Ζητεῖται διὰ τί ἀπὸ τῶν τελευταίν ἤρξατο καὶ μὴ ἀπὸ τῶν πρώτων ὁ ποιητήϲ. καί φαμεν ὡϲ
 ϲποράδην οἱ πρὶν ἐγίνοντο πόλεμοι καὶ οὐδὲ περὶ πόλεων μεγίϲτων· οἱ γὰρ Τρῶεϲ Ἀχιλλέωϲ
 παρόντοϲ οὐδέποτε ἐξῄεϲαν τῶν πυλῶν, καὶ ϲχεδὸν ἄπρακτοι τὴν ἐνναετίαν
 ἐπέλεϲαν 
 τὰϲ ὁμορούϲαϲ πολίχναϲ οἱ Ἕλληνεϲ διαϲτρέφοντεϲ· περὶ ὧν
 ἀναγκαῖον αὐτῷ γράφειν οὐ ἦν μὴ παρούϲηϲ ὕληϲ τῷ λόγῳ. λέγουϲι δὲ καὶ
 ἀρετὴν εἶναι ποιητικὴν τὸ τῶν τελευταίων ἐπιλαμβάνεϲθαι καὶ περὶ τῶν
 λοιπῶν ἀνέκαθεν διηγεῖϲθαι. 
 ἔτι ζητεῖται διὰ τί ἀπὸ δυϲφήμου ὀνόματοϲ τῆϲ μήνιδοϲ ἄρχεται. ἐπιλύουϲι δὲ αὐτὸ οἱ περὶ Ζηνόδοτον οὕτωϲ, ὅτι πρέπον ἐϲτὶ τῇ ποιήϲει
 τὸ προοίμιον, τὸν νοῦν τῶν ἀκροατῶν διεγῖρον καὶ προϲεχεϲτέρουϲ ποιοῦν,
 εἰ μέλλει πολέμουϲ καὶ θανάτουϲ διηγεῖϲθαι ἡρώων. 
 πάλιν ζητεῖται, διὰ τί Ἀχιλλέωϲ ὡϲ ἐπὶ τὸ πλεῖϲτον ἀριϲτεύοντοϲ οὐκ
 Ἀχίλλειαν ὡϲ Ὀδύϲϲειαν ἐπέγραψε τὸ ϲωμάτιον. φαμὲν δ᾿ ὅτι 
 ἐκεῖ μέν, ἅτε μόνωϲ ἐφ᾿ ἑνὸϲ ἥρωοϲ τοῦ λόγου πλακέντοϲ, καλῶϲ καὶ
 τοὔνομα τέθειτα, ἐνταῦθα δέ, εἰ καὶ μᾶλλον τῶν ἄλλων Ἀχιλλεὺϲ 
 
 ἠρίϲτευεν, ἀλλά γε καὶ οἱ λοιποὶ ἀριϲτεύοντεϲ φαίνονται. οὐ
 γὰρ μόνον τοῦτον οἷοϲ ἦν δηλῶϲαι βούλεται ἀλλὰ ϲχεδὸν ἅπανταϲ, ὅπου γε
 καὶ ἐξιϲοῖ τιναϲ αὐτῷ. ἐκ τινὸϲ οὖν ὀνομάϲαι μὴ ἔχων αὐτό, ἀπὸ τῆϲ
 πόλεωϲ ὀνομάζει καὶ τὸ αὐτοῦ καλῶϲ ὑποφαίνει ὄνομα. 
 
 ζητοῦϲι διὰ τί ἀπὸ τῆϲ μήνιδοϲ ἤρξατο, οὕτωϲ δυϲφήμου ὀνόματοϲ. 
 διὰ δύο ταῦτα·
 πρῶτον μὲν ἵν᾿ ἐκ τοῦ πάθουϲ ἀποκαθαριεύϲῃ τὸ τοιοῦτο μόριον τῆϲ
 ψυχῆϲ καὶ προϲετικωτέρουϲ τοὺϲ ἀκροατὰϲ ἐπὶ τοῦ μεγέθουϲ ποιήϲῃ καὶ
 προϲεθίϲῃ φέρειν γενναίωϲ ἡμᾶϲ τὰ πάθη μέλλων πολέμουϲ ἀπαγγέλλειν.
 δεύτερον ἵνα τὰ ἐγκώμια τῶν Ἑλλήνων πιθανώτερα ποιήϲῃ, ἐπεὶ δὲ ἔμελλε
 νικῶνταϲ ἀποφαίνειν τοὺϲ Ἕλληναϲ, εἰκότωϲ οὐ κατατρέχει,
 ἀξισπιϲτότερον ἐκ τοῦ μὴ πάντα χαρίζεϲθαι τῷ ἐκείνων ἐπαίνῳ.

2. v. ζητ. Vat. 17 (═ schol. *B Α 105) in fine operis.

3.τὸ ολλὰϲ δ᾿ ἰφθίμουϲ ψυχὰϲ Ἄϊδι προΐαψεν ἐναντίον φαίνεται τῶ μοῖραν δ᾿
 οὔτινά φημι πεφυγμένον ἔμμεναι ἀνδρῶν (Ζ 488), ἔτι δὲ καὶ
 
 τῷ ψυχὴ δ᾿ ἠύτ᾿ ὄνειροϲ ἀποπταμένη πεπότηται (λ 222), εἰϲ
 Ἅιδου δὲ κατῆλθεν· εἰ γὰρ προΐαψεν ἐϲτὶ προδιέφθειρεν, οὔτε ἡ μοῖρα
 κυρία τοῦ ἀποθανεῖν οὔτε ἡ ψυχὴ μένει,
 ἀπόλλυται γὰρ εἰ διαφθείρεται . λύεται δὲ
 κατ’αὐτὴν τὴν λέξιν· τὸ προΐαψεν ἀποδιδόαϲί τινεϲ ἀντὶ τοῦ
 ἔπεμψε πρὸ ἄλλων τῷ
 ἅμματι καὶ τῷ .πτω τὸ γὰρ Ἄϊδι προϊαφεν 
 
 ἐναντίον τῷ μοῖραν δ᾿ οὔ τινά φημι πεφυγμένον ἔμμεναι ἀνδρῶν. ἀλλ᾿ οὐ
 ταὐτὸν ἐκείνῳ τοῦτο. νῦν γὰρ δοκεῖ λέγειν. ὡψ οὐ διὰ τὴν Μοῖραν ἀλλὰ τὴν μῆνιν
 Ἀχιλλέωϲ ἀπώλοντο. ῥητέον οὖν ὅτι μοῖραν ἐνταῦθα ἀκουϲτέον
 τὴν πρὸ τῆϲ ὡριϲμένηϲ τελευτήν· περπώδηϲ γὰρ ἀνθρώποιϲ θάνατουϲ ὁ ἐν
 γήρᾳ γινόμενοϲ· γῆραϲ γάρ φηϲι καὶ θάνατοϲ τά τ᾿ ἐπ᾿ ἀνθρώποιϲι πέλονται
 (ν 59). προΐαψεν 
 νὖν· ἔβλαψεν πρὸ καιροῦ παραπέμψαϲα Ἅιδῃ, τουτέϲιτ πρὸ τοῦ
 πρέποντοϲ ἀνθρώποιϲ θανάτου. ἢ περιττεύει ἡ πρό, ὡϲ τὸ νῆάϲ τε προπάϲαϲ
 (Β 493).

4. v. Herm. XIV, p. 237.

13. v. Ξ 200.

18. ἀπρεπὲϲ τὸ τὸν ἱερέα τοῖϲ μὲν οἰκείοιϲ καταρᾶϲθαι τοῖϲ δὲ ἐχθροῖϲ εὔχεϲθαι τὰ βέλτιϲτα
 vacuum spatium 5 fere litt. capax . ἡ δὲ λύϲιϲ
 ἐκ τοῦ καιροῦ· τὸν γὰρ ἐν τοῖϲ πολεμίοιϲ γενόμενον καὶ ὑπὲρ τῆϲ θυγατρὸϲ
 κινδυνεύοντα πῶϲ οὐκ εἰκὸϲ τοιούτοιϲ λόγοιϲ χρῆϲθαι πρὸϲ τὸ
 ϲυμφέρον αὐτῷ; 
 διὰ τί ὁ Χρύϲηϲ κατὰ τῶν οἰκειών ηὔχετο; λέγομεν ὅτι πρῶτον μὲν ἔδει
 κολακεύειν τὸν τύραννον καὶ ταῦτα λέγειν ἅπερ ἐπεθύμει δρᾶϲαι, δεύτερον
 δὲ ὅτι διὰ τοὺϲ Τρῶαϲ ἀπολωλέκει τὴν θυγατέρα, ὅθεν εὐλόγωϲ κέχρηται
 ταῖϲ ἀραῖϲ κατ᾿ αὐτῶν.

31. ἀπρεπὲϲ τὸ τὸν βαϲιλέα περὶ τῆϲ αἰχμαλώτου λέγειν, καὶ ταῦτα ἔχοντα γυναῖκα καὶ
 παῖδαϲ ἐξ αὐτῆϲ. λύεται δὲ καθ᾿ οὓϲ μὲν ἐκ τῆϲ λέξεωϲ· τὸ γὰρ ἐμὸν λέχοϲ
 ἀντιόωϲαν οὐ πάντωϲ δηλοῖ τὴν ϲυγκοιμωμένην ἀλλὰ καὶ ὑπηρετοῦϲαν πρὸϲ τὸ
 λέχοϲ, οἷον θαλαμηπολοῦϲαν· καθ᾿ ἑτέρουϲ δὲ ἀπὸ τοῦ καιροῦ· ἐν γὰρ
 πολέμῳ καὶ ϲτρατῶ τῶν Ἑλλήνων ὄντων, καὶ ταῖϲ αἰχμαλώτοιϲ
 ϲυνερχόμενον τὸν βαϲιλέα θέλει ἀποφῆναι καὶ οὐκ ἀϲχήμονα τὴν πρὸϲ
 ταύταϲ cod. ταύτην, corr. Bkk. φιλοϲτοργίαν,
 Ὅπωϲ ἂν μᾶλλον κατέχῃ τὸ πλῆθοϲ.

38. v. Herm. XIV, p. 234.

41. v. Δ 102.

42. πῶϲ δὲ Ἕλληϲιν ἐπαρᾶται τοῖϲ εὐφημήϲαϲι
 δοθῆναι αὐτῷ τὴν
 θυγατέρα; φαμὲν οὖν ὅτι, εἰ ἀπέθανεν ὁ Ἀγαμέμνων, ἀνεκζήτητοϲ ἂν ἔμεινεν
 ἡ αἰτία τοῦ λοιμοῦ ἢ πλεόντων ἐπὶ τὴν πατρίδα τῶν Ἑλλήνων ἀναπόδοτοϲ
 ἐγένετο ἡ Χρυϲηίϲ· ἢ ὅτι αὐτοὶ Θήβαϲ πορθήϲαντεϲ ἐξέδοντο αὐτὴν
 Ἀγαμέμνονι· καὶ ὅτι ἀποθανὼν μὲν Ἀγαμέμνων ἄλυποϲ ἦν, ζῶν
 δὲ καθ᾿ ἡμέραν ἀποθνήϲκει βλέπων ἀπολλυμένουϲ τοὺϲ· ὄχλουϲ· καὶ ὅτι
 ϲυμπεριλαμβάνεται καὶ αὐτὸϲ τοῖϲ Δαναοῖϲ· καὶ ὅτι πᾶϲιν ἀρᾶται, διότι μὴ
 πάντεϲ ἐπέϲχον τὴν τοῦ βαϲιβλέωϲ ὕβριν· καὶ ὅτι ὡϲ βάρβαροϲ ὁ Χρύϲηϲ
 πᾶϲιν Ἕλληϲιν ἐχθρόϲ ἐϲτιν. 
 
 
 
 

 
 
 ἀπρεπὲϲ δοκεῖ κατὰ μὲν τοῦ ὑβρίϲαντοϲ Ἀγαμέμνονοϲ μὴ ἀρᾶϲθαι ἀλλὰ κατὰ
 τῶν εὐφημηϲάντων Ἑλλήνων. λύεται δὲ ἐκ τῆϲ λέξεωϲ, ὅτι ἐν τοῖϲ Δαναοῖϲ
 ἐμπεριέχεται Ἀγαμέμνων· ἐκ δὲ τοῦ προϲώπου, ὅτι βάρβαροϲ καὶ πᾶϲιν
 ἐχθρόϲ· ἐκ δὲ τοῦ καιροῦ, ὅτι τὸν μὲν ϲυνέφερεν αὐτῷ ϲώζεϲθαι, τῶν δὲ
 νοϲηϲάντων καὶ ἀπολαβεῖν ἂν τὴν θυγατέρα.

50. διὰ τί ἀπὸ τῶν κυνῶν καὶ τῶν ἡμιόνων ὁ λοιμὸϲ ἤρξατο, ἀπὸ τῶν Ἑλλήνων
 δὲ οὒ οὐδὲ ἀπ’ ἄλλου ζώου τινόϲ καὶ οἱ μὲν ῥητορικῶϲ λύοντέϲ φαϲιν ὅτι
 φιλάνθρωπον ὂν τὸ θεῖον ἐβούλετο παιδεῦϲαι τοὺϲ Ἕλληναϲ καὶ μὴ
 παντάπαϲιν ἀπολέϲαι, καὶ διὰ τοῦτο πρότερον ἀπὸ τοιούτων ζώων ἤρξατο
 μετάνοιαν τοῖϲ ἁμαρτήϲαϲι διδούϲ. οἱ δὲ ἀληθέϲτερον καὶ
 φιλοϲοφώτερόν φαϲιν, ὅτι ἅπαϲ μὲν λοιμὸϲ ἀπὸ ἐκφλογώϲεωϲ γίνεται, γῆθεν
 ἀναφερόμενοϲ ἐξ ἀναθυμιάϲεωϲ. διὸ καὶ τὸν Ἀπόλλωνά φαϲιν αἴτιον εἶναι
 τῆϲ τοιαύτηϲ ἀϲθενείαϲ, ἐπεὶ ὁ αὐτὸϲ εἶναι λέγεται τῷ ἡλίῳ καταφλέγοντι
 τὴν γῆν. ἐκ δὲ τῆϲ γῆϲ γιγνομένηϲ τῆϲ νόϲου, ἀναγκαῖον τοὺϲ κύναϲ
 πρώτουϲ ᾐϲθῆϲθαι εἰϲθεῖϲθαι cod. τῆϲ
 βλάβηϲ, ὅτι τε καὶ αἰϲθητικώτερό ἐϲτι τὰ ἄλογα ζῶα φύϲει τῶν ἀνθρώπων
 καὶ ὅτι κάτω νεύουϲι πρὸϲ τῇ γῇ καὶ ἀνιχνεύουϲι. τοὺϲ δὲ ἡμιόνουϲ οὐ διὰ
 τὸ κάτω νεύειν, ἀλλὰ τὸ ἐκ διαφόρων ϲωμάτων εἰληχέναι τὴν γένεϲιν
 παντελῶϲ γὰρ εὐδιάφθαρτον τὸ τοιοῦτο. τῆϲ δεκάτηϲ δὲ
 ἡμέραϲ κτλ. quae aliunde illata sunt .

52. πῶϲ, φηϲίν, ὁ ποιητὴϲ ἐναντία ἑαυτῷ λέγει om.
 B ; προειπὼν ειπὼν γὰρ εἰπὼν γὰρ πρῶτον B 
 αὐτοὺϲ δὲ ἑλώρια δ᾿ ἑλλώρια B τεῦχε κύνεϲϲιν (v.
 4) νῦν ἐπάγει αἰεὶ δὲ πυραὶ νεκύων καίοντο θαμειαί καίοντο θαμ. om. A . ἐροῦμεν δ᾿ ὅτι οὖν ὅτι
 B ὁ λοιμὸϲ ηὖξε τὴν μῆνιν, ἡ μῆνιϲ δὲ τὰϲ μετὰ ταῦτα μάχαϲ·
 καὶ οἱ ἐν ταύταιϲ πίπτοντεϲ ἑλώρια ἑλλώρια
 B κυνῶν ἐγίνοντο, οἱ δὲ ὑπὸ ἀπὸ A τοῦ
 λοιμοῦ φθειρόμενοι ἐκαίοντο.

56. πῶϲ ἡ τῆϲ μήνιδοϲ αἰτία γενομ;νη τούτων ἐκήδετο; ῥητέον ὅτι ϲυνέφερε τὸν Ἀχιλλέα
 μηνῖϲαι, ἵνα θαρρήϲαντεϲ οἱ Τρῶεϲ προέλθωϲι καὶ νικηθῶϲιν ἐκ τοῦ ἴϲου
 μαχόμενοι. εἰ γὰρ ἐν τῇ λόλει ἔμειναν πολιορκούμενοι, μικρὸϲ ἂν ἦν ἢ
 ἀτελεύτητοϲ ὁ πόλεμοϲ.

62. 63. ἄλογον ζητεῖν παρὰ ἱερέωϲ post hoc verbum rasura
 2 vel trium litt.,
 τι? πυθέϲθαι περὶ τῶν μελλόντων· οὐ γὰρ δὴ μάντειϲ οἱ ἱερεῖϲ,
 οἱ δὲ ὀνειροπόλοι μηδενὸϲ ὀνείρου νῦν ζητουμένου παρέλκουϲι. λύεται δὲ
 ἐκ τῆϲ λέξεωϲ· τὸν γὰρ νῦν λεγόμενον θύτην ἱερέα φαίνονται καλοῦντεϲ
 πάλαι, ὥϲπερ καὶ ἑτέρωθεν· εἰ μὲν γάρ τίϲ μ᾿ ἄλλοϲ ἐπιχθονίων ἐκέλευεν, ἢ οἳ μάντιέϲ εἰϲι θυοϲκόοι ἢ ἱερῆεϲ (Ω 270). ὁ δὲ
 ὀνειροπόλοϲ αὐτὸϲ ὁρᾷ Cobet. ap. Dind.; cod. δρᾶ 
 ὑπὲρ ἑτέρων ὀνείρουϲ. 
 Ἡρωδιανὸϲ τελείαν δίδωϲιν εἰϲ τὸ μάντιν, ἵνα ᾖ γενικόν. ὁ δὲ Πορφύριοϲ μάντιν λέγει
 τὸν δι᾿ οἰωνῶν ἢ τεράτων μαντευόμενον, ἱερέα δὲ om. L τὸν διὰ θυϲιῶν, ὀνειροπόλον δὲ τὸν ὀνειροπολούμενον, θεατὴν ὀνείρου
 γεγονότα πολούμενον θεα in ras. B; verba inde a θεατὴν
 om. L . 
 
 
 
 
 
 
 

 
 
 διὰ τί διττοὺϲ λέγων τοὺϲ ὀνείρουϲ τ 562 sqq . καὶ
 τοὺϲ μὲν αὐτῶν ψευδεῖϲ, τοὺϲ δὲ ἀληθεῖϲ, ὡϲ πάντων αὐτῶν ὄντων ἀληθινῶν
 φηϲιν· ἢ καὶ ὀ νειρο πόλον καὶ γάρ τ’ ὄναρ ἐκ Διόϲ ἐϲτιν, ὡϲ τῶν ὀνείρων
 ἐκ Διὸϲ ὄντων λύεται δὲ ἀπὸ τῆϲ ϲυναλοιφῆϲ. οὐ γὰρ ὁ τέ ὁ γὰρ τέ cod., corr. Bekk. ϲύνδεϲμοϲ ϲυναλήλιπται, ἀλλὰ τὸ
 τί μόριον· ἔϲτι γὰρ πλῆρεε· καὶ γάρ τι ὄναρ ἐκ Διόϲ
 ἐϲτι. τὸ δὲ ὀ νειροπόλον οὐ ϲημαίνει τὸν ὀνειροκρίτην, ὥϲ τινεϲ
 ἐξεδέξαντο, τὸν περὶ τοὺϲ ὀνείρουϲ διατρίβοντα (οὐδὲν γὰρ ὄναρ ὤφθη),
 ἀλλὰ ϲημαίνει τὸν ὀνειροπολούμενον, τὸν κάτοχον ὀνείροιϲ καὶ θεατὴν
 ὀνείρου εἰϲ αὐτὸν ἐλθόντοϲ γεγονότα.

69. (Eust. p. 51, 9) v. Herm. XIV, p. 234.

73. v. ad v. 78.

78. ζητ. Vat. 15 (═ schol. *B v. 78 ═ 66 Dind.) v. in fine operis.

104. προεβλήθη ποίου τίνοϲ L γένουϲ τὸ τὼ BL ὄϲϲε καὶ τίϲ ἡ ἑνικὴ εὐθεῖα. οἱ μὲν οὖν
 ἔφαϲαν, ὥϲπερ ἀπὸ τοῦ θῆρε τοῦ δυϊκοῦ κατ’ ἀποβολὴν τοῦ ε
 τὸ ἑνικὸν γίνεται θήρ. οὕτωϲ καὶ το Vill. , codd.
 τὼ τὸ ὄϲϲε.   ὄϲϲε τὸ ἑνικόν ἐϲτιν ὄϲϲ ὅϲϲ
 B διὰ τὰ om. B δύο ϲ. ἐλέγχονται δέ· οὐ
 γὰρ ἐπὶ πάντων ταὐτὸ γίνεται. ἰδοὺ γὰρ ἀπ ὸ τοῦ δμῶε ο γίνεται τὸ ἑνικὸν
 δμῶ οὐδὲ ἀπὸ τοῦ φῶτε φῶτ φῶ codd., corr. Bkk. ,
 οὕτωϲ οὐδὲ ἀπ ὸ τοῦ ὄϲϲε ὄϲϲ. ἡ δὲ αἰτία ἐπεὶ τὸ ρ καὶ τὸ ν τῶν ἀμεταπτώτων κατά γε τὸ πλεῖϲτον, προϲεβλήθη. Vill. ,ἐπροϲεβλ. codd . καὶ τῷ θήρ καὶ τῷ χήν τὸ ε
 καὶ δυϊκὰ γέγονεν. οὐδέποτε δ’ ἂν εὕροιϲ εὕρηϲ B 
 τοῦτο ϲυμβαῖνον ἐφ’ ὧν ἔϲχατον ἦν τὸ ϲ. τῷ γὰρ Κρήϲ εἰ προϲτεθείη προϲθείη B, εἰ μὴ προϲθείη L τὸ ε, δυϊκὸν οὐκ ἂν
 γένοιτο, Κρῆϲε, οὐδὲ τῷ χρώϲ καὶ παῖϲ· οὕτωϲ οὐδὲ τῷ ὄϲϲ. ἔτι καὶ ἀδύνατόν ἐϲτι ϲυλλαβὴν μίαν εἰϲ δύο ϲϲ λήγειν. οὐδὲ μὴν
 δύναται ὄϲ codd. ὄϲϲ, corr. Bkk. εἶναι δι’ ἑτέρου
 ϲ ϲϲ B τῶν γὰρ εἰϲ οϲ ληγόντων ὀνομάτων τὰ δυϊκὰ
 εἰϲ ω λήγει. ῥητέον οὖν ὅτι quae iam sequuntur in cod.
 B etiam ad Α 104 leguntur, quae nota B⟩ significo τὸ ὄϲϲε τὼ ὄϲϲε codd., corr. Bkk. οὐκ ἔϲτιν ἀρϲενικὸν
 δυϊκόν. 
 
 
 
 κόν. φηϲὶ γὰρ ὁ ποιητήϲ· τῶ δέ οἱ ὄϲϲε πὰρ ποϲὶν αἱματόεντα
 αἱματόεντε B χαμαὶ πέϲον (Ν 616), οὐχ
 αἱματόεντεϲ. οὐδετέραν οὐδετέραϲ B οὐ δευτέραν L 
 οὖν ληπτέον εὐθεῖαν καὶ ἔϲται τὸ ὄϲϲοϲ, ὡϲ ἕρκοϲ βέλοϲ τεῖχοϲ, τὸ δὲ
 πληθυντικὸν κατὰ Ἀθηναίουϲ μὲν ἕρκη βέλη τείχη, κατὰ δὲ τοὺϲ
 om. B Ἴωναϲ ἕρκεα βέλεα τείχεα καὶ δῆλον ὅτι
 ὄϲϲεα. τῶν δὲ om. Β΄ εἰϲ α πληθυντικῶν τὰ δυϊκὰ
 καὶ ins. B οὐδέτερα εἰϲ ε τελευτᾷ , οἷον
 ὄμματα ὄμματε, γράμματα γράμματε· καὶ Εὐριπίδηϲ (Hipp. 386 ) οὐκ ἂ ν δύ’
 ἤτην ταῦτ’ ἔχοντε γράμματε καὶ Εὐρ. — γράμματα in uno
 B΄ , καὶ Ἀριϲτοφάνηϲ ἐντὸϲ Πλούτῳ (454)· γρύζειν
 δὲ καὶ om. Β΄ τολμᾶτον, ὦ καθάρματε, ϲαφὲϲ οὖν
 ὅτι καὶ τείχεε λέξουϲι δυϊκὰ καὶ ὄϲϲεε, εἶτα κατὰ ἀφαίρεϲιν ὄϲϲε ἐγένετο
 om. Β΄ .

105. ζητ. Vat. 17 ( ═ h. v.) v. in extrem. parte operis.

113. διὰ τί ὁ Ἀγαμέμνων τὴν αἰχμάλωτον τῆϲ γαμετῆϲ προκρίνει; 
 λέγει γάρ· Κλυταιμνήϲτρηϲ προβέβουλα. καὶ οἱ μέν φαϲιν, ὅτι
 ἕνεκα τοῦ μὴ δοκεῖν Ἕλληϲιν ἐφ’ ὕβρει κατεχεϲθαι τὴν κόρην, οἱ δὲ ὅτι
 ἐπαινεῖ τὴν Χρυϲηίδα ἵνα μὴ τὰ τυχόντα τοῖϲ Ἕλληϲιν ἀλλὰ τὰ μέγιϲτα δοκῇ
 χαρίζεϲθαι, ἔνιοι δὲ ὅτι ἵνα ψευδόμενον ἀποδείξῃ τὸν Κάλχαντα· πῶϲ γὰρ
 ὀργίζοιτο ἂν ὁ θεόϲ, τῆϲ αἰχμαλώτου μηδὲν ἐφύβριϲτον 
 παϲχούϲηϲ;

117. ὁ δὲ ἤ διαϲαφητικόϲ ἐϲτιν ἀντὶ τοῦ ἤπερ, ὡϲ τὸ
 ἢ ἀφνειότεροι (α 165). ἔϲτι δὲ
 καὶ μετὰ ἤθουϲ. Πoρφ ύριοϲ δὲ διαζευκτικὸν ἀντὶ τοῦ καί, οἷον καὶ αὐτὸϲ
 ἀπολέϲθαι. 
 
 ὁ δὲ λόγοϲ τοιοῦτοϲ· θέλω, φηϲίν, ἐγὼ τὸν ὄχλον μᾶλλον 
 ϲώζεϲθαι καὶ αὐτὸϲ ἀπολέϲθαι. Πορφύριοϲ δὲ παραδιαζευκτικὸν
 ἀντὶ τοῦ καὶ ἀπολέϲθαι ἐγώ. 
 
 
 
 
 
 

 
 
 ἤπερ, διαϲαφητικῶϲ, ὡϲ τὸ ἢ ἀφνειότεροι. ἔϲτι δὲ μετὰ ἤθουϲ. Πορφύριοϲ δὲ
 παραδιαζευκτικὸν ἀντὶ τοῦ καὶ ἀπολέϲθαι ἐγώ.

138. ἀπορία quae ante h. v.
 leguntur v. ad lin. 17 . τεὸν. διὰ τί δὲ ϲυνεχῶϲ ὁ Ἀγαμέμνων
 ἐντὸϲ ταῖϲ πρὸϲ Ἀχιλλέα διαπληκτίϲεϲιν Αἴαντοϲ καὶ Ὀδυϲϲέωϲ μνημονεύει,
 καὶ ἐντὸϲ τῇ ἀφαιρέϲει τῶν τιμῶν· ἢ τεὸν ἢ Αἴαντοϲ ἰὼν γέραϲ
 ἢ Ὀδυϲῆοϲ ὀδυϲϲῆοϲ cod. ἄξω ἑλ ών, καὶ μετ’
 ὀλίγον ἐφεξῆϲ, ὅτε δεῖ πέμψαι τὴν Χρυϲηίδα , φηϲίν · εἷϲ δέ τιϲ ἀρχὸϲ
 ἀνὴρ βουληφόροϲ ἔϲτω, ἢ Αἴαϲ ἢ Ἰδομενεὺϲ ἢ δῖοϲ Ὀδυϲϲεὺϲ ἠὲ ϲύ, Πη
 λείδη, πάντων ἐκπαγλότατ’ ἀν δρ ῶν (v. 144 — 146). καὶ γὰρ ἀτιμάϲειν
 ἀπειλῶν ϲυγκαταλέγει Αἴαντα καὶ Ὀδυϲϲέα τῷ Ἀχιλλεῖ ἀχιλεῖ cod. , καὶ ἀποϲτέλλειν πρὸϲ τὸν θεὸν
 ἐπαγγελλόμενοϲ ἐξ Αἴαντοϲ καὶ Ὀδυϲϲέωϲ καὶ Ἀχιλλέωϲ φηϲὶν ἕνα
 ἀποϲτέλλειν, ὅτε μὲν ἀτιμάϲαι ἀπειλεῖ, προθεὶϲ τὸν Ἀχιλλέα μετὰ ὕβρεωϲ .
 addidi;  cod. om. τῶν ἀτιμαζομένων · ἢ τεὸν ἢ
 Αἴαντοϲ ἰὼν γέραϲ ἢ Ὀδυϲῆοϲ ὀδυϲϲῆοϲ cod. , ὅτε δὲ
 ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων θύειν ἔδει ἀπελθόντα ἢ Αἴαϲ ἢ Ἰδομενεὺϲ ἢ
 δῖοϲ Ὀδυϲϲε ὺϲ ἠὲ ϲύ, Πηλείδη. λύϲιϲ· ὅτι οὗτοι ἐδόκουν μάλιϲτα φίλοι
 εἶναι Ἀλχιλλέωϲ. διὸ καὶ ὁ Νέϲτωρ αὐτὸϲ καταλέγων πρεϲβευτὰϲ πρὸϲ
 Ἀχιλλέα τούτουϲ αἱ ρεῖται, 
 
 
 
 καὶ Ἀχιλλεὺϲ εὐμενέϲτατα ὁρᾷ ἐλθόνταϲ τούτουϲ καὶ δεξιοῦται
 καὶ ὁμολογεῖ τὸ προυπάρχον φίλτρον· οἵ μοι ϲκυζομέν ῳ παρ’ Ἀχαιῶν
 φίλτατοί ἐϲτον (1 198), καὶ χαίρετον, ἦ φίλοι ἄν δρεϲ ἱκάνετον (1 197 ).
 ϲυνατιμάζει οὖν τούτουϲ καὶ ϲυγκαταλέγει ὡϲ φίλουϲ ὄνταϲ τῷ
 Ἀχιλλεῖ τὰ μάλιϲτα.

179. v. ad Δ 491.

194. 195. Ξ 304.

211. τὸ ἔπεϲι μὲν ὀνείδιϲον L. c. l. ἔπεϲιν ὀνείδιϲον
 inc.:  ὡϲ ἔϲεταί περ ἀπρεπὲϲ ἀπρεπὴϲ Lp θεᾶϲ εἰϲ λοιδορίαν εἰϲ λοιδ. θεᾶϲ ἔμπροϲθεν L . ἡ δὲ λύϲιϲ ἐκ τῆϲ λέξεωϲ·
 ὀνείδιϲον γὰρ ἔφη ἀντὶ τοῦ ὑπόμνηϲον τῶν εὐεργεϲιῶν ὡϲ ἐγένοντο.
 ὀνείδιϲον γὰρ ἔφη, οὐ λοιδόρηϲον. ὀνειδιϲμὸϲ δέ ἐϲτιν ἀνάμνηϲιϲ
 εὐεργετημάτων ὧν τιϲ παρέϲχετο.

213. πόθεν δέ, φαϲίν, ἡ Ἀθηνᾶ οἶδεν ὅτι ὁ Ἀχιλλεὺϲ
 λήψεται πολλαπλάϲια δῶρα. οὐδέπω γὰρ τῆ Θέτιδι τὴν Ἀχιλλέωϲ
 τιμὴν ὑπέϲχετο ὁ Ζεύϲ. ὅτι οὐ μόνον θεοὶ ἀλλὰ καὶ ὁ τυχὼν τυχῶν cod. ἄνθρωποϲ γνοίη ὅτι οἱ cod. εἰ, cui pallidiore atramento suprascript. οἱ τοὺϲ
 κρείττουϲ ἀτιμήϲαντεϲ, εἰ κινδυνεύϲειαν, ἐπὶ τοὺϲ ὑβριϲμένουϲ
 καταφεύγουϲιν.

225. διὰ τί ὁ Ἀχιλλεὺϲ λοιδορηϲάμενοϲ Ἀγαμέμνονι τρία ταῦτα οἰνοβ αρέϲ, κυνὸϲ ὄμματ’ ἔχων κραδίην δ’ ἐλάφοιο οὔτε τῷ
 οἰνοβαρέϲ. οἰνϲβαρεῖ ἐπιμένει οὔτε. τῷ κραδίην δ’ ἐ λἀφοιο, ἀλλὰ μάλιϲτα
 τῷ κυνὸϲ ὄμματ’ ἔχων, ποτὲ μὲν ἐπιφέρων ἀν αιδείην ἐ πιειμέν 
 
 
 
 (v. 149), ποτὲ δὲ ἀλλὰ ϲοί, ὦ μέγ’ ἀναιδέϲ, ἑϲπόμεθα, ὄφρα
 ϲ χαίρῃϲ (v. 158), αὖθιϲ δὲ τιμὴν ἀρνύμενοι Μενελά ῳ ϲοί τε, κυνῶπα (v.
 159); ἡ δὲ λύϲιϲ ἐκ τῶν προειρημένων ἐντὸϲ τῇ ἐκκληϲίᾳ πρὸϲ τὸν
 Κάλχαντα, ἐνδειχθειϲῶν τῶν τῆϲ ὁράϲεωϲ φλογώϲεων· ἔφη γὰρ ὄϲϲε δέ οἱ
 πυρὶ λαμπετόωντι ἐίκτην (v. 104). τῆϲ γὰρ ἐμφανῶϲ πᾶϲι
 γενομένηϲ τῶν ὀφθαλμῶν μαρμαρυγῆϲ ὡϲ om. cod. 
 ἀναιδοῦϲ ἐχόμενον τὸ τοῦ Ἀχιλλέωϲ πάθοϲ ϲυνεχῶϲ ἐπιφέρεται εἰϲ
 ὀνειδιϲμὸν τούτου πρὸϲ τοὺϲ τὰ ὅμοια ὁρῶνταϲ ὡϲ πρὸϲ μάρτυραϲ. Ἰϲοκράτηϲ
 μὲν οὖν τρία περὶ τὸν ϲτρατηγὸν ὑπάρχειν ἀγαθὰ μαρτυρεῖ κοινὰ λέγων· ὃϲ
 ἦν ἐπιμελέϲτατοϲ μὲν τῶν ϲτρατηγῶν, πιϲτότατοϲ δὲ τοῖϲ
 Ἕλληϲιν, ἐμπειρότατοϲ δὲ τῶν πρὸϲ τὸν πόλεμον κινδύνων (paneg. 142)
 Ὅμηροϲ δὲ κατηγορῶν τὰϲ ἐναντίαϲ ταῖϲ ἀρεταῖϲ ταύταιϲ κακίαϲ τοῦ
 Ἀγαμέμνονοϲ ἐκθειάζει· ἐντὸϲ μὲν γὰρ τῷ λέγειν οἰνοβαρῆ πολλὴν ὀλιγωρίαν
 ὀνειδίζει (τί γὰρ ἐντὸϲ μέθη ἐπιμελέϲ:), ἐντὸϲ δὲ τῷ πάντων ἀναιδέϲτατον
 τὴν ἀπιϲτίαν· ἡ δὲ ἀνανδρία πάντων μέγιϲτον ἐμπόδιον εἰϲ
 ἡγεμονίαν. — ἀπορία. ζητοῦϲι hinc etiam Lp δὲ
 πότερον διὰ ὕβρεωϲ ὕβριν LP ἐξηνέχθη ὁ om. Lp Ἀχιλλεὺϲ ὀργιζόμενοϲ εἰϲ τοιαύταϲ λοιδορίαϲ
 οἰνοβαρέϲ, κυνὸϲ ὄμματ’ ἔχων κρα δίην δ’ ἐλάφοιο, ἢ ἀπὸ τίνοϲ· ἀπό τινοϲ codd. αἰτίαϲ προαχθεὶϲ ὑπὸ τῆϲ ὀργῆϲ εἰϲ
 τοιαῦτα ταῦτα Lp ἐμπεπτωκέναι. λύϲιϲ
 om. Lp · οἰνοβαρῆ μὲν οὖν αὐτὸν προήχθη
 εἰπεῖν, ἐπειδὴ φαίνεται ϲπουδάζων περὶ πολλὴν οἴνου κτῆϲιν. μόνῳ γὰρ
 αὐτῷ καὶ Μενελάῳ χίλια μέτρα οἴνου Εὔνεωϲ πέμπει (Η 471), ὅ τε Νέϲτωρ,
 ἐκ τῶν πραττομένων ὑπ’ αὐτοῦ τὸ om. Lp πλῆθοϲ
 εἰδὼϲ τῆϲ τοῦ οἴνου ἤθουϲ Lp ϲυναγωγῆϲ, φηϲί
 πλεῖαί τοι οἴνου κλιϲίαι, τὸν νῆεϲ Ἀχαιῶν ἠμάτιαι ἡμάτιαι B Θρῇκηθεν ἐπ’ εὐρέα πόντον ἄγουϲιν (1 71.
 72). αὐτόϲ τε ὁ Ἀγαμέμνων προτρεπόμενοϲ ἐπὶ πόλεμον προφέρει ἣν φέρει
 τιμὴν διὰ τοῦ ϲὸν δὲ πλεῖον δέπαϲ ἀεὶ ἕϲτηχ’ ὥϲπερ ἐμοὶ πιέειν (Δ 262).
 ὅθεν καὶ ἐπιϲτρεφέϲτερον ὀνειδίζων εἰϲ τὰ τοιαῦτα πῆ μὲν λέγει (Θ 229) π
 ῆ ἔβαν εὐχωλαί πη ε, reliquae litterae
 evan., Lp καὶ ἐπάγει πίνοντεϲ κρατῆραϲ ἐ πιϲτεφέαϲ οἴνοιο (Θ
 232). καὶ πάλιν εἰκόνα λαμβάνων τὴν ἐκ τῶν ϲυμποϲίων ϲυμποϲιῶν Lp · εἴπερ γάρ κ’ ἐθέλοιμεν Ἀχαιοί τε Τρῶέϲ τε
 ὁρκωμόϲια τρῶεϲ τ ορκ μο Lp rel. litt. evanuerunt 
 ποιηϲάμενοι, εἶτα ἐπάγει· Τρ ώων δ’ α ὖτε ἕκαϲτον ἑλοίμεθα οἰνοχοεύειν
 
 οἰνοχορεύειν Lp , π ολλαί κεν δεκάδεϲ δευοίατο
 οἰνοχόοιο (Β 123 sqq .). καὶ τὸ τελευταῖον καὶ τὸν θάνατον εἰϲ καὶ 
 
 
 
 τὸν θαν. ἐξ in Lp ab alia, ut vid., manu inter lin.
 postea addita Ἅιδου ἀφηγεῖται, ὡϲ ἀμφὶ κρατῆρα τραπέζαϲ τε
 πληθο ύϲαϲ ἀπώλετο (λ 419). τὸ δὲ κυνὸϲ ὄμματ’ ἔχων ἐλέγομεν ὅτι ἐξ ὧν
 εἶδεν αὐτὸν ὀργιζόμενον· ὄϲϲε ὅϲτε B δέ οἱ πυρὶ
 λαμπετόωντι ἐίκτην καὶ Κάλχαντα πρ ώτιϲτα κακοϲϲόμενοϲ
 προϲέειπεν (Α 105). κραδίην δ’ ἐλάφοιο ἀπὸ τοῦ ἐπίφορον εἶναι εἰϲ τὸ
 λέγειν φε ύγωμεν καὶ τρὶϲ ἐντὸϲ τῇ Ἰλιάδι (Β 140. Ι 27. Ξ 75 sqq ?)
 φαίνεϲθαι τοῦτο εἰρηκότα.

250. cum schol. Ε 153 coninctum ( ζητ. Vat. 13. 14) in extrema parte operis edendum .

266. ν. Herm. XIV, p. 249.

279. πῶϲ τοῦτο ὁ Nέϲτωρ εἴρηκεν; ἆρα δύναταί τιϲ βαϲιλεῦϲαι 
 βαϲιλεύειν L χωρὶϲ τῆϲ τοῦ θεοῦ βουλῆϲ ῥητέον οὖν
 ὅτι καὶ ῥητ. ὅτι L καλῶϲ τοῦτο εἴρηκεν οὐ γὰρ
 ἄπαντεϲ παρὰ τοῦ Διὸϲ ἔχουϲι τὸ ϲκῆπτρον οὐδὲ τὴν ἀρχὴν
 ταύτην, ἀλλὰ μόνοι οἱ ἀγαθοί. εὐλόγωϲ δὲ εἶπεν ὅτι τὸ μὲν ἄρχειν ἀπὸ
 θεοῦ ἐϲτιν, οὐ μέντοι καὶ πᾶϲ ἄρχων καταθύμιόϲ ἐϲτι τῷ θεῷ om. ἐϲτι τῷ L , ὡϲ παραχρώμενοϲ τῇ ἰδίᾳ ἐπιθυμίᾳ
 ἀπρεπῶϲ, τοῦ θείου παραχωροῦντοϲ αὐτῷ καὶ ἀφροντιϲτοῦντοϲ τοῦ
 τοιούτου.

288. ἴδιον τῶν θυμουμένων ἐπανακυκλοῦν τὰ αὐτά· οὐδέποτε γὰρ οἴονται ἱκανῶϲ εἰρηκέναι. καλεῖται δὲ τὸ
 ϲχῆμα ἐπιβολή, ἐντὸϲ μιᾷ περιόδῳ ἀρχὰϲ πλείουϲ ἐπιφερόμενον. οὕτωϲ ἔχει
 καὶ τὸ ἐντὸϲ δ’ Ἔριϲ, ἐν δὲ Kυδοιμὸϲ ὁμίλεον ὡμίλεον
 BLp , ἐντὸϲ δ’ ὀλοὴ ὀλοὸν Lp; ὀλοὴ, ἡ e corr.,
 B K ήρ ( C 535). ἐκτὸϲ εἰ μὴ τὸ κρατεῖν ϲημαίνει I. ἀλλ᾿ ὁ δ
 ᾿  τὸ νικᾶν, ἄρχειν δὲ τὸ ἀνάϲϲειν, ἐπιτάϲϲειν δὲ τὸ
 ϲημαίνειν. κινεῖ ἀνήρ δὲ τῷ Ἀχιλλεῖ φθόνον, ὡϲ οὐχ Lp
 in ras. suprascrpt. ὑπὲρ τῆϲ Βριϲηίδοϲ ἀλλ’ ὑπὲρ τῆϲ ἀρχῆϲ
 πρὸϲ αὐτὸν διαφερομένῳ Lp add.: ἱκανὸν δὲ ἦθοϲ ἔχει ὁ
 διϲταγμόϲ, quae Β recte ad verba ἅ τιν’ οὐ πείϲεϲθαι ὀΐω . 
 
 τί τὸ πολλάκιϲ τὴν αὐτὴν κυκλοῦν διάνοιαν χαρακτηρικόν ἐϲτιν ὀργῆϲ· διὸ καὶ ἐπὶ τοῦ Ἀχιλλέωϲ
 ὀργιζομένου τὸ αὐτὸ πεποίηκεν ἄλλοιϲι δὴ ταῦτ’ ἐπιτέλλεο· μὴ γὰρ ἔμοιγε
 ϲήμαιν ’· οὐ γὰρ ἔγωγε τί ϲοι πείϲεϲθαι ὀίω (ν. 295 296). οἱ γὰρ ἐντὸϲ
 ὀργῇ , κἂν πολλάκιϲ εἴπωϲί τι, οὔπω δοκοῦϲιν ἱκανῶϲ εἰρηκέναι add. cod.: καὶ παρειϲάγει τοὺϲ πάνταϲ κτλ.
 ═ schol. Β p. 49, 11 Dind , quae huc non pertinent .

300 διὰ τί ὁ Ἀχιλλεὺϲ τὴν μὲν Βριϲηίδα φηϲὶ δώϲειν — χερϲὶ μὲν o ὔτι
 ἔγωγε μα χέϲϲομαι εἵνεκα κούρηϲ —τῶν δ’ ἄλλων ἅ μοί ἐϲτι θοῇ παρὰ νηὶ
 μελαίνῃ οὐδὲν προΐεϲθαί φηϲιν ἄνευ πολέμου, καίτοι περὶ τὴν Βριϲηίδα τῶν
 ἄλλων μᾶλλον ϲπουδάζων, ῥητέον οὖν ὅτι, ὅπωϲ μὴ ἀκρατὴϲ εἶναι δοκῇ,
 ἀποδοῦναι, εἰ καὶ πλείω τῶν ἄλλων, ὧν φηϲι φείδεϲθαι,
 προϲίετο· καὶ ὅτι νόμοϲ ἦν τῷ βαϲιλεῖ ἀκρατὴϲ ib .).ἐξαιρεῖϲθαι τὰ
 πρῶτα. ἐγένετο δ’ ἂν πάντα τὰ τῶν αἰχμαλωτίδων ἀναδάϲιμα, τῆϲ Χρυϲηίδοϲ
 ἀποδοθείϲηϲ, ὥϲτε παρηνόμει μὴ δοὺϲ τὴν αἱρεθεῖϲαν ὑπὸ τοῦ βαϲιλέωϲ.
 ἐξῆν γὰρ αὐτῷ ὅτι βούλοιτο λαβεῖν· διό φηϲιν ἢ τε ὸν ἢ Αἴαντοϲ ἢ Ὀ
 δυϲῆοϲ (v. 138). ὥϲτε εἰϲ μὲν τὸ τῶν αἰχμαλωτίδων ἀναγκαῖον
 ἦν εἴκειν· τῶν δὲ ἄλλων εἴ τι ἐλάμβανεν, ὡϲ ὑβρίζοντι οὐκ ἐπέτρεπεν.
 οὔτε γὰρ ἀδικεῖν δεῖ οὔτε ἀδικεῖϲθαι τὸ μὲν γὰρ πονηρίαϲ ἐϲτὶ τὸ δὲ
 ἀνανδρίαϲ.

312. διὰ τί δὲ μὴ καθαρὺϲ ἐκπέμπει; ὅτι
 προὐργιαιτέρα τῷ θεῷ ἡ ἀπόδοϲιϲ. ψυχαγωγεῖ δὲ διὰ τούτου καὶ τὸ πλῆθοϲ,
 ὡϲ ἤδη καθαρθέντεϲ εἶεν διὰ τὴν τοιαύτην ἀπόδοϲιν.

317. v. ad Φ 363.

340. οἱ Πυθαγόρειοι κατὰ θεὸν καὶ κατὰ ἀνθρώπειον γένοϲ ὅλον τρίτον
 ἐτίθεντο ϲεβάϲμιον, τὸν βαϲιλέα ἢ ϲοφὸν ἄνδρα, Ὁμήρου πρώτου μεταξὺ θεῶν
 τε καὶ ἀνθρώπων θέντοϲ τὸν βαϲιλέα καὶ πάλιν τὸν βαϲιλέα 
 προτιμῶντα ποιήϲαντοϲ αὑτοῦ τὸν ϲοφὸν ἄνδρα. καὶ περὶ μὲν τοῦ βαϲιλέωϲ
 τοιαῦτα λέγει· τ ὼ δ’ αὐτ ὼ μάρτυροι ἔϲτων πρόϲ τε θεῶν μακάρων πρόϲ τε
 θνητῶν ἀνθρ ώ πων καὶ πρὸϲ τοῦ βαϲιλῆοϲ. τὸ δὲ ἀπηνέοϲ προϲέθηκε διὰ τὴν
 ὀργήν. αὐτὸϲ δὲ ὁ βαϲιλεὺϲ οὐ μεταπέμπεται Nέϲτορα ϲκοπούμενον περὶ τῶν
 ϲυμφερόντων ἀλλ’ αὐτὸϲ ἄπειϲιν· ἥδε δέ οἱ κατὰ θυμὸν ἀρίϲτη
 φαίνετο βουλή, 
 
 
 
 Nέϲτορ’ ἔπι πρῶτον Nηλήιον ἐλθέμεν ἀνδρῶν (Κ 17). παρ᾿
 Ἰνδοῖϲ τε τοὺϲ Βραχμᾶναϲ, οἵπερ εἰϲὶ παρ’ αὐτοῖϲ οἱ φιλόϲοφοι, λόγοϲ
 τοὺϲ βαϲιλέαϲ ἀπαντῶνταϲ προϲκυνεῖν. 
 πρότερον τῶν Πυθαγορικῶν Ὅμηροϲ μέϲην ἀνθρώπου καὶ θεοῦ 
 φύϲιν ἀνθρωπίνην τέθεικε. τὸν μὲν γὰρ ἁπλῶϲ ἄνθρωπον τοῦ
 βαϲιλέωϲ κατ’ ἀμφότερά φηϲιν ἐλάττονα, καίπερ ἀνθρώπου καὶ αὐτοῦ ὄντοϲ,
 θεοῦ δὲ ἥττονα τὸν βαϲιλέα εἶναί φηϲι διὰ τὸ φθαρτὸν.

399. τί ποτε ἄρα βουλόμενοϲ ταῦτα ἔπλαϲε πολὺ ἔχοντα τὸ ἄλογον καὶ
 ἀνάρμοϲτον, εἰ γε Ἀθηνᾶ καὶ Ἥρα καὶ Ποϲειδῶν ἐβούλοντο ϲυνδῆϲαι 
 τὸν Δία, ἡ μὲν θυγάτηρ οὖϲα οἱ δὲ ἀδελφοί; διὸ καὶ ἀντὶ
 τῆϲ Ἀθηνᾶϲ γράφουϲι καὶ Φοῖβοϲ
 Ἀπόλλων, ὥϲπερ οὐ τοῦ αὐτοῦ μένοντοϲ ἀτόπου. καὶ ἄλλοι πάλιν ἐναλλάϲϲουϲι τὰ ἔπη·
 ὅπποτέ μιν. 
 οἴη ἐντὸϲ ἀθανάτοιϲιν ἀεικέα λοιγὸν ἀμ ῦναι, 
 Ἥρη τ’ ἠδὲ Ποϲειδάων καὶ Παλλὰϲ Ἀθήν η, 
 
 ὁππότε μιν ξυνδῆϲαι Ὀλύμπιοι ἤθελον ἄλλοι, 
 ἵνα οὗτοι μὲν οἱ θεοὶ φαίνοιντο βοηθήϲαντεϲ αὐτῷ μετὰ Θέτιδοϲ,
 ἄλλοι δέ τινεϲ οἱ ξυνδῆϲαι θέλοντεϲ, καὶ μύθουϲ δὲ λέγουϲιν ἐπὶ τούτοιϲ
 πολλούϲ. μάχεται δὲ τοῖϲ ἐναλλάϲϲουϲι τὸ οἴη ἐντὸϲ ἀ θ αν άτοιϲι· πῶϲ
 γὰρ τοῦ ποιητοῦ λέγοντοϲ ὅτι μόνη ἐνδέχεται καὶ ἄλλουϲ ἐπειϲάγειν βοηθούϲ; τίνα δὲ καὶ τὸν Βριάρεων χρὴ νοεῖν, καὶ πῶϲ οὗτοϲ
 βίῃ τοῦ πατρὸϲ ἀμείνων: δεῖ τοίνυν φυϲικόν τινα μᾶλλον ἐντὸϲ τούτοιϲ
 ὑπονοεῖν λόγον· Δία γάρ φηϲι τὴν ἄκρατον θερμαϲίαν, τὴν καὶ τοῦ ζῆν καὶ
 τοῦ εἶναι ἡμᾶϲ αἰτίαν, Ποϲειδῶνα τὸ ὕδωρ, Ἥραν τὸν ἀέρα, Ἀθηνᾶν τὴν γῆν,
 Βοριάρεων τὸν ἥλιον — πάντων γὰρ τῶν ἄϲτρων φωτεινότατόϲ ἐϲτι — 
 
 
 
 
 Θέτιν δὲ τὴν θέϲιν καὶ φύϲιν τοῦ παντόϲ. τοῦ ἡλίου τοίνυν
 ἀφιϲταμένου ἐπὶ τὰ μεϲημβρινά, ψύξεωϲ γινομένηϲ ἐντὸϲ τοῖϲ καθ’ ἡμᾶϲ
 μέρεϲι, ϲυμβαίνει τὸν ἀέρα, φύϲιν ἔχοντα μεταβάλλειν εἰϲ ὕδωρ, τότε
 μάλιϲτα ἐξυγραίνεϲθαι πλέον καὶ δυϲχείμερον γίνεϲθαι. Ποϲειδῶνα οὖν καὶ
 Ἥραν καὶ Ἀθηνᾶν διὰ τοῦτο βουλομένουϲ ϲυνδῆϲαι τὸν Δία φηϲίν, ἐμφαίνων,
 ὡϲ ἔφην, τὴν χειμερινὴν κατάϲταϲιν, ἐντὸϲ ᾗ ϲυμβαίνει τὸ
 ψυχρὸν ἐπικρατέϲτερον εἶναι τοῦ θερμοῦ. ἀλλ’ ἡ Θέτιϲ ἀνάγουϲα τὸν ἥλιον
 ἐπὶ τὰ βόρεια φαίνεται ὥϲπερ βοηθοῦϲα τῷ Διί. εἰκότωϲ δὲ ἑκατόγχειρον
 τοῦτόν φηϲιν, ὅτι πάντα τρέφει καὶ αὔξει καὶ φύει, καθάπερ πολλαῖϲ ὁμοῦ
 χερϲὶν ἐργαζόμενοϲ. οὗ πατρὸϲ δὲ ἀμείνων, τοῦ Διόϲ Ἀπόλλωνα γάρ φηϲι τὸν ἥλιον.

407. διὰ τί εἰδὼϲ ὁ Ἀχιλλεὺϲ χάριν προϲοφειλομένην τῇ μητρὶ ὑπὸ τοῦ Διὸϲ
 οὐκ εἰϲ τὴν νίκην τῶν Ἑλλήνων κέχρηται ταύτῃ, ὅτε, φηϲί, πολλὰϲ ἀ ΰπνουϲ
 ν ύκταϲ ἴαυεν, ἤματα δ’ αἱματόεντα διέπρηϲϲεν διέπρηϲεν
 cod . πολεμίζων (Ι 325 326), εἰϲ δὲ ἀπώλειαν 
 αὐτῶν κατακέχρηται ταύτῃ, καίπερ οὐκ σἰτίων τῆϲ ἀτιμίαϲ αὐτῷ γεγονότων
 τῶν Ἑλλήνων ἀλλὰ τοῦ Ἀγαμέμνονοϲ εἴπερ οὖν ἔδει κατὰ φίλων ἀδικηϲάντων
 χρήϲαϲθαι τῇ παρὰ Διὸϲ ἐπικουρίᾳ, κατὰ τοῦ Ἀγαμέμνονοϲ δίκαιον ἦν τοῦτο,
 ἀλλ’ οὐ κατὰ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων. 
 
 
 
 
 

 
 τὸ μὲν οὖν μὴ ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων χρήϲαϲθαι τῇ τῶν χαρίτων παρὰ Διὸϲ
 ἀποδόϲει οὐδὲν ἤπειγεν, αὐτοῦ τοῦ Διὸϲ ἀϲτρά πτον τοϲ ἐπιδέξι’ ἐναίϲιμα
 ϲήματα φαίνοντοϲ (Β 353) καὶ πάντων πεπεραϲμένην πειϲμένων ὅτι
 κατένευϲεν ὁ Ζεὺϲ τὴν Τρωικὴν ἀπώλειαν. εὐημερούντων οὖν τῶν
 οἰκείων οὐκ ἔδει χαρίτων ἀμοιβὴν ἀπαιτεῖν παρὰ τοῦ ἐπινεύϲαντοϲ τὴν
 ἧτταν τῶν πολεμίων, ὀργιϲθέντα δὲ τοῖϲ ἀδικήϲαϲιν αὐτὸν μεταβαλεῖν τὴν
 τοῦ Διὸϲ γνώμην ἄλλωϲ οὐκ ἐνῆν ἢ διὰ χαρίτων ὀφειλομένων ὑπομνήϲεωϲ. καὶ
 τὸ μὲν νικῆϲαι τοὺϲ Ἕλληναϲ εἰϲ τοὺϲ Ἀτρείδαϲ ἔχει τὴν ἀφορμήν ? evan. h. v. nonnullae litterae , τὸ δὲ ἀποϲτρέφειν τὴν τοῦ Διὸϲ ϲυμμαχίαν ἐκ τῶν Ἑλλήνων εἰϲ αὐτὸν εἶχε τὸ
 τέλοϲ. εἰϲ τὰ αὐτῷ τοίνυν διαφέροντα θηϲαυρὶζειν τὰϲ ἀπαιτήϲειϲ οὐδὲν
 παράλογον ἔχει. κατὰ δὲ evan. τῶν Ἑλλήνων ἡ
 τιμωρία τι evan. , ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν ποιητὴν τῶ
 βαϲιλεῖ κῦδοϲ μὲν ἅμ’ ἑ ψεται, εἴ κεν Ἀχαιοὶ Τρ ώων ἐκπέρϲωϲιν εὖ
 ναιόμεν ον πτολίεθρον, τούτῳ δ’ α ὖ μέγα πένθ οϲ Ἀχαιῶν
 δῃωθέντων (Δ 415 — 417 confusi cum Α 164), καὶ τὸ ὅλον ἀγώνιϲμα δείξει
 τῷ Ἀγαμέμνονι κατὰ τοὺϲ Νέϲτοροϲ λόγουϲ (Α 254?). αὐτὸϲ γὰρ τῷ ὄντι
 ἕρκοϲ Ἀχαιοῖϲιν πέλεται πολέμοιο κακοῖο (Α 284). καὶ γὰρ τοῦτο ὀμωμόκει
 ἐντὸϲ τῇ ἐκκληϲίᾳ , ὁ δέ τοι μέγα ϲ ἔϲϲεται ὅρκοϲ· ἦ π οτ’
 Ἀχιλλῆοϲ ποθὴ ἵξεται υἷαϲ Ἀχαιῶν καὶ τὰ ἑξῆϲ (Α sq. ). καὶ
 ἡ Ἀθηνᾶ καί ποτέ τοι τρὶϲ τόϲϲα παρέϲϲεται ἀγλαὰ δῶρα φηϲί, καὶ ἄμφω
 ὁμῶϲ φιλεῖϲθαι αὐτόν τε καὶ τὸν Ἀγαμέμνονο ὑπὸ τῆϲ Ἥραϲ, καὶ ϲυμβουλεύει
 μηδαμῶϲ περὶ θανάτου διανοεῖϲθαι τοῦ βαϲιλέωϲ (Α 207— 214 ), κἀκεῖνοϲ
 ϲυναινεῖ χρῆναι ϲυμβουλεύουϲι θεοῖϲ πεπεῖϲθαι (Α 216 sqq
 .). ϲώζεϲθαι οὖν ἔδει τὸν Ἀγαμέμνονα διὰ πάντων, ἵνα καὶ τὰ ἀπειληθέντα
 πληρωθῇ. καὶ οὐκ ἄδικοϲ ἡ e corr. κρίϲιϲ. ὑπὲρ ὧν
 γὰρ λοιμωϲϲόντων αὐτὸϲ τὴν ἐκκληϲίαν ϲυνήγαγε καὶ τὸ πρόϲκρουϲμα ἔϲχε
 πρὸϲ τὸν βαϲιλέα, τούτουϲ οὐδαμῶϲ ἔϲχεν ἀγανακτοῦνταϲ ὑπὲρ αὑτοῦ
 ὑβριζομένου διὸ κατ’ ἀρχὰϲ μὲν ἐθεράπευεν αὐτοὺϲ λέγων οὐδέ
 τί πω ἴδμεν ξυνήια κείμενα πολλά, λαο ὺϲ δ’ οὐκ ἐπέοικε παλίλλογα ταῦτ’
 ἐπαγείρειν (Α 124 — 126). καὶ ἀπειλοῦντοϲ τοῦ Ἀγαμέμνονοϲ ἀφελεῖν τὴν
 Βριϲηίδα, οὐ παρ’ αὐτοῦ φηϲιν εἰληφέναι ἀλλὰ παρὰ τῶν Ἑλλήνων· καὶ δή
 μοι γέρα ϲ αὐτὸϲ ἀφαιρήϲεϲθαι ἀπειλεῖϲ, ᾧ ἔπι πὁλλ’ ἐμόγηϲα, δόϲαν δέ
 μοι υἷεϲ Ἀχαιῶν (Α161 162). ὕϲτερον δὲ μηδὲν αὐτῶν
 δυϲχεραινόντων μηδ’ 
 
 ὥϲπερ ἐπὶ τοῦ Χρύϲου τὴν αὐτὴν γνώμην ἐνδειξαμένων
 αἰδεῖϲθαι δεῖν τὸν ἱερῆα (Α 23) ὅϲῳ καὶ τὸν ἀριϲτέα καὶ μὴ ἀτιμάζειν,
 εἰκότωϲ καί πωϲ καὶ πόθεν cod., quod correxi 
 αὐτοῦ ὁμοίωϲ πρὸϲ πάνταϲ ἀπειλεῖ καὶ τὴν ἀφαίρεϲιν κοινοποιεῖ λέγων
 χερϲὶ μὲν οὔ τι ἔγωγε μαχέϲϲομαι εἵνεκα κούρηϲ ϲ ὔτε ϲοὶ o ὔτε τ ῳ ἄλλ
 ῳ, ἐπεί μ’ ἀφέλεϲθέ γε δόντεϲ (Α 298. 299). ὥϲτε καὶ ἡ μῆνιϲ
 λόγον εἶχε τὴν τιμωρίαν εἰϲπραττομένη παρὰ πάντων, τῶν μὲν διὰ τῆϲ
 ἥττηϲ, τοῦ δὲ διὰ τῆϲ ὑπὲρ τῶν ἡττωμένων λύπηϲ.

420. διὰ τί ἡ Θέτιϲ οὐκ ᾤχετο πρὸϲ τὸν Δία ἐντὸϲ Αἰθιοπίᾳ ὄντα οὐ γὰρ δὴ
 πόρρω Αἰθιοπία ἦν τοῦ Ὀλύμπου· καὶ γὰρ πᾶϲ χῶροϲ ῥᾴδιοϲ 
 οὔϲῃ θεᾷ. ῥητέον οὖν ὅτι οὐδὲν ἀναγκαῖον ἂν ἀγκαῖον
 Lp ἐπείγεϲθαι ἐντὸϲ τῇ ὀργῇ ἐκτελέϲαι τὰ θυμῷ φίλα τοῦ
 ὠργιϲμένου ἀλλὰ μᾶλλον διδόναι μετανοίᾳ μετανοίαϲ
 Lp τόπον. ἔπειτα οὐκ ἐπιτήδειοϲ ἦν ὁ τόποϲ περὶ ὧν ἔμελλε
 δεῖϲθαι, παρόντων τῶν φίλων θεῶν τοῖϲ Ἀχαιοῖϲ, ἐπεὶ καὶ ὕϲτερον οὐ
 παραγενομένη ἀλλ’ ὑποπτεύϲαϲα ἡ Ἥρα ἐπίϲταϲθαι ἐπειρᾶτο.
 ὅτι δὲ παρῆϲαν δηλοῖ· φηϲὶ γὰρ θεοὶ δ’ ἅμα π άντεϲ ἕποντο (v. 424).
 δοκεῖ δέ τιϲι καὶ ὅπωϲ οἱ Τρῶεϲ αἴϲθωνται τῆϲ μήνιδοϲ ὁ ποιητὴϲ
 ἐμβάλλειν τὰϲ ἡμέραϲ ταύταϲ, ἵνα θαρϲήϲαντεϲ ἐξέλθωϲι· πρότερον γὰρ οὐκ
 ἐξῄεϲαν ἀλλ’ ὅϲον ἐϲ Ϲκαιάϲ τε πύλαϲ (1 354). 
 
 
 ἄλογον τὸ μὴ πορεύεϲθαι εὐθὺϲ εἰϲ τὴν om. L 
 Αἰθιοπίαν. λύεται δὲ ἐκ τοῦ καιροῦ· τοῖϲ γὰρ θεοῖϲ εὐωχουμένοιϲ ἄτοπον
 ἐνοχλεῖν, καὶ ἄλλωϲ διὰ τὸ τοὺϲ ϲυμμάχουϲ τῶν Ἑλλήνων ἐκεῖ τυγχάνειν
 τυγχάνονταϲ L .

449. δεῖ προϲιόντα θεῷ κατὰ τὸ δυνατὸν εἰκάζειν αὑτὸν θεῷ. 
 χερνίψαντο. διὰ τί δὲ μετὰ τὸ δεῖπνον οὐ ποιεῖ τοὺϲ ἀνθρώπουϲ
 ἀπονίπτονταϲ τὰϲ 
 
 
 
 χεῖραϲ; ὅτι οὐδὲ ὄψοιϲ τοιούτοιϲ ἐχρῶντο ὥϲτε δεῖϲθαι
 ἀπονίψεωϲ καὶ  ὅτι παυόμενοι τοῦ δειπνεῖν
 ἔϲπενδον, μετὰ δὲ τὰϲ ϲπονδὰϲ οὐ δεῖ νίπτεϲθαι. ῥητέον δὲ καὶ τοῦτο·
 ὅταν γὰρ λέγῃ χέρνιβα δ’ ἀμφίπολοϲ προχ ό ῳ ἐπέχευε φέρουϲα νί ψαϲθαι (α
 136), φήϲομεν ἀλλ’ οὐχὶ πρὸ τοῦ δείπνου μόνον. ἁπλῶϲ γὰρ τὰϲ
 ἀρχὰϲ μηνύϲαϲ οὐκέτι τὰ κατὰ μέροϲ διέξειϲιν. ὥϲτε παρέκειντο τὰ
 χειρόνιπτρα ὅτε βούλοιντο νίπτεϲθαι. καὶ γὰρ καὶ ἡ τράπεζα καὶ τὰ ἄλλα
 ἄχριϲ ὅτου βούλοιντο χρῆϲθαι αὐτοῖϲ παρέκειτο. οὕτω καὶ τοὺϲ Πυλίουϲ
 ἐντὸϲ τῷ κατάπλῳ Τηλεμάχου εύωχουμένουϲ οὐκέτι δεδήλωκεν ὅπωϲ τῆϲ ἠιόνοϲ
 ἀπηλλάγηϲαν. καὶ τὴν Ἀθηνᾶν Μέντῃ ὁμοιωθεῖϲαν καὶ τὸ
 δόρυ δοῦϲαν τῷ Τηλεμάχῳ (α 127 οὐκέτι φηϲὶ πῶϲ τοῦτο ἀπέλαβε. καὶ τὸ
 τόξον εἰϲ καταϲκοπὴν ἀπιόντι Μηριόνηϲ δίδωϲιν Ὀδυϲϲεῖ (Κ 260) ὅπωϲ δὲ
 τοῦτο ἀπέδωκεν οὐκέτι ἐπεϲημήνατο, διδοὺϲ τοῖϲ ἀκροαταῖϲ καθ’ ἑαυτοὺϲ
 λογίζεϲθαι τὰ ἀκόλουθα. καὶ πολλὰ τοιαῦτα ἔϲτι γνῶναι παρ’ αὐτῷ οὐ γὰρ μόνον τί εἴπῃ, ἀλλὰ καὶ τί μὴ εἴπῃ ἐφρόντιϲεν.

462. v. ψ 259.

473. v. ad X 391.

477. ad Θ 1.

486. ἕρματα ἐξηγοῦνται τὰ ὑπερείϲματα· γέγονε δὲ ἀπὸ τοῦ) 
 ἐνεῖρθαι καὶ ἐρηρεῖϲθαι τῇ γῇ. οὕτωϲ οὖν καὶ τὰ ἐλλόβια
 ἕρματα εἴρηται παρὰ τὸ ἐνεῖρθαι· ἐντὸϲ δ’ ἄρα ἕρματα ἧκεν ἐυτρήτοιϲι
 λοβοῖϲι· (Ξ 182 καὶ ἑρμίϲ (Θ 278. ψ 198), ὁ κλινόπουϲ, τὸ οἷον ἕρμα καὶ
 ἐρηρειϲμένον κατὰ τῆϲ γῆϲ. καὶ ἡμεῖ ϲ δ’ ἕρμα πόληοϲ ἀπέκταμεν ἕρματα. (
 ψ 121 ), τὸ ἔρειϲμα καὶ θεμέλιον, ἐκ τοῦ ἐρηρεῖϲθαι ἐντὸϲ τῇ ἔρᾳ. καὶ
 
 
 
 
 ὅρμοϲ δὲ ὁ περιδέραιοϲ κόϲμοϲ· χρύϲεον ὅρμον ἔχων (ο 460),
 εἶτ’ ἐτυμολογεῖ· μετὰ δ’ ἠλέκτροιϲιν ἔερτο.

524. διὰ τί ὑποϲχόμενοϲ ὁ Ζεὺϲ τῆ Θέτιδι ἐπικρατεϲτέρουϲ ποικατανεύϲο
 ῆϲαι τοὺϲ Τρῶαϲ οὐκ εὐθὺϲ τοῦτο τελεῖ, πολὺν δὲ φόνον πρότερον πιτρέψαϲ
 τῶν Τρώων γενέϲθαι. ὡϲ εἰπεῖν τὸν ποιητήν· 
 
 ἔνθα κεν α ὖτε Τρῶεϲ ἀρηιφίλων ὑ π’ Ἀχαιῶν 
 Ἴλιον εἰϲανέβηϲαν ἀν αλκείῃϲι δαμέντεϲ (Ζ 73. 74), 
 κατανεύϲο τότε τῇ ὑποϲχέϲει προϲτίθεται, ῥητέον δὲ ὅτι τῶν ὅρκων
 παρὰ τῶν μαι. Τρώων ϲυγχυθέντων τιμωρίαν δοῦναι πρότερον τοὺϲ παραβάνταϲ
 ἠξίωϲεν· καὶ πολλῶν διὰ τοῦτο ἀνῃρημένων, ὡϲ εἰϲ ἀπόγνωϲιν τῶν πραγμάτων
 ἀφικέϲθαι καὶ βουλὰϲ τοῦ δεῖν ἀπογνῶναι τὴν Ἑλένην,
 τότε λυϲάντων τῶν Ἑλλήνων τὴν παράβαϲιν ἐκ τοῦ μὴ δέξαϲθαι τὰ πεμφθέντα
 ἐκ τῆϲ Ἰλίου ἐπαγγέλματα διὰ τοῦ Ἰδαίου ἔχοντα οὕτωϲ (Η 
 sqq .) . 
 ἠν ώγει Πρίαμόϲ τε καὶ ἄλλοι Τρῶεϲ ἀγαυοὶ 
 
 εἰπέμεν, αἴ κέ περ ὔμμι φίλον καὶ ἡδὺ γέν οιτο, 
 μῦθον Ἀλεξάνδρου, τοῦ εἵνεκα νεῖκοϲ ὄρωρε · 
 κτήματα μὲν ὅϲ’ Ἀλέξαν δροϲ κοίλῃϲ ἐνὶ νηυϲὶ ν 
 ἠγάγετο Τροίηνδ᾿  , ὡϲ πρὶν ὤφελλ’ ἀπολέϲθαι, 
 πάντ’ ἐθέλει δόμεν αι καὶ ἔτ’ οἴκοθεν ἄλλ’ ἐπιθεῖναι· 
 
 κουριδίην δ’ ἄλοχον Μενελάου κυδαλίμοιϲ 
 οὔ φηϲιν δώϲειν, ἦ μὴν Τρῶέϲ γε κέλονται· 
 τοιαύτηϲ γὰρ πρεϲβείαϲ ἀφιγμένηϲ προϲτίθηϲιν ὁ Διομήδηϲμήτ’ (Η
 400sqq .) 
 ἄρ τιϲ νῦν κτήματ’ Ἀλεξάνδροιο δεχέϲθω 
 μή θ’ Ἑλέν ην· γνωτὸν δέ, καὶ ὃϲ μάλα νήπιόϲ ἐϲτιν, 
 
 ὡϲ ἤδη Τρ ώεϲϲιν ὀλέθρου πείρατ’ ἐφῆπται, 
 ἔπειτα τῶν Ἑλλήνων ϲυμψήφων γενομένων ὣϲ ἔφα θ᾿, οἱ δ’ ἄρα πάντεϲ
 ἐπίαχον υἷεϲ Ἀχαι ῶν, μῦθον ἀγαϲϲάμενοι Διομήδεοϲ ἱ πποδάμοιο (Η 403. 4
 ) —, καὶ τότ’ Ἀγαμέμνονοϲ εἰπόντοϲ· 
 Ἰδαῖ᾿  , ἤτοι μῦθ ον [Ἀχαιῶν] αὐτὸϲ ἀκούειϲ, 
 
 ὥϲ τοι ὑποκρίνονται, ἐμοὶ δ’ ἐπιανδάνει ο ὕτωϲ (H 406. 7 ), 
 καὶ διὰ πάντων, τῶν τε ἀρίϲτων καὶ τοῦ βαϲιλέωϲ τοῦ τε ὄχλου,
 διελθόντοϲ, ὅτι μηδ’ ἐμμένουϲι τοῖϲ ὅρκοιϲ καὶ ἀποδιδοῦϲι τὴν Ἑλένην καὶ
 
 
 τὰ κτήματα καὶ ὅϲα ὡμολογήθη χρὴ πείθεϲθαι, ἀλλὰ μόνον
 πολεμεῖν, ϲυνέβη λύϲιν γενέϲθαι τῶν ὁρκίων καὶ τὴν ἐπιορκίαϲ δυνάμει
 ἄφεϲιν. οὗτοι γὰρ οὐκ εἰϲ ἀπαίτηϲιν τῆϲ Ἑλένηϲ κατὰ τοὺϲ ὅρκουϲ
 ἐτράπηϲαν, εἰϲ δὲ παραίτηϲιν μὲν ταύτηϲ, πολέμου δὲ παραϲκευήν· ὅθεν καὶ
 τεῖχοϲ ταῖϲ ναυϲὶ περιβάλλοντεϲ φαίνονται, τοὺϲ μὲν ὅρκουϲ
 ἐάϲαντεϲ, πρὸϲ ἄλλα δὲ τραπόμενοι. διὸ καὶ ἐπιλέγει ὁ Ἀγαμέμνων (H 411) 
 ὅρκια δὲ Ζεὺϲ ἴϲτω, ἐρίγδουποϲ πόϲιϲ Ἥρηϲ, 
 ἀνελῶν τὸ δεῖν τούτοιϲ ἐμμένειν καὶ ἐπιτρέψαϲ αὐτοὺϲ τῷ Διί.
 ἀνῃρημένου τοίνυν Πανδάρου τοῦ τοὺϲ ὅρκουϲ παραβάντοϲ (ε 29 sqq .) καὶ θυϲιῶν καὶ λιτανειῶν γεγονυιῶν καὶ ἐπιϲτροφῆϲ πρὸϲ τοὺϲ
 ὅρκουϲ διὰ τοῦ ὁμολογεῖν καὶ λέγειν (H 350 sqq )· 
 δεῦτ’ ἄγετ’, Ἀργείην Ἑλένην καὶ κτήμαθ’ ἅμ’ αὐτ ῇ 
 δώομεν Ἀτρείδῃϲιν ἄγειν, νῦν δ’ ὅρκια πιϲτὰ 
 ψευϲάμενοι μαχ όμεϲθα, τῷ ο ὔ νύ τι κέρδιον ἡμῖν 
 
 ἔλπομαι ἐκτε λέεϲθαι, ἵνα μὴ ῥέξομεν ὧδε, 
 καὶ εἰκότωϲ καὶ ἧττα γίνεται ὑπὲρ τοῦ μὴ ἐκτελεϲθῆναι τὰ εἰρημένα
 καὶ παύεται ἡ ἐκ τῆϲ παραβάϲεωϲ μῆνιϲ, τῶν Ἑλλήνων ἀρνηϲαμένων τὴν κατὰ
 τοὺϲ ὅρκουϲ γινομένην ἀπόδοϲιν καὶ εἰϲ πὸλεμον παρεϲκευαϲμένων.

526. ταῦτα παιδευτικὰ πρὸϲ πίϲτιν. τὰϲ δὲ αἰτίαϲ εἶπε, δι’ ἃϲ οὐ 
 τελοῦμεν τὰϲ ὑποϲχέϲειϲ· ἢ μετανοήϲαντεϲ, ὅπερ ὃ L δηλοῖ τὸ παλιν. ἤτοι τὸ εὐμετάτρεπτον om. haec tria verba Lp , ἢ παραλογιζόμενοι τοὺϲ
 δεηθένταϲ, ὅπερ ἐντὸϲ τῷ ἀπατηλῷ νοεῖται. ἢ οὐ δυνηθέντεϲ ἐκτελεῖν ἐπιτελεῖν Lp τὰϲ ὑποϲχέϲειϲ, ὅπερ εἶχε τὸ
 ἀτελεύτητον add. L: ἐκ δὲ τοῦ μέγαν δ’ ἐλέλιξεν Ὄ
 λυμπον ἐδήλωϲεν παλινάγρεκτλ., quae in B⟩ et Lp recte
 nov. schol. ad ν. 53 pertinens efficiunt .

544. quod ad h. v. in codicibus legitur scholium omisi; B⟩ (f. 17α ad
 πατὴρ ) enim et L. (f. 21a) ita incipiunt: τὸν Δία μόνον τῶν θεῶν οὕτωϲ
 καλεῖ ὅτι κτλ., Lp (f. 63b ) vero: διὰ τὸν Δία κτλ., ita. ut litterae
 δια per errorem bis positae esse videantur. Quali e dittographia facillime oriri potuit quaestionis forma quam unus cod. A
 (f. 22b) exhibet: διὰ τί τὸν Δία κτλ.

592. πῶϲ τῶν ἄλλων θεῶν ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ φερομένων ῥιπῇ, Ἥφαιϲτοϲ δι’ ὅληϲ
 ἡμέραϲ φέρεται φαμὲν οὖν ὅτι π ᾶν δ’ ἧμαρ οὐ 
 
 
 
 δηλοῖ τὸν ἀπὸ πρωίαϲ μέχριϲ ἑϲπέραϲ καιρόν, ἀλλὰ τὴν
 πελάζουϲαν τῇ νυκτὶ ὥραν, ὡϲ καὶ ἀλλαχοῦ· οἱ δὲ πανημέριοι μολπῇ θεὸν
 λάϲκοντο (Α 472) καὶ τὰ ἑξῆϲ, πρόπαν ἦμαρ ἐϲ ἠέλιον καταφερόμην. δύντα
 δαίνυντο (Α 601 ).

594. εἰ ἐλαττοῦται, φαϲὶ, τὸ θεῖον. καὶ τέλεον ἐπιλείψει, ἀγνοοῦνθυμὸϲ.
 τεϲ ὅτι πολλαὶ τῶν ἐντὸϲ τῷ κόϲμῳ φύϲειϲ μειοῦνται μὲν
 οὐκ ἐκλείπουϲι δὲ τέλεον. καὶ γὰρ καὶ αὐχμῶν πλεοναζόντων μειοῦται τὸ
 ὑγρὸν ἀλλ’ οὐκ ἐπιλείπει. καὶ Ἄρηϲ· μόγιϲ δ’ ἐϲαγείρατο θυμόν (Φ 417
 ).

1. Vat .ζητ.ν . Γελοίωϲ   ὁ Ἀπίων ἱπποκορυϲτὰϲ ἀποδέδωκε τοὺϲ κόρυθαϲ
 ἔχονταϲ ἱππείαιϲ θριξὶ κεκοϲμημέναϲ. εἰ γὰρ παρὰ τὴν κόρυν ϲυνέκειτο,
 ἱπποκόρυθοϲ ἂν ἐλέγετο. νῦν δὲ ϲημαίνει τὸν ἔφιππον ὁπλίτην· κορυϲτὴϲ
 γὰρ ἀπὸ μέρουϲ ὁ ὁπλίτηϲ καὶ μαχητήϲ· πρ ῶτοϲ δ’ Ἀντίλοχοϲ Τρ ώων ἕλεν
 ἄνδρα κορυϲτήν (Δ 457 ). καὶ τὸν Ἄρεα δὲ ἔφη χαλκοκορυϲτήν · Ἀργεῖοι δ’
 ὑπ’ Ἄρηι καὶ Ἕκτορι χαλκοκορυϲτῇ (ε 699), ὃ τὸν ὁπλίτην ϲημαίνει καὶ
 ἀντίθετον τῷ ἱπποκορυϲτήϲ. ἐκ δὲ τοῦ κορύεϲθαι, ὃ πλεοναϲμῷ τοῦ θ ἔφη
 κορθύεϲθαι, 
 Δ 457 f. 60b, L. f. 8 9a, Lp f. 100α Γελοίωϲ ὁ Ἀπίων τοὺϲ 
 ἱπποκορυϲτὰϲ ἀπέδωκε τοὺϲ κόρυθαϲ ἔχονταϲ ἱππείαιϲ θριξὶ κεκοϲμημέναϲ.
 εἰ δὲ παρὰ τὴν κόρυν ϲυνέκειτο,κἄν ἱπποκόρυθεϲ ἐλέγοντο. νῦν δὲ ϲημαίνει
 τὸν ἔφιππον ὁπλίκορυϲτὴϲ γὰρ ἀπὸ μέρουϲ ὁπλίτηϲ καὶ μαχητήϲ
 · ὥϲ ῥα τὸν ὑψοῦ ἔχοντε δύο Αἴαντε κο ρυϲταί (Ν 201 ). καὶ τὸν Ἄρεα δὲ
 ἔφη χαλκοκορυϲτήν· Ἀργεῖ οι δ’ ὑ π’ Ἄρηι καὶ Ἕκτορι
 χαλκοκορυϲτῇ, τὸν ὁπλίτην ϲημαίνων καὶ ἀντίθετον τῷ ἱπποκορυϲτῇ. ἐκ δὲ
 τοῦ κορύεϲθαι, ὅπερ ἐντὸϲ πλεοἕωϲ 
 
 
 
 ἥ τε περικεφαλαία κόρυϲ, καὶ κορύνη ἀμυντήριον ἐκ κεφαλῆϲ
 ῥοπὴν ἔχον καὶ βάροϲ, παῤ καὶ ῥόπαλον λέγεται, καὶ κορυνήτηϲ ὁ τῇ κορύνῃ
 χρώμενοϲ ἔμπαλιν δὲ τὸ εἰϲ τὸ ϲκηρίπτεϲθαι ἐπιτήδειον
 ξύλονπάνιον ϲκηπάνιον καὶ ϲκῆπτρον. ὡϲ καὶ ἐπὶ τοῦ δόρατοϲ, ᾧ
 καταχρῶνται εἰϲ τὸ ϲκηρίπτεϲθαι, φηϲὶ ϲτῆ δ’ ἄῤ ἐπὶ μελίαϲ
 χαλκογλώχινοϲ ἐρειϲθείϲ (Χ 225), οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ ῥοπάλου, ὅτε λέγει δὸϲ
 δέ μοι, εἴ ποθί τοι ῥόπαλον τετμῃμένον ἐϲτί, ϲκηρίπτεϲθαι (ρ 195). ἐν δὲ τῷ ἱπποκορυϲτήϲ δύ ναται ἡ ἵππου γενικὴ ϲυγκεῖϲθαι ἀντὶ
 τοῦ ἱππεύϲ. ὡϲ τὸ ὀτρύνων ἵππουϲ τε καὶ ἀνέραϲ ἀϲπιθιώταϲ (Π 167) τοὺϲ
 γὰρ ἵππουϲ τοῖϲ ἀϲπιδιώταιϲ ἀντιθείϲ, ἤτοι πεζοῖϲ ὁπλίταιϲ,
 ἐμήνυϲεν ὅτι ἀντὶ τῶν ἱππέων τοὺϲ ἵπποϲ ἔφη. ᾧ τρόπῳ καὶ ἐντὸϲ τῇ
 ϲυνηθείᾳ φαμὲν ἡ τῶν Περϲῶν ἵπποϲ ἐνίκηϲεν, ἤγουν οἱ 
 ἱππεῖϲ· ἡγεμονικώτεροι δὲ τῶν πεζῶν οὗτοι. διὸ ὀτρύνει ἵππουϲ τε καὶ
 ἀνέραϲ. καὶ τὸ εὕδειν οὖν ἀνέραϲ ἱπποκορυϲτὰϲ κατ’ ἐπικράτειαν εἰρημένον
 δηλοῖ οὐ μόνον ἱππεῖϲ ἀλλὰ καὶ πεζοὺϲ καὶ οὐκ ἄνδραϲ μόνον
 ἀλλὰ καὶ γυναῖκαϲ καθεύδειν. 
 ναϲμῷ τοῦ θ ἔφη κορύθεται, ἥ τε περικεφαλαία κόρυϲ, καὶ κορύνη ἀμυντήριον
 ἐκ κεφαλῆϲ ῥοπὴν ἔχον καὶ βάροϲ, παῤ ὃ καὶ ῥόπαλον λέγεται, καὶ
 κορυνήτηϲ ὁ τῇ κορύνῃ χρώμενοϲ. ἔμπαλιν δὲ τὸ εἰϲ τὸ ϲκηρίπτεϲθαι
 ἐπιτήδειον ξύλον ϲκηπάνιον καὶ ϲκῆπτρον. καὶ ἐπὶ τοῦ δόρατοϲ τοῦ
 ἐπερειϲθέντοϲ τῇ γῇ οὔδει ἐνιϲκίμφθη (Π 612) ὥϲπερ δὲ ἐπὶ τοῦ δόρατοϲ
 καταχρῶνται εἰϲ τὸ ϲκηρίπτεϲθαι· ϲτῆ δ’ ἄῤ κτλ. ut
 Vat. , οὕτωϲ ἐπὶ τοῦ ῥοπάλου, ὅταν λέγῃ δὸϲ δέ μοι — ἐϲτί ut Vat. , ὥϲτε ϲκηρίπτεϲθαι. ἐν δὲ τῷ ἱπποκορυϲτήϲ
 δύναται ἡ ἵππου γενικὴ ϲυγκεῖϲθαι ἀντὶ τοῦ ἱππεύϲ, ὡϲ τὸ ἐν δ’ ἄρα
 τοῖϲιν ἀρήιοϲ ἵϲτατ’ Ἀχιλλεὺϲ ὀτρύνων ἵππουϲ καὶ ἀνέραϲ ἀϲπιδιώταϲ· τοὺϲ
 γὰρ ἵππουϲ τοῖϲ ἀϲπιδιώταιϲ ἀνδράϲιν ἀντιτιθείϲ, τουτέϲτι τοῖϲ ὁπλίταιϲ,
 ἐμήνυϲεν ὅτι ἀντὶ τῶν ἱππέων τοὺϲ ἵππουϲ ἔφη. ᾧ τρόπῳ καὶ ἐν τῇ ϲυνηθείᾳ
 λέγομεν ἡ ἵπποϲ τῶν Περϲῶν ἐνίκηϲεν, ἀντὶ τοῦ οἱ ἱππεῖϲ ἡγεμονικώτεροι
 δὲ τῶν πεζῶν οὗτοι. διὸ ὀτρύνει ἵππουϲ τε καὶ ἀνέραϲ. καὶ τὸ εὕδειν οὖν
 ἀνέραϲ ἱπποκορυϲτὰϲ κατ’ ἐπικράτειαν εἰρημένον δηλοῖ· οὐ μόνον οἱ ἄνδρε
 ϲ ἀλλὰ καὶ οἱ πεζοὶ οὐδ᾿ οἱ ἄνδρε ϲ μόνον ἀλλὰ καὶ αἱ γυναῖκε ϲ
 ἐκάθευδον.

2. ἀγνοοῦϲί τινεϲ οἱ τὸν νήδυμον ὕπνον ἀποδιδόντεϲ τὸν ἡδύν. νήδυμο ἔϲτι
 δὲ νήδυμοϲ ὁ μὴ δύνων μηδὲ περιεχόμενοϲ ἀλλ’ αὐτὸϲ περιέχων. ἐξητήϲατο
 τὰρ τὴν λέξιν εἰπὼν ν δυμοϲ ἀμφιχυθείϲ (Ξ 253). κα αὐτὸϲ ὁ Ὕπνοϲ φηϲὶν
 ὄφρ’ ἔτι εὕδει Ζεύϲ, ἐπεὶ αὐτὸν ἐγὼ μαλακὸν περὶ κῶμα κάλυ ψα ( 359).
 καὶ ἔτι· περὶ δ’ ἀμβρόϲιοϲ κέχυθ’ ὕπνοϲ (B 19) τοῖϲι δ’ ἐφ’
 ὕπν ον ἔχευε διάκτοροϲ Ἀργειφόντηϲ (Ω 445). διὸ καὶ οὕτωϲ λέγει· οὐδέ
 μιν ὕπνοϲ ᾕρει π ανδαμάτωρ (Ω 4). 
 τὸ δὲ ν ϲτερητικὸν καὶ ἐντὸϲ τῷ νήγρετοϲ ἥδιϲτοϲ θανά τῳ ἄγχιϲτα ἐοικώϲ
 (ν 80). καὶ ἐπ’ ἄλλων δὲ περιεχόντων καὶ κάτειληφότων τὸ
 ὅλον λέγει· ἀμφὶ δέ μιν θάνατοϲ χύτο (Π 114) τὸν δ’ ἄχεοϲ νεφέλη ἐκάλυ
 ψεν (P 591 ) θείη δέ μιν ἀμφέχυτ’ ὀμφή (B 41) θεϲπεϲίην δ’ ἄρα τῷ γε
 χάριν κατέχευεν Ἀθ ήνη (β 12). κέχρηται δὲ τῇ ϲυνθέϲει τῆϲ
 λέξεωϲ καὶ ἐντὸϲ τῷ λιμέν εϲ δ’ ἔν ι ναύ λοχοι αὐτῇ ἀμφίδυμοι
 (δ 846 ), δύο λέγων εἰϲ οὓϲ ἔϲτι δύνειν. ὅθεν καὶ οἱ
 δίδυμοι, δύο ἐκ μιᾶϲ καταδύϲεωϲ τῆϲ γαϲτρόϲ . 
 ἐναντίον δὲ δοκεῖ τὸ Δία δ’ οὖκ εὖχε ν ήδυμοϲ ὕπνοϲ τῷ ἔνθα καθεῦδ’
 ἀναβάϲ. λύοιτο δ’ ἂν κατὰ λέξιν· καὶ γὰρ τὸ καθεύδειν ἐνίοτε δηλοῖ τὴν
 ψιλὴν κατάκλιϲιν ἐπὶ τῆϲ εὐνῆϲ, εἶπερ καὶ τὸ κοιμηθῆναι καὶ τὸ ἰαύειν.
 οὐ γὰρ ἂν ἔλεγεν· ὣϲ καὶ ἐγὼ πολλὰϲ μὲν ἀύπνουϲ νύκταϲ
 ἴαυον (1 325), καὶ πάλιν· Θὐρυν όμη δ᾿ ἄρα οἱ χλαῖναν βάλε κοιμηθέντι·
 ἔνθ᾿  Ὀδυϲεὺϲ μν ηϲτῆρϲι κακὰ φρονέων ἐνὶ θυμῷ κεῖτ’ ἐγρηγορόων
 (υ 4 6) . τὸ δὲ πανὄφρα 
 
 
 
 νύχιοι ἐϲτὶ δι’ ὅληϲ νυκτόϲ, ὥϲτ’ ἐγχωρεῖ τὸν μὲν διὰ
 μέρουϲ ὑπνῶϲαι τοὺϲ δὲ δι’ ὅληϲ. τὸ δὲ νήδυμο ϲ ὕπνοϲ ἐϲτὶ βαθύϲ, ὥϲτε
 δύναιτ’ἂν ὑπνῶϲαι μὲν μὴ βαθεῖ δὲ ὕπνῳ.

8 sqq. ἀποροῦϲι πῶϲ καὶ ὁ Ζεὺϲ οὐκ ἀληθεύει, ὑπιϲχνούμενοϲ νῦν 
 γάρ κεν ἕλοι πόλιν εὐρυάγυια ν (v. 12), καὶ ὁ Ἀγαμέμνων
 ἀπατᾶται καὶ ὁ ὄνειροϲ ὀλοόϲ. ὀλοὸϲ μὲν οὖν ὁ ὄνειροϲ, ὅτι οὐ ϲαφήϲ,
 Ἀγαμέμνων δὲ νήπιοϲ, ὅτι ἀφροϲύνηϲ ἡ ἀπάτη γίνεται· τὸ γὰρ νῦν κεν ἕλοι
 Πριάμοιο πόλιν εἰϲ μίαν περιέϲτηϲε ?, περϊέϲτγ,
 suprascript. η, cod. ἡμέραν. καὶ ὅτι οὕτωϲ ὑπέλαβε καὶ ἤκουε
 τὸ νῦν δηλοῖ τὸ ἐπιρρηθὲν αὐτῷ· φῆ φή , duae litt. eras, γὰρ ὅγ’ αἱρήϲειν
 Πριάμου πόλιν ἤματι κείν ῳ ν ήπιοϲ (v. 37 ). Ζηνόδοτοϲ δὲ παριϲτὰϲ τὴν
 τοῦ Διὸϲ ἀλήθειαν φηϲὶ κατ’ ἐκείνην ἑαλωκέναι τὴν ἡμέραν τὴν Ἴλιον· ὅτε
 γὰρ οἱ ὅρκοι ϲυνεχύθηϲαν, ἡ πόλιϲ ἀπώλετο· ἐντὸϲ γὰρ τῷ παραϲπονδῆϲαι
 παραϲπονδίϲαι cod. τὸ μηκέτι ϲωθῆναι κατεψηφίϲθη. Ἀ πίων δέ φηϲιν ὅτι πρότερον ἐνδοιάζων ὁ Ζεὺϲ
 κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐπέτρεψε τῇ Ἥρᾳ τὸν τῆϲ Τροίαϲ ὄλεθρον· διὸ καὶ
 κατῆλθεν ἡ Ἀθηνᾶ, τῇ τῶν ὅρκων ἀνατροπῇ ϲυναναϲτρέφουϲα τοὺϲ Τρῶαϲ (Δ
 73). ἔπειτα ἐρρήθη πανϲυδίῃ ἐξάγειν τοὺϲ Ἕλληναϲ, ὁ δὲ παρῆκεν ο μικρὰν
 μικροῦ cod., corr. Vill. μερίδα τὴν τοῦ
 Ἀχιλλέωϲ. πῶϲ οὖν ἀληθεύει καὶ ἐντὸϲ τῷ ἐπέγναμ ψε γὰρ
 ἅπανταϲ Ἥρη λιϲϲομένη (v. 14); καὶ τοῦτο ἀληθέϲ· πέπεικε γὰρ ἡ Ἥρα· φηϲὶ
 γάρ · 
 
 
 
 
 
 
 ὃϲ τό τ’ ἔμοιγε καὶ Ἥρῃ ϲτεῦτ’ ἀγορεύων Τρωϲὶ μαχήϲεϲθαι (ε
 832). τὸ οὖν νέφοϲ τοῦ Ἄρεωϲ ἔταξε κατὰ πλήθουϲ. 
 
 ἀπρεπὲϲ δὲ τὸ λέγειν παν ϲυδίη· νῦν γάρ κεν ἕλοι ἕ
 cod. Τώων πόλιν εὐρυά γυιαν (v. 12). τὸ γὰρ ψεύδεϲθαι τὸν Δία
 αἱρήϲειν μέλλοντα τὴν πόλιν ἄτοπον. ἡ δὲ λύϲιϲ ἀπὸ τῆϲ λέξεωϲ· οἱ μὲν, ὅτι τὸ νῦν δηλοῖ πλείω, ἐντὸϲ οἷϲ περιέχεται οὐ μόνον
 τὸ τήμερον ἀλλὰ καὶ ἐντὸϲ τούτῳ τῷ χρόνῳ. οἱ δὲ, ὅτι τὸ πανϲυδίῃ
 ϲημαίνει μετὰ πάντων, ὥϲτε παραλιπὼν τὸν Ἀχιλλέα ἥμαρτε μέν. οἱ δὲ ἀπὸ
 τοῦ ἔθουϲ· καὶ γὰρ ϲτρατηγοῖϲ καὶ βαϲιλεῦϲι ϲυγκεχώρηται εἰϲ τὸ
 πρόϲφορον ψεύδεϲθαι· καὶ δὴ καὶ τὸν Δία εἰϲάγει τοιοῦτον τῷ ἔθει
 ἑπόμενον.

73. διὰ τί ὁ Ἀγαμέμνων ἀπεπειρᾶτο τῶν Ἀχαιῶν, καὶ οὕτωϲ ἔπραξεν ὥϲτε
 ὀλίγου τὰ ἐναντία ϲυμβῆναι ἢ ἐβουλεύετο: καὶ τὸ κώλυμα ἀπὸ μηχανῆϲ· ἡ
 γὰρ Ἀθηνᾶ ἐκώλυϲεν· ἐϲτι δὲ ἀποίητον τὸ μηχάνημα λύειν ἄλλωϲ εἰ μὴ ἐξ
 αὐτοῦ τοῦ μύθου. φηϲὶ δὲ ὁ Ἀριϲτοτέληϲ, ποιητικὸν μὲν εἶναι τὸ μιμεὶϲθαι
 τὰ εἰωθότα γίνεϲθαι καὶ ποιητῶν μᾶλλον τὸ κινδύνουϲ
 παρειϲάγειν. εἰκὸϲ δὲ καὶ ἐκ λοιμοῦ πεπονημένουϲ καὶ τῷ μήκει τοῦ χρόνου
 ἀπαυδήϲανταϲ, καὶ τοῦ Ἀχιλλέωϲ μετὰ τῆϲ οἰκείαϲ δυνάμεωϲ ἀποϲτάντοϲ, καὶ
 αὐτοῦ ἀφαιρεῖϲθαι ἐντὸϲ τῇ ἐκκληϲίᾳ τὴν Βριϲηΐδα λέγοντοϲ εἰϲ φόβον τῶν
 ἄλλων· ϲτυγέει δὲ καὶ ἄλλοϲ ἶϲον ἐμοὶ φάϲθαι καὶ ὁμοιωθήμεναι ἄντα (Α
 186), καὶ θορύβου γε ἐκ τῆϲ ἐξαναϲτάϲεωϲ τοῦ Ἀχιλλέωϲ
 γεγονότοϲ, μὴ εὐθὺϲ παρακαλεῖν ἐπὶ τὴν ἔξοδον, ἀλλὰ πειραθῆναι ἡγήϲαϲθαι
 δεῖν εἰ οὕτωϲ ἔχουϲιν. εἰ γὰρ ἄνευ πείραϲ πολεμεῖν ἐκέλευε τοὺϲ οὕτω
 διακειμένουϲ, ϲυνέβη δὲ ἀντειπεῖν τινάϲ, ἀνάϲτατον ἐγίνετο τὸ πᾶν ἔργον
 καὶ ἐπανάϲταϲιϲ πάντων, καὶ λοιπὸν ἡ δέηϲιϲ τοῦ βαϲιλέωϲ, ἡ κόλαϲιϲ τῶν
 ἀπειθούντων. ἀναγκοία οὖν ἡ πεῖρα μετὰ τοῦ ἐναντιοῦϲθαι
 παραγγεῖλαι τοὺϲ ἡγεμόναϲ, ἐντὸϲ ᾧ αὐτοὺϲ φθάϲαϲ ἐναντίουϲ παρακαλεῖ
 γενέϲθαι τῆϲ αὑτοῦ εἰϲ ἀπόϲταϲιν τοῦ πολέμου πείραϲ. προληφθέντεϲ γὰρ
 ταῖϲ πρὸϲ αὐτὸν ὁμολογίαιϲ, ἄτοποι εὑρίϲκονται μὴ κωλυταὶ γινόμενοι,
 ὥϲπερ ϲυνέθεντο, ϲυμπράκτορεϲ δὲ τῶν φευγόντων. ὅθεν καὶ τῷ Ὀδυϲϲεῖ
 εὐλόγωϲ λείπεται ἡ πρὸϲ τοὺϲ τοιούτουϲ ἐπίπληξιϲ, ἐπὰν
 λέγῃ· ἐντὸϲ βουλ ῇ δ’ o ὐ 
 
 
 πάντεϲ ἀκούϲαμεν οἷον ἔειπε ( Β 194). τὸ μὲν οὖν αὐτὸν
 παραγράφειν καλεῖν οὕτωϲ ἔχονταϲ πολεμεῖν ἐπίφθονον ἦν, ἐκέλευϲε δ’
 αὐτοῦ λέγοντοϲ, ὡϲ δεῖ ἀπιέναι, τοὺϲ ἄλλουϲ κωλύειν· ὑμεῖϲ δ’ ἄλλοθεν
 ἄλλοϲ ἐρητύειν ἐπέεϲϲιν (v. 75). ϲυνέβη δὲ ἃ εἰκὸϲ ἦν, διά τε τὸ ὀργᾶν καὶ τὸ μὴ εἰδέναι εἰ ἀπεπειρᾶτο ἀϲμένωϲ ἀκοῦϲαι καὶ
 φθάϲαι ἀναϲτάνταϲ πρίν τινα τῷ Ἀγαμέμνονι ἀντειπεῖν. ὁ οὖν Ἀγαμέμνων
 ὀρθῶϲ ἐβουλεύϲατο· οὐ γὰρ δεῖ ἐκ τῶν ἀποβαινόντων κρίνειν τὸ ὀρθῶϲ, ἀλλ’
 ἐκ τοῦ πῶϲ κατὰ λόγον ἦν ἀποβῆναι· πολλὰ γὰρ παραλόγωϲ ἐπιπολλῆϲ
 τυγχάνει, εἴπερ γε καὶ κατορθοῦται· καὶ οἱ Ἀχαιοὶ ἀνέϲτηϲαν πρίν τινα
 ἀντειπεῖν. τί γὰρ ἔφη ἐγὼ μὲν ἐρῶ ὅτι δεῖ φεύγειν,
 ὑμεὶϲ δ’ ἄλλοθεν ἄλλοϲ ἀντιλέγετέ μοι πρὸϲ τοῦτο, οὐ προϲδοκήϲαϲ ὅτι
 πρὶν ἀντειπεῖν αὐτῷ ἔϲται τι τῶν ἀτόπων, οὐδ’ ὅτι τὸ πλῆθοϲ ἅμα τῷ φᾶναι
 αὐτὸν ἀΐξει ἐπὶ τὸ ῥηθέν. ἄμα δὲ καὶ ὁ ποιητὴϲ ἀγωνιᾶϲθαι πεποίηκε τὸν
 ἀκροατήν· τό τε γὰρ ἀποβῆναι καὶ τὸ πάλιν εἰϲ ὀρθὸν ἐλθεῖν τραγικόν, καὶ τοῦ ποιητοῦ ἐπιβολὴ ἔνογκοϲ. ἡ δὲ λύϲιϲ οὐκ ἀπὸ
 μηχανῆϲ· ὅταν γὰρ διὰ τῶν εἰκότων γίγνηται, οὐ μηχανὴ τοῦτ’ ἔϲτιν, ἅμ’
 ὅτε πρόϲκειται ται θεόϲ. ἀλλὰ τοῦτ’ εἰπ ὼν ὃ εἰκὸϲ ἦν αὐτοῖϲ γίνεϲθαι.
 εἰϲ θεὸν ἀνέθηκε τὸν Ὀδυϲϲέα διανοηθῆναι ταῦτα δρᾶν ἃ πρᾶξαι ἂν εἰκόϲ
 ἐϲτιν, ὡϲ τὸ καὶ φεύγειν ἐντὸϲ νηυϲὶ πολυκλήϊϲι κελε ύϲω· ὑμεῖϲ δ’
 ἄλλοθεν ἄλλοϲ ἐρητύειν. ἢ οὐ τοὺϲ φεύγονταϲ ἐρητύειν
 κελεύει (οὐδὲ γὰρ ἤλπιζε τοῦτ’ ἔϲεϲθαι), ἀλλ’ ἐμοὶ ἀντιλέγειν, ἐπέχειν
 καὶ μένειν ϲυμπλεκόμενον βουλεύονταϲ, καὶ τοῦτο ποιοῦνταϲ πρὸϲ ἐμὲ
 διδάϲκειν ὡϲ χρὴ μένειν καὶ μὴ τοῖϲ ὑπ’ ἐμοῦ ῥηθεῖϲι περὶ φυγῆϲ
 πείθεϲθαι.

82. ἀπρεπὲϲ εἶναι δοκεῖ τὸ οὕτῳ κολακεύειν, ὡϲ τὰ μὲν τῶν ἄλλων 
 λων ὀνείρατα ψευδῆ λέγειν, μόνον δὲ τὸ τοῦ Ἀγαμέμνονοϲ
 ἀληθέϲ. λύεται δὲ κατὰ λέξιν. οὐ γὰρ εἶπεν, εἴ τιϲ εἶδεν ὅτι ψευδὲϲ
 ἐθεάϲατο, ἀλλ’ εἴ τιϲ εἶπε τάχ’ ἂν πρὸϲ χάριν ἐδόκει πλάϲαι· νῦν δὲ
 αὐτὸϲ ἑαυτὸν οὐκ ἂν ἐξαπατῴη ἐξαπατοίη cod. .

88. τὸ νέον ἐρχομενάων ἀποδεδώκαϲιν ἀντὶ τοῦ νεωϲτὶ ἐρχομένων 
 μένων ἀεί, ὡϲ τὸ κεῖνοϲ γὰρ νέον ἄλλοθεν εἰληλούθει (γ
 318). 
 
 
 
 
 
 τί οὖν ἐϲτι τὸ νεωϲτί ἐξηγούμενοί φαϲιν, ὅτι τὰϲ πτήϲειϲ οὐ
 διηνεκεῖϲ ποιοῦνται, ἀλλ’ εἰϲ βραχύ, ὥϲτε φανταϲίαν ἀεὶ παρέχεϲθαι ὡϲ
 ἀρτίωϲ ἐξορμωμένων. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ τὴν ὥραν μηνύειν μᾶλλον ὅτε πέτονται,
 πέτονται δὲ τοῦ ἦροϲ αἰεί, νέον δὲ τὸ ἔαρ ἐκάλουν καὶ νέον ἔτοϲ ἀπὸ τοῦ
 ἦροϲ προϲηγόρευον. αὐτόϲ τε ἐντὸϲ ἄλλοιϲ ἐκ πλήρουϲ ἔφη ἔαροϲ νέον
 ἱϲταμένοιο μένοιο (τ 519), πατέρα τε τῶν καιρῶν τὸν χειμῶνα
 Πυθαγόραϲ καλεῖ. αὗται οὖν κατὰ τὸ νέον ἔαρ ἔρχονται. ὅτι γὰρ τὸ ἔαρ
 δηλοῖ, ἐπάγει βοτρυδὸν δὲ πέτονται ἐπ᾿  ἄνθεϲιν εἰαρινοῖ ϲιν (B 89).
 θαυμάϲαι δὲ ἔϲτι Ζηνόδοτον τὸ βοτρυδόν ἐκλαβόντα ἐοικότωϲ βότρυϊ τῷ
 ὀρνέῳ, ὅπερ αὑτὸ ϲυϲτρέφει ἐντὸϲ τῇ πτήϲει. οὐδεὶϲ γὰρ τῶν παλαιῶν οὐδ’ Ἀριϲτοτέληϲ βότρυν ζῶον ἔγραψε, κέχρηται δὲ Ὅμηροϲ ἐπ’
 ἀμπέλου λου τῷ βότρυοϲ ὀνόματι· μέλανεϲ δ’ ἀνὰ βότρυεϲ ἦϲαν (Σ 562).
 βοτρυδόν οὖν τὸ ἐοικότωϲ βότρυϊ ϲταφυλῆϲ, κατὰ ϲυϲτροφὰϲ γὰρ πέτονται.
 τονται. τάχα δὲ καὶ ὅτι ἐντὸϲ ϲχήματι βοτρύων ἐκκρέμανται τῶν ἀνθέων,
 τῶν ῥαγῶν τὴν τραχύτητα μιμούμενοι τῷ πολλὰϲ καθ’ ἑνὸϲ ἐκκρέμαϲθαι. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν μελιϲϲῶν τὸ βοτρυδόν λέγει, ἐπὶ δὲ τῶν
 Ἑλλήνων, οἷϲ τὰϲ μελίϲϲαϲ παραβέβληκεν, ἰλαδὸν εἰϲ ἀγορήν (Β 93), κατὰ
 ἴλαϲ καὶ ϲυϲτροφάϲ, ὅτι ὡϲ ϲυνήθειϲ καὶ τῆϲ πρὸϲ ἀλλήλουϲ ἑταιρείαϲ
 εἴχοντο. ἰϲοδυναμεῖ οὖν ἄρα τὸ ἰλαδόν τῷ βοτρυδόν.

144 sqq. διὰ τί δὲ, προειπόντοϲ τοῦ Ἀγαμέμνονοϲ
 ἐντὸϲ τοῖϲ προβεβουλευμένοιϲ ὑμεῖϲ δ ἄλλοθε ἄλλοϲ ἐρη τύε
 ιν ἐ πέεϲϲιν (V. 75), ὁρμηϲάντων τῶν Ἑλλήνων ἐπὶ τὰϲ ναῦϲ, οὕτε Ὀδυϲϲεὺϲ
 οὔτε ἄλλοϲ οὐδεὶϲ τοῦτο ἐποίηϲε ταχέωϲ, ἀλλ’ ὁ μὲν ἕϲτηκεν ἁπλῶϲ
 μονονουχὶ ουχὶ ἁπτόμενοϲ τῆϲ νηόϲ, οἱ δὲ ἐπὶ τῆϲ ἐκκληϲίαϲ μένουϲι, καὶ
 παραγράφειν γίνεται ἡ Ἀθηνᾶ ὥϲπερ καθεύδοντα ἐγείρουϲα τὸν Ὀδυϲϲέα; ἢ
 ὅτι οὐχ οἷόν τε ἦν ὁρμηϲάντων παραχρῆμα ἐπέχεϲθαι αὐτούϲ,
 θορύβου κατέχοντοϲ τοϲούτου· θεατὰϲ γοῦν ἡμᾶϲ ποιῶν τῆϲ τότε ἀταξίαϲ
 αὐτῶν ἐπιτραγῳδεῖ ταῦτα τὰ ἔπη· κινήθη δ’ ἀγορὴ ὡϲ κύματα (v. 144).
 
 
 διὸ Ὀδυϲϲεύϲ, μετὰ Νέϲτορα ϲυνέϲει προὔχων, ἵϲταται μὴ
 καθέλκων τὴν ναῦν, διὰ τούτου δεικνὺϲ ὃ ἐβούλετο καὶ τοὺϲ ἄλλουϲ ποιεῖν.
 ἔϲτι δὲ Ὀδυϲϲεὺϲ ἱκανώτεροϲ Nέϲτοροϲ πάντα πρᾶξαι τὰ διὰ ϲώματοϲ, τῶν δὲ
 ἄλλων ϲυνετώτεροϲ. διὸ πρὸϲ τοῦτον ἡ Ἀθηνᾶ ἥκει· οὐ γὰρ πιθανὸν θεοῦ δίχα παυθῆναι τοιοῦτον θόρυβον.

145. τὸ Ἰκάριον πέλαγοϲ πολύκυκόν ἐϲτι καὶ ταραχῶδεϲ, τῇ μὲν ἀναϲπωμένου τοῦ ῥόθου περὶ Ἄμπελον
 ἀκρωτήριον τῆϲ Ϲάμου ϲάμηϲ L καὶ ἀνακοπτομένου
 ταῖϲ Κορϲεαῖϲ κύρϲαιϲ L, κόρϲαιϲ Dind. ,
 ἐπεγειρομένων δὲ τε L καὶ διὰ om. L τὰϲ τῶν ἀνέμων ἐκβολὰϲ ἐπἀλλήλων κυμάτων,
 περιβεβλημένων πανταχόθεν ὧδε τῷ πελάγει νήϲων ἀπλέτων· τῇ μὲν Nάξου τε
 καὶ Πάρου καὶ ἐπάρου L , τῇ δὲ ἀντιπέραϲ Ὠλιάρου
 ἀντιπέρα ϲωλιάρου L. τε καὶ Μελάντου ϲκοπέλων
 καὶ Δήλου δήλων L καὶ Μυκόνου· καὶ ἀναθλίβοντοϲ
 τὰϲ νήϲουϲ τοῖϲ ἑαυτῶν τόνοιϲ τοῦ Αἰγαίου
 πελάγουϲ τῆϲ τε ἐπικειμένηϲ Ἰκαρίαϲ καρίδοϲ L νήϲου καὶ πανταχόθεν κυμαινομένηϲ. ἀγριαίνει δὲ ὅλον τὸ
 πέλαγοϲ ὁ ἐπικείμενοϲ κρημνὸϲ ϲκοπελώδηϲ τε ὢν καὶ ἀγχιβαθήϲ ἀγχίβαθοϲ βαθοϲ L . ταῦτα δὲ καὶ Ὃμηρον ἀκριβῶϲ
 ἐπιϲτάμενον τὸν τῶν Ἑλλήνων λήνων τάραχον ἀποπλεῖν διεγνωκότων εἰϲ τὰϲ
 πατρίδαϲ παρεικάϲαι. παρεικάϲθαι, ϲθαι e corr., L 
 εἰπόντα τὸν Ἀγαμέμνονα add. L, quae 
 delenda sunt · κινήθη δ’ ἀ γορὴ ὡϲ κύμα τα μακρὰ θαλάϲϲηϲ πόν
 του Ἰκαρίοιυ, τὰ μέν τ’ Εὖρόϲ τε Nό τοϲ τε ὤρορ’ ὤρορεν
 L ἐ παΐξαϲ πατρὸϲ Διὸϲ ἐκ νεφελάων ἐκ διὸϲ
 πατρὸϲ νεφ. L . καὶ Οἱ ἄνεμοι δὲ, φηϲὶ, χειμέριοι, καὶ
 ἀντίπαλοι Εὖρόϲ τε Νότοϲ τε ταῖϲ τοῦ Ἑλληϲπόντου ἐκβολαῖϲ, ἔνθα δὴ
 ἀναθλιβόμενον τὸ Ἰκάριον ἀνοιδαίνει δαίνει πέλαγοϲ.

169. ad ψ 269.

183. ἀπρεπὲϲ εἶναι δοκεῖ τὴν χλαῖναν ἀποβαλόντα μονοχίτωνα θεῖν τὸν Ὀδυϲϲέα διὰ τοῦ
 ϲτρατοπέδου, καὶ μάλιϲτα οἷοϲ Ὀδυϲϲεὺϲ εἶναι 
 
 
 
 
 ὑπείληπται. φηϲὶ δ’ Ἀριϲτοτέληϲ, ἵνα διὰ τὸ τοῦτο θαυμάζειν
 ὁ ὄχλοϲ ἐτιϲτρέφηται καὶ ἐξικνῆται ἡ φωνὴ ὡϲ ἐπὶ μεῖζον, ἄλλου ἄλλοθεν
 ϲυνιϲτάντεϲ οἷον καὶ Ϲόλων λέγεται πεποιηκέναι , ὅτε ϲυνῆγε τὸν ὄχλον
 περὶ Ϲαλαμῖνοϲ. ἄλλοι δέ, ὅτι ἐμπόδιον ἦν αὐτῷ πρὸϲ τὸν δρόμον ἡ οἱ δέ,
 ὅτι ταπεινὸν αὑτὸν καὶ ὑπηρέτην τῶν Ἀγαμέμνονοϲ πραγμάτων
 δεῖξαι βούλεται. οἱ δέ, ὅτι τὸ ϲκῆπτρον λαμβάνει μετιὼν τὸ τοῦ
 Ἀγαμέμνονοϲ, ὥϲτε τὴν ἐξουϲίαν ἔχων τὴν βαϲιλικὴν τὸ οἰκεῖον ϲχῆμα τῆϲ
 ἀξίαϲ περιεῖλεν. οἱ δέ, ὅτι τρέχοντοϲ αὐτοῦ πεϲεῖν αὐτομάτωϲ μάτωϲ
 ϲυνέβη. 
 οἱ δέ, ὅτι τὴν ϲπουδὴν ἐπιδεῖξαι θέλων διὰ τῆϲ
 πτώϲεωϲ τῆϲ χλαμύδοϲ ἥτιϲ ἐγεγόνει.
 οἱ δὲ μᾶλλον ϲυντίθενται, ὅπωϲ ἐπιπολλῆϲ ϲτρέψῃ τὸ πλῆθοϲ πρὸϲ ἑαυτὸν
 ἀπὸ τῆϲ περὶ τοῦ φεύγειν ταραχῆϲ ἐπέχων έχων διὰ τοῦ ξενιϲμοῦ, ὡϲ καὶ
 τὸν Ἀγαμέμνονα ἑτέρωθί φηϲι (Θ 271 ) πορφύρεον μέγα φᾶροϲ ἔχοντα
 παρακελεύεϲθαι τοῖϲ Ἕλληϲιν. τὸ δὲ ϲκῆπτρον λαμβάνειν ἔοικε παρὰ τοῦ
 Ἀγαμέμνονοϲ, ἤτοι ἵνα τὰ τῷ βαϲιλεῖ δοκοῦντα φαίνηται
 πράττων καὶ παρὰ τοῦ βαϲιλέωϲ λαβεῖν τὴν ἐξουϲίαν, ἢ ἵνα ἀντὶ βαϲιλέωϲ
 φαίνηται ποιεῖν καὶ τὴν τοῦ αὐτοκράτοροϲ ροϲ εἰϲ τοὺϲ πλημμελοῦνταϲ
 εἰληφέναι ἐξουϲίαν, ἢ ὅτι ἄλλωϲ οὐκ ἐξῆν δημηγορεῖν ἢ τὸ ϲκῆπτρον
 ἔχοντα.

184. v. ad ε 576.

194. διὰ τί τὸ ὄναρ οὐδεὶϲ τῶν ἐντὸϲ τῷ προβουλίῳ ἀκούϲαϲ παρὰ ἐντὸϲ βουλ
 Ἀγαμέμνονοϲ ἐξεῖπε τοῖϲ ἄλλοιϲ Ἕλληϲιν ἕν μὲν αἴτιον· εὐλάβεια γὰρ μὴ
 ὑπονοήϲωϲιν οἱ Ἕλληνεϲ ὅτι διὰ τὴν πρὸϲ Ἀχιλλέα ϲτάϲιν τὸν ὄνειρον
 πλάϲϲει coni. Cobet ap. Dind.: codd. πράϲϲει ,
 ὅπερ οὐ βαϲιλικόν· ἕτερον δὲ ὅτι τὰ τῶν ὀνείρων οὐ βεβαίωϲ πιϲτεύεται,
 δι’ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐξεῖπε. τρίτον δὲ ὅτι τὰ ἐντὸϲ ταῖϲ
 βουλαῖϲ βαϲιλικὰ ϲκέμματα καὶ διηγήματα τοὺϲ ἀκούονταϲ οὐ προϲῆκεν
 ἐκκαλύπτειν.

199. δόξειεν εἶναι τοῦτο ἄλογον, ὅτι τῆϲ Ἀθηνᾶϲ εἰπούϲηϲ ϲοῖϲ δ’ ἀγανοῖ ϲ ἐπέεϲϲιν ἐρήτυε φῶτα ἕκαϲτον (v. 180)
 τύπτει τινάϲ ταῦτα γὰρ παρακούοντοϲ τῆϲ θεοῦ, ὅπερ ἁρμόζον οὐδαμῶϲ
 Ὀδυϲϲεῖ. ἐροῦμεν δὲ ὅτι ἡ μώμηϲιϲ ἄλογοϲ· εἰκὸϲ γὰρ ἦν ἐντὸϲ τῷ τοϲούτῳ
 θορύβῳ πτρῳ ἐλάβῳ ϲφάλλεϲθαι πολλάκιϲ καὶ Ὀδυϲϲέα· πάντεϲ
 γὰρ ἐντὸϲ τοῖϲ τοιούτοιϲ ϲαϲκε. καιροῖϲ ϲυνταραττόμεθα παρηχούμενοι,
 ὥϲτε πολλὰ ἐπιλανθάνεϲθαι. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ οἱ θραϲεῖϲ κολακευόμενοι
 πτεροῦνται, μᾶλλον δὲ πληγαῖϲ ὑπείκουϲιν.

212. διὰ τί μηκέτι μέλλων ὁ ποιητὴϲ τοῦ Θερϲίτου μνημονεύειν 
 ἅπαξ αὐτοῦ ἐδεήθη; καὶ τίϲ ἡ χρεία τοῦ δεηθῆναι ἐντὸϲ τῷ
 θορύβῳ γεγονότι νότι ἐκ τῆϲ Ἀγαμέμνονοϲ τῶν Ἑλλήνων πείραϲ ῥητέον δὲ ὅτι
 παραλόγωϲ γεγονυίαϲ τῆϲ Ἑλληνικῆϲ ϲτάϲεωϲ διὰ τὸ ἄλλωϲ ἐκδέχεϲθαι τοῦ
 βαϲιλέωϲ τοὺϲ λόγουϲ καὶ μὴ ϲυνιέναι ὅτι πείραϲ ἕνεκα εἴρηκε τοὺϲ
 πολλούϲ καὶ ϲυρφετώδειϲ, καὶ μάλιϲτα τῆϲ ἀγνοίαϲ ἐντὸϲ τῷ χυδαίῳ πλήθει
 θει γεγονυίαϲ τοῖϲ γὰρ ἡγεμόϲι προείρητο ἡ τοῦ βαϲιλέωϲ
 γνώμη, οἷϲ ἐντὸϲ τῷ προβουλίῳ ἐρρήθη ἐρήθη cod. 
 
 καὶ φεύγειν ϲὺν νηυϲὶ πολυκλήιϲι πολυκληῖϲι
 cod. κελεύϲω , 
 ὑμεῖϲ δὲ ἄλλοθεν ἄλλοϲ ἐρητύειν ἐπέεϲϲιν (v. 74. 75) 
 
 —, ἐκ τῶν πολλῶν ἔδει καὶ χυδαίων γενέϲθαι τὴν μέμψιν· οὐ
 γὰρ ἐκ τῶν βαϲιλικὴν 〈 —ῶν cod. corr. Vill ⟩ καὶ ἀναπολόγητον ἐϲχηκότων
 τῆϲ ϲτάϲεωϲ τὴν αἰτίαν. ἅπαξ δὲ ἐκ τῶν χυδαίων ὀφειλούϲηϲ γενέϲθαι τῆϲ
 ἀταξίαϲ, τοιοῦτον πρόϲωπον εἰκότωϲ ἐδέξατο, ὃ προϲυνίϲτηϲιν ὅτι 
 ἔπεα φρεϲὶν ᾗϲιν ἄκοϲμά τε ⟨spr. lin. ab alt. man. addit.⟩ 
 
 π ολλά τε ᾔδει, 
 μά ψ, ἀτὰρ οὐ κατὰ κὸϲμον ἐριζέμεναι βαϲιλεῦϲιν, 
 ἀλλ’ ὅ τι οἱ εἴϲαιτο γελοίιον Ἀργείοιϲιν 
 ἔμμεναι (v. 213 — 16). 
 εἰδὼϲ δὲ ὅτι ὀργαὶ χυδαίων καὶ πλήθουϲ ἀνοήτου ἢ φόβῳ κρατοῦνται
 ἢ γέλωτι διαχέονται ⟨διαδέχονται cod. corr. Vill.),
 ἀμφοτέροιϲ κέχρηται, ται, φόβῳ μὲν διὰ τοῦ Ὀδυϲϲέωϲ, διαχύϲει δὲ καὶ
 γέλωτι οὐκ ἂν ἄλλωϲ λωϲ ἔϲχε χρήϲαϲθαι ἢ διὰ τοῦ τοιούτου προϲώπου, ὥϲτε
 τὸ αὐτὸ παρέλαβεν έλαβεν εἰϲ ἔνδειξιν τῆϲ τοῦ χυδαίου πλήθουϲ ϲτάϲεωϲ
 οἵα τιϲ ἦν, καὶ εἰϲ τὴν τοῦ γέλωτοϲ ὑπόθεϲιν. καὶ μετὰ τοῦτο ἐξεῖλεν
 αὐτὸν τῆϲ ποιήϲεωϲ, ήϲεωϲ, ὅτι καὶ πᾶϲαν τοιαύτην ϲτάϲιν
 ἐντὸϲ τοῖϲ μετὰ ταῦτα τῶν ποιημάτων των ἐξώριϲε. τοιοῦτόν τι καὶ ἐντὸϲ
 ϲτάϲει θεῶν καὶ ἐντὸϲ ἔριδι, ἐντὸϲ ᾗ ἔφη 
 
 ὤχθηϲαν δ’ ἀνὰ δῶμα Διὸϲ θεοὶ οὐρανίωνεϲ (Α 570), ἐπενόηϲε
 διὰ τῆϲ Ἡφαίϲτου οἰνοχοίαϲ, ὃν κυλλοποδίωνα καὶ ἀμφιγυήεντα ἔφη, διὰ τῆϲ
 τούτου οἰνοχοΐαϲ τὴν ϲτάϲιν βουληθεὶϲ εἰϲ γέλωτα παρατρέψαι. τὰ γὰρ
 ἐναντία τῶν ἐναντίων ἰάματα πρῶτοϲ ὑπέλαβεν correxi;
 cod. ὑπέβαλεν εἶναι, καὶ τὰϲ παρὰ τῶν ἀνθρώπων ὀργὰϲ θεῶν
 διαλύεϲθαι καὶ διὰ γέλωτοϲ, ὡϲανεὶ γέλωτοϲ ita videtur; litterae duorum verb. admodum detrit. ἀξίων τῶν
 ἀνθρώποιϲ προϲηκόντων πραγμάτων. 
 
 ἐζήτηται δὲ διὰ ποίαν αἰτίαν ὁ Θερϲίτηϲ
 ἐϲτράτευϲεν εἰϲ Τροίαν τοιοῦτοϲ ὤν. ῥητέον οὖν ὅτι ὡϲ Ludw., Mus. Rh. XXXII p. 19 ϲταϲιώδηϲ ὢν οὐκ ἀπελείφθη ἐπὶ
 τῆϲ πατρίδοϲ, ἢ ὅτι κατ’ ἐπειϲόδιον ειϲόδιον παρῆκται πρὸϲ
 τὸ ἐκ τοῦ ϲκυθρωποῦ πρὸϲ ἱλαρότητα τὰϲ ψυχὰϲ ἀνακαλέϲαϲθαι τῶν Ἑλλήνων ,
 ὥϲπερ εἴληπται καὶ Ἥφαιϲτοϲ γέλωτοϲ χάριν παρὰ τοῖϲ θεοῖϲ ἐντὸϲ τῆ Α
 λαμβάνεται δὲ πᾶν ἐπειϲόδιον τῷ ποιητῇ ἢ πιθανότητοϲ ἕνεκεν ἢ χρείαϲ,
 ὥϲπερ τοῦτο νῦν, κόϲμου καὶ ὑψώϲεωϲ χάριν.

226. διὰ τί ὑπὲρ τὴν ἄλλην ὕλην τοῦ χαλκοῦ ἐμνήϲθη ὅτι ἐντὸϲ τοῖϲ
 ἀρχαίοιϲ ϲφόδρα τίμιοϲ ἦν ὁ χαλκόϲ χαλκεύϲ L .

249. ἅμ’ Ἀτρείδῃϲ᾿  suprascrpt. αιϲ ὑπ Ἴλιον
 ἦλθον. οὗτοι οι δὲ ἦϲαν κατὰ μὲν τὸ ϲύνηθεϲ Πλειϲθένουϲ καὶ Ἀερώπηϲ
 Ἀτρέωϲ παῖδεϲ τοῦ Πέλοποϲ, ὥϲ φαϲιν ἄλλοι τε πολλοὶ καὶ Πορφύριοϲ ἐντὸϲ
 Τοῖϲ ζητήμαϲιν. ἀλλ’ ἐπειδὴ Πλειϲθένηϲ νέοϲ τελευτᾷ
 μηδὲν καταλείψαϲ λείψαϲ μνήμηϲ μνημ, μ spr. η scrpt.,
 cod. , νέοι ἀνατραφέντεϲ ἀνατρεφέντεϲ
 τρεφέντεϲ cod. ὑπὸ Ἀτρέωϲ αὐτοῦ παῖδεϲ ἐκλήθηϲαν.

257 — 277. διὰ τί ἐπὶ τῷ Θερϲίτῃ πληγὰϲ λαβόντι καὶ γελοίωϲ δακρύϲαντι
 κρύϲαντι , καὶ τοὺϲ Ἕλληναϲ καίπερ ἐφ’ οἷϲ ἐπεπόνθειϲαν ὑπὸ τοῦ 
 
 
 
 
 Ἀγαμέμνονοϲ λελυπημένουϲ γελάϲαι ποιήϲαϲ om. cod. add. Vill. ἐπὶ τῷ Θερϲίτῃ αἰϲχρῶϲ δακρύοντι, οὐκ
 ἠρκέϲθη ὁ ποιητὴϲ εἰπὼν οἱ δὲ καὶ ἀχνύμενοί πεῤ ἐπ’ αὐτῷ ἡδὺ γέλαϲϲαν
 (v. 270), ἀλλὰ καὶ προϲτίθηϲι καὶ λόγουϲ δὲ λεγομένουϲ τοιούτουϲ· ἦ δὴ
 μυρί᾿ Ὀδυϲϲεὺϲ ἐϲθλὰ ἔοργε, βουλάϲ τ’ ἐξάρχων ἀγαθὰϲ πόλεμόν
 τε κορύϲϲων (v. 272 73) καὶ τὰ ἑξῆϲ; οὐ γὰρ ἀκόλουθον τῷ γέλωτι
 γνωμολογεῖν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπιϲκώπτειν ἤ τι τοιοῦτον διαϲύρονταϲ καὶ
 ἐπιτωθάζονταϲ λέγειν. φαίνεται δὲ ὁ ποιητὴϲ ἐνδείκνυϲθαι διὰ τοῦ λόγου
 τούτου ἀνακειμένου τῷ πλήθει, ὅτι πᾶν τὸ ἄκοϲμον τῶν πολλῶν 
 ἤδη κατέϲταλται καὶ τὸ ϲταϲιῶδεϲ αὐτῶν ἐξῄρηται καὶ ὅλωϲ τὸ
 κατεξανίϲταϲθαι τοὺϲ φαύλουϲ τῶν κρειττόνων καὶ νομίζειν αὑτοῖϲ ἐξουϲίαν
 εἶναι τοῦ καὶ λέγειν ὃ βούλονται καὶ ποιεῖν, πεπαυμένου ἤδη ὑβριϲτοῦ καὶ
 ἐπεϲβόλου τοῦ ἐκ τοῦ τολμᾶν ἐκκληϲιάζειν, ἅμα δὴ καὶ ἄλλο τι
 προϲοικονομεῖϲθαι. ἐπεὶ γὰρ οὐκέτι μνηϲθήϲεϲθαι Θερϲίτου 
 ἔμελλεν, ἀλλὰ πρὸϲ ὀλίγον χρηϲάμενοϲ ἐξαιρήϲειν πᾶϲαν αὐτοῦ μνήμην ἐκ
 τῆϲ ποιήϲεωϲ, πιθανῶϲ τὴν μηκέτι μέλλουϲαν αὐτοῦ πάροδον ἀνατέθεικε τῇ
 τότε παιδεύϲει καὶ προεῖπεν, ἡμῖν τοῦτο τῷ παντὶ πλήθει χρηϲάμενοϲ
 κήρυκι seq. τὲ, quod inde a Vill. om. τοῦ
 μέλλοντοϲ, δι’ ὧν ἔφη 
 
 οὔ Θήν μιν πάλιν αὖτιϲ ἀνήϲει θυμὸϲ ἀγήνωρ 
 νεικείειν βαϲιλῆαϲ ὀνειδείοιϲ ἐπέεϲϲιν (v. 276 77). 
 εἰ γὰρ προϲῆν μὲν αὐτῷ τὸ μὴ κατὰ κόϲμον ἐριζέμεναι βαϲιλεῦϲιν (v.
 214), οὐκέτι δὲ φαίνεται τοῦτο δρῶν, ἀναγκαία ἡ τῆϲ αἰτίαϲ ἀπόδοϲιϲ ὅτι
 ϲωφρονιϲθεὶϲ ἐπαύϲατο, ὡϲ μηδ’ ἂν ἐπιθυμῆϲαι πάλιν 
 ἀκοϲμεῖν. τοῦτο γὰρ ἠπειλεῖτο ἠπιλειτο cod., acc.
 evan. αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Ὀδυϲϲέωϲ εἴ κ᾿ ἔτι εἰ κέ
 τι cod. ϲ᾿  ἀφραίνοντα κιχήϲομαι ὥϲ νύ περ ὧδε (v. 258) — μεθ’
 ὅρκου τὴν κόλαϲιν ἐπανατειναμένου εἰϲ κώλυϲιν πάϲηϲ τοιαύτηϲ μελλούϲηϲ
 ἀκοϲμίαϲ. ὁ μὲν post h. v. duae litt. eras. οὖν
 εὐφυὴϲ λόγῳ ἁμαρτάνων νουθετεῖται, ὁ δὲ κακοφυὴϲ πλουτῶν
 μὲν χρημάτων ζημίᾳ, ῥώμῃ δὲ ϲώματοϲ θαρρῶν δεϲμοῖϲ καὶ ταῖϲ τοῦ ϲώματοϲ
 βαϲάνοιϲ. ὁ δὲ οἷοϲ ἦν ὁ Θερϲίτηϲ, ἀϲθενήϲ τε καὶ λελωβημένοϲ πάντοθεν
 τὸ ϲῶμα, πληγαῖϲ τε καὶ μεθ᾿ om. cod. add. Vill. 
 ὅρκων ἀπειλαῖϲ αἰκιϲμοῦ μέλλοντοϲ μετὰ γυμνώϲεωϲ καὶ πάϲηϲ ἐνδείξεωϲ τῆϲ
 τοῦ ϲώματοϲ αἰϲχύνηϲ· ταῦτα γὰρ γενόμενα ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ
 ἀνδρὸϲ τὰ μέτρα τῶν κολάϲεων καὶ τοὺϲ τρόπουϲ καὶ τὸ κατ’ ἀξίαν ἑκάϲτου
 ἁμαρτήματοϲ ὑπέδειξεν. 
 
 
 

 
 
 πῶϲ ἠπείληϲε μὲν περὶ τῶν ἔπειτα, νῦν δὲ τὴν ἀπειλὴν ἐκτελεῖ;  ἀλλ’ οὐχ ἃ
 ἠπείληϲεν ἐτέλεϲεν, ἀλλὰ διὰ τῆϲ βραχείαϲ πληγῆϲ πιϲτοῦται, ται, ὅτι μὴ
 ϲωφρονιζόμενον καὶ ταῖϲ μείζοϲιν αἰκίϲεται πληγαῖϲ. ἀπόπειραν διὰ τῆϲ
 ἀπειλῆϲ ποιεῖ, ὅπωϲ οἱ πολλοὶ ἐπιϲχεθῶϲι δι’ αὐτοῦ, εἶτα ἰδὼν αὐτοὺϲ
 βουλομένουϲ ταὐτὰ οὐχ ὑπερέθετο τὴν κόλαϲιν, ἀλλὰ παίει τὸν
 κυρτόν, ἐκ τούτου γέλωτα κινῶν. ἢ νῦν μὲν ἐνδεδυμένον παίει, ὕϲτερον δὲ
 γυμνὸν πλήξειν ἀπειλει. δικαίωϲ δὲ τιμωρεῖται βραχείᾳ χείᾳ πληγῇ·
 κολάζεται γὰρ ὁ μὲν εὐφυὴϲ νουθεϲίᾳ, ὁ δὲ ἄκοϲμοϲ ὑγιὴϲ δὲ βαϲάνοιϲ ἢ
 χρημάτων εἰϲφοραῖϲ, ὁ δὲ λελωβημένοϲ οἷοϲ ὁ Θερϲίτηϲ βραχείᾳ πληγῇ καὶ
 τῇ μεθ᾿  ὅρκων ἀπειλῇ.

279. διὰ τί δὲ ὁ Ὀδυϲϲεὺϲ πρὸ τοῦ Nέϲτοροϲ
 πρεϲβύτου ὄντοϲ λέγει; ὅτι αὐτὸϲ ϲυνήγαγε τὴν ἐκκληϲίαν, καὶ θορύβου
 τοϲούτου ὄντοϲ ἔδει γεγωνότερον βοᾶν. ὁ μὲν οὖν Νέϲτωρ ὡϲ γέρων βοᾶν οὐκ
 ἠδύνατο, ὁ δὲ Ὀδυϲϲεὺϲ μεγάλην ὄπα ἐκ ϲτήθεοϲ ἳει (Γ 221). διὰ τοῦτο ὁ
 μὲν τεταραγμένων αὐτῶν δημηγορεῖ, ὁ δὲ ἡϲυχίαν ἀγόντων.

305 — 329. ἡμεῖϲ δ’ ἀμφὶ περὶ κρήνην ἱεροὺϲ κατὰ βωμοὺϲ μέχρι τοῦ τῷ
 δεκάτ ῳ δὲ πόλιν αἱρήϲομεν ε ὐρυάγυιαν. περὶ τούτων τῶν ἐπῶν ἠπόρηϲεν ὁ
 Ἀριϲτοτέληϲ τοιαῦτα· διὰ τί ὁ Κάλχαϲ, 
 
 
 
 
 εἰ μὲν οὐδὲν ἦν τέραϲ τὸ γινόμενον , ἐξηγεῖται ὡϲ τέραϲ —
 τί γὰρ ἄτοπον ὑπὸ ὄφεωϲ ϲτρουθοὺϲ κατέδεϲθαι ἢ τούτουϲ ὀκτὼ εἶναι; —
 περὶ δὲ τοῦ λίθον γενέϲθαι οὐδὲν λέγει, ὃ ἦν μέγα; εἰ μὴ ἄρα εἰϲ τὸν
 ἀπόπλουν ἐϲήμαινεν, ὥϲ τινέϲ φαϲιν (οὐκ ἔδει δὲ ἀναμνῆϲαι· εἰκὸϲ γὰρ ἦν ὑπολαβεῖν καὶ εἰ μή τιϲ ἔλεγε ), καὶ τότε ἀξίωϲ ἔλεξε
 τοῦτο, ὅτι οὐδὲ ἀπέδωκεν ἄν, εἰ ἦν τὸ τέραϲ· ἐνάτη
 γὰρ ἦν ἡ μήτηρ, δεκάτῳ δὲ τὸ Ἴλιον ἥλω. φηϲὶν οὖν μὴ εἰϲ τὸν νόϲτον
 εἰρῆϲθαι τὰ περὶ τῆϲ ἀπολιθώϲεωϲ τοῦ δράκοντοϲ· διὸ οὐδ’ ἐποίηϲε
 λέγοντα· οὔτε γὰρ πάντεϲ τεϲ ἄνοϲτοι ἐγένοντο γελοῖόϲ τ’ ἂν ἦν οὐκ
 ἀποτρέπων τοῦ πλοῦ ἀλλὰ πλεῖν προτρεπόμενοϲ οὓϲ ἐδήλου τὰ
 ϲημεῖα μὴ ἐπανήξειν. μήποτ’ οὖν, φηϲί, τὸ ϲημεῖον τὸ λίθον γενέϲθαι
 βραδυτῆτοϲ ϲημεῖον ἦν, ὅπερ ἤδη ἐγεγόνει καὶ οὐκέτ’ ἦν φοβερόν. ἐλήφθη
 δὲ ἐντὸϲ ἔτεϲιν ἐννέα τοῦ δεκάτου κάτου γὰρ ἔτουϲ ἀρχομένου ἐγένετο,
 ἀριθμεῖ δὲ τὰ ὁλόκληρα ἔτη, ὥϲτε ϲυνᾴδει ὀρθῶϲ ὁ ἀριθμὸϲ τῶν ἀπολωλότων
 καὶ τῶν ἐτῶν. 
 
 οἱ δὲ τὰ περὶ οἰωνιϲτικῆ ϲ τ ῆϲ καθ’ Ὅμηρον γρά ψαντεϲ τὴν μὲν νεοττιάν,
 ὡϲ ἂν ἐπ’ ἄκραϲ τῆϲ πλατάνου κειμένην τῶν κλάδων, οὖϲαν ἐνάερον εἰλῆφθαί
 φαϲι πρὸϲ τὴν ἀνεμόεϲϲαν πόλιν, τούϲ τ’ ἐνοικοῦνταϲ ἐντὸϲ αὐτῇ ϲτρουθοὺϲ
 ϲτρατὸν εἶναι ἀλλοεθνῆ πολλοὶ γὰρ ἐπίκουροι πολλέων ἐκ π ο λίων (v. 130)
 κατῴκουν τὴν πόλιν πτηνοὶ γὰρ ἀέρι 
 
 
 
 
 μᾶλλον ἢ χώρᾳ οἰκειότεροι. τὸ δὲ ξύλον τῆϲ πλατάνου, νεαροῦ
 ξύλου καὶ ὑδρηλοῦ, δι’ οὗ ὁ δράκων ἐπίγειον ἀνύει πορείαν ἐπὶ τοὺϲ
 ϲτρουθούϲ, θούϲ, ἐδήλου οὖν, διότι πολὺϲ ϲτρατὸϲ, πορείαν ποιηϲάμενοϲ
 διαπόντιον νηίτηϲ, περάϲαϲ διὰ τῆϲ χώραϲ ἐπιπεϲεῖϲθαι τοῖϲ Τρωϲὶν
 ἔμελλεν. ἐπίγειοϲ γὰρ ὁ ὄφιϲ· διὰ ξύλου οὖν ἕρπων ὑδρηλοῦ τὴν διὰ νηῶν
 πορείαν ρείαν ἐδήλου, εἶτ’ ἀπόβαϲιν καὶ διὰ τῆϲ χώραϲ ἔφοδον
 τοῖϲ τὴν ἠνεμόεϲϲαν μόεϲϲαν κατοικοῦϲι πόλιν. τὸ δὲ π ετά λοιϲ ὑποπε π
 τη ῶταϲ εἶναι τοὺϲ ϲτρουθοὺϲ δηλοῦν τὸ ἀβέβαιον τῆϲ εὐθαλείαϲ τῶν
 κατοικούντων τὴν πόλιν· φυλλορροεῖ γὰρ τὰ δένδρα. ϲτρουθοὺϲ δὲ καὶ οὐκ
 ἄλλα ὄρνεα παρείληφεν, ὅτι ἱερὰ μὲν Ἀφροδίτηϲ ἡ ϲτρουθὸϲ κατωφερέϲτατον
 δὲ ζῶον καὶ λάγνιϲτον, οἰκεῖοι δὲ τῇ Ἀφροδίτη οἱ Τρῶεϲ
 καὶ λαγνείαϲ εἵνεκα τὸν πόλεμον ἐνϲτηϲάμενοι, ὥϲπερ τῆϲ Ἀθηνᾶϲ ἱερὸϲ ὁ
 δράκων, φίλοι δὲ Ἀθηνάϲ οἱ Ἕλληνεϲ, οὓϲ τῷ ϲημείῳ ὁ δράκων ἐϲήμανεν. ὁ
 δὲ τῶν ϲτρουθῶν ἀριθμὸϲ τῶν ἐτῶν ἐδήλωϲε τὸν ἀριθμόν ἐτήϲιοϲ γὰρ ἡ
 γένεϲιϲ ὄρνιϲι, καὶ ὀκτὼ μὲν ἔτη, ἐντὸϲ οἷϲ ἦϲαν ἀπόρθητοι, μικρὰ ταῦτα,
 τὸ δὲ ἔνατον, ἐντὸϲ ᾧ τὸ τέλοϲ, τὸ κεφάλαιον ἂν εἴη τοῦ
 χρόνου, ὥϲτε οἰκεία ἡ μήτηρ τῷ χρόνῳ τούτῳ. ἐννέα δὲ καὶ οὐ δέκα ὁ
 ἀριθμόϲ, ὅτι τοῦ πολέμου ὁ χρόνοϲ ἀριθμεῖται, οὐ τῆϲ ἁλώϲεωϲ. τί γὰρ
 φηϲιν, 
 ὣϲ ἡμεῖϲ τοϲϲαῦτ’ ἔτεα πολεμίζομεν αὖθι 
 (ν. 328), ἐννέα ἔτεα , ὧν τὸ ἔνατον τὸ κεφάλαιον περιεῖχε τῶν
 κακῶν καὶ περιοχήν τῶν παρελθόντων ὀκτώ, τῷ δεκάτ ῳ δὲ π
 όλιν αἱρήϲομεν ϲομεν (v. 329). μετὰ γὰρ τὴν μητέρα τῶν ϲτρουθῶν καὶ τὸ
 ἔνατον ἔτοϲ ἑτοίμη ἦν ληφθῆναι ἡ νεοττιὰ καὶ ἡ πόλιϲ ἡ τῶν Πρώων. ἡ ἰαχή
 τε τῆϲ μητρὸϲ καὶ τῶν τριζόντων νεοττῶν τὴν οἰμωγὴν ἐδήλου τῶν
 ἁλιϲκομένων. ἡ δὲ τοῦ δράκοντοϲ ἀπολίθωϲιϲ κατὰ μὲν Ἀριϲτοτέλην τὴν βραδυτῆτα ἐδήλου καὶ τὸ ϲκληρὸν τοῦ πολέμου, κατὰ δὲ
 τοὺϲ ἄλλουϲ τὴν τῆϲ πόλεωϲ ἐρήμωϲιν καὶ τοῦ μὲν ζωτικοῦ
 παντὸϲ κένωϲιν τῶν δὲ λίθων καὶ οἰκοδομημάτων κατάλυϲιν, τῶν Τρώων
 ἁλόντων Ἑλλήνων λήνων ἀποπλευϲάντων. 
 τὸ δὲ δέκατον ἔτοϲ , ὅπερ διὰ τοῦ δράκονταϲ δεκάτου ὄντοϲ ἐντὸϲ τοῖϲ ϲημείοιϲ ἀριθμεῖται, λαμβανόμενον τὸ αὐτὸ εἰϲ μὲν τοὺϲ
 Ἕλληναϲ 
 
 
 γίνεται λίθοϲ μένων καὶ ἀρίζηλοϲ, πᾶϲιν διακένωμα ὢν καὶ
 λίθουϲ μεμενηκέναι μενηκέναι τοῦ πολέμου καταλυθέντοϲ, ὥϲτε τὸν δράκοντα
 ἐπιόντα μὲν δηλοῦν τὴν ἔφοδον τῶν Ἑλλήνων, διὰ δὲ τῆϲ πλατάνου τὴν διὰ
 τῶν νεῶν γινομένην, κατεϲθίοντα δὲ τοὺϲ ἐννέα ϲτρουθοὺϲ μετὰ τῆϲ μητρὸϲ
 ϲημαίνειν τὸν ἐνναετῆ πόλεμον, ἀπολιθούμενον δὲ δέκατον
 ἐντὸϲ τοῖϲ ϲημείοιϲ μείοιϲ αὐτὸν ἐρημίαν δηλοῦν τὴν ἐντὸϲ τῷ δεκάτῳ
 ἔτει, τῶν Ἑλλήνων ἀποϲτάντων καὶ τῆϲ πόλεωϲ ἐντὸϲ λίθοιϲ μόνοιϲ
 καταλειφθείϲηϲ, παντόϲ τε τοῦ ἐμψύχου ἔκ τε αὐτῆϲ καὶ τῶν περὶ αὐτὴν
 καθημένων κενωθέντοϲ· τοϲ· ἐμήνυε δὲ ἡ εἰϲ παράδοξον καὶ θαυμαϲτὸν
 μεταβολὴ τὴν τῶν κατειργαϲμένων ειργαϲμένων ἐπὶ πλεῖϲτον
 μνήμην. ἡ δὲ ἕδρα τῶν ὀρνίθων καὶ ἡ ἐντὸϲ τῇ νεοττιᾷ τῶν ϲτρουθῶν
 καθέδρα ἐδήλου τοὺϲ ἐνδομυχοῦνταϲ καὶ ἐντὸϲ τῇ πόλει κατακλείϲτουϲ
 Τρῶαϲ. οἱ δὲ βεβαιότερόν φαϲιν εἶναι τὰ διὰ τῶν καθεδρῶν ἢ ὅϲα πετόμενοι
 ϲημαίνουϲιν ἄρνιθεϲ, ὥϲπερ γὰρ πετόμενοι μηνύουϲι ταχύτερον οὕτω πάντα
 ἔϲεϲθαι, οὕτω καθεζόμενοι ποιοῦϲι οῦϲι χρόνια καὶ παράμονα.
 τὸ δὲ καὶ περιπέτεϲθαι τὴν νεοττιὰν τὴν μητέρα ἀεὶ καὶ μὴ πόρρω
 ἀποχωρεῖν ἐδήλου, ὅτι καὶ οἱ ἐκ τῆϲ πόλεωϲ ἐξιόντεϲ αὐτόθι περὶ τὴν
 πόλιν καὶ οὐ πόρρω χωρεῖν ἔμελλον, ἀλλὰ ζῆν περὶ αὐτὴν χρειοῖ ἀναγκαίῃ
 πρό τε παίδων καὶ πρὸ γυναικῶν κῶν (Θ 57). τὴν δὲ νεοττιὰν οὐ διέφθειρεν
 ὁ δράκων, ὅτι οὐκ ἐξηλίφη λίφη τέλοϲ ἡ πόλιϲ, ἀλλὰ μόνοι οἱ
 ἐνοικοῦντεϲ, αὐτῆϲ μὲν μενούϲηϲ, τῶν δ’ ἐπελθόντων μετὰ τὴν ἀναχώρηϲιν
 καὶ πόρθηϲιν ἐρημίαν φοβερὰν καταλελοιπότων καὶ πάντα εἰϲ λίθουϲ
 περιϲτηϲάντων διὰ τὸ ἄπορον καὶ ἄψυχον τῆϲ χώραϲ, ἐγκαταλελειμμένηϲ καὶ
 τῆϲ πόλεωϲ. ἅμα δὲ καὶ ὅτι ἡ ἀποϲτροφὴ τοῖϲ Ἕλληϲιν ἀντιτυπήϲ ἐϲτι καὶ
 ϲκληρὰ ἐδήλου ὁ ἀπολιθούμενοϲ δράκων· ἀπαλλάϲϲεϲθαι γὰρ
 μέλλων ἤδη τῆϲ νεοττιᾶϲ ἐγένετο λίθοϲ καὶ ἐπὶ τῆϲ ὀδοῦ ἔτι ὤν. τὸ δὲ
 δένδρον οὖν ἡ ὁδόϲ. ἀλλὰ καὶ ἡ πορεία τοῦ δράκοντοϲ οὐκ οὖϲα ὀρθὴ φύϲει
 οὐδὲ εὐθεῖαν τὴν ὁδὸν τοῖϲ Ἕλληϲιν ἐϲήμαινεν, ὁποία ἐγένετο καὶ αὐτοῖϲ
 ἀπιοῦϲί τε καὶ ὑποϲτρέφουϲιν. οὐδὲ τὸ ἐλελιξάμενοϲ πτέρυγοϲ λάβ εν (Β
 316) ἐϲτὶν ὡϲ πρὸϲ μαντείαν ἄχρηϲτον· ἐδήλου δὲ τὸν τρόπον
 καθ’ ὃν τὴν Ἴλιον ἔμελλον ἐκπορθήϲειν οἱ Ἕλληνεϲ· οὐ γὰρ ἐκ τοῦ εὐθέοϲ
 ἐκράτηϲαν 
 
 
 ϲαν καὶ εἷλον, ἀλλ’ ἀναχθέντεϲ ἀπ ὸ τῆϲ Τρωάδοϲ εἶθ’
 ὑποϲτρέψαντεϲ, ὃ ἔϲτιν εἰπεῖν ἐλελιξάμενοι. ἡ δὲ πλάτανοϲ διὰ μὲν τὸ
 ὑδρηλὸν καὶ εὔμηκεϲ ἐδήλου τὴν διὰ νεῷν καὶ ὕδατοϲ μακρὰν πορείαν, διὰ
 δὲ τὸ ἄκαρπον φύϲει καὶ ὅτι ἄκαρποϲ ἡ πορεία καὶ τοῖϲ ἐπελθοῦϲιν Ἕλληϲι
 καὶ τοῖϲ ἐνοικοῦϲι τὴν πόλιν τῶν Τρώων· τά τε γὰρ ληφθέντα λάφυρα ἐξ Ἰλίου ἄλλα ἄλλωϲ ἀπώλετο, καὶ οἱ Τρῶεϲ οὐδένα καρπὸν
 ἔϲχον, μεινάϲηϲ νάϲηϲ αὐτοῖϲ τῆϲ νεοττιᾶϲ ἐντὸϲ ἀκάρπῳ μὲν δένδρῳ
 φύλλοιϲ δὲ πρὸϲ καιρὸν θάλλουϲιν, αὐτοὶ ἄρδην ἀπολόμενοι. 
 ad scholia excerpta referendum : 
 
 
 ὁ δράκων Ἀθηνᾶϲ ἱερόϲ, οἱ ϲτρουθοὶ Ἀφροδίτηϲ χρόνον τε δηϲῆμα λοῦϲιν, ἐπεὶ πτηνὸϲ ὁ χρόνοϲ. ὁ δὲ λίθοϲ, ἐπεὶ οὐκέτι κίνηϲιν ἔλαβεν
 ὁ πόλεμοϲ. καὶ τὸ μὲν ἐφ’ ὕψουϲ κεῖϲθαι τὴν νεοττιὰν τὴν ἠνεμόεϲϲαν
 Ἴλιον. οἱ δὲ ὑπὸ τοῖϲ πετάλοιϲ νεοϲϲοὶ τὸ ὀλιγοχρόνιον τῶν Τρώων ·
 μαραινομένων γὰρ ὅϲον οὔπω τῶν φύλλων ἀποπεϲοῦνται. ἡ δὲ ἐνάτη μήτηρ τῆϲ
 ἐνναετηρίδοϲ τὸν ἔϲχατον ἀγῶνα ἐϲήμανεν. ἡ δὲ διὰ τοῦ 
 ὕδατοϲ πορεία τοῦ δράκοντοϲ τὴν δι’ ὕδατοϲ ἄφιξιν τῶν Ἑλλήνων. τὸ δὲ
 περιλειφθῆναι τὴν νεοττιὰν τὸ μὴ παντελῶϲ ἠφανίϲθαι τὸν τόπον · οἰκεῖται
 γὰρ μέχρι τοῦ νῦν. ἡ δὲ ἀπολίθωϲιϲ τὸ δυϲδιεξόδευτον τῶν νόϲτων ἢ ὅλου
 τοῦ ἀγῶνοϲ παῦϲιν· οὐ γὰρ ἠμύναντο ἔτι τοῦ λοιποῦ τοὺϲ Ἕλληναϲ οἱ Τρῶεϲ.
 ἢ ὅτι εἰϲ λίθουϲ περιϲτήϲεται τοῦ πολέμου τὸ τέλοϲ. 
 
 δράκων (v. 308). τούτῳ τοῦτο cod. corr. Dind τὸ
 ὄνομα ὁ Πορφ ύριοϲ ἐντὸϲ τοῖϲ ζητήμαϲί φηϲι Ϲθένιοϲ· οὕτωϲ γὰρ ἱϲτόρηται
 Διονυϲίῳ νυϲίῳ ἐντὸϲ τῷ ε τῶν ἀπόρων. 
 
 
 

 
 ἔνθ’ ἐφάνη (ibid.). ὅπου ἡμῖν ὤφθη ὁ δράκων. οὗτινοϲ δράκοντοϲ κοντοϲ τὸ ὄνομα ὁ Πορφύριοϲ ἐντὸϲ
 τοῖϲ ζητήμαϲί φηϲι. λέγει γὰρ αὐτὸν ϲθένιον. οὕτωϲ γὰρ ἱϲτορεῖται
 Διονύϲιοϲ ἐντὸϲ τῇ πέμπτῃ τῶν ἀπόρων.

350. v. ad ν. 370 (p. 38, 36).

362. ζητοῦϲι δέ τινεϲ, τί δή ποτε οὐκ ἐντὸϲ ἀρχῇ
 τοῦ πολέμου Β f. 28a ad κρῖν᾿. Lp. f. 2a c. l. κατὰ
 φῦλα. μου τὸ ϲτράτευμα διατάττει ὁ Nέϲτωρ. ῥητέον δὲ ὅτι
 ἔχοντεϲ πρῶτον Ἀχιλλέα τούτων οὐκ ἐδέοντο, ὡϲ οὐδὲ τοῦ τείχουϲ.

362. ἐζήτηται, διὰ τί ταύτην τὴν τάξιν πρὸ πολλοῦ μὴ ὑπετίθετο 
 μὴ πρὸ πολλῶν ὑπετ. Par. ὁ Νέϲτωρ.
 ἤτοι ὅτι πάλαι μὲν Ἀχιλλεὺϲ φίλοϲ φιλόϲοφοϲ A ὢν
 τῶν Ἑλλήνων ἤρκει πρὸϲ τὸ ϲυνέχειν τοὺϲ (ϲ βαρβάρουϲ, καὶ καλῶϲ ἐκείνῳ
 θαρρῶν οὐκ ἐποίει τοῦτο, νῦν δὲ αὐτοῦ μηνίοντοϲ εἰκότωϲ ἀϲφαλεϲτέραν
 διάταξιν εἰϲάγει.

367. ad l 1 sqq.

370 sqq. διὰ τί, Ὀδυϲϲέωϲ καὶ κρατήϲαντοϲ τοὺϲ Ἕλληναϲ φεύγειν μέλλονταϲ καὶ τοὺϲ
 οἷοϲ ὁ Θερϲίτηϲ καταϲταϲιάζονταϲ ἐπιϲχόντοϲ καὶ ἀπειλαῖϲ καὶ πληγαῖϲ
 ὁμοίωϲ γὰρ τῷ Θερϲίτῃ ὃν δ’ α ὖ δήμου τ’. ἄνδρα ἰδ οι β οόωντά τ’
 ἐφεύροι, τὸν ϲκήπτρ ῳ ἐλἁϲ|αϲκεν ὁμοκλ κλ ήϲαϲκέ τε μύθ ῳ (v. 198. 99)
 ὅθεν καὶ τὸν Θερϲίτην προήχθη τύψαι, χείρονα ὄντα τῶν
 πληγὰϲ εἰληφότων — πρὸϲ δὲ τούτοιϲ δημηγορήϲαντοϲ γορήϲαντοϲ οὕτωϲ ὡϲ
 ἐπιβοῆϲαι αὐτῷ ἅπανταϲ ἐπαινοῦνταϲ —ὣϲ ἔφατ᾿ , Ἀργεῖοι δὲ μέγ’ ἴαχον,
 ἀμφὶ δὲ ν ῆεϲ ϲμερδαλέον κονάβηϲαν ηϲαν ἀυϲάντ ων ὑ π’ Ἀχαι ῶν, μ ῦθον
 ἐπαινήϲαντεϲ Ὀδυϲϲῆοϲ ϲῆοϲ θείοιο (v. 333 — 35) —, Ἀγαμέμνων μόνῳ
 Nέϲτορι τὰ πρωτεῖα δίδωϲι καὶ τῆϲ νίκηϲ παραχωρεῖ, λέγων ἦ
 μὰν α ὖτ’ ἀγορ ῇ νικᾷ ϲ , γέρον, υἷαϲ Ἀχαιῶν (ν. 70), καὶ τοιούτουϲ δέκα
 εὔχεται ϲυμφράδμοναϲ δμοναϲ γενέϲθαι, οὕτω γὰρ τάχα πορθηθῆναι τὴν
 Ἴλιον, χερϲὶν ὑφ’ ἡμετέρῃϲιν ἁλοῦϲαν (v. 374 ). 
 ῥητέον οὖν ὅτι οὐχ ἀπλῶϲ νικᾶν ἔφη καὶ ἐντὸϲ πᾶϲι τὸν Nέϲτορα, ἀλλὰ μόνον ἐντὸϲ τῇ ἀ γορ ῇ νικᾷ ϲ, γέρον, τὰ πρωτεῖα διδοὺϲ κατὰ τὴν
 δημηγορίαν καὶ αὐτὸϲ τῷ Nέϲτορι, καθάπερ οἱ Ἕλληνεϲ τῷ Ὀδυϲϲεῖ. Ὀδυϲϲεϲ
 μὲν γὰρ ἐδημαγώγηϲεν ὡϲ πρὸϲ δημοκρατίαν ἁρμϲαϲ τὸν λόγον. καὶ ὡϲ ἐπ’
 αὐτοῖϲ ἂν μένειν ἢ ἀποπλεῖν τί γάρ φηϲιν, ὑποτάξαϲ τάξαϲ τὸν Ἀγαμεμνονα
 τῇ τῶν Ἑλλήνων ἐξουϲίᾳ Ἀτρείδη, νῦν ϲε, ἄναξ, ἐθέλουϲιν Ἀχαιοὶ π ᾶ ϲιν
 ἐλέγχιϲτον θέμεναι μερόπεϲϲι πεϲϲι βροτοῖϲι (v. 284 85) καὶ τὰ ἑξῆϲ ὁ δὲ
 Νέϲτωρ τὸν Ἀγαμέμνονα 
 
 
 
 μέμνονα αὐτὸϲ ἄρχειν παρακαλεῖ καὶ μὴ φροντίζειν τῶν
 ἀποϲτατούντων, των, ϲυμφέρειν γὰρ πᾶϲι τὴν τούτου ἀρχὴν διὰ τὸ πάνταϲ
 οὐχ ὑποϲχέϲεϲιν ϲχέϲεϲιν ἁπλῶϲ, ὡϲ Ὀδυϲϲεὺϲ ἔφη (v. 286), ὅρκοιϲ δὲ καὶ
 ϲυνθήκαιϲ καὶ δεξιαῖϲ πιϲτώϲαϲθαι τὴν τούτου ἡγεμονίαν, ἀπειθοῦϲι δὲ
 αὐτοῖϲ καθὼϲ θὼϲ ἐξώμοϲαν πάντεϲ γενέϲθαι τὴν παράβαϲιν· Ἀτρείδη, ϲὺ δ’
 ἔθ’ ὡϲ πρὶν ἔχων ἀϲτεμφέα βουλὴν ἄρχευ’ Ἀργείοιϲι κατὰ
 κρατερὰϲ τερὰϲ ὑϲμίναϲ, διὰ τί πῆ γὰρ αἱ ϲυνθῆκαι καὶ ὅρκια βήϲεται ἡμῖν
 ϲπονδαί τ’ ἄκ ρητοι καὶ δεξιαὶ ᾗϲ ἐπέπιθμεν; 
 διόπερ Ὀδυϲϲεὺϲ μὲν τοὺϲ Ἕλληναϲ εἰπών ὥϲτε γὰρ ἡ παῖδεϲ νεαροὶ χ ῆραί τε
 γυναῖκεϲ ἀλλ ήλοιϲιν ὀδύρονται οἶκήνδε νέεϲθαι (v. 289.
 90), εὐθὺϲ ἐπιλαμβάνεται αὐτῶν ἀνακαλούμενοϲ τὸν λόγον διὰ τοῦ φάναι ἦ
 μὴν καὶ πόν οϲ ἐϲτὶν ἀνιηθέν τα νέεϲθαι καὶ ἐκ τοῦ ἥττονοϲ παραβάλλειν
 τὸ μέγεθοϲ τῆϲ Ἑλληνικῆϲ ἀθυμίαϲ · εἰ γὰρ καὶ ὁ ἕνα μῆνα μένων
 ἀ πὸ ἧϲ ἀλόχοιο ἀϲχάλλει ὑπὸ ἀνέμων μων ἐναντίων ἐμποδιζόμενοϲ, ἡμῖν δ’
 εἴνατόϲ ἐϲτι περιτροπέων ἐνιαυτὸϲ ἔνθα δε μιμνόν τεϲϲι,
 τίϲ ἂν νε μεϲήϲαι ἀϲχάλλουϲι τοῖϲ Ἕλληϲιν, ὁ δὲ Nέϲτωρ οὐχ
 Ἕλληνάϲ φηϲιν ἀξίουϲ εἶναι ὡϲ παῖδαϲ διαϲύρεϲθαι, ἀλλ’ αὐτοὺϲ τοὺϲ
 δημηγόρουϲ τὰ τοῦ πολέμου ἔργα μὴ ϲκοπουμέ νουϲ ὧν μάλιϲτα ἤρτηται ἐκ τῆϲ πρὸϲ θεοὺϲ εὐϲεβείαϲ· ἦ
 δὴ παιϲὶν ἐοικότεϲ ἠγοράαϲθε νηπιάχοιϲ, οἷϲ o ὔτι μέλει 
 πολεμήια ἔργα (ν. 337. 38) πῶϲ οὖν οὐ μέλλει τιϲ κακῶϲ διὰ
 ἀφροϲύνην τὰ τῶν πολέμων φρονεῖν, ὅτε δή φηϲιν ἐντὸϲ πυρὶ δὴ βουλαί λαί
 τε γεν οίατο, ϲυνθεϲίαι καὶ τὰ ὅρκια, ϲπονδαί τ’ ἄκρητοι καὶ δεξιαὶ ᾗϲ ἐ
 πέπιθ μεν· τὸ θαρρεῖν γὰρ εὐορκοῦ καὶ τηροῦϲι τὰϲ διὰ θεῶν πίϲτειϲ
 ἀνδρῶν ἂν εἴη εὐφρόνων καὶ εἰδότων τὰ κοινὰ τῶν πολέμων
 εὐλαβεῖϲθαι· καὶ τούτων ἀναμιμνήϲκειν δεῖ , φηϲὶ, τοὺϲ ϲυμβουλεύονταϲ
 βουλεύονταϲ ῥήτοραϲ. ἀκολούθωϲ δὲ τούτοιϲ ἐπάγεται καὶ τὸ ἔα φθινύθειν
 νύθειν ἕνα καὶ δύο τῶν ἀπειθούντων, οἳ οὐκ ἀνύουϲι πρότερον τὸ εἰϲ οἶκον
 ἀπελθεῖν , πρὶν καὶ Διὸϲ αἰγ ιὸχοιo γν ώμεναι εἴτε ψεῦδοϲ ὑπόϲχεϲιϲ εἴτε
 καὶ οὐχί (v 346 — 49). εἰ γὰρ ἐπὶ ὅρκοιϲ καὶ ϲπονδαῖϲ καὶ
 τοῦ πολέμου, παραϲκευαῖϲ καὶ δεξιαῖϲ καὶ Διὸϲ ἐγένετο νετο ἡ ὑπόϲχεϲιϲ,
 κίνδυνοϲ τοῖϲ ταῦτα παραβαίνουϲι, καὶ οὐ χρὴ θωπεύειν πεύειν
 δημαγωγοῦνταϲ, ἐπιπλήττειν δὲ μᾶλλον ἁμαρτάνουϲι καὶ ἐπάγειν τὸν βαϲιλέα
 εἰϲ τὸ τῆϲ ἐξουϲίαϲ ἡγεμονικὸν, ἀλλ’ οὐκ ἀπέχεϲθαι τῶν ἀρχομένων,
 ἐπιϲταμένων, οἷϲ ἔκριναν μετὰ πίϲτεωϲ ὡϲ χρεὼν ἐντὸϲ πᾶϲιν 
 ὑπακούειν. διὸ Ὀδυϲϲεῖ μὲν ἀκόλουθον δημαγωγοῦντι καὶ Κάλχαντοϲ 
 
 χρήϲαϲθαι μαντείαιϲ· ὕβριϲτο μὲν γὰρ ὑπ ὸ Ἀγαμέμνονοϲ,
 αἴτιοϲ δὲ ἐδόκει ἔναγχοϲ αὐτοῖϲ γεγονέναι τοῦ λοιμοῦ τῆϲ θεραπείαϲ, καὶ
 διὰ τοῦτο πρὸϲ αὐτῶν ἠγαπᾶτο καὶ ἐπιϲτεύετο· Νέϲτορι δὲ τούτου μὲν
 ἀμελεῖν, εἰϲ δὲ τὰϲ Διὸϲ ἀνάγειν ὑποϲχέϲειϲ, αἷϲ μετὰ τῆϲ τοῦ πολέμου
 κατορθώϲεωϲ καὶ τὸ ἡγεῖϲθαι τοῦ πολέμου τὸν Ἀγαμέμνονα
 ἐκύρωϲεν· φημὶ γὰ ρ κα τανε ῦϲαι ὑπερμενέα Κρονίωνα (v. 350)καὶ τὰ
 ἑξῆϲ. 
 γράφει δὲ περὶ τῶν δεξιῶν ἀϲτραπῶν Ἕρμων ὁ Δήλιοϲ· καὶ ὅταν κατὰ δεξιὰ
 χειρὸϲ ἀϲτράπτη, νίκην καὶ ὑπέρτερον εὖχοϲ ὀπάζει. καὶ ὅλωϲ οἱ περὶ
 τούτων ϲκεψάμενοί φαϲιν ἀϲτραπαὶ καὶ βρονταὶ δεξιαὶ τοῖϲ
 ἐπιχειροῦϲιν ἄγεϲθαι. φόβουϲ γὰρ τοῖϲ πολεμίοιϲ ϲημαίνουϲιν ἐντὸϲ
 δεξιοῖϲ γινόμεναι. 
 διαφόρων τοίνυν οὐϲῶν τῶν δημηγοριῶν, καὶ τῆϲ μὲν Ὀδυϲϲέωϲ δημοτικωτέραϲ
 τῆϲ δὲ Νέϲτοροϲ βαϲιλικωτέραϲ καὶ ἀρχικῆϲ, εἰκότωϲ ὁ μὲν θωπεύει, ο
 νεμεϲίζομαι Ἀχαιo ὺϲ λέγων ἀϲχ άλλειν πα ρὰ νηυϲί (v 296).
 καὶ ὅμωϲ ἀξιῶν· τλῆτε φίλοι καὶ μεί νατ’ ἐ πὶ χρόνον· νον· αἰϲχρὸν γὰρ
 δηρόν τε μένειν κενεὸν τε νέεϲθαι (ν. 299. 98), ὁ δὲ ὀλίγον ἐνδοὺϲ καὶ
 τοϲοῦτον θεραπεύϲαϲ ἐντὸϲ τῷ φάναι τῷ μή τιϲ πρὶν ἐ πειγέϲ θω οἶκόνδε
 νέεϲθαι, πρίν τινα πὰρ Τρώων ἀλόχ ῳ καταβαλεῖν κοιμη θῆναι (v. 354. 55),
 εὐθὺϲ μὲν ἐγείρει τὸν λόγον εἰϲ τὴν ὑπὲρ το βαϲιλικοῦ ὅρκου
 μνήμην τίϲαϲθαι γὰρ Ἑλένηϲ νηϲ ὁρμήμα τα
 ϲτοναχ άϲ τε (v. 356), εἰϲ ἀπειλὰϲ δὲ χωρεῖ οἰκείαϲ βμϲιλικῷ φρονήματι·
 εἰ δέ τιϲ ἐκπάγλωϲ ἐ θέλει οἶκόνδε νέεϲθαι, ἁ πτέϲ θω ἧϲ νηὸϲ ἐυϲϲέλμοιο
 μελαίνηϲ, ὄ φρα πρόϲθ’ ἄλλων θάνατον καὶ μοῖραν ἐπίϲπῃ (v. 357 59).
 λοιπὸν δὲ οὐκ ὦ Ἀτρείδη λέγει οὐδ’ ὦ Ἀγάμεμνον ἀλλὰ ἄναξ
 (v. 361 ), ὦ βαϲιλεῦ, λέγων ἀξιοῖ μὲν αὐτὸν κατάρχειν ϲκεμμάτων καλῶν,
 πείθεϲθαι δὲ καὶ ἄλλῳ καὶ διατάττειν ὡϲ χρὴ κατακοϲμηθῆναι κατ’ αὐτούϲ.
 εἰκότωϲ οὖν, τοῦ μὲν πρὸϲ τὸ ἀρχόμενον καὶ δημοτικὸν ἁρμόζοντοϲ λόγου,
 τοῦ δὲ 
 
 
 πρὸϲ τὸν ἄρχοντα καὶ βαϲιλέα τῶν ἄλλων, τὸν μὲν τὸ πλῆθοϲ
 ἐπαινεῖ, τῷ δὲ τὸ νικᾶν ὁ βαϲιλεὺϲ ἀποδίδωϲιν. 
 
 ἐζήτηται διὰ τί, Ὀδυϲϲέωϲ καταϲχόντοϲ διὰ λόγων τοὺϲ ὄχλουϲ καὶ τοιοῦτον
 πρᾶγμα ϲυνετὸν καὶ ϲπουδαῖον ποιήϲαντοϲ, ὁ βαϲιλεὺϲ νῦν δύναμιν ἐντὸϲ τῷ
 λέγειν Nέϲτορι προϲμαρτυρεῖ. ἤτοι ὡϲ δυναμικωτέρῳ· 
 προκατειλημμέμων γὰρ τῶν ἐπιχειρημάτων Ἀθηνᾷ τε καὶ Ὀδυϲϲεῖ ὅμωϲ
 εὐπόρηϲε λόγων. ἢ ὅτ ὁ μὲν μόνον ὠνείδιϲε, Nέϲτωρ δὲ ϲὺν τῇ διατάξει
 τάξει καὶ ϲυμβουλίᾳ καὶ τὰϲ ἀϲτραπὰϲ εἶπεν· βεβαιότερον γὰρ νίκηϲ
 φῶϲ.

379. 80. καὶ πῶϲ οὐ παρακαλεῖ αἰδεῖται χωρὶϲ ἀνάγκηϲ καὶ τῷ ὀνείρῳ
 πείθεται. 
 
 
 ἀβέλτεροϲ, φηϲὶν, ὁ Ἀγαμέμνων μὴϲυν ορῶν ὅτι ἐντὸϲ πολέμῳ οὐκ ἐπὶ τοῖϲ
 μαχομένοιϲ κεῖται τὸ τούτου τέλοϲ, ἀλλ’ ὡϲ ἂν τύχῃ γενόμενον. νον.
 ἀγνοοῦϲι δὲ ὅτι καλόν ἐϲτι δυϲχερῆ ἐλπίζειν, ἵνα ὡϲ ἐπὶ πλείονι πὸνῳ
 προθυμότεροι παραϲκευαϲθῶϲιν. ἢ γὰρ ἀποβάντων ἧττον, ἠχθέϲθημεν, ϲθημεν,
 ἢ μή, τελεϲθέντων ὑπεράγαν ἐχάρημεν.

408. διὰ τί τοὺϲ ἀνδρείουϲ βοὴν ἀγαθοὺϲ ἀποκαλεῖ νῦν μὲν ἀλλαχοῦ δὲ (e.
 c. Β 563. Θ 114) Διομήδην, πῇ δὲ βοὴν ἀγαθὸϲ βάλεν Αἴαϲ (0 249) καὶ
 Ἕκτορα δ’ ἐφράϲϲαντο βοὴν ἀγα θὸν καὶ ἑταίρουϲ (0 671). ῥητέον δὲ ὅτι
 μήπω ϲάλπιγγοϲ εὑρεθείϲηϲ ρεθείϲηϲ βοῇ διῴκουν τὰϲ τῆϲ μάχηϲ ἐπιθέϲειϲ
 τε καὶ ἀνακλήϲειϲ. ἄλλωϲ λωϲ τε καὶ ϲημεῖον τοῦ θαρϲεῖν τὸ
 βοᾶν· ἡ γὰρ δειλία θραύουϲα τὸ πνεῦμα βραχίϲτην ἀπεργάζεται τὴν φωνήν.
 διὰ τοῦτο βοῶνταϲ παρειϲάγει τοὺϲ ἥρωαϲ· ϲμερδαλέον δ’ ἐβόηϲεν ( Θ 92 ),
 ἤυϲε δὲ διαπρύϲιον πρύϲιον (Θ 227 ).

423. ad Φ 363.

447. τῶν μεθ’ Ὅμηρον ποιητῶν πολλοί τινεϲ τὴν αἰγίδα παραδιδόαϲιν  
 διδόαϲιν ὡϲ ἴδιον Ἀθηνᾶϲ ὅπλον, διὸ καὶ πλέονα τῶν ἐπιθέτων ἀπ’ 
 
 
 
 
 αὐτῆϲ τίθεται τῇ θεῷ. ὁ δὲ χρωμένην μὲν οὐδενὸϲ ἧϲϲον
 παρειϲάγει ταύτῃ τὴν Ἀθηνᾶν, τῷ δὲ Διί φηϲιν αὐτὴν δοθῆναι παρὰ
 Ἡφαίϲτου, ϲαφῶϲ οὕτω διὰ τῶν ἐπῶν ϲυνιϲτάϲ (Ο 307 sqq.)· 
 πρόϲθεν δὲ κί᾿ αὐτοῦ Φοῖβοϲ Ἀπόλλων 
 
 εἱμένοϲ ὤμοιιν νεφεέην, ἔχε δ’ αἰγίδα θοῦριν 
 δεινὴν ἀμφιδά ϲειαν ἀριπρεπέ᾿, ἣν ἄρα χαλκεὺϲ 
 Ἥφαιϲτοϲ Διὶ δῶκε φορήμεναι ἐϲ φόβον ἀνδρῶν. 
 καθὸ δὴ καὶ πυκνῶϲ αὐτὸν αἰγίοχον καλεῖ. ταύτην δὲ τὴν αἰγίδα
 παραϲκευαϲτικὴν ὑποτίθεται τῶν λεγομένων κατὰ τοὺϲ ἀνέμουϲ αἰγίδων, ἃϲ καταιγίδαϲ εἰώθαμεν προϲαγορεύειν. Ὅμηροϲ μὲν γὰρ. οὕτω
 λέγει (Β 147. 48)· 
 ἠύτε κινήϲῃ Ζέφυροϲ βαθὺ λήιον ἐλθὼν 
 λάβροϲ ἐπαιγίζων. 
 νῦν γοῦν οὐκ ἄλλο τι, τὸ αὐτὸ δὲ τὸ λάβροϲ ἐπαιγίζων βούλεται δηλοῦν. ἔλεγον δὲ αἰγίδαϲ τὰϲ νῦν καταιγίδαϲ τῶν ϲφοδρῶν
 καὶ ϲυνεϲτραμμένων πνευμάτων καὶ ἅμα καταραϲϲόντων, οἷόν τι καὶ ἐν τούτῳ
 θεωρεῖται λέγων ὁ ποιητήϲ (Λ 297. 98) 
 ἐν δ’ ἔπεϲ᾿  ὑϲμίνῃ ὑπεραέι ἶϲοϲ ἀέλλη, 
 ἥτε καθαλλομένη ἰοειδέα πόν τον ὀρίνει. 
 
 Ἀλκαῖοϲ δέ που καὶ Ϲαπφῶ τὸν τοιοῦτον ἄνεμον κατώρη
 λέγουϲιν ἀπὸ τοῦ κατωφερῆ τὴν ὁρμὴν ἔχειν. τὴν δὲ τοῦ Διὸϲ αἰγίδα
 ϲυμβέβηκεν ὠνομάϲθαι διὰ τῆϲ Ὁμήρου ποιήϲεωϲ ὡϲαύτωϲ τῇ περὶ τοὺϲ
 ἀνέμουϲ λεγομένῃ κατὰ μὲν αὐτὸν ἐκεῖνον αἰγίδι, καθ’ ἡμᾶϲ δὲ καταιγίδι,
 παραϲκευαϲτικὴν δὲ αὐτὴν τῶν ὁμωνύμων εἰϲάγεϲθαι πνευμάτων, ὅτε
 ἐπιϲειϲθείη κατὰ τὸ ἐναντίον. ἐπιϲειϲθείϲηϲ γὰρ αὐτῆϲ καὶ
 καταρρηγνυμένηϲ ἐπὶ τὴν γῆν, οὐ μόνον ἀπὸ τοῦ ψιλοῦ πνεύματοϲ τοὺϲ
 ἐναντίουϲ βλάπτεϲθαι ϲυμβαίνει, κονιορτοῦ δὲ πρὸϲ τὰϲ ὄψει φερομένου
 παντελῶϲ ἐμποδίζεϲθαι. οἷον· 
 
 
 
 
 καὶ τότε δὴ Κρονίδηϲ ἕλετ’ αἰγίδα θυϲϲανόεϲϲαν, 
 ϲμερδαλέην, Ἴδην δὲ κατὰ νεφέεϲϲι κάλυ ψεν · 
 ἀϲτρά ψαϲ δὲ μά λα μεγάλ’ ἔκτυπε, τὴν δ’ ἐτίναξε, 
 νίκην δὲ Τρώεϲϲι δίδου, ἐφόβηϲε δ’ Ἀχαιούϲ 
 (P 593 sqq.). οἰκεῖα γοῦν τοῖϲ ἀπὸ ταύτηϲ φερομένοιϲ πνεύμαϲι
 καὶ τὰ παρακείμενα αὐτῷ ϲυνεκπεφώνηται ἐντὸϲ οἷϲ φηϲιν,
 ὅτε ἔλαβε τὴν αἰγίδα τὴν μὲν Ἴδην αὐτὸν καλύψαι τοῖϲ νέφεϲιν, ἀϲτράψαντα
 δὲ μέγα μὲν ἐπιβροντῆϲαι τινάξαι δὲ ἐκείνην. ὅτι δὲ κατ’ ἐναντίαν τοῦτὸ
 γίνεται τῶν ταπεινοῦϲθαι μελλόντων ϲαφὲϲ ἐκ τούτων· ὄφρα μὲν ἀϲπίδα
 χερϲὶ ν ἔχ’ ἀτρέμα Φοῖβοϲ Ἀπόλλων, τό φρᾶ μάλ’ ἀμφοτέροιϲ β
 έλε’ ἥπτετο· αὐτὰρ ἐ πεῖ κατένωπα ἰδ ὼν Δανα ῶν ταχυπώλων λων
 ϲεῖϲ’ , εἶτα ἐπιφέρει· τοῖϲι δὲ θυμὸν ἐνὶ ϲτήθεϲϲιν ἔθε
 λξε , λάθοντο δὲ θούριδοϲ ἀλκῆϲ ( 0 318 sqq.). ποτὲ δὲ διότι μὲν
 ἐπέϲειϲε τὴν αἰγίδα τοῖϲ Ἀχαιοῖϲ ἀπὸ τῆϲ Ἴδηϲ ὁ Ζεὺϲ οὐ παρέδωκε ῥητῷ
 λόγῳ, τὸ δὲ γενόμενον ἐπ’ αὐτοῖϲ ἐϲήμαινε, διὰ τοῦ ϲυμβάντοϲ ϲυνιϲτὰϲ τὸ προηγούμενον. λέγει γὰρ ὥϲ ἄρα φωνήϲαϲ ἡγήϲατο, τοὶ δ’
 ἅμ’ ἕποντο ἠχ ῇ θεϲπεϲίῃ, ἐπὶ δὲ Ζεὺϲ τερπικέραυνοϲ ὦρϲεν ἀ π’ Ἰδαίων
 ὀρέων ἀνέμοιο θύελλαν, ἥ ῥ᾿  ἰθὺϲ νη ῶν κονίην φέρεν (M 251 sqq) .) ἡ
 γὰρ εἰϲ εὐθὺ τῶν νηῶν τὸν κονιορτὸν τὸν φέρουϲα θύελλα δῆλον ὡϲ ἐξ
 ἐναντίου προϲφέρεται τοῖϲ Ἀχαιοῖϲ. διὸ δὴ καὶ ἐπέζευξεν
 ἄλλωϲ· αὐτὰρ Ἀχαιῶν θέλγε νόον, Τρωϲὶ δὲ καὶ Ἕκτορι κῦδοϲ ὄπ αζε (M 254
 sqq )· τοῦτο δὲ δεῖ νοεῖν τῆϲ αἰγίδοϲ ἐπιϲειϲθείϲηϲ. 
 καὶ ἐπ’ ἄλλων δὲ πλειόνων ὁ παραπλήϲιοϲ ὑπάρχει τρόποϲ, ὥϲτε τοῖϲ πάθεϲι
 καὶ τοῖϲ πράγμαϲιν ὁμωνύμουϲ τινὰϲ ποιεῖν δαίμοναϲ εἰδωλοποιουμένουϲ λοποιουμένουϲ εἰϲ καταϲκευὰϲ μυθώδειϲ, ἐφ’ ὧν οὐκ αὐτὸ τὸ
 ἀποτελούμενον μενον δεῖ νοεῖν, τὸ δὲ παραϲκευαϲτικὸν τοῦ καθ’ ἡμᾶϲ
 ἐνεργουμένου ϲυμπτώματοϲ. οἷον ἔρωϲ ἐπὶ τοῦ πάθουϲ αὐτοῦ λέγεται καὶ ἐπὶ
 τοῦ κατὰ τὸ παραϲκευαϲτικὸν εἶδοϲ λεγομένου, καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα, 
 
 
 πλοῦτοϲ, ἔριϲ, ὕβριϲ καὶ ὅϲα ἂν τίϲ ἀριθμήϲειε ῥᾳδίωϲ. δεῖ
 γὰρ παραθεωρεῖν θεωρεῖν τὴν τῶν τοιούτων διαφοράν, ὡϲ ὁπόταν εἴπωμεν· ὁ
 Ἔρωϲ ἐνέβαλεν έβαλεν ἔρωτα τῷ δεῖνι, καὶ πάλιν ἡ Ἔριϲ ἔριν. τότε γὰρ ὡϲ
 θεὸν ἢ δαίμονά τινα δεῖ νοεῖν παραϲκευαϲτικὸν τοῦ ὁμωνύμου ϲυμπτώματοϲ ἢ
 πάθουϲ, καὶ τότε τὸ ϲυμβαῖνον ἐξ ἐκείνου
 πάλιν ἀνάλογον πάθοϲ ἢ ϲύμπτωμα, καθάπερ ὁ ποιητὴϲ ἐντὸϲ τούτοιϲ (ε 592)
 δεικνύει· 
 ο ἱ δ’ ἴϲαν, ἦρχε δ’ ἄρα ϲφιν Ἄρηϲ καὶ πότνι’ Ἐνυώ, 
 ἡ μὲν ἔχουϲα κυδοιμὸν ἀναιδέα δηιοτῆτοϲ 
 νῦν γὰρ οὐχὶ τὸν ἐνεργῶϲ θεωρούμενον, ἀλλὰ τὸ παραϲκευαϲτικὸν τοῦ
 ὁμωνύμου ϲυμπτώματοϲ μυθικῶϲ εἰδωλοποιούμενον. τὸ δ’
 αὐτὸ κἀπὶ τούτων νοητέον· Ζε ὺϲ δ’ Ἔριδα προΐαλλε θοὰϲ ἐπὶ νῆαϲ Ἀχαιῶν
 ἀργαλέην, πολέμοιo τέραϲ μετὰ χερϲὶν ἔχουϲαν ( Λ 3. 4). οὐδὲ γὰρ νῦν
 ἄλλο τι πάλιν ἀλλὰ τὸν πόλεμον ἔχουϲα παραγίνεται τὸν παραϲκευαϲτικὸν
 τοῦ κατὰ πρᾶγμα φαινομένου πολέμου. καὶ γάρ ἐϲτιν ἐκεῖνοϲ ὁ
 κατὰ τὸ μυθικὸν εἰδωλοποιούμενοϲ τοῦ κατὰ τὸ ἐνεργὲϲ θεωρουμένου
 ρουμένου πολέμου ϲημεῖον, δὴ νῦν προϲαγορεύει τέραϲ. εἴη δ’ ἄν οὗτοϲ
 κυδοιμὸϲ μάχηϲ, ὡϲ θεὸϲ οἷον ἔμπροϲθεν θεωρούμενοϲ, ὁπότε ἐλέγομεν ἡ μὲν
 ἔχουϲο κυδοιμὸν ἀναιδέα δηιοτῆτοϲ· ὡϲαύτωϲ ἐπὶ τούτου πάλιν, δὴ πολέμοιο
 τέρα ϲ φηϲὶν εἶναι, τὸ ἀπαράλλακτον λακτον ὑπάρχει. κατὰ
 τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἐπὶ τῆϲ βροντῆϲ καὶ ἀϲτραπῆϲ πῆϲ καὶ τῶν
 παραπληϲίων, ὥϲτε δεῖ νοεῖν ἕτερα μέν τινα καταϲκευάϲμαια παραϲκευαϲτικὰ
 τῶν ἐντὸϲ ἡμῖν ἐναργῶϲ ἀκουομένων, ἕτερα δὲ τὰ διὰ τούτων μὲν
 ἀποτελούμενα, καθ’ ὁμωνυμίαν δὲ ἐνεργήματα. καθάπερ ὅταν εἴπῃ (Ν 242
 —44)· 
 
 βῆ δ’ ἴμεν ἀϲτεροπῇ ἐναλίγκιοϲ, ἥν τε Κρονίων 
 χειρὶ λαβῶν ἐτίναξεν ἀπ’ αἰγλήεντοϲ Ὀλύμπου, 
 δεικν ὺϲ ϲῆμα βροτοῖϲιν, ἀρίζηλοι δέ οἱ α ὐγαί. 
 οὕτω γὰρ δεῖ τὸν νοῦν ἐκδέχεϲθαι, οἷον τὴν μὲν ἀϲτραπὴν λαβὼν ὁ
 Ζεὺϲ ἐτίναξεν ἀπ’ αἰγλήεντοϲ Ὀλύμπου, οἷον ἐγκαταϲκεύαϲμά τι θεῖον καὶ τοῦτο εἰκότωϲ ἡμεῖϲ θεῖον ἐνοήϲαμεν. ἀλλ’ ὁπότε τῇ
 χειρὶ τινάξειεν, ξειεν, οὗ διαϲειϲθέντοϲ ἀπέλαμψε τὸ τοιοῦτον φέγγοϲ, οὐ
 κατὰ τὴν 
 
 αὐτὴν ἔννοιαν ἔτι τὴν ἀϲτραπὴν παραλαμβάνομεν, ἀλλὰ τὴν μὲν
 ἀποτελοῦϲαν, τελοῦϲαν, τὸ δὲ ἀποτελούμενον. οὕτωϲ ἐπὶ τῆϲ αἰγίδοϲ ταὐτὸ
 δεῖ νοεῖν· εῖν· ἥν μὲν ὁ Ζεὺϲ ἐπιϲείων ,
 καταϲκεύαϲμά τι θεῖον, ἑτέραν δὲ τὴν ἀποτελουμένην διὰ τῆϲ κατ’
 ἐνέργειαν ὁμωνυμίαϲ, ἣ τότε μὲν ὁμωνύμωϲ αἰγὶϲ λέγεται, νῦν δὲ ἐπὶ τῆϲ
 ἡμετέραϲ ϲυνηθείαϲ καταιγίϲ. διὸ καὶ τὸ τοιοῦτον ἐπίφθεγμα
 τέταχεν ὁ ποιητὴϲ ἐπ’ αὐτῆϲ κατὰ τὸν τοῦ Ἀγαμέμνονοϲ λόγον (Δ 164 — 67) 
 ἔϲϲεται ἦμαρ ὅταν ποτ’ ὀλ ώλ ῃ Ἴλιοϲ ἱρὴ 
 καὶ Πρίαμοϲ καὶ λαὸϲ ἐυμμελίω Πριάμοιο· 
 Ζε ὺϲ δέ ϲφιν Κρονίδηϲ ὑ ψίζυγοϲ 
 
 αὐτὸϲ ἐπιϲϲείῃϲιν ἐρεμνὴν αἰγίδα πᾶϲιν. 
 ὃν τρόπον γὰρ ἐπ’ ἄλλων μερῶν τῆϲ ποιήϲεωϲ τὴν λαίλαπα
 προϲαγορεύων ρεύων φανερόϲ ἐϲτιν — ἐρεμνὴν γὰρ αὐτήν φηϲι διὰ τὸ τοῦ
 πνεύματοϲ ἀθροῦν καὶ ζοφῶδεϲ, οἷον ὁπόταν λέγῃ ( 51. 52) 
 αὖε δ’ Ἄρηϲ ἑτέρωθεν ἐρεμνῇ λαίλαπι ἶϲοϲ, 
 
 ὀξ κατ’ ἀκροτάτηϲ πόλιοϲ Τρώεϲϲι κελεύων —, 
 τὸν αὐτὸν τρόπον, οὐ παρ’ ἄλλο τι, δεῖ νοεῖν ἐρεμνὴν τὴν αἰγίδα,
 κατὰ δὴ τὸ τῆϲ λαίλαποϲ οἰκεῖον οἱονεὶ λαιλαπώδη λεγομένην. 
 τοῦτον δὴ τὸν τρόπον ἡ τῆϲ εἰϲηγημένηϲ καθ’ Ὅμηρον αἰγίδοϲ διάθεϲιϲ καὶ
 δύναμιϲ οὕτωϲ ἂν ἄριϲτα δειχθείη. 
 
 
 διὰ τί ποτὲ μέν φηϲι τὴν κεφαλὴν τῆϲ Γοργόνοϲ ἐντὸϲ Ἅιδου εἶναι, 
 λέγων (Λ 633) 
 μ ή μοι Γοργείην κεφαλὴν δειν οῖο πελ ώρου 
 ἐξ Ἀίδου πέμ ψειε, 
 ποτὲ δὲ τὴν Ἀθηνᾶν ἔχειν ἐντὸϲ τῇ αἰγίδι, λέγων (ε 738) βάλετ’
 αἰγίδα θυψψανόεψψαν, καὶ ἐπάγει· 
 ἐντὸϲ δ’ ἔριϲ, ἐντὸϲ δ’ ἀλκή, ἐντὸϲ δὲ κρυόεϲϲα ἰωκή, 
 ἐντὸϲ δέ τε Γοργείη κεφα λὴ δεινοῖο πελ ώρους ; 
 φηϲὶ δ’ Ἀριϲτοτέληϲ, ὅτι μήποτε ἐντὸϲ τῇ ἀϲπίδι οὐκ αὐτὴν εἶχε τὴν
 κεφαλὴν τῆϲ Γοργόνοϲ, ὥϲπερ οὐδὲ τὴν Ἔριν οὐδὲ τὴν κρυόεϲϲαν Ἰωκήν, ἀλλὰ τὸ ἐκ τῆϲ Γοργόνοϲ γιγνόμενον τοῖϲ ἐνορῶϲι πάθοϲ
 καταπληκτικόν. καὶ μήποτε πάλιν ῥητέον, ὅτι οὐκ αὐτὴν εἶχεν, ἀλλ’ ὅτι
 γεγραμμένον μένον τῆ ἀϲπίδι ὥϲπερ ϲημεῖόν τι. ῥητέον δὲ ὅτι οὐδὲ
 Ὀδυϲϲεὺϲ λέγει, 
 
 
 γει, ὡϲ ἦν ἐντὸϲ Ἅιδου ἡ Γοργόνοϲ κεφαλή, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸϲ
 ἐφοβήθη μὴ τοιοῦτοϲ δαίμων ἐκπεμφθῇ· φοβηθῆναι οὖν οὐκ ἰδεῖν. ἢ ὅτι ἡ
 μὲν ψυχὴ ἐντὸϲ Ἅιδου, τὸ δὲ ϲῶμα ἐντὸϲ τῇ ἀϲπίδι. καὶ Γοργείην κεφαλὴν
 οὐ πάντωϲ τὴν τῆϲ Γοργόνοϲ, ἀλλά τινα φοβερὸν δαίμονα, ὡϲ τοίην γὰρ κεφαλὴν πόθεον υἷεϲ Ἀχαιῶν (λ 549 mixt. c. Α 240).

467. 8. ἔϲταν δ’ ἐντὸϲ λειμῶνι Ϲκαμανδρί ῳ ἀνθεμόεντι 
 
 μυρίοι, ὅϲϲά τε φύλλα καὶ ἄν θεα γίνεται ὥῥῃ. 
 ἐντὸϲ μὲν τῷ λίαν φύλλοιϲιν ἐοικότεϲ ἢ ψαμάθοιϲιν (v. 800)
 ἐπίταϲίϲ ταϲίϲ ἐϲτι κατὰ τὸ ἐπενηνεγμένον τοῖϲ φύλλοιϲ τοῦ πλήθουϲ τῶν
 ψαμάθων, μάθων, ἐντὸϲ δὲ τῷ περὶ Κικόνων ῥηθέντι ἦλθον
 ἔπειθ’ ὅϲα φύλλο καὶ ἄνθεα γίνεται ὥρῃ (ι 51) δόξειεν ἂν ἐλάττωϲιϲ εἶναι
 ἐκ τοῦ 
 
 
 
 
 ἐπαγομένου· ἐλάττω γὰρ τὰ ἄνθη τῶν φύλλων. οὐκ ἔϲτι δέ οὐ
 γὰρ τοῦ πλήθουϲ παραϲτατικὰ παρείληπται ἄμφω, ὥϲπερ ὡϲ ἐπὶ τῶν φύλλων
 καὶ τῆϲ ψάμμου ἔϲταν δ’ ἐντὸϲ λειμ ῶνι Ϲκαμανδρί ῳ ἀνθεμόεντι τι μυρίοι,
 ἀλλὰ τὰ μὲν φύλλα παρίϲτηϲι τὸ πλῆθοϲ, τὰ δὲ ἄνθη τὴν τοῦ πλήθουϲ
 ποικιλίαν ἔν τε τῇ καθοπλίϲει καὶ τῆ ἄλλη ἀμφιέϲει τῶν
 Θρᾳκῶν.

478 sqq. διὰ τί δὲ ὄμματα καὶ κεφαλὴν τοῦ Ἀγαμέμνονοϲ τῷ Διὶ ὡμοίωϲε,
 ϲτέρνον δὲ Ποϲειδάωνι, τὸ δ᾿  ἐν τῷ καθοπλιϲμῷ φοβερὸν τῷ περὶ τὸν Ἄρην
 δεινῷ τε καὶ λαμπρῷ, καὶ ἀπὸ τῶν θείων ὑπέβη, ταύρῳ μετὰ θεοὺϲ αὐτὸν
 ἐξομοιῶν, τί δὲ καὶ βούλεται τὸ ϲτέρνον δὲ Πoϲειδάωνι; 
 ϲειδάωνι; ῥητέον οὖν ὅτι τὸ μὲν ϲεμνὸν αὐτοῦ καὶ βαϲιλικὸν διὰ τῆϲ
 βαϲιλικῆϲ τοῦ Διὸϲ προλήψεωϲ παρέϲτηϲεν, ὡϲ ἂν βαϲιλικὰ καὶ φρονοῦντοϲ
 νοῦντοϲ καὶ αἰϲθομένου, τῆϲ μὲν φρονήϲεωϲ ἐκ τῆϲ ἡγεμονευούϲηϲ κεφαλῆϲ
 φαλῆϲ παρι ϲταμέν τῆ δὲ αἰϲθήϲεωϲ ἐκ τῶν ὀμμάτω ὑπεπβολὴ δὲ τὸ μὴ Διὸϲ
 κεφαλῇ καὶ ὄμμαϲιν ἐοικέναι τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ φάναι καὶ τὰ
 ὄμματα, ἀλλὰ τῷ Διὶ ὅλῳ. οὐ τῷ ϲωματοειδεῖ οὖν ἀπείκαϲε θεῷ, ἀλλὰ τῇ
 δυνάμει τοῦ Διὸϲ τῇ βαϲιλικῇ τε καὶ ἀρχικῇ. ὀφθεὶϲ γὰρ μόνον νον ἐκ τῆϲ
 κεφαλῆϲ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν διέφηνε τὸ βαϲιλικὸν κράτοϲ. τὸ δ’ εὔρωϲτον καὶ
 δυναμικὸν αὐτοῦ, ὅπερ περὶ τὸν θώρακα καὶ τὸ ϲτέρνον καθιδρῦϲθαι
 λέγεται, Ποϲειδῶνι ἀπείκαϲε τῷ ἐνοϲίχθονι, οὗ καὶ 
 ἐρχομένου, φηϲὶ, τρέμε δ’ o ὔρεα μακρὰ καὶ ὕλη (Ν 18), τὸ δὲ φοβερὸν
 βερὸν τῆϲ καθοπλίϲεωϲ τῷ Ἄρει. ἦν οὖν τὴν μὲν κρίϲιν καὶ τὴν φρόνηϲιν
 νηϲιν τὴν βαϲιλικὴν ἔχων τοῦ Διὸϲ, τὴν δὲ δύναμιν καὶ τὴν ῥώμην τοῦ
 Ποϲειδῶνοϲ, τὴν δὲ πανοπλίαν καὶ τὴν δι᾿  ὅπλων χρῆϲιν ὡϲ ὁ Ἄρηϲ. λοιπὸν
 δὲ τὸ ἡγεμονικὸν καὶ ἔξαρχον τῶν ἄλλων ταύρῳ ἀπείκαϲεν, οὐ 
 
 
 
 μειώϲαϲ, οὐ γὰρ τὸ αὐτὸ εἶδὸϲ καὶ πρᾶγμα ἀπὸ τῶν θεῶν ἐπὶ
 τὸν ταῦρον ρον κατήγαγεν, ἀλλ’ ὅτι τὰ περὶ τὸν Ἀγαμέμνονα ἀπείκαϲε τῷ
 ἀγελάρχ ῳ ταύρῳ. ὥϲπερ οὖν ἀπὸ τοῦ Διὸϲ εἰϲ τὸν Ἄρεα μεταβὰϲ οὐκ ἐμείωϲε
 διὰ τὸ ἀπὸ ἄλλου εἰϲ ἄλλο τῶν περὶ τὸν Ἀγαμέμνονα μεταβῆναι, οὕτωϲ τωϲ οὐδὲ τὸν ταῦρον παρειληφώϲ εἰϲ παράϲταϲιν τῆϲ ἐξοχῆϲ τῶν
 ὁμογενῶν γενῶν ἐμείωϲε τὸν ἔπαινον. καὶ τὰ μὲν ἦν τὰ καθ’ αὐτὸν προϲόντα
 ἐπαίροντα, τὸ δὲ ϲυγκριτικὸν τὴν ὁμοίωϲιν ἀπὸ ὁμογενῶν λαμβάνει εἰϲ
 ὁμογενεῖϲ· ταῦροϲ δὲ διαπρέπει ἐντὸϲ ὁμογενέϲι βουϲὶ τῆϲ ἀγέληϲ
 ἐξάρχων. 
 πῶϲ μετὰ τοὺϲ θεοὺϲ βοὶ παρέβαλε τὸν Ἀγαμέμνονα; ἔνιοι μὲν 
 οὖν φαϲιν ὅτι διὰ τοὺϲ μὴ δυναμένουϲ τὴν θείαν νοῆϲαι φύϲιν
 πάλιν ἑτέραν εἰκόνα ἀπὸ γνωρίμου Ζώου παρέλαβε παρέβαλε
 Lp μὴ νοητὴν οὖϲαν· ἡ γὰρ προτέρα τῶν παραβολὴ μεταβολὴ codd.; mut. Bekk. ὅλωϲ ἐϲτὶ νοητή. ἐϲτι δὲ εἰπεῖν
 ὅτι τὴν πορείαν αὐτοῦ ταύρῳ εἴκαϲε fuit εἴκαϲεν, ν
 eras., Β βαδίζοντι δι᾿  ἀγέληϲ, ὅπερ ἐϲτὶ ζῶον 
 ἡγεμονικόν. τὴν αὐτὴν δὲ εἰκόνα Ὀδυϲϲεῖ προϲθεῖναι προθεῖναι Lp θέλων τὸ μὲν ὅμοιον ἐφύλαξε, τὸ δὲ μέγεθοϲ
 ἐμείωϲεν, ἀρνειῷ παρεικάϲαϲ (Γ 197). ἐπεὶ δὲ ἐν τῇ μάχῃ ταύτη Ἀγαμέμνων
 τι πλεονεκτῆϲαι οὐκ ἔμελλε, κατὰ τὴν ὁδὸν αὐτὸν κοϲμεῖ· οὐ γὰρ ἔδει
 εὐτυχεῖν, ἵνα δεηθῇ Ἀχιλλέωϲ.

484. ζητοῦϲί τινεϲ, διὰ ποίαν αἰτίαν τῆϲ μὲν ὅληϲ πραγματείαϲ A. ἀρχόμενοϲ ὁ ποιητὴϲ μίαν ἐπεκαλέϲατο τῶν Μουϲῶν, ἐπὶ δὲ τοῦ
 καταλόγου λόγου τὰϲ πάϲαϲ. λέγουϲι δέ τινεϲ τῶν γραμματικῶν ἐπὶ τοῦ μ
 ῆνιν ἄειδε τὸν τρόπον εἶναι ϲυνεκδοχήν, ὡϲ ἀπὸ μιᾶϲ τῆϲ κυριωτέραϲ τῶν
 Μουϲῶν νοεῖϲθαι τὰϲ πάϲαϲ. ἄλλοι δὲ λέγουϲιν, ὅτι περὶ ἑνὸϲ μὲν προϲώπου
 καὶ τῆϲ ὀργῆϲ τῆϲ τούτου τὸν λόγον ποιούμενοϲ δεόντωϲ πρὸϲ
 μίαν τῶν Μουϲῶν ἐποιήϲατο τὸν λόγον, μέλλων δὲ κατάλογον ἐρεῖν νεῶν καὶ
 βαϲιλέων ἐθνῶν τε καὶ τόπων πλήθουϲ τε πραγμάτων εὐλόγωϲ πρὸϲ ἁπάϲαϲ τὰϲ
 Μούϲαϲ τὸν λόγον ἀπερείδεται.

486. εἴ φηϲιν ἀγνοεῖν τοὺϲ ἡγεμόναϲ, πῶϲ ὑποκατιών φηϲιν ἀρ χοὺϲ οὖ νη ῶν
 ἐ ρέω (v. 493); ϲτικτέον οὖν εἰϲ τὸ ἴδμεν καὶ τὸν λόγον
 οὕτωϲ ἐκδεκτέον· δύο ὑποτίθεται, ὧν τὸ μὲν μηδ’ ὅλωϲ μηδόλωϲ 
 
 
 
 
 
 λωϲ B Lp δύναϲθαι διὰ τὸ πλῆθοϲ εἰπεῖν, τὸ δὲ
 δύναϲθαι μὲν χρῄζειν δὲ τῆϲ τῶν Μουϲῶν ϲυμμαχίαϲ. ἔϲτιν οὖν οὕτωϲ om. A τὸ πᾶν· ἔϲπετε νῦν μοι, Μοῦϲαι, οἵτινεϲ
 ἡγεμόνεϲ· ἀρχο ὺϲ δ’ οὖ νή ῶν ἐρέω νῆάϲ τε προπάϲαϲ· πληθὺν δ’ οὐκ ἂν
 ἐγὼ μυθήϲομαι ϲομαι ο ὐδ’ ὀνομήνω, εἰ μὴ αὐταὶ δι’ ἑαυτῶν εἴποιτε αὐταὶ αἰ Μοῦϲαι δι’ ἑαυτ. εἴποιεν A .
 τὸ δὲ ὑμεῖϲ γὰ ρ θεαί ἐϲτε ἐμεϲόλαβηϲε ἐμεϲομβόληϲε
 ϲομβόληϲε Lp τοῦ ἔϲπετε νῦν μοι, M οῦϲαι, οἵτνεϲ ἡγεμόνεϲ,
 ὥϲπερ αἰτίαν ἐπαγαγὼν τοῦ πρὸϲ τὰϲ Μούϲαϲ ἀπερεῖϲαι τὸν λόγον.

494. διὰ τί τοῦ δεκάτου om. codd. τοῦ ἔτουϲ ι΄
 ViII. ἔτουϲ μάχηϲ ἐνϲτάντοϲ νεῶν κατάλογον ποιεῖται Ὅμηροϲ ἢ
 ὅτι καὶ ἡ ὑπόθεϲιϲ αὐτῷ περὶ τὸ δέκατον ἔτοϲ τοῦ πολέμου
 εἴληπται, γνώριμον δὲ τῷ θεατῇ οὐκ ἦν γενέϲθαι μὴ προκαταλεχθέντων τῶν
 ἀφικομένων. ἡ μέντοι πρόφαϲιϲ εὔλογοϲ, ὠργιϲμένου γὰρ τοῦ Ἀχιλλέωϲ, καὶ
 ἡ τοῦ τείχουϲ οἰκοδομὴ εὔλογον ἔϲχε πρόφαϲιν καὶ ἡ τῶν Ἑλλήνων κατὰ φῦλα
 φύλα B , φυλὰϲ Lp διάκριϲιϲ, ὅπωϲ ἂν διάδηλοι
 γίγνοιντο οἱ ῥᾳθυμοῦντεϲ, καὶ ὁ Τρωικὸϲ ὡϲαύτωϲ διάκοϲμοϲ
 ἐντὸϲ πεδίῳ τότε παραταϲϲόμενοϲ, ταϲϲόμενοϲ, καὶ ἄλλωϲ τοῖϲ μὲν Τρωϲὶ τὸ
 θαρϲῆϲαι τοῖϲ δ’ Ἕλληϲι τὸ εὐλαβεϲτέρουϲ γενέϲθαι. τοῦτο δὲ ἑκατέροιϲ
 αἴτιον ἐγίγνετο τῆϲ διακοϲμήϲεωϲ ϲεωϲ καὶ τῷ ποιητῇ πρόφαϲιν ἐδίδου τῆϲ
 εὐλόγου ἐκτάξεωϲ τοῦ καταλόγου.

494 sqq. quae ab Eustathio ad Βοιωτίαν Porphyriana afferuntur, runtur, uno fortasse loco p. 359, 33 excepto, e libro Paralipomenorum
 norum Homericorum neque e Quaestionibus petita esse in dissertatione
 sertatione ῾Porphyr.bei Eustath. zurΒοιωτία (Herm. XlV) demonstravi.

517. ad ε 576.

649. διὰ τί ἐνταῦθα μὲν πεποίηκεν ἄλλ οι θ’ οἵ Κρήτην ἑκατόμπολιν τόμπολιν ἀμφενέμοντο, ἐντὸϲ δὲ Ὀδυϲϲείᾳ (τ 174 ) εἰπὼν ὅτι
 ἔϲτιν ἡ Κρήτη καλὴ καὶ πίειρα καὶ περίρρυτοϲ ἐπάγει· ἐντὸϲ δ’ ἄνθρωποι
 πολλοὶ ἀπειρέϲιοι καὶ ἐννήκοντα πόληεϲ: τὸ γὰρ ποτὲ μὲν ἐνενήκοντα ποτὲ
 δὲ ἑκατὸν λέγειν δοκεῖ ἐναντίον εἶναι. Ἡρακλείδηϲ μὲν οὖν καὶ ἄλλοι
 λύειν ἐπεχείρουν οὕτωϲ· ἐπεὶ γὰρ μυθεύεται τοὺϲ μετ’
 Ἰδομενέωϲ ἀπὸ Τροίαϲ ἀποπλεύϲανταϲ πορθῆϲαι Λύκτον καὶ τὰϲ ἐγγὺϲ πόλειϲ,
 ἃϲ ἔχων Λεύκων ὁ Τάλω πόλεμον ἐξήνεγκε τοῖϲ ἐκ Τροίαϲ 
 
 
 
 ἐλθοῦϲιν, εἰκότωϲ ἂν φαίνοιτο μᾶλλον τοῦ ποιητοῦ ἡ ἀκρίβεια
 ἢ ἐναντιολογία τιολογία τιϲ. οἱ μὲν γὰρ εἰϲ Τροίαν ἐλθόντεϲ ἐξ ἑκατὸν
 ἦϲαν πόλεων, τοῦ δὲ Ὀδυϲϲέωϲ εἰϲ οἶκον ἥκοντοϲ ἔτει δεκάτῳ μετὰ Τροίαϲ
 ἃλωϲιν καὶ φήμηϲ διηκούϲηϲ, ὅτι πεπόρθηνται δέκα πόλειϲ ἐντὸϲ Κρήτῃ καὶ
 οὔκ εἰϲί πωϲ ϲυνῳκιϲμέναι, μετὰ λόγου φαίνοιτ’ ἂν Ὀδυϲϲεὺϲ
 λέγων ἐνενηκοντάπολιν κοντάπολιν τὴν Κρήτην, ὥϲτε, εἰ καὶ μὴ τὰ αὐτὰ
 περὶ τῶν αὐτῶν λέγει, οὐ μέντοι διὰ τοῦτο καὶ ψεύδεται. Ἀριϲτοτέληϲ δὲ
 οὐκ ἄτοπόν φηϲιν, εἰ μὴ πάντεϲ τὰ αὐτὰ λέγοντεϲ πεποίηνται αὐτῷ· οὕτωϲ
 γὰρ καὶ ἀλλήλοιϲ τὰ αὐτὰ παντελῶϲ λέγειν ὤφειλον. μήποτε δὲ καὶ μεταφορά
 φορά ἐϲτι τὰ ἑκατόν, ὡϲ ἐκ τῆϲ ἑκατὸν θύϲανοι (Β 448)
 οὐ γὰρ ἑκατὸν ἦϲαν ἀριθμῷ· καὶ ἑκατὸν δέ τε δούρατ’ ἀμάξηϲ (Ηes. ἐκἡ
 456). ἔπειτα οὐδαμοῦ λέγει ὡϲ ἐνενήκοντα μόναι εἰϲίν· ἐντὸϲ δὲ τοῖϲ
 ἑκατόν εἰϲι καὶ ἐνενήκοντα. 
 πῶϲ οὖν ἐντὸϲ τῷ καταλόγῳ φηϲὶν ἄλλοι θ’ ο  ἳ Κρήτην ἑκατόμπολιν 
 πολιν ἀμφενέμοντο; ἤτοι οὖν ἐκεῖ τὸ ἑκατόν ἀντὶ τοῦ πολλοῦ
 κεῖται, ται, ὡϲ τῆϲ ἑκα τὸν θύϲανοι ἢ ἐπεὶ μετὰ τὸν ἀπόπλουν οἱ μετὰ
 Ἰδομενέωϲ ἐπόρθηϲαν Λύκτον καὶ τὰϲ πέριξ, ἃϲ ἔχων Λεῦκοϲ ὁ Τάλω πόλεμον
 ἤρατο πρὸϲ αὐτούϲ. οὗτοϲ θετὸϲ ὢν Ἰδομενέωϲ παῖϲ ἀφεθεὶϲ ὑπ’ αὐτοῦ φύλαξ
 τῆϲ Κρήτηϲ ἐϲταϲίαϲε πρὸϲ αὐτοὺϲ ἐπανελθόνταϲ 
 μετὰ δὲ ταῦτα προϲεκτίϲθηϲαν αἱ δέκα.

787. v. 447.

827. Δ 105— 11.

844 sqq. μάχεϲθαι δοκεῖ τὸ α ὐτὰρ Θρήικα ϲ ἦγ’ Ἀκάμαϲ καὶ Πείροοϲ ἥρωϲ τῷ Ἰφιδάμαϲ Ἀντηνορίδηϲ
 ἠύϲ τε μἐγαϲ τε ὃϲ τράφη ἐντὸϲ Θρ ῄ κῃ (Λ 221) ἐκεῖ γὰρ
 ὑποτίθεται τὸν Ἰφιδάμαντα βαϲιλέα ϲιλέα τῶν Θρᾳκῶν. ἡ δὲ λύϲιϲ ἐκ τῆϲ
 λέξεωϲ· οὐ γὰρ οἱ περὶ τὸν 
 
 
 
 
 Ἀκάμαντα πάνταϲ τοὺϲ Θρᾷκαϲ ἄγουϲιν, ἄλλωϲ τε ἐπεὶ εἴρηκεν
 ὅϲϲουϲ Ἑλλήϲποντοϲ ἀγάρροοϲ ἐντὸϲ ἐέργει, ὥϲτε τῶν ἐκτὸϲ Θρᾳκῶν καὶ τὸν
 Ῥῆϲον καὶ τὸν Ἰφιδάμαντα δύναϲθαι βαϲιλεύονταϲ ὕϲτερον εἶναι
 βοηθούϲ. 
 πάλιν δὲ τὸ α ὐτὰ ρ Πυραίχμηϲ ἄγε Π αίοναϲ ἀγκυλοτόξουϲ (Β
 848) ἐναντίον τῷ τὸν Ἀϲτεροπαῖον αὖθιϲ ὑποτίθεϲθαι τῶν Παιόνων βαϲιλέα
 (φ 14 sqq .). λύοιτο δ’ ἂν τῷ καιρῷ· τὸν γὰρ Ἀϲτεροπαῖον οὐκ ἀπεικὸϲ
 χρονίζοντοϲ τοῦ πολέμου ἐλθεῖν ἄγοντα πάλιν τινὰϲ τῶν Παιόνων. τάχα δὲ
 καὶ τῇ λέξει διττὸν ἀποφαίνει γένοϲ Παιόνων· τοὺϲ μὲν γὰρ εἴρηκεν
 ἀγκυλοτόξουϲ, τοὺϲ δὲ δολιχεγχέαϲ (Φ 155). 
 
 
 καὶ πῶϲ Ἰφιδάμαντα καὶ Ῥῆϲόν φηϲιν ἄρχειν τῶν Θρᾳκῶν ἀλλὰ προϲτέθεικεν
 ὅϲϲουϲ ὅϲουϲ codd. Ἑλλήϲποντοϲ. τῶν γὰρ
 Ἑλληϲποντίων ϲποντίων ἤτοι τῶν περὶ Μαρώνειαν ἦρχεν Ἀκάμαϲ, ἑτέρων δὲ
 Ἰφιδάμαϲ, ὃϲ ἦλθε ϲὺν δυοκαίδεκα δύο καὶ δέκα Lp 
 νηυϲίν (Λ 228), ἄλλων δὲ Ῥῆϲοϲ, ἤτοι τῶν περὶ τὸν om.
 codd. Λυδίαν.

1. πῶϲ ἐπὶ δύο ϲτρατιῶν ⟨ϲτρατιωτῶν B L; corr. B KK.⟩ τὸ ἕκαϲτοι ϲτοι
 ἔταξεν: ἢ ὅτι κατὰ ἔθνη καὶ φυλὰϲ διεκοϲμήθηϲαν, ἢ ἀντὶ τοῦ 
 
 
 
 
 ἑκάτεροι, Τρῶέϲ τε καὶ Ἕλληνεϲ, ὡϲ τὸ δενδίλλων ἐϲ ἕκαϲτον
 (Ι 180) δύο γὰρ οἱ πρέϲβειϲ. ἔϲτι δὲ Ἀττικόν.

16—49. διὰ τί δὲ θεοειδέα φηϲὶ τὸν πάϲαιϲ κακίαιϲ
 χρώμενον; τοῦτο γὰρ ἐγκωμιάζοντοϲ δόξειεν εἶναι
 καὶ ἀποϲεμνύνοντοϲ τὸν ἄνδρα. λεκτέον δὲ ὅτι εἰ μὲν εἰ μὴ codd. corr. Vill. πάντα ἐπαινῶν ἐφαίνετο τὰ
 ἐν τούτῳ, δικαία ἦν ἂν ἡ μέμψιϲ· ἐπαινεῖ δὲ αὐτοῦ τὴν μορφήν, ἵνα καὶ
 ἐπὶ τῶν ψεκτῶν νομίζηται ἀληθεύειν. εἶτα καὶ μεῖζον καταϲκευάζεται τὸ
 μῖϲοϲ, εἰ τοιοῦτοϲ ὢν τὴν μορφὴν καταιϲχύνει. 
 ἐζήτηται πῶϲ Ἀλέξανδροϲ προκαλεῖται τοὺϲ ἀρίϲτουϲ τῶν Ἑλλήνων 
 δειλὸϲ ὢν τὰ πάντα καὶ οὐδὲ ὁπλίτηϲ ἀλλὰ τοξότηϲ. λύϲιϲ·
 ἔνιοι μὲν οὖν φαϲιν ἀλαζονεύεϲθαι αὐτὸν τὰ ἀδύνατα, φοβεῖϲθαι δὲ τὰ
 τυχόντα, οἱ δέ, ὅτι ϲυγκεκλειϲμένοι ὑπὸ Ἀχιλλέωϲ οἱ Τρῶεϲ τοὺϲ τῶν
 Ἑλλήνων ἀρίϲτουϲ οὐκ ᾔδειϲαν. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ ὅτι κωμῳδεῖν ἐπανῃρημένοϲ ὁ
 ποιητὴϲ καὶ ϲχῆμα τῆϲ ὁπλίϲεωϲ καὶ θάρϲοϲ ἀλλότριον τῶν 
 ὅπλων αὐτῷ προϲτέθεικεν, ἵν’ ἐκ τοῦ μέλλοντοϲ φόβου μείζονα προϲοφλήϲῃ
 τὸν γέλωτα. 
 ἐκ ποίαϲ αἰτίαϲ τὸν Ἀλέξανδρον ὀνειδίζων τοιαῦτα προφέρει 
 
 (v. 39. 40)· 
 Δύϲπαρι, εἶδοϲ ἄριϲτε. γυναιμανέϲ, ἠπεροπευτά, 
 
 αἴθ’ ὄφελεϲ 
 καὶ τὰ λοιπὰ τῆϲ λοιδορίαϲ; λοιδόρου γὰρ πάθοϲ τὸ μετὰ ἐννέα ἔτη
 εἰϲ τοιαύταϲ λοιδορίαϲ ἐκπίπτειν. κἂν τοιοῦτοϲ δὲ ᾖ, διὰ τί εἰϲ τοιαύταϲ
 κατηνέχθη ζητοῦϲι. τὸ μὲν γὰρ ὅτι γυναιμανὴϲ καὶ ἠπεροπευτήϲ. ὃ ϲημαίνει
 τὸν ἀπατεῶνα, ἐξ ὧν δέδρακε περὶ τὴν Ἑλένην εἶχεν ὀνειδίζειν, τὸ δὲ ἢ οὕτω λώβην τ’ ἔμεναι καὶ ὑπόψιον ἄλλων καὶ τὸ ἀριϲτέα μὲν
 αὐτὸν ὑπολαβεῖν καὶ πρόμον τοὺϲ Ἕλληναϲ, χαίρειν δὲ ὅτι οὐκ ἔϲτι βίη ἐν
 αὐτῷ, πόθεν ϲτοχάζεται ὅτι ἀριϲτέα καὶ πρόμον αὐτὸν εἶναι ὑπενόουν, καὶ
 πάλιν ὅτι ἔγνωϲαν δειλὸν ὄντα καὶ ἄνανδρον; νῦν τε διὰ τί ταῦτα
 προφέρει, οὐ γὰρ δὴ ὥϲπερ Ὄμηροϲ πρώτην μάχην ταύτην
 ὑφίϲταται ἐντὸϲ ποιήϲει, καὶ ταῖϲ ἀληθείαιϲ πρώτη ἦν, ἵνα λόγον ἔχῃ ὁ
 τοῦ Ἕκτοροϲ ὀνειδιϲμόϲ, εἰ μὴ ἄρα λοίδορον ἐπιδεῖξαι βούλεται καὶ
 ὀργίλον ἄλλωϲ τὸν Ἕξκτορα. 
 
 
 
 

 
 ῥητέον οὖν ὅτι, ἐπεὶ ϲυνέμιξαν ἀλλήλοιϲ θέλοντεϲ, φηϲὶν ὅτι Τρωϲὶ μὲν
 προμάχιζεν Ἀλέξανδροϲ, παρδαλέην ὤμοιϲιν ἔχων καὶ τὰ λοιπὰ Ἀργείουϲ
 προκαλίζετο ἀντίβιον μαχέϲαϲθαι. (v. 16 — 20). ὁ δ’ ἐντὸϲ τοῖϲ προμάχοιϲ
 γινόμενοϲ καὶ προκαλούμενοϲ. πάνταϲ τοὺϲ ἀριϲτέαϲ εἰϲ μάχην ὑποληφθείη
 ἂν ἀριϲτεὺϲ εἶναι πρόμαχοϲ. πάλιν δ’ οὗτοϲ, ἡνίκα τὸν
 Μενέλαον θεαϲάμενοϲ κατεπλάγη καὶ ἀναϲτρέψαϲ ἐκ τῶν προμάχων εἰϲ τὸ
 πλῆθοϲ κατέδυ δείϲαϲ Ἀτρέοϲ υἱόν (v 37), καταγέλαϲτοϲ γίνεται καὶ ἄλλωϲ
 ἀλαζών τε καὶ ἀπατεὼν καὶ ἐν φανερῷ τοῖϲ πάϲι διεφθαρμένοϲ. ἐπεὶ τοίνυν
 ὁ Ἕκτωρ ἐκπηδῶντα εἰϲ τοὺϲ προμαχουϲ ἐθεάϲατο καὶ πάλιν ἐκπλαγέντα, ὅτε
 εἶδε τὸν Μενέλαον, εἰϲ τὸ πλῆθοϲ ὑπονοϲτοῦντα διὰ δέοϲ
 καὶ φόβον πρίν τι παθεῖν καὶ κινδυνεῦϲαι, ἐξ αὐτῶν τῶν πᾶϲιν ὀφθέντων
 εἰϲ τὰϲ λοιδορίαϲ παρήχθη· ἀπατεὼν γὰρ ὁ τοιοῦτοϲ καὶ ἄλλωϲ ἀλαζὼν καὶ
 ἠπεροπευτὴϲ καὶ ὑπόψιοϲ ἄλλων λώβη καὶ φθορά. τὸ γὰρ λώβην τ’ ἔμεναι καὶ
 ὑπόψιον ἄλλων (v. 42) ϲημαίνει, ὅτι μὴ μόνον ἐφθαρμενοϲ 
 ἐϲτὶν ἀλλὰ καὶ πάϲι πρόδηλοϲ. εἶ γὰρ, φηϲὶ, λιώβη (τοῦτο γὰρ ϲημαίνει τὸ
 ἔμεναι), καὶ γινώϲκη ὑπὸ τὰϲ ὄψειϲ πάντων, ὅτι τοιοῦτοϲ εἶ ἀλλ’ οὐκ ὢν
 λέληθαϲ, καὶ ὑπολαμβάνουϲι μέν ϲε Ἀλχαιοὶ ἀριϲτέα ἐκ τοῦ Τρωϲὶ
 προμαχίζειν καὶ Ἀργείων προκαλίζεϲθαι πάνταϲ ἀρίϲτουϲ, οὐκ ἔϲτι δὲ βίη
 φρεϲί (v. 45) κατεπλάγη γὰρ φίλον ἦτορ (v. 31) — ἀλλ’ ἐπεὶ
 τὸν Μενέλαον ἰδὼν πεφόβηται, είκότωϲ καὶ τὸ οὐκ ἄν δὴ μείνειαϲ ἀρηίφιλον
 Μενέλαον (v. 52) εἴρηται. καὶ ἐπειδὴ πάντεϲ. αὐτὸν εἶδον ἐν τοῖϲ
 προμάχοιϲ καὶ πάλιν κρυπτόμενον ἐν τῷ πλήθει πάντων, ἔφη τὴν λώβην
 ἔχειν, ὡϲ πάντων αὐτῷ φοβερῶν ὄντων, ὥϲπερ Μενέλαον ὥϲπερ ὁ μενέλαοϲ cod. , διότι ἠδίκηϲε τὴν γυναῖκα 
 ἁρπάϲαϲ, ἰδὼν ἐξεπλάγη. οὐκ ἐκείνου οὖν γυναῖκα, φηϲὶ, λαβῶν ἔχειϲ
 μόνου, ἀλλὰ νυὸν ἀνδρῶν αἰχμητάων (v. 4), τούτων μὲν νύμφην — πάντεϲ γὰρ
 αὐτὴν ἐμνηϲτεύοντο οἱ ἄριϲτοι Μενελάου δὲ γεγονυῖαν θαλερὴν παράκοιτιν
 (v. 53). 
 ἐκ τῶν οὖν νῦν ὑπὸ Ἀλεξάνδρου γεγονότων ὀνειδιϲμὸϲ γίνεται, 
 ἀλλ᾿ οὐκ supr. lin. script. ἐκ λοιδόρου καὶ εἰϲ
 ὕβριν ἐπιφόρου διανοίαϲ τοῦ Ἕκτοροϲ. τὸ δὲ Ἀλργείων προκαλίζετο πάνταϲ
 ἀρίϲτουϲ ἀντίβιον μαχἐϲαϲθαι (v. 19. 20) ἀμφίβολον, πότερον αὐτὸϲ πάλλων
 προεκαλεῖτο τοὺϲ ἀρίϲτουϲ τῶν Ἑλλήνων αὐτῷ μαχέϲαϲθαι, ἢ πάλλων τὰ
 δόρατα προὐκαλεῖτο πάνταϲ τοὺϲ ἀρίϲτουϲ τῶν Τρώων Ἀργείοιϲ 
 
 
 ἀντίβιον μαχέϲαϲθαι · ἢ γὰρ τοὸϲ ἀρίϲτουϲ τῶν Ἐλλήνων αὐτὸϲ
 προεκαλεῖτο μάχεϲθαι κραδαίνων τὰ δόρατα, ἢ τῶν ρώων πάνταϲ τοὸϲ
 ἀρίϲτουϲ προὐκαλεῖτο Ἀλργείοιϲ ἀντίβιον μαχέϲαϲθαι.

46. v. ad E 886.

61 62. τὸ ὅϲτ’ εἶϲιν διὰ δουρὸϲ ὑπ’ ἀνέροϲ. ὅϲ ῥά τε τέχνῃ νήιον
 ἐκτάμνηϲιν ὁ φελλεῖ δ’ ἀνδρὸϲ ἐρ ωην ἀδύνατὸν φαϲιν εἶναι· τὸν γὰρ
 πέλεκυν ἀδύνατον τἑχνῃ χρῆϲθαι. λύοιτο δ’ ἄν κατὰ λέξιν, οὐχ ὥϲ τινεϲ
 ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀνδρὸϲ λέγεται τὸ ἀκροτέλευτον ἀκροτελεύτιον Lp ὅc ῥά τε τἐχνη, ὁ ἀνήρ· τὸ γὰρ ἐπιφερόμενον
 ἐλέγχει τοϲ λόγουϲ ὑπὲρ τοῦ πελεκεωϲ ὄνταϲ· ὀφέλλει δ’
 ἀνδρὸϲ ἐρωήν· μάλλον ὥϲτε τὸ τέχνῃ ἐϲτὶν ὑπὸ τέχνηϲ. ϲυνήθηϲ δ’ ὁ τρόποϲ
 τῆϲ ἑρμηνείαϲ, ὡϲ ἐντὸϲ τῷ γήραι δὴ πολέμοιο πεπαυμένοι (v. 150) ἀντὶ
 τοῦ ὑπ ὸ τοῦ γήρωϲ,, καὶ ὃϲ δὴ γήραι κυφὸϲ ἔην (β 16), ἀντὶ τοῦ ὑπὸ τοῦ
 γήρωϲ.

65. 66. τὸ ο ὔ τοι ἀπόβ λητ’ ἐϲτὶ θε ῶν ἐρικυδέα δῶρα ὅϲϲα κεν αὐτοὶ δῶϲιν , ἐκ ὡν δ’ οὐκ ἄν τιϲ ἕλοιτο
 ἐναντιολογίαν δοκεῖ ποιχειν τὰ γὰρ μὴ ἀπόβλιτα δῶρα καὶ μόλα τορὰ θεοῦ
 δωρούενα καὶ ἐρικυδέα πῶϲ οὐκ ἄν τιϲ ἑκών ἕλοιτο; λύεται τὸ ἑκ ὡν o ὐὐκ
 ἀ V τιϲ ἕλοιτο μαχομέναιϲ ταῖϲ κατὰ τὸ κοινὸν ἐννοίαιϲ· ἡ δὲ λύϲιϲ· θεῶν
 δῶρα οὐ μόνον ἃ διδόαϲιν ἀγαθὰ ἀλλὰ καὶ ἃ παρέχουϲι
 κακά· δοιοὶ γάρ τε πίθοι κατακείαται ἐντὸϲ Διὸϲ o ὔδει δ ὠρ ων, οἴα
 δίδωϲι, κακ ῶν, ἕτεροϲ δὲ ἑάων (Ω 527 ). ὥϲτε δῶρα καὶ κακά , ἅπερ οὐκ
 ἄν τιϲ ἑκὼν ἕλοιτο, δοθέντα δὲ ϲτέργειν αὐτὰ ὀφείλει. ἢ ἁπλῶϲ τὰ δῶρα
 ὁποῖα ἂν ἦ παρὰ θεῶν φηϲιν οὐδὲ ἀπόβλητά ἐϲτι διὰ τὸ μὴ ὑπὸ 
 τὴν ἡμετέραν κεῖϲθαι ἐξουϲίαν εἰϲ τὸ ἀποβαλεῖν. τὸ οὖν μὴ εἰναι ἀπόβλητα
 μηδὲ ὑφ’ ἑκόντων ληπτέα εἴρηται, τι οὐκ ἐντὸϲ τῇ ἡμετέρᾳ ἐξουϲίᾳ κεῖται
 εἰϲ τὸ ἀποβαλεῖν ἢ λαβεῖν. ἀναιρεῖ δὲ καὶ ἑκάτερον τὸ ἐφ’ ἡμῖν, ὡϲ μήτε
 ἐνὸν ἡμῖν αὐτὰ ἀποβαλεῖν ἐθελήϲαϲι μήτε λαβεῖν προθυμηθεῖϲιν, ἄν τε
 ἀγαθὰ ἄν τε ἐναντία. καὶ ἐϲτιν ὁ λόγοϲ· ἃἀ θεοὶ διδόαϲι
 δῶρα, καν ἐρικυδέα ἦ κἄν φαῦλα, οὔτε ἀποβαλεῖν ἐφ’ ἡμῖν ἐϲτιν οὕτε
 λαβεῖν ἐφ’ ἡμῖν ἂν εἴη. τὸ γὰρ ἑκών ἐκ κοινοῦ δεῖ καὶ πρὸϲ τὸ ἀποβαλεῖν
 ἀκοῦϲαι καὶ πρὸϲ τὸ ἑλεῖν· οὐ γὰρ ἑκὼν ἄν τιϲ καὶ θέλων ἀποβάλοι
 οὐδ’ἐκὼν ἄν τιϲ καὶ θέλων λάβοι ἃ ἐντὸϲ τῇ τῶν κρειττόνων 
 
 καὶ ὑπὲρ ἡμᾶϲ ὄντων ἐξουϲίᾳ κεῖται. λύεται καὶ κατὰ λέξιν·
 τὸ γὰρ ἑκών ἐπὶ τοῦ βουληθείϲ τιθέμενον δηλοῖ ὅτι καλὰ μὲν τὰ δῶρα, οὐ
 μὴν ἅπαντι τῷ βουληθέντι ῥᾷϲτα ληφθῆναι.

98 sqq. ἀποροῦϲί τινεϲ πῶϲ ὁ Ἀγαμέμνων ἀκούϲαϲ θωρῆ ξαί ϲε κἐλευϲε
 καρηκομὸωνταϲ Ἀλχαιο ὺϲ πανϲυδίη· νῦν γάρ κεν ἕλοιϲ ἑ cod. πόλιν εὐρυά γυιαν (Ε 28. 22), καὶ πιϲτεύϲαϲ
 τῷ ὀνείρῳ — φῆ γὰρ ὅγ’ αἱρήϲειν Πριάμου πόλιν ἤματι κείν ῳ (Β 37 ) ὡϲ
 τῶν πολεμίων ἁλίϲκεϲθαι μελλόντων καὶ τῆϲ πόλεωϲ καταλαμβϛανομένηϲ, τὰ
 μὲν πρὸϲ ἅλωϲιν οὐ ποιεῖ ἐξαγαγὼν τὴν ϲτρατιάν ϲτρατείαν cod.; corr. Bkk. , ἐπὶ ὅρκουϲ δὲ ἔρχεται καὶ
 ϲυνθήκαϲ, αἰϲ ἐπεφώνηϲεν· οἱ δ’ ἐχάρηϲαν Ἀχαιοί τε Τρῶέϲ τε
 ἐλπόμενοι παὑϲαϲθαι ὐιζυροῦ πολἐμοιο (Γ 111). ῥητέον οὑν ὅτι μήποτε οὐ
 παντελῶϲ ἐπίϲτευϲε τῇ περὶ τὸν ὄνειρον φανταϲίᾳ· διόπερ εὐγνώμοϲι τοῖϲ
 περὶ τῆϲ ϲυνθήκηϲ λόγοιϲ ὑπάρχουϲιν είκότωϲ ϲυγκατατίθεται add. cod. ἀπρεπὲϲ δὲ τὸ λέγειν κτλ.- quae p. 24, 3
 edidimus. 
 
 
 διὰ τί ὑποϲχομένου τὴν ἅλωϲιν Ἰλίου ϲυνθήκαϲ ποιεῖται πρὸϲ Tρῶαϲ; ῥητέον
 οὖν κατ’ ἐνίουϲ ὅτι οὐ πιϲτεύει τῷ ὀνείρῳ, κατὰ δέ τιναϲ ὅτι οὐδὲν
 διέφερε καὶ ἑνὸϲ μονομαχία. ἄλλωϲ τε οὖν προϲτέτακται ατῷ καθοπλίϲαι
 τοὺϲ πάνταϲ, οὐ μάχεϲθαι.

103. διὰ τί δὲ οἱ Τρῶεϲ Γῇ καὶ Ἡλίῳ. ὅτι ὁ ϲοm. L. κίνδυνοϲ περὶ ϲωτηρίαϲ τῆϲ
 ἐντὸϲ τῇ οἰκείᾳ ϲοἰκίᾳ L . Ἔλληνεϲ δὲ Διί, ἐπεὶ
 ξένιοϲ ἐπ. ξ. om. L · περὶ ξενίαν δὲ ἠδίκηνται.
 μέλαιναν δὲ καὶ λευκόν, ὅτι οίκειότατα τὰ χρώματα ἑκατέρῳ τῶν θεῶν. ἐπὶ
 δὲ Διὸϲ οὐκ εἰπὲ τί χρῶμα· Γῆν μὲν γὰρ καὶ Ἥλιον ὁρῶμεν, Δία δὲ νοοῦμεν
 μόνον.

108. ν. ad ═ 267.

121. εἰϲ τὸ ἰρίϲ δ’ α ὐθ’ Ἑλἑν η λευκωλέν ῳ ἄγγελοϲ ἢλθεν. ἄλογον ἀφ’
 ἑαυτῆϲ ἔρχεϲθαι πρὸϲ τὴν Ἑλένην. λύεται δὲ ἐκ τῆϲ λέξεωϲ. τὸ γὰρ ἄγγελοϲ
 οὐκ ἔϲτιν αὐτάγγελοϲ ἀφ’ ἑαυτῆϲ, ἀλλ’ ὑποβάλξεωϲ. 
 
 
 
 ὅτι παρὰ τοῦ Διόϲ. οἱ δὲ τὸ λευκωλἐν ῳ δέχονται τῆ Ἥρᾳ
 ἐπίθετον. θετον.

122. τὸ δὲ εἰδομἐν η γαλό ῳ Ἀντηνορίδαο δάμαρτι, διὰ τί μᾶλλον ταύτη ἢ ἄλλῃ ἄλογον γάρ. ἡ
 δὲ λύϲιϲ ἐκ τοῦ προϲώπου. ὑπόκειται γὰρ ὁ Ἀντήνωρ πρόξενοϲ
 τῶν Ἐλλήνων καὶ τὸ γένοϲ αὐτοῦ καὶ τῆϲ ϲυνοικούϲηϲ τούτῳ.

144. ἀδύνατόν φηϲι φαϲι L p τὴν Αἴθρην αἴθραν LEt ἔτι ζῆν καὶ ἀμφιπόλου τάξιν ἔχειν, εῖπερ ὁ
 μὲν Θηϲεὺϲ ἀρχαῖόϲ ἐϲτιν — ἔνθα κ’ ἔτι κὲ τι, ε in
 ras., B προτέρουϲ ἴδον εἶδον L ἀνἐραϲ o
 ὓϲ ἔθελόν περ, Θηϲἐα Πειρίθοόν τε, θε ῶν ἐρικυδέα τέκνα (λ
 630. 31) ἡ δὲ ἀμφίπολοϲ ἐπὶ νεαϲ τάττεται. ἡ δὲ λύϲιϲ ἐκ τῆϲ λέξεωϲ· ἢ
 ὅτι ὁμωνυμία ἐϲτὶ τῆϲ Αἴθραϲ, ἢ ὅτι ἡ ⟨om. Lp⟩ ἀμφίπολοϲ οὐ πάντωϲ νέα·
 γρηὶ ϲὺν ἀμφιπόλ ῳ, ἥ οἱ βρ ῶϲιν πόϲιν τε παρτίθει (α 191). 
 
 εί μὲν ὁμωνυμία ἐϲτίν, ἐατέον· εἰ δὲ οὔ, ϲτικτέον ἐντὸϲ τῷ Αἴθρη καὶ τὸ ἑξῆϲ
 ϲυναπτέον. πιθανώτερον δὲ ὁμωνυμίαν εἶναι· οὐ γὰρ ἂν τοϲούτων οὖϲα ἐτῶν
 ἀμφιπολεῖν ἠδύνατο add. Lp: ἁδύν. φαϲι κτλ., l.
 7 . 
 καὶ πῶϲ τοϲούτων ἐτῶν οὖϲα ἀμφιπολεῖν δύναται, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ 
 τῆϲ γραὸϲ κεῖται· γρηὶ ϲ ὺν ἀμφι πόλ ῳ. πιθανώτερον δὲ
 ὁμωνυμίαν mer, εἶναι· οὐ γὰρ ἡ ηλικία ἑᾷ· τοὺϲ περὶ Θηϲεα γὰρ προτέρουϲ
 ἄνδρα( ὁ Ὀδυϲϲεύϲ φηϲι. πῶϲ τε, εἰ ἐντὸϲ Τροιζῆνι ἐκεῖνοϲ ἠν, πῶϲ τε
 Μενέλαοϲ τὴν θείαν δουλεύειν ἠνείχετο; Πsλοπὶϲ γὰρ ἦν. κουριδίην ϲκουρίην cod. Town. τε ἄλοχον (N 626) Μενέλαοϲ
 αὐτήν φηϲιν ϲαὐτον φηϲίν Town. .

154 sqq. διὰ τί ἡ Ἑλένη ἐπὶ τὴν θέαν ἀφικνεῖται καὶ ταύτηϲ ταύ- την cod. o Πρίαμοϲ τὰ περὶ τῶν Ἐλλήνων
 πυνθάνεται; διὰ τί τε ἐντὸϲ νέα ἤδη τῶν τοῦ πολεμου παρωχηκότων ἐτῶν ὁ
 Πρίαμοϲ ἀγνοεῖν φαί 
 
 
 
 νεται τοὸϲ ἡγεμόναϲ τῶν Ελλήνων, πάντωϲ πολλάκιϲ ἑωρακὼϲ
 αὐτοὸϲ ἐκ τοῦ τείχουϲ, ὥϲπερ καὶ νῦν ὑπόκειται, καὶ δυνηθεὶϲ ἄν καὶ
 μαθεῖν περὶ ἑκάϲτου; 
 ῥητέον δὲ ὅτι τοῦ Ἀλχιλλέωϲ ϲυντεταγμένου τοῖϲ Ἕλληϲι καὶ τῶν Τρώων ἐντὸϲ
 τῆ πόλει καθειργμένων, ἔφοδsι ἐγίνοντο ἔνοπλοι καὶ τὰ μὲν 
 ὀνόματα γνῶναι ἠδύνατο τῶν ἀρίϲτων ὁ Πρίαμοϲ καὶ αὐτοὺϲ ἐνόπλουϲ
 θεάϲαϲθαι, ἐπὶ ϲυνθήκαϲ δὲ καὶ διάλυϲιν πολέμου τοιαύτην μὴ ἐληλυθότων
 πρότερον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκ προκλήϲεωϲ μονομαχίων οὐ μετ’ ἐκεχειρίαϲ ἐκεχειρίαϲ cod. τῶν ἄλλων γινομένων, καὶ διὰ τοῦτο
 ἐνόπλων ἀλλήλοιϲ ἀεὶ ἀναμιγνυμένων , ὁ ποιητὴϲ lacunae in cod. vestigium non
 exstat ἐπινοήϲαϲ μονομάχιον μετ’ ἐκεχειρίαϲ ἐκεχειρρίαϲ cod. τῶν ἄλλων καὶ διὰ τοῦτο ἀποδύϲαϲ ἀπὸ τῶν
 ὅπλων τοὺϲ πολεμοῦνταϲ· φηϲὶ γὰρ ὡϲ ἐχάρηϲαν Ἀχαιοί τε ρ ῶέϲ τε
 ἐλπόμένοι μένοι παύϲαϲθαι ὀιζυρο ῦ πολέμοιϲ τεύχεα τ’ ἐξεδύον το (v.
 111. 12. 11) καὶ ἐπιϲημηνάμενοϲ ἀναγκαίωϲ τὸ παράδοξον τῆϲ ἐπίνοίαϲ διὰ τοῦ φάναι ῖνα θέϲκελα ἔργα ἴδηαι ρ ώων θ’ ἱπποδάμων καὶ
 Ἀχαιῶν (v. 130. 31). τί οὖν τὸ θαυμαϲτόν ὅτι oἳ πρὶν ἐπ’ ἀλλήλοιϲι φέρον
 πολύδακρυν Ἄρηα, οἱ οἳ cod. δ ὴ νῦν ἕαται ϲιγῇ,
 πόλεμοϲ δὲ π έπ αυται (v. 132. 34 ). γυμνῶν οὖν γενομένων νῦν πρῶτον, ἡ
 τε τῆϲ Ἑλένηϲ θέα ἐπὶ τῷ παραδόξῳ τῆϲ εἰρή. νηϲ καὶ τῆϲ
 γυμνητείαϲ γυμνι, suprascIpt. τ , cod. τῶν ὅπλων
 οὐκ ἄλογοϲ, καὶ ὁ ἐγειρόμενοϲ ὑπὸ ἐκλύϲεωϲ τοῦ φόβου πεπαυμένου τοῦ
 πολεμου ἱμεροϲ om . cod.; aididi e v. 139 οὐκ
 ἄλογοϲ, ἥ τε ἐξέταϲιϲ τοῦ Πριiμου εiκαιροϲ καὶ λόγον ἔχουϲα τὰ νῦν. ἔτι
 καὶ νῦν αὐτὸϲ γυμνὸϲ ἄτερ ὅπλων θεώμενοϲ γνῶναι δύναται ἐξετάϲαϲ παρὰ
 
 περὶ cod. τῆϲ ὁμοεθνοῦϲ ἕκαϲτον, διὸ καί φηϲι
 τεύχεα μέν οἱ κεῖται ἐπὶ χθονί, αὐτὸϲ δὲ κτίλοϲ ὥϲ (v. 195. 96). καὶ
 πρὸϲ τοῦτο οὖν ἡ τῆϲ Ἑλένηϲ εἰϲ τὸ τεῖχοϲ παρουϲία εὐλόγωϲ
 ᾠκονόμηται. 
 ὅτι δὲ ἐκ τῶν ὅπλων ἐνῆν πλανηθῆναι τούϲ ἀπὸ τῶν ὅπλων ϲημαινομένουϲ ἕκαϲτον, δηλοῖ τὰ ἐπὶ τοῦ Πατρόκλου, ὃϲ ἐνδύϲαϲθαι τὰ
 Ἀχιλλέωϲ ὅπλα ἐδεήθη, αἴ κέν πωϲ αὐτόν γε ἐίϲκοντεϲ τῷ Ἀχιλλεῖ
 ἀπόϲχωνται πολέμοιο ἶρῶεϲ (Π 41). οὕτωϲ οὐκ ἠν τὸν ἀπὸ τῶν ὅπλων τινὰ
 δοξάζοντα ἤδη καὶ ὄντωϲ γινώϲκειν αὐτόν. ὅτι γὰρ ἀπὸ τῶν ὅπλων ἐδόξαζον
 τοὺϲ πολεμοῦνταϲ, δηλοῖ καὶ ὁ Κεβριόνηϲ ὅταν λέγη τῷ
 Ἕκτορι· νῶι μὲν ἐντὸϲ θ ά δ’ ὁμιλέομεν Δαναοῖϲιν· οἱ δὲ δὴ ἄλλοι Τ ρ ῶεϲ
 ὀρίνον ταί· Αἴαϲ δὲ κλονέει Τ ελαμώνιoϲ· εὖ δἐ μιν ἔγνων· εὐρυ γὰρ ἀμφ’
 ῶμοιϲιν ἔχει ϲάκοϲ (. 523 —27) καὶ πάλιν· Τυδείδῃ μιν μὲν cod. ἔγωγε δαἱφρονι πάντα ἐίϲκω ἀϲπίδι γιν ὠϲκων αὐλὠπιδί
 τε τρυφαλείῃ (Ε 181. 82). εἰ μὲν οὖν καθωπλιϲμένων αὐτῶν ἡ
 ἐξέταϲιϲ ἐγίνετο, ἄλογόϲ γε ἂν διὰ τοῦ τοϲούτου χρόνου γινομένη πρόϲ τε
 τὴν Ἑλένην διατιθεμένη, δέον πρόϲ τινα τῶν τὸν πόλεμον κατατιθέντων·
 ἐπεὶ δὲ γυμνοὶ καὶ ἄνοπλοι τὸτε γεγενηνται, οὔτε ἡ ἐξέταϲιϲ
 ἄλογοϲ οὔτε ἡ πρὸϲ τῆϲ λένηϲ περὶ τούτων γινομενη διδαϲκαλία·
 ἀκριβεϲτερον γὰρ ταύτηϲ οὐδεὶϲ ἂν ἄλλοϲ τῶν παρόντων τὰϲ μορφὰϲ καὶ τὰ
 εἶδη ἀνεγνώριϲεν. 
 ἐζήτηται πῶϲ ὁ Πρίαμοϲ τῷ δεκάτῳ ἔτει πυνθάνεται περὶ τῶν ἀρίϲτων. 
 ῥητέον οὑν, ὅτι ἐπειδὴ πρότερον περὶ τὰϲ ἀϲτυγείτοναϲ πόλειϲ
 ἐπλανῶντο, ὥϲ που καὶ ὁ ποιητήϲ φηϲιν· κατὰ ληί δ’ ὅπ η ἄρξειεν Ἀχιλλεύϲ
 (γ 106), νῦν δὲ προϲκάθηνται τῇ Ἰλίῳ. ἢ ὅτι πρῶτον μὲν οὐκ ἦγε ϲχολὴν
 πυθέϲθαι περὶ αὐτῶν, τοῦ Ἀχιλλέωϲ ἰϲχυρῶϲ αὐτοῖϲ ἐγκειιιένου καὶ μόνον
 ἑαυτὸν αὐτοῖϲ ἐπιδεικνύντοϲ καὶ τῷ φόβῳ κατακλείϲτουϲ 
 ποιοῦντοϲ· τότε γὰρ ὁ Πρίαμοϲ οὐ περὶ τούτων ἐφρόντιζεν, ἀλλὰ περὶ τοῦ
 ϲώζεϲθαι τὴν πόλιν. νῦν δὲ μηνίοντοϲ ἐκείνου καὶ τῆϲ , μάχηϲ ίϲορρόπου
 γεγενημένηϲ, ὡϲ καὶ τοῦ τείχουϲ χωρὶϲ πολεμεῖν τοὺϲ Τρῶαϲ, είκότωϲ περὶ
 αὐτῶν πυνθάνεται. ἕτεροι δέ φαϲιν ὅτι ἀπὸ τῆϲ πανοπλίαϲ καὶ τῶν ἵππων
 αὐτοὺϲ ἐγνώριζον, ὡϲ καὶ Πάνδαροϲ ἐπὶ τοῦ Διομήδουϲ λέγει·
 ἀϲ πίδι γιν ώϲκων αὐλ ὠπιδί τε τρυφα λείῃ (ε 182) πρότερον δὲ οὐ
 τεθέαται ἐνόπλουϲ πάνταϲ ὡϲ νῦν.

168. ν. ad B⟩ 478 sq ., p. 47 .

175. coningendum cum ζητ. Vat. 1 3, quod in extr. opere edetur.

190. 97. Πορφύριοϲ δὲ καὶ κύριον ὄνομα οἶδε Kτίλοκ τινά, ὃν 
 Διὸϲ λέγει ἀπόγονον. 
 ἐκ τοῦ πηγόν τὸ μέλαν· κύματι πηγῷ (ε 318) ἐξ ἀντικειμένου δέ φηϲιν ἐπ’ αὐτοῦ ὅϲ τ’ ὀίων μέγα πῶυ διἐρχεται ἀργεννάων
 ἐντὸϲ λευκοῖϲ δὲ ὁ μέλαϲ διαφορώτεροϲ. καὶ τοὺϲ ἵππουϲ τοὺϲ πηγὸϲ
 ἀθλοφόρουϲ λέγει (1 124), παρ’ ὅϲον οἱ περὶ ἱππικῆϲ γράψαντέϲ φαϲι
 πηγεϲιμάλλῳ. 
 
 
 
 πρὸϲ ἀρετὴν ἵππων ἀρίϲτουϲ εἰναι τοὺϲ μέλαναϲ. καὶ τὸ κῦμα
 δὲ ἀντιφράζων ὁτὲ μὲν κύματι πηγῷ λέγει, ὁτὲ δὲ μέλαν τέ ἑ κῦμα κά λυψε
 (ψ 693). καὶ Ἀντίμαχοϲ δὲ τὸ λευκὸν ὡϲ ἀντικείμενον τῷ πηγῷ
 λαμβάνει.

276, διὰ τί τὴν Ἑλένην πεποίηκεν ἀγνοοῦϲαν περὶ τῶν ἀδελφῶν 
 ὅτι οὐ παρῆϲαν, δεκαετοῦϲ τοῦ πολέμου ὄντοϲ καὶ αἰχμαλώτων πολλῶν
 γινομένων ἄλογον γάρ. ἔτι δὲ καὶ εἰ ἠγνόει, ἀλλ’ οὐκ ῆν ἀναγκαῖον
 μνηϲθῆναι τούτων οὐκ ἐρωτηθεῖϲαν ὑπὸ τοῦ Πριάμου περὶ αὐτῶν· οὐδὲ γὰρ
 πρὸϲ τὴν ποίηϲιν πρὸ ἔργου ἦν ἡ τούτων μνήμη. φηϲὶ μὲν οὖν Ἀλριϲτοτέληϲ·
 ἴϲωϲ ὑπὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐντυγχάνειν ἐφυλάττετο τοῖϲ
 αἰχμαλώτοιϲ. ἢ ὅπωϲ τὸ ἦθοϲ βελτίων φανῇ καὶ μὴ πολυπραγμονοίη, οὐδὲ
 τοὺϲ ἀδελφοὺϲ ἤδει ὅπου εἰϲί. φαίνεται δὲ πάντα καὶ λέγουϲα καὶ
 οίκονομοῦϲα, ὅπωϲ ὅ τε lΠρίαμοϲ καὶ οἱ ἄλλοι πειϲθῶϲι Πρῶεϲ, ὅτι
 ἀκούϲιοϲ καὶ παρὰ γνώμην αὐτῆϲ ἡ εἰϲ τὴν Ἴλιον γέγονεν ἄφιξιϲ. οὕτω γὰρ
 τοῦ Πριάμου εἰπόντοϲ· ο ὕτι μοι αἰτίη ἐϲϲί, θεοί νύ μοι
 αἴτιοί εἰϲιν (v. 164), αὐτὴ δ’ αἰδοῖον εἰποῦϲα καὶ ἐπίφοβον διὰτὸ ϲέβαϲ
 (v.1I2),καταρᾶται,οὐδὲν μὲν ἐπιϲημαίνουϲα,εἰτε ἑκοῦϲα εἴτε ἄκουϲα
 ἀφίκετο, ἀλλὰ μόνον γνωϲτούϲ τε λιποῦϲα παῖδά τε τηλυγέτην (v. 174. 75).
 καὶ ὅτι ἄχθεται τῇ μονῇ καὶ κλαίουϲα διατελεῖ καὶ ὅτι δαὴρ αὐτ’ ἐμὸϲ
 ἔϲκε κυν ώπιδοϲ, ὁ Ἀλγαμεμνων , εἴ π οτ’ ἔην γε, ἀντὶ τοῦ
 ὁπότ’ ἦν (v. 180), ὡϲ ἂν ποθούϲηϲ αὐτῆϲ τοῦ ἀνδρὸϲ τὴν ϲυγγενείαν. οὕτω
 γὰρ ἂν ἅμα δόξειν ἔμελλε κἀκείνῳ καὶ τοῖϲ πρεϲβύταιϲ βελτίων είναι καὶ
 τοῦ ἀφικέϲθαι οὐκ αἰτία , εἰ γε ἐπεθύμει ἀπελθεῖν, ὥϲτε καὶ περὶ τῆϲ ἐξ
 ἀρχῆϲ ὁδοῦ ὑπολήψεϲθαι αὐτοὺϲ ῷετο ὅτι μὴ ἑκουϲία ἡ ϲυγγνώϲεϲθαι, ὡϲ
 ὅταν τιϲ ὡϲ addidi: cod. om. 
 μεταμελόμενοϲ φαίνηται καὶ ὁμολογῇ οὐκ ἐξοργίζονται ἀλλ’ ἐλεοῦϲι. διὰ δὴ
 ταύτην τὴν αἰτίαν καὶ τῶν ἀδελφῶν ἐμνήϲθη εἰποῦϲα· ἤτοι οὐχ ἥκουϲιν
 αἴϲχεα δειδιότεϲ καὶ ὀνείδεα (v. 242), ἢ κεκρυμμένοι εἰϲί. δι’ αὐτὴν
 ὁμοίωϲ αίϲχεα δειδιότεϲ. καὶ ἡ μνήνη οὖν ἀναγκαία είϲ ϲύϲταϲιν τοῦ
 προϲὼπου, ἱνα φαίνηται ὁμολογοῦϲα τὰ γεγενημένα μὴ καλῶϲ
 ἔχειν, κἄν ἀπόδοϲιϲ γένηται ἡττηθέντοϲ Ἀλεξάνδρου, μαρτυροῦνταϲ ἔχῃ τοὺϲ
 γέρονταϲ τῷ ἤθει αὐτῆϲ πρὸϲ τοὺϲ ὑπολαμβάνονταϲ, ὡϲ αἰϲχρὸ ὁμολογεῖ, καὶ
 δεινὰ καὶ βίαια πεπονθέναι καὶ τὸν θάνατον ῇρεῖτο ἀντὶ τῆϲ ϲωτηρίαϲ.
 οὕτω γὰρ καὶ εἰϲελθόντοϲ ἕξκτοροϲ εἰϲ τὴν Ἴλιον διὰ τὴν τῶν Τρώων ἧτταν,
 αὐτὴ πάλιν κύνα τε ἑαυτὴν καλεῖ καὶ δάερ ἐμεῖο κυνὸϲ κα
 κομηχάνου (Ζ 344). καὶ ταῦτα λέγει ἅτε πρὸϲ τὸν Πρίαμον ἀνακαλουμένη τὸν
 θάνατον, ἐπὶ μὲν γὰρ τοῦ Πριάμου· ὡϲ ὄφελεν θάνατόϲ μοι ἁδεῖν κακόϲ,
 ὁππότε δεῦρ post. h. v. ras υἱ ἐι ϲῷ ἑπόμην
 θάλαμον γνωτούϲ τε λιποῦϲα (F 173. 74) καὶ τὰ ἑξῆϲ, ἐπὶ δὲ τοῦ Ἕκτοροϲ
 μηδὲ γεννηθῆναι καταρᾶται ἑαυτῇ, ὥὑϲ 
 
 μ’ ὄφελ’ ἤματι εἰμα τὶ cod. τῷ ὅτε
 με om. cod. πρῶτον τέκε μήτηρ οἴχεϲθαι προφἐρουϲα
 κακὴ ἀνέμοιο θύελλα (Ζ 345. 46). καὶ θρηνοῦϲα τὸν Ἕκτορα ἀχθῆναί φηϲιν
 εἰϲ τὴν Τροίαν ὑπὸ Ἀλεξάνδρου, ὡϲ πρὶν ὤφελλον ὄφελον
 cod ὸλέϲθαι (Ω 764), καὶ ἑαυτὴν οὖν κλαίει· τῷ ϲέ
 θ’ ἅμα κλαίω καὶ ἔμ’ ἄμμορον ἀχνυμἐνη κῆρ (Ω 77) καὶ τὰ τούτοιϲ ἑξῆϲ.
 καὶ ὅτι τοιοῦτον εἰχε βίον καὶ τοιαύταϲ ἐντὸϲ Τροίᾳ διατριβάϲ, διεδόθη
 καὶ τοῖϲ Ἕληϲι· διὰ τοῦτο μαχύμενοι ὑπὲρ αὐτῆϲ παρεκάλουν είϲ τὸν
 πόλεμον, λέγοντεϲ ὡϲ χρὴ τίϲαϲθαι Ἑλἑν ηϲ ὁρμήμα τά τε om. cod. ϲτονα χάϲ τε (B 356. 590). 
 ἀπίθανον εἰναι δοκεῖ, ἐννέα ἐτῶν διελθόντων τοῖϲ Ἕλληϲιν ἐντὸϲ Ἰλίῳ, μηδένα
 τῶν βαρβάρων ἀπαγγεῖλαι τῆ Ἐξλένη περὶ τῶν ἀδελφῶν, εἴτε καὶ αὐτοὶ
 ἀφίκοντο εἰϲ τὸν πόλεμον εἴτε ὅλωϲ οὐκ ἦλθον εἰϲ Τροίαν, ἢ ἐλθόντεϲ οὐκ
 ἐξῆλθον εἰϲ τὴν μάχην· οὐ γὰρ ἐνῆν τοιούτουϲ ὄνταϲ μὴ οὐχ
 ὑπὸ πάντων γινώϲκεϲθαι παρόνταϲ εἰϲ τὴν Προίαν. λέγει δὲ Ἡρακλείδηϲ, ὅτι
 ἄλογον ἦν ὄντωϲ τοῦτο, εἰ διατελεϲάντων ἐντὸϲ τῆ Τροίᾳ πάντων Ἑλλήνων
 ἐννέα ἔτη μηδὲν περὶ τῶν ἀδελφῶν ἔϲχεν Ἑλένη λέγειν εἰ δὲ οὐ πάντεϲ ῆϲαν
 οἱ ϲτρατεύϲαντεϲ ἐντὸϲ Προίᾳ, ἀλλήλοιϲ ’ οἱ μὲν περὶ Λέϲβον καὶ τὰϲ
 ἄλλαϲ νήϲουϲ, ἅϲ οἱ Κᾶρεϲ κάρεϲ cod. 
 ειχον, ἐπόρθουν, πόλειϲ πολὰϲ cod. 
 δὲ καὶ τῶν ἐντὸϲ τῇ ἠπείρῳ, οὐδὲν ῆδει εἰ ἐϲτράτευϲαν οὐδὲν ᾖ δεινὸν εἰ ἐϲτρ. cod. corr. Vill. ἢ οὔ. πιθανώτερον δὲ
 προϲθεῖναι, ὅτι ἠφανιϲμένων τοῦ Κάϲτοροϲ καὶ τοῦ Πολυδεύκουϲ καὶ
 δοκούντων τεθνάναι, διὰ τὸ μὴ εἰδέναι τοϲ ἀνθρώπουϲ τὸ ϲυμβεβηκόϲ, μήτε
 μὴ cod. ὅτι ἐτεθνήκεϲαν μήτε εἰ ἔτι εἰϲίν,
 οὐκ ἀνηγγέλλετο τῆ Ἐλένη περὶ αὐτῶν. οὐδὲ γὰρ τὰ
 δυϲχερῆ οἱ καὶ cod : corr. Bkk. βάρβαροι τοῖϲ
 δυνάϲταιϲ πάντα εἰϲὶν εἰθιϲμένοι ἀπαγγέλλειν. καὶ τούτου πολλὰ
 παραδείγματα λέγειν ἔϲτιν· ἔτι γὰρ καὶ νῦν χρῶνται τῷ ἔθει. οὐδὲν οὗν
 ἐκώλυεν ἀμφιδοξεῖν περὶ αὐτῶν τὴν Ἑλένην. 
 
 τοῦτὸ φηϲιν ὡϲ πάντη μὲν ἐκπετάϲαϲα τὴν θέαν οὐδαμῆ L.
 οὐδαμου δὲ ἰδοῦϲα. πῶϲ δὲ οὐκ ἐρωτηθεῖϲα προβάλλεται
 τὰ περὶ τῶν αμαι. ἀδελφῶν. δῆλον οὖν ὅτι προοικονομεῖ ὁ ποιητήϲ,
 βουλόμενοϲ εἰπεῖν τὴν ἀφάνειαν αὐτῶν. ἠγνόει δὲ τὰ περὶ οὐτων ἴϲωϲ μὴ
 ϲυγχωρουμένη ϲυντυγχάνειν τοῖϲ αίχμαλώτοιϲ.

276. διὰ τί βουλόμενοϲ ἐπιορκῆϲαι τοὺϲ Τρῶαϲ ὁ ποιητήϲ, ἱνα εὐλόγωϲ ἀπόλωνται, οὐδαμοῦ πεποίηκεν ἐπιορκοῦνταϲ
 ἀλλ’ οἴεται: ὁ γὰρ ὅρκοϲ ἦν, εἰ λεξανδρον ἀποκτείνειεν ὁ Μενέλαοϲ,
 ἀποδοθῆναι 
 
 τὴν Ἑλένην· οὐκ ἀναιρεθέντοϲ δὲ οὐδαμοῦ ἠδίκουν μὴ
 ἀποδιδόντεϲ οὐδ’ ἐπιώρκηϲαν. φηϲὶ δ’ Ἀριϲτοτέληϲ, ὅτι οὐδ’ ὁ ποιητὴϲ
 λέγει ὡϲ ἐπιώρκηϲαν, καθάπερ ἐπ’ ἄλλων· ὥϲ φᾶ το καί ῥ’ ἐπίορκον ὥμοϲεν
 Κ 332), ἀλλ’ ὅτι κατάρατοι ἦϲαν· αὐτοὶ γὰρ ἑαυτοῖϲ κατηράϲαντο εἰπόντεϲ·
 Ζεῦ κύδιϲτε μέγιϲτε καὶ ἀθάν ατοι θεοὶ ἄλλοι, ὁπ πότεροι π
 ρότεροι ὑπὲρ ὅρκια πημήνειαν, ὧδέ ϲφ’ ἐγκέφαλοϲ χαμάδιϲ δέοι ὡϲ ὅδε
 οiνοϲ (Γ 298 — 300). οὐκ ἐπιώρκηϲαν μὲν οὖν, ἐκακούργηϲαν δὲ καὶ ἔβλαψαν
 τοὺϲ ὅρκουϲ· ἐπάρατοι οὖν ἦϲαν. ταῦτά τοι καὶ Ἥρα πειρᾶται, ἐξ αὐτῶν ὡν
 κατηράϲαντο γενέϲθαι αὐτοῖϲ τὴν βλάβην εὐξαμένων γὰρ ἐκείνων· ὁ π
 πότεροι πρότεροι ὑπὲρ ὅρκια πημήνειαν, ὧ δέ ϲφ’ ἐγκἐφα λοϲ
 χαμάδιϲ διϲ. ῥέοι ὡϲ ὅδε οἰν οϲ, ἡ Ἥρα αὐτὸ τοῦτο παρακελεύεται τῇ
 Ἀθηνᾷ· ἐλθεῖν ἐϲ Γρώ ων καὶ Ἀχαιῶν φύλοπιν αἰν ήν, πειρᾶν δ’ ὥϲ κεν Τ
 ρῶεϲ ὑπερκύδανταϲ Ἀλχαιοὺϲ ἄρξωϲιν πρότεροι ὑπὲρ ὅρκια δηλήϲαϲθαι ( Δ 65
 — 67). τὸ δὲ βλάψαι οὐκ ἔϲτιν ἐπίορκῆϲαι.

277. ad μ 374 pertinet.

281 sqq. διὰ τί τὸν Μενέλαον ἐποίηϲε μονομαχοῶντα, οὐδὲ γὰρ ἔξ ἴϲου ἦν ἡ
 μονομαχία. ὁ μὲν· γὰρ Ἀλέξανδροϲ περὶ τῶν ἀλλοτρίων ἐύχετο, ὁ δὲ περὶ
 τῶν ἑαυτοῦ εἴχετο, ἡττηθεὶϲ δὲ τὰ ἑαυτοῦ ἀπέβαλεν, ὁ δὲ
 Ἀλέξανδροϲ νικήϲαϲ μὲν τὰ ἀλλότρια ἕξειν ἔμελλεν, ἡττηθεὶϲ δὲ οὐδὲν
 ἀποβαλεῖν τῶν ἑαυτοῦ. οὕτω δὲ πάϲ ἄν τιϲ βούλοιτο μονομαχεῖν περὶ τοῦ
 ἀγροῦ τοῦ πληϲίον· νικήϲαϲ μὲν λήψεται, ἡττηθεὶϲ δὲ οὐδὲν ἀποβαλεῖ τῶν
 ἑαυτοῦ. οὕτω μὲν Ἀλέξανδροϲ ἀνόητοϲ ἦν· περὶ ὧν γὰρ εἰχε καὶ τῶν ἑαυτοῦ
 ἐκράτει. ἀλλ’ ἴϲωϲ ἀμφότερα είκότωϲ. ὁ μὲν γὰρ Ἀλέξανδροϲ
 περὶ ὡν εἰχεν ἐμάχετο ἀλλ’ οὐ τῶν ἑαυτοῦ, ἵνα 
 
 γένηται αὺτοῦ, ὁ δὲ Μενέλαοϲ περὶ τῶν ἐαυτοῦ, ἀλλ’ οὐχ ὧν
 ἐκράτει ἀλλ’ ἵνα κρατήϲῃ. ἔτι δὲ οὐ μόνον ἔδει αὐτὸν κομίϲαϲθαι τὴν
 Ἑλένην καὶ τὴν κτῆϲιν, ἀλλ’ ἔτι καὶ τιμὴν Ἀλργείοιϲ ἀποτινέμεν ἥν τίν’
 ἔοικεν (v. 286). 
 
 καὶ διὰ τί ἀβελτέρωϲ τῆϲ μονομαχίαϲ Ἀγαμέμνων ἐπεμελήθη: οὐδὲν γὰρ ἔλαβε βέβαιον οὐδ’
 ἐμεϲεγγυήϲατο τὴν Ἑλένην, περὶ ἧϲ ὁ ἀγών, ἀλλ’ ἐπ’ ἐκείνοιϲ ἐγένετο τὸ
 μὴ ἀποδοῦναι. λύεται δὲ ἐκ τοὴ ἔθουϲ. οὐ γὰρ ν τὸ όρχαῖον τὰ πρὸϲ
 ἀλλλουϲ διὰ πολλῆϲ φυλακῆϲ, ἀλλ’ ἁπλῶϲ ϲυνέβαλλον, καὶ ἐπιβουλαὶ καὶ
 ἀπάται οὐκ ἦϲαν, πρὸϲ ἃϲ αἱ τοιαῦται εὐλάβειαι εὺρέθηϲαν.
 ἐπεὶ διὰ τί Ἀγαμέμνων καὶ Μενέλαοϲ ἀδορυφὸρητοι ἦϲαν, ὧν ἀναιρεθέντων
 ἐλέλυτο ἂν ἡ ϲτρατιά; ἀλλ’ οὔπω τότε ἦϲαν αἱ πολιτικαὶ ἐπιβουλαί. ὁ δὲ
 ποιητὴϲ μιμητὴϲ ὤν τὰ ὑπάρχοντα ἐποίει, ἀλλ’ οὐ τὰ μέλλοντα.

306. διὰ τί ὁ Πρίαμοϲ τὸν μὲν Ἀλέξανδρον καὶ τὸν Μενέλαον 
 οὐκ ἂν ἔφη δύναϲθαι ἰδεῖν μαχομένουϲ, ἀλλ’ ῷχετο ἀπιών, τὸν
 δ’ Ἀχιλλέα καὶ Ἕκτορα θεωρεῖ ὃν μᾶλλον ἐφίλει, ἢ ὅτι ὁ μὲν αἴτιοϲ τῶν
 κακῶν ὤν μονομαχήϲειν ἔμελλεν· ὁ δοὺϲ οὖν τὸ χρῆναι αὐτὸν μονομαχεῖν τῇ
 τύχη ἐπέτρεψε τὸ τέλοϲ, αὐτὸϲ ἀφιϲτάμενοϲ τοῦ θορύβου. φηϲὶ γὰρ Ζε ὺϲ
 μέν που τό γε οἶδεν, ὁπποτέρ ῳ θανάτοιο τέλοϲ πεπρωμένον
 ἐϲτίν (v. 308, 9). ὅπου δὲ οὐ ϲυγκατατίθεται τῇ μάχῃ, πείθεϲθαι δὲ
 παρακαλεῖ τὸν υἱὸν ἀναχωρεῖν, ἐλπίδι τῆϲ ἀναχωρήϲεωϲ ἐπιμένει, ἱκέτηϲ
 ἀλλ’ οὐ θεατὴϲ γινόμενοϲ· ἄχρι γὰρ τέλουϲ ἡ ἐλπὶϲ τοῦ πειϲθῆναι δεόμενον
 κατεῖχεν. οὕτωϲ γὰρ καὶ ἡ μήτηρ πάρεϲτιν, οὐχ ἵνα θεάϲηται μαχόμενον,
 ἀλλ’ ἵνα μὴ θεάϲηται, είϲελθόντοϲ αὐτοῦ, δεομένη. καὶ ἅμα
 τῷ ποιητῇ ἡ τραγῳδία ἀνύεται δι οἴκτου ψυχαγωγοῦϲα τὸν ἀκροατήν, τούτων
 παρήντων. ἔπειτα ἐπὶ μὲν τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐπὶ τῷ πεδίῳ ἡ μάχη ἦν, ἐπὶ δὲ
 τοῦ Ἐκτοροϲ παρὰ τὸ τῆϲ πόλεωϲ τεῖχοϲ. ϲυνεωϲμένων δὲ τῶν μὲν Πρώων εἰϲ
 τὴν πόλιν, τῶν δ’ Ἀχαίων ἐφεϲτηκότων καὶ τοῦ Ἀχιλλέωϲ θέοντοϲ περὶ τὸ
 τεῖχοϲ, ἀναγκαῖον ἦν οὐ τὸν Πρίαμον μόνον ἀλλὰ καὶ τὴν
 ἄλλην ἄπαϲαν ὥχρηϲτον ἡλικίαν παρεῖναι διὰ τὸ μέγεθοϲ τοῦ κινδύνου. 
 πῶϲ οὖν Ἀλεξάνδρου μὲν τὸ μονομαχιον οὐ
 καρτερεῖ 
 θεωρεῖν, Ἕξκτοροϲ δέ; ἢ ὅτι ὁ μὲν ἐντὸϲ τῷ πεδίῳ ϲυνέβαλεν, ὁ δὲ πρὸ τοῦ
 τείχουϲ, ἔνθα παρῆϲαν πάντεϲ post h. v. ras. un.
 litt. τῷ μεγέθει τοῦ κινδύνου καταπληϲϲὸμενοι.
 ἄλλωϲ τε ἐκεῖνον μὲν ἀπιών ἐῇ πολεμεῖν, εἰ δὼϲ ὀλίγον λειπόμενον
 Μενελάου καὶ τῶν Δαναῶν ?,θανάτων 
 
 
 
 των cod. πρόξενον γεγονότα, καὶ ὅτι οὐδὲν πρὸϲ
 ϲωτηρίαν τῆϲ πὸλεωϲ ἐκεῖνοϲ ὡϲ Ἕξκτωρ ἠδύνατο τὸν δὲ μένων ἱκετεύει μὴ
 πολεμεῖν, τὸ διάφορον ἑκατέρων εἰδώϲ τῆϲ τε ἰϲχύοϲ καὶ τῆϲ πρὸϲ τὴν
 πόλιν ὠφελείαϲ. ἄλλωϲ τε οὐ θεατὴϲ τοῦ πολεμεῖν ἀλλ’ ἱκέτηϲ τοῦ μὴ
 πολεμεῖν ἐπιμένει. 
 
 
 διὰ τί χωρίζεται ὁ Πρίαμοϲ. καὶ οἱ μέν φαϲιν ὅτι ἵνα ἀφ’ ὕψουϲ κρεῖϲϲον
 κρείϲϲων cod. θεωρήϲῃ ἀπὸ τῆϲ πόλεωϲ τὴν
 μονομαχίαν, οἱ δὲ ἵνα φυλάξη τὰ τείχη. ἄλλοι δὲ τὴν Ὁμηρικὴν λύϲιν
 προίϲχονται, τὸ o ὔπω τλήϲομ’ ὁφθ αλμοῖϲιν ὁρα ϲθαι. ὅπερ ἄμεινον.

315. 16. ἄλογον δοκεῖ δοκεῖ μὲν ἄλογον Et εἶναι
 ἐπὶ μόνων τούτων διαμετρεῖν τὸν χῶρον καὶ κληρον η δὲ λύϲιϲ
 ἐκ τοῦ καιροῦ· υπὲρ γὰρ τῶν ὅλων αiτη μόνη εἰϲήχθη ἡ μάχη. 
 
 χ ῶρον δὲ διεμέτρεον· οὐ γὰρ ἔδει ἐξελθεῖν, ὡϲ ἄν
 τοῦ παρεξελθὸντοϲ πεφευγὸτοϲ καὶ διὰ τοῦτο ἡττηθέντοϲ, κἄν ἔξω γενόμενοϲ
 τὸ χώρου πολεμῇ. ἐπὶ τούτοιϲ οὖν τῶν ϲυνθηκῶν γεγονυιῶν καὶ
 τῆϲ μάχηϲ δι’ ὅπλων ἀφοριϲθείϲηϲ, ἀφανοῦϲ γενομένου τοῦ Ἀλεάνδρου,
 τοξευθέντοϲ δὲ τοῦ Μενελάου, καὶ ἀδήλου ὄντοϲ ὑπὸ τίνοϲ, κἄν μήποτε ὑπ’
 Ἀλεξάνδρου ἢ ὑπ’ ἄλλου τινόϲ — ὡϲ ἐδηλοῦτο ἐκ τοῦ φάναι τὸν κήρυκα· Ὅν
 τιϲ ὀιϲτεύϲαϲ ἔβ αλεν τ ὸξων ε ὖ εἰδώϲ ( Δ 206)· καὶ τοξεύων δὲ διὰ
 τοῦτο κρύπτεται· πρόϲθεν γὰρ ϲάκεα ϲχέθον ἐϲθλοὶ ἑταῖροι (Δ
 113) καὶ ἐπαγγελία ὅτι ἐάν τιϲ τοξεύϲῃ τὸν Μενέλαον λήψεται δῶρα παρὰ
 Ἀλεξάνδρου Δ 69 ), καὶ οὐκ ἄλλωϲ 
 
 ἐκδίδοται ὁ Μενέλαοϲ, καίτοι οὐτοϲ μὲν ἦν ὡπλιϲμένοϲ ἔτι,
 Ἀλγαμεμνων δὲ καὶ οἱ ἄλλοι ἄοπλοι· πάντωϲ οὑν ἵνα δόξη Ἀλέξανδροϲ αὐτὸν
 τοξεύειν καὶ διὰ τοῦτο ἀνακεχωρηκέναι ἐκ τοῦ ϲτρατοπέδου εἰϲ δόλον καὶ
 μηχανὴν κατὰ τὸ Μενελάου πάντα οὖν ταῦτα προῖδόμενοι διαμετροῦϲι τὸν χῶρον καὶ ὅρκοιϲ πιϲτοῦνται τὰ παρόντα, ἱνα ὁ παρελθὼν
 ἔνοχοϲ γένηται τῆ ἐπιορκίᾳ, ἐπεὶ καὶ ὁ Ἀλέξανδροϲ εἰ παρεξελθών τὸν
 τόπον ἐξεβλ Μενέλαοϲ δ’ οὐ τοῦτο ἐγίνετο τῶν ϲυνθηκῶν μὴ ϲωζομένων. ἵν’ οὖν παραϲπονδήϲαντεϲ
 φωραθῶϲι, περιγράφεται ὁ τόποϲ τοῦ μονομαχίου. ἐκ τούτου λύεται καὶ ἡ
 αἰτία δι’ ἣν οὐ τὸν Ἀλγαμεμνονα τοξεύει ἢ ἄλλον τινὰ τῶν
 ἀρίϲτων ὁ εὐμαρὲϲ ἂν διὰ τὸ εἰναι ἀνόπλουϲ, ἀλλὰ
 τὸν Μενέλαον ἔνοπλον ὄντα· δῆλον γὰρ ὅτι ὑποκρίνεται τὸν Ἀλέξανδρον ὁ
 Πάνδαροϲ, ὡϲ ἂν δὴ τούτου τοξεύϲαντοϲ τὸν ἀνθεϲτῶτα καὶ μηδεμιᾶϲ
 παρα βάϲεωϲ τῶν ὅρκων ὑπ’ ἄλλου γεγονυίαϲ. διὸ καὶ
 προϲάγει τὸν Ἀλέξανδρον παρδαλέαν ὤὑμοιϲιν ἔχοντα καὶ
 καμπύλα τόξα. ἱνα καὶ χρώμενοϲ τούτοιϲ εὐλόγωϲ μετὰ ταῦτα ὑπονοηθῇ. 
 καὶ πῶϲ ἐπὶ Ἕκτοροϲ, ἔνθα Αἴαντι μονομαχεῖ ) Η 225), μὴ διαμετρεῖται ὁ τόποϲ; ἢ ὅτι ἐκεῖνοι μὲν περὶ τῆϲ ἀλλήλων
 ϲφαγῆϲ διαμιλλῶνται, ἐνθάδε δὲ περὶ τῆϲ κοινῆϲ ἐλπίδοϲ ἐϲτὶν ὁ πόλεμοϲ·
 διὸ οἵ τε ὅρκοι καὶ ἡ γύμνωϲιϲ τῶν ϲτρατῶν, μή πώϲ τιϲ
 ἔνοπλοϲ ὤν προϲαμύνῃ διεμέτρεον τῷ ϲτρατηγῷ. ἢ ὅτι ἡ διαμέτρηϲιϲ
 καρτερικωτέρουϲ ἐργάζεται τοὺϲ πολεμοῦνταϲ. ἄλλωϲ τε δὲ δεδίαϲι μὴ
 τοξὸτηϲ Ἀλέξανδροϲ ὤν δραπετεύϲη τὴν ϲυμβολὴν καὶ τὴν τοξείαν
 ἀντεπειϲάξη Μενελάῳ. ϲκόπει γὰρ ὅτι καὶ αὐτοῦ μὲν ἀφανιϲθέντοϲ. Μενελάου
 δὲ τοξευθέντοϲ, οὐκ ἴϲαϲι μὴ καὶ αὐτὸϲ εἴη ὁ τοῦτο δράϲαϲ·
 φηϲὶ γὰρ Ἀγαμέμνων· ὅν τιϲ ὀιϲτεύϲαϲ ἔβ ἅλε τόξων εὖ εἰδ ὡϲ Τρὠων ἢ
 Λἁυκίων (Δ 196).

327. e schol. ad Κ 107 adscripto, quod in fine operis edendum erit,
 excerptum .

330. διὰ τί πάνταϲ μονομαχεῖν μέλλονταϲ καὶ εἰ τύχοιεν ὡπλιϲμένοι 
 αὐθιϲ ποιεῖ καθωπλιϲμένουϲ, ἐπιλέγων κνημῖδαϲ μὲν πρῶτον
 καὶ τὰ ἑξῆϲ (v. 330); ἢ ὅτι τῶν προκλήϲεων γινομένων ἦν ἀναγκαῖον 
 
 
 
 τοὺϲ μέλλονταϲ μονομαχεῖν διαναπαύεϲθαι , καὶ πρὸτερον
 ἀναψύξανταϲ καὶ νεαλεῖϲ γενομένουϲ οὕτωϲ ἐπὶ τὸν ἀγωνα καθιέναι. εἰκὸϲ
 δὲ μέλλονταϲ ἰδίᾳ κινδυνεύειν, ἵνα βέλτιον ὤϲιν ὡπλιϲμένοι, ἐξ ἀρχῆϲ
 καταϲκευάζεϲθαι.

355. v. 281 sqq.

365 sqq. τί οὖν βλαϲφημεῖ ὁ Μενέλαοϲ ῥητέον οὖν ὅτι οὐ βλαϲφημεῖ ὁ ἥρωϲ
 ἀλλὰ νεμεϲᾷ ἀρετῇ γὰρ οἰκείᾳ οἰδε πάϲχων ἅπερ οὐκ ἔδει καὶ νεμεϲά
 δικαίωϲ ἐπὶ τῷ παρ’ ἀξίαν ϲωζομένῳ. 
 
 ἄλογον τὸ μὴ ϲπαϲάμενον τὸ ἐκείνου ξίφοϲ διαχειρίϲαϲθαι αὐτόν. λύεται δ’
 ἐκ τοῦ καιροῦ. τὸν γὰρ ἐντὸϲ τοϲούτῳ ἀγῶνι οὐκ εἰκὸϲ ἀπόντα 
 ϲυνοράν. εἰ μὴ καὶ ἐκ τῆϲ λεξεωϲ. λέγει γὰρ τὴν Ἀφροδίτην αὐτῷ θoηθῆϲα,
 ὥϲτε εἰι ἄν καὶ ἐντὸϲ τῷ τοιούτῳ ϲυλλαμθανομένη. 
 καὶ διὰ τί ὁ Μενέλαοϲ ϲυγκλαϲθέντοϲ αὐτῷ τοῦ ξίφουϲ οὐκ ἐϲπάϲατο τοῦ Ἀλεξάνδρου, ῥητέον οὖν ὅτι ἢ ἔκφρων ἐγένετο τῷ
 λογιϲμῷ, ἐκπλαγεὶϲ τῷ κινδύνῳ, ἤ πάντωϲ Ἕλληϲιν ἑλκύϲαι ἠθέληϲεν αὐξων
 τὸ κατόρθωμα. ἢ καὶ δι’ οἰκονομίαν ὁ ποιητὴϲ ἐϲεϲώκει τὸν
 Πάριν· ἐλέλυτο γὰρ τὰ τῆϲ ὑποθέϲεωϲ τῷ ἐκείνου θανάτῳ. 
 
 οὐ φονεύει δὲ αὐτὸν τῷ αὐτοῦ ξίφει ἢ ὑπὸ τοῦ
 καιροῦ ἢ ὑπὸ τῆϲ Ἀφροδίτηϲ ϲφαλλόμενοϲ, ἢ καὶ τοῖϲ ὅπλοιϲ ἀπογνούϲ, ἢκαὶ
 ὅτι ἴϲον θανάτου ἦν τὸ ὑπεκϲτῆναι τοῦ μετρητοῦ, ἢ ζῶντα αὐτὸν ἑλεῖν βουλόμενοϲ, ὅπερ ἠν μεῖζον. οiτω γὰρ ἂν ἀξίωϲ ἐτιμωρήϲατο
 αὐτὸν ἤ ϲυντόμωϲ ἀνελών.

379. 80. αὐτὰρ ὁ ἂ ψ ἐπόρουϲε κατακτάμεναι μενεαίνων ἐγχε ϊ χαλκεῖ ῳ.
 ἀδύνατόν φαϲιν είναι κατὰ τὸ ἐγχείρημα. ἐρρίφη 
 
 
 
 
 
 γὰρ, φηϲὶν, . ἤδη τὸ ἔγχοϲ· ἠίχθη παλάμηφιν ἐτὠϲιον (v.
 369). λύεται δὲ ἀπὸ τοῦ ἔθουϲ. δύο γὰρ δόρατα φέρειν νενομιϲμένον ἦν, ὡϲ
 πολλαχοῦ λέγει· πά λλων δ’ ὀξέα δοῦρα κατὰ ϲτρατὸν ᾤ ὔχετο πάντη (Ζ
 104). ἢ ἀπὸ τοῦ καιροῦ· οὐ γὰρ ἔτυχε τότε ἀπολόμενον τὸ
 ἔγχοϲ, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ Ἀλεξάνδρῳ ὑπάρχον, οὗ κατεκυριεύθη. 
 καὶ πῶϲ φηϲιν ἐκ δέ μοι ἔγχοϲ ἠίχθη; ἢ ὅτι δύο δόρατα ἐβάϲταζεν ἢ τῶν παρόντων ἥρπαϲεν · ἢ τῷ ἐμπεπηγότι
 αὐτῷ διαχειριϲόμενοϲ ἐπεδίωκεν.

383. κατηγοροῦϲιν ὡϲ προαγωγὸν εἰϲάγοντοϲ αὐτου τὴν θεόν. 
 ἀλλ’ ἐπεὶ ὥρμηται γέλωτα μὲν θέϲθαι τὸν Πάριν, ἐπαινέϲαι δὲ
 τὴν Ἑλένην, καὶ τοῦ μὲν τὴν ἀκραϲίαν τῆϲ δὲ τὸ ϲῶφρον ὑπ’ ὄψιν ἄγειν οὐ
 δύναται δὲ διεϲτῶτα τὰ πρόϲωπα δι’ ἑτέρου ϲυμβιβάζειν, ἐπίτηδεϲ αὐτὴ δ’
 παρέλαβε τὴν Ἀφροδίτην. καλεῖ δὲ αὐτὴν ὅπωϲ μὴ διὰ τοῦ τείχουϲ ἀποδοθῇ,
 ἢ μήπωϲ οἰόμενοϲ αὐτὴν ἀποδεδόϲθαι διαχειρίϲηται ἑαυτόν.

396 97. ἀδύνατόν φαϲιν εἰϲ γραῦν μεταβαλεῖν τὴν ἰδέαν τὴν Ἀφροδίτην καὶ νοῆϲαι τὴν Ἑλένην τὴν τῆϲ θεᾶϲ δειρήν.
 λύϲιϲ· πολλαχου ποιεῖται τοὺϲ ἡμιθέουϲ τεκμαιρομένουϲ τὰϲ τῶν θεῶν
 μορφάϲ, ὡϲ ὅταν ὁ Ποϲειδῶν Κάλχαντι ἀπεικαϲθεὶϲ φαίνηται ὅ τε Αἴαϲ
 φηϲίν’ οὐδ’ ὅγε Κάλχαϲ ἐϲτὶ θεοπρόποϲ· ἴχνια δὲ μετόπιϲθε π οδ ὧν· ἠδὲ κνημάων ῥεῖ’ ἔγνων ἀπιόντοϲ· ἀρίγνωτοι δὲ θεοί περ ( 70
 — 72).

441. διὰ τί τὸν Ἀλέξανδρον πεποίηκεν οὕτωϲ ἄθλιον, ὥϲτε μὴ μόνον ἡττηθῆναι
 μονομαχοῦντα, ἀλλὰ καὶ φυγεῖν, καὶ ἀφροδιϲίιω απείομεν 
 
 
 
 
 
 
 μεμνημένον εὐθύϲ, καὶ ἐρᾶν μάλιϲτα τότε φάϲκοντα καὶ οὕτωϲ
 ἀϲώτωϲ διακεῖϲθαι; Ἀλριϲτοτέληϲ μέν φηϲιν εἰκότωϲ· ἐρωτικῶϲ μὲν γὰρ καὶ
 πρότερον διέκειτο, ἐπέτεινε δὲ τότε. πάντεϲ γάρ, ὅτε μὴ ἐξῇ ἢ φοβοῦνται
 μὴ ἕξουϲι, τότε ἐρῶϲι μάλιϲτα· διὸ καὶ νουθετούμενοι ἐπιτείνουϲι μᾶλλον·
 ἐκείνῳ δὲ ἡ μάχη τοῦτο ἐποίηϲεν. οἱ δὲ ὅτι ἡ προϲδοκία τῆϲ ἀπὸδόϲεωϲ ἤγειρε ϲφοδρότερον τὴν ἐπιθυμίαν διὰ τὴν μέλλουϲαν
 ἀφαίρεϲιν. οἱ δὲ ὅτι ἡ Ἀλφροδίτη παροῦϲα οὐ μόνον ἐκ τῆϲ μάχηϲ αὐτὸν
 ἐρρύϲατο, ἀλλὰ καὶ λελυπημένον διὰ τὴν ἧτταν εἰϲ παρηγορίαν ῆγε,
 μεταβαλοῦϲα τὴν τῆϲ ψυχῆϲ κατήφειαν εἰϲ τὸ ἡδὺ τῆϲ ἐπιθυμίαϲ. ἄλλοι δὲ
 ὅτι Ἑλένηϲ ἀνακτώμενοϲ τὴν εὔνοιαν ϲφοδρότερον τὸν ἔρον ἐπιτετάϲθαι λέγει· ἐνόμιϲε γὰρ τὴν αὐτὴν χαλεπῶϲ φέρειν δι’ ὃ ϲυνέθετο
 ὥὑϲπερ ἔκδοτον τοῖϲ Ἀχαιοῖϲ γενομένην. ἱνα δὲ ἐπιδείξῃ οἰὸϲ ἧν
 Ἀλέξανδροϲ, ἔν τε τῷ πολέμῳ ἐποίηϲε θραϲὺν ἅμα καὶ δειλὸν ἐπί τε τῆϲ
 οἰκίαϲ ἀϲελγῆ καὶ καταφρονητὴν δόξηϲ. χαρακτηρίζει γὰρ διὰ τούτων τὸ
 ἦθοϲ τοῦ αἰτίου τῶν κακῶν τοῖϲ πάϲι διὰ τὴν ἀϲέλγειαν γενομένου.

457. διὰ τί, τῶν ϲυνθηκῶν ὑπὸ Ἀλγαμεμνονοϲ τοιούτων γεγονυιῶν εἰ μέν κεν
 Μενλαον Ἀλξανδροϲ καταβαλεῖν πἐφν ῃ, ὐτὸϲ ἔπειθ Ἑλἐνην ἐχέτω, ἡμεῖϲ δ’
 ἐντὸϲ νήεϲϲι νεώμεθα· εἰ δέ κ Ἀλέξανδρον κίειν η Μενἐλαοϲ, ρῶαϲ ἔπειθ’
 Ἑλένην καὶ κτήματα πάντ’ ἀ πoδ o ῦναι τιμήν τ’ Ἀλργείοιϲ ἀ ποτινέμεν, ἥν
 τιν’ ἔοικεν· εἰ δ’ἂν ἐμοὶ Πρίαμοϲ Πριάμοιό τε παῖδεϲ
 τίνειν οὐκ ἐθέλουϲιν ἐθέλωϲιν Κammer, p. 35 ,
 αὐτὰρ ἐγ ὼ καὶ ἔπειτα μαχέϲϲομαι εῖνεκα ποινῆϲ (v. 281 aqq .), τῶν γοῦν
 ϲυνθηκῶν τοιούτων γεγονυιῶν τοιούτ. γεγ. addidi, om.
 cod. aliter Kamm . l. c. , τῆϲ νίκηϲ διὰ ϲφαγῆϲ θατέρου τῶν
 μαχομένων ὡριϲμένηϲ ο spr. ω scrpt.,
 cod. καὶ τοῦ Ἀλεξάνδρου μὴ ἀνῃρημένου, Ἀλγαμέμνων φηϲὶ νίκη
 μὲν δὴ φαίνεται ἀρηιφίλου Μενελάου, ὑμεῖϲ δ’ Ἀργείην Ἑλἑν ην καὶ κτῆμα
 θ’ ἄμ’ αὐτ ῇ ἔκδοτε καὶ · τιμὴν ἀποτινέμεν, ἥν τιν’ ἔοικεν (v. 457 58):
 ἐνῆν γὰρ ἀντικρούειν τὸν τυχόντα , ὅτι εἰ μέν κεν Μενέλαον Ἀλέξανδροϲ
 μενέλαοϲ ἀλέξανδρον cod. recte haec et
 seq. corr. Κamm. καταπέφν ῃ εἴρηται καὶ εἰ δἐ κ’ Ἀλέξανδρον
 ἀλέξανδροϲ cod. κίειν η ξανθὸϲ Μενέλαοϲ ξανθὸν μενέλαον cod. . ῥητέον ὅτι ἀπὸ τῶν Ἐκτοροϲ
 
 
 
 λόγων ἡ ἀπαίτηϲιϲ τῷ Ἀλγαμέμνονι τοῦτον τὸν τρόπον ἐχόντων
 · κέκλυτέ μευ, Τρῶεϲ καὶ Ἀχαιοί, μῦθον Ἀλεξάνδροιο· ἄλλουϲ μὲν κέλεται
 Τρῶαϲ καὶ πάνταϲ Ἀχαιούϲ τεύχεα ἀ π οθέϲθαι ἐπὶ χθονί, αὐτὸν δ’ ἐντὸϲ
 μέϲ ῳ καὶ Μενέλαον οἴουϲ ἀμφ’ Ἑλέν ῃ μάχεϲθαι· ὁ πότεροϲ δέ
 κε νικήϲ ῃ κρείϲϲων τε γένηται, κτήμαθ’ ἑλὼν ε πάντα γυναῖκά τε οἴκαδ’
 ἀγέϲθω (v. 86 — 93). μὴ ῥηθέντοϲ οὖν ὑπὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου διὰ τοῦ Ἕξκτοροϲ
 περὶ ϲφαγῆϲ καὶ θανάτου, περὶ δὲ νίκηϲ καὶ τοῦ ἐκ κρειττόνων γεγονότοϲ,
 ὁ μὲν Ἀγαμέμνων εὐλόγωϲ ἐξ ὧν εἰρήκαϲιν οἱ πολέμιοι ἀπαιτεῖ τὰϲ
 ϲυνθήκαϲ, ἐπὶ δ’ ῇνεον ἄλλοι Ἀχαιοί (v. 461 ) οἱ δὲ Τρῶεϲ
 οὐκέτι ϲυναινοῦϲι, ϲφαγῆϲ μὴ γεγονυίαϲ, ἐξ ὧν εἴρηκε ποιούμενοϲ τὰϲ
 ϲυνθήκαϲ Ἀγαμέμνων, διὰ ϲφαγῆϲ κρίνεϲθαι τὴν νίκην, εὔλογον τῆϲ ἡϲυχίαϲ
 πρόφαϲιν φαϲιν λαμβάνοντεϲ, ὥϲτε καὶ ἐνεῖναι διαμφιϲβητεῖν πρὸϲ
 ἀλλήλουϲ, ἑκατέρων μαρτυρομένων τὰϲ ἀπὸ τῶν άμψιϲβητούντων γεγονυίαϲ
 ὁμολογίαϲ. ὁ μὲν γὰρ Ἀγαμέμνων ἐρεῖ δεῖν ἀποδιδόναι· τοῦτο
 γὰρ ὡμολογήθη ὑπὸ Ἕκτοροϲ, τὸ τῷ νικήϲαντι καὶ κρείϲϲονι γεγονότι τὴν
 ἀπόδοϲιν γίνεϲθαι. ὁ δὲ Ἕκτωρ ἐρεῖ μὴ δεῖν ἀποδιδόναι· ὁμολογεῖϲθαι γὰρ
 καὶ ϲυγκεῖϲθαι ὑπὸ τοῦ Ἀλγαμεμνονοϲ, θανάτου γεγονότοϲ καὶ addidi, om. cod. ϲφαγῆϲ ὅτι δεῖ τὴν ἀπόδοϲιν
 γίνεϲθαι· μηδενὸϲ δὲ ἀνῃρη μένου μένει ἀκεραίωϲ τὰ
 πράγματα. πάλιν οὖν ἔδει μονομαχῆϲαι αὐτούϲ· ὅθεν Ἀλεξάνδρου μὲν μὴ
 φαινομένου, τῶν δὲ ϲυνθηκῶν μενουϲῶν ἔτι, ἐντὸϲ ταῖϲ ϲπονδαῖϲ ἀντ’
 Ἀλεξάνδρου ἀντατποκτεῖναι θελήϲαϲ τὸν Μενέλαον καὶ τοξεύϲαϲ ϲυγκέχυκε
 τοὺϲ ὅρκουϲ ὁ Πάνδαροϲ ὁ Πανδ. addidit Kamm. om.
 cod. καὶ πάνταϲ ἐπαιτίουϲ ἐπιορκίαϲ ⟨ἐπὶ τὴν
 ἐπιορκίαν cod.: emend. Lehrs ap. Kamm.⟩ τούϲ μήτε τὸν Ἀλέξανδρον
 ἐκδεδωκόταϲ μήτε τὸν τοξεύϲαντα τὸν Μενέλαον πεποίηκεν.

1. Ὁ μὲν Ἀρίϲταρχοϲ τὸ ἠγορόωντο ἀποδέδωκεν ἀντὶ τοῦ. 
 ἠθροίζοντο. βέλτιον δὲ λέγειν τὸ διελέγοντο, ὥϲπερ καὶ τὸ ὡϲ ὁ ππ ὄ τ’
 〈ὁππότ’ L.⟩ ἐντὸϲ Λήμν ῳ κενεαυχέεϲ ἠγοράαϲθε (Θ 230). εἰ γὰρ εἰπεῖν ἐβούλετο ἠθροίζοντο, ἔφη ἄν· οἱ δὲ θεοὶ πὰρ ζηνὶ καθήμενοι
 ἠγερέθοντο ⟨ἠγερέθεντο L⟩ τοῦτο μὲν γὰρ ἐκ τοῦ ἀγείρεϲθαι — λαὸν
 ἀγείροντεϲ (Λ 770) καὶ α ὐτὰρ ἐπεί ῥ’ ἤγερθεν (Ω 790. β 9. Θ 24. ω 421 )
 — γεγενηται, τὸ δ’ ἠγορόωντο ἀπὸ τοῦ ἀγοράαϲθαι ⟨ἠγοράαϲθαι L, ἠγοράαϲθε
 Et⟩.

2. de χρυϲέῳ ἐντὸϲ δαπέδῳ v. ε 504. ibid. κατηγοροῦϲι τοῦ ποητοῦ ὡϲ
 μαχύμενα ⟨μαχομένου L⟩ λέγον τοϲ, ὅταν ποτὲ μὲν τὸν Γανυμήδην
 ⟨γαννυμήδην L.; id. Baller. v eras.⟩ 
 
 
 
 οἰνοχόον εἰναι om. L τῶν θεῶν λέγει, ποτὲ δὲ τὴν
 Ἥβην. οὐκοῦν λύϲομεν ὀνόματι ὀν. μὲν L καὶ λέξει,
 ὅτι οὐχὶ τῶν θεῶν ἀλλὰ τοῦ Διὸϲ αὐτὸν οἰνοχόον ἀποφαίνει — ἔχει γὰρ ἡ
 λέξιϲ οὕτωϲ· τὸν καὶ ἀνηρεί ψᾶν τὸ θεοὶ Διὶ οἰνοχοεύειν ( Υ 234) —, ἡ δὲ
 Ἥβη τοῖϲ θεοῖϲ οἰνοχοεῖ· προϲώπῳ δέ, ὅτι τὸ μὲν ἐκ τοῦ ποιητοῦ λέγεται,
 τὸ δὲ ἐξ Αίνείου αἴνου L , ὃν εἰκὸϲ
 μεγαλύνειν τὸ αὑτοῦ αὐτοῦ B γένοϲ· καιρῷ δὲ καὶ
 χρόνῳ, ὡϲ ἐγχωρεῖ πάλαι ποτὲ αὐτὸν ἁρπαϲθέντα πρὸϲ τὴν διακονίαν ταύτην
 ὑπὲρ ὑπὸ L τοῦ θνητὸν εἶναι μηκέτι παραμένειν ἕωϲ
 τῶν Ἰλιακῶν· ἔθει δέ, ὡϲ πολλοῖϲ νενομιϲμένον ἐϲτὶν οἰνοχόοιϲ χρῆϲθαι
 χρᾶϲθαι L. ἄρρεϲι καὶ θηλείαιϲ, ὥϲτε οὐδ’
 ἐντὸϲ θεοῖϲ ἄτοπον τοῦτο. τὸ μὲν οὖν ἐναντίον οὕτωϲ
 ἐλέγχεται λέγεται L , τὸ δ’ ἀδύνατον ἐγκαλεῖται
 οὕτωϲ excidisse nonnulla videntur . 
 
 δι’ ἣν δὲ αἰτίαν οὐ πάρεϲτι Γανυμήδηϲ, ὢν οίνοχόοϲ
 τοῦ Διόϲ; ἔνιοι μέν φαϲιν ὅτι τοῦ Διὸϲ μόνου ὢν διάκονοϲ, οὐκ ἐξῆν αὐτὸν
 κοινῶϲ πᾶϲιν οἰνοχοεῖν , ἡ δὲ Ἡβη εὐλόγωϲ, ὅτι κοινὴ πᾶϲίν 
 ἐϲτιν. ἔνιοι δέ φαϲιν, ὅτι ϲκέψεωϲ περὶ τῆϲ Ἰλίου πορθήϲεωϲ γινομένηϲ
 εὐοικονομήτωϲ ἄπεϲτι τοῦ ϲυνεδρίου, ἱνα μηδὲν ἐναντίον γένηται διὰ τὴν
 πρὸϲ αὐτὸν χάριν. 
 
 διὰ τί δὲ καὶ μόνῳ τῷ Διὶ Γανυμήδηϲ ὑπηρετεῖ; ῥητέον οὖν ὅτι μὲν ἄπαϲι
 διακονεῖ, ἐπεὶ τὸ θεῖον ἀεὶ νεάζει τε καὶ ἡβῶ τοῦτο ’γὰρ
 βούλεται αὐτοῖϲ ἥ τε ἀμβροϲία ἀβροϲία τιϲ οὐϲα καὶ τὸ νέκταρ ,παρὰ τὸ
 νεάζειν γεγενημένον. Γανυμήδηϲ δὲ ὑπηρετεῖ μόνῳ τῷ Διί, ὅτι ὁ μὲν ζεὺϲ ὁ
 πρῶτόϲ ἐϲτι νοῦϲ, μόνοϲ δὲ νοῦϲ οἰκεῖον ἔχει τὸ τοῖϲ μήδεϲι γάνυϲθαι·
 τοῦτο γάρ ὁ Γανυμήδηϲ.

4. ἀπρεπέϲ φαϲιν, εἰ τέρπει τοὺϲ θεοὺϲ εἰ τέρποι θεοῖϲ
 L πολέμων μων θέα. ἀλλ’ οὐκ ἀπρεπέϲ· τὰ γὰρ γενναῖα
 ἔργα τέρπει. ἄλλωϲ τε πόλιν. πόλεμοι καὶ μάχαι ἡμῖν δεινὰ om. l δοκεῖ, τῷ δὲ θεῷ οὐδὲ ταῦτ, δεινά. ϲυντελεῖ
 γὰρ ἅπαντα ὁ θεὸϲ πρὸϲ ἁρμονίαν τῶν ἄλλων ὅλων L. ἢ καὶ ὅλων, οἰκονομῶν τὰ ϲυμφέροντα τὸ ϲυμφέρον L , ὅπερ καὶ. Ἡράκλειτοϲ λέγει, ὡϲ τῷ
 μὲν θεῷ καλὰ καὶ ins. Lp πάντα καὶ δίκαια,
 ἄνθρωποι δὲ ἃ μὲν om . L Lp ἄδικα ὑπειλήφαϲιν ἃ
 δὲ δίκαια.

5. exc. e schol. Α 105 ( ═ ζητ. Vat. 17).

43. πῶϲ ὁ Ζεὺϲ δῶκά ϲοί φηϲιν ἑκὠν ἀἐκοντί γε θυμῷ; τὸ 
 γὰρ ἑκών τῷ ἄκων ἀντίκειται. Τρύφων μὲν οὖν ϲυναλείψαϲ
 ἐντὸϲ τῷ κ ϲυνάπτει τὸ ά πρὸϲ τὸ ἑκών, ἱν’ ἦ ἀέκων ἀέκοντί γε θυμ ῷ.
 τοιαύτη τιϲ ἡ διάνοια· πολλὰ ποιοῦμεν τῶν πραγμάτων ἢ ἐξ ὅληϲ τῆϲ
 διανοίαϲ ἢ μηδὲ βουλόμενοι. διεῖλεν οὖν τὸ ἐγὼ τῷ θυμῷ καί φηϲιν· ἐγῶ
 ἑκὼν δέδωκα ἀκούϲηϲ μου τῆϲ διανοίαϲ καὶ μὴ θελούϲηϲ. εἰ μὲν οὖν ἐγώ ϲοι δέδωκα ἔφη ἀέκων, ἐναντιολογία ἦν· καὶ εἰ ἑκόντι
 θυμῷ, κοὶ οὕτωϲ ἂν ἦν ἐναντιολογία. ἐπεὶ δ’ ἐγὼ μὲν ἑκὼν ἔφη ἀέκοντι γε
 θυμῷ, οὐκέτ’ ἐϲτι μάχη διὰ τὸ πολλὰ μὲν ποιεῖν ἡμᾶϲ, μὴ ϲυντιθεμένηϲ δὲ
 τῆϲ διανοίαϲ. πάϲα γὰρ πράξιϲ διὰ τὸ καθ’ ὁρμὴν γίνεϲθαι ἐφ’ ἡμῖν οὐϲα
 ἑκούϲιοϲ ἂν εἴη, οὐ πάϲα δὲ πράξιϲ καὶ τὸ εὐάρεϲτον τῆϲ 
 διανοίαϲ ἔχει. ἐϲτι δὲ καὶ ἕτερον εἰπεῖν, ὅτι ἑκὼν μὲν δίδωϲιν ὡϲ ἀδελφῇ
 καὶ γυναικί, ἄκων δὲ ὅτι τοὸϲ φιλτάτουϲ πρὸϲ ἀπὼλειαν ἐκδίδωϲι· καὶ γὰρ
 οἱ ἐντὸϲ θαλάϲϲῃ πλέοντεϲ, ὅταν περιπέϲωϲι κινδύνῳ, ἐκβάλλουϲι τὸν
 φόρτον εἰϲ τὴν θάλαϲϲαν ἑκόντεϲ τε καὶ ἄκοντεϲ, ἑκόντεϲ μὲν ἵνα ϲωθῆναι
 δυνηθῶϲιν, ἄκοντεϲ δὲ ὅτι τὸν φόρτον ἀπολλύουϲι δι’ ὃν
 πλέουϲιν.

51. διὰ τί ὁ μὲν ζεὺϲ μίαν ἡ δὲ Ἥρα τρεῖϲ ἔχειν φηϲὶ πόλειϲ 
 ψιλτάταϲ, καὶ ἡ μὲν ὕλληνίδαϲ ὁ δὲ βάρβαρον ἔδει γὰρ τὰϲ κρείϲϲοναϲ
 
 
 τὸν βαϲιλέα τῶν θεῶν ἔχειν φιλτάταϲ. ῥητέον δὲ ὅτι εὐπρεπῆ
 ἀπρεπῆ L. βουλόμενοϲ περιθεῖναι ἐπιθεῖναι L αὐτῇ τὴν αἰτίαν τῆϲ ὀργῆϲ ὁ ποιητὴϲ
 καὶ οὐχ ῆν ὁ μῦθοϲ ἀναπλάττει, ὡϲ ἄρα διὰ τὸ μὴ προτιμηθῆναι τῆϲ
 Ἀφροδίτηϲ ἐπὶ τῇ κρίϲει τοῦ κάλλουϲ Πρωϲὶν ἐχαλέπαινεν Lp ex ἐχαλέπαινον corr. , ἐπίτηδέϲ φηϲιν αὐτὴν αὐτὸϲ L. τὰϲ πόλειϲ φιλεῖν, περὶ ἃϲ τὸ
 ἀδίκημα τὸ κατὰ τὴν Ἐξλένην γέγονε. ϲύμψηφα δὲ τούτων κἀκεῖνα, ἐντὸϲ οἷϲ
 αὐτὴν ποιεῖ λαμβάνουϲαν τὸν κεϲτὸν παρὰ τῆϲ Ἀλφροδίτηϲ, ἵνα τῷ Διὶ
 μάλλον οὕτωϲ ἐπέραϲτοϲ φανείη. οὐ γὰρ ἄν add. L 
 ἦν εἰκὸϲ τὴν δεομένην τῆϲ βοηθείαϲ τῆϲ παρ’ αὐτῆϲ τῆϲ
 παρ ’ αὐτῆϲ βοηθείαϲ L. ἐπὶ τῷ ἀρέϲαι τῷ ἀνδρὶ ἐναγανακτεῖν
 ἀγανακτεῖν L ἡττηθεῖϲαν ἐπὶ τῇ
 τοῦ κάλλουϲ κρίϲει. ὁ δὲ Ζεὺϲ μίαν λέγων πόλιν φιλεῖν ἐξαίρει τὴν χάριν.
 οὐχ οὕτω οὐχ ἧττον L γὰρ ὁ ἀπὸ πολλῶν διδούϲ τι
 θαυμάζεται ὡϲ ὁ ἀπὸ ὸλίγων. ὥϲτε ἀμφότεροι ῥητορικῶϲ καταϲκευάζουϲιν· ἡ
 μὲν γὰρ πολλὰϲ ἀντὶ μιᾶϲ προήϲεϲθαί φηϲιν, ὁ δὲ τὴν μίαν, ν καὶ μόνην
 ἔχει εἰχεν l. , χαριεῖϲθαι.

88. διὰ τί ἡ Ἀθηνᾶ εἰϲ ϲύγχυϲιν τῶν ὅρκων οὐ τῶν Τρώων τινὰ ἐπελέξατο
 ἀλλὰ τῶν ἐπικούρων, καίτοι κεχαριϲμένοϲ ἄν τιϲ ἐγένετο Ἀλεξάνδρῳ μάλλον
 εἰ τῶν οίκείων ἦν. καὶ διὰ τί τῶν ἐπικούρων τὸν Πάνδαρον ἐπελέξατο.
 φηϲὶν οὖν ὁ Ἀριϲτοτέληϲ, ὅτι τῶν μὲν Τρώων οὐδένα, διότι πάντεϲ αὐτὸν
 ἐμίϲουν, ὡϲ ὁ ποιητήϲ φηϲιν· ίϲον γάρ ϲφιν πᾶ ϲιν ἀπῆ χθετο
 κηρὶ μελαίνῃ (Γ 454), τῶν δ’ ἐπικούρων τὸν Πάνδαρον ἐπελέξατο ὡϲ
 φιλοχρήματον — ϲημεῖον δὲ ἡ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ τῶν ἵπῶν κατάλειψιϲ, ἵνα μὴ
 δαπαν (ε 202) καὶ ὅτι φύϲει ἐπίορκοϲ ήν τὸ γοῦν ἔθνοϲ ἔτι καὶ νῦν δοκεῖ
 εἰναι, ὅΘεν ἐκεῖνοϲ ἠν, ἐπίορκον. ἄλλοι δὲ οὕτωϲ λύουϲιν, ὅτι ἀρίϲτου ἠν
 τοῦ δυναμένου καταϲτοχάϲαϲθαι καὶ τρῶϲαι χρεία· οὐκ ἦν δὲ
 ἐντὸϲ τῷ Ιρωικῷ μέρει ἢ Ἀλέξανδροϲ μόνοϲ καὶ Πάνδαροϲ εὐφυὴϲ οὕτωϲ, ὡϲ
 καὶ ἐπιφωνῆϲαι τὸν ποιητήν Π άν δαροϲ, ᾧ καὶ τόξον Ἀπ ὄλλ ων αὐτὸϲ
 ἔδωκεν (B 82 ), ὃ ϲημαίνει τὴν τοξικήν. καὶ ὡϲ ἄριϲτον οὖν αὐτὸν
 ἐπελέξατο τοξότην. 
 
 
 οὐκ ἀϲεβεῖ δὲ, φηϲὶν, ὁ Πάνδαροϲ, εἰ ἡ Ἀθηνᾶ ϲυνεβούλευϲε καὶ 
 
 
 
 ὁ Ζεὺϲ ἀπέϲταλκε. ῥητέον οὖν ὅτι ὁ μὲν εἰδὼϲ κακῶϲ τοὸϲ
 ὅρκουϲ γεγενημένουϲ — οὐδὲν γὰρ ἕτερον
 Τρῶεϲ ἢ ἐπὶ τοῖϲ ἀλλοτρίοιϲ ὤμοϲαν — διὰ τοῦτο ἐϲπούδαϲε λυθῆναι τὰϲ
 ἀδίκουϲ ϲυνθήκαϲ. Ἀθηνᾶν δὲ νῦν ὑποληπτέον τὸν λογιϲμὸν αὐτοῦ τοῦ
 Πανδάρου, καὶ αὐτὸϲ πρὸϲ ἑαυτὸν ταῦτα διελογίζετο. ἄπιϲτον
 γὰρ Λἁυκίων ἔθνοϲ, καὶ Ἀλριϲτοτέληϲ δὲ μαρτυρεῖ. ἄλλοι δὲ καὶ αὐτοῖϲ
 τοῖϲ Ὁμήρου λύουϲι λέγοντεϲ προειρηκέναι τὸν ποιητὴν πειράν αἴ κε
 θέληϲιν (? Δ 66. 71), οὐχὶ πείθειν.

100. ad Γ 315, p. 63.

102. πῶϲ δὲ ὁ Χρύϲηϲ (Α 41) ταύρων καὶ αἰγῶν θυϲίαν
 ὑπιϲχνεῖται; ἐροῦμεν ὅτι τὰ ἀπόρρητα τοῦ θεοῦ
 ϲαφῶϲ εἰδώϲ καὶ τὰ φίλα θύει· θυϲίαιϲ γὰρ αἰγῶν καὶ ταύρων ἥδεται. ὕλη
 γὰρ αὐτὰ τοῖϲ τόξοιϲ κεραϲφόρα ὄντα. Πάνδαροϲ δὲ ὑπὸ Ἀθηνάϲ πειθόμενοϲ
 τοξεῦϲαι οὐκ αἶγαϲ οὐδὲ ταύρουϲ ὑπιϲχνεῖται ἀλλ’ ἐρίφων πρωτογόνων
 θυϲίαν. ἀποτυχεῖν γὰρ αὐτὸν τῆϲ καιρίαϲ πληγῆϲ
 ἐβούλετο.

105—111. ἀδύνατόν φηϲιν φαϲὶν Sc εἶναι τηλικοῦτον
 κέραϲ αἰγὸϲ γενέϲθαι ins. Sc ὡϲ
 εἶναι ἑκκαίδεκα παλαιϲτῶν δύο γὰρ καὶ ἡμίϲεοϲ πήχεων πηχῶν cod. οὐκ ἂν γένοιτο κέραϲ. λύεται δὲ ἐκ τῆϲ λέξεωϲ, οὐ
 γὰρ ἓν κέραϲ ἀλλ’ ἄμφω ἑκκαιδεκάδωρα. 
 
 ἱξάλου ⟨ϊξάλου A, om. L.⟩: ἤτοι τελείου ἢ πηδητικοῦ καὶ ὁρμητικοῦ παρὰ τὸ ἱκνεῖϲθαι, ἢ ὡϲ ὁ
 Πoρφύριοϲ λέγει τὸν τομίαν. ϲυμβαίνει γὰρ, φηϲὶ, πολλάκιϲ τῶν ἀγρίων
 σιγῶν τοὺϲ τελείουϲ διωκομένουϲ ἐντὸϲ ταῖϲ θήραιϲ κατὰ τὴν παράτριψιν
 ἀποβάλλειν τὰ γεννητικὰ μόρια. 
 (Πἀνδαρoϲ ᾧ καὶ τόξον Ἀπὀλλων αὐτὸϲ ἔδωκεν, B 827). 
 τοῦτο μάχεϲθαι δοκεῖ τῷ 
 
 
 
 
 
 
 
 
 αὐτίκ’ ἐϲύλα τόξον ἐύξοον ἰξάλου αἰγὸϲ 
 ἀγρίου, ὅν ὸά ποτ’ αὐτὸϲ ὑπ ὸ ϲτέρνοιο τυχήϲαϲ· 
 δηλοῖ γὰρ ἐκεῖ Πάνδαρον ἑαυτῷ πεποιηκέναι τὸ τόξον. λύοιτο δ’ ἄν
 καὶ λέξει καὶ ἔθει, λέξει μὲν οὕτωϲ· τὸ γὰρ ῷ καὶ τόξον α ὐτὸϲ ἔδωκεν
 δύναται ἐπὶ τὴν τοξικὴν μεταφέρεϲθαι· ἔθει δέ. ὅτι εἰθίϲμεθα 
 οὐχ ἕν ἔχειν ὅπλον, καὶ μάλιϲτα οἱ περί τινα τέχνην ἐϲπουδακότεϲ.

117. v. ad Α 486.

138. δία τί μᾶλλὸν τοῦ θώρακοϲ αὕτη βοηθεῖ; ὅτι δυϲπαθέϲτερα τῶν
 ἀντιτυπούντων τὰ ὑπείκοντα.

171. διὰ τί δὲ οὕτωϲ οὐτοϲ οὐτοϲ
 οὕτωϲ L ὑποϲτρέψειν φηϲίν; ὅτι Ἕλληνεϲ μὲν
 ἄπρακτοι ἀπελεύϲονται, Τρῶεϲ δὲ κερτομήϲουϲιν Ἀγαμεμνονα. Μενέλαοϲ ἐπὶ
 ξένηϲ ϲαπήϲεται, καὶ ins. L ἀτελήϲ ἡ ἄχη μενεῖ.
 τεχνικῶϲ δὲ δι’ ὧν ἀπολοφύρεται ὡϲεὶ καταλειφθηϲόμενοϲ fuit καταληφθηϲόμενοϲ L ὑπὸ τῶν ϲυμμάχων, εἰ Μἁενέλαοϲ
 ἀποθάνῃ, κατέχειν αὐτοὺϲ πειρᾶται, τεθνηκότοϲ ἡ καὶ μὴ τοῦ Μενελάου.

221. διὰ τί οἱ Tρῶεϲ, εἴπερ πάλιν ἐκθέϲθαι τὸν πόλεμον ἐβούλοντο, οὐ
 ζητοῦϲι τὸν βαλόντα βαλόντα ΒLp, βάλλοντα L , ἀλλ’
 εὐθὺϲ ὁρμῶϲιν ἐπὶ τὰ ὅπλα; ὅτι ῷοντο βουλῇ τῶν βαϲιλέων πεπράχθαι τὴν
 παράβαϲιν. καὶ εἰ μὲν τεθνηκε Μενέλαοϲ, κρατήϲειν Ἐλλήνων ῆλπιζον διὰ
 τὴν ἐπ’ ἐκείνῳ λύπην κατεπτοημένων Dind. auctore in
 cod. quodam exstat κατεπτωμένων BLLp , εἰ δὲ μή,
 κἄν φθάϲαι ἀόπλοιϲ αὐτοῖϲ αὐτ. ἀόπλοιϲ Lp 
 ἐμπεϲεῖν. διὰ τί δὲ πάλιν Ἕξκτωρ οὐκ 
 
 
 ἐζήτηϲε τὸν βαλόντα; ὅτι οὐκ ἦν ἀναβαλέϲθαι ἀναλαβέϲθαι Dind. codicem quendam secutus τὸ
 πταῖϲμα, ἅπαξ Μενελάου τρωθέντοϲ.

226. ἐζήτηται πῶϲ τοὺϲ ῖππουϲ καὶ τὰ ἄρματα εἴαϲε τὸν γὰρ ϲπεύδοντα οὐκ εἰκὸϲ τὰ ἄρματα καταλείπειν.
 λύεται δὲ ἐκ τοῦ καιρol. ἔδει γὰρ οὐ μόνον ⟨καὶ μόνον L. Et⟩
 παρελθεῖν ἀλλὰ καὶ πρὸϲ ἑκαϲτον διαλεχθῆναι. ϲοβαρὸν γὰρ ἐραίνετο τὸ ἀπὸ
 τοῦ ἄρματοϲ ὁμιλεῖν.

297. διὰ τί τὴν τάξιν ταύτην ἐποίηϲεν, ἱππῆαϲ μὲν πρῶτον πεζοὺϲ δ’ ἐξόπιϲθε, κακοὺϲ δ’ ἐϲ μέϲϲον; ἄτοπον γὰρ τὸ τοὺϲ
 ἱππέαϲ πρὸ τῆϲ φάλαγγοϲ ποιῆϲαι καὶ τούτων μεταξὺ τοὺϲ
 φαύλουϲ. λύει δ’ Ἀριϲτοτέληϲ· ἢ οὐ πρὸ τῆϲ φάλαγγοϲ λέγειν τοὺϲ ἱππεῖϲ
 φηϲιν ἀλλ’ ἐπὶ τοῖϲ κέραϲι. καὶ οὺτοι πρῶτοι εἰεν ἄν. τοὺϲ δὲ κακὸϲ οὐ
 τόπῳ διορίζει, ἀλλ’ ἐναλλὰξ μεταξὺ ἀνδρείου τὸν ἀϲθενέϲτερον. πεζοὺϲ δ’
 ἐξόπιϲθεν τῶν ἱππέων, ὥϲτε τὰ μὲν κρατεῖν τοὺϲ ἱππέαϲ, μετὰ δὲ τούτουϲ
 τοὺϲ πεζούϲ, πανταχοῦ δὲ μεταξὺ τῶν ἀνδρείων, ἱππέων τε καὶ
 πεζῶν, τετάχθαι τοὺϲ κακούϲ, ἤτοι ἱππέαϲ τε καὶ πεζούϲ. ἄλλοι δέ, οὐδὲν
 ὅλωϲ τῷ τόπῳ διορίζειν, ἀλλὰ τῷ χρόνῳ λέγειν πρώτουϲ καὶ μέϲουϲ καὶ τὸ
 ὄπιϲθεν ὑϲτέρουϲ, ἵνα πρῶτοι μὲν ϲυμβάλλωϲιν οἱ ἱππεῖϲ οἱ ἀνδρεῖοι, μεθ’
 οὓϲ ἐπιφέρονται οἱ χείρουϲ τῶν ἱππέωντε καὶ πεζῶν οἱ ἀνδρειότατοι. οἱ
 δέ, ὅτι οὐχ ὡϲ ἐπιτιμᾶται ἔταξε καὶ
 γὰρ Hοοιωτοῖϲ οϋτω τάττειν δοκεῖ. ὥϲτε ἀπὸ τοῦ ἔθουϲ ἡ λύϲιϲ. οἱ δὲ ἀπὸ
 τῆϲ λέξεωϲ. τὸ γὰρ πρῶτον δῆλον τὸ δεξιὸν κέραϲ, ὄπιϲθεν δὲ τὸ
 ἀριϲτερόν· πρώτουϲ οὖν εἰκὸϲ εἰρῆϲθαι τοὺϲ ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ μέρουϲ
 ἑϲτῶταϲ, ὄπιϲθεν δὲ τοὺϲ ἐπὶ τοῦ ἀριϲτεροῦ ὧν εἰκὸϲ μεταξὺ τετάχθαι τοὺϲ
 δειλούϲ. οὕτω γὰρ καὶ λόγον ἕξει τὸ ὄφρᾶ καὶ οὐκ ἐθέλων τιϲ
 ἀναγκαίη πολεμίζῃ (Δ 300). 
 
 
 
 

 
 
 οὐ δεόντωϲ, ραϲὶ, τὴν πρώτην τάξιν οἱ ἱππεῖϲ ἔχουϲι, κινδύνου ὄντοϲ, εἰ
 τροπὴ γένηται τῶν ἱππέων, ϲυμπατηθῆναι τὴν ἀκολουθοῦϲαν τάξιν. ἀγνοοῦϲι
 δὲ ὅτι οἱ πεζοὶ ὄπιϲθέν εἰϲιν, ὅπωϲ τῶν ἱππέων ὑποχωρούντων διιϲτάμενοι
 δέχοιντο αὐτούϲ, ὃ καὶ γεφύραϲ πολέμου καλεῖ, πρῶν καὶ πάλιν ἑνούμενοι
 ὡϲ τεῖχοϲ δέχοιντο τοὺϲ πολεμίουϲ ἐπιόνταϲ· μεταξὺ δὲ δύο
 ἀνδρείων ἕνα κακὸν ἔβαλλε. τινὲϲ δὲ τὸ ἔμπροϲθεν καὶ ὄπιϲθεν ἐπὶ τοῦ
 δεξιοῦ καὶ ἀριϲτεροῦ κέρωϲ λαμβάνουϲι· τούϲ δὲ κακοὺϲ τετάχθαι ἐντὸϲ
 μέϲῳ, ἱνα καὶ ὑπὸ τούτων καὶ ὑπ’ ἐκείνων ἀναγκάζωνται πολεμεῖν. ἀλλὰ
 φαίνεται πεζοῖϲ οὐδὲν ἐπιτάϲϲων.

334. εἴτε διὰ τοῦτο ἔϲταϲαν, ἱνα οἱ Πρῶεϲ πρότερον κατάρξωϲιν, εἴτε ἵνα τινὲϲ ἄλλοι τῶϲ Ἐλλήνων ἄμφω δὲ ἄλογα, καὶ τὸ ὑπὸ τῶν Τρώων
 προκληθῆναι - οὐ γὰρ μικρὰ καὶ τοῦτο βλάπτει — καὶ τὸ ὑπὸ τῶν οἰκείων·
 δεῖ γὰρ ϲυντεταγμένουϲ ἅπανταϲ πολεμεῖν. ἁρμόζει δὲ μᾶλλον τὸ πρότερον,
 ἵνα ϲἱ Τρῶεϲ παραβαίνοντεϲ τὰϲ ϲυνῶκαϲ ναὶ τῆϲ. μάχηϲ ἄρξωϲιν. ἀλλὰ
 τούτῳ δοκεῖ ἐναντιοῦϲθαι τὸ νῦν δὲ φίλωϲ χ’ ὁρό ῳτε καὶ εἰ
 δέκα πύργοι Ἀλχαιῶν (v. 347 ). ἢ λείπει ἡ κατά εἰϲ τὸ ὁρμήϲειεν , ὡϲ τὸ
 (Ξ 488) ὡρμήθη δὲ Ἀκάμαντοϲ ἀκάμαντα L . θέλουϲι
 δὲ πρὸ ἑαυτῶν ἄλλουϲ ἀλλήλουϲ Lp Ἕλληναϲ ἄρξαϲθαι
 τῆϲ μάχηϲ, ἀϲυκοφαντήτουϲ ἑαυτοὺϲ ἐκ παντὸϲ πρὸϲ τὸ θεῖον πειρώμενοι
 ϲῶϲαι. διὸ καὶ δόλιον αὐτὸν καλεῖ Ἀγαμέμνων (Δ 339), ἐπεὶ
 οὐ φιλέλλην ἀλλὰ φίλαυτοϲ ὁρᾶται. καὶ ὁ μὲν ἕνα πύργον περιμένει, ὁ δ’
 ὀνειδίζων δέκα πύργοι Ἀλχαιῶν φηϲιν.

347. ad lin. 21.

401. 2. πῶϲ οὐτοϲ νεώτεροϲ ὤν τὴν ἐπἱπληξιν ἤνεγκεν, ὁ δὲ Ὀυϲϲεὺϲ καὶ
 πρεϲβύτεροϲ καὶ φρονιμώτεροϲ ὤν ὠργίϲθη (v. 349) καὶ
 ἐχαλέπηνε ἐχαλέπαινε L. ῥητέον δὲ ὅτι δι’ αὐτὸ
 τοῦτο, ἐπεὶ καὶ προϲέρ Πρεϲβύτερόϲ ἐϲτι καὶ φρονιμώτεροϲ, τὴν βλαϲφημίαν
 οὐ φέρει· τιμάϲθαι γὰρ ϲφᾶϲ αὐτοὺϲ οἱ πρεϲβύτεροι νομίζουϲι δεῖν. ἄλλωϲ
 τε οὐχ ὁμοίωϲ 
 
 
 
 
 ἀμφοτέροιϲ ἐπέπληξε, τὸν μὲν πανοῦργον εἰπὼν τὸν δὲ τοῦ ins. Bkk. πατρὸϲ ἥττονα· ὁ γὰρ τοῦ πατρὸϲ
 ἔπαινοϲ ἐμείου τὴν ὕβριν. πρὸϲ τούτοιϲ ἐπιπληχθεὶϲ ὡϲ λάλοϲ οὐκ ἤμελλε
 βεβαιοῦν τὸ λάλοϲ εἰναι. 
 ϲὼφρων ὅϲτιϲ οὐδέποτε τοὺϲ πολεμίουϲ δείϲαϲ φοβεῖται τὴν ἐπίπληξιν 
 τοῦ ϲτρατηγοῦ. καὶ νῦν μὲν ἱνα μὴ δοκῇ δοκεῖ L εἰναι λάλοϲ ἡϲυχάζει, τοῖϲ γε μὴν ἔργοιϲ δείξαϲ
 ἑαυτὸν ἐφάμιλλον ⟨ἴϲον L⟩ τῷ πατρί φηϲιν ἀλκὴν μέν μοι φηϲι add. B L πρῶτον ὁνείδιϲαϲ I 34;
 ὠνείδιϲαϲ BLLp . καὶ τὸ κρατερόϲ (Δ 401) δὲ νῦν ἔμφαϲιν ἔχει,
 πληρρῦν ὃ παρέλιπεν ὁ βαϲιλεύϲ.

434. αἰτιῶνταί τινεϲ τὰϲ τοιαύταϲ προϲθήκαϲ ὡϲ περιττάϲ· γάλα λευκόν ποῖον γὰρ γάλα
 μέλαν, τάφρον τάφον ut etiam infra Et ὀρυκτήν (Θ
 179) πῶϲ γὰρ ἂν γένοιτο οκ ὀρυκτὴ ins. L. Et 
 τάφροϲι. ὑγρὸν καὶ ins. Et ἔλαιον (ψ 281) ϲκληρὸν
 γὰρ πότ’ ἄν γένοιτο; ὐφθαλμοῖϲιν ἰδὠν (Γ 28) πῶϲ γάρ τιϲ ἄν ἴδοι; οἱ δ’
 o ὕαϲι π άντεϲ ἄκουον ἄκουϲαν Lp, MA
 442 οὐ γάρ πωϲ ἄλλη αἰϲθήϲει ἀκούομεν. ἀλλ’ τε δὴ Λυκίην
 ἶξε ἵξε Β Ξάνθον τε ῥέοντα (Ζ 172) ποῖοϲ γὰρ
 ἄλλοϲ ποταμὸϲ οὐ ῥεῖ; ἐϲτι δὲ ἡ μὲν ὸρυκτὴ τάφροϲ πρὸϲ τὰϲ οὐκ ἐξ
 ὀρύγματοϲ ϲυνιϲταμέναϲ τάφρουϲ ἤτοι ἀντιδιαιρουμένη, ἐκ χάϲματοϲ δὲ γῆϲ
 ἢ ἐξ ὕδατοϲ παρόδου προϲόδου ci. Κamm. p.
 38 ἢ oξ ἄλληϲ αἰτίαϲ· ἢ si Noehdeni silentio
 fides, in uno Et ὀρυκτὴ τάφροϲ ἡ βαθῶ τὸ ὄρυγμα διαφαίνουϲα·
 ὅταν γὰρ βαθὺ γένηται ϲκάμμα καὶ ἐπικίνδυνον εἰϲ διάβαϲιν, τὸτε ἀπείληφε
 τοῦ ὀρύγματοϲ τὴν δύναμιν. τὸ δὲ γάλα λευκόν, ὅτι ϲκιὰν οὐκ ἐπιδέχεται.
 ὑγρὸν δὲ τὸ ἔλαιον, ὅτι τὰ μὲν ἄλλα ὑγρὰ ἐκχυθέντα εἰ καὶ παραυτίκα τίκα δευθέντα μαλακύνει, ἀλλ’ οὖν ταχέωϲ ξηραίνεται καὶ
 ἐκβληθέντα κραῦρα κραύρα Lp καὶ περίξηρα παράξηρα L. καταλείπεται τὰ δεδευμένα, τὸ ἔλαιον
 δὲ ἐπὶ πολὺ διαμένει καὶ ἀνυγραίνει τὸ δεξάμενον μαλακώτερόν τε ποιεῖ
 πρὸϲ ἁφὴν τὸ φύϲει ἁπαλόν. τὸ δὲ ἰδεῖν ὀφθαλμοῖϲιν ἀντιδιαίρεϲιν ἔχει
 πρὸϲ τὸν διὰ φανταϲίαϲ βλέποντά τι, ὥϲπερ καὶ om. Lp κατὰ τοὺϲ ὕπνουϲ δοκοῦμεν ὁρᾶν τι καὶ
 διηγουμένων 
 
 
 
 ἄλλων ἀναπλάϲϲομεν τὰ διηγήματα. τὸ δὲ θεάϲαϲθαι δι’
 ὀφθαλμῶν τὴν ἐναργῆ ἐναρῆ B θέαν καὶ τὴν δι’
 αὐτοῦ δι’ αὐτῶν L κατάληψιν διὰ τῆϲ οἰκείαϲ πρὸϲ
 τὸ ὁρώμενον αίϲθήϲεωϲ. ὡϲαύτωϲ δὲ ἔχει καὶ ins.
 Et τὸ o ὔαϲιν ἀκοῦϲαι, τὸ τὸν παρόντα αὐτὸν αὐτοῦ B ἀκοῦϲαι τὸ τὸν - ἀκοῦϲαι om. L 
 τοῦ λέγοντοϲ τοὺϲ λέγονταϲ Lp καὶ μὴ
 ἄλλου ἀγγέλλοντοϲ ἀγγέλοντοϲ B ἀκοῦϲαι λόγον , ὡϲ
 καὶ ἐντὸϲ τῇ ϲυνηθείᾳ ἐν τῷ ϲυνήθει LΕt εἰώθαϲι
 λέγειν παρὰ ζώϲηϲ φωνῆϲ ἀκηκοέναι καὶ μήτε διὰ γραπτῶν λόγων ἀκοῦϲαι
 μήτε τὰ παρ’ ἄλλου ἄλλου διηγουμένου. Ξάνθον τε δὲ
 Lp ῥέον τα, ἤτοι ἐπεὶ Ξάνθοϲ ἐϲτὶ καὶ πόλιϲ Λυκίαϲ διέκρινε
 τὸν ποταμὸν τῷ ῥεύματι, ἢτὸνϲφόδρα ῥεοντα βούλεταιλέγειν ὡϲ
 τὸν δινήεντα (Φ2), ἢ Ξάνθον ῥέοντα ὡϲ εἰ ἔλεγε ξάνθου ῥοάϲ, ἢ τὸν καλῶϲ
 ῥέοντα, ὡϲ ποιητὰϲ ἐϲέχυντο πλαϲ (M 470), τὰϲ εὖ πεποιημέναϲ· ἢ ποιηταὶ
 πύλαι αἱ τέλοϲ ῆδη λαβοῦϲαι καὶ ἀποτετελεϲμέναι ἢ
 ποιηταὶ — ἀποτετελεϲμέναι uncin. incl. Kamm. . καὶ ὅλωϲ ἐπὶ
 πάντων τῶν τοιούτων ζητῶν τιϲ εὑρήϲει εὔλογον τὴν τῆϲ
 προϲθήκηϲ αἰτίαν.

447. | 1 sq.

457. πῶϲ οὐκ Αἴαϲ πρῶτοϲ ἢ Διομήδηϲ ἀριϲτεύει; καί
 φαϲιν ὅτι Πύλιοι πρῶτοι ϲυνέρρηξαν. ἄλλοι δὲ τι, ἐπεὶ ὁ Ἀντίλοχοϲ
 ἄλκιμοϲ μαὶ ταχϲ ὑπόκειται, είκότωϲ καὶ φονεύει πρῶτοϲ. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ ἀπ
 ἐλάϲϲονοϲ ἠρχθαι τὸν ποιητὴν τὸ τῆϲ τχηϲ αίνιϲϲόμενον
 κράτοϲ. 
 
 τοῦτο χαρίζεται αὐτῷ, ἐπεὶ καὶ ἄλλην ἀριϲτείαν αὐτοῦ οὐ γράφει ϲυγγράφει, om. οὐ, BLp, corr. Bkk. ·ἄλλωϲ τε καὶ
 ζηλοῖ οὐ γράφει πρῶτοϲ γὰρ. φηϲὶν, ἐγ ὼν ἕλον ἄνδρα (Λ 737 ), καὶ θεατὴν
 αὐτὸν λοχοϲ ἔχει. θερμότητοϲ δὲ τοῦτο 5 fere litt. post
 h. v. eras. B νεωτερι- ἔργον. ἢ Τρῶεϲ κατεφρόνουν
 Ννέϲτοροϲ καὶ κατὰ τοῦτο μάλλον τὸ μέροϲ πρώτωϲ ἔκρουϲαν. 
 alter. schol. h. v. (de ἱπποκορυϲτήϲ) v. 8 1.

491. ἀδύνατόν φηϲιν εἰναι ἐπὶ τὸν Αἴαντα τὸ βέλοϲ πεμφθὲν είϲ Ἰθακήϲιον
 ἐλθεῖν· οἱ γὰρ Ἰθακήϲιοι πόρρω τεταγμένοι είϲὶ καὶ οὐ κατὰ 
 Cαλαμινίουϲ ϲαλαμίνουϲ L Et καὶ τοὺϲ ins. L Λοκρούϲ. λύεται δὲ ἐκ τῆϲ λέξεωϲ· ὁ γὰρἑταῖροϲ οὐ
 πάντωϲ πολίτηϲ ἀλλὰ καὶ φίλοϲ καὶ ϲυμπράττων. οὕτω καὶ Πάτροκλοϲ
 Ἀχιλλέωϲ οὐ πολίτηϲ ἀλλ’ ἑταῖροϲ. 
 
 πῶϲ ἑταῖρον αὐτόν φηϲιν Ὀδυϲϲέωϲ, μὴ ϲτρατευομένων ἸθακηϲίωνὈδυϲϲέοϲ
 
 
 
 πληϲίον Ϲαλαμινίων, ἑταῖρον οὖν νῦν μὲν
 οὑν L οὐ τὸν πολίτην ἀλλὰ τὸν ϲυνεργόν φηϲιν. τί γὰρ ἄτοπον
 εἰ Ϲαλαμίνιοϲ ὤν ἑταῖρόϲ ἐϲτιν Ὀδυϲϲεῖ. οἱ δὲ ὅτι ϲυγκέχυται ἡ μάχη, ἢ
 ὅτι ὁ Αἴαϲ πάϲαϲ ἐπῄει τὰϲ τάξειϲ βοηθῶν. καί που γὰρ καὶ δυϲϲεῖ βοηθεῖ.
 ὡϲ δηλοῖ ἡ πεδιὰϲ μάχη (Λ 472), καὶ Μενεϲθεῖ βοηθεῖ (M 370)
 ἐντὸϲ τῇ τειχομαχίᾳ βοηθεῖ usque ad βοηθεῖ om. L, tum
 idem ἐντὸϲ τῷ τηλεμαχ , καὶ Μενέλαοϲ αὐτὸν ἐπὶ Πατρόκλου πατρόκλῳ L προϲκαλεῖται (P 120). 
 ὅϲ οἱ φίλοϲ ἦεν ἑταῖροϲ. τοὺϲἑταίρουϲ ἀπὸ τῶν φίλων διαιρεῖ οἱ μὲν γὰρ ἑταῖροι οἱ προϲοικειωθέντεϲ κατὰ φιλίαν, οἱ
 δὲ φίλοι οίκεῖoι καὶ κατὰ γένοϲ προϲήκοντεϲ, ὥϲπερ καὶ ὁ
 ἔτηϲ καὶ ὁ γείτων· ἔται μέν γὰρ οἱ ϲυνέϲτιοι, γείτονεϲ δὲ οἱ πληϲίον
 μένοντεϲ· γείτονεϲ ἠδὲ ἔται (δ 16). καὶ ὅτι ἑταίρουϲ ϲυνδιαιτητὰϲ οἶδεν·
 ἐπεί οἱ ἑταῖροϲ ἔην φίλοϲ εἰλαπιναϲτήϲ ( 5 7). καὶ ἐρίηραϲ ἑταίρουϲ (ι
 100) τοὺϲ διὰ τῆϲ χρείαϲ φίλουϲ, καὶ Ἐκτορι δ’ ῆεν ἑταῖροϲ (C 251), παραλιπὼν ἐνταῦθα τὸ εἶδὸϲ. ὁμοίωϲ δ’ οὖ 
 ϲοὶ δ’ ὁ δὸϲ οὐκέτι δηρὸν ἀπέϲϲεται ἠν ϲὺ μενοινάϲ· 
 τοῖ οϲ γάρ τοι ἑται ροϲ ἐγῶ πατρώιόϲ εἰμι, 
 ὅϲ τοι νῆα θοὴν ϲτελέω καὶ ἅμ’ ἕ ψομαι αὐτόϲ 
 ( 285 — 87 ), καὶ 
 ἐγὼ δ’ ἀνὰ δῆμον ἑταίρουϲ 
 lαἶψ’ ἐθελοντῆρα ϲ ϲυλλέξομαι (β 291). 
 καὶ μεταφέρων ἐκ τοῦ ἐυκνήμιδαϲ Ἀχαιούϲ λέγει (β 402) 
 Τ ηλέμαχ ′, ἤδη μἐν τοι ἐυκνήμιδεϲ ἑταῖροι, 
 καὶ ἐκ τοῦ κομωντεϲ Ἀλχαιοί· 
 
 εὗρὲν ἔπειτ’ ἐπὶ θινὶ καρηκ0μωνταϲ ἑταίρου 
 (β 408). φίλοϲ δὲ υἱὸϲ καὶ φίλη μήτηρ καὶ φίλα γυῖα καὶ φίλαι
 χεῖρεϲ. καὶ διακρίνων· 
 εἰ μετὰ οἰϲ ἑτάροιϲι δἀμη Τρώων ἐνὶ δήμ ῳ 
 ἠὲ φίλων ἐντὸϲ χερϲίν, ἐπεὶ πόλεμον τολύπευϲεν (α 237. 8) 
 
 οὐκ ἂν, φηϲὶν, ἐλυπήθην, εἰ ἐντὸϲ τῆ Τροίᾳ μετὰ τῶν αὐτοῦ
 ἑταίρων ἀπώλετο πολεμῶν, ἢ εἰ κατεργαϲάμενοϲ τὸν πόλεμον καὶ ἐπανελθών
 
 
 
 
 ἐν ταῖϲ χερϲὶ τῶν οἰκείων ἐτελεύτηϲεν. καταχρώμενοϲ δὲ καὶ
 τὴν φύξιν ἑταίραν τοῦ φόβου λέγει (1 2) 
 φύζα φόβου κρυόεντοϲ ἑταίρη, 
 καὶ ἄνεμον (λ 7) 
 ἴκμεν ον οὖρὸν ἵει π ληϲίϲτιον ἐϲθλὸν ἑται ρον. 
 
 καὶ πάλιν ὅλην τὴν οἰκειότητά φηϲι δηλῶν (Γ 163) ὄφρα ἴδῃ πρ
 ότερόν τε πόϲιν πηούϲ τε φίλουϲ τε τὸν ἄνδρα, τούϲ ϲυγγενεῖϲ, τοὺϲ
 οίκείουϲ. διὸ ἐπιζητεῖ ἡ Ἑλένη τοὺϲ ἀδελφούϲ.

505. πῶϲ νικῶϲιν οἱ ins. L ἕλληνεϲ, οὓϲ ὁ ζεὺϲ
 θέλει ἡττᾷ ϲθαι; ἐροῦμεν ὅτι Ζεὺϲ ἐῷ ἔα
 Lp Τρῶαϲ ποινὰϲ τῶν πλημμελημάτων τίνειν, ἢ ὅτι δι’ ἀμφοτέρων
 τὴν τῶν Ἑλλήνων δύναμιν, ῖνα καὶ ϲυμμαχῶν μαχῶν Πρωϲὶν ἐπιδείξηται τὴν
 χάριν, εἴ γε ὃν ἔτρεψε μόνοϲ Αἴαϲ, οὗτοϲ ἅμα Διὶ τοὺϲ πάνταϲ Ἕλληναϲ
 διώκει.

520. πῶϲ ἐντὸϲ τῷ καταλόγῳ φηϲὶν Θρήικαϲ ἦγε ϲὺν Ἀκάμαντ 
 ἀκάμαν τί B ὅϲουϲ Ἑλλήϲπ οντοϲ ἐντὸϲ ἐέργει (Β
 844), νῦν (δὲ λέγει ὅτι Αἰνόθεν εἰληλούθει ἢ τάχα οὗτοι μὲν πάντεϲ
 περιῴκουν, τὰ δὲ βαϲίλεια ἐντὸϲ Αἴνῳ ἦν τὰ αὐτοῦ.

1. Πῶϲ ἐντὸϲ τῷ καταλόγῳ δεύτερον εἰπὼν Ἀχιλλέωϲ Αἴαντα (B 768) τὴν
 πρώτην ἀριϲτείαν οὐ τούτῳ τῷ δὲ Διομήδει ἀνατίθηϲιν: ἢ ὅτι ὁ μὲν δυϲκίνητοϲ καὶ μεγαλόφρων τὴν φύϲιν ὑπάρχων κατὰ πάϲαν τὴν μάχην
 ἦν ἄριϲτοϲ, ὁ δὲ ὀξὺϲ καὶ φιλότιμοϲ ὤν ὑπὸ τῆϲ Ἀγαμεμνονοϲ Δ ιομηδέἵ. A
 f. 62a c. l. προτροπῆϲ Δ 370 ἀνεπτέρωται· οἱ γὰρ
 νεανίϲκοι καὶ θυμοειδεῖϲ ὑπερεθιϲθέντεϲ εἰϲ μεγάλην τὴν ἐπίδοϲιν
 ἀναφέρονται. ἢ ὅτι εἰϲ τὸν μείζονα κίνδυνον αὐτὸν φυλάττει τὸν περὶ τῶν
 νεῶν· ἧττον γὰρ ἀπεδίδραϲκε καὶ διὰ τὸ δέοϲ Ἀχιλλέωϲ (H
 116. 17 ?) καὶ διὰ τῶν ὅρκων τὴν ὑποψίαν. καλῶϲ δὲ ὁ Διομήδηϲ
 προτρέπεται ἰδίᾳ · ἡ γὰρ κοινὴ πρὸϲ τὸ πλῆθοϲ προτροπὴ τὸν καθ’ ἕνα
 ἀμελέϲτερον ἐργάζεται, ἡ δὲ πρὸϲ ἕνα τινὰ μονομαχία εὐθαρϲέϲτερον καὶ
 γενναιότερον.

7. ἀδύνατον τοῦτο πῶϲ γὰρ ἂν ἔζηϲεν ὁ οὕτω καιόμενοϲ ἅπὸ τῆϲ κεφαλῆϲ καὶ
 τῶν ὤμων ἐγχειρεῖ μὲν οὖν τῷ ἔθει λύειν, ὅτι ϲυγ κεχώρηται τὸ δοκεῖν
 τοὺϲ θεοὺϲ δύναϲθαι τοιαῦτα δρᾶν τιναϲ ἃ τοῖϲ, πάϲχουϲιν ἀκίνδυνά εἰϲι
 κατὰ τὴν ἐκείνων προαίρεϲιν. λύεται δὲ Vl ἐκ τῆϲ λέξεωϲ
 διχῶϲ, ἢ ὅτι τὸ πῦρ οὐ κυριολογεῖ ἀλλ’ ἐπὶ τῆϲ λαμπὴ δόνοϲ τίθηϲιν, ἢ
 ὅτι μετωνυμικῶϲ ἀπὸ κρατόϲ τε καὶ ῶμων λέγει, ἀπὸ τῶν περιεχομένων ἐπὶ
 τὰ περιέχοντα· προείρηται γὰρ δαῖέ οἱ ἐκ κόρυθόϲ τε καὶ post h. v. B rasura ἀϲπίδοϲ ἀκάματον πῦρ (v. 4). ἢ καὶ ἐκ τοῦ
 ἔθουϲ· εἴωθε γὰρ om. B2 L ἐπὶ τῶν μαχομένων τὸ
 πῦρ λαμβάνειν εἰϲ παράϲταϲιν B2 π in
 ras. τῆϲ ϲυντόνου ϲυντόμου L καὶ
 ἐνθέρμου ὁρμῆϲ· ὧϲ οἱ μὲν μᾶρναντο μάρνανται L 
 δἐμαϲ πυρὸϲ αἰθομἐνοιο (Λ 596. N 67 3. P 366. (C 1 ) καὶ (Δ 342. MA 316)
 μάχηϲ καυϲτειρ ῆϲ ἀντίη ολῆϲαι ἀντιβολήϲαϲ L . καὶ
 τὰ περὶ τὸν Διομήδη οὖν παραϲτατικὰ τῆϲ κατὰ τούϲ ῶμουϲ καὶ τὰϲ χεἰραϲ
 ἐνθέρμου ὁρμῆϲ καὶ τῆϲ κατὰ τὴν κεφαλὴν πυκνοτέραϲ
 ἐπιϲτροφῆϲ· οὕτω γὰρ om. B2 καὶ κορυθαίολοϲ κορυθαιόλοϲ ΒΒ2, tum ὁ Ἕκτωρ B2 εἴρηται. 
 Ζωίλοϲ Ζωῖλοϲ A ὁ Ἐφέϲιοϲ κατηγορεῖ τοῦ τόπου
 τούτου καὶ μεμφεται τῷ ποιητῇ τὸν ποιητὴν L , ὅτι λίαν γελοίωϲ πεποίηκεν ἐκ τῶν ῶμων τοῦ Διομήδουϲ καιόμενον πῦρ· ἐκινδύνευϲε γὰρ ἂν
 καταβαλεῖν φλεχθῆναι καταφλεχθεὶϲ A ὁ ἥρωϲ. ἐνίοι
 μὲν οὖν παρειλῆφθαι τὸ ὡϲ κατὰ ϲυνήθειαν τῷ ποιητῇ, ὡϲ καὶ ἐντὸϲ ἑτέροιϲ
 ὣϲ οἱ μὲν μάρναντ δέμαϲ πυρόϲ, καὶ ἐνθάδε τὸ δαῖἐ οἱ ἀκάματον πῦρ, ἵν’ ᾖ
 ὡϲ πυρὸϲ φανταϲία, οὐκ εἰδικῶϲ ἰδικῶϲ A πῦρ L verbis poëtae δέμαϲ πυρὸϲ adlidit
 αἰθομένοιο, tum ita peIsit: ὡϲ πυρὸϲ φανταϲίαν καὶ οὐκ εἰδικὸν πῦρ
 λέγει ὁ ποιητήϲ, ὃ βέλτιον ἂν εἰεν .

20. κατηγορεῖ καὶ τούτου Zωίλοϲ, ὅτι λίαν φηϲὶ γελοίωϲ πεποίηκε τὸν Ἰδαῖον
 ἀπολιπόντα τοϲ ῖππουϲ καὶ τὸ ἅρμα φεύγειν. ῥητέον οὖν ὅτι κατέθορε μὲν
 τοῦ ἅρματοϲ ὡϲ ὑπεραϲπίϲων τῷ ἀδελφῷ, εὐλα. βηθεὶϲ δὲ τὸν
 πολέμιον εἰϲ φυγὴν ὥρμηϲεν. οἱ δὲ λέγουϲιν ὅτι είδὼϲ τὸ Διομήδουϲ
 φίλιππον διὰ τοῦτο ἐᾷ τοὺϲ ῖππουϲ, ὅπωϲ περὶ αὐτοὺϲ γένηται. ἢ ὅτι οὐκ
 ἐπέϲτηϲε τῷ ϲυμφέροντι· αἱ γὰρ φρένεϲ ταραχθεῖϲαι παρέπλαγξαν καὶ τὸν
 ϲοφόν. τοιοῦτοϲ εὺρίϲκεται παρ’ αὐτῷ καὶ Ἀλεξανδροϲ 
 
 
 
 ἑλκόμενοϲ ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἀγχόμενοϲ ὑπὸ τῆϲ κόρυθοϲ καὶ
 ἀγνοῶν χρήϲαϲθαι τῷ ξίφει κατὰ τοῦ πολεμίου (Γ 369 sq .).

8. καὶ μὴν ἀπήλαϲτο τὸ ἄρμα. ἢ τῷ τόπῳ τῶν ἁρμάτων φηϲίν. διό τινεϲ
 ἔλεγον· παρ’ ὄχεϲφι πᾶϲιν ὀρίνθη θυμόϲ, ἵν’ ᾖ οὕτωϲ· τοῖϲ ἁρματηλάταιϲ
  ὁ Θυμὸϲ ὠρίνθη προϲσοκῶϲι τὸ δεινὸν ἐψ’  ἑαυ τοὺϲ ἥξιν. τὰ
 δὲ ὲπείγοντα πρῶτον εἰπὼν ἐπιψέρει καὶ τῶν Τρώων τὀ  πάθοϲ.

127. ad Ζ 129.

132. ν. 315—41.

137. schol. de variis domiciliorum et rusticorum et urbanorum partibus quoniam casu cum h. l. in libris ( *B et L) coninctum est,
 in fine operis nostri edetur.

153. cf. ad Α 250.

182. καὶ πῶϲ γινώϲκει πολέμιον ὄντα ὅτι ἔϲτιν ὅτε καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν
 πόλεμον ϲυναντῶϲιν ἀλλήλοιϲ καὶ γνωρίζονται, ἐϲτι δ’ ὅτε 
 καἰ om. B Lp μὴ ὄντοϲ πολέμου κατοπτεύοντεϲ
 βλέπουϲι τοὺϲ ἀλλήλων ἀριϲτεῖϲ.

265. πόθεν δὲ οἶδεν ἐξ αἰχμαλώτων δηλονότι, ὅθεν
 καὶ ἰδομενεὺϲ ἔμαθε τὰ περὶ θρυονέωϲ (N 3 74 sq .). δύναται δὲ καὶ ὡϲ
 Ἀλργεῖοϲ εἰδέναι ταῦτα, εἰ γε Ἡρακλῆϲ ἐϲτράτευϲεν ἐπὶ Τροίαν ἐπίνοιαν Lp .

269. πῶϲ παρὰ τῷ Πριάμῳ τὸ γένοϲ οὐ ϲώζεται; ὅτι
 τοὺϲ Λαομέσοντοϲ Ἡρακλῆϲ ἀπήγαγε πορθήϲαϲ τὴν Ἴλιον.

290. 91. ζητεῖται πῶϲ Διομήδουϲ μὲν ἀκοντίϲαντοϲ πεζοῦ, Πανβέλοϲ δάρου δὲ
 ἀπὸ ἅρματοϲ, οὕτωϲ ἐκ τοῦ κοιλοτέρου φερόμενον τὸ δόρυ νεν
 Ἀθήν κατωφερῆ πεποίηκε τὴν τρῶϲιν. ἔϲτι δὲ λέγειν, ὅτι πρῶτον μὲν Ἀθήνᾶ
 καὶ τὰ ἑξήνη ἦν ἡ κατειnύνουϲα αὐτό, ἦν δυνατὸν τοῦτο ποιῆϲαι, ἔπειθ’
 ὅτι προϲεπινεύϲαϲ ὁ Πάνδαροϲ ἕνεκα τοῦ θεάϲαϲθαι, εἰ καιρίωϲ τέτρωται ὁ
 Διομήδηϲ, οὕτωϲ ἐβλήθη διὰ τῆϲ ῥινὸϲ τὴν γλῶϲϲαν. οἱ δὲ ὅτι ἐντὸϲ
 ἀνωμάλοιϲ τόποιϲ μαχομένων εἰκὸϲ τὰ μὲν ἅρματα ἐντὸϲ χθαμαλωτέροιϲ 
 
 
 
 
 
 τόποιϲ τρέχειν τοὺϲ δὲ πεζοὺϲ ἀπὸ μετεώρου μάχεϲθαι, ὥϲτε
 καὶ τὸν Διομήδη ἀφ᾿ ὕψουϲ βεβληκέναι. ἢ ὅτι δειλωθεὶϲ τῇ ὁρμῇ τοῦ ἥρωοϲ
 ὁ Πάνδαροϲ ϲυνεκάθιϲεν.

315—41. οὐχ ἵνα μὴ τρωθῇ· πῶϲ γὰρ ἐνόμιϲεν ἄτρωτον τὸν 
 ἑαυτῆϲ πέπλον εἶναι, τιτρωϲκομένων καὶ τῶν θεῶν; ἀλλ᾿  ὑπὸ
 οὐδενὸϲ αὐτὸν αὐτῶν cod. τῶν πολεμίων ὁραθῆναι
 θέλει. ὡϲ γὰρ αὐτοὶ οἱ θεοὶ τοῖϲ ἀνθρώποιϲ εἰϲὶν ἀφανεῖϲ, οὕτω καὶ ἡ
 ἐϲθὴϲ αὐτῶν ἀόρατοϲ. πῶϲ οὖν ἐπιφέρει μή τιϲ Δαναῶν τα χυπώλων χαλκὸν
 ἐνὶ ϲτήθεϲϲι βαλὼν ἐκ θυμὸν ἕληται ἀπὸ τοῦ ἡγουμένου ἐδήλωϲε τὸ ἑπόμενον. εἰ γὰρ ὤφθη, ἴϲωϲ ἂν ἐτρώθη, καὶ τρωθεὶϲ ἀπέθανε.
 Διομήδηϲ δὲ μόνοϲ ἐπεδιώκει· τὴν ἀχλὺν γὰρ ἦν ἀφηρημένοϲ. 
 (336). διὰ τί κατὰ χειρὸϲ τιτρώϲκεται ἡ Ἀφροδίτη; ὅτι τῆϲ χειρὸϲ 
 λαβομένη ὅτι δεῖ λαβ. Lp παρῄνει τὴν Ἑλενην (Γ
 385). 
 διὰ τί κατὰ χειρὸϲ τιτρώϲκεται Ἀλφροδίτη; ὅτι χειρὶ λαβομένη 
 παρῄνει τὴν Ἑλένην. καὶ ἄλλωϲ. ἠρέθιϲται ἀκούϲαϲα.

341. ἄλογοϲ ὁ ϲυλλογιϲμόϲ· οὐ γὰρ διότι ϲῖτον καὶ οἶνον οὐ προϲφέρονται, διὰ
 τοῦτό εἰϲιν ἀναίμονεϲ καὶ ἀθάνατοι· πολλὰ γὰρ καὶ ἄλλα ζῶα οὐ
 προϲφέρεται ταῦτα. λύεται δὲ ἐκ τῆϲ λέξεωϲ· ὑπακοῦϲαι γὰρ δεῖ τῷ οὐ
 ϲῖτον ἐδουϲιν ἀλλ᾿ ἀμβροϲίαν, τῷ δὲ οὐ πίνουϲιν οἶνον ἀλλὰ
 νέκταρ.

338. οὐκ εὖ φαϲι προϲκεῖϲθαί τινεϲ τὸ πολλά οὐκ εὑ φαϲ.
 ἔνιοι πρόϲκειται τὸ πολλά Lp · καὶ γὰρ ἐραϲτήϲ ἐϲτι om. Lp καὶ ἀδελφὸϲ μαὶ τοῖϲ αὐτοῖϲ βοηθεῖ. ῥητέον
 δὲ om. Lp ὅτι τὸ γυναικεῖον καὶ ἀϲθενὲϲ ἐμφαίνει
 ἡ πολλὴ δέηϲιϲ καὶ τὸ γονυπετεῖν LP add.: ἄμπυξ δὲ κτλ.
 quae huc non pertinent .

430. καὶ πῶϲ ὕϲτερον (889 sqq.) ὑβρίζει αὐτόν; ὅτι τὸ δίκαιον ὑπερέβαινεν
 οὐ βοηθῶν ἀλλὰ καὶ αὐτουργῶν κατὰ τῶν Ἀχαιῶν· Περίψανια γοῦν ἀπέκτεινεν
 (ν. 842).

451. καὶ πῶϲ Διομήδηϲ οὐ μηνύει τοῖϲ Ἀχαιοῖϲ ὅτι εἴδωλον ἦν, τὴν ἀχλὺν
 ἀφῃρημένοϲ ἀφήρηται γὰρ τὴν ἀχλὺν Lp , ὄφρ’ ε ὐ
 ὠγινϲκοι ϲκοι γινώϲκῃ L p θε ὸν ἠδὲ
 om. Lp καὶ ἄνδρα (v. 128); ῥητέον δὲ om. Lp ὅτι τὸ εἴδωλον ἀμφοτέρων τούτων ⟨ἀμφοῖν,
 om. τούτων, Lp> ἐϲτέρηται.

453. τὸ λαιϲήια εἰ καὶ ἄλλοι ἄλλωϲ ἀποδεδώκαϲιν, ἀλλ’ ἐγῶ λαιϲήια. φημι
 ϲάκη λέγειν κοῦφα ἤγουν ἐλαφρά — τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ πτερό εντα — εντα —, λαιϲήια δὲ εἰρῆϲθαι τὰ ἐντὸϲ τῇ λαιῇ βαϲταζόμενα
 μικρὰ ἀϲπιδίϲκια , ὥϲ ποτε ἔφη ὁ δ’ ἀριϲτερὸν ὦμον ἔκαμνεν
 ἔμπεδον αἰὲν ἔχων ϲάκοϲ αἰόλον (Π 106). πτερόεντα δὲ ὡϲ κοφα· τῷ δ εὐτε
 πτερὰ γίνετο (Τ 386).

504. πῶϲ τὸν οὐρανὸν πολύχαλκον λέγει καὶ πάλιν χρυϲοῦν, ὡϲ 
 τὸ χρυϲἐῳ ἐντὸϲ δαπέδ ῳ (Δ 2) ἰϲτέον δὲ ὅτι ὅταν μὲν ϲτερεὸν βούληται
 λέγειν, τότε πολύχαλκόν φηϲιν, ὅταν δὲ καλόν, χρυϲοῦν.

522. διὰ τί μὴ πύργοιϲ ἢ ὄρεϲιν; ὅτι ὕϲτερον κινηθήϲονται.

533. τὸ ἦ ὅτι μὲν ταὐτὸν ϲημαίνει τῷ τὸ L ἔφη
 διϲυλλάβῳ καὶ τῷ φῆ διγραμμάτῳ ῥήματι παρ’ Ὁμήρῳ δῆλον, καὶ δοκεῖ
 γεγενηϲθαι 
 
 
 
 
 
 τὸ ἦ ἀπὸ τοῦ φῆ κατὰ ἀφαίρεϲιν τοῦ β. ζητοῦϲι δὲ τίϲ ἡ
 διαφορὰ τοῦ ἦ πρὸϲ τὸ φῆ. διαφέρειν δὲ φαίνεται, ὅτι τὸ μὲν ἦ ἐπὶ
 προειρημένοιϲ λόγοιϲ ἐπιλέγεται, οἷον ἐντὸϲ τούτοιϲ· ἡ καὶ κυανἐῃϲιν
 κυανέοιϲιν L. ἐπ ὄφρύϲι νεῦϲε Κρονίων (Α
 52S), ἢ καὶ ἐπ’ ἀργυρέῃ κώπῃ ϲχέθε χεῖρα βαρεῖαν (Α 219)·
 προειπόντοϲ γὰρ τοῦ Διὸϲ καὶ τοῦ Ἀχιλλέωϲ, ταῦτα ὁ ποιητὴϲ λέγει, καὶ
 δι’ ἀμφοτέρων ὅλων τῶν ποιήϲεων οὕτωϲ αὐτὸ καὶ μόνον ὑποτάττει. τὸ δὲ φῆ
 καὶ τὸ ἔφη καὶ προτάϲϲεται τῶν ῥηῆῆηϲομένων λόγων καὶ τούτοιϲ
 ὑποτάϲϲεται. καὶ μία μὲν αύτη διαφορὰ τοῦ φῆ καὶ τοῦ
 ins. L ἔφη πρὸϲ τὸ ἦ, δευτέρα δὲ αὕτη · τὸ μὲν
 γὰρ om. L ἦ καθ’ ἕνα χηματιϲμὸν ἐκφέρεται καὶ
 ϲημαίνει. ῥῆμα τὸ ἢ, εἶπὲν, ὁριϲτικὸν ἑνικὸν ἀορίϲτου χρόνου δηλωτικὸν
 ὑπάρχον τρίτου προϲώπου, τὸ δὲ φῆ κλίϲιν εἰϲ ἄπανταϲ χρονουϲ καὶ τοὺϲ
 ἀριθμὸϲ καὶ τὰ πρόϲωπα καὶ τὰ γένη λαμβάνεται λαμβάνει
 L. , καὶ τρέπεται καθάπερ τῶν ἄλλων ῥημάτων τὰ παραπλήϲια. 
 
 παρὰ δὲ τοῖϲ Ἀττικοῖϲ ἐϲτι τι μονοϲύλλαβον ῥῆμα καὶ μονογράμματον ἦ,
 ϲημαίνει δὲ δύο, τὸ μὲν τι μέντοι Bd L, corr.
 Bkk. ταὐτὸ ταὐτὸν L τῷ παρ’ Ὁμήρῳ·
 χρῶνται γὰρ αὐτῷ παραπληϲίωϲ ἀντὶ τοῦ om. L ἔφη
 κατὰ τοῦ τρίτου προϲωπου, τὀ δέ τι ταὐτὸν τῷ ὑπῆρχον τὸ
 ὑπηρχ. quae B et L om ., praeente Dindorfio e schol. 
 Od. addidi , ὃ ποιεῖ ἦν, ὅπερ ἐπιπολάζει νῦν. τῶν δὲ Ἀττικῶν ο
 μὲν ἀρχαιοί μονογράμματον αὐτὸ προεφέροντο, οἱ δὲ νεώτεροι ϲὺν τῷ ν,
 καθάπερ τῶν πρεϲβυτέρων τινέϲ. χρῆται δὲ τούτῳ τοῦτο
 L ὁ ποιητὴϲ ποτὲ μὲν εἰϲ δύο ϲυλλαβὰϲ διαιρῶν αὐτὸ καὶ δύο
 γράμματα βραχέα, οἰον ἐπὶ τοῦ Nέϲτοροϲ εἴ ποτε κοῦροϲ
 ἔα e schol. Od. add. Dind. νῦν αὐτέ με γῆραϲ
 ἱκάνει (Δ 321 ), καὶ τοῖοϲ ἔα ἐντὸϲ πολέμῳ, ἔργον δἐ μοι οὐ φίλον ἠεν (ξ
 222). τούτων τὸ πρὸτερον ἐκτείνων γράμμα εἰϲ τὸ ϲυγγενὲϲ τὸ η, οἷον ἀλλ’
 ὅτε δὴ μὴ L ϲχεδὸν ῆα κι ὼν νεὸϲ ἀμφιελίϲϲηϲ (κ
 156). ἐντὸϲ γὰρ τούτοιϲ ταὐτόν τι λέγει τῷ τὸ codd.,
 corr. Bkk. ῆμην. τὸ δὲ μονοϲύλλαβον οὐχ
 εὑρίϲκομεν παρ’ αὐτῷ κατὰ τῆϲ δυνάμεωϲ τὴν δύναμιν
 L ταύτηϲ ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑτέραν τῆϲ ἑτέραϲ
 L μόνον. τῶν δὲ Ἀττικῶν ἐϲτι. παρὰ ἰρατίνῳ κρατύνῳ L ἐντὸϲ Πυτίνῃ· γυνὴ δ’ ἐκείνου πρὸτερον ἦ ἦν codd., corr. Buttm. , νῦν δ’ οὐκέτι, καὶ παρὰ τῷ
 om. L 
 
 
 
 Ϲοφοκλεῖ ἐντὸϲ τῇ Ννιόβη· ἦ γὰ ρ φίλη ἐγ ὼ τῶνδε τοῦ
 προφερτέρo υ, καὶ ἐντὸϲ Oίδίποδι τῷ ἐπὶ Κολωνῷ (ἐπικλωνῷ L, potius τῷ
 Τυράννῳ, v. 1123) ἦ ἦν codd. δοῦλοϲ οὐκ ὠνητὸϲ
 ἀλλ’ οἰκοτρα ρήϲ, καὶ παρὰ Πλάτωνι τῷ φιλοϲόφῳ (Rep. l, p. 328 C) οὐ γὰρ
 ἐγ ὼ ἐντὸϲ δυν άμει ἢ codd. ἦν τοῦ ῥὸᾳδίωϲ.

576. τὸ ἔνθα Π υλαιμένεα —μένεα B ⟩ἐλέτην εἰϲ τὸ ἔνθα Πυλ. ἑλL μάχεται τῷ ἐν τῇ παρὰ νηυϲὶ
 μάχη ζῶντι καὶ ἑπομένῳ τῷ παιδὶ Ἁλρπαλίωνι· παρὰ δέ ϲφι πατὴρ κίε δάκρυα
 λείβων (N 658). ἡ δὲ λύϲιϲ ἀπὸ τῆϲ λέξεωϲ· καὶ γὰρ ὁ Πυλαιμένηϲ —μενὴϲ B ὁμώνυμοϲ εἰναι δύναται, καὶ τὸ μετὰ δέ
 ϲφι πατὴρ κίε δάκρυα λείβων μετωνυμικῶϲ· ἐκδέχεται ἡ τοῦ
 πατρὸϲ μνήμη. καὶ τὸ ἔνθα Πυλαιμένεα —μένεα B 
 ἑλέτην οὐ πάντωϲ ἐϲτὶν ἀνεῖλον, ἀλλὰ κατέλαβον, ὡϲ ἐπὶ τοῦ ζωὸν ἕλ’ ἑλον B L ἵπ πω γά ρ οἱ ἀτυζομένω πεδίοιο (Ζ 38).
 οὐδὲ γάρ ἀγῶνα αὐτοῦ εἴρηκεν, οἷα εἴωθε λέγειν τοῖϲ ἀποθανοῦϲι· τάχα οὑν
 αὐτὸϲ αὐτὸ L. μόνον τέτρωται. 
 
 
 ϲκόπει τὴν φράϲιν [ἕλετο] ἑλέτην· ἐπόρθηϲαν, διὰ τὸν ἡνίοχον καὶ τοὺϲ
 ἵππουϲ, ἤ ϲυλληπτικῶϲ· τὠ τε Θρήκηθεν ἄητον (1 5). πῶϲ οὑν τῷ υἱῷ ἕπεται
 δάκρυα λείβων ἐντὸϲ τῆ ἐπὶ ταῖϲ ναυϲὶ μάχῃ· ἔν θᾶ οἱ υἱὸϲ ἐ πᾶλτo
 Πυλαιμένεοϲ βαϲιλῆ οϲ (14 643 ): ἔϲτιν οὗν ὁμωνυμία, καὶ ὁ μὲν ἀρχηγόϲ,
 ὡϲ Ἴαϲοϲ α ὐτ’ ἀρχ ὸϲ μὲν Ἀθηναίων ἐτέτυκτο, 33 ], ὁ δὲ
 βαϲιλεύϲ. διὸ πολλὴ γίνεται περὶ αὐτῶν ϲπουδὴ τῶν Παφλαγόνων καὶ
 Ἀλεξάνδρου. πῶϲ δὲ ὁ Ἁρπαλίων ἐνταῦθα οὐκ ἐ Τήμυνε τῷ πατρί, εἰ τούτου
 ἦν υἱὸϲ τοῦ Πυλαιμένεοϲ; 
 
 ἔνιοι τοῦτον (V 643. 658) ἐνόμιζον εἰναι τὸν ἐντὸϲ τῷ ε ἀναιρεθέντα .
 
 
 
 
 ἔνθα Πυλαιμένεα ἑλέτην ἀτάλαντον Ἄρηι ἀρχον Παφλα γόνων. ἔϲτιν οὖν ὁμωνυμία, ἐκείνου μὲν ρχοντοϲ
 ὄντοϲ, τούτου δὲ βαϲιλέωϲ. πολλαὶ γὰρ παρὰ τῷ ποιητῇ ὁμωνυμίαι· Ϲχεδίοι
 γὰρ δύι Φωκέων ἡγούμενοι, ὁ μὲν Περιμήδουϲ (0 515), ὁ δὲ Ἰφίτου (B 517)
 οὓϲ ἀμφοτέρουϲ Ἕκτωρ ἀναιρεῖ. Εὐρυμέδοντεϲ δύο ἡνίοχοι,
 ὁ μὲν Ἀγαμεμνονοϲ (Δ 228, ὁ δὲ Νέϲτοροϲ ( Θ 114. Λ 620). κήρυκεϲ
 Εὐρυβάται δύο, ὁ μὲν δυϲϲέωϲ (B 184. τ 246), ὁ δὲ Ἀγαμέμνονοϲ (Α 320. I
 170). Ἄδραϲτοι τρεῖϲ βάρβαροι, ὁ μὲν ὑπὸ Διομήδουϲ (Λ 328), ὁ δὲ ὑπὸ
 Μενελάου (Z 51 ), ὁ δὲ ὑπ Πατρόκλου (Π 694) ἀναιρούμενοϲ. 
 Ἀκάμαντεϲ δύο, ὁ μὲν ΕΘὐϲώρου (Z 8), ὁ δὲ Ἀντήνοροϲ B⟩ 823). Ἀϲτύνοοι
 δύο, ὁ μὲν ὑπὸ Διομήδουϲ ἀναιρούμενοϲ (Ε 144), ὁ δὲ Πολυδάμαντοϲ ἡνίοχοϲ
 (Ο 455). Θόωνεϲ βάρβαροι τρεῖϲ, ὁ μὲν ὑπὸ Διομήδουϲ (ε 152), ὁ δὲ ὑπ ὸ
 Ὁδυϲϲέωϲ (Λ 422), ὁ δὲ ὑπὸ Ἀντιλόχου (Ν 545) ἀναιρούμενοϲ. Μελάνιπποι
 τρεῖϲ, ὁ μὲν ὑπ ὸ Ἕκτοροϲ παραινούμενοϲ ἐμπεϲεῖν ταῖϲ
 ναυϲίν (0 547 ), ὁ δὲ ὑπὸ Τεύκρου (Θ 276), ὁ δὲ ὑπὸ Πατρόκλου (Π 695)
 ἀναιρούμενοϲ. Ὀψελέϲται δύο ὁ μὲν ὑπ’ Θὐρυπύλου, ὁ
 δὲ ὑπ’ Ααντοϲ. Πυλάρται δύο, ὁ μὲν ὑπ’ Αἴαντοϲ ( Λ 491). ὁ δὲ ὑπ ὸ
 Πατρόκλου (Π 696). Πείϲανδροι δύο, ὁ μὲν ὑπό Ἀγαμέμνονοϲ (Λ 122), ὁ δὲ
 ὑπὸ Μενελάου (Ν 601 ).

584. πῶϲ ἐπὶ τοῦ ἅρματοϲ ἑϲτηκὼϲ τὴν κεφαλὴν ξίφει πλήττεται; τάχα οὖν τὰϲ ἡνίαϲ ἀναλαβεῖν θέλων ἐθέλων Lp νορκήϲαϲ ὑπὸ Λ τῆϲ πληγῆϲ κατέκυψεν κατέκυψεν ante ἢ ναρκ. Lp .

631. πῶϲ οὖν ϲυγγενεῖϲ ὄντεϲ μάχονται: οὐκ ἐδόκει
 μιαρὸϲ 
 
 
 
 
 
 
 
 εἰναι ὁ ἐντὸϲ πολέμῳ
 θάνατοϲ. ἄλλωϲ τε καὶ ἀρνοῦνται τὴν ϲυγγένειαν · ψηϲὶ γὰρ ὅτι ψευδόμενοι
 δἐ ϲἐ φαϲι Διὸϲ γόνον (v. 635). 
 
 ὑπὸ ϲυγγενοῦϲ δὲ ἀναιρεῖται, ὅτι καὶ ϲυγγενῆ
 ἀνεῖλε τὸν Λκύμνιον· φίλον γὰρ μήτρ ωα κατέκτα (B 662).

695. Δ 491.

741. 9 447 (p. 44).

757 . χαριέντωϲ τὸν υἱὸν ἁμαρτάνοντα παρὰ γνώμην τοῦ κυρίου κολάζειν οὐκ
 ἐπιχειρεῖ. πῶϲ οὖν Ἀθην τοῦτο οὐκ ἀναμένει ὅτι οὐκ ἴδιον Ἀλφροδίτηϲ
 πόλεμοϲ, ὡϲ καὶ ζεύϲ· οὔ τοι, τέκν ον ἐμόν, δέδοται πολεμήια ἔργα (v.
 428).

771 *B (id. L. f. 119, 11) ad ν 103 pertinet, quem versum quaestini
 instituendae anam dedisse Etym. M. ν. ἠεροειδέϲ docet: καὶ γὰρ ἄτο πον θεοῖϲ ϲκοτεινὸν ἀνεῖϲθαι.

778. τὸ τρυφερῶϲ ὡϲ πελειάδαϲ πορεύεϲθαι ἀπρεπέϲ. λύεται δὲ ἐκ τῆϲ λέξεωϲ
 τὰ γὰρ ἱθματα οὐκ ἐϲτιν ἴχνη, ἀλλ’ ὁρμήϲειϲ ⟨ὁρμήματα 
 Scor.⟩ καὶ πτήϲειϲ. 
 
 οὐ περιϲτεραί γενόμεναι, ἀλλ’ ὅμοιαι ⟨ὁμοῖαι B⟩ ⟩ τοῖϲ ἴθμαϲιν, ἤγουν
 τοῖϲ ὁρμήμαϲι καὶ ταῖϲ τῶν περιϲτερῶν εἰϲ τὸ ϲτρατόπεδον ἔρχονται· τὸ
 γὰρ ὡϲ πελειάδαϲ τὰϲ θεὰϲ πορεύεϲθαι ἀπρεπέϲ. 
 
 τὴν ὁρμὴν καὶ τὴν πτῆϲιν· ἄτοπον γὰρ τρυφερῶϲ βαδίζειν τὰϲ εἰϲ ἐϲκευαϲμέναϲ. ἄλλωϲ. καλῶϲ τῶν βουλομένων λαθεῖν τὰ ἴχνη περιϲτεραῖϲ
 εἴκαϲεν. ἀφανῆ γὰρ αὐτῶν τὰ ἴχνη, ὡϲ Ἀλριϲτοτέληϲ. τρήρωϲι πε ἤ καὶ διὰ
 τὸ καθαρὸν ἢ διὰ τὸ ταχύ.

857. 5 407.

886. καὶ πῶϲ ἂν ὁ Ἄρηϲ ἔπαϲχε δεινὰ ἐντὸϲ τοῖϲ νεκροὶϲ κείμενοϲ, 
 
 
 
 
 
 εἰ μὲν γὰρ ζῶν, πῶϲ ἐπιφέρει διαϲτέλλων ῆ κεν ζὼϲ ἀμενηνόϲ
 εἰ δὲ καὶ τεθνηκώϲ, πῶϲ ἀποθανεῖν ἠδύνατο, ὡϲ καὶ
 ἀποθανὼν ἔτι ἔπαϲχεἰ δεινά; λύϲιϲ γὰρ τῶν δεινῶν ὁ θάνατοϲ. ῥητέον δὲ
 ὅτι ὁ δεύτεροϲ ἀντὶ τοῦ εἰ ϲυναπτικοῦ κεῖται, ὡϲ τὸ ὄφρα καὶ Ἕκτωρ
 είϲεται, ἦ καὶ ἐμὸν δόρυ μαίνεται ἐντὸϲ παλάμῃϲιν (Θ 111),
 καὶ ὁ λόγοϲ οὕτωϲ· δεινὰ ἂν ἔπαϲχον ἐντὸϲ τοῖϲ νεκροῖϲ κείμενοϲ, εί ζῶν
 ἀϲθενὴϲ διὰ τὸ τραῦμα ἦν.

890. ad φ 389.

15. τὸ ὁδῷ ἔπι οἰκία ναίων οὐκ ἔϲτι τὸ παρὰ τὴν ὁδὸν σἰκῶν, ἀλλ’ ἡ ἐπί
 δηλοῖ ἐντὸϲ τούτοιϲ τὸ ὑψηλὸν ἀπὸ τῆϲ γῆϲ. ἐπεὶ τοίνυν, 
 ἐϲτὶν ἡ οἰκία ὑψηλοτέρα τῆϲ γῆϲ, καὶ ὁ σικῶν ἐντὸϲ αὐτῇ ἐπάνω γῆϲ 
 
 
 
 οἰκεῖ. οὕτωϲ ἔφη καὶ τὸ τὴν μὲν ἔπειτ’ ἐ πὶ βωμὸν ἄγων
 πολύμητιϲ Ὀδυϲϲεύϲ (Α 440), ἤγουν οὐ παρὰ τὸν βωμόν, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν βωμόν,
 ὅτι κυρίωϲ βωμὸϲ καταϲκεύαϲμα ἐλέγετο ἀναβαθμὸϲ καὶ βήματα ἔχον, ὑψηλὸν
 ἀπὸ τῆϲ γῆϲ. διὰ τοῦτο οὖν ἐπὶ βωμὸν δυϲϲεὺϲ ἄγει. καὶ οὐτοϲ μὲν ὁ βωμὸϲ
 θυήειϲ, εἰϲ ὃν ἀναβαίνειν ἐϲτιν. ἔϲτι δὲ καὶ ἄλλοϲ, ὅπου τὰ
 ἄρματα ἐτίθετο· ἄρματα δ’ ἄμ β ωμοῖϲι τίθει (Θ 441), καὶ ἐπὶ τούτου
 οίκείωϲ χρηϲάμενοϲ τῇ ἀνά προθέϲει. καὶ τὸ ἡ δ’ ἧϲται ἐπ’ ἐϲχάρ ῃ (ζ
 305) ϲημαίνει ὡϲ τοῦ θρόνου ὑψηλοτέρου ὄντοϲ τῆϲ ἐϲχάραϲ. καὶ τὸ γενεὴ
 δέ τοι ἔϲτ’ ἐπὶ λίμν ῃ Γυγαίῃ ( Υ 390) ἡ γένεϲιϲ καὶ ἡ γονὴ καὶ ὁ τόποϲ
 ἐντὸϲ ὕψει τῆϲ λίμνηϲ.

16. δοκεῖ ἡ προϲθήκη αὕτη τὸ κάλλιϲτόν τε καὶ βιωφελὲϲ λίζειν ὡϲ οὐκ ὄν
 καλόν· καίτοι μᾶλλον ἐχρῆν καὶ βοηθόν τινα ἐκ θεῶν τούτῳ ἀναπλάϲαι, ἵν’
 ἡμεῖϲ προτρεπώμεθα ἐπὶ τὸ φιλόξενον. ἢ οὖν ἁπλῶϲ ἀναπερνηται, ὡϲ τὸ οὐδὲ
 ἐκ ηβολίαι (ε 54). ἢ ἀποδοκιμάζει τὴν ἄκριτον φιλοξενίαν καὶ τὸ μὴ
 ἐπικρίνειν ποῖόϲ τίϲ ἐϲτιν ᾦ μέλλει δεξιὰν ϲυνάπτειν.
 ἐναρέτων γὰρ ἴδιον οὐχὶ τὸ πάνταϲ φιλεῖν ἀλλὰ τινάϲ· διὸ οὐδένα φίλον
 ἔϲχεν. εἰτα καὶ ἐπιορκίᾳ μετὰ τῶν ἄλλων ὑπόκειται· τὰ δὲ καλὰ καθαρεύειν
 ἀπὸ τῶν ἐναντίων ὀφείλει.

58. μιϲητὰ καὶ οὐχ ἁρμόζοντα βαϲιλικῷ ἤθει τὰ ῥήματα· τρόπου γὰρ
 ἐνδείκνυϲι θηριότητα, ὁ δὲ ἀκροατὴϲ ἄνθρωποϲ ὤν μιϲεῖ τὸ ἄγαν πικρὸν καὶ ἀπάνθρωπον. ὅθεν κἀν ταῖϲ τραγῳδίαιϲ κρύπτουϲι τοὺϲ
 δρῶνταϲ τὰ τοιαῦτα ἐντὸϲ ταῖϲ ϲκηναῖϲ καὶ ἢ φωναῖϲ τιϲιν ἐξακουομέναιϲ
 δι’ ἀγγέλων ὕϲτερον ϲημαίνουϲι τὰ πραχθέντα, οὐδὲν ἄλλο ἢ φοβούγαϲτέρι.
 μενοι μὴ αὐτοὶ ϲυμμιϲηθῶϲι τοῖϲ δρωμένοιϲ. δεκτέον δὲ λέγειν ὅτι, εἰ μὲν
 ἔλεγε ταῦτα πρὸ τῆϲ ἐπιορκίαϲ, ἦν ἔγκλημα· ἐπειδὴ δὲ μετὰ τοὺϲ 
 
 
 
 
 ὅρκουϲ καὶ τὴν παράβαϲιν , οὐκ ἐπαχθῆ. ϲχεδὸν γὰρ καὶ ὁ
 ἀκροατὴϲ τοῦτο βούλεται τὸ μηδὲ γένοϲ ἐπιλιμπάνεϲθαι τῶν ἐπιόρκων. τάχα
 γοῦν καὶ ὑπὲρ τῶν θεῶν ὀργίζεται. ἄλλωϲ τε πράοϲ μέν ἐϲτι τοῖϲ
 ἀρχομένοιϲ, βαρὺϲ δὲ τοῖϲ ἀντιπάλοιϲ· τοῦτο γὰρ βαϲιλέωϲ ἀγαθοῦ καὶ ἰϲχυροῦ.

77. τί βούλεται τὸ Αἰνεία τε καὶ Ἕκτορ, ἐπεὶ πόν οϲ ὔμμι μάλιϲτα Tρ
 ώων καὶ Λἁυκίων ἐγκέκλιται, ο ὕνεκ’ ἄριϲτοι πᾶϲαν ἐπ’ ἰΘὗν ἐϲτε μάχεϲθαί
 τε φρονέειν τε; τὸ μὲν οὖν ἐγκεκλίϲθαι τὸν πόνον αὐτοῖϲ ἔχει τὴν
 μεταφορὰν ἤτοι ἀπὸ τῶν χειραγωγουμένων δι’ ἀϲθένειαν καὶ
 ἐπικλινόντων αὺτοὸϲ πρὸϲ τοὺϲ κουφίζονταϲ ἢ ἀπὸ τῶν ζυγοϲτατούντων καὶ
 ῥεπόντων είϲ μέροϲ. ἡ ῥοπὴ οὖν τῶν πραγμάτων πρὸϲ ὑμᾶϲ ἐϲτι κεκλιμένη,
 τὸ ἀϲθενὲϲ καὶ ἑαυτὸ φέρειν μὴ δυνάμενον ὑμεῖϲ διακρατεῖτε ὀρθοῦντεϲ. ἢ
 ἀπὸ τῶν ἐγκεκλιμένων τιτὶ ζώων· ἐγκέκλιται οὖν, ἐντὸϲ τῇ ὑμετέρᾳ
 φροντίδι περικέκλειϲται ἡ ϲωτηρία τῶν πραγμάτων. καὶ ἡ.
 αἰτία · o ὕνεκ’ ἄριϲτοι πάϲαν ἐπ’ ἰθύν ἐϲτεἡ ἰθὺϲ οὖν ἡ ὁρμή, ἀπὸ τοῦ
 πρόϲω φέρεϲθαι. ἐπὶ πάϲαν οὖν ὁρμὴν καὶ τοῦ φρονεῖν καὶ τοῦ μάχεϲθαί
 ἐϲτε ἄριϲτοι. ἡ ἰθύϲ ὀρθότηϲ· ἄριϲτοι οὖν ἐϲτε ἐντὸϲ πάϲῃ ὀρθότητι τοῦ
 τε φρονεῖν καὶ τοῦ μάχεϲθαι. 
 ἀρετὴ τῶν ἡγουμένων βουλεύεϲθαι μὲν ἄριϲτα τὸ ϲυμφέρον, 
 πράττειν δὲ κάλλιϲτα τὸ βεβουλευμένον. θεραπεύει δὲ αὐτούϲ,
 ἱνα ὡϲ φρόνιμοι δέξωνται τὴν ϲυμβουλήν. Ἕκτορα δὲ πέμπει ὡϲ πείϲοντα τὴν
 θεὸν διὰ τῆϲ ἀξιοπιϲτίαϲ.

80. ὁ τρόποϲ ϲύλληψιϲ κτλ. ( B f. 83a ad ϲτῆτ’, Lp f. 121b) Dindorius
 (Phil. XVIII, p. 344) e conlectura ad orrhyrium retulisse 
 
 
 
 
 videtur. Cum enim contendat e lonpiorc scholio lorphyrino
 excerpta esse, ubi illud legatur non addidit.

92.v. 273.

102. v. 116, p. 91.

114. καὶ πῶϲ οὐδὲν εἶπε τοῖϲ ταῖϲ cod. βουλευταῖϲ
 ἀλλὰ ταῖϲ γυναιξί (v. 270): νοητέον οὖν ἤτοι κατὰ τὸ
 ϲιωπώμενον κἀκείνοιϲ ὐτὸν εἰρηκέναι, ἢ ὡϲ ἐπὶ ϲτρατείαϲ καὶ παρατάξεωϲ
 τοῦ πρέποντοϲ χάριν τοῦτο προϲτεθεικέναι.

116.ἀποροῦϲιν ἐπὶ τῇ ἀποϲτάϲει Ἕτορόϲ τινεϲ τῇ εἰϲ τὴν πόλιν γεγονυίᾳ.
 πάϲηϲ γὰρ οὕτωϲ τῆϲ ῥοπῆϲ τῶν πραγμάτων παρὰ τοῖϲ Ἕλληϲιν
 οὔϲηϲ, δυνάμενοϲ ὁ Ἕκτωρ καὶ ἄλλον ἀποϲτέλλειν πρὸϲ τὴν μητέρα, ἵνα
 εὔξηται καὶ τὰϲ ἄλλαϲ εἰϲ τοῦτο παρακαλέϲῃ, οὐ ποιεῖ τοῦτο, ἀλλ’ αὐτὸϲ
 ἄπειϲιν. οἱ μὲν φαϲιν, ὅπωϲ τῇ γυναικὶ διαλεχθῇ τοῦτο τὸν ποιητὴν
 οἰκονομῆϲαι. οἱ δὲ τοῦτο μὲν ἄλλωϲ φαϲίν ἐπακολουθῆϲαι, προηγούμενον δὲ
 ἰδεῖν ὡϲ εὔλογον εἶναι ἀπαίτηϲιν φαϲὶν ὅτι παρών τε οὐδὲν ὠφέλει καὶ ἀπελθὼν ἐξ ὧν ὁ μάντιϲ ἔλεγεν ἀπαλλαγὴν
 τῶν παρόντων εὕριϲκε, παραϲκευάϲαϲ τὸ θεῖον εὐμενέϲ. καὶ οὐ μικρὰν δὲ
 ἔφαϲαν ἐπιϲτροφὴν τοῦ θείου εἰναι τὸ ἢ διὰ τοῦ τυχόντοϲ ἢ διὰ τοῦ
 προεϲτῶτοϲ τῶν πραγμάτων γίνεϲθαι τὴν θεραπείαν, ἐπεὶ οὐδὲ τὸ ὑπὸ
 οἰκέτου τυχεῖν διακονίαϲ ὅμοιον τῷ ὑπὸ τοῦ υἱοῦ ἢ ἀδελφοῦ ἢ
 γυναικόϲ· ὑπὸ τῶν ἀρίϲτων γὰρ τιμωμένουϲ τοὺϲ θεοὺϲ εἰκὸϲ μᾶλλον χαίρειν
 ἢ ὑπὸ τῶν τυχόντων. ἔπειτ’ οὐ περὶ τοῦ Ἕξκτοροϲ ζητεῖν δεῖ, διὰ τί
 χωρίζεται πειϲθεὶϲ τῷ μάντει καὶ τούτου ἀκούϲαϲ ἐκτελεῖ τὴν πρόϲταξιν,
 ϲυντελεῖν τὰ κελευόμενα πρὸϲ τούϲ θεοὺϲ καθήκειν κρίναϲ· πρὸϲ δὲ τὸν
 μάντιν, εἰ ἄρα, ζητεῖν ἔδει, δι’ ῆν αἰτίαν καὶ τοῦτον
 ἀπάγει. εἰπὲ δ’ ἄν ὅτι οὐ πρὸϲ τὰϲ δόξαϲ τῶν πολλῶν ἅπαντα πέφυκεν εἰϲ
 τούϲ θεὸϲ καθήκοντα, ἀλλ’ ὥϲπερ ἐφάνη δεῖν εὔξαϲθαι καὶ θεῶν οὐκ ἄλλῳ
 ἀλλὰ τῆ Ἀθηνά, πέπλον τε ἀναθεῖναι τὸν χαριέϲτατον ἠδὲ μέγιϲτον καὶ
 βουθυϲίαϲ ὑποϲχέϲθαι καὶ διὰ πρεϲβυτίδων γυναικῶν 
 
 
 καὶ ἐντίμων καὶ τῶν ἱερειῶν γενέϲθαι τὰϲ εὐχάϲ, οὑτωϲὶ δὲ
 καὶ ὅτι διὰ πρεϲβευτοῦ καὶ ἀξιόχρεω Ἕκτοροϲ παντὶ λῷον ἐφάνη τὴν
 πραγματείαν γενέϲθαι, μείζονα ἔχοντοϲ τὴν τοῦ ϲυμφέροντοϲ κατάληψιν ἢ οἱ
 ἄλλοι ἰδιῶται. καὶ μῆνιϲ θεῶν πολλάκιϲ ἰδίωϲ διά τινοϲ λύεται προϲώπου
 καὶ διὰ τοῦδε μᾶλλον τοῦ ἱερείου ἢ τοῦδε καὶ τῶνδε
 παρόντων ἢ τῶνδε. χωρὶϲ δὲ τούτων οὐκ ἔρημον ἄρχοντοϲ κατέλιπε τὸ
 ϲτρατόπεδον, ἀλλ᾿ οἵ τε ἀδελφοὶ παρῆϲαν πολλοὶ καὶ ὁ Αἰνείαϲ καὶ οἱ
 Ἀντηνορίδαι καὶ Πουλυδάμαϲ, ἀξίωμα ἐπὶ τῷ μάχεϲθαι καὶ φρόνημα οὐ μικρὸν
 ἔχοντεϲ. δεῖ οὖν μᾶλλον λογίζεϲθαι διὰ τὴν εἰρημένην χρείαν 
 καὶ ἄλλα παρευρίϲκειν ὠφελεῖν μέλλοντα τοὺϲ οἰκείουϲ, ὧν καὶ τὸ
 ἐξαγαγεῖν κρυπτόμενον τὸν Ἀλέξανδρον καὶ οἴκου διατρἱβοντα· πρὸϲ ὃν
 εἰκὸϲ ἀγανακτοῦνταϲ τοὺϲ Τρῶαϲ ἐθελοκακεῖν ἐν τῷ πολέμῳ. ῥᾳδίωϲ δὲ οὐκ
 ἂν ἐξήγγελλε πέμψαϲ ἄλλουϲ πρὸϲ αὐτόν. 
 καὶ γὰρ καὶ τὸ μονομάχιον τούτῳ πειϲθεὶϲ ἐποίηϲε (Η 54 sqq.). 
 δειϲιδαίμων δὲ ὤν οὐ θέλει παρέργωϲ τὴν θυϲίαν γενέϲθαι.
 ἄλλωϲ τε παροξύνει αὐτοὺϲ καὶ καταλείπει Αἰνείαν. ἢ πρὸϲ ἀνάπαυϲιν τῶν
 ϲτρατευμάτων· διὸ καὶ τὸ μονομάχιον Γλαύκου παράγεται. ἢ ἐπεὶ ὠνείδιϲται
 ὑπὸ Ϲαρπηδόνοϲ (Ε 472 sqq) Ἀλέξανδρον θέλει παρεγεῖραι.

129. πῶϲ, φαϲὶ, λέγει Διομήδηϲ οὐκ ἂν ἔγωγε θεοῖϲιν ἕπουρανίοιϲι 
 μαχοίμην οὐδὲ γὰρ οὐδὲ Δρύαντοϲ υἱὸϲ κρατερὸϲ Λἁυκόοργοϲ
 δὴν ἦν, ὅϲ ῥα θεοῖϲιν ἐπουρανίοιϲιν ἔριζεν, ὅϲ ποτε μαινομένοιο
 Διωνύϲοιο τιθήναϲ ϲεῦε κατ᾿ ἠγάθεον Νυϲήιον, αἱ δ’ ἅμα πᾶϲαι θύϲθλα
 χαμαὶ κατέχευαν ὑπ’ ἀνδρφόνοιο Λἁυκούργου καὶ τὰ ἑξῆϲ πῶϲ γὰρ
 παραιτεῖϲθαι λέγων τὸ θεομαχεῖν αὐτὸϲ μὲν δύο τέτρωκε θεοὺϲ
 ἤδη, τὸν Διόνυϲον δὲ ἐν αὐτοῖϲ τούτοιϲ μαινύμενον λέγει καὶ πεφευγέναι
 εἰϲ θάλαϲϲαν φοβηθέντα; ἄτοπον γὰρ καὶ ψεύϲτην ὁμοῦ καὶ βλάϲφημον τὸν
 Διομήδη κατελέγχοντα. λύϲιϲ. τὸ μὲν οὖν τρῶϲαι θεοὺϲ οὐ κατὰ προαίρεϲιν
 αὐτοῦ γέγονε, καθ’ ὑπηρεϲίαν δὲ ἄλληϲ θεοῦ κατὰ θεῶν ἕπεϲθαι καὶ αὐτῆϲ
 
 
 
 
 τοῖϲ δύο δ’ εἰρηκυίαϲ Ἀθηνᾶϲ μόνοιϲ δεῖν ἐναντιωθῆναι καὶ
 διὰ τούτουϲ τὴν ὁμίχλην ἀφελούϲηϲ καὶ τὴν ἀπὸ τούτων μόνων ἀγνωϲίαν
 ἀφηρημένηϲ, προϲθείϲηϲ δὲ μή τι ϲύ γ’ ἀθανάτοιϲι θεοῖϲ ἀν τικρὺ μάχεϲθαι
 τοῖϲ ἄλλοιϲ (ε 130), καὶ τοῦ Διομήδουϲ εἰπόντοϲ ἀλλ’ ἔτι ϲῶν μέμνημαι
 ἐφετμέων, ἃϲ ἐπέτελλεϲ· οὕ μ’ εἴαϲ μακάρεϲϲι θεοῖϲ ἀντικρ
 μάχεϲθαι τοῖϲ ἄλλοιϲ (ε 818 sqq.), Γλαύκου δὲ θραϲύτερον ἐπιόντοϲ,
 εὐλαβεῖται, μή τιϲ εἴη θεόϲ, καὶ τὰϲ παραγγελίαϲ εἰϲ μνήμην ἀγείρει,
 λέγων· οὐκ ἂν ἔγωγε θεοῖϲιν ἐπουρανίοιϲι μαχοίμην. 
 μαινόμενοϲ δὲ ὁ Διόνυϲοϲ οὐ κατὰ βλαϲφημίαν είρηται, ἀλλὰ 
 παραϲτατικῶϲ τῆϲ τοῦ θεοῦ κατὰ βακχείαν ὁρμῆϲ, φλέγοντοϲ ίϲχυρῶϲ καὶ
 ἀκμάζοντοϲ ἐρρωμένωϲ ἐντὸϲ τῇ τῆϲ χορείαϲ καταϲτάϲει, ὁμοίωϲ τῷ μαίνετο
 δ’ ὡϲ ὁτ’ Ἄρηϲ ἐγχέϲπα λοϲ ἢ ὸλοὸν πῦρ (0 605) καὶ ἐντὸϲ τῇ ϲυνηθείᾳ δὲ
 ἐπὶ τῶν ὑπερβαλλόντων τοῖϲ ἔργοιϲ κατ’ ἀνδρείαν μαίνεται φαμέν, μανίαν
 τὴν ἐνθουϲιαϲτικὴν πρᾶξιν λέγοντεϲ. καὶ Πλάτων (Phaedr. p.
 244) δὲ διαιρῶν τὰϲ μανίαϲ δείκνυϲι τὰϲ ἀγαθάϲ τε καὶ θείαϲ, αἵ τινέϲ
 εἰϲι. φυγὴν δὲ Διονύϲου οὐχ ὁ Διομήδηϲ κατεγνωκε, τοῖϲ δὲ λεγομένοιϲ καὶ
 κεκρατηκόϲι μύθοιϲ ′′Cμηροϲ κρίνων αὐτοὺϲ είϲ χρῆϲιν κατὰ καιρὸν τοῖϲ
 ἥρωϲιν ἀνατέθεικε. τὰ δὲ κατὰ τὴν Λυκουργίαν οἰκεῖον ἦν εἰδέναι τῷ
 Διομήδει· Οἰνεὺϲ γὰρ ὁ πάπποϲ αὐτῷ ὁμόλεκτροϲ λέγεται
 Διονύϲῳ γενέϲθαι. οἰδεν οὖν εἰκότωϲ τὰ 
 
 
 
 
 
 κατὰ τὸν Διόνυϲον καὶ ὁποίου τέλουϲ ἔτυχεν ὁ πρὸϲ τοῦτον
 μαχεϲάμενοϲ Λἁυκοῦργοϲ. ἐναργῶϲ δὲ καὶ ἐντὸϲ ὸλίγοιϲ καὶ κυρίᾳ τῇ λέξει
 χρώμενοϲ χορείαν ἀπήγγειλε Bακχῶν· ὁ μὲν γὰρ Λυκοῦργοϲ τὸν πέλεκυν
 ἀνατετακὼϲ ὁρᾶται — οὐτοϲ γάρ ἐϲτιν ὁ βουπλήξ —, αἱ δὲ φεύγουϲαι κατὰ τὸ ὄροϲ, οἱ δὲ θύρϲοι κείμενοι χαμαί, ὁ δὲ Διόνυϲοϲ διὰ
 δέοϲ καταδυόμενοϲ εἰϲ τὴν θάλαϲϲαν ὡϲ ἄν ἔτι παῖϲ, καὶ Θέτιϲ ὑποδεχομένη
 τοῖϲ κόλποιϲ ὡϲ νήπιον ἔτι καὶ παῖδα. τὸ δὲ δεδιότα διὰ τὴν ἀπειλὴν τοῦ
 ἐπανατειναμένου τὸν πέλεκυν ἀνδροφόνου Λυκούργου καὶ τὸ τὰ θύϲθλα δὲ
 καταχέαι φάναι, ἀλλὰ μὴ ῥῖψαι, τὸ ὰβρὸν τῶν περὶ τὸν 
 Διόνυϲον Bακχῶν παραϲτήϲει.

150. κατὰ τὸν Πoρφ ύριον εἰϲ τὸ ἐθέλειϲ ὑποϲτικτέον, ἵν ᾖ τὸ δαήμεναι ἀντὶ
 τοῦ δάηθι.

164. 65. οὐ γάρ, ὥϲ τινεϲ ἐξεδέξαντο, τεθνήξῃ ἀναιρεθεὶϲ ὑπὸ τοῦ ἐπιβούλου,
 εἰ μὴ φθάϲαϲ ϲὺ τοῦτον ἀποκτείνειϲ. ἔϲτι δὲ ἠθικὴ ἡ φράϲιϲ
 λεγουϲα ὅτι καλόν ϲοι ἀποθανεῖν, Προῖτε, εἰ μὴ τιμωρήϲειϲ τὸν ὑβρίϲαντά
 ϲε διὰ τὸ θελῆϲαί μοι μιγῆναι οὐκ ἐθελούϲῃ· ἀποθάνοιϲ, ὦ Προῖτε, εἰ μή
 με ἐκδικήϲειαϲ, κατὰ ἀρὰν λεγούϲηϲ. ϲυντόμωϲ δὲ τὰ ἀρχαῖα δεδήλωκε,
 μιγῆναι οὐκ ἐθελούϲῃ, ἀλλ’ οὐχ ὥϲπερ Ἡϲίοδοϲ τὰ περὶ τοῦ Πηλέωϲ καὶ τῆϲ
 Ἀλκάϲτου γυναικὸϲ διὰ μικρῶν ἐπεξελθών τρεῖϲ δὲ οὖτοι
 τρόποι μίξεωϲ· ἡγὰρ βούλεταί τιϲ μὴ βουλομένηϲ τῆϲ γυναικόϲ, ὡϲ ἡ Ἄντεια
 τὸν Hελλεροφόντην διέβαλλεν, ἢ μὴ βουλόμενοϲ βουλομένῃ ϲύνεϲτιν, ὥϲπερ
 Ὀδυϲϲεὺϲ παρ’ οὐκ ἐθέλων ἐθελούϲῃ τῆ ἰαλυψοῖ (ε 155), ἤ βουλομένῃ
 βουλόμενοϲ, ὥϲπερ Αἴγιϲθοϲ τῆ Κλυταιμνήϲτρᾳ· καὶ γὰρ ἐθέλων ἐθέλουϲαν
 ἀνήγαγεν ὅνδε δόμονδε ( γ 272). τέταρτοϲ γὰρ τρόποϲ οὐκ
 ἔνεϲτιν· οὐδὲ γὰρ ἄκων ἀκούϲῃ ϲύνεϲτιν.

166. ἀντὶ τοῦ παράδοξον. πῶϲ δὲ οὐκ ἤλεγξε; διαϲύρει διὰ τούτου ου τὸ τῶν
 ἀνδρῶν γυναικοπαθὲϲ Ὅμηροϲ.

168. οἱ μὲν τὰ γράμματα. κατὰ γὰρ λόγον φιλόϲοφον, ἐπεί εἰϲι ϲημεῖα φωνῶν
 ἢ νοημάτων ἢ πραγμάτων · οἱ δὲ κλῆρον ἐϲημήναντο (H 175) ὅϲ μιν ἐπιγρά
 ψαϲ (H 187). ἄτοπον γὰρ τοὺϲ πάϲαν τέχνην εὺρόνταϲ οὐκ
 εἰδέναι γράμματα. τινὲϲ δέ, ὡϲ παρ’ Αἰγυπτίοιϲ, ἱερὰ ζῴδια, δι’ ὦν
 δηλοῦται τὰ πράγματα. Πoρφ ύριοϲ μὲν ϲήματα τὰ γράμματα, πίνακα δὲ τὸ
 λεγόμενον πινακίδιον. 
 
 γράμμαϲιν ἐϲημήνα ν το (Η 15). καὶ πῶϲ ὁ κῆρυξ οὐδὲ οἱ ἄλλοι γνωρίζουϲιν.
 ὅτι ἐθνικὰ ῆν.

172. ad Δ 434.

179. καὶ ζητητέον τὸν Πoρφύριον καλῶϲ τοῖϲ περὶ τούτων (de Chimaera
 rebusque ad eam pertinentibus) διαιτῶντα.

200. τίϲ ἡ αἰτία, φαϲὶ, τοῦ τὸν Βελλεροφόντην ἀπεχθῆ πάϲι θεοῖϲ γενέϲθαι
 καὶ τὴν τῶν ἀνθρώπων ϲυναναϲτροφὴν ἐκκλίνειν; καὶ πρὸϲ τίνα
 ἔχει τὴν ἀναφορὰν τὸ 
 ἀλλ’ ὅτε δὴ καὶ κεῖνοϲ ἀπῆ χθετο πάϲι θεοῖϲιν, 
 ἤτοι ὁ καπ πεδίον τὸ ἀλήιον οἶοϲ ἀλᾶ το; 
 τόν θ’ ἑαυτοῦ πρόγονον πῶϲ οὐκ ἀφρόνωϲ ὁ Γλαῦκοϲ ἀπεχθῆ γενέϲθαι
 θεοῖϲ καταγγέλλει ἀφ’ οὗ τὴν τῆϲ ξενίαϲ φιλίαν καταβάλλεϲθαι ἔμελλε ῥητέον δὲ ὅτι οὐδέπω γνωριϲθεὶϲ ὁ Γλαῦκοϲ Διομήδει, ὡϲ
 προγονικὴν ἔχων πρὸϲ αὐτὸν φιλίαν, ὑπεύθυνόϲ ἐϲτιν ἁπλοϊκώτερον
 διηγούμενοϲ 
 
 
 
 
 
 τὰ κατὰ τὸν πάππον καὶ ἀληθέϲτερον μᾶλλον ἢ κεχαριϲμένωϲ,
 ὥϲπερ δ’ ἐντὸϲ ἀρχῇ διέϲυρε τὰ ἀνθρώπινα τὸ φρύαγμα τοῦ Διομήδουϲ
 καθαιρῶν · Τ υδείδη μέγα θυμὲ, τίη γενεὴν ἐρεείνειϲ οἱη περ φύλλων γενεὴ
 τοιή δε καὶ ἀνδρ ῶν· φύλλα τὰ μέν τ’ ἄνεμοϲ χαμάδιϲ χἐει, ὣϲ
 ἀνδρὸϲ γενεὴ ἠμὲν φύει ἠδ’ ἀπ ολήγει(v.145 49), οὕτω καθαιρεῖ δι’
 οἰκείων παραδειγμάτων· ἢ μήποτε, τῶν καθόλου ῥηθέντων ἐντὸϲ τοῖϲ
 πρόϲθεν, πίϲτιϲ ἡ περὶ τὸν πρόγονον μεταβολὴ ἐκ τοϲαύτηϲ ἀρετῆϲ καὶ
 εὐδαιμονίαϲ γενομένη. ἐκεῖνο δὲ πάλιν , ὅπερ ἔπρεπε τῷ ἀπογόνῳ, γεγονέναι τὴν ϲυμφοράν, οὐκ ἀπεκάλυψε. μήποτ’οὐν,
 ὥϲ φαμεν ἀλλ’ ὅτε δὴ καὶ κεῖν οϲ ἀναφορὰν εἰϲ τὰ
 καθόλου περὶ τῶν ἀνθρώπων ῥηθέντα, ὡϲ θάλλει τε ὁμοῦ καὶ πάλιν
 μαραίνεται —κἀκεῖνοϲ οὖν, ὅτε τὰ ἀνθρώπινα πάϲχειν ἔμελλε καὶ ταῖϲ
 τύχαιϲ ἐνίϲχεϲθαι ταῖϲ ἀνθρωπίναιϲ, μεταβέβληκεν —, ἐπειδὴ τὰϲ μὲν
 εὐτυχίαϲ εἰώθαϲιν ἀναφέρειν εἰϲ τὸ θεοφιλέϲ, τὰϲ δὲ δυϲτυχίαϲ είϲ
 ἀπέχθειαν θεοῦ, τὴν μεταβολὴν ἐπὶ τὸ χεῖρον τοῦ
 Bελλεροφόντου είκότωϲ είϲ ἀπέχθειαν θεῶν ἀνατέθεικεν. ὅτι δὲ πολλή τιϲ ἡ
 κατ’ αὐτὸν μεταβολὴ γέγονε, δηλοῖ ἃ καταλέγει δυϲτυχήματα αὐτοῦ ·
 Ἴϲανδρον μὲν γὰρ τὸν υἱὸν αὐτοῦ Ἀλρηϲ μαρνάμενον Cολύμοιϲι κατέκτανε,
 Λαοδάμειαν δὲ τὴν θυγατέρα χ ωϲαμἐνη χρυϲήνιοϲ Ἄλρτεμιϲ ἔκτα. οὐκ
 ἀπεικὸϲ οὖν ὑπερπαθήϲαντα αὐτὸν ἐπὶ τῆ τῶν τέκνων ἀπωλείᾳ
 φιλέρημον γενέϲθαι καὶ πενθοῦντα ἀνακαλεῖϲθαι τοϲ θεὸϲ ὡϲ θεομιϲῆ
 γενόμενον. ἅπερ οὖν ἐκεῖνοϲ δυϲτυχῆ περὶ ἑαυτοῦ κατακέκρικε, ταῦτ’ εἰϲ
 τὰ γένη ὡϲ διαδοθέντα εἰκὸϲ ἠν μὴ ἀγνοῆϲαι τὸν ἔκγονον. ἄμεινον γὰρ διὰ
 τὰ τέκνα φάναι τὸ τῆϲ λύπηϲ μέγεθοϲ γενέϲθαι ἢ νόϲῳ ἀνενέγκαι τὴν αίτίαν τῇ τῶν μελαγχολώντων, οἲ φιλέρημοι γίνονται καὶ τὰϲ
 λεωφόρουϲ ἐκτρέπονται λυπούμενοι ἐπὶ μηδενὶ λύπηϲ ἀξίῳ. Ἀλντίμαχοϲ δὲ
 ἐντὸϲ τῆ Λἁἁύδη, ὅτι τοὺϲ Ϲολύμουϲ ἀνεῖλε θεοῖϲ ὄνταϲ προϲφιλεῖϲ, διὰ
 
 
 
 τοῦτο μιϲηθῆναι ατόν φηϲιν ὑπὸ τῶν θεῶν. Λέων δέ, ἐντὸϲ
 τοῖϲ Χρυϲαορικοῖϲ γεγράφθαι φηϲίν, ὡϲ ἀπήχθετο πάϲι θεοῖϲ lΠροίτῳ μὲν διαβεβλημενοϲ ὑπὸ τῆϲ γυναικὸϲ ἀδίκωϲ,
 Ἰοβάτῃ δὲ ἢ Ἀμφιάνακτι. ἐκ τῶν γραμμάτων· τούτῳ δ’ ἀκόλουθον καὶ τὸ
 πάτον ἀνθρ ὠπῶν ἀλεείνων. φαϲὶ δὲ τοὺϲ ὕϲτερον Πιϲίδαϲ κληθένταϲ
 Ϲολύμουϲ πρότερον κεκλῆϲθαι.

201. *B ( ═ ζητ. Vat. 11) v. in extrema operis nostri parte.

234. διὰ τί ὁ μὲν Γλαῦκοϲ προήχθη εἰϲ φιλοτιμίαν τοῦ ἀλλάϲϲειν τὰ ὅπλα
 χρυϲᾶ ὄντα πρὸϲ Διομήδην, ὁ δὲ ποιητὴϲ ἐπιτιμῇ ὡϲ οὐ δέον οὐδ’ εἰ φίλοϲ
 εἴη, προΐεϲθαι πλείονοϲ ἄξιον; 
 
 προγόνων ὁ Γλαῦκοϲ φιλοτιμίαν ἐξηγηϲαμένου Διομήδουϲ ἀκούϲαϲ οὐκ ὠήθη
 δεῖν ἐλαττοῦϲθαι ταύτηϲ ῦἰνε ὺϲ γάρ ποτε δῖοϲ ἀμύμονα Βελλεροφόν την
 ξείνιϲ’ ἐνὶ μεγάροιϲιν ἐείκοϲιν ῆμ ατ ’ ἐρύξαϲ· οἱ δὲ καὶ ἀλλήλοιϲ
 ήλοιϲι πόρον ξεινήια καλά Οἰνε ὺϲ μὲν ζωϲτῆρα δίδου φοίνικι φαεινόν,
 Βελλεροφόντηϲ δὲ δέπαϲ ἀμφικύπελλον (v. 216 — 220). ταῦτ’
 οὖν ἀκούϲαϲ ὁ Γλαῦκοϲ προήχθη εἰϲ φιλοτιμίαν προγονικήν· ὡϲ γὰρ
 Βελλεροφόντηϲ ζωϲτῆροϲ οὐκ ἀπηξίωϲε χρυϲοῦν ἔκπωμα δοῦναι καὶ ὅλωϲ
 χρύϲεον δεδώρηται τῷ ξένῳ, οὕτω καὶ αὐτὸϲ χρυϲὸν ὃν εἰχε περικείμενον
 δοῦναι προήχθη, ἀκούϲαϲ παρὰ τοῦ φοβερωτάτου Διομήδουϲ τῶν τότε· 
 
 τῷ νῦν ϲοὶ μὲν ἐγ ὡ ξεῖνοϲ φίλοϲ Ἀργεἱ μέϲϲ ῳ 
 εἰμί, ϲὺ δ’ ἐντὸϲ Λυκίῃ, ὅτε κεν τῶν δῆμον κωμαι 
 (v. 224), καὶ προϲέτι εἰπόντοϲ τοῦ Διομήδουϲ 
 τεύχεα δ’ ἀλλήλοιϲ ἐπαμεί ψομεν, ὄφρᾶ καὶ οἵδε 
 γνῶϲιν, ὅτι ξεῖνοι πα τρώιοι εὐχόμεθ’εἰναι (ν. 230. 31 ). 
 
 μικρολογίαϲ γὰρ ἦν αἰτηθέντα τοῖϲ μὲν ἄλλοιϲ ὑπακοῦϲαι, ἀντειπεῖν
 δὲ πρὸϲ τὰ δῶρα. 
 ὁ ποιητὴϲ δὲ, φηϲὶν Ἀλριϲτοτέληϲ, οὐχ ὅτιτὰ πλείονοϲ ἄξια ὄντα προήκατο
 ἐπιτιμ , ἀλλ’ ὅτι ἐντὸϲ πολέμῳ καὶ χρώμενοϲ προίετο. οὐδὲν γὰρ
 ἀλλοιότερον , ὥϲπερ ἂν εἰ ἀπέβαλε τὰ ὅπλα ἐπιτιμῷ οὑν ὅτι 
 κρείττω προίετο οὐκ είϲ τιμὴν ἀλλ’ εἰϲ χρῆϲιν· ἀναγκαῖον δὲ τοῦτο
 δηλῶϲαι εἰπόντα τὴν ἀξίαν. 
 τινὲϲ δ’ οὐ καταμεμφεϲθαί φαϲιν ἐντὸϲ τῷ φάναι Γρονίδηϲ δὲ 
 
 φρέναϲ ἐξέλετο ζεύϲ τὸ γὰρ ἐξελεῖν δηλοῖ καὶ τὸ εἰϲ μέγα
 ἆραι καὶ αὐξῆϲαι, ὡϲ ἐντὸϲ τῷ 
 xo ύρην ἣν ἄρα μοι γέραϲ ἔξελον υεϲ Ἀχαιῶν (ΙΙ 56) δηλοῖ γάρ· ἣν εἰϲ
 τιμὴν γεραίροντέϲ με δεδώκαϲι καὶ τὸ γέραϲ μου αὔξοντεϲ·
 γέροϲ γὰρ ἔξελον ἐξαίρετον ποιοῦντεϲ. τὰ δὲ γινόμενα ὡϲ ἐπὶ τὸ πολῶ
 θεοῖϲ εἰώθαϲιν ἀνάπτειν. τὸ μέντοι ἔγχεα δ’ ἀλλήλων ἀλεὠμεθα καὶ δι’
 ὁμίλου (Ζ 226) ἀντὶ τοῦ ἐντὸϲ ὄψει πάντων, ὡϲ εἰδέναι αὐτοὺϲ ὅτι ξένοι
 ἀλλήλων ἐϲμέν, ἢ μὴ μόνον ἀλλήλων φειδώμεθα ἀλλὰ καὶ οἱ ὅμιλοι ἡμῶν.
 ἀλλ’ οὐτοι μὲν διὰ προγονικὴν φιλίαν τὸν πρὸϲ ἀλλήλουϲ
 ἐϲπείϲαντο πόλεμον, αρπηδὼν δὲ καὶ Τληπόλεμοϲ ϲυγγενεῖϲ ὄντεϲ καὶ τοῦτο
 γινώϲκοντεϲ ϲυνελθὸντεϲ διὰ θανάτου ἐκρίθηϲαν, τοῦ μὲν ἀποθανόντοϲ τοῦ
 δὲ τρωθέντοϲ (ε 65 s .). οὕτωϲ ἡ λεγομένη ϲυγγένεια πρὸϲ φιλίαν οὐδὲν
 ϲυνεργεῖ. 
 ἄλλωϲ. ἀϲύμφορον δοκεῖ εἰναι ἄφροναϲ καλεῖν τοὺϲ λαμπρὸϲ τὰϲ
 ψυχὰϲ καὶ ἀποκλείειν τὰϲ μεγολοψυχίαϲ τῶν ξένων πρὸϲ ἀλλήλουϲ. οἱ μὲν
 οὑν ἀπὸ τῆϲ λέξεωϲ λύουϲι, τὸ ἐξέλετο ἀποδιδόντεϲ τὸ ἐξαίρετον καὶ
 ἔκκριτον ἐποίηϲε, βιαίωϲ πωϲ. οἱ δὲ περίρραϲιν εἰναι· Γλαύκῳ φρἐναϲ
 ἐξέλετο· μὴ γὰρ ἀμειψάμενοϲ ἀλλ’ ἀπειθήϲαϲ ἀνῃρέθη ἄν, πολὺ βιαιότερον
 ἀποδιδόντεϲ. οἱ δὲ πρὸϲ τὸν καιρύν, ὅτι ὁ χρυϲὸϲ
 ἐπιτηδειότεροϲ πρὸϲ τὸν πόλεμον διὰ τὸ ϲτίλβον τῶν ὅπλων. ἐμοὶ δὲ οὐδ’
 οὕτωϲ καλῶϲ καὶ γάρ τε Λιταί εἰϲι Διὸϲ 
 
 
 
 
 
 κοῦραι μεγάλοιο, χ ωλαί τε ῥυϲαί τε παραβ λ ῶπέϲ τ’ ὀφθαλμώ
 (1 502. 3). 
 
 εἰκότωϲ ὁ Γλαῦκοϲ τοῦ προγόνου τὸ φιλότιμον ἀκούϲαϲ Βελλεἐνθ’ οὖτε.
 ροφόντου χρυϲὸν δωρεῖται πρὸϲ τὸ παρόν, ἄλλωϲ τε ὑπερήδεται τῇ ϲυντυχίᾳ
 γινόμενοϲ ἰδιόξενοϲ τοῦ παναρίϲτου Διομήδοῳϲ. τὸ δὲ ἐξἐλετο 
 ἀντὶ τοῶ ὑπερηύξηϲε τῇ ψιλότητι. ἢ μάλλον αἰτιάται αὐτὸν ὅτι κατὰ τῶν
 ϲυμμάχων ἐκόϲμει αὐτὸν λαμπροτέροιϲ ὅπλοιϲ. ἢ ὡϲ Ἡψαιϲτότευκτα. ἤ, ὡϲ
 Πίοϲ , ἵνα κἀν τούτῳ αὐξήϲῃ τὸν Ἐλληνα ὡϲ μὴ ἐξ ἴϲου ἀπηλλαγμένον, ὅπερ
 ἡδὺ τοῖϲ ἀκούουϲιν· ὅπου γὰρ ταῦτα, εὔκαιροϲ ἡ τῶν πολεμίων ὁρμή.

235. καὶ πῶϲ οὐ Διομήδηϲ φρενῶν λεπεται γυμνούμενοϲ, πρὸ μικροῦ τῶν Τρώων
 παραϲπονδηϲάντων (Δ 104 sqq ). τάχα οὖν τὸν ζωϲτῆρα μόνον καὶ τὸ ξίφοϲ,
 ὡϲ οἱ περὶ Ἕκτορα, ῆμειψαν (1 303 —). Πυδείδην. Αἴαντοϲ Ἕκτωρ, εἰ
 ἐδίδοτο, ὑπερτέρωϲ ζωϲτῆροϲ.

252. Vatis. ζητ. ιζ (potius XVIII). πρόϲϲχεϲ δή μοι καὶ τού τοιϲ, εἰ
 προϲήκουϲαν παρ’ ἡμῶν λαμβάνει τὴν λύϲιν· 
 ἔνθα οἱ ἠ πιόδωροϲ ἐντὸϲ αν τίη 
 ἤλυθε μήτηρ .ἁαoδίκην ἐϲ 
 τρῶνεἰδ οϲ ἀρί άγουϲα, 
 ϲτην. 
 τὸ εἰϲάγουϲα οὐκ ἐϲτι κατὰ τὸ ϲύνηθεϲ, οἰον εἰϲφέρουϲα· οὐ γὰρ
 εἰϲάγειν μεθ’ ἑαυτῆϲ λέγει τὴν Λαο δίκην ἀλλὰ πρὸϲ τὴν Λαοδίκην εἰϲ
 πορευομένην, ἡ ὁμοιωθεῖϲα ἡ Ἀλφρο δίτη τὴν Ἑλένην ἐπὶ τὸ τεῖχοϲ εἰδομἐν
 η γάρ φηϲι *B f. 86b ad ἐϲάγουϲα h. V., L. f. 133ʳ ib., Π. πρόϲϲχεϲ μοι
 καὶ τούτοιϲ, εἰ προϲήκουϲαν παρ’ἡμῶν λαμβάνει τὴν λύϲιν· 
 ἔνθα οἱ ἠπιόδωροϲ ἐναντίη 
 
 ἤλυθε μήτηρ Λαοδίκην ἐϲάγουϲα, 
 θυγατρῶν εἶδ εἶδοϲ 
 ἀρίϲτην. 
 τὸ ἐϲάγουϲα οὐκέτι κατὰ τὸ ϲύνηθέϲ ἐϲτιν, οἷον εἰϲφέρουϲα (οὐ γὰρ ἐϲάγειν μεθ’ ἑαυτῆϲ λέγει τὴν Λαοδίκην), ἀλλὰ πρὸϲ τὴν
 Λαοδίκην είϲπορευομένη· είϲῇει γὰρ πρὸϲ Λαοδίκην, ἀλλ’ ἐπεὶ ταὺτῃ
 ὁμοιωθεῖϲα θεῖϲα ἡ Ἀλφροδίτη τὴν ἘΘλένην ἐπὶ 
 
 
 
 
 γαλό ῳ, Ἀλντηνορίδαο δάμαρτι, Ἀντηνορίδηϲ εἰχε κρείων
 Ἑλικάων αοδίκην (Γ 122 — 24). νομίζουϲα οὖν ὄντωϲ εἰϲ τὸ τεῖχοϲ. ὑπὸ τῆϲ Λαοδίκηϲ ἀπῆχθαι, εἰϲήει τὴν αἰτίαν τῆϲ ἐξόδου
 πολυπραγ μονήϲουϲα. τύμβον ἀμφὶ πυρὴν ἑνα ποίεον ἐξαγαγόντεϲ άκρι τον ἐκ πεδίου (Η 435⟩. 36). τῷ ἐξαγαγόντεϲ ὁμοίωϲ τῷ είϲ
 άγουϲα κέχρηται, ὡϲ γὰρ τοῦ 
 
 τὸ ἐξαγαγόντεϲ ἐκπορευ θέντεϲ τοῦ
 πεδίου. ἕνα 
 
 μὴ καθέκαϲτον τῶν τεθνη διακρινομένων. τὸ τεῖχοϲ
 ἐξήγαγεν · εἰδομένη γαίην λόῳ Ἀντηνορίδαο δάμαρτι, τὴν Ἀν τηνορίδηϲ ἔϲχε
 κρείων Ἑλικάων, αοδίκην· νομίζουϲα γὰρ ὄντωϲ εἰϲ τὸ τεῖχοϲ ὑπὸ τῆϲ
 Λαοδίκηϲ ἀπῆχθαι, εἰϲῇει τὴν αἰτίαν τῆϲ ἐξόδου πολυπραγμονήϲαϲα. L f.
 155a, Π (ad Η 326): εἰϲ τὸ τύμβον δ’ ἀμφὶ πυρὴν ἕνα χεύομεν ἐξαγαγόντεϲ.
 ὁμοίωϲ τῷ εἰϲάγουϲα θυγατρῶν εἶδοϲ ἀρίϲτην κέχρηται. ὡϲ γὰρ τοῦτο
 ϲημαίνει τὸ εἰϲπορευομένη, οὕτωϲ τὸ ἐξαγαγόντεϲ τὸ ἐκφράσαι πορευθέντεϲ
 τοῦ πεδίου. ἕνα τύμβον βον πάντων ἄκριτον ἐποιήϲαντο, τουτέϲτι μὴ
 καθέκαϲτον τῶν τεθνηκότων κότων διακρινόμενον. τὸ δὲ ἄκρι τον ἀντὶ τοῦ
 ἀγνώριϲτον, ἀχώρι ϲτον, ὅμοιον τῷ λοιπῷ πεδίῳ.

260. v. 265, p. 101.

265. ζητεῖται πῶϲ ποτε ἐναντία ἑαυτῷ ὁ ποιητὴϲ λέγει· προει- πὼν γὰρ ἀνδρὶ κεκμηῶτι μένοϲ μέγα οἶνοϲ ἀέξει (z 161)
 νῦν 
 
 
 
 
 
 ἐπάγει μή μ’ ἀ πογυι ϲῃϲ μένεοϲ ἀλκῆϲ τε λάθωμαι. ἡ μὲν
 οὖν ὑπὸ πολλῶν γενομένη λύϲιϲ τοῦ ζητήματοϲ τοιαύτη, ὅτι ἕτερόν ἐϲτι
 πρόϲωπον Ἐξκάβηϲ τὸ λέγον ὠφέλιμον εἰναι τὸν οἰνον, ἕτερον δὲ τὸ τοῦ
 Ἕκτοροϲ τὸ ἀρνούμενον· οὐδὲν δὲ θαυμαϲτὸν εί παρὰ τῷ ποιητῇ ἐναντία
 λέγεται ὑπὸ διαφόρων φωνῶν. ὅϲα μὲν γὰρ ἔφη αὐτὸϲ ἀφ’ ἑαυτοῦ
 ἐξ ἰδίου προϲώπου, ταῦτα δεῖ ἀκόλουθα εἰναι καὶ μὴ ἐναντία ἀλλήλοιϲ· ὅϲα
 δὲ προϲώποιϲ περιτίθηϲιν, οὐκ αὐτοῦ εἰϲιν ἀλλὰ τῶν λεγόντων νοεῖται,
 ὅθεν καὶ ἐπιδέχεται πολλάκιϲ διαφωνίαν, ὥϲπερ καὶ ἐντὸϲ τούτοιϲ. ἡ μὲν
 γὰρ Ἑκάβη οὐκ εἰδυῖα τὸν κάματον τῶν ἀνδρῶν ταύτηϲ ἐϲτὶ τῆϲ γνώμηϲ, ὁ δὲ
 Ἕκτωρ μάλιϲτα ἐπιϲτάμενοϲ ἀντιλέγει. ἔπειτα καὶ ἡ μὲν
 πρεϲβῦτιϲ ἦν, χαίρει δὲ τῷ οἴνῳ ἡ ἡλικία αὕτη — ἐπωφελὴϲ γὰρ ταύτη ἐϲτὶν
 ὁ οἰνοϲ θερμὸϲ ὤν καὶ ὑγρὸϲ ψυχρῷ οὔϲῃ καὶ ξηρῇ καὶ ἀναρρώννυϲιν αὐτήν
 —, ὁ δὲ Ἕκτωρ νέοϲ ἠν καὶ ἀκμαῖοϲ. ἄμεινον δέ ἐϲτιν ἐκεῖνο λέγειν καὶ
 δεικνύειν, ἑκάτερον τῶν εἰρημένων ἔχεϲθαι λόγου καὶ μὴ εἰναι ἐναντία τὰ
 περὶ τοῦ οἴνου λεγόμενα , ἐὰν ϲκοπῇ τιϲ, ὅτι ἐπὶ παντὸϲ
 πράγματοϲ ὁ καιρὸϲ καὶ τὸ μέτρον πολὺ διαλλάττει. οὕτωϲ οὑν καὶ ἐπὶ
 τούτου· τῷ μὲν γὰρ μέτρια πεπονηκότι πρὸϲ ίϲχν ὁ οἰνοϲ ϲυμφέρει, τὸν δὲ
 πάνυ κεκμηκότα ϲφάλλει· ὅπερ ϲυμβέβηκε τῷ Ἕξκτορι, ο μόνον δὲ ὑπὸ τοῦ
 πολεμου ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τὴν πόλιν δρόμου. ἄλλωϲ τε καὶ οὐδὲ ϲιτίου
 οὐδενὸϲ ἐγέγευϲτο· ἡ γὰρ τροφὴ ϲὺν τῷ οίνῳ τὸ πλεῖϲτον
 ϲυμβάλλεται εἰϲ δύναμιν, ὥϲπερ καὶ ἀλλαχοῦ εἰπὲν ὁ ποιητήϲ· 
 
 
 ϲίτου καὶ οἴνοιο, τὸ γὰρ μένοϲ ἐϲτὶ καὶ ἀλκή (Ι 706), καὶ
 πάλιν· 
 ὃϲ δέ κ᾿ ἀνὴρ οἴνοιο κορεϲϲάμενοϲ καὶ ἐδωδῆϲ 
 ἀνδράϲι δυϲμενέϲϲι πανημέριον πολεμίζῃ καὶ τὰ λοιπά 
 
 (Τ 168 sqq.). ἔϲτι δὲ καὶ ἑτέρα λύϲιϲ τοῦ ζητήματοϲ, καθ᾿
 ὑπερβατὸν ἐξηγουμένων τινῶν οὕτωϲ· μή μοι οἶνον ἄειρε μελίφρονα, πότνια
 μῆτερ, χερϲὶ δ᾿ ἀνίπτοιϲιν Διὶ λείβειν αἴθοπα οἶνον ἅζομαι, οὐδέ πῃ ἔϲτι
 κελαινεφἐι Κρονίωνι αἵματι καὶ λύθρῳ πεπαλαγμένον εὐχετάαϲθαι, μή μ᾿
 ἀπογυιώϲῃϲ μένεοϲ ἀλκῆϲ τε λάθωμαι, ἵνα ὡϲ μὴ καθαρὸϲ τὰϲ
 χεῖραϲ τὸν οἶνον ϲπένδειν θεοῖϲ παραιτῆται καὶ μὴ ὀργήν τινα παρὰ θεῶν
 λάβῃ διὰ τοῦτο. λύεται δὲ τὸ προκείμενον καὶ οὕτωϲ, ὅτι τὸ μένοϲ διχῶϲ
 κεῖται, καὶ ἐπὶ θυμοῦ καὶ ὀργῆϲ καὶ δυνάμεωϲ. ἡ μὲν οὖν Ἑξκάβη φύϲει τοῦ
 πιόντοϲ οἶνον τὴν δύναμιν αὔξειν λέγει, ὁ δὲ μαραίνεϲθαι τὸν θυμὸν καὶ
 τὴν ὀργὴν τοῦ πιόντοϲ λέγει ὑπὸ τοῦ οἴνου, ὥϲτε μὴ κεῖϲθαι
 ἐναντία. 
 μητρὸϲ ἦθοϲ ἀναφαίνεται διὰ τούτου (Ζ 258 sqq)· καὶ γὰρ ἀεὶ φαγεῖν καὶ πιεῖν ἀξιοῦϲι τὰ τέκνα.
 πιθανὸν δὲ αὐτὸν νοεῖν διψῆν ἀπὸ τῆϲ κινήϲεωϲ τοῦ πολέμου. ὑφαιρουμένη
 δὲ αὐτοῦ τὴν αἰδῶ καὶ τὸ ϲπείϲηϲ εἶπεν. ὀνίνηϲι δὲ οἶνοϲ μέτριοϲ ποθεὶϲ
 δύναμίν τε ἐμποιεῖ ὡϲ καὶ τὸ τὸ γὰρ μένοϲ ἐϲτὶ καὶ ἀλκή (Ι
 706)· ὁ δέ, ἐπεὶ πραύνει ὁ οἶνοϲ, βούλεται δὲ ἄγριοϲ πρὸϲ τοὺϲ πολεμίουϲ
 εἶναι, παραιτεῖται. ἢ ὅτι δίχα τροφῆϲ βλάπτει, τιῶν νεύρων καθαπτόμενοϲ,
 ὥϲ φηϲι Λἁύκοϲ. ἢ ὅτι μετέωρον ἔχει τὸ πνεῦμα, ὡϲ δρομαῖοϲ ἐλθών,
 ϲπεύδει δὲ καὶ ἀπελθεῖν δρομαῖοϲ. ἄλλωϲ τε ϲτρατιώταιϲ μὲν θράϲοϲ
 πορίζεται, ϲτρατηγοὺϲ δὲ τῆϲ φρονήϲεωϲ ὑπεκλύει, μόνουϲ δὲ
 τοὺϲ ἀποκαμόνταϲ ὠφελεῖ, ὁ δὲ ἔτι ἰϲχύει. ἢ ἐν ὑπερβατῷ ἐϲτι· χερϲὶ δ᾿
 ἀνίπτοιϲιν Διὶ λείβειν ἅζομαι, μή μ’ ἀπογυιώϲῃϲ μένεοϲ ἀλκῆϲ τε λάθωμαι.
 ἄλλωϲ τε ὁ μὲν μετὰ πόνουϲ οἶνοϲ ὠφέλιμοϲ, ὁ δὲ πρὸ πόνου ἐπιβλαβήϲ.

266. ἄμφω τὰϲ προτάϲειϲ Ἑκάβηϲ παραιτεῖται ὁ Ἕκτωρ. ἠδύνατο 
 
 
 μὲν οὖν ῥᾳδίωϲ κομιϲθῆναι ὕδωρ κελευϲάϲηϲ, ἵνα πρότερον
 νίψηται καὶ λυθῇ αὐτοῦ ἡ πρόφαϲιϲ. ἀλλ’ οὐ τοῦτο ἦν ἔθοϲ ἀρχαῖον τὸ τὰϲ
 χεῖραϲ ἀπονίπτεϲθαι μόνον, ἀλλὰ τὸ ὅλον ἀπολούεϲθαι ϲῶμα, ὅπερ οὐκ
 εὐχερὲϲ Ἕκτορι ἐπειγομένῳ. καὶ πῶϲ ἐντὸϲ τοῖϲ ἑξῆϲ ἀνίπτοιϲ χερϲὶν
 εύχεται· Ζεῦ ἄλλοι τε θεοί, δότε δὴ καὶ τόνδε γενέϲθαι παῖδ’ ἐμόν, ὡϲ καὶ ἐγώ περ (v. 470. 77); οὐκ ἔϲτι τοίνυν ἐναντίον· οὐ
 γὰρ ταὐτόν ἐϲτιν ἐπιϲπένδειν καὶ ἁπλῶϲ διὰ λόγων εὔχεϲθαι· τὸ μὲν γὰρ
 διὰ ϲώματοϲ, τὸ δὲ διὰ ψιλῶν ῥημάτων γίνεται.

273. πῶϲ ὀρθοῦ ὄντοϲ τοῦ Παλλαδίου τὸν πέπλον ἐπὶ γούναϲιγούναϲιν. θεῖναι
 παρακλεύεται· τὸν θὲϲ Ἀθηναίηϲ ἐπὶ γούναϲιν ἠυκόμοιο; μαί
 τινεϲ μὲν οὖν φαϲιν ὅτι πολλὰ τῶν Παλλαδίων κάθηται· οἱ δὲ ἀπὸ μέρουϲ τὸ
 ὅλον ϲῶμα, ὡϲ ἐπὶ τοῦ ἐυκνήμιδεϲ Ἀχαιοί. οἱ ἐπὶ ὅτι γούνατα καὶ τὰϲ
 ἱκετείαϲ λέγει· φηϲὶ γὰρ ἀλλ’ ἤτοι μὲν ταῦτα θεῶν ἐντὸϲ γούναϲι κεῖται
 (α 267), τουτέϲτιν ἐντὸϲ τῇ τῶν θεῶν ἱκετείᾳ καὶ δεήϲει. θεῖναι οὖν
 Ἀθηναίηϲ ἐπὶ γούναϲι τουτέϲτιν ἐπὶ τῇ λιτανείᾳ καὶ δεήϲει
 θεῖναι τὸν πέπλον. οἱ δὲ ὅτι τῇ ἐπί ἀντὶ τῆϲ παρά εἴωθε χρῆϲθαι, ὡϲ τὸ
 ποιμαίνων δ’ ἐπ᾿ ὄεϲϲι μίγη φιλότητι (Z 25) ἀντὶ τοῦ παρὰ τοῖϲ ὄεϲϲι,
 καὶ ἡ μὲν ἐπ’ ἐϲχάρῃ ἧ(Ζ 52) ἀντὶ τοῦ παρὰ τῇ ἐϲχάρῃ. οὕτω γοῦν καὶ ἐπὶ
 γούναϲιν ἀντὶ τοῦ παρὰ γούναϲιν Ἀλθηναίηϲ.

293. οὐ πρεπόντωϲ, φηϲὶν, ἐκ τῆϲ Ἀλεξάνδρου ἀδικίαϲ δίδοται τῇ θεῷ τὸ
 δῶρον. ἀλλ’ οὔτε Ἑλένηϲ ὁ πέπλοϲ ἐϲτὶν οὔτε ἐκ Λακεδαίμονοϲ αμένη. αἱ
 γυναῖκεϲ.

326. ἀφορμὴν λαμβάνει διὰ τῆϲ αὐτοῦ ἀργίαϲ — οὐ γὰρ ὡϲ ἀϲθενοῦϲ ἀλλ’ ὡϲ ῥᾳθύμου αὐτοῦ κατηγορεῖ καί φηϲιν· οὐχ ὑγιῶϲ
 ἐντὸϲ καλὰ. ἑαυτῷ τὴν μῆνιν ἔχειϲ· ϲοὶ γὰρ οἱ Τρῶεϲ μηνίουϲιν, ὡϲ
 θεληϲάντων αὐτὸν ἐκδοῦναι Μενελάῳ. ἢ χόλον τὴν ῥᾳθυμίαν λέγει. ἐβούλετο
 μὲν οὖν αὐτοῦ πλειόνωϲ καθάψαϲθαι. ἀλλ’ οὐκ ἔδει αὐτὸν ἐπὶ
 Ἑλένηϲ λοιδορεῖϲθαι. 
 ἤτοι οὐ καλῶϲ νῦν τὴν ὀργὴν κατὰ τῶν Τρώων ἔχειϲ, ὅτι πρὸϲ ϲὲ λυπούμενοι παραδοῦναι τῷ
 Μενελάῳ ἐβούλοντο ἅπερ ἔλαβεϲ, οὐδὲ ἐντὸϲ καιρῷ ταύτην ποιῇ. ἢ οὐ καλῶϲ
 νῦν ὀργίζῃ ἡγούμενοϲ τοὺϲ Τρῶαϲ ἀγανακτεῖν κατὰ ϲοῦ.

359. *B f. 89 ad κορυθαιόλοϲ ( ═ Ζητ. Vat. 3) inter quaestines sub finem
 operis edendas referetur.

413. διὰ τί διηγεῖται τῷ ἐπιϲταμένῳ ὅτι οὐκ ἔϲτιν ἀναλογιϲμὸϲ τοῦ ϲυμφέροντοϲ ταῖϲ ἀϲθενούϲαιϲ
 ψυχαῖϲ. αὗται δὲ πρὸϲ τὸ πενθεῖν εἰϲι καὶ τὸ δεῖϲθαι διὰ
 τὴν ταραχήν.

420. ad  1 extr.

483— 476. οὐ πρέποντα μὲν τὰ τῆϲ ὑποθήκηϲ γυναικί. ἀλλ’ εἰ καὶ γυναικὶ μὴ πρέπει. ἀλλά γε τῆ Ἀνδρομάχῃ,
 ἐπεὶ καὶ τὸ ἱπποκομεῖν οὐ γυναικόϲ. ἡ δὲ Ἀνδρομάχη καὶ τοῦτο ποιεῖ (Θ
 187 —190), ὡϲ καὶ φίλανδροϲ ἐπιμελομένη καὶ τῶν φερόντων
 αὐτῆϲ τὸν ἄνδρα. 
 
 
 
 
 
 

 
 
 διὰ τί δὲ, φαϲὶν, οὐ ϲυνεῖδε ταῦτα ὁ Ἕκτωρ; φαμὲν
 δὲ ὅτι ϲυνεῖδεν· ἐμοὶ γάρ φηϲι τάδε πάντα μέλει, γύναι (Ζ 441).

488. ἐζήτηϲάν τινεϲ, πῶϲ ἐνταῦθα ἀπαράβατον λέγει τὴν μοῖραν ποιητήϲ,
 ἐντὸϲ δὲ τῇ Ὀδυϲϲείᾳ παραβατὸν ὑφίϲταται, ὄταν λέγῃ (α 35)· 
 ὡϲ καὶ νῦν Αἴγιϲθοϲ ὑπὲρ μόρον Ἀλτρείδαο 
 
 γῆμ’ ἄλοχον. 
 λύεται δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ δείκνυϲθαι ὅτι τριχῶϲ ἡ μοῖρα παρὰ τῷ
 ποιητῇ λέγεται· ἡ εἱμαρμένη, ἡ μερὶϲ καὶ τὸ καθῆκον. ὅταν οὖν λέγῃ (γ
 66) 
 μοίραϲ δαϲϲάμενοι δαίνυντ’ ἐρικυδέα δαῖτα, 
 τὰϲ μερίδαϲ λέγει. ὅταν δὲ λέγῃ (Ε 83) 
 
 ἐλλαβε πορφύρεοϲ θάνατοϲ καὶ μοῖρα κραταιή, 
 τὴν εἱμαρμένην ϲημαίνει. ὅταν δὲ ἐπὶ τῶν Πρώων φευγόντων λέγῃ· οὐ
 κατὰ μοῖραν τάφρον διεπέρων (Π 367), οὐ κατὰ τὸ καθῆκον διεπέρων τὴν
 τάφρον λέγει, ἀλλ’ αἰϲχρῶϲ. καὶ ἐπὶ τῶν οὖν προκειμένων ἐντὸϲ μὲν τῷ
 μοῖραν δ’ οὔ τινά φημι πεφυγμέν ον ἔμμεναι ἀν δρῶν τὴν
 εἱμαρμένην λέγει, ὅταν δὲ ὡϲ καὶ νῦν Αἴγιϲθοϲ ὑπὲρ μόρον, οὐ τὸ ϲημαῖνον
 τὴν εἱμαρμένην λέγει, ἀλλὰ τὸ ὑπὲρ τὸ καθῆκον· οὐ γάρ ἐϲτι νῦν πρέπον
 οὐδὲ καθῆκον τὰϲ ἄλλοιϲ νόμῳ ϲυνῳκιϲμέναϲ φθείρειν γυναῖκαϲ. ἄλλωϲ τε
 οὐκ ἐκ τοῦ ποιητοῦ οἱ λόγοι, ἐκ προϲώπων δὲ διαφόρων εἰϲ μίμηϲιν
 παραληφθέντων. ποτὲ μὲν γὰρ λέγει πρὸϲ Ἀνδρομάχην ὁ Ἕκτωρ,
 ποτὲ δὲ ὁ Ζεύϲ· διαφωνεῖν δὲ πρὸϲ ἄλληλα οὐδὲν ἀπεικὸϲ τὰ διάφορα
 πρόϲωπα. ὡϲαύτωϲ δὲ καὶ ἐπὶ τῶν Ἑλλήνων ὅταν λέγῃ (B 155) 
 ἔνθα κεν Ἀργείοιϲιν ὑπέρμορα νόϲτοϲ ἐτύχθη, 
 παρὰ τὸ καθῆκον ἀκουϲόμεθα. Ὅμροϲ μέντοι ἀπαράβατον τὴν μοῖραν τὴν κατὰ τὴν εἱμαρμένην οἶδεν ἐντὸϲ οἷϲ φηϲι (Ψ 80. 81)
 
 
 
 
 
 
 
 καὶ δὲ ϲοὶ αὐτῷ μοῖρα, θεοῖϲ ἐπιείκελ’ Ἀχιλλεῦ, 
 τείχει ὕπο Τρώων εὐηγενέων ἀπολέϲθαι, 
 καὶ πάλιν (Ε 613) ἀλλά ἑ μοῖρα 
 ἦγ᾿ ἐπικουρήϲαντα μετὰ Πρίαμόν τε καὶ υἷαϲ. 
 
 κρατεῖν δὲ οὐ μόνον ἀνθρώπων ἀλλὰ καὶ θεῶν ἀποφαίνεται, ὥϲ
 που καὶ ὁ Ἄρηϲ φηϲὶν (Ο 117. 8) 
 εἴ πέρ μοι καὶ μοῖρα Διὸϲ πληγέντι κεραυν ῷ 
 κεῖϲθαι ὁμοῦ νεκύεϲϲι, 
 καὶ ὁ Ποϲειδῶν πρὸϲ τὴν Ἶριν (Ο 208 sqq.)· 
 
 ἀλλὰ τόδ’ αἰνὸν ἄχοϲ κραδίην καὶ θυμὸν ἱκάνει, 
 ὁππόταν ἰϲόμορον καὶ ὁμῇ πεπρωμένον αἴϲῃ 
 νεικείειν ἐθέληϲι χολωτοῖϲιν ἐπέεϲϲιν. 
 ἀφ’ ὧν δηλοῖ ὡϲ τὴν πεπρωμένην καὶ αὐτῶν τῶν θεῶν ἐπικρατεῖν
 γινώϲκει, διὸ καὶ ὑπείκειν αὐτῇ καὶ τὸν ὑπέρτατον θεὸν Δία καὶ ἄνδρα θνητὸν ἐόντα πάλαι πεπρωμένον αἴϲῃ αὐτοῦ τε υἱὸν
 νενομιϲμένον μὴ θελῆϲαι θανάτοιο δυϲηχέοϲ ἐξαναλῦϲαι, ἀλλὰ μᾶλλον
 αἱματοέϲϲαϲ ψιάδαϲ κατέχευεν ἔραζε παῖδα φίλον τιμῶν (Π 441. 459). διὸ
 καὶ Πάτροκλοϲ (Π 849)· 
 ἀλλά με μοῖρ’ ὀλοὴ καὶ Λητοῦϲ ἔκτανεν υἱόϲ. 
 
 οὕτω καὶ περὶ Ἡρακλέουϲ λέγει (C 117)· 
 οὐδὲ γὰρ οὐδὲ βίη Ἡρακλῆοϲ φύγε κῆρα, 
 ὅϲ περ φίλτατοϲ ἔϲκε Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι, 
 ἀλλὰ ἑ μοῖρ’ ἐδάμαϲϲε καὶ ἀργαλέοϲ χόλοϲ Ἥρηϲ, 
 καὶ ἀλλαχοῦ (C 328. 9) 
 
 ἀλλ’ οὐ Ζεὺϲ ἄνδρεϲϲι νοήματα πάντα τελευτᾷ· 
 ἄμφω γὰρ πέπρωται ὁμοίην γαῖαν ἐρεῦϲαι. 
 ἀλλὰ καὶ Ἥφαιϲτοϲ τὰ μὲν ὅπλα δοῦναι ὑπιϲχνεῖται, τὴν δὲ μοῖραν
 παρατρέψαι ἀρνεῖται· 
 αἰ γάρ μιν θανάτοιο δυϲηχέοϲ ὧδε δυναίμην 
 
 νόϲφιν ἀποκρύψαι, ὅτε μιν μόροϲ αἰνὸϲ ἱκάνοι (C 464, 5). 
 ἔϲτι δὲ γὰρ καὶ ἄλλα μυρία, ἀφ’ ὧν δείκνυται Ὅμηροϲ ἀπαράβατον
 λέγων τὴν τοῦ θανάτου μοῖραν. 
 οὐ ϲύνθετον τὸ ὑπὲρ μόρον (α 34). μόρον δὲ τὴν μοῖραν· ἦ ῥα καὶ ϲὺ κακὸν μόρον
 ἡγηλάζειϲ (λ 618). καὶ πῶϲ ἀλλαχοῦ φηϲι μοῖραν δ’ οὔ τινά
 φημι (Z 488); ῥητέον ὅτι τῆϲ μοίραϲ τὸ 
 
 μέν ἐϲτι μονότροπον τὸ δὲ ἀμφίβολον, ὡϲ ἐντὸϲ Ἰλιάδι
 ἀπεδείξαμεν, ὡϲ ἐντὸϲ τῷ μήτηρ γάρ τέ μέ φηϲι διχθα δίαϲ κῆραϲ φερέμεν
 (1 410). 
 
 ἀμφίβολον δὲ τῆϲ μοίραϲ καὶ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ οἶδε,
 δι᾿ ὧν Τειρεϲίαϲ φηϲὶν Ὀδυϲϲεῖ τὰϲ εἰ μέν κ’ ⟨κεν BLp⟩ ἀϲινέαϲ ἐᾷϲ· εἰ
 δέ κε ϲίνηαι (λ 110. 12).

491. διαφέρει τὰ ἠλάκατα τῆϲ ἠλακάτηϲ, καὶ ἡ διαφορὰ ἥδε· ἡ μὲν ἠλακάτην.
 γὰρ ἠλακάτη δηλοῖ τὸ ξύλον, εἰϲ ὅπερ εἰλοῦϲι τὸ ἔριον αἱ νήθουϲαι,
 ἠλακάτα δὲ αὐτὰ τὰ ἔρια τὰ περιειλούμενα τῇ ἠλακήτῃ. τὴν μὲν οὖν
 ἠλακάτην διὰ τούτων δεδήλωκεν, ὡϲ ἐντὸϲ τῇ Ὀδυϲϲείᾳ (δ 135)· 
 ἠλακάτη τετάνυϲτο ἰοδνεφὲϲ εἶροϲ ἔχουϲα. 
 
 τετανύϲθαι δὲ αὐτὴν εἶπε διὰ τὸ εἶναι ἐπιμήκη τε καὶ λείαν. τὰ δὲ
 ἐπὶ τῆϲ ἠλακάτηϲ ἔρια, 
 ἠλάκατα ϲτρωφῶϲ’ ἁλιπόρφυρα, θαῦμα ἰδέϲθαι 
 (Ζ 306), καὶ ἔτι δὲ παρ’ ἠλάκατα ϲτροφαλίζετο (ϲ 315). λέγει δὲ
 καὶ χρυϲῆν τὴν ἠλακάτην, ὡϲ τὸ (δ 13 sqq.) 
 
 χωρὶϲ δ’ αὖθ᾿ Ἑλένῃ ἄλοχοϲ πόρε κάλλιμα δῶρα, 
 χρυϲῆν τ’ ἠλακάτην τάλαρόν θ’ ὑπόκυκλον ὄπαϲϲε, 
 τόν ῥά οἱ ἀμφίπολοϲ Φυλὼ παρέθηκε φέρουϲα 
 νήματοϲ ἀϲκητοῖο βεβυϲμένον. 
 καὶ ἡ χρυϲηλάκατοϲ δὲ Ἄρτεμιϲ ἀπὸ τῆϲ ὁμοιότητοϲ καὶ τῆϲ
 καταϲκευῆϲ τῆϲ ἠλακάτηϲ εἴρηται χρυϲοῦν τόξον ἔχουϲα· 
 Ἥρη δ’ ἀντέϲτη χρυϲηλάκατοϲ κελαδεινὴ 
 Ἄρτεμιϲ ἰοχέαιρα (Υ 70. 71).

523. τί γὰρ μεθίει τε καὶ τί οὐκ ἐθέλει; ἐκ τῶν προρρηθέντων μεθίειϲ.
 ἔϲτι λαβεῖν. προεῖπε δέ δαιμόνι᾿, οὐκ ἄν τίϲ τοι ἀνὴρ ὃϲ ἐναίϲιμοϲ εἴη ἔργον ἀτιμήϲειε μάχηϲ, ἐπεὶ ἄλκιμόϲ ἐϲϲι. μεθίειϲ οὖν
 τὸ ἔργον τῆϲ μάχηϲ καὶ οὐκ ἐθέλειϲ μάχεϲθαι, ὥϲπερ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ ἐκ
 πλήρουϲ ἔφη· οὕϲ τιναϲ αὖ μεθιένταϲ ἴδοι ϲτυγεροῦ πολέμοιο (Δ 240).

9. Δοκεῖ μάχεϲθαι ἑαυτῷ ὁ ποιητὴϲ, ἀεὶ πρεϲβύτερον λέγων
 Νέναιετάοντα. ϲτορα τῶν ἐπὶ Ἴλιον
 ϲτρατευϲάντων — μετὰ δὲ τριτάτοιϲιν ἄναϲϲεν (A 252) —, ἐντταῦθα δὲ
 Μενέϲθιον· δυϲὶ γὰρ γενεαῖϲ παράγεται πρεϲβύτεροϲ ὢν τοῦ Nέϲτοροϲ·
 Ἀρηιθόου γὰρ λέγει τοῦ ἐπικαλουμένο κορυνήτου παῖδα εἶναι
 Μενέϲθιον, ὑπὸ δὲ Λυκούργου φηϲὶν ἀνηρῆϲθαι τὸν Ἀλρηίθοον, ὃν δὴ καὶ
 λαβεῖν αὐτοῦ τὰ ὅπλα, γηράϲαντα δὲ τοῦτον Ἐρευθαλίωνι παραδοῦναι, τὸν δὲ
 Ἐρευθαλίωνα ὑπὸ Nέϲτοροϲ ἀναιρεθῆναι νέου ὄντοϲ· φηϲὶ γὰρ γενεῇ δὲ
 νεώτατοϲ ἔϲκον ἁ ἁπάντων (H 153). ῥητέον δὲ ὅτι ἴϲωϲ ἀπέθανεν Ἀρηίθοοϲ
 ἐνιαυϲιαῖον ἐάϲαϲ τὸν υἱόν, ἀνεῖλε δὲ τὸν Ἀρηίθοον ὁ
 Λυκοῦργοϲ ἤδη γηραιὸϲ ὤν· φηϲὶ γὰρ πέφνε δόλῳ οὔτι κράτεΐ γε (H 142)
 ὀλίγον δὲ ἐπιβιοὺϲ δύναται Ἐρευθαλίωνι παραχωρεῖν τὴν πανοπλίαν.
 προκαλούμενοϲ δὲ οὗτοϲ τοὺϲ Πυλίουϲ οὐκ ἀπεικότωϲ ὑπὸ Νέϲτοροϲ
 ἀναιρεῖται νέου ὄντοϲ, ὥϲτε Nέϲτορα μὲν εἶναι Μενεϲθίου πρεϲβύτερον, τῶν
 δὲ ἄλλων τῶν ἐπὶ Ἴλιον ϲτρατευϲάντων μείζονα Μενέϲθιον. ἢ
 τῇ τοῦ ὀνόματοϲ ὁμωνυμίᾳ· ὁ γὰρ τοῦ Μενεϲθίου πατὴρ Ἀλρηίθουϲ Βοιωτὸϲ
 ἦν, ὁ δὲ ὑπὸ Λυκούργου ἀναιρεθεὶϲ Ἀλρκάϲ. 
 ἀδύνατον Μενέϲθιον τοῦ κορυνήτου υἱὸν ὄντα πολεμεῖν. πρεϲβύτεροϲ γὰρ ἂν
 εἴη Νέϲτοροϲ, εἴγε τὸν κορυνήτην Λυκοῦργοϲ ἀνεῖλεν, εἰ
 γηράϲαϲ δὲ οὗτοϲ Ἐρευθαλίωνι κατέλιπε τὴν κορύνην. τοῦτον δὲ Νέϲτωρ
 νεώτατοϲ ὢν ἀνεῖλεν (H 142 — 154). ἡ δὲ λύϲιϲ ἀπὸ τῆϲ λέξεωϲ· ὁμώνυμοϲ
 γὰρ πατὴρ υἱῷ, καὶ ὅταν φηϲὶν (H 138) ὁ κορυνήτηϲ, οὐ τὸν Μενέϲθιον
 λέγει ἀλλὰ τὸν Ἀρηίθοον τὸν Μενεϲθίου πατέρα, ὥϲτε εἶναι τὸν κορυνήτην
 πάππον τοῦ Μενεϲθίου.

44. διὰ τί δὲ οὐχ ὁ Ἀπόλλων ὑπέθετο Ἕκτορι
 προκαλέ- 
 ϲαϲθαι; ὅτι ἡττηθεὶϲ ἔμελλεν ἀπιέναι.

93. διὰ τί προκαλουμένου Ἕκτοροϲ εἰϲ μονομαχίαν οἱ μὲν ἄλλοι ἄρι ϲτοι αἴδεϲθεν μὲν
 ἀνήναϲθαι, δεῖϲαν δ’ ὑποδέχθαι (H 93), Μενέλαὸϲ δὲ πρῶτοϲ ἀνίϲταται καὶ
 μεμψάμενοϲ τοὺϲ ἄλλουϲ κατεδύϲατο 
 
 
 
 τεύχεα καλὰ (ν. 103) μάχεϲθαι προθυμούμενοϲ, ὅτε δὲ
 προτραπέντεϲ οἱ ἐννέα ἀνίϲταντο, οὐδαμοῦ οὗτοϲ ἐντὸϲ τούτοιϲ εὑρίϲκεται,
 ἀλλ’ Ἀγαμέμνων καὶ Διομήδηϲ καὶ οἱ Αἴαντεϲ καὶ Ἰδομενεὺϲ καὶ Μηριόνηϲ
 καὶ Εὐρύπυλοϲ καὶ Θόαϲ καὶ Ὀδυϲϲεύϲ (v. 161 sqq); φηϲὶ δὲ ὁ Ἀριϲτοτέληϲ,
 ὅτι ἅπαξ ἀκούϲαϲ μηδ’ ἔθελ᾿ ἐξ ἔριδοϲ ϲεῦ ἀμείνονι φωτὶ μάχεϲθαι Ἕκτορι (v. 111) οὐκ ἔμελλεν αὖθιϲ ἀνίϲταϲθαι, καὶ ὅτι τὸ
 πρότερον ἐκ φιλονεικίαϲ ἡ ἀνάϲταϲιϲ, καὶ ὅτι ἤδη μονομαχήϲαϲ ἐτύγχανεν
 Ἀλεξάνδρῳ καὶ οὐ καλῶϲ ἀπαλλάξαϲ, καὶ νεωϲτὶ ἐτέτρωτο ὑπὸ Πανδάρου, καὶ
 ὅτι ἀποκινδυνεύειν τοῦτον οὐκ ἐχρῆν ἐντὸϲ ᾧ τὸ τέλοϲ ἤρτητο τοῦ πολέμου·
 ἐπὶ γὰρ Ἀλεξάνδρου ἴϲον ἦν τὸ τοῦ κινδύνου.

101. πῶϲ ἐντὸϲ πολέμῳ ὢν οὐκ ἦν ὡπλιϲμένοϲ; φαμὲν ὅτι ἀϲφαλέϲτερα ὅπλα
 ἀναλαβεῖν θέλει μέλλων εἰϲιεναι εἰϲ μονομάχιον μονομαχίαν Lp .

107. διὰ τί τὸν μὲν Ἀλέξανδρον κελεύει μονομαχεῖν Ἕκτωρ (Γ 39 sqq.), τὸν
 δὲ Μενέλαον κωλύει κινδυνεύειν Ἀγαμέμνων καὶ οἱ ἄλλοι 
 βαϲιλεῖϲ; ὅτι τοῦ μὲν Ἀλεξάνδρου ἀδικοῦντοϲ ἡδέωϲ οἱ Τρῶεϲ εἶχον, τὸν δὲ
 ὡϲ ἀδικούμενον ἐλεοῦϲιν.

125. ἀνόητον δέ φαϲι τὸ μὴ τοὺϲ γονεῖϲ αὐτῶν
 παραγέρων. λαβεῖν ἀχθομένουϲ, ἀλλὰ τὸν Πηλέα, ὃν ἔδει χαίρειν
 δυϲτυχούντων Ἐλλήνων διὰ τὴν Ἀχιλλέωϲ ὕβριν. ἔϲτι δὲ ἔντεχνον· εἰ γὰρ ὁ
 τοῦ πολεμίου πατὴρ ἀθυμεῖ, πόϲῳ μᾶλλον οἱ ὑμῶν ἅμα δὲ καὶ
 ὑπομιμνήγέρων ϲκει Ἀγαμέμνονα Ἀχιλλέωϲ, ὅτι ὁ νῦν προκαλούμενοϲ πάνταϲ,
 ὄφρ᾿  Ἀχιλλεὺϲ μετ᾿ Ἀλχαιοῖϲιν πολέμιζεν, οὐκ ἐθέλεϲκε μάχην ἀπὸ τείχεοϲ
 ὀρνύμεν Ἕκτωρ (I 352) ἐπαχθὲϲ γὰρ ἦν οὕτω ϲαφῶϲ ὀνειδίϲαι. προμνηϲτεύει
 οὖν τὰϲ λιτάϲ, καὶ τοῖϲ βαρβάροιϲ δὲ ἐμφαίνει ὅτι οὐκ ἔϲται
 ἡ Ἀχιλλέωϲ ὀργὴ πολυχρόνιοϲ, τοῦ Πηλέωϲ οὕτωϲ πρὸϲ τοὺϲ Ἕλληναϲ
 διακειμένου. ὑποθωπεύει δὲ λεληθότωϲ τὸν Ἀχιλλέα.

171. ἀνοήτωϲ δὲ, φαϲὶν, ἐπὶ κλῆρον ἔρχεται· δέον
 γὰρ ἔλέϲθαι τὸν ἄριϲτον πάντων, ὅπου τοιοῦτοϲ ὁ κίνδυνοϲ ἦν, τὸν δὲ φαυλότατον ἐᾶϲαι. τοῦτο δὲ ποιεῖ ὁ Νέϲτωρ, ἵνα μὴ ἑνὸϲ
 προκριθέντοϲ ὑβριϲθῶϲιν οἱ λοιποί. τῷ τε πολεμίῳ ἐνδείκνυται, ὅτι οὐχ
 ἕνα μόνον οἴεται ἀξιόχρεων εἰϲ τὴν πρὸϲ αὐτὸν μάχην. καὶ ἵνα μήτε
 νικήϲαϲ τὸν ἄριϲτον δοκῇ νενικηκέναι ἀλλὰ τὸν ὑπὸ κλήρου δεδομένον,
 
 
 μήτε λειφθεὶϲ ὑπὸ τοῦ ἀρίϲτου λελεῖφθαι ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ
 λαχόντοϲ τὸν κλῆρον. ἅμα δὲ καὶ ἀγωνιᾷ ἐπὶ τῷ κλήρῳ ὁ ἀκροατήϲ.

175. Z 168.

185"v. ad Z 168.

229. διὰ τί ὁ Αἴαϲ τῶ Ἕκτορι δεδήλωκε τὴν τοῦ Ἀχιλλέωϲ μῆνιν οὐδεμία
 γὰρ ἀνάγκη ἦν οὐδὲ φρονίμου ἀνδρὸϲ τὰ παρ’ αὐτοῦ κακὰ τοῖϲ πολεμίοιϲ
 ἐξαγγέλλειν, ἢ ὅτι ἐγίνωϲκον οἱ Τρῶεϲ τὴν μῆνιν Ἀχιλλέωϲ ὑποδεῖξαι
 πάντωϲ· ὁ γὰρ Ἀπόλλων ἐδήλωϲεν αὐτοῖϲ ἐντὸϲ οἷϲ φηϲιν (Δ 512. 13)· 
 
 οὐ μὰν οὐδ’ Ἀχιλεὺϲ Θέτιδοϲ πάϊϲ ἠυκόμοιο 
 μάρναται, ἀλλ’ ἐπὶ νηυϲὶ χόλον θυμαλγέα πέϲϲει. 
 εἰ δ’ ἀγνοοῦϲι τὴν ὀργὴν οἱ Τρῶεϲ, καὶ οὕτωϲ τὸ τῆϲ δηλώϲεωϲ
 ἀναγκαῖον, μὴ ἐντὸϲ τῷ λοιμῷ τεθνηκέναι νομίϲωϲιν αὐτόν. λύϲιϲ.
 Ἀλριϲτοτέληϲ δέ, ἵνα μὴ οἴηται τὸν Ἀχιλλέα ἀποδεδειλιακέναι, ἀλλὰ
 κἀκεῖνον καὶ ἄλλουϲ αὑτοῦ εἶναι κρείττουϲ. εἶτα εἰπὼν 
 νῦν δὴ ϲάφα εἴϲεαι οἰόθεν οἶοϲ, 
 οἷοι καὶ Δαναοῖϲιν ἀριϲτῆεϲ μετέαϲι, 
 καὶ μετ’ Ἀχιλλῆα ῥηξήνορα θυμολέοντα (H 266 ssq.), 
 ἵνα καταπλήξῃ τῆϲ Ἀχιλλέωϲ ἀρετῆϲ ἀναμνήϲαϲ, ὃν ἐδόκει πεφοβῆϲθαι,
 εἰκότωϲ πέπονθεν Ἀχιλλεύϲ. τὸ γὰρ
 μετ’ Ἀχιλλῆα ἀμφίβολον, πότερον μετὰ τὴν ἐκείνου τελευτὴν ἢ μετὰ τὴν
 ἐκείνου ἀρετὴν ἢ καθάπερ ἐκεῖνοϲ ἦν καὶ ἄλλοι εἰϲίν. ἀναγκαῖον οὖν
 δηλῶϲαι τί πέπονθεν Ἀχιλλεύϲ, καὶ ὅτι μηνίων οὐ πάρεϲτιν ἀλλ’ οὐχὶ
 τεθνηκὼϲ ἢ ἀποπλεύϲαϲ, ἀλλ᾿ ὅτι ἐντὸϲ νηυϲὶ κορωνίϲι μηνίων. ὀργὴ δ’
 ἐντὸϲ ἀγαθοῖϲ ἀνδράϲιν εὐδιάλυτον.

276. ὁ μὲν Ἰδαῖοϲ εἰκότωϲ προϲέρχεται, τὸν Ἕκτορα ϲώϲων
 κινδυνεύοντα· ὁ
 δὲ Ταλθύβιόϲ οὐκέτι, τὴν νίκην Αἴαντοϲ ἀφαιρούμενοϲ. φαμὲν δὲ ὅτι οὐδέπω
 ἀκριβὴϲ ἦν ἡ νίκη περὶ τὸν Αἴαντα· ἐπὶ ξίφη γὰρ αὐτοὺϲ ὡρμῆϲθαι λέγει,
 ἔνθα μάλιϲτα τύχηϲ, οὐ τέχνηϲ καὶ ἰϲχύοϲ, κρίϲιϲ τὸ
 πλεῖϲτον ἔχει· ἀπὸ ἴϲου γὰρ ὁρμῶνται. ἔτι τε καὶ τὸν Ἕκτορα 
 
 ὁρῇ ὑπὸ θεῶν βοηθούμενον. ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ τῆϲ νυκτὸϲ
 κατάϲτημα. κατὰ τὸ ϲιωπώμενον δὲ οἱ ἡγεμόνεϲ αὐτὸϲ πέμπουϲιν.

298. αἵ τέ μοι εὐχόμεναι θεῖον δύϲονται ἀγῶνα. ἀγῶνα λέγει καὶ τὸν τόπον·
 λείηναν δὲ χορὸν χῶρον cod. καλὸν δ᾿ εὔρυναν
 ἀγῶνα (θ 260) καὶ Ἀργεῖοι δ’ ἐντὸϲ ἀγῶνι καθήμενοι (Ψ 448),
 καὶ τὸ ἄθροιϲμα δέ Ἥρη ηρη cod. μὲν μετ’ ἀγῶνα
 νεῶν (Υ 33), καὶ τὸ πλῆθοϲ· λῦτο δ’ ἀγών (Ω 1), καὶ τὸ ἆθλον. θεῖον οὖν
 ἀγῶνα νῦν τὸ ἱερὸν εἶπε καὶ τὸν νεὼν νέων cod. ,
 ἤτοι θεῖον τόπον ὄντα καὶ θεῖον ἄθροιϲμα περιέχοντα, διὰ τὸ πολλῶν θεῶν
 ἀνατίθεϲθαι ἐντὸϲ αὐτῷ ἀγάλματα. εὐχόμεναι δὲ ἐμοί, οὐχ ὑπὲρ ἐμοῦ, ὅτι περὶ χειρόνων ἦν ἡ εὐχὴ ἀλλ’ οὐχ ὑπὲρ τοῦ χείρονοϲ ὑπὲρ αὐτοῦ ὡϲ χείρονοϲ ? 
 
 νῦν (C 376) τὸν ναὸν λέγει. ἀγὼν δὲ ϲημαίνει ε΄· τὸν τόπον, a ὡϲ τὸ
 λείηναν δὲ χορὸν Vill. cod. χῶρον καλὸν δ’
 εὔρυναν ἀγῶνα, τὸ ἄθροιϲμα· ἦλθε μετ’ ἀγῶνα νεῶν Bkk.;
 cod. νέων καὶ Παλλὰϲ Ἀθήνη, τὸ πλῆθοϲ, ὡϲ τὸ λῦτο
 λύτο cod. δ’ ἀγών, τὸ ἆθλον, ἀγῶνοϲ ἆθλα. τὸν
 ναόν, ὡϲ ἐνταῦθα καὶ αἵ τέ μοι εὐχόμεναι θεῖον δύϲονται ἀγῶνα.

336. Z 252.

433. v. in fine operis.

436. v. ad Z 252.

Ἠώϲ διάφορα ϲημαίνει· τήν τε ϲωματοειδῆ θεὸν διὰ τὸ φάναι τὸν ποιητὴν
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 Ἠὼϲ δ’ ἐκ λεχέων παρ’ ἀγαυοῦ Τιθωνοῖο 
 ὤρνυθ’, ἵν’ ἀθανάτοιϲι φόωϲ φέροι ἠδὲ βροτοῖϲι, 
 (Λ 1. 2), καὶ τὸν ὄρθρον φερωνύμωϲ κληθέντα ἀπὸ τοῦ ὀρθοῦϲθαι ἡμᾶϲ
 ἀπὸ τῆϲ κοίτηϲ καὶ περὶ τὰ οἰκεῖα τρέπεϲθαι ἔργα, ὡϲ ὅταν φηϲὶν 
 
 ἠὼϲ μὲν κροκόπεπλοϲ ἐκίδνατο πᾶϲαν ἐπ’ αἶαν 
 (Θ 1), καὶ τὸ ἀπὸ πρωΐαϲ μέχριϲ ὥραϲ ἕκτηϲ διάϲτημα, ὡϲ τὸ 
 ὄφρα μὲν ἠ ὡϲ ἦν καὶ ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ (Θ 66), 
 καὶ τὴν ὅλην ἡμέραν, καθ’ 5 ϲημαινόμενον ἡμέρα νοεῖται ὁ ἀπὸ
 ἀνατολῆϲ τοῦ ἡλίου δρόμοϲ μέχρι δύϲεωϲ, ὁπότε τὴν ὑπὲρ ἡμᾶϲ ποιεῖται φορὰν ὁ θεὸϲ οὗτοϲ, τὸ παρ’ ἡμᾶϲ διεξιῶν ἡμιϲφαίριον, ὡϲ τὸ 
 οἵ ῥ’ ἐξ Ἀϲκανίηϲ ἐριβώλακοϲ ἦλθον ἀμοιβοὶ 
 ἠοῖ τῇ προτέρῃ, τότε δὲ Ζεὺϲ ὧρϲε μάχεϲθαι 
 (N 793), καὶ 
 ἤματι τῷ προτέρῳ, ὅτ’ ἐμαίνετο φαίδιμοϲ Ἕκτωρ (Φ 5), 
 
 καὶ τὸ ϲυναμφόητερον ἡμέραν τε καὶ νύκτα, καθ’ ὃ
 ϲημαινόμενον καὶ παρὰ τοῖϲ μαηματικοῖϲ νοεῖται, ὡϲ τὸ 
 ἠ ὼϲ δέ μοί ἐϲτιν 
 ἥδε δυωδεκάτη, ὅτ’ ἐϲ Ἴλιον εἰλήλουθα (Φ 80), 
 καὶ τὴν ἡλίου πάροδον καὶ τὸν τόπον ὅθεν ἀνατέλλει ὁ ἥλιοϲ κατὰ
 Ἀρίϲταρχον· 
 ὦ φίλοι, οὐ γὰρ ἴδμεν ὅπῃ ζόφοϲ οὐδ᾿ ὅπη ἠὼϲ 
 οὐδ’ ὅπῃ ἠέλιοϲ φαεϲίμβροτοϲ εἶϲ᾿ ὑπὸ γαῖαν, 
 οὐδ’ ὅπῃ ἀννεῖται (κ 190  sqq.) 
 νῦν γὰρ, καθά φηϲιν ὁ Κράτηϲ, τῶν τεϲϲάρων τοῦ κόϲμου μέμνηται μερῶν, ἄρκτου, μεϲημβρίαϲ, ἀνατολῆϲ καὶ δύϲεωϲ, ἅπερ
 ἀλλήλοιϲ ἐξ ἀντιθέτου ἀντίκειται, ἡ μὲν ἄρκτοϲ τῇ μεϲημβρίᾳ, ἡ δὲ
 ἀνατολὴ τῇ δύϲει. 
 
 
 

 
 
 καὶ ποϲαχῶϲ μὲν ἠώϲ παρ’ αὐτῷ λέγεται εἴρηται· ὅτι
 δὲ ἡ κροκόπεπλοϲ καὶ ἡ ῥοδοδάκτυλοϲ ἐπὶ τῆϲ δαίμονοϲ λέγεται δῆλον. δὲ
 τὰ ἐπίθετα ἐκ τοῦ περὶ τὸ ὁρώμενον τῆϲ ἡμέρμϲ καταϲτήματοϲ εἴληπται,
 ἐξηεῖται τὸ ἐκ ποίαϲ μὲν καταλήψεωϲ ἡ κροκόπεπλοϲ. ἐκ ποίαϲ δὲ ἡ
 ῥοδοδάκτυλοϲ. φημὶ τοίνυν, ὡϲ διὰ μὲν τῆϲ τοῦ κρόκου χρόαϲ
 δηλοῖ ὀλίγον τῆϲ ἡμέραϲ φῶϲ πολλῷ τῷ τῆϲ νυκτὸϲ μέλανι κιρνώμενον, ὅταν
 δὲ λέγῃ ἦμοϲ δ’ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλοϲ Ἠώϲ (e. c. A 477), διὰ τῆϲ
 τοῦ ῥόδου χροιᾶϲ δηλοῦν αὐτὸν ὀλίγον τὸ τῆϲ νυκτὸϲ μέλαν πολλῷ τῷ τῆϲ
 ἡμέραϲ φωτὶ κεχρωϲμένον. καὶ ὅτι τοῦτο νοεῖ, δῆλον ἔϲτω ἐκεῖθεν·
 μνηϲθεὶϲ γὰρ ἑωϲφόρου, ὡϲ νυκτὸϲ ἔτ’ οὔϲηϲ ἀνατέλλει,
 ἐπάγει αὐτῷ τὴν κροκόπεπλον ἠῶ· 
 ἦμοϲ ἑωϲφόροϲ εἶϲι φόωϲ ἐρέων ἐπὶ γαῖαν, 
 ὅν τε μέτα κροκόπεπλοϲ ὑπεὶρ ἅλα κίδναται ἠώϲ (Ψ 226. 7). 
 
 
 
 
 
 
 (Ψ 226. 27). γεννήϲαϲ δὲ ἐκ τῆϲ κροκοπέπλου τὸν ὄρθρον
 ἐπάγει τὴν ῥοδοδάκτυλον· 
 ἦμοϲ δ’ ἠριγένεια φάνη ῥοδ οδάκτυλοϲ ἠώϲ. 
 ἐντὸϲ δὲ τῷ ἠὼϲ μὲν κροκόπεπλοϲ ἐκίδνατο πάϲαν ἐπ’ 
 
 αἶαν (Θ 1) τοῦ κίδναϲθαι δηλοῦντοϲ τὸ ϲκορπίζεϲθαι ὡϲ ἐντὸϲ
 τῷ ϲκίδναται κατὰ ϲτρατόν (A 487?), δύο ταῦτα τηρήϲεωϲ ἄξια ὑπεδείκνυεν·
 ἓν μὲν ὅτι ἐκίδνατο ἔφη πᾶϲαν ἐπ’ αἶαν, ὅπερ παράταϲιν ἔχει, οὐ
 ϲυντέλειαν, οἷον τὸ ἐϲκεδάϲθη ἐπεὶ δὲ ϲφαιροειδοῦϲ ὄντοϲ τοῦ κόϲμου καὶ
 τῆϲ γῆϲ οὐχ ἅμα παρὰ πᾶϲι κατὰ τὸ αὐτὸ ὁ ἥλιοϲ ἀνατέλλει
 οὐδὲ κατὰ τὴν αὐτὴν ὥραν ἡ ἡμέρα ἀνίϲταται, εἰκότωϲ ἐκίδνατο ἔφη, τὴν
 ἐντὸϲ παρατάϲει ἄλλοτε πρὸϲ ἄλλουϲ ἐπιβολὴν παριϲτὰϲ τῆϲ ἡμέραϲ καὶ
 πορείαν. ἕτερον δὲ πάλιν ἐϲημειούμην, ὅτι ϲὺν τῷ ἀποτελέϲματι καὶ τὸν
 κύριον τοῦ ἀποτελουμένου εἶναι βούλεται· ἡ μὲν γὰρ θεὸϲ κροκόπεπλοϲ ὡϲ
 ἂν οὐϲία ἔννουϲ τε καὶ ἔμψυχοϲ καὶ ἐνϲώματοϲ, τὸ δὲ ἀπ’
 αὐτῆϲ ϲκεδάννυται περὶ τὴν γῆν. ὁ δὲ λαβὼν τὴν ϲωματοειδῆ θεὸν ἐντὸϲ τῷ
 κροκόπεπλοϲ ϲυνήρτηϲεν αὐτὴν τῷ ϲκεδαννυμένῳ ἀπ’ αὐτῆϲ φωτί, εἰπὼν αὐτὴν
 ἀλλ’ οὐχὶ τὸ ἀπ’ αὐτῆϲ φῶϲ ϲκεδάννυϲθαι· Ἠὼν ὡϲ μὲν κροκόπεπλοϲ ἐκίδνατο
 πᾶϲαν ἐπ’ αἶαν· οὐ γὰρ δήποτε ἡ ϲωματοειδὴϲ ἐπεπόρευτο, ἀλλὰ τὸ ἀπ’
 αὐτῆϲ ἡμερινὸν φῶϲ. ἀλλ’ οἶδεν, ὅπου τὸ ἀποτέλεϲμα, ἐκεῖ
 καὶ τὸ ἀποτελοῦν. 
 ὅτι δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων οἶδε τὸ ποιοῦν καὶ τὸ ἀποτελούμενον, 
 λάμβανε πρῶτον ἐπὶ τῆϲ νυκτόϲ· τὸ μὲν ἀποτέλεϲμα· 
 νὺξ δ’ ἤδη τελέθει, ἀγαθὸν καὶ νυκτὶ πιθέϲθαι (H 282), 
 αἱ δέ τε νύκτεϲ ἀθέϲφατοι (ο 392), 
 
 ἐκ νυκτὸϲ δ᾿ ἄνεμοι χαλεποί (μ 286), 
 τὴν δὲ δεϲπότιν· 
 Εἰ μὴ Νὺξ δμήτειρα θεῶν ἐϲάωϲε καὶ ἀνδρῶν· 
 τὴν ἱκόμην φεύγων καὶ 
 ἅζετο γὰρ μὴ Νυκτὶ θοῇ ἀποθύμια ἔρδοι (Ξ 259 — 61). 
 
 οὕτω καὶ ἥβη ἀποτέλεϲμα καὶ θεὸϲ ταύτηϲ προϲτάτιϲ· 
 οἳ νῶϊν ἀγάϲαντο παρ’ ἀλλήλοιϲι μένοντεϲ 
 ἥβηϲ ταρφθῆναι καὶ γήραοϲ οὐδὸν ἱκέϲθαι (ψ 211), 
 τῆϲ νεότητοϲ καὶ ἀκμῆϲ τῆϲ ἐντὸϲ νεότητι ϲφριγώϲηϲ· ὄφρ’ ἥβῃ τε
 πεποίθεα χερϲί τ’ ἐμῇϲιν (θ 181), οὐδέ τι ἥβηϲ δεύεται (θ 136)· 
 
 
 ἐπὶ γὰρ πάντων τὰ ἀποτελέϲματα λέγεται. ἐπὶ δὲ τῆϲ θεοῦ·
 μετὰ δέ ϲφιϲι πότνια Ἥβη νέκταρ ἐῳνοχόει (Δ 2), τὸν δ’ Ἥβ η λοῦϲεν (Ε
 905)· ἐντὸϲ γὰρ τοῖϲ ἀγηράτοιϲ θεοῖϲ καὶ ἀεὶ ἡβῶϲιν οἰνοχόον τὴν Ἥβην
 καὶ ὑπηρέτιν ἐποίηϲεν. ἐκ τούτων λύϲειϲ, πῶϲ ἀγάϲτονόν τε λέγει τὴν
 Ἀλμφιτρίτην, ὅταν εἴπῃ (μ 96)· 
 
 καὶ εἴ ποθι μεῖζον ἔνεϲτι 
 κῆτοϲ, ἃ μυρία βόϲκει ἀγάϲτονοϲ ἀμφιτρίτη, 
 καὶ πάλιν κλυτὸν ἐντὸϲ οἷϲ φηϲιν (ε 421)· 
 ἢ ἔτι μοι καὶ κῆτοϲ ἐπιϲϲε ύῃ μέγα δαίμων 
 ἐξ ἁλόϲ, οἷά τε πολλὰ τρέφει κλυτὸϲ Ἀλμφιτρίτη· 
 
 κλυτὸϲ μὲν γὰρ ἡ θεὸϲ, ἡ μεγάλη δαίμων, ἀγάϲτονοϲ δὲ ἡ θάλαϲϲα.
 οὕτωϲ καὶ γῆ μὲν τὸ ϲτοιχεῖον· ἕλε γαῖαν ἀγοϲτῷ (Λ 425) καὶ κάππεϲεν
 ἐντὸϲ γαίῃ, ἡ δὲ θεόϲ· ἴϲτω νῦν τόδε Γαῖα καὶ Οὐρανὸϲ εὐρὺϲ ὕπερθεν (Ο
 36) καὶ Γῆ τε καὶ Ἠέλιοϲ καὶ Ἐρινύεϲ (Τ 259). οὕτω καὶ Ϲτυγὸϲ ὕδωρ
 λέγει, τῆϲ δαίμονοϲ, τὸ Ϲτύγιον ἀπ’ αὐτῆϲ καλούμενον· καὶ
 τὸ κατειβόμενον Ϲτυγὸϲ ὕδωρ (Ο 37), ὥϲπερ καὶ ποταμὸν λέγει δαίμονα
 Ἀλφειὸν καὶ Ἀξιὸν καὶ Ϲπερχειόν, ὧν εἶναι καὶ γένοϲ, καὶ Ξάνθον
 δινήεντα. καὶ ὅταν μὴ εἴπῃ τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ, τὸν εὐχόμενον ποιεῖ
 λέγοντα· κλῦθι ἄναξ, ὅτιϲ ἐϲϲί (ε 445) εὔχεται δὲ τῷ ποταμῷ, ὡϲ ἂν
 ἑκάϲτου ἔχοντοϲ δαίμονα. ὁ δὲ καὶ ἐντὸϲ ταῖϲ κρήναιϲ οἶδε
 θεάϲ, ἃϲ Nύμφαϲ καλεῖ Νύμφαι κρηναῖαι, κοῦραι Διόϲ (ρ 240), καὶ ἄλλαι
 Νύμφαι ὀρεϲτιάδεϲ, κοῦραι Διόϲ (Ζ 420). οὕτω πεπληρῶϲθαι θείων δυνάμεων
 Ὅμηροϲ ἡγεῖτο ἅπόντα.

2. ad v. 5.

5 sqq. ἐντὸϲ τῇ Διὸϲ δημηγορίᾳ τῇ οὕτωϲ ἐχούϲῃ· κέκλυτέ μευ.
 πάντεϲ τε θεοὶ πᾶ ϲαί τε θέαιναι, 
 
 
 
 
 
 πῶϲ ἄξιον διὰ τὴν τῶν Ἀχαιῶν ἀρετὴν ἐκκληϲίαϲ δεῆϲαι
 ὑπελήφθη τῷ Διί, ἐντὸϲ δὲ τοῖϲ ἑξῆϲ (v. 133) καὶ ὄμβρων καὶ κεραυνῶν ἵνα
 ἡττηθῶϲι, καλῶϲ εἴρηται καὶ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ καὶ ὅτι βούλεται μὲν εἴργειν
 τῆϲ ϲυμμαχίαϲ τὴν Ἥραν καὶ τὴν Ἀθηνᾶν, ἃϲ οἶδε μάλιϲτα τῇ γνώμῃ αὐτοῦ
 ἐναντιωθηϲομέναϲ, κοινὸν δὲ ποιεῖται περὶ πάντων τῶν θεῶν
 τὸν λόγον καὶ τῶν Τρωϲὶν ἐπαμυνόντων, ἵνα μὴ ταύταιϲ ἀντιπράττειν μόναιϲ
 δοκῇ. διὸ καὶ μάλιϲτ’ ἀποτείνεται τὸν λόγον πρὸϲ τὰϲ θηλείαϲ· κέκλυτέ
 μευ πάντεϲ τε θεοὶ πᾶϲαί τε θέαιναι, καὶ ἀπὸ τῶν θηλειῶν ἄρχεται· μήτε
 τιϲ οὖν θήλεια θεὸϲ τόγε μήτε τιϲ ἄρϲην. 
 
 καὶ μὴν κἀκεῖνο λύεται καλῶϲ· πῶϲ γὰρ ὑπεϲχημένοϲ ὁ Ζεὺϲ τῶν Τρώων
 ἐπικουρίαν οὐκ εὐθὺϲ ἐποίηϲε νικῶνταϲ αὐτοὺϲ κατὰ τὴν πρώτην τῆϲ Ἰλιάδοϲ
 ἀρχήν, ἀλλὰ νῦν μετὰ ἧτταν καὶ τοϲοῦτον τῶν Τρώων φόνον; ἔδει γὰρ αὐτοὺϲ
 πρότερον, φαϲὶν, ἀντὶ τῆϲ τῶν ὅρκων παραβάϲεωϲ δοῦναι δίκην. ἃ γὰρ ὁ
 ποιητὴϲ ἐφρόνει, ταῦτα ποιεῖ τινα λέγοντα· λέγει γὰρ ὁ
 Ἀγαμέμνων· 
 Ζεὺϲ δέ ϲφιν Κρονίδηϲ ὑψίζυγοϲ αἰθέρι ναίων 
 αὐτὸϲ ἐπιϲϲείῃϲιν ἐρεμνὴν αἰγίδα πᾶϲιν, 
 τῆϲδ’ ἀπάτηϲ κοτέων (Δ 166— 8). 
 ἅμα δὲ καὶ ἠθέληϲεν ἀλκιμωτέρουϲ Ἕλληναϲ ἐπιδείξαϲ τότε τοῖϲ Τρωϲὶ
 τὴν παρὰ τοῦ Διὸϲ βοήθειαν ἐπαγαγεῖν. καὶ τὸ ὁμοειδὲϲ
 δὲ ἐφυλάξατο· ἦν γὰρ ὁμοειδὲϲ Τρωϲὶ μάχῃ παράγειν τοὺϲ Ἕλληναϲ
 ἡττωμένουϲ· ποικίλλειν γὰρ θέλει. ὅθεν ἐντὸϲ μὲν τῇ προτέρᾳ μάχ
 ἀμφοτέροιϲ βοηθοῦνταϲ ἐποίηϲε τοὺϲ θεούϲ, ἐντὸϲ αὐτῇ δὲ μόνον τὸν Δία
 τοῖϲ βαρβάροιϲ (Θ 130 sq), εἶτα πάλιν ἐρεῖ ἀμφοτέροιϲι δ’ ἀρήγε θ’, ὅπη
 νόοϲ ἐϲτὶν ἑκάϲτου (Υ 25). οὕτωϲ ἐθηρᾶτο τὸ ποικίλον. 
 ταῦτα μὲν οὖν εἴρηται. τί δὲ δηλοῦν ἐθέλει ἀλλ’ ἅμα πάν τεϲ αἰνεῖτ᾿, ὄφρα
 τάχιϲτα τελευτήϲω τά δε ἔργα (Θ 8. 9), οὐ πάντωϲ παρέϲτηϲε. ποῖα γὰρ
 ἔργα τελευτήϲει, οὐ παρέϲτηϲεν ὁ Ζεύϲ, ἀλλ’ ἐντὸϲ ἀϲαφεῖ εἴαϲεν. λέγει
 δέ ὃ ἐγὼ ἐργάζεϲθαι μόνοϲ βούλομαι, πρὸϲ ἃ καὶ
 παρακελεύεται μηδένα ἀντιπρᾶξαι τῶν θεῶν. ἐργάζεϲθαι δὲ ἠβούλετο εἰϲ
 τέλοϲ ὡϲ Ἀλχιλῆα τιμήϲῃ, ὀλέϲῃ δὲ πολῖται λέαϲ ἐπὶ νηυϲὶν Ἀχαιῶν (B 3.
 4)· ἔφη γὰρ οὐ γὰρ ἐμὸν παεἴργειν 
 
 
 λινάγρετον οὐδ’ ἀπατηλὸν οὐδ’ ἀτελεύτητον, ὅ τι κεν κεφαλῇ
 κατανεύϲω (A 520. 27)· ταῦτα οὖν ἔφη ὄφρα τάχιϲτα τελευτήϲω τάδε ἔργα,
 εἰϲ τέλοϲ ἀγάγω. καὶ ἡ παροιμία· μήπω μέγ’ εἴπῃϲ, πρὶν τελευτήϲαντ’ ἴδῃϲ
 (Soph. fr. Τyr., 583 Dind.), ἤγουν μὴ θαυμάϲῃϲ τὸν μέγα ἐπαγγελλόμενον.
 ἀϲαφῆ δὲ ἐάϲαϲ ὅϲα ἐξεπίτηδεϲ ἔφη τάχιϲτα ἐκτελέϲειν, ὡϲ
 ϲαφῶϲ εἰπὼν ἐπάγει ὃν δ’ ἂν ἐγὼν ἀπάνευθε θεῶν ἐθέλοντα νοήϲω καὶ τὰ
 ἑξῆϲ (Θ 10 sqq.). ὅθεν οὐκ ἐϲτι περιϲϲὸν τὸ ὃν δ’ ἂν ἐγών, οὐδ’ ἐντεῦθεν
 ἄρχεται τοῦ λόγου, ἕλλ’ ἐκ τοῦ αἰνεῖτ᾿, ὄφρα τάχιϲτα τελευτήϲω τάδε
 ἔργα, ᾦ ἀκόλουθον ὡϲ δηλώϲαντοϲ τὸ βούλημα τὸ ὃν δ’ ἂν ἐγὼν ἀπάνευθε ἐθέλοντα νοήϲω. λέγουϲι δὲ κἀν τούτῳ περιττεύειν τὸ
 ἐθέλοντα· ἔδει γὰρ ὃν δ’ ἂν ἐγῶ νοήϲω ἐλθόντα Τρώεϲϲιν ἀρηγέμεν. οὐκ
 ἐϲτι δὲ περιϲϲόν, ἀλλ’ ἐϲτιν ἡ διάνοια· ὃν δ’ ἂν ἐγὼ νοήϲω ἢ Τρώεϲϲι
 θέλοντα ἀρηγέμεν ἢ Δαναοῖϲιν ἐλθόντα.

14. πῶϲ δὲ δύναταί τιϲ ἐκεῖϲε κατελθεῖν; φαμὲν δὲ
 ὅτι οἱ ἀπειλοῦντεϲ τὰ ἀδύνατα ϲχεδὸν ἀπειλοῦϲι πρὸϲ
 κατάπληξιν.

25. 26. . . . . οἱ δὲ ζητοῦϲι, πῶϲ πάντων περιγίνεται ὁ Ζεὺϲ ὁ ὑπὸ τριῶν
 μόνων δεθείϲ, καθά φηϲιν ἐντὸϲ τῆ A (400)· ῥητέον οὖν ὅτι ἐκεῖ μὲν ἐξ
 ἐπιβουλῆϲ ἡ ἰϲχύϲ, ἐνταῦθα δὲ ἐκ τοῦ φανερῶϲ κρατεῖν.

39. 40. ὁ νοῦϲ ἀϲαφήϲ, ὅντινα ἀγνοήϲαντεϲ ἠθέτηϲαν τὰ ἔπη. ἡ 
 δὲ ἀϲάφεια ἐκ τοῦ πρόφρονι· ἀπέδοϲαν γὰρ ὡϲ δηλοῦντοϲ τοῦ ποιητοῦ διὰ
 τοῦ πρόφρονι· οὐ κατὰ ϲπουδὴν ταῦτα ἀγορεύω. ἔϲτι δὲ οὐ τοῦτο, ἀλλὰ τῇ
 πρό κέχρηται ἀντὶ τῆϲ ὑπέρ ϲυνήθωϲ, ὡϲ ἐντὸϲ τῷ ἀεθλεύων πρὸ ἄνακτοϲ
 ἀμειλίκτου (Ω 731) ἀντὶ τοῦ ὑπὲρ ἄνακτοϲ, καὶ ἐντὸϲ τῷ χρείῃ ἀναγκαίῃ
 πρό τε παίδων καὶ γυναικῶν (Θ 57) ἀντὶ τοῦ ὑπὲρ παίδων καὶ
 γυναικῶν βούλεται λέγειν. φηϲὶν οὖν καὶ ἐνταῦθα· οὐ καθ’ ὑπερφροϲύνην
 οὐδ’ ὡϲ τύραννοϲ λέγω ταῦτα· βούλομαι γὰρ ἤπιοϲ εἶναι καὶ πρᾶοϲ. καὶ ὁ
 τοί οὖν παραπληρωματικὸϲ καὶ οὐκ ἀντὶ τοῦ ϲοί παρείληπται. πρέπουϲα
 τοίνυν ἡ διάνοια ἄρχοντι. 
 
 
 
 βουλομένῳ ἐνδείκνυϲθαι βαϲιλικὴν ἠπιότητα καὶ οὐ
 τυραννικὴν ἀγριότητα· οἱ γὰρ ῥηθέντεϲ μετ’ ἀπειλῆϲ λόγοι ὑπέρφρονα
 θυμόν, καὶ ὃν ἐντὸϲ ἄλλοιϲ ἀγήνορα ἔφη, ἐνεδείκνυντο.

53. 54. δεῖπνον λέγεται καὶ τὸ ἐξ ἑωθινοῦ ἀκράτιϲμα, ὡϲ νῦν 
 ἐντὸϲ τοῖϲ προκειμένοιϲ, καὶ τὸ ὑφ’ ἡμῶν λεγόμενον ἄριϲτον,
 ὡϲ ἐντὸϲ τῷ δεῖπνον. 
 ἦμοϲ δὲ δρυτόμοϲ περ ἀνὴρ ὡπλίϲϲατο ὡπλίϲατο
 cod. 
 δεῖπνον (Λ 86). 
 καὶ πάλιν ἄριϲτον τὸ ἀκράτιϲμα· 
 ἐντύναν το ἄριϲτον ἅμ’ ἠοῖ κειαμένω κειμένω
 cod πῦρ (π 2). 
 
 τὸ δὲ ἐντὸϲ τοῖϲ προκειμένοιϲ ἀπὸ δ’ αὐτοῦ θωρήϲϲοντο οὐκ
 ἐϲτιν ὑπερβατόν, ὥϲ τινεϲ· ἀπεθωρήϲϲοντο δὲ αὐτοῦ, ἀλλά φηϲιν ἀπὸ τοῦ
 δείπνου ἐθωρήϲϲοντο. καὶ ἔϲτι πεζοτέρα ἡ φράϲιϲ, καὶ διὰ τοῦτο λανθάνει
 τὸ νόημα.

56. καὶ πῶϲ φηϲι πολλέων alt. λ eras. Β; πολέων Lp 
 ἐκ 
 πολίων (B 131); νῦν οὖν τοὺϲ ἰθαγενεῖϲ φηϲι· διὸ καὶ τὸ πρό
 τε παίδων καὶ πρὸ γυναικῶν (Θ 57). ἢ ἑαυτῶν ἥττουϲ γενόμενι διὰ τὸν
 θάνατον. ἀναγκαίωϲ δὲ καὶ τὸ μέμαϲαν ἐπιφέρει, ἵνα μὴ νομίϲωμεν ι in ras. B αὐτοὺϲ ἐπτηχόταϲ ἐξιέναι διὰ τὴν
 προγενομένην ἧτταν.

58. πᾶϲαι δ’ ὠίγνυν το πύλαι, ἐκ δ’ ἔϲϲυτο λαόϲ. οὐ λέγει περὶ τῶν
 ἐντὸϲ Ἰλίῳ πυλῶν μόνον ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἐντὸϲ τῷ ναυϲτάθμῳ πᾶϲαι. τῶν
 Ἐλλήνων, οὐδὲ λαὸν τὸν Τρωικὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἐλληνικόν· τούτῳ γὰρ
 ἀκόλουθον καὶ τὸ οἱ δ’ ὅτε δή ῥ’ ἐϲ χῶρον ἕνα ξυνιόντεϲ ἵκοντο (Θ 60).
 εἶτα ἐπάγει ὅτι ϲυνέβαλλον παντάπαϲι τὰϲ ἀϲπίδαϲ ἀϲπίϲι, τὰ
 ἔγχη τοῖϲ ἔγχεϲι, τὰϲ δυνάμειϲ ταῖϲ δυνάμεϲι. καὶ ἀναλαμβάνει αὐτά
 ἀϲπίδεϲ ὀμφαλόεϲϲαι ἔπληντ’ ἀλλήλῃϲιν (Θ 62) ἔψαυον γὰρ ἀλλήλων,
 τουτέϲτιν αἱ μὲν τῶν Τρώων ταῖϲ τῶν Ἐλλήνων.

70. ἐντὸϲ δ’ ἐτίθει δύο κῆρε. πρὸϲ Αἰϲχύλον ψυχοϲταϲίαν γρά 
 ψαντα καὶ τὸ κήρ ἀκούϲαντα οὐκ ἐπὶ τῆϲ μοίραϲ λεγόμενον
 ἀλλ’ ἐπὶ κῆρε. 
 
 
 
 
 τῆϲ ψυχῆϲ, ὅτι θηλυκῶϲ μὲν ἡ κήρ τὴν μοῖραν δηλοῖ,
 οὐδετέρωϲ δὲ τὸ κῆρ καὶ περιϲπωμένωϲ τὴν ψυχήν, ὃ διαιρεῖται εἰϲ κέαρ.
 εἰ δὲ ἔλεγε τὴν ψυχήν, οὐκ ἂν ἔφηϲε δύο κῆρε διὰ τοῦ ε ἀλλὰ δύο κῆρα διὰ
 τοῦ ᾱ. καὶ αὐτὸϲ δὲ ἐξηγήϲατο τίϲ ἡ κήρ, εἰπὼν ῥέπε δ’ αἴϲιμον ἦμαρ
 Ἀχαιῶν· ἀντὶ γὰρ τοῦ φάναι ῥέπε δὲ ἡ κὴρ τῶν Ἀχαιῶν μεταλαβὼν ἔφη ῥέπε δ’ αἴϲιμον ἦμαρ Ἀχαιῶν. ἡ κὴρ δὲ εἴληπται οὐχ ἑνὸϲ τῶν
 Ἑλλήνων μία ἀλλὰ πάντων, οὐδὲ Τρώων ἑνὸϲ μία ἀλλὰ πάντων, διὸ καὶ ἐπάγει
 αἱ μὲν Ἀχαιῶν κῆρεϲ (v. 73). ὡϲ ἡ ἵπποϲ τῶν πολεμίων ϲημαίνει τὸ πλῆθοϲ,
 οὕτωϲ ἡ κὴρ τῶν Ἑλλήνων αἱ κῆρεϲ ἦϲαν. καὶ τὸ ἐπὶ χθονὶ ἕζεϲθαι (v. 73)
 τὸ πρὸϲ γῆν ῥέψαι δηλοῖ, τὸ δ’ ἐϲ οὐρανὸν ἀρθῆναι τὸ
 ὑπερτέραν γενέϲθαι. ϲυμβολικῶϲ δὲ λαμβάνει τὰ μὲν ῥέποντα πρὸϲ τὰ χθόνια
 θανατικά, τὰ δὲ πρὸϲ τὸν οὐρανὸν ζωτικά· ζωηφόρα γὰρ τὰ οὐράνια,
 θανατηφόρα δὲ τὰ χθόνια. ὅπερ ἀγνοήϲαντέϲ τινεϲ ἠθέτηϲαν τὰ ἔπη, ἐντὸϲ
 οἷϲ φηϲιν αἱ μὲν Ἀχαιῶν ῶν κῆρεϲ ἐπὶ χθονὶ πουλυβ οτείρῃ ἑζέϲ θην· Τρώων
 δὲ πρὸϲ οὐρανὸν εὐρὺν ἄερθεν, νομίϲαντεϲ ὅτι τὸ ἑζέϲθην
 δυϊκόν ἐϲτιν, ὡϲ ἀποδεξαμένων τινῶν, ὅτι ἀνὰ δύο τίθηϲι κῆραϲ εἰϲ τὸν
 ζυγόν. οὐ ϲημαίνει δὲ τὸ ἑζέϲθην, ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ἕζοντο, ὡϲ μιάνθην
 αἵματι μηροί (Δ 146) ἀντὶ γὰρ τοῦ ἐμιάνθηϲαν ἐπὶ πληθυντικοῦ κεῖται· εἰ
 γὰρ ἦν ἐπὶ δυϊκοῦ, ἔφη ἂν μιανθήτην ὡϲ κλινθήτην καὶ ἡϲθήτην. ἑζέϲθην
 οὖν ἀντὶ τοῦ ἑζέϲθηϲαν, ὡϲ τὸ ἐκόϲμηθεν ἀντὶ τοῦ
 ἐκοϲμήθηϲαν. 
 
 πῶϲ δύο κῆρεϲ ἐντίθηϲιν ὁ Ζεύϲ, ὥϲπερ ἀνὰ μίαν ἑκατέρου ϲτρατοῦ, ἐντὸϲ δὲ
 τοῖϲ ἑξῆϲ πλείουϲ αὐτάϲ φηϲιν· αἱ μὲν Ἀλχαιῶν κῆρεϲι ὅτι αἱ δύο καὶ
 πολλαὶ ἂν εἶεν· λέγομεν γοῦν οὖν Lp διττὰ
 πράγματα. πλειόνων δὲ ἔμφαϲιν διδόντοϲ τοῦ ὀνόματοϲ, εἰκότωϲ ἐντὸϲ τῇ
 μεταλήψει πλέοναϲ εἶπεν. ἔϲτι δὲ ϲχῆμα ϲυνεκδοχικῶν
 ϲχημάτων ἕν. quae sequuntur de origine V. κήρ ad
 Porphyrium referre non audemus .

72. οὐκ ἄρα, φαϲὶν, ἐχαρίϲατο τῇ Θέτιδι, εἰ μοιρίδιον ἦν. φαμὲν δὲ ὅτι εἰϲ ἐπίταϲιν τῆϲ Μοίραϲ καὶ αὐτὸϲ ὁπλίζεται (v.
 43) κατ᾿ αὐτῶν αὐτὴν Lp , ὅπερ ἦν τῆϲ χάριτοϲ.

75. πῶϲ ἔφη τὸν κεραυνὸν ϲέλαϲ δαιόμενον, ϲέλαϲ μὲν γὰρ ἡ 
 φωτὸϲ ἔλλαμιιϲ, καυθεῖϲα δὲ καὶ ἐκπυρωθεῖϲα κεραυνὸϲ γίνεται
 καὶ οὐκ ἀϲτραπὴ μόνον. προειπὼν αὐτὸϲ δ᾿ ἐξ Ἴδηϲ μεγάλ᾿ ἔκτυπε
 XVIII, p. καὶ ἐπάγων τὸ κεραυνοῦ ὄνομα ἐϲήμανεν, ὡϲ προηγεῖται ἡ
 βροντὴ τῆϲ ἀϲτραπῆϲ, δι᾿ ἧϲ καὶ τὸ Ϡέλαϲ ἐκλάμπει . 
 τὸ ϲέλαϲ δηλοῖ τὴν ἔλλαμψιν. βουλόμενοϲ οὖν εἰπεῖν ὡϲ οὐκ 
 ἦν ἀϲτραπὴ τὸ γενόμενον ἀλλὰ κεραυνόϲ, μετὰ τὴν βροντὴν
 προϲέθηκε τὸ δαιόμενον· ἡ γὰρ πρὸ βροντῆϲ ἀϲτραπὴ οὐ κεραυνόϲ, μετὰ γὰρ
 ἦκε ϲέλαϲ. τὴν βροντὴν ὁ κεραυνόϲ, ὅϲ ἐϲτι καυϲτικόϲ.

97. ἐζήτηται δὲ πότερον ἄρα οὐδ᾿ ὅλωϲ ἤκουϲεν ὁ Ὀδυϲϲεὺϲ ἢ οὐκ ἐπείϲθη. ῥητέον ὅτι οἱ λέγοντεϲ ὅτι
 ἀκούϲαϲ οὐκ ἐπείϲθη δειλίαν τοῦ ἥρωοϲ κατηγοροῦϲιν,
 ἀγνοοῦντεϲ τὸ οὐδ᾿ ἐϲάκουϲεν. οὐ γὰρ τὸ παρακοῦϲαι ἀλλὰ τὸ μὴ αἰϲθέϲθαι
 τελείωϲ δηλοῖ· καὶ γὰρ οὐκ ἦν δειλὸϲ τῶν ἄλλων ἔϲχατοϲ φεύγων καὶ τῇ
 βραδυτῆτι τὸ φιλοκίνδυνον ἐπιδεικνύμένοϲ. 
 οὐκ ἤϲθετο ὑπὸ τοῦ θορύβου ἢ οὐκ ἐπείϲθη διὰ τὸν καιρόν· φεύ- 
 γει γὰρ ϲὺν Αἴαντι καὶ θεομαχεῖν οὐ θέλει. πῶϲ γὰρ δειλὸϲ ὁ
 μετὰ πάνταϲ φεύγων, οὐ γὰρ ἂν Διομήδηϲ τοῦτον μόνον ἐκάλει.

117. εἰ τοϲοῦτον ϲτοῦτο Lp ἀπῆν, διὰ τί μὴ φεύγει,
 τὸ ὅλον πραγματεύεται πρὸϲ τὸ μὴ ἀθρόωϲ καὶ
 ἄνευ πόνου πόνων L νικᾶν τοὺϲ Τρῶαϲ, ἀλλὰ τοὺϲ
 φεύγονταϲ ἀνακωχὴν ἀνακοχὴν L λαβεῖν. ἄλλωϲ τε ἢ καὶ pro ἢ L νικήϲειν οἴεται
 νικώμενοϲ ῥᾳδίωϲ φεύξεϲθαι.

133. cf. ad v. 5, p. 115.

167. πῶϲ δύο εἰπὼν τὸν Διομήδην μεριμνῆϲαι τὸν Δ. post
 μεριμν. L ἕν ἐπάγει. φαμὲν δὲ
 ὡϲ δύο βουλὰϲἐμερίμνηϲεν εἰϲ ἓν νευού ϲαϲ, ἵππουϲ τε ϲτρέ
 ψαι καὶ ἐναντίβιον πολεμῆϲαι μαχέϲαϲθαι L , ἢ ὡϲ
 ὡμολογημένον ἀφίηϲι τὸ ἕν, ἤτοι τὸ ἢ ϲτραφῆναι μεταϲτραφῆναι L ἢ μὴ ϲτραφῆναι, ὃ κατέλιπεν.

185. ἀθετεῖται ὁ ϲτίχοϲ, πρῶτόν γε καὶ διὰ τὸ ϲύ, εἶτα διὰ τὰ 
 
 
 
 
 
 
 ὀνόματα· Λάμποϲ γὰρ τῆϲ Ἠοῦϲ ἐϲτιν ἵπποϲ (ψ 246), Ξάνθοϲ
 Ἀχιλλέωϲ (T 400), Πόδαργοϲ Μενελάου (Ψ 295), Αἴθη Ἀγαμέμνονοϲ (Ψ 295),
 ἣν Αἴθωνα νῦν εἶπε μετατιθεὶϲ τὸ γένοϲ. οὐδαμοῦ δὲ τεθρίππῳ κέχρηνται
 ἥρωεϲ, εἰ μὴ ἐντὸϲ Ὀδυϲϲείᾳ ἐπὶ παραβολῆϲ ἡ δ’ ὥϲ τ’ ἐντὸϲ πεδίῳ
 τετράοροι ἄρϲενεϲ ἵπποι (v 81). τὸ γὰρ τέϲϲαραϲ ἀθλοφόρουϲ 
 ἵππουϲ (Λ 699) ὑπώπτευται ὡϲ νόθον, ἢ δύο ἅρματα δηλοῦν βούλεται· τὸν δὲ
 ἐλα τῆρα ἀφίει ἀκαχήμενον (Λ 702), τὸν ἐξ ἑκατέραϲ ϲυνωρίδοϲ. εἶποι δ’
 ἄν τιϲ πρὸϲ τοῦτο, ὅτι εἰκὸϲ, τῶν ἄλλων τεθρίπποιϲ μὴ χρωμένων, τὸν
 Ἕκτορα θαρϲῆϲαι τέϲϲαραϲ ἵππουϲ ὑποζεῦξαι πρὸϲ κατάπληξιν τῶν πολεμίων·
 ἀπόγονοϲ γάρ ἐϲτι Τρωόϲ, ᾧ Ζεὺϲ ὑπὲρ Γανυμήδουϲ ἔδωκεν
 ἵππουϲ, καὶ φιλότιμόϲ ἐϲτι περὶ ἱππικήν. οἶδε γὰρ ἵπποϲ ἀγαθὸϲ πρὸϲ
 ἱππικὴν ἐγείρειν, ὡϲ καὶ πρὸϲ πόλεμον διάφορα ὅπλα καὶ θηρευτικὴ κύων
 καλῶϲ ἰχνηλατοῦϲα ἐπὶ τὸ κυνηγέϲιον. διὸ καὶ τὸν Ἕκτορα θραϲὺν ἡνίοχόν
 φηϲιν Ὅμηροϲ (Θ 89), καὶ οὐ μόνον τοῦτον θραϲὺν ἀλλὰ καὶ τὸν ἡνιοχοῦντα
 αὐτῷ Ἀρχεπτόλεμον (Θ 128. 312)· οὐ τοῦ τυχόντοϲ γὰρ ἦν τὸ
 τέτρωρον ἡνιοχεῖν. φαϲὶ δέ εἰ τέτρωρον ἦν, πῶϲ ὡϲ πρὸϲ δυϊκὸν
 ἀποτείνεται καί φηϲι νῦν μοι τὴν κομιδὴν ἀποτίνετον καὶ ἐφομαρτεῖτον καὶ
 ϲπεύδετον (Θ 186. 191); ῥητέον δὲ καὶ πρὸϲ τοῦτο, ὅτι οὐ πρὸϲ ἕκαϲτον
 ἵππον λέγει, ἀλλὰ πρὸϲ τὰ ἐξ αὐτῶν ϲυϲτήματα· δύο γὰρ ζύγιοι ἦϲαν καὶ δύο παρήοροι· τοὺϲ μὲν οὖν ζυγίουϲ ἀνθ’ ἑνὸϲ τοὺϲ δὲ
 παρηόρουϲ ἀνθ’ ἑτέρου λαμβάνει. ὅμοιον δέ ἐϲτι τῷ τόφρα μάλ᾿ ἀμφοτέρων
 βέλε᾿ ἥπτετο (Θ 67)· πρὸϲ ἑκατέραν γὰρ κἀκεῖνο ϲτρατιάν· καὶ τῷ 
 τύνη δ’ ἕϲτηκαϲ, ἀτὰρ οὐδ’ ἄλλοιϲι κελεύειϲ· 
 
 μήπωϲ ὡϲ ἀψῖϲι λίνου ἁλόντε (Θ 485. 7)· 
 πρὸϲ γὰρ τὸν Ἕξκτορα καὶ τοὺϲ Τρῶαϲ. τριϲὶ δὲ ἵπποιϲ ἐχρῶντο οἱ
 ἥρωεϲ, ἵνα τρωθέντοϲ ἑνὸϲ τῶν ζυγίων εἰϲ τὴν τούτου χώραν παρήοροϲ
 ἄγηται· οἱ δὲ Ὁμηρικοὶ θεοὶ ϲυνωρίϲι χρῶνται, ἐπεὶ τιτρωϲκόμενοι οὐχ
 ὁρῶνται. ὁ δὲ Ἕκτωρ ἐτόλμηϲε προϲθεῖναι τὸν τέταρτον ἅμα μὲν 
 
 
 
 
 
 διὰ τὰ προειρημένα, ἄμα δὲ καὶ τῶν δυοῖν ἵππων ὑφορώμενοϲ
 τὴν τρῶϲιν. . καθ᾿ ἑκάϲτην δὲ κλητικὴν βραχεῖα διαϲτολή, οὐκ ἐῶϲι δὲ οἱ
 ϲύνδεϲμοι, τινεϲ τινα Lp , δύο εἶναι κύρια καὶ δύο
 ἐπίθετα ὀνόματα.

189. ἀθετεῖται· δὲ τὸ οἰνόν τ᾿ ἐγκεράϲαϲα, ὅτι οὐ
 ϲύνηθεϲ 
 οἶνον πίνειν ἵππουϲ, καὶ διὰ τὸ ὅτε θυμὸϲ ἀνώγοι· ψυχρὸν γὰρ
 καὶ τοῦτο ἐπὶ ἵππων. ἔϲτιν οὖν ὑπερβατόν· ὑμῖν προτέροιϲ πυρὸν παρέθηκεν
 ἢ ἐμοὶ τὸν αὐτὸν πυρὸν ἔθηκεν οἶνόν τ᾿ ἐγκεράϲαϲα πιεῖν ὅτε θυμὸϲ
 ἀνώγοι, ἵν᾿ ᾖ τὸ πυρὸν ἔθηκεν ἀπὸ κοινοῦ.

197. καὶ πῶϲ πρὸ ὀλίγου (v. 182) καῦϲαι αὐτὰϲ ἤθελε; κωμῳδεῖ 
 διὰ τούτου ὁ ποιητὴϲ τὸ τῶν βαρβάρων εὐμετάβολον.
 ἐπιβηϲέμεν.

230"v. ad Δ 1.

233. Vat. ζητ. κζ΄: οὐκ ἔϲτι T ρώων ἄνθ᾿  ἑκατόν τε διηκοϲίων ϲίων τε
 ἕκαϲτοϲ ϲτήϲεϲθ᾿ ἐντὸϲ πολέμῳ καὶ πρὸϲ ἑκατὸν καὶ κοϲίουϲ.
 μαχέϲεϲθε, ὥϲ τινεϲ ἀποδεδώκαϲιν, , ἀλλ᾿ ὡϲ εἰ ἔλεγεν· ἀντίϲταθμοι
 ϲταθμοι καὶ ἰϲοβαρεῖϲ ἑκατὸν καὶ διακοϲίων. ἕκαϲτοϲ ἠπείλει ἐντὸϲ τῷ  πολεμῳ γενέϲθαι. τῇ γὰρ διανοίᾳ ταύτῃ ἀκόλουθον τὸ νῦν δ᾿
 οὐδ᾿ ἑνὸϲ ἄξιοί εἰμεν Ἕκτοροϲ (v. 234. 35) ἀπὸ γὰρ τῶν ἐντὸϲ τοῖϲ ζυγοῖϲ
 ἱϲταμένων καὶ πιπραϲκομένων εἴρηται. ἐπὶ μὲν οὖν τούτων
 εἴρηται· ἔφαϲκεν εἶναι ἀντίϲταθμον ἑκατὸν τὸν καὶ διακοϲίων ἑαυτὸν
 λέγειν, ἤτοι ἰϲοβαρῆ καὶ ἰϲοδύναμιν. ἐπὶ δὲ τοῦ Ἕκτοροϲ· οὐδ᾿ εἴ κέν ϲ᾿
 αὐτὸν χρυϲ ῷ ἐρύϲαϲθαι ἀνώγοι Δαρδανίδηϲ Πρίαμοϲ (X
 νιδηϲ 351), οἷον ἶϲον καὶ ἰϲόϲταθμον χρυϲῷ· ϲῷ. τὸ δὲ ἐρύϲαϲθαι ἀντὶ τοῦ
 *B f. 107b ad ἑκατόν τε (id. L f. 188b, Π) οὐκ ἐϲτι τὸ Τρώων ἀνθ᾿ ita B certe ἑκατόν τε διακοϲίουϲ διηκοϲίων τε
 ἕκαϲτοϲ ϲτήϲεϲθ᾿ ἐντὸϲ πολέμῳ . πρὸϲ ἑκατὸν καὶ διακοϲίουϲ μάχεϲθαι
 ἐντὸϲ πολέμῳ, ὥϲ τινεϲ ἀποδεδώκαϲιν, ἀλλ᾿ ὡϲ εἰ ἔλεγεν· ἀντίϲταθμοι καὶ
 ἰϲοβαρεῖϲ ἑκατὸν τὸν καὶ διακοϲίων ἕκαϲτοϲ ἠπείλει γενέϲθαι ἐντὸϲ τῷ
 πολέμῳ. τῇ γὰρ διανοίᾳ ταύτῃ ἀκόλουθον τὸ νῦν δ᾿ οὐδ’ ἐντὸϲ ὸϲ ἄξιοί
 εἰμεν Ἕκτοροϲ· ἀπὸ γὰρ τῶν ἐντὸϲ τοῖϲ ζυγοῖϲ ἱϲταμενων τε καὶ
 πιπραϲκομένων εἴρηται. ἐπὶ μὲν τούτων ἔφαϲκεν ἕκαϲτον αὐτὸν λέγειν
 ἀντίϲταθμον εἶναι ἑκατὸν καὶ διακοϲίων, ἐπὶ δὲ τοῦ Ἕκτοροϲ· οὐδ᾿ εἴ κεν
 ϲαυτὸν. τὸν. χρυϲ ῷ ἐρύϲαϲθαι Δαρδανίδηϲ Πρίαμοϲ, οἷον ἴϲον χρυϲῷ καὶ
 ἰϲόϲταθμον χρυϲῷ· τὸ δὲ ἐρύϲαϲθαι ϲαϲθαι. ἀντὶ τοῦ ϲτῆϲαι. 
 
 
 
 
 
 ϲτῆϲαι, ἀπὸ τῶν ἑλκόντων τὸν ζυγόν. ὃ δὲ ϲημαίνει τὸ
 ἐρύϲαϲθαι, τοῦτο καὶ ἐτίταινε λέγει· καὶ τότε δὴ χρύϲεια πατὴρ ἐτίταινε
 τάλαντα (Θ 69), καὶ τὸ ἐρύϲαϲθαι ἐξηγούμενοϲ ἐπάγει ἕλκε δὲ
 μέϲϲα λαβών (Θ 70), καὶ ἐπὶ τῆϲ χήραϲ ἥ τε ϲταθμὸν ἔχουϲα καὶ εἴριον
 ἀμφὶϲ ἀνέλκει ἰϲάζουϲα τάλαντα (M 434). ἀτάλαντοϲ οὖν ὁ
 ἶϲοϲ καὶ μὴ ταλαντεύων· ἀτάλαντοϲ Ἄρηι (B 627), ὃ ἐξηγούμενόϲ φηϲιν ἶϲοϲ
 Ἐξνυαλίῳ κορυθάικι (X 132). κέχρηται τῇ ἀπὸ τῶν ϲταθμῶν διαμετρήϲει καὶ
 ἐπὶ τοῦ δείδω μὴ τὸ χθιζὸν ἀποτίϲονται Ἀλχαιοὶ χρεῖοϲ (N 745), ἤγουν
 ἶϲον ἀπολάβωϲιν, ὡϲ ἐντὸϲ ζυγῷ τὸ ἶϲον ϲτήϲαντεϲ καὶ ἀπομετρούμενοι
 ὄφλημα. χρεῖοϲ γοῦν τὸ ὄφλημα, οὐχ ἁπλῶϲ τὸ πρᾶγμα. φηϲὶν οὖν· δέδοικα
 μὴ ὡϲ δανειϲάμενοι χθὲϲ τὴν νίκην ἀποδῶμεν αὐτοῖϲ ϲτήϲαντεϲ τὸ χρέοϲ. *B
 f. 181b ad N 745: τὸ δὲ μὴ τὸ χθιζὸν
 ἀποτίϲων ποτίϲωνται ται χρεῖοϲ ἀντὶ τοῦ ἶϲον ἀπολάβωϲιν, ὡϲ ἐντὸϲ ζυγῷ
 τὸ ἶϲον ϲτήϲαντεϲ τεϲ καὶ ἀπομετρούμενοι ὄφλημα. χρεῖοϲ γὰρ τὸ χρέοϲ
 εἶπε καὶ ὄφλημα, μα, οὐχ ἁπλῶϲ τὸ πρᾶγμα. φηϲὶν οὖν·
 δέδοικα μὴ ὡϲ δανειϲάμενοι χθὲϲ τὴν νίκην ἀποδῶμεν αὐτοῖϲ. ϲταθμῷ
 ϲτήϲαντεϲ τὸ χρέοϲ.

284. ἐζήτηται δὲ πῶϲ ἐξ ἁπάντων ἐπαινέϲαϲ τὸν Τεῦκρον νῦν 
 
 
 
 
 
 
 
 ἐπιφέρει νόθον. καί φαμεν μὴ εἶναι πρὸϲ αἰϲχύνηϲ διὰ τὸ
 παρὰ τοῖϲ παλαιοῖϲ ἔθοϲ κρατοῦν· ἐτίμων γὰρ τοὺϲ νόθουϲ ἐπ᾿ ἴϲηϲ τοῖϲ
 γνηϲίοιϲ. ἄλλωϲ τε εἰ καὶ αἰχμάλωτοϲ Ἡϲιόνη, ἀλλὰ βαϲιλίϲ. ἔτι δὲ καὶ
 αὐξήϲεωϲ ἕνεκα τοῦτ᾿ εἰρῆϲθαί φαμεν, ὅτι τῇ ἀρετῇ καὶ τοὺϲ
 γνηϲίουϲ ὑπερἐβαλεν. 
 οὐκ ὀνειδίζει, ἀλλ᾿ ἐπαινεῖ, ὅτι διὰ τὴν τοῦ τρόπου χρηϲτότητα καίπερ νόθοϲ ὢν οὕτωϲ ἐτράφη. ἄλλωϲ τε διδάϲκει ὅτι οὐκ
 ἔϲτιν ὄνειδὸϲ τὰ ἴδια ἀκούειν. ἀλλ᾿ οὐδὲ ὄνειδοϲ ἦν ἡ νοθεία παρὰ τοῖϲ
 παλαιοῖϲ πολεμεῖ δὲ τοὺϲ ὁμοφύλουϲ βαρβαρόθεν καὶ αὐτὸϲ ὤν, ὅτι τῇ φιλαδελφίᾳ μᾶλλον ἡττᾶται.

323 sqq. ἐντὸϲ τούτοιϲ τοῖϲ ἔπεϲι τοῖϲ περὶ τοῦ Τεύκρου εἰρημένοιϲ ζητοῦϲι
 ποίαν χεῖρα τέτρωται ὁ Τεῦκροϲ καὶ πότερον τὴν νευρὰν ἐπὶ τὸν ὦμον ἕλκει
 καθάπερ οἱ Ϲκύθαι τοῦτο γὰρ ᾤετο Νεοτέληϲ, ὅλην βίβλον γράψαϲ περὶ τῆϲ
 κατὰ τοὺϲ ἥρωαϲ τοξείαϲ, καὶ τοὺϲ μὲν Κρῆταϲ φάμενοϲ τὴν
 νευρὰν ἕλκειν ἐπὶ τὸν μαϲτὸν τὴν δὲ τάϲιν κυκλοτερῆ ποιεῖϲθαι, τῶν
 Ϲκυθῶν οὐκ ἐπὶ τὸν μαϲτὸν ἀλλ᾿ ἐπὶ τὸν ὦμον ἑλκόντων μὴ προέχειν τὰ εὐώνυμα μέρη τοξεύοντα τὰ δεξιά.
 ῥητέον δέ· τὸ αὐερύοντα οὐ δεῖ ϲυνάπτειν τῷ παρ᾿ ὦμον, ἀλλὰ ϲτίξαντα
 ἐντὸϲ τῷ αὐερύοντα τὸ ἑξῆϲ λέγειν, παρ᾿ ὦμον ὅθι κληὶϲ ἀποέργει αὐχένα τε ϲτῆθόϲ τε· τοῦτο γὰρ τῷ μὲν τὴν νευρὰν ἐπὶ τὸν
 ὦμον ἕλκειν οὐ ϲυνάδει, τῷ δ᾿ ἐμφῆναι βουλομένῳ τὴν παρ᾿ ὦμον πληγήν,
 ὅπωϲ καὶ πόϲε, μάλιϲτα ϲυνάδει· παρὰ γὰρ τὸν ὦμον ἡ κλείϲ ἐϲτιν,
 ἀποδιαιροῦϲα τὸ ϲτῆθοϲ ἀπὸ τοῦ αὐχένοϲ. τοῦτο μὲν οἶμαι οὕτωϲ λύεται.
 φαμὲν δὲ ὅτι παρὰ τὸν ἀριϲτερὸν ὦμον ὁ λίθοϲ κατηνέχθη. οὐκ
 ἐκ τῶν προκειμένων δὲ ἐπῶν, ἀλλ᾿ ἐξ ὧν ἐπάγει ἔδειξε· 
 ῥῆξε δέ οἱ νευρήν, ωάρκηϲε δὲ χεὶρ ἐπὶ καρπῷ, 
 ϲτῆ δὲ γνὺξ ἐριπών, τόξον εζιᾶϲ, οἱ ἔκπεϲε χειρόϲ 
 (v. 328. 9). οὐ μὰ Δία τῆϲ δεξιᾶϲ, ἀλλὰ τῆϲ εὐωνύμου. καὶ ϲυνέβη
 ταύτην ναρκῆϲαι κατὰ τὴν πρὸϲ τὸν ὦμον ϲυνάφειαν, ὅνπερ καὶ πεπληγέναι
 ϲυνέβαινε. προϲεχῆ γὰρ τῇ μὲν δεζιᾷ χειρὶ τὰ δεξιὰ τῶν
 ὑπὲρ 
 
 
 
 
 αὐτήν, τῇ δ᾿ ἀριϲτερῇ ἐντὸϲ ϲυναφῇ τὰ ἐναντία. καὶ οὐκ
 ἠδύνατο, τῆϲ κρατούϲηϲ τὸ τόξον ἀριϲτερᾶϲ χειρὸϲ ναρκηϲάϲηϲ καὶ διὰ
 τοῦτο ἀποβαλούϲηϲ τὸ τόξον, μᾶλλον ὁ δεξιὸϲ ὦμοϲ βεβλῆϲθαι ἀλλ᾿ οὐχ ὁ
 τῆϲ πεπονθυίαϲ ἀριϲτερᾶϲ, ἐπεὶ καὶ προβάλλοντεϲ μὲν τὸν ἀριϲτερὰν ὧμον,
 ϲυϲτέλλοντεϲ δὲ εἰϲ ἑαυτοὺϲ τὸν δεξιὸν τοξεύουϲιν. ἑτοιμότερον δὲ εἰϲ
 βολὴν τὸ προβεβλημένον τοῦ κρυπτομένου.

338. οὐ δεόντωϲ, φαϲὶ, τῷ κυνὶ ἓν ζῶον διώκοντι παραβάλλει τὸν Ἕκτορα
 διώκοντα πολλούϲ, ἄλλωϲ τε οὐκ ἔδει εἰκάζειν τὸν διώκοντα κυνί, τοὺϲ δὲ
 διωκομένουϲ ἀλκιμωτέρῳ ζώῳ, τῷ λέοντι. ῥητέον δὲ πρὸϲ μὲν τὸ πρότερον
 ὅτι ὁ Ἕκτωρ εἴκαϲτα κυνὶ ἑνὶ καὶ ὁ ἀποκτειτιϲ κύων νόμενοϲ
 θηρὶ ἑνί· φηϲὶ γὰρ αἰὲν ἀ ποκτείνων τὸν ὀπίϲτατον (v. 342). πρὸϲ δὲ τὸ
 δεύτευον, ὅτι ἡ παραβολὴ οὐ πρὸϲ ἰϲχὺν ἀλλὰ τάχοϲ· κύνεϲ γὰρ ἐντὸϲ ταῖϲ
 θήραιϲ ἐπιτήδειοι πρὸϲ δίωξιν διὰ τοῦτο ὁ τε κύων. Ἕκτωρ διώκοντι
 εἴκαϲται κυνί. τὰ δὲ ἄγρια ζῶα φεύγειν εἴωθε τὰ πολλά διὰ τοῦτο
 ὑποχωροῦντεϲ Ἕλληνεϲ τοῖϲ φεύγουϲιν εἰκάζονται. ἔπειτα καὶ
 δεόντωϲ τοῖϲ ἀλκιμωτέροιϲ ζώοιϲ φεύγουϲι παρέβαλε τοὺϲ Ἕλληναϲ· προεῖχον
 γὰρ τῇ ῥώμῃ, καὶ τὰ νῦν δυϲτυχοῦϲι, καὶ ἀεὶ ὁ ποιητὴϲ εἴωθε
 κακοπραγοῦνταϲ αὐτοὺϲ θηρϲὶν εἰκάζειν.

362. πρὸϲ μὲν τὸν Δία εὐπρεπὴϲ ἡ εἰϲ τὸν Ἡρακλέα τῆϲ εὐεργεϲίαϲ
 ἀνάμνηϲιϲ, πρὸϲ δὲ τὴν Ἥρταν οὐκέτι· αὕτη γὰρ ἠναντίωτο αὐτῇ ϲωζούϲῃ τὸν Ἡρακλέα. ἢ ἐκεῖνο ῥητέον, ὅτι ἀνθρώπινόν τι ἔχει ἡ εἰκων·
 πολλὴν γὰρ ϲπουδὴν εἰϲ τιναϲ εἰϲενεγκάμενοι καὶ δι᾿ αὐτῶν τοῖϲ
 ἀναγκαίοιϲ εἰϲ ἀπέχθειαν ἐλθόντεϲ, ἀχαρίϲτων ὄντων τῶν εὖ πεπονθότων,
 εἰώθαμεν ϲχετλιάζοντεϲ εἰϲφέρειν πρὸϲ οὓϲ ἀπηχθήμεθα, τὴν τῶν
 εὐεργετηθέντων ἀχαριϲτίαν μεμφόμενοι ἑαυτοῖϲ ἐπὶ τῇ ἀβούλῳ κρίϲει.

423. 24. ἀθετοῦνται διὰ τὸ τραχύ ταχύ Lp . ὅϲῳ δὲ
 δεινά ἐϲτι, αἰνοτάτη. τοϲούτῳ τὴν κηδομένην ἐμφαίνει. θεραπεύεται δὲ καὶ
 διὰ τοῦ εἰ ἐτεόν γε τολμήϲειϲ· οὐ γὰρ ἄντικρυϲ αὐτὴν ἀναιδῆ λέγει, ἀλλ᾿
 εἰ ἐθελήϲειε θελήϲειϲ Lp μάχεϲθαι τῷ Διί. πιθανῶϲ
 δὲ οὐκ ἤρκεϲεν αὐτῇ ἀπαγαίνοτάτι. τεῖλαι μόνον τὰ παρὰ περὶ Lp Διόϲ, ἀλλὰ καὶ παρ᾿ αὐτῆϲ Bkk.; codd. αὐτῆϲ τι προϲέθηκε τοιαύτη δὲ ὁρᾶται καὶ
 ὅτε πρὸϲ τὸν Ποϲειδῶνα πέμπεται, οὐ μόνον τὴν τοῦ ἀγγέλου ἀλλὰ καὶ τὴν
 τοῦ ϲυμβούλου ἀποπληροῦϲα ἀποπληροῦϲαν Lp χώραν
 (O 201).

509. K 418.

520. τὸ δὲ θηλύτεραι ὁ Πορφύριοϲ λέγει ἢ ἁπλῶϲ ἀντὶ τοῦ θήλειαι,
 ὡϲ καὶ τὸ νεώτεροϲ ἔϲτιν ὅτε ἀντὶ τοῦ νέοϲ, ἡ ϲυγκριτικῶϲ τῶν ἄλλων
 ζώων· οὐ γὰρ τέτακταί τιϲ αὐταῖϲ καιρὸϲ ὁμιλίαϲ τῆϲ εἰϲ τὸ
 γεννᾶν. 
 αἱ πρὸϲ τὰ ἀφροδίϲια καταφορώτεραι ὡϲ πρὸϲ ϲύγκριϲιν τῶν ἀλόγων ζώων·
 τὰ μὲν γὰρ ἄλογα ὡριϲμένον ἔχει καιρὸν ἐντὸϲ ᾧ μίγνυται μίγνυνται L. , αὗται δὲ διηνεκῶϲ πληϲιάζουϲιν.

555. ἐκ τοῦ ἀδυνάτου καὶ τοῦτο· πῶϲ γὰρ δυνατὸν περὶ τὴν φαεινὴν 
 ϲελήνην ἀριπρεπῆ εἶναι τὰ ἄϲτρα λύεται δὲ ἐκ τῆϲ λέξεωϲ. τὸ
 ἄϲτρα. φαεινήν οὐκ ἐπὶ τῆϲ τότε ἀλλ’ ἐπὶ τῆϲ φύϲει, ὡϲ ἐπὶ τούτου· 
 κούρη δ᾿ ἐκ θαλάμοιο φέρεν ἐϲθῆτα φαεινήν 
 (ζ 74), οὐκ ἐπὶ τῆϲ τότε ἀλλ᾿ ἐπὶ τῆϲ φύϲει. καὶ 
 πλήθει γὰρ δή μοι νεκύων ἐρα τεινὰ ῥέεθρα (Φ 218). 
 
 τὸ ἀμφὶ ϲελήνην φαεινὴν φύϲει. οὕτω ϲυντακτέον ὅτε γὰρ
 ἐκείνη φαεινή, οὐ πάντωϲ ἀριπρεπῆ τὰ ἄϲτρα, ἀλλ᾿ ὅταν μὴ φαίνηται ἢ
 φαινοιτο μὲν οὐ μὴν φαεινὴ ἀλλά πωϲ. ἀμαυρὰ καὶ ἀλαμπήϲ, τινὶ αἰτίᾳ
 ἐπηλυγαζομένη.

1 sqq. Vatic. ζητ. ε΄. Τὴν ἀρχὴν τῶν Λιτῶν ἀναγινώϲκων οὕτωϲ
 ἔχουϲαν· ὧϲ οἱ μὲν Τρῶεϲ φυλακὰϲ ἔχον, αὐτὰρ Ἀχαιοὺϲ θεϲπεϲίη ἔχε φύζα
 φόβου κρυόεντοϲ ἑταίρη, πένθεϊ δ᾿ ἀτλήτῳ βεβολήατο πάντεϲ
 ἄριϲτοι. ὡϲ δ᾿ ἄνεμοι 
 
 
 
 
 
 
 δύο πόντον ὀρίνετον ἰχθυόεντα, Βορέηϲ καὶ Ζέφυροϲ, τώτε
 Θρῄκηθεν ἄητον, ἐλθόντ᾿ ἐξαπίνηϲ, ἄμυδιϲ δέ τε κῦμα κελαινὸν κορθύεται,
 πολλὸν δὲ παρὲξ ἅλα φῦκοϲ ἔχευε· ὣϲ ἐδαΐζετο θυμὸϲ ἐνὶ ϲτήθεϲϲιν Ἀχαιῶν·
 ταῦτ᾿ οἶν ἀναγινώϲκων ἠπόρειϲ, πῶϲ ἀκριβὴϲ ὢν περὶ τὰϲ εἰκόναϲ Ὅμηροϲ
 νῦν δοκεῖ πρὸϲ μηδεμίαν χρείαν δυοῖν ἀνέμοιν εἰκόνα παραλαμβάνειν. εἰ
 γὰρ αὐξήϲεωϲ ἕνεκα, ἔδει τοὺϲ τέϲϲαραϲ, ὡϲ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ· ϲὺν δ᾿ εὖρόϲ τε
 Νότοϲ τε πέϲον Ζέφυρόϲ τε δυϲαὺϲ καὶ Βορέηϲ αἰθρηγενέτηϲ μέγα κῦμα
 κυλίνδων (ε 295. 96). λύει δὲ τὴν ἀπορίαν αὐτόϲ, ὡϲ καὶ Ἀπολλώνιοϲ ὁ τοῦ
 Μόλωνοϲ παρίϲτηϲι. δύο γὰρ πάθεϲι χειμοζομένουϲ ποιήϲαϲ τοὺϲ Ἀχαιούϲ,
 φόβῳ μὲν ἐφ’ οἷϲ εἴρηκε θεϲπεϲίη ἔχε φύζα, λύπη δὲ ἐντὸϲ ἐπάγει πένθεϊ
 δ᾿ ἀτλήτῳ βεβολήατο πάντεϲ ἄριϲτοι — δεδίαϲι μὲν γὰρ τὰ μέλλοντα, βαρέωϲ
 δὲ φέρουϲι τὰ γεγονότα —, προϲηκόντωϲ αὐτοὺϲ ἀπεικάζει πελάγει δυϲὶ
 πνεύμαϲιν ἐπεγειρομένῳ. θεϲπεϲίη δ᾿ ἔχε φύζα δηλοῖ οὐ τὸν προϲγενόμενον
 αὐτοῖϲ διὰ δειλίαν φόβον, ἀλλ᾿ ἐκ βουλήϲεωϲ θεῶν, ὥϲ 
 B f. 114b ad ἄνεμοι v. 4 (id. L. f. 180b, Π): νῦν
 δοκεῖ πρὸϲ μηδεμίαν χρείαν δυοῖν ἀνέμων εἰκόνα
 παραλαμβάνειν. εἰ γὰρ αὐξήϲεωϲ ἕνεκα, ἔδει τοὺϲ τέϲϲαραϲ, ὡϲ ἐντὸϲ
 ἄλλοιϲ· ϲὺν δ᾿ Εὖρόϲ τε Νότοϲ τ᾿ ἔπεϲον Ζέφυρόϲ τε δυϲαὴϲ 
 καὶ Βορέηϲ αἰθρηγενέτηϲμέγα κῦμα κυλίνδων. λύει δὲ τὴν ἀπορίαν αὐτόϲ, ὡϲ
 καὶ Ἀπολλώνιοϲ ὁ τοῦ Μόλωνοϲ παρέϲτηϲε. δύο γὰρ πάθεϲι χειμαζομένουϲ
 ποιήϲαϲ τοὺϲ Ἀχαιούϲ, φόβῳ μὲν ἐφ᾿ οἱϲ εἴρηκε θεϲπεϲίη ἔχε
 φύζα, οἷϲ φόβου κρυόεντοϲ ἑταίρη, λύπῃ δὲ ἐντὸϲ οἷϲ ἐπάγει πένθεϊ δ᾿
 ἀτλήτῳ βεβολήατο πάντεϲ ἄριϲτοι — δεδίαϲι γὰρ τὰ μέλλοντα,
 βαρέωϲ δὲ φέρουϲι τὰ γεγονότα οἱ ἄριϲτοι —, δύο οὖν πάθεϲι ϲυνεχομένουϲ
 εἰπὼν τοὺϲ Ἕλληναϲ προϲηκόντωϲ ἀπεικάζει πελάγει δυϲὶ πνεύμαϲιν ἐξεγειρομένῳ. τὸ θεϲπεϲίη δ᾿ ἔχε φύζα δηλοῖ τὸν οὐ
 προϲγινόποιητήϲ. 
 
 
 
 
 που καὶ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ αὐτὸϲ εἶπε· γνώϲεαι δ᾿  εἰ καὶ
 θεϲπεϲίῃ πόλιν οὐκ ἀλαπάξειϲ ἢ ἀνδρῶν κακότητι (B 307. 68), τουτέϲτι
 θείᾳ βουλήϲει καὶ οὐ ϲυμφύτῳ κακίᾳ. ἔϲτι δὲ καὶ ἄλλων
 ἐπίθετον τὸ θεϲπέϲιον· θεϲπέϲιόϲ τε γὰρ πλοῦτοϲ (B 670) καὶ θεϲπεϲίη
 φύζα· ἐκ κοινοῦ ἔϲται κἀνταῦθα ἡ κακότηϲ· γνώϲη πότερον
 θεϲπεϲίῃ κακότητι ἢ ἀνδρῶν κακότητι. φύζα δέ ἐϲτιν ἡ φυγή φόβου δὲ φίλη
 λέγεται, ὅτι ὁ φοβούμενοϲ τὴν φυγὴν προϲεταιρίζεται. καὶ τὸ μὲν
 βεβολήατο τὴν βούληϲιν βεβλάφθαι δηλοῖ, τὸ δὲ βεβλῆϲθαι ἐπὶ
 ϲώματοϲ. 
 μενον αὐτοῖϲ διὰ δειλίαν φόβον, ἀλλ᾿ ἐκ βουλήϲεωϲ θεῶν, ὥϲ που καὶ ἐντὸϲ
 ἄλλοιϲ αὐτὸϲ ἀντέθηκεν εἰπών· γνώϲεαι δ᾿ εἰ καὶ θεϲπεϲίῃ πόλιν οὐκ
 ἀλαπάξειϲ ἢ ἀνδρῶν κακότητι καὶ ἀφραδίῃ πολέμοιο, τουτέϲτι θείᾳ βουλήϲει
 καὶ οὐ ϲυμφύτῳ κακίᾳ. εἰ δὲ καὶ ἄλλων ἐπίθετον τὸ τῆϲ θεϲπεϲίαϲ, ὡϲ τὸ
 θεϲπέϲιον πλοῦτον καὶ θεϲπεϲίη φύζα, ἐκ κοινοῦ ἔϲται ἡ κακότηϲ· γνώϲῃ
 πότερον θεϲπεϲίῃ κακότητι ἢ ἀνδρῶν κακότητι· δηλοῦται δὲ οὕτωϲ ἡ θεία.
 φύζα δέ ἐϲτιν ἡ φυγή. φόβου δὲ φίλη λέγεται, ὅτι ὁ φοβούμενοϲ τὴν φυγὴν
 προϲεταιρίζεται. καὶ τὸ μὲν βεβολήατο τὴν βούληϲιν βεβλάφθαι δηλοῖ, τὸ
 δὲ βεβλῆϲθαι δηλοῖ τὸ ϲῶμα. ἀνιϲτόρητον δέ φαϲιν εἶναι τὸ
 τοὺϲ ἀμφοτέρουϲ, ἤγουν τὸν Βορέην καὶ τὸν Ζέφυρον, πνέειν ἐκ τῆϲ Θράκηϲ·
 οὐ γὰρ πνέουϲιν ἀμφότεροι ἐξ αὐτῆϲ. λύεται δὲ ἐκ τῆϲ λέξεωϲ
 τρόπῳ ϲυλληπτικῷ· τὸ γὰρ θατέρῳ ϲυμβεβηκὸϲ ἐπ᾿ ἀμφοῖν τέθεικεν. ἔϲτι δὲ
 καὶ ἑτέρωϲ· ὁμωνύμωϲ γὰρ τὰ πνεύματα καὶ οἱ προεϲτῶτεϲ αὐτῶν θεοὶ
 λέγονται· τούϲ δὲ ϲωματικῶϲ ἐντὸϲ Θράκῃ κατοικοῦνταϲ
 ὑποτίθεται ὁ ποιητήϲ. 
 
 
 
 
 
 
 
 

 
 
 πῶϲ ἀμφοτέρουϲ ἐκ Θράκηϲ φηϲὶ πνεῖν, τοῦ μὲν Βορέου ἐξ ἄρκτου τοῦ δὲ
 Ζεφύρου ἐκ δύϲεωϲ πνέοντοϲ; λύϲιϲ. ῥητέον οὖν ὅτι ἡ Θρακῶν γὴ ἐπὶ πολύ
 διήκει καὶ ϲιγματοειδὴϲ κεῖται τῇ θέᾳ καὶ μέχρι τῆϲ δύϲεωϲ· ἀφ᾿ ἑκατέρου
 οὖν μέρουϲ τῶν ἀνέμων ἔχει ἑκάτερον. οἱ δέ φαϲιν ὅτι ϲυλληπτικῶϲ
 πέφρακε· τὸ γὰρ ἑτέρῳ ϲυμβεβηκὸϲ καθ᾿ ἑκατέρων κεῖται· μόνοϲ
 γὰρ ὁ Βορέαϲ ἀπὸ Θράκηϲ πνέει. 
 
 ἐπεὶ δὲ παραβολῆϲ ἐμνήϲθημεν, ϲκέψαι τὴν τοῦ ποιητοῦ ἐνταῦθα ἐπὶ γὰρ τοῦ
 Ἀγαμέμνονοϲ τρωθέντοϲ χρηϲάμενοϲ τῇ παραγράφειν βολῇ ταύτῃ· 
 ὡϲ δ᾿ ὅταν ὠδίνουϲαν ἔχ ῃ βέλοϲ ὀξὺ γυναῖκα 
 
 καὶ ἀνταποδόϲει· 
 ὣϲ ὀξεῖ᾿ ὀδύναι δῦνον μένοϲ Ἀτρείδαο (Λ 269. 72), 
 ἐπὶ τοῦ Κύκλωποϲ δυνάμει τὰ τῆϲ παραβολῆϲ μεταφέρων χρῆται, ἐντὸϲ
 οἷϲ λέγει (ι 415)· 
 Κύκλωψ δὲ ϲτενάχων τε καὶ ὠδίνων ὀδύνῃϲιν· 
 
 ἔϲτι δὲ τῆϲ παραβολῆϲ τὸ ὠδίνων τῆϲ δ᾿  ἀνταποδόϲεωϲ τὸ ὀδύνῃϲι.
 πάλιν δὲ εἰπὼν ἐπὶ τῆϲ τοῦ Ἕκτοροϲ κατὰ τῶν Ἐλλήνων ὁρμῆϲ· 
 ὀλοοίτροχοοϲ ὣϲ ἀπὸ πέτρη, 
 ὅν τε κατὰ ϲτεφάνηϲ ποταμὸϲ χειμάρροοϲ ὤϲῃ (N 137), 
 κατὰ τὴν αὐτὴν φανταϲίαν πεποίηκε περὶ αὐτοῦ λέγοντα τὸν
 Διομήδη. 
 
 νῶιν δὴ τόδε πῆμα κυλίνδεται ὄβριμοϲ Ἕκτωρ (Λ 347)· 
 ὁ δὲ ὄβριμοϲ οἰκεῖοϲ ἀψύχῳ ὁρμῇ· οὐ γὰρ θραϲὺν ἔφη οὐδὲ
 κορυθαιόλον, οἷϲ ἰδίοιϲ αὐτὸν προϲαγορεύειν εἴωθε. πάλιν ἐπὶ τοῦ
 Νέϲτοροϲ ϲκεπτομένου ποῖ τράπηται φηϲίν· 
 
 
 
 
 
 ἢ μεθ᾿ ὅμιλον ἴοι Δαναῶν ταχυπώλων 
 ἠὲ με τ᾿ Ἀτρείδην Ἀγαμέμνονα (Ξ 21. 22). 
 ὅλην τὴν παραβολὴν διεξελθών· 
 ὡϲ δ᾿ ὅτε πορφφύ ρῃ πέλαγοϲ μέγα κύματι κωφῷ, 
 
 ὀϲϲόμενον λιγέων ἀνέμων λαιψηρὰ κέλευθα 
 αὔτωϲ, οὐδ᾿ ἄρα τε προκυλίνδεται οὐδετέρωϲε, 
 πρίν τινα κεκριμένον καταβ ήμεναι ἐκ Διὸϲ οὖρον (Ξ 16 sqq.)· 
 εἶτα ἐπ᾿ Ἀγήνοροϲ προτραπέντοϲ μὲν ὑπὸ Ἀπόλλωνοϲ ὑποϲτῆναι
 Ἀχιλλέα, ὅμωϲ δὲ τὴν θέαν αὐτοῦ καταπλαγέντοϲ, ἠρκέϲθη τῷ ὀνόματι· 
 
 πολλὰ δέ οἱ κραδίη πόρφυρε κιόντι (Φ 551). 
 πάλιν τε εἰπὼν ἐπὶ τῆϲ Ἥραϲ (80 sqq)· 
 ὡϲ δ᾿  ὅταν ἀίξῃ νόοϲ ἀνέροϲ, ὅϲτ’ ἐπὶ πολλὴν 
 γαῖαν ἐληλυθὼϲ φρεϲὶ πευκαλίμῃϲι νοήϲῃ, 
 ἔνθα ἴη ἢ ἔν θᾶ, μενοινήειέ τε πολλά, 
 
 ὣϲ κραιπνῶϲ μεμαυῖα διέ πτατο πότνια Ἥρη, 
 καὶ ἀπὸ μὲν τοῦ νοῦ ποιήϲαϲ παραβολήν, ἀπὸ δὲ τοῦ πέτεϲθαι ἀποδοὺϲ
 τὴν ἀνταπόδοϲιν, ϲυντέμνων τὰ αὐτὰ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ φηϲίν· ὡϲεὶ πτερὸν ἠὲ
 νόημα (η 36). 
 θαυμαϲτὸν δὲ αὐτῷ κἀκεῖνο· ἐκ μεταφορᾶϲ γάρ τι τολμηρότερον 
 φθεγξάμενοϲ οἰκείαν ἐπάγει παραβολήν, κρατύνων αὐτὴν ὡϲ εὔλογον ἔϲχε τὴν
 τόλμαν. εἰπὼν οὖν κραδίη δέ οἱ ἔνδον ὑλάκτει (υ 13) ἐπάγει· 
 ὡϲ δὲ κύων ἀμαλῇϲι περὶ ϲκυλάκεϲϲι βεβῶϲα 
 ἄνδρ᾿ ἀγνοιήϲαϲ᾿  ἀλάει μέμονέν τε μάχεϲθαι. 
 
 καὶ ἐπὶ τῶν ϲτρατοπέδων ἀντικαθημένων 
 τῶν δὲ ϲτίχεϲ εἵατο πυκναὶ 
 ἀϲπίϲι καὶ κορύθεϲϲι καὶ ἔγχεϲι πεφρικυῖαι 
 εἰπών (Η 61(, ἐπήγαγεν· 
 οἵη δὲ Ζεφύροιο ἐχεύατο πόν τον ἔπι φρίζ 
 
 ὀρνυμένοιο νέον, μελάνει δέ τε πόντοϲ ὑπ᾿ αὐτῆϲ. 
 
 
 
 
 ἐπί τε τῶν Τρώων ἔτι ποικιλώτερον κέχρηται· ἀρξάμενοϲ γὰρ
 ἀπὸ μεταφορᾶϲ ὁμοίωϲίν τε αὐτῇ τὴν ἀκόλουθον ἐπάγει καὶ ἐπ᾿ ἀμφοῖν τὴν
 παραβολήν Τρῶεϲ μὲν κλαγγῇ (Γ 2) τοῦτο μὲν δὴ ἡ μεταφορὰ· τὸ δ᾿ ὄρνιθεϲ
 ὥϲ ἡ ὁμοίωϲιϲ εἶθ’ ἡ παραβολή· 
 ἠύτε περ κλαγγὴ γεράνων πέλει οὐρανόθι πρό, 
 
 αἵτ᾿, ἐπεὶ οὖν χειμῶνα φύγον καὶ ἀθέϲφατον ὄμβρον, 
 κλαγγῇ ταίγε πέτονται ἐπ᾿ Ὠκεανοῖο ῥοάων, 
 ἡ ϲχεδὸν μόνῃ τῶν παραβολῶν οὐκ ἀνταπέδωκεν, ὡϲ τῆϲ ὁμοιώϲεωϲ ἄμα
 καὶ μεταφορᾶϲ προεχουϲῶν τὴν ἀνταπόδοϲιν. 
 πάλιν τε αὐτοῦ παρατηρητέον ἐκεῖνο· τάϲ τε γὰρ οἰκείωϲ τιθεμέναϲ φωνὰϲ ἐπὶ τῶν πραγμάτων πολλάκιϲ εἰϲ τὰϲ παραβολὰϲ
 μετατίθηϲι καὶ τὰϲ ἐπὶ τῶν παραβολῶν εἰϲ τὰ πράγματα. οἷον ἔθνη
 ϲτρατιωτῶν λέγεται, ϲμήνη δὲ μελιϲϲῶν, παραβαλὼν δὲ τὰ πλήθη τῶν
 ϲτρατιωτῶν ὀνόματι ἐπὶ τῶν μελιϲϲῶν κέχρηται· 
 ἠύτε ἔθνεα εἰϲι μελιϲϲάων ἀδινάων (B 87), 
 
 ὃ πλήθουϲ ἀνθρώπων ἐϲτὶν ὄνομα. οὕτωϲ ὀλοοιτρόχῳ λίθῳ τὴν ὁρμὴν
 τοῦ Ἕκτοροϲ ἀπεικάζων (N 1 37) ἀναθρώϲκειν τέ φηϲι τὸν λίθον καὶ
 πέτεϲθαι, καὶ τελευτῶν, ὡϲ ἀπ᾿  αὐτοῦ τοῦ ϲτρατιώτου ἀφιγμένου ἀλλήλοιϲ᾿
 οὐχὶ τοῦ λίθου, πάγει· 
 ὁ δ᾿ ἀϲφαλέωϲ θέει ἔμπεδον, εἰϲόκεν ἔλθῃ. 
 
 οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ κύματοϲ, 5 τάξεϲιν ἀπεικάζει ϲτρατοπέδου,
 προειπών (Δ 422)· 
 ὡϲ δ᾿ ὅτ᾿ ἐντὸϲ αἰγιαλῷ πολυηχέϊ κῦμα θαλάϲϲηϲ 
 ὄρνυτ’ ἐπαϲϲύτερον Ζεφ ύρου ὑποκινήϲαντοϲ, 
 μετάγει ἀπὸ τῶν ϲτρατιωτῶν ἐπὶ τὰ ἑξῆϲ πόντῳ μὲν κορύϲϲεται τὰ πρῶτα. ἀνάπαλιν δὲ τὰϲ τῶν παραβολῶν μετατίθηϲι φωνὰϲ ἐπὶ
 τὰ πράγματα, ὡϲ ἐπὶ τοῦ Ἀχιλλέωϲ· 
 
 
 
 
 ὡϲ δ᾿  ὅτ᾿ ἀριζήλη φωνή, ὅτε τ᾿ ἴαχε ϲάλπιγξ (Ϲ 219) 
 εἰπὼν ἐπάγει μετατιθεὶϲ ἀπὸ τῆϲ ϲάλπιγγοϲ ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον· 
 οἱ δ᾿ ὡϲ οὖν ἄιον ὄπα χάλκεον Αἰακίδαο. Αἰακίδαο. 
 κεκινδύνευται δὲ αὐτῷ ἐκεῖνα, οἶον 
 ϲιδήρειοϲ δ᾿ ὀρυμαγδὸϲ 
 χάλκεον οὐρανὸν κε δι᾿ αἰθέροϲ ἀτρυγέτοιο (P 424)· 
 ὡϲ γὰρ ἐξ ἀντιτυπίαϲ χαλκοῦ καὶ ϲιδήρου τὴν φανταϲίαν εἰϲ τὸν ἐκ
 πόντου ἦχον κεκίνηκεν. 
 ἐλέγομεν περὶ τῶν παραβολῶν, ὅτι πολλάκιϲ τὰ οἰκεῖα τοῖϲ πράγμαϲιν 
 μαϲιν ὀνόματα παρατίθηϲι τοῖϲ ἐντὸϲ ταῖϲ παραβολαῖϲ
 ὁμοιώμαϲιν, ἐντὸϲ πολλοῖϲ δὲ καὶ ἔμπαλιν. εἰϲ δὲ πίϲτιν τούτου
 παρακείϲθω καὶ ταῦτα· ϲυμβάλλουϲι μὲν ἀλλήλοιϲ ϲτρατοὶ τὸν πόλεμον· 
 ϲύν ῥ᾿ ἔβαλον Λαπίθαι πόλεμον (MA 181), 
 ϲύν ῥ᾿ ἔβαλον ῥινούϲ, ϲὺν δ᾿ ἔγχεα καὶ μένε᾿ ἀνδρῶν  
 
 (Δ 447), 
 μίϲγονται δὲ ποταμοὶ καὶ τὰ ὑγρά· 
 οἱ μὲν ἄρ᾿ οἶνον ἔμιϲγον ἐνὶ κρατῆρϲι καὶ ὕδωρ (α 110), 
 ὅθεν καὶ τὸ καταδεχόμενον τοὺϲ ποταμοὺϲ χωρίον μιϲγάγκεια εἴρηται·
 ἀλλ᾿ ὅμωϲ αὐτὸϲ ἐναλλὰξ ἐπὶ μὲν τῶν ποταμῶν ἔφη τὸ ϲυμβάλλειν, ὅπερ ἦν ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων· 
 ἐϲ μιϲγάγκειαν ϲυμβάλλετον ὄβριμον ὕδωρ (Δ 453), 
 ἐπὶ δὲ τῶν ϲτρατῶν τὸ μίϲγεϲθαι, ὅπερ ἦν οἰκεῖον ποταμῷ· 
 ὣϲ τῶν μιϲγομέν ων γένετ᾿ ἰαχή τε φόβοϲ τε (Δ 456). 
 ϲυνεχώρει δὲ τὸ μέτρον εἰπεῖν· ἐϲ μιϲγάγκειαν ϲυμμίϲγετον ὄβριμον
 ὕδωρ, Ὁμηρικοῦ ὄντοϲ τοῦ παρετυμολογεῖν, ὡϲ τὸ τέμενοϲ
 τάμον (Ζ 194) καὶ κειμήλια κεῖται (Ζ 4) καὶ Ἅρπυιαι ἀνηρείψαντο (α 241)
 καὶ μένοϲ οἴχεται ὃ πρὶν ἔχεϲκεν (? Θ 412). ὁ δὲ προτάττειν είλετο τὴν
 ἀντίδοϲιν τῶν ὀνομάτων εἰϲ ἑνωτικὴν τοῦ φραζομένου πρὸϲ τὸ εἰκαζόμενον,
 εῖ γε αἱ αὐταὶ φωναὶ πρέπουϲιν ἑκατέροιϲ. 
 
 Pἐπὶ δὲ τῶν Αἰάντων καὶ τολμήϲαϲ νέφοϲ εἶπε καὶ κατὰ μεταφορὰν ρὰν. πεζῶν
 (Δ 274), καὶ ὡϲ εὔλογον τὴν τόλμαν τῇ παραβολῇ ἐπιπολλῆϲ 
 
 
 
 
 
 ϲτώϲατο καὶ τὰϲ φωνὰϲ ἤμειψεν, ἐπειπὼν τὸ παραβληθὲν τῷ
 παραβαλλομένῳ· 
 ἦλθε δ᾿ ἐπ᾿ Αἰάντεϲϲι κιὼν ἀνὰ οὐλαμὸν ἀνδρὦν, 
 τὼ δὲ κορυϲϲέϲθην, ἄμα δὲ νέφοϲ εἵπετο πεζῶν. 
 προαναφωνήϲαϲ οὖν νέφοϲ πεζῶν ἐξ αὐτοῦ πλάϲϲει παραβολήν· 
 
 ὡϲ δ᾿ ὅτ᾿ ἀπὸ ϲκοπιῆϲ εἶδεν νέφοϲ αἰ πόλοϲ ἀνὴρ 
 ἐρχόμενον κατὰ πόντον ὑπὸ Ζεφύροιο ἰωῆϲ, 
 τῷ δέ τ᾿ ἄνευθεν ἐόντι μελάντερον ἠύτε πίϲϲα 
 φαίνετ ἰὸν κατὰ πόντον, ἄγει δέ τε λαίλαπα πολλήν 
 τοῖαι ἅμ᾿ Αἰάντεϲϲι διοτρεφέων αἰζηῶν 
 δήιον ἐϲ πόλεμον πυκιναὶ κίνυντο φάλαγγεϲ 
 κυάνεαι ϲάκεϲίν τε καὶ ἔγχεϲι πεφρικυῖαι (Δ 275 — 82). 
 τὸ μὲν νέφοϲ ἐρχόμενον καὶ ἰὸν καὶ ἄγον λαίλαπα εἶπεν, ὅ ἐϲτι
 πρᾶγμα ϲτρατιώτου, ἐπὶ δὲ τῆϲ φάλαγγοϲ κίνυντο, ὃ ἐπὶ νέφουϲ τάττει
 κινήϲει· πυκινὴν νεφέλην (Π 298) καὶ πυκιναὶ φάλαγγεϲ καὶ
 κυάνεον νέφοϲ (Π 66. Ψ 188) καὶ κυάνεαι φάλαγγεϲ. 
 ἤμειψε καὶ ἐπὶ τοῦ λέοντοϲ καὶ τῆϲ Πηνελόπηϲ τὰϲ φωνάϲ· 
 ὅϲϲα δὲ μερμήριξε λέων ἀνδρῶν ἐντὸϲ ὁμίλῳ 
 δείϲαϲ, ὁππότε μιν δόλιον περὶ κύκλον ἄγουϲι, 
 τόϲϲα μιν ὁρμαίνουϲαν ἐπήλυθε νήδυμοϲ ὕπνοϲ 
 
 (δ 791 sq.)· 
 μερμηρίζει μὲν γὰρ κυρίωϲ ἄνθρωποϲ, ὁρμαίνει δὲ λέων, ὁ δ᾿
 ἐνήλλαξε. 
 τῷ δὲ τήκεϲθαι κυρίωϲ ἐπὶ τῆϲ χιόνοϲ χρηϲάμενοϲ ἐνδιατρίβειν 
 ὡϲ ἐναργεῖ πολλάκιϲ οὐκ ὤκνηϲε καὶ τῷ αὐτῷ χρήϲαϲθαι ἐπὶ τῆϲ διὰ
 λύπην τοῖϲ δακρύοιϲ διαρρεομένηϲ· ὡϲ δὲ χιὼν κατατήκεται 
 ἥντ᾿ Εὖροϲ κατέτηξε· τηκομένηϲ δ᾿ ἄρα τῆϲ ὣϲ τῆϲ τήκετο καλὰ παρήια
 δακρυχεούϲηϲ (τ 205 sqq), καίτοι ἐντὸϲ ἄλλοιϲ εἰπὼν· τῆϲ δ᾿ ἐλεεινοτάτῳ
 ἄχεϊ φθινύθουϲι παρειαί (θ 530).

17. διὰ τί λέγοντα ποιεῖ ἐντὸϲ δήμῳ ὧ φίλοι Ἀργείων ἡγήτορεϲ ἠδὲ μέδον
 τεϲ, τοὺϲ ἡγήτοραϲ καὶ βαϲιλεῖϲ προϲφωνῶν, καίπερ πάντῶν 
 παρόντων, φηϲὶν οὖν ὁ Ἀριιϲτοτέληϲ ὅτι ὁ μὲν δῆμοϲ μόνου τοῦ ἀκοῦϲαι
 κύριοϲ, οἱ δὲ ἡγεμόνεϲ καὶ τοῦ πρᾶξαι.

55. πῶϲ δὲ ὁ Νέϲτωρ τὸ τέλειον ἀποδιδοὺϲ τῷ
 Διομήδουϲ λόγῳ λέγειν αὐτὸϲ ἐπιχειρεῖ; ῥητέον δὲ
 ὅτι τῆϲ ὕβρεωϲ τὴν μνήμην καὶ Διομήδηϲ πεποίηται καὶ Νέϲτωρ αὐτῷ τελείωϲ
 γεγενῆϲθαι μαρτυρεῖ. ὅπερ δὲ δεῖ πράϲϲειν ἐντὸϲ τῷ καιρῷ Διομήδηϲ
 παρέλιπεν κἀκεῖνοϲ εἰ ηγεῖται.

90. quae ad h. v. de κλιϲίῳ leguntur ad ω 208 pertinent.

122. (Must., p. 740, 18) ν. Ψ 269.

124. v. ad ⌈197.

143. de τηλύγετοϲ (exc. e schol. 6 153) v. ad A 250 (in extr. op).

150 sqq. Μεϲϲηνίδεϲ αὗται πόλειϲ, ἡ δὲ Μεϲϲήνη εἰϲ τὸν τῶν
 Λακεδαιμονίων νομὸν πάλαι ϲυνετέλει. πῶϲ οὖν,
 φαϲὶν, Ἀγαμένων ταύταϲ δίδωϲιν οὐκ οὔϲαϲ αὐτοῦ φαϲὶ δὲ αὐτὰϲ
 Κλυταιμνήϲτραϲ ερἶναι, ἢ ὅτι κοινὰ ἡγεῖται τὰ τοῦ ἀδελφοῦ, ὡϲ κἀκεῖνοϲ
 τὴν Αἴθην (Ψ 295) 
 
 διὰ τί δὲ οὐ μέμνηται αὐτῶν ἐντὸϲ τῷ καταλόγῳ, ὅτι νεωϲτὶ ὑπὸ
 Horn. l. c. 
 
 τῶν Διοϲκούρων ἦϲαν πορθηθεῖϲαι, τῶν δὲ πεπορθημένων οὐ
 ποιεῖ ϲυμμαχίαν, ὡϲ οὐδὲ Νηρίκου· φύϲει γάρ εἰϲι πολέμιοι τοῖϲ
 πορθήϲαϲιν. ἢ περὶ αὐτῶν φηϲιν ἐντὸϲ οἷϲ λέγει Αἰγιαλόν τ᾿ ἀνὰ πάντα καὶ
 ἀμφ᾿ Ἑλίκην εὐρεῖαν (B 575)

158. διὰ τί οἱ μὲν ἄλλοι θεοὶ ϲτρεπτοὶ λέγονται, τὸν δὲ Ἅιδην 
 ἀνελεήμονά φηϲιν εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι μὲν περὶ τῶν εἰϲ ἑαυτοὺϲ
 χαλεπαίνουϲιν ἁμαρτημάτων, διὸ καὶ ϲυγγινώϲκουϲιν, ὁ δὲ περὶ τῶν ἰδίων
 καὶ ἀλλοτρίων, διὸ καὶ ἄκαμπτόϲ ἐϲτιν· ὅθεν ἐντὸϲ οὐδεμιᾷ πόλει Ἅιδου
 βωμόϲ ἐϲτιν· Αἰϲχύλοϲ φηϲίν· μόνοϲ θεῶν γὰρ Θάνατοϲ οὐ δώρων ἐρῇ οὐδ’ ἄν
 τι θύων οὐδ᾿ ἐπιϲπένδων λάβοιϲ, οὐδ᾿ ἔϲτι βωμὸϲ οὐδὲ παιωνίζεται (fr. Niοb., 156 Dind.).

167. ἐζήτηται δὲ πῶϲ μᾶλλον ὁ Nέϲτωρ οὐ πρεϲβεύει ὡϲ ϲυνετώτεροϲ. ἔϲτι δὲ. λέγειν, ὅτι κατ᾿  οἰκονομίαν ὑπελείφθη, ἵνα,
 ἂν ἀποτύχωϲιν οἱ περὶ Ὀδυϲϲέα, αὐτὸϲ ὕϲτερον πείϲῃ. ἀτοπον γὰρ ἦν νῦν
 Cf. Cram., πρεϲβεύειν τὸν Νέϲτορα, ὅτε δεῖ πάντωϲ ττον Ἀχιλλέα μὴ
 πειϲθῆναι· 
 
 
 
 ἀδοξία δὲ ἦν Νέϲτορα μὴ δυνηθῆναι πεῖϲαι. οἱ δέ φαϲιν, ὅτι
 ἐπεὶ ἐχθρὸϲ ἦν Ἀχιλλέωϲ, λοιδορήϲαϲ αὐτὸν πρὸϲ Ἀγαμέμνονα· τούϲδε δ᾿  ἔα
 φθινύθειν ἕνα καὶ δύο BΒ 346). 
 
 αὐτὸϲ οὐκ ἄπειϲιν ἢ διὰ τὸ γῆραϲ ἢ ὑποπτεύεϲθαι παρὰ τῷ Ἀχιλλεῖ νομίζει
 ὡϲ ἐκπληρῶν τὴν αὐτοῦ ἀπουϲίαν, τοῦτο μὲν τῇ διατάξει τοῦ
 ϲτρατοῦ ὡϲ φρήτρη φρήτρηφιν ἀρήγῃ (B 363) — τοῦτο δὲ τάφρον
 περιβαλλόμενοϲ καὶ τεῖχοϲ, ὃ καὶ Ἀχιλλεὺϲ ὀνειδίζει· 
 ἢ μὲν δὴ μάλα πολλὰ πονήϲατο νόϲφιν ἐμεῖο, 
 καὶ δὴ τεῖχοϲ ἔδειμεν (I 348. 49), 
 ἢ ὅτι εἶπεν· τούϲδε δ᾿ ἔα φθινύθειν ἕνα καὶ δύο (B 346). εἰ δὲ ἐντὸϲ τῷ ἐπιταφίῳ φιάλην αὐτῷ ἐδωρήϲατο (Ψ 616), οὐδὲν
 θαυμαϲτόν, εἰ τὴν ἔχθραν ἀποθέμενοϲ τὴν πρὸϲ Ἀγαμέμνονα λύει καὶ τὴν
 πρὸϲ Νέϲτορα ὑποψίαν. ἢ ἀδήλου ὄντοϲ εἰ πείϲει, καλῶϲ ἑτέρουϲ ἔπεμψεν·
 πειϲάντων γὰρ ἔμελλεν αὐτὸϲ ἔχειν τὴν δόξαν ὡϲεὶ ἡγηϲάμενοϲ,
 ἀποτευχθείϲηϲ δὲ τῆϲ ἱκεϲίαϲ αἰτίαν ἔϲχον οἱ πρέϲβειϲ ἐνδεῶϲ
 διειλεγμένοι.

182. ζητοῦμεν δὲ εἰ καὶ Φοῖνίξ ἐϲτι πρεϲβευτήϲ. καί φαϲιν οἱ μὲν δὲ
 βάτην. δύο πρεϲβεύειν, Αἴαντα καὶ Ὀδυϲϲέα, Φοίνικοϲ προεληλυθότοϲ οὐκ
 εἰϲ τὸ πρεϲβεύειν ἀλλ᾿ εἰϲ τὸ ϲυλλαβέϲθαι· καὶ διὰ τοῦτο ὁ ποιητὴϲ
 δυϊκῶϲ κέχρηται, καὶ χαίρετον ὦ φίλοι (v. 197). ἔνιοι δὲ λέγουϲι
 ϲυμπεπρεϲβευκέναι καὶ Φοίνικα, καὶ οὐδὲν εἶναι τεκμήριον τὸν παρὰ τῷ
 ποιητῇ ἀριθμόν· πολλάκιϲ γὰρ καὶ ἐπὶ πλειόνων αὐτὸν
 τετάχθαι, ὡϲ καὶ ἐπὶ τοῦ μή νύ τοι οὐ χραίϲμωϲιν ὅϲοι θεοί εἰϲ᾿ ἐντὸϲ
 Ὀλύμπῳ ἆϲϲον ἰόντε (Α 567), καὶ ὡϲ ἐπὶ τοῦ κούρω κριθέντε δύο καὶ
 πεντήκοντα (θ 48).

186. ἀπρεπὲϲ δοκεῖ καταλαμβάνεϲθαι κιθαρίζοντα. λύεται δ᾿  ἐκ τοῦ καιροῦ· ἐντὸϲ γὰρ νυκτὶ οὐκ εὐπρεπέϲτερον L.
 ἀπρεπέϲτερον, quod mutavi ἄλλωϲ καταλαμβάνεται. γυμνάζεϲθαι
 μὲν γὰρ τῷ ϲώματι οὐκ ἦν τότε· κοιμώμενοϲ δὲ ἢ παννυχίζων ἀπρεπέϲτερον
 ηὑρίϲκετο. 
 
 οἰκεῖον τῷ ἥρωι νυκτὸϲ οὕϲηϲ γυμνάζεϲθαι μᾶλλον τὰ μουϲικά, φρένα. ἀλλὰ
 μὴ διαπαννυχίζειν· παραμυθία γὰρ ταῦτα θυμοῦ καὶ λύπηϲ. ἔϲτι δὲ νέοϲ καὶ φιλόμουϲοϲ καὶ λάφυρον ἔχων τὴνμ κιθάραν, καὶ οὐ
 θηλυφρένα 
 
 
 δριώδη μέλη ἀλλὰ κλέα ἀνδρῶν ᾄδει. ἢ οἰόμενοϲ ἥξειν αὐτοὺϲ
 ϲοβαρεύεται. καλῶϲ δὲ ἀπούϲηϲ τῆϲ ἐρωμένηϲ ᾄδει, ὅπωϲ μὴ δοκοίη
 κωμάζειν. ἢ ὅτι πεφρόντικε μὲν τῆϲ τῶν Ἐλλήνων ἀϲφαλείαϲ, προϲποιεῖται
 δὲ καταφρονεῖν· φηϲὶ γοῦν 
 
 δῖε Μενοιτιάδ η, 
 νῦν ὀΐω περὶ γούνατ’ ἐμὰ λίϲϲεϲθαι Ἀχαιούϲ (Λ 608. 9), 
 καὶ πάλιν 
 ὄρϲεο, διογενὲϲ Πατρόκλειϲ, ἱπποκέλευθε· 
 λεύϲϲω δὴ παρὰ νηυϲὶ πυρὸϲ δηίοιο ἐρωήν (Π 126. 7). 
 
 οὐκ ἤθελε δὲ ἀργῶν ϲώματι καὶ ψυχῇ ἀργεῖν, ἀλλ᾿ ἡτοίμαζεν
 αὐτὴν πρὸϲ τὰϲ πράξειϲ, καὶ ἐπ᾿ εἰρήνηϲ τὰ τοῦ πολέμου μελετᾶ, ὡϲ καὶ οἱ
 Μυρμιδόνεϲ (B 773 sqq.).

203. ἀπρεπέϲ· ὡϲ γὰρ ἐπὶ κῶμον ἥκουϲιν ἀκρατότερον διδόναι παρακελεύεται. οἱ μὲν γὰρ ἀπὸ τῆϲ λέξεωϲ λύουϲι· τὸ γὰρ
 ζωρότερον εἶναι τάχιον· οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ καιροῦ, ὅτι νύξ οἱ δὲ
 ἀπὸ τοῦ ἔθουϲ τοὺϲ γὰρ ἥρωαϲ, ἄλλωϲ καταπονουμένουϲ, δαψιλεϲτέροιϲ τοῖϲ
 πρὸϲ τὴν δίαιταν κεχρῆϲθαι εἰκόϲ ἢ ἴϲωϲ ὡϲ μουϲικὸϲ καὶ ὑδαρέϲτερον
 πίνων, ἀφ᾿ ὧν ὀνειδίζει καὶ οἰνοφλυγίαν Ἀγαμέμνονι (Α 225).

221. πῶϲ παρὰ Ἀγαμέμνονι δεδειπνηκότεϲ νῦν πάλιν ἐϲθίουϲιν; 
 ἢ οὖν τὸ Bkk.; τῷ cod Πατρόκλῳ καὶ
 Ἀχιλλεῖ ϲυμβεβηκὸϲ ϲυλληπτικῶϲ περὶ πάντων εἶπεν, ἢ ϲυλλήβδην ἐϲθίουϲιν
 εἰϲ ἔνδειξιν τοῦ ἥδεϲθαι τῇ περὶ αὐτὸν ἑϲτιάϲει. 
 
 
 
 
 
 
 
 

 
 
 223. καὶ ζητεῖται διὰ τί προαρπάζει τὸν λόγον Ὀδυϲϲεύϲ, πρὸϲA. τὸν
 Αἴαντα ὄντοϲ τοῦ νεύματοϲ τοῦ Φοίνικοϲ. λύϲιϲ. ῥητέον οὖν ὅτι εἴτε
 ἐνδεικνύμενοϲ Ἀχιλλεῖ, ὅτι οὐ μία ἦν ἡ ἐλπίϲ, προαποτυχόντων τῶν ἑταίρων
 αὐτοῦ καὶ οἱκείων τοῦ Ἀχιλλέωϲ. ἐβούλετο δὲ προεκκενώϲαϲ τὴν ὀργὴν
 ἀναγκάϲαι τι τοῖϲ οἰκείοιϲ προϲδοθῆναι χάριϲμα.

226. διὰ τί τὸν ἐχθρὸν οὕτωϲ ὠνόμαϲε προπετῶϲ, οὐ προθεραπεύϲαϲ; ῥητέον
 οὖνμ ὅτι εἴτε ἐνδεικνύμενοϲ Ἀχιλλεῖ ὅτι πρότερον ὑβρίϲαϲ ἱκέτηϲ
 καθέϲτηκεν, ἢ πάνυ ῥητορικῶϲ ὁ ἀνὴρ εἰϲ φιλίαν ἄγει τοὺϲ ἀμφοτέρουϲ καὶ
 τῇ τραπέζῃ δυϲωπῶν καὶ τοῦτο μόνον λέγων, ὡϲ ὁμόϲιτοϲ αὐτῷ δι’ ἡμῶν
 γεγένηϲαι· καὶ γὰρ καὶ ἐκείνου καὶ ϲοῦ μετεϲχήκαμεν 
 τραπέζηϲ.

241. διὰ τί δὲ, φηϲὶ, πρῶτον ἀποκόπτει, εἶθ᾿ οὕτωϲ τὸ πῦρ ἐμβάλλει;
 ἐπειδὴ ἐκ τῶν ἀκροϲτολίων ἦϲαν ἀγάλματα καὶ εἰκόνεϲ τῶν θεῶν αὐτῶν.
 ἐκκλίνων οὖν τὴν τῶν θεῶν ὀργὴν τοῦτο ποιεῖ.

265. τί βούλεται τὸ αἴθωναϲ δὲ λέβηταϲ ἐείκοϲι, καὶ εἰ οἱ 
 ἀπύρουϲ αὐτοὶ τοῖϲ ἀπύροιϲ, ὅταν εἴπῃ ἄπυρον λέβητα (Ψ 885); φημὶ οὖν,
 ὅτι v. 264. τῶν τριπόδων καὶ τῶν λεβήτων οἱ μὲν ἦϲαν εἰϲ ὑπηρεϲίαν τοῦ
 πυρὸϲ ἐπιτήδειοι, οἱ δὲ ἀργοὶ καὶ εἰϲ θέαν καὶ τὴν διὰ τῆϲ ὄψεωϲ τέρψιν
 εἰργαϲμένοι. διακρίνει δὲ τοῖϲ ἐπιθέτοιϲ ἀπ᾿ ἀλλήλων, τούϲ μὲν λέγων
 αἴθωναϲ καὶ ἐμπυριβήταϲ, τοὺϲ δὲ ἀπύρουϲ καὶ ἀνθεμόενταϲ, τοὺϲ ἕνεκα κόϲμου μόνον εἰργαϲμένουϲ.

308. schol. Leid. f. 189b de Ulixe πολυτρόπῳ agens ad α 1 pertinet.

356. v. 682.

371. διὰ τί ἐξηπατῆϲθαί φηϲιν ὁ Ἀχιλλεὺϲ ὑπὸ τοῦ Ἀγαμέμνονοϲ 
 ἀφαιρεθεὶϲ δὲ τοῦ γέρωϲ ἥκιϲτα γὰρ ἡ ὕβριϲ ἀπάτη. ἢ ὅτι τέωϲ φίλοϲ 
 
 
 
 
 ὤν ἀνεφάνη ἐχθρόϲ, ταύτην λέγει τὴν ἀπάτην,
 παρακελευόμενοϲ τῷ Ὀδυϲεῖ φυλάττεϲθαι καὶ μὴ προϲέχειν ὡϲ φίλῳ. καὶ τὸ
 δόντα μέντοι ἔπειτα ἀφελέϲθαι ἀπάτη ἐϲτίν ὃ γὰρ ἔφηϲεν οὐκ ἐποίηϲεν.

377. ad Ζ 234 (p. 97),

378. ἀπὸ τῶν Κρῶν, οὓϲ ἀεὶ (B 867) λοιδορεῖ ὁ ποιητήϲ, οἷον ἐντὸϲ μοίρᾳ Καρὸϲ οἱονεὶ δούλου. τὸ ἔγκαροϲ Ἀλκαῖοϲ
 μὲν ὁ ἐπιγραμματοποιὸϲ ἐγκεφαλον ῆκουϲεν (Anth. IX, 519, 3), ἀπὸ τοῦ
 ἐντὸϲ τῷ κάρ εἶναι. τὰ γὰρ παλαιὰ τῶν γραϊδίων ἀπορρίπτει τὸν ἐγκέφαλον.
 λέγει οὖν τὸ τίω δέ μιν ἐντὸϲ καρὸϲ αἴϲῃ, τουτέϲτι τιμῶμαι αὐτὸν ἐντὸϲ ᾗ
 μοίρᾳ αἱ γυναῖκεϲ τὸν ἐγκέφαλον. Ἀρχίλοχοϲ δὲ καὶ
 δὴ ἐπίκουροϲ ὥϲτε Κὰρ κεκλήϲομαι · τιμῶμαι αὐτὸν ἐντὸϲ
 μιϲθοφόρου καὶ τοῦ τυχόντοϲ ϲτρατιώτου μοίρᾳ. Λυϲανίαϲ δὲ ὁ Κυρηναῖοϲ
 καὶ Ἀριϲτοφάνηϲ καὶ Ἀρίϲταρχοϲ ἐντὸϲ κηρὸϲ μοίρᾳ φαϲὶ λέγειν τὸν ποιητὴν
 Δωρικῶϲ μεταβαλόντα τὸ ῆ εἰϲ ᾱ. Νέϲοϲ δὲ ὁ Χῖοϲ καὶ τὸ ᾱ μηκύνει οὐδὲν
 φροντίϲαϲ τοῦ μέτρου. Ἡρακλείδηϲ δέ φηϲιν ὅτι τὰ ἐκ τοῦ
 η εἰϲ βραχὺ ᾱ μεταγόμενα Ἰωνικά ἐϲτιν ἀλλ᾿ οὐ Δωριέων ϲυϲτολαί.
 ἀντιφράζει μέντοι ὁ ποιητὴϲ τῷ ἐντὸϲ καρὸϲ αἴϲη τὸ εἰ δέ τοι Ἀτρείδηϲ
 μὲν ἀ πή χθετο κηρόθι μᾶλλον (I 300) καὶ ἶϲον γάρ ϲφιν ἀπήχθετο κηρὶ
 μελαίνῃ (Γ 454), καὶ ὁ αὐτὸϲ Ἀχιλλεύϲ· ἐχθρὸϲ γάρ μοι
 κεῖνοϲ ὁμῶϲ Ἀίδαο πύλ ῃϲιν (I 312). ὅμοιον δέ ἐϲτι τῷ ἶϲον πᾶϲιν
 ἀπήχθετο κηρὶ μελαίνῃ.

383. ζητεῖται, πότερον τὸ μέγεθοϲ τῆϲ πόλεωϲ δηλῶϲαι βούλεται, ὡϲ ἂν ἐχούϲηϲ πύλαϲ ἑκατόν, ἢ τῶν
 πυλῶν τὸ μέγεθοϲ, ὡϲ ἐκ διακοϲίων ἁρμάτων καθ᾿ ἑκάϲτην ἅμα εἰϲιέναι
 δυναμένων, ἢ τὸ μέγεθοϲ τῆ, δυνάμεωϲ, ὅπερ καὶ βούλεται. εἰ
 γὰρ διακόϲιοι ἄνδρεϲ καθ᾿ ἑκάϲτην εἰϲίαϲιν, οἱ διακόϲιοι ἐπὶ τὰ ἑκατὸν
 πολλαπλαϲιαϲθέντεϲ διϲμύριοι ἂν εἶεν· καὶ οὐδὲν μέγα εἰ διϲμύριοι ἄνδρεϲ
 οἰκοῦϲι τὴν πόλιν. ῥητέον δὲ, ὅτι μεγεθοϲ πόλεως δηλοῖ καὶ δυνάμεωϲ
 μέγεθοϲ, οὐκέτι δὲ πυλῶν· 
 
 
 
 
 οὐδὲ γὰρ καὶ τὸ ἄμα τοὺϲ διακοϲίουϲ εἰϲιέναι δεδήλωκεν,
 ἀλλὰ μόνον ὅτι καθ᾿ ἑκάϲτην εἰϲίαϲι ϲ΄, οἳ καὶ ἕπεϲθαι ἀλλήλοιϲ
 ἠδύναντο. μέγεθοϲ δὲ τῆϲ πόλεωϲ δηλοῖ τὸ ἑκατόμπυλον, τῆϲ δὲ δυνάμεωϲ
 τῶν ἁρμάτων καὶ ἡνιόχων τοϲοῦτον εἶναι πλῆθοϲ· οὐ γὰρ δὴ ἁπλῶϲ τῶν
 κατοικούντων τοϲοῦτον τίθεται τὸ πλῆθοϲ. ἀλλὰ τῶν ἁρματοφορούντων.
 ἀμφίβολον δὲ πότερον ἄνδρεϲ διακόϲιοι ϲύν διακοϲίοιϲ
 ἅρμαϲιν ἢ ἄνδρεϲ ἑκατὸν ϲὺν ἑκατὸν ἅρμαϲιν, ὡϲ
 τὸ ϲυναμφότερον εἶναι τοὺϲ ϲ΄, τοὺϲ ἀνθρώπουϲ καὶ τὰ ἄρματα. κἂν
 διακόϲιοι δὲ ὦϲιν ἄνθρωποι, ἀμφίβολον πότερον ἓν ἕκαϲτοϲ ἔχει ἅρμα, καὶ
 οὕτωϲ ἔϲονται διακόϲια, ὄντων τετρακοϲίων ἵππων· ἢ διακόϲιοι ἄνδρεϲ
 ἔχουϲιν ἄρματα, ἐντὸϲ ἑκάϲτῳ ἅρματι ἡνιόχου καὶ παραβάτου
 ὄντοϲ, ὥϲτε ἑκατὸν μὲν εἶναι τὰ ἅρματα, ἵππουϲ δὲ διακοϲίουϲ καὶ
 ἀνθρώπουϲ διακοϲίουϲ, καὶ ἅρματα μὲν τὰ πάντα μύρια, ἵππουϲ δὲ
 διϲμυρίουϲ· ἐκείνων γὰρ ἄρματα μέν εἰϲι ϲ΄, ἵπποι δὲ τετρακιϲμύριοι,
 ἡνίοχοι δὲ διϲμύριοι ϲύμπαντεϲ. ἑκατέρων δὲ ἡ δύναμιϲ μεγάλη φαίνεται, ἢ
 τετρακιϲμυρίων ἵππων τρεφομένων ἢ καὶ διϲμυρίων. ἦν δὲ τὸ
 παλαιὸν Αἰγύπτου βαϲίλεια καὶ πολλοὺϲ εἰϲ αὐτὴν ἀνῆγον φόρουϲ Αἰγύπτιοι
 Λίβυεϲ Αἰθίοπεϲ καὶ ἄλλα νῦν δὲ Διόϲπολιϲ καλοῦνται αἱ τὸ παλαιὸν Θῆβαι,
 καί φαϲι δείκνυϲθαι περὶ τὴν Διόϲπολιν πολλῶν πυλῶν ἴχνη. ὡϲ δὲ Κάϲτωρ
 ἱϲτορεῖ, ἡ Διόϲπολιϲ ἡ μεγάλη πρὸ τοῦ ὑπὸ Περϲῶν ἀφανιϲθῆναι κώμαϲ μὲν εἶχε τριϲμυρίαϲ γλ΄,. ἀνθρώπων δὲ μυριάδαϲ ψ΄, ἑκατὸν
 δὲ πύλαϲ λαιϲ διεκοϲμεῖτο. ταύτην ἐτείχιϲε βαϲιλεὺϲ Ὄϲιριϲ. τινὲϲ δέ
 φαϲι τῶν ἱερέων, ὅτι ρ εἶχε πύλαϲ, ἐξ ἑκάϲτηϲ δὲ ὁπλῖται μύριοι, ψ δὲ
 ἵπποι ἐξεϲτράτευον. Θῆβαι δὲ ὀνομάζονται ὑπὸ Ἐλλήνων ἀπὸ Θήβηϲ τῆϲ
 Νείλου θυγατρόϲ· οἱ δὲ Ἐπάφου εἶπονμ αὐτήν, οἱ δὲ Πρωτέωϲ τοῦ
 Ποϲειδῶνοϲ, οἱ δὲ Λίβυοϲ τοῦ Ἠπείρου.

404. ad Ξ 200.

410. ad Ζ 488, p. 106.

443. εἰ ὑπὸ Φοίνικοϲ οὖν πεπαίδευται, τί παρὰ
 Χείρωνοϲ ἐδιδάχθη; δῆλον ὅτι πολεμικὴν καὶ
 ἰατρικήν.

447. v. infra ad lin. 12 sqq.

453 sqq. ἀπρεπὲϲ τοιαῦτα περὶ αὑτοῦ διεξιέναι πρὸϲ μηδὲν ἀναγκαῖον. 
 οἱ μὲν οὖν ἀπὸ τῆϲ λέξεωϲ λύουϲιν, ὅτι προμιγῆναι οὐδεμίαν
 ἔχει ἀτοπίαν, οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ καιροῦ, ὅτι τὰϲ παλλακίδαϲ διαβάλλει τὸν
 Ἀχιλλέα ἕνεκα τῆϲ Βριϲηίδοϲ χαλεπαίνοντα. 
 διὰ τί ὁ Πηλεὺϲ τὸν Φοίνικα τοιαῦτα ἡμαρτηκότα, ὥϲτε τῆ παλλακίδι τοῦ πατρὸϲ ϲυγγενέϲθαι καὶ τῷ πατρὶ ἐπιβουλεῦϲαι, ὅμωϲ
 διδάϲκαλον τῷ υἱῷ ϲυνέπεμψεν, ἢ ὅτι ὥϲπερ ἰατροὶ ἄριϲτοι
 ἐγγίνονται οὐχ οἱ μὴ ἠρρωϲτηκότεϲ οὐδὲ ἠρρωϲτηκότεϲ μὲν μὴ εἰδότεϲ δὲ τὰ
 ἁμαρτήματα καὶ τὰϲ αἰτίαϲ, ἀλλ᾿ οἱ ἄμφω ἔχοντεϲ, οὕτω καὶ ϲύμβουλοι
 ἄριϲτοι οὐχ οἱ ἄπειροι τῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλ᾿ οἱ ἔμπειροι, οὐδὲ οἱ ἐντὸϲ
 ἐμπειρίᾳ μὲν γενόμενοι μὴ οἱόμενοι δὲ ἡμαρτηκέναι. παρῆν τῷ Φοίνικι· καὶ γὰρ ἥμαρτε καὶ ἁμαρτὼν ἔγνω ὅτι ἥμαρτε, καὶ
 προϲεπιγνοὺϲ ὅτι ἥμαρτεν ἑαυτὸν τετιμώρηκε διὰ τῆϲ ἑκουϲίου φυγῆϲ. ὁ
 τοιοῦτοϲ ἂν εἴη ἄριϲτοϲ ἰατρὸϲ τῶν παιδείαϲ δεομένων. 
 ἡ δὲ μνήμη τῆϲ περὶ τὴν παλλακὴν ἁμαρτίαϲ πρὸϲ τὸν Ἀχιλλέα οὐκ ἄκαιροϲ
 διὰ παλλακίδοϲ αἰτίαν ἐξαμαρτάνοντα πρὸϲ τοὺϲ Ἕλληναϲ, καὶ
 παράδειγμα φέροντοϲ πρὸϲ τὸν Ἀχιλλέα πατρικῆϲ πράξεωϲ· ὡϲ γὰρ ὁ Πηλεὺϲ
 τὸν εἰϲ παλλακὴν πλημμελήϲαντα καὶ πρὸϲ πατέρα ὁμολογήϲαντα τὸ ἀδίκημα
 καὶ ἱκετεύϲαντα καὶ διὰ φυγῆϲ ἐξιλαϲκόμενον τὴν τοῦ πατρὸϲ μῆνιν οὐ
 παρῃτήϲατο δέξαϲθαι, οὕτω τὸν ἱκετεύαντα Ἀγαμέμνονα ἀνθ’ ὧν εἰϲ τὴν
 παλλακίδα πλημμελεῖν ἐδόκει μὴ ἄτοπον εἶναι προϲήϲεϲθαι, 
 μήτ᾿ οὖν τῷ Ἀχιλλεῖ, μήτε τῷ Φοίνικι ὑπὲρ αὐτοῦ πρεϲβεύειν. 
 ὡϲ πρὸϲ ὁμόνοιαν γονέων τὸ τοιοῦτον ἐποίηϲε· φηϲὶ γοῦν ἡ δ᾿ αἰὲν ἐμὲ
 λιϲϲέϲκετο (v. 451). καὶ πάλιν τῆϲ διχοϲταϲίαϲ αὐτῶν κρείταὑτοῦ 
 
 
 
 
 
 τὴν φυγὴνἡγήϲατο. ἐντὸϲ
 ἤθει δὲ δεῖ τὸν ϲτίχον ἀναγινώϲκειν ὡϲ μετανοοῦντοϲ αὐτοῦ· διὸ καὶ
 ἐμπεπίϲτευται Ἀχιλλέα ὁ γάρ τι πταίϲαϲ πάντωϲ καὶ φυλάττεται, Ϲοφοκλῆϲ
 (fr. 750 D.). ὃc μὴ πέπονθε τἀμά, μῆ βουλευέτω. οἱ δὲ εὖ πρὸϲ γονεῖϲ
 ἔχοντεϲ ἐπ᾿ ἴϲηϲ μὲν αὐτοὺϲ ἀγαπῶϲιν, ἐπαμύνουϲι δὲ τῷ καταπονουμένῳ. ἢ
 τάχα βούλεται λέγειν, ὅτι οὐ πάντα πειϲτέον μητρί Θέτιϲ γοῦν
 ἔλεγεν· ἀλλὰ ϲὺ μὲν νῦν νηυϲὶ παρήμενοϲ ὠκυπόροιϲι μήνι᾿ Ἀχαιοῖϲιν (A
 421) —, ἀλλὰ μᾶλλον πατρὶ τῷ λέγοντι· φιλοφροϲύνη γὰρ ἀμείἀγαθοὶ (I
 256). δὲ διδάϲκαλοι οἱ ἐντὸϲ παθημάτων πείρᾳ γενόμενοι· καὶ Χείρωνα γάρ
 φηϲι τρωθέντα τὴν χεῖρα τὴν περὶ βοτανῶν ἰατρικήν, τὴν δὲ
 περὶ τὰϲ διαίταϲ τὸν Ϲηλυβριανὸν Ἡρόδικον, ὃϲ ἐμπεϲὼν διὰ τούϲ πόνουϲ
 εἰϲ φθόην ἐπιπόνωϲ τὴν τέχνην ταύτην ἐμελέτηϲεν.

457. πῶϲ ὁ μὲν εὔχεται τοῖϲ Ἐρινύϲι ἐρινύϲι Lp ,
 τὰϲ δὲ εὐχὰϲ αὐτῷ ἐκτελεῖ Ἅιδηϲ καὶ Περϲεφόνη. ῥητέον οὖν om. B Lp , ὅτι αὐτοκράτορεϲ τῶν
 τιμωριῶν ὄντεϲ τὴν τοῦ κολάζειν ἐξουϲίαν τοῖϲ ἄλλοιϲ δαίμοϲι
 παρέχονται.

468. δῆλον δηλοῖ L ὅτι οἱ ϲύεϲ θαλέθοντεϲ ἀλοιφῇ
 καὶ πιμελεῖϲ ὄντεϲ εὑόμενοι τῇ φλογὶ καὶ ὀπτώμενοι τανύονται τάνυνται L , ὃ ϲημαίνει τὸ ἐκτήκοντο ἐτήκοντο L , ἀπὸ τοῦ τετανοὺϲ τετάνουϲ B γίνεϲθαι τοὺϲ ἰϲχναινομένουϲ.

473. ad Ε 137 in ine operis edendum.

480. v. 453 sqq.

497. ἐναντίον δὲ ἐϲτι τὸ ϲτρεπτοὶ τοὶ δὲ καὶ θεοὶ
 αὐτοί τῷ οὐ γὰρ αἶψψα θεῶν οὐ τρέπεται ωόοϲ (γ 147). λύοιτο δ᾿ ἂν προϲώπῳ, ὅτι τὸ μὲν αἶψα θεῶν οὐ τρέπεται νόοϲ ὁ ποιητήϲ
 φηϲιν, ἐκεῖνο δὲ ὁ Φοῖνιξ λέγει ἐντὸϲ καιρῷ ὀργιζομένου Ἀχιλλέωϲ
 εἰκότωϲ, καὶ τοὺϲ θεοὺϲ πείθεϲθαι.

571. πῶϲ δὲ Ἅιδην ἐπικαλεῖται, ἡ δὲ Ἐρινὺϲ ἔρχεται;
 δῆλον ὡϲ ὑπηρέτιϲ.

591. καὶ πῶϲ οὐκ ἄτοπον μόνῃ γυναικὶ πείθεϲθαι ἢ ὅτι ὁ καιρὸϲ ἦν ὁ πείθων, οὐχ ὁ ἔρωϲ. ὅτι γὰρ οὐ γυναικοκρατεῖται
 δῆλον· οὐ γὰρ ἐρωτικοῖϲ αὐτὴ ἐχρήϲατο ῥήμαϲιν, ἀλλὰ πεφθέντοϲ τοῦ θυμοῦ,
 τότε παρακαλεῖ. 
 
 ἀπρεπὲϲ δοκεῖ τὸ μὴ ὑπό τινοϲ ἄλλου πειϲθῆναι τὸν Μελέαγρον, ἀλλὰ
 μόνηϲ τῆϲ γυναικόϲ. λύει δ᾿ ὁ καιρόϲ ἀλλ᾿ ὅ τε δ θάλαμοϲ πύκ᾿ ἐβάλλετο
 (v. 588).

617. διὰ τί τὸν Φοίνικα οὐκ ἀπολύει ὁ Ἀχιλλεύϲ: ῥητέον οὖν ὅτι γνοὺϲ παρακεκλῆϲθαι αὐτὸν ὑπὸ Ἀγαμέμνονοϲ τῇ
 πρεϲβείᾳ ἐφοβήθη, μή μετὰ μείζονοϲ δεήϲεωϲ πάλιν ἐκπεμφθῇ,
 καὶ δὶϲ ἀτιμάζειν ἀνάγκην ἕξει. οἱ δὲ ὡϲ ὡμολογημένον αὐτὸ λαμβάνουϲιν,
 ὅτι ὡϲ τροφέα αὐτὸν κατέχει.

656. ἀπορία. ζητεῖται διὰ τί μετὰ τὴν πρὸϲ Αἴαντα Ἀχιλλέωϲ ἀπόκριϲιν Ὀδυϲϲεὺϲ οὐ λέγει. ῥητέον οὖν ὅτι ἐπεὶ αὐτῷ
 ϲκληρῶϲ ἀπεκρίνατο. λεκτέον δὲ καὶ πρὸϲ τούϲ ζητοῦνταϲ,
 τίνοϲ ἕνεκεν ἄλλοι τινὲϲ οὐκ ἐπρέϲβευϲαν, ἀλλ᾿ οὗτοι, ὅτι κρείττονεϲ
 ἐδόκουν.

682. ἐντὸϲ τῷ μουϲείῳ τῷ κατὰ Ἀλεξάνδρειαν νόμοϲ ἦν προβάλλε ϲθαι ζητήματα καὶ τὰϲ γινομέναϲ λύϲειϲ ἀναγράφεϲθαι.
 προεβλήθη οὖν πῶϲ τοῦ Ἀχιλλέωϲ τοῖϲ πρὸϲ αὐτὸν ἐλθοῦϲι πρέϲβεϲι ταύτην
 δεδωκότοϲ ἀπόφαϲιν· 
 οὐ γὰρ πρὶν πολέμοιο μεδήϲομαι αἱματόεντοϲ, 
 πρίν γ᾿ υἱὸν Πριάμοιο δαΐφρονοϲ, Ἕκτορα δῖον, 
 Μυρμιδόνων ἐπί τε κλιψίαϲ καὶ νῆαϲ ἱκέϲθαι. 
 ἀμφὶ δέ τοι τῇ ᾿ μῇ κλιϲίῃ καὶ νηῒ μελαίνῃ 
 
 Ἕκτορο καὶ μεμαῶτα ῶτα μάχηϲ ϲχήϲεϲθαι ὀΐω 
 (v. 650 — 52. 54. 55), Ὀδυϲϲεὺϲ ἐρωτώμενὸϲ τὰ περὶ τῆϲ πρεϲβείαϲ
 τοῦτο μὲν οὔ φηϲιν, ἀλλὰ τὸ 
 αὐτὸϲ δ’ ἠ πείληϲεν ἅμ᾿ ἠοῖ φαινομένηφι 
 νῆαϲ ἐυϲϲέλμουϲ ἅλαδ᾿ ἑλκέμεν ἀμφιελίϲϲαϲ (v. 682. 83) 
 
 παραπρεϲβείαϲ γὰρ εἶναι τὸ μὴ τἀληθῆ ἀπαγγέλλειν. πρὸϲ
 τοῦτο ὁ λύων ἔφαϲκε, ταληθῆ μὲν ἐπαγγεῖλαι τὸν Ὀδυϲϲέα, οὐχ ἃ πρὸϲ
 ἄλλουϲ εἴρηκεν εἰπόντα, ἀλλ᾿ ἃ πρὸϲ αὐτὸν καὶ ἃ ἤκουϲε παρ᾿ Ἀχιλλέωϲ. ἦν
 δὲ πρὸϲ αὐτὸν ῥηθέντα 
 
 
 
 νῦν δ᾿ ἐπεὶ οὐκ ἐθέλω πολεμίζειν Ἕκτορι δίῳ, 
 αὔριον ἱρὰ Διὶ ῥέζαϲ καὶ πᾶϲι θεοῖϲι, 
 νηήϲαϲ εὖ νῆαϲ,, ἐπὴν ἅλαδε προερύϲϲω, 
 ὄψεαι, ἢνμ ἐθέλῃϲθα καὶ αἴ κέν τοι τὰ μεμήλῃ, 
 ἦρι μάλ᾿ Ἑλλήϲποντον ἐπ᾿ ἰχθυόεντα πλεούϲαϲ 
 
 νῆαϲ ἐμάϲ, ἐντὸϲ δ᾿ ἄνδραϲ ἐρεϲϲέμεναι μεμαῶταϲ (v. 356 
 — 361). 
 ὅταν μὲν οὖν εἴπῃ ὁ μὲν αὔριον πορεύεϲθαι, ὁ δ᾿ Οδυϲϲεὺϲ ἅμ᾿ ἠοῖ
 φαινομένηφι, τἀληθὲϲ ἂν εἴη ἀπηγγελκώϲ. οὐ μέντοι ἁπλῶϲ ἔφη, ὅτι ταῦτα
 εἴρηκεν Ἀχιλλεύϲ, ἀλλ᾿ ὅτι ἠπείληϲεν, ἀπειλὴν τὸ πρᾶγμα καὶ 
 οὐκ ἔργον ἀποφαίνων δι᾿ ἃ ἤκουϲε πρὸϲ τοὺϲ ἄλλουϲ ὑπ᾿ αὐτοῦ λεγόμενα, ὧν
 πρὸϲ μὲν τὸν Φοίνικα· 
 φρᾶ ϲϲόμεθ᾿ ἤ κε νεώμεθ᾿ ἐφ᾿ ἡμέτερ᾿ ἤ κε μένωμεν (v. 619), 
 πρὸϲ δὲ τὸν Αἴαντα, πρίν γ᾿ υἱὸν Πριάμοιο ἐλθεῖν ἐπὶ τὴν ϲκηνήν,
 οὐ πρότερον ἐξίεϲθαι εἰϲ τὸν πόλεμον (v. 650). τί οὖν ἔδει τὰ πρὸϲ τοὺϲ
 ἄλλουϲ λέγειν, ἀλλ᾿ οὐχὶ μόνον ἐπικρίνειν τὰ πρὸϲ αὐτὸν
 ῥηθέντα; ἀπειλαὶ δὲ ἦϲαν ἐξ ὧν πρὸϲ τοὺϲ ἄλλουϲ μετὰ ταῦτα ἔφη. εἰ δ᾿
 αὔτωϲ καὶ τὰ πρὸϲ Αἴαντο φθάϲαϲ εἶπε ῥηθέντα, ὕβριϲ ἂν ἦν τοῦ Αἴαντοϲ,
 μὴ δυναμένου λέγειν ἃ ἀκήκοε· διὸ ἐπήγαγεν· εἰϲὶ καὶ οἵδε ἀπαγγέλλειν
 οἷοί τε τὰ ῥηθέντα πρὸϲ αὐτούϲ. 
 
 
 καὶ μὴν Φοίνικι μὲν ἔλεγε φροϲϲόμεθ᾿ ἤ κε νεώμεθα (V. 619), Αἴαντι δὲ οὐ
 γὰρ πρὶν πολέμοιο μεδήϲομαι (v. 650). ἀλλ᾿ ἴϲωϲ Ὀδυϲϲεὺϲ τὰ πρὸϲ ἑαυτὸν
 μόνον ῥηθέντα ἀγγέλλει, ἀνακόπτει δὲ τὰ Αἴαντοϲ εἰπὼν εἰϲὶ καὶ οἵδε (v.
 688), ὅπωϲ μὴ αἰϲχύνοιτο Αἴαντοϲ πλέον κατορθώϲαντοϲ. ἢ ἵνα ἐκκόψῃ αὐτῶν
 τὴν ἐλπίδα καὶ εὐψύμουϲ. χωϲ πολεμήϲωϲιν, ὅθεν καὶ παραινεῖ
 ὁ Διομήδηϲ καρπαλίμωϲ πρὸ Cf. Horn. νεῶν ἐχ¦έμεν λαόν τε καὶ ἵππουϲ (v.
 708). ὅπερ ἀγνοήϲαντέϲ τινεϲ ὠβέλιϲαν τὰ ἔπη.

688. v. 656.

6.Πολὺν ὄμβρον ἀθέϲφατον. glossa suprascripta. ἐκ παραλλήλου τὸ αὐτὸ κατὰ Πορφύριον.

1l. ἀδύνατον, φαϲὶν, ἐντὸϲ τῇ ϲκηνῇ ὄντα κατιδεῖν εἰϲ τὸ πεδίον. ῥητέον οὖν ὅτι ἰδεῖν
 καὶ ἀθρῆϲαι λέγομεν καὶ τὸ τῇ διανοίᾳ ϲκέψαϲθαι. πεδίον. 
 ἐγχωρεῖ δὲ καὶ οὕτωϲ ἔχειν τὴν ϲκηνὴν, ὡϲ δύναϲθαι ἀπιδεῖν· ἔθοϲ γὰρ
 τοῖϲ βαϲιλεῦϲι τοιαῦτα καταϲκευάζειν, ἀφ᾿ ὧν περιόψονται. 
 ἢ ὅτι ἐφ᾿ ὕψουϲ ἡ ϲκηνὴ ἡ βαϲιλική, ἢ ὅτι οἱ Τρῶεϲ om.
 οἱ Τρ. Lp ἐπὶ θρωϲμῷ πεδίοιο (v.
 160). ἔνιοι δὲ τὸ ἀθρήϲειεν ἐπὶ τοῦ νοῦ ἀκούουϲιν, ἀλλὰ προϲέθηκεν ἂν τὸ
 ταῖϲ Lp φρεϲίν, ὡϲ ἤτοι ὅτ ἐϲ τὸ
 ὄφρα ἴδωμαι αι e corr. Lp ἐνὶ φρεϲίν (Φ 61).

47 sqq. εἰ δέ τιϲ λέγει τὸν Ἕκτορα διὰ ταῦτα ὑπερτίθεϲθαι καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἀχιλλέωϲ, ἴϲτω
 ὅτι λύει τὸ ἄπορον ὁ βαϲιλεύϲ, προϲθεὶϲ τὸ αὕτωϲ, ἤτοι οὕτωϲ ἁπλῶϲ, οὔτε
 θεάϲ, φηϲὶν, υἱὸϲ φίλοϲ οὔτε θεοῖο. Ἀχιλλεὺϲ μὲν γὰρ καὶ τοιαῦτα καὶ
 μείζω δράϲαϲ οὐκ ἂν ἐκπλήξοι τινά (ἐκ θεάϲ γάρ), ὁ Ἕκτωρ δὲ
 ἁπλῶϲ ἀνήρ.

67 sqq. φθέγγεο δ᾿ ᾗ κεν ἴῃϲθα καὶ ἐγρήγορθαι ἄνωχθι, πατρόθεν ἐκ γενεῆϲ ὀνομάζων ἄνδρα
 ἕκαϲτον πάνταϲ κυδαίνων, μηδὲ μεγαλίζεο θυμῷ. ταῦτα ϲημειωτέον ὡϲ
 ἐπιτήδεια εἰϲ αἰτίαϲ ἀπόδοϲιν, δι᾿ ἣν εἰώθαϲιν οὕτω πρὸϲ ἀλλήλουϲ
 διαλέγεϲθαι οἱ ἥρωεϲ· διογενὲϲ Λαερτιάδη πολυμήχαν᾿
 Ὀδυϲϲεῦ· εἶναι γὰρ φιλοφρονουμένων 
 
 
 
 
 
 τὸν τοιοῦτον τρόπον τῆϲ προϲαγορεύϲεωϲ. τὸ μὲν οὗνμ
 πατρόθεν ὀνομάζειν ἐϲτὶν ἐντὸϲ τῷ Λαερτιάδη, τὸ δὲ ἐκ γενεῆϲ, τὸ ἐκ
 γενάρχου, οἱονμ τὸ διογενέϲ· ἐκ γὰρ τοῦ Διὸϲ τοῦ ἀρχηγέτου τοῦ γένουϲ
 εἴληπται τὸ διογενέϲ. τὸ δὲ οὕτωϲ ὀνομάζειν κυδαίνοντόϲ ἐϲτι τοὺϲ
 καλουμένουϲ. τί οὗν τὸ μηδὲ μεγαλίζεο θυμῷ, οὐ γὰρ, ὥϲπερ οἱ
 γραμματικοί, τὸ μὴ μέγα ἡγοῦ τὸ τοιοῦτον καὶ τὸ οὕτω προϲφωνεῖν, ἀλλὰ
 ϲημαίνει· μὴ μεγάλυνε ϲεαυτοῦ τὴν ψυχήν, ἐξ οὐ ϲημαίνεται· μὴ ὑπερόπτηϲ
 γίνου μηδ᾿ ἀνάξιον ϲαυτοῦ τὸ ἄλλον κυδαίνειν ἡγοῦ. τατὸν γὰρ τοῦτο καὶ
 ἐντὸϲ ἄλλοιϲ ἔφη· ϲὺ δὲ μεγαλήτορα θυμὸν ἴϲχειν ἐντὸϲ ϲτήθεϲϲιν (Ι 255)
 ὅμοιον γὰρ τῷ μὴ μεγαλίζεο θυμῷ τὸ ἴϲχειν ἐντὸϲ ϲτήθεϲι
 θυμὸν μεγαλήτορα, ᾧ ἐπάγει φιλοφροϲύνη γὰρ ἀμείνων· ταὐτὸν οὖν τῷ πάνταϲ
 κυδαίνων. καὶ ἡ Πηνελόπη δὲ λέγει οὐ γάρ τι μεγαλίζομαι οὐδ᾿ ἀθερίζω (ψ
 174), οὐχ ὑπερηφανῶ ὥϲ τιϲ μεγάλη, οὐδέ ϲ᾿ ὡϲ μικρὸν καὶ ἀνάξιον
 ἀτιμάζω· ἀθερίζειν γὰρ, ἀπὸ τῶν ἀποκρινομένων ἀθέρων, τὸ ἀτιμάζοντα
 ἀποκρίνειν ὡϲ τοῦ μηδενὸϲ ἄξιον, ὡϲ ἀθέραϲ ἀπὸ τοῦ καρποῦ
 ἀποκρίνοντα· καὶ οὕ ποτέ μ᾿ οἵ γ’ ἀθέριζον (Α 261) οὔ ποτέ με ἐντὸϲ
 ἀθέρων μοίρᾳ εἶχον. ταὐτὸ δὲ τὸ ἀθερίζειν ἐϲτὶ τῷ ἀπόβλητόν τι
 ποιεῖϲθαι· οὔ τοι ἀπόβλητον ἔποϲ ἔϲϲεται (B 361), ᾧ ἀντικείϲεται τὸ
 ἄνδραϲ δὲ λίϲϲεϲθαι ἐπιπροέηκεν ἀρίϲτουϲ κρινάμενοϲ κατὰ λααὸν Ἀχαϊκόνν
 (I 520. 21), καὶ αἰϲυμνῆται δ᾿ ἔκκριτοι ἐννέα πάντεϲ
 ἀνέϲταν (θ 258). ἐξηγούμενοϲ δὲ τὸ ἀθερίζειν ἔφη τῶν δ᾿ ἄλλων οῦ πέρ
 τιν᾿ ἀναίνομαι οὐδ᾿ ἀθερίζω (θ 212). ἔϲτι δὲ τὸ ἀναίνομαι οὐχὶ ἐπαινῶ,
 διὸ ἴϲον ἂν εἴη τῷ πάνταϲ κυδαίνειν. καὶ τὸ οὐχ ἅλιιον δὲ ἴϲον τῷ οὐκ
 ἀθερίζειν, οὐκ ἀποβολῆϲ ἄξιον τῆϲ θαλάττηϲ· τὸ μὲν γὰρ ἀθέριζεῖν ἀπὸ τῶν ἀποκρινομένων ἀθέρων, ὁ δὲ ἅλιοϲ ἀπὸ τῶν εἰϲ ἅλα
 βαλλομένων, ὡϲ τὸ ἅλιον ἔποϲ ἔκβαλον ἤματι κείνῳ ( C 324). τὸ μὲν οὖν μὴ
 μεγαλίζεϲθαι θυμῷ ϲημαίνει τὸ μὴ ὑπερηφανεῖνμ δι᾿ ὑπεροψίαν. αὐτό τε τὸ
 ὑπερηφανῆϲαί φηϲι· ϲὺ δὲ τῷ μεγαλήτορι θυμῷ εἴξαϲ ἄνδρα φέριϲτον, ὃν ἀθά
 νατοί περ ἔτιϲαν, ἠτίμηϲαϲ (I 109. 10), ὃ ἔφη ἠθέριϲαϲ. καὶ
 πάλιν οἳ τὸ πάροϲ θυμῷ ἦρα φέροντεϲ ἀφεϲτᾶϲι (Ξ 131. 2), καταφρονοῦντεϲ
 καὶ ὑπερηφανοῦντεϲ, διὰ τὸ αὐτοῖϲ χωρίζεϲθαι, ὥϲ που ἔφη ταῦθ᾿ ὑπερηφαν
 έοντεϲ Ἐπειοὶ χαλκοχίτωνεϲ ἡμέαϲ ὑβρίζοντεϲ ἀτάϲθαλα μηχα νόωνται (Λ
 694. 95). οἱ μέντοι ϲυνείκοντεϲ καὶ τῆϲ ὑπεροψίαϲ πουόμενοι· ὣc ὁ μὲν Αἰτωλοῖϲιν ἀπήμυνεν κακὸν ἦμαρ, εἴξαϲ ᾧ θυμῷ (I 597).

98. v. 194 sqq.

149. δειλὸϲ, φαϲὶν, οὗτοϲ, ὅτι ἀϲπίδα καὶ οὐ add. Bkk.;
 codd. 
 om. δόρυ ἀναλαμβάνει. ἴϲωϲ δὲ ϲιωπωμένῃ τῇ ἀποκρίϲει χρῆται
 πρὸϲ ϲάκοϲ. τὸν Νέϲτορα εἰπόντα βουλεύϲεϲθαι πότερον φευκτέα ἢ μενετέα,
 ἐμφαίνων διὰ τῆϲ ἀϲπίδοϲ ὅτι μενετέα (v. 147). δόρυ μὲν γὰρ
 φέρουϲι καὶ μὴ μαχόμενοι, ἀϲπὶϲ δὲ μενόντων ἐϲτὶ καὶ μαχομένων.

151. ϲχῆμα ἀμφιβολίαϲ ἄδηλον γὰρ εἴτε παράκειται αὐτοῦ τὰ ὅπλα ἢ ἐνδέδυται. Πορφύριοϲ δέ φηϲιν ὅτι οὐ φορεῖ·
 δειλίαϲ γὰρ δεῖγμα τὸ τοιοῦτον. 
 
 οὐχ ὡπλιϲμένοϲ (δειλοῦ γάρ), ἀλλ᾿ οἷον πληϲίον ἔχων τὰ τεύχη. καλῶϲ δὲ
 οἱ ἑταῖροι τὴν μεθ᾿ ἡμέραν τάξιν φυλάττουϲι περιϲτοιχοῦντεϲ τεύχεϲιν.
 τὸν βαϲιλέα. ϲτρατηγικὸν δὲ καὶ τὸ αἰθριοκοιτεῖν.

153. φαύλη δοκεῖ εἶναι ἡ τῶν δοράτων ἐπὶ ϲαυρωτῆραϲ ϲτάϲιϲ· καὶ δὴ
 πανταχοῦ θόρυβον ἤδη πεποίηκε νύκτωρ ἐντὸϲ μόνον πεϲόν. λύει δ᾿ Ἀριϲτοτέληϲ λέγων ὅτι τοιαῦτα ἀεὶ ποιεῖ Ὅμηροϲ οἷα ἦν τότε ἦνμ δὲ
 τοιαῦτα τὰ παλαιὰ οἷάπερ καὶ νῦν ἐντὸϲ τοῖϲ βαρβάροιϲ· πολλοὶ δὲ οὕτω
 χρῶνται τῶν βαρβάρων.

167. scholium quod de τρόπῳ ἀπὸ κοινοῦ qui vocatur agit, quoniam casu ad
 h. v. adscriptum est neque habet quo aliqua cum veri specie
 referatur (cf. ad p. 143, 11 1), in fine operis nostri edendum erit.

194 sqq. ἠπόρηϲεν Ἀριϲτοτέληϲ, διὰ τί ἔξω τοῦ τείχουϲ ἐποί 
 ηϲε τοὺϲ ἀριϲτέαϲ βουλευομένουϲ ἐντὸϲ νυκτηγορίᾳ, ἐξὸν ἐντὸϲ τοῦ τείχουϲ
 ἐντὸϲ ἀϲφαλεῖ. καί φηϲι· πρῶτον μὲν οὖν ὐκ εἰκὸϲ ἦν ἀποκινδυνεύειν τοὺϲ Τρῶαϲ οὔτ᾿ ἐπιτίθεϲθαι νύκτωρ· οὐ γὰρ τῶν εὐτυχούντων
 ἦν ἀποκινδυνεύειν. ἔπειτα ἐντὸϲ ἐρημίᾳ καὶ καθ᾿ ἡϲυχίαν βουλεύεϲθαι περὶ
 τῶν τηλικούτων ἔθοϲ. ἄτοπον δ᾿ ἂν ἦν εἰ ἠξίουν μὲν πορευθῆναί τιναϲ
 
 
 
 
 εἰϲ τοὺϲ Ιρῶαϲ, αὐτοὶ δὲ οὐδὲ μικρὸν προελθεῖν ἐτόλμων.
 ἔπειτα ϲτρατηγῶν ἂν εἴη τὸ φυλάϲϲεϲθαι τοὺϲ νυκτερινοὺϲ θορύβουϲ, τὸ δ᾿
 ἐντὸϲ τῷ ϲτρατεύματι νυκτὸϲ ϲυνιόνταϲ βουλεύεϲθαι, νεωτεριϲμοῦ ὑποψίαν
 παραγράφειν ϲχὸν, φόβον ἐνεποίει. ἄμα δὲ καὶ ἡ πρόθεϲιϲ ἦν τοὺϲ φύλακαϲ
 θεάϲαϲθαι. ἐντὸϲ οἷϲ ἦν ἡ ϲωτηρία τῶν καθευδόντων. γενόμενοι δ᾿ ἐντὸϲ
 τούτοιϲ τοιϲ τὰϲ βουλὰϲ, ὀλίγον πόρρω τούτων ἀποϲτάντεϲ,
 ἐντὸϲ ἡϲυχίᾳ μὲν καὶ ἐντὸϲ ἀπορρήτῳ ἐποιοῦντο, μὴ ἀναμεμιγμένοι τοῖϲ
 φύλαξιν, ἐντὸϲ ἀϲφαλεῖ δέ, πληϲίον γὰρ τῶν φυλάκων. καὶ ἄμα ταχέωϲ ἦν
 ἐπιτελέϲαι τὰ δόξαντα. ὁ δὲ νεκύων χῶροϲ πλήρηϲ μὲν τῶν κειμένων
 πτωμάτων, ὀλίγον δὲ καθαρὸν ἔχων νεκρῶν, ἔνθα καθέζονται, τοῦ περὶ τὴν
 τάφρον παντὸϲ χωρίου πλήρουϲ ὄντοϲ τῶν ἀνηρημένων.
 ἀπολογούμενοϲ δὲ διότι ἄταφοι ἦϲαν, ἐπάγει ὅτι τῶν πολεμίων νυκτὸϲ
 γέγονεν ἡ ἀναχώρηϲιϲ καὶ ϲχολὴν οὐκ ἐνέδωκεν ὁ καιρὸϲ εἰϲ ταφήν, νυκτὸϲ
 μὲν καταλαβούϲηϲ, ἐκ δὲ τῆϲ ἥττηϲ ὑπὸ τοῦ καμάτου εἰϲ ὕπνον τετραμμένων
 πάντων· φηϲὶ γάρ (v. 98. 99)· 
 
 μὴ τοὶ μὲν καμά τῳ ἀδηκότεϲ ἠδὲ καὶ ὕπνῳ 
 κοιμήϲωνται, ἀτὰρ φυλακῆϲ ἐπιπάγχυ λάθωνται 
 καὶ (v. 200)· 
 ὅθεν αὖτιϲ ἀπετράπετ᾿ ὄβριμοϲ Ἕκτωρ 
 καὶ τὰ ἑξῆϲ. 
 
 
 διὰ τί δὲ μὴ μᾶλλον ἔϲω τοῦ τείχουϲ ἀϲφαλέϲτερον
 βου.- τάφροιο λεύονται; ἀλλ᾿ ἐντὸϲ τῷ ϲτρατεύματι νυκτὸϲ περιιόντεϲ
 θόρυβον ἐκίνηϲαν, καὶ ταῦτα προτεταλαιπωρημένων ἤδη τῶν Ἑλλήων. ἄλλωϲ τε
 ἄτοπον ἦν εἰϲ καταϲκοπὴν ὀτρύνονταϲ μὴ τολμᾶν προϊέναι τῶν πυλῶν. ἔτι δὲ
 καὶ πρὸϲ παραμυθίαν τῶν μελλόντων ἐκπέμπεϲθαι. 
 
 
 ἄλογον τὸ μὴ ἐντὸϲ τῆϲ τάφρου τὸ ϲυνέδριον εἶναι. λύεται δὲ τάφρον ἐκ τοῦ
 καιροῦ· οὐ γὰρ τὸ θορυβεῖν τούϲ ἐντὸϲ ϲτρατοπέδῳ προϲῆκον. v. 198.
 θαρραλεώτερόν τε τὸν κατάϲκοπον ἐχρῆν ποιεῖν παρακαθήμενον καὶ οὐδὲν
 μέλλοντα πείϲεϲθαι δεινόν, τῶν φυλάκων περὶ τὴν τάφρον τυγχανόντων.

215. 16. διὰ τί μέλανα καὶ ὑπόρρηνα ἐπαγγέλλεται τὰ πρόβατα καἰ ῥητέον
 ὅτι μέλανα μέν, ἐπεὶ νυκτὸϲ ἐπορεύοντο, ὑπόρρηνα δὲ ϲυμβόλῳ τινὶ αἰϲίῳ,
 ἵνα ἔγκαρπον τὴν πορείαν ποιήϲωνται.

249. ζητεῖται δὲ πῶϲ Ὀδυϲϲεὺϲ νῦν μὲν ἐπαινούμενοϲ ἄχθεται, παρὰ δὲ τοῖϲ Φαίαξι φίλαυχόϲ ἐϲτι (ι 19.
 2). ῥητέον ὅτι ἐνταῦθα μὲν L f. 212a. παραιτεῖται τὸν ἔπαινον, ἐπεὶ
 προείληφεν ἡ γνῶϲιϲ, παρὰ δὲ τοῖϲ Φαίαξιν οὐδαμῶϲ ἀρνεῖται, ἵνα γνωϲθεὶϲ
 μᾶλλον τῆϲ ἐπανόδου τύχῃ.

252. 53. ἡ ϲυναγωγὴ τῶν ζητουμένων γέγονε μὲν ἤδη καὶ παρ᾿ ἄλλοιϲ· ἡμεῖϲ δὲ τὰ
 προβλήματα λαμβάνοντεϲ παρὰ τῶν ἐζητηκότων ἄϲτρα τὰϲ λύϲειϲ ἐπικρίνομεν
 ἃϲ ἐκεῖνοι ὑπέταξαν τοῖϲ προβλήμαϲι, καί τιναϲ μὲν τούτων ἐγκρίνομεν,
 τινὰϲ δὲ παραιτούμεθα, τὰϲ δ᾿ αὐτοὶ ἐξευρίϲκομεν, τὰϲ δὲ πειρώμεθα
 διορθοῦν καὶ ἐξεργάζεϲθαι, ὥϲπερ τοῖϲ ἐντυγχάνουϲιν ἔϲται
 δῆλον. αὐτίκα τῶν παλαιῶν ζητημάτων ὡμολόγηται εἶναι τὸ τοιοῦτο, ἐντὸϲ
 οἷϲ φηϲιν 
 ἄϲτρα δὲ δὴ προβέβηκε, παρῴχηκε δὲ πλὲω νὺξ 
 τῶν δύο μοιράων, τριτάτη δ᾿ ἔτι μοῖρα λέλειπται. 
 πῶϲ γὰρ, εἰ αἱ δύο μοῖραι ἐξήκουϲιν αὐταί τε καὶ ἔτι τούτων πλέον,
 ἡ 
 τριτάτη μοῖρα λέλειπται, ἀλλ᾿ οὐχὶ τῆϲ τρίτηϲ μόριον; ὅθεν
 καί τινεϲ προϲτιθέντεϲ τὸ ϲ ἠξίουν τριτάτηϲ δέ τι μοῖρα λέλειπται
 γράφειν, ἵνα τῆϲ τρίτηϲ μερίϲ τιϲ ᾖ καταλελειμμένη, ἀλλ᾿ οὐχ᾿ ὅλη ἡ
 τρίτη. Μητρόδωροϲ μὲν οὖν τὸ πλεῖον δύο ϲημαίνειν φηϲὶ παρ᾿ Ὁμήρῳ· καὶ
 γὰρ τὸ ϲύνηθεϲ — ὡϲ ὅταν λέγη νώτου ἀποπροταμών, ἐπὶ δὲ
 πλεῖον ἐλέλειπτο (θ 475) καὶ ἀλλὰ τὸ μὲν πλεῖον πολυαϊκοϲ πολέμοιο
 χεῖρεϲ ἐμαὶ διέπουϲι (Α 165) —, ϲημαίνει δὲ καὶ τὸ πλῆρεϲ, ὡϲ ἐντὸϲ τῷ
 ϲὸν δὲ πλεῖον δέπαϲ αἰεὶ ἕϲτηκε (Δ 262), καὶ ἐντὸϲ τῷ πλεῖαί τοι χαλκοῦ
 κλιϲίαι (B 226). νῦν οὖν τὸ πλέον ἀντὶ τοῦ
 πλῆρεϲ εἰρῆϲθαι· πλήρηϲ γὰρ ἡ νὺξ τῶν δύο μοιρῶν γεγονυῖα 
 παρῴχηκε, τριτάτη δ᾿ ἔτι περιλέλειπται. διεῖλε δ᾿ εἰϲ τρία, ὡϲ ἂν
 τριφυλάκου τῆϲ νυκτὸϲ οὔϲηϲ. Χρύϲιπποϲ δὲ, ὥϲπερ εἴ τιϲ, φηϲὶ, περὶ
 τριῶν ἡμερῶν διαλεγόμενοϲ ἐντὸϲ τῇ τρίτῃ λέγει μίαν ἀπολείπεϲθαι ἔτι
 ἡμέραν, κἂν μὴ περὶ ὄρθρον ποιῆται τοὺϲ λόγουϲ, οὕτωϲ καὶ τὸν Ὀδυϲϲέα,
 εἰ καὶ πλέον ἦν παρῳχηκὸϲ τῶν δύο μοιρῶν, τὴν τρίτην φάναι 
 καταλείπεϲθαι, ἐπειδὴ τριμεροῦϲ οὔϲηϲ τῆϲ νυκτὸϲ ἕκαϲτον μέροϲ ὡϲ ἕν
 
 
 
 
 τι λαμβάνεται, ὥϲτε κὰν ἐλλιπὲϲ ᾖ τοῦτο καὶ μὴ ὁλόκληρον,
 ἀλλ᾿ ἀριθμεῖϲθαί γε τρίτην τῷ τάξιν τῶν μερῶν ἔχειν τὴν τρίτην. οὕτω γὰρ
 καὶ ἄνθρωπον παρὰ μικρὸν ἑζά ποδα γενόμενον ἔτι τυγχάνειν τῆϲ
 ὅληϲ προϲηγορίαϲ. ἄλλοι δέ φαϲιν ἔθοϲ
 ἔχειν τοὺϲ ποιητὰϲ τῷ ἀπηρτιϲμένῳ χρῆϲθαι ἀριθμῷ, ὁτὲ μὲν τὰ ἐπιτρέχοντα
 τοῖϲ ἀριθμοῖϲ περιγράφονταϲ ὑπὲρ τοῦ ὁλοϲχερεῖ καὶ
 ἀπηρτιϲμένῳ χρῆϲθαι, ὅταν χιλιόναυν ϲτρατὸν φήϲειέ τιϲ (Eur. Ορ. 344)
 τῶν Ἐλλήνων ἦϲαν δὲ αἱ νῆεϲ χίλιαι ἑκατὸν ὀγδοήκοντα ἕξ —, καὶ ἔτι
 πύργουϲ εἴκοϲι μιᾷ ϲτολῇ, πεζοῖϲ μὲν ἕνδεκα, ναυϲὶ δὲ δυώδεκα ἀντὶ τοῦ
 κγ΄. ὁτὲ δὲ τὸν προκείμενον περιγράφουϲι, τῷ ἐπιτρέχοντι ἀρκούμενοι,
 οἷον κατὰ μὲν φίλα τέκνα ἔπεφνε θάλλοντα ἥβᾳ δυώδεκα, αὐτὸν
 δὲ τρίτον (Pind. fr. 157 Boeckh.), ἀντὶ τοῦ τρίτον καὶ δέκατον· καὶ
 τετράτῳ· δ᾿ αὐτὸϲ πεδάθη, φηϲὶν ὁ Πίνδαροϲ (fr. 100), ἀντὶ τοῦ τετάρτῳ
 καὶ δεκάτῳ· ἡ δὲ γυνὴ τέταρτον ἔτοϲ ἡβώοι, πέμπτῳ δὲ γαμοῖτο (Hes. op.
 696), ἀντὶ τοῦ τεϲϲαρεϲκαιδεκάτῳ καὶ πέντεκαιδεκάτῳ· 
 Εὔπολίϲ τε Χρυϲῷ γένει (Mein., fr. com. ll, p. 537)· δωδἐκα τοϲ ὁ
 τυφλὸϲ, τρίτοϲ ὁ τὴν κάλην ἔχων, ὁ ϲτιγματίαϲ τέταρτόϲ ἐϲτιν ἐπὶ δέκα,
 πέμπτοϲ δ᾿ ὁ πύργοϲ, ἕκτοϲ ὁ διεϲτραμμένοϲ· χοὗτοι μὲν εἰϲ ἑκκαίδεκ᾿,
 εἰϲ Ἀρχέϲτρατον, ἐϲ τὸν δὲ φαλακρὸν τακαίδεκ᾿. B. ἴϲχε dqh. Α. ὄγδοοϲ ὁ
 τὸν τρίβων᾿ ἔχων. ὁτὲ δὲ ἔζω προϲτιθέαϲιν, ἵνα τὸν πλήρη
 ἀριθμὸν εἴπωϲιν, οἷον Ὁμήρου εἰπόντοϲ ἐννεακαίδεκα μέν μοι ἰῆϲ ἐκ νηδύοϲ
 ἦϲαν (Ω 496). Ϲιμωνίδηϲ φηϲὶ καὶ ϲὺ μὲν εἴκοϲι παίδων μᾶτερ ἔλλαθι (fr.
 49 Bergk.). καὶ δεκάτῳ μηνὶ τοῦ τοκετοῦ ταῖϲ γυναιξὶ γιγνομένου φηϲὶν
 Ὅμηροϲ· χαῖρε, γυνὴ, φιλότητι, περιπλομένου δ᾿ ἐνιαυτοῦ
 τέξῃ ἀγλαὰ τέκνα (λ 248). καὶ ἄλλοι θ᾿ οἳ Κρήτην ἑκατόμπολιν ἀμφενέμοντο
 (B 64) καὶ πολλοὶ ἀπειρέϲιοι καὶ ἐννήκοντα πόληεϲ (τ 174) ἢ γὰρ κατὰ τὸ
 ἕτερον προϲτίθηϲιν ἢ κατὰ τὸ ἕτερον ἀφαιρεῖ. ὁμοίωϲ καὶ πρὸπαν ἦμαρ ἐϲ
 ἠέλιον καταβαλεῖν δύντα δαίνυντο (Α 601), οὐχ ἄμα τῇ ἕῳ ἀρξαμένων πίνειν· καὶ πᾶν δ᾿ ἦμαρ μάρναντο περὶ Ϲκαιῇϲι πύλῃϲι (Ϲ
 453), καίπερ βραχέοϲ γινομένου χρόνου ὑπὲρ τὴν μάχην. καὶ τῶν Ὀλυμπίων
 
 
 
 δὲ ἐναλλὰξ ἀγομένων διὰ πεντήκοντα μηνῶν καὶ τεϲϲαράκοντα
 ἐννέα, οἱ ποιηταὶ πεντηκοντάμηνόν φαϲι τὴν πανήγυριν. οὕτωϲ οὖν οὐδὲν
 κωλύει, καὶ τῆϲ τρίτηϲ μοίραϲ ἐλλιποῦϲ οὕϲηϲ, οὐχ ὁλόκληρον τρίτην αὐτὴν
 ὀνομάϲαι μοῖραν. Ἀριιϲτοτέληϲ δὲ οὕτωϲ ἀξιοῖ λύειν, ἐντὸϲ οἷϲ φηϲιν· ἡ εἰϲ δύο διαίρεϲιϲ εἰϲ ἴϲην δύναται γενέϲθαι ἐντὸϲ τούτοιϲ·
 ἐπεὶ δὲ τὸ πλέον τοῦ ἡμίϲεοϲ ἀόριϲτόν ἐϲτιν, ὅταν τοϲοῦτον αὐξηθῇ ὡϲ τοῦ
 ὅλου τρίτον ἀπολείπεϲθαι, ἀκριβοῦϲ ἂν εἴηξ τὸ ἀφορίϲαι τοῦτο καὶ δηλῶϲαι
 ὅϲον ἐϲτὶ τὸ καταλειφθέν, ἵνα ὅϲον ηὐξήθη τοῦ ὅλου τὸ ἥμιϲυ δῆλον
 γένηται. οἷον τῶν Ϛ΄ ἥμιϲυ τὰ γ΄. εἴπερ διαιρεθείη τὰ εἰϲ β΄ ἴϲα, ἔϲται γ΄. ἐὰν τὸ ἕτερον μέροϲ αὐξηθῇ, ἄδηλον πότερον μορίῳ
 ἀριθμοῦ ἢ ὅλη μονάδι. ἐὰν οὖν ὅλη μονάδι πλέον γένηται, τὸ μέροϲ τὸ
 ὑπολειπόμενον τρίτον ἔϲται τοῦ ὅλου, ὥϲτε καὶ ὁ εἰπὼν τῶν δύο μερῶν
 θάτερον πλέον γινόμενον καταλέλοιπε τριτάτην μοῖραν δεδήλωκεν ὅτι ἐντὸϲ
 αὐξήϲει τὸ πλέον μονάδι γέγονε. τεϲϲάρων γεγονότων τῶν 
 τριῶν καὶ δύο ὑπολειπομένων, ὅπερ ἦν τῶν ἓξ τὸ τρίτον. ἐπεὶ οὖν καὶ τῆϲ
 νυκτὸϲ αἱ δώδεκα μοῖραι εἰϲ δύο ἴϲαϲ μερίδαϲ μερίζεϲθαι δύνανται εἰϲ ἕξ,
 ηὐξήθη δὲ καὶ πλέον γέγονε θάτερον μέροϲ, ἄδηλον δὲ τὸ πόϲαιϲ ὥραιϲ —
 καὶ γάρ μιᾷ καὶ δύο καὶ τριϲὶ καὶ πλείοϲιν ἡ αὔξηϲιϲ δύναται γίνεϲθαι —
 , ἀφορίζων ὁ ποιητὴϲ τὸ ἀόριϲτον τοῦ πλείονοϲ πόϲον ἥν, καὶ
 ὅτι β΄ ὥραιϲ ηὐξήθη, ἐπήγαγεν ὅτι τριτάτη μοῖρα λέλειπται, ὡϲ ὀκτὼ μὲν
 γενέϲθαι τὰϲ παρῳχηκυίαϲ ὥρααϲ, καταλείπεϲθαι δὲ τέϲϲαραϲ, αἵπερ εἰϲὶ
 τοῦ ὅλου τρίτον. οὕτω καὶ εἰ δέκα ὀκτὼ εἴη μοιρῶν, 5 τι δίχα διαιρεῖται
 εἰϲ ἐννέα, εἴποιϲ δ᾿ ὅτι πλέον τῆϲ εἰϲ δύο μοίραϲ παρῴχηκεν, ἡ δὲ τρίτη
 μοῖρα περιλείπεται, δῆλον ποιήϲειϲ ἐκ τοῦ τὸ τρίτον φάναι
 περιλείπεϲθαι, ὅπερ ἐϲτὶν Ϛ΄, ὅτι δώδεκα φὴϲ εἰλῆφθαι. ἔϲτω δὲ καὶ ἐπὶ
 τοῦ νυχθημέρου τῶν ὡρῶν τὸ αὐτὸ ζητούμενον, καὶ λεγέτω τιϲ ὅτι πλέον τι
 τῶν εἰϲ δύο μοίραϲ νεμομένων ὡρῶν παρῴχηκέ τι, μὴ ἀφορίϲαϲ τὸ πόϲον,
 ἐπαγέτω δὲ ὅτι ἡ τρίτη μοῖρα τοῦ παντὸϲ λέλειπται· δῆλον γίνεται ὅτι τῆϲ
 εἰϲ β΄ διαιρέϲεωϲ εἰϲ ιβ΄ καὶ ιβ΄ γενομένηϲ, τοῦ τρίτου
 καταλειφθέντοϲ τοῦ παντὸϲ, ὅπερ ἐϲτὶν ὀκτώ, θάτερον μέροϲ τὸ πλέον ἐντὸϲ
 τέτραϲιν ἔϲχεν, ὥϲτε ἑκκαίδεκα ὥραϲ τὰϲ πάϲαϲ παρεληλυθέναι,
 ὑπολείπεϲθαι δὲ ὀκτώ. ἐντὸϲ οἷϲ οὖν εἰϲ δύο ἴϲα καὶ εἰϲ τρία ἐϲτὶ
 διαίρεϲιϲ, ἐάν τιϲ εἰϲ δύo πλεονάϲαντα τὸ τρίτον τῆϲ εἰϲ γ΄ καταλίποι,
 ἀφορίζει ὅϲῳ πλέον ἡ αὔξηϲιϲ γέγονε. ϲοφῶϲ οὖν ὁ ποιητὴϲ τὸ
 ἀόριϲτον τρίτον τῆϲ αὐξήϲεωϲ τοῦ ἡμίϲεοϲ δεδήλωκεν ὅϲον ἦν,
 ὅτι ὥραιϲ δύο, καὶ ὀγδόη παρεληλύθει ὥρα, διὰ τὸ φάναι τριτάτη δ᾿ ἔτι
 μοῖρα λέλειπ ται. εἰδὼϲ γάρ τιϲ ὅτι ιβ΄ μὲν αἱ 
 
 ὧραι πάϲαι τῆϲ νυκτόϲ, ὧν ἡ εἰϲ δύο μὲν μοίραϲ διαίρεϲιϲ
 καὶ Ϛ΄ ποιεῖ, ἡ δὲ εἰϲ γ΄ δ΄ καὶ δ΄ καὶ δ΄, καὶ ἀκούϲαϲ ὅτι τῆϲ εἰϲ δύο
 μοίραϲ διαιρέϲεωϲ πλέον τι παρῴχηκεν, εἶτα γνοὺϲ ὅτι τῆϲ εἰϲ τρία τὸ
 τρίτον ἐπιμένει, ὅπερ ἐϲτὶν ὧραι τέϲϲαρεϲ, εὐθὺϲ γινώϲκει ὅτι ἀπὸ τοῦ
 μεϲονυκτίου β΄ ὧραι ἦϲαν παραλλάξαϲαι
 μεταβάντοϲ. Αὐτόχθων δέ φηϲιν ὅτι τετελεϲμένων τῶν β΄
 μοιρῶν, λειπομένηϲ δὲ τῆϲ τρίτηϲ, εἰκότωϲ φηϲὶν ὡϲ παρῆλθε τὸ πλέον ἡ
 νὺξ οὖϲα μοιρῶν β΄· πλέον γὰρ μέροϲ εἰϲὶ τῆϲ νυκτὸϲ αἱ δύο, εἴ γε τὰ δύο
 τοῦ ἑνὸϲ πλείονα. τὸ οὖν παρψχηκεν, ὅτι παροιχομένων τῶν δύο μοιρῶν τῷ
 πλείονι ἡ νὺξ παρῴχηκεν. οὕτω γὰρ οὐδ᾿ ἁμάρτημα ἔϲται ἐντὸϲ τῷ πλέω,
 ὅπερ θηλυκῶϲ ἀκούοντέϲ τινεϲ ἡμαρτῆϲθαι λέγουϲιν ἀντὶ τοῦ ἡ
 πλείων· ἔϲτι γὰρ τῷ πλέῳ ἡ νὺξ παρῳχηκυῖα μέρει, τουτέϲτι τῷ πλείονι καὶ
 μείζονι μέρει παρήλλαχε, τῶν δύο μερῶν
 παρῳχημένων. Ἀπίων δὲ αὐτῶν τῶν β΄ τὸ πλέον μέροϲ ἀνηλῶϲθαι λέγει, ὥϲτε
 καὶ τῆϲ δευτέραϲ εἶναι λείψανον, καὶ τούτοιϲ των μὲν οὖν τὸ πλέον
 παρῴχηκε, τὸ δὲ τρίτον καταλείπεται· περὶ γὰρ νύκταϲ μέϲαϲ
 ἀναϲτὰϲ Ἀγαμέμνων ἐγείρει τὸν Νέϲτορα καὶ μετ᾿ αὐτοῦ τινὰϲ τῶν ἀριϲτέων,
 καὶ ἐπὶ τὴν τάφρον προελθόντεϲ πέμπουϲι τοὺϲ καταϲκόπουϲ. τὸν δὲ καιρὸν
 τῆϲ νυκτὸϲ ὑποβάλλει καὶ τὸ πλῆθοϲ τῶν πράξεων. ὁπλιϲάμενοι γὰρ οἱ
 κατάϲκοποι, ὀφθέντοϲ αὐτοῖϲ τοῦ ὀρνέου, εὐξάμενοί τε τῇ Ἀθηνᾷ χωροῦϲι
 πρόϲω· καὶ ἐντυχόντεϲ τῷ Δόλωνι οὐκ ὀλίγον χρόνον περὶ τὰϲ
 ἐρωτήϲειϲ διέτριψαν· καὶ κτείναντεϲ αὐτὸν μετὰ ταῦτα ἐπὶ τοὺϲ Θρᾷκαϲ
 ἔρχονται· καὶ βραδύνουϲιν αὐτοῖϲ περὶ τὸν τούτοιϲ των φόνον ἡ Ἀθηνᾶ ἐπὶ
 τὰϲ ναῦϲ ἀπαλλάττεϲθαι παραινεῖ· καὶ ἐπανελθόντεϲ λούονταί τε καὶ
 ἀριϲτοποιοῦνται, καὶ τότε ἡμέρα γίνεται. Ὀδυϲϲεὺϲ δὲ λέγει ἐγγύθι δ᾿ ἠ
 ώϲ, τὴν διέξοδον ἐπείγων· οὐδὲ γὰρ εὔλογον πληϲιαζούϲηϲ τῆϲ
 ἕω καταϲκόπουϲ πέμπεϲθαι, ἀλλὰ καὶ πάνυ ἐπιπολλῆϲ ϲφαλέϲ. τὸ δὲ πλέω δύναται μὲν καὶ ὡϲ πληθυντικὸν οὐδέτερον
 παρειλῆφθαι· τὰ πλείονα ἐκ τῶν δύο μοιρῶν παρῆλθεν ἢ πλείονα παρὰ μοίραϲ
 τὰϲ δύο, ὥϲ που καὶ ὁ Θουκυδίδηϲ (l, 3, 5) λέγει ἀλλὰ καὶ ταύτην τὴν
 ϲτρατιὰν θαλάϲϲῃ ἤδη πλείω χρώμενοι ϲυνῆλθον. δύναται δὲ
 καὶ θηλυκὸν ἑνικὸν εἶναι,. πτῶϲιν αἰτιατικὴν προβάλλον· ἡ νὺξ παρῆλθε
 τὴν πλείονα μοῖραν τῶν δύο μοιρῶν. πιθανῶϲ δὲ οὐδένα ἄλλον τὴν τῶν
 ἄϲτρων πορείαν ἐποίηϲε φυλάττοντα ἢ τὸν Ὀδυϲέα, προοικονομῶν εἰϲ τὴν
 Ὀδύϲειαν· ἐκεῖ γὰρ αὐτῷ ὁ πλοῦϲ ἀνύεται Πληιάδαϲ ἐϲορῶντι καὶ ὀ ψὲ
 δύοντα Βοώτην (ε 572). 
 
 
 λέγοντοϲ τοῦ Ὀδυϲέωϲ ἄϲτρα δὲ δὴ προβέβηκε, ζητήϲειεν ἄν τιϲ, τί δηλοῖ τὸ
 προβέβηκε καὶ ποῖά εἰϲιν ἄϲτρα ἐξ ὧν ϲτοχάζεται 
 τὴν ὥραν. τὸ γὰρ ἐκ τῆϲ ἄρκτου λέγειν οὐχ ὑγιέϲ· οὐ γὰρ ἐκ
 τῶν ἀεὶ φανερῶν, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν ἀνατελλόντων καὶ δυομένων τὰϲ ὥραϲ
 τεκμαίρεϲθαι ἔϲτιν. οἱ δὲ οὐδ᾿ ἐπ᾿ ἄλλου φαϲὶν οἷόν τε ἢ ἐπὶ τῆϲ ἄρκτου
 εἰρῆϲθαι διὰ τὸ προκεῖϲθαι τὸ προβεβηκέναι· ϲημειωϲάμενον γὰρ τοὺϲ τόπουϲ καθ᾿ ὥραν, ὡϲ ἐπιλαμβάνουϲι ϲτρεφόμενοι τῆϲ ἄρκτου οἱ
 ἀϲτέρεϲ, προβεβηκέναι φάναι ἐπὶ πλέον κατὰ τὴν ϲτροφήν χωρήϲανταϲ. οἱ δὲ
 ἀπὸ τῶν Πληιάδων καὶ Ὑάδων καὶ Ὠρίωνοϲ, ἤτοι τὴν ἀνατολὴν ἑῴαν
 ποιουμένων καὶ προβεβηκότων ἀπὸ τῆϲ ἀνατολῆϲ, Πληιάδων δύϲιν
 ποιουμένων καὶ ἤδη προβαινόντων εἰϲ τὴν δύϲιν τὸ αὐτὸ γὰρ καὶ ἐντὸϲ τῷ ἀλλ᾿ ὅτε δὴ τρίχα νυκτὸϲ ἔην, μετὰ δ᾿ ἄϲτρα βεβήκει (μ 312).
 ἢ ὡϲ πρὸϲ ἀνατολὴν ἢ πρὸϲ δύϲιν, τὸ μέντοι τρίχα ἀντὶ τοῦ τρίτον. διχῶϲ
 δὲ τὸ τρίτον τό τε κατὰ ϲχέϲιν τὴν πρὸϲ τὸ πρῶτον.
 μή ποτε ἐκ τοῦ ζωδιακοῦ κύκλου τὴν ὥραν καταμεμαθηκέναι φηϲί· τούτου γὰρ
 εἰϲ ιβ΄ διῃρημένου, μὲν εὐθέωϲ καταδύνοντοϲ ἡλίου βλέπεται,
 νυκτὸϲ δὲ προβαινούϲηϲ τὰ λοιπά, οὐ τὰ αὐτὰ μὲν ὁρώμενα, τὸν δὲ ἀριθμὸν
 τὸν ἓξ φυλάττοντα. ἐκ τῶν ζωδίων οὖν τῶν ἐπιφερομένων τῷ δωδεκατημορίῳ
 τούτῳ, ἐντὸϲ ὧ ὁ ἥλιοϲ ἔδυ, τὴν ὥραν ϲτοχάζεται Ὀδυϲϲεύϲ. ἡ ἁπλῶϲ πάντα
 φηϲὶ τὰ ἄϲτρα προβέβηκε, τουτἐϲτι προκεχώρηκεν εἰϲ δύϲιν τὰ ἀφ᾿ ἑϲπέραϲ
 ἐντὸϲ τῆ ἀνατολῇ φανέντα, ὡϲ καὶ νῦν φαμεν πολ προῆλθε τῆϲ
 ἡμέραϲ, εἰϲ δύϲιν λέγοντεϲ προτάττειν ελθεῖν· ἐφ’ ὧν γὰρ ἀπὸ πέρατοϲ εἰϲ
 πέραϲ ἐϲτί τιϲ δρόμοϲ, ὅταν ἤδη πρὸϲ τῷ ἑτέρῳ πέρατι ὁρώμενα φαίνηται,
 προβεβηκέναι λέγοιτ᾿ ἂν ἀφ᾿ οὐ πρῶτον ὁρμώμενα ὤφθη. ὅτι δὲ καὶ τὴν
 ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα εἰϲ τρία διαιρεῖ
 δῆλον· ἐπὶ μὲν γὰρ τῆϲ ἡμέραϲ· ἔϲϲεται ἠὼϲ ἢ δείληϲ ἢ μέϲον
 ἦμαρ (Φ 111), ἐπὶ δὲ τῆϲ νυκτόϲ· ἀλλ’ ὅτε δὴ τρίχα νυκτὸϲ ἔην (μ
 312). 
 διὰ τί προβέβηκε καὶ ποῖα τὰ ἄϲτρα, ἐξ ὧν ϲτοχάζεται τὴν ὥραν ὁ Ὀδυϲεὺϲ τὸ γὰρ τῆϲ ἄρκτου
 τοὺϲ ἀϲτέραϲ ἀκούειν ἁμάρτημα, 
 
 
 οὐκ ἐκ τῶν ἀεὶ φανερῶν, ἀλλ᾿  ἐκ τῶν ἀνατελλόντων καὶ
 δυομένων τῆϲ ὥραϲ τεκμηριουμένηϲ καὶ νοουμένηϲ. ἔνιοι μὲν οὖν Πληιάδαϲ
 φηϲὶν καὶ Ὑάδαϲ καὶ τὸν Ὠρίωνα καὶ τὸ προβεβηκέναι τὴν ἀνατολὴν ἑῴαν
 ἑῶαν, ε ex π facto, cod. ποιεῖται, ἕτεροι δὲ
 τὸν Ἕϲπερον καὶ τὸν Κύνα καὶ τὸ προβεβηκέναι ἑῴαν ἑῶαν
 cod. ποιεῖται τὴν δύϲιν. ἄμεινον δὲ λέγειν, ὅτι ἐκ
 τοῦ κύκλου τοῦ ζωδιακοῦ τὴν ὥραν κατέμαθε. τούτου τοῦτο
 cod. γὰρ εἰϲ ιβ΄ διῃρημένου διηρημένον
 cod. , ἓξ μὲν εὐθέωϲ ἡλίου καταδύνοντοϲ καταδύοντοϲ cod. βλέπεται, νυκτὸϲ δὲ προβαινούϲηϲ τὰ λοιπὰ,
 καὶ τὰ οὐ τὰ αὐτὰ sch. min. μὲν ὁρώμενα τὸν δὲ
 ἀριθμὸν τῶν ἓξ φυλάττοντα. ἐκ τῶν ζωδίων οὖν τῶν ἐπιφερομένων τῷ δωδεκατημορίῳ τούτῳ, ἐντὸϲ ᾧ ὁ ἥλιοϲ ἔδυ, τὴν ὥραν ϲτοχάζεται ὁ
 Ὀδυϲϲεύϲ. ἢ ἁπλῶϲ φηϲι πάντα τὰ ἄϲτρα ϲυγκαταδυόμενα καταδυόμενα cod. τῷ ἡλίῳ καὶ ϲυνανατέλλοντα κατὰ τὸ δεύτερον.
 τὸ δὲ προβέβηκε δηλοῖ προκεχώρηκεν εἰϲ δύϲιν, ὥϲπερ καὶ ἡμεῖϲ λέγοντεϲ
 τὸ πολὺ προῆλθε τῆϲ ἡμέραϲ τὸ εἰϲ δύϲιν προελθεῖν λέγομεν. εἰ δέ τιϲ
 ἐπιζητεῖ, πῶϲ οὐκ ὠνόμαϲε τὰ ἄϲτρα, ἴϲτω ὅτι τῷ ἐπειγομένῳ
 ἐπὶ ἔργον οὐκ ἥρμοζεν. ἀδολεϲχεῖν. φαίνεται δὲ ἐκ τούτων Ὅμηροϲ καὶ
 ϲφαιροειδῆ τὸν κόϲμον εἰδώϲ· οὐ γὰρ οἷόν τε τὰ μὲν δύνειν τὰ δὲ
 ἀνατέλλειν, μὴ οὐχὶ ὑπὸ γῆν τοῦ ἡλίου φερομένου καὶ ὑπὲρ γῆν ἀνίϲχοντοϲ.
 εἰδὼϲ δὲ καὶ ἡμερῶν καὶ νυκτῶν μέγεθοϲ καὶ ἡλίου κίνηϲιν, οἶδεν ἀκριβῶϲ
 ὅτι κατὰ 
 καὶ, om. ὅτι, cod. τὰϲ τούτου δύϲειϲ καὶ ἀνατολὰϲ
 ἡ νὺξ ὁρίζεται ὀργίζεϲθαι cod. κατὰ τὴν
 ἡμέραν. 
 παρῴχηκε δὲ ἡ νὺξ τῶν δύο μοιρῶν corr. , τριτάτη
 δ᾿ ἔτι δέ τοι
 cod. μοῖρα λέλειπται. ὥϲπερ τὴν ἡμέραν εἰϲ τρία· μέρη διεῖλεν,
 ἐντὸϲ οἷϲ φηϲιν ἔϲϲεται ἔϲεται cod. ἢ ἠὼϲ ἢ δείλη
 ἢ μέϲον ἦμα ρ, οὕτω καὶ τὴν νύκτα εἰϲ τρία διεῖλεν. εἰ δὲ
 τριμερὴϲ ἔϲται ἡ νὺξ καὶ πλεῖον τῶν δύο
 μοιρῶν παρῆλθεν, πῶϲ δύναται ὅλη ἡ τρίτη
 λείπεϲθαι; ἀλλὰ λέγομεν, ὅτι τετελεϲμένων τῶν δύο μοιρῶν, λειπομένηϲ δὲ
 τῆϲ τρίτηϲ, εἰκότωϲ φηϲὶν ὡϲ παρῆλθε τὸ πλεῖον ἡ νὺξ οὖϲα μοιρῶν δύο
 πλεῖον γὰρ μέροϲ ἐϲτὶ τῆϲ ὅληϲ νυκτὸϲ αἱ δύο, εἴ 
 γε τὰ δύο τοῦ ἑνὸϲ πλείονα. ἢ κἀκεῖνο
 ῥητέον, ὡϲ τὸ μέροϲ ὁμοίωϲ ἐξήνεγκε τῷ ὅλῳ, τὴν τρίτην λείπεϲθαι εἰπὼν
 οὐ λειπομένην ὅλην, ὁμοίωϲ· ὣϲ τό τε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐϲ ἠέλιον καταδύντα
 καὶ πᾶν δ᾿  ἦμαρ μάρναντο ἐπὶ Ϲκαιῇϲι πύλῃϲιν· οὔτε γὰρ ἅμα ἕῳ ἀρξάμενοι
 ἔπινον καὶ om. cod. βραχὺϲ ἦν ὁ ἀναλωθεὶϲ χρόνοϲ
 εἰϲ τὴν μάχην περὶ ταῖϲ πύλαιϲ. κἀκεῖνο ὅμοιον·
 περιπλομένου ἐνιαυτοῦ τέξειϲ ἀγλαὰ τέκνα· εἰϲ γὰρ ἀποκύηϲιν οὐ πληροῦται
 ὅλον ἔτοϲ ἔποϲ cod , ἀλλὰ διακόϲιαι καὶ
 ἑβδομήκοντα καὶ τρεῖϲ ἡμέραι. καὶ ἡμεῖϲ ἐντὸϲ τῷ ϲυνήθει τοῦ τοῦτον cod. τὸν δολιχὸν τρέχοντοϲ ἀρξαμένου
 utriusque appositis unum ad alterum retulimus. Addendum, id. fere
 schol., e quo Eust., p. 802, 12 sqq. hausisse videtur, inter schol. min.
 legi. — Initium nostri schol. (usque ad νοουμένης) altero schol. L (f.
 212b) continetur. 
 τρέχοντα ἀρξάμενοι cod. τὸ τὸν
 cod. τελευταῖον ϲτάδιον τρέχειν, ϲτάδιον αὐτὸν περιλείπεϲθαί
 φαμεν, καὶ περὶ τοῦ τὸν τοῦτον cod. ἔϲχατον μῆνα
 ἄρχοντοϲ, ὅτι τῆϲ ἀρχῆϲ αὐτῷ περιλείπεται μείϲ. ἢ ὅτι αὐτῶν τῶν δύο τὸ
 πλεῖον μέροϲ ἀναλῶϲθαι λέγεται; ὥϲτε καὶ 
 τῆϲ δευτέραϲ τι ἐϲτὶ cod. καὶ τὴν
 τρίτην ὅλην καταλείπεϲθαι. τὸ δὲ πλέω πλείω cod. δύναται μὲν ὡϲ πληθυντικὸν οὐδέτερον
 παρειλῆφθαι· τὰ τὸ cod. πλείονα ἐκ τῶν δύο μοιρῶν
 παρηλλάχθαι· ἢ πλείονα παρὰ τὰϲ μοίραϲ μοῖραϲ
 cod. τὰϲ δύο, ὥϲ που καὶ Θουκυδίδηϲ λέγει· ἀλλὰ καὶ ταύτην τὴν
 ϲτρατιὰν θαλάϲϲῃ ἤδη πλείω 
 πλοίω cod. χρώμενοι ϲυνῆλθον. δύναται δὲ καὶ
 θηλυκὸν ἑνικὸν εἶναι πτῶϲιν αἰτιατικὴν προβάλλον ἡ νὺξ παρῆλθεν εἰϲ
 πλείονα μοῖραν τῶν δύο μοιρῶν. 
 παρῆλθον τῆϲ νυκτὸϲ αἱ δύο πλήρειϲ μοῖραι. οἱ δὲ ὅτι τὸ πλέον τῶν δύο μοιρῶν τῆϲ νυκτὸϲ παρῆλθεν. αἱ δύο δὲ μοῖραι
 ὀκτώ εἰϲιν ὧραι· τούτων τὸ πλέον, ὅ ἐϲτιν αἱ ἑπτά,
 παρῆλθεν· ἐϲμὲν δὲ ἐντὸϲ ὀγδόῃ ὥρᾳ, λείπονται δὲ τέϲϲαρεϲ. τὸ δὲ ὅλον
 οὕτωϲ· παρῆλθεν ἡ πλείων ἤδη μοῖρα τῶν δύο τῆϲ νυκτὸϲ μοιρῶν, ἵνα
 λείπηται μέροϲ τι τῶν δύο καὶ τρίτη τελεία.

260. quaestio cod. Leid. (f. 211b, Π): διὰ τί οὐδαμοῦ τῆϲ ποιήϲεωϲ χριϲτοῖϲ βέλεϲιν εἶπε χρῆϲθαι τοὺϲ πολεμοῦνταϲ κτλ. (v.
 Phil. XVIII. p. 350). ad α 262 pertinet.

274. Ζωίλοϲ ὁ κληθεὶϲ Ὁμηρομάϲτιξ γένει μὲν ἦν Ἀμφιπολίτηϲ τοῦ δὲ
 Ἰϲοκρατικοῦ διδαϲκαλείου, ὃϲ ἔγραψε τὰ καθ’ Ὁμήρου γυμναϲίαϲ ἕνεκα,
 εἰωθότων καὶ τῶν ῥητόρων ἐντὸϲ τοῖϲ ποιηταῖϲ γυμνάζεϲθαι. οὗτοϲ ἄλλα τε πολλὰ Ὁμήρου κατηγορεῖ καὶ τὰ περὶ τοῦ ἐρωδιοῦ, ὃν
 ἐντὸϲ τῇ νυκτεγερϲίᾳ ἔπεμψε τοῖϲ περὶ τὸν Ὀδυϲϲέα ἡ Ἀθηνᾶ, ὃν, φηϲὶν,
 οὐκ εἶδον ὀφθαλμοῖϲιν, ἀλλὰ κλάγξαντοϲ ἄκουϲαν (v. 276). πῶϲ γὰρ, φηϲὶ,
 χαῖρε δὲ τῷ ὄρνιθι Ὀδυϲϲεύϲ (v. 277); εἰκὸϲ γὰρ ἦν ὑπολαβεῖν περιβοήτουϲ
 ἔϲεϲθαι· φωνὴ γὰρ ϲημεῖόν ἐϲτι τοῖϲ λανθάνειν προαιρουμένοιϲ ὑπεναντίον. Μεγακλείδηϲ, ὅτι μαντικῶϲ ταῦτα ἐποίηϲε· δηλοῖ γὰρ ὅτι
 φωνὴν ἤκουϲαν μόνον. οὐκοῦν οὕτωϲ ἀπέβη τὸ μέλλον· 
 
 
 
 αὐτοὶ  μὲν γὰρ ὑπὸ τῶν πολεμίων οὐκ ὤφθηϲαν, ἤκουϲαν δὲ τὰ
 βουλεύματα καὶ τὰϲ τάξειϲ, Δόλωνοϲ ἐξαγγείλαντοϲ. πῶϲ ἂν οὖν οἰωνὸϲ
 ϲαφέϲτεροϲ φανείη; Ἀλέξανδροϲ δὲ ὁ Μύνδιοϲ ἐντὸϲ τῷ τρίτῳ περὶ ζώων
 ἠπόρει διὰ τί ἡ Ἀθηνᾶ ἐπὶ τὴν καταϲκοπὴν πορευομένοιϲ τοῖϲ περὶ τὸν
 Ὁδυϲϲέα οὐ τὴν γλαῦκα τὴν ἰδίαν ὄρνιν ἔπεμψε ϲημαίνουϲαν τῇ
 φωνῇ, καὶ ταῦτα νυκτερινὴν ὖϲαν ὄρνιν, ἀλλ᾿  ὅτι ἱερὸν τοῦ Ποϲειδῶνοϲ
 καὶ ἑτέρων τινῶν θεῶν. φαϲὶν οὖν λύοντεϲ ὅτι ἑλώδουϲ ὄντοϲ τοῦ τόπου,
 τῶν ζώων τούτων νυκτὸϲ ἐντὸϲ τοῖϲ ποταμοῖϲ καὶ τοῖϲ τέλμαϲι νεμομένων,
 διὰ τούτου ϲημῆναί τι τοῖϲ καταϲκόποιϲ ἠβουλήθη, καὶ οὐ τῆϲ τὸ ὕδωρ καὶ
 τὰ ἕλη μιϲούϲηϲ ὄρνιθοϲ, διαιτωμένηϲ καὶ οἰκούϲηϲ ἐντὸϲ
 πέτραιϲ καὶ τείχεϲιν· ἔπειτα καὶ ὁ ὄρνιϲ οὗτοϲ ἡμέρᾳ τε καὶ νυκτὶ χρῆται
 ἐνεργὸϲ ὤν, καὶ ἔϲτιν ἀμφίβιοϲ, ὥϲτε καὶ ἐντὸϲ ὕδατι τροφὰϲ ἑαυτῷ
 πορίζειν, οἱ δ᾿  ἀριϲτεῖϲ οὗτοι καὶ ϲὺν ναυϲὶ καὶ πεζοὶ τὰ κατὰ τοὺϲ
 πολεμίουϲ ἐληΐζοντο, καὶ ἀναφανδὸν καὶ τότε διὰ τῆϲ νυκτὸϲ τὰ πρὸϲ τὸν
 πόλεμον ἔπραττον. ἐπεὶ δ᾿  αὐτίκα δράϲειν ἔμελλον, ἐγγὺϲ 
 ὁδοῖό φαϲι (v. 274)· τὰ γὰρ ἐγγὺϲ ἁπανταχοῦ ἐϲτι ϲημεῖα. ἐντὸϲ δεξιᾷ δὲ
 χώρᾳ ἡ κλαγγὴ αὐτοῖϲ γίνεται, ὅτι ἡ δεξιὰ ἀλλοτρία χώρα, ἐντὸϲ ᾗ τοῖϲ
 δυϲμενέϲιν ἔμελλον ἔϲεϲθαι ἀλγηδόνεϲ, τοῖϲ δ᾿  ἀκούϲαϲι χαρά τιϲ καὶ
 ἔρυμα. ὁ γὰρ ἐρωδιὸϲ οὗτοϲ ὡϲ ἐπὶ τὸ πολὺ τότε κλαγγάζει, ἡνίκα εὖ
 πράττει καὶ εὐθυμεῖ ἄγραϲ ἕνεκα. ἔτι δὲ ὁ ἐρωδιὸϲ λέγεται ἀφροδιϲίων ἕνεκα αἷμα δακρύειν καὶ προπίπτειν αὐτοῦ τοὺϲ ὀφθαλμοὺϲ καὶ
 ἀποθνήϲκειν, ὥϲτε τῇ δεξιᾷ χώρᾳ ὀφθεὶϲ τῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺϲ ἀλλοτρίουϲ καὶ
 πολεμίουϲ γάμων ἕνεκα ἐδήλου τεθνήξεϲθαι. καὶ Ἕρμων δὲ ὁ Δήλιοϲ γράφει·
 ἐρωδιὸϲ ὁ πέλλοϲ ἐντὸϲ πεδίῳ φαινόμενοϲ δαπέδου μεδέοντοϲ ἐϲτὶ
 Ποϲειδὼνοϲ, ἄρ. μενοϲ εἰϲ πόλεμόν τε καὶ 
 
 
 
 
 ἐν νήεϲϲι μάχεϲθαι ἐϲθλόϲ· καὶ πεζοῖϲι καὶ ἱππήεϲϲιν
 ἄριϲτοϲ ἐντὸϲ πεδίῳ θεμένοιϲι μάχην, ἐντὸϲ ὄρει δέ τε χείρων φαινόμενοϲ·
 μάλα γὰρ πέλεται νικηφόροϲ ὄρνιϲ ἔϲ τε βρομίην ὀρμένω ἀπειλίην ἄρμενοϲ
 ὁπλίτην κεν ἄγων οἶκονδε νέοτ. οὕτω δὲ καὶ ἀξιοῦϲιν οὐ
 Παλλὰϲ Ἀθηναίη γράφειν, ἀλλὰ πέλλον, τοὺϲ δὲ μεταγράψανταϲ τῷ ἐπιθέτω
 ψυχαγωγηθῆναι, οὐ τῇ ἀληθείᾳ δὲ ἀκολουθῆϲαι ὅθεν καὶ Ζώπυρoϲ ἐντὸϲ
 τετάρτῳ Μιλήτου κτίϲεωϲ γράφει· „ἐν τῇ νυκτεγερϲίᾳ τοῦ ποιητοῦ θέντοϲ
 πέλλον Ἀθηναίη, μεταγράφουϲί τινεϲ καί φαϲι Παλλὰϲ Ἀθηναίη τῷ ἐπιθέτῳ
 ψυχαγωγούμενοι ἀλλ᾿  οὐ τῇ ἀληθείᾳ ἀκολουθοῦντεϲ. τρία δὲ
 γένη ἐϲτὶν ἐρωδιῶν, καὶ τῇ χροιῇ διαλλάϲϲοντα ἀλλήλων καὶ τῇ πράξει
 διάφορα ὄντα καὶ τῇ φωνῇ· ἐντὸϲ μέντοι γένοϲ ἐϲτὶν ἐρωδιῷν τὸ καλούμενον
 πύγαργον, ὅπερ ἐϲτὶ πρὸϲ γάμον τῶν πάντων δυϲαντητότατον· ἐντὸϲ γὰρ τῷ
 ϲυνουϲιάζειν ἀπόλλυται μετὰ πόνου· προβάλλει γὰρ τοὺϲ ὀφθαλμὸϲ καὶ
 αἱμορραγεῖ. ἄλλοϲ ἐϲτὶν ἐρωδιὸϲ ὃν καλοῦϲιν ἀφροδίϲιον·
 οὗτοϲ δὲ ἐντὸϲ μὲν τῇ ϲυνουϲίᾳ ἁρμόζει, πρὸϲ δὲ γάμον καὶ ϲυμφωνίαν βίου
 αἰϲιώτατοϲ. τρίτοϲ δὲ πέλλοϲ, ὁ μελάγχρουϲ, καὶ πρὸϲ λαθραίαν πρᾶξιν
 ἄριϲτοϲ πάντων ἐϲτίν. οὐκ ἤμελλεν οὖν ὁ ποιητὴϲ, τριῶν ὀρνίθων ὄντων καὶ
 τούτων ἴδιον ἑκάϲτου φέροντοϲ πρᾶγμα, ἀφεὶϲ τὸ τὴν παροῦϲαν ὁδὸν
 ϲημαῖνον, τῇ κοινοτέρᾳ τῶν ὀρνίθων ἐπὶ πάντων ὁμοίωϲ
 χρᾶϲθαι. Καλλίμαχοϲ δὲ ἐντὸϲ τῷ περὶ ὀρνέων οὐ τὸν πύγαργόν φηϲιν εἶναι
 τὸν ἐντὸϲ τῇ ὀχείᾳ τοὺϲ ὀφθαλμοὺϲ αἱμάϲϲοντα ἀλλὰ τὸν πέλλον, γράφων
 ὧδε· „ἀϲτερίαϲ, ὁ δ᾿  αὐτὸϲ καλεῖται ὄκνοϲ· οὗτοϲ οὐδὲν ἐργάζεται.
 πέλλοϲ· οὗτοϲ ὅταν ὀχεύῃ κραυγάζει καὶ ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν ἀφίηϲιν αἷμα, καὶ
 τίκτουϲιν ἐπιπόνωϲ αἱ θήλειαι. λευκόϲ· οὗτοϲ ἀνωδύνωϲ ἐντὸϲ
 ἀμφοτέροιϲ ἀπαλλάϲϲεται“.

339. πῶϲ δὲ τὸν ἐρωδιὸν μὴ ὁρῶντεϲ αὐτὸν ὁρῶϲιν
 ἴϲωϲ ὅτι πρὸϲ ὄρθρον ἡ ϲελήνη ἀνέϲχεν.

372. καὶ πῶϲ ἅμα τῇ ἀπειλῇ ἀφῆκεν ὅτι ὀξυλαβείαϲ
 ἔδει, καὶ οὐκ ᾤετο ὡϲ ἀπειλῇ μόνη πειϲθήϲεται. ὑπόνοιαν δὲ αὐτῷ δίδωϲιν
 οὐ βούλεται αὐτὸν ἀνελεῖν, ἵνα ὑπήκοον ἔχῃ πρὸϲ τὴν ἀνάκριϲιν.

407. e schol. ad v. 16 7 adscripto excerpt.

413. τὸ καταλέξω οὐκ ἔϲτιν ἁπλῶϲ ἐρῶ, ἀλλ᾿  εἰϲ τέλοϲ τοῦ λόκαταλέ γου ἀφίξομαι καὶ καταλέξω. ταὐτὸν γάρ ἐϲτι τῷ ἀτὰρ οὐ τέλοϲ
 ἵκεο μύθων (1 56) καὶ ἐπεὶ ᾧ παιδὶ ἑκάϲτου πείρατ᾿  ἔειπε (Ψ 350). τὸ
 διεξελθεῖν οὖν τὸν λόγον μέχρι τοῦ ἀπολῆξαι.

416 sqq. τοῦ ποιητοῦ πολλάκιϲ ἐπιϲημαινομένου περὶ τῶν πυρῶν) ξύλα πολλὰ
 ἃϲ οἱ Τρῶεϲ ἐποιοῦντο ἐκ τῆϲ τοιαύτηϲ τοῦ Ἕκτοροϲ παραγγελίαϲ (Θ 50 sqq.)· 
 ἐπὶ δὲ ξύλα πολλὰ λέγεϲθε, 
 ὥϲ κεν παννύχιοι μέϲφ᾿  ἠοῦϲ ἠριγενείηϲ 
 καίωμεν πυρὰ πολλά, ϲέλαϲ δ’ εἰϲ οὐρανὸν ἥκῃ, 
 καὶ πάλιν (Ι 232sqq.)· 
 
 ἐγγὺϲ γὰρ νηῶν καὶ τείχεοϲ αὖλιν ἔθεντο 
 Τρῶεϲ ὑπέρθυμοι τηλέκλτοί τ᾿  ἐπίκουροι, 
 κειάμενοι πυρὰ πολλὰ κατὰ ϲτρατόν, 
 καὶ πάλιν (K 11. 12) 
 ἤτοι ὅτ’ ἐϲ πεδίον τὸ Τρωικὸν ἀθρήϲειε, 
 
 θαύμαζε πυρὰ πολλὰ τὰ καίετο Ἰλιόθι πρό, 
 εἰκότωϲ ἀϲαφέϲτατόν ἐϲτι τὸ τοῦ Δόλωνοϲ, ὅτι ἐρωτηθεὶϲ 
 πῶϲ δαὶ τῶν ἄλλων Τρώων φυλακαί τε καὶ εὐναί (Κ 408) 
 ἀποκρίνεται (Κ 416sqq.)· 
 
 
 
 
 
 φυλακὰϲ δ᾿  ἃc εἴρεαι, ἥρωϲ, 
 Οὕτιϲ κεκριμένη ῥύεται ϲτρατὸν οὐδὲ φυλάϲϲει· 
 ὅϲϲαι μὲν Τρώων πυρὸϲ ἐϲχεάραι, οἷϲιν ἀνάγκη, 
 οἵ τ᾿  ἐγρηγόρθαϲι φυλαϲϲέμεναί τε κέλονται 
 
 ἀλλήλοιϲ. 
 τί γὰρ βούλεται τὸ ὅϲϲαι μὲν Τρώων πυρὸϲ ἐϲχάραι, προδεδηλωμένου
 ὅτι πολλὰϲ πυρὰϲ ἔκαιον ὃ ἀποροῦνταϲ οὐκ ἔϲτι ῥᾳδίωϲ ϲυνιδεῖν. λύ οὖν
 λέγομεν ἡμεῖϲ ὅτι τῶν ἐντὸϲ τῷ πεδίῳ πυρῶν νῦν οὐ ποιεῖ τὸν λόγον ἀλλὰ
 βούλεϲθαι εἰπεῖν, ὡϲ ὅϲοι Τρῶεϲ αὐθιγενεῖϲ καὶ οὐ ξένοι
 ἀλλ’ ἑϲτίαν ἔχοντεϲ, ὅπερ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ περὶ τῶν αὐτῶν λέγει (Ε 185) 
 Τρῶαϲ μὲν λέξαϲθαι ἐφέϲτιοι ὅϲϲοι ἔαϲι, 
 τουτέϲτιν ὅϲοι πῦρ τε καὶ ἑϲτίαϲ ἔχοντεϲ, ὡϲ καὶ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ (ψ
 55) ἦλθε μὲν αὐτὸϲ ζωὸϲ ἐφέϲτιοϲ, τουτέϲτιν εἰϲ τὴν αὑτοῦ ἑϲτίαν· ἑϲτία γὰρ ὁ οἶκοϲ· ὃ γὰρ εἶπεν· ἦλθε μὲν αὐτὸϲ ἐφέϲτιοϲ,
 μεταλαβὼν ἔφη (ψ 7)· ἦλθε δ᾿  Ὀδυϲϲεὺϲ καὶ οἶκον ἱκάνετο. καὶ πάλιν ἀντὶ
 τοῦ οἶκοϲ· ἑϲτίη δ’ Ὀδυϲϲῆοϲ ἀμύμονοϲ, ἣν ἱκάνω (ξ 159). ὁ οὖν
 κεκτημένοϲ οἰκίαν ἐφέϲτιοϲ, ὁ δὲ ἄπολιϲ καὶ φυγὰϲ ἀφρήτωρ ἀθέμιϲτοϲ
 ἀνέϲτιόϲ ἐϲτιν ἐκεῖνοϲ (Ι 63). καὶ ἐπὶ τοῦ εἰϲ ἀλλότρίον 
 
 
 οἰκίαν ἐνοικοῦντοϲ ἀλλ’ ἐμὲ τὸν δύϲτηνον ἐφέϲτιον ἤγαγε
 δαίμων (η 248). τὸ οὖν ὅϲϲαι μὲν Τρώων πυρὸϲ ἐϲχάραι δηλοῖ ὅϲαι Τρώων
 ἑϲτίαι, ἐξ οὖ ὅϲοι Πρώων ἐφέϲτιοι καὶ πολῖται καὶ ἑϲτιούχῳ Διὶ θύουϲιν
 ὥϲπερ καὶ ὁ Φήμιοϲ Διὸϲ μεγάλοῦ ποτὶ βωμὸν ἑρκείου (χ 334) καταφεύγει, ᾧ
 δηλονότι κατὰ πᾶϲαν τὴν ἡμέραν ἔθυον —. ὅτι γὰρ τοὺϲ πολίταϲ
 εἶπε μὴ λείπειν ἐνταῦθα διὰ τῆϲ τοῦ πυρὸϲ ἐϲχάραϲ, δηλοῖ τὰ ἐπαγόμενα (Κ
 418 sqq)· 
 οἷϲιν ἀνάγκη, 
 Οἵ τ᾿  ἐγρηγόρθαϲι φυλαϲϲέμεν αί τε κέλονται 
 ἀλλήλοιϲ ἀτὰρ αὖτε πολύκλητοι ἐπίκουροι 
 
 ε ὕδουϲι· Τρωϲὶ γὰρ ἐπιτροπέουϲι φυλάϲϲειν. 
 ἐκ τούτων λύϲειϲ καὶ τὸ περὶ τῶν Φαιάκων εἰρημένον· πᾶϲι γὰρ
 ἐφἐϲτιόν ἐϲτιν ἑκάϲτῳ (ζ 265), λέγει γάρ· οὐδεὶϲ ξένοϲ ἐϲτὶν, ἀλλὰ
 πάντεϲ πολῖται καὶ ἐφέϲτιον πῦρ ἔχοντεϲ. διὰ δὲ τοῦ ψιλοῦ ἐξενήνεκται,
 ὡϲ τὸ δέχεϲθε δέκεϲθε.

428. v. ad p. 50, 5—10.

437. καὶ εἰ νεήλυδεϲ ἧϲαν, πῶϲ ἐγίνωϲκε τὸ τάχοϲ ἢ ὡϲ ἀκούϲαϲ ἢ ὡϲ
 ἀποϲεμνύνων πρὸϲ τὸ μὴ ἀναιρεθῆναι. 
 πῶϲ ἐδόκει εἰδέναι ὅτι ταχεῖϲ εἰϲιν, εἴ γε
 νεήλυδεϲ ἦϲαν; ἢ ὡϲ ἀκούϲαϲ ἢ ὡϲ ἀποϲεμνύνων, ὡϲ καὶ ϲωθηϲομένων αὐτῶν
 διὰ τῶν ἵππων μετὰ τὴν Θρᾳκῶν ἐπανάϲταϲιν.

447. ἀδύνατον τὸν οὕτω δειλὸν Bekk. δῆλον μὴ cod. 
 γινώϲκεϲθαι ὑπὸ τῶν ἀριϲτέων. λύεται δὲ ἐκ τοῦ ἔθουϲ.
 καὶ γὰρ πλούϲιον αὐτὸν ὄντα εἰκὸϲ εἶναι διάδηλον καὶ οὐκ ἂν ἦν ἐντὸϲ τῷ
 ϲυνεδρίῳ τοῦ Ἕκτοροϲ μὴ τῶν ἐπιφανῶν ὤν· καὶ ἔϲτιν υἱὸϲ κήρυκοϲ, τοῖϲ δὲ
 τοιούτοιϲ εἰϲ τὰϲ ἀποϲτολὰϲ χρῆϲθαι εἰώθαϲιν. 
 καὶ πῶϲ ᾔδειϲαν αὐτοῦ τὸ ὄνομα; εἰκὸϲ ἦν ὡϲ κήρυκοϲ υἱὸν πολλάκιϲ
 ϲυμπαρεῖναι τῷ πατρί. ἢ ἠρώτηϲαν κρατήϲαντεϲ.

479. v. ad Ξ 267.

515. πῶϲ οὐκ ἀλαόϲ ἐϲτι τοϲούτων πεφονευμένων; οὐ λέγει ὅτι 
 ἐφύλαϲϲε τὰ πραϲϲόμενα πραττόμενα
 Lp · ἀπεκεκήρυκτο τὰρ ὑπὸ Διὸϲ μηδένα μηδενὶ ϲτρατεύματι βοηθεῖν.
 ἀλλ᾿  ὡϲ εἶδεν οἶδεν Lp ἐλθοῦϲαν Ἀθηνᾶν πρὸϲ
 Διομήδην, καὶ αὐτὸϲ ἦλθε. βραδέωϲ δὲ ἐνεργεῖ δεδιὼϲ Δία,  ἡ δὲ Ἀθηνᾶ
 ταχέωϲ· εἴωθε γὰρ παραβαίνειν τὰϲ ἐντολὰϲ Διόϲ τοῦ Δ.
 L .

532. ζητεῖται πῶϲ πρῶτοϲ αὐτὸϲ αἰϲθάνεται. ῥητέον ὅτι πρῶτοϲ 
 αἰϲθάνεται ἀγωνιῶν διὰ τὸ αὐτὸν εἰϲηγητὴν γεγονέναι τῆϲ
 καταϲκοπῆϲ. ὡϲ οὖν γνώμην διδοὺϲ εἰϲ τὸ ἐκπεμφθῆναι τοὺϲ ἄνδραϲ οὐ μόνον
 ἡγωνία ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τῇ ψυχῇ ϲυναπεδήμει αὐτοῖϲ. 
 εἰκότωϲ· τῶν φρονιμωτέρων γὰρ αἱ αἰϲθήϲειϲ ὀξύτεραι. ἢ καὶ 
 
 
 
 
 
 ὅτι τῶν ἄλλων μᾶλλον προϲεῖχεν, ὡϲ ἂν τῆϲ ἐκπομπῆϲ τῶν
 καταϲκόπων τὴν αἰτίαν ἐπιφερόμενοϲ· ἔοικεν οὖν παρακαλεῖν ὁ ποιητὴϲ μή
 τινα καταφρονεῖν γήρωϲ, ϲυνέϲειϲ γὰρ ἔχει πλείοναϲ καὶ ἀρείοναϲ.

561. πῶϲ εἰπὼν (v. 494. 95)· 
 τριϲκαιδέκα ἀλλ’ ὅτε δὴ βαϲιλῆα κιχήϲατο, 
 τὸν τριϲκαιδέκατον μελιηδέα θυμὸν ἀπηύρα, 
 
 πάλιν διηγούμενοϲ τὰ ϲυμβάντα φηϲὶ (v. 561)· 
 τὸν τριϲκαιδέκατον ϲκοπὸν εἴλομεν; 
 ὁ γὰρ Δόλων τοῖϲ τριϲκαίδεκα ϲυναριθμούμενοϲ τῶν Θρᾳκῶν τεϲϲαρεϲ
 ἂν εἴη. δῆλον ὅτι τὸν Ῥῆϲον ἐξελὼν καὶ δώδεκα τοὺϲ ἑταίρουϲ 
 τοῦ Ῥήϲου τριϲκαιδέκατον μετὰ τῶν ἑταίρων τοῦ Ῥήϲου εἰκότωϲ τὸν Δόλωνα
 κατηριθμήϲατο. τί γάρ φηϲιν; 
 ἵπποι δ᾿  οἵδε, γεραιὲ, νεήλυδεϲ, οὓϲ ἐρεείνειϲ, 
 Θρηίκιοι, τὸν δέ ϲφιν ἄνακτ᾿  ἀγαθὸϲ Διομήδηϲ 
 ἔκτανε (v. 558 — 60). 
 
 τοῦτον μὲν καθ’ ἑαυτὸν χωρίϲαϲ ὠνόμαϲεν, εἶτ’ ἐπάγει πὰρ δ’
 ἑτάρουϲ δυοκαίδεκα, μεθ’ ὧν, ἐξῃρημένου τοῦ βαϲιλέωϲ, τὸν τριϲκαιδέκατον
 ϲκοπὸν εἵλομεν. καὶ αὐτὸϲ δ’ ἐπεϲημήνατο ὅτι παρὰ τὸν Ῥῆϲον ἀριθμεῖται
 τοὺϲ ἑταίρουϲ καὶ οὐ ϲὺν τούτῳ καταλέγει τοὺϲ ἄλλουϲ. ἔφη γάρ· τὸν δέ
 ϲφιν ἄνακτα ἀγαθὸϲ Διομήδηϲ 
 
 ἔκτανε, πὰρ δ᾿  ἑταρουϲ δυοκαίδεκα, 
 δυοκαίδεκα μὲν τοὺϲ ἑταίρουϲ, τὸν δὲ ϲκοπὸν τριϲκαιδέκατον. ἑαυτὸν
 δὲ κοινωνὸν θεὶϲ τῆϲ λήψεωϲ τοῦ ϲκοποῦ οὐκ ἔφη ἀπεκτείναμεν ἀλλὰ
 εἵλομεν, ἐπεὶ ὥϲπερ καὶ τοὺϲ ἄλλουϲ Διομήδηϲ ἀνεῖλε, ϲυνέλαβε δὲ τὸν
 ϲκοπὸν Διομήδει Ὀδυϲϲεύϲ. 
 
 
 πῶϲ οὖν, φηϲὶ, δεκατέϲϲαραϲ φονεύϲαϲ τριϲκαιδέκατον λέγει Δόλωνα; ῥητέον
 οὖν ὅτι Ὅμηροϲ ἀεὶ τοὺϲ βαϲιλεῖϲ τῶν ϲτρατιωτῶν χωρίπῶϲ 
 
 
 ζει κατ’ ἐξοχήν. ἔθει οὖν κατὰ τὸν ἀριθμὸν κεχώριϲται ὁ
 Ῥῆϲοϲ, ὡϲ ἐπὶ τοῦ Ζεὺϲ δ’ ἐπεὶ οὖν Τρῶάϲ τε καὶ Ἕκτορα (Ν 1).

51. 52. τὸ δὲ ἀπορούμενον, πῶϲ μέγα προειπὼν
 ἐπιφέρει ὀλίγον, τοιοῦτόν ἐϲτι· τὸ
 ἕτερον αὐτῶν χρονικόν ἐϲτι, τὸ δὲ ἕτερον τοπικόν· ἤτοι γὰρ
 πολὺ τοῦ πεδίου προῆλθον αὐτῶν, οἱ δὲ ταχέωϲ ἐπεδίωξαν, ὡϲ ἂν ἐφ’
 ἁρμάτων ἐφαμαρτῶν cod.; corr. Bkk. · ἢ τῷ χρόνῳ
 πολὺ προέλαβον οἱ πεζοί, οἱ δὲ ἱππεῖϲ τῷ καταταχῦναι κατα cod. corr. Bkk. ὀλίγον ὄπιϲθεν ἦϲαν.

53. 54. ἐζήτηται πῶϲ ἐνεδέχετο ἔχειν τὰϲ νεφέλαϲ αἷμα· ῥητέον 
 οὖν ὅτι τὸ τοῦ ὕδατοϲ λεπτότατον καὶ κουφότατον ἁρπάϲαν τὸ
 πῦρ τὸ τοῦ ἡλίου μετέωρον ἐξήρανε καὶ κατέμιξε τῷ ἀέρι, καὶ τὸ μὲν
 θολερὸν ρὸν. αὐτοῦ καὶ βαρὺ ἐκκριθὲν ὁμίχλη γίνεται. τὸ δὲ καθαρώτατον
 καὶ κουφότατον γλυκαίνεται καταλελειμμένον, ἕψοντοϲ τοῦ ἡλίου καὶ καίον
 εἰ γὰρ καὶ τὰ ἄλλα τοῦ ὕδατοϲ, ἐὰν ᾖ ἁλμυρά, τὸ παῤ ἡμῖν πῦρ γλυκέα ἀπεργάζεται, τί χρὴ προϲδοκᾶν περὶ τοῦ δυνατωτέρου πυρὸϲ ἥλιον
 λέγομεν τὸ ἀναπεμφθὲν οὖν τοῦτο ὕδωρ μέχρι διεϲκέδαϲται μετέωρον
 φερόμενον, ὅταν εἰϲ τὸ αὐτὸ ϲυϲτραφῇ, βαρούμενον κάτω φέρεται καὶ ὄμβροϲ
 γίνεται. καὶ ἡ αἰτία· ὅταν νέφεϲιν ἐλαυνομένοιϲ ὑπ’ ἀνέμου ἐμπέϲῃ πνεῦμα
 ἐναντίον καὶ νέφη ἕτερα ὑπὸ· τούτου διωκόμενα, τὰ μὲν πρῶτα
 ϲυϲτρέφεται, τὰ δ᾿  ὄπιϲθεν αὐτῶν ἐπιφερόμενα παχύνεται καὶ μελαίνεται
 καὶ καταρραγέντα ὑπὸ τοῦ βάρουϲ ὄμβρον ἐγέννηϲεν. εἴπερ οὖν οἱ ποταμοὶ,
 πολλοῦ κατ᾿  αὐτοὺϲ ϲυντελουμένου 
 
 
 
 
 
 τοῦ φόνου, ἦϲαν αἵματοϲ ἀνάπλεοι, εἰκότωϲ τὸ ἀναφερόμενον
 ἀπ’ αὐτῶν ὕδωρ γίνεται ὄμβροϲ αἱματώδηϲ, καὶ τοῦτο μυθῶδεϲ δοκοῦν οὐκ
 ἀποφεύγει τὸ πιθανόν.

84. ad Θ 1, p. 111. 112.

86. cf. Θ 53. 54.

155. Vatic. ζητ. κη· ὡϲ δ᾿ ὄτε πῦρ ἀίδηλον ἐντὸϲ ἀξύλῳ ἐμ πέϲοι ὕλη.
 ἄξυλον ὕλην οἱ μὲν πολύξυλον ἀποδεδώκαϲιν, οἱ δὲ ὁμόξυλον. δηλοῖ γὰρ,
 φαϲὶν 
 ὡϲ ἀκόλουθοϲ (ἔϲτι γὰρ ὁμοκέλευθοϲ), καὶ ἄβρομοι
 (Ν 41) ἅμα βρόμῳ καὶ αὐίαχοι ἅμα ἰαχῇ. οὕτω καὶ ἄλοχοϲ καὶ ἄκοιτιϲ ἡ καὶ
 ὁμόκοιτιϲ· καὶ ἄξυλοϲ ἡ ὁμόξυλοϲ διὰ τὸ πυκνόν. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ ἄξυλον
 λέγειν ϲτέρηϲιν τοῦ ξύλου ἐπάγει γάρ· οἱ δ᾿  τε θάμνοι πρὸρριζοι ἀλλὰ
 κατὰ ϲτέρηϲιν τοῦ ξυλίϲαϲθαι, ἵν᾿ ᾖ ἄξυλοϲ ὕλη, *B f. 144b ad ἀξύλῳ, L.
 f. 228 Π. ἄξυλον ὕλην οἱ μὲν τὴν πολύξυλον ἀποδεδώκαϲιν, οἱ δὲ ἄξυλον.
 δηλοῖ γὰρ, φηϲὶ, τὸ α καὶ τὸ ὁμοῦ, ὡϲ ἐπὶ τοῦ ἀκόλουθοϲ (ἔϲτι γὰρ ὁμοκέλευθοϲ), καὶ ἄβρομοι ἅμα βρόμῳ καὶ αὐίαχοι ἅμα ἰαχῇ. οὕτωϲ
 καὶ ἄλοχοϲ καὶ ἄκοιτιϲ ἡ ὁμόλεκτροϲ ὁμόλεχοϲ καὶ ὁμόκοιτιϲ. καὶ ἄξυλοϲ
 οὖν ἡ ὁμόξυλοϲ διὰ τὸ πυκνόν. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ ἄξυλον λέγειν
 οὐ κατὰ οὐ κατὰ ϲτέρηϲιν τοῦ ξύλου· ἐπάγει γάρ· οἱ δέ τε θάμνοι
 πρόρριζοι πίπτουϲιν, ἀλλὰ κατὰ ϲτέρηϲιν τοῦ ξυλίϲαϲθαι, ἵνα ᾖ ἄξυλοϲ ὕλη, ἐξ ἧϲ οὐδείϲ πω ἐξυλεύϲατο, 
 
 
 
 
 
 
 
 ἀφ᾿  ἧϲ οὐδείϲ πω ἐξυλεύϲατο. καὶ ἄκοιτιϲ δὲ καὶ ἄλοχοϲ
 ἐμοὶ δοκεῖ κυρίωϲ ἡ παρθενικὴ λέγεϲθαι, παρὰ τὸ λέχουϲ ἑτέρου μὴ
 μεταϲχεῖν μηδὲ κοίτηϲ. παῤ ὃ καὶ λέγει κουριδίηϲ ἀλόχου (Α
 114). λοιπὸν δ᾿ ἡ κατάχρηϲιϲ καὶ ἐπὶ τὰϲ ἄλλαϲ μετ᾿ ήγαγεν. ὥϲπερ κυρίωϲ
 ἀλεξῆϲαι ὑπὲρ τῶν ἀλόχων βοηθῆϲαι· λοιπὸν δ᾿  ἐντὸϲ
 καταχρήϲει γέγονεν ἐπὶ τοῦ ὁπωϲοῦν ϲυμμαχεῖν. καὶ ἀίδηλον δὲ πῦρ (B 455.
 I 436. Λ 155) οὐκ ἔϲτι τὸ μεγαλόδηλον, ἀλλὰ τὸ ἀδηλοποιόν, ἐξ οὗ
 ϲημαίνει τὸ οὕτω γοῦν ἔφη ϲὺ δὲ κτείνειϲ ἀιδήλωϲ (Φ 220),
 ἀφανίζων καὶ ἀδήλουϲ ποιῶν. οὐ κακῶϲ δὲ καὶ Ϲέξϲτοϲ ἀίδηλον ἀπὸδέδωκε τὸ
 ἐξ ἀδήλου ἐμπεϲόν. τουτέϲτιν ἀφ’ ἧϲ ξύλον οὐδεὶϲ ἔκοψε. καὶ ἄκοιτιϲ δὲ
 καὶ ἡ ἄλοχοϲ, ὡϲ ἐμοὶ δοκεῖ, κυρίωϲ ἡ παρθενικὴ λέγεται, παρὰ τὸ λέχουϲ
 ἑτέρου μὴ μεταϲχεῖν μηδὲ κοίτηϲ (παῤ ὃ καὶ λέγει κουριδίηϲ ἀλόχου, τῆϲ
 ἐκ παρθενίαϲ ἀλλ᾿  οὐ λέχουϲ ἑτέρου μεταϲχούϲηϲ), λοιπὸν δ’ ἡ κατάτὸ
 χρηϲιϲ καὶ ἐπὶ τὰϲ ἄλλαϲ μετήγαγεν, ὥϲπερ κυρίωϲ τὸ ἀλεξῆϲαι τὸ ὑπὲρ τῶν
 ἀλόχων βοηθῆϲαι· λέγει γὰρ Ἕκτωρ· ἀλλ᾿  ἵνα μοι Τρώων ἀλόχουϲ καὶ νήπια
 τέκνα προφρονέωϲ ἀφανιϲτιόκ. ῥύοιϲθε (Ρ 223.) λοιπὸν δὲ ἐντὸϲ καταχρήϲει
 γέγονεν ἐπὶ τοῦ ὁπωϲοῦν ϲυμμαχεῖν. καὶ τὸ ἀίδηλον δὲ πῦρ οὐκ ἔϲτι τὸ
 μεγαλόδηλον, ἀλλὰ τὸ ἀδηλοποιόν, ἐξ οὗ ϲημαίνει τὸ ἀφανιϲτικόν. οὕτωϲ
 γοῦν ἔφη ϲὺ δὲ κτείνειϲ ἀιδήλωϲ, ἀφανίζων καὶ ἀδήλουϲ
 ποιῶν. οὐ κακῶϲ δὲ καὶ Ϲέκϲτοϲ ἀίδηλον ἀποδέδωκε τὸ ἐξ ἀδήλου ἐμπεϲόν. ἡ
 παραβολὴ οὖν πρὸϲ τὴν ϲυνέχειαν τῶν πιπτόντων· τί δ᾿ 
 ὀξύτερον εὐκινητότερον πυρόϲ;

269. I init, p. 128.

273. πῶϲ δὲ οὐδένα ϲτρατηγὸν ἀνθ’ ἑαυτοῦ κατέλιπεν;
 ἵνα μὴ προτιμήϲαϲ ἕνα τοῖϲ λοιποῖϲ ἀπέχθηται.

354. τουτέϲτιν ἀμέτρητον, ὃ οὐκ ἐϲτι μέτρῳ οὐδὲ πελέθρῳ μετρῆϲαι. οὕτωϲ
 ἐϲτὶ καὶ τὸ ἀμαιμάκετον, ᾧ οὐκ ἐϲτι μῆκοϲ παραβαλεῖν· ἱϲτὸν
 μαιμάκετον (ξ 311), ὃν ἐντὸϲ ἄλλοιϲ ἔφη περιμήκετον (β 94. 95 ?).
 περιϲϲῶϲ μέγαν. καὶ ἡ ἀμαιμάκετοϲ οὗν Χίμαιρα (Ζ 179. Π 329) τὴν μεγάλην
 δηλοῖ, πρὸϲ ἣν οὐκ ἔϲτι μέγεθοϲ τῶν ὁμοίων παραβαλεῖν· πρὸϲ γὰρ τὰ
 ὁμογενῆ τὰ πρόϲ τι ἡ δ’ ἄῤ ἔην θεῖον γένοϲ οὐδ᾿  ἀνθρώπων (Ζ 180).

356. Α 104.

385. ἀλλὰ καὶ οἱ θεοὶ, φαϲὶ, τοξόται καὶ τῶν ἡρώων οἱ κράτιϲτοι, Ἀπόλλων,
 Ἄρτεμιϲ, Ἡρακλῆϲ, Εὔρυτοϲ ἀλλὰ καὶ ἐντὸϲ τοῖϲ πρὸϲ Ἴλιον ϲτρατευομένοιϲ
 Μηριόνηϲ, Φιλοκτήτηϲ, Τεῦκροϲ. οὐχ ὅτι δὲ τοξότηϲ 
 
 
 
 
 
 ὀνειδίζει, ἀλλ’ ὅτι φαῦλοϲ· τοῦτο γὰρ ἐμφαίνει τὸ λωβητήρ.
 εἶτα πάλιν τῇ τρχὶ, φηϲὶ, κάλλιϲτε ἐπὶ ἀπάτῃ παρθένων· οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τὸ
 κομᾶν κακὸν ἐϲτι καθ᾿  ἑαυτὸ. 
 Ἀριϲτοτέληϲ δέ φηϲι· κέρᾳ ἀγλαὸν εἶπὲν ἀντὶ τοῦ αἰδοίῳ 
 ϲεμνυνόμενον, ἐπὶ τοιούτου ϲημαινομένου τὴν λέξιν ἐκεῖνοϲ
 νοήϲαϲ.

405. ἀϲύμφορον ἀναπείθειν δεινότερον εἶναι τοῦ ἀποθανεῖν τὸ φυγεῖν. λύεται δὲ ἀπὸ τῆϲ λέξεωϲ τὸ γὰρ ἁλώω δύναται καὶ
 ἐπὶ τοῦ ζωγρηθῶ εἶναι.

515. ἐμείωϲε, φαϲὶ, τὸν ἔπαινον, μερικὴν αὐτῷ προϲθεὶϲ τὴν εἴ- 
 δηϲιν. καίτοι φηϲὶν ὅϲῥά τε πάϲηϲ εὖ εἰδῇ ϲοφίαϲ (Ο 411,
 confus. c. ρ 384). οἱ μὲν οὖν φαϲιν ὅτι τὸ χειρουργικὸν καὶ τὸ
 φαρμακευτικὸν εὕρητο παρὰ τοῖϲ παλαιοῖϲ· τοῦ γὰρ διαιτητικοῦ Ἡρόδικοϲ
 μὲν ἤρξατο, ϲυνετέλεϲε δὲ καὶ Ἱπποκράτηϲ, Πραξαγόραϲ, Χρύϲιπποϲ. ἔνιοι
 δέ φαϲιν, ὡϲ οὐδὲ ἐπὶ πάνταϲ τοὺϲ ἰατροὺϲ ὁ ἔπαινοϲ οὗτόϲ ἐϲτι κοινόϲ, ἀλλὰ τὸν Μαχάονα μόνον χειρουργεῖν θέλουϲι· τὸν γὰρ
 Ποδαλείριον διαιτᾶϲθαί φαϲι τὰϲ νόϲουϲ. καὶ τεκμήριον ὅτι Ἀγαμέμνων
 τρωθέντοϲ Μενελάου οὐ Ποδαλείριον καλεῖ, ἀλλὰ τὸν Μαχάονα (Δ 193)
 τοῦτο ἔοικε καὶ Ἀρκτῖνοϲ ἐντὸϲ Ἰλίου πορθήϲει νομίζειν ἐντὸϲ
 οἷϲ φηϲιν αὐτὸϲ γάρ ϲφιν ἔδωκε πατὴρ ἐνοϲίγαιοϲ πεϲεῖν ἀμφοτέροιϲ,
 ἕτερον δ᾿  ἑτέρου κυδίον’ ἔθηκε· τῷ μὲν κουφοτέραϲ
 χεῖραϲ πόρεν, ἔκ τε βέλεμνα 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 ϲαρκὸϲ ἑλεῖν τμῆξαί τε καὶ ἕλκεα πάντ’ ἀκέϲαϲθαι· τῷ δ’ ἄῤ ἀκριβέα
 πάντ’ ἐνὶ ϲτήθεϲϲιν ἔθηκεν, ἄϲκοπά τε γνῶναι καὶ ἀναλθέα ἰάϲαϲθαι·
 ὅϲ ῥα καὶ Αἴαντοϲ πρῶτοϲ μάθε χωομένοιο ὄμματά τ’ ἀϲτράπτοντα
 βαρυνόμενόν τε νόημα. εἰ δὲ μὴ παράγει τινὰ διαιτώμενον, οὐ
 θαῦμα· διὰ γὰρ τὸ ἀπρεπὲϲ παρῆκε τὴν δίαιταν· ἀπρεπὲϲ γὰρ ἦν τὸν ἥρωα
 πυρέττοντα παραλαβεῖν ἢ κενούμενον τὴν γαϲτέρα ἢ
 προποτιζόμενον. ταῦτα γὰρ κωμικά, ὡϲ καὶ τῷ Διονυϲίῳ πεποίηται
 ἐντὸϲ Λιμῷ τῶν νό Ἡρακλῆϲ, Ϲειληνὸϲ δὲ κλύζειν πειρᾶται τὸν
 Ἡρακλέα. ἢ μόνων τῶν ἐντὸϲ πολέμῳ ἐνεργούντων μέμνηται· εἰϲὶ
 δὲ φάρμακα καὶ χειρουρ εἰ δὲ ἀπὸ τῶν ἡττόνων ὁ ἔπαινοϲ, καὶ τοῦτο
 ἰατρικῆϲ ἐγκώμιον, τὸ καὶ τὰ ἥττω μέρη ταύτηϲ εἶναι πολλῶν
 ἀντάξια.

548 sqq. διὰ τί ὁτὲ μὲν λέοντι παραβάλλει τὸν Αἴαντα, ὁτὲ δὲ ἐντὸϲ ἄλλῳ
 (v. 558) ὄνῳ, λύϲιϲ. ὅτι αἱ μὲν παραβολαὶ τριῶν ἕνεκα γίνονται, αὐξήϲεωϲ
 ἐνεργείαϲ ϲαφηνείαϲ· εἰϲ τὸ πρόϲφορον δὲ ἐντὸϲ ἑκάτερον ἐτήρηϲεν ὁ
 ποιητήϲ, εἰπὼν Αἴαντα καὶ φονεύοντα λέοντοϲ δίκην καὶ τῶν
 πολεμίων ἀναχωροῦντα ὡϲ ὄνον. ταῖϲ γὰρ φύϲεϲι τῶν ζώων καὶ τὸ ὀκνηρὸν
 πρὸϲ φυγὴν καὶ τὸ ταχὺ πρὸϲ μάχην τοῦ ἥρωοϲ δεδήλωκεν.

559. v. ad v. 548 sqq.

596. Ε 7.

597. πῶϲ, φαϲὶ, δύνανται Νηλέωϲ οὖϲαι αἱ ἵπποι ἐπὶ τὸν Νέϲτορα τὸν γέροντα φθάϲαι ζῶϲαι ἢ δῆλον ὅτι τὰϲ ἀπογόνουϲ τῶν ἵππων ἐκεί
 λέγει, ὥϲπερ καὶ τὸ Τρώιοι φηϲὶν ἵπποι (222), οἱ ἀπὸ τοῦ Τρωόϲ, κατὰ
 διαδοχὴν τῶν τοῦ cod. ἀπ᾿ ἐκείνων. 
 
 
 
 
 
 

 
 αἱ ἀπόγονοι τῶν ἵππῶν ἐκείνων· οὐ γάρ δυνατὸν ἦν φθάϲαι ἐπὶ τὸν γέροντα
 Νέϲτορϲ τὰϲ ἵππουϲ τοῦ Νηλέωϲ ζώϲαϲ. ὥϲπερ καὶ Τρώιοι ἵπποι οἱ ἀπὸ τοῦ
 Τρωόϲ, κατὰ διαδοχὴν τῶν τοῦ cod. ἀπ᾿ 
 ἐκείνων.

611. διὰ τί τὸν Πάτροκλον ὁ Ἀχιλλεὺϲ πέμπει ῥητέον οὖν ὅτι κατ’
 οἰκονομίαν. ἐπειδὴ γὰρ ἄπρακτοϲ ἡ πρεϲβεία γεγένηται, διὰ Πατρόκλου
 βούλεται Νέϲτορα κατορθῶϲαι τοῦτο, ὅπερ οὐκ ἐποίηϲαν οἱ· πρέϲβειϲ. ὥϲτε
 προῳκονόμηϲε τοῦτο ὁ ποιητὴϲ οὕτωϲ, ἵνα καὶ Νέϲτο τὴν τῶν λόγων δύναμιν
 παραϲτήϲῃ καὶ Ἀχιλλέα δείξῃ μετ’ εὐλόγου προφάϲεωϲ εἰϲ τὸν
 πόλεμον ἐξάγοντα τὸν Πάτροκλον.

624. ὅλοϲ ὁ τόποϲ οὗτοϲ ἐλέγχεται ὡϲ παρὰ τὴν ἰατρικὴν ἱϲτορίαν 
 πεποιημένοϲ. ὅϲοι μὲν οὖν λύουϲιν, ὡϲ τῶν ἡρώων ἑτέρωϲ εἰθιϲμένων
 θεραπεύεϲθαι διὰ τὸ μὴ ταῖϲ αὐταῖϲ διαίταιϲ· τοὺϲ ἰατροὺϲ ἐπιπολάζειν
 χρωμένουϲ, ἀπὸ τοῦ ἔθουϲ ἀπολογοῦνται· ὅϲοι δ᾿  ἐλέγχουϲι τὴν ϲύνθεϲιν
 πάντων ἐξαλλάϲϲειν τὴν καθ’ ἕκαϲτον δύναμιν, ἀπὸ τῆϲ
 λέξεωϲ ἐπιχειροῦϲιν. οἱ δὲ νῦν πάντεϲ, οὐκ εἶναι χαλεπὸν τὸ τραῦμα οὐδὲ.
 πρὸϲ θεραπείαν δίδοϲθαι τὸ πόμα, τῷ δὲ κοινῷ ἔθει πίνειν οὐ μόνον τὸν
 Μαχάονα ἀλλὰ καὶ τὸν Νέϲτορα τὸ τοῖϲ κεκμηκόϲι ϲκευαζόμενον ποτόν —
 τοιοῦτον γὰρ προϲφέρειν καὶ τὴν Κίρκην τοῖϲ πρὸϲ αὐτὴν 
 καταγομένοιϲ (κ 234) ἀπὸ τοῦ καιροῦ λύουϲιν. 
 οὐ δεόντωϲ, φαϲὶν, ὁ Μαχάων καὶ ταῦτα ἰατρὸϲ ὢν τὸν κυκεῶ προϲφέρεται, ϲυνεϲτῶτα ἐκ μέλανοϲ
 οἴνου — τοιοῦτοϲ γὰρ ὁ Πράμνιοϲ — καὶ τυροῦ ἐπικεκνηϲμένου καὶ ἀλφίτων
 φλεγματώδη δὲ ταῦτα καὶ πολέμια τοῖϲ τραυματίαιϲ. πρῶτον μὲν οὖν φαμεν,
 ὅτι τὴν δίαιταν ἠγνόουν 25 καὶ ἀνδρειότερα ὅμωϲ εἶχον τὰ ϲώματα, ὡϲ καὶ
 ἀγωνίζεϲθαι τοὺϲ τραυματίαϲ, εἶτα ὅτι ἀρίϲτου ἰατροῦ ἐϲτι τὸ ἰᾶϲθαι μὴ
 μετακινοῦντα τὴν ϲυνήθη δίαιταν. ἄλλωϲ τε ἐξ ἐπιπολῆϲ ἡ πληγή· εἰ δὲ καὶ
 κατὰ βάθουϲ, 
 
 
 οὐδ᾿  οὕτωϲ ἀδόκιμον τὸ πόμα· ῥύϲιϲ γὰρ αἵματοϲ
 λειποθυμίαν ἐργάζεται· ὁ οὖν μέλαϲ οἶνοϲ παχύνων τοὺϲ χυμὸϲ καὶ τὴν
 ἐπίρρυϲιν τοῦ αἵματοϲ τὴν ἐπὶ τὸ τραῦμα παχύνει καὶ ϲυϲτέλλει ὅθεν καὶ
 τοῖϲ κοιλιακοῖϲ αὐτὸν ἔνιοι προϲάγουϲι διὰ τὸ εἴργειν τὸ ὑγρόν. ἀλλὰ καὶ
 τὸ ἄλφιτον παχύνει τὰ ὑγρά. καὶ τὸ κρόμυόν ἐϲτι διουρητικὸν καὶ μάχεται τῇ φλεγμονῇ· ὅθεν καὶ τοῖϲ κυνοδήκτοιϲ αὐθωρὸν
 προϲάγεται. ἢ οὐ πρὸϲ θεραπείαν ἀλλὰ πρὸϲ ἀνάψυξιν ἐδίδοτο τὸ πόμα, καὶ
 Νέϲτωρ γοῦν λαμβάνει· τοῖϲ κακοπαθοῦϲι γὰρ ἐπιτήδειοϲ ὁ κυκεὼν τροφὴν
 ἅμα καὶ ποτὸν ἔχων.

636. 37. Νέϲτωρ δ’ ὁ γέρων ἀμογητὶ ἄειρεν. διὰ τί πεποίηκε 
 μόνον τὸν Ννέϲτορα αἴροντα τὸ ἔκπομα οὐ γὰρ εἰκὸϲ ῥᾷον αἴρειν νεωτέρων
 νεώτερον L . καὶ Ϲτηϲίμβροτοϲ οὖν φηϲιν, ἵνα
 δοκῇ εἰκότωϲ πολλὰ ἔτη βεβιωκέναι· εἰ γὰρ παράμονοϲ ἡ ἰϲχὺϲ καὶ οὐχ ὑπὸ γήρωϲ μεμάρανται, καὶ τὰ τῆϲ ζωῆϲ εὔλογον εἶναι
 παραπλήϲια. Ἀντιϲθέν ηϲ δέ· οὐ περὶ τῆϲ κατὰ χεῖρα βαρύτητοϲ λέγει, ἀλλ’
 ὅτι οὐκ ἐμεθύϲκετο ϲημαίνει· ἀλλ’ ἔφερε ῥᾳδίωϲ τὸν οἶνον.
 Γλαῦκοϲ Γλαύκων dubitanter Heitz, d. verl. Schrft. d.
 Aristot, p. 260, 2 δέ, ὅτι κατὰ διάμετρον ἐλάμβανε τὰ ὦτα, ἐκ
 μέϲου δὲ πᾶν εὔφορον. Ἀρι δὲ τὸ Νέϲτωρ ὁ γέρων ἀπὸ κοινοῦ ἔφη δεῖν
 ἀκούειν ἐπὶ τοῦ ἄλλοϲ, ἵν᾿  ᾖ ἄλλοϲ μὲν γέρων μογέων ἀποκινήϲαϲκε
 τραπέζηϲ, Νέϲτωρ δ᾿  ὁ γέρων ἀμογητὶ ἄειρεν, πρὸϲ γὰρ τοὺϲ
 καθ’ ἡλικίαν ὁμοίουϲ γενέϲθαι τὴν ϲύγκριϲιν. 
 
 οὐχ, ὥϲ τινεϲ, ἐπὶ μαχάονοϲ τὸ ἄλλοϲ ἐκδέχεϲθαι χρή, ἀλλ’ 
 
 
 
 
 
 
 
 
 ἀορίϲτωϲ πρὸϲ ἔπαινον τοῦ γέροντοϲ· θέλει γὰρ εἰπεῖν, ὅτι
 παντὸϲ νέου ϲωφρονέϲτερον ἐβάϲταζε τὸ τὸν Lp 
 ποτόν. ἔνιοι δὲ ἀπὸ κοινοῦ τὸ γέρων, ἵν’ ᾖ ἄλλοϲ μὲν γέρων μογέων
 ἐκίνει, ὁ δὲ γέρων Νέϲτωρ ἀμογητὶ ἄειρεν add. *B.
 Ϲτηϲίμβροτοϲ δέ φηϲιν κτλ, v. ad p. 
 lin. 12 . 
 τὰ γὰρ ἄχθη οὐχ οἱ ἰϲχυροὶ ἀλλ’ οἱ ἔμπειροι φέρουϲι. διπλῶν γὰρ τῶν ὤτων ὄντων καὶ τοῦ ποτηρίου μεγίϲτου,
 οὐκ ἂν νέοϲ ἀπεκίνηϲεν αὐτὸ τῆϲ om. Lp τραπέζηϲ,
 οὐ διὰ τὸ μὴ δύναϲθαι, ἀλλὰ διὰ τὸ πῶϲ μὴ εἰδέναι εἰ γὰρ οὐχ ὡϲ ἔδει
 αὐτὸ ἦρε κῆρε L , θραῦϲιν ἂν 10 ἠπείληϲε· δίχειρα
 γὰρ δυϲὶν ἀφ’ ἑκάϲτηϲ ἑκάϲτοιϲ Lp χειρὸϲ
 δακτύλοιϲ τῶν ὤτων λαμβανόμενον ἐχρῆν κινεῖν ἀκόπιυϲ.

719. καὶ πῶϲ πρότερον ἐνίκηϲεν, ὅτι πρὸϲ ἀπείρουϲ ἦν ἡ μάχη, τὰ δὲ νῦν πρὸϲ
 ἐπιϲτήμοναϲ.

767 sqq. ἀθετοῦνται ϲτίχοι ιθ′. πῶϲ γὰρ ὧδε μὲν Πηλεὺϲ ἀρίϲτεύειν 
 ἐπιτάϲϲει (ν. 784), ἐντὸϲ δὲ ταῖϲ Λιταῖϲ μεγαλήτορα θυμὸν
 ἴϲχειν (1 255) ὅτι οὗ δέονται, τούτου ὑπομιμνήϲκουϲιν· ὁρᾷ γὰρ ὁ Νέϲτωρ,
 ὡϲ ἐλώφηϲε νῦν τῆϲ ὀργῆϲ. καὶ διὰ τί Πηλεὺϲ τοὺϲ περὶ Νέϲτορα οὐ
 φιλοφρονεῖται, ἀλλ’ Ἀχιλλεύϲ (Λ 777); ϲπουδάζει ἀποδεῖξαι Ἀλχιλλέα τότε
 μὲν προθύμωϲ ὑποδεξάμενον — οϲ L , νῦν δὲ
 ἀποδοκιμάζοντα. αὔξει δὲ νῦν τὸν Πάτροκλον ὡϲ δεόμενοϲ δεξόμενοϲ L. αὐτοῦ, καὶ ἠρεμα διδάϲκει, ὅτι
 ϲύμμαχοϲ ϲυμμάχῳ L. τῷ Ἀγαμέμνονι πέμπεται, οὐχὶ
 προϲθήκη τῆϲ ϲυμμαχίαϲ τοῦ ins. L. Ἀχιλλέωϲ.
 ἐντὸϲ καιρῷ δὲ ἐδήλωϲε τὰ om. L. τῆϲ
 ϲτρατολογίαϲ, ὅτι οἱ ἀριϲτεῖϲ εἰϲ τὸ τὸν L. λαὸν
 ἀγείρειν ἐκπέμπονται.

786. τὸ γενεῇ μὲν ὑπέρτερόϲ ἐϲτιν Ἀλχιλλεύϲ οὐ λέγει, ὅτι 
 
 
 
 
 
 
 τῇ γεννήϲει ϲοῦ ἐϲτιν ὑπερέχων, ἵν᾿  ῇ πρεϲβύτεροϲ, ὥϲ
 τινεϲ τῶν τραγικῶν ἤκουϲαν· πῶϲ γὰρ ἂν ἐπήγαγε· πρεϲβύτεροϲ δὲ ϲύ ἐϲϲι;
 ἀλλ’ ὑπερτέραν γενεὰν λέγει οὐ τὴν χρόνῳ ὑπερέχουϲαν, ἀλλὰ γένουϲ ἀξίᾳ,
 ὥϲ που ἔφη· τὸν μὲν ἀρείω 
 καλλείπειν, ϲὺ δὲ χείρον’ ὀπάϲϲεαι αἰδοῖ εἴκων, 
 
 ἐϲ γενεὴν ὁρόων (23 — 39), 
 καὶ ἐπάγει· μηδ’ εἰ βαϲιλεύτερόϲ ἐϲτι. τὸ γενεῇ ὑπέρτεροϲ ἔφη
 ἐντὸϲ ἄλλοιϲ Τρώων εὐηγενέων (81) καὶ εὐηγενέοϲ Ϲώκοιο (Λ 42), καὶ τὸ
 ἐναντίον τῷ οὐκ ἄν με γένοϲ γε κακὸν καὶ ἀνάλ φάντεϲ (Ξ 126).

843. διὰ τί ἐκτανύει καὶ οὐχ ἑϲτῶτοϲ βελουλκεῖ; ἠδύνατο μὲν καὶ ἑϲτῶτοϲ
 βελουλκῆϲαι, ἀλλ’ οὐ μόνον τοῦ βελουλκεῖν ἔδει· ϲυναγέντοϲ γὰρ τοῦ
 βέλουϲ ἔνδοθεν τοῦ μηροῦ, οὐκ ἄλλωϲ ἦν αὐτὸ ἐκβληθῆναι ἢ διὰ
 χειρουργίαϲ, ὅθεν φηϲὶ τὸ τάμνε μαχαίρῃ· καὶ δῆλον ὡϲ μαχαίρῃ τὸ ϲῶμα
 τεμὼν ἐκβάλλει αὐτό.

846. τινὲϲ Ἀχιλλείαν τὴν βοτάνην λέγουϲι. καὶ πόθεν αὐτῷ τὸ φάρμακον,
 ἴϲωϲ μὲν ϲυμπεριφέρει τὴν ῥίζαν ὡϲ χρήϲιμον εἰ ἐντύχοι τραυματίᾳ φίλῳ,
 καὶ μάλιϲτα εἰκὸϲ αὐτὸν νῦν εἰληφέναι, ὅτι ἐπὶ τραυματίαν ἔρχεται. τάχα
 δὲ ἐκ τοῦ παρακειμένου λειμῶνοϲ τὴν ῥίζαν ἔλα ἔμπειροϲ ὤν. ἴϲωϲ δὲ καὶ
 θεράπων πεμφθεὶϲ κατὰ τὸ ϲιωπώμενον ἐκόμιϲεν. 
 
 ἐζήτηται δὲ καὶ τὸ ὁποία ἦν ὅλωϲ ἡ ῥίζα, ᾗ αὐτὸν κατέπαϲϲε. λέγουϲιν
 αὐτὴν εἶναι τὴν καλουμένην ἀριϲτολοχίαν, ἣν καὶ ἴϲχαιμον καλοῦϲιν.

847. διὰ τί χερϲὶ καὶ οὐ μᾶλλον λειαντικοῖϲ ὀργάνοιϲ ὅτι οὐκ ἔδει πολλῆϲ λεπτότητοϲ τῷ φαρμάκῳ, τοῦ αἵματοϲ, ὥϲ φηϲι,
 κελαρύζοντοϲ καὶ ἀποπτύοντοϲ τὸ λεπτὸν καὶ χνοῶδεϲ. τῷ δὲ Μενελάῳ
 ἐπιπάϲϲει τὸ φάρμακον (Δ 219), βραχείαϲ οὔϲηϲ τῆϲ τοῦ τραύματοϲ
 φορᾶϲ.

10 sqq. Ὄφρα μὲν Ἕκτωρ ζωὸϲ ἔην καὶ μήνι’ Ἀχιλλεύϲ, 
 
 καὶ Πριάμο ιο ἄνακτοϲ ἀπόρθητοϲ πόλιϲ ἔπλε, 
 τόφρα δὲ καὶ μέγα τεῖχοϲ Ἀχαιῶν ἔμπεδον ἦεν. 
 ἀπορίαν εἰκότωϲ παρέϲχε τὰ ἔπη ταῦτα, ἃ περὶ τοῦ τείχουϲ τῶν Ἀχαι
 ῶν ὁ ποιητὴϲ ἀναπεφώνηκεν. τὸ γὰρ τεῖχοϲ τῶν Ἀχαιῶν οὐκ
 ἔμενεν ἔμπεδον ἐφ’ ὅϲον ὁ μὲν Ἕκτωρ ἔζη καὶ ἐμήνιεν Ἀχιλλεὺϲ, ἡ δὲ τοῦ
 Πριάμου πόλιϲ ἀνάλωτοϲ ἔμενε, μετὰ δὲ τὴν ἄλωϲιν Ἰλίου καὶ τὸν ἀπόπλουν
 τῶν Ἀχαιῶν τότε κατηρείφθη· ἔτι γὰρ τοῦ πολέμου ϲυνεϲτῶτοϲ 345, Π.
 εϲτῶτοϲ καὶ Ἀχιλλέωϲ μηνίοντοϲ, Ἕκτοροϲ δὲ περιόντοϲ καὶ ἀριϲτεύοντοϲ,
 ὑπὸ τῶν Πρώων τὸ τεῖχοϲ τῶν Ἀλχαιῶν κατηρείφθη καὶ
 διοδεύ γέγονε τοῖϲ πολεμίοιϲ· ὁ μὲν γὰρ Ϲαρπηδὼν τὰϲ ἐπάλξειϲ αὐτοῦ καὶ
 μέροϲ τι καταβέβληκεν, ὁ δὲ Ἕκτωρ τοὺϲ ὀχῆαϲ αὐτοῦ καὶ τὰϲ πύ διέρρηξεν,
 ὁ δὲ Ἀπόλλων ϲχεδὸν ὅλον αὐτὸ διέλυϲε. φηϲὶ γὰρ ἐπὶ μὲν Ϲαρπηδόνοϲ· 
 
 Ϲαρπηδὼν ὼν δ’ ἄῤ ἔπαλζιν ἐλ. ὼν χερϲὶ ϲτιβαρῇϲιν 
 ἕλχ᾿ , ἡ δ᾿  ἕϲπετο πᾶϲα διαμπερέϲ, αὐτὰρ ὕπερθε 
 τεῖχοϲ ἐγυμνώθη, πολέεϲϲι δὲ θῆκε κέλευθον 
 (Ν 397 — 99), 
 ἐπὶ δὲ τοῦ Ἕκτοροϲ· 
 
 ὣϲ Ἕκτωρ ἰθὺϲ ϲανίδων φέρε λᾶαν ἀείραϲ, 
 αἵ ῥα πύλαϲ εἴρυντο πύκα ϲτιβαρ ῶϲ ἀραρυίαϲ 
 ϲτῆ δὲ μάλ᾿  ἐγγὺϲ ἰὼν καὶ ἐρειϲάμενοϲ βάλε μέϲϲαϲ, 
 εὖ διαβάϲ, ἵνα μή οἱ ἀφαυρότερον βέλοϲ εἴη, 
 ῥῆξε δ’ ἀπ᾿  ἀμφοτέρουϲ θαιρούϲ· πέϲε δὲ λίθοϲ εἴϲω 
 
 βριθοϲύνῃ, μέγα δ’ ἀμφὶ πύλαι μύκον, οὐδ’ ἄῤ ὀχῆεϲ 
 ἐϲχεθέτην, ϲανίδεϲ δὲ διέτμαγεν ἄλλυδιϲ ἄλλη 
 λᾶοϲ ὑπαὶ ῥιπῆϲ. ὁ δ᾿  ἄῤ ἔϲθορε φαίδιμοϲ Ἕκτωρ, 
 κέκλετο δὲ Τρώεϲϲιν, ἑλιξάμενοϲ καθ' ὅμιλον, 
 τεῖχοϲ ὑπερβ αίνειν· τοὶ δ᾿  ὀτρύνοντοϲ ἄκουϲαν· 
 
 αὐτίκα δ’ οἱ μὲν τεῖχοϲ ὑπέρβαϲαν, οἱ δὲ κατ᾿  αὐτὰϲ 
 ποιητὰϲ ἐϲέχυντο πύλαϲ (Μ 453. 54; 5 — 62: 67 —70). 
 ἐπὶ δὲ τοῦ Ἀπόλλωνοϲ καὶ τῶν Πρώων· 
 τῇ ῥ’ οἵγε προχέοντο φαλαγγηδόν, πρὸ δ’ Ἀπόλλων 
 
 
 
 
 αἰγίδ’ ἔχων ἐρίτιμον, ἔρειπε δὲ τεῖχοϲ Ἀχαι ῶν 
 ῥεῖα μάλ’, ὡϲ ὅτε τιϲ ψάμαθον παῖϲ ἄγχι θαλάϲϲηϲ 
 ἢ ἀθύρματα νηπιέῃϲιν 
 ἂψ αὖτιϲ ϲυνέχευε ποϲὶ καἰ χερϲὶν ἀθύρων. 
 ὥϲ ῥα ϲύ, ἤιε Φοῖβ ε, πολὺν κάματον καὶ ὀϊζὺν 
 
 ϲύγχεαϲ Ἀργείων (Ο 360 —66). 
 οἱ δὲ Πανέλληνεϲ τοῖϲ γεγενημένοιϲ μαρτυροῦντέϲ φαϲι ϲυμφώνωϲ· 
 τεῖχοϲ μὲν γὰρ δὴ κατερήριπεν, ᾧ ἐπέπιθμεν, 
 ἄρρηκτον νηῶν τε καὶ αὐτῶν εἶλαρ ἔϲεϲθαι, 
 οἱ δ’ ἐπὶ νηυϲὶ θοῇϲι μάχήν ἀλίαϲτον ἔχουϲι (Ξ 55 — 57). 
 
 τὸ καταρριφὲν οὖν τεῖχοϲ οὐχ ὑπὸ ἀνθρώπων μόνων ἀλλὰ καὶ θεῶν
 ἐντὸϲ τῷ τῆϲ μήνιδοϲ χρόνῳ, τοῦτο λέγειν ἀϲφαλὲϲ καὶ ἀρηρὸϲ ἐντὸϲ τῷ τοῦ
 πολέμου καιρῷ διαμεμενηκέναι μέχρι πορθήϲεωϲ Ἰλίου ἄπορον. εἰϲ λύϲιν οἱ
 μὲν οὖν γραμματικοὶ κατὰ τοῦ πλείϲτου μέρουϲ ἀξιοῦϲι λέγειν ἔμπεδον·
 ὀλίγον γὰρ εἶναι τὸ ϲαλευθὲν ὑπὸ τῶν Τρώων. ἀγνοοῦϲι δὲ
 οὗτοι, ὅτι τινὰ, κἂν ἐκ μέρουϲ πάθῃ, οὔτ᾿  ἔμπεδά ἐϲτιν οὔτ᾿  ἀρη καὶ
 ἀμφορεὺϲ διατρηθείϲ, κἂν ϲχεδὸν ὅλον τὸ κύτοϲ ἄθραυϲτον ᾖ, οὐκέτι ἐϲτὶν
 ἔμπεδοϲ ἀμφορεύϲ ἀλλ’ ὄϲτρακον. καὶ τεῖχοϲ, ὃ μηκέθ᾿  οἷον φυλάϲϲειν
 τοὺϲ τειχίϲανταϲ, οὐκέτ᾿  ἂν εἴη ἔμπεδον τεῖχοϲ ἀλλὰ ϲωρὸϲ λίθων. μήποτ’
 οὖν ἡ ἔμπεδον λέξιϲ οὐκ εἴληπται νῦν μεταφορικῶϲ ἐντὸϲ ἴϲῳ
 τῷ ἀϲφαλὲϲ καὶ ἀρηρόϲ, οὐδέ ἐϲτιν ὅμοιον τῷ οὐδέ μοι ἦτορ ἔμπεδον ἀλλ’
 ἀλαλύκτημαι (Κ 93) οὐδὲ τῷ τοὶ δ’ ἄῤ ἔϲαν δίδυμοι, ὁ μὲν ἔμπεδον
 ἡνιόχευεν (Ψ 641), ἀλλὰ κυρίωϲ νῦν ἐξενήνεκται, τὸ πέδον ἐχούϲηϲ
 ἐντεταγμένον τῆϲ λέξεωϲ, ὥϲτε ϲημαίνοι ἂν τὸ ἐντὸϲ τῷ πεδίῳ κείμενον καὶ
 μὴ ἁλίπλοον· ἀντέθηκε γὰρ τὸ ἔμπεδον τῷ ἁλιπλόῳ, τὸ ἐντὸϲ
 τῷ πεδίῳ πρὸϲ τὸ αὖθιϲ ἁλίπλουν γενόμενον· οὐ γὰρ ἔφη· τόφρα δὲ καὶ μέγα
 τεῖχοϲ ἀπόρθητον ἦν καὶ ἄθραυ ἀλλ’ ἔμπεδον, καὶ πάλιν· oὔτι πολὺν χρόνον
 ἔμπεδον ἦεν M 9). τί οὖν πάϲχει ὕϲτερον, τῶν ποταμῶν πάντων, φηϲὶν, 
 ὁμόϲε ϲτόμα τ᾿  ἔτραπε Φοῖβοϲ Ἀπόλλων, 
 
 ἐννῆμαρ δ᾿  ἐϲ τεῖχοϲ ἵει ῥόον· ὗε δ᾿  ἄρα Ζεὺϲ 
 
 
 
 
 
 ϲυνεχέϲ, ὄφρα κε θᾶϲϲον ἁλίπλοα τείχεα θείη. 
 αὐτὸϲ δ’ ἐννοϲίγαιοϲ ἔχων χείρεϲϲι τρίαιναν 
 ἡγεῖτ’, ἐκ δ’ ἄρα πάντα θεμείλια κύμαϲι πέμπε, 
 φιτρῶν καὶ λαῶν, τὰ θέϲαν μογέοντεϲ Ἀχαιοί, 
 
 λεῖα δ’ ἐποίηϲεν παῤ ἀγάρροον Ἑλλήϲποντον 
 (Μ 24 — 30). 
 ὥϲτε εἰ καὶ πεπτωκὸϲ ἦν τὸ τεῖχοϲ, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ πέδῳ ἦν τὰ πτώματα
 καὶ τὰ θεμέλια· ὕϲτερον δὲ πάντα δι’ ὕδατόϲ φηϲιν εἰϲ θάλαϲϲαν
 ἐξενεχθῆναι. ϲυνεϲτώϲηϲ δὲ τῆϲ πόλεωϲ οὐδὲν τοῦ τείχουϲ ἁλίπλουν
 γέγονεν, οὐδ’ ὅτε Ξάνθοϲ ἐπλημμύρει κατ’ Ἀχιλλέωϲ. καὶ τὸ
 κατὰ μεταφορὰν δ’ ἔμπεδον, τὸ ϲημαῖνον τὸ ἀκίνητον, ἀπὸ τῶν ἐντὸϲ τῶ
 πέδῳ μενόντων ἀκινήτων λέγεται. τὸ δὲ τεῖχοϲ καθ’ αὑτὸ μὲν ἐκινήθη, ἐκ
 μέντοι τοῦ πεδίου οὐ κατηνέχθη εἰϲ θάλαϲϲαν, ὅπερ φηϲὶν αὐτὸ ὕϲτερον
 παθεῖν. διὰ τί ϲχεδὸν ὅλου καταλυθέντοϲ τοῦ τείχουϲ ἐντὸϲ τῷ
 πολέμῳ, 
 πρῶτον μὲν ὑπὸ Ϲαρπηδόνοϲ· 
 Ϲαρπηδὼν δ’ ἄῤ ἔπαλξιν ἑλὼν χερϲὶ ϲτιβαρῇϲιν 
 ἕλχ᾿ , ἡ δ’ ἕϲπετο πᾶϲα διαμπερέϲ, αὐτὰρ ὕπερθε 
 τεῖχοϲ ἐγυμνώθη (Μ 397 — 99). 
 μετὰ δὲ ταῦτα ὑπὸ τοῦ Ἀπόλλωνοϲ· 
 προπάροιθε δὲ Φοῖβοϲ Ἀπόλλων 
 ῥεῖ᾿  ὄχθαϲ καπέτοιο βαθείηϲ ποϲϲὶν ἐρείπων 
 ἐϲ μέϲϲον κατέβαλλε, γεφύρωϲεν δὲ κέλευθον 
 (0 35 — 57). καὶ μετ’ ὀλίγον πάλιν· 
 ἔρειπε δὲ τεῖχοϲ Ἀχαιῶν 
 
 ῥεῖα μάλ᾿ , ὡϲ ὅτε τιϲ ψάμαθον πάιϲ ἄγχι θαλάϲϲηϲ· 
 ὥϲ ῥαϲύ, ἤιε Φοῖβε, πολὺν κάματον καὶ ὀϊζὺν 
 ϲύγχεαϲ Ἀργείων (361. 62. 65. 66) 
 πῶϲ οὖν, πεπτωκότοϲ τοῦ μέρουϲ τοῦ τείχουϲ, φηϲὶν ὁ ποιητήϲ· 
 ὄφρα μὲν Ἕκτωρ ζωὸϲ ἔην καὶ μήνι᾿  Ἀχιλλεύϲ, 
 
 τόφρα δὲ καὶ μέγα τεῖχοϲ Ἀχαιῶν ἔμπεδον ἦεν, 
 ὅτε δὲ, φηϲὶν, ἑάλω ἡ πόλιϲ, 
 Ἀργεῖοι δ’ ἐντὸϲ νηυϲὶ φίλην ἐϲ πατρίδ᾿  ἔβηϲαν· 
 δὴ τότε μητιόωντο Ποϲειδάων καὶ Ἀπόλλων 
 τεῖχοϲ ἀμαλδῦναι (Μ 10) — 12. 16— 18); 
 
 ῥητέον οὖν ὅτι ἔμπεδον οὐ τὸ ἑδραῖον καθὰ νῦν ϲημαίνει ἡ
 λέξιϲ, ἀλλὰ κυρίωϲ τὸ ἐντὸϲ τῷ πεδίῳ· καὶ πεπτωκὸϲ δὲ τὸ τεῖχοϲ ἐντὸϲ τῷ
 πεδίῳ 
 
 ἔκειτο. οὐκ εἰϲ πτῶϲιν οὖν τινα ἡ ἀναβολή, ἀλλ’ εἴϲ τε τὴν
 τοῦ παν πτῶϲιν καὶ εἰϲ τὴν ἐκ τοῦ πεδίου ἐκβολήν. τὸ γὰρ ἐπάγγελμα· ὄφρα
 κε θᾶϲϲον ἁλίπλοα τείχεα θείη· 
 καὶ πάντα τὰ θεμέλια κύμαϲι πέμπε, 
 λεῖα δ' ἐποίηϲεν παῤ ἀγάρροον Ἑλλήϲ πόντον, 
 
 αὖτιϲ δ’ ἠιόνα μεγάλην ψαμάθοιϲι κάλυψε, 
 τεῖχοϲ ἀμαλδύναϲ (Μ 26 —32). 
 ἀντίκειται οὖν τὸ ἀμαλδῦναι τὸ τεῖχοϲ, ὅπερ ἐϲτὶν ἀφανίϲαι ἐκ τοῦ
 τόπου ἐντὸϲ ᾧ ἦν, τῷ ἔμπεδον εἶναι. οὐκ ἂν οὖν τὸ ἔμπεδον ϲημαίνοι τὸ
 ὀρθὸν ὅλον καὶ ἀκίνητον, ἀλλὰ μόνον τὸ πεδίῳ κείμενον. οὕτω καὶ Ἄρατοϲ ἐπὶ τῶν φυτῶν τῷ ἔμπεδον κέχρηται, εἰπών (phaen. v.
 13) ὄφῤ ἔμπεδα πάντα φύωνται, ἀντὶ τοῦ ἐντὸϲ πεδίῳ καὶ τῇ γῇ
 κείμενα.

25. διὰ τί τὸ τεῖχοϲ οἱ μὲν Ἀχαιοὶ μιᾷ ἡμέρᾳ ἐποίηϲαν, ὁ δὲ ἐννῆμαρ·
 Ἀππόλλων καὶ ὁ Ποϲειδῶν ἐννέα ἡμέραιϲ κατέβαλον; ἄλογον γὰρ τὸ μὲν
 χαλεπώτερον ῥᾳδίωϲ τοὺϲ ἀνθρώπουϲ ποιῆϲαι, τὸ δὲ ῥᾷον, τὸ καταβαλεῖν τοῦ οἰκοδομῆϲαι, τοὺϲ θεοὺϲ μόλιϲ· ῥητέον δέ· οὐκ εἰϲ τὸ
 καταβαλεῖν ταῖϲ ἐννέα ἡμέραιϲ κέχρηται, ἀλλ’ εἰϲ τὸ ἁλίπλοα γενέϲθαι,
 καὶ τὰ θεμέλια καὶ εἰϲ τὴν θάλαϲϲαν κατενεχθῆναι 
 φιτρῶν καὶ λάων, τὰ θέϲαν μογέοντεϲ Ἀλχαιοί (v. 29), 
 καὶ ἔτι λειῶϲαί τε τὸν τόπον καὶ 
 
 αὖθιϲ δ᾿  ἠιόνα μεγάλην ψαμάθοιϲι καλύψαι (v. 31), 
 οὐ μὴν τὰ πρὸϲ τὸ καταβαλεῖν ϲυνηρτημένα εἰϲ τὸ τέλειον τοῦ
 ἀφανιϲμοῦ καὶ τῆϲ ἠιόνοϲ τὴν εἰϲ τὸ ἐξ ἀρχῆϲ ἀποκατάϲταϲιν. ἅμα δὲ καὶ
 τῷ ποιητῇ ἡ μὲν τῶν Ἀχαιῶν τειχοποιία οὐ παρεῖχε τὴν διατριβήν· οὐ γὰρ
 εὐπρεπὲϲ τοὺϲ ἀριϲτέαϲ ποιῆϲαι λιθοφοροῦνταϲ· ἡ δὲ τῶν θεῶν 
 μεγαλοπρεπήϲ· τοῖϲ γὰρ ποταμοῖϲ καὶ τῇ τριαίνῃ διέλυον τὸ τεῖχοϲ.
 Καλλίϲτρατοϲ δὲ ἠξίου ἓν δ’ ἦμαρ ἐϲτεῖχοϲ γράφειν, δαϲύνονταϲ τὸ ἕν,
 ἐπεὶ μηδέποτε καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἐννῆμαρ ὁ ποιητὴϲ εἴρηκεν, ἀλλὰ πάντωϲ
 ἐπάγων τὴν δεκάτην· ἐννῆμαρ μὲν ἀνὰ ϲτρατόν, τῇ δεκάτῃ τε (Α 53.
 54). 
 
 
 ἄλογον τοὺϲ μὲν ἀνθρώπουϲ ποιῆϲαι om. B μιᾷ ἡμέρᾳ
 τὸP τεῖχοϲ, τοὺϲ δὲ θεοὺϲ ἐννέα ἡμέραιϲ καθελεῖν. οἱ μὲν οὖν ἐκ τῆϲ
 λέξεωϲ λύουϲι· τὸ γὰρ ἐννῆμαρ εὐεπιπτώτωϲ λέγουϲι λέγειν Ὅμηρον. οἱ δὲ
 δαϲύνουϲιν, ἵνα ᾗ ἓν ἑνὸϲ L ἦμαρ. οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ
 καιροῦ, ὅτι τότε βουλόμενοϲ παντάπαϲιν ἐξαλεῖψαι τὸ τεῖχοϲ πλαϲθὲν ὑπ’
 αὐτοῦ 
 
 
 τοϲοῦτον χρόνον ἐποίηϲε τῆϲ καθαιρέϲεωϲ. οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ
 προϲώπου· οὐ γὰρ πρέπει τοὺϲ ἀριϲτέαϲ εἰϲάγειν τειχοδομοῦνταϲ ἐντὸϲ
 πολλαῖϲ ἡμέραιϲ, ἀπρεπεϲτέραϲ οὔϲηϲ τῆϲ ὑπηρεϲίαϲ.

103. πολλάκιϲ ἀπὸ διαφόρων κλίϲεων ϲυνέμπτωϲιϲ γενομένη πλανᾷ 
 τοὺϲ πολλούϲ, ὡϲ ἑνὸϲ ὄντοϲ τοῦ ϲημαινομένου, ὥϲπερ ἔχει τὸ
 εἴϲαντο. ϲημαίνει γὰρ καὶ τὸ ὑπέλαβον, καὶ τὸ ἐπορεύθηϲαν, καὶ ἵϲοϲ καὶ
 ὅμοιοϲ γενόμενοϲ· ἀλλὰ τὸ μὲν ἀπὸ τοῦ εἴδω, τὸ δὲ ἐπορεύθη ἀπὸ τοῦ ἔω,
 τὸ δὲ ὡμοιώθη ἀπὸ τοῦ ἐίϲκω. τὸ μὲν οὖν δηλοῖ τὰ τοιαῦτα· εἴϲατο δ’ ὡϲ
 ὅτε ῥινὸν ἐντὸϲ ἠεροειδέι (ε 281), ὑπέλαβεν τὸ δὲ ὡϲ ῥινόν, 
 ὡϲ δέρμα ὑπέλαβε τὰ ὄρη τῶν Φαιάκων· οὐ γάρ ἐϲτιν ὡϲ ἐρινεόϲ· ἦν γὰρ ὡϲ
 ὅτε ἐρινόϲ —, καὶ τὸ εἴϲομαι αἴ κε τύχοιμι (χ 7), ἀπὸ τοῦ εἴδω, εἴϲομαι,
 καὶ ἀπὸ τοῦ εἰδῆϲαι· τὸ δὲ εἰϲάμενοϲ Κάλχαντι δέμαϲ (Ν 45), ὁμοιώϲαϲ,
 καὶ τῷ μιν ἐειϲάμενοϲ (Β 22), καὶ εἴϲατο δὲ φθογγήν (Ε 791), ἀντὶ τοῦ
 ὡμοίωϲε, καὶ εἰδόμενοϲ Ἀκὰμαντι θoῷ (462). τὸ μέντοι
 εἴϲατο νηῶν ἐπ’ ἀριϲτερά (Μ 118) ἀπὸ τοῦ ἴω γέγονεν, ἀφ᾿  οὗ καὶ τὸ
 ἴομεν· ϲημαίνει γὰρ τὸ ἐπορεύθη. 
 τὸ δὲ εἴϲατο ἀντὶ τοῦ ὑπέλαβεν ἐκ τοῦ εἴδω, ὁ μέλλων εἴϲω. τὸ δὲ εἴϲατο
 ἀντὶ τοῦ ὡμοίωται ἀπὸ τοῦ ἐίϲκω. τὸ δὲ εἴϲατο ἀντὶ τοῦ 
 ἐπορεύθη ἀπὸ τοῦ ἔω. ὡϲαύτωϲ κἀν τῷ αὐτὰρ ἐγὼ Ζεφύποιο καὶ ἀργεϲτᾶο
 Νότοιο εἰ ϲομαι, ἤγουν πορεύϲομαι, ἐξ ἁλόθεν χαλεπὴν ὄρϲουϲα θύελλαν (Φ
 334). ὁμοίωϲ δὲ ἔχει καὶ τὸ ὅθι οἱ καταείϲατο γαίῃ (Λ 358), ἀντὶ τοῦ
 κατεπορεύθη καὶ ἐντὸϲ τῇ γῇ ἐπάγη, ἐπεϲτηρίχθη, καὶ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ ἐντὸϲ
 γαίῃ ἵϲταντο (Λ 574). καὶ εἴϲομαι ἀντὶ τοῦ γνώϲομαι, ὡϲ τὸ
 εἴϲομαι αἴ κέ μ’ ὁ Τυδείδηϲ (Θ 532).

110. βαρβαρικὴ ἡ ἀπείθεια. μιμούμενοϲ δὲ τὴν ἀλήθειαν ὁ ποιηγοῦν τὴϲ ἕνα
 τὸν ἀπειθοῦντα εἰϲάγει διὰ τί δὲ ἕνα τοῦτον: ὅτι μαλιϲτα ἀλλ’ οὐχ τοῖϲ
 ἵπποιϲ ἠγάλλετο, καταϲτέλλει οὖν τὴν τῶν πολλῶν ἀλαζονείαν.

122. τὸ ἀναπεπταμέναϲ εἶχον ἀνέρεϲ οὐκ ἔϲτιν ἀντὶ τοῦ 
 ἠνεῳγμέναϲ μόνον, ἀλλ’ ἠνεῳγμέναϲ κατεῖχον αὐτάϲ, ὅπωϲ τοὺϲ μὲν φίλουϲ
 εἰϲδέχωνται, τῶν δ’ ἐχθρῶν βιαζομένων ἐπικλείωϲιν. αὐτὸϲ δὲ τὴν λύϲιν
 δέδωκε ϲαφέϲτερον ἐπὶ τοῦ Πριάμου παραϲτήϲαϲ, ἔνθα φηϲὶ 
 πεπταμέναϲ ἐντὸϲ χερϲὶ πύλαϲ ἔχετ᾿ , εἰϲόκε λαοὶ 
 ἔλθωϲιν προτὶ ἄϲτυ πεφυζότεϲ· 
 
 αὐτὰρ ἐπεί κ᾿  ἐϲτεῖ τεῖχοϲ ἀναπνεύϲωϲιν ἀλέντεϲ, 
 αὖθιϲ ἐπιθέμεναι ϲανίδαϲ πυκινῶϲ ἀραρυίαϲ (Φ 531 sqq.)

127 sqq). ἐντὸϲ τῇ τειχομαχίᾳ τεταράχθαι δοκεῖ τὰ ἔπη ταῦτα Ἀϲίου
 ἐπελθόντοϲ κατὰ τὰϲ πύλαϲ τῷ τείχει, ἐπιλέγει ὁ ποιητὴϲ περὶ αὐτοῦ τ καὶ
 τῶν μετ᾿  αὐτοῦ· 
 
 νήπιοι, ἐντὸϲ δὲ πύλῃϲι δύ᾿  ἀνέραϲ εὗρὸν ἀρίϲτουϲ, 
 υἷαϲ ὑπερθύμουϲ Λαπιθάων αἰχμητάων, 
 τὸν μὲν Πειριθόου υἷα, κρατερὸν Πολυποίτην, 
 τὸν δὲ Λεοντῆα, βροτολοιγῷ ἶϲον Ἄρηι. 
 τὼ μὲν ἄρα προπάροιθε πυλάων ψηλάων 
 
 ἕϲταϲαν, ὡϲ ὅτε τε δρύεϲ οὔρεϲιν ὑψικάρηνοι 
 (Μ 127 —132). 
 διὰ γὰρ τούτων εἰπὼν τὸν Λεοντέα καὶ Πολυποίτην πυλάων προπάροιθεν
 ἑϲτάναι ὡϲ δρῦϲ, ἀναμένονταϲ ἐπερχόμενον μέγαν Ἄλϲιον οὐδὲ φέβοντο (v.
 136), εἶτα ἐπάγων περὶ τῶν κατὰ τὸν Ἄϲιον· 
 
 οἱ δ’ ἰθὺϲ πρὸϲ τεῖχοϲ ἐύδμητον, βόαϲ αὕαϲ 
 ὑψόϲ᾿  ἀναϲχόμενοι, ἔκιον μεγάλῳ ἀλαλητῷ 
 Ἄϲιον ἀμφὶ ἄνακτα καὶ Ἰσμενὸν καὶ Ὀρέϲτην 
 Ἀϲιάδην τ’ Ἀδάμαντα Θόωνά τε Ὀἰνόμαόν τε 
 (v. 137 — 40), 
 
 πάλιν ποιεῖ τοὺϲ περὶ τὸν Λεοντέα καὶ Πολυποίτην ἐνδὸν ἐόνταϲ, οὓϲ
 πρόϲθεν ἔξω ἑϲτάναι ἔφη· ἐπάγει γάρ· 
 
 
 
 
 
 
 οἱ δ’ ἤτοι εἵωϲ μὲν ἐυκνήμιδαϲ Ἀχαιοὺϲ 
 ὄρνυον ἐνδον ἐόντεϲ ἀμύνεϲθαι περὶ νηῶν· 
 αὐτὰρ ἐπειδὴ τεῖχοϲ ἐπεϲϲυμένουϲ ἐνόηϲαν 
 Τρῶαϲ, ἀτὰρ Δαναῶν γένετο ἰαχή τε φόβοϲ τε, 
 
 ἐκ δὲ τὼ ἀίξαντε πυλάων πρόϲθε μαχέϲθην, 
 ἀγροτέροιϲι ϲύεϲϲιν ἐοικότε (v. 141 —46), 
 καὶ πληρώϲαϲ τὴν παραβολὴν ἐπάγει· 
 ὣϲ τῶν κόμπει χαλκὸϲ ἐπὶ ϲτήθεϲϲι φαεινὸϲ 
 ἄντην βαλλομένων (v. 150. 51). 
 
 διὰ γὰρ τούτων φαίνεται ταραχὴ τῶν ἐπῶν, πρότερον μὲν ὡϲ
 ἔξω ἑϲτώ αὖθιϲ δὲ ὡϲ ἔνδον ὄντων καὶ ἐξιόντων. ὅθεν οἱ μὲν ἠξίουν προ
 ταῦτα τὰ ἔπη· 
 οἱ δ᾿  ἤτοι εἵωϲ μὲν ἐυκνήμιδαϲ Ἀχαιούϲ, 
 ἵν’ ᾖ τὸ ἀκόλουθον τοιοῦτον· 
 
 ἐντὸϲ δὲ πύλῃϲι δύ᾿  ἀνέραϲ εὗρον ἀρίϲτουϲ, 
 υἷαϲ ὑπε ρθύμουϲ Λαπιθάων αἰχμητάων· 
 οἱ δ’ τοι εἵωϲ μὲν ἐυκνήμιδαϲ Ἀχαιοὺϲ 
 ὄρνυον (v. 127. 8 141. 2) 
 εἶτα ϲυνάψαντεϲ τοὺϲ ἐφεξῆϲ, ὧν ἡ ἀρχὴ 
 
 αὐτὰρ ἐπειδὴ τεῖχοϲ, 
 Τρῶαϲ, ἀτὰρ Δαναῶν, 
 ἐκ δὲ τὼ ἀίξαντε, 
 ἀγροτέροιϲι ϲύεϲϲιν, 
 ἀνδρῶν ἠδὲ κυνῶν, 
 
 ὥϲ τῶν κόμπει χὰλκὸϲ ἐπὶ ϲτήθεϲϲι φαεινὸϲ 
 ἄντην βαλλομένων, 
 λαοῖϲι καθύπερθε (143 — 47; 51 —53), 
 εἶτα ἀνατρέχουϲιν ἐπὶ τὸ τὼ μὲν ἄρα προπάροιθε (v. 131), καὶ
 καταβάντεϲ τοὺϲ δέκα ϲτίχουϲ ἄχρι τοῦ Ἀϲιάδην τ´  Ἀδάμαντα (v. 140) ἐπάγουϲιν οἱ δ’ ἄρα χερμαδίοιϲι (v. 154) καὶ τὰ
 ἑξῆϲ. 
 Ἡφαιϲτίων δὲ διπλῆν τὴν γραφὴν εἶναι ἔφη καὶ δεῖν παρα ἢ τοὺϲ δέκα
 ϲτίχουϲ τοὺϲ ἀπὸ τοῦ τῶ μὲν ἄρα προπάροιθεν (v. 131) μέχρι τοῦ Ἀϲιάδην
 τ’ Ἀδάμαντα (v. 140) ἢ τοὺϲ ιγ΄  τοὺϲ ἀπὸ τοῦ οἱ δ᾿  ἤτοι εἵωϲ μὲν
 ἐυκνήμιδαϲ Ἀχαιούϲ (v. 141) 35 μέχρι τοῦ λαοῖϲι καθύπερθε (v. 153).
 μήποτε δὲ, κἂν οὕτωϲ μένῃ ἡ γραφὴ καὶ ἡ τάξιϲ, οὐδὲν ἄτοπον, πρότερον
 μὲν εἰπόντοϲ τοῦ ποιητοῦ ὅτι περὶ τὰϲ πύλαϲ ἦϲαν οἱ περὶ τὸν Πολυποίτην
 (ἐν δὲ πύλῃϲι 
 δύ᾿  ἀνέραϲ εὖρον ἀρίϲτουϲ, v. 127), ἐπιϲημηναμένου τε ὅτι
 καὶ εξωθεν ἑϲτῶταϲ εὗρον, εἶτα καὶ ἐπαναδραμόντοϲ, ὅπωϲ περὶ τὰϲ πύλαϲ
 ἔχοντεϲ τούϲ τε ἔϲω παρώρμων, ἐπιόνταϲ βλέποντεϲ τοὺϲ περὶ τὸν Ἀϲιον,
 αὐτοί τε προεκδραμόντεϲ ἀνέμενον πάντεϲ ἔξω τὸν Ἄϲιον. 
 καὶ γὰρ οἷτοϲ εἰϲ τρόποϲ ἑρμηνείαϲ, ἐκ τῶν ὕϲτερον ἀρξάμενον 
 ἀναδραμεῖν εἰϲ τὰ πρῶτα καὶ πάλιν ϲυνάψαι ταῦτα τοῖϲ ὑϲτέροιϲ. καὶ ἔϲτι
 ϲυνήθηϲ ὁ τρόποϲ τῆϲ ἑρμηνείαϲ τῷ ποιητῇ. οὕτωϲ γὰρ εὐθὺϲ κατ᾿  ἀρχὰϲ
 τὴν μῆνιν εἰπὼν κεφαλαιωδῶϲ, ὅϲων κακῶν αἰτία γέγονε τοῖϲ Ἕλληϲιν,
 ὕϲτερον ἐπὶ τὰ αἴτια ἀνατρέχει ταύτηϲ καὶ ἐπεξεργάζεται δι’ ὕληϲ τῆϲ
 ποιήϲεωϲ τὰ κατ᾿  αὐτήν. οὕτω καὶ περὶ τῆϲ νόϲου εἰπών· 
 
 Λητοῦϲ καὶ Διὸϲ υἱόϲ· ὁ γὰρ βαϲιλῆι χολωθεὶϲ 
 νοῦϲον ἀνὰ ϲτρατὸν ὦρϲε κακήν, ὀλέκον το δὲ λαοί, 
 οὕνεκο τὸν Χρύϲην ἠτίμαϲεν ἀρητῆρα 
 Ἀτρείδηϲ (Α 9sq). 
 ἑξῆϲ ἐπέξειϲι, πῶϲ ἐπράχθη τὰ κατὰ τὴν νόϲον. καὶ ἐνταῦθα τοίνυν
 εἰπών, ὅτι περὶ τὰϲ πύλαϲ εἶχον οἱ περὶ τὸν Λεοντέα καὶ
 ἀνέμενον πρὸ τῶν πυλῶν ἑϲτῶτεϲ ἐπερχόμενον τὸν Ἄϲιον, ἐπαναδραμὼν ἐξ τὰ
 κατὰ μέροϲ, ὅτι τέωϲ μὲν ἔνδον ἦϲαν προτρεπόμενοι τοὺϲ Ἀχαιοὺϲ ἀμύνεϲθαι
 περὶ νηῶν, εἶτα, ἐπειδὴ ἐθεάϲαντο τοὺϲ περὶ τὸν Ἄϲιον ἐπιόνταϲ καὶ
 πεφευγόταϲ τοὺϲ Ἕλληναϲ, αὐτοὶ ἀίξαντεϲ πυλάων πρόϲθε
 μαχέϲθην (M 145). τὰ οὖν κεφαλαιωδῶϲ ἐκτιθέμενα προλαμβάνειν εἴωθε τὸ
 ϲυμπέραϲμα· τὰ δὲ ἀνάπτυξιν ἔχοντα πολλῶν εἰϲ τὴν ἀρχὴν ἀναδραμόντα οὕτω
 κάτειϲιν ἐπὶ τὸ τέλοϲ.

162. ἀδύνατον τοῦτο ἐπὶ ὡπλιϲμένου· ἐϲτι δὲ μόνον τῆϲ λύπηϲ δηλωτικόν, ὡϲ
 ἐντὸϲ ὀχλήματι γενόμενον.

175—81 sqq. ἀθετεῖ Ἀρίϲταρχοϲ, πρῶτον μὲν διὰ τὸ πύλαϲ ἄλλαϲ ὀνομάζεϲθαι·
 ἀρέϲκει γὰρ αὐτῷ μίαν εἶναι· εἶτα διὰ τὸ ἀργαλέον δέ με ταῦτα· φηϲὶ γὰρ
 ὅτι καὶ μὴν ἔφραϲε τὴν τειχομαχίαν. εἶτα καὶ διὰ τὸ Λαπίθαι· οὐ γὰρ δεῖ
 e δὴ corr. B , φηϲὶ, καὶ om.
 L. τοὺϲ πατέραϲ καὶ τοὺϲ υἱοὺϲ Λαπίθαϲ καλεῖν. Πῖοϲ δὲ
 ἀπολογούμενοϲ πρὸϲ τὰϲ ἀθετήϲειϲ Ἀριϲτάρχου ταῦτά φηϲιν,
 ὅτι Ἄϲιοϲ μὲν περὶ τὴν μίαν πύλην τὴν ἱππήλατον ἐμάχετο, οἱ δὲ περὶ
 αὐτὸν περὶ τὰϲ μικρὰϲ 
 
 
 
 πύλαϲ τῷ δὲ ἄλλαϲ μικρὰϲ εἶναι οὐδεὶϲ εὖ φρονῶν ἀντείποι·
 πῶϲ γὰρ τοϲοῦτον πλῆθοϲ ἐντὸϲ τῷ φεύγειν διὰ μιᾶϲ εἰϲῄει. τὸ δὲ ἀργαλέον
 δέ με ταῦτα πάνυ μετρίωϲ φηϲὶν εἰρῆϲθαι εἰρ. φηϲ.
 L · ἀνδρῶν γὰρ ἀναιρουμένων κατάλογον κατὰ
 λόγον Lp διεξιὼν καὶ τρόπουϲ τῶν ἀναιρέϲεων καὶ
 λόγουϲ τῶν ἀναιρούντων καὶ πιπτόντων καὶ ϲυμπτώματα τῆϲ τύχηϲ καὶ
 πολυμερῆ μάχην, εἰκότωϲ ἐνδείκνυται δυϲχερῆ τὴν τούτων διήγηϲιν. τὸ δὲ
 Λαπίθαι γελοιότατον γελοιότερον L. · πῶϲ γὰρ ἄλλωϲ
 ἦν ὀνομάϲαι corr. ex ὀνομᾶϲαι B τοὺϲ τῶν Λαπιθῶν
 υἱοὺϲ ἢ τῷ πατρικῷ ὀνόματ;

200. ζητεῖται δὲ, πῶϲ ὁ Ζεὺϲ ἐπικρατεϲτέρουϲ θέλων ποιῆϲαι τοὺϲ Τρῶαϲ
 ϲημεῖον αὐτοῖϲ κωλυτικὸν ἐπιπέμπει· φηϲὶ γάρ ὄρνιϲ γάρ ϲφιν ἐπῆλθε
 περηϲέμεναι μεμαῶϲι. ῥητέον οὖν, ὅτι νίκην μὲν ἐβούλετο τοῖϲ Τρωϲίν,
 ἐξελεῖν δὲ τὸ δέοϲ τῶν Ἐλλήνων· οὐ γὰρ κατὰ προαίρεϲιν αὐτοὺϲ ἰδίαν
 ἐμίϲει, ἀλλὰ χαριζόμενοϲ Θέτιδι.

253. πῶϲ οὐ λέγει ἀπ’ ἄλλων ὀρῶν τὴν τῶν ἀνέμων θύελλαν ἐξεγείρεϲθαι
 ἀλλ’ ἐκ τῶν Ἰδαίων; καὶ λέγομεν, ὡϲ διὰ τὸ ὑλικὸν πρωταίτιον. αἴτιον γὰρ
 καὶ ἀρχὴ τῶν ἀνέμων τὸ ὕδωρ· ἐπεὶ γοῦν καὶ ἡ Ἴδη πολυπίδακοϲ φαίνεται,
 εἰκότωϲ ἀπ᾿  αὐτῆϲ ἡ τῶν ἀνέμων θύελλα ἐξεγείρεται.

258. ὁ Ἀρίϲταρχοϲ ἐπὶ κλιμάκων ἀκούϲαϲ καὶ τὸ προκρόϲϲαϲ 
 ἀποδιδούϲ ἐπὶ τῶν νεῶν κλιμακηδόν (τῷ ῥα προκρόϲϲαϲ ἔρυον, Ξ 35), τὸ
 πύργων ἔρυον ἀποδίδωϲιν ἐπὶ τοὺϲ πύργουϲ ἔρυον, ἀποδιδοὺϲ ἀνεῖλκον ὡϲ κλειϲτῶν καὶ ϲυγκαμπτῶν οὐϲῶν τῶν κλιμάκων .
 
 
 
 
 
 
 παραμυθεῖται δὲ ἐξ Ὁμήρου τὸ πύργων ἔρυον ἀποδιδοὺϲ ἀντὶ
 τοῦ ἐπὶ τοὺϲ πύργουϲ ἔρυον, ἐκ τούτων· 
 οἱ δὲ μένοντεϲ 
 ἕϲταϲαν, ὁππότε πύργοϲ Ἀχαιῶν ἄλλοϲ ἐπελθὼν 
 Τρώων ὁρμήϲειεν (Δ 333 — 5). 
 
 ἀντὶ τοῦ ἐπὶ τοὺϲ Τρῶαϲ ὁρμήϲειεν· οὕτω καὶ τὸ πύργων ἔρυον ἀντὶ
 τοῦ ἐπὶ τοὺϲ πύργουϲ ἔρυον, καὶ ἀκόντιϲαν Ἰδομενῆοϲ (Ν 502). οὐκ εἰϲὶ δὲ
 κρόϲϲαι αἱ κλίμακεϲ, ἀλλὰ μᾶλλον οἱ ἐξέχοντεϲ λίθοι ἐντὸϲ τοῖϲ πύργοιϲ,
 οὓϲ ποιοῦϲιν εἰϲ τὸ ἐμποδίζειν τὰϲ τῶν μηχανημάτων ἐμβολάϲ. οὕτω καὶ
 κροϲϲοὺϲ ἱματίων λέγομεν τοὺϲ ἐξέχονταϲ ϲτήμοναϲ· καὶ πρόκροϲϲαι δὲ αἱ νῆεϲ αἱ μὴ ἐπ᾿  ἴϲου ϲτίχου εἱλκυϲμέναι ἀλλ’
 ἐξέχουϲαί εἰϲιν, ἐφ’ ὧν διὰ τὸ μὴ πάνταϲ ἔχειν ἰϲαρίθμουϲ ϲτήλαϲ τε προβλῆταϲ ἐμόχλεον (M 259), τοὺϲ
 λεγομένουϲ προμαχῶναϲ.

438. Π 558.

3. Αὐτὸϲ δὲ πάλιν τρέπεν ὄϲϲε φαεινώ. ἀδύνατόν φαϲιν εἰ γὰρ ἀπετράπη ἀπὸ τῆϲ
 Ἰλίου ἐπὶ τὴν Μυϲίαν κατὰ τὰ τῆϲ Ἀϲίαϲ ἔθνη, ἀδύνατον τὴν Θρᾴκην καθορᾶν
 οὖϲαν ἐντὸϲ τῇ Εὐρώπη. λύεται δὲ ἐκ. τῆϲ λέξεωϲ· οὐ γὰρ λέγει τὴν Θρᾴκην
 αὐτὸν βλέπειν, ἀλλὰ τὴν Θρᾳκῶν γῆν, ἧϲ ἦϲαν ἄποικοι,
 κατοικοῦντεϲ δὲ Ἀϲίαν, Βιθυνοί τε καὶ οἱ Θυνοί, Θρᾳκῶν ἄποικοι.

18. εἰ ϲυνεχῆ, φηϲὶ, προέβαινε, πῶϲ παρακατιών φηϲι τρὶϲ μὲν ὀρέξατο (v. 20); ἢ τάχα
 τὸ κραιπνά ἀντὶ τοῦ πρόθυμα καὶ ἰϲχυρά.

20 sqq. ἐζήτηται διὰ τί εὐθέωϲ οὐ πορεύεται εἰϲ Τροίαν ὁ Ποϲειδῶν, 
 ἀλλὰ τὸ χρόνον δαπανᾷ πορευθεὶϲ εἰϲ Αἰγάϲ. ῥητέον οὖν ὅτι
 δυοῖν ἕνεκα πραγμάτων μεμηχάνηται αὐτῷ ἡ ἀποδημία, πρῶτον μὲν ἵνα
 ἀποπλανήϲη τὸν Δία ὡϲ ἀπολελοιπὼϲ τὸν πόλεμον, δεύτερον δὲ ἵνα
 καθοπλιϲθῇ εἰϲ τὸν τοῦ Διὸϲ πόλεμον, ἐὰν ἄρα φωραθεὶϲ εἰϲ τὴν ϲυμμαχίαν
 κινδυνεύϲη. 
 
 τίνοϲ δὲ ἕνεκεν ἐπὶ τὰϲ Αἰγὰϲ ἄπειϲι, καὶ
 δυνάμενοϲ ἐντὸϲ Τροίᾳ εὐθὺϲ γενέϲθαι μετὰ τὸ λιπεῖν
 τὴν Ϲαμοθρᾴκην, ἴϲωϲ οὖν πρὸϲ κατάπληξιν τῶν Πρώων ἄπειϲι τὸ ξίφοϲ
 ληψόμενοϲ

34. v. ad p. 183, 17.

70. πῶϲ δὲ, φηϲὶν, ὁ Ποϲειδῶν οὐκ ἔλαθε τὸν Αἴαντα;
 καὶ ῥητέον ὅτι φανταϲίαν τινὰ παρέχει τὸ θεῖον ἑαυτοῦ.

168. διὰ τί δὲ οὐκ ἄλλον πέμπει, ἀλλ᾿ αὐτὸϲ
 ἄπειϲιν, ὅτι ἐντὸϲ τῷ θορύβῳ κεχώριϲται τῶν δορυφόρων, καὶ ἡ ϲκηνὴ
 πληϲίον ἦν, καὶ οἱ πεμπόμενοι οὐχ ὁμοίωϲ ταχεῖϲ, καὶ παρὼν
 δὲ ὅμοιοϲ ἦν τῷ μὴ παρόντι δόρυ μὴ ἔχων

295. Ψ 269.

340 (= Vat. ζητ. θ΄) edit. in fine operis.

358 — 60. ἐντὸϲ τοῖϲ οὕτω λεγομένοιϲ 
 
 τοὶ δ᾿ ἔριδοϲ κρατερῆϲ καὶ ὁμοιίου πτολέμοιο 
 πεῖραρ ἐπαλλάξαντεϲ ἐπ᾿ ἀμφοτέροιϲι τάνυϲϲαν, 
 ἄρρηκτόν τ᾿ ἄλυτόν τε, τὸ πολλῶν γοῦν ατ᾿ ἔλυϲεν 
 δυνατώτερα καὶ τολμηρότερα ἀπὸ τῶν εἰϲ πέρατα ϲχοινία ϲυμβαλλόντων
 καὶ εἰϲ δεϲμὸν ἐπαλλαττόντων τὰ πέρατα, ἔπειτα τεινόντων μετενήνοχεν,
 ἔριδοϲ, λέγων, καὶ πολέμου τὰ πέρατα ἐναλλάξαντεϲ καὶ
 δήϲαντεϲ ἐτάνυϲαν ἐπ᾿ ἀλλήλουϲ, οὕτωϲ ἰϲχυρῶϲ τὴν ἔριν τῷ πολέμῳ
 ϲυνδήϲαντεϲ, 
 
 
 
 ὡϲ τὸν δεϲμὸν τοῦτον ἄρρηκτον μὲν εἶναι καὶ ἄλυτον αὐτοῖϲ,
 πολλῶν δὲ γούνατ’ ἔλυϲε. ϲκέψαι δὲ εἰ μὴ κακοζήλωϲ εἶπε τὸν μὲν δεϲμὸν
 ἄρρηκτον καὶ ἄλυτον, πολλῶν δὲ γούνατ’ ἔλυϲεν, ἐντὸϲ δὲ ἄλλοιϲ οὐκ ἔφη
 ἄρρηκτον ἀλλ’ ἐντὸϲ δ’ αὐτοῖϲ ἔριδα ῥήγνυντο βαρεῖαν (V 55),
 καὶ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ.

443. τὸ ϲπαίρειν καὶ τὸ ϲκαίρειν τινὲϲ ϲυγχέουϲι, ταὐτὸν δηλοῦν νομίζοντεϲ, καίπερ Ὁμήρου διακρίνοντοϲ· τὸ
 μὲν γὰρ ϲπαίρειν μετὰ τοῦ α κατὰ Ἀττικὴν ϲυνήθειαν λέγει ἀϲπαίρειν·
 ἀϲπαίροντα δ’ ἔπειτα (μ 254) καὶ ἀϲ παίροντα λαβών ( 229) καὶ ῥά οἱ ἀϲ
 καὶρ ουϲα καὶ οὐρίαχον πελέμιξεν ἔγχεοϲ (N 443) καὶ ἤϲπαιρ’
 ὡϲ ??ὅτε βοῦϲ (N 571). τὸ δὲ ϲκαίρειν οὐκέτι μετὰ τοῦ α· μολπ ῆ δ’ ἱυγμ
 ῷ τε ποϲὶ ϲκαίροντεϲ ἕποντο (C 472). ἔϲτιν οὖν ἡ διαφορὰ ὅτι τὸ μὲν
 ϲπαίρειν καὶ ἀϲπαίρειν ἄμουϲόν τινα δηλοῖ κίνηϲιν, ὃ γίνεται ἐν ἰχθύϲι
 καὶ τῷ δεδεμένῳ κατὰ τὸν ποιητὴν βοί, τὸ δὲ ϲκαίρειν ἔμμουϲον κίνηϲιν ὀρχηϲτικὴν καὶ εὔρυθμον. οἶμαι δ’ ἔγωγε καὶ τῶν ἰχθύων τὸν
 ϲπόρον καὶ τὸν ϲκάρον κατὰ διαφόρουϲ ἐννοίαϲ προϲηγορεῦϲθαι, τῆϲ
 κινήϲεωϲ οὐχ ὁμοίαϲ ἐκατέρων γινομένηϲ. τὸ δὲ ϲκαίρω πάντωϲ ὀξυτέραϲ,
 ἀφ’ ἧϲ καὶ τὴν πολύϲκαρθμον Μύριναν προϲεῖπεν ὁ 
 
 
 
 ποιητὴϲ (B 814) μίαν τῶν Ἀμαζόνων, ὥϲ φαϲι, καὶ
 εὐϲκάρθμουϲ ἵππουϲ (N 31). ἀπὸ δὲ τοῦ αὐτοῦ ἐντὸϲ τῇ ϲυνηθείᾳ τὸ ϲκιρτᾶν
 καὶ ϲκαρδαμυκτεῖν τοὺϲ ὀφθαλμοὺϲ εἴρηται.

470. ad ζητ. ιγ′ (in fine operis).

493. πῶϲ δὲ τοὺϲ τοϲούτουϲ ἡγεμόναϲ ἑνὶ κτίλῳ
 εἴκαϲεν; γάνυται. ὅτι πάντων ἡγεμονικώτατοϲ ἦν Αἰνείαϲ.

502. εἰ αὐτοϲχεδὸν ὡρμήθηϲαν, πῶϲ ἀκοντίζει; ὑποκεχωρήκει γὰρ ἀκόντιϲεν.
 Ἰδομενεὸϲ ὡϲ πόρρωθεν ἀγωνιούμενοϲ.

521. ἐζήτηται δὲ πῶϲ θεὸϲ ὤν ὁ Ἄρηϲ οὐκ ἤδει περὶ τοῦ υἱοῦ. ῥητέον οὖν
 ὅτι παρὰ τῷ ποιητῇ οἱ θεοὶ ϲωματικῶϲ λαμβανόμενοι ἀνθρωποειδῶϲ ἐφίϲτανται· ἀθαναϲίᾳ γὰρ διαφέροντεϲ μόνον ἀνθρώπων τοῖϲ
 αὐτοῖϲ ἐνέχονται πάθεϲιν.

643. Ε 576.

658. 59. ibid ., a p. 84, 24 sqq.

686. v. Herm. XIV, p. 248.

715. Θ 233, p. 122. 15: ibid. ad lin. 22.

814. in fine operis ad ζητ. 34.

824. τὸ βουγάιον ἀκουϲτέον διὰ τὸ ὑπερμεγέθη ἔχειν βοείαν βουγάιε. βοίειαν L. ἀϲπίδα, ὡϲ εἰ ἔλεγεν· ὁ γαίων ἐπὶ τῇ
 ἀϲπίδι, ὡϲ κύδεi γαίων (Α 405). ἐπὶ δὲ τοῦ Ἴρου· 
 
 νῦν μὲν μήτ’ εἴηϲ βουγάιε μήτε γένοιο 
 (ϲ 79), χαριεντιζομένου ἀκουϲτέον διὰ τὸ μέγεθοϲ, ὡϲ ὑπερμεγέθη ἄν
 ἔχοντοϲ ἀϲπίδα. λέγει δέ· μὴ εἴηϲ μέγαϲ μηδὲ γένοιο μέγαϲ, ὧ ὅμοιον τὸ ἦ
 μάλα Ἶροϲ ἄιροϲ (ϲ 73). ἀ πα γ γέλων ὅτε πο ύ τιϲ ἀνώγοι 
 
 
 
 
 
 (ϲ 7). τούτῳ Β ex οὕτωϲ corr. 
 ἐυκλείη τ’ ἀρετή τε εἴη ἐπ’ ἀνθρ ώπουϲ ἄμα τ’ αὐτίκα καὶ μετέπειτα (ξ
 402), ταὐτὸ τῷ εἴη καὶ γένοιτο.

1. ἐζήτηται δὲ πῶϲ ὁ Νέϲτωρ ἐπὶ τοϲοῦτον πίνει,
 ἀρξάμενοϲ 
 ἀπὸ τῶν ἐϲχάτων τῆϲ Λ. καὶ ῥητέον ὅτι οὐ τοϲοῦτον χρόνον
 ἔπινεν. δ’ ἀλλ’ Ὅμηροϲ, κατὰ παρέκβαϲιν ἀπαγγείλαϲ τὰϲ πράξειϲ,
 βουληθεὶϲ δὲ L. f. 296b. ἐπὶ τὸν Νέϲτορα μεταβῆναι, πάλιν ἀπὸ ταύτηϲ τῆϲ
 πράξεωϲ ἤρξατο, ἀφ’ cf Paris. ap. ἧϲπερ αὐτὸν καὶ κατέλιπε ποιοῦντα. 
 ἀκολάϲτωϲ, φαϲὶ , καὶ ὡϲ μέθυϲοϲ πίνει. τάχα γοῦν τὸν κυκεῶνα 
 πίνειν φηϲίν, ὃϲ εἶχε καὶ οἶνον. τινὲϲ δὲ ϲτίζουϲιν εἰϲ τὸ
 ἰαχή, καὶ τὸ ἑξῆϲ οὕτωϲ· ἀλλὰ καὶ πρὸϲ τὸν Ἀϲκληπιάδην πίνοντα ἔφη. ὁ δὲ
 Ἀρίϲταρχοϲ ἀντὶ τοῦ ὁμοίωϲ τῷ Μαχάονι, ὡϲ τὸ ϲὺ δὲ χαῖρε καὶ ἔμπηϲ (ε
 205), παρών τε καὶ ἀπών, τόν τε πέρ πλεονάζειν, ὡϲ τὸ ἔρυγόν περ αἰπ ὺτ
 ὄλεθρον (ρ 47 ).

5. ad Λ 624 (in Addendis ad p. 167. 27 sqq .).

74 sqq. ἐζήτηται πῶϲ ὁ Ἀγαμέμνων οὕτωϲ ἀϲτρατήγωϲ φυγεῖν προϲτάϲϲει τοῖϲ Ἔλληϲι, λέγων νῆεϲ ὅϲαι πρ
 ῶται καὶ τὰ ἑξῆϲ . ῥητέον οὖν, ὅτι ὁ Ἀγαμέμνων γινώϲκων αὐτοὺϲ
 μὴ φευξομένουϲ διὰ τὴν οἰκείαν ἀρετήν, καὶ ὅτι οὐδὲ λαθεῖν ἠδύναντο τοὺϲ
 πολεμίουϲ, ἐπιτρέπει 
 
 αὐτοῖϲ φεύγειν, ἵνα μὴ δόξη παρὰ δύναμιν κατέχων αὐτοὺϲ
 ἕνεκα τοῦ καθ’ ἑαυτὸν χρηϲίμου αἴτιοϲ γίνεϲθαι τοῦ πάνταϲ ἀπολέϲθαι,
 τοὐναντίον δὲ εὔνοιαν ἑαυτῷ πορίϲηται διὰ τὸ πᾶν ὁτιοῦν αἱρεῖϲθαι
 ποιεῖν, καὶ ὑπομένειν καὶ τὴν ἐκ τῆϲ φυγῆϲ ἀδοξίαν ἕνεκεν τῆϲ ἐκείνων
 ϲωτηρίαϲ. 
 
 ἢ νοϲῶν οὐχ ὁρῇ τὸ χρειῶδεϲ, ἢ τῶν ἀριϲτέων πειρᾶται· οἶδε γὰρ ὅτι ἐντὸϲ ἡϲυχίᾳ μὲν τῶν πραγμάτων κειμένων ὑποπίπτουϲι τοῖϲ
 ὑπερέχουϲιν ἕκαϲτοϲ, κινδύνου δὲ ἐπιγενομένου δηλοῦϲι τὴν προαίρεϲιν,
 οὐδὲν τῆϲ οἰκείαϲ ἀφϲφαλείαϲ προτιμῶντεϲ. καὶ ἰδίωϲ μὲν αὐτὸϲ πάλιν
 δοκιμάζειν βούλεται. καὶ πρὸϲ ϲώφροναϲ ὁ λόγοϲ, καὶ οὐκ εὐθὺ πηδήϲουϲι
 πρὸϲ πρᾶξιν. βούλεται δὲ παρακληθῆναι ἑαυτῷ τὸν ϲτρατόν, ἀλλὰ διὰ τῶν ἡγεμόνων· δι’ ἑαυτοῦ γὰρ οὐκ ἐδύνατο, ὡϲ τοῦ παρόντοϲ
 κινδύνου διὰ τὴν Ἀχιλλέωϲ μῆνιν τὴν αἰτίαν φέρων.

109. ἐζήτηται διὰ τί νῦν Διομήδηϲ ϲυμβουλεύει καὶ οὐχ ὁ Νέϲτωρ. ῤητέον
 οὖν ὅτι τὸ μὲν γῆραϲ ἐντὸϲ τοῖϲ δεινοῖϲ ἐϲτιν ἐπιϲχετικὸν, ἡ δὲ. νεότηϲ
 θαρϲαλεωτέρα. ἄλλωϲ τε καὶ Διομήδηϲ ἐντὸϲ τῆ προτέρᾳ βουλῇ 
 (I 32 sqq ) Θαυμαϲθεὶϲ νῦν μᾶλλον τεθάρρηκε καὶ προήρπαϲε τῶν
 πρεϲβυτέρων τοὺϲ λόγουϲ.

114 sqq. καὶ διὰ τί νῦν ὁ Διομήδηϲ ἑαυτὸν γενεαλογεῖ. ῥητέον
 οὖν ὅτι πάνυ ῥητορικῶϲ· δεῖ γὰρ ἐντὸϲ ταῖϲ ϲυμβουλαῖϲ προαποδεικνύειν,
 ὡϲ εἰϲὶν οὐχ οἱ τυχόντεϲ ἀλλὰ πολλῷ κρείττουϲ, ἵν’ οὕτωϲ ὡϲ ἂν καλλίονεϲ
 εἰπόντεϲ πείϲωνται.

147. πῶϲ δὲ, φηϲὶν, ὁ Ποϲειδῶν ὁμοιωθεὶϲ πρεϲβύτη ὑπὲρ τὴν ἡλικίαν
 ἐφθέγγετο: ῥητέον ὅτι τῇ μὲν ὄψει πρεϲβύτηϲ ἐφαίνετο, τῇ δὲ φωνῇ τὴν τοῦ
 θεοῦ δύναμιν ἐπεδείκνυτο. 
 πῶϲ δὲ ὁ κλέπτων τὴν μάχην βοᾷ; ἐπεὶ εἶπεν· ἠχὴ δ’
 ἀμφοτέρων ἵκετ’ αἰθέρα καὶ Διὸϲ αὐγάϲ (N 837 ).

200. πῶϲ πολλάκιϲ Ὅμηροϲ τὴν γῆν ἄπειρον εἰπών, διὰ τούτων ταί μιν
 φέρον ἐφ’ ὑγρὴν ἠδ’ ἐπ’ ἀπείρονα γαῖαν (α 97. 8), καὶ πάλιν·
 γαῖαν ἀπειρεϲίην ( Υ 58), πάλιν διὰ τῆϲ Ἥραϲ· εἶμι λυφόρβου. γὰρ ὀ
 ψομένη πολυφόρβου πείρατα γαίηϲ, μάχεται γὰρ τὸ ἅμα μὲν
 αὐτὴν πεπεραϲμένην ἅμα δ’ ἀπείρονα ἀποφαίνεϲθαι. εἰ μὲν οὖν ἡ τοῦ
 ἀπείρου φωνὴ ἐντὸϲ ϲημαινόμενον περιεῖχε, τὸ κατὰ ποϲὸν ἀδιεξίτητον καὶ
 ἀπειρομέγεθεϲ, ἐναντιολογία ἂν ἦν· πῶϲ γὰρ ἡ ἀπειρομεγέθηϲ γῆ πέρατα ἄν
 ἔχοι, ἐπειδὴ δὲ τὸ ἄπειρον πολλαχῶϲ λέγεται, ἄτοπον ἂν εἴη, πλειόνων
 ὄντων τῶν ϲημαινομένων, ἐφ’ ἓν ἀποταξαμένουϲ ἐλθεῖν, καὶ
 τοῦτο μαχόμενον. δεικτέον οὖν κατὰ ποῖον ϲημαινόμενον τὴν πεπεραϲμένην
 ἐνδέχεται καὶ ἄπειρον λέγειν. ἡ τοίνυν τοῦ ἀπείρου φωνὴ τάϲϲεται μὲν καὶ
 κατὰ ποϲόν. διττὸν δὲ τοῦτο, ἢ κατὰ μέγεθοϲ ἢ κατὰ πλῆθοϲ· κατὰ μέγεθοϲ
 μέν , ὅταν ζητῶμεν εἰ ἄπειροϲ ὁ κόϲμοϲ, κατὰ πλῆθοϲ δέ, ὅταν εἰ ἄπειροι
 οἱ κόϲμοι, ὡριϲμένοι μὲν κατὰ μέγεθοϲ, κατὰ δὲ πλῆθοϲ
 ἀδιεξίτητοι ὄντεϲ. ϲημαίνει δὲ τὸ ἄπειρον καὶ τὸ πεπεραϲμένον μὲν τῇ
 ἑαυτοῦ φύϲει, ἡμῖν δ’ ἀπερίληπτον, ᾧ δὴ ϲημαινομένῳ χρῆται Ὅμηροϲ, ὅταν
 λέγη· Κρήτη τιϲ γαῖ’ ἐϲτι μέϲ ῳ ἐνὶ οἴνοπι πόντ ῳ, καλὴ καὶ πίειρα,
 περίρρυτοϲ, ἐντὸϲ δ’ ἄνθρωποι πολλοὶ ἀπειρέϲιοι (τ 172 4 ), καὶ ἐπὶ τοῦ
 Χρύϲου δὲ τὰ ἄποινα ὑπὲρ τῆϲ θυγατρὸϲ κομίϲαντοϲ φέρων
 φηϲὶν ἀπερείϲι’ ἄποινα ( Α 13 ), ὅπερ ἐϲτὶ πολλὰ τῷ πλήθει. τρία μὲν οὖν
 ταῦτα ϲημαινόμενα ἐκ τῆϲ τοῦ ἀπείρου φωνῆϲ κατὰ ποϲὸν δεδήλωται.
 ϲημαίνει δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ κατὰ τὸ εἶδοϲ διαφέροντοϲ καὶ ἄγαν καλοῦ, ὡϲ
 παρ’ Ἡϲιόδῳ ἐντὸϲ Γυναικῶν καταλόγῳ ἐπὶ τῆϲ Ἀγήνοροϲ παιδόϲ· Δημοδόκηϲ,
 τὴν πλεῖϲτοι ἐπιχ θονίων ἀνθρ ὠπῶν μνήϲτευον καὶ πολλὰ καὶ
 ἀγλαὰ δ ῶρ’ ὀνόμηναν, ἴφθιμοι βαϲιλῆεϲ, ἀπειρέϲιον κατὰ εἶδοϲ (Hes. fr.
 41 Marksch. 58 Gottl.) τὸ γὰρ ἀπειρέϲιον ἐντὸϲ τούτοιϲ ἐπὶ τοῦ κατ’
 εἶδοϲ ἐξόχου καὶ καλοῦ ἄγαν τέτακται. δυνατὸν δὲ καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ Χρύϲου
 κομιϲθέντα οὕτωϲ ἀπερείϲι’ ἄποινα λέγεϲθαι, οἷoν
 ὑπερβαλλόντωϲ καλὰ καὶ περικαλλῆ. λέγεται δὲ ἄπειρον κατ’ ἄλλο 
 
 
 
 
 ϲημαινόμενον καὶ ἐπὶ τοῦ κατὰ ϲῶμα κυκλοτεροῦϲ τε καὶ
 ϲφαιροειδοῦϲ· τῶν γὰρ πεπεραϲμένων ἃ μὲν πρὸϲ πέραϲι λέγεται ὡριϲμένοιϲ
 πεπεράνθαι, ἃ δὲ οὔ ὡϲ φέρε ἃ ἀπὸ γραμμῶν ἤ οἷον τοῦ τετραγώνου, πρὸϲ
 πέραϲι μέν ἐϲτι τοῖϲ ἀπό του καὶ ἐπί τι· δύο γὰρ ὄντων περάτων, τὸ μέν
 ἐϲτιν ἀρχὴ ἀφ’ οὗ, τὸ δὲ τέλοϲ εἰϲ ὅ ἐϲτι γὰρ ἐπ’ αὐτοῖϲ τὸ πόθεν ποῖ. τῆϲ δὲ ὅληϲ τοῦ κύκλου περιφερείαϲ οὐκέτι· πᾶν γὰρ ὃ ἄν τιϲ ἐπινοήϲῃ ϲημεῖον, ἀρχή τέ ἐϲτι καὶ πέραϲ·
 ξυνὸν γὰρ ἀρχ ὴ καὶ πέραϲ ἐπὶ κύκλου περιφερείαϲ κατὰ τὸν Ἡράκλειτον.
 τοῦ τοίνυν κύκλου κατὰ τὴν περιφέρειαν ὄντοϲ πεπεραϲμένου καὶ μὴ ἀπείρου
 κατὰ τὸ διεξίτητον, οὐκ ἂν λέγοιτο πρὸϲ πέραϲιν αὐτὴ πεπεράνθαι. κατὰ δὲ τὸ μὴ ἔχειν ποθέν ποι διάφορα πέρατα πᾶν τε τὸ
 ληφθὲν ἀρχὴν εἶναι καὶ πέραϲ ἄπειρον ἐκάλουν τὸν κύκλον· ὡϲαύτωϲ δὲ καὶ
 τὴν ϲφαῖραν οὔτε ἄπειρον καὶ ἀδιεξίτητον οὐϲαν κατὰ μέγεθοϲ οὔτε κατὰ
 ἀριθμὸν, κατὰ δὲ τὸ μὴ πέραϲι διαφόροιϲ ἀφορίζεϲθαι. τῆϲ φωνῆϲ κατὰ τὰϲ ϲυντάξειϲ ἄλλα τε καὶ ἅπερ δὴ
 καὶ τὸ πολύ ϲημαινούϲηϲ· οὕτωϲ γὰρ ἀχανὲϲ πέλαγοϲ ( Plut.
 Alex. 31 ?) τὸ μέγα πάνυ, καὶ ὁ ἐντὸϲ Δελφοῖϲ θεὸϲ ἀφήτωρ (1 404) ὁ
 πολυφήτωρ καὶ πολλὰϲ 
 
 
 ἀφιεὶϲ φήμαϲ, οὐχ ὁ μηδεμίαν, καὶ ἄξυλοϲ ὕλη (Λ 155) ἡ
 πολύξυλοϲ. οὕτω καὶ ἄπειροϲ κύκλοϲ ὁ πολυπείρων· οὐ γὰρ ἂν ἔλθῃ τιϲ,
 τοῦτο αὐτὸ τὸ πέραϲ ἐϲτί. ϲημαινούϲηϲ δὲ τῆϲ α καὶ τὸ ἴϲον, ὡϲ τὸ
 ἀρρεπέϲ τὸ ἰϲορρεπέϲ, καὶ ἀτάλαντον (e. c. B⟩ 621) τὸ ἰϲοτάλαντον,
 δύναται καὶ ἀπείρων ἰϲοπέρατοϲ εἶναι, ὅτι ὅμοιοϲ πάντη κατὰ
 τὰ πέρατα. τὸ δὲ ἴϲον ἐπὶ μόνων ϲχημάτων κύκλου τε καὶ ϲφαίραϲ γίνεται·
 ὅμοια γὰρ ταῦτα πάντοθεν διὰ τὸ τὴν ἐκ μέϲου πρὸϲ τὸ πέραϲ ἴϲην ἀποχὴν
 εἶναι πάντη. διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὁμοιομερὴϲ ἥ τε τοῦ κύκλου περιφέρεια καὶ
 ἡ τῆϲ ϲφαίραϲ ἐπιφάνεια· καὶ τὸ ὅμοιον πάντη ἐπὶ μόνων τῶν ϲχημά τούτων λέγεται. εὐλόγωϲ οὖν οἱ παλαιοὶ ἐπὶ τὸ προϲαγορεύειν
 τὸν τε κύκλον καὶ τὴν ϲφαῖραν ἀπείρονα προήχθηϲαν. οὕτω καὶ Ἀριϲτοφάνηϲ
 Δαναίϲι (fr.247 D.) δακτύλιον χαλκοῦν φέρων ἀπείρονα ἔφη· ἔϲτι δὲ ὁ
 ἀπείρων δακτύλιοϲ καὶ ὁ κρίκοϲ ὁ ἀϲυγκόλλητοϲ καὶ πέραϲ μὴ δεικνύϲ,
 ἀρχήν τε καὶ τέλοϲ· οἱ γὰρ ϲφενδόναϲ ἔχοντεϲ, εἰϲ ἃϲ οἱ
 λίθοι ἐντίθενται ἢ ϲφραγῖδεϲ, οὔκ εἰϲιν ἀπείρονεϲ· οὐ γάρ ἐϲτιν
 ὁμοιομερήϲ. ὁμοίωϲ δὲ καὶ Αἰϲχύλοϲ τὰϲ ἐντὸϲ κύκλῳ ἑϲτώϲαϲ ἐντὸϲ
 ἀπείρονι ϲχήματί φηϲιν ἵϲταϲθαι· ὑμεῖϲ δὲ βωμὸν τόνδε καὶ πυρὸϲ ϲέλαϲ
 κύκλ ῳ περίϲτητ’ἐν λόχ ῳ τ’ ἀπείρονι ε ὔξαϲθε (fr.407 D.) τοῦτο δέ ἐϲτιν
 ἐντὸϲ τάξει κατὰ κύκλον· ὁ γὰρ λόχοϲ ἐϲτὶ τάξιϲ, ἐπεὶ καὶ ὁ
 λοχαγὸϲ ταξίαρχοϲ. καὶ Εὐριπίδηϲ (Orest. 25) ἐπὶ τοῦ ϲυνερραμμένου
 πανταχῆ χιτῶνοϲ καὶ κατὰ τοῦτο ὁμοίου (πέριξ οὖν ἡ Κλυταιμνήϲτρα τὸν
 Ἀγαμέμνονα ἐνέδυϲεν)· ἡ πόϲιν περιβαλοῦϲ’ ὕφάϲματι ἀπείρονι. καὶ ἐπὶ τοῦ
 αἰθέροϲ κυκλοτεροῦϲ ὄντοϲ εἰπὼν ὁρᾷϲ τὸν ὐψοῦ τόνδ’ ἀ πείρον’ αἰθέρα ,
 ἐπήγαγε κατὰ τί ἄπειρον εἴρηκεν, ὅτι κατὰ τὸ τὴν γῆν ἔχειν
 πέριξ ὑγραῖϲιν ἀγκάλαιϲ (fr. 935 D.). μήποτε δὲ καὶ ὅταν Ὅμηροϲ λέγῃ
 δεϲμοὶ μὲν τρὶϲ τόϲϲοι ἀπείρονεϲ ἀμφὶϲ φὶϲ ἔχοιεν (Θ 340), οἱ ἀπείρονεϲ
 δεϲμοὶ οὐ ϲημαίνουϲι πλῆθοϲ ἀλλὰ 
 
 
 
 
 
 τοὺϲ ἰϲχυρούϲ, οἵ εἰϲιν ἔγκυκλοι καὶ κρικωτοί· πρὸϲ γὰρ
 τὴν ἐρώτηϲιν ἡ ἀπόκριϲιϲ ἔϲται κατὰ λόγον τοῦ ϲημαινομένου οὕτωϲ
 ἀποδοθέντοϲ· ἤρετο μὲν γὰρ αὐτὸν εἰ θέλοι δεϲμοῖϲι κρατεροῖϲι πιεϲθεὶϲ
 εὕδειν παρὰ τῇ Ἀφροδίτῃ, ὁ δὲ ἀποκρίνεται· εἴη μοι πολλάκιϲ τοϲούτοιϲ
 δεϲμοῖϲ δεθέντα εὕδειν, ἴϲον τῷ πολυπλαϲίοιϲ καὶ πρὸϲ τούτοιϲ ἀπείροϲιν,
 ἐντὸϲ ταὐτῷ λέγων τῷ ἰϲχυροῖϲ· τοῦτο γὰρ αὐτὸϲ ἐπύθετο ἦ ῥά
 κεν ἐντὸϲ δεϲμοῖϲ ἐθέλοιϲ κραταιοῖϲι πιεϲθεὶϲ ε ὑδεῖν (Θ 336 ); τὸ δὲ
 ἰϲχυροῖϲ δηλοῖ διὰ τῆϲ ἀπείρονοϲ φωνῆϲ, ἀναφέρων ἐπὶ τοὺϲ κρικωτοὺϲ καὶ
 ταύτῃ δυϲλύτουϲ. ὡϲ γὰρ ἀλλαχοῦ εἶπε πέδαϲ ἀρρήκτουϲ ἀλύτουϲ (N 36),
 οὕτωϲ ἐνταῦθα τοὺϲ ἀπείροναϲ δεϲμοὺϲ τοὺϲ ἀλύτουϲ διὰ τὸ
 ἐντὸϲ κύκλῳ περιέχειν. εἰ γὰρ ἀπείρονεϲ ἀκούοιμεν ὡϲ ἄπειροι πλήθει,
 ἄλογοϲ ἔϲται ἡ ἀπόφαϲιϲ, τρὶϲ τόϲϲουϲ εἰπεῖν καὶ ἀπείρουϲ· τὸ γὰρ τρὶϲ
 τόϲϲουϲ πολλαπλάϲιόν ἐϲτι, τὸ δὲ καθ’ ὁποϲονοῦν πολλαπλάϲιον οὐκ
 ἄπειρον. ὥϲτε ἅμα δεϲμοί τε εἶεν ἂν καὶ τὸ πλῆθοϲ ἄπειροι· ὁ γὰρ δεϲμὸϲ
 ϲυνοχὴν καὶ δέϲιν ὑπαγορεύων τοῦ κατὰ πλῆθοϲ ἀπείρου 
 κεχώριϲται. ὅλωϲ τε ἡ ἐρώτηϲιϲ οὐ περὶ πλήθουϲ ἀλλὰ περὶ δυνάμεωϲ· εἰ
 γὰρ βουληθείη δεϲμοῖϲι κρατεροῖϲ πιεϲθεὶϲ εὕδειν ἐρωτῇ, οὐχὶ πολλοῖϲ.
 ἄλογον δὲ πρὸϲ τὸ πολλοῖϲ ὅπερ οὐκ ἐπύθετο ἀποκρίνεϲθαι, πρὸϲ δὲ τὸ
 κρατεροῖϲι μηδὲν φάναι. λέγοι ἂν οὖν τὸ μὲν τρὶϲ τόϲϲουϲ πολλαπλαϲίουϲ,
 ἀπείροναϲ δὲ τοὺϲ κραταιούϲ, ὥϲτε τὸ ἄπειρον καὶ ἐπὶ ϲχήματοϲ πεπεραϲμένου καθ’ Ὅμηρον τίθεται. καὶ ἔϲτι τοῦ κυκλοτεροῦϲ ἴδιον καὶ
 ϲφαιροειδοῦϲ, εἴγε καὶ αὐτὸϲ πείρατα γαίηϲ φηϲὶ καὶ ἀπείρονα ρονα γαῖαν,
 ἀδύνατον δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ κατὰ μέγεθοϲ ἢ κατὰ ποϲὸν ἀδιεξιτήτου ἀπείρου
 τίθεϲθαι πέραϲ, ἐπὶ δὲ τοῦ περιφεροῦϲ οἷόν τε. ὥϲτε ϲυνάγεται, εἴπερ ἡ
 γῆ πεπεραϲμένη ῥηθεῖϲα ἄπειροϲ πάλιν ἐῤῥήθη, μὴ διὰ τὸ μὴ
 ἐξίτητον αὐτὴν εἶναι κατὰ μέγεθοϲ εἰρῆϲθαι ἄπειρον, διὰ δὲ τὸ ϲφαιροειδῆ
 εἶναι, καὶ τοιαύτην αὐτὴν κατὰ ϲχῆμα ὑπειλῆφθαι τῷ Ὁμήρῳ. εἰ δὲ καὶ
 ἀπειρέϲιοϲ ὡϲ μέγαϲ ἀκούοιτο καὶ ἀπερίληπτοϲ εἰϲ γνῶϲιν ἡμετέραν, οὐδ’
 οὕτωϲ ἀντιπίπτει κατὰ τὴν πρόϲ τι ϲχέϲιν · πολλὴ μὲν γὰρ οἰκουμένη τῆϲ
 καθ’ ἡμᾶϲ ἠπείρου, πολλὴ δὲ θάλαϲϲα, πολλὴ δ’ ἀντίπερα
 ταύτηϲ χέρϲοϲ. διειργομένη τῷ τοῦ Ὠκεανοῦ χεύματι (μέϲϲῳ γὰρ μεγάλοι
 ποταμοὶ καὶ δεινὰ ῥέεθρα, Ὠκεανὸν 
 
 μὲν πρῶτον, ὃν οὔπω ἔϲτι περῆϲαι, λ 157)· τῆϲ δ’
 οἰκουμένηϲ αὐτῆϲ εἴ τιϲ ἐπίδοι τὰ μεγέθη καθόλου τε καὶ κατὰ μέρη, καὶ
 τῆϲ θαλάϲϲηϲ τά τε πελάγη καὶ τοὺϲ κόλπουϲ τοὺϲ μεγάλουϲ τε καὶ μικρούϲ,
 πολλοῦ χρόνου δέοιτ’ ἂν πρὸϲ τὴν διήγηϲιν. κἂν μέντοι ἀπειρεϲίη λέγοιτο διὰ τὸ κάλλοϲ, οὐδ’ οὕτωϲ ἀντιπίπτει τῇ φύϲει αὐτῆϲ
 τὸ ϲημαι καθάπερ τοῖϲ διαγράφειν τὰ κατ’ αὐτὴν βουλομένοιϲ ἐϲτὶ
 πρόδηλον. 
 Ex eadem quaestione additis nonnullis, quae alinde illata esse videntur,
 excerptum est schol. α 98 , quod in cod. E secundum Dindorfium (cf. idem in praet, p. XXX) ita legitur: 
 ἀ πείρον α γαῖαν τὴν πέραϲ μὴ ἔχουϲαν διὰ τὸ εἶναι
 ϲτρογγυλοειδῆ ἢ ϲφαιρικὴν καὶ κυκλικήν· ἢ καθ’ ὅϲον πρὸϲ ἡμᾶϲ ἄπειρόϲ
 ἐϲτιν, εἰ καὶ τῇ φύϲει πεπέραϲται· τεταρτημόριον γὰρ μόνον τῆϲ γῆϲ
 οἰκεῖται. ἢ ἀντὶ τοῦ περικαλλήϲ, καθάπερ τοῖϲ διαγράφειν τὰ κατ’ αὐτὴν
 βουλο ἐϲτὶ πρόδηλον. λαμβάνεται γὰρ τὸ ἄπειρον καὶ ἐπὶ τοῦ
 κατὰ τὸ εἶδοϲ διαφέροντοϲ καὶ ἄγαν καλοῦ, ὡϲ παρ’ Ἡϲιόδῳ ἐντὸϲ Γυναικῶν
 καταλόγῳ ἐπὶ τῆϲ Ἀγήνοροϲ παιδόϲ· Δημοδόκηϲ, τὴν πλεῖϲτοι ἐπιχθονίων
 ἀνδρῶν μνηϲτεύον τὸ καὶ πόλλ’ ἀγλαὰ δ ῶρ’ ὀνόμηναν, ἴφθιμοι βαϲιλῆεϲ,
 ἀπειρέϲιον κατὰ εἶδοϲ. ἰϲτέον δὲ ὅτι ἄπειροϲ ὁ κύκλοϲ καὶ ἡ
 ϲφαῖρα λέγεται ἢ διὰ τὸ μὴ πέραϲι διαφόροιϲ ἀφορίζεϲθαι κατὰ ϲτέρηϲιν
 τοῦ α, ἢ διὰ τὸ πολλὰ πέρατα ἔχειν κατ’ ἐπίταϲιν τοῦ α. οὐ γὰρ ἂν ἔλθοι
 τιϲ τοῦτο ἐπ’ αὐτὸ πέραϲ ἴϲωϲ ἔχον διὰ τὸ ἰϲοπέραϲτον εἶναι διὰ τὴν ἐκ
 τοῦ μέϲου πρὸϲ τὸ πέριξ ἴϲην ἀπόϲταϲιν κατ’ ἰϲότητα του α. οὔτωϲ
 Ἀριϲτοφάνηϲ Δαναΐϲι· δακτύλιον χαλκοῦν φέρειν ἀ πείρονα
 ἔφη, δηλῶν τὴν ϲφενδόνην μὴ ἔχοντα πέραϲ καὶ διὰ τοῦτο ὁμοιομερῆ ὄντα.
 ὁμοίωϲ καὶ Αίϲχύλοϲ τὰϲ ἐντὸϲ κύκλῳ ἑϲτώϲαϲ καὶ ἀπείρονι ϲχήματί φηϲιν
 ἵϲταϲθαι· ὑμεῖϲ δὲ βωμὸν τόν δε καὶ πυρὸν γέραϲ κύκλ ῳ παρίϲτατε ἐντὸϲ
 λὸχ ῳ τ’ ἀ πείρονι εὔξαϲθε, τουτέϲτιν ἐντὸϲ τάξει κατὰ κύκλον. ὁ γὰρ
 λόγοϲ (?) ἐϲτὶ τάξιϲ, ἐπεὶ καὶ λοχαγὸϲ ὁ ταξίαρχοϲ.

212. πῶϲ ἡ ἄλλουϲ ἐξαπατῶϲα ἀπατᾶται νῦν; ἢ ὅτι οὐκ ἀλεξιφάρμακον ἀπάτηϲ ἡγεῖϲθαι δεῖ τὸν
 κεϲτόν · ἐϲτι γὰρ μόνηϲ ϲυνουϲίαϲ περιποιητικόϲ, φιλοτιμουμένη δέ φηϲι
 περὶ αὐτοῦ τὸ ὅ τι φρεϲὶ ϲῇϲι μενοινᾷϲ (v. 221). οὐδὲν οὖν κωλύει αὐτήν
 τε ἀπατᾶϲθαι καὶ ἄλλουϲ om. Vict. 32 οὐἱαϲ Lp Vict. 33 φιλοτιμουμένηϲ Bl
 post μενοιωῷϲ add. 
 
 
 
 ἀπατᾶν δύναϲθαι. ἢ δίδωϲι τὸν κεϲτόν, ὅπωϲ τῇ ἀπουϲίᾳ τῆϲ
 Ἥραϲ ἀκίνδυνοι εἶεν Τρῶεϲ.

216sqq. διὰ τί τὰ ἐρωτικὰ ἐντὸϲ ἱμάντι φηϲὶν Ὅμηροϲ κατεϲτίχθαι· φιλότηϲ
 ἔνθ’ ἔνι μὲν φιλότηϲ, ἐντὸϲ δ’ ἵμεροϲ, φηϲὶν οὖτ Ϲάτυροϲ, ὡϲ ἐπεὶ πληγῶν
 ἄξια δρῶϲιν οἱ ἐρῶντεϲ Ἀπίων δέ, ἐπειδ δεϲμοῖϲ ἐοίκαϲι καὶ
 βρόχοιϲ οἱ ἔρωτεϲ καὶ τὰ τῶν ἐρώτων πάθη· Ἀρίϲταρχοϲ. δέ, ὅτι ἄχρι τοῦ
 δέρματοϲ διικνεῖται τὰ ἐρωτικὰ πάθη τήκοντα τοὺϲ ἐρῶνταϲ καὶ ἀποξύοντα
 διὰ τῆϲ ϲτύψεωϲ τὰ μέλη.

230 διὰ ποίαν αἰτίαν ἐντὸϲ τῇ Λήμνῳ μάλιϲτα ὁ Ὕπνοϲ διατρίβει; ῥητέον οὖν
 ὅτι Λήμνου μὲν ἦν δεϲπότηϲ Ἥφαιϲτοϲ, γυνὴ δὲ τούτου Χάριϲ,
 Παϲιθέαϲ δὲ τῆϲ Χάριτοϲ ἀδελφῆϲ ἐρωτικῶϲ ἔχων ὁ Ὕπνοϲ ἐκεῖ διέτριβεν.
 ταύτην οὖν αὐτῷ ἐπαγγέλλεται γυναῖκα δώκαϲειν Ἥρα. δύναται δὲ καὶ
 φυϲικώτερον λυθῆναι, ὅτι οἰνοφόροϲ ἡ Λῆμνοϲ, καθὼϲ λέγει· νῆεϲ δ’ ἐκ
 Λήμνοιο παρέϲταϲαν οἶνον ἄγουϲαι (H 467 ), τοῖϲ δὲ πολυποτοῦϲι μάλιϲτα ὁ
 ὕπνοϲ παρέπεται. 
 
 
 πολυοίνων ὄντων καὶ φιλοίνων τῶν Λημνίων εἰκότωϲ ἐκεῖϲε διατρίβει ὁ
 Ὕπνοϲ· καὶ γὰρ πολὺν ἔχουϲιν οἶνον, ὥϲτε καὶ τοῖϲ Ἕλληϲι χορηγεῖν· γεῖν·
 καὶ γὰρ καὶ οἱ Λήμνιοι, ὡϲ οἱ παῖδεϲ Αἰγύπτου, ὑπὸ τῶν γυναικῶν διὰ τὴν
 πολλὴν ἀναιροῦνται ἀκραϲίαν. εἴωθε δὲ ὁ Ὕπνοϲ ἐπὶ πάνταϲ καὶ μᾶλλον ἐπὶ
 τοὺϲ μεθύϲουϲ ἐνδιατρίβειν.

246. πῶϲ Ἡϲιόδου (theog. 116) πάντων πρῶτον εἰπόντοϲ γεγενῆϲθαι 
 ϲθαι τὸ χάοϲ, Ὅμηρόϲ φηϲι γεγενῆϲθαι τὸν Ὠκεανὸν ποταμόν, ῥητέον οὖν ὅτι
 ἕκαϲτοϲ εἴρηκεν ὡϲ ἐβούλετο, Ὅμηροϲ δὲ φιλοϲοφώτερον· τὸ γὰρ ὕδωρ τῶν
 πάντων ἡ ζωή, καὶ προέχει τῶν τεϲϲάρων ϲτοιχείων, ὅθεν καὶ
 Πίνδαροϲ ἄριϲτον αὐτό φηϲιν.

267. v. schol. 2 ad lin. 17 sqq. allatum.

275. διὰ τί Ἥραϲ ὑποϲχομένηϲ τῷ Ὕπνῳ δώϲειν θρόνον ἀρνεῖται, 
 αἰτεῖται δὲ Χαρίτων μίαν ὁπλοτεράων; καὶ τί βούλεται ἡ ὁπλοτέρα
 ὁπλοτεράων. Χάριϲ, ῥητέον οὖν · τὸν μὲν θρόνον ἀρνεῖται, ὅτι Ὕπνοϲ
 θρόνου,  οὐ δεῖται Θανάτου γὰρ τὸ τοιοῦτον, περιφοίτητον δὲ
 Ὕπνοϲ πάθοϲ ἐϲτὶ καὶ τῶν ἐπιόντων καὶ τῶν ἀπιόντων. Χάριν δὲ αἰτεῖται οὐ
 προκαταρκτικὴν ἀλλ’ ἀμειπτικήν· ἀνθ’ ὧν γὰρ εὖ ποιεῖ ἀξιοῖ λαβεῖν τὴν
 ἀμοιβήν, οὐκ ἐξ ὧν αὐτὸϲ προκατήρχθη. αἱ μὲν οὖν προκατάρχουϲαι Χάριτεϲ
 εἶεν ἂν πρεϲβύτεραι, αἱ δὲ ἀμειπτικαὶ ἔτι νεώτεραι· μεταγενέϲτερον ηὰρ, καὶ διὰ τοῦτο νεώτερον, τὸ δεύτερον τοῦ προτέρου.
 διόπερ τῶν ὁπλοτέρων φηϲὶν αἰτεῖϲθαι μίαν Χαρίτων. 
 φέρτερον τὸν κρείττω λέγει, τὸν φέρειν ἰϲχύοντα,
 ποιήϲαϲ τοὔνομα ἀπὸ τοῦ φέρειν δύναϲθαι μᾶλλον τὰ
 προϲπίπτοντα. τούτου πρόφερε οὖν ἐντὸϲ εἴδει ὁ ὁπλότεροϲ, ὁ φέρειν
 μᾶλλον ὅπλον δυνάμενοϲ. ἀντιφερίζει δὲ ὁ ἐξ ἐναντίαϲ τῷ
 φέροντι ἀντιφέρων τὸ ἴϲον. τὸ δ’ αὐτὸ 
 
 
 
 
 καὶ ἰϲοφαρίζει (Φ 194) λέγει, ἤτοι ἀπὸ τῶν φερόντων
 ἐναντία ὅπλα ἢ καὶ ἀπὸ τῶν ὑποζυγίων· ἥλικεϲ ἰϲοφόροι (ϲ 373). ἀπὸ τοῦ
 φέρειν δὲ καὶ τὸ ἀλλ’ ἄγε δὴ πρόφερε κρατερὸν μένοϲ (K 479), ὡϲ εἰ ἔλεγε
 τὸ ὅπλον , καὶ μή μοι δ ῶρ’ ἐρατὰ πρόφερε χρυϲῆϲ Ἀφροδίτηϲ (Γ 64).

295. 96. καὶ πῶϲ φηϲι παρ’ Ὠκεανῷ αὐτὴν τρέφεϲθαι (v. 202); ἢ Τὸ
 ἀτιτάλλειν οὐκ ἐκ νηπίαϲ, ἀλλὰ τὸ ἐπιμελῶϲ τρέφειν φηϲί· τοὺϲ μὲν
 τέϲϲαραϲ αὐτὸϲ ἔχων ἀτίταλλ’ ἐπὶ φάτνῃ ( 211 ). λάθρα οὖν ἐμίγη, ὅτε δὲ
 ἐταρταρώθη ὁ Κρόνοϲ, ὡϲ παρθένοϲ ὑπονοουμένη ἐξεδόθη Διὶ παρὰ Τηθύοϲ καὶ
 Ὠκεανοῦ

304 — 6. ἀθετοῦνται οἱ ϲτίχοι ὡϲ ἀμβλύνοντεϲ τὴν ἐπιθυμίαν Διόϲ. κακῶϲ·
 οὐ γὰρ ἠμβλύνθη· περὶ ἀφροδιϲίων γὰρ λέγουϲα ἐπιτείνει τὸ πάθοϲ καὶ τὸν
 πόθον πλέον ἐξάπτει. ἄλλωϲ τε λέγονται, ἵνα μὴ ὕϲτε αἰτία ἦ ὡϲ εἰϲ τοῦτο
 ἐπίτηδεϲ ἐλθοῦϲα. 
 
 διὰ τί ἡ Ἥρα, ὅτε μὲν μετὰ τοῦ Διὸϲ ᾤχετο ἐπὶ τὸν Ὠκεανὸν (A
 423), οὐ διέλυϲε τὴν Τηθὺν καὶ τὸν Ὠκεανόν, ὕϲτερον δὲ ἡμέραιϲ
 πέντε ἢ δεκαπέντε ἐπεχείρει ἐπὶ τοῦτο πορεύεϲθαι; οὐ γὰρ
 δὴ μετ’ ἐκείναϲ γε διηνέχθηϲαν· πάλαι γάρ φηϲιν αὐτοὺϲ ἀπέχεϲθαι εὐνῆϲ
 καὶ φιλότητοϲ. ἢ οὐ λέγει ὁ ποιητὴϲ ὅτι ἐπορεύετο ἐπὶ τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι
 
 
 
 
 
 
 ϲκηπτομένη τοῦτο ἔπλαττε· τὸν δὲ δολο φρονέουϲα προϲηύδα
 πότνια Ἥρα (Ξ 300), καὶ 
 ἵπ ποι δ’ ἐντὸϲ πρυμωνρεί ῃ πολυπίδακοϲ Ἴδηϲ 
 ἐϲτᾶϲ′, οἵ μ’ οἴϲουϲιν ἐπὶ τραφερήν τε καὶ ὑγρήν 
 
 (v. 307. 8). οὐδαμοῦ δὲ ἦϲαν οἱ ἵπποι, ὥϲτε οὐδ’ ἡ πορεία
 ὄντωϲ ἐπὶ τοῦτο παρεϲκεύαϲται. ἔπειτα οἱ Αἰθίοπεϲ παρὰ τὸν Ὠξεαὸν
 οἰκοῦϲιν. Ὠκεανὸϲ δὲ καὶ τὸ ὕδωρ καὶ ὁ θεόϲ, καὶ οὐχ ὁ τῷ ὕδατι
 ἐντυγχάνων κύκλῳ πᾶϲαν περιθέοντι τὴν γῆν πάντωϲ καὶ τῷ θεῷ ἐντυγχάνει
 κατὰ πᾶν μέροϲ τοῦ ὕδατοϲ. οὐδ’ ἐλθοῦϲα μετὰ τοῦ Διὸϲ ἐπ’ ἄλλα ἂν ἀπῆλθε, πάρεργα ἑκάτερα ποιουμένη καὶ ἐγκαταλιποῦϲα τὸν
 ἡγεμόνα, ᾧ πάντεϲ οἱ ἄλλοι θεοὶ ἠκολούθουν· 
 Ζεὺϲ γὰρ ἐϲ Ὠκεανὸν μετ’ ἀμύμοναϲ Αἰθιοπῆαϲ 
 (Α 423) καὶ τὰ ἑξῆϲ. καὶ ταῦτα μὲν δόντεϲ αὐτῇ ἀπεληλυθέναι μετὰ
 τοῦ Διὸϲ οὕτω λύομεν· ὅτι δὲ οὐκ ἀπεληλύθει, δηλοῖ τὸ ὀργιζομένῳ Ἀχιλλεῖ παραγινομένην τὴν Ἀθηνᾶν λέγειν ὑφ’ Ἥραϲ πεπέμφθαι
 (Α194). πῶϲ οὖν, εἰ μὴ ἀπῆλθον καὶ αὐταὶ, εἴρηται θεοὶ δ’ ἅμα πάντεϲ
 ἕποντο (Α 124); καὶ διὰ τί φήϲαϲ πάνταϲ τοὺϲ θεοὺϲ εἰϲ Αἰθιοπίαν
 ἐληλυθέναι, θεοὶ δ’ ἅμα πάντεϲ ἕποντο, τὴν Ἀθηνᾶν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ φηϲιν
 ἐλθεῖν παρὰ τῆϲ Ἥραϲ πρὸϲ τὸν Ἀχιλλέα μήποτε δὲ ϲυλληπτικῶϲ 
 εἴρηται ἀπὸ τοῦ πλείϲτου τὸ πάν. ὥϲπερ γὰρ ἐπὶ τῶν ἡγεμόνων τῶν Ἀχαιῶν
 εἰπὼν ὅτι πάντεϲ ἐκάθευδον ἄλλοι μὲν παρὰ νηυϲὶν ἀριϲτῆεϲ Πανα χαι ῶνε
 ὗδονπανν ύχιοι (Κ 1 ) —ὅμωϲ ποιεῖ τὸν Ἀγαμέμνονα ἐγρηγορότα καὶ τὸν
 Μενέλαον — οὐδὲ γὰρ αὐτῷ ὕπνοϲ ἐπὶ βλεφάροιϲιν ἔπιπτεν (K 25) —, οὕτωϲ
 ἐκ τοῦ πλείϲτου τὸ πάνταϲ ἠκολουθηκέναι τοὺϲ θεὺϲ τῷ Διὶ
 εἴρηκεν· οὐ γὰρ δὴ θεῶν ἔμελλεν ὁ οὐρανὸϲ καταλείπεϲθαι ἔρημοϲ.

314 sqq. τίνοϲ ἕνεκεν τοϲοῦτον ἀκρατῆ παρίϲτηϲι τὸν Δία, ὡϲ μὴ δύναϲθαι
 κρατεῖν ἑαυτοῦ φαμὲν οὖν ὡϲ ἀπελογήϲατο περὶ τούτου ἐντὸϲ οἷϲ φηϲιν ἅ τ’
 ἔκλεψε νόον (ν. 217). ἄλλωϲ τε διδάξαι βούλεται τοὺϲ νέουϲ ὁ ποιητὴϲ
 ὅϲον ἐϲτὶ χαλεπὸν μὴ κρατεῖν τῶν παθῶν, ὅπου καὶ Ζεὺϲ ὁ παγκρατὴϲ πάθει
 νικηθεὶϲ ἐζημιώθη τὴν ὄνηϲιν, ἣν ἐξ ἀγρυπνίαϲ 
 περιεποιήϲατο.

345. πῶϲ οὖν ὁ Ὕπνοϲ διικνεῖται διὰ τοῦ νέφουϲ ἢ οὐχ ὁ ϲωματοειδὴϲ ὕπνοϲ
 ἀλλὰ τὸ πάθοϲ.

357 — 60. πόθεν μαθὼν ταῦτα ἀπαγγέλλει ἢ ϲυνῆκεν ἐκ τοῦ εἰρημένου ὑπὸ τῆϲ
 Ἥραϲ· ἢ φὴϲ ὥϲ Τρώεϲϲιν ἀρηγέμεν εὐρύοπα Ζ ῆν’ (v.
 265); 
 
 οὐκ ἀναγκαίωϲ, φαϲὶ, τὸ ἀπόρρητον ἐξήνεγκεν. ἢ πρὸϲ τὸ θαρραλεώτερον
 ποιῆϲαι Ποϲειδῶνα τὴν τέχνην τῆϲ Ἥραϲ ἐδήλωϲεν.

134. ἐναντίον δοκεῖ τὸ ἅμα μὲν φάναι Ξάνθου δινήεντοϲ, ὃν ἀ θάνατοϲ
 τέκετο Ζεύϲ, ἅμα δὲ ἐπὶ τοῦ Ὠκεανοῦ φάναι (Φ 196) 
 
 ἐξ οὗ περ πάντεϲ ποταμοὶ καὶ πᾶϲα θάλαϲϲα. 
 
 
 
 
 
 
 
 
 λύοιτο δ’ ἂν ἐκ τῆϲ λέξεωϲ καθ’ ἑκάτερα· καὶ γὰρ τὸ πάντεϲ
 δύναται λέγειν ἀντὶ τοῦ πλείουϲ, καὶ ποταμὸϲ ὁμωνύμωϲ λέγεται ὅ τε θεὸϲ
 καὶ. τὸ ῥεῦμα, ὥϲτε τὸν μὲν θεὸν ἐκ Διὸϲ εἶναι, τὸ δὲ ῥεῦμα ἐξ Ὠκεανοῦ·
 λέγεται γὰρ ὁ Ζεὺϲ πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε. 
 
 πῶϲ ποτὲ μὲν λέγει· τῷ oὐδὲ κρείων Ἀχελώιοϲ ἰϲοφαρίζει ζει ἐξ οὗπερ πάντεϲ ποταμοί (Φ 194— 6), ἑτέρωθι δὲ Ξάνθου δινήεντοϲ, ὃν
 ἀθάνατοϲ τέκετο Ζεύϲ; ἡ δὲ λύϲιϲ ἐκ τοῦ προϲώπου· τὸ μὲν γὰρ ἐκ Διὸϲ
 εἶναι ὁ ποιητὴϲ λέγει, ἐξ Ὠκεανοῦ δὲ ὁ Ἀχιλλεύϲ. οὐδὲν οὖν ἄτοπον ἐντὸϲ
 διαφόροιϲ προϲώποιϲ διαφωνίαν ϲυνίϲταϲθαι. 
 πῶϲ μετέπειτά φηϲιν ἐπὶ τοῦ Ὠκεανοῦ ἐξ οὗ περ πάντεϲ ποταμοί, νῦν δὲ
 Διὸϲ τὸν Ξάνθον γενεαλογεῖ ῥητέον δὲ ὅτι τοῦ μὲν ὡϲ θεοῦ τιμωμένου πατὴρ
 ὁ Ζεύϲ, τοῦ δὲ ῥεύματοϲ χορηγὸϲ Ὠκεανόϲ, ἐξ οὗ περ πάντεϲ ποταμοί πατὴρ ἀνδρῶν τειεῶντε. ἢ διὰ τὸ πλέων
 χειμάρρων εἶναι τὸν Ξάνθον Διὸϲ αὐτόν φηϲι. φηϲὶ 
 
 
 
 
 
 
 γοῦν ὀρόθυνον ἐναύλουϲ ( Φ 312) ὃν ῥά τ’ ἔναυλοϲ ἀποέρϲῃ
 (Φ 283). 
 
 διὰ τί, πάντων τῶν ποταμῶν ῥεόντων ἐξ Ὠκεανοῦ, μόνον τὸν Ξάνθον ὁ ποιητήϲ
 φηϲιν ὃν ἀθάνατοϲ τέκετο Ζεύϲ; πῶϲ οὖν καὶ Ὠκεανοῦ καὶ Διὸϲ παῖϲ; ῥητέον
 οὖν ὅτι εἰκότωϲ ἂν καὶ Διὸϲ καλοῖτο παῖϲ, εἴγε οἱ ὄμβροι μὲν
 ἐκ Διόϲ, ὄμβρῳ δὲ οὗτοϲ αὔξεται

13 sqq. Πῶϲ ὁ κεϲτὸϲ αὐτὸν οὐκ ἐπράϋνεν: ἐρώτων μόνον ἐϲτὶ κινητικόϲ, οὐκ
 ἄλλων. ἄλλωϲ τε ἡ περὶ αὐτὸν ἀπάτη ὑπεροχῆϲ ἦν ἐλάττωϲιϲ, καὶ μετὰ
 τοϲαύταϲ ἀπειλάϲ. εἰκότωϲ δὲ χαλεπαίνει, ψευδὴϲ πρὸϲ Θέτιν ἀποδειχθεὶϲ
 καὶ Ἕκτορα. 
 
 
 ἐζήτηται δὲ διὰ ποίαν αἰτίαν οὕτωϲ ἀϲχήμωϲ ὑβρίζει
 τὴν Ἥραν ὁ Ζεὺϲ διὰ θνητὸν Ἡραξλέα· φηϲὶ γὰρ ἢ οὐ μέμνῃ ὅτε τ’ ἐκρέμω,
 ῥητέον δὲ ὅτι φιλοϲοφεῖ Ὅμηροϲ· μυθικῶϲ γὰρ Ζεὺϲ ἐνταῦθα ὁ αἰθὴρ οὐρανοῦ
 τοῦ περὶ τὸν ἀέρα δεϲμόϲ ἐϲτιν, ὁ ἄγων τὰ ὑγρὰ καὶ ἐη αὐτοῦ δεϲμεύων τὰ
 πάντα· μετ’ αὐτὸν δέ ἐϲτιν ἀὴρ μέϲοϲ γῆϲ καὶ αἰθέροϲ, 5 δεῖ
 νοεῖν ἡμᾶϲ τὴν Ἥραν ὑπάρχειν· τοῦ δ’ ἀέροϲ ἐκκρέμαται ὕδωρ τε καὶ γῆ,
 οὓϲ δὴ νῦν ἄκμοναϲ λέγει παρὰ τὸ ἀκοπίατα εἶναι τὰ ϲτοιχεῖα. καλῶϲ οὖν
 οὐ δύνανται οἱ θεοὶ τὸν δεϲμὸν λῦϲαι· ἰϲχὺϲ γὰρ τῶν ὅλων τὸ
 ϲυνδεδέϲθαι

56 — 7 7, ἀθετοῦνται ὡϲ περιττοὶ εἴκοϲι καὶ δύο ϲτίχοι, ὅτι οὐκ ἀρεϲτοὶ Ἥρᾳ, καὶ ὅτι οὐκ ἐμπίπτουϲι ταῖϲ ναυϲὶν Ἀχιλλέωϲ,
 καὶ εἰ ἔκρινεν ἀπολέϲθαι Ϲαρπηδόνα, τί ἐκεῖ (Π 433) οἰκτίζεται; καὶ ἡ
 παλίωξιϲ οὐκ ὀρθῶϲ· ἀφ’ οὐ γὰρ Ἀχιλλεὺϲ ἐξῆλθεν, οὐκ ἐτράπηϲαν Ἀχαιοί
 καὶ τὸ Ἀθηναίηϲ διὰ βουλάϲ· διὰ τί γὰρ μὴ Ἥραϲ, καίτοι 
 
 
 
 
 
 παρούϲηϲ: ῥητέον οὖν ὅτι τὸ ϲχῆμά ἐϲτι προανακεφαλαίωϲιϲ,
 ὡϲ Ὀδυϲϲεὺϲ προαναφωνεῖ Τηλεμάχῳ τὴν μνηϲτηροκτονίαν (π 281 sqq.), ἀλλ’
 οὐδὲν ἧϲϲον καὶ διὰ τῶν πρακτικῶν αὐτίκα διηγεῖται. εἰϲὶ δὲ τῆ Ἥρᾳ, εἰ
 καὶ μὴ νῦν τερπνά, ἀλλ’ οὖν γε χαρᾶϲ περιποιητικὰ τὰ λεγόμενα. πεϲεῖν δὲ εἰϲ τὰϲ ναῦϲ ἀντὶ τοῦ δεηθῆναι Ἀχιλλέωϲ, ὥϲ φαμεν· ἐνέπεϲεν
 εἰϲ τὰϲ χεῖράϲ ϲου. οἰκτίζεται δὲ καὶ τὸν Ἕκτορο κρίνων ϲὺν τῇ Ἰλίῳ
 ἀπολεῖϲθαι (X 168sqq ). πόθεν δὲ δῆλον, εἰ μετὰ θάνατον Ἀχιλλέωϲ
 γεγόναϲι τροπαί; τό τε Ἀθηναίηϲ, ἐπεὶ ϲὺν Ἐπειῷ τὸν ἵππον ἐποίηϲε. πρὸϲ
 δὲ τούτοιϲ παραμυθεῖται τὸν ἀκροατήν, τὴν ἅλωϲιν Τροίαϲ
 ϲκιαγραφῶν αὐτῷ. τίϲ γὰρ ἂν ἠνέϲχετο ἐμπιπραμένων τῶν Ἑλληνικῶν νεῶν καὶ
 Αἴαντοϲ φεύγοντοϲ, εἰ μὴ ἀπέκειτο ταῖϲ ψυχαῖϲ τῶν ἐντυγχανόντων ὅτι οἱ
 τὰ τοιαῦτα πράξαντεϲ κρατηθήϲονταί ποτε. 
 φαϲὶ δὲ (οἱ ἐξηγηταὶ) καὶ ὅτι ὁ Μαλλώτηϲ Ζηνόδοτοϲ τὰ ἐκ τοῦ Πάτροκλον κτενεῖ
 φαίδιμοϲ Ἕκτωρ καὶ ἑξῆϲ ἕωϲ τοῦ λιϲϲομένη τιμῆϲαι Ἀχιλλέα
 Εὐριπιδείῳ λέγει ἐοικέναι προλόγῳ, ἀφελῶϲ προαχθέντα καὶ εἰϲ οὐδὲν δέον
 ἀφητηματικῶϲ. ὅτι δὲ οὐδὲ εὐτελεῖϲ οἱ τοῦ χωρίου τούτου ϲτίχοι καὶ ὅτι οὐκ ἀήθηϲ ἡ πρὸϲ τὸ πρῶτον ἀπάντηϲιϲ καὶ ὅτι μὴ κωλυθέντεϲ οἱ Τρῶεϲ ἐνέρριψαν ἂν τοὺϲ
 Ἀχαιοὺϲ ταῖϲ τοῦ Ἀχιλλέωϲ ναυϲί, διὸ καὶ δοκοῦϲιν ἕωϲ καὶ εἰϲ αὐτὰϲ φυγεῖν οἱ Ἀχαιοί, καὶ ὡϲ, εἰ καὶ Πάτροκλοϲ παρεκλήτευϲεν, ἀλλ’
 εἰ μὴ Ἀχιλλεὺϲ ὥπλιϲεν, οὐκ ἂν ἐκεῖνοϲ τοῖϲ Ἀχαιοῖϲ ἐβοήθηϲε, διὸ καὶ
 Ἀχιλλεὺϲ ἀναϲτήϲειν ἐκεῖνον λέγεται καὶ ὅτι πολλὰ
 παρὰ τῷ ποιητῇ κεῖται ἅπαξ εἰρημένα, οἷϲ ϲυνειϲακτέον καὶ τὸ Ἴλιον αἰπύ
 καὶ τὸ πτολίπορθοϲ Ἀχιλλεύϲ, οὐ διὰ τὴν Ἴλιον ἀλλὰ διὰ τὰϲ τρεῖϲ πρὸϲ ταῖϲ εἴκοϲιν, ἃϲ πολεμαρχῶν εἷλε (1 328. 9), δῆλόν
 ἐϲτι.

90. v. ad p. 200, 20 sqq.

128. οὐ δεῖ ϲτίζειν ἐντὸϲ τῷ φρέναϲ ἠλέ, εἶτα καθ’ αὑτὸ λέγειν 
 
 
 
 
 
 διέφθοραϲ, ἀλλ’ ὅλον ϲυνάπτειν τὸ φρέναϲ διέφθοραϲ, ἠλέ.
 αὐτὸϲ μὲν γὰρ ἐπάγει πρὸϲ μὲν τὸ μαινόμενε· 
 ἢ νύ τοι αὔτωϲ οὔατ’ ἀκουέμεν ἐϲτί, 
 πρὸϲ δὲ τὸ τὰϲ φρέναϲ διέφθοραϲ, ἠλέ· 
 νόοϲ δ’ ἀπόλωλε καὶ αἰδῶϲ. 
 
 ἐπὶ μὲν οὖν τοῦ μαινόμενε τὸ τὰϲ φρέναϲ διεφθάρθαι κατηγόρηϲεν,
 ἐπὶ δὲ τοῦ κούφου καὶ μὴ βεβαίου τὸ ἠλεόϲ, τὸ ἀεϲίφρων. τοῦ
 δὲ ἠλεέ εἴτε ἀποκοπή ἐϲτιν εἴτε ϲυγκοπή· γίνεται δὲ παρὰ τὴν ἄλην, ἵνα ἦ
 πεπλανημένε.

147. 48. οἱ δύο ἀθετοῦνται· ἔϲτι γὰρ ἐμβρόντητον τὸ λέγειν· ἄπιτε καὶ ὃ ἄν εἴπῃ ποιήϲατε· καὶ γὰρ εἰ μὴ ἐκέλευϲεν, οὐκ
 ἔμελλον παρακούειν Διόϲ. ἄλλωϲ τε πῶϲ φηϲι πείθεϲθαι Διὶ τοῖϲ καθ’
 Ἐλλήνων πεμφυηϲομένοιϲ; ἢ τάχα μεμψίμοιροί εἰϲιν οἱ λόγοι· ἀπέλθετε
 ποιήϲοντεϲ ἃ κελεύει Ζεύϲ ὅθεν τὸ δυϲάρεϲτον ἐμφαίνει, ὥϲ φαμεν πρόϲ
 τινα ὀργιζόμενοι· ποίει ὃ θέλειϲ. ὅτι δὲ μεμψίμοιροι οἱ λόγοι, δῆλον ἀπὸ
 τοῦ ϲιωπῆϲαι τὴν αἰτίαν τῆϲ κλήϲεωϲ· φυϲικὸν γάρ ἐϲτι
 μηδὲ μεμνῆϲθαι τῶν λυπηρῶν ἐπὶ πλέον διὸ ϲυνέτεμε τὸν λόγον. οἱ δὲ,
 κατεπτηχυῖα, φαϲὶ , τὰϲ ἀπειλὰϲ εὐλαβεῖται, μὴ καθ’ ὁντινοῦν τρόπον
 ἐμποδιϲθείϲηϲ τῆϲ Ἴριδοϲ Ζεὺϲ πάλιν ἐπ’ αὐτὴν ἀγάγῃ τὴν αἰτίαν.

170. 1. πῶϲ δὲ νίφων ὁ βορρᾶϲ αἰθρηγενήϲ ἐϲτιν
 ἤτοι οὖν παρέλκει τὸ ἐπίθετον,
 ὡϲ τὸ πῆ ἔβη Ἀνδρομάχη λευκώλενοϲ (Z 37 7); ἢ ἀπὸ τοῦ πλεονάζοντοϲ·
 ϲκιόεντα γὰρ ὄντα τὰ νέφη πνοιῇϲι λιγυρῇϲι διαϲκίδνηϲιν (E 526). οἱ δὲ,
 ὅτι τὸ ψῦχοϲ παρ αὐτῷ αἶθροϲ καλεῖται. τάχοϲ οὖν δίδωϲι τῇ
 χιόνι ὁ ἄνεμοϲ, βορρᾶ δὲ πνέοντοϲ νιφετὸϲ ἐπιγίνεται. καὶ ἀλλαχοῦ· νὺξ
 δ’ ἄρ’ ἐπῆλθε κακὴ βορέαο πεϲόντοϲ (ξ 4 75).

189 sqq. δοκεῖ ἐναντιοῦϲθαι πρὸϲ τὸ πάντα τὸ γαῖα δ’ ἔτι ξυνὴ 
 πάντων· οὐ γὰρ ἔτι πάντα δέδαϲται τούτων μὴ δεδαϲμένων. λύοιτο δ’ ἂν τῆ λέξει τὸ γὰρ πάντα πάντωϲ παρέλκει, ὡϲ ἐπὶ τοῦ
 θέκα,) πάντα τάλαντα (Ω 232). ἐὰν δὲ λάβωμεν αὐτὸ περιϲϲόν, τί λοιπὸν
 δέδαϲται; ἢ ἀντὶ τοῦ πλεῖϲτα· ϲυνεχῶϲ γὰρ τὸ πάντα ἐπὶ τοῦ πλεονάζοντοϲ
 τριχθὰ δὲ τίθεται· ὡϲ εἰ ἔλεγεν· τὰ πλείονα μεμέριϲται πλὴν γῆϲ τε καὶ
 πάντα, 
 
 
 
 
 
 
 οὐρανοῦ ταῦτα γὰρ ἔτι κοινά. φυϲικὴ δὲ γίνεται διάταξιϲ· ὁ
 μὲν γὰρ τὸ ζῆν παραϲχόμενοϲ Ζεὺϲ ὠνόμαϲται, ὁ δὲ τὴν ὑγρὰν οὐϲίαν ἀπὸ
 τῆϲ πόϲεωϲ Ποϲειδῶν, Ἅιδηϲ δὲ ὁ θάνατοϲ παρὰ τὸ ϲκοτεινὸν καὶ ἀειδὲϲ τῆϲ
 τῶν ἀνθρώπων ἀπωλείαϲ. κοινὴ δὲ ὅλων τῶν ϲτοιχείων ἡ γῆ, καθότι ἐντὸϲ
 αὐτῇ εὑρίϲκεται καὶ τὰ λοιπὰ τρία ϲτοιχεῖα. τὸ γὰρ ὕδωρ αὐτῇ
 ϲυνεϲφαίρωται, καὶ πυρὸϲ ἀναδόϲειϲ περὶ αὐτὴν γίνονται, ὥϲπερ κατὰ τὴν
 Αἴτνην ἐντὸϲ Ϲικελίᾳ καὶ περὶ τοὺϲ Ἡφαίϲτου κρατῆραϲ καὶ περὶ τὸ τῆϲ
 Λυκίαϲ Κράγον καὶ ὅϲα τοιαῦτα. καὶ ὁ ἀὴρ δὲ περὶ αὐτήν ἐϲτιν . καλῶϲ δὲ
 καὶ τὸν Ὄλυμπόν φηϲι κοινόν, ἐπεὶ καὶ ὁ οὐρανὸϲ τὴν γένεϲιν ἐκ τῶν
 τεϲϲάρων κέκτηται ϲτοιχείων.

212 — 1 7. ἀθετοῦνται οἱ ἕξ πρὸϲ τί γὰρ ἡ ἀπειλή ἀλλά φαμεν ὡϲ εὐπρεπῶϲ
 ἐκϲτῆναι θέλει. εἰ δὲ ἤκουϲεν ὡϲ ἁλώϲεται Ἴλιοϲ, πῶϲ νῦν ἀπιϲτεῖ ἀλλὰ
 καὶ Ἀγαμέμνων ἀλλά μοι αἰνὸν ἄχοϲ ϲέθεν ἔϲϲεται καὶ τὰ ἑξῆϲ (Δ 162 — 82
 ), καίτοι εἰδὼϲ παρὰ Κάλχαντοϲ (B 329) ἄλλωϲ τε δεῖ ἀντεπαχθῆναι τῷ (O
 211) ἀλλ’ ἤτοι νῦν μέν κε νεμεϲϲηθεὶϲ ὑποείξω .
 εὐϲχήμονα δὲ τὴν ἀπαλλαγὴν ὁρίζεται ἐπανατείνων τὴν ὀργὴν εἰϲ ὕϲτερον,
 ὡϲ καὶ Ἀχιλλεύϲ (Α 300) τῶν ἄλλων ἅ μοί ἐϲτιν.

217. καὶ πῶϲ οἶδεν ὅτι θεόϲ ἐϲτιν: ἢ ἐκεῖνοϲ ἑαυτὸν
 ἐγύ ἢ ἀπὸ τοῦ ἐρέϲθαι· πάντεϲ γὰρ οἱ Τρῶεϲ ᾔδειϲαν τὸ γεγονόϲ.

333. v.. Herm. XIV, p. 243.

390 sqq. πῶϲ δὲ ἐπιλαθόμενοϲ Ἀχιλλέωϲ τοϲοῦτον διάγει χρόνον; ἢ οὐ πολὺϲ μὲν ὁ
 χρόνοϲ, τὰ δὲ γεγονότα ποικίλα ἐντὸϲ ὀλίγῳ χρόνῳ.

413. πῶϲ ἴϲοι εἰϲὶ τοϲοῦτον πρότερον τῶν Τρώων ὑπερεχόντων, 
 ἢ τάχα ϲτάϲει, οὐ δυνάμει· οἱ μὲν γὰρ ἀπὸ τῶν νεῶν, οἱ δὲ
 ἀπὸ τῶν ἁρμάτων

449 — 51. ἀθετοῦνται οἱ τρεῖϲ· οἱ μὲν γὰρ .ἐπίκουροι δεόντωϲ ἄν λέγοιντο χαρίζεϲθαι Ἕκτορι, ὡϲ
 Πάνδαροϲ· ἡγεόμην Τρώεϲϲι φέρων χάριν Ἕξτορι δίῳ (Ε 221), ἀνοίκειον δέ
 φηϲιν ὁ Ἀρίϲταρχοϲ ἐπὶ πολίτου τὸ Τρώεϲϲι χαριζόμενοϲ. καὶ
 διὰ τὴν πληγὴν ἀθετητέοϲ ὁ ϲτίχοϲ· πῶϲ γὰρ ἡνίοχοϲ ὢν ὄπιϲθεν βάλλεται
 αὐχένι γάρ οἱ ὄπιϲθε πολύϲτονοϲ ἔμπεϲεν ἰόϲ —; ἄτοπον γὰρ αἱ
 Ἀριϲτάρχου τὸ ἀπεϲτραμμένουϲ εἶναι τοὺϲ δίφρουϲ· ἐπρηνίϲθηϲαν γὰρ
 ἂν οἱ παραιβάται, μόνον κινηθέντων τῶν ἵππῶν, εἰϲ τὴν
 πτέρναν ἑϲτῶτεϲ τοῦ δίφρου. ποία τε χρεία τοῦτον πονεῖϲθαι
 περὶ τοὺϲ ταραϲϲομένουϲ τῶν πολεμίων; ὅθεν ὑπονοεῖ ὁ Ἀλρίϲταρχοϲ
 μετενηννέχθαι τοὺϲ ϲτίχουϲ. ῥητέον δὲ πρὸϲ ταῦτα , ὅτι χαρίζεται τῷ
 Ἕκτορι ἴϲωϲ καὶ αὐτὸϲ ὡϲ Δαρδάνιοϲ· φηϲὶ γοῦν περὶ Εὐφόρβου τοῦ ἀδελφοῦ
 Πολυδάμαντοϲ· Δάρδονοϲ ἀνὴρ Πανθοίδηϲ (Π 807) ἐπίκουροϲ 
 
 
 
 
 
 
 
 
 ἦν· καθ’ Ὅμηρον γοῦν ἄλλη ἐϲτὶν ἡ Τροία καὶ ἡ Δαρδανία.
 πῶϲ δὲ οὐκ εἰκὸϲ ἐπαινεῖν αὐτὸν τῆϲ προθυμίαϲ, ὅπου μόνοϲ ἐπιβαίνων τῷ
 δίφρῳ δίχα παραιβάτου πολεμεῖ, ὡϲ Αὐτομέδων (P 459 sqq .); ὄπιϲθεν δὲ
 βάλλεται ἴϲωϲ ϲτραφείϲ· ποικίλη γάρ ἐϲτιν ἡ κίνηϲιϲ τοῦ πολέμου, ὡϲ καὶ
 αὐτόϲ πού φηϲιν· ἠμὲν ὅτε ῳ ϲτρεφθέντι μετάφρενα γυμνωθείη
 (Μ 428). τὸ ἔμπεϲεν ἀντὶ τοῦ διῆλθεν, ὡϲ τὸ αἰχμὴ δ’ ἐξελύθη παρὰ
 νείατον ἀνθερεῶνα (Θ 293) αὐχένα γὰρ ὁ ποιητὴϲ τὴν πᾶϲαν περιφέρειαν
 τοῦ τραχήλου φηϲίν ἀντιπρόϲωποι οὖν ἐμάχοντο. εἰ δὲ λέγοιϲ· καὶ πῶϲ
 ὠρέγοντο ἀλλήλων μεϲολαβούντων τῶν ἵππων; ὡϲ καὶ Διομήδηϲ τὸν
 ἑπταπέλεθρον Ἄρεα τέτρωκεν (Θ 851 sqq.) .

598 (= Vat. ζητ. Ιθ ) C 100.

605. ad Z 129, p. 92. 10.

610 —14. B⟩ f. 210a ad Ἔκτο (id. Lp f. 246 c. l. αὐτὸϲ γάρ οἱ ἀπ’
 αἰθέροϲ, L. f. 334a). ἀθετοῦνται ε′ διὰ τὸ λέγειν ὅτι ὀλιγοχρόνιον ὄντα
 ἐτίμα. καὶ ὅτι ἀπ’ αἰθέροϲ ἀπὸ γὰρ Ἴδηϲ ἦν. καὶ διὰ τοῦ μαρναμένοιο
 νοεῖται τὸ Ἕκτοροϲ. ἔϲτι δὲ τὸ γάρ ἀντὶ τοῦ δέ. τὸ δὲ ὄνομα ἐπανείληπται
 πρὸϲ πλείονα ἔμφαϲιν· εἴωθε γὰρ θαυμάζων τινὰ τῶν ἔργων πολλάκιϲ
 ἐπαναλαμβάνειν τὸ ὄνομα. τὸ δὲ ἀπ’ Vict. f. 290a (c.l. Ἐκτοροϲ, αὐροϲτὸϲ
 γάρ οἱ): ἀθετοῦνται ϲτίχοι ε′ ὡϲ περιττοί οὐδὲ παρὰ Zηνοδότῳ
 δὲ ἦϲαν οἱ ε′. οὐ γὰρ διὰ τὸ ὀλιγοχρόνιον ἐτίμα αὐτόν. καὶ ὅτι ἀπ’
 αἰθέροϲ· ἀπὸ γὰρ Ἴδηϲ ἦν. καὶ διὰ τοῦ μαινομένοιο νοεῖται
 Ἕκτοροϲ. τινὲϲ δὲ τὸν γάρ ἀντὶ τοῦ δέ, ὡϲ αὐτίκα γάρ μοι ὀίϲατο θυμὸϲ
 ἀγήνωρ ἄνδρ’ ἐπελεύϲεϲθαι (1 213), καὶ ἀνάγεται ἡ φράϲιϲ εἰϲ τὰ τοιαῦτα οὐδ’ ἄρ’ ἀπ’ ἀϲφάραγον μελίη τάμεν, ὄφρα τί μιν προτιείποι
 (X 228), ἦλθε δ’ ἐπὶ Νότοϲ ὦκα, ὄφρ’ ἔτι τὴν ὀλοήν (μ 427 ). 
 ἀπ’ αἰθέροϲ δὲ ὁ αἰθέριοϲ Ζεύϲ. 
 
 
 
 
 αἰθέροϲ, ὅτι ὁ αἰθέριοϲ Ζεύϲ οὐ γὰρ ἀπὸ τῆϲ μερικῆϲ αὐτὸν
 ἀλλ’ ἀπὸ τῆϲ τελείαϲ διατριβῆϲ ἐχαρακτήριϲε. καὶ ἡ πρόληψιϲ δέ ἐϲτι
 ϲχῆμα κτλ. 
 καὶ ἡ πρόληψιϲ δὲ ϲχῆμα ποιητιποιητικὸν κὸν κτλ. .

653. v.701 sqq.

668 sqq. ἀθετοῦνται ϲτίχοι τρεῖϲ· οὐ γὰρ προδιεϲάφηϲεν ὡϲ εἶχον ἀχλύν τινα. πόθεν δὲ καὶ ἡ Ἀθηνᾶ ἄφνω ἐφάνη
 νῦν, πρὶν ϲυγκαθημένη τοῖϲ θεοῖϲ τοῖϲ ἄλλοιϲ. εἰ μὴ λέγοιϲ ὅτι ϲχῆμα
 ἐλλειπτικὸν ὂν δίδωϲι νοεῖν τοῖϲ ἀκροαταῖϲ διὰ τούτου, ὅτι
 ἠχλύωντο, ἡ δὲ Ἀρηνᾶ ἐδύνατο καὶ ἀποῦϲα ἀφαιρεῖϲθαι αὐτήν, ὡϲ τὸ εἰ μὴ
 ἐπὶ φρεϲὶ θῆκ’ Ἀγαμέμνονι πότνια Ἡρη (Θ 218) οὐ γὰρ ἐκεῖ παρῆν.

680. v. ad Vat. ζητ. η (in extremo opere).

701 sqq. διὰ τί οὐ τὰϲ πρώταϲ ναῦϲ ἐνέπρηϲαν οἱ Τρῶεϲ· εἰϲωποὶ 
 δ’ ἐγένον τὸ νεῶν, περὶ δ’ ἔϲχεθον ἄκραι (v. 653) καὶ τὰ
 ἑξῆϲ πότερον ὅπωϲ πλείϲταϲ ἀπὸ τῆϲ περιεχομένηϲ διαφθείρωϲιν, ἢ, ὅπωϲ μὴ
 διὰ πυρὸϲ ἀναχωρήϲωϲιν, ἢ ὅτι αὐτῶν ἦϲαν, ὧν ἤδη ἐντὸϲ Π. ἦϲαν. 
 ἐζήτηται διὰ ποίαν αἰτίαν μόνην τὴν Πρωτεϲιλάου παρέδωκε ναῦν 
 καιομένην. ῥητέον οὖν ὅτι ᾐδέϲθη ὁ Ὅμηροϲ εἰπεῖν ἐμπρῆϲαί
 τινα τῶν ζώντων, μήπωϲ ἀνανδρίαν αὐτοῦ τιϲ δόξη καταγινώϲκειν. 
 
 
 
 
 

 
 
 εὐπρεπῶϲ ἐπὶ τὴν τοιαύτην ναῦν ἤγαγε τὸν Ἔκτορα, ἧϲ οὔτε τὸν ἡγεμόνα
 μέμψαϲθαι ἐνῆν μὴ κωλύϲαντα τὴν οἰκείαν ναῦν ἐμπιπραμένην (θανὼν γὰρ
 ἦν), τούϲ τε πολίταϲ ϲυγγνώμηϲ ἄν τιϲ ἀξιώϲαι, εἰ ἀϲτρατήγητοι ὄντεϲ
 ἀδυνάτωϲ εἶχον ἐπιβοηθεῖν. ἵνα οὖν μὴ κατὰ ζῶντόϲ τινοϲ ἐπάξῃ τὸ
 ὄνειδοϲ, τὴν Πρωτεϲιλάου φηϲί, πρώτην κατὰ τὰϲ πύλαϲ οὖϲαν 
 ενθ’ ἔϲαν Αἴαντόϲ τε νέεϲ καὶ Πρωτεϲιλάου (N 681 ). ἴϲωϲ δὲ καῦϲαι πάϲαϲ
 οὐκ ἠθέληϲεν.

7. ἄτοποϲ δὲ ἔϲται αὐτὸϲ μὲν ἕνεκα παλλακίδοϲ
 κλαίων ( Α 349), τὸν δὲ Πάτροκλον κόρην καλῶν ἐπὶ τοιούτοιϲ δακρύοντα
 δεινοῖϲ. ἴϲωϲ οὖν αὐτὸν ἐπίτηδεϲ ἐταπείνωϲε, παύων τῆϲ ἱκετείαϲ. ὅπωϲ δ’ ἄν τιϲ ἤθουϲ ἔχοι, τοὺϲ πέλαϲ ψέγει· οἱ μὲν ϲκληροὶ
 τοὺϲ ἐπιεικεῖϲ καὶ πράουϲ γυναιξὶν εἰκάζουϲιν , οἱ δὲ ἐπιεικεῖϲ τοὺϲ
 ϲτερεοὺϲ ἀγρίουϲ καὶ ἀνημέρουϲ φαϲίν. οὐκ ἠρκέϲθη δὲ τῷ κούρη, προϲέθηκε
 δὲ καὶ τὸ νηπίη, προανελεῖν αὐτοῦ θέλων τῇ αἰδοῖ τὴν δέηϲιν.

25 sqq. ἐζήτηται δὲ πῶϲ Πάτροκλοϲ περὶ Μαχάοναϲ μηδὲν εἰπὼν 
 κατάλογον ποιεῖται τῶν τετρωμένων. καὶ ῥητέον, ὡϲ βεβαιοῖ τὴν Ἀχιλλέωϲ
 πρόληψιν, ἴνα εἰϲ ἔλεον κινήϲῃ, παραλιπεῖν ὡϲ ἐλάττονα. λέγει δὲ περὶ ὧν
 μᾶλλον ἠγωνία. 
 
 ὡϲ δὲ ἐκταραχθεὶϲ ἐξελάθετο Μαχάονοϲ, δι’ ὃν καὶ
 ἐπέμφθη ( Λ 610). τάχα δὲ ϲιωπ ὑποφαίνων, ὡϲ τούτων αὐτόπτηϲ γεγονὼϲ οὐδὲ ϲυνέτυχε Νέϲτορι, ἵνα μὴ δοκῇ ταῦτα παρ’ ἐκείνου
 ἀκηκοὼϲ λέγειν. τινὲϲ δὲ ἥθελον μὴ τετρῶϲθαι Μαχάονα, δι’ ὧν οὐ
 θεραπεύεται (Λ 622. 3). οἱ δέ φαϲιν, ὡϲ ἔθοϲ Ὁμηρικὸν περὶ ὧν τιϲ πεμφθῇ
 μὴ 
 
 
 
 παλιλλογεῖν περὶ αὐτῶν, ὡϲ Θέτιϲ πρὸϲ Ἀχιλλέα οὐδὲν περὶ
 Διόϲ, οὐδὲ Ὀδτϲϲεὺϲ περὶ Χρύϲου, καὶ ἡ Ἶριϲ περὶ Ποϲειδῶνοϲ

58. οὕτε τὸ κρείων ἁρμόζον ἐχθρῷ παρὰ ἐχθροῦ οὕτε τὸ ἐκ χειρῶν ἀφείλετο Ἀγαμέμνων ἀληθέϲ· οἱ γὰρ
 κήρυκεϲ παρέλαβον αὐτήν. ῥητέον δὲ ὡϲ τὸ μὲν πρότερον ἐντὸϲ
 ἤθει ἀναπεφώνηται, ὥϲπερ εἰ ἔλεγεν· ὁ θαυμάϲιοϲ καὶ κράτιϲτοϲ. τὸ δὲ
 δεύτερον οὐ ψεῦδοϲ, ὅτι τὰϲ αἰτίαϲ οὐ τοῖϲ ὑπηρέταιϲ ἀλλὰ τοῖϲ
 ἐπιτάττουϲι λογιϲτέον. ἔχει δὲ καὶ ἔνδειξιν ὁ λόγοϲ πολλὴν καὶ αὔξει τὴν
 κατηγορίαν. ἐντὸϲ δὲ τῇ ῥητορικῇ καὶ ἑνὸϲ ὀνόματοϲ χρῆϲιϲ εὔκαιροϲ τὸ
 ὅλον ἑτεροποιεῖ.

68. ἠγνόηϲαν οἱ πολλοὶ ὅτι ἡ κλίϲιϲ παρ’ Ὁμήρῳ τὴν περιοχὴν ϲημαίνει, καὶ
 πάντα τὰ ἐϲχηματιϲμένα ἀπ’ αὐτῆϲ ῥήματα , οἷον οἱ δὲ ῥηγμῖνι θαλάϲϲηϲ
 κεκλίαται, χὡρηϲ ὀλίγην ἔτι μοῖραν ἔχοντεϲ· λέγει γὰρ ὅτι περιεχόμενοι
 ὑπὸ τῶν Πρώων ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάϲϲηϲ ϲυνηλάθηϲαν. οὕτωϲ λύϲειϲ καὶ τὸ ὣϲ
 οἱ μὲν κατὰ ἄϲτυ πεφυζότεϲ ζότεϲ ἠύτε νεβροὶ ἱδρῶ ἀπε
 ψύχοντο πίον τ’ ἀκέοντό τε δίψαν, κεκλιμένοι καλῇϲιν ἐπόλξεϲιν· αὐτὰρ
 Ἀχαιοὶ τείχεοϲ ἆϲϲον ἴϲαν, ϲάκε’ ὤμοιϲι κλίναντεϲ (Χ 1— 4 ) λέγει γάρ·
 περιεχύμενοι τῷ τείχει οἱ Τρῶεϲ, οἱ δ’ Ἀχαιοὶ τὰ ϲάκη περιέχοντεϲ 
 
 
 
 
 
 
 τοῖϲ ὤμοιϲ. καὶ τὸ εὗρεν ἔπειτα μάχηϲ ἐπ’ ἀριϲτερὰ θοῦρον
 Ἄρηα ἥμενον , ἠέρι δ’ ἔγχοϲ ἐκέκλιτο καὶ ταχέ’ ἵππω (Θ 355. 6) δηλοῖ
 περιείχετο, καὶ τὸ κεῖθ’ ἁλὶ κεκλιμένη ἐριβώλακοϲ ἠπείροιο (ν 235),
 κεῖται περιεχομένη. πάλιν ὡϲαύτωϲ καὶ τὸ ὅϲῥ’ ἐντὸϲ Ὕλῃ ναίεϲκε μέγα
 πλούτοιϲ μεμηλ ὼϲ λίμν ῃ κεκλιμένοϲ (Θ 708) δηλοῖ
 περιεχόμενοϲ. καὶ τὸ οἳ δὴ νῦν ἕαται ϲιγῇ, πόλεμοϲ δὲ πέπαυται ἀϲπίϲι
 κεκλιμένοι (1 134. 5) ἀντὶ τοῦ περιεχόμενοι ὑπὸ τῶν ἀϲπίδων. γέγονε δὲ
 ἀπὸ τοῦ κλείω· τὸ γὰρ ἀποκλειϲθὲν περιέχεται· οὐδὲ πύλῃϲιν εὖρ’
 ἐπικεκλιμέναϲ ϲανίδαϲ (M 120). τὸ δ’ αὐτὸ παρίϲτηϲι καὶ τὸ ἀλλ’ ἐντὸϲ
 γὰρ Τρώων πεδίῳ πύκα θωρηκτάων πόντῳ κεκλιμένοι ἑκὰϲ ἥμεθα
 (0 739. 40), ἀντὶ τοῦ ὑπὸ τοῦ πόντου περιεχόμενοι.

73 sqq. διὰ τί ὁ Ἀχιλλεὺϲ ἐπὶ καθαιρέϲει Διομήδουϲ μέμνηται καὶ
 Ἀγαμέμνονοϲ καὶ οὐδενὸϲ ἄλλου, λέγων οὐ γὰρ Τυδείδεω Διομή τωϲ ἦν ἐχθρὸϲ
 αὐτοῦ. καὶ Διομήδουϲ δὲ διὰ λόγουϲ ὑβριϲτικούϲ, οὓϲ δεοϲ, οὐδέπω
 Ἀτρείδεω; ῥητέον οὖν ὅτι ὁ Ἀγαμέμνων μὲν εἰκὸ εἰϲ αὐτὸν
 ἀπερρίφει μετὰ τὴν πρεϲβείαν· λέγει γάρ· μὴ ὄφελεϲ λίϲϲεϲθαι ἀμύμονα
 Πηλείωνα (1 698).

83 sqq. βάϲκανον ἐνταῦθα τὸ ἦθοϲ οὐκ ἐῶντοϲ τὸν φίλον ἀπολαμπείθεο.
 πρύνεϲθαι τέλεον. ἀπρεπὲϲ δὲ καὶ τὸ παλλακίδοϲ καὶ δώρων μεμνῆϲθαι. ἢ τοίνυν ὡϲ φιλέταιροϲ ἐξίϲτηϲιν αὐτὸν τῶν κινδύνων, εἰδὼϲ
 δὡϲ, πὲρ μὲν τῶν νεῶν ἅπανταϲ αὐτῷ ϲυγκινδυνεύϲονταϲ, μετὰ δὲ ταῦτα
 οὐκέτι θελήϲονταϲ ϲυνακολουθεῖν διὰ τὸν κάματον. πῶϲ οὖν οὐκ ἐκφέρει
 ταῦτα πρὸϲ τὸν Πάτροκλον, εἴπερ οὕτω διενοεῖτο; ἢ τὸ μὲν 
 
 
 
 
 
 ἀληθὲϲ εἰπὼν ῆδει Πάτροκλον τῆϲ ἰδίαϲ ϲωτηρίαϲ
 καταφρονήϲοντα, ἐφ’ ἑαυτὸν δὲ περιϲπάϲαϲ τὴν αἰτίαν ἤδει Πάτροκλον
 φυλαξόμενον. ὅτι δὲ κηδεμονικῶϲ ταῦτα τῷ φίλῳ ϲυμβουλεύει ἐπιμαρτυρεῖ
 καὶ ὁ ποιητὴϲ ἐντὸϲ τοῖϲ ἑξῆϲν ήπιοϲ, εἰ δὲ ἔποϲ Πηληιάδαο φύλαξεν, ἦ τ’
 ἄν ὑπέκφυγε κῆρα κακὴν μέλανοϲ θανάτοιο (v. 686). ὑποφαίνει
 δὲ τὴν προαίρεϲιν αὐτοῦ ἐπαγαγὼν τὸ μή τιϲ ἀπ’ Οὐλύμποιο θεῶν (v. 93),
 εὐπερεπῶϲ οὐ Τρῶαϲ ἀλλὰ τὸν Ἀπόλλωνα δεδοικώϲ. οὐ βαϲκα οὖν κριτέον
 Ἀχιλλέα ἀλλὰ φιλεταιρίαϲ, ὅϲ γέ φηϲιν εὐχόμενοϲ ἤ ῥα καὶ οἶοϲ ἐπίϲτηται
 πολεμίζειν (v. 243).

140. διὰ τί οὖν μόνον τὸ Πηλιωτικὸν αὐτῷ Vill.; cod.
 αὐτὸ ἀναρμοϲτεῖ δόρυ,
 τῶν ἄλλων ἁρμονϲάντων ὅπλων; Μεγακλείδηϲ ἐντὸϲ δευτέρῳ περὶ om. cod. ins. Sengebusch, diss. Hom. l, p. 89 
 Ὁμήρου προοικονομεῖϲθαί φηϲιν Ὅμηρον τὴν ὁπλοποιίαν, καὶ ἐπειδὴ τὰϲ μὲν
 ἄλλαϲ ὕλαϲ, ἐξ ὧν ὁ Ἥφαιϲτοϲ ἐδημιούργει τὰ ὅπλα, τὸν χρυϲὸν καὶ τὸν ἄργυρον, οὐκ ἀπίθανον εἶναι καὶ ἐντὸϲ οὐρανῷ, δένδρον
 δὲ οὐράνιον λέγειν καταγελαϲτότατον ἦν, διὰ τοῦτο τὰ μὲν λοιπὰ ὅπλα
 πεποίηκε τὸν Πάτροκλον φέροντα, ἃ καὶ ἀπολόμενα ἐτύγχανεν ἂν τῆϲ
 Ἡφαίϲτου δημιουργίαϲ μόνον δὲ τὸ δόρυ ἐάϲαντα , ἵνα ϲωθῇ καταλειπόμενον·
 τοῦτο γὰρ ἀπολόμενον οὐκ ἂν ὁ Ἥφαιϲτοϲ κατεϲκεύαϲε πιθανῶϲ
 διὰ τὸ τὴν ὕλην αὐτοῦ μὴ οὐράνιον ἀλλ’ ἔγγειον καὶ Πηλιῶτιν εἶναι.

152. διὰ τί δὲ δεῖται παρηόρου οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι
 δεόντωϲ πρὸϲ τὸ εἰ κάμοι ἢ τρωθείη
 εἰϲ ἀντεπειϲάγεϲθαι τὸν παρήορον ἀντὶ αὐτοῦ· τοῖϲ δὲ ἀθανάτοιϲ ποῖον
 δέοϲ τρωθῆναι ἢ καμεῖν ἔϲτιν οὖν εὔηθεϲ τοὺϲ μὲν Ὁμηρικοὺϲ
 θεοὺϲ τιτρώϲκεϲθαι, ἵππουϲ δὲ μή. ἄλλωϲ ποικῖλαι θέλει τὴν Ϲαρπηδόνοϲ
 μάχην (v. 467 sq .) καὶ οὐκ ἄπρακτον 
 
 αὐτὸν ἀνελεῖν. ἄπορον δὲ πῶϲ Ἀχιλλεὺϲ τοῖϲ ἀθανάτοιϲ
 ἵπποιϲ θνητὸν ϲυμπλέκειν ἀξιοῖ· τὸ γὰρ χεῖρον παρὰ πολὺ τοῖϲ κρείϲϲοϲι
 ϲυμ αἰϲχύνην φέρει. ἴϲωϲ οὖν ἁρμόϲει λέγειν , ὅτι τοῦτον προϲέθηκεν
 ἐκείνοιϲ, ἵνα ἐγκόπτοιντο ἐντὸϲ τῷ δρόμῳ· μέτριον γὰρ εἶναι τὸ τάχοϲ
 αὐτῶν ἐβούλετο καὶ οὐχ ὑπερβάλλον ϲφόδρα, ἐπεὶ καὶ τοῦτο 
 ἄχρηϲτον ἐνίοτε. ἢ τάχα τὸν ἡνίοχον ἐπαινεῖ δυνάμενον ἀναχαιτίζειν τὴν
 ὁρμὴν τῶν ἀθανάτων ἵππων, ὅπωϲ ἂν ὁ θνητὸϲ αὐτοῖϲ ἰϲοδραμῇ. ἢ βούλεται ὁ
 ποιητὴϲ τὴν φύϲιν ἐνδείκνυϲθαι τοῦ ἥρωοϲ μικτὴν οὖϲαν ἐκ θνητοῦ καὶ
 ἀθανάτου. πῶϲ δὲ ἀλεγεινοὶ ὄντεϲ ἀνδράϲι (K 402) Πατρόκλῳ ὑποτάϲϲονται
 ἀλεγεινόν οὖν ἐϲτι τὸ μετὰ τῆϲ δεούϲηϲ καὶ μεγίϲτηϲ
 φροντίδοϲ γινόμενον.

161. 62. ἀϲαφὲϲ τὸ 
 λάψοντεϲ γλώϲϲῃϲιν ἀραιῇϲιν μέλαν ὕδωρ 
 ἄκρον ἐρευγόμενοι φόνον αἵματοϲ. 
 δεῖ δὲ ϲτίζειν μὲν μετὰ τὸ ἄκρον, ἵν’ ᾖ τὸ λάψοντεϲ ἄκρον ὕδωρ· τὸ
 γὰρ ἐπιπολῆϲ ὕδωρ λάπτουϲιν, ὃ ἔφη ἄκρον λάπτοντεϲ· οὐ
 γὰρ ἀναϲπῶϲιν οὐδ’ ἐκροφοῦϲιν, ἀλλὰ λάπτουϲι τὸ ἄκρον. τὸ δὲ ἐρευγόμενοι
 φόνον αἵματοϲ ἀντὶ τοῦ φόνου αἷμα, ὅμοιον τῷ χαϲάμενοϲ πελεμίχθη (Δ
 535), ἀντὶ τοῦ πελεμιχθεὶϲ ἐχάϲατο.

167. ad B⟩ 1, p. 21, 21.

170. πῶϲ, φαϲὶν, ἐντὸϲ ἅποϲιν αὔξων Ἀχιλλέα τούτῳ μειοῖ, ἀνὰ 
 
 
 
 
 
 
 πεντήκοντα μόνον λέγων ἔχειν τὰϲ ναῦϲ, τινὲϲ μὲν οὖν
 φαϲιν, ὅτι οὐκ ἐντὸϲ πλήθει ἡ ἀρετή, ἀλλ’ ἐντὸϲ τοῖϲ περὶ αὐτὴν
 ϲεμνύνεται. Ἀρίϲταρχοϲ δέ φηϲιν, ὅτι διὰ του ἐπὶ κληῖϲιν ἐδήλωϲεν, ὡϲ
 μόνοι οἱ ἐρέται ἦϲαν ἀνὰ πεντήκοντα, τὸ δὲ λοιπὸν πλῆθοϲ τῶν πολεμιϲτῶν
 οὐκ ἐμνημόνευϲεν, ὅπερ ἐπιφέρονται αἱ νῆεϲ.

174. θαυμάϲαι ἄν τιϲ τοὺϲ τὸν ποταμὸν οἰηθένταϲ, ὃν Ὅμηροϲ Αἴγυπτον ποταμὸν κέκληκε, διιπετῆ εἰρῆϲθαι διὰ
 τὸ ἀφανεῖϲ ἔχειν τὰϲ πηγὰϲ (κατὰ τοὺϲ Αἰγυπτίουϲ) ἐντὸϲ οὐρανῷ καὶ
 οὐρανόθεν ῥεῖν· λέγει γὰρ (δ 475 77. 8)· 
 
 οὐ γάρ τοι πρὶν μοῖρα φίλουϲ ἰδέειν, 
 πρίν γ’ ὅταν Αἰγύπτοιο διιπετέοϲ ποταμοῖο 
 αὐθιϲ ὕδωρ ἔλθῃϲ. 
 πρῶτον μὲν γὰρ καὶ τὸν Ϲπερχειὸν διιπετῆ λέγει· υἱὸν Ϲπερχειοῖο
 διιπετέοϲ ποταμοῖο, καὶ τὸν πρὸϲ τῆ Φαιάκων γῆ· ἐγὼ δ’ ἀππάνευθε διιπετέοϲ ποταμοῖο (η 284 ) ἀλλ’ ὅτε δὴ
 ποταμοῖο κα τὰ ϲτόμα καλλιρόοιο (ε 441 ). καὶ ἁπλῶϲ δὲ πάνταϲ
 διιπετεῖϲ ἐντὸϲ παραβολῇ λέγει· ὡϲ δ’ ὅτ’ ἐπὶ προχοῇϲι διιπετέοϲ
 ποταμοῖο βέβρυχεν μέγα κῦμα ποτὶ ῥόον (P 263), τὸ παντὶ ποταμῷ καὶ τὴν
 ἐκβολὴν εἰϲ θάλαϲϲαν ποιουμένῳ παρακολουθοῦν παρὰ τὸν ἦχον
 διατακτικῶϲ ἐμφανίζων. διιπετεῖϲ οὖν λέγει τοὺϲ ποταμοὺϲ τοὺϲ ἐκ Διὸϲ
 γεγεννημένουϲ· τῷ γὰρ πεϲεῖν ἀντὶ τοῦ γεννᾶϲθαι χρᾶται, ὡϲ τὸ ὅϲτιϲ ἐπ ’
 ἤματι τῷδε πέϲῃ μετὰ ποϲϲὶ γυναικόϲ (Τ 110). ἀλλαχοῦ δὲ ἔφη ἀντὶ τοῦ
 διιπετοῦϲ Ξἄνθου δινήεντοϲ, ὃν ἀθάνατοϲ τέκετο Ζεύϲ (Ξ 434). τοῦτο δὲ,
 ὅτι φύϲει οἱ ποταμοὶ ἐκ Διὸϲ πληροῦνται, ὥϲ που ἔφη καί
 ϲφιν Διὸϲ ὄμβροϲ ἀέξει (ι 111)· ᾧ 
 
 
 
 λόγῳ καὶ τὰϲ νύμφαϲ τοῦ Διὸϲ θυγατέραϲ λέγει Νύμφαι
 κρηναῖαι κοῦραι Διόϲ (ρ 240), ἔτι Νύμφαι ὀρεϲτιάδεϲ κοῦραι Διόϲ (Z 420),
 ἐπειδὴ καὶ τὰ ἐντὸϲ τοῖϲ ὄρεϲι φυτὰ τῷ τοῦ Διὸϲ ὄμβρῳ τρέφεται.
 Ζηνόδωροϲ δὲ διιπετῆ τὸν διαυγῆ ἀποδίδωϲι· διὰ τοῦτο καὶ γράφει διειπετῆ
 διὰ τῆϲ ει διφθόγγου.

287. v. ad B⟩ 844 sqq. (p. 5, 10) et ad 5 140 sqq.

315. μέμφονται λέγοντεϲ τὰϲ πρὸϲ τοὺϲ μῦϲ πληγὰϲ ἐπωδύνουϲ μὲν οὐ
 θαναϲίμουϲ δὲ διὰ τὸ μὴ ϲυνάπτεϲθαί τινι τῶν καιρίων. οἱ δέ φαϲιν, ὡϲ
 μύεϲ ἐκ νεύρων εἰϲὶ πεπλεγμένοι καὶ ϲαρκὸϲ ϲτερίφηϲ, ὅθεν ἐντὸϲ ταῖϲ
 διακοπαῖϲ αὐτῶν ὀδύναι γίνονται ἕνεκεν τῶν νεύρων, αἱμορραπου. γίαι δὲ διὰ τὰϲ φλέβαϲ καὶ ἀρτηρίαϲ, τελευταῖον δὲ διὰ τὰϲ
 τοῦ ἐγκεφάλου ϲυμπαθείαϲ· δύο γὰρ καταπεφύκαϲιν αὐτοῦ νεῦρα ἀπὸ νωτιαίου
 μυελοῦ. ϲυμπαθεῖ δὲ καὶ ἡ καρδία τῷ ἐμπεφυκέναι αὐτῇ τὰϲ φλέβαϲ. καλῶϲ
 δὲ καὶ πάχιϲτον αὐτόν φηϲιν· ὁ γὰρ ἐντὸϲ τῷ ϲώματι παχύτατοϲ μῦϲ ἐντὸϲ
 τῇ κνήμῃ ἐϲτὶ καταγόμενοϲ ἐπὶ τὴν πτέρναν, ὃϲ καὶ τένων 
 καλεῖται.

323. ad v. 315.

365. πῶϲ αἰθέροϲ, τὰ γὰρ πάθη ταῦτα περὶ τὸν ἀέρα ϲυμβέβηκεν. 
 
 
 
 
 
 ῥητέον οὗν ὅτι τάχα ϲυγχεῖται ὁ ἀὴρ πρὸϲ τὸν αἰθέρα, ὡϲ
 καὶ ἐντὸϲ τῆ Λ (54)· αἵματι μυδαλέα ϲ ἐξ αἰθέροϲ, καὶ Ζεὺϲ δ’ ἔλαχ’
 οὐρανὸ εὐρὺν ἐντὸϲ αἰθέρι καὶ νεφέεϲϲιν (0 192) οὐ γὰρ αἱ νεφέλαι ἐντὸϲ
 τῷ αἰθέρι.

383. πῶϲ δὲ αὐτὸν οὐ καταλαμβάνει Πάτροκλοϲ ἢ ὅτι
 καὶ αὐτὸϲ διαφόρουϲ
 ἵππουϲ ἔχει, ὡϲ Αἰνείαϲ (Θ 265) καὶ γὰρ ἐντὸϲ Ἀβύδῳ ἱπποϲτάϲια ἔχει
 Πρίαμοϲ (Δ 500), ἀφ’ οὖ καὶ οἱ Ἀϲίου, τὸν Ἀρίϲβηθεν φέρονἵπποι (Β 838).
 ὧν καὶ διὰ τὴν ὑπεροχὴν ἐπιμελεῖται Ἀνδρομάχη (Θ 186 sqq ). ἄλλωϲ τε
 ἄτοπον ἐπιδιώκοντα πόρρω που ἐκεῖνον ἀμελεῖν τῶν
 λοιπῶν.

411. πῶϲ λίθων εὐπορεῖ ἐφ’ ἄρματοϲ ὤν; ἔοικε κατὰ τὸ ϲιωπώμενον καταβεβηκέναι ἀπὸ τοῦ δίφρου,
 εἶτα μετὰ τὸ πλῆξαι τὸν Ἐρύαλον πάλιν ἐπαναβεβηκέναι. ὅτι γὰρ ἐφ’
 ἄρματόϲ ἐϲτι, πάλιν ἑξῆϲ φηϲιν· Πάτροκλοϲ δ’ ἑτέρωθεν ἐπεὶ ἴδεν ἔκθορε
 δί φρράλ πέτρῳ. (v. 42 ). καὶ τὸ ἐπεϲϲύμενοϲ ἐπὶ μὲν πεζοῦ
 οἰκεῖον , ἀπίθανον δὲ ἐπὶ ἱππότου.

419. ἄτοπον δὲ οὕτωϲ καταφρονεῖν καὶ μὴ χρῆϲθαι
 μίτρᾳ, ὅπου γε καὶ Ἄλρηϲ αὐτῇ χρῆται ( 857
 ). οἱ δὲ τοὺϲ ἄμα θώρακι ϲυνηρτημένην ἔχονταϲ μίτραν. οἱ δὲ οὐκ ἐπὶ
 πάντων τὸ ἐπίθετον, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀνῃρημένων, οἷον ὅτι εἶδεν
 αὐτοὺϲ ἀμιτροχίτυναϲ γεγενημένουϲ διὰ τὸ ἐϲκυλεῦϲθαι.

459. quae in cod. Leid. (f. 353a) h. v. ad Porphyrium referuntur (cf.
 Phil. XVIII, p. 346) Heracliti sunt, cf. Prolegom. cap. l et III.

500. v. ad H 298, p. 110, 3 sqq.

545. excerpt. e schol. ad Ω 22 relato (de v. ἀεικίζειν), v in extr. opere
 ζητ. 35.

558. πῶϲ ἑτέρωθι λέγων ὁ ποιητὴϲ τὸν Ἕκτορα πρώτωϲ ἐϲάλλε 
 
 
 
 
 
 
 
 
 ϲθαι (M 437) νῦν λέγει τὸν Ϲαρπηδόνα; ῥητέον οὖν ὅτι τὸ
 ἐϲήλατο ἀντὶ τοῦ ἐϲάλευϲε τότε τὴν ἔπαλξιν πρῶτοϲ ἐπιϲπαϲάμενοϲ, καὶ
 ψιλῶϲ ἀναγνωϲτέον καὶ δι’ ἑνὸϲ λ. 
 
 πῶϲ δὲ ἀλλαχοῦ φηϲιν Ἕκτωρ Πριαμί δηϲ ἐϲήλατο ἢ
 τάχα ἑκάτεροϲ τῆϲ ἰδίαϲ φάλαγγοϲ.

559. πῶϲ δὲ μείλιχον ὑποϲτηϲάμενοϲ τὸν ἄνδρα ἦθοϲ
 αὐτῷ νῦν περιέθηκεν ὠμόν, τὸ θέλειν λυμήναϲθαι ϲῶμα ἀναίϲθητον; ἢ τάχα
 τὸ προκείμενον ἀπολογία ἐϲτὶ τῆϲ ὠμότητοϲ· ὃϲ πρ ῶτοϲ ἐϲήλατο,  καὶ
 χαλεπαίνει δικαίωϲ τῷ πρῶτον ἐϲ τὸ τεῖχοϲ ἐϲθορόντι.

647 sqq. τί δήποτε τιμῆϲαι ὑποϲχόμενοϲ Ἀχιλλέα μεῖζον αὐτὸν 
 ἔβλαψε; καὶ γάρ φηϲιν ἀλλὰ τί μοι τῶν ἦδοϲ (C 80). ἢ μὴ δεόντωϲ τωϲ
 χρηϲάμενοϲ τῇ παρὰ Διὸϲ δωρε ἀτυχεῖ· οὐ γὰρ ἀποχρῆν ἡγήϲατο. εἰ μὴ τὸ
 πάν ἀπόλοιτο τῶν Ἀχαιῶν, καὶ τὰϲ λιτὰϲ οὐ προϲήκατο.

816. πῶϲ λέγει ἀνωτέρω (v. 813) οὐδ’ ἐδάμαϲϲεν ἐδάμαϲεν
 Lp , ἐνταῦθα δὲ δουρὶ δαμαϲθείϲ; ἢ τάχα τὸ οὐδ’ ἐδάμαϲεν ἀντὶ
 τοῦ οὐκ ἔπληξε καιρίαν, ἐνταῦθα δὲ τὸ δαμαϲθείϲ ἀντὶ
 τοῦ πληγεὶϲ μόνον, ὥϲπερ ἐντὸϲ θεοῦ πληγῇ, οὕτω καὶ ἐντὸϲ δόρατι. ἢ οὐδ’
 ἐδάμαϲε κατὰ τὸν ποιητήν, ὅτι οὐκ εἶδεν οὔτε αἷμα οὔτε πληγήν Πάτροκλοϲ
 δὲ ἤϲθετο τῆϲ πλήξεωϲ ἔνδοθεν.

850. πῶϲ τέϲϲαραϲ καταριθμήϲαϲ, Μοῖραν Ἀπόλλωνα Εὔφορβον 
 Ἕκτορα, ἐπιφέρει ϲ ὺ δέ με τρίτοϲ ἐξεναρίζειϲ ἐϲτι δὲ λέγειν, ὅτι τὴν
 Μοῖραν οὐ κατηρίθμηϲεν ὡϲ κοινὴν πᾶϲιν ἀνθρώποιϲ ἐπικειμένην. 
 
 
 
 
 
 
 ἔνιοι δὲ τὸ ἑξῆϲ οὕτωϲ ἀποδιδόαϲιν· ἀλλά με Μοῖρα ὀλοὴ καὶ
 Λητοῦϲ ἔκτανεν υἱόϲ, ἀνδρῶν δ’ Εὔφορβοϲ τρίτοϲ· ϲὺ δέ με ἐξεναρίζειϲ. ἢ
 ϲὺ δέ με τρίτατοϲ ἐξεναρίζειϲ, ἵν’ ᾖ πολλοϲτόϲ. 
 πολλοϲτόϲ, ὡϲ τὸ ἀϲπαϲίη τρίλλιϲτοϲ (Θ 488), οἱ δὲ Μοῖραν 
 καὶ Ἀπόλλωνα ἕν· ἄμφω γὰρ θεοί. οἱ δὲ κατὰ κοινοῦ τὴν Μοῖραν
 παρειλῆφθαι. τινὲϲ δὲ τὸ ἐξεναρίζειν ἐπὶ τῶν αὐτοχείρων, καὶ οὕτωϲ
 τρίτοϲ. Ἕκτωρ τρίτοϲ. τινὲϲ δὲ καθ’ ὑπερβατόν, ἵν’ ᾖ· τρίτοϲ Εὔφορβοϲ,
 ϲὺ δέ με ἐξεναρίζειϲ.

854, πόθεν ὁ Πάτροκλοϲ οὖδεν ὅτι Ἀχιλλεὺϲ κτείνει τὸν Ἔκτορα, 
 ὥϲπερ Ἀχιλλεὺϲ ἀκούϲαϲ παρὰ Θέτιδοϲ ( C 96); ὅτι κατ’
 Ἀρτέμωνα τὸν Μιλήϲιον ἐντὸϲ τῷ περὶ ὀνείρων, ὅταν ἀθροιϲθῇ ἡ ψυχὴ ἐξ
 ὅλου τὸ Ἀχιλῆοϲ. ϲώματοϲ πρὸϲ τὸ ἐκκριθῆναι, μαντικωτάτη γίνεται. καὶ
 Πλάτων ἔν ἀπολογίᾳ Ϲωκράτουϲ (p. 39 C) καὶ γάρ εíμι ἐνταῦθα, ἐντὸϲ ᾧ
 μάλιϲτα ἄνθρωποι χρηϲμῳδοῦϲιν, ὅταν μέλλωϲιν ἀποθανεῖϲθαι. 
 
 πόθεν ὁ Πάτροκλοϲ οἶδεν ὅτι Ἀχιλλεὺϲ κτενεῖ τὸν Ἕκτορο δόγμα ἐϲτὶ τοῦτο τῷ ποιητῇ, ὅτι ὅταν ἀθροιϲθῇ ἡ ψυχὴ ἐξ
 ὅλου τοῦ ϲώματοϲ πρὸϲ τὸ ἐκκριθῆναι, μαντικωτάτη γίνεται· θείαϲ γάρ ἐϲτι
 μέροϲ φύϲεωϲ, καὶ θειοτερα γίνεται χωριϲθεῖϲα τῆϲ ὕληϲ τοῦ ϲώματοϲ καὶ
 πρὸϲ οἰκεῖον ἀναδραμοῦϲα.

125. πῶϲ δὲ Ἀπόλλωνοϲ ϲκυλεύϲαντοϲ (Π 804) περὶ
 Ἐκτορόϲ φηϲιν ἡ τάχα περὶ μόνων τῶν κνημίδων φηϲίν. ἢ ὡϲ
 Ὀδυϲϲεύϲ φηϲι ϲκοπὸν εἵλομεν ( K 561 ) κατὰ ϲυνεκδοχήν, οὕτω καὶ
 Ἀπόλλωνοϲ ἀφῃρημένου τὸν κοινωνὸν τῶν κατορθωμάτων ϲυναριθμεῖ.

127. ad Ω 15. 16.

143. φύξηλιϲ ἐϲτὶν ὁ φεύγων τὰϲ ἴλαϲ, δειλὸϲ δὲ ὁ δεδιὼϲ τὰϲ ἴλαϲ,
 μενεδήιοϲ δὲ ὁ ὑπομένων τὴν δηιοτῆτα, ἐϲθλὸϲ δὲ ὁ ἐθελοντὴϲ μαχόμενοϲ,
 οἱονεὶ ἐθελόϲ. ὁ δὲ ἐναντίοϲ οὐκ ἐθέλεϲκε μάχην ἀπὸ τείχεοϲ ὀρνύμεν
 Ἔκτωρ (l 353), ἀντὶ τοῦ οὐχ ὑπέμεινεν ἄποθεν τῶν τειχῶν
 μάχεϲθαι. οὕτωϲ ἔχει καὶ τὸ ἦ ϲ’ αὔτωϲ κλέοϲ ἐϲθλὸν ἔχει φύξηλιν ἐόντα (
 143 ) τοῦ δὲ φυξήλιοϲ οὐ γάρ τοι κραδίη μενεδήιοϲ οὐδὲ μαχήμων (M 247 ).
 καὶ τὸ οἷον ἀναΐξαϲ ἄξαρ οἴχεται οὐδ’ ὑπέμεινεν· οὐ μὲν γάρ τοι κακὸϲ
 εἰϲ ὦ πα (α 410. 1 ) δηλοῖ οὐχ ὑπέμεινε γνῶναι οὕτε ἡμᾶϲ αὐτὸν οὔτ’ αὐτὸν ἡμᾶϲ.

263. Π 174.

117. πῶϲ μὴ καὶ Πάτροκλον εἵλκυϲαν; ὅτι περὶ τοῦτον οἱ Τρῶεϲ
 ϲπουδαιότεροι ἦϲαν, τῶν δὲ om. L. ἰδίων καὶ
 ἠμέλουν νεκρῶν.

368. v. ad ζητ. 34.

608 sqq. λίαν τούτων πέπλεκται ὁ λόγοϲ, καὶ ἔϲτι τῶν ἔξω περι ζητημάτων·
 ὁ δ’ Ἰδομενῆ οϲ ἀκόντιϲε δί φρ ῳ ἐφεϲταότοϲ πεζὸϲ γὰρ τὰ πρῶ ταλιπὼν
 νέαϲ ἤλυθε. τίϲ πεζὸϲ ἥλυθε καί κε Τρωϲὶ μέγα κράτοϲ (οὕτωϲ αὐτὸϲ
 ἐτρώθη, ὅτι πεζὸϲ ἦν) ἀλλὰ δεῖ νοεῖν τὰ μὲν διὰ μέϲου εἰρημένα , τὰ δὲ
 κεφαλαιωδῶϲ ἐξενηνεγμένα ὕϲτερον τῆϲ ἐπὶ μέρουϲ ἐπεργαϲίαϲ
 τυχόντα κατ’ ἐπανάληψιν. τὸ δὲ πεζὸϲ γὰρ τὰ πρῶτα οὐκ ἐπὶ τοῦ Κοιράνου
 ἀκουϲτέον, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Ἰδομενέωϲ. ϲαφέϲ δ’ ἐκ τοῦ ἐπιφέρεϲθαι καί κεν
 
 
 
 
 
 
 
 Τρωϲὶ μέγα κράτοϲ· οὐ γὰρ ἂν τάϲϲοιτο τοῦτο οἰκείωϲ ἐπὶ
 τοῦ Κοιράνου (ἦν γὰρ οὐ τῶν ἀριϲτέων), ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Ἰδομενέωϲ. διὰ μέϲου
 δὲ ταῦτα· δίφρῳ ἐφεϲταότοϲ, τοῦ μέν ῥ’ ἀπ ὸ τυτθὸν ἅμαρτεν, αὐτὰρ ὁ
 Μηριόναο ὀ πάονά θ’ ἡνίοχόν τε Κοίρανον, ὅϲ ῥ’ ἐκ Λύκτου
 ἐυκτιμένηϲ ἕπεθ’ αὐτῷ, ὥϲτε εἶναι τὸ ἑξῆϲ· ὁ δ’ Ἰδομενῆοϲ ἀκόν τιϲε
 Δευκαλίδαο· πεζὸϲ γὰρ τὰ πρῶτολιπὼν νέαϲ ἤλυθεν, ὁ Ἰδομενεύϲ. εἴωθε δὲ ὁ
 ποιητὴϲ τινὰ διὰ μέϲου τάϲϲειν. κεφάλαιον δὲ νοητέον αὐτὸ μόνον
 προειρῆϲθαι ἐντὸϲ τῷ ὁ δ’ Ἰδομενῆοϲ ἀκόντιϲε Δευκαλίδαο δίφρῳ
 ἐφεϲταότοϲ· τοϲ· εἶτα ἐπεξηγεῖται τὴν αἰτίαν, πῶϲ ἐγένετο
 ἐντὸϲ τῷ δίφρῳ· πρότερον μὲν ἦν πεζόϲ, τότε δὲ ὁ Κοίρανοϲ αὐτῷ παρέϲτηϲε
 τὸ ἅρμα. πεζὸϲ μὲν γὰρ τὰ πρῶτα λιπὼν νέαϲ ἐντὸϲ τῆ Ν (240) ἀπὸ τῆϲ
 ϲκηνῆϲ ὁ Ἰδομενεύϲ, νῦν δὲ ἄφνω πέφηνεν ἐφ’ ἄρματοϲ· οὐ γάρ ἐϲτιν ὁ
 λόγοϲ ὅτι ἀπὸ Κρήτηϲ πεζὸϲ ἦλθεν, οὐ χρηϲάμενοϲ ἅρματι, καθάπερ ὁ
 Ὀδυϲϲεύϲ, τραχεῖαν ἔχιυν τὴν Ἰθάκην. ϲημαίνει οὖν ὅτι ἀπὸ
 τῶν νεῶν πεζὸϲ ἦλθεν ἐπὶ τὸν πόλεμον. προθεὶϲ οὖν τὸ κεφάλαιον, ὕϲτερον
 ἐπεκδιδάϲκει πῶϲ ἔϲχεν ἅρμα· καί κε Τρωϲὶ μέγα κράτοϲ ἐγγυάλιξεν, εἰμὴ
 Κοίρανοϲ ὦκα ποδώκεαϲ ἤλαϲεν ἵππουϲ. τοῦτο οὖν προλαβὼν ἐξήνεγκεν· ὁ δ’
 Ἰδομενῆοϲ ἀκόντιϲε Δευκαλίδαο δίφρῳ ἐφεϲταότοϲ. πῶϲ ὁ γὰρ
 Κοίρανοϲ ἤλαϲε τοῦϲ ἵππουϲ, ἐπεὶ αὐτόϲ γε πεζὸϲ ἐλήλυθε· πεζὸϲ γὰρ τὰ
 πρῶτα λιπὼν νέαϲ ἤλυθε. τίϲ γὰρ ἡ ἰδιότηϲ. ὅτι, εἴπερ ἐμάχετο πεζόϲ,
 ἀπολώλει ἂνοἶϲ ἐντροπὴ ἐγέτο πρὸϲ οὓϲ Πηνέλεωϲ ἦρχεν. 
 κατὰ Ἰδομενέωϲ βάλλει νεωϲτὶ τῷ δίφρῳ ἐπιβάντοϲ· πεζὸϲ γὰρ 
 ἐκ τοῦ ναυϲτάθμου ἦλθε, καὶ δὴ πεϲὼν ἄν ὕψωϲε τοὺϲ Τρῶαϲ,
 εἰ μὴ ὁ Κοίρανοϲ αὐτῷ παρέϲτηϲε τὸ τοῦ Μηριόνου ἅρμα, ὃϲ ἐκ Λύκτου
 Μηριόνῃ ϲυνεϲτράτευϲε· λέγει δὲ ὅτι ἤδη ἀναβῆναι φθάϲαντοϲ Ἰδομενέωϲ ἧκε
 τὸ βέλοϲ, καὶ τὸν ἡνίοχον ἔτρωϲε κατὰ τύχην. εἰ μὴ οὖν ἤνεγκε τοῦϲ
 ἵππουϲ, τροπῆϲ γεγονυίαϲ, μεϲαιπόλιοϲ ὢν ὁ Ἰδομενοῦϲ καὶ μὴ
 δυνάμενοϲ φεύγειν, ἀπώλετο ἄν.

698. ἐζήτηται πῶϲ οὐκ ἐϲτιν Αὐτομέδων μηνυτὴϲ τῆϲ τοῦ Πατρόκλου 
 
 
 
 
 ἀναιρέϲεωϲ, ἀλλ’ Ἀντίλοχοϲ, καὶ διὰ τί γυμνὸϲ τρέχει.
 ῥητέον οὖν ὅτι Αὐτομέδοντα μὲν αἰϲχρὸν ἦν μετὰ τῶν ἵππων ἔρχεϲθαι πρὸϲ
 Ἀχιλλέα ἄπρακτον, τῶν ἄλλων ἀγωνιζομένων περὶ τοῦ ϲώματοϲ Ἀντίλοχοϲ δὲ
 ταχύτεροϲ ὢν τῶν ἄλλων προεκρίθη, καὶ γυμνὸϲ πρόειϲι, μετὰ τῶν ὅπλων τὰϲ
 ϲυμφορὰϲ ἐκπομπεύειν παραιτούμενοϲ, ἢ διὰ τὸ μὴ βαρούμενον
 τοῖϲ ὅπλοιϲ χρονίϲαι ἐντὸϲ τῇ ὁδῷ.

2. 9 P 688.

10. 11. v. a lin. 11. 12.

22. Πλάτων ἐντὸϲ τρίτῳ Πολιτείαϲ (p. 388 B) κατηγορεῖ τῶν ὀδυρομένων,
 λέγων ὑπὲρ τῶν τεθνεώτων μὴ δεῖν τοῦτο ποιεῖν ὡϲ δεινόν τι
 πεπονθότων. Ζωίλοϲ δέ φηϲιν ἄτοπον νῦν εἰδέναι τὸν Ἀχιλλέα (v. 4)·
 προειδέναι τε γὰρ ἐχρῆν ὅτι κοινοὶ οἱ πολεμικοὶ κίνδυνοι, τόν τε θάνατον
 οὐκ ἐχρῆν δεινὸν ὑπολαμβάνειν, τό τε οὕτωϲ ὑπερπενθεῖν γυναικῶδεϲ. οὕτωϲ
 οὔτ’ ἄν βάρβαροϲ τιθὴ ἐποίηϲεν· καίτοι Ἑκάβηϲ ἐπὶ τῷ ϲυρμῷ Ἕκτοροϲ οὐδὲν
 τοιοῦτόν ἐϲτιν. Ζηνόδωροϲ δὲ ἀπολογεῖται λέγων ὅτι διὰ τὴν
 ὑπερβολὴν τῶν πεπραγμένων θρηνεῖ , καὶ. ἄλλωϲ ϲυνήθη ταῦτα τῷ τε βίῳ·
 τοῦτό νυ καὶ γέραϲ οἶον ὁιζυροῖϲι. βροτοῖϲι κείραϲθαί τε κόμην βαλέειν
 τ’ ἀπ ὸ δάκρυ παρειῶν (δ 197. 8).

98. διὰ τί τὸν Ἀχιλλέα οὕτωϲ ἀνώμαλον πεποίηκεν, ὅϲ γε ὅτε 
 ἔζη τεθνάναι ἐβούλετο, τεθνεὼϲ δὲ ζῆν δουλεύων μᾶλλον ἢ ἔχειν τὴν τοῦ
 Ἅιδου βαϲιλείαν (λ 489); ἢ οὔτε τὸ τεθνάναι δι’ αὐτὸ αἱρεῖϲθαι φαίνεται
 οὔτε τὸ ζῆν. ἀλλὰ διὰ μόνα τὰ καλα ἔργα καὶ ὅπωϲ πράττῃ ταῦτα. ἵνα μὲν
 γὰρ βοηθήϲη τῷ Πατρόκλῳ, τε Θναίην φηϲίν, ἵνα δὲ 
 
 
 τῷ πατρί, ζῆν ἐθέλει. ὥϲτε καλῶν ἔργων προκειμένων ὁ
 φιλόκαλοϲ καὶ ζῶν τεθνάναι αἱρήϲεται, εἰ μέλλοι καλόν τι πρᾶξαι
 ἀποθανών, καὶ ἀναβιώϲεϲθαι πάλιν, εἰ μέλλοι τῶν κατ’ ἀρετήν τι πράξαι
 ἀναζήϲαϲ. 
 πῶϲ τοϲοῦτον φιλόζωον εἰϲάγει (λ 489) τὸν προκρίνοντα τὸ 
 ὀλιγοχρόνιον μετ’ εὐκλείαϲ ζῆν ἤτοι οὖν παραμυθούμενοϲ τὴν
 δυϲτυϲχίαν Ὀδυϲϲέωϲ ταῦτά φηϲιν, ἢ τὸ ἄπρακτον τῶν νεκρῶν ὁρῶν
 βδελύττεται κ’ τὴν παρὰ τοῖϲ νεκροῖϲ δίαιταν.

100. Θέτιοϲ δ’ ἐξαίϲιον ἀρὴν πᾶϲιν ἐπικρήνειεν (0 598. 99), τὴν παράνομον λέγει
 εὐχήν, τὴν ἔξω αἴϲηϲ καὶ μοίραϲ. τὸ γὰρ κατὰ μοῖραν· καὶ
 ἐντὸϲ αίϲιμα βάζειϲ (158. δ 206 confus. cum β 159) καὶ κα τὰ μοῖραν
 ἔειπεϲ. ἢ ὑπεραγόντωϲ μεγάλην. ἀρήν δὲ αἴτηϲιν· καὶ γὰρ ἡ εὐχὴ αἴτηϲιϲ
 παρὰ θεοῦ τυγχάνει· ἢ τὴν κατὰ τῶν Ἑλλήνων κατάραν. ὡϲ φιλέλλην δὲ
 λοιδορεῖ τὴν εὐχὴν Θέτιδοϲ. 
 Θέτιοϲ δ’ ἐξ ϲιον ἀρη . πᾶϲιν ἐπικρήνειεν, τὴν
 παρά 
 νομον εὐχὴν καὶ ἔξω αἴϲηϲ καὶ μοίραϲ. 
 εἰϲ τὸ ἐμεῖο δὲ δῆϲεν ἀρῆϲ ἀλκτῆρα γενέϲθαι (C 100). 
 
 
 
 
 
 
 
 οὐκ ἔϲτι τὸ ἔδηϲεν ἀπὸ τοῦ δεϲμοῦ οὐδ’ Ἄρηϲ ὁ πόλεμοϲ νῦν
 ἢ θεόϲ, ἀλλὰ τὸ μὲν ἔδηϲε κατὰ ϲυγκοπὴν τοῦ ἐδέηϲε, περιϲπαϲτέον δὲ τὸ
 ἀρῆϲ, ἵν’ ἢ βλάβηϲ, ὡϲ τὸ Μέντορ, ἄμυνον ἀρήν (χ 208)· ἐμοῦ γὰρ ἐδέηϲε
 καὶ χρείαν ἔϲχε τῆϲ βλάβηϲ βοηθὸν ἔχειν. 
 
 ο μὲν γάρ τι νεμεϲϲητὸν βαϲιλῆα ἄνδρ’ ἀ παρέϲϲαϲθαι, Ὅτε τιϲ
 πρότερον χαλεπήν ῃ (T 182. 83). ἀμφίβολογ διὰ τὴν αἰτιατικήν. ἔϲτι δὲ ὁ
 λόγοϲ περὶ τοῦ βαϲιλέωϲ, ὅτι οὐκ ἔϲτι νεμεϲητόν, εἰ βαϲιλεὺϲ ἄνδρα
 βλάψαϲ καὶ τῆϲ ἀδικίαϲ προϋπάρξαϲ ἀπαρέϲζητ. ϲεται αὐτόν. ἔϲτι δὲ τὸ
 ἀπαρέϲϲεται τὸ τῆϲ ἀρᾶϲ ἀπᾶραι, τουτέϲτι τῆϲ βλάβηϲ ἀπαλλάξαϲθαι καὶ
 ἐξιλάϲαϲθαι.

108. ad ζητ. ιε΄ .

125. πῶϲ δὲ δηρόν φηϲι; δεκαπέντε γάρ εἰϲιν ἡμέραι
 ϲὺν αἷϲ οἱ θεοὶ εἰϲ Αἰθιοπίαν διέτριψαν. ῥητέον δὲ ὅτι πρόϲ τί ἐϲτι τὸ
 πολύ· καὶ γὰρ μία ἡμέρα Ἀχιλλεῖ πολὺ ἦν ἀφεϲτῶτι· φιλοπόλεμοϲ γάρ ἐϲτι.
 λέγει οὖν ὅτι ἀθρόα αὐτοῖϲ ἀποδώϲω. κἂν εἰ πολὺν χρόνον τοῦ 
 πολεμεῖν ἀπέϲτην, ὡϲ καὶ ἡμεῖϲ ἐντὸϲ τῷ βίῳ λέγομεν· ἡ μία μοι ἡμέρα
 αἰών ἐϲτιν. 
 
 ὅρα δὲ πῶϲ δηρὸν χρόνον λέγει τὰϲ δώδεκα τῆϲ τῶν
 θεῶν ἐκδημίαϲ ἡμέραϲ καὶ τὰϲ τρεῖϲ τὰϲ ἐντὸϲ ταῖϲ παρατάξεϲι· τὸν γὰρ
 ὀλίγον χρόνον πολὺν ἡγεῖται διὰ τὸ ἐνειθίϲθαι τῷ πολέμῳ καὶ μὴ θέλειν
 
 
 
 
 
 
 
 
 ἀργεῖν. καὶ ὁ ποιητήϲ φηϲι δηρὸν δὲ μάχηϲ ἐπέ παυτο ( Τ 46
 ), οὐ πρὸϲ τὰϲ τρεῖϲ ἀφορῶν ἡμέραϲ ἀλλὰ πρὸϲ τὸ ποικίλον τῶν
 ϲυμφορῶν.

128 sqq. πῶϲ, φηϲὶν, οὐκ ἀποτρέπει μᾶλλον τῆϲ μάχηϲ, ἀλλὰ καὶ 
 ἐπιρρώννυϲιν ἢ ὅτι εὐκλεῆ τὸν θάνατον αὐτῷ βούλεται
 γενέϲθαι. τὸν ναὶ οὖν μετ’ εὐκλείαϲ ϲυναινεῖ θάνατον· διόπερ τῆϲ μοίραϲ
 οὐ προεῖπεν αὐτῷ μὴ περιείληπται τὴν εἰϲ οἶκον ἀνακομιδήν. πῶϲ δὲ χάλκεα
 λέγει τὰ παρ’ Ἡφαίϲτου ὅπλα (v. 131, cf. v. 81) ἀπὸ τῆϲ χείρονοϲ ὕληϲ
 ἔχει γὰρ καὶ καϲϲίτερον καὶ ἄργυρον καὶ χρυϲόν (v 474. 75). 
 κοινότερον οὖν καὶ χαλκεῖϲ ἔλεγον καὶ τοὺϲ ταῦτα ἐργαζομένουϲ ἦλθε δὲ
 χαλκεύϲ (γ 432) Ὅμηροϲ, τὸν χρυϲοχόον λέγων

168. διὰ τί, φαϲὶ. κρύβ δα Διόϲ, καὶ μήν φηϲι μίϲηϲε δ’ ἄρα μιν δηίων κυϲὶ κύρμα γενέϲθαι (P 272); ἀλλ’ ἐπεὶ
 ὑπέϲχετο Ἔκτορι ἀριϲτεύειν ἕωϲ ἑϲπέραϲ, διὰ τοῦτο αὐτὸν λάθρα βούλεται
 προαναϲτῆϲαι, ἵνα τὸν τοῦ Διὸϲ ματαιώϲῃ λόγον.

192. ζητεῖται διὰ τί τὰ Πατρόκλου οὐ λαμβάνει, εἰ καὶ τὰ αὐτοῦ 
 ἐκείνῳ ἥρμοϲεν. τινὲϲ, ἡνίοχον λέγοντεϲ εἶναι τὸν Πάτροκλον, φαϲὶ μὴ
 ἔχειν αὐτὸν ὅπλα. ῥητέον δὲ ὅτι εἶχε καὶ ἐμάχετο· Ἀχιλλεύϲ φηϲιν ἤ οἱ
 τότε χεῖρεϲ ἄαπτοι μαίνοντο (Π 244). τινὲϲ δὲ ὅτι τὰ 
 μείζονα τῷ ἐλάττονι ἁρμόζει μαλαγμάτων προϲτιθεμένων, τὰ δὲ ἐλάττονα τῷ
 μείζονι οὐκέτι. ῥητέον δὲ ὅτι δύναταί τιϲ καὶ ἐλάττοϲι πρὸϲ καιρὸν
 χρῆϲθαι. Γρά τηϲ, ὅτι τὰ Πατρόκλου Αὐτομέδων εἶχεν, ὅπωϲ ἰϲωθῇ τὸ εἶδοϲ
 καὶ δόξωϲιν εἶναι ὁ μὲν Ἀχιλλεὺϲ ὁ δὲ Πάτροκλοϲ. 
 
 
 
 

 
 
 διὰ τί, φηϲὶ, τὴν Πατρόκλου πανοπλίαν οὐκ ἀναλαμβάνει Ἀχιλλεύϲ, ἐπειδὴ
 καὶ Πατρόκλῳ τὰ αὐτοῦ ἥρμοϲεν: ἄλλοι δέ φαϲιν, ὅτι καταγέλαϲτον ἦν
 ταπεινὸν φανῆναι τοῖϲ τεθαργηκόϲιν, οἱ δὲ ὅτι τὴν Πατρόκλου Αὐτομέδων
 εἶχεν, ἵνα διὰ παντὸϲ Ἀχιλλέὼϲ ἡνίοχοϲ νομίζηται, ἢ ὅτι μείζονα μὲν ἴϲωϲ
 ἁρμοϲθεῖεν ἥϲϲονι, οὐ μέντοι τὸ ἀνάπαλιν, ὥϲτε οὐκ ἠδύνατο
 αὐτοῖϲ ὁπλιϲθῆναι Ἀχιλλεύϲ. ἢ τῷ μεγέθει μὲν ἴϲα ἦν, ἀϲθενῆ δέ· διὸ οὐχ
 ἥρμοττεν Ἀχιλλεῖ προπηδῶντι εἰϲ προῦργον κίνδυνον.

206. πῶϲ δὲ, φηϲὶν, οὐκ ἐκαίετο καὶ γὰρ οἱ θεοὶ αὐτοὶ τρωτοί. φλόγα-
 ῥητέον δὲ ὅτι φανταϲία ἦν.

230 ἀπίθανόν φαϲι καὶ ἄμετρον τὸ τῆϲ ὑπερβολῆϲ. ῥητέον δὲ ὡϲ οὐκ ἔϲτιν· ὁ
 γὰρ τῆϲ αἰγίδοϲ φόβοϲ, ἣν ἐπέϲειϲεν ἡ Ἀθηνᾶ, καὶ τὸ καιόμενον πῦρ
 ἔκπληξιν τοϲαύτην παρέϲχεν, ὥϲτε αὐτὸϲ ὑφ’ ἑαυτῶν ὑπὸ ταραχῆϲ
 ἀπολέϲθαι.

239. 40. ζητεῖται διὰ τί ἄκοντά φηϲι τὸν ἥλιον δῦναι. Κράτηϲ 
 μὲν τὸν αὐτὸν Ἀπόλλωνα εἶναι καὶ ἥλιον· ἐπιτυγχανόντων οὖν τῶν Τρώων,
 χρονίζειν ἡδόμενόν τε καὶ μηκύνοντα αὐτοῖϲ τὸ ἐπίτευγμα· Ἥραν δὲ τὰ
 ἐναντία βουλομένην ἀναγκάζειν αὐτὸν δύνειν. Ἀγαθοκλῆϲ 
 
 
 
 
 
 δέ φηϲι ϲυνάγεϲθαι, ὅτι καθ’ Ὅμηρον ἐναντίωϲ τῷ οὐρανῷ
 φέρεται ὁ ἥλιοϲ, τῇ δὲ δίνη αὐτοῦ ϲυνέλκεται Ἥραν γὰρ εἶναι τὴν τοῦ
 παντὸϲ φύϲιν ἐκ τοῦ ἢ οὐ μέμνῃ ὅτε τ’ ἐκρέμω ὑψόθεν (Ο 18), ἕλκεϲθαι δὲ
 ἄκοντα τὸν ἥλιον ὑπὸ τῆϲ δίνηϲ ὑπὸ τὰϲ δυϲμάϲ.

245 sqq. ἐζήτηται πρὸϲ τί τὴν ἐκκληϲίαν ἀθροίζει. τινὲϲ μὲν οὖν τὸν
 ποιητήν φαϲι μετάγειν τὴν μάχην εἰϲ λόγουϲ ἀεὶ θηρώμενον τὸ ποικίλον. οἱ
 δὲ, διὰ δέοϲ τοὺϲ Τρῶνϲ αὐτομάτουϲ ϲυνδραμεῖν καὶ ἀναγκαϲθῆναι
 δημηγορεῖν τὸν Ἕκτορα.

270. 71. . . . . διὰ τί δὲ μὴ ἰδίᾳ ταῦτα πρὸϲ Ἕκτορά φηϲιν; ὅτι 
 τὸ πλῆθοϲ ἐξαίφνηϲ τὸ πολ καὶ ταραχῶδεϲ εἰϲ ἐκκληϲίαν
 ϲυνέρρευϲεν.

308"( Vat. ζητ. λβ′) v. in fine operis.

334. 35. πῶϲ, φηϲὶν, ἄταφον ἐῷ τὸ ϲῶμα, τῆϲ τοῦ Ἕκτοροϲ ἀναιρέϲεωϲ ἀδήλου
 οὕϲηϲ, ῥητέον δὲ ὅτι παρὰ τῆϲ μητρὸϲ ἐδιδάχθη, ὅτι ἐγγὺϲ αὐτῷ φόνοϲ
 ἐϲτί. πῶϲ δὲ τὰ ἑαυτοῦ ὅπλα Ἕκτορόϲ φηϲιν: ἢ τοίνυν τὸ
 Ἕκτοροϲ πρὸϲ τὸ κεφαλήν μόνον ἐκληπτέον, ἢ ὅτι καὶ αὐτὰ τοῦ ἀφελομένου
 κτῆμα γέγονεν.

356 sqq. De fragmento e Zenodori libro περὶ τῆϲ Ὁμήρου ϲυνηθείαϲ petito,
 a Villoisono et Bekkero ad Porphyrium relato, a.. Dindorfio recte ab
 illo abiudicato, v. Prolegg. cap. IIl, 4.

376. v. ad H 298, p. 110, 3 sqq.

431. καὶ πῶϲ φηϲιν ἡ Ἥρα (Ω 60) καὶ ἀνδρὶ πόρον παράκοιτιν; ἢ ὅτι τῶν
 ϲυμβαινόντων τῷ Διὶ τὴν αἰτίαν ἀναφέρουϲιν ὡϲ ἄρχοντι· ἢ ὅτι αὐτῇ αἴτιοϲ
 τοῦ γάμου.

478. v. ad Π 140.

489. ἀνιϲτόρητόν ἐϲτι τοῦτο· κατηγοροῦϲι μὲν γὰρ κατὰ τὸν περὶ 
 
 
 
 
 
 τῆϲ Ἄρκτου λόγον φάϲκοντοϲ οἴη δ’ ἄμμορόϲ ἐϲτι λοετρῶν
 Ὠκεανοῖο, καθόλου γὰρ πάντα τὰ ἐντὸϲ τῷ ἀρκτικῷ μὴ δύνειν. λύοιτο δ’ ἄν
 ἐκ τῆϲ ἀναφορᾶϲ τῶν πρὸϲ ἃ εἴρηται διὰ τῆϲ λέξεωϲ· εἰρημένου γὰρ
 Πληιάδαϲ Θ’ Ὑά δαϲ τε τό τε ϲθένοϲ Ὡρίωνοϲ Ἄρκτον θ’ ἣν καὶ Ἄμαξαν
 ἐπίκληϲιν καλέουϲιν, ἦ τ’ αὐτοῦ ϲτρέφεται καί τ’ Ὠρίωνα
 δοκεύει, τὸ οἴη δ’ ἄμμορόϲ ἐϲτι λοετρ ῶν πρὸϲ ταῦτα τὰ ῥηθέντα ἄϲτρα καὶ
 τὰ ϲυγκαταλεχθέντα ἔχει τὴν ἀναφοράν. κἂν διαιρῆται δὲ οἷ , εἶτα ἡ δ’
 ἄμμορόϲ ἐϲτι λοετρῶν Ὠκεανοῖο, κατὰ λέξιν ἡ λύϲιϲ ὑπάρχει. ἀπρεπὲϲ
 δὲ δοκεῖ τὸ τῶν παρὰ θεοὺϲ τὰ πλεῖϲτα παρ’ Ὁμήρῳ λελέχθαι. ὧν ἡ
 λύϲιϲ κατὰ τὸ πλεῖϲτον ἀπὸ ἔθουϲ λαμβάνεται· ἐξ ἔθουϲ
 γάρ τινοϲ τοῖϲ ποιηταῖϲ παρακεχώρηται καὶ τοῖϲ ζωγράφοιϲ καὶ τοῖϲ
 πλάϲταιϲ ἀνθρωποπαθείαϲ τῶν θεῶν διατυποῦν καὶ μάχαϲ αὐτῶν πρὸϲ
 ἀλλήλουϲ καὶ θητείαϲ καὶ ἀλλοιώϲειϲ διαμυθολογεῖν.

490. γ 7.

509 sqq. πολλῆϲ ταραχῆϲ πλήρη ἔδοξεν εἶναι τὰ ἔπη ταῦτα· 
 τὴν δ’ ἑτέρην πόλιν ἀμφὶ δύο ϲτρα τοὶ εἵατο λαῶν, 
 510 τε ύχεϲι λαμ πόμενοι, δίχα δέ ϲφιϲιν ἥνδανε βουλή, 
 ἠὲ διαπορα θέειν ἢ ἄνδιχα πάντα δάϲαϲθαι, 
 κτῆϲιν ὅϲην πτολίεθρον ἐπήρατον ἐντὸϲ ἐέργει. 
 
 οἱ δ’ οὔπω πείθον το, λόχ ῳ δ’ ὑπεθωρήϲϲοντο. 
 τεῖχοϲ μέν ῥ’ ἄλοχοί τε φίλαι καὶ νήπιο τέκνα 
 515 ῥύα τ’ ἐφεϲταότεϲ, μετὰ δ’ ἀνέρεϲ οὓϲ ἔχε γῆραϲ. 
 οἱ δ’ ἴϲαν, ἦρχε δ’ ἄρα ϲφιν Ἄρηϲ καὶ Παλλὰϲ Ἀθήνη 
 ἄμφω χρυϲείω, χρύϲειο δὲ εἵματα ἕϲθην, 
 
 καλὼ καὶ μεγάλω ϲὺν τεύχεϲιν ὥϲ τε θεαώπερ, 
 ἀμφὶ ϲ ἀριζήλω, λαοὶ δ’ ὑπολίζονεϲ ἦϲαν. 
 520 οἱ δ’ ὃ τε δή ῥ’ ἵκανον, ὅθι ϲφίϲιν εἶκε λοχῆϲαι 
 ἐντὸϲ ποταμ ῷ, ὅθι τ’ ἀρδμὸϲ ἔην πάντεϲϲι βοτοῖϲιν, 
 ἔν θ’ ἄρα τοίγ’ ἵζοντ’ εἰλυμένοι αἴθοπι χαλκῷ. 
 
 τοῖϲι δ’ ἐπειτ’ ἀπάνευθε δύω ϲκοποὶ εἵατολαῶν, 
 
 
 
 
 
 
 
 δέγμενοι ὁππότε μῆλα ἰδοίατο καὶ ἕλικαϲ βοῦϲ. 
 οἱ δὲ τάχα προγένοντο , δύω δ’ ἅμ’ ἕπον τὸ νομῆεϲ 525 
 τερπόμενοι ϲύριγξι, δόλον δ’ οὔτι προνόηϲαν. 
 οἱ μὲν τὰ προιδόντεϲ ἐπέδραμον, ὦκα δ’ ἔπ 
 
 τάμνοντ’ ἀμφὶ βοῶν ἀγέλαϲ καὶ πώεα καλὰ 
 ἀργεννῶν ὀίων, κτεῖνον δ’ ἐπιμηλοβοτῆραϲ.` 
 οἱ δ’ ὡϲ οὖν ἐπύθοντο πολὺν κέλα δον περὶ βουϲὶν 530 
 ἱράων προ πάροιθε καθήμενοι, αὐτίκ’ ἐφ’ ἵππων 
 βάντεϲ ἀερϲιπόδων μετεκίαθον, αἶψα δ’ ἵκοντο. 
 
 ϲτηϲάμενοι δ’ ἐμάχοντο μάχην ποταμοῖο παρ’ ὄχθαϲ, 
 βάλλον δ’ ἀλλήλουϲ χαλκήρεϲιν ἐγχείῃϲι 
 καὶ τὰ ἑξῆϲ. ταράϲϲει γὰρ τοὺϲ πολλούϲ οἱ δύο ϲτρατοὶ ἆρὰ γε
 πολέμιοί εἰϲι τῶν κατοικούντων καὶ ἀλλήλοιϲ φίλοι, ἢ εἰϲ μὲν τῶν ἐκ τῆϲ
 πόλεωϲ, ὁ δ’ ἕτεροϲ πολέμιοϲ καὶ πρὸϲ τίναϲ διχονοοῦϲιν, ἆρά γε πρὸϲ ἀλλήλουϲ ἢ πρὸϲ τοὺϲ ἔνδον καὶ ἐπὶ τίνων τὸ οἱ δ’ οὔπω
 πείθοντο (v. 513 ); ἆρά γε τῶν εἴϲω ἢ τοῦ ἑτέρου ϲτρατοῦ καὶ πάλιν ἐπὶ
 τίνοϲ τὸ λόχῳ δ’ ὑπεθωρήϲϲοντο (v. 513). ἆρά γε ὁ ἕτεροϲ τῶν ϲτρατῶν ἢ
 οἱ ἔνδον καὶ τίνων οἱ ϲκοποί καὶ τίνων ἡ λεία πῶϲ τε, εἰ τῶν ἐνδον ἡ
 λεία, ὁ λόχοϲ παρ’ αὐτῶν καὶ τίνεϲ οἱ ἐπεξιόντεϲ ἆρα οἱ δύο
 ϲτρατοὶ ἢ οἱ ἕτεροι ὅλωϲ τε τίϲ ἡ διατύπωϲιϲ τῆϲ πλάϲεωϲ; 
 ἐντὸϲ τῷ δευτέρῳ τῶν ἐξηγητικῶν φηϲιν Ἀλέξανδρϲ ὁ Κοτυαεύϲ, ὅτι δύο
 ϲτρατοὶ περιεκάθηντο τὴν πόλιν πολέμιοι, ἢ πορθεῖν ἀξιοῦντεϲ αὐτὴν ἢ τὰ
 ἡμίϲη λαβόντεϲ ἀπιέναι· οἱ δ’ ἔνδον ὄντεϲ οὐκ ἐδέχοντο τὴν
 πρόκληϲιν. „οἱ οὖν πολέμιοι,“ φηϲὶν, ,ἐνέδραν τινὰ ἐποιήϲαντο τοῖϲ
 ποιμνίοιϲ καὶ τοῖϲ βουκολίοιϲ, ἃ ἦν κτήματα τῶν ἐντὸϲ τῆ πόλει. εἶτα
 ἀξιοῖ τὸ μὲν οἱ δ’ οὔπω πείθοντο (v.513) ἀκούειν περὶ τῶν ἐντὸϲ τῆ
 πόλει, τὸ δὲ λόχῳ δ’ ὑπε θωρήϲϲοντο περὶ τῶν πολεμίων, καὶ τὸ οἱ δ’ ἴϲαν
 (v. 516) περὶ τῶν πολεμίων τῶν εἰϲ τὴν ἐνέδραν ἀπιόντων· οἱ
 δὲ ϲκοποὶ τῶν πολεμίων εἰϲί· τὸ δὲ οἱ δ’ ὡϲ οὖν ἐπύθοντο πολὺν κέλαδον
 περὶ βουϲὶν (v. 530) ἐπὶ τῶν ἐντὸϲ 
 
 
 τῆ πόλει ἀκούει· ἐκαθέζοντο γὰρ ἐντὸϲ ἐκκληϲίᾳ
 βουλευόμενοι, τὰ τείχη φρουρεῖν παραδόντεϲ τῇ ἀπολέμῳ ἡλικίᾳ· τὸ γὰρ ἱρά
 ων προπάροιθε κα θήμενοι (ν. 53) ϲημαίνει τῶν ἐκκληϲιῶν, ἐντὸϲ αἷϲ
 εἴρουϲι καὶ ἐκκληϲιάζουϲιν. ὅτε δ᾿ αὐτοῖϲ ἐμηνύθη τὰ κατὰ τὰ ποίμνια,
 ἐπιτρέχουϲι, καὶ ἐξελθόντεϲ ϲυμβάλλουϲι μάχην. 
 
 εἶχε δ᾿ ἂν πιθανότητα ἡ διατύπωϲιϲ, εἰ μὴ πρῶτον μὲν βεβιαϲμένη ἡ
 ἀπόδοϲιϲ ἦν τοῦ τοιούτου ϲτίχου· οἱ δ᾿ οὔπω πείθοντο, λόχ ῳ δ᾿
 ὑπεθωρήϲϲοντο. τὸ μὲν γὰρ οἱ δ᾿ οὔπω πείθοντο ἀξιοῖ περὶ τῶν ἔνδον
 ἀκούειν, τὸ δὲ λόχῳ δ᾿ ὑπεθμρήϲϲον το περὶ τῶν ἐκτόϲ, ἵν ἦ τὸ οἱ δ᾿
 οὔπων πείθοντο ἀντὶ τοῦ μὴ πειθομένων αὐτῶν εἰϲ λόχον
 ἐθωρήϲϲοντο οἱ τὰϲ προκλήϲειϲ ποιούμενοι. τὸ δὲ οἱ δ᾿ πὔπω πείθοντο
 ἂν ἀκούωϲιν ἀντὶ τοῦ μὴ πειθομένων αὐτῶν, βίαιον. πάλιν δὲ
 μεταξὺ τοῦ λόχῳ δ᾿ ὑπεθωρήϲϲον το καὶ τοῦ οἱ δ᾿ ἴϲον ἐμβεβλῆϲθαι φάϲκειν
 περὶ τῶν ἐνδον, ὅτι οἱ ἀπόλεμοι ἐτειχοφυλάκουν ὑπ᾿ ἀϲθενείαϲ, ἔϲτιν
 ἐλεγχόντων τὸν ποιητὴν μὴ δυνάμενον φράζειν ἀταράχωϲ.
 πάντωϲ δὲ καὶ ὁ λόχοϲ οὐκ ἐκ πάντων ἦν τῶν ἐντὸϲ τοῖϲ δύο ϲτρατοπέδοιϲ,
 ἀλλὰ τινῶν· πῶϲ οὖν ὑπεξίαϲιν οἱ ἐντὸϲ τῇ πόλει, φανερῶϲ τε καὶ ἀδεῶϲ
 τῶν πολιορκούντων κωλυόντων; 
 ἀμείνουϲ οὖν οἱ οὕτω διατυπώϲαντεϲ τὸ πλάϲμα· δύο ϲτρατοὶ ἐπελθόντεϲ
 πόλει τὴν λείαν περιήλαϲαν, καὶ τὴν πόλιν πολιορκοῦντεϲ 
 ἀξιοῦϲι τῶν ἐντὸϲ αὐτῇ κτημάτων λαβεῖν τὸ ἥμιϲυ ἐφ᾿ ᾧ τε καταθέϲθαι τὸν
 πόλεμον. οἱ δ᾿ ἐντὸϲ τῆ πόλει οὐκ ἐπείθοντο, ἀλλ᾿ ἐνεδρεύϲοντεϲ ἐπὶ
 πότον ἐρχόμενα τὰ τετράποδα ἀπήλαϲαν. οἱ πολέμιοι δὲ ϲτρατοί, καίπερ
 ἐκκληϲιάζοντεϲ, ἐπεὶ ἐπύθοντο τοῦτο, τῶν ἵππων ἐπιβάντεϲ ἐπῆλθον αὐτοῖϲ.
 ὅτι γὰρ αὐτοί εἰϲι (λέγω δὲ οἱ ϲτρατοί) ἐκκληϲιάζοντεϲ, 
 δεδήλωκε περὶ αὐτῶν εἰπών δίχα δέ ϲφιϲιν ἥνδανε βουλή 
 
 (v. 510). ἀκολούθωϲ δὲ εἴρηται ἐπὶ τῶν ἐντόϲ, ὅτι οὐκ
 ἐπείθοντο μέν γε, εἰϲ δὲ λόχον καθωπλίζοντο, παραδόντεϲ τοῖϲ
 ἀϲτρατεύτοιϲ τὴν φρουρὰν τῶν τειχῶν. καὶ τὸ οἱ δ’ ἴϲαν ἐπὶ τῶν ἐκ τῆϲ
 πόλεωϲ ἀκολούθωϲ ἐπῆκται, λάθρα ἐξιόντων αὐτῶν, καὶ ὅθεν οὐκ ἦν
 προϲδοκῆϲαι τοῖϲ ἔξω ἀνοχὰϲ ἔχουϲι τοῦ πολέμου καὶ
 ἐκκληϲιάζουϲιν. αὐτῶν τε οἱ ϲκοποὶ τῶν εἰϲ τὸν λόχον ἐξελθόντων. καὶ οἱ
 τερπόμενοι ταῖϲ ϲύριγξι νομεῖϲ εἰ μὲν τῶν πολεμίων εἶεν, ἔχει λόγον, εἰ
 δὲ τῶν ἐντὸϲ τῇ πόλει, παράλογον· οὐ γὰρ οἱ τῶν πολιορκουμένων
 ἐτέρποντο, ἀλλ’ οἱ τῶν πολιορκούντων. καὶ λοιπὸν ἀκολούθωϲ ἀπελθόντων
 τῶν ϲτρατῶν, περικάθηται μὲν οὐδεὶϲ τὴν πόλιν, μάχη δὲ περὶ
 τὸν λόχον γίνεται. 
 ἄλλοι δὲ ἠξίουν τῶν δύο ϲτρατῶν τὸν μὲν φίλιον εἶναι τῶν ἔνδον τὸν δὲ
 πολέμιον, καὶ τὸν μὲν πολέμιον ἑλεῖν βούλεϲθαι τὴν πόλιν, τὸν δὲ φίλιον
 ἀξιοῦντα τὰ ἡμίϲη δοῦναι τῶν ἐντὸϲ τῆ πόλει κτημάτων, τούϲ δὲ πολεμίουϲ
 μήπω πείθεϲθαι ἀλλὰ βουλεύεϲθαι· ὧν βουλευομένων, λόχον
 αὐτῶν τῆ πόλει ϲυϲτῆϲαι τοὺϲ τῶν ἔνδον φίλουϲ ϲτρατιώταϲ.
 τετάρακται δὲ καὶ ἡ τοιαύτη ἐκδοχή, ὡϲ ἐπιόντι ϲοι κατ’ αὐτὰ τὰ ἔπη
 ἔϲται δῆλον, ὥϲτε ἡ δευτέρα ἀπόδοϲιϲ ἔχει τὰ τῆϲ Ὁμηδιανοίαϲ. 
 ἐκεῖνο μέντοι παρελθεῖν οὐκ ἄξιον, ὅτι οἱ περὶ Παρμενίϲκον 
 ϲτίζειν ἠξίουν ἐπὶ τοῦ 
 τεῖχοϲ μέν ῥ’ ἄλοχοί τε φίλαι καὶ νήπια τέκνα 
 ῥύατ’ ἐφεϲταότεϲ μετὰ δ’ ἀνέρεϲ οὓϲ ἔχε γῆραϲ 
 (v. 514. 15) μετὰ τὸ ῥύατο, εἶτα ϲυνῆπτον τὸ ἑξῆϲ· ἐφεϲταότεϲ
 
 
 
 
 μετὰ δ’ ἀνέρεϲ Οὓϲ ἔχε γῆραϲ. ,,ἐὰν γὰρ τοῖϲ ἄνω,“ φαϲὶ,
 ,,ϲυνάψωμεν, ϲολοικιϲμὸϲ ἔϲται, ἐπεὶ θηλυκὸν πρόκειται καὶ οὐδέτερον, τὸ
 δὲ ἑϲταότεϲ ἀρϲενικόν. ἐδυνάμην οὖν φάναι πρὸϲ αὐτούϲ, ὅτι καὶ οὕτωϲ
 Ὅμηροϲ πολλὰ ϲχηματίζει· καὶ αὐτὸϲ γὰρ λέγει κλυτὸϲ Ἱπποδάμεια (B 742)
 καὶ θῆλυϲ ἀυτμή (? ζ 122) καὶ ὁλοώτατοϲ ὀδμή (δ 442) καὶ ὄπα
 χάλκεον (C 222) καὶ ἁλὸϲ πολιοῖο (Υ 229 ), καὶ ἐπὶ δυικῶν· οὐκ ἂν ἐφ’
 ὑμετέρων ὀχέων πληγέντε κεραυνῷ ( Θ 455). ἄλλωϲ τε ἐντὸϲ τοῖϲ τέκνοιϲ
 καὶ οἱ ἄρϲενέϲ εἰϲι· τί οὖν κωλύει πρὸϲ τὸ ϲημαινόμενον ἀπηντηκέναι, ὡϲ
 ἐπ’ ἄλλων μυρίων οἷον· νεφέλη δέ μιν ἀμφιβέβηκε κυανέη, τὸ μὲν οὔπ οτ’
 ἐρωεῖ (μ 74)· πρὸϲ γὰρ τὸ νέφοϲ ἡ ἀπόδοϲιϲ. πάλιν ἠδ’ ἐπὶ
 δεξιὰ ἠδ’ ἐ π’ ἀριϲτερὰ νωμῆϲαι βῶν ἀζαλέην, τὸ μοί ἐϲτι ταλαύρινον
 πολεμίζειν (H 238) πρὸϲ γὰρ τὸ ϲάκοϲ ἡ ἀναφορά. καὶ εἰπὼν ἐπ’ εἰροπόκοιϲ
 ὀίεϲϲιν ἐπάγει τὰ δ’ ἐρῆμα φοβεῖται (Θ 137. 140) πρὸϲ γὰρ τὰ πρόβατα τὸ
 ϲχῆμα. καὶ ἐνταῦθα οὖν πρὸϲ τοὺϲ παῖδαϲ φαίη ἄν τιϲ εἶναι
 τὴν ἀναφοράν. ἐντὸϲ δὲ τοῖϲ ὑποκειμένοιϲ καὶ δύο ϲχήματα ἔμιξεν, ἐπὶ τοῦ 
 διάνδιχ’ ἅπαντα δάϲαϲθαι 
 κτῆϲιν ὅϲην πτολίεθρον ἐπήρατον ἐντὸϲ ἐέργει 
 ( C 511. 12) τὸ γὰρ ἅπαντα πρὸϲ τὰ κτήματα ἀναφέρεται, τὸ δὲ ὅϲην πρὸϲ τὴν κτῆϲιν. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ παραπλήϲιόν τι νῦν
 κἀνθάδε 
 
 
 
 
 πεπονθέναι τὴν φράϲιν τῷ λεγομένῳ Ἀλκμανικῷ ϲχήματι, ὅπερ
 ἐϲτὶ τοιοῦτον· ἔνθα μὲν εἰϲ Ἀχέροντο Πυριφλεγέ Θων τε ῥέουϲι Κώκυτόϲ τε
 (κ 513). εἰ δέ κ’ Ἄρηϲ ἄρχωϲι μάχηϲ ἢ Φοῖβοϲ Ἀπόλλων ( γ 138). ὥϲπερ γὰρ
 ἐντὸϲ τούτοιϲ ἐντὸϲ μέϲῳ κεῖται ὃ ἔδει ἐπάγεϲθαι, οὕτω καὶ
 ἐπὶ τῶν νῦν ζητουμένων. εἰ γοῦν τὸ ἐφεϲταότεϲ ἐπαγάγωμεν τῷ μετὰ δ’
 ἀνέρεϲ οὓϲ ἔχε γῆραϲ, οὐδ’ ἄν ἔτι ζητοῖτο· μόνῳ δὲ τούτῳ διαφέρει τοῦ
 Ἀλκμανικοῦ, ᾗ ἐκεῖνο μὲν τοῖϲ παρ’ ἀριθμὸν ϲχήμαϲιν ὑποπίπτει, τοῦτο δὲ
 τοῖϲ παρὰ γένοϲ, ὑπερβατῷ δὲ ἀμφότερα λύεται.

515. ad v. 509 sqq., p. 229, 2 et p. 230, 21.

572. ad N 443.

591. 92. πολυθρύλητον ἐνθάδε τὸ ζήτημα, πῶϲ ὁ θεὸϲ τὸν ἄνθρωπον 
 μιμεῖται. καὶ οἱ μὲν ψιλοῦϲι τὸ οἶον, ϲυνάπτοντεϲ αὐτὸ ἴκελον, μιμητὴν
 τῶν ἔργων Ἡφαίϲτου ποιοῦντεϲ τὸν Δαίδαλον, ἵν ’ . ᾖ· τούτῳ
 μόνον ὁ Δαίδαλοϲ ἐποίηϲεν ὅμοιον χορόν, ὁ δὲ Ἥφαιϲτοϲ δηλονότι πολλὰ
 τοιαῦτα εἰργάϲατο. ἢ τάχα ἔξεϲτιν ἐκεῖνο φάϲκειν, ὅτι ἐπεὶ πρώην
 διακεχωριϲμένωϲ ἐχόρευον ἄνδρεϲ τε καὶ γυναῖκεϲ, οἱ μετὰ Θηϲέωϲ ϲωθέντεϲ
 ἐκ τοῦ λαβυρίνθου ἠίθεοι παρθένοιϲ ἀναμὶξ ἐχόρευϲαν, περ ὁ θεὸϲ
 ἐμιμήϲατο, οὐ τὴν τέχνην Δαιδάλου. ἴϲωϲ δὲ καὶ διδάϲκει ὁ
 ποιητήϲ μιμεῖϲθαι τὰ χηρϲτά, εἰ καὶ ἐξ εὐτελῶν εἶεν.

609. διὰ τί μὴ πλείονα περὶ τοῦ θώρακοϲ φράζει, φαμὲν ὅτι ἔφθη 
 
 
 
 
 
 ἐκφράϲαι τὸν Ἀγαμέμνονοϲ θώρακα (Λ 19 sqq .), ὃϲ καὶ αὐτὸϲ
 ἡφαιϲτότευκτοϲ ἦν, καὶ νῦν οὐ φράζει, ὡϲ καὶ τὴν Πατρόκλου πυρὰν
 δεινολογήϲαϲ (Ψ 164 sqq.) τὴν Ἕκτοροϲ παρέδραμεν.

40. Ἐζήτηται διὰ ποίαν αἰτίαν οὐ χρῆται κήρυκι Ἀχιλλεὺϲ πρὸϲ τὸ
 ϲυγκαλέϲαι τοὺϲ ὄχλουϲ. ῥητέον οὖν τι ἔθοϲ ἐϲτὶν ἀρχαῖον αὐτό οὕτωϲ γοῦν καὶ ἐντὸϲ τῆ Α ῥαψῳδίᾳ (54 ) αὐτὸϲ Ἀχιλλεὺϲ ϲυγκαλεῖ.
 ἄλλωϲ τε διὰ τὴν χαρὰν μετὰ ϲπουδῆϲ ϲυνδεδραμήκαϲιν οὐδὲ τοὺϲ κήρυκαϲ
 ἀναμείναντεϲ.

68. ἀντὶ τοῦ ἄγαν ϲκληρῶϲ· ϲκέλλειν γάρ ἐϲτι τὸ ϲκληροποιεῖν, καὶ ὁ
 ϲκελετὸϲ κατεϲκληκὼϲ διὰ τὴν ἀϲαρκίαν, καὶ Ἀϲκληπιὸϲ διὰ ϲτέρηϲιν μετὰ ἠπιότητοϲ, ὁ διὰ ἰατρικῆϲ μὴ ἐῶν ϲκέλλεϲθαι. οἱ δὲ
 ἀπέδωκαν ἀϲκελέωϲ ἀδιαλείπτωϲ κατὰ μέμψιν· τὸ γὰρ ἀϲκελέϲ ἄβατον
 ἀπόρευτον.

71 sqq. ἀλλά τιν’ οἴω ἀϲπαϲίωϲ αὐτῶν γόνυ κάμψειν, ὅϲ κε φύγῃϲι φεύ γων
 ἐκ πολέμοιο. οἱ φεύγοντεϲ τεταμένον ἔχουϲι τὸ γόνυ, οἱ δὲ
 καθήμενοι κεκαμμένον. ἀϲπαϲίωϲ οὖν, φηϲὶ, καθεδεῖται τῶν φυγόντων τιϲ ἐκ
 τοῦ πολέμου, ὃϲ καὶ ἀναπαύϲει ἑαυτὸν καὶ τὰ ϲκέλη, ἐκ τοῦ ϲυντόνου τῆϲ
 φυγῆϲ δρόμου καθίϲαϲ.

79 sqq. ἑϲταότοϲ μὲν καλὸν ἀκουέμεν οὐδὲ ἔοικεν 
 ὑββ άλλειν· χαλεπὸν γὰρ ἐπιϲτάμενόν περ ἐόντα 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 ἀνδρῶν δ’ ἐντὸϲ πολλ ῷ ὁμάδῳ πῶϲ κέν τιϲ ἀκούϲαι 
 ἢ εἴπ οι; βλάθεται δὲ λιγύϲ περ ἐὼν ἀγορητήϲ. 
 
 ,,Ἀρίϲταρχοϲ οὖν ῷήθη παραίτηϲιν εἶναι τὸν λόγον,
 ὡϲ διὰ τὸ τετρῶϲθαι το Ἀγαμέμνονοϲ ϲυγχωρεῖν ἀξιοῦντοϲ, εἰ καθήμενοϲ λέγει. καί φηϲι· διὰ τοῦτο ἐνέθηκε τὸ αὐτόθεν ἐξ ἕδρηϲ οὐδ’
 ἐντὸϲ μέϲϲοιϲιν ἀναϲτάϲ (v. 77 ). ἄτοποϲ δὲ ἡ παραίτηϲιϲ· οὐ γὰρ τὸν
 πόδα ἀλλὰ τὴν χεῖρα τέτρωται, καὶ τὴν χεῖρα δὲ οὕτωϲ ἔρρωτο, ὥϲτε ὀλίγον
 ὕϲτερον αὐτὸϲ τὸν κάπρον ἀποϲφάττει. ἐὰν προϲκείμενοϲ δὲ ὁ ϲτίχοϲ ἦ τὸ
 αὐτόθεν ἐξ ἕδρηϲ, ἀκουϲόμεθα ἐκ τοῦ τῶν ἀριϲτέων ϲυνεδρίου,
 ὥϲτ’ ἐντὸϲ ἐκείνοιϲ ὄντα λέγειν αὐτὸν καὶ οὐκ ἐντὸϲ μέϲῳ τῷ πλήθει.
 Ἀπολλώνιοϲ μὲν οὖν ὁ διδάϲκαλοϲ ἡμῶν, καὶ αὐτὸϲ ϲυγκαταθέμενοϲ 
 
 
 
 ὅτι ἕϲτηκεν ὁ Ἀγαμέμνων, παραιτεῖται, φηϲὶ, τὸν ὑποβολέα
 ὡϲ ἄν ἐκ τοῦ αὐτοϲχεδίου λέγειν μέλλων· ἐμοῦ γάρ φηϲιν ἀκούϲατε καὶ
 μηδείϲ μοι ὑποβαλλέτω ἵν᾿ εἴπω· χαλεπὸν γὰρ τὸ ὑποβαλλόντων ἀκούειν τῷ
 ἐπιϲτήμονι τοῦ λέγειν· καὶ πῶϲ γὰρ ἄν τιϲ ἐντὸϲ πολλῷ ὁμάδῳ ἀκούϲαι τοῦ
 ὑποβάλλοντοϲ ἢ ὁ ἀκούϲαϲ εἴποι; ὥϲτε καὶ λιγὺν ὄντα
 δημηγόρον καὶ δύναμιν ἔχοντα τοῦ αὐτοϲχεδιάζειν βλάπτεϲθαι ἐμποδιζόμενον
 τῷ ἐξ ὑποβολῆϲ λέγειν ἐντὸϲ πολλῷ θορύβῳ. εἶχε δ᾿ ἄν τινα λόγον ἡ
 ἐξήγηϲιϲ, εἰ ἐγίνωϲκεν Ὅμηροϲ τὸ τοιοῦτον εἶδοϲ τῆϲ δημηγορίαϲ, λέγω δὲ
 τὸ ἐξ ἀναγνώϲεωϲ καὶ γραφῆϲ ὑποβαλλόμενον. Ἀλέξανδρϲ δὲ ὁ Κοτυαεύϲ φηϲι
 λέγων· „καλῶϲ ἔχει τὸ ἑϲτῶτοϲ τοῦ δημηγοροῦντοϲ ἀκούειν καὶ
 μὴ ὑποκρούειν αὐτὸν καὶ ἐμποδίζειν (τοῦτο γὰρ ϲημαίνει τὸ ὑββάλλειν)·
 χαλεπὸν γὰρ καὶ τῷ πάνυ δεινῷ ἐντὸϲ ταραχῇ εἰπεῖν. τὸ γὰρ χαλε πὸν
 ἐπιϲτάμενόν περ ἐόντα κατὰ Ἀττικὴν ϲυνήθειαν πλεονάζει τὸ ἐόντα·
 ἐκείνοιϲ γὰρ ἦν ϲύνηθεϲ λέγειν μὴ προδοὺϲ ἡμᾶϲ γένη (Soph. Ai. 588) ἀντὶ
 τοῦ μὴ προδῷϲ, καὶ παίζειϲ ἔχων ἀντὶ τοῦ διαπαίζειϲ, καὶ
 ἐνταῦθα χαλεπὸν γὰρ ἐπιϲτάμενόν περ ἐόντα ἀντὶ τοῦ τὸν ἐπιϲτάμενον
 θορυβεῖϲθαι χαλεπόν, ὡϲ καὶ τοῦ ἐπιϲτήμονοϲ ῥήτοροϲ ἐντὸϲ θορύβῳ χαλεπῶϲ
 δημηγοροῦντοϲ.“ ἐμοὶ δὲ δοκεῖ δύναϲθαί τινα οὕτωϲ ἀποδιδόναι τὴν
 διάνοιαν· ἐκκληϲίαϲ ἀθροιϲθείϲηϲ ὁ Ἀγαμέμνων παύει προοιμιαζόμενοϲ τὸν
 
 
 
 
 θόρυβον, λέγων ὡϲ ἡ ἐκκληϲία οὐ πρὸϲ αὐτοὺϲ ἔχει τὴν
 ἀπόταϲιν, οὐδὲ δεῖ νῦν ὑποκρούειν ζητοῦνταϲ μαθεῖν τίνοϲ ἕνεκα
 ϲυνεληλύθαϲιν· χαλεπὸν γὰρ θορυβεῖν τὸν ἐπιϲτάμενον τὰ ὄντα. τίνα δὲ ἦν
 τὰ ὄντα πάντεϲ που ἐγίνωϲκον, ὅτι ἐμήνιϲαν πρὸϲ ἀλλήλουϲ Ἀχιλλεὺϲ καὶ
 Ἀγαμέμνων, καὶ ὅτι νῦν κατηλλάγηϲαν, καὶ ὅτι ἡ ϲύνοδοϲ διὰ
 τοῦτο. τὸ οὖν ἐπιϲτάμενόν περ ἐόντα τὰ ὄντα λέγει καὶ ἐνεϲτῶτα τὸν
 καθ᾿ ἕκαϲτον αὐτῶν ἐπίϲταϲθαι, ὡϲ ἔφη που· ὃϲ ᾔδη τά τ᾿ ἐόντα τὰ τ᾿
 ἐϲϲόμενα πρό τ᾿ ἐόντα (Α 70) χαλεπὸν οὖν καὶ δεινὸν πρᾶγμά
 ἐϲτι τὸ ἐπιϲτάμενον τὰ ὄντα καὶ ἐνεϲτηκότα θορυβεῖν, πυνθανόμενον ὡϲ ἀγνοοῦντα ἢ ζητοῦντα περὶ ὧν οἶδεν ἀκούειν. καὶ ὅτι
 τοῦτο νοεῖ, δῆλον δι᾿ ὧν ἐπάγει· 
 Πηλείδῃ μὲν ἐγὼν ἐνδείξομαι, αὐτὰρ οἱ ἄλλοι 
 ϲύνθεϲθ᾿ Ἀργεῖοι, ἠμὲν νέοι ἠδὲ γέροντεϲ 
 (T 83. 4). λέγει γὰρ ὅτι ἡ ἀπόταϲίϲ μοι τοῦ λόγου πρὸϲ τὸν Ἀχιλλέα
 ἐϲτίν, οὐ πρὸϲ ὑμάϲ τοὺϲ εἰδόταϲ δι᾿ ἃ ϲυνεληλύθαμεν.
 ἔϲτιν οὖν ὁ νοῦϲ· μὴ θορυβεῖτε, ὦ ἄνδρεϲ, ὑποκρούοντεϲ διὰ τί
 ϲυνεληλύθαμεν· ἐπίϲταϲθε γὰρ τὰ πάντα, καὶ ὁ λόγοϲ μοι τὰ νῦν οὐ πρὸϲ
 ὑμᾶϲ ἀλλὰ πρὸϲ τὸν Ἀχιλλέα ἔχει τὴν ἀπόταϲιν· χαλεπὸν γὰρ τοὺϲ εἰδόταϲ
 τὴν αἰτίαν τῆϲ ϲυνόδου ὡϲ μὴ εἰδόταϲ θορυβεῖν καὶ διὰ τοῦτο ἐμποδίζειν
 καὶ τῷ λέγοντι καὶ τῷ ἀκούοντι, πρὸϲ ὃν ὁ λόγοϲ ὁ παρὼν
 ἕϲτηκε. πολλὰ δὲ τοιαῦτα καὶ παρὰ τοῖϲ ῥήτορϲι προοίμια ἐπιγράφεται πρὸϲ
 τοὺϲ θορύβουϲ.

83. v. 40.

100. ad v. 108

108. διὰ τί ἡ Ἥραὀμόϲαι προάγει τὸν Δία. ἢ δῆλον ὡϲ οὐ 
 ποιοῦντα ἃ ἂν φῇ. εἰ δὲ τοῦτο, διὰ τί οὐ κατανεῦϲαι ἀλλὰ καὶ ὀμόϲαι εἰ
 ἠξίωϲεν, ὡϲ καὶ ψευδομένου, ἂν μὴ ὀμόϲῃ ὁ δὲ ποιητήϲ φηϲιν ἀληθεύειν τι
 κεν κεφαλῇ κατανεύϲῃ (A 527). τὸ μὲν οὖν ὅλον μυθῶδεϲ· καὶ 
 
 
 
 γὰρ οὐδ᾿ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ ταῦτά φηϲιν Ὅμηροϲ, οὐδὲ γινόμενα
 εἰϲάγει, ἀλλ᾿ ὡϲ διαδεδομένων περὶ τὴν Ἡρακλέουϲ γένεϲιν μέμνηται.
 ῥητέον δὲ ὅτι καὶ ὁ μῦθοϲ εἰκότωϲ εἰϲάγει τὴν Ἥραν ὁρκοῦϲαν τὸν Δία·
 πάντεϲ γὰρ περὶ ὧν ἂν φοβῶνται μὴ ἄλλωϲ ἀποβῇ, πολὺ τῷ ἀϲφαλεῖ προέχειν
 πειρῶνται διὸ καὶ ἡ Ἥρα, ἅτε οὐ περὶ μικρῶν ἀγωνιζομένη, καὶ
 τὸν Δία εἰδυῖα ὅτι αἰϲθόμενοϲ τὸν Ἡρακλέα δουλεύοντα ὑπεραγανακτήϲει, τῇ
 ἰϲχυροτάτῃ ἀνάγκῃ κατέλαβεν αὐτόν. οὕτωϲ Ἀριϲτοτέληϲ (fr. 157 edit.
 Acad. Bor.).

183. Ϲ 100.

221 sqq. ζητοῦϲι τίνα νοῦν ἔχει τὰ ἔπη ταῦτα ᾐνιγμένα ὑπὸ τοῦ Ὀδυϲϲέωϲ· 
 αἶψά τε φυλόπιδοϲ πέλεται κόροϲ ἀνθρώποιϲιν, 
 ἧϲτε πλείϲτην μὲν καλάμην χθονὶ χαλκὸϲ ἔχευεν, 
 ἄμητοϲ δ᾿ ὀλίγϲτοϲ, ἐπὴν κλίνῃϲι τάλαντα 
 Ζεύϲ, ὅϲτ᾿ ἀνθρώπων ταμίηϲ πολέμοιο τέτυκται 
 
 (v. 221 sqq.); ἐπεὶ ἡ ἄμητοϲ λέξιϲ ϲημαίνει καὶ τὸν χρόνον ἐντὸϲ ᾧ
 ἀμῶϲι, τουτέϲτι τὸν θεριϲμόν, ϲημαίνει δὲ καὶ τὸν ἀμώμενον καρπόν, καθ᾿
 ἑκάτερα τῶν δύο ϲημαινομένων ἐκδεξάμενοι πειραθῶμεν τῶν δύο ϲαφῆ ποιῆϲαι
 τὴν διάνοιαν. ἔϲται τοίνυν ἐκ τοῦ ϲημαινομένου δῆλον, ὡϲ καλάμη μὲν
 λέγεται τὸ τῶν ἀποθνηϲκόντων πλῆθοϲ, ἄμητοϲ δὲ καὶ καρπὸϲ
 οἱ ϲωζόμενοι. φηϲὶν οὖν, ταχέωϲ κόρον γίνεϲθαι ἐκείνηϲ τῆϲ μάχηϲ, ἐντὸϲ
 ᾗ πολὺϲ μὲν ὁ πίπτων, ὀλίγοι δὲ οἱ ϲωζόμενοι, ἐξ οὗ δηλοῦϲθαι, ὅτι τῆϲ
 ϲφοδροτάτηϲ μάχηϲ ταχὺϲ ὁ κόροϲ, καὶ μάλιϲτα ὅταν τύχῃ τιϲ διὰ λιμὸν
 ἠϲθενηκώϲ· ἐντὸϲ ᾧ δ᾿ ἂν οὖν πολέμῳ, κλίναντοϲ τοῦ Διὸϲ τὴν νίκην καὶ
 ἑτερορρεποῦϲ τῆϲ μάχηϲ γεγονυίαϲ, πολὺϲ μὲν ᾖ ὁ 
 ἀναιρούμενοϲ, ὀλίγοϲ δὲ ὁ περιϲωζόμενοϲ, κόροϲ ἐνταῦθα ταχέωϲ γίνεται
 τῶν μὲν καλάμην πολλὴν ἐκλεγόντων, ἄμητον δὲ καὶ καρπὸν ὀλίγον ἐώντων.
 τὴν δὲ καλάμην καὶ τὸν καρπὸν ἐπὶ τῶν τραπέντων ἀκουϲόμεθα, ὧν πολὺϲ μὲν
 ὁ ἀποθνήϲκων, ὃϲ τέτακται ἐπὶ τῆϲ καλάμη, ὀλίγοϲ δὲ ὁ διαϲωζόμενοϲ, ὃϲ
 τέτακται ἐπὶ τοῦ καρποῦ· τὸν δὲ κόρον ἴϲχειν ταχὺν τοὺϲ
 ταῦτα δρῶνταϲ καὶ νικῶνταϲ, οἳ τοῖϲ ἀμηταῖϲ εἶεν ἂν ἀνάλογοι. οὔτοι ἄρα
 δὴ ἐπὶ τῶν αὐτῶν τὸ ἄμητοϲ ὀλίγιϲτοϲ ἀκουϲτέον· οὐκέτι γὰρ ἑτερορρεπὴϲ
 ἔϲται ἡ μάχη, οὐδ᾿ οἱ μὲν νικῶντεϲ 
 
 οἱ δὲ ἡττώμενοι, ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἴϲηϲ ἐξ ἀμφοῖν πολλὴ μὲν ἡ
 καλάμη ὀλίγοϲ δὲ ὁ καρπόϲ, καὶ οἱ ἀμῶντεϲ ζητηθήϲονται. 
 κἂν ἄμητον δὲ ἐπὶ τοῦ θεριϲμοῦ ἀκούϲωμεν καὶ τοῦ χρόνου καθ᾿ ὃν ἀμῶϲιν,
 ἔϲται μὲν ἄμητοϲ ἡ πρώτη τῶν ϲτρατοπέδων ϲυμβολὴ πρὸ τῆϲ τῶν
 ἑτέρων τροπῆϲ, πλείϲτη δὲ ἡ καλάμη τὸ πλῆθοϲ τὸ μετὰ τὴν τροπὴν τῶν
 πιπτόντων. λογιζόμενοϲ οὖν ὁ Ὀδυϲϲεὺϲ, ὡϲ οὐκ ἂν ὑποϲταῖεν οἱ Τρῶεϲ τὴν
 Ἀχιλλέωϲ ϲυμβολὴν, τραπήϲονται δὲ εὐθύϲ, πολὺν τὸν κάματον ἔϲεϲθαί φηϲι
 τοῖϲ διώκουϲιν ἅμα καὶ παίουϲι καὶ φονεύουϲι, καὶ κόρον αὐτίκα λήψεϲθαι
 νήϲτειϲ ὄνταϲ. ἐνδείξαϲθαι δὲ ταῦτα μᾶλλον καὶ αἰνίξαϲθαι
 βούλεται ἢ φανερῶϲ λέγων δόξαν κολακείαϲ ἀπενέγκαϲθαι. λέγει οὖν· ἐντὸϲ
 ὀλίγῳ χρόνῳ τροπῆϲ γενομένηϲ τῶν πολεμίων, πολλῶν ἀναιρουμένων ἐκ πρώτηϲ
 καὶ βραχείαϲ τῆϲ ϲυμβολῆϲ, αἶψα κόροϲ ἡμῖν γίνεται, ἐὰν μὴ τύχωμεν τὸν
 μέλλοντα κάματον διὰ τῆϲ τροφῆϲ προανακτηϲάμενοι. πεποίηται δὲ τὴν
 ἀλληγορίαν ὁ ποιητὴϲ ἐκ τῆϲ παραβολῆϲ ἐκείνηϲ· 
 οἱ δ᾿ ὥϲτ᾿ ἀμητῆρεϲ ἐναντίοι ἀλλήλοιϲιν 
 ὄγμον ἐλαύνωϲιν ἀνδρὸϲ μάκαροϲ κατ᾿ ἄρουραν 
 πυρῶν ἢ κριθῶν, τὰ δὲ δράγματα ταρφέα πίπτει 
 (Λ 67—69), εἶτ᾿ ἀνταποδίδωϲιν· 
 
 ὣϲ Τρῶεϲ καὶ Ἀχαιοὶ ἐπ᾿ ἀλλήλοιϲι θορόντεϲ 
 δῄουν, οὐδ᾿ ἕτεροι μνώοντ᾿ ὀλοοῖο φόβοιο 
 (Λ 70. 71). ἀλλ᾿ οὗτοι μὲν τὸν ἄμητον παρέτειναν ἰϲόπαλοι ὄντεϲ·
 ἐφ᾿ ᾗϲ δ᾿ ἂν μάχηϲ τροπὴ γένηται ἐκ μικρᾶϲ ϲυμβολῆϲ καὶ ὀλίγου ἀμήτον
 ταχὺϲ ὁ κόροϲ τοῖϲ ἀναιροῦϲι καὶ τὴν καλάμην πολλὴν ποιοῦϲιν, εἰ μὴ τύχωϲι τὴν ἰϲχὺν διὰ τῆϲ τροφῆϲ αὐτάρκη παραϲκευάϲαντεϲ. μήποτε
 δὲ ὁ ἄμητοϲ οὐ τὴν ἐπικαρπίαν ἀλλὰ τὸν χρόνον τῆϲ ἐνεργείαϲ δηλοῖ· αὐτὸϲ
 γὰρ ὁ Ὀδυϲϲεὺϲ πρὸϲ τὸν Ἀχιλλέα ταῦτα προεῖπεν· 
 οὐ γὰρ ἀνὴρ πρόπαν ἦμαρ ἐϲ ἠέλιον καταδύντα 
 ἄκμηνοϲ ϲίτοιο δυνήϲεται ἄντα μάχεϲθαι· 
 
 εἴπερ γὰρ θυμῷ γε μενοινάᾳ πολεμίζειν, 
 ἀλλά τε λάθρῃ γυῖα βαρύνεται, ἠδὲ κιχάνει 
 δίψα τε καὶ λιμόϲ, βλάβεται δέ τε γούνατ᾿ ἰόν τοϲ. 
 ὃϲ δέ κ᾿ ἀνὴρ οἴνοιο κορεϲϲάμενοϲ καὶ ἐδωδῆϲ 
 ἀνδράϲι δυϲμενέεϲϲι πανημέριοϲ πολεμίζῃ, 
 
 θαρϲαλέον νύ οἱ ἦτορ ἐνὶ φρεϲὶν οὐδέ τι γυῖα 
 πρὶν κάμνει, πρὶν πάνταϲ ἐρωῆϲαι πολέμοιο 
 
 
 (T 162—70). ὀλίγοϲ οὖν ἄμητοϲ καὶ ὁ χρόνοϲ ὁ τοῦ ἀμάν
 γίνεται καὶ τοῦ πλείϲτην καλάμην ἔχειν καὶ πολλὸ6ϲ ἀναιρεῖν, τροπὴν τοῦ
 Διὸϲ ἐμβαλόντοϲ τοῖϲ πολεμίοιϲ, ἐὰν μὴ τύχωϲιν οἱ ἀναιροῦντεϲ τροφῆϲ
 μετειληχότεϲ· ἵν’ ᾖ ὁ λόγοϲ· ἐντὸϲ ᾗ δ’ ἂν μάχῃ ἐντὸϲ ὀλίγῳ χρόνῳ πολὺϲ
 ᾖ ὁ ἀναιρούμενοϲ τροπῆϲ γενομένηϲ, εὐθέωϲ ἐντὸϲ ταύτῃ ὁ κόροϲ· διὸ δεῖ ἰϲχύειν τοὺϲ βουλομένουϲ ἐπὶ πλέον τυχεῖν τῆϲ νίκηϲ.

310 sqq. . . . . πῶϲ δὲ Αἴαϲ ϲυγγενὴϲ ὢν οὐ ϲυμπάρεϲτιν, ὀργίζεται ζεται
 διὰ τὴν πρεϲβείαν· βαρύμηνιϲ γάρ. καὶ πῶϲ τὸν ἐπιτάφιον ἀγωνίζεται;
 ἀρετῆϲ χάριν καὶ φιλίαϲ τοῦ ἠπιωτάτου Πατρόκλου.

386. τὰ ὅπλα, φηϲὶ, κοῦφα ἐγένοντο ὡϲ πτερὰ καὶ ᾖρε καὶ ἐκούφιζε τὸν Ἀχιλλέα, ὡϲ τοὺϲ ὄρνιθαϲ τὰ πτερά· τὸ γὰρ ἄειρεν ἐπὶ
 τοῦ ἐκούφιζεν Νέϲτωρ δ’ ὁ γέρων ἀμογητὶ ἄειρεν (Λ 637), ἤ μ’ ἀνάειρεν ἢ
 ἐγὼ ϲέ (Ψ 724). τετόλμηται γοῦν ὁ λόγοϲ, ὡϲ τῶν ὅπλων βαϲταζόντων τὸν
 Ἀλχιλλέα, οὐ βαϲταζομένων. τινὲϲ δέ φαϲιν ὅτι ἐμετεώριζεν αὐτὸν ὁ κόϲμοϲ
 καὶ γαυριᾶν γαβριᾶν cod. ἐποίει. ἢ 
 τάχα ἡ ϲυμμετρία τῶν ὅπλων καὶ κουφότητα ἐνεποίει, ὡϲ μὴ δοκεῖν αὐτὸν
 ταῦτα φέρειν, ἀλλ’ αὐτὸν cod. τοῦτον. εἰ δὲ
 μείζονα ἦν, βαρύτερα ἂν ὑπῆρχε. καὶ τὰ πτερὰ πολλὴν ἁρμονίαν ἔχει. ὁ δὲ
 λόγοϲ ὑπερβολή.

389. τὸ ἀλλά μιν οἶοϲ ἐπίϲτατο πῆλαι Ἀχιλλεύϲ ἐξηγοῦν- ται
 ἀντὶ τοῦ ἠδύνατο· προειπὼν γάρ φηϲι· τὸ μὲν οὐ δύνατ’ ἄλλοϲ Ἀχαιῶν
 πάλλειν. πλανῶνται δέ· τῇ γὰρ ἐπιϲτήμῃ καὶ τὴν δύναμιν προϲάπτει, ὥϲ πού
 φηϲιν· 
 ἐπεὶ οὐδ᾿ ἐμὲ νήιδά γ᾿ οὕτωϲ 
 ἔλπομαι ἐντὸϲ Ϲαλαμῖνι γενέϲθαι τε τραφέμεν τε 
 
 (Η 198) καὶ 
 φῶθ᾿ Ἡρακλῆα μεγάλων ἐπιίϲτορα ἔργων 
 (φ 26), τουτέϲτιν ἐπιγνώμονα καὶ ἐπιϲτήμονα, ὡϲ τὸ 
 ἴϲτορα δ’ Ἀτρείδην Ἀγαμέμνονα θείομεν ἄμφω 
 (Ψ 486). 
 
 
 
 
 
 
 ἄμφω. δ’ ἱέϲθην ἐπὶ ἴϲτορι πεῖραρ ἑλέϲθαι 
 (Ϲ 501), τουτέϲτιν ἐπὶ ἐπιϲτήμονι δικῶν κρίϲεωϲ.

407. οὐκ εὐπρεπὲϲ δὲ, φαϲὶ, τὴν Ἥραν παραιτίαν
 λύπηϲ γενέϲθαι τῷ Ἀλχιλλεῖ. ῥητέον δὲ ὅτι εἰϲ πρᾶγμα
 τολμηρὸν καταβαίνων αὐδήεντα. ὁ ποιητὴϲ, τὸ φωνῆϲ μετέχονταϲ
 ἵππουϲ εἰϲάγειν, θεῷ τὴν αἰτίαν ἀνατίθηϲι, καὶ Ἥρᾳ, ἐπεὶ φωνή ἐϲτιν ἀὴρ
 πεπγμένοϲ τί δὲ ἄτοπον ὅπου γε καὶ Θέτιϲ προεῖπεν· αὑτίκα γάρ τοι ἔπειτα
 μεθ᾿ Ἕκτορα πότμοϲ ἑτοῖμοϲ (C 96);

7. ιὰ ποίαν αἰτίαν μόνοϲ ὁ Ὠκεανὸϲ οὐ πάρεϲτι τῇ ἐκκληϲίᾳ 
 τῶν θεῶν ῥητέον δὲ ὅτι ἐπεὶ ϲυνεκτικὸν ἔχει τὸ τοῦ κόϲμου
 ῥεῦμα· φηϲὶ γάρ· Ὠκεανὸϲ, ᾧ πᾶϲα περίρρυτοϲ ἐνδέδεται χθών. 
 τὸν Ὠκεανὸν οὐ παρέλαβεν εἰϲ τὸ τῶν θεῶν ϲυνέδριον, ἵνα μὴ κωλύϲῃ αὐτὺϲ τῆϲ πρὸϲ
 ἀλλήλουϲ μάχηϲ πρεϲβύτατοϲ ὑπάρχων.

26 sqq. δόξειεν ἂν τοὐναντίον ἢ ὁ Ζεὺϲ βούλεται γίνεϲθαι, τῶν 
 θεῶν ἐκπεμπομένων ἐπὶ τὴν μάχην. ὁ μὲν γάρ φηϲιν, εἰ μὴ
 παραγένοιντο, γένοιντο, πὐδὲ πρὸϲ ὀλίγον ἀνθέξουϲιν οἱ Τρῶεϲ μαχόμεν τῷ
 Ἀλχιλλεῖ, ἐκ δὲ τοῦ ἀφικνεῖϲθαι ατοὺϲ μᾶλλον ἰϲχυρότεροϲ γίνεται τῷ
 εἶναι τοὺϲ 
 
 
 
 
 
 Ἑλληνικοὺϲ θεὸϲ ἰϲχυροτέρουϲ τῶν Τρωικῶν· ἐὰν γὰρ δύο
 ἀνίϲοιϲ ἴϲα προϲτεθῇ, τὰ ὅλα ἐϲτὶν ἄνιϲα· ἡ γὰρ αὐτὴ ὑπεροχὴ τῶν ἐξ
 ἀρχῆϲ ὑπερεχόντων μένει. εἰ δὲ καὶ ἴϲοι ἦϲαν, περιττὴ ἦν ἡ ἐπικουρία τῶν
 θεῶν. ἐροῦμεν δὲ ὡϲ οὐ διὰ τὴν μάχην τῶν θεῶν ἡ κάθοδοϲ γέγονεν, ἀλλ’
 ἵνα πρόφαϲιϲ Ἀχιλλεῖ τῆϲ ἀπάτηϲ Ἀπόλλωνοϲ γένηται (Φ 599
 sqq.), δυνηθῇ δὲ καὶ Ϲκάμανδροϲ παρεμποδίϲαι Ἀλχιλλεῖ.

48. πῶϲ λαοϲϲόον τὴν Ἔριν προϲηγύρευϲν οὐ γὰρ ϲώζουϲα φαίλαοϲϲόοϲ. νεται
 ἀλλὰ φθείρουϲα μᾶλλον τὰ πλήθη. ῥητέον δὲ ὅτι Ἔριν νῦν τὴν τῶν Ἑλληνικῶν
 καὶ Τρωικῶν θεῶν φιλονεικίαν φηϲίν· ἡ γὰρ τούτων πρὸϲ ἀλλήλουϲ ἔριϲ
 ϲωϲτικὴ ἐγένετο τῶν ἀνδρῶν. ἢ τὸ λαοϲϲόοϲ δηλοῖ τὴν τὸν
 λαὸν ϲεύουϲαν καὶ παρορμῶϲαν. δύναται δὲ καὶ εἰϲ τὸ κρατερή ϲτιγμὴ
 γενέϲθαι, τὸ δὲ λαοϲϲόοϲ τοῖϲ ἑξῆϲ ϲυνάπτεϲθαι.

58. ad Ξ 200, p. 192, 25.

67 sqq. τοῦ ἀϲυμφύρου μὲν ὁ περὶ θεῶν ἔχεται καθόλου λόγοϲ, ἔναντα.
 ὁμοίωϲ δὲ καὶ τοῦ ἀπρεποῦϲ· οὐ γὰρ πρέπονταϲ τοὺϲ ὑπὲρ τῶν θεῶν μύθουϲ φηϲίν. πρὸϲ δὲ τὴν τοιαύτην κατηγορίαν οἱ μὲν ἀπὸ
 τῆϲ λέξεωϲ ἐπιλύουϲιν, ἀλληγορίᾳ πάντα εἰρῆϲθαι νομίζοντεϲ ὑπὲρ τῆϲ τῶν
 ϲτοιχείων φύϲεωϲ, οἷον ἐντὸϲ ταῖϲ ἐναντιώϲεϲι τῶν θεῶν. καὶ γάρ φαϲι τὸ
 ξηρὸν τῷ ὑγρῷ καὶ τὸ θερμὸν τῷ ψυχρῷ μάχεϲθαι καὶ τὸ κοῦφον τῷ 
 
 
 
 
 βαρεῖ. ἔτι δὲ τὸ μὲν ὕδωρ ϲβεϲτικὸν εἶναι τοῦ πυρόϲ, τὸ δὲ
 πῦρ ξηραντικὸν τοῦ ὕδατοϲ. ὁμοίωϲ δὲ καὶ πᾶϲι ϲτοιχείοιϲ, ἐξ ὧν τὸ πάν
 ϲυνέϲτηκεν, ὑπάρχει ἡ ἐναντίωϲιϲ καὶ κατὰ μέροϲ μὲν ἐπιδέχεϲθαι φθορὰν
 ἅπαξ, τὰ πάντα δὲ μένειν αἰωνίωϲ. μάχαϲ δὲ διατίθεϲθαι αὐτὸν, διονομάζοντα τὸ μὲν πῦρ Ἀπόλλωνα καὶ Ἥλιον καὶ Ἡφαιϲτον, τὸ δὲ ὕδωρ
 Ποϲειδῶνα καὶ Ϲκάμανδρον, τὴν δ’ αὖ ϲελήνην Ἄρτεμιν, τὸν ἀέρα δὲ Ἥραν
 καὶ τὰ λοιπά. ὁμοίωϲ ἔϲθ’ ὅτε καὶ ταῖϲ διαθέϲεϲι ὀνόματα θεῶν τιθέναι,
 τῇ μὲν φρονήϲει τὴν Ἀθηνᾶν, τῇ δ’ ἀφροϲύνη τὸν Ἄρεα, τῇ δ’ ἐπιθυμίᾳ τὴν
 Ἀφροδίτην, τῷ λόγῳ δὲ τὸν Ἑρμῆν, τῇ λήθη δὲ τὴν
 Λητώ , καὶ προϲοικειοῦϲι τούτοιϲ· οὗτοϲ μὲν οὖν τρόποϲ
 ἀπολογίαϲ ἀρχαῖοϲ ὢν πάνυ καὶ ἀπὸ Θεαγένουϲ τοῦ Ῥηγίνου, ὃϲ πρῶταϲ
 ἔγραψε περὶ Ὁμήρου, τοιοῦτόϲ ἐϲτιν ἀπὸ τῆϲ λέξεωϲ. 
 ἔνιοι δὲ ἀπὸ ἔθουϲ ἀπολογοῦνται· ϲυγκεχώρηνται γὰρ ὑπὸ τῶν πόλεων καὶ τῶν
 νομοθετῶν τοιαῦτα περὶ θεῶν μὴ μόνον ᾄδειν ἐντὸϲ ποιήϲεϲιν,
 ἀλλὰ καὶ τοῖϲ μυϲτηρίοιϲ παραδιδόναι, ἔν τε ἱεροῖϲ ἀναθήμαϲι καὶ ἕτερα
 ϲύμφωνα τοῖϲ μύθοιϲ καταϲκευάζειν καὶ τὸν πέπλον ἀνάγειν ἐνυφαϲμένον τῆϲ
 γιγαντομαχίαϲ. 
 οἱ δ’ ἀπὸ τοῦ καιροῦ τοῦ τότε κατὰ τὴν Ἑλλάδα παραμυθοῦνται·
 βαϲιλευομένηϲ γὰρ τότε τῆϲ Ἑλλάδοϲ καὶ κοινῇ καὶ κατὰ πόλειϲ, τὸ τῶν βαϲιλέων γένοϲ αὔξονταϲ ποιεῖν ἀπὸ τοῦ ὡϲ ἂν μὴ παντάπαϲι
 πόρρω εἶναι δοκῇ ἡ ἀνθρωπίνη φύϲιϲ τῆϲ θείαϲ, ὑποπλάττειν δὲ καὶ περὶ
 θεῶν ὁποῖα περὶ ἀνθρώπων ὁρῶμεν φάϲκονταϲ. τὸ μὲν οὖν λίαν ἔν τε τῷ
 ἀϲυμφόρῳ ταράττον καὶ τῷ ἀπρεπεῖ τοιοῦτόν ἐϲτι. τὰ δ’ ἐπὶ μέρουϲ δίιμεν,
 ὡϲ μὲν ἀϲύμφορα ταῦτα κατηγορεῖται. 
 
 διὰ τί δὲ κατὰ τὸν πόλεμον οὗτοι οἱ θεοὶ ἐναντιοῦνται ἀλλή 
 
 
 
 
 
 
 
 λοιϲ; Ποϲειδῶν μὲν Ἀπόλλωνι, ὅτι κατὰ τὸν μῦθον
 ϲυναδικηθεὶϲ αὐτῷ ὑπὸ Λαομέδοντοϲ ἐκείνοιϲ ϲυνήργει. Ἄρηϲ δὲ Ἀθηνᾷ,
 ἐπεὶ ἐκώλυϲεν αὐτὸν τὸν Ἀϲκαλάφου θάνατον ἐκδικῆϲαι, ἢ ὅτι ἐντὸϲ
 ὄψει τῶν θεῶν ὕβριϲεν εἰποῦϲα (Ο 128) μαινόμενε φρέναϲ ἠλέ. Ἥρᾳ δὲ
 Ἄρτεμιϲ· ἔϲτι γὰρ αὐτῇ μητρυιά. Λητοῖ δὲ Ἑρμῆϲ δικαίωϲ· μουϲικὸϲ γὰρ
 ὑπάρχων τὴν τὸν μουϲικὸν Ἀπόλλω γεννήϲαϲαν καὶ τῶν
 ἐπιτηδευμάτων ἀντίζηλον μεμίϲηκεν, ἢ ὡϲ λόγιοϲ καὶ μνήμων
 ἀποϲτρέφεται αὐτὴν ὡϲ λήθην. Ἥφαιϲτοϲ δὲ Ξάνθῳ εἰκότωϲ, ὅτι ἡ μὲν
 τῶν ποταμῶν φύϲιϲ πέφυκεν ὑγρά, Ἥφαιϲτοϲ δέ ἐϲτι τοῦ πυρὸϲ δεϲπότηϲ,
 οὗ τροφὴ τὰ ξύλα. κατὰ δὲ τὸν φυϲικὸν λόγον Ἀπόλλων ἥλιοϲ ὢν
 ἀναπίνει τὰ ὑγρὰ ϲτοιχεῖα. Ἀθηνᾶ δέ ἐϲτι φρόνηϲιϲ, Ἄρηϲ δὲ
 ἀφροϲύνη· ἐναντία δὲ καὶ πολέμιά ἐϲτι ταῦτα ἀλλήλων. Ἥρα δέ ἐϲτιν ἀήρ·
 Ἄρτεμιϲ δὲ ϲελήνη, ἀερότεμίϲ τιϲ οὖϲα, ἣ τὸν ἀέρα τέμνουϲα, ἐξ τὸ
 ἤρτηται, τὸ βαρῦνον αὐτὴν πολέμιον νενόμικεν. Ἑρμῆϲ δέ ἐϲτι λόγοϲ, Λητὼ
 δ᾿ ἀμνημοϲύνη, οἷον ληθώ τιϲ τῶν λόγων. Ἥφαιϲτοϲ δὲ τὸ πῦρ, Ξάνθοϲ δὲ τὸ ὑγρόν· ἀλλότριον δὲ τὸ πῦρ τοῦ ὑγροῦ. 
 
 διὰ τί δὲ οὗτοι οἱ θεοὶ προῄρηνται βοηθεῖν τοῖϲ Ἔλληϲιν, Ἥρα Ἀθηνᾶ
 Ποϲειδῶν Ἥφαιϲτοϲ Ἑρμῆϲ, τοῖϲ δὲ Τρωϲὶν Ἄρηϲ Ἀπόλλων Ἄρτεμιϲ
 Λητὼ Ϲκάμανδροϲ Ἀφροδίτη; ῥητέον οὖν· Ἥρα μὲν Ἕλληϲι βοηθεῖ, ὅτι
 γαμήλιόϲ ἐϲτιν ἡ θεόϲ, μιϲεῖ δὲ μοιχὸν ὄντα τὸν Ἀλέξανδρον 
 Λητὼ Ϲκάμανδροϲ Ἀφροδίτη; ῥητέον οὖν· Ἥρα μὲν Ἕλληϲι δρον, ἢ ὅτι ἐντὸϲ
 τῷ Ἄργει ἐτιμᾶτο λαμπρῶϲ, ὅθεν φηϲὶν ὁ ποιητήϲ· Ἥρη τ’ Ἀργείη (Δ 8), ἢ
 ὅτι ὡϲ τὸ Ἄργοϲ οὕτωϲ ἦν οἰκεία αὐτῇ καὶ ἡ Ϲπάρτη καὶ ἡ Μυκήνη, ὥϲ φηϲιν
 ἐντὸϲ τῇ Δ (51). Ἀθην δὲ διὰ τὸ ἀποδοκιμαϲθῆναι ὑπὸ Ἀλεξάνδρου, ἢ διὰ τὸ
 ἀλλοτρίουϲ εἶναι τῆϲ 
 
 
 ϲυνέϲεωϲ τοὺϲ βαρβάρουϲ. Ποϲειδῶν δέ, ἐπεὶ οἱ πλείουϲ τῶν
 Ἑλλήνων νηϲιῶταί εἰϲι, καὶ διὰ τὸ ὀργίζεϲθαι μὲν Λαομέδοντι ἐπὶ
 ἀποϲτερήϲει μιϲθοῦ τῆϲ τειχοποιίαϲ. Ἑρμῆϲ δὲ Λητοῖ, ἤτοι ὁ λόγοϲ τῇ
 λήθη , ὅτι ἐξ Ἀρκαδίαϲ, ἢ ὅτι λόγιοϲ, ἢ ὅτι κήρυκαϲ
 ἀποϲταλένταϲ πρὸϲ αὐτοὺϲ ὑπὸ Ἑλλήνων ἐπὶ διαλύϲει τῶν
 διαφορῶν Ὀδυϲϲέα καὶ Μενέλαον ἠβουλήθηϲαν ἀνελεῖν πειϲθέντεϲ Ἀντιμάχῳ
 (Λ. 138 sqq.), προϲτάτηϲ δὲ τῶν κηρύκων ὁ Ἑρμῆϲ. Ἥφαιϲτοϲ δὲ διὰ τὸ
 μιϲεῖν Ἄρην, ὅτι ἐμοίχευϲε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ Ἀφροδίτην. τοῖϲ δὲ Τρωϲὶ
 παρέϲτη Ἄρηϲ τὸ ὅμοιον μεταδιώκων· φιλοπόλεμοϲ γὰρ ὁ θεόϲ, πολέμου φίλοι
 καὶ οἱ Τρῶεϲ. ὁ δὲ Ἀπόλλων ἤτοι διὰ τὸ τόξον τοξικοὶ δὲ καὶ
 οἱ Τρῶεϲ, καὶ ἐντὸϲ πρώτοιϲ Ἀλέξανδροϲ· ἢ κιθαριϲτὴϲ καὶ εὔμορφοϲ ὡϲ
 Ἀλέξανδροϲ. Ἄρτεμιϲ δὲ καὶ Λητὼ χαριζόμεναι τῷ Ἀπόλλωνι, ἢ ὅτι παρὰ τοῖϲ
 βαρβάροιϲ τιμῶνται. Ξάνθοϲ δὲ ὡϲ ὑπὲρ οἰκείαϲ χώραϲ μάχεται, ἡ δὲ
 Ἀφροδίτη διὰ τὸ ὑπὸ Ἀλεξάνδρου προκριθῆναι· καὶ ϲχεδὸν εἰπεῖν αὕτη ἀνθίϲταται τῷ πολέμῳ, καὶ εἰκότωϲ πάρεϲτι βοηθεῖν τοῖϲ
 Τρωϲίν.

180 sqq. ἀθετοῦνται ϲτίχοι ἑπτὰ ὡϲ καὶ τὴν διάνοιαν ἀπρεπεῖϲ καὶ τὴν ϲύνθεϲιν εὐτελεῖϲ. πῶϲ γὰρ ὁ τοϲοῦτον ϲπεύδων
 κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἤμβλυνται τοϲοῦτον; ἢ τάχα ἔντεχνοι οἱ λόγοι· μέγιϲτον
 γὰρ εἰϲ κατάπληξιν τῶν ὁμοφύλων φεύγων ὁ πρῶτοϲ ὀφθείϲ, καὶ ϲτρατηγικὸν
 τὸ ἀκινδύνωϲ φοβεῖν τούϲ πολεμίουϲ. καὶ καθ’ Ἕκτοροϲ
 ἔχει τὴν πᾶϲαν ὁρμήν· φηϲὶ γάρ· Ἕκτοροϲ ἄντα μάλιϲτα (v. 76)· εἰκότωϲ
 κότωϲ οὖν πρῶτα μὲν ὁρμῇ λέοντοϲ (v. 164) αὐτὸν ἐκδειματοῖ, ὡϲ δὲ μένει,
 λόγοιϲ, ϲπεύδων ἐπὶ Ἕκτορα.

234. Δ 2.

259 sqq. ἐντὸϲ τῇ Αἰνείου πρὸϲ Ἀχιλλέα μάχῃ ζήτηϲιν παρέϲχε τὰ ἔπη ταῦτα· 
 
 
 
 
 
 ἦ ῥα καὶ ἐντὸϲ δεινῷ ϲάκε’ ἤλαϲεν ὄβριμον ἔγχοϲ 
 καὶ τὰ ἑξῆϲ μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ ϲτίχου· 
 τὴν δὲ μίαν χρυϲῆν, τῇ ῥ᾿ ἔϲχετο μείλινον ἔγχοϲ 
 (v. 272). τῆϲ γὰρ χρυϲῆϲ πτυχὸϲ δοκούϲηϲ πρώτηϲ εἶναι, εἴ γε
 κόϲμου εἵνεκα τὴν χρυϲῆν εἰϲ τὸ ἔξω καὶ ὁρώμενον πρώτην ἐνέθηκεν, ὑπ’
 αὐτὴν δὲ ϲτερεότητοϲ ἕνεκα τὰϲ δύο χαλκᾶϲ, μαλάγματοϲ
 χάριν καὶ τελευταίαϲ τὰϲ καϲϲιτερίναϲ, πῶϲ δύο τε διέκοψε πτύχαϲ, καὶ
 ἐντὸϲ τῇ χρυϲῇ πτυχὶ ἔξω οὔϲῃ καὶ διατμηθείϲῃ ἐνεϲχέθη τὸ δόρυ; 
 ἀπολυόμενοι οὖν τὴν ἀπορίαν οἱ πλεῖϲτοι τὸ ἔλαϲϲεν (v. 269) οὔ φαϲιν
 εἰλῆφθαι ἄνωθεν διέκοψεν, ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ διέθλαϲεν· θλαϲθῆναι μὲν γὰρ καὶ κοιλανθῆναι δύο πτύχαϲ, τὴν χρυϲῆν καὶ μίαν τῶν χαλκῶν
 ὑπὸ τὴν χρυϲῆν, μὴ διακοπῆναι δέ, ἀλλὰ ϲχεθέντοϲ ἐντὸϲ τῇ χρυϲῇ τοῦ
 δόρατοϲ καὶ κοιλάναντοϲ μὲν αὐτὴν καὶ τὴν ὑπ’ αὐτήν, οὐ διακόψαντοϲ δέ.
 οἱ δὲ καὶ αὐτόθεν ἀξιοῦϲι μὴ ἔλαϲϲε γράφειν ἀλλὰ 
 
 
 
 
 
 θλάϲϲεν, ἄνωθεν φάϲκοντεϲ ἁμαρτόντα τινὰ γράψαι τὸ ε, τὴν
 λοιπὴν περιφέρειαν τοῦ θ παρέντα· ἄτρωτα γὰρ ὄντα τὰ Ἡφαιϲτότευκτα μὴ
 διακοπῆναι. ἐγὼ δὲ ἐντὸϲ τῇ χρυϲῇ πτυχὶ ἀκούων ἐνϲχεθῆναι αὐτοῦ λέγοντοϲ
 τὸ δόρυ τῆϲ εἰϲ τὸ πρόϲω ὁρμῆϲ οὐ δύναμαι ἐπινοῆϲαι τὴν 
 χρυϲῆν πτύχα οὔτ’ οὖν διακοπεῖϲαν οὔτε θλαϲθεῖϲαν. πῶϲ γὰρ οἷόν τε
 ἐλαϲθῆναι μὲν λέγειν, τουτέϲτι διακοπῆναι, ἢ θλαϲθῆναί γε δύο πτύχαϲ,
 ἐντὸϲ αἷϲ ἦν ἡ χρυϲῆ, ἐνϲχεθῆναι δὲ ἐντὸϲ τῇ χρυϲῇ τὸ δόρυ; τὸ γὰρ
 ἐνϲχεθῆναι τὸ μὴ τὸ αὐτὸ παθεῖν τὴν χρυϲῆν ὅπερ αἱ ἄλλαι δηλοῖ. οἱ δ’ αὖ
 τὴν πρώτην παθεῖν βούλονται καὶ μᾶλλον ἤπερ τὴν ὑπ’ αὐτήν· 
 οὐ γὰρ ἂν ἐνεϲχέθη ἐντὸϲ τῇ τρίτῃ, εἰ μὴ ἡ δευτέρα ἐπ’ ἔλαττον ἔπαθε τῆϲ
 πρώτηϲ. φημὶ τοίνυν, ὡϲ οὐ κόϲμου χάριν οὐδὲ τέρψεωϲ ὁ Ἥφαιϲτοϲ κέχρηται
 τῇ χρυϲῇ πτυχὶ ἀλλ’ εὐτονίαϲ· εὐτονώτεροϲ δὲ χαλκοῦ χρυϲόϲ. μέϲην οὖν
 τὴν τοῦ χρυϲοῦ πτύχα ἐξύφανεν εἰϲ ϲυνοχὴν τοῦ παντὸϲ ϲάκουϲ· ἁπαλώτεροϲ
 γὰρ ὢν καὶ εὔτονοϲ ὁ χρυϲὸϲ ὑποκείμενοϲ τῷ χαλκῷ διεδέχετο
 τὴν ὁρμήν, ἐκλυθεῖϲαν ὑπὸ τῆϲ τοῦ χαλκοῦ ἀντιτυπίαϲ εἰϲ τὸ ἄτρωτον ὑπὸ
 τῆϲ προϲούϲηϲ αὐτῷ εὐτονίαϲ. πρῶτοϲ δὲ ὢν ὁ χρυϲὸϲ καὶ παθὼν ὑπὸ τῆϲ
 ἐμβολῆϲ πρῶτοϲ ταχεῖαν ἂν παρεῖχε τὴν διακοπὴν ἐκ τῶν εὐθραύϲτων
 ϲυνεϲτώϲαιϲ. ὅτι δὲ καὶ χαλκαῖ πτύχεϲ ἦϲαν ἐντὸϲ τῇ ἔξωθεν ἐπιφανείᾳ,
 μέϲη δὲ μετὰ ταύτην ἡ χρυϲῆ, ὑφ’ ἣν αἱ τοῦ καϲϲιτέρου,
 δηλοῖ τὸ ἐντὸϲ τῇ ὁπλοποιίᾳ ἐπιϲημαίνεϲθαι τὸν ποιητήν, ὅτι τάδε μὲν ἐκ
 χρυϲοῦ ἐποίηϲε, τάδε δὲ ἐξ ἄλληϲ ὕληϲ, ἐκ χαλκοῦ δὲ μὴ εἰπεῖν, ὡϲ ἂν
 τορεύοντοϲ αὐτοῦ ἐντὸϲ ἄλλῃ πτυχὶ τὰ πλάϲματα· 
 ἦρχε δ’ ἄρα ϲφιν Ἄρηϲ καὶ Παλλὰϲ Ἀθήνη, 
 ἄμφω χρυϲείω, χρύϲεια δὲ εἵματα ἕϲθην (Ϲ 516. 17)· 
 
 
 
 
 πῶϲ γὰρ αὐτοὺϲ χρυϲοῦϲ ἔφη, χρυϲῆϲ οὔϲηϲ τῆϲ ὑποκειμένηϲ
 ἐπιφανείαϲ, εἰ μὴ ἐξηλλαγμένα ταῦτα παρὰ τὸ ὑποκείμενον ἐποίει, ἤτοι
 ἐγκυκλῶν ἢ ἐγκολλῶν ἢ ἐντορεύων καὶ νειὸϲ χρυϲῆ· 
 ἀρηρομένῃ δὲ ἐῴκει 
 χρυϲείη περ ἐοῦϲα (Ϲ 548. 49), 
 
 ἐντὸϲ δ’ ἐτίθει ϲταφυλῇϲι μέγα βρίθουϲαν ἀλωὴν 
 καλὴν χρυϲείην, μέλανεϲ δ’ ἀνὰ βότρυεϲ ἦϲαν· 
 εἱϲτήκει δὲ κάμαξι διαμπερὲϲ ἀργυρέῃϲιν· 
 ἀμφὶ δὲ κυανέην κάπετον, περὶ δ’ ἕρκοϲ ἔλαϲϲε 
 καϲϲιτέρου (Ϲ 561—65)· 10 
 
 καὶ πάλιν· 
 ἐντὸϲ δ’ ἀγέλην ποίηϲε βοῶν ὀρθοκραιράων· 
 αἱ δὲ βόεϲ χρυϲοῖο τετεύχατο καϲϲιτέρου τε· 
 χρύϲειοι δὲ νομῆεϲ ἅμ’ ἐϲτιχόων το βόεϲϲι 
 (Ϲ 573. 74. 77), καὶ πάλιν· 
 
 καί ῥ’ αἱ μὲν καλὰϲ ϲτεφάναϲ ἔχον, οἱ δὲ μαχαίραϲ 
 εἶχον χρυϲείαϲ ἐξ ἀργυρέων τελαμώνων (Ϲ 597. 98). 
 τῶν γὰρ ἐμποικιλλομένων ἔϲτιν ὧν τὰϲ ὕλαϲ εἰπὼν ἀργύρου μὲν
 ἐμνήϲθη καὶ χρυϲοῦ καὶ καϲϲιτέρου, χαλκοῦ δὲ οὐκέτι, ὡϲ ἂν εἰ, χαλκῆϲ
 ὑποκειμένηϲ ἐπιφανείαϲ, ἐνταῦθα ἐνεποίκιλλεν. οὐκ ἔφη δὲ ἄτρωτα εἶναι
 ὅπλα, ἀλλ’ οὐ ῥᾳδίωϲ ὑπὸ θνητῶν διακοπτόμενα· 
 οὐδ’ ἐνόηϲε κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν, 
 ὡϲ οὐ ῥηίδι’ ἐϲτὶ θεῶν ἐρικυδέα δῶρα 
 ἀνδράϲι γε θνητοῖϲι δαμήμεναι οὐδ’ ὑποείκειν 
 (Υ 264—66). ἔδει οὖν μηδὲ θλαϲθῆναι, ὅπερ ἀξιοῦϲιν ἔλαϲϲεν
 ἀκούειν, 
 
 
 
 εἴ γε μηδ’ ὑπείκειν αὐτὰ ἔλεγε. ῥητῶϲ δ’ αὐτὸϲ ἔφη ὅτι οὐκ
 ἔρρηξε μὲν τὸ ϲάκοϲ — χρυϲὸϲ δ’ ἐρύκακε δῶρα θεοῖο —, δύο δὲ διέλαϲϲε
 πτύχαϲ, ἐϲχέθη δὲ ἐντὸϲ τῇ χρυϲῇ, δι’ ἣν οὐκ ἐρράγη διὰ παντόϲ. πάνυ δὲ
 δυνατῶϲ τὴν καταϲκευὴν ἐδήλωϲε καὶ τὸ μέχρι τίνοϲ ἡ ῥῆξιϲ· 
 πέντε μὲν γὰρ πτύχαϲ ἤλαϲε Κυλλοποδίων· εἶτα λέγει πρώταϲ, ὅτι καὶ
 πρῶται πρὸϲ τῇ ἐπιφανείᾳ, τὰϲ δύο χαλκείαϲ, εἶτα τὰϲ ἀντικειμέναϲ ταῖϲ
 πρώταιϲ ἐϲχάταϲ· δύο δ’ ἔνδοθι καϲϲιτέροιο, τὸ δ᾿ ἔνδοθι πρόϲκειται, ἵνα
 τὰϲ χαλκᾶϲ ἐξωτάταϲ νοήϲωμεν ὡϲ τὰϲ τοῦ καϲϲιτέρου ἔνδοθι, εἶτα λοιπὴν
 τὴν μέϲην· τὴν δὲ μίαν χρυϲῆν. εἰ οὖν τῆϲ ἔϲχετο μείλινον
 ἔγχοϲ, αἱ δύο χαλκαῖ ἐτρώθηϲαν πρῶται ὡϲ οὖϲαι πρῶται, αἱ δὲ τρεῖϲ
 ἔμειναν ἄτρωτοι· χρυϲὸϲ γὰρ ἐρύκακε δῶρα θεοῖο. οὕτω δὲ καὶ ἐπὶ τῆϲ
 Αἰνείου ἀϲπίδοϲ ὕπεϲτιν ὁ χαλκὸϲ τῇ βύρϲῃ, ὁ μαλακώτεροϲ τῇ ξηροτέρᾳ,
 καὶ οὐ κόϲμου ἕνεκα χαλκὸϲ πρόϲκειται ἐντὸϲ ἐπιφανείᾳ, ἀλλ’ ὑπόκειται
 δι’ ἀϲφάλειαν, ὡϲ ἐπὶ τῆϲ Ἀχιλλέωϲ ὁ χρυϲόϲ· λέγει γὰρ ἐπὶ
 τῆϲ Αἰνείου· 
 δεύτεροϲ αὖτ’ Ἀχιλεὺϲ προΐει δολιχόϲκιον ἔγχοϲ 
 καὶ βάλεν Αἰνείαο κατ’ ἀϲπίδα παντόϲ’ ἐΐϲην, 
 ἄντυγ’ ὑπὸ πρώτην, ᾗ λεπτότατοϲ θέε χαλκόϲ, 
 λεπτοτάτη δ’ ἐπέην ῥινὸϲ βοόϲ (Υ 273—76). 
 
 κἂν μέντοι ἀκούωμεν τὰϲ δύο χαλκείαϲ τὴν πρώτην καὶ τὴν
 πέμπτην, δύο δ’ ἔνδοθι τούτων τὰϲ καϲϲιτερίναϲ τὴν δευτέραν καὶ τὴν
 τετάρτην, καὶ οὕτωϲ μέϲη καὶ τρίτη ἐντὸϲ ἡ χρυϲῆ, τῇ ῥ’ ἔϲχετο μείλινον
 ἔγχοϲ, μιᾶϲ καὶ καϲϲιτερίνηϲ ῥαγείϲηϲ.

291. πῶϲ δὲ ἡ Ἀφροδίτη οὐ βοηθεῖ τῷ υἱῷ; ὅτι δέδιε
 τὴν 
 Παλλάδα. 
 ἐζήτηται δὲ πῶϲ τὸν Αἰνείαν οὐκ Ἀπόλλων ἐρρύϲατο
 ἀλλὰ 
 Ποϲειδῶν. καί φαϲιν, ὅτι ἡ μεγάλη περὶ θεοὺϲ εὐϲέβεια δυϲωποῦϲα τυγχάνει
 καὶ τοὺϲ δι’ ἔχθραϲ ὄνταϲ.

322—24. ἀθετοῦϲί τινεϲ τοὺϲ ϲτίχουϲ ὡϲ ἐναντίουϲ τοῖϲ προκειμέ- 
 
 
 
 
 
 νοιϲ· οὐ γὰρ ἔϲτη ἐντὸϲ τῇ ἀϲπίδι τὸ δόρυ· φηϲὶ γὰρ διὰ
 πρὸ Πηλιὰϲ ἤιξε μελίη (v. 276) καὶ ἐγχείη δ’ ἄῤ ὑπὲρ νώτου ἐντὸϲ γαίῃ
 ἔϲτη ἱεμένη (v. 279). ἔοικε δὲ τοιοῦτον ϲχῆμα περὶ τὴν πληγὴν
 γεγενῆϲθαι· κατὰ γὰρ τὴν αἰχμὴν ἐμπεπήγει τῇ γῇ, κατὰ δὲ τὸν ϲτύρακα τῇ
 ἀϲπίδι ὅθεν τῆϲ ἀϲπίδοϲ προϲερειδομένηϲ τῷ δόρατι, ὥρμηϲεν οὗτοϲ εἰϲ τὴν τοῦ λίθου βολήν (v. 285).

329. μάχεται τῷ μὴ κατειλέχθαι Καύκωναϲ ἐντὸϲ τῷ καταλόγῳ τὸ 
 ἔνθα δὲ Καύκωνεϲ πόλεμον μέτα θωρήϲϲοντο. 
 λύοιτ’ ἂν ἐκ τοῦ καιροῦ· μὴ γὰρ ἐλθόνταϲ αὐτοὺϲ ἐξ ἀρχῆϲ τοῦ
 πολέμου ἀλλ’ ὕϲτερον οὐ ϲυγκατεῖπε τοῖϲ ἐξ ἀρχῆϲ τοῦ πολέμου. μήποτε δὲ καὶ περιέχονται τοῖϲ πᾶϲι Λελέγεϲιν οἱ Καύκωνεϲ. 
 ibid. v. 291.

1. 2. Ξ 434, p. 200. 3; 199, 11.

76. πρώτῳ παϲάμν. ἀποροῦϲι πῶϲ ὁ ἱκετεύων πρὸϲ τὸν Ἀχιλλέα ἔφη· 
 πὰρ γὰρ ϲοὶ πρώτῳ παϲάμην Δημήτεροϲ ἀκτήν· 
 
 τὸ γὰρ λέγειν, καθάπερ Ϲτηϲίμβροτοϲ, ὅτι οἱ βάρβαροι ἄλφιτα οὑκ
 ἐϲθίουϲιν ἀλλ’ ἄρτουϲ κριθίνουϲ, ψεῦδοϲ· ἤϲθιε γὰρ ὡϲ ἂν βαϲιλέωϲ ὢν
 υἱόϲ· καὶ οὐδαμῶϲ τοῦτο ὁ ποιητὴϲ ἐπεϲημήνατο. ἡ δὲ λύϲιϲ ὅτι παῤ Ἕλληϲι
 πρώτῳ καὶ ξένῳ τῷ Ἀχιλλεῖ γεγονέναι φηϲί· πρὸϲ γὰρ τὴν ἱκεϲίαν εἶχέ τινα
 βοήθειαν τοῦτο, ὥϲπερ τετυχηκὼϲ ξενικῆϲ τραπέζηϲ παῤ ἐκείνῳ
 πρῶτον.

126. 27. v. fine operis Vat. ζητ. η΄.

140 sqq. πῶϲ πρὸ πέντε ἡμερῶν τὸν κατάλογον ποιηϲάμενοϲ Ἀϲτεροπαῖον παρέλιπε
 λέγοντα ῥητῶϲ πρὸ ια΄ ἡμερῶν ἐληλυθέναι οὐ θαυμαϲτὸν οὖν τὸ παραλιπεῖν
 αὐτὸν ἐντὸϲ τῷ καταλόγῳ· μόνων ω corr. ex
 o γὰρ ἐμνήϲθη τῶν τὴν κυρίαν ἡγεμονίαν ἐχόντων, ἐν δὲ τοῖϲ
 κατὰ μέροϲ καὶ τοὺϲ μετ’ ἐκείνουϲ τεταγμένουϲ παρέλαβεν, ὡϲ ἐπὶ
 Ἀθηναίων· ἐντὸϲ μὲν γὰρ τῷ καταλόγῳ (Β 552) Μενεϲθέα φηϲὶν εἶναι τὸν
 ἡγεμόνα, ἐντὸϲ δὲ τῇ ἐπὶ ναυϲὶ μάχῃ (Ν 691) Φείδαϲ τε Ϲτιχίοϲ τε Βίαϲ τ’
 ἐύϲ βιαϲτεύϲ τ’ cod. . οὕτωϲ οὖν ἔϲται καὶ ἐπὶ
 Ἀϲτεροπαίου· ὁ μὲν γὰρ Πυραίχμηϲ τὴν πρώτην τῶν Παιόνων
 ἡγεμονίαν εἶχε, τὴν δὲ δευτέραν Ἀϲτεροπαῖοϲ, νυνὶ δὲ τὴν πᾶϲαν αὐτῷ
 ἡγεμονίαν ἀνατίθηϲι διὰ τὸ τὸν Πυραίχμην ὑπὸ Πατρόκλου ἀνῃρῆϲθαι (Π
 287). 
 (155). καὶ πῶϲ ἐντὸϲ τῷ καταλόγῳ (Β 848) ἀγκυλοτόξουϲ αὐτούϲ φηϲιν ἴϲωϲ οὖν
 διττὸν ἦν τὸ γένοϲ, τὸ μὲν τοξεῦον τὸ δὲ ἀκοντίζον. δολιχεγχέαϲ. ἢ καὶ ἐπαμφοτερίζουϲιν, ὡϲ καὶ Τεῦκροϲ (Ο 478 sqq.)

156. v. ad v. 140 sqq., p. 249, 3 sqq.

158. schol. *B (IV, p. 261, 10 Dind.) e quaestione ad λ 239 pertinente
 (schol. HQT) excerptum est.

165. ad Υ 259 sqq., p. 245, 11 sqq.

194. Ξ 434, p. 198, 14.

252. ad Ω 315.

288. πρὸϲ δὲ τοὺϲ ζητοῦνταϲ πῶϲ διαλέγονται μὲν οὐκ
 ἐπιβοηθοῦϲι δέ, ῥητέον ὅτι ἕτεροϲ ἦν ὁ τῷ Ϲκαμάνδρῳ ἀντιτεταγμένοϲ.

293. οὐ πάνυ οἰκεῖόν φηϲιν αὐτὸ ὁ Πῖοϲ· διὰ τί γὰρ ἔμελλε μὴ αἴ κε
 πίθηαι. πειϲθήϲεϲθαι καὶ θεοῖϲ καὶ τὰ κεχαριϲμένα ϲυμβουλεύουϲι; τάχα
 οὖν πρὸϲ τὰ ἑξῆϲ ἐϲτι· ϲὺ δ᾿ Ἕκτορι θυμὸν ἀπούραϲ ἂψ ἐπὶ
 νῆαϲ ἴμεν. ὁρῶϲι γὰρ αὐτὸν ἐπιτεταμένωϲ ἔχοντα πρὸϲ τὸν φόνον τῶν
 πολεμίων καὶ δυϲκόλωϲ ἀφεξόμενον τῆϲ ϲφαγῆϲ, κἂν Ἕκτοροϲ κρατήϲῃ.

343 sqq. διὰ τί τοῦ Ϲκαμάνδρου καιομένου ὁ Ἀχιλλεὺϲ ἐντὸϲ ζέοντι αὐτῷ
 ἀποληφθεὶϲ ἐπνίγετο μὲν οὐκ ἐκαίετο δέ ἢ διότι οὐχ ὅλοϲ ὁ 
 ποταμὸϲ ἐκαίετο. ἐνδέχεται οὖν μὴ ἐντὸϲ τοῖϲ τοιούτοιϲ αὐτὸν τοῦ ποταμοῦ
 μορίοιϲ εἶναι· καὶ γὰρ ἂν οὕτωϲ γε ὁ Ἥφαιϲτοϲ ἦν αὐτὸν ὁ διαφθείρων, ὃν
 οὐκ εἰκὸϲ βοηθεῖν μὲν αὐτῷ, τοῦτο δὲ μὴ ὁρᾶν, ὅπωϲ μὴ, ἔνθα ἦν ἐκεῖνοϲ,
 ὁ ποταμὸϲ πονήϲῃ. ὡϲ οὖν ὁ Ϲκάμανδροϲ πνίγων 
 
 
 
 
 Ἀχιλλέα τοὺϲ ἐμβεβηκόταϲ τῶν Τρώων εἰϲ αὐτὸν ζωοὺϲ δ’ ἐϲάω
 κατὰ καλὰ ῥέεθρα κρύπτων ἐντὸϲ δίνῃϲιν (v. 238), οὕτω καὶ ὁ Ἥφαιϲτοϲ τὸν
 μὲν ποταμὸν ἔκαιε, τῷ δ’ Ἀχιλλεῖ διὰ τοῦ πυρὸϲ ϲυνεμάχει.

362 sqq. Vat. ζητ. ι΄. ὡϲ δὲ λέβηϲ ζεῖ ἔνδον, ἐπειγόμενοϲ μενοϲ πυρὶ
 πολλῷ, κνίϲϲη μελδόμενοϲ ἁπαλοτρεφέοϲ ϲιάλοιο, πάντοθεν ἀμβολάδην, ὑπὸ δὲ ξύλα κάγκανα κεῖται· ὣϲ τοῦ καλὰ ῥεῖθρα πυρὶ
 φλέγετο, ζέε δ’ ὕδωρ. οἱ μὲν διορθοῦντεϲ ἠξίουν μετὰ τοῦ ν γράφειν
 κνίϲϲην μελδόμενοϲ ἀντὶ τοῦ τήκων ἀκούοντεϲ, ἵν᾿ ᾖ τὴν
 κνίϲϲαν τήκων. ϲημαίνει γὰρ κυρίωϲ τὸ μέλδειν τὸ τὰ μέλη ἔδειν. ἄνευ δὲ
 τοῦ ν γεγραμμένου κνίϲϲη μελδόμενοϲ, οἱ μὲν ἠξίουν μὴ
 προϲγράφειν τὸ ι, ἵν’ ᾖ οὐδέτερον τὸ κνίϲϲη τήκων. εἶχον δὲ παῤ Ὁμήρῳ
 δεικνύναι οὐδετέρωϲ τὸ κνίϲϲοϲ λεγόμενον, ἀλλὰ θηλυκῶϲ· κνίϲϲη δ’
 οὐρανὸν ἷκε (Α 317), κνίϲϲην δ’ ἐκ *B f. 287a ad κνίϲη (id.
 L. f. 446a, Π). ὡϲ δὲ λέβηϲ ζεῖ ἔνδον ἐπειγόμενοϲ πυρὶ πολλῷ, κνίϲη
 μελδόμενοϲ ἁπαλοτερεφόϲ ϲιάλοιο, πάνντοθεν ἀμβολάδην, λάδην, ὑπὸ δὲ ξύλα
 κάγκανα κεῖται· ὣϲ τοῦ καλὰ ῥέεθρα πυρὶ φλέγετο, ζέε δ’ ὕδωρ. οἱ μὲν οὖν
 διορθοῦντεϲ ἠξίουν μετὰ τοῦ ν γράφειν· κνίϲην μελδόμενοϲ δόμενοϲ, ἀντὶ
 τοῦ τήκων ἀκούοντεϲ τεϲ, ἵν’ ᾖ τὴν κνίϲαν τήκων. οὐκ οὐκ εἶχον δὲ παῤ
 Ὁμήρῳ δεικνύναι οὐδετέρωϲ τὸ κνίϲϲοϲ λεγόμενον, ἀλλ’ ἀεὶ θηλυκῶϲ· κνίϲϲη
 δ’ οὐρανὸν ἷκεν καὶ κνίϲϲην ἐκ πενὸν δίου ἄνεμοι φέρον. μήποτε οὖν 
 
 
 
 
 πεδίου ἄνεμοι φέρον (Θ 549). μήποτ’ οὖν οὐκ ἔϲτι
 μελδόμενοϲ τὸ τήκων οὐδὲ κεῖται τὸ ἔδειν ἀλλὰ τὸ ἄλδειν. ὃ οὖν λελυμένωϲ
 ἔφη μέλε᾿ ἤλδανε ποιμένιλαῶν (ϲ 70), ἤτοι εὐτραφῆ καὶ λιπαρὰ ἐποίει
 εὐρύνουϲα τὰ μέλη, τοῦτο ϲυνελὼν μελδόμενοϲ εἶπε, κατὰ μεταφορὰν τὰ μέρη
 τοῦ λέβητοϲ λέγων μέλη, ἃ λιπαίνεϲθαι τηκομένῃ τῇ πιμελῇ χριόμενα. ἤγουν
 τῇ κνίϲϲῃ τοῦ εὐτραφοῦϲ χοίρου ὁ λέβηϲ λιπαινόμενοϲ κνίϲϲῃ ζεούϲῃ
 αὐξάνων τὰ μέλη· ἢ τῆϲ κνίϲϲηϲ τὰ μέλη ἐδόμενοϲ, λαβὼν ἀντὶ γενικῆϲ. B⟩
 f. 287a ad κνίϲη Φ 363 ϲὺν οὐκ ἐϲτι μελδόμενοϲ τὸ τήκων οὐδὲ κεῖται τὸ
 ἔδειν ἀλλὰ τὸ ἄλδειν. ὅπερ οὖν λελυμένωϲ ἔφη μέλη ἤλδανε ποιμένι λαῶν,
 ϲημαίνων τὸ εὐτραφῆ, λιπαρὰ ἐποίει εὐρύνουϲα τὰ μέλη, τοῦτο
 ϲυνελὼν μελδόμενοϲ ἔφη, κατὰ μεταφορὰν τὰ μέρη τοῦ λέβητοϲ μέλη λέγων,
 ἅπερ λιπαίνεϲθαι τηκομένῃ τῇ πιμελῇ χριόμενα. τὸ οὖν ἀλειφόμενον λιπαίνεϲθαι μέλδεϲθαι ἔφη, ὡϲ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ· ἐντὸϲ δ’
 ὠτειλὰϲ πλῆϲαν ἀλείφατοϲ ἐννεώροιο (C 351). τινὲϲ δὲ οὕτωϲ· κνίϲϲῃ
 μελδόμενοϲ ἢ τῇ ἀντὶ τοῦ κνίϲϲηϲ μέλη ἐδόμενοϲ, δοτικὴν
 ἀντὶ τῆϲ γενικῆϲ δοτικὴν λαβών· ἢ τῇ κνίϲϲῃ ζεούϲῃ αὐξάνων τὰ μέλη, ἤτοι
 τὰ κρέη· ἢ αὐτὸϲ τῇ κνίϲϲῃ τοῦ εὐτραφοῦϲ χοίρου ὁ λέβηϲ
 λιπαινόμενοϲ καὶ τηκόμενοϲ . *B f. 29b ad κνίϲη B⟩
 423 (id. L 
 
 
 
 
 
 
 
 τῷ ν Ἀρίϲταρχοϲ. τὸ δὲ μελδόμενοϲ ἀντὶ τοῦ τήκων. κνίϲη δὲ
 πάν τὸ πιμελέϲ. τινὲϲ δὲ οὐδετέρωϲ ἤκουον, ἵν’ ᾖ τὰ κνίϲη, ὡϲ τὸ
 Τηλέμεχοϲ μαχοϲ τεμένη νέμεται (λ 184). ἀλλ’ ἀεὶ παῤ Ὁμήρῳ ἡ
 κνίϲα θηλυκῷϲ εἴρηται. Ἑρμογένηϲ δὲ ἐντὸϲ τῷ περὶ τῶν ε΄ προβλημάτων γρά
 φει κνίϲῃ μελδόμενοϲ, ἵν’ ᾖ· τῇ κνίϲη λιπαινόμενοϲ, ὡϲ τὸ
 μέλη ἤλδανε ποιμένι λαῶν (ϲ 70.)· μέλδειν δὲ κυρίωϲ τὸ τὰ μέλη ἄλδειν ἢ
 ἀλδάνειν. κνίϲα δὲ ϲημαίνει τὴν ἐκ τῶν κρεῶν ἀναθυμίαϲιν, ὡϲ f. 39a, Π,
 Lp f. 73a): Ἀρίϲταρχοϲ τὰ κνίϲϲη οὐδετέρωϲ ἀκούει, καίτοι εἰπὼν οὐδὲν
 ἀδιαίρετον εἶναι τῶν εἰϲ οϲ ληγόντων οὐδετέρων παῤ Ὁμήρῳ κατὰ τὸ
 πληθυντικόν· τείχεα γὰρ καὶ βέλεα λέγει. ἀλλ’ ὥϲπερ τὰ τεμένη ἀδιαιρέτωϲ
 εἴρηκεν, ὡϲ τὸ Τηλέμαχοϲ τεμένη νέμεται, οὕτω καὶ τὰ κνίϲϲη. καὶ ἔϲτιν
 ἐντὸϲ τῇ κωμῳδίᾳ τὸ ἑνικόν· τὸ κνίϲϲoϲ ὀπτῶν ὀλλύειϲ τοὺϲ γείτοναϲ
 (Mein., fr. com. lV, p. 687). πλεονάζει δὲ Ὅμηροϲ τῇ θηλυκῇ προϲηγορίᾳ.
 ϲημαίνει δὲ καὶ 
 
 
 
 
 
 ὅταν λέγῃ· καὶ τότε με κνίϲηϲ ἀμφήλυθεν ἡδὺϲ ἀυτμή (μ 369)
 καὶ κνίϲη δ’ οὐρανὸν ἷκε (Α 317). ϲημαίνει δὲ καὶ τὸ λίποϲ, ὡϲ ἐπὶ τῶν
 γαϲτέρων ἔφη· ἐμπλείην κνίϲηϲ τε καὶ αἵματοϲ (ϲ 118). ϲημαίνει δὲ καὶ
 τὸν ἐπίπλουν, ὡϲ ὅταν λέγῃ· κατά τε κνίϲῃ ἐκάλυψαν δίπτυχα ποιήϲαντεϲ
 (e. c. Α 460). διπλᾶ γὰρ τὰ κνίϲη ποιήϲαντεϲ τοὺϲ μηρὸϲ ἐκάλυψαν.
 δίπτυχα δὲ αὐτὰ τὰ κνίϲη· ἐπειδὴ γὰρ δύο οἱ μηροί, τὸν ἐπίπλουν εἰϲ
 δύο διελόντεϲ ἑκάτερον τῶν μηρῶν θατέρῳ μέρει τοῦ ἐπίπλου ἐκάλυπτον.
 ϲιάλοιο δὲ τοῦ ἐντροφίου καὶ ϲιτευτοῦ. τὴν ἀναθυμίαϲιν τῶν
 κρεῶν, ὡϲ ὅταν λέγῃ· καὶ τότε με κνίϲϲηϲ ἀμφήλυθεν ἡδὺϲ ἀυτμή καὶ κνίϲϲη
 δ’ οὐρανὸν ἷκεν ἑλιϲϲομένη περὶ καπνῷ. ϲημαίνει καὶ τὸ
 λίποϲ, ὡϲ ἐπὶ τῶν γαϲτέρων ἔφη· ἐμπλείην κνίϲϲηϲ τε καὶ αἵματοϲ.
 ϲημαίνει καὶ τὸν ἐπίπουν, ὡϲ ὧδε κατά τε κνίϲϲῃ ἐκάλυψαν δίπτυχα
 ποιήϲαντεϲ 
 διπλᾶ γὰρ ποιήϲαντεϲ τὰ κνίϲϲη τοὺϲ μηροὸϲ ἐπεκάλυψαν. δίπτυχα
 ποιήϲαντεϲ ἐπεὶ γὰρ δύο οἱ μηροί, τὸν ἐπίπλουν εἰϲ δύο διελόντεϲ
 ἑκάτερον αὐτῶν θατέρῳ μέρει τοῦ ἐπίπλου
 ἐκάλυπτον.

365. ad v. 343 sqq.

388 sqq. τὸ ἀμφὶ δὲ ϲάλπιγξεν μέγαϲ οὐρανόϲ, ἄιε δὲ Ζεύϲ, ἐγέλαϲϲε δέ οἱ
 φίλον ἦτορ γηθοϲύνη, ὅθ’ ὁρᾶτο θεοὺϲ 
 
 
 
 
 
 
 
 ἔριδι ξυνιόνταϲ δοκεῖ ἐναντίον εἶναι τῷ ὑπὸ Διὸϲ λεγομένῳ
 πρὸϲ Ἄρεα ἔχθιϲτοϲ δέ μοί ἐϲϲι θεῶν, οἳ Ὄλυμπον ἔχουϲιν , αἰεὶ
 γάρ τοι ἔριϲ τε φίλη πόλεμοί τε μάχαι τε (Ε 890. 91). ἡ δὲ λύϲιϲ ἐκ τῆϲ
 λέξεωϲ· τὸ γὰρ αἰεί προϲκείμενον τὴν διαφωνίαν ἔλυϲεν.

407. εἰ οὖν ἑπταπέλεθροϲ ὁ Ἄρηϲ, πῶϲ τὸ δόρυ
 Διομήδουϲ τρῶϲαι αὐτὸν δύναται κατὰ κενεῶνοϲ (Ε 857);
 ὅτι νῦν ἀνδρὶ εἴκαϲται· πάρα  γάρ οἱ κεῖνοϲ Ἄρηϲ, φηcὶ. βροτῷ ἀνδρὶ
 ἐοικώϲ (Ε 604) 
 εἰ δὲ ζητοίηϲ, πῶϲ Διομήδηϲ ἔφθαϲε τρῶϲαι τὸν
 τηλικοῦτον, 
 ἴϲθι ὡϲ ϲυνεργούϲηϲ Ἀθήνηϲ.

443 sqq. πῶϲ δὲ, φηϲὶν, Ἀπόλλων μὲν οὐ μέμνηται τῆϲ
 παρὰ Λαομέδοντι θητείαϲ. Ποϲειδῶν
 δὲ μνήμην τούτου ποιεῖται; καὶ ῥητέον ὅτι Ποϲειδῶν εἰκότωϲ· καὶ γὰρ
 Ἕλληϲι βοηθεῖ καὶ προϲέτι τῇ μνήμῃ παροξύνεται· Ἀπόλλων δὲ οὐ
 μνηϲικακεῖ, διότι μᾶλλον τιμᾶται παῤ αὐτῶν· πάϲα δὲ χάριϲ,
 κἂν ᾖ τελευταία, δύναται μεῖζον ἔγκλημα λῦϲαι (Thuc. I. 42, 3).

506. ἀφελὴϲ ἡ διάθεϲιϲ καὶ μὴ πρέπουϲα γυναικὶ καὶ μάλιϲτα παρθένῳ. ἢ τάχα ὡϲ
 θυγάτηρ τοῦτο ποιεῖ. ἡ δὲ Ἀφροδίτη οὐκ ἐντὸϲ τοῖϲ γούναϲι. 
 
 
 
 
 
 γόναϲι τοῦ Διόϲ, ἀλλ’ ἐντὸϲ τοῖϲ τῆϲ Διώνηϲ, καίτοι
 γεγαμημένη οὖϲα (Ε 370). πῶϲ δὲ ἡ μὲν ἐμπίπτει, ἡ δὲ ἐφέζεται; ὅτι
 ἐκείνη διὰ τὸ καταπονεῖϲθαι τῇ πληγῇ ἐφέζεϲθαι οὐ δύναται.

563. τὸ μή μ’ ἀπαειρόμενον πόλιοϲ πεδίονδε νοήϲῃ μετενήνεκται ἀπὸ τῶν
 πλεόντων καὶ ἐπαιρόντων τοὺϲ ἱϲτούϲ· ἱϲτὸν δ’ εἰλάτινον
 κοίληϲ ἔντοϲθε μεϲόδμηϲ ϲτῆϲαν ἀείραντεϲ (β 124). οὕτω δὲ λέγουϲι καὶ τὸ
 ἐπαίρειν. οὕτωϲ ἔχει καὶ τὸ μῆλα γὰρ ἐξ Ἰθάκηϲ Μεϲϲήνιοι ἄνδρεϲ ἄειραν
 (φ 18) ἀντὶ τοῦ ἀείραντεϲ ἀπήλαϲαν.

3. Π 68.

36. ἄξιον ζητήϲεωϲ, πῶϲ ἀπόντοϲ Ἀχιλλέωϲ μηδεὶϲ πολεμεῖ Ἕκ- 
 μεμαὼϲ τορι. ἢ τάχα ϲυνεπορεύοντο αὐτῷ καὶ οἱ λοιποὶ ἀριϲτεῖϲ διώκοντι
 Ἀπόλλωνα. Μεγακλείδηϲ δέ φηϲι ταῦτα πάντα πλάϲματα εἶναι.

38."Γ 306.

71. δοκεῖ τοῦτο προτρεπτικὸν εἶναι μᾶλλον ἐπὶ θάνατον ἢ ἀπονέῳ.
 τρεπτικόν· καίτοι φαίνεται βουλόμενοϲ πείθειν τὸν Ἕκτορα εἰϲιέναι εἰϲ
 τὸ τεῖχοϲ καὶ μὴ ὑπομένειν τὸν Ἀχιλλέα. ῥητέον δὲ ὕτι
 τῷ ἅπαξ ἀναγκαϲθέντι ἀποθανεῖν νέῳ τοῦτο ἔοικεν, ὁ δὲ τὸν ἐκ προπετείαϲ
 ὑφίϲτατο θάνατον. διό φηϲι ϲαφηνίζων τὸν νοῦν· πάντα δὲ καλὰ θανόν τι
 περ ὅττι φανήῃ (v. 73), ὡϲ ἄρα καλὸν τὸ ἀποθανεῖν ὑπὲρ πατρίδοϲ καὶ
 οἰκείων ἐπὶ λυϲιτελείᾳ τῶν προϲηκόντων, ἵν’ ᾖ· πάντα δὲ τὰ
 τῆϲ αἰκίαϲ καλά εἰϲι τῷ θανόντι, ἐὰν ἐκ τοῦ ἀποθανεῖν καλόν τι φανῇ καὶ
 λυϲιτελέϲ· ϲὺ δὲ, φηϲὶ, ῥιψοκινδύνωϲ ταῦτα βούλει παθεῖν, οὐκ ὠφελῶν
 τοὺϲ οἰκείουϲ.

147. 48. ζητοῦϲί τινεϲ, πῶϲ τὸν Ϲκάμανδρον ἀπὸ τῆϲ Ἴδηϲ εἰπὼν 
 
 
 
 
 
 ῥεῖν — κατηρίθμητο γὰρ δῖόϲ τε Ϲκάμανδροϲ (Μ 21) τοῖϲ ἀπ᾿
 Ἰδαίων ὀρέων ἅλαδε προρέουϲιν ὕϲτερόν φηϲιν· 
 κρουνὼ δ’ ἵκανον καλλιρρόω, ἔνθα δὲ πηγαὶ 
 δοιαὶ ἀναΐϲϲουϲι Ϲκαμάνδρου δινήεντοϲ, 
 
 ὑπὸ τὸ τεῖχοϲ τὰϲ πηγὰϲ τοῦ Ϲκαμάνδρου λέγων ῥεῖν· μάχεται
 γὰρ δὴ τὸ ἐντὸϲ τῷ πεδίῳ ὑπὲκ κατ’ ἀμαξιτὸν τὰϲ πηγὰϲ εἶναι τοῦ
 Ϲκαμάνδρου τῷ ἐκ τῆϲ Ἴδηϲ αὐτὸν λέγοντι ῥεῖν. λύεται δὲ ἐκ τῆϲ
 παραλείψεωϲ τῆϲ ἔξ. ἐϲτι γὰρ τὸ πλῆρεϲ, ὅτι πηγαὶ δύο ἐκ τοῦ Ϲκαμάνδρου
 ἀνίαϲι κατὰ τὸ πέδον, ἀλλ’ οὐχ ὅτι τοῦ Ϲκαμάνδρου εἰϲὶν αἱ ἐντὸϲ τῷ πεδίῳ πηγαί.

165 sqq. πῶϲ δὲ, φαϲὶν, ὁ ποδωκίϲτατοϲ πάντων οὐ
 καταλαμβάνει τὸν Ἕκτορα; πρόχειρον μὲν οὖν τὸ λέγειν
 ὅτι Ἀπόλλωνα ἔχει ϲυμμαχοῦντα, καὶ ὅτι ὁ μὲν Ἀχιλλεὺϲ ἄριϲτόϲ ἐϲτι. πλὴν
 κέκμηκν ὑπὸ Ξάνθου καὶ Ἀγήνοροϲ (Φ 571 sqq.), ὁ δὲ Ἕκτωρ καὶ ἀναπέπαυται
 
 
 
 
 
 παρὰ τῷ τείχει καὶ περὶ ψυχῆϲ τρέχει. οὐκ ἦν τε ἐξ εὐθείαϲ
 ἡ δίωξιϲ τῷ Ἀχιλλεῖ προϋποτρέχοντι παρεκκλίνοντα τὸν Ἕκτορα. 
 
 πῶϲ τάχιϲτοϲ ὢν ὁ Ἀχιλλεὺϲ οὐ καταλαμβάνει τὸν Ἔκτορα; καί φαϲιν οἱ μὲν
 ἐπίτηδεϲ αὐτὸν ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ καταπεπονῆϲθαι πολλῷ πόνῳ πρότερον, ἵν’
 ὥϲπερ ἐντὸϲ θεάτρῳ νῦν μείζονα κινήϲη πάθη, οἱ δὲ ὅτι, τὸν
 ἐνδοτέρω καὶ πρὸϲ τῷ τείχει δρόμον Ἕκτοροϲ ποιουμένου, Ἀχιλλεὺϲ
 διπλάϲιον ἔκαμεν ἔξωθεν περιθέων. 
 
 Μεγακλείδηϲ πλάϲμα εἶναί φηϲι τοῦτο τὸ μονομάχιον. πῶϲ γὰρ τοϲαύταϲ
 μυριάδαϲ νεύματι Ἀχιλλεὺϲ ἀπέϲτρεφεν (v. 205); 
 
 (208). Διοκλῆϲ φηϲιν ὅτι ϲυμβαίνει τῷ κύκλῳ περιτρέχοντι εἰϲ 
 τὸν αὐτὸν τόπον παραγίνεϲθαι τετράκιϲ, ὅταν τρεῖϲ ϲυμπληρώϲῃ
 κύκλουϲ . τρεῖϲ γὰρ ποιήϲαντεϲ κύκλουϲ τοῦτον ποιοῦϲι
 τέταρτον.

183. Θ 39. 40.

201. v. 165 sqq.

205. ibid. 15

208. ibid.

210. ad Θ 70, p. 118, 1.

231. ἄτοπον θεὸν οὖϲαν πλανᾶν τὸν Ἕκτορα. ἢ τὰ ἴϲα πράττει Ἀπόλλωνι, ἐπεὶ
 κἀκεῖνοϲ ἐπέθετο ἐπείθετο L Πατρόκλῳ καὶ Ἀχιλλεῖ
 Πατρόκλῳ μαχομένῳ Vict. f. 412a .

293. ἀεὶ δὲ δύο ἔχων δόρατα — πάλλων γάρ φηϲιν
 κατηφήϲαϲ. ὀξέα δοῦρα (Ζ 104. Λ 212) πῶϲ νῦν οὐκ ἔχει ἢ κατὰ τὸ
 ϲιωπώμενον μενον θάτερον ἐντὸϲ τῷ δρόμῳ πρὸϲ βάροϲ ὂν ἀπεβάλετο.

318. καὶ μὴν τῶν πλανήτων ἐϲτίν, ἤτοι τῆϲ Ἀλφροδίτηϲ. ἢ οὖν ἀντὶ τοῦ
 ἀνίϲταται, ἀνατέλλει· ἢ πρὸϲ τὴν ἡμῶν φανταϲίαν, καθὸ οὐ 
 δυνάμεθα ϲυνιδεῖν τὸν δρόμον αὐτοῦ.

391. πῶϲ δὲ τὸν πολέμιον Ἀπόλλωνα ὑμνεῖ, οὗυ ὁ
 ὕμνοϲ: 
 
 
 
 
 
 ἢ ὡϲ Τρῶεϲ Ἀθηνᾶν εὐμενίζονται (Ζ 87), οὕτωϲ οὗτοϲ τὸν
 θεόν· οὐδεὶϲ γὰρ ἐχθρὸϲ εἶναι δύναται θεῷ. ἢ εὕρημϲ μὲν αὐτοῦ ὁ παιάν,
 οὐ πάντωϲ δὲ ἀεὶ εἰϲ αὐτὸν ᾀδόμενοϲ.

397. Ω 15.

406 (et 431 ap. Dind. vol. II, p. 344, 27). v. 466 sqq.

431. τί νυ βείομαι, τουτέϲτιν εἰϲ τί βιώϲομαι. τὸ δὲ βείω παρὰ τὸ
 βαίνειν τὸν ζῶντα ἐπὶ τὴν γῆν· ὄφῤ ἂν ἐγὼ βείω προτὶ Ἴλιον βείομαι. (Ζ
 113). ὅτι γὰρ ζῶντα λέγει ἕκαϲτον ἐπὶ τῆϲ γῆϲ βαδίζειν· ὅϲϲα τε γαῖαν
 ἐπιπνείει τε καὶ ἕρπει (P 447). αἰῶνα δὲ λέγει τὸν ἑκάϲτου
 βίον· ἐκ δ’ αἰὼν πέφαται (Τ 27), ἔφθαρται δὲ αὐτοῦ ὁ βίοϲ, καὶ μινυν
 θάδιοϲ δέ οἱ αἰών (Δ 478), ὅπερ ἐντὸϲ ἄλλοιϲ· ἆνερ, ἀπ’ αἰῶνοϲ νέοϲ ὤλεο
 (Ω 725), ἀπὸ τοῦ βίου νέοϲ· οὐ γηράϲαϲ τὸν βίον οὐδὲ τὸν αἰῶνα καὶ βίον
 πολυχρόνιον ἔϲχεϲ. καὶ πάλιν φίληϲ ληϲ αἰῶνοϲ ἀμερθῇϲ (Χ 58). ὅμοιον τῷ
 γλυκὺϲ αἰών (ε 152). καὶ τίϲ ὁ αἰὼν ἐξηγούμενοϲ· τῇ περ
 ῥηίϲτη βιοτή (δ 565). τὰ δὲ τῇ βιοτῇ ἀναγκαῖα βίοτοϲ· βίοτον δέ τοι
 ἄλλοι ἔδουϲι (ν 419)· καὶ ζωήν· ἡ γάρ οἱ ζωὴ ἦν ἄϲπετοϲ, οὔ τινι τόϲϲη
 (ξ 96).

447 sqq. ἐζήτηται πῶϲ τοϲούτου γενομένου θορύβου μόλιϲ Ἀνδρομάχη δρομάχη προῆλθεν. φαϲὶ δὲ ὡϲ ὅτι ἡ προτέρα τοῦ
 ἀνδρὸϲ ἐπίπληξιϲ ἡ ἐντὸϲ τῇ Ζ (490 sqq.) ϲωφρονεῖν αὐτὴν
 ἀναγκάζει.

466 sqq. πῶϲ Ἑκάβη μὲν οὐ πίπτει, Ἀνδρομάχη δὲ τοῦτο πάϲχει, 
 
 
 
 
 2 
 
 ῥητέον οὖν ὅτι ἐκείνη μὲν ἐκ τοῦ κατ’ ὀλίγον καὶ ἐκ
 προϲαγωγῆϲ δεξαμένη τὸ πάθοϲ οὐχ ἡττήθη τῷ κακῷ τοϲοῦτο, Ἀνδρομάχῃ δὲ
 ἀπροϲδοκήτωϲ ἐμπεϲὸν εἰκότωϲ ἐπεκράτηϲεν. 
 
 οὐ λειποψυχεῖ (ἡ Ἐκάβη) ὡϲ ἐθὰϲ φόνων υἱῶν πολλῶν καὶ προαρξαμένη τῆϲ
 λύπηϲ ἐντὸϲ τῷ διώκεϲθαι αὐτόν. τῇ δὲ Ἀνδρομάχῃ ἀθρόον
 προϲέπεϲε τὸ πάθοϲ. 
 
 καὶ πῶϲ ἀποψύξαϲα ἐνεργεῖ ἔϲτι δὲ ϲύνηθεϲ Ὁμήρῳ τὸ ὀφειλόμενον ἁπλῶϲ
 ἑρμηνεύεϲθαι ἐντὸϲ δυϲὶ περικοπαῖϲ ἐκφέρειν· αὐτὰρ ἐπὴν πάντα τελευτήϲῃϲ
 τε καὶ ἔρξῃϲ (α 293) ἀντὶ τοῦ ἔρξαϲ τελευτήϲῃϲ, ἄνεϲάν τε πύλαϲ καὶ
 ἀπῶϲαν ὁχῆαϲ (Φ 537) ἀπώϲαντεϲ ἄνεϲαν, τιμήϲῃ, ὀλέϲῃ δὲ
 πολέαϲ (Β 4) ἀντὶ τοῦ ὀλέϲαϲ τιμήϲῃ, φθέγγεο καὶ ἐγρήγορθαι ἄνωχθι (Κ
 67) ἀντὶ τοῦ φθεγγόμενοϲ ἄνωχθι γρηγορεῖν. οὕτωϲ ἐκάπυϲϲε, τῆλε δ’ ἔχεεν
 (X 467. 68) ἀντὶ τοῦ χέαϲα τῆλε ἐκάπυϲϲε. τινὲϲ δὲ ὡϲ τὸ θρέψαϲα τεκοῦϲά
 τε (μ 134).

487. ἕωϲ τοῦ δακρυόειϲ δέ τ’ ἄνειϲι (v. 499) ἀθετοῦνται ϲτίχοι ιγ΄, ὡϲ
 καὶ τὴν ϲύνθεϲιν εὐτελεῖϲ καὶ τῷ καιρῷ ἀνάρμοϲτοι· ἀδολεϲχίαν γὰρ
 ποιοῦϲι τοϲούτῳ προϲώπῳ περικείμενοι. ἀλλὰ ἦθοϲ γυναικῶν ἄκρωϲ
 ἀπεμιμήϲατο· ϲύνηθεϲ γὰρ γυναιξὶ πολυλογεῖν ἐντὸϲ τοῖϲ πένθεϲι καὶ
 μάλιϲτα ἐπὶ τοῖϲ παιϲὶ πάθοϲ κινεῖν.

71 Πῶϲ ὁ μὲν Πάτροκλοϲ λέγει· θάπτε με ὅττι τάχιϲτα, θάπτε με. πύλαϲ
 Ἀίδαο περήϲω, εἰπὼν δὲ καὶ τὴν αἰτίαν προϲτίθηϲι δι’ ἣν 
 
 
 
 
 ταφῆναι (τῆλέ με εἴργουϲι ψυχαὶ εἴδωλα καμόντων), ἐντὸϲ δὲ
 τῇ Ὀδυϲϲείᾳ, ἀποθανόντων τῶν μνηϲτήρων πρὶν ταφῆναι, φηϲὶν 
 Ἑρμῆϲ δὲ ψυχὰϲ Κυλλήνιοϲ ἐξεκαλεῖτο 
 ἀνδρ ῶν μνηϲτήρων (ω l. 2), 
 
 εἶτα ἄγει λαβὼν αὐτὰϲ εὐθὺϲ εἰϲ Ἅιδου, κἀκεῖ τοῖϲ περὶ τὸν
 Ἀλαμέμνονα ἐντυγχάνουϲιν εἰ γὰρ οἱ ἄταφοι τοῖϲ ἄλλοιϲ οὐ μίγνυνται
 νεκροῖϲ, ἐνταῦθα δὲ πληϲιάϹουϲιν, μὴ ἐναντίωμα ᾖ. λύεται δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ
 προϲώπου· τὰ μὲν γὰρ περὶ τοὺϲ μνηϲτῆραϲ ὁ ποιητὴϲ ἀπεφήναιο, καὶ τὸ
 ἀληθὲϲ οὕτωϲ ἔχει· τὰ δὲ ἕτερα φανταϲθῆναί φηϲι τὸν Ἀχιλλέα, εἴτε ἀληθῶϲ ἐπιϲτάντοϲ αὐτῷ εἴτε καὶ ἄλλωϲ τοῦτο νομίϲαντα.

170. Quae ab Eustathio, p. 1294, 14, Porphyriana afferuntur e libro de
 Antro Nympharum, cap. 18, petita sunt.

259. Scholium quod h. l. in codd. B⟩ L legitur, de quo pauca ad p. 5, 5
 sqq. attuli, re diligentius pensitata non h. l. sed Ω 221 edendum esse videtur.

269. διὰ τί Ἀχιλλεὺϲ ἐντὸϲ τῷ τετάρτῳ ἀγῶνι πλεῖϲτον ἀποδίδωϲιν. ἆθλον· τὰ γὰρ δύο τάλαντα τοῦ
 χρυϲοῦ πλεῖον ἵππου καὶ γυναικὸϲ. ὅτι δὲ οὐϲ
 ὀλίγον ἦν, ϲῆμα ὅτι ἐντὸϲ Λιταῖϲ προτίθηϲι δέκα τάλαντα 
 
 
 
 χρυϲοῦ πρὸϲ πολλῇ προικί (Ι 122). λύων οὖν ὁ
 Ἀριϲτοτέληϲ τὸ τάλαντον οὔτε ἴϲον φηϲὶ τότε καὶ νῦν εἶναι οὔτε
 ἀφωριϲμένῳ χρῆϲθαι ϲταθμῷ, ἀλλὰ μέτρον τι μόνον εἶναι, ὡϲ καὶ φιάλη
 ϲχῆμά τι ἀφωριϲμένον οὐκ ἔχον ϲταθμόν, μέτρον δέ τι. καὶ τὸ τάλαντον δὲ
 μέτρον τί ἐϲτι, πόϲον δὲ οὐκέτι ἀφωριϲμένον· διὸ καὶ τὸ ἀντικείμενον
 αὐτοῖϲ ὑπερφίαλον καὶ ἀτάλαντον. ὥϲπερ γὰρ τὸ ὑπερφίαλον τὸ
 πολὺ ϲημαίνει καὶ ἄμετρον, ὡϲ τῆϲ φιάληϲ ἐμμέτρου οὔϲηϲ (ὑπερφίαλοϲ γὰρ
 ὁ ὑπερβάλλων τῇ ἀμετρίᾳ τὸ μέτρον τῆϲ φιάληϲ), οὕτω καὶ ἀτάλαντοϲ ὁ
 ἐξῃρημένοϲ τοῦ μέτρου τοῦ κατὰ τὸ τάλαντον. ὁ δὲ ἐκ τῶν ἀνίϲων
 (ἐκβεβηκὼϲ ἴϲοϲ ἂν εἴη. ὁ γὰρ οὐκ ἄνιϲοϲ, οὗτοϲ καὶ ἀτάλαντοϲ, ὁ τὸ ἄνιϲον τῶν ταλάντων μὴ ἔχων. διὸ καὶ ἴϲοϲ. ὃ γὰρ ἐντὸϲ
 ἄλλοιϲ ἔφη ἶϲοϲ Ἐνυαλίῳ (Χ 132), τοῦτο δεδήλωκεν ἐντὸϲ τῷ ἀτάλαντοϲ Ἄρηι
 (e. c. B⟩ 627).

296 sqq. ἀπεϲέμνυνε τὴν ἵππον οὕτωϲ αὐτὴν εὐγενίϲαϲ ὥϲτε καὶ δῶρον ἀϲτρατείαϲ
 δοθῆναι. κρείττονα κρεῖττον L δὲ ἡγήϲατο
 πολεμικὴν κὴν ἵππον ὑπὲρ ἀπὸλεμον ἄνθρωπον Ἀγαμέμνων.

422. οὐ δεῖ δυϲχεραίνειν, εἰ τῶν νῦν παιδευτῶν τοὺϲ πολλοϲ 
 λανθάνει τινὰ τῶν Ὁμηρικῶν, ὅπου καὶ τὸν δοκοντα εἶναι
 ἀκριβέϲτα τὸν καὶ πολυγράμματον Καλλίμαχον ἔλαθεν ἡ διαφορὰ τῆϲ
 ἁρματροχίαϲ. ἣν ἔχει πρὸϲ τὴν χωρὶϲ τοῦ ρ λεγομένην ἀματροχίαν. ἔϲτι δὲ
 ἁματροχία τὸ ἅμα τρέχειν καὶ μὴ ἀπολείπεϲθαι, οἷον ὁμοδρομία τιϲ οὖϲα·
 τρόχουϲ γὰρ τοὺϲ δρόμουϲ ἔλεγον, ἁρματροχία δὲ τῶν τροχῶν τὸ ἴχνοϲ. ἄμφω δὲ παῤ Ὁμήρῳ κεῖται, τὰϲ δυνάμειϲ αὐτοῦ τοῦ ποιητοῦ
 ἐξηγηϲαμένου. ὅτι γὰρ τὸ ἅμα τρέχειν δηλοῖ ἡ ἁματροχία, παρίϲτηϲιν ἐπὶ
 τοῦ Μενελάου λέγων τῇ ῥ᾿ εἶχε Μενέλαοϲ ἁματροχίαϲ ἀλεείνων (Ψ 422)·
 ὑπελείπετο γὰρ διὰ τὸν ῥωχμὸν τῆϲ γῆϲ καὶ τὴν ῥῆξιν τὴν ϲυνέμπτωϲιν ϲιν
 τοῦ δρόμου φυλαττόμενοϲ. τοῦτο γὰρ μεταλαβὼν ἐντὸϲ ἄλλοιϲ ἐξηγήϲατο ηγήϲατο εἰπὼν αἰὲν ὁμοϲτιχάει (Ο 635). καὶ ἐπὶ τοῦ Εὐμαίου
 δὲ ἐχομένου τῆϲ τροφοῦ καὶ ϲυμβαδίζοντοϲ μετὰ δρόμου αὐτῇ φηϲι (ο 455.
 51)· 
 
 
 
 
 
 
 
 παῖδα γὰρ ἀνδρὸϲ ἐῆοϲ ἐνὶ μεγάροιϲ ἀτιτάλλω, 
 κερδαλέον δὴ τοῖον, ἁματροχόωντα θύραζε, 
 τουτέϲτιν ἤδη μοι ἔξω ϲυντρέχειν δυνάμενον καὶ βάδην ϲὺν μοὶ
 πορευόμενον, οὐκ ἐπικολπίδιον· 
 ἡ δέ με χειρὸϲ ἑλοῦϲα δόμων ἐξῆγε θύραζε (ο 165). 
 
 ἁματροχία μὲν οὖν οὕτωϲ. μετὰ δὲ τοῦ ρ ἁρματροχία ὅτι τὸ ἀπὸ τῶν
 τροχῶν δηλοῖ, αὐτὸϲ πάλιν παρίϲτηϲι λέγων· 
 οὐδέ τι πολλὴ 
 γίνετ’ ἐπιϲϲώτρων ἁρματροχίη κατόπιϲθεν 
 ἐντὸϲ λεπτῇ κονίη (Ψ 504)· 
 
 διὰ γὰρ τὸ λεπτὸν καὶ ὀλίγον τῆϲ κόνεωϲ μὴ πολὺ γίνεϲθαι τὸ τῶν
 ἐπιϲϲώτρων ἴχνοϲ φηϲίν. ἐξηγήϲατο δὲ πῶϲ γίνεται ἴχνοϲ, ὅτι λειπόμενον
 μενον ὀπίϲω τοῦ ἱεμένου εἰϲ τὸ ἔμπροϲθεν. ἀγνοήϲαϲ δὲ ταῦτα ὁ Καλλίμαχόϲ
 φηϲιν (fr. CXXXV)· 
 ἀλλὰ θεόντων 
 
 ὡϲ ἀνέμων, οὐδεὶϲ εἶδεν ἁματροχίαϲ. 
 βούλεται μὲν γὰρ εἰπεῖν, ὡϲ οὐδεὶϲ εἶδεν ἴχνοϲ διὰ τὸ θεῖν ὡϲ
 ἀνέμουϲ· ἁματροχίαι δὲ οὐ δηλοῦϲι τὰ ἴχνη τῶν θεόντων ἁρμάτων, ἀλλ’ αἱ
 μετὰ τοῦ ρ λεγόμεναι ἁρματροχίαι.

451. καὶ πῶϲ ἐκτὸϲ ὄνταϲ ἀγῶνοϲ ὁ ἀγωνοθετῶν Ἀχιλλεὺϲ διαλύει λύει (v. 491); ἴϲωϲ οὗν αἰϲθόμενοϲ διαπληκτιζομένων ἀναϲτὰϲ κωλύει

638. 39. ζητεῖται γὰρ τί ἐϲτι τὸ πλήθει πρόϲθε
 βαλόνκαὶ καὶ ὁποῖοί τινεϲ ἦϲαν τὴν φύϲιν, ὡϲ λέγεϲθαι ἐπ᾿ αὐτῶν οἱ δ᾿
 
 
 
 
 
 ἄῤ ἔϲαν δίδυμοι, τίϲ τε τῆϲ ἁρματηλαϲίαϲ ὁ τρόποϲ, καὶ τί
 τὸ τῆϲ νίκηϲ αἴτιον. Αὐτόδωροϲ μὲν οὖν ὁ Κυμαῖοϲ τὴν μὲν φύϲιν αὐτῶν,
 οἵα τίϲ ποτέ ἐϲτιν, οὐ προϲποιεῖται, τινὰϲ δέ φηϲι λέγειν ὅτι ἅρματα
 πλείονα καθῆκαν εἰϲ τὸν ἀγῶνα, οἷϲ ἐνεπόδιζον τὰ τῶν ἀντιπάλων, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πλήθει πρόϲθε βαλόντεϲ. ἄλλοι δέ φαϲι
 πρὸϲ τὴν ἄφεϲιν τῶν ἁρμάτων ϲυνηγωνίϲθαι τοῖϲ Ἄκτοροϲ υἱοῖϲ τοὺϲ
 ἀθλοθετοῦνταϲ, θετοῦνταϲ, διόπερ ἀφῆκαν πολὺ προλαβεῖν τὰ τούτων ἅρματα,
 καὶ τουτέϲτι τὸ πλήθει πρόϲθε βαλόντεϲ. Ἀρίϲταρχοϲ δὲ διδύμουϲ ἀκούει
 οὐχ οὕτωϲ ὡϲ ἡμεῖϲ ἐντὸϲ τῇ ϲυνηθείᾳ νοοῦμεν, οἷοι ἦϲαν καὶ οἱ Διόϲκοροι, ἀλλὰ τοὺϲ διφυεῖϲ, δύο ἔχονταϲ ϲώματα, Ἡϲιόδῳ
 (fr. XCIX) μάρτυρι χρώμενοϲ, καὶ τοὺϲ ϲυμπεφυκόταϲ ἀλλήλοιϲ. οὕτωϲ γὰρ
 καὶ τὸ λεγόμενον ἐπ’ αὐτῶν ϲαφηνίζεϲθαι ἄριϲτα· ἀναϲτάντοϲ γὰρ δὴ τοῦ
 Νέϲτοροϲ ἐπὶ τὸν ἀγῶνα καὶ αὐτὺϲ ἀναϲτῆναι, εἶτα τὸν μὲν Νέϲτορα λέγειν
 ὡϲ οὐ δίκαιοι εἶεν ἀγωνίζεϲθαι παρηλλαγμένοι τὴν φύϲιν ὄντεϲ· ὁ δὲ δῆμοϲ ϲυναγωνίζοιτο αὐτοῖϲ, καὶ λέγοι ὡϲ εἶεν εἰϲ ἀμφότεροι καὶ
 διὰ τοῦτο ὀφείλοιεν ἑνὸϲ ἐπιβαίνειν ἅρματοϲ ἅτε δὴ ϲυμπεφυκότεϲ, καὶ
 κρατοῖέν γε οἱ πολλοί, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πλήθει πρόϲθε βαλόντεϲ.

824. 25. διὰ τί προκρίνει Αἴαντοϲ; διὰ τὴν ϲτάϲιν· θραϲὺϲ γὰρ 
 ὢν οὐκ ἂν ἠνέϲχετο, ἢ καὶ ἔτι πολεμῆϲαι ἠθέληϲεν.

826. διὰ τί δὲ μὴ ποιεῖ καὶ δευτερεῖα ὅτι μὴ μέγα
 ἦν τὸ κατόρθωμα, θωμα, ἀλλὰ καὶ μεμπτὸϲ ὁ ἀπολειπόμενοϲ, ὁ δὲ νικήϲαϲ
 εἶχε τὸν ϲόλον 
 διὸ οὐδὲ δευτερεῖα τίθηϲιν οὐ γὰρ ἦν αὐτὸν
 διαιρεῖν. ἢ ὡϲ καταφρονητικοῦ ἀϲκήματοϲ καὶ μὴ ἔχοντοϲ ἐνάρετον
 ἐπίδειξιν.

859. καὶ πῶϲ φηϲιν Ὁδυϲϲεὺϲ οἶοϲ δή με Φιλοκτήτηϲ ἀπεκαίνυτο 
 καίνυτο τόξῳ (θ 219); πρὸϲ τοὺϲ ἀγνωρίϲτουϲ καυχᾶται, ὡϲ καὶ τὸ δουρὶ δ’
 ἀκοντίζω ὅϲον οὐκ ἄλλοϲ ὀιϲτῷ (θ 229).

862 sqq. τί λέγει ἐντὸϲ τούτοιϲ τοῖϲ ἔπεϲι ζητήϲειεν ἄν τιϲ· 
 Τεῦκροϲ δὲ πρῶτοϲ κλήρῳ λάχεν, αὐτίκα δ’ ἰὸν 
 ἧκεν ἐπικρατέωϲ 
 
 καὶ τὰ ἑξῆϲ μέχρι τοῦ ἀτὰρ δὴ ὀιϲτὸν ἔχεν πάλαι ὡϲ ἴθυνεν (v.
 862—71). οἱ μὲν ἔφαϲαν ϲπεύδοντα τὸν Μηριόνην ἑλκύϲαι τὸ τόξον τὸν
 ὀιϲτὸν ἔχοντα πάλαι ἐγκείμενον, δηλονότι ἐνηρμοϲμένον τῇ νευρᾷ· ϲημαίνει
 γὰρ διὰ τούτων ὅτι τοξεύοντοϲ τοῦ Τεύκρου εἱϲτήκει ὁ Μηριόνηϲ κρατῶν τὸ
 τόξον ἐντεταμένον, ἡρμοϲμένον ἔχων τὸν ὀιϲτὸν πάλαι ἐντὸϲ
 τῇ νευρᾷ· τότε δ’ εἵλκυϲε τὴν νευράν, ὡϲ ἴθυνε βέλοϲ. ἢ οὖν τοῦτο λέγει,
 ἢ ὅτι τὸ τόξον μὲν ἦν ἓν, ᾧ ἔμελλε τοξεύειν, βέλη δὲ δύο, ἑκατέρῳ ἑνὸϲ
 δοθέντοϲ. τὸν μὲν οὖν ὀιϲτὸν κατεῖχε πάλαι ὁ Μηριόνηϲ, ἕωϲ ἴθυνεν ὁ
 Τεῦκροϲ καὶ ἐτόξευε λαχὼν πρῶτοϲ· επεὶ δ’ ἀπετόξευϲε καὶ ἀπέτυχε,
 ϲπερχόμενοϲ ὁ Μηριόνηϲ ἐξείλετο τὸ τόξον ἐκ τῆϲ χειρὸϲ τοῦ
 Τεύκρου· τοῦτο γὰρ παρίϲτηϲι τὸ 
 ϲπερχόμενοϲ δ’ ἄρα Μηριόνηϲ ἐξείρυϲε χειρὸϲ 
 τόξον, ἀτὰρ δὴ ὀιϲτὸν ἔχεν πάλαι, ὡϲ ἴθυνεν, 
 
 ἐνηρμοϲμένον τῇ νευρῇ ἐξείρυϲε τόξον, ὡϲ ἴθυνε τὸν ὀιϲτόν· εἶχε
 πάλαι δηλονότι ἐνηρμοϲμένον τῇ νευρᾷ . ἀντιδιαιρεῖ γὰρ τί μὲν
 κατεῖχε πάλαι ὁ Μηριόνηϲ καὶ τί ὕϲτερον ἔλαβε· τὸν μὲν γὰρ
 ὀιϲτὸν εἶχε πάλαι ὡϲ ἴθυνε. πῶϲ οὖν πάλαι; τοϲοῦτόν φηϲι χρόνον ὡϲ
 ἴθυνεν ὁ Τεῦκροϲ πρῶτοϲ τοξεύων. τὸ δὲ τόξον ἐξείρυϲε χειρὸϲ, ὃ οὐ
 κατέϲχεν αὐτόϲ, τῆϲ τοῦ Τεύκρου. ϲπερχόμενοϲ δὲ διὰ τὸ ἁρπάζοντι
 ἐοικέναι, διὰ τὸ τάχοϲ τῆϲ πετομένηϲ περιϲτερᾶϲ.

870. ad v. 862 sqq.

15. 16. Διὰ τί ὁ Ἀχιλλεὺϲ τὸν Ἕκτορα εἰλκε περὶ τὸν τάφον τοῦ Πατρόκλου, παρὰ τὰ
 νενομιϲμένα ποιῶν εἰϲ τὸν νεκρόν; ἢ παρανομοῦϲι τὰ αὐτὰ οὐχ οἱ
 ἀμυνόμενοι ἀλλ’ οἱ ἄρχοντεϲ, ὁ δὲ Ἕκτωρ πρότεροϲ τεροϲ ἐνεχείρηϲε
 λυβήϲαϲθαι τὸν Πάτροκλον τοιαῦτο. τίϲ γὰρ ἡ Ἔκτοροϲ περὶ
 Πατρόκλου; 
 μάλιϲτα δὲ φαίδιμοϲ Ἕκτωρ 
 ἑλκέμεναι μέμονεν· κεφαλὴν δέ ἑ θυμὸϲ ἀνώγει 
 πῆξαι ἀνὰ ϲκολόπεϲϲι τάμονθ’ ἁπαλῆϲ ἀπὸ δειρῆϲ 
 (Ϲ 175—77). εἵλκυϲταί τε πρότεροϲ Πάτροκλοϲ διὰ τὴν τῶν Τρώων περὶ τὸν νεκρὸν προθυμίαν· 
 ὡϲ δ’ ὅτ’ ἀνὴρ ταύροιο βοὸϲ μεγάλοιο βοείην 
 λαοῖϲι δοίη τανύειν μεθύουϲαν ἀλοιφῇ· 
 δεξάμενοι δ’ ἄρα τοίγε διαϲτάντεϲ τανύουϲι 
 κυκλόϲ, ἄφαρ δέ τε ἰκμὰϲ ἔβη, δύνει δέ τ’ ἀλοιφή, 
 
 πολλῶν ἑλκόντων, τάνυται δέ τε πᾶϲα διαπρό· 
 ὣϲ οἵ γ’ ἔνθα καὶ ἔνθα νέκυν ὀλίγῃ ἐνὶ χώρῃ 
 εἷλκον ἀμφότεροι (P 389—95)· 
 καὶ πάλιν· 
 Ἕκτωρ μὲν Πάτροκλον, ἐπεὶ κλυτὰ τεύχε’ ἀπηύρα, 
 
 ἕλχ᾿, ἵν’ ἀπ᾿ ὤμοιιν κεφαλὴν τάμοι (P 125. 26). 
 ἐκείνων οὖν λελυκότων τὸν νόμον, οὕτωϲ ἐχρήϲατο αὐτοῖϲ Ἀχιλλεύϲ·
 ὅταν γὰρ βουλόμενόϲ τιϲ κωλυθῇ, ἐκεῖνοϲ μὲν πεποίηκεν, ἀλλ’ ὁ πὰϲχων
 οὐδὲν πέπονθε. Πάτροκλοϲ δὲ φθάϲαϲ περιείλκυϲται γυμνὸϲ ἐντὸϲ τῷ πεδίῳ
 διὰ πρόφαϲιν τῶν προθεμένων αἰκίϲαϲθαι τὸ ϲῶμα, ὥϲτ’ 
 ἀπολαμβάνοντι ἔοικεν ὁ Ἕκτωρ ἃ δέδρακεν, οὐ μὴν πάϲχοντι τὰ παράνομα.
 καὶ φιλανθρωπότερόν γε, ὅτι μόνον ἃ δρᾶϲαι δεδύνηται πέπονἕλκεϲθαι 
 
 
 θεν, οὐχ ὅϲα δὲ δρᾶϲαι διενοήθη. ἔϲτι δὲ λύειν, φηϲὶν
 Ἀριϲτοτέληϲ (fr. 158 Acad. Ber.), καὶ εἰϲ τὰ ὑπάρχοντα ἀνάγοντα ἔθη, τι
 τοιαῦτα ἦν, ἐπεὶ καὶ νῦν ἐντὸϲ τῇ Θετταλίᾳ περιέλκουϲι περὶ τοὺϲ
 τάφουϲ. 
 
 διὰ τί Ἀχιλλεὺϲ θανόντα ϲύρει τὸν Ἕκτορα λέγομεν οὖν, ὅτι οὐ δι’ ὠμότητα,
 ὅϲ γε καὶ Ἠετίωνα φονεύϲαϲ οὐκ ἐϲύληϲεν, ἀλλὰ ϲὺν αὐτοῖϲ
 τοῖϲ ὅπλοιϲ ἔθαψεν (Ζ 417), ἀλλ’ ὅτι πρότεροϲ ὁ Ἕκτωρ εἰϲ τὸν Πάτροκλον
 ἀεικέα μήϲατο ἔργα, οἷα καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· 
 κεφαλὴν δέ ἑ θυμὸϲ ἄνωγε 
 πῆξαι ἀνὰ ϲκολόπεϲϲι, ταμόνθ’ ἁπαλῆϲ ἀπὸ δειρῆϲ 
 (Ϲ 176. 77)· παρανομοῦϲι δὲ οὐχ οἱ ἀμυνόμενοι ἀλλ’ οἱ ἄρξαντεϲ. ὁ
 δὲ Καλλίμαχόϲ φηϲιν, ὅτι πάτριόν ἐϲτι Θετταλοῖϲ τοὺϲ
 τῶν φιλτάτων φονέαϲ ϲύρειν περὶ τοὺϲ τῶν φονευθέντων τάφουϲ· Ϲίμωνα γάρ
 φηϲι Θετταλὸν τὸ γένοϲ Εὐρυδάμαντα τὸν Μειδίου ϲῦραι ἀποκτείναντα
 Θραϲύλον τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἁψάμενον τοῦ νόμου πρῶτον· τὸν γὰρ φονέα
 ἐξάψαι τοῦ δίφρου καὶ περὶ τὸν τοῦ τετελευτηκότοϲ τάφον ἕλκειν, φηϲὶν, ὁ νόμοϲ ἐκέλευεν. ὅθεν καὶ Ἀχιλλεὺϲ ὡϲ Θετταλὸϲ
 πατρίῳ ἔθει τοῦτο πεποίηκεν.

22. Schol. de v. ἀεικίζειν et sim. notione v. in extr. opere (ζητ.
 35).

73. ψευδὲϲ τοῦτο. τάχα οὖν φηϲιν ὅτι ὡϲ μήτηρ ϲυμπάρεϲτιν αὐτῷ τῷ
 νεκρῷ Ἀχιλλεύϲ. ἢ ὑπερβολικῶϲ τοῦτο εἶπεν ἀπὸ τοῦ ϲυνιϲτάντεϲ εχῶϲ αὐτὴν
 ἐκεῖϲε φοιτᾶν.

81. v. ad p. 164, 12 sqq.

117. τὸ δὲ ἐφήϲω οὐκ ἐϲτιν ἐπιπέμψω ἁπλῶϲ, ἀλλ’ ἔϲτιν ἐντο λὰϲ αὐτῇ δοὺϲ πέμψω.
 τίϲ δὲ ἡ ἐντολή; λύϲαϲθαι φίλον υἱὸν ἰόντ᾿ ἐπὶ νῆαϲ Ἀχαιῶν· ἐφετμὴ γὰρ
 ἐντολή, παρὰ τὸ ἐφίεϲθαι γεγονυῖα, ὅ ἐϲτιν ἐντέλλεϲθαι· ὑμέων δ’ ἀνδρὶ
 ἑκάϲτῳ ἐφιέμενοϲ τάδε εἴρω (ν 7), ὡϲ εἰ ἔλεγεν ἐφετμὰϲ
 ποιούμενοϲ.

130. ἀθετεῖται· ἀνοίκειοϲ γὰρ ἥρωι καὶ θεῷ. ἴϲωϲ διὰ τὸ πολλοὺϲ ἀντ’ αὐτοῦ κτήϲαϲθαι ἐκγόνουϲ.
 ἢ τάχα ὑποκλέπτουϲα αὐτὸν τοῦ πένθουϲ ταῦτά φηϲι. ϲυγκοιμᾶται οὖν
 Βριϲηίδι μετὰ ταῦτα (v. 675).

172. ad ζητ. ιζ΄.

221. Ὅμηροϲ, ὁπόταν τὸ γένοϲ προείπῃ καὶ τὸ ϲυνεκτικόν τινων, ἐπιφέρειν εἴωθε καὶ τὰ περιεχόμενα εἴδη, οὐ μέντοι διὰ τοῦ
 διαζευκτικοῦ κοῦ ϲυνδέϲμου, ὃϲ οὐκ ἔϲτι ϲυναγωγόϲ, διὰ δὲ τοῦ
 ϲυμπλεκτικοῦ καὶ ἀναφορικο καὶ ὑπάρχειν πάντα ϲημαίνοντοϲ, ὥϲπερ ἐντὸϲ
 τούτοιϲ· νηῶν δ’ ἔκφεῤ ἄεθλα (Ψ 259)· τὸ γενικὸν τοῦτο· τὰ δὲ εἴδη·
 
 
 
 
 
 
 
 λέβητάϲ τε τρίποδάϲ τε 
 ἵππουϲ θ’ ἡμιόνουϲ τε βοῶν τ’ ἴφθιμα κάρηνα 
 ἠδὲ γυναῖκαϲ ἐυζώνουϲ πολιόν τε ϲίδηρον. 
 πάλιν εἰπὼν πολλὰ δ’ ἀγὰλματ’ ἀνῆψεν (γ 274) ἐπάγει τὸ εἶδοϲ,
 ὑφάϲτά τε χρυϲόν τε, καὶ πάλιν εἰπὼν μῆλα ἐπάγει τὸ εἶδοϲ, 
 ὄιέϲ τε καὶ αἶγεϲ (ι 184). καὶ 
 Βοιωτῶν μὲν Πηνέλεωϲ καὶ Λήιτοϲ ἦρχον (Ε 194), 
 καὶ οἵ θ’ Ὑρίην ἐνέμοντο καὶ Αὐλίδα πετρήεϲϲαν. πάλιν φυτόν εἰπὼν
 (ω 246) ἐπάγει· 
 οὐ ϲυκῆ, οὐκ ἄμπελοϲ, οὐ μὲν ἐλαίη, 
 
 οὐκ ὄχνη, οὐ πραϲιή τοι ἄνευ κομιδῆϲ κατὰ κῆπον· 
 πρὸϲ μὲν τὸ φυτόν ἀπέδωκε τὴν ϲυκῆν καὶ τὴν ἄμπελον καὶ τὴν ἐλαίαν
 καὶ τὴν ὄχνην, πρὸϲ δὲ τὸν κῆπον ταῦτά τε καὶ τὴν πραϲιάν. λέγει γὰρ
 αὐτόϲ που· καί μοι κῆπον ἔχει πολυδένδρεον (δ 737). κῆποϲ δὲ ὁ
 καταπνεόμενοϲ· Ζεφυρίη πνείουϲα τὰ μὲν φύει ἄλλα δὲ
 πέϲϲει (η 119). καὶ ἀπο δὲ ψυχὴν ἐκάπυϲεν (Χ 467) ἀντὶ τοῦ
 ἀπέπνευϲε. πραϲιὰν δὲ ἀπὸ τῶν λαχανευομένων τόπων πράϲοιϲ, ἅπερ καὶ
 ἐπ’ ἐϲχάτοιϲ φυτεύουϲιν· ἔνθα δὲ κοϲμηταὶ πραϲιαὶ παρὰ νείατον τον
 ὀρχόν (η 127) καὶ τὰ ἑξῆϲ ἔπη . 
 
 πάλιν δένδρεα δ’ ὑψιπέτηλα κατὰ κρῆθεν χέε καρπόν (λ 588)·
 δένδρον τὸ γένοϲ, οἷϲ ἐπάγει τὰ εἴδη· ὄχναι καὶ ῥοιαὶ καὶ 
 
 
 
 μηλέαι ἀγλαόκαρποι. καὶ πάλιν ὅθι δένδρεα μακρὰ πεφύκει (ε
 238), καὶ ἐπάγει· κλήθρη τ’ αἴγειρόϲ τ’ ἐλάτη τ’ ἦν οὐρανομήκηϲ. καὶ
 εἰπὼν ὁ δ’ ἐρινεὸν ὀξέι χαλκῷ τάμνεν (Φ 37) ἐπάγει τὸ εἰδικώτερον· νέουϲ
 ὄρπηκαϲ. καὶ πάλιν ἀμφόνον εἰπὼν (Κ 297) ἐπάγει τὰ ἐκ τοῦ
 φόνου· ἂν νέκυαϲ διό τ’ ἔντεα καὶ μέλαν αἷμα· καὶ γὰρ οἱ νέκυεϲ καὶ τὸ
 αἷμα καὶ τὰ ἔντεα ἐκ τοῦ φόνου· καὶ πάλιν ἀλλὰ φόνοϲ τε καὶ αἷμα καὶ
 ἀργαλέοϲ ϲτόνοϲ ἀνδρῶν (Τ 214). λέγει δὲ καὶ τὸν τόπον, ἔνθα οἱ
 φονευθέντεϲ, φόνον· 
 ἀλλ’ ἐξελθόντεϲ μεγάρων ἕζεϲθε θύραζε 
 
 ἐκ φόνου εἰϲ αὐλήν (χ 375). 
 τὸ οὖν ἀμφόνον δύναται ἐπὶ τοῦ τόπου τῶν πεφονευμένων ἀκούεϲθαι,
 ἔνθα ἦϲαν οἱ νέκυεϲ καὶ τὰ ἑξῆϲ. τὸ δὲ ἐρευγόμενοι φόνον αἵματοϲ (Π
 162) ἀποδεδώκαμεν ἀντὶ τοῦ αἷψα φόνου. δύναται δὲ φόνον λέγειν ἐντὸϲ
 ὑπερβολῇ τὸ πλῆθοϲ τὸ ἐκ τοῦ αἵματοϲ τῶν φονευθέντων]. 
 θέντων . 
 τὰ μὲν οὖν ϲυνεκτικὰ πολλῶν ὁμοῦ οὕτω, τὰ δὲ διαζευκτικά· μάντιν ἢ
 ἰητῆρα κακῶν ἢ τέκτονα δούρων ἢ καὶ θέϲπιν ἀοι δόν (ρ 384. 85). τούτοιϲ
 οὖν ὅμοιον τὸ τῶν οἳ μάντιέϲ εἰϲι θυοϲκόοι ἢ ἱερῆεϲ (Ω 221). ὁ δὲ Λειώδηϲ (φ 144) ὅτι οὐκ ἔϲτι
 μάντιϲ δῆλον· οὐδὲν γὰρ ποιεῖ αὐτὸν προλέγοντα τοῖϲ μνηϲτῆρϲιν, ὥϲπερ
 τὸν Θεοκλύμενον· 
 ἆ δειλοί, τί κακὸν τόδε πάϲχετε νυκτὶ μὲν ὑμέων 
 εἰλύαται κεφαλαί τε πρόϲωπά τ’ ἔνερθέ τε γοῦνα; 
 (υ 351 2) καὶ ἐπάγει· 
 
 
 
 
 
 
 
 
 εἰδώλων πλεῖον πρόθυρον, πλείη δὲ καὶ αὐλὴ 
 ἱεμένων ἔρεβόϲδε, 
 ὡϲ τῶν παρακολουθούντων αὐτοῖϲ δαιμὸνων ἤδη ἀφιϲταμένων καὶ εἰϲ
 Ἅιδου ἀπιόντων, ὡϲ καὶ ἐπὶ τοῦ Ἕκτοροϲ ἔφη ῥέπε δ’ Ἕκτοροϲ αἴϲιμον
 ἦμαρ, ᾤχετο δ’ εἰϲ Ἀίδαο , λεῖπε δέ ἑ Φοῖβοϲ Ἀπόλλων 5 λων (Χ
 212 sqq.), καὶ ἐπὶ τῶν ἀποθνήϲκειν μελλόντων 
 αἱ μὲν Ἀχαιῶν κῆρεϲ ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ 
 ἑζέϲθην, Τρώων δὲ πρὸϲ οὐρανὸν εὐρὺν ἄερθεν 
 (Θ 73. 74). 
 
 
 ἠγνόηϲάν τινεϲ καὶ τὸν θυοϲκόον, ἀποδιδόντεϲ τὸν αὐτὸν μάντιν. τιν. δοκεῖ δ’ ἐμοὶ ἱερέα αὐτὸν ἀποδιδόναι, ἀπὸ τοῦ καίειν τὰ θύη.
 λέγει γὰρ καῖε δ’ ἐπὶ ϲχίζῃϲ ὁ γέρων (Α 462) ὁ οὖν καίων τὰ τεθυμένα
 τοῖϲ θεοῖϲ θυοϲκόοϲ· θεοῖϲι δὲ θῦϲαι ἀνώγεο Πάτροκλον (Ι 219) καὶ τὸν
 πῦρ κῆαι ἄνωγε (ο 97) καὶ πῦρ μέγα κειάμενοϲ (Ψ 51). καὶ ὁ Χρύϲηϲ δὲ
 λέγει ἢ εἰ δή ποτέ τοι κατὰ πίονα μηρί’ ἔκηα (Α 40). ἀπὸ
 ϲυμβεβηκότοϲ οὖν θυοϲκόοϲ ὁ ἱερεύων τοῖϲ θεοῖϲ ἐκ τῶν ἰδίων, καὶ εἴ τιϲ
 ἄλλοϲ βούλοιτο. πῶϲ οὖν ὁ Λειώδηϲ φηϲὶν αὐτὰρ ἐγὼ μετὰ τοῖϲι θυοϲκόοϲ
 οὐδὲν ἐοργὼϲ κείϲομαι (χ 318). πρὸϲ ὃν ἀποκρίνεται· εἰ μὲν δὴ μετὰ τοῖϲι
 θυοϲκόοϲ εὔχεαι εἶναι, πολλάκι που μέλλειϲ ἀρήμεναι ἐντὸϲ 
 μεγάροιϲι, τηλοῦ ἐμοὶ νόϲτοιο τέλοϲ γλυκεροῖο γενέϲθαι (χ 321—23)· τοὺϲ
 γὰρ ἱερέαϲ ποιεῖ καὶ καταρωμένουϲ, ὥϲπερ τὸν Χρύϲην, οὐ τοὺϲ μάντειϲ.
 ὅταν οὖν εἴπῃ ἢ οἳ μάντιέϲ εἰϲι θυοϲκόοι ἢ ἱερῆεϲ (Ω 221), οὐ δεῖ
 ϲυνάπτειν τῷ θυοϲκόοι, ἢ ἱερῆεϲ, ἀλλὰ θυοϲκόοι ἢ ἱερῆεϲ, ἵν’ ᾖ ἐπίθετον
 τῶν ἱερέων τὸ θυοϲκόοι, τὰ τεθυμένα καίοντεϲ· ὁ γὰρ
 διαζευκτικὸϲ ἄλλουϲ καὶ ἄλλουϲ δηλοῖ, ὡϲ τὸ ἀλλ’ ἄγε δή τινα μάντιν
 ἐρείομεν ἢ ἱερῆα ἡ καὶ ὀνειροπλέων 
 
 
 
 
 
 
 πόλον (Α 62). περὶ τριῶν γὰρ ἔφη· περὶ μάντε ωϲ, ὃϲ ἐκ
 ϲημείων ἢ τεράτων ἢ οἰωνῶν ἢ ἐκ τινων ϲυμβόλων ἢ ἀποβάντων λέγει καὶ
 μαντεύεται, ὡϲ ὁ Κάλχαϲ ἐκ τοῦ λοιμοῦ τὴν Ἀπόλλωνοϲ μῆνιν, ἐκ τοῦ
 δράκοντοϲ καὶ τῶν ϲτρουθῶν τὰ περὶ τὴν πόρθηϲιν τοῦ Ἰλίου, ὁ δὲ
 Θεοκλύμενοϲ ἐξ οἰωνῶν, ἀετὸν θεαϲάμενοϲ τίλλοντα πέλειαν (ο 529). καὶ ἡ
 Ἑλένη ἐπὶ τῶν ἁρπαϲάντων τὸν ἥμερον χῆνα ἐκ τῆϲ αὐλῆϲ· κλῦτέ μοι, αὐτὰρ
 ἐγὼ μαντεύϲομαι, ὡϲ ἐνὶ θυμῷ ἀθάνατοι βάλλουϲιν (ο 172). ὁ μὲν οὖν
 μάντιϲ τοιοῦτοϲ, ὁ δὲ ἱερεὺϲ ἀρᾶται καὶ εὔχεται τῷ θεῷ, οὗπερ καὶ τὴν
 ἱερωϲύνην ἔχει, ὡϲ ὁ Χρύϲηϲ καταρᾶται μὴ τυχὼν τῆϲ
 θυγατρόϲ, καὶ πάλιν τυχὼν ὑπερεύχεται ὁ δ’
 ὀνειροπόλοϲ ἔμπειρόϲ ἐϲτιν ἀποκρίναϲθαι ὀνείρατα, ὥϲπερ Πηνελόπη τὸν
 Ὀδυϲϲέα καὶ τοὺϲ χῆναϲ ὁραθένταϲ ἐπερωτᾷ ἐνύπνια διελέϲθαι καὶ ϲαφηνίϲαι
 (τ 533 sqq.). καί τινα Εὐρυδάμαντα ὀνειροπόλον γέροντά φηϲι μὴ κρίναϲθαι
 τοῖϲ ἑαυτοῦ παιϲὶν ὀνείρουϲ, ὁπότε ἤρχοντο ἐπὶ τὸν πόλεμον
 (Ε 150), οὐ μὰ Δία θεαϲάμενοϲ αὐτόϲ· οὐδὲ μὴν ἐκείνουϲ ἰδεῖν ἔφη, ἐξ ὧν
 καὶ ἔμελλεν ὁ πατὴρ κρίνειν αὐτοῖϲ τὸ μέλλον. ὅτι δὲ διέζευκται ὁ
 θυοϲκόοϲ ἱερεὺϲ τοῦ μάντεωϲ δῆλον· τῶν οἳ μάντιέϲ εἰϲι θυοϲκόοι ἢ
 ἱερῆεϲ .

315. 16. ἐζητήθη ποίου μέμνηται ἐνταῦθα Ὅμηροϲ αἰετοῦ, τοῦ πυγάργου
 ἢ τοῦ ἀφροδιϲίου ἢ πέλλου, περὶ ὧν φηϲιν ἐντὸϲ τῇ Ἰλιάδι Κ (274).
 καὶ πάλιν αἰετοῦ οἴματ’ ἔχων μέλανοϲ τοῦ θηρητῆροϲ περὶ οὗ φηϲιν
 ἐντὸϲ τῇ Ἰλιάδι Φ (252). ἐϲτι δὲ ὁ αὐτόϲ, καλούμενοϲ μορφνὸϲ ὀνόματι καὶ μέλαϲ δὲ ὤν. περὶ οὗ φηϲιν Ἀριϲτοτέληϲ (hist.
 anim. lX, 32)· ,,ἕτεροϲ δὲ μέλαϲ χρόαν καὶ μέγεθοϲ ἐλάχιϲτοϲ καὶ
 κράτιϲτοϲ· οἰκεῖ δ’ ὄρη καὶ ὕλαϲ, καλεῖται δὲ μελαναίετοϲ καὶ λαγωϲφόνοϲ
 ἔϲτι δὲ ὠκυβόλοϲ“. ἐπεὶ τοίνυν κοινῶϲ αἰετὸν ἔφη, προϲέθηκε μέλανοϲ.
 εἶτα ἐπικυρῶν τοῦ θηρητῆροϲ. οἱ δὲ κατεψεύϲαντο τοῦ ποιητοῦ ὡϲ
 μελανόϲτου ὑφ’ ἐντὸϲ ὡϲ Ὀρέϲτου εἰρηκότοϲ διὰ τὸ καὶ
 Δημόκριτον ἱϲτορεῖν ἐπὶ τοῦ ἀετοῦ τὰ ὀϲτᾶ μέλανα εἶναι, καταψευδόμενοι
 τῆϲ ἀληθείαϲ· ὀϲτοῦν γὰρ μέλαν οὐδενὸϲ ζώου εὑρίϲκεται· οὐδ’ ἂν εἶπεν ὁ
 ποιητὴϲ ὀϲτοῦν, εἰωθὼϲ ὀϲτέον λέγειν τριϲυλλάβωϲ. ἀλλ’ οὐτόϲ ἐϲτιν ὁ
 μέλαϲ, ὁ θηρητήρ, ὃν Ἀριϲτοτέληϲ μὲν κράτιϲτον ἔφη, Ὅμηροϲ δὲ ὅc θ’ ἅμα
 κάρτιϲτόϲ τε καὶ ὤκιϲτοϲ 
 
 
 
 
 πετεην ῶν (Φ 253). εἴωθε δὲ καὶ ὁ Ἀρχίλοχοϲ μελάμπυγον
 τοῦτον καλεῖν· μή τευ μελαμπύγου τύῃϲ (fr. 110) — ἄλλοϲ γὰρ ὁ πύγαργοϲ,
 ἄλλοϲ δὲ ὁ μέλαϲ ὅλοϲ· διὰ τοῦτο καὶ μελάμπυγοϲ — ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ τούτουϲ ἀναφέρων Θείαϲ υἱοὺϲ κατωμαδὸν πρὸϲ
 Ἡρακλέουϲ φερομένουϲ τὰϲ ὑπὸ τὰ ἰϲχία αὐτοῦ καταμαθεῖν πυλι
 καὶ γελάϲανταϲ οὕτω τυχεῖν ϲωτηρίαϲ· ἀλλὰ
 πρὸϲ τὸν πύγαργον ἀετὸν (Arist. p. 618 β 19) ϲυγκρίνων καρτερὸν εἶπε τὸν
 μελάμπυγον. διὸ οὔτε τὸ μελανόϲτου ϲυναπτέον, οὔτε τὸ μελανόϲϲου
 γραπτέον, οἷον μελανοφθάλμου· μελαναίετοϲ γὰρ ὡϲ ὅλοϲ μέλαϲ· οὔτε, ὥϲ
 φηϲιν Ἀρίϲταρχοϲ, ἐγκλίνοντεϲ ἂν προφεροίμεθα μέλανόϲ του·
 ἐπιτηδεύων γὰρ εἶπε τοῦ θηρητῆροϲ, ἐπεὶ ὁ μέλαϲ τοιοῦτοϲ. ἀλλὰ τὸ ἄρθρον
 λυπεῖ προϲκείμενον. λυπείτω οὖν καὶ ἐπὶ τῷ Τελαμωνιάδῃ (Ξ 460) καὶ τῷ
 Ἀλϲκληπιάδῃ (Λ 614) καὶ οὕνεκα τὸν Χρύϲνόν ἠτίμαϲεν (Α 11). ἀπὸ δὲ
 τούτου, ὅτι τὸν αὐτὸν μορφνόν καὶ περκνόν καλεῖ (Ω 316),
 ϲυναγάγοι ἄν τιϲ ἐκ τοῦ κἀκεῖνον θηρητῆρα εἰπεῖν μορφνὸν θηρητῆρα, εἰ μὴ
 ἄρα ἄλλωϲ μὲν ὁ περκνόϲ, ὃϲ καὶ θηρητὴρ κοινῶϲ εἴρηται, ἄλλωϲ δὲ ὁ
 μέλαϲ, ὃϲ καὶ θηρητὴρ ἰδίωϲ καλεῖται.

420. Quac a schol. Townleiano (V. Rose, Ar. ps., p. 169, 23) et. Victor.
 (f 450a) ex Aristotele afferuntur induci non possum ut cum 
 Roseo l. c. et Heitzio, verl. Schrft. d. Ar., p. 269, ad ἀπορήματα 
 
 
 
 
 Ὁμηρικά referam; quorum sententia si vera esset,
 paucissima illa verba et a scholiis et ab Eustathio h. l. allata e
 Porphyrio petita esse summa quidem cum veri specie existimandum esset.
 Sed locus, de quo agitur, ita mihi se habere videtur, ut statuendum
 potius sit, Aristotelem occasione oblata de eadem vel simili re ad
 vulnera pertinente agentem versum, quem Homeri esse diceret
 (μῦϲεν δὲ περιβροτόεϲϲα ὠτειλή), obiter attulisse. Neque illa quidem
 quae apud Suidam leguntur V. μεμυκότα καὶ Ὅμηροϲ·
 ϲὺν δ’ ἕλκεα πάντα μέμυκεν. ἐκ παραγράφειν τηρήϲεωϲ Ὅμηρόϲ φηϲι τῶν
 ἐντὸϲ πολέμῳ τρωθέντων τὰ τραύματα μὴ μύειν, μόνου δὲ τοῦ Ἕκτοροϲ κατὰ
 θείαν πρόνοιαν , quibus multum tum ad
 sententiam suam stabiliendam Heitzius tribuit, ita mihi comparata esse
 videntur, ut Quaestionis olim institutae solutionem servaverint; nibil
 enim verbis μόνου δὲ τοῦ Ἕκτοροϲ κτλ. docetir. nisi quod ipso v. 422
 continetur.

515. παράδοξον τὸ τὸν ἐχθρὸν οὕτω χειραγωγῆϲαι καὶ τιμῆϲαι. 
 χειρὸϲ. τάχα οὖν τοῦτο ποιεῖ τοῦ γήρωϲ τοῦ πατρὸϲ μνηϲθείϲ.

527 sqq. ζητοῦϲι δέ τινεϲ ἀπὸ τούτων τῶν ἐπῶν, πῶϲ
 ἐντύχῃ schol. min. ταῦθα μὲν ὁ ποιητήϲ φηϲιν ἐκ Θεῶν εἶναι τὰ κακὰ τοῖϲ
 ἀνθρώποιϲ, ἐντὸϲ δὲ τῇ α (34) τῆϲ Ὀδυϲϲείαϲ καὶ αὐτούϲ φηϲιν ἐπιϲπᾶϲθαι
 τὰ κακὰ τοὺϲ ἀνθρώπουϲ· οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ ϲφῇϲιν ἀταϲθαλίῃϲιν ὑπὲρ μόρον ἄλγε’ ἔχουϲιν. ῥητέον οὖν ὅτι ἐνταῦθα Ἀχιλλεύϲ ἐϲτιν
 ὁ λέγων ἐκ θεῶν εἶναι τὰ κακά, ἀγνοῶν τὴν ἀλήθειαν· ἐντὸϲ δὲ τῇ Ὀδυϲϲείᾳ
 Ζεύϲ, ὡϲ ϲαφῶϲ ἐπιϲτάμενοϲ, λέγει τὴν ἀλήθειαν. λύεται οὖν τὸ ζήτημα
 προϲώπῳ. 
 
 μέμφεται τὴν δόξαν Πλάτων (resp. II, p. 379 D) λέγων, ὡϲ ὁ 
 
 
 
 
 
 θεὸϲ ἀγαθόν, οὐδὲν δὲ ἀγαθὸν βλαβερόν, ὃ δὲ μὴ βλαβερὸν
 οὐδὲ βλάπτει. ἔπλαϲεν οὖν ταῦτα ὁ ἥρωϲ πρὸϲ παραμυθίαν Πριάμου, ἐπεὶ καὶ
 ὁ ποιητὴϲ ὁμοίωϲ φηϲίν, ὅταν λέγῃ Ζεύϲ· οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ ϲφῇϲιν ἀταϲθαλί
 ῃϲιν ὑπὲρ μόρον ἄλγε᾿ ἔχουϲιν (α 34).

559 sqq. Ἀριϲτοτέληϲ (fr. 160) φηϲὶν ἀνώμαλον εἶναι τὸ Ἀχιλλέωϲ ἦθοϲ. οἱ δέ φαϲιν
 ὅτι, ἵνα ἀποϲτήϲῃ αὐτὸν τοῦ ἐφ᾿ Ἕκτορι τὸν θρήνου, διὰ τοῦτο
 δεδίϲϲει. 
 ἀγριαίνεται, ἵνα μὴ διὰ τὰϲ αἰκίαϲ εἰϲ θρῆνον ἐλθὼν ὁ Πρίαμοϲ ταράξῃ αὐτόν, καὶ ὅτι
 ϲυνεχῶϲ τοῦ ὀνόματοϲ Ἕκτοροϲ ἐμέμνητο.

594. 95. τινὲϲ ἀθετοῦϲι· τὴν γὰρ Διὸϲ κέλευϲιν αἰτίαν ἔδει λέγειν τῆϲ λύϲεωϲ. πῶϲ δὲ δώϲει
 τῷ ἀποθανόντι; ἢ τάχα φηϲὶν, ὅτι καὶ τὴν οὔ μοι. Διὸϲ γνώμην πληρώϲαϲ
 ὅμωϲ οὐκ ἀνάξια τῆϲ εἰϲ ϲὲ κακίαϲ ἔλαβον. ἔθοϲ δὲ τοὺϲ φόνουϲ ἐπὶ
 χρήμαϲι λύειν· καί ῥ᾿ ὁ μὲν ἐντὸϲ δήμῳ μένει αὐτοῦ πόλλ᾿ ἀποιίϲαϲ (I
 634), καί κέν τίϲ τε καϲιγνήτοιο φόνοιο ποινήν (I 632).
 δώϲει δὲ ἀποθανόντι δι᾿ ἐπιταφίων εἰϲ αὐτὸν ἀγώνων.

650. ἐκτὸϲ μὲν δὴ λέξο· ἀφίϲτηϲιν αὐτόν, ἀμάρτυρον θέλων ἔχειν τὴν νυκτερινὴν παρρηϲίαν
 πρὸϲ ϲυνουϲίαν, καθάπερ ἡ μήτηρ 
 
 
 
 
 
 
 
 παρῄνεϲεν (v. 130)· αἰδεῖται γὰρ εἰϲφέρειν Βριϲηίδα ὑπὲρ
 τοῦ Πριάμου. ἢ ὑπὲρ τοῦ πολλαπλαϲιάϲαι τὴν χάριν. ἢ βεβαιῶϲαι θέλει τὰϲ
 ἐπαγγελίαϲ τῆϲ ἀνοχῆϲ, ὡϲ πάντων δι᾿ αὐτοῦ γινομένων. ἢ ἴϲωϲ οἶδεν
 Ἀγαμέμνονοϲ τὸ πρὸϲ τοὺϲ πολεμίουϲ ϲκληρόν. οἰκονομεῖται γὰρ νυκτὸϲ
 ἀπελθεῖν.

669. ἐζήτηται δὲ πῶϲ Ἀχιλλεύϲ χωρὶϲ τῶν βαϲιλέων
 ἐπαγγέλλεται τῷ Πριάμῳ ταῦτα ἅπερ ὑπιϲχνεῖται. ῥητέον οὖν
 ὅτι Ἀχιλλεὺϲ τὰ τῶν πολεμίων ἐπετέτραπτο πάντα, καὶ αὐτὸϲ εἶχε τὴν
 ἐξουϲίαν πάντων τῶν τοῦ πολέμου ἀνοχῶν τε καὶ ϲυμβολῶν.

765. ψευδέϲ οὐ γὰρ εἰκοϲτὸν ἴτοϲ δύναται εἶναι, ἐξ οὗ εἰϲ τὸ Ἴλιον ἦλθεν
 Ἑλένη, εἴ γε δεκαετὴϲ μὲν ὁ τοῦ πολέμου χρόνοϲ ὁμολογεῖται 
 γεγονέναι, εἰκοϲτῷ δὲ Ὀδυϲϲεὺϲ εἰϲ Ἰθάκην ἐπανελήλυθεν ἔτει. ῥητέον δὲ
 ὅτι δέκα ἔτη ἐϲτρατολόγουν, χειμάζοντεϲ ἐντὸϲ ταῖϲ ἰδίαιϲ καὶ θέρουϲ εἰϲ
 Αὐλίδα ἀφικνούμενοι. καὶ γὰρ ἤκουον τὸν πλοῦτον καὶ τὴν ἰϲχὺν τῶν Πρώων
 πολλὴν οὖϲαν. καί τινεϲ δὲ παρῃτοῦντο τὸν πόλεμον καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖ
 καθήμενοι ἐϲτρατολόγουν. νῦν δὲ εἰκοϲτὸν ἔτοϲ ἐϲτὶν ἀπὸ τῆϲ
 ἁρπαγῆϲ Ἑλένηϲ. ἐπὶ δὲ Ὀδυϲϲέωϲ τὰ δέκα ἔτη τῆϲ ϲτρατολογίαϲ οὐκ
 ἀριθμητέον.