γενήσονται εἰς τοὺς κόλπους τοῦ
 Ἀβραάμ, οὐκ ἄλλο τι ἢ ὅτι πατὴρ πιστῶν χρηματίζει· οὕτω καὶ ὁ θεοῦ υἱὸς
 ὢν ἐν κόλποις τοῦ γεννήσαντος λέγεται. καὶ ὥσπερ ἄνθρωποι
 πιστοὶ ἐν κόλποις πιστοῦ τοῦ Ἀβραὰμ γίνονται, οὕτως καὶ ὁ υἱὸς ὢν ἐν
 κόλποις. κόλπον δὲ πατρὸς ἀκούειν δεῖ ὡς καὶ τὰ ἄλλα τὰ λεγόμενα
 ἀνθρωπίνως περὶ θεοῦ. εἰ δὲ περὶ τῶν προφητῶν ἢ πατριαρχῶν ἢ ἀγγέλων
 λέγεται ὡς θεὸν ἑωρακότων, οὐκ ἀντικείμενα ἑαυτῇ φησιν ἡ θεία γραφή.
 θεὸν γὰρ οὐδεὶς ὁρᾷ προσβαλὼν νοήσει τῇ ἑαυτοῦ, ὥσπερ κατ´
 ἐπιβολὴν ὄψεως ὁρᾶν λεγόμεθα τὰ ὁρατά. ὁρᾶται δὲ καὶ θεὸς οἷς ἐὰν κρίνῃ
 ὁραθήναι ἀποκαλύπτων ἑαυτόν. εἰ γὰρ ἑώρα τις τὸν θεόν, οὕτως ἐθεώρει
 αὐτόν, ἵν´ οὕτως εἴπω, οἷος καὶ ὅσος ἐστίν. ἐπεὶ δὲ μὴ αὐτὸς ὁρᾷ ἀλλὰ
 θεὸς ἑαυτὸν δείκνυσιν, ὡς οἷόν τέ ἐστιν τοῖς γενητοῖς παρέχει ἑαυτὸν εἰς
 κατανόησιν· καθὼς καὶ ὁ σωτήρ φησι· »Καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ
 ἐμαυτόν«. οὐ γὰρ εἶπεν· ἐκεῖνός με ἴδῃ, ἀλλ´ ἐγὼ ἐμαυτὸν ἐκείνῳ
 ἐμφανίσω· καὶ αὕτη ἐστίν * * *

XV. XVI sind aus der Philocalia o. S. 98ff. abgedruckt.

XV. XVI sind aus der Philocalia o. S. 98ff. abgedruckt.

Zu Joh. 1, 23. 
 Ὁ πρόδρομος κατὰ διαφόρους ἐπινοίας τοῦ σωτῆρος ὑπάρχων· ὡς θεοῦ προφήτης· ὡς
 φωτὸς λύχνος, προφωτίζων τοὺς ἐν νυκτὶ τῆς ἀγνοίας ὄντας καὶ προεθίζων τῆς
 ψυχῆς τὸ ὄμμα πρὸς τὸ δυνηθῆναι καὶ τῷ μεγάλῳ φωτὶ προσδραμεῖν· [[ὡς
 ἑωσφόρος ἡλίου προάγγελος τῆς μελλούσης ἐφ´ ἡμᾶς διαυγάζειν
 ἡμέρας κατασημαίνων τὴν ἄφιξιν]] ὡς λόγου φωνή· ἀνάγκη γὰρ πρὸ λόγου φωνὴν
 γίνεσθαι. 
 διό φησιν· »Ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ«, βοῶντα λέγων
 τὸν λόγον, ἔρημον δὲ τὴν πρὸς τὴν θείαν διδασκαίαν ἄγνωστον ψυχήν. πῶς γὰρ
 οὐκ ἔρηημος, στερουμένη θεοῦ λόγου καὶ τῆς δηλούσης αὐτὸν φωνῆς; ἔργον δὲ
 τῆς φωνῆς σαφηνίζειν τὸ σημαινόμενον, ὃπως ἀσυγχύτως ἐπιβάλλειν
 δυνηθῶσιν τῷ δηλουμένῳ λόγῳ. τί δὲ προστάττει ἡ τοῦ βοῶντος φωνὴ τῇ ἐρήμῳ;
 »Εὐθύνατε, φησί, τὴν'' »ὁδὸν κυρίου«. δηλοῖ δὲ ἡ ἔρημος πάντας τοὺς
 ἀφνοοῦντας τὸν μετὰ τὴν φωνὴν ἐρχόμενον. ὡς γὰρ ὁ βασιλέως προοδεύσας
 προστάττει τοῖς πρὸς οὓς ὁ βασιλεὺς ἔρχεται εὐθεῖαν ποιῆσαι τὴν ὁδὸν τῶν ἐρχομένων πρὸς τὴν τοῦ λόγου διδασκαλίαν, [[οὓτως ὁ Ἰωάννης
 τοῦ λόγου. ὡς γὰρ φωνὴ λόγου προτρέχει, οὓτω καὶ τοῦ χριστοῦ, λόγου ὄντος,
 ὡς φωνὴ ὁ Ἰωάννης.]]

Zu Joh. 1, 23f. 
 
 Τί δὲ βούλεται τὸ ὑπὸ Ἰωάννου λεχθέν· »Μέσος ὑμῶν ἔστηκεν »ὃν ὑμεῖς οὐκ
 οἴδατε«, οὔπω τότε τοῦ Ἰησοῦ ὄντος ἐκεῖ; ἐν γὰρ τοῖς ἑξῆς λέγεται· »Τῇ
 ἐπαύριον βλέπει τὸν Ἰησοῦν ἐρχόμενον πρὸς »αὐτὸν« ὡς οὐκ ὄντα ἐκεῖ δηλονότι
 ὅτε ἔφασκε· »Μέσος ὑμῶν »ἓστηκε« μαρτυρῶν ὁ Ἰωάννης περὶ τοῦ φωτός. ᾔδει γὰρ
 ὃτι καὶ θεὸς λόγος ἦν· οὖτος δὲ παντὶ λογικῷ πάρεστι. καὶ ἐπεὶ
 ὑπονοεῖταί τισιν ἐν τῷ μεσαιτάτῳ ἡμῶν εἶναι τὸ διανοητικόν, ὅ τινες
 ἡγεμονικὸν καλοῦσιν, ἐκεῖ δέ ἐστιν ὁ λόγος καθ'ὃν ἐσμεν λογικοί, ὁ αὐτὸς ὤν
 τῇ εἰκόνι τοῦ θεοῦ καθ' ἣν γέγονεν ὁ ἄνθρωπος κατ'εἰκόνα θεοῦ, δεικνὺς ὅτι ὁ
 τοῦ θεοῦ λόγος ἐστὶν ὁ μέλλων ἔρεχεσθαι βαπτισ- 
 θῆναι ὑπ᾿ αὐτοῦ, φησί· »Μέσος ὑμῶν ἕστηκεν« ἀγνοούμενος
 ὑφ᾿ ὐμῶν· διὰ τοῦτο δὲ ὑμῖν ἀγνοεῖται, ἐπεὶ δέον ἔχοντας αὐτὸν μέσον
 ἐνεργεῖν τὰ ἐπιβάλλοντα ἠρεμοῦντα αὐτὸν καί, ἵν᾿ οὕτως εἴπω, ἀνενέργητον
 ἔχετε παρ᾿ ἑαυτοῖς, οὐδὲν πράττοντες ἢ νοοῦντες λογικῶς. ταῦτα περὶ τῆς
 οὐσίας τοῦ λόγου εἰπὼν συνάπτει ἑξῆς καὶ τὰ περὶ τῆς ἐπιδημίας
 αὐτοῦ, λέγων· »Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος« μετὰ τὸν νόμον καὶ τοὺς προφήτας· ἐγὼ
 γὰρ εἰμι σύμβολον καὶ τέλος ἐκείνων. ἔρχεται δὲ ὀπίσω μου πληρῶν πάντα τὰ
 προφητευθέντα περὶ αὐτοῦ. ὀπίσν γὰρ καὶ μετὰ τὰ προαναφωνηθέντα ὁ
 προφητευόμενος ἔρχεται· »μέσος δὲ ὑμῶν ἕστηκεν«, ὡ ἤδη ἀποδεδώκαμεν, »οὗ οὐκ εἰμὶ ἄξιος λῦσαι τὸνν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος«. »ἱμάντα
 δὲ ὑποδήματος« νοήσεις οὕτως. ὁ τοῦ θεοῦ λόγος ἃ εἰς ἀνθρώπους οἰκονομεῖ οὐ
 γυμνῇ τῇ θεότητι ἐνεργεῖ, ἀλλὰ μορφὴν δούλου λαβών, ὡς τὴν πορείανν αὐτοῦ
 τὴνν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς οἰκονομίας κεκαλυμμένην εἶναι. τοῦτο γοῦν καὶ ἐν
 Ψαλμοῖς περὶ αὐτοῦ λέγεται· »Καὶ ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη,
 καὶ γνόφος ὑπὸ »τοὺς πόδας αὐτοῦ«. [[σκοτεινόν τι περὶ τὴν πορείαν αὐτοῦ διὰ
 τὸ ἀσαφὲς ὑπάρχειν.]] ἱμὰς τοίνυν ὑποδήματος αὐτοῦ, τουτέστι τοῦ γνόφους τοῦ
 περὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ, ὁ τῆς δυσκαταληψίας ἐστὶ λόγος, συσφίγγων καὶ
 συγκρατῶν τὸ ὑπόκημα περὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ, ὡς λύσιν τοῦ
 ἱμάντος εἶναι τὸ σαφηνίσαι καὶ παραστῆσαι λόγῳ τίνα τρόπον θεὸς ἀνέλαβε
 σῶμα, σκεπάζων καὶ κρύπτωνν αὐτοῦ τὴν ἐπὶ τὴν οἰκονομίαν πορευτικὴν δύναμιν.
 ἐπεὶ τοίνυν οὐδενὶ ἀνθρώπων δυνατὸν τὸ δεῖξαι ἀπόδειξιν τῆς ἑνώσεως τὸν
 τρόπον, εἰκότως ὁ περισσότερον προφήτου ἔχων, οὗ μηδεὶς μείζων ἐν γεννητοῖς
 γυναικῶν, ὁμολογεῖ μὴ ἱκανὸς εἶναι λῦσαι τὸν ἱμάντα τοῦ
 ὑποδήματος αὐτοῦ.

Zu Joh. 1, 29. 
 
 Εὖ δὲ καὶ φάναι· »Ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν« οὐχ >ὁ ἄρας ἢ μέλλων
 αἴρειν<. ἀεὶ γὰρ ἐνεργεῖ τὸ αἴρεσθαι τὴν ἁμαρτίαν τῶν 5 προσφευγόντων
 αὐτῷ. παρίσταμεν οὖν ἐκ τούτου ὅτι καὶ ᾗρεν καὶ αἴρει καὶ ἀρεῖ, καθ᾿
 ἕκαστον καιρὸν ἐφαρμοττομένου τοῦ αἴρειν.

Zu Joh. 1, 31. 
 
 Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν. Ὁ διδάσκων, φησίν, ἐγὼ οὐ κατὰ φύσιν
 οὐδὲ κατὰ κοινὴν ἀνθρώπων ἔννοιαν ταῦτα περὶ χριστοῦ εἶπον· οὐ γὰρ ᾔδειν
 αὐτόν, ἀλλὰ τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγίου καὶ τοῦ πατρὸς φανερώσαντός μοι τὰς
 περὶ αὐτοῦ μαρτυρίας εἶπον. ἐπεστάλην γὰρ μαρτυρῆσαι περὶ τοῦ φωτός,
 τότε ἀρχὴν τῆς γνώσεως τοῦ μαρτυρουμένου λαβὼν ὅτε ἀπεστάλην.
 ἐπιχειρητέον δὲ καὶ ἄλλως τι δὲ μὴ εἰδέναι. κἂν λέγῃ οὖν
 περὶ τοῦ σωτῆρος· »Κἀγὼ »οὐκ ᾔδειν αὐτὸν« οὐκ ἀντικείμενα τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ
 μαρτυρηθεῖσι λέγει, δηλοῦται δὲ διὰ τῆς λέξεως τὸ πρότερον μὲν ἀγνοεῖν,
 νῦν δὲ εἰδέναι αὐτὸν τοῦτον, τοῦ θεοῦ φανερώσαντος αὐτῷ. τοῦτο δὲ παρίσταται ἐκ τῶν εὐθέως λεχθηυσομένων. πάλιν γὰρ αὐτὸς ὁ
 Ἰωάννης τεθεᾶσθαι λέγει τὸ πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς κατελθὸν ἐπὶ τὸν
 κύριον. »Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, φησίν, ἀλλ᾿ ὁ πέμψας με »βαπτίζειν ἐν
 ὕδατι ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἐφ᾿ ὃν ἂν ἴδῆς τὸ πνεῦμα »καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτόν,
 οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου. κἀγὼ ἑώρακα καὶ »μεμαρτύρηκα«. εἰ
 τοίνυν καὶ πρὸ τῆς καθόδου τοῦ πνεύματος 
 ἀμνὸν καὶ ἄνδρα καὶ τὸν προφήτην καὶ τὸν χριστὸν καὶ
 τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν αὐτὸν ᾔδει, ἀλλ᾿ οὖν ἔλειπεν αὐτῷ ἡ περὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ
 θεοῦ γνῶσις, καὶ ὅτι αὐτὸς ἐστὶν ὁ βαπτίζων ἐν πνεύματι ἁγίῳ, ἥντινα
 ἔσχεν ὀφθέντος τοῦ δοθέντος σημείου. τούτων οὖν οὕτως ἐχόντων ζητητέον
 πῶς λέγει τεθεᾶσθαι τὸ πνεῦμα ὁ Ἰωάννης· οὐ γὰρ θεμιτὸν
 νομίζειν αἰσθητῶς ὁρᾶσθαι τὸ πνεῦμα νοητὴν ὕπαρξιν ἔχον. τῷ προκειμένῳ
 οὖν συνεξετασθήσεται, καθόλου τοῦ προβλήματος γινομένου, τὰ ἐν
 ταῖς προφητείαις ὁμοιοτρόπως λεχθέντα. ποολλοὶ γὰρ τῶν προφητῶν καὶ
 ἁπαξαπλῶς τῶν ἁγίων ἀνδρῶν ὀπτασίας καὶ ὁράσεις ἑωρακότες ἀνεγράφησαν
 τεθεωρηκέναι. ἐπειδὴ γὰρ καὶ ἐν ἄλλοις τὸ ἰδεῖν καὶ ὁρᾶς
 διχῶς ἐτμήθη, εἴς τε τὴν αἴσθησιν καὶ τὴν νόησιν, τὸ μὲν αἰσθητῶς
 ἑωρακέναι θεὸν τοὺς ἁγίους ἄνδρας ἀδύνατόν ἐστι καὶ συνόλως τὴν τριάδα ἢ
 τὰ ὑπὸ ταύτην νοητὴν ὕπαρξιν ἔχοντα· λείπεται δὲ κατὰ τὴν νόησιν
 τεθεωρηκέναι αὐτοὺς τὰς ὀπτασίας οὐχ ὡς ἔχουσιν ὑποστάσεως, ἀλλ᾿ ὡς ὁρᾶς
 δύνανται δι᾿ ἀναλόγου τινός. ἀμέλει γοῦν τοῦ ἁγίου
 πνεύματος σχῆμα ἢ μορφὴν ἢ συνόλως εἶδος οὐκ ἔχοντος, ὡς περιστερᾶς
 νόησιν δέχεται, καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος, μεταβατικῶς οὐ κινουμένου,
 κάθοδον βλέπει γινομένην ἐπὶ τὸν βαπτιζόμενον Ἰησοῦν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. καὶ
 ὅτι οὐδενὸς τούτων αἰσθητικὴ ἡ ἀντίληψις τὸ ἐπιφερόμενον δηλοῖ· »Ἐφ᾿ ὃν γὰρ ἂν ἴδῃς, φησί, καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ᾿ αὐτόν«.
 κατάβασιν μὲν γάρ τινος καὶ αἰσθητικῶς ἔστιν ἰδεῖν, ὅτε σῶμα τυγχάνει. †
 οὐ μὴν καὶ δι᾿ ὄψεως ἀλλὰ καὶ διὰ νοήσεως ὀρᾶται τὸ κατεληλυθὸς μὲν ἐφ᾿
 ὃν κατελήλυθεν· οὐχὶ δὲ καὶ μενόντων ἀντιληπτικὴ μὲν ἐφ᾿ ὃν κατελήλυθεν·
 οὐχὺ δὲ καὶ μενόντων ἀντιληπτικὴ ἡ αἴσθησις πρὸς τὸ βεβαιῶσαι τὴν
 θεωρίαν ταύτην. καὶ δι᾿ ἑτέρας δὲ ἀποδείξεως ῥητέον ὡς οἱ
 ἕτεροι εὐαγγελισταὶ τὴν κατάβασιν τοῦ πνεύματος ἐπὶ τὸν υἱὸν ἑωρᾶσθαι τῷ
 Ἰωάννῃ λέγουσιν, ἰδόντι καὶ ἀνοιχθέντας ἢ σχισθέντας τοὺς οὐρανούς.
 ἄνοιξιν δὲ ἢ σχίσιν οὐρανῶν αἰσθητικῶς οὐκ ἔστιν ἰδεῖν, ὁπότε οὐδὲ τῶν
 παχυτέρων σωμάτων, ὕδατος καὶ ἀέρος λέγω, ἔστω δὲ καὶ αἰθέρος, εἴ γε ἄλλο παρὰ τοὺς οὐρανούς ἐστι. τὰ γὰρ διερχόμενα διὰ
 τῶν συνεχῶν σωμάτων, ὅτε μὴ σκληρά ἐστι, διαβαίνει διὰ τούτων, οὐ
 ἄλλοθεν αὐτοῖς τῆς ἀνοίξεως καὶ διόδου γινομένης. αὐτὰ γὰρ τὰ
 διαβαίνοντα ἀνοίγουσιν αὐτὰ ἑνούμενα μετὰ τὴν δίοδον τῶν διαβεβη- 
 κότων. Διαιρέσεις γοῦν ὕδατος οὐκ ἔστιν ἰδεῖν ἄνευ
 τοῦ παρεμβεβλῆσθαι στερεώτερον σῶμα. εἰ δὲ τοῦτο, οὐχ ὑποπέσοι; ἂν ὄψει
 οὐρανῶν ἄνοιξις, οὐδὲ γὰρ σῶμά ἐστι τὸ ἐκεῖθεν καταβεβκὸς ἅγιον πνεῦμα.
 νοητῶς ἄρα καὶ ταῦτα τῷ βαπτιστῇ τεθεώρηται. ἐπιστατέον δὲ
 καὶ τῷ μεμενηκέναι τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐπὶ μόνον τὸν Ἰησοῦν, εἰ γὰρ καὶ
 ἐπ᾿ ἄλλον ἔμενεν κατελθόν, οὐκ ἦν σημεῖον δεικνύον τὸν βαπτίζοντα ἐν
 ἁγίῳ πνεύματι. ἀπιδεικτέον δὲ καὶ τοῦτο οὕτως· τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον
 ἀχράντοις καὶ καθαραῖς ψυχαῖς ἐνοικίζεται, οὐχ ὑπομένον εἶναι ἔνθα
 ἁμαρτία. »Ἅγιον γὰρ πνεῦμα »παιδείας φεύξεται δόλον καὶ
 ἀπαναστήσεται ἀπὸ γογισμῶν ἀσυνέτων«. καὶ ὁ Δαυεὶδ ἐν τινὶ ἁμαρτίᾳ
 γεγονὼς ἀξιοῖ τὸν θεὸν λέγων· »Τὸ »πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿
 ἐμοῦ«. ἐπεὶ οὖν Ἰησοῦς Μόνος ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ δόλον ἔσχεν ἐν
 τῷ στόματι αὐτοῦ (περὶ μόνου γὰρ αὐτοῦ εἴρηται· »Τὸν μὴ γνόντα
 ἁμαρτίαν«). εἰκότως κατελθὸν ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ ἅγιον πνεῦμα
 ἔμεινεν. ταῦτα δὲ πάντα, τὸ κατελθεῖν λέγω ἐξ οὐρανοῦ τὸ πνεῦμα ἐπὶ τὸν
 Ἰησοῦν καὶ μεῖναι ἐπ᾿ αὐτόν, οἰκονομίας ἕνεκεν γέγραπται, οὐχ ἱστορικὴν
 διήγησιν ἔχοντα, ἀλλὰ θεωρίαν νοητήν, ὡς ἤδη εἴρηται. ἀχώριστον γὰρ τοῦ
 υἱοῦ τὸ ἅγιον πνεῦμα· οὐδὲ γὰρ ὁ υἱὸς ἐν τόπῳ οὐδ᾿ αὖ ὁ
 πατήρ, ἵνα καὶ τὸ ἅγιον πνεῦμα μεταβατικῶς κινούμενον ἐκ τοῦ πατρὸς εἰς
 τὸν υἱὸν μεταβαίνῃ. καθόλου γὰρ τὰ περὶ τῆς θεότητος νοητῶς ἐκλαμβάνειν
 προςῆκεν, κἂν ἀνρωπίνως λέγηται, οἷον τὸ ἴστασθαι καὶ τὸ
 καθῆσθαι καὶ τὸ ἀναβαίνειν [[καὶ ὅσα ὅμοια τουτοις γέγραπται περὶ τῆς
 θεότητος]].

Zu Joh. 1, 41. 
 
 Ἄξιον ζητῆσαι πῶς νῦν μὲν Ἀνδρέας τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ ἀπὸ τοῦ Βαπτίσματος
 Ἰησοῦ εὐθὺς εὑρίσκει τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Πέτρον. 
 ἀλλαχοῦ δὲ ὁ Ἰησοῦς μετὰ πολλὰς ἡμέρας τοῦ
 βαπτίσματος εὑρίσκει Πέτρον καὶ Ἁνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ κατὰ τὸν
 Ματθαῖον. εἰκὸς οὖν πρῶτον τὸν Ἀνδρέαν ἀναγαγόντα τὸν Πέτρον πρὸς τὸν
 Ἰησοῦν ὠφελεῖσθαι μικρὸν παρὰ τοῦ διδασκάλου, εἶτα μετὰ τὴν ὠφέλειαν τοῦ
 ἀδελφοῦ ἀνακεχωρηκέναι πρὸς τὸ τοῖς ἰδίοις σχολάζειν, τὸν δὲ 
 Ἰησοῦν μετὰ τὴν προτέραν κλῆσιν κακληκέναι αὐτοὺς ἐπὶ τῷ ἕπεσθαι αὐτῷ
 διηνεκῶς, ἔχοντας ἐξουσίαν ἀνθρώπους ἁλιεύειν δι᾿ ἧς παρέσχεν αὐτοῖς
 διδασκαλίας. »Ἔρχεσθε, φησί, καὶ ἴδετε«· τάχα διὰ τοῦ »Ἔρχεσθε« ἐπὶ τὸ
 πρακτικὸν αὐτοὺς παρακαλῶν, διὰ δὲ τοῦ »Ἴδετε« τὴν ἀκολουθοῦσαν τῆς
 κατορθώσεως τῶν πράξεων θεωρίαν πάντως ἔσεσθαι τοῖς
 βουλομένοις ὑπογράφων γινομένην ἐν τῇ τούτων διαμονῇ.

Zu Joh. 1, 42. 
 
 Πέτρον δὲ αὐτὸν κληθήσεσθαι εἶπεν, παρονομασθέντα ἀπὸ τῆς 
 πέτρας, ἥτις ἐστὶν ὁ χριστός· ἵν᾿ ὥσπερ ἐκ σοφίας σοφὸς καὶ ἅγιος ἐξ
 ἁγιότητος, οὕτως καὶ ἐκ τῆς πέτρας Πέτρος * *. ἀποδείκνυται δὲ τοῦτο ἐξ
 ὧν εἶπεν ὁ σωτὴρ πρὸς τὸν οὕτως ὠνομασμένον· »Σὺ εἶ, »φησίν, Πέτρος, καὶ
 ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκ- »κλησίαω«. <lωb

Zu Joh. 1, 43. 
 
 Τὸ »Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν« ἀμφιβόλως εἰρημένον
 δηλοῖ ὁτὲ τὸν Ἀνδρέαν εἶναι τὸν ἐξεληλυθότα, ὁτὲ δὲ τὸν Ἰησοῦν. δοκεῖ δὲ
 μᾶλλον περὶ τοῦ Ἀνδρέα εἶναι τὸ λεγόμενον, ἐξεληλυθότος εἰς
 τὴν Γαλιλαίαν καὶ εὑρόντος τὸν Φίλιππον. τούτῳ τῷ εὑρεθέντι ὑπὸ ἀνδρέου
 Φιλίππῳ λέγει ὁ Ἰησοῦς· »Ἀκο- »λούθει μοι«. ἔστι δὲ τὸ ἀκολουθεῖν τῷ
 Ἰησοῦ τὸ ἕπεσθαι λόγῳ, 
 
 σοφίᾳ, δικαιοςύνῃ, πράττοντα καὶ φρονοῦντα ὀρθῶς.
 μεταλαμβάνεται δὲ ἡ Βηθσαϊδὰ Ἑλλάδι φωνῇ εἰς τὸ >Οἶκος θηρευτῶν<,
 οἷς [ὁ] Ἰησοῦς εἶπεν· »Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀν-
 »θρώπων«. περὶ τῶν τοιούτων θηρευτῶν ὡς ἐκ θεοῦ πεμπομένων 
 ἐν τῷ Ἱερεμίᾳ προφητεία φέρεται ἐκ προσώπου τοῦ θεοῦ ἔχουσα οὕτως· »Καὶ
 ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω εἰς ὑμᾶς πολλοὺς θηρευτὰς οἳ »θηρεύσουσιν ὑμᾶς«.

Zu Joh. 1, 45. 
 
 
 Οὐ τοῦτο δὲ εἰπεῖν βούλεται, ὅτι οἱ προφῆται οὕτως ἔγραψαν ὅτι Ἰησοῦς
 ἔσται ὁ υἱὸς Ἰωσὴφ ἀπὸ Ναζαρὲτ« τοῦτον εὑρήκαμεν ὄντα ἐκεῖνον περὶ οὗ
 Μωϋσῆς τε ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται εἶπον.

Zu Joh. 1, 46. 
 
 Τὸ »Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι;« ἤτοι ἀμφιβάλλων, ἆρα ἐκ τῆς
 Ναζαρὲτ τηλικοῦτον ἀγαθὸν δύναται; ἢ τεθαρρηκότως λέγει, ἐκ τῆς Ναζαρέτ
 ἐστιν ὄντως ὁ εὑρεθεὶς καὶ ἀληθῶς ἀγαθόν ἐστιν. πρὸς ὃν Φίλιππος· »Ἔρχου
 καὶ ἴδε« τὸν εὑρεθέντα Ἰησοῦν, 20 τῇ ὄψει αὐτὸν μᾶλλον πληροφορῆσαι ἢ
 ἀκοῇ περὶ τοῦ εὑρεθέντος βουλόμενος.

Zu Joh. 1, 49. 
 
 Καὶ τὸ ὑπὸ Ναθαναὴλ δὲ εἰρημένον πρὸς τὸν Ἰησοῦν οὕτως 
 ἀπέδωκεν >Σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ· σὺ τοῦ Ἰσραήλ, τοῦ
 διορατικοῦ 
 
 I. Typus der römischen Catenen. 
 S = Vatic. gr. 758 sc. X. 
 S1 = Hand des Schreibers. 
 S2 = Hand des Correctors. 
 R = Vatic. Reg. 9 sc. XI. 
 V = Venet. Marc. gr. 27 sc. X. 
 ℵ = Übereinstimmende Lesart dieser drei Hss. 
 II. Typus der Catene des Corderius. 
 M = Venet. Marc. 28 sc. X. 
 P = Paris. gr. 209 sc. XI. 
 Mosq = Mosquensis 119 sc. IX. 
 ABBREV = Übereinstimmende Lesart von MP. 
 III. Catene des Nicetas. 
 A = Monac. gr. 437 sc. X. 
 B = monac. gr. 37 sc. XVI. 
 C = Taurinens. IV sc. XIII. 
 D = Paris. 212 sc. XIII. 
 Cord = Corderius. 
 Cr = Cramer. 
 In doppelte Klammern sind die Stücke eingeschlossen, die in I fehlen. 
 In einfache Klammern sind die unechten Stücke eingeschlossen. 
 
 γένους, βασιλεὺς ὑπάρχεις<. τὸ γὰρ καρδίαν βλέπειν καὶ γινώσκειν τίς
 δόλον ἔχει ἐν ἑαυτῷ καὶ τίς οὔ, υἱοῦ θεοῦ τυγχάνει καὶ οὐχ ἐνός γε τῶν
 πολλῶν υἱῶν, ἀλλὰ τοῦ μονογενοῦς, βασιλέως ὄντος τοῦ ἐκλεκτοῦ γένους.
 τοῦτο δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐστί, διὸ καὶ υἱὸς θεοῦ ἦν.

Zu Joh. 1, 50. 
 
 Εἶδές με τότε ὅτε ὑπὺ τὴν συκὴν ἐτύγχανον, πρὶν ὑπὸ Φιλίππου· κληθῶ.
 Ἰησοῦς ταῦτα ἀκούσας φησίν· Ἐπειδὴ »εἶπόν σοι ὅτι εἶδόν »σε ὑπὸ τὴν
 συκὴν πιστεύεις;« μείζονα τούτων ὄψει. μετὰ δὲ τὴν ὡς τοῦ τὸ ῥητὸν
 σαφήνειαν τὰ πρὸς ἀλληγορίαν ῥητέον. Φίλιππος ἐκ τοῦ
 ἀκολουθεῖν Ἰησοῦ, ὄντι θεοῦ λόγῳ καὶ θεοῦ σοφίᾳ, θηρευτικὸς γέγονε τῶν
 διδομένων ὑπὸ θεοῦ ψυχῶν τοῖς δυναμένοις αὐτὰς ὠφελεῖν. >δόμα γὰρ
 κυρίου< ἑρμηνεύεται Ναθαναήλ. τούτῳ τῷ δοθέντι αὐτῷ μαθητῇ οὐκ εὐθὺς
 τὰ περὶ τῆς θεότητος τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ ἀνακοινοῦται, ἀλλὰ τὰ περὶ τῆς
 ἐνανθρωπήσεως αὐτοῦ λέγων, Ὅν ἀναγινώσκομεν κοινῇ πάντες οἱ
 Ἑβραῖοι ἐλευσόμενον ἐν τοῖς γράμμασιν Μωσέως καὶ τῶν προφητῶν εὑρήκαμεν
 , Ἰησοῦν τὸν γεννηθέντα ἐκ τῆς παρθένου ἄνευ καταβολῆς σπέρματος ἀνδρός,
 ὅστις υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ μνηστευσαμένου τὴν Μαρίαν χρηματίζει, ἔχων τὴν
 γένεσιν ἐκ Ναζαρὲτ τοπικῶς. πόλις γὰρ ἡ Ναζαρὲτ τῆς παρθένου. ταῦτα παραλαβὼν. ὁ μαθητὴς Ναθαναὴλ παρὰ Φιλίππου, ἤδη διδασκάλου
 αὐτοῦ γεγενημένου, λέγει πρὸς τὸν διδάξαντα· Εἰ ἐκ τῆς Ναζαρέτ ἐστι τὸ
 εὑρεθέν, ἀγθόν ἐστι; πρὸς ὃν εὐθέως ὁ Φίλιππος εἰς αὐτὴν τὴν αὐτοψίαν
 τοῦ πράγματος καλῶν· · »Ἔρχου »καὶ ἴδε«, οὐ βουλόμενος ἀεὶ τὸν μαθητὴν
 φωνῶν ἀκροατὴν ὑπάρχειν ἀλλὰ θεωρὸν τῆς ἀληθείας εἶναι,
 μετὰ τὴν τῶν λόγων ἀκρόασιν ἐπὶ θεωρίαν σπεύδοντα. τὸν Ναθαναὴλ ἰδὼν ὁ
 Ἰησοῦς οὐ μόνον κατὰ τὸ βαδίζειν ἀλλὰ καὶ κατὰ προκοπὴν ἐρχόμενον πρὸς
 τὴν θεωρίαν , μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ οὕτως προθυμουμένου ἡ γραφή] 
 
 
 
 
 πρὸς τὴν τῆς ἀληθείας νόησιν· καὶ φησι τοῖς συνοῦσι·
 Τοῦτον τὸν ἐρχόμενον ὁρᾶτε; οὐ μόνον αἰσθητῶς καὶ κατὰ σάρκα Ἰσραηλίτης
 ἐστίν , ἀλλὰ καὶ κατὰ πνεῦμα καὶ νόησιν. νοῦν γὰρ ἔχει θεωροῦντα θεόν·
 ἐστὶ γὰρ Ἰcραηλίτης ἀληθῶς καὶ οὐ ψευδωνύμως, ἐπεὶ παντὸς 
 δόλου καθαρεύων ἀληθείας φίλος ὑπάρχει.

Zu Joli. 2, 1. 
 
 Τρίτης ἤδη ἡμέρας ἐνεστηκυίας ἀφ’ οὗ ὁ Ἰησοῦς ἐβαπτίσθη, γάμου ἐν Κανὰ
 τῆς Γαλιλαίας γενομένου , καὶ οὔσης τῆς μητρὸς Ἰησοῦ ἐκεῖ
 καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐκλήθη ἅμα τῶν μαθητῶν. Καὶ γὰρ ποιητὴς ὢν ὁ Ἰησοῦς
 τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικὸς οὐ παραιτεῖται κληθῆναι ἐν γάμῳ, αὐτὸς ὢν ὁ
 μετὰ τὸ πλάσαι τὴν Εὔαν ἀγαγὼν αὐτὴν πρὸς τὸν Ἀδάμ. διὸ καὶ έν εὐαγγελίῳ
 περὶ τῆς συνόδου λέγει· »Ἅ ὁ θεὸς συνέζευξεν ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω«.
 ἐντρεπέσθωσαν τοίνυν οἱ τὸν γάμον ἀθετοῦντες αἱρετικοί,
 Ἰησοῦ εἰς γάμον καλουμένου καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ οὔσης ἐκεῖ. ἐλεγκτέον δὲ
 καὶ Μανιχαίους λέγοντας μὴ εἶναι τὴν Μαρίαν Ἰησοῦ μητέρα, τοῦ
 εὐαγγελιστοῦ μαρτυροῦντος ὅτι Ἰησοῦς μητέρα εἶχεν.]

Zu Joh. 2, 7. 
 
 Ενεστι τὴν ἀκρίβειαν τοῦ εὐαγγελιστοῦ καὶ ἐκ τοῦ διηγήματος τούτου
 θεωρῆσαι. ἐπειδὴ γὰρ ᾔδει τοὺς ἐθελοκάκους ἐν Ἰουδαίοις πανούργους
 ἑτοίμως ἔχοντας πρὸς τὸ κακολογεῖν τὰς Ἰησοῦ δυνά- 
 
 
 
 
 
 μεις, εἰσάγει τὸν Ἰησοῦν μὴ τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς
 ἀλλὰ τοῖς τοῦ συμποσίου διακόνοις προστάττοντα περὶ τῆς τοῦ ὕδατος
 ἀντλήσεως· εἰπόντων ἂν τῶν διαβόλων , εἰ οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰησοῦ
 ἀντλήσαντες ἦσαν τὸ ὕδωρ, Οἴνου ἐπλήρωσαν τὰς ὑδρίας ὑποκρινόμενοι αὐτὰς
 ὕδατος πεπληρωκέναι. ταύτῃ τῇ ἀκολουθίᾳ κεῖται καὶ τὸ » Ἐγέ- 
 »μισαν τὰς ὑδρίας ἕως ἄνω«]]· καὶ ὑπὲρ τοῦ μὴ καταλείπειν σοφιστείας
 πρόφασιν , οὐ πληρωθεισῶν τῶν ὐδριῶν ὕδατος, οἶνος ἐπιβληθείς, ἔδοξε
 νομισθῆναι τὸν πάντα ἐξ ὕδατος γεγενῆσθαι]].

Zu Joh. 3, 11. 
 
 
 Τὸ »Ἐπίστευσαν« ἀντὶ τοῦ >Ἐβεβαιώθησαν< εἴρηται. τὴν πίστιν ὡς ἐπὶ
 τὸ πολὺ μᾶλλον ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως λέγει. τούτοις οὖν καὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ
 μᾶλλον ἐφανέρωσεν. κτιστοῦ γὰρ καὶ οὐ κτίσματος τὸ οὐσίαν μεταβαλεῖν. οὐ
 γὰρ ποιότητος ἁπλῶς ἀλλ᾿ οὐσίας μεταβολὴ τὸ ἐξ ὕδατος οἶνον
 γενέσθαι.

Zu Job. 2, 11. 
 
 Καὶ μετὰ τοῦτο κατέβη εἰς Καφαρναούμ, αὐτὸς καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ
 ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Ζητεῖται παρὰ πολλοῖς περὶ τῶν
 ἀδελφῶν Ἰησοῦ πῶς εἶχεν τούτους, τῆς Μαρίας μέχρι τελευτῆς
 παρθένου διαμεινάσης.]] ἀδελφοὺς μὲν οὐκ εἶχεν φύσει οὔτε τῆς παρθένου
 τεκούσης ἕτερον, οὐδ᾿ αὐτὸς ἐκ τοῦ Ἰωσὴφ τυγχάνων. νόμω τοιγαροῦν
 ἐχρημάτισαν αὐτοῦ ἀδελφοί, υἱοὶ τοῦ Ἰωσὴφ ὄντες ἐκ προτεθνηκυίας
 γυναικός· καὶ ἐπεὶ 
 
 
 
 
 
 καθ’ ὁμολογὶαν γυνὴ αὐτοῦ ἡ Μαριὰμ ἐχρημάτισεν.
 [[τοῦτο γὰρ ὁ Μω¨θσέως διδάσκει νόμος, μοιχείας τιμωρίαν ἐπάγων κατὰ τοῦ
 ἐπιβαίνοντος μνηστευθείσῃ παρθένῳ· ἐπιφέρεται γὰρ τὸ Ἀνθ’ ὧν ἐταπείνωσε
 τὴν γυναῖκα τοῦ πληοίον. ἀποθανεῖται· εἰ τοίνυν ὁ νόμος
 γυναῖκα τοῦ Ἰωσὴφ τὴν κατεγγυηθεῖσαν αὐτῷ παρθένον λέγει]], ἀκολούθως τῇ
 τοιαύτῃ διατάξει ἀδελφοὶ τοῦ Ἰησοῦ εἴρηνται οἱ ἐκ τοῦ Ἰωσήφ, εἰ καὶ
 αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ μὴ τυγχάνει.

Ζu Joh. 2, 13. 
 
 
 Vgl. Χ, 13ff. Die Sprache des Fragmentes beweist, dass es Origenes fremd
 ist. 
 Τριῶν ἑορτῶν δημοτελῶν παραδοθεισῶν τοῖς Ἑβραίοις ὑπὸ τοῦ μεγάλου
 ἱεροφάντου Μωϋσέως μία ἠν ἡ καλουμένη Πάσχα, ὑπερκειμένη τὰς ἑτέρας δύο
 ἅτε σωτηρίαν ἐμφαίνουσα τὴν ἐξ Αἰγύπτου καὶ μετάβασιν ἐπὶ
 τὴν ἁγίαν γῆν. ταύτῃ γοῦν τῇ πανηγύρει τὸ πᾶν τῶν Ἰουδαίων ἔθνος ἐκ
 πασῶν τῶν πόλεων καὶ κωμῶν ἔσπευδον ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ. ἐν μόνῃ γὰρ
 ταύτῃ τῇ πόλει παραδέδοτο ὑπὸ τοῦ νόμου τὸ πάσχα θύεσθαι. ἐχρημάτιζον δὲ
 αἱ τρεῖς ἑοπταὶ ἀπὸ τοῦ νομοθετήσαντος αὐτὰς θεοῦ. ἐπεὶ δὲ Ἰουδαῖοι
 οὐκέτι κατὰ τὴν διάταξιν ἀλλὰ κατὰ τὰς ἰδίας ὀρέξεις τε καὶ
 ἡδονὰς ἠγον τὰς ἑορτάς, οὐ πάσχα τοῦ θεοῦ ἀλλὰ τῶν Ἰουδαίων ὀ
 εὐαγγελιστὴς λέγει. οὐκέτι γὰρ λατρείας ἕνεκα ἁλλὰ τρυφῆς χάριν ἤρχοντο
 εἰς ἱερουσαλήμ. πάντα γὰρ εἰς εὐωχίαν ἐκ πάντων τῶν πέριξ τόπων ἐν αὐτῇ
 ἐκομίζετο καὶ ἐν τῷ οἵκῳ τοῦ θεοῦ ἐπιπράσκετο. βόας γὰρ καὶ
 πρόβατα καὶ περιστερὰς Πωλεῖσθαι ἐκεῖ ὥσπερ ἐν ἐμπορίῳ τινὶ
 εἶπεν ὁ εὐαγγελιστής. ἀλλ’ ἐπεὶ συνέβαινε μὴ τοσαῦτα αὐτοὺς
 ἐπικομίζεσθαι ἀργύρια ἐρχομένους ἐπὶ τὴν ἑορτήν, ἐπενόησάν τινες
 ἀργυραμοιβοὶ τραπέζας ἐκεῖ τιθέναι καὶ κολλυβίζειν, τουτέστι δανείζειν,
 χρυσία λαμβάνοντες παρὰ τῶν χρῃζόντων ἀργυρίων, πρὸς τὸ 
 
 
 
 μεθύειν καὶ τρυφᾶν μᾶλλον ἢ ἑορτάζειν ἐληλυθότων.
 παντὸς τοιγαροῦν τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους ἐκεῖ τυγχάνοντος καὶ σχολάζοντος
 μέθαις, Ἰησοῦς εἰς τὸν τοῦ θεοῦ οἶκον εἰσελθὼν πάντας ἀπήλασεν ἐκεῖθεν
 αὐτὸ μόνον φραγέλλιον ἐκ σχοινίων ἔχων. οὐκ ἂν δὲ τοῦτο κατωρθοῦτο, εἰ ὁ
 τυχὼν ἄνθρωπος ἦν † καὶ ἐπιλαμβανόμενος τοῦτο πράττειν· οὐ
 μόνον γὰρ τὸ ἄλλο πλῆθος ἐξέβαλε τοῦ οἴκου ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς
 πιπράσκοντας τὰ πρὸς τὴν εὐωχίαν. μηδεὶς δὲ νομιζέτω τοῦτο τῶν ἄλλων
 θαυμάτων ἔλαττον εἶναι. οὐ γὰρ ἄνευ θεϊκῆς ἐνεργείας οἷόν τε ἦν ἕνα
 ἄνθρωπον τοσοῦτον πλῆθος ἐκβάλλειν, καὶ μάλιστα ἐξηγριωμένων καὶ
 φονώντων κατ’ αὐτοῦ. καὶ αὐτοὶ γοῦν οἱ Ἰουδαῖοι
 καταπλαγέντες ἐπὶ τῷ τολμηθέντι φασὶν ἐν τοῖς ἑξῆς πρὸς αὐτόν· »Τί
 σημεῖον δεικνύεις ἡμῖν ὅτι ταῦτα »ποιεῖς;« Δυνάμει, λέγοντες, πηλίκος εἶ
 καὶ ποίαν θεοσέβειαν τελεῖν δυνάμενος, ὅτι τοιαῦτα πράττεις, τολμῶν ὅλον
 πολυάνθρωπον ἔθνος ἀπελαύνειν μόνος;]

Zu Joh. 2, 23. 
 
 Ἐπίστευον δὲ οὐκ εἰς αὐτόν, ἀλλ᾿ εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ. οὑτοι δὲ οὐ βεβαίαν
 οὐδὲ τελείαν ἔχουσιν γνῶσιν, περὶ ὡν καὶ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν εἴρηται, ἀλλὰ
 ῥᾷστα διαπεσεῖν δυναμένην. ὅθεν οὐδὲ ἐπίστευσεν ἑαυτὸν
 αὐτοῖς, διὰ τὸ εἰδέναι αὐτὸν οὐκ ἐξ ἐπιπολῆς ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ βάθους τῆς
 διανοίας πάντα. τὸ γὰρ ἐκ πράξεων καὶ λόγων ἐπίστασθαί τινας καὶ ἀνθρώπῳ
 ψιλῷ δυνατόν. ἀλλ’ Ἰησοῦς, οὐ ψιλὸς ἄνθρωπος ὤν, ἀλλὰ θεὸς γενόμενος
 ἄνθρωπος, πάντα 
 
 
 οἶδεν , τὸ κρυπτὸν καταλαμβάνων τοῦ νοῦ. περὶ μόνου
 γὰρ θεοῦ λέγεται τὸ » Ὁ τῶν κρυπτῶν γνώστης καὶ εἰδὼς πάντα πρὶν γενέ-
 »σεως αὐτῶν‘.]] καὶ ἐπεὶ Ἰησοῦς, θεὸς ὤν, τῆς καρδίας τὸ κρυπτὸν
 ἐπίσταται, οὐ χρῄζει παρ᾿ ἀνθρώπου μαρτυρίαν λαβεῖν, ἐπιστάμενος τί ἐστιν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ. οὐ γὰρ εἴρηται γινώσκειν τὸν
 ἄνθρωπον ἁπλῶς, ἀλλὰ τί ἐστιν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ. καὶ ἐπεὶ ἐγίνωσκεν μὴ
 ἐμμένοντας αὐτοὺς ἐν ἡ εἶχον εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ πίστιν, οὐκ ἐπίστευσεν
 ἑαυτὸν αὐτοῖς. ἐκ σημείων γάρ, ἀλλ’ οὐκ ἐκ νοήσεως τῆς περὶ θεοῦ
 ἐπεπιστεύκεισαν. διὸ καὶ ταχέως μεταπίπτειν ἠδύναντο 
 ἀπατηθησόμενοι παρ’ ἑαυτῶν ἢ παρ᾿ ἑτέρων σοξιζομένων μένων αὐτοὺς μὴ ἄρa
 τὰ σημεῖα οὐκ ἀληθῶς ἢ οὐκ ὀρθῶς γέγονεν. ἀλλ’ οὐκ εὐεξαπάτητος ὁ
 πιστεύων εἰς αὐτὸν παρὰ θεοῦ διάληψιν ἔχων.

Zu Joh. 3, 1. 
 
 
 Ἐν τοῖς πολλοῖς τοῖς πεπιστευκόσιν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τακτέον καὶ τὸν
 Νικόδημον, ἕνα τῶν Φαρισαίων ὄντα καὶ ἄρχοντα τῶν Ἰουδαίων ὑπάρχοντα.
 ἀμέλει γοῦν διδάσκαλον εἶναι Ἰησοῦν ἔχοντα θεὸν μεθ᾿ ἐαυτοῦ, ἀλλ᾿ οὐ
 θεὸν εἶναι ἐνόμιζεν, ὡς αἱ αὐτοῦ λέξεις σημαίνουσιν, εἰπόντος ὅτι »Ἀπὸ
 θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος«, καὶ ὥσπερ ἀλήθειαν ἐπιφέρων τῆς
 γνώσεως τῆς περὶ διδασκάλου ἑξῆς λέγει· »Οὐδεὶς γὰρ δύναται τὰ σημεῖα
 ταῦτα ποιεῖν ἃ σὺ ἐργάζῃ, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ θεὸς μετ᾿ αὐτοῦ«. ὅθεν τὴν πρόσοδον
 αὐτοῦ νυκτὸς γενομένην ἀκολούθως ἀνέγραψεν ὁ εὐαγγελιστής, προσελθόντος
 ἐν τοιούτῳ καιρῷ ἐν ᾡ λήσειν ἔμελλε τοὺς πολλοὺς Φαρισαίους ὧν εἷς ὑπῆρχε. μᾶλλον δ᾿, ὅπερ ἐστὶν ἀναντίρρητον, διὰ τοῦτο
 νυκτὸς προσελήλυθεν, ἐπείπερ ἄγνοιαν ἔχων τὴν περὶ θεοῦ ᾧ προσήρχετο
 οὔπω πεφώτιστο. οὐ γὰρ ἀνατετάλκει αὐτῷ ὁ τῆς δικαιοσύνης ἥλιος, ὁ
 ποιητικὸς τῆς νοητῆς ἡμέρας, ἧς καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἔρωτα 
 
 
 
 
 λαβὼν παρεσκεύαστο πρὸς τὸ ἰδεῖν αὐτήν, καὶ
 θεασάμενος ἐχάρη. Φαρισαῖοι δὲ ἄνθρωποί εἰσι τὴν προύχουσαν ἐν Ἰουδαϊσμῷ
 τάξιν καὶ αἵρεσιν μετερχόμενοι, εὔτονον βίον ἐπαγγελλόμενοι καὶ τοῦ
 νόμου καὶ τῶν προφητῶν ἀκρίβειαν. διὸ καὶ ὡς ἐπίπαν θρασεῖς εἰσὶ καὶ
 ὑπερήφανοι. ὅθεν καὶ ταύτην ἔσχον τὴν ὀνομασίαν. Φαρὲς γὰρ παρ᾿ Εβραίοις Ὁ . ἐπεὶ οὐν καὶ οὑτοι διαιροῦσιν ἑαυτοὺς ἀπὸ
 Παντὸς ἔθνους τῶν Ἰουδαίων , ὡς ὑπερβάλλοντες φρονήσει καὶ βίῳ, ἀπὸ τοῦ
 Φαρὲς θέλουσι χρηματίζειν.

Zu Joh. 3, 3. 
 
 
 Τὸ »Ἄνωθεν« ὁτὲ μὲν ἐκ τῶν < καὶ , ὡς τὸ »Ὁ »ἄνωθεν ἐρχόμενος ἐπάνω
 πάντων ἐστίν‘, ὁτὲ δὲ τὸ , ὡς ἐν τῷ »Οἷς ἄνωθεν δουλεύειν θέλετε«,
 τουτέστιν . γίνεται δὲ ἡ ἄνωθεν γέννησις, περὶ ἧς ὁ σωτὴρ διδάσκει, ἐξ
 ἀναλήψεως ἀρετῆς καὶ τηρήσεως τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ. φησὶ γὰρ πρὸς τοὺς
 μαθητάς· »'Αγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ
 τῶν διωκόντων »ὑμᾶς, ἵνα γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς
 οὐρανοῖς‘. πλὴν εἰ καὶ ἐσφαλμένως ὁ Νικόδημος ἀπήντησε τοῖς εἰρημένοις,
 ἀλλ οὐν ἔχει τι ἀληθὲς τὰ ὐπ᾿ αὐτοῦ λεχθέντα, εἰ καὶ μὴ αὐτὸς ἐνενόει
 αὐτά. ἀληθῶς γὰρ οὐδεὶς καταμένων ἐν τῷ ἄνθρωπος εἶναι ὡς γηρᾶν ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ καταστάσει τὴν κατὰ πνεῦμα καὶ ἄνωθεν γέννησιν
 δέξασθαι δύναται. ὡς γὰρ οὐδεὶς ἄδικος καὶ ἄπιστος μένων κατὰ
 δικαιοσύνην καὶ πίστιν γεννηθῆναι δύναται, οὕτως οὐδεὶς καταμένων ἐν
 τοῖς ἀνθρωπίνοις καὶ παλαιούμενος ἐν αὐτοῖς τὴν ἀνανεοῦσαν γέννησιν οἷός
 τέ ἐστι λαβεῖν. ὅθεν ὁ τῆς ἀληθείας διδάσκαλος γράφει τοῖς
 προθυμουμένοις ἐπὶ τὴν θείαν γέννησιν ἐλθεῖν ἐκδύσασθαι τὸν παλαιὸν
 ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ, ἴνα τούτου ἀποβληθέντος ἐνδύσωνται τὸν
 νέον »ἄνθρωπον τὸν κατὰ θεὸν κτισθέντα ἐν » δικαιοσύνῃ«, ᾡ ἕψεται, ὡς
 ἄνωθεν γεννηθέντι, ἐν καινότητι ζωῆς περιπατῆσαι. ἐπὶ ταύτην τὴν
 γέννησιν παρορμῶν ὁ Ἰησοῦς τοῖς 
 
 
 
 γνωρίμοις ἔλεγεν· »Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ
 παιδία, οὐ »μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν( πρόσχες καὶ
 τούτου τὴν ἀκρίβειαν. τὰ μὲν παιδία οὐκ ἀμύνεται τοὺς ἠδικηκότας, οὐ
 λυπεῖται ἐπὶ τῇ ἀποβολῇ τῶν ἡδέων, οὐ προσπάσχει μετὰ βαβαιότητος τοῖς οὐσι προσηνέσι. βούλεται τοίνυν τοιούτους εἶναι ἡμᾶς ἐκ
 διαθέσεως οἷα τυγχάνει τὰ παιδία ἐξ ἡλικίας. ἐκεῖνα μὲν γὰρ οὐ λόγῳ ἐστὶ
 τοιαῦτα, οἱ δὲ ὡς ταῦτα γινόμενοι κατὰ πρόσταξιν Ἰησοῦ λόγῳ καὶ ἕξει
 βελτίστῃ σπεύδουσιν εὑρεθῆναι οὕτως ἔχοντες. κἂν τοίνυν ὁ Νικόδημος σὺν
 ἀμαθίᾳ τὰ προκείμενα εἶπεν, ἀλλ᾿ οὖν ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ
 κείμενόν τι ἀληθὲς ἠγνοεῖτο αὐτῷ.

Zu Joh. 3, 5. 
 
 Τὸν τρόπον τοῦ πῶς ἔστι »γεννηθῆναι ἄνωθεν« ἑρμηνεύων ὁ σωτὴρ λέγει· Ἐπεὶ
 πρόκειται εἰσιέναι εἰς τὴν τοῦ θεοῦ βασιλείαν, τυχεῖν δὲ
 τούτου ἀδύνατον μὴ γεγεννημένον ἐξ ὕδατος καὶ πνεύματος ἀκολουθεῖ τὸ
 γεννηθῆναι ἄνωθεν τῷ ἐξ ὕδατος καὶ πνεύματος γεννηθῆναι. γεννᾶται δὲ ἐκ
 πνεύματος ὁ κατ᾿ αὐτὸ ποιηθείς, ἅγιος καὶ πνευματικὸς ἐξ αὐτοῦ
 γινόμενος. εἶτ᾿ ἐπεὶ μὴ ἐκ μόνου τοῦ πνεύματος ἀλλὰ καὶ ἐξ ὕδατος
 γεννᾶται ὁ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ εἰσερχόμενος,
 ἀκόλουθόν ἐστι καὶ περὶ τοῦ ὕδατος ἐκ τῆς γραφῆς τι θηρεῦσαι. καὶ ὅρα μὴ
 ἄρα ἐπινοίας μόνης ἀλλ’ οὐχ ὑποστάσεως διαφορὰν ἔχει Πρὸς τὸ πνεῦμα.
 φησὶ γὰρ μεθ᾿ ἕτερα ὁ σωτήρ· »Ὁ »πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή,
 ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας »αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. τοῦτο δὲ ἔλεγε
 περὶ τοῦ πνεύματος »οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς
 αὐτόν«. εἰ γὰρ περὶ τοῦ πνεύματος εἴρηται ὡς ὕδωρ ζῶν ποταμῶν δίκην
 ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ πιστεύοντος, ἐπινοίᾳ μόνῃ διοίσει τοῦ πνεύματος τὸ
 ὕδωρ. ὡς οὐν γεννᾶταί τις ἐκ τοῦ σωτῆρος σοφὸς ἐκ σοφίας, οὕτω καὶ ἐκ
 τοῦ πνεύματος ἅγιος καὶ πνευματικός· καὶ ἐκ τοῦ ὕδατος καθαιρόμενος καὶ πρὸς καρποφορίαν ποτιζόμενός τις γεννᾶται ἐξ ὕδατος καὶ
 πνεύματος. ἄλλος δέ τις ἐρεῖ ὕδωρ ἐνταῦθα εἰρῆσθαι τὴν καθαρεύουσαν
 
 
 
 διδασκαλίαν τὴν ψυχήν, ἥτις καὶ αὐτὴ συντελεῖ πρὸς
 τὸ γεννηθῆναι ἄνωθεν. περὶ τούτου τοῦ καθαρισμοῦ, γινομένου ἐκ θεϊκῆς
 παιδεύσεως, ὁ ὑμνῳδὸς ἔλεγε πρὸς τὸν θεόν· »Πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα
 »λευκανθήσομαι«. [[καὶ πρὸς τὴν τοῦ Ἰσραὴλ πληθὺν ὁ φησίν· »Ἀπόπλυνε ἀπὸ
 κακίας τὴν καρδίαν σου, Ἱερουσαλήμ, ἵνα »σωθῇς· ἕως πότε
 ὑπάρξουσιν ἐν σοὶ διαλογισμοὶ πόνων σου;« διαλογισμοὺς πόνων αὐτῆς λέγων
 τοὺς κατὰ κακίαν πεποιημένους, δι οὕς κολάζεσθαι μέλλει, εἰ μὴ πλυνεῖ
 ἑαυτὴν τῇ παιδεύσει τῶν γραφῶν.]] εἶτ᾿ ἐπεὶ μὴ μόνη ἡ ψυχὴ ἐπὶ σωτηρίαν
 καλεῖται, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα, ᾧ ὀργάνῳ χρᾶται πρὸς τὰς ἑαυτῆς
 ἐνεργείας, εἰκότως καὶ τοῦτο αγιασθῆναι δεῖ διὰ τοῦ
 λεγομένου έν τῇ θείᾳ διδασκαλίᾳ » Λου- »τροῦ παλιγγενεσίας«, ὃ καὶ
 βάπτισμα θεῖον ὀνομάζεται, οὐκέτι μὲν ψιλὸν ὕδωρ· ἁγιάζεται γὰρ μυστικῇ
 τινὶ ἐπικλήσει. καὶ ὅρα γε οἴου μεγέθους καὶ δυνάμεως ἐστὶν ἐπιστήσας τῇ
 γενομένῃ παρὰ τοῦ σωτῆρος τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ μυσταγωγίᾳ. φησὶ γάρ·
 »Πορευθέντες »μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς
 εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος,
 διδάσκοντες αὐτοὺς »τηρεῖν« καὶ τὰ ἑξῆς. εἰ γὰρ μαθητευθήναι δεῖ
 πρότερον παραλαβόντα τὰ δόγματα τῆς ἀληθείας, εἶτα τηρῆσαι ἃ ἐνετείλατο
 αὐτοῖς περὶ τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν, καὶ οὕτω βαπτισθήναι εἰς ὄνομα πατρὸς καὶ
 υἱοῦ καὶ ἁγίου πνεύματος, πῶς ἔτι ψιλὸν εἶναι δύναται τὸ
 ἅμα τούτοις παραλαμβανόμενον ὕδωρ, μετεσχηκὸς ὡς οἷόν τε τῆς δυνάμεως
 τῆς ἁγίας τριάδος καὶ ἀρετῇ ἠθικῇ τε καὶ διανοητικῇ συνεζευγμένον;
 σκόπησον δὲ τὸ μέγεθος αὐτοῦ ἐπιστήσας τίνος ἕνεκεν παραλαμβάνεται. εἰ
 γὰρ τοῦ εἰσελθεῖν χάριν εἰς τὴν τοῦ θεοῦ βασιλείαν, ὑπερβάλλει δ᾿ οὕτη τῇ ὑπεροχῇ, Πῶς οὐ μέγα τὸ αἴτιον τοῦ εἰσιέναι εἰς
 αὐτὴν ὑπάρχει; βασιλείαν δὲ θεοῦ λεκτέον τὴν κατάστασιν τῶν κατὰ τοὺς
 νόμους αὐτοῦ τεταγμένως βιούντων. αὕτη δὲ καὶ ἐν οἰκείῳ χώρῳ φημὶ δὲ τῷ
 έν τοῖς οὐρανοῖς) τὴν μονὴν ἕξει· ἀλλ᾿ ἐπεὶ ἐνταῦθα μὲν βασιλεία θεοῦ,
 παρὰ δὲ Ματθαίῳ βασιλεία οὐρανῶν προσηγόρευται, λεκτέον
 Ματθαῖον μὲν ἀπὸ τῶν βασιλευομένων, ἢ τῶν τόπων ἐν οἷς εἰσὶν οὗτοι, τὸν
 δὲ Ἰωάννην καὶ Λουκᾶν ἀπὸ τοῦ βασιλεύοντος θεοῦ ὠνομακέναι· ὡς ὅταν καὶ
 ἡμεῖς βασιλείαν Ῥωμαίων λέγοντες αὐτὴν διὰ τῶν βασιλευομένων σημαίνωμεν,
 δηλοῦντες αὐτὴν 
 
 ἢ ἀπὸ τοῦ τόπου † ὅταν τῆς γῆς αὐτοῦ] ἢ τῆς
 οἰκουμένης αὐτὴν ἀπαγγείλωμεν.

Zu Joh. 3, 8. 
 
 
 Δηλοῦσιν αἱ λέξεις αὗται νόησιν τοιάνδε. τὸ ἅγιον πνεῦμα μόνοις
 σπουδαίοις ἐπιφοιτᾷ, τῶν φαύλων μακρὰν ὑπάρχον. οὐ τοπικῶς [[δὲ τοῦ
 μακρὰν καὶ τοῦ ἐγγὺς ἀκούειν δεῖ]], ἀλλ᾿ ὡς ἐνδέχεται περὶ ἀσωμάτων αὐτὰ
 νοεῖν. [[αἱ γὰρ τοιαῦται φωναί, καὶ περὶ θεοῦ πολλάκις ἀναγραφεῖσαι, οὐ
 τοπικὰς σημαίνουσι διαστάσεις]]. ἐπεὶ οὖν τῶν φαύλων
 ἀπαλλοτριούμενον τὸ πνεῦμα πληροῖ τοὺς πίστιν καὶ ἀρετὴν ἔχοντας,
 εἰκότως εἴρηται· »Τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ«. σημαίνει δὲ τοῦτο καὶ
 ουσίαν εἰναι το πνευμα. οὐ γὰρ, ὡς τινες οἴονται, ἐνέργειά ἐστι θεοῦ,
 οὐκ ἔχον κατ᾿ αὐτοὺς ὑπάρξεως ἰδιότητα. καὶ ὁ ἀπόστολος δέ,
 ἀπαριθμησάμενος μησάμενος τὰ τοῦ πνεύματος χαρίσματα 
 ἐπήνεγκεν εὐθέως· »Ταῦτα δὲ ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πνεῦμα. »διαιροῦν
 ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται.« εἰ δὲ θέλει καὶ ἐνεργεῖ καὶ διαιρεῖ, οὐσία
 γοῦν ἐστὶν ἐνεργητική, ἀλλ᾿ οὐκ ἐνέργεια. ἀλλὰ καὶ τὸ »Ἔδοξε δὲ τῷ ἁγίῳ
 πνεύματι καὶ ἡμῖν« ἐν ταῖς Πράξεσιν εἰρημένον, οὐ μακράν ἐστι τοῦ θέλειν
 καὶ βούλεσθαι. πρὸς τούτοις καὶ λόγοι αὐτοῦ φέρονται ἐν
 ταῖς θείαις γραφαῖς, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς τῶν Ἀποστόλων Πράξεσιν·
 »Νηστευόντων γὰρ αὐτῶν καὶ λειτουρ- »γούντων τῷ κυρίῳ, εἶπεν τὸ πνεῦμα
 τὸ ἅγιον· Ἀφορίσατέ μοι τόν τε Παῦλον καὶ τὸν Βαρνάβαν εἰς τὸ ἔργον ὃ
 προσκέκλημαι αὐτούς‘. καὶ ἔτι ἐν τῷ αὐτῷ βιβλίῳ· Προφήτης τις, Ἄγαβος
 ὄνομα αὐτῷ, φησί· Τάδε λέγει τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον· Τὸν ἄνδρα
 οὑ ἐστὶν ἡ ζώνη »αὕτη οὕτω δήσουσι« καὶ τὰ ἑξῆς.]] πλὴν εἰ καὶ τὸ πνεῦμα
 ὅπου θέλει πνεῖ, ὁ Νικόδημος οὐκ ἔχων αὐτὸ ἐν ἑαυτῷ, τῷ μὴ πεπιστευκέναι
 ὡς δεῖ τῷ Ἰησοῦ, μόνην τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούων, ο·ὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει καὶ
 πόθεν ἔρχεται. μόνον δὲ τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει ὁ ἐντυγχάνων
 ταῖς τοῦ πνεύματος γραφαῖς μετὰ τοῦ μὴ νοεῖν αὐτάς· 
 
 
 
 παντὸς τοῦ προσέχοντος τῇ ἀναγνώσει καὶ ἐρευνῶντος
 τὰς γραφὰς ἐν τῷ νοεῖν αὐτὰς εἰδότος πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ λήγει ἡ ὁδὸς
 τοῦ πνεύματος, ἣν ἐπιπορεύεται διὰ τῆς τῶν θείων λογίων παιδεύσεως. τὴν
 γὰρ αἰτίαν εἰδώς τις δι᾿ ἣν τοῦ πνεύματος ἡ διδασκαλία ἀνθρώποις
 δέδοται, οἶδεν πόθεν ἔρχεται· ἀλλὰ καὶ τὸ οὑ ἕνεκεν καὶ ἐπὶ 
 τίνι τέλει δέδοται αὕτη θεωρήσας οἶδεν ποῦ ὑπάγων καταπαύει.

Zu Joh. 3, 13. 
 
 Ζητῆσαί γε ἄξιον πῶς ὁ σωτὴρ ἐπίγεια εἶπεν εἰρηκέναι, περὶ βασιλείας θεοῦ
 καὶ τῆς ἄνωθεν γεννήσεως, καὶ περὶ τοῦ ἀπίου πνεύματος [[
 καὶ τοῦ ἐξ αὐτοῦ γεννηθῆναι διδάξας]]. οὐδὲν γὰρ τούτων ἐπίγειον ἀλλ’
 ἕκαστον οὐράνιον. ῥηθείη δ’ ἂν πρὸς τοῦτο ὅτι οὐκ ὁ Ἰησοῦς· Εἰ
 τὰ γήϊνα εἶπον ὑμῖν, ἀλλὰ »Τὰ ἐπίγεια«· ἐπίγεια λέγων ἃ τοῖς ἐπὶ γῆς ἔτι
 διατρίβουσιν ἀνθρώποις δύναται ὑπάρξαι τε καὶ νοηθῆναι. οὐ γὰρ παρὰ τὴν
 ἑαυτῶν φύσιν ἐπίγεια ἀλλ᾿ ἐπουράνια ὄντα δωρεᾷ θεοῦ τοῖς
 ἀνθρώποις δέδοται. [[ὅτι δὲ τὰ τοῖς ἐπὶ ἀνθρώποις διδόμενα ἄνωθεν καὶ
 οὐράνιά ἐστιν ὁ Ἰάκωβος γράφει· »Πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πάν δώρημα τέλειον
 ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον »παρὰ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων( τοῦτο δὲ εἶπεν παρὰ
 τοῦ σωτῆρος αὐτὸ μαθὼν εἰρηκότος· » Δώσει ὁ πατὴρ ἐξ οὐρανοῦ ἀγαθὰ τοῖς
 »αἰτοῦσιν αὐτόν.«]] εἶτα ἐπεὶ τῶν ἐκ θεοῦ χορηγουμένων
 τὰ μὲν οἷά τέ ἐστιν ὑπαχθῆναι τοῖς ἐκ μέρους γινώσκουσι, τὰ δὲ τοῖς ἐπὶ
 τελειότητα φθάσασιν ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ὅτε τὸ ἐκ μέρους
 καταργηθήσεται ἐλθόντος τοῦ τελείου, πάνυ ἁρμοδίως εἴρηται· Μῶς ἐὰν εἴπω
 »ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε«; ὅτι ὁ ἐκ μέρους μὴ πιστεύων οὐδὲ
 τοῖς τελείοις πιστεύσει.

Zu Joh. 3, 14. 
 
 Προσετέτακτο δὲ τὸ τοῦ ὄφεως ὑπὸ τοῦ θεοῦ, ὅπως ἔχωσιν εἰδέναι οἱ ὑπὸ
 Μωϋσέως ἀγόμενοι ὅτι ὥσπερ ἀνῃροῦντο ὑπὸ τῶν ἰοβόλων θηρίων
 ἀπιστήσαντες θεῷ, τῷ τὴν γῆν αὐτοῖς ἐπαγγειλαμένῳ, οὕτως σωθήσονται
 ἀτενίζοντες τῷ ὑψωθέντι ὄφει διὰ τὸν προστάξαντα τοῦτο γενέσθαι θεόν. οὐ
 γὰρ ἡ τοῦ κατασκευάσματος φύσις ἀλλ’ ὁ ἐντειλάμενος αὐτοῖς τοῦτο
 γενέσθαι τῆς σωτηρίας αὐτοῖς τὴν αἰτίαν παρέσχεν. καὶ οἱ νοητοὶ δὲ ὄφεις
 θανάτω τοὺς ἀνθρώπους ὑπέβαλον δι᾿ ἁμαρτημάτων, τὸν ἐὸν
 αὐτοῖς τῆς ἰδίας πονηρίας ἐνιέντες. καὶ δὴ πολλοῦ τοῦ κατὰ τῶν ψυχῶν
 θανάτου γεγενημένου οὗτος δέ ἐστιν ὁ ἑπόμενος τῇ ἁμαρτίᾳ), παρακληθεὶς ὁ
 θεὸς ὑψωθῆναι τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν εὐδόκησεν, ἵνα πάντες οἱ διὰ πίστεως εἰς
 αὐτὸν ὁρῶντες ἀπαλλάττωνται τῆς τῶν νοητῶν ὄφεων βλάβης καὶ ζωὴν αἰώνιον
 ἔχωσι. ζωὴ δὲ αἰώνιός ἐστιν οὐχ ἡ κοινὴ ἥτις καὶ
 ἑτέροις ζῴοις ὑπάρχει, ἀλλ᾿ ἡ ἐκ τῆς πίστεως καὶ τῆς λοιπῆς ἀρετῆς
 ἐγγινομένη.

Zu Joh. 3, 18. 
 
 Καὶ ἐκ τοῦ παρόντος ῥητοῦ ἐλέγξαι ἔστι τοὺς λέγοντας τὴν 
 >υἱὸς< προσηγορίαν ἐπὶ μόνου τοῦ ἐκ Μαρίας κεῖσθαι, μὴ μὴν ἐπὶ
 θεοῦ λόγου. [[ἰδοὺ γὰρ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ ἐστὶν ὁ εἰς τὸν ἀποσταλείς.
 ἀπεστάλη δὲ εἰς τὸν κόσμον οὐ τὸ ἐκ τῆς παρθένου ληφθὲν (ἐνταῦθα γὰρ
 συνέστη ἐξ αὐτῆς τεχθέν), ἀλλὰ θεὸς λόγος ὢν αληθείᾳ καὶ φῶς ἀληθινόν.
 περὶ γὰρ τοῦ αὐτοῦ πρεσβείαν προσάγουσι τῷ θεῷ οἱ λέγοντες·
 »Ἐξαπόστειλον τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλή- »θειάν σου«, καὶ πάλιν γέγραπται·
 »Ἐξαπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν λόγον » αὐτοῦ καὶ ἰάσατο αὐτούς«.]]

Zu Joh. 3, 18, 19. 
 
 Ἐρεῖ δέ τις μὴ πάνυ συνετῶς ἐννοεῖσθαι τὸ ἑρμηνευθὲν ὡς μ·ὴ ἐληλυθότος
 Ἰησοῦ κρῖναι νῦν τὸν κόσμον, παρατιθέμενος τὸ ἐπιφερόμενον ἑξῆς· »Αὕτη
 δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς »τὸν κόσμον«. καὶ
 ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ εὐαγγελίῳ Ἰησοῦς λέγει· »Εἰς κρίμα εἰς τὸν κόσμον
 ἐλήλυθα«. λυτέον οὖν τὸ ἐπαπορηθέν. κἂν ἀμφότερα Ἰησοῦς ἐληλυθὼς ποιῇ ,
 τό τε κρῖναι τὸν κόσμον καὶ τὸ σώζειν αὐτόν, ἀλλὰ θάτερον διὰ θάτερόν
 ἐστιν. εἰς κρίμα γὰρ ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον ἴνα σώσῃ αὐτόν (οὐ γὰρ
 σώζει ἵνα κρίνῃ), καὶ ὥσπερ ἰατρὸς πρὸς κάμνοντα ἔρχεται
 ἕνα ὑγιάσῃ αὐτόν. τοῦτο γὰρ τέλος τῆς τοῦ ἰατροῦ ἀφίξεως, κἂν ἄλλα τινὰ
 γίνηται, οἶον τομὴ ἢ καῦσις. οὐ γὰρ προηγουμένως ἐπὶ τῷ τεμεῖν *
 * ἡ ἀλλ᾿ ἐπὶ τῷ ὑγιάσαι. ἐξῆς ἐπὶ τούτοις τὸ »Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν »οὐ
 κρίνεται«. ὁ γὰρ διὰ πίστεως ἐπὶ τὴν τελείαν σωτηρίαν φθάσας οὐχ υποκειται κρίσει. ο μέντοι μη πιστευσας αυτοκατακριτος ων ἤδη
 κέκριται.

Zu Joh. 3, 19. 
 
 Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον
 καὶ ἠγάπησαν. οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς. Εἰ γὰρ μὴ ἐληλύθει
 εἰς τὸν κόσμον τὸ φῶς, εἶχον ἄγνοιαν τῶν καλῶν αἰτιάσασθαι οἱ μὴ
 πράξαντες αὐτά, [[ ὡς ἂν οἱ τὰς κακίας ἐνεργοῦντες τόπον ἀπολογίας
 εἶχον, φάσκοντες μὴ ἐγνωκέναι αὐτὰ ὄντα κακά]]. ἀλλ’ ἐπεὶ τὸ φῶς
 ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, πάσης πεπλανημένης ἀπολογίας
 φυγαδευομένης κρίσις ἔσται ἐξεταστικὴ τῶν πράξεων καὶ τοῦ φρονήματος
 [ἐξ] ἑκάστου· ὡς ἀποδεχθῶναι 
 
 
 
 βασιλείας θεοῦ τυχεῖν τοὺς τὸ φῶς ἀγαπήσαντας, ἐκ
 τῆς πρὸς αὐτὸ ἀγαπήσεως φῶς καὶ αὐτοὺς γεγενημένους δι’ εἴργων ἀγαθῶν
 καὶ φρονήματος ἀληθοῦς ὡς μισῆσαι τὸ σκότος τοῦτο δέ ἐστιν ἡ
 κακία καὶ ἡ ἀσέβεια), τοὺς δὲ ἀποστραφέντας τὴν ἀρετὴν καὶ τὸν ταύτης
 πάροχον θεὸν κολάσεων αἰωνίων πειρασθῆναι· ἐπείπερ
 σπουδάζοντες ἔχειν ἔργα πονηρὰ ἐμίσησαν τὸ φῶς, διὰ φανερώσεως ἐλέγχον
 αὐτῶν τὰ φαῦλα ἔργα· »Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μιμεῖ »τὸ φῶς«, οὐδ’ ὅλως
 προσελθεῖν αὐτῷ βουλόμενος, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ ὄντα πονηρά,
 κρύπτειν αὐτὰ βουλόμενος ἵνα μὴ παρ’ ἄλλους καταγνωσθῇ·
 ἀλλ’ εἰ καὶ οὗτος μισεῖ τὸ φῶς, ἀλλ᾿ οὖν ὁ τῆς ἀληθείας ἐργάτης ἔρχεται
 πρὸς τὸ φῶς, φανερωθῆναι θέλων τὰ ἔργα ἃ ποιεῖ ὅτι ἐν θεῷ ἐστιν
 ἐπιτελούμενα. καλῶς εἶπεν· »Ὁ »τὰ φαῦλα πράσσων« καὶ »Ὁ ποιῶν τὴν
 ἀλήθειαν«, οὔτε Ὁ Ὁ ποιήσας ἀποστῆναι μὲν τῆς κακίας †
 ἰδεῖν δὲ πρὸς τὸ καλόν· καὶ τὸν τῇ ἀληθείᾳ χαίρειν ἐπαγγελλόμενον νεῦσαί
 ποτε πρὸς τὸ χεῖρον. διὸ εἶπε τὸ »Πράσσων« καὶ τὸ »Ποιῶν«. οὔτε γὰρ
 ἔνεστι περὶ τὴν κακίαν διακείμενον χαίρειν τῷ καλῷ, καὶ ὁ τῆς ἀληθείας
 ἐραστὴς πάντως ἐστὶ τῶν καλῶν ἐπιθυμητής.]] τὸ δὲ ἔρχεσθαι καὶ μὴ
 ἔρχεσθαι πρὸς τὸ φῶς οὐ τοπικῶς ἀλλ’ ἐνεργητικῶς ἐκλαβεῖν
 δεῖ, ἐρχομένου πρὸς αὐτὸ παντὸς τοῦ κατ᾿ ἀρετὴν πράττοντος. ὁ γὰρ
 φαῦλος, ἐνεργῶν τὴν κακίαν, παραιτεῖται φωτὶ συνεῖναι· ἀσυνύπαρκτα γὰρ
 τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακόν, τὸ φῶς καὶ τὸ σκότος· [[ταὐτὸν δὲ ἐν τούτοις φῶς
 καὶ τὸ ἀγαθόν, τὸ σκότος καὶ τὸ κακόν]]. ἀλλ᾿ ἐπεὶ οἱ ἀπὸ 
 τῶν αἱρέσεων οἴονται φύσει τινὰς εἶναι ἐν σκότει καὶ ἀγαπᾶν αὐτό,
 ἐπίστησον τοῖς εἰρημένοις ὅτι αὐτῶν ἕκαστος προαιρέσει έν σκότει ἐστὶ
 καὶ ἀγαπᾷ αὐτό· »Ἠγάπήσαν, γάρ φησιν, οἱ ἄνθρωποι † τὸ » σκότος μᾶλλον ἢ
 τὸ φῶς«, ἦν γὰρ αὐτῶν πονηρὰ τὰ ἔργα. οὐ γὰρ διὰ τὸ σκότος εἶναι πονηρὰ
 ἔχουσιν ἔργα· ἀλλ᾿ ὅτι πονηρὰ ἔχουσιν 
 
 
 ἔργα, τὸ σκότος ἀγαπῶσι. καὶ πάλιν οὐ τῷ μὴ ἔρχεσθαι
 πρὸς τὸ φῶς φαῦλα πράττουσιν· ἀλλὰ τῷ φαῦλα πράττειν οὐκ ἔρχονται πρὸς
 τὸ φῶς. [[ἐφ᾿ ἡμῖν δὲ τὸ πράττειν τὰ φαῦλα ἢ τὸ φῶς καὶ ποιεῖν τὴν
 ἀλήθειαν.]]

Zu Joh. 3, 19. 
 
 [[Ἐπειδὴ γέγραπται· »Ἠγάπησαν μᾶλλον οἱ ἄνθρωποι τὸ »ὴ τὸ φῶς« ζητητέον
 εἰ ἀμφότερα ἀγαπήσαντες μᾶλλον τὸ σκότος ἠγάπησαν, ἡττον δὲ τὸ φῶς· ὃ
 καὶ δοκεῖ χώραν ἔχειν ἐπὶ τῶν μήτε ἄγαν φαύλων ἀνθρώπων μήτε κατὰ τὴν
 ἀρετὴν τελείων. νομίζω δὲ μὴ τοῦτο δηλούσθαι, τὸ ἀμφότερα
 αὐτοὺς ἀγαπῶντας μᾶλλον τὸ σκότος ἀγαπᾶν, ἢ μᾶλλον τὸ φῶς ἀγαπᾶν, ἁλλὰ
 τοιαύτην εἶναι τὴν διάνοιαν· α'ὐτεξούσιοι ὄντες οἱ ἄνθρωποι, τῷ
 προαίρεσιν ἐλευθέραν ἔχειν, ὀφείλοντες τὸ φῶς ἀποδέχεσθαι καὶ τὸ σκότος
 φεύγειν ἀνάπαλιν πεποιήκασιν οἱ ἔχοντες ἔργα πονηρά, ὡς τὸ σκότος
 ἀγαπῆσαι, μηδαῶς μῶς δὲ τὸ φῶς. συγκριτικῶς δὲ ἀκούειν οὐ
 χρὴ τοῦ πλεῖον ἠγαπηκέναι αὐτοὺς τὸ σκότος ὑπὲρ τὸ φῶς· οὐδ᾿ ὅλως γὰρ
 αὐτὸ ἠγάπησαν, μισήσαντες αὐτό. καὶ ὅτι αὕτη ἡ νόησις ὀρθῶς ἔχει ἐξ
 αὐτοῦ τοῦ προκειμένου παρίσταται. διὰ τοῦτο γὰρ αὐτοὺς ἠγαπηκέναι τὸ
 σκότος λέγει ἢ τὸ φῶς ἐπείπερ φαῦλα πράσσοντες μισοῦσι τὸ φῶς. εἰ δὲ μισοῦσιν αὐτό, οὐ συγκριτικῶς ἀγαπῶσι τὸ σκότος. εἰς
 τοῦτο λήψει καὶ τὸ γραφόμενον ὑπὸ τοῦ ἀποστόλου περὶ τῶν πονηρῶν
 ἀνθρώπων, ὡς εἶεν »φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι«. καὶ ἐν ταύτῃ γὰρ τῇ
 λέξει δηλοῦται ὅτι μόνην τὴν ἡδονὴν ἀλλ' οὐ θεὸν φιλοῦντες μᾶλλον
 φιλήδονοι ἢ φιλόθεοι εἴρηνται. καὶ ἐν Ψαλμοῖς δὲ περὶ φαύλου τινὸς γέγραπται· »Ἠγάπησας κακίαν ὑπὲρ ἀγαθωσύνην«. οὐ γὰρ ἀμφότερα
 ἀγαπῶν μᾶλλον τὴν κακίαν ἠγάπησεν.]]

Zu Joh. 3, 26f. 
 
 Εὐγνωμόνως δεῖ ἀκούειν τὸ » Πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν« ἀντὶ τοῦ , καὶ τὸ
 »Οὐ δύναται ἄνθρωπος ἀφ᾿ ἑαυτοῦ λαμ- »βάνειν οὐδέν, ἐὰν μὴ ᾖ
 δεδόμενον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ‘· τουτέστιν Οὐ δύναται ἄνθρωπος ἔχειν τι
 χάρισμα θεῖον, ἐὰν μὴ ᾖ δοθὲν αὐτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. δίδοται δὲ τὰ ἐκ θεοῦ
 χαρίσματα τοῖς πίστει καὶ ἀρετῇ πρὸς τὸ λαβεῖν αὐτὰ παρεσκευασμένοις.
 μάθετε τοίνυν ὡς κἂν ἐγὼ λαβὼν παρὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ ἔχω τὸ βαπτίζειν
 δι᾿ ὕδατος εἰς μετάνοιαν, πολὺ ἀπολείπομαι τοῦ δεδωκότος
 μοι αὐτό. καὶ ὅτι οὐ νῦν ἀλλὰ πρότερον ταῦτα λέγω, ἡμᾶς ἔχω μάρτυρας ὡν
 εἶπον τοῖς ἐρωτήσασιν εἰ ἐγώ εἰμι ὁ χριστός. παρῆτε γὰρ λέοντός μου ὡς
 τοῦ χριστοῦ πρόδρομός εἰμι, καὶ οὐκ αὐτὸς ὁ χριστός. μὴ προσκοπτέτω δέ
 τις ὡς οὐκ ὀρθῶς εἰρημένῳ τῷ »Οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν 
 »οὐδέν«.

Zu Joh. 3, 29. 
 
 Ἡ λογικὴ οὐσία, ἧς μέρος ἐστὶ καὶ ἡ ἀνθρώπου ψυχή, ἐξ ἑαυτῆς οὐδενός ἐστι
 τῶν ἀγαθῶν γεννητική , εἰ καὶ δεκτική ἐστι τούτων. αὕτη
 τοιγαροῦν γυναικὸς τρόπῳ ἐξ ἄλλου γεννᾶν πέφυκεν ἃς δύναται τίκτειν
 ἀρετὰς πρακτικάς τε καὶ διανοητικάς. διὸ νύμφην αὐτὴν ἐρῶ, οὐ τοῦ
 τυχόντος ἀλλὰ μόνου τοῦ σπορέως τῶν ἀγαθῶν. οὐκ ἄλλος δ᾿ ἐστὶ τοῦ Ἰησοῦ,
 οὑ εἰρήκατε βαπτίζειν, ὑπ᾿ ἐμοῦ με μεμαρτυρημένου, πρὸς ὃν ἔρχεσθαι
 πάντας φατέ. εἰ θέλετε οὖν καὶ ὑμεῖς ἀγαθὰ τεκεῖν, πρὸς
 αὐτὸν ἀπέλθετε. μέρος γὰρ τῆς νύμφης ἐστέ, 
 
 
 
 ὄντες τῆς οὐσίας τῶν λογικῶν. πλὴν εἰ καὶ νυμφίος
 ἐκεῖνος, ἀλλ’ ἐγὼ φίλος ὑπάρχων αὐτοῦ, ὑπηρέτης ὢν τοῦ βουλήματος αὐτοῦ,
 οὓς παιδεύω αὐτῷ παραστῆσαι σκοπὸν ἔχω. κἂν τοίνυν γεγόνατέ μου μαθηταί,
 οὐκ εἰμὶ ὁ νυμφίος, τουτέστιν οὐχ ὁ τέλειος διδάσκαλος. διὸ καὶ ὑμῖν
 παραινῶ ὤχραν ἔχουσι συναρμοσθῆναι τῷ τελείῳ διδασκάλῳ πρὸς
 ἐκεῖνον γενέσθαι. ὡς καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀκροατὴς αὐτοῦ εὔχομαι εἲναι· χαίρω
 γὰρ ἀκούων τῆς φωνῆς αὐτοῦ. διὸ καὶ χαρὰ ἐστιν ἡμετέρα ὅταν οἱ παρ᾿ ἐμοὶ
 φοιτήσαντες πρότερον τοσαύτην νοητικὴν ἕξιν ἀναλάβωσιν ὡς χωρεῖν τὴν
 παρ᾿ ἐκείνου διδασκομένην τοῖς ἀξίοις σοφίαν. ἴστε γὰρ ἐκεῖνον ἄνωθεν
 ἐρχόμενον ἐπάνω πάντων εἶναι βασιλέα τε καὶ παντοκράτορα
 τυγχάνοντα. εἰ δὲ πάντων ἐπάνω ἐστίν , δῆλον ὅτι καὶ αὐτοῦ ἐμοῦ· ὅθεν
 αὐξάνειν ἐκεῖνον προσήκει, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι. εἰς ταύτην τὴν διάνοιαν
 ληπτέα καὶ τὰ Παύλῳ Κορινθίοις γραφέντα, σύνταξιν ἔχοντα τοιαύτην·
 »Ἡρμοσάμην ὑμᾶς »ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ χριστῷ«, νύμφην
 λέγων τὴν ὅλην ἐκκλησίαν, τυγχάνουσαν ἁγνὴν παρθένον διὰ
 τὴν τῶν δογμάτων καὶ ἠθῶν ὀρθότητα. καί ἑτέρᾳ δὲ ἐκκλησίᾳ γράφων ὁ αὐτὸς
 ἀπόστολος μνημονεύσας τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς γυναικὸς ἐπιφέρει· Τὸ »μυστήριον
 τοῦτο μέγα ἐστιν· ἐγὼ δὲ λέγω εἰς χριστὸν καὶ τὴν ἐκ- »κλησίαν«, ἕνα ὡς
 ἐκεῖνοι γονεῖς ἐγένοντο πάντων ἀνθρώπων, οὕτως ὁ χριστὸς
 καὶ ἡ ἐκκλησία πάντων τῶν ἀγαθῶν ἔργων, νοημάτων τε καὶ λόγων,
 γεννήτορες ὦσιν.]] τοῦ τοίνυν ἑρμηνευομένου νυμφίου φίλος ἐστὶν ὁ
 Ἰωάννης, ἑστηκὼς παρ᾿ αὐτῷ βεβαίᾳ συγκαταθέσει τῷ παγίαν ἔχειν εἰς αὐτὸν
 τὴν πίστιν, καὶ οὕτως ἑστηκὼς χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν τοῦ νυμφίου λαλἰάν.
 ὅθεν ἑξῆς ἐπιφέρει τὸ »Αὕτη οὐν ἡ »ἐμὴ χαρὰ πεπλήρωται«
 πάντων πρὸς τὸν Ἰησοῦν ἀπιόντων. ἐλήλυθα γὰρ μαρτυρῆσαι αὐτῷ, ἵνα πάντες
 πιστεύσωσιν αὐτῷ δι᾿ ἐμοῦ· ὅθεν ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ
 ἐλαττοῦσθαι. καὶ τοῦτο δὲ φρονί- 
 
 μως ἐπιστῆσαι δεῖ οὐ γὰρ προσλαβάνων τι αὐξάνει ὁ
 σωτήρ, οὐδὲ ἀποβάλλων τι ὁ Ἰωάννης ἐλαττοῦται, μένει γὰρ ὁ αὐτὸς
 ἑκάτερος. νοεῖται δὲ τὸ λεγόμενον οὕτως· ὁ ἑωσφόρος πρὸ τοῦ ἡλίου
 ἀνατέλλων ἐπὶ τῷ συνεθίσαι τὰς ὄψεις προσβάλλειν καὶ μείζονι φωτὶ
 μέγεθος ἔχει ὡρισμένον. οὑτος μείζων φαίνεται τοῦ ἡλίου
 πρώτῃ ὄψεως προσβολῇ· κατ’ ὀλίγον δὲ τοῦ ἡλίου φανερουμένου ὁ ἑωσφόρος
 ἐλαττοῦται, οὐκ ἀποβάλλων τι τοῦ ἰδίου μεγέθους, ἀλλὰ συγκρινόμενος τῷ
 ἡλιακῷ φωτὶ φανερωθέντι. οὕτως καὶ Ἰωάννης μέγας τις ὑπάρχει πληρότητι
 ἁγιότητος. ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς ὀπίσω αὐτοῦ κατὰ τὰ προειρημένα,
 ἐβαπτίσθη, ἐμαρτυρήθη ὑπ᾿ αὐτοῦ. μετὰ τὴν περὶ τούτων οἰκονομίαν
 ἀναδειχθείσης τῆς Ἰησοῦ θεότητος, ὁ μὲν δοῦλος, ὁ δὲ δεσπότης
 ἀποδέδεικται.

Zu Joh. 3, 31. 
 
 
 Εἰ γὰρ ἄνωθεν καὶ ἐκ πατρὸς ἔρχεται ὡς παντοκράτωρ, δῆλον ὅτι ἐπάνω
 πάντων ἐστίν. οἱ δὲ ὑλικὸν φρόνημα ἔχοντες τὴν εἰκόνα φοροῦσι τοῦ
 χοϊκοῦ, οἳ καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλοῦσι. διὸ καὶ εἴ ποτε διδασκαλίαν
 ἐπαγγέλλονται, σοφίαν ἔχουσιν ἣν Ἰάκωβος γράφει, ἐπίγειον, ψυχικήν,
 δαιμονιώδη. περὶ τῶν τοιούτων καὶ Ἡσαίας γράφει, ὡς ὄντων
 ἐκ τῆς γῆς καὶ ἐξ αὐτῆς φωνούντων· τοῦ ἄνωθεν ἐρχομένου θεοῦ λόγου ἐπάνω
 πάντων ὑπάρχοντος καὶ λαλοῦντος ἃ ἑώρακεν καὶ ἤκουσεν. ἀλλὰ καὶ οἱ
 προφῆται, ἔχοντες τὸν ἄνωθεν ἐρχόμενον πρὸς αὐτοὺς λόγον, ἃ εἶδον
 διανοίᾳ καὶ ἤκουσαν τοῖς ὠσὶ τοῦ ἴσω ἀνθρώπου λαλοῦσιν οὐράνια καὶ
 θεϊκά. ἕκαστος γὰρ αὐτῶν ἐρεῖ· »Τάδε λέγει Κύριος‘· καὶ
 »Ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με«, λέγων. φανερώτερον περὶ τούτου φησὶν ὁ
 Σολομὼν ε3ἰπών· »Οἱ ἐμοὶ λόγοι »εἴρηνται ὑπὸ θεοῦ.« διὸ γέγραπται· »
 Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως »πάλαι ὁ θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς
 προφήταις, ἐπ᾿ ἐσχά- »του τῶν ἡμερῶν ἐλάλησεν ἡμῖν, τοῖς κατὰ τὴν
 ἐπιδημίαν τυγχά- »νουσιν, ἐν υἱῷ «.]] ἀμέλει γοῦν ἃ ἑώρακε
 καὶ ἤκουσε ταῦτα διδακτι- 
 
 
 
 
 κῶς τοῖς ἀνθρώποις ἐλάλει. ταῦτα δὲ ἐφαρμόζει τῇ
 οἰκονομίᾳ· περὶ γὰρ τῆς θεότητος ταῦτα οὐκ ἀκόλουθον ἐκλαμβάνειν.

Zu Joh. 3, 31. 
 
 Καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει· καίτοι πολλῶν 
 εἰληφότων τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ, [[ὡς αὐτὸς πάλιν ὁ Ἰωάννης ἐπιφέρει,
 φάσκων· »Ὁ λαβὼν τὴν αὐτοῦ μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ θεὸς ἀλη- »θής
 ἐστι«.]] πῶς δὲ οἶόν τε εἶναι ἀληθές, λαμβανόντων αύτοῦ τὴν μαρτυρίαν
 τινῶν, τὸ Καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει«; λυτέον οὖν τὸ
 ἠπορημένον οὕτως· Ἰησοῦς, ἄνωθεν ἐληλυθὼς λαλῶν τε ἃ ἤκουσε
 καὶ εἶδεν, ὑψηλοτάτην καὶ πάνυ μεγάλην τὴν μαρτυρίαν λέγει περὶ τοῦ
 πατρὸς καὶ ἑαυτοῦ· καὶ οὐδεὶς λαμβάνει ταύτην τὴν μαρτυρίαν ὡς αὐτὸς
 αὐτὴν λέγει, τῷ τοὺς ἀκροατὰς ἀρχὴν τοῦ λαμβάνειν ἔχοντας πολὺ
 ἀπολείπεσθαι τοῦ μεγέθους τῆς μαρτυρίας. ὅμως εἰ καὶ οὐδεὶς οἷός τε
 δέξασθαί ἐστι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὕτως, ἀλλ᾿ οὐν ἔστι
 λαβεῖν αὐτὴν ὡς δυνατὸν δέξασθαι τοὺς ἄρτι προσερχομένους τῇ πίστει.
 ὅθεν οὐ μάχεται τὸ »Ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν« τῷ μηδένα αὐτὴν
 εἰληφέναι, τῷ ἑτέρως μὲν μὴ λαμβάνεσθαι αὐτήν, * * * οἳ καὶ ἐκ τοῦ
 εἰληφέναι τὴν Ἰησοῦ μαρτυρίαν σφραγίζουσι καταθέσει βεβαίᾳ τὸν θεὸν
 ἀληθῆ εἶναι, μαθόντες ὅτι ὁ παρ’ αὐτοῦ ἀποσταλεὶς τοῦ θεοῦ τὰ
 ῥήματα λαλεῖ· ἐπείπερ οὐκ ἐστὶν ἐκ τῆς γῆς, οὐδὲ ἐκ ταύτης φθέγγεται. οὐ
 γὰρ ἐκ μέρους δίδωσι τὸ πνεῦμα ὁ θεός.]]

Zu Joh. 3, 34. 
 
 Εἰ γὰρ καὶ ἄνδρες σοφοὶ θεὸν ἐσχηκότες ἐλάλησαν τὰ τοῦ θεοῦ ῥήματα, ἀλλ’
 οὖν ἐκ μέρους εἶχον τὸ πνεῦμα τοῦ θεοῦ λέγοντος· »Ἐκχεῶ ἀπὸ
 τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα«. ὁ δέ γε σωτὴρ ἀποσταλεὶς ἐπὶ τῷ τὰ
 ῥήματα τοῦ θεοῦ λαλεῖν οὐκ ἐκ μέρους δίδωσι τὸ πνεῦμα. οὐ γὰρ λαβὼν
 αὐτὸς ἑτέροις παρέχει, ἀλλ᾿ ἀποσταλεὶς ἄνωθεν καὶ ἐπάνω πάντων ὑπάρχων
 δίδωσιν αὐτό, τυγχάνων αὐτοῦ πηγή. ἑρμηνεύσομεν δὲ καὶ ἑτέρως τὸ »Τὴν
 μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς »λαμβάνει«. ἐπεὶ γὰρ ὁ ἐρευνῶν τὰς
 γραφὰς εὑρίσκει αὐτὰς μαρτυρούσας περὶ Χριστοῦ. οὐδεὶς τῶν ἀνεξετάστως
 ἐντυγχανόντων ταῖς γραφαῖς ἰουδαίων ἐλάμβανε τὴν [ περὶ αὐτοῦ]
 μαρτυρίαν· μόνου καὶ παντὸς τοῦ δυναμένου εἰπεῖν· »Ὃν ἔγραψε Μωσῆς ἐν τῷ
 νόμῳ, καὶ »οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν Ἰησοῦν« λαμβάνοντος τὴν περὶ μαρτυρίαν καὶ σφραγίζοντος ὅτι ὁ θεὸς ἀληθής ἐστιν,
 προεπαγγειλάμενος τὸ εὐαγγέλιον διὰ τῶν προφητῶν. φέρεται δὲ καὶ ἐν
 ἑτέροις ἀντιγράφοις· »Οὐ γὰρ ἐκ μέρους δίδωσι τὸ πνεῦμα« σημαινούσης καὶ
 ταύτης τῆς γραφῆς μὴ μέτροις 〈προσ〉έχειν τὸν ἀποσταλέντα, ὥστε
 πεφεισμένως καὶ ἐκ μέρους παρέχειν καὶ εὐαριθμήτοις τισίν, ἀλλὰ δαψιλῶς καὶ πλουσίως πᾶσι τοῖς εὑρισκομένοις τοῦ λαβεῖν
 ἀξίοις.

Zu Joh. 3, 31. 34. 
 
 Ἐπειδὴ οἱ διὰ πάντων τὸν ἑαυτῶν νοῦν διαστρέφοντες αἱρετικοί, διαιροῦντες
 τὴν θεότητα καὶ διὰ τοῦτο τὴν παλαιὰν γραφὴν ἑτέρου
 λέγοντες θεοῦ καὶ ἑτέρου τὴν καινὴν διαθήκην τιθέντες, 
 
 
 
 
 φασὶ τὸν Ἰωάννην περὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν ἑτέρων προφητῶν
 εἰρηκέναι τὸ »Ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ«, περὶ δὲ Χριστοῦ καὶ τῶν
 ἀποστόλων αὐτοῦ· »Ὃν γὰρ ἐπέστειλεν ὁ θεὸς τὰ ῥήματα αὐτο·ῦ »λαλεῖ«,
 ἐλεγκτέον αὐτοὺς ψευδῶς μᾶλλον δὲ ἀσεβῶς τοῦτο δογματίζοντας. [[ αὐτὸς
 γὰρ ὁ βαπτιστὴς περὶ ἑαυτοῦ λέγει· »Ὁ πέμψας »με βαπτίζειν
 ἐν τῷ ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἐφ’ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ »πνεῦμα καταβαῖνον καὶ
 μένον ἐπ’ αὐτόν, † ἐκεῖνός ἐστιν ὁ βαπτί- »ζων έν πνεύματι ἁγίῳ. κἀγὼ
 ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός »ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ«. εἰ γὰρ ὁ
 πέμψας αὐτὸν βαπτίζειν ὁ πατήρ ἐστι, λέγων αὐτῷ περὶ τῆς καθόδου τοῦ
 πνεύματος, καὶ ὡς ὁ χριστὸς υἱὸς αὐτοῦ τυγχάνει, πῶς λέγων
 ἃ παρὰ τοῦ πατρὸς τοῦ χριστοῦ ἤκουσεν ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ; ἅμα καὶ τοῦ
 εὐαγγελιστοῦ γράφοντος περὶ αὐτοῦ· »Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ
 θεοῦ, »ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης. οὗτος ἠλθεν εἰς μαρτυρίαν , ἵνα μαρτυρήσῃ
 »περὶ τοῦ φωτός«.]] εἰ γὰρ καὶ οἱ πρὸ τοῦ Ἰωάννου πρφῆται ἐκ τῆς γῆς ἐλάλουν , πῶς περὶ Χριστοῦ μαρτυροῦσιν; ὡς περὶ τῶν γραφῶν
 αὐτῶν ὁ σωτὴρ εἶπεν· »Αὑταί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ »ἐμοῦ».

Zu Joh. 3, 35. 
 
 
 Πῶς γὰρ οὐκ ἔμελλεν ἀγαπᾶν ὁ πάσαν κακίαν μισῶν θεός, περὶ οὑ γέγραπται·
 »Ἐγὼ θεὸς ἀγαπῶν δικαιοσύνην καὶ μισῶν ἁρπάγματα »ἐξ ἀδικίας«; μισεῖ δὲ
 ὁ θεὸς τά εἴδη τῆς κακίας, ἐφ’ οἶς ὁ ἁμαρτωλὸς χαίρει. ἀγαπᾷ τοίνυν τὸν
 υἱὸν ὡς τῆς ἀρετῆς παρεκτικόν, ἀφανιστικὸν δὲ τῆς κακίας καὶ φθαρτικόν·
 διὸ εἴρηται· »Ὁ πατὴρ »ἀγαπᾷ τὸν υὁόν«, ἀγαπώμενος ὑπὸ τοῦ
 υἱοῦ, τοῦ ἀγαπῶν πάλιν ἀνθρωπινώτερον ἀκουομένου , οὐ μὴν νοουμένου. εἰ
 γὰρ δικαιοσύνην ἀγαπῶν ὁ θεὸς οὐχ οὕτως αὐτὴν ἀγαπᾷ ὡς ὁ δίκαιος
 ἄνθρωπος. ἐπὶ τῷ ἔχειν αὐτὴν ἐν ἑαυτῷ καὶ πεποιῶσθαι κατ’ αὐτήν, οὕτω
 
 
 
 
 τὸν υἱὸν λόγον ὄντα ἀλήθειάν τε καὶ σοφίαν καὶ
 ἁγιασμὸν ποθεῖ. δυνατὸν δὲ παραστατικὸν οἰκειότητος τοῦ πατρὸς πρὸς τὸν
 υἱὸν εἶναι τὸ ῥῆμα. νόμος γὰρ φυσικὸς τοῖς γεννῶσιν ἀγαπᾶν τὰ γεννώμενα.
 καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων φυσικὴ μὲν διάθεσις ἡ πρὸς τὰ
 τέκνα, ἄλλως δέ πως γινομένη πρὸς τὰ ἑτέρως ἀγαπώμενα, οὕτω καὶ ὁ θεὸς
 ἀγαπῶν μὲν τὸν κόσμον ᾗ ὁ θεός, τὸν δὲ υἱὸν ᾗ ὁ πατήρ. διὸ οὐκ εἴρηται Ὁ
 , ἀλλ᾿ »Ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν υἱόν, καὶ τὰ πάντα δίδωσιν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ«.
 τοῦτο δὲ πιστῶς καὶ φρονίμως ἐκλαβεῖν δεῖ. εἰ γὰρ »πάντα δι᾿ αὐτοῦ
 εγένετο«, ὑπὸ χεῖρα αὐτοῦ τὰ πάντα τυγχάνει κατὰ τὸν τῆς
 δημιουργίας καὶ προνοίας λόγον· ἀλλ᾿ ἀπεφοίτησε ταῦτα δι᾿ ἁμαρτίας ἔξω
 τῆς σκεπούσης αὐτὰ χειρὸς γενέσθαι. ὑπὲρ οὖν τῆς αὐτῶν σωτηρίας δίδωσιν
 αὐτὰ ὁ πατὴρ ἐν τῇ χειρὶ τοῦ υἱοῦ, οὐ τῷ υἱῷ προσθήκην χαριζόμενος ἀλλ᾿
 αὐτοῖς βελτίωσιν. ὡς διδασκάλῳ γὰρ καὶ ἰατρῷ δίδωσιν, ἴν
 ἀγνοίας καὶ νόσου, τουτέστι κακίας, ἐκτὸς αὐτὰ ποιήσας ὲ́χῃ αὐτὰ
 σκεπαζόμενα καὶ βασιλευόμενα ὑπ᾿ αὐτοῦ, ἤδη αὐτὰ ἔχων ὑπὸ τὴν δραστήριον
 καὶ προνοητικὴν αὐτοῦ χεῖρα. δείκνυσι δὲ τὴν αλήθειαν τούτου τοῦ
 νοήματος τὸ ἐπιφερόμενον· »Ὁ πιστεύων † τῷ »υἱῲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον«. εἰ
 γὰρ ζωὴν αἰώνιον ἔχει ὁ πιστεύων τῷ υἱῷ, δοθεὶς ἐν τῇ χειρὶ
 αὐτοῦ, ὑπὲρ τῆς ἰδίας σωτηρίας καὶ βελτιώσεως δίδοται, ἀλλ᾿ οὐκ ἐπὶ τῷ
 πλέον τι ἔχειν τὸν υἱόν. πότε δὲ πληροῦται τὸ δέδοσθαι πάντα ἐν τῇ χειρὶ
 τοῦ υἱοῦ ἢ ὅτε αὐτῷ πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ
 καταχθονίων;

Zu Joh. 3, 36. 
 
 Πολλαχοῦ τῶν γραφῶν]] αἱ κατὰ τῶν φαύλων τιμωρίαι ὀργὴ λέγονται θεοῦ· ὡς
 τὸ λεχθὲν περὶ τῶν Αἰγυπτίων ὑπὸ Μωϋθσέως· » Ἐξαπέστειλας τὴν ὀργήν σου,
 καὶ κατέφαγεν αὐτὸς ὡσεὶ καλάμην«. καὶ Παύλος περὶ τῶν ἰουδαίων γράφει·
 »῎Εφθασεν δὲ αὐτοὺς ἡ 
 
 
 
 »ὀργὴ εἰς τέλος«, ὀργὴν λέγων τὰς ἐπελθούσας ἐπ᾿
 αὐτοὺς θεηλάτους τιμωρίας. ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν καταφρονοῦντα τῆς
 χρηστότητος καὶ μακροθυμίας φησί· »Κατὰ δὲ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετα-
 »νόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς«.]] οὐ γὰρ
 νομιστέον πάθος εἰναι θεοῦ τὴν ὀνομαζομένην αὐτοῦ ὀργήν. πῶς
 γὰρ δυνατὸν πάθος εἶναι περὶ τὸν ἀπαθῆ; ἀλλ’ ἐπεὶ μὴ πάσχει θεὸς
 ἀναλλοίωτος ὤν , ἑρμηνευτέον τὴν λεγομένην αὐτοῦ ὀργὴν καθ’ ἃ
 εἴρηται.

Zu Joh. 4, 6. 
 
 
 Ἐπεὶ σῶμα κατ’ ἀλήθειαν ἔσχεν συμπληρούμενον ἐξ ὧν καὶ πάντα τὰ ἀνθρώπινα
 σώματα , ἀναγκαίως ὑπόκειται καὶ τὸ αὐτοῦ σῶμα τοῖς κοινοῖς πάθεσιν· οὐ
 τρώσεσι μόνον καὶ τοῖς παραπλησίοις λέγω, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐπιγενομένοις ἐκ
 σφοδροτάτης καὶ συνεχοῦς]] κινήσεως καμάτοις. τῷ γὰρ μεσημβρινῷ καιρῷ,
 έν ᾡ ὁ ἥλιος καθάπτεται, ὁδὸν ἀνύσας πλείονα κάματον
 ἀνεδέξατο, ἀναλωθείσης τῆς ὑγρότητος τοῦ σώματος αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ φλογμοῦ
 τοῦ καύσωνος. ἕκτη γὰρ ὥρα τῆς ἡμέρας ἦν. τοῦτον τὸν κάματον διαναπαῦσαι
 θελήσας ἐπὶ τῇ οὔσῃ πηγῇ ἐν τῷ προειρημένῳ χωρίῳ τοῦ Ἰωσὴφ ἐκαθέσθη· ἅμα
 προνοούμενος ὠφελείας τῆς μελλούσης ἐπὶ τῷ ἀντλῆσαι ὕδωρ ἐκ
 τῆς πηγῆς ἔρχεσθαι γυναικός.

Zu Joh. 4, 9. 
 
 Ἴσως δ’ ἂν ἐπιζητήσειέ τις τὴν αἰτίαν δι᾿ ἣν Ἰουδαῖοι οὐ
 συγχρῶνται Σαμαρείταις, ἥντινα εὑρεῖν δυνατὸν έν τῇ τρίτῃ καὶ τετάρτῃ
 τῶν Βασιλειῶν ἱστοριῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ τῶν
 Παρα- 
 
 
 
 
 
 
 λειπομένων. τοῦ γὰρ νόμου εἰρηκότος· »Ἀκαθάρτου μὴ
 ἅψησθε« οὐδὲ τῆς σαρκὸς τῶν ἀλλογενῶν ἐτόλμων ἅψασθαι, νομίζοντες ἐκ
 τούτου μολύνεσθαι. ἴσως δέ τις φήσει, ἐνιστάμενος τῷ »Οἱ μαθη- »ταὶ
 αὐτοῦ ἀπελύνεσθαι. εἰς τὴν πόλιν , ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι«, 
 λέγων Εἰ ἐν ἐρήμῳ πεντακισχιλίους καὶ τετρακισχιλίους μετὰ καὶ πλήθους
 γυναικῶν καὶ πολλοῦ ἀριθμοῦ παιδίων ἔθρεψεν, ὁτὲ μὲν ἐκ πέντε, ὁτὲ δὲ ἐξ
 ἑπτὰ ἄρτων· τί μέγα ἠν τὸ εὐπορῆσαι τοὺς μαθητὰς τροφῆς ἄνευ τοῦ
 ἀπελθεῖν ἐν τῇ πόλει ἐπὶ ἀγορασίᾳ ταύτης, τοῦ Ἰησοῦ παρασχόντος αὐτὴν τῇ
 ἰδίᾳ δυνάμει; λεκτέον οὖν πρὸς τοῦτο ὅτι Ἰησοῦς, ἄνθρωπος
 γεγονώς, εἰ ὡς έν ἀληθείᾳ θεὸς πάντα ἐνήργει, ἠγνοήθη ἂν 
 ἄνθρωπος γεγονώς, ὡς ἄν, εἰ πάντα ὡς ἔπραττεν, ἐπεσκιάζετο ἡ θεότης.
 ὅθεν εἴ ποτε χρεία παραδοξοποιΐας ἐγίνετο, ἐξ ὀλίγου πολλοὺς ἔτρεφεν, οὐ
 τοσοῦτον τοῦ χορτά- σαι χάριν ὅσον τοῦ φανερῶσαι τὴν θεϊκὴν δύναμιν.
 ὅτε δὲ οὐ πάνυ κατήπειγεν ἐξ ἀπόρων τροφῆς εὐπορίαν
 παρασχεῖν, ἐπὶ τὸ πρίασθαι ἄρτους ἀπήρχοντο οἱ μαθηταί. εἰ γὰρ ταῦτα τοῦ
 Ἰησοῦ ποιοῦντος πρὸς ἔνδειξιν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ φανέρωσιν τῆς
 θεότητος πολλοὶ τῷ εὐαγγελίῳ προσέκοψαν τῶν μὲν δοκήσει αὐτὸν ἄνθρωπον
 ἀλλ᾿ οὐκ ἀληθείᾳ αὐτὸν γεγονέναι ὁρισάντων, τῶν δὲ μόνον 
 ἄνθρωπον ὑπειληφότων αὐτόν· πόσῳ μᾶλλον, εἰ μηδὲν πρὸς ἀκρίβειαν
 πέπρακτο καὶ γέγραπτο περὶ φανερώσεως τῆς θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος
 αὐτοῦ, ἔμελλον ἀπατάσθαι οἱ μὴ ἀκριβῶς καὶ φρονίμως ἐντυγχάνοντες τῇ
 περὶ τούτων ἱστορίᾳ;]]

Zu Joh. 4, 12. 
 
 Ἡ μὲν Σαμαρεῖτις τῶν Ἰουδαϊκῶν Μῶν τε καὶ δογμάτων τὰ τῆς Σαμαρείτιδος
 δόξης ἐξαίρειν καὶ ὑπερτιθέναι τὴν ὅτι μάλιστα 
 
 
 
 σπουδὴν κατεβάλλετο. διὸ καὶ τὸ Μὴ μείζων εἶ σὺ τοῦ
 πατρὸς »ἡμῶν Ἰακώβ;« ὕδωρ ςῶν ὑποσχομένου τοῦ σωτῆρος παρασχεῖν
 ἀντεφθέγξατο. ὁ δὲ σωτὴρ οἰκονομεῖν ἅπαντα σοφῶς εἰδὼς τὸ μὲν ἐξάραι τὰ
 ἰουδαίων καὶ τὸ Μείζων‘ εἰπεῖν, αὐτόθι πλῆξαι πρόχειρον ἐπιστάμενος καὶ
 τότε γυναικὸς διάνοιαν, οὐδὲν τῶν αἰσθητῶν ὑψηλότερον τέως
 φανταζομένης, τοῦτο μὲν ἀποθησυρίζει τῇ σιωπῇ, διὰ δὲ ῥημάτων ἑτέρων
 οὐδὲν μὲν ἡττον τοῦτο κατασκευάζειν δυναμένων, λεαίνειν δὲ τὴν ἀκοήν ,
 ἐπιτηδειοτέραν τὴν γνώμην παριστᾷ. οὐδὲ γὰρ τὴν σύγκρισιν καὶ τὴν ἐν
 δόξῃ διαφορὰν αὐτὸς ἐπάγει, ἀλλὰ παραπέμπει τὸ γύναιον ἐκ τῶν
 ῥηθησομένων τῆς ὑπεροχῆς τὴν ὑπερβολὴν συλλογίσασθαι. καὶ
 γὰρ ἐκ τούτου, φησί, τοῦ ὕδατος ὁ πίνων »διψήσει πάλιν· ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ
 τοῦ ὕδατος οὑ ἐγὼ δώσω αὐτῷ οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα«. καὶ ὅρα τὸ
 σοφὸν τῶν λόγων καὶ τὴν δύναμιν. τὸ μὲν ὅτι »Διψήσει πάλιν‘ εἰπεν οὐ
 δεόμενον κατασκευῆς ἀλλαχόθεν· αὐτόκλητον γὰρ εἶχε τὴν 
 γυναῖκα μάρτυρα· τὸ δὲ »Οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα« τῷ μεγέθει τῆς
 ἐπαγγελίας † εἰσέφερεν αὐτὴν τῆς ὑποσχέσεως διανιστῶν. δι᾿ ἀμφοῖν δὲ
 πρὸς ἐπίστασιν ἄγων θειοτέρας ὑπολήψεως, μονονουχὶ λέγων Εἰ τὸν Ἰακὼβ
 ἄγεις ἐν μείζονι τιμῇ καὶ θαυμασίῳ κατορθώματι, ἐπεὶ παρέσχεν ὑμῖν ὕδωρ
 ἐξ οὐ πάλιν ὁ πίνων εἰς τὴν αὐτὴν ἐπαναστρέφει δίψαν, τίνα
 ἄν σε λογίσασθαι χρὴ ὃς ὕδωρ παρασχεῖν ἐστὶ δυνατὸς οὐ σωματικὴν δίψαν
 ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ πραΰνον, ἀλλὰ δυνάμενον τῷ πιόντι πηγὴ χρηματίσαι ὕδατος
 ἀεννάου, καὶ παρέχειν ῥεπῖθρα σωτηρίας, ἃ τοῖς ἀρυσαμένοις καταρδεύει
 καὶ προξενεῖ ζωὴν τὴν < ὥσπερ γὰρ· τὸ ὕδωρ θεραπεύει μὲν τὴν δίψαν
 καθαίρει δὲ τὸν ἔξωθεν τοῦ σώματος μολυσμόν, οὕτω καὶ τὰ
 νοερὰ καὶ οὐράνια τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ νάματα καὶ ἡ περὶ αὐτοῦ
 θειοτέρα ὑπόληψις ἐᾶται μὲν τὴν ἀπὸ τῆς ἀπιστίας δίψαν, καθαίρει δὲ τὴν
 ψυχὴν τῶν ῥυπασμάτων, ἣν ἁμαρτημάτων κατερρύπωσεν μολυσμὸς καὶ λογισμὸς
 ζοφώδης δυσσεβούντων δοξασμάτων.

Zu Joh. 4, 12. 
 
 Φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ εἶναι πρὸς ἀλληγορίαν τὴν Μωσέως γραφὴν ῥητέον, ἀφ᾿ ἡς ὁ
 Ἰακὼβ ἅμα τοῖς υἱοῖς πνευματικῶς ἔπινεν, πινόντων 
 
 
 
 ἀπ' αὐτοῦ καὶ τῶν θρεμμάτων ἅ ἦν τοῦ Ἴακώβ:
 θρεμμάτων]] πρὸς ἀλληγορίαν λαμβανομένων τῶν τὸ εὐσταθὲς καὶ πρᾶον ἄνευ
 λόγου ἐχόντων, ἅ καὶ κυρίως ἀγέλας καὶ πρόβατα τοῦ Ἰακὼβ εἶναι
 ῥητέον.

Zu Joh. 4, 13. 
 
 Τοῦ νόμου τοίνυν τοῦ διὰ Μωϋσέως τοῦ ὕδατος ὄντος, πῶς εἶπεν Ἰησοῦς διψᾶν
 πάλιν τὸν πίνοντα ἀπ' αὐτοῦ; καὶ λεκτέον γε ὅτι ὁ νόμος τοῖς ἀνθρώποις
 δέδοται, οὐκ ἐπὶ τῷ ἀεὶ κατ' αὐτὸν βιοῦν, ἀλλὰ μέχρι καιροῦ τινός, ὡς
 τὴν πόσιν τοῦ ἑρμηωευομένου φρέατος διαρκεῖν μέχρι
 ἀναδείξεως μείζονος ὕδατος. τὰ γὰρ παραγγέλματα τοῦ νόμου μέχρι καιροῦ
 διορθώσεως ἔκειτο. διὸ διὸ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τοῦ νομικοῦ διψήσει
 πάλιν, ὄρεξιν ἔχων τοῦ εὐαγγελικοῦ πόματος. εἰς τοῦτο λήψει τὸ ἐν Ἡσαίᾳ
 λεχθέν· » Τοῦτο πρῶτον πίε, » ταχὺ ποίει «. εἰ γὰρ μὴ ἠν καὶ μετ' ἐκεῖνο
 πιεῖν, οὐκ ἂν ἐλέγετο· Τοῦτο πρῶτον πίε«. καὶ ἐπεὶ
 διαδέχεται τὸν νόμον τὸ εὐαγγέλιον, ὁ πίνων τὴν νομικὴν διδασκαλίαν
 διψήσει πάλιν ἐπὶ τῷ καὶ τὴν εὐαγγελικὴν πιεῖν.]] τὸ δὲ εὐαγγέλιον ἐπεὶ
 ἀδιάδοχόν ἐστιν, ὁ πίνων ἐξ αὐτοῦ οὐ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα. » Ὁ γὰρ
 οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, » οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν«
 εἶπεν ὁ Ἰησοῦς.]] τὸν γὰρ πίνοντα τοῦτο τὸ ὕδωρ φησὶν έν
 ἑαυτῷ κτᾶσθαι πηγήν, οὐ τοῦ τυχόντος ὕδατος ἀλλὰ τοῦ εἰς ζωὴν αἰώνιον
 ἁλλομένου. ὅπερ ἁλ- λόμενον εἰς ζωὴν ὕδωρ μετεωρίζει καὶ πρὸς ζωὴν
 ἀναβιβάςει τὸν ἔχοντα αὐτό, οἷα πηγὴν ἐν ἑαυτῷ.

Zu Joh. 4, 15. 
 
 Εἐπούσης τῆς γυναικὸς τὸ παρὰ Ἰησοῦ θέλειν λαβεῖν ὕδωρ, ἐπὶ τῷ στῆσαι τὸ
 δίψος, ἔχουσα αὐτὸ πηγὴν ἐν ἑαυτῇ, ἔδειξεν αὐτὸ θέλειν. διὰ γὰρ ταύτης
 τῆς λέξεως ὡμολόγησε πολὺν κάματον εἶναι τῆς ἀντλείας λείας
 τοῦ προτέρου ὕδατος, [[ ἀληθεύουσα κατ' αὐτό]]· καὶ γὰρ πολὺν ἔχει
 κάματον ἡ πρὸς τὸ γράμμα τήρησις τοῦ νόμου. ὁ δὲ σωτὴρ εἰκότως πρὸς
 αὐτήν· Ἐπεὶ ἀκμὴν περιέχει ᾡ ἀνέθηκας σεαυτὴν νόμῳ ὡς ἀνδρὶ αὐτῷ
 συνοῦσα, ἀπιοῦσα κάλεσον αὐτὸν ἐπὶ τὸ συμβαλεῖν τὰ ἐν αὐτῷ γεγραμμένα
 τοῖς ὑπ' ἐμοῦ λεγομένοις καὶ πραττομένοις. οὕτω γὰρ εὑρεῖν
 δυνήσῃ ὡς ὁ πίνων ἐκ τοῦ προτέρου ὕδατος ἕτερον προσδοκήσει, ὅτι διψήσει
 πάλιν. τῆς δὲ ἀρνησαμένης μὴ ἔχειν ἄνδρα, ὁ σωτήρ, ἠρέμα τὴν
 Σαμαρειτικὴν αὐτῆς γνώμην ἐλέγχων, φησίν· Καλῶς λέγεις ἄνδρα μὴ «. οὐ
 γὰρ ἐξ ὁλοκλήρου συγκατέθου πάσῃ τῇ παλαιᾷ διαθήκῃ, ἥτις ἐστὶν ὁ νόμος,
 περὶ οὗ γέγραπται· » Τέλος νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνη«.
 τοῦτον δὲ τὸν ἄνδρα μὴ ἔχουσα πέντε ἴσχες, τοῖς αἰσθητοῖς μόνοις
 συγκαταθεμένη τῆς γραφῆς. εἰ γὰρ πάσῃ τῇ παλαιᾷ συνεβίους, γνωρίζειν
 ἠδύνω τὸν προσδοκώμενον μετὰ νόμον καὶ προφήτας θεὸν λόγον. τὸ » Πέντε
 γὰρ 
 
 
 
 » ἄνδρας ἔσχες‘ ἀνακτέον ἐπὶ τὰ πέντε Μωσέως βιβλία.
 μόνα γὰρ ταῦτα οἱ Σαμαρεῖται δέχονται. τίς δὲ καὶ ὅν ἔχει παρὰ τοὺς
 πέντε ἄνδρας ἕκτος, ὅστις οὐδὲ ἀνὴρ αὐτῆς τυγχάνει; λεκτέον τὸν περὶ τοῦ
 εἶναι προφήτην λόγον. ἤδη γὰρ συγκατετέθειτο τούτῳ, ἀνγκαζομένη ἐκ τῶν λεγομένων, ἀλλ' οὐ κατ' ἀληθῆ συγκατάθεσιν. διὸ
 ἁρμοδίως εἴρηται τὸ » Κὰὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ‘· οὐ γὰρ
 γνησίως αὐτῷ προσελήλυθας. ἐπειόὴ δὲ καὶ τὰ αἰσθμὰ οἱ πέντε ἄνδρες αὐτῆς
 ἐλέγοντο εἶεἶναι. μεθ’ ἃ συγκατέθετο οὐκ ἠκριβωμένως νοητῷ τινὶ λόγῳ ἐκ
 τῆς Ἰησοῦ παιδεύσεως , εὐθυβολώτατα εἴρηται· Κaὶ ὅν νῦν
 δοκεῖς ἔχειν πνευματικὸν λόγον οὐκ ἀνήρ σού ἐστιν.

Zu Joh. 4, 22. 
 
 Ὅταν ἀκούσῃς ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν, περὶ τοῦ ταῦτα λέγοντος
 ἄκουε τὰ εἰρημένα. αὐτὸς γὰρ ἦν ἡ τῶν ἐθνῶν προσδοκία, ὁ
 γεννώμενος ἐκ σπέρματος Δαβὶδ κατὰ σάρκα.]]

Zu Joh. 4, 33. 
 
 Τὸ » Mήτις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; « δηλοῖ ὅτι τὰς διακονίας τῶν
 προσφερόντων ἐδέχετο, καίτοι δυνατὸς ὤν τρέφειν καὶ μὴ τρέφεσθαι. ἐνεργείας δὲ μεγίστης τὸ τρέφειν Χριστόν, ἡς οὐκ ἐφθόνει
 τοῖς βουλομένοις· διὸ καὶ τοῖς μαθηταῖς τὸ ἴσον ἔταξεν. νομομαθεῖς δὲ
 καὶ φιλολογεῖς ὄντες, σκοπήσαντες ὅτι καιρὸς ἦν λοιπὸν τροφῆς ἐτόπασαν
 μὴ ἄρα ὡς τῷ Δανιὴλ εἰς Βαβυλῶνα προστάξει θεοῦ ἄριστον προκεκόμιστο ὑπὸ
 τοῦ Ἀμβακούμ, καὶ τῷ Ἠλίᾳ ἐν τῇ ὁδοιπορὶᾳ 
 
 
 
 
 
 τροφὴ ἐδίδοτο ὑπ᾿ ἀγγέλου καὶ ὑπὸ κοράκων, οὕτω καὶ
 τῷ Ἰησοῦ τροφὴ ἠνέχθη. ὅμως εἰ καὶ περὶ αἰσθητῆς τροφῆς οἱ μαθηταὶ
 ὑπενόησαν, αὐτὸς φανεροποιεῖ περὶ ποίας τροφῆς ἀπήγγελκεν αὐτοῖς. εἶπον
 δὲ τὸν καιρὸν αὐτοῦ τροφῆς εἶναι ἐκ τῶνδε· ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας οὔσης ὁ
 Ἰησοῦς ἐν τῇ πηγῇ καθεσθεὶς διελεθη τῇ Σαμαρείτιδι, τῶν
 μαθητῶν ἐπὶ τῷ ἀγοράσαι τροφὰς ἀπεληθότων , ὡς λοιπὸν στοχαζόμενον
 εἰπεῖν ἑσπέραν τῆς ἡμέρας εἶναι. οὗτος δὲ τῆς τροφῆς ὁ καιρὸς τῶν
 μάλιστα μὴ προηγουμένως τροφὴν μεταδιώκουσιν ἀλλὰ τὴν τῶν
 προσερχομένων ὠφέλειαν.

Zu Joh. 4, 44. 
 
 Πατρίδα αὐτοῦ τὴν Ἰουδαίαν καλεῖ, ἣν καὶ διὰ τοῦτο καταλέλοιπε. τὴν γὰρ
 αἐτίαν τῆς ἐπὶ τὴν Γαλιλαίαν ἀφίξεως ἀποδιδοὺς ὁ εὐαγγελιστὴς γράφει,
 ὅτι »Προφήτης ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι τιμὴν οὐκ ἔχει«. [[φέρεται ἡ μαρτυρία
 αὕτη καὶ ἐν τοῖς ἑτέροις εὐαγγελίοις. φησὶ γὰρ ὁ
 σωτήρ· »Οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι »καὶ ἐν τοῖς
 συγγενέσι καὶ τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ«. ἀμέλει γοῦν πάντες οἱ πρὸ τῆς ἐπιδημίας
 ἠτιμάσθησαν ἐν τῇ Ἱερουσαλὴμ καὶ Ἰουδαίᾳ. αὕτη γὰρ γή καὶ πατρὶς αὐτῶν·
 ὡς κοθόλου τὸν σωτῆρα εἰπεῖν·]] » Ἱερου- »σαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ἡ
 ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας, καὶ λιθοβο- »λοῦσα τοὺς
 ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν«.

Zu Job. 5, 3. 
 
 Ἔστι δέ, φηοίν, ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις καὶ τὰ ἑξῆς. Τὸ μὲν περιιέναι καὶ
 τοὺς ὁποιδήποτε ὄντας τῶν ἀρρώστων θεραπεύειν οὐκ ἀναγκαῖον
 ἔκρινεν, ἕστε μὴ φιλαυτίας ἀπενέγκασθαι δόξαν, ἕνα δὲ θεραπεύσας δἱ
 ἐκείνου καταφανῆ τοῖς πᾶσιν ἑαυτὸν καθίστησι. ταύ- 
 
 
 
 
 της ἕνεκα τῆς αἰτίας ἄπεισι μὲν ἐπὶ τὴν προβατικὴν
 κολυμβήθραν, ἔχουσαν πέντε στοάς· μετὰ γὰρ τὰς ἐν κύκλῳ τεσσάρας μέσην
 εἶχεν ἑτέραν. προβατικὴ δὲ κολυμβήθρα ἐλέγετο ἀπὸ τοῦ τὰ προσαγόμενα
 πρόβατα ταῖς ἑορταῖς ἐκεῖ συναθροίζεσθαι, καὶ ἀπὸ τοῦ θυομένων τῶν προβάτων ἐν ἐκείνῳ πλύνεσθαι τῷ ὕδατι τὰ ἐγκατα. ἐντεῦδεν
 γοῦν καὶ πολὺ πλῆθος τῶν διαφόροις ἀρρωστήμασι κατεχομένων ἐν τῷ τόπῳ
 συνείλεκτο ἐπὶ θεραπείας ἐλπίδι, ὡς ἂν τοῦ ὕδατος αὐτοῦ δυναμένου τι
 πάντως, ἐν ᾡπερ τῶν προσαγομένων μένων τῷ θεῷ καὶ θυομένων ἐνεβάλλετο τὰ
 ἔγκατα. ταύτῃ δὲ αὐτῶν τῇ ὑπολήψει καὶ ὁ θεὸς συνεργῶν κατά
 τινας ἀδήους καιροὺς κίνησιν τοῦ ὕδατος γίνεσθαι παρεσκεύαζεν, ἥν ὡς
 κατά τινα θείαν ἐνέργειαν ἀποτελεῖσθαι πιστεύοντες, οὕτω κατιόντες τὴν
 θεραπείαν ἐκομίζοντο, πολλῶν μὲν κατὰ ταὐτὸν οὐ θεραπευομένων , τοῦ δὲ
 πρώτου καταβάντος τῆς χάριτος ἀπολαύοντος, ἵνα μὴ τὸ πρόχειρον τῆς
 θεραπείας ἐλαττώσῃ τὸ θαῦμα. μειζόνως δὲ νήφοντες καὶ μετὰ
 πολλῆς διαθέσεως τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν ἀναμένοντες, ἐντεῦθεν
 παιδεύονται τὸν προσήκοντα καὶ μετὰ τὴν θεραπείαν ἔχειν λογισμόν. πολλῶν
 τοίνυν ὄντων τῶν ἀρρώστων πάντας μὲν οὐκ ἐθεράπευσεν, δεικνὺς δὲ τὴν
 οἰκείαν δύναμιν ἕνα ἐπελέξατο τὸν βαρυτέρῳ μάλιστα κατεχόμενον πάθει καὶ
 τῷ μήκει τοῦ χρόνου τὴν σωτηρίαν ἀνέλπιστον ἔχοντα.
 παράλυτος γὰρ ἦν ἐν αὐτοῖς ἐπὶ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτεσι τῷ πάθει
 κατεχόμενος. πρὸς τοῦτον ἀπελθὼν οὐκ εὐθὺς εἶπεν· »Ἀρον τὸν κράββατόν
 σου καὶ περιπάτει«, » ἀλλ' ἀπό τινος ἀκολουθίας τῶν πρὸς αὐτὸν ἄρχεται
 λόγων. ὅτερ δὴ καὶ ἐπὶ τῆς Σαμαρείτιδος πεποίηκε.

Zu Joh. 7, 39. 
 
 Corderius p. 217. ört Orig. nicht an. 
 Inc. Ποῖον δέ πνεῦμa οὔπω ἦν; Expl. ἐπ' οὐδενὸς ὤφθη τῶν προφητῶν,
 ἐθαυμτούργουν.

Zu Joh. 9, 6. 
 
 Νομίςω τοῦτο λελέχθαι πρὸς παράστασιν τοῦ ποιότητα δυνάμεως ἰατρικῆς
 ἐσχηκέναι τὸν σίελον τοῦ χριστοῦ. εἰ καὶ μὴ αὐτὸς 
 
 δὲ ὁ τυφλὸς περὶ τῆς ἀναβλέψεως παρεκάλεσεν, ὅμως
 εὑρεθήσεται ἐπαινετὸς έν τῷ παρέχειν ἑαυτὸν τῷ Ἰησοῦ ἐπιχρίοντι πηλῷ
 τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, καὶ τῷ ἀδιστάκτως ποιῆσαι τὸ προστεταγμένον, οὐδὲ
 εἰρηκότος αὐτὸν ἀναβλέψειν τοῦ Ἰησοῦ. μήποτε δὲ ὁ τοῦ κυρίου σίελος
 σύμβολον ἦν λόφου ὡς ἐν λόγοις ἐσχάτου, οὑ μείζονα χωρῆσαι
 ἀνθρωπίνη οὐ δύναται φύσις. ἀλλ' ἐπεὶ ὁ τοιοῦτος λόγος οὐ γυμνὸς ὕλης
 καὶ σωματικῶν παραδειγμάτων εἰς ἀνθρώπους ἔρχεται, διὰ τοῦτο Μύει χαμαὶ
 ὁ Ἰησοῦς καὶ ποιεῖ πηλόν. ὅρα τοίνυν εἰ δύνασαι πᾶσαν τὴν γραφὴν καὶ τὸν
 τρόπον τῆς ἐν αὐτῇ ἀπαγγελίας διηγούμενος εἰπεῖν συνεστηκέναι διὰ μὲν τὰ
 θεῖα νοήματα ἀπὸ τοῦ σιέλου τοῦ χριστοῦ, διὰ δὲ τὴν ὡς ἐν
 ἱστορίαις καὶ ἀνθρωπίνοις πράγμασιν ἀπαγγελιαν ἐκ τῆς ἀπὸ τῶν χαμαὶ γῆς.
 ὡς εἶναι τὸ πᾶν γράμμα τοῦ νόμου καὶ προφητῶν καὶ τῶν λοιπῶν γραφῶν ἀπὸ
 τοῦ τοιοῦδε πηλοῦ, ᾡ καὶ χρίσαι δεῖ τοὺς τῶν μὴ βλεπόντων ὀφθαλμούς,
 μετὰ δὲ τοῦτο ἀπελθεῖν εἰς τὸν Σιλωὰμ τοῦ ἀπεσταλμένου ὑπὸ
 τοῦ θεοῦ· δι’ οὑ δηλοῦται ἡ έν ταῖς ζητήσεσι καὶ τῆς ἀληθείας
 διαπορήσεσιν ὡσπερεὶ κολύμβησις, καὶ γὰρ Ἰώβ πού φησι· » Βροτὸς δὲ ἄλλως
 νήχεται λόγοις«. ἀπονιψώμεθα τοιγαροῦν τῷ ὕδατι τῆς κολυμβήθρας » τοῦ
 ἀπεσταλμένου« τὸν ἐπιχρισθέντα τοῖς ὀφθαλμοῖς πηλόν , ἵνα μετὰ τοῦτο
 άναβλέψαι δυνηθῶμεν. νοήσεις δὲ πηλὸν τὴν ἀρχὴν τῶν
 στοιχεὶων τῶν λογίων τοῦ θεοῦ, καθ’ ἥν ὡς νήπια γάλακτι τρεφόμεθα·
 ἐπειδὰν δὲ καταργηθῇ τὰ τοῦ νηπίου καὶ στερεᾶς τροφῆς μεταλάβωμεν,
 ἀπορριπτόμεθα τὸν πηλόν , ἵνα ἐπανέλθωμεν πρὸς τὸν Ἰησοῦν βλέποντες.
 πάντα δὲ ταῦτα περὶ τὸν υἱὸν· τοῦ θεοῦ στρέφεται· κατὰ γὰρ διαφόρους ἐπινοίας αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀπεσταλμένος. καὶ τὰ μὲν
 ἀνθρώπινα ἐκδέχου πρὸ τοῦ Σιλωάμ, ἐπὶ δὲ τὰ θειότερα αὐτοῦ ἀνάφερε τὸ
 ἀπεσταλμένον ὕδωρ καὶ Σιλωάμ. καὶ παρὰ τῷ Ἡσαίᾳ νοήσεις τὸν θεῖον καὶ
 εὐσταθῆ λόγον διὰ τούτων σημαίνεσθαι, λόγους δὲ Μνῶν καὶ ἑτεροδόξων τὸν
 Ῥαασὼν καὶ τὸν τὸν Ῥομελίου. ἐπεὶ πῶς ἀντὶ τοῦ ὕδατος τοῦ
 Σιλωὰμ βασιλεῖς ἤθελεν ὁ λαός, πῶς δὲ καὶ ὕδωρ ποταμοῦ έστιν ἰσχυρὸν καὶ
 πολύ, τῶν Ἀσσυρίων βασιλεὺς καὶ πᾶσα 
 
 ἡ δύναμις αὐτοῦ, ἐὰν μὴ καὶ αὐτὸς δύναμίς τις
 ἀντικειμένη τυγχάνῃ, κατακλύζουσα τῷ πλήθει τῶν ἑαυτῆς πιθανῶν τὴν μὴ
 θέλουσαν Ἰουδαίαν ὕδωρ τοῦ Σιλωὰμ καὶ ἐπικρατοῦσαν αὐτοῦ; τὸ δὲ μὴ
 παρόντα θεραπεῦσαι, κελεῦσαι δὲ ἀπελθόντα νίψασθαι, καὶ νιψαμένῳ τὴν θεραπείαν παρασχεῖν , οἰκονομοῦντος ἠν τὸ μηδένα λαθεῖν
 τὸ γινόμενον θαῦμα. ὥσπερ γὰρ τῷ παραλύτῳ τὸν κράββατον λαβεῖν ἐκέλευσεν
 ἐν ἡμέρᾳ καθ' ἣν οὐκ ἐξῆν τοῦτο ποιεῖν, ἵν' οὕτως ἕκαστος ἐγκαλῶν ἐπὶ τῇ
 παρανομίᾳ τοῦ γεγονότος θαύματος μανθάνῃ τὸ μέγεθος, οὕτω καὶ τούτῳ
 πόρρωθεν ὄντι τῆς κολυμβήθρας ἐκέλευσεν ἀπελθόντι
 νίψασθαι.

Zu Joh. 9, 8. 
 
 Ὁ προσαίτης δι' ἀπορίαν τῶν ἀναγκαίων καὶ ἀδυναμίαν τοῦ εὐσχημονέστερον
 πορίζειν πορίζειν ἐπαιτεῖ. τοιούτους δ’ ἂν εὕροις τοὺς ἀπὸ
 τῶν ἐπαγγελλομένων τὴν ἀλήθειαν Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων οἱονεὶ αἰτοῦντας
 ὠφέλειαν , ἀπορίᾳ πρέποντος πορισμοῦ † τῷ λογικῷ τῆς ἀληθείας
 ἀπεριστάτως πλουσίων θεωρημάτων. ἀλλ ἀπαγορεύων τὴν τοιαύτην διαζήτησιν
 ὁ λόγος φησί που· Τέκνον, ζωὴν ἐπαιτήσεως † μὴ βιώσῃ, ὡς κρεῖττον
 ἀποθανεῖν ἢ ἐπαιτεῖν«. ἐπαιτεῖν δὲ αἰσχύνεται ὁ ἐν τοῖς
 εὐαγγελίοις οἰκονόμος τῆς ἀδικίας, καὶ διὰ τοῦτο τῷ μὲν ὀφείλοντι ἑκατὸν
 κόρους σίτου ἔλεγε· » Δάξαι σου τὸ γράμμα καὶ γράφε ἑξήκοντα«, τῷ δὲ
 ἑκατὸν βάτους ἐλαίου· »Δέξαι σου τὸ γράμμα καὶ ποίησον ὀγδοήκοντα«,
 προκρίνας τοῦ μετ αἰσχύνης ἐπαιτεῖν τὸ λαβεῖν ἀπὸ τοῦ ὀφείλοντος τῷ
 κυρίῳ , καὶ διὰ τοῦτο ἐπαινεθείς. οὐ μόνον τοίνυν ὁ Ἰησοῦς
 ἀπήλλαξε τὸν ἀπὸ γενετῆς τῆς τυφλότητος, ἀλλὰ καὶ τοῦ προσαιτεῖν.
 ἐχαρίσατο γὰρ αὐτῷ ἅμα τῷ βλέπειν καὶ θεωρίαν πῶς ποριστέον αὐτῷ ἔσται
 τὰ πρὸς σωτηρίαν ψθχῆς ἀναγκαῖα. ἐνταῦθα μὲν οὐν ἡ τυφλότης τοῦ
 προσαιτεῖν αἰτία, ἐν δὲ ταῖς Πεάξεσιν ἡ χωλότης, ὡν ὁ ἀπαλλαγεὶς οὐ προσαιτήσει ἔτι.

Zu Joh. 9, 16. 
 
 Εἵπερ δὲ ὡς ὑπελάμβανον οἱ Φαρισαῖοι, ὁ μὴ τηρῶν ὃ ἐκεῖνοι ἐνόμιζον εἶναι
 σάββατον οὐκ ἔστι παρὰ θεοῦ, οἱ δὲ ἐν τῷ ἱερῷ 
 
 
 ἱερεῖς τὸ σάββατον βεβηλοῦντες παρὰ θεοῦ ἦσαν, οὕτω
 δὲ οὐκ έναργὲς ἠν τὸ μὴ εἶναι παρὰ Μοῦ τὸν τὸ σάββατον αὐτῶν μὴ
 τηροῦντα· ὡς μηδέ ὑπὸ πάντων τῶν τότε Φαρισαίων τὸν λόγον εἰρῆσθαι, ἀλλ’
 ἐκ τῶν Φαρισαίων τινὲς τοῦτο ἔλεγον, ὥς φησιν ὁ εὐαγγελιστής. πρόσχες δὲ
 καὶ τῷ » Τοιαῦτα σημεῖα« μὴ μάτην κειμένῳ. ἐπειδὴ γὰρ
 σημείων διαφοραὶ εἰσιν, ὥστε ποιεῖν , καθ’ ἅ φησιν ὁ ἀπόστολος, καὶ τὸν
 ἐν νόμῳ καὶ τὸν ἄνομον, ὅν ὁ κύριος ἀναλοῖ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος
 αὐτοῦ, ἐν πάσῃ δυνάμει, σημείοις καὶ τέρασι ψεύδους, καὶ τὸν θεὸν διὰ
 τῶν προφητῶν, τῷ » Τὰ » τοιαῦτα« εἴρηται ὡς ὑπερβαίνει τὰ διὰ Χριστοῦ
 γενόμενα τῷ καὶ ἀληθῆ εἶναι καὶ μεγάλα ἐπὶ γῆς. εἰ δέ τις
 ὡς οὐχ ὑγιῶς λεγομένῳ τῷ » Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα
 ποιεῖν; « * * ἀναγινώσκων τὰς τοῦ Σαμφὼν πράζεις ἐρεῖ μηδὲ ἁμαρτήματα
 εἶναι τὰ ὑπὸ τοῦ Σαμψὼν γενόμενα, οἷον τὰ περὶ γυναῖκας, ἀλλ’ οἰκονομίας
 δηλουμένας· οὐ γὰρ πρόσκειται τὸ » Ἐποίησε τὸ πονηρὸν »
 ἐνώπιον Κυρίου«.

Zu Joh. 9, 14. 
 
 Παρατηρητέον δὲ τὸ πρόσωπον τοῦ εὐαγγελιστοῦ ὅτι φησὶ καὶ ἀωεῴχθαι τοὺς
 ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ βεβλεφέναι αὐτόν· ἀνεῴχθαι μὲν διὰ τοῦ
 »Ἠν δὲ σάββατον ἐν ᾗ ἡμέρᾳ τὸν πηλὸν » ἐποίησε καὶ ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς
 ὀφθαλμούς‘· βεβλεφέναι δὲ διὰ τοῦ » Καὶ ἐνίψατο καὶ ἠλθε βλέπων«. τῶν δὲ
 λεγομένων τὴν διαφορὰν παραθσόμεθα ἀπὸ τοῦ Τωβήθ, περὶ οὑ, ἐπείπερ
 λευκώματα ἐγεγόνει ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, οὐκ ἀναγέγραφεν ὅτι
 ἀνεῴχθησαν αὐτοῦ οἱ ὀφθαλμοί, ἀλλ' ὅτι ἐνέβλεψε. δι’ ὅλου
 δὲ τοῦ περὶ τοῦ τυφλοῦ τόπου τηρήσεις ἀμφότερα, τῶν μὲν τοῦτο λεγόντων
 τῶν δὲ ἐκεῖνο, καὶ σχίσματος γενομένου. τηρήσεις δὲ καὶ ἐν τῷ Ἡσαίᾳ
 προφητεύοντι περὶ Χριστοῦ ἐπιδημίας ὅτι ἐρχεται ὀφθαλμοὺς τυφλῶν 
 
 
 ἀνοῖξαι. ἑξῆς δὲ ἔστιν ἰδεῖν καὶ τὸν ἀποκρινάμενον
 πῶς μὲν τοῖς προτέροις πῶς δὲ τοῖς δευτέροις ἀποκρίνεται τοῖς μὲν
 προτέροις ἀκριβέστερον, ὡς γείτοσι καὶ θεωροῦσιν αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι
 προσαίτης ἠν, τοῖς δὲ Φαρισαίοις οὔτε τὰ περὶ τοῦ Σιλωὰμ διηγήσατο, οὔθ' ὅτι ὁ σωτὴρ τὸν πηλὸν ἐποίησεν, οὔθ' ὅτι προσέταξέ τι
 αὐτῷ. καὶ τάχα ὁρῶν ὁ θεραπευθεὶς τῶν μὲν προτέρων ἐχομένην τὴν πεῦσιν
 πεῦσιν τῶν δὲ δευτέρων κακοηθείας, οὕτως ἑκατέροις ἀποκρίνεται.

Zu Joh. 9, 21. 
 
 Πρὸς τῷ διεψεῦσθαι καὶ ἄλλο ἥμαρτον εἰς προῦπτον κακὸν περιβάλλοντες
 ἑαυτῶν τὸν υἱόν. οἶμαι δὲ καὶ τοῦτο λόγον ἔχειν, ὅτι τυφλοῦ τυφλοῦ
 ἀνοίγων χριστὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς οὐ παιδίου ἀνέῳξεν ἀλλ' ἡλικίαν ἔχοντος,
 ἕνα βλέπῃ ὡς ἀνήρ. τοιοῦτοι δὲ ἦσαν καὶ οἱ λοιποὶ
 ἀναβλέψαντες τυφλοί. ἀληθὲς δὲ ὅτι καὶ ἡλικίαν ἔχων αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ
 λαλῆσαι δύναται, καὶ μάλιστα ὅτε Ἰησοῦς αὐτὸν ἀναβλέψαι ποιεῖ. οὐδὲ γὰρ
 δεῖται οὑτος ἑτέρου πρεσβεύοντος ὑπὲρ ἑαυτοῦ.

Zu Joh. 9, 27. 
 
 Νῦν τὸ μὲν » Oὐκ ἠκούσατε « ἴσον ἐστὶ τῷ » Οὐ παρεδέξασθε, οὐκ ἠθελήσατε
 τὸ . τὸ δὲ »Τί οὖν πάλιν θέλετε ἀκούειν;« ἰσοόυναμεῖ τῷ Τί δὲ, ὠ οὑτοι,
 ἄρα νῦν ἀκούειν < μάτην γὰρ θέλετε ἀκούειν, εἰ μὴ πιστεύετέ μοι
 ἀληθεύοντι, προσκαλεσα- 
 
 
 
 
 
 μένω πάντα τὸν μανθάνοντα τὸ ἐμοὶ συμβεβηκὸς ἐπὶ τὸ
 μαθητευθῆναι αὐτῷ, ὡς θειότερον πάσης διδασκαλίας ἀνθρωπίνης
 διδάξαντι.

Zu Joh. 9, 30. 
 
 
 Ἐχεταί τινος ἀξιολόγου ὑπονοίας τὸ » Ἐν τούτω θαυμαστόν »ἐστι «.
 θαυμαστὸν γάρ ἐστιν εἰ Ἰησοῦς πόθεν ἐστὶν ὑπὸ τῶν τυχόντων γινώσκεται·
 οὐ γὰρ ὁρῶσιν αὐτοῦ τὴν ῥίζαν καὶ τὴν πη- γήν, τὸν πατέρα.

Zu Joh. 9, 31. 
 
 Οὐκ ἂν δὲ τηλικοῦτο δόγμα τι εἰ ἦν ἀληθές, τὸ μὴ ἀκούεσθαι τὸν ἁμαρτωλὸν
 ὑπὸ τοῦ θεοῦ, ἀποσεσιώπητο , ἀλλ' εἴρητο ἂν ὑπό τινος ἀξίου πιστεύεσθαι,
 φέρε εἰπεῖν ἢ τοῦ θεράποντος ἤ τινος τῶν προφητῶν. πῶς δὲ εἰ ἁμαρτωλὸν
 οὐκ ἤκουσεν ὁ θεός, ἐδιδάσκοντο οἱ ἁμαρτωλοὶ λέγειν· »Ἄφες
 ἡμὶν τὰ παραπτώματα ἡμῶν, »ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν«;
 τίνων οὖν ἀκούει θεός; τῶν νευόντων εἰς μετάνοιαν , κἂν μήπω ἐπαύσαντο
 τοῦ εἶναι ἁμαρτωλοί. εἰ μὴ ἤκουεν ὁ θεὸς ἁμαρτωλῶν, οὐκ ἂν μετὰ τελωνῶν
 καὶ ἁμαρτωλῶν ὁ σωτὴρ ἡμῶν ἤσθιεν καὶ ἔπινεν. ἀλλὰ μὴ ἐπακουομένων τῶν διὰ τὸ κακῶς ἔχειν χρῃζόντων ἰατρῶν, οὐκ ἂν ἐθεράπευσεν
 αὐτούς.]] διόπερ ὡς ἀνυοήσης τῆς εὐχῆς τῶν ἡμαρτηκότων μὲν οὐ πάντως δὲ
 ἀπιστούντων ἔτι λέγεται τὸ » Ἐὰν ἐνομίας »παρατηρήσῃς, Κύριε, Κύριε τίς
 ὑποστήσεται;« ἴσως δὲ οὐ περὶ οὑ 
 
 
 
 
 ἔτυχεν ἐν τῇ εὐχῇ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ περὶ τῶν
 τηλικούτων ἔργων φησίν, ὁποῖα ἦν τὰ τοῦ Ἰησοῦ ἔργα. περὶ γὰρ τῶν
 τοιούτων ἔργων ἀξιούμενος ὁ θεὸς ὑπὸ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἀκούει.

Zu Job. 9, 35. 
 
 Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔφω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ
 πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; Ἐπεὶ ἐξέβαλον αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἔξω
 ἀπ᾿ αὐτῶν διὰ τὴν ἐπὶ τῷ σωτῆρι παρρησίαν, διὰ τοῦτο εὑρεν αὐτὸν ὁ
 Ἰησοῦς. εἰ ἐπὶ τὸ ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλὸς ἐλήλυθεν ὁ
 σωτήρ, τέλος δὲ τῷ ζητοῦντί ἐστιν ἡ εὕρεσις τοῦ ζητουμένου, δῆλον ὅτι
 οὐχ ἁπλῶς γε ἀκουστέον τὸ »Εὑρὼν αὐτόν«. καὶ γὰρ αὐτὸν τότε μάλιστα
 ἐχρῆν εὑρίσκεσθαι ὅτε ἐξεβλήθη ὑπὸ τῶν μὴ παραδεξαμενων τὴν περὶ Ἰησοῦ
 μαρτυρίαν. ἐκείνων γὰρ ἔξω γενόμενος ἐπιτήδειος πρὸς τὸ 
 εὑρεθῆναι γεγένηται. συνετώτερον δὲ ἀκουστέον καὶ τὸ »Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς
 ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω«. ἐπεὶ ἀκούσας τὸ τοιοῦτον τῆς ἀκοῆς αὐτοῦ ἄξιον
 εὑρίσκει τὸν περὶ οὗ ἤκουσεν. εὑρὼν δὲ αὐτὸν ἠρώτα τὸν εὑρεθέντα Σὺ
 πιστεύεις εἰς τὸν εὑρόντα υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; καὶ τάχα ὁ μὲν ἀρχόμενος
 πιστεύει εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ δὲ διαβαίνων
 ἀναβαίνει καὶ ἐπὶ τὸ πιστεῦσαι εἰς τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ· ὥστ᾿ ἂν εἰπεῖν
 αὐτόν· Εἰ καὶ Χριστόν ποτε κατὰ σάρκα ἔγωνμεν, ἀλλὰ νῦν αὐτὸν οὐκέτι
 γινώσκομεν κατὰ σάρκα μόνον, ἀλλὰ καὶ υἱὸν τοῦ θεοῦ. πῶς δὲ ἐρωτᾷ ὁ
 πάντα εἰδώς; καὶ ὅρα εἰ πρὸς τοῦτο φήσεις, παρατιθέμενος τὸ »Ἔγνω Κύριος
 τοὺς ὄντας αὐτοῦ« καὶ τὸ »Οὐκ οἶδα ὑμᾶς«; οὐ γὰρ ἅμα τῷ
 εὑρεθῆναί τις ἄξιός ἐστι τοῦ γινώσκεσθαι κατὰ τὸ Νῦν δὲ γνόντες θεόν,
 μᾶλλον δὲ γνωσθέντες »ὑπ᾿ αἰτοῦ‘. ἀλλὰ μετὰ τὴν εἰσαγωγήν προκοπῆς δεῖ,
 ἱν ὀφθῇ τις καὶ γνωσθῇ τῷ θεῷ. διὰ τοῦτο ἐρωτῶν αὐτὸν ὁ σωτήρ φησι· »Σὺ
 »πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;« ἐπεὶ δὲ οὐδέπω ἐδύνατο λέγειν ὅτι Πιστεύω, ἀλλ’ ὡς ἀγνοῶν ἀποκριθεὶς εἶπε τὸ Τίς ἐστι,
 Κύριε, ἵνα πιστεύω εἰς αὐτόν;« ἐν μεθορίῳ τοίνυν ὑπῆρχεν, ἵν 
 
 οὕτως εἴπω, ἀπιστίας καὶ πίστεως. διὰ τοῦτό φησι
 πρὸς αὐτὸν ὁ σωτήρ· »Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετά σου ἐκεῖνός
 ἐστιν«.

Zu Joh. 9, 39. 
 
 Τοιαύτη γὰρ παράδοσις καὶ δόξα παρὰ Ἰουδαίοις ἐκράτει· ὅθεν 
 καὶ οἱ μαθηταὶ ἠρώτων τὸν Ἰησοῦν· »Οὗτος ἥμαρτεν ἢ οἱ γονεῖς αύτοῦ;«
 ἀλλ᾿ ἀπεφήνατο λέγων ὁ κύριος ὅτι »Οὔτε οὗτος οὔτε οἱ »γονεῖς αὐτοῦ«,
 περὶ οὑ έν τοῖς ἔμπροσθεν εἴρηται.

Zu Joh. 9, 37. 
 
 
 Οὐ παρέργως ἀκουστέον τοῦ μὲν »Ἑώρακας« ἐπὶ τὸν παρελθόντα χρόνον
 ἀναφερομένου, τοῦ δὲ »Ὁ λαλῶν μετά σου« ἐπὶ τὸν ἐνεστηκότα, ὅτι ἐκεῖνος
 ὁ ἑωραμένος ὁ αὐτός ἐστι τῷ νῦν λαλοῦντι μεταὐτοῦ, παρατιθέμενον·
 »Τοσούτῳ χρόνῳ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι καὶ οὐκ »ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς
 ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα( πολλοὶ γὰρ ἑωρακότες αὐτὸν οὐκ
 ἔγνωσαν αὐτόν. ἑώρακεν οὖν κυρίως αὐτὸν ὁ τοῖς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοῖς ὑπ᾿
 αὐτοῦ τοῦ θεοῦ φωτιζόμενος. ἀπὸ ἀμφοτέρων τοίνυν ὠφεληθεὶς ὁ ποτὲ
 τυφλός, ἀπό τε τοῦ ὁρᾶν καὶ ἀπὸ τοῦ λόγου, οὐ μόνον εἶπε· »Πιστεύω,
 Κύριε«, ἀλλὰ καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ. 
 
 LXXIII a. 
 Aus Eustathius, de enfiastrim. 21 [p. 60 ed. Jahn]. 
 Οὐκ ἔλαττον δὲ καὶ τὸ τῆς λιθοβολίας δρᾶμα θεωρῶν, ἐπειδὴ καὶ τοῦτο
 πειρᾶται (d. h. Origenes) τροπολογῆσαι τοῦ εὐαγγελικοῦ καταψεύδεται
 γράμματος Οὐ πάνυ τι, λέγων, εὕραμεν ζητήσαντες ἐν τοῖς πρὸ
 τούτου ὅτι ἐβάστασαν οἱ Ἰουδαῖοι λίθους, 
 
 
 ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν. εἶτα μετ’ ὀλίγα φησίν· Εἰ γὰρ
 πάλιν ἐβάστασαν πρότερον ἐβάστασαν.

Zu Joh. 10, 31. 
 
 
 Εἰ πάλιν ἐβάστασαν πρότερον ἐβάστασαν. εἴπερ οὖν μὴ λανθάνει ἡμᾶς τοῦτο
 γεγραμμένον, ἀναγκαῖον ζητῆσαι τὴν αἰτίαν τῆς προσθήκης τοῦ Πάλιν‘.
 οἶμαι δὲ ὅτι ὁ κακῶς λέγων τινὰ λίθον ἐπὶ τὸν κακολογούμενον βάλλει.
 κακῶς δὲ αὐτὸν ἔλεγον έν τοῖς ἀωντέρω, ὅτε καὶ σχίσμα ἐγένετο ἐν τοῖς
 Ἰουδαίοις διὰ τοὺς λόγους αοὐτοῦ«. πάλιν οὖν τὸ βάρος τῶν
 δυσφήμων βαστάσαντες λόγων τρόπον ἀφιεμένων ἐπ᾿ αὐτὸν λίθων ὥρμησαν ἐπὶ
 τὸ Μάσαι αὐτὸν τῇ κακολογίᾳ. διὰ τοῦτό φησιν ἡ σοφία· »Ὁ βάλλων λίθον
 εἰς ὕψος ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ βάλλει«. βάλλειν γὰρ λίθον εἰς ὕφος
 λέγεται ὁ ἀδικίαν εἰς ὕψος λαλῶν. εὑρήσεις δὲ ἐν τῇ θείᾳ γραφῇ μίγμα τοῦ
 ὡσὰν ἱστορικοῦ πρὸς τὸ γυμναστικόν, καὶ μάλιστα παρὰ
 Ἰωάννῃ. τήρει γὰρ ἐν τῇ πρὸς τὴν Σαμαρεῖτιν διαλέξει πῶς τὸ μὲν
 »Ἐκαθέζετο ἐπὶ πηγῆς ὁ Ἰησοῦς« ἀπαγγελία ἐστὶν ὡς περὶ σωματικῆς τπηγῆς
 καὶ σώματος αἰσθητοῦ· οὐκέτι δὲ δυνατὸν περὶ τοῦ σωματικοῦ ποτοῦ ἀκούειν
 ὅτε »Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν »δωρεὰν
 τοῦ θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι· Δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτη- σας αὐτὸν
 καὶ ἔδωκέ σοι ὕδωρ ζῶν«. καὶ τὰ παραπλήσια· Πολλὰ »ἔργα ἔδειξα ὑμῖν· διὰ
 ποῖον αὐτῶν ἔργον λιθάζετέ με;« εἴ τις ἐπανελθὼν συναγάγοι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς
 τοῦ εὐαγγελίου τὰ ἔργα Ἰησοῦ, ἀναγαγὼν αὐτὰ ἐπὶ τὰς πνευματικὰς
 ἐργασίας, οὗτος μάλιστα ὄψεται ποῖα πολλὰ ἔργα ἔδειξε τοῖς
 βαστάσασι λίθους, ἵνα λιθάσωσι τὸν Ιησοῦν· οἷον ἔν τῶν καλῶν ἔργων ἠν τὸ
 ἐν Κανὰ σημεῖον, ὅτε ὑστέρησεν ὁ πρότερος οἶνος διὰ τὸ »Ὀ νόμος καὶ οἱ
 προφῆται μέχρι Ἰωάννου, τὸ καλόν οἴνου εὐπορηκέναι ἡμᾶς, οἷς
 συνανάκειται Ἰησοῦς. καὶ αὕτη γε ἀρχὴ τῶν σημείων ἐστὶν αὐτοῦ έν τῇ
 κλήσει τοῦ ἀπὸ τῶν Μνῶν λαοῦ· ἐπεὶ καὶ γέγραπται· Ταύτην
 τὴν ἀρχὴν τῶν ση- 
 
 
 »μείων ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς«. τὸ δὲ ἑξῆς τούτῳ
 τὸ τὸν οἶκον τοῦ αὐτοῦ, οἶκον ἐμπορίου γενόμενον, ἀποκαταστῆσαι
 εἰς τὸ πάλιν γενέσθαι οἶκον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. καὶ τί με δεῖ λέγειν ὅσα
 πεποίηκεν ἔργα καλὰ ἐκ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ;

Zu Joh. 10, 40. 
 
 Ἰνα μὴ ἐκφανῆ σφόδρα τὴν θεότητα καταστήσῃ, συνὼν ἐπὶ πλέον τοῖς κατέχειν
 ἐπειγομένοις καὶ μὴ κατεχόμενος, καὶ τῆς ἀνθρωπίνης τάξεως παραχαράξει
 τὸν ῥυθμόν. πρόσχες δὲ εἰ δύναταί τινα λόγον ἔχειν τὸ μὴ ἁπλῶς γεγράφθαι
 τὸ >Ἀπῆλθεν εἰς τὸν , ἀλλ᾿ ἐπέκεινα καὶ »πέραν« αὐτοῦ.
 ὥσπερ καὶ οἱ διὰ Μωσέως κληροδοτούμενοι τὴν γῆν, ἥττους ὄντες τῶν διὰ
 τοῦ Ἰησοῦ κληροδοτουμένων, ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐκληρώθησαν· ἔνθα
 βωμὸν μέν, σύμβολον τοῦ ἐν τῇ ἁγίᾳ γῇ θυσιαστηρίου, κατεσκεύασαν, θυσίαν
 θυσίαν ἢ ὁλοκαυτώματα ἐπ᾿ αὐτοῦ οὐκ ἀνέφερον. ἀλλ᾿ ἤδη τροπικώτερον ἀκούομεν τοῦ· »Ἀπῆλθεν πέραν τοῦ Ἰορδάνου εἰς τὸν τόπον
 ὅπου ἦν »ὁ Ἰωάννης τὸ πρότερον βαπτίζων«. καὶ ὁ τοῦ Ναυῆ μέντοιγε Ἰησοῦς
 ἀπὸ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου μετὰ τεραστίων δυνάμεων διαβιβάζει τὸν λαόν.
 ἀλλὰ καὶ Ἡλίας μέλλων ἀναλαμβάνεσθαι ὡς εἰς τὸν οὐρανὸν ἅρματι πυρὸς καὶ
 ἵπποις πυρὸς ἀπὸ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου τῇ μηλωτῇ διασχίσας
 τὸ ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ διέρχεται.

Zu Joh. 10, 39. 
 
 Ἐςήτουν πάλιν αὐτὸν πιάσαι· καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς χειρὸς αὐτῶν. Κατὰ δὲ
 ἀναγωγὴν εἰσί τινες βουλόμενοι θηρεῦσαι τὸν κατὰ
 Χριστιανισμὸν λόγον λόγον τὸ ἀνατρέψαι καὶ ἀνελεῖν αὐτόν οὗτοι νῦν
 λέγοιντ᾿ ἂν ζητοῦντες πιάσαι τὸν Ἰησοῦν. ἀλλ᾿ ἐπεὶ »Εἰς κακότεχνον ψυχὴν
 οὐκ εἰσελεύσεται σοφία« καὶ »Δοκιμαζομένη ἡ ἐν τῷ λόγῳ δύναμις ἐλέγχει
 τοὺς ἄφρονας«, διὰ τοῦτο ἐξέρχεται, ὅτε δοκεῖ τοῖς κρατοῦσιν εἶναι ἐν τῇ
 χειρὶ αὐτῶν ὁ τῆς ἀληθείας λόγος, καὶ ἔξω γίνεται τῆς
 χειρὸς αὐτῶν, οὐ δυναμένων αὐτὸν κατασχεῖν. 
 
 
 
 διόπερ ὅτε καὶ δοκοῦσιν ἀνατρέπειν οὐ τὸ ἀληθὲς
 ἀνατρέπουσιν, οὐ γὰρ συνίασιν αὐτοί. ἐξελθὼν δὲ ἐκ τῆς χειρὸς αὐτῶν
 ἔρχεται παρὰ τῷ ποταμῷ Ἰορδάνῃ, ὃς ἑρμηνεύεται , ἔνθα οἱ οὐρανοὶ
 ἀνοιγόμενοι μαρτυροῦσι τῷ λόγω̣ ὅτι »Οὑτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ, »εἰς ὃν εὐδόκησεν ὁ πατήρ‘. κἂν πέραν δέ τις τυγχάνῃ τοῦ
 ποταμοῦ. ἀλλ’ ἐγγίσας αὐτῷ εὑρήσει τὸν Ἰησοῦν τὸ βέλτιον Ἰωάννου
 βαπτίζοντα. Ἰωάννης μὲν γὰρ τὸ αἰσθητὸν πρῶτον ἐβάπτισεν βάπτισμα,
 Ἰησοῦς δὲ τὸ νοητόν, εἴ γε ἐν πνεύματι ἁγίῳ ἐβάτιζεν καὶ πυρί, μᾶλλον
 τοῦ ὀφθέντος ἐπὶ τῆς βάτου πυρὸς μὴ κατακαίοντι. πρόσχες δὲ 
 ἐπιμελῶς τῷ »Ὅπου ἠν Ἰωάννης τὸ πρῶτον βαπτίζων« ἀνμφιβόλως εἰρημένῳ καὶ
 ἀμφότερα ἰδὼν τὰ σημαινόμενα ἀπὸ τῆς λέξεως κρῖνον ὁπότερον χρὴ αὐτῶν
 παραδέξασθαι· πρῶτον ἐβάπτιζεν Ἰωάννης πέραν τοῦ Ἰορδάνου· δεύτερον δὲ
 ἐν Αἰνών, ἐγγὺς τοῦ Σαλήμ. ἀπῆλθεν οὖν ὁ Ἰησοῦς πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἔνθα
 πρότερον ἐβάπτισεν Ἰωάννης τοῦ βαπτίσματος οὗ ἐβάπτιζεν ἐν
 Αἰνών· ἢ καὶ οὕτως· τὸ μὲν πρῶτον βάπτισμα Ἰωάννης ἐβάπτισε πέραν τοῦ
 Ἰορδάνου, τὸ δὲ δεύτερον Ἰησοῦς ὁ χριστὸς ἐβάπτισεν ὅπου τὸ πρῶτον
 βάπτισμα δοὺς Ἰωάννης ἐβάπτισε. δοκεῖ δέ μοι τὸ δεύτερον ἔχειν λόγον
 μᾶλλον παρὰ τὸ πρότερον. εἴποι δ᾿ ἄν τις καὶ περὶ τῆς προτέρας τοιαῦτα·
 τὸ πρῶτον βάπτισμα πέραν τοῦ Ἰορδάνου δίδωσιν Ἰωάννης,
 ὃ ἑρμηνεύεται , τὸ δὲ δεύτερον έν Αἰνών, ἐγγὺς τοῦ Σαλήμ. Αἰνὼν δὲ
 ἑρμηνεύεται Ὀφθαλμὸς < καὶ Σαλὴμ Αὐτὸς ὁ . ἤδη οὐν διορατικώτεροι
 εἰσὶν οἱ τὸ δεύτερον λαμβάνοντες λύτρον, καὶ ἀπὸ πολλῆς βασάνου καὶ
 πόνου κτησάμενοι τὸν τῆς ψυχῆς ὀφθαλμόν. καὶ ἔπρεπέ γε τὸ
 πρῶτον εἶναι βάπτισμα παρὰ καταβάσει, τὸ δὲ δεύτερον παρὰ
 ἀναβαίνοντι.

Zu Joh. 11, 1. 
 
 Τὸ ὄνομα τοῦ Λαζάρου δὶς ἐν τοῖς εὐαγγελίοις εὕρομεν· πρότερον μὲν ἐν τῷ κατὰ λουκᾶν ἐν τῇ παραβολῇ τοῦ πλουσίου καὶ 
 
 
 τοῦ καλουμένου λαζάρου, ὅτε καὶ ἀπέθανε καὶ εἰς τὸν
 κόλπον τοῦ Ἀβραὰμ ἀπῆλθεν· δεύτερον δὲ κατὰ τὴν ἐκκειμένην λέξιν.
 πότερον δὲ ὁμωνυμία ἐστὶ δύο ὄντων Λαζάρων, ἢ ἐκεῖνός ἐστιν οὗτος; φήσει
 γὰρ ὁ βουλόμενος περὶ ἑνὸς λέγειν ἀμφοτέρους τοὺς εὐαγγελιστὰς ὅτι ἐν
 ταῖς τρισὶ ταῖς μεταξύ τεταρταῖος γὰρ ἀνέστη Λάςαρος), 
 ἀπενεχθεὶς ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραὰμ ἀνεπαύσατο. καὶ διὰ
 τὰ ὑπὸ τοῦ πλουσίου εἰρημένα ἐν τῷ »Ἐρωτῶ οὗν »σέ, πάτερ, ἵνα πέμψῃς
 αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου, ἵνα »μὴ κοὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν
 τόπον τοῦτον τῆς βασάνου« ὑπὸ μὲν τοῦ Ἀβραὰμ οὐκ ἀπεστάλη, εἰπόντος·
 »Ἔχουσι Μωσέα καὶ τοὺς »προφήτας«· ὁ δὲ σωτὴρ καὶ κύριος
 ἡμῶν ἀνέστησεν αὐτόν, τάχα κατὰ τὸ σιωπώμενον ἀπαγγελοῦντα περὶ ὧν
 ἑώρακεν καὶ τὰ περὶ τὰς ψυχὰς οἰκονομούμενα. ἀλλὰ ταῦτα λῆρος· ὁ μὲν γὰρ
 παρὰ τῷ πλουσίω ἀπερίστατος ἠν καὶ ἀπερριμμένος ἐν τῷ πυλῶνι, ὁ δὲ εἶχε
 Μαρίαν καὶ Μάρθαν ἀδελφὰς εὐπόρους καὶ περιβοήτους παρὰ τοῖς Ἰουδαίοις, ὡς καὶ τὸν Ἰησοῦν ὑποδέχεσθαι. καὶ ἄκουσον τί φησιν αὐτὸς
 ὁ εὐαγγελιστὴς ἰωάννης· »Ἦν δὲ Μαρία ἡ ἀλείψασα τὸν κύ- ριον μύρῳ«. ἡ
 ἔχουσα μύρον κοὶ ἀγαπωμένη ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ οὐκ ἠλέησε τὸν ἀδελφόν,
 ἐπιθυμοντα κορεσθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ
 πλουσίου; ἀλλ’ οὐκ ἂν ἔχοι λόγον. ἀπὸ Βηθανίας δὲ ἠν, ὅπερ
 ὅπερ ἑρμηνεύεται Οἶκος . τάχα πᾶς ὁ ἀπὸ Βηθανίας ᾠκειωμένος ὑπακοῇ φίλος
 ἐστὶ τοῦ Ἰησοῦ. ἐπεὶ δὲ τρεπτή έστιν ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, κἂν ἀσθενήσαι
 ποτὲ τοῦ Ἰησοῦ φίλος· ἀσθενήσαι δ᾿ ὂν ἂν μὴ πάρεστιν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ
 οὐ μόνον ἀσθενήσαι ἀλλὰ καὶ. ἀποθάνοι.

Zu Joh. 11, 2. 
 
 Ὅτι Μαρία ἡ οὐτή ἐστι καὶ παρὰ τῷ Λουκᾷ ἡ ἀλείψασα τὸν κύριον μύρῳ δῆλον.
 ἀλλ᾿ ἐκεῖνος μὲν αὐτῆς ἀπεσιώπησεν τοὔνομα· Ἰωάννης δὲ καὶ τὸ ἐκείνῳ
 παραλειφθὲν ἀνεπλήρωσεν. τίς Δ’ ἂν μὴ παρατραπείη ἐκ τῆς
 τοιαύτης τοῦ Ἰησοῦ μαρτυρίας περὶ Μαρίας 
 
 
 πρὸς τὸ μὴ ἀπογνοὺς ἑαυτὸν ἐπὶ τοῖς πρότερον ἥκειν
 καὶ παρακαθέζεσθαι τοῖς ποσὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ μαθητεύεσθαι αὐτῷ; καὶ γὰρ
 αὕτη, φησί, »γυνὴ ἦν ἐν τῇ πόλει ἁμαρτωλός«, ἥτις »ἐπιγνοῦσα ὅτι
 ·κατάκειται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας κλαίουσα τοῖς δάκρυσιν
 ἤρξατο »βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ‘. εἴποι δ’ ἄν τις τὴν μὲν Μαρίαν
 σύμβολον εἶναι τῶν ἀπὸ Μνῶν, τὴν δὲ Μάρθαν τῶν ἐκ περιτομῆς, τὸν δὲ ἐκ
 νεκρῶν ἀνιστάμενον ἀδελφὸν αὐτῶν τῶν διά τινα ἁμαρτήματα εἰς ᾄδου
 καταβεβηκότων κατὰ τὸ »Ἀποστραφήτωσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ »εἰς τὸν
 ᾄδην«· καὶ οὐκ ἀπιθάνως διὰ τὴν ἐν τῷ Μωϋσέως νόμῳ πολιτείαν φήσει
 εἰρῆσθαι τῇ Μάρθᾳ· »Μάρθα Μάρθα, περὶ πολλὰ θορυβῇ καὶ περισπᾶσαι,
 ὀλίγων δέ ἐστι χρεία«· εἰς σωτηρίαν γὰρ οὐ τῶν πολλῶν κατὰ τὸ γράμμα τοῦ
 νόμου ἐντολῶν χρεία, ἀλλ’ ὀλίγων, ἐν οἷς κρέμαται ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ
 προφῆται, τῶν περὶ ἀγάπης νενομοθετημένων.

Zu Joh. 11, 4. 
 
 Ὡς μὲν ἐν συμβόλῳ δηλούτω τὸν κατὰ τὴν ἱστορίαν θάνατον· ὡς δὲ πρὸς
 ἀναγωγὴν παριστάτω θάνατον ὃν ἔσθ᾿ ὅτε ὑπνοῦσιν οἱ μὴ ὑπὸ
 θεοῦ τοὺς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοὺς πεφωτισμένοι. οὐ πάντως δὲ οἱ μὴ
 πεφωτισμένοι κοιμῶνται εἰς θάνατον, ἀλλὰ τῶν ἐνδεχομένων ἐστί * * καὶ
 διὰ τοῦτό φησιν ὁ ψαλμῳδός· »Φώτισον τοὺς »ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω
 εἰς θάνατον( καὶ πρόσεχε ἐπιμελῶς τῷ »Μήποτε«. εἶπε τοίνυν τοῖς μαθηταῖς
 παρρησίᾳ, τὸ πρῶτον γὰρ ἐν παροιμίαις εἴρηκεν· »Λάζαρος
 κεκοίμηται«, »Καὶ χαίρω δι’ »ὑμᾶς ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ‘· εἰ γὰρ ἠν ἐκεῖ οὐκ
 ἂν τεθνήκει Λάζαρος· ἀδύνατον γὰρ ἀποθανεῖν τινα παρόντος Ἰησοῦ. ἵνα δὲ
 ἀναστῇ ἐκ νεκρῶν ὁ ἀποθανών, ἐλθεῖν δεῖ τὸν Ἰησοῦν πρὸς τὸν
 ἀποθανόντα. 
 
 
 
 
 
 δι’ ὑμᾶς μέν. φησί, χαίρω, πιστεύοντας ἐκ τοῦ μαθεῖν, ὅτι ἀπέθανεν
 ἐκεῖνος οὐκ ὄντος μου παρ’ αὐτῷ, καὶ ἵνα βεβαιωθῆτε ἐν τῇ πίστει. αὐτὸς
 μὲν οὖν μόνος ἐξυπνίζει τὸν Λάςαρον, τῶν δὲ μαθητῶν ἔργον ἦν τεθνηκότα
 δεδεμένον τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας κειρίαις, καὶ τῆς ὄψεως αὐτοῦ
 σουδαρίῳ περιδεδεμένης, λῦσαι αὐτὸν δεσμοῖς νεκρῶν δεδεμένον
 καὶ ἀφιέναι αὐτὸν ὑπάγειν κατὰ τὴν τοῦ Ἰησοῦ κέλευσιν· φησὶ δὲ ὁ Θωμᾶς·
 »Ἄγωμεν ἴνα συναποθάνωμεν αὐτῷ‘. ἀναγνοὺς ὁ Θωμᾶς τὰς περὶ τοῦ σωτῆρος
 προφητείας· εἰκὸς δὲ ὅτι καὶ ἠκηκόει λείπεσθαι οἰκονομίαν τῷ υἱῷ τοῦ
 θεοῦ τὴν περὶ ψυχῶν, ἣν ἔμελλε ποιεῖν καταβὰς εἰς τὸ χωρίον αὐτῶν ἵνα
 τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι κηρύξῃ, πορευθεὶς πρὸς αὐτά,
 ἀπειθήσασί ποτε. ἀκούσας ὅτι »Πορεύομαι ἕνα ἐξυπνίσω αὐτὸν« ᾤετο οὐκ
 ἄλλως ἂν ἐξυπνισθήσεσθαι καὶ ἐκ νεκρῶν ἀναστήσεσθαι τὸν Λάζαρον ἢ τοῦ
 Ἰησοῦ καταβάντος εἰς τὸ τῶν ψυχῶν χωρίον. τὰ δὲ καὶ τοῦ σωτῆρος
 εἰπόντος· »Οὐδεὶς αἴρει τὴν ψυχήν μου ἀπ’ ἐμοῦ ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ᾿
 »ἐμοῦ« καὶ τὰ ὅμοια, εἶτα ὡς γνήσιος αὐτοῦ μαθητής,
 κρίνας αὐτῷ ἀκολουθεῖν ὅποι ποτ’ ἂν ἀπίῃ, ἐβούλετο αὐτῷ καὶ τοὺς λοιποὺς
 μαθητὰς χάριτι τοῦ Ἰησοῦ συναποθέσθαι τὸ σῶμα. μήποτε δὲ καὶ τοῦτο
 ἠπίστατο ὅτι οὐκ ἄλλως ἔσται συζῆσαι τῷ Ἰησοῦ μὴ συναποθανόντα αὐτῶ,
 καθὰ καὶ Παῦλος δοκεῖ. οἱ δὲ μὴ βουλόμενοι διὰ τοῦτο αὐτὸν
 λέγειν φήσουσιν ὅτι ὑποπτεύων τὸν ἐσόμενον φθόνον τῶν Ἰουδαίων ἐκ τοῦ
 ἀναστῆναι τὸν Λάζαρον καὶ τὸν ἑπόμενον κίνδυνον τοῦτο αὐτὸν αὐτὸν
 εἰρηκέναι. Ἐλθὼν οὖν ὁ Ἰησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡμέρας ἔχοντα. ὁ
 τέταρτος ἀριθμὸς ὑλικός τις καὶ σωματικὸς ὢν κακωτικός ἐστιν, ἐπεὶ τὰ
 γενικὰ σώματα τέσσαρά ἐστιν· ὅθεν οἱ δουλούμενοι καὶ οἱ
 κακούμενοι τέσσαρσιν ἑκατοντάσιν ἐτῶν πάσχουσι κατὰ τὸ εἰρημένον·
 Κακώσουσιν αὐτοὺς καὶ ταπεινώ- »σουσιν αὐτοὺς ἴτη τετρακόσια( τάχα δὲ
 κατὰ τοῦτο εἰς καθαίρεσιν τῶν τῇ φύσει τοῦ σώματος ἀκολουθησάντων
 ἁμαρτημάτων τεσσαράχοντα νηστεύει Μωσῆς ἡμέρας, ὁμοίας δὲ καὶ Ἡλίας, καὶ
 ὑπὲρ τῶν ἡμέτέρων ἁμαρτημάτων ὁ σωτήρ. καὶ νῦν οὐν ἐλθὼν ὁ
 Ἰησοῦς 
 
 
 εὗρε τὸν Λάζαρον τέσσαρας ἤδη ἡμέρας ἔχοντα ἐν τῷ
 μνημείῳ, ὅπερ ἐστὶ νεκρῶν οἰκητήριον· ἁμαρτωλοῖς γὰρ οἱ τάφοι οἰκίαι
 εἰσίν, ὅθεν καὶ οἱ δαιμονιζόμενοι ὡς ἐπὶ οἰκεῖον τόπον εἰς τὰ μνημεῖα
 καταφεύγουσιν· οἵτινες ὅσον μὲν ἔνδον εἰσίν, οὐδεὶς ἰσχύει διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης ἀπελθεῖν, ὅταν δὲ ἐξέλθωσι τὴν γυμνότητα
 ἀποτιθέμενοι, ἱματισμῷ κοσμοῦνται καὶ σωφρονοῦσι, καὶ τοῖς ποσὶ τοῦ
 Ἰησοῦ παρακαθέζονται. ὁ δὲ Ἰησοῦς έν καινῷ τίθεται μνμμείῳ καὶ καθαρᾷ
 εἰλίσσεται σινδόνι, καὶ οὐ φθάνει ἐπὶ τῶν τεσσάρων ἡμερῶν ὢν ἐν νεκροῖς.
 διὸ καὶ »ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος« ἦν, κοὶ έν ἐλευθέρῳ καὶ ἁγίῳ
 ἀριθμῶ̣ τῷ τρία ἐγείρεται. ἐν ᾧ καὶ ἁγιάζει ἡμᾶς τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος,
 εἰπὼν δεῖν βαπτίζεσθαι ἡμᾶς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ
 πνεύματος.

Zu Joh. 11, 14. 
 
 
 Inc. Ἡ βραδυτὴς τοῦ ἀρθῆναι τὸν ἐπικείμενον . . Expl. ἦραν τὸν λίθον.
 Cat. Nicetae (BC); s. ο. Ζ. XXVIII, 3 S. 391, 13.

Zu Job. 11, 18. 
 
 Βηθανία ἑρμηνεύεται x003E;Οἶκος ὑπακοῆς<, Ἱερουσαλὴμ .
 γειτνιᾷ τοίνυν ἐν μέσῳ σταδίων ιε΄, ὅσοι καὶ τοῦ ναοῦ ἀναβαθμοί.
 διαιρεῖται δὲ ὁ ιε΄ ἀριθμὸς εἰς τὸν ζ΄ τοῦ σαββάτου καὶ τὸν η΄ τῆς
 περιτομῆς, οἷς μόνοις μερίδα διδόναι ὁ Ἐκκλησιαστὴς παραινεῖ· »Δὸς
 μερίδα, λέγων, τοῖς ἑπτὰ καί γε τοῖς ὀκτώ( εἴπερ δὲ σύμβολόν ἐστι Μαρία
 μὲν τοῦ θεωρητικοῦ βίου, Μάρθα δὲ τοῦ πρακτικοῦ, Λάζαρος δὲ
 τοῦ μετὰ τὴν πίστιν ἐν ἁμαρτίαις γενομένου, εἰκότως Μαρία καὶ Μάρθα
 πενθοῦσι τὸν Λάζαρον, καὶ πενθοῦσαι δέονται τῆς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ
 παραμυθίας, ἣν βούλονται μὲν προσάγειν αὐταῖς Ἰουδαῖοι. πρὸ τοῦ
 πληρώματος τοῦ χρόνου λόγοι, 
 
 
 ἀπογινώσκουσι δὲ τοῦ δύνασθαι παῦσαι τοῦ ἐπὶ
 τῷ νεκρῶ̣ τὴν ἀδελφὴν τοῦ τεθνεῶτος. δοκεῖ δὲ ἡ Μάρθα νῦν σπουδαιοτέρα
 εἶναι τῆς Μαρίας, εἴ γε Μάρθα μὲν ἔδραμε πρὸς τὸν Ἰησοῦν, Μαρία δὲ οἴκοι
 ἔμενε καθεζομένη. εἰσὶ δέ τινες, ὡς ἑκατόνταρχος, μὴ ὄντες ἱκανοὶ τὸν
 Ἰησοῦν ὑποδέξασθαι, ἕτεροι δὲ ἄξιοι, ὡς ὁ ἀρχισυνάγωγος· 
 ὅθεν Μάρθα ὡς ὑποδεεστέρα ἔδραμε πρὸς τὸν Ἰησοῦν, ἡ δὲ Μαρία ἀναμένει
 οἴκοι αὐτὸν ὑποδέξασθαι, ὡς χωρητικὴ τῆς αὐτοῦ ἐπιδημίας. καὶ οὐκ ἂν
 ἐξῆλθε τοῦ ἑαυτῆς οἴκου, εἰ μὴ ἤκουσε τῆς ἀδελφῆς λεγούσης· »Ὁ
 διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σε«. καὶ ἐγερθεῖσα οὐχ ἁπλῶς ἠγέρθη ἀλλὰ
 ταχύ. καὶ πεσοῦσα πρὸς τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ εἶπεν ἃ εἶπεν,
 ἐκείνης μὴ προσπεσούσης.

Zu Joh. 11, 26. 
 
 Οὐκ ἀγνοῶν ὁ σωτὴρ πότερον πιστεύει ἡ Μάρθα τοῖς λεγομένοις ἢ μή
 πυνθάνεται λέγων· »Πιστεύεις τοῦτο;‘ ἀλλ᾿ ὑπὲρ τοῦ ἡμᾶς ἢ
 καὶ τοὺς τότε παρόντας μαθεῖν ἐκ τῆς ἀποκρίσεως αὐτῆς τὴν αὐτῆς
 διάθεσιν. ἄλλος δέ τις φήσει ὅτι οὐδὲ πυνθάνεται, ἀλλ ἀποφαίνεται τὸ
 »Πιστεύεις τοῦτο;‘ εἶτα πληροῦσα ἡ Μάρθα τὴν ἀπόφασιν τοῦ σωτῆρος λέγει·
 Ναὶ κύριε((· καὶ οἷον οὐ μόνον τοῦτο ὃ σὺ λέγεις πιστεύω, τὸ δὲ σὲ εἶναι
 τὸν χριστὸν οὐ μόνον ἄρτι πιστεύω ἀλλὰ καὶ πεπίστευκα. καὶ
 ὅτι σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος, καὶ ἐπισημῶν πᾶσι
 τοῖς πιστεύουσιν εἰς σέ.

Zu Joh. 11, 32. 
 
 Ζητήσαι δ’ ἄν τις διὰ τί λέγει· »Εἰ ἦς ὧδε« ἐξετάζων τὰ τῆς 
 
 
 
 
 
 
 ἀναγωγῆς, εἰ ἔστιν ὅπου οὔκ ἐστιν ὁ Ἰησοῦς; ὥσπερ
 ὅπου εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ αὐτοῦ ὄνομα, ἐκεῖ ἐστὶν ἐν μέσῳ
 αὐτῶν· ἄλλων δὲ μέσος ἕστηκεν τῶν μὴ γινωσκόντων αὐτόν· οὕτως παρῆν τῇ
 Μαρίᾳ καὶ τῇ Μάρθᾳ. οὐχ οὕτω γὰρ προκεκόφεισαν ὡς γινώσκειν 
 αὐτὸν παρόντα.

Zu Joh. 11, 34. 
 
 Τὸ δὲ »Ποῦ τεθείκατε αὐτόν;« μὴ θαυμάσῃς εἰ ὥσπερ ὑπὸ ἀγνοοῦντος λέγεται.
 ἀγνοεῖν γὰρ οὐ μόνον τὸν σωτῆρα ἀλλὰ καὶ τὸν πατέρα φησὶν ἡ
 γραφὴ κατὰ σημαινόμενον κατὰ τὸ »Εἴ τις ἐν »ὑμῖν πνευματικὸς
 ἐπιγινωσκέτω ἃ γράφω ὑμῖν, ὅτι τοῦ θεοῦ ἐστίν· »εἰ δέ τις ἀγνοεῖ
 ἀγνοεῖται«. ἐρωτᾷ· Μοῦ τεθείκατε αὐτόν;« ὥς γε τοῖς μαθηταῖς ἐντέλλεται
 ἀφιέναι τοὺς νεκρούς. δακρύει δὲ ὁ Ἰησοῦς, ἐάν τις αὐτοῦ τῶν φίλων ἐν
 μνημείῳ γένηται.

Zu Joh. 11, 38. 
 
 Μακρὰν μὲν τυγχάνων τοῦ μνημείου ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι. ὅτε δὲ ἐγγὺς
 γίνεται τῷ νεκρῷ, οὐκέτι ἐμβριμᾶται τῷ πνεύματι, ἀλλὰ συνέχει ἐν ἑαυτῷ
 τὴν ἐμβρίμησιν. διὸ λέγεται· »Ἐμβριμώμενος ἐν »ἑαυτῷ
 ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον( πάλιν δὲ ἐπιτιμᾷ τῷ πάθει, ἵνα μάθωμεν ὅτι
 ἄνθρωπος γέγονεν ἀτρέπτως ὡς ἡμεῖς. »Ἠν δὲ σπή- λαιον καὶ λίθος ἐπέκειτο
 ἐπ’ αὐτοῦ«. ἐτέθη γὰρ οὐκ ἐν οἰκοδο- 
 
 
 
 
 
 μητῷ τινι μνημείῳ ἀλλ’ ἐν λαξευτῷ. καὶ τάχα διὰ
 τοῦτο οὐαὶ τοῖς οἰκοδομοῦσι τάφους ἢ μνημεῖα. οἰκοδομεῖσθαι γὰρ δεῖ
 οἰκίας, καὶ ναόν, καὶ εἴ τι τοῖς ζῶσίν ἐστι χρήσιμον. εἶτά φησιν· »Ἄρατε
 τὸν λίθον«· ἐπεὶ τὸ σπήλαιον μνημεῖον
 ἠν, οὐχ ἥψατο αὐτὸς τοῦ λίθου, ἀλλ᾿ ἑτέροις ἐπέτρεψεν ἀραι τοῖς
 ἐπιτηδείοις πρὸς τὸ ἔργον. τοῦ δὲ ἐπικειμένου τῷ στόματι τοῦ
 φρέατος ἐν τῇ Γενέσει καὶ ἐμποδίζοντος τὰ πρόβατα τοῦ πίνειν, ἀφ’ ὧν
 ἔμελλε γενέσθαι τὰ ἐπί σημα καὶ ἡ μερὶς τοῦ Ἰακώβ, αὐτὸν ἔδει
 ἐπιλαβέσθαι τὸν Ἰακώβ, καὶ προσελθόντα τῷ λίθῳ ἀποκυλίσαι αὐτόν. καὶ
 ἔδει γε ἐπὶ μὲν τοῦ φρέατος αὐτὸν προσελθεῖν τὸν Ἰακώβ, ἔξω δὲ τοῦ
 σπηλαίου στῆναι τὸν ἰησοῦν.

Zu Joh. 11, 51. 
 
 Οὐκ, εἴ τις προφητεύει, προφήτης· ἀλλ᾿ εἴ τις προφήτης, οὑτος προφητεύει.
 Βαλαὰμ γὰρ μάντις ὢν προφητεύει. οὐ γάρ, εἵ τις ἰατρικόν τι
 ἐποίησεν, ἤδη καὶ ἰατρός· ἢ καὶ οἰκοδομικόν τι ποιήσας ἤδη καὶ
 οἰκοδόμος. καί τινες μὲν βούλονται μὴ ἀπὸ τοῦ ἁγίου πνεύματος ματος τὸν
 καινάφαν εἰρηκέναι διὰ τὸ λέγειν τὸν Δαυεὶδ ἁμαρτήσαντα· Καὶ τὸ πνεῦμά
 σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ‘ , καὶ μὴ κατοικεῖν αὐτὸ ἐν σώματι
 κατάχρεῳ ἀμαρτίᾳ, ἀλλ’ ὑπὸ ἐνεργείας πονηρῶν πνευμάτων.
 δύνασθαι γάρ φασιν ἔστιν ὅτε προλέγειν τοὺς δαί- 
 
 
 
 
 μονας ὡς ἐπὶ Παύλου τὸ πνεῦμα τοῦ πύθωνος, καὶ ἐπὶ
 τοῦ σωτῆρος τὸ »Ἔα, τί ἡμῖν καὶ σοί, υἱὲ τοῦ θεοῦ;« μανθάνομεν δὲ ὅτι οὐ
 πάντα λέγουσιν ἀφ᾿ ἑαυτῶν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά τινα καὶ ἐνεργούμενοι ἢ ὑπὸ
 κρείττονός τινος δυνάμεως ἢ ὑπὸ χείρονος. πλὴν ὥσπερ τινὲς τῶν ἑτεροδόξων τὸν νοῦν τῆς γραφῆς ᾶρελδἐχπμται, οὕτως οἱ Φαρισαῖοι τὸ
 ὑπὸ Καιάφα ῥηθὲν πρὸς τὸν ἐαυτῶν ἐκλαμβάνουσι νοῦν.

Zu Joh. 11, 54. 
 
 Καὶ βουλομένου τοῦ λόγου ἐπιστρέφειν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ἀλογώτερον 
 καὶ θερμότερον ἐπιπηδᾶν τοῖς κινδύνοις μηδ᾿ ἂν ὑπὲρ τῆς ἀληθείας ὦσιν,
 ἀλλὰ καταλαμβανομένους μὲν ἵστασθαι, μέλλοντας δὲ ἀναδύεσθαι, διὰ τὸ τῆς
 ἐκβάσεως ἄδηλον. πρὸς δὲ ἀναγωγήν ῥητέον ὅτι Ἰησοῦς πάλαι μὲν παρρησίᾳ
 τοῖς Ἰουδαίοις περιεπάτει διὰ τῶν προφητῶν, νῦν νῦν οὐκέτι. οὐ γάρ ἐστιν
 ἐν αὐτοῖς λόγος θεοῦ, ἀλλ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς τὴν ἔρημον,
 περὶ ἡς λέγεται ὄτι] »πολλὰ πολλὰ τὰ »τέκνα τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ
 τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα«· ἐγγὺς Ἐφραίμ, ἥτις ἑρμηνεύεται · αδελφὸς ὢν
 Μανασσῆ πρεσβυτέρου τοῦ ἀπὸ λήθης< μετὰ γὰρ τὸν >ἀπὸ λήθης<
 λαὸν ἐθνῶν >καρποφορία<. κἀκεῖ ἔμεινεν μετὰ τῶν μαθητῶν· πάρεστι
 τῇ >καρποφορίᾳ<. καὶ ἐπὶ τῇ γενέσει μὲν τοῦ
 Ἐφραὶμ εἴποι ἂν ὁ αὐτὸν σιτομέτρης ἡμῶν κύριος, ὁ ταπεινώσας ἑαυτὸν καὶ
 γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου· »Ηὔξησέ με ὁ θεὸς ἐν γῇ τῆς τα-
 »πεινώσεώς μου«.

Zu Joh. 12, 26. 
 
 Ὁ ἑπόμενος αὐτῷ τῷ ἕπεσθαι αὐτῶ̣ διακονεῖ αὐτῶ̣. ὁ δὲ διακονῶν αὐτῶ
 διάκονος αὐτοῦ ἐστι· καὶ διὰ τοῦτο ὅπου ὅπου ὁ λόγος, 
 
 
 
 καὶ αὐτὸς ἔστιν. οὐ σωματικῶς δὲ καὶ τοπικῶς τὴν
 ἀπαγγελίαν νοητέον. εἰ δὲ ὡς ἐν σωματικοῖς τόποις ἔστι τις τόπος τοῦ
 αἰθέρος ἐν τοῖς καθαρωτάτοις καὶ λεπτότητι φωτὸς διαυγεστέροις, οὐκ ἂν
 ἁμάρτοι τις τῶν ἐν σώματι τοὺς διαφέροντας ἀπολαμβάνοντας κατὰ τὴν ἀξίαν
 ἐν τῇ ἀναστάσει σῶμα δόξης ὑπερεχούσης καὶ διαφερούσης ἐν
 ἐκείνοις γίνεσθαι τοῖς χωρίοις ὡς ἐπιτηδειοτάτοις πρὸς τὴν σχολὴν τῶν
 θεωρημάτων τοῦ θεοῦ λόγου. καἰ τῇ μὲν ἐπινοίᾳ ἕτερόν ἐστι τὸ ὅπου ἔστιν
 ὁ θεὸς λόγος ἐκεῖ εἶναι τὸν διάκονον αὐτοῦ, τῷ δὲ πράγματι ταὐτόν ἐστι
 τῷ τιμᾶσθαι αὐτὸν ὑπὸ τοῦ πατρός. τῇ γὰρ τιμῇ τῇ ἀπὸ τοῦ πατρὸς τὸ
 τιμώμενον γίνεται ὅπου ὁ θεὸς λόγος.

Zu Joh. 12, 27. 
 
 Πᾶσαι αἱ τοῦ Σατανᾶ δυνάμεις ἅμα τοῦ αὐτῆς ἡγεμόνος μόνος κατὰ τὸν καιρὸν
 τοῦ σωτηρίου πάθους ἐπεστράτευσε τῷ σωτῆρι· ἃς ὁρῶσα ἡ τοῦ
 σωτῆρος ψυχὴ ἀνθρωπίνως ἐταράττετο, οὐ τὸν θάνατον δειλιῶσα, εἰ καὶ
 τοῦτο ἀνθρώπινον, ἀλλὰ τὸ μὴ ἡττηθῆναι. ἐνεδίδου γὰρ αὐτῇ ὁ χρωτὸς καὶ
 πάσχειν ἔσθ᾿ ὅτε τὰ ἴδια, καὶ ἐπείπερ ἔμελλε τοῖς ὑπακούουσιν αὐτῷ
 αἴτιος σωτηρίας αἰωνίου γίνεσθαι, δαὶ τοῦτο περὶ τούτων ἐλυπεῖτο αὐτοῦ ἡ
 ψυχὴ καὶ ἐταράττετο, οὐχ ὡς ἄν τις νομίσειεν ὑπὸ τῆς
 ταραχῆς κατακρατούμενος ἀλλ’ ἀκαριαίως· τοῦτο γὰρ σημαίνει τὸ νῦν· ἅμα
 γὰρ τῷ ἄρξασθαι καὶ ἐπαύσατο, καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν σημεῖον ἠν χρόνου. ὅρα
 δὲ μήποτε καὶ αὐτὸς πρὸς τὰς στρατευομένας κατ᾿ αὐτοῦ· δυνάμεις πονηρὰς
 ἀγῶνα εὔχεται γενέσθαι οὐκ ἐν παρατάσει χρόνου ἀλλ᾿ ἐν τῷ νῦν, ὃ τῇ
 Ἰησοῦ ψυχῇ ἤρκει πρὸς τὸ νικηθῆναι πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ
 πονηροῦ.

Zu Joh. 12, 31. 
 
 Τὸ ἐν τῷ σταυρῷ πάθημα αὐτοῦ κρίσις ἦν τοῦ κόσμου τούτου παντός, ἐπείπερ
 »εἰρηνοποιήσας διὰ τοῦ αἵματος τοῦ σταυροῦ αὐτοῦ 
 
 
 
 
 
 »εἴτε τὰ ἐπὶ γῆς εἴτε τὰ ἐν εὐρανοῖς«, μετὰ
 θριαβεύσεως ἐν τῷ ξύλῳ, ἃς ἀπεξεδύσατο ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας, ἐκάθισεν ἐν
 τοῖς ἐπουρανίοις, ἀποκαθιστὰς πάντα ἐπὶ τὸ ἑκάστῳ ἁρμόζον καὶ πρέπον
 τέλος. ἐπεὶ οὖν τὸ συνέχον τὴν περὶ ἑκάστου τῶν ὄντων κρίσιν ἡ ἐν τῷ σταυρῷ οἰκονομία ἠν, διὰ τοῦτο, ἐγγίσαντος τοῦ κατὰ τὸ ἐν
 αὐτῷ πάθος καιροῦ, εἶπεν τὸ Νῦν ἡ κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου«.

Zu Joh. 12, 31 ff. 
 
 Ἐπεὶ τὸ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν πάθος ἐπὶ καθαρισμῷ τῶν προεγνωσμένων εγωνσμένων ἐγίνετο ἐν οἷς ὁ κόσμος κρίνεσθαι ἔμελλε, διὰ τοῦτο
 λέλεκται τὸ »Νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου«, ὡσανεὶ ὡσανεὶ ἔλεγεν·
 καιρὸς ἀναδείξεως τῶν κρινούντων τὸν κόσμον· ἢ ἐπεὶ τῷ καιρῷ τοῦ
 σωτηρίου πάθους ἔμελλεν ὁ τύραννος καθαιρεθήσεσθαι, λέλεκται τὸ Νῦν ὁ
 ἄρχων τοῦ κόσμου ἐκβληθήσεται« ἢ τάχα κατὰ τὸ ἐξώτερον 
 σκοτος. 
 Ἀγνοιαν δὲ αὐτῷ ἐλέγχουσι τὴν περὶ τοὺς προφήτας καὶ τὴν οὐκ ἀκριβῆ
 γνῶσιν τῶν γεγραμμένων ὑποδεικνύουσιν. τὸ μὲν γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα μένειν
 τὸν χριστὸν ἀπὸ τῶν τοιούτων εἰλήθασι φωνῶν· τὸ δὲ τοῦ θανάτου μυστήριον
 μεταξὺ γινόμενον καὶ τὴν πρὸς ὀλίγον διάλυσιν τῆς ψυχῆς ἀπὸ
 τοῦ σώματος οὐ συνίεσαν οὐδὲ ἐξηκρίβουν. τὴν δὲ αἰτίαν αὐτοὺς ἔδει
 εἰδέναι ὅτι δύο προφητευομένων Χριστοῦ ἐπιδημιῶν, τὴν μὲν ἐνδοξοτέραν
 καὶ ἐπὶ συντελείᾳ ἐσομένην τοῦ αἰῶνος ὁ ὄχλος τῶν Ἰουδαίων ἤλπιζε, τὴν
 δὲ πρὸ αὐτῆς οὐ πάνυ τι συνίει. διὸ καταλείπεται ὁ οἶκος αὐτῶν.

Zu Joli. 12, 35. 
 
 Ἐπείπερ ὡς παντὶ τῷ ἔχοντι δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, οὕτως ἀπὸ τοῦ
 μὴ ἔχοντος καὶ ὃ δοκεῖ ἔχειν ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ· εἵ τίς τε] λαβὼν τὴν
 μνᾶν δεσμεύσει αὐτὴν ἐν σουδαρίῳ, ἀκούσεται 
 
 
 
 
 τὸ »Ἔτι μικρὸν τὸ φῶς ἐν ὑμῖν ἐστιν«· ὅσον γὰρ
 οὐδέπω λέξεται τὸ »Ἄρατε ἀπ᾿ αὐτοῦ τὴν μνᾶν«, ἐπείπερ »ὁ ἐν ὀλίγῳ ἄδικος
 καὶ ἐν πολλῷ ἄδικός ἐστι«. καὶ οὕτω δ᾿ ἄν τις τὰ κατὰ τὸν τόπον
 διηγήσαιτο· ὥσπερ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ παρὰ Ἰουδαίοις ἦν, οὕτω καὶ τὸ φῶς
 ἐν αὐτοῖς ἐτύγχανε· καὶ ὥσπερ διὰ τὸ μὴ ἀποδεδωκέναι αὐτοὺς
 τοὺς ἐπιβάλλοντας τῇ βασιλείᾳ τοῦ θεοῦ καρποὺς ἤκουσαν τὸ »Ἀρθήσεται ἀφ᾿
 ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς
 αὐτῆς«, ουτως ἐπείπερ οντος του φωτὸς ἐν αὐτοῖς οὐ περιεπάτησαν ὡς μὴ
 σκοτίαν αὐτοὺς λαβεῖν, διὰ τοῦτο μετὰ τὸν μικρὸν χρόνον τὸ ἐν αὐτοῖς φῶς
 ἀπ’ αὐτῶν ἀφηρέθη καὶ ἐδόθη τῷ ποιοῦντι τοὺς καρποὺς τοῦ
 φωτὸς ἔθνει γενομένῳ ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ χρηματίζοντι φῶς τοῦ
 κόσμου, καὶ τοῦτο εἰληφότι ἀπὸ τοῦ φήσαντος· »Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ
 κόσμου«.

Zu Joh. 12, 39f. 
 
 
 Ὀτι γὰρ αὐτεξουσίους ἡμᾶς οἶδεν ἡ θεία γραφή, ψέγουσα μὲν ὡς παρ᾿ ἐαυτοὺς
 ψεκτοὺς τοὺρ ἁμαρτάνοντας, ἐπαινοῦσα δὲ ὡς παρά τὴν ἑαυτῶν αἰτίαν
 ἐπαινετοὺς τοὺς τηροῦντας τὴν θείαν ἐντολήν, ἄκουσον τί φησιν έν τῷ
 Δευτερονομίῳ· »Καὶ νῦν, Ἰσραήλ, τί Κύριος ὁ θεός σου αἰτεῖ παρά σου ἀλλ᾿
 ἢ φοβεῖσθαι Κύριον τὸν θεόν σου, »πορεύεσθαι έν πάσαις ταῖς
 ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ ἀγαπᾶν αὐτὸν καὶ λα- »τρεύειν Κυρίῳ τῷ θεῷ σου ἐξ ὅλης
 καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, φυλάσσεσθαι τὰς ἐντολὰς τοῦ
 κυρίου καὶ τὰ δικαιώματα »αὐτοῦ, ὅσα ἐγώ σοι ἐντέλλομαι σήμερον, ἕνα εὖ
 ἦ σοί;‘ ἐν δὲ τῷ Μιχαίᾳ· »Εἰ ἀναγγέλῃ σοι, ἄνθρωπε, τί καλόν; ἢ τί
 Κύριος ἐκζητεῖ παρά σου ἀλλ’ ἢ τὸ ποιεῖν κρίμα καὶ ἀγαπᾶν
 ἔλεος, καὶ ἕτοιμον »εἶναι τοῦ πορεύεσθαι μετὰ Κυρίου τοῦ θεοῦ σου;‘]]
 ὅσον οὖν ἐπὶ τούτοις δυνατόν ἐστιν ἔκαστον ἡμῶν γενέσθαι δίκαιον ἢ
 ἄδικον. νοήσεις οὖν τὸ »Ἐτύφλωσεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἐπώρωσεν
 »αὐτῶν τὰς καρδίας« ἀναφέρεσθαι ἐπὶ τὸν πονηρόν, καθὰ προείρη- 
 
 
 
 ται. τυφλώσαντά τινων τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πηρώσαντα
 αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς, καὶ ἵνα νὴ νοήσωσι τῇ
 καρδίᾳ, καὶ ἴνα μεταστραφῶσι καὶ ἰάσηται αὐτοὺς ὁ κύριος. οὐ γὰρ ὥσπερ
 εἴρηκεν· Τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν
 τὴν καρδίαν,]] οὕτω γέγραπται καὶ τὸ »Ἵνα μὴ στραφῶσι καὶ ἰάσηται
 αὐτούς«. ἄλλος οὖν ὁ τυφλῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πωρῶν τὴν καρδίαν, καὶ
 ἄλλος ὁ τοὺς ἐπιστρέφοντας ἰώμενος καὶ τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν
 καὶ τοὺς τυφλούς. καὶ ὁ ἀπόστολος δὲ ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους δευτέρᾳ τοῦτό
 φησιν· »Εἰ δέ ἐστι »κεκαλυμμένον τὸ εὐαγγέλιον ἠμῶν, ἐν
 τοῖς ἐστὶν κεκαλυμμένον, ἐν »οἷς ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τὰ
 νοήματα τῶν ἀπίστων, »εἰς τὸ μὴ διαυγάσαι τὸν φωτισμὸν τῆς δόξης τοῦ
 εὐαγγελίου τοῦ »χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ θεοῦ«.]] καὶ οὐ θαυμαστὸν εἰ
 ὑποβάλλοντες ἑαυτοὺς δι᾿ ἥμαρτον τῷ πονηρῷ τυφλοῦνται τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑπ᾿ αὐτοῦ καὶ πωροῦνται κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ τὴν ἑαυτῶν
 καρδίαν, πάντα ποιοῦντος ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ
 καρδίᾳ καὶ στραφῶσιν. ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Διὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν‘
 τοιαῦτα λεκτέον, ὅτι ὥσπερ ἐπὶ τοῦ ἀπὸ γενετῆς τυφλοῦ, ὃν ὕστερον ὁ
 σωτὴρ ἡμῶν ἰάσατο, εἴ τις ἔλεγεν ὅτι Οὐδὲ δύναται βλέπειν
 διὰ τὸ τυφλὸν εἶναι, οὐ τοῦτο ἔλεγεν, ὅτι οὐ δυνατὸν]] αὐτόν ποτε ἰδεῖν·
 δυνατὸν γὰρ ἦν, Ἰησοῦ τῷ ἀνοῖξαι τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν τυφλῶν χαριζομένου
 τοῖς τυφλοῖς τὸ βλέπειν]], τοὺς τέως μὴ δυνηθέντας βλέπειν ὕστερον
 ἰδεῖν, οὕτω τούς ποτε μὴ δυναμένους πιστεύειν διὰ τὸ τετυφλῶσθαι αὐτῶν
 τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑπὸ τοῦ πονηροῦ]] οὐκ ἀδύνατον ἦν πιστεῦσαι
 προσελθόντας τῷ Ἰησοῦ καὶ εἰπόντας· »Υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησον ἡμᾶς« καὶ
 ἀξιώσαντας ἀναβλέψαι]]. περὶ 
 
 
 δὲ τοῦ μὴ αὐταῖς λέξεσιν εἰρῆσθαι παρὰ τῷ προφήτῃ τὸ
 κείμενον ἐν τῷ εὐαγγελίῳ οὐ θαυμαστόν, πολλαχοῦ τοῦτο ποιησάντων τῶν
 διακονησαμένων τὰ τῆς καινῆς διαθήκης λόγια, ὡς καὶ ἐν ἄλλοις
 τετηρήκαμεν. πλὴν ἰσοδυναμεῖ τὰ τοῦ Ἡσαίου ῥητὰ τοῖς ἐγκειμένοις ἐν τῷ
 εὐαγγελίῳ.

Zu Joh. 13, 44. 
 
 Καὶ τοῦτο δὲ ἐν τῇ προκειμένῃ λέξει κατανοητέον, ὅτι δύο πράγματα λέγεται
 περὶ τοῦ σωτῆρος. πρότερον μὲν ὃ καὶ πρότερον γίνεται, πρότερον γὰρ τὸ
 πιστεύειν εἰς αὐτόν· δεύτερον δὲ ὃ καὶ δεύτερον ὁδῷ
 παραγίνεται· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ὑπὲρ τὸ πιστεύειν, ὅπερ ἐστὶ θεωρεῖν τὸν
 λόγον, καὶ ἐν τῷ θεωρεῖν τὸν λόγον θεωρεῖν τὸν πατέρα. φθάνει δὲ τὸ μὲν
 πιστεύειν καὶ ἐπὶ τὸ πλῆθος τῶν προσερχομένων τῇ θεοσεβείᾳ, τὸ δὲ
 θεωρεῖν τὸν λόγον καὶ ἐν αὐτῷ τὸν πατέρα κατανοεῖν οὐκέτι ἐπὶ πάντας
 τοὺς πιστεύοντας ἀλλ᾿ ἐπὶ μόνους τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ.
 οὕτως δὲ ἀκούω καὶ τοῦ »Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα( οὐ γὰρ ὁ
 προσβάλλων τὴν ἐν τοῖς σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς ὁρατικὴν δύναμιν τῷ τοῦ
 Ἰησοῦ τῷ] τε] σώματι ἑώρακε τὸν πατέρα καὶ θεὸν αὐτοῦ. οἶμαι δὲ ὅτι καὶ
 ἐδεῖτο χρόνου καὶ συνασκήσεως ἵν᾿ οὕτως ἔδῃ τὸν Ἰησοῦν, καὶ 
 ὁρῶν τὸν υἱὸν θεωρήσῃ καὶ τὸν πατέρα. διόπερ εἰπόντι τῷ Φιλίππῳ· »Δεῖξον
 ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν« εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· »Τοσούτῳ χρόνῳ μεθ᾿ ὑμῶν
 εἰμι καὶ οὐκ ἔγνωκάς με; ὁ ἑωρακὼς »ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα«. πρόσχες δὲ
 εἰ δύνασαι τῇ διαφορᾷ τοῦ πιστεύειν καὶ τοῦ θεωρεῖν ἐνιδὼν συνεῖναι καὶ
 τὴν αἰτίαν δι’ ἣν οὔτε ὁμοίως τῷ »Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ
 πιστεύει εἰς ἐμὲ ἀλλ᾿ εἰς »τὸν πέμψαντά με« εἴρηται τὸ »Καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ
 θεωρεῖ τὸν πέμ- »ψαντά με« οὔτε παραπλησίως τῷ »Ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν
 πέμ- 
 
 XCIII. Ι ℵ] 9
 λέγ 
 
 »ψαντά με« λέλεκται τὸ »Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ
 πιστεύει εἰς ἐμὲ ἀλλ’ εἰς τὸν πέμψαντά με«. πιστεύων μὲν γὰρ εἰς τὸν
 υἱὸν οὐκ εἰς τὸν υἱὸν ἀλλ’ εἰς τὸν πατέρα τῶν ὅλων πιστεύει θεόν. θεωρῶν
 δέ τις τὸν λόγον καὶ τὴν σοφίαν καὶ τὴν ἀλήθειαν οὐχὶ θεωρεῖ 
 ταύτην μόνην ἀλλὰ καὶ πατέρα. οἶμαι δὲ ὅτι εἰς παράστασιν τοῦ μέγα εἶναι
 τὸ δηλούμενον μυστήριον, πρῶτον μὲν ἐν τῷ πιστεύειν εἰς τὸν υἱόν,
 δεύτερον δὲ ἐν τῷ θεωρεῖν αὐτόν, λέλεκται πρὸ τοῦ »Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ
 καὶ θεωρῶν ἐμέ‘ τὸ »Ἰησοῦς δὲ ἔκραξε καὶ »εἶπε«· μεγάλη γὰρ ἡ περὶ
 τούτων ἠν μυστικὴ φωνή. ὅτι δὲ δυνατὸν πιστεύειν τῇ θεωρίᾳ
 καὶ μὴ θεωρεῖν αὐτῇ δῆλον ποιήσει ὁ εὐαγγελιστὴς λέγων· »Ἔλεγεν ὁ Ἰησοῦς
 πρὸς τοὺς πειστευκότας »αὐτῷ Ἰουδαίους· Ἐὰν μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ,
 γνώσεσθε τὴν »ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς«. πρόσχες γὰρ
 ἐπιμελῶς ὅτι τοῖς πεπιστευκόσι λέγει ὡς μηδέπω ἐπεγνωκόσι τὴν ἀλήθειαν
 ἀλλὰ μόνον αὐτῇ πεπιστευκόσι τὸ »Ἐὰν μείνητε έν τῷ λόγῳ
 »τῷ ἐμῷ, γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν«.

Zu Joh. 12, 46. 
 
 Ἔλαμψε μὲν γὰρ τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν παραγεγονὼς ὁ τοῦ κόσμου 
 σωτήρ· οἳ δὲ οὐκ ἠθέλησαν ἐνατενίσαι πρὸς αὐτὸ οὐδὲ τῇ σελασφόρῳ αἴγλῃ
 τῶν δογμάτων αὐτοῦ περιπατεῖν. διὸ ἀκολούθως αὐτοὺς κατέλαβεν ἡ σκοτία
 δίκην ἀπαιτοῦσα τῆς προκατασχούσης αὐτοὺς μοχθηρίας. καὶ τοῦτο λέγοιτ᾿
 ἂν τετυφλῶσθαι καὶ πεπωρῶσθαι εἰκότως. καὶ ὥσπερ τῷ θελήσαντι περιπατεῖν
 ἐν τῷ φωτὶ ἕπεται καὶ τὸ εἰδέναι ποῦ ὑπάγει, οὕτως τῷ μὴ
 θελήσαντι περιπατεῖν ἐν τῷ φωτὶ συνακολουθεῖ τὸ βαδίζοντα ἐν τῇ σκοτίᾳ
 εἶναι καὶ τυφλῶν καὶ πεπωρωμένων ὁδὸν ἀθλίως ἐξανύειν. προείρηται δὲ καὶ
 ὡς τῆς δεσποτικῆς καὶ σωτηρίου διδασκαλίας ἡ ἀστραπὴ τυφλοὺς καὶ
 πεπωρωμένους ἐστηλίτευσε τοὺς Ἰουδαίους. καὶ τὴν πρὶν ἐνοῦσαν τοῖς ψυχικοῖς αὐτῶν ὄμμασι λύμην καὶ ἀβλεψίαν ἐμφανεστέραν τε καὶ
 κατάδηλον ἐποίησε μᾶλλον. ὥσπερ γὰρ ὁ αἰσθητὸς ἥλιος λαμ- 
 
 
 πρὰς ἐναφιεὶς τὰς ἀκτῖνας ἐλέγχει τοὺς νοσοῦντας τὰ
 ὄμματα, οὕτω καὶ ὁ νοητὸς ἥλιος τὸ φῶς τὸ ἄδυτον καὶ ἀνέσπερον
 ἐπισημήσας τῷ κόσμῳ καὶ διὰ τῶν θεοπρεπῶν τε καὶ ὑπὲρ λόγον θαυμάτων
 ἐναστράψας αὐτοῦ τῆς θεότητος τὴν αἴγλην ἐπὶ πλέον διήλεγξεν τῶν
 ἀγνωμόνων Ἰουδαίων τὸ προκατασχὸν αὐτῶν τὰ τῆς ψυχῆς ὄμματα 
 σκότος καὶ τὴν ἀβλεψίαν.

Zu Joh. 12, 49 f. 
 
 Μετὰ ταῦτα ζητήσεις, διὰ τὸ ἐν συμπλοκῇ εἰρῆσθαι· »Τί εἵπω »καὶ τί
 λαλήσω;« πότερον διαφορὰν ἔχει τὸ εἰπεῖν καὶ τὸ λαλῆσαι ἢ
 ταὐτόν ἐστιν ἐκ παραλλήλου εἰρημένον. παραθήσεις οὖν τὰ ῥήματα ἐν οἷς
 ἀναγέγραπται τὸ »Εἶπε«, καὶ συνεξετάσεις ἐκείνοις περὶ ὧν εἴρηται τὸ
 »Ἐλάλησα«. εἰ δὲ συμβάλλεταί τι εἰς τὴν περὶ τούτων ἐξέτασιν τὸ δι᾿ ὅλης
 τῆς κοσμοποιΐας οὐ λελαληκέναι μὲν θεόν, ἀναγεγράφθαι δὲ περὶ αὐτοῦ τὸ
 »Εἶπε«, καὶ αὐτὸς ἐπιστήσεις πρὸς τὸ ἐν τῷ Λευιτικῷ συνεχῶς
 εἰρημένον· »Καὶ ἐλάλησε κύριος πρὸς Μωϋ- »σῆν λέγων«. καὶ ὅρα εἰ δύνασαι
 ἐν μὲν τῷ εἰπεῖν τὸ προστακτικὸν ἀπὸ αὐθεντείας φάσκειν σημαίνεσθαι, ἐν
 ἐν τῷ »Ἐλάλησε« τὸ διδασκαλικόν. 
 »Καὶ οἶδα ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ ζωὴ αἰώνιός ἐστι«. περὶ οὗ
 ζητήσαι τις ἂν διὰ τί μὴ λέλεκται ὅτι ζωὴν αἰώνιον περιποιεῖ ἡ ἐντολὴ
 τοῦ θεοῦ, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτή ἐστι καθ᾿ ὑπόστασιν ἡ αἰώνιος ζωή, ὡς καὶ τὸ
 γινώσκειν τὸν μόνον ἀληθινὸν θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλεν Ἰησοῦν Χριστόν.
 ἔστιν οὖν ἡ αἰώνιος ζωὴ ἑκάτερον αὐτῶν. εἰ μέντοι ἡ ἐντολὴ τοῦ θεοῦ ζωὴ
 αἰώνιός ἐστιν, ἐστὶ δὲ ἐν τῷ δικαίῳ ἡ ἐντολὴ τοῦ θεοῦ, τῷ
 ζῶντι μακαρίως δι᾿ αὐτήν, αἱρετή ἐστιν ἡ ζωή.

Zu Joh. 13, 2. 
 
 Vgl. XXXII, 2ff. Ο. S. 426, 12ff 
 Inc. Ἄριστον μέν ἐστιν ἡ πρώτη καὶ πρὸ τῆς συντελείας Expl.: 
 αὐτὸς αὐτοὺς νίψῃ.

Zu Joh. 13, 8. 
 
 Vgl. XXXII, 5 f. o. S. 435, 23. 433, 21. 
 Inc. Οὐκ ἀπὸ Πέτρου δὲ ἤρξατο Expl. ἐμμένειν τῷ κακῶς κριθέντι.

Zu Joh. 13, 18. 
 
 Vgl. XXXII, 14 ο. S. 448, 3. 
 Inc. Παραπέφρασται τὸ ῥητὸν τῆς προφητείας Expl. ὅτι τοῦτο ποιεῖ ὁ λὰξ
 ἐντείνων τινί.

Zu Joh. 13, 19. 
 
 Vgl. XXXII, 15, S. 449, 14. 
 Inc. Τοῦτο γὰρ τὸ ἐσόμενόν φησιν· Expl. καὶ διὰ τοῦτο τὴν περὶ ἐμοῦ
 γνῶσιν.

Zu Joh. 12, 31. 
 
 Vgl. XXXII, 18, S. 456, 23. 
 Inc. Σημείωσαι τίνα τρόπον ἐν τοῖς ἐξεταζομένοις Expl. μετὰ δόλου ψεκτόν
 ἐστιν.

Zu Joh. 13, 27. 
 
 Nicht von Origenes. 
 Inc. Τὸ δοθὲν ψωμίον ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ Explic. εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν ὁ
 σατανᾶς.

Zu Joh. 13, 30. 
 
 Vgl. XXXII, 94, o. S. 467, 10. 
 Inc. Οὐ μόνον δὲ κατὰ τὸ ἁπλούστερον ἐξῆλθε Explic. Ἡμεῖς δὲ ἡμέρας ὄντες
 νήφωμεν.

Zu Joh. 13, 31. 
 
 Vgl. XXXII, 28 ο. S. 474, 16. 
 Inc. Γέγραπται· Οὐδεὶς ἔγνω τὸν υἱὸν Explic. ἐνοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν
 εἰκόνα μεταμορφοῦνται.

Zu Joh. 13, 33. 
 
 Vgl. XXXII, 30 ο. S. 476, 6. 16. 
 Inc. Εντεῦθεν ἔστιν ἰδεῖν καὶ τῶν παραπλήσιον φωνῶν Expl. ἀπὸ τοῦ
 τοιούτου διδασκάλου τὴν σοφίαν τοῦ θεοῦ.

Zu Joh. 14, 3. 
 
 Εναντίον εἶναι δοκεῖ τῷ προειρημένῳ. ἄνω μὲν ὡς οὐκ οὔσης τοῦ ἑτοιμάσαι
 χρείας φησίν, ἐνταῦθα δὲ ὅτι Ἐὰν πορευθῶ, ἑτοιμάσω τόπον ὑμῖν. ὃ οὐν
 λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· ὅτι ὅσον πρὸς τὴν ἀφθονίαν τῶν ἀγαθῶν
 ὡν κατὰ πρόγνωσιν ηὐτρέπισεν ὁ πατήρ, ὥστε τοὺς εὐ κοὶ κατὰ πᾶσαν
 βιοῦντας ἀκρίβειαν ἐνδιαιτᾶσθαι τοῖς ετοιμασθεῖσι καλοῖς διηνεκῶς, οὐ
 χρεία ὥστε ὑμῖν εὐτρεπισθῆναι παρ’ ἐμοῦ, ἀλλ᾿ ὥστε ὑμᾶς τὴν προσήκουσαν
 ἐπιδείξασθαι γνώμην. πλὴν ἀλλ’ ἐγὼ τούτων ὑμῖν ἑτοιμαστὴς καὶ πρόξενος
 γίνομαι. τί γὰρ τὸ »Πάλιν 
 
 
 
 
 
 
 »ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν;« ἐπειδὰν
 γάρ, φησί, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀνόδου παρασχῶ ὑμῖν καὶ τῆς τῶν ὁμοίων
 ἀπολαύσεως τὴν ἀφορμήν, ὥστε φανῆναι τὸν καταστάντα τούτων αἴτιον ὑμῖν,
 αὐτὸς ἐλεύσομαι πάλιν, (λέγει δὲ τὴν ἐξ οὐρανῶν δευτέραν αὐτοῦ παρουσίαν,) καὶ λαβὼν ὑμᾶς ἀνελεύσομαι εἰς τοὺς οὐρανούς, ὅπου καὶ
 αὐτός εἰμι, ὥστε καὶ ὑμᾶς ἔχειν μεθ᾿ ἑαυτοῦ τῶν αὐτῶν ἀπολαύοντας ἐμοί.
 »Εἰ γὰρ ὑπομένομεν , ὁ Παῦλος φησίν, καὶ συμβασι- »λεύσομεν«.

Zu Joh. 20, 25. 
 
 Ἔοικέ τι ἀκριβὲς καὶ ἐξητασμένον ἔχειν ὁ Θωμᾶς, ὅπερ παρίσταται καὶ ἐκ
 τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ λεγομένων, ἅπερ οἶμαι αὐτὸν εἰρηκέναι μὴ ἀπιστοῦντα τοῖς
 λέγουσι τεθεωρηκέναι τὸν κύριον, ἀλλ᾿ εὐλαβούμενον μήποτε φάντασμά ἐστι,
 καὶ μεμνημένον τοῦ »Πολλοὶ ἐλεύσονται ἐπὶ »τῷ ὀνόματί μου
 λέγοντες ὅτι Ἐγώ εἰμι«. τοῦτο δὲ οἶμαι πεπονθέναι καὶ τοὺς λοιποὺς
 ἀπόστόλους, ἀλλὰ κατ᾿ ἐξοχὴν τὸν Θωμᾶν. [[ὅτι δὲ καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι
 τοιοῦτόν τι ἐνενόησαν ἰδόντες τὸν Ἰησοῦν δῆλον ἐκ τοῦ γεγράφθαι ὅτι
 »Ἐδοκουν ὅτι φάντασμά ἐστι«, καὶ ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν αὐτοῖς» Ψηλαφήσατέ
 με καὶ ἵδετε. ὅτι πνεῦμα ὀστᾶ καὶ σάρκα οὐκ »ἔχει, καθὼς
 ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα«.]] περὶ δὲ τοῦ πῶς λέγεται αὐτῷ »Μὴ γίνου ἄπιστος
 ἀλλὰ πιστὸς« καὶ εἰς τὸ ὄνομα δὲ τοῦ Θωμᾶ τοιαῦτα ἂν λεχθείη, ὅτι τῶν
 μὲν ἀξιωθησομένων ὑπὸ τοῦ σωτῆρος μείζονος θεωρίας περὶ τῆς ἐν τῷ ὄρει
 μεταμορφώοεως αὐτοῦ καὶ τῶν ὀφθέντων ἐν δόξῃ Μωσέως καὶ Ἠλίου τὰ ὀνόματα
 μετεποίησεν. τῶν δὲ λοιπῶν διὰ τοῦτο τὰ ὀνόματα οὐ
 μετεποίησεν, ἐπεὶ καὶ αὐτάρκη καὶ καθ᾿ ἑαυτὰ ἦν παραοτῆσαι τὸ ἑκάστου
 ἦθος. περὶ μὲν οὐν τῶν λοιπῶν ἀποστόλων οὐ νῦν πρόκειται λέγειν, περὶ δὲ
 τοῦ Θωμᾶ, ὃς 
 
 
 
 ἑρμηνεύεται Δίδυμος, διὰ τοῦτο, ἐπεὶ δίδυμός τις τὸν
 λόγον ἦν ἀπογραφόμενος τὰ θεῖα δισσῶς καὶ μιμητὴς Χριστοῦ τοῖς μὲν ἔξω
 ἐν παραβολαῖς λαλοῦντος, κατ᾿ ἰδίαν δὲ τοῖς ἰδίοις μαθηταῖς τὰ πάντα
 ἐπιλύοντος. καὶ οὐκ ἄτοπόν γε φάσκειν τοὺς γνησίους Χριστοῦ μαθητὰς
 κατορθοῦν διττὸν τοῦτο τὸ τῆς ἐν λόγῳ παρασκευῆς, ὅπερ ἤδη τάχα καὶ ἐξαιρέτως εἶχεν ἔκτοτε ὁ Θωμᾶς. εἴποι δ᾿ ἄν τις καὶ
 διὰ τοῦτο τὴν ἑρμηνείαν μόνου τούτου ἀναγεγράφθαι, τῷ βεβουλῆσθαι τὸν
 εὐαγγελιστὴν Ἕλληνας ἐντυγχάνοντας τῷ εὐαγγελίῳ ἐπιστῆσαι τῇ ἰδιότητι
 τῆς ἑρμηνείας τοῦ ὀνόματος κατ᾿ ἐξοχὴν μόνον ἑρμηνευθέντος ἐπὶ τῷ εὑρεῖν
 τὴν αἰτίαν τοῦ καὶ Ἑλληνιστὶ ἐκκεῖσθαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ.

Eusebius, Η. Ε., VI, 25 s. Ο. S. 101, 21—34.

Ex secundo (qninto?) libro secundum Joannem de bis ipsis: 
 
 Origenes. Unigenitns ergo deus saluator noster solns a patre generatus,
 natura et non adoptione filius est. natus est autem ex ipsa patris mente,
 sicut uoluntas ex mente. non enim diuisibilis est diuina natura, id est,
 ingeniti patris, ut putemus uel diuisione uel imminutione substantiae eius
 filium esse progenitum. sed siue mens, siue cor, aut sensus de
 deo dicendus est indiscussus permanens, germen proferens uoluntatis, factus
 est uerbi pater; quod uerbum in sinu patris requiescens, annuntiat deum quem
 nemo uidit unquam, et reuelat patrem, quem nemo cognouit nisi ipse solus,
 bis quos ad eum pater caelestis attraxerit. 
 
 Pampbilus, Apolog. pro Orig. 5 [IV, 92 Del.]

De eisdem in quinto libro de euangelio secundum Joannem: 
 Origenes. Uuigenitus filius saluator noster, qui solus ex patre natus est,
 solus natura et non adoptione filius est. 
 
 
 

 
 Item in ipso libro: 
 Origenes. Unus ergo est uerus deus qui solus habet immortalitatem, lucem
 habitat inaccessibilem; unus et uerus deus, ne scilicet multis ueri dei
 nomen conuenire credamus. ita ergo et hi qui accipiunt spiritum 
 adoptionis filiorum, in quo damamus abba, paler, filii quidem dei sunt, sed
 non sicut unigenitus filius. unigenitus enim natura filius, et semper, et
 inseparabiliter filius est: ceteri uero pro eo quod susceperunt in se filium
 dei, polestatem acceperunt filii dei fieri. qui licet non ex sanguine, neque
 ex uoluntate carnis, neque ex uoluntate uiri, sed ex deo nati
 sint, non tarnen ea natiuitate sunt nati, qua natus est unigenitus filius.
 propter quod quantam differentiam uerus deus habet ad eos quibus dicitur:
 Ego dixi: Dii estis, tantam differentiam habet uerus filius ad eos qui
 audiunt: Filii excelsi omnes. 
 

 
 Anhang: 
 Die Fragmente des Cod. Moiiac. 208.

Zu Joh. 1, 1. 
 
 Κυριώτερον μὲν ἦν εἰπεῖν ἐπὶ τοῦ θεοῦ λόγου τὸ · ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸς
 διαφορὰν τῆς ἐνανθρωπήσεως γενομένης ἔν τινι καιρῷ ἐδήλου τὴν ὕπαρξιν
 τοῦ λόγου, ἀντὶ τοῦ >Ἔστιν< τῷ »Ἦν« ἰστέον δὲ ὅτι τὰς κυρίως
 σημασίας τῶν ῥημάτων τοῦ χρόνου οὐ δεῖ ἐκλαμβάνειν ἐπὶ τῶν
 ἀιδίων, ἤγουν τὸ »Ἦν« καὶ ἔστιν καὶ ἔσται. ὁ γὰρ θεὸς λόγος καὶ υἱὸς ὢν
 τοῦ πατρὸς ἀίδιος τυγχάνων θεὸς τὰ ἐπ᾿ αὐτοῦ ῥήματα οὐ μετὰ τοῦ
 προσσημαίνειν χρόνον ἐκλαμβάνειν δεῖ, μὴ ὢν αὐτὸς ὑπὸ χρόνον· ῥῆμα δέ
 ἐστι τὸ προσσημαῖνον χρόνον, ὡς Ἀριστοτέλης φησίν.

Zu Joh. 1, 2. 
 
 Καταλλήλοις τοῖς ῥήμασιν ἐχρήσατο τῷ μὲν »Ἐγένετο« ἐπὶ τῆς σαρκός, τῷ δὲ
 »Ἠν« ἐπὶ τῆς θεότητος. τὸ δὲ δι’ αὐτοῦ οὐ διακονίας ἕνεκα κεῖται, ἀλλὰ
 πρὸς τὸν πατέρα συνεργίας, καὶ ὅτι οὐδὲν ὑπεξαιρεῖται τῶν
 ὄντων τῆς δι᾿ αὐτοῦ ποιήσεως.

Zu Joh. 1, 4. 
 
 Ἡ γὰρ ἐν αὐτῷ ζωτικὴ δύναμις οὐ πρὸς τὸ ζωοποιεῖν μόνον ἱκανή ἐστιν, ἀλλὰ
 καὶ γνώσεως πληροῦν τὰς τῶν ἀνθρώπων ψυχάς, 
 
 
 τήν τί) ἄγνοιαν ἐλαύνειν, ὅτι] ὅτι] ὁ Παῦλος ἠγνόει
 τὸν χριστὸν διώκων, ἀλλ᾿ ὑπὸ τοῦ φωτὸς τῆς ζωῆς αὐγασθεὶς ἔγνω τὸν
 διωκόμενον· καὶ ὁ λῃστὴς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ πάσχων καὶ φωτισθεὶς ἔγνω τὴν
 ζωήν. φησὶν γὰρ ὁ σωτήρ· »Οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν
 μὴ ὁ πατὴρ ἑλκύσῃ αὐτόν«.

Zu Joh. 1, 5. 
 
 Ἡ μὲν γὰρ πρόθεσις τοῦ πέμψαντος ἦν πιστεῦσαι πάντας· εἰ δε μὴ πάντες
 ἐπίστευσαν, καὶ τὸν φωτισμὸν μὴ παρεδέξαντο τοῦ οὐκ
 ἤδη δὲ τὸν φαίη φαίη τις ἂν μὴ ἐπὶ τοῦτο ἀνατέλλειν. οἱ μὲν γὰρ πρὸ
 Ἰωάννου προφῆται μάρτυρες γεγόνασι τοῦ φωτὸς ἐπὶ τῷ τοὺς Ἐρα ίο υς
 πιστεῦσαι δι᾿ αὐτῶν. ὁ δὲ Ἰωἀννης μετ᾿ αὐτοὺς γενόμενος τοῦ σωτῆρος τὴν
 ἐπιδημίαν μαρτυρεῖ ἐπὶ ἐπὶ τῷ οὐ τοὺς Ἑβραίους μόνους πιστεῦσαι
 ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐξ ἐθνῶν πάντας, καθώς φησιν ὁ προφήτης·
 »Ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρ- »κα«· καὶ ὁ Δαβίδ· »Πάντα τὰ
 ἔθνη δουλεύσουσιν αὐτῷ«.

Zu Joh. 1, 13. 
 
 »Ἐξ αἱμάτων« τουτέστιν ἐξ ὑλικῶν ἔχουσι τὴν γέννησιν. τῷ γοῦν Πέτρῳ ὁ σωτήρ φησιν ὅτι »Σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾿ »Ο
 πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς ούρανοῖς«. 
 (Καὶ ἄλλως·) Υἱοὶ θεοῦ εἶναι λέγονται οἱ οὐκ ἐξ αἱμάτων τὰς κατὰ νόμους
 θυσίας προσάγοντες, ἤγουν διὰ σφαγῶν καὶ αἱμάτων ἐκχύσεως εὐαρεστοῦντ·ες
 τῷ θεῷ, ἐκ θελήματος δὲ σαρκὸς οἱ πάντα ποιοῦντες πρὸς τὸ
 φανῆναι τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι. »θελή- »ματι γὰρ σαρκὸς‘ εὐαρεστεῖν
 οὗτοι προτέθεινται τὴν σάρκα περιτεμνόμενοι τεμνόμενοικαὶ προφανῶς
 ἰουδαΐζειν θέλοντες, μὴ ἐπιμελεῖσθαι δὲ τῆς καρδίας καὶ τοῦ ἐν
 τῷ κρυπτῷ Ἰουδαϊσμοῦ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς οἱ προφάσει ἀνθρωπίνης
 φιλοσοφίας ἀπεχόμενοι μὲν κακίας, ἀρετὴν δὲ
 ἀναλαβόμενοι.

Zu Joh. 1, 15. 
 
 Τὸ δὲ »Κέκραγε« λέγων ἀντὶ τοῦ Μετὰ παρρησίας καὶ ἐλευθερίας καὶ χωρὶς
 ὑποστολῆς ἁπάσης τὴν παρουσίαν ἐκήρυξε. τὴν δὲ κραυγὴν οὐ κατὰ τὴν
 προφορὰν ἀλλὰ κατὰ τὸ τῆς νοήσεως ἐπιτεταμένον. ὁ γὰρ περὶ
 μεγάλων δογμάτων ἀπαγγέλλων κατὰ τὴν νόησιν, ὡς δεῖ, μεγαλοφώνως
 προφέρει.

Zu Joh. 1, 15. 
 
 Τὸ δὲ »Γέγονεν« ἀντὶ τοῦ >γενήσεται< ληπτέον. ἔθος γὰρ τοῦτο τῇ
 γραφῇ, καθὼς εἰρήκαμεν. καὶ τὸ »Οὐ κατέλαβεν‘ ἀντὶ τοῦ οὐ
 >καταλήψεται<.

Zu Joh. 1, 23. 
 
 Ὡς γὰρ προφήτης καὶ λύχνος φωτὸς προγυμνάζων καὶ ἐθίζων τῆς
 ψυχῆς τὸ ὄμμα τοῦ θέλοντος φωτίζεσθαι, οὕτω καὶ φωνὴ βοῶντος. »βοῶντα«
 λέγει τὸν λόγον· φωνὴν δὲ τὸν Ἰωάννην. ἀνάγκη δὲ πρὸ τοῦ λόγου φωνὴν
 γίνεσθαι. ἔργον δὲ φωνῆς σαφηνίζειν τὸ σημαινόμενον. ἔρημον δὲ λέγει τὴν
 ἀπεστερημένην ψυχὴν τῆς θείας διδασκαλίας. τί δὲ προστάσσει ἡ τοῦ
 βοῶντος φωνὴ ταῖς ἐρήμοις ψυχαῖς; »εὐθεῖαν ποιήσατε τὴν
 ὁδὸν τοῦ κυρίου« πρὸς ὑποδοχήν.

Zu Joh. 1, 26. 
 
 Μαρτυρῶν ὁ Ἰωάννης περὶ τοῦ φωτὸς ᾔδει, ὅτι καὶ θεὸς λόγος ἦν· οὗτος δὲ
 παντὶ λογικῷ πάρεστι. τὸ δὲ διανοητικὸν ἡν], ὃ καὶ 
 ἡγεμονικὸν καλεῖται, μεσαίτατον ἡμῶν ἔστιν· ἐκεῖ γὰρ ἐστιν ὁ ἐνδιάθετος
 λόγος, καθ’ ὃν λογικοί ἐσμεν, ὃν καὶ ἐπισκοπεῖ ὡς θεὸς ὁ χριστὸς καὶ
 λόγος, ὁ μέλλων ἔρχεσθαι βαπτισθῆναι. οὗτος ὁ ἀγνοούμενος ὑφ᾿ ὑμῶν μέσος
 ὑμῶν ἕστηκε τὰς καρδίας πάντων καὶ τοὺς νεφροὺς ἐμβατεύων.

Zu Joh. 1, 33. 
 
 Εἶδον μὲν καὶ οἱ παρόντες ἅπαντες, οὐ μὴν δὲ πάντες ἐπίστευον. τι.νὲς δὲ
 φασιν οὐδὲ πάντας τεθεᾶσθαι τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ Ἰωάννην καὶ τοὺς
 εὐγνωμονέστερον διακειμένους. εἰ γὰρ καὶ τοῖς αἰσθητοῖς ὀφθαλμοῖς εἶδον,
 ἀλλ’ οὐ πάντως πᾶσι διὰ τοῦτο κατάδηλος ἠν. ἐπεὶ δὲ προφῆται καὶ Μωσῆς
 πολλὰ τεθέανται ἄλλα, καὶ ἐν τῇ μεταμοφρώσει τοῦ ὄρους οὐ πάντες
 ἀπέλαυσαν οἱ μαθηταί, ἀλλ᾿ οὐδὲ τῆς κατά τὴν ἀνάστασιν ὄφεως ἐκοινώνησαν
 ἅπαντες· πολλῷ γε μᾶλλον οἱ Ἰουδαῖοι ἐπὶ τοῦ βαπτισμοῦ.

Zu Joh. 1, 51. 
 
 Οὐκ αἰσθητῶς ἔστιν ἰδεῖν δυνατόν. ἀλλὰ διανοίᾳ σκοπούσῃ τοὺς
 προσερχομένους ἀγγέλους μένους ἀγγέλους ἐπὶ τῷ διακονεῖν τῷ Ἰησοῦ
 ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας. τὸ δὲ Ἀμὴν ὁτὲ μὲν ἁπλοῦν,
 ὁτὲ δὲ διπλασιαζόμενον ἔστιν εὑρεῖν. ἡ δὲ λέξις ἐστὶν Ἑβραϊκή, δηλοῦσα
 τὸ . ταὐτὸν γάρ ἐστιν τὸ Ἀμὴν· τῷ ἀληθῶς καὶ . πολλοὶ Ψαλμοὶ ἐπὶ
 τέλει ἔχοντες· Γένοιτο, γένοιτο« ἐν τῷ Ἑβραϊκῷ Ἀμὴν Ἀμὴν ἔχουσιν. εἰκὸς
 οὖν τὸν σωτῆρα ἐπευχόμενον λέγειν Γένοιτο, γένοιτο τὸ
 πιστοὺς ὑμᾶς εὑρεθῆναι ὡς ἰδεῖν »τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγμένον« καὶ τὰ ἑξῆς τῆς
 ἐπαγγελίας. τὸ δὲ Ἀμὴν ἴσον ἐστὶν καὶ τώ , ὡς ἐν τῷ κατὰ ΜατΘαῖον Ἰησοῦς
 λέγει· »Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων«· ἐν δὲ τῷ Λουκᾷ·
 »Ἀληθῶς λέγω ὑμῖν, εἰσί τινες τῶν αὐτοῦ ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ
 γεύσωνται θανάτου( ἠγοῦν ἴσον ἐστὶν τὸ »Ἀμὴν« καὶ τῷ » καὶ
 τῷ , ὡς ἐν τῷ »Ἀληθῶς λέγω ὑμῖν« τοῦτο γενέσθαι.

Zu Joh. 2, 13. 
 
 Τὸ μὲν ἐκ σχοινίου φραγέλλιον ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ γεγονὸς ὑπῆρχον 
 αἱ τῶν παρανομούντων ἁμαρτίαι. δι᾿ ὧν ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ αἰκιζόμενοι 
 
 ἀπηλαύνοντο. σχοινίον μὲν γὰρ πολλαχῶς ἡ γραφὴ τὰς
 ἁμαρτίας ὠνόμασε· »Σχοινία ἁμαρτωλῶν περιεπλάκισάν μοι καὶ ἀδικίαν αἱ
 »χεῖρες αὐτῶν συμπλέκουσιν«· καὶ ἐν ταῖς Παροιμίαις· Σειραῖς τῶν »ἑαυτοῦ
 ἁμαρτημάτων ἕκαστος σφίγγεται«, τουτέστιν κολάζεται. ἐφραγελλώθησαν δὲ
 ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἀπηλάθησαν τοῦ ναοῦ τῷ ἑαυτῶν πλεχθέντι
 σχοινίῳ. τὸν γὰρ δίκαιον κριτὴν οὐκ ἠν ἑτέρωθεν πλέξαι καὶ ἐπάγειν τὴν
 κατὰ τῶν ἀσεβῶν τιμωρίαν, ἢ ἀφ’ ὧν αὐτοὶ ἡμαρτηκότες ἠνόμησαν.

Zu Joh. 3, 5. 
 
 
 Ῥητέον ὅτι ἐΠινοίᾳ μόνῃ καὶ οὐχ ὑποστάσει τὴν διαφορὰν ἔχει τὸ ὕδωρ πρὸς
 τὸ πνεῦμα, καθώς φησι ὁ σωτήρ· »Ὁ πιστεύων εἰς »ἐμέ, ποταμοὶ ἐκ τῆς
 κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος«. τοῦτο δὲ ἔλεγε περὶ τοῦ
 πνεύματος, οὗ ἤμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν. εἰ γὰρ περὶ
 τοῦ πνεύματος εἴρηται ὡς ὕδωρ ποταμῶν δίκην ἐκπορευόμενον,
 ἐπινοίᾳ μόνῃ διοίσει τοῦ πνεύματος τὸ ὕδωρ. ὡς οὐν γεννᾶταί τις ἐκ τοῦ
 σωτῆρος, σοφὸς ἐκ σοφίας, καὶ ἀληθὴς ἐξ ἀληθείας, καὶ ζωὴ ἐκ ζωῆς, ἐκ
 τῆς πάντων ἀρχῆς καὶ γεννήσεως μιᾶς οὔσης, οὕτως καὶ ἐκ τοῦ ἁγίου
 πνεύματος ἅγιος καὶ πνευματικός, καὶ ἐκ τοῦ ὕδατος καθαιρόμενος. καὶ
 πρὸς καρποφορίαν ποτιζόμενος γεννᾶται ἐξ ὕδατος καὶ
 πνεύματος.

Zu Joh. 3, 5. 
 
 Ο μὲν Ματθαῖος περὶ τοῦ βασιλευομένου τόπου ἔφη, ἐν ᾧ οὗτοι κληροῦνται, ὁ
 δὲ Ἰωάννης καὶ Λουκᾶς ἀπὸ τοῦ βασιλεύοντος θεοῦ ὠνόμασε.
 καὶ γὰρ καὶ παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ συνηθείᾳ ὁτὲ μὲν ἀπὸ τοῦ βασιλεύοντος, ὁτὲ
 δὲ ἀπὸ τοῦ τόπου ἡ αὐτοῦ βασιλεία σημαίνεται. ὥς φαμεν· ἡ τῶν Ῥωμαίων
 βασιλεία καὶ Αἰγύπτου βασιλεύς.

Zu Joh. 3, 11. 
 
 
 Τοῖς γὰρ σπουδαίοις καὶ πίστιν καὶ ἀρετὴν ἔχουσι μόνοις ἐκείνοις
 ἐπιφοιτᾷ· τῶν δὲ φαύλων ἀπαλλοτριουμένων μένων μακρὰν ὑπάρχει. 
 
 οὐ τοπικῶς δὲ τὸ »μακρὰν« καὶ »ἐγγύς« ἀκούειν δεῖ,
 ἀλλὰ πρὸς τὰ δοχεῖα † τούτου ἐλλάμψεων κεκαθαρμένων· εἴτε καὶ μή· τὸ δὲ
 »Ὅπου »θέλει πνεῖ« δείκνυσι οὐσίαν εἶναι τὸ πνεῦμα. τινὲς γὰρ οἴονται
 ἐνέργειαν εἶναι θεοῦ, μὴ ἔχον ἰδίαν ὑπόστασιν. διὸ καὶ ὁ ἀπόστολος ἀπαριθμησάμενος τὰ τοῦ πνεύματος χαρίσματα ἐπήνεγκεν· Ταῦτα
 δὲ ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, διαιροῦν ἑκάστῳ ὡς βούλεται«. ἀλλὰ
 καὶ τὸ »Ἔδοξε δὲ τῷ ἁγίῳ πνεύματι καὶ ἡμῖν‘ ἐν ταῖς Πράξεσιν εἰρημένον·
 καὶ πάλιν Νηστευόντων, γὰρ φησιν, καὶ λειτουργούν- »των τῷ κυρίῳ εἶπεν
 τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον· ἀφορίσατέ μοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν
 Βαρνάβαν εἰς τὸ ἔργον ὃ προσκέκλημαι αὐτούς«. ὁ δὲ προφήτης Ἄγαβός φησι
 »Τάδε λέγει τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον· τοῦ ἀνδρός, »οὑ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη,
 δήσουσι« καὶ τὰ ἑξῆς.

Zu Joh. 3, 19. 
 
 
 Τοῦτο γὰρ δοκεῖ ἐπὶ τῶν μήτε ἄγαν φαύλων μήτε κατ᾿ ἀρετὴν τελείων ὅτι τὰ
 ἀμφότερα ἀπατῶντας μᾶλλον τὸ σκότος ἀγαπᾶν αὐτοὺς ἔστιν ἰδεῖν ἐκ ἐκ τοῦ
 τὰ ἔργα τούτου ποιεῖν. αὐτεξούσιοι γὰρ ὄντες οἱ ἄνθρωποι καὶ ὀφείλοντες
 τὸ φῶς ἀποδέχεσθαι καὶ τὸ σκότος τούναντίον τοὐναντίον ποιοῦσι· τὸ μὲν
 σκότος ἀποδέχονται, φεύγουσι δὲ τὸ φῶς. οὐ συγκριτικῶς δὲ
 ἀκούειν δεῖ τὸ πλεῖον ἠγαπηκέναι αὐτοὺς τὸ σκότος πρὸς τὸ φῶς· οὐδ᾿ ὅλως
 γὰρ ἠγάπησαν τὸ φῶς τοῦτο μισήσαντες, ὅτι ἡ νόησις αὐτῶν ὀρθῶς ἔχει. οἱ
 γὰρ φαῦλα πράσσον- τες μισοῦσι τὸ φῶς, εἰ δὲ μισοῦσι τὸ φῶς, οὐ
 συγκριτικῶς ἀγαπῶσι τὸ σκότος. ὅμοιόν ἐστιν καὶ τὸ τοῦ ἀποστόλου περὶ
 τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων ὡς »φιλήδονοι μᾶλλον εἶεν ἢ φιλόθεοι«.
 καὶ ἐν Ψαλμοῖς· »Ὁ φαῦλος ἠγάπησε κακίαν μᾶλλον ὑπὲρ ἀγαθοσύνην, ἀδικίαν
 ὑπὲρ τοῦ λαλῆσαι δικαιοσύνην«.

Zu Joh. 3, 29. 
 
 
 Νύμφη ἐστὶν ἡ ἀνθρώπου ψυχή, ἥτις ἐξ ἑαυτῆς οὐδενός ἐστι τῶν ἀγαθῶν
 γεννητική· εἰ δὲ δεκτικὴ πέφυκεν αὕτη γυναικὸς τρόπῳ ἐξ ἄλλου, γεννᾷ
 ἀρετὰς πρακτικάς τε καὶ διανοητικάς. νυμφίος δὲ 
 
 ὁ ταύτης σπορεὺς τῶν ἀγαθῶν οὐκ ἄλλος ἢ ὁ χριστὸς
 Ἰησοῦς ὁ ὑπ ἐμοῦ μαρτυρούμενος καὶ βαπτιζόμενος· φίλος δὲ ἐκεῖνος ἐστὶν
 ὁ ἑστηκὼς παρ’ αὐτῷ τῇ βεβαίᾳ συγκαταθέσει καὶ παγίαν ἔχων τὴν εἰς αὐτὸν
 πίστιν. οὐδεὶς γὰρ τῶν παρ᾿ αὐτῷ τῷ Ἰησοῦ τυγχανόντων κλονεῖται. οὕτω
 καὶ Μωσῆς κατ’ ἀρετὴν βιοὺς ἤκουσε τοῦ θεοῦ λέγοντος· »Σὺ δὲ
 αὐτὸς στῆθι μετ᾿ ἐμοῦ‘· οὐ γὰρ ὁ θεὸς μεθ’ ἡμῶν ἵσταται, ἀλλ᾿ ἡμεῖς μετ᾿
 αὐτοῦ, ὀρέγοντος ἡμῖν τὴν παρ’ αὐτοῦ ἀμετακίνητον στάσιν.

Zu Joh. 3, 31. 
 
 
 Ὁ μὴ ἐπουράνιον ἔχων τὸ φρόνημα ἀλλ’ ἐπίγειος ὢν λέγεται χοϊκὸς καὶ τὴν
 εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ φορεῖν. διὸ καὶ εἴ ποτε σοφίαν ἐπαγγέλλεται ἔχειν,
 ἐπίγειός έστιν ψυχικὴ δαιμονιώδης, καθώς φησι Ἰάκωβοσ ὁ ἀπόστολος.

Zu Joh. 3, 35. 
 
 Τὸ ἀγαπᾶν ἀνθρωπινώτερον πάλιν ἀκούομεν. νόμος δέ ἐστι φυσικός· ἄλλος μὲν
 〈πρὸς〉 τὰ γεννώμενα, ἄλλος δέ πως πρὸς ἑτέρως ἀγαπώμενα. εἰ γὰρ
 δικαιοσύνην ἀγαπᾷ ὁ θεός, ἀγαπᾷ ὡς θεός , ὥς Ἐγὼ θεὸς ἀγαπῶν
 δικαιοσύνην καὶ μισῶν ἅρπαγμα ἐξ ἀδικίας.. οὐ γὰρ ὡς
 ἄνθρωπος ἀγαπᾷ ταύτην ἐπὶ τὸ ἔχειν αὐτὴν ἐν ἑαυτῷ καὶ ποιεῖν τι κατ᾿
 αὐτήν. ἀγα·πᾷ δὲ τὸν υἱὸν ὁ πατὴρ καὶ ὡς ἀλήθειαν σοφίαν καὶ ἁγιασμόν,
 ὥς φησιν Δαβίδ· »Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας«. καὶ ἀγαπᾷ μὲν τὸν υἱὸν
 καθ’ ὃ πατήρ, οὐ καθ’ ὃ θεός, ἀγαπᾷ δὲ τὸν κόσμον καθ᾿ ὃ θεὸς καὶ τούτου
 δημιουργός, οὐ καθ’ ὃ δὲ πατήρ.

Zu Joh. 4, 10. 
 
 Εστιν δὲ καὶ ἀλληγορικῶς εἰπεῖν· φρέαρ μὲν Ἰακὼβ τὴν τοῦ Μωσέως διὰ νόμου
 διδασκαλίαν. ἔπινον δὲ ἀπ᾿ αὐτοῦ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ οἱ
 δώδεκα πατριάρχαι καὶ οἱ ἐξ αὐτῶν λαοὶ γεγεννημένοι. ταύτης
 δὲ τῆς πηγῆς πίνοντα πάλιν ταύτης διψᾶν. ἤγουν καιροῦ τινος προἰ·όντος
 διψᾶν αὐτὰ καὶ ἔρχεσθαι ἐπὶ τὴν εὐ- 
 
 αγγελικὴν καὶ σωτήριον καὶ ἀδιάδοχον διδασκαλίαν.
 »καὶ ὁ οὐρανὸς γὰρ καὶ ἡ γῆ παρελεύσεται, ὥς φησι ὁ σωτήρ, οἱ δὲ λόγοι
 μουοὐ μὴ »παρέλθωσιν«.

Zu Joh. 5, 13. 
 
 [Οἶδε γὰρ καὶ ὄψις μόνη τοῦ διαφθονουμένου οὐ μικρὸν τοῖς βασκαίνουσιν
 ἐνιέναι σπινθῆρα.]

Zu Joh. 6, 51. 
 
 
 [Διὰ τοῦτο ἂν ἔμιξεν ἡμῖν . . . . καὶ τοῖς δαίμοσι γινόμενοι.]

Zu Joh. 9, 8. 
 
 Προσαίτης ἦν δι᾿ ἀπορίαν τῶν ἀναγκαίων καὶ ἀδυναμίαν. Τι τοιούτους δ᾿ ἂν
 εὕροις τοὺς ἀπὸ Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων τῶν ὠφέλειαν καὶ τὸ
 πορισμὸν τῆς Χριστοῦ ἀληθείας καὶ τῶν πλουσίων θεωρημά- των αὐτοῦ τὴν
 γνῶσιν προσαιτοῦντας. οὐ μόνον δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀπήλλαξεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς
 τυφλότητος ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ προσαιτεῖν. ἐχαρίσατο γὰρ αὐτῷ ἄμα τοῦ
 βλέπειν καὶ τὰ πρὸς σωτηρίαν ψυχῆς ἀναγκαῖα. καὶ ἐνταῦθα μὲν ἡ τυφλότης
 τοῦ προσαιτεῖν αἰτία, ἐν δὲ ταῖς Πράξεσιν ἡ χωλότης.

Zu Joh. 9, 16. 
 
 Εἰ ὁ μὴ τηρῶν τὸ σάββατον οὔκ ἐστιν ἀπὸ θεοῦ, οὐδὲ ἱερεῖς ὑμῶν οἱ τὸ
 σάββατον διὰ τῆς περιτομῆς βεβηλοῦντες εἰσὶν ἀπὸ τοῦ θεοῦ.

Zu Joh. 9, 21. 
 
 Ἀξιόπιστον αὐτὸν ποιήσαντες οὕτω παρεστήσαντο πρὸς τὸ διεψεῦσθαι. ἀνοίγων
 ὁ χριστὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ· οὐ μικροῦ παιδίου ἠνέωξεν ἀλλὰ
 τελείαν ἡλικίαν ἔχοντος, ἴνα καὶ βλέπῃ καὶ ὡς ἀνὴρ
 ἀπολογήσηται. τοιοῦτοι δὲ ἦσαν καὶ οἱ λοιποὶ ἀναβλέψαντες τυφλοί.

Zu Joh. 9, 27. 
 
 Τὸ »Οὐκ ἠκούσατε« ἀντὶ τοῦ Οὐκ ἠθελήσατε παραδέξασθαι τὸ 
 λεγόμενον. τὸ δὲ »Τί οὐν πάλιν θέλετε ἀκούειν;« ἰσοδυναμεῖ τῷ Εἰ μὴ
 παραδέχεσθε τὰ εἰρημένα. τί πάλιν αὐτὰ απαγγέλλεσθαι μάτην ὑμῖν
 θέλετε;

Zu Joh. 9, 31. 
 
 
 Εἰ ἁμαρτωλῶν ὁ θεὸς οὐκ ἀκούει, πῶς ἐδίδασκεν ὁ χριστὸς λέγων τοὺς
 ἁμαρτωλοὺς προσεύχεσθαι· »Ἄφες ἡμῖν τὰ παραπτώματα ἡμῶν, »ὡς καὶ ἡμεῖς
 ἀφίεμεν τοῖς ωφειλέταις ἡμῶν«. τούτων ἀκούει ὁ θεός τῶν ἐπὶ μετάνοιαν
 νευόντων, εἰ καὶ μήπω ἐπαύσαντο ἁμαρτάνοντες, καὶ εἰ μὴ ἤκουσεν ὁ θεὸς
 ἁμαρτωλῶν, οὐκ ἂν μετὰ τελωνῶν καὶ πορνῶν ἤσθιεν καὶ
 ἔπινεν· ἢ ὅτι ὁ περὶ τοιούτων ἔργων εὐχόμενος ὁποῖα ἠν τὰ τοῦ Ἰησοῦ ἔργα
 ἵν ἐκτελέσῃ τοιαῦτα ὁ θεός, αὐτοῦ ουκ ακουει.

Zu Joh. 10, 31. 
 
 
 Εἰ πρότερον ἐβάστασαν, καὶ πάλιν ἐβάστασαν. οἶμαι δὲ ὅτι καὶ ὁ κακολογῶν
 τινα λίθους ἐπ’ αὐτὸν βάλλει. κακῶς δὲ αὐτὸν ἔλεγον καὶ σχίσμα δι᾿ αὐτὸν
 ἐν τοῖς Ἰουδαίοις ἐγίνετο. πάλιν οὖν τὸ βάρος 
 
 τὧν δυσφήμων λόγων οὗτοι βαστάσαντες λίθους λίθους
 ἐπ᾿ αὐτὸν ἔβαλλον. διὰ τοῦτό φησιν ἡ Σοφία· »Ὁ βάλλων λίθον εἰς ὕψος ἐπὶ
 τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ βάλλει«· ὁ δὲ ψαλμῳδός· »Ἡ ἀδικία αὐτοῦ ἐπὶ τὴν
 κεφαλὴν »αὐτοῦ καταβήσεται«, ὁ δὲ ἄδικος εἰς ὕψος λαλῶν εἰς ὕψος
 βαλλει.

Zu Joh. 11, 9. 
 
 Ωσπερ εἰς δώδεκα ὥρας διαιρεῖται ἡ ἠμέρα, κατὰ τοῦτο καὶ οἱ δώδεκα
 πατριάρχαι καὶ ὁ χορὸς τῶν ἀποστόλων ἰσάριθμοι τῶν ὡρῶν τῆς ἡμέρας,
 ἔχοντες ἥλιον τὸν χριστὸν καὶ θεὸν ἡμῶν, ὅστις καὶ νοητή
 ἐστιν ἡμέρα, ἐξ οὗ οἱ λόγοι καὶ ὁ τῆς γνώσεως τούτων φωτισμός.

Zu Joh. 11, 54. 
 
 Καὶ πάλιν ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ὡς πολλάκις εἴρηται. νῦν δὲ ἐκύρωσαν
 τὴν γνώμην καὶ † ὡς ἔργον τῷ πράγματι κέχρηνται. πάλιν δὲ
 ἀνθρωπίνως ἐαυτὸν σώζει, καὶ συνεχῶς ταῦτα ποιεῖ. τὴν δὲ αἰτίαν εἶπεν,
 ὅτι οὔπω ἥκει ἡ ὥρα αὐτοῦ, καὶ νῦν ἐπὶ τῆς ἐρήμου διατρίβει ἐν πόλει
 λεγομένῃ Ἐφραίμ. καὶ ἔμεινε μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ τὸν ἐπιτήδειον καιρὸν
 ἀναμένων καὶ τῆς ἐκείνων φειδόμενος απωλείας.

Zu Joh. 12, 2. 
 
 Ὁ ἐπόμενος αὐτῷ διακονεῖ αὐτῷ, οὕτως δὲ διάκονος αὐτοῦ ἐστι. καὶ διὰ
 τοῦτο ὅπου ἐστὶν ὁ λόγος, κἀκεῖ καὶ αὐτός ἐστιν. οὐ σωματικῶς
 τικῶς δὲ οὐδὲ τοπικῶς τὴν ἐπαγγελίαν νοητέον. εἰ εἰ δὲ τόπον τις ὑπολάβοι, καὶ οὗτος οὐκ ἂν ἁμάρτοι. ἐν γὰρ τοῖς
 καθαρωτάτοις τοῦ αἰθέρος καὶ λεπτότητι φωτὸς διαυγεστέροις τοὺς
 διαφέροντας τῇ λαμπρότητι ἀπολαμβάνοντας κατὰ τὴν ἀξίαν ἐν τῇ ἀναστάσει
 χωρίοις γίνεσθαι ὡς ἐπιτηδειοτάτοις πρὸς τὴν σχολὴν τῶν θεωρημάτων τοῦ
 Οεοῦ λόγου.

Zu Joh. 17, 11. 
 
 Ὅτι] Τὸ »Ἓν« πολλαχῶς λέγεται καὶ καθ’ ὁμοιότητα καὶ καθ’ ἕτερα πολλά·
 καὶ κατὰ μὲν συμφωνίαν, ὅταν εἴπῃ ὅτι »Τὸ πλῆθος τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ
 καρδία μία καὶ ἡ ψυχὴ μία«, καθ’ ὁμοιότητα δέ, ὡς ὅταν λέγῃ·
 »Καὶ γὰρ ἡμεῖς πάντες έν ἑνὶ πνεύματι εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν‘ καθ᾿
 ὁμοιότητα τῆς φύσεως· καὶ ὡς τὸν Ἀδὰμ ἀρχὴν καὶ κεφαλὴν ἔχοντες κατὰ
 φύσιν ἡμῶν γεννήσεως ἓν σῶμα λεγόμεθα οἱ πάντες ἔχειν, οὕτως καὶ τὸν
 χριστὸν κεφαλὴν ἐπιγραφόμεθα διὰ τῆς θείας ἀνγεννήσεως ἥτις γέγονε τύπος
 ἡμῖν τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ, ὃς πρωτότοκος ἐκ
 νεκρῶν ἀναστάς. ἐπιγραφόμεθα αὐτὸν κεφαλὴν κατὰ προτύπωσιν τῆς αὐτοῦ
 ἀναστάσεως »οὐτινος ἐσμὲν μέλη ἐκ μέρους καὶ σῶμα διὰ τοῦ πνεύματος »εἰς
 ἀφθαρσίαν ἀναγεννώμενοι«.