Τὸν χριστιανισον, ὅ τι ποτέ ἐστιν, ἠγούμενος 
 τοῖς οὐκ εἰδόσι παραστήσασθαι διὰ τῆς προδειμένης 
πραγματείας τὴν εὐαγγελικὴν ἀπόδειξιν περιέξειν
ἐπαγγελλομένης, τήνδε σοι, θεῖον ἐπισκόπων
χρῆμα, Θεόδοτε, φίλη θεοῦ καὶ ἱερὰ κεφαλὴ, σὺν
εὐχαῖς ἐπεφώνησα, εἴ πως ἄρα τῆς παρὰ σοῦ τύχοιμι
 βοηθείας, ταῖς φιλοθέοις ὑπὲρ ἡμῶν ἱερουργίαις τὰ
μεγάλα μοι συμπράττοντος εἰς τὴν προβεβλημένην
τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας ὑπόθεσιν.

ἀλλὰ γὰρ 
τί βούλεται τοῦτο δηλοῦν ὅ φαμεν εὐαγγέλιον πρῶτον 
ἁπάντων διαρθρῶσαι καλόν. τοῦτο δὴ πᾶσιν ἀνθρώποις
 τὴν παρουσίαν τῶν ἀνωτάτω καὶ μεγίστων ἀγαθῶν,
πάλαι μὲν προηγορευμένων, νεωστὶ δὲ τοῖς πᾶσιν
ἐπιλαμψάντων, εὐαγγελίζεται, οὐ τὸν οὐ βλέποντα
πλοῦτον, οὐδὲ τὴν σμικρὰν καὶ πολυπαθῆ ταύτην
ζωὴν προξενοῦν, οὐδ’ ὅσα σώματος καὶ φθορὰς
 οἰκεῖα, τὰ δὲ ψυχαῖς νοερὰν οὐσίαν κεκτημέναις φίλα
τε καὶ προσήγορα, ὧν καὶ τὰ σώματα ἐξῆπται, σκιὰς 
ἐφεπόμενα δίκην.

εἴη δ’ ἂν τούτων τὸ κεφάλαιον
εὐσέβεια, οὐχ ἡ ψευδώνυμος καὶ πολυπλανὴς, ἀλλ’

 
ἡ σὺν ἀληθείᾳ τὴν προσηγορίαν ἐπιγραφομένη. ἔστι
δὲ αὕτη ἡ πρὸς τὸν ἔνα καὶ μόνον ὡς ἀληθῶς ὁμολογούμενόν
τε καὶ ὄντα θεὸν ἀνάνευσις καὶ ἡ κατὰ
τοῦτον ζωὴ, ἐξ ἧς καὶ ἡ πρὸς αὐτὸν ἐγγίνεται φιλία,
ἡ παρέπεται τὸ θεοφιλὲς ὄντως καὶ τρισμακάριον τέλος, 
ἄνωθεν ἐκ τῶν κρειττόνων ἀπῃωρημένον καὶ
πρὸς αὐτὰ διακυβρνώμενον καὶ αὖ πάλιν εἰς αὐτὰ
 καταλῆγον.

τί οὖν ἂν γένοιτο τῆς ἀγαθῆς ταύτης
καὶ πανολβίου θεοφιλίας μακαριστότερον; οὐχὶ καὶ
ζωῆς αὐτὸς καὶ φωτὸς καὶ ἀληθείας καὶ πάντων ἀγαθῶν
ταμίας καὶ χορηγὸς τοῖς πᾶσι καθέστηκεν; οὐχὶ
καὶ τοῦ εἶναι τὰ πάντα καὶ τοῦ ζῆν αὐτὸς τὴν αἰτίαν
περιείληφε; τῷ δὴ οὖν τὴν πρὸς αὐτὸν στειλαμένῳ
φιλίαν τί ἂν ἔτι λείποιτο; τίνος δ’ ἂν ὑστεροῖτο ὁ
 τῶν ἀγαθῶν τὸν δημιουργὸν ἐξοικειούμενος; ἢ τίνος 
ἂν ἐλαττῷτο ὁ καὶ πατρὸς ἐν χώρᾳ καὶ κηδεμόνος τὸν
μέγαν προστάτην καὶ παμβασιλέα τῶν ὅλων ἐπιγραφόμενος;

ἀλλ’ οὐκ ἔστιν εἰπεῖν ὅ τι μὴ οὐχὶ ὁ τῇ δια-
θέσει τῷ παμβασιλεῖ θεῷ πλησιάζων, καὶ τῆς παμμακαρίστου
φιλίας διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς εὐσεβείας 
ἠξιωμένος, ὁμοῦ ψυχῆς τε καὶ σώματος καὶ τῶν ἐκτὸς
ἁπάντων εὖ ἂν ἔχοι.

ταύτην δὴ τοίνυν τὴν ἀγαθὴν
καὶ σωτήριον ἀνθρώπων πρὸς θεὸν φιλίαν ἄνωθεν
ἐκ τοῦ παναγάθου καταπεμφθεὶς θεοῦ λόγος, ὥσπερ
 τις ἀπειρομεγέθους φωτὸς αὐγὴ, πᾶσιν ἀνθρώποις 
 εὐαγγελίζεται, οὐκ ἐνθένδε ποθὲν οὐδ’ ἑτέρωθεν,
ἀλλὰ πανταχόθεν ἐξ ἁπάντων ἐθνῶν πρὸς τὸν τῶν
ὅλων θεὸν παρορμῶν ἥκειν, σπεύδειν τε καὶ πάσῃ
προθυμίᾳ ψυχῆς τὸ δῶρον ὑποδέχεσθαι, Ἓλλγνας
ὁμοῦ καὶ βαρβάρους, ἄνδρας ἅμα γυναιξὶ καὶ νηπίοις, 
πένητάς τε καὶ πλουσίους, σοφοὺς καὶ ἰδιώτας,
οὐδὲ τὸ οἰκετικὸν γένος ὑπερφρονῶν τῆς κλήσεως,

ὅτι δὴ μίαν τὴν πάντων οὐσίαν τε καὶ φύσιν ὁ πατὴρ
αὐτῶν συστησάμενος μιᾶς εἰκότως καὶ τῆς ἴσης
πάλιν τοὺς πάντας μεγαλοδωρεᾶς ἠξίωσε, τὴν πρὸς 
αὐτὸν γνῶσίν τε καὶ φιλίαν ἅπασι τοῖς ὑπακούειν
 ἐθέλουσι καὶ τὴν χάριν εὐμαρῶς ἀσπαζομένοις δω-
ρούμενος.

ταύτην ὀ Χριστοῦ λόγος ἧκε τὴν πρὸς τὸν
αὐτοῦ πατέρα φιλίαν τὸν σύμπαντα κόσμον εὐαγγελιουμενος·
“θεὸς γὰρ ἦν ἐν Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων
ἑαυτῷ, μὴ λογιζόμενος αὐτοῖς τὰ παραπτώματα,” ᾗ τὰ
 θεῖα διδάσκει λόγια, ἐλθών τε, φησὶν, εὐηγγελίσατο
εἰρήνην τοῖς μακρὰν καὶ εἰρήνην τοῖς ἐγγύς.”

ταῦτα
πρόπαλαι παῖδες Ἑβραίων θεοφορούμενοι τῷ σύμπαντι 
κόσμῳ προεθέσπιζον, ὁ μέν τις βοῶν “μνησθήσονται
καὶ ἐπιστραφήσονται πρὸς κύριον πάντα τὰ
 πέρατα τῆς γῆς, καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον αὐτοῦ
πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν, ὃτι τοῦ κυρίου ἡ βασικεία,
καὶ αὐτὸς δεσπόζει τῶν ἐθνῶν·” καὶ πάλιν “εἲπατε
ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὅτι κύριος ἐβασίλευσε· καὶ γὰρ
κατώρθωσε τὴν οἰκουμένην, ἥτις οὐ σαλευθήσεται·’
 ὁ δὲ φάσκων “ἐπιφανήσεται κύριος ἐν αὐτοῖς καὶ
ἐξολοθρεύσει πάντας τοὺς θεοὺς τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς,
καὶ προσκυνήσουσιν αὐτῷ ἕκαστος ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ.”

ταῦτα πρόπαλαι θείοις χρησμοῖς ἀνακείμενα 
νῦν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς διὰ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ
 Χριστοῦ διδασκαλίας πέφηνεν, ὡς τὴν πάλαι κηρυττομένην
τε καὶ τοῖς μὴ τούτων ἀπείροις προσδοκωμένην
τῶν ἐθνῶν ἁπάντων θεογνωσίαν εἰκότως ἡμῖν
τὸν ἔναγχος ἐξ οὐρανοῦ παρόντα λόγον εὐαγγελίζεσθαι,
ταῖς τῶν παλαιῶν φωναῖς τὰ διὰ τῶν ἔργων
 ἀποτελέσματα συντρέχειν ἐπιδεικνύμενον.

Ἀλλὰ γὰρ τί χρὴ σπεύδειν φθάνοντα τῇ προ-
θυμίᾳ τὴν τῶν διὰ μέσου λόγων ἀκολουθίαν, ἀναλα-

 
βεῖν ἐξ ὑπαρχῆς δέον καὶ τὰ ἐμποδὼν ἅπαντα δια-
λύσασθαι; ἐπειδὴ γὰρ τὸν χριστιανισμόν τινες οὐδένα
 λόγον ἀποσώζειν, ἀλόγῳ δὲ πίστει καὶ ἀνεξετάστῳ
συγκαταθέσει τοὺς τῆς προσηγορίας ἐφιεμένους τὸ
δόξαν κυροῦν ὑπειλήφασιν, μηδένα φάσκοντες δύνασθαι 
δι’ ἀποδείξεως ἐναργοῦς παρέχειν τεκμήριον
τῆς ἐν τοῖς ἐπαγγελλομένοις ἀληθείας, πίστει δὲ μόνῃ
προσέχειν ἀξιοῦν τοὺς προσιόντας, παρ’ ὃ καὶ πιστοὺς
χρηματίζειν, τῆς ἀκρίτου χάριν καὶ ἀβασανίστου πίστεως,
εἰκότως ἐπὶ τήνδε καθεὶς τὴν πραγματείαν 
τῆς εὐαγγελικῆς ἀποδείξεως, εἰς προκατασκευὴν τῆς
 ὅλης ὑποθέσεως, ἡγοῦμαι δεῖν βραχέα προδιαλαβεῖν
περὶ τῶν ζητηθέντων ἂν πρὸς ἡμᾶς εὐλόγως ὑπό τε
Ἑλλήνων καὶ τῶν ἐκ περιτομῆς, παντός τε τοῦ μετὰ
ἀκριβοῦς ἐξετάσεως τὰ καθ’ ἡμὰς διερευνωμένου.

ταύτῃ γάρ μοι δοκῶ τὸν λόγον έν τάξει χωρήσεινἰς
τὴν ἐντελεστέραν τῆς εὐαγγελικῆς ἀποδείξεως διδασκαλίαν
καὶ τὴν τῶν βαθυτέρων δογμάτων κατανόησιν,
εἰ τὰ τῆς προπαρασκευῆς ἡμῖν πρὸ ὁδοῦ γένοιτο,
 στοιχειώσεως καὶ εἰσαγωγῆς ἐπέχοντα τόπον, καὶ τοῖς 
ἐξ ἐθνῶν ἄρτι προσιοῦσιν ἐφαρμόττοντα· τὰ δὲ μετὰ
ταῦτα, τοῖς ἐνθένδε διαβεβηκόσι καὶ τὴν ἕξιν ἤδη πάρεσκευασμένοις
εἰς τὴν τῶν κρειττόνων παραδοχὴν τὴν
ἀκριβῆ γνῶσιν παραδώσει τῶν συνεκτικωτάτων τῆς
κατὰ τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τ·οῦ 
θεοῦμυστικῆς οἰκονομίας.

ἀρξώμεθα δὴ τῆς προπαρασκευῆς,
τὰ πρὸς ἡμᾶς εὐλόγως ὑπό τε Ἑλλήνων καὶ
 τῶν ἐκ περιτομής,παντός τε τοῦ μετὰ ἀκριβοῦς ἐξετάσεως
 τὰ καθ’ ἡμᾶς δι’ ἐρευνωμένου λεχθησόμενα προσάγοντες.

Πρῶτον μὲν γὰρ εἰκότως ἄν τις διαπορήσειε 
τίνες ὄντες ἐπὶ τὴν γραφὴν παρεληλύθαμεν, πότερον
Ἓλληνες ἢ βάρβαροι, ἢ τί ἂν γένοιτο τούτων μέσον,

 
καὶ τίνας ἑαυτοὺς εἶναί φαμεν, οὐ τὴν προσηγορίαν,
ὅτι καὶ τοῖς πᾶσιν ἔκδηλος αὕτη, ἀλλὰ τὸν τρόπον
καὶ τὴν προαίρεσιν τοῦ βίου · οὔτε γὰρ τὰ ‘Eλλήνων
φρονοῦντας ὁρᾶν οὔτε τὰ βαρβάρων ἐπιτηδεύοντας.

τί οὖν ἂν γένοιτο τὸ καθ’ ἡμᾶς ξένον, καὶ τίς ὁ νεωτερισμὸς 
τοῦ βίου; πῶς δ’ οὐ πανταχόθεν δυσσεβεῖς
ἂν εἶεν καὶ ἄθεοι οἱ τῶν πατρίων ἐθῶν ἀποστάντες,
δι’ ὧν πᾶν ἔθνος καὶ πᾶσα πόλις συνέστηκεν; ἢ τί
καλὸν ἐλπίσαι εἰκὸς τοὺς τῶν σωτηρίων ἐχθροὺς καὶ
 πολεμίους καταστάντας καὶ τοὺς εὐεργέτας παρωσαμένους;
καὶ τί γὰρ ἄλλο ἢ θεομαχοῦντας ;

ποίας δὲ
καὶ ἀξιωθήσεσθαι συγγνώμης τοὺς ἐξ αἰῶνος μὲν
παρὰ πᾶσιν Ἓλλγσι καὶ βαρβάροις κατά τε πόλεις καὶ 
ἀγροὺς παντοίοις ἱεροῖς καὶ τελεταῖς καὶ μυστηρίοις
 πρὸς ἁπάντων ὁμοῦ βασιλέων τε καὶ νομοθετῶν καὶ
φιλοσόφων θεολογουμένους· ἀποστραφέντας, ἐλομένους
δὲ τὰ ἀσεβῆ καὶ ἄθεα τῶν ἐν ἀνθρώποις; ποίαις
δ’ οὐκ ἂν ἐνδίκως ὑποβληθεῖεν τιμωρίαις οἶ τῶν
μὲν πατρίων φυγάδες, τῶν δ’ ὀθνείων καὶ παρὰ πᾶσι
 διαβεβλημένων Ἰουδαïκῶν μνθολογημάτων γενόμενοι 
ζηλωταί;

πῶς δ’ οὐ μοχθηρίας εἶναι καὶ εὐχερείας
ἐσχάτης τὸ μεταθέσθαι μὲν εὐκόλως τὰ τῶν οἰκείων,
ἴ’ ἀλόγῳ δὲ καὶ ἀνεξετάστῳ πίστει τὰ τῶν δυσσεβῶν
καὶ πᾶσιν ἔθνεσι πολεμίων ἑλέσθαι, καὶ μηδ’ αὐτῷ
 τῷ παρὰ Ἰουδαίοις τιμωμένῳ θεῷ κατὰ τὰ παρ’ αὐἀνοδίαν
τοῖς προσανέχειν νόμιμα, καινὴν δέ τινα καὶ ἐρήμην
ἑαυτοῖς συντεμεῖν, μήτε τὰ Ἑλλήνων μήτε
τὰ Ἰουδαίων φυλάττουσαν ;

Ταῦτα μὲν οὗν εἰκότως ἄν τις Ἑλλήνων, μηδὲν 
 ἀληθὲς μήτε τῶν οἰκείων μήτε τῶν καθ’ ἡμᾶς ἐπαί·ων,
πρὸς ἡμᾶς ἀπορήσειεν. ἐπιμέμψαιντο δ’ ἂν ἡμῖν καὶ
Εβραίων παῖδες, εἰ δὴ ἀλλόφυλοι ὄντες καὶ ἀλλογενεῖς

 
ταῖς αὐτῶν βίβλοις ἀποχρώμεθα μηδὲν ἡμῖν προσῇ
κούσαις, ὅτι τε ἀναιδῶς, ὡς ἂν αὐτοὶ φαῖεν, καὶ ἀναισχύντως
ἑαυτοὺς μὲν εἰσωθοῦμεν, τοὺς δὲ οἰκείους
καὶ ἐγγενεῖς τῶν αὐτοῖς πατρίων ἐξωθεῖν παραβιαζόμεθα.

εἴτε γάρ τις εἰη Χριστὸς θεσπιζόμενος, ἀλλὰ 
Ἰουδαίων ἦσαν προφῆται οἱ τούτου τὴν ἄφιξιν προκηρύξαντες,
οἱ καὶ λυτρωτὴν καὶ βασιλέα Ἰουδαίων
ἥξειν αὐτὸν, οὐχὶ δὲ τόν ἀλλοφύλων ἐθνῶν κατήγγειλαν·
εἴτε τινὰ ἄλλα φαιδρότερα περιέχουσιν αἱ
γραφαὶ, καὶ ταῦτα Ἰουδαίοις ἀναφωνεῖσθαι, ὧν οὐκ 
 εὑ πράττοντας παρακούειν ἡμὰς.

καὶ σφόδρα
ἀτόπως τοὺς μὲν κατὰ τοῦ ἔθνους ἐφ’ οἷς ἡμάρτανον
ἐλέγχους εὑ μάλα ἁρπαλέως ἀποδέχεσθαι, τὰς δὲ τῶν
ἀγαθῶν πάλιν αὐτοῖς θεσπιζομένας ἐπαγγελίας ἀποσιωπᾶν,
μᾶλλον δὲ ἐκβιάζεσθαι καὶ ἑαυτοὺς μεταφέρειν, 
ἄντικρυς πλεονεκτοῦντας καὶ οὐδὲν πλέον ἢ
ἑαυτοὺς ἐξαπατῶντας.

τὸ δ’ οὖν ἀπάντων παραλογώτατον,
ὅτι μηδὲ τὰ νόμιμα παραπλησίως αὐτοῖς
περιέποντες, ἀλλὰ προφανῶς παρανομοῦντες, τὰς
 ἐπηγγελμένας τοῖς τῶν νόμων φύλαξι χρηστοτέρας 
ἀμοιβὰς εἰς ἑαυτοὺς ἐπισπώμεθα.

Τούτων εὐλόγως ἂν ἡμῖν ἐν πρώτοις ἀπορηθέντων,
 φέρε τὸν τῶν ὅλων θεὸν διὰ τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν, τοῦ αὐτοῦ λόγου, ὡς δι’ ἀρχιερέως ἐπικαλεσάμενοι
τὸ πρῶτον τῶν προτεθέντων ἀποκαθάρωμεν, 
συκφάντας προαποδείξαντες τοὺς μηδὲν ἔχειν ἡμᾶς
δι’ ἀποδείξεως παριστάναι, ἀλόγῳ δὲ πίστει προσέχειν
ἀποφηναμένους.

αὐτόθεν δὴ οὖν τοῦτο καὶ
 οὐκ ἐκ μακροῦ διελέγξομεν, ἔκ τε ὧν χρώμεθα πρὸς
τοὺς ἐπὶ διδασκαλίᾳ τῶν καθ’ ἡμᾶς λόγων προσιόντας 
ἀποδείξεων, καὶ τῶν πρὸς τοὺς ἀντιδιατιθεμένους
 ἡμῖν ἐν ταῖς λογικωτέραις ζητήσεσιν ἀντιρρήσεων, δι’

 
ὧν τε φιλοτιμούμεθα ποιεῖσθαι ἀγράφων τε καὶ ἐγ-
γράφων ἰδίᾳ τε καὶ πρὸς ἕκαστον τῶν ἐρωτώντων
καὶ κοινῇ πρὸς τὰ πλήθη διαλέξεων·

ναὶ μὴν
καὶ διὰ τῶν ἐν χερσὶ συγγραμμάτων τὴν καθόλου
 πραγματείαν περιεχόντων τῆς εὐαγγελικῆς ἀποδείξεως,
ἐν ᾗ πᾶσαν τὴν ἐκ θεοῦ χάριν καὶ τὴν οὐράνιον
εὐεργεσίαν ὁ παρὼν λόγος πάντας ἀνθρώπους
εὐαγγελίζεται, τὴν κατὰ τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν
Ἰησοῦν τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ οἰκονομίαν λογικώτεον
 διὰ πλείστων καὶ ἐναργῶν ἀποδείξεων πιστούμενος.

ἐσπούδασται μὲν οὑν πλείστοις τῶν πρὸ
ἡμῶν πολλή τις ἄλλη πραγματεία, τοτὲ μὲν ἐλέγχους
καὶ ἀντιρρήσεις τῶν ἐναντίων ἡμῖν λόγων συνταξαμένοις, 
τοτὲ δὲ τὰς ἐνθέους καὶ ἱερὰς γραφὰς ἐξηγητικοῖς
 ὑπομνήμασι καὶ ταῖς κατὰ μέρος ὁμιλίαις διερμηνεύσασι
τοτὲ δὲ τοῖς καθ’ ἡμᾶς δόγμασιν ἀγωνιστικώτερον
πρεσβεύσασιν.

καὶ μὴν ἰδίως ἡμῖν ἡ
μετὰ χεῖρας ἐκπονεῖται πρόθεσις. πρῶτός γέ τοι παντων
ὁ ἱερὸς ἀπόστολος Παῦλος τὰς μὲν ἀπατηλὰς
 καὶ σοφιστικὰς πιθανολογίας παραιτούμενος, ἀναμφι-
λόγοις δὲ χρώμενος ταῖς ἀποδείξεσι, φησί που “καὶ 
ὁ λόγος ἡμῶν καὶ τὸ κήρυγμα οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης]
σοφίας λόγοις, ἀλλ’ ἐν ἀποδείξει πνεύματος
καὶ δνυάμεως.” οἶς ἐπιλέγει “σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν
 τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ
τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων,
ἀλλὰ λαλοῦμεν θεοῦ σοφίαν ἐν μυστηρίῳ τὴν ἀποκεδρυμμ;νην.
καὶ αὖθις ἡ ἱκανότης ἡμῶν φησὶν ἐκ
τοῦ θεοῦ, ὃς καὶ ἱκάνωσεν ἡμᾶς διακόνους καινῆς
 διαθήκης.’

εἰκότως δῆτα καὶ ἡμῖν ἅπασι παρήγ-
γελται ἑτοίμους εἷναι πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ 
ἐπερωτῶντι ἡμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος.

 
ὅθεν καὶ τῶν νέων συγγραφέων μυρίας ὅσας, ὡς εἴρηται,
πανσόφους καὶ ἐναργεῖς μετὰ συλλογισμῶν
ἀποδείξεις ὑπέρ τε τοὐ καθ᾿ ἡμᾶς γραφείσας λόγου
διαγνῶναι πάρεστιν, ὑπομνήματά τε οὐκ ὀλίγα εἰς
τὰς ἱερὰς καὶ ἐνθέους γραφὰς πεπονημένα, τὸ ἀψευδὲς 
καὶ ἀδιάπτωτον τῶν ἀρχῆθεν καταγγειλάντων
 ἡμῖν τὸν τῆς θεοσεβείας λόγον γραμμικαῖς ἀποδείξεσιν
παριστῶντα.

πλὴν ἀλλὰ περιττοὶ λόγοι πάντες,
ὧν ἐναργῆ καὶ σαφέστερα τὰ ἔργα, ἅπερ ἡ θεία καὶ
οὐράνιος τοῦ σωτῆρος ἡμῶν δύναμις, πάντας ἀνθρώπους 
τὴν ἔνθεον καὶ οὐράνιον ζωὴν εὐαγγελιζομένη,
διαρρήδην εἰσέτι καὶ νῦν ἐπιδείκνυται.

αὐτίκα
γοῦν τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ κηρυχθήσεσθαι καθ᾿
ὅλης τῆς ἀνθρώπων οἰκουμένης εἰς μαρτύριον πᾶσι
τοῖς ἔθνεσι θεσπίσαντος, τήν τε ὕστερόν ποτε τῇ αὐτοῦ 
δυνάμει συστᾶσαν ἐξ ἁπάντων τῶν ἐθνῶν ἐκκλησίαν,
οὔπω τότε καθ᾿ οὓς ἐνηνθρωπήκει χρόνους
ὁρωμένην οὐδὲ συνεστῶσαν, ἐνθέῳ προγνώσει ἀήττητον
καὶ ἀκατάπληκτον ἔσεσθαι, καὶ μηδεπώποτε ὑπὸ
θανάτου νικηθήσεσθαι, ἑστάναι δὲ καὶ μένειν ἄσειστον, 
 ὡς ἂν ἐπ᾿ ἀσείστῳ καὶ ἀρραγεῖ πέτρᾳ τῇ αὐτοῦ
δυνάμει βεβηκυῖάν τε καὶ ἐρριζωμένην, ἀποφηναμένου,
ὑπὲρ πάντα λόγον τὸ τῆς προρρήσεως ἀποτέλεσμα
εἰκότως πᾶν ἄθυρον ἀποφράξειεν ἂν στόμα
τῶν ἀναισχυντεῖν ἀναιδῶς παρεσκευασμένων.

τίς 
γὰρ οὐκ ἀλήθειαν ὁμολογήσειεν ἂν τῇ προρρήσει,
τῶν πραγμάτων ἐναργῶς οὕτως μονονουχὶ φωνὴν
ἀφιέντων ὅτι δὴ θεοῦ δύναμις , ἀλλ᾿ οὐκ ἀνθρωπεία
φύσις ἦν ἡ ταῦτα τοῦτον ἐσόμενα τὸν τρόπον πρὸ
τοῦ γενέσθαι θεασαμένη, προφήσασά τε καὶ ἔργοις 
 ἐπιτελέσασα;

πεπλήρωκε γοῦν τὴν σύμπασαν,
 ὅσην ὁ ἥλιος ἐφορᾷ, ἡ τοῦ κατ᾿ αὐτὸν εὐαγγελίου φή-

 
μὴ, καὶ πάντα τὰ ἔθνη διέδραμεν, εἰσέτι τε νῦν αὔξει
καὶ ἐπιδίδωσι τὰ περὶ αὐτοῦ κηρύγματα ταῖς αὐτοῦ
φωναῖς ἀκολούθως.

ἥ τε ὀνομαστὶ προθεσπι-
σθεῖσα ἐκκλησία αὐτοῦ ἕστηκε κατὰ κράτος ἐρριζωμένη,
 καὶ μέχρις οὐρανίων ἀψίδων εὐχαῖς ὁσίων καὶ
θεοφιλῶν ψυχῶν μετεωριζομένη, δοξαζομένη τε ὁσημέραι,
καὶ εἰς ἅπαντας τὸ νοερὸν καὶ ἔνθεον φῶς τῆς
ὑπ’ αὐτοῦ καταγγελθείσης εὐσεβείας ἀπαστράπτουσα,
οὐδαμῶς τε τοῖς ἐχθροῖς ἡττωμένη καὶ ὑπείκουσα,
 ἀλλ’ οὐδὲ ταῖς τοῦ θανάτου πύλαις ὑποχωροῦσα· διὰ 
μίαν ἐκείνην ἣν αὐτὸς ἀπεφήνατο λέξιν, εἰπὼν
‘‘ἐπὶ τὴν πέτραν οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ
πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.’·

καὶ ἄλλα δὲ
μυρία πρὸς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν λεχθέντα τε καὶ προρρηθέντα
 ἐν οἰκείᾳ συναγαγόντες ὑποθέσει, ταῖς ἐνθέοις
αὐτοῦ προγνώσεσι τὰς τῶν πραγμάτων ἀποβάσεις
συμφώνους παραστήσαντες, ἀναμφίλεκτον τῶν·
περὶ αὐτοῦ δοξαζομένων ἡμῖν τὴν ἀλήθειαν ἐπιδείκνυμεν.

πρὸς τούτοις δὲ πᾶσιν οὐ μικρὰ τυγχάνει 
 τῆς καθ’ ἡμὰς ἀληθείας ἀπόδειξις καὶ ἡ ἀπὸ τῶν
Ἑβραι·κῶν γραφῶν μαρτυρία, ἐν αἷς πρὸ μυρίων ὅσων
ἐτῶν οἱ παρ’ Ἑβραίοις προφῆται τὴν τῶν ἀγαθῶν
ἐπαγγελίαν παντὶ τῷ θνητῷ βίῳ κηρύξαντες ὀνομαστὶ
τῆς τε Χριστοῦ προσηγορίας ἐμνήσθησαν καὶ
 τὴν εἰς ἀνθρώπους αὐτοῦ παρουσίαν προὐθέσπισαν,
τόν τε νέον τῆς εἰς πάντα τὰ ἔθνη διαδραμούσης διδασκαλίας
αὐτοῦ τρόπον κατήγγειλαν, προειπόντες
τὴν ἐσομένην εἰς αὐτὸν ἀπιστίαν καὶ ἀντιλογίαν τοῦ
Ἰουδαίων ἔθνους, τά τε κατ’ αὐτοῦ δρασθέντα αὐτοῖς
 καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις αὐτίκα καὶ οὐκ εἰς μακρὰν μετελθόντα
αὐτοῖς σκυθρωπά· λέγω δὲ τῆς βασιλικῆς μητροπόλεως 
αὐτῶν τὴν ἐσχάτην πολιορκίαν, καὶ τῆς

 
βασιλείας τὴν παντελῆ καθαίρεσιν, αὐτῶν τε τὴν εἰς
πάντα τὰ ἔθνη διασπορὰν, καὶ τὴν ὑπὸ τοῖς ἐχθροῖς
καὶ πολεμίοις δουλείαν, ἃ καὶ ταῖς προρρήσεσιν ἀκο-
λούθως μετὰ τὴν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν παρουσίαν φαί-
νονται πεπονθότες.

ἐπὶ τούτοις τίς οὐκ ἂν ἐκ- 
πλαγείη τῶν αὐτῶν ἀκούων προφητῶν, μετὰ τὴν τοῦ
Χριστοῦ παρουσίαν καὶ τὴν Ἰουδαίων ἀπόπτωσιν,
 τὴν τῶν ἐθνῶν κλῆσιν λαμπραῖς καὶ διαυγέσι φωναῖς
εὐαγγελιζομένων; ἣ καὶ αὐτὴ ἄντικρυς εἰς ἔργον ἐχώρησε
ταῖς προφητείαις ἀκολούθως διὰ τῆς τοῦ σωτῆρος 
ἡμῶν διδασκαλίας.

δι’ οὗ ἐκ παντὸς γένους
ἀνθρώπων μυρίοι ὅσοι τὴν τῶν εἰδώλων ἀποστραφέντες
πλάνην τοῦ ἐπὶ πάντων θεοῦ τὴν ἀληθῆ γμῶσίν
τε καὶ εὐσέβειαν κατεδέξαντο, μονονουχὶ πιστούμενοι
τοὺς τῶν παλαιῶν χρησμοὺς, τούς τε ἄλλους καὶ 
δὴ καὶ τὸν διὰ τοῦ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου φήσαντα
“κύριε ὁ θεός μου, πρὸς σὲ ἔθνη ἥξουσιν ἀπ’ ἐσχάτου
τῆςγῆς, καὶ ἐροῦσιν ὡςψευδῆ ἐκτήσαντο οἱ πατέρες
ἡμῶν εἴδωλα καὶ οὐκ ἢν ἐν αὐτοῖς ὠφέλεια. εἰ ποιήσει
ἑαυτῷ ἄνθρωπος θεοὺς, καὶ οὗτοι οὐκ εἰσὶν θεοί;”

Πάντα δὴ ταῦτα τὸν περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς
πραγμάτων πιστοῦται λόγον, ὡς οὐκ ἐξ ἀνθρωπίνης
ὁρμῆς ἐπιτηδευθέντα, θεόθεν δὲ προγνωσθέντα, καὶ
θεόθεν διὰ τόν ἐγγράφων χρησμῶν προαναφωνηθέντα,
καὶ πολὺ πλέον ἔτι θεόθεν διὰ τοῦ σωτῆρος 
ἡμῶν πᾶσιν ἀνθρώποις προβεβλημένον, αὖθίς τε ἐκ
θεοῦ δυναμούμενον καὶ συνεστῶτα, ὡς ἐν τοσούτοις
ἐτῶν χρόνοις ἐλαυνόμενον πρός τε τῶν ἀοράτων δαιμόνων
καὶ πρὸς τῶν κατὰ χρόνους ὁρατῶν ἀρχόντων
πολὺ πλέον διαλάμπειν, ὁσημέραι τε διαπρέπειν καὶ 
αὔξειν, καὶ πολὺ μᾶλλον πληθύειν, ἄντικρυς τῆς ἂνωθεν
 ἐκ τοῦ τῶν ὅλων θεοῦ συνεργίας τὸ ἄμαχον καὶ

 
ἀήττητον τό τε κατὰ τῶν ἐχθρῶν νικητικὸν τῇ τοῦ
σωτῆρος ἡμῶν προσηγορίᾳ τε καὶ διδασκαλίᾳ παρεχούσης.

καὶ τὸ αὐτόθεν δὲ πρὸς εὐζωΐαν πᾶσιν
ἀνθρώποις, οὐ μόνον ἐκ τῶν προφανῶν αὐτοῦ λόγων,
 ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀπορρήτου δυνάμεως προβεβλημένον,
πῶς οὐκ ἂν γένοιτο τῆς ἐνθέου δυνάμεως αὐτοῦ παραστατικόν;
θείας μὲν γὰρ καὶ ἀπορρήτου δυνάμεως
ἦν τὸ ἅμα τῷ αὐτοῦ λόγῳ, καὶ σὺν τῇ περὶ μοναρχίας
ἑνὸς τοῦ ἐπὶ πάντων θεοῦ προβεβλημένῃ διδασκαλίᾳ
 αὐτοῦ, ὁμοῦ καὶ τῆς πολυπλανοῦς καὶ δαιμονικῆς ἐνεργείας, 
ὁμοῦ καὶ τῆς τῶν ἐθνῶν πολυαρχίας ἐλεύθερον
καταστῆναι τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος.

μυρίων γοῦν τὸ
παλαιὸν καθ᾿ ἕκαστον ἔθνος βασιλέων καὶ τοπαρχῶν
ἐπικρατούντων, καὶ κατὰ πόλεις τῶν μὲν δημαοκρατουμένων,
 τῶν δὲ πολυαρχουμένων, πολέμωντε κατὰ τὸ εἰκὸς
ἐκ τούτου παντοίων συνεστώτων, ἐθνῶν ἔθνεσι προσρηγνυμένων
καὶ συνεχῶς τοῖς πλησιοχώροις ἐπανισταμένων,
δῃούντων τε καὶ δῃουμένων καὶ ταῖς κατ᾿
ἀλλήλων πολιορκίαις ἐπιστρατευομένων, ὥστε διὰ
 ταῦτα πανδημὶ πάντας τούς τε τὰς πόλεις οἰκοῦντας
καὶ τοὺς ἐν ἀγροῖς γεωπονοῦντας ἐξ ἔτι παίδων τὰ 
πολεμικὰ διδάσκεσθαι, ξιφηφορεῖν τε διὰ παντὸς
κατά τε τὰς λεωφόρους καὶ κατὰ κώμας καὶ ἀγρούς.

ἐπεὶ δὲ παρῆν ὁ Χριστὸς τοῦ θεοῦ, περὶ οὗ πάλαι
 διὰ τῶν προφητῶν ἀνείρητο “ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις
αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρήνης. καὶσυγκόψουσιν
τὰς μαχαίρας αὐτῶν εἰς ἄροτρα καὶ τὰς ζιβύνας
αὐτῶν εἰς δρέπανα, καὶ οὐ λήψεται ἔθνος ἐπ᾿
ἔθνος μάχαιραν, καὶ οὐ μὴ μάθωσιν ἔτι πολεμεῖν,”
 ἀκόλουθα ταῖς προρρήσεσιν ἐπηκολούθει τὰ ἔργα 
πᾶσα μὲν αὐτίκα περιῃρεῖτο πολυαρχία ῾Ρωμαίων,
Αὐγούστου κατὰ τὸ αὐτὸ τῇ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπι-

 
φανείᾳ μοναρχήσαντος. ἐξ ἐκείνου δὲ καὶ εἰς δεῦ
οὐκ ἂν ἴδοις, ὡς τὸ πρὶν, πόλεις πόλεσι πολέμους
οὐδ’ ἔθνος ἔθνει διαμαχόμενον, οὐδέ γε τὸν βίον ἐν
τῇ παλαιᾷ συγχύσει κατατριβόμενον.

καίτοι πῶς
οὐκ ἄξιον θαυμάζειν ἐπιστήσαντα τί δή ποτε τὸ μὲν 
παλαιὸν, ὅτε τῶν ἐθνῶν ἁπάντων κατετυράννουν οἶ
δαίμονες καὶ πολλή τις ἦν τῶν ἀνθρώπων ἡ περὶ
αὐτοὺς θεραπεία, πρὸς αὐτῶν τῶν θεῶν εξοιστρούμενοι
ἐπὶ τοὺς κατ’ ἀλλήλων ἐξεκαίοντο πολέμους —
 ὡς τοτὲ μὲν Ἓλληνας αὐτοῖς Ἓλλησι, τοτὲ δὲ Αἰγυπτίους 
Αἰγυπτίοις, καὶ Σύρους Σύροις, Σύροις, τε
Ῥωμαίοις πολεμεῖν, ἀνδραποδίζεσθαί τε ἀλλήλους
καὶ κατατρύχειν ταῖς πολιορκίαις, ὥσπερ οὖν αἱ περὶ
τούτων δηλοῦσι τῶν παλαιῶν ἱστορίαι — ἄμα δὲ τῇ
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν εὐσεβεστάτῃ καὶ εἰρηνικωτάτῃ 
διδασκαλίᾳ τῆς μὲν πολυθέου πλάνης καθαίρεσις
ἐπετελεῖτο, τὰ δὲ τῆς τῶν ἐθνῶν διαστάσεως παῦλαν
αὐτίκα παλαιῶν κακῶν ἀπελάμβανεν; ὃ καὶ μάλιστα
μέγιστον ἡγοῦμαι τεκμήριον τυγχάνειν τῆς ἐνθέου
 καὶ ἀπορρήτου δυνάμεως τοὺ σωτῆρος ἡμῶν.

Τῆς δ’ ἐκ τῶν αὐτοῦ λόγων προφαινομένης
ὠφελείας δεῖγμα ἐναργὲς ἴδοις ἂν ἐπιστήσας ὡς οὐδὲ
ἄλλοτέ πω ἐξ αἰῶνος, οὐδ’ ὑπό τινος τῶν πάλαι δοαφανῶν,
ἐκ μόνων δὲ τῶν αὐτοῦ φωνῶν καὶ τῆς ἀνὰ
πᾶσαν τὴν οἰκουμένην διαδοθείσης διδασκαλίας αὐτοῦ 
εὖ τὰ πάντων τῶν ἐθνῶν νόμιμα κεῖται, αὐτὰ
ἐκεῖνα τὰ πρὶν θηριώδη καὶ βάρβαρα, ὡς Πέρσάς
μητρογαμεῖν τοὺς αὐτῷ μαθητευθέντας, μηδ’
 ἀνθρωποβορεῖν Σκύθας διὰ τὸν καὶ μέχρις αὐτῶν
ἐλθόντα τοῦ Χριστοῦ λόγον, μηδ’ ἄλλα γένη βαρβάρων 
ἐκθέσμως θυγατράσι καὶ ἀδελφαῖς μίγνυσθαι,
 μηδ’ ἄρρενας ἄρρεσιν ἐπιμαίνεσθαι καὶ τὰς παρὰ

 
φύσιν ἡδονὰς μετιέναι, μηδὲ κυσὶ καὶ οἰωνοῖς τοὺς
οἰκείους νεκροὺς προτιθέναι τοὺς πάλαι τοῦτο πράττοντας,
μηδ᾿ ἀγχόνῃ τοὺς γεγηρακότας ὥσπερ οὖν
πρότερον, παραβάλλειν, μηδὲ σάρκας νεκρῶν τῶν
 φιλτάτων κατὰ τὸ παλαιὸν ἔθος θοινᾶσθαι, μηδ᾿ ἀνθρωποθυτεῖν
ὡς θεοῖς τοῖς δαίμοσι κατὰ τοὺς παλαιοὺς,
μηδὲ τὰ φίλτατα κατασφάττειν ἐπ᾿ εὐσεβείας 
ὑπολήψει.

ταῦτα γὰρ ἦν καὶ συγγενῆ τούτοις
μυρία τὰ πάλαι τὸν τῶν ἀνθρώπων βίον λυμαινόμενα.
 ἱστοροῦνται Μασσαγἐται καὶ Δέρβικες ἀθλιωτάτους.
ἡγεῖσθαι τῶν οἰκείων τοὺς αὐτομάτως τελευτήσαντας,
διὸ καὶ φθάσαντες κατέθυον, καὶ εἱστιῶντο τῶν
φιλτάτων τοὺς γεγηρακότας· Τιβαρηνοὶ δὲ ζῶντας
κατεκρήμνιζον τοὺς ἐγγυτάτω γέροντας· Ὑρκανοὶ δὲ
 καὶ Κάσπιοι, οἱ μὲν οἰωνοῖς καὶ κυσὶ παρέβαλλον
ζῶντας, οἱ δὲ τεθνεῶτας· Σκύθαι δὲ συγκατώρυττον
ζῶντας , καὶ ἐπέσφαττον ταῖς πυραῖς οὓς ἠγάπων οἱ
τεθνεῶτες μάλιστα· καὶ Βάκτριοι δὲ τοῖς κυσὶ παρέβαλλον 
ζῶντας τοὺς γεγηρακότας.

ἀλλὰ ταῦτα
 μὲν πάλαι ἦν πρότερον, νυνὶ δὲ οὐκέθ᾿ ὁμοίως ἐστὶν,
ἑνὸς τοῦ σωτηρίου νόμου τῆς εὐαγγελικῆς δυνάμεως
τὴν θηριώδη καὶ ἀπάνθρωπον τούτων ὅλων παραλύσαντος
νόσον.

τὸ δὲ μηκέτι θεοὺς ἡγεῖσθαι
ἤτοι τὰ νεκρὰ καὶ κωφὰ ξόανα, ἢ τοὺς ἐν τούτοις
 ἐνεργοῦντας πονηροὺς δαίμονας, ἢ τὰ μέρη τοῦ φαινομένου
κόσμου, ἢ τὰς τῶν πάλαι κατοιχομένων θνητῶν
ψυχὰς, ἢ τῶν ἀλόγων ζῴων τὰ βλαπτικώτατα,
ἀντὶ δὲ τούτων ἁπάντων διὰ μιᾶς τῆς εὐαγγελικῆς
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν διδασκαλίας, Ἕλληνας ὁμοῦ καὶ 
 βαρβάρους, τοὺς γνησίως, ἀλλ᾿ οὐκ ἐπιπλάστως αὐτοῦ
τῷ λόγῳ προσανέχοντας, εἰς τοσοῦτον ἄκρας φιλοσοφίας
ἐλθεῖν ὡς μόνον τὸν ἀνωτάτω θεὸν, αὐτὸν ἐκεῖ-

 
νον τὸν ἐπέκεινα τῶν ὅλων, τὸν παμβασιλέα καὶ κύριον
οὐρανοῦ καὶ γῆς, ἡλίου τε καὶ ἄστρων καὶ τοῦ
σύμπαντος κόσμου δημιουργὸν, σέβειν καὶ ὑμνεῖν
καὶ θεολογεῖν, βιούν τε ἀκριβῶς καὶ οὕτως μανθάνειν
 ὡς μέχρι καὶ τοῦ ἐμβλέπειν τοῖς ὀφθαλμοῖς παιδαγωγεῖσθαι, 
καὶ μηδὲν ἀκόλαστον ἐκ τοῦ μετ’ ἐπιθυμίας
ὁρᾶν ἐννοεῖν, πρόρριζον δ’ ἐξ αὐτῆς διανοίας
πὰν αἰσχρὸν ὑποτέμνεσθαι πάθος, ταῦτα πάντα πῶς
οὐκ ἂν τοῖς πᾶσι συμβάλλοιτο πρὸς εὐζωίαν;

καὶ
τὸ μηδ’ εὐορκίας δεῖσθαι, πολλοῦ γε δεῖ ἐπιορκεῖν, 
διὰ τὸ πρὸς αὐτοῦ μανθάνειν μηδὲ ὀμνύναι ὅλως, ἐν
πᾶσι δὲ ἀψευδεῖν καὶ ἀληθεύειν, ὡς ἀρκεῖσθαι τῷ
ναί καὶ τῷ οὔ, παντὸς ὅρκου βεβαιοτέραν τὴν προαόρεσιν
 κατασκευάζοντας; τὸ δὲ μηδ’ ἐν ψιλοῖς ῥηματίοις
καὶ ταῖς κοιναῖς ὁμιλίαις ἀδιαφορεῖν, ακριβολογεῖσθαι 
δὲ καὶ μέχρι τούτων, ὡς μήτε ψεῦδος
μήτε λοιδορίαν μήτε τι αἰσχρὸν καὶ ἄσχημον ῥῆμα
προίεσθαι τῇ φωνῇ, διὰ τὴν αὐτοῦ πάλιν παρακέλευ-
σιν, δι’ ἧς ἔφησε ‘‘περὶ παντὸς ἀργοῦ ῥήματος δώσετε
λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως,” ὁποίας ὑπερβολῆς 
φιλοσόφου ζωῆς ἔχεται;

τὸ δὲ καὶ συλλήβδην
ἀθρόως μυριάδας ὅλας ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν καὶ
παίδων, οἰκετῶν τε καὶ ἐλευθέρων, ἀδόξων τε καὶ
ἐπιδόξων, καὶ προσέτι βαρβάρων ὁμοῦ καὶ Ἑλλήνων,
κατὰ πάντα τόπον καὶ πόλιν καὶ χώραν, ἐν πᾶσι τοῖς 
 ἡλίῳ ἡλίῳ ἔθνεσιν ἐπὶ διδασκαλίᾳ τῶν τοιούτων μαθημάτων,
οἵων ἀρτίως μεμαθήκαμεν, φοιτᾶν καὶ τὰς
ἀκοὰς λόγοις παρέχειν, ἀναπείθουσιν οὐ μόνον ἀκολάστων
ἐγχειρημάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν κατὰ διάνοιαν
αἰσχρῶν ἐνθυμημάτων γαστρός τε καὶ τῶν ὑπὸ γαστέρα 
κρατεῖν· τό τε πὰν γένος ἀνθρώπων παιδείαν
παιδεύεσθαι ἔνθεον καὶ εὐσεβῆ, φέρειν τε μανθάνειν

 
γενναίως καὶ βαθεῖ φρονήματι τὰς τῶν ἐπανισταμένων
ὕβρεις, καὶ μὴ τοῖς ἴσοις τοὺς φαύλους ἀμύνεσθαι, 
θυμοῦ δὲ καὶ ὀργῆς καὶ πάσης ἐμμανοῦς ὀρέξεως
κρείττους γίνεσθαι, ναὶ μὴν καὶ τῶν ὑπαρχόντων 
 ἀπόροις καὶ ἐνδεέσι κοινωνεῖν, πάντα τε ἄνθρωπον
ὁμογενῆ δεξιοῦσθαι, καὶ τὸν νενομισμένον ξένον ὡς
ἂν νόμῳ φύσεως οἰκειότατον καὶ ἀδελφὸν γνωρίζειν.

Πάντα δὴ ἀθρόως ταῦτά τις συναγαγὼν πῶς
οὐκ ἂν ὁμολογήσειε τὰ μέγιστα καὶ ἀληθῶς ἀγαθὰ
 πάντας ἀνθρώπους εὐαγγελίσασθαι τὸν ἡμέτερον λόγον,
τό τε αὐτόθεν ὑπερέχον πρὸς εὐζωί·αν τῷ τῶν
ἀνθρώπων παρεσχηκέναι βίῳ;

ὁποῖον δέ σοι εἶναι 
δοκεῖ τὸ πᾶν γένος ἀνθρώπων, οὐ μόνον Ἑλλήνων,
ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνημερωτάτων βαρβάρων καὶ τῶν
 ἐν ταῖς ἐσχατιαῖς τῆς γῆς οἰκούντων, τῆς μὲν ἀλόγου
θηριωδίας ἀνασχεῖν, δόξας δὲ φιλοσόφους ἀναλαβεῖν
παρασκευάσαι;

οἷον, φέρε εἰπεῖν, τὰς περὶ
ἀθανασίας ψυχῆς, καὶ ζωῆς τῆς παρὰ τῷ θεῷ μετὰ
τὴν ἐνθένδε ἀπαλλαγὴν τοῖς θεοφιλέσιν ἀποκειμένης,
 δι’ ἣν τοῦ προσκαίρου τούτου ζῆν καταφρονεῖν ἐμελέησαι·
ὥστε ἀποδεῖξαι παῖδας τοὺς πώποτε ἐπὶ 
φιλοσοφίᾳ διαβοηθέντας, καὶ παίγνιον τὸν θρυλούμενον
ἐκεῖνον θάνατον, ἀνὰ στόμα πάντων φιλοσόφων
ᾀδόμενον· θηλειῶν παρ’ ἡμῖν καὶ κομιδῇ παίδων
 βαρβάρων τε ἀνδρῶν καὶ εὐτελῶν τῷ δοκεῖν τῇ
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν δυνάμει τε καὶ συνεργίᾳ τὸν
περὶ ψυχῆς ἀθανασίας λόγον ἔργοις πρότερον ἢ ῥήμασιν
ἐπαληθεύοντα δειξάντων.

οἷον δὲ καὶ τὸ
καθόλου πάντας ἀνθρώπους, τοὺς ἐν πάσι τοῖς ἐθνεσιν,
 ἐκ τῶν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν μαθημάτων περὶ θεοῦ
προνοίας, ὡς ἐφορώσης τὰ σύμπαντα, ὑγιῶς καὶ ἐρρωένως
φρονεῖν παιδεύεσθαι, καὶ τὸ πᾶσαν ψυ- 

 
χὴν μανθάνειν τὸν περὶ δικαιωτηρίου καὶ κρίσεως
θεοῦ λόγον, καὶ τὸ πεφροντισμένως ζῆν, καὶ φυλακικῶς
ἔχειν τῶν τῆς κακίας ἐπιτηδευμάτων.

Κεφάλαιον δὲ τῆς πρώτης καὶ μεγίστης εὐεργεσίας
τοῦ σωτηρίου λόγου γνοίης ἂν, εἰ ἐν νῷ λάβοις 
τὴν δεισιδαίμονα πλάνην τῆς παλαιᾶς εἰδωλο-
λατρίας, ᾗ τὸ σύμπαν ἀνθρώπων γένος δαιμόνων
ἀνάγκαις πάλαι πρότερον κατετρύχετο· ἧς ὥσπερ ἀπὸ
σκοτίας ζοφωδεστάτης Ἓλληνας ὁμοῦ ὁμοῦ καὶ βαρβάρους
δυνάμει θείᾳ μεταστησάμενος ἐπὶ νοερὰν καὶ φωτεινοτάτην 
 ἡμέραν τῆς ἀληθοῦς. εὐσεβείας τοῦ παμβασιλέως
θεοῦ τοὺς πάντας μετηγάγετο.

καὶ τί χρὴ
μηκύνειν ἀποδεικνύναι πειρωμένους ὅτι μὴ ἀλόγῳ
πίστει ἑαυτοὺς ἀνεθήκαμεν, σώφροσι δὲ καὶ ὠφελίμοις
λόγοις τὸν τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας τρόπον περιέχουσι; 
τῆς παρούσης ὑποθέσεως αὐτὸ δὴ τοῦτο κα-
θόλου πραγματευομένης, τοὺς μὲν ἐπιτηδείως ἒχοντας
ἕπεσθαι λόγων ἀποδείξεσι προτρέπομεν καὶ παρακαλοῦμεν
φρονήσεως ἐπιμέλεσθαι, καὶ λογικώτερον
τῶν δογμάτων τὰς ἀποδείξεις παραλαμβάνειν, ἑτοίμους 
τε εἶναι πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ ἐπερωτῶντι
 ἡμᾶς τὸν λόγον τῆς καθ’ ἡμὰς ἐλπίδος.

ἐπεὶ δὲ
μὴ πάντες τοιοῦτοι, φιλανθρώπου τυγχάνοντος τοῦ
λόγου, καί μηδένα μηδαμῶς ἀποτρεπομένου, πάντα
δὲ ἄνθρωπον τοῖς καταλλήλοις ἰωμένου φαρμάκοις, 
καὶ τὸν ἀμαθῆ καὶ ἰδιώτην ἐπὶ τὴν τῶν τρόπων θε-
ραπείαν παρακαλοῦντος, εἰκότως ἐν εἰσαγωγῇ τοὺς
ἀρχομένους τῶν ἰδιωτικωτέρων γύναια καὶ παῖδας
καὶ τὸ τῶν ἀγελαίων πλῆθος ἐπὶ τὸν εὐσεβῆ βίον
χειραγωγοῦντες, ὡς ἐν φαρμάκου μοίρᾳ, τὴν ὑγιῆ 
πίστιν παραλαμβάνομεν, ὀρθὰς δόξας περὶ θεοῦ προνοίας
καὶ περὶ ψυχῆς ἀθανασίας καὶ περὶ τοῦ κατ’ 

 
ἀρετὴν βίου ἐντιθέντες αὐτοῖς.

ἢ οὐχ οὕτως καὶ
τοὺς τὰ σωμάτων κάμνοντας ἐπιστημόνως ἰωμένους
ὁρῶμεν αὐτοὺς μὲν διὰ πλείστης ἀσκήσεως καὶ παιδείας 
τοὺς κατὰ ἰατρικὴν λόγους ἀνειληφότας καὶ
 πάντα λογικῶς χειρουργοῦντας, τούς γε μὴν ἐπὶ θεραπείᾳ
προσιόντας αὐτοῖς πίστει ἑαυτοὺς καὶ τῇ τῶν
χρηστοτέρων ἐλπίδι παρέχοντας, καὶ τῶν μὲν κατὰ
τὴν ἐπιστήμην θεωρημάτων μηδὲν ἀκριβῶς ἐπαΐοντας,
μόνης δὲ τῆς ἀγαθῆς ἐλπίδος τε καὶ πίστεως
 ἐξηρτημένους;

καὶ ὁ μὲν τῶν ἰατρῶν ἄριστος εἰς 
μέσον παρελθὼν ἅ τε χρὴ προφυλάττεσθαι καὶ ἃ
προσήκει δρᾶν ὥσπερ τις ἄρχων καὶ κύριος μετ’ ἐπιστήμης
προστάττει, ὁ δ’ ὡς βασιλεῖ καἰ νομοθέτῃ
πείθεται, πιστεύων συνοίσειν αὐτῷ τὸ προστεταγμένον.
 οὕτω

καὶ μαθηταὶ παρὰ διδασκάλων
παιδείας ἀποδέχονται, πιστεύσαντες ἀγαθὸν αὐτοῖς
ἔσεσθαι τὸ μάθημα, ναὶ μὴν καὶ φιλοσοφίας οὐ πρό-
τερόν τις ἐφάψαιτ’ ἂν ἢ πιστεύσας συνοίσειν αὐτῷ 
τὸ ἐπάγγελμα· καὶ ὁ μέν τις αὐτόθεν εἵλετο τὰ Ἑπικούρου,
 ὁ δὲ τὸν κυνικὸν ζηλοῖ βίον, ἄλλος κατὰ
Πλάτωνα φιλοσοφεῖ, κατ’ Ἀριστοτέλην ἕτερος, καὶ
πάλιν ἄλλος πάντων τὰ Στωïκὰ προετίμησεν, ἑκάστου
χρηστοτέρᾳ ἐλπίδι τε καὶ πίστει τὸ δόξαν ὡς
συνοῖσον ἀγαπήσαντος.

οὕτω καὶ τέχνας ἂνθωποι
 τὰς μέσας μετῆλθον, καὶ ἄλλοι τὸν στρατιωτικὸν,
ἂλλοι δὲ τὸν ἐμπορικὸν βίον, πίστει πάλαι προειληφότες
βιοποιστικὸν αὐτοῖς ἔσεσθαι τὸ ἐπιτήδευμα.
καὶ γάμων δὲ αἶ πρῶται σύνοδοι καὶ κοινωνίαι τῆς
κατὰ παιδοποιίαν ἐλπίδος ἐξ ἀγαθῆς ἐνήρξαντο πίστεως.

καὶ πλεῖ τις αὖθις εἰς ἄδηλον, οὐδ’ ἄλλην
προβεβλημένος τῆς σωτηρίας ἄγκυραν ἢ μόνην τὴν
πίστιν καὶ τὴν ἀγαθὴν ἐλπίδα· καὶ γεωργεῖ πάλιν

 
ἄλλος, καὶ τὸν σπόρον εἰς γῆν ἀπορρίψας κάθηται
τῆς ὥρας τὴν τροπὴν ἐκδεχόμενος, πιστεύων τὸ φθαρὶν
ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πλημμυρίσιν ὑετῶν καλυφθὲν
αὖθις ὥσπερ ἐκ νεκρῶν ἀναβιώσεσθαι· πορείαν δέ
τις μακρὰν ἐπ’ ἀλλοδαπῆς ἐκ τῆς οἰκείας στελλόμενος 
πάλιν τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πίστιν ἀγαθὰς ὁδηγοὺς
ἑαυτῷ συνεπάγεται.

καὶ τί γὰρ ἄλλ’ ἢ τὸν πάντα
τῶν ἀνθρώπων βίον δυοῖν τούτοιν ἀνηρτημένον, ἐλπίδος
τε καὶ πίστεως, καταλαμβάνων, τί δὴ θαυμάζεις
 εἰ καὶ τὰ κρείττονα κατὰ ψυχὴν τοῖς μὲν διὰ πίστεως 
παραδίδοται; οἶς οὐ σχολὴ λογικώτερον τὰ
κατὰ μέρος παιδεύεσθαι, τοῖς δὲ καὶ τοὺς λόγους αὐ-
τοὺς πάρεστι μετιέναι καὶ τὰς ἀποδείξεις τῶν πρεσβευομένων
μανθάνειν;

Ἀλλὰ γὰρ ἐν ὀλίγῳ τούτων ἡμῖν οὐκ εἰς 
ἄχρηστον προγεγυμνασμένων ἀνίωμεν ἐπὶ τὴν πρώτην
κατηγορίαν, καὶ τίνες ὄντες καὶ πόθεν ὁρμώμενοι
τοῖς διερωτῶσιν ἀποκρινούμεθα. ὅτι μὲν οὖν τὸ
 γένος Ἕλληνες ὄντες καὶ τὰ Ἑλλήνων φρονοῦντες ἐκ
παντοίων τε ἐθνῶν ὡς ἂν νεολέκτου στρατιὰς λογάδες 
συνειλεγμένοι τῆς πατρίου δεισιδαιμονίας ἀποστάται
καθεστήκαμεν οὐδ’ ἂν αὐτοί ποτε ἀρνηθείημεν·
ἀλλὰ καὶ ὅτι Ἰουδαïκαῖς βίβλοις προσανέχοντες
κἀκ τῶν παρ’ αὐτοῖς προφητειῶν τὰ πλεῖστα
τοῦ καθ’ ἡμᾶς λόγου συνάγοντες οὐκέθ’ ὁμοίως ζῆν 
τοῖς ἐκ περιτομῆς προσφιλὲς ἡγούμεθα, καὶ τοῦτ’
 ἂν αὐτόθεν ὁμολογήσαιμεν.

ὥρα τοιγαροῦν τούτων
τὸν αἰτοιλογισμὸν ὑποσχεῖν. πῶς οὖν ἂν ἄλλως
δόξαιμεν εὖ πεποιηκέναι τὰ πάτρια καταλείψαντες
εἰ μὴ πρῶτον εἰς μέσον αὐτὰ παραθέμενοι καὶ ἀγαγόντες 
ὑπ’ ὄψιν τῶν ἐντευξομένων; οὕτω γὰρ ἂν
γένοιτο φανερὰ καὶ τῆς εὐαγγελικῆς ἀποδείξεως ἡ

 
θεία δύναμις, εἰ τοῖς πᾶσι πρὸ ὀφθαλμῶν τεθείη, τίνων
καὶ ὁποίων κακῶν τὴν ἴασιν εὐαγγελίζεται.

πῶς
δ’ ἂν τὸ εὔλογον τῆς τῶν Ἰουδαïκῶν
μεταδιώξεως φανείη μὴ οὐχὶ καὶ τῆς τούτων ἀρετῆς
 ἀποδειχθείσης; τίνι τε λόγῳ τὰς παρ’ αὐτοῖς γραφὰς
ἀσπαζόμενοι τὸν ὅμοιον τοῦ βίου τρόπον ἀποκλίνομεν
καλῶς ἂν ἔχοι διελθεῖν, καὶ ἐπὶ πᾶσι τίς ὁ καθ’ 
ἡμᾶς τῆς εὐαγγελικῆς ὑποθέσεως λόγος καὶ τίς ἂν
κυρίως λεχθείη ὁ χριστιανισμὸς, οὔθ’ Ἑλληνισμὸς
 ὢν οὔτε Ἰουδαïσμὸς, ἀλλά τις καινὴ καὶ ἀληθὴς θεοσοφία,
ἐξ αὐτῆς τῆς προσηγορίας τὴν καινοτομίαν
ἐπαγομένη.

φέρ’ οὖν πρῶτον ἀπάντων τὰς παλαιτάτας
καὶ δὴ καὶ τὰς πατρίους ἡμῶν αὐτῶν θεολογίας
κατὰ πάσαν πόλιν εἰσέτι καὶ νῦν τεθρυλημένας ἐπιθεωήσωμεν,
 τάς τε σεμνὰς τῶν γενναίων φιλοσόφων
περί τε κόσμου συστάσεως καὶ περὶ θεῶν διαλήψεις,
ἵνα γνῶμεν εἴτε καὶ ὀρθῶς ἀπέστημεν αὐτῶν,
εἴτε καὶ μή.

θήσω δὲ οὐκ ἐμὰς φωνὰς ἐν τῇ 
τῶν δηλουμένων ἐκφάνσει, ἀλλ’ αὐτῶν δὴ τῶν μάλιστα
 τὴν περὶ οὕς φασι θεοὺς εὐσέβειαν περισπούδαστου
πεποιημένων, ὡς ἂν ὁ λόγος ἀπάσης ἐκτὸς τῆς
περὶ τοῦ πλάττεσθαι ἡμὰς ὑπονοίας κατασταίη.

Φοίνικας τοιγαροῦν καὶ Αἰγυπτίους πρώτους 
ἁπάντων ἀνθρώπων κατέχει λόγος ἥλιον καὶ σελήνην
 καὶ ἀστέρας θεοὺς ἀποφῆναι, μόνους τε εἶναι τῆς
τῶν ὅλων γενέσεως τε καὶ φθορᾶς αἰτίους, εἶτα δὲ
τὰς παρὰ τοῖς πᾶσι βοωμένας θεοποιίας τε καὶ θεογονίας
εἰσηγήσασθαι τῷ βίῳ·

πρὸ δέ γε τούτων
μηδένα μηδὲν πλέον τῶν κατ’ οὐρανὸν φαινομένων 
 εἰδέναι, ὀλίγων ἐκτὸς ἀνδρῶν τῶν παρ’ Ἑβραίοις μνημονευομένων,
οἳ διανοίας καθαρωτάτοις ὄμμασι πᾶν
τὸ ὁρώμενον ὑπερκύψαντες τὸν κοσμοποιὸν καὶ τῶν

 
ὅλων δημιουργὸν ἐσεβάσθησαν, ὑπερθαυμάσαντες
τῆς τοσαύτης αὐτὸν σοφίας τε καὶ δυνάμεως, ἣν ἐκ
τῶν ἔργων ἐφαντάσθησαν, καὶ μόνον εἶναι θεὸν πεισθέντες
μόνον εἰκότως ἐθεολόγησαν, τὴν ἀληθῆ καὶ
πρώτην καὶ μόνην ταύτην εὐσέβειαν παῖς παρὰ πατρὸς 
διαδεξάμενοι καὶ φυλάξαντες.

οἵ γε μὴν λοιποὶ
 τῶν ἀνθρώπων τῆσδε τῆς μόνης καὶ ἀληθοῦς
ἀποπεσόντες εὐσεβείας, τὰ φωσφόρα τῶν οὐρανίων
σαρκὸς ὀφθαλμοῖς, οἷα νήπιοι τὰς ψυχὰς, καταπλα-
γέντες, θεούς τε ἀνεῖπον καὶ θυσίαις καὶ καταπλαγέντες, 
ἐγέραιρον, οὐ νεὼς δειμάμενοι, οὐδ’ ἀφιδύμασι
καὶ ξοάνοις θνητῶν εἰκόνας πλασάμενοι, πρὸς
αἰθέρα δὲ καὶ αὐτὸν οὐρανὸν ἀποβλέποντες καὶ μέχρι
τῶν τῇδε ὁρωμένων ταῖς ψυχαῖς ἐφικνούμενοι.

ἀλλ’
οὐ τῇδε ἄρα καὶ τοῖς μετέπειτα ἀνθρώποις τὰ τῆς 
πολυθέου πλάνης περιίστατο, ἐλαύνοντα δὲ εἰς βυ-
θὸν κακῶν μείζονα τῆς ἀθεότητος τὴν δυσσέβειαν
 ἀπειγάζετο, Φοινίκων, εἶτα Αἰγυπτίων ἀπαρξαμένων
τῆς πλάνης· παρ’ ὧν φάσι πρῶτον Ὀρφέα τὸν Οἰάγρου
μεταστησάμενον τὰ παρ’ Αἰγυπτίοις Ἕλλησι 
μεταδοῦναι μυστήρια, ὥσπερ οὖν καὶ Κάδμον τὰ
Φοινικικὰ τοῖς αὐτοῖς ἀγαγεῖν μετὰ καὶ τῆς τῶν γραμμάτων
μαθήσεως· οὔπω γὰρ εἰσέτι τοὺς Ἓλληνας τότε
τὴν τῶν γραμμάτων χρῆσιν εἰδέναι.

πρῶτα τοίνυν
σκεψόμεθα τὰ τῆς κοσμογονίας τῆς πρώτης, 
ὅπως οἱ δηλούμενοι διειλήφασι· ἔπειτα τὰ περὶ τῆς
πρώτης καὶ παλαιτάτης τοῦ τῶν ἀνθρώπων βίου δεισιδαιμονίας·
καὶ τρίτον τὰ Φοινίκων, τέταρτον τὰ
 Αἰγυπτίων, μεθ’ ἃ πέμπτον τὰ Ἑλλήνων διελόντες
πρότερον μὲν τὴν καὶ τούτων παλαιὰν καὶ μυδικτέραν 
πλάνην ἐποπτεύσομεν, εἶτα δὲ τὴν σεμνοτέραν
καὶ φυσικωτέραν δὴ περὶ θεῶν φιλοσοφίαν, καὶ μετὰ

 
ταῦτα τὸν περὶ τῶν θαυμαστῶν χρηστηρίων ἐφοδεύ-
σομεν λόγον· ἐφ’ οἷς καὶ τὰ σεμνὰ τῆς γενναίας Ἑλλήνων
φιλοσοφίας ἐπισκεψόμεθα.

τούτων δ’ ἡμῖν
διευκρινηθέντων ἐπὶ τὰ Ἑβραίων μεταβησόμεθα, τῶν 
 δὴ πρώτων καὶ ἀληθῶς Ἑβραίων, καὶ τῶν μετὰ ταῦτα 
τὴν Ἰουδαίων λαχόντων προσηγορίαν. ἐπὶ πᾶσι δὲ
τούτοις ὥσπερ ἐπισφράγισμα τῶν ὅλων ἐποίσομεν
τὰ ἡμέτερα.

ἀναγκαίως δὲ τῆς τούτων ἁπάντων
μνημονεύσομεν ἱστορίας, ὡς ἂν διὰ τῆς τῶν ἑκασταχοῦ
 τεθαυμασμένων παραθέσεως ὁ τῆς ἀληθείας
ἔλεγχος ἀποδειχθῇ, ὁποίων τε ἡμεῖς ἀποστάντες τὴν
ὁποίαν εἱλόμεθα φανερὸν τοῖς ἐντυγχάνουσι γένηται.

ἀλλὰ γὰρ ἐπίωμεν ἐπὶ τὸ πρῶτον. πόθεν δῆτα 
πιστωσόμεθα τὰς ἀποδείξεις; οὐ μὲν δὴ ἐκ τῶν παρ’
 ἡμῖν γραμμάτων, ὡς ἂν μὴ δοκοίημεν κεχαρισμένα
πράττειν τῷ λόγῳ· μάρτυρες δὲ παρέστων ἡμῖν Ἑλγήνων
αὐτῶν οἱ τε τὴν φιλοσοφίαν αὐχοῦντες καὶ
οἱ τὴν ἄλλην τῶν ἐθνῶν ἱστορίαν διηρευνηκότες.

γράφει τοίνυν ἄνωθεν τὴν παλαιὰν Αἰγυπτίων
 ὑφηγούμενος θεολογίαν ὁ Σικελιώτης Διόδωρος, γνω-
ριμώτατος ἀνὴρ τοῖς Ἑλλήνων λογιωτάτοις, ὡς ἂν
ὑπὸ μίαν συναγηοχὼς πραγματείαν ἅπασαν τὴν ἱστορικὴν
βιβλιοθήκην. ἐξ οὗ πρῶτα παραθήσομαι ἃ
περὶ τῆς τοῦ παντὸς κοσμογονίας ἀρχόμενος τοῦ λόγου
 διείληφε, τὰς τῶν παλαιῶν ἱστορῶν δόξας τοῦτον
τὸν τρόπον.

Περὶ μὲν οὑν θεῶν τίνας ἐννοίας ἔσχον οἱ
πρῶτοι καταδείξαντες τιμὰν τὸ θεῖον καὶ περὶ τῶν
μυθολογουμένων ἑκάστου τῶν ἀθανάτων τὰ μὲν
 πολλὰ συντάξασθαι πειρασόμεθα κατ’ ἰδίαν, διὰ τὸ
τὴν ὑπόθεσιν ταύτην πολλοῦ λόγου προσδεῖσθαι
 

 
ὅσα δ’ ἂν ταῖς προκειμέναις ἱστορίαις ἐοικότα δόξωμεν
ὑπάρχειν παραθήσομεν ἐν κεφαλαίοις, ἔνα μηδὲν
τῶν ἀκοῆς ἀξίων ἐπιζητῆται.

περὶ δὲ τοῦ γένους
τῶν ἀπάντων ἀνθρώπων καὶ τῶν πραχθέντων ἐν τοῖς
γνωριζομένοις μέρεσι τῆς οἰκουμένης, ὡς ἂν ἐνδέχηται 
περὶ τῶν οὕτω παλαιῶν, ἀκριβῶς ἀναγράψομεν
ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἀρξάμενοι.”

“Περὶ τῆς πρώτης τοίνυν γενέσεως τῶν ἀνθρώπων
 διτταὶ γεγόνασιν ἀποφάνσεις παρὰ τοῖς νομιμωτάτοις
τῶν τε φυσιολόγων καὶ τῶν ἱστορικόν. 
οἱ μὲν γὰρ αὐτῶν ἀγένητον καὶ ἄφθαρτον ὑποστησά
μενοι τὸν τὸν κόσμον ἀπεφήναντο καὶ τὸ γένος τῶν ἀνθρώτων
ἐξ αἰῶνος ὑπάρχειν, μηδέποτε τῆς αὐτῶν
τεκνώσεως ἀρχὴν ἐσχηκυίας, οἱ δὲ γενητὸν καὶ φθαρτὸν
εἶναι νομίσαντες ἔφησαν ὁμοίως ἐκείνοις τοὺς 
ἀνθρώπους τυχεῖν τῆς πρώτης γενέσεως ὡρισμένοις
 χρόνοις.

κατὰ γὰρ τὴν ἐξ ἀρχῆς τῶν ὅλων σύστασιν
μίαν ἔχειν ἰδέαν οὐρανόν τε καὶ γῆν, μεμιγμένης
αὐτῶν τῆς φύσεως· μετὰ δὲ ταῦτα διαστάντων τῶν
σωμάτων ἀπ’ ἀλλήλων τὸν μὲν κόσμον περιλαβεῖν 
ἅπασαν τὴν ὁρωμένην ἐν αὐτῷ σύνταξιν, τὸν δ’ ἀέρα
κινήσεως τυχεῖν συνεχοῦς, καὶ τὸ μὲν πυρῶδες αὐτοῦ
πρὸς τοὺς μετεωροτάτους τόπους συνδραμεῖν,
ἀνωφεροῦς οὔσης τῆς τοιαύτης φύς ἕως διὰ τὴν κουρότητα·
ἀφ’ ἧς αἰτίας τὸν μὲν ἥλιον καὶ τὸ λοιπὸν 
πλῆθος τῶν ἄστρων ἐναποληφθῆναι τῇ πάσῃ δίνῃ, τὸ
δὲ ἰλυῶδες καὶ θολερὸν μετὰ τῆς τῶν ὑγρῶν συγκρίσεως
ἐπὶ ταὐτὸ καταστῆναι διὰ τὸ βάρος· εἱλούμενον
δ’ ἐν ἑαυτῷ καὶ συστρεφόμενον συνεχῶς ἐκ μὲν
τῶν ὑγρῶν τὴν θάλατταν, ἐκ δὲ τῶν στερεμνιωτέρων 
 ποιῆσαι τὴν γῆν πηλώδη καὶ παντελῶς ἁπαλήν

ταύτην δὲ τὸ μὲν πρῶτον τοῦ περὶ τὸν ἥλιον πυ-

 
ρὸς καταλάμψαντος πῆξιν λαβεῖν, ἔπειτα διὰ τὴν
θερμασίαν ἀναζυμουμένης τῆς ἐπιφανείας συνοιδῆσαί
τινα τῶν ὑγρῶν κατὰ πολλοὺς τόπους, καὶ γενέσθαι 
περὶ αὐτὰ σηπεδόνας ὑμέσι λεπτοῖς περιεχομένας,
 ὅπερ ἐν τοῖς ἕλεσι καὶ τοῖς λιμνάζουσι τῶν τόπων
ἔτι καὶ νῦν ὁρᾶσθαι γινόμενον, ἐπειδὰν τῆς χώας
κατεψυγμένης ἄφνω διάπυρος ἀὴρ γένηται, μὴ
λαβὼν τὴν μεταβολὴν ἐκ τοῦ κατ’ ὀλίγον.

ζωογονουμένων 
δὲ τῶν ὑγρῶν διὰ τῆς θερμασίας τὸν εἰρημένον
 μένοντρόπον τὰς μὲν νύκτας λαμβάνειν αὐτίκα τὴν
τροφὴν ἐκ τῆς πιπτούσης ἀπὸ τοῦ περιέχοντος ὁμίχλης,
τὰρ δ’ ἡμέρας ὑπὸ τοῦ καύματος στερεοῦσθαι·
τὸ δὲ ἔσχατον τῶν κυοφορουμένων τὴν τελείαν αὒξησιν
λαβόντων καὶ τῶν ὑμένων διακαυθέντων τε
 καὶ περιρραγέντων ἀναφυῆναι παντοδαποὺς τύπους
ζώων.

τούτων δὲ τὰ μὲν πλείστης θερμασίας κεκοινωνηκὀτα 
πρὸς τοὺς μετεώρους τόπους ἀπελθεῖν
γενόμενα πτηνὰ, τὰ δὲ γεώδους ἀντεχόμενα συγκρίσως
ἐν τῇ τῶν ἑρπετῶν καὶ τῇ τῶν ἄλλων τῶν ἐπιγείων
 τάξει καταριθμηθῆναι, τὰ δὲ φύσεως ὑγρᾶς
μάλιστα μετειληφότα πρὸς τὸν ὁμογενῆ τόπον συνδραμεῖν
ὀνομασθέντα πλωτά.

τὴν δὲ γῆν ἀεὶ
μᾶλλον στερεουμένην ὑπό τε τοῦ περὶ τὸν ἥλιον πυὸς
καὶ τῶν πνευμάτων τὸ τελευταῖον μηκέτι δύνασθαι
 μηδὲν τῶν μειζόνων ζωογονεῖν, ἀλλ’ ἐκ τῆς
πρὸς ἄλληλα μίξεως ἕκαστα γεννᾶσθαι τῶν ἐμψύχων.

ἔοικε δὲ περὶ τῆς τῶν ὅλων φύσεως οὐδ’ Εὐριπίδης
διαφωνεῖν τοῖς προειρημένοις, μαθητὴς ὣν Ἀναξαγόρου
τοῦ φυσικοῦ. ἐν γὰρ τῇ Μελανίππῃ τίθησιν
 οὕτως
 ὡς οὐρανός τε γαῖά τ’ ἢν μορφὴ μία· 
 ἐπεὶ δ’ ἐχωρίσθησαν ἀλλήλων δίχα, 

 
 τίκτουσι πάντα, κἀνέδωκαν εἰς φάος 
 δένδρη, πετεινὰ, θῆρας, οὕς θ’ ἅλμη τρέφει, 
 γένος τε θνητῶν.”

Καὶ περὶ μὲν τῆς πρώτης τῶν ὅλων γενέ-
σεως τοιαῦτα παρειλήφαμεν· τοὺς δὲ ἐξ ἀρχῆς γεννηθέντας 
τῶν ἀνθρώπων φασὶν ἐν ἀτάκτῳ καὶ θηριώδει
βίῳ καθεστῶτας σποράδην ἐπὶ τὰς νομὰς ἐξιέναι,
καὶ προσφέρεσθαι τῆς τε βοτάνης τὴν προσηνεστάτην
 καὶ τοὺς αὐτομάτους ἀπὸ τῶν δένδρων καρπούς·
καὶ πολεμουμένους μὲν ὑπὸ τῶν θηρίων ἀλλήλοις 
βοηθεῖν ὑπὸ τοῦ συμφέροντος διδασκομένους,
ἀθροιζομένους δὲ διὰ τὸν φόβον ἐπιγινώσκειν ἐκ τοῦ
κατὰ μικρὸν τοὺς ἀλλήλων τύπους·

τῆς φωνῆς δὲ
ἀσήμου καὶ συγκεχυμένης ὑπαρχούσης ἐκ τοῦ κατ’
ὀλίγον διαρθροῦν τὰς λέξεις, καὶ πρὸς ἀλλήλους τιθέντας 
σύμβολα περὶ ἑκάστου τῶν ὑποκειμένων γνώ-
ριμον σφίσιν αὐτοῖς ποιήσαι τὴν περὶ ἁπάντων ἑρμηνείαν.

τοιούτων δὲ συστημάτων γινομένων
 καθ’ ἅπασαν τὴν οἰκουμένην, οὐχ ὁμόφωνον πάντας
ἔχειν τὴν διάλεκτον, ἑκάστων ὡς ἔτυχεν συνταξάντων 
τὰς λέξεις· διὸ καὶ παντοίους τε ὑπάρξαι χαρακτῆρας
διαλέκτων καὶ τὰ πρῶτα γενόμενα συστήματα
τῶν ἁπάντων ἐθνῶν ἀρχέγονα γενέσθαι.

τοὺς
οὖν πρώτους τῶν ἀνθρώπων μηδὲν τῶν πρὸς τὸν
βίον χρησίμων εὑρημένων ἐπιπόνως διάγειν, γυμνοὺς 
μὲν ἐσθῆτος ὄντας, οἰκήσεως δὲ καὶ πυρὸς ἀήθεις,
 τροφῆς δ’ ἡμέρου παντελῶς ἀνεννοήτους. καὶ γὰρ
τὴν συγκομιδὴν τῆς ἀγρίας τροφῆς ἀγνοοῦντας μηδεμίαν
τῶν καρπῶν εἰς τὰς ἐνδείας ποιεῖσθαι παράθεσιν·
διὸ καὶ πολλοὺς αὐτῶν ἀπόλλυσθαι κατὰ τοὺς 
χειμῶνας διά τε τὸ ψῦχος καὶ τὴν σπάνιν τῆς τροφῆς.

ἐκ δὲ τούτου κατ’ ὀλίγον ὑπὸ τῆς πείρας

 
διδασκομένους εἴς τε τὰ σπήλαια καταφεύγειν ἐν τῷ
χειμῶνι καὶ τῶν καρπῶν τοὺς φυλάττεσθαι δυναμένους
ἀποτίθεσθαι. γνωσθέντος δὲ τοῦ πυρὸς καὶ 
τῶν ἄλλων χρησίμων κατὰ μικρὸν καὶ τὰς τέχνας
 ἐξευρεθῆναι καὶ τὰ ἄλλα τὰ δυνάμενα τὸν κοινὸν
βίον ὠφελῆσαι.

καθόλου γὰρ πάντων τὴν χρείαν
αὐτὴν διδάσκαλον γενέσθαι τοῖς ἀνθρώποις ὑφηγουμένην
οἰκείως τὴν ἑκάστου μάθησιν εὐφυεῖ ζῴῳ
καὶ συνεργοὺς ἔχοντι πρὸς ἅπαντα χεῖρας καὶ λόγον
 καὶ ψυχῆς ἀγχίνοιαν. καὶ περὶ μὲν τῆς πρώτης γενέσεως 
τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὐ παλαιοτάτου βίου
τοῖς ῥηθεῖσιν ἀρκεσθησόμεθα, στοχαζόμενοι τῆς συμμετρίας.”

Τοσαῦτα μὲν ὁ δηλωθεὶς συγγραφεὺς, οὐδὲ
 μέχρις ὀνόματος τοῦ θεοῦ μνημονεύσας ἐν τῇ κοσμογοίᾳ,
συντυχικὴν δέ τινα καὶ αὐτόματον εἰσηγησάμενος
τὴν τοῦ παντὸς διακόσμησιν. τούτῳ δ’ ἂν εὓροις
συμφώνους καὶ τοὺς πλείστους τῶν παρ’ Ἕλλησι
φιλοσόφων, ὧν ἐγώ σοι τὰς περὶ ἀρχῶν δόξας καὶ 
 τὰς πρὸς ἀλλήλους διαστάσεις καὶ διαφωνίας, ἐκ
στοχασμῶν, ἀλλ’ οὐκ ἀπὸ καταλήψεως ὁρμηθείσας,
ἀπὸ τῶν Πλουτάρχου Στρωματέων ἐπὶ τοῦ παρόντος
ἐκθήσομαι. σὺ δὲ μὴ παρέργως, σχολῇ δὲ καὶ μετὰ
λογισμοῦ θέα τῶν δηλουμένων τὴν πρὸς ἀλλήλους
 διάστασιν.

‘‘Θάλητα πρῶτον πάντων φασὶν ἀρχὴν τῶν 
ὅλων ὑποστήσασθαι τὸ ὕδωρ· ἐξ αὐτοῦ γὰρ εἶναι τὰ
πάντα καὶ εἰς αὐτὸ χωρεῖν.”

“ Μεθ’ ὃν Ἀναξίμανδρον, Θάλητος ἑταῖρον γενόμενον,
 τὸ ἄπειρον φάναι τὴν πᾶσαν αἰτίαν ἔχειν
 

 
τῆς τοῦ παντὸς γενέσεως τε καὶ φθορᾶς, ἐξ οὗ δή
φησι τούς τε οὐρανοὺς ἀποκεκρίσθαι καὶ καθόλου
Τοὺς ἅπαντας ἀπείρους ὄντας κόσμους. ἀπεφήνατο
δὲ τὴν φθορὰν γίνεσθαι, καὶ πολὺ πρότερον τὴν
 γένεσιν, ἐξ ἀπείρου αἰῶνος ἀνακυκλουμένων πάντων 
αὐτῶν. ὑπάρχειν δέ φησι τῷ μὲν σχήματι τὴν γῆν
κυλινδροιεδῆ, ἒχειν δὲ τοσοῦτον βάθος ὅσον ἂν εἴη
τρίτον πρὸς τὸ πλάτος. φησὶ δὲ τὸ ἐκ τοῦ ἀιδίου
γόνιμον θερμοῦ τε καὶ ψυχροῦ κατὰ τὴν γένεσιν
τοῦδε τοῦ κόσμου ἀποκριθῆναι, καί τινα ἐκ τούτου 
φλογὸς σφαῖραν περιφυῆναι τῷ περὶ τὴν γῆν ἀέρι ὡς
τῷ δένδρῳ φλοιόν. ἧστινος ἀπορραγείσης καὶ εἴς
τινας ἀποκλεισθείσης κύκλους ὑποστῆναι τὸν ἥλιο.ν
 καὶ τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας. ἔτι φησὶν ὅτι
κατ’ ἀρχὰς ἐξ ἀλλοειδῶν ζῴων ὁ ἄνθρωπος ἐγεννήθη 
ἐκ τοῦ τὰ μὲν ἄλλα δι’ ἑαυτῶν ταχὺ νέμεσθαι,
μόνον δὲ τὸν ἄνθρωπον πολυχρονίου δεῖσθαι τιθη-
νήσεως· διὸ καὶ κατ’ ἀρχὰς οὐκ ἄν ποτε τοιοῦτον ὂντα
διασωθῆνει. ταῦτα μὲν οὑν ὁ Ἀναξίμανδρος.

“Ἀναξιμένην δέ φασι τὴν τῶν ὅλων ἀρχὴν 
τὸν ἀέρα εἰπεῖν, καὶ τοῦτον εἶναι τῷ μὲν γένει ἂπειρον,
ταῖς δὲ περὶ αὐτὸν ποιότησιν ὡρισμένον· γεννασθαί
τε πάντα κατά τινα πύκνωσιν τούτου καὶ
πάλιν ἀραίωσιν. τήν γε μὴν κίνησιν ἐξ αἰῶνος ὑπάρειν·
πιλουμένου δὲ τοῦ ἀέρος πρώτην γεγενῆσθαι 
λέγει τὴν γῆν, πλατεῖαν μάλα· διὸ καὶ κατὰ λόγον
αὐτὴν ἐποχεῖσθαι τῷ ἀέρι· καὶ τὸν ἥλιον καὶ τὴν
σελήνην καὶ τὰ λοιπὰ ἄστρα τὴν ἀρχὴν τῆς γενέσεως
 ἔχειν ἐκ γῆς. ἀποφαίνεται γοῦν τὸν ἥλιον γῆν, διὰ
δὲ τὴν ὀξεῖαν κίνησιν καὶ μάλ’ ἱκανῶς θερμοτάτην 
κίνησιν λαβεῖν.”

“Ξενοφάνης δὲ ὁ Κολοφώνιος, ἰδίαν τινὰ ὁδὸν

 
πεπορευμένος καὶ παρηλλαχυῖαν πάντας τοὺς προειρημένους,
οὔτε γένεσιν οὔτε φθορὰν ἀπολείπει, ἀλλ’
εἷναι λέγει τὸ πᾶν ἀεὶ ὅμοιον. εἰ γὰρ γίγνοιτο τοῦτο,
φησὶν, ἀναγκαῖον πρὸ τούτου μὴ εἶναι· τὸ μὴ ὄν δὲ
 οὐκ ἂν γένοιτο, οὐδ’ ἂν τὸ μὴ ὂν ποιήσαι τι, οὔτε
ὑπὸ τοῦ μὴ ὄντος γένοιτ’ ἂν τι. ἀποφαίνεται δὲ καὶ
τὰς αἰσθήσεις ψευδεῖς, καὶ καθόλου σὺν αὐταῖς καὶ
αὐτὸν τὸν λόγον διαβάλλει. ἀποφαίνεται δὲ καὶ τῷ 
χρόνῳ καταφερομένην συνεχῶς καὶ κατ’ ὀλίγον τὴν
 γῆν εἰς τὴν θάλασσαν χωρεῖν. φησὶ δὲ καὶ τὸν ἥλιον
ἐκ μικρῶν καὶ πλειόνων πυριδίων ἀθροίζεσθαι.
ἀποφαίνεται δὲ καὶ περὶ θεῶν ὡς οὐδεμιᾶς ἡγεμονίας
ἐν αὐτοῖς οὔσης· οὐ γὰρ ὃσιον δεσπόζεσθαί τινα τῶν 
θεῶν· ἐπιδεῖσθαί τε μηδενὸς αὐτῶν μηδένα μηδ’ ὅλως· 
 ἀκούειν δὲ καὶ ὁρᾶν καθόλου καὶ μὴ κατὰ μέρος. ἀποφαίνεται
δὲ καὶ τὴν γῆν ἄπειρον εἶναι, καὶ κατὰ πᾶν μέρος μὴ
περιέχεσθαι ὑπὸ ἀέρος· γίνεσθαι δὲ ἅπαντα ἐκ γῆς· τὸν
δὲ ἣλιόνφησι καὶ τὰ ἄλλα ἄστρα ἐκ τῶν νεφῶν γίνεσθαι.’

“Παρμενίδης δὲ ὁ Ἐλεάτης, ὁ ἑταῖρος Ξενοφάνους,
 ἅμα μὲν καὶ τῶν τούτου δοξῶν ἀντεποιήσατο,
ἅμα δὲ καὶ τὴν ἐναντίαν ἐνεχείρησε στάσιν. ἀΐδιον
μὲν γὰρ τὸ πὰν καὶ ἀκίνητον ἀποφαίνεται καὶ
κατὰ τὴν τῶν πραγμάτων ἀλήθειαν· εἶναι γὰρ αὐτὸ
 μοῦνον, μουνογενές τε καὶ ἀτρεμὲς, ἠδ’ ἀγένητον· 
 γένεσιν δὲ τῶν καθ’ ὑπόληψιν ψευδῆ δοκούντων
εἶναι καὶ τὰς αἰσθήσεις ἐκβάλλει ἐκ τῆς ἀληθείας.
φησὶ δὲ ὅτι εἴ τι παρὰ τὸ ὂν ὑπάρχει, τοῦτο οὐκ
ἔστιν ὄν· τὸ δὲ μὴ ὂν ἐν τοῖς ὅλοις οὐκ ἔστιν. οὕτως
οὗν τὸ ὂν ἀγένητον ἀπολείπει· λέγει δὲ τὴν γῆν τοῦ
 πυκνοῦ καταρρυέντος ἀέρος γεγονέναι.”

“Ζήνων δὲ ὁ Ἐλεάτης ἴδιον μὲν οὐδὲν ἐξέθετο,
διηπόρησε δὲ περὶ τούτων ἐπὶ πλέον.’’

“Δημόκριτος ὁ Ἀβδηρίτης ὑπεστήσατο τὸ
πᾶν ἄπειρον, διὰ τὸ μηδαμῶς ὑπό τινος αὐτὸ δεδημιουρηῆσθαι·
ἔτι δὲ καὶ ἀμετάβλητον αὐτὸ λέγει·
καὶ καθόλου, οἷον πᾶν ἐστι, ῥητῶς ἐκτίθεται μηδεμίαν
ἀρχὴν ἔχειν τὰς αἰτίας τῶν νῦν γιγνομένων, 
ἄνωθεν δὲ ὅλως ἐξ ἀπείρου χρόνου προκατέχεσθαι
 τῇ ἀνάγκῃ πάνθ’ ἀπλῶς τὰ γεγονότα καὶ ὄντα καὶ
ἐσόμενα. ἡλίου δὲ καὶ σελήνης γένεσίν φησι, κατ’
ἰδίαν φέρεσθαι ταῦτα μηδέπω τοπαράπαν ἔχοντα
θερμὴν φύσιν, μηδὲ μὴν καθόλου λαμπροτάτην, τούναντίου 
δὲ ἐξωμοιωμένην τῇ περὶ τὴν γῆν φύσει·
γεγονέναι γὰρ ἑκάτερον τούτων πρότερον ἔτι κατ’
ἰδίαν ὑποβολήν τινα κόσμου, ὕστερον δὲ μεγεθοποιουμένου
τοῦ περὶ τὸν ἥλιον κύκλου ἐναποληφθῆναι
ἐν αὐτῶ τὸ πῦρ.”

“Ἐπίκουρος Νεοκλέους Ἀθηναῖος τὸν περὶ
θεῶν τῦφον πειρᾶται καταστέλλειν· ἀλλὰ καὶ οὐδὲν,
φησὶ, γίγνεται ἐκ τοῦ μὴ ὄντος, ὅτι τὸ πᾶν ἀεὶ τοιοῦτον
ἢν, καὶ ἔσται τοιοῦτον· ὅτι οὐδὲν ξένον ἐν τῷ
παντὶ ἀποτελεῖται παρὰ τὸν ἤδη γεγενημένον χρόνον 
ἄπειρον· ὅτι πὰν ἐστι σῶμα, καὶ οὐ μόνον ἀμετάβλητον,
ἀλλὰ καὶ ἄπειρον· ὅτι τέλος τῶν ἀγαθῶν
ἡδονὴ.

“Ἀρίστιππος ὁ Κυρηναῖος τέλος ἀγαθῶν τὴν
ἡδονὴν, κακῶν δὲ τὴν ἀλγηδόνα· τὴν δὲ ἄλλην φυσιολογίαν 
περιγράφει, μόνον ὠφέλιμον εἶναι λέγων
τὸ ζητεῖν
 ὅττι τοι ἐν μεγάροισι κακόν τ’ ἀγαθόν τε τέτυκται.”

“Ἐμπεδοκλῆς ὁ Ἀκραγαντῖνος στοιχεῖα τὲσσαρα,
πῦρ, ὕδωρ, αἰθέρα, γαῖαν· αἰτίαν δὲ τούτων φιλίαν 
καὶ νεῖκος. ἐκπρώτης φησὶ τῆς τῶν στοιχείων κράσεως
ἀποκριθέντα τὸν ἀέρα περιχυθῆναι κύκλῳ, μετὰ

 
δὲ τὸν ἀέρα τὸ πῦρ ἐκδραμὸν καὶ οὐκ ἔχον ἑτέραν
χώραν ἄνω ἐκτρέχειν ὑπὸ τοῦ περὶ τὸν ἀέρα πάγου.
εἶναι δὲ κύκλῳ περὶ τὴν γῆν φερόμενα δύο ἡμισφαίρια,
τὸ μὲν καθόλου πυρὸς, τὸ δὲ μικτὸν ἐξ ἀέρος
 καὶ ὀλίγου πυρὸς, ὃπερ οἴεται τὴν νύκτα εἶναι. τὴν 
δὲ ἀρχὴν τῆς κινήσεως συμβῆναι ἀπὸ τοῦ τετυχηκέναι
κατὰ τὸν ἀθροισμὸν, ἐπιβρίσαντος τοῦ πυρός.
ὁ δὲ ἥλιος τὴν φύσιν οὐκ ἔστι πῦρ, ἀλλὰ τοῦ πυρὸς
ἀντανάκλασις, ὁμοία τῇ ἀφ’ ὕδατος γινομένῃ. σελήνην
 δέ φησι συστῆναι καθ’ ἑαυτὴν ἐκ τοῦ ἀπολειφθέωτος
ἀέρος ὑπὸ τοῦ πυρός· τοῦτον γὰρ παγῆναι,
καθάπερ καὶ τὴν χάλαζαν· τὸ δὲ φῶς αὐτὴν
σχεῖν ἀπὸ τοῦ ἡλίου. τὸ δὲ ἡγεμονικὸν οὔτε ἐν
κεφαλῇ οὔτε ἐν θώρακι, ἀλλ’ ἐν αἳματι· ὅθεν καθ’
 ὅ τι ἂν μέρος τοῦ σώματος πλέον ᾖ παρεσπαρμένον
τὸ ἡγεμονικὸν, οἴεται κατ’ ἐκεῖνο προτερεῖν τοὺς
ἀνθρώπους.’

“Μητρόδωρος ὁ Χῖος ἀίδιον εἶναί φησι τὸ
πᾶν, ὅτι εἰ ἦν γενητὸν, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ἂν ἦν·
 ἄπειρον δὲ, ὅτι ἀΐδιον, οὐ γὰρ ἔχειν ἀρχὴν ὅθεν 
ἤρξατο, οὐδὲ πέρας, οὐδὲ τελευτήν· ἀλλ’ οὐδὲ κινήσεως 
μετέχειν τὸ πὰν. κινεῖσθαι γὰρ ἀδύνατον, μὴ
μεθιστάμενον· μεθίστασθαι δὲ ἀναγκαῖον ἤτοι εἰς
πλῆρες ἢ εἰς κενόν. πυκνούμενον δὲ τὸν αἰθέρα
 ποιεῖν νεφέλας, εἶτα ὕδωρ, ὃ καὶ κατιὸν ἐπὶ τὸν
ἥλιον σβεννύναι αὐτόν· καὶ πάλιν ἀραιούμενον ἐξάπτεσθαι.
χρόνῳ δὲ πήγνυσθαι τῷ ξηρῷ τὸν ἥλιον,
καὶ ποιεῖν ἐκ τοῦ λαμπροῦ ὕδατος ἀστέρας, νύκτα τε
καὶ ἡμέραν ἐκ τῆς σβέσεως καὶ ἐξάψεως, καὶ καθόλου
 τὰς ἐκλείψεις ἀποτελεῖν.”

“ Διογενὴς ὁ Ἀπολλωνιάτης ἀέρα ὑφίσταται
στοιχεῖον· κινεῖσθαι δὲ τὰ πάντα, ἀπείρους τε εἷναι

 
τοὺς κόσμους. κοσμοποιεῖ δὲ οὕτως· ὅτι τοῦ παντὸς
κινουμένου, καὶ ἡ μὲν ἀραιοῦ, ἡ δὲ πυκνοῦ γινομένου,
ὅπου συνεκύρησε τὸ πυκνὸν συστροφὴν ποιῆσαι,
καὶ οὕτω τὰ λοιπὰ κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον τὰ
κουφότατα τὴν ἄνω τάξιν λαβόντα τὸν ἥλιον ἀποτελέσαι.

Τοιαύτη καὶ τῶν πανσόφων Ἑλλήνων τῶν
δὴ φυσικῶν φιλοσόφων ἐπικληθέντων ἡ περὶ τῆς
συστάσεως τοῦ παντὸς καὶ τῆς πρώτης κοσμογονίας
διάληψις, οὐ δημιουργὸν ἢ ποιητήν τινα τῶν 
ὅλων ὑποστησαμένων, ἀλλ’ οὐδ’ ὅλως θεοῦ μνήμην
ποιησαμένων, μόνῃ δὲ τῇ ἀλόγῳ φορᾷ καὶ τῇ αὐτομάτῳ
κινήσει τὴν αἰτίαν τοῦ παντὸς ἀνατεθειμένων.

τοσαύτη δὲ αὐτῶν καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους ἐναντιότης,
ἐν μὲν οὐδενὶ ἀλλήλοις συμπεφωνηκότων, μάχης 
 δὲ καὶ διαφωνίας τὰ πάντα ἀναπεπληρωκότων.
ὅθεν καὶ ὁ θαυμάσιος Σωκράτης τουτουσὶ πάντας
μωραίνοντας ἀπήλεγχε, καὶ μαινομένων κατ’ οὐδὲν
ἔλεγε διαφέρειν, εἰ δή σοι μάρτυς ἀξιόχρεως Ξενοῶν
ἐν Ἀπομνημονεύμασι λέγων οὓτως

“Οὐδεὶς δὲ πώποτε Σωκράτους οὐδὲν ἀσεβὲς
βὲς οὐδὲ ἀνόσιον οὔτε πράττοντος εἶδεν οὔτε λέγοντος
ἤκουσεν. οὐδὲ γὰρ περὶ τῆς ἁπάντων φύσεως,
ἢ περὶ τῶν ἄλλων, ὡς οἶ πλεῖστοι, διελέγετο, σκοπῶν
ὃπως ὁ καλούμενος ὑπὸ τῶν σοφιστῶν κόσμος ἔχει, 
καὶ τίσιν ἀνάγκαις ἕκαστα γίγνεται τῶν οὐρανίων,
ἀλλὰ καὶ τοὺς φροντίζοντας τὰ τοιαῦτα μωραίνοντας
ἀπεδείκνυε.” 
 Καὶ ἐπιλέγει ἑξῆς

‘‘δὲ εἰ μὴ φανερὸν αὐτοῖς ἐστιν 
 

 
ὅτι ταῦτα ἀδύνατόν ἐστιν ἀνθρώποις εὑρεῖν, ἐπεὶ καὶ 
τοὺς τὰ μέγιστα φρονοῦντας ἐπὶ τῷ περὶ τούτων λέγειν
οὐ τὰ αὐτὰ δοξάζειν ἀλλήλοις, ἀλλὰ τοῖς μαινομένοις
ὁμοίως διακεῖσθαι πρὸς ἀλλήλους. τῶν τε γὰρ
 μαινομένων τοὺς μὲν οὐδὲ τὰ δεινὰ δεδιέναι, τοὺς
δὲ τὰ μὴ φοβερὰ φοβεῖσθαι, τῶν τε περὶ τῆς πάντων
φύσεως μεριμνώντων τοῖς μὲν δοκεῖν ἕν μόνον
τὸ ὂν εἶναι, τοῖς δὲ ἄπειρα τὸ πλῆθος, καὶ τοῖς μὲν 
ἀεὶ πάντα κινεῖσθαι, τοῖς δὲ οὐδὲν ἄν ποτε κινηθῆναι·
 καὶ τοῖς μὲν ἅπαντα γίνεσθαί τε καὶ ἀπόλλυσθαι,
τοῖς δὲ οὔτ’ ἂν γενέσθαι ποτὲ οὐδὲν οὔτ’
ἀπόλλυσθαι.”

Ταῦθ’ ὁ Σωκράτης, ὡς ὁ Ξενοφῶν μαρτυρεῖ.
συνᾴδει δὲ καὶ ὁ Πλάτων’ τούτοις ἐν τῷ Περὶ
 ψυχῆς τοιάδε λέγοντα αὐτὸν ἀναγράφων 
 “Ἐγὼ γὰρ, ἔφη, ὠ Κέβης, νέος ὢν θαυμαστῶς
ὡς ἐπεθύμησα ταύτης τῆς σοφίας, ἣν δὴ καλοῦσι
περὶ φύσεως ἱστορίαν· ὑπερήφανον γάρ μοι εἶναι
ἐδόκει εἰδέναι τὰς αἰτίας ἑκάστου, διὰ τί γίνεται
 ἕκαστον, καὶ διὰ τί ἀπόλλυται, καὶ διὰ τί ἔστι· καὶ 
πολλάκις ἐμαυτὸν ἄνω κάτω μετέβαλλον, σκοπῶν
πρῶτον τὰ τοιάδε· ἆρ’ ἐπειδὰν τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν
σηπεδόνα τινὰ λάβῃ, ὥς τινες ἔλεγον, τότε ἤδη
τὰ ζῷα ξυντρέφεται· καὶ πότερον τὸ αἷμά ἐστιν ᾧ
 φρονοῦμεν, ἢ ὁ ἀὴρ, ἢ τὸ πῦρ· ἢ τούτων μὲν οὐδὲν,
ὁ δ’ ἐγκέφαλός ἐστιν ὁ τὰς αἰσθήσεις παρέχων ’τον
ὁρᾶν καὶ ἀκούειν καὶ ὀσφραίνεσθαι, ἐκ τούτων δὲ γίγνοιτο
μνήμη καὶ δόξα, ἐκ δὲ μνήμης καὶ δόξης λαβούσς
τὸ ἠρεμεῖν κατὰ ταῦτα γίνεσθαι ἐπιστήμην.

καὶ αὖ τούτων τὰς φθορὰς σκοπῶν, καὶ τὰ περὶ
 

 
 τὸν οὐρανόν τε καὶ τὴν γῆν πάθη, τελευτῶν οὕτ’ ὡς
ἐμαυτῷ ἔδοξα πρὸς ταύτην τὴν σκέψιν ἀφυὴς εἷναι
ὡς οὐδὲν χρῆμα. τεκμήριον δέ σοι ἐρῶ ἱκανόν· ἐγὼ
γὰρ ἃ καὶ πρότερον σαφῶς ἠπιστάμην, ὥς γε ἐμαυτῷ
καὶ τοῖς ἄλλοις ἐδόκουν, τότε ὑπ’ αὐτῆς τῆς σκέψεως 
οὕτω σφόδρα ἐτυφλώθην ὥστε ἀπέμαθον καὶ ταῦθ’
ἃ πρὸ τοῦ ᾤμην ειδέναι.”

Ταῦτα Σωκράτης αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ πᾶσιν ἀοίδιμος
Ἓλλησιν ὅτε τοίνυν καὶ τῷ τηλικούτῳ φιλοσόφῳ
τοιάδε εἶναι ἐδόκει τὰ τῆς τῶν δηλωθέντων 
 φυσιολογίας, εἰκότως μοι δοκῶ καὶ ἡμᾶς τὴν τούτων
ἁπάντων ἀθεότητα παρῃτῆσθαι, ἐπεὶ καὶ τὰ τῆς πολυθέου
πλάνης αὐτῶν οὐκ εοικεν εἶναι ἀλλότρια τῶν
εἰρημένων. τοῦτο μὲν οὖν ἐπὶ καιροῦ τοῦ προσήκοντος
ἐλεγχθήσεται, καθ’ ὃν ἀποδείξομεν ὅτι πρῶτος 
Ἑλλήνων Ἀναξαγόρας νοῦν ἐπιστῆσαι τῇ τοῦ παντὸς
αἰτίᾳ μνημονεύεται νῦν δέ μοι ἐπὶ τὸν Διόδωρον
μετάβα, καὶ σκόπει οἷα περὶ τῆς πρώτης τῶν ἀνθρώπων
θεολογίας ἱστορεῖ

“Τοὺς δ’ οὖν κατ’ Αἴγυπτον ἀνθρώπους τὸ 
παλαιὸν γενομένους ἀναβλέψαντας εἰς τὸν κόσμον,
καὶ τὴν τῶν ὅλων φύσιν καταπλαγέντας τε καὶ θαυμάσαντας,
 ὑπολαβεῖν εἶναι δύο θεοὺς ἀïδίους τε καὶ
πρώτους, τόν τε ἤλιον καὶ τὴν σελήνην, ὧν τὸν μὲν
Ὄσιριν, τὴν δὲ Ἰσιν ὀνομάσαι, ἀπό τινος ἐτύμου τεθείσης 
ἑκατέρας τὴς προσηγοοίας.

υεθερμηνευομένων
γὰρ τούτων εἰς τὸν Ελληνικὸν τῆς διαλέκτου
τρόπον εἶναι μὲν τὸν Ὂσιριν πολυόφθλμον, εἰκότως·
πάντη γὰρ ἐπιβαλλοντα τὰς ἀκτῖνας ὡσπερ πολλοῖς
ὀφθαλμοῖς βλέπειν ἂπασαν γῆν καὶ θάλατταν· καὶ 
τὸν ποιητὴν δὲ λέγειν σύμφωνα τούτοις,
 

 
 Ἠέλιός θ’ ὃς πάντ’ ἐφορᾷς καὶ πάντ’ ἐπακούεις.

τῶν δὲ παρ’ Ἓλλησι παλαιῶν μυθολόγων τινὲς 
τὸν Ὄσιριν Διόνυσον προσονομάζουσι καὶ Σείριον
παρωνύμως. ὧν Εὔμολπος μὲν ἐν τοῖς Βακχικοῖς
 ἔπεσί φησιν
 ἀστροφαῆ Διόνυσον ἐν ἀκτίνεσσι πυρωπόν. 
Ὀρφεὺς δὲ
 τοὔνεκά μιν καλέουσι Φάνητά τε καὶ Διόνυσον. 
 φασὶ δέ τινες καὶ τὸ ἔναμμα αὐτῷ τὸ τῆς νεβρίδος
ἀπὸ τῆς τῶν ἄστρων ποικιλίας περιῆφθαι.

τὴν δὲ
Ἰσιν μεθερμηνευομένη εἶναι παλαιὰν, τεθειμένης
τῆς προσηγορίας τῇ σελήνῃ ἀπὸ τῆς ἀιδίου καὶ παλαιᾶς
γενέσεως· κέρατα δ’ αὐτῇ περιτιθέασιν ἀπό τε
 τῆς ὄψεως, ἣν ἔχουσα φαίνεται καθ’ ὃν ἂν χρόνον
ὑπάρχῃ μηνοειδὴς, καὶ ἀπὸ τῆς καθιερωμένης αὐτῇ 
βοὸς παρ’ Αἰγυπτίοις. τούτους δὲ τοὺς θεοὺς ὑφίστανται
τὸν σύμπαντα κόσμον διοικεῖν.

Τοιαῦτα μὲν οὖν καὶ ταῦτα. ἔχεις δὲ καὶ ἐν
 τῇ Φοινικικῇ θεολογίᾳ ὡς ἄρα Φοινίκων οἶ πρῶτοι
φυσικοὶ ἥλιον καὶ σελήνην καὶ τοὺς λοιποὺς πλανήτας
ἀστέρας καὶ τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ τούτοις συναφῆ θεοὺς
μόνους ἐγίνωσκον, καὶ ὅτι τούτοις οἶ παλαίτατοι τὰ
τῆς γῆς ἀφιέρωσαν βλαστήματα, καὶ θεοὺς ἐνόμισαν,
 καὶ προσεκύνουν ταῦτα, ἀφ’ ὧν αὐτοί τε διεγίνοντο 
καὶ οἶ ἑπόμενοι, καὶ οἱ πρὸ αὐτῶν πάντες, καὶ χοὰς
καὶ ἐπιχύσεις ἐτέλουν· ἔλεον δὲ καὶ οἶκτον καὶ
κλαυθμὸν βλαστήματι γῆς ἀπιόντι καθιέρουν, καὶ
γενέσει ζῴων ἐκ γῆς πρώτῃ καὶ τῇ ἐξ ἀλλήλων καὶ
 τελευτῇ, καθ’ ἣν τοῦ ζῆν ἀπήρχοντο.

αὗται δ’
ἦσαν αἶ ἐπίνοιαι τῆς προσκυνήσεως ὅμοιαι τῇ αὐτῶν
ἀσθενείᾳ καὶ ψυχῆς ἔτι ἀτολμίᾳ. ταῦτα καὶ ἡ Φοινί-

 
κῶν γραφὴ, ὡς ἐξῆς ἀποδειχθήσεται. ἀλλὰ καὶ τῶν
 καθ’ ἡμᾶς γεγονὼς αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ταῖς καθ’ ἡμῶν
 λαμπρυνόμενος δυσφημίαις, ἐν οἶς ἐπέγραψε ‘‘Περὶ τῆς
τῶν ἐμψύχων ἀποχῆς,” καὶ τῶν παλαιῶν ἀρχαιότητος
τὴν μνήμην ὧδέ πως αὐτολεξεὶ, Θεοφράστῳ μάρτυρι 
χρώμενος, παρατίθεται

“Ἀνάριθμος μέν τις ἔοικεν εἶναι χρόνος, ἀφ’
οὗ τό γε πάντων λογιώτατον γένος, ὥς φησι Θεόφραστος,
καὶ τὴν ἱερωτάτην ὑπὸ τοῦ Νείλου κτισθεῖσαν
χώραν κατοικοῦν, ἤρξαντο οἱ πρῶτοι ἐφ’ ἑστίας τοῖς 
οὐρανίοις θεοῖς θύειν, οὐ σμύρνης οὐδὲ κασίας καὶ
λιβανωτοῦ κρόκῳ μιχθέντων ἀπαρχάς· πολλαῖς γὰρ
 γενεαῖς ὕστερα παρελήφθη ταῦτα, καὶ πλάνης μαστὴρ
ὁ ἄνθρωπος γιγνόμενος τῆς ἀναγκαίας ζωῆς
μετὰ πολλῶν πόνων καὶ δακρύων σταγόνας τούτων 
ἀπήρξατο τοῖς θεοῖς·)

οὐ τούτων οὖν ἔθυον πρόερον,
ἀλλὰ χλόης οἱονεί τινα τῆς γονίμου φύσεως
χνοῦν ταῖς χερσὶν ἀράμενοι. δένδρα μὲν γὰρ δὴ πρὸ
ζῴων ἀνέδωκεν ἡ γῆ, τῶν δένδρων δὲ πολὺ πρόσθεν
τὴν ἐπέτειον γεννωμένην πόαν· ἧς δρεπόμενοι φύλλα 
καὶ ῥίζας καὶ τοὺς ὅλους τῆς φύσεως αὐτῶν βλαστοῦς
κατέκαιον, ταύτῃ τοὺς φαινομένους οὐρανίους
θεοὺς τῇ θυσίᾳ δεξιούμενοι, καὶ τοῦ πυρὸς ἀπαθανατίςοντες
αὐτοῖς τὰς τιμάς.

τούτοις γὰρ καὶ τὸ
πῦρ ἀθάνατον ἐφύλαττον ἐν τοῖς ἱεροῖς, ὡς ὂν μάλιστα 
 αὐτοῖς ὁμοιότατον. ἐκ δὲ τῆς θυμιάσεως τῶν
ἀπὸ γῆς θυμιατήριά τε ἐκάλουν καὶ τὸ θύειν καὶ
θυσίας, ἃ δὴ ἡμεῖς ὡς τὴν ὑστέραν πλημμέλειαν σημαίνοντα
οὐκ ὀρθῶς ἐξακούομεν, τὴν διὰ τῶν ζῴων
δοκοῦσαν θεραπείαν καλοῦντες θυσίαν.

τοσοῦτον 30]
 

 
δὲ τοῖς παλαιοῖς τοῦ μὴ παραβαίνειν τὸ ἔθος ἔμελεν
ὡς κατὰ τῶν ἐκλειπόντων τὸ ἀρχαῖον, ἐπεισαγόντων
δὲ ἕτερον, ἀρασαμένους ἀρώματα τὰ θυμιώμενα
προσαγορεύσαι.

Ταῦτα εἰπὼν ἐπιλέγει μεθ’ ἕτερα 
 “Πόρρω δὲ τῶν περὶ τὰς θυσίας ἀπαρχῶν τοῖς
ἀνθρώποις προιουσῶν παρανομίας ἡ τῶν δεινοτάτων
θυμάτων παράληψις ἐπεισήχθη ὠμότητος πλήρης, ὡς
δοκεῖν τὰς πρόσθεν λεχθείσας καθ’ ἡμῶν ἀρὰς νῦν
 τέλος εἰληφέναι, σφαξάντων τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς
βωμοὺς αἱμαξάντων.”

Τοσαῦτα καὶ ὁ Πορφύριος οὐ μᾶλλον ἢ ὁ
Θεόφραστος. ἐπισφράγισμα δὲ τοῦ λόγου γένοιτ’
ἂν ἡμῖν ὁ Πλάτων’ ἐν Κρατύλῳ, πρόσθεν τῶν εἰφημένων 
 αὐτῷ περὶ τῶν Ἑλλήνων ὧδέ πη φάσκων πρὸς
ῥῆμα 
 Φαίνονταί μοι οἱ πρῶτοι τῶν ἀνθρώπων τῶν
περὶ τὴν Ἑλλάδα τούτους μόνους θεοὺς ἡγεῖσθαι,
οὕσπερ νῦν πολλοὶ τῶν βαρβάρων, ἥλιον καὶ σελήνην
 καὶ γῆν καὶ ἄστρα καὶ οὐρανόν· ἅτε οὖν αὐτὰ
ὁρῶντες πάντα ἀεὶ ἰόντα δρόμῳ καὶ θέοντα, ἀπὸ
ταύτης τῆς φύσεως τῆς τοῦ θεῖν θεοὺς αὐτοὺς ἐπονομάσαι.”

Ἀλλ’ ὅτι μὲν οἱ πρῶτοι καὶ παλαίτατοι τῶν 
 ἀνθρώπων οὔτε ναῶν οἰκοδομίαις προσεῖχον οὔτε
ξοάνων ἀφιδρύμασιν, οὔπω τότε γραφικῆς οὐδὲ πλαστικῆς
ἢ γλυπτικῆς ἢ ἀνδριαντοποιητικῆς τέχνης
ἐφευρημένης, οὐδὲ μὴν οἰκοδομικῆς οὐδὲ ἀρχιτεκτονικῆς
πω συνεστώσης, παντί τῳ οἶμαι συλλογιζομένῳ
 δῆλον εἶναι.

ὅτι δὲ οὐδὲ τῶν μετὰ ταῦτα
 

 
κατωνομασμένων θεῶν τε καὶ ἡρώων μνήμη τις τοῖς
τότε παρῆν, οὔτ’ οὖν τις ἦν αὐτοῖς Ζεὺς, οὐ Κρόνος,
οὐ Ποσειδῶν, οὐκ Ἀπόλλων, οὐχ Ἥρα, οὐκ Ἀθηνᾶ,
οὐ Διόνυσος, οὐδέ τις ἕτερος θήλειά τε καὶ ἄρρην
θεὸς, οἷοι μετὰ ταῦτα μυρίοι παρά τε βαρβάροις καὶ 
Ἕλλησιν, ἀλλ’ οὐδὲ δαίμων τις ἀγαθὸς ἢ φαῦλος ἐν
ἀνθρώποις ἐθαυμάζετο, μόνα δὲ τὰ φαινόμενα τῶν
 οὐρανίων ἄστρων, παρὰ τὸ θέειν, ὅπερ ἐστὶ τρέχειν,
θεῶν τε προσηγορίας, ὡς αὐτοί φασιν, ἐτύγχανε,
καὶ οὐδὲ ταῦτα ταῖς διὰ ζῴων θυςίαις καὶ ταῖς μετὰ 
 ταῦτα περινοηθείσαις τιμαῖς ἐθρησκεύετο, οὐχ ἡμέτερος
ὁ λόγος, οἴκοθεν δὲ καὶ ἐξ αὐτῶν Ἑλλήνων ἡ
μαρτυρία, διὰ τῶν προτεθειμενων φωνῶν καὶ τῶν
αὖθις ἑξῆς παρατεθησομένων τὴν ἀπόδειξιν παρασχομένη.

τοῦτο δὲ καὶ οἱ ἱεροὶ καθ’ ἡμᾶς διδάσκουσι 
λόγοι, πᾶσι μὲν τοῖς ἔθνεσι τὸ κατ’ ἀρχὰς
τὴν τῶν ὁρωμενων φωστήρων τιμὴν ἀπονενεμῆσθαι
περιέχοντες, μόνῳ δὲ τῷ Ἑβραςιων γένει τὴν ἐποπτείαν
 ἀνατεθεῖσθαι [τῆς θεωρίας] τοῦ τῶν ὅλων
ποιητοῦ τε καὶ δημιουργοῦ θεοῦ καὶ τῆς εἰς αὐτὸν 
ἀληθοῦς εὐσεβείας.

οὐκ ἄρα τις ἦν θεογονίας
Ἑλληνικῆς ἢ βαρβαρικῆς τοῖς παλαιτάτοις τῶν ἀνθρώπων
λόγος, οὐδὲ ξοάνων ἀψύχων ἵδρυσις οὐδ’ ἡ
νῦν πολλὴ φλυαρία τῆς τῶν θεῶν ἀρρένων τε καὶ
θηλειῶν κατονομασίας.

εἱ γοῦν προσηγορίαι 
καὶ τὰ ὀνόματα ἐξ ἀνθρώπων ὕστερον ἐφευρημένα
οὔπω τότε ἐν ἀνθρώποις ἐγνωρίζετο, ἀλλ’ οὐδὲ δαιμόνων
καὶ πνευμάτων ἀφανῶν ἀνακλήσεις, οὐκ ἔκτοποι
 περὶ θεῶν καὶ ἡρώων μυθολογίαι, οὐκ ἀπορρήτων
τελετῶν μυστήρια, οὐδ’ ὅλως τι τῆς πολλῆς 
καὶ ἀδολέσχου τῶν μετέπειτα ἀνδρῶν δεισιδαιμονίας.

ἀνθρώπων ἄρα ταῦτα ἦν εὑρήματα καὶ θνητῆς

 
φύσεως ἀναπλάσματα, μᾶλλον δὲ τρόπων αἰσχρῶν
καὶ ἀκολάστων ἐπιτεχνήματα, κατὰ τὸ παρ’ ἡμῖν
θεῖον λόγιον τὸ φάσκον “ἀρχὴ πορνείας ἐπίνοια εἰδώλω.”

ἡ γοῦν τῶν ἐθνῶν ἁπάντων πολύθεος
 πλάνη μακροῖς ὕστερον αἰῶσι πέφανται, ἀρξαμένη
μὲν ἀπὸ Φοινίκων καὶ· Αἰγυπτίων , διαβᾶσα δὲ ἐκ 
τούτων ἐπί τε τὰ λοιπὰ ἔθνη καὶ μέχρις αὐτῶν Ἑλλήνων,
ὡς καὶ τοῦτο πάλιν ἡ τῶν παλαιτάτων ἱστορία
κατέχει, ἣν καὶ αὐτὴν ἐπισκέψασθαι καιρὸς ἀπὸ
 τῶν Φοινικικῶν ἀρξαμένους.

Ἱστορεῖ δὲ ταῦτα Σαγχουνιάθων, ἀνὴρ παλαίτατος
καὶ τῶν Τρωικῶν χρόνων, ὥς φασι, πρεσβύτερος,
ὃν καὶ ἐπ’ ἀκριβείᾳ καὶ ἀληθείᾳ τῆς Φοινικικῆς
ἱστορίας ἀποδεχθῆναι μαρτυροῦσι. Φίλων
 δὲ τούτου πᾶσαν τὴν συγγραφὴν ὁ Βύβλιος, οὐχ ὁ
Ἑβραῖος, μεταβαλὼν ἀπὸ τῆς Φοινίκων γλώττης ἐπὶ
τὴν Ἑλλάδα φωνὴν ἐξέδωκε. μέμνηται τούτων ὁ καθ’ 
ἡμᾶς τὴν καθ’ ἡμῶν πεποιημένος συσκευὴν ἐν τετάρτῳ
τῆς πρὸς ἡμᾶς ὑποθέσεως, ὧδε τῷ ἀνδρὶ μαρτυρῶν
 πρὸς λέξιν

“ἱστορεῖ δὲ τὰ περὶ Ἰουδαίων ἀληθέστατα,
ὅτι καὶ τοῖς τόποις καὶ τοῖς ὀνόμασιν αὐτῶν τὰ συμφωνότατα,
Σαγχουνιάθων ὁ Βηρύτιος, εἰληφὼς τὰ
ὑπομνήματα παρὰ Ἱερομβάλου τοῦ ἱερέως θεοῦ τοῦ
 Ἰευώ· ὃς Ἀβιβάλῳ τῷ βασιλεῖ Βηρυτίων τὴν ἱστορίαν
ἀναθεὶς ὑπ’ ἐκείνου καὶ τῶν κατ’ αὐτὸν ἐξεταστῶν
τῆς ἀληθείας παρεδέχθη. οἱ δὲ τούτων χρόνοι 
καὶ πρὸ τῶν Τρωïκῶν πίπτουσι χρόνων, καὶ σχεδὸν
τοῖς Μώσεως πλησιάζουσιν, ὡς αἶ τῶν Φοινίκης βασιλέων
 σιλέων μηνύουσι διαδοχαί. Σαγχουνιάθων δὲ κατὰ
τὴν Φοινίκων διάλεκτον φιλαληθῶς πᾶσαν τὴν παλαιὰν
ἱστορίαν ἐκ τῶν κατὰ πόλιν ὑπομνημάτων καὶ

 
τῶν ἐν τοῖς ἱεροῖς ἀναγραφῶν συναγαγὼν δὴ καὶ
συγγράψας ἐπὶ Σεμιράμεως γέγονε τῆς Ἀσσυρίων βασιλίδος,
ἣ πρὸ τῶν Ἰλιακῶν, ἢ κατ’ αὐτούς γε τοὺς
χρόνους γενέσθαι ἀναγέγραπται. τὰ δὲ τοῦ Σαγχουνιάθωνος
 εἰς Ἑλλάδα γλῶσσαν ἡρμήνευσε Φίλων ὁ 
Βύβλιος.”

Ταῦτα μὲν ὁ δηλωθεὶς, ἀλήθειαν ὁμοῦ καὶ
παλαιότητα τῷ δὴ θεολόγῳ μαρτυρήσας. ὁ δὲ προιὼν,
οὐ τὸν ἐπὶ πάντων θεὸν, οὐδὲ μὴν θεοὺς τοὺς κατ’
οὐρανὸν, θνητοὺς δὲ ἄνδρας καὶ γυναῖκας, οὐδὲ τὸν 
τρόπον ἀστείους, οἴους δι’ ἀρετὴν ἄξιον εἶναι ἀποδέξασθαι
ἢ ζηλῶσαι τῆς φιλοσοφίας, φαυλότητος δὲ
καὶ μοχθηρίας ἁπάσης κακίαν περιβεβλημένους Θεολογεῖ.
καὶ μαρτυρεῖ γε τούτους αὐτοὺς ἐκείνους εἶναι,
 τοὺς εἰσέτι καὶ νῦν θεοὺς παρὰ τοῖς πᾶσι νενομισμένους 
 κατά τε τὰς πόλεις καὶ τὰς χώρας. δέχου
δὲ καὶ τούτων ἐκ τῶν ἐγγράφων τὰς ἀποδείξεις.

ὁ δὴ Φίλων εἰς ἐννέα βίβλους τὴν πᾶσαν τοῦ
Σαγχουνιάθωνος πραγματείαν διελὼν, κατὰ τὸ προοίμιον
τοῦ πρώτου συγγράμματος αὐτοῖς ῥήμασι προλέγει 
περὶ τοῦ Σαγχουνιάθωνος ταῦτα

“Τούτων οὕτως ἐχόντων ὁ Σαγχουνιάθων,
ἀνὴρ πολυμαθὴς καὶ πολυπράγμων γενόμενος, καὶ
τὰ ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ οὗ τὰ πάντα συνέστη, παρὰ πάντων
εἰδέναι ποθῶν, πολυφροντίστως ἐξεμάστευσε τὰ 
Τααύτου, εἰδὼς ὅτι τῶν ὑφ’ ἡλίῳ γεγονότων πρῶτός
ἐστι Τάαυτος, ὁ τῶν γραμμάτων τὴν εὕρεσιν ἐπινοήσας
καὶ τῆς τῶν ὑπομνημάτων γραφῆς κατάρξας, καὶ
ἀπὸ τοῦδε ὥσπερ κρηπῖδα βαλόμενος τοῦ λόγου, ὃν
 Αἰγύπτιοι μὲν ἐκάλεσαν Θωὺθ, Ἀλεξανδρεῖς δὲ Θὼθ, 
Ἑρμῆν δὲ Ἓλληνες μετέφρασαν.”

Ταῦτα εἰπὼν ἐπιμέμφεται τοῖς νεωτέροις

 
τοῖς μετὰ ταῦτα, ὡς ἂν βεβιασμένως καὶ οὐκ ἀληθῶς
τοὺς περὶ θεῶν μύθους ἐπ’ ἀλληγορίας καὶ φυσικὰς
διηγήσεις τε καὶ θεωρίας ἀνάγουσι· λέγει δ’ οὖν
προίων

“Ἀλλ’ οἱ μὲν νεώτατοι τῶν ἱερολόγων τὰ
μὲν γεγονότα πράγματα ἐξ ἀρχῆς ἀπεπέμψαντο, ἀλληγορίας
δὲ καὶ μύθους ἐπινοήσαντες καὶ τοῖς κοσμι-
κοῖς παθήμασι συγγένειαν πλασάμενοι μυστήρια κατέστησαν, 
πολὺν αὐτοῖς ἐπῆγον τῦφον, ὡς μὴ
 ῥᾳδίως τινὰ συνορᾶν τὰ κατ’ ἀλήθειαν γενόμενα· ὁ
δὲ συμβαλὼν τοῖς ἀπὸ τῶν ἀδύτων εὑρεθεῖσιν ἀπο-
κρύφοις Ἀμμουνέων γράμμασι συγκειμένοις, ἃ δὴ
οὐκ ἦν πᾶσι γνώριμα, τὴν μάθησιν ἁπάντων αὐτὸς
ἤσκησε· καὶ τέλος ἐπιθεὶς τῇ πραγματείᾳ, τὸν κατ’
 ἀρχὰς μῦθον καὶ τὰς ἀλληγορίας ἐκποδὼν ποιησάμενος,
ἐξηνύσατο τὴν πρόθεσιν, ἴως πάλιν οἱ ἐπιγενόμενοι
ἱερεῖς χρόνοις ὕστερον ἠθέλησαν αὐτὴν ἀποκρύψαι,
καὶ εἰς τὸ μυθῶδες ἀποκαταστῆσαι· ἐξ οὗ
τὸ μυστικὸν ἀνέκυπτεν οὐδέπω φθάσαν εἰς
 Ἓλληνας.”

Τούτοις ἑξῆς φησιν 
 “Ταῦθ’ ἡμῖν εὕρηται ἐπιμελῶς εἰδέναι τὰ Φοινίκων
ποθοῦσι, καὶ πολλὴν ἐξερευνησαμένοις ὕλην,
οὐχὶ τὴν παρ’ Ἕλλησι· διάφωνος γὰρ αὕτη καὶ φιλονεικότεον
 ὑπ’ ἐνίων μᾶλλον ἢ πρὸς ἀλήθειαν
συντεθεῖσα.

Καὶ μεθ’ ἕτερα 
 Οὕτως τε ἔχειν πεπεῖσθαι ἡμῖν παρέστη ὡς
ἐκεῖνος γέγραφε, τὴν διαφωνίαν ὁρῶσι τὴν παρ’ Ἓλλησι.
 περὶ ἧς μοι τρία πεφιλοτίμηται βιβλία τὴν d
ἐπιγραφὴν ἔχοντα Παραδόξου ἱστορίας.”

Καὶ αὖθις μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει 

 
 “Προδιαρθρῶσαι δὲ ἀναγκαῖον πρὸς τὴν αὖθις
σαφήνειαν, καὶ τὴν τῶν κατὰ μέρος διάγνωσιν ὅτι
οἱ παλαίτατοι τῶν βαρβάρων, ἐξαιρέτως δὲ Φοίνικές
τε καὶ Αἰγύπτιοι, παρ’ ὧν καὶ οἱ λοιποὶ παρέλαβον
ἄνθρωποι, θεοὺς ἐνόμιζον μεγίστους τοὺς τὰ πρὸς 
τὴν βιωτικὴν χρείαν εὑρόντας, ἢ καὶ κατά τι εὖ
ποιήσαντας τὰ ἔθνη· εὐεργέτας τε τούτους καὶ πολλῶν
αἰτίους ἀγαθῶν ἡγούμενοι ὡς θεοὺς προσεκύνουν,
καὶ εἰς τὸ χρεὼν μεταστάντας ναοὺς κατασκευασάμενοι,
 στήλας τε καὶ ῥάβδους ἀφιέρουν ἐξ 
ὀνόματος αὐτῶν, καὶ ταῦτα μεγάλως σεβόμενοι, καὶ
ἑορτὰς ἔνεμον αὐτοῖς τὰς μεγίστας Φοίνικες· ἐξαιρέτως
δὲ καὶ ἀπὸ τῶν σφετέρων βασιλέων τοῖς κοσμικοῖς
στοιχείοις καί τισι τῶν νομιζομένων θεῶν τὰς
ὀνομασίας ἐπέθεσαν· φυσικοὺς δὲ ἥλιον καὶ σελήνην 
καὶ τοὺς λοιποὺς πλανήτας ἀστέρας καὶ τὰ στοιχεῖα
καὶ τὰ τούτοις συναφῆ θεοὺς μόνους ἐγίνωσκον,
ὥστ’ αὐτοῖς τοὺς μὲν θνητοὺς, τοὺς δὲ ἀθανάτους
θεοὺς εἷναι.”

Ταῦτα κατὰ τό προοίμιον ὁ Φίλων διαστειλάμενος 
ἐξῆς ἀπάρχεται τῆς τοὐ Σαγχουνιάθωνος
ἑρμηνείας, ὧδέ πως τὴν Φοινικικὴν ἐκτιθέμενος
θεολογίαν

“ Τὴν τῶν ὅλων ἀρχὴν ὑποτίθεται ἀέρα ζο
c φώδη καὶ πνευματώδη, ἢ πνοὴν ἀέρος ζοφώδους, 
καὶ χάος θολερὸν, ἐρεβῶδες. ταῦτα δὲ εἶναι ἄπειρα
καὶ διὰ πολὺν αἰῶνα μὴ ἔχειν πέρας. ὅτε δὲ, φησὶν,
ἠράσθη τὸ πνεῦμα τῶν ἰδίων ἀρχῶν καὶ ἐγένετο
σύγκρασις, ἡ πλοκὴ ἐκείνη ἐκλήθη πόθος. αὕτη δὲ
ἀρχὴ κτίσεως ἁπάντων. αὐτὸ δὲ οὐκ ἐγίνωσκε τὴν 
αὐτοῦ κτίσιν, καὶ ἐκ τῆς αὐτοῦ συμπλοκῆς τοῦ πνεύματος
ἐγένετο Μώτ.

τοῦτό τινές φασιν ἰλὺν, οἷ

 
δὲ ὑδατώδους μίξεως σῆψιν. καὶ ἐκ ταύτης ἐγένετο
πᾶσα σπορὰ κτίσεως καὶ γένεσις τῶν ὅλων. ἦν δέ
τινα ζῷα οὐκ ἔχοντα αἴσθησιν, ἐξ ὧν ἐγένετο ζῷα
νοερὰ, καὶ ἐκλήθη Ζωφασημὶν, τοῦτ’ ἔστιν οὐρανοῦ
 κατόπται. καὶ ἀνεπλάσθη ὁμοίως ᾠοῦ σχήματι, καὶ 
ἐξέλαμψε Μὼτ, ἥλιός τε καὶ σελήνη ἀστέρες τε καὶ
ἄστρα μεγάλα.”

Τοιαύτη μὲν αὐτῶν ἡ κοσμογονία, ἄντικρυς
ἀθεότητα εἰσάγουσα· ἴδωμεν δὲ ἐξῆς ὡς καὶ τὴν
 ζωογονίαν ὑποστῆναι λέγει. φησὶν οὑν

“Καὶ τοῦ ἀέρος διαυγάσαντος, διὰ πύρωσιν
καὶ τῆς θαλάσσης καὶ τῆς γῆς ἐγένετο πνεύματα καὶ
νέφη καὶ οὐρανίων ὑδάτων μέγισται καταφοραὶ καὶ
χύσεις. καὶ ἐπειδὴ διεκρίθη, καὶ τοῦ ἰδίου τόπου
 διεχωρίσθη διὰ τὴν τοῦ ἡλίου πύρωσιν, καὶ πάντα
συνήντησε πάλιν ἐν ἀέρι τάδε τοῖσδε, καὶ συνέρραξαν,
βρονταί τε ἀπετελέσθησαν καὶ ἀστραπαὶ, καὶ
πρὸς τὸν πάταγον τῶν βροντῶν τὰ πριγεγραννέβα 
νοερὰ ζῷα ἐγρηγόρησεν, καὶ πρὸς τὸν ἦχον ἐπτύρη,
 καὶ ἐκινήθη ἔν τε γῇ καὶ θαλάσσῃ ἄρρεν καὶ
θῆλυ.”

Τοιαύτη αὐτοῖς καὶ ἡ ζωογονία. τούτοις ἐξῆς
ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς ἐπιφέρει λέγων 
 “Ταῦθ’ ηὑρέθη ἐν τῇ κοσμογονίᾳ γεγραμμένα
 Τααύτου καὶ τοῖς ἐκείνου ὑπομνήμασιν, ἔκ τε στοχασμῶν
καὶ τεκμηρίων ὧν ἑώρακεν αὐτοῦ ἡ διάνοια
καὶ ηὗρε καὶ ἡμῖν ἐφώτισεν.’

Ἑξῆς τούτοις ὀνόματα τῶν ἀνέμων εἰπὼν νότοου 
καὶ βορέου καὶ τῶν λοιπῶν ἐπιλέγει 
 “Ἀλλ’ οὗτοί γε πρῶτοι ἀφιέρωσαν τὰ τῆς γῆς
βλαστήματα καὶ θεοὺς ἐνόμισαν, καὶ προσεκύνουν
ταῦτα, ἀφ’ ὦν αὐτοί τε διεγένοντο καὶ οἶ ἑπόμενοι,

 
καὶ οἱ πρὸ αὐτῶν πάντες, καὶ χοὰς καὶ ἐπιθύσεις
ἐποίουν.”

Καὶ ἐπιλέγει 
 “Αὗται δ᾿ ἦσαν αἱ ἐπίνοιαι τῆς προσκυνήσεως
ὅμοιαι τῇ αὐτῶν ἀσθενείᾳ καὶ ψυχῆς ἀτολμίᾳ. εἶτά 
φησι γεγενῆσθαι ἐκ τοῦ Κολπία ἀνέμου καὶ γυναικὸς
Βάαυτ, τοῦτο δὲ νύκτα ἑρμηνεύει, Αἰῶνα καὶ
Πρωτόγονον, θνητοὺς ἄνδρας, οὕτω καλουμένους·
 εὑρεῖν δὲ τὸν Αἰῶνα τὴν ἀπὸ δένδρων τροφήν. ἐκ
τούτων τοὺς γενομένους κληθῆναι Γένος καὶ Γενεὰν, 
καὶ οἰκῆσαι τὴν Φοινίκην· αὐχμῶν δὲ γενομένων
τὰς χεῖρας εἰς οὐρανὸν ὀρέγειν πρὸς τὸν ἥλιον.
τοῦτον γὰρ (φησὶ) θεὸν ἐνόμιζον μόνον οὐρανοῦ κύριον.
Βεελσάμην καλοῦντες, ὅ ἐστι παρὰ Φοίνιξι κύριος
οὐρανοῦ, Ζεὺς δὲ παρ᾿ Ἕλλησι.”

Μετὰ δὲ ταῦτα πλάνην Ἕλλησιν αἰτιᾶται λέγων 
 “Οὐ γὰρ ματαίως αὐτὰ πολλαχῶς διεστειλάμεθα,
σιν ὀνομάτων, ἅπερ οἱ Ἕλληνες ἀγνοήσαντες ἄλλως
ἐξεδέξαντο, πλανηθέντες τῇ ἀμφιβολίᾳ τῆς 
μεταφράσεως.”

Ἑξῆς φησιν 
 “Ἀπὸ Γένους Αἰῶνος καὶ Πρωτογόνου γεννηθῆναι
αὖθις παῖδας θνητοὺς, οἷς εἶναι ὀνόματα Φῶς
καὶ Πύρ καὶ Φλόξ. οὗτοι (φησὶν) ἐκ παρατριβῆς 
ξύλων εὗρον πῦρ καὶ τὴν χρῆσιν ἐδίδαξαν. υἱοὺς
δὲ ἐγέννησαν οὗτοι μεγέθει τε καὶ ὑπεροχῇ κρείσσονας,
ὧν τὰ ὀνόματα τοῖς ὄρεσιν ἐπετέθη ὧν ἐκράτησαν,
ὡς ἐξ αὐτῶν κληθῆναι τὸ Κάσσιον, καὶ τὸν
Λίβανον, καὶ τὸν Ἀντιλίβανον, καὶ τὸ Βραθύ. ἐκ 
τούτων (φησὶν) ἐγεννήθη Σαμημροῦμος, ὁ καὶ Ὑψου-
 ράνιος, καὶ Οὔσωος· ἀπὸ μητέρων δὲ (φησὶν) ἐχρη-

 
μάτιζον, τῶν τότε γυναικῶν ἀνέδην μισγομένων οἷς
ἀν’ ἐντύχοιεν.

Εἶτά φησι 
 “Τὸν Ὑψουράνιον οἰκῆσαι Τυρὸν, καλύβας τε
 ἐπινοῆσαι ἀπὸ καλάμων καὶ θρύων καὶ παπύρου,
στασιάσαι δὲ πρὸς τὸν ἀδελφὸν Οὔσωνον, ὃς
τῷ σώματι ·πρῶτος ἐκ δερμάτων ὧν ἴσχυσε συλλαβεῖν
θηρίων εὗρε. ῥαγδαίων δὲ γενομένων ὄμβρων
καὶ πνευμάτων παρατριβέντα τὰ ἐν τῇ Τυρῷ δένδρα
 πῦρ ἀνάψαι καὶ τὴν αὐτόθι ὕλην καταφλέξαι. δένδρου
δὲ λαβόμενον τὸν Οὒσωον καὶ καὶ ἀποκλαδεσαντα
πρῶτον τολμῆσαι εἰς θάλατταν ἐμβῆναι· ἀνιερῶσαι 
δὲ δύο στήλας πυρὶ καὶ πνεύματι, καὶ προσκυνῆσαι,
αἷμά τε σπένδειν αὐταῖς ἐξ ὧν ἤγρευε θηρίων.

τούτων δὲ τελευτησάντων τοὺς ἀπολειφθέντας φησὶ
ῥάβδους αὐτοῖς ἀφιερῶσαι, καὶ τὰς στήλας προσκυνεῖν,
καὶ τούτοις ἑορτὰς ἄγειν κατ’ ἔτος. χρόνοις δὲ
ὕστερον πολλοῖς ἀπὸ τῆς Ὑψουρανίου γενεᾶς γενέσθαι
Ἀγρέα καὶ Ἁλιέα, τοὺς ἄγρας καὶ ἁλείας εὑρετᾶς,
 ἐξ ὧν κληθῆναι ἀγρευτὰς καὶ ἁλιεῖς· ἐξ ὧν γενέσθαι 
δύο ἀδελφοὺς σιδήρου εὑρετὰς καὶ τῆς τούτου
ἐργασίας, ὧν θάτερον τὸν Χρυσὼρ λόγους ἀσκῆσαι
καὶ ἐπῳδὰς καὶ μαντείας· εἶναι δὲ τοῦτον Ἣφαιστον,
εὑρεῖν δὲ καὶ ἄγκιστρον καὶ δέλεαρ καὶ ὁρμιὰν
 καὶ σχεδίαν, πρῶτόν τε πάντων ἀνθρώπων πλεῦσαι·
διὸ καὶ ὡς θεὸν αὐτὸν μετὰ θάνατον ἐσεβάσθησαν.

καλεῖσθαι δὲ αὐτὸν καὶ Δία μειλίχιον· οἶ δὲ τοὺς
ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοίχους φασὶν ἐπινοῆσαι ἐκ πλίνθων.
μετὰ ταῦτ’ ἐκ τοῦ γένους τούτων γενέσθαι 
 νεανίας δύο, καλεῖσθαι δὲ αὐτῶν τὸν μὲν Τεχνίτην,
τὸν δὲ Γήινον αὐτόχθονα οὗτοι ἐπενόησαν τῷ πηλῷ
τῆς πλίνθου συμμιγνύειν φορυτὸν καὶ τῷ ἡλίῳ

 
αὐτὰς τερσαίνειν, ἀλλὰ καὶ στέγας ἐξεῦρον. ἀπὸ
τούτων ἐγένοντο ἕτεροι, ὧν ὁ μὲν Ἀλρὸς ἐκαλεῖτο, ὁ
δὲ Ἀγρούηρος ἢ Ἀγρότης, οὗ καὶ ξόανον εἷναι μάλα
σεβάσμιον καὶ ναὸν ζυγοφορούμενον ἐν Φοινίκῃ·
παρὰ δὲ Βυβλίοις ἐξαιρέτως θεῶν ὁ μέγιστος ὀνομάζεται.

ἐπενόησαν δὲ οὗτοι αὐλὰς προστιθέναι
τοῖς οἴκοις καὶ περιβόλαια καὶ σπήλαια. ἐκ τούτων
ἀγρόται καὶ κυνηγοί. οὗτοι δὲ καὶ Ἄληται καὶ Τιτᾶνες
 καλοῦνται. ἀπὸ τούτων γενέσθαι Ἄμυνον καὶ
Μάγον, οἳ κατέδειξαν κώμας καὶ ποίμνας. ἀπὸ τούτων 
γενέσθαι Μισὼρ καὶ Συδὺκ, τουτ’ ἐστιν εὔλυτον
καὶ δίκαιον. οὗτοι τὴν τοῦ ἁλὸς χρῆσιν εὗρον.

ἀπὸ Μισὼρ Τάαυτος, ὃς εὗρε τὴν τῶν πρώτων
στοιχείων γραφήν· ὃν Αἰγύπτιοι μὲν Θωὺθ, Ἀλεξανδρεῖς
δὲ Θὼθ, Ἓλληνες δὲ Ἑρμῆν ἐκάλεσαν. ἐκ δὲ 
τοῦ Συδὺκ Διόσκουροι, ἢ Κάβειροι, ἢ Κορύβαντες,
ἢ Σαμοθρᾷκες. οὗτοι φησὶ) πρῶτοι πλοῖον εὗρον.
ἐκ τούτων γεγόνασιν ἕτεροι, οἳ καὶ βοτάνας εὗρον
καὶ τὴν τῶν δακετῶν ἴασιν καὶ ἐπῳδάς. κατὰ τούτους
γίνεταί τις Ἐλιοῦν καλούμενος Ὕψιστος, καὶ Θήλεια 
λεγομένη Βηρούθ· οἱ καὶ κατῴκουν περὶ Βύβλον.

ἐξ ὧν γεννᾶται Ἐπίγειος αὐτόχθων, ὃν ὕστερον
ἐκάλεσαν Οὐρανόν· ὡς ἀπ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ὑπὲρ ἡμᾶς
στοιχεῖον δι’ ὑπερβολὴν τοῦ κάλλους ὀνομάζειν οὐρανόν.
γεννᾶται δὲ τούτῳ ἀδελφὴ ἐκ τῶν προειρημένων, 
ἣ καὶ ἐκλήθη Γῆ. καὶ διὰ τὸ κάλλος αὐτῆς
φησὶν) ἐκάλεσαν τὴν ὁμώνυμον γῆν. ὁ δὲ τούτων
πατὴρ ὁ Ὕψιστος ἐν συμβολῇ θηρίων τελευτήσας
ἀφιερώθη, ᾧ χοὰς καὶ θυσίας οἱ παῖδες ἐτέλεσαν.

παραλαβὼν δὲ ὁ Οὐρανὸς τὴν τοῦ πατρὸς ἀρχὴν 
 ἄγεται πρὸς γάμον τὴν ἀδελφὴν Γῆν, καὶ ποιεῖται
ἐξ αὐτῆς παῖδας τέσσαρας, Ἦλον, τὸν καὶ Κρόνον,

 
καὶ Βαίτυλον καὶ Δαγὼν, ὅς ἐστι Σιτὼν, καὶ Ἂτλαντα.
καὶ ἐξ ἄλλων δὲ γαμετῶν ὁ Οὐρανὸς πολλὴν
ἔσχε γενεάν. διὸ χαλεπαίνουσα ἡ Γῆ τὸν Οὐρανὸν
ζηλοτυποῦσα ἐκάκιζεν, ὡς καὶ διαστῆναι ἀλλήλω.

ὁ δὲ Οὐρανὸς ἀποχωρήσας αὐτῆς, μετὰ
βίας ὅτε καὶ ἐβούλετο ἐπιὼν καὶ πλησιάζων αὐτῇ, 
πάλιν ἀπηλλάττετο· ἐπεχείρει δὲ καὶ τοὺς ἐξ αὐτῆς
παῖδας διαφθείρειν· τὴν δὲ Γῆν ἀμύνασθαι πολλάκις, 
συμμαχίαν αὐτῇ συλλεξαμένην· εἰς ἄνδρας δὲ
 προελθὼν ὁ Κρόνος Ἑρμῇ τῷ τρισμεγίστῳ συμβούλῳ
καὶ βοηθῷ χρώμενος, οὕτος γὰρ ἣν αὐτῷ γραμμα-
τεὺς, τὸν πατέρα Οὐρανὸν ἀμύνεται, τιμωρῶν τῇ
μητρί.

Κρόνῳ δὲ γίνονται παῖδες Περσεφόνη
καὶ Ἀθηνᾶ. ἡ μὲν οὖν πρώτη παρθένος ἐτελεύτα,
 τῆς δὲ Ἀθηνᾶς γνώμῃ καὶ Ἑρμοῦ κατεσκεύασε Κρόνος
ἐκ σιδήρου ἅρπην καὶ δόρυ. εἶτα ὁ Ἑρμῆς τοῖς
τοῦ Κρόνου συμμάχοις λόγους μαγείας διαλεχθεὶς
πόθον ἐνεποίησε τῆς κατὰ τοῦ Οὐρανοῦ μάχης ὑπὲρ
τῆς Γῆς. καὶ οὕτω Κρόνος τὸν Οὐρανὸν πολέμῳ
 συμβαλὼν τῆς ἀρχῆς ἤλασε καὶ τὴν βασιλείαν διεδέξατο.
ἑάλω δὲ καὶ ἐν τῇ μάχῃ ἡ ἐπέραστος τοῦ 
Οὐρανοῦ σύγκοιτος ἐγκύμων οὖσα, ἣν ἐκδίδωσιν ὁ
Κρόνος Δαγῶνι πρὸς γάμον.

τίκτει δὲ
τούτῳ ὃ κατὰ γαστρὸς ἐξ Οὐρανοῦ ἔφερεν, ὅ καὶ ἐκάεσε
 Δημαροῦν. ἐπὶ τούτοις ὁ Κρόνος τεῖχος περιβάλει
τῇ ἑαυτοῦ οἰκήσει, καὶ πόλιν πρώτην κτίζει
τὴν ἐπὶ Φοινίκης Βύβλον.

μετὰ ταῦτα τὸν ἀδελὸ
τὸν ἴδιον Ἄτλαντα ὑπονοήσας ὁ Κρόνος μετὰ
γνώμης τοῦ Ἑρμοῦ εἰς βάθος γῆς ἐμβαλὼν κατέχωσε 
 κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον οἶ ἀπὸ τῶν Διοσκούρων
σχεδίας καὶ πλοῖα συνθέντες ἒπλευσαν, καὶ ἐκριφέντες
περὶ τὸ Κάσσιον ὅρος ναὸν αὐτόθι ἀφιέρωσαν. οἱ δὲ

 
σύμμαχοι Ἣλου τοῦ Κρόνου Ἐλωεὶμ ἐπεκλήθησαν,
ὡς ἂν Κρόνιοι οὗτοι ἦσαν οἶ λεγόμενοι ἐπὶ Κρόνου,

Κρόνος δὲ υἱὸν ἔχων Σάδιδον ἰδίῳ αὐτὸν σιδή-
ρῳ διεχρήσατο, δι’ ὑπονοίας αὐτὸν ἐσχηκὼς, καὶ τῆς
c ψυχῆς, αὐτόχειρ τοῦ παιδὸς γενόμενος, ἐστέρησεν· 
ὡσαύτως καὶ θυγατρὸς ἰδίας τὴν κεφαλὴν ἀπέτεμεν,
ὡς πάντας ἐκπεπλῆχθαι θεοὺς τὴν Κρόνου γνώμην.

χρόνου δὲ προἰ·όντος Οὐρανὸς ἐν φυγῇ τυγχάνων
θυγατέρα αὐτοῦ παρθένον Ἀστάρτην μεθ’ ἑτέρων
ἀδελφῶν αὐτῆς δύο, Ῥέας καὶ Διώνης, δόλῳ τὸν 
Κρόνον ἀνελεῖν ὑπομέμπει· ἃς καὶ ἑλὼν ὁ Κρόνος
κουριδίας γαμετὰς ἀδελφὰς οὔσας ἐποιήσατο.

γνοὺς
δὲ Οὐρανὸς ἐπιστρατεύει κατὰ τοῦ Κρόνου Εἱμαρμένην
καὶ Ὥραν μεθ’ ἑτέρων συμμάχων, καὶ ταύτας
 ἐξοικειωσάμενος ὁ Κρόνος παρ’ ἑαυτῷ κατέσχεν. ἔτι 
δὲ φησὶν) ἐπενόησε θεὸς Οὐρανὸς βαιτύλια, λίθους
ἐμψύχους μηχανησάμενος. Κρόνῳ δὲ ἐγένοντο ἀπὸ
Ἀστάρης θυγατέρες ἑπτὰ Τιτανίδες ἢ Αρτέμιδες.

καὶ πάλιν τῷ αὐτῷ γίνονται ἀπὸ Ῥέας παῖδες
ἑπτὰ, ὧν ὁ νεώτατος ἅμα τῇ γενέσει ἀφιερώθη· καὶ 
ἀπὸ Διώνης θήλειαι, καὶ ἀπὸ Ἀστάρτης πάλιν ἂρρενες
δύο, Πόθος καὶ Ἒρως.

ὁ δὲ Δαγὼν, ἐπειδὴ
εὗρε σῖτον καὶ ἄροτρον, ἐκλήθη Ζεὺς Ἀρότρις. Συδύκῳ
δὲ, τῷ λεγομένῳ δικαίῳ, μία τῶν Τιτανίδων
συνελθοῦσα γεννᾷ τὸν Ἀσκληπιόν.

ἐγεννήθησαν 
 δὲ καὶ ἐν Περαίᾳ Κρόνῳ τρεῖς παῖδες, Κρόνος
ὁμώνυμος τῷ πατρὶ καὶ Ζεὺς Βῆλος καὶ Ἀπόλλων.
κατὰ τούτους γίνονται Πόντος καὶ Τυφὼν καὶ Νηρεὺς,
πατὴρ Πόντου.

ἀπὸ δὲ τοῦ Πόντου γίνεται
Σιδῶν, ἣ καθ’ ὑπερβολὴν εὐφωνίας πρώτη 
ὕμνον ᾠδῆς εὗρε, κα; Ποσειδῶν. τῷ δὲ Δημαροῦντι
γίνεται Μέλκαθρος, ὁ καὶ Ἡρακλῆς.

εἶτα πάλιν

 
Οὐρανὸς πολεμεῖ Πόντῳ, καὶ ἀποστὰς Δημαροῦντι
προστίθεται , ἔπεισί τε Πόντῳ ὁ Δημαροῦς, τροποῦταί
τε αὐτὸν ὁ Πόντος, ὁ δὲ Δημαροῦς φυγῆς θυσίαν
ηὔξατο.

ἔτει δὲ τριακοστῷ δευτέρῳ τῆς
 ἑαυτοῦ κρατήσεως καὶ βασιλείας ὁ Ἦλος, τοῦτ᾿ ἔστιν
ὁ Κρόνος, Οὐρανὸν τὸν πατέρα λοχήσας ἐν τόπῳ τινὶ 
μεσογείῳ καὶ λαβὼν ὑποχείριον ἐκτέμνει αὐτοῦ τὰ
αἰδοῖα, σύνεγγυς πηγῶν τε καὶ ποταμῶν. ἔνθα ἀφιερώθη
Οὐρανὸς, καὶ ἀπηρτίσθη αὐτοῦ τὸ πνεῦμα, καὶ 
 ἀπέσταξεν αὐτοῦ τὸ αἷμα τῶν αἰδοίων εἰς τὰς πηγὰς
καὶ τῶν ποταμῶν τὰ ὕδατα, καὶ μέχρι τούτου δείκνυται
τὸ χωρίον.”

Τοσαῦτα μὲν δὴ τὰ τοῦ Κρόνου, καὶ τοιαῦτά
γε τὰ σεμνὰ τοῦ παρ᾿ Ἕλλησι βοωμένου βίου τῶν
 ἐπὶ Κρόνου, οὓς καί φασι γεγονέναι πρῶτον χρύσεον 
τε γένος μερόπων ἀνθρώπων, τῆς μακαριζομένης
ἐκείνης τῶν παλαιῶν εὐδαιμονίας. πάλιν δὲ ὁ συγγραφεὺς
τούτοις μεθ᾿ ἕτερα ἐπιφέρει λέγων

“Ἀστάρτη δὲ ἡ μεγίστη καὶ Ζεὺς Δημαροῦς
 καὶ Ἄδωδος βασιλεὺς θεῶν ἐβασίλευον τῆς χώρας
Κρόνου γνώμῃ. ἡ δὲ Ἀστάρτη ἐπέθηκε τῇ ἰδίᾳ κεφαλῇ
βασιλείας παράσημον κεφαλὴν ταύρου· περινοστοῦσα
δὲ τὴν οἰκουμένην εὗρεν ἀεροπετῆ ἀστέρα,
ὃν καὶ ἀνελομένη ἐν Τύρῳ τῇ ἁγίᾳ νήσῳ ἀφιέρωσε.

τὴν δὲ Ἀστάρτην Φοίνικες τὴν Ἀφροδίτην εἶναι 
λέγουσι. καὶ ὁ Κρόνος δὲ περιιὼν τὴν οἰκουμένην
Ἀθηνᾷ τῇ ἑαυτοῦ θυγατρὶ δίδωσι τῆς Ἄττικῆς τὴν
βασιλείαν.

λοιμοῦ δὲ γενομένου καὶ φθορᾶς τὸν
ἑαυτοῦ μονογενῆ υἱὸν Κρόνος Οὐρανῷ τῷ πατρὶ ὁλο-
 καρποῖ, καὶ τὰ αἰδοῖα περιτέμνεται, ταυτὸν ποιῆσαι
καὶ τοὺς ἅμ᾿ αὐτῷ συμμάχους καταναγκάσας,

καὶ
μετ᾿ οὐ πολὺ ἕτερον αὐτοῦ παῖδα ἀπὸ ῾Ρέας ὀνομαζό-

 
μένον Μοὐθ ἀποθανόντα ἀφιεροῖ. Θάνατον δὲ
καὶ Πλούτωνα Φοίνικες ὀνομάζουσι.

καὶ ἐπὶ
τούτοις ὁ Κρόνος Βύβλον μὲν τὴν πόλιν θεᾷ Βααλτίδι,
τῇ καὶ Διώνῃ, δίδωσι, Βηρυτὸν δὲ Ποσειδῶνι
 καὶ Καβείροις Ἀγρόταις τε καὶ Ἁλιεῦσιν, οἱ καὶ τὰ 
τοῦ Πόντου λείψανα εἰς τὴν Βηρυτὸν ἀφιέρωσαν.

πρὸ δὲ τούτων θεὸς Ταυθὸς μιμησάμενος τῶν
συνόντων θεῶν ὄψεις, Κρόνου τε καὶ Δαγῶνος καὶ
τῶν λοιπῶν, διετύπωσεν τοὺς ἱεροὺς τῶν στοιχείων
χαρακτῆρας. ἐπενόησε δὲ καὶ τῷ Κρόνῳ παράσημα 
βασιλείας ὄμματα τέσσαρα ἐκ τῶν ἐμπροσθίων καὶ
ὀπισθίων μερῶν, * * * δύο δὲ ἡσυχῆ μύοντα, καὶ ἐπὶ
τῶν ὤμων πτερὰ τέσσαρα, δύο μὲν ὡς ἱπτάμενα, δύο
δὲ ὡς ὑφειμένα.

τὸ δὲ σύμβολον ἦν, ἐπειδὴ
Κρόνος κοιμώμενος ἔβλεπε, καὶ ἐγρηγορὼς ἐκοιμᾶτο · 
 καὶ ἐπὶ τῶν πτερῶν ὁμοίως, ὅτι ἀναπαυόμενος ἔπτατο
καὶ ἱπτάμενος ἀνεπαύετο. τοῖς δὲ λοιποῖς θεοῖς δύο
ἑκάστῳ πτερώματα ἐπὶ τῶν ὤμων, ὡς ὅτι δὴ συνίπτντο
τῷ Κρόνῳ. καὶ αὐτῷ δὲ πάλιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς
πτερὰ δύο, ἕν ἐπὶ τοῦ ἡγεμονικωτάτου νοῦ 
καὶ ἓν ἐπὶ τῆς αἰσθήσεως.

ἐλθὼν δὲ ὁ Κρόνος
εἰς νότου χώραν ἅπασαν τὴν Αἴγυπτον ἔδωκε θεῷ
Ταυθῷ, ὅπως βασίλειον αὐτῷ γένηται. ταῦτα δὲ
 (φησὶ) πρῶτοι πάντων ὑπεμνηματίσαντο οἶ ἑπτὰ
παῖδες Κάβειροι, καὶ ὁ ἴδιος αὐτῶν ἀδελφὸς 
Ἀσκληπιὸς, ὡς αὐτοῖς ἐνετείλατο θεὸς Ταυθός.

ταῦτα πάντα ὁ Θαβίων, ὃς πάμπρωτος τῶν ἀπ’
αἰῶνος γεγονότων Φοινίκων ἱεροφάντης ἀλληγορῄ
σας, τοῖς τοῖς τε φυσικοῖς καὶ κοσμικοῖς πάθεσιν
ξας, παρέδωκε τοῖς ὀργεῶσι καὶ τελετῶν κατάρχουσι 
προφήταις· οἱ δὲ τὸν τῦφον αὔξειν ἐκ παντὸς ἐπι-
νοοῦντες τοῖς αὐτῶν διαδόχοις παρέδοσαν καὶ τοῖς

 
ἐπεισάκτοις· ὣν εἶς ἦν καὶ Εἰσίριος τῶν τριῶν γραμέπεισάκτοις · 
εὑρετὴς, ἀδελφὸς Χνᾶ τοῦ πρώτου] μετονομασθέντος
Φοίνικος."

Εἶσ᾿ ἑξῆς αὖθις ἐπιλέγει 
 ‟ Οἱ δὲ Ἑλληνες εὐφυίᾳ πάντας ὑπερβαλλόμενοι
τὰ μὲν πρῶτα πλεῖστα ἐξιδιώσαντο, εἶτα καὶ τοῖς προκοσμήμασι
ποικίλως ἐξετραγῴδησαν, ταῖς τε τῶν μύθων
ἡδοναῖς θέλγειν ἐπινοοῦντες παντοίως ἐποίκιλλον.
ἔνθεν Ἡσίοδος οἵ τε κυκλικοὶ περιηχημένοι
 θεογονίας καὶ γιγαντομαχίας καὶ Τιτανομαχίας ἔπλασαν
ἰδίας καὶ ἐκτομὰς, οἷς συμπεριφερόμενοι ἐξενίκησαν
τὴν ἀλήθειαν.

σύντροφοι δὲ τοῖς ἐκείνων
πλάσμασιν αἱ ἀκοαὶ ἡμῶν γενόμεναι , καὶ προληφθεῖσαι 
πολλοῖς αἰῶσιν, ὡς παρακαταθήκην φυλάσσουσιν 
 ἣν παρεδέξαντο μυθοποιίαν, καθάπερ καὶ
ἀρχόμενος εἶπον, ἥτις συνεργηθεῖσα χρόνῳ δυσεξίτητον
αὐτῆς τὴν κατοχὴν εἴργασται, ὥστε τὴν μὲν
ἀλήθειαν δοκεῖν λῆρον , τὸ δὲ τῆς ἀφηγήσεως νόθον
ἀλήθειαν."

Ταῦτα ἀπὸ τῆς Σαγχουνιάθωνος προκείσθω
γραφῆς, ἑρμηνευθείσης μὲν ὑπὸ Φίλωνος τοῦ Βυβλίου,
δοκιμασθείσης δὲ ὡς ἀληθοῦς ὑπὸ τῆς Πορφυρίου
τοῦ φιλοσόφου μαρτυρίας. ὁ δ’ αὐτὸς ἐν τῷ b
περὶ Ἰουδαίων συγγράμματι ἔτι καὶ ταῦτα περὶ τοῦ
 Κρόνου γράφει

‟ Ταυθὸς, ὃν Αἰγύπτιοι Θωὺθ προσαγορεύουσι,
σοφίᾳ διενεγκὼν παρὰ τοῖς Φοίνιξι, πρῶτος τὰ
κατὰ τὴν θεοσέβειαν ἐκ τῆς τῶν χυδαίων ἀπειρίας
εἰς ἐπιστημονικὴν ἐμπειρίαν διέταξεν. ᾧ μετὰ γενεὰς
 πλείους θεὸς Σουρμουβηλὸς Θουρώ τε ἡ μετονομασθεῖσα
Εὔσαρθις ἀκολουθήσαντες κεκρυμμένην τοῦ

 
Ταυοῦ καὶ ἀλληγορίαις ἐπεσκιασμένην τὴν θεολογίαν
ἐφώτισαν. "

Καὶ μετὰ βραχέα φησίν 
 ‟Ἔθος ἔθος ἦν τοῖς παλαιοῖς ἐν ταῖς μεγάλαις συμφοραῖς
τῶν κινδύνων ἀντὶ τῆς πάντων φθορᾶς τὸ 
ἠγαπημένον τῶν τέκνων τοὺς κρατοῦντας ἢ πόλεως
ἢ ἔθνους εἰς σφαγὴν ἐπιδιδόναι, λύτρον τοῖς τιμωροῖς
δαίμοσι· κατεσφάττοντο δὲ οἱ διδόμενοι μυστικῶς.
Κρόνος τοίνυν, ὃν οἱ Φοίνικες Ἠλον προσαγορεύουσι,
βασιλεύων τῆς χώρας, καὶ ὕστερον μετὰ τὴν 
τοῦ βίου τελευτὴν εἰς τὸν τοῦ Κρόνου ἀστέρα καθιερωθεὶς
, ἐξ ἐπιχωρίας νύμφης Ἀνωβρὲτ λεγομένης
 υἱὸν ἔχων μονογενῆ, ὃν διὰ τοῦτο Ἰεδοὺδ ἐκάλουν,
τοῦ μονογενοῦς οὕτως ἔτι καὶ νῦν καλουμένου
παρὰ τοῖς Φοίνιξι) κινδύνων ἐκ πολέμου μεγίστων 
κατειληφότων τὴν χώραν, βασιλικῷ κοσμήσας σχήματι
τὸν υἱὸν βωμόν τε κατασκευάσας ἄσμενος κατέθυσεν. "

Ὁ δ’ αὐτὸς πάλιν περὶ τῶν Φοινίκων στοιχείων
ἐκ τῶν Σαγχουνιάθωνος μεταβαλὼν θέα ὁποῖά
φησι περὶ τῶν ἑρπυστικῶν καὶ ἰοβόλων θηρίων, ἃ 
δὴ χρῆσιν μὲν ἀγαθὴν ἀνθρώποις οὐδεμίαν συντελεῖ,
φθορὰν δὲ καὶ λύμην οἷς ἂν τὸν δυσαλθῆ καὶ χαλεπὸν
ἰὸν ἐγχρίμψειεν ἀπεργάζεται. γράφει δὲ καὶ
ταῦτα πρὸς λέξιν ὧδέ πως λέγων

‟ Τὴν μὲν οὖν τοῦ δράκοντος φύσιν καὶ τῶν 
 ὄφενω αὐτὸς ἐξεθείασεν ὁ Ταυθὸς, καὶ μετ’ αὐτὸν
αὖθις Φοίνικές τε καὶ Αἰγύπτιοι· πνευματικώτατον
γὰρ τὸ ζῷον πάντων τῶν ἑρπετῶν καὶ πυρῶδες ὑπ’
αὐτοῦ παρεδόθη· παρ’ ὃ καὶ τάχος ἀνυπέρβλητον
διὰ τοῦ πνεύματος παρίστησι , χωρὶς ποδῶν τε καὶ 
χειρῶν ἢ ἄλλου τινὸς τῶν ἔκτοσθεν, δι’ ὧν τὰ λοιπὰ
ζῷα τὰς κινήσεις ποιεῖται· καὶ ποικίλων σχημάτων

 
τύπους ἀποτελεῖ, καὶ κατὰ τὴν πορείαν ἑλικοειδεῖς
ἔχει τὰς ὁρμὰς ἐφ’ ὃ βούλεται τάχος.

καὶ πολυχρονιώτατον
δέ ἐστιν, οὐ μόνον τε ἐκδυόμενον τὸ
γήρας νεάζειν, ἀλλὰ καὶ αὔξησιν ἐπιδέχεσθαι μείξονα 
 πέφυκε· καὶ ἐπειδὰν τὸ ὡρισμένον μέτρον πληρώσῃ,
εἰς ἑαυτὸν ἀναλίσκεται , ὡς ἐν ταῖς ἱεραῖς ὁμοίως
αὐτὸς ὁ Ταυθὸς κατέταξε γραφαῖς. διὸ καὶ ἐν ἱεροῖς
τοῦτο τὸ ζῷον καὶ ἐν μυστηρίοις συμπαρείληπται.

εἴρηται δὲ ἡμῖν περὶ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπιγραφομένοις
 Ἐθωθιῶν ὑπομνήμασιν ἐπὶ πλέον· ἐν οἷς κατασκευάξεται
ὅτι ἀθάνατον εἴη, καὶ ὡς εἰς ἑαυτὸν ἀναλύεται,
ὥσπερ πρόκειται· οὐ γὰρ θνήσκει ἰδίῳ θανάτῳ,
εἰ μὴ βίᾳ τινὶ πληγὲν, τοῦτο τὸ ζῷον. Φοίνικες 
δὲ αὐτὸ ἀγαθὸν δαίμονα καλοῦσιν· ὁμοίως καὶ Αἰγύπτιοι
 κνὴφ ἐπονομάζουσι · προστιθέασι δὲ αὐτῷ
ἱέρακος κεφαλὴν, διὰ τὸ πρακτικὸν τοῦ ἱέρακος.

καί φησιν ὁ Ἐπήεις ἀλληγορῶν , (ὁ ὀνομασθεὶς
παρ’ αὐτοῖς μέγιστος ἱεροφάντης καὶ ἱερογραμματεὺς,
ὃν μετέφρασεν Ἄρειος Ἡρακλεοπολίτης) κατὰ λέξιν
 οὕτως · ῾ τὸ πρῶτον ὂν θειότατον ὄφις ἐστὶν ἱέρακος 
ἔχων μορφὴν, ἄγαν ἐπίχαρις· ὃς εἰ ἀναβλέψειε, φωτὸς 
τὸ πᾶν ἐπλήρου ἐν τῇ πρωτογόνῳ χώρᾳ αὐτοῦ·
εἰ δὲ καμμύσειε, σκότος ἐγίνετο,’

ἔμφασιν διδοὺς
ὁ Ἐπήεις ὅτι καὶ διάπυρόν ἐστι διὰ τοῦ φάναι
 ῾διηύγασε᾿ · φωτὸς γὰρ ἴδιόν ἐστι τὸ διαυγάσαι. παρὰ
Φοινίκων δὲ καὶ Φερεκύδης λαβὼν τὰς ἀφορμὰς
ἐθεολόγησε περὶ τοῦ πιρ᾿ αὐτῷ λεγομένου Ὀφίονος
θεοῦ καὶ τῶν Ὀφιονιδῶν , περὶ ὧν αὖθις λέξομεν.

ἔτι μὴν οἱ Αἰγύπτιοι ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐννοίας τὸν
 κόσμον γράφοντες περιφερῆ κύκλον ἀεροειδῆ καὶ πυρωπὸν
χαράσσουσι, καὶ μέσα τεταμένον ὄφιν ἱερακόμορφον ·
καὶ ἔστι τὸ πᾶν σχῆμα ὡς τὸ παρ’ ἡμῖν

 
 θῆτα · τὸν μὲν κύκλον κόσμον μηνύοντες , τὸν δὲ μέσον
ὄφιν συνεκτικὸν τούτου ἀγαθὸν δαίμονα σημαίνοντες.

καὶ Ζωροάστρης δὲ ὁ μάγος ἐν τῇ ἱερᾷ
συναγωγῇ τῶν Περσικῶν φησι κατὰ λέξιν ῾ ὁ δὲ θεός
ἐστι κεφαλὴν ἔχων ἱέρακος. οὗτός ἐστιν ὁ πρῶτος 
ἄφθαρτος, ἀίδιος, ἀγένητος, ἀμερὴς, ἀνομοιότατος,
ἡνίοχος παντὸς καλοῦ, ἀδωροδόκητος , ἀγαθῶν ἀγαθώτατος,
φρονίμων φρονιμώτατος · ἔστι δὲ καὶ πατὴρ
εὐνομίας καὶ δικαιοσύνης, αὐτοδίδακτος , φυσικὸς,
καὶ τέλειος, καὶ σοφὸς, καὶ ἱεροῦ φυσικοῦ μόνος εὑρετής.᾿ 
 τὰ δ’ αὐτὰ καὶ Ὀστάνης φησὶ περὶ αὐτοῦ ἐν
τῇ ἐπιγραφομένῃ Ὀκτατεύχῳ."

Πάντες δὲ τὰς ἀφορμὰς παρὰ Ταυθοῦ λαβόντες
ἐφυσιολόγησαν, ὥσπερ πρόκειται. καὶ τὰ μὲν πρῶτα
στοιχεῖα τὰ διὰ τῶν ὄφεων ναοὺς κατασκευασάμενοι 
ἐν ἀδύτοις ἀφιέρωσαν , καὶ τούτοις ἑορτὰς καὶ θυσίας
ἐπετέλουν καὶ ὄργια, θεοὺς τοὺς μεγίστους νομίξοντες
καὶ ἀρχηγοὺς τῶν ὅλων. τοσαῦτα καὶ περὶ
τῶν ὄφεων.

Ἀλλὰ γὰρ τὰ μὲν τῆς Φοινίκων θεολογίας 
τοῦτον περιέχει τὸν τρόπον· ἣν ἀμεταστρεπτὶ φεύγειν
καὶ τῆς τῶν παλαιόν φρενοβλαβείας τὴν ἴασιν
 μεταδιώκειν ὁ σωτήριος εὐαγγελίζεται λόγος.

ὅτι
δὲ μὴ μῦθοι ταῦτα καὶ ποιητῶν ἀναπλάσματα λανθάνουσάν
τινα ἐν ὑπονοίαις ἔχοντα θεωρίαν τυγχάνει, 
σοφῶν δὲ καὶ παλαιῶν, ὡς ἂν αὐτοὶ φαῖεν, θεολόγων
ἀληθεῖς μαρτυρίαι, τὰ καὶ ποιητῶν ἁπάντων καὶ λογογράφων
πρεσβύτερα περιέχουσαι, τό τε πιστὸν τῶν
λόγων ἐπαγόμεναι ἀπὸ τῆς εἰσέτι δεῦρο ἐν ταῖς κατὰ
Φοινίκην πόλεσί τε καὶ κώμαις κρατούσης τῶν θεῶν 
 προσηγορίας τε καὶ ἱστορίας , τῶν τε παρ’ ἑκάστοις
ἐπιτελουμένων μυστηρίων , δῆλον ἂν εἴη, ὡς μηκέτι

 
χρῆναι τούτων βιαίους ἀνιχνεύειν φυσιολογίας, σαφῆ
τὸν ἐξ αὐτῶν ἔλεγχον ἐπιφερομένων τῶν πραγμάτων.
τοιαύτη μὲν οὑν ἡ Φοινίκων θεολογία· ὥρα δὲ μεταβάντας
καὶ τὰ Αἰγυπτίων ἐπιθεωρῆσαι.

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. 
 Τὰ μὲν δὴ τῆς Φοινίκων θεολογίας τὸν προειρημένον
περιέχει τρόπον · ἣν ἀμεταστρεπτὶ φεύγειν καὶ
τῆς τῶν παλαιῶν φρενοβλαβείας τὴν ἴασιν μεταδιώκειν
 ὁ σωτήριος εὐαγγελίζεται λόγος.

ὅτι δὲ μὴ
μῦθοι ταῦτα καὶ ποιητῶν ἀναπλάσματα λανθάνουσάν
τινα ἐν ὑπονοίαις ἔχοντα θεωρίαν τυγχάνει, σοφῶν
δὲ καὶ παλαιῶν , ὡς ἂν αὐτοὶ φαῖεν , θεολόγων 
ἀληθεῖς μαρτυρίαι, τὰ καὶ ποιητῶν ἁπάντων καὶ λογογράφων
 πρεσβύτερα περιέχουσαι, τό τε πιστὸν τῶν
λόγων ἐπαγόμεναι ἀπὸ τῆς εἰσέτι δεῦρο ἐν ταῖς κατὰ
Φοινίκην πόλεσί τε καὶ κώμαις κρατούσης τῶν θεῶν
προσηγορίας τε καὶ ἱστορίας, τῶν τε παρ’ ἑκάστοις
ἐπιτελουμένων μυστηρίων, δῆλον ἂν εἴη ἀπό τε τῆς
 τῶν λοιπῶν συγγραφέων καὶ δὴ καὶ τῶν νομιφομένων
θεολόγων ὁμολογίας , δι’ ἧς ἐμαρτύρησαν τοὺς
παλαιοὺς καὶ πρώτους τὰ περὶ θεῶν συστησαμένους 
μηδὲν εἰς φυσικὰς ἀναφέρειν τροπολογίας, μηδ’ ἀλληγορεῖν
τοὺς περὶ θεῶν μύθους, ἐπὶ μόνης δὲ τῆς
 λέξεως φυλάττειν τὰς ἱστορίας.

ταῦτα γὰρ αἶ προπαρατεθεῖσαι
τῶν εἰρημένων ἐδήλουν φωναὶ, ὡς μηκέτι
χρῆναι τούτων βιαίους ἀνιχνεύειν φυσιολογίας,
σαφῆ τὸν ἐξ αὐτῶν ἔλεγχον ἐπιφερομένων τῶν πραγμάτων.

Τοιαύτη μὲν οὖν ἡ Φοινίκων θεολογία.
ὥρα δὲ μεταβάντας καὶ τὰ Αἰγυπτίων ἐπιθεωρῆσαι,
 εἰς τὸ κατανοῆσαι ἀκριβῶς καὶ συνιδεῖν ἐξητασμένως
εἰ μὴ κεκριμένη καὶ εὔλογος συνέστηκεν ἡμῖν ἡ
ἐξ αὐτῶν ἀναχώρησις, οὐδ’ ἄλλως ἢ διὰ μόνης τῆς 
εὐαγγελικὴς ἀποδείξεως , πρώτιστα πάντων αὐτοῖς
Αἰγυπτίοις, εἶτα δὲ καὶ τοῖς τὰ ἴσα φρονοῦσιν αὐτοῖς
κατορθουμένη.

πᾶσαν μὲν οὑν τὴν Αἰγυπτιακὴν
ἱστορίαν εἰς πλάτος τῆς Ἑλλήνων μετείληφε φωνῆς
ἰδίως τε τὰ περὶ τῆς κατ’ αὐτοὺς θεολογίας Μανεθῶς 
ὁ Αἰγύπτιος ἔν τε ᾗ ἔγραψεν ἱερᾷ βίβλῳ καὶ
 ἐν ἑτέροις αὐτοῦ συγγράμμασι.

πλὴν ἀλλὰ καὶ
Διόδωρος ὁ πρόσθεν ἡμῖν μνημονευθεὶς, ἐκ πλειόνων
τὰς ἱστορίας ἀναλεξάμενος καὶ ὡς ἔνι μάλιστα
 τὰ παρ’ ἑκάστοις ἔθνεσιν ἀπηκριβωκὼς , ἐπιφανὴς 
ἀνὴρ καὶ δόξαν οὐ μικρὰν παιδείας παρὰ πᾶσι τοῖς
φιλολόγοις κτησάμενος , καὶ δὴ καὶ πᾶσαν τὴν παλαιὰν
συναγαγὼν ἱστορίαν, συνάψας τε τὰ πρῶτα
τοῖς ἑξῆς πράγμασι, τὴν καταρχὴν τῆς ὅλης ἐποιήσατο
πραγματείας ἀπὸ τῆς κατ’ Αἰγυπτίους θεολογίας · 
ἀφ’ ἧς ἡγοῦμαι κρεῖττον εἶναι ποιήσασθαι τὴν
τῶν προκειμένων παράθεσιν , ὡς ἂν μᾶλλον οὔσης
γνωριμωτέρας τοῖς Ἕλλησι τῆς τούτου γραφῆς. ἱστορεῖ
δ’ οὖν ταῦτα πρὸς λέξιν

‘‘Φασὶ τοίνυν Αἰγύπτιοι κατὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς 
τῶν ὅλων γένεσιν πρώτους ἀνθρώπους γενέσθαι
κατὰ τὴν Αἴγυπτον διά τε τὴν εὐκρασίαν τῆς χώρας
 καὶ διὰ τὴν φύσιν τοῦ Νείλου. τοῦτον γὰρ πολύγονον
ὄντα καὶ τὰς τροφὰς αὐτοφυεῖς παρεχόμενον
ῥᾳδίως ἐκτρέφειν τὰ ζωογονηθέντα. —

τοὺς δὲ 
 

 
θεοὺς ἀνθρώπους μὲν ὑπάρξαι θνητοὺς, διὰ δὲ σύνεσιν
καὶ κοινὴν ἀνθρώπων εὐεργεσίαν τυχεῖν τῆς
ἀθανασίας, ὧν ἐνίους καὶ βασιλεῖς γενέσθαι. μεθερμηνευομένων
δὲ αὐτῶν τινὰς μὲν ὁμωνύμους ὐπάρχειν
 τοῖς οὐρανίοις, τινὰς δὲ ἰδίαν ἐσχηκέναι προσηγορίαν,
Ἥλιον τε καὶ Κρόνον Κρόνον ἔτι δὲ καὶ
Δία τὸν ὑπό τινων Ἄμμωνα προσαγορευόμενον, πρὸς 
δὲ τούτοις Ἥραν καὶ Ἥφαιστον , ἔτι δὲ Ἑστίαν, καὶ
τελευταῖον Ἑρμῆν.

καὶ πρῶτον μὲν Ἥλιον βασιλεῦσαι
 τῶν κατ’ Αἴγυπτον , ὁμώνυμον ὄντα τῷ κατ’
οὐρανὸν ἄστρῳ. ἔνιοι δὲ τῶν ἱερέων φασὶ πρῶτον
Ἥφαιστον βασιλεῦσαι, πυρὸς εὑρετὴν γενόμενον.

μετὰ δὲ ταῦτα τὸν Κρόνον ἄρξαι, καὶ γήμαντα
τὴν ἀδελφὴν Ῥέαν γεννῆσαι κατὰ μὲν τινὰς τὸν Ὄσιριν
 καὶ τὴν Ἰσιν, κατὰ δὲ τοὺς πλείστους Δία τε καὶ
Ἥραν , οὓς δι’ ἀρετὴν βασιλεῦσαι τοῦ σύμπαντος
κόσμου.

ἐκ δὲ τούτων γενέσθαι πέντε θεοὺς, 
Ὄσιριν καὶ Ἴσιν καὶ Τυφῶνα, Ἀπόλλωνά τε καὶ
Ἀφροδίτην. καὶ τὸν μὲν Ὄσιριν εἶναι τὸν Διόνυσον,
 τὴν δὲ Ἴσιν τὴν Δήμητρα. ταύτην δὲ γήμαντα τὸν
Ὄσιριν καὶ τὴν βασιλείαν διαδεξάμενον πολλὰ πρᾶξαι
πρὸς εὐεργεσίαν τοῦ κοινοῦ ·

κτίσαι τε πόλιν ἐν
τῇ Θηβαίδι ἑκατόμπυλον , ἣν τινὰς μὲν Δῖός πόλιν,
ἐνίους δὲ Θήβας προσειπεῖν. — ἱδρύσασθαι δὲ καὶ
 ἱερὸν τῶν γονέων, Δῖός τε καὶ Ἥρας, καὶ τῶν ἄλλων
δὲ θεῶν ναοὺς χρυσοῦς, ὧν ἑκάστῳ τιμὰς ἀπονεῖμαι,
καὶ καταστῆσαι τοὺς ἐπιμελομένους ἱερεῖς·

εὑρετὴν
δὲ γενέσθαι τὸν Ὄσιριν τῆς ἀμπέλου, πρῶτόν τε
ψιλῷ χρήσασθαι, καὶ διδάξαι τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους
 τὴν γεωργίαν.

τιμᾶσθαι δὲ ὑπ’ αὐτοῦ μάλιστα 
πάντων τὸν Ἑρμῆν διαφόρῳ φύσει κεχορηγημένον
πρὸς ἐπίνοιαν τῶν δυναμένων ὠφελῆσαι τὸν κοινὸν

 
βίον. — εὑρετήν τε γὰρ αὐτὸν γενέσθαι τῶν γραμμάτων
καὶ θυσίας θεῶν διατάξασθαι, λύραν τε εὑρεῖν,
καὶ τοὺς Ἕλληνας διδάξαι τὴν περὶ τούτων ἑρμηνείαν·
ἀφ᾿ οὗπερ αὐτὸν Ἑρμῆν ὀνομασθῆναι.

τοῦτον δὲ καὶ τῆς ἐλαίας τὸ φυτὸν εὑρεῖν. τὸν δὲ 
Ὄσιριν ἐπελθόντα πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐπὶ μὲν
 Φοινίκης καταστῆσαι Βούσιριν, κατὰ δὲ τὴν Αἰθιοπίαν
καὶ Λιβύην Ἀνταῖον. αὐτὸν δὲ ἐπιστρατεῦσαι
μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος, ὅν φασιν εὑρετὴν
τοῦ φυτοῦ τῆς δάφνης γενέσθαι.

συστρατεῦτσαι 
δὲ τῷ Ὀσίριδι τοὺς δύο υἱοὺς, Ἄνουβίν τε
καὶ Μακεδόνα, παραλαβεῖν δὲ καὶ τὸν Πᾶνα διαφερόντως
ὑπ᾿ Αἰγυπτίων τιμώμενον, οὗ καὶ ἐπώνυμον
εἶναι τὴν Πανὸς πόλιν. ὄντι δὲ αὐτῷ περὶ τὴν Ταφόσιριν
ἀχθῆναι τὸ τῶν Σατύρων γένος.

φιλό- 
 μουσον δὲ ὄντα περιάγειν πλῆθος μουσουργῶν , ἐν
 οἷς παρθένους ἐννέα δυναμένας ᾄδειν καὶ τἄλλα πεπαιδευμένας,
τὰς παρὰ τοῖς Ἕλλησιν ὀνομαζομένας
Μούσας , ὧν ἡγεῖσθαι τὸν Ἀπόλλωνα.

παντὸς
δὲ ἔθνους ὡς θεὸν ἀποδ ἐχομένου τὸν Ὄσιριν διὰ τὰς 
εὐεργεσίας πανταχοῦ μνημεῖα ἑαυτοῦ καταλιπεῖν,

κτίσαι δὲ καὶ πόλεις οὐκ ὀλίγας ἐν Ἰνδοῖς.

ἐπελθεῖν δὲ καὶ τὰ ἄλλα τὰ κατὰ τὴν Φρυγίαν
ἔθνη, καὶ περαιωθῆναι κατὰ τὸν Ἑλλήσποντον εἰς
τὴν Εὐρώπην. καὶ Μακεδόνα μὲν τὸν υἱὸν ἀπολι- 
 πεῖν βασιλέα τῆς Μακεδονίας, Τριπτολέμῳ δὲ ἐπιτρέψαι
τὰς κατὰ τὴν Ἀττικὴν γεωργίας.

καὶ μετὰ
ταῦτα ἐξ ἀνθρώπων εἰς θεοὺς μεταστάντα τυχεῖν
ὑπὸ Ἴσιδος καὶ Ἑρμοῦ ἱερόν καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἐπιφανεστάτων
ἐν θεοῖς τιμῶν. τούτους δὲ καὶ τελετὰς 
καταδεῖξαι καὶ πολλὰ περὶ αὐτοῦ μυστικῶς εἰσηγήσασθαι.

ἀναιρεθῆναι δὲ αὐτὸν ὑπὸ Τυφῶ-

 
νος τοῦ ἀδελφοῦ , πονηροῦ καὶ ἀσεβοῦς ὄντος ’ ὃν
διελόντα τὸ σῶμα τοῦ φονευθέντος εἰς ἓξ καὶ εἴ-·
κοσι μέρη δοῦναι τῶν συνεπιτιθεμένων ἑκάστῳ με-
ρίδα, βουλόμενον ἅπαντας μετασχεῖν τοῦ μύσους.

τὴν δὲ Ἴσιν ἀδελφὴν οὖσαν Ὀσίριδος καὶ γυναῖκα
μετελθεῖν τὸν φόνον, συναγωνιζομένου τοῦ παιδὸς
αὐτῆς Ὤρου. ἀνελοῦσαν δὲ τὸν Τυφῶνα καὶ τοὺς
συμπράξαντας παρὰ τὴν νῦν Ἀνταίου κώμην καλου- 
μένην βασιι’-εῦσαι τῆς Αἰγόπτου.

εὑροῦσαν δὲ
 πάντα τὰ μέρη τοῦ σώματος πλὴν τῶν αἰδοίων τοῦ
Ὀσίριδος ἑκάστῳ μέρει περιπλάσαι λέγουσιν αὐτὴν
τύπον ἀνθρωποειδῆ , παραπλήσιον Ὀσίριδι τὸ μέγε-
μέγεθός ^ ἐξ ἀρωμάτων καὶ κηροῦ, καὶ παραδοῦναι τοῖς
ἱερεῦσι καθ’ ὅλης τῆς Αἰγύπτου τιμὰν. καθιερῶσαι
 δὲ καὶ τῶν γινομένων παρ’ αὐτοῖς ζῴων ἓν ὁποῖον
ἂν βουληθῶσιν.

τοὺς δὲ ταύρους τοὺς ἱεροὺς
τόν τε ὀνομαζόμενον Ἄπιν καὶ τὸν Μνεῦιν Ὀσίριδι 
καθιερωθῆναι, καὶ τούτους σέβεσθαι καθάπερ θεοὺς
κοινῆ̣ καταδειχθῆναι πᾶσιν Αἰγυπτίοις. ταῦτα γὰρ
 τοῖς εὑροῦσι τὸν τοῦ σίτου καρπὸν συνεργῆσαι πρὸς
τὸν σπόρον καὶ τὰς κοινὰς γεωργίας.

ὀμόσαι δὲ
τὴν Ἴσιν μηδενὸς ἀνδρὸς ἔτι συνουσίαν προσδἐξα-
προσδέξασθαι μεταστᾶσαν δὲ καὶ αὐτὴν ἐξ ἀνθρώπων τυ-
χεῖν ἀθανάτων τιμῶν καὶ ταφῆναι κατὰ τὴν Μέμ-
 φιν.

τὰ μὲν οὖν ἀνευρεθέντα τοὐ Ὀσίριδος μέρη 
ταφῆς ἀξιωθῆναί φασι τὸν εἰρημένον τρόπον· τὸ δὲ
αἰδοῖον ὑπὸ μὲν Τυφῶνος εἰς τὸν ποταμὸν ῥιφῆναι
λέγουσιν, ὑπὸ δὲ τῆςΊσιδος οὐδὲν ἧττον τῶν ἄλλων
ἀξιωθῆναι τιμῶν ἰσοθέων.

ἔν τε γὰρ τοῖς ἱεροῖς
 εἴδωλον αὐτοῦ κατασκευάσασαν τιμὰς καταδεῖξαι καὶ
τελετὰς καὶ τὰς θυσίας τὰς τῷ θεῷ τούτῳ γινομένας
ἐντιμοτάτας ποιῆσαι. διὸ καὶ τοὺς Ἓλληνας ἐξ Αἰ-

 
γύπτου παρειληφότας τὰ περὶ τοὺς ὀργιασμοὺς καὶ
 τὰς Διονυσιακὰς ἑορτὰς τιμᾶν τοῦτο τὸ μόριον ἐν
τοῖς μυστηρίοις καὶ ταῖς τοῦ θεοῦ τούτου τελεταῖς
τε καὶ θυσίαις, ὀνομάζοντας αὐτὸ φαλλόν.

τοὺς
δὲ λέγοντας ἐν Θήβαις ταῖς Βοιωτικαῖς γεγονέναι τὸν 
θεὸν ἐκ Σεμέλης καὶ Δῖός σχεδιάζειν. Ὀρφέα γὰρ
εἰς Αἴγυπτον παραβαλόντα καὶ μετασχόντα τῆς τελετῆς
καὶ τῶν Διονυσιακῶν μυστηρίων μεταλαβεῖν,
τοῖς τε Καδμείοις φίλον ὄντα καὶ τετιμημένον ὑπ’
αὐτῶν μεταθεῖναι τοῦ θεοῦ τὴν γένεσιν ἐκείνοις χαριξόμενον 
, τοὺς δὲ ὄχλους τὰ μὲν διὰ τὴν ἄγνοιαν,
τὰ δὲ διὰ τὸ βούλεσθαι τὸν θεὸν Ἕλληνα ὀναμάξεσθαι,
προσδέξασθαι προσηνῶς τὰς τελετὰς καὶ
τὰ μυστήρια.

ἀφορμὰς δὲ ἔχειν τὸν Ὀρφέα
πρὸς τὴν μετάθεσιν τῆς τοῦ θεοῦ γενέσεως καὶ τελετῆς 
τοιαύτας· Κάδμον ἐκ Θηβῶν ὄντα τῶν Αἰγυπτίων
 γεννῆσαι σὺν ἄλλοις τέκνοις καὶ Σεμέλην · ταύτην
δὲ ὑφ’ ὅτου δήποτε φθαρεῖσαν ἔγκυον γενέσθαι,
καὶ τεκεῖν ἑπτὰ μηνῶν διελθόντων βρέφος οἷόν περ
οἱ κατ’ Αἴγυπτον τὸν Ὄσιριν γεγονέναι νομίζουσι ·

τὸν δὲ Κάδμον τελευτῆσαν τὸ βρέφος χρυσῶσαι,
καὶ τὰς καθηκούσας αὐτῷ ποιήσασθαι θυσίας, ἀνάψαι
δὲ καὶ τὴν γένεσιν εἰς Δία, σεμνύνοντα τὸν Ὄσιριν,
καὶ τῆς φθαρείσης τὴν διαβολὴν ἀφαιρούμενον.
διὸ καὶ παρὰ τοῖς Ἕλλησιν ἐκδοθῆναι λόγον ὡς ἡ 
Κάδμου θυγάτηρ Σεμέλη τέτοκεν ἐκ Δῖός Ὄσιριν.

ἔπειτα παρελθόντων τῶν μυθογράφων ἐμπλῆσαι
τὸ θέατρον , καὶ τοῖς ἐπιγινομένοις ἰσχυρὰν πίστιν
καὶ ἀμετάθετον γενέσθαι. καθόλου δέ φασι τοὺς
Ἔλληνας ἐξιδιάξεσθαι τοὺς ἐπιφανεστάτους Αἰγυπτίων 
ἥρωάς τε καὶ θεούς.

καὶ γὰρ Ἡρακλέα τὸ γένος
Αἰγύπτιον ὄντα δι’ ἀνδρείαν ἐπελθεῖν πολλὴν τῆς

 
οἰκουμένης. ἐξοικειοῦσθαι δὲ αὐτὸν τοὺς ,
καὶ μὴν ἕτερον ὄντα τοῦ ἐξ Ἀλκμήνης παρ’ Ἕλλησιν
ὕστερόν ποτε γενομένου.

φασὶ δὲ καὶ τὸν Περσέα
γενέσθαι κατὰ τὴν Αἴγυπτον, καὶ τῆς Ἴσιδος τὴν
 γένεσιν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων εἰς Ἀργὸς μεταφέρεσθαι. 
μυθολογούντων αὐτὴν εἶναι Ἰὼ, τὴν εἰς βοὸς τύπον
μεταμορφωθεῖσαν. τὴν αὐτὴν δὲ τοὺς μὲν Ἴσιν, τοὺς
δὲ Δήμητρα, τοὺς δὲ Θεσμοφόρον, ἄλλους δὲ Σελήνην,
καὶ ἄλλους Ἥραν νομίζειν.

τὸν Ὄσιριν
 τοὺς μὲν Σάραπιν, τοὺς δὲ Διόνυσον, τοὺς δὲ Πλούτωνα
, τοὺς δὲ Ἄμμωνα , τοὺς δὲ Δία , ἑτέρους δὲ
Πάνα νομίζειν.

εὑρετὴν δὲ γενέσθαι τὴν Ἰσίν
φασι φαρμάκων πολλῶν καὶ ἰατρικῆς ἐπιστήμης· εὑρεῖν 
δὲ καὶ τὸ τῆς ἀθανασίας φάρμακον , δι’ οὗ τὸν
 υἱὸν Ὦρον ὑπὸ τῶν Τιτάνων ἐπιβουλευθέντα, καὶ
νεκρὸν εὑρεθέντα καθ’ ὕδατος, μὴ μόνον ἀναστῆσαι
δοῦσαν τὴν ψυχὴν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀθανασίας ποιῆσαι
μεταλαβεῖν.

τὸν δὲ Ὦρον ὕστατον ὄντα τῶν
θεῶν βασιλεῦσαι τῆς Αἰγύπτου. μεθερμηνευόμενον
 δέ φασιν αὐτὸν εἶναι τὸν Ἀπόλλωνα , τήν τε ἰατρικὴν
καὶ μαντικὴν ὑπὸ τῆς μητρὸς Ἴσιδος διδαχθέντα
διὰ τῶν χρησμῶν καὶ θεραπειᾶ ν εὐεργετεῖν.

συμφωνεῖται
δὲ παρὰ τοῖς πλείστοις ὅτι τοῖς περὶ τὸν
Δία καὶ τὸν Ὄσιριν θεοῖς κατὰ τὴν Ἴσιδος ἡλικίαν
 μεγαλόσωμοί τινες γίγαντες ἐπὶ τὸ τερατῶδες κοσμούμενοι
πόλεμον ἤγειραν. νομοθετήσαι δὲ τοὺς
Αἰγυπτίους γαμεῖν ἀδελφὰς, διὰ τὸ τὴν Ἶσιν τῷ Οσίριδι 
ἀδελφῷ ὄντι αὐτῆς γαμηθῆναι. ‟

Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτων ἱστοροῦσι. περὶ
 δὲ τῶν ἀφιερωμένων ζῴων κατ’ Αἴγυπτον τοιοῦτός
τις παρ’ αὐτοῖς κατέχει λόγος 

 
 ‘‘Τινὲς μέν φασι τοὺς ἐξ ἀρχῆς γενομένους θεοὺς,
ὀλίγους ὄντας καὶ κατισχυομένους ὑπὸ τοῦ πλήθους
καὶ τῆς ἀσεβείας τῶν γηγενῶν ἀνθρώπων, ὁμοιωθῆναί
τισιν ἀλόγοις ζῴοις, καὶ οὕτως διαφυγεῖν · ἔπειτα
χάριν ἀποδιδόντας τῆς σωτηρίας ἀφιερῶσαι τὰς φύσεις 
 σεῖς αὐτῶν τῶν ζῴων, οἷς ἀφωμοιώθησαν.

οἶ δέ
φασιν ἐν ταῖς πρὸς τοὺς πολεμίους συμβολαῖς κατασκευάσαντας
εἰκόνας τῶν ζῴων ἃ νῦν τιμῶσι, φορεῖν
ταύτας τοὺς ἡγεμόνας ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, καὶ
τοῦτο γνώρισμα τῆς ἀρχῆς ἔχειν · ἐν δὲ ταῖς κατὰ 
τῶν ἐχθρῶν νίκαις, ὡς ἂν αἴτια τὰ φῷα γενόμενα,
ὧν τὰς εἰκόνας ἔφερον, ἀποθεῶσαι.

ἕτεροι δὲ
τρίτην αἰτίαν φέρουσι, τῆς χρείας ἕνεκα τῶν ζῴων
φάσκοντες αὐτὰ τετιμῆσθαι. τὴν μὲν γὰρ θήλειαν
 βοῦν τίκτειν καὶ ἀροῦν, τὰ δὲ πρόβατα τίκτειν καὶ 
σκέπην παρέχειν καὶ τὴν διὰ τοῦ γάλακτος καὶ τοῦ
τυροῦ τροφὴν , τὸν δὲ κύνα συνθηρεύειν ἀνθρώποις
καὶ φυλακτικὸν εἶναι· διόπερ τὸν θεὸν τὸν παρ’ αὐτοῖς
καλούμενον Ἄνουβιν κυνὸς ἔχειν κεφαλήν· ἐμφαίνοντες
ὅτι σωματοφύλαξ ἦν τῶν περὶ τὸν Ὄσιριν 
καὶ τὴν Ἰσιν.

ἔνιοι δέ φασι Ἰσιδος προηγουμένους
τοὺς κύνας καθ’ ὃν καιρὸν ἐζήτει τὸν Ὄσιριν
τά τε θηρία καὶ τοὺς ἀπαντῶντας ἀπείργειν.

καὶ
 τὸν μὲν αἴλουρον πρὸς τὰς ἀσπίδας εὔθετον ὑπάρχειν
 καὶ τὰ ἄλλα δακετὰ τῶν ἑρπετῶν, τὸν δὲ ἰχνεύμονα 
τὰ τῶν κροκοδείλων ᾠὰ συντρίβειν, ἀναιρεῖν
τε τοὺς κροκοδείλους πηλῷ κυλιόμενον καὶ ἐπιπηδῶντα
κεχηνόσι τοῖς στόμασι, διαφαγόντα τε αὐτῶν
τὰ ἐντὸς τῆς κοιλίας νεκροὺς ἀπεργάζεσθαι.

τῶν
δὲ ὀρνέων τὴν μὲν ἶβιν χρησίμην ὑπάρχειν πρός τε 
 

 
τοὺς ὄφεις καὶ τὰς ἀκρίδας καὶ τὰς κάμπας, τὸν δὲ
ἱέρακα πρὸς τοὺς σκορπίους καὶ κεράστας, καὶ τὰ
μικρὰ τῶν δακετῶν θηρίων, καὶ διὰ τὸ συμβάλλεσθαι
ταῖς μαντείαις· τὸν δ’ ἀετὸν διὰ τὸ βασιλικὸν
 εἶναι.

τὸν δὲ τράγον φασὶν ἀποτεθεῶσθαι, καθάπερ
καὶ τοῖς Ἕλλησι τὸν Πρίαπον, διὰ τὸ γεννητικὸν
μόριον· τὸ μὲν γὰρ ζῷον εἶναι τοῦτο κατωφερέστατον
πρὸς τὰς συνουσίας, τὸ δὲ μόριον τοῦ σώματος
τὸ τῆς γενέσεως αἴτιον τιμᾶσθαι προσηκόντως
 ὡς ἂν ἀρχέγονον τῆς τῶν ζῴων φύσεως. καθόλου δὲ 
τὸ αἰδοῖον οὐ τοὺς Αἰγυπτίους μόνον , ἀλλὰ καὶ τῶν
ἄλλων οὐκ ὀλίγους καθιερωκέναι κατὰ τὰς τελετὰς,
ὡς αἴτιον τῆς τῶν ζῴων γενέσεως·

τούς τε ἱερεῖς
τοὺς παραλαβόντας τὰς πατρικὰς ἱερωσύνας κατ’
 Αἴγυπτον τούτῳ τῷ θεῷ μυεῖσθαι. καὶ τοὺς Πᾶνας
δὲ καὶ τοὺς Σατύρους φασὶν ἕνεκα τῆς αὐτῆς αἰτίας
τιμᾶσθαι παρὰ ἀνθρώποις· διὸ καὶ τὰς εἰκόνας αὐτῶν 
ἀνατιθέναι τοὺς πλείστους ἐν τοῖς ἱεροῖς ἐντεταμένας
καὶ τῇ τοῦ τράγου φύσει παραπλησίας · τὸ
 γάρ τοι ζῷον τοῦτο παραδίδοσθαι πρὸς τὰς συνου-
σίας ὑπάρχειν ἐνεργότατον.

τοὺς δὲ ταύρους
τοὺς ἱεροὺς τὸν Ἄπιν καὶ τὸν Μνεῦιν τιμᾶσθαι παραπλησίως
τοῖς θεοῖς , ἅμα μὲν διὰ τὴν γεωργίαν,
ἅμα δὲ καὶ διὰ τὸ τὴν εὕρεσιν τῶν καρπῶν αὐτοῖς
 ἀνατιθέναι.

τοὺς δὲ λύκους τιμᾶσθαι διὰ τὴν
πρὸς τοὺς κύνας τῆς φύσεως ὁμοιότητα καὶ ἐπεὶ τὸ
παλαιὸν , φασὶ, τῆς Ἴσιδος μετὰ τοῦ παιδὸς Ὤρου
μελλούσης διαγωνίζεσθαι πρὸς Τυφῶνα, παραγενέσθαι
βοηθὸν ἐξ Ἅιδου τὸν Ὄσιριν τῷ τέκνῳ καὶ τῇ
 γυναικὶ, λύκῳ τὴν ὄψιν ὁμοιωθέντα.

ἕτεροι δὲ λέγουσιν
Αἰθίοπας στρατεύσαντας ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον
ὑπὸ πλήθους λύκων διωχθῆναι· διὸ καὶ Λυκοπολί

 
τὴν κληθῆναι τὴν χώραν. τὸν δὲ κροκόδειλον σέβεσθαί
φασι διὰ τὸ μὴ τολμᾶν διανήχεσθαι τὸν Νεῖλον
τοὺς ἀπὸ τῆς Ἀραβίας καὶ Λιβύης λῃστὰς τόν κροκοδείλων
χάριν.

φασὶ δέ τινα τῶν παρ’ αὐτοῖς
 βασιλέων διωκόμενον ὑπὸ τῶν ἰδίων κυνῶν καταφυγεῖν 
εἰς τὴν λίμνην, ἔπειτα ὑπὸ κροκοδείλου παραδόξως
ἀναληφθέντα εἰς τὸ πέραν ἀπενεχθῆναι.

αἰτίας δὲ καὶ ἄλλας φασί τινες τῆς τῶν ἀλόγων
ζῴων τιμῆς. τοῦ γὰρ πλήθους τὸ παλαιὸν ἀφισταμένου
τῶν βασιλέων, καὶ συμφρονοῦντος εἰς τὸ μηκέτι 
βασιλεύεσθαι, ἐπινοῆσαί τινα διάφορα σεβάσματα
αὐτοῖς τῶν ζῴων παρασχεῖν , ὅπως ἑκάστων τὸ μὲν
παρ’ αὐτοῖς τιμώμενον σεβομένων, τοῦ δὲ παρὰ τοῖς
ἄλλοις ἀφιερωμένου καταφρονούντων, μηδέποτε ὁμονοῆσαι
δύνωνται πάντες οἶ κατ’ Αἴγυπτον. —

ὅταν 
δὲ ἀποθάνῃ τι τῶν εἰρημένων ζῴων , σινδόνι καλύψαντες
καὶ μετ’ οἰμωγῆς τὰ στήθη καταπληξάμενοι
 ἐν ἱεραῖς θήκαις θάπτουσιν. ὃς δ’ ἄν τι τούτων τῶν
ζῴων ἑκὼν διαφθείρῃ, θανάτῳ περιπίπτει, πλὴν ἐὰν
αἴλουρον ἢ τὴν ἶβιν ἀποκτείνῃ ’ ταῦτα δὲ ἐάν τε ἑκὼν 
ἐάν τε ἄκων ἀποκτείνῃ τις, πάντως θανάτῳ περιπίπτει.
—

ἀλλὰ μὴν καὶ καθ’ ἣν ἂν οἰκίαν εὑρεθῇ
κύων τετελευτηκὼς , ξυρῶνται πάντες ὅλον τὸ
σῶμα καὶ ποιοῦνται πένθος · κἂν οἶνος, ἢ σῖτος, ἤ τι
τῶν πρὸς τὸν βίον ἀναγκαίων τύχῃ κείμενον ἐν τῷ 
οἴκῳ , οὐκ ἂν ἔτι χρήσασθαι αὐτοῖς ὑπομείνειαν.

τρέφουσι δὲ τὸν Ἄπιν ἐν Μέμφει, καὶ τὸν Μνεῦιν
ἐν Ἡλίου πόλει, καὶ τὸν τράγον ἐν Μένδητι, καὶ τὸν
κροκόδειλον ἐν τῇ Μοιρίδος λίμνῃ, καὶ τὰ λοιπὰ θηρία
 ἐν ἱεροῖς περιβόλοις, σεμίδαλιν προσφέροντες, ἢ 
χόνδρον ἕψοντες ἐν γάλακτι, καὶ πέμματα παντοδαπὰ
μέλιτι φύροντες καὶ κρέα χήνεια τὰ μὲν ἕψοντες, τὰ

 
δὲ ὀπτῶντες.

τοῖς δε ὠμοφάγοις πολλὰ τῶν
ὀρνέων παραβάλλουσι, καὶ θηλείας ἑκάστῳ τῶν ζῴων
τὰς εὐειδεστάτας συντρέφουσιν, ἃς παλλακίδας προσαγορεύουσιν.

ὅταν δὲ ὁ Ἆπις τελευτήσας ταφῇ 
 μεγαλοπρεπῶς, ζητοῦσιν ἕτερον ὅμοιον· ὅταν δὲ εὑρεθῇ,
τὰ μὲν πλήθη τοῦ πένθους ἀπολύεται, ἄγεται
δὲ ὁ μόσχος πρῶτον εἰς Νείλου πόλιν. καὶ τότε μόνον
σἱ γυναῖκες αὐτὸν ὁρῶσι κατὰ πρόσωπον ἱστάμεναι,
καὶ δεικνύουσιν ἀνασυράμεναι τὰ ἑαυτῶν γεννητικὰ
 μόρια, τὸν δὲ ἕτερον χρόνον ἅπαντα κεκωλυμένον
ἐστὶν εἰς ὄψιν αὐτὰς ἔρχεσθαι τούτῳ τῷ θεῷ.
φασὶ δὲ τὴν τοῦ Ὀσίριδος ψυχὴν εἰς τοῦτον μετὰ τὴν
τελευτὴν μεταστῆναι.”

Τοιαύτη καὶ ἡ Αἰγυπτίων ἀσχήμων ἀθεότης
 μᾶλλον ἢ θεολογία, πρὸς ἣν καὶ τὸ ἐνίστασθαι αἰσχρόν.
ἧς καὶ εἰκότως καταπτύσαντες ἀνεχωρήσαμεν,
λύτρωσιν καὶ ἐλευθερίαν τῶν τοσούτων κακῶν οὐδετέρως
εὑράμενοι ἢ διὰ μόνης τῆς σωτηρίου καὶ εὐαγγελικῆς
διδασκαλίας, τῆς τὰς διανοίας τυφλοῖς τὴν
 ἀνάβλεψιν εὐαγγελισαμένης.

τούτων δὲ αὐτῶν
τὰς σεμνοτέρας δὴ θεωρίας τε καὶ φυσιολογίας μικρὸν
ὕστερον ἐπισκεψόμεθα, ἐπὰν καὶ τὰ Ἑλληνικὰ
διαλάβωμεν. οὕτω δῆτα ἀναμὶξ Αἰγυπτιακῆς ὁμοῦ
καὶ Φοινικικῆς συνδραμούσης μυθολογίας κεκράτηκεν
 εἰκότως παρὰ τοῖς πλείστοις τῶν ἐθνῶν ἡ τῆς
παλαιᾶς πλάνης δεισιδαιμονία.

ἀλλὰ γὰρ λεκτέον 
καὶ τὰ Ἑλλήνων. τὰ μὲν δὴ σεμνὰ τῆς Αἰγυπτίων
μυθολογίας τὸν προτεθέντα περιείληφε τρόπον, τὰ δὲ
Ἑλληνικὰ ὅτι τούτων αὐτῶν ἀποσπάσματα καὶ παρακούσματα
 τυγχάνει προείρηται μὲν πολλάκις καὶ διὰ
τῆς τῶν προτεθέντων συγγραφέων διαγνώσεως,

οὐ
μὴν ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς θεολογίας γέ-

 
νοιτ᾿ ἂν ἔκδηλον, ἐπαγομένων ἐν ταῖς οἰκείαις περὶ
θεῶν ἀναγραφαῖς οἴκοθεν μὲν οὐδὲν, ταῖς δὲ τῶν
ἔξωθεν περιπιπτόντων μυθολογίαις·

ξοάνοις τε
 γὰρ τοῖς παραπλησίοις καὶ μυστηρίοις τοῖς αὐτοῖς
ἀποδείκνυνται συγχρώμενοι , ὡς ἔνεστι μαθεῖν ἐκ 
τῆς περὶ τούτων ἱστορίας, ἣν ὁ τὰς βιβλιοθήκας ἐπὶ
ταὐτὸν ὁμοῦ συναγαγὼν οὗ καὶ πρόσθεν ἐμνημόνευσα,
κατὰ τὸ τρίτον καὶ τέταρτον τῆς δηλωθείσης αὐτοῦ
πραγματείας ἱστορεῖ, τὴν τῆς ἱστορίας ἀρχὴν
ἀπὸ τῶν Κάδμου χρόνων πεποιημένος.

τὸν 
δὲ Κάδμον μετὰ Μωσέα γενέσθαι αἱ ἀκριβεῖς τῶν
χρονογραφιῶν παριστῶσι διαδοχαὶ, ὡς κατὰ καιρὸν
ἐπιδείξομεν. ὥστε καὶ τῶν Ἑλληνικῶν θεῶν ἀποδείκνυσθαι
τὸν Μωσέα προτερεῖν, εἰ δὴ πρὸ Κάδμου
μὲν οὕτος, οἶ δὲ θεοὶ νεώτεροι τῆς Κάδμου γεγονότες 
ἡλικίας ἀναφαίνονται. ἄκουε δ’ οὖν τῶν τοῦ συγγραφέως
φωνῶν

‟ Κάδμον τὸν Ἀγήνορός φασιν ἐκ Φοινίκης
ὑπὸ τοῦ βασιλέως ἀποσταλῆναι πρὸς ἀναζήτησιν τῆς
Εὐρώπης , ἣν ὑπὸ Δῖός ἁρπαγῆναι · μὴ εὑρόντα δὲ 
εἰς Βοιωτίαν ἐλθεῖν κτίσαι τε τὰς αὐτόθι Θήβας,
γήμαντα δὲ Ἁρμονίαν τὴν Ἀφροδίτης γεννῆσαι ἐξ αὐτῆς
Σεμέλην καὶ τὰς ταύτης ἀδελφάς.

τῇ δὲ Σεμέλῃ
Δία μιγέντα παρακληθῆναι τἀς ἐπιπλοκὰς
ὁμοίας αὐτῇ ποιήσασθαι ταῖς πρὸς Ἥραν. ἐπελθόντος 
δὲ αὐτοῦ θεοπρεπῶς μετὰ βροντῶν καὶ ἀστραπῶν,
οὐκ ἐνεγκοῦσαν τὴν Σεμέλην ἐγκύμονα οὖσαν
ἐκτρῶσαι τὸ βρέφος, ὑπὸ δὲ τοῦ πυρὸς αὐτὴν τελευτῆσαι.

τὸν δὲ Δία λαβόντα τὸ παιδίον παραδοῦναι
 τῷ Ἑρμῇ, ἐκπέμψαι τε εἰς τὸ ἐν τῇ Νύση ἄντρον, 
 

 
κείμενον μεταξὺ Φοινίκης τε καὶ Νείλου. οὕτω δὲ
τραφέντα τὸν Διόνυσον ὑπὸ τῶν νυμφῶν εὑρετὴν
τοῦ οἴνου γενέσθαι, καὶ τὴν φυτείαν διδάξαι τῆς
ἀμπέλου τοὺς ἀνθρώπους.

εὑρεῖν δὲ καὶ τὸ ἐκ
 τῆς κριθῆς κατασκευαζόμενον πόμα, τὸ καλούμενον
ξύθον · περιφέρειν δὲ στρατόπεδον οὐ μόνον ἀνδρῶν,
ἀλλὰ καὶ γυναικῶν, καὶ τοὺς ἀδίκους καὶ ἀσεβεῖς 
τῶν ἀνθρώπων κολάζειν. στρατεῦσαι δὲ εἰς τὴν Ἰνδικὴν
τριετεῖ χρόνῳ.

ἐντεῦθεν τοὺς Ἕλληνας καταδεῖξαι
 τριετηρικὰς θυσίας Διονύσῳ, καὶ τὸν θεὸν
νομίζειν κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ποιεῖσθαι τὰς παρὰ
τοῖς ἀνθρώποις ἐπιφανείας, σέβειν τε αὐτὸν πάντας
ἀνθρώπους διὰ τὴν τοῦ οἴνου δόσιν , ὥσπερ καὶ τὴν
Δήμητρα διὰ τὴν τῆς τοῦ σίτου τροφῆς εὕρεσιν."

‟ Εἶναι δέ φασι καὶ ἄλλον Διόνυσον πολὺ τοῖς
χρόνοις προτεροῦντα τούτου, τὸν ὑπό τινων Σαβάξιον
ὀνομαζόμενον, ἐκ Δῖός καὶ Περσεφόνης γεμόμενον ·
οὗ τὴν γένεσιν καὶ τὰς θυσίας καὶ τὰς τιμὰς 
νυκτερινὰς καὶ κρυφίους εἰσάγουσιν, διὰ τὴν αἰσχύνην
 τὴν ἐκ τῆς συνουσίας ἐπακολουθοῦσαν.

ὃν
καὶ πρῶτον βοῦς ἐπιχειρῆσαι ζευγνύειν, ἀφ’ οὗ δὴ
καὶ κερατίαν αὐτὸν εἰσάγουσι. τὸν δὲ ἐκ Σεμέλης
νεώτερον, τρυφερὸν τῷ σώματι, καὶ εὐπρεπείᾳ διενεγκεῖν
καὶ πρὸς τὰς ἀφροδισιακὰς ἡδονὰς εὐκατάφορον
 γεγονέναι φασὶ, κατὰ δὲ τὰς στρατείας γυναικῶν
πλῆθος περιάγειν καθωπλισμένας λόγχαις
συναποδημεῖν

φασὶ δὲ καὶ τὰς Μούσας αὐτῷ
συναποδημεῖν παρθένους οὔσας καὶ πεπαιδευμένας 
διαφερόντως, ἃς καὶ διὰ μελῳδίας καὶ ὀρχήσεως ψυχαγωγεῖν
 τὸν θεόν. παιδαγωγόν τε αὐτοῦ Σειληνὸν
μεγάλα συμβάλλεσθαι αὐτῷ πρὸς ἀρετήν. πρὸς δὲ
τὰς ἐκ τοῦ πλεονάζοντος οἴνου κεφαλαλγίας ἀναδε-

 
δέσθαι τὴν κεφαλὴν μίτρᾳ.

διμήτορα δὲ αὐτὸν
προσαγορεύουσι διὰ τὸ πατρὸς μὲν ἑνὸς ὑπάρξαι τοὺς
δύο Διονύσους, μητέρων δὲ δυοῖν. νάρθηκα δὲ προσάπτουσιν
αὐτῷ, διὰ τὸ πίνοντας ἄκρατον τοὺς παλαιοὺς
τὸν οἶνον μανιώδεις γίνεσθαι καὶ ταῖς βακτηρίαις 
ἀλλήλους τύπτειν, ὡς καὶ ἀναιρεῖσθαί τινας,
ὅθεν καὶ ἀντὶ ξύλων νάρθηξι χρῆσθαι καταδεῖξαι.

καλεῖσθαι δὲ αὐτὸν Βάκχιον ἀπὸ τόν Βακχῶν,
 Ληναῖον δὲ ἀπὸ τοῦ πατεῖσθαι τὰς σταφυλὰς ἐν ληνοῖς,
Βρόμιον δὲ ἀπὸ τοῦ κατὰ τὴν γένεσιν αὐτοῦ 
γενομένου βρόμου.

καὶ Σατύρους δέ φασιν αὐτὸν
περιάγεσθαι ἐν ταῖς ὀρχήσεσι καὶ ταῖς τραγῳδίαις
τέρψιν αὐτῷ καὶ ἡδονὴν παρέχοντας , καταθεῖξαι
δὲ θέατρον καὶ μουσικῶν ἀκροαμάτων σύστημα.
τοιαῦτα μὲν τὰ περὶ Διονύσον. "

‟ Τὸν δὲ Πρίαπον υἱὸν εἶναί φασι Διονύσου
καὶ Ἀφροδίτης, διὰ τὸ τοὺς οἰνωθέντας ἐντετ6άσθαι ἐντετάσθαι
τετάσθαι πρὸς τὰς ἀφροδισιακὰς ἡδονάς. τινὲς δέ
φασι τὸ αἰδοῖον τῶν ἀνθρώπων τοὺς παλαιοὺς μυρικῶς
 Πρίαπον ὀνομάζειν.

ἔνιοι δὲ λέγουσι τὸ 
γεννητικὸν μόριον αἴτιον ὑπάρχειν τῆς γενέσεως τῶν
ἀνθρώπων , καὶ διὰ τοῦτο εἰς ἅπαντα τὸν αἰῶνα τυχεῖν
τῆς ἀθανάτου τιμῆς· ὥσπερ οὖν καὶ οἱ Αἰγύπτιοι
τὴν Ἶσιν ἔφησαν τὰ μέλη τοῦ Ὀσίριδος ἀναξητοῦσαν,
τὸ αἰδοῖον αὐτοῦ μὴ δυναμένην εὑρεῖν, 
καταδεῖξαι τιμᾶν ὡς θεὸν, καὶ ἀναθεῖναι κατὰ τὸ ἱερὸν
ἐντεταμένον.

ἀλλὰ καὶ παρ’ Ἕλλησιν οὐ μόνον
ἐν ταῖς Διονυσιακαῖς τελεταῖς, ἀλλὰ καὶ ταῖς ἄλλαις
 ἁπάσαις οὗτος ὁ θεὸς τυγχάνει τινὸς τιμῆς,
μετὰ γέλωτος καὶ παιδιᾶς παρεισαγόμενος ἐν ταῖς 
θυσίαις· ὡς καὶ τὸν Ἑρμαφρόδιτον , ὃν ἐξ Ἑρμοῦ
καὶ Ἀφροδίτης γεννηθέντα τυχεῖν τῆς προσηγορίας.

τοῦτον δέ φασι τὸν θεὸν κατά τινας χρόνους φαίνεσθαι
παρ’ ἀνθρώποις καὶ γεννᾶσθαι τὴν τοὐ σώματος
φύσιν ἔχοντα μεμιγμένην ἐξ ἀνδρὸς καὶ γυναικός ·
κός · ἔνιοι δὲ τὰ τοιαῦτα τέρατα ὑπάρχειν φασὶ, σπανίως 
 τε γεννώμενα σημαντικὰ ποτὲ μὲν κακῶν, ποτὲ
δ’ ἀγαθῶν γίνεσθαι. "

‟ Τὰς δὲ Μούσας θυγατέρας εἶναι Δῖός καὶ d
Μνημοσύνης, τινὲς δὲ Οὐρανοῦ καὶ Γῆς. παρθένους
τε αὐτὰς οἱ πλεῖστοι μυθολογοῦσι, τυχεῖν τε τῆς
 προσηγορίας ἀπὸ τοῦ μυεῖν τοὺς ἀνθρώπους , τοῦτο
δέ ἐστι διδάσκειν τὰ καλά. "

‘‘Περὶ δὲ τοῦ Ἡρακλέους Ἕλληνες τοιαῦτά
φασι · Δανάης τῆς Ἀκρισίου καὶ Δῖός γενέσθαι Περσέα,
Πέρσεως δὲ καὶ Ἀνδρομέδας Ἠλεκτρύωνα, ἐκ δὲ
 τούτου γενέσθαι τὴν Ἀλκμήνην , ᾗ μιγέντα τὸν Δία
γεννῆσαι τὸν Ἡρακλέα. μισγόμενον δὲ αὐτῇ τὸν Δία
τριπλασίονα τὴν νύκτα ποιῆσαι· μόνην δὲ ταύτην
τοῦ Δῖός τὴν ὁμιλίαν οὐκ ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας ἕνεκα
γενέσθαι, καθάπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων γυναικῶν, ἀλλὰ
 τὸ πλεῖστον τῆς παιδοποιίας χάριν.

τὴν δὲ Ἥραν
ξηλοτυποῦσαν ὑποῦσαν παρακατασχεῖν μὲν τῆς Ἀλκμήνης τὰς
ὠδῖνας , τὸν δὲ Εὐρυσθέα πρὸ τοῦ καθήκοντος χρόνου 
πρὸς τὸ φῶς ἀγαγεῖν, τοῦ Δῖός προαγορεύσαντος
τὸν τεχθησόμενον κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν βασιλεῦσαι
 τοῦ Περσειδῶν γένους.

τεκοῦσα δὲ ἡ
Ἀλκμήνη ἐξέθηκεν, ὥς φασι, τὸ βρέφος, φόβῳ τῆς
Ἥρας. τὴν δὲ Ἀθηνᾶν ἀγασθεῖσαν τὸ βρέφος πεῖσαι
τὴν Ἥραν ὑποσχεῖν αὐτῷ τὴν θηλήν. τοῦ δὲ παιδὸς
ὑπὲρ τὴν ἡλικίαν βιαιότερον ἐπισπασαμένου τὴν θηλὴν
 ἡ μὲν Ἥρα διαλγήσασα τὸ βρέφος ἔρριψεν, Ἀθηνᾶ
δὲ κομίσασα αὐτὸ τὴν μητέρα τρέφειν παρεκελεύ- 
σατο.’’

‟ Μετὰ δὲ ταῦτα ἡ μὲν Ἥρα δύο δράκοντας
ἀπέστειλε τοὺς ἀναλώσοντας τὸ βρέφος, ὁ δὲ παῖς οὐ
καταπλαγεὶς ἑκατέρᾳ τῶν χειρῶν τὸν αὐχένα θλίψας
ἀπέπνιξε τοὺς δράκοντας. ἀνδρὶ δὲ γενομένῳ τῷ
Ἡρακλεῖ Εὐρυσθεὺς ὁ τὴν βασιλείαν ἔχων τῆς Ἀργείας 
προστάττει ἄθλους ἐκτελέσαι δώδεκα.

εἰς
πολλὴν δὲ ἀμηχανίαν ἐμπεσόντος αὐτοῦ Ἥρα μὲν
ἔπεμψεν αὐτῷ λύσσαν, ὁ δὲ τῇ ψυχῇ δυσφορῶν εἰς
μανίαν ἐνέπεσε· τοῦ πάθους δὲ αὐξομένου τῶν φρενῶν
ἐκτὸς γενόμενος τὸν ἑταῖρον καὶ ἀδελφιδοῦν Ἱόλαον 
 ἐπεβάλλετο κτείνειν, τοῦ δὲ φεύγοντος, τοὺς
ἰδίους παῖδας ἐκ Μεγάρας τῆς Κρέοντος τοῦ βασιλέως
θυγατρὸς γενομένους αὐτῷ κατετόξευσεν ὡς
πολεμίους.

καὶ μετὰ ταῦτα ἠρέμα καταστὰς
ὑπουργεῖ τῷ Εὐρυσθεῖ τοὺς δώδεκα ἄθλους. ἀναιρεῖ 
δὲ καὶ τοὺς Κενταύρους , μεθ’ ὧν καὶ Χείρωνα
τὸν ἐπὶ τῇ ἰατρικὴ βοώμενον. "

‟ Φᾶσί δὲ ἴδιόν τι συμβῆναι κατὰ τὴν γένεσιν
τοῦδε τοῦ θεοῦ. Ζεὺς γὰρ πρώτη μὲν ἐμίγη γυναικὶ
θνητῇ Νιόβῃ τῇ Φορωνέως, ἐσχάτῃ δὲ Ἀλκμήνῃ 
τῇ τοὐ Ἡρακλέους μητρί. ταύτην δὲ ἀπὸ Νιόβης
 ἑκκαιδεκάτην γενεαλογοῦσιν. ἐν ταύτῃ δὲ τὴν πρὸς
τὰς θνητὰς ὁμιλίαν κατέλυσεν. "

‟ Ἀλλὰ γὰρ τελέσας τοὺς ἄθλους ὁ Ἡρακλῆς
τὴν μὲν ἑαυτοῦ γυναῖκα Μεγάραν συνῴκισεν Ἰόλα 
τῷ ἀδελφιδῷ διὰ τὴν περὶ τὰ τέκνα συμφοράν· αὐτὸς
δὲ Ἰόλην τὴν Εὐρύτου πρὸς γάμον αἰτήσας, μὴ
δόντος δὲ τοῦ πατρὸς νοσήσας, χρησμὸν λαμβάνει
ἀπολυθήσεσθαι τῆς νόσου, εἰ πρότερον πραθεὶς δουλεύσειεν.

πλεύσας οὖν εἰς τὴν Φρυγίαν ὑπό 
τινος τῶν φίλων πιπράσκεται, καὶ δοῦλος γίνεται
Ὀμφάλης βασιλευούσης τῶν τότε Μαιόνων, νυνὶ δὲ

 
Λυδῶν ὀνομαζομένων. γίνεται δὲ αὐτῷ κατὰ τὸν
τῆς δουλείας καιρὸν ἐκ δούλης υἱὸς Κλεόλαος. γήμας 
δὲ τὴν Ὀμφάλην ποιεῖται καὶ ἐξ αὐτῆς παῖδα.

‟ Ἐπανιὼν δὲ εἰς τὴν Ἀρκαδίαν , καὶ καταλύσας
 παρ’ Ἄλεῳ τῷ βασιλεῖ, τῇ θυγατρὶ τούτου
λάθρα μιγεὶς, καὶ ποιήσας αὐτὴν ἔγκυον, ἐπανῆλθε. "

‟ Καὶ μετὰ ταῦτα πάλιν ἔγημε Δηιάνειραν
τὴν Οἰνέως, τετελευτηκότος ἤδη τοῦ Μελεάγρου. 
 “Λαβὼν δὲ αἰχμάλωτον τὴν Φυλέως θυγατέρα
 ἐπεμίγη αὐυῇ καὶ ἐτέκνωσε Τληπόλεμον. δειπνῶν δὲ
παρ’ Οἰνεῖ τὸν διακονοῦντα περί τι διαμαρτήσαντα 
κονδύλῳ πατάξας ἀπέκτεινεν.

ἐπεὶ δὲ πορευόμενος 
ἦλθε πρὸς τὸν Εὔηνον ποταμὸν, καταλαμβάνει Νέσσον
τὸν Κένταυρον μισθοῦ διαβιβάζοντα τὸν ποταμόν.
 οὗτος δὲ πρῶτον διαβιβάσας τὴν Δηιάνειραν,
καὶ διὰ τὸ κάλλος αὐτῆς ἐρασθεὶς ἐπεχείρησεν αὐτὴν
βιάσασθαι· ἐπιβοωμένης δὲ αὐτῆς τὸν ἄνδρα ὁ μὲν
Ἡρακλῆς ἐτόξευσε τὸν Κένταυρον , ὁ δὲ Νέσσος μεταξὺ
μισγόμενος , καὶ διὰ τὴν ὀξύτητα τῆς πληγῆς
 εὐθὺς ἀποθνήσκων, ἔφησε τῇ Δηιανείρᾳ δώσειν φίλτρον,
ὅπως μηδεμιᾷ τῶν ἄλλων γυναικῶν Ἡρακλῆς
θελήσῃ πλησιάσαι.

παρεκελεύσατο οὖν λαβοῦσαν
τὸν ἐξ αὐτοῦ πεσόντα γόνον, καὶ τούτῳ προσμίξασαν 
ἔλαιον καὶ τὸ ἀπὸ τῆς ἀκίδος ἀποσταζόμενον αἷμα,
 χρῖσαι τὸν χιτῶνα τοῦ Ἡρακλέους. τοῦτο δὲ ποιήσασα
Δηιάνειρα κατεῖχε παρ’ ἑαυτῇ τὸ φάρμακον. "

‟ Πάλιν δὲ ὁ Ἡρακλῆς τὴν Φύλαντος θυγατέρα
λαβὼν αἰχμάλωτον καὶ μιγεὶς αὐτῇ υἱὸν Ἀντίοχον
ἐγέννησε· καὶ πάλιν Ἀστυάνειραν τὴν Ἀρμενίου
 τοῦ βασιλέως θυγατέρα λαβὼν αἰχμάλωτον καὶ μιγεὶς
αὐτῇ Κτήσιππον υἱὸν ἐγέννησε .’

‘‘Θέσπιος δὲ ὁ Ἀθηναῖος Ἐρεχθέως παῖς ἐκ

 
διαφόρων γυναικῶν θυγατέρας ἀριθμῷ πεντήκοντα
 πεποιηκὼς , φιλοτιμησάμενός τε αὐτὰς ἐξ Ἡρακλέους
παῖδας κτήσασθαι, καλέσας ἐπί τινα θυσίαν τὸν Ἡρακλέα,
καὶ λαμπρῶς αὐτὸν ἑστιάσας, κατὰ μίαν αὐτῷ
τῶν θυγατέρων ἀπέστειλεν. ὁ δὲ ἐν μιᾷ νυκτὶ διέφθειρεν 
τὰς πάσας, καὶ γίνεται πατὴρ τῶν καλουμένων
Θεσπιάδων."

‟ Λαβὼν δὲ καὶ τὴν Ἰόλην αἰχμάλωτον καὶ
θυσίαν ἐπιτελῶν, ἀποστείλας ἐπὶ τὴν γυναῖκα Δηιάνειραν
ᾔτει ἱμάτιον καὶ χιτῶνα οἶς εἰώθει χρῆσθαι 
πρὸς τὰς θυσίας· ἡ δὲ τὸν χιτῶνα χρίσασα τῷ παρὰ
τοῦ Κενταύρου δεδομένῳ φίλτρῳ ἀποστέλλει.

ὁ
δὲ Ἡρακλῆς τὸν χιτῶνα περιθέμενος περιέπεσε συμφορᾷ
τῇ μεγίστῃ. τῆς γὰρ ἀκίδος τὸν ἐκ τῆς Ἐχίσνης
ἰὸν ἀπειληφυίας , καὶ διὰ τοῦτο τοῦ χιτῶνος διὰ 
τὴν θερμασίαν τὴν σάρκα τοῦ σώματος λυμηναμένου,
περιαλγὴς γενόμενος τὸν διακονήσαντα ἀπέκτεινεν,
 αὐτὸς δὲ κατὰ χρησμὸν πυρὶ ἑαυτὸν παραδοὺς, οὕτως
κατέλυσε τὸν βίον. καὶ τὰ μὲν καθ’ Ἡρακλέα
τοιαῦτα. "

‘‘Περὶ δὲ τοῦ Ἀσκληπιοῦ φασιν Ἀπόλλωνος
υἱὸν εἶναι καὶ Κορωνίδος, ζηλῶσαι δὲ τὴν ἰατρικὴν
ἐπιστήμην , ἐπὶ τοσοῦτον δὲ προβῆναι τῇ δόξῃ ὡς
πολλοὺς τῶν ἀπεγνωσμένων ἀρρώστων παραδόξως
θεραπεύειν· ὥστε τὸν Δία παροξυνθέντα κεραυνῷ 
βαλόντα αὐτὸν διαφθεῖραι, τὸν δὲ Ἀπόλλωνα διὰ τὴν
ἀναίρεσιν τοῦ παιδὸς παροξυνθέντα φονεῦσαι τοὺς
τὸν κεραυνὸν τῷ Διὶ κατασκευάσαντας Κύκλωπας·
b ἐπὶ δὲ τῇ τούτων τελευτῇ παροξυνθέντα τὸν Δία
προστάξαι τῷ Ἀπόλλωνι παρ’ Ἀδμήτῳ, καὶ 
 

 
ταύτην τὴν τιμωρίαν λαβεῖν παρ’ αὐτοῦ τῶν ἐγκλη
μάτων.”

Ταῦτα μὲν οὑν ἐν τῷ τετάρτῳ τῶν βιβλιοθηκῶν
ὁ Διόδωρος παρατέθειται. καὶ τὴν λοιπὴν δὲ
 θεολογίαν πάλιν ὁ αὐτὸς ἐκ τῶν ἄλλων ἐθνῶν μετειληθέναι
φησὶ τοὺς Ἕλληνας, γράφων ἐν τῷ τρίτῳ
τῆς αὐτοῦ ἱστορίας τάδε

‘‘Φασὶ τοίνυν Ἀτλάντειοι πρῶτον παρ’ αὐτοῖς 
βασιλεῦσαι Οὐρανὸν, τούτου δὲ γενέσθαι παῖδας
 ὧν πλειόνων γυναικων πέντε προς τοῖς τεσσαρακοντα,
ὡω ὀκτωκαίδεκα λέγουσιν ὑπάρχειν ἐκ Τεπαίας γυναικός,
ἥν σώφρονα γενομένην καὶ πολλῶν ἀγαθῶν
αἰτίαν ἀποθεωθῆναι μετὰ τὴν τελευτὴν, Γῆν μετονομασθεῖσαν.

γενέσθαι δὲ Οὐρανῷ θυγατέρας
 Βασίλειαν καὶ Ῥέαν, τὴν καὶ Πανδώραν. τὴν δὲ Βασίλειαν
ἐκθρέψασαν τοὺς ἀδελφοὺς μητρὸς εὔνοιαν
παρεχομένην μητέρα προσαγορευθῆναι.

ὕστερον 
δὲ μετὰ τὴν τοῦ Οὐρανοῦ τελευτὴν συνοικήσασαν 
Ὑπερίονι τῷ ἀδελφῷ γεννῆσαι δύο παῖδας, οὓς καὶ
 νομάσαι Ἥλιον καὶ Σελήνην.

τοὺς δὲ ἀδελφοὺς·
τῆς Ῥέας φοβηθέντας τὸν μὲν Ὑπερίονα κατασφάξαι,
τον δὲ Ἥλιον εἰς τὸν Ἠριδανὸν ποταμὸν ἀποπνῖξαι·
τὴν δὲ Σελήνην ταῦτα μαθοῦσαν ἀπὸ τέγους
ῥῖψαι, τήν δὲ μητέρα ἐμμανῆ γενομένην πλανᾶσθαι
 κατ τὴν χώραν, λελυμένην μὲν τὰς τρίχας, διὰ τυμπάνον
δὲ καὶ κυμβάλων ἐνθεάζουσαν, καὶ ὅλως ἀφανῆ
κὶ αὐτὴν γενέσθαι.

τοὺς δὲ ὄχλους θαυμάσαντς
τὴν περιπέτειαν τὸν μὲν Ἥλιον καὶ τὴν Σελήνηι
μεταγαγεῖν ἐπὶ τὰ κατ’ οὐρανὸν ἄστρα, τὴν
 δὲ μηέρα τούτων θεόν τε νομίσαι καὶ βωμοὺς ἱδρύ
 

 
σασθαι, καὶ ταῖς διὰ τυμπάνων καὶ κυμβάλων ἐνεργείαις
τιμῆσαι.”

“Φρύγες δέ φασι Μῄονα βασιλεύσαντα τῆς
Φρυγίας παῖδα Κυβέλην κτήσασθαι, ἣν καὶ σύριγγα
πρώτην εὑρεῖν, κληθῆναί τε ὀρείαν μητέρα. Μαρσύαν 
δὲ τὸν Φρύγα πρὸς ταύτην φιλίαν ἔχοντα πρῶτον
αὐλοὺς συστήσασθαι, διατελέσαι δὲ μέχρι τελευτῆς
ἀπείρατον ἀφροδισίων.

τὴν δὲ Κυβέλην
συνελθοῦσαν εἰς ὁμιλίαν Ἄττιδι γενέσθαι ἐγκύμονα.
οὗ γνωσθέντος ὁ ταύτης πατὴρ τὸν Ἄττιν ἀναιρεῖ 
καὶ τὰς τροφούς· τὴν δὲ Κυβέλην ἐμμανῆ γενομένην
 ἐπὶ τὴν χώραν ἐκπηδῆσαι, ἐκεῖσέ τε ὀλολύζουσαν καὶ
τυμπανίζουσαν διατελεῖν.

συνεῖναι δὲ αὐτῇ Μαρσύαν,
ὃν εἰς ἅμιλλαν περὶ μουσικῆς ἐλθόντα τῷ Ἀπόλλωνι
καὶ ἡττηθέντα ζῶντα ὑπὸ τοῦ Ἀπόλλωνος ἐκδαρῆναι.

τὸν δὲ Ἀπόλλωνα ἐρασθέντα τῆς Κυβέλης
συμπλακῆναι αὐτῇ μέχρι τῶν Ὑπερβορέων,
κελεῦσαί τε θάψαι τὸ Ἄττιδος σῶμα καὶ τιμὰν ὡς
θεὸν τὴν Κυβέλην. διόπερ εἰσέτι καὶ σήμερον τοὺς
Φρύγας τοῦτο ποιεῖν, θρηνοῦντας τοῦ μειρακίου τὸν 
 θάνατον, βωμούς τε ἱδρυσαμένους θυσίαις Ἄττιν τε
καὶ τὴν Κυβέλην τιμᾶν.

ὕστερον δὲ ἐν Πισινοῦντι
τῆς Φρυγίας κατασκευάσαι νεὼν πολυτελῆ,
καὶ τιμὰς καὶ θυσίας καταδεῖξαι μεγαλοπρεπεστάτις.”

“Μετὰ δὲ τὴν Ὑπερίονος τελευτὴν τοὺς Οὐρανοῦ 
παῖδας διελέσθαι τὴν βασιλείαν, ὧν ὑπάρχειν
ἐπιφανεστάτους Ἄτλαντα καὶ Κρόνον. τούτων δὲτὸν
Ἄτλαντα λαβεῖν τοὺς παρὰ τὸν Ὠκεανὸν τόπους γενόμενον
ἀστρολόγον ἄριστον· ὑπάρξαι δὲ αὐτῶ καὶ
θυγατέρας ἑπτὰ, τὰς καλουμένας Ἀτλαντίδας. ταύ- 
 τας δὲ μιγείσας τοῖς εὐφυεστάτοις θεοῖς ἀρχηγοὺς
καταστῆναι τοῦ πλείστου γένους, τεκούσας δ᾿ ἀρε-

 
τὴν θεοὺς καὶ ἥρωας, ὧν τὴν πρεσβυτάτην Μαῖαν
Διὶ μιγεῖσαν τεκνοποιῆσαι τὸν Ἑρμῆν. "

‟ Τὸν δὲ Κρόνον διαφέροντα πλεονεξίᾳ καὶ
ἀσελγείᾳ γῆμαι τὴν ἀδελφὴν Ῥέαν, ἐξ ἧς γεννῆσαι
 τὸν Δία. γεγονέναι δὲ καὶ ἕτερον Δία, τὸν ἀδελφὸν
μῖν Οὐρανοῦ, τῆς δὲ Κρήτης βασιλεύσαντα, τῇ δόξῃ
πο)ὺ λειπόμενον τοῦ μεταγενεστέρου.

τοῦτον
μὲν οὖν βασιλεῦσαι τοῦ σύμπαντος κόσμου , τὸν δὲ
τῆς Κρήτης, καὶ δέκα παῖδας γεννῆσαι τοὺς ὀνομασθένιας
 Κουρῆτας. δείκνυσθαι δὲ αὐτοῦ φασιν εἰσέτι
νῦν τάφον ἐν Κρήτῃ.

δυναστεῦσαι δὲ τὸν 
Κρόνον κατὰ Σικελίαν καὶ Λιβύην καὶ Ἰταλίαν.
τούτου δὲ γενόμενον τὸν Δία τὸν ἐναντίον τῷ πατρὶ
βίον ζηλῶσαι. διαδέξασθαι δὲ αὐτὸν τὴν βασιλείαν
 οἱ μέν φασιν ἑκόντος τοῦ πατρὸς παραχωρήσαντος,
οἱ δὲ ὑπὸ τῶν ὄχλων αἱρεθέντα διὰ τὸ μῖσος τὸ πρὸς
τὸν πατέρα.

ἐπιστρατεύσαντος δὲ ἐπ’ αὐτὸν τοῦ
Κρόνου μετὰ τῶν Τιτάνων κρατῆσαι μάχῃ τὸν Δία
καὶ ἐπελθεῖν πᾶσαν τὴν οἰκουμένην. διενεγκεῖν δὲ
 κύτὸν σώματος ῥώμῃ καὶ ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς, σπουήν 
τε ποιεῖσθαι πᾶσαν εἰς κόλασιν μὲν τῶν ἀσεβῶν,
ἐεργεσίας δὲ τῶν ἀγαθῶν, ἀνθ’ ὧν μετὰ τὴν ἐξ ἀνθώπων
μετάστασιν ὀνομασθῆναι Ζῆνα, διὰ τὸ δοκν 
τοῦ καλῶς ζῆν αἴτιον γενέσθαι τοῖς ἀνθρώποις.

τῶν μὲν οὖν παρὰ τοῖς Ἀτλαντείοις θεολογουμνων
τὰ κεφάλαια ταῦτά ἐστι. τούτοις δέ φασι καὶ
τς Ἕλληνας συγχρῆσθαι. "

Ταῦτα ὁ Διόδωρος ἐν τῇ τρίτῃ τῶν ἱστοριν.
ὁ δ’ αὐτὸς καὶ ἐν τῇ ἕκτῃ ἀπὸ τῆς Εὐημέρου
 τουΜεσσηνίου γραφὴς ἐπικυροῖ τὴν αὐτὴν θεολογίας
ὧδε κατὰ λέξιν φάσκων

῾᾿Περὶ θεῶν τοίνυν διττὰς οἱ παλαιοὶ τῶν
ἀνθρώπων τοῖς μεταγενεστέροις παραδεδώκασιν ἐννοίας.
τοὺς μὲν γὰρ ἀιδίους καὶ ἀφθάρτους εἶναί
φασιν, οἶον ἥλιόν τε καὶ σελήνην καὶ τὰ ἄλλα ἄστρα
τὰ κατ’ οὐρανὸν, πρὸς δὲ τούτοις ἀνέμους καὶ τοὺς 
ἄλλους τοὺς τῆς ὁμοίας φύσεως τούτοις τετευχότας·
τούτων γὰρ ἕκαστον ἀίδιον ἔχειν τὴν γένεσιν καὶ
τὴν διαμονήν· ἑτέρους δὲ λέγουσιν ἐπιγείους γενέσθαι
θεοὺς, διὰ δὲ τὰς εἰς ἀνθρώπους εὐεργεσίας
ἀθανάτου τετευχότας τιμῆς τε καὶ δόξης , οἶον ‘Ηρακλέα, 
Διόνυσον, Ἀρισταῖον , καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς
τούτοις ὁμοίους.

περὶ δὲ τῶν ἐπιγείων θεῶν
 πολλοὶ καὶ ποικίλοι παραδέδονται λόγοι πάρα τοῖς
ἱστορικοῖς τε καὶ μυθογράφοις. καὶ τῶν μὲν ἱστορικῶν
Εὐήμερος, ὁ τὴν ἱερὰν ἀναγραφὴν ποιησάμενος, 
ἰδίως ἀναγέγραφεν , τῶν δὲ μυθολόγων Ὅμηρος καὶ
Ἡσίοδος καὶ Ὀρφεὺς καὶ ἕτεροι τοιοῦτοι τερατωδεστέρους
μύθους περὶ θεῶν πεπλάκασιν· ἡμεῖς δὲ τὰ
παρ’ ἀμφοτέροις ἀναγεγραμμένα πειρασόμεθα συντόμως
ἐπιδραμεῖν, στοχαζόμενοι τῆς συμμετρίας. "

‟ Εὐήμερος μὲν οὖν φίλος γεγονὼς Κασάνδρου
τοῦ βασιλέως, καὶ διὰ τοῦτον ἠναγκασμένος τε
λεῖν βασιλικάς τινας χρείας καὶ μεγάλας ἀποδημία
 φησὶν ἐκτοπισθῆναι κατὰ τὴν μεσημβρίαν εἰς τὸ
ὠκεανόν · ἐκπλεύσαντα δὲ αὐτὸν ἐκ τῆς εὐδαίμονι 
Ἀραβίας ποιήσασθαι τὸν πλοῦν δι’ ὠκεανοῦ πλείο
ἡμέρας. κα προσενεχθῆναι νήσοις πελαγίαις·
μίαν ὑπάρχειν τὴν ὀνομαζομένην Παγχαίαν, ἐν ᾑ τ’
θεᾶσθαι τοὺς ἐνοικοῦντας Παγχαίους εὐσεβείᾳ δφέροντας,
καὶ τοὺς θεοὺς τιμῶντας μεγαλοπρεπεσ 
 

 
ταῖς θυσίαις καὶ ἀναθήμασιν ἀξιολόγοις , ἀργυροῖς
τε καὶ χρυσοῖς.

εἶναι δὲ καὶ τὴν νῆσον ἱερὰν
θεῶν, καὶ ἕτερα πλείω θαυμαζόμενα κατά τε τὴν ἀρχαιότητα 
καὶ τὴν τῆς κατασκευῆς πολυτεχνίαν, περὶ
- ὧν τὰ κ·ατὰ μέρος ἐν ταῖς πρὸ ταύτης βίβλοις ἀναγεγράφαμεν.

εἶναι δ’ ἐν αὐτῇ κατά τινα λόφον
ὑψηλὸν καθ’ ὑπερβολὴν ἱερὸν Δῖός Τριφυλίου , καθιδρυμένον
ὑπ’ αὐτοῦ καθ’ ὃν καιρὸν ἐβασίλευσε
τῆς οἰκουμένης ἁπάσης ἔτι κατὰ ἀνθρώπους ὤν. ἐν
 τούτῳ τῷ ἱερῷ στήλην εἶναι χρυσῆν, ἐν ᾑ τοῖς Παγχαίοις
γράμμασιν ὑπάρχειν γεγραμμένας τάς τε Οὐρανοῦ
καὶ Κρόνου καὶ Δῖός πράξεις κεφαλαιωδῶς

μετὰ ταῦτά φησι πρῶτον Οὐρανὸν βασιλέα γεγονέναι, 
ἐπιεικῆ τινα ἄνδρα καὶ εὐεργετικόν καὶ τῆς
 τῶν ἄστρων κινήσεως ἐπιστήμονα · ὃν καὶ πρῶτον
θυσίαις τιμῆσαι τοὺς οὐρανίους θεοὺς, διὸ καὶ Οὐρανὸν
προσαγορευθῆναι.

υἱοὺς δὲ αὐτῷ γενέσθαι
ἀπὸ γυναικὸς Ἑστίας Τιτᾶνα καὶ Κρόνον, θυγατέρας
δὲ Ῥέαν καὶ Δήμητρα. Κρόνον δὲ βασιλεῦσαι
 μετὰ Οὐρανὸν , καὶ γήμαντα Ῥέαν γεννῆσαι
Δία καὶ Ἥραν καὶ Ποσειδῶνα.

τὸν δὲ Δία διαδεξάμενον
τὴν βασιλείαν τοῦ Κρόνου γῆμαι Ἥραν 
καὶ Δήμητρα καὶ Θέμιν· ἐξ ὧν παῖδας ποιήσασθαι
Κουρῆτας μὲν ἀπὸ τῆς πρώτης , Περσεφόνην δὲ ἐκ
 τῆς δευτέρας, Ἀθηνᾶν δὲ ἀπὸ τῆς τρίτης.

ἐλθόντα
δὲ εἰς Βαβυλῶνα ἐπιξενωθῆναι Βήλῳ, καὶ
μετὰ ταῦτα εἰς τὴν Παγχαίαν νῆσον πρὸς τῷ ὐκεανῷ
κειμένην παραγενόμενον Οὐρανοῦ τοῦ ἰδίου προπάτορος
βωμὸν ἱδρύσασθαι, κἀκεῖθεν διὰ Συρίας
 ἐλθεῖν πρὸς τὸν τότε δυνάστην Κάσιον, ἐξ οὗ τὸ
Κάσιον ὄρος· ἐλθόντα δὲ εἰς Κιλικίαν πολέμῳ νικῆσαι 
Κίλικα τοπάρχην. καὶ ἄλλα δὲ πλεῖστα ἔθνη

 
ἐπελθόντα παρ’ ἅπασι τιμηθῆναι, καὶ θεὸν ἀναγο-
ρευθῆναι.’

Ταῦτα καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια ὡς περὶ
θνητῶν ἀνδρῶν περὶ τῶν θεόν διελθὼν ἐπιφέρει
λέγων 
 ‟ Καὶ περὶ μὲν Εὐμηέρου τοῦ συνταξαμένου τὴν
 ἱερὰν ἀναγραφὴν ἀρκεσθησόμεθα τοῖς ῥηθεῖσι · τὰ δὲ
παρὰ τοῖς Ἕλλησι μυθολογούμενα περὶ θεῶν ἀκολούθως
Ἡσιόδῳ καὶ Ὁμήρῳ καὶ Ὀρφεῖ πειρασόμεθα
συντόμως ἐπιδραμεῖν. 
 Εἶθ᾿ ἐξῆς ἐπισυνάπτει τὰς τῶν ποιητῶν μυθολογίας.

Ἀλλὰ γὰρ τοσαῦτα καὶ ἀπὸ τῆς Ἑλλήνων
θεολογίας ἀποχρῶντας ἡμῖν ἀποτετμήσθω, οἶς εὔλογον
ἐπισυνάψαι τῶν αὐτῶν θεῶν τὰς ἐν τοῖς ἀδύτοις 
 τελετὰς καὶ τὰ ἀπόρρητα μυστήρια, σκέψασθαί
τε πότερον θείας ὡς ἀληθῶς θεολογίας ἐχούσης τι
θεοπρεπὲς δεῖγμα φέρουσιν, ἢ κάτωθέν ποθεν ἀπὸ
μακρᾶς καὶ δαιμονικῆς πλάνης ὁρμῶνται, γέλωτος ἢ
καὶ μᾶλλον αἰσχύνης, μᾶλλον δὲ καὶ τοῖς ἔτι τυφλώττουσιν 
οἴκτου ὄντα ἄξια.

ταῦτα δὲ Κλήμης ὁ
θαυμάσιος ἐν τῷ πρὸς Ἕλληνας Προτρεπτικῷ διαρρήδην
ἐκκαλύπτει, πάντων μὲν διὰ πείρας ἐλθὼν
ἀνὴρ, θᾶττόν γε μὴν τῆς πλάνης ἀνανεύσας , ὡς ἂν
 πρὸς τοῦ σωτηρίου λόγου καὶ διὰ τῆς εὐαγγελικὴς 
διδασκαλίας τῶν κακῶν λελυτρωμένος. βραχέα δ’
οὖν καὶ τούτων ἐπάκουσον

‟ Ἄδυτα τοίνυν ἄθεα μὴ πολυπραγμονεῖτε,
d μηδὲ βαράθρων στόματα τερατείας ἔμπλεα, ἢ λέβητα
Θεσπρώτειον, , ἢ τρίποδα Κιρραῖον, ἢ Δωδωναῖον 
 

 
χαλκεῖον, γεράνδρυον δὲ ψάμμοις ἐρήμαις τετιμημένον
καὶ τὸ αὐτόθι μαντεῖον αὐτῇ δρυὶ· μεμαρασμένον
μύθοις γεγηρακόσι καταλείψατε.

σεσίγηται γοῦν
ἡ Κασταλίας πηγὴ, καὶ Κολοφῶνος ἄλλη πηγὴ, καὶ
 τὰ ἄλλα ὁμοίως τέθνηκε νάματα μαντικά. καὶ δὴ τοῦ
τύφου κενὰ ὀψὲ μὲν ὅμως δ’ οὖν διελήλεγκται τοῖς
ἰδίοις συνεκρεύσαντα μύθοις.

διήγησαι ἡμῖν καὶ
τῆς ἄλλης μαντικῆς. μᾶλλον δὲ μανικῆς τὰ ἄχρηστα
χρηστήρια, τὸν Κλάριον , τὸν Πύθιον, τὸν Διδυμέα,
 τὸν Ἀμφιάρεω , τὸν Ἀπόλλω , τὸν Ἀμφίλοχον·

εἰ
δὲ βούλει καὶ τερατοσκόπους καὶ οἰωνοσκόπους καὶ
τοὺς ὀνείρων κριτὰς ἀνιέρου σὺν αὐτοῖς· στῆσον δὲ 
ὁμοῦ παρὰ τὸν Πύθιον ἄγων τοὺς ἀλευρομάντεις καὶ
κριθομάντεις καὶ τοὺς εἰσέτι παρὰ τοῖς πολλοῖς τετιμημένους
 ἐγγαστριμύθους · ναὶ μὴν ἄδυτα Αἰγυπτίων
καὶ Τυρρηνῶν νεκυομαντεῖαι σκότῳ παραδεδόσθων ·
μανικὰ ταῦτα ὡς ἀληθῶς ἀνθρώπων ἀπίστων σοφιστήρια
καὶ πλάνης ἀκράτου κυβευτήρια.

συνέμποροι
τῆσδε τῆς γοητείας αἶγες αἱ ἐπὶ μαντικὴν ἠσκημέναι 
 μέναι καὶ κόρακες ἀνθρώποις χρᾶν ὑπ’ ἀνθρώπων
διδασκόμενοι. "

Τί δ’ εἴ σοι καταλέγοιμι τὰ μυστήρια; οὐκ
ἐξορχήσομαι μὲν ὥσπερ Ἀλκιβιάδην λέγουσιν, ἀπογυμνώσω
δὲ εὖ μάλα ἀνὰ τὸν τῆς ἀληθείας λόγον
 τὴν γοητείαν τὴν ἐγκεκρυμμένην αὐτοῖς, καὶ αὐτούς
γε τοὺς καλουμένους ὑμῶν θεοὺς, ὣν αἱ τελεταὶ μυστικαὶ,
οἷον ἐπὶ σκηνῆς τοῦ βίου τοῖς ἀληθείας ἐγκυκλήσω
θεαταῖς.

Διόνυσον μαινόλην ὀργιάζουσι 
Βάκχοι ὠμοφαγίᾳ τὴν ἱερομηνίαν ἄγοντες, καὶ τελίσκουσι
 τὰς κρεανομίας τῶν φόνων, ἀνεστεμμένοι τοῖς
ὄφεσιν, ἐπολολύζοντες Εὐαν Εὖαν ἐκείνην, δι’ ἣν ἡ
πλάνη παρηκολούθησε καὶ ὁ θάνατος ἐπηκολούθησε] ·

 
καὶ σημεῖον ὀργίων Βακχικῶν ὄφις ἐστὶ τετελεσμένος.

αὐτίκα γοῦν κατὰ τὴν ἀκριβῆ τῶν Ἑβραίων φω-
 νὴν τὸ ὄνομα τὸ Εὗα δασυνόμενον ἑρμηνεύεται ὄφις
 ἡ θήλεια. Δηὼ δὲ καὶ Κόρη δρᾶμα ἤδη ἐγενέσθην
μυστικὸν, καὶ τὴν πλάνην καὶ τὴν ἁρπαγὴν καὶ τὸ 
πένθος αὐταῖν Ἐλευσίς δᾳδουχεῖ.”

“Καί μοι δοκεῖ τὰ ὄργια καὶ τὰ μυστήρια δεῖν
ἐτυμολογεῖν, τὰ μὲν ἀπὸ τῆς ὀργῆς τῆς Δηοῦς τῆς
πρὸς Δία γεγενημένης, τὰ δὲ ἀπὸ τοῦ μύσους τοῦ
συμβεβηκότος περὶ τὸν Διόνυσον· εἰ δὲ καὶ ἀπὸ 
Μυοῦντός τινος Ἀττικοῦ, ὃν ἐν κυνηγίᾳ διαφθαρῆναι
Ἀπολλόδωρος λέγει, οὐ φθόνος ὑμῶν δεδοξάσθαι
τὰ μυστήρια ἐπιτυμβίῳ [φωνῇ καὶ] τιμῇ.

πάρεστι δὲ καὶ ἄλλως μυθάριά σοι νοεῖν, ἀντιστοιχούντων
τῶν γραμμάτων, τὰ μυστήρια. θηρεύουσι 
γὰρ, εἰ καὶ ἄλλοι τινὲς, ἀτὰρ δὴ καὶ οἱ μῦθοι οἱ τοιοίδε
Θρᾳκῶν τοὺς βαρβαρικωτάτους, Φρυγῶν τοὺς
 ἀνοητοτάτους, Ἑλλήνων τοὺς δεισιδαίμονας.

ὄλοιτο
οὖν ὁ τῆσδε ἄρξας τῆς ἀπάτης ἀνθρώποις, εἴτε ὁ
Δάρδανος ὁ μύθους θεῶν καταδείξας τὰ μυστήρια, 
εἴτε Ἠετίων ὁ τὰ Σαμοθρᾳκῶν ὄργια καὶ τελετὰς
ὑποστησάμενος, εἴτε ὁ Φρὺξ ἐκεῖνος ὁ Μίδας, ὁ παρὰ
τοῦ Ὀδρύσου μαθὼν, ἔπειτα διαδοὺς τοῖς ὑποτεταγμένοις
ἔντεχνον ἀπάτην.

οὐ γάρ με ὁ Κύπριος
ὁ νησιώτης Κινύρας παραπείσαι ποτ᾿ ἂν, τὰ περὶ 
τὴν Ἀφροδίτην μαχλῶντα ὄργια ἐκ νυκτὸς ἡμέρᾳ
παραδοῦναι τολμήσας, φιλοτιμούμενος θειάσαι πόρ-
 νην πολίτιδα.

Μελάμποδα δὲ τὸν Ἀμυθάονος
ἄλλοι φασὶν ἐξ Αἰγύπτου μετακομίσαι τῇ Ἑλλάδι τὰς
Δηοῦς ἑορτὰς, πένθος ὑμνούμενον. τούτους ἔγωγ᾿ 
ἂν ἀρχεκάκους φήσαιμι μύθων ἀθέων καὶ δεισιδαι-

 
μονίας ὀλεθρίου πατέρας, σπέρμα κακίας καὶ φθορᾶς
ἐγκαταφυτεύσαντας τῷ βίῳ τὰ μυστήρια.’’

Ἤδη δὲ, καὶ γὰρ καιρὸς, αὐτὰ ὑμῶν τὰ ὄρ-
για ἐξελέγξω ἀπάτης καὶ τερατείας ἔμπλεα. καὶ εἰ
 μεμύησθε , μᾶλλον ἐπιγελάσεσθε τοῖς μύθοις ὑμῶν
τούτοις τοῖς τιμωμένοις. ἀγορεύσω δὲ ἀναφανδὸν τὰ 
κεκρυμμένα, οὐκ αἰδούμενος λέγειν ἃ προσκυνεῖν οὐκ
αἰσχύνεσθε.

ἡ μὲν οὖν ἀφρογενὴς καὶ κυπρογενὴς
καὶ Κινύρᾳ φίλη, τὴν Ἀφροδίτην λέγω, τὴν‘φιλο-
 μήδεα, ὅτι μηδέων ἐξεφαάνθη , μηδέων ἐκείνων τῶν
ἀποκεκομμένων Οὐρανοῦ, τῶν λάγνων, τῶν μετὰ τὴν
τομὴν τὸ κῦμα βεβιασμένων , ὡς ἀσελγῶν ὑμῖν μο—
ῥίων ἄξιος Ἀφροδίτη γίνεται καρπὸς, ἐν ταῖς τελε-
ταῖς ταύτης τῆς πελαγίας ἡδονῆς , τεκμήριον τῆς γο-
 νῆς , ἁλῶν χόνδρος , καὶ φαλλὸς τοῖς μυουμένοις τὴν 
τέχνην τὴν μοιχικὴν ἐπιδέδοται· νόμισμα δὲ εἰσφέ-
ρουσιν αὐτῇ οἱ μυούμενοι ὡς ἑταίρᾳ ἐρασταί.

" Δῃοῦς δὲ μυστήρια καὶ Δῖός πρὸς μητέρα
Δήμητρα ἀφροδίσιοι συμπλοκαὶ καὶ μῆνις, οὐκ οἶδ’
 ὅ τι φῶ λοιπὸν , μητρὸς ἢ γυναικὸς , τῆς Δῃοῦς ’ ἧς
δὴ χάριν Βριμὼ προσαγορευθῆναι λέγεται· ἱκετηρίαι
Δῖός καὶ πόμα χολῆς καὶ καρδιουλκίαι καὶ ἀρρητουρ-
γίαι·

ταῦτα οἶ Φρύγες τελίσκουσιν Ἄττιδι καἰ
Κυβέλῃ καὶ Κορύβασι. τεθρυλήκασι δὲ ὡς ἄρα ἀπο-
 σπάσας ὁ Ζεὺς τοὐ κριοῦ τοὺς διδύμους φέρων ἐν
μέσοις ἔρριψε τοῖς κόλποις τῆς Δῃοῦς, τιμωρίαν
ψευδῆ τῆς βιαίας συμπλοκῆς ἐκτιννύων , ὡς ἑαυτὸν
δῆθεν ἐκτεμών.

τὰ σύμβολα τῆς μυήσεως ταύ- 
τῆς ἐκ περιουσίας παρατεθέντα οἶδ’ ὅτι κινήσει γἐ-
 λωτα καὶ μὴ γελασείουσιν ὑμῖν διὰ τοὺς ἐλέγχους.
ἐκ τυμπάνου ἔφαγον, ἐκ κυμβάλου ἔπιον, ἐκερνοφό-

 
ρησα, ὑπὸ τὸν παστὸν ὑπέδυν. ταῦτα οὐχ ὕβρις τὰ
σύμβολα; οὐ χλεύη τὰ μυστήρια; "

‟ Τί δ’ εἰ καὶ τὰ ἐπίλοιπα προσθείην; κύει
μὲν ἡ Δημήτηρ, ἀνατρέφεται δὲ ἡ κόρη, μίγνυται δ’
 αὖθις ὁ γεννήσας οὑτοσὶ Ζεὺς τῇ Φερρεφἀττῃ τῇ 
ἰδίᾳ θυγατρὶ μετὰ τὴν μητέρα τὴν Δῃῶ, ἐκλαθόμενος
τοῦ προτέρου μύσους, καὶ μίγνυται δράκων γενόμενος,
 ὃς ἦν ἐλεγχθείς.

Σαβαζίων γοῦν μυστηρίων
σύμβολον τοῖς μυουμένοις ὁ διὰ κόλπου
θεός· δράκων δέ ἐστιν οὗτος διολκούμενος τοῦ κόλπου 
τῶν τελουμένων , ἔλεγχος ἀκρασίας Δῖός. κύει
καὶ ἡ Φερρέφαττα παῖδα ταυρόμορφον.

ἀμέλει
φησί τις ποιητὴς εἰδωλικὸς,
 ταῦρος δράκοντος καὶ πατὴρ ταύρου δράκων, 
 ἐν ὄρει τὸ κρύφιον βουκόλος τὸ κέντρον· 
βουκολικὸν , οἶμαι, κέντρον τὸν νάρθηκα ἐπικαλῶν,
ὃν δὴ κάλων ἀναστρέφουσιν οἱ Βάκχοι.

‘‘Βούλει καὶ τὰ Φερρεφάττης ἀνθολόγια διηγήσωμαί
σοι, καὶ τὸν κάλαθον, καὶ τὴν ἁρπαγὴν τὴν
ὑπὸ Ἀϊδωνέως, καὶ τὸ χάσμα τῆς γῆς, καὶ τὰς ὗς τὰς 
Εὐβουλέως τὰς συγκαταποθείσας ταῖν θεαῖν, δι’ ἣν
αἰτίαν ἐν τοῖς Θεσμοφορίοις μεγαρίξοντες χοίρους
ἐκβάλλουσι;

ταύτην τὴν μυθολογίαν ποικίλως
 κατὰ πόλεις ἑορτάζουσιν αἱ γυναῖκες, Θεσμοφόρια,
Σκιροφόρια, Ἀρρητοφόρια, πολυτρόπως τὴν Φερρεφάττης 
ἐκτραγῳδοῦσαι ἁρπαγήν. τὰ γὰρ Διονύσου
μυστήρια τέλεον ἀπάνθρωπα, ὂν εἰσέτι παῖδα ὄντα
ἐνόπλῳ κινήσει περιχορευόντων Κουρήτων, δόλῳ δὲ
ὑποδύντων Τιτάνων, ἀπατήσαντες παιδαριώδεσιν
ἀθύρμασιν οὗτοι δὴ οἷ Τιτᾶνες διέσπασαν ἔτι νηπίαχον 
ὄντα, ὡς ὁ τῆς τελετῆς ποιητὴς Ὀρφεύς φησιν
ὁ Θρᾴκιος,

 
 κῶνος καὶ ῥόμβος καὶ παίγνια καμπεσίγυια, 
 μῆλά τε χρύσεα καλὰ παρ’ Ἑσπερίδων λιγυφώνων.

‟ Καὶ τῆσδε ἡμῖν τῆς τελετῆς τὰ ἀχρεῖα σὐμβολα
οὐκ ἀχρεῖον εἰς κατάγνωσιν παραθέσθαι · ἀστράγαλος, 
 σφαῖρα , στρόβιλος , μῆλα , ῥόμβος , ἔσοπτρον,
πόκος.

Ἀθηνᾶ μὲν οὖν τὴν καρδίαν τοῦ Διονύσου
ὑφελομένη Πάλλας ἐκ τοῦ πάλλειν τὴν καρδίαν
προσηγορεύθη· οἱ δὲ Τιτᾶνες, οἶ καὶ διασπάσαντες
αὐτὸν, λέβητά τινα τρίποδι ἐπιθέντες, καὶ
 τοῦ Διονύσου ἐμβαλόντες τὰ μέλη , καθήψουν πρότερον,
ἔπειτα ὀβελίσκοις
 ἀμπείραντες ὑπείρεχον Ἡφαίστοιο.

Ζεὺς δ’ ὕστερον ἐπιφανεὶς — εἰ θεὸς ἦν , τάχα
που τῆς κνίσης τῶν ὀπτωμένων κρεῶν μεταλαβὼν,
 ἧς δὴ τὸ γέρας λαχεῖν ὁμολογοῦσιν ὑμῶν οἱ θεοὶ — 
κεραυνῷ τοὺς Τιτάνας αἰκίζεται καὶ τὰ μέλη τοῦ
Διονύσου Ἀπόλλωνι τῷ παιδὶ παρακατατίθεται καταθάψαι.
ὁ δὲ, οὐδὲ γὰρ ἠπείθησε Διὶ, εἰς τὸν Παρνασὸν
φέρων κατατίθεται διεσπασμένον τὸν νεκρόν.

Εἰ θέλεις δ’ ἐποπτεῦσαι καὶ τὰ Κορυβάντων
ὄργια, τὸν τρίτον ἀδελφὸν ἀποκτείναντες οὗτοι
τὴν κεφαλὴν τοῦ νεκροῦ φοινικίδι ἐπεκαλυψάτην,
καὶ καταστέψαντες ἐθαψάτην , φέροντες ἐπὶ χαλκῆς
ἀσπίδος ὑπὸ τἀς ὑπωρείας τοῦ Ὀλύμπου.

καὶ c
 ταῦτ’ ἔστι τὰ μυστήρια, συνελόντι φάναι, φόνοι καὶ
τάφοι · οἶ δ’ ἱερεῖς οἶ τῶνδε, οὓς ἀνακτοτελέστας οἷς
μέλον καλοῦσι, προσεπιτερατεύονται τῇ συμφορᾷ,
ὁλόριξον ἀπαγορεύοντες σέλινον ἐπὶ τραπέζης τιθέναι ·
οἴονται γὰρ δὴ ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ ἀπορρυέντος
 τοῦ Κορυβαντικοῦ τὸ σέλινον ἐκπεφυκέναι · ὥσπερ
ἀμέλει καὶ αἱ θεσμοφοριάζουσαι τοὺς τῆς ῥοιᾶς κόκκους
παραφυλάττουσιν ἐσθίειν · τοὺς γὰρ ἀποπεπτω-

 
κότας χαμαὶ ἐκ τῶν τοῦ Διονύσου αἵματος σταγόνων
βεβλαστηκέναι νομίζουσι τἀς ῥοιάς.

Καβείρους δὲ
 τοὺς Κορύβαντας καλοῦντες καὶ τελετὴν Καβειρικὴν
καταγγέλλουσιν. αὐτὼ γὰρ δὴ τούτω τὼ ἀδελφοκτόνω
τὴν κίστην ἀνελομένω, ἐν ᾑ τὸ τοῦ Διονύσου αἰδοῖον 
ἀπέκειτο, εἰς Τυρρηνίαν κατήγαγον, εὐκλεοῦς
ἔμποροι φορτίου · κἀνταῦθα διετριβέτην φυγάδε ὄντε,
τὴν πολυτίμητον εὐσεβείας διδασκαλίαν , αἰδοῖα καὶ
κίστην θρησκεύειν παραθεμένω Τυρρηνοῖς· δι’ ἣν
αἰτίαν οὐκ ἀπεικότως τὸν Διόνυσον προσαγορεύεσθαί 
τινες Ἄττιν θέλουσιν, αἰδοίων ἐστερημένον. "

‟ Καὶ τί θαυμαστὸν εἰ Τυρρηνοὶ οἶ βάρβαροι
αἰσχροῖς οὕτω τελίσκονται παθήμασιν, ὅπου γε Ἀθηναίοις
 ναίοις καὶ τῇ ἄλλῃ Ἑλλάδι, αἰδοῦμαι καὶ λέγειν, αἰσχύνης
 ἔμπλεως ἡ περὶ τὴν Δῃῶ μυθολογία;

ἀλωμένη 
γὰρ ἡ Δῃῶ κατὰ ζήτησιν τῆς θυγατρὸς τῆς
Κόρης περὶ τὴν Ἐλευσῖνα — τῆς Ἀττικῆς ἐστι τοῦτο
τὸ χωρίον — ἀποκάμνει, καὶ φρέατι ἐπικαθίζει λυπουμένη.
τοῦτο τοῖς μυουμένοις ἀπαγορεύεται εἰσέτι
καὶ νῦν, ἔνα μὴ δοκοῖεν οἶ τετελεσμένοι μιμεῖσθαι 
τὴν ὀδυρομένην.

ᾤκουν δὲ τηνικάδε τὴν Ἐλευσῖνα
οἶ γηγενεῖς· ὀνόματα αὐτοῖς Βαυβὼ καὶ Δυσαὐλης
καὶ Τριπτόλεμος , ἔτι δὲ Εὔμολπός τε καὶ Εὐβουλεύς ·
βουκόλος ὁ Τριπτόλεμος ἦν, ποιμὴν δὲ ὁ
 Εὔμολπος, συβώτης δὲ ὁ Εὐβουλεύς· ἀφ’ ὧν τὸ Εὐμολπιδῶν 
καὶ τὸ κηρύκων τὸ ἱεροφαντικὸν δὴ τοῦτο
Ἀθήνησι γένος ἤνθησε.

καὶ δὴ — οὐ γὰρ ἀνήσω
μὴ οὐχὶ εἰπεῖν — ξενίσασα ἡ Βαυβὼ τὴν Δῃῶ ὀρέγει
κυκεῶνα αὐτῇ. τῆς δὲ ἀναινομένης λαβεῖν καὶ
πιεῖν οὐκ ἐθελούσης — πενθήρης γὰρ ἦν — περιαλγὴς 
ἡ Βαυβὼ γενομένη, ὡς ὑπεροραθεῖσα δῆθεν,
ἀναστέλλεται τὰ αἰδοῖα καὶ ἐπιδεικνύει τῇ θεῷ, ἡ

 
δὲ τέρπεται τῇ ὄψει ἡ Δῃῶ, καὶ μόλις ποτὲ δέχεται 
τὸ ποτὸν, ἡσθεῖσα τῷ θεάματι. "

Ταῦτά ἐστι τὰ κρύφια τῶν Ἀθηναίων μυστήρια,
ταῦτά τοι καὶ Ὀρφεὺς ἀναγράφει. παραθήσομαι
 δέ σοι αὐτὰ τοῦ Ὀρφέως τὰ ἔπη, ἵν ἔχῃς μάρτυρα
τῆς ἀναισχυντίας τὸν μυσταγωγόν·
 ὣς εἰποῦσα πέπλους ἀνεσύρατο, δεῖξε δὲ πάντα 
 σώματος οὐδὲ πρέποντα τύπον· παῖς δ’ ἦεν Ἴακχος, 
 χειρί τέ μιν ῥίπτασκε γελῶν Βαυβοῦς ὑπὸ κόλποις 
 ἡ δ’ ἐπεὶ οὑν μείδησε θεὰ, μείδησ’ ἐνὶ θυμῷ, 
 δέξατο δ’ αἰόλον ἄγγος , ἐν ᾧ κυκεὼν ἐνέκειτο.

κἄστι τὸ σύνθημα Ἐλευσινίων μυστηρίων ῾ ενήστευσα.
ἔπιον τὸν κυκεῶνα, ἔλαβον ἐκ κίστης, ἐργασάμενος
ἀπεθέμην εἰς κάλαθον, καὶ ἐκ καλάθου εἰς
 κίστην.’ καλά γε τὰ θεάματα καὶ θεᾷ πρέποντα.

Ἄξια μὲν οὖν νυκτὸς τὰ τελέσματα καὶ πυρὸς
καὶ τοῦ μεγαλήτορος , μᾶλλον δὲ ματαιόφρονος
Ἐρεχθειδῶν δήμου, πρὸς δὲ καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων,
οὕστινας μένει τελευτήσαντας ἅσσα οὐδὲ ἔλπονται.

τίσι δὲ μαντεύεται Ἡράκλειτος ὁ Ἐφέσιος ;
νυκτιπόλοις , μάγοις, βάκχοις, Λήναις, μύσταις· τούτοις
ἀπειλεῖ τὰ μετὰ θάνατον, τούτοις μαντεύεται τὸ
πῦρ· τὰ γὰρ νομιζόμενα κατ’ ἀνθρώπους μυστήρια 
ἀνιερωστὶ μυεῦνται.

νόμος οὖν καὶ ὑπόληψις
 κενὴ καὶ τοῦ δράκοντος τὰ μυστήρια ἀπάτη τίς ἐστι
θρησκευομένη τὰς ἀμυήτους ὄντως μυήσεις καὶ τὰς
ἀνοργιάστους τελετὰς εὐσεβείᾳ νόθῳ προτρεπομένων.

οἷαι δὲ καὶ αἶ κίσται αἶ μυστικαί; — δεῖ γὰρ ἀπογυμνῶσαι
τὰ ἅγια αὐτῶν καὶ τὰ ἄρρητα ἐξειπεῖν — οὐ
 σησαμαῖ ταῦτα καὶ πυραμίδες καὶ τολύπαι καὶ πόπανα
πολυόμφαλα, χόνδροι τε ἁλῶν, καὶ δράκων ὄργιον
Διονύσου Βασσάρου ; οὐχὶ δὲ ῥοιαὶ, πρὸς τοῖσδε 

 
καὶ καρδίαι, νάρθηκές τε καὶ κιττοὶ, πρὸς δὲ καὶ
φθόις καὶ μήκωνες; ταῦτ’ ἔστιν αὐτῶν τὰ ἅγια.

καὶ προσέτι τῆς Θέμιδος τὰ ἄρρητα σύμβολα,
ὀρίγανον, λύχνος, ξίφος, κτεὶς γυναικεῖος , ὅς ἐστιν
εὐφήμως καὶ μυστικῶς μόριον γυναικεῖον. ὢ τῆς 
ἐμφανοῦς ἀναισχυντίας · πάλαι μὲν ἀνθρώποις σωφρονοῦσιν
ἐπικάλυμμα ἡδονῆς νὺξ ἦν σιωπωμένη,
νυνὶ δὲ τοῖς μυουμένοις ἡ ἱερὰ τῆς ἀκρασίας νύξ ἐστι
λαλουμένη, καὶ τὸ πῦρ ἐλέγχει τὰ πάθη δᾳδουχούμενον.

ἀπόσβεσον, ὦ ἱεροφάντα, τὸ πῦρ · αἰδέσθητι 
 , δᾳδοῦχε , τὰς λαμπάδας · ἐλέγχει σου τὸν
Ἴακχον τὸ φῶς· ἐπίτρεψον ἀποκρύψαι τῇ νυκτὶ τὰ
μυστήρια· σκότει τετιμήσθω τὰ ὄργια. τὸ πῦρ οὐχ
ὑποκρίνεται · ἐλέγχειν καὶ κολάζειν κελεύεται.’

‟ Ταῦτα τῶν ἀθέων τὰ μυστήρια. ἀθέους δὲ 
εἰκότως ἀποκαλῶ τούτους, οἳ τὸν μὲν ὄντως ὄντα
θεὸν ἠγνοήκασι , παιδίον δὲ ὑπὸ Τιτάνων διασπώμενον
 καὶ γύναιον πενθοῦν καὶ μόρια ἄρρητα ὡς
 ἀληθῶς ὑπὸ αἰσχύνης ἀναισχύντως σέβουσι , διττῇ
ἐνισχημένοι τῇ ἀθεότητι · προτέρᾳ μὲν, καθ’ ἣν ἀγνοοῦσι 
τὸν θεὸν, τὸν ὄντως ὄντα μὴ γνωρίζοντες θεὸν,
ἑτέρᾳ δὲ καὶ δευτέρᾳ ταύτῃ δὴ τῇ πλάνῃ τοὺς οὐκ
ὄντας ὡς ὄντας νομίζοντες , καὶ θεοὺς τούτους ὀνομάξοντες
τοὺς οὐκ ὄντως ὄντας, μᾶλλον δὲ οὐδὲ ὄντας,
μόνου δὲ τοῦ ὀνόματος τετυχηκότας." 
 Τοσαῦτα καὶ οὗτος.

Εἰκότως δῆτα ἡμεῖς τούτων ἁπάντων ἐλευθέρους
 ἡμᾶς γενέσθαι ὁμολογοῦμεν , τῆς μακρᾶς καὶ
πεπαλαιωμένης πλάνης ὥσπερ τινὸς δεινῆς καὶ χαλεπωτάτης
νόσου λελυτρωμένοι · καὶ πρῶτα μὲν τῇ 
τοῦ παντοκράτορος θεοῦ χάριτι καὶ εὐεργεσίᾳ, δεύτερον
δὲ ἀπορρήτῳ δυνάμει τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν

 
εὐαγγελικῆς διδασκαλίας, καὶ τρίτον σώφρονι λογισμῷ
κρίναντες ἀνόσιον εἶναι καὶ δυσσεβὲς τῇ τοῦ
θεοῦ σεβασμίᾳ προσηγορίᾳ τιμᾶν τοὺς πάλαι ἐν νεκροῖς
κειμένους θνητοὺς ἄνδρας, καὶ οὐδὲ σωφρόνων
 ἀνδρῶν μνήμην ἀπολελοιπότας, ἐσχάτης δὲ ἀκρασίας 
καὶ ἀκολασίας ὠμότητός τε καὶ φρενοβλαβείας δείγματα
τοῖς μετ’ αὐτοὺς φυλάττειν παραδεδωκό

πῶς γὰρ οὐ πάντων ἠλιθιώτατον τοὺς σωφροσύνης
ἐραστὰς τοῖς αἰσχροῖς καὶ ἀκολάστοις τόν πρωτείων
 παραχωρεῖν , καὶ τοὺς συνετοὺς καὶ ἔμφρονας
τοῖς τὰς φρένας ἀπολωλεκόσι τὴν σεβασμίαν παρέχειν
τιμὴν, τούς τε δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας
ἀσκητὰς τοῖς δι’ ὑπερβολὴν ὠμότητος καὶ ἀπανθρωπίας
τεκνοκτονίας καὶ πατροκτονίας μιάσμασιν ἐνισχημένοις
 ;

ποίαν δὲ οὐχ ὑπερηκόντισεν ὺπερβολὴν
ἀσεβείας τὸ καταβάλλειν εἰς ἄρρητα ἀνδρῶν καὶ
γυναικῶν μόρια καὶ εἰς τὴν ἄλογον καὶ θηριώδη φύσιν
τὴν σεμνὴν καὶ παναγίαν τοῦ θεοῦ πρόσρησιν,
τοιαῦτά τε αἰσχρὰ καὶ ἀπάνθρωπα θεολογεῖν, οἷα καὶ
 ἐπὶ τῶν ἐν ἀνθρώποις κακουργῶν , εἰ κατελεγχθείη,
ταῖς ἀπὸ τῶν νόμων ἀπαραιτήτοις ὑποπέσοιεν ἂν τιμωρίαις
;

καὶ τί χρὴ μηκύνειν εὐαγγελιζομένους
πάντα βάρβαρον ὁμοῦ καὶ Ἕλληνα τὴν ἀπὸ τῶν εἰρημένων 
κακῶν ἐλευθερίαν, τῆς τε ἀπὸ τῶν ψευδωνύμων
 θεῶν ἀποστασίας , τὸ εὔλογον εἰς φῶς ἀγαγόντας,
ὁπότε καὶ αὐτῶν ἤδη τῶν σφόδρα δεισιδαιμόνων
οἶ πλείους, ὥσπερ ἐκ βαθέος κάρου διανήψαντες,
καὶ τῆς παλαιάς ἀχλύος τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα
διοίξαντες , τὸν βαθὺν λῆρον συνεῖδον τῆς πατρικῆς
 πλάνης , καὶ στάντες ἐπὶ λογισμοῦ τὴν ἑτέραν ὁδὸν
εἵλοντο, τῆς παλαιᾶς ἀναχωρήσαντες ;

ὧν οἱ μὲν
ὁμόσε χωρήσαντες τῆς ὅλης κατέπτυσαν μυθολογίας

 
τῶν σφετέρων προγόνων πλατὺ καταγελάσαντες , οἶ
δ’ ἀθεότητος δόξαν ἐκκλίναντες οὔτε ἐπὶ τοῖς πρότερον
ἔστησαν οὔτε ἐξ ἅπαντος αὐτῶν ἀνεχώρησαν,
 κολακεῦσαι δὲ καὶ θεραπεῦσαι τὴν οἰκείαν προθέμενοι
δόξαν τὰς περὶ τῶν τεθρυλημένων παρ’ αὐτοῖς 
θεῶν ἱστορίας ἀληθεῖς μύθους εἶναι πεπλασμένους
ὑπὸ ποιητῶν ἐπεφήμισαν , φυσικὰς ἐν αὐτοῖς ἀποκρύπτοντες
θεωρίας.

ὧν, εἰ καὶ ὅτι μάλιστα μηδὲν
φέρουσιν ἀληθείας δεῖγμα, ὅμως δ’ οὖν ἀναγκαία
γένοιτ’ ἂν ἡμῖν ἡ ἔκθεσις εἰς θεωρίαν τῶν 
καὶ παρὰ τούτοις σεμνῶν, ὡς ἂν καὶ τῆς τούτων ἀναχωρήσεως
οὐκ ἄλλως ἡμῖν προξενηθείσης ἢ εἰ διὰ τῆς
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν εὐαγγελικῆς διδασκαλίας τὸ εὔλογον
 παρασταίη. φέρε οὑν καὶ τούτων τὸν λόγον
ἄνωθεν ἀναλαβόντες ἐπισκεψώμεθα.

Τῆς μὲν οὖν Ἑλληνικῆς θεολογίας , λέγω δὲ
τῆς πανδήμου καὶ μυθικωτέρας καὶ πολὺ πρότερον
τῆς παρὰ Φοίνιξι καὶ Αἰγυπτίοις τοῖς τε ἄλλοις, ὧν
 τὴν μνήμην οἱ πρὸ τούτου περιέσχον λόγοι, τοιόσδε
τις ὁ τρόπος ἀποδέδεικται, οἷος διὰ τῶν προεκτεθεισῶν 
φωνῶν αὐτῶν δὴ τῶν Ἑλληνικῶν συγγραφέων
προδεδήλωται· ὃν καὶ εἰκότως ἐν ἀρχαῖς τῆς προκειμένης
Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς εἰς διάγνωσίν τε
καὶ ἐπίκρισιν τοῖς ἐντευξομένοις προτεθείκαμεν , ὡς
ἂν αὐτοὶ μάθοιμεν ἡμεῖς τε αὐτοὶ καὶ οἶ τῶνδε εἰσέτι 
νῦν ἄπειροι τίνες ὄντες πάλαι πρότερον, καὶ οἵων ἐκ
 πατέρων φύντες, πηλίκοις τε τὸ πρὶν κακοῖς πεπεδημένοι,
δυσσεβείας τε ὁπόσῃ καὶ ἀγνωσίας θεοῦ
μέθῃ τὰς ψυχὰς κατορωρυγμένοι τῆς τούτων ἁπάντων
ἀνανεύσεως καὶ ἐλευθερίας ἠξιώθημεν διὰ μιᾶς 
μόνης τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας, οὐκ ἄλλως ἡμῖν
πρυτανευθείσης ἢ δι’ ἐπιφανείας τοῦ σωτῆρος ἡμῶν

 
Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ θεοῦ·

ὃς οὐ μέρει γῆς, οὐδ’
έν γωνίᾳ χώρας ἔθνους ἑνὸς, καθ’ ὅλης δὲ τῆς οἰκουμένης,
ἐν ᾗ τὰ τῆς μάλιστα δεισιδαίμονος πλάνης
ὑπερίσχυσεν, οἷά τις νοερῶν καὶ λογικῶν ψυχῶν
 ἥλιος, τὰς τοῦ οἰκείου φωτὸς ἐφαπλώσας ἀκτῖνας,
ὁμοῦ πᾶν γένος ἀνθρώπων, βαρβάρων τε καὶ Ἑλλήνων,
ὥσπερ ἐξ ἀχλύος δεινῆς καὶ ζοφερωτάτης τε καὶ 
ἀειδοῦς νυκτὸς τῆς δεισιδαίμονος πλάνης ἐπὶ λαμπρὰν
καὶ διαυγεστάτην ἡμέραν τῆς ἀληθοῦς εὐδεβείας
 τοῦ παμβασιλέως θεοῦ πάντας ἡμὰς μετεστήσταο.

διαρρήδην γοῦν αἱ προπαρατεθεῖσαι φωναὶ
νεκρῶν εἴδωλα καὶ ἀνδρῶν πάλαι κατοιχομένων εἰκόνας
πάντας πανδημὶ τοὺς ἀμφὶ τὴν πολύθεον πλάνην
κατά τε πόλεις καὶ κώμας ἐπτοημένους θεραπεύειν
 τε καὶ περιέπειν ἐδίδαξαν· τῶν πάλαι ἀνδρῶν
δι’ ὑπερβάλλουσαν τοῦ τότε βίου θηριωδίαν θεοῦ 
μὲν τοῦ πάντων δημιουργοῦ μηδένα λόγον ποιουμένων,
μηδὲ τῆς θείας καὶ ἐπὶ τοῖς πλημμελουμένοις
τιμωροῦ δίκης ἐμπαζομένων, εἰς πάσας δὲ ἀνοσιουργίας
 καταβαλλόντων.

οὔπω γὰρ εἰσέτι τότε νόμων
καθ’ οὓς χρὴ βιοῦν συνεστώτων , οὐδέ γε τῆς
ἡμέρου πολιτείας ἐν ἀνθρώποις κατατεταγμένης,
ἀνειμένου δὲ καὶ νομαδικοῦ τοῦ βίου θηριώδους τε
καθεστῶτος, τοῖς μὲν θρεμμάτων ἀλόγων δίκην τῶν
 τῆς γαστρὸς ἀποπληρώσεων πλέον οὐδὲν ἔμελεν, οἷς
καὶ πρῶτος ἀθεότητος ὑποικουρεῖ τρόπος· οἱ δ’ εἰς 
βραχύ τι φυσικαῖς ἐννοίαις ἀνακινούμενοι θεὸν καὶ
θεοῦ δύναμιν σωτήριόν τι καὶ ἀγαθὸν εἶναι χρῆμα
διενοήθησαν, εὑρεῖν δὲ τοῦτον ἐθελήσαντες ἄνω μὲν
 τὰς ψυχὰς εἰς οὐρανὸν ἔτειναν , αὐτόθι δὲ τῇ διανοίᾳ
στάντες. καὶ τῶν κατ’ οὐρανὸν φαινόντων τε
καὶ φαινομένων φωστήρων καταπλαγέντες τὰ κάλλη,

 
ταῦτ’ εἶναι θεοὺς ἀπεφήναντο.

τρίτοι δὲ ἄλλοι
σφᾶς αὐτοὺς ἐπὶ γῆς ῥίψαντες τοὺς ἐπὶ συνέσει τῶν
κατ’ αὐτοὺς προφέρειν νενομισμένους, ἢ καὶ ῥώμῃ
 σώματος καὶ δυναστείας ἰσχύι τῶν πλειόνων ἐπικρατήσαντας ,
γίγαντάς τινας , ἢ τυράννους, ἢ καὶ γόγτας 
καὶ φαρμακέας ἄνδρας, ἔκ τινος τῶν θειοτέρων
ἀποπτώσεως τὰς κακοτέχνους γοητείας συνεσκευασμένους,
ἢ καὶ τοὺς ἄλλους κοινῆς τινὸς καὶ βιωφελοῦς
εὐεργεσίας προάρξαντας , ζῶντάς τε ἔτι καὶ μετὰ τελευτὴν
θεοὺς ἐπεφήμισαν.

ἔνθεν αὐτοῖς καὶ οἶ 
τῶν θεῶν οἶκοι νεκρῶν εἶναι τάφοι μνημονεύονται,
ὡς ὁ Κλήμης ἐν τῷ πρὸς Ἕλληνας Προτρεπτικῷ ἱστορεῖ,
τοῦ λόγου μάρτυρας αὐτοὺς Ἕλληνας ἐπαγόμενος.
 εἰ δέ σοι φίλον, αὖθις καὶ τούτου τόνδε γρά
φοντος ἄκουε ’τον τρόπον

‟ Εἰκότως ἄρα ἀρχήν ποθεν ἡ δεισιδαιμονία
λαβοῦσα κακίας ἀνοήτου γέγονε πηγή· ἔπειτα μὴ
 ἀνακοπεῖσα, ἀλλ’ εἰς ἐπίδοσιν ἐλθοῦσα καὶ πολλὴ δὴ
ῥυεῖσα δημιουργὸς πολλῶν καθίσταται δαιμόνων,
ἑκατόμβας ποιοῦσα καὶ πανηγύρεις ἐπιτελοῦσα καὶ 
ἀγάλματα ἀνιστᾶσα καὶ νεὼς ἀνοικοδομοῦσα· οὓς
δὴ — οὐδὲ γὰρ τοῦτο σιωπήσομαι , πρὸς δὲ καὶ αὐτὸ
ἐλέγξω — νεὼς μὲν εὐφήμως ὀνομαζομένους , τάφους
δὲ γενομένους, τουτέστι τοὺς τάφους νεὼς ἐπικεκλημένους.
ὑμεῖς δὲ ἀλλὰ κἂν νῦν δεισιδαιμονίας ἐκλάθεσθε, 
λάθεσθε, τοὺς τάφους τιμᾶν αἰσχυνόμενοι. "

‟ Ἐν τῷ ναῷ τῆς Ἀθηνᾶς ἐν Λαρίσσῃ ἐν τῇ
 ἀκροπόλει τάφος ἐστὶν Ἀκρισίου, Ἀθήνησι δὲ ἐν τῇ
ἀκροπόλει Κέκροπος, ὥς φησιν Ἀντίοχος ἐν τῷ ἐνάτῳ
τῶν ἱστοριῶν.

τί δὲ Ἐριχθόνιος; οὐχὶ ἐν τῷ 
 

 
ναῶ τῆς Πολιάδος κεκήδευται; Ἴμμαρος δὲ ὁ Εὐμόλπου
καὶ Δαείρας οὐχὶ ἐν τῷ περιβόλῳ κεκήδευται
τοῦ Ἐλευσινίου τοῦ ὑπὸ τῇ ἀκροπόλει; αἶ δὲ Κελεοῦ
θυγατέρες ἐν Ἐλευσῖνι τετάφαται;

τί σοι καταλέγω
 τὰς ἐξ Ὑπερβορέων γυναῖκας ; Ὑπερόχη καὶ
Λαοδίκη κέκλησθον , ἐν τῷ Ἀρτεμισίῳ ἐν Δήλῳ κεκήδευσθον,
τὸ δὲ ἐν τῷ Ἀπόλλωνος τοῦ Δηλίου ἐστὶν
ἱερῷ.

Λέανδρος δὲ Κλεόμαχον ἐν Μιλήτῳ τετάφθαι 
ἐν τῷ Διδυμαίῳ φησίν. ἐνταῦθα τῆς Λευκοφρύνης
 τὸ μνῆμα οὐκ ἄξιον παρελθεῖν, ἑπομένους
Ζήνωνι τῷ Μυνδίῳ, ἣ ἐν τῷ ἱερῷ τῆς Ἀρτέμιδος ἐν
Μαγνησίᾳ κεκήδευται· οὐδὲ μὴν τὸν ἐν τῷ Τελμησσῷ
τοῦ Ἀπόλλωνος βωμόν· μνῆμα εἶναι καὶ τοῦτον
Τελμησσέως τοῦ μάντεως ἱστοροῦσι.

Πτολεμαῖος
 δὲ ὁ τοῦ Ἀγησάρχου ἐν τῷ πρώτῳ τῶν περὶ τὸν Φιλοπάτορα
ἐν Πάφῳ λέγει ἐν τῷ τῆς Ἀφροδίτης ἱερῷ
Κινύραν τε καὶ τοὺς Κινύρου ἀπογόνους κεκηδεῦσθαι.

ἀλλὰ γὰρ ἐπιόντι μοι τοὺς προσκυνουμένους 
ὑμῖν τάφους ἐμοὶ μὲν οὐδὲ ὁ πᾶς ἂν ἀρκέσαι
 χρόνος · ὑμᾶς δὲ εἰ μὴ ὑπεισέρχεταί τις αἰσχύνη τῶν
τολμωμένων, νεκροὶ ἄρα τέλεον νεκροῖς πεπιστευκότες
περιέρχεσθε·
 ἁ δειλοὶ, τί κακοὶ τόδε πάσχετε;’

Καὶ μετ’ ὀλίγα φησί 
 ‟ Καινὸν δὲ ἄλλον ἐν Αἰγύπτῳ, ὀλίγου δεῖν καὶ
παρ’ Ἕλλησι, σεβασμίως τεθείακε θεὸν ὁ βασιλεὺς
ὁ Ῥωμαίων, τὸν ἐρώμενον ὡραιότατον σφόδρα γενόμενον 
Ἀντίνοον ἀνιέρωσεν οὗτος, ὡς Γανυμήδην ὁ
Ζεύς·

οὐ γὰρ κωλύεται ῥᾳδίως ἐπιθυμία φόβον
 οὐκ ἔχουσα · καὶ νύκτας ἱερὰς τὰς Ἀντινόου προσ
 

 
κυνοῦσιν ἄνθρωποι νῦν, ἃς αἰσχρὰς ἠπἵστατο ὁ συναγρυπνήσας
ἐραστής. " 
 Καὶ ἐπάγει 
 ‟ Ἤδη δὲ ὁ τάφος τοῦ ἐρωμένου νεώς ἐστιν Ἀντινόον
καὶ πόλις· καθάπερ γὰρ, οἶμαι, οἱ ναοὶ, οὕτω
καὶ οἱ τάφοι θαυμάζονται, πυραμίδες καὶ μαυσώλια
καὶ λαβύρινθοι ]· ἄλλοι ναοὶ τῶν νεκρῶν, ὡς ἐκεῖνοι
τάφοι τῶν θεῶν. "

Καὶ πάλιν μετ’ ὀλίγα 
 ῾ Ἴθι δὴ καὶ τοὺς ἀγῶνας ἐν βραχεῖ περιοδεύσωμεν 
καὶ τὰς ἐπιτυμβίους ταυτασὶ πανηγύρεις καταλύσωμεν,
 Ἴσθμιά τε καὶ Νέμεα καὶ Πύθια καὶ τὰ
ἐπὶ τούτοις Ὀλύμπια. Πυθοῖ μὲν οὖν ὁ δράκων ὁ
Πύθιος θρησκεύεται καὶ τοῦ ὄφεως ἡ πανήγυρις καταγγέλλεται
Πύθια, Ἰσθμοῖ δὲ σκύβαλον προσέπτυσεν 
ἐλεεινὸν ἡ θάλασσα, καὶ Μελικέρτην ὀδύρεται τὰ
Ἴσθμια, Νεμέασι δὲ ἄλλο παιδίον Ἀρχέμορος κεκήδευται,
καὶ τοῦ παιδίου ὁ ἐπιτάφιος προσαγορεύεται
Νέμεα. Πῖσα δ’ ἐστὶν ἐν ὑμῖν τάφος, ὠ Πανέλληνες,
 5 ἡνιόχου Φρυγὸς , καὶ τοῦ Πέλοπος τὰς χοὰς τὰ 
Ὀλύμπια ὁ Φειδίου σφετερίζεται Ζεύς. "

Ταῦτα μὲν οὗτος· σὺ δὲ τὸν λόγον ἐξ ἀρχῆς
ἀναλαβὼν τῆς δεισιδαίμονος πλάνης ἐπίσκεψαι
 τὴν διάπτωσιν. φύσει μὲν οὖν καὶ αὐτοδιδάκτοις
ἐννοίαις, μᾶλλον δὲ θεοδιδάκτοις, καλόν τι καὶ ὠφέλιμον 
τυγχάνειν , τὸ σημαῖνον τὴν τοῦ θεοῦ προσηγορίαν
τε καὶ οὐσίαν· πάντες γὰρ ἄνθρωποι κοινοῖς
λογισμοῖς προειλήφεσαν , τοῦ τῶν ὅλων δημιουργοῦ
τοῦτο πάσῃ λογικῇ καὶ νοερᾷ ψυχῇ φυσικαῖς ἐννοίαις
ὐποσπείραντος.

οὐ μὴν καὶ τῇ προαιρέσει τῇ 
 

 
κατὰ λόγον ἐκέχρηντο· εἷς μὲν γάρ που τάχα τις καὶ 
δεύτερος, ἢ καί τινες ἄλλοι κομιδῆ βραχεῖς, ὧν τὴν
μνήμην τὰ Ἑβραίων περιέχει λόγια, εἰς οὐδὲν τῶν
ὁρωμένων ἐφαρμόσαντες τὴν περὶ θεοῦ ἔννοιαν,
 ἀδιαστρόφοις δὲ τοῖς λογισμοῖς ἐπὶ τὸν τοῦ σύμπαντος
κόσμου δημιουργὸν καὶ τὸν μέγαν τῶν ὅλων
ποιητὴν ἐκ τῶν ὁρωμένων ἀναγαγόντες, διανοίας
ὄμμασι κεκαθαρμένοις μόνον αὐτὸν εἶναι θεὸν, τὸν
πάντων σωτῆρα, καὶ μόνον ἀγαθῶν δοτῆρα συνενόησαν
 οἱ δὲ λοιποὶ παντοίᾳ ψυχῆς ἀμαυρώσει περιτραπέντες
κατὰ βυθὸν ἀσεβείας ἠνέχθησαν, ὥστε 
θηρίων ἀγρίων τρόπον τὸ καλὸν καὶ συμφέρον καὶ
ἀγαθὸν μέχρι σωμάτων καὶ σαρκὸς ἡδονῆς στῆσαι.

ταύτῃ δὲ κατὰ τὰ προειρημένα τοὺς τῶν νενομισμένων
 τοῦ σώματος καλῶν καὶ χρησίμων εὑρετὰς,
ἢ καὶ δυνάστας τινὰς καὶ τυράννους , ἢ καὶ γόητας
καὶ φαρμακέας ἄνδρας, τὴν φύσιν θνητοὺς καὶ ἀνθρωπίναις
κεχρημένους συμφοραῖς, ὡς ἀγαθῶν χορηγοὺς,
σωτῆρας καὶ θεοὺς ἀναγορεύειν, τὴν σεβάσμιον
 ἔννοιαν φυσικῶς αὐτοῖς ἐνυπάρχουσαν ἐφ’ οὓς 
ἐνόμιζον εὐεργέτας μετατεθεικότες.

τοσαύτη δ’
ἄρα συνεῖχεν αὐτοὺς φρενῶν ἀποπληξία , ὡς μηδὲν
τῶν πλημμελουμένων τοῖς θεολογουμένοις ὑπολογίξεσθαι,
μηδ’ ἐρυθριᾶν ἐπὶ τοῖς αἰσχρῶς περὶ αὐτῶν
 φημιζομένοις, τὰ πάντα δὲ τοὺς ἄνδρας διὰ τὰς παρ’
αὐτῶν παρεχομένας ὠφελείας, ἢ καὶ διὰ τὰς τότε
πρῶτον συνισταμένας δυναστείας τε καὶ τυραννίδας
ἀποθαυμάζειν.

νόμων γοῦν , ὥσπερ ἔφην ἤδη
πρότερον, μηδέπω τότε ἐν ἀνθρώποις πολιτευομένων,
 μηδ’ ἐπὶ τοῖς ἁμαρτανομένοις τιμωρίας ἐπῃωρημένης, 
μοιχείας καὶ ἀρρένων φθορὰς, ἐκθέσμους τε καὶ παρανόμους
γάμους, μιαιφονίας τε καὶ πατροκτονίας,

 
τέκνων τε καὶ ἀδελφῶν σφαγὰς , ναὶ μὴν καὶ πολέμους
καὶ στάσεις πεπραγμένας ὄντως τοῖς οἰκείοις
προστάταις, οὓς θεοὺς ἡγοῦντό τε καὶ ἀπεκάλουν,
ὥσπερ ἐν μέρει κατορθωμάτων καὶ ἀνδραγαθίας
ἀπεμνημόνευον, τὴν τούτων μνήμην ὡς σεμνῶν καὶ 
ἀνδρείων τοῖς ὀψιγόνοις ἀπολιπόντες.

Τοιαῦτα ἦν τὰ τῆς παλαιᾶς θεολογίας, ἣν
 μεταβαλόντες νέοι τινὲς, χθὲς καὶ πρώην ἐπιφυέντες,
λογικώτερόν τε φιλοσοφεῖν αὐχοῦντες, τὴν δὴ φυσικωτέραν
τῆς περὶ θεῶν ἱστορίας δόξαν εἰσηγήσαντο, 
σεμνοτέρας εὺρεσιλογίας τοῖς μύθοις προσεπινοήσαντες,
καὶ μήτε πάντη τῶν προπατόρων τὸ πλημμελὲς
τῆς δυσσεβείας ἐκφυγόντες μήτ’ αὖ πάλιν τὴν αὐτόθεν
προφαινομένην τῶν θεολογουμένων μοχθηρίαν
ὑπομείναντες.

θεραπεῦσαι δ’ οὖν ὅμως οἵδε τὸ 
πατρικὸν ἁμάρτημα προθυμηθέντες ἐπὶ φυσικὰς διηγήσεις
 καὶ θεωρίας τοὺς μύθους μετεσκευάσαντο, τὰ
θρεπτικὰ καὶ αὐξητικὰ τῆς τῶν σωμάτων φύσεως
ταῦτ’ εἶναι τὰ διὰ τῶν μύθων δηλούμενα ὡς δὴ μυστικώτερον
κομπάσαντες.

ἔνθεν ἀνιόντες καὶ 
οἵδε τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου θεοὺς ἐπεφήμισαν , οὐκ
αὐτὸ μόνον ἥλιον καὶ σελήνην καὶ ἄστρα, προσέτι δὲ
γῆν καὶ ὕδωρ, ἀέρα τε καὶ πῦρ, τά τε ἐκ τούτων
συγκρίματά τε καὶ ἀποτελέσματα, ναὶ μὴν καὶ τοὺς
ὡραίους ἀπὸ τῆς γῆς καρποὺς, καὶ τὰ λοιπὰ τῆς ξηρᾶς 
καὶ ὑγρὰς τροφῆς βλαστήματα , ἃ καὶ αὐτὰ, ὡς
ἂν τῆς τῶν σωμάτων ζωῆς αἴτια, Δήμητρα καὶ Κόρην
 καὶ Διόνυσον καὶ ὅσα ἄλλα τούτοις ἐμφερῆ
προσειπόντες τεθειάκασι, βεβιασμένον καὶ οὐκ ἀληθῆ
τῶν μύθων τὸν καλλωπισμὸν εἰσηγησάμενοι.

ἀλλ’ οὗτοι μὲν ὀψέ ποτε, ὡς ἂν ἐπαισχυνόμενοι
τὰς τῶν προγόνων θεολογίας, οἴκοθεν ἃς ἕκαστος

 
ἐφεῦρε σεμνολογίας τοῖς περὶ θεῶν μύθοις προσεπενόησαν,
κινεῖν τὰ πάτρια τολμῶντος οὐδενὸς, περὶ
πολλοῦ δὲ τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὴν συνήθη καὶ σύντροφον
ἐκ παίδων ἀγωγὴν τιμώμενοι.

οἵ γε
 μὴν τούτων πρεσβύτεροι ἐν ἴσῳ τῇ τῶν ἀνδρῶν θεοποιίᾳ
καὶ τὰς τῶν ἀλόγων ζῴων ἐκθεώσεις διετάξαντο
διὰ τὸ καὶ ἐξ αὐτῶν χρήσιμον κατὰ τὰς πρόσθεν
ἀποδοθείσας αἰτίας, καὶ τοῖς ἀλόγοις θηρίοις τὰς 
ἴσας ἀφιέρωσαν θρησκείας, σπονδαῖς καὶ θυσίαις
 καὶ μυστικαῖς τελεταῖς, ὕμνοις τε καὶ ᾠδαῖς, ὁμοίως
τοῖς τεθεοποιημένοις ἀνδράσι καὶ τὰς τούτων τιμὰς
ἐπάραντες· εἰς τοσοῦτον δὲ ἄρα κακῶν ἤλαυνον ὡς
δι’ ὑπερβολὴν ἡδυπαθείας ἀκρατοῦς τὰ ὁλκὰ πρὸς
αἰσχρουργίαν μέρη τοῦ σώματος τά τε ἀκόλαστα ἐν
 ἀνθρώποις πάθη ταῖς ἰσοθέοις ἐκθειάσαι τιμαῖς, μηδὲν
τὸ παράπαν ἐν τούτοις χρῆναι σεμνολογεῖν τῶν
δὴ θεολόγων αὐτῶν ἀποφηναμένων.

Τηρητέον γοῦν ὡς ὅτι μάλιστα οἶ παλαίτατοι
οὐδέν τι πλέον τῆς ἱστορίας εἰδότες, μόνοις δὲ
 τοῖς μύθοις προσανέχοντες ἐμαρτυρήθησαν. πλὴν 
ἀλλ’ ἐπείπερ ἅπαξ ὡρμήθημεν καὶ τὰ σεμνὰ καὶ
ἀπόρρητα τῶν γενναίων φιλοσόφων κατασκοπῆσαι,
φέρε καὶ ταῦτα ἐπιθεωρήσωμεν, ὡς ἂν μὴ δοκοίημεν
ἀγνοεῖν καὶ τὰς θαυμαστὰς αὐτῶν φυσιολογίας.

πρὶν δὲ τὴν ἔκθεσιν ποιήσασθαι τούτων , ἐμοὶ
δοκεῖ προεπισημήνασθαι καὶ τὴν αὐτῶν τῶν θαυμαστῆν
φιλοσόφων κἀν τούτοις πρὸς ἑαυτοὺς ἐναντιολογίαν.
οἷ μὲν γὰρ τηνάλλως διηγοῦνται καὶ κατὰ
τὸ παραστὰν ἑκάστοις ἰδίως ἀποφαίνονται · οὐδὲ γὰρ
 ἀλλήλοις σύμφωνα φυσιολογοῦσιν · οἱ δὲ εὐγνωμονέστερον 
τὸ σύμπαν ἀναιροῦσιν, καὶ τῆς οἰκείας πολιτείας
οὐ μόνον τὰς ἀπρεπεῖς περὶ θεῶν διηγήσεις,

 
ἀλλὰ καὶ τὰς τούτων ἑρμηνείας ἀπελαύνουσιν· ἔστι
δ’ ὅτε φόβῳ τῆς ἀπὸ τῶν νόμων τιμωρίας τοὺς μύθους
ὑποκορίζονται.

ἄκουε δ’ οὖν αὐτῶν τῶν
Ἑλλήνων δι’ ἑνὸς τοῦ πάντων ἀρίστου τοτὲ μὲν
ἐξωθοῦντος , τοτὲ δ’ αὖ πάλιν εἰσποιουμένου τοὺς 
 μύθους. ὁ δ’ οὖν θαυμάσιος αὐτῶν Πλάτων’ , ὅτε
μὲν τὴν οἰκείαν ἀπογυμνοῖ προαίρεσιν , τολμηρότερον
ἀπαγορεύει καθόλου περὶ θεῶν τοιαῦτα φρονεῖν
τε καὶ λέγειν οἷα τοῖς παλαιοῖς εἴρηται, εἴτε περιέχοιέν
τι λεληθὸς ἐν ὑπονοίαις δηλούμενον, εἴτε 
ἐκτὸς πάσης ὑπονοίας λέγοιτο· ὅτε δὲ τοὺς νόμους
ὑποκορίζεται , καὶ δεῖν φησι τοῖς περὶ θεῶν μύθοις
πιστεύειν, ὡς μηδὲν ἔχουσιν ἐν ὑπονοίαις ἐξ αὐτῶν
δηλούμενον.

ἤδη δέ ποτε τῶν παλαιῶν μύθων
τὴν οἰκείαν θεολογίαν ἀφορίσας, περί τε οὐρανοῦ 
καὶ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἄστρων, καὶ ἔτι περὶ τοῦ
 σύμπαντος κόσμου , καὶ τῶν τούτου μερῶν κεχωρισμένως
φυσιολογήσας, ἰδίως πάλιν καὶ ἀφωρισμένως
περὶ τῶν πάλαι γενεαλογηθέντων θεῶν ὧδέ πως αὐτοῖς
ῥήμασιν ἐν τῷ Τιμαίῳ διέξεισιν

Περὶ δὲ τῶν ἄλλων δαιμόνων εἰπεῖν καὶ
γνῶναι τὴν γένεσιν μεῖζον ἢ καθ’ ἡμὰς· πιστευτέον
δὲ τοῖς εἰρηκόσιν ἔμπροσθεν, ἐκγόνοις μὲν θεῶν οὐσιν,
 ὡς ἔφασαν, σαφῶς δέ πως τοὺς ἑαυτῶν προγόνους
εἰδόσιν. ἀδύνατον οὖν θεῶν παισὶν ἀπιστεῖν, 
καίπερ ἄνευ εἰκότων καὶ ἀναγκαίων ἀποδείξεων λέγουσιν,
, ἀλλ’ ὡς οἰκεῖα φασκόντων ἀπαγγέλλειν ἑπομένους
τῷ νόμῳ πιστευτέον.

οὕτως οὖν κατ’
ἐκείνους ἡμῖν ἡ γένεσις περὶ τούτων τῶν θεῶν ἐχέτω
 καὶ λεγέσθω. Γῆς τε καὶ Οὐρανοῦ παῖδες Ὠκεα 
 

 
νὸς καὶ Τηθὺς ἐγενέσθην· τούτων δὲ Φόρκυς Κρόνος
τε καὶ Ῥέα καὶ ὅσοι μετὰ τούτων· ἐκ δὲ Κρόνου
τε καὶ Ῥέας Ζεὺς Ἥρα τε καὶ πάντες ὅσους ἴσμεν 
πάντας ἀδελφοὺς λεγομένους αὐτῶν, ἔτι δὲ τούτων
 ἐκγόνους ἄλλους.”

Ταῦτά φησιν ὁ Πλάτων’ ἔπομένους τῷ νόμῳ
πιστευτέα εἶναι, καίπερ ἄνευ εἰκότων καὶ ἀναγκαίων
ἀποδείξεων εἰρῆσθαι αὐτὰ ὁμολογήσας · προσεκτέον
δὲ ὡς οὐδὲν ἔχειν ἀπόρρητον τὰς τῶν θεῶν δὴ
 προσηγορίας τε καὶ γενεαλογίας ἐν φυσιολογίαις δηλούμενον
ἐμφαίνει.

αὖθις δ’ ἐν ἑτέροις ὁ αὐτὸς
τὴν οἰκείαν ἀπογυμνῶν προαίρεσιν πάλιν τούτοις 
κέχρηται τοῖς ῥήμασι 
 “Πρῶτον μὲν, ἦν δ’ ἐγὼ, τὸ μέγιστον καὶ περὶ
 τῶν μεγίστων ψεῦδος ὁ εἰπὼν οὐ καλῶς ἐψεύσατο,
ὡς Οὐρανός τε εἰργάσατο ἅ φησι δρᾶσαι αὐτὸν Ἡσίοδος,
ὅ τε αὖ Κρόνος ὡς ἐτιμωρήσατο αὐτόν. τί δὲ
δὴ τὰ τοῦ Κρόνου ἔργα καὶ πάθη ὑπὸ τοῦ υἱέος,
οὐδ’ ἂν, εἰ ἦν ἀληθῆ, ᾤμην δεῖν ῥᾳδίως οὕτω λέγεσθαι
 πρὸς ἄφρονάς τε καὶ νέους, ἀλλὰ μάλιστα μὲν
σιγᾶσθαι, εἰ δ’ ἀνάγκη τις ἦν λέγειν, δι’ ἀπορρήτων 
ἀκούειν ὡς ὀλιγίστους , θυσαμένους οὐ χοῖρον, ἀλλά
τι μέγα καὶ ἄπορον θῦμα, ὅπως ἂν ἐλαχίστοις συνέβη
ἀκοῦσαι.

καὶ γὰρ, ἠ δ’ ὅς, οὗτοί γε οἱ λόγοι χαλεποί.
 καὶ οὐ λεκτέοι γε , ὦ Ἀδείμαντε , ἐν τῇ ἡμετέρᾳ
πόλει· οὐδὲ δοτέον νέῳ ἀκούοντι, ὡς ἀδικῶν τὰ
ἔσχατα οὐδὲν ἂν θαυμαστὸν ποιοῖ, οὐδ’ αὖ ἀδικοῦντα
πατέρα κολάζων παντί τρόπῳ, ἀλλὰ δρῴη· ἂν ὅπερ
θεῶν οἶ πρῶτοί τε καὶ μέγιστοι. οὐδὲ αὐτῷ μοι δοκεῖ
 ἐπιτήδεια εἶναι λέγειν.

οὐδέ γε, ἦν δ’ ἐγὼ,
 

 
τὸ παράπαν, ὡς θεοὶ θεοῖς πολεμοῦσι καὶ ἐπιβουλεύουσι
 καὶ μάχονται· οὐδὲ γὰρ ἀληθῆ· εἴ γε δεῖ ἡμῖν
τρὺς μέλλοντας τὴν πόλιν φυλάξειν αἴσχιστον νομίξειν
τὸ ῥᾳδίως ἀλλήλοις ἀπεχθάνεσθαι. πολλοῦ δεῖ
γιγαντομαχίας τε μυθολογητέον αὐτοῖς , καὶ ποικιλτέον 
καὶ ἄλλας ἔχθρας καὶ παντοδαπὰς θεῶν τε καὶ
ἡρώων πρὸς συγγενεῖς τε καὶ οἰκείους αὐτῶν· ἀλλ’
εἴ πως μέλλοιμεν πείσειν ὡς οὐδεὶς πώποτε πολίτης
 ἕτερος ἑτέρῳ ἀπήχθετο, οὐδ’ ἔστι τοῦτο ὅσιον, τοιαῦτα
μᾶλλον λεκτέα πρὸς τὰ παιδία εὐθὺς καὶ γέρουσι 
καὶ γραυσὶ καὶ πρεσβυτέροις γενομένοις , καὶ
τοὺς ποιητὰς ἐγγὺς τούτων ἀναγκαστέον λογοποιεῖν.

Ἥρας δὲ δεσμοὺς ὑπὸ υἱέος καὶ Ἡφαίστου ῥίψεις
ὑπὸ πατρὸς, μέλλοντος τῇ μητρὶ τυπτομένῃ ἀμύνειν,
καὶ θεομαχίας ὅσας Ὅμηρος πεποίηκεν, οὐ παραδεκτέον 
εἰς τὴν πόλιν, οὔτ’ ἐν ὑπονοίαις πεποιημένας
οὔτ’ ἄνευ ὑπονοιῶν.

Σαφῶς δὴ διὰ τούτων ὁ φιλόσοφος καὶ τοὺς
τῶν παλαιῶν μύθους τοὺς περὶ θεῶν καὶ τὰς τῶν
 μύθων ἐν ὑπονοίαις εἰρῆσθαι νομιζομένας φυσιολογίας 
παραιυητέας ἔας εἶναι διδάσκει, ὡς μηκέτ’ ἀλόγως
ἡμῖν καὶ τὴν ἐκ τούτων ἀναχώοη ’ν τὴν τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν εὐαγγελίζεσθαι διδασκαλίαν, ὁπότε καὶ
πρὸς τῶν οἰκείων ἀποβέβληται.

ὅθεν ἔπεισί μοι
καὶ τοὺς παλαιοὺς τῶν Ῥωμαίων θαυμάζειν , τίνα 
τρόπον ἁπάσας τὰς Ἑλληνικὰς περὶ θεῶν φυσιολογίας
ἀτόπους οὔσας καὶ ἀνωφελεῖς, μᾶλλον δὲ βεβιασμένας
ἀσυστάτους κατανοήσαντες, αὐτοῖς μύθοις
 τῆς οἰκείας περιέγραψαν θεολογίας. καὶ τοῦτο δέ
σοι γνῶναι πάρεστιν ἀπὸ τῆς Διονυσίου τοῦ ᾿Αλικαρνασέως 
Ῥωμαϊκῆς ἀρχαιολογίας· οὗτος γὰρ ἐν τῷ
δευτέρῳ τὰ κατὰ Ῥωμύλον τὸν πρῶτον κτίστην τῆ

 
῾Ρώμης ἱστορῶν τά τε ἄλλα διέξεισιν αὐτοῦ κατορθώματα,
ἀτὰρ καὶ περὶ τῶνδε τοῦτον γράφων τὸν
τρόπον

“᾿Αλλ᾿ ἔγνω ὅτι νόμοι σπουδαῖοι καὶ καλῶν 
 ζῆλος ἐπιτηδευμάτων εὐσεβῆ καὶ σώφρονα καὶ τὰ δίκαια 
ἀσκοῦσαν καὶ τὰ πολέμια ἀγαθὴν ἐξεργάζονται
πόλιν· ὧν πολλὴν ἔσχε πρόνοιαν, τὴν ἀρχὴν ποιησάμενος
ἀπὸ τῶν περὶ τὰ θεῖα καὶ δαιμόνια σεβασμῶν.

ἱερὰ μὲν οὖν καὶ τεμένη καὶ βωμοὺς καὶ ξοάνων 
 ἱδρύσεις, μορφάς τε αὐτῶν καὶ σύμβολα καὶ δυνάμεις
Καὶ δωρεὰς, αἷς τὸ γένος ἡμῶν εὐηργέτησαν,
ἑορτάς τε ὁποίας τινὰς ἑκάστῳ θεῶν ἢ δαιμόνων
ἄγεσθαι προςήκει καὶ θυσίας, αἷς χαίρουσι γεραιρόμενοι
πρὸς ἀνθρώπων, ἐκεχειρίας τε αὖ καὶπανηγύρεις
 καὶ πόνων ἀναπαύλας καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα
ὁμοίως κατεστήσατο τῶν κρατίστων παρὰ τοῖς Ἕλλησι
νομίμων.

τοὺς δὲ παραδεδομένους περὶ
αὐτῶν μύθους, ἐν οἷς βλασφημίαι τινές εἰσι περὶ
αὐτῶν ἢ κατηγορίαι, πονηροὺς καὶ ἀνωφελεῖς καὶ
 ἀσχήμονας ὑπολαβὼν εἶναι καὶ οὐχ ὅτι τῶν θεῶν, 
ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἀνθρώπων ἀγαθῶν ἀξίους, ἅπαντας ἐξέβαλε,
καὶ παρεσκεύασε τοὺς ἀνθρώπους τὰ κάλλιστα
περὶ θεῶν λέγειν τε καὶ φρονεῖν, μηδὲν αὐτοῖς προσανύωας
ἀνάξιον ἐπιτήδευμα τῆς μακαρίας φύσεως.

Οὔτε γὰρ Οὐρανὸς ἐκτεμνόμενος ὑπὸ τῶν ἑαυτοῦ
Παίδων παρὶ ῾Ρωμαίοις λέγεται οὔτε Κρόνος ἀφανίζων
τὰς ἑαυτοῦ γονὰς φόβῳ τῆς ἐξ αὐτῶν ἐπιθέσεως,
ουτε Ζεὺς καταλύων τὴν Κρόνου δυναστείαν καὶ
κατακλείων ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ τοῦ Ταρτάρου τὸν 
 ἑαυτοῦ πατέρα, οὐδέ γε πόλεμοι καὶ τραύματα καὶ
 

 
δεσμὰ καὶ θητεῖαι θεῶν παρὰ ἀνθρώποις.

ἑορτή
τε οὐδεμία παρ’ αὐτοῖς μελανείμων ἢ πένθιμος ἄγεται,
κοπετοὺς ἔχουσα καἰ θρήνους γυναικῶν ἐπὶ θεοῖς
ἀφανιζομένοις, ἃ παρ’ Ἕλλησιν ἐπιτελοῦνται περί τε
Περσεφόνης ἁρπαγὴν καὶ Διονύσου πάθη, καὶ ὅσα 
ἄλλα τοιαῦτα.

οὐδ’ ἂν ἴδοι τις παρ’ αὐτοῖς, καίτοι
διεφθαρμένων τῶν ἐθῶν ἤδη, οὐ θεοφορήσεις,
οὐ κόρυ βάντ’ ίαςμοὺς , οὐ βακχείας καὶ τελετὰς ἀπορρήτους,
οὐ διαπαννυχισμοὺς ἐν ἱεροῖς θεῶν ἀνδρῶν
σὺν γυναιξὶν , οὐκ ἄλλο τῶν παραπλησίων τούτοις 
τερατευμάτων οὐδὲν, ἀλλ’ εὐλαβῶς ἅπαντα πραττόμενα
 καὶ λεγόμενα τὰ περὶ τοὺς θεοὺς, ὡς οὔτε παρ’
Ἒλλησιν οὔτε παρὰ βαρβάροις.

καὶ ὃ πάντων μάλιστα
ἔγωγε τεθαύμακα, καίπερ μυρίων ὅσων εἰς τὴν πόλιν
ἐπεληλυθότων ἐθνῶν, οἶς πολλὴ ἀνάγκη σέβειν 
τοὺς πατρίους θεοὺς τοῖς οἴκοθεν νομίμοις , οὐδενὸς
εἰς ζῆλον ἐλήλυθε τῶν ξενικῶν ἐπιτηδευμάτων ἡ πόλις
δημοσίᾳ, ὃ πολλοῖς ἤδη συνέβη παθεῖν, ἀλλὰ καὶ
εἴ τινα κατὰ χρησμοὺς ἐπεισῆκται ἱερὰ , τοῖς αὐτόθι
αὐτὰ νομίμοις μεθήρμοσεν, ἅπασαν ἐκβαλοῦσα τερθρείαν 
μυθικὴν, ὥσπερ τὰ τῆς ἱερᾶς θεᾶς ἱερά.

θυσίας
μὲν γὰρ αὐτῇ καὶ ἀγῶνας ἄγουσιν ἀνὰ πᾶν ἔτος
 οἱ στρατηγοὶ κατὰ τοὺς Ῥωμαίων νόμους, ἱερᾶται δ’
αὐτῆς ἀνὴρ Φρὺξ καὶ γυνὴ Φρυγία, καὶ περιάγουσιν
ἀνὰ τὴν πόλιν οὗτοι μηναγυρτοῦντες , ὥσπερ αὐτοῖς 
ἔθος, τύπους τε περικείμενοι τοῖς στήθεσι καὶ καταυλούμενοι
πρὸς τῶν ἑπομένων τὰ μητρῷα μέλη καὶ
τύμπανα κροτοῦντες.

Ῥωμαίων δὲ τῶν αὐθιγενῶν
οὔτε μηναγυρτῶν τις οὔτε καταυλούμενος πορεύεται
διὰ τῆς πόλεως , ποικίλην ἐνδεδυμένος στολὴν, 
οὔτε ὀργιάζει τὴν θεὸν τοῖς Φρυγίοις ὀργιασμοῖς
 κατὰ νόμον ἢ ψήφισμα βουλῆς. οὕτως εὐλαβῶς ἡ

 
πόλις ἔχει πρὸς τὰ οὐκ ἐπιχώρια ἔθη περὶ θεῶν καὶ
πάντα ὀττεύεται τῦφον, ᾧ μηδέν ἐστι τὸ εὐπρεπές.

καὶ μηδεὶς ὑπολάβῃ με ἀγνοεῖν ὅτι τῶν Ἑλληνικῶν
μύθων εἰσί τινες ἀνθρώποις χρήσιμοι, οἱ μὲν
 ἐπιδεικνύμενοι τὰ τῆς φύσεως ἔργα διὰ λύπην, οἱ δὲ
παραμυθίας ἕνεκα συγκείμενοι τῶν ἀνθρωπίνων
συμφορῶν, οἱ δὲ ταραχὰς ἐξαιρούμενοι ψυχῆς καὶ
δείματα καὶ δόξας καθαιροῦντες οὐχ ὑγιεῖς, οἱ δὲ 
ἄλλης τινὸς ἕνεκα συμπλασθέντες ὠφελείας.

ἀλλὰ
 καίπερ ἐπιστάμενος ταῦτα οὐδενὸς χεῖρον, ὅμως εὐλαβῶς
διάκειμαι πρὸς αὐτοὺς, καὶ τὴν ῾Ρωμαίων μᾶλλον
ἀποδέχομαι θεολογίαν, ἐνθυμούμενος ὅτι τὰ μὲν 
ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν μύθων ἀγαθὰ μικρά τέ ἐστι καὶ
οὐ πολλοὺς δυνάμενα ὠφελεῖν, ἀλλὰ μόνον τοὺς ἐξητακότας
 ὧν ἕνεκα γίνεται.

σπάνιοι δ᾿ εἰσὶν οἱ
μετειληφότες ταύτης τῆς φιλοσοφίας· ὁ δὲ πολὺς καὶ
ἀφιλοσόφητος ὄχλος ἐπὶ τὰ χείρω λαμβάνειν φιλεῖ
τοὺς περὶ αὐτῶν λόγους, καὶ πάσχει θάτερον, ἢ καταφρονεῖ
τῶν θεῶν, ὡς ἐν πολλῇ κακοδαιμονίᾳ κυλινδουμἐνων
 ἢ τῶν αἰσχίστων τε καὶ παρανομωτάτων 
οὐδενὸς ἀπέχεται, θεοῖς ὁρῶν αὐτὰ προσκείμενα.

ἀλλὰ ὑπὲρ μὲν τούτων τοῖς αὐτὸ μόνον τὸ θεωρητικὸν
τῆς φιλοσοφίας μέρος ἀσκοῦσιν ἀφείσθω
σκοπεῖν, τῆς δὲ ὑπὸ ῾Ρωμύλου κατασταθείσης πολιτείας
 καὶ τάδε ἡγησάμην ἱστορίας ἄξια.” 
 Τὰ μὲν δὴ παραστάντα τοῖς κρατίστοις τῶν φιλοσόφων
καὶ τοῖς παλαιοῖς καὶ πρώτοις τῆς ῾Ρωμαίων
ἡγεμονίας περὶ τῆς Ἑλληνικῆς θεολογίας τοιαῦτα ἦν,
οὐδαμῶς φυσιολογίας ἐν τοῖς περὶ θεῶν μύθοις πα- 
 ραδεχόμενα, οὐδέ γε τὰς σεμνοφανεῖς καὶ σοφιστικὰς
τερθρείας. ἡμεῖς γε μὴν ἐπείπερ ἅπαξ ὡρμήθημεν
καὶ ἐπὶ τὸν τούτων ἔλεγχον, φέρε τὰς ἑρμηνείας αὐ-

 
τῶν καὶ θεωρίας, τί ποτε ἄρα σεμνὸν καὶ θεοπρεπὲς
ἐπικομίζονται, κατίδωμεν, μηδὲν μὲν ἐξ ἡμῶν, πάντα
δὲ ταῖς αὐτῶν φωναῖς συγχρώμενοι, ὡς ἂν παρ᾿ αὐτῶν
αὖθις τὰ αὐτῶν οἰκεῖα καταμάθωμεν.

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. 
 Τὰ μὲν παραστάντα τοῖς κρατίστοις τῶν φιλοσόφων
καὶ τοῖς παλαιοῖς καὶ πρώτοις τῆς ῾Ρωμαίων
ἡγεμονίας περὶ τῆς Ἑλληνικῆς θεολογίας τοιαῦτα ἦν,
οὐδαμῶς φυσιολογίας ἐν τοῖς περὶ θεῶν μύθοις πα- 
 ραδεχόμενα, οὐδέ γε τὰς σεμνοφανεῖς καὶ σοφιστικὰς
τερθρείας.

ἡμεῖς γε μὴν ἐπείπερ ἅπαξ ὡρμήθημεν
καὶ ἐπὶ τὸν τούτων ἔλεγχον, φέρε τὰς ἑρμηνείας
αὐτῶν καὶ θεωρίας, τί ποτε ἄρα σεμνὸν καὶ θεοπρεπὲς
ἐπικομίζονται, συνίδωμεν, μηδὲν μὲν ἐξ ἡμῶν, 
πάντα δὲ ταῖς αὐτῶν φωναῖς συγχρώμενοι, ὡς ἂν
παρ᾿ αὐτῶν αὖθις τὰ αὐτῶν σεμνὰ καὶ ἀπόρρητα
καταμάθωμεν.

Μυρίοις μὲν οὖν ἄλλοις τῶν φιλοσοφεῖν ἐπαγ-
 γελλομένων πολὺς περὶ τούτων εἰσῆκται πόνος, διαφόρους 
τὰς αὐτῶν εὑρεσιλογίας πεποιημένοις, καὶ τὸ
παραστὰν καὶ δόξαν ἑκάστῳ τοῦτ᾿ εἶναι τὸ ἀληθὲς
ἀπισχυριζομένοις· ἐμοὶ δὲ ἐξαρκεῖ τὰς ἀποδείξεις ἀπὸ
τῶν μάλιστα διαφανῶν καὶ πᾶσι τοῖς φιλοσόφοις γνωρίμων
κλέος τε οὐ μικρὸν φιλοσοφίας παρ᾿ Ἕλλησιν 
ἀπενηνεγμένων παρασχεῖν.

ὧν πρώτου λαβὼν
ἀνάγνωθι τοῦ Χαιρωνέως Πλουτάρχου τὰς περὶ τῶν
προκειμένων φωνὰς, ἐν αἷς σεμνολογῶν παρατρέπει
τοὺς μύθους ἐφ᾿ ἅς φησιν εἶναι μυστηριώδεις θεο-

 
λογίας· ἅς δὴ ἐκκαλύπτων τὸν μὲν Διόνυσον τὴν
μέθην εἶναί φησιν, οὐκέτι τὸν ὑπὸ τῆς ἱστορίας ἐν
τῷ πρὸ τούτου συγγράμματι δεδηλωμένον θνητὸν
ἄνδρα, τὴν δὲ Ἥραν τὴν γαμήλιον ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς 
 συμβίωσιν· εἶθ’, ὡσπερ ἐπιλελησμένος τῆς
ἀποδόσεως, ἑτέραν ἑξῆς ἐπισυνάφας ἱστοίαν, τὴν
Ἡραν οὐκέτε ὡς τὸ πρότερον, ἀλλὰ τὴν γῆν ὀνομάζει,
λήθην δὲ καὶ νύκτα τὴν Λητώ· καὶ άλιν τὴν αὐτὴν
τῇ Λητοῖ μαησιν εἶναι τὴν Ἡραν· εἶτ’ ἐπὶ τούτοις
 εἰσάυεται αὐτῷ ὁ Ζεὺς εἰς τὴν αἰθέριον δὐναμιν
ἀλληγορούμενος.

Καὶ τί με δεῖ ταῦτα προλαμβάνειν,
αὐτοῦ παρὸν ἀκοῦσαι τοῦ ἀνδρὸς ὧδέ πως 
ἐν οἷς ἐπέγραφε Περὶ τῶν ἐν Πλαταιαῖς Δαιδάλων
τὰ λανθάνοντα τοὸς πλλοὺς τῆς ἀπορρήτου περὶ
 θεῶν φυσιολουίας ἐκφαίνοντος

‘‘Ὅτι μὲν οὖν ἡ παλαιὰ φυσιολογία καὶ παρ’ 
 Ἕλλησι καὶ βαρβάροις λόγος ἦν φυσικὸς ἐγκεκρυμ
 μένος μύθοις, τὰ πολλὰ δι’ αἰνιγμάτων καὶ ὑπονοιῶν
 ἐπίκρυφος καὶ μυστηριώδης θεολογία, τά τε λαλούμενα
 τῶν σιγωμένων σαφέστερα τοῖς πλλοῖς ἔχοντα
 καὶ τὰ σιγώμενα τῶν λαλουμένων ὑποπτότερα, δῆλόν
 ἐστιν ἐν τοῖς Ὀρφικοῖς ἐπεσι καὶ τοῖς Αἰγυπτιακοῖς
 καὶ Φρυγίοις λογοις· μάλιστα δὲ οἱ περὶ τὰς τελετὰς
 ὀρυασμοὶ καὶ τὰ δρώμενα συμβολικῶς ἐν ταῖς ἱε ρουργίαις
 τὴν τῶν παλαιῶν ἐμφαίνει διάνοιαν.

Οἷον, 
 ἱνα μὴ μακρὰν τῶν ἐνστηκότων λόγων βαδίζωμεν,
 οὐ νομίζουσιν ουδε ἀξιοῦσι κοινωνίαν εἶναι πρὸς Διόνυσον
 Ἥρᾳ· φυλάσσονται δὲ συμμιγνύναι τὰ ἱερὰ
 καὶ τὰς Ἁθήνησιν ἱερείας ἀπαντώσας φαςὶν ἀλλή 
 

 
λαὶς μὴ προσαγορεύειν, μηδὲ ὅλως κιττὸν εἰς τὸ τῆς
Ἤρας εἰσκομίζεσθαι τέμενος, οὐ διὰ τὰς μυθικὰς καὶ
φλυαρώδεις ζηλοτυπίας, ἀλλ᾿ ὅτι γαμήλιος μὲν ἡ θεὸς
καὶ νυμφαγωγὸς, ἀπρεπὲς δὲ νυμφίοις τὸ μεθύειν,
 καὶ γάμοις ἀναρμοστότατον, ὥς φησιν ὁ Πλάτων· 
ἀκρατοποσία γὰρ, φησὶ, ταραχὴν ἐμποιεῖ καὶ ψυχαῖς
 καὶ σώμασιν, ὑφ᾿ ἧς ἄπλαστα καὶ πεπλανημένα ῥιζοῦται
κακῶς τὰ σπειρόμενα καὶ κυϊσκόμενα. πάλιν
οἱ θύοντες Ἥρᾳ τὴν χολὴν οὐ καθαγίζουσιν, ἀλλὰ
κατορύττουσι παρὰ τὸν βωμὸν, ὡς δέον ἄθυμον καὶ 
ἄχολον καὶ καθαρεύουσαν ὀργῆς καὶ πικρίας ἁπάσης
τὴν γυναικὸς καὶ ἀνδρὸς εἶναι συμβίωσιν.”

Τοῦτο δὴ τὸ συμβολικὸν εἶδος ἐν τοῖς λόγοις
καὶ τοῖς μύθοις μᾶλλόν ἐστιν. οἷον, ἱστοροῦσι τὴν
 Ἥραν ἐν τῇ Εὐβοίᾳ τρεφομένην ἔτι παρθένον ὑπὸ 
τοῦ Διός κλαπῆναι, καὶ διακομισθεῖσαν ἐνταῦθα κρύπτεσθαι,
Κιθαιρῶνος αὐτοῖς ἐπίσκιόν τινα μυχὸν καὶ
θάλαμον αὐτοφυῆ παρασχόντος. ἐλθούσης δὲ τῆς
Μακρίδος κατὰ ζήτησιν — ἦν δὲ Ἤρας τιθήνη — καὶ
βουλομένης ἐρευνᾶν οὐκ ἐᾶν τὸν Κιθαιρῶνα πολυπραγμονεῖν, 
οὐδὲ τῷ χωρίῳ προσάγειν, ὡς τοῦ Διὸς
ἐκεῖ τῇ Λητοῖ συναναπαυομένου καὶ συνδιατρίβον-
 τος. ἀπελθούσης δὲ τῆς Μακρίδος, οὕτω τότε μὲν
διαλαθεῖν τὴν Ἥραν, ὕστερον δὲ τῇ Λητοῖ χάριν
ἀπομνημονεύουσαν ὁμοβώμιον θέσθαι καὶ σύνναον, 
ὥστε καὶ Λητοῖ μυχίᾳ προθύεσθαι· τινὲς δὲ νυχίαν
λέγουσι. σημαίνεται δὲ ἐν ἑκατέρῳ τῶν ὀνομάτων τὸ
κρύφιον καὶ διαλεληθός. ἔνιοι δὲ τὴν Ἥραν αὐτὴν
ἐκεῖ τῷ Διὶ λάθρα συνοῦσαν καὶ λανθάνουσαν οὕτω
Λητώ φασιν νυχίαν προσηγορεῦσθαι· φανερῶν δὲ 
 τῶν γάμων γενομένων, καὶ περὶ τὸν Κιθαιρῶνα πρῶτον
ἐνταῦθα καὶ τὰς Πλαταιὰς τῆς ὁμιλίας ἀνακαλυ-

 
φθείσης, Ἤραν τελείαν καὶ γαμήλιον αὐτὴν
προσαγορευθηναι.

‟ οἱ δὲ φυσικῶς μᾶλλον καὶ. πρεπόντως ὑπολαμβάνοντες
τὸν μῦθον οὕτως εἰς τὸ αὐτὸ τῇ Λητοῖ
 συνάγουσιν τὴν Ἥραν. γῆ μέν ἐστιν ἡ Ἥρα, καθάπερ
εἴρηται, νὺξ δὲ ἡ Λητὼ, λήθω τις οὔσα τῶν εἰς
ὕπνον τρεπομένων , νὺξ δὲ οὐδέν ἐστιν ἄλλο πλὴν
σκιὰ γῆς· ὅταν γὰρ πλησιάσασα ταῖς δυσμαῖς ἀποκρύψῃ
τὸν ἥλιον, ἀναπλατυνομένη μελαίνει τὸν ἀέρα,
 καὶ τοῦτο ἔστι τὸ ἐκλειπτικὸν ὀλίσθημα τῶν πανσελήνων,
ὅταν τῆς σελήνης περιφερομένης ἡ σκιὰ τῆς
γῆς ἐπιψαύσῃ καὶ διαθολώσῃ τὸ φέγγος.

‘‘ Ὅτι οὐκ ἄλλη τίς ἐστι τῆς Ἥρας ἡ Λητὼ 
μάθοιτ’ ἂν ἐνθένδε. τὴν Ἄρτεμιν ἤδη που θυγατέρα
 Λητοῦς καλοῦμεν , ἀλλὰ καὶ Εἰλήθυιαν τὴν αὐτὴν
ὀνομάζομεν· οὐκοῦν ἥ τεἭρα καὶ ἡ Λητὼ δύο εἰσὶ
μιᾶς θεοῦ προσηγορίαι. πάλιν, ἐκ μὲν Λητοῦς ὁ ᾿Απόλλων,
ἐκ Ἥρας ὁἌρης γέγονε, μία δέ ἐστιν ἀμφοτέρων
δύναμις, καὶ κέκληται Ἄρης μὲν ὡς ἀρήγων
 τοῖς κατὰ βίαν καὶ μάχην συμπτώμασιν , Ἀπόλλων
δὲ ὡς ἀπαλλάττων καὶ ἀπολύων τῶν περὶ σῶμα νοσηματικῶν
παθῶν τὸν ἄνθρωπον. διὸ καὶ τῶν ἐμτυρωτάτων
ἄστρων καὶ πυριφλεγεστάτων ὁ μὲν ἥλιος 
Ἀπόλλων κέκληται, ὁ δὲ πυροειδὴς Ἄρης ἐπωνόμασται.
 καὶ οὐκ ἀπότροπόν ἐστι τὴν αὐτὴν θεὸν γαμήλιον
λέγεσθαι καὶ μητέρα Εἰληθυίας καὶ ἡλίου
νομίζεσθαι. γάμου μὲν γὰρ τέλος γένεσίς ἐστι, γένεσις
δὲ ἡ εἰς ἥλιον καὶ φῶς ἐκ σκότους πορεία. καὶ
καλῶς ἔφη ὁ ποιητής
 Αὐτὰρ ἐπειδὴ τόν γε μογοστόκος Εἰλήθυια 
 ἐξάγαγε πρὸ φόωσδε καὶ ἠελίου ἴδεν αὐγάς. 
εὖ ὁ ποιητὴς τῇ μὲν προθέσει τὴν σύνθεσιν ἔθλιψεν, 

 
ἐμφαίνων τὸ βεβιασμένον τῆς ὠδῖνος, τέλος δὲ τῆς
γενέσεως ἐποίησεν ἥλιον ἰδεῖν. οὐκοῦν ἡ αὐτὴ θεὸς
ἐποίησε καὶ γάμον συνελθεῖν, ἵνα γένεσιν
παρασκευάσῃ.”

“Δεῖ δὲ ἴσως καὶ τὸν εὐηθέστερον μῦθον εἰπεῖν. 
λέγεται γὰρ ὁ Ζεὺς, τῆς Ἥρας αὐτῷ διαφερομένης
καὶ μηκέτι φοιτᾶν εἰς τὸ αὐτὸ βουλομένης,
ἀλλὰ κρυπτούσης ἑαυτὴν, ἀμηχανῶν καὶ πλανώμενος
Ἀλαλκομένει τῷ αὐτόχθονι συντυχεῖν, καὶ διδαχθῆ-
 ναι ὑπὸ τούτου ὡς ἐξαπατητέον τὴν Ἥραν, σκηψάμενον 
γαμεῖν ἑτέραν. συνεργοῦντος δὲ τοῦ Ἀλαλκομένους
κρύφα τεμόντας αὐτοὺς εὐκτέανον καὶ
παγκάλην δρῦν μορφῶσαί τε αὐτὴν καὶ καταστεῖλαι
νυμφικῶς, Δαιδάλην προσαγορεύσαντας· εἶτα οὕτως
 ἀναμέλπεσθαι μὲν τὸν ὑμέναιον, λουτρὰ δὲ κομίζειν 
τὰς Τριτωνίδας νύμφας, αὐλοὺς δὲ καὶ κώμους τὴν
Βοιωτίαν παρασχεῖν· περαινομένων δὲ τούτων οὐκέτι
τὴν Ἥραν καρτερεῖν, ἀλλὰ καταβᾶσαν ἐκ τοῦ Κιθαιρῶνος,
τῶν Πλαταιίδων αὐτῇ γυναικῶν ἑπομένων,
 ὑπ᾿ ὀργῆς καὶ ζηλοτυπίας θέουσαν ἐλθεῖν πρὸς τὸν 
Δία, καὶ τοῦ πλάσματος φανεροῦ γενομένου διαλλαγεῖσαν
μετὰ χαρᾶς καὶ γέλωτος αὐτὴν νυμφαγωγεῖν·
τιμὴν δὲ τῷ ξοάνῳ προσθεῖναι καὶ Δαίδαλα τὴν ἑορτὴν
προσαγορεῦσαι, κατακαῦσαι δὲ ὅμως αὐτὸ, καίπερ
ἄψυχον ὂν, ὑπὸ ζηλοτυπίας.”

“Ὁ μὲν οὖν μῦθος τοιοῦτος, ὁ δὲ λόγος αὐτοῦ
τοιόσδε. Ἥρας καὶ Δῖός διαφορὰ καὶ στάσις
οὐδὲν ἄλλο πλὴν στοιχείων δυσκρασία καὶ τάραχός
 ἐστιν, ὅταν ἀλλήλοις μηκέτι συμμετρῆται κατὰ κόσμον,
ἀλλὰ καὶ ἀνωμαλίας καὶ τραχύτητος ἐγγενομένης 
δυσμαχήσαντα λύσῃ τὴν κοινωνίαν καὶ φθορὰν
τῶν ὅλων ἀπεργάσηται. ἂν μὲν οὖν ὁ Ζεὺς, τουτ-

 
έστιν ἡ θερμὴ καὶ πυρώδης δύναμις, αἰτίαν παράσχῃ
τῆς διαφθορᾶς , αὐχμὸς τὴν γῆν καταλαμβάνει,
ἐὰν δὲ περὶ τὴν Ἥραν, τουτέστι τὴν ὑγρὰν καὶ πνευματικὴν
φύσιν, ὕβρις τις ἢ πλεονασμὸς γένηται, ῥεῦμα
 ἦλθε πολὺ καὶ συνώμβρισε καὶ κατέκλυσε τὰ
πάντα. τοιούτου δέ τινος γενομένου καὶ περὶ τοὺς 
τότε χρόνους, καὶ μάλιστα τῆς Βοιωτίας βυθισθείσης,
ὡς πρῶτον ἀνέδυ τὸ πεδίον καὶ ἡ πλήμμυρα ἐλώφησεν,
ὁ μὲν ἐξ εὐδίας κόσμος τοῦ περιέχοντος ὁμόνοια
 καὶ διαλλαγὴ τῶν θεῶν ἐλέχθη, πρῶτον δὲ ἀνέσχεν
ἐκ τόν φυτῶν τῆς γῆς ἡ δρῦς, καὶ ταύτην ἠγάπησαν
οἶ ἄνθρωποι, τροφῆς βίου καὶ σωτηρίας διαμονὴν
παρασχοῦσαν, οὐ γὰρ μόνον τοῖς εὐσεβέσιν, ὡς
Ἡσίοδός φησιν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ὑπολειφθεῖσι τῆς
 φθορᾶς 
 Ἄκρη μέν τε φέρει βαλάνους, μέσση δὲ μελίσσας.’’

Ταῦτα μὲν ὁ Πλούταρχος. ἡμεῖς δὲ
ἐκ τῶν παρατεθεισῶν αὐτῷ φωνῶν ὡς ἄρα καὶ ἡ 
θαυμαστὴ καὶ ἀπόρρητος φυσιολογία τῆς Ἑλληνικῆς
 θεολογίας θεῖον μὲν οὐδὲν, οὐδέ τι μέγα καὶ θεοπρεπὲς
καὶ τῆς ἀνατάσεως ἄξιον ἐπήγετο.

ἀκήκοας
γὰρ τὴν Ἥραν, τοτὲ μὲν γαμήλιον ἀναγορευομένην
καὶ τὴν ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς συμβίωσιν
δηλοῦσαν, τοτὲ δὲ τὴν γῆν πάλιν Ἥραν ὁνομαζομένην,
 τοτὲ δὲ τὴν ὑγρὰν οὐσίαν, τὸν δὲ Διόνυσον εἰς
τὴν μέθην μετενηνεγμένον , εἰς νύκτα δὲ τὴν Λητὼ,
καὶ τὸν ἥλιον εἰς Ἀπόλλωνα, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν Δία
εἰς τὴν θερμὴν καὶ πυρώδη δύναμιν.

οὐκοῦν 
πρὸς τῇ τῶν μύθων ἀπρεπείᾳ καὶ ἡ δοκοῦσα σεμνοτέρα
 διήγησις καὶ φυσιολογία οὐκ ἐπί τινας οὐρανίους
νοερὰς καὶ θείας δυνάμεις οὐδ’ ἐπὶ λογικὰς
καὶ ἀσωμάτους ἀνῆγεν οὐσίας, κάτω δὲ πάλιν καὶ

 
αὐτὴ εἰς μέθας καὶ γάμους καὶ ἀνθρώπεια πάθη, εἴς
τε πῦρ καὶ γῆν καὶ ἥλιον καὶ τὰ λοιπὰ τῆς ὕλης στοιχεῖα
κατέστρεφε τὰ μέρη τοῦ κόσμου, καὶ πλέον θεοποιοῦσα
οὐδέν.

τοῦτο δὲ καὶ ὁ Πλάτων’ οἶδεν.
ὁμολογεῖ γοῦν διαρρήδην ἐν τῷ Κρατύλῳ μηδὲν 
 πλέον τῶν ὁρωμένων τοῦ κόσμου μερῶν τοὺς πρώτους
τῶν περὶ τὴν ‘Eλλάδα ἀνθρώπων ἐγνωκέναι,
μόνους δὲ θεοὺς εἶναι τοὺς ἐν οὐρανῷ φωστῆρας καὶ
τὰ λοιπὰ τῶν φαινομένων νομίσαι.

λέγει δ’ οὖν
ὧδε πρὸς λέξιν 
 ‟ Φαίνονταί μοι οἶ πρῶτοι τῶν ἀνθρώπων περὶ
τὴν Ἑλλάδα τούτους μόνους θεοὺς ἡγεῖσθαι οὕσπερ
νῦν πολλοὶ τῶν βαρβάρων, ἥλιον καὶ σελήνην καὶ
γῆν καὶ ἄστρα καὶ οὐρανόν.

Ἀλλὰ τὰ μὲν Ἑλληνικὰ τοιαῦτα · ἴδωμεν δὲ 
 καὶ τὰ τούτων παλαίτατα · ἦν δὲ τὰ Αἰγυπτία. τὴν
᾿Ισίν φασι καὶ Ὄσιριν τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην
εἶναι, καὶ Δία μὲν τὸ διὰ πάντων χωροῦν πνεῦμα,
Ἥφαιστον δὲ τὸ πῦρ, τὴν δὲ γῆν Δήμητρα ἐπονομάσαι,
ὠκεανόν τε τὸ ὑγρὸν νομίζεσθαι παρ’ Αἰγυπτίοις 
καὶ τὸν παρ’ αὐτοῖς ποταμὸν Νεῖλον, ᾧ καὶ τὰς τῶν
θεῶν ἀναθεῖναι γενέσεις· τὸν δὲ ἀέρα φασὶν αὐτοὺς
προσαγορεύειν Ἀθηνᾶν.

τούτους δὲ τοὺς πέντε
θεοὺς , τὸν Ἀέρα λέγω καὶ τὸ Ὕδωρ τό τε Πύρ’ καὶ
τὴν Γῆν καὶ τὸ Πνεῦμα, τὴν πᾶσαν οἰκουμένην ἐπιπορεύεσθαι, 
ἄλλοτε ἄλλως εἰς μορφὰς καὶ ἰδέας ἀνθρώπων
τε καὶ παντοίων ζῴων σχηματιζομένους, καὶ
τούτων ὁμωνύμους παρ’ αὐτοῖς Αἰγυπτίοις γεγονέναι
 θνητοὺς ἀνθρώπους, Ἥλιον καὶ Κρόνον καὶ ῾Ρέαν,
ἔτι δὲ Δία καὶ Ἥραν καὶ Ἥφαιστον καὶ Ἑστίαν ἐπονομασθέντας. 
γράφει δὲ καὶ τὰ περὶ τούτων πλάτύτερον
μὲν ὁ Μανεθῶς, ἐπιτετμημένως δὲ ὁ Διόδωρος

 
ἐν τῇ προλεχθείσῃ αὐτοῦ γραφῆ ὧδέ πως ἱστορῶν
κατὰ λέξιν

‟ Τούτους δὲ τοὺς θεοὺς, τὸν Ἥλιον, φασὶ,
καὶ τὴν Σελήνην, Ὄσιριν ὄντας κατ’ Αἰγυπτίους καὶ
 ᾿Ισιν, τὸν σύμπαντα κόσμον διοικεῖν τρέφοντάς τε
καὶ αὔξοντας πάντα τριμερέσιν ὥραις, ἀοράτῳ κινήσει
τὴν περίοδον ἀπαρτιζούσαις , τῇ τε ἐαρινῇ καὶ
θερινῇ καὶ χειμερινῇ· ταύτας δὲ ἐναντιωτάτην ἀλλήλαις
τὴν φύσιν ἐχούσας ἀπαρτίζειν τὸν ἐνιαυτὸν 
 ἀρίστῃ συμφωνίᾳ.

φύσιν δὲ συμβάλλεσθαι πλείστην
εἰς τὴν τῶν ἀπάντων ζωογονίαν τῶν θεῶν τούτων,
τὸν μὲν πυρώδους καὶ πνεύματος, τὴν δὲ ὑγροῦ
καὶ ξηροῦ, κοινῇ δ’ ἀμφοτέρους ἀέρος· καὶ διὰ τούτων
πάντα γεννᾶσθαι καὶ τρέφεσθαι. διὸ καὶ τὸ μὲν
 ἅπαν σῶμα τῆς τῶν ὅλων φύσεως ἑ ’ξ ἡλίου καὶ σελήνης
ἀπαρτίζεσθαι, τὰ δὲ τούτων μέρη πέντε τὰ
προειρημένα , τὸ πνεῦμα καὶ τὸ πῦρ καὶ τὸ ξηρὸν, 
ἔτι δὲ τὸ ὑγρὸν, καὶ τὸ τελευταῖον τὸ ἀερῶδες, ὥσπερ
ἐπ’ ἀνθρώπου κεφαλὴν καὶ χεῖρας καὶ πόδας καὶ τὰ
 ἄλλα μέρη καταριθμοῦμεν, τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ σῶμα
τοῦ κόσμου συγκεῖσθαι πᾶν ἐκ τῶν προειρημένων.

τούτων δ’ ἕκαστον θεὸν νομίσαι, καὶ προσηγορίαν
ἰδίαν ἑκάστῳ θεῖναι κατὰ τὸ οἰκεῖον, τοὺς πρώτους
διαλέκτῳ χρησαμένους διηρθρωμένῃ τῶν κατ’ Αἴγυπτον
 ἀνθρώπων. τὸ μὲν οὖν πνεῦμα Δία προσαγορεῦσαι
μεθερμηνευομένης τῆς λέξεως · ὃν αἴτιον
ὄντα τοῦ ψυχικοῦ τοῖς ζῴοις ἐνόμισαν ὑπάρχειν πάντων
οἱονεί τινα πατέρα.

συμφωνεῖν δὲ τούτοις
φασὶ καὶ τὸν ἐπιφανέστατον τῶν παρ’ Ἕλλησι ποιητῶν
 ἐπὶ τοῦ θεοῦ τοῦτο λέγοντα , πατὴρ ἀνδρῶν τε
θεῶν τε.᾿ τὸ δὲ πῦρ μεθερμηνευόμενον Ἥφαιστον 
ὀνομάσαι, νομίσαντας μέγαν εἶναι θεὸν καὶ πολλὰ

 
συμβάλλεσθαι πᾶσιν εἰς γένεσίν τε καὶ τελείαν αὔξησιν.
τὴν δὲ γῆν ὥσπερ ἀγγεῖόν τι τῶν φυομένων
ὑπολαμβάνοντας μητέρα προσαγορεῦσαι· καὶ τοὺς
Ἕλληνας δὲ ταύτην παραπλησίως Δήμητρα καλεῖν,
βραχὺ μετατεθείσης διὰ τὸν χρόνον τῆς λέξεως.

τὸ γὰρ παλαιὸν ὀνομάζεσθαι γῆν μητέρα, καθάπερ
καὶ τὸν Ὀρφέα προσμαρτυρεῖν λέγοντα,
 Γῆ μήτηρ πάντων, Δημήτηρ πλουτοδότειρα. 
τὸ δ’ ὑγρὸν ὀνομάσαι λέγουσι τοὺς παλαιοὺς ὠκεανὸν,
ὃ μεθερμηνευόμενον μὲν εἶναι τροφῆς μητέρα, 
 παρ’ ἐνίοις δὲ τῶν Ἑλλήνων ὠκεανὸν ὑπάρχειν ὑπειλῆφθαι,
περὶ οὑ καὶ τὸν ποιητὴν λέγειν
 Ὠκεανόν τε θεῶν γένεσιν καὶ μητέρα Τηθύν.

οἶ γὰρ Αἰγύπτιοι νομίζουσιν ὠκεανὸν εἶναι τὸν
παρ’ αὐτοῖς ποταμὸν Νεῖλον , πρὸς ᾧ καὶ τὰς τῶν 
 θεῶν γενέσεις ὑπάρξαι. τῆς γὰρ πάσης οἰκουμένης
κατὰ μόνην τὴν Αἴγυπτον εἷναι πόλεις πολλὰς ὑπὸ
τῶν ἀρχαίων θεῶν ἐκτισμένας· οἶον Δῖός, Ἡλίου,
Ἑρμοῦ, Ἀπόλλωνος, Πανὸς, Εἰληθυίας, ἄλλων πλειόνων.

τὸν δὲ ἀέρα προσαγορεῦσαί φασιν Ἀθηνᾶν, 
μεθερμηνευομένης τῆς λέξεως, καὶ Δῖός θυγατέρα γε
νομίσαι ταύτην, καὶ παρθένον ὑποστήσασθαι διά τε
τὸ ἄφθορον εἶναι φύσει τὸν ἀέρα καὶ τὸν ἀκρότατον
ἐπέχειν τόπον τοῦ σύμπαντος κόσμου · διόπερ ἐκ τῆς
κορυφῆς τοῦ Δῖός μυθολογηθῆναι γενέσθαι ταύτην. 
ὠνομάσθαι δὲ αὐτὴν καὶ τριτογένειαν ἀπὸ τοῦ τρὶς
μεταβάλλειν τὴν φύσιν αὐτῆς κατ’ ἐνιαυτὸν, ἔαρος
 καὶ θέρους καὶ χειμῶνος.

λέγεσθαι δὲ αὐτὴν καὶ
γλαυκῶπιν, οὐχ ὥσπερ ἔνιοι τῶν Ἑλλήνων ὑπέλαβον
ἀπὸ τοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς γλαυκοὺς ἔχειν · τοῦτο μὲν 
γὰρ εὔηθες ὑπάρχειν· ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ τὸν ἀέρα τὴν

 
πρόσοψιν ἔχειν ἔγγλαυκον. φασὶ δὲ τοὺς πέντε θεοὺς
τοὺς προειρημένους τὴν πᾶσαν οἰκουμένην ἐπιτορεύεσθαι
φανταζομένους τοῖς ἀνθρώποις ἐν ἱερῶν
ζῴων μορφαῖς, ἔστι δ’ ὅτε καὶ εἰς ἀνθρώπων ἰδέας
 ἤ τινων ἄλλων μεταβάλλοντας.

καὶ τοῦτο μὴ
μυθῶδες ὑπάρχειν, ἀλλὰ δύνατον εἴπερ οὗτοι πρὸς
ἀλήθειάν εἰσιν οἶ πάντα γεννῶντες. καὶ τὸν ποιητὴν
δ’ εἰς Αἴγυπτον παραβαλόντα καὶ μετασχόντα 
παρὰ τῶν ἱερέων τῶν τοιούτων λόγων, θεῖναί που
 κάτα ποίησιν τὸ προειρημένον ὡς γινόμενον,
 Καί τε θεοὶ ξείνοισιν ἐοικότες ἀλλοδαποῖσι 
 παντοῖοι τελέθοντες ἐπιστρωφῶσι πόληας, 
 ἀνθρώπων ὕβριν τε καὶ εὐνομίην ἐσορῶντες. 
περὶ μὲν οὑν τῶν ἐν οὐρανῷ θεῶν καὶ γένεσιν ἀίδιον
 ἐσχηκότων τοσαῦτα λέγουσιν Αἰγύπτιο.”

Ἄλλους δὲ ἐκ τούτων ἐπιγείους γενέσθαι φασὶν, 
ὑπάρξαντας μὲν θνητοὺς, διὰ δὲ σύνεσιν καὶ
κοινὴν ἀνθρώπων εὐεργεσίαν τετευχότας τῆς ἀθανασίας,
ὧν ἐνίους καὶ βασιλεῖς γεγονέναι κατὰ τὴν
 Αἴγυπτον. μεθερμηνευομένων δ’ αὐτῶν τινὰς μὲν
ὁμωνύμους ὑπάρχειν τοῖς οὐρανίοις, τινὰς δὲ ἰδίαν
ἐσχηκέναι προσηγορίαν , Ἥλιον τε καὶ Κρόνον καὶ
Ρέαν, ἔτι δὲ Δία τὸν ὑπό τινων Ἄμμωαν προσαγορευόμενον,
πρὸς δὲ τούτοις Ἥραν καὶ Ἥφαιστον, ἔτι 
 δὲ Ἑστίαν, καὶ τελευταῖον Ἑρμῆν. καὶ πρῶτον μὲν
Ηλιον βασιλεῦσαι τῶν κατ’ Αἴγυπτον ,
ὄντα τῷ κατ’ οὐρανὸν ἄστρῳ.”

Ταῦτα μὲν οὖν ὁ δηλωθεὶς συγγραφεύς.
καὶ ὁ Πλούταρχος δὲ ἐν τῷ Περὶ τῶν κατὰ τὴν ᾿Ισιν
 αὐτοῦ συγγράμματι τάδε γράφει κατὰ λέξιν 
 

 
 ‟ Ἀπ’ ἄλλης δὲ ἀρχῆς τῶν φιλοσοφώτερόν τι λέγειν
δοκούντων τοὺς ἁπλουστάτους σκεψώμεθα πρῶτον.
οὗτοι δ’ εἰσὶν οἱ λέγοντες, ὥσπερ Ἕλληνες Κρόνον
 ἀλληγοροῦσι τὸν χρόνον, Ἥραν δὲ τὸν ἀέρα, γένεσιν
δὲ Ἡφαίστου τὴν εἰς τὸ πῦρ ἀέρος μεταβολὴν, 
οὕτω παρ’ Αἰγυπτίοις Νεῖλον εἶναι τὸν Ὄσιριν, Ἴσιδι
συνόντα τῇ γῇ, Τυφῶνα δὲ τὴν θάλασσαν, εἰς ἣν ὁ
Νεῖλος ἐμπίπτων ἀφανίζεται.”

Ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα εἰπὼν πάλιν εἰς δαίμονας
ἀναφέρει τοὺς περὶ τῶν δηλουμένων θεῶν 
μύθους, καὶ πάλιν ἄλλως ἀποδίδωσι, καὶ αὖθις ἑτέρως
ἀλληγορῶν.

ἦν δ’ ἂν κατὰ λόγον πυθέσθαι
ὁποτέρων θεῶν τὰ ξόανα τὰς ἐντετυπωμένας μορφὰς
σώζειν φήσουσιν. πότερα δαιμόνων ; ἀλλὰ πυρὸς καὶ
ἀέρος καὶ γῆς καὶ ὕδατος , ἢ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν 
εἰκόνας, καὶ ζῴων ἀλόγων καὶ θηρίων σχήματα;

ἐπεὶ γὰρ καὶ πρὸς αὐτῶν συγκεχώρηται ὁμωνύμως
 ἡλίῳ καὶ τοῖς καθόλου στοιχείοις θνητούς τινας
 ἄνδρας γεγονέναι, καὶ τούτους θεοὺς ἀνηγορεῦσθαι,
τίνων εἰκὸς ἂν εἴη μορφὰς καὶ εἰκόνας λέγειν τὰς 
έν τοῖς ἀψύχοις ξοάνοις γλυφάς; πότερον τῶν καθόλου
στοιχείων, ἢ, ὅπερ καὶ τὸ ἐναργὲς τῆς ὄψεως
ἐπιδείκνυσι, τῶν ἐν νεκροῖς κειμένων θνητῶν;

ἀλλ’ εἰ καὶ αὐτοὶ μὴ λέγοιεν , ὅ γέ τοι ἀληθὴς λόγος
βοᾷ καὶ κέκραγε, μονονουχὶ φωνὴν ἀφιεὶς, θνητοὺς 
ἄνδρας μαρτυρῶν γεγονέναι τοὺς δηλουμένους. ὁ δὲ
Πλούταρχος καὶ τῶν σωμάτων αὐτῶν ἐκ περιουσίας
’τον ποῖον ὑπογράφει του σχήματος χαρακτῆρα, έν
τοῖς Περὶ τῆς Ἴσιδος καὶ τῶν Αἰγυπτίων θεῶν ὧδέ
πως λέγων

‟ Ἱστοροῦσι γὰρ Αἰγύπτιοι τὸν μὲν ῾Ερμῆν
 

 
τῷ σώματι γενέσθαι γαλιάγκωνα, τὸν δὲ Τυφῶνα τῇ
χροιᾷ πυρρὸν, λευκὸν δὲ τὸν Ἄρην, καὶ μελάγχρουν
τὸν Ὄσιριν, ὡς τῇ φύσει γεγονότας ἀνθρώπους.”

Ταῦτα καὶ ὁ Πλούταρχος. νεκρῶν ἄρα ἡ
 πᾶσα αὐτῶν θεοποιία καθέστηκε· πέπλασται δ’ αὐτοῖς
τὰ τῆς φυσιολογίας. τί γὰρ ἐχρῆν ἀνδρῶν καὶ
γυναικῶν σχήματα ζωοπλαστεῖν, παρὸν καὶ δίχα τούτων
ἥλιον σέβειν καὶ σελήνην, καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ κόσμου
στοιχεῖα;

ποτέροις δὲ τούτων καὶ ἐκ τίνων
 ἀρξάμενοι τὰς τοιάσδε προσηγορίας ἐπεφήμισαν ;
οἷον, λέγω τὸν Ἥφαιστον καὶ τὴν Ἀθηνᾶν, Δία τε 
καὶ Ποσειδῶνα καὶ Ἥραν. ἆρα γὰρ ταῦτα τῶν καθόλου
στοιχείων πρότερον ὄντα ὀνόματα δεύτερον
αὐτὰ τοῖς θνητοῖς ὁμωνύμως τοῖς οὐρανίοις ἐπιτεθείκασιν,
 ἢ τοὔμπαλιν ἐκ τῆς παρ’ ἀνθρώποις ἐπικλήσεως
τὴν μεταφορὰν ἐπὶ τὰς οὐσίας πεποίηνται;

καὶ τί χρὴ θνηταῖς προσηγορίαις τὰς καθόλου
φύσεις ἐπιφημίζειν ; τὰ δὲ καθ᾿ ἕκαστον θεὸν μυστήρια,
οἵ τε ὕμνοι καὶ αἷ ᾠδαὶ καὶ τῶν τελετῶν τὰ 
 ἀπόρρητα , πότερον τῶν καθόλου στοιχείων , ἢ τῶν
πάλαι θνητῶν ἀνδρῶν τῶν τοῖς θεοῖς ὁμωνύμων
ἐπάγονται τὰ σύμβολα;

ἀλλὰ γὰρ πλάνας καὶ
μέθας καὶ ἔρωτας φθοράς τε γυναικῶν καὶ ἀνδρῶν
ἐπιβουλὰς καὶ μυρία ἄττα, θνητὰ ὡς ἀληθῶς καὶ αἰσχρὰ
 καὶ ἄσεμνα , πῶς ἄν τις ἀναθείη τοῖς καθόλου
στοιχείοις, αὐτόθεν τὸ θνητὸν καὶ ἀνθρωποπαθὲς
ἐπενηνεγμένα;

ὥστε ἐκ τούτ’ ὢν ἁπάντων ἁλίσκεσθαι
τὴν θαυμαστὴν ταύτην καὶ γενναίαν φυσιολογίαν
κατ’ οὐδὲν ἀληθείας ἡμμένην, οὐδέ τι θεῖον
 ἀληθῶς ἐπαγομένην, βεβιασμένην δὲ καὶ διεφευσμένην
ἔχουσαν τὴν ἔξωθεν σεμνολογίαν. ἄκουε δ’ οὖν 

 
οἷα καὶ ὁ Πορφύριος ἐν τῇ πρὸς Ἀνεβὼ τὸν Αἶγ’
πτιον ἐπιστολῇ περὶ τῶν αὐτῶν ἱστορεῖ

‟ Χαιρήμων μὲν γὰρ καὶ οἶ ἄλλοι οὐδ’ ἄλλο
τι πρὸ τῶν ὁρωμένων κόσμων ἡγοῦνται , ἐν ἀρχῆς
λόγῳ τιθέμενοι τοὺς Αἰγυπτίων, οὐδ’ ἄλλους θεοὺς 
πλὴν τῶν πλανητῶν λεγομένων, καὶ τῶν συμπληρούντων
τὸν ζωδιακὸν, καὶ ὅσοι τούτοις παρανατέλλουσι·
τάς τε εἰς τοὺς δεκανοὺς τομὰς, καὶ τοὺς
ὡροσκόπους , καὶ τοὺς λεγομένους κραταιοὺς ἡγεμόνας,
 ὧν καὶ τὰ ὀνόματα ἐν τοῖς ἀλμενιχιακοῖς φέρεται, 
καὶ θεραπεῖαι παθῶν, καὶ ἀνατολαὶ, καὶ δύσεις,
καὶ μελλόντων σημειώσεις.

ἑώρα γὰρ τοὺς τὸν
ἥλιον δημιουργὸν φαμένους καὶ τὰ περὶ Ὄσιριν
καὶ τὴν Ἴσιν, καὶ πάντας τοὺς ἱερατικοὺς μύθους, ἢ
εἰς τοὺς ἀστέρας καὶ τὰς τούτων φάνσεις καὶ κρύψεις 
καὶ ἐπιτολὰς ἑλιττομένους, ἢ εἰς τὰς τῆς σελήνης αὐξήσεις
καὶ μειώσεις, ἢ εἰς τὴν τοῦ ἡλίου πορείαν, ἢ
 τό γε νυκτερινὸν ἡμισφαίριον, ἢ τὸ ἡμερινὸν, ἢ τόν
 γε ποταμόν· καὶ ὅλως πάντα εἰς τὰ φυσικὰ, καὶ οὐδὲν
εἰς ἀσωμάτους καὶ ζώσας οὐσίας ἑρμηνεύοντας. 
ὧν οἶ πλείους καὶ τὸ ἐφ’ ἡμῖν ἐκ τῆς τῶν ἀστέρων
ἀνῆψαν κινήσεως, οὐκ οἶδ’ ὅπως δεσμοῖς ἀλύτοις
ἀνάγκῃ, ἣν εἱμαρμένην λέγουσι, πάντα καταδήσαντες,
καὶ πάντα τούτοις ἀνάψαντες τοῖς θεοῖς. οὕτω
λυτῆρας τῆς εἱμαρμένης μόνους ἔν τε ἱεροῖς καὶ ξοάνοις 
καὶ τοῖς ἄλλοις θεραπεύουσι.”

Ταῦτα μὲν οὖν ἀπὸ τῆς δηλωθείσης ἐπιστολῆς
κείσθω, σαφῶς διαγορεύοντα ὅτι καὶ ἡ τῶν Αἰγυπτίων
ἀπόρρητος θεολογία οὐδὲ ἄλλους πλὴν τῶν
κατ’ οὐρανὸν ἀστέρων τῶν τε ἀπλανῶν καλουμένων 
 καὶ τῶν ὀνομαζομένων πλανητῶν ἐθεολόγει, δημιουργόν
τε τῶν ὅλων εἰσῆγεν οὐτιναοῦν ἀσώματον, οὐδὲ

 
λόγον δημιουργικὸν , οὐδὲ μὴν θεὸν, οὐδὲ θεοὺς,
οὐδέ τινας νοερὰς καὶ ἀφανεῖς δυνάμεις , μόνον δὲ
τὸν ὁρώμενον ἥλιον · διὸ καὶ μόνοις τοῖς ἄστροις τὴν
τῶν ὅλων ἀνετίθεσαν αἰτίαν, τὰ πάντα εἱμαρμένης
 ἐξάπτοντες καὶ τῆς τῶν ἄστρων κινήσεως τε καὶ φορᾶς,
ὥσπερ ἀμέλει εἰσέτι καὶ νῦν ἥδε παρ’ αὐτοῖς
κεκράτηκεν ἡ δόξα.

εἰ τοίνυν εἰς μόνα τὰ ὁρώμενα 
τοῦ κόσμου στοιχεῖα καὶ οὐδὲν εἰς ἀσωμάτους
καὶ ζώσας οὐσίας ἡρμήνευται τοῖς Αἰγυπτίοις, τὰ δὲ
 στοιχεῖα καὶ πάντα τὰ ὁρατὰ σώματα τῷ ἰδίῳ λόγῳ
ἄψυχα καὶ ἄλογα ῥευστά τε τῇ φύσει καὶ φθαρτὰ
συνέστηκε, θέα εἰς οἶα πάλιν αὐτῶν καταπέπτωκεν
ἡ θεολογία, τὴν ἄψυχον οὐσίαν καὶ τὰ νεκρὰ καὶ
ἄλογα σώματα θειάζουσα, μάλιστα ὅτε εἰς ἀσωμάτους
 καὶ νοερὰς οὐσίας οὐδὲν αὐτοῖς ἀνεφέρετο, οὐδὲ ἐπὶ
νοῦν καὶ λόγον δημιουργικὸν τῶν ὅλων.

ἐπεὶ δὲ 
προωμολογήθη διὰ τῶν πρόσθεν εἰς Ἕλληνας παρ’
Αἰγυπτίων τὰ τῆς θεολογίας μετακεκομίσθαι , ὥρα
τούτοις στοιχεῖν καὶ Ἕλληνας, καὶ τὰ αὐτὰ Αἰγυπτίοις
 φυσιολογεῖν, ἀπελέγχεσθαί τε αὐτοὺς οὐδὲν
πλέον τῆς ἀψύχου ὕλης θεοποιοῦντας. ταῦτα γὰρ ἦν
τὰ σεμνὰ Αἰγυπτίων κατὰ τὴν τοῦ δεδηλωμένου συγγραφέως
γραφὴν, ὅστις πάλιν ἐν οἷς ἐπέγραψε Περὶ
τῆς τῶν ἐμψύχων ἀποχῆς τοιαῦτα περὶ τῶν αὐτῶν
 διέξεισιν

‟ Ἀπὸ δὲ ταύτης ὁρμώμενοι τῆς ἀσκήσεως καὶ
τῆς πρὸς τὸ θεῖον οἰκειώσεως ἔγνωσαν ὡς οὐ δι’ d
ἀνθρώπου μόνου τὸ θεῖον διῆλθεν, οὔτε ψυχὴ ἐν
μόνῳ ἀνθρώπῳ ἐπὶ γῆς κατεσκήνωσεν, ἀλλὰ σχεδὸν
 ἡ αὐτὴ διὰ πάντων διῆλθε τῶν ζῴων. διὸ εἰς τὴν
θεοποιίαν παρέλαβον πᾶν ζῷον, καὶ ὁμοίως που ἀνέ-
μιξαν θηρία καὶ ἀνθρώπους , καὶ πάλιν ὀρνέων σὠ-

 
μάτα καὶ ἀνθρώπων.

εἴκασται γάρ τις παρ’ αὐτοῖς
μέχρι τραχήλου ἀνθρωποειδὴς, τὸ δὲ πρόσωπον
ὀρνέου ἢ λέοντος ἢ ἄλλου τινὸς ζῴου κεκτημένος·
καὶ πάλιν αὖ κεφαλὴ ἀνθρώπειος, καὶ ἄλλων τινῶν
ζῴων μέρη, τῆ μὲν ὑποκείμενα, πῆ δὲ ἐπικείμενα· 
δι’ ὧν δηλοῦσιν ὅτι κατὰ γνώμην θεῶν καὶ ταῦτα
 ἀλλήλοις κοινωνεῖ, καὶ σύντροφα ἡμῖν καὶ τιθασά
ἐστι τῶν θηρίων τὰ ἄγρια οὐκ ἄνευ τινὸς θείας βουλήσεως.

ὅθεν καὶ ὁ λέων ὡς θεὸς θρησκεύεται,
καὶ μέρος τι τῆς Αἰγύπτου , ὃ καλοῦσι νομόν, ἐπώνυμον 
ἔχει Λεοντοπολίτην, ἄλλο δὲ Βουσιρίτην, ἄλλο
δὲ Κυνοπολίτην. τὴν γὰρ ἐπὶ πάντα δύναμιν διὰ
τῶν συννόμων ζῴων ὧν ἕκαστος τῶν θεῶν παρέσχεν
ἐθρήσκευσαν.

ὕδωρ δὲ καὶ πῦρ σέβονται, τὰ
κάλλιστα τῶν στοιχείων , ὡς ταῦτα αἰτιώτατα τῆς 
σωτηρίας ἡμῶν, καὶ ταῦτα δεικνύντες ἐν τοῖς ἱεροῖς,
ὥς που ἔτι καὶ νῦν ἐν τῇ ἀνοίξει τοῦ ἁγίου Σαράπιδος
 ἥ τε θεραπεία διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος γίνεται,
λείβοντος τοῦ ὑμνῳδοῦ τὸ ὕδωρ, καὶ τὸ πῦρ φαίνοντος,
ὁπηνίκα ἑστὼς ἐπὶ τοῦ οὐδοῦ τῇ πατρίῳ τῶν 
Αἰγυπτίων φωνῇ ἐγείρει τὸν θεόν.

ταῦτ’ οὖν
 σέβονται τὰ μέτοχα, καὶ μάλιστα πλέον τούτων
ἐσέφθησαν τὰ ὡς ἐπὶ πλέον τῶν ἱερῶν μετέχοντα.
τοιαῦτα δὲ πάντα τὰ ζῷα, ἐπεὶ καὶ ἄνθρωπον σέβουσι
κατὰ Ἄναβιν κώμην, ἐν ᾗ καὶ τούτῳ θύεται καὶ ἐπὶ 
τῶν βωμῶν τὰ ἱερὰ ἐκκάεται·

ὁ δὲ μετ’ ὀλίγον
c φάγοι ἂν τὰ ἴδια αὐτῷ ὡς ἀνθρώπῳ παρεσκευασμένα.
ὡς οὖν ἀνθρώπου ἀφεκτέον, οὕτω καὶ τῶν ἄλλων.

ἔτι δὲ ἐκ περιττῆς σοφίας καὶ τῆς περὶ τὸ
θεῖον συντροφίας κατέλαβόν τισι τῶν θεῶν προσφιλῆ 
τῶν ζῴων τινὰ μᾶλλον ἀνθρώπων , ὡς ἡλίῳ ἱέρακα,
σύμπασαν μὲν τὴν φύσιν ἐξ αἵματος ἔχοντα καὶ πνεύ-

 
μάτος , οἰκτείροντα δὲ καὶ ἄνθρωπον, καὶ κωκύοντα
ἐπὶ νεκρῷ κειμένῳ, γῆν τε ἐπαμώμενον. 
 Καὶ μετὰ βραχέα φησίν

‟ Κάνθαρον δὲ ἀμαθὴς μὲν βδελυχθείη ἂν
 ἀγνώμων ὑπάρχων τῶν θείων, Αἰγύπτιοι δὲ ἐσέφθησαν 
ὡς εἰκόνα ἡλίου ἔμψυχον. κάνθαρος γὰρ πᾶς
ἄρρην, καὶ ἀφιεὶς τὸν θορὸν ἐν τέλματι καὶ ποιήσας
σφαιροειδῆ , τοῖς ὀπισθίοις ἀνταναφέρει ποσὶν, ὡς
ἥλιος οὐρανὸν καὶ περίοδον ἡμερῶν ἐκδέχεται σεληνιακήν.

οὕτω δὲ καὶ περὶ κριοῦ τι φιλοσοφοῦσι,
καὶ ἄλλο τι περὶ κροκοδείλου, περί τε γυπὸς καὶ
ἴβεως, καὶ ὅλως καθ’ ἕκαστον τῶν ζῴων · ὡς ἐκ φρονήσεως
καὶ τῆς ἄγαν θεοσοφίας ἐπὶ τὸ σέβας ἐλθεῖν
καὶ τῶν ζῴων.’’

Τοιαῦτα καὶ τὰ περὶ τῆς γενναίας τῶν σοφῶν
Αἰγυπτίων φυσιολογίας τέθειται ὁ δεδηλωμένος, Αἰγυπτίων 
διασαφήσας ἡμῖν τὰ ἀπόρρητα, ὅτι τε ὕδωρ
καὶ πῦρ σέβουσι, καὶ μία λογικῶν καὶ ἀλόγων οὐ 
μόνον σωμάτων, ἀλλὰ καὶ ψυχῆς οὐσία κέκριται εἶναι
 παρ’ αὐτοῖς , ὡς εὐλόγως αὐτῷ δοκεῖν θεοὺς
ἀνηγορεῦσθαι τὰ θηρία.

καίτοι πῶς οὐ παραλογώτατον
εἰς θεοποιίαν παραλαμβάνειν τὴν ἄλογον
καὶ θηριώδη φύσιν, διὰ τὸ τῆς ἴσης, ὥς φασιν, ἀνθρώποις
μετέχειν ψυχῆς ; ἐχρῆν γὰρ, εἴπερ ἄρα, ἀνθρώπους
 καὶ αὐτὰ ἡγεῖσθαι , καὶ τῆς ἀνθρωπείας
αὐτοῖς δόξης τε καὶ τιμῆς μεταδιδόναι.

οἱ δὲ
τοῦτο μὴ πράξαντες, τὰ πρὸς αὐτῆς τῆς φύσεως
ἄλογα θηρία γενόμενα, καὶ ταύτην εἰληχότα τὴν ἐπωνυμίαν, 
καὶ οὐδὲ τῆς ἀνθρώπων προσρήσεως ἠξιωμένα,
 οὐδ’ ὁμοίως ἀνθρώποις ἠξίωσαν ἀποδέξασθαι ·
τὴν ἀνωτάτω δὲ τοῦ παμβασιλέως προσηγορίαν καὶ
τοῦ τῶν ἁπάντων δημιουργοῦ θεοῦ φέροντες εἰς

 
τὴν θηρίων φύσιν καταβεβλήκασι, καὶ θεοὺς ἐπεφήμισαν
ἃ μηδὲ τῆς ἀνθρώπων πρὸς αὐτοῦ τοῦ θεοῦ
κατηξίωται προσηγορίας.

ἐπὶ τούτοις ἀκήκοας
καὶ τῆς θεοσοφίας τῆς μυστικῆς, δι’ ἣν οἶ θαυμάσιοι
τῶν Αἰγυπτίων λύκους καὶ κύνας καὶ λέοντας 
 ἐσεβάσθησαν· ἔγνως καὶ τοῦ κανθάρου τὸ θαῦμα
καὶ ἱέρακος τὴν ἀρετήν· μὴ δὴ γέλα τοῦ λοιποῦ τοὺς
θεοὺς, ἐλέει δὲ τῆς πολλῆς εὐηθείας καὶ ἀβλεψίας
τὸ τρισάθλιον ἀνθρώπων γένος.

καὶ δὴ σκόπει
πάντα περιαθρῶν οἵων ἡμῖν ἀγαθῶν πάρεστι δοτὴρ 
ὁ Χριστὸς τοῦ θεοῦ, τοσαύτης νόσου μακρὰς τε καὶ
πολυχρονίου πηρώσεως καὶ τὰς Αἰγυπτίων ψυχὰς
διὰ τῆς εὐαγγελικῆς αὐτοῦ διδασκαλίας λελυτρωμένος,
ὡς τοὺς πλείους ἤδη τῶν κατ’ Αἴγυπτον καὶ
ταύτης ἀπηλλάχθαι τῆς νόσου.

Ἀλλὰ γὰρ τοιαῦτα καὶ τὰ παρ’ Αἰγυπτίοις,
ἃ καὶ παλαίτερα τῶν Ἑλληνικῶν ἁπάντων μνημονεύεται.
 ἔχεις τοιγαροῦν πρὸς τῇ μυθικῇ καὶ τὴν
φυσικωτέραν θεολογίαν Ἑλλήνων ὁμοῦ καὶ Αἰγυπτίων,
τῶν πάλαι τὴν πολύθεον δεισιδαιμονίαν συστησαμένων, 
παρ’ οἷς ὅτι μηδέν τι τῶν ἀληθῶς
θείων ἀσωμάτων τε καὶ νοερῶν οὐσιῶν ἐγνωρίζετο
μεμάθηκας.

πλὴν ἀλλὰ δεδόσθω καὶ συγκεχωρήσθω
τουτοισὶ τοῖς μετεωρολέσχαις λέγειν ἀληθῆ,
καὶ ἐπιτυγχάνειν ἐν τῇ τῶν ἀλληγορουμένων φυσιολογίᾳ 
γινέσθω τε αὐτοῖς ὁ ἥλιος ποτὲ μὲν ᾿Απόλλων,
c καὶ πάλιν Ὦρος, καὶ Ὄσιρις πάλιν ὁ αὐτὸς, καὶ
μυρία ἄλλα ὅσα καὶ θέλοιεν· ὥσπερ οὖν καὶ ἡ σελήνη,
ἢ Ἶσις ἢ Ἄρτεμις, καὶ ὅσα ἄν τις ἐξαριθμεῖν
βούλοιτο ·

μὴ γὰρ ἔστω ταῦτα θνητῶν ἀνδρῶν, 
ἀλλ’ αὐτῶν τῶν ἐπουρανίων φωστήρων σημαντικαὶ
προσηγορίαι· τὸν ἥλιον ἄρα καὶ τὴν σελήνην καὶ

 
τοὺς ἀστέρας καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ κόσμου μέρη ὡς θεοὺς
προσκυνητέον.

καὶ ταύτῃ τοιγαροῦν ἡ γενναία
τῶν Ἑλλήνων φιλοσοφία ὥσπερ διὰ μηχανῆς πέφηνεν
εἰς ὕψος μὲν ἀνάγουσα τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ λό- 
 γου, κάτω δὲ περιστρέφουσα ἀμφὶ τὴν αἰσθητὴν καὶ
φαινομένην τοῦ θεοῦ δημιουργίαν τὴν τῶν σοφῶν
διάνοιαν, καὶ πλέον οὐδὲν ἀλλ᾿ ἢ πῦρ καὶ τὴν θερμὴν
οὐσίαν, τά τε μέρη τοῦ κόσμου, διὰ τῶν οὐρανίων
φωστήρων, ἔστω δὲ καὶ τὴν ὑγρὰν καὶ τὴν ξηρὰν
 καὶ τὴν σύγκρασιν τῶν σωμάτων θειάζουσα.

πῶς οὖν οὐ μέγα καὶ θαυμάσιον τὸ τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν Ἰησοῦ τοῦ Χριστοῦ τοῦ θεοῦ εὐαγγέλιον, πᾶν
γένος ἀνθρώπων παιδεῦον τὸνἡλίου καὶ σελήνης θεὸν
καὶ δεσπότην καὶ δημιουργὸν τοῦ σύμπαντος κόσμου,
 αὐτὸν τὸν ἀνωτάτω καὶ ἐπέκεινα τῶν ὅλων, ταῖς
προσηκούσαις ἐννοίαις εὐσεβεῖν;

καὶ οὐ τὰ τῶν
σωμάτων στοιχεῖα, ἀλλὰ τὸν ζωῆς αὐτῆς καὶ τροφὸν
καὶ πάντων τῶν ἀγαθῶν ταμίαν ὑμνεῖν, μέρη τε τοῦ 
κόσμου τὰ ὁρώμενα καὶ πᾶν τὸ καταληπτὸν σαρκὸς
 αἰσθήσει, ὡς ἂν τῆς φθαρτῆς ὄντα φύσεως, οὐδαμῶς
καταπλήττεσθαι, τὸν δ᾿ ἐν τούτοις ἅπασιν ἀόρατον,
καὶ τὸν καθόλου τε καὶ κατὰ μέρος δημιουργικὸν
νοῦν μόνον ἀποθαυμάζειν, καὶ θεολογεῖν μίαν
μόνην ἐκείνην τὴν διήκουσαν καὶ διακοσμοῦσαν τὰ
 πάντα θείαν δύναμιν, ἀσώματον οὖσαν καὶ νοερὰν
τὴν φύσιν, μᾶλλον δὲ ἄρρητον εἰπεῖν καὶ ἀκατάληπτον,
διὰ πάντων, δι᾿ ὧν καὶ ἐνεργεῖ. παραφαινομένην,
διήκουσάν τε ἀσωμάτως καὶ ἀσυμπλόκως τὰ
πάντα ἐπιπορευομένην, καὶ διὰ πάντων οὐκ οὐρανίων
 μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπὶ γῆς, τῶν τε καθόλου 
στοιχείων καὶ τῶν ἐπὶ μέρους, τὴν τῆς θεότητος
διαρκῆ μεγαλουργίαν ἐπιδεικνυμένην, πᾶσί τε ἀφα-

 
νῶς καὶ ἡμῖν ἀνεπαισθήτως ἐπιστατοῦσαν , καὶ λόγοις
ἀνεκφράστου σοφίας τὸν σύμπαντα κόσμον
διακυβερνῶσαν.

Τοσούτων ἡμῖν ἀποδεδειγμένων εἰς ἔλεγχον
τῆς ἀσυστάτου σοφίας ἢ θεολογίας, τῆς τε λεγομένης 
μυθικωτέρας καὶ τῆς ὑψηλοτέρας δὴ καὶ φυσικωτέρας,
ἣν οἶ παλαιοὶ Ἕλληνές τε καὶ Αἰγύπτιοι σεμνύνοντες
 ἀπεδείχθησαν, ὥρα καὶ τῶν νέων τῶν δὴ
καθ’ ἡμᾶς αὐτοὺς φιλοσοφεῖν ἐπαγγελλομένων ἐπαθρῆσαι
τὰ καλλωπίσματα · οἳδε γὰρ τὰ περὶ νοῦ δημιουργοῦ 
τῶν ὅλων καὶ τὰ περὶ ἀσωμάτων ἰδεῶν
νοερῶν τε καὶ λογικῶν δυνάμεων τοῖς ἀμφὶ τὸν Πλάτωνα
μακροῖς ποθ’ ὕστερον χρόνοις ἐφευρημένα καὶ
λογισμοῖς ὀρθοῖς ἐπινενοημένα συμπλέξαι τῇ τῶν
παλαιῶν θεολογίᾳ πεπειραμένοι μείζονι τύφῳ τὴν 
περὶ τῶν μύθων ἐπαγγελίαν ἐξῆραν. ἄκουε δ’ οὖν
 καὶ τῆς τούτων φυσιολογίας, μεθ’ οἴας ἐξενήνεκται
τῷ Πορφυρίῳ ἀλαζονείας·

‟ Φθέγξομαι οἶς θέμις ἐστὶ, θύρας δ’ ἐπίθεσθε βέβηλοι, 
 σοφίας θεολόγου νοήματα δεικὺς , οἶς τὸν θεὸν καὶ
τοῦ θεοῦ τὰς δυνάμεις διὰ εἰκόνων συμφύλων αἰσθήσει
ἐμήνυσαν ἄνδρες τὰ ἀφανῆ φανεροῖς ὑποτυπώσαντες
 πλάσμασι, τοῖς καθάπερ ἐκ βίβλων τῶν
ἀγαλμάτων ἀναλέγειν τὰ περὶ θεῶν μεμαθηκόσι 
γράμματα θαυμαστὸν δὲ οὐδὲν ξύλα καὶ λίθους
ἡγεῖσθαι τὰ ξόανα τοὺς ἀμαθεστάτους , καθὰ δὴ καὶ
τῶν γραμμάτων οἱ ἀνόητοι λίθους μὲν ὁρῶσι τὰς
στήλας, ξύλα δὲ τὰς δέλτους, ἐξυφασμένην δὲ πάπυρον
τὰς βιβλους.”

Τοιαῦτα δὲ ὡς ἐν προοιμίῳ κατακοσμήσας
ἄκουε οἷα προιὼν ἐξῆς γράφει πρὸς λέξιν 

 
 ‟ Φωτοειδοῦς δὲ ὄντος τοῦ θείου καὶ ἐν πυρὸς 
αἰθερίου περιχύσει διάγοντος, ἀφανοῦς τε τυγχάνοντος
αἰσθήσει περὶ θνητὸν βίον ἀσχόλῳ, διὰ μὲν τῆς
διαυγοῦς ὕλης, οἶον κρυστάλλου ἢ Παρίου λίθου ἢ
 καὶ ἐλέφαντος, εἰς τὴν τοῦ φωτὸς αὐτοῦ ἔννοιαν
ἐνῆγε, διὰ δὲ τῆς τοῦ χρυσοῦ εἰς τὴν τοῦ πυρὸς
διανόησιν, καὶ τὸ ἀμίαντον αὐτοῦ, ὅτι χρυσὸς οὐ
μιαίνεται.

πολλοὶ δὲ αὖ καὶ μέλανι λίθῳ τὸ
ἀφανὲς αὐτοῦ τῆς οὐσίας ἐδήλωσαν, καὶ ἀνθρωποειδεῖς
 μὲν ἀπετύπουν τοὺς θεοὺς ὅτι λογικὸν τὸ θεῖον,
καλοὺς δὲ, ὅτι κάλλος ἐν ἐκείνοις ἀκήρατον· διαφόροις 
δὲ σχήμασι καὶ ἡλικίαις, καθέδραις τε καὶ στά-
σεσι καὶ ἀμφιάσεσι, καὶ τοὺς μὲν ἄρρενας, τὰς δὲ
θηλείας, καὶ παρθένους , καὶ ἐφήβους , ἢ γάμου πεῖραν
 εἰληφότας, εἰς παράστασιν αὐτῶν τῆς διαφορᾶς.

ὅθεν πᾶν τὸ λευκὸν τοῖς οὐρανίοις θεοῖς ἀπένειμαν,
σφαῖράν τε καὶ τὰ σφαιρικὰ πάντα ἰδίως τε
κόσμῳ καὶ ἡλίῳ καὶ σελήνῃ, ἔσθ’ ὅπου δὲ καὶ τύχῃ
καὶ ἐλπίδι· κύκλον δὲ καὶ τὰ κυκλικὰ αἰῶνι καὶ τῇ
 κατὰ τὸν οὐρανὸν κινήσει ταῖς τε ἐν αὐτῷ ζώναις
καὶ τοῖς κύκλοις · κύκλων δὲ τμήματα τοῖς σχηματισμοῖς 
τῆς σελήνης· πυραμίδας δὲ καὶ ὀβελίσκους τῇ
πυρὸς οὐσίᾳ , καὶ διὰ τοῦτο τοῖς Ὀλυμπίοις θεοῖς ·
ὥσπερ αὖ κῶνον μὲν ἡλίῳ, γῇ δὲ κύλινδρον, σπορᾷ
 δὲ καὶ γενέσει φάλητα, καὶ τὸ τρίγωνον σχῆμα διὰ
τὸ μόριον τῆς θηλείας.”

Ταῦτα ὁ θαυμαστὸς φιλόσοφος, ὧν τί ἂν γένοιτο
ἀσχημονέστερον τὰ αἰσχρὰ σεμνολογοῦσιν, τί
δὲ βιαιότερον τὰς ἀψύχους ὕλας, χρυσὸν καὶ λίθον
 καὶ τὰ τοιαῦτα, εἰκόνας φέρειν τοῦ φωτὸς τῶν θεῶν
καὶ τῆς οὐρανίου καὶ αἰθερίου φύσεως δηλώματα
φάσκειν; ὅτι δὲ τῶν νέων ἐστὶ ταῦτα σοφίσματα,

 
 μηδ’ ὄναρ τῶν παλαιῶν εἰς ἐνθύμησιν ἐλθόν,
γνοίης ἂν μαθὼν ὅτι καὶ ἀπόβλητα ἦν παρὰ τοῖς
προτέροις τὰ διὰ χρυσοῦ καὶ τῆς νομιζομένης πολυτελεστέρας
ὕλης ξόανα. λέγει δ’ οὖν Πλούταρχος
ὧδέ πη κατὰ λέξιν

‟῾Η δὲ τῶν ξοάνων ποίησις ἀρχαῖον ἔοικεν
εἶναί τι καὶ παλαιὸν, εἴ γε ξύλινον μὲν ἦν τὸ πρῶτον
εἰς Δῆλον ὑπὸ Ἐρυσίχθονος Ἀπόλλωνι ἐπὶ τῶν
θεωριῶν ἄγαλμα, ξύλινον δὲ τὸ τῆς Πολιάδος ὑπὸ
τῶν αὐτοχθόνων ἱδρυθὲν , ὃ μέχρι νῦν Ἀθηναῖοι 
διαφυλάττουσιν. Ἥρας δὲ καὶ Σάμιοι ξύλινον εἶχον
 ἕδος, ὥς φησι Καλλίμαχος 
 Οὔπω Σκέλμιον ἔργον ἐύξοον, ἀλλ’ ἐπὶ τεθμὸν 
 δηναιὸν γλυφάνων ἄξοος ἦσθα σανίς. 
 ὧδε γὰρ ἱδρύοντο θεοὺς τότε· καὶ γὰρ Ἀθήνης 
 ἐν Λίνδῳ Δαναὸς λᾶαν ἔθηκεν ἕδος. 
λέγεται δὲ Πείρας ὁ πρῶτος Ἀργολίδος Ἥρας ἱερὸν
 εἱσάμενος τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα Καλλίθυιαν ἱέρειαν
καταστήσας, ἐκ τῶν περὶ Τίρυνθα δένδρων ὄγχνην
τεμὼν εὐκτέανον Ἥρας ἄγαλμα μορφῶσαι. πέτραν 
μὲν γὰρ εἰς θεοῦ κόπτειν εἰκόνα σκληρὰν καὶ δύσεργον
καὶ ἄψυχον οὐκ ἐβούλοντο, χρυσὸν δὲ καὶ ἄργυρον
ἡγοῦντο γῆς ἀκάρπου καὶ διεφθαρμένης χρώματα
νοσώδη καὶ κηλῖδας ἐξανθεῖν ὥσπερ μώλωπας ὑπὸ
 πυρὸς ῥαπισθείσης · ἐλέφαντι δὲ παίζοντες μὲν ἴσθ’ 
ὅπου προσεχρῶντο , ποικίλματι τρυφῆς.”

Ταῦτα ὁ Πλούταρχος· καὶ τούτου δὲ πολὺ
 πρότερον ὁ Πλάτων’ οὐδὲν εἶναι σεμνὸν οὐδὲ προσεοικὸς
θείᾳ φύσει ἐν χρυσῷ καὶ λίθοις καὶ ἐλέφαντι 
 

 
τοῖς τε ἐξ ὕλης ἀψύχου κατασκευάσμασιν εὖ μάλα
εἰδὼς, ἐπάκουσον ἐν τοῖς Νόμοις ὁποῖα διατάττεται 
 “Γῆ μὲν οὖν ἑστία τε οἰκήσεως ἱερὰ πᾶσι πάντων
θεῶν· μηδεὶς οὖν δευτέρως ἱερὰ καθιερούτω
 θεοῖς. χρυσὸς δὲ καὶ ἄργυρος ἐν ἄλλαις πόλεσιν
ἰδίᾳ τε καὶ ἐν ἱεροῖς ἐπίφθονόν ἐστι κτῆμα, ἐλέφας
δὲ ἀπολελοιπότος ψυχὴν σώματος οὐκ εὐαγὲς ἀνάθημα·
σίδηρος δὲ καὶ χαλκὸς πολέμων ὄργανα.’’ 
 Ταῦτα δὲ σαφῆ περιέχειν ἡγοῦμαι τῆς προτεθείσης
 ἀνατροπὴν φυσιολογίας , ἧς φέρε καὶ τὰ λοιπὰ
ἐπιθεωρήσωμεν. ἐπάκουσον οὖν οἶά φησιν

‟Ὅρα δὲ τὴν τῶν Ἑλλήνων σοφίαν οὑτωσὶ 
διασκοπούμενος. τὸν γὰρ Δία τὸν νοῦν τοῦ κόσμου
ὑπολαμβάνοντες, ὃς τὰ ἐν αὐτῷ ἐδημιούργησεν ἔχων
 τὸν κόσμον , ἐν μὲν ταῖς θεολογίαις ταύτῃ περὶ αὐτοῦ
παραδεδώκασιν οἱ τὰ Ὀρφέως εἰπόντες ·

Ζεὺς πρῶτος γένετο, Ζεὺς ὕστατος ἀργικέραυνος, 
 Ζεὺς κεφαλὴ, Ζεὺς μέσσα, Δῖός δ’ ἐκ πάντα τέτυκται. 
 Ζεὺς ἄρσην γένετο, Ζεὺς ἄφθιτος ἔπλετο νύμφη. 
 Ζεὺς πυθμὴν γαίης τε καὶ οὐρανοῦ ἀστερόεντος. 
 Ζεὺς βασιλεὺς, Ζεὺς αὐτὸς ἁπάντων ἀρχιγένεθλος. 
 ‘ἐν κράτος, εἶς δαίμων γένετο, μέγας ἀρχὸς ἁπάντων, 
 ‘ὲν δὲ δέμας βασίλειον, ἐν ᾡ τάδε πάντα κυκλεῖται, 
 πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ γαῖα καὶ αἰθὴρ, νύξ τε καὶ ἦμαρ, 
 καὶ Μῆτις, πρῶτος γενέτωρ καὶ Ἕρως πολυτερπής· 
 πάντα γὰρ ἐν μεγάλῳ Ζῆνός τάδε σώματι κεῖται. 
 τοῦ δή τοι κεφαλὴν μὲν ἰδεῖν καὶ καλὰ πρόσωπα 
 οὐρανὸς αἰγλήεις , ὃν χρύσεαι ἀμφὶς ἔθειραι 
 ἄστρων μαρμαρέων περικαλλέες ἠερέθονται , 
 ὢ ταύρεα δ’ ἀμφοτέρωθε δύο χρύσεια κέρατα, 
 ἀντολίη τε δύσις τε, θεῶν ὁδοὶ Οὐρανιώνων, 
 

 
 ὄμματα δ᾿ ἠέλιός τε καὶ ἀντιόωσα σελήνη. 
 νοῦς δέ οἱ ἀψευδ]ὴς, βασιλήϊος, ἄφθιτος αἰθὴρ, 
 ᾧ δὴ πάντα κυκλεῖ καὶ φράζεται, οὐδέ τις ἐστὶν 
 αὐδὴ, οὔτ᾿ ἐνοπὴ, οὔτε κτύοπος, οὐδὲ μὲν ὄσσα, 
 ἣ λήθει Διὸς οὖας ὑπερμενέος Κρονίωνος. 
 ὧδε μὲν ἀθανάτην κεφαλὴν ἔχει ἠδὲ νόημα· 
 Σῶμα δέ οἱ περιφεγγὲς, ἀπείριτον, ἀστυφέλικτον, 
 ὄβριμον, ὀβριμόγυιον, ὑπερμενὲς ὧδε τέτυκται. 
 Ωμοι μὲν καὶ στγέρνα καὶ εὐρέα νῶτα θεοῖο 
 ἀὴρ εὐρυβίης, πτέρυγες δέ οἱ ἐξεφύοντο, 
 τῇς ἐπὶ πάντα ποτᾶθ᾿, ἱερὴ δέ οἱ ἔπλετο νηδὺς, 
 γαῖα τε παμμήτειρ᾿ ὁρέων τ᾿ αἰπεινὰ κάρηνα· 
 μέσση δὲ ζώνη βαρυηχέος οἶδμα θαλάσσης 
 καὶ πόντου· πυμάτη δὲ βάσις, χθονὸς ἔνδοθι ῥίζαι, 
 Τάρταρά τ᾿ εὐρώεντα καὶ ἔσχατα πέιρατα γαίης. 
 Πάντα δ᾿ ἀποκρύψας αὖθις φάος ἐς πολυγηθὲς 
 μέλλεν ἀπὸ κραδίης προφέρειν πάλι, θέσκελα ῤέζων.

Ζεὺς οὖν ὁ πᾶς κόσμος, ζῷον ἐκ ζῴων καὶ θεὸς
ἐκ θεῶν· Ζεὺς δὲ, καθὸ νοῦς, ἀφ᾿ οὗ προφέρει
πάντα καὶ δημιουργεῖ τοῖς νοήμασι.

Τῶν δὴ θεολόγων 
τὰ δὴ περὶ τοῦ θεοῦ τοῦτον ἐξηγησαμένων
τὸν τρόπον, εἰκόνα μὲν τοιαύτην δημιουργεῖν, οἵαν
ὁ λόγος ἐμήνυσεν, οὔθ᾿ οἷόν τε ἦν οὔτ᾿, εἴ τις ἐπενόησε,
τὸ ζωτικὸν καὶ νοερὸν καὶ προνοητικὸν διὰ
τῆς σφαίρας ἐδείκνυεν.

ἀνθρωπόμορφον δὲ τοῦ 
 Διὸς τὸ δείκηλον πεποιήκασιν, ὅτι νοῦς ἦν καθ᾿ ὃν
ἐδημιούργει καὶ λόγοις σπερματικοῖς ἀπετέλει τὰ
πάντα· κάθηται δὲ, τὸ ἑδραῖον τῆς δυνάμεως αἰνιττόμενος·
γυμνὰ δὲ ἔχει τὰ ἄνω, ὅτι φανερὸς ἐν τοῖς
νοεροῖς καὶ τοῖς οὐρανίοις τοῦ κόσμου μέρεςίν ἐστι· 
 σκέπεται δὲ αὐτῷ τὰ πρόσθια, ὅτι ἀφανὴς τοῖς κάτω
Κεκρυμμένοις· ἔχει δὲ τῇ μὲν λαιᾷ τὸ σκῆπτρον, καθ᾿ 
ὃ μάλιστα τῶν τοῦ σώματος μερῶν τὸ ἡγεμονικώτατόν
τε καὶ νοερώτατον ὑποικουρεῖ σπλλάγχνον, ἡ καρ-

 
δία· βασιλεὺς γὰρ τοῦ κόσμου ὁ δημιουργικὸς νοῦς·
προτείνει δὲ τῇ δεξιᾷ ἢ ἀετὸν, ὅτι κρατεῖ τῶν ἀεροπόρων
θεῶν, ὡς τῶν μεταρσίων ὀρνέων ὁ ἀετὸς, ἢ
νίκην, ὅτι νενίκηκεν αὐτὸς πάντα.”

Ταῦτά σοι ὁ Πορφύριος, ὧν τὸν εἰρημένον 
τρόπον ἀποδεδομένων ἠρέμα καὶ ἐπὶ σχολῆς ἐπιθεωρῆσαι
καλὸν τίνα ποτὲ ἄρα τὸν Δία φασὶν εἷναι τὰ
ἔπη. ἐγὼ μὲν γὰρ οὐδὲ ἄλλον ἡγοῦμαι ἢ τὸν ὁρώμενον
κόσμον ἐκ παντοίων συνεστῶτα μερῶν, τῶν τε
 κατ’ οὐρανὸν καὶ αἰθέρα καὶ τῶν ἐν τούτοις φαινομένων
ἄστρων, ὥσπερ ἐν μεγάλου σώματος κεφαλῇ
προτεταγμένων, τῶν τε ἐν ἀέρι καὶ γῇ καὶ θαλάττῃ
καὶ τοῖς παραπλησίοις.

μέρη γοῦν κόσμου καὶ
γῆ καὶ ὄρη καὶ βουνοὶ, εἱλεῖταί τε αὐτῶν ἐν μέσῳ 
 ζώνης τρόπον ἡ θάλαττα, καὶ πῦρ δὲ καὶ ὕδωρ νύξ
τε καὶ ἡμέρα τῆς αὐτῆς εἶεν ἂν τοῦ κόσμου φύσεως
μέρη. ταῦτα δ’ ἄντικρυς τὸν ὁρώμενον ὑποφαίνειν
ἡγοῦμαι κόσμον, εἰ μή τι καὶ σφάλλομαι, καὶ τὸ ὅλον
ἐκ μερῶν συνεστὼς διδάσκει.

λέγει δ’ οὖν
 Πάντα γὰρ ἐν μεγάλῳ Ζῆνός τάδε σώματι κεῖται. 
καὶ τίνα τὰ πάντα διασαφεῖ
 πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ γαῖα καὶ αἰθὴρ , νύξ τε καὶ ἦμαρ. 
 τοῦ δή τοι κεφαλὴν μὲν ἰδεῖν καὶ καλὰ πρόσωπα 
 οὐρανὸς αἰγλήεις, ὃν χρύσεαι ἀμφὶς ἔθειραι 
 ἄστρων μαρμαρέων περικαλλέες ἠερέθονται,

καὶ τὰ τούτοις ἀκόλουθα· ἐν οἷς ἐπιφέρει τὸν
νοῦν τοῦ Δῖός λέγων εἶναι τὸν αἰθέρα καὶ οὐδὲν
ἄλλο, κατὰ τοὺς Στωϊκοὺς τὴν πυρώδη καὶ θερμὴν
οὐσίαν τὸ ἡγεμονικὸν φάσκοντας εἶναι τοῦ κόσμου,
 καὶ τὸν θεὸν εἶναι σῶμα, καὶ τὸν δημιουργὸν αὐτὸν 
οὐδ’ ἕτερον τῆς τοῦ πυρὸς δυνάμεως. κατὰ τὰ αὐτὰ
γὰρ οἶμαι καὶ ἐν τοῖς ἔπεσιν εἰρῆσθαι

 
 Νοῦς δέ οἱ ἀψευδὴς βασιλήϊος, ἄφθιτος αἰθὴρ, 
 ᾧ δὴ πάντα κυκλεῖ καὶ φράζεται.

δι᾿ ὧν ἀνεπικαλύπτως ζῷον μέγα τὸν κόσμον
ὑποθέμενος, καὶ τοῦτον Δία προσειπὼν, νοῦν μὲν
αὐτοῦ τὸν αἰθέρα, σῶμα δὲ τὰ λοιπὰ τοῦ κόσμου μέρη 
ἀπεφήνατο εἶναι.

τοιοῦτος μέν τις ὁ διὰ τῶν
ἐπῶν ὑπογραφόμενος τυγχάνει Ζεύς. ὁ δὲ τῶν ἐπῶν
ἐξηγητὴς ἀρξάμενος μὲν τοῖς ἔπεσιν ἀκολούθως λέ-
 γει, Ζεὺς οὖν ὁ πᾶς κόσμος, ζῷον ἐκ ζῴων, θεὸς ἐκ
θεῶν· σαφῶς τὸν θεολογούμενον Δία οὐδὲ ἄλλον ἢ 
τὸν ὁρώμενον καὶ αἰσθητὸν κόσμον δηλοῦσθαι διὰ
τῶν ἐπῶν ἑρμηνεύσας.

Αἰγυπτίων δὲ ὁ λόγος, παρ᾿ ὧν καὶ Ὀρφεὺς
τὴν θεολογίαν ἐκλαβὼν τὸν κόσμον εἶναι τὸν θεὸν
ᾤετο, ἐκ πλειόνων θεῶν τῶν αὐτοῦ μερῶν, (ὅτι καὶ 
τὰ μέρη τοῦ κόσμου θεολογοῦντες ἐν τοῖς πρόσθεν
ἀπεδείχθησαν,) συνεστῶτα, καὶ τούτου πλέον οὐδὲν τὰ
παρατεθέντα τῶν ἐπῶν ῥήματα διεσάφησεν.

ὁ δὲ
μετὰ τὴν πρώτην ἑρμηνείαν δευτέραν ἐξ αὑτοῦ προσ-
 τίθησι, τὸν τῶν ὅλων ποιητὴν θεὸν τὸν δημιουργικὸν 
νοῦν τοῦτον φάσκων εἶναι τὸν τεθεολογημένον.

πῶς δ᾿ ἂν αὐτὸν τοῦτον ἐθεολόγει, ὃν μηδὲ τὴν
ἀρχὴν ἔγνω ὁ τῶν ἐπῶν ποιητὴς, εἴτε ὁ Θρᾷξ εἴη
Ὀρφεὺς εἴτε τις ἄλλος; εἰ δὴ παρ᾿ Αἰγυπτίων ἢ καὶ
τῶν πρώτων Ἑλλήνων ἥκοντα ἦν εἰς αὐτὸν τὰ τῆς 
θεολογίας , οἶ δέ γε ἀπεδείχθησαν οὐδὲν νοητὸν ἐπιστάμενοι,
οὐδ᾿ ἐν ἀφανεῖ καὶ ἀσωμάτῳ οὐσίᾳ περιε-
 χόμενον, εἴ τῳ ἱκανὸς πιστώσασθαι ὁ Πλάτων, ὁμολογῶν
ἐν Κρατύλῳ τοὺς πρώτους τῶν ἀνθρώπων
περὶ τὴν Ἑλλάδα τούτους μόνους θεοὺς ἡγεῖσθαι, 
οὕσπερ νῦν πολλοὶ τῶν βαρβάρων, ἥλιον καὶ σελήνην
καὶ γῆν καὶ ἄστρα καὶ οὐρανόν.

καὶ ὁ Χαι-

 
ῥήμων δὲ μικρῷ ἔμπροσθεν ἐμαρτύρει οὐδ᾿ ἄλλο τι
πρὸ τοῦ ὁρωμένου κόσμου τοὺς Αἰγυπτίους ἡγεῖσθαι,
οὐδ᾿ ἄλλους θεοὺς πλὴν τῶν πλανητῶν καὶ τῶν λοι- 
πῶν ἀστέρων, πάντα τε εἰς τὰ ὁρώμενα τοῦ κόσμου
 μέρη καὶ οὐδὲν εἰς ἀσωμάτους καὶ ζώσας οὐσίας ἑρ- 
μηνεύοντας.

Ὁ δὴ οὖν ἐκ τούτων ὁρμώμενος ποιητὴς πόθεν,
ἢ πῶς, ἢ παρὰ τίνος λαβὼν ἐν τοῖς ἔπεσι τὸν ἐπέκεινα
τοῦ κόσμου θεὸν, καὶ τὸν ἡλίου καὶ σελήνης
 καὶ ἄστρων αὐτοῦ τε οὐρανοῦ καὶ τοῦ σύμπαντος
κόσμου δημιουργὸν κατεβάλλετο; ἀσωμάτου δὲ ἡ
γνῶσις αὐτῷ πόθεν;

ἀλλ᾿ οὐ τούτων γε οὐδὲν εἶδὼς
τυγχάνει· ὁ γάρ τοι τῶν ὅλων δημιουργικὸς 
νοῦς οὔτ᾿ ἐκ πλειόνων μερῶν συνέστηκεν οὔτ᾿ ἂν
 γένοιτο αὐτοῦ κεφαλὴ οὐρανὸς, οὐ σῶμα πῦρ καὶ
ὕδωρ καὶ γαῖα, ἀλλ᾿ οὐδὲ ὄμματα αὐτοῦ ἥλιος καὶ
σελήνη. πῶς δ᾿ ἂν εἶεν ὦμοι καὶ στέρνα καὶ νῶτα
καὶ νηδὺς τοῦ τῶν ὅλων δημιουργοῦ θεοῦ ἀὴρ εὐρυβίης
καὶ γῆ καὶ ὀρέων αἰπεινὰ κάρηνα; ἢ πῶς ὁ αἰθὴρ
 νοῦς ποτ᾿ ἂν ἐπινοηθείη τοῦ τῶν ὅλων ποιητοῦ,
ἢ τοῦ νοῦ τοῦ δημιουργικοῦ;

ὅτι μὲν οὖν ταῦτα 
σεσόφισται τῷ τῶν ἐπῶν ἑρμηνεῖ οὐδὲν ἐπιλέγειν
χρή. ἔγωγε μὴν τὰ ἔσχατα ἀσεβεῖν φημι τὸν φάσκοντα
μέρη εἶναι τοῦ θεοῦ τὰ μέρη τοῦ κόσμου, καὶ
 ἔτι μᾶλλον τὸν ἀποφηνάμενον τὸν αὐτὸν εἶναι τῷ
κόσμῳ τὸν θεὸν, καὶ ἐπὶ τούτοις τὸν ἡγούμενον τοῦ
κόσμου νοῦν εἶναι τὸν τῶν ὅλων δημιουργόν.

ποιητὴν
μὲν γὰρ αὐτὸν καὶ σωτῆρα τοῦ κόσμου ἕτερον
ὄντα τοῦ πεποιημένου εὐσεβὲς ἀποφαίνειν, νοῦν δὲ
 τοῦ κόσμου, ὥσπερ τινὸς ζῴου ψυχὴν, ἡνωμένον 
διόλου καὶ τὸ πᾶν ἠμφιεσμένον, οὐκέθ᾿ ὅσιον ἂν εἴη
λέγειν.

καίτοι παρεῖναι αὐτὸν τῷ παντὶ καὶ προ-

 
νοεῖν τοῦ κόσμου παιδεύει τὰ καθ’ ἡμᾶς ἱερὰ λόγια,
θεολογοῦντα ἐπαξίως καὶ θεοπρεπῶς δι’ ὧν φησιν
‘‘οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ; λέγει
κύριος.” καὶ πάλιν ‘‘ὅτι ὁ θεὸς ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω
καὶ ἐπὶ τῆς γῆς κάτω.” καὶ πάλιν ἐν αὐτῷ γὰρ καὶ 
 ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν· ” ἀλλ’ οὐχ ὡς ἐν
μέρει τοῦ κόσμου, οὐδ’ ὡς ἐν ψυχῇ αὐτοῦ καὶ νοί·.

ἀλλ’ εἰ χρὴ παραδείγματι χρήσασθαι, θεοπρεπέστερον
καὶ ἀληθείας οἰκείως ὁ ἱερός που λόγος ἐξεφώνησεν
‟ὁ οὐρανός μοι θρόνος (εἰπὼν), ἡ δὲ γῆ 
ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου. ”

εἰ γὰρ χρῆν ὅλως
προσωποποιεῖν ἀνθρωπινωτέρῳ λόγῳ , θέα τὸ διάφορον
τῆς θεολογίας. ὁ μὲν γὰρ τὸν οὐρανὸν εἰπὼν
θρόνον ἐπέκεινα τοῦ θρόνου καὶ ἀνωτάτω τῶν ὅλων
τὸν παμβασιλέα θεὸν ἀφωρίσατο, οὐδὲ τὴν γῆν τῖς 
προνοίας αὐτοῦ χωρίσας· συγκατιέναι γὰρ καὶ ἐπὶ
τὰ τῇδε τῆς θεότητος τὰς προνοητικὰς αὐτοῦ δυνάμεις
διδάσκει· διό φησιν ‟ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν
 ποδῶν μου.’’

ἀλλ’ οὔτε τὸ ὑποπόδιον οὔτε μὴν ὁ
θρόνος σῶμα τοῦ καθιδρυμένου , οὐδέ γε μέρη ποτ’ 
ἂν αὐτοῦ λεχθείη. ὁ δὲ κεφαλὴν τοῦ θεοῦ τὸν οὐρανὸν
καὶ τὰ ἐν τούτῳ φήσας καὶ νοῦν αὐτοῦ τὸν
αἰθέρα, μέλη τε αὐτοῦ καὶ σῶμα τὰ λοιπὰ τοῦ κόσμου
μέρη, οὔτε δημιουργὸν οὔτε θεὸν ἁλίσκεται
εἰδώς.

οὐ γὰρ ἂν αὐτὸς ἑαυτὸν δημιουργοίη, 
οὐδ’ ἂν ἔτι νοῦς λέγεσθαι δύναιτο οὗ νοῦς ἦν ὁ αἰθήρ.
ποῖος δὲ καὶ εἴη ἂν θεὸς οὗ μέρη γῆ καὶ τὰ
ἐπὶ γῆς ὄρη, ὄγκοι σωμάτων ἄλογοι; πῶς δὲ καὶ εὔλογον
 θεὸν ἀναγορεύειν τὸν ἀδελφὸν καὶ συγγενῆ
πυρὸς καὶ ἀέρος καὶ ὕδατος, ἀλόγου καὶ φθαρτῆς ὕλης 
ἐκγόνων;

εἰ δὲ καὶ ὁ νοῦς τοῦ Δῖός οὐδὲν ἄλλο
πλὴν τοῦ δηλωθέντος αἰθέρος ἦν, αἰθὴρ δὲ ἀήρ ἐστιν

 
ὁ ὑψηλότατος καὶ πυρώδης ἀπὸ τοῦ αἴθεσθαι, ὅπερ
ἐστὶ καίεσθαι, ταύτην, ὥς φασιν, εἰληχὼς τὴν ἐπωνυμίαν,
σώματα δὲ ἄμφω ὅ τε ἀὴρ, ὅ τε αἰθὴρ, ὅρα
ποῦ σοι τοῦ Δῖός ὁ νοῦς ἀποπέπτωκε.

καὶ τίς 
 ἂν ἔτι προσείποι θεὸν τῶν εὑ φρονούντων τοῦτον ᾡ
νοῦς ὑπῆρχεν ἄνους καὶ ἄλογος , εἰ δὴ τοιαύτη παν-
τὸς σώματος φύσις; διόπερ ἡμῖν ἐν ταῖς θεολογίαις 
πάντα τοῖς εἰρημένοις τὰ ἐναντία παραληπτέον, ὅτι
τε μὴ οὐρανὸς ὢν τυγχάνει, μήτε αἰθὴρ μήθ’ ἥλιος
 μήτε σελήνη, μήθ’ ὁ σύμπας τῶν ἄστρων χορὸς μήτ’
αὐτὸς ἀθρόως ὁ πᾶς κόσμος · ἔργα δὲ χειρῶν αὐτοῦ
ταῦτα μικρὰ ἔτι καὶ βραχέα, ταῖς ἀσωμάτοις καὶ νοεραῖς
δυνάμεσι παραβαλλόμενα· ὅτι δὴ πᾶν σῶμα
φθαρτὸν καὶ ἄλογον, τοιαύτη δὲ τῶν ὁρωμένων ἡ
 φύσις · τὰ δ’ ἐπέκεινα ἐν ἀοράτοις λογικὰ καὶ ἀθάνατα, 
συνδιαιωνίζοντα τῇ τοῦ παμβασιλέως θεοῦ
μακαρίᾳ ζωῇ, μακρῷ γένοιτ’ ἂν τῶν ὁρωμένων ἁπάντων
βελτίω.

εἰκότως οὖν τὰ θεῖα λόγια περὶ
τῶν ὁρωμένων τοῦ κόσμου μερῶν ὧδέ πως παιδεύει
 ὄψομαι τοὺς οὐρανοὺς, ἔργα τῶν δακτύλων σου, σελήνην
καὶ ἀστέρας, ἃ σὺ ἐθεμελίωσας.” καὶ πάλιν
σὺ κύριε κατ’ ἀρχὰς τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα
τῶν χειρῶν σου εἰσὶν οἱ οὐρανοί.” καὶ αὖθις ‟ ἀναβλέψατε
εἰς ὕψος τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν, καὶ ἴδετε
 τίς κατέδειξε ταῦτα πάντα.”

Ταῦτα μὲν οὑν εἰς τὴν πρώτην τῶν ἐπῶν
ἑρμηνείαν εἰρήσθω· φέρε δὲ καὶ τὰ ἐξῆς διασκοπήσωμεν.
ἐπεὶ μὴ οἷόν τ’ ἦν , φησὶν, εἰκόνα τοιαύτην 
δημιουργεῖν οἴαν ὁ λόγος ἐμήνυσε, διὰ τοῦτο ἀνθρωπόμορφον
 τοῦ Δῖός τὸ δείκηλον πεποιήκασιν , ὅτι
νοῦς ἦν καθ’ ὃν ἐδημιούργει, καὶ λόγοις σπερματικοῖς
ἀπετέλει τὰ πάντα.

καὶ πῶς εἰ μὴ οἷόν τε

 
ἣν εἰκόνα τοιαύτην ποιεῖν οἵαν ὁ λόγος ἐμήνυσεν,
ἐμήνυσε δὲ ἄρα τοῦ φαινομένου καὶ ὁρωμένου κόσμου
τὰ μέρη, οὐρανὸν καὶ τὰ ἐν οὐρανῷ, ἀέρα τε
καὶ γῆν καὶ τὰ ἐν τούτοις· εἰ δὴ οὑν τῶν ὁρωμένων
τοῦ κόσμου μερῶν οὐχ οἶόν τε ἣν εἰκόνα συστήσασθαι, 
 καθὸ νοῦς ἦν ὁ θεὸς, πῶς ἄν τις τὴν εἰκόνα
αὐτοῦ δημιουργήσειεν;

τί δ’ ἂν ἔχοι σῶμα ἀνθρώπειον
ἐμφερὲς πρὸς τὸν τοῦ θεοῦ νοῦν; ἐγὼ μὲν
γὰρ οὐδὲ πρὸς τὸν ἀνθρώπινον ἡγοῦμαι· ἐπεὶ ὁ μὲν
ἀσώματος καὶ ἀσύνθετος καὶ ἀμερὴς , τὸ δὲ βαναύσων 
ἀνδρῶν ἔργον καὶ θνητοῦ σώματος φύσιν ἀπομεμίμηται,
καὶ ζώσης σαρκὸς ἐν ἀψύχῳ καὶ νεκρᾷ
ὕλῃ κωφὴν καὶ ἄναυδον εἰκόνα καταγέγραπται.

ψυχὴ μὲν οὖν λογικὴ καὶ ἀθάνατος καὶ νοῦς
 ἀπαθὴς ἐν ἀνθρώπου φύσει εὖ μοι δοκεῖ λέγεσθαι 
εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν ἀποσώζειν θεοῦ, καθ’ ὅσον ἄυλος
καὶ ἀσώματος νοερά τε καὶ λογικὴ τὴν οὐσίαν συνέστηκεν,
ἀρετῆς οὖσα καὶ σοφίας δεκτική.

εἰ δή
τις εἴη δυνατὸς ψυχῆς ἄγαλμα καὶ μορφὴν ἐν εἰκόνι
τεκτήνασθαι , δύναιτ’ ἂν οὗτος καί τι τῶν κρειττόνων· 
εἰ δὲ ἄμορφος καὶ ἀειδὴς καὶ ἀσχημάτιστος,
οὔτε ὁράσει θεωρητὸς οὔτε λόγῳ καὶ ἀκοῇ τὴν οὐσίαν
καταληπτὸς ὁ ἀνθρώπινος νοῦς, τίς ἂν μανείη
τοσοῦτον ὡς τὸ ἀνδρείκελον ξόανον θεοῦ τοῦ ἀνωτάτω
 μορφὴν καὶ εἰκόνα φέρειν ἀποφήνασθαι ;

θεοῦ 
μὲν οὖν φύσις ἔξω πάσης θνητῆς ὕλης φαντάζεται,
νῷ διαυγεῖ καὶ σιγῇ ψυχαῖς κεκαθαρμέναις ἐπινοουμένη·
τὸ δέ γε τοῦ ὁρωμένου Δῖός ἐν τῷ δεικήλῳ
σχῆμα εἴη ἂν θνητοῦ τὴν φύσιν ἀνδρὸς εἰκὼν, οὐδὲ
τὸν ὅλον ἄνθρωπον, μέρος δέ τι τὸ χεῖρον αὐτοῦ 
μεμιμημένον, ὅτι μηδὲν ἴχνος ζωῆς γαῖ ψυχῆς ἐπάγεται.

πῶς οὖν ὁ ἐπὶ πάντων θεὸς καὶ νοῦς ὁ

 
τῶν ὅλων δημιουργὸς εἴη ἂν ὁ αὐτὸς ὁ ἐν τῷ καλκῷ
ἢ τῷ νεκρῷ ἐλέφαντι Ζεύς; ὁ δὲ δὴ τῶν ὅλων δημιουργικος 
νοῦς πως ποτε αὐτὸς ἢν ἄρα ἐκεῖνος ὁ
Ζεὺς 5 ὁ τοῦ ἐξ Ἀλκμήνης Ἡρακλέους πατὴρ καὶ τῶν
 λοιπῶν ἐκ Δῖός μυθευομένων ἀνδρῶν, οἱ τὸν θνητὸν
βίον κοινῶς ἅπασιν ἀνθρώποις καταστρέψαντες τῆς
οἰκείας φύσεως ἀνεξάλειπτα τοῖς μετ’ αὐτοὺς μνημεῖα 
καταλελοίπασι;

Φοινίκων μὲν οὑν οἶ πρῶτοι
θεόλογοι, ὡς ἐν τῷ πρώτῳ συγγράμματι παρεστήσαμεν,
 τὸν Δία παῖδα Κρόνου θνητὸν ἀπὸ
θνητοῦ γενόμενον , ἄνδρα Φοίνικα τὸ γένος , ἀπεμηνμόνευον, 
Αἰγύπτιοι δὲ ἐξοικειούμενοι τὸν ἄνδρα
θνητὸν πάλιν αὐτὸν ὡμολόγουν, κατὰ τοῦτό γε Φοινιξιν
ὁμοφωνοῦντες.

ἀλλὰ καὶ Κρῆτες τάφον
 τοῦ Δῖός παρ’ ἑαυτοῖς δεικνύντες τρίτοι ἂν εἶεν τοῦ
αὐτοῦ μάρτυρες· καὶ Ἀτλάντειοι δὲ καὶ πάντες οἱ
πρὸ τούτου δεδηλωμένοι κατ’ οἰκείαν ἱστορίαν ἐξοικειούμενοι
τὸν Δία πάντες ὁμοῦ θνητὸν ἀπεφήναντο,
πράξεις αὐτοῦ θνητὰς καὶ ἀνθρωπείους, ἀλλ’ οὐ σεμνάς
 τινας οὐδὲ φιλοσόφους , αἰσχρουργίας δὲ ἁπάσης 
καὶ ἀκολασίας ἔμπλεως ἀναγράψαντες.

τοῖς
δὲ ἐπὶ τὸ σεμνότερον τοὺς μύθους τρέπειν ἐπηγγελμένοις
τοτὲ μὲν ὁ Ζεὺς θερμή τις ἦν καὶ πυρώδης
δύναμις, τοτὲ δὲ τὸ πνεῦμα· νῦν δ’ οὐκ οἶδ’ ὅπως
 αὐτοῖς ὁ τῶν ὅλων δημιουργὸς νοῦς ἀναπέφανται.

πευστέον τοιγαροῦν τίνα ἂν εἴποιεν τὸν τούτου
πατέρα καὶ τοῦ πατρὸς τὸν προπάτορα· ἐπεὶ κατὰ
πάντας τοὺς θεολόγους Ζεὺς Κρόνου παῖς ὁμολογεῖται,
καὶ τά γε προκείμενα τοὐ Ὀρφέως ἔπη ‟ ὑπερ- 
 μένεος Κρονίωνος” ἐμνημόνευσε, Κρόνος δὲ Οὐρανοῦ.

δεδόσθω τοίνυν αὐτοῖς εἷναι ὁ Ζεὺς ὁ ἐπὶ
πάντων θεὸς καὶ νοῦς ὁ τὰ πάντα δημιουργήσας.

 
τίς οὖν ὁ τούτου πατήρ; Κρόνος. τίς δ’ ὁ προπάτωρ;
Οὐρανός. εἰ δὲ πρῶτος ὁ Ζεὺς ὡς ἂν δημιουργὸς
ἁπάντων, χρῆν δή που δευτέρους καταλέγεσθαι
καὶ μετ’ αὐτὸν τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ πεποιημένους.

εἴτε γὰρ χρόνος τις εἴη ὁ Κρόνος Οὐρανοῦ πεφυκὼς 
γέννημα, εἴτε δὴ ἅμα οὐρανῷ συνυπέστη χρόνος, εἴη
τε αὐτὸς ὁ Κρόνου πατὴρ Οὐρανὸς καὶ χρόνος μετὰ
τοῦτον, ἀλλὰ πρό γε τούτων ὁ τῶν ὅλων αἴτιος καὶ
οὐρανοῦ καὶ χρόνου δημιουργὸς θεός. εἰ δὲ τοῦτο,
οὐκ ἂν γένοιτο ὁ Ζεὺς τρίτος ἐξ Οὐρανοῦ.

πῶς 
 οὖν παρὰ πᾶσιν Αἰγυπτίοις καὶ Φοίνιξιν Ἕλλησι
τε καὶ φιλοσόφοις τρίτος ἐξ Οὐρανοῦ γενεαλογεῖται
ὁ τῶν ὅλων δημιουργὸς νοῦς; πεφώραται δὴ τοῦ φιλοσόφου
τὸ πλάσμα , καὶ ἔτι μᾶλλον φωραθήσεται
ἐξ ὣν ἐπιφέρει λέγων ὧδε

‟ Τὴν δὲ Ἥραν σύνοικον τῷ Διὶ πεποιήκασιν,
τὴν αἰθέριον καὶ ἀέριον δύναμιν Ἥραν προσειπόντες.
ἔστι γὰρ ὁ αἰθὴρ ἀὴρ ὁ λεπτομερέστατος.

Ἀνωτέρω μὲν ἐδήλου τὰ ἔπη τὸν νοῦν τοῦ
Δῖός εἶναι τὸν αἰθέρα, νυνὶ δὲ ὁ λόγος τί ποτέ ἐστιν 
ὁ αἰθὴρ διορίζεται, ἀέρα λέγων εἶναι αὐτὸν λεπτομερέστατον·
σῶμα δὲ ὁ ἀὴρ , καὶ πολὺ πρότερον ὁ
αἰθήρ.

ὁ δὴ νοῦς ἄρα τοῦ Δῖός ἐλήλεγκται σῶμα
 τυγχάνων, εἰ καὶ τὸ πάντων λεπτομερέστατον. καὶ
πῶς ἂν ταὐτὸν ἐπινοηθείη σῶμα καὶ νοῦς κατὰ διάμετρον 
ταῖς φύσεσι διεστῶτα;

εἶτ’ οὐκ οἶδ’ ὅπως
τῶν ἐπῶν ἐπιλελησμένος διαρρήδην φησάντων
 Νοῦς δέ οἱ ἀψευδὴς, βασιλήιος ἄφθιτος αἰθὴρ, 
 ᾧ δὴ πάντα κυκλεῖ καὶ φράζεται, οὐδέ τις ἐστὶν 
 αὐδὴ, οὔτ’ ἐνοπὴ, οὔτε κτύπος, οὐδὲ μὲν ὅσσα, 
 ἣ λήθει Δῖός οὖας ὑπερμενέος Κρονίωνος. 
δι’ ὧν σαφῶς ὁ αἰθὴρ νοῦς ἀνείρηται ὢν τοῦ Δῖός.

ὁ δὲ τὴν Ἥραν πάλιν τὴν αἰθέριον καὶ ἀέριον δύναμιν
εἶναί φησιν. ἔπειτα διαιρῶν ἐπιλέγει 
 ‟ Καὶ τοῦ μὲν παντὸς ἀέρος ἡ δύναμις Ἥρα τοὔνομα 
ἀπὸ τοῦ ἀέρος κεκλημένη· τοῦ δὲ ὑπὸ σελήνην
 φωτιζομένου καὶ σκοτιζομένου ἀέρος ἡ Λητὼ σύμβολον·
λήθω γὰρ αὐτὴν εἶναι διὰ τὴν κατὰ τὸν ὕπνον
ἀναισθησίαν, καὶ ὅτι ψυχαῖς ὑπὸ σελήνην γινομέναις 
λήθη ξυνομαρτεῖ τοῦ θείου · διὰ τοῦτο δὲ καὶ μήτηρ
Ἀπόλλωνός τε καὶ Ἀρτέμιδος, τῶν αἰτίων φωτισμοῦ
 τῇ νυκτί.’

Καὶ ἐν τούτοις ἡλίου καὶ σελήνης μητέρα φησὶν
εἶναι τὸν ὑπὸ σελήνην ἀέρα· τοῦτον γὰρ εἶναι
τὴν Λητώ. καὶ πῶς ἂν ὁ ἀὴρ γένοιτο μήτηρ τῶν αἰτίων
φωτισμοῦ, μᾶλλον αὐτὸς γενόμενος ἢ ποιῶν;
 ἥλιος γὰρ καὶ σελήνη ἄλλοτε ἄλλως τὸν ἀέρα μεταβάλλουσιν.

πάλιν δὲ προιὼν ἑξῆς λέγει 
 ‟ Καὶ τὸ μὲν ἡγεμονικὸν τῆς χθονίας δυνάμεως
Εστία κέκληται, ἧς ἄγαλμα παρθενικὸν ἐφ’ ἑστίας
πυρὸς ἱδρυμένον· καθὸ δὲ γόνιμος ἡ δύναμις, σημαίνουσιν
 αὐτὴν γυναικὸς εἴδει προμάστου. τὴν δὲ
῾Ρέαν προσεῖπον τὴν τῆς πετρώδους καὶ ὀρείου γῆς
δύναμιν, τὴν δὲ Δήμητρα τὴν τῆς πεδινῆς καὶ γονίμου.
ἡ Δημήτηρ δὲ τὰ μὲν ἄλλα κατὰ τὰ αὐτὰ
ἔχει τῇ ῾Ρέᾳ, διενήνοχε δὲ, ὅτι αὐτὴ κυεῖ τὴν Κόρην 
 ἐκ Δῖός, τουτέστι τὸν κόρον ἐκ τῶν φρυγανωδῶν
σπερμάτων. διὸ καὶ κατέστεπται τὸ βρέτας αὐτῆς
τοῖς στάχυσι, μήκωνές τε περὶ αὐτὴν τῆς πολυγονίας
σύμβολον.”

Κἀνταῦθα πάλιν σκόπει τίνα τρόπον τὴν
 Ῥέαν μητέρα θεῶν λεγομένην καὶ αὐτοῦ τοῦ Δῖός
κάτω που περὶ πέτρας καὶ γῆν καταβέβληκε, καὶ
πάντα φύρων τὴν αὐτὴν εἶναί φησι τῇ Δήμητρι,

 
 πλὴν ὅτι διενήνοχε, καθὸ, φησὶν, ἡ Δημήτηρ ἐκ
Δῖός κυεῖ τὴν Κόρην, ὥσπερ οὖν ἡ πεδιὰς γῆ τὸν
κόρον ἐκ τῶν φρυγανωδῶν σπερμάτων. ἰδού σοι
πάλιν ὁ Ζεὺς εἰς τὰ φρυγανώδη σπέρματα μεταβέβληται.

τούτοις ἑξῆς ἐπισυνάπτει λέγων 
 ‟ ᾿Επεὶ δὲ καὶ τῶν εἰς γῆν βαλλομένων σπερμάτων
ἦν τις δύναμις , ἣν ἥλιος περὶ τὸ κάτω ἡμισφαίριον
ἰὼν ἕλκει κατὰ τὰς χειμερινὰς τροπὰς, Κόρη
μὲν ἡ δύναμις ἡ σπερματοῦχος , Πλούτων δὲ ὁ ὑπὸ
γῆν ἰὼν ἥλιος καὶ τὸν ἀφανῆ περινοστῶν κόσμον 
κατὰ τὰς χειμερίους τροπάς· ὃς ἁρπάζειν λέγεται
τὴν Κόρην, ἣν ποθεῖ ἡ Δημήτηρ κρυπτομένην ὑπὸ
 γῆν.

τῶν δὲ ἀκροδρύων καὶ ὅλως τῶν φυτευτικῶν
ἡ δύναμις Διόνυσος ὀνομάζεται. ὅρα δὲ καὶ
τούτων τὰς εἰκόνας. σύμβολα γὰρ ἡ Κόρη φέρει τῆς 
προβολῆς τῶν κατὰ τοὺς καρποὺς ὑπὲρ τὴν γῆν ἐκφύσεων,
ὁ δὲ Διόνυσος κοινὰ μὲν πρὸς τὴν Κόρην
ἔχει τὰ κέρατα, ἔστι δὲ ·θηλύμορφος , μηνύων τὴν
περὶ τὴν γένεσιν τῶν ἀκροδρύων ἀρρενόθηλυν δύναμιν.

Πλούτων δὲ ὁ Κόρης ἅρπαξ κυνῆν μὲν 
ἔχει τοῦ ἀφανοῦς πόλου σύμβολον, τὸ δὲ σκῆπτρον
 τὸ κολοβὸν σημεῖον τῆς τῶν κάτω βασιλείας· ὁ δὲ
κύων αὐτοῦ δηλοῖ τὴν κύησιν τῶν καρπῶν εἰς τρία
διῃρημένην, εἰς τὴν καταβολὴν, εἰς τὴν ὑποδοχὴν,
εἰς τὴν ἀνάδοσιν. οὐ γὰρ παρὰ τὸ τἀς κῆρας ἔχειν 
βορὰν, ὃ δηλοῖ τὰς ψυχὰς, κέκληται κύων, ἀλλὰ παρὰ
τὸ κυεῖν, ᾗ χορηγὸς ὁ Πλούτων, ὅταν ἁρπάσῃ τὴν Κόρην.

Ἄττις δὲ καὶ Ἄδωνις τῇ τῶν καρπῶν εἰσὶν
ἀναλογίᾳ προσήκοντες. ἀλλ’ ὁ μὲν Ἄττις τῶν κατὰ
τὸ ἔαρ προφαινομένων ἀνθέων καὶ πρὶν τελεσιγονῆσαι 
διαρρεόντων, — ἔνθεν καὶ τὴν τῶν αἰδοίων ἀποκοπὴν
 αὐτῷ προσανέθεσαν, μὴ φθασάντων ἐλθεῖν

 
τῶν καρπῶν εἰς τὴν σπερματικὴν τελείωσιν — ὁ δὲ
Ἄδωνις τῆς τόν τελείων καρπῶν ἐκτομῆς σύμβολον.

ὁ δὲ Σειληνὸς σύμβολον τῆς πνευματικῆς κινήσεως,
οὐκ ὀλίγα συμβαλλομένης τῷ παντί. σύμβολα
 δέ ἐστι τὸ μὲν φάλανθον καὶ στιλπνὸν κατὰ τὴν κεφαλὴν
τῆς οὐρανίου περιφορᾶς, ἡ δὲ περικειμένη
κόμη τοῖς κάτω μέρεσιν αὐτοῦ ὑπόδειγμα τῆς προσγείου
περὶ τὸν ἀέρα παχύτητος.

ἐπεὶ δὲ καὶ τῆς
μαντικῆς δυνάμεως τις μέτοχος ἦν δύναμις, Θέμις 
 μὲν κέκληται ἡ δύναμις , τῷ τὰ τεθειμένα καὶ ἑκάστῳ
κείμενα λέγειν.

‟ Διὰ δὴ πάντων τούτων ἡ περίγειος δύναμις
ἐξηγήσεως τυχοῦσα θρησκεύεται , ὡς μὲν παρθένος 
καὶ Ἑστία ἡ κεντροφόρος , ὡς δὲ τοκὰς ἡ τροφὸς, ὡς
 δὲ ῾Ρέα ἡ πετροποιὸς καὶ ὄρειος, ὡς δὲ Δημήτηρ ἡ
χλοηφόρος, ὡς δὲ Θέμις ἡ χρησμῳδὸς, τοῦ εἰς αὐτὴν
κατιόντος σπερματικοῦ λόγου εἰς τὸν Πρίαπον ἐκτετυπωμένου·
οὗ τὸ μὲν περὶ τοὺς ξηροὺς καρποὺς
Κόρη 5 τὸ δὲ κατὰ τοὺς ὑγροὺς καὶ τὰ ἀκρόδρυα 
 Διόνυσος καλεῖται , τῆς μὲν Κόρης ὑπὸ Πλούτωνος
τοῦ ὑπὸ γῆν ἰόντος ἡλίου ἁρπαζομένης κατὰ τὸν σπόρον,
τοῦ δὲ Διονύσου τὰ πάθη τῆς δυνάμεως ὑπὸ
γῆν μὲν νεωτέρας καὶ καλλιγόνου βλαστάνειν ἀρχομένου,
ἐπιμάχου δὲ τῆς κατὰ τὴν ἄνθην δυνάμεως
 σύμβολον Ἄττιν ἐχούσης, τῆς δὲ κατὰ τὴν τελεσιουργίαν
ἐκτομῆς τὸν Ἄδωνιν,

καὶ τῆς μὲν πνευματικῆς
διὰ πάντων δυνάμεως εἰς Σειληνὸν ἀναπλαττομένης,
τῆς δὲ εἰς ἔκτασιν ἀπ’ αὐτῶν παραγωγῆς
εἰς Βάκχην, ὥσπερ αὖ τῆς εἰς τὰ ἀφροδίσια ἐρεθιζούσης 
 ὁρμῆς διὰ τῶν Σατύρων. διὰ δὴ τούτων τῶν
συμβόλων ἡ περίγειος ἐκκαλύπτεται δύναμις.”

Τοσαῦτα μὲν οὖν καὶ τάδε, ἃ καὶ ἀναγκαίως

 
ἐπιτεμόμενος παρατέθειμαι εἰς τὸ μὴ ἀγνοεῖν ἡμᾶς
τὰ σεμνὰ τῶν φιλοσόφων. οὕτω τοιγαροῦν κατὰ τὰ
ἀποδεδομένα Κόρη μὲν ἡ τῶν σπορίμων , Διόνυσος
δὲ ἡ τῶν ἀκροδρύων δύναμις, καὶ τῶν μὲν ἐαρινῶν
ἀνθέων ὁ Ἄττις, τῶν δὲ τελείων καρπῶν ὁ Ἄδωνις 
 σύμβολον.

τί δὴ οὑν ταῦτα χρὴ θεοποιεῖν εἰς
τροφὰς σωμάτων τῶν ἐπὶ γῆς ζῴων πρὸς τοῦ τῶν
ὅλων θεοῦ πεποιημένα; τί δὲ θρησκεύειν τὴν περίγειον
δύναμιν προσῆκόν ἐστιν ἡμῖν, οἶς φύσις ἐστὶ
ψυχῆς οὐρανία λογική τε καὶ ἀθάνατος παρὰ τοὐ 
παμβασιλέως τῶν ὅλων θεοῦ, διανοίας ὄμμασι κεκαθαρμένοις
θεωρητική;

τὸν δὲ Σειληνὸν ἀκούων
τὴν πνευματικὴν εἶναι κίνησιν, καὶ τὴν διήκουσαν
διὰ πάντων δύναμιν, τοτὲ μὲν τὴν οὐράνιον περιφορὰν
 διὰ τῆς κεφαλῆς ἐπιδεικνύμενον , τοτὲ δὲ τὴν 
περὶ τὸν ἀέρα παχύτητα διὰ τῆς λασίας κόμης τοῦ
γενείου, πῶς ἄν τις ἀνάσχοιτο τοῦτον μὲν ὁρῶν οὐδεμιᾶς
ἠξιωμένον σεβασμίας τιμῆς, ὅν ἐχρῆν πρὸ
τῶν πάντων θεοποιεῖν , Ἄδωνιν δὲ καὶ Διόνυσον,
τοὺς καρποὺς δηλαδὴ καὶ τὰ ἀκρόδρυα, θεοποιουμένους;

τίς δ’ ἂν ὑπομείνειε σεμνολογουμένους
ἀκούων Σατύρους καὶ Βάκχας , τὰ ἐν ἀνθρώποις αἰσχρὰ
καὶ ἀκόλαστα πάθη , εἰ δὴ οἶ μὲν ἐδήλουν τὰς
 εἰς τὰ ἀφροδίσια ἐρεθιζούσας ὁρμὰς οἶ Σάτυροι, αἶ
δὲ Βάκχαι τὰς εἰς ἔκτασιν τῶν περὶ ταῦτα συμβαινούσας 
παραγωγάς ;

καὶ τί δεῖ κατὰ μέρος ἕκαστον
ἀπελέγχειν, ἐπιδραμεῖν δέον ὡς ἂν μηδὲν ἡμᾶς
τῶν ἀπορρήτων λανθάνῃ , καὶ τὴν τόν ἑξῆς ἐπιτεμέσθαι
φυσιολογίαν, ἣν ἐκτέθειται ὁ δηλωθεὶς συγγραφεὺς,
τόνδε ἐπεξιὼν τὸν τρόπον

‟Τὴν Τὴν δὲ ὑδροποιὸν ὅλην δύναμιν Ὠκεανὸν
προσεῖπον, τὸ σύμβολον αὐτῆς Τηθὺν ὀνομάσαντες.

 
τῆς δὲ ὅλης ἡ μὲν τῶν ποτίμων πεποιημένη ᾿Αχελῶος
αὐτοῖς κέκληται, ἡ δὲ τῶν θαλαττίων Ποσειδῶν,
πάλιν τῆς θαλαττοποιοῦ, καθὸ γεννητικὴ , ᾿Αμφιτρίτης
οὔσης. καὶ αἱ μὲν τῶν γλυκέων ὑδάτων 
 μερικαὶ δυνάμεις Νύμφαι , αἶ δὲ τῶν θαλαττίων
Νηρηίδες κέκληνται.

τοῦ δ’ αὖ πυρὸς τὴν δύναμιν
προσειπόντες Ἥφαιστον ἀνθρωποειδὲς μὲν
αὐτοῦ τὸ ἄγαλμα πεποιήκασι, πέλον δὲ περιέθεσαν
κυάνεον τῆς οὐρανίου σύμβολον περιφορὰς, ἔνθα
 τοῦ πυρός ἐστι τὸ ἀρχοειδές τε καὶ ἀκραιφνέστατον .
τὸ δὲ εἰς γῆν κατενεχθὲν ἐξ οὐρανοῦ πῦρ ἀτονώτερον
δεόμενόν τε στηρίγματος καὶ βάσεως τῆς ἐφ’ 
ὕλης · διὸ χωλεύει , ὕλης δεόμενον εἰς ὑπέρεισμα.

καὶ ἡλίου δὲ τὴν τοιάνδε δύναμιν ὑπολαβόντες
 Ἀπόλλωνα προσεῖπον, ἀπὸ τῆς τῶν ἀκτίνων αὐτοῦ
πάλσεως. ἐννέα δὲ ἐπᾴδουσαι αὐτῷ Μοῦσαι, ἥ τε
ὑποσελήνιος σφαῖρα καὶ ἑπτὰ πλανητῶν καὶ μία ἡ
τῆς ἀπλανοῦς. περιέθεσαν δὲ αὐτῷ τὴν δάφνην,
τοῦτο μὲν ὅτι πυρὸς πλῆρες τὸ φυτὸν καὶ διὰ τοῦτο
 ἀπεχθὲς δαίμοσι, τοῦτο δὲ ὅτι λάλον καιόμενον, εἰς 
παράστασιν τοῦ προφητεύειν τὸν θεόν.

καθὸ δὲ
ἀπαλεξίκακός ἐστι τῶν ἐπιγείων ὁ ἥλιος, Ἡρακλέα
προσεῖπον αὐτὸν, ἐκ τοῦ κλᾶσθαι αὐτὸν πρὸς τὸν
ἀέρα ἀπ’ ἀνατολῆς εἰς δύσιν ἰόντα. δώδεκα δ’ ἄθλους
 ἐκμοχθεῖν ἐμυθολόγησαν, τῆς κατὰ τὸν οὐρανὸν διαιρέσεως
τῶν ζωδίων τὸ σύμβολον ἐπιφημίσαντες · ῥόπαλον
δὲ αὐτῷ καὶ λεοντῆν περιέθεσαν, τὸ μὲν τῆς
ἀνωμαλίας μήνυμα, τὸ δὲ τῆς κατὰ τὸ ζῴδιον ἐμφανιστικὸν 
ἰσχύος.

τῆς δὲ σωστικῆς αὐτοῦ δυνάμεως
 Ἀσκληπιὸς τὸ σύμβολον · ᾧ τὸ μὲν βάκτρον δεδώκασι,
τῆς τῶν καμνόντων ὑπερείσεως καὶ ἀναπαύσεως,
ὁ δὲ ὄφις περισπειρᾶται , τῆς περὶ τὸ σῶμα

 
καὶ τὴν ψυχὴν σωτηρίας φέρων σημεῖον· (καὶ μὴν
ὑφιστάντες ἡμῖν τὸν κόσμον οἱ φυσικοὶ τὰ περὶ τὴν
γῆν ἰλυσπώμενα τῶν ζῴων τῆς παχυτάτης καὶ γεώδους
ᾐτιάσαντο οὐσίας·) πνευματικώτατον γὰρ τὸ
ζῷόν ἐστι καὶ τὴν ἀσθένειαν τοῦ σώματος ἀποδύεται. 
δοκεῖ δὲ καὶ ἰατρικώτατον εἶναι· τῆς γὰρ ὀξυδορκίας
εὗρε τὸ φάρμακον καὶ μυθεύεται τῆς ἀναβιώσεως
εἰδέναι τινὰ βοτάνην.

τῆς δ᾿ αὖ χορευτικῆς τε
καὶ ἐγκυκλίου κινήσεως, καθ᾿ ἣν τοὺς καρποὺς πε-
 παίνει ἡ πυρὸς δύναμις, Διόνυσος κέκληται ἑτέρως, 
ἡ τῶν ὑγροποιῶν καρπῶν δύναμις , ἢ παρὰ τὸ περιδινεῖν,
ἢ διανύειν τὸν ἥλιον τὴν κατὰ τὸν οὐρανὸν
περιφοράν. ᾗ δὲ περὶ τὰς ὥρας τοῦ κόσμου περιπολεῖ
καὶ χρόνων ἐστὶ ποιητικὸς καὶ καιρῶν ὁ ἥλιος,
Ὦρος κατὰ τοῦτο κέκληται.

τῆς δ᾿ αὖ γεωργικῆς 
αὐτοῦ δυνάμεως, καθ᾿ ἣν αἱ δόσεις τοῦ πλούτου,
σύμβολον ὁ Πλούτων. ὁμοίως μέντοι καὶ τὴν
φθαρτικὴν ἔχει δύναμιν, διὸ τῷ Πλούτωνι συνοικίζουσι
τὸν Σάραπιν, τοῦ μὲν δεδυκότος ὑπὸ γῆν φω-
 τὸς τὸν πορφυροῦν χιτῶνα ποιούμενοι σύμβολον, τὸ 
δὲ ἠκρωτηριασμένον σκῆπτρον τῆς κάτω δυνάμεως,
τό τε σχῆμα τῆς χειρὸς τοῦ μεταχωρεῖν εἰς τὸ ἀφανές.

ὁ δὲ Κέρβερος τρικέφαλος μὲν, ὅτι τρεῖς αἱ
ἄνω χῶραι ἡλίου, ἀνατολὴ, μεσημβρία, δύσις.

τὴν δὲ σελήνην, παρὰ τὸ σέλας ὑπολαβόντες, Ἄρτεμιν 
προσηγόρευσαν, οἷον ἀερότεμιν· λοχία τε ἡ Ἄρτεμις,
καίπερ οὖσα παρθένος, ὅτι ἡ τῆς νουμηνίας
δύναμις προσθετικὴ εἰς τὸ τίκτειν.

ὅπερ δὲ
 Ἀπόλλων ἐν ἡλίῳ, τοῦτο Ἀθηνᾶ ἐν σελήνῃ· ἔστι γὰρ
τῆς φρονήσεως σύμβολον, Ἀθρηνἀ τις οὖσα.

Εκάταη 
δὲ ἡ σελήνη πάλιν, τῆς περὶ αὐτὴν μετασχηματίσεως
καὶ κατὰ τοὺς σχηματισμοὺς δυνάμεως· διὸ τρί-

 
μορφος ἡ δύναμις, τῆς μὲν νουμηνίας φέρουσα τὴν
λευχείμονα καὶ χρυσοσάνδαλον καὶ τὰς λαμπάδας
ἡμμένας· ὁ δὲ κάλαθος, ὃν ἐπὶ τοῖς μετεώροις φέρει,
τῆς τῶν καρπῶν κατεργασίας, οὓς ἀνατρέφει
 κατὰ τὴν τοῦ φωτὸς παραύξησιν· τῆς δ᾿ αὖ πανσε- 
λήνου ἡ χαλκοσάνδαλος σύμβολον.

ἢ καὶ ἐκ
μὲν τοῦ κλάδου τῆς δάφνης λάβοι ἄν τις αὐτῆς τὸ
ἔμπυρον, ἐκ δὲ τοῦ μήκωνος τὸ γόνιμον, καὶ τὸ πλῆθος
τῶν εἰσοικιζομένων εἰς αὐτὴν ψυχῶν ὥσπερ εἰς
 πόλιν, ὅτι πόλεως ὁ μήκων σύμβολον. τόξα δὲ φέρει
καθάπορ ἡ Ἄρτεμις διὰ τὴν τῶν ὠδίνων ὀξύτητα.

πάλιν δ᾿ αὖ αἱ Μοῖραι ἐπὶ τὰς δυνάμεις αὐτῆς
ἀναφέρονται· ἡ μὲν Κλωθὼ ἐπὶ τὴν γεννητικὴν, Λάχεσις
δὲ ἐπὶ τὴν θρεπτικὴν, Ἄτροπος δὲ ἡ κατὰ τὸ
 ἀπαραίτητον τοῦ θεοῦ.

συνοικίζουσι δὲ αὐτῇ
καὶ τὴν τῶν καρπῶν γεννητικὴν δύναμιν, ἥπερ ἐστὶ 
Δημήτηρ , δύναμιν ἐμποιοῦσαν αὐτῇ. καὶ ἔστι συνεκτικὴ
τῆς Κόρης ἡ σελήνη. προσοικίζουσι δὲ καὶ 
τὸν Διόνυσον διά τε τὴν τῶν κεράτων ἔκφυσιν καὶ
 διὰ τὸν τῶν νεφῶν τόπον τὸν ὑποκείμενον τοῖς κάτω
μέρεσι.

τὴν δὲ τοῦ Κρόνου δύναμιν νωχελῆ καὶ
βραδεῖαν καὶ ψυχρὰν κατεῖδον, διὸ τὴν τοῦ χρόνου
δύναμιν αὐτῷ προσανέθεσαν· ἀποτυποῦσί τε αὐτὸν
ἑστῶτα πολιὸν, πρὸς ἔμφασιν τοῦ γηράσκειν τὸν
 χρόνον.

τῶν δὲ καιρῶν σύμβολα οἱ Κουρῆτες,
τὸν χρόνον βουκολοῦντες, ὅτι διὰ τῶν καιρῶν ὁ χρόνος
παροδεύει.

τῶν δὲ Ὡρῶν αἱ μὲν Ὀλυμπιά- 
δες εἰσὶ τοῦ ἡλίου, αἳ καὶ ἀνοίγουσι τὰς κατὰ τὸν
ἀέρα πύλας, αἱ δὲ ἐπιχθόνιοι τῆς Δήμητρος· καὶ κάλαθον
 ἔχουσι τὸν μὲν τῶν ἀνθέων σύμβολον τοῦ
ἔαρος, τὸν δὲ τῶν σταχύων τοῦ θέρους.

τοῦ δὲ
δὲ Ἄρεος τὴν δύναμιν καταλαβόντες διάπυρον, πολέ-

 
μῶν ποιητικὴν καὶ αἱματουργὸν , βλάπτειν τε καὶ
ὠφελεῖν δυννμένην ἐποίησαν.

τὸν δὲ τῆς ᾿Αφροδίτης
ἀστέρα θεωρήσαντες γενεσιουργὸν, ἐπιθυμίας
τε καὶ γονῆς αἴτιον, γυναῖκα μὲν ἀνέπλασαν διὰ τὴν
γένεσιν, ὡραίαν δὲ, ὅτι καὶ 
 Ἕσπερος, ὃς κάλλιστος ἐν οὐρανῷ ἵσταται ἀστήρ.

καὶ Ἔρωτα μὲν παρέστησαν διὰ τὴν ἐπιθυμίαν.
σκέπει δὲ μαστοὺς καὶ τὸ μόριον, ὅτι γονῆς αἰτία ἡ
δύναμις καὶ ἐκθρέψεως. ἔστι δὲ ἀπὸ θαλάττης, στοι-
χείου διύγρου καὶ θερμοῦ, πολλὰ κινουμένου καὶ 
διὰ τὴν συγκίνησιν ἀφριῶντος , τὸ σπερματικὸν αἰνιττόμενος.

τοῦ δὲ λόγου τοῦ πάντων ποιητικοῦ
 τε καὶ ἑρμηνευτικοῦ ὁ Ἑρμῆς παραστατικός. ὁ
δὲ ἐντεταμένος Ἑρμῆς δηλοῖ τὴν εὐτονίαν, δείκνυσι
δὲ καὶ τὸν σπερματικὸν λόγον τὸν διήκοντα διὰ πάντων.

λοιπὸν δὲ σύνθετος λόγος, ὁ μὲν ἐν ἡλίῳ
Ἑρμῆς , Ἑκάτη δὲ ὁ ἐν σελήνῃ, ῾Ερμόπαν δὲ ὁ ἐν τῷ
παντί· κατὰ πάντων γὰρ ὁ σπερματικὸς καὶ ποιητικός.
σύνθετος δὲ καὶ οἷον μιξέλλην καὶ παρ’ Αἰγυπτίοις
ὁ ῾Ερμάνουβις. ἐπεὶ δὲ καὶ τῆς ἐρώσης ἦν 
δυνάμεως ὁ λόγος, ταύτης ὁ Ἔρως παραστατικός.
διὸ παῖς μὲν τοῦ Ἑρμοῦ ὁ Ἔρως, νήπιος δὲ διὰ τὰς
αἰφνιδίους περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἐμπτώσεις αὐτοῦ.

τοῦ δὲ παντὸς τὸν Πάνα σύμβολον ἔθεντο, τὰ
μὲν κέρατα σύμβολα δόντες ἡλίου καὶ σελήνης, τὴν 
δὲ νεβρίδα τῶν κατ’ οὐρανὸν ἀστέρων, ἢ τῆς τοῦ
παντὸς ποικιλίας.”

Καὶ τὰ μὲν Ἑλληνικὰ τοιαῦτα· τὰ δὲ τῶν
Αἰγυπτίων πάλιν τοιαῦτά φησιν ἔχειν σύμβολα 
 Τὸν δημιουργὸν, ὃν Κνὴφ οἱ Αἰγύπτιοι προσαγορεύουσιν, 
ἀνθρωποειδῆ, τὴν δὲ χροιὰν ἐκ κυανοῦ

 
μέλανος ἔχοντα, κρατοῦντα ζώνην καὶ σκῆπτρον, ἐπὶ
δὲ τῆς κεφαλῆς πτερὸν βασίλειον περικείμενον, ὅτι
λόγος δυσεύρετος καὶ ἐγκεκρυμμένος καὶ οὐ φανὸς,
καὶ ὅτι ζωοποιὸς, καὶ ὅτι βασιλεὺς, καὶ ὅτι νοερῶς 
 κινεῖται · διὸ ἡ τοῦ πτεροῦ φύσις ἐν τῇ κεφαλῇ κεῖται.

τὸν δὲ θεὸν τοῦτον ἐκ τοῦ στόματος προΐεσθαί
φασιν ᾠὸν , ἐξ οὗ γεννᾶσθαι θεὸν, ὃν αὐτοὶ
προσαγορεύουσι Φθὰ , οἶ δὲ Ἕλληνες Ἥφαιστον · ἑρμηνεύειν
δὲ τὸ ᾠὸν τὸν κόσμον. ἀφιέρωται δὲ τῷ
 θεῷ τούτῳ πρόβατον διὰ τὸ τοὺς παλαιοὺς γαλακτοποτεῖν.

αὐτοῦ δὲ τοῦ κόσμου τὸ δείκηλον τοιόνδε
ἀνέπλασαν· ἀνθρωποειδές ἐστιν ἄγαλμα, τοὺς 
μὲν πόδας συμβεβηκότας ἔχον, ἄνωθεν δὲ μέχρι ποδῶν
ποικίλον ἱμάτιον περιβεβλημένον· ἐπὶ δὲ τῆς
 κεφαλῆς σφαῖραν ἔχει χρυσῆν διὰ τὸ μὴ μεταβαίνειν,
καὶ διὰ τὴν τῶν ἄστρων ποικίλην φύσιν , καὶ ὅτι
σφαιροειδὴς ὁ κόσμος.

ἥλιον δὲ σημαίνουσι
ποτὲ μὲν δι’ ἀνθρώπου ἐπιβεβηκότος πλοίου, τοῦ
πλοίου ἐπὶ κροκοδείλου κειμένου. δηλοῖ δὲ τὸ μὲν
 πλοῖον τὴν ἐν ὑγρῷ κίνησιν, ὁ δὲ κροκόδειλος πότιμον
ὕδωρ , ἐν ᾧ φέρεται ὁ ἥλιος. ἐσήμαινε τοίνυν 
ὁ ἥλιος δι’ ἀέρος ὑγροῦ καὶ γλυκέος τὴν περιπόλησιν
ποιεῖσθαι.

τῆς δὲ οὐρανίας γῆς καὶ τῆς χθονίας 
τὴν δύναμιν ᾿Ισιν προσεῖπον διὰ τὴν ἰσότητα, ἀφ’ ἧς
 τὸ δίκαιον· οὐρανίαν δὲ τὴν σελήνην, χθονίαν δὲ
τὴν καρποφόρον, ἐν ᾗ κατοικοῦμεν, λέγουσι.

τὸ
δὲ αὐτὸ δύναται Δημήτηρ παρ’ Ἕλλησι καὶ Ἶσις παρ’
Αἰγυπτίοις, καὶ πάλιν Κόρη παρ’ Ἕλλησι καὶ Διό-
νυσος , καὶ Ἴσις καὶ Ὄσιρις παρ’ ’ Αἰγυπτίοις. αὕτη
 δὲ τρέφουσα καὶ αἱροῦσα τὰ ἐπὶ γῆς · ὁ δὲ Ὄσιρις
παρ’ Αἰγυπτίοις τὴν κάρπιμον παρίστησι δύναμιν,
ἣν θρήνοις ἀπομειλίσσεσθαι εἰς γῆν ἀφανιζομένην

 
 ἐν τῷ σπόρῳ, καὶ ὑφ’ ἡμῶν καταναλισκομένην εἰς
τροφάς

λαμβάνεται δὲ καὶ ἀντὶ τῆς ποταμίας
τοῦ Νείλου δυνάμεως · ἀλλ’ ὅταν μὲν τὴν χθονίαν
γῆν σημαίνωσιν, Ὄσιρις ἡ κάρπιμος λαμβάνεται δύναμις,
ὅταν δὲ τὴν οὐρανίαν, Ὄσιρίς ἐστιν ὁ Νεῖλος, 
ὃν ἐξ οὐρανοῦ καταφέρεσθαι οἴονται· πενθοῦσι δὲ
καὶ τοῦτον, ἀπομειλισσόμενοι τὴν δύναμιν λήγουσαν
καὶ ἀναλισκομένην. ἡ δὲ ἐν τοῖς μύθοις μισγομένη
τῷ ᾿Οσίριδι ᾿Ισις ἡ Αἰγυπτία ἐστὶ γῆ διόπερ ἰσοῦται
 καὶ κυεῖ καὶ ποιεῖ τοὺς καρπούς · διὸ ἀνὴρ τῆς Ἴσιδος 
Ὄσιρις καὶ ἀδελφὸς καὶ υἱὸς παραδέδοται. ”

Κατὰ δὲ τὴν Ἐλεφαντίνην πόλιν τετίμηται
ἄγαλμα, πεπλασμένον μὲν, ἀλλ’ ἀνδρείκελον καὶ καθήμενον,
κυανοῦν τε τὴν χροιὰν, κεφαλὴν δὲ κριοῦ
κεκτημένον, καὶ βασίλειον, κέρατα τράγεια ἔχον, οἷς 
ἔπεστι κύκλος δισκοειδής. κάθηται δὲ, παρακειμένου
κεραμέου ἀγγείου, ἐφ’ οὗ ἄνθρωπον ἀναπλάσσειν.
δηλοῖ δὲ ἀπὸ μὲν τοῦ κριοῦ πρόσωπον ἔχειν
καὶ αἰγὸς κέρατα τὴν ἐν κριῷ σύνοδον ἡλίου καὶ σελήνης·
τὸ δὲ ἐκ κυανοῦ χρῶμα, ὅτι ὑδραγωγὸς ἐν 
συνόδῳ ἡ σελήνη.

τὸ δὲ δεύτερον φῶς τῆς σελήνης
 ἐν Ἀπόλλωνος πόλει καθιέρωται· ἔστι δὲ τούτου
σύμβολον ἱερακοπρόσωπος ἄνθρωπος ζιβύνῃ χειρούμενος
Τυφῶνα ἱπποποτάμῳ εἰκασμένον. λευκὸν
δὲ τῇ χρόᾳ τὸ ἄγαλμα , τῆς μὲν λευκότητος τὸ φωτίζεσθαι 
τὴν σελήνην παραστησάσης, τοῦ δὲ ἱερακείου
προσώπου τὸ ἀφ’ ἡλίου φωτίζεσθαι καὶ πνεῦμα λαμβάνειν.
τὸν γὰρ ἱέρακα ἡλίῳ ἀφιεροῦσι · φωτὸς δὲ
καὶ πνεύματος ἱέραξ αὐτοῖς σύμβολον διά τε τὴν
ὀξυκινησίαν καὶ τὸ πρὸς ὕψος ἀνατρέχειν , ἔνθα τὸ 
φῶς· ὁ δὲ ἱπποπόταμος τὸν δυτικὸν δηλοῖ πόλον,
παρὰ τὸ καταπίνειν εἰς ἑαυτὸν τοὺς περιπολοῦντας.

θεὸς δὲ τιμᾶται ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ὁ Ὦρος. ἡ δὲ
τῆς Εἰληθυίας πόλις τὸ τρίτον φῶς θεραπεύει· τὸ δὲ 
ξόανον τετύπωται εἰς γῦπα πετομένην, ἧς τὸ πτέρωμα
ἐκ σπουδαίων συνέστηκε λίθων. σημαίνει δὲ τὸ
 μὲν γυποειδὲς αὐτῆς τὴν γεννητικὴν πνευμάτων σελήνην·
ἐκ γὰρ τοῦ πνεύματος οἴονται συλλαμβάνειν
τὸν γῦπα, θηλείας πάσας ἀποφαινόμενοι.

ἐν δὲ
τοῖς κατ᾿ Ἐλευσῖνα μυστηρίοις ὁ μὲν ἱεροφάντης εἰς
εἰκόνα τοῦ δημιουργοῦ ἐνσκευάζεται , δᾳδοῦχος δὲ
 εἰς τὴν ἡλίου· καὶ ὁ μὲν ἐπὶ βωμῷ εἰς τὴν σελήνην,
ὁ δὲ ἱεροκῆρυξ Ἑρμοῦ.

καὶ ἄνθρωπος δὲ παρ᾿
Αἰγυπτίοις ἐν τοῖς ἱεροῖς παρείληπται. Ἄναβις γάρ 
ἐστι κώμη Αἰγύπτου, ἐν ᾗ θεραπεύεται ἄνθρωπος,
καὶ θύεται τούτῳ καὶ ἐπὶ τῶν βωμῶν τὰ ἱερεῖα καίεται·
 ὁ δὲ μετ᾿ ὀλίγον φάγοι ἂν τὰ ὧς ἂν ἀνθρώπῳ
αὐτῷ παρεσκευασμένα.

ὅτι δὲ οὐδὲ τὰ ζῷα θεοὺς
ἡγοῦνται, εἰκόνας δὲ ἐποιοῦντο καὶ σύμβολα ταῦτα
θεῶν, δηλοῖ τὸ πολλαχοῦ βοῦς ἀναχθέντας θεοῖς ἐν
ταῖς ἱερομηνίαις καὶ ταῖς πρὸς θεοὺς θρησκείαις
 βουθυτεῖν. ἡλίῳ μὲν γὰρ καὶ σελήνῃ βοῦς 
ἀνιέρωσαν.

Ἀλλ᾿ ὅ γε ἡλίῳ ἀνακείμενος ἐν Ἡλίου πό- 
λει, καλούμενος Μνεῦις, βοῶν ἐστι μέγιστος, σφόδρα
μέλας, μάλιστα ὅτι καὶ ὁ ἥλιος ὁ πολὺς μελαίνει τὰ
 ἀνθρώπεια σώματα. ἔχει δὲ τὴν οὐρὰν παρὰ τοὺς
ἄλλους βοῦς καὶ τὸ πᾶν σῶμα ἀνάτριχον, καθάπερ 
ὁ ἥλιος τὸν ἐναντίον τῷ πόλῳ ποιεῖται δρόμον· τούς
τε ὄρχεις μεγίστους, ἐπειδήπερ ὁ περὶ τὰ ἀφροδίσια
ἵμερος γίνεται ὑπὸ θερμότητος, ὅ τε ἥλιος σπερμαίνειν
 λέγεται τὴν φύσιν.

σελήνῃ δὲ ταῦρον ἀνέθεσαν,
ὃν Ἆπιν ἐπονομάζουσι, μέλανα μὲν καὶ αὐτὸν
ὑπὲρ τοὺς ἄλλους, φέροντα δὲ σημεῖα ἡλίου καὶ σε-

 
λήνης, ὅτι καὶ τῆς σελήνης τὸ φῶς ἐξ ἡλίου· ἡλίου
δὲ σημεῖον τὸ μέλαν τοῦ σώματος καὶ ὁ ὑπὸ τὴν
γλῶτταν κάνθαρος · σελήνης δὲ σύμβολον τό τε διχότομον
καὶ ἀμφίκυρτον.”

Ταῦτά μοι ἐκ τῆς τοῦ προειρημένου ἀνδρὸς 
 γραφῆς ἐπιτετμήσθω, ὡς ἂν μηδὲν ἡμᾶς λάθῃ τῶν
ἀπορρήτων τῆς Ἑλληνικῆς ὁμοῦ καὶ Αἰγυπτιακῆς
θεολογίας, ἧς ἀποστάτας ἑαυτοὺς καὶ φυγάδας ὁμολογοῦμεν,
κρίσει καὶ λογισμῷ σώφρονι καὶ τάδε παραιτησάμενοι.

οὐ γάρ με ἡ ἀλαζὼν ἐκπλήξει 
φωνὴ ,
 φθέγξομαι οἷς θέμις ἐστὶ, θύρας δ’ ἐπίθεσθε βέβηλοι, 
φήσασα. βέβηλοι γοῦν οὐχ ἡμεῖς, ἀλλ’ οἵ γε τὰς
τοιάσδε αἰσχρὰς καὶ ἀπρεπεῖς μυθολογίας κανθάρων
πέρι καὶ θηρίων ἀλόγων σοφίας θεολόγου νοήματα 
 εἶναι ἀποφηνάμενοι, οἱ, κατὰ τὸν θαυμάσιον ἀπόστολον,
φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν · ὅτι δὴ
ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου θεοῦ ἐν ὁμοιώματι
εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου, καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων
καὶ ἑρπετῶν.”

ἀλλ’ ἐπεὶ πάντα τὸν περὶ 
τούτων ἀπόρρητον δὴ καὶ μυστικώτερον λόγον εἰς
ἀσωμάτους δυνάμεις μεταφορικῶς ἀνῆγον, ὥστε δοκεῖν
μηκέτ’ ἐπὶ τὰ ὁρώμενα μέρη τοῦ κόσμου τὴν
θεοποιίαν αὐτῶν συντείνειν, ἀλλ’ ἐπί τινας ἀοράτους
 καὶ ἀσωμάτους δυνάμεις , σκεψώμεθα εἰ μὴ καὶ οὕτως 
μίαν χρὴ τὴν θείαν δύναμιν ἀποθαυμάζειν, ἀλλ’
οὐ πολλὰς ἡγεῖσθαι.

οὐδὲ γὰρ ἐπεὶ πολλὰ σχήματα
καὶ μέρη καὶ μέλη ὑφ’ ἐνὶ σώματι δεδημιούργηται,
τοσαύτας χρῆν ἡμᾶς τὰς ψυχὰς ἔχειν ἡγεῖσθαι,
οὐδὲ τοσούτους ποιητὰς καὶ δημιουργοὺς τοῦ σώματος 
νομίζειν, ἀλλὰ καὶ ψυχὴν μίαν τὸ πᾶν σῶμα κινεῖν,
καὶ μίαν δημιουργὸν δύναμιν τὸ πᾶν ζῷον

 
τεκτήνασθαι.

οὕτω δῆτα καὶ ἐπὶ τοῦ σύμπαντος
κόσμου, ἑνὸς μὲν ὄντος καὶ ἐκ μιᾶς τῆς σωματικῆς 
ὕλης συνεστῶτος, εἰς μέρη δὲ πλεῖστα διῃρημένου,
καὶ μίαν τῶν ὅλων φυσικὴν συμπάθειαν ὑποφαίνοντος,
 κρᾶσίν τε καὶ μῖξιν τῶν ἐν αὐτῷ στοιχείων, ἀλλοιώσεις
τε καὶ μεταβολὰς αὐτῶν εἰς ἑαυτὰ, ὅλον δὲ
καὶ τὸ πᾶν ἔνα κόσμον καὶ μίαν ἁρμονίαν ἐπιδεικνυμένου,
οὐ πολλὰς χρῆν ὑποτίθεσθαι δημιουργοὺς
δυνάμεις, μόνην δὲ θεολογεῖν τὴν ὡς ἀληθῶς θεοῦ
 δύναμιν καὶ θεοῦ σοφίαν.

ὁ δὲ καὶ τὰς Αἰγυπτιακὰς
μυθολογίας πάλιν ἐπὶ ἀσωμάτους μεταφέρει
δυνάμεις, λαθὼν ὁ σοφώτατος αὐτὸς ἑαυτόν. ἀκήκοας
γὰρ ἐν τοῖς πρόσθεν ὅπως τὸν Χαιρήμονα καὶ 
πλείους ἄλλους ὡμολόγει μηδ᾿ ἄλλο τι πρὸ τῶν ὁρω-
 μένων κόσμων ἡγεῖσθαι, ἐν ἀρχῆς τε λόγῳ τίθεσθαι
τοὺς Αἰγυπτίους· τούτους γὰρ πάντα εἰς τὰ φυσικὰ
καὶ οὐδὲν εἰς ἀσωμάτους καὶ ζώσας οὐσίας ἐρμηνεύειν.

εἰ δὴ οὖν κατὰ τὴν αὐτῶν ὁμολογίαν
Αἰγυπτίων ἦν τὸ μηδὲν ἀνάγειν εἰς ἀσωμάτους καὶ
 ζώσας οὐσίας, πάντα δὲ τὰ περὶ θεῶν αὐτοῖς μυθολογούμενα
ἐπὶ τὰ φυσικὰ τοῦ κόσμου μέρη μεταφέρειν,
τί δὴ ἐξ ὑπαρχῆς εὑρεσιλογοῦντες Αἰγυπτίοις
τὰ μηδαμῶς αὐτῶν οἰκεῖα προσγράφετε , ἐπὶ δυνάμεις
ἀσωμάτους φάσκοντες αὐτοὺς τὴν ἀναφορὰν τῆς 
 θεολογίας αὐτῶν ποιεῖσθαι; καθόλου μὲν οὖν ταῦτα 
αἰτιατέον.

Καὶ ἐπὶ τῶν κατὰ μέρος δὲ ἡγοῦμαι τὸν
ἔλεγχον τῆς κατηναγκασμένης ἀποδόσεως αὐτῶν οὐ
μακρᾶς ἀνασκευῆς δασθαι. ἵνα γὰρ τὸν Αἰγυπτιακὸν
 παρελθών τις λῆρον καὶ τὴν πολλὴν αὐτῶν καὶ
ἀδόλεσχον φλυαρίαν ἐπὶ τὰς τῶν σοφῶν Ἑλλήνων
μετέλθοι φυσιολογίας , τίς οὐκ ἂν τῶν εὖ φρονούν-

 
τῶν αὐτόθεν καταμέμψαιτο τοῖς τὰ τοιαῦτα παρεξηγεῖσθαι
πειρωμένοις;

ἔστω γὰρ ὁ Ζεὺς μηκέθ’ ἡ
 πυρώδης καὶ αἰθέριος οὐσία , ὥσπερ οὖν τοῖς παλαιοῖς
ἐνομίζετο κατὰ τὸν Πλούταρχον, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ
ἀνωτάτω νοῦς , ὁ τῶν ὅλων δημιουργὸς , ὁ τὰ πάντα 
ζωογονῶν· πῶς οὖν ἔσται τούτου πατὴρ μὲν ὁ Κρόνος,
ὅν φασιν εἶναι τὸν χρόνον , Ῥέα δὲ μήτηρ, ἣν
ὁ ἑρμηνεὺς ἔφησεν εἶναι τὴν πετρώδη καὶ ὄρειον
δύναμιν ; τὴν γὰρ Ἥραν οὐκ οἶδ’ ὅπως τὸν ἀέρα τὸν
καὶ αἰθέρα προσειπὼν ἀδελφὴν ὁμοῦ καὶ γυναῖκά 
φησιν εἶναι τοῦ κοσμοποιοῦ καὶ ζωοποιοῦ πάντων
νοῦ.

ἀλλὰ καὶ ἡ Λητὼ πάλιν λήθω τις καλείσθω,
 διὰ τὴν κατὰ τὸν ὕπνον , ὥς φασιν, ἀναισθησίαν,
καὶ ὅτι λήθη ξυνομαρτεῖ ταῖς ὑπὸ σελήνην γενομέναις
ψυχαῖς. πῶς ἂν οὖν ἡ λήθη γένοιτ’ ἂν 
ἡλίου καὶ σελήνης μήτηρ, Ἀπόλλωνος καὶ Ἀρτέμιδος
τῶν Λητοῦς παίδων εἰς ἥλιον καὶ σελήνην μετενηνεγμένων;

τί δὲ χρὴ σέβειν ὡς θεὸν τὴν Ῥέαν
ἢ τὴν Δήμητρα, εἰ ἡ μὲν τῆς πετρώδους καὶ ὀρείου
γῆς, ἡ δὲ τῆς πεδιάδος τὰ σύμβολα φέρειν ἐλέγετο; 
τὴν δὲ Κόρην τὸν κόρον ἀλληγοροῦντες τίνι λόγῳ
καὶ ταύτην οἴονται δεῖν τῇ σεβασμίῳ προσηγορίᾳ
τιμᾶν ;

τί δὲ μᾶλλον τὴν σπερματοῦχον δύναμιν,
καὶ τὴν τῶν ἀκροδρύων γένεσιν, ἢ τῶν κατὰ τὸ ἔαρ
προφαινομένων ἀνθέων καὶ πρὶν τελεσιγονῆσαι διαρρεόντων, 
ἢ τῆς τῶν τελείων καρπῶν ἐκτομῆς τὰ σύμβολα,
Διόνυσον καὶ Ἄττιν καὶ Ἄδωνινκ ἐπονομάζοντας,
 ὡς θεοὺς χρῆναι σέβειν, οὐχὶ δὲ τούτων ἁπάντων
τὸ ἀνθρώπειον γένος προτιμᾶν, ᾧ ταῦτα πρὸς
χρῆσιν καὶ τροφὴν ὁ τῶν ὅλων δημιουργὸς θεὸς 
ὑπεστήσατο ;

Μεταβὰς δὲ ἐκ τούτων καὶ τὰ λοιπὰ κατὰ

 
τὸν ὅμοιον τρόπον τῆς γενναίας ἀπελέγξεις φυσιολολίας,
εὐλόγως τῆς ἀναισχυντίας ἐπιμεμψάμενος τοῖς,
φέρε, τὸν ἥλιον αὐτὸν εἶναι τὸν Ἀπόλλω, καὶ πάλιν
τὸν Ἡρακλέα, καὶ αὖθις τὸν Διόνυσον , καὶ τὸν 
 ᾿Ασκληπιὸν ὁμοίως ἀποφαινομένοις.

πῶς γὰρ ὁ
αὐτὸς πατὴρ ἂν γένοιτο καὶ υἱὸς, Ἀσκληπιὸς ὁμοῦ
καὶ Ἀπόλλων; πῶς δ’ ἂν πάλιν εἰς Ἡρακλέα μετενεχθείη,
εἰ δὴ ἐκ θνητῆς γυναικὸς τῆς Ἀλκμήνης ὁ
Ἡρακλῆς αὐτοῖς ὡμολόγηται; πῶς δ’ ἂν ἐμμανὴς
 γένοιτο καὶ σφάξειε τοὺς ἑαυτοῦ παῖδας ὁ ἥλιος, ὅτι
δὴ καὶ ταῦτα προσαναγέγραπται τῷ ῾Ηρακλεῖ;

ἀλλὰ
τοὺς ἄθλους ἐπιτελοῦντα τοὺς δώδεκα τὸν Ἡρακλέα
τῆς κατ’ οὐρανὸν διαιρέσεως τοῦ ζωδιακοῦ κύκλου,
ὅν φασι τὸν ἥλιον περιπολεῖν, τὸ σύμβολον φέρειν. 
 τίς οὖν ἔτι γένοιτ’ ἂν Εὐρυσθεὺς ὁ τῷ ἡλίῳ, ὥσπερ
οὖν τῷ Ἡρακλεῖ, τοὺς ἄθλους ἐκτελεῖν ἐπιτάττων.,
πῶς δ’ ἂν ἐπὶ τὸν ἥλιον ἀναχθεῖεν αἱ πεντήκοντα Θεστίου
θυγατέρες καὶ τὸ τῶν λοιπῶν αἰχμαλωτίδων
πλῆθος , αἷς τὸν ῾Ηρακλέα λόγος ἔχει μιγῆναι, ἐξ ὧν
 καὶ θνητοὶ παῖδες αὐτῷ γενόμενοι ἐπὶ μήκιστον τὴν
τῶν γενῶν παρέτειναν διαδοχήν; τίς δ’ ἂν εἴη ὁ
Κένταυρος, οὗ τῷ αἵματι τὸν χιτῶνα μολύνασα ἡ
Δηιάνειρα τὸν ἥλιον, ὥσπερ οὖν τὸν ῾Ηρακλέα, τῇ 
δεδηλωμένῃ περιβάλοι ἂν συμφορᾷ;

ἀλλὰ γὰρ
 μηκέτ’ ἔστω ὁ ἥλιος αὐτοῖς Ἡρακλῆς, ἔστω δ’ ὁ Διό-
νυσος · καὶ τί ταῦτα πρὸς τὸν Διόνυσον ; φαίη τις ἂν
εἰκότως. τίς γὰρ ἡ τοῦτον γεννήσασα, εἴτε Σεμέλη
τις λέγοιτο εἴτε Περσεφόνη ; πῶς δ’ ἂν εἴη ὁ Διόνυσος
ὁμοῦ καὶ ἥλιος καὶ ἡ κατὰ τοὺς ὑγροὺς καρποὺς
 καὶ τὰ ἀκρόδρυα βλαστῶσα δύναμις ; τί δ’ ἂν γένοιτο 
τῶν συστρατευσαμένων αὐτῷ γυναικῶν τὸ πλῇθος;
τίς δὲ καὶ ἡ τοῦ ἡλίου , ὥσπερ οὑν ἡ τοῦ Διο-

 
νύσου, Ἀριάδνη; τί δὲ μᾶλλον οἴνου, οὐχὶ δὲ σίτου
καὶ ὀσπρίων καὶ τῶν ἀπὸ γῆς ἁπάντων καρπῶν γένοιτ᾿
 ἂν χορηγὸς ὁ Διόνυσος ἐπὶ τὸν ἥλιον μεταγόμενος;

εἰ δὲ καὶ Ἀσκληπιὸς αὐτοῖς πάλιν εἴη ὁ
ἥλιος 5 πῶς οὗτος ὑπὸ τοῦ Δῖός κεραυνοῦται ῥυπαρὰς 
ἕνεκεν αἰσχροκερδείας, κατὰ τὸν Βοιώτιον μελοποιὸν
Πίνδαρον ὧδέ πως λέγοντα
 Ἔτραπεν κἀκεῖνον ἀγάνορι μισθῷ χρυσὸς ἐν χερσὶν 
φανεὶς, 
 ... χερσὶ δ’ ἄρα Κρονίων ῥίψαις δι’ ἀμφοῖν ἀμπνοὰν 
στέρνων κάθελεν 
 ὠκέως, αἴθων δὲ κεραυνὸς ἐνέσκηψεν μόρον.

τίνες δὲ καὶ οἱ ἐξ ἡλίου Ἀσκληπιάδαι , εἰς μακρὸν
τοῦ βίου διαφυλαχθέντες καὶ θνητῶν ἀνδρῶν
γένεσιν πᾶσιν ἀνθρώποις παραπλησίαν ὑποστησάμενοι; 
πλὴν ἀλλὰ πάλιν αὐτοῖς, ὥσπερ διὰ μηχανῆς,
τὰς αἰσχρὰς καὶ μυθικὰς περὶ θεῶν διηγήσεις ἀποφεύγουσιν,
εἰς ἥλιον καὶ σελήνην καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ
 κόσμου μέρη ἀνατρέχοι ἂν ὁ λόγος.

εἴ γε πῦρ
μὲν ἦν αὐτοῖς ὁ Ἥφαιστος καὶ ἡ θερμὴ δύναμις, 
Ποσειδῶν δὲ ἡ ὑγρὰ οὐσία, Ἥρα δὲ ὁ ἀὴρ, καὶ γῆ
πάλιν , ἡ μὲν ὄρειος καὶ πετρώδης ῾Ρέα , ἡ δὲ πεδινὴ
καὶ γόνιμος Δημήτηρ , καὶ Κόρη δὲ ἡ σπερματοῦχος,
καὶ Διόνυσος ἡ φυτευτικὴ τῶν ἀκροδρύων δύναμις.
καὶ ἥλιος Ἀπόλλων σὺν τοῖς κατειλεγμένοις , σελήνη 
δὲ ποτὲ μὲν Ἄρτεμις, ποτὲ δὲ Ἀθηνᾶ, καὶ πάλιν
Ἑκάτη καὶ Εἰλήθυια, οὐκοῦν πάλιν τὴν κτίσιν
παρὰ τὸν κτίστην, καὶ τὴν δημιουργίαν τοῦ παντὸς,
ἀλλ’ οὐ τὸν δημιουργὸν θεολογοῦντες ἀπελέγχονται,
 λίαν ἐπισφαλῶς καὶ ἐπικινδύνως καὶ ἐπὶ κακῷ τῆς
 

 
ἰδίας αὐτῶν κεφαλῆς.

εἰ δὲ μὴ τὰ ὁρώμενα σώματα
ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἄστρων μηδέ γε τὰ αἰσθητὰ
μέρη τοῦ κόσμου φήσουσι θεοποιεῖν, ἀλλὰτὰς
ἐν τούτοις ἀοράτους δυνάμεις αὐτοῦ δὴ τοῦ ἐπὶ πᾶσιν,
 (ἕνα γὰρ ὄντα θεὸν παντοίαις δυνάμεσι τὰ πάντα
πληροῦν, καὶ διὰ πάντων διήκειν, καὶ τοῖς πᾶσιν
ἐπιστατεῖν, ἀσωμάτως δὲ καὶ ἀφανῶς ἐν πᾶσιν ὄντα,
καὶ διὰ πάντων διήκοντα, καὶ τοῦτον εἰκότως διὰ
τῶν δεδηλωμένων σέβειν φασὶ) τί δῆτα τοιγαροῦν
 οὐχὶ τὰς αἰσχρὰς καὶ ἀπρεπεῖς περὶ θεῶν μυθολογίας
ὡς ἂν ἀθέσμους καὶ ἀσεβεῖς παραιτησάμενοι,
καὶ αὐτάς γε τὰς περὶ τούτων βίβλους, ὡς δυσσεβῆ
καὶ ἀκόλαστα περιεχούσας, ἀφανεῖς ποιήσαντες, τὸν
ἕνα καὶ μόνον καὶ ἀόρατον θεὸν γυμνῶς καὶ καθα- 
 ρῶς καὶ ἄνευ τινὸς αἰσχρᾶς περιπλοκῆς ἀνυμνοῦσι;

τοῦτο γὰρ δέον ἦν ποιεῖν τοῖς τἀληθὲς ἐπεγνωκόσι,
μηδὲ κατάγειν καὶ καταβάλλειν εἰς αἰσχρὰς καὶ
ἐμπαθεῖς ἀρρητολογίας τὴν σεβάσμιον τοῦ θεοῦ
πρόσρησιν· ἀλλὰ μηδ᾿ ἐν οἰκίσκοις καὶ σκότου μυχοῖς
 ἀνδρῶν τε οἰκοδομαῖς σφὰς αὐτοὺς ἐναποκλείειν,
ὡς ἔνδον εὑρήσοντας τὸν θεὸν, μηδ᾿ ἐν ξοάνοις
ἐξ ἀψύχου πεποιημένοις ὕλης τὰς θείας τιμᾶν οἴεσθαι
δυνάμεις, μηδὲ μὴν γεώδεσιν ἀτμοῖς αἱμάτων καὶ
λύθρου καὶ νεκρόν ζῴων αἵμασι κεχαρισμένα τῷ 
 θεῷ πράττειν νομίζειν.

τούτων δὲ ἁπάντων, ὡς
ἂν πλάνης δεσμῶν ἀπολυθέντας, χρῆν δήπου τοὺς
σοφοὺς καὶ μετεωρολέσχας πᾶσιν ἀνθρώποις τῆς φυσικῆς
θεωρίας ἀφθόνως κοινωνεῖν, μονονουχὶ γυμνὠς
προκηρύττοντας ἅπασι μὴ τὰ φαινόμενα, τὸν
 δ᾿ ἀφανῆ δημιουργὸν τῶν φαινομένων μόνον ἀποθαυμάζειν,
καὶ τὰς ἀοράτους αὐτοῦ καὶ ἀσωμάτους
δυνάμεις ἀοράτως καὶ ἀσωμάτως θρησκεύειν, οὐ πῦρ 

 
ἅψαντας, οὐδέ γε κριὸν καὶ ταῦρον θυσαμένους, ἀλλ’
οὐδὲ στεφάνοις καὶ ξοάνοις καὶ ναῶν οἰκοδομαῖς τὸ
θεῖον τιμὰν οἰομένους , λογισμοῖς δὲ κεκαθαρμένοις
 καὶ δόγμασιν ὀρθοῖς καὶ ἀληθέσι τοῦτο πράττοντας,
ἐν ἀπαθείᾳ ψυχῆς καὶ τῇ πρὸς αὐτὸν κατὰ τὸ δυνατὸν 
τῆς ἀρετῆς ὁμοιώσει.

ἀλλ’ οὐδείς γε πώποτε,
οὐ βάρβαρος, οὐχ Ἕλλην, πᾶσιν ἀνθρώποις
ταύτης κατῆρξε τῆς ἀληθείας ἢ μόνος ὁ ἡμέτερος σωτήρ·
 ὃς δὴ τῆς παλαιὰς πλάνης πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν
ἀποφυγὴν προκηρύξας τοῖς πᾶσιν ἀφθόνως εὕρετο 
τὴν πρὸς τὸν ἀληθῆ καὶ μόνον τῶν ὅλων θεὸν ἐπιστροφήν
τε καὶ εὐσέβειαν · οἱ δὲ τηνάλλως σοφοὶ τοῦ
βίου τὴν ἀνωτάτω φιλοσοφίαν αὐχήσαντες , ᾖ φησιν
ὁ θεῖος ἀπόστολος ‘‘γνόντες θεὸν οὐχ ὡς θεὸν ἐδόξασαν,
ἢ εὐχαρίστησαν , ἀλλ’ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς 
διαλογισμοῖς αὐτῶν, καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν
καρδία. φήσαντες γοῦν εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν,
καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει
παρὰ τὸν κτίσαντα, ὅς ἐστιν εὐλογητὸς εἰς τοὺς
αἰῶνας. ”

Μετὰ γοῦν τὴν μακρὰν καὶ πολλὴν φιλοσοφίαν
καὶ μετὰ τὰς σεμνὰς μετεωρολογίας καὶ φυσιολογίας,
ἄνωθέν ποθεν ὡς ἀφ’ ὑψηλοτάτης ἀωρωρείας
καταπίπτοντες σὺν τοῖς πλήθεσι κατεσύροντο
 καὶ τῇ τῶν παλαιῶν πολυθέῳ πλάνῃ συνεφύροντο, 
τὰ τοῖς πολλοῖς ὅμοια, διὰ τοῦ θύειν καὶ τοῖς ξοάνοις
προσπίπτειν , δοξάζειν ὑποκρινόμενοι, αὔξοντές
τε καὶ ἔτι μᾶλλον κρατύνοντες τὴν δημώδη τῶν μυθικῶν
διηγημάτων περὶ θεῶν ὑπόληψιν.

πῶς
οὖν οὐκ ἂν εἶεν τοῖς πᾶσι πρόδηλοι σεμνολογούμενοι 
μὲν ταῖς φυσιολογίαις, καὶ μέχρι λόγων τὰ αἰσχρὰ
καλλωπίζοντες τῇ παρατροπῇ τῆς ἀληθείας, ἔργοις δ’

 
αὐτοῖς τὴν μυθικὴν συνιστῶντες πλάνην καὶ τὴν
πάνδημον δεισιδαιμονίαν; καὶ οὐδέπω τοῦτο θαυ- 
μαστὸν, ὅτε καὶ αὐτοὺς ἀναγράφουσι τοὺς ἑαυτῶν
θεοὺς ταῖς περὶ αὐτῶν συμφερομένους μυθολογίαις.

ἄκουε γοῦν ὅπως ὁ Ἀπόλλων αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ
διδάσκει ὕμνον, ὃν εἰς ἑαυτὸν ἐξέδωκεν, ὁμολογῶν
ἐν Δήλῳ τῇ νήσῳ ὑπὸ Λητοῦς γεγεννῆσθαι, καὶ πάλιν
ὁ Ἀσκληπιὸς ἐν Τρίκκῃ, ὡς καὶ Ἑρμῆς τετέχθαι
ὁμολογῶν ἀπὸ τῆς Μαίας.

γράφει δὲ ὁ Πορφύριος
 καὶ ταῦτα ἐν οἷς ἐπέγραψε Περὶ τῆς ἐκ λογίων
φιλοσοφίας, ἔνθα καὶ τῶν χρησμῶν ἐμνημόνευσεν
ὧδέ πως ἐχόντων
 “ὦ μέγα πᾶσιν χάρμα βροτοῖσιν, 
 ἀπὸ τῶν ἱερῶν ματέρος ἁγνᾶς 
 προθορὼν τοκετῶν.

οἷς ἐπιλέγει
 ἀλλ᾿ ὅτε Λατὼ 
 ὠδὶς ἱερὰ λάζυτο πᾶσαν, 
 ὀροθυνομένων διδύμων τοκετῶν 
 ἔνδοθι σηκῶν, 
 ἵστατο μὲν γαῖ᾿, ἵστατο δ᾿ ἀὴρ, 
 πάγνυτο νᾶσος, πάγνυτο κῦμα· 
 ἀνὰ δ᾿ ἐξέθορες, μάντι Λυκωρεῦ, 
 τοξότα Φοῖβε, καὶ χρησμολάλων 
 βασιλεῦ τριπόδων.

καὶ ὁ Ἀσκληπιὸς πάλιν περὶ ἑαυτοῦ
 Τρίκκης ἐξ ἱερῆς ἥκω θεὸς, ὅν ποτε μήτηρ 
 Φοίβῳ ὑπευνηθεῖσα κυεῖ σοφίης βασιλῆα, 
 ἴδριν ἰητορίης Ἀσκληπιόν· ἀλλὰ τί πεύθῃ;

ὁ δ᾿ Ἑρμῆς φησιν
 ὧδ᾿ ἐγὼ, ὃν καλέεις, Ζηνὸς καὶ Μαιάδος υἱὸς, 
 Ἑρμείης προβέβηκα, λιπὼν ἀστραῖον ἄνακτα.

καὶ τὸ εἶδος δὲ ἑαυτῶν ὑπογράφουσι τοῦ σχήμα-

 
 τος, ὥσπερ ὁ Πὰν καὶ αὐτὸς ἐν χρησμοῖς περὶ ἑαυτοῦ
τάδε λέγει διδάσκων
 Εὔχομαι βροτὸς γεγὼς 
 Πανὶ συμφύτῳ θεῶ, 
 δισσοκέρατι, δισσόποδι, 
 τραγοσκελεῖ, τρυφῶντι.''

ταῦτα ἐν ἀπορρήτοις τῆς ἐκ λογίων φιλοσοφίας ὁ
δηλωθεὶς ἀνὴρ τέθειται. οὐκέτ’ ἄρα ὁ Πὰν σύμβο-
λον ἦν τοῦ παντὸς, δαίμων δ’ ἂν εἴη τις τοιοῦτος
οἷος καὶ ὑπογέγραπται ὁ καὶ τὸν χρησμὸν ἐκδούς · οὐ 
γὰρ δὴ τὸ πᾶν καὶ ὁ σύμπας κόσμος ἔχρησε τὰ προ-
κείμενα. τούτου τοιγαροῦν τοῦ δαίμονος, ἀλλ’ οὐ
 τοῦ παντὸς τὴν εἰκόνα ἐκτυπώσαντες ἄνδρες τὸ προγεγραμμένον
 ἐμιμήσαντο σχῆμα.

καὶ ὁ Ἑρμῆς
δὲ πῶς ἂν νοοῖτο ὁ τῶν ἁπάντων ποιητικός τε καὶ 
ἑρμηνευτικὸς λόγος, μητέρα Μαῖαν τὴν Ἄτλαντς
ὁμολογῶν ἐσχηκέναι, τήν γε περὶ αὐτοῦ λεγομένην
μυθολογίαν, ἀλλ’ οὐ φυσιολογίαν ἐγκρίνας;

οὕτω
καὶ ὁ Ἀσκληπιὸς πῶς ἂν μετάγοιτο εἰς ἥλιον, πατρίδα
τὴν Τρίκκην ἐπιγραθόμενος μένος καὶ ἀπὸ θνητῆς ὁμολογῶν 
γεγονέναι μητρός; πῶς δ’ ἂν ἥλιος ὢν αὐτὸς τοῦ
 ἡλίου πάλιν υἱὸς ἀποφανθείη; ἐπεὶ καὶ τὸν αὐτοῦ
πατέρα τὸν Φοῖβον οὐκ ἄλλον εἶναι τοὐ ἡλίου ἐφυ-
σιολόγησαν.

ἐξ ἡλίου δὲ καὶ θνητῆς γυναικὸς
φάναι αὐτὸν πῶς οὐ πάντων καταγελαστότατον ; ἐπεὶ 
καὶ αὐτὸν τὸν πατέρα ἥλιον, ὃν δὴ Ἀπόλλωνά φασιν
εἶναι, πῶς εἰκὸς ἐν Δήλῳ γεγεννῆσθαι τῇ νήσῳ ὑπὸ
θνητῆς πάλιν μητρὸς τῆς Λητοῦς;

ἐνταῦθά μοι
τήρει ὁπόσους Ἕλληνες θεοὺς γεννητοὺς γυναικῶν
ἐθεολόγησαν, εἰς παράθεσιν, εἴ ποτε πειρῷντο σκώπτειν 
 τὴν τοῦ ἡμετέρου σωτῆρος γένεσιν, καὶ ὅτι οὐ

 
ποιητῶν εἰσιν αἶ φωναὶ, ἀλλ’ αὐτῶν τῶν θεῶν αἰ
προκείμεναι σημειώσεις.

Ποιητῶν μὲν οὖν , ὥς φασι, μύθους περὶ 
θεῶν πλαττομένων, φιλοσόφων δὲ φυσιολογούντων,
 χρῆν δήπου εἰκότως τῶν μὲν καταφρονεῖν, τοὺς δὲ
θαυμάζειν ὡς φιλοσόφους , καὶ μᾶλλον τῶν ποιητι-
κῶν λήρων τὰς τόν κρειττόνων ἐκδέχεσθαι πιθανο-
λογίας· θεῶν δ’ αὖ πάλιν καὶ φιλοσόφων εἰς ἅμιλ-
λαν κατιόντων , καὶ τῶν μὲν ἐν χρησμοῖς τὰ καθ’
 ἑαυτοὺς, ὡς ἂν μᾶλλον εἰδότων, ἀκριβῶς διδασκόντων,
τῶν δὲ εἰς ἀσυμφώνους καὶ ἀναποδείκτους εὑρεδιλογίας
τὰς περὶ ὣν μὴ ἴσασιν ὑπονοίας περιτρε-
πόντων, τίσιν αἱρεῖ λόγος πείθεσθαι; ἢ τοῦτο οὐδὲ
ἐρωτᾶν ἄξιον ;

εἰ δὴ οὑν ἀληθεύσουσιν οἱ θεοὶ κυροῦντες 
 τἀς περὶ αὐτῶν άνθρωποπαθείας, ψευδεῖς
ἂν εἶεν οἶ ἀθετοῦντες αὐτάς · εἰ δὲ τῶν φιλοσόφων
ἀληθεῖς αἶ φυσιολογίαι, ψευδεῖς γένοιντ’ ἂν αἱ τῶν
θεῶν μαρτυρίαι.

ἀλλὰ καὶ αὐτὸς, εἴποι τις ἂν,
ὁ Ἀπόλλων ἴφη που ἐν χρησμοῖς ἐρωτηθεὶς περὶ αὑτοῦ
 ὅστις εἴη
 Ἥλιος, Ὧρος, Ὄσιρις, ἄναξ Δῖός υἱὸς, Ἀπόλλων, 
 ὡρῶν καὶ καιρῶν ταμίης, ἀνέμων τε καὶ ὄμβρων, 
 ήοῦς καὶ νυκτὸς πολυαστέρου ἡνία νωμῶν, 
 ζαφλεγέων ἄστρων βασιλεὺς ἠδ’ ἀθάνατον πῦρ.

οὐκοῦν οἱ αὐτοὶ καὶ τοῖς τῶν ποιητῶν μύθοις καὶ
ταῖς τῶν φιλοσόφων ὑπονοίαις συμφέρονται, μαχο-
μένοις συνιστάμενοι. εἰ γὰρ μητέρας ἐπιγράφονται
θνητὰς καὶ πατρίδας τὰς ἐπὶ γῆς ὁμολογοῦσι, πῶς
ἂν εἶεν οἵους φυσιολογοῦσιν;

ἔστω γὰρ ὁ Ἀπόλλων
 ἥλιος — πάλιν γὰρ ἄνω καὶ κάτω εἰς τὰ αὐτὰ
περιτρέχων αὐτοῖς ἁλώσεται ὁ λόγος — πῶς οὖν ἡ
Δῆλος, ἡ κατὰ θάλατταν εἰσέτι νῦν προφαινομένη

 
 νῆσος, γένοιτ’ ἂν τοῦ ἡλίου πατρὶς, μήτηρ δὲ ἡ
Λητώ; ταυτὶ γὰρ ἀρτίως ἐκύρουν ὡς ἀληθῆ γε ὄντα
οἱ αὐτοῦ χρησμοί. πῶς δὲ καὶ τοῦ Ἀσκληπιοῦ ἀνδρος
θνητοῦ τὴν φύσιν γένοιτ’ ἂν ὁ ἥλιος πατὴρ, ἐκ
θνητῆς αὐτὸν γυναικὸς πεποιημένος ; ἀλλὰ παρείσθω 
ταύτα.

Τοῦ δὲ χρησμοῦ τὸ ψεῦδος καὶ ἄλλως ἔστιν
 ἀπελέγχειν. οὐ γὰρ δὴ ὁ ἥλιος οὐρανόθεν αὐτοῖς κατα-
βὰς, ἔπειτα τὸν δοχέα πληρώσας , τὸν χρησμὸν ἀπε-
φοίβαζεν · ἐπεὶ οὔτε δυνατὸν οὔτε θέμις ἀνάγκαις 
ἀνθρώπων τὸν τηλικοῦτον ὑποτάττεσθαι φωστῆρα·
 ἀλλ' οὐδ’ εἰ φαῖεν τὴν ἐν αὐτῷ θείαν καὶ νοερὰν
δύναμιν, ὅτι μηδὲ ταύτης γένοιτ’ ἄν ποτε δεκτικὴ
ἀνθρωπεία ψυχή.

ὁ δ’ αὐτὸς ἂν εἴη λόγος καὶ
ἐπὶ σελήνης. εἰ γὰρ τὴν Ἑκάτην αὐτὴν εἶναι φήσουσι 
καί πως ἀνάγκαις ἀνθρώπων καθέλκεσθαι, καὶ διὰ
τοῦ δοχέως χρᾶν , εἴς τε αἰσχρὰς καὶ ἐρωτικὰς δια-
κονίας παραλαμβάνεσθαι αὐτὴν ἄρχουσαν τῶν πονη-
ρῶν δαιμόνων, εἰκὸς ἂν εἴη τὴν Ἑκάτην ταῦτα πράτ-
τειν· ὃ καὶ ὁ αὐτὸς ὁμολογεῖ συγγραφεὺς, ὡς κατὰ 
 καιρὸν ἀπελέγξομεν.

πῶς δὲ ὁ Πλούτων καὶ ὁ
Σάραπις εἰς τὸν ἥλιον δυνατοὶ ἂν εἷεν φυσιολογεῖ-
σθαι, ὅτε τὸν ἄρχοντα τῶν πονηρῶν δαιμόνων ὁ αὐ-
τὸς πάλιν ἀποφαίνεται τὸν Σάραπιν εἶναι τὸν αὐτὸν
τῷ Πλούτωνι; καὶ χρησμοὺς δὲ τοῦ Σαράπιδος ἐγγράρων 
πῶς ἂν δύναιτο τοῦ ἡλίου αὐτοὺς λέγειν
εἷναι;

ἀλλὰ γὰρ ἐξ ἁπάντων τούτων λείπεται μηδὲν
μὲν ἀληθὲς φέρειν ὁμολογεῖν τὰς δηλωθείσας
φυσιολογίας , σοφίσματα δ’ εἶναι σοφιστῶν ἀνδρῶν
καὶ εὑρεσιλογίας.

Τούς γέ τοι τῶν χρησμῶν ὑπηρέτας
ἀληθεῖ λόγῳ φάσκειν δαίμονας εἶναι φαύλους, ἐπ’

 
ἀνθρώπων ἀπάτῃ τὰ ἀμφότερα παίζοντας, καὶ τοτὲ
μὲν συντιθεμένους ταῖς μυθικωτέραις περὶ αὐτῶν
ὑπολήψεσιν ἐπὶ τῇ πανδήμῳ πλάνῃ, τοτὲ δὲ τὰ τῆς 
φιλοσόφου γοητείας ἐπικυροῦντας ἐπὶ τῇ καὶ τούτων
 ἐπιτριβῇ καὶ φυσιώσει· ὥστε πανταχόθεν ἁλίσκεσθαι
μηδὲν αὐτοὺς ἀληθεύειν.

Τοσούτων ἡμῖν εἰρημένων καιρὸς ἤδη μεταβάντας
τὸ τρίτον εἶδος ἐπελθεῖν τῆς Ἑλλήνων θεολογίας,
ὃ δή φασιν εἶναι πολιτικόν τε καὶ νόμιμον.
 μάλιστα γὰρ ἱκανὸν τοῦτο πρὸς ἔκπληξιν τῶν πολλῶν
εἶναι νενόμισται, διά τε τὰ θρυλούμενα μαντεῖα
καὶ τὰς διὰ χρησμῶν ἀκέσεις τε καὶ θεραπείας
τῶν πεπονθότων σωμάτων, τάς τε κατά τινων ἐπισκήψεις.

ὧν δὴ καὶ διὰ πείρας ἐλθεῖν φάσκοντες 
 εὖ μάλα πεπείκασιν ἑαυτοὺς μὲν εὐσεβοῦντας εἰς
τοὺς θεοὺς δίκαια πράττειν, ἡμᾶς δὲ τὰ μέγιστα ἀσεβεῖν,
τὰς οὕτως ἐμφανεῖς καὶ εὐεργετικὰς δυνάμεις
μὴ ταῖς προσηκούσαις θεραπείαις τιμῶντας. καὶ πρὸς
ταῦτ᾿ οὖν ἑτέραν λόγου ἀρχὴν ἀναλαβόντες
 ὑπαντησωμεν.

ΠPΟΟΙΜΙΟΝ. 
 Τὸ τρίτον εἶδος τῆς πολυθέου πλάνης, ἀφ᾿
ἧς δυνάμει καὶ εὐεργεσίᾳ τοῦ λυτρωτοῦ καὶ σωτῆρος 
 ἡμῶν ἠλευθερώθημεν, ἐν τῷ τετάρτῳ τούτῳ συγγράμματι
τῆς Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς καιρὸς ἀπελέγξαι
καλεῖ.

ἐπειδὴ γὰρ τὸ πᾶν τῆς θεολογίας
αὐτῶν εἶδος εἰς τρία γενικώτερον διαιροῦσιν, εἴς τε
τὸ μυθικὸν ὑπὸ τῶν ποιητῶν τετραγῳδημένον, καὶ
 εἰς τὸ φυσικὸν τὸ δὴ πρὸς τῶν φιλοσόφων ἐφευρη-

 
μένον, εἰς τε τὸ πρὸς τῶν νόμων διεκδικούμενον ἐν
ἑκάστῃ πόλει καὶ χώρᾳ πεφυλαγμένον , ταύτων δὲ
μέρη δύο ἤδη πρότερον διὰ τῶν πρὸ τούτου συγ-
γραμμάτων ἡμῖν ἐξήπλωται, τό τε ἱστορικὸν, ὃ δὴ
μυθικὸν ἀποκαλοῦσι, καὶ τὸ ἐπαναβεβηκὸς τοὺς μύ 
θους, ὃ δὴ φυσικὸν ἢ θεωρητικὸν ἢ ὅπη ἄλλῃ χαί-
ρουσι προσαγορεύοντες , καιρὸς ἂν εἴη τὸ τρίτον ἐπὶ
τοῦ παρόντος διελθεῖν. τοῦτο δέ ἐστι τὸ κατὰ πόλεις
καὶ χώρας συνεστὼς , πολιτικὸν αὐτοῖς προσαγορευόμενον·
ὃ καὶ μάλιστα πρὸς τῶν νόμων διεκδικεῖται, 
ὡς ἂν παλαιὸν ὁμοῦ καὶ πάτριον καὶ τῆς τῶν θεολο-
γουμένων δυνάμεως αὐτόθεν τὴν ἀρετὴν ὑποφαῖνον.

διατεθρύληται γοῦν αὐτοῖς μαντεῖα καὶ χρησμοὶ,
θεραπεῖαί τε καὶ ἀκέσεις παντοίων παθῶν, ἐπισκήψεις
 τε κατὰ ἀσεβῶν · ὧν δὴ καὶ διὰ πείρας ἐλθεῖν ράσκοντες 
εὖ μάλα πεπείκασιν ἑαυτοὺς τὰ θεῖα τιμῶντας
δίκαια πράττειν , ἡμᾶς δὲ τὰ μέγιστα ἀσεβεῖν,
τὰς οὕτως ἐμφανεῖς καὶ εὐεργετικὰς δυνάμεις ἐν οὐ-
δενὶ λόγῳ τιθεμένους, ἄντικρυς δὲ παρανομοῦντας,
δέον σέβειν ἕκαστον τὰ πάτρια, μηδὲ κινεῖν τὰ ἀκίνητα, 
στοιχεῖν δὲ καὶ ἐφέπεσθαι τῇ τῶν προπατόρων
εὐσεβείᾳ, μηδὲ πολυπραγμονεῖν ἔρωτι καινοτομίας.
 ταύτῃ γοῦν φασιν ἐπαξίως καὶ θάνατον ὑπὸ τῶν νόμων
ὡρίσθαι τοῖς πλημμελοῦσι τὴν ζημίαν.

τὸ
μὲν οὖν πρῶτον ἱστορικόν τε ὂν καὶ μυθικὸν τῆς 
θεολογίας εἶδος ὅπη τις βούλεται ποιητῶν τιθέσθω,
ὥσπερ οὖν καὶ φιλοσόφων τὸ δεύτερον, διὰ τῆς τῶν
μύθων φυσικωτέρας ἀλληγορίας ἀπηγγελμένον · τὸ δὲ
τρίτον, ὃ καὶ πρὸς τῶν ἀρχόντων ὡς ἂν παλαιὸν ὁμοῦ
καὶ πολιτικὸν τιμητέον τε καὶ φυλακτέον εἶναι νενομοθέτηται, 
μήτε τις ποιητῶν, φασὶ, μήτε φιλοσόφων
κινείτω, τοῖς δ’ ἐκ παλαιοῦ κρατήσασι θεσμοῖς ἴν τε

 
ἀγροῖς καὶ πόλεσι μενέτω πᾶς στοιχῶν, νόμοις πατρίοις
πειθόμενος.

πρὸς δὴ οὖν ταῦτα καιρὸς
ἀποδοῦναι τὸν παρ᾿ ἡμῖν λόγον, ἀπολογισμόν τε 
ὑποσχεῖν τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν εὐαγγελικῆς πραγ-
 ματείας ἀντικηρυττούσης τοῖς εἰρημένοις, καὶ τοῖς
τῶν ἐθνῶν ἁπάντων νόμοις ἀντινομοθετούσης.

Ὅτι μὲν οὖν οὐ θεοὶ τὰ ἄψυχα ξόανα προφανὲς
καὶ αὐτοῖς, ὅτι δ᾿ οὐδὲ τὰ τῆς μυθικῆς αὐτῶν
θεολογίας φέρει τινὰ σεμνὸν καὶ θεοπρεπῆ λόγον ἐν
 τῷ πρώτῳ δέδεικται συγγράμματι, ὥσπερ οὖν καὶ
ἐν τῷ δευτέρῳ καὶ τῷ τρίτῳ ὅτι μηδὲ τὰ τῆς φυσικωτέρας
καὶ φιλοσόφου τῶν μύθων ἑρμηνείας ἀβία- 
στον αὐτοῖς περιέχει τὴν ἐξήγησιν.

τὸ δὴ τρίτον
φέρε σκεψώμεθα, τί ποτε χρὴ νομίζειν τὰς ἐν τοῖς
 ξοάνοις ἐμφωλευούσας δυνάμεις, πότερα τὸν τρόπον
ἀστείας καὶ ἀγαθὰς καὶ ὡς ἀληθῶς θείας, ἢ τούτων
ἁπάντων τὰ ἐναντία.

ἄλλος μὲν οὖν τάχα ἂν
ἴσως τὸν περὶ τούτων ἐφοδεύων λόγον πλάνην εἶναι 
τὸ πᾶν καὶ γοήτων ἀνδρῶν τεχνάσματά τε καὶ ῥᾳδιουργίας
 ὑπεστήσατο, καθόλου περιγράφων τὴν δόξαν,
ὡς μὴ ὅτι θεοῦ, ἀλλὰ μηδὲ πονηροῦ δαίμονος 
εἶναι νομίζειν τὰ περὶ αὐτοῦ θρυλούμενα. τὰ μὲν
γὰρ ποιήματα καὶ τὰς τῶν χρησμῶν συνθέσεις οὐκ
ἀφυῶν ἀνδρῶν, εὖ μάλα δὲ πρὸς ἀπάτην ἐσκευωρημένων
 πλάσματα τυγχάνειν, μέσῳ καὶ ἀμφιβόλῳ
συγκείμενα τρόπῳ, πρὸς ἑκάτερά τε τῶν ἀπὸ τῆς ἐκβάσεως
προσδοκωμένων οὐκ ἀφυῶς ἐφαρμόζειν· τὰ
δὲ τὸν πολὺν ἀπατῶντα διά τινων τερατειῶν θαύματα
φυσικαῖς αἰτίαις ἀνῆφθαι.

πολλὰ γὰρ εἶναι
 εἴδη ῥιζῶν καὶ βοτανῶν καὶ φυτῶν καὶ καρπῶν καὶ 
καὶ λίθων, ξηρῶν τε ἄλλων καὶ ὑγρῶν παντοίας ὕλης
δυνάμεων ἐν τῇ τῶν ὅλων φύσει, τὰ μὲν ἀποκρου-

 
στικὰ καί τινων ἀπελαστικἀ, τὰ δὲ συνάγειν πεθυκότα
καὶ ἐφέλκεσθαι, τὰ δὲ διακρίνειν καὶ σκεδαν-
νύναι πυκνοῦν τε καὶ στέλλειν δυνάμενα, ἕτερα δὲ
χαλᾶν καὶ ὑγραίνειν καὶ ἀραιοῦν, σώζειν τε αὖ πάλιν
ἄλλα καὶ ἕτερα κτείνειν, τρέπειν τε διόλου, καὶ 
τὸ παρὸν ἐναλλάττειν, καὶ τοτὲ μὲν τῇδε μεταποιεῖν,
τοτὲ δὲ τῇδε, καὶ τὰ μὲν πρὸς πλείω χρόνον , τὰ δὲ
πρὸς βραχὺν τοῦτο ποιεῖν, καὶ πάλιν τὰ μὲν εἰς πλῆ-
θος, τὰ δὲ μέχρις ὀλίγων μόνον ἰσχύειν, καὶ τῶν μὲν
τάδε ἡγεῖσθαι , τισὶ δὲ ἕτερα ἐπακολουθεῖν, συντρέχειν 
τε ἄλλα ἄλλοις καὶ συναύξειν καὶ συμφθείρεσθαι·
 ναὶ μὴν καὶ ὑγιείας εἶναι τινὰ ποιητικὰ , ἰα-
τρικῆς οὐκ ἄπωθεν ἐπιστήμης, , τὰ δὲ νοσοποιὰ τυγ-
χάνειν καὶ δηλητήρια· ἤδη δὲ φυσικαῖς ἀνάγκαις
συμβαίνειν τινὰ, καὶ τῇ σελήνῃ συναύξειν καὶ συμφθίνειν, 
φθίνειν, ζῴων τε εἶναι καὶ φυτῶν καὶ ῥιζῶν ἀντι-
παθείας μυρίας, καὶ πολλὰ θυμιαμάτων καρωτικῶν
τε καὶ ὑπνωτικῶν, ἑτέρων δὲ φαντασίας ποιητικῶν·
συναίρεσθαι δὲ οὐχ ἥκιστα καὶ τὰ χωρία καὶ τοὺς
τόπους ἐν οἶς τελίσκεται τὰ γιγνόμενα · ὄργανά τε 
εἶναι καὶ σκεύη πόρρωθεν αὐτοῖς ἐπιτηδείως τῇ
τέχνῃ προηυτρεπισμένα· πολλοὺς δὲ καὶ συνεργοὺς
 τῆς μαγγανείας παραλαμβάνεσθαι ἔξωθεν, πολυπραγμονοῦντας
τοὺς ἀφικνουμένους καὶ τὰς ἑκάστου χρείας
καὶ ὧν ἧκέ τις δεησόμενος· πολλὰ δὲ καὶ τὰ ἄδυτα 
καὶ τοὺς τοῖς πολλοῖς ἀβάτους μυχοὺς τῶν ἱερῶν ἐν-
τὸς ἀποκρύπτειν· καὶ τὸ σκότος δὲ οὐ μικρὰ συνερ-
γεῖν τῇ κατ' αὐτοὺς ὑποθέσει· καὶ αὐτὴν δὲ οὐχ
ἥκιστα τὴν προλαβοῦσαν ὑπόληψιν καὶ τὴν τῶν ὡς
θεοῖς προσιόντων αὐτοῖς δεισιδαιμονίαν, τήν τε ἐκ 
προγόνων προκατασχοῦσαν ἐν αὐτοῖς δόξαν.

προσκείσθω
 καὶ τὸ τῶν πολλῶν ἠλίθιον τῆς διανοίας, τό

 
τε ἀδρανὲς τοῦ λογισμοῦ καὶ ἀβασάνιστον του πλήθους,
καὶ ἔμπαλιν τὸ δεινὸν καὶ κακεντρεχὲς τῶν
περὶ τὴν κακότεχνον ταύτην διατριβὴν τευταζόντων,
τό τε τῶν γοήτων ἀπατηλὸν καὶ πανοῦργον τοῦ τρόπου,
 τοτὲ μὲν τὰ πρὸς ἡδονὴν ἑκάστῳ προὐ̓πισχνου-
προυπισχνουμένων καὶ τὸ παρὸν ἐπὶ χρησταῖς ἐλπίσι θεραπευόντων,
τοτὲ δὲ τοῦ μέλλοντος καταστοχαζομένων, καὶ
εἰς ἄδηλον καταμαντευομένων, τήν τε διάνοιαν τῶν
χρησμῶν ἀμφιβολίαις ῥημάτων καὶ ἀσαφείαις ἐπισκοτούντων,
 ὡς μή τινα συνιέναι τὸ χρησθὲν, τῇ δὲ 
τοῦ λεχθέντος ἀδηλίᾳ τὸν ἔλεγχον ἐκφεύγειν.

πολλὰ δὲ συμβαίνειν καὶ ἄλλαις τισὶν ἀπάταις καὶ
τερατείαις, συμπαραλαμβανομένων τοῖς γιγνομένοις
ἐπῳδῶν δή τινων μετά τινος ἀσήμου καὶ βαρβαρικῆς
 ἐπιρρήσεως, ἵνα δὴ ὑπὸ τούτων σπουδάζεσθαι δοκῇ
τὰ μηδ᾿ ὁτιοῦν πρὸς αὐτῶν γιγνόμενα· μάλιστα δὲ
τοὺς πολλοὺς καὶ τῶν ἀπὸ παιδείας ὁρμᾶσθαι νομιζομένων
ἐκπλήττειν αὐτῶν δὴ τῶν χρησμῶν τὰ
ποιήματα, εὖ μὲν τῇ συνθέσει τῶν ῥημάτων κεκαλλωπισμένα,
 εὖ δὲ τῷ τῆς μεγαλοφωνίας ὄγκῳ τετυφωμένα,
πολλῷ δὲ καὶ τῷ τῆς ἀνατάσεως κόμπῳ τῷ 
τε πεπλασμένῳ τύφῳ τῆς θεοφορίας ἐσχηματισμένα,
καὶ διὰ τῆς ἀμφιβόλου φωνῆς τὸν πάντα σχεδὸν ἀπατῶντα
λεών.

Ὅσα γοῦν αὐτοῖς τὴν ἀμφιβολίαν ἐκπέφευγε 
τῶν χρησμῶν, οὐ κατὰ πρόγνωσιν τοῦ μέλλοντος,
κατὰ δέ τινα στοχασμὸν ἐξενηνεγμένα, τούτων μυρία, 
μᾶλλον δὲτὰ πάντα σχεδὸν, ἥλω πολλάκις τῆς προρρήσεως
ἀποπεπτωκότα, ἐναντίως ἢ κατὰ τὸ χρησθὲν
 τοῦ τῶν πραγμάτων τέλους τὴν ἔκβασιν ἀπειληφότος,
εἰ μήποτ᾿ ἄρα σπανίως ἕν ποτε ἐκ μυρίων συμβὰν
κατά τινα φορὰν συντυχικὴν, ἢ κατὰ τὴν στοχασθεἴ-

 
’σαν τοῦ μέλλοντος προσδοκίαν, τὸν χρησμὸν ἐπαλη-
θεύειν ἐνομίσθη ποιεῖν.

ὃ δὴ καὶ μάλιστα θρυ-
λοῦντας ἂν ἴδοις καὶ στήλαις ἐγχαράττοντας καὶ παν-
ταχόσε γῆς βοῶντας, ὅτι μὲν, εἰ τύχοι, τοσοίδε τὸν
 ἀριθμὸν ἀπεσφάλησαν , μηδαμῆ μηδενὸς ἐθέλοντας 
μνημονεύειν, ὅτι δὲ τῷδε ἀπὸ μυρίων συνέτυχέ
τι τῶν χρησθέντων ἄνω καὶ κάτω περιφέροντας·
ὡς εἴ τις καὶ ἐπὶ δύο λαγχάνουσιν ἀπὸ μυρίων,
εἰ ἄρα ποτὲ εἰς ἅπαξ αὐτοὺς κατὰ τῶν αὐτῶν
συμπεσεῖν ἔτυχε, θαυμάζοι ὡς κατὰ μαντείαν χαἲ 
πρόγνωσιν ἔνα καὶ τὸν αὐτὸν ἀμφοτέροις συνέβη
περιελθεῖν ἀριθμόν.

οὕτω γὰρ ἔχειν τὸ ἀπὸ μυρίων
ἐπὶ μυρίοις χρησθέντων ἅπαξ ποτὲ συμβὰν κατὰ
 τύχην· ὃ καὶ συνιδόντα τὸν μηδὲν στερρὸν ἐν βάθει
ψυχῆς κεκτημένον ὑπερεκπλήττεσθαι τὸ χρηστήριον, 
ᾧ πολὺ κρεῖττον ἦν τὸ μὴ ἀφραίνειν συλλογισαμένῳ
ὅσοις ἄλλοις θανάτου γεγόνασιν αἴτιοι στάσεως τε
καὶ πολέμων οἶ δεδηλωμένοι , σκέψασθαί τε τῶν πα-
λαιῶν τὰς ἱστορίας, καὶ συνιδεῖν ὡς οὐδὲ τὸ τηνι-
κάδε ἀρετῆς τι θεῖον ἔργον ἐνεδείξαντο, ὁπηνίκα 
ἤνθει μὲν τὰ Ἑλληνικὰ, συνειστήκει δὲ τὰ πρὶν βοώμενα,
νῦν δὲ μηκέτ’ ὄντα χρηστήρια, πάσης προ-
νοίας καὶ σπουδῆς ἠξιωμένα πρὸς τῶν ἐπιχωρίων,
τῶν δὴ πατρῴοις νόμοις τε καὶ μυστηρίοις σεβόντων
τε αὐτὰ καὶ θεραπευόντων.

καὶ τότε γοῦν μάλιστα 
τὸ μηδὲν δύνασθαι ἀπηλέγχθησαν ἐν ταῖς τῶν
 πολέμων συμφοραῖς, ἐν αἷς βοηθεῖν ἀδυνατοῦντες οἱ
γενναῖοι θεσπιῳδοὶ δι’ ἀμφιβολίας τῶν χρησμῶν
ἥλωσαν σοφισάμενοι τοὺς πρόσφυγας, ὥσπερ οὖν
κατὰ τὸν δέοντα καιρὸν ἐπιδείξομεν, παριστῶντες 
ὅπως καὶ εἰς τὸν κατ’ ἀλλήλων πόλεμον τοὺς χρωμέ
νοῦς παρώξυνον, καὶ ὡς οὐδὲ περὶ σπουδαίων πραγ-

 
μάτων τὰς ἀποκρίσεις ἐποιοῦντο, καὶ ὡς ἐπλάνων
διὰ τῶν χρησμῶν παίζοντες τοὺς ἐρωτῶντας, καὶ ὡς
τῷ τῆς ἀσαφείας σκότῳ τὴν σφῶν ἄγνοιαν ἀπεκρύπτοντο.

σκέψαι δὲ καὶ αὐτὸς πυθόμενος, ὡς καὶ 
 ἀρρώστοις πολλάκις ῥῶσιν καὶ ζωὴν καὶ σωτηρίαν
ὑποσχόμενοι, κἄπειτα πιστευθέντες ὡς δὴ θεοὶ, καὶ
τῆς ἐνθέου ταύτης ἐμπορίας μεγάλους τοὺς μισθοὺς
εἰσπραξάμενοι, οὐ μετὰ πλεῖστον οἵτινες ἦσαν ἐφωράθησαν,
γόητες ἄνδρες, ἀλλ᾿ οὐ θεοὶ διελεγχθέντες,
 οὐκ αἰσίας καταστροφῆς τοὺς ἠπατημένους διαλαβούσης.

τί δεῖ λέγειν, ὡς οὐδὲ τοῖς ἑαυτῶν
συνοίκοις, τοῖς δὴ κατὰ τὴν αὐτὴν πόλιν διατρίβουσιν,
οἱ θαυμάσιοι μάντεις τὰς ἐξ αὐτῶν παρέσχον
ἐπικουρίας, ἀλλὰ καὶ νοσοῦντας ἂν ἴδοις αὐτόσε καὶ 
 ἀναπήρους καὶ πᾶν τὸ σῶμα λελωβημένους μυρίους;
τί δή ποτε οὖν τοῖς μὲν ἔξω καὶ πόρρωθεν ἐξ ἀλλοδαπῆς
ἀφικνουμένοις τὰς χρηστὰς ὑπέγραφον ἐλπίδας,
οὐκέτι δὲ καὶ τοῖς κατὰ τὸ αὐτὸ συνοίκοις, οἷς
δὴ πρὸ πάντων ἐχρῆν, ὡς ἂν οἰκείοις φίλοις καὶ
 συμπολίταις, τὸ ἐκ τῆς τῶν θεῶν παρουσίας ἀγαθὸν
παρέχειν, ἀλλ᾿ ὅτι τοὺς μὲν ξένους ἀγνῶτας ὄντας
τῆς ῥᾳδιουργίας ῥᾷον ἂν καὶ ἀπατήσαιεν, οὐκέτι δὲ 
τοὺς συνήθεις, ὡς ἂν τῆς τέχνης οὐκ ἀπείρους, συνί- 
στορας δὲ ὄντας τῆς ἐπὶ τοῖς τελουμένοις παιδιᾶς;

οὕτω δὲ τὸ πᾶν οὐ θεῖον, οὐδὲ ἀνθρωπίνης ἐπινοίας
κρεῖττον ἦν· ὥστε κἀν ταῖς μεγίσταις συμφοραἳς,
ταῖς δὴ ἄνωθεν ἐκ τοῦ παμβασιλέως θεοῦ κατὰ
τῶν ἀσεβῶν ἐπαιωρουμέναις, αὐτοῖς ἀφιερώμασι καὶ
ξοάνοις φθορὰν ἐσχάτην καὶ πτώσεις ἀθρόας τοὺς
 νεὼς αὐτῶν ὑπομεῖναι.

ποῦ γάρ σοι τὸ ἐν Δελφοῖς
ἱερὸν παρὰ πᾶσιν Ἕλλησιν ἐξ αἰῶνος βεβοημένον;
ποῦ ὁ Πύθιος; ὁ Κλάριος; ποῦ καὶ ὁ Δωδω-

 
ναῖος; τὸ μέν γε Δελφικὸν χρηστήριον τρίτον ὑπὸ
 Θρᾳκῶν ἐμπρησθῆναι κατέχει λόγος , οὐδὲν τοῦ μαν-
τείου εἰς τὴν τοῦ μέλλοντος γνῶσιν, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦ
Πυθίου τὰ οἰκεῖα προφυλάξασθαι δεδυνημένου. ταυτὸν
δὲ παθεῖν καὶ τὸ ἐν Ῥώμῃ Καπιτώλιον ἱστορεῖται 
κατὰ τοὺς τῶν Πτολεμαίων χρόνους, καθ’ οὓς
λέγεται καὶ τὸ τῆς Ἑστίας ἱερὸν ἐπὶ Ῥώμης ἐμπρη-
σμὸν ὑπομεῖναι· ἀμφὶ δὲ Ἰούλιον Καίσαρα τὸ μέγα
τῶν Ἑλλήνων καὶ Ὀλυμπικὸν ἄγαλμα, τὸ ἐν αὐταῖς
Ὀλυμπιάσι, κεραυνῷ πρὸς τοῦ θεοῦ βληθὲν ἀναγράφουσι· 
καὶ ἄλλοτέ φασι τὸν νεὼν τοῦ Καπιτωλίου
Δῖός ἐμπρησθῆναι· καὶ τό γε Πάνθεον ὑπὸ κεραυνοῦ
 διαφθαρῆναι, τό τε Ἀλεξανδρείᾳ
ὁμοίως καταφλεχθῇναι.

καὶ τούτων παρ’ αὐτοῖς
Ἕλλησιν ἀνάγραπτοι φέρονται μαρτυρίαι. μακρὸς δ’ 
ἂν εἴη λόγος, εἰ μέλλοι τις τὰ καθ’ ἕκαστον ἐξαριθμεῖσθαι,
παριστάναι πειρώμενος ὅτι μηδὲ τοῖς οἰ-
κείοις ἱεροῖς ἐπαμῦναι οἱ θαυμαστοὶ χρησμοδόται δυ-
νατοὶ πεφώρανται · οἱ δὲ μηδὲ σφίσιν αὐτοῖς ἐν συμ-
φοραῖς γενόμενοι χρήσιμοι σχολῇ γ’ ἂν ποτε κἂν 
ἄλλοις ἐπαρκέσειαν.

ἕν δέ τι προσθεὶς τοῖς εἰρημέμνοις
 μέγιστον ἂν εἴη καθεωρακὼς κεφάλαιον, ὡς
ἤδη καὶ τῶν ἄγαν θεοφόρων, αὐτῶν δὴ τῶν μάλιστα
ἱεροφαντῶν θεολόγων τε αὐτοῖς καὶ προφητῶν, πλείους
οὐ μόνον πάλαι , ἀλλὰ καὶ ἔναγχος καθ’ ἡμὰς 
αὐτοὺς, ἐπὶ τῇ θεοσοφίᾳ ταύτῃ βοηθέντες, διὰ βα-
σάνων αἰκίας ἐπὶ τῶν Ῥωμαϊκῶν δικαστηρίων τὴν τὴνπᾶσαν
ἐξέφηναν πλάνην ἀνδρῶν ἀπάταις γίγνεσθαι,
γοητείαν τετεχνασμένην τὸ πὰν εἶναι ὁμολογήσαντες ·
οἵ γε καὶ τὸν πάντα τρόπον τῆς κατασκευῆς καὶ τὰς 
μεθόδους τῆς κακοτεχνίας ταῖς πρὸς αὐτῶν ἐν ὑπομνήμασιν
 ἀφεθείσαις φωναῖς ἐνεγράψαντο.

διὸ

 
δὴ καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ὀλεθρίου πλάνης δίκην ἐκτί-
σαντες πάντα λόγον ἀνεκάλυψαν, αὐτοῖς ἔργοις τὴν
τῶν δηλουμένων ἀπόδειξιν πιστωσάμενοι. ὁποῖοι δὲ
ἦσαν οὗτοι; μὴ δὴ νόμιζε τῶν ἀπερριμμένων καὶ
 ἀφανῶν τινάς · οἱ μέν γε αὐτοῖς ἀπὸ τῆς θαυμαστῆς
ταύτης καὶ γενναίας φιλοσοφίας ὡρμῶντο, τῶν ἀμφὶ
τὸν τρίβωνα, καὶ τὴν ἄλλην ὀφρῦν ἀνεσπακότων,
οἶ δὲ ἀπὸ τῶν ἐν τέλει τῆς Ἀντιοχέων ἡλίσκοντο πόλεως,
οἱ δὴ μάλιστα καὶ ἐπὶ ταῖς καθ’ ἡμῶν ὕβρεσιν
 ἐν τῷ καθ’ ἡμᾶς διωγμῷ λαμπρυνόμενοι ἴσμεν 
δὲ καὶ τὸν φιλόσοφον ὁμοῦ καὶ προφήτην τὰ ὅμοια
τοῖς εἰρημένοις κατὰ τὴν Μίλητον ὑπομείναντα.

Ταῦτα δή τις καὶ τούτων ἔτι πλείω συνάγων
εἴποι ἂν μὴ θεοὺς εἶναι, μηδὲ μὴν δαίμονας,
 τοὺς τῶν κατὰ πόλεις χρηστηρίων αἰτίους , πλάνην
δὲ καὶ ἀπάτην ἀνδρῶν γοήτων.

καὶ ἦσάν γε
παρ’ αὐτοῖς Ἕλλησιν ὅλαι διὰ φιλοσοφίας διαπρεπεῖς
αἱρέσεις ταύτης προιστάμεναι τῆς δόξης, ὡς οἶ ἀπὸ
τοῦ Ἀριστοτέλους καὶ πάντες οἱ καθεξῆς τοῦ Περιπάτου,
 , κυνικοὶ τε καὶ Ἐπικούρειοι, οὓς καὶ μάλιστα 
ἔγωγε ἐθαύμασα, ὅπως ἐν τοῖς Ἑλλήνων ἤθεσι τραφέντες
ἐξέτι τε σπαργάνων, παῖς παρὰ πατρὸς θεοὺς
εἶναι τοὺς δηλουμένους παρειληφότες , οὐ θατέρᾳ
ληπτοὶ γεγόνασιν, ἀλλὰ κατὰ κράτος καὶ τὰ βοώμενα
 χρηστήρια καὶ τὰ παρὰ πᾶσι μεταδιωκόμενα μαντεῖα
οὐδὲν φέρειν ἀληθὲς ἀπήλεγξαν, ἀνωφελῆ τε εἶναι 
ἀπεφήναντο καὶ μᾶλλον ἐπιβλαβῆ τυγχάνειν

μυρίων
δὲ ὄντων—καὶ διὰ πλειόνων τὴν τῶν μαντείων 
ἀνατροπὴν πεποιημένων , ἐξαρκεῖν ἔμοιγε μαρτυρίας
 χάριν τῶν εἰρημένων ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡγοῦμαι καὶ
ἴ’ μίαν ἑνὸς τούτων παράθεσιν ἀπαντῶσαν πρὸς τὰ
Χρυσίππῳ περὶ εἱμαρμένης ἀπὸ τῆς τῶν μαντείων

 
προρρήσεως κατασκευασθέντα. γράφει δ᾿ οὖν πρὸς
αὐτὸν ὁ συγγραφεὺς, ἀπελέγχων ὅτι κακῶς ἐκ τῶν
μαντείων σημειοῦται τὴν εἱμαρμένην, καὶ ὅτι ἐν τοἲς
πλείστοις τὰ τῶν Ἑλλήνων μαντεῖα διαψεύδονται,
καὶ ὅτι σπανίως αὐτοῖς ἐκ συντυχίας ποτέ τινα συμ- 
 βαίνει, ὅτι τε ἄχρηστος αὐτῶν καὶ ἐπιβλαβὴς ἡ πρόρρησις.
ἄκουε δ᾿ οὖν ἅ φησι κατὰ λέξιν

“Φέρει δὲ καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν ἐν τῷ προειρημένῳ
βιβλίῳ τοιαύτην τινά. μὴ γὰρ ἂν τὰς τῶν
 μάντεων προρρήσεις ἀληθεῖς εἶναί φησιν, εἰ μὴ πάντα 
ὑπὸ τῆς εἱμαρμένης περιείχοντο· ὃ καὶ αὐτὸ πολλῆς
εὐηθείας μεστόν ἐστιν. ὡς γὰρ ἐναργοῦς ὄντος τοῦ
πάσας ἀποβαίνειν τὰς τῶν καλουμένων μάντεων προρρήσεις,
ἢ ὡς μᾶλλον ἂν ὑπό τινος τούτου συγχωρηθέντος,
τοῦ πάντα γίνεσθαι καθ᾿ εἱμαρμένην, καὶ 
οὐχὶ ὁμοίως ἂν ψευδοῦς ῥηθέντος καὶ αὐτοῦ· ἐπειδὴ
καὶ τὸ ἐναντίον, λέγω δὲ τὸ μὴ πάντα ἀποβαίνειν τὰ
προαγορευθέντα, μᾶλλον δὲ τὰ πλεῖστα αὐτῶν ἡ
 ἐνάργεια δείκνυσιν.

οὕτω τὴν ἀπόδειξιν ἡμῖν
Χρύσιππος κεκόμικε, δι᾿ ἀλλήλων κατασκευάζων ἑκάτερα. 
τὸ μὲν γὰρ πάντα γίγνεσθαι καθ᾿ εἱμαρμένην
ἐκ τοῦ μαντικὴν εἶναι δεικνύναι βούλεται, τὸ δὲ εἶναι
μαντικὴν οὐκ ἂν ἄλλως ἀποδεῖξαι δύναιτο, εἰ μὴ
προλάβοι τὸ πάντα συμβαίνειν καθ᾿ εἱμαρμένην.

ποῖος δ᾿ ἂν μοχθηρότερος τρόπος ἀποδείξεως τούτου 
γένοιτο; τὸ γὰρ ἀποβαίνειν τινὰ κατὰ τὴν ἐνάργειαν
ὧν προλέγουσιν οἱ μάντεις, οὐ τοῦ μαντικὴν
ἐπιστήμην εἶναι σημεἲον ἂν εἴη, ἀλλὰ τοῦ τυχικῶς
συμπίπτειν ταῖς προαγορεύσεσι συμφώνους τὰς ἐκ-
 βάσεις· ὅπερ οὐδεμίαν ἡμῖν ἐπιστήμην ὑποδείκνυσιν.

οὐδὲ γὰρ τοξότην ἂν εἴποιμεν ἐπιστήμονα
τὸν ἅπαξ ποτὲ τυχόντα τοῦ σκοποῦ, πολλάκις δὲ ἀπο-

 
τυγχάνοντα , οὐδὲ ἰατρὸν τὸν ἀναιροῦντα τοὺς πλείους
τῶν θεραπευομένων ὑπ’ αὐτοῦ , ἔνα δέ ποτε
διασῶσαι δυνηθέντα· οὐδὲ ὅλως ἐπιστήμην λέγομεν
τὴν μὴ πάντα ἢ τά γε πλεῖστα τῶν οἰκείων ἔργων
 κατορθοῦσαν.

ὅτι δὲ ἀποτυγχάνεται αἰ τὰ πολλὰ
τοῖς καλουμένοις μάντεσιν ὁ πᾶς τῶν ἀνθρώπων 
βίος μάρτυς ἂν εἴη, καὶ οὗτοί γε αὐτοὶ οἱ τὴν μαν-
τικὴν ἐπαγγελλόμενοι τέχνην, οὐχὶ διὰ ταύτης ἑαυτοῖς
βοηθοῦντες ἐν ταῖς κατὰ τὸν βίον χρείαις, ἀλλὰ
 γνώμῃ τε ἰδίᾳ ποτὲ χρώμενοι καὶ συμβουλῇ καὶ
συνεργείᾳ τῶν ἐν ἑκάστοις τῶν πραγμάτων ἐμπει-
ρίαν κεκτῆσθαι νενομισμένων.

ἀλλὰ περὶ μὲν τοῦ
μὴ συνεστάναι τοῦτο, ὃ προειλήφαμεν καλεῖν μαντικὴν,
ἐν ἄλλοις ἀποδώσομεν πληρέστερον , παρατιθέμενοι
 τὰ Ἐπικούρῳ καὶ περὶ τούτου δοκοῦντα · νυνὶ
δὲ τοσοῦτον τοῖς εἰρημένοις προσθήσομεν , ὅτι μάλιστα
μὲν τὸ ἀληθεύειν ποτὲ τοὺς καλουμένους μάν-
τεις ἐν ταῖς προαγορεύσεσιν οὐκ ἐπιστήμης, ἀλλὰ
τυχικῆς αἰτίας ἔργον ἂν εἴη — οὐ γὰρ τὸ μηδεπώποτε
 τοῦ προκειμένου τυγχάνειν , ἀλλὰ τὸ μὴ πάντοτε, 
μηδ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, μηδ’ ἐξ ἐπιστήμης,
ὅταν τις καί ποτε τυγχάνῃ, τύχης ἔργον καλεῖν προειλήφαμεν 
οἶ διειληφότες τὰς ὑφ’ ἕκαστον ὄνομα τε-
ταγμένας ἐναργεῖς ἐννοίας ἑαυτῶν — ἔπειτα εἰ καὶ
 καθ’ ὑπόθεσιν ἦν ἀληθὲς τὸ δὴ τὴν μαντικὴν τῶν
μελλόντων ἁπάντων εἶναι θεωρητικήν τε καὶ προα-
γορευτικὴν , τὸ μὲν πάντα καθ’ εἱμαρμένην εἶναι
συνήγετο ἂν οὕτως, τὸ μέντοι χρειῶδες αὐτῆς καὶ
βιωφελὲς οὐκ ἄν ποτε ἐδείκνυτο· διὸ καὶ μάλιστα
 δοκεῖ Χρύσιππος ὑμνεῖν τὴν μαντικήν.

τί γὰρ ὄφελος 
ἡμῖν ἦν προμανθάνειν τὰ πάντως ἐσόμενα δυσ-
χερῆ, ἃ οὐδὲ προφυλάξασθαι δυνατὸν ἂν εἴη; τὰ

 
γὰρ καθ’ εἱμαρμένην γινόμενα πῶς ἄν τις φυλάξα-
σθαι δύναιτο; ὥστ’ οὐδὲν ὄφελος ἡμῖν τῆς μαντικῆς,
μᾶλλον δὲ καὶ πρὸς κακοῦ τινος ἐγίνετο ἂν αὕτη, τὸ
προλυπεῖσθαι μάτην παρέχουσα τοῖς ἀνθρώποις ἐπὶ
ταῖς προδηλουμέναις δυσχερείαις κατ’ ἀνάγκην ἐσομέναις.

οὐ γὰρ τὴν ἴσην πάλιν εὐφροσύνην τις
φήσει παρέχειν τὴν τῶν ἐσομένων ἀγαθῶν τροαγόρευσιν,
 ἐπειδήπερ οὐχ οὕτως πέφυκεν ἄνθρωπος χαίρειν
ἐπὶ τοῖς προσδοκωμένοις ἀγαθοῖς ὡς ἐπὶ τοῖς
κακοῖς ἀνιᾶσθαι. ἄλλως τε καὶ ταῦτα μὲν οὐ πάνυ 
τι περὶ ἑαυτοὺς ἔσεσθαι πρὶν ἀκοῦσαι κατελπίζομεν·
τὰ δ’ ἀγαθὰ μᾶλλον ἅπαντες, ὡς εἰπεῖν, προσδοκῶμεν,
διὰ τὴν φυσικὴν οἰκείωσιν πρὸς αὐτά· οἶ μὲν
γὰρ πολλοὶ καὶ μείζω τῶν δυνατῶν γενέσθαι κατηλ-
πίκασιν.

ἐξ οὗ συμβαίνει τὸ τὴν μὲν τῶν ἀγαθῶν 
 προαγόρευσιν μὴ ἐπιτείνειν πάνυ τι τὴν χαρὰν, διὰ
τὸ καὶ χωρὶς τῆς προαγορεύσεως ἔκαστον ἐξ ἑαυτοῦ
τὰ κρείττω προσδοκᾶν, ἢ ἐπ’ ὀλίγον ἐπιτείνειν τῇ
δοκούσῃ βεβαιότητι , πολλάκις δὲ καὶ μει.οῦν τὴν χαρὰν,
ὅταν ἐλάττω τῶν ἐλπισθέντων ἀκουσθῇ · τὴν δὲ 
τῶν κακῶν προαγόρευσιν , καὶ διὰ τὸ ἀπόστρεπτον
αὐτῶν φύσει, καὶ διὰ τὸ παρ’ ἐλπίδας ἐνίοτε προλέ-
γεσθαι, μεγάλως συνταράττειν.

ἀλλ’ ὅμως εἰ
καὶ μὴ τοῦτο συνέβαινε , τό γε ἀχρεῖον ἔσεσθαι τὴν
προαγόρευσιν παντί που δῆλον ἂν εἴη. εἰ γὰρ φήσει 
τις σωθήσεσθαι τὸ χρήσιμον τῆς μαντικῆς διὰ τὸ
προλέγεσθαι τὸ πάντως ἐσόμενον δυσχερὲς εἰ μὴ φυ-
λαξαίμεθα, οὐκέτι πάντα δείξει συμβησόμενα καθ’
εἱμαρμένην , ἐφ’ ἡμῖν ὄντος τοῦ φυλάξασθαί τε καὶ
 μὴ φυλάξασθαι.

εἰ γὰρ καὶ τοῦτο κατηναγκάσθαι 
φήσει τις , ὡς εἰς πάντα τὰ ὄντα διατείνειν τὴν
εἱμαρμένην , πάλιν τὸ τῆς μαντικῆς χρήσιμον ἀναι-

 
ρεῖται· φυλαξόμεθα γὰρ εἰ καθείμαρται, καὶ οὐ φυλαξόμεθα
δῆλον ὡς εἰ μὴ καθείμαρται φυλάξασθαι,
κἂν πάντες οἱ μάντεις τὸ ἐσόμενον προαγορεύωσιν
ἡμῖν.

τὸν γοῦν Οἰδίποδα καὶ τὸν Ἀλέξανδρον
 τὸν τοῦ Πριάμου καὶ αὐτὸς ὁ Χρύσιππός φησι πολλὰ
μηχανησαμένων τῶν γονέων ὥστε ἀποκτεῖναι, ἵνα τὸ 
ἀπ᾿ αὐτῶν προρρηθὲν αὐτοῖς κακὸν φυλάξωνται, μὴ
δυνηθῆναι.

οὕτως οὐδὲν ὄφελος οὐδὲ αὐτοῖς
τῆς τῶν κακῶν προαγορεύσεως φησιν εἶναι διὰ τὴν
 ἐκ τῆς εἱμαρμένης αἰτίαν. τοῦτο μὲν οὖν ἐκ περιουσίας
εἰρήσθω, πρὸς τὸ μὴ μόνον ἀνυπόστατον, ἀλλὰ
καὶ ἀχρεῖον τῆς μαντικῆς.”

Ταῦτα μὲν ὁ φιλόσοφος. σύ γε μὴν παρὰ
σαυτῷ σκέψαι πῶς Ἕλληνες ὄντες, καὶ τὴν Ἑλλήνων
 σύντροφον παιδείαν ἐκ νέας ἡλικίας κτησάμενοι, τά
τε πάτρια περὶ θεῶν πάντων μᾶλλον διεγνωκότες,
Ἀριστοτελικοὶ πάντες, Κυνικοί τε καὶ Ἐπικούρειοι,
καὶ ὅσοι τούτοις ἐφρόνησαν τὰ παραπλήσια, τῶν παρ᾿ 
αὐτοῖς Ἕλλησι βοωμένων μαντείων κατεγέλασαν.

καὶ μὴν, εἴπερ ἦν ἀληθῆ τὰ θρυλούμενα περὶ
τῆς τῶν χρηστηρίων παραδοξοποιίας, εἰκὸς ἦν καὶ
τούσδε καταπλαγῆναι Ἓλληνας ὄντας, καὶ τὰ πάτρια
ἀκριβῶς ἐξεπισταμένους, μηδέν τε τῶν γνωσθῆναι
ἀξίων ἐν δευτέρῳ τιθεμένους.

ταῦτα μὲν οὖν
 καὶ ὅσα τοιαῦτα συνάγειν εἰς ἀνασκευὴν τῆς περὶ 
τῶν χρηστηρίων ὑποθέσεως πλείστη τις ἦν περιου- 
σία· ἀλλ᾿ οὐ ταύτῃ μοι δοκεῖ τὸν παρόντα μεθοδεῦσαι
λόγον, ἀλλ᾿ ᾗπερ ὡρμήθημεν ἀρξάμενοι, ἀληθῆ
λέγειν δόντες τοὺς ὑπὲρ αὐτῶν προϊσταμένους, ὡς
 ἂν ἐκ τῶν παρ᾿ αὐτοῖς ὁμολογουμένων, μαντεῖά τε
εἶναι ἀληθῆ καὶ πυθόχρηστα θεοπρόπια τὰ δηλού-

 
μενα φασκόντων, τὴν ἀκριβῆ τῶν δηλουμένων ἔκ-
φάνσιν καταμάθωμεν.

Οἶμαι δὲ παντί τῳ εἶναι σαφὲς ὡς ὁ τῶν
προκειμένων ἔλεγχος οὐ μικρὸν, ἀλλὰ καὶ μέγιστον
ὁμοῦ καὶ ἀναγκαιότατον περιέξει μέρος τῆς εὐαγγελικῆς 
 ὑποθέσεως. εἰ γὰρ οἱ πρὸ τῆς τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρουσίας πανταχῆ πάντες,
Ἕλληνες καὶ βάρβαροι , δειχθεῖεν μὴ τὸν ἀληθῆ θεὸν
ἐπεγνωκότες, ἀλλ’ ἤτοι τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα δοξά-
ζοντες , ἢ ὑπό τινων μοχθηρῶν καὶ θεομάχων πνεμάτων 
δαιμόνων τε πονηρῶν καὶ ἀκαθάρτων τυφλῶν
δίκην ὧδε κἀκεῖσε περιηγμένοι , καὶ βυθῷ κακίας
πρὸς αὐτῶν καθειλκυσμένοι · καὶ τί γὰρ ἄλλ’ ἢ δαι-
μονῶντες;) πῶς οὐ μειζόνως ἂν ὀφθείη τὸ μέγα τῆς
εὐαγγελικῆς οἰκονομίας μυστήριον, πάντας πανταχόθεν 
ἐκ τῆς πατροπαραδότου πλάνης τῆς τῶν δαιμόνων
 καταδυναστείας διὰ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν φω-
νῆς ἀνακεκλημένους , καὶ τοὺς μέχρις ἐσχατιῶν γῆς
οἰκοῦντας ἀνθρώπους τῆς ἐξ αἰῶνος κατασχούσης τὸν
πάντα βίον ἀπάτης λελυτρωμένους, ὥστε ἐξ ἐκείνου 
καὶ εἰς δεῦρο λελύσθαι μὲν καὶ καθῃρῆσθαι αὐτοῖς
ναοῖς καὶ ξοάνοις τὰ πεπαλαιωμένα τῆς τῶν ἐθνῶν
ἁπάντων πλάνης ἱδρύματα , ἱερὰ δὲ ὄντως σεμνὰ καὶ
εὐσεβείας διδασκαλεῖα τῷ παμβασιλεῖ καὶ δημιουργῷ
 τῶν ὅλων ἐν μέσαις πόλεσί τε καὶ κώμαις δυνάμει 
καὶ ἀρετῇ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀνὰ τὸν σύμπαντα κό-
σμον ἀνεγηγέρθαι, θυσίας τε τὰς θεοπρεπεῖς εὐχαῖς
ὁσίων διαθέσει κεκαθαρμένῃ κακίας ἁπάσης, ἔν τε
ἀπαθείᾳ ψυχῆς καὶ πάσης ἀρετῆς ἀναλήψει, κατὰ τὰ
θεῖα καὶ σωτηριώδη παιδεύματα , ἐξ ἁπάντων ὁσημέραι 
διηνεκῶς τῶν ἐθνῶν ἐπιτελεῖσθαι, τὰς δὴ καὶ
μόνας ἀρεστὰς οὔσας καὶ προσηνεῖς θυσίας τῷ ἐπὶ

 
πάντων θεῷ.

τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων, πῶς
οὐκ ἂν εἴημεν ἐν ταὐτῷ δεδειχότες καὶ ὅτι μετὰ σώφρονος
λογισμοῦ, οὐχὶ δὲ ἀλογίᾳ ἑαυτοὺς ἐπιδόντες,
ἀποστάται τῆς πατροπαραδότου γεγόναμεν δεισιδαιμονίας,
 κρίσει δικαίᾳ καὶ ἀληθεῖ τὸ κρεῖττον ἀγαπήσαντες, 
καὶ τῆς ἐνθέου καὶ ἀληθοῦς εὐσεβείας ἐρασταὶ
γεγενημένοι. ἀλλὰ τούτων μὲν ἅλις, ἁπτέον δὲ
λοιπὸν τῶν προκειμένων.

Οἱ μὲν δὴ τὴν Ἑλληνικὴν θεολογίαν ἐξηκριβωκότες,
 καθ᾿ ἕτερον παρὰ τοὺς προειρημένους ἡμῖν
τρόπους, εἰς γένη τέτταρα πάντα τὸν λόγον διαιροῦν- 
τες, πρώτιστα πάντων τὸν πρῶτον ἀφορίσαντες θεὸν,
εἰδέναι φασὶ τοῦτον εἶναι τὸν ἐπὶ πᾶσι πρῶτόν τε
ὄντα καὶ πάντων θεῶν πατέρα τε καὶ βασιλέα, μεθ᾿
 ὃν γένος τὸ θεῶν ὑπάρχειν δεύτερον, ἑπόμενον δὲ τὸ
δαιμόνων, τὸ δὲ ἡρώων τέταρτον· ἃ πάντα τῆς τοῦ
κρείττονος ἰδέας μετασχόντα πῆ μὲν ἄγειν, πῆ δὲ
ἄγεσθαι, καὶ φῶς ἅπαν προσαγορεύεσθαι τὸ τοιόνδε
φωτὸς μετοχῇ· ἀλλὰ καὶ τῆς τοῦ χείρονος οὐσίας τὸ
 κακὸν ἡγεῖσθαί φασι· τοῦτο δὲ εἶναι μοχθηρῶν δαι- 
μόνων γένος, φίλῳ μὲν οὐδαμῶς χρώμενον τἀγαθῷ,
δύναμίν γε μὴν ἐν τῇ τῶν ἐναντίων φύσει κεκτημένον
πρώτην, καθάπερ ἐν τοῖς κρείττοσιν ὁ θεός· πᾶν
δὲ τὸ τοιόνδε σκότος προσαγορεύεσθαι.

ταῦτα
 τοῦτον διαστειλάμενοι τὸν τρόπον θεοῖς μὲν οὐρανὸν
καὶ τὸν ἄχρι σελήνης αἰθέρα φασὶν ὑποτετάχθαι·
δαίμοσι δὲ τὰ περὶ σελήνην καὶ ἀέρα, ψυχαῖς δὲ τὰ
περὶ γῆν καὶ ὑπόγεια. τοιούτῳ δ᾿ ἀφορισμῷ κεχρημένοι
πρῶτον ἁπάντων φασὶ τοὺς οὐρανίους δεῖν καὶ 
 αἰθερίους θεοὺς θεραπεύειν· δεύτερον τοὺς ἀγαθοὺς
δαίμονας· τρίτον τὰς τῶν ἡρώων ψυχὰς, τέταρτον
τοὺς φαύλους καὶ πονηροὺς ἀπομειλίσσεσθαι δαίμο-

 
νᾶς.

ταῦτα δὲ λόγῳ διαιροῦντες ἔργῳ συγχέουσι
τὰ πάντα , μόνας ἀντὶ τῶν εἰρημένων πάντων τὰς
πονηρὰς δυνάμεις θεραπεύοντες, καὶ ὅλοι ταύταις
καταδουλούμενοι, ὡς ὁ λόγος προιὼν ἀπελέγξει. πάρεστι
γοῦν σοι τὰς διὰ τῶν ξοάνων ἐνεργούσας δυνάμεις 
ὁποίας χρῆν ἀποφαίνεσθαι σκοπεῖν, πότερα
θεοὺς ἢ δαίμονας, καὶ εἴτε φαύλους εἴτε ἀγαθοὺς,
ἐκ τῶν παρατεθησομένων.

τὰ μὲν γὰρ παρ’ ἡμῖν
θεῖα λόγια οὐδ’ ὅλως ἀγαθὸν οὐδέν’ ὀνομάζει δαίμονα,
 πάντας δὲ πονηροὺς εἷναι τοὺς τῆς λήξεως 
ταύτης καὶ δὴ καὶ τῆς προσηγορίας μετειληφότας, ὡς
οὐδ’ ἕτερον θεὸν ἀληθῶς καὶ κυρίως πλὴν ἴνα τὸν
πάντων αἴτιον · τὰς δὲ ἀστείας καὶ ἀγαθὰς δυνάμεις,
ἅτε τὴν φύσιν γεννητὰς οὔσας καὶ πολλῷ τὸν ἀγέν
νῆτον καὶ σφῶν αὐτῶν ποιητὴν θεὸν ἀφυστερούσας, 
οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τοῦ τῶν δαιμόνων μοχθηροῦ γένους
ἀφωρισμένας, οὔτε θεοὺς οὔτε δαίμονας ἀποκαλεῖν
ἀξιοῖ, μέσας δὲ οὔσας θεοῦ καὶ δαιμόνων εὐθυβόλῳ
 καὶ μέσῃ προσηγορίᾳ ἀγγέλους θεοῦ καὶ πνεύματα
λειτουργικὰ, δυνάμεις τε θείας καὶ ἀρχαγγέλους, καί 
τισιν ἄλλαις ἐπωνυμίαις φερωνύμως τοῖς ἐπιτηδεύ-
μασιν αὐτῶν ὀνομάζειν εἴωθε, τοὺς δὲ δαίμονας, εἰ
δὴ καὶ τούτων ἡμᾶς προσήκει τὴν ἐτυμολογίαν ἐξει-
πεῖν, οὐχ ᾗπερ Ἕλλησι δοκεῖ παρὰ τὸ δαήμονας εἷναι
καὶ ἐπιστήμονας , ἀλλ’ ἢ παρὰ τὸ δειμαίνειν, ὅπερ 
ἐστὶ φοβεῖσθαι καὶ ἐκφοβεῖν, δαίμονάς τινας προσ-
φυῶς ὀνομάζεσθαι.

τάς γέ τοι θείας καὶ ἀγαθὰς
 δυνάμεις, ὥσπερ οὖν τοῦ τρόπου , οὑτωσὶ δὲ καὶ
τῆς προσηγορίας τῆς δαιμονικῆς ἀλλοτρίας τυγχανειν·
ἐπεὶ καὶ πάντων ἂν εἴη παραλογώτατον τὰς 
μήτε τὴν προαίρεσιν μήτε τὴν ἐκ τοῦ τρόπου φύσιν
ὁμοίας μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐπωνυμίας ἀξιοῦν.

Φέρε οὖν ἐπισκεψώμεθα τίς ὁ κατ’ αὐτοὺς 
τῶν χρηστηρίων τρόπος, ὡς ἂν μάθωμεν ποίας χρὴ
δυνάμεως αὐτοὺς ἀποφήνασθαι, καὶ εἴτε ὀρθῶς αὐ-
τῶν ἀνεχωρήσαμεν εἴτε καὶ μή. εἰ δὲ μέλλοιμι παρ’
 ἐμαυτοῦ τοὺς ἐλέγχους τῶν δηλουμένων προφέρειν,
εὖ οἷδ’ ὅτι μηδ’ ἀνεπίληπτον παρέξω τοῖς φιλεγκλή-
μοσι τὸν λόγον. διόπερ αὐτὸς οὐδὲν οἴκοθεν εἰπὼν
αὖθις ταῖς τῶν ἔξωθεν ἀποχρήσομαι μαρτυρίαις.

μυρίων δὲ ὄντων παρ’ Ἕλλησι λογογράφων τε καὶ
 φιλοσόφων , πρὸ πάντων ἐπιτήδειον εἰς τὰ προκείμενα
ἐγκρίνω τὸν δαιμόνων φίλον αὐτὸν ἐκεῖνον, ὃς 
δὴ καθ’ ἡμᾶς γεγονὼς ταῖς καθ’ ἡμῶν ἐλλαμπρύωεται
ψευδηγορίαις. μάλιστα γὰρ φιλοσόφων οὗτος
τῶν καθ’ ἡμᾶς δοκεῖ καὶ δαίμοσι καὶ οἷς φησι θεοῖς
 ὡμιληκέναι , ὑπέρ τε τούτων πρεσβεῦσαι, καὶ πολλῷ
μᾶλλον τὰ περὶ αὐτῶν ἀκριβέστερον διηρευνηκέναι.

οὗτος τοιγαροῦν ἐν οἷς ἐπέγραψε “Περὶ τῆς ἐκ 
λογίων φιλοσοφίας " συναγωγὴν ἐποιήσατο χρησμῶν
τοῦ τε Ἀπόλλωνος καὶ τῶν λοιπῶν θεῶν τε καὶ
 ἀγαθῶν δαιμόνων, οὓς μάλιστα ἐκλεξάμενος αὑτῶ
ἡγήσατο ἱκανοὺς εἷναι εἴς τε ἀπόδειξιν τῆς τῶν θεολογουμένων 
ἀρετῆς εἴς τε προτροπὴν ἧς αὐτῷ φίλον
ὀνομάζειν θεοσοφίας.

ἐκ δὴ τούτων τοιγαροῦν
τῶν ἐγκριθέντων καὶ μνήμης ἀξιωθέντων λογίων
 διακρῖναι καλὸν τοὺς χρησμολόγους, καὶ σκέψασθαι
ποίας ποτὲ ὄντες τυγχάνουσι δυνάμεως. πρῶτον δὲ
θεασώμεθα ὅπως τῆς γραφῆς ὁ δηλωθεὶς ἀνὴρ ἀρ-
χόμενος ἡμῖν ἀληθεύειν ἐπόμνυται λέγων οὕτως

" Βέβαιος δὲ καὶ μόνιμος ὁ ἐντεῦθεν ὡς ἂν ἐκ
 μόνου βεβαίου τὰς ἐλπίδας τοῦ σωθῆναι ἀρυτόμενος,
οἷς δὴ καὶ μεταδώσεις μηδὲν ὑφαιρούμενος. ἐπεὶ κἀγατοὺς
θεοὺς μαρτύρομαι ὡς οὐδὲν οὔτε προστέθεικα 

 
οὔτε ἀφεῖλον τῶν χρησθέντων νοημάτων, εἰ μή που
λέξιν ἡμαρτημένην διώρθωσα, ἢ πρὸς τὸ σαφέστερον
μεταβέβληκα, ἢ τὸ μέτρον ἐλλεῖπον ἀνεπλήρωσα, ἤ τι
τῶν μὴ πρὸς τὴν πρόθεσιν συντεινόντων διέγραψα,
τὸν δὲ νοῦν ἀκραιφνῆ τῶν ῥηθέντων διετήρησα, 
εὐλαβούμενος τὴν ἐκ τούτων ἀσέβειαν μᾶλλον ἢ τὴν
ἐκ τῆς ἱεροσυλίας τιμωρὸν ἑπομένην δίκην.

ἕξει δὲ
ἡ παροῦσα συναγωγὴ πολλῶν μὲν τῶν κατὰ φιλοσο-
φίαν δογμάτων ἀναγραφὴν, ὡς οἱ θεοὶ τἀληθὲς ἔχειν
ἐθέσπισαν · ἐπ’ ὀλίγον δὲ καὶ τῆς χρηστικῆς ἁψόμεθα 
πραγματείας, ἥτις πρός τε τὴν θεωρίαν ὀνήσει καὶ
 πρὸς τὴν ὅλην κάθαρσιν τοῦ βίου. ἢν δ’ ἔχει ὠφέλειαν
ἡ συναγωγὴ μάλιστα εἴσονται ὅσοιπερ τὴν ἀληθειαν
ὠδίναντες ηὔξαντό ποτε τῆς ἐκ θεῶν ἐπιφα-
νείας τυχόντες ἀνάπαυσιν λαβεῖν τῆς ἀπορίας διὰ 
τὴν τῶν λεγόντων ἀξιόπιστον διδασκαλίαν." 
 Τοιούτοις χρησάμενος προοιμίοις μαρτύρεται καὶ
προκαταγγέλλει μὴ εἰς πολλοὺς ἐκφῆναι τὰ λεχθησόμενα,
λέγων οὕτως

Σὺ δ’ εἴπερ τι καὶ ταῦτα πειρῶ μὴ δημοσιεύειν, 
μηδ’ ἄχρι καὶ τῶν βεβήλων ῥίπτειν αὐτὰ
δόξης ἕνεκα ἢ κέρδους ἤ τινος ἄλλης οὐκ εὐαγοῦς
κολακείας. κίνδυνος γὰρ οὐ σοὶ μόνον τὰς ἐντολὰς
παραβαίνοντι ταύτας, ἀλλὰ κἀμοὶ ῥᾳδίως πιστεύσαντι
 τῷ στέγειν παρ’ ἑαυτῷ μὴ δυναμένῳ τὰς εὐποιίας. 
ποιίας. δοτέον δὴ τοῖς τὸν βίον ἐνστησαμένοις πρὸς
τὴν τῆς ψυχῆς σωτηρίαν.’’

Καὶ μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει 
 " Ταῦτά μοι ὡς ἀρρήτων ἀρρητότερα κρύπτειν·
οὐδὲ γὰρ οἱ θεοὶ φανερῶς περὶ αὑτῶν ἐθέσπισαν, 
ἀλλὰ δι’ αἰνιγμάτων."

Ἐπειδὴ τοίνυν τοιαῦτα ὁ λόγος ἀνετείνατο,

 
φέρε λοιπὸν διὰ τῶν ἐνθέων καὶ πυθοχρήστων λο-
γίων σκεψώμεθα ποδαπὰς εἶναι τὰς θεολογουμένας
ἀφανεῖς δυνάμεις προσήκει λογίζεσθαι· γένοιτο γὰρ
ἂν καὶ ἀνδρὸς ἔλεγχος ἐκ τῶν οἰκείων λόγων τε καὶ
 ἐπιτηδευμάτων.

ὁ δὴ οὖν προδηλωθεὶς ἀνὴρ ἐν
αὐτοῖς οἷς ἐπέγραψε ‘Περὶ τῆς ἐκ λογίων φιλοσοφίας’’
χρησμοὺς τίθησι τοῦ Ἀπόλλωνος, τὰς διὰ ζώων θυσίας 
ἐργάζεσθαι παρακελευομένου, καὶ μὴ μόνοις δαί-
μοσι, μηδὲ μόναις ταῖς περιγείοις δυνάμεσιν, ἀλλὰ
 καὶ ταῖς αἰθερίοις καὶ οὐρανίοις ζῳοθυτεῖν.

ἐν 
ἑτέροις δὲ ὁ αὐτὸς δαίμονας, ἀλλ’ οὐ θεοὺς εἶναι
ὁμολογῶν ἅπαντας, οἶς Ἕλληνες τὰς δι’ αἱμάτων καὶ
ζῴων ἀλόγων σφαγῆς ἐπετέλουν θυσίας, μὴ χρῆναι
μηδ’ ὅσιον εἶναι θεοῖς ζῳοθυτεῖν φησίν.

ἄκουε
 τοιγαροῦν τῶν πρώτων αὐτοῦ φωνῶν, δι’ ὧν τὰ περὶ
τῆς ἐκ λογίων φιλοσοφίας συνάγων, πῶς ὁ Ἀπόλλων
χρῆναι θεραπεύειν τοὺς θεοὺς διδάσκει. ὃ καὶ πα-
ρατίθεται γράφων ὧδε

" Ἀκολούθως μετὰ τὰ ῥηθέντα περὶ εὐσεβείας 
 ἄ περὶ τῆς θεραπείας αὐτῶν ἔχρησαν ἀναγράφοιμεν
ἂν, ὧν ἐκ μέρους κἀν τοῖς περὶ εὐσεβείας φθάσαντες
παρατεθείκαμεν. ἔστι δὲ ὁ χρησμὸς τοῦ Ἀπόλλωνος
ἅμα καὶ διαίρεσιν τῆς τῶν θεῶν περιέχων τάξεως,

ἐργάζευ, φίλε, τήνδε θεόσδοτον ἐς τρίβον ἐλθὼν, 
 μηδ’ ἐπιλήθεο τῶν μακάρων, θυσίας ἐναρίζων 
 πή μὲν ἐπιχθονίοις, πῆ δ’ οὐρανίοις, ποτὲ δ’ αἴθρης 
 αὐτοῖσιν βασιλεῦσι καὶ ἠέρος ὑγροπόροιο, 
 ἠδὲ θαλασσαίοις καὶ ὑποχθονίοισιν ἅπασι · 
 πάντα γὰρ ἐνδέδεται φύσεως μεστώμασι τῶνδε. 
 ζῴων δ’ ὡς θέμις ἐστὶ τελευτῆσαι καθαγισμοὺς 
 ἀείσω, δέλτοις δὲ χαράσσετε χρησμὸν ἐμεῖο), 
 τοὺς μὲν ἐπιχθονίοις , τοὺς δ’ οὐρανίοισι θεοῖσι· 
 φαιδρὰ μὲν οὐρανίοις, χθονίοις δ’ ἐναλίγκια χροιῇ. 

 
 τῶν χθονίων διάειρε τριχῇ θυσίας ἐναρίζων, 
 νερτερίων κατάθαπτε , καὶ εἰς βόθρον αἷμα ἴαλλε, 
 χεῦ’ δὲ μέλι νύμφας τε Διωνύσοιό τε δῶρα. 
 ὅσσοι δ’ ἀμφὶ γέην πωτώμενοι αἰὲν ἔασι, 
 τοῖσδε φόνου πλήσας πάντη πυριπληθέα βωμὸν 
 ἐν πυρὶ βάλλε δέμας θύσας ζῴοιο ποτανοῦ, 
 καὶ μέλι φυράσας Δηωΐῳ ἀλφίτῳ ἔνθευ, 
 ἀτμούς τε λιβάνοιο καὶ οὐλοχύτας ἐπίβαλλε. 
 εὖτε δὲ πὰρ ψαμάθοισιν ἴῃς, γλαυκὴν ἅλα χεύας 
 κὰκ κεφαλῆς θυσίαζε , καὶ εἰς βαθὺ κῦμα θαλάσσης 
 ζῷον ὅλον προίαλλε. τελευτήσας τάδε πάντα 
 ἐς πλατὺν ἠερίων χορὸν ἔρχεο Οὐρανιώνων. 
 ἀστραίοις δἤπειτα καὶ αἰθερίοις ἐπὶ πᾶσιν 
 αἷμα μὲν ἐκ λαιμῶν κρουνώμασιν ἀμφὶ θυηλὰς 
 λιμνάζειν, τὰ δὲ γυῖα θεοῖς ἐν δαιτὶ πονεῖσθαι. 
 ἄκρα Ἠφαίστῳ δόμεναι, τὰ δὲ λοιπὰ πάσασθαι, 
 ἀτμοῖσιν λαροῖσιν ἐνιπλήσαντες ἅπαντα 
 ἠέρα ῥευσταλέον· ἐπὶ δ’ εὐχὰς πέμπε θεοῖσιν.·’

Καὶ μετ’ ὀλίγα ἐπεξηγεῖται τὸν χρησμὸν ἑρ-
μηνεύων ὧδε 
 “Αἱ δὲ θυσίαι ἔχουσι τὸν τρόπον τοῦτον κατὰ
τὴν προρρηθεῖσαν διαίρεσιν τῶν θεῶν ἐκδεδομέναι.
 ὄντων γὰρ ὑποχθονίων καὶ ἐπιχθονίων θεῶν, καὶ
τῶν μὲν ὑποχθονίων καὶ νερτερίων καλουμένων, τῶν
δ’ ἐπιχθονίων καὶ χθονίων κληθέντων θεῶν, κοινῶς
μὲν τούτοις ἱερεῖα τετράποδα μέλανα θύειν παρακε-
λεύεται, περὶ δὲ τὸν τρόπον τῆς θυσίας ἐξαλλάττει· 
τοῖς μὲν γὰρ ἐπιχθονίοις σφάζειν ἐπὶ βωμῶν, τοῖς.
δ’ ὑποχθονίοις ἐπὶ βόθρων παρακελεύεται , καὶ μέντοι
 τοι καὶ θάπτειν τούτοις θύσαντας τὰ σώματα.

ὅτι
γὰρ κοινὰ τούτων καὶ τὰ τετράποδα αὐτὸς ἐρωτηθεὶς
ἐπήγαγε 
 ξυνὰ πέλει χθονίων καὶ ὑποχθονίων τάδε μούνων, 
 τετράποδα χθονίοις ἀρνῶν νεοπηγέα γυῖα. 

 
τοῖς δὲ ἀερίοις πτηνὰ θύειν παρακελεύεται ὁλοκαυ-
τοῦντας καὶ τὸ αἷμα ἐπὶ τ(?)ν βωμῶν περιάγοντας·
τοῖς δὲ θαλασσίοις πτηνὰ μὲν, ζῶντα δὲ ἀφιέναι εἰς
τὰ κύματα, μέλανα τὴν χρόαν ὄντα. φησὶ γὰρ
 τοῖς δὲ θεοῖς τὰ πετεινὰ, θαλασσαίοις δὲ κελαινά,

πᾶσι μὲν λέγων τοῖς θεοῖς πλὴν τῶν χθονίων τὰ
πετεινὰ 5 μόνοις δὲ τοῖς θαλασσίοις τὰ κελαινὰ , οὐκοῦν 
τοῖς ἄλλοις λευκά. τοῖς δ’ οὐρανίοις καὶ αἰθε-
ρίοις τὰ ἄκρα τῶν ἱερείων λευκῶν ὄντων ἀφιεροῦν,
 τὰ δὲ λοιπὰ μέρη ἐσθίειν· ἐκ μόνων γὰρ τούτων βρωτέον 
τέον σοι, ἐκ δὲ τῶν ἄλλων μή. οὓς δὲ εἴρηκεν ἐν
τῇ διαιρέσει οὐρανίους, τούτους οὑς ἐνταῦθα ἀστραίους.

ἆρ’ οὖν δεήσει ἐξηγήσασθαι τῶν θυσιῶν τὰ σύμ-
βολα τῷ εὐσυνέτῳ δῆλα; τετράποδα μὲν γὰρ τοῖς
 χθονίοις καὶ χερσαῖα · τῷ γὰρ ὁμοίῳ χαίρει τὸ ὅμοιον.
χθόνιον δὲ τὸ πρόβατον καὶ διὰ τοῦτο Δήμητρι φίλον,
καὶ ἐν οὐρανῷ τὴν ἔκφανσιν ἐκ τῆς γῆς τῶν
καρπῶν μεθ’ ἡλίου λοχεύει. μέλανα δέ· τοιαύτη γὰρ 
ἡ γῆ φύσει σκοτεινή. τρία δέ· τοῦ γὰρ σωματικοῦ
 καὶ γεώδους τὰ τρία σύμβολον.

τοῖς μὲν οὖν ἐπι-
χθονίοις ἄνω ἐπὶ βωμῶν δεῖ θῦσαι · ἐπὶ γὰρ τῆς γῆς
ἀναστρέφονται · τοῖς δ’ ὑποχθονίοις ἐν βόθρῳ
καὶ ἐν ταφῇ, ἔνθα διατρίβουσι. τὰ πτηνὰ δὲ τοῖς
ἄλλοις, ὅτι πάντα θεῖ. καὶ γὰρ τὸ ὕδωρ ἀεικίνητον
 τῆς θαλάσσης, μέλαν δέ· διὸ καὶ τὰ τοιαῦτα ἱερεία
πρόσφορα. τοῖς δὲ ἀερίοις λευκά· πεφώτισται γὰρ
καὶ ὁ ἀὴρ φύσεως ὢν διαφανοῦς. οὐρανίοις δὲ καὶ
αἰθερίοις τὰ ἐπὶ τῶν ζῴων κουφότερα , ἅπερ ἐστὶν 
ἄκρα, οἷς κοινωνεῖν τῆς θυσίας δεῖ. δοτῆρες γὰρ
 οὗτοι ἀγαθῶν, οἱ δὲ ἄλλοι τῶν κακῶν κωλυτῆρες.’ 
 Τοιαῦτα μὲν τὰ ἀπὸ τῆς ἐκ λογίων φιλοσοφίας
τοῦ θαυμαστοῦ θεοσόφου.

Φέρε δὲ τοῦ αὐτοῦ τὰς ἐναντίας τούτοις φω-
νὰς συγκρίνωμεν, ἃς τέθειται ἐν οἷς ἐπέγραψε " Περὶ
τῆς τῶν ἐμψύχων ἀποχῆς. " ἔνθα δὴ ὀρθῷ λογισμῷ
κινούμενος πρῶτον ἁπάντων ὁμολογεῖ μὴ δεῖν τὸ κα-
θόλου μηδὲν μήτε θυμιᾶν μήτε θύειν τῷ ἐπὶ πᾶσι 
θεῷ, ἀλλὰ μηδὲ ταῖς μετ’ αὐτὸν θείαις καὶ οὐρανίαις
δυνάμεσιν.

εἶτα δὲ ἐπεξιὼν τὰς τῶν πολλῶν ὑπο-
λήψεις ἀνασκευάζει , μὴ χρῆναι φάσκων θεοὺς ὑπο-
λαμβάνειν τοὺς ταῖς διὰ ζῴων θυσίαις χαίροντας.
εἶναι γάρ φησι πάντων ἀδικώτατον τὸ ζῳοθυτεῖν, 
 καὶ ἀνόσιον καὶ μυσαρὸν καὶ βλαβερὸν, καὶ διὰ τοῦτο
μηδὲ θεοῖς προσφιλές. ταῦτα δὲ λέγων δῆλος ἂν εἴη
τὸν ἑαυτοῦ θεὸν ἀπελέγχων · προστάττειν γὰρ ἀρτίως
ἔφησε τὸν χρησμὸν μὴ μόνον τοῖς ὑποχθονίοις καὶ
ἐπιχθονίοις θεοῖς, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἀερίοις οὐρανίοις τε 
καὶ αἰθερίοις ζῳοθυτεῖν.

καὶ ὁ μὲν Ἀπόλλων τοι-
αῦτα· ὁ δὲ τὸν Θεόφραστον μαρτυρόμενος θεοῖς μὲν
οὔ φησιν ἁρμόζειν τὴν διὰ ζῴων θυσίαν, δαίμοσι δὲ
 μόνοις · ὥστε κατὰ τὸν αὐτοῦ καὶ Θεοφράστου λόγον
δαίμονα εἶναι, ἀλλ’ οὐ θεὸν τὸν Ἀπόλλωνα, οὐ μὴν 
ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς παρὰ πᾶσι τοῖς ἔθνεσι νενομισμένους
θεοὺς, οἶς τὰς διὰ ζῴων θυσίας πανδημὶ
πάντες ἄρχοντές τε καὶ ἀρχόμενοι κατά τε πόλεις καὶ
χώρας ἐκτελοῦσι · τούτους γὰρ οὐκ ἄλλο τι τυγχάνειν
ἡγεῖσθαι χρὴ κατὰ τοὺς εἰρημένους ἢ δαίμονας.

εἰ 
δὲ ἀγαθοὺς εἶναί φασιν αὐτοὺς, καὶ πῶς, εἴπερ ἀνό-
σιος ἦν καὶ μυσαρὰ καὶ ἐπιβλαβὴς ἡ δι’ αἱμάτων
 θυσία , ἀγαθοὶ ἂν εἶεν οἱ τοῖς τοιοῖσδε χαίροντες ; εἰ
δὲ καὶ μὴ μόναις ταῖς τοιαύταις δὴ θυσίαις, καθ’
ὑπερβολὴν δὲ ὠμότητος καὶ ἀπανθρωπίας φανεῖεν 
ἀνδροκτασίαις καὶ ἀνθρωποθυσίαις ἡδόμενοι, πῶς
οὐκ ἄντικρυς εἶεν ἂν μιαιφόνοι, καὶ πάσης ὠμότητος

 
καὶ ἀπανθρωπίας οἰκεῖοι, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἢ πονηροὶ
δαίμονες;

τούτων δὲ ἡμῖν τὴν ἀπόδειξιν εἰληφότων
οἶμαι τῆς ἡμετέρας ἐκ τῶν δηλουμένων ἀναχω-
ρήσεως τὸ εὔλογον ἀποδεδόσθαι. μὴ γὰρ εἶναι ὅσιον
 μηδ’ εὐσεβὲς, μὴ ὅτι τὴν τοῦ θεοῦ σεβασμίαν προσηγορίαν 
καὶ τὴν ἀνωτάτω τιμὴν ἐπὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα
καταβάλλειν, ἀλλὰ μηδὲ τοῦ παρ’ ἀνθρώποις
τὴν βασίλειον ἐπιειμένου ἀξίαν λῃσταῖς καὶ τοιχωρύ-
χοις περιτιθέναι.

ὅθεν ἡμεῖς μόνον τὸν ἐπὶ πάντων
 σέβειν δεδιδαγμένοι θεὸν, τιμᾶν τε κατὰ τὸ
προσῆκον καὶ τὰς ἀμφ’ αὐτὸν θεοφιλεῖς τε καὶ μακαρίας 
δυνάμεις, οὐδὲν μὲν γεῶδες καὶ νεκρὸν, οὐδὲ
λύθρους καὶ αἵματα, οὐδέ τι τῆς φθαρτῆς καὶ ὑλι-
κῆς οὐσίας ἐπαγόμεθα· νῷ δὲ πάσης κεκαθαρμένῳ
 κακίας καὶ σώματι τὸν ἐξ ἁγνείας καὶ σωφροσύνης
κόσμον πάσης λαμπρότερον ὄντα στολῆς περιβεβλη-
μένῳ, δόγμασί τε ὀρθοῖς καὶ θεοπρεπέσι, καὶ ἐπὶ
πᾶσι τούτοις διαθέσει γνησίᾳ τὴν ὑπὸ τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν παραδοθεῖσαν εὐσέβειαν μέχρι καὶ θανάτου 
 φυλάττειν εὐχόμεθα.

ἀλλὰ γὰρ τούτων ἡμῖν προ-
διηρθρωμένων ὥρα καὶ ἐπὶ τὰς ἀποδείξεις τῶν εἰρη-
μένων χωρεῖν. πρῶτα δὲ πάντων διελθεῖν εὔλογον
δι’ ὧν ὁ προειρημένος συγγραφεὺς ἐν οἷς ἐπέγραψε
Περὶ τῆς τῶν ἐμψύχων ἀποχῆς" μὴ χρῆναί φησι
 μήτε τῷ ἐπὶ πάντων θεῷ μήτε ταῖς μετ’ αὐτὸν θείαις
δυνάμεσι γεῶδες μηδὲν μήτε θυμιᾶν μήτε θύειν· ἀλλό-
τρια γὰρ τὰ τοιαῦτα ἢ κατὰ τὴν πρέπουσαν εὐσέβειαν.

" Θεῷ μὲν τῷ ἐπὶ πᾶσιν, ὥς τις ἀνὴρ σοφὸς
ἔφη, μηδὲν τῶν αἰσθητῶν μήτε θυμιῶντες μήτ’ ἐπονομάζοντες·
 οὐδὲν γὰρ ἔνυλον ὃ μὴ τῷ ἀύλῳ εὐθύς
ἐστιν ἀκάθαρτον. διὸ οὐδὲ λόγος τούτῳ ὁ κατὰ φω- 
 

 
νὴν οἰκεῖος, οὐδ᾿ ὁ ἔνδον, ὅταν πάθει ψυχῆς ᾖ μεμολυσμένος·
διὰ δὲ σιγῆς καθαρᾶς καὶ τῶν περὶ αὐτοῦ
καθαρῶν ἐννοιῶν θρησκεύομεν αὐτόν. δεῖ ἄρα
συναφθέντας καὶ ὁμοιωθέντας αὐτῷ τὴν αὑτῶν ἀναγωγὴν
θυσίαν ἱερὰν προσάγειν τῷ θεῷ, τὴν αὐτὴν 
δὲ καὶ ὕμνον οὖσαν καὶ ἡμῶν σωτηρίαν. ἐν ἀπαθείᾳ
ἄρα τῆς ψυχῆς, τοῦ δὲ θεοῦ θεωρίᾳ ἡ θυσία αὕτη
τελεῖται.”

“Τοῖς δὲ αὐτοῦ ἐκγόνοις, νοητοῖς δὲθεοῖς, ἤδη
καὶ τὴν ἐκ τοῦ λόγου ὑμνῳδίαν προσθετέον. ἀπαρχὴ 
γὰρ ἑκάστῳ ὧν δέδωκεν ἡ θυσία, καὶ δι᾿ ὡς ἡμῶν
τρέφει καὶ εἰς τὸ εἶναι συνέχει τὴν οὐσίαν. ὡς οὖν
γεωργὸς δραγμάτων ἀπάρχεται καὶ τῶν ἀκροδρύων,
 οὕτως ἡμεῖς ἀπαρξώμεθα αὐτοῖς ἐννοιῶν τῶν περὶ
αὐτῶν καλῶν, εὐχαριστοῦντες ὧν ἡμῖν δεδώκασι τὴν 
θεωρίαν, καὶ ὅτι ἡμᾶς διὰ τῆς αὐτῶν θέας ἀληθινῶς
τρέφουσι, συνόντες καὶ φαινόμενοι καὶ τῇ ἡμετέρᾳ
σωτηρίᾳ ἐπιλάμποντες.” 
 Ταῦτα μὲν οὖν οὗτος. ἀδελφὰ δὲ αὐτῷ καὶ συγγενῆ
περὶ τοῦ πρώτου καὶ μεγάλου θεοῦ ἐν τῷ Περὶ 
θυσιῶν ὁ παρὰ τοῖς πολλοῖς ᾀδόμενος αὐτὸς ἐκεῖνος
 ὁ Τυανεὺς Ἀπολλώνιος γράφειν τοιάδε λέγεται

“Οὕτως τοίνυν μάλιστα ἄν τις, οἶμαι, τὴν
προσήκουσαν ἐπιμέλειαν ποιοῖτο τοῦ θείου, τυγχάνοι
τε αὐτόθεν ἵλεῶώ τε καὶ εὐμενοῦς αὐτοῦ παρ᾿ ὅντινα 
οὖν μόνος ἀνθρώπων, εἰ θεῷ μὲν, ὃν δὴ πρῶτον
ἔφαμεν, ἑνί τε ὄντι κεχωρισμένῳ πάντων, μεθ᾿
ὃν γνωρίζεσθαι τοὺς λοιποὺς ἀναγκαῖον, μὴ θύοι τι
τὴν ἀρχὴν, μήτε ἀνάπτοι πῦρ, μήτε καθόλου τι τῶν
αἰσθητῶν ἐπονομάζοι· (δεῖται γὰρ οὐδενὸς οὐδὲ παρὰ 
τῶν κρειττόνων ἤπερ ἡμεῖς, οὐδ᾿ ἔστιν ὃ τὴν ἀρχὴν
ἀνίησι γῆ φυτὸν, ἢ τρέφει ζῷον, ἢ ἀὴρ, ᾧ μὴ πρόσ-

 
εστί γέ τι μίασμα ·) μόνῳ δὲ χρῷτο πρὸς αὐτὸν ἀεὶ
τῷ κρείττονι λόγῳ, λέγω δὲ τῷ μὴ διὰ στόματος ἰόντι,
καὶ παρὰ τοῦ καλλίστου τῶν ὄντων διὰ τοῦ καλλί-
στου τῶν ἐν ἡμῖν αἰτοίη τἀγαθά· νοῦς δέ ἐστιν οὑτος, 
 ὀργάνου μὴ δεόμενος. οὐκοῦν κατὰ ταῦτα ούδαμῶς 
τῷ μεγάλῳ καὶ ἐπὶ πάντων θεῷ θυτέον." 
 Τούτων δὲ ὧδε ἐχόντων θέα δὴ λοιπὸν ὁποῖα
περὶ τοῦ ζῳοθυτεῖν ὁ πρότερος ἱστορεῖ συγγραφεὺς,
μάρτυρα τοῦ λόγου τὸν Θεόφραστον ἀνακαλούμενος ·

‘‘Πόρρω δὲ τῶν περὶ τὰς θυσίας ἀπαρχῶν
τοῖς ἀνθρώποις προιουσῶν παρανομίας ἡ τῶν δεινο-
τάτων θυμάτων παράληψις ἐπεισήχθη ὠμότητος πλήρης,
ὡς δοκεῖν τὰς πρόσθεν λεχθείσας καθ’ ἡμῶν
ἀρὰς νῦν τέλος εἰληφέναι, σφαξάντων τῶν ἀνθρώπων
 καὶ τοὺς βωμοὺς αἱμαξάντων , ἀφ’ οὗ λιμῶν τε
καὶ πολέμων πειραθέντες αἱμάτων ἥψαντο. τοιγαροῦν
τὸ δαιμόνιον, ὥς φησιν ὁ Θεόφραστος , τούτων
ἐκατέρων νεμεσῆσαν, ἐπιθεῖναι τὴν πρέπουσαν ἔοικε
τιμωρίαν· καθὸ οἶ μὲν ἄθεοι γεγόνασι τῶν ἀνθρώπων,
 οἶ δὲ κακόφρονες μᾶλλον ἢ κακόθεοι λεχθέντες 
ἂν ἐν δίκῃ, διὰ τὸ φαύλους καὶ μηδὲν ἡμῶν βελτίους
ἡγεῖσθαι τὴν φύσιν εἶναι τοὺς θεούς. οὕτως οἱ μὲν
ἄθυτοι φαίνονται γενέσθαι τινὲς, οἱ δὲ κακόθυτοι
καὶ παρανόμων ἁψάμενοι θυμάτων. "

Πάλιν δὲ ὁ αὐτὸς προστίθησι καὶ ταῦτα 
 Ὡν δὴ τοῦτον ἐχόντων τὸν τρόπον, εἰκότως ὁ
Θεόφραστος ἀπαγορεύει μὴ θύειν τὰ ἔμψυχα τοὺς τῷ
ὄντι εὐσεβεῖν ἐθέλοντας , χρώμενος καὶ τοιαύταις ἄλλαις
αἰτίαις."

Καὶ ἐπιλέγει 
 " Καὶ μὴν θύειν δεῖ ἐκεῖνα ἃ θύοντες οὐδένα
πημανοῦμεν· οὐδὲν γὰρ ὡς τὸ θῦμα ἀβλαβὲς εἶναι

 
χρή πάβι. ΐί λίγοι τις ότι ονχ ήττον των καρ-
πών καϊ τά ζώα ημϊν εις χρήΰιν ό θεός δέδωκεν,
άλλ' ονν γε έπιθνομένων των ζώων φέρει τινά βλά-
βην αντοίς, ίίτε της ψνχής νοαφιζομένων. ου
τέον ονν ταύτα' ή,γαρ θυσία οαία τις έΰτι κατά τον- 
νομα οβίος δΐ ουδείς ος εκ των αλλότριων άποδίδωαι
χάριτας, καν καρπούς λάβη, καν φυτά μή έθέλον-
(ΐ τος. πώς γαρ όΰιον αδικούμενων των αφαιρεθέντων;
ει δε ούδϊ καρπών ό άψάμενος αλλότριων όαίως
θύει, τά γε_τούτων τιμιώτερα παντελώς ονχ οΰιον 
άφαιρονμένονς τινών θύειν· το γαρ δεινό ν οντω γί-
νεται μείζον, ή ψνχή δε πολλω τιμιώτερον τών έκ
γης φνομένων, ην άφαιρεϊσθαι Ονοντα ζώα ον προα-
ήκεν."

Καϊ έπιλέγει	 
 “Ἀφεκτέον άρα τών ζώων έν ταΐς θυσίαις.” 
 Καὶ πάλιν φησὶ 
 “Τό τοίννν μη όαιον μήτ' ενδάπανον ον 
 ϋντέον.” 
 Καϊ εξής	ζο

“Ωστε καὶ τών ζώων εΐ άπαρκτέον, αυτά
&εοΐς τούτων τινός ε'νεκα δντέον' καϊ γαρ α Ονομεν,
 τούτων τινός ε'νεκα 9νομεν. αρ' ονν τιμής ήγήσαιτ'
αν τις τνγχάνειν ημών, ηεός, όταν άδικονντες εν-
νς δια τής απαρχής φαινώμεθα, ή μάλλον άτιμίαν 
οΐήβαιτ' άν τό τοιούτο δραν; έν τωδέ γε ύειν άναι-
ρονντες τά μηδέν άδικονντα τών ζώων άδικήσειν
ομολογονμεν' ώΰτε τιμής μίν ε'νεκα ον 9ντέον τών
λοιπών ζώων ονδέν' ον μην ονδΐ τών ενεργεβιών
χάριν αύτοϊς άποδιδόντας. ό γαρ την δικαίαν άμοι- 
β ην τής ενεργεσίας καϊ τής ενποιίας τό αντάξιον
άποδιδονς ουκ έκ τον κακώς τινάς δράν οφείλει ταύτα

 
παρέχειν. οὐδὲν γὰρ μᾶλλον ἀμείβεσθαι δόξει ἢ κἂν 
εἰ τὰ τοῦ πέλας ἀρπάσας τις στεφανοίη τινὰς, ὡς χάριν
ἀποδιδοὺς καὶ τιμήν.

ἀλλ’ οὐδὲ χάριν τινὸς
ἕνεκα τῶν ἀγαθῶν. ὁ γὰρ ἀδίκῳ πράξει τὸ παθεῖν
 εὑ θηρεύων ὕποπτός ἐστι μηδὲ εὖ παθὼν χάριν ἕξειν.
ὥστε οὐδὲ ἐλπιζομένης εὐεργεσίας θυτέον ἐστὶ τοῖς
θεοῖς τὰ ζῷα. καὶ γὰρ δὴ τῶν μὲν ἀνθρώπων λάθοι 
τις ἂν ἴσως τινὰ τοῦτο πράττων, τὸν δὲ θεὸν ἀμήχα-
νον καὶ λαθεῖν. εἰ τοίνυν θυτέον μὲν τούτων τινὸς
 ἕνεκα, οὐδενὸς δὲ τούτων χάριν αὐτὸ πρακτέον, 
δῆλον ὡς οὐ θυτέον ἐστὶ τὰ ζῷα τὸ παράπαν τοῖς
θεοῖς."

Καὶ πάλιν ἐπιλέγει 
 Τοῖς μὲν γὰρ ἥ τε φύσις καὶ πᾶσα τῶν ἀνθρώπων
 ἡ τῆς ψυχῆς αἴσθησις δρωμένοις συνηρέσκετο,
 ταύρων δ’ ἀκράτοισι φόνοις οὐ δεύετο βωμὸς, 
 ἄλλα μύσος τοῦτ’ ἔσκεν ἐν ἀνθρώποισι μέγιστον, 
 θυμὸν ἀπορραίσαντας ἐέδμεναι ἤια γυῖα.’ 
 Καὶ μεθ’ ἕτερα

“Ὅταν γε νέος θεοὺς χαίρειν πολυτελείαις γνῷ,
καὶ, ὥς φασι, ταῖς τῶν βοῶν καὶ ἄλλων ζώων θοίναις, 
πότ’ ἂν ἑκὼν σωφρονήσειε ; πῶς δὲ κεχαρισμένα
θύειν ἡγούμενος τοῖς θεοῖς ταῦτα οὐκ ἐξεῖναι ἀδικεῖν
οἰήσεται αὐτῷ μέλλοντι διὰ τῶν θυσιῶν ἐξωνεῖσθαι
 τὴν ἁμαρτίαν ; πεισθεὶς δὲ ὅτι τούτων χρείαν
οὐκ ἔχουσιν οἱ θεοὶ, εἰς δὲ τὸ ἦθος ἀποβλέπουσι τῶν
προσιόντων , μεγίστην θυσίαν λαμβάνοντες τὴν ὀρ-
θὴν περὶ αὐτῶν τε καὶ τῶν πραγμάτων διάληψιν,
πῶς οὐ σώφρων καὶ δίκαιος καὶ ὅσιος ἔσεται ;

θεοῖς
 δὲ ἀρίστη μὲν ἀπαρχὴ νοῦς καθαρὸς καὶ ψυχὴ ἀπα-
θής· οἰκεῖον δὲ καὶ τὸ μετρίων μὲν ἀπάρχεσθαι τῶν
ἄλλων, μὴ παρέργως δὲ, ἀλλὰ σὺν πάσῃ προθυμίᾳ.

 
ἐοικέναι γὰρ δεῖ τὰς τιμὰς ταῖς ἐπὶ τῶν ἀγαθῶν
 προεδρίαις ὑπαναστάσεσί τε καὶ κατ’ κατακλίσεσιν, ἐς ἱν, οὐ
συντάξεων δόσεσι.

Σαφῶς δὴ διὰ τούτων κατὰ τοὺς Ἕλληνας
καὶ τοὺς τούτων φιλοσόφους ὡμολογήθη ὅτι οὐδὲν 
ἔμψυχον τυθείη ἂν εὐλόγως τοῖς θεοῖς· ἀνόσιον γὰρ
καὶ ἄδικον καὶ ἐπιβλαβὲς εἶναι τὸ πρᾶγμα, οὐκ ἀλ-
λότριόν τε μύσους. οὐκ ἦν ἄρα θεὸς, οὐδέ τις ἀψευ-
δὴς καὶ ἀγαθὸς δαίμων, ὁ τὰς δι’ αἱμάτων λοιβάς τε
καὶ κνίσας μικρῷ πρόσθεν εἰσπραττόμενος χρησμῳδός· 
δός· οὐδ’ ἐκεῖνοι πάντες οἶς ὁ χρησμὸς θύειν ζῷα
παρεκελεύσατο. πλάνον ἄρα καὶ ἀπατεῶνα καὶ πονηρὸν
 ἄντικρυς δαίμονα χρὴ φάναι τὸν καταψευσάμενον,
καὶ θεοὺς τοὺς μὴ ὄντας ἀνειπόντα, καὶ προσ-
τάξαντα μὴ μόνον τοῖς χθονίοις καὶ καταχθονίοις, 
ἀλλὰ καὶ τοῖς οὐρανίοις καὶ αἰθερίοις καὶ ἀστραίοις
ζῳοθυτεῖν. τίνας οὖν εἰ μὴ θεοὺς τοὺς εἰρημένους
ἅπαντας προσήκοι ἂν ὑπολαμβάνειν αὐτὸς πάλιν ὁ
συγγραφεὺς διηγήσεται διὰ τούτων

“Οἶδε δὲ ὁ τῆς εὐσεβείας φροντίζων ὡς 
θεοῖς μὲν οὐ θύεται ἔμψυχον οὐδὲν, δαίμοσιν δὲ,
ἀλλ’ ἤτοι ἀγαθοῖς, ἢ καὶ φαύλοις· καὶ τίνων ἐστὶ τὸ
θύειν τούτοις καὶ τῶν ἄχρι τινὸς αὐτῶν δεομένων.”

Καὶ αὖθις ἐξῆς φησιν 
 “Ὅτι δὲ οὐ θεοῖς , ἀλλὰ δαίμοσι τὰς θυσίας τὰς 
διὰ τῶν αἱμάτων προσῆγον οἱ τὰς ἐν τῷ παντὶ δυ-
νάμεις καταμαθόντες, καὶ τοῦτο πεπίστωται παρ’
 αὐτῶν τῶν θεολόγων · καὶ μὴν ὅτι τούτων οἱ μὲν
κακοποιοὶ, οἱ δὲ ἀγαθοὶ οὐκ ἐνοχλήσουσιν ἡμῖνμ."

Ταῦτα μὲν ὁ δεδηλωμένος. ἐπεὶ δὲ τῶν δαιμόνων 
μόνων ἔφησε τοὺς μὲν ἀγαθοὺς , τοὺς δὲ φαύλους
εἶναι, φέρε πῶς ἴδωμεν ὅτι οὐδὲ ἀγαθοὶ δαίμονες,

 
φαῦλοι δὲ οἶ νενομισμένοι αὐτῶν θεοὶ πάντες ἀλίσκονται;
λάβοις δ’ ἂν καὶ τούτου τὴν ἀπόδειξιν ὧδε.

τὸ ἀγαθὸν ὠφελεῖ, βλάπτει δὲ τὸ ἐναντίον. εἰ δὲ
φανεῖεν οἶ κατὰ πάντα τόπον ἀνηγορευμένοι εἴτε θεοὶ
 εἴτε δαίμονες, αὐτοὶ δὴ οἱ παρὰ πᾶσιν αὐτοῖς βεβοη-
μένοι καὶ πρὸς τῶν ἐθνῶν ἁπάντων προσκυνούμενοι,
ὅ τε Κρόνος καὶ ὁ Ζεὺς , Ἥρα τε καὶ Ἀθηνᾶ καὶ οἶ
παραπλήσιοι, αἵ τε ἀφανεῖς δυνάμεις καὶ οἱ δαίμονες 
οἱ διὰ τῶν ξοάνων ἐνεργοῦντες, οὐ μόνον ζῴων ἀλόγων
 σφαγαῖς καὶ θυσίαις, ἀλλὰ καὶ ἀνδροκτασίαις
καὶ ἀνθρωποθυσίαις χαίροντες, καὶ ταύτῃ τὰς ψυχὰς 
τῶν ἀθλίων ἀνθρώπων λυμαινόμενοι, τίνα χείρονα
ταύτης βλάβην ἐπινοήσειας ;

εἰ γὰρ ἡ διὰ ζῴων ἀλόγων
θυσία ἐπάρατος καὶ κακόθυτος πρὸς τῶν φιλοσόφων
 ἐλέχθη, μυσαρά τε καὶ ἄδικος καὶ ἀνόσιος καὶ
οὐκ ἀβλαβὴς τοῖς θύουσι, καὶ διά γε ταῦτα πάνταθεῶν
ἀναξία, τί χρὴ νομίζειν τὴν δι’ ἀνθρώπων 
σφαγῆς; ἢ παντὸς αὕτη γένοιτ’ ἂν ἀσεβεστάτη καὶ
ἀνοσιωτάτη ; πῶς οὖν ἀγαθοῖς δαίμοσιν, οὐχὶ δὲ τοῖς
 παμμιάροις καὶ πανωλέθροις πνεύμασιν εἰκότως ἂν
λεχθείη προσφιλής,.

φέρε οὖν ἐλέγξωμεν καὶ ἀπο-
δείξωμεν ὁπόσον ἡ τῆς πολυθέου πλάνης λύμη τοῦ
βίου τῶν ἀνθρώπων πρὸ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν εὐαγγελικῆς
διδασκαλίας ἐκράτει. λελύσθαι γὰρ αὐτὴν
 καὶ καθῃρῆσθαι οὐκ ἄλλοτε ἢ κατὰ τοὺς Ἀδριανοῦ
χρόνους , φωτὸς δίκην ἤδη διαλαμπούσης ἐπὶ πάντα 
τόπον τῆς τοῦ Χριστοῦ διδασκαλίας.

οἶς οὐχ
ἡμεῖς, ἀλλ’ αὐτῶν πάλιν τῶν μὴ τὰ ἡμέτερα φρονούντων
μαρτυρήσουσιν αἶ φωναὶ διαρρήδην, τῶν πρὸ
 τούτου χρόνων τοσαύτην κατηγοροῦσαι μοχθηρίαν
ὥστε ἤδη τοὺς δεισιδαίμονας πέρα καὶ τῶν τῆς φύ-
σεως ὅρων χωρεῖν, ὑπὸ τῶν ὀλεθρίων πνευμάτων

 
ἐξοιστρουμένους καὶ δαιμονῶντας ἄντικρυς, ὡς καὶ
τοῖς τῶν φιλτάτων αἵμασι καὶ ἄλλαις μυρίαις ἀνθρω-
ποθυσίαις ἱλεοῦσθαι νομίζειν τὰς μιαιφόνους δυνάμεις.
 μεὶς.

καί τις πατὴρ τὸν μονογενῆ παῖδα καὶ μή-
τηρ τὴν ἀγαπητὴν θυγατέρα προσέθυσεν τῷ δαίμονι, 
καὶ κατέσφαττον οἱ φίλτατοι ὥς τι τῶν ἀλόγων καὶ
ἀλλοτρίων θρεμμάτων τοὺς προσήκοντας , ἔθυόν τε
τοῖς δὴ θεοῖς κατὰ πόλεις καὶ χώρας τοὺς συνοίκους
καὶ πολίτας , τὴν φιλάνθρωπον καὶ συμπαθῆ φύσιν
ἐπὶ τὸ ἀνηλεὲς καὶ ἀπάνθρωπον ἀκονήσαντες , καὶ 
τὸν μανιώδη καὶ δαιμονιακὸν ὡς ἀληθῶς ἐπιδεικνύμενοι
τρόπον.

εὕροις δ’ ἂν οὖν πάσαν ἐξετάζων Ἑλληνικήν
τε καὶ βάρβαρον ἱστορίαν, ὅπως οἱ μὲν υἱεῖς,
οἶ δὲ θυγατέρας , οἱ δὲ καὶ σφᾶς αὐτοὺς τῶν δαιμόνων
καθιέρουν θυσίαις. ἐγὼ δέ σοι καὶ τούτων τὸν 
 καὶ πρότερον παρίστημι μάρτυρα ἐν τοῖς αὐτοῖς, ἐν
οἷς τὴν τῶν ἀλόγων θρεμμάτων θυσίαν ὡς ἀνοσίαν
καὶ ἀδικωτάτην ἀπηγόρευσε, ταῦτα φάσκοντα πρὸς
ῥῆμα

“Καὶ ὅτι ταῦτα οὐχ ἁπλῶς, ἀλλὰ πλήρους 
οὔσης τῆς ἱστορίας λέγομεν, αὐτάρκη καὶ ταῦτα πα-
ραστῆσαι. ἐθύετο γὰρ καὶ ἐν Ῥόδῳ μηνὶ
τνιῶνι ἕκτῃ ἱσταμένου ἄνθρωπος τῷ Κρόνῳ. ὃ δὴ
ἐπὶ πολὺ κρατῆσαν ἔθος μετεβλήθη · ἔνα γὰρ τῶν ἐπὶ
θανάτῳ δημοσίᾳ κατακριθέντων μέχρι τῶν Κρονίων 
συνεῖχον, ἐνστάσης δὲ τῆς ἑορτῆς προαγαγόντες τὸν
ἄνθρωπον ἔξω πυλῶν ἀντικρὺ τοῦ Ἀριστοβούλης
ἴδους οἴνου ποτίσαντες ἔσφαττον.

ἐν δὲ τῇ νῦν
 Σαλαμῖνι, πρότερον δὲ Κορωνείᾳ ὀνομαζομένη, μηνὶ
κατὰ Κυπρίους Ἀφροδισίῳ , ἐθύετο ἄνθρωπος τῇ 
Ἀγραύλῳ τῇ Κέκροπος καὶ νύμφης Ἀγραυλίσος. καὶ
διέμενε τὸ ἔθος ἄχρι τῶν Διομήδους χρόνων· εἶτα

 
μετέβαλεν, ὥστε τῷ Διομήδει τὸν ἄνθρωπον θύεσθαι ·
ὑφ’ ἔνα δὲ περίβολον ὅ τε τῆς Ἀθηνᾶς νεὼς καὶ ὁ
τῆς Ἀγραύλου καὶ Διομήδους. ὁ δὲ σφαγιαζόμενος
ὑπὸ τῶν ἐφήβων ἀγόμενος τρὶς περιέθει τὸν βωμόν·
 ἔπειτα ὁ ἱερεὺς αὐτὸν λόγχῃ ἔπαιε κατὰ τοῦ στομά-
χου, καὶ οὕτως αὐτὸν ἐπὶ τὴν νησθεῖσαν πυρὰν ὡλο-
καύτιζον.

τοῦτον δὲ τὸν θεσμὸν Δίφιλος ὁ τῆς
Κύπρου βασιλεὺς κατέλυσε , κατὰ τοὺς Σελεύκου χρόνους 
τοῦ θεολόγου γενόμενος, τὸ ἔθος εἰς βουθυσίαν
 μεταστήσας. προσήκατο δὲ ὁ δαίμων ἀντ’ ἀνθρώπου
τὸν βοῦν.

οὕτως ἰσάξιόν ἐστι τὸ δρώμενον. κατέλυσε 
δὲ καὶ ἐν Ἡλίου πόλει τῆς Αἰγύπτου τὸν τῆς
ἀνθρωποκτονίας νόμον Ἅμωσις, ὡς μαρτυρεῖ Μανεθῶς
ἐν τῷ Περὶ ἀρχαισμοῦ καὶ εὐσεβείας. ἐθύοντο
 δὲ τῇ Ἥρᾳ, καὶ ἐδοκιμάζοντο καθάπερ οἶ ζητούμενοι
καθαροὶ μόσχοι καὶ συσφραγιζόμενοι. ἐθύοντο δὲ
τῆς ἡμέρας τρεῖς· ἀνθ’ ὧν κηρίνους ἐκέλευσεν ὁ
Αμωσις τοὺς ἴσους ἐπιτίθεσθαι.

ἔθυον δὲ καὶ
ἐν Χίῳ τῷ Ὠμαδίῳ Διονύσῳ ἄνθρωπον διασπῶντες,
 καὶ ἐν Τενέδῳ, ὥς φησιν Εὔελπις ὁ Καρύστιος · ἐπεὶ
καὶ Λακεδαιμονίους φησὶν ὁ Ἀπολλόδωρος τῷ Ἄρει 
θύειν ἄνθρωπον.

Φοίνικες δὲ ἐν ταῖς μεγάλαις
συμφοραῖς ἢ πολέμων, ἢ λοιμῶν, ἢ αὐχμῶν, ἔθυον
τῶν φιλτάτων τινὰ ἐπιψηφίζοντες Κρόνῳ· καὶ πλήρης
 γε ἡ Φοινικικὴ ἱστορία τῶν θυσάντων, ἣν Σαυχουνιάθων
μὲν τῇ Φοινίκων γλώττῃ συνέγραψε, Φίλων
δὲ ὁ Βύβλιος εἰς τὴν Ἑλλάδα γλῶτταν δι’ ὀκτὼ
βιβλίων ἡρμήνευσεν.

Ἴστρος δὲ ἐν τῇ Συναγωγῇ
τῶν Κρητικῶν θυσιῶν φησι τοὺς Κουρῆτας τὸ παλαιὸν
 τῷ Κρόνῳ θύειν παῖδας. καταλυθῆναι δὲ τὰς 
ἀνθρωποθυσίας σχεδὸν τὰς παρὰ πᾶσί φησι Πάλλας,
ὁ ἄριστα περὶ τῶν τοῦ Μίθρα συναγαγὼν μυστηρίων

 
ἐπὶ Ἀδριανοῦ τοῦ αὐτοκράτορος. ἐθύετο γὰρ καὶ ἐν
Λαοδικείᾳ τῇ κατὰ Συρίαν τῇ Ἀθηνᾷ κατ᾿ ἔτος παρθένος,
νῦν δὲ ἔλαφος.

καὶ μὴν καὶ οἱ ἐν Λιβύῃ
Καρχηδόνιοι ἐποίουν τὴν θυσίαν, ἣν Ἰφικράτης
ἔπαυσε. καὶ Δουματηνοὶ δὲ τῆς Ἀραβίας κατ᾿ ἔτος 
ἕκαστον ἔθυον παῖδα, ὃν ὑπὸ βωμὸν ἔθαπτον, ᾧ
χρῶνται ὡς ξοάνῳ.

Φύλαρχος δὲ κοινῶς πάντας
τοὺς Ἕλληνας, πρὶν ἐπὶ πολεμίους ἐξιέναι, ἀνθρω-
 ποκτονεῖν ἱστορεῖ. καὶ παρίημι Θρᾷκας καὶ Σκύθας,
καὶ ὡς Ἀθηναῖοι τὴν Ἐρεχθέως καὶ Πραξιθέας θυγατέρα 
ἀνεῖλον. ἀλλ᾿ ἔτι γε νῦν τίς ἀγνοεῖ κατὰ τὴν
Μεγάλην πόλιν τῇ τοῦ Λατιαρίου Δῖός ἑορτῇ σφαζόμενον
ἄνθρωπον;

Καὶ πάλιν φησὶν 
 “Ἀφ᾿ οὗ μέχρι τοῦ νῦν οὐκ ἐν Ἀρκαδίᾳ μόνον 
τοῖς Λυκαίοις, οὐδ᾿ ἐν Καρχηδόνι τῷ Κρόνῳ κοινῇ
πάντες ἀνθρωποθυτοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ περίοδον, τῆς
τοῦ νομίμου χάριν μνήμης, ἐμφύλιον ἀεὶ αἷμα ῥαίνουσι
πρὸς τοὺς βωμούς.”

Ταῦτα μὲν οὖν ἐκ τῆς προδηλωθείσης κείσθω 
 γραφῆς. ἐκ δὲ τοῦ πρώτου συγγράμματος τῆς Φίλωνος
Φοινικικῆς ἱστορίας παραθήσομαι ταῦτα 
 “Ἔθος ἦν τοῖς παλαιοῖς ἐν ταῖς μεγάλαις συμφοραῖς
τῶν κινδύνων ἀντὶ τῆς πάντων φθορᾶς τὸ
ἠγαπημένον τῶν τέκνων τοὺς κρατοῦντας ἢ πόλεως 
ἢ ἔθνους εἰς σφαγὴν ἐπιδιδόναι λύτρον τοῖς τιμωροἲς
δαίμοσι· κατεσφάττοντο δὲ οἱ διδόμενοι μυστικῶς.
Κρόνος τοίνυν, ὃν οἱ Φοίνικες Ἢλ προσαγορεύουσι,
βασιλεύων τῆς χώρας, καὶ ὕστερον μετὰ
τὴν τοῦ βίου τελευτὴν εἰς τὸν τοῦ Κρόνου ἀστέρα 
καθιερωθεὶς, ἐξ ἐπιχωρίας νύμφης Ἀνωβρὲτ λεγομένης
υἱὸν ἔχων μονογενῆ, ὃν διὰ τοῦτο Ἰεοὺδ ἐκά-

 
λουν, τοῦ μονογενοῦς οὕτως ἔτι καὶ νῦν καλουμένου
παρὰ τοῖς Φοίνιξι, κινδύνων ἐκ πολέμου μεγίστων 
κατειληφότων τὴν χώραν, βασιλικῷ κοσμήσας σχήματι
τὸν υἱὸν, βωμόν τε κατασκευασάμενος
 κατέθυσε.”

Ταῦτα μὲν οὖν τοῦτον εἶχε τὸν τρόπον. εἰκότως
ἄρα ὁ θαυμάσιος Κλήμης ἐν τῷ πρὸς Ἕλληνας
Προτρεπτικῷ, αὐτὰ δὴ ταῦτα ἐπιμεμφόμενος, τοιάδε
καὶ αὐτὸς τὴν πλάνην τῶν ἀνθρώπων ἀπολοφύρεται
 λέγων 
 “Φέρ᾿ οὖν δὴ καὶ τοῦτο προσθῶμεν, ὡς ἀπάνθρωποι
καὶ μισάνθρωποι δαίμονες εἶεν ὑμῶν οἱ θεοὶ
καὶ οὐχὶ μόνον ἐπιχαίροντες τῇ φρενοβλαβείᾳ τῶν
ἀνθρώπων, πρὸς δὲ καὶ ἀνθρωποκτονίας ἀπολαύον- 
 τες· νυνὶ μὲν τὰς ἐν σταδίοις ἐνόπλους φιλονεικίας,
νυνὶ δὲ τὰς ἐν πολέμοις ἀναρίθμους φιλοτιμίας ἀφορμὰς
σφίσιν ἡδονῆς ποριζόμενοι, ὅπως ὅτι μάλιστα
ἔχοιεν ἀνθρωπείων ἀνέδην ἐμφορεῖσθαι φόνων. ἤδη 
δὲ κατὰ πόλεις καὶ ἔθνη, οἱονεὶ λοιμοὶ ἐπισκήψαντες,
 σπονδὰς ἀπῄτησαν ἀνημέρους. Ἀριστομένης γοῦν ὁ
Μεσσήνιος τῷ Ἰθωμήτῃ Διὶ τριακοσίους ἀπέσφαξε, 
τοσαύτας ὁμοῦ καὶ τοιαύτας καλλιερεῖν οἰόμενος ἑκατόμβας·
ἐν οἷς καὶ Θεόπομπος ἦν ὁ Λακεδαιμονίων
βασιλεὺς, ἱερεῖον εὐγενές. Ταῦροι δὲ τὸ ἔθνος, οἱ
 περὶ τὴν Ταυρικὴν Χερρόνησον κατοικοῦντες, οὓς ἂν
τῶν ξένων παρ᾿ αὐτοῖς ἕλωσι, τούτων δὴ τῶν κατὰ
θάλατταν ἐπταικότων, αὐτίκα μάλα τῇ Ταυρικῇ καταθύουσιν
Ἀρτέμιδι. ταύτας σου τὰς θυσίας Εὐριπίδης
ἐπὶ σκηνῆς τραγῳδεῖ. Μόνιμος δὲ ἱστορεῖ ἐν
 τῇ τῶν θαυμασίων Συναγωγῇ ἐν Πέλλῃ τῆς Θεττα-
 

 
λίας Ἀχαιὸν ἄνθρωπον Πηλεῖ καὶ Χείρωνι καταθύε-
 σθαι. Λυκτίους γὰρ — Κρητῶν δὲ ἔθνος εἰσὶν οὗτοι
— Ἀντικλείδης ἐν Νόστοις ἀποφαίνεται ἀνθρώπους
ἀποσφάττειν τῷ Διὶ, καὶ Λεσβίους Διονύσῳ τὴν
ὁμοίαν προσάγειν θυσίαν Δωσίδας λέγει. Φωκαεῖς 
δὲ — οὐδὲ γὰρ αὐτοὺς παραπέμψομαι — τούτους
Πυθοκλῆς ἐν τρίτῳ Περὶ ὁμονοίας τῇ Ταυροπόλῳ
Ἀρτέμιδι ἄνθρωπον ὁλοκαυτεῖν ἱστορεῖ. Ἐρεχθεὺς
δὲ ὁ Ἀττικὸς καὶ Μάριος ὁ ῾Ρωμαῖος τὰς αὑτῶν ἐθυσάτην
θυγατέρας· ὧν ὁ μὲν τῇ Φερρεφάττῃ, ὡς Δημάρατος 
ἐν πρώτῃ Τραγῳδουμένων, ὁ δὲ τοῖς ἀποτροπαίοις,
ὁ Μάριος, ὡς Δωρόθεος ἐν τετάρτῃ Ἰταλικῶν
ἱστορεῖ. φιλάνθρωποί γε ἐκ τούτων καταφαίνονται
οἱ δαίμονες· πῶς δὲ οὐκ ἀνόσιοι ἀναλόγως
 οἱ δεισιδαίμονες, οἱ μὲν σωτῆρες εὐφημούμενοι, οἱ 
δὲ σωτηρίαν αἰτούμενοι παρὰ τῶν ἐπιβούλων σωτηρίας;
καλλιερεῖν γοῦν τοπάζοντες αὐτοῖς σφᾶς αὐτοὺς
λελήθασιν ἀποσφάττοντες ἀνθρώπους. οὐ γὰρ
οὖν παρὰ τὸν τόπον ἱερεῖον γίνεται ὁ φόνος· οὐδ᾿ εἰ
Ἀρτέμιδί τις καὶ Διὶ ἐν ἱερῷ δῆθεν χωρίῳ μᾶλλον 
ἢ ὀργῇ καὶ φιλαργυρίᾳ, ἄλλοις ὁμοίοις δαίμοσιν ἐπὶ
βωμοῖς, ἢ ἐν ὁδοῖς ἀποσφάττοι τὸν ἄνθρωπον, ἱερὸν
ἱερεῖον ἐπιφημίσας· ἀλλὰ φόνος ἐστὶ καὶ ἀνδροκτασία
ἡ τοιαύτη θυσία.

τί δὴ οὖν, ὦ σοφώτατοι
 τῶν ἅλλων ζῴων ἄνθρωποι, τὰ μὲν θηρία περιφεύγομεν 
τὰ ἀνήμερα, κἄν που περιτύχωμεν ἄρκτῳ, ἢ
λέοντι, ἐκτρεπόμεθα,
 ὡς· δ᾿ ὅτε τίς τε δράκοντα ἰδὼν παλίνορσος ἀπέστη 
 οὔρεος ἐν βήσσῃς, ὑπό τε τρόμος ἔλλαβε γυῖα, 
 ἄψ τ᾿ ἀνεχώρησε. 
δαίμονας δ᾿ ὀλεθρίους καὶ ἀλιτηρίους, ἐπιβούλους
τε καὶ μισανθρώπους καὶ λυμεῶνας ὄντας προαισθό-

 
μένοι καὶ συνιέντες οὐκ ἐντρέπεσθε, οὐδὲ ἀποστρέ-
φεσθε;”

Τοσαῦτα καὶ ὁ Κλήμης. ἔχω δέ σοι καὶ ἄλλον x 
παραστῆσαι μάρτυρα τῆς τῶν ἀθέων καὶ ἀπανθρωπων
 δαιμόνων μιαιφονίας , Διονύσιον τὸν Αλικαρνασσέα,
ἄνδρα τῆς Ῥωμαϊκῆς ἱστορίας ἀκριβῆ τὴν
γραφὴν ἅπασαν ἐκθέμενον. γράφει δ’ οὖν καὶ οὗτος
τὸν Δία καὶ τὸν Ἀπόλλωνα αἰτῆσαί ποτε ἀνθρωπο-
θυσίας, τοὺς δ’ αἰτηθέντας καρπῶν μὲν ἀπάντων
 καὶ βοσκημάτων τὸ λάχος ἀποθῦσαι τοῖς θεοῖς, ὅτι δὲ
μὴ καὶ ἀνθρώπους ἔθυσαν παντοίαις περιστῆναι συμ-
φοραῖς. οὐδὲν δὲ οἶον καὶ τοῦ συγγραφέως ἀκοῦσαι
ὧδέ πη διεξιόντος

" Ὀλίγον δὲ κατέμεινεν ἐν Ἰταλίᾳ τῶν Ἀβοριγίνων
 προνοίᾳ. πρῶτον μὲν οὖν τῆς οἰκοφθορίας 
ταῖς πόλεσιν ἐδόκει αὐχμῷ ἡ γῆ κακωθεῖσα ἄρξαι,
ἡνίκα οὔτ’ ἐπὶ τοῖς δένδρεσι καρπὸς οὐδεὶς ὡραῖος
διέμεινεν, ἀλλ’ ὠμοὶ κατέρρεον, οὔτε ὁπόσα σπερ-
μάτων ἀνέντα βλαστοὺς ἀνθήσειεν ὡς στάχυος ἀκμῆς
 μὴς τοὺς κατὰ νόμον ἐξεπλήρου χρόνους , οὔτε πόα
κτήνεσιν ἐφύετο διαρκὴς, τῶν τε ναμάτων τὰ μὲν
οὐκέτι πίνεσθαι σπουδαῖα ἦν , τὰ δ’ ὑπελίμπανε θέρους,
τὰ δ’ εἰς τέλος ἀπεσβέννυτο. ἀδελφὰ δὲ τούτοις
ἐγίνετο περὶ προβάτων καὶ γυναικῶν γονάς· ἢ
 γὰρ ἐξημβλοῦτο τὰ ἔμβρυα , ἢ κατὰ τοὺς τόκους διε-
φθείρετο, ἔστιν ἃ καὶ τὰς φερούσας συνδιαλυμηνάμενα. 
εἰ δέ τι διαφύγοι τὸν ἐκ τῶν ὠδίνων κίνδυνον
ἀνάπηρον, ἢ ἀτελὲς, ἢ διὰ ἄλλην τινὰ τύχην 
βλαφθὲν, τρέφεσθαι χρηστὸν οὐκ ἦν· ἔπειτα καὶ τὸ
 ἄλλο πλῆθος τὸ ἐν ἀκμῇ μάλιστα ἐκακοῦτο νόσοις καὶ
 

 
θανάτοις παρὰ τὰ εἰκότα συχνοἲς. μαντευομένοις δὲ
αὐτοἲς τίνα θεῶν ἢ δαιμόνων παραβάντες τάδε πά-
σχουσι καὶ τί ποιήσασιν αὐτοῖς λωφῆσαι τὰ δεινὰ
ἐλπὶς, ὁ θεὸς ἀνεῖλεν ὅτι τυχόντες ὧν ἐβούλοντο οὐκ
ἀπέδοσαν ἃ ηὔξαντο, ἀλλὰ προσοφείλουσι τὰ πλείστου 
ἄξια. οἱ γὰρ Πελασγοὶ, ἀφορίας αὐτοῖς γενομένης
ἐν τῇ γῇ πάντων χρημάτων, ηὔξαντο τῷ Διὶ
 καὶ τῷ Ἀπόλλωνι καὶ τοῖς Καβείροις καταθύσειν δεκάτας
τῶν προσγενησομένων ἁπάντων, τελεσθείσης
δὲ τῆς εὐχῆς ἐξελόμενοι καρπῶν τε καὶ βοσκημάτων 
ἁπάντων τὸ λάχος ἀπέθυσαν τοῖς θεοῖς, ὡς δὴ κατὰ
τούτων μόνων εὐξάμενοι. ταῦτα δὲ Μυρσίλος ὁ
Λέσβιος ἱστόρηκεν ὀλίγου δεῖν τοῖς αὐτοῖς ὀνόμασι
γράφων οἷς ἐγὼ νῦν, πλὴν ὅσον οὐ Πελασγοὺς καλεῖ
τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ Τυρρηνούς· τὴν δ᾿ αἰτίαν 
ὀλίγον ὕστερον ἀλλὰ.”

“Ὡς δὲ ἀπενεχθέντα τὸν χρησμὸν ἔμαθον,
οὐκ εἶχον τὰ λεγόμενα συμβαλεῖν. ἀμηχανοῦσι δὲ
αὐτοῖς τῶν γεραιτέρων τις λέγει συμβαλὼν τὸ λόγιον,
ὅτι τοῦ παντὸς ἡμαρτήκασιν, εἰ οἴονται τοὺς 
 θεοὺς ἀδίκως αὐτοῖς ἐγκαλεῖν· χρημάτων μὲν γὰρ
ἀποδεδόσθαι τὰς ἀπαρχὰς αὐτοῖς ἁπάσας ὀρθῶς τε
καὶ σὺν δίκῃ, ἀνθρώπων δὲ γονῆς τὸ λάχος, χρῆμα
παντὸς μάλιστα θεοῖς τιμιώτατον, ὀφείλεσθαι· εἰ δὲ
δὴ καὶ τούτων λάβοιεν τὴν δικαίαν μοῖραν, τέλος 
ἕξειν σφίσι τὸ λόγιον. τοῖς μὲν δὴ ὀρθῶς ἐδόκει
λέγεσθαι ταῦτα, τοῖς δ᾿ ἐξ ἐπιβουλῆς συγκεῖσθαι ὁ
λόγος· εἰσηγησαμένου δέ τινος τὴν γνώμην τὸν θεὸν
 ἐπερέσθαι, εἰ αὐτῷ φίλον ἀνθρώπων δεκάτας ἀπολαμβάνειν,
πέμπουσι τὸ δεύτερον θεοπρόπους, καὶ ὁ 
θεὸς ἀνεἲλεν οὕτω ποιεῖν.

ἐκ δὲ τούτου στάσις
αὐτοὺς καταλαμβάνει περὶ τοῦ τρόπου τῆς δεκατεύ-

 
σεως· καὶ ἐν ἀλλήλοις οἶ προεστηκότες τῶν πόλεων
τότε πρῶτον ἐταράχθησαν, ἔπειτα καὶ τὸ λοιπὸν πλῆ-
θος δι’ ὑποψίας τοὺς ἐν τέλει ἐλάμβανεν. ἐγίνοντο
δὲ οὐδενὶ κόσμῳ αἶ ἐπαναστάσεις, ἀλλ’, ὥσπερ εἰκὸς,
 οἴστρῳ καὶ θεοβλαβείᾳ ἀπελαυνομένων , καὶ πολλὰ
ἐφέστια ὅλα ἐξηλείφθη μέρους αὐτῶν μεθισταμένου·
οὐ γὰρ ἐδικαίουν οἶ προσήκοντες τοῖς ἐξιοῦσιν ἀπο-
λείπεσθαι τῶν φιλτάτων καὶ ἐν τοῖς ἐχθίστοις ὑπο-
μένειν. πρῶτον μὲν δὴ οὗτοι μεταστάντες ἐξ Ἰταλίας
 εἴς τε τὴν Ἑλλάδα καὶ τῆς βαρβάρου πολλὴν ἐπλα-
νήθησαν. μετὰ δὲ τοὺς πρώτους ἕτεροι τὸ αὐτὸ ἔπα-
θον, καὶ τοῦτο διετέλει γινόμενον ἐπὶ ἔτη. οὐ γὰρ 
ἀνίεσαν οἶ δυναστεύοντες ἐν ταῖς πόλεσι τῆς ἀνδρουμένης
ἀεὶ νεότητος ἐξαιρούμενοι τὰς ἀπαρχὰς, τοῖς
 τε θεοῖς τὰ δίκαια ὑπουργεῖν ἀξιοῦντες καὶ στασια-
σμοὺς ἐκ τῶν διαλαθόντων δεδιότες. ἦν δὲ πολὺ καὶ
τὸ πρὸς ἔχθραν σὺν προφάσει εὐπρεπεῖ ἀπελαυνόμενον
ὑπὸ τῶν διαφόρων · ὥστε πολλαὶ αἱ ἐπαναστάσεις
ἐγίνοντο καὶ ἐπὶ πλεῖστον γῆς τὸ Πελασγικὸν
 γένος διεφορήθη."

Καὶ μετὰ βραχέα φησὶ 
 " Λέγουσι δὲ καὶ τὰς θυσίας ἐπιτελεῖν τῷ Κρόνῳ
τοὺς παλαιοὺς, ὥσπερ έν Καρχηδόνι τέως ἡ πόλις
διέμεινε καὶ παρὰ Κελτοῖς εἰς τόδε χρόνου γίνεται,
 καὶ ἐν ἄλλοις τισὶ τῶν προσεσπερίων ἐθνῶν ἀνδρο-
φονοῦσιν, Ἡρακλέα δὲ παῦσαι τὸν νόμον τῆς θυσίας
βουληθέντα τόν τε βωμὸν ἱδρύσασθαι τὸν ἐπὶ τῷ
Σατορνίῳ καὶ κατάρξασθαι θυμάτων ἁγνῶν ἐπὶ καθαρῷ
πυρὶ ἁγιζομένων , ἔνα δὲ μηδὲν ᾖ τοῖς ἀνθρώποις
 δέους ἐνθύμιον, ὡς πατρίων ἠλογηκόσι θυσιῶν,
 

 
 διδάξαι τοὺς ἐπιχωρίους ἀπομειλιττομένους τὴν τοῦ
 θεοῦ μῆνιν ἀντὶ τῶν ἀνθρώπων , οὓς συμποδίζοντες
καὶ τῶν χειρῶν ἀκρατεῖς ποιοῦντες ἐρρίπτουν εἰς τὸ
τοῦ Τιβέριος ῥεῖθρον, εἴδωλα ποιοῦντας ἀνδρείκελα,
κεκοσμημένα τὸν αὐτὸν ἐκείνοις τρόπον, ἐμβάλλειν 
εἰς τὸν ποταμὸν, ἔνα δὴ τὸ τῆς ὀττείας ὅ τι δή ποτε
ἦν ἐν ταῖς ἀπάντων ψυχαῖς παραμένον ἐξαιρεθῇ, τόν
εἰκόνων τοῦ παλαιοῦ πάθους ἔτι σωζομένων. τοῦτο
δὲ καὶ μέχρις ἐμοῦ διετέλουν Ῥωμαῖοι δρῶντες ἔτι
 μικρὸν ὕστερον ἐαρινῆς ἰσημερίας , ἐν μηνὶ Μαίῳ 
ταῖς καλουμέναις εἰδοῖς, διχομήνιδα βουλόμενοι ταύτην
εἶναι τὴν ἡμέραν , ἐν ᾗ προθύσαντες ἱερεῖα τὰ
κατὰ τοὺς νόμους οἱ καλούμενοι ποντίφικες, ἱερέων
οἱ διαφανέστατοι, καὶ σὺν αὐτοῖς αἱ τὸ ἀθάνατον
πῦρ διαφυλάττουσαι παρθένοι , στρατηγοί τε καὶ τῶν 
ἄλλων πολιτῶν οὓς παρεῖναι ταῖς ἱερουργίαις θέμις,
εἴδωλα εἰς μορφὰς ἀνθρώπων εἰκασμένα, τριάκοντα
τὸν ἀριθμὸν ἀπὸ τῆς ἱερᾶς γεφύρας βάλλουσιν εἰς τὸ
ῥεῦμα τοῦ Τιβέριος, Ἀργείους αὐτὰ καλοῦντες."

Τοσαῦτα μὲν δὴ ταῦτα. καὶ ὁ Διόδωρος δὲ 
τὰ ὅμοια τούτοις ἐν εἰκοστῇ βίβλῳ τῆς ἱστορικῆς Βι-
βλιοθήκης ἱστορεῖ, μετὰ τὴν Ἀλεξάνδρου τοὐ Μακε-
δόνος τελευτὴν, ἐπὶ τοῦ πρώτου Πτολεμαίου, περὶ
 Καρχηδονίων ὑπὸ Ἀγαθοκλέους τοῦ Σικελίας τυράννου
πολιορκουμένων, ταῦτα πρὸς λέξιν γράφων 
 “Ηιτιῶντο δὲ καὶ τὸν Κρόνον αὐτοῖς ἐναντιοῦ-
σθαι, καθ’ ὅσον ἐν τοῖς ἔμπροσθεν χρόνοις θύοντες
τούτῳ τῷ θεῷ τῶν υἱῶν τοὺς κρατίστους , ὕστερον
ὠνούμενοι λάθρα παῖδας, καὶ θρέψαντες ἔπεμπον
ἐπὶ τὴν θυσίαν , καὶ ζητήσεως γενομένης εὑρέθησάν 
 

 
τινες τῶν καθιερουργημένων ὑποβολιμαἲοι γεγονότες.
τούτων δὲ λαβόντες ἔννοιαν, καὶ τοὺς πολεμίους πρὸς
τοῖς τείχεσιν ὁρῶντες στρατοπεδεύοντας, ἐδεισιδαιμόνουν
ὡς καταλελυκότες τὰς πατρίους τῶν θεῶντιμάς.
 διορθώσασθαι δὲ τὰς ἀγνοίας σπεύδοντες 
διακοσίους μὲν τῶν ἐπιφανεστάτων παίδων προκρίναντες
ἔθυσαν δημοσίᾳ, ἄλλοι δ᾿ ἐν διαβολαῖς ὄντες
ἑκουσίως ἑαυτοὺς ἔδοσαν, οὐκ ἐλάττους ὄντες τριακοσίων.
ἦν δὲ παρ᾿ αὐτοῖς ἀνδριὰς Κρόνου χαλκοῦς,
 ἐκτετακὼς τὰς χεῖρας ὑπτίας ἐκτεταμένας ἐπὶ τὴν
γῆν, ὥστε τὸν συντιθέντα τῶν παίδων ἀποκωλύεσθαι
καὶ πίπτειν εἴς τι χάσμα πλῆρες πυρός.”

Τοιαῦτα δὴ καὶ οὗτος διὰ τῆς οἰκείας ἱστορίας
παρέδωκεν. εἰκότως ἄρα καὶ ἡ παρ᾿ Ἑβραίοις 
 γραφὴ καταμέμφεται τοῖς τὰ τοιαῦτα ζηλώσασι τῶν
ἐκ περιτομῆς, φάσκουσα “καὶ ἔθυον τοὺς υἱοὺς αὐτῶν
καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν τοῖς δαιμονίοις· καὶ
ἐφονοκτονήθη ἡ γῆ ἐν τοῖς αἵμασι, καὶ ἐμιάνθη ἐν
τοῖς ἔργοις αὐτῶν.” ἀλλὰ γὰρ ἡγοῦμαι διὰ τούτων
 ἀπεληλέγχθαι σαφῶς δαιμονικήν τινα γεγονέναι τὴν
παλαιτάτην καὶ πρώτην τῶν ξοάνων ἵδρυσιν, καὶ
πάσαν τὴν εἰδωλικὴν τῶν ἐθνῶν θεοποιίαν καὶ δαιμόνων
οὐκ ἀγαθῶν, ἀλλὰ πάντα μοχθηροτάτων καὶ 
φαύλων· ὡς ἐπαληθεύειν τὸ φάσκον ἐν προφητείαις
 λόγιον “πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια·” τό τε
ἀποστολικὸν, δι᾿ οὗ φησιν ὅτι “ἃ θύουσι, δαιμονίοις
καὶ οὐ θεῷ θύουσιν.”

ἢ εἴ τί γε ἦν ἀγαθὸν ἐν
αὐτοῖς, ὡς διὰ τοῦτο καὶ τῆς τῶν ἀγαθῶν μεταλαχεῖν
προσηγορίας, εὐεργετικὸν ἂν ἦν καὶ πάντων σωτή-
 ριον, φίλον τε δικαιοσύνης καὶ ἀνθρώπων κηδεμονικόν.
τοιοῦτον δὲ ὂν πῶς ἀνθρώπων ἔχαιρε σφαγαῖς;
πῶς δὲ οὐκ ἀπεῖργε διὰ χρησμῶν τὸ ἀνθρώπειον γέ-

 
νος τοιαῦτα πράττειν; ἦ που χεῖρον ἦν καὶ φαυλότερον
ἀνθρώπων, οἵ γε νόμων τιμωρίαις ἐξάντεις
 τοὺς μαιφόνους κατέστησαν. οὐ γὰρ θεός τις ἦν,
ἀλλ᾿ ἄνθρωπος, ὁ τῆς ἀνθρωποθυσίας τὴν χρόνιον
καὶ μακρὰν παραλύσας νόσον.

Ὅτι δὲ φαύλων ἦν καὶ πονηρῶν ταῦτα δαιμόνων
εἴη ἄν σοι ἔτι μᾶλλον συμφανὲς, εἰ λογίσαιο
 τὰ τῆς ἐπιρρήτου καὶ ἀκολάστου πορνείας αὐτῶν τῆς
ἐν Ἡλίου πόλει τῆς Φοινίκης εἰσέτι νῦν ἐπιτελούμενα
καὶ παρὰ πλείστοις ἄλλοις ἀνθρώπων. μοιχείας 
γοῦν καὶ φθορὰς καὶ παρανόμους ἑτέρας μίξεις ἐπὶ
τιμῇ θεῶν, ὥσπερ τι χρέος ὀφειλόμενον, χρῆναί φα-
 σιν ἐκτελεῖν, καὶ τῆς μοιχιδίου καὶ πορνικῆς πράξεως
τοῖς θεοῖς ἀπάρχεσθαι, τῆς ἀκλεοῦς ταύτης καὶ
ἀσέμνου ἐμπορίας, ὥσπερ τι χαριστήριον ἀγαθὸν, 
τοὺς καρποὺς αὐτοῖς ἀνατιθέντας. ὅμοια γὰρ ταῦτα
ταῖς ἀνθρωποθυσίαις.

εἰ δὴ οὖν οὐδὲ σώφρονος
ἀνδρὸς οἰκεῖον τὸ χαίρειν φόνοις αἰσχρορρημοσύναις
τε καὶ παρανόμοις γυναικῶν μίξεσιν, ἐπὶ μισθῷ τὴν
ὥραν ἀπεμπολούσαις, πολλοῦ δεῖ φάναι θεῶν ἢ δαι- 
 μόνων εἶναι ἀγαθῶν τὸ ἀποδέχεσθαι τὰ τοιαῦτα. εἰ
δὲ δὴ λέγοι τις φαύλων μὲν ὁμολογουμένως εἶναι
ταῦτα δαιμόνων, πλὴν ἀλλ᾿ ἑτέρους εἶναι τοὺς ἀγαθοὺς,
οὓς δὴ μάλιστα σέβειν αὐτοὺς οἷα σωτῆρας,
πευστέον ποῦ ἄρα ἦσαν αὐτοῖς οἱ ἀγαθοὶ σωτῆρες, 
εἰ δὴ καὶ τούτους ἔσεβον, ὥστε μὴ τοὺς πονηροὺς
τοιαῦτα δρῶντας κατὰ τῶν προσφύγων ἀπερύκειν,
ποῦ δὲ οἱ ἀγαθοὶ δαίμονες, τοὺς βλαπτικοὺς μὴ ἀπελαύνειν
καὶ τοῖς θεραπεύουσι συμμαχεῖν; τί δὲ καὶ
περιεφρόνουν παρορῶντες τὸ λογικὸν καὶ θεοφιλὲς 
ἀνθρώπων γένος τῇ τῶν φαύλων δαιμόνων ὠμότητι
κατατρυχόμενον, οὐχὶ δὲ ἄντικρυς τοῖς πᾶσι προεκή-

 
ρυττον ἀμεταστρεπτὶ φεύγειν καὶ ἀποτρέπεσθαι πάντα 
θεὸν ὀνομαζόμενον ὡς οὐ θεὸν, ἀλλὰ φαῦλον δαίμονα,
ᾧ τὰ ὠμὰ καὶ ἀπάνθρωπα καὶ παράνομα καὶ
αἰσχρὰ φίλα τυγχάνει;

καὶ εἴτε τις ἦν πάλαι
 πρότερον ἐν Ῥόδῳ νενομισμένος θεὸς χαίρων ἀνθρω-
ποθυσίαις , τοῦτον ὁ ἀληθὴς θεὸς , εἴ τις ἦν ἄρα τὴν
πρᾶξιν ἐπισχὼν, οὐ θεὸν, ἀλλὰ φαῦλον ἡγεῖσθαι δαίμονα
τοῖς πάσι προεκήρυξεν , εἴτε ἐν Σαλαμῖνι τῇ
πρότερον Κορωνείᾳ ὀνομαζομένῃ , ἐν ᾑ ἐν μηνὶ κατὰ
 Κυπρίους Ἀφροδισίῳ ἐθύετο ἄνθρωπος , καὶ τοῦτον
ὁ ἀληθὴς θεὸς ἀπέφηνεν ἂν ἀλιτήριον εἶναι δαίμονα,
παύσας ὡς ἀσεβὲς καὶ ἀνόσιον τὸ γινόμενον;

εἰ δὲ καὶ ἐν Ἠλίου πόλει τῆς Αἰγύπτου τὸν τῆς 
ἀνθρωποκτονίας νόμον Ἄμωσις ἔλυσε, πολὺ κρείττονα
 τοῦ θεοῦ τὸν ἄνθρωπον ὁ ἀληθὴς θεὸς ἐδίδα-
ξεν ἂν γεγονέναι· οὐ γὰρ θεὸς, δαίμων δὲ πάλιν
κἀκεῖνος ἦν ὁ κατάρχων τῆς ἀνθρωποκτονίας. οὐκ
ἂν δὲ ὁ ἀληθὴς θεὸς καὶ τὸν τῆς Ἥρας δαίμονα οὐχὶ
μιαρὸν ἡγεῖσθαι δεῖν ἐνομοθέτησεν, ᾡ τῆς ἡμέρας
 ἑκάστης τρεῖς ἀνθρώπους θύεσθαι παρέστησεν ἡ
ἱστορία.

τί δ’ ἂν γένοιτο δαιμονικώτερον ἀληθῶς
θῶς τοῦ καλουμένου Ὠμαδίου Διονύσου. ᾧ φασιν 
ἐν Χίῳ ἄνθρωπον μελιστὶ διασπῶντας θύειν, ἢ τοῦ
ἐν Τενέδῳ ὡσαύτως , ὃν καὶ αὐτὸν διὰ τῆς ἀνθρωποθυσίας
 ἱλάσκοντο; ἀπηγόρευσε δ’ ἂν ὁ ἀληθὴς
θεὸς καὶ τῷ Ἄρει τῷ βροτολοιγῷ καὶ φιλοπολέμῳ
δαίμονι θύειν ἄνθρωπον, ἐνομοθέτησε δ’ ἂν μήτε
τῶν οἰκείων μήτε τῶν ἀλλοτρίων τὰ φίλτατα κατα-
σφάττειν αὐτῷ.

εἰ δὲ καὶ τῇ Ἀθηνᾷ κατ’ ἔτος
 παρθένος, ὥς φασιν, ἐθύετο ἐν Λαοδικείᾳ τῇ κατὰ
Συρίαν, καὶ ταύτην εἰπεῖν πονηρὸν δαίμονα οὐκ ἂν
ἐφυλάξατο ὁ ἀληθὴς θεός· ὡς καὶ τὸν ἐν Λιβύῃ τοῖς 

 
ὁμοίοις χαίροντα καὶ τὸν ἐπὶ τῆς Ἀραβίας, ᾧ καὶ
αὐτῷ κατ᾿ ἔτος ἕκαστον ἔθυον παῖδα, ὂν καὶ ὑπὸ
βωμὸν ἔθαπτον.

Τούτους ἅπαντας, καὶ τούς γε αἰσχρορρημονοσύναις
καὶ γυναικῶν παρανόμοις διαφθοραῖς 
τῇ τε ἄλλῃ τῇ προκατειλεγμένῃ μανίᾳ χαίροντας,
προεφώνησεν ἂν ὁ ἀληθὴς καὶ ἀγαθὸς εἴτε θεὸς εἴτε
καὶ δαίμων μηδαμῶς ἡγεῖσθαι θεούς. τοῦτο δὲ οὐδεὶς
 τῶν πώποτε ἢ μόνος ὁ παρ᾿ Ἑβραίοις τιμώμενος,
ὡς ἂν μόνος καὶ ἀληθὴς θεὸς, πεποιηκὼς μνημονεύεται.

μόνος γὰρ οὗτος διὰ τοῦ προφήτου καὶ θεολόγου
Μωυσέως προεκήρυξε τοῖς πᾶσι μὴ σέβειν ὡς
ἀγαθοὺς δαίμονας τοὺς φαύλους, ἔμπαλιν δὲ ἀποτρέπεσθαι
καὶ ἀπελαύνειν, ὡς ἂν πονηρὰ τυγχάνοντας
πνεύματα· καὶ μὴν καὶ καθαιρεῖν αὐτῶν τούς τε 
νεὼς καὶ τὰς ἀνιέρους καὶ ἀτελέστους θρησκείας, καὶ
πάμπαν ἐξ ἀνθρώπων ἀφανίζειν τὴν ὡς περὶ θεῶν
 αὐτῶν μνήμην, καὶ τὴν ἀπονεμομένην αὐτοῖς τιμὴν
ἐνομοθέτησεν. οὐδὲ γὰρ τοὺς φαύλους ἀπομειλίσσεσθαι
ὅσιον ἦν τοὺς τοῖς ἀγαθοῖς μεμελημένους.

εἴτε δὲ Φύλαρχος εἴτε καὶ ὁστισοῦν ἱστορεῖ πάντας
τοὺς Ἓλληνας πρὶν ἐπὶ τοὺς πολέμους ἐξιέναι
ἀνθρωποκτονεῖν, καὶ τοῦτον μάρτυρα τῆς Ἑλλήνων
δαιμονικῆς ἐπιληψίας μὴ ὄκνει παραλαμβάνειν· μὴ
παρίδῃς μηδὲ τοὺς κατὰ τὴν Ἀφρικὴν, τούς τε Θρᾷκας 
καὶ τοὺς Σκύθας τὰ ὅμοια πράττοντας, ταῖς αὐταῖς
τῶν δαιμόνων ὑπῆχθαι μανίαις ἀποφαίνεσθαι·
 ὡς καὶ τοὺς Ἀθηναίους καὶ τοὺς κατὰ τὴν Μεγάλην
πόλιν, εἰ δὴ καὶ οὗτοι κατὰ τὰς τοῦ Μεγάλου Δῖός
ἑορτὰς ἀνθρώπους ἔσφαζον.

ἀλλὰ γὰρ συναγαγὼν 
ὁμοῦ τὸν πάντων τῶν προειρημένων κατάλογον εὕροις
ἂν σχεδὸν εἰπεῖν πᾶσαν τὴν τῶν ἐθνῶν θεο-

 
ποιίαν τούτοις αὐτοῖς τοῖς ἀνθρωποκτόνοις πνεύμασι
καὶ τοῖς πονηροῖς δαιμονίοις ἀνακειμένην. εἰ γὰρ ἐν
Ῥόδῳ καὶ ἐν Σαλαμῖνι καὶ ταῖς ἄλλαις νήσοις, ἔν τε
Ἠλίου πόλει τῇ κατ’ Αἴγυπτον, ἔν τε Χίω καὶ Τενέδῳ
 καὶ Λακεδαίμονι καὶ Ἀρκαδίᾳ, Φοινίκῃ τε καὶ 
Λιβύῃ 5 καὶ πρὸς τούτοις ἅπασιν ἐν Συρίᾳ καὶ Ἀρα-
βίᾳ , καὶ παρά γε τοῖς Πανέλλησιν καὶ ἔτι τούτων
τοῖς Κορυφαιοτάτοις Ἀθηναίοις, κατά τε Καρχηδόνα
καὶ τὴν Ἀφρικὴν καὶ παρὰ Θρᾳξὶ καὶ Σκύθαις ἀποδέδεικται
 τὰ τῆς δαιμονικῆς ἀνθρωποκτονίας κατὰ
τοὺς παλαιοὺς χρόνους ἐπιτελούμενα , καὶ μέχρι τοῦ
σωτῆρος ἡμῶν παρατείναντα· πῶς οὐκ εὐλόγως τοὺς
πάντας εἴποις ἂν τότε τοῖς πονηροῖς δαίμοσι δεδου-
λῶσθαι , οὐ πρότερόν τε παῦλαν τῶν τοσούτων γενέσθαι
 τῷ βίῳ κακῶν ἢ τὴν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν καταλάμψαι 
διδασκαλίαν; ὅτι δὴ μέχρι τῶν Ἀδριανοῦ
χρόνων διαμεῖναι ταῦτα, λελύσθαι δ’ ἐξ ἐκείνου παρέστησεν
ὁ τῆς ἱστορίας λόγος. οὗτος δὲ μάλιστα ἦν
ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἡ σωτήριος εἰς πάντας ἀνθρώπους
 ἤκμαζε διδασκαλία.

καὶ μὴν οὐδὲ δυνατὸν αὐ-
τοῖς εἰπεῖν ὡς τοῖς πονηροῖς δαίμοσιν · αὐτοῖς
γὰρ μάλιστα τοῖς μεγίστοις θεοῖς ἡ ἱστορία τὰς ἀν-
θρωποθυσίας ἐδήλωσεν ἐπιτελεῖσθαι. θύεσθαι γὰρ
ἔφησε τῇ Ἥρᾳ καὶ τῇ Ἀθηνᾷ Κρόνῳ τε καὶ Ἄρει καὶ
 Διονύσω , καὶ αὐτῶ τῷ ἐπὶ πάντων Διὶ καὶ τῷ
Φοίβῳ, τῷ δὴ σεμνοτάτῳ πάντων καὶ σοφωτάτῳ
Ἀπόλλωνι· τούτους δὲ καὶ οὐκ ἄλλους τοὺς μεγί-
στους θεοὺς ἀγαθοὺς καὶ σωτῆρας ἀναγορεύουσιν.

αὐτοὶ δ’ ἄρα εἶεν ἂν οἶ πονηροὶ δαίμονες. εἰ γὰρ 
 οἵδε τοιαύταις ἀνθρωποθυσίαις καὶ ἀνθρωποκτονίαις
ἔχαιρον, πῶς οὐκ ἂν αὐτοὺς εἰκότως τῇ τῶν πονηρῶν
πνευμάτων μιαιφονίᾳ καταριθμήσειας, εἴτε αὐτοὶ χαί-

 
ρειν λέγοιντο τοῖς τοιούτοις εἴτε συγχωρεῖν καὶ περιορᾶν
ἑτέροις γιγνόμενα;

τί γὰρ χρῆν ὅλως ἐπιτρέπειν
ἀνθρώποις ἱλάσκεσθαι τὰ πονηρὰ πνεύματα;
τί δὲ τοσοῦτον πλανᾶσθαι ὡς θεραπεύειν καὶ κολακεύειν
τοὺς φαύλους; τί δὲ τοῖς πονηροῖς καταδουλοῦσθαι, 
δέον ἀγαθοὺς ὄντας καὶ θεοὺς πορρωτάτω
 τῆς ἀνθρώπων διατριβῆς πᾶν ὅ τι φαῦλον καὶ πονηρὸν
δυνάμει κρείττονι καὶ θειοτέρᾳ ἀπελαύνειν;

ἦ πατὴρ μὲν ἀγαθὸς οὐκ ἂν ὑπὸ φαύλοις ἀνδράσι
φθειρόμενον περιίδοι ἂν τὸν αὑτοῦ παῖδα, οὐδὲ τὸν 
 οἰκέτην σώφρων δεσπότης ὑπὸ τοῖς ἐχθροῖς ἀγόμενον
περιόψεται, οὐδέ γε πολέμου στρατηγὸς, τοὺς οἰκείους
παρὸν διασώσασθαι, τοῖς πολεμίοις αἰχμαλώτους
ἀνήσει, οὐδὲ ποιμὴν τὰ θρέμματα τοῖς λύκοις· θεοὶ
 δὲ ἄρα καὶ ἀγαθοὶ δαίμονες ὑπὸ τοῖς μοχθηροῖς καὶ 
φαύλοις ἀνήσουσι τὸ ἀνθρώπων γένος;

καὶ οἱ τρισμύριοι φύλακες μερόπων ἀνθρώπων, 
οἱ δὴ ποιμένες καὶ σωτῆρες, βασιλεῖς τε καὶ πατέρες
καὶ κύριοι, τοῖς ἐχθροῖς καὶ πολεμίοις καὶ ἀγρίοις
θηρσὶν ἀνηλεῶς οὕτως καὶ ὠμῶς ἄγειν καὶ φέρειν 
τὰ φίλτατα παραδώσουσιν, οὐχὶ δὲ προπολεμήσουσιν
ὑπερασπίζοντες τῶν προσφύγων, καὶ τοὺς μὲν ἐχθροὺς
καὶ πονηροὺς δαίμονας τῆς ἀνθρώπων ἀγέλης μακρὰν
ὥσπερ τινὰς ἀγρίους καὶ ὠμοβόρους θῆρας ἀποδιώ-
 ξουσι, διδάξουσι δὲ πάντα ἄνθρωπον μυρίων θεῶν 
καὶ δαιμόνων ἀγαθῶν πλήθει προσῳκειωμένων ἐπιθαρσοῦντα,
καὶ τοῖς οὐ μόνον κρείττοσιν, ἀλλὰ καὶ
πλείοσιν καὶ μεγίστοις θεοῖς καθωσιωμένον, σμικρὰ,
μᾶλλον δὲ τὸ μηδὲν ἐπιστρέφεσθαι τῆς τῶν πονηρῶν
δαιμόνων ἀσθενείας;

ὅτε δὲ τοῦτο μὴ ἔπραττον, 
συνήργουν δ᾿ ἔμπαλιν τοῖς πονηροῖς αὐτοὶ, διὰ τῶν
χρησμῶν τὰς προδηλωθείσας ἀνιέντες ἀνθρωποθυ-

 
σίας, χαίροντές τε αἰσχρορρημοσύναις ἀπάσαις καὶ
ταῖς τούτων ἀκολούθοις πράξεσιν, ἔργῳ, φασὶ, δῆλον
ὡς οὐδέν τι καὶ αὐτοὶ φαύλων δαιμόνων τὴν
φύσιν διήλλαττον, μᾶλλον δὲ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς
 ὑπῆρχον προαιρέσεως καὶ γνώμης· καὶ ἔτι μᾶλλον 
εἰπεῖν ὡς οὐδὲ ὅλως θεός τις ἢν, οὐδέ τις ἀγαθὸς
δαίμων, ὁ πάλαι πρὸς τῶν ἐθνῶν ἁπάντων κατὰ πό-
λεις τε καὶ χώρας προσκυνούμενος.

πῶς γὰρ ἂν
γένοιτό ποτε τῷ ἀγαθῷ τὸ φαῦλον φίλον, εἰ μὴ καὶ
 φωτὸς καὶ σκότους κρᾶσιν δύνασθαι μίαν φαίη τις
ἄν γενέσθαι; πόσῳ δὲ κρείττων ὁ παρ’ ἀνθρώποις
λογισμὸς τῶν νενομισμένων θεῶν, μηδὲ φαύλοις δαί-
μοσι χρῆναι θύειν παρακελευόμενος ; λέγει δ’ οὖν ὁ
πρόσθεν εἰρημένος συγγραφεὺς, ἐν οἷς ἔφησε μὴ δεῖν
 ζῳοθυτεῖν, ὅτι μηδὲ φαύλοις δαίμοσι θυτέον, τοῦτον 
’τον τρόπον

" Διὸ συνετὸς ἀνὴρ καὶ σώφρων εὐλαβη-
θήσεται τοιαύταις χρῆσθαι θυσίαις, δι’ ὧν ἐπισπά-
σεται πρὸς ἑαυτὸν τοὺς τοιούτους, σπουδάσει δὲ καθαίρειν
 τὴν ψυχὴν παντοίως · καθαρᾷ γὰρ ψυχῇ οὐκ
ἐπιτίθενται , διὰ τὸ αὐτοῖς ἀνόμοιον. εἰ δὲ ταῖς πόλεσιν 
ἀναγκαῖον καὶ τούτου ’ς ἀπομειλίττεσθαι, οὐδὲν
πρὸς ἡμὰς · ταύταις γὰρ καὶ πλοῦτος καὶ τὰ ἐκτὸς καὶ
τὰ σωματικὰ ἀγαθὰ εἶναι νενόμισται, καὶ τὰ ἐναντία,
 κακὰ, ὀλιγοστὸν δὲ ἐν αὐταῖς τὸ τῆς ψυχῆς ἐπιμελούμενον." 
 Τούτοις ἑξῆς ἐπάγει λέγων

"'Ημεῖς δὲ κατὰ δύναμιν οὐ δεησόμεθα ὧν 
οὗτοι παρέχουσιν, ἀλλ’ ἔκ τε ψυχῆς ἔκ τε τόν ἐκτὸς
 πάσαν σπουδὴν ποιούμεθα θεῷ μὲν καὶ τοῖς ἀμφ’
 

 
αὐτὸν ὁμοιοῦσθαι , ( ὃ γίνεται δι’ ἀπαθείας καὶ τῆς
περὶ τῶν ὄντως ὄντων διηρθρωμένης διαλήψεως καὶ
πρὸς αὐτὰ καὶ κατ’ αὐτὰ ζωῆς,) πονηροῖς δὲ ἀνθρώ-
ποις καὶ δαίμοσι καὶ ὅλως παντὶ τῷ χαίροντι τῷ
θνητῷ τε καὶ ὑλικῷ ἀνομοιοῦσθαι.

“Ὂν δὲ ἡμεῖς ὑπογράφομεν φιλόσοφον
στάμενον τῶν ἐκτὸς, εἰκότως φαμὲν μὴ ἐνοχλήσειν
δαίμοσι, μηδὲ μάντεων δεήσεσθαι, μηδὲ σπλάγχνων
ζῴων. ὣν γὰρ ἕνεκα αἱ μαντεῖαι, τούτων οὗτος μεμελέτηκεν
 ἀφίστασθαι. οὔτε γὰρ εἰς γάμον καθίησιν, 
ἔνα περὶ γάμου τὸν μάντιν ἐνοχλήσῃ· οὐκ εἰς ἐμπο-
ρίαν, οὐ περὶ οἰκέτου, οὐ περὶ κλοπῆς καὶ τῆς ἄλ-
λης παρὰ ἀνθρώποις δοξοκοπίας. περὶ ὧν δὲ ζητεῖ,
μάντις μὲν οὐδεὶς, οὐδὲ σπλάγχνα ζῴων μηνύσει τὸ
σαφές· αὐτὸς δὲ δι’ ἑαυτοῦ, ὡς λέγομεν , προσιὼν 
τῷ θεῷ, ὃς ἐν τοῖς ἀληθινοῖς αὐτοῦ σπλάγχνοις ἵδρυται,
 περὶ τοῦ αἰωνίου βίου λήψεται τὰς ὑποθήκας,
ὅλος ἐκεῖ συρρευσας.

Σαφέστατα δὴ διὰ τούτων ὁ λόγος ἐξέφηνεν
τίνων ἡγεῖσθαι χρὴ τὰ μαντεῖα καὶ τὰς διὰ θυτικῆς 
ἐρωτήσεις, τάς τε παρὰ τοῖς πολλοῖς θαυμαζομένας
περὶ τῶν ἀδήλων προγνώσεις. ταῦτα γὰρ πάντα δο-
ξοκοπίας ὀνομάσας ὡς ἂν ὑπὸ δαιμόνων πονηρῶν
ἐνεργούμενα ἀποβάλλει.

τὸν γοῦν περὶ φαύλων
δαιμόνων διεξιὼν λόγον , καὶ φάσκων τὸν συνετὸν 
ἄνδρα καὶ σώφρονα μή ποτε τούτοις ἑαυτὸν ἐπιδοῦναι,
 μηδ’ ἐπισπάσασθαι εἰς ἑαυτὸν διὰ τῶν θυσιῶν
τοὺς τοιούτους, ἑξῆς ἐπισυνάπτει λέγων τὸν φιλόσοφον
μηδὲ μαντείων δεήσεσθαι, μηδὲ σπλάγχνων
ζῴων, καὶ τῶν παραπλησίων , ὡς ἂν τῆς δαιμονικῆς 
ὄντων κακοτεχνίας.

εἰ δὴ οὖν κατὰ ταῦτα εὐλα-
βητέον τῷ συνετῷ καὶ σώφρονι τοιαύταις χρῆσθαι

 
θυσίαις, δι’ ὧν ἐπισπάσεται πρὸς ἑαυτὸν τοὺς δαί-
μονας—αὗται δ’ ἦσαν αἱ δι’ αἱμάτων ἐκχύσεως καὶ
δι’ ἀλόγων ζῴων σφαγῆς — οὐδεὶς ἂν ἐνδίκως ῥηθείη
σώφρων καὶ συνετὸς τῶν πάλαι ζῳοθυτούντων τοῖς 
 δαίμοσι, καὶ πολὺ μᾶλλον τῶν ἀνθρωποθυτούντων.

ἥλω δὲ τὰ πανταχοῦ πάντα σχεδὸν εἰπεῖν ἔθνη,
πρόσθεν ἢ τὸν ἡμέτερον σωτῆρα εἰς ἀνθρώπους ἀναδειχθῆναι,
τοὺς φαύλους ἱλεούμενα δαίμονας ταῖς
κατὰ πάντα τόπον ἐπιτελουμέναις ἀνθρωποθυσίαις.
 οὐδεὶς ἄρα τούτων συνετὸς ἦν καὶ σώφρων.

ὁ
μὲν οὖν κοινὸς καὶ ἀνθρώπινος λογισμὸς ἑπόμενος
ὀρθῷ λόγῳ παντὶ τῷ συνετῷ καὶ σώφρονι διαρρήδην
προκηρύττει μὴ χρῆσθαι θυσίαις ἐπὶ θεραπείᾳ
τῶν πονηρῶν δαιμόνων, σπουδάζειν δὲ καθαίρειν
 τὴν ψυχὴν παντοίως· καθαρᾷ γὰρ ψυχῇ μὴ ἐπιτίθεσθαι,
διὰ τὸ αὐτοῖς ἀνόμοιον·

ὁ δὲ θεὸς αὐτοῖς ὁ 
Ἀπόλλων , ( πάλιν γὰρ ἀνθρώποις τοῦτον παραβλητέον,
καὶ δεικτέον ὅσον τοῦ ὀρθοῦ λείπεται λογισμοῦ,)
προστάττει τῷ πονηρῷ δαίμονι θύειν, οὐκ ἄλλως ἢ
 δηλαδὴ φίλος ὢν αὐτῷ · κακῷ δὲ τὸ ὅμοιον φίλον.
τούτου δὲ μάρτυς ὁ καὶ πρόσθεν ἐν οἷς ἐπέγραψε
Περὶ τῆς ἐκ λογίων φιλοσοφίας’’ ὧδε ἱστορῶν πρὸς
λέξιν.

“ Σπεύδοντος γοῦν τοῦ προφήτου αὐτοπτῆσαι
 τὸ θεῖον καὶ ἐπειγομένου ὁ Ἀπόλλων ἀδύνατον ἔφη
τὸ τοιοῦτον πρὶν λύτρα τῷ πονηρῷ δαίμονι δοῦναι.
λέγει δὲ οὕτως
 λύτρα δίδου γαίης πατρίης οἰκήτορι σεμνῷ, 
 πρῶτα χοὰς, μετέπειτα πυρὴν ἠδ’ αἷμα κελαινὸν 
 οἴνου παμμέλανός τ’ ὀίων θ’ ἅμα λευκὰ ῥέεθρα. 
καὶ σαφέστερον εἶπε περὶ τῶν αὐτῶν
 οἶνον καὶ γάλα βάλλε καὶ ὕδατος ἀγλαὸν εἶδος, 

 
 καὶ ξύλα καρπὸν ἔχοντα διογνήτων ἀκυλάων· 
 σπλάγχνα δὲ κατθέμενος λιπαροῖς ἅμα νάμασι σπένδε. 
μετὰ ποίας δὲ εὐχῆς ἐρωτηθεὶς ἤρξατο μὲν, οὐ μὴν
ἐπλήρωσεν, οὕτως εἰπὼν
 δαῖμον ἀλιτρονόων ψυχῶν διάδημα λελογχὼς, 
 ἠερίων ὑπένερθε μυχῶν χθονίων τ’ ἐγύπερθεν.”

Ταῦτα μὲν ὁ θαυμάσιος θεὸς, μᾶλλον δὲ τὸ
πολυπλανὲς δαιμόνιον· τὰ δὲ τοῦ κατὰ φύσιν λογισμοῦ
τἀναντία, καθαίρειν τὴν ψυχὴν, ἀλλὰ μὴ θυσίαις
ἐπισπᾶσθαι τοὺς πονηροὺς δαίμονας, παρακελευόμενα· 
καθαρᾷ γὰρ ψυχῇ μὴ ἐπιτίθεσθαι διὰ τὸ
 αὐτοῖς ἀνόμοιον. εἰ δὲ δὴ συνετὸς εἶναι καὶ σώφρων
ἀνὴρ ὀρθῶς ἐκρίθη ὁ εὐλαβὴς καὶ μὴ θύων δαίμοσιν,
ὁ τοῖς πονηροῖς θύειν διὰ τοῦ χρησμοῦ παραινῶν
τίς ἂν εὐλόγως καὶ ποδαπὸς νομισθείη σοὶ καταλείπω 
σκοπεῖν.

ἐντεῦθεν δὲ ἀναδραμόντι προφανὲς
ἔσται ποῖοί τινες ὑπῆρχον τὴν τοῦ τρόπου
φύσιν οἱ ταῖς ἀνθρωποθυσίαις χαίροντες, ἢ οἱ τοὐτοις
πᾶν τὸ ἀνθρώπινον γένος πάλαι πρότερον καταδεδουλωμένοι.
εἰ δὲ λέγοι τις μὴ φαῦλον εἶναι τὸν 
τῆς ἀνθρωποθυσίας τρόπον , ὀρθότατα δ’ ὑπὸ τῶν
παλαιῶν τελεῖσθαι, ὥρα τοῖς νῦν καταμέμφεσθαι πᾶσιν,
 ὅτι μηδεὶς ὁμοίως τοῖς πατράσιν εὐσεβεῖ.

Εἰ δ’ ἐμφρόνως οἱ καθ’ ἡμὰς τῆς ἀπηνοῦς
καὶ ἀγρίας ὠμότητος τὴν ἀποστροφὴν ἐποιήσαντο, 
τῶν παλαιῶν οὐδεὶς ἦν ἄρα σοφὸς, τοὺς πονηροὺς
δαίμονας ταῖς ἀνθρωποκτονίαις μειλισσόμενος. ἀλλὰ
γὰρ καὶ τυφλῷ, φασὶ, δῆλον ὡς οὔτε θεοὶ ἂν εἶεν
οὔτε δαίμονες ἀγαθοὶ οἱ πάλαι πρὸς τῶν ἐθνῶν
ἁπάντων θεολογούμενοι , πορρωτάτω δὲ τοὐ ἀγαθοῦ 
ἐξῳκισμένοι.

διὸ καὶ ἐνδίκως θεομάχοι τινὲς καὶ
ἀσεβεῖς λεχθεῖεν ἂν, τὸν πάντα λυμηνάμενοι βίον, ὧν

 
ἐξ αἰῶνος· οὐδεὶς ἢ μόνος ὁ σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν
ὁ Χριστὸς τοῦ θεοῦ πᾶσιν ἀνθρώποις τὴν φυγὴν 
προεξένησεν, εὐαγγελιζόμενος ὁμοῦ πάντας Ἕλληνάς
τε καὶ βαρβάρους θεραπείαν τῆς πατρικῆς νόσου,
 καὶ τῆς πικρὰς καὶ παλαιτάτης δουλείας ἐλευθερίαν·
ἐφ’ ἣν σπεύδειν ὁ τῆς εὐαγγελικῆς ἀποδείξεως παρορμᾷ
λόγος, μεγάλῃ τῇ φωνῇ τοῖς πᾶσιν εἰς ἐξάχουστον
βοῶν “πνεῦμα κυρίου ἐπ’ ἐμὲ, οὗ ἕνεκεν ἔχρισέ
με , εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με , κηρῦξαι
 αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἰάσασθαι
τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν.’ καὶ πάλιν 
ἐξαγαγεῖν ἐκ δεσμῶν πεπεδημένους , καὶ ἐξ οἴκου
φυλακῆς καθημένους ἐν σκότει.’’

ταῦτα γὰρ ἄνωθεν
ἐκ παλαιοῦ τὰ θεῖα ὡς ἀληθῶς παρ’ Ἑβραίοις
 ἐθέσπιζε λόγια, τὴν ἡμῶν τῶν πάλαι τυφλῶν τὰς
ψυχὰς καὶ δαιμόνων πονηρῶν πολυπλόκοις δεσμοῖς
πεπεδημένων ἀπολύτρωσιν εὐαγγελιζόμενα. ὅθεν εἰκότως
τοὺς τῆς διανοίας ὀφθαλμοὺς πρὸς τοῦ
σωτηρίου λόγου καταυγασθέντες , σώφρονές τε καὶ εὐλαβεῖς
 βεῖς καὶ συνετοὶ γενόμενοι, καὶ πάντων ἐλεύθεροι
κακῶν, οὔτε θύσομεν οὔτε δουλεύσομεν τοῖς τῶν
ἐθνῶν νενομισμένοις θεοῖς, οἳ δὴ καὶ ἡμῶν τὸ πρὶν 
κατετυράννουν· ἀχθέντες δὲ καὶ προσαχθέντες ὑπὸ
τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν διδασκαλίας τῷ μόνῳ καὶ
 ἀληθεῖ θεῷ, τῷ δὴ καὶ δεσπότῃ καὶ τροφεῖ, σωτῆρί
τε καὶ εὐεργέτῃ , καὶ ἔτι ποιητῇ καὶ δημιουργῷ
καὶ παμβασιλεῖ τῶν ὅλων, μόνον τοῦτον ἀληθῆ θεὸν
ἡγησόμεθα, καὶ μόνῳ τὸ προσῆκον ἀπονεμοῦμεν σέβας,
μόνον γεραίροντες καὶ μόνον αὐτὸν εὐσεβοῦντες,
 τες, οὐχ ᾗ τοῖς δαίμοσι φίλον, ἀλλ’ ᾗ τῷ πρὸς αὐτοῦ
καταπεμφθέντι πάντων ἀνθρώπων σωτῆρι διὰ τῆς
εὐαγγελικῆς αὐτοῦ διδασκαλίας παραδέδοται.

ταύ- 

 
τῇ δὲ θεοσεβοῦντες διώξομεν καὶ ἀπελάσομεν ἑαυτῶν,
πολλοῦ δεῖ φοβηθησόμεθα , τοὺς πονηροὺς δαίμονς
 μόνας δι’ ἁγνείας καὶ καθαροῦ τρόπου βίου τε σώφρονος
καὶ παναρέτου , τοῦ δὴ πρὸς τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν διωρισμένου . καθαρᾷ γὰρ μὴ δύνασθαι ψυχῇ 
πλησιάζειν διὰ τὸ ἀνόμοιον ὡμολόγηται ἀλλ’ οὐδὲ
μαντείας καὶ χρησμῶν δεησόμεθα , οὐδὲ σπλάγχνα
ζῴων διερευνήσομεν, οὐδέ τι τῶν διὰ δαιμονικῆς κινήσεως
 νήσεως ἐνεργουμένων πολυπραγμονήσομεν.

ὧν
γὰρ ἕνεκα ταῦτα τοῖς πολλοῖς σπουδάζεται, τούτων 
ἡμῖν ἀφίστασθαι μελετᾶν ὁ τοῦ Χριστοῦ λόγος διεστείλατο,
μόνων δὲ ἐκείνων ἐφίεσθαι προύτρεψε, περὶ
ὧν ἀληθῶς μάντις μὲν οὐδεὶς οὐδὲ σπλάγχνα ζῴων
μηνύσει τὸ σαφὲς, αὐτὸς δὲ μόνος ὁ τοῦ θεοῦ λόγος,
ὁ ἐν τοῖς ἀληθινοῖς ἐνοικῶν σπλάγχνοις τῶν οἴων τε 
αὐτὸν δι’ ἄκραν ψυχῆς καθαρότητα ἔνδον ἐν ἑαυτοῖς
χωρεῖν. περὶ ὧν φησί που έν τοῖς ἱεροῖς γράμμασιν
" ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς, καὶ ἐμπεριπατήσω , καὶ ἔσομαι
αὐτῶν θεὸς, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός.’’

Ταῦτα μὲν οὖν τὰ ἀπὸ τοῦ περὶ θυσιῶν τόπου 
ἀπελεγκτικὰ τῆς τῶν δαιμόνων μοχθηρίας. ἄκουε
δ’ οἷα περὶ τῶν αὐτῶν αὖθις ὁ τῆς Περὶ τῶν ἐμψύχων
ἀποχῆς συγγραφεὺς ἱστορεῖ, διαρρήδην ὁμολογῶν
τοὺς πονηροὺς δαίμονας ἐν σχήμασι πλείοσιν
ἐκτυπουμένοις , καὶ παντοίας μορφὰς χαρακτηρίζονιας, 
λανθάνειν καὶ ἐξαπατᾶν τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων.
ἀγαθῶν γὰρ , φησὶν, ὑποδυόμενοι πρόσωπα
καὶ προσεταιριζόμενοι τὰ πλήθη διὰ τοῦ τὰς
ἐπιθυμίας τῶν ἀνθρώπων ἐκκαίειν, τοὺς ἀνωτάτω
 θεοὺς ἑαυτοὺς ἐπιφημίζεσθαι βούλονται. τοσοῦτόν 
τέ φησιν αὐτοὺς ἰσχῦσαι ὡς ἀπατῆσαι καὶ τοὺς σοφωτάτους
τῶν Ἑλλήνων ποιητὰς καὶ φιλοσόφους, οὓς

 
καὶ ὁμολογεῖ τῆς τοῦ πλήθους γεγονέναι διαστροφῆς
αἰτίους· ὅτι τε ἐξ αὐτῶν πᾶσα γοητεία συνέστη, καὶ
τὰ πρὸς ἡδονὴν ἀνθρώποις δι’ αὐτῶν προξενεῖται·
ὅπως τε θεοὶ εἶναι βούλονται , δαίμονες ὄντες φαῦλοι·
 καὶ ὡς ἡ προεστῶσα αὐτῶν δύναμις δοκεῖ θεὸς
εἶναι ὁ μέγιστος. ταῦτα δὲ ὁ Πορφύριος πάντα τοῦτον
ἱστορεῖ ’τον τρόπον

" Ὅσαι δὲ ψυχαὶ τοῦ συνεχοῦς πνεύματος 
οὐ κρατοῦσιν, ἀλλ’ ὡς τὸ πολὺ καὶ κρατοῦνται, διὰ
 τοῦτο ἄγονταί τε καὶ φέρονται λίαν, ὅταν αἶ τοῦ πνεύματος
ὀργαί τε καὶ ἐπιθυμίαι τὴν ὁρμὴν λάβωσιν·
αὗται δὲ αἱ ψυχαὶ δαίμονες μὲν καὶ αὐταὶ, κακοεργοὶ
δ’ ἂν εἰκότως λέγοιντο.

καί εἰσιν οἱ σύμπαντεσ 
οὗτοί τε καὶ οἷ τῆς ἐναντίας δυνάμεως , ἀόρατοί
 τε καὶ τελείως ἀναίσθητοι αἰσθήσεσιν ἀνθρωπίναις.
οὐ γὰρ στερεὸν σῶμα περιβέβληνται, οὐδὲ μορφὴν
πάντες μίαν, ἀλλ’ ἐν σχήμασι πλείοσιν· ἐκτυποὐμεναι
δὲ καὶ χαρακτηρίζουσαι τὸ πνεῦμα αὐτῶν αἶ μορφαὶ
τοτὲ μὲν ἐπιφαίνονται , τοτὲ δὲ ἀφανεῖς εἰσιν·
 ἐνίοτε δὲ καὶ μεταβάλλουσι τὰς μορφὰς οἵ γε χείρους.

τὸ δὲ πνεῦμα ῂ μέν ἐστι σωματικὸν; παθητικόν
ἐστι καὶ φθαρτόν· τῷ δὲ ὑπὸ τῶν ψυχῶν οὕτως δεδέσθαι
ὥστε τὸ εἶδος αὐτῶν διαμένειν πλείω χρόνον,
οὐ μήν ἐστιν αἰώνιον ’ καὶ γὰρ ἀπορρεῖν αὐτοῦ
 τι συνεχῶς εἰκός ἐστι καὶ τρέπεσθαι.

ἐν συμμετρίᾳ 
μὲν οὖν τὰ τῶν ἀγαθῶν, ὡς καὶ τὰ σώματα τῶν
φαινομένων, τῶν δὲ κακοποιῶν ἀσύμμετρα, οἵ πλέον
τῷ παθητικῷ νέμοντες τὸν περίγειον τόπον οὐδὲν ὅ
τι τῶν κακῶν οὐκ ἐπιχειροῦσι δρᾶν. βίαιον γὰρ ὅλως
 καὶ ὕπουλον ἔχοντες ἦθος , ἐστερημένον τε τῆς φυ-
 

 
λακῆς τῆς ἀπὸ τοῦ κρείττονος δαιμονίου , σφοδρ’
καὶ αἰφνιδίους , οἷον ἐνέδρας, ὡς τὸ πολὺ ποιοῦν
 τὰς ἐμπτώσεις , πὴ μὲν λανθάνειν πειρώμενοι, πῆ δὲ
βιαζόμενοι.’’

Καὶ ἐξῆς ἐπιλέγει 
 Ταῦτα δὲ καὶ τὰ ὅμοια ποιοῦσι μεταστῆσαι
ἡμᾶς ἐθέλοντες ἀπὸ τῆς ὀρθῆς ἐννοίας τῶν θεῶν καὶ
ἐφ’ ἑαυτοὺς ἐπιστρέψαι. πᾶσι γὰρ τοῖς οὕτως ἀνομολόγως
καὶ ἀκαταλλήλως γιγνομένοις αὐτοὶ χαίρουσι,
καὶ ὥσπερ ὑποδύντες τὰ τῶν ἄλλων θεῶν 
πρόσωπα τῆς ἡμετέρας ἀβουλίας ἀπολαύουσι, προσεταιριζόμενοι
τὰ πλήθη, διὰ τοῦ τὰς ἐπιθυμίας τῶν
ἀνθρώπων ἐκκαίειν ἔρωσι καὶ πόθοις πλούτων καὶ
δυναστειῶν καὶ ἡδονῶν, κενοδοξίας τε αὖ , ἐξ ὢν
στάσεις καὶ πόλεμοι φύονται καὶ τὰ συγγενῆ τούτων.

τὸ δὲ πάντων δεινότατον, ἐπαναβαίνουσιν
ἐκ τῶνδε, καὶ τὰ ὅμοια ἀναπείθουσι καὶ περὶ τῶν
μεγίστων θεῶν, μέχρι τοῦ καὶ τὸν ἄριστον θεὸν τούτοις
τοῖς ἐγκλήμασιν ὑπάγειν· ᾧ δὴ καὶ τεταράχθαι
φασὶ πάντ’ ἄνω κάτω. πεπόνθασι δὲ τοῦτο οὐκ ἰδιῶται 
μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ διατριβόντων
οὐκ ὀλίγοι.

ἡ δ’ αἰτία δι’ ἀλλήλων γέγονε. καὶ
γὰρ τῶν φιλοσοφούντων οἱ μὴ ἀποστάντες τῆς καινῆς
 φορᾶς εἰς τὰ αὐτὰ τοῖς πλήθεσι συνέβησαν· καὶ
πάλιν αὖ τὰ πλήθη σύμφωνα ταῖς αὐτῶν δόξαις παρὰ 
τῶν δοκούντων σοφῶν ἀκούοντα ἐπερρώσθη φρονεῖν
ἐπὶ μᾶλλον περὶ τῶν θεῶν τὰ τοιαῦτα.

τὸ μὲν
γὰρ ποιητικὸν καὶ προσεξέκαυσε τὰς ὑπολήψεις τῶν
ἀνθρώπων τῷ χρῆσθαι φράσει πρὸς ἔκπληξιν καὶ
γοητείαν πεποιημένῃ , κήλησίν τε ἐμποιῆσαι καὶ πίστιν 
περὶ τῶν ἀδυνατωτάτων δυναμένῃ , δέον ἐμπεσως
πεπεῖσθαι ὅτι οὔτε τὸ ἀγαθὸν βλάπτει ποτὲ

 
οὔτε τὸ κακὸν ὠφελεῖ. οὐ γὰρ θερμότητος, ὥς φησι
Πλάτων, τὸ ψύχειν, ἀλλὰ τοῦ ἐναντίου, οὐδὲ ψυχρότητος
τὸ θερμαίνειν, ἀλλὰ τοῦ ἐναντίου, οὕτως οὐδὲ 
τοῦ δικαίου τὸ βλάπτειν.

δικαιότατον δὲ δήπου
 φύσει πάντων τὸ θεῖον, ἐπεὶ οὐδ᾿ ἂν ἦν θεῖον. οὐκοῦν
ἀποτετμῆσθαι δεῖ ταύτην τὴν δύναμιν καὶ μοῖραν
τῶν δαιμόνων τῶν ἀγαθοεργῶν. ἡ γὰρ βλάπτειν
πεφυκυῖά τε καὶ βουλομένη ἐναντία τῇ ἀγαθοεργῷ·
τὰ δ᾿ ἐναντία περὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἄν ποτε γένοιτο.”

Καὶ αὖθις 
 “Διὰ μέντοι τῶν ἐναντίων καὶ ἡ πᾶσα γοητεία
ἐπιτελεῖται· τούτους γὰρ μάλιστα καὶ τὸν προεστῶτα
αὐτῶν ἐκτιμῶσιν οἱ τὰ κακὰ διὰ τῶν γοητειῶν διαπραττόμενοι

πλήρεις γάρ εἰσι πάσης φαντασίας 
 καὶ ἀπατῆσαι ἱκανοὶ διὰ τῆς τερατουργίας. διὰ τούτων
φίλτρα καὶ ἐρωτικὰ κατασκευάζουσιν οἱ κακοδαίμονες·
πᾶσα γὰρ ἀκολασία καὶ πλούτων ἐλπὶς καὶ
δόξης διὰ τούτων, καὶ μάλιστα ἡ ἀπάτη.

τὸ γὰρ
ψεῦδος τούτοις οἰκεῖον· βούλονται γὰρ εἶναι θεοὶ
 καὶ ἡ προεστῶσα αὐτῶν δύναμις δοκεῖν θεὸς εἶναι
ὁ μέγιστος. οὗτοι οἱ χαίροντες ῾λοιβῇ τε κνίσῃ τέ,᾿
δι᾿ ὧν αὐτῶν τὸ πνευματικὸν καὶ σωματικὸν πιαίνεται.
ζῇ γὰρ τοῦτο ἀτμοῖς καὶ ἀναθυμιάσεσι, ποικί- 
λως διὰ τῶν ποικίλων, καὶ δυναμοῦται ταῖς ἐκ τῶν
 αἱμάτων καὶ σαρκῶν θυσίαις.”

Διὰ δὴ τούτων ἀκηκόαμεν ὁμολογούντων ὅτι
μὴ μόνον οἱ παρ᾿ Ἕλλησι ποιηταὶ προσεξέκαυσαν τὰς
ὑπολήψεις τῶν ἀνθρώπων τὰς περὶ τῶν φαύλων δαιμόνων
ὡς περὶ θεῶν καὶ ἀγαθῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν
 φιλοσοφίᾳ διατριβόντων οἱ περὶ θεοὺς δοκοῦντες
σπουδαίως ἔχειν, οἳ καὶ αὐτοὶ οὐ θεοὺς, ἀλλὰ πονη- 
ροὺς δαίμονας περιέποντες τὰ πλήθη καὶ τοὺς δή-

 
μους εἰς τὴν ὁμοίαν πλάνην ἐξετραχήλισαν.

ὡμολόγησε
γοῦν σαφῶς ὁ λόγος ὡς ἄρα παρὰ τῶν δοκουντων
σοφῶν ἀκούοντα περὶ θεῶν τὰ πλήθη συμφωνα
ταῖς αὐτῶν δόξαις ἐπερρώσθη φρονεῖν ἐπὶ
μᾶλλον ὡς περὶ θεῶν περὶ τῶν μοχθηρῶν δαιμόνων. 
καὶ ταῦτα οὐκ ἐξ ἡμῶν κατηγορεῖται, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτῶν
τῶν ἀκριβέστατα τὰ οἰκεῖα μᾶλλον ἢ ἡμεῖς εἰδότων.

ὁ γέ τοι αὐτὸς συγγραφεὺς οὐ παρέργως
ὁμιλήσας τῇ τοὺς πολλοὺς λανθανούσῃ δεισιδαιμονίᾳ
φησὶ τοὺς πονηροὺς δαίμονας βούλεσθαι εἶναι θεοὺς 
καὶ ἀγαθῶν δόξαν ἔχειν παρὰ ἀνθρώποις, τίς τε
 προεστῶσα αὐτῶν δύναμις τυγχάνει ὁ αὐτὸς πάλιν
διασαφήσει, τοὺς ἄρχοντας τῶν πονηρῶν δαιμόνων
λέγων εἶναι τὸν Σάραπιν καὶ τὴν Ἑκάτην · ἡ δὲ θεία
γραφὴ τὸν βελζεβούλ. ἄκουε δ’ ὅπως καὶ περὶ τούτου 
 του γράφει ἐν τοῖς ‘‘Περὶ τῆς ἐκ λογίων φιλοσοφίας.”

“ Τοὺς δὲ πονηροὺς δαίμονας οὐκ εἰκῆ
ὑπὸ τὸν Σάραπιν ὑποπτεύομεν , οὐδ’ ἐκ τῶν συμβόλων
μόνων ἀναπεισθέντες, ἀλλ’ ὅτι τὰ μειλίγματα
καὶ τὰ τούτων ἀποτρόπαια πρὸς τὸν Πλούτωνα γίνεται, 
 ὡς ἐν τῷ πρώτῳ ἐδείκνυμεν. αὐτὸς δὲ τῷ
Πλούτωνι ὁ θεὸς, καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα δαιμόνων
ἄρχων, καὶ σύμβολα διδοὺς πρὸς τὴν τούτων ἔλασιν.

οὕτος γοῦν καὶ τοῖς ἱκέταις ἐδήλωσεν ὡς πᾶσι ζῲοις
ὁμοιούμενοι προσίασι τοῖς ἀνθρώποις · ὅθεν καὶ 
παρ’ Αἰγυπτίοις καὶ παρὰ Φοίνιξι καὶ ὅλως παρὰ
τοῖς τὰ θεῖα σοφοῖς ἱμάντες ἐν τοῖς ἱεροῖς ἐπιρρήσσονται,
καὶ ζῷα προσουδίζεται πρὸ τῆς θρησκείας
τῶν θεῶν, ἐξελαυνόντων τῶν ἱερέων τούτους, διὰ
 τοῦ δοῦναι πνεῦμα, ἢ αἷμα ζῴων, καὶ διὰ τῆς τοῦ 
ἀέρος πληγῆς, ἔνα τούτων ἀπελθόντων παρουσία του
θεοῦ γένηται.

καὶ οἶκος δὲ πᾶς μεστὸς, καὶ διὰ

 
τοῦτο προκαθαίρουσι καὶ ἐκβάλλουσι τούτους, ὅταν
θεὸν κατακαλῶσι. καὶ τὰ σώματα τοίνυν μεστὰ ἀπὸ
τούτων· καὶ γὰρ μάλιστα ταῖς ποιαῖς τροφαῖς χαίρουσι.
σιτουμένων γὰρ ἡμῶν προσίασι καὶ προφαῖςνουσι
 τῷ σώματι, καὶ διὰ τοῦτο αἱ ἁγνεῖαι, οὐ διὰ
τοὺς θεοὺς προηγουμένως , ἀλλ’ ἔν’ οὗτοι ἀποστῶσι.
μάλιστα δὲ αἵματι χαίρουσι καὶ ταῖς ἀκαθαρσίαις, καὶ
ἀπολαύουσι τούτων εἰσδύνοντες τοῖς χρωμένοις.

ὅλως γὰρ ἡ ἐπίτασις τῆς πρός τι ἐπιθυμίας καὶ ἡ
 τοῦ πνεύματος τῆς ὀρέξεως ὁρμὴ ἀλλαχόθεν οὐ σφοδρύνεται
ἢ ἐκ τῆς τούτων παρουσίας · οἱ καὶ εἰς ἀσήμους 
φθόγγους καὶ φύσας ἀναγκάζουσι τοὺς ἀνθρώπους
ἐμπίπτειν ἐμπίπτειν διὰ τῆς συναπολαύσεως τῆς μετ’ αὐτῶν
γιγνομένης.

ὅπου γὰρ πνεύματος πλείονος
 ὁλκὴ ἢ τῆς γαστρὸς ἐξ ἡδυπαθείας πεπληρωμένης, ἢ
τῆς προθυμίας δι’ ἡδονῆς ἐπίτασιν ἐκφυσώσης καὶ
πολὺ τὸ ἔξωθεν σπώσης , ἐκεῖ παρουσία τῶν τοιούτων
πνευμάτων πνευμάτων σοι δηλούσθω. ἄχρι τούτων τολμᾷ
φύσις ἀνθρώπου εὑρίσκειν τὰς περὶ αὑτῆς συνεστώσας
 παγίδας· καὶ γὰρ ὁ θεὸς ὅταν εἰσκριθῇ, πολυπλασιάζεται 
τὸ πνεῦμα.”

Ταῦτα μὲν οὑν περὶ τῶν πονηρῶν δαιμόνων,
ὧν φησιν ἄρχοντα εἶναι τὸν Σάραπιν. καὶ τὴν ‘Εκάτην
δὲ τούτων ἄρχειν ὁ αὐτὸς διδάσκει λέγων οὕτως 
 “ Μήποτε οὗτοί εἰσιν ὧν ἄρχει ὁ Σάραπις, καὶ
τούτων σύμβολον ὁ τρίκρανος κύων, τουτέστιν ὁ ἐν
τοῖς τρισὶ στοιχείοις , ὕδατι, γῇ, ἀέρι, πονηρὸς δαίμων·
οὓς καταπαύει ὁ θεὸς ὁ ἔχων ὑπὸ χεῖρα. ἄρχει
δ’ αὐτῶν καὶ ἡ Ἑκάτη, ὡς συνέχουσα τὸ τρίστοιχον.” 
 Καὶ πάλιν φησὶν

“Ἕν χρηστήριον ἔτι παραθεὶς, ὅπερ αὐτὴ ἡ
Ἑκάτη πεποίηται, καταπαύσω τὸν περὶ ταύτης λόγον

 
 ἥδ’ ἐγώ εἰμι κόρη πολυφάσματος, οὐρανόφοιτος, 
 ταυρῶπις, τρικάρηνος, ἀπηνὴς, χρυσοβέλεμνος, 
 Φοίβη ἀπειρολεχὴς , φαεσίμβροτος Εἰλήθυια, 
 τριστοίχου φύσεως συνθήματα τρισσὰ φέρουσα· 
 αἰθέρα μὲν πυρόεσσιν ἐειδομένη εἰδώλοις, 
 ἠέρα δ’ ἀργεννοῖσι τροχάσμασιν ἀμφικάθημαι · 
 γαῖα δ’ ἐμῶν σκυλάκων δνοφερὸν γένος ἡνιοχεύει.’

οἶς ἐπιλέγει ὁ συγγραφεὺς σαφῶς τίνες οἶ σκύλακες·
ὅτι οἶ πονηροὶ δαίμονες, περὶ ὧν ἄρτι πεπαύμεθα
λέγοντες. τοσαῦτα μὲν δὴ καὶ ταῦτα. περὶ 
δὲ τοῦ δαίμονας εἶναι πονηροὺς ἀληθῶς , ἀλλ’ οὐδὲν
ἀγαθὸν ἐπαγομένους , τοὺς παρὰ τοῖς πολλοῖς θεολουμένους,
, φέρε ἔτι μᾶλλον διὰ πλειόνων
κρατύνωμεν.

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. 
 Ἱκανὰ μὲν καὶ τὰ προπαρατεθέντα συστῆσαι
ἢν ὅτι μὴ θεοὶ, μηδ’ ἀγαθοὶ δαίμονες, πᾶν δὲ τοὐναντίον
ὑπῆρχον οἶ παρὰ τοῖς ἔθνεσι κατά τε πόλεις
καὶ χώρας ὡς θεοὶ τετιμημένοι· οὐ λυπεῖ δὲ ἐκ περιουσίιας
 τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν ἔτι μᾶλλον βεβαιώσασθαι 
πλείοσι καὶ δαψιλεστέροις ἐλέγχοις τῆς τούτων
ἀποδείξεως τὴν διὰ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν εὐγγελικῆς
διδασκαλίας προξενηθεῖσαν ἅπασιν ἀνθρώποις
ἐλευθερίαν τῶν πάλαι κακῶν ἐκφαινούσης.

ἄκουε
τοιγαροῦν αὐτῶν Ἑλλήνων ὁμολογούντων έκλελοιπέναι 
’ναι αὐτῶν τὰ χρηστήρια, οὐκ ἄλλοτέ ποτε ἐξ αἰῶνος
 ἢ μετὰ τοὺς χρόνους τῆς σωτηρίου καὶ εὐαγγελικῆς
διδασκαλίας τὴν ἑνὸς τοῦ παμβασιλέως καὶ δημιουργοῦ
τῶν ὅλων θεοῦ γνῶσιν φωτὸς δίκην πᾶσιν ἀνθρώποις
ἀνατειλάσης.

αὐτίκα γοῦν μάλα ὅσον 

 
οὐδέπω παραστήσομεν ὡς ἄρα μετὰ τὴν ἐπιφάνειαν
αὐτοῦ καὶ θάνατοι τῶν δαιμόνων ἱστορήθησαν καὶ
τὰ θαυμαστὰ καὶ πάλαι βοώμενα χρηστήρια διαλέλοιπεν.

ἤδη δὲ καὶ πρότερον ἀποδέδεικται ὅτι δὴ
 παῦλαν κακῶν οὐδ’ ἄλλοτέ πω πρότερον ἢ μετὰ τὴν
εὐαγγελικὴν διδασκαλίαν εἰλήφασιν αἶ παρὰ πᾶσι
τοῖς ἔθνεσιν ὠμῶς καὶ ἀνηλεῶς ἐπιτελούμεναι τὸ
πρὶν ἀνθρωποθυσίαι· οἶς ἐπὶ τοῦ παρόντος προσθεῖναι
καλὸν ὅτι μὴ μόνον ἐξ ἐκείνου τὰ τῆς δαιμονικῆς
 ἀπέσβη δεισιδαιμονίας, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς τῶν
ἐθνῶν πολυαρχίας.

σχεδὸν γὰρ κατὰ πᾶσαν πόκαὶ
καὶ κώμην βασιλεῖς καὶ τυράννους τοπάρχας τε
καὶ δυνάστας παλαιὸν ἦν ὁρᾶν, ἐθναρχίας τε καὶ 
πολυαρχίας , δι’ ἃς ἐπὶ τοὺς κατ’ ἀλλήλων πολέμους
 συνεχῶς ὁρμῶντες δῃώσεις τε χωρῶν καὶ πόλεων πολιορκίας
ἀνδραποδισμούς τε καὶ αἰχμαλωσίας τῶν
πλησιοχώρων ἀεὶ καὶ διὰ παντὸς ἐνήργουν, πρὸς τῶν 
οἰκείων δαιμόνων ἐπὶ τὸν κατ’ ἀλλήλων πόλεμον
ἐξοιστρούμενοι.

ὧν οὕτως ἐχόντων ἐν ὁποία τότε
 συγχύσει κακῶν συμφορῶν τε ἐπαλλήλων ὁ πᾶς ἐνέσχητο
βίος καὶ αὐτῷ σοι παραλείπω σκοπεῖν.

τούτων
δὴ οὖν ἀθρόως ἁπάντων ὁμοῦ σὺν τῇ πολυθέῳ 
πλάνη ἐκποδὼν μεταστάντων οὐκ ἄλλοτε ἢ μετὰ τὴν
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν εἰς ἀνθρώπους ἐπιδημίαν, πῶς οὐ
 χρὴ τὸ μέγα μυστήριον τῆς ἀληθῶς σωτηρίου καὶ
εὐαγγελικῆς ἀποδείξεως ὑπερθαυμάζειν, δι’ ἧς ἀθρόως
κατὰ πᾶσαν τὴν τῶν ἀνθρώπων οἰκουμένην προσευκτήρια
καὶ ναοὶ τῷ παμβασιλεῖ καὶ δημιουργῷ τῶν
ἁπάντων καὶ μόνῳ θεῷ ἔν τε πόλεσι καὶ κώμαις βαρβάρων
 τε ἐθνῶν ἐν ἐρημίαις ἀφιερωμένα συνέστη,
βίβλοι τε καὶ ἀναγνώσματα, μαθήματά τε παντοῖα 
διδασκαλίαι, περὶ τῆς εἰς ἄκρον ἀρετῆς καὶ τρόκαὶ

 
που τοῦ κατὰ τὴν ἀληθῆ θεοσέβειαν παραγγέλματα
περιέχουσαι, ἀνδράσιν ὁμοῦ καὶ γυναιξὶ καὶ παισὶν
εἰς ἐπήκοον παραδέδονται, νεκρὰ δὲ τὰ ἀπὸ δαιμόνων
πάντα χρηστήριά τε καὶ μαντεύματα;

οὐδέ
τις εἰς τοσοῦτον ἀνθρώπων μέμηνε νῦν, ἐξ οὑπερ εἰς 
πάντας φωτὸς δίκην ἐξέλαμψεν ἡ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν
ἔνθεος καὶ εὐαγγελικὴ δύναμις, ὡς τολμᾶν τῷ τοῦ
φιλτάτου φόνῳ καὶ ταῖς δι’ ἀνθρωποθυσιῶν σφαγαῖς
τὰ φονικὰ καὶ φίλαιμα καὶ μισάνθρωπά τε καὶ ἀπάνθρωπα
 δαιμόνια ἐξιλεοῦσθαι , οἷα πράττειν τοῖς πάλαι 
σοφοῖς τε καὶ βασιλεῦσι δαιμονῶσιν ὡς ἀληθῶς
φίλον ἦν.

περὶ δὲ τοῦ μηκέτι δύνασθαί τι καὶ
ἰσχύειν τοὺς φαύλους δαίμονας μετὰ τὴν τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν εἰς ἀνθρώπους πάροδον καὶ αὐτὸς ὁ καθ
ἡμᾶς τῶν δαιμόνων προήγορος ἐν τῇ καθ’ ἡμῶν συσκευῇ 
τοῦτόν που λέγων μαρτυρεῖ τὸν τρόπον

“ Νυνὶ δὲ θαυμάζουσιν εἰτοσούτων ἐτῶν κατείληφε
τὴν πόλιν ἡ νόσος, Ἀσκληπιοῦ μὲν ἐπιδημίας
καὶ τῶν ἄλλων θεῶν μηκέτ’ οὔσης. Ἰησοῦ γὰρ τιμωμένου
οὐδεμιᾶς τις θεῶν δημοσίας ὠφελείας ᾔσθετο.’’

Ταῦτα ῥήμασιν αὐτοῖς ὁ Πορφύριος. εἰ δὴ
οὖν κατὰ τήνδε τὴν ὁμολογίαν Ἰησοῦ τιμωμένου οὐδεμιᾶς
τις θεῶν δημοσίας ὠφελείας ᾔσθετο, μηκέτ’
οὔσης μήτ’ Ἀσκληπιοῦ ἐπιδημίας μήτε τῶν ἄλλων
 θεῶν, πόθεν δὴ λοιπὸν τὸ ὡς περὶ θεῶν καὶ ἡρώων 
δόγμα;

τί γὰρ οὐχὶ μᾶλλον τὰ τῶν θεῶν καὶ τὰ
Ἀσκληπιοῦ κρατεῖ τῆς Ἰησοῦ δυνάμεως; εἰ δὴ ὁ μὲν
θνητὸς, ὡς ἂν φαῖεν, ἄνθρωπος — τάχα δ’ ἂν εἴποιεν
ὅτι καὶ πλάνος — οἶ δὲ σωτῆρες καὶ θεοὶ, τί δῆτα
τοίνυν πάντες ἀθρόως αὐτῷ Ἀσκληπιῷ πεφεύγασι, 
τὰ νῶτα τῷ θνητῷ, καὶ πᾶσαν ἐξῆς ὑποχείριον τὴν
ἀνθρωπότητα τῷ μηκέτ’ ὄντι, ὡς ἂν εἴποιεν αὐτοὶ,

 
παραδεδωκότες;

ὁ δὲ καὶ μετὰ θάνατον παρὰ 
πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν ὁσημέραι διαιωνίζει τιμώμενος,
ἄντικρυς τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς τὸ ἐναργὲς καὶ ἔνθεον
τοῖς οἵοις τε συνορᾶν ἐπιδεικνύμενος.

ἀλλὰ
 καὶ εἶς ὢν, καὶ, ὡς ἄν τις ὑπολάβοι , μόνος, τὸ πλὴθος
τῶν ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην θεῶν ἐλαύνει,
καὶ τάς γε τιμὰς αὐτῶν ἀθετῶν κρατεῖ, ὡς τοὺς μὲν
θεοὺς μηκέτ’ εἶναι, μηδ’ ἐνεργεῖν, μηδέ πη παραφαίνεσθαι,
μηδὲ συνήθως ταῖς πόλεσιν ἐπιδημεῖν,
 ὅτι μὴ θεοὶ, δαίμονες δ’ ἦσαν πονηροί· μόνου δὲ 
αὐτοῦ καὶ τοῦ καταπέμψαντος αὐτὸν θεοῦ τῶν ὅλων
αὔξειν ὁσημέραι τὰς τιμὰμὰς, καὶ εἰς μεῖζον ἀρετῆς καθ’
ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος ἐπιδιδόναι,

δέον ἕμταλιν
τοὺς μὲν θεοὺς, εἰ δή τινες ὄντως ἤσαν τῶν ἐπὶ
 γῆς κηδεμόνες , τοῦ μὲν ἄρδην μεταστήσασθαι τὴν
πλάνην, εἰ ἄρα τις ἦν, αὐτοὺς δὲ τὰς ἐξ αὐτῶν θεραπείας
τε καὶ ὠφελείας ἀφθόνως τοῖς πᾶσιν ἐμπαρέχειν.

νυνὶ δὲ τοῖσδε καὶ τοῦτ’ ἐπικεχείρηται
μὲν πολλάκις , διὰ τῶν κατὰ χρόνους ἀρχόντων τὴν
 τοῦ σωτῆρος ἡμῶν κραταιοτάτην πολεμησάντων διδασκαλίαν·
ἄπρακτον δ’ ὅμως εὕροντο τῆς ἐγχειρήσεως 
τὸ τέλος, ὑπερνικώσης τοὺς πάντας ἀεὶ τῆς τοῦ
σωτῆρος ἡμῶν ἐνθέου δυνάμεως, καὶ πάσας τὰς κατὰ 
τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ τῶν πονηρῶν δαιμόνων ἐπαναστάσεις
 καθαιρούσης, αὐτούς τε ἐλαυνούσης , δαίμουας
μὲν ἀληθῶς φαύλους ὄντας, ψευδῶς δὲ νενομισμένους
εἶναι θεοὺς ἢ καὶ ἀγαθοὺς δαίμονας.

Οἵδε γοῦν περίγειοί τινες ὄντ’ ἐς καὶ καταχθόνιοι, 
τόν τε ἐπὶ γῆς βαρὺν καὶ ζοφερὸν ἀέρα περιπολοῦντες,
 πολοῦντες, καὶ τὸ σκότιον καὶ γεῶδες οἰκητήριον
ἔχειν κατακεκριμένοι δι’ ἃς ὕστερον ἀποδώσομεν αἰτίας,
τάφοις νεκρῶν καὶ μνήμασι καὶ πάσῃ τῇ μυ-

 
 σαρᾷ καὶ ἀκαθάρτῳ ὕλῃ ἐμφιλοχωροῦντες, αἵμασί τε
καὶ λύθροις καὶ παντοίων ζῴων σώμασι τῇ τε ἐκ τῶν
ἀναθυμιωμένων καὶ ἀπὸ τῆς γῆς ἐξατμιζομένων ἀναδόσει
χαίροντες, οἵ τε τούτων ἄρχοντες ἀέριοί τινες
ὑπάρχοντες, ἢ καὶ καταχθόνιοι δυνάμεις, ἐπεὶ κατέμαθον 
τὸ ἀνθρώπινον γένος κάτω που περὶ νεκρῶν
ἀνδρῶν θεοποιίαν ἰλυσπώμενον, θυσίαις τε καὶ κνί-
 σαῖς ταῖς δὴ μάλιστα αὐτοῖς κεχαρισμέναις διὰ πάσης
σπουδῆς ἐκπονούμενον, ἐγγύθεν ἔφεδροι καὶ
συνεργοὶ τῆς πλάνης παρῆσαν, τοῖς τῶν ἀνθρώπων 
κακοῖς ἐπεντρυφῶντες, καὶ τοὺς ἠλιθίους τὰς ψυχὰς
εὐχερῶς ἀπατῶντες κινήσεσί τε ξοάνων, ἃ δὴ ἐπὶ
τιμῇ τῶν κατοιχομένων ἀνδρῶν πρὸς τῶν παλαιῶν
ἀφιέρωται, καὶ ταῖς διὰ χρησμῶν φαντασίαις, θεραπείαις
τε σωμάτων, ἃ διὰ τῆς οἰκείας αὐτῶν ἐνεργείας 
ἀφανῶς αὐτοὶ λυμαινόμενοι, πάλιν οἱ αὐτοὶ
διὰ τῆς ἐξ αὐτῶν ἀνέσεως ἐλευθέρους παθῶν ἡφίε-
 σαν.

δι᾿ ὧν ἐπὶ μᾶλλον κατὰ κρημνῶν ἔφερον
τοὺς δεισιδαίμονας, ὡς αὐτοὺς εἶναι νομίζειν ποτὲ
μὲν οὐρανίους δυνάμεις καί τινας ἀληθῶς θεοὺς, 
ποτὲ δὲ τὰς τῶν τεθεοποιημένων ἡρώων ψυχάς.

ἐντεῦθεν γοῦν ἤδη μείζων τις εἶναι καὶ σεμνοτέρα
τοἲς πολλοῖς ἐνομίζετο ἡ τῆς πολυθέου πλάνης ὑπόληψις,
μεταβαινούσης τῆς διανοίας ἀπὸ τῶν ὁρωμένων
ἐπὶ τὸ ἀφανὲς τῶν ἐγκρυπτομένων τοῖς ξοάνοις, 
καὶ τὴν πλάνην κραταιότερον ἐπικυρούσης .

οὕτω
δῆτα λοιπὸν οἱ περίγειοι δαίμονες, οἵ τε ἀμφὶ τὸν
ἀέρα κοσμοκράτορες καὶ τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας,
ὅ τε ἐπὶ πᾶσιν αὐτοῖς τῆς κακίας ἐξάρχων, θεῶν οἱ
μέγιστοι παρὰ τοῖς πᾶσιν ἐνομίζοντο· ἥ τε τῶν πάλαι 
 νεκρῶν μνήμη τῆς μείζονος ἠξιοῦτο θεραπείας.

ὧν
τὰς μὲν τῶν σωμάτων ἰδέας οἱ τῶν κατὰ πόλεις ἀφιε-

 
ρωμένων εἰκόνων φέρειν ἐδόκουν τύποι, τὰς δὲ ψυχὰς
καὶ τὰς ἐνθέους καὶ ἀσωμάτους δυνάμεις οἱ φαῦλοι
δαίμονες καθυπεκρίνοντο διὰ πολλῆς τερατοποιίας·
καὶ αὐτῶν ἤδη τῶν θεραπευόντων καὶ ἱερωμένων
 αὐτοῖς ἐπὶ τὸ μεῖζον ἀεὶ τὸν ἐκ τῆς φαντασίας τῦφον
ἀπαγόντων, καὶ δὴ καὶ γοητικαῖς κακοτεχνίαις τὰ
πολλὰ συσκευαζόντων, τῆς καὶ τούτων διδασκαλίας
αὐτῶν πάλιν τῶν φαύλων δαιμόνων τοῖς θεραπεύουσι
προκαταρξάντων. οἔδε γοῦν καὶ τῆς ἀρχεκάκου
 γοητείας παντὶ τῷ τῶν ἀνθρώπων βίῳ κατέστησαν
αἴτιοι, ὡσπεροῦν ὁ πρὸ τούτου διήλεγξε λόγος.

Τούτων τοιγαροῦν τῶν μοχθηρῶν καὶ περι- 
γείων δαιμόνων, τῶν τε ἀερίων καὶ καταχθονίων
πνευμάτων, οὓς κοσμοκράτορας καὶ πνευματικὰ πονηρίας
 ἀρχάς τε καὶ ἐξουσίας οἱ θεῖοι λόγοι προσαγορεύουσι,
τοτὲ μὲν εἰς ἀγαθοὺς δαίμονας ὑποκρινομένων,
τοτὲ δὲ εἰς οὐρανίους θεοὺς σχηματιζομένων,
καὶ πάλιν ἄλλοτε εἰς ἥρωας μεταμορφουμένων,
ἔστι δ᾿ ὅπη ἄντικρυς διὰ τῶν δρωμένων τῆς μοχθηρίας 
 τὸ δεῖγμα παραφαινόντων, εἰκότως πολὺς ὁ πλάνος
ἀνθρώποις ἔτι μᾶλλον ἐπῄει, τῶν μὲν θεοὺς εἶναι,
τῶν δὲ ἥρωας καὶ δαίμονας, ἀλλ᾿ οὐ θεοὺς
ὑπάρχειν ὁμολογούντων, καὶ τῶν δαιμόνων τοὺς μὲν 
ἀγαθοὺς ἐπιφημιζόντων, τοὺς δὲ φαύλους ἐπικαλούντων,
 πλὴν ἀλλὰ δεῖν φασκόντων καὶ τοὺς φαύλους
ἐξιλεοῦσθαι διὰ τὰς ἐξ αὐτῶν βλάβας· ὥστε τὴν πᾶσαν
αὐτοῖς θεοποιίαν εἰς εἴδη πλείονα καταπίπτειν.

πρῶτον μὲν τὸ ἐκ τῶν φαινομένων κατ᾿ οὐρανὸν
φωστήρων, οὓς καί φασι δια τὸ θέειν, ὅπερ ἐστὶ τρέχειν,
 διά τε τὸ αἰτίους εἶναι τοῦ θεωρεῖν τὰ ὁρώμενα,
πρώτους θεοὺς ἀνηγορεῦσθαι· δεύτερον τὸ διὰ τὰς
εἰς τὸν κοινὸν βίον, ὥς φασιν, εὐεργεσίας ἐκτετιμη-

 
μένον, ὃ δὴ ἐξ ἀνθρώπων γεγεννῆσθαι καὶ αὐτοὶ
ὁμολογοῦσι, τοὺς καλουμένους ἥρωας παραφέροντες,
ραλέα καὶ Διοσκούρους, Διόνυσόν τε καὶ τοὺς
 παρὰ βαρβάροις ὁμοίους.

ἐξ ὧν ἀφορίσαντες καὶ
διαστειλάμενοι τὰ περὶ τῶν αὐτῶν αἰσχρότερα μνημονευόμενα 
τρίτον εἶδος θεοποιίας ὑπέθεντο, μυθικὸν
αὐτὸ ἐπικαλέσαντες. ὃ δὴ ἐπαισχυνθέντεσ, καίπερ
ἀληθὲς καὶ παλαίτατον τυγχάνον, ἐπὶ τὸ φυσικωτερον,
ὥς φασι, μεταβεβλήκασι τροπικωτέραις
ἀλληγορίαις , θεωρίας δή τινας εὑρεσιλογήσαντες.

ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τοῦτο πλάνης αὐτοῖς ἀπήρκει στῆναι,
ἀλλὰ καὶ μέχρι τῶν οἰκείων παθῶν τὸ σεβάσμιου
καὶ προσκυνητὸν ὄνομα τοῦ θεοῦ καταβαλόντες
 τέταρτον θεοποιίας προσεπενοήσατο τρόπον, οὐδ’
ἀντιρρήσεως ἄξιον, τῷ καὶ αὐτὸν προφανὲς ἐπάυεσθαι 
τὸ αἶσχος,

εἰ δή Ἔρωτα καἰ Αφροδίτην
καὶ Πόθον, τὰς αἰσχρὰς καὶ ἀκολάστους αὐτῶν ἐπιθυμίας,
θεοὺς ἀνειπόντες , καὶ τὸν μὲν λόγον Ἑρμῆν,
μῆν’, τὸν δὲ λογισμὸν Ἀθηνᾶν ἐπονομάσαντες, καὶ
ταῦτα τῇ οἰκείᾳ παρειλήφασι θεολογίᾳ , ὡς καὶ τὸ 
πέμπτον ἐκ τῶν ἐν ἀνθρώποις γιγνομένων πραγμάτων
ἀναπλασάμενοι.

τὰς γὰρ ἐνεργείας τάς τε
 πολεμικὰς καὶ τὰς τεχνικὰς ἀνειδωλοποιήσαντες θεοῖς
ἀπένειμαν, Ἄρει μὲν καὶ Ἀθηνᾷ τὰς πολεμικὰς, Ἡφαί-
στῳ δὲ καί τισιν ἑτέροις τὰς τεχνικάς.

ἐπὶ πᾶσι 
τούτοις ἕκτον καὶ ἕβδομον εἶδος αὐτοῖς τὸ δαιμονικὸν
παρεισήχθη , πολύτροπον ἀληθῶς τυγχάνον καὶ πολύμορφον,
τοτὲ μὲν θεοὺς ὑποκρινόμενον , τοτὲ δὲ
ψυχὰς τεθνηκότων, καὶ μηδὲν μὲν ἡμῖν εἰς ἀρετὴν
ψυχῆς συμβαλλόμενον, ἐπιτωθάζον δὲ ἀεὶ καὶ κατὰ 
κρημνῶν φέρον διὰ τῆς ἀπατηλοῦ πλάνης πάντα τὸν
δεισιδαίμονα·

ὃ καὶ αὐτὸ διόλου φαῦλον ὂν εἰς

 
δύο διελόντες , εἴς τε τὸ βλαπτικὸν καὶ εἰς τὸ ὠρελοῦν, 
ἀγαθῶν καὶ φαύλων αὐτοῖς τεθείκασι προσηγορίας.

ὧν οὕτως ἐχόντων ἀναγκαῖον εἶναί μοι
δοκεῖ τὰ μηδ’ ἀντιρρήσεως δεόμενα παρεκθεμένους
 τὸν περὶ τῆς δαιμονικῆς ἐνεργείας ἀκόλουθον συνιδεῖν
λόγον· ὃν ἐκ μέρους προθεωρήσαντες ἐν τῷ πρὸ
τούτου συγγράμματι τὰ λείποντα νῦν
ἀποπληρώσομέν.

φέρ’ οὖν ἤδη λοιπὸν ἐπ’ αὐτὰς χωρήσωμεν
τὰς ἀποδείξεις. θήσω δὲ πρώτας τὰς ἀπὸ τῆς Πλουτάρχου
 τάρχου γραφῆς , ἣν πεποίηται Περὶ τῶν
ἐκλελοιπότων χρηστηρίων·’ ἔνθα περὶ τοῦ πονηρῶν δαιμόνων
εἶναι τὰ παρὰ τοῖς ἔθνεσι μαντεῖά τε καὶ χρηστήρια
τόνδε γράφει τὸν τρόπον

“Εὖ μὲν οὖν λέγουσι καὶ οἱ λέγοντες ὅτι 
 Πλάτων’ τὸ ταῖς γεννωμέναις ποιότησιν ὑποκείμενον
στοιχεῖον ἐξευρὼν, ἣν ὕλην καλοῦσι, πολλῶν ἀπήλλαξε 
καὶ μεγάλων ἀποριῶν τοὺς φιλοσόφους · ἐμοὶ δὲ 
δοκοῦσι πλείονας λῦσαι καὶ μείζονας ἀπορίας οἱ τὸ
τῶν δαιμόνων γένος ἐν μέσῳ θεῶν καὶ ἀνθρώπων
 θέντες, καὶ τρόπον τινὰ τὴν κοινωνίαν ἡμῶν συνάγον
εἰς ταὐτὸ καὶ συνάπτον ἐξευρόντες , εἴτε μάγων
τῶν περὶ Ζωροάστρην ὁ λόγος οὗτός ἐστιν, εἴτε Θρᾴκιος
ἀπὸ Ὀρφέως, ἢ Αἰγύπτιος, ἢ Φρύγιος, ὡς τεκμαιρόμεθα
ταῖς ἑκατέρωθι τελεταῖς ἀναμεμιγμένα
 πολλὰ θνητὰ καὶ πένθιμα τῶν ὀργιαζομένων καὶ
δρωμένων ἱερῶν ὁρῶντες. Ἑλλήνων δὲ Ὅμηρος μὲν 
ἐπιφαίνεται κοινῶς ἀμφοτέροις χρώμενος τοῖς ὀνόμασι
καὶ τοὺς θεοὺς ἔστιν ὅτε δαίμονας προσαγορεύων.
Ἡσίοδος δὲ καθαρῶς καὶ διωρισμένως πρῶτον
 ’τον ἐξέθηκε τῶν λογικῶν τέσσαρα γένη · θεοὺς, εἶτα
 

 
δαίμονας, εἶτα ἥρωας, τὸ δ’ ἐπὶ πᾶσιν, ἀνθρώπους.
ἐξ ὧν ἔοικε ποιεῖν τὴν μεταβολὴν , τοῦ μὲν χρυσοῦ
γένους εἰς δαίμονας πολλοὺς κἀγαθοὺς, τῶν δ’ ἡμιθέων
εἰς ἥρωας ἀποκριθέντων.’’

Εἶθ’ ἑξῆς φησιν 
 “ Ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων οὐκ ἀναγκαῖον ἡμᾶς Δημητρίῳ
 διαφέρεσθαι. καὶ γὰρ κἂν πλείων εἴη χρό-
νος, κἂν ἐλάττων, κἂν τεταγμένος, κἂν ἄτακτος, ἐν
ᾧ μεταλλάττει δαίμονος ψυχὴ καὶ ἥρωος βίος, οὐδὲν
ἧττον ἐφ’ ᾧ βούλεται δεδείξεται μετὰ μαρτύρων σοφῶν 
καὶ παλαιῶν ὅτι φύσεις τινές εἰσιν ὥσπερ ἐν
μεθορίῳ θεῶν καὶ ἀνθρώπων δεχόμεναι πάθη θνητὰ
καὶ μεταβολὰς ἀναγκαίας , οὓς δαίμονας ὀρθῶς ἔχει
κατὰ νόμον πατέρων ἡγουμένους καὶ ὀνομάζοντας
σέβεσθαι.’’ 
 Τούτοις μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει 
 Τὸ μὲν οὖν ἐφεστάναι τοῖς χρηστηρίοις μὴ θεοὺς,
οἶς ἀπηλλάχθαι τῶν περὶ γῆν προσῆκόν ἐστιν, ἀλλὰ
δαίμονας ὑπηρέτας θεῶν, οὐ δοκεῖ μοι κακῶς ἀξιοῦσθαι·
τὸ δὲ τοῖς δαίμοσι τούτοις, μονονουχὶ δραχμὴν 
λαμβάνοντας ἐκ τῶν ἐπῶν τῶν Ἐμπεδοκλέους, ἁμαρτίας
καὶ ἄτας καὶ πλάνας θεηλάτους ἐπιφέρειν , τελευτῶντας
δὲ καὶ θανάτους ὥσπερ ἀνθρώπων ὑποτίθεσθαι,
θρασύτερον ἡγοῦμαι καὶ βαρβαρικώτερον.’

Καὶ πάλιν προστίθησι τοῖς εἰρημένοις ταῦτα 
 “ Εἰσὶ γὰρ ὡς ἐν ἀνθρώποις καὶ δαίμοσιν ἀρετῆς
διαφοραὶ) καὶ τοῦ παθητικοῦ καὶ ἀλόγου τοῖς μὲν
ἀσθενὲς καὶ ἀμαυρόν ἐστι λείψανον, ὡς περίττωμα,
τοῖς δὲ πολὺ καὶ δυσκατάσβεστον ἔνεστιν, ὧν ἴχνη
καὶ σύμβολα πολλαχοῦ θυσίαι τε καὶ τελεταὶ καὶ μυθολογίαι 
σώζουσι καὶ διαφυλάττουσι διεσπαρμέναι.
καὶ περὶ μὲν τῶν μυστικῶν , ἐν οἷς τὰς μεγίστας

 
ἐμφάσεις καὶ διαφάσεις λαβεῖν ἔστι τῆς περὶ
δαιμονῶν ἀληθείας, εὔστομά μοι κείσθω καθ’ Ἡρόδοτον·
ἑορτὰς δὲ καὶ θυσίας, ὥσπερ ἡμέρας ἀποφράδας καὶ 
σχυθρωπὰς, , ἐν αἷς ὠμοφαγίαι καὶ διασπασμοὶ νηστεῖαί
 τε καὶ κοπετοὶ, πολλαχοῦ δὲ πάλιν αἰσχρολογίαι
πρὸς ἱεροῖς, μανίαι τε ἄλλαι ὀρινόμεναι ῥιψαύχενι
σὺν κλόνῳ , θεῶν μὲν οὐδενὶ, δαιμόνων δὲ
φαύλων ἀποτροπῆς ἕνεκα φήσαιμ’ ἂν τελεῖσθαι παραμύθια·
καὶ τὰς πάλαι ποιουμένας ἀνθρωποθυσίας
 οὔτε οὔτε θεοὺς ἀπαιτεῖν ἢ προσδέχεσθαι πιθανόν
ἐστιν, οὔτε μάτην ἂν ἐδέχοντο βασιλεῖς καὶ στρατηγοὶ,
παῖδας αὑτῶν ἐπιδιδόντες καὶ καταρχόμενοι καὶ 
σφάττοντες, ἀλλὰ χαλεπῶν καὶ δυστρόπων ὀργὰς καὶ
βαρυθυμίας ἀφοσιούμενοι καὶ ἀποπιμπλάντες ἀλαδτόρων,
 ἐνίων δὲ μανικοὺς ἔρωτας, οὐ δυναμένων οὐδὲ
βουλομένων σώμασι καὶ διὰ σωμάτων ὁμιλεῖν. ἀλλ’
ὥσπερ Ἡρακλῆς Οἰχαλίαν ἐπολιόρκει διὰ παρθένον,
οὕτω πολλάκις ἰσχυροὶ καὶ βίαιοι δαίμονες
ἐξαιτούμενοι ψυχὴν ἀνθρωπίνην περιεχομένην σώματι λοιμούς
 τε πόλεσι καὶ γῆς ἀφορίας ἐπάγουσι , καὶ πολέ-
μους καὶ στάσεις ταράττουσιν, ἄχρις οὗ λάβωσι καὶ
τύχωσιν οὗ ἐρῶσι.’

Σαφῶς διὰ τούτων ὁ προδηλωθεὶς φιλόσοφος 
ὅτι δαίμοσι πονηροῖς τὰ προειρημένα κατὰ πάσας τὰς
 πόλεις ἐπετελεῖτο παρέστησεν. εἰ δὲ καί τινες ἦσαν
ἐν τούτοις, ὥς φασιν, ἀγαθοὶ τὴν φύσιν ἢ καὶ θεοὶ, 
τί χρῆν θεραπεύειν τοὺς φαύλους, πρὸς τῶν ἀγαθῶν
ἀπελαύνεσθαι αὐτοὺς δέον;

εἰ γὰρ δή τινες ἦσαν
αὐτοῖς ἀγαθοὶ προστάται, τούτοις ἐπιθαρσοῦντας τὸ
 μηδὲν τῶν χειρόνων χρῆν δήπου φροντίζειν, καὶ διὰ
σωφρόνων λόγων τε καὶ εὐχῶν, ἀλλὰ μὴ δι’ αἰσχρορρημοσυνων
τὰς ἐναντίας ἀποτρέπεσθαι δυνάμεις

ὅτε δὲ τούτων μὲν οὐδὲν ἔπραττον, βίῳ δ’ αἰσχρῷ
καὶ ἀκολάστῳ καὶ ῥήμασιν ἀσέμνοις ὠμοφαγίαις
τε καὶ διασπασμοῖς καὶ ἀνθρωποθυσίαις τοῖς πονηροῖς
 δαίμοσιν ἐκαθικέτευον, πῶς καὶ δυνατὸν ἦν αὐτοὺς
τὰ τοιαῦτα δρῶντας, καὶ τὰ τοῖς φαύλοις κεχαρισμένα 
διαπραττομένους , τῷ ἐπὶ πάντων θεῷ , ἢ
ταῖς ὑπ’ αὐτὸν θείαις δυνάμεσιν, ἢ ὅλως ἀγαθοῖς
τισὶ προσοικειοῦσθαι;

ἀλλὰ γὰρ τοῖς πᾶσι πρόδηλον
ὡς ὁ τὰ φίλα τοῖς φαύλοις ἐπιτελῶν οὐκ ἄν ποτε
τῶν ἀγαθῶν γένοιτο προσφιλής. οὐκ ἄρα θεοῖς, οὐδ’ 
ἀγαθοῖς δαίμοσιν, μόνοις δὲ τοῖς φαύλοις ἐλάτρευον
οἱ δεδηλωμένοι.

ἔτι δὲ μᾶλλον τοῦτον πιστοῦται
 τὸν λόγον ὁ Πλούταρχος ἐν οἷς φησι τὰς μυθικὰς
ὡς περὶ θεῶν διηγήσεις λόγους εἶναί τινας περὶ δαιμόνων,
τά τε παρ’ Ἕλλησιν ᾀδόμενα γιγαντικά τινα 
καὶ Τιτανικὰ δαιμονικὰ εἶναι διηγήματα, ὡς
καινοτέραν ὑποβάλλειν διάνοιαν.

μήποτε ἄρα τοιαῦτα
ἦν τὰ περὶ τῶν πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ γιγάντων ἐν
τῇ θείᾳ γραφῇ λεγόμενα, τά τε περὶ τῶν τούτους γεγεννηκότων,
περὶ ὧν εἴρηται “ ἰδόντες δὲ οἱ ἄγγελοι 
τοῦ θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων, ὅτι καλαί
 εἰσιν, ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας ἐκ πασῶν ὧν ἐξελέξαντο·
ἀφ’ ὧν ἐγεννήθησαν οἱ γίγαντες οἶ ὀνομαστοὶ
ἐξ αἰῶνος.’

εἴποι γὰρ ἄν τις τούτους ἐκείνους
εἶναι, καὶ τὰ ἐκείνων πνεύματα παρὰ τοῖς μετὰ ταῦτα 
ἀνθρώποις τεθεοποιημένα, καὶ τὰς ἐκείνων μάχας,
τάς τε πρὸς ἀλλήλους διαστάσεις, καὶ τοὺς πολέμους.
ταῦτ’ εἶναι τὰ ὡς περὶ θεῶν μυθευόμενα. λέγει δ’
οὖν ὁ Πλούταρχος ἐν ᾧ συνέταξε λόγῳ " Περὶ τῶν
κατὰ τὴν Ἴσιν καὶ τοὺς Αἰγυπτίων θεούς’’ αὐτοῖς 
ῥήμασι ταῦτα

“Bἐλτιον οὖν οἱ τὰ περὶ Τυφῶνα καὶ Ὄσιριν 
καὶ Ἴσιν ἱστορούμενα μήτε θεῶν πάθη, μήτε ἀνθρώπων,
ἀλλὰ δαιμόνων μεγάλων εἶναι νομίζοντες, οὓς 
καὶ Πλάτων’ καὶ Πυθαγόρας καὶ Ξενοκράτης καὶ Χρύσιππος,
 ἑπόμενοι τοῖς πάλαι θεολόγοις,
ἐρρωμενεστέρους ἀνθρώπων λέγουσι γεγονέναι, καὶ πολὺ τῇ δυνάμει
τὴν φύσιν ὑπερφέροντας ἡμῶν, τὸ δὲ θεῖον
οὐκ ἀμιγὲς οὐδὲ ἄκρατον ἔχοντας, ἀλλὰ καὶ ψυχῆς
φύσει καὶ σώματος αἰσθήσει συνειληχὸς, ἡδονὴν δεχομένῃ
 χομένῃ καὶ πόνον , καὶ ὅσα ταύταις γινόμενα ταῖς
μεταβολαῖς πάθη τοὺς μὲν μᾶλλον, τοὺς δ’ ἧττον
ἐπιταράττει. γίνονται γὰρ ὡς ἐν ἀνθρώποις καὶ δαίμοσιν 
ἀρετῆς διαφοραὶ καὶ κακίας. τὰ γὰρ γιγαντικὰ
καὶ Τιτανικὰ παρ’ Ἔλλησιν ᾀδόμενα, καὶ πολλαί τινες
 ἄθεσμοι πράξεις, καὶ Πυθῶνος ἀντιτάξεις πρὸς
Απόλλωνα, φυγαί τε Διονύσου καὶ πλάναι Δήμητρος,
οὐδὲν ἀπολείπουσι τῶν Ὀσιριακῶν καὶ Τυφωνικῶν,
ὧν παρὰ πᾶσιν ἀνέδην ἔξεστι μυθολογουμένων
ἀκούειν· ὅσα τε μυστικοῖς ἱεροῖς μυθολογουμένων
 τελεταῖς ἄρρητα διασώζεται καὶ ἀθέατα πρὸς τοὺς
θεοὺς ὅμοιον ἔχει λόγον.”

Καὶ ἐπιφέρει λέγων ἑξῆς 
 Ἐμπεδοκλῆς δὲ καὶ δίκας φησὶ διδόναι τοὺς
δαίμονας ὧν ἂν ἐξαμάρτωσιν καὶ πλημμελήσωσιν,
 αἰθέριον μὲν γάρ σφε μένος πόντονδε διώκει · 
 πόντος δὲ χθονὸς οὖδας ἀπέπτυσε, γαῖα δ’ ἐς αὐγὰς 
 ἠελίου ἀκάμαντος · ὁ δ’ αἰθέρος ἔμβαλε δίναις ’ 
 ἄλλος δ’ ἐξ ἄλλου δέχεται , στυγέουσι δὲ πάντες · 
ἄχρις οὗ κολασθέντες αὖθις τὴν κατὰ φύσιν χώραν
 καὶ τάξιν ἀπολάβωσι. τούτων δὴ καὶ τῶν τοιούτων 
 

 
ἀδελφὰ λέγεσθαί φασι περὶ Τυφῶνος, ὡς δεινὰ μὲν
ὑπὸ φθόνου καὶ δυσμενείας εἰργάσατο, πάντα πράγματα
ταράξας , ἐνέπλησε δὲ κακῶν γῆν ὁμοῦ τε πᾶσαν
καὶ θάλασσαν, εἶτα δίκην ἔδωκε.’’

Ταῦτα ὁ Πλούταρχος ἐν τῷ δηλωθέντι συγγράμματι 
παραθέμενος , καὶ διὰ πλειόνων
ἐξεργασάμενος τὸν λόγον, τὰ παραπλήσια καὶ ἐν τῷ “ Περὶ
τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων τοῦτον ἱστορεῖ τὸν
τρόπον 
 " Ἐκεῖνος οὖν τὴν μαντικὴν ἀνῆγεν εἰς δαίμονας, 
νᾶς, πλεῖστον δὲ Δελφῶν λόγον εἶχε, καὶ τῶν λεγομένων
περὶ τὸν Διόνυσον ἐνταῦθα καὶ δρωμένων
ἱερῶν οὐδενὸς ἀνήκοος ἦν, ἀλλὰ κἀκεῖνα δαιμόνων
ἔφασκεν εἶναι πάθη μεγάλα, καὶ ταῦτα δὴ τὰ περὶ
τὴν Πυθίαν. τῷ δὲ ἀποκτείναντι μήτε ἐννέα ἐτῶν, 
μήτε εἰς τὰ Τέμπη γενέσθαι τὴν φυγὴν , ἀλλ’ ἐκπεσόντα
ἐλθεῖν εἰς ἕτερον κόσμον· ὕστερον δ’ ἐκεῖθεν
ἐνιαυτῶν μεγάλων ἐννέα περιόδοις ἁγνὸν γενόμενον,
καὶ Φοῖβον ὡς ἀληθῶς κατελθόντα τὸ χρηστήριον
 παραλαβεῖν, τέως ὑπὸ Θέμιδος φυλασσόμενον. 
δὲ ἔχειν καὶ τὰ Τυφωνικὰ καὶ τὰ Τιτανικὰ,
δαιμονῶν μάχας γεγονέναι πρὸς δαίμονας , εἶτα φυγὰς τῶν
κρατηθέντων , ἢ δίκας ὑπὸ θεοῦ τῶν ἐξαμαρτόντων,
οἷα Τυφών τε λέγεται περὶ Ὄσιριν ἐξαμαρτεῖν καὶ
Κρόνος περὶ Οὐρανόν ’ ὧν ἀμαυρότεραι γεγόνασιν 
 αἱ τιμαὶ παρ’ ἡμῖν, ἢ παντάπασιν ἐκλελοίπασι , μεταστάντων
εἰς ἕτερον κόσμον. ἐπεὶ καὶ Σολύμους
πυνθάνομαι , τοὺς Λυκίων προσοίκους, ἐν τοῖς μάλιστα
τιμᾶν τὸν Κρόνον· ἐπεὶ δὲ ἀποκτείνας τοὺς
ἀρχηγέτας αὐτῶν Ἄρσαλον καὶ Ἄρυτον καὶ Τόσιβιν, 
 

 
ἔφυγε, καὶ μετεχώρησεν ὁποιδήποτε—τοῦτο γὰρ οὐκ
ἔχουσιν εἰπεῖν — ἐκεῖνον μὲν ἀμεληθῆναι , τοὺς δὲ
περὶ τὸν Ἄρσαλον σκιροὺς θεοὺς προσαγορεύεσθαι,
καὶ τἀς κατάρας ἐπὶ τούτων ποιεῖσθαι δημοσίᾳ καὶ
 ἰδίᾳ Λυκίους. τούτοις μὲν οὑν ὅμοια πολλὰ λαβεῖν
ἔστιν ἐκ τῶν μυθολογουμένων. εἰ δὲ τοῖς νενομισμένοις
τῶν θεῶν ὀνόμασι δαίμονάς τινας καλοῦμεν
οὐ θαυμαστέον, εἶπεν ὁ ξένος. ᾧ γὰρ ἕκαστος 
συντέτακται, καὶ οὑ τῆς δυνάμεως μετείληχεν, ἀπὸ
 τούτου φιλεῖ καλεῖσθαι · καὶ γὰρ ἡμῶν ὁ μέν τίς ἐστι
Δῖος 5 ὁ δὲ Ἀθηναῖος , ὁ δὲ Ἀπολλώνιος , ἢ Διονύσιος,
ἢ Ἕρμαιος. ἀλλ’ ἔνιοι μὲν ὀρθῶς κατὰ τύχην
ἐκλήθησαν, οἱ δὲ πολλοὶ μηδὲν προσηκούσας , ἀλλ’
ἐνηλλαγμένας ἐκτήσαντο θεῶν παρωνυμίας.’’

Τοσαῦθ’ ὁ Πλούταρχος ἐν οἷς ἐσπούδασε ‘‘Περὶ
τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων,” πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ
θνήσκειν παριστὰς τοὺς δαίμονας, ὃ καὶ αὐτὸ κατὰ 
τὸν δέοντα καιρὸν παραθήσομαι.

τέως δὲ φέρε
συλλεξώμεθα ὅσα ἄλλα περὶ τῆς τῶν ἀγαθῶν, ὥς
 φησι, δαιμόνων δυνάμεως τε καὶ ἐνεργείας αὖθις ὁ
τὴν καθ’ ἡμῶν συσκευὴν πεποιημένος ἐν οἷς ἐπέγραψε
“ Περἰ τῆς ἐκ λογίων φιλοσοφίας ἐκτίθεται
μάλιστα γὰρ αὐτῷ καὶ νῦν ὥσπερ οὖν καὶ πολλάκις
μάρτυρι χρήσομαι καὶ ἐλέγχῳ τῆς περὶ οὓς ὑπολαμβάνουσι
 θεοὺς πλάνης, ὡς ἂν ἐκ τῶν οἰκείωυ βελῶν
καὶ τοξευμάτων βαλλόμενοι καταισχύνοιντο.

οὕτως
γὰρ καὶ γένοιτ’ ἂν ἡμῖν ἐξ αὐτῶν τῶν τοῖς θεοῖς c
προσφιλῶν, καὶ δὴ καὶ εὐσεβῶν νενομισμένων, ἀκριβῶς 
τε τὸν περὶ τῶν οἰκείων λόγον διηρευνηκότων,
 ἀνελλιπὴς καὶ ἀπαραίτητος ἡ τῶν προκειμένων ἀπόδειξις.

γράφει δὲ ταῦτα ὁ δεδηλωμένος ἐν οἷς
ἐπέγραψε “ Περὶ τῆς ἐκ λογίων φιλοσοφίας ” ἔνθα

 
μαρτύρεται μὴ τὰ ἀπόρρητα τῶν θεῶν ἐκφαίνειν,
ἐπομνύμενός τε αὐτὸς καὶ παραγγέλλων κρύπτειν καὶ
μὴ εἰς πολλοὺς ἐκφέρειν τὰ λεχθησόμενα.

τίνα δὲ
ἦν τὰ τοιαῦτα; τὸν Πᾶνα Διονύσου φησὶ θεράποντα
εἶναι, τοῦτον δὲ τῶν ἀγαθῶν ὄντα δαιμόνων ἐπιφ- 
 νέντα ποτὲ τοῖς κατ᾿ ἀγρὸν γεωπουοῦσι. τί χρῆν
ἀγαθὸν ὄντα παρασχεῖν ἢ πάντως ἀγαθοῦ τινὸς παρουσίαν
τοῖς τῆς θεοφανείας τοῦ ἀγαθοῦ κατηξιωμένοις;

ἆρ᾿ οὖν ὑπῆρξεν ἀγαθόν τι τοῖς θεαταῖς τοῦ
ἀγαθοῦ δαίμονος, ἢ κακὸν εἰλήχασι δαίμονα, ἔργῳ 
τῆς πείρας ᾐσθημένοι; φησὶ γοῦν ὁ θαυμάσιος μάρτυς
τοὺς τῆς ἀγαθῆς ταύτης θέας ἠξιωμένους ἄθρουν
θάνατον ὑπομεῖναι λέγων ὧδε

“Ἤδη δὲ καὶ ἐν ἄλλοις οἱ μὲν θεράποντές
τινων ἀνεδείχθησαν, ὡς ὁ Πὰν τοῦ Διονύσου· δεδήλωλκε 
δὲ τοῦτο ὁ ἐν Βραγχίδαις Ἀπόλλων διὰ τούτων.
ἐννέα γὰρ εὑρέθησαν ἀποθανόντες· πυνθανομένων
οὖν τῶν τὸν ἀγρὸν οἰκούντων τὴν αἰτίαν ἔχρησεν
ὁ θεὸς
 χρυσόκερως βλοσυροῖο Διωνύσου θεράπων Πὰν, 
 βαίνων ὑλήεντα κατ᾿ οὔρεα, χειρὶ κραταιῇ 
 ῥάβδον ἔχεν, ἑτέρη δὲ λιγὺ πνείουσαν ἔμαρπτε 
 σύριγγα γλαφυρὴν, Νύμφῃσι δὲ θυμὸν ἔθελγεν· 
 ὀξὺ δὲ συρίξας μέλος ἀνέρας ἐπτοίησεν 
 ὑλοτόμους πάντας, θάμβος δ᾿ ἔχεν εἰσορόωντας 
 δαίμονος ὀρνυμένου κρυερὸν δέμας οἰστρήεντος. 
 καί νύ κε πάντας ἔμαρψε τέλος κρυεροῦ θανάτοιο, 
 εἰ μή οἱ κότον αἰνὸν ἐνὶ στήθεσσιν ἔχουσα 
 Ἄρτεμις ἀγροτέρη παῦσεν μένεος κρατεροῖο, 
 ἣν καὶ χρὴ λίσσεσθ᾿, ἵνα σοι γίγνητ᾿ ἐπαρωγός.”

Ἀκήκοας οἷκα τοῦ δαίμονος, οὗ φησιν ἀγαθοῦ,
τό τε σχῆμα καὶ τὰς πράξεις ὁ έν Βραγχίδαις
ξεν Ἀπόλλων· θέα δὴ καὶ τῶν λοιπῶν τὰ γενναῖα

 
κατορθώματα , ὧν δὴ ἕνεκα τὴν οὐράνιον ἀπολελοιπότες
διατριβὴν τὴν σὺν ἀνθρώποις ἀντικατηλλάξαντο.

πάντως δήπου χρῆν αὐτοὺς σωφροσύνης
κατάρχειν, καὶ τὰ λυσιτελῆ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις
 ὑποτίθεσθαι. οἶ δὲ τούτων μὲν οὐδέν· ἄκουε
δ’ οἷα ἐκφαίνει ὁ τὰ ἀρρητότερα τῶν ἀρρήτων
διηρευνηκὼς καὶ τῶν ἀπορρήτων ἀξιωθεὶς τῆς γνώσεως.

τοτὲ μὲν οὖν τινὰς τῶν ἀγαθῶν τούτων δαιμόνων 
φησὶν ἐρωτικαῖς ἡδυπαθείαις ὑπηρετεῖσθαι, τοτὲ δ’
 ἑτέρους τυμπάνοις καὶ αὐλοῖς καὶ θηλειῶν πατάγοις
χαίρειν , ἄλλους δὲ αὖ πάλιν μάχαις καὶ πολέμοις
ἀγάλλεσθαι , καὶ κυνηγεσίοις τὴν Ἄρτεμιν καὶ τοῖς
ἀπὸ γῆς καρποῖς τὴν Δῃῶ· θρηνεῖν δὲ τὸν Ὄσιριν
εἰσέτι νῦν τὴν Ἶσιν καὶ τὸν Ἀπόλλω μαντεύεσθαι.
 τοιαῦται ὧν φασιν ἀγαθῶν δαιμόνων αἶ εἰς
ἀνθρώπους ὠφέλειαι. δέχου δὲ καὶ τούτων τὰς ἀπο-
δείξεις

οὐδὲν ἐν ἀθανάτοισι θεοῖς ποτὲ δία μάταιον 
 οὐδ’ ἄκραντον ἔλεξε σοφοῖς Ἑκάτη θεοφήταις· 
 ἀλλ’ ἀπὸ παγχράτοιο νόου πατρόθεν κατιοῦσα 
 αἰὲν ἀληθείῃ σελαγίζεται , ἀμφὶ δὲ μῆτις 
 ἔμπεδος ἀρρήκτοισι μένει λογίοις βεβαυῖα. 
 δεσμῷ δ’ οὖν κλήιζε· θεὴν γὰρ ἄγεις με τοσήνδε, 
 ὅσση ψυχῶσαι πανυπέρτατον ἤρκεσα κόσμον.

καὶ μήποτε διὰ τοῦτο τρίμορφος τριμερής τε καὶ
ἡ ψυχή. ταύτης δὲ τὸ μὲν θυμοειδὲς , τὸ δὲ ἐπιθυμητιχόν·
ὅθεν καὶ πρὸς τὰ ἐρωτικὰ καλεῖται. ταῦτα
οὐκ ἐμὰ, μήτοι νομίσῃς, τοῦ δὲ προειρημένου συγ-
γραφέως ἀκήκοας, οὗ πάλιν ἐστὶ καὶ ταῦτα

‘Πάνυ δέ με θράττει πῶς ὡς κρείττους
παρακαλούμενοι ἐπιτάττονται ὡς χείρους· καὶ δίκαιον εἶσθέντεσ
διέναι ἀξιοῦντες τὸν θεράποντα, τἄδικα αὐτοὶ σελευσθέντεσ
δρᾶν ὑπομένουσι, καὶ καθαρῷ μὲν μὴ ὄντι

 
ἐξ ἀφροδισίων οὐκ ἂν καλοῦντι ὑπακούσαιεν , αὐτοὶ
δ’ ἄγειν εἰς παράνομα ἀφροδίσια τοὺς τυχόντας οὐκ
 ὀκνοῦσιν.’’

Εὕροις δ’ ἂν καὶ ταῦτα ἐν τῇ Πρὸς Ἀνεβῶ
τὸν Αἰγύπτιον τοῦ αὐτοῦ ἐπιστολῇ. ἐν δὲ τῇ προλεχθείσῃ 
πραγματείᾳ Περὶ τῆς ἐκ λογίων φιλοσοφίας
προστίθησι τοῖς εἰρημένοις λέγων ὧδε 
 “Καὶ μὴν ὅ τι ἑκάστῳ ἐπιτέτακται αὐτοὶ
δεδηλώκασιν, ὥσπερ ὁ Διδυμαῖος διὰ τούτων· ἦν δ’ ἡ πεῦσις
εἰ δεῖ ὀμόσαι τῷ ἐπαγαγόντι τὸν ὅρκον·)

μητέρι μὲν μακάρων μέλεται Τιτηνίδι Ρείῃ 
 αὐλοὶ καὶ τυπάνων πάταγοι καὶ θῆλυς ὅμιλος · 
 Παλλάδι δ’ εὐπήληκι μόθοι καὶ δῆρις Ἐνυοῦς, 
 καὶ βαλίαις σκυλάκεσσι βαθυσκοπέλους ἀνὰ πρῶνας 
 θῆρας ὀρειονόμους ἐλάαν Λητωίδι κούρῃ · 
 Ἥρῃ δ’ εὐκελάδῳ μαλακὴ χύσις ἠέρος ὑγρῆς· 
 λήια δ’ εὐαλδῆ κομέειν σταχυητρόφα Δῃοῖ· 
 Ἴσιδι δ’ αὖ Φαρίῃ, γονίμοις παρὰ χεύμασι Νείλου, 
 μαστεύειν οἴστροισιν ἑὸν πόσιν ἁβρὸν Ὄσιριν.

εἰ δὴ οὖν ‘αὐλοὶ καὶ τυπάνων πάταγοι καὶ θῆλυς 
ὅμιλος” μέλεται τῇ μητρὶ τῶν θεῶν, ἀσκητέον δὴ
ταῦτα πάσης ἀρετῆς ἀφεμένους, ὅτι μηδὲν
σωφροσύνης μηδέ τινος ἄλλης θεοφιλοῦς πράξεως μέλεται τῇ
προειρημένῃ, ὡς καὶ τῇ Ἀθηνᾷ μόθοι καὶ μάχαι καὶ
πόλεμοι, ἀλλ’ οὐκ εἰρήνη καὶ τὰ ἐν εἰρήνῃ πράγματα. 
 καὶ τῇ Λητωίδι δὲ κούρῃ , τῇ Ἀρτέμιδι , μελέσθων αἶ
βαλίαι σκύλακες, διὰ τὸ κατ’ ἀγροὺς κυνηγὸν οὖσαν
τοῖς θηρσὶ πολεμεῖν, ὡς καὶ ταῖς ἄλλαις τὰ κατειλεγμένα.
τί οὖν δὴ ταῦτα πρὸς τὸν θεοφιλῆ καὶ μαχάριον
συντείνοι ἂν βίον; ἐπίσκεψαι δὲ πότερά σοι 
θείας εἷναι δοκεῖ φύσεως , ἢ φαύλης καὶ μοχθηροτάτης,
τὰ ἑξῆς ἐπιλεγόμενα

“Ὀρθῶς καὶ τοῦτο ὁ Ῥόδιος Πυθαγόρας

 
ἀπεφήνατο , ὅτι οὐχ ἥδονται οἶ κλῃζόμενοι ἐπὶ ταῖς 
θυσίαις θεοὶ, ἀνάγκῃ δέ τινι ἀκολουθίας συρόμενοι
παραγίνονται, καὶ οἱ μὲν μᾶλλον, οἶ δὲ ἧττον.

τιωὲς 
δὲ καὶ ὥσπερ ἔθος ποιησάμενοι τῆς ἑαυτῶν παρουσίας
 εὐμαρέστερον φοιτῶσι, καὶ μάλιστα ἐὰν καὶ
φύσει ἀγαθοὶ τυγχάνωσιν· οἱ δὲ, κἂν ἔθος ἔχωσι τοῦ
παραγίνεσθαι, βλάβην τινὰ προθυμοῦνται ποιεῖν,
καὶ μάλιστα ἐὰν ἀμελέστερόν τις δοκῆ
ἀναστρέφεσθαί ἐν τοῖς πράγμασι.

τοῦ γὰρ Πυθαγόρου
 ταῦτα εἰρηκότος παρετήρησα ἐκ τῶν λογίων ὡς ἀληθές
ἐστι τὸ εἰρημένον. πάντες γὰρ δι’ ἀνάγκην φασὶν
ἀφῖχθαι, οὐχ ἀπλῶς δὲ, ἀλλ’ οἷον, εἰ χρὴ οὕτω 
φάναι, πειθανάγκην.

εἴρηται δ’ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν
ἐκεῖνα τὰ τῆς Ἑκάτης, δι’ ὦν φησιν ἐπι
 φαίνειν
 ἠέριον μετὰ φέγγος ἀπείριτον ἀστεροπληθὲς 
 ἄχραντον πολὺ δῶμα θεοῦ λίπον, ἠδ’ ἐπιβαίνω 
 γαίης ζῳοτρόφοιο, τεῇς ὑποθημοσύνῃσι, 
 πειθοῖ τ’ ἀρρήτων ἐπέων, οἶς δὴ φρένα τέρπειν 
 ἀθανάτων ἐδάη θνητὸς βροτός.

καὶ πάλιν
 ἤλυθον εἰσαίουσα τεῆς πολυφράδμονος εὐχῆς. 
 ἣν θνητῶν φύσις εὗρε θεῶν ὑποθημοσύνῃσι.

καὶ ἔτι σαφέστερον
 τίπτε δ’ ἀεὶ θείοντος ἀπ’ αἰθέρος ὧδε χατίζων 
 θειοδάμοις Ἑκάτην με θεὴν ἐκάλεσσας ἀνάγκαις; 
καὶ ἐξῆς
 τοὺς μὲν ἀπορρήτοις ἐρύων ἴυγξιν ἀπ’ αἴθρης 
 ῥηιδίως ἀέκοντας ἐπὶ χθόνα δίαν ἄγεσθαι, 
 τοὺς δὲ μέσους μεσάτοισιν ἐπεμβεβαῶτας ἀήταις, 
 νόσφι πυρὸς θείοιο, πανομφέας ὥσπερ ὀνείρους, 
 εἰσκρίνεις μερόπεσσιν, ἀεικέα δαίμονας ἕρδων.

καὶ πάλιν
 ἀλλ’ οἱ μὲν καθύπερθε μετήοροι Οὐρανίωνες 
 σπερχόμενοι κούφαισι μεθ’ Ἁρπυίαισι φέρονται · 
 ῥίμφα δὲ θειοδάμοισιν ἐπημύσαντες ἀνάγκαις 
 εἰς χθόν’ ἐπειγόμενοι Δηώϊον ἀίσσουσι, 
 θνητοῖς ἐσσομένων ὑποφήτορες. 
καὶ πάλιν ἄλλος ἀναγκαζόμενος ἔφη
 κλῦθί μευ οὐκ ἐθέλοντος, ἐπεί μ’ ἐπέδησας ἀνάγκῃ.

Ἐπὶ τούτοις πάλιν ὁ συγγραφεύς φησιν 
 “Ἐπεὶ καὶ ἐπανάγκους ἑαυτῶν ἐκδιδόασιν, ὧς 
δηλώσει ὁ ἀπὸ τοῦ Ἀπόλλωνος ἐκδοθεὶς περὶ ἑαυτοῦ
ἐπάναγκος.

λέγεται δὲ οὕτως
 οὔνομ’ ἀναγκαίης τόδε καρτερὸν ἠδ’ ἔτι βριθύ. 
καὶ ἐπήγαγε

μόλε δ’ ἐσσυμένως τοισίδε μύθοις, 
 οὓς ἀπ’ ἐμῆς κραδίης ἀνάγω 
 ἱεροῖσι τύποις 
 συνθλιβομένου πυρὸς ἁγνοῦ. 
 τολμᾷ δὲ φύσις ταῦτα προφαίνειν 
 τῆς σῆς γενέθλης, ἄμβροτε Παιάν.

καὶ πάλιν ὁ Ἀπόλλων
 ῥεῦμα τὸ Φοιβείης ἀπονεύμενον ὑψόθεν αἴγλης 
 πνοιῇ ὑπὸ λιγυρῇ κεκαλυμμένον ἠέρος ἁγνοῦ, 
 θελγόμενον μολπαῖσι καὶ ἀρρήτοις ἐπέεσσι, 
 κάππεσεν ἀμφὶ κάρηνον ἀμωμήτοιο δοχῆος 
 λεπταλέων ὑμένων · μαλακὸν δ’ ἐνέπλησε χιτῶνα, 
 ἀμβολάδην διὰ γαστρὸς ἀνεσσύμενον παλίνορσον · 
 αὐλοῦ δ’ ἐκ βροτέοιο φίλην ἐτεκνώσατο φωνήν.”

Τούτοις ὁ συγγραφεὺς ἐπιλέγει 
 " Τούτων οὔτε σαφέστερα οὔτε θεϊκώτερα καὶ 
φυσικώτερα γένοιτ’ ἄν. πνεῦμα γὰρ τὸ κατιὸν καὶ
ἀπόρροια ἐκ τῆς ἐπουρανίου δυνάμεως εἰς ὀργανικὸν
σῶμα καὶ ἔμψυχον εἰσελθοῦσα, βάσει χρωμένη τῇ

 
ψυχῇ , διὰ τοῦ στόματος ὡς ὀργάνου φωνὴν
ἀποδίδωσιν.”

Ἀλλ’ ὅτι μὲν ἀναγκάζονται ἱκανὰ καὶ ταῦτα
παραστῆσαι· ὅτι δὲ καὶ ἀξιοῦσιν ἀπολυθῆναι , ὡς 
 οὐκ ἐπ’ αὐτοῖς τῆς ἀναχωρήσεως κειμένης , μάθοις
ἀν’ ἐκ τούτων

“Ὅτι δὲ σπεύδουσιν ἀναχωρεῖν οἶ κληθέντες
θεοὶ δηλώσει τὰ τοιαῦτα, λεγόντων
 λύετε λοιπὸν ἄνακτα, βροτὸς θεὸν οὐκέτι χωρεῖ.

καὶ πάλιν
 τίπτ’ ἐπιδευόμενοι δηρὸν βροτὸν αἰκίζεσθε;

καὶ πάλιν
 ἕρπε, καὶ ὀτραλέως ἐπιέρχεο τόνδε σαώσας.

καὶ πῶς ἀπολύειν αὐτοὺς χρὴ αὐτὸς διδάξει λέγων
 παύεο δὴ πρόφρων ὀάρων, ἀνάπαυε δὲ φῶτα, 
 ῥάμνων ἐκλύων πολιὸν τύπον, ἠδ’ ἀπὸ γυίων 
 Νειλῴην ὀθόνην χερσὶν στιβαραῖς ἀπαείρας.

καὶ τὴν ἀπόλυσιν εἶπεν
 ὑψίπρῳρον αἶρε ταρσὸν, ἴσχε βάξιν ἐκ μυχῶν,

καὶ τὰ τούτοις ἐπιλεγόμενα. οἷς ἐπιφέρει “λαὶ
βραδυνόντων ἀπολῦσαι φησὶ
 σινδόνας ἀμπέτασον, νεφέλην λῦσόν τε δοχῆα. 
καὶ πάλιν ἄλλοτε ἀπόλυσιν ἐξέδωκε τοιαύτην

Ναιάδες Νύμφαι, Μοῦσαι μέγα κλείετε Φοῖβον, 
 ἀείδουσαι ὅσαι ἑκατηβόλον Ἀπόλλωνα.

καὶ πάλιν ἄλλοτέ φησι
 λύσατέ μοι στεφάνους , καί μευ πόδας ὕδατι λευκῷ 
 ῥάνατε , καὶ γραμμὰς ἀπαλείψατε , καί κε μόλοιμι. 
 χειρὸς δεξιτερῆς δάφνης κλάδον ἄρατε χερσὶ, 
 ψήχετέ τ’ ὀφθαλμοὺς διδύμους ῥῖνάς τε προσώπου 
 ἄρατε φῶτα γέηθεν ἀναστήσαντες ἑταῖροι.’’

Οἷς ἐπιλέγει ὁ συγγραφεὺς 
 “Τὰς γραμμὰς τοίνυν παρακελεύεται ἀπαλείφειν,
ἵνα ἀπέλθῃ· ταύτας γὰρ κρατεῖν, καὶ μέντοι καὶ τὸ
ἄλλο σχῆμα τῆς ἐνδύσεως, διὰ τὸ φέρειν εἰκονίσματα
τῶν κεκλημένων θεῶν.”

Δεδεῖχθαι σαφῶς ἡγοῦμαι διὰ τούτων ὅτι
μηδὲν τὸ καθόλου θεοπρεπὲς, μήτε μέγα μήτε ἀλη-
 θῶς θεῖον, ἔνεστι τοῖς εἰς τοσοῦτον ταπεινότητος καταπεπτωκόσι
πνεύμασιν, ὡς τοῖς τυχοῦσιν ἀνθρώποις
ὑποσύρεσθαι καθέλκεσθαί τε οὐ δι᾿ ἀρετῆς καὶ σοφίας 
ἀνάληψιν, ἀλλ᾿ εἰ μόνον τὰ τῆς περιέργου γοητείας
μετέλθοιέν τε καὶ διαπράξοιντο.

οὔτ᾿ οὖν
ὀρθῶς ὁ ῾Ρόδιος Πυθαγόρας οὔθ᾿ ὁ τούτῳ ταύτην
παρασχὼν τὴν μαρτυρίαν οὔθ᾿ ὁστισοῦν ἀνθρώπων
θεοὺς προσείποι ἂν εὐλόγως, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἀγαθοὺς 
 δαίμονας, τοὺς ὑπὸ θνητῶν ἀνθρώπων, καὶ ταῦτα
γοήτων, οὐ κατὰ γνώμην οἰκείαν, βίᾳ δὲ καὶ ἀνάγκῃ
συρομένους, καὶ μηδὲ τῆς τῶν δεσμῶν ἀπολύσεως
τὴν ἐξουσίαν ἐφ᾿ ἑαυτοἲς ἔχοντας.

εἰ γὰρ δὴ
ἀβίαστον καὶ ἀκατανάγκαστον καὶ πάντων κρεἲττον 
τὴν φύσιν ἀπαθὲς ὂν καὶ ἐλεύθερον τὸ θεῖον, πῶς
ἂν εἷεν θεοὶ, μαγγανείαις ταῖς διὰ τοιῶνδε σχημάτων
 καὶ γραμμῶν καὶ τύπων στεφάνοις τε καὶ τοῖς
ἀπὸ γῆς ἄνθεσι καί τισιν ἄλλοις ἀσήμοις καὶ βαρβάροις
ἤχοις τε καὶ φωναῖς κηλούμενοι, καὶ τοῖς τυχοῦσιν 
ἀνθρώποις χειρούμενοι, καὶ ὡσπερεὶ δεσμοῖς καταδουλούμενοι,
ὥστε μηδὲ τὴν αὐτεξούσιον καὶ
 προαιρετικὴν σώζειν ἐφ᾿ ἑαυτοῖς δύναμιν;

πῶς
δὲ κἂν ἀγαθοὶ δαίμονες λεχθεῖεν βίᾳ καὶ ἀνάγκῃ
κατασπώμενοι; τί γὰρ τὸ αἴτιον τοῦ ἄκοντας, οὐχὶ δὲ 
αὐτεξουσίους σφᾶς αὐτοὺς τοῖς βοηθείας δεομένοις
ἐπιδιδόναι;

εἰ γὰρ ἐπ᾿ ἀγαθῷ ποιοῦνται τὴν πά-

 
ροδον ἀγαθοὶ ὄντες, καὶ εἴ τις ἦν ἐξ αὐτῶν ψυχῆς
ὠφέλεια, χρῆν δήπου προαιρέσει τὸ ἀγαθὸν ἀσπάζεσθαι,
φθάνοντας ταῖς εὐποιίαις τοὺς δεομένους,
ἀλλὰ μὴ περιμένειν ἀνάγκην·

εἰ δ᾿ οὐ καλὸν ἦν 
 οὐδ᾿ ὠφελοῦν τὸ πραττόμενον, διὸ μηδὲ κατὰ γνώμην
αὐτοῖς γίνεσθαι, καὶ πῶς ἂν ἀγαθοὶ εἶεν, τὸ μὴ
καλὸν μηδὲ συμφέρον πράττοντες;

πῶς δὲ θαυμάζεσθαι
ἄξιοι καὶ θεραπείαις θεῶν τιμᾶσθαι, οἱ καὶ
τοῖς τυχοῦσι γόησι τὸν τρόπον πανωλεστάτοις καταδουλούμενοι
 καὶ τὸ μὴ καλὸν μηδὲ συμφέρον παρὰ
γνώμην πράττειν ἀναγκαζόμενοι, ἀγόμενοί τε καὶ
καθελκόμενοι, οὐ δι᾿ ἀποδοχὴν σωφροσύνης ἀνθρώπων,
οὐδὲ ἀρετῆς χάριν ἤ τινος μέρους φιλοσοφίας,
μεθόδοις δὲ γοήτων ἀπειρημέναις, ἃς ὁ αὐτὸς αὖ- 
 θις συγγραφεὺς ἐν τῇ πρὸς τὸν εἰρημένον Αἰγύπτιον
ἐπιστολῇ, ὡς ἂν προφήτῃ τἀληθῆ καὶ ἀπόρρητα
κοινούμενος, τέθειται, τοὺς λόγους, καθ᾿ οὓς
ταῦτα συντελοῦσιν, ἀξιῶν παρ᾿ αὐτοῦ διδαχθῆναι;
πυνθάνεται γοῦν ὧδέ πως ἀπορῶν καὶ λέγων

“Πάνυ δέ με θράττει πῶς ὡς κρείττους παρα- 
καλούμενοι ἐπιτάττονται ὡς χείρους, καὶ δίκαιον εἶναι
ἀξιοῦντες τὸν θεράποντα τὰ ἄδικα αὐτοὶ κελευσθέντες
δρᾶν ὑπομένουσι· καὶ καθαρῷ μὲν μὴ ὄντι ἐξ
ἀφροδισίων οὐκ ἂν καλοῦντι ὑπακούσαιεν, αὐτοὶ δὲ
 ἄγειν εἰς παράνομα ἀφροδίσια τοὺς τυχόντας οὐκ
ὀκνοῦσι.

καὶ ἀπὸ ἐμψύχων μὲν ἀποχῆς κελεύουσι
δεῖν εἶναι τοὺς ὑποφήτας, ἵνα μὴ τοἲς ἀπὸ τῶν σωμάτων
ἀτμοῖς χραίνωνται, αὐτοὶ δὲ ἀτμοῖς τοῖς ἀπὸ
θυσιῶν μάλιστα δελεάζονται, καὶ νεκροῦ μὲν ἀθιγῆ 
 δεἲν εἶναι τὸν ἐπόπτην, διὰ νεκρῶν δὲ τὰ πολλὰ
ζῴων αἱ θεαγωγίαι ἐκτελοῦνται.

πολλῷ δὲ τούτων
ἀλογώτερον τὸ μὴ δαίμονι, εἰ τύχοι, ἢ ψυχῇ τεθνη-

 
κότος, αὐτῷ δὲ τῷ βασιλεῖ ἡλίῳ, ἢ σελήνῃ, ἤ τινι
τῶν κατ᾿ οὐρανὸν, ἄνθρωπον τῷ τυχόντι ὑποχείριον
ἀπειλὰς προσφέροντα ἐκφοβεῖν, ψευδόμενον, ἵν᾿
ἐκεἲνοι ἀληθεύσωσι.

τὸ γὰρ λέγειν ὅτι τὸν οὐρανὸν
προσαράξει καὶ τὰ κρυπτὰ τῆς Ἴσιδος ἐκφανεῖ, 
καὶ τὸ ἐν Ἀβύδῳ ἀπόρρητον δείξει, καὶ τὴν βᾶριν
 στήσει, καὶ τὰ μέλη τοῦ Ὀσίριδος διασκεδάσει τῷ
Τυφῶνι, τίνα οὐχ ὑπερβολὴν ἐμπληξίας μὲν τῷ
ἀπειλοῦντι, ἃ μήτε οἶδε μήτε δύναται, καταλείπει,
ταπεινότητος δὲ τοῖς δεδοικόσιν οὕτω κενὸν 
φόβον καὶ πλάσματα, ὡς κομιδῆ παῖδες ἀνόητοι;

καίτοι καὶ Χαιρήμων ὁ ἱερογραμματεὺς ἀναγράφει
ταῦτα, ὡς καὶ παρ᾿ Αἰγυπτίοις θρυλούμενα, καὶ
ταῦτά φασιν εἶναι καὶ τὰ τοιαῦτα βιαστικώτατα.

αὐταὶ δὲ αἱ εὐχαὶ τίνα ἔχουσι λόγον, τὸν ἐξ ἰλύος 
 ἀναφανέντα λέγουσαι, καὶ ἐπὶ τῷ λωτῷ καθήμενον,
καὶ ἐπὶ πλοίου ναυτιλλόμενον, καὶ καθ᾿ ὥραν τὰς
μορφὰς ἀμείβοντα, καὶ κατὰ ζῴδιον μετασχηματιζόμενον;
οὕτω γάρ φασιν αὐτοπτεῖσθαι, ἀγνοοῦντες
ὅτι τὸ ἴδιον πάθος τῆς αὐτῶν φαντασίας ἐκείνῳ περιάπτουσιν.

εἰ δὲ συμβολικῶς λέγεται ταῦτα, τῶν
ἐκείνου δυνάμεων ὄντα σύμβολα, τὴν ἑρμηνείαν τῶν
 συμβόλων εἰπάτωσαν. δῆλον γὰρ ὡς εἰ τοῦ ἡλίου ἦν
τὸ πάθος, καθάπερ ἐν ταῖς ἐκλείψεσι, πᾶσιν ἂν ὤφθη
ταυτὸν τοῖς εἰς αὐτὸν ἀτενίζουσι.

τί δὲ καὶ τὰ 
ἄσημα βούλεται ὀνόματα καὶ τῶν ἀσήμων τὰ βάρ-
 βαρα πρὸ τῶν ἑκάστῳ οἰκείων; εἰ γὰρ πρὸς τὸ
σημαινόμενον ἀφορᾷ τὸ ἀκοῦον, αὐτάρκης ἡ αὐτὴ
μένουσα ἔννοια δηλῶσαι, κἂν ὁποιονοῦν ὑπάρχῃ,
τοὔνομα.

οὐ γάρ που καὶ ὁ καλούμενος Αἰγύπτιος 
ἦν τῷ γένει· εἰ δὲ καὶ Αἰγύπτιος, ἀλλ᾿ οὔ τί γε Αἰγυπτίᾳ
χρώμενος φωνῇ, οὐδ᾿ ἀνθρωπείᾳ ὅλως χρώ-

 
μένος. ἢ γὰρ γοήτων ἦν ταῦτα πάντα τεχνάσματα
καὶ προκαλύμματα διὰ τῶν ἐπιφημιζομένων τῷ θείῳ
τῶν περὶ ἡμὰς γινομένων παθῶν, ἢ λελήθαμεν ἐναντίας
ἐννοίας ἔχοντες περὶ τοῦ θείου ἢ αὐτὸ τῷ ὄντι
 διάκειται.’’

Ταῦτ’ εἰπὼν πάλιν ἀπορεῖ πρὸς τὸν Αἰγύπτον 
λέγων 
 Ἐἰ δὲ οἱ μὲν ἀπαθεῖς , οἱ δὲ ἐμπαθεῖς, οἶς διὰ
τούτων φαλλούς φασιν ἱστάναι καὶ ποιεῖσθαι αἰσχρορρημοσήνας,
 μάταιοι αἱ θεῶν κλήσεις ἔσονται,
προσκλήσεις αὐτῶν ἐπαγγελλόμεναι, καὶ μήνιδος ἐριλάσεις,
καὶ ἐκθύσεις, καὶ ἔτι μᾶλλον αἱ λεγόμεναι
ἀνάγκαι θεῶν. ἀκήλητον γὰρ καὶ ἀβίαστον καὶ ἀκατανάγκαστον
τὸ ἀπαθές.’’

Καὶ πάλιν ἑξῆς ἐπιλέγει 
 “Μάτην αὐτοῖς ἡ σοφία ἐξήσκηται περὶ δραπέτου
εὑρέσεως, ἢ χωρίου ὠνῆς, ἢ γάμου, εἰ τύχοι, ἢ 
ἐμπορίας , τὸν θεῖον νοῦν ἐνοχλήσασιν. εἰ δ’ οὐ παρεῖται
μὲν, οἱ δὲ συνόντες περὶ μὲν τῶν ἄλλων τάληθέστατα
 λέγουσι, περὶ δὲ εὐδαιμονίας οὐδὲν ἀσφαλὲς
οὐδ’ ἐχέγγυον, οὐκ ἦσαν ἄρα οὔτε θεοὶ οὔτ’
ἀγαθοὶ δαίμονες, ἀλλ’ ἢ ἐκεῖνος ὁ λεγόμενος πλάνος.’’

Ταῦτα μὲν οὖν ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἀπὸ ταύτης
προκείσθω τῆς Πορφυρίου γραφῆς. καὶ μὴν καὶ
 διδάσκαλοί γε τῆς κακοτέχνου γοητείας αὐτοὶ δὴ
πρῶτοι οἶ γενναῖοι θεοὶ κατέστησαν. πόθεν γὰρ ἀνθρώποις 
ταῦτα παρῆν εἰδέναι ἢ τῶν δαιμόνων αὐτῶν
τὰ περὶ ἑαυτῶν ἐξειπόντων καὶ τοὺς καταδέσμους
τοὺς κατ’ ἀλλήλων ἐξηγορευκότων ;

μηδὲ τοῦτον
 δὲ ἡμέτερον εἶναι τὸν λόγον ἡγοῦ · οὐδὲν γὰρ τούτων
ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν οὔτε ἐπίστασθαι οὔτε θέλειν εἰ-
δέναι. πλὴν εἰς ἔλεγχον τῆς περὶ ταῦτα ἀτοπίας καὶ

 
εἰς ἡμετέραν ὁμοῦ τῆς τούτων ἀναχωρήσεως ἀπολο-
γίαν ὁ τούτων ἡμῖν παρεισήχθω μάρτυς , σοφὸς ὢν
ἐν τοῖς γνωρίμοις, καὶ πάντα ἀκριβῶς τὰ οἰκεῖα εἰδώς
τε καὶ ὑποτιθέμενος. ὁ δὴ οὑν αὐτὸς ἐν τῇ δηλωθείσῃ
 τῶν λογίων συναγωγῇ ταῦτα λέγει πρὸς 
λέξιν

“ Οὐ μόνον δὲ τὴν πολιτείαν αὐτῶν αὐτοὶ
μεμηνύκασι, καὶ τὰ ἄλλα τὰ εἰρημένα, ἀλλὰ καὶ οἶστισι
χαίρουσι καὶ κερατοῦνται ὑπηγόρευσαν , καὶ μὴν
καὶ τίσιν ἀναγκάζονται, τίνα δὲ δεῖ θύειν, καὶ ἐκ 
ποίας ἡμέρας ἐκτρέπεσθαι, τό τε σχῆμα τῶν ἀγαγμάτων
 μάτων ποταπὸν δεῖ ποιεῖν , αὐτοί τε ποίοις σχήμασι
φαίνονται, ἔν τε ποίοις διατρίβουσι τόποις, καὶ ὅλως
ἕν οὐδέν ἐστιν ὃ μὴ παρ’ αὐτῶν μαθόντες οἱ ἄνθρωποι
οὕτως αὐτοὺς ἐτίμησαν. πολλῶν δ’ ὄντων ἃ τούτων 
ἐστὶ παραστατικὰ, ὀλίγα ἐκ τῶν πολλῶν
παραθησόμεθα, ἵνα μὴ ἀμάρτυρον τὸν λόγον καταλείπωμεν. 
 ΧΙΙ. “ Ὀτι δὲ καὶ τὰ ἀγάλματα αὐτοὶ ὑπέθεντο
πῶς χρὴ ποιεῖν καὶ ἐκ ποίας ὕλης δηλώσει τὰ τῆς·
Ἑκάτης ἔχοντα τοῦτον τὸν τρόπον

ἀλλὰ τέλει ξόανον κεκαθαρμένον ὥς σε διδάξω · 
 πηγάνου ἐξ ἀγρίοιο δετὰς ποίει , ἠδ’ ἐπικόσμει 
 ζῴοισιν λεπτοῖσι κατοικιδίοις καλαβώταις ’ 
 σμύρνης καὶ στύρακος λιβάνοιό τε μίγματα τρίψας 
 σὺν κείνοις ζῴοισι καὶ αἰθριάσας ὑπὸ μήνην 
 αὔξουσαν τέλει, αὐτὸς ἐπευχόμενος τήνδ’ εὐχήν.

Εἶτ’ ἐξέδωκεν εὐχὴν , ἐδίδαξέ τε πόσους ληπτέον
ἀσκαλαβώτας
 ὅσσαι μορφαί μοι, τόσσοις ζῴοις σε κελεύω, 
 καὶ σφόδρα ταῦτα τελεῖν · δάφνης δέ μοι αὐτογενέθλου 
 οἴκου ἐμοῦ χώρημα ποιεῖν; καὶ ἀγάλματι πολλὸν 
 κείνῳ ἐπευχόμενος δι’ ὕπνων τοίαν ἀναθρήσεις. 
καὶ πάλιν ἄλλοτε ἄγαλμα αὐτῆς ἐξέδωκε τοιοῦτον.”

Καὶ περὶ τῶν σχημάτων ὅπως φαντάζονται 
αὐτοὶ μεμηνύκασιν, ἀφ’ ὧν καὶ τὰ ἀγάλματα οὕτω
καθιδρύθη. λέγει γοῦν ὁ Σάραπις ἰδὼν τὸν Πάνα
περὶ ἑαυτοῦ
 φαιδρὴ μὲν κατὰ δῶμα θεοῦ καταλάμπεται αὐγή· 
 ἦλθε γὰρ, ἠντεβόλησε θεὸς μέγας· εἶδεν ἐμεῖο 
 κάρτος ἀμαιμάκετον, λαμπηδόνα φλογμοτύραννον, 
 βόστρυχον ἐκ κεφαλῆς νεάτης χαροποῖσι μετώποις 
 ἀμφὶς ἰαινόμενον πλοχμοῖς θ’ ἱεροῖσι γενείου.’’

“ Καὶ ὁ Πὰν περὶ ἑαυτοῦ ὕμνον ἐδίδαξεν ἔχοντα 
οὕτως
 εὔχομαι βροτὸς γεγὼς 
 Πανὶ συμφύτῳ θεῷ, 
 δισσοκέρατι, δισσόποδι, 
 τραγοσκελεῖ, τρυφῶντι. 
καὶ τὰ ἀκόλουθα.

καὶ ἡ Ἑκάτη δὲ περὶ ἑαυτῆς
οὕτω φησὶν
 ἤδη μοι σύ γε πάντα ποίει · ξοάνῳ δ’ ἄρ’ ἐν αὐτῷ 
 μορφή μοι πέλεται Δημήτερος ἀγλαοκάρπου, 
 εἵμασι παλλεύκοις , περὶ ποσσὶ δὲ χρυσοπέδιλος · 
 ἀμφὶ δέ τοι ζώνῃ δολιχοὶ δράκοντες, δράκοντες, 
 ἴχνεσιν ἀχράντοισιν ἐφερπύζοντες , ἄνωθεν 
 αὐτῆς ἐκ κεφαλῆς ἀρτώμενοι ἐς πόδας ἄκρους, 
 σπειρηδὸν περὶ πᾶσαν ἑλισσόμενοι κατὰ κόσμον. 
 4. ὕλη δὲ, φησὶν) 
 ἢ Παρίοιο λίθου, ἢ εὐξέστου ἐλέφαντος.”

Ἐμφαίνουσι δὲ πολλαχοῦ οἶ θεοὶ ἅπερ λέγουσι 
προσημαίνοντες, τῷ ἑκάστου γινώσκειν τὴν
τῆς γενέσεως σύστασιν, εἶναι αὐτοὺς , εἰ χρὴ οὕτω
 φάναι, ἄκρους τε μάγους καὶ ἄκρους γενεθλιαλόγους.
καὶ πάλιν ἐν χρησμοῖς ἔφη τὸν Ἀπόλλωνα εἰπεῖν 
 ‘‘κλῄζειν Ἑρμείην ἠδ’ Ἠέλιον κατὰ ταὐτὰ, 
 ἡμέρῃ Ἠελίου , Μήνην δ’ ὅτε τῆσδε παρείη, 

 
 ἠδὲ Κρόνον καὶ Ρέαν ἠδ᾿ ἑξείης Ἀφροδίτην 
 κλήσεσιν ἀφθέγκτοις, ἃς εὗρε μάγων ὄχ᾿ ἄριστος 
 τῆς ἑπταφθόγγου βασιλεὺς, ὃν πάντες ἴσασιν· 
Ὀστάνην λέγεις εἰπόντων ἐπήγαγεν
 καὶ σφόδρα καὶ καθ᾿ ἕκαστον ἀεὶ θεὸν ἑπτάκι φωνεῖν.”

ὁ δ᾿ αὐτὸς καὶ ταῦτα παρατίθησιν 
 “Ἒστι δὲ σύμβολα μὲν τῆς Ἑκάτης κηρὸς τρίχρωμος,
ἐκ λευκοῦ καὶ μέλανος καὶ ἐρυθροῦ συνεστὼς,
ἔχων τύπον Ἑκάτης φερούσης μάστιγα καὶ
λαμπάδα καὶ ξίφος, περὶ ἣν εἱλείσθω δράκων· οὐ- 
 ρανοῦ δὲ ἀστέρες οἱ θαλάττιοι πρὸ τῶν θυρῶν πεπατταλευμένοι.
ταῦτα γὰρ οἱ θεοὶ αὐτοὶ μεμηνύκασι
διὰ τούτων. λέγει δὲ ὁ Πὰν
 τούσδε δ᾿ αὖ ἐλαύνετε, 
 κηρὸν ἐν πυρὸς μένει 
 θέντες αἰόλου χροός· 
 λευκὸς ἔστω καὶ μέλας, 
 καὶ τὸ πῦρ φαεσφόρον 
 ἄνθρακος πεφλεγμένου, 
 δεῖμα νερτέρων κυνῶν 
 γλύμμα δεινὸν Ἑκάτης. 
 λαμπὰς ἔστω πρὸς χέρας, 
 καὶ ξίφος τὸ ποίνιμον, 
 καὶ δράκων περισταλὴς 
 ἅμμασιν κόρην κρατῶν, 
 δεινὸν ἀμφὶ κρᾶτα θεὶς, 
 αἰόλη τε κλεὶς ὁμοῦ 
 καὶ τὸ δαιμόνων κράτος 
 μάστιγος ψόφος πολύς.”

Διὰ τούτων καὶ τῶν τούτοις ὁμοίων ὁ γενναἲος 
Ἑλλήνων φιλόσοφος, ὁ θαυμαστὸς θεολόγος, ὁ
τῶν ἀπορρήτων μύστης, τὴν ἐκ λογίων φιλοσοφίαν
ὡς ἀπόρρητα θεῶν περιέχουσαν λόγια παραφαίνει,
 ἄντικρυς τῆς πονηρᾶς καὶ δαιμονικῆς ἀληθῶς δυνά-

 
μεως ἐξαγορεύων τὰς κατ᾿ ἀνθρώπων ἐνέδρας. τί
γὰρ ἂν εἴη βιωφελὲς ἀνθρώποις ἐκ τῆς κακοτέχνου 
γοητείας;

τί δ᾿ ἂν ἔχοι θεοφιλὲς ἡ τῶν ἀψύχων
ξοάνων περιεργία; ποίας δ᾿ εἰκὼν ἐνθέου γένοιτ᾿ ἂν
 δυνάμεως ἡ τῶν τοιῶνδε σχημάτων μόρφωσις; τί δ᾿
οὐ μᾶλλον φιλοσοφεῖν ἢ μαγεύειν καὶ τὰ ἀπειρημένα
διώκειν συμβουλεύειν ἐχρῆν, τοῦ κατ᾿ ἀρετὴν καὶ
φιλοσοφίαν τρόπου πρ`ς εὐδαίμονα καὶ μακάριον
βίον αὐτάρκους τυγχάνοντος; ὁ δὲ ἐπιτείνων τὸν οἰκεῖον
 ἔλεγχον προστίθησι τοῖς εἰρημένοις καὶ ταῦτα

“Ὅτι δὲ φιλοῦσι τὰ σύμβολα τῶν χαρακτήρων 
ἡ Ἑκάτη παραβάλλουσα πρὸς ἃ φιλοῦσιν οἱ ἄνθρωποι
μεμήνυκε διὰ τούτων
 τίς βροτὸς οὐ πεπόθηκε χαρακτῆρας ὀπάσασθαι 
 χαλκοῦ καὶ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου αἰγλήεντος; 
 τίς δὲ τάδ᾿ οὐ φιλέει, τῶν δὴ καθύπερθεν ἐφεστὼς, 
 εἰς ἓν ἀγειρόμενος εἴρω πολυμοιρέα φωτῶν;

οὐ μόνον δ᾿ ὅτι φίλοι οἱ χαρακτῆρες δεδήλωκεν,
ἀλλ᾿ ὅτι καὶ, ὅπερ ἔφαμεν, αὐτοὶ περιγράφονται, καί
 εἰσιν οἷον ἐν ἱερῷ χωρίῳ τῇ ὑποκειμένῃ εἰκόνι· οὐ
γὰρ ἐπὶ γῆς ὀχεῖσθαι, ἀλλ᾿ ἐπὶ γῆς ἱερὰς ἐδυνήθησαν·
ἱερὰ δὲ ἡ εἰκόνα φέρουσα θεοῦ, ἧς ἀρθείσης
λέλυται τὸ κρατοῦν ἐπὶ γῆς τὸ θεῖον.”

Διὰ δὴ τούτων ἁπάντων ἡγοῦμαι σαφῶς ἐληλέγχθαι 
 ὡς ἄρα περίγειοί τινες καὶ φιλοπαθεῖς δαίμονες
ἥλωσαν αὐτῶν ὄντες οἱ θεοί· διό μοι δοκῶ
σώφρονι λογισμῷ τὴν ἀποστροφὴν αὐτῶν πεποιῆσθαι.

ὁρᾷς γοῦν ὡς κρατεῖν αὐτοὺς ἔν τισι γῆς χωρίοις
τοὺς κατὰ μαγείαν φασὶ τύπους καὶ τοὺς τοιούσδε
 χαρακτῆρας, δέον, εἴπερ ἄρα θεῖόν τι ἦν ἀληθῶς,
μηδ᾿ ἀλλαχῆ πη ἐπιβαίνειν ἢ ἐν μόνῃ ψυχῆς διανοίᾳ,
καὶ ταύτῃ παντὸς ῥύπου καὶ πάσης κηλῖδος κεκαθαρ-

 
 μένῃ, σωφροσύνῃ τε καὶ δικαιοσύνῃ καὶ ταῖς ἄλλαις
ἀρεταῖς κεκοσμημένη.

τούτων γὰρ ἐν ἀνθρώπου
ψυχῇ ὧς ἐν ἀληθῶς ἱερῷ χωρίῳ προυποκειμένων,
εἰκότως ἂν ἐπέλθοι θείου πνεύματος παρουσία ’ οὐδ’
ἂν ἦν ἔτι χρεία τῆς κακοτέχνου γοητείας ταῖς εἰς 
ὑποδοχὴν τοῦ θείου κατὰ τὴν ἐνάρετον καὶ φιλόθεον
πρᾶξιν προηυτρεπισμέναις ψυχαῖς.

ὥστε διαρρήδην
ἔξ ἀπάντων τούτων περιγείους τινὰς ἁλίσκεσθαι,
 φιλοπαθεῖς τε καὶ φιλοσωμάτους ὑπάρχειν δαίμονας,
περὶ ὧν ἄρτι ἐλέγομεν. ἀλλὰ γὰρ ἑξῆς τούτοις ἄκουε 
οἷα ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς περὶ τοῦ ἐκλελοιπέναι αὐτῶν
τὰ βοώμενα χρηστήρια ἐν τοῖς αὐτοῖς τίθησι τοῦτον
’τον τρόπον

“ Ἄμφι δὲ Πύθω οἱ Κλαρίην τε θεοπρόπα Φοίβου
 αὐδήσει φάτις ἡμετέρη θεμιτώδεσιν ὀμφαῖς. 
 μύρια μὲν γαίης μαντήια θέσκελα νώτῳ 
 ἐβλύσθη, πηγαί τε καὶ ἄσθματα δινήεντα· 
 καὶ τὰ μὲν ἂψ χθονίοισιν ὑπαὶ κόλποισιν ἔδεκτο 
 ἀυτὴ γαία χανοῦσα , τὰ δ’ ὤλεσε μυρίος αἰὼν. 
 μούνῳ δ’ ἠελίῳ φαεσιμβρότῳ εἰσέτ’ ἔασιν 
 ἐν Διδύμων γυάλοις Μυκαλήϊον ἔνθεον ὕδωρ, 
 Πυθῶνός τ’ ἀνὰ πέζαν ὑπαὶ Παρνάσιον αἶπος, 
 καὶ κραναὴ Κλαρίη, τρηχὺ στόμα φοιβάδος ὀμφῆς. 
Νίκαεῦι δὲ χρῶν ἔφη
 Πυθῷον δ’ οὐκ ἔστιν ἀναρρῶσαι λάλον ὀμφήν· 
 ἤδη γὰρ δολιχοῖσιν ἀμαυρωθεῖσα χρόνοισιν 
 βέβληται κληῖδας ἀμαντεύτοιο σιωπῆς. 
 ῥέξατε δ’ ὡς ἔθος ἐστὶ θεοπρόπα θύματα Φοίβῳ.

Τούτοις κατὰ καιρὸν ἐνταῦθα προσήκει καὶ
τὰ Πλουτάρχου προσθεῖναι ἀφ’ οὗ πεποίηται δυγγράμματος 
“ Περὶ τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων.’’ 
 Παυσαμένου δὲ τοῦ Ἀμμωνίου , Μαλλὸν, ἔφην
 

 
ἐγὼ, περὶ τοῦ μαντείου δίελθε ἡμῖν, ὦ Κλεόμβροτε·
μεγάλη γὰρ ἡ πάλαι δόξα τῆς ἐκεῖ θεότητος, τὰ δὲ
νῦν ἔοικεν ἀπομαραίνεσθαι.

τοῦ δὲ Κλεομβρότου
σιωπῶντος καὶ κάτω βλέποντος ὁ Δημήτριος οὐδὲν
 ἔφη δεῖν περὶ τῶν ἐκεῖ πυνθάνεσθαι καὶ διαπορεῖν,
τὴν ἐνταῦθα τῶν χρηστηρίων ἀμαύρωσιν, μᾶλλον δὲ 
πλὴν ἑνὸς ἢ δυοἲν ἁπάντων ἔκλειψιν ὁρῶντας, ἀλλὰ
κοινῇ σκοπεῖν δι᾿ ἣν αἰτίαν οὕτως ἐξησθένηκε.

τὰ
γὰρ ἄλλα τί δεῖ λέγειν, ὅπου γε τὴν Βοιωτίαν ἕνεκα
 χρηστηρίων πολύφωνον οὖσαν ἐν τοῖς πρότερον χρόνοις
νῦν ἐπιλέλοιπε κομιδῆ, καθάπερ νάματα, καὶ
πολὺς ἐπέσχε μαντικῆς αὐχμὸς τὴν χώραν. οὐδαμοῦ
γὰρ ἀλλαχόθι νῦν ἢ περὶ Λεβάδειαν ἡ Βοιωτία παρέχει
τοἳς χρῄζουσιν ἀρύσασθαι μαντικῆς· τῶν δ᾿
 ἄλλων τὰ μὲν σιγὴ, τὰ δὲ παντελὴς ἐρημία
κατέσχηχε.” 
 Ἔτι πρὸς τούτοις ὁ αὐτὸς περὶ τοῦ καὶ θνήσκειν d
τοὺς αὐτῶν δαίμονας ταῦτά φησι

“Tὸ μὲν ἐφεστάναι τοῖς χρηστηρίοις, εἶπε,
 μὴ θεοὺς, οἷς ἀπηλλάχθαι τῶν περὶ γῆν προσῆκόν
ἐστιν, ἀλλὰ δαίμονας ὑπηρέτας θεῶν, οὐ δοκεῖ μοι
κακῶς ἀξιοῦσθαι. τὸ δὲ τοῖς δαίμοσι τούτοις, μονονουχὶ 
δραχμὴν λαμβάνοντας ἐκ τῶν ἐπῶν τῶν Ἐμπεδοκλέους,
ἁμαρτίας καὶ ἄτας καὶ πλάνας θεηλάτους
 ἐπιφέρειν, τελευτῶντας δὲ καὶ θανάτους ὥσπερ ἀνθρώπων
ὑποτίθεσθαι, θρασύτερον ἡγοῦμαι καὶ βαρβαρικώτερον.

ἠρώτησεν οὖν ὁ Κλεόμβροτος τὸν
Φίλιππον ὅστις εἴη καὶ ὁπόθεν ὁ νεανίας. πυθόμενος
δὲ τοὔνομα καὶ τὴν πόλιν, οὐδὲ ἡμᾶς αὐτοὺς,
 ἔφη, λανθάνομεν, ὦ Ἡρακλέων, ἐν λόγοις ἀτόποις
γεγονότες, ἀλλ᾿ οὐκ ἔστι περὶ πραγμάτων μεγάλων
μὴ μεγάλαις προσχρησάμενον ἀρχαῖς ἐπὶ τὸ εἰκὸς τῇ 

 
δόξῃ προελθεῖν.

σὺ δὲ σεαυτὸν λέληθας ὃ δίδως
ἀφαιρούμενος. ὁμολογεῖς γὰρ εἶναι δαίμονας, τῷ δὲ
μὴ φαύλους ἀξιοῦν εἶναι, μηδὲ θνητοὺς, οὐκέτι δαίμονας
φυλάττεις. τίνι γὰρ τῶν θεῶν διαφέρουσιν,
εἰ καὶ κατ᾿ οὐσίαν τὸ ἄφθαρτον καὶ κατ᾿ ἀρετὴν τὸ 
ἀπαθὲς καὶ ἀναμάρτητον ἔχουσι;

πρὸς ταῦτα τοῦ
Ἡρακλέωνος σιωπῇ διανοουμένου τι πρὸς αὐτὸν ὁ
 Φίλιππος, ἀλλὰ φαύλους μὲν δαίμονας οὐκ Ἐμπεδο-
 κλῃς μόνον, ὦ Ἡρακλέων, ἀπέλιπεν, ἀλλὰ καὶ Πλάτων
καὶ Ξενοκράτης καὶ Χρύσιππος· ἔτι δὲ Δημόκριτος 
εὐχόμενος εὐλόγχων εἰδώλων τυγχάνειν δῆλος
ἦν ἕτερα δυστράπελα καὶ μοχθηρὰς γινώσκων ἔχοντα
προαιρέσεις τινὰς καὶ ὁρμάς.

περὶ δὲ τοῦ θανάτου
τῶν τοιούτων ἀκήκοα λόγον ἀνδρὸς οὐκ ἄφρονος
οὐδὲ ἀλαζόνος. Αἰμιλιανοῦ γὰρ τοῦ ῥήτορος, οὗ καὶ 
ἡμῶν ἔνιοι διακηκόασιν, Ἐπιθέρσης ἦν πατὴρ, ἐμὸς
πολίτης καὶ διδάσκαλος γραμματικῶν.

οὗτος ἔφη
 ποτὲ πλέων εἰς Ἰταλίαν ἐπιβῆναι νεὼς ἐμπορικὰ χρήματα
καὶ συχνοὺς ἐπιβάτας ἀγούσης· ἐσπέρας δ᾿ ἤδη
περὶ τὰς Ἐχινάδας νήσους ἀποσβῆναι τὸ πνεῦμα καὶ 
τὴν ναῦν διαφερομένην πλησίον γενέσθαι Παξῶν·
ἐγρηγορέναι δὲ τοὺς πλείστους καὶ πίνειν, ἐπεὶ δεδειπνηκότες
ἦσαν· ἐξαίφνης δὲ φωνῆς ἀπὸ τῆς νήσου
τῶν Παξῶν ἀκουσθῆναι, Θαμνοῦν τινὸς βοῇ καλοῦντος,
ὥστε θαυμάζειν· ὁ γὰρ Θαμνοῦς Αἰγύπτιος 
ἦν κυβερνήτης, οὐδὲ τῶν ἐμπλεόντων γνώριμος πολλοῖς
ἀπ᾿ ὀνόματος. δὶς μὲν οὖν κληθέντα σιωπῆσαι,
τὸ δὲ τρίτον ὑπακοῦσαι τῷ καλοῦντι, κἀκεῖνον ἐπιτείναντα
τὴν φωνὴν εἰπεῖν, ὁπόταν γένῃ κατὰ τὸ
Παλῶδες, ἀπάγγειλον ὅτι Πὰν ὁ μέγας τέθνηκεν.

τοῦτο ἀκούσαντας ὁ Ἐπιθέρσης ἔφη πάντας ἐκπλαγῆναι,
καὶ διδόντας ἑαυτοῖς λόγον, εἴτε ποιῆσαι βέλ-

 
τίον εἴη τὸ προστεταγμένον, εἴτε μὴ πολυπραγμονεῖν, 
ἀλλ’ ἐὰν, οὕτω γνῶναι τὸν Θαμνοῦν, εἰ μὲν εἴη πνεῦμα,
παραπλεῖν ἡσυχίαν ἔχοντα, νηνεμίας δὲ καὶ γαλήνης
περὶ τὸν τόπον γενομένης ἀνειπεῖν ἃ ἤκουσεν.

ὡς οὖν ἐγένετο κατὰ τὸ Παλῶδες, οὔτε πνεύματος
ὄντος οὔτε κλύδωνος, ἐκ πρύμνης βλέποντα τὸν Θαμονῦν
πρὸς τὴν γῆν εἰπεῖν, ὥσπερ ἤκουσεν, ὅτι Πὰν
ὁ μέγας τέθνηκεν, οὐ φθῆναι δὲ παυσάμενον αὐτὸν,
καὶ γενέσθαι μέγαν οὐχ ἑνὸς, ἀλλὰ πολλῶν στεναγμὸν,
 ἅμα θαυμασμῷ μεμιγμένον.

οἶα δὲ πολλῶν
ἀνθρώπων παρόντων ταχὺ τὸν λόγον ἐν τῇ Ρώμῃ
σκεδασθῆναι καὶ Θαμνοῦν γενέσθαι μετάπεμπτον 
ὑπὸ Τιβερίου Καίσαρος · οὕτω δὲ πιστεῦσαι τῷ λόγῳ
τὸν Τιβέριον ὥστε διαπυνθάνεσθαι καὶ ζητεῖν περὶ
 τοῦ Πανός· εἰκάζειν δὲ τοὺς περὶ αὐτὸν φιλολόγους
συχνοὺς ὄντας τὸν ἐξ Ἑρμοῦ καὶ Πηνελόπης γεγενημένον.

ὁ μὲν οὑν Φίλιππος εἶχε τῶν παρόντων
ἐνίους μάρτυρας, Αἰμιλιανοῦ τοῦ γέροντος
ἀκηκοότας ὁ δὲ Δημήτριος ἔφη τῶν περὶ τὴν Βρεττανίαν
 νήσων εἶναι πολλὰς ἐρήμους σποράδας , ὧν ἐνίας
δαιμόνων καὶ ἡρώων ὀνομάζεσθαι · πλεῦσαι δὲ αὐτὸς 
ἱστορίας καὶ θέας ἕνεκα πομπῇ τοῦ βασιλέως εἰς
τὴν ἔγγιστα κειμένην τῶν ἐρήμων, ἔχουσαν οὐ πολ-
λοὺς ἐποικοῦντας, ἱεροὺς δὲ καὶ ἀσύλους πάντας ὑπὸ
 τῶν Βρεττανῶν ὄντας.

ἀφιγμένου δὲ αὐτοῦ νεωστὶ
στὶ σύγχυσιν μεγάλην περὶ τὸν ἀέρα καὶ διοσημίας
πολλὰς γενέσθαι, καὶ πνεύματα καταρραγῆναι, καὶ
πεσεῖν πρηστῆρας. ἐπεὶ δ’ ἐλώφησε, λέγειν τοὺς
νησιώτας ὅτι τῶν κρειττόνων τινὸς ἔκλειψις γέγονεν ·
 ὡς γὰρ λύχνος ἀναπτόμενος, φάναι, δεινὸν οὐδὲν 
ἔχει, σβεννύμενος δὲ πολλοῖς λυπηρός ἐστιν, οὕτως
αἶ μεγάλαι ψυχαὶ τὰς μὲν ἀναλάμψεις εὐμενεῖς καὶ

 
ἀλύπους ἔχουσιν, αἱ δὲ σβέσεις αὐτῶν καὶ φθοραὶ
πολλάκις μὲν, ὡς νῦν, πνεύματα καὶ χαλάζας τρέφουσι,
πολλάκις δὲ λοιμικοῖς πάθεσι τὸν ἀέρα φαρμάττουσιν.

ἐκεῖ μέντοι μίαν εἶναι νῆσον, ἐν ᾗ
τὸν Κρόνον καθεῖρχθαι φρουρούμενον ὑπὸ τοῦ Βριάρεω 
καθεύδοντα· δεσμὸν γὰρ αὐτῷ τὸν ὕπνον μεμηχανῆσθαι·
πολλοὺς δὲ περὶ αὐτὸν εἶναι δαίμονας
ὀπαδοὺς καὶ θεράποντας.”

Τοσαῦτα ὁ Πλούταρχος. ἐπιτηρῆσαι δὲ ἄξιον
τὸν καιρὸν ἐν ᾧ φησι τὸν θάνατον γεγονέναι τοῦ 
 δαίμονος. οὗτος δὲ ἦν ὁ κατὰ Τιβέριον καθ᾿ ὃν ὁ
ἡμέτερος σωτὴρ τὰς σὺν ἀνθρώποις ποιούμενος διατριβὰς
πᾶν γένος δαιμόνων ἐξελαύνειν τοῦ τῶν ἀνθρώπων
ἀναγέγραπται βίου· ὥστε ἤδη τινὰς τῶν
δαιμόνων γονυπετεῖν αὐτὸν, καὶ ἱκετεύειν μὴ τῷ 
περιμένοντι αὐτοὺς Ταρτάρῳ παραδοῦναι.

ἔχεις
οὖν καὶ τῆς τῶν δαιμόνων καθαιρέσεως τὸν χρόνον,
οὐκ ἄλλοτε ἐξ αἰῶνος ἱστορηθείσης, ὥσπερ οὖν καὶ
τῆς ἀνθρωποθυσίας τῶν ἐθνῶν τὴν κατάλυσιν οὐκ
ἄλλοτε ἢ μετὰ τὸ προελθὸν εἰς πάντας ἀνθρώπους 
κήρυγμα τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας γεγενημένην.
 ταῦτα μὲν οὖν ἡμῖν ἀπὸ τῆς νεωτέρας ἱστορίας
ἐληλέγχθω.

Ἀλλ᾿ ἐπεὶ μὴ τοῖς πᾶσι γνώριμα τυγχάνει
τὰ εἰρημένα, εὖ μοι δοκεῖ ἐντεῦθεν ἐπὶ τὰ πᾶσι πρό- 
 δηλα τοῖς φιλολόγοις μεταβῆναι, καὶ τοὺς παλαιτάτους
τῷ χρόνῳ χρησμοὺς ἐξετάσαι ἀνὰ στόμα πάντων
Ἑλλήνων ᾀδομένους, κἀν ταῖς κατὰ πόλιν διατριβαῖς
τοῖς ἐπὶ παιδείᾳ φοιτῶσι παραδιδομένους.

ἄνωθεν
τοίνυν ἀναλαβὼν τὰς παλαιὰς ἱστορίας ἐπίσκεψαι 
οἷα ὁ Πύθιος Ἀθηναίοις χρᾷ λοιμῷ πιεσθεῖσι διὰ
τὴν Ἀνδρόγεω τελευτήν. ἐλοίμωσσον δὲ πάντες Ἀθη-


 
ναίοι δι’ ἑνὸς ἀνδρὸς θάνατον, τῆς δ’ ἐκ τῶν θεῶν
ἐπικουρίας τυχεῖν ἠξίουν.

τί ποτ’ οὖν αὐτοῖς ὁ
σωτὴρ καὶ θεὸς παραινεῖ; τάχα πού τις οἰήσεται δικαιοσύνης
τοῦ λοιποῦ καὶ φιλανθρωπίας ἐπιμέλεσθαι 
 καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς, ἢ μετανοεῖν ἐπὶ τῷ πλημμελήματι,
καί τι τῶν ὁσίων καὶ εὐσεβῶν ἐκτελεῖν, ὡς
ἂν τῶν θεῶν τούτοις ἱλασκομένων. ἀλλὰ τούτων μὲν
ἦν οὐδέν.

τί γὰρ δὴ καὶ μέλον ἢν τούτων τοῖς
θαυμασίοις θεοῖς, μᾶλλον δὲ τοῖς παμπονήροις δαἰμοσι;
 πάλιν οὖν τὰ αὐτοῖς συγγενῆ καὶ οἰκεῖα , τὰ
ἀνηλεῆ καὶ ὠμὰ καὶ ἀπάνθρωπα , λοιμὸν ἐπὶ λοιμῷ
φασι καὶ θανάτους ἐπὶ θανάτῳ.

κελεύει γοῦν ὁ
Ἀπόλλων ἔτους ἑκάστου πέμπειν αὐτοὺς τῶν ἰδίων
παίδων ἄρρενας ἐνήβους ἑπτὰ καὶ θηλειῶν ἰσαρίθμους
 παρθένους, ἀνθ’ ἑνὸς δέκα καὶ τέσσαρας ἀναιτίους
καὶ ἀπράγμονας, οὐκ εἰς ἅπαξ, ἀλλὰ, καὶ κατὰ 
πᾶν ἔτος τυθησομένους ἐν Κρήτῃ παρὰ τῷ Μίνωϊ· ὥστε
καὶ μέχρι τῶν τοῦ Σωκράτους χρόνων πλέον ἢ πεντακοσίοις
ὕστερον ἔτεσιν ὁ δεινὸς οὗτος καὶ άπανθωπότατος
 δασμὸς μνήμην παρ’ Ἀθηναίοις διεφύλαττε.
τοῦτο δὲ ἦν ἄρα τὸ καὶ Σωκράτει τὴν
ἀναβολὴν τοῦ θανάτου πεποιημένον.

τίθησι γοῦν
ὁμοῦ καὶ ἀπελέγχει τὸν χρησμὸν εὖ μάλα τις τῶν
νέων ἀνδρικῷ λογισμῷ γοήτων φωρὰν ἐν οἰκείῳ συγγραμματι
 πεποιημένος οὐ καὶ αὐτοῦ τῶν φωνωι·,
ἀλλὰ μὴ τῶν ἐμῶν ἄκουε, πρὸς τὸν χρησμῳδὸν ὧδέ 
πως ἀποτεινομένου·

“ Τί δ’ ; οὐκ Ἀθηναῖοι τὸν Ἀνδρόγεων ἀποχτείναντες, 
κτείναντες, καὶ λοιμώξαντες ἐπὶ τούτῳ , εἶπον ἂν μετανοεῖν;
 ἢ μὴ λεγόντων , οὐ σὲ προσῆκον ἦν εἰπεῖν
μετανοεῖτέ μᾶλλον ἢ

 
 λοιμοῦ καὶ λιμοῦ τέλος ἔσσεται, ἤνπερ ἑαυτῶν 
 σώματ’ ἀπὸ κλήρου ἄρρεν καὶ θῆλυ νέμητε 
 Μίνωι, εἰς ἅλα δῖαν ἀποστέλλοντες, ἀμοιβὴν 
 τῶν ἀδίκων ἔργων· οὕτω θεὸς ἴλαος ἔσται.

ἐῶ γὰρ τὸ Ἀνδρόγεω μὲν Ἀθήνησιν ἀποθανόντος 
ὑμᾶς ἀγανακτεῖν , τῶν δὲ τοσούτων καὶ πανταχόθι
καὶ πάντοτε καθεύδειν. καίτοι εἰδὼς ὅτι ἐδαλασσοκράτει
τότε ὁ Μίνως, καὶ μέγα ἐδύνατο, καὶ πᾶσα ἡ
Ἑλλὰς αὐτὸν ἐθεράπευε, καὶ ἦν καὶ διὰ τοῦτο δικαιότατος,
καὶ νομοθέτης ἀγαθὸς, καὶ Ὁμήρῳ ἐδόκει 
Δῖός μεγάλου εἶναι ὀαριστὴς, καὶ ἀποθανὼν ἐν Ἅιδου
 δικαστὴς , καὶ σὺ διὰ τοῦθ’ ὑπὲρ αὐτοῦ τἀς δίκας
ταύτας εἰσεπράττου.

ἀλλὰ παραλείπω γε οὐδὲν
 ταῦτα ὑμῶν, καὶ ὅτι τοὺς φονεῖς ἐάσαντες τοὺς
οὐδὲν αἰτίους πέμπειν ἐκελεύετε ἀποθανουμένους, 
καὶ τοῦτ’ ἐπ’ ἄνδρα, ὃν ἀναδεικνύναι ἐμέλλετε
κοινὸν ἀνθρώπων δικαστὴν, ὃς οὐδ’ αὐτὸ τοῦτο ἠπίατατο
δικάσαι. καίτοι πόσους ὑμεῖς οἶ θεοὶ ἀντὶ τούτων
τῶν κορῶν δίκαιοι πέμπειν ἐστὲ Ἀθηναίοις, οὖς
ἀδίκως Αυδρόγεω ἀπεκτείνατε;”

Ὁ δ’ αὐτὸς οὗτος συγγραφεὺς ὁπόσοις ὁ Ἀπόλων
διὰ τῆς τῶν χρησμῶν ἀμφιβολίας θανάτου αἴτιος
τιος γέγονε, τὴν ἀμφὶ τοὺς Ἡρακλείδας ἀναλαβὼν
 ἱστορίαν, εὐθύνει λέγων οὕτως

" Ἐπεἰ δέ πως ἐπεμνήσθην τοῦδε τοῦ λόγου, 
φέρε τὰ καθήκοντα διέλθω τοῦ κατὰ τοὺς Ἡρακειδας
c διηγήματος. οὔτοι γάρ ποθ’ ὡρμημένοι κατὰτὸν
Ἰσθμὸν εἰσβαλεῖν εἰς Πελοπόννησον ἐσφάλησαν. Ἀριστόμαχος
οὖν ὁ Ἀριδαίου, ἐπειδὴ ὁ Ἀριδαῖος
ἀποτεθνήκει ἐν τῇ εἰσβολῇ , ἔρχεται ἀκουσόμενος παρὰ σοῦ 
περὶ τῆς ὁδοῦ · ἐπεθύμει δὲ ὥσπερ καὶ ὁ πατήρ.

σὺ δ’ αὐτῷ λέγεις

 
 νίκην σοι φαίνουσι θεοὶ δι’ ὁδοῖο στενύγρων, 
καὶ ὃς κατὰ τὸν Ἰσθμὸν ὥρμησεν ἐπιχειρεῖν καὶ μάχῃ
τελευτᾷ. τούτου υἱὸς ὁ Τήμενος κακοδαίμων ἧκεν
ἐκ κακοδαιμόνων τρίτος · σὺ δ’ αὐτῷ παρεγγυᾷς ἃ 
 καὶ Ἀριστομάχῳ τῷ πατρί· καὶ ὃς, ἀλλὰ κἀκεῖνός
σοι, ἔφη, πεισθεὶς ἀπέθανεν ἐν τῇ εἰσβολῇ.

καὶ
σὺ ἔφης, οὐ κατὰ γῆν λέγω στενύγρην , ἀλλὰ κατὰ
τὴν εὐρυγάστορα, ἐπειδὴ χαλεπὸν ἦν εἰπεῖν κατὰ τὴν
θάλασσαν , κἀκεῖνος ᾔει κατὰ τὴν θάλασσαν, δόξαν
 ἐμποιήσας ὅτι κατὰ γῆν εἰσίοι, καὶ μέσον στρατοπεδεύεται
Ναυάτου καὶ Τυπαίου · καὶ διακοντίζει Κάρνον
νον ἱππότην φυλάνδρου τὸν Αἰτωλὸν, εὑ, ἐμοὶ δοκεῖ
, ποιῶν· καὶ ἐπειδὴ συνεκύρησε νόσος πλησία καὶ
ἀπέθανεν Ἀριστόδημος , πάλιν ἐπανεχώρουν, καὶ ὁ
 Τήμενος ἐλθὼν ἀπεμέμφετο τῇ ἀποτυχίᾳ, καὶ ἤκου-
σεν ὅτι ποινὴν ἀνεμάξατο τοῦ θείου ἀγγέλου , καὶ τὸ
ὑπὲρ τῆς εὐχῆς Ἀπόλλωνι Καρνείῳ ποίημα τὸ διὰ 
τοῦ χρησμοῦ λέγον
 ἄγγελον ἡμέτερον κτείνας ἀνεμάξαο ποινήν.

τί οὖν φησιν ὁ Τήμενος; τί χρὴ ποιεῖν; καὶ πῶς
ἂν ἱλασαίμην ὑμᾶς;
 εὔχεο Καρνείῳ τελέειν σέβας Ἀπόλλωνι. 
ὢ μιαρώτατε καὶ ἀναισχυντότατε μάντι· εἶτ’ οὐκ
ἠπίστασο ὅτι διαμαρτήσεται τῆς στενύγρης ὁ τὴν
 στενύγρην ἀκούσας ; ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἐπιστάμενος
χρᾷς, ἔπειτα περιορᾷς διαμαρτάνοντα.

ἀλλ’ ἀμφίβολος 
ἡ στενύγρη, ὅπως νικήσαντι μὲν αἴτιος εἶναι
δοκῆς νίκης, ἡττηθέντι δὲ μηδὲν αἴτιος εἶναι ἥττης,
ἔχῃς δὲ ἀποφυγεῖν ἐπὶ τὴν εὐρυγάστορα. ἀλλ’ ἧκεν
 ἄνθρωπος ἐπὶ τὴν εὐρυγάστορα, καὶ οὐκ ἔτυχεν.
εὕρηται πάλιν εἰς ἀποφυγὴν Κάρνος ἄγγελος ἀποθα-

 
νῶν.

καίτοι πῶς, ca κράτιστε , ὁ κηδόμενος οὕτω
τοῦ Κάρνου ἄλλοις μὲν αὐτὸν θεοφορεῖσθαι ἐκέλευες,
ἑαυτῷ δὲ οὔ ; καὶ δέον σώζειν ἴνα ὄντα Κάρνον, αὐτόν
τε περιεῖδες καὶ ἐναποθανόντι αὐτῷ Ὁμηρικὴν
 νόσον ἐνέβαλες εἰς τὸ πλῆθος καὶ εὐχὰς ἐπὶ τῇ νόσῳ 
ἀφηγοῦ;

εἰ δ’ εὐχόμενος οὐδὲν ἤνυεν, ἄλλο τι ἂν
ἐξεύροιτο ἄκος τῷ σῷ σοφίσματι, καὶ οὐδέποτ’ ἂν
ἐλήξατε, οἱ μὲν ἐρωτῶντες, σὺ δὲ σοφιζόμενος , ἵνα
καὶ νικῶσι καὶ ἡττωμένοις ᾖς ἀφώρατος κακουργῶν.
ἱκανὸν γὰρ τὸ πάθος καὶ ἡ ἐπιθυμία παραβουκολῆσαι, 
ὡς μηδ’ εἰ χιλιάκις σφαγεῖεν ἀπιστεῖν σοι
ποιῆσαι.’

Τούτοις ἄξιον ἐπισυνάψαι τὰ περὶ Κροῖσον.
Λυδίας οὗτος ἐβασίλευσεν, ἄνωθεν ἐκ παλαιῶν εἰς
 αὐτὸν ἥκουσαν παραλαβὼν τὴν ἀρχήν · εἶτά τι πλέον 
τῶν προγόνων κατορθώσειν ἐλπίσας τοὺς θεοὺς εὐδεβεῖν
 διενοήθη , καὶ διὰ πείρας ἐλθὼν ἁπάντων τὸν
ἐν Δελφοῖς Ἀπόλλω προκρίνει, κἄπειτα κρατῆρσι καὶ
πλίνθοις χρυσαῖς ἀναθημάτων τε μυρίων πλήθει
κοσμήσας τὸ ἱερὸν τῶν πανταχοῦ γῆς ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ 
πλουσιώτατον ἀπέφηνεν, οὐδ’ ὅσα πρὸς θυσίας ἐξήρκει
παραλιπὼν τῇ μεγαλοψυχίᾳ.

ἐπειδὴ οὖν τὰ
τοσαῦτα προδεδάνειστο τῷ θεῷ, ταῖς τῆς εὐσεβείας
 εἰκότως Λυδὸς ὁ Λυδὸς ἐπιθαρσῶν μεγαλουργίαις στρατεῦσαι
ἐπὶ Πέρσας διανοεῖται, αὐξῆσαι τὴν ἀρχὴν εἰς 
μέγα τῇ τοῦ θεοῦ συμμαχίᾳ προμηθούμενος.

τί
οὖν ὁ θαυμάσιος χρησμῳδός; αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ ἐν Δελφοῖς,
ὁ Πύθιος, ὁ φίλιος , τὸν ἱκέτην , τὸν εὐσεβῆ,
τὸν πρόσφυγα, οὐχ ὅπως τῆς ἀλλοτρίας τυχεῖν ἀρχῆς,
ἀλλὰ καὶ τῆς οἰκείας ἐκπεσεῖν παρασκευάζει, οὔ 
τι ἑκὼν, ἔμοιγε δοκεῖ, ἀγνοίᾳ δὲ μᾶλλον τοῦ ἀποβησομένου·
(μὴ γὰρ τὸ μέλλον εἰδὼς ὁ θεὸς, ἐπεὶ μὴ

 
θεὸς ἦν μηδέ τις ἀνθρώπου κρείττων δύναμις, ἐπὶ
θάτερα σοφιστικῶς τὸν χρησμὸν ἡρμόσατο·) καὶ μονονυχὶ 
φήσας
 Κροῖσος Ἅλυν διαβὰς μεγάλην ἀρχὴν καταλύσει, 
 τὴν ἐκ προγόνων διαδοχῆς εἰς τὸν εὐσεβῆ κατελθοῦσαν
τῆς Λυδίας ἀρχὴν, μεγάλην οὖσαν γαῖ πολυχρόνιον,
καταστρέφει, τῆς ἄγαν περὶ αὐτὸν σπουδῆς τοῦτον
ἀποδοὺς τῷ θεοφιλεῖ τὸν καρπόν. 
 Ἐπὶ τούτοις ὁ συγγραφεὺς οἷα οὐκ ἀλόγως διαγαναχτεῖ
 ἄκουε

“Ἔοικας δὴ ὡς ἀληθῶς τὰ μὲν ὅσα ψάμμου 
ἄξιά ἐστιν εἰδέναι, καλὸν δὲ μηδὲν εἰδέναι. τὸ
γοῦν ὀσμὴν ἐς φρένας σὰς ἐλθεῖν κραταιρίνοιο χελώνησ
ἑψομένης ψάμμου ἄξιον ἐπίστημά ἐστιν, οὐκ 
 ἀληθὲς μὲν ὂν οὐδ’ αὐτὸ, ἀλλὰ προσεοικός γε ὅμως
τῷ ἀλαζόνι καὶ ἀναιδεῖ καὶ ἐπὶ τοῖς κενοῖς εἰδήμασι
τὴν ὀφρὺν ἐπαίροντι , καὶ τὸ Λύδιον ἀνδράποδον τὸν
Κροῖσον πείθοντι μὴ καταφρονεῖν αὐτοῦ ·

ὃς μετ’
ὀλίγον ἐπὶ τῇ πείρᾳ ἤμελλεν ἀνερωτᾶν σε εἰ στρατεύοι
 ἐπὶ Πέρσας , καὶ σύμβουλον ποιεῖσθαι ὑπὲρ
τῆς αὐτοῦ μανίας καὶ πλεονεξίας. ᾧ οὐκ ὤκνησας
εἰπεῖν ὅτι
 Ἅλυν διαβὰς μεγάλην ἀρχὴν καταλύσει.

ἐκεῖνο μέντοι εὖ, ὅτι σοι οὐδὲν ἔμελεν εἴ τι ἄτοπον
 πείσεται ὑπ’ ἀμφιβόλου χρησμοῦ ἐπαρθεὶς ἐπ’
ἀλλοτρίαν ἀρχὴν , οὐδ’ εἰ πικροί τινες ἄνθρωποι καὶ
δέον ἐπαινεῖν σε ἐπὶ τῷ τραχηλίσαι μαινόμενον 
ἄνθρωπον, καὶ προσεγκαλοῖεν ὡς οὐδὲ ἰσόρροπον
φωνὴν ἀφέντα, ἵν ὀκνήσειεν καὶ βουλεύσαιτο
 ὁ Λυδός· ἀλλὰ ‘καταλῦσαι’ καθ’ ἴνα τρόπον ἔστι
νοεῖσθαι πρὸς τῶν Ἑλλήνων , οὐ τὸ τῆς οἰκείας ἀρχῆς

 
ἐκπεσεῖν, ἀλλὰ τὸ τὴν ἀλλοτρίαν περιποιήσασθαι.

ὁ μὲν γὰρ ἡμίμηδος ἢ ἡμιπέρσης Κῦρος , ἢ ὁ μητρόθεν
μὲν ἐκ τυραννικοῦ , πατρόθεν δὲ ἐξ ἰδιωτικοῦ
γένους ἡμίονος ὢν ἐν τῷ αἰνίγματι, παρεμφαίνει
 μὲν τὴν ἔκτυφον μοῦσαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄμαντιν μαντικὴν, 
εἴπερ οὐκ ᾔδη μὴ οὐ συνήσοντα τοῦ αἰνίγματος
ὁ μάντις.

εἰ δ’ οὐχ ὑπὸ ἀγνοίας, ἀλλ’ ὑπὸ
τρυφῆς καὶ πονηρίας ἔπαιζε, βαβαὶ οἶα τὰ θεῖα παίγνιά
ἐστιν. εἰ δ’ οὐδὲ τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ἐχρῆν οὕτω
γενέσθαι, ἀνιερώτατος μὲν οὗτος λόγων σοφιστικῶν· 
τί δ’ ὅμως , εἰ οὕτως ἐχρῆν γενέσθαι, σὺ ὁ δύστηνος
ἐν Δελφοῖς καθέζῃ τὰ κενὰ καὶ μάταια ᾄδων; τί δὲ
 σοῦ ὄφελος ἡμῖν; τί δὲ μαινόμεθα οἶ πανταχόθεν
 τῆς γῆς ἐπὶ σὲ διώκοντες; τί δὲ σὺ κνισιᾶς;’’

Τοιαῦτα τῆς Οἰνομάου παρρησίας τὰ τῆς τῶν 
γοήτων φωρᾶς, κυνικῆς οὐκ ἀπηλλαγμένα πικρίας.
οὐδὲ γὰρ δαίμονος, μὴ ὅτι θεοῦ, τοὺς παρὰ τοῖς
Πανέλλησι θαυμαζομένους χρησμοὺς εἶναι βούλεται,
γοήτων δ’ ἀνδρῶν πλάνας καὶ σοφίσματα ἐπὶ ἀπάτῃ
τῶν πολλῶν ἐσκευωρημένα · ὧν ἐπείπερ ἅπαξ ἐμνήσθημεν, 
οὐδὲν ἂν γένοιτο ἐμποδὼν τοῦ καὶ ἑτέρων
ἐλέγχων ἐπακοῦσαι, καὶ πρώτου γε δι’ οὗ φησιν ὁ
 αὐτὸς ἑαυτὸν ὑπὸ τοῦ Κλαρίου Ἀπόλλωνος ἠπατῆσθαι,
γράφων ὧδε

“ Ἀλλὰ δὴ ἔδει τι καὶ ἡμᾶς τῆς κωμῳδίας 
μετασχεῖν καὶ μὴ σεμνύνεσθαι ὡς οὐκ ἐμπεσόντας
εἰς τὴν κοινήν παραπληξίαν , καὶ τὴν ἐμπορίαν εἰ
 πεῖν, ἣν καὶ αὐτοὶ περὶ σοφίας ἐνεπορευσάμεθα ἐκ
τῆς Ἀσίας, ὠ Κλάριε, παρὰ σοῦ·
 ἔστιν ἐν Τρηχῖνος αἴῃ κῆπος Ἡρακλήιος 
 πάντ’ ἔχων θάλλοντα, πᾶσι δρεπόμενος πανημαδὸν, 
 οὐδ’ ὀλιζοῦται, βέβριθε δ’ ὑδάτεσιν διηνεκές.

εἶτ’ ἐγὼ ἀκούσας ὁ βάκηλος καὶ αὐτὸς ὑπὸ τοῦ
Ἡρακλέους ἐφυσήθην , καὶ τοῦ Ἡρακληίου κήπου
θάλλοντος Ἡσιόδειόν τινα ὀνειροπολῶν ἱδρῶτα διὰ
τὴν Τρηχῖνα, καὶ ῥηιδίην αὖθις ζωὴν διὰ τὸν θάλλοντα 
 κῆπον.

εἶτά μοι ἐπερομένῳ εἴ μοι συναίρονται
οἶ θεοὶ 5 εἶς τις ἐκ τῶν πολλῶν λέγει, ἐπομνύμενος
αὐτοὺς τοὺς συναιρομένους θεοὺς, ή μὴν παρὰ
σοῦ ἀκηκοέναι αὐτὸ τοῦτο Καλλιστράτῳ δεδομένον
Ποντικῷ τινὶ ἐμπόρῳ.

ἐγὼ οὖν ὡς ἤκουσα, πῶς
 οἴει ἠγανάκτησα , ὡς δὴ τῆς ἀρετῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἀποστερούμενος;
ἀλλὰ καίπερ ὅμως δυσφορῶν ἀνεσκοπούμην
τὸν ἔμπορον, εἰ τι κἀκεῖνος ἐθάλφθη ὑπὸ τοῦ
Ηρακλέους· ἐφαίνετο δὴ οὖν κἀκεῖνος πόνον τινὰ 
πονεῖν, καὶ κέρδους ἐφίεσθαι, καὶ βίον τινὰ ἡδὺν ἐκ
 τοῦ κέρδους προσδοκᾶν.

ὡς δ’ ἐφαίνετο ὁ ἔμπορος
ἐξισούμενος, οὐκέτι τὸν χρησμὸν ἐδεχόμην, οὐδὲ τὸν
Ἡρακλέα, ἀλλ’ ἀπηξίουν τῶν αὐτῶν κοινωνεῖν, εἴς
τε τοὺς παρόντας πόνους αὐτῶν ἀποβλέπων καὶ τὰς
ἐν ἐλπίδι φάτνας.

ἀλλ’ οὐδ’ ὁ λῃστὴς ἄμοιρος
 ἐφαίνετο τοῦ χρησμοῦ, οὐδ’ ὁ στρατιώτης, οὐδ’ ἐρῶν
ἀνὴρ , οὐδ’ ἐρῶσα γυνὴ , οὐδὲ κόλαξ, οὐδὲ ῥήτωρ,
οὐδὲ συκοφάντης. ἑκάστῳ γὰρ ὡς ἐπιθυμεῖ ἡγεῖσθαι
μὲν τὸν πόνον, προσδοκᾶσθαι δὲ τὴν εὐφροσήνην.”

Ταῦτα ἐκθέμενος εὐθὺς ἐπισυνάπτει ὡς καὶ
 δεύτερον ἐρωτήσας καὶ τρίτον οὐδὲν εἰδότας ἔγνω
τοὺς θαυμασίους, μόνῳ δὲ τῷ τῆς ἀσαφείας σκότῳ
τὴν σΦῶν ἄγνοιαν ἐπικρύπτοντας. λέγει δ’ οὖν

“ Ἐπεὶ δέ μοι τὰ τῆς ἐμπορίας ἤδη πρὸ
ὁδοῦ ἦν, ἀνδρὸς δὲ ἔδει τοῦ ξεναγωγήσοντος ἐπὶ τὴν 
 σοφίαν, ἄπορος δὲ ἐφαίνετο οὗτος, σὲ ἐδεόμην καὶ
τούτου γενέσθαι ἐνδείκτην

 
 ἔν τε τοῖσιν εὐπελέεσσιν ἠδ’ Ἀχαιοῖσιν χρέος 
 θήσεται, τὸ δ’ ἐκτεκμαρθὲν οὐδὲ μικρὸν ἕξεται.

τί φῄς; εἰ δ’ ἀγαλματοποιός τις ἢ ζωγράφος ἐπεθύμουν
γενέσθαι καὶ διδασκάλους ἐζήτουν, ἆρά μοι
ἤρκει ἀκοῦσαι ἔν τε τοῖσιν εὐπελἐεσσιν’, ἀλλ’ οὐκ 
 ἂν μαίνεσθαι εἶπον τόυ λέγοντα ;

ἀλλὰ τοῦτο μὲν
ἴσως οὐχ ἱκανὸς εἶ διανοῆσαι, ἀσάφειαν γὰρ ἔχει πολλὴν
τὰ ἀνθρώπεια ἤθη· ὅπου δέ μοι ἐκ Κολοφῶνος
ἄμεινον πορεύεσθαι, οὐκέθ’ οὕτως ἀφανὲς τῷ θεῷ,
 ἐκ τανυστρόφοιο λᾶας σφενδόνης ἱεὶς ἀνὴρ 
 χῆνας ἐναρίζειν βολαῖσιν ἀσπέτους ποιηβόρους. 
 τοὐς δὲ ἀσπέτους ποιηβόρους χῆνας τίς μοι μηνύσει
ὅ τί ποτε λέγουσι; τίς δὲ τὴν τανύστροφον σφενδόνην;
ὁ Ἀμφίλοχος, ἢ ὁ Δωδωναῖος, ἢ σὺ ἐν Δελφοῖς
 εἰ γενοίμην, οὐκ ἀπάγξῃ που ἀπελθὼν τῇ τανυστρόφῳ 
σφενδόνῃ μετὰ τοῦ ἀδιανοήτου
ποιήματος;”

Ἀλλὰ γὰρ τούτων ὧδε ἐληλεγμένων ὥρα
συνιδεῖν αὖθις ἄνωθεν ὅπως τοὺς παλαιτάτους χρησμοὺς
τοὺς ἐν Δελφοῖς ὁ αὐτὸς ἀπελέγχει , τοὺς δὴ 
μάλιστα ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς ἱστορίαις θαυμαζομένους.

‘Πολὺς ἦν ὁ Περσῶν στρατὸς ὡπλισμένος
κατὰ Ἀθηναίων, οὐδ’ ἦν τις αὐτοῖς ἄλλη σωτηρίας
ἐλπὶς ἢ μόνος ὁ θεός· οἳ δὴ τοῦτον ὅστις ἦν οὐκ εἰδότες
τὸν πάτριον ἀρωγὸν ἐπεκαλοῦντο· ὁ ἐν Δελφῖς 
Ἀπόλλων οὗτος ἦν.

τί οὖν ὁ θαυμαστὸς οὑτος;
; ἀρά γε τῶν οἰκείων ὑπερεμάχει ; ἆρα λοιβῆς καὶ
 κνίσης ἐμέμνητο καὶ ὧν αὐτῷ συνήθως ἐτέλουν τὰς
ἑκατόμβας ἐπιθύοντες; οὐμενοῦν. ἀλλὰ τί φησιν;
φεύγειν, καὶ φεύγειν ξύλινον τεῖχος παρασκευασαμένους, 
οὕτω τὸ ναυτικὸν δηλῶν, δι’ οὗ μόνου φησὶν
αὐτοὺς σωθήσεσθαι τῆς πόλεως ἐμπρησθείσης.

ὢ

 
μεγάλης θεοῦ βοηθείας. εἶτα πολιορκίαν οὐ μόνον
τῶν ἄλλων κατὰ τὴν πόλιν οἰκοδομημάτων, ἀλλὰ καὶ
αὐτῶν τῶν τοῖς θεοῖς ἀφιερωμένων προλέγειν δῆθεν
προσποιεῖται. τοῦτο δὲ καὶ δίχα χρησμοῦ τοῖς πᾶσιν
 ἐκ τῆς τῶν πολεμίων ἐφόδου προσδοκᾶν ἠν.” 
 Εἰκότα δῆτα ποιῶν ὁ συγγραφεὺς διαπαίζει πάλιν
τὴν Ἑλληνικὴν ἀπάτην ἐξελέγχων ἐν τούτοις

“ Ἀλλὰ τὰ μὲν τοιαῦτα ἴσως ἐθελοκάκου 
τινός ἐστιν, ἐκεῖνα δὲ δεῖ μᾶλλον εἰς τὴν κρίσιν
 προάγειν τὰ πρὸς Ἀθηναίους. καὶ δὴ λεγέσθω τὰ
πρὸς Ἀθηναίους
 ὢ μέλεοι, τί κάθησθε; πόλιν φύγετ’ ἔσχατα γαίης· 
 οὔτε γὰρ ἡ κεφαλὴ μένει ἔμπεδος οὔτε τὸ σῶμα, 
 οὐ χέρες, οὐδὲ πόδες νέατοι· κατὰ γάρ μιν ἐρείψει 
 πῦρ τε καὶ ὀξὺς Ἄρης, συριηγενὲς ἅρμα διώκων· 
 πολλὰ δὲ τῇδ’ ἀπολεῖ πυργώματα καὶ κατερείψει ’ 
 πολλοὺς δ’ ἀθανάτων νηοὺς μαλερῷ πυρὶ δώσει· 
 οἴ που νῦν ἱδρῶτι ῥεούμενοι ἑστήκασιν, 
 δείματι παλλόμενοι.

ἰδοὺ δή σοι τὸ πρὸς Ἀθηναίους λόγιον ’ ἦπού τι
μαντικὸν ἔνεστι; σὺ γὰρ οὕτως ἐθάρρεις αὐτῷ νὴ 
Δία, φαίη τις ἄν. εἰ δὲ προσθείης ἃ δεομένων βοη-
θεῖν αὐτοῖς ἐπιλέγεται, γνωσθήσεται. ἰδοὺ δὴ προσ-
κείσθω,
 οὐ δύναται Πάλλας Δί’ Ὀλύμπιον ἐξιλάσασθαι, 
 λισσομένη πολλοῖσι λόγοις . . . . . . 
 σοὶ δὲ τόδ’ αὖτις ἔπος ἐρέω, ἀδάμαντι πελάσσας· 
 τῶν ἄλλων γὰρ ἁλισκομένων . . . . . 
 τεῖχος Τριτογενεῖ ξύλινον διδιοῖ εὐρύοπα Ζεὺς 
 μοῦνον ἀπόρθητον τελέθειν, τὸ σὲ τέκνα τ’ ὀνήσει· 
 μηδὲ σύ γ’ ἱπποσύνην τε μένειν καὶ πεξὸν ἰόντα, 
 νῶτον ἐπιστρέψας· ἔτι τοί ποτε κἀντίος ἔσται. 
 ὠ θείη Σαλαμὶς, ἀπολεῖς δὲ σὺ τέκνα γυναικῶν, 
 ἤ που σκιδναμένης Δημήτερος, ἢ συνιούσης.

ἄξιός τέ σοι ὁ Ζεὺς τοῦ Δῖός , ὦ υἱὲ τοῦ Δῖός ’
ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀθηνᾶ τῆς Ἀθηνᾶς, ὦ τῆς Ἀθηνᾶς
ἀδελφέ· ἥ τε σπουδὴ αὕτη καὶ ἡ ἀντισπουδία ἐπιπρέπει
τῷ πατρὶ καὶ τῇ θυγατρὶ, μᾶλλον δὲ τοῖς
θεοῖς ’ ὅ τε Ὀλύμπιος οὗτος ὁ τὴν μίαν ταύτην ἐξελεῖν 
πόλιν ἀσθενῶν, εἰ μὴ ἀπὸ Σούσων ἐπάγοι αὐτῇ
τὸν ἄπειρον ἐκεῖνον στρατὸν, μέγας τις ἄρα ἦν καὶ
 τὴν τοῦ παντὸς Κυρείαν ἔχων , καὶ πιθανὸς ἅμα, ἐκ
μὲν τῆς Ἀσίας εἰς τὴν Εὐρώπην κινῶν ἔθνη τοσαῦτα,
ἐν δὲ τῇ Εὐρώπῃ μίαν πόλιν ἀνατρέψαι ἀδύνατος 
ὤν.

καὶ σὺ δὲ, ὁ τολμηρὸς ἅμα καὶ ἐπὶ τῷ
μηδενὶ ῥιψοκίνδυνος , οὐκ οἰμώζεις; εἶπον ἂν ἄνθρωποι,
ὑπὲρ ὧν ἡ Πάλλας οὐ δύναται Δί’ Ὀλύμπιον
ἐξιλάσασθαι·) ἢ οὐ τοῖς ἀνθρώποις ἐμήνιεν ὁ Ζεὺς,
ἀλλὰ τοῖς λίθοις καὶ τοῖς ξύλοις ’ κἄπειτα σὺ μὲν τοὺς 
ἀνθρώπους ἔσωζες , ὁ δὲ τὰ οἰκοδομήματα ἐνεπίμπρα
ἐπακτῷ πυρί; οὐ γὰρ ἦν αὐτῷ κεραυνὸς τηνικαῦτα.

ἢ μή τι μᾶλλον ἡμεῖς τολμηροί τε ἐσμὲν καὶ ῥιψο-
κίνδυνοι, οὐκ ἐπιτρέποντες ὑμῖν οὕτω φληναφεῖν.
πῶς δὲ, ὦ μάντι, ὅτι μὲν ἡ θείη Σαλαμὶς ἀπολεῖ 
τέκνα γυναικῶν ᾔδεις, πότερα δὲ σκιδναμένης Δημήτερος
ἢ συνιούσης οὐκέτ’ ᾔδεις ; πῶς δὲ οὐδὲ τοῦτο
ᾔδεις, ὅτι τὰ τέκνα τῶν γυναικῶν εἴποι μὲν ἄν τις
εἶναι καὶ τὰ οἰκεῖα, εἴποι δ’ ἂν καὶ τὰ πολέμια, αἰσθόμενος
τοῦ κακοτεχνήματος;

περιμένειν δὲ δεῖ 
τὸ ἀποβησόμενον ’ ἒν γὰρ δεῖ τι τούτων ἀποβήσεσθαι.
 ἡ γάρ τοι Σαλαμὶς ἡ θείη οὐδὲ ἡττωμένων ἀφήρμοσεν
ἂν, ὡς εἰς οἶκτον οὕτως ἐπιφωνουμένη· ἥ τε
μέλλουσα τῶν νηῶν μάχη, ἤτοι που σκιδναμένης Δημήτερος
ἢ συνιούσης, καταπέπλασται τῇ ποιητικῇ 
σεμνολογίᾳ, ἵνα γένηται μάντευμα ἀφώρατον τῷ σοφισμῷ
καὶ μὴ εὐθὺς καταφανὲς ᾖ, ὅτι ἐν χειμῶνι

 
μάχη ναυτικὴ οὐ συνίσταται.

ἤδη δὲ οὐδὲ ἡ τραγῳδία
ἀφανὴς, οὐδὲ οἱ θεοὶ ἐπεισκυκλούμενοι, ὁ μὲν
ἱκετεύων, ὁ δὲ οὐ κατακαμπτόμενος ’ χρήσιμοι τῷ
μέλλοντι καὶ τῇ τοῦ πολέμου παραδόξῳ ῥοπῇ , ὁ μὲν
 σωζομένοις , ὁ δ’ ἀπολλυμένοις. εἴτε γὰρ σώζοιντο,
ἰδοὺ αἱ τῆς Παλλάδος λιταὶ προμεμήνυνται , ἱκαναὶ 
οὖσαι κάμψαι τὴν τοῦ Δῖός ὀργήν· εἴτε καὶ μὴ, οὐδὲ
τοῦτο τῷ μάντει ἀκατασκεύαστον· οὐ γὰρ δύναται
Πάλλας τὸν Δία ἐξιλάσασθαι· πρός τε τὰς ημικάκους
 τύχας ὁ τεχνίτης ἐκέρασε τὸ λόγιον, ὡς δὴ τοῦ
Δῖός τῇ μὲν τὴν ἑαυτοῦ πρόθεσιν ἐκτελέσαντος, τῇ
δὲ τὴν δέησιν τῆς θυγατρὸς οὐ περιφρονήσαντος.

τά τε πυργώματα ὅτι πολλὰ ἀπολεῖται, εἰ μετὰ
ναρθήκων, ἀλλὰ μὴ μετὰ σιδήρου καὶ πυρὸς ἐπῄεσαν,
 τάχα ἂν ψεῦδος ἦν, ὁπότε καὶ μετὰ ναρθήκων ἔπρα-
ξαν ἄν τι πάντως οἶ τοσοῦτοι. ἀλλ’ ἐγὼ , φησὶν, ἐξεῦρον 
τὸ ξύλινον τεῖχος, τὸ μόνον ἀπόρθητον. συμβούλευμα
σύ γε, ἀλλ’ οὐ μάντευμα, οὐκ ἀπεοικὸς
τῷ.
 φεύγειν, μηδὲ μένειν, μηδ’ αἰδεῖσθαι κακὸς εἶναι.

ὁ γοῦν ἐπιλυσάμενος ἐκεῖνο τὸ αἴνιγμα οὐ χείρων
ἦν σου κατιδεῖν , ὅτι ἡ τῶν Ἀθηναίων πόλις πρόφασις
ἦν τῷ Πέρσῃ τῆς ὁδοῦ , καὶ ἡ πᾶσα ἔλασις ἐπὶ
ταύτην πρώτην τε καὶ ἐξοχωτάτην ἐγένετο , ἐπεὶ καὶ
 ὁ ἂμαντις αὐτὸς ἐγὼ τοῦτ’ αἰσθόμενος καὶ τὸν Ἀθηναῖον
ἂν, οὐ μόνον τὸν Λυδὸν, ἐκέλευον φεύγειν
νῶτα ἐπιστρέψαντα. ἔτι γάρ ποτε κἀντίος ἔσται·
πολλὴ γὰρ ἱπποσύνη καὶ πεζὸς ἐπέρχεται.

ὅτι
δὲ ναυσὶν, ἀλλ’ οὐ κατ’ ἤπειρον· καὶ γὰρ ἦν γελοῖον
 ἔχοντας ναυτικὸν καὶ ἐπὶ θαλάσσης κατοικοῦντας μὴ
οὐ πασσυδὶ σκευωρησαμένους καὶ τροφὰς ὅσας εἶχον

 
συνεμβαλλομένους σώζεσθαι, παραδόντας τοῖς βουλομένοις
τὴν γῆν. ”

Ταῦτα μὲν οὖν τὰ πρὸς Ἀθηναίους· ἀσθενῆ
δὲ σφόδρα καὶ καταγέλαστα τὰ πρὸς Λακεδαιμονίους.
ἤτοι γὰρ πᾶσα, φησὶν, ἡ πόλις πολιορκηθήσεται, ἢ 
 ἀπολωλότα τὸν βασιλέα πενθήσει. τοῦτο δ’ ἐξ ἃπαντος
εἰκὸς ἦν παντί τῳ στοχάζεσθαι , τὸ ἤτοι τόδε ἢ
τόδε συμβήσεσθαι.

ἀλλ’ οὐ δήπου θεοῦ ἦν μάν-
τευμα ὧδέ πως ἀμφιβάλλειν ἀγνοίᾳ τοῦ μέλλοντος,
βοηθεῖν δέον καὶ σωτῆρα τῶν Ἑλλἠνων ἐν καιρῷ 
παραφαίνεσθαι , καὶ μᾶλλον τὴν κατὰ τῶν ἐχθρῶν
καὶ βαρβάρων νίκην τοῖς Ἓλλησιν ὡς ἂν οἰκείοις φί-
λοις προξενεῖν· εἰ δὲ μὴ τοῦτο δυνατὸς ἦν, κἂν τὸ
μὴ παθεῖν αὐτοὺς, μηδ’ ἁλῶναι παρέχειν. ὁ δὲ οὐδὲ
τοῦτο , ἀλλ’ οὐδ’ ὅπως αὐτοῖς τὰ τῆς ἥττης περισττήσεται 
γινώσκει. διὸ καὶ πρὸς ταῦτα οἷά φησιν ὁ
ἔλεγχος ἄκουε

“ ‘Αλλ’ οὐ δεῖ Λακεδαιμονίοις , φήσεις,
ταὐτὸν παραινεῖν. ἀληθῆ λέγεις. οὐ γὰρ ἠπίστασο,
ὦ σοφιστὰ, οἷ χωρήσει τὰ τῆς Σπάρτης ὥσπερ τὰ 
τῆς Ἀττικῆς. ἐδεδοίκεις οὖν μὴ σὺ μὲν κελεύσῃς αὐ-
τοὺς φεύγειν, κἄπειτα οἱ μὲν φεύγοιεν, οἶ δὲ μὴ
ἐπέλθοιεν.

ἐπεὶ οὑν ἔδει τι λέγειν , οὕτως εἶπας
τοῖς Λακεδαιμονίοις
 ὑμὶν, ὢ Σπάρτης οἰκήτορες εὐρυχόροιο, 
 ἤ μέγα ἄστυ ἐρικυδὲς ὑπ’ ἀνδράσι Περσείδῃσι 
 πέρσεται, ἡ τὸ μὲν οὐχὶ, ἀφ’ Ἡρακλέος δὲ γενέθλης 
 πενθήσει βασιλῆ φθίμενον Λακεδαίμονος οὖρος.

πάλιν ὁ ἀμαντευτότατος σύνδεσμος. ἀλλ’ ἐῶμεν
αὐτὸν, ὡς μὴ δὶς περὶ τοῦ αὐτοῦ σοι ἐπιπηδῶντες 
ἐπαχθεῖς ἅμα καὶ ἄποροι δοκῶμεν εἶναι, τὰ δὲ λοιπὰ
 ἐπισκοπῶμεν.

εἰς σὲ μὲν ἀπέβλεπον ἅπαντες ἐν

 
τηλικούτῳ κινδύνῳ, σὺ δ’ αὐτοῖς καὶ τόν μελλόντων
μηνυτὴς καὶ τῶν ποιητέων ἦσθα σύμβουλος. καὶ σὲ
μὲν ἐκεῖνοι πιστὸν, σὺ δ’ αὐτοὺς ἐπέπεισο ἠλιθίους
εἶναι, καὶ ὁ καθεστὼς καιρὸς ὅτι ἱκανὸς ἦν ἄγειν καὶ
 τραχηλίζειν τοὺς ἀβελτέρους οὐ μόνον εἰς Δέλφικά
καὶ Δωδωναῖα σοφιστήρια, ἀλλ’ ἤδη καὶ ἐπὶ τὰ ὀρνιθομαντεῖα
καὶ ἀλευρομαντεῖα καὶ τοὺς ἐγγαστρι-
μύθους.

πιστοὶ δὲ οὐ μόνον οἶ θεοὶ τηνικαῦτα,
ἀλλ’ ἤδη καὶ αἱ γαλαῖ καὶ αἱ κορῶναι καὶ τὰ καθύπνια
 παραπταίσματα οὔκουν ἄδηλον ὅτι οὔτ’ ἂν 
ἀμφότερα μᾶλλον ἐδέξαντο ἢ τὸ ἕτερον οὔτ’ ἂν τὸ
μεῖζον ἀντὶ τοῦ μείονος, μεῖον δὲ εἶναι ἔνα ἀντὶ πάντττων
πεσεῖν τὸν βασιλέα.

μετὰ μὲν δὴ τῆς πό-
λεως πιπτούσης οὐδεμία οὐδ’ αὐτῶ ἀποφυγή· εἰ δ’
 αὐτὸς ἄλλῃ πη τάττοιτο, τάχα ἄν τι καὶ παράδοξον
γένοιτο. λείπεται δὴ τοὺς ταῦτα λογιζομένους τὸν
μὲν βασιλέα πέμψαι προσπολεμήσοντα, αὐτοὺς δὲ oἴκοι
μένοντας ἔξω κινδύνων καραδοκεῖν.

τῷ μὲν
οὖν μετ’ ὀλίγων ἐναντίῳ ἱσταμένῳ πρὸς τὸν ἄπειρον
 ὄχλον ὄλεθρος προφανὴς , ἡ δὲ Σπάρτη ἀνοχὰς εἶχε
τοῦ φόβου καὶ παραδόξους ἐλπίδας. μηδὲν δὲ ἧττον 
ἀφώρατον εἶναι τὸ σόφισμα καὶ διαφυγούσης καὶ
ἁλούσης.

τί δή ποτε; ὅτι οὐκ εἴρητο μὰ Δία εἰ
ὁ βασιλεὺς ἀποθάνοι, ἡ πόλις σωθήσεται, ἀλλ’ ὅτι
 ἢ μόνος ἀπολεῖται ἢ ἡ σύμπασα πόλις· τοῦτο δὲ ἐν
ἑκατέρῳ ἀνεύθυνον, καὶ μόνου αὐτοῦ ἀπολουμένου
καὶ μὴ μόνου. οὗτος δὲ τύφου καὶ ἀφροσύνης
καρπός. ” 
 Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ταύτῃ. οὐκ ἄξιον δὲ παρελθεῖν
 καὶ ἅπερ Κνιδίοις ἔχρησε πάλιν εὐχομένοις καὶ
τὴν παρὰ τοῦ θεοῦ. συμμαχίαν αἰτοῦσιν. ”

“ Ἒπαθον δὲ καὶ οἶ Κνίδιοι τούτῳ προσ- 

 
εοικὸς Ἁρπάγου ἐπ᾿ αὐτοὺς στρατεύσαντος. τὸν γὰρ
ἰσθμὸν τὸν αὐτόθι διακόπτειν ἐπιχειροῦντες καὶ τὴν
πόλιν νησοποιεῖν, τὰ μὲν πρῶτα τοῦ ἔργου εἴχοντο,
ἐπεὶ δὲ αὐτοῖς ἀπήντα ἡ ἐργασία, ἀπαγορεύοντες
 ἤδη ἐχρῶντο.

σὺ δὲ αὐτοῖς εἶπας 
 Ἰσθμὸν δὲ μὴ πυργοῦτε μηδ᾿ ὀρύσσετε· 
 Ζεὺς γάρ κ᾿ ἔθηκε νῆσον, εἴ κ᾿ ἐβούλετο, 
καὶ οἱ βλᾶκες ἐπείσθησαν καὶ ἀποτραπόμενοι παρέδωκαν
ἑαυτοὺς τῷ Ἁρπάγῳ. τὸ δὲ ῥᾳδιούργημα. ἐπεὶ
γὰρ οὐκ ἦν βέβαιος ἀποφυγὴ ὀρύξασι, τούτου μὲν 
ἔπαυσας· ὡς δὲ μὴ κελεύων ἔργου ἔχεσθαι ἐπαγγέλλῃ
τὴν ἀποφυγήν.

τούτῳ δὲ οὐ τὸ λῷον εἶναι
μὴ ὀρύξασι προσετίθεις, ἀλλ᾿ ὅτι οὐ δοκεῖ τῷ Διὶ
αὐτὴν νῆσον εἶναι. ἐν μὲν οὖν τῇ ἀποτροπῇ ἀμφό-
 τερα ἰσόρροπα, ἐν δὲ τῇ προτροπῇ τὸ διαφεύξεσθαι 
προεῖχεν· οὗ δὴ ἀσφαλὲς ἦν τῷ σοφιστῇ τὸ ἀνατρέπειν.
οὕτως τε οὐδὲν εἰπὼν ὧν ἕνεκα ἦσαν ἀφιγμένοι
ἀπέπεμψας οἰομένους ἀκηκοέναι τι.”

Ταῦτα δὲ ἡγοῦμαι τὸ ἀδρανὲς τῶν τε χρώντων
καὶ τῶν χρωμένων ἀπελέγχειν αὐταρκῶς, καὶ 
ὅτι μηδὲν ἀληθὲς ἢ ἔνθεον ἔστιν εὑρεῖν ἐν τοῖς δηλουμένοις.

τὸ δὲ κακότροπον τοῦ ἤθους εἴτε τῶν
πονηρῶν δαιμόνων εἴτε τῶν τὰ μαντεῖα καθυποκρινομένων
ἀνδρῶν ἴδοις ἂν, εἰ μάθοις ὡς καὶ εἰς τὸν
κατ᾿ ἀλλήλων πόλεμον τοὺς χρωμένους αὐτοῖς ἠρέθιζον, 
εἰρήνης καὶ φιλίας δέον αὐτοὺς εἶναι βραβευτάς.

τοτὲ μὲν οὖν Λακεδαιμονίους ὡς ἂν οἰκείους καὶ
φίλους ὁ ἐν Δελφοῖς πάλιν κατὰ Μεσσηνίων παροξύνει,
τοτὲ δ᾿ αὖ Μεσσηνίοις κατὰ Λακεδαιμονίων χρᾷ,
εἰ πάλιν οὗτοι δι᾿ ἀνθρωποθυσίας ἱλάσοιντο τοὺς 
δαίμονας. ἄκουε δὲ καὶ τὰ περὶ τούτων

“Ἐπικρινεῖ δὲ τὰ τοιαῦτα ἡ σοφία παρ-

 
οὖσα τῇ μαντικῇ , καὶ οὐκ ἐπιτρέψει αὐτῇ ὡς ἔτυχε
διαλέγεσθαι , ἅτε δὴ τῶν πάντων ἀναψαμένη τὰ πείσματα
καὶ ἐπιθεμένη τὰ πρεσβεῖα, οὐδ’ ἐφήσει ματαίῳ
ὄντι τῷ Πυθίῳ χρᾶν οὔτε τούτοις οὔτε Λακεδαιμονίοις
 περὶ Μεσσηνίων καὶ τῆς γῆς, ἧς εἶχον
Μεσσήνιοι ἀπάτῃ νικήσαντες Λακεδαιμονίους
 οὔ σε μάχης μόνον ἔργ’ ἐφέπειν χερὶ Φοῖβος ἄνωγεν, 
 ἀλλ’ ἀπάτῃ μὲν ἔχει γαῖαν Μεσσηνίδα λαός ’ 
 ταῖς δ’ αὐταῖς τέχναις τις ἁλώσεται αἷσπερ ὑπῆρξεν.

εἰρήνης μᾶλλον μεμνῆσθαι κελεύει καὶ ὀλιγοδείας
καὶ αὐταρκείας. οἱ δέ που τοῖς Λυκούργου νόμοις
κατακοσμούμενοι ἧκον ὑπὸ ἀπληστίας καὶ δόξης κενῆς
ἐρησόμενοι , ὡς μὴ δοκοῖεν Μεσσηνίων μάχῃ λείπεσθαι,
ἐν νόμοις καρτερικοῖς τεθράφθαι δοκοῦντες.

εἰ δέ γε οἶ ἐν καρτερικοῖς ἤσαν νόμοις οὕτω τεθραμμένοι, 
ἐκαρτέρουν ἂν ἐπὶ τοῖς ὀλίγοις, καὶ οὐδὲν
ἂν μάχης αὐτοῖς ἔδει, οὐδὲ ὅπλων καὶ τῆς λοιπῆς
ἀποπληξίας.

ταῦτα Λακεδαιμονίοις κατὰ Μεσσηνίων,
πάλιν δ’ αὖ Μεσσηνίοις κατὰ Λακεδαιμονίων
 ταῦτα ’ σὺ γὰρ καὶ Μεσσηνίοις κατὰ Λακεδαιμονίων,
οὐ μόνον Λακεδαιμονίοις κατὰ Μεσσηνίων χρη-
σμῳδεῖς
 παρθένον Αἰπυτίδα κλῆρος καλεῖ, ἥντινα δοίης 
 δαίμοσι νερτερίοις, καί κεν σώσειας Ἰθώμην.

τὰ γὰρ παρευρήματα οὐ δέχομαι, ὅτι οὐκ ἦν κα-
θαρὸν ἐκ γένους Αἰπύτου τὸ ἱερεῖον, ὅθεν ἀτέλεστα 
Μεσσηνίοις εἶναι. τοιοῦτος γὰρ εἰ οἷος ταράττειν. ” 
 Τὰ μὲν δὴ τῆς παλαιᾶς ἱστορίας τοιαῦτα. μυρία
δ’ ἐστὶ καὶ καθ’ ἡμᾶς τούτοις συνιδεῖν ὅμοια , ἐκ
 παλαιοῦ χρόνου καὶ εἰς ἡμὰς αὐτοὺς τῶν κατὰ χρόνους
ἀρχόντων τοτὲ μὲν εἰς ἀπράκτους πολέμους διὰ
τῆς τῶν χρησμῶν συμβουλίας ὁρμώντων, τοτὲ δὲ

 
 σφαλλομένων ἐκ τῆς τῶν χρησθέντων ἀδηλίας , ἂλλοτε
δὲ ἀποπλανωμένων ἐκ τῆς αὐτόθεν τῶν λογίων
 ἀπάτης.

τί δεῖ δὲ λέγειν, ὥς ποτε ἐν ταῖς μεγίσταις
συμφοραῖς , ἤτοι τῶν πρὸς τοὺς ἐχθροὺς παρατάξεων,
ἢ τῶν ἐν ταῖς σωματικαῖς ἀρρωστίαις κινδύνων, 
τῆς τῶν νενομισμένων θεῶν ἐπικουρίας ἢ θεραπείας
οὐδὲν ὤναντο.

τοιαῦτα δὲ ἀεὶ καὶ διὰ
παντὸς αὐτοῖς τὰ ἀπὸ τῶν χρησμῶν ἐκπίπτει, οἶα
καὶ τὰ τῆς παλαιὰς ἱστορίας συνίστησιν.

ἀλλ’
ἐπεὶ τῶν μάλιστα παρὰ Ἓλλησι θρυλουμένων τοῦ 
Πυθίου χρησμῶν εἶς τις ἦν καὶ ὁ πρὸς Λυκοῦργον,
ᾧ προσιόντι ἡ Πυθία ἐπεφώνησε τὸ βοώμενον ἐκεῖνο,
 ἥκεις, ὢ Λυκόεργε, ἐμόν ποτὶ πίονα νηὸν, 
 Ζηνὶ φίλος καὶ πᾶσιν Όλύμπια δώματ’· ἔχουσι· 
 δίζω ἤ σε θεὸν μαντεύσομαι, ἢ ἄνθρωπον· 
 ἀλλ’ ἔτι καὶ μᾶλλον θεὸν ἔλπομαι· ὠ Λυκόεργε, 
 ἥκεις εὐνομίην διζήμενος· αὐτὰρ ἐγώ τοι 
 δώσω , 
καὶ τὰ τούτοις συνεπιλεγόμενα· φέρε καὶ πρὸς ταῦτα
τίνα ποτὲ συνεῖδεν ὁ προδηλωθεὶς ἔλεγχος ἐποπτεύσωμεν.
γράφει δὲ ὧδε

“ Ἀλλὰ σὺ τὸν Τυρταῖον προκαθηγεμόνα
καὶ σκοπὸν ἐλθόντα ποτὲ ὡς σὲ ἥκειν ἔφης ἔκ κοίλης
Λακεδαίμονος Ζηνὶ φίλον καὶ πᾶσιν Ὀλύμπια
δώματ’ ἔχουσι , δίζεσθαί τε εἰ θεὸν αὐτὸν μαντεύσῃ, 
ἢ ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἔτι καὶ μᾶλλον θεὸν, ὅτι ἦλθεν εὐνομίην
αἰτήσων.

καὶ πῶς, εἰ θεὸς, οὐκ ἠπίστατο
νόμον πολιτικὸν ὁ φίλος τοῦ Δῖός καὶ πάντων τῶν
 Ὀλυμπίων; ἀλλ’ ἐπεί τοι καὶ οὐ δίχα θεοῦ ἴσως τὰ
τοιαῦτα εὑρίσκεται , ἃ δέδεικται τῷ θειοτάτῳ ἀνθρώπων 
ὑπὸ τῆς θεοῦ φωνῆς , φέρε ἴδωμεν τὴν θείαν
φωνὴν, καὶ ἃ ἐδίδαξας τὸν Λυκοῦργον

 
 ἥκεις εὐνομίην διζήμενος, αὐτὰρ ἐγώ τοι 
 δώσω.

δὸς, εἴποιμι ἂν ἐγώ· οὐδεμίαν γάρ πω δόσιν οὐδενὶ
ἐπηγγείλω τοιαύτην.
 ὡς ἂν μαντείῃσιν ὑποσχέσιάς τε καὶ ὅρκους, 
 καὶ δίκας ἀλλήλοισι καὶ ἀλλοδαποῖσι διδῶτε, 
 ἁγνῶς καὶ καθαρῶς πρεσβηγενέας τιμῶντες, 
 Τυνδαρίδας δ’ ἐποπιζόμενοι, Μενέλαν τε καὶ ἄλλους 
 ἀθανάτους ἥρωας , οἳ ἐν Λακεδαίμονι δίῃ, 
 οὕτω δή χ’ ὑμῶν περιφείδοιτ’ εὐρύοπα Ζεύς.

Ἄπολλον, διδασκαλίας καὶ παρεγγυήσεως θείας·
καὶ οὐ μακρὸς ἕνεκα τούτων ὁ στόλος, οὐδὲ ὅπως εἰς
Δελφοὺς ἐκ Πελοποννήσου , ἀλλ’ οὐδ’ εἰς Ὑπερβορέους
αὐτοὺς, ὅθεν ἀφῖχθαι λέγουσι κατὰ χρησμὸν
 Ἁστερίας ἄλλης μάντεως 
 οἰκητὰς Δήλοιο θυώδεος ἠδ’ ἱερῆας.

δοκεῖ δέ μοι ὁ Λυκοῦργος οὗτος οὐκ ἐσχηκέναι
τιτθὴν, οὐδὲ σύνθωκος πρεσβυτέρων οὐδέποτε κεκαθικέναι,
παρ’ ὧν καὶ παρ’ ἧς εἶχε καλλίω τούτων
 ἀκοῦσαι καὶ σοφώτερα.

τάχα δέ πού τι προσθήσεις,
ἐάν σε λιπαρῇ ὁ Λυκοῦργος εἰπεῖν τι σαφές.
εἰ οἱ μὲν εὖ ἡγοῖντο, οἱ δ’ ἕποιντο, οὐκέτι φήσω τοῦ
αὐτοῦ εἶναι συνθώκου τοῦτο, καὶ ἀξιώσω τὸν Λυκοπυργον 
μὴ ἀποκαμεῖν εἴ τι δύναιτο πολιτικὸν παρὰ
 σοῦ δίδαγμα ἀναλαβὼν ἀπιέναι εἰς τὴν Σπάρτην.

εἰσὶν ὁδοὶ δύο πλεῖστον ἀπ’ ἀλλήλων ἀπέχουσαι, 
 ἡ μὲν ἐλευθερίας εἰς τίμιον οἶκον ἄγουσα, 
 ἡ δ’ ἐπὶ δουλείας φυκτὸν δόμον ἡμερίοισι ’ 
 καὶ τὴν μὲν διά τ’ ἀνδροσύνης ἱερῆς θ’ ὁμονοίας 
 ἔστι περᾶν, ἣν δὴ λαοῖς ἡγεῖσθε κέλευθον, 
 τὴν δὲ διὰ στυγερῆς ἴριδος καὶ ἀνάλκιδος ἄτης 
 εἰσαφικάνουσι . . . , 
τὴν δὲ πεφυλάχθαι.

μάλιστα ἀνδρείους εἶναι κε- 

 
λεύεις· τοῦτο μὲν καὶ παρὰ τῶν δειλῶν πολλάκις
ἠκούσαμεν ’ ἀλλὰ καὶ ὁμόφρονας ’ τοῦτο οὐ παρὰ τῶν
σοφῶν μόνων, ἀλλ’ ἤδη καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν στασιαξόντων.
ὥστε ιούτου μὲν τοῦ παρεγγυήματος
ἀφίεμέν σε.

καίτοι μάντις ὢν οὐκ ἔγνως ἡμᾶς 
πολλάκις καὶ παρὰ πολλῶν εἰληφότας αὐτὸ , οὔτε τῆς
δάφνης ἐμφαγόντων οὔτε τὸ Κασταλίας ὕδωρ πιόντων,
οὐδ’ ἐπὶ σοφίᾳ τὴν ὀφρύν ποτε ἀνασπασάντων;

λέγ’ οὖν περὶ ἀνδρείας, λέγε περὶ ἐλευθερίας,
 λέγε περὶ ὁμοφροσύνης , τίνα τρόπον ἐγγίνεται ταῦτα 
πόλει , καὶ μὴ ἡμᾶς τοὺς οὐκ εἰδότας κέλευε ἡγεῖσθαι
τοῖς λαοῖς τῆς κελεύθου ταύτης, ἀλλ’ αὐτὸς ἡγοῦ.
καλὴ μὲν γὰρ, ἀλλ’ ἄπορος ἡμῖν καὶ φοβερά. ”
 Τούτοις προστίθησι λέγων

Σὺ δὲ καὶ περὶ γάμου ἕτοιμος λέγειν 
 Ἄργεος ἱπποβότου πῶλον λάβε κυανοχαίτου.

περὶ δὲ παίδων
 Ἠετίων, οὔ τίς σε τίει πολύτιτον ἐόντα· 
 λάβδα κύει, τέξει δ’ ὀλοοίτροχον.

περὶ δὲ ἀποικίας 
 στέλλ’ ἐπὶ χρυσείους ἄνδρας πολυεθνέα λαὸν, 
 ὤμοις μὲν χαλκὸν προφέρων, χερσὶν δὲ σίδηρον.

περὶ δὲ κενῆς δόξης
 γαίης μὲν πάσης τὸ Πελασγικὸν οὖδας ἄμεινον· 
 ἵπποι Θρηίκιαι, Λακεδαιμόνιαι δὲ γυναῖκες, 
 ἄνδρες θ’ οἳ πίνουσιν ὕδωρ καλῆς Ἀρεθούσης.

καί μοι δοκεῖς οὐδὲν τόν τερατοσκόπων καλουμένων
κρείττων εἶναι, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν ἄλλων ἀγυρτῶν
καὶ σοφιστῶν. ἀλλὰ τῶν μὲν οὐδὲν ἔγωγε ἐθαύμασ,
 εἰ μισθοῦ τραχηλίζουσι , σοῦ δὲ τοῦ θεοῦ καὶ 
τῶν ἀνθρώπων , εἰ μισθοῦ τραχηλίζονται.

εἶθ’ ὁ
μὲν Σωκράτης ἐκεῖνος οὐδέτερον ἀπεκρίνατο πρὸς

 
τὸν ἐρωτήσαντα πότερον γαμήσει ἢ μὴ, ἀλλ’ ὅτι με-
τανοήσει ἀμφότερα· πρὸς δὲ τὸν ἐπιθυμοῦντα παίδων
οὐκ εὖ ἔφη αὐτὸν ποιήσειν, ὃς ἐάσας ἐπιχειρεῖν
ὅπως, εἴ οἱ παῖδες γένοιντο, ἄριστα αὐτοῖς χρῷτο,
 τούτου μὲν οὐδένα λόγον ἐποιήσατο, αὐτὸ δὲ μόνον
ἐσκοπεῖτο, πῶς ἂν αὐτῷ γένοιντο.

ἑτέρου δὲ ἀπο-
δημεῖν ἐγνωκότος διὰ τὸ κακῶς ἔχειν αὐτὸν οἴκοι οὐκ
ἔφη ὀρθῶς αὐτὸν βουλεύεσθαι ’ τὴν μὲν γὰρ πατρίδα
αὐτόθι ἀπολιπὼν ἄπεισι, τὴν δὲ ἀμαθίαν μεθ’ ἑαυτοῦ
 ἄγων, ἥτις αὐτὸν καὶ τοῖς ἐκεῖ δυσαρεστεῖν ποιήσει 
καθάπερ καὶ τοῖς ἐνθάδε. καὶ οὐχ ὁπότε ἠρωτᾶτο
μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτόκλητος ἐπὶ τὰς τοιάσδε
συνουσίας ἰών·

εἴκοσι τὰς πρὸ κυνὸς καὶ εἴκοσι τὰς μετέπειτα 
 οἴκῳ ἐνὶ σκιερῷ Διονύσῳ χρῆσθαι ἰητρῷ. 
Ἀθηναίοις ὑπὸ καύματος ἐνοχλουμένοις ἰατρικὸν, ἀλλ’
οὐ μαντικὸν.

Ἐργῖνε Κλυμένοιο πάι Πρεσβωνιάδας, 
 ὄψ’ ἦλθες γενεὴν διζήμενος· ἀλλὰ καὶ ἔμπης 
 ἱστοβοῆι γέροντι νέαν ποτίβαλλε κορώνην. 
γέροντι νέαν συνοικεῖν, εἰ παίδων ἐπιθυμεῖ, οὐ μάν-
τεως οὐδὲ τοῦτο, ἀλλὰ φύσιν ἐπισταμένου. ἀλλ’ ἡ
ἐπιθυμία τοὺς βλᾶκας ἐξίστησι. ”

Διόπερ σοι καὶ νάρθηκα παραινῶ ἐπ’ αὐτοὺς
 λαμβάνειν , εἴ μὴ πείθοις μανθάνειν ἀντὶ τῶν
καταπτύστων ἐρωτημάτων ἄξιόν τι τοῦ θείου φοιτητηρίου ·
ἢ Ἀντιόχῳ τῷ Παρίω ἀποβαλόντι τὴν οὐσίαν 
ἐν πολιτικῇ φλυαρίᾳ καὶ ὑπὸ λύπης ἥκοντι πρὸς
σὲ λέγειν 
 Ἀντίοχ’ , εἰς Θάσον ἐλθὲ, καὶ οἴκει εὐκλέα νῆσον·
ὃς ἐκείνως ἂν μᾶλλον ὤνατο ἀκούσας, 
 Ἀντίοχ’, εἰς νοῦν ἐλθὲ, καὶ ἐν πενίᾳ μὴ ὀδύρου.

ἢ τοῖς ἥκουσι Κρητῶν
 Φαιστοῦ καὶ Τάρρας ναέται, Δίου τε πολύρρου, 
 Πυθωον κέλομαι τελέειν Φοίβοιο καθαρμὸν 
 εὐαγέοντας, ὅπως Κρήτην καταναιετάητε, 
 ὄλβον μὴ πατρίοισι νόμοις , καὶ Ζῆνα σέβοντες.

οἶς ἀκοῦσαι ἐκεῖνο κρεῖττον ἦν
 λήρου καὶ μανίας ναέται, πολλοῦ θ’ ἅμα τύφου 
 οἰκεῖον τελέειν κέλομαι λήροιο καθαρμὸν 
 εὐαγέοντας, ὅπως σοφίαν καταναιετάητε, 
 ὄλβον μὴ πατρίοισι νόμοις, θείοις δὲ σέβοντες. 
ὡς μὴ μᾶλλον τῆς Κρήτης σὺ καθαρμοῦ προσδέῃ,
Ὀρφικούς τινας ἢ Ἐπιμενιδείους καθαρμοὺς φαντα-
ζόμενος.

Διὰ τί δὲ, (6 σοφώτατε, Χαρίλαος καὶ
Ἀρχέλαος οἶ Λακεδαιμονίων βασιλεῖς, 
 εἴ κεν ἐπικτήτου μοίρης λάχος Ἀπόλλωνι 
 ἥμισυ δάσσωνται, πολὺ λώιον ἔσσεται αὐτοῖς, 
ποίῳ δὲ καὶ ἄλλῳ λέγεις Ἀπόλλωνι ; οὐ γὰρ δὴ αὐτῷ
σοι, ὦ ἀναίσχυντε μάντι , ὡς μή τίς σοι αὐτῷ ἐπιπλήξειεν,
ἅτε κακῶς οὕτω συνδιαιρουμένῳ τοῖς λῃ-
 σταῖς.”

Ταῦτα μὲν οὑν ὧδε ἐχέτω. φέρε δὲ τούτοις
προσθῶμεν καὶ δι’ ὧν αὖθις ὁ Ἀπόλλων θαυμάζει
τὸν Ἀρχίλοχον , ἄνδρα παντοίαις κατὰ γυναικῶν αἰ-
σχρορρημοσύναις καὶ ἀρρητολογίαις, ἃς οὐδ’ ἀκοῦσαί 
τις σώφρων ἀνὴρ ὑπομείνειεν ἂν, ἐν τοῖς οἰκείοις
ποιήμασι κεχρημένον ’ καὶ τὸν Εὐριπίδην τῆς μὲν
Σωκράτους διατριβῆς καὶ φιλοσοφίας ἐκπεσόντα, εἰσέτι
δὲ καὶ νῦν ἐπὶ τῆς θυμέλης τραγῳδούμενον·
καὶ Ὃμηρον ἐπὶ τούτοις, ὃν ὁ γενναῖος Πλάτων’ ἐξωθεῖ 
 τῆς ἑαυτοῦ πολιτείας ὡς κατ’ οὐδὲν ὠφέλιμον,
ἀλλὰ καὶ τὰ ἔσχατα τοὺς νέους λυμαινομένων λόγων

 
ποιητὴν γεγενημένον. ἐφ’ οἷς πάλιν ὁ προδηλωθεὶς
τὸν χρησμῳδὸν θεὸν ὧδέ πως σκώπτει

“ ’Αθάνατός σοι παῖς καὶ ἀοίδιμος, ὢ Τελεσίκλεις, 
 ἔσσετ’ ἐν ἀνθρώποις. 
 ὁ δὲ παῖς ἦν Ἀρχίλοχος.

ἔσται σοι κοῦρος, Μνησαρχίδῃ , ὅντινα πάντες 
 ἄνθρωποι τίσουσι, καὶ ἐς κλέος ἐσθλὸν ὀρούσει, 
 καὶ στεφέων ἱερῶν γλυκερὴν χάριν ἀμφιβαλεῖται.

ὁ δὲ κοῦρος ἦν Εὐριπίδης. Ὅμηρος δὲ
 σοὶ ζωὴ δοιὰς μοίρας λάχεν, ἡ μὲν ἀμαυρῶν 
 ἠελίων δισσῶν, ἡ δ’ ἀθανάτοις ἰσόμοιρος, 
 ζῶν καὶ ἀποφθίμενος. 
καὶ διὰ ταῦτα ἤκουεν
 ὄλβιε καὶ δύσδαιμον, ἔφυς γὰρ ἐπ’ ἀμφοτέροισι.

λέγει δὲ οὐκ ἄνθρωπος , ἀλλά τις διατεινάμενός
ποτε, ὅτι αὐτὸν οὐ χρὴ
 ἀνθρώπων θεὸν ὄντα δυηπαθέων ἀλεγίζειν. 
ἄγε οὖν, ὦ θεὲ, μὴ περιίδῃς μηδ’ ἡμᾶς. ἐπιθυμοῦμεν 
γὰρ, εἰ μή τι ἀδικοῦμεν, οἶ μὲν Κλεοῦς ἐσθλοῦ, 
 οἷ δὲ στεφάνων ἱερῶν , οἱ δὲ πρὸς θεοὺς ἰσομοιρίας,
οἶ δὲ αὐτῆς ἀθανασίας.

τί ποτ’ οὖν ἦν τοῦτο δι’
ὅ σοι Ἀρχίλοχος ἔδοξεν ἄξιος εἶναι τοῦ οὐρανοῦ; μὴ
φθονήσῃς , ὦ φιλανθρωπότατε θεῶν, μηδ’ ἄλλοις
ἀνθρώποις τῆς ἄνω ὁδοῦ. τί πράττειν κελεύεις ἡμᾶς ;
 ἢ δηλαδὴ τὰ Ἀρχιλόχου , εἰ μέλλοιμεν ἄξιοι φανεῖσθαι
τῆς ὑμετέρας ἑστίας,

λοιδορῆσαι μὲν πικρῶς 
τὰς οὐκ ἐθελούσας ἡμῖν γαμεῖσθαι, ἅψασθαι δὲ καὶ
τῶν κιναίδων, ἐπειδὴ τῶν ἄλλων πονηρῶν πολὺ πονηρότεροί
εἰσιν· οὐχὶ δίχα μέτρου, αὕτη γὰρ διάλεκτος
 καὶ θεῶν, ὥσπερ οὖν καὶ θείων ἀνδρῶν, ὥσπερ
Ἀρχιλόχου.

καὶ οὐδὲν ἴσως θαυμαστόν. διὰ γὰρ

 
τὴν ἐν τούτοις ὑπεροχὴν εὖ μὲν οἶκος οἰκεῖται, εὖ δὲ
ἰδιώτης βίος, πόλεις δὲ ὁμοφρόνως καὶ ἔθνη εὐνόμως
συνεστᾶσιν.

οὐκ ἀπεικότως ἄρα σοι καὶ Μουσῶν
 θεράπων ἔδοξεν εἶναι, καὶ ὁ φουεὺς αὐτοῦ οὐκ
ἄξιος εἶναι τῆς πρὸς ὑμᾶς τοὺς θεοὺς εἰσόδου, οὐδὲ 
τῆς παρ’ ὑμῶν φωνῆς , ἄνδρα φωνάεντα ἀποκτείνας.

οὔκουν ἄδικος ἡ πρὸς τὸν Ἀρχίαν ἀπειλὴ, οὐδ’
ἄκαιρος ἡ Πυθία τιμωροῦσα Ἀρχιλόχῳ τῷ πάλαι νεκρῷ
καὶ κελεύουσα ἐξιέναι τοῦ ναοῦ τὸν ἐναγῆ ’ Μουσάων
γὰρ ἀπέκτεινε θεράποντα.

οὔκουν ἔμοιγ’ 
ἐφάνης ἐπαμύνων τῷ ποιητῇ ἀπρεπὴς εἶναι· ἐμεμνήμην
 γὰρ καὶ τοῦ ἑτέρου ποιητοῦ καὶ τῶν ἱερῶν
τοῦ Εὐριπίδου στεφάνων, καίτοι ἀπορῶν καὶ ἀκοῦσαι
ἐπιθυμῶν οὐχ ὅτι ἐστεφανοῦτο, ἀλλὰ πῶς ἦν τὰ
στέφη ταῦτα ἱερά· οὐδ’ ὅτι αὐτοῦ κλέος ὄρουσεν, ἀλλὰ 
πῶς ἐσθλὸν ἦν τοῦτο.

ἐκροταλίζετο μὲν γὰρ ἐν
τοῖς ὄχλοις, οἶδα, καὶ τυράννοις ἤρεσκε, καὶ τοῦτο
οἶδα· καὶ ἔργον ἐπετήδευεν , ἐφ’ ᾧ οὐχ ὅπως αὐτὸς
ἐθαυμάζετο ὁ ἐραστὴς, ἀλλ’ ἤδη καὶ ἡ τῶν Ἀθηναίων
πόλις, ὅτι μόνη τραγῳδοὺς ἤνεγκεν.

εἰ μὲν οὖν 
ὁ κρότος ἱκανὸς κριτὴς καὶ ἡ ἐν ἀκροπόλει τράπεζα,
οὐδὲν ἔτι λέγω, βλέπων ἐν ἀκροπόλει δειπνοῦντα τὸν
Εὐριπίδην καὶ τὸν Ἀθηναίων ἅμα καὶ τὸν Μακεδόνων
δῆμον ἐπιψοφοῦντα ’ εἰ δὲ καὶ δίχα τούτων ἐστί
τις καὶ θεῶν ψῆφος , καὶ αὕτη πιστὴ , καὶ οὐχ ἥττων 
τῆς τῶν τυράννων, οὐδὲ τῆς τῶν ὄχλων, φέρε , φράσον
 σὸν ἡμῖν ἐπὶ τίνι τῶν καλῶν ἠνέγκατε ὑμεῖς οἱ θεοὶ
τὴν ὑπὲρ τοῦ Εὐριπίδου ψῆφον, ἔνα σπεύσωμεν καὶ
διώξωμεν τὸν οὐρανὸν κατὰ πόδας τῶν ὑμετέρων
ἐπαίνων.

οὐ γὰρ δὴ οὐκ εἰσὶ καὶ νῦν ἕτοιμοι 
κωμῳδεῖσθαι καὶ Σαβαῖοι καὶ Λυκάμβαι, πρὸς δέ
γε τὸ τραγῳδεῖσθαι οὐκ ἂν οὐδὲ νῦν ἐνσταίη οὔτε

 
ὁ Θυέστης οὔτε ὁ Οἰδίπους οὔτε ὁ Φινεὺς ἐκεῖνος ,
οὐδ’ ἂν, οἶμαι, φθονήσαιεν οὐδενὶ ἐπιθυμοῦντι φιλίας
τῆς τῶν θεῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἄν μοι δοκοῦσιν
ἐκεῖνοι , εἰ ᾔσθοντο ὅτι ἔσοιτό τις Εὐριπίδης 5 ἀνὴρ
 ἐπὶ τῷ διασκευάσαι αὐτοὺς γενόμενος θεοφιλὴς, ἐμελῆσαι 
ἂν τῶν κακῶν ἐκείνων, καὶ οὐκ ἐπὶ τὸ κρείττονα
φρονεῖν, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ μετροποιεῖν τραπέσθαι·

καὶ τῶν ἔμπροσθεν ἀνθρώπων εἰ τὰ ὀνόματα ὂγκου
πλήρη ἤκουον, χρῆσθαι τούτοις εἰς τὴν πρὸς τὸν οὐρανὸν
 ὁδοιπορίαν , ἵν ἐλθόντες καθίζοιντο ἐν τῷ
Ὀλύμπῳ μετὰ τῶν πυκτῶν ἐν τῇ τοῦ Δῖός αὐλῇ·
ταῦτα γὰρ λέγει ὁ ἐν Δελφοῖς ποιητής.

φέρε καὶ
τὴν Ὁμήρου τοῦ ὀλβίου ἴδωμεν ἐρώτησιν, ἣν τὸν θεὸν
ἐρωτᾷ· ἦπου γάρ τις οὐρανία ἦν καὶ ἱκανὴ τὸν θεὸν 
 ἐκκαλέσασθαι· οὐ γὰρ ἂν οὕτω ῥᾳδίως ὁ θεὸς ὄλβιον
μὲν ἐπεφώνησεν, ἐπὶ δὲ τῷ ὀλβίῳ ῥῆσιν ἀπένειμε
 πατρίδα δίζηαι· μητρὶς δέ τοι, οὐ πατρίς ἐστι· 
 Μίνωος δ’ ἀπὸ γῆς, οὔτε σχεδὸν οὔτ’ ἀπὸ τηλοῦ, 
 ἐν τῇ σοι μοῖρ’ ἐστὶ τελευτῆσαι βιότοιο, 
 εὖτ’ ἂν ἀπὸ γλώσσης παίδων μὴ γνῷς ἐπακούσας 
 ἀξύνετον πολλοῖσι λόγοις εἰρημένον ὕμνον.

δεινὸν γὰρ, ὡ σοφώτατε ἀνδρῶν, μᾶλλον δὲ θεῶν,
εἰ μήτε ὅπου τῆς γῆς ἐξέθορε τῆς μητρὸς εἰδείη ὂλβιος
βιος μήτε ὅπου καταμύσας κείσεται. ἐγὼ δὲ καὶ ᾤμην
 ἴσον Ὃμηρόν τε ὄντα περὶ τούτων προσιέναι τῷ
θεῷ καὶ ἴνα τῶν κανθάρων, καὶ τὸν θεὸν μὴ μᾶλλον
ἂν Ὁμήρῳ ἀφηγήσασθαι περὶ τοιούτων ἀγνοημάτων
ἢ κανθάρῳ.

οἶον εἰ καὶ κάνθαρός τις γεννηθεὶς
οὐκ ἐνεβίωσε οὐδ’ ἐνεγήρασεν ἐν ἐκείνῃ τῇ κοπρίᾳ,
 ἀλλ’ ἐχθρῷ ἀνέμῳ περιέτυχε, καὶ κανθαρίῳ δαίμονι
σκληρῷ, ὃς αὐτὸν μετέωρον ἄρας βίᾳ ἀπήνεγκεν ἐπί
τινα ἄλλην γῆν καὶ ἄλλην κοπρίαν, κἄπειτα ἐλθὼν

 
 εἰς Δελφοὺς ἀνηρώτα ἥτις ἄρα ποτὲ αὐτῷ ἦν ἡ πατρῴα
κοπρία, καὶ ἥτις αὐτὸν γῆ δέξεται ἀποθανόντα. 
 Ταῦτα μὲν οὖν περὶ τῶν ποιητῶν.

Ἐπεὶ δὲ οὐ μόνους ποιητὰς, ἤδη δὲ καὶ
 πύκτας καὶ ἀθλητὰς ὁ θαυμάσιος θεὸς διὰ τῶν οἰκείων 
χρησμῶν ἐξεθέωσεν , εἰκότως μοι δοκεῖ καὶ
ταῦτα ἀπελέγχειν ὁ δεδηλωμένος τούτοις τοῖς ῥή-
μασιν

ὢ εἰδὼς ψάμμου τ’ ἀριθμὸν καὶ μέτρα θαλάσσης, 
 καὶ κωφοῦ ξυνιεὶς καὶ μὴ λαλέοντος ἀκούων. 
εἴθε ὤφελες τὰ μὲν τοιαῦτα πάντα ἀγνοεῖν, ἐκεῖνο
δὲ εἰδέναι, ὅτι ἡ πυκτικὴ τῆς λακτιστικῆς οὐδὲν διαφέρει,
ἔν ἢ καὶ τοὺς ὄνους ἀπηθανάτους , ἢ μηδὲ
Κλεομήδην πύκτην Ἀστυπαλαιέα, λέγων οὕτως
 ὕστατος ἡρώων Κλεομήδης Ἁστυπαλαιεὺς, 
 ὃν θυσίαις τιμᾶθ’ ὡς οὐκέτι θνητὸν ἐόντα.

διὰ τί γὰρ, ὦ πάτριε τῶν Ἑλλήνων ἐξηγητὰ, ὥς
σε καλεῖ Πλάτων’, ἐθέωσας τὸν ἄνδρα τοῦτον; ἢ ὅτι
Ὀλυμπίασι πληγῇ μιᾷ πατάξας τὸν ἀνταγωνιστὴν
ἀνέῳξε τὴν πλευρὰν αὐτοῦ καὶ ἐμβαλὼν τὴν χεῖρα 
ἐλάβετο τοῦ πνεύμονος;

Ἄπολλον , ἀξιοθέου ἔργου·
ἢ οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ ὅτι προστιμηθεὶς τεσσάρων
 ταλάντων ζημίαν ἐπὶ τούτῳ οὐχ ὑπέστη, ἀλλ’
ὑπ’ ἀχθηδόνος καὶ βαρυθυμίας ἐνήρεισε τὸν θυμὸν
τοῖς ἐν τῷ διδασκαλείῳ παισὶ, τὸν κίονα ὑφελκύσας, 
ὃς ἀνεῖχε τὴν στέγην; ἆρ’, ὦ θεοποιὲ, διὰ ταῦθ’
ὑμῖν ὁ Κλεομήδης τιμητέος ἐστίν ;

ἢ κἀκεῖνο προσθήσεις,
τὸ ἕτερον δεῖγμα τῆς ἐκείνου ἀνδρείας ἅμα
καὶ θεοφιλίας , ὅτι δὴ ἐμβὰς εἰς ἱερὸν κιβώτιον καὶ
τὸ πῶμα ἐπαγόμενος ἄληπτος ἐγένετο τοῖς διώκουσι, 
πειρωμένοις αὐτὸν ἐξελκύσαι,. ὦ Κλεόμηδες , ἆρα

 
ἥρως οὐκέτι θνητὸς, οἷα τὰ μηχανήματα ὑπὲρ ἀθανασίας
ἐξεῦρες.

ᾔσθοντο γοῦν εὐθέως οἱ θεοὶ τῆς 
ἀγαθουργίας καὶ ἀνηρείψαντό σε, ὥσπερ οἱτοῦ Ὁμήρου
τὸν Γανυμήδην· ἀλλὰ τὸν μὲν ἐπὶ τῷ κάλλει, σὲ
 δὲ ἐπὶ τῇ ἰσχύϊ καὶ τῆς ἰσχύος τῇ χρήσει τῇ ἀγαθῇ.

εἴθε οὖν, ὦ μάντι, ὡς ἔφην, ἐάσας τὴν ψάμμον
καὶ τὴν ἅλμην ἀντ᾿ αὐτῶν ἐξέμαθες ὁπόσου ἄξιόν
ἐστιν ἡ πυκτικὴ, ἵνα καὶ τοὺς πύκτας ὄνους θεοὺς
ἐνόμιζες καὶ τοὺς ὀνάγρους τῶν θεῶν τοὺς ἀρίστους·
 καὶ ἦν ἄν τι οἰκεῖον λόγιον ἐπ᾿ ἀποθανόντι ὀνάγρῳ
μᾶλλον ἢ ἐπὶ τῷ σῷ πύκτῃ
 ἔξοχος ἀθανάτων ὄνος ἄγριος, οὐ Κλεομήδης, 
 ὃν θυσίαις τιμᾶθ᾿ ὡς ουκέτι θνητὸν ἐόντα.

μὴ γὰρ δὴ θαυμάσῃς εἰ καὶ ὄναγρος ἐπιδικάσεται
 ἀθανασίας, ἱκανῶς τὰ θεῖα παρεσκευασμένος· καὶ
ἀκούσας μὴ ἀνασχέσθαι, ἀλλ᾿ ἀπειλῆσαι καὶ αὐτὸν
τὸν Κλεομήδην πατάξας εἰς τὸ βάραθρον ἐμβαλεῖν,
καὶ οὐκ ἐπιτρέψειν αὐτῷ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβῆναι·

εἶναι γὰρ αὐτοῦ ἀξιώτερος αὐτῶν τῶν θείων δώρων, 
 ἅτε μήτε αὐτῷ μόνῳ ἕτοιμος ὢν μάχεσθαι, κἂν
εἰ σιδηροῖς χρῷτο τοῖς ἱμᾶσιν, ἀλλὰ καὶ τῷ Θασίῳ
πύκτῃ ἅμα ἀμφοτέροις, ὑπὲρ οὗ τοῦ ἀνδριάντος 
ἐχαλέπηναν οἱ θεοὶ καὶ τὴν Θασίων γῆν ἄφορον
εἰργάσαντο.

πιστεύομεν δὲ καὶ περὶ τούτου οὐκ
 ἀνθρώπῳ, ἀλλὰ θεῷ τῷ αὐτῷ. ἐξ ὧν ἐγὼ καὶ πάνυ
κατενόησα ὅτι θεῖόν τι ἄρα ἦν ἐπιτήδευμα ἡ πυκτικὴ,
τοὺς δὲ πολλοὺς καὶ οἰομένους εἶναι σοφοὺς ἐλελήθει,
ἵν᾿ ἀφέμενοι τοῦ καλοὶ κἀγαθοὶ εἶναι ἤσκουν
τὰ τοῦ Θασίου πύκτου· ᾧ ἀθανασίαν μὲν, ὥσπερ
 Κλεομήδει, οὐκ ἔδωκαν, ἐφίλησαν δὲ μεγάλως οἱ
θεοί.

οὕτω καὶ ὁ χάλκεος αὐτοῦ ἀνδριὰς ἔδειξέ
τι ὑπὲρ τὰς τῶν ἄλλων ἀνθρώπων εἰκόνας, ἐπικα-

 
 τενεχθεὶς τῷ μαστιγοῦντι ἐχθρῷ, κατά τινα, ὡς
ἔοικε, δαιμονίαν μέριμναν.

ἀλλ᾿ οἱ ἄφρονες
Θάσιοι καὶ θείων ἄπειροι πραγμάτων ἠγανάκτησάν
τε καὶ ἄγος ἐπεκάλεσαν τῷ ἀνδριάντι, καὶ δίκην εἰσεπράξαντο,
καὶ καταδῦσαι ἐτόλμησαν εἰς τὴν θάλασσαν.

οὐ μὴν διέφυγόν γε οἱ Θάσιοι, ἀλλ᾿ οἱ
θεοὶ ἔδειξαν ἡλίκον κακὸν ὑπ᾿ αὐτῶν ἐτολμήθη, λιμὸν
ἐπιπέμψαντες τὸν τῆς θείας δίκης διάκονον, ὃς
ἐδίδαξε μόλις αὐτοὺς τὰ τῶν θεῶν βουλεύματα, ὅ τε
φιλανθρωπότατος θεῶν σὺ τῷ οἰκείῳ τρόπῳ τὴν βοήθειαν 
αὐτοῖς ἔπεμψας λέγων 
 εἰς πάτρην φυγάδας κατάγων Δήμητρ᾿ ἀπαμήσεις.

ἀλλ᾿ οἱ ἀβέλτεροι πάλιν τοὺς φεύγοντας ἀνθρώπους
ᾤοντο ὅτι δεῖ αὐτοὺς κατακαλεῖν· κακῶς εἰδότες.
τί γὰρ δὴ καὶ μέλει τοῖς ἀφιλανθρωποτάτοις 
θεοῖς ἀνθρώπων κατακαλουμένων ὅσονπερ ἀνδριάντων;
ἀμέλει οὐδὲν ἐπὶ τούτῳ ὠφελήθη ἡ γῆ ὥστε
παύσασθαι νοσοῦσα, εἰ μὴ τῶν σοφῶν καὶ ἐπισταμένων
τις τὸν θεῖον νοῦν συνῆκε φυγάδα εἶναι τὸν
καταπεποντωμένον ἀνδριάντα. καὶ ἦν οὕτως. ἅμα 
 γὰρ ἀνεστάθη καὶ εὐθὺς ἡ μὲν γῆ ἀνέθαλλεν, οἱ δὲ
ἐκόμων Δήμητρι λοιπόν.

πῶς οὖν οὐ τεκμήρια
ταῦτά εἰσιν ἐναργῆ τῆς θεοπρεποῦς ἀθλητικῆς, ὅτι
ἐστὶ θεοτίμητος; καὶ γὰρ καὶ ἐπὶ πεντάθλου ἀνδριάντι
ὑβρισμένῳ ἐμήνισαν οἱ θεοὶ, καὶ Λοκροὶ ἐπείνησαν 
διὰ τοῦτο, ὥσπερ Θάσιοι, ἕως αὐτοὺς ἰάσατο
λόγιον σὸν ἔχον οὕτως
 ἐν τιμῇ τὸν ἄτιμον ἔχων τότε γῆν ἀναρώσεις.

οὐδὲ γὰρ Λοκροὶ ᾔσθοντο θείας διανοίας πρότε-
 ρον ἢ σὲ αὐτοῖς τούτου πρόξενον γενέσθαι. ἀλλ᾿ Εὐθυκλέα 
τὸν πένταθλον ἐνέβαλον εἰς εἱρκτὴν, αἰτια-

 
σάμενοι αὐτὸν ἐπὶ τῇ πατρίδι εἰληφέναι δῶρα· καὶ
οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀποθανόντος καὶ οὗτοι εἰς
τὰς εἰκόνας ἐξύβριζον, ἕως οἶ θεοὶ οὐκ ἀνασχόμενοι
τῶν γινομένων ἐπαφῆκαν αὐτοῖς τὸν κράτιστον λιμόν·
 κἂν ὑπὸ τοῦ λιμοῦ διώλοντο ἂν, εἰ μὴ ἡ παρὰ
σοῦ ἦλθε βοήθεια , λέγουσα ὅτι δεῖ αὐτοὺς τιμᾶν ἄνδρας
πεφατνευμένους , οὓς οἱ θεοὶ φιλοῦσιν οὐχ ἡττον
ἢ οὓς οἶ ἀλφιτοποιοὶ πιαίνουσι βοῦς, δι’ ὧν 
ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι ἐνίοτε θύοντες πείθουσιν ’ οὐχ ἡττον
 ἴσως , ἀλλὰ καὶ πολὺ μᾶλλον παχέων βοῶν οἱ
παχεῖς ἄνθρωποι εὐφραίνουσιν ὑμᾶς οὕτως ὥστε
ἐνίοτε ὅλῃ πόλει καὶ ὅλῳ ἔθνει ὀργίζεσθαι , ἑνὸς ἢ
δυοῖν ἀδικούντων ταῦτα τὰ θρέμματα.

ὡς δὴ
ὤφελες, ὦ μάντι, ἀλείπτης ἡμῖν ἀντὶ μάντεως γενέσθαι,
 σθα, ἢ καὶ μάντις ἅμα καὶ ἀλείπτης, ἵν ᾖ ὥσπερ
χρηστήριον Δελφικὸν, οὕτω καὶ γυμναστήριον. καὶ
γὰρ οὐδ’ ἀλλότριον ἦν ἀγῶνος Πυθικοῦ Πυθικὸν εἶναι
καὶ τὸ γυμναστήριον.’ 
 Τούτοις ἐπισυνάψω καὶ ἅ φησιν ἀπελέγχων ὡς
 καὶ τοὺς τυράννους κολακεύειν εἰώθασιν οἶ περὶ ὧν
ὁ λόγος.

“ οὗτος ἀνὴρ, ὃς ἐμὸν δόμον ἐσκαταβαίνει, 
 Κύψελος Αἰακίδης, βασιλεὺς κλεινοῖο Κορίνθου. 
οὐκοῦν καὶ οἱ τύραννοι , οὐ μόνον οἶ τῶν τυράννων
 ἐπίβουλοι,
 Κύψελος, ὃς δὴ πολλὰ Κορίνθῳ πήματα τεύξει, 
καὶ Μελάνιππος ὁ πολλὰ ἀγαθὰ τῇ Γελώων πόλει
τεύξας.

πῶς δ’ εἰ Κύψελος ὄλβιος, ὦ κακόδαιμον,
οὐ καὶ Φαλαρὶς ὄλβιός , ὁμότροπος ὢν Κυψέλῳ ;
 ὥστ’ ἂν ἐκείνως ἄμεινον εἶναι ὑμῖν
 εὐδαίμων Φαλαρὶς καὶ Μελάνιππος ἔφυ , 
 θείας ἁγητῆρες ἐν ἀνθρώποις διχονοίας.

ἤκουσα δέ σου καὶ διαλελυμένον χρησμὸν περὶ
τοῦ Θαλάριδος, ἐπαινοῦντα καὶ τιμῶντα, ὅτι λαβὼν
ἐπιβουλεύοντας ῂκίσατο μὲν, καρτεροῦντας δὲ ἀγάμενος
 ἀφῆκε ’ Λοξίας καὶ Ζεὺς πατὴρ ἀναβολὴν ἐψηφίσαντο
θανάτου Φαλαρίδι, ἀνθ’ ὧν ἡμέρως Χαρίτωνι 
καὶ Μελανίππῳ προσηνέχθη. ἀλλ’ εὖ γε καὶ
μόλις ἡμῖν τὰ περὶ τοῦ θανάτου ἔδειξας καὶ τῆς ζωῆς,
ὅτι κάλλιστόν τι ἐστὶν ἡ ζωή. ἐπὶ τούτοις ἅπασι καὶ
τόδε προσκείσθω

ἀλλά κε Μηθύμνης ναέταις πολὺ λώιον ἔσται 
 φαλληνὸν τιμῶσι Διωνύσοιο κάρηνον. 
θύουσι γὰρ αἱ πόλεις καὶ τελετὰς ἄγουσιν οὐ μόνον
φαλληνοῖς Διωνύσοιο καρήνοις, ἀλλὰ καὶ λιθίνοις καὶ
χαλκέοις καὶ χρυσέοις, καὶ οὐ μόνον φαλληνοῖς, ἀλλὰ
καὶ αὐτοῖς τοῖς Διονυσίοις καὶ ἄλλοις παμπόλλοις 
Ἡσιοδείοις θεοῖς.

τρὶς γὰρ ὡς ἀληθῶς μύριοί
εἰσιν ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ , οὐκ ἀθάνατοι , ἀλλὰ
λίθινοι καὶ ξύλινοι δεσπόται ἀνθρώπων· οἳ εἰ ἀνθρώπων
ὕβριν τε καὶ εὐνομίην ἐφεώρων, οὐκ ἂν
τοσοῦτος ἤρθη λῆρος, ὥστε καὶ ἤδη καὶ μέχρις ὑμῶν 
 κεχωρηκέναι τὸ κακὸν, ἐπιδιαβὰν καὶ εἰς τὸν Ὂλυμπον,
ὅθι, φασὶ, θεῶν ἶδος ἀσφαλὲς αἰεί.

καίτοι 
εἰ ἀσφαλὲς ἦν, οὐκ ἂν ἦν ἐπιβατὸν λήρῳ, οὐδ’ ἂν
εἷς τις τῶν Ὀλυμπίων εἰς τοῦτο ἦλθε παρανοίας ὥστ’ ’
ἐλάινον κορμὸν θεῶσαι ’ ὃν οἶ Μηθυμναῖοι σαγήνης 
ἐμπλακέντα τοῖς λίνοις ἀνείλκυσαν, καὶ δὶς, εἰ βούλει,
καὶ τρὶς καὶ πλεονάκις ἐν τῷ αὐτῷ σαγηνεύοντες
 ἄνθρωποι , καὶ ἐξ ἐκείνου εἰς τὸ Λιβυκὸν ἐξοκείλαντες,
οὐδ’ εἰς τὴν γῆν ἔξω ἐκβαλόντες αὐτόν· ἐπεὶ
οὐκ ἂν, μὰ τον Διόνυσον, ἔτι αὐτοῖς ἐνεπλάκη τοῖς 
λίνοις.

ἀλλ’ ἐξ ἄκρου κεφαλοειδὴς ὁ κορμὸς (Ἄπολλον,
ξένου κατασκευάσματος·) τί ποτ’ οὖν ἔπραττεν

 
ἐν τῷ πελάγει; ἀπορήσαι ἄν τις. τί γὰρ ἄλλο ἢ
ἐκάθητο, νὴ Δία, ἀναμένων ἕως ἄνθρωποι μαινόμενοι,
οὐ γὰρ φήσω ὅτι καὶ θεοὶ, ἐγκυρήσαντες αὐτῷ,
οὐ διοπετὲς, ἀλλὰ ποσειδωνοπετὲς ἡγήσωνται, κἄπεικτα
 εἰς ἄστυ ἀπαγάγωσιν, ὥσπερ τινὰ ἀγαθὴν τύ- 
χην, κακὴν οὖσαν ὡς ἀληθῶς, οὐ τύχην, ἀλλὰ τυφεδόνα;
ἢ οὐκ ἤρκει ἄρα αὐτοῖς οἴκοθεν διολλύουσα,
ἀλλ᾿ αὐτὴν ἐπέρρωσέ τε καὶ προσεπέτεινε θεοπληξίας,
ὡς ἄν τις εἴποι, ἐκ Δελφῶν μετάπεμπτος
 ἐπιθήκη.’

Τοσαῦτα καὶ ὁ Οἰνόμαος. ἀλλὰ γὰρ μετὰ τὰ
εἰρημένα μεταβὰς αὖθις ἐπὶ τὴν Ἐκ λογίων φιλοσοφίαν
τοῦ τὴν συσκευὴν καθ᾿ ἡμῶν πεποιημένου,
ἀνάγνωθι ἐκ τῶν περὶ εἱμαρμένης τοῦ Πυθίου χρησμῶν,
 εἰ μὴ καὶ σοὶ θείας ἀλλότριος ὢν δυνάμεως
ἔτι μᾶλλον ὁ περὶ τῶν θρυλουμένων χρηστηρίων
ὑποπεσεῖται λόγος.

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. 
 Τοῦ περὶ τῶν χρηστηρίων τρόπου διὰ τῶν προδιηνυσμένων 
αὐτάρκως ἡμῖν ἀπεληλεγμένου, καὶ τῆς
θείας δυνάμεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν διὰ τῆς εὐαγγελικῆς
αὐτοῦ διδασκαλίας τὸ θεοπρεπὲς ἅμα καὶ
βιωφελὲς ἐπιδεδειγμένης, ὅτι δὴ διὰ μόνης αὐτῆς, 
 καὶ οὐ δι᾿ ἄλλης, τῶν ἐξ αἰῶνος τὸν πάντα βίον ἐπισκοτισάντων
τε καὶ λυμηναμένων δαιμονικῶν φαντασμάτων
ἐλευθερία πᾶσιν ὑπῆρχεν ἀνθρώποις, φέρε
καὶ ἀπὸ τῶν περὶ εἱμαρμένης ψευδοδοξουμένων αὐτοῖς
τὸν περὶ τῶν αὐτῶν ἀπευθύνωμεν λόγον, ὡς ἂν

 
μὴ διὰ μόνης τῆς τοῦ τρόπου μοχθηρίας, ἀλλὰ καὶ
διὰ τῶν οὐκ ὀρθῶς οὐδὲ ἀληθῶς αὐτοῖς δοξαζομένων,
φαῦλοι καὶ ἀδρανεῖς ὄντες οἱ τὰ χρηστήρια κινεῖν
 νενομισμένοι δαίμονες δειχθεῖεν.

σκέψαι δ᾿ οὖν
εἰ μὴ καὶ σοὶ θείας ἀλλότριος ὢν δυνάμεως ὁ περὶ 
αὐτῶν ὑποπεσεῖται λόγος, ἔκ τε ὧν παραθήσομαι
ἀνατρεπτικῶν τοῦ περὶ εἱμαρμένης καὶ αὐτόθεν ἐκ
τοῦ τρόπου, καθ᾿ ὃν τὰς μαντείας ποιεῖσθαι λέγονται.

οὐ γὰρ δὴ δυνάμει κρείττονι τὴν τῶν μελλόντων
γνῶσιν προειληφέναι φασὶν αὐτοὺς, ἐκ θεωρίας 
δὲ τῆς τῶν ἄστρων κινήσεως ὁμοίως ἀνθρώποις
τὰ μέλλοντα καταστοχάζεσθαι. οὕτως οὐδὲν δύνασθαι
οὔτ᾿ ὠφελεῖν οὔτε τι τὸ παράπαν ἐνεργεῖν αὐτοὺς,
εἰ μὴ τὰ καθ᾿ εἱμαρμένην, φασί. τούτων δὲ
 ἔλεγχος αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ τῶν δαιμόνων προήγορος, ἐν 
οἷς ἐπέγραψε “Περὶ τῆς ἐκ λογίων φιλοσοφίας” ὧδε
λέγων πρὸς λέξιν

“Ἃ γὰρ λέγουσιν οἱ θεοὶ, εἴπερ τὰ μεμοιραμένα
γινώσκοντες λέγουσιν, ἀπὸ τῆς τῶν ἄστρων φορᾶς
δηλοῦσιν, καὶ τοῦτο σχεδὸν πάντες ἐξέφηναν οἱ 
ἀψευδεῖς τῶν θεῶν.”

Εἶθ᾿ ἑξῆς ὑποβάς φησιν 
 “Ἐρωτηθεὶς ὁ Ἀπόλλων τί τέξεται ἡ γυνὴ, ἐκ
τῶν ἄστρων εἶπεν ὅτι θῆλυ, ἐκ τοῦ σπορίμου ἐπιγνοὺς
χρόνου. λέγει δ᾿ οὕτως 
 ἐκφύεται γαίηθεν ὁδῶν, ὅθι λείμακες ὄμβρου 
 διψοσύνῃ κατέμαρψαν ὅλον πόμα μητέρος αυτῆς, 
 ἔνδον ὀρινομένης χρόνον ἄρκιον· οὔ τι δὲ κοῦρον, 
 ἀλλὰ κόρην· Φοίβη γὰρ ἐΰσκοπος ἤροσεν ἁγνὴν 
 Κύπριν, ἐπειγομένην θῆλυν γόνον, ὦ φίλε, σεῖο.

ἰδοὺ καὶ ἀπὸ τοῦ σπορίμου, ὅτι σελήνη ἐπὶ Ἀφροδίτην
ἐφέρετο, εἶπεν ὅτι θῆλυ γεννηθήσεται. καὶ
I. ""^ γὰρ λέγουσιν οἱ θεοὶ, εἴπερ τὰ μεμοιρα-

 
μὴν καὶ τὰς νόσους ἐκεῖθεν προλέγουσιν. ἐπάκουσον
γὰρ
 ἡ μάλα μιν κακὸς ἰὸς ἐνὶ στέρνοισι δαμάζει, 
 πνεύμονος ἀλγινόεσσαν ὑπερβλύζων κακότητα.

καὶ ἑξῆς , οἶς ἐπιλέγει
 ταῦτα δὲ Μοιράων νόος ἤγαγεν, ἠδὲ κελαινὴν 
 εἰς ἔριν ἐστήριξε, κακηπελίῃσι δαμάζειν, 
 ὑψιπόλοιο Κρόνοιο κακὴν ὐπ’ ἀταρπὸν ἰόντος.

καὶ μεθ’ ἕτερα
 ἀλλά σε μόρσιμον ἦμαρ ἀναπλῆσαι βιότοιο 
 ἀλγινόεις βροτολοιγὸς ἐπισπέρχων Κρόνῳ ἄντα 
 σπεύσατο , σῆς δὲ θέμειλον ἀπὸ φρενὸς ἠίστωσε · 
 τοὔνεκα καὶ πατέρος θεοειδέος ἱερὸν ἦτορ 
 φευγέμεναι κακοεργὸν ἐπηπείλησεν Ἄρηα.

ταῦτα μὲν ὅτι οὐδὲ ἐκ θείας αὐτῶν δυνάμεως
μαντεύονται , ἀλλ’ ἐξ ἄστρων ἐπιτηρήσεως κατὰ τοὺς
μαθηματικῶν λόγους , ὡς μηδὲν ἐν τούτῳ διαφέρειν
ἀνθρώπων μηδέ τι κρεῖττον καὶ φύσεως θειοτέρας
ἔργον ἐπιδείκνυσθαι.

θέα δ’ ὡς καὶ τὸ ἐφ’ ἡμῖν 
 ἀναιροῦσιν, ἱν , οὐ μόνον τὰ ἐκτὸς καὶ τὰ οὐκ ἐφ’ ἡμῖν
τῇ τῶν ἄστρων ἀνατιθέντες φορᾷ, ἀλλὰ καὶ τὰς ἡμετέρας
προαιρέσεις.

“ Οὓτως καὶ ὁ Ἀπόλλων περί τινος, ἅμα καὶ b
τὴν περὶ στρατιὰν προθυμίαν ἀφηγούμενος πόθεν
 αὐτῷ γίνεται, ἔφη
 Ἄρεα κραιπνὸν ἔχει γενεθλήιον, ὅς μιν ὀρίνει, 
 οὐδέ ἑ ταρχύσει · Ζῆνός γὰρ ἐπέχραε βουλὴ , 
 ἤ οἱ κῦδος ἄρειον ἀπ’ Ἄρεος εὐθὺς ὀρέξει. 
καὶ πάλιν ἐπ’ ἄλλου
 εὐχαίτης ἐπέκειτο Κρόνος, στυγεροῖσι δὲ κέντροις 
 ἄλγυνεν παιδὸς Ταλαοῦ δυσπέμφελον ἠῶ.

εἰς τοσοῦτον δὲ τὴν εἱμαρμένην οἱ γενναῖοι θεοὶ
πεφρίκασιν ὡς ὁμολογεῖν μηδὲ κεραυνουμένοις αὐτῶν

 
τοῖς ἱεροῖς δύνασθαι ἐπαμύνειν. πολλὴ ἄρα γένοιτ’
ἂν ἐλπὶς ἀνθρώποις εὐχομένοις τυχεῖν βοηθείας παρὰ
 τῶν μηδὲ σφίσιν αὐτοῖς ἐπαρήγειν δυνατῶν. τί δὲ
χρὴ λοιπὸν εὐσεβεῖν καὶ τοὺς θεοὺς προσκυνεῖν καὶ
θεραπεύειν, μηδὲν οἵους τε καθόλου μηδὲ ἑαυτοῖς 
 ἐπαρκεῖν ; ἄκουε δ’ οὖν ἅ φησιν ὁ χρησμός·

Οὕτω καὶ ναῶν μοῖραι καὶ ἱερῶν, καὶ αὐτοῦ
γε τοῦ Ἀπόλλωνος τὸ ἱερὸν μεμοίρατο κεραυνωθῆναι,
ὥς φησιν
 ὠ ζαθέης γεγαῶτες Ἐριχθονίοιο γενέθλης , 
 ἔτλητ’ ἐλθέμεναι καἲ ἐμὴν ἐρεεινέμεν ὀμφὴν, 
 ὁππόθι δῃωθῇ περικαλλέος ἕδρανα σηκοῦ. 
 κλῦτε δαφνηρεφέων μυχάτων ἄπο θέσκελον ὀμφήν. 
 εὖτ’ ἂν ἄνω πνείοντες ὑπηέριοι κελάδοντες 
 τρίβωνται πατάγοισιν ἐναντία δηριόωντες — 
 κρυμὸς δ’ αὖ περὶ κόσμον ἀπείρονα νήνεμος ἔσται — 
 μηδὲ διεξερύγησιν ἔχῃ κεκακωμένος αἰθὴρ, 
 αἰθαλόεις περὶ γαῖαν, ὅπη τύχεν, ἔκπεσε πυρσός ’ 
 τὸν μὲν δὴ θῆρές τε κατ’ οὔρεα δειμαίνοντες 
 φεύγουσιν πυμάτοις ὑπὸ κεύθεσιν, οὐδὲ μένουσιν 
 εἰσιδέειν ὄσσοισι καταιβάσιον Δῖός ἔγχος. 
 τοῦ μὲν καὶ νηοὶ μακάρων καὶ δένδρεα μακρὰ 
 ἠλιβάτων τ’ ὀρέων κορυφαὶ νῆές τ’ ἐνὶ πόντῳ 
 δάμνανται ζαπύροις πωτήμασιν ἐμπελάοντος · 
 καὶ δ’ αὐτὴ πληγεῖσα Ποσειδάωνος ἑταίρη 
 πολλάκις ἠχήεσσ’ ἀναχάζεται Ἀμφιτρίτη. 
 ὑμεῖς οὑν καὶ ἄτλητον ἐνὶ φρεσὶν ἄλγος ἔχοντες, 
 τέτλατε Μοιράων ἀμετάτροπα δήνεα θυμῷ ’ 
 ταῖσι γὰρ Οὐρανίδαο Δῖός κατένευσε κάρηνον, 
 ὅττι κε δι)νήσωσι μένειν ἀσάλευτον ἀτράκτοις. 
 αἶσα γὰρ ἢν δολιχοῖσι χρόνοις περικαλλέα σηκὸν 
 πυρσῶν αἰώρῃσι διιπετέεσσι δαμῆναι.

εἰ δὴ οὖν Μοιρῶν ἀτράκτοις καὶ τῶν σεβασμίων
θεῶν οἱ ναοὶ , τά τε ἱερὰ αὐτῶν δώματα δάμναται
ζαπύροις πωτήμασι , τίς ἂν ἔτι λείποιτο ἐλπὶς θνη- 

 
τοῖς ἀνθρώποις τῆς τῶν πεπρωμένων ἀποφυγῆς ; εἰ 
δὲ καὶ μηδεμία ἐκ θεῶν ὑπάρχοι βοήθεια, δεῖ δὲ ἐξ
ἅπαντος τετλάναι
 Μοιράων ἀμετάτροπα δήνεα θυμῷ , 
 τίς ἡ περὶ τοὺς θεοὺς ματαία σπουδή ; εἴποι ἄν τις.

τί δὲ δεῖ λοιβῆς τε κνίσης τε καὶ τὸ ἐκ τούτων γέρας
τοῖς μηδὲ τούτων ἀξίοις ἀπονέμειν, εἰ κατ’ οὐδὲν
ἧμας ὠφελεῖν δύνανται; ἐπεὶ μηδὲ τῶν ἀγαθῶν δο-
τῆρας οἴεσθαι χρῆν αὐτοὺς, ἀλλ’ ἣν καὶ τῶν ἐναντίων
 ὡμολόγουν αἰτίαν.

εἰ γὰρ πέπρωται ἀνθρώποις 
εἴτε τι ἀγαθὸν εἴτε τι καὶ ἐναντίον , ἔσται ἐξ
ἀνάγκης καὶ παρέσται τοῦτο καὶ βουλομένων καὶ μὴ
τῶν θεῶν. μόνην ἄρα τὴν ἀνάγκην θεραπευτέον,
σμικρὰ, μᾶλλον δὲ τὸ μηδὲν φροντίσαντας τῶν θεῶν,
 μήτε λυπεῖν μήτε εὐεργετεῖν δυναμένων.

εἰ δὲ
δὴ τῶν Μοιρῶν μόνος ὁ ἐπὶ πάντων ἐπιστατεῖ θεὸς, 
καὶ μόνος καὶ τούτων ὑπάρχει κύριος,
 ταῖσι γὰρ Οὐρανίδαο φησὶ) Δῖός κατένευσε κάρηνον, 
 ὅττι κε δινήσωσι μένειν ἀσάλευτον ἀτράκτοις, 
 τί δὴ οὐχὶ πάντα ὑπερθέμενος τὸν παμβασιλέα καὶ 
τῆς εἱμαρμένης δεσπότην μόνον θεὸν εἶναι ὁμολογεῖς,
καὶ μόνον ἀγαθῶν δοτῆρα καὶ σωτῆρα; ὅτι δὴ μόνῳ
αὐτῷ καὶ ἃ φῄς Μοιράων ἀμετάτροπα δήνεα τρέπειν
καὶ μεταλλάττειν ῥᾴδιον· ὡς μήτ’ ἀνάγκῃ μήτε εἱμαρμένῃ
 τὸν τῷ παμβασιλεῖ θεῷ καθωσιωμένον καὶ
μόνον αὐτὸν εὐσεβοῦντα δουλεύειν, οἷα δὲ ἐλεύθερον
καὶ παντὸς ἀφειμένον δεσμοῦ ταῖς ἐνθέοις καὶ σωτηριώδεσιν
οἰκονομίαις ἀκωλύτως ἐφέπεσθαι. ἀλλ’ ὁ 
μὲν ἀληθὴς τοιαῦτα προφαίνει λόγος, ὁ δ’ ἔμπαλιν
 ὅρα διὰ τίνων φησὶ τὰ τῆς εἱμαρμένης λύεσθαι.

Δεηθέντος γάρ τινος καταδέξασθαι θεὸν,

 
εἰπὼν ὁ θεὸς ὅτι ἀνεπιτήδειός ἐστι διὰ τὸ ὑπὸ φύσεως
καταδεδέσθαι, καὶ διὰ τοῦτο ἀποτροπιασμοὺς
ὑπαγορεύσας , ἐπάγει
 ῥιπῇ δαιμονίη γὰρ ἅλις ἐπιδέδρομεν ἀλκὴ 
 σαῖσι γοναῖς , ἃς χρή σε φυγεῖν τοίαισι μαγείαις.

δι’ ὧν καὶ σαφῶς δεδήλωται ὅτι ἡ μαγεία ἐν τῷ
λύειν τὰ τῆς εἱμαρμένης παρὰ θεῶν ἐδόθη εἰς τὸ
ὁπωσοῦν ταύτην παρατρέπειν. ”

Ταῦτά σοι ὁ Πορφύριος , οὐκ ἐγώ. ὁ τοίνυν
μαγείαις παραινῶν λύειν τὰ τῆς εἱμαρμένης πῶς αὐτὸς 
θεὸς ὢν τὰ πεπρωμένα κατὰ τοῦ ἰδίου ναοῦ κεραυνῷ
 πιμπραμένου μὴ ἔλυσεν ; ὁ δὲ δὴ μαγεύειν,
ἀλλὰ μὴ φιλοσοφεῖν παρορμῶν, πῶς οὐκ ἂν εἴη δῆλος
ὁποῖος ὢν τυγχάνει τὸν τρόπον; ἐπὶ πᾶσι τούτοις
καὶ ψεύδεσθαι τοὺς θεοὺς ὁ αὐτὸς ὁμολογεῖ.

“ ‘Αλλ’ ἤδη καὶ τὴν γνῶσιν τῆς φορὰς τὴν
ἀκριβῆ καὶ τὰς ἐκ τούτων συμβάσεις ἀκατάληπτον
εἶναι ἀνθρώποις , καὶ οὐ μόνον τούτοις, ἀλλὰ καί
τισι τῶν δαιμονίων ’ ὅθεν καὶ ψεύδονται περὶ πολλῶν
ἐρωτηθέντες. ”

Τούτοις αὖθις ἐπιλέγει 
 “ Καὶ τὸ περιέχον ἀναγκάζον ψευδῆ γίνεσθαι τὰ
μαντεῖα, οὐ τοὺς παρόντας ἑκόντας προστιθέναι τὸ
ψεῦδος. πολλάκις γοῦν προλέγουσιν ὅτι ψεύσονται·
οἱ δὲ μένουσι καὶ λέγειν ἀναγκάζουσι διὰ τὴν ἀμαθίαν.

εἶπε γοῦν ὁ Ἀπόλλων ποτὲ, τοιαύτης οὒσης
 τῆς καταστάσεως, ὡς ἐδείξαμεν, πονηρᾶς τοῦ
περιέχοντος,
κλεῖε βίην κάρτος τε λόγων · ψευδηγόρα λέξω.
καὶ ὅτι ταῦτα ἀληθῆ ἐστιν ἅπερ ἔφαμεν δηλώσει τὰ ὢ
λόγια.

ἔφη γοῦν τις κληθεὶς τῶν θεῶν

 
 σήμερον οὐκ ἐπέοικε λέγειν ἄστρων ὁδὸν ἱρήν ’ 
 ἕδρανα μαντοσύνης γὰρ ἐν ἄστρασι νῦν πεπέδηται. 
καὶ ἐπιλέγει 
 “ Πέφηνεν ἄρα πόθεν πολλάκις τὸ ψεῦδος συνί-
 σταται.”

Ἀρά σοι πέπαυται λοιπὸν τὰ τῆς ἀμφιβόλου 
γνώμης, ὅτι μηδέν τι ἢν θεῖον ἐν τοῖς τῶν θεῶν
χρησμοῖς. πῶς γάρ ποτε τὸ θεῖον ψεύσαιτ’ ἂν, τὴν
φύσιν ὂν ἀψευδέστατον , εἴ γε ἀψευδὲς τὸ θεῖον;
 πῶς δὲ ἀγαθὸς δαίμων ταῖς ψευδολογίαις ἀπατήσειέ 
ποτε τοὺς χρωμένους ; πῶς δ’ ἂν εἴη κρεῖττον ἀνθρώπου 
τὸ τῇ τῶν ἄστρων φορᾷ πεπεδημένον;

θνητὸς
μὲν οὑν ἀνὴρ βραχεῖαν ἀρετῆς σπουδὴν εἰσενεγκάμενος
οὔποτ’ ἂν ψεύσαιτο, τἀληθὲς προτιμᾶν προθέμενος,
 οὐδ’ εἱμαρμένης ἀνάγκην οὐδ’ ἄστρων φορὰν
αἰτιάσαιτο ψευσάμενος· ἀλλ’ εἰ καὶ τῷ σώματι
πῦρ τις ἢ σίδηρον προσφέροι, διαφθείρειν ἐξαναγκάζων
τὸν ἀληθῆ λόγον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοῦτο ἐλευθε-
ροστομῶν ἀντιφθέγξεται, 
 ἴτω μὲν πῦρ , ἴτω δὲ φάσγανα · 
 τέμνε, κάταιθε σάρκας , ἐμπλήσθητί μου 
 πίνων κελαινὸν αἷμα· πρόσθε γὰρ κάτω 
 γῆς εἶσιν ἄστρα, γῆ δ’ ἄνεισ’ ἐς οὐρανὸν, 
 πρὶν ἐξ ἐμοῦ σοι θῶπ’ ἀπαντῆσαι λόγον.

τὸ δέ γε λαοπλάνον καὶ ἀπατηλὸν δαιμόνιον σκήπτεται
τοὺς ἄφρονας σοφιζόμενον, ἔν ἐν οἶς ἂν
τῆς τοῦ μέλλοντος προρρήσεως ἀποπίπτοι καταφυγὴν
αὐτῷ τῆς ἀλογίας τὴν εἱμαρμένην πορίζοιτο.

πάντα 
δ’ εἱμαρμένης διὰ τῶν χρησμῶν ἀναρτήσας ὁ δαίμων,
 καὶ τὸ ἐφ’ ἡμῖν ἐκ τῆς αὐτοπροαιρέτου κινήσεως ἀνελὼν,
λὼν, ἀνάγκῃ δὲ καὶ τοῦτο καταδουλώσας , θέα εἰς
οἷον κακῶν δογμάτων ὄλεθρον τοὺς αὐτῷ πειθομέ-

 
νους καταβέβληκεν.

εἰ γὰρ ἄστροις καὶ εἱμαρμένῃ
οὐ μόνα τὰ ἐκτὸς, ἀλλὰ καὶ τὰς κατὰ λογισμὸν προθυμίας
ἀναθετέον, καί τις ἀπαραίτητος ἀνάγκη τὰς
ἀνθρωπίνας ἐκβιάζεται γνώμας, οἰχήσεταί σοι φιλοσοφία,
οἰχήσεται χαὶ εὐσέβεια· οὐδέ τις ἦν τοῖς σπουδαίοις 
ἔπαινος ἀρετῆς, οὐδέ τις θεοφιλία, οὐδὲ τῶν
ἐν ἀσκήσει πόνων καρπὸς ἐπάξιος, ἀνάγκης καὶ εἱμαρμένης
τὴν αἰτίαν πάντων ἀναδεδεγμένης.

οὐ
δὴ οὖν προσήκει καταμέμφεσθαι τοῖς περὶ τὸν βίον
πλημμελοῦσιν, οὐδέ γε τοῖς ἀσεβέσι καὶ ἐπιρρητοτάτοις, 
 ἀλλ᾿ οὐδὲ τοὺς σπουδαίους θαυμάζειν· ταύτῃ
δὲ, ὡς ἔφην, οἰχήσεται καὶ τὸ μέγα τῆς φιλοσοφίας
κλέος, οὐκ αὐτοπροαιρέτου μελέτης καὶ ἀσκήσεως,
ἀλλ᾿ ἐκ τῆς τῶν ἄστρων ἀνάγκης ἀπῃωρημένον.

ὅρα οὖν εἰς οἷον κακῶν δογμάτων βυθὸν οἱ θαυμάσιοι 
θεοὶ καταβεβλήκασι, καὶ σκέψαι ὡς εἰς ἀσωτίαν
καὶ ἀδικίαν καὶ ἄλλα μυρία κακὰ παρορμᾷ καὶ
προτρέπει τουτὶ τὸ δόγμα, ἀνατροπὴν τοῦ παντὸς
βίου ἀθρόως κατεργαζόμενον.

εἰ γοῦν τις αὐτόθεν
 πιστεύσειε τοῖς θαυμαστοῖς τῶν θεῶν χρησμοῖς, ὅτι 
τε τὸ ἀληθεύειν καὶ τὸ ψεύδεσθαι οὐχ ἡμέτερον ἔργον
ἦν, ἀλλὰ τῆς ἀπαραιτήτου εἱμαρμένης, καὶ τὸ
θέλειν ἐπὶ στρατείαν ἢ ἐπ᾿ ἄλλο τι τῶν πρακτέων
ὁρμᾶν, καὶ τὸ μὴ θέλειν τὰ τοιάδε, πῶς οὐκ ἂν ἐθελήσειεν
ἀμελεῖν καὶ καταρρᾳθυμεῖν ἐν ἅπασι τοῖς 
μὴ ἄνευ καμάτων καὶ πόνων καὶ τῆς ἡμῶν αὐτῶν
προθυμίας κατορθοῦσθαι δυναμένοις;

εἰ γὰρ ἐξ
εἱμαρμένης τόδε τι γενήσεσθαι νομίζοι, εἴτε πονοίημεν
ἡμεῖς περὶ αὐτὸ καὶ σπουδάζοιμεν εἴτε καὶ μὴ,
 πῶς οὐκ ἄν τις ἐθελήσειε τὸ ῥᾷον αἱρεῖσθαι, παρεὶς 
ἑαυτὸν καὶ ἀμελῶν, ὡς ἐξ εἱμαρμένης καὶ ἀνάγκης
γενησομένου τοῦ πραχθησομένου;

ὅθεν καὶ λεγόν-

 
τῶν ἔστιν ἀκοῦσαι τῶν πολλῶν ὅτι ἄρα πραχθήσεται
τοῦτο , εἴ γε εἵμαρταί μοι , καὶ τί με χρὴ παρέχειν
ἐμαυτῷ πράγματα;

εἰ γὰρ ὁ ἐπὶ στρατείαν ὁρμῶν
οὐκ ἐκ προαιρέσεως οἰκείας τοῦτ’ ἔπραττεν, ελαυνόμενος
 δὲ ὑπὸ τῆς ἔξωθεν ἀνάγκης , δῆλον ὅτι καὶ ὁ
ἐπὶ λῃστείαν καὶ τυμβωρυχίας καὶ ἐπὶ τὰς ἄλλας ἤτοι
ἀνοσιουργίας καὶ ἀκολασίας ἢ κοσμίους καὶ σώφρονας
ἐπιτηδεύσεις ’ τοῦτο γὰρ ἂν εἴη ἀκόλουθον τῷ 
περὶ εἱμαρμένης λόγῳ.

πῶς οὖν ὁ ταῦτα μὴ ἐξ
 αὑτοῦ ἡγούμενος ἐγχειρεῖν, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἐξωθεν 
ἀνάγκης προσέξοι ἄν ποτε τῷ νουθετοῦντι καὶ διδάσκοντι
σκοντι μὴ ἑαυτὸν ἐπιδιδόναι ἔκδοτον τοῖς προειρημένοις
;

εἴποι γὰρ ἂν πρὸς τὸν νουθετοῦντα ὡς καὶ
τῶν πρὸ ἡμῶν τισὶν εἴρηται, τί με, ὦ ἄνθρωπε, νουθετεῖς ;
 ταῦτα γὰρ οὐ δήπου ἐστὶν ἐπ’ ἐμοὶ, τὸ μεταβάλλειν
βάλλειν τὴν προαίρεσιν· ἡ γὰρ εἱμαρμένη προκατεί
ληφε.

τί οὖν δεῖ συντετάσθαι πρὸς ἃ οὐδὲ προ-
θυμεῖσθαι δυνήσομαι, εἰ μὴ καὶ τοῦτο καθείμαρταί
μοι; προθυμήσομαι δὲ, εἰ καθείμαρται, καὶ ἄνευ 
 τῆς σῆς διδασκαλίας ὑπὸ τῆς εἱμαρμένης ἀγόμενος.
τί οὖν μάτην σεαυτῷ ἐνοχλεῖς;

ἀλλ’ εἰ καὶ τὸ σὲ
παραινεῖν καὶ διδάσκειν φήσεις κατὰ ἀνάγκην ἐπιτελεῖδθαι
εἰς τὸ παραινεῖν καὶ πείθειν ἐμὲ τοιαῦτα,
ἀλλὰ κἀν τούτῳ τί χρὴ σπουδάζειν; ἀργὴ γὰρ καὶ
 ἀνωφελὴς ἡ παραίνεσις. εἰ γὰρ εἵμαρταί μοι , φιλο-
πονήσω ’ εἰ δὲ μὴ εἵμαρται , ματαίαν ποιεῖσθαι τὴν
σπουδὴν ἀμφοτέρους συμβήσεται.

πῶς δὲ οὐ μᾶλλον
ἀπορρᾳθυμῶν εἴποι ἂν πρὸς ἑαυτὸν ὁ ταύτην ἔχων
τὴν δόξαν, ἄγε μηδαμῶς φιλοπονήσω , μηδὲ μάτην 
 ἐνοχλήσω ἐμαυτῷ· γενήσεται γὰρ τὸ εἱμαρτὸν ἐξ ἀνάγκης·
κης· ὁ δὲ περί τι σπουδάζων, ἢ διδάσκων ἢ προτρέιτςε
τρέπων ἑαυτὸν ἢ ἄλλον καὶ τὸ πείθεσθαι καὶ τὸ μὴ

 
πείθεσθαι , καὶ τὸ ἁμαρτάνειν καὶ μὴ, τό τε ἐπιτιμᾶν.
ἁμαρτάνουσι , καὶ τὸ ἐπαινεῖν τοὺδθοῦντααα
θοῦντας, πῶς οὐκ ἐναργῶς ἐλέγχεται τὸ μὲν ἔργον
καταλιπὼν τοῦ παρ’ ἡμῖν καὶ τοὐ αὐτεξουσίου, τὸ
δὲ τῆς εἱμαρμένης ὄνομα αὐτῷ συνάπτων μόνον;

ὥσπερ εἰ τις τὴν τοῦ ἀγαθοῦ φύσιν, ἧς κατὰ τὴν
παρουσίαν ἄριστα διοικεῖται τὸ ζῷον, τῷ τοῦ κακοῦ
προσαγορεύοι ὀνόματι. οὕτω γὰρ ἐπεὶ ἐναργῶς ἑαυτῶν
αἰσθανόμεθα μὴ βιαζομένων ὑπ’ ἄλλης τινὸς
αἰτίας ἐν τῷ παιδεύειν τοὺς υἱεῖς καὶ μαστίζειν τοὺς 
οἰκέτας ἁμαρτήσαντας , καὶ ἐν τῷ τόδε τι βούλεσθαι
καὶ μὴ βούλεσθαι, ἀλλ’ αὐτοτελῶς ἐκ τῆς ἰδίας ἐξουσίας
σίας εἰς τὰς τοιαύτας κινήσεις ἀφικνουμένων, ἁμαρτάνοι
ἂν ὁ ταῦτα λέγων γίνεσθαι καθ’ εἱμαρμένην,
πρὸς τὸ παραλύειν τάς τε ἡμῶν αὐτῶν προθυμίας 
καὶ τὰς εἰς ἄλλους γινομένας παρακλήσεις καὶ νουθετήσεις,
 ἐξ ὧν ὁρῶμεν μάλιστα κατορθούμενα τὰ
τῶν ἀνθρώπων πράγματα.

καὶ μὴν καὶ νόμους
ἀνατρέποι ἂν οὗτος ὁ λόγος τοὺς τοῦ συμφέροντος
ἕνεκεν ἀνθρώποις κειμένους. τί γὰρ δεῖ προστάττειν 
ἢ ἀπαγορεύειν τοῖς ὑφ’ ἑτέρας ἀνάγκης κατεσχημένοις ;
ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς ἁμαρτάνοντας δεήσει κολάζειν
μὴ παρὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν ἡμαρτηκότας, οὐδὲ τοῖς τὰ
κάλλιστα πράττουσι τιμὰς ἀπονέμειν, ὧν ἑκάτερον
πολλὴν αἰτίαν παρέσχηκεν εἰς ἀναστολὴν ἀδικίας καὶ 
εἰς εὐποιίας ἑτοιμότητα.

ἀλλὰ καὶ τὴν πρὸς τὸ
θεῖον εὐσέβειαν ἀνατρέποι ἂν ἥδε ἡ δόξα , εἴ γε μηδὲν
 ἡμῖν ὁ θεὸς, μηδὲ μὴν αὐτοὶ οἶ τῶνδε χρησμῳδοὶ,
δοὶ, μήτ’ εὐχομένοις μήτ’ εὐσεβοῦσι συμβάλλονται
εἱμαρμένης ἀνάγκαις πεπεδημένοις.

τὸ δὲ δίκην 
ἀψύχων λέγειν κινεῖσθαι ἡμὰς, τῇδε καὶ τῇδε ὑπό
τινος ἔξωθεν δυνάμεως νευροσπαστουμένους , εἰς τὸ

 
ἐπάναγκες ἐθελῆσαι τάδε πρᾶξαι, καὶ ἑλέσθαι παρὰ
προαίρεσιν ἕτερα, πῶς οὐκ ἂν εἴη ἀναιδὲς καὶ ἀναισχυντότατον,
ἐπείπερ ἐναργῶς αἰσθανόμεθα ἑαυτῶν
ἡμετέρᾳ ὁρμῇ καὶ κινήσει τάδε τινὰ προθυμουμένων,
 καὶ ἀμελούντων, πάλιν ἑαυτῶν ἀντιλαμβανόμεθα,
καὶ παρὰ ταύτην τὴν αἰτίαν κατορθούντων ἢ μὴ κατορθούντων,
καὶ ἐξ οὐδενὸς ἑτέρου βιαζομένων, ἀλλὰ 
τὰ μὲν ἑκουσίῳ γνώμῃ αἱρουμένων, τὰ δὲ φευγόντων
καὶ παραιτουμένων ἐκ τῆς ἡμῶν αὐτῶν προαιρέσεως ;

οὕτ’ ὢ δὲ ἄρα ἐναργὴς ἦν ὁ τοῦ αὐθεκουσίου λόγος
ὥστε ὁμοίως τὸ ἀλγεῖν καὶ τὸ ἥδεσθαι, καὶ τὸ
τόδε τι ὁρᾶν, καὶ τόδ’ ἀκούειν, οὐ συλλογισμῷ, ἀλλ’
ἐνεργείᾳ καταλαμβανομένων , συναισθέσθαι ἑαυτῶν 
ἐξ ἡμῶν αὐτῶν καὶ τῆς ἡμετέρας βουλῆς ὁρμώντων,
 καὶ τάδε τινὰ αἱρουμένων, τινὰ δὲ ἀποστρεφομένων,
ὥστε ἐξ ἅπαντος τὸ ἐλεύθερον καὶ τὸ αὐτεξούσιον 
τῆς ἐν ἡμῖν λογικῆς καὶ νοερὰς φύσεως ἐνδίκως ὁμολογεῖσθαι.

εἰ δὲ καὶ παρὰ προαίρεσιν μυρία
συμβαίνοντα ἡμῖν τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων ταρἀττεο.
 διαιρετέον ἐνταῦθα τὴν τῶν ἐν οἷς ἐσμὲν φύσιν,
καὶ τὸν λόγον, καθ’ ὃν τὰ οὐκ ἐφ’ ἡμῖν γίνεται,
ἐπιθεωρητέον. οὕτω γὰρ καὶ τούτων τὸ αἴτιον οὔτις
ἄλογος ἀναδέξεται εἱμαρμένη, λόγος δὲ πάλιν ἄλλος
τῆς τῶν ὅλων προνοίας ἀπηρτημένος. φέρ’ οὖν ἐπιμενλῶς
 τὸ πρόβλημα ἐπισκεψώμεθα.

Πάντα μὲν ἀθρόως ἐκ θεοῦ προνοίας εἶναί 
τε καὶ διοικεῖσθαι οἱ τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας θεσμοὶ
διαγορεύουσιν.

ἤδη δὲ κατ’ εἶδος ἰδίως ἕκαστα
τῶν γιγνομένων τὰ μὲν ἔξει, τὰ δὲ φύσει, τὰ δὲ
 ὁρμῇ καὶ φαντασίᾳ, τὰ δὲ λογισμῷ καὶ οἰκείᾳ κρίσει
τε καὶ προαιρέσει κινούμενα , καὶ ἄλλα μὲν κατὰ
προηγούμενον λόγον γιγνόμενα, ἕτερα δὲ κατ’ ἐπι-

 
συμβεβηκότα τοῖς προηγουμένως γεγονόσι, ποικίλην
καὶ πολύτροπον τὴν τοῦ παντὸς συνεστήσατο διακόσμησιν,
ἑκάστῳ γένει τῶν ὄντων ἰδίαν καὶ ἀφωρισμένην
τινὰ φύσεως κατασκευὴν τοῦ τῶν ὅλων αἰτίου
διανείμαντος.

σχολῇ μὲν οὖν τις τὸν περὶ 
τῶν ἄλλων διεξέλθοι λόγον, τὸν δὲ περὶ τοῦ αὐτεξουσίου
 ῥᾷον ἂν καταμάθοι ὡδε

ἐπεὶ μὴ μονογενὲς
χρῆμα μηδ’ ἐκ μιᾶς συνεστὼς φύσεως τυγχάνει ὢν ὁ
ἄνθρωπος, ἐκ δυοῖν δὲ ἐναντίων εἴληχε τὴν σύνοδον,
σώματος καὶ ψυχῆς, τοῦ μὲν κατὰ συμβεβηκὸς ὀργάνου 
τῇ ψυχῇ δεδεμένου , τῆς δὲ νοερᾶς οὐσίας κατὰ
τὸν προηγούμενον ὑποστάσης λόγον, καὶ τοῦ μὲν ἀλόγου,
τῆς δὲ λογικῆς τυγχανούσης, καὶ τοῦ μὲν φθαρτοῦ,
τῆς δὲ ἀφθάρτου, καὶ θατέρου θνητοῦ, θατέρας
δὲ ἀθανάτου, ὥσθ’ ἡμᾶς θηρσὶ μὲν ἀλόγοις ἀδελφὸν 
φέρειν τὸ σῶμα, ψυχὴν δὲ τῇ λογικῇ καὶ ἀθανάτῳ
 φύσει συγγενῆ ’ ταύτῃ τοι εἰκὸς τὸ διφυὲς τουτὶ βλάστημα,
διττῆς ἅτε φύσεως κεκοινωνηκὸς , διττῷ καὶ
διαφόρῳ τὸ ζῆν ἀπευθύνειν τρόπῳ, τοτὲ μὲν φύσει
σώματος δουλεῦον, τοτὲ δὲ τῇ θειοτέρᾳ μοίρᾳ τὴν 
οἰκείαν ἀσπαζόμενον ἐλευθερίαν· ὡς καὶ δοῦλον εἶναι
τὸν αὐτὸν καὶ ἐλεύθερον, τοιαύτην τινὰ παρὰ
τοῦ θεοῦ, δι’ οὓς οἶδε λόγους αὐτὸς, κεκληρωμένον
ψυχῆς καὶ σώματος ἐπιμιξίαν.

εἰ δὴ οὑν τις τὰ
κατὰ φύσιν ἤτοι τοῦ σώματος ἢ καὶ τῆς ψυχῆς , εἱμαρμένης 
 ὀνόματι χρώμενος, ὑπ’ αἰτίαν ἀνάγκης καταβάλλοι,
διαμάρτοι ἂν τῆς οἰκείας προσηγορίας. εἰ
γὰρ εἱμαρμένης ἀνάγκη τις ἦν ἀκώλυτος, πολλὰ δὲ
τῶν τῷ σώματι καὶ τῇ ψυχὴ κατὰ φύσιν προσόντων
παραποδίζεται, μυρία τε ἔξωθεν ἄλλα συναντᾷ παρὰ
φύσιν κατά τι συμβεβηκὸς καὶ ψυχῇ καὶ σώματι παρεπόμενα,
επόμενα, πῶς ἂν εἴη ταὐτὸν εἱμαρμένη καὶ φύσις;

εἰ γὰρ ἀπαράλλακτόν φασιν εἷναι τὴν εἱξμαρμένην,
καὶ μὴ δύνασθαι τι παρ’ αὐτὴν γίνεσθαι (ἀνάγνην, 
γὰρ εἶναι ἀπαραίτητον·) πολλὰ δὲ, ὡς ἔφην,
παρὰ τὰ κατὰ φύσιν καὶ ψυχὴ καὶ σώματι συμβαίνει,
 οὐκ ἂν ὀρθῶς τις ὀνομάζοι ταὐτὸν εἶναι λέγων εἱμαρμένην
καὶ φύσιν.

γένοιτ’ ἂν οὑν τῶν ὄντων
ἐν ἡμῖν τὰ μὲν κατὰ λογισμὸν καὶ προαίρεσιν τὴν ἐφ’
ἡμῖν γιγνόμενα, οἶα τὰ κατὰ φύσιν ψυχῆς, τὰ δὲ
κατὰ φύσιν τοῦ σώματος, τὰ δὲ τούτοις μὲν συμβεβηκότα,
 ψυχῇ λέγω καὶ σώματι, ἑτέροις δὲ συντελούμενα
κατὰ φύσιν· ἀλλ’ οὔτε τῆς ψυχῆς τὸ ἐφ’ ἡμῖν
οὔτε τοῦ σώματος τὸ κατὰ φύσιν , οὐδὲ μὴν τῶν
ἔξωθεν τὸ κατὰ συμβεβηκὸς, ἐνδίκως ἄν τις ἀποστεροίη
τὸν αἴτιον.

θεὸς γὰρ αὐτὸς ὁ τῶν ὅλων
 καὶ τῶν ἐφ’ ἡμῖν, καὶ τῶν κατὰ φύσιν, καὶ τῶνκατὰ 
κατὰ συμβεβηκὸς δημιουργὸς ὢν ἀποπέφανται. καθόλου
γὰρ περὶ πάντων ἀκουστέον τῆς θείας γραφῆς, 
τὸ “ αὐτὸς εἶπεν , καὶ ἐγενήθησαν· αὐτὸς ἐνετείλατο,
καὶ ἐκτίσθησαν” ἀποφηναμένης.

εἰ
 δὴ οὖν βουλομένοις ποτέ τινα ἕτερα παρὰ τὴν
ἡμετέραν γνώμην συμβαίνει, ὑπομνηστέον αὐτοὺς
ὡς ἄρα τοῦτ’ ἦν ἐκεῖνο τὸ διττὸν καὶ ἑτερογενὲς τῆς
ἐν ἡμῖν συμπλοκῆς, λέγω δὴ ψυχῆς καὶ σώματος,
παρ’ ὃ καὶ ψυχῆς οὐσία, τὴν φύσιν οὖσα νοερὰ καὶ
 λογικὴ , ἐν νηπιάζοντι κατὰ φύσιν σώματι παρὰ φὐσιν 
αὐτὴ χώραν ἀλόγου μετείληφε· καὶ νοῦς ὁ φρονήσεως
οἰκεῖος ἀφραίνει πολλάκις κατά τι συμβεβηκὸς,
παρατραπεὶς ἐν ὑπερβαλλούσαις φέρε σώματος
ἀρρωστίαις.

πολλάκις δὲ καὶ γήρας ἐπελθὸν σώματι
 κατὰ φύσιν τῶν κατὰ τὴν ἀκμὴν κατορθωμάτων
τὴν διάνοιαν ἀπεστέρησε, τῆς νοερᾶς ψυχῆς τὸ λογικὸν
παρὰ φύσιν ἀμβλῦναν.

αἰκίαι δ’ αὖ πάλιν

 
καὶ ἀλγηδόνες σώματι πηρώσεις τε ἐπισυμβᾶσαι πάρα
 φύσιν, τὸ αὐθεκούσιον τῆς ψυχῆς παρὰ τὸ συμβεβη-
κὸς ἐξενίκησαν, ἐνδούσης ταῖς ἀλγηδόσι διὰ τὴν πρὸς
τὸ σῶμα συμπλοκήν ’ ὡς ἁλίσκεσθαι δεσμὸν ἄφυκτον
ἐμποδὼν προβεβλῆσθαι τῷ κατὰ ψυχὴν ἐλευθέρῳ 
τοτὲ μὲν τὴν τοῦ σώματος φύσιν, τοτὲ δὲ τὰ ἐκτὸς
ἐπισυμβαίνοντα.

ἦν δὲ ἄρα καὶ τὸ τῆς ἐφ’ ἡμῖν
προαιρέσεως εἰς τοσοῦτον ἧκον ἀρετῆς καὶ ἰσχύος
ὡς ἀντιβαίνειν ἐπὶ πολλῶν τολμᾶν καὶ ἀντιλέγειν τῇ
τε τοῦ σώματος φύσει καὶ τοῖς ἔξωθεν ἐπισμβαίνουσιν.

ἡ μέν γε τοῦ σώματος φύσις ἐπὶ τὴν τῶν
ἀφροδισίων ὁρμὴν τὸν ἄνδρα καλεῖ, ἡ δὲ ψυχὴ λόγῳ
σώφρονι χαλινὸν ἐμβαλοῦσα τῷ πάθει κρείττων καθίσταται
 τῆς τοῦ σώματος φύσεως· καὶ πάλιν ἡ μὲν πει-
νῆν καὶ διψῆν καὶ ῥιγοῦν καὶ τὰ τοιαῦτα προσαναγκάζουσα 
ἐπὶ τὰς κατὰ φύσιν θεραπείας τε καὶ πληρώσεις
παρακαλεῖ, ἡ δὲ προαίρεσις λόγοις σώφροσιν ἀνα-
πεισθεῖσα, καί τινας ἀσκητικὰς προτροπὰς αύθεκουσίως
ἀγαπήσασα, πολυημέροις ἀσιτίαις καὶ καρτε-
ρίαις παρακρούεται τὴν τοῦ σώματος φύσιν , ἀρετῇ 
λογισμοῦ κρίνασα τοῦτο καὶ ἑλομένη.

καὶ αὖ πάλιν
ἡ μὲν κατὰ φύσιν πάσαις ἡδοναῖς χαίρει καὶ τῇ
 λείᾳ τῶν σωμάτων κινήσει , ἡ δὲ προαίρεσις ἀρετῆς
ἐπιθυμίᾳ τὸν ἐπίπονον καὶ τραχὺν ἠσπάσατο βίον.

εἰσὶ δὲ οἱ καὶ ἐπὶ τὸ χεῖρον τραπέντες “ μετίλλαξαν 
τὴν φυσικὴν χρῆσιν εἰς τὴν παρὰ φύσιν, ἄρσε-
νες ἐν ἄρσεσι τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι.

οὕτως ἄρα καὶ τῇ φύσει οὐ κατὰ πάντα ἐνδίδω-
σιν ὁ λογισμὸς, κρατεῖ δὲ ἐν πλείστοις , ὡς καὶ κρα-
τεῖται, καὶ τοτὲ μὲν αὐτὸς ἄγει, τοτὲ δὲ αὐτὸς ἂγεται, 
τᾶι, ὡς καὶ πρὸ ὥρας ἔσθ’ ὅπη χερσὶν ἐπισπᾶσθαι
τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ σώματος , ὅτε τὸ ζῆν αὐτῷ μὴ

 
λυσιτελὲς κριθείη.

εἰ μὲν οὖν πρὸς μόνην τὴν 
οἰκείαν τοῦ σώματος φύσιν ὁ πᾶς ἀγὼν ἦν αὐτῷ,
μέτριος ἂν ἦν οὗτος ’ ἐπεὶ δὲ τὴν πολιτείαν καὶ τὸν
ἐν ἀνθρώποις βίον ὁ θεὸς αὐτῷ μεταξὺ πολλῶν καταβέβληται,
 ὡς μετὰ θηρίων καὶ ἑρπετῶν ἰοβόλων,
ἐν μέσῳ τε πυρὸς καὶ ὕδατος ἀέρος τε τοῦ περιέχοντος
καὶ τῶν ἐν τούτοις ἅπασι παρηλλαγμένων καὶ
διαφόρων φύσεων τὰς διατριβὰς πεποιῆσθαι, εἰκότως
αὐτῷ ἡ διαμάχη καὶ ἡ ἔνστασις οὐ πρὸς τὴν οἰκείαν
 ἐστὶ καὶ συνημμένην αὐτῷ μόνον φύσιν τοῦ σώματος,
ἀλλὰ καὶ πρὸς μυρία τὰ ἐκτὸς συμβεβηκότα , ὧν ἐν 
μέσῳ ζῇ ὁ τὸν θνητὸν βίον διεξάγων, ὥστε καὶ πρὸς
ταῦτα καρτερῶς ἀντέχειν.

πολλαὶ γοῦν ἤδη καὶ
τοιόνδε τροφῶν φύσεις καὶ τοιαίδε συγκράσεις τοῦ
 περιέχοντος , κρυμῶν τε ἐπιφοραὶ καὶ φλογμῶν ἐκκαύσεις,
πλεῖστά τε ἄλλα κατά τινας οἰκείους λόγους
φυσικῶς μὲν κινούμενα, συμβατικῶς δὲ ἡμῖν προσπίπτοντα
τάραχον οὐ τὸν τυχόντα τῷ καθ’ ἡμᾶς αὐτεξουσίῳ
διὰ τὴν πρὸς τὸ σῶμα συμπλοκὴν παρέσχηκε, 
 τῆς τῶν ἡμετέρων σωμάτων φύσεως τὰς τῶν 
ἔξωθεν ἐπιφορὰς οὐχ ὑπομενούσης , κρατουμένης δὲ
καὶ νικωμένης ὑπὸ τῶν ἐκτὸς κατὰ φύσιν οἰκείαν
ἐπιτελουμένων.

πάλιν τε αὖ, ἐπειδὴ μετὰ πλείστων
ἀνδρῶν ποιούμεθα τὰς διατριβὰς, οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ
 τῆς ἴσης ἡμῖν λαχόντες οὐσίας τὸ ἐφ’ ἡμῖν αὐτοῖς
ἐπὶ τῆς ἰδίας ἐξουσίας ἀποφέρονται , ἐλευθέρᾳ τῇ
σφῶν χρώμενοι προαιρέσει, ταύτῃ πάλιν εἰκότως καὶ
ταῖς ἑτέρων γνώμαις ὑποκεισόμεθα, τοῦ αὐτῶν ἐκείνων
αὐτεξουσίου ὧδέ πως ἡμῖν κατὰ τοῦ σώματος ἢ
 περὶ τὴν ψυχὴν χρωμένου.

ὥσπερ γὰρ ἡ τοῦ σώματος
ἡμῶν φύσις νικᾶται πολλάκις πρὸς τῶν ἔξωθεν
προσπιπτόντων, οὕτως ἔστιν ὅτε καὶ προαίρεσις ὑπὸ

 
 μυρίων ἔξωθεν ἐνοχλουμένη προαιρέσεων, αὐτεξου-
σίῳ γνώμῃ πεισθεῖσα, ἑαυτὴν τοῖς ἔξωθεν ἐπιδίδωσι,
καὶ τοτὲ μὲν βελτίων, τοτὲ δὲ χείρων ἀποτελεῖται.
οἶδε γὰρ συνουσία φαύλη κακύνειν, ὥσπερ αὖ τούναντίον
ποιεῖν ἀμείνους τῶν καλῶν ὁμιλία. “ φθείρουσι 
γὰρ ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί, ” ὥσπερ οὖν
καὶ σώζουσι βελτιοῦσαι τῶν ἀγαθῶν αἱ συνουσίαι.

καὶ λόγοις μὲν ἡ λογικὴ τῆς ψυχῆς δύναμις τῶν
ἔξωθεν ἐπισυμβαινόντων ὧδέ πως καὶ τῇδε φέρεται ’
 ἰσχύει δὲ πάλιν οἰκεία καὶ λογικῆς οὐσίας ἀρετὴ, καὶ 
θείαν ὡς ἀληθῶς καὶ θεοειδῆ τὴν δύναμιν ἐπιδείκνυται,
ὅτε πρὸς πάντα τὰ ἐκτὸς ἀντέχουσα, καὶ τὰ
πάντα ἐλευθέρῳ φρονήματι ὑπερνικῶσα, πρὸς οὐδὲν
τῆς οἰκείας ἀρετῆς ὑφιεμένη, φιλοσοφεῖν παρεσκεύασται.
ὅτε μὴν ὀλιγωρεῖ, ὑπὸ τῶν χειρόνων τὰ χείριστα 
διατίθεται, ὥσπερ οὑν καὶ βελτιοῦται τῆς
ἔξωθεν τυγχάνουσα ἐπιμελείας.

τί χρὴ λέγειν
ἐπὶ τούτοις, ὡς καὶ φοραὶ καὶ ἀφορίαι τοιῶνδε ψυχῶν
καὶ σωμάτων, κατά τινα περίπτωσιν οἰκείως τῇ
 τοῦ παντὸς διοικήσει συντελούμεναι , εὑ τε καὶ ὀρθῶς 
ἔχουσαι τῷ παντὶ, πλείστην ὅσην τοῖς κατὰ μέρος
καὶ δὴ καὶ τοῖς ἐφ’ ἡμῖν παντοίας κινήσεως περιουσίαν
ἀπειργάσαντο;

πᾶσιν δὲ καθόλου τοῖς
οὖσι, τοῖς τε παρ’ ἡμᾶς γινομένοις καὶ παρὰ τὴν
ἡμετέραν αἰτίαν , καὶ τοῖς ἔξωθεν κατὰ συμβεβηκὸς 
ἐπιοῦσι, τοῖς τε φυσικῶς ἐνεργουμένοις, μία παναλκὴς
καὶ παντοδύναμος ἐπιστατεῖ ἡ διὰ πάντων ἐπιπορευομένη
τοῦ θεοῦ πρόνοια , ἣ καὶ τὰ πλεῖστα
θειοτέροις ἡμῖν τε ἀρρήτοις οἰκονομεῖ λόγοις, εὐηνίως
 τὸ πᾶν διακυβερνῶσα, πολλά τε καὶ τῶν κατὰ φύσιν 
ἐπὶ τὸ προσῆκον τοῖς καιροῖς μετασκευάζουσα , συνεργοῦσά
τε καὶ συμπράττουσα τοῖς ἐφ’ ἡμῖν, καὶ τοῖς

 
ἐκτὸς πάλιν συμβαίνουσι τὴν δέουσαν τάξιν ἀπονέμουσα.

Τούτων εἰς τρία τοῦτον διῃρημένων τὸν τρό-
πον, εἴς τε τὰ ἐφ’ ἡμῖν, καὶ τὰ κατὰ φύσιν γινόμενα,
 τά τε κατὰ συμβεβηκὸς, πάντων δὲ ἐφ’ ἔνα λόγον
τὸν ἐκ θεοῦ βουλῆς ἀνακεφαλαιουμένων , οὐδαμοῦ
μὲν ὁ περὶ εἱμαρμένης χώραν ἔξει λόγος.

γένοιτο
δ’ ἂν ἡμῖν εὑρημένη καὶ ἡ παρὰ τοῖς πολλοῖς ἀπορουμένη
τῆς κακίας πηγὴ, ἐν οὐδενὶ μὲν χώραν
 ἔχουσα τῶν κατὰ φύσιν , οὔτ’ ἐν σώμασιν οὔτ’ ἐν
οὐσίαις, πολλοῦ δεῖ ἐν τοῖς κατὰ συμβεβηκὸς ἔξωθεν
ἐπιγινομένοις· εὑρεθείη δ’ ἂν ἐν μόνῃ τῇ τῆς ψυχῆς
αὐτοπροαιρέτῳ κινήσει, καὶ ἐν ταύτῃ οὐχ ὅτε κατὰ 
φύσιν ὁδεύουσα τὴν εὐθεῖαν βαδίζει, ἀλλ’ ὅτε τῆς
 βασιλικῆς ἐκστᾶσα οἰκείᾳ γνώμῃ τὴν παρὰ φύσιν
τρέπεται, αὐτὴ ἑαυτῆς καθεστῶσα κυρία

ἐπειδὴ
τοῦτο γέρας ἐξαίρετον παρὰ θεοῦ λαβοῦσα ἐλευθέρα
καὶ αὐτοκράτωρ τυγχάνει, τῆς οἰκείας ὁρμῆς τὸ κρι-
τήριον εἰς ἑαυτὴν ἀναδεδεγμένη· νόμος δὲ θεῖος αὐτῇ
 συνεζευγμένος κατὰ φύσιν, λαμπτῆρος καὶ φωστῆρος
δίκην, ἐπιφωνεῖ ἔνδοθεν ὑπηχῶν αὐτῇ καὶ λέγων,
Ὁσῷ βασιλικῇ πορεύσῃ, οὐκ ἐκκλινεῖς δεξιὰ οὐδὲ 
ἀριστερά· βασιλικὴν τὴν κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον πορείαν 
εἶναι διδάσκων.

τοῦτον γὰρ ἁπάσῃ ψυχῇ
 φυσικὸν νόμον βοηθὸν αὐτῇ καὶ σύμμαχον ἐπὶ τῶν
πρακτέων ὁ τῶν ὅλων δημιουργὸς ὑπεστήσατο , διὰ
μὲν τοῦ νόμου τὴν εὐθεῖαν αὐτῇ παραδείξας ὁδὸν,
διὰ δὲ τῆς αὐτῇ δεδωρημένης αὐτεξουσίου ἐλευθε-
ρίας τὴν τῶν κρειττόνων ἳρεσιν ἐπαίνου καὶ ἀποδοχῆς
 ἀξίαν ἀποφήνας γερῶν τε καὶ μειζόνων
ἐπάθλων τῶν ἐπὶ τοῖς κατορθουμένοις , ὅτι μὴ βε-
βιασμένως, γνώμῃ δὲ αὐτεξουσίῳ κατώρθου , παρὸν

 
 καὶ τὴν ἐναντίαν ἑλέσθαι· ὡς ἔμπαλιν τὴν τὰ χείριστα
ἑλομένην ψόγου καὶ τιμωρίας εἶναι ἀξίαν, ἅτε
οἰκείᾳ κινήσει τοῦ μὲν κατὰ φύσιν νόμου παραμελήσασαν,
κακίας δὲ ἀρχὴν καὶ πηγὴν ἀπογεννήσασαν,
φαύλως τε ἑαυτῇ κεχρημένην οὐκ ἔκ τινος ἔξωθεν 
ἀνάγκης, ἀλλ’ ἐξ ἐλευθέρας γνώμης καὶ κρίσεως.

αἰτία δὴ τοῦ ἑλομένου , θεὸς ἀναίτιος. οὔτε γὰρ
φύσιν φαύλην ὁ θεὸς εἰργάσατο , οὐδέ .γε ψυχῆς οὐσίαν·
ἀγαθῷ γὰρ οὐδὲν πλὴν ἀγαθὰ δημιουργεῖν
 θέμις. ἀγαθὸν δὲ πᾶν ὅ τι κατὰ φύσιν. ψυχῇ δὲ 
πάσῃ λογικῇ κατὰ φύσιν πάρεστι τὸ αὐτεξούσιον ἀγαθὸν,
καὶ τοῦτο ἐπ’ ἀγαθῶν αἱρέσει γεγενημένον.

φαύλως δὲ ὅτε πράττει, οὐ τὴν φύσιν αἰτιατέον.
οὐ γὰρ κατὰ φύσιν, παρὰ φύσιν δὲ αὐτῇ γίνεται τὸ
φαῦλον, προαιρέσεως ὂν , ἀλλ’ οὐ φύσεως ἔργον. ᾧ 
γὰρ παρήν δύναμις τῆς τἀγαθοῦ αἱρέσεως, ὅτε μὴ
τοῦτο εἴλετο, ἑκὼν δὲ τὸ κρεῖττον ἀπεστράφη τοὐ
χείρονος μεταποιηθεὶς , τίς ἂν τούτῳ τόπος ἀποφυγῆς
λείποιτο τῆς οἰκείας αἰτίῳ καταστάντι νόσου, τοῦ
τε συμφύτου νόμου σωτῆρος οἶα καὶ ἰατροῦ παραμελήσαντι ;

ὁ δὴ τούτων ἀπάντων μηδένα λόγον
ποιούμενος , ἀνάγκης τε καὶ ἄστρων φορᾶς ἀναρτῶν
 τὰ πάντα, τῆς τε τῶν πλημμελουμένων ἀνθρώποις
ἀτοπίας μὴ ἐξ ἡμῶν εἶναι φάσκων τὰ αἴτια, ἀλλ’ ἐκ
τῆς τὰ πάντα κινούσης δυνάμεως , πῶς οὐκ ἀνόσιον 
καὶ δυσσεβῆ λογισμὸν εἰσφέροι ἄν;

εἴτε γὰρ αὐτόματον
καὶ ἀπρονόητον θείη τὴν τοῦ παντὸς φορὰν,
ἐλέγχοιτ’ ἂν ὡς αὐτόθεν ἄθεος , πρὸς τῷ καὶ ἀβλεπτεῖν
περὶ τὴν πάνσοφον ἁρμονίαν καὶ τὴν τῶν ὅλων
διάταξιν εὖ καὶ ἐν κόσμῳ τὴν δι’ αἰῶνος κίνησιν 
ἀνακυκλουμένην· εἴτε θεοῦ πρόνοιαν ἄγειν καὶ φέρειν
ἐπιστατεῖν τε πᾶσι καὶ πανσόφῳ λόγῳ διοικεῖν

 
ὁμολογήσει, οὐδ’ οὕτω τοῦ δυσσεβοῦς ἐκπέφευγε τὴν
ἀτοπίαν, ἐπειδὴ τῶν ἐν ἀνθρώποις ἁμαρτανομένων
τοὺς μὲν πλημμελοῦντας ἀπολύει, ὡς μηδὲν τῶν ἀτόπων 
ἐξ οἰκείας γνώμης διαπεπραγμένους , ἀνάγει δὲ
 τὴν αἰτίαν τῶν κακῶν ἐπὶ τὴν καθόλου πρόνοιαν,
ἀνάγκην αὐτὴν καὶ εἱμαρμένην ἀποκαλῶν, καὶ πάσης
τῆς ἐν ἀνθρώποις αἰσχρουργίας καὶ ἀρρητοποιίας
ὠμότητός τε καὶ μιαιφονίας αἰτίαν εἶναι λέγων.

καὶ τίς ἂν εἴη τούτου δυσσεβὴς ἄλλος, τὸν τῶν ὅλων
 θεὸν, αὐτὸν δὴ τὸν ποιητὴν καὶ δημιουργὸν τοῦδε
τοῦ παντὸς, εἰσάγων ἐπάναγκες ἐκβιαζόμενον τόνδε
μὲν οὐκ ἐθέλοντα ἀσεβεῖν τοῦτο πράττειν, καὶ ἄθεον
εἶναι κατ’ ἀνάγκην, καὶ εἰς ἑαυτὸν βλάσφημον, τόνδε 
δὲ, ὃν αὐτὸς τὴν φύσιν ἄρρενα συνεστήσατο, πάσχειν
 παρὰ φύσιν τὰ θηλειῶν οὐ κατὰ προαίρεσιν, κατηναγκασμένον
δὲ πρὸς αὐτοῦ, καὶ ἄλλον ἀνδροφόνον γίνεσθαι
μὴ παρὰ τὴν οἰκείαν γνώμην, ὑπ’ ἀνάγκης δὲ
ἐλαυνόμενον τοῦ θεοῦ, ὡς μηδ’ εὐλόγως ἐπιμέμφεσθαι
τοῖς πλημμελοῦσιν, ἀλλ’ ἤτοι μηδὲ ἁμαρτήματα
 ταῦτ’ εἶναι ἡγεῖσθαι, ἢ τῶν κακῶν ἁπάντων ποιητὴν
εἶναι τὸν θεὸν ἀποφαίνεσθαι;

εἴτε γὰρ αὐτὸς τοῖς
πᾶσιν ἐπιπαρὼν καὶ τὰ πάντα ὁρῶν καὶ πάντα ἀκούων
ταῦτα πράττειν ἀναγκάζει , εἴτε τὴν τοῦ παντὸς φορὰν 
’ρᾶν καὶ τὴν τοιάνδε τῶν ἄστρων κίνησιν αὐτὸς τούτων
 ποιητικὴν καὶ ἀναγκαστικὴν ὑπεστήσατο , ὁ τὸ
τοιόνδε συστήσας ὄργανον , καὶ τὴν τῶν θηρωμένων
παγίδα μηχανησάμενος , εἴη ἂν αὐτὸς ὁ καὶ τῶν ἁλισκομένων
αἴτιος.

εἴτ’ οὖν αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν,
εἴτ’ οὖν πάλιν αὐτὸς διά τινος ἄλλης πρὸς αὐτοῦ
 μεμηχανημένης ἀνάγκης τοὺς οὐκ ἐθέλοντας τοῖσδε
τοῖς κακοῖς περιβάλλει , αὐτὸς ἂν εἴη, καὶ οὐκ ἄλλος,
ὁ πάντων κακῶν ποιητικὸς, καὶ οὐκέτ’ ἂν ἐν δίκῃ

 
 ἡμαρτηκὼς ὁ ἄνθρωπος λέγοιτο, ἀλλ’ ὁ τούτου ποιητὴς
θεός.

καὶ τίς ἂν τούτου γένοιτο ἕτερος
λόγων ἀσεβέστερος; ὁ δὴ οὑν εἱμαρμένην εἰσάγων
ἄντικρυς θεὸν καὶ θεοῦ πρόνοιαν ἐξωθεῖ, ὥσπερ ὁ
τὸν θεὸν ἐφιστὰς τοῖς πᾶσιν ἀνέλοι ἂν τὸν περὶ εἱμαρμένης 
λόγον. ἢ γὰρ ταὐτὸν ἂν εἴη ὁ θεὸς καὶ
εἱμαρμένη, ἢ θάτερον διεστὼς ἑτέρου. ταὐτὸν μὲν
οὖν οὐκ ἂν γένοιτο.

εἰ γὰρ τὴν εἱμαρμένην εἱρμόν
τινα αἰτιῶν εἶναί φασιν ἀπ’ αἰῶνος ἀπαραβάτως
καὶ ἀμετακινήτως ἐκ τῆς τῶν οὐρανίων ἄστρων φορᾶς 
 καθήκοντα, πῶς οὐ πρότερα ἂν εἴη τῆς εἱμαρμένης
τὰ σωματικὰ στοιχεῖα , ἐξ ὧν καὶ τὰ οὐράνια
συνέστηκεν, ὣν τὴν εἱμαρμένην συμβεβηκός τι σύμπτωμα
λέγοι ἄν τις εἰκότως;

καὶ πῶς ἂν ταὐτὸν
εἴη τὸ συμβεβηκὸς τοῖς στοιχείοις τῷ ἐπὶ πάντων 
θεῷ, εἰ δὴ τὰ στοιχεῖα ἄψυχα καὶ ἄλογα κατὰ τὴν
οἰκείαν ἐπιθεωρεῖται φύσιν, ὁ δὲ θεὸς ἔξω σωμάτων
αὐτοζωὴ καὶ σοφία τυγχάνει ὢν, τῆς ἐξ αὐτοῦ δημιουργίας
τοῖς τε κατὰ μέρος στοιχείοις καὶ τῇ τῶν
ὅλων διακοσμήσει τὴν ἀπόλαυσιν δωρούμενος; οὐ 
 ταὐτὸν ἄρα θεὸς καὶ εἱμαρμένη.

εἰ δὲ δὴ ἕτερον,
πότερον κρεῖττον; ἀλλ’ οὐδὲν τοῦ θεοῦ κάλλιον, οὐδέ
τι δυναμικώτερον. οὐκοῦν κρατήσει καὶ περιέσται
τοῦ χείρονος, ἢ συγχωρῶν κακοποιῷ τυγχανούσῃ τῇ
εἱμαρμένῃ αὐτὸς ἂν ἐφέλκοιτο τὴν αἰτίαν, ὃς δυνατὸς 
ὢν ἐπισχεῖν τὴν κακοποιὸν ἀνάγκην οὐκ ἐπέσχεν,
ἀνῆκε δ’ ἄφετον ἐπὶ λύμῃ καὶ διαφθορᾷ τῶν ἁπάντων,
μᾶλλον δὲ αὐτὸς τοῦτο εἰργάσατο, εἰ δὴ πάντων
καὶ αὐτῆς εἱμαρμένης ποιητὴς καὶ δημιουργὸς εἰσάγοιτο.

εἰ δ’ οὐδεὶς αὐτῷ λόγος τῆς τοῦ παντὸς 
 διατάξεως, ἀθέων αὖθις ἀνακύψειεν ἂν φωνὴ, πρὸς
ἣν τὰς ἀκοὰς ἀποκλειστέον, τῆς ἐνθέου προνοίας καὶ

 
δυνάμεως ἐναργῶς ἀποφαινούσης ἑαυτὴν ἔκ τε τῶν
καθόλου πανσόφων καὶ τεχνικῶν ἀποτελεσμάτων ἔκ
τε τῶν καθ’ ἡμᾶς ἀναμφιλόγως τὴν ἐλευθέραν καὶ
αὐτεξούσιον τῆς λογικῆς ψχῆς χῆς δύναμιν παραδεικνυμένων.

καθ’ ἣν καίτοι μυρίων ἔξωθεν ἐμποδὼν
τῇ τε τοῦ σώματος φύσει ταῖς τε κατὰ προαίρεσιν ἐφ’
ἡμῖν ὁρμαῖς κατά τι συμβεβηκὸς προσπιπτόντων,
ὅμως πρὸς ἅπαντα τῆς κατὰ ψυχὴν ἀρετῆς τὸ ἐλεύθερον
ἀντέχει, ἄμαχον καὶ ἀήττητον τὸ ἐφ’ ἡμῖν
 τῶν καλῶν τὴν αἵρεσιν ἐπιδεικνύμενον.

τοῦτο 
δὲ μάλιστα καὶ ὁ παρὼν καιρὸς τῆς τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν διδασκαλίας ἔργοις αὐτοῖς παρεστήσατο ὅτι
γὰρ ταῦτα μὴ ψόφοι καὶ κενὰ ῥήματα πάρεστί σοι
τὸν τῶν θεοσεβῶν ἀγῶνα ἐπιβλέψαι, καὶ συνιδεῖν
 τοὺς προαιρέσει αὐθεκουσίῳ τοὺς πόνους τῶν ὑπὲρ
εὐσεβείας ἄθλων ἀναδεδεγμένους, οὓς καθ’ ὅλης τῆς
ἀνθρώπων οἰκουμένης μυρία πλήθη Ἑλλήνων τε καὶ
βαρβάρων ἐνεδείξατο, πάσας μὲν προθύμως τὰς κατὰ
τοῦ σώματος ὑπομείναντα αἰκίας, πᾶν δὲ βασάνων 
 εἶδος φαιδρῷ τῷ προσώπῳ διελθόντα, καὶ τέλος πολυτρόποις
σχήμασι τὴν ἀπὸ τοῦ σώματος λύσιν τῆς
ψυχῆς ἀσπαστῶς καταδεξάμενα.

καὶ μὴν οὐδεὶς
ἐνταῦθα λόγος ἐπιτρέψειεν ἂν τὴν εἱμαρμένην αἰτιᾶσθαι.
ποῦ γάρ σοι ἐξ αἰῶνος τοιούσδε ἀθλητὰς εὐσεβείας 
 ἤνεγκεν ἡ τῶν ἄστρων φορά ; ἢ πότε ὁ τῶν
ἀνθρώπων βίος πρὸ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν εἰς πάντας
ἀνθρώπους καταβληθείσης διδασκαλίας τοιόνδε
προβέβληται καθ’ ὅλης τῆς ἀνθρώπων οἰκουμένης
ἀγῶνα;

ποῦ δὲ τοιωνδὶ λόγων διδασκάλιον, δεισιδαίμονος 
 μὲν πλάνης ἀναιρετικὸν, ἑνὸς δὲ τοῦ ἐπὶ
πάντων θεοῦ γνώσεως διδακτικὸν, ἅπασιν άνθρώποις,
Ἕλλησι τε καἲ βαρβάροις, ὁ πᾶς αἰὼν ἤνεγκε;

τίς δὲ τῶν ἐξ αἰῶνος ἀοιδίμων σοφῶν, βάρβαρος
ἢ Ἕλλην, τοιᾶσδέ ποτε ἠξιώθη εἱμαρμένης ὡς
εἰς τὸν σύμπαντα κόσμον διαφανῆ καταστῆσαι τὸν
ὑπ’ αὐτοῦ προβληθέντα λόγον, γνωσθέντα τε μέχρι
καὶ τῶν ἐσχατιῶν, καὶ θεοῦ δόξαν παρὰ τοῖς αὐτῷ 
 καθωσιωμένοις κτήσασθαι;

εἰ δὲ ταῦτα ἐξ αἰῶνος
νος οὔτ’ ἦν οὔτε γέγονεν οὔτε ἀκοαῖς ἤκουσται, οὐκ
ἦν ἄρα εἱρμὸς αἰτιῶν καὶ ἀνάγκη τὸ τούτων αἴτιον.
πάλαι γὰρ ἂν διὰ τῆς αὐτῆς ἀνακυκλήσεως καὶ περιφορᾶς
τῶν ἄστρων οὐδεὶς ἦν φθόνος καὶ ἄλλους τῆς 
αὐτῆς τυχεῖν γενέσεως τε καὶ εἱμαρμένης

ἐκ
ποίας δὲ ἄρα εἱμαρμένης ὁ μὲν ἡμέτερος σωτὴρ θεὸς
ἐπιφανεὶς καθ’ ὅλης τῆς οἰκουμένης ἀνηγόρευται , οἱ
δὲ πάλαι νενομισμένοι παρά τε Ἓλλησι καὶ βαρβάροις
θεοὶ καθῄρηνται , καὶ οὐκ ἄλλως καθῄρηνται ἢ 
διὰ τῆς τοῦ νέου θεοῦ διδασκαλίας;

ποία δ’ αὐτῶν
εἱμαρμένη θεὸν δημιουργὸν ἀπάντων πᾶσιν ἀνθρώποις
κατήγγειλεν, εἱμαρμένην δὲ μὴ εἶναι φάναι
ἐξηνάγκασε; καὶ πῶς ἡ εἱμαρμένη μὴ εἶναι ἑαυτὴν
λέγειν τε καὶ φρονεῖν ἐβιάσατο ; τί δὲ οἶ τῆς τοῦ 
 σωτῆρος ἡμῶν εὐσεβοῦς ἕνεκα διδασκαλίας παντοίους
ἄθλους ἔκπαλαι ἠγωνισμένοι, καὶ εἰσέτι δεῦρο
διαθλοῦντες ;

μιᾶς ἄρα καὶ τῆς αὐτῆς ἔτυχον μοίρας,
ὧς ὑφ’ ἐνὶ λόγῳ καὶ διδασκαλίᾳ δουλωθῆναι,
μίαν τε γνώμην καὶ προαίρεσιν ἐνδείξασθαι, καὶ 
ψυχῆς ἀρετὴν μίαν , ἔνα τε καὶ τὸν αὐτὸν ἀναδέξασθαι
βίον, καὶ λόγον ἀγαπήσαι τὸν αὐτὸν, τάς τε αὐτὰς
ἀγαπητικῶς ὑπομεῖναι πάθας δι’ ἔνστασιν εὐσεβείας.

καὶ τίς ἂν ὀρθὸς τοῦτο συγχωρήσειε λόγος,
 νέους κατὰ ταὐτὸ καὶ πρεσβύτας, καὶ πᾶν μέτρον 
ἡλικίας, ἀρρένων τε καὶ θηλειῶν γένη, φύσεις
τε βαρβάρων ἀνδρῶν, οἰκετῶν ὁμοῦ καὶ ἐλευθερίων,

 
λογίων τε καὶ παιδείας ἀμετόχων, οὐκ ἐν γωνίᾳ γῆς
οὐδ’ ὑπὸ τοῖσδε γενομένων τοῖς ἄστροις, καθ’ ὅλης
δὲ τῆς ἀνθρώπων οἰκουμένης , εἱμαρμένης ἀνάγκῃ
φάναι βεβιασμένους τόνδε τινὰ τῶν πατρῴων ἁπάντων
 προτιμῆσαι λόγον, καὶ τὸν ὑπὲρ εὐσεβείας ἑνὸς
τοῦ ἐπὶ πάντων θεοῦ θάνατον ἀσπάσασθαι, τά τε 
περὶ ψυχῆς ἀθανασίας εὖ μάλα δόγματα παιδεύεσθαι,
καὶ φιλοσοφίαν οὐ τὴν ἐν λόγοις, τὴν δὲ δι’ ἔργων
προτιμῆσαι;

ταῦτα γὰρ ἂν εἴη τὰ καὶ τυφλῷ δῆλα,
 ὡς οὐδεμιᾶς ἀνάγκης , μαθήσεως δὲ καὶ διδασκαλίας
οἰκεῖα τυγχάνει, αὐθεκουσίου γνώμης καὶ προαιρέ-
σεως ἐλευθέρας ἐναργῆ τυγχάνοντα παραδείγματα.

γένοιτο δ’ ἂν καὶ ἄλλα τοῦ προβλήματος παραστατικὰ
μυρία , ὧν τὰ πολλὰ παρεὶς , αὐτὸς μὲν τοῖς
 εἰρημένους ἀρκεσθήσομαι , σοὶ δὲ τὸ σὸν ἀνάγνωσμα 
τῶν σεπτῶν σου φιλοσόφων καταλείψω σκοπεῖν, ὡς
ἂν μάθῃς ὅσον ἄρα τῶν χρησμῳδῶν σου θεῶν σοφώτερος
ἦν καὶ βελτίων ὁ ἄνθρωπος ὁ τοὺς θαυμασίους
χρησμοὺς ψευδεῖς ἀπελέγχων καὶ τὸν Πύθιον
 αὐτὸν ἐφ’ οἷς ἔχρησε περὶ εἱμαρμένης ἐπιρραπίζων.

ἄκουε δ’ οὖν αὖθις τοῦ τὴν τῶν γοήτων φωρὰν
τὸ οἰκεῖον ἐπονομάσαντος σύγγραμμα, ὡς εὖ μάλα
νεανικῷ φρονήματι τὸν πλάνον τῶν πολλῶν καὶ αὐτοῦ
γε τοῦ Ἀπόλλωνος ἐπανορθοῦται , δι’ ὧν γράφει
 τάδε κατὰ λέξιν

“ Σὲ οὖν ἐν Δελφοῖς καθῆσθαι μὴ δυνάμενον, 
μηδ’ εἰ βούλοιο, σιωπᾶν. ὁ δ’ Ἀπόλλων ἄρα ὁ
τοῦ Δῖός υἱὸς νυνὶ βούλεται , οὐχ ὅτι βούλεται, ἀλλ’
ὅτι ὑπ’ ἀνάγκης εἰς τὸ βουληθῆναι τέτακται.

δοκῶ
 δέ μοι τὰ λοιπὰ πάντα παρεὶς, ἐπειδὴ εἰς τοῦτον
τὸν λόγον οὐκ οἶδ’ ὅπως ὑπήχθην , οἰκεῖόν τι καὶ
ἀξιοζήτητον ζητήσειν πρᾶγμα. ἀπόλωλε γὰρ, τό γ

 
ἐπὶ τοῖς σοφοῖς, ἐκ τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, ἀπόλωλεν,
εἴτε οἴακά τις αὐτὸ εἴτε ἓρμα εἴτε κρηπῖδα ὀνομάζων
χαίρει, τῆς ἡμετέρας ζωῆς ἡ ἐξουσία, ἣν ἡμεῖς μὲν
αὐτοκράτορα τῶν ἀναγκαιοτάτων τιθέμεθα, Δημόχριτος
 δέ γε, εἰ μή τι ἠπάτημαι, καὶ Χρύσιππος , ὁ 
μὲν δοῦλον, ὁ δὲ ἡμίδουλου ἐπινοεῖ τὸ κάλλιστον τῶν
ἀνθρωπίνων ἐπιδεῖξαι.

ἀλλὰ τούτων μὲν λόγος
τοσοῦτος, ὅσον ἄν τις ἀξιώσειεν ἄνθρωπος ὢν ἀνθρωπίνοις·
εἰ δ’ ἤδη καὶ τὸ θεῖον ἡμῶν καταστρατεύεται,
παπαῖ, οἷα πεισόμεθα.

ἀλλ’ οὐκ εἰκὸς, 
οὐδὲ δίκαιον, ἀπὸ γοῦν τούτων τεκμαιρομένοις ἡμῖν
 ἐχθρὲ περικτιόνεσσι, φίλ’ ἀθανάτοισι θεοῖσιν, 
 εἴσω τὸ προβόλαιον ἔχων πεφυλαγμένος ἧσο.

τί γὰρ, φησὶν ὁ Ἀργεῖος, εἰ βουλοίμην, ἔξεστί μοι,
καὶ δύναμαι, εἴ μοι δόξειεν, ἧσθαι καὶ πεφυλάχθαι; 
ἔξεστιν, εἴποις ἂν, καὶ δύνασαι· ἢ πῶς ἄν σοι τοῦτ’
ἐγὼ προσέταττον;

Χείρωνος φίλε τέκνον ἀγακλειτοῖο Κάρυστε, 
 Πήλιον ἐκπρολιπὼν Εὐβοίας ἄκρον ἱκέσθαι, 
 ἔνθ’ ἱερὰν χώραν κτίζειν σοι θέσφατόν ἐστιν. 
 ἀλλ’ ἴθι. μηκέτι μέλλε.

ἦ γὰρ ὡς ἀληθῶς ἐπ’ ἀνθρώπῳ τί ἐστιν, ὦ Ἂπολλον,
καὶ βουληθῆναι Πήλιον ἐκπρολιπεῖν κύριός εἰμι
ἐγώ; καὶ μὴν ἤκουον παρὰ πολλῶν καὶ σοφῶν ὅτι εἴ
μοι πέπρωται Εὐβοίας ἄκρον ἱκέσθαι καὶ ἱερὰν χώραν 
’ρᾶν κτίζειν , καὶ ἕξομαι καὶ καθιῶ, εἴτε λέγοις εἴτε
μὴ, καὶ εἴτε βουλοίμην εἴτε μή. εἰ δέ με δεῖ καὶ
βουληθῆναι ὅ τι μοι ἀνάγκη ἐστὶ καὶ εἰ μὴ βουλοίμην
βουληθῆναι , ἀλλὰ σὺ , ὦ Ἄπολλον, πιστεύεσθαι
δικαιότερος.

ἔοικα δή σοι μᾶλλον προσέξειν. 
 ἄγγειλον Παρίοις, Τελεσίκλεεσ, ὥς σε κελεύω 
 νήσῳ ἐν Ἠερίῃ κτίζειν εὐδείελον ἄστυ. 

 
Ἀγγέλω, νὴ Δία, φήσει τάχα που τις τετυφωμένος,
ἢ σὲ ἐλέγχων,) κἂν μὴ κελεύσῃς ’ πέπρωται γάρ. καὶ
ἔστι Θάσος μὲν ἡ Ἠερία νῆσος· ἥξουσι δ’ ἐπ’ αὐτὴν
Παρίοι, Ἀρχιλόχου τοῦ ἐμοῦ υἱοῦ φράσαντος ὅτι ἡ
 νῆσος αὕτη πρὶν Ἠερία ἐκαλεῖτο. σὺ οὖν, δεινὸς
γὰρ ἐπεξελθεῖν, οὐκ ἀνέξῃ, οἶμαι, αὐτοῦ οὕτως ὄντος
ἀχαρίστου καὶ θρασέος, ὃς , εἰ μὴ σὺ μηνῦσαι αὐτῷ
ἐβουλήθης, οὐκ ἄν ποτε ἤγγειλεν, οὐδ’ ἂν Ἀρχίλοχος 
ὁ υἱὸς αὐτοῦ Παρίους ἐξενάγησεν, οὐδ’ ἂν οἷ Παρίοι
 Θάσον ᾤκησαν.

οὐκ οἶδ’ οὖν εἰ σὺ λέγεις μὲν
ταῦτα, οὐκ οἶσθα δὲ ἃ λέγεις. ἀλλ’ ἐπεὶ σχολὴν
ἄγειν ἐοίκαμεν καὶ μακρὰ διαλέγεσθαι, ὁ δὲ λόγος
οὐ πάρεργος, ἐκεῖνό μοι λέγε· ἴσως γὰρ καὶ ὀλίγα
ἐκ πολλῶν ἀρκεῖ·)

ἆρά γέ τί ἐσμεν ἐγώ τε καὶ σύ ;
 φαίης ἄν. τοῦτο δὲ ὁπόθεν ἴσμεν; τῷ ποτ’ ἄρα τοῦτο
εἰδέναι ἐκρίναμεν; ἢ οὐκ ἄλλο ἱκανὸν οὕτως ὡς ἡ
συναίσθησίς τε καὶ ἀντίληψις ἡμῶν αὐτῶν;

τί 
δ’ ; ὅτι ζῷά ἐσμεν πῶς ποτ’ ἄρα ἐξεύρομεν ; πῶς δ’
ὅτι καὶ ζῴων, ὡς μὲν ἂν ἐγὼ εἴποιμι, ἄνθρωποι, καὶ
 ἀνθρώπων ὁ μὲν γόης , ὁ δὲ γόητος ἀπελεγκτής· ὡς
δ’ ἂν σὺ, ὁ μὲν ἄνθρωπος, ὁ δὲ θεὸς, καὶ ὁ μὲν μάντις,
ὁ δὲ συκοφάντης ; καὶ ἔστω γέ σοι οὕτως ἔχον, 
ἐάνπερ ἔγωγε ἁλῶ.

πῶς δ’ ὅτι διαλεγόμεθα ἐν
τῷ παρόντι ἐγνώκαμεν ; τί φής ; ἆρ’ οὐκ ὀρθῶς ἐκρίναμεν
 τὴν ἡμῶν αὐτῶν ἀντίληψιν τῷ πάντων ἐγγυτάτῳ
πράγματι αὐτῷ; δῆλον ὅτι. οὐ γὰρ ἦν ἄλλο
αὐτοῦ οὔτε ἀνώτερον οὔτε πρεσβύτερον οὔτε πιστότερον.

ἐπεὶ εἰ μὴ οὕτως ἕξει, μήτε ἄρα ὥς σέ
τις εἰς Δελφοὺς παραγενέσθω λοιπὸν ὄνομα Ἀλκμαίων,
 ἀπεκτονὼς τὴν μητέρα, καὶ οἴκοθεν ἐλαυνόμενος
καὶ οἴκαδε ἐπιθυμῶν. οὐ γὰρ οἶδεν οὔτ’ εἰ ἔστι τι 
αὐτὸς τὸ παράπαν, οὔτε εἰ οἴκοθεν ἐλαύνεται, οὔτ’

 
εἰ οἴκαδε ἐπιθυμεῖ· ἀλλ’ εἰ καὶ μαίνεται ὁ Ἀλκμαίων
καὶ ὑπονοεῖ τὰ μὴ ὄντα, ὅ γε Πύθιος οὐ μαίνεται.
μηδὲ λέγε οὕτως
 νόστον δίζηαι πατρίην ἐς γαῖαν ἱκέσθαι 
 Αμφιαρηιάδη. 
οὐδὲ γὰρ σὺ οἶσθά πω εἲ σέ τις ἐρωτᾷ Ἀμφιαρηιάδης,
οὐδ’ εἰ σὺ τὶ εἶ ὁ ἐρωτώμενος , καὶ λέγειν ἔχων περὶ
 ὧν τις ἐρωτᾷ.

μηδὲ Χρύσιππος ἄρα ὁ τὴν ἡμιδου-
λείαν εἰσάγων, ὅ τί ποτέ ἐστιν αὐτὸ τοῦτο οὐκ εἰδὼς,
ἀπαντάτω εἰς τὴν Στοὰν, μηδ’ οἰέσθω ἀπαντήσεσθαι 
τοὺς βλέννους ἐκείνους ὡς αὐτὸν ἀκουσομένους τὸν
Οὖτιν ’ μηδὲ διατεινέσθω περὶ μηδενὸς καταστὰς πρὸς
μὲν Ἀρκεσίλαον παρόντα, πρὸς δὲ Ἐπίκουρον οὐ
παρόντα.

τί γάρ ἐστιν ὁ Ἀρκεσίλαος , τί δὲ ὁ
Ἐπίκουρος , ἢ τί ἡ Στοὰ, ἢ τί οἶ νέοι, ἢ τίς ὁ Οὖτις, 
οὒτ οἶδεν οὔτε οἶος εἰδέναι ’ πολὺ γὰρ· πρότερον οὐδ’
εἰ αὐτός τί ἐστιν οἶδεν.

ἀλλ’ οὐκ ἀνέξεσθε οὔτε
 ὑμεῖς οὔτε ὁ Δημόκριτος , εἰ λέγοι τις ταῦτα ’ οὐ γὰρ
εἶναι πιστότερον μέτρον οὑ λέγω ’ οὐδ’ εἰ δοκεῖ καὶ
ἄλλα τινὰ εἶναι, τούτῳ γ’ ἂν παρισωθείη ’ ἢ παρισωθείη 
μὲν ἂν, ὑπερβάλλοι δὲ οὐκ ἄν.

οὐκοῦν,
φήσειεν ἄν τις, ὦ Δημόκριτε, καὶ σὺ , ὦ Χρύσιππε,
καὶ σὺ, ὠ μάντι, ἐπειδὴ ἀγανακτεῖτε εἴ τις ἐθελήσαι
παρελέσθαι τὴν ὑμῶν αὐτῶν ἀντίληψιν — οὐ γὰρ ἔτι
τὰς πολλὰς ἐκείνας βίβλους εἶναι — φέρε καὶ ἡμεῖς 
ἀνταγανακτήσωμεν.

τί δή ποτε; ἔνθα μὲν ἂν
ὑμῖν δοκῇ, ἔσται τοῦτο καὶ πιστότατον καὶ πρεσβύταττον,
 τατὸν, ἔνθα δ’ ἂν μὴ δοκῇ, ἐκεῖ καταδυναστεύσει τι
λεληθὸς αὐτοῦ εἱμαρμένη πεπρωμένη , διαφορὰν ἑκάστῳ
ὑμῶν ἔχουσα, τῷ μὲν ἐκ θεοῦ, τῷ δὲ ἐκ τῆς τῶν 
μικρῶν ἐκείνων σωμάτων τῶν φερομένων κάτω καὶ
ἀναπαλλομένων ἄνω καὶ περιπλεκομένων καὶ διαλυο-

 
μένων καὶ διισταμένων καὶ παρατιθεμένων ἐξ ἀνάγ-
κης;

ἰδοὺ γὰρ ᾧ τρόπῳ ἡμῶν αὐτῶν ἀντειλήμμεθα,
τούτῳ καὶ τῶν ἐν ἡμῖν αὐθαιρέτων καὶ βιαίων.
οὐ λέληθε δὲ ἡμᾶς ὅσον τὸ μεταξὺ τοῦ βαδίζειν καὶ
 τοῦ ἄγεσθαι , οὐδὲ ὅσον τοῦ αἱρεῖσθαι καὶ τοῦ ἀναγ-
κάζεσθαι.

ὧν δὲ ἕνεκα ταῦτα προσήνεγκα τῷ
λόγῳ; ὃτι σε ἐκπέφευγεν, ὠ μάντι, ὧν κύριοί ἐσμεν 
ἡμεῖς, καὶ ὁ τὰ πάντα εἰδὼς ταῦτά γε οὐκ ἂν εἰδείης,
ὧν τὰ πείσματα ἀνῆπται ἐκ τῆς ἡμετέρας βουλήσεως.

αὕτη δέ γε ἐφαίνετο οὐκ ὀλίγων οὖσα πραγμάτων
ἀρχή ὃν δὲ ἡ ἀρχὴ, ἥτις ἦν τῶν μετὰ ταῦτα αἰτία,
ἐκπέφευγεν , ἠ πού γε τὰ μετὰ τὴν ἀρχὴν εἰδείη ἂν
οὗτος.

ἀναίσχυντος δηλαδὴ ὁ Λαί·ῳ προμαντευόμε-
νος ὅτι αὐτὸν ἀποκτενεῖ ὁ φύς. ἤμελλε γάρ που ὁ φὺς
 κύριος ἔσεσθαι τῆς ἑαυτοῦ βουλήσεως , καὶ οὔτε τις
Ἀπόλλων οὔτε τις αὐτοῦ ὑπέρτερος ἐξικνεῖσθαι ἱκα-
νὸς οὐδεμιᾷ δυνάμει ὧν οὐκ ἔστιν οὔτε ὕπαρξις οὔτε 
γενέσεως ἀνάγκη

ἐκεῖνο γὰρ δὴ τὸ καταγελαστότατον
ἀπάντων, τὸ μίγμα καὶ ἡ σύνοδος τοῦ καὶ ἐπὶ
 τοῖς ἀνθρώποις τι εἶναι, καὶ εἱρμὸν οὐδὲν ἧττον εἶναι.
προσεοικέναι γὰρ αὐτὸν, ὡς λέγουσιν οἱ σοφώτεροι,
, τῷ Εὐριπιδείῳ λόγῳ ’

τεκνῶσαι μὲν γὰρ
ἐθελήσαι τὸν Λάϊον, κύριον εἶναι τὸν Λάϊον, καὶ
τοῦτο ἐκπεφευγέναι τὴν Ἀπολλωνίαν ὄφιν ’ τεκνώσαντι 
 δ’ αὐτῷ ἐπεῖναι ἀνάγκην ἄφυκτον ὑπὸ τοῦ
φύντος αὐτὸν ἀποθανεῖν ’ οὕτως οὑν τὴν ἐπὶ τῷ μελλοντι 
ἀνάγκην παρέχειν τῷ μάντει τὴν τοῦ γενησομένου
προαίσθησιν.

ἦν δέ που καὶ ὁ φὺς τῆς
ἰδίας βουλήσεως κύριος, ὥσπερ ὁ φύσας, καὶ ὡς ἐκεῖνος
 τοῦ τεκνῶσαι καὶ μὴ , οὕτως οὕτος τοῦ ἀποκτεῖναι
καὶ μή. τοιαῦτα δὲ ὑμῶν τὰ μαντεύματα πάντα·
καὶ ὁ Εὐριπίδειος Ἀπόλλων τοῦτ’ ἐκεῖνο ἦν ὃ ἔλεγεν, τὸ

 
καὶ πᾶς σὸς οἶκος βήσεται δι’ αἵματος.

ὅτι πήρωσις μὲν ἔσται αὐτοχειρίᾳ τοῦ φύντος
 ἐπὶ γάμῳ μητρὸς καὶ τυραννίδι, ἣν παρέλαβεν ἐπ’
αἰνίγματος λύσει , παίδων δὲ ἀλληλοκτόνοι σφαγαὶ
ἐπὶ φυγῇ μὲν ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑτέρου , τοῦ δὲ ἑτέρου 
πλεονεξίᾳ, καὶ γάμῳ τοῦ φυγάδος ἐν Ἄργει, καὶ
στόλῳ στρατηγῶν ἑπτὰ καταγελάστων καὶ συμβολῇ·
ὣν ἐπὶ πολλὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας διαιρουμένων πῶς
ἂν εἴη σοι ἐξεπίστασθαι) ἢ ὁ εἱρμὸς συνδεῖν δύναιτο ;

εἰ γὰρ αὑτοῦ κύριος ὢν μὴ ἐβουλήθη τυραννεῖν ὁ 
Οἰδίπους, ἢ τοῦτο βουληθεὶς καὶ πράξας γαμεῖν τὴν
Ἰοκάστην οὐ προείλετο , ἢ γήμας μὴ ἐτετύφωτο μηδ’
ἦν δύσθυμος καὶ δυσάρεστος, πῶς ἂν τὰ καθ’ ἓκαστα
ἐπράχθη ; πῶς δ’ ἂν τῶν ὀφθαλμῶν ἥψατο ; πῶς
δ’ ἂν τοῖς παισὶν ἐπηράσατο τὴν Εὐριπίδου καὶ τὴν 
 σὴν ἀράν;

τά τε ἑξῆς τούτων τίνα ἂν τρόπον
ἐγεγόνει, μὴ πρότερον αἰτιῶν γιγνομένων ἢ σὺ τὶ
περὶ τῶν μελλόντων λέγειν ἠδύνασο ; πάλιν δ’ αὖ εἰ
συμβάντες οἱ παῖδες ἄμα ἐβασίλευον, ἢ εἰ συνθέμενοι
παρὰ μέρος ἔμενον ἐπὶ τοῖς συγκειμένοις , ἢ εἰ ὁ 
ἀπελαθεὶς ἔγνω μὴ εἰς Ἂργος, ἀλλ’ εἰς Λιβύην ἢ εἰς
Περραιβοὺς ἀπελθεῖν, ἢ εἰσελθὼν ἐπὶ τὸ Ἀργὸς ἔγνω
ταριχοπωλεῖν , καὶ μὴ πλουσίαν λαβεῖν γυναῖκα,

ἀλλὰ χερνῆτίν τινα ἢ καπηλιν, ἢ εἰ ὁ Ἂδραστος
μὴ ἔδωκε τὴν θυγατέρα αὐτῷ , ἢ εἰ ὁ μὲν ἔδωκεν, ὁ 
δ’ οὐκ ἐπεθύμησε τῆς οἴκαδε ὁδοῦ , ἢ εἰ ἐπιθυμήσας
ἐκράτησεν ἑαυτοῦ ἢ εἰ μὴ προσέσχεν αὐτῷ δεομένῳ
συμμαχίας ὁ Ἄδραστος, ἢ εἰ τῷ Ἀδράστῳ μήτε ὁ
Ἀμφιάραος μήτε ὁ Τυδεὺς μηδὲ τῶν ἄλλων ταξιάρχων
ἕκαστος ἠκολούθουν, ἢ εἰ οἱ μὲν συνηκολούθουν, 
ὁ δὲ ἐλθὼν οὐκ ἐμάχετο τῷ ἀδελφῷ, ἀλλ’ ἢ συμβὰς

 
ἐβασίλευσεν ἅμα αὐτῷ ἢ μὴ βουλομένῳ ἀνεχώρησε,
πεισθεὶς Εὐριπίδῃ λέγοντι
 ἀσύνετα δ’ ἦλθες καὶ σὺ πορθήσων πάτραν,

ἢ εἰ οὗτος μὲν μὴ, ὁ δ’ ἕτερος, τῶν Εὐριπιδείων
 ἀκούσας σοφιστευμάτων ἐκείνων τῶν ἄλλων
 εἶθ’ ἥλιος μὲν νύξ τε δουλεύει βροτοῖς, 
 σὺ δ’ οὐκ ἀνέξῃ δωμάτων ἔχειν ἴσον; 
πῶς ἂν συστάντες ἐμάχοντο καὶ Λαΐου πᾶν δῶμα
ἔβη δι’ αἵματος;

ἀλλὰ μὴν, φήσεις, γέγονε ταῦτα.
 γέγονεν· ἀλλὰ σὺ ποίᾳ ὁδῷ εἰσῆλθες εἰς τὴν τούτων
εἴδησιν; ἢ οὐχ ὁρᾷς ὡς πυκνὰ διακέκοφε τὸ ὅλον
δρᾶμα ἡ ἐν ἡμῖν τοῖς τὸ δρᾶμα συμπληροῦσι δύνα-
μις ; οὕτω δὲ καὶ ἣν βούλει ὑπόθεσιν λαβὼν διατεμῶ
τὸν εἱρμὸν ὑμῶν, ἀποφανῶ τε ἀδύνατον ὄντα.

ἀλλὰ σὺ τὰ τῆς ὑποθέσεως ἔσχατα εἰδέναι λέγεις,
ἡ δὲ ὑπόθεσις ἐκ διακοπῆς εἱρμοῦ δυνάμεως ὅλη
συντέτακται.

ἢ ὃ λέγω οὐ συνίης; ἀλλὰ καθ’
ἑκάστην ὑπόθεσιν, ὠ μάντι, τὰ ζῷα ἢ ὀλίγας πολλάκις
ἀρχὰς ποιούμενα, ἢ πολλὰς ἐν αὐτῇ. αἱ δὲ
 ἀρχαὶ ἀεὶ τὰ μέχρις αὐτῶν διακόψασαι αὐτὰ ἄλλα
προάγουσι πράγματα· τὰ δ’ ἐπὶ τοσοῦτον προχωρεῖν
δύναται, ἐφ’ ὅσον ἂν μὴ ἄλλη ποθὲν ἐπιστᾶσα ἀρχὴ
τὰ μετ’ αὐτὴν μὴ τοῖς ἔμπροσθεν ἀκολουθεῖν , ἀλλ’
ἑαυτῇ κελεύσῃ.

εἴη δ’ ἂν ἀρχὴ καὶ ὄνος καὶ 
 κύων καὶ ψύλλα. οὐ γὰρ παραιρήσει οὐδὲ τῆς ψύλλης,
λης, μὰ τὸν Ἀπόλλω, τὴν ἐξουσίαν· ἀλλ’ ὁρμήσει
τινὰ ἰδίαν ὁρμὴν ἡ ψύλλα, ἣ καὶ τοῖς ἀνθρωπίνοις πράγμασιν
ἐνίοτε συμπλακεῖσα ἀρχὴν ἑαυτὴν παρέξεταί τινος 
ὁδοῦ. σὺ δὲ χρώμενος οὐκ αἴσθῃ τῷ γένει τούτῳ.

Τρηχῖν’ ἐξεῖλες πόλιν Ἡρακλέος θείοιο, 
 ὠ Λοκρέ· σοὶ δὲ Ζεὺς ἄλλας δῶκ’ ἠδ’ ἔτι δώσει. 

 
 τί φῄς; οὐ γὰρ ἐπέπρωτο ὑφ᾿ ὑμῶν ἐξαιρεθῆναι αὐτήν;
καὶ τί αἴτιοι ἡμεῖς, ἀλλ᾿ οὐχ ἡ ὑμετἐρα ἀνάγκη;
οὐ δέκαια ποιεῖς, ὦ Ἄπολλον, οὐδ᾿ ὀρθῶς ἐπιτιμᾷς
τοῖς οὐδὲν ἀδικοῦσιν ἡμῖν.

ὁ δὲ Ζεὺς οὗτος, ἡ
τῆς ὑμετέρας ἀνάγκης ἀνάγκη, τί ἡμᾶς τίννυται, ἀλλ᾿ 
οὐκ, εἴπερ ἄρα, ἑαυτὸν, ὅτι τοιαύτην κατέδειξεν εἶναι
τὴν ἀνάγκην; τί δὲ καὶ ἀπειλεῖ ἡμῖν; ἢ τί ἡμεῖς,
ὡς ὄντες τούτου κύριοι, λιμώττομεν; ἀλλὰ καὶ ἤτοι
 ἀνοιγισθήσεται πρὸς ἡμῶν, ἢ οὔ· ὁπότερον δ᾿ ἂν ᾖ,
τοῦτο πέπρωται.

λῆξον δὴ, ὦ Ζεῦ λιμοποιὲ, τοῦ 
θυμοῦ· ἔσται γὰρ ὃ πέπρωται, καὶ τοῦτο προστέτακται
ποιεῖν ὁ σὸς εἱρμός· ἡμεῖς δὲ πρὸς τοῦτον οὐδέν
ἐσμεν. παῦσαι δὲ καὶ σὺ, ὦ Ἄπολλον, μάταια
χρησμῳδῶν· ἔσται γὰρ ὃ δεῖ, ἔσται, κἂν σὺ σιωπᾷς.
ἡμεῖς δὲ, ὦ Ζεῦ καὶ Ἄπολλον, τί πάθωμεν, οὐδὲν 
ὄντες αἴτιοι τῆς ὑμετέρας νομοθετήσεως, τουτέστιν
ἀναγκοθετήσεως; τί δ᾿ ἡμῖν καὶ ταῖς ὑμετέραις
 ἄταις, ἃς αὐτοὶ ἔχειν δίκαιοί ἐστε ὑπὲρ ὧν ἡμεῖς
ἠναγκάσθημεν;

Οἰταῖοι, μὴ σπεύδετ᾿ ἀτασθαλίῃσι νόοιο. 
ἀλλ᾿ οὐ σπεύδομεν, ὦ Ἄπολλον, ἀλλ᾿ ἐλαυνόμεθα,
οὐδὲ ἀτασθαλίαις, ἀλλὰ τῇ ὑμετέρᾳ ἀνάγκῃ.

τὸν
δὲ Λυκοῦργον ἐκεῖνον πῶς, ὦ Ἄπολλον, ἐπαινεῖς, ὃς
οὐκ ἦν ἀγαθὸς, οὔτε ἑκὼν οὔθ᾿ ἑλόμενος, ἀλλὰ ἄκων;
εἴπερ που καὶ γίνεταί τις ἀγαθὸς ἄκων. ἔοικε δὲ ὃ 
νῦν ποιεῖτε, ὡς εἴ τις τοὺς μὲν καλοὺς τὰ σώματα
ἐπαινοίη καὶ γεραίροι, τοὺς δὲ αἰσχροὺς ψέγοι καὶ
κολάζοι.

δίκαια γὰρ εἴποιεν ἂν πρὸς ὑμᾶς οἱ
πονηροὶ, ὅτι οὐκ ἐπετρέψατε ἡμῖν, ὦ θεοὶ, ἀγαθοῖς
γίνεσθαι, οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ ἐβιάσασθε εἶναι 
πονηρούς· οἵ τε ἀγαθοὶ, εἰ ἐξηγκωνισμένοι περιπα-

 
τοῖεν, οὐκ ἐπιτρέψει τις αὐτοῖς , ἀλλὰ φήσει, ὢ Χρύσιππέ 
τε καὶ Κλέανθες καὶ ὅσοι τούτου τοῦ χοροῦ,
ὑμεῖς γὰρ πεποίησθε εἶναι ἀγαθοὶ,) ἐγὼ μὲν ἀρετὴν
ἐπαΙνῶ , ὑμὰς δὲ τοὺς ἐναρέτους οὐκ ἐπαινῶ.

ἀλλὰ καὶ τὸν Ἐπίκουρον, ὃν σὺ πολλὰ, ὦ Χρύσιππε,
ἐβλασφήμησας, ἐγὼ τό γε ἐπὶ σοὶ ἀφίημι τῶν ἐγκλη-
μάτων. τί γὰρ πάθῃ ὃς οὐχ ἑκὼν ἦν μαλακὸς οὐδὲ
ἄδικος, ὥσπερ πολλάκις αὐτὸν ἐλοιδόρησας;

εὐτάκτων θνητῶν βιοτῇ θεοὶ ἵλαοι εἰσιν, 
 εὐσεβέων θ’ αγἶ́ας θυσίας τιμάς τε δέχονται. 
δοκεῖτε δέ μοι οὐκ ἂν ταῦτα λέγειν, μὴ πεπεισμένοι 
ὅτι οὐκ ἄκοντες, ἀλλὰ βουλόμενοι χωροῦσιν ἐφ’ ἃ
χωροῦσιν. ἃ δ’ ἂν βουληθῶσιν, οὔτε θεὸς οὔτε ἄνθρωπος
σοφιστὴς, οὕτω προεληλεγμένων , τολμήσει
 λέγειν ὅτι ὑποτέτακται · ἢ λόγους μὲν οὐκέτι πρὸς
αὐτὸν ποιησόμεθα, σκῦτος δέ τι τῶν εὐτόνων λαβόν-
τες, ὡς ἐπ’ ἀνάγωγον παῖδα, τὰς πλευρὰς εὖ μάλα
καταξανοῦμεν αὐτοῦ.’

Τοσαῦτα πρὸς τὸν χρησμῳδὸν ὁ Οἰνόμαος
 ἀπετείνατο. σὺ δ’ ἀλλ’ εἰ μὴ τῷ τοιῷδε χαίρεις, λα-
βῶν ἀνάγνωθι τὰ ἐκ τῶν ἄλλων φιλοσόφων περὶ εἱμαρμένης 
οὐ μόνον τῶν προπαρατεθέντων χρησμῶν
ἀνατρεπτικὰ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων καθόλου περὶ τοῦ
δόγματος ἐπινοουμένων.

ἐπειδὴ γὰρ μὴ μόνον
 ἀμαθεῖς καὶ ἰδιῶται, ἤδη δὲ καὶ ἐπὶ παιδείᾳ καὶ φι-
λοσοφίᾳ μέγα φρονήσαντες πλείους κατεσύρησαν
ὁμόσε τῷ δόγματι, ἡγοῦμαι δεῖν ἀναγκαίως τὰς αὐ-
τῶν τῶν φιλοσόφων πρὸς σφὰς αὐτοὺς ἀντιρρήσεις
ἐκθέσθαι εἰς ἀκριβῆ τοῦ προβλήματος διάσκεψιν.
 πρῶτα δὴ οὑν σοι παραναγνώσομαι ἀπὸ τῶν Διογενιανοῦ
τὰ περὶ εἱμαρμένης, ὧδέ πως τῷ Χρυσίππῳ 
ἀντειρημένα

‘‘Ἄξιον δὲ ἐπὶ τούτοις ἅπασι παραθέσθαι
καὶ τὰ δοκοῦντα Χρυσίππῳ τῷ στωικῷ περὶ τοῦ λό-
γου τοῦδε. οὕτος γὰρ έν τῷ πρώτῳ Περὶ εἱμαρμένης
βιβλίῳ βουλόμενος δεικνύναι τὸ δὴ πάνθ’ ὑπὸ τῆς
ἀνάγκης καὶ τῆς εἱμαρμένης κατειλῆφθαι, μαρτυρίοις 
ἄλλοις τέ τισι χρῆται καὶ τοῖς οὑτωσὶ παρ’ Ὁμήρῳ
τῷ ποιητῇ λεγομένοις
 ἀλλ’ ἐμὲ μὲν κὴρ 
 ἀμφέχανε στυγερὴ, ἥπερ λάχε γεινόμενόν περ.

καὶ 
 ὕστερον αὖτε τὰ πείσεται ἅσσα οἱ αἶσα 
 γεινομένῳ ἐπένησε λίνῳ , ὅτε μιν τέκε μήτηρ· 
καὶ
 Μοῖραν δ’ οὔ τινά φημι πεφυγμένον ἔμμεναι ἀνδρῶν. 
οὐ θεωρῶν ὅτι τὰ ἀλλαχοῦ πάλιν παρὰ τῷ ποιητῇ 
λεγόμενα τούτοις ἄντικρυς ἠναντίωται, οἶς καὶ αὐτὸς
 ἐν τῷ δευτέρῳ βιβλίῳ χρῆται , βουλόμενος συνιστᾶν
τὸ καὶ παρ’ ἡμὰς πολλὰ γίνεσθαι , οἶον τὸ
 αὐτοὶ γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο. 
καὶ τὸ 
 ὢ πόποι , οἷον δή νυ θεοὺς βροτοὶ αἰτιόωνται. 
 ἐξ ἡμέων γάρ φασι κάκ ἔμμεναι, οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ 
 σφῇσιν ἀτασθαλίῃσιν ὑπὲρ μόρον ἄλγε’ ἔχουσι.

ταῦτα γὰρ καὶ τὰ τοιαῦτα τῷ πάντα γίνεσθαι καθ’
εἱμαρμένην ἠναντίωται. οὐ μὴν οὐδ’ ἐκεῖνο συνιδεῖν 
ἠδυνήθη , τὸ μηδαμῶς τὸν Ὅμηρον μηδ’ ἐν ἐκείνοις
τοῖς ἔπεσι συμμαρτυρεῖν αὐτοῦ τῷ δόγματι. οὐ γὰρ
τὸ πάντα γίνεσθαι καθ’ εἱμαρμένην, ἀλλὰ μᾶλλον τό
τινα κατ’ ἐκείνην συμβαίνειν ἐξ αὐτῶν ὑποβάλλων
εὑρεθήσεται.

τὸ γὰρ 
 ἀλλ’ ἐμὲ μὲν κὴρ 
 ἀμφέχανε στυγερὴ, ἥτις λάχε γεινόμενόν περ, 

 
οὖχ ὅτι πάντα κατὰ τὴν κῆρα συμβαίνει λέγοιτο ἂν,
ἀλλ’ αὐτὸ τὸ τεθνήξεσθαι· καὶ γὰρ ὡς ἀληθῶς παντὶ
γεννητῷ ζῴῳ θανεῖν καθείμαρται.

ἀλλὰ μὴν
καὶ τὸ
 ὕστερον αὖτε τὰ πείσεται ἅσσα οἱ αἶσα 
 γεινομένῳ ἐπένησε λίνῳ , ὅτε μιν τέκε μήτηρ, 
τὸ αὐτὸ βούλεται. οὐ γὰρ ὅτι πάντα αὐτῷ τὰ μετὰ
ταῦτα καθ’ εἱμαρμένην συμβήσεται λέγει, ἀλλ’ ὅτι
κατ’ ἀνάγκην αὐτῷ τινὰ συμβήσεται. ἡ γὰρ τοῦ ἅσσα
 διαστολὴ τί ποτε ἕτερον ἢ τοῦτο σημαίνει; πολλὰ δὲ
κατ’ ἀνάγκην ἡμῖν , εἰ καὶ μὴ πάντα, ἐπίκειται.

καὶ τὸ 
 Μοῖραν δ’ οὔ τινά φημι πεφυγμένον ἔμμεναι ἀνδρῶν,
ἄριστα εἴρηται. τίς γὰρ ἂν δύναιτο τὰ κατ’ ἀνάγκην 
 παντὶ ζῴῳ συγκυροῦντα διαφυγεῖν; ὥστ’ οὐχ ὅπως
σύμψηφον ἂν ἔχοι τὸν Ὅμηρον Χρύσιππος ἐν τῷ
πάντα καθ’ εἱμαρμένην γίνεσθαι νομίζειν, ἀλλὰ καὶ
ἐναντιούμενον , εἴ γε ἐκεῖνος μὲν ὅτι πολλὰ γίνεται
παρ’ ἡμᾶς σαφῶς καὶ πολλάκις εἴρηκε, τὸ δ’ ὅτι κατὰ
 ἀνάγκην πάντα συμβαίνει, οὐδαμοῦ ῥητῶς λέγων ἂν
εὑρεθείη.

καὶ τῷ ποιητῇ μὲν , ἅτε οὐ τὴν ἀλήθειαν
ἡμῖν τῆς τῶν ὄντων φύσεως ὑπισχνουμένῳ,
ἀλλὰ μιμουμένῳ πάθη τε καὶ ἤθη καὶ δόξας παντοίας
ἀνθρώπων , ἁρμόττον ἂν εἴη καὶ τὰ ἐναντία λέγειν
 πολλάκις · φιλοσόφῳ δὲ οὔτε τὰ ἐναντία λέγειν οὔτε 
ποιητῇ δι’ αὐτὸ τοῦτο χρῆσθαι μάρτυρι

Καὶ μεθ’ ἕτερά φησι 
 “Τεκμήριον δὲ καὶ ἄλλο ἰσχυρὸν φέρειν Χρύσιπ-
πος οἴεται τῆς ἐν ἅπασιν εἱμαρμένης τὴν θέσιν τῶν
 τοιούτων ὀνομάτων. τήν τε γὰρ πεπρωμένην πε-
περασμένην τινά φησιν εἶναι καὶ συντετελεσμένην 
διοίκησιν, τήν τε εἱμαρμένην, εἰρομένην τινὰ εἴτε ἐκ

 
θεοῦ βουλήσεως εἴτε ἐξ ἧς δή ποτε αἰτίας.

ἀλλὰ
 καὶ τὰς Μοίρας ὠνομάσθαι ἀπὸ τοῦ μεμερίσθαι καὶ
κατανενεμῆσθαί τινα ἡμῶν ἑκάστω. οὕτω δὲ καὶ τὸ
χρεὼν εἰρῆσθαι τὸ ἐπιβάλλον καὶ καθῆκον κατὰ τὴν
εἱμαρμένην. τόν τε ἀριθμὸν τῶν Μοιρῶν τοὺς τρεῖς 
ὑποβάλλει χρόνους ἐν οἷς κυκλεῖται τὰ πάντα καὶ δι’
ὧν ἐπιτελεῖται.

καὶ Λάχεσιν μὲν κεκλῆσθαι
παρὰ τὸ λαγχάνειν ἑκάστῳ τὸ πεπρωμένον, Ἄτροπον
δὲ κατὰ τὸ ἄτρεπτον καὶ ἀμετάθετον τοῦ μερισμοῦ,
Κλωθὼ δὲ παρὰ τὸ συγκεκλῶσθαι καὶ συνείρεσθαι 
τὰ πάντα, καὶ μίαν αὐτῶν τεταγμένην τινὰ εἶναι
διέξοδον. ταῦτα γὰρ καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια
φλυαρῶν ἀποδεικνύναι τὴν ἐν ἅπασιν ἀνάγκην νομίξει.

ἐμοὶ δὲ θαυμάζειν ἔπεισιν εἰ τοιαῦτα λέγων
οὐκ ᾐσθάνετο τῆς ματαιολογίας τῆς ἑαυτοῦ. 
ἔστω γὰρ ταύταις ταῖς ἐννοίαις κεχρημένους τοὺς
ἀνθρώπους , καθὼς αὐτὸς ἐτυμολογεῖ, τὰ ὀνόματα
τεθεῖσθαι τὰ ἐκκείμενα, δοξάζοντας τὰ πάντα κατει-
ληφέναι τὴν εἱμαρμένην , καὶ ἀμεταθέτους εἶναι τὰς
ἐξ αἰῶνος προκατειλημμένας ἐν πᾶσι τοῖς οὐσί τε καὶ 
γινομένοις αἰτίας.

τί οὖν ἀκολουθεῖς , ὠ Χρύ-
σιππε, πάσαις ταῖς τῶν ἀνθρώπων δόξαις, καὶ οὐδεμία
 σοι περὶ οὐδενὸς φαίνεται διεψευσμένη , ἀλλὰ
πάντες τῆς ἀληθείας εἰσὶ θεωρητικοί;

πῶς οὖν
οὐδένα φὴ̣ς ἄνθρωπον , ὃς οὐχὶ μαίνεσθαί σοι δοκεῖ 
κατ’ ισον Ὀρέτῃ τε καὶ Ἀλκμαίωνι, πλὴν τοῦ σο-
φοῦ; ἴνα δὲ ἢ δύο μόνους φὴς σοφοὺς γεγονέναι,
τοὺς δὲ ἄλλους δι’ ἀφροσύνην ἐπ’ ἴσης τοῖς προει-
ρημένοις μεμηνέναι;

πῶς δὲ ἀνασκευάζεις αὐτῶν
τὰς δόξας ἐκείνας ὡς διημαρτημένας , οἶον τὰς περὶ 
πλούτου καὶ δόξης καὶ τυραννίδος καθόλου τε ἡδο-
νῆς , ἅπερ ἀγαθὰ νενομίκασιν οἶ πλεῖστοι; πῶς δὲ

 
τοὺς κειμένους νόμους ἡμαρτῆσθαι φῂς ἅπαντας καὶ
τὰς πολιτείας; ἢ διὰ τί πλῆθος τοσοῦτον βιβλίων 
συνέγραψας, εἰ περὶ μηδενὸς εἶχον οἱ ἄνθρωποι δόξας
διημαρτημένας;

οὐ γὰρ, ὅταν μὲν ταὐτὰ σοὶ
 δοξάζωσιν, ὀρθῶς φρονεῖν αὐτοὺς φήσομεν, ὅταν δὲ
διάφορα, μαίνεσθαι.

πρῶτον μὲν γὰρ οὐδὲ σὺ
φῂς σοφὸν εἶναι σεαυτὸν, μήτι γε ἡμεῖς, ἵνα κριτήριον
ποιώμεθα τοῦ καλῶς ποτὲ ἐκείνους φρονεῖν τὸ
τῇ σῇ δόξῃ συνδραμεῖν· ἔπειτ᾿, εἰ καὶ τοῦτο ἦν ἀληθὲς
 τί λέγειν ἐχρῆν μαίνεσθαι πάντας ἐπ᾿ ἴσης, καὶ
οὐχὶ καθὸ μὲν ἐφαίνοντο ταυτὰ σοὶ δοξάζοντες κατὰ 
τοῦτο αὐτοὺς ἐπαινεῖν, ὡς ὀρθοῦ τινὸς ἐπειλημμένους,
καθὸ δὲ διεφώνουν ἁμαρτάνειν αὐτοὺς ὑπολαμβάνειν;

μαρτύριον μέντοι τῆς ἀληθείας ἱκανὸν
 ἡγεῖσθαι τὸ δοκοῦν ἐκείνοις οὐδὲ οὕτως ἐχρῆν
φύσει, καὶ μὴ μαίνεσθαι καθάπερ σὺ οἴει, ἀλλὰ πολύ
γε ἀφεστηκέναι σοφίας πᾶς ἄν τις ὁμολογήσειε.

γελοίως οὖν καὶ σὺ χρήσῃ μάρτυσι τούτοις διὰ
τῆς θέσεως τῶν ὀνομάτων, οὓς οὐδὲν ἂν κατά γε
 σύνεσιν σεαυτοῦ φήσαις διαφέρειν, εἰ μὴ ἄρα τοὺς
ἐξ ἀρχῆς θεμένους ταῦτα τὰ ὀνόματα σοφοὺς εἶναι
συμβέβηκεν, ὅπερ οὐδαμῶς δεῖξαι δυνήσῃ.

ἀλλὰ
γὰρ δεδόσθω σοι τοῦθ᾿ οὕτως ἔχειν, καὶ τὰ ὀνόματα
ἐκεῖνα τίθεσθαι ὡς σὺ βούλει τὰς σημασίας ἔχοντα,
 καὶ μὴ κατὰ δόξας ψευδεῖς τὸ τοιοῦτον γεγονέναι· 
ποῦ τοίνυν δι᾿ αὐτῶν σημαίνεται τὰ πάντα ἁπαξαπλῶς
καθ᾿ εἱμαρμένην εἶναι, καὶ μὴ, εἰ ἄρα, ταῦτα
μόνα ὧν ἐστιν εἱμαρμένη;

ὅ τε γὰρ τῶν Μοιρῶν
ἀριθμὸς καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν καὶ ὁ τῆς Κλωθοῦς
 ἄτρακτος, καὶ τὸ ἐπειλημένον αὐτῷ νῆμα, καὶ τὸ ἐπίκλωσμα
τούτου, καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα λέγεται ἐν ἐκείνοις,
ἐνδείκνυται τὸ ἀπαράβατον καὶ ἐξ αἰῶνος κα-

 
 θῆγον τῶν αἰτιῶν, ὅσα οὑτωσὶ κατηνάγκασται γενέσθαι,
 καὶ ὅσα ἄλλως ἔχειν κεκώλυται.

πολλὰ δ᾿
ἂν εἴη τὰ τοιαῦτα· ὅσα δὲ οὐχ οὕτω γίνεται, τούτων
τισὶ μὲν οἱ ἄνθρωποι θεοὺς διοικητὰς καὶ δημιουργοὺς
ἐπεφήμισαν, τινῶν δὲ ἡμᾶς αὐτοὺς αἰτίους ὑπέλαβον, 
ἄλλων δὲ αὖ πάλιν τὴν φύσιν, ἄλλων τὴν
τύχην.

ἧς τὸ εὐμετάβολον καὶ ἄστατον καὶ νῦν
μὲν οὕτω, νῦν δὲ οὕτως ἔχον ἐνδείξασθαι βουλόμενοι,
εἰδωλοποιήσαντες τὸ ποιὸν τοῦτο σύμπτωμα τῶν
πραγμάτων, ἐπὶ σφαίρας βεβηκυῖαν τὴν τύχην ἔδει- 
 ξαν.

ἢ οὐχὶ δεδόξασται παρὰ τοῖς ἀνθρώποις
καὶ ταῦτα; καὶ γὰρ εἴ ποτε συνταράττουσι τὰ αἴτια,
καὶ ὅσα μὲν καθ᾿ εἱμαρμένην ἢ κατὰ τύχην γίνεται,
ταῦτα ἐκ θείας δυνάμεως γίνεσθαι νομίζουσιν, ὅσα
δὲ παρ᾿ ἡμᾶς, ταῦτα καθ᾿ εἱμαρμένην, ἀλλ᾿ ὅτι γε 
πάντα τὰ αἴτια ταῦτα ἐν τοῖς οὖσιν εἶναι δοξάζουσι
παντί που δῆλον.

ὥστε οὐδὲ τὰς τῶν ἀνθρώπων
ὑπολήψεις, οὐδὲ τὰς θέσεις τῶν τοιούτων ὀνο-
 μάτων συμμαρτυρεῖν τῇ Χρυσίππου δόξῃ συμβέβηκε.”

Τούτοις ἑξῆς ἐπιλέγει 
 “Ἐv μὲν οὖν τῷ πρώτῳ Περὶ εἱμαρμένης βιβλίῳ
τοιαύταις τισὶν ἀποδείξεσιν κέχρηται, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ
λύειν πειρᾶται τὰ ἀκολουθεῖν δοκοῦντα ἄτοπα
τῷ λόγῳ τῷ πάντα κατηναγκάσθαι λέγοντι, ἅπερ καὶ
ἡμεῖς κατ᾿ ἀρχὰς ἐτίθεμεν· οἷον τὸ ἀναιρεῖσθαι δι᾿ 
αὐτοῦ τὴν ἐξ ἡμῶν αὐτῶν προθυμίαν περὶ ψόγους
τε καὶ ἐπαίνους καὶ προτροπὰς καὶ πάνθ᾿ ὅσα παρὰ
τὴν ἡμετέραν αἰτίαν γινόμενα φαίνεται.

φησὶν
οὖν ἐν τῷ δευτέρῳ βιβλίῳ τὸ μὲν ἐξ ἡμῶν πολλὰ
γίνεσθαι δῆλον εἶναι, οὐδὲν δὲ ἧττον συγκαθειμάρθαι 
καὶ ταῦτα τῇ τῶν ὅλων διοικήσει.

κέχρηταί
τε παραδείγμασι ιοιούτοις τισί. τὸ γὰρ μὴ ἀπολεῖ-

 
σθαι, φησὶ , θοἰμάτιον οὐχ ἁπλῶς καθείμαρτο , ἀλλὰ 
μετὰ τοῦ φυλάττεσθαι, καὶ τὸ ἐκ τῶν πολεμίων σω-
θήσεσθαι τόνδε τινὰ μετὰ τοῦ φεύγειν αὐτὸν τοὺς
πολεμίους· καὶ τὸ γενέσθαι παῖδας μετὰ τοῦ βούλεσθαι
 κοινωνεῖν γυναικί.

ὥσπερ γὰρ , φησὶν,
λέγοντός τινος Ἡγήσαρχον τὸν πύκτην ἐξελεύσε-
σθαι τοῦ ἀγῶνος πάντως ἄπληκτον , ἀτόπως ἄν τις
ἠξίου καθιέντα τὰς χεῖρας τὸν Ηγήσαρχον μάχεσθαι,
ἐπεὶ ἄπληκτον αὐτὸν καθείμαρτο ἀπελθεῖν , τοὐ τὴν 
 ἀπόφασιν ποιησαμένου διὰ τὴν περιττοτέραν τἀν-
θρώπου πρὸς τὸ μὴ πλήττεσθαι φυλακὴν τοῦτο εἰ-
πόντος, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἔχει.

πολλὰ
γὰρ μὴ δύνασθαι γενέσθαι χωρὶς τοῦ καὶ ἡμᾶς βού-
λεσθαι καὶ ἐκτενεστάτην γε περὶ αὐτὰ προθυμίαν
 τε καὶ σπουδὴν εἰσφέρεσθαι, ἐπειδὴ μετὰ τούτου,
φησὶν, αὐτὰ γενέσθαι καθείμαρτο.

πάλιν οὖν
κἀνταῦθα θαυμάσειέ τις ἂν τἀνθρώπου τὸ ἀθεώρητον
καὶ ἀνεπιλόγιστον , καὶ τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῆς
τῶν ἰδίων λόγων ἀνακολουθίας. οἶμαι γὰρ ὅτι καθάπερ 
 τὸ καλούμενον γλυκὺ τῷ καλουμένῳ πικρῷ
συμβέβηκεν ἐναντιώτατον εἶναι, τῷ τε λευκῷ τὸ μέ-
λαν καὶ τῷ ψυχρῷ τὸ θερμὸν , οὑτωσὶ δὲ καὶ τὸ
παρ’ ἡμᾶς τῷ καθ’ εἱμαρμένην, εἴ γε καθ’ εἱμαρμένην
μὲν ἐκεῖνα καλεῖν προείληφεν ὅσα καὶ ἑκόντων
 ἠμῶν καὶ ἀκόντων πάντως γίνεται, παρ’
ὅσα ἐκ τοῦ σπουδάζειν ἡμᾶς καὶ ἐνεργεῖν ἐπὶ τέλος
ἔρχεται, ἢ παρὰ τὸ ἀμελεῖν καὶ ῥᾳθυμεῖν οὐκ ἐπιτε-
λεῖται.

ἐὰν τοίνυν ἐκ τοῦ σπουδάζειν ἐμὲ θοιμάτιον
φυλάττειν ἐκεῖνο σώζηται, καὶ ἐκ τοῦ βούλεσθαι
 τῇ γυναικὶ πλησιάζειν τὰ τέκνα γίγνηται , καὶ 
ἐκ τοῦ βούλεσθαι φεύγειν τοὺς πολεμίους τὸ μὴ ἀπο-
θνήσκειν ὑπ’ αὐτῶν, καὶ ἐκ τοῦ διαμάχεσθαι πρὸς

 
τὸν ἀνταγωνιστὴν ἀνδρείως φυλάττεσθαί τε αὐτοῦ
τὰς τῶν χειρῶν ἐπιβολὰς τὸ ἄπληκτον ἐκ τοῦ ἀγῶνος
ἀπαλλάττεσθαι, πῶς τὸ καθ᾿ εἱμαρμένην ἐνταῦθα
σωθήσεται;

εἰ μὲν γὰρ κατ᾿ ἐκείνην ταῦτα συμβαίνει,
παρ᾿ ἡμᾶς οὐκ ἂν λέγοιτο συμβαίνειν, εἰ δὲ 
παρ᾿ ἡμὰς, οὐκ ἂν κατ᾿ ἐκείνην δηλαδὴ, διὰ τὸ μὴ
 δύνασθαι συνδραμεῖν ταῦτα ἀλλήλοις.

ἀλλὰ
παρ᾿ ἡμᾶς μὲν ἔσται, φησὶ, περιειλημμένου μέντοι
τοῦ παρ᾿ ἡμᾶς ὑπὸ τῆς εἱμαρμένης. καὶ πῶς, εἴποιμ᾿
ἂν, περιειλημμένου; εἴ γε καὶ τὸ φυλάττειν 
θοιμάτιον καὶ τὸ μὴ φυλάττειν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας
ἐγίνετο τῆς ἐμῆς. οὕτω γὰρ καὶ τοῦ σώζεσθαι τοῦτο
 δηλονότι κύριος ἂν εἴην ἐγώ.

καὶ ἐξ αὐτῆς δὲ
τῆς διαστολῆς, ἣν ποιεῖται Χρύσιππος, δῆλον γίνεται
τὸ ἀπολελύσθαι τῆς εἱμαρμένης τὴν παρ᾿ ἡμᾶς 
αἰτίαν. καθείμαρται γὰρ, φησὶ, σωθῆναι θοιμάτιον,
εἰ φυλάττοις αὐτὸ, καὶ παῖδας ἔσεσθαι, εἰ καὶ σὺ
βουληθείης, ἄλλως δὲ μὴ ἂν ἔσεσθαί τι τούτων.
ἐπὶ δὲ τῶν ὑπὸ τῆς εἱμαρμένης προκατειλημμένων
οὐκ ἄν ποτε ὑποτιμήσεσι τοιαύταις χρησαίμεθα.

οὐκ οὖν φαμὲν τεθνήξεσθαι πάντα ἄνθρωπον εἰ τόδε
τι γένοιτο, μὴ τεθνήξεσθαι δὲ εἰ μὴ γένοιτο, ἀλλ᾿
 ἁπλῶς τεθνήξεσθαι, κἂν ὁτιοῦν πρὸς τὸ μὴ ἀποθνήσκειν
καθόλου γίγνοιτο· ἢ μὴ ἀλγηδόνος ἔσεσθαι
δεκτικὸν ἄνθρωπόν τινα, κἂν ταδὶ πράττῃ, ἀλλὰ 
πάντ᾿ ἄνθρωπον ἀλγηδόνος εἶναι δεκτικὸν, ἐάν τε
βούληται ἐάν τε μή· καὶ ὅσα ἄλλα οὑτωσὶ καὶ μὴ
ἄλλως ἔχειν καθείμαρται.

ὥστε εἰ τὸ γενέσθαι
τόδε τι ἀναγκαῖόν ἐστιν, εἰ βουληθείημεν ἡμεῖς, ἄλ-
λως δὲ οὐχὶ, φανερὸν ὅτι τὸ ἡμὰς βουληθῆναί τε καὶ 
μὴ βουληθῆναι ὑπ᾿ οὐδεμιᾶς ἑτέρας αἰτίας προκατείχετο,
ἀλλ᾿ ἦν αὐτεξούσιον·

εἰ δὲ τοῦτο ἀκατα-

 
νάγκαστον ἦν , καὶ τὸ γενέσθαι τόδε τι δῆλον ὡς ἀπ’ 
αἰῶνος οὐ προκατείχετο , εἰ μή τι καὶ αὐτὸ τὸ βού-
λεσθαι φυλάττειν θοἰμάτιον, ἢ μὴ βούλεσθαι , παρά
τινα εἱμαρμένην καὶ κατὰ αἰτίαν ἔξωθεν ἀναγκαίαν
 ἐγίνετο.

ἀλλ’ οὕτω τέλεον ἡ παρ’ ἡμᾶς ἐξου-
σιαστικὴ δύναμις ἀναιρεῖται , καὶ οὐκέτι σώζοιτο ἂν
θοἰμάτιον παρὰ τὴν αἰτίαν τὴν ἐμὴν, ἢ ἀπολλύοιτο·
διὸ καὶ εἴην ἂν ἐγὼ καὶ ἀπολλυμένου τούτου κατὰ
λόγον ἀνεπιτίμητος , (ἄλλη γὰρ αὐτό τις ἀπώλλυεν
 αἰτία) καὶ σωζομένου πάλιν οὐδαμῶς ἐπαινούμενος,
ὅτι μηδὲ τοῦτο εἰργαζόμην ἐγώ. σὺ δὲ ὡς σῶσαι 
πάντα δυνάμενος οὕτ’ ὡς ἀνετείνου τῷ λόγῳ.

Ταῦτα μὲν ὁ προδηλωθεὶς ἀνήρ. συνήφθω
δὲ τούτοις καὶ τὰ ἀπὸ τῶν Ἀλεξάνδρου τοῦ Αφροδισιέως,
 ἀνδρὸς εὖ μάλα διαφανοῦς ἐν τοῖς κατὰ φι-
λοσοφίαν λόγοις, ὃς καὶ αὐτὸς ἐν τοῖς Περὶ εἱμαρμέωης
τοιαῖσδ’ ἐχρήσατο φωναῖς εἰς ἀνασκευὴν τοῦ
δόγματος

“ Διαιρεῖται δὲ τὰ τόν γινομένων αἴτια εἰς 
 τρόπους αἰτιῶν τέσσαρας , καθὼς ὁ θεῖος Ἀριστοτέλης
δέδειχε· τῶν γὰρ αἰτίων τὰ μέν ἐστι ποιητικὰ,
τὰ δὲ ὕλης ἐπέχοντα λόγον · ἔστι δέ τις ἐν αὐτοῖς καὶ 
ἡ κατὰ τὸ εἶδος αἰτία· παρὰ δὲ τὰς τρεῖς ταύτας αἰ-
τίας ἐστὶν ἐν αὐτοῖς αἴτιον καὶ τέλος, οὗ χάριν τὸ
 γινόμενον γίνεται.

καὶ τοσαῦται μὲν αἶ τῶν αἰ-
τίων διαφοραί· ὅ τι γὰρ ἂν αἴτιον ᾖ τινὸς ὑπό τι
τούτων τῶν αἰτιῶν ὂν εὑρεθήσεται. καὶ γὰρ εἰ μὴ
πάντα τὰ γινόμενα τοσούτων αἰτίων δεῖται, ἀλλὰ τά
γε πλείστων δεόμενα οὐχ ὑπερβαίνει τὸν εἰρημένον
 ἀριθμόν.

γνωριμωτέρα δ’ ἂν αὐτῶν ἡ διαφορὰ
γένοιτο, εἰ ἐπὶ παραδείγματός τινος τῶν γινομένων
ὁραθείη. ἴστω δὴ ἐπ’ ἀνδριάντος ἡμῖν ἡ τῶν αἰτίων 

 
δεικνυμένη διαίρεσις. τοῦ δὴ ἀνδριάντος ὡς μὲν
ποιητικὸν αἴτιον ὁ ποιήσας τεχνίτης , ὃν ἀνδριαντο-
ποιὸν καλοῦμεν, ὡς δὲ ὕλη ὁ ὑποκείμενος χαλκὸς,
ἢ λίθος, ἢ ὅ τι ἂν ᾖ τὸ ὑπὸ τοῦ τεχνίτου σχηματι-
ζόμενον κατὰ τὴν τέχνην · αἴτιον γὰρ καὶ τοῦτο τοῦ 
γεγονέναι τε καὶ εἶναι τὸν ἀνδριάντα.

ἔστι δὲ καὶ
τὸ εἶδος τὸ ἐν τῷ ὑποκειμένῳ τούτῳ γενόμενον ὑπὸ
τοῦ τεχνίτου καὶ αὐτὸ τοῦ ἀνδριάντος αἴτιον· διὸ
 εἶδός ἐστι δισκεῦον, ἢ ἀκοντίζον, ἢ ἐπ’ ἄλλου τινὸς
 ὡρισμένου σχήματος.

οὐ μόνον δὲ ταῦτα τῆς τοῦ 
ἀνδριάντος γενέσεως αἴτια, ἀλλ’ ἔστιν οὐδενὸς τῶν
αἰτίων τῆς γενέσεως αὐτοῦ δεύτερον τὸ τέλος, οὗ
χάριν γέγονε, τουτέστιν , ἢ τιμή τινος, ἢ εἰς θεὸν εὐ-
σέβειά τις. ἄνευ γὰρ τῆς τοιαύτης αἰτίας οὐδ’ ἂν
τὴν ἀρχὴν ὁ ἀνδριὰς ἐγένετο.

ὄντων τοίνυν τορούτων 
τῶν αἰτίων καὶ τὴν πρὸς ἄλληλα διαφορὰν
ἐχόντων γνώριμον, τὴν εἱμαρμένην ἐν τοῖς ποιητικοῖς
αἰτίοις δικαίως ἂν καταριθμοῖμεν, ἀναλογίαν σώξουσαν
πρὸς τὰ γινόμενα κατ’ αὐτὴν τῇ τοῦ ἀνδριάντος
δημιουργῷ τέχνῃ.’’

‘‘Τούτου δὲ οὕτως ἔχοντος ἀκόλουθον ἂν εἴη
περὶ τῶν ποιητικῶν αἰτίων ποιήσασθαι τὸ.ν λόγον·
οὕτω γὰρ ἔσται γνώριμον εἴτε πάντων τῶν γιγνομένων
 χρὴ τὴν εἱμαρμένην αἰτιᾶσθαι εἴτε δὴ καὶ ἄλλοις
τισὶ παρὰ τήνδε συγχωρεῖν, ὡς οὖσι ποιητικοῖς 
τινῶν αἰτίοις.

ἁπάντων δὴ τῶν γιγνομένων Ἀρι-
στοτέλης ποιούμενος τὴν διαίρεσιν τὰ μὲν αὐτῶν τιωὁς
χάριν γίγνεσθαι λέγει, σκοπόν τινα καὶ τέλος
τῶν γιγνομένων προκείμενον ἔχοντος τοῦ ποιοῦντος
αὐτὰ, τὰ δὲ οὐδενὸς, ὅσα οὐ κατὰ πρόθεσίν τινα 
τοῦ ποιοῦντος γίγνεται, οὐδ’ ἐπὶ τέλος ὡρισμένον
ἔχει τὴν ἀναφορὰν, τοιαῦτα οἶόν ἐστι καρφῶν τε τι-

 
νῶν διακρατήσεις καὶ περι·στροφαὶ, καὶ τριχῶν ἐπαφαί 
τε καὶ ἐκτάσεις, καὶ ὅσα τούτοις ὁμοίως γίνεται.

ὅτι μὲν γὰρ γίνεται καὶ αὐτὰ γνώριμον· οὐ μὴν
ἔχει τὴν κατὰ τὸ τέλος καὶ τὴν οὑ χάριν αἰτίαν. τὰ
 μὲν οὖν οὕτω γινόμενα ἀσκόπως καὶ ἀπλῶς γινόμενα
οὐδεμίαν εὔλογον ἔχει διαίρεσιν ·

τῶν δὲ ἐπί τι
τὴν ἀναφορὰν ἐχόντων καί τινος γιγνομένων χάριν
τὰ μὲν κατὰ φύσιν, τὰ δὲ κατὰ λόγον γίγνεται. τὰ
τε γὰρ φύσιν αἰτίαν ἔχοντα τῆς γενέσεως κατά τινας
 ἀριθμοὺς καὶ τάξιν ὡρισμένην πρόεισιν ἐπί τι τέλος,
ἐν ᾧ γιγνόμενα τοῦ γίγνεσθαι παύονται , εἰ μή τι 
αὐτοῖς ἐνστὰν ἐμποδὼν γίγνοιτο τῇ κατὰ φύσιν αὐ-
τῶν ἐπὶ τὸ προκείμενον ὁδῷ.

ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ
λόγον γιγνόμενα ἔχει τι τέλος. οὐδὲν γὰρ ὡς ἔτυχε
 τῶν κατὰ λόγον γιγνομένων γίγνεται , ἀλλ’ ἐπί τινα
σκοπὸν ἡ ἀναφορὰ πᾶσιν αὐτοῖς.

ἔστι δὲ κατὰ
λόγον γιγνόμενα ὅσα ὑπὸ τῶν ποιούντων αὐτὰ γίγνεται
λογιζομένων τε περὶ αὐτῶν καὶ συντιθέντων καθ’
ὃν ἂν τρόπον γένοιτο. οὕτω γίγνεται τά τε κατὰ τὰς
 τέχνας γιγνόμενα πάντα καὶ τὰ κατὰ προαίρεσιν ·

ἃ 
διαφέρει τῶν γιγνομένων φύσει τῷ τὰ μὲν φύσει
γιγνόμενα ἐν αὑτοῖς ἔχειν τὴν ἀρχήν τε καὶ τὰς αἰ-
τίας τῆς τοιαύτης γενέσεως, τοιοῦτον γὰρ ἡ φύσις),
καὶ γίγνεσθαι μὲν κατὰ τάξιν τινὰ, οὐ μὴν τῆς ποιούσης
 αὐτὰ φύσεως ὁμοίως ταῖς τέχναις λογισμῷ περὶ
αὐτῶν χρωμένης.

τὰ δὲ γιγνόμενα κατὰ τέχνην
τε καὶ προαίρεσιν ἔξωθεν ἔχει τὴν ἀρχὴν τῆς κινή-
σεως καὶ τὴν αἰτίαν τὴν ποιοῦσαν, ἀλλ’ οὐκ ἐν αὑ-
τοῖς, καὶ τῆς γενέσεως αὐτῶν ὁ τοῦ ποιοῦντος ἡγεῖται
 περὶ αὐτῶν λογισμός.

τρίτον δέ ἐστιν ἐν
τοῖς ἕνεκά του γιγνομένοις καὶ τὰ ἀπὸ τύχης τε καὶ
τοῦ αὐτομάτου γίγνεσθαι πεπιστευμένα, ταύτῃ τῶν

 
 προηγουμένως ἕνεκά του γιγνομένων διαφέροντα, ᾗ
ἐπ᾿ ἐκείνων μὲν τὰ πρὸ τοῦ τέλους τοῦ τέλους χάριν
γίγνεται, ἐπὶ δὲ τούτων τὰ μὲν γιγνόμενα πρὸ
τοῦ τέλους ἄλλου χάριν γίγνεται, ἀπαντᾷ δὲ αὐτοῖς
ἄλλου χάριν γιγνομένοις, ὡς τέλος, τὸ αὐτομάτως τε 
καὶ ἀπὸ τύχης γίγνεσθαι λεγόμενον.”

“Τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων καὶ πάντων τῶν
γιγνομένων εἰς τούτους τοὺς τρόπους νενεμημένων
ἀκόλουθον ἐπὶ τούτοις ἰδεῖν ἐν τίνι τῶν ποιητικῶν
αἰτίων χρὴ τιθέναι τὴν εἱμαρμένην.

ἆρά γε ἐν 
τοῖς οὐδενὸς γιγνομένοις χάριν; ἢ τοῦτο μὲν παντά-
 πασιν ἄλογον; ἀεὶ γὰρ ἐπὶ τέλους τινὸς τῷ τῆς εἱμαρμένης
ὀνόματι χρώμεθα, καθ᾿ εἱμαρμένην τε αὐτὸ
λέγοντες γεγονέναι· διὸ ἐν τοῖς ἕνεκά του γινομένοις
ἀναγκαῖον τιθέναι τὴν εἱμαρμένην.”

Ταῦτα αὐτοῖς ῥήμασιν ὁ προδηλωθεὶς ἀνὴρ
διελὼν διὰ πλειόνων ἑξῆς συνίστησιν, οὐδ᾿ ἄλλο τι
εἶναι τὴν εἱμαρμένην ἢ τὰ κατὰ φύσιν γινόμενα· μὴ
γὰρ ἐν τοῖς κατὰ λογισμὸν ἡμέτερον καὶ κατὰ τέχνην
ἐπιτελουμένοις τὴν τῆς εἱμαρμένης ἀνάγκην ἐπιθεωρεῖσθαι

φησὶ δὲ τῶν κατὰ φύσιν πλεῖστα ἐμ-
 ποδίζεσθαι συμβαίνειν, ἃ καὶ καλεῖσθαι παρὰ φύσιν,
ὥσπερ καὶ ἐν τοῖς κατὰ τὴν τέχνην τὰ παρὰ τὴν τέχνην
λέγεσθαι. εἰ δὲ ὅλως παρὰ τὸ κατὰ φύσιν γίγνεταί
τινα, γένοιτ᾿ ἂν καὶ παρὰ τὴν εἱμαρμένην, 
εἴπερ τὰ κατὰ φύσιν ταῦτά ἐστι τὰ καθ᾿ εἱμαρμένην.

“Ὁρῶμεν γοῦν, φησὶν, ὅτι καὶ τὸ σῶμα τῷ
τοιόνδε ἢ τοιόνδε εἶναι τὴν φύσιν ἐν νόσοις καὶ
φθοραῖς ἀκολούθως τῇ φυσικῇ συστάσει γίνεται, οὐ
 μὴν ὁμοίως ἐπὶ πάντων, οὐδὲ ἐξ ἀνάγκης. ἱκαναὶ 
γὰρ ἐκκροῦσαι πολλάκις τὴν τοιάνδε ἕξιν ἐπιμέλειαι
καὶ βίων ὑπαλλαγαὶ καὶ προστάξεις ἰατρῶν καὶ συμ-

 
βουλίαι θεῶν.

κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ
ἐπὶ τῆς ψυχῆς εὕροι τις ἂν παρὰ τὴν φυσικὴν κατα-
σκευὴν διαφόρους ἐν ἑκάστῳ προαιρέσεις καὶ πρά-
ξεις καὶ βίους ἐξ ἀσκήσεως καὶ ἀπὸ μαθημάτων καὶ
 ἀπὸ λόγων κρειττόνων βελτιουμένων ....

εἰπόντος
γοῦν ποτὲ τοῦ φυσιογνώμονος περὶ τοῦ Σωκράτους
τοῦ φιλοσόφου ἄτοπά τινα καὶ πλεῖστον ἀφεοτῶτα
τῆς προαιρέσεως αὐτοῦ τῆς κατὰ τὸν βίον, καὶ ἐπὶ
τούτοις ὑπὸ τῶν περὶ τὸν Σωκράτην καταγελωμένου,
 οὐδὲν εἶπεν ὁ Σωκράτης ἐσφάλθαι τὸν Ζώπυρον·
ἦν γὰρ ἂν τοιοῦτος , ὅσον ἐπὶ τῇ φύσει , εἰ μὴ διὰ 
τὴν ἐκ φιλοσοφίας ἄσκησιν ἀμείνων τῆς φύσεως
ἐγένετο.

Καὶ τοιαῦτα μὲν τὰ κατὰ φύσιν, ἃ καὶ μηδέν
 φησι διαφέρειν τῶν καθ’ εἱμαρμένην. 
 “Τὰ δὲ ἀπὸ τύχης τοιαῦτα, ὅταν ἄλλου τινὸς
χάριν γενομένῳ τινὶ μὴ τοῦτο ἀπαντήσῃ οὗ χάριν
ἐγένετο, ἄλλο δέ τι ὅπερ τὴν ἀρχὴν οὐδὲ ἠλπίζετο.
θησαυρόν τε γάρ φησιν ἀπὸ τύχης εὑρηκέναι τινὰ,
 ὅταν ἄλλου χάριν ὀρύσσων, ἀλλὰ μὴ τοῦ θησαυρὸν
εὑρεῖν, θησαυρῷ περιπέσῃ · καὶ τὸ ἀργύριον ἀπὸ τύχης
κεκομίσθαι τινὰ λέγουσιν, ὅταν εἰς τὴν ἀγορὰν
προελθὼν ἄλλου τινὸς χάριν ἀργύριον ἔχοντι περιπεσὼν 
τῷ χρεώστῃ τὸ ὀφειλόμενον λάβῃ · καὶ ὁ ἵπ-
 πος δὲ αὐτομάτως τισὶ λέγεται σεσῶσθαι, ὅταν τρο-
φῆς μὲν ἐλπίδι, ἢ ἄλλου τινὸς χάριν, ἀποφύγῃ τοὺς
κατέχοντας αὐτὸν, ἀπαντήσῃ δὲ αὐτοῦ τῇ φυγῇ καὶ
τῷ δρόμῳ τὸ τοῖς δεσπόταις περιπεσεῖν.

ὧν οὕτως
ἐχόντων οὐδὲ ταῦτα ἂν εἴη καθ’ εἱμαρμένην.
 καὶ ἄδηλα δέ ἐστί τινα αἴτια ἀνθρωπίνῳ λογισμῷ, ἃ
κατά τινας ἀντιπαθείας γίνεσθαι πεπίστευται, ἀγνο-
ουμένης τῆς αἰτίας δι’ ἣν γίνεται. ὁποῖα περίαπτά 

 
τινα ποιεῖν προείληπται, οὐδεμίαν εὔλογον καὶ πιθανὴν
αἰτίαν τοῦ ταῦτα ποιεῖν ἔχοντα· ἔτι δὲ ἐπαοιδαὶ,
καὶ τοιαῦταί τινες μαγγανεῖαι. τούτων γὰρ
ὁμολογεῖται μὲν ὑπὸ πάντων ἄδηλος εἶναι ἡ αἰτία·
διὸ καὶ ἀναιτιολόγητα λέγουσιν αὐτά.

πολλὰ δ᾿ 
εἶναι παρὰ ταῦτα καὶ ἐνδεχομένως καὶ ὁπότερα ἔτυχε
γινόμενα, ἃ οὐδὲ ταῦτ᾿ ἂν εἴη καθ᾿ εἱμαρμένην.

λέγεται δὲ ἐνδεχομένως γίνεσθαι ταῦτα ἐφ᾿ ὧν
 καὶ τὸ μὴ γενέσθαι χώραν ἔχει, ὡς καὶ αὐτὸ τὸ ὁπότερα
ἔτυχε λεγόμενον ποιεῖ γνώριμον· οἷον τὸ κινῆσαί 
τι τῶν ἑαυτοῦ μερῶν, καὶ τὴν τυχοῦσαν τοῦ τραχήλου
περιστροφὴν καὶ τὴν τοῦ δακτύλου ἔκτασιν καὶ
τὸ ἐπᾶραι τὰ βλέφαρα, καὶ τὸν καθεζόμενον στῆσαι,
καὶ τὸν κινούμενον ἠρεμῆσαι, καὶ τὸν λαλοῦντα σιγῆσαι,
καὶ ἐπὶ μυρίων εὕροι τις ἂν δύναμίν τινα 
ἐνυπάρχουσαν τῶν ἐναντίων δεκτικὴν, ἃ οὐκ ἂν γένοιτο
ἐξ εἱμαρμένης· τὰ γὰρ ἐξ αὐτῆς οὐ δέχεται
τοῦ ἐν ᾧ ἐστι τὸ ἐναντίον.”

“Ἀλλὰ καὶ τὸ βουλεύεσθαι τὸν ἄνθρωπον
οὐκ εἰς μάτην αὐτῷ ὑπάρχει· ἦν δ᾿ ἂν εἰς μάτην 
 βουλευτικὸς, εἰ ἐξ ἀνάγκης ἔπραττε τὰ πραττόμενα
 ἀλλ᾿ ἐναργῶς φαίνεται τῶν ἄλλων ζῴων ὁ ἄνθρωπος
μόνος τοῦτο παρὰ τῆς φύσεως ἔχων πλέον, τὸ μὴ
ὁμοίως ἐκείνοις ταῖς φαντασίαις ἕπεσθαι, ἀλλ᾿ ἔχειν
τῶν προσπιπτόντων κριτὴν τὸν λόγον· ᾧ χρώμενος, 
εἰ μὲν ἐξεταζόμενα τὰ φαντασθέντα οἷα τὴν ἀρχὴν
ἐφάνη καὶ ἔστι, συγκατατίθεται τῇ φαντασίᾳ, καὶ
οὕτω μέτεισιν αὐτά· εἰ δὲ ἀλλοῖα φαίνεται, οὐκέτι
ἔμεινεν ἐπὶ τῆς προλήψεως, ἐλέγξαντος αὐτὰ τοῦ
 λόγου, διὰ τὸ συμβουλεύσασθαι περὶ αὐτῶν.”

“Βουλευόμεθα γοῦν περὶ μόνων ὧν δυνάμεθα
πράττειν· εἰ δέ ποτε μὴ βουλευσάμενοι πράτ-

 
τοιμεν, πολλάκις μετανοοῦμεν καὶ μεμφόμεθα ἑαυτοῖς
τῆς ἀβουλίας · ἀλλὰ κἂν ἄλλους ἴδωμεν ἀβούλως
πράττοντας, ἐπικαλοῦμεν ὡς ἁμαρτάνουσιν, ἀξιοῦμέν
τε συμβούλοις τοῖσδε χρῆσθαι, ὡς ἐφ’ ἡμῖν ὄντων
 τῶν τοιούτων.’

Ὅτι δὲ ψεῦδος ἦν αὐτῶν ὁ περὶ εἱμαρμένης
λόγος , ἱκανὸν μαρτύριον τὸ μηδ’ αὐτοὺς τοὺς προστάτας 
αὐτοῦ δύνασθαι πείθεσθαι τοῖς ὑπ’ αὐτῶν
λεγομένοις. καὶ γὰρ καὶ προτρέπειν καὶ διδάσκειν
 ἐπαγγέλλονται, καὶ μανθάνειν καὶ παιδεύεσθαι συμ-
βουλεύουσιν, ἐπιτιμῶσί τε καὶ ἐπιπλήττουσι τοῖς οὐ
τὰ προσήκοντα δρῶσιν, ὡς κατὰ προαίρεσιν ἰδίαν
ἁμαρτάνουσιν.

ἀλλὰ καὶ συγγράμματα πλεῖστα
καταλείπουσι, δι’ ὧν ἀξιοῦσι παιδεύεσθαι τοὺς νέους.
 ἐπαύσαντο δ’ ἂν τῆς ἐν τοῖς λόγοις φιλοτιμίας, εἰ
προσέσχον ὅτι καὶ συγγνώμης ἀξιοῦσι τοὺς ἀκουσίως
ἁμαρτάνοντας, τοὺς δὲ ἑκουσίως πλημμελοῦντας κολάσεως, 
ὡς ἐπ’ αὐτοῖς δηλονότι τοῦ τε ἁμαρτάνειν
καὶ τοῦ μὴ κειμένου.

ὥστε καὶ κατ’ αὐτοὺς ἀναιρεῖσθαι
 τὴν ἐξ εἱμαρμένης ἀνάγκην, συνίστασθαι δὲ
κατὰ φύσιν ἡμῖν ὑπάρχειν τὸ αὐτεξούσιον· μετὰ τοὐ
πλεῖστα εἶναι καὶ τὰ μὴ ἐφ’ ἡμῖν, ὥσπερ τὰ κατὰ
φύσιν, καὶ τὰ ἐκ τύχης, ἕτερα ὄντα καὶ αὐτὰ παρὰ
τὸν τῆς εἱμαρμένης λόγον, καθὼς προδἐδεικται.’’

Τούτων ἡμῖν ἀπὸ πλείστων ἐπιτετμημένων,
τῷ πολὺν εἶναι τὸν περὶ τοῦ αὐτεξουσίου λόγον ἐν
τοῖς καθ’ ἡμᾶς δόγμασιν· ᾧ καὶ τῶν φιλοσόφων
συνέδραμον αἱ παρατεθεῖσαι φωναὶ, τοῖς μὲν καθ’
ἡμᾶς θείοις γράμμασιν ἐπιμαρτυροῦσαι , τὰς δὲ περὶ
 εἱμαρμένης οὐ μόνον τῶν πολλῶν ἀνθρώπων , ἀλλὰ
καὶ τῶν θαυμαστῶν χρησμῳδῶν θεῶν τὰς δόξας
ψευδεῖς οὔσας ἀπελέγχουσαι·) καὶ τῶν μὲν πρὸς τοὺς 

 
γενναίους χρησμοὺς κυνικώτερον ἀποταθέντων, τῶν
δὲ πρὸς τοὺς θαυμαστοὺς φιλοσόφους παρὰ τῶν αὐ-
τοῖς γνωρίμων ἀντειρημένων, ὥρα καὶ τῶν ἐξ ἀστρο-
λογίας πρὸς τοὺς Χαλδαίζοντας τῶν τὴν κακότεχνον
ταύτην γοητείαν ὡς ἐν μέρει μαθήματος ἐπαγγελλομένων 
τοὺς λόγους ἐπισκέψασθαι· παραθήσομαι δέ
σοι καὶ τῶνδε τὰς ἀποδείξεις ἐξ ἀνδρὸς Σύρου μὲν
τὸ γένος, ἐπ’ ἄκρον δὲ τῆς Χαλδαικῆς ἐπιστήμης
 ἐληλακότος. Βαρδησάνης ὄνομα τῷ ἀνδρὶ, ὃς ἐν τοῖς
πρὸς τοὺς ἑταίρους διαλόγοις τάδε πη μνημονεύεται 
φάναι

“Κατὰ φύσιν ὁ ἄνθρωπος γεννᾶται,
ἀκμάζει, γεννᾷ, ἐσθίει, πίνει, κοιμᾶται, γηρᾷ,
ἀποθνήσκει, καὶ τοῦτο παντὸς ἀνθρώπου καὶ παντός
 ἀλόγου ζῴου.

καὶ τὰ μὲν ἄλλα ζῷα ψυχικὰ ὄντα 
καὶ διόλου κατὰ συμπλοκὴν γεγενημένα διόλου σχε-
δὸν κατὰ φύσιν φέρεται. λέων σαρκοφαγεῖ καὶ ἀμύ-
νεται ἀδικηθεὶς , καὶ διὰ τοῦτο πάντες οἶ λέοντες
σαρκοφαγοῦσι καὶ ἀμύνονται· καὶ ἀμνάδες χορτοφαγοὺσι
 καὶ κρεῶν οὐχ ἅπτονται καὶ ἀδικούμεναι οὐκ 
ἀμύνονται · καὶ ὁ αὐτὸς τρόπος πάσης ἀμνάδος.

σκορπίος γῆν ἐσθίει καὶ τοὺς μὴ ἀδικήσαντας
ἀδικεῖ, κέντρῳ ἰοβόλῳ πλήσσων· καὶ ἡ αὐτὴ κακία
 πάντων σκορπίων. μύρμηξ κατὰ φύσιν οἶδε χειμῶνος
παρουσίαν καὶ δι’ ὅλης θερείας κάμνων ἀποτίθεται 
ἑαυτῷ τροφάς · καὶ ὁμοίως πάντες μύρμηκες ἐργάξονται.

μέλισσα μέλι γεωργεῖ, ἐξ οὗ καὶ τρέφεται·
καὶ ἡ αὐτὴ γεωργία πάσαις μελίσσαις. καὶ ἦν πολλὰ
εἴδη ἐκθέσθαι ἡμῖν τῶν ζῴων, ἅτινα τῆς φύσεως μὴ
δυνάμενα ἐκστῆναι πολὺν θαυμασμὸν παρασχεῖν ὑμῖν 
ἐδύνατο,

ἀλλ’ αὐτάρκη ἡγησάμην ἐκ τῶν παρακει-
μένων τὴν ἀπόδειξιν ποιήσασθαι, ὅτι τὰ μὲν ἄλλα

 
ζῷα κατὰ τὴν κοινότητα καὶ τὴν διαφορὰν κατὰ φύ-
σιν δοθεῖσαν ἑκάστῳ ἐξ ἀνάγκης ἡδέως φέρεται, ἄν-
θρωποι δὲ μόνοι, τὸ ἐξαίρετον ἔχοντες τόν τε νοῦν 
καὶ τὸν ἐκ τούτου προφερόμενον λόγον, κατὰ μὲν τὴν
 κοινότητα ἕπονται τῇ φύσει, ὡς προεῖπον, κατὰ δὲ
τὸ ἐξαίρετον οὐ κατὰ φύσιν πολιτεύονται.

οὐδὲ
γὰρ μία βρῶσις ἡ τῶν ἁπάντων · ἄλλοι μὲν γὰρ κατὰ
τοὺς λέοντας τρέφονται, ἄλλοι δὲ κατὰ τὰς ἀμνάδας,
οὐχ ἓν ἔχοντες σχῆμα φορημάτων, οὐκ ἔθος ἕν, οὐχ
 εἰς νόμος πολιτείας ἐν αὐτοῖς, οὐ μία κίνησις ἐπι-
θυμίας τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἕκαστος τῶν ἀνθρώ-
πων κατὰ τὴν ἰδίαν θέλησιν αἱρεῖται ἑαυτῷ βίον,
τὸν πλησίον μὴ μιμούμενος , πλὴν ἐν οἶς βούλεται.

τὸ γὰρ ἐλεύθερον αὐτοῦ οὐχ ὑπόκειται δουλείᾳ,
 καὶ εἰ ποτε ἑκὼν δουλεύσει , καὶ τοῦτο τῆς ἐλευθε-
ρίας αὐτοῦ ἐστι, τὸ δύνασθαι δουλεύειν ἑκόντα.

πόσοι τῶν ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα τῶν Ἀλαναίων,
ὡς τὰ ἄγρια ζῷα, κρεοβοροῦσιν ἄρτου μὴ γευόμενοι,
καὶ οὐ διὰ τὸ μὴ ἔχειν, ἀλλὰ διὰ τὸ μὴ θέλειν; ἄλλοι
 λοὶ κρεῶν οὐ γεύονται, ὡς τὰ ἥμερα ζῷα· ἄλλοι 
ἰχθυοφαγοῦσι μόνον· ἕτεροι δὲ ἰχθύων οὐ γεύονται,
οὐδ’ ἂν λιμώσσωσιν. οἱ μὲν ὑδροποτοῦσιν , οἱ δὲ
οἰνοποτοῦσιν , οἶ δὲ σικερατίζουσι.

καὶ ἀπλῶς
πολλὴ διαφορὰ βρωμάτων καὶ πομάτων ἐν τῇ ἀνθρωπότητι,
 ποτῆτι , μέχρι καὶ ἐν τῇ τῶν λαχάνων καὶ ὀπωρῶν
βρώσει διαφερόμενοι. ἀλλὰ καὶ οἱ μὲν, ὡς σκορπίοι
καὶ ὡς ἀσπίδες, μὴ ἀδικηθέντες ἀδικοῦσιν· οἶ δὲ,
ὡς τὰ ἄλογα ζῷα ἀδικούμενοι ἀμύνονται· ἕτεροι δὲ
ὡς λύκοι ἁρπάζουσι καὶ ὡς γαλαῖ κλέπτουσιν· ἄλλοι
 δὲ ὡς ἀμνάδες καὶ μηκάδες ὑπὸ τῶν ὁμοιοπαθῶν
ἐλαύνονται καὶ τοὺς ἀδικοῦντας οὐκ ἀδικοῦσι· καὶ
οἷ μὲν λέγονται ἀγαθοὶ, οἱ δὲ κακοὶ, οἶ δὲ δίκαιοι.

ὅθεν ἔστι νοεῖν μὴ πάντως κατὰ φύσιν ἄγεσθαι
τὸν ἄνθρωπον· ποίαν γὰρ αὐτοῦ ἐροῦμεν φύ.σιν;)
ἀλλὰ πῆ μὲν φέρεται κατὰ φύσιν, πῆ δὲ κατὰ προαί-
ρεσιν. διὸ τὸν ἔπαινον καὶ τὸν ψόγον καὶ τὴν κατα-
δίκην ἔχει ἐν τοῖς κατὰ προαίρεσιν, ἐν δὲ τοῖς κατὰ 
φύσιν ἔχει τὴν ἀνεγκλησίαν οὐ κατὰ ἔλεος, ἀλλὰ
κατὰ λόγον.’

Καὶ ἐξῆς φησι 
 ‘‘Νόμους ἔθεντο διαφόρους οἶ ἄνθρωποι ἐν ἑκά-
στῃ χώρᾳ, τινὰς γεγραμμένους , τινὰς δὲ ἀγράφους· 
ἐξ ὧν διηγήσομαι, ὡς οἶδα καὶ ὧν μέμνημαι, ἀρξάμενος
ἐκ τῆς τοῦ κόσμου ἀρχῆς.

νόμος ἐστὶ παρὰ
Σήραις μηδένα φονεύειν, μήτε πορνεύειν μήτε κλέπτειω
 μήτε ξόανα προσκυνεῖν , καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ με-
γίστῃ χώρᾳ οὐ ναὸν ἔστιν ἰδεῖν, οὐ γυναῖκα πορνι 
κἠν, οὐ μοιχαλίδα ὀνομαζομένην , οὐ κλέπτην ἐλκόμενον
ἐπὶ δίκην, οὐκ ἀνδροφόνον, οὐ πεφονευμένον.

οὐδενὸς γὰρ τὸ αὐτεξούσιον ἠνάγκασεν ὁ τοῦ πυ-
ριλαμπέος Ἄρεος ἀστὴρ μεσουρανῶν ἄνδρα σιδήρῳ
ἀνελεῖν, οὐ Κύπρις σὺν Ἄρει τυχοῦσα ἀλλοτρίᾳ γυναικὶ 
μιγῆναί τινα παρ’ ἐκείνοις, πάντως πάσῃ ἡμέρᾳ
μεσουρανοῦντος τοῦἌρεος, καὶ πάσῃ ὥρᾳ καὶ ἡμέρᾳ
γεννωμένων τῶν Σηρῶν.

παρὰ Ἰνδοῖς καὶ Βάκτροις
 εἰσὶ χιλιάδες πολλαὶ τῶν λεγομένων Βραχμάνων,
οἵτινες κατὰ παράδοσιν τῶν προγόνων καὶ νόμων 
 οὔτε φονεύουσιν οὔτε ξόανα σέβονται, οὐκ ἐμ-
ψύχου γεύονται, οὐ μεθύσκονταί ποτε, οἴνου καὶ
σίκερος μὴ γευόμενοι, οὐ κακίᾳ τινὶ κοινωνοῦσι
προσέχοντες τῷ θεῷ, τῶν ἄλλων Ἰνδῶν φονευόντων
καὶ ἑταιρευόωτνω καὶ μεθυσκομένων καὶ σεβομένων 
ξόανα, καὶ πάντα σχεδὸν καθ’ εἱμαρμένην φερομένων.

ἔστι δὲ ἐν τῷ αὐτῷ κλίματι τῆς Ἰνδίας

 
φυλή τις Ἰνδῶν, οἵτινες τοὺς ἐμπίπτοντας ξένους
ἀγρεύοντες καὶ θύοντες ἐσθίουσι· καὶ οὔτε οἱ ἀγα- 
θοποιοὶ τῶν ἄστρων κεκωλύκασι τούτους μὴ μιαιφονεῖν
καὶ μὴ ἀθεμιτογαμεῖν, οὔτε οἱ κακοποιοὶ ἠνάγκασαν
 τοὺς Βραχμᾶνας κακουργεῖν.

παρὰ Πέρσαις
νόμος ἦν γαμεῖν τὰς θυγατέρας καὶ τὰς ἀδελφὰς καὶ
τὰς μητέρας, καὶ οὐ μόνον ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ καὶ ἐν
τῷ κλίματι ἐκείνῳ τούτους τοὺς ἀνοσίους γάμους οἱ
Πέρσαι ἐποίησαν, ἀλλὰ καὶ ὅσοι αὐτῶν τῆς Περσίδος
 ἐξεδήμησαν, οἵτινες καλοῦνται Μαγουσαῖοι, τὴν αὐτὴν
ἀθεμιστίαν διαπράττονται, παραδιδόντες τοὺς 
αὐτοὺς νόμους καὶ τὰ ἔθη τοῖς τέκνοις κατὰ διαδοχήν.

ἐξ ὧν εἰσι μέχρι νῦν πολλοὶ ἐν Μηδίᾳ καὶ
ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Φρυγίᾳ καὶ ἐν Γαλατίᾳ. καὶ οὐ
 δήπου Κύπρις ἐν ὁρίοις καὶ οἴκοις Κρόνου, σὺν Κρόνῳ
ἐφομαρτοῦντος τοῦ Ἄρεος, ἐν ταῖς τῶν πάντων
γενέσεσιν εὑρίσκετο.

παρὰ Γήλοις νόμος ἐστὶ τὰς
γυναῖκας γεωργεῖν καὶ οἰκοδομεῖν καὶ πάντα τὰ ἐργατικὰ
πράσσειν, καὶ κοινωνεῖν οἷς ἂν βούλωνται,
 καὶ μὴ ἐγκαλεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν, μήτε καλεῖσθαί
τινα μοιχαλίδα, τῷ πάσας ἐργατικὰς εἶναι, καὶ πᾶσι
κοινωνεῖν, μάλιστα δὲ τοῖς ξένοις.

καὶ οὔτε μυρίζονται
Γήλισσαι γυναῖκες οὔθ᾿ ἱμάτια βαπτὰ φοροῦσιν,
ἀνυπόδητοι δέ εἰσι πᾶσαι, καίτοι τῶν Γήλων 
 ἀνδρῶν κοσμουμένων ἐν φορήμασι μαλακοῖς καὶ ἐν
διαφόροις χρώμασι, καὶ χρυσοφορούντων καὶ μυριζομένων,
καὶ οὐ κατά τινα ἄλλην μαλακίαν, εἰσὶ γὰρ
ἀνδρεῖοι καὶ πολεμικώτατοι καὶ κυνηγετικώτατοι.

καὶ οὐ πᾶσαι αἱ τῶν Γήλων γυναῖκες ἔλαχον ἐν
 Αἰγοκέρωτι ἢ ἐν Ὑδρηχόῳ κακοδαιμονοῦσαν τὴν Κύπριν,
οὐδ᾿ οἱ ἄνδρες αὐτῶν πάντες ἔχουσιν ἐν Κριῷ
σὺν Ἄρει τὴν Παφίην, ἔνθα τοὺς ἀνδρείους καὶ σπα-

 
τάλους οἱ Χαλδαΐζοντες λέγουσι.

παρὰ Βάκτροις
 αἱ γυναῖκες παντὶ κόσμῳ διαφέροντι καὶ παντὶ μύρῳ
χρῶνται, ὑπηρετούμεναι ὑπὸ παιδίσκων καὶ νεανίσκων
μᾶλλον ἢ οἱ ἄνδρες, προερχόμεναι μετὰ πολλῆς
φαντασίας ἔφιπποι, κοσμοῦσαι πολλῷ χρυσῷ καὶ λίθοις 
βαρυτίμοις τοὺς ἵππους, καὶ οὐ σωφρονοῦσιν,
ἀλλ᾿ ἀδιαφόρως κοινωνοῦσι τοῖς δούλοις καὶ τοῖς ξένοις,
ἄδειαν ἔχουσαι τοιαύτην, καὶ ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν
μὴ ἐγκαλούμεναι σχεδὸν κυριεύουσιν αὐτῶν.

καὶ
οὐ πάντως ἐν πάσῃ γενέσει τῶν ἐν Βακτρίᾳ γυναικῶν 
μεσουρανεῖ μετὰ Διὸς καὶ Ἄρεος ἐν ἰδίοις ὅροις
ἡ φιλόγελως Ἀφροδίτη. ἐν δὲ τῇ Ἀραβίᾳ καὶ τῇ
Ὀσροηνῇ οὐ μόνον αἱ μοιχαλίδες φονεύονται, ἀλλὰ
 καὶ αἱ ὑποπτευόμεναι οὐκ ἀφίενται ἀτιμώρητοι.

παρὰ Πάρθοις καὶ Ἀρμενίοις οἱ φονεῖς ἀναιροῦνται 
ποτὲ μὲν ὑπὸ τῶν δικαστῶν, ποτὲ δὲ ὑπὸ τῶν καθ᾿
αἷμα τῶν φονευθέντων. καὶ ἐάν τις φονεύσῃ γυναῖκα
αὐτοῦ, ἢ ἀδελφὸν ἄτεκνον, ἢ ἀδελφὴν ἄγαμον,
ἢ υἱὸν, ἢ θυγατέρα, οὐκ ἐγκαλεῖται ὑπό του,
νόμου τοιούτου ὑπάρχοντος ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις· 
 παρ᾿ Ἕλλησι δὲ καὶ ῾Ρωμαίοις μείζονι τιμωρίᾳ ὑποβάλλονται
οἱ τῶν συγγενῶν φονευταί.

ἐν Ἄτροις
ὁ κλέπτων τι ὀβολοῦ ἄξιον λιθάζεται, παρὰ Βάκτροις
ὁ ὀλίγα κλέπτων ἐμπτύεται, παρὰ ῾Ρωμαίοις πληγαῖς
αἰκίζεται· τοιοῦτοι γὰρ οἱ νόμοι.

ἀπὸ Εὐφράτου 
ποταμοῦ καὶ μέχρι τοῦ Ὠκεανοῦ, ὡς ἐπὶ ἀνατολὰς,
ὁ λοιδορούμενος ὡς φονεὺς, ἢ ὡς κλέπτης, οὐ πάνυ
 ἀγανακτεῖ, ὁ δὲ ὡς ἀρσενοκοίτης λοιδορούμενος ἑαυτὸν
ἐκδικεῖ μέχρι καὶ φόνου· παρ᾿ Ἕλλησι δὲ καὶ οἱ
σοφοὶ ἐρωμένους ἔχοντες οὐ ψέγονται.

ἐν τῇ 
αὐτῇ ἀνατολῇ ὑβριζόμενοι, ἐὰν γνωσθῶσιν, ὑπὸ ἀδελφῶν,
ἢ πατέρων, καὶ συγγενῶν φονεύονται, καὶ τα-

 
φῆς προδήλου οὐκ ἀξιοῦνται.

παρὰ δὲ Γάλλοις 
οἶ νέοι γαμοῦνται μετὰ παρρησίας , οὐ ψόγον τοῦτο
ἡγούμενοι διὰ τὸν παρ’ αὐτοῖς νόμον. καὶ οὐ δυνα-
τόν ἐστι πάντας τοὺς ἐν Γαλλίᾳ οὕτως ἀθέως ὑβριξομένους
 λαχεῖν ἐν ταῖς γενέσεσι Φωσφόρον μεθ’
Ἑρμοῦ ἐν οἴκοις Κρόνου καὶ ὁρίοις Ἄρεος δύνοντα.

ἐν Βρεττανίᾳ πολλοὶ ἄνδρες μίαν γυναῖκα ἔχου-
σιν, ἐν δὲ τῇ Παρθίᾳ πολλαὶ γυναῖκες ἔνα ἄνδρα,
καὶ πᾶσαι σωφρονοῦσι πειθόμεναι αὐτῷ κατὰ τὸν
 νόμον.

αἶ δὲ Ἀμαζόνες πάσαι ἄνδρας οὐκ ἔχουσιν,
ἀλλ’ ὡς τὰ ἄλογα ζῷα ἅπαξ τοῦ ἔτους περὶ τὴν 
ἐαρινὴν ἰσημερίαν ὑπερβαίνουσαι τοὺς ἰδίους ὅρους
κοινωνοῦσι τοῖς πλησιοχώροις , ἑορτήν τινα ταύτην
ἡγουμένοις· ἐξ ὧν συλλαμβάνουσαι ὑποστρέφουσι,
 καὶ ἀναγκαίως ἐν ἐνὶ καιρῷ κυίσκουσι κατὰ τὸν τῆς
φύσεως νόμον, καὶ τοὺς μὲν γεννωμένους ἄρρενας
ῥίπτουσι, τὰς δὲ θηλείας ἀνατρέφουσι· πολεμικαί τέ
εἰσι, καὶ γυμνασίων προνοούμεναι.

Ἑρμῆς μετὰ
Ἀφροδίτης ἐν οἴκοις Ἑρμοῦ ποιεῖ πλάστας καὶ ξωγράφους
 καὶ τραπεζίτας , ἐν οἴκοις δὲ Ἀφροδίτης
μυρεψοὺς, ἢ φωνασκοὺς , καὶ ὑποκριτὰς ποιημάτων.

καὶ παρὰ Ταηνοῖς καὶ Σαρακηνοῖς καὶ ἐν τῇ 
ἀνωτέρᾳ Λιβύῃ, καὶ παρὰ Μαύροις καὶ παρὰ τοῖς
παρὰ τὸ στόμα τοῦ Ὠκεανοῦ Νομάσι, καὶ ἐν τῇ
 ἐξωτέρᾳ Γερμανίᾳ καὶ ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ Σαρματίᾳ,
καὶ ἐν τῇ Σκυθίᾳ, καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἐξ ἀρκτικῶν
μερῶν τοὐ Πόντου ἔθνεσι, καὶ ὅλη τῇ Ἀλανίᾳ καὶ
ΑλΒανίᾳ καὶ Ὠτηνῆ̣ καὶ Σαυνίᾳ καὶ ἐν Χρυσῇ
οὐκ ἔστιν ἰδεῖν οὐ τραπεζίτην , οὐ πλάστην, οὐ ςωγράρον,
 οὐκ ἀρχιτέκτονα, οὐ γεωμέτρην , οὐ φώνασκον,
οὐχ ὑποκριτὴν ποιημάτων ἀλλ’ ἐστέρηται ὁ
τῆς τοῦ Ἑρμοῦ καὶ τῆς Ἀφροδίτης ἐνεργείας τρόπος

 
ἐν ὅλῳ τῷ κύκλῳ τούτῳ τῆς οἰκουμένης.

οἱ Μῆδοι
πάντες τοῖς μετὰ σπουδῆς τρεφομένοις κυσὶ τοὺς
νεκροὺς ἔτι ἐμπνέοντας παραβάλλουσι, καὶ οὐ πάντες
σὺν τῇ μήνῃ τὸν Ἄρεα ἐφημερινῆς γενέσεως ἐν
Καρκίνῳ ὑπὸ γῆν ἔχουσιν.

Ἰνδοὶ τοὺς νεκροὺς 
καίουσι, μεθ᾿ ὧν συγκαίουσιν ἑκούσας τὰς γυναῖκας,
καὶ οὐ δήπου πᾶσαι αἱ καιόμεναι ζῶσαι Ἰνδῶν γυναῖκες
ἔχουσιν ὑπὸ γῆν ἐπὶ νυκτερινῆς γενέσεως σὺν
Ἄρει τὸν ἥλιον ἐν Λέοντι ὁρίοις Ἄρεος.

Γερμα-
 νῶν οἱ πλεῖστοι ἀγχονιμαίῳ μόρῳ ἀποθνήσκουσι, καὶ 
οὐ πάντως τὸ πλῆθος τῶν Γερμανῶν τὴν σελήνην
καὶ τὴν ὥραν μεσολαβουμένας ὑπὸ Κρόνου καὶ Ἄρεος
ἔχει.

παντὶ ἔθνει καὶ πάσῃ ἡμέρᾳ καὶ παντὶ
τρόπῳ τῆς γενέσεως γεννῶνται ἄνθρωποι· κρατεῖ δὲ
ἐν ἑκάστῃ μοίρᾳ τῶν ἀνθρώπων νόμος καὶ ἔθος διὰ 
τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου· καὶ οὐκ ἀναγκάζει ἡ
γένεσις τοὺς Σῆρας μὴ θέλοντας φονεύειν, ἢ τοὺς
Βραχμᾶνας κρεοφαγεῖν, ἢ τοὺς Πέρσας ἀθεμίτως μὴ
 γαμεῖν, ἢ τοὺς Ἰνδοὺς μὴ καίεσθαι, ἢ τοὺς Μήδους
μὴ ἐσθίεσθαι ὑπὸ κυνῶν, ἢ τοὺς Πάρθους μὴ πολυγαμεῖν, 
ἢ τὰς ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ γυναῖκας μὴ σωφρονεῖν,
ἢ τοὺς Ἕλληνας μὴ γυμνάζεσθαι γυμνοῖς
τοῖς σώμασιν, ἢ τοὺς ῾Ρωμαίους μὴ κρατεῖν, ἢ τοὺς
Γάλλους μὴ γαμεῖσθαι, ἢ τὰ ἄλλα βάρβαρα ἔθνη
ταῖς ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων λεγομέναις Μούσαις κοινωνεῖν· 
ἀλλ᾿, ὡς προεῖπον, ἕκαστον ἔθνος καὶ ἕκαστος
τῶν ἀνθρώπων χρῆται τῇ ἑαυτοῦ ἐλευθερίᾳ ὡς βού-
 λεται καὶ ὅτε βούλεται, καὶ δουλεύει τῇ γενέσει καὶ
τῇ φύσει δι᾿ ἣν περίκειται σάρκα, πῆ μὲν ὠς βούλεται,
πῆ δὲ ὡς μὴ βούλεται.

πανταχῆ γὰρ 
καὶ ἐν παντὶ ἔθνει εἰσὶ πλούσιοι καὶ πένητες καὶ
ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι καὶ ἐρρωμένοι καὶ νοσοῦν-

 
τες, ἕκαστος κατὰ τοὺς τῆς γενέσεωςαὐτοῦ κλήρους.” 
 “Ταῦτα, ὠ Βαρδησάνη, ἄκρως ἡμᾶς πέπεικε, 
φημὶ αὐτῷ. οἱ δὲ ἀστρονόμοι φασὶ τὴν γῆν ταύτην
 μεμερίσθαι εἰς ἑπτὰ κλίματα, καὶ ἄρχειν ἑκάστου
κλίματος ἴνα τῶν ἑπτὰ ἀστέρων · καὶ τοὺς διαφόρους 
νόμους μὴ τοὺς ἀνθρώπους τεθεικέναι ἑαυτοῖς. ἀλλ’
ἑκάστου ἄρχοντος πλεονάζειν τὸ θέλημα ἐν τῇ ἰδίᾳ
χώρᾳ, ὃν νόμον νενομίκασιν οἱ κρατούμενοι’’

“’Απεκρίνατο, οὐκ ἀληθὴς ἡ διάκρισις αὕτη,
ὠ Φίλιππε. εἰ γὰρ καὶ διῄρηται ἡ οἰκουμένη εἰς μέρη
ἑπτὰ, ἀλλ’ οὖν γε ἐν μιᾷ μερίδι εὑρίσκομεν πολ-
λὰς διαφορὰς νόμων. οὐδὲ γὰρ ἑπτὰ νόμοι εἰσὶ κατὰ
τοὺς ἑπτὰ ἀστέρας, οὐδὲ δώδεκα κατὰ τὰ ζῴδια, οὐδὲ
 τριάκοντα ἓξ κατὰ τοὺς δεκανοὺς , ἀλλὰ μυρίοι.

μνημονεύειν τε ὀφείλετε ὧν προεῖπον, ὅτι καὶ ἐν ἐνὶ
κλίματι καὶ ἐν μιᾷ χώρᾳ τῶνἸνδῶν εἰσιν ἀωθρωποφάγοιἸνδοὶ,
καί εἰσιν οἱ ἐμψύχων ἀπεχόμενοι· καὶ
ὅτι οἶ Μαγουσαῖοι οὐκ ἐν Πέρσιδι μόνῃ τὰς θυγατέρας
 γαμοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἐν παντὶ ἔθνει, ὅπου ἂν οἰ- 
κήσωσι , τοὺς τῶν προγόνων φυλάσσοντες νόμους καὶ
τῶν μυστηρίων αὐτῶν τὰς τελετάς.

ἀλλὰ καὶ
πολλὰ βάρβαρα ἔθνη κατελέξαμεν, τά τε ὄντα ἐν με-
σημβρίᾳ καὶ δύσει , καὶ ἀνατολῇ καὶ ἄρκτῳ , τουτέστιν
 ἐν διαφόροις κλίμασι , μὴ μετέχοντα Ἑρμαικῆς
ἐπιστήμης.

πόσοι, νομίζετε, ἄνδρες σοφοὶ παρ-
ήγαγον τοὺς κακῶς κειμένους νόμους; πόσοι δὲ νό-
μοι ὑπὸ τῆς ἀπορίας κατελύθησαν; πόσοι βασιλεῖς 
κρατήσαντες ἐθνῶν παρήγαγον τοὺς πρὸ αὐτῶν νόμους
 καὶ ἔθεντο τοὺς ἰδίους ; καὶ οὐδεὶς τῶν ἀστέρων
ἀπώλεσε τὸ ἴδιον κλίμα.

χθὲς οἱ Ῥωμαῖοι τῆς
Ἀραβίας κρατήσαντες τοὺς τῶν βαρβάρων νόμους

 
ἤλλαξαν· ἕπεται γὰρ τὸ αὐτεξούσιον τῷ αὐτεξουσίῳ,
τὸ δὲ δυνάμενον πεῖσαι καὶ τοὺς ἀπίστους ἐκθήσομαι
ὑμῖν.

Ἰουδαῖοι πάντες οἱ διὰ Μώσεως δεξάμενοι
νόμον τοὺς γεννωμένους ἄρρενας παῖδας ἐν τῇ
 ὀγδόῃ ἡμέρᾳ αἱμάσσουσι περιτέμνοντες, οὐκ ἀστέρος 
παρουσίαν ἀναμένοντες, οὐ κλίματος ἐξουσίαν ἐν-
τρεπόμενοι, οὐχ ὑπὸ νόμου ἀλλοτρίας χώρας ἀγόμενοι
ἀλλ’ εἴτε ἐν Συρίᾳ τυγχάνουσιν, εἴτε ἐν Γαλλίᾳ,
εἴτε ἐν Ἰταλίᾳ, εἴτε ἐν Ἑλλάδι, ἢ ἐν Παρθίᾳ, ἢ
ἂν ὦσι , τοῦτο ποιοῦσιν.

ὅπερ οὐκ ἔστι κατὰ γένεσιν· 
οὐ γὰρ δύνανται πάντες οἶ Ἰουδαῖοι μίαν γένεσιν
ἔχειν. ἀλλὰ καὶ δι’ ἡμερῶν ἑπτὰ πάντες ὅπου
ἂν ὦσιν ἀργοῦσιν ἐκ παντὸς ἔργου, καὶ οὔτε ὁδεύουσιν
οὔτε πυρὶ χρῶνται, οὔτε ἀναγκάζει ἡ γένεσις
Ἰουδαῖον οὐ κτίσαι οἶκον, οὐ καταλῦσαι , οὐκ ἐργάσασθαι, 
 οὐ πωλῆσαι, οὐκ ἀγοράσαι ταῖς ἡμέραις τοῦ
σαββάτου , καίτοι ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ γεννώντων Ἰουδαίων
καὶ γεννωμένων καὶ νοσούντων καὶ ἀποθνησκόντων.

ταῦτα γὰρ οὐκέτι ἐστὶ τοῦ αὐτεξουσίου.
ἐν τῇ Συρίᾳ καὶ ἐν τῇ Ὀσροηνῇ ἀπεκόπτοντο πολλοὶ 
τῇ Ῥέᾳ , καὶ ἐν τούτῳ μιᾷ ῥοπῇ ὁ βασιλεὺς Ἄβγαρος
ἐκέλευσε τῶν ἀποκοπτομένων τὰ αἰδοῖα ἀποκόπτεσθαι
καὶ τὰς χεῖρας, καὶ ἐκ τότε οὐδεὶς ἀπεκόψατο
ἐν τῇ Ὀσροηνῇ.

τί δὲ ἐροῦμεν περὶ τῆς τῶν Χριστιανῶν
αἱρέσεως , ἧς ἡμεῖς οἶ δοξασταὶ πολλοὶ ὄντες 
καὶ ἐν διαφόροις ἀνέστημεν κλίμασιν, ἐν παντὶ
ἔθνει καὶ κλίματι, οἵτινες πολλοὶ ὄντες ἐνὶ ὀνόματι
 κεκλήμεθα;

καὶ οὔτε οἶ ἐν Παρθίᾳ Χριστιανοὶ
πολυγαμὀῦσι, Πάρθοι τυγχάνοντες , οὔθ’ οἶ ἐν Μη-
δίᾳ κυσὶ προτιθέασι τοὺς νεκροὺς , οὐχ οἱ ἐν 
Περσίδι γαμοῦσι τὰς θυγατέρας αὐτῶν, Πέρσαι ὄντες,
παρὰ Βάκτροις καὶ Γήλοις φθείρουσι τοὺς γάμους,

 
οὐχ οἱ ἐν Αἰγύπτῳ θρησκεύουσι τὸν Ἄπιν ἢ τὸν κύνα
ἢ τὸν τράγον ἢ αἴλουρον, ἀλλ’ ὅπου εἰσὶν, οὔτε ὑπὸ
τῶν κρκῶς κειμένων νόμων καὶ ἐθῶν νικῶνται οὔθ’
ἡ ὕπο τῶν ἄρχων πρυτανευομένη γένεσις αὐτοὺς 
 ἀναγκάζει τοῖς ἀπειρημένοις κακοῖς ὑπὸ τοῦ διδασκάλου 
αὐτῶν χρῆσθαι, νόσῳ δὲ καὶ πενίᾳ καὶ πάθεσι
καὶ ταῖς νομιζομέναις ἀτιμίαις ὑπόκεινται.

ὥσπερ
γὰρ ὁ ἐλεύθερος ἡμῶν ἄνθρωπος δουλεύειν οὐκ
ἀναγκάζεται, κἂν ἀναγκασθῇ ἀνθίσταται τοῖς ἀναγάξουσιν,
 οὕτως οὐδὲ ὁ φαινόμενος ἡμῶν δοῦλος ἄν-
θρωπος τῆς ὑποταγῆς ἐκφεύγειν ῥᾳδίως δύναται.

εἰ γὰρ πάντα ἐδυνάμεθα, ἡμεῖς ἂν ἦμεν τὸ πᾶν,
ὥστε εἰ μηδὲν ἐδυνάμεθα, ἄλλων ἦμεν, ὡς προεῖπον, 
ὄργανα, καὶ οὐχ ἑαυτῶν. θεοῦ δ’ ἐπινεύσαντος πάντα
 δυνατὰ καὶ ἀνεμπόδιστα · τῇ γὰρ ἐκείνου βουλήσει
οὐδὲν ἀντιστῆναι δύναται. καὶ γὰρ τὰ δοκοῦντα ἀν-
θίστασθαι , αὐτοῦ χρηστοῦ ὄντος , καὶ συγχωροῦντος
ἑκάστῃ φύσει ἔχειν τὴν ἰδιότητα καὶ τὸ αὐτεξούσιον
τοῦ θελήματος , ἀνθίσταται.’’

Τοσαῦτα καὶ ὁ Σύρος. ἑνὸς δὲ ἔτι μνησθεὶς
περιγράψω τὸν λόγον. ἐπειδὴ γὰρ τὰ μὲν ἀπὸ τῶν
ἔξωθεν γραμμάτων αὐταρκῶς παρατέθειται, λείπει δὲ
τὰ ἀπὸ τῶν ἱερῶν γραμμάτων , ὧν δὴ καὶ μάλιστα 
ἡμῖν δεῖ εἰς τὴν τῆς Εὐαγγελικῆς Ἀποδείξεως Προπαρασκευὴν,
 εὖ ἂν ἔχοι καὶ τάδε ἐποπτεῦσαι, ὡς ἂν
κατὰ μηδὲν ὁ λόγος ἐλλείποι τῶν εἰς τὸ πρόβλημα
θεωρουμένων.

ὅθεν δὴ καὶ τάδε σοι σαφῆ κα-
ταστήσω. οὐ μὴν οἷός τ’ ἂν εἴης γυμνῶν ἐπαίειν
τῶν ἱερῶν λογίων τὰ πολλὰ συνεσκιασμένως προενηνεγμένων.
 διόπερ ἐγώ σοι τὸν ἑρμηνέα τούτων παρα-
στήσομαι· σὺ δ’, εἰ μὴ τοῖς κρείττοσι βασκαίνεις,
οἶσθά που τὸν ἄνδρα, Χριστοῦ μὲν θιάσοις εἰσέτι

 
δεῦρο χορεύοντα δι’ ὧν ἀπολέλοιπε πόνων, οὐ μὴν
οὐδὲ τοῖς ἐκτὸς ἀγνῶτα δι’ ἣν ἐπιδέδεικται καὶ πρὸς
τὰ τῶνδε μαθήματα φιλοτιμίαν. σκέψαι δ’ οὖν ὅσα
τε καὶ ὁποῖα ἐν τοῖς εἰς τὴν Γένεσιν Ἐξηγητικοῖς
 θαυμάσιος Ὠριγένης περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως 
διείληφε, καὶ ὅπως ἐφώδευσε τὸν περὶ εἱμαρμένης
λόγον.

“ Περὶ τοῦ εἰς σημεῖα γεγονέναι τοὺς φωστῆρας,
οὐκ ἄλλους ἡλίου καὶ σελήνης καὶ τῶν ἄστρων
 τυγχάνοντας , τῶν σφόδρα ἀναγκαιοτάτων ἔστι διαλαβεῖν, 
οὐ μόνον ἐθνῶν τῶν τῆς Χριστοῦ πίστεως
ἀλλοτρίων σφαλλομένων εἰς τὸν περὶ τῆς εἱμαρμένης
τόπον, τῇ τῶν καλουμένων πλανωμένων ἀστέρων
ἐπιπλοκῇ πρὸς τοὺς ἐν τῷ ζωδιακῷ πάντων αὐτοῖς
νομιζομένων συμβαίνειν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ τῶν 
περὶ ἕκαστον ἄνθρωπον , τάχα δὲ καὶ ἀλόγων ζῴων,
ἀλλὰ γὰρ καὶ πολλῶν τῶν πεπιστευκέναι ὑπολαμβα-
νομένων περισπωμένων μὴ ἄρα ἠνάγκασται τὰ τῶν
 ἀνθρώπων πράγματα καὶ ἀμήχανον ἄλλως γενέσθαι
ἢ ὡς οἶ ἀστέρες κατὰ διαφόρους σχηματισμοὺς ἐπιτελοῦσιν.

ἕπεται δὲ τοῖς ταῦτα δογματίζουσιν
ἐξ ὅλων τὸ ἐφ’ ἡμῖν ἀναιρεῖν· διόπερ καὶ ἔπαινον
καὶ ψόγον, καὶ πράξεις ἀποδέκτας πάλιν τε αὖ ψεκτάς.

ἅπερ εἰ οὕτως ἔχει, τὰ τῆς κεκηρυγμένης
τοῦ θεοῦ κρίσεως οἴχεται, καὶ ἀπειλαὶ πρὸς τοὺς 
ημαριηχότας, ὡς κολασθησομένους · τιμαί τε αὖ πρὸς
τοὺς τοῖς κρείττοσιν ἑαυτοὺς ἐπιδεδωκότας καὶ μακαριότητες·
 οὐδὲν γὰρ ἔτι τούτων εὐλόγως ἔσται γε-
νόμενον.

καὶ εἰ τὰ ἀκόλουθά τις ἑαυτῷ ἐφ’ οἷς
δογματίζει βλέποι, καὶ ἡ πίστις ἔσται ματαία, ἥ τε 
 

 
Χριστοῦ ἐπιδημία οὐδὲν ἀνύουσα, καὶ πᾶσα ἡ διὰ
νόμου καὶ προφητῶν οἰκονομία , κάματοί τε ἀποστόλων
ὑπὲρ τοῦ συστῆσαι τὰς διὰ Χριστοῦ τοῦ θεοῦ
ἐκκλησίας·

εἰ μὴ ἄρα καὶ Χριστὸς, κατὰ τοὺς
 οὕτω τολμῶντας ὑπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς τῶν ἄστρων
κινήσεως τῷ γένεσιν ἀνειληφέναι γενόμενος , πάντα 
πεποιήκοι τε καὶ πάθοι, οὐ τοῦ θεοῦ καὶ πατρὸς τῶν
ὅλων αὐτῷ τὰς παραδόξους δυνάμεις δωρησαμένου.
ἀλλὰ τῶν ἀστέρων. οἷς ἀθέοις καὶ ἀσεβέσι τυγχάνουσι
 λόγοις ἀκολουθεῖ καὶ τὸ τοὺς πιστεύοντας ὑπὸ 
τῶν ἀστέρων ἀγομένους πιστεύειν εἰς θεὸν λέγεσθαι.

πυθοίμεθα δ’ ἂν αὐτῶν τί ὁ θεὸς βουλόμενος
τοιοῦτον ἐποίει κόσμον, ἵν οἱ μὲν ἐν αὐτῷ ἄνδρες
ὄντες τὰ γυναικῶν πάσχωσιν, οὐδαμῶς ἑαυτοῖς αἴτιοι
 τῆς ἀσελγείας γεγενημένοι , ἕτεροι δὲ ἀγρίων ζῴων
κατάστασιν εἰληφότες, τῷ τὴν φορὰν τοῦ παντὸς τοι-
ούτους αὐτοὺς πεποιηκέναι, διὰ τὸ τὸν θεὸν οὕτω
κεκοσμηκέναι τὸ πᾶν, ἐπιδιδόασιν ἑαυτοὺς ὠμοτάτοις
καὶ σφόδρα ἀπανθρώποις πράγμασιν , ἀνδροφονίαις 
 καὶ πειρατείαις;

καὶ τί δεῖ λέγειν ἡμᾶς περὶ τῶν
συμβαινόντων ἐν ἀνθρώποις καὶ ἁμαρτανομένων ὑπ’
αὐτῶν, μυρίων ὅσων τυγχανόντων, οὕστινας οἱ τῶν
προïστάμενοι προἱστάμενοι τούτων λόγων ἀπολύοντες
παντὸς ἐγκλήματος τῷ θεῷ προσγράφουσι πάντων
 τῶν κακός καὶ ψεκτῶς πραττομένων τὴν αἰτίαν;”

“Ἐὰν δέ τινες αὐτῶν, ὡς ἀπολογούμενοι περὶ
θεοῦ , ἕτερον μὲν εἶναι λέγωσι τὸν ἀγαθὸν, οὐδενὸς
τούτων ἔχοντα τὴν ἀρχὴν, τῷ δὲ δημιουργῷ πάντων 
τὰ τοιαῦτα προσάπτωσι, πρῶτον μὲν οὐδ’ ὣς ὃ βούλονται
 δυνήσονται ἀποδεικνύναι, ὅτι ἐστὶ δίκαιος.
πῶς γὰρ ἂν ὁ τοσούτων κακῶν κατ᾿ αὐτοὺς πατὴρ εὐλόγως ·
χρηματίζοι δίκαιος;

δεύτερον δὲ περὶ ἑαυτῶν

 
τί ποτε φήσουσιν ἐξεταστέον, πότερον ὑπόκεινται τῇ
φορᾷ τῶν ἀστέρων, ἢ ἠλευθέρωνται, καὶ ἐν τῷ βίῳ
τυγχάνοντες οὐδὲν ἐνεργούμενον εἰς ἑαυτοὺς ἔχουσιν
ἐκεῖθεν. εἰ μὲν γὰρ φήσουσιν ὑποκεῖσθαι τοῖς ἄστροις,
δῆλον ὅτι τὰ ἄστρα τὸ νοῆσαι αὐτοῖς τοῦτο ἐχαρίσατο, 
 καὶ ὁ δημιουργὸς ὑποβεβληκὼς ἔσται διὰ τῆς τοῦ
παντὸς κινήσεως τὸν λόγον τὸν περὶ τοῦ ἀνωτέρω
ἀναπεπλασμένου θεοῦ, ὅπερ οὐ βούλονται.

εἰ
δὲ ἀποκρινοῦνται ὅτι ἔξω τῶν νόμων τυγχάνουσι τοῦ
δημιουργοῦ τῶν κατὰ τοὺς ἀστέρας, ἵνα μὴ ἀπόφασις 
ᾖ τὸ λεγόμενον ὑπ᾿ αὐτῶν ἀναπόδεικτος, πειραθήτωσαν
ἡμᾶς προσάγειν ἀναγκαστικώτερον, διαφορὰν
παριστάντες νοῦ τινὸς ὑποκειμένου γενέσει καὶ
εἱμαρμένῃ καὶ ἑτέρου ἀπὸ τούτων ἐλευθέρου. δῆλον
γάρ ἐστι τοὺς τοιούτους ὅτι λόγον ἀπαιτηθέντες διδόναι 
αὐτοῖς οὐδαμῶς δυνήσονται.

πρὸς δὲ τοῖς
εἰρημένοις καὶ εὐχαὶ παρέλκουσι μάτην παραλαμβανόμεναι.
εἰ γὰρ κατηνάγκασται τάδε τινὰ γενέσθαι,
 καὶ οἱ ἀστέρες ποιοῦσιν, οὐδὲν δὲ παρὰ τὴν τούτων
πρὸς ἀλλήλους ἐπιπλοκὴν δύναται γενέσθαι, θεὸν 
ἀλογίστως ἀξιοῦμεν τάδε τινὰ ἡμῖν δωρήσασθαι.

καὶ τί ἐπὶ πλεῖον μηκύνειν τὸν λόγον δεῖ, παριστάντα
τὸ ἀσεβὲς τοῦ κατημαξευμένου ἀβασανίστως
παρὰ τοῖς πολλοῖς περὶ εἱμαρμένης τόπου; αὐτάρκη
γὰρ εἰς ὑπογραφὴν καὶ τὰ εἰρημἐνα.”

“Πόθεν δὲ ἐξετάζοντες τὸ ῾ἔστωσαν εἰς σημεῖα
οἱ φωστῆρες᾿ ἐπὶ ταῦτα ἐληλύθαμεν ἑαυτοὺς
ὑπομνήσωμεν. οἱ μανθάνοντες περί τινων ἀληθῆ,
 ἤτοι αὐτόπται τῶν πραγμάτων γενόμενοι, ἀποφαίνονται
τάδε τινὰ ὑγιῶς, τὸ πάθος καὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν 
πεπονθότων ἢ ἐνηργηκότων θεασάμενοι, ἢ ἀπαγγελλόντων
τῶν οὐδαμῶς αἰτίων τοῖς γεγενημένοις ἀκού-

 
σαντες τάδε τινὰ γινώσκουσιν

(ὑπεξῃρήσθω δὲ
νῦν τοῦ λόγου τὸ δύνασθαι τοὺς δεδρακότας ἢ πεπονθότας,
διηγουμένους ἃ δεδράκασιν ἢ πεπόνθασιν,
ἐνάγειν εἰς γνῶσιν τῶν πεπραγμένων τὸν μὴ παρατετυχηκότα).

ἐὰν οὖν ὁ διδασκόμενος ὑπὸ τοῦ
μηδαμῶς αἰτίου τῶν γινομένων τὸ τάδε τινὰ τοῖσδε 
γεγονέναι ἢ συμβήσεσθαι μὴ διακρίνῃ ὅτι οὐ πάντως
ὁ διδάσκων περί τινος ὡς γενομένου ἢ ἐσομένου αἴ- 
τιός ἐστι τοῦ τὸ πρᾶγμα τοιόνδε τι τυγχάνειν, οἰήσεται
 τὸν παραστήσαντα περὶ τοῦ τάδε τινὰ γεγονέναι,
ἢ τάδε τινὰ ἔσεσθαι, πεποιηκέναι ἢ ποιήσειν τὰ περὶ
ὧν διδάσκει, οἰήσεται δὲ δηλονότι ἐσφαλμένως.

ὡς εἴ τις ἐντυχὼν προφητικῇ βίβλῳ προδηλούσῃ τὰ
περὶ Ἰούδαν τὸν προδότην νομίσαι, μαθὼν τὸ ἐσόμενον,
 ὁρῶν αὐτὸ ἀποτελούμενον, τὴν βίβλον αἰτίαν
εἶναι τόδε τι γεγονέναι ὕστερον, ἐπεὶ ἀπὸ τῆς βίβλου 
μεμάθηκε τὰ ὑπὸ τοῦ Ἰούδα πραχθησόμενα ὕστερον·
ἢ πάλιν μὴ τὴν βίβλον ὑπολάβοι εἶναι αἰτίαν, ἀλλὰ
τὸν πρῶτον γράψαντα αὐτὴν, ἢ τὸν ἐνεργήσαντα φέρε
 εἰπεῖν τὸν θεόν.

ὥσπερ δὲ ἐπὶ τῶν περὶ τοῦ
Ἰούδα προφητευομένων αὐταὶ αἱ λέξεις ἐξεταζόμεναι
ἐμφαίνουσι τὸν θεὸν ποιητὴν μὴ γεγονέναι τῆς τοῦ
Ἰούδα προδοσίας, ἀλλὰ μόνον δεδηλωκέναι προεγνωκότα
τὰ ἀπὸ τῆς τούτου κακίας πραχθησόμενα παρὰ
 τὴν αὐτοῦ αἰτίαν,

οὕτως εἴ τις ἐμβαθύναι τῷ
λόγῳ τοῦ προειδέναι τὰ πάντα τὸν θεὸν καὶ τοὺς ἐν
οἷς οἷον ἐτύπωσε τῆς ἑαυτοῦ προγνώσεως τοὺς λόγους,
κατανοήσαι ἂν ὅτι οὔτε ὁ προγνοὺς πάντως
αἴτιος τῶν προεγνωσμένων οὔτε τὰ τοὺς τύπους τῶν 
 λόγων τῆς προγνώσεως τοῦ προεγνωκότος δεξάμενα.”

“Ὅτι μὲν οὖν ἕκαστον τῶν ἐσομένων πρὸ
πολλοῦ οἶδεν ὁ θεὸς γενησόμενον, καὶ χωρὶς μὲν γρα-

 
φῆς αὐτόθεν ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς περὶ θεοῦ δῆλον τῷ
συνιέντι ἀξίωμα δυνάμεως νοῦ θεοῦ.

εἰ δὲ δεῖ
καὶ ἀπὸ τῶν γραφῶν τοῦτο παραστήσαι, πλήρεις μέν
εἰσιν αἶ προφητεῖαι τοιούτων παραδειγμάτων, καὶ τὰ
 κατὰ τὴν Σωσάνναν δὲ τοῦ θεοῦ γινώσκοντος τὰ 
πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν, οὕτω λέγουσαν “ ὁ θεὸς
ὁ αἰώνιος, ὁ τῶν κρυπτῶν γνώστης, ὁ εἰδὼς τὰ πάντα
πρὶν γενέσεως αὐτῶν, σὺ ἐπίστασαι ὅτι ψευδῆ μου
κατεμαρτύρησαν οὗτοι.’’

σαφέστατα δὲ ἐν τῇ
τρίτῃ τῶν Βασιλειῶν καὶ ὄνομα βασιλεύοντος καὶ 
πράξεις ἀνεγράφησαν πρὸ πλειόνων ἐτῶν τοῦ γεμέσθαι
προφητευόμενα οὕτως ‘καὶ ἐποίησεν Ἱεροβοὰμ
ἑορτὴν ἐν τῷ μηνὶ τῷ ὀγδόῳ , ἐν τῇ πέμπτῃ καὶ δε-
κάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς, κατὰ τὴν ἑορτὴν τὴν ἐν γῇ
 Ἰούδα. καὶ ἀνέβη ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ ἐν Βαιθὴλ, 
ὃ ἐποίησεν ἐν ταῖς δαμάλεσιν αἷς ἐποίησεν.’ εἶτα
μετ’ ὀλίγα ‘καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ ἐξ Ἰούδα
παρεγένετο ἐν λόγῳ κυρίου ἐν Βαιθὴλ, καὶ ‘Iεροβοὰμ
εἱστήκει ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον αὐτοῦ ἐπιθῦσαι· καὶ
ἐπεκάλεσεν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον ἐν λόγῳ κυρίου, καὶ 
εἶπε, θυσιαστήριον, θυσιαστήριον, τάδε λέγει κύ-
ριος, ἰδοὺ υἱὸς τίκτεται τῷ οἴκῳ Δαβὶδ, Ἰωσίας ὄνομα
 αὐτῷ , καὶ θύσει ἐπὶ σὲ τοὺς ἱερεῖς τῶν ὑψηλῶν
τῶν ἐπιθυόντων ἐπὶ σὲ, καὶ ὀστᾶ ἀνθρώπων καύσει
ἐπὶ σέ. καὶ ἔδωκεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τέρας, λέγων, 
‘τοῦτο τὸ τέρας ὃ ἐλάλησε κύριος λέγων, ἰδοὺ τὸ θυ-
σιαστήριον ῥήγνυται, καὶ ἐκχυθήσεται ἡ πιότης ἡ ἐπ’
αὐτῷ. καὶ μετ’ ὀλίγα δηλοῦται ὅτι καὶ τὸ θυσια-
στήριον ἐρράγη καὶ ἐξεχύθη ἡ πιότης ἀπὸ τοῦ θυ-
σιαστηρίου κατὰ τὸ τέρας ὃ ἔδωκεν ὁ ἄνθρωπος ἐν 
λόγῳ κυρίου.

καὶ έν τῷ Ἠσαίᾳ, γενομένῳ πρὸ
πολλοῦ τῆς αἰχμαλωσίας τῆς εἰς Βαβυλῶνα, μεθ’ ἣν

 
αἰχμαλωσίαν ὕστερόν ποτε γίνεται Κῦρος ὁ Περσῶν
βασιλεὺς συνεργήσας τῇ οἰκοδομῇ τοῦ ναοῦ, γενο-
μένῃ κατὰ τοὺς χρόνους Ἔσδρα, ταῦτα περὶ
ὀνομαστὶ προφητεύεται οὕτω λέγει κύριος ὁ θεὸς τῷ
 χριστῷ μου Κύρῳ , οὗ ἐκράτησα τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ,
ἐπακοῦσαι ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἔθνη, καὶ ἰσχὺν βασιλέων
διαρρήξω, ἀνο·ίξω ἔμπροσθεν αὐτοῦ θύρας, καὶ
πόλεις οὐ συγκλεισθήσονται. ἐγὼ ἔμπροσθέν σου
πορεύσομαι, καὶ ὄρη ὁμαλιῶ, θύρας χαλκὰς συντρίψω, 
 καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνθλάσω · καὶ δώσω σοι 
θησαυροὺς σκοτεινοὺς, ἀποκρύφους, ἀοράτους ἀνοίξω
σοι, ἔνα γνῷς ὅτι ἐγὼ κύριος ὁ θεὸς, ὁ καλῶν τὸ
ὄνομά σου, θεὸς Ἰσραήλ. ἕνεκεν τοῦ παιδός μου
Ἰακὼβ, καὶ Ἰσραὴλ τοῦ ἐκλεκτοῦ μου, ἐγὼ καλέσω
 σε τῷ ὀνόματί μου, καὶ προσδέξομαί σε.

σαφῶς
γὰρ καὶ ἐκ τούτων δεδŕλωται ὅτι διὰ τὸν λαὸν ὃν
εὐηργἐτησεν , ὁ κύριος ὁ θεὸς μὴ γινώσκοντι αὐτῷ
τὴν καθ’ Ἑβραίους θεοσέβειαν ἐδωρήσατο ἐθνῶν 
πλειόνων ἄρξαι. καὶ ἔστι ταῦτα μαθεῖν καὶ ἀπὸ Ἑλληνων
 ληνῶν τῶν ἀναγραψάντων τὰ περὶ τὸν προφητευ-
θέντα Κῦρον.

ἔτι δὲ καὶ ἐν τῷ Δανιὴλ, Βαβυλωνίων
βασιλευόντων τότε , τῶ Ναβουχοδονόσορ
δείκνυνται αἱ ἐσόμεναι βασιλεῖαι μετ’ αὐτόν. δεί-
κνυνται δὲ διὰ τῆς εἰκόνος, χρυσίου μὲν τῆς Βαβυ-
 λωνίων ἀρχῆς ὀνομαζομένης , ἀργυρίου δὲ τῆς Περ-
σῶν, χαλκοῦ δὲ τῆς Μακεδόνων , σιδήρου δὲ τῆς
Ρωμαίων.

καὶ πάλιν ἐν τῷ αὐτῷ προφήτῃ τὰ 
περὶ Δαρεῖον καὶ Ἀλέξανδρον, καὶ τοὺς τέσσαρας
διαδόχους Ἀλεξάνδρου τοῦ Μακεδόνων βασιλέως,
 καὶ Πτολεμαῖον τὸν τῆς Αἰγύπτου ἄρξαντα, τὸν ἐπι-
καλούμενον Λαγὼν , οὕτω προφητεύεται καὶ ἴδον
τράγος αἰγῶν ἤρχετο ἀπὸ λιβὸς ἐπὶ πρόσωπον πάσης

 
τῆς γῆς. καὶ τῷ τράγῳ κέρας ἀνὰ μέσον τῶν ὀφθαλμῶν.
καὶ ἦλθεν ἕως τοῦ κριοῦ τοῦ τὰ κέρατα ἔχοντος,
οὗ εἶδον ἑστῶτος ἐνώπιον τοὐ Οὐβὰλ, καὶ ἔδραμε
πρὸς αὐτὸν ἐνώπιον τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. καὶ εἶδον
αὐτὸν φθάνοντα ἕως τοῦ κριοῦ, καὶ ἐξηγριώθη πρὸς 
 αὐτὸν καὶ ἔπαισε τὸν κριὸν, καὶ συνέτριψεν ἀμφότερα
τὰ κέρατα αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἦν ἰσχὺς τῷ κριῷ
στῆναι ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ ἔρριψεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν
γῆν, καὶ συνεπάτησεν αὐτὸν, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐξαιρούμενος
τὸν κριὸν ἐκ χειρὸς αὐτοῦ. καὶ ὁ τράγος τῶν 
αἰγῶν ἐμεγαλύνθη ἕως σφόδρα. καὶ ἐν τῷ ἰσχῦσαι
αὐτὸν συνετρίβη τὸ κέρας αὐτοῦ τὸ μέγα, καὶ ἀνέβη
ἕτερα κέρατα ὑποκάτω αὐτοῦ εἰς τοὺς τέσσαρας
ἀνέμους τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐκ τοῦ ἑνὸς ἐξῆλθεν κέρας
ἓν ἰσχυρὸν, καὶ ἐμεγαλύνθη περισσῶς πρὸς τὸν 
νότον καὶ τὴν δύσιν.

τί δὲ δεῖ λέγειν τὰς περὶ
Χριστοῦ προφητείας, οἷον τόπον γενέσεως αὐτοῦ
Βηθλεὲμ, καὶ τόπον ἀνατροφῆς αὐτοῦ Νάζαρα, καὶ
τὴν εἰς Αἴγυπτον ἀναχώρησιν, καὶ τεράστια ἃ ἐποί-
 ησε, καὶ τίνα τρόπον ὑπὸ Ἰούδα τοῦ εἰς ἀποστολὴν 
κεκλημένου προεδόθη; πάντα γὰρ ταῦτα σημεῖά ἐστι
τῆς τοῦ θεοῦ προγνώσεως.

ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ
σωτὴρ, ὅταν, φησὶν, ἴδητε κυκλουμένην ὑπὸ στρατοπέδων
τὴν Ἱερουσαλὴμ, τότε γνώσεσθε ὅτι ἤγγικεν
ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς. προεῖπε γὰρ τὸ ὕστερον συμβεβηκὸς 
τὸ τέλος τῆς κατασκαφῆς Ἱερουσαλήμ.”

“Ἀποδεδειγμένου τοίνυν ἡμῖν περὶ τοῦ προγνώστην
εἶναι τὸν θεὸν οὐκ ἀκαίρως, ἵνα διηγησώ-
 μεθα πῶς οἱ ἀστέρες γίνονται εἰς σημεῖα, νοητέον
τοὺς ἀστέρας οὕτω τετάχθαι κινεῖσθαι, ἐναντιοφορούντωντῶν 
τῶν καλουμένων πλανωμένων τοῖς ἀπλανέσιν,
ἵνα σημεῖα ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν ἀστέρων πάν-

 
τῶν τῶν περὶ ἕκαστον γινομένων καὶ τῶν καθόλου
λαμβάνοντες γινώσκωσιν, οὐχὶ οἶ ἄνθρωποι, πολλῷ
γὰρ μεῖζον ἢ κατὰ ἄνθρωπον τὸ δύνασθαι κατὰ ἀλήθειαν
ἐκλαμβάνειν ἀπὸ τῆς κινήσεως τῶν ἀστέρων
 τὰ περὶ ἑκάστου τῶν ὅ τί ποτε οὖν ἐνεργούντων ἢ
πασχόντων,) ἀλλ’ αἷ δυνάμεις , ἃς ἀναγκαῖον διὰ
πολλὰ ταῦτα γινώσκειν, ὡς κατὰ δύναμιν διὰ τῶν
ἑξῆς δείξομεν.

συνέντες δὲ οἱ ἄνθρωποι ἔκ τινων 
τηρήσεων, ἢ καὶ ἐκ διδασκαλίας ἀγγέλων τὴν ἰδίαν
 τάξιν παραβεβηκότων, καὶ ἐπὶ τῇ τοῦ γένους ἡμῶν
ἐπιτριβῇ διδαξάντων περὶ τούτων τινὰ, ᾠήθησαν
τοὺς ἀφ’ ὧν τὰ σημεῖα οἴονται λαμβάνειν αἰτίους
ὑπάρχειν τούτων, ἃ σημαίνειν ὁ λόγος φησι· περὶ
ὧν καὶ αὐτῶν ὡς ἐν ἐπιτομῇ κατὰ δύναμιν έπιμελέστερον 
 εὐθέως διαληψόμεθα.

προκείσεται
τοίνυν ταῦτα τὰ προβλήματα. (ά) Πῶς, προγνώστου
ὄντος ἐξ αἰῶνος τοῦ θεοῦ περὶ τῶν ὑφ’ ἑκάστου
πράττεσθαι νομιζομένων, τὸ ἐφ’ ἡμῖν σώζεται · (β') καὶ 
τίνα τρόπον οἶ ἀστέρες οὐκ εἰσὶ ποιητικοὶ τῶν ἐν
 ἀνθρώποις , σημαντικοὶ δὲ μόνον· (γ') καὶ ὅτι ἄν-
θρωποι τὴν περὶ τούτων γνῶσιν ἀκριβῶς ἔχειν οὐ
δύνανται, ἀλλὰ δυνάμεσιν ἀνθρώπων κρείττοσι τὰ
σημεῖα ἔκκειται. (δ') τίς γὰρ ἡ αἰτία τοῦ τὰ σημεῖα
τὸν θεὸν πεποιηκέναι εἰς γνῶσιν τῶν δυνάμεων,
 τέταρτον ἐξετασθήσεται.

καὶ τοίνυν ἴδωμεν τὸ
πρῶτον, ὅπερ εὐλαβηθέντες πολλοὶ τῶν Ἑλλήνων,
οἰόμενοι κατηναγκάσθαι τὰ πράγματα καὶ τὸ ἐφ’
ἡμῖν μηδαμῶς σώζεσθαι εἰ ὁ θεὸς προγινώσκει τὰ
μέλλοντα, ἀσεβὲς δόγμα ἐτόλμησαν ἀναδέξασθαι μαλλον 
 ἢ προσέσθαι τὸ, ὥς φασιν ἐκεῖνοι, ἔνδοξον μὲν
περὶ θεοῦ, ἀναιροῦν δὲ τὸ ἐφ’ ἡμῖν, καὶ διὰ τοῦτο
ἔπαινον καὶ ψόγον , καὶ τὸ τῶν ἀρετῶν ἀποδεκτὸν

 
τῶν τε κακιῶν ψεκτόν.

καί φασιν, εἰ ἐξ αἰῶνος
ἔγνω ὁ θεὸς τόνδε τινὰ ἀδικήσειν καὶ τάδε ποιῆσαι
τὰ ἀδικήματα, ἀψευδὴς δὲ ἡ γνῶσις τοῦ θεοῦ, καὶ
πάντως ἔσται ἄδικος ποιήσων τάδε τὰ ἀδικήματα ὁ
τοιοῦτος εἶναι προεωραμένος, καὶ ἀμήχανον μὴ ἀδικήσειν 
αὐτόν· εἰ δὲ ἀμήχανον μὴ ἀδικήσειν αὐτὸν,
 κατηνάγκασται τὸ ἀδικήσειν αὐτὸν, καὶ ἀδύνατον
ἔσται ἄλλο τι πρᾶξαι αὐτὸν ἢ ὅπερ ὁ θεὸς ἔγνω.
εἰ δὲ ἀδύνατον ἄλλο τι πρᾶξαι αὐτὸν, οὐδεὶς δὲ
ἀδύνατον μὴ ποιήσας ψεκτός ἐστι, μάτην αἰτιώμεθα 
τοὺς ἀδίκους

ἀπὸ δὲ τοῦ ἀδίκου καὶ τῶν ἀδικημάτων
ἐπέρχονται καὶ ἐπὶ τὰ ἄλλα ἁμαρτήματα, εἶτα
ἐκ τοῦ ἐναντίου καὶ τὰ νομιζόμενα κατορθώματα·
καί φασιν ἀκολουθεῖν τῷ τὸν θεὸν τὰ μέλλοντα προεγνωκέναι
τὸ μὴ δύνασθαι τὸ ἐφ᾿ ἡμῖν σώζεσθαι.

πρὸς οὓς λεκτέον ὅτι ἐπιβάλλων ὁ θεὸς τῇ ἀρχῇ
 τῆς κοσμοποιίας, οὐδενὸς ἀναιτίως γινομένου, ἐπιπορεύεται
τῷ νῷ ἕκαστον τῶν ἐσομένων ὁρῶν ὅτι
ἐπεὶ τόδε γέγονε τόδε ἕπεται, ἐὰν δὲ γένηται τόδε
τὸ ἑπόμενον τόδε ἀκολουθεῖ· οὗ ὑποστάντος τόδε 
ἔσται· καὶ οὕτω μέχρι τέλους τῶν πραγμάτων ἐπιπορευθεὶς
οἶδεν ἃ ἔσται, οὐ πάντως ἑκάστῳ τῶν
γινωσκομένων αἴτιος τοῦ αὐτὸ συμβῆναι τυγχάνων.

ὥσπερ γὰρ εἴ τις ὁρῶν τινὰ διὰ μὲν ἀμαθίαν
προπετῆ, διὰ δὲ τὴν προπέτειαν ἀλογίστως ἐπιβαίνοντα 
ὁδοῦ ὀλισθηρᾶς, καὶ καταλάβοι πεσεῖσθαι
 ὀλισθήσαντα, οὐχὶ αἴτιος τοῦ ὀλίσθου ἐκείνῳ γίνεται,
οὕτω νοητέον τὸν θεὸν προεωρακότα ὁποῖος ἔσται
ἕκαστος καὶ τὰς αἰτίας τοῦ τοιοῦτον αὐτὸν ἔσεσθαι
καθορᾶν, καὶ ὅτι ἁμαρτήσεται τάδε, ἢ κατορθώσει 
τάδε.

καὶ εἰ χρὴ λέγειν οὐ τὴν πρόγνωσιν αἰτίαν
τῶν γινομένων, (οὐ γὰρ ἐφάπτεται τοῦ προ-

 
εγνωσμένου ἁμαρτησομένου ὁ θεὸς, ὅταν ἁμαρτάνῃ,)
ἀλλὰ παραδοξότερον μὲν, ἀληθὲς δὲ ἐροῦμεν, τὸ
ἐσόμενον αἴτιον τοῦ τοιάνδε εἶναι τὴν περὶ αὐτοῦ
πρόγνωσιν.

οὐ γὰρ ἐπεὶ ἔγνωσται γίνεται, ἀλλ᾿
 ἐπεὶ γίνεσθαι ἔμελλεν ἔγνωσται. διαστολῆς δὲ δεῖ- 
ται. εἰ μὲν γὰρ τὸ ῾πάντως ἔσται᾿ οὕτω τις ἑρμηνεύει,
ὡς ἀνάγκην εἶναι γενέσθαι τὸ προεγνωσμένον, οὐ
διδόαμεν αὐτῷ· οὐ γὰρ ἐροῦμεν, ἐπεὶ προέγνωσται
Ἰούδαν προδότην γενέσθαι, ὅτι πᾶσα ἀνάγκη ἦν
 Ἰούδαν προδότην γενέσθαι.

ἐν γοῦν ταῖς περὶ
τοῦ Ἰούδα προφητείαις μέμψεις καὶ κατηγορίαι τοῦ
Ἰούδα ἀναγεγραμμέναι εἰσὶ, παντί τῳ παριστῶσαι
τὸ ψεκτὸν αὐτοῦ. οὐκ ἂν δὲ ψόγος αὐτῷ προσήπτετο, 
εἰ ἐπάναγκες προδότης ἦν, καὶ μὴ ἐνεδέχετο αὐτὸν
 ὅμοιον τοῖς λοιποῖς ἀποστόλοις γενέσθαι.

ὅρα δὲ
εἰ μὴ ταῦτα δηλοῦται δι᾿ ὧν παραθησόμεθα ῥητῶν
οὕτως ἐχόντων· μηδὲ γενηθήτω οἰκτίρμων τοῖς
ὀρφανοῖς αὐτοῦ, ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐμνήσθη ποιῆσαι
ἔλεος· καὶ κατεδίωξεν ἄνθρωπον πένητα καὶ πτωχὸν,
 καὶ κατανενυγμένον τῇ καρδίᾳ τοῦ θανατῶσαι·
καὶ ἠγάπησε κατάραν, καὶ ἥξει αὐτῷ, καὶ οὐκ ἠθέ- 
λησεν εὐλογίαν, καὶ μακρυνθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ.”

“Εἰ δέ τις διηγήσεται τὸ πάντως ἔσται, κατὰ 
τὸ σημαίνειν αὐτὸ λέγων ὅτι ἔσται μὲν τάδε τινὰ,
 ἐνεδέχετο δὲ καὶ ἑτέρως γενέσθαι, τοῦτο ὡς ἀληθὲς
συγχωροῦμεν. τὸν μὲν γὰρ θεὸν οὐκ ἐνδέχεται
ψεύσασθαι, ἐνδέχεται δὲ περὶ τῶν ἐνδεχομένων
γενέσθαι καὶ μὴ γενέσθαι φρονῆσαι τὸ γενέσθαι
αὐτὰ καὶ μὴ γενέσθαι.

σαφέστερον δὲ τοῦτο
 ἐροῦμεν οὕτως· εἰ ἐνδέχεται Ἰούδαν εἶναι ἀπόστολον
ὁμοίως Πέτρῳ, ἐνδέχεται τὸν θεὸν νοῆσαι περὶ τοῦ
Ἰούδα ὅτι μενεῖ ἀπόστολος ὁμοίως Πέτρῳ· εἰ ἐν-

 
δέχεται Ἰούδαν προδότην γενέσθαι, ἐνδέχεται τὸν
 θεὸν φρονῆσαι περὶ αὐτοῦ ὅτι προδότης ἔσται.

εἰ δὲ προδότης ἔσται Ἰούδας, ὁ θεὸς τῇ προγνώσει
αὐτοῦ τῶν προειρημένων ἐνδεχομένων δύο, ἐνδεχομένου
τοῦ εἶναι ἑνὶ αὐτῶν, τὸ ἀληθὲς προγινώσκων, 
προγνώσεται τὸν Ἰούδαν προδότην γενέσθαι· τὸ δὲ
περὶ οὗ ἡ γνῶσις ἐνδέχεται καὶ ἑτέρως γενέσθαι· καὶ
λέγοι ἂν ἡ γνῶσις τοῦ θεοῦ ὅτι ἐνδέχεται μὲν τόνδε
τόδε ποιῆσαι, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐναντίον· ἐνδεχομένων
δὲ ἀμφοτέρων οἶδα ὅτι τάδε ποιήσει.

οὐ γὰρ 
ὥσπερ, ὁ θεὸς εἴποι ἂν, οὐκ ἐνδέχεται τόνδε τινὰ
τὸν ἄνθρωπον πτῆναι, οὕτω χρησμὸν, φέρε εἰπεῖν,
περί τινος διδοὺς ἐρεῖ ὅτι οὐκ ἐνδέχεται τόνδε σω-
 φρονῆσαι· δύναμις μὲν γὰρ πάντη οὐκ ἔστι τοῦ
πτῆναι οὐδαμῶς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, δύναμις δέ ἐστι 
τοῦ σωφρονῆσαι καὶ τοῦ ἀκολαστῆσαι.

ὧν ἀμφοτέρων
δυνάμεων ὑπαρχουσῶν, ὁ μὴ προσέχων λόγοις
ἐπιτρεπτικοῖς καὶ παιδευτικοῖς ἑαυτὸν ἐπιδίδωσι τῇ
χειρίστῃ· κρείττονι δὲ ὁ ζητήσας τὸ ἀληθὲς καὶ
βιῶσαι βεβουλημένος κατ᾿ αὐτό. οὐ ζητεῖ δὲ ὅδε 
μὲν τἀληθῆ, ἐπεὶ ἐπιρρέπει ἐπὶ τὴν ἡδονήν· ὅδε δὲ
ἐξετάζει περὶ αὐτῶν, αἱρεθεὶς ὑπὸ τῶν κοινῶν ἐν-
 νοιῶν καὶ λόγου προτρεπτικοῦ.

πάλιν δ᾿ αὖ ὅδε
μὲν αἱρεῖται τὴν ἡδονὴν, οὐχὶ οὐ δυνάμενος ἀντιβλέπειν
αὐτῇ, ἀλλ᾿ οὐκ ἀγωνιζόμενος· ὅδε δὲ καταφρονεῖ 
αὐτῆς, τὸ ἄσχημον ὁρῶν τὸ ἐν αὐτῇ πολλάκις
τυγχάνον.

ὅτι μέντοι γε ἡ πρόγνωσις τοῦ θεοῦ
οὐκ ἀνάγκην ἐπιτίθησι τοῖς περὶ ὧν κατείληφε, πρὸς
τοῖς εἰρημένοις καὶ τοῦτο λελέξεται, ὅτι πολλαχοῦ
τῶν γραφῶν ὁ θεὸς κελεύει τοῖς προφήταις κηρύσσειν 
μετάνοιαν, οὐ προσποιησάμενος τὸ ἐγνωκέναι
πότερον οἱ ἀκούσαντες ἐπιστρέψουσιν, ἢ τοῖς ἁμαρ-

 
τήμασιν ἑαυτῶν ἐμμενοῦσιν· ὥσπερ ἐν τῷ Ἱερεμίᾳ
λέγεται “ ἴσως ἀκούσονται καὶ μετανοήσουσιν.’’

οὐ 
γὰρ ἀγνοῶν ὁ θεὸς πότερον ἀκούσουσιν, ἢ οὒ, φησὶν
‘‘ἴσως ἀκούσονται καὶ μετανοήσουσιν,’’ ἀλλ’ οἱονεὶ τὸ
 ἰσοστάσιον τῶν δυνάμεων γενέσθαι δεικνὺς ἐκ τῶν
λεγομένων, ἵνα μὴ προκατηγγελμένη ἡ πρόγνωσις
αὐτοῦ καταπεσεῖν ποιήσῃ τοὺς ἀκούοντας, δόξαν
ἀνάγκης παριστᾶσα , ὡς οὐκ ὄντος ἐπ’ αὐτοῖς τοῦ
ἐπιστρέψαι , καὶ οἱονεὶ καὶ αὕτη αἰτία γένηται τῶν
 ἁμαρτημάτων.

ἢ πάλιν τοῖς ἐκ τοῦ ἀγνοεῖν τὸ
προεγνωσμένον καλὸν δυναμένοις ἐν τῷ ἀγωνίσασθαι
καὶ ἀντιτείνειν πρὸς τὴν κακίαν ἐν ἀρετῇ βιῶσαι
αἰτία γένηται ἡ πρόγνωσις ἐκλύσεως, οὐκέτι εὐτόνως 
ἱσταμένοις κατὰ τῆς ἀμαρτίας,ὡς πάντως ἐσομένου τοῦ
 προειρημένου. καὶ οὕτω γὰρ οἶον ἐμπόδιον γένοιτ’ ἂν
ἡ πρόγνωσις τοῦ ἐσομένου καλοῦ.

πάντα γοῦν χρη-
σίμως ὁ θεὸς τὰ κατὰ τὸν κόσμον οἰκονομῶν εὐλόγως
ἡμᾶς καὶ πρὸς τὰ μέλλοντα ἐτύφλωσεν. ἡ γὰρ γνῶσις
αὐτῶν ἀνῆκε μὲν ἡμᾶςἀπὸ τοῦ ἀθλεῖν κατὰτῆς κακίας,
 ἐπέτρεψε δ’ ἂν δόξασα κατειλῆφθαι , πρὸς τὸ μὴ ἀντι-
παλαίσαντας ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ τάχιον αὐτῇ ὑποχειρίους
γενέσθαι.

ἅμα δὲ καὶ μαχόμενον ἐγίνετο τῷ καλὸν
καὶ ἀγαθὸνγενέσθαιτινὰτὸ τὴν πρόγνωσιν ἐληλυθέναι 
εἰς τόνδε τινὰ, ὅτι πάντως ἔσται ἀγαθός. πρὸς οἶς γὰρ 
 ἔχομενκαὶ σφοδρότητος καὶ τάσεως πλείονος χρεία πρὸς
τὸ καλὸν καὶ καὶ ἀγαθὸν γενέσθαι · προκαταληφθεῖσα
δὲ ἡ γνῶσις τοῦ πάντως καλὸν καὶ ἀγαθὸν ἔσεσθαι
ὑπεκλύει τὴν ἄσκησιν. διόπερ συμφερόντως οὐκ ἴσμεν
οὔτε εἰ ἀγαθοὶ οὔτε εἰ πονηροὶ ἐσόμεθα.’

‘‘Ἐπεὶ δὲ εἰρήκαμεν ὅτι ἀπετύφλωσεν ἡμᾶς
πρὸς τὰ μέλλοντα ὁ θεὸς, ζητούμενόν τι ῥητὸν ἀπὸ 
τῆς Ἐξόδου ὅρα εἰ δυνάμεθα οὕτω σαφηνίσαι τις

 
ἐποίησε δύσκωφον καὶ κωφὸν , καὶ βλέποντα καὶ
τυφλόν; οὐκ ἐγὼ κύριος ὁ θεός; ἵνα τὸν αὐτὸν
καὶ τυφλὸν καὶ βλέποντα πεποιηκὼς ᾐ· βλέποντα
μὲν πρὸς τὰ ἐνεστηκότα, τυφλὸν δὲ πρὸς τὰ μέλλοντα.
τὸ γὰρ περὶ τοῦ δυσκώφου καὶ κωφοῦ οὐ 
τοῦ παρόντος καιροῦ διηγήσασθαι.

ὅτι μέντοι γε
πολλῶν τῶν ἐφ’ ἡμῖν αἴτια πλεῖστα τόν οὐκ ἐφ’
ἡμῖν ἐστι καὶ ἡμεῖς ὁμολογήσομεν· ὧν μὴ γενομένων,
 λέγω δὲ τῶν οὐκ ἐφ’ ἡμῖν, οὐκ ἂν τάδε τινὰ
τῶν ἐφ’ ἡμῖν ἐπράττετο. πράττεται δὲ τάδε τινὰ 
τῶν ἐφ’ ἡμῖν ἀκόλουθα τοῖσδε τοῖς προγενομένοις
οὐκ ἐφ’ ἡμῖν, ἐνδεχομένου τοῦ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς προ-
γενομένοις καὶ ἕτερα πρᾶξαι παρ’ ἃ πράττομεν.

εἰ
δέ τις ζητεῖ τὸ ἐφ’ ἡμῖν ἀπολελυμένον εἶναι τοῦ παν-
τὸς, ὥστε μὴ διὰ τάδε τινὰ συμβεβηκότα ἡμῖν ἡμᾶς 
αἱρεῖσθαι τάδε, ἐπιλέλησται κόσμου μέρος ὢν καὶ
ἐμπεριεχόμενος ἀνθρώπων κοινωνίᾳ καὶ τοῦ περι-
έχοντος.

μετρίως μὲν οὖν ὡς ἐν ἐπιτομῇ οἶμαι
d ἀποδεδεῖχθαι, τὸ τὴν πρόγνωσιν τοῦ θεοῦ μὴ εἶναι
καταναγκαστικὴν τῶν προεγνωσμένων πάντως. 
 “Φέρε δὲ ἀγωνισώμεθα καὶ περὶ τοῦ τοὺς ἀστέρας
μηδαμῶς εἶναι ποιητικοὺς τῶν ἐν ἀνθρώποις,
σημαντικοὺς δὲ μόνον.

σαφὲς δὴ ὅτι εἰ ὅδε τις
ὁ σχηματισμὸς τῶν ἀστέρων ποιητικὸς νομίζοιτο
τῶνδέ τινων τῶν γινομένων περὶ τὸν ἄνθρωπον · 
ἔστω γὰρ περὶ τούτου νῦν ζητεῖσθαι τὸν λόγον·)
οὐκ ἂν ὁ σήμερον, φέρε εἰπεῖν , γενόμενος σχημα-
τισμὸς περὶ τόνδε δύναται νοεῖσθαι πεποιηκέναι τὰ
παρεληλυθότα περὶ ἕτερον ἢ καὶ περὶ ἑτέρους· πᾶν
γὰρ τὸ ποιοῦν πρεσβύτερον τοῦ πεποιημένου.

ὅσον 
δὲ ἐπὶ τοῖς μαθήμασι τῶν τὰ τοιαῦτα ἐπαγγελλομένων,
 πρεσβύτερα τοῦ σχηματισμοῦ προλέγεσθαι

 
νομίζεται περὶ τοὺς ἀνθρώπους.

ἐπαγγέλλονται
γὰρ τόνδε τινὰ τρόπον, τὴν ὥραν λαβόντες τοῦδε
τοῦ ἀνθρώπου, καταλαμβάνειν πῶς ἕκαστος τῶν
πλανωμένων κατὰ κάθετον , ἢ τῆσδε τῆς μοίρας τοῦ
 ζῳδίου, ἢ τῶν ἐν αὐτῷ λεπτῶν, καὶ ποῖος ἀστὴρ τοῦ
ζωδιακοῦ κατὰ τοῦ ἀνατολικοῦ ἐτύγχανεν ὁρίζοντος,
ποῖός τε κατὰ τοῦ δυτικοῦ καὶ τίς κατὰ τοὐ μεσου-
ρανήματος καὶ τίς κατὰ τοῦ ἀντιμεσουρανήματος.

καὶ ἐπὰν θῶσι τοὺς ἀστέρας, οὓς νομίζουσιν
 ἑαυτοῖς ἐσχηματικέναι , κατὰ τὸν καιρὸν τῆς τοῦ 
δεῖνος γενέσεως ἐσχηματισμένους οὑτωσὶ, τῷ χρόνῳ
τῆς ἀποτέξεως τοῦ περὶ οὗ σκοποῦσιν, οὐ μόνον τὰ
μέλλοντα ἐξετάζουσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ παρεληλυθότα
καὶ τὰ πρὸ τῆς γενέσεως καὶ τῆς σπορᾶς τοῦ περὶ
 οὗ ὁ λόγος γεγενημένα, περὶ πατρὸς, ποταπὸς ὢν τυγ-
χάνει, πλούσιος ἢ πένης, ὁλόκληρος τὸ σῶμα ἢ
σεσινωμένος, τὸ ἦθος βελτίων ἢ χείρων , ἀκτήμων
ἢ πολυκτήμων , τήνδε τὴν πρᾶξιν ἢ τήνδε ἔχων. 
τὰ δ’ αὐτὰ καὶ περὶ τῆς μητρὸς καὶ περὶ πρεσβυτέρων
 ἀδελφῶν, ἐὰν τύχωσιν ὄντες.

ἔστω δὲ ἡμὰς
ἐπὶ τοῦ παρόντος προσίεσθαι αὐτοὺς καταλαμβάνειν
τὰ ἐν τόπῳ ἀληθῆ, περὶ οὗ καὶ αὐτοῦ ὕστερον δεί-
ξομεν ὅτι οὐχ οὕτως ἔχει. πευσώμεθα τοίνυν τῶν
ὑπολαμβανόντων κατηναγκάσθαι ὑπὸ τῶν ἄστρων
 τὰ τῶν ἀνθρώπων πράγματα τίνα τρόπον ὁ σήμερον
σχηματισμὸς ὁ τοιόσδε δύναται πεποιηκέναι τὰ πρεσβύτερα.

εἰ γὰρ τοῦτο ἀμήχανον, καθ’ ὃ δὴ ὅ τι
εὑρίσκεται τὸ περὶ τῶν πρεσβυτέρων τοῦ χρόνου
ἀληθὲς, σαφὲς τὸ μὴ πεποιηκέναι τοὺς ἀστέρας οὑτωσὶ 
 κινουμένους ἐν οὐρανῷ τὰ παρεληλυθότα καὶ
γενόμενα πρὸ τοῦ οὕτως ἔχειν αὐτούς. εἰ δὲ τοῦτο,
τάχα ὁ προσιέμενος ἀληθεύειν αὐτοὺς . ἐπιστήσας

 
τοῖς περὶ τῶν μελλόντων λεγομένοις, ἐρεῖ.ἀληθεύειν
οὐ τῷ ποιεῖν τοὺς ἀστέρας, ἀλλὰ τῷ σημαίνειν μόνον.

ἐὰν δέ τις φάσκῃ τὰ μὲν παρεληλυθότα μὴ ποιεῖν
τοὺς ἀστέρας, ἀλλὰ ἄλλους μὲν σχηματισμοὺς τοὺς
τῆς ἐκείνων γεγέσεως αἰτίους γενομέναι, τὸν δὲ νῦν 
σχηματισμὸν σεσημαγκέναι μόνον, τὰ μέντοι μέλλοντα
δηλοῦσθαι ἀπὸ τοῦ ἐνεστηκότος σχηματισμοῦ
τῆς τοῦ δεῖνος γενέσεως, παραστησάτω τὴν διαφορὰν
τοῦ ἀπὸ τῶν ἀστέρων δύνασθαι δεῖξαι ὅτι τάδε
μὲν νενόηται ἀληθῆ, ὡς ἀπὸ ποιούντων, τάδε δὲ ὡς 
 ἀπὸ σημαινόντων μόνον.

μὴ ἔχοντες δὲ δοῦναι τὴν
διαφορὰν εὐγνωμόνως συγγ̣αταθήσονται μηδὲν τῶν
κατὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τῶν ἀστέρων γίνεσθαι,
ἀλλ’ ὡς προειρήκαμεν , εἰ ἄρα, σημαίνεσθαι· ὡς εἰ
μὴ καὶ ἀπὸ τῶν ἀστέρων τις ἐλάμβανε τὰ παρεληλυ- 
θότα καὶ τὰ μέλλοντα, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ νοῦ τοῦ θεοῦ
διά τινος λόγου προφητικοῦ.

ὥσπερ γὰρ προ-
απεδείξαμεν ὅτι οὐδὲν λυπεῖ τὸν περὶ τοῦ ἐφ’ ἡμῖν
 λόγον τὸ τὸν θεὸν εἰδέναι τὰ πραχθησόμενα ἑκάστῳ,
οὕτως οὐδὲ τὰ σημεῖα, ἃ ἔταξεν ὁ θεὸς εἰς τὸ ση- 
μαίνειν , ἐμποδίζει τὸ ἐφ’ ἡμῖν, ἀλλὰ παραπλησίως
βιβλίῳ περιέχοντι τὰ μέλλοντα προφητικῶς ὁ πᾶς
οὐρανὸς δύναται, οἱονεὶ βίβλος ὢν θεοῦ, περιέχειν
τὰ μέλλοντα.

διόπερ ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Ἰωσὴφ
δύναται οὕτω νοεῖσθαι τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ Ἰακὼβ 
ἀνέγνων γὰρ ὲν ταῖς πλαξὶ τοῦ οὐρανοῦ ὅσα συμ-
βήσεται ὑμῖν καὶ τοῖς υἱοῖς ὑμῶν.’ τάχα δὲ καὶ τὸ
 εἱλιγήσεται ὁ οὐρανὸς ὡς βιβλίον’ τοὺς λόγους τοὺς
περιεχομένους σημαντικοὺς τῶν ἐσομένων δηλοῖ
ἀπαρτισθησομένους καὶ , ἔν’ οὕτως εἴπω , πληρωθη- 
σομἐνους, ὥσπερ λέγονται αἱ προφητεῖαι πεπληρῶ-
σθαι τῷ ἐκβεβηκέναι.

καὶ οὕτως ἔσται εἰς

 
σημεῖα τὰ ἄστρα γεγονότα, κατὰ τὴν λέγουσαν φωνὴν
‘ ἔστωσαν εἰς σημεῖα.’ ὁ δὲ Ἱερεμίας ἐπιστρέφων
ἡμᾶς πρὸς ἑαυτοὺς καὶ περιαιρῶν φόβον τὸν ἐπὶ
τοῖς νομιζομένοις σημαίνεσθαι, τάχα δὲ καὶ ὑπολαμβαωομένοις
 ἐκεῖθεν ἔρχεσθαι, φησὶν ἀπὸ τῶν σημείων
τοῦ οὐρανοῦ μὴ φοβεῖσθε.’’’

“ Ἴδνμεν καὶ δεύτερον ἐπιχείρημα, πῶς οὐ
δύνανται οἱ ἀστέρες εἶναι ποιητικοὶ, ἀλλ’ , εἰ ἄρα,
σημαντικοί. ἀπὸ πλείστων γὰρ ὅσων γενέσεων ἔστι
 λαβεῖν τὰ περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου · (τοῦτο δὲ καθ’ ὑπόθεσιν
λέγομεν, συγχωροῦντες τὸ ἐπιστήμην αὐτῶν
ἀναλαμβάνεσθαι ὑπ’ ἀνθρώπων δύνασθαι·) φέρε
γὰρ εἰπεῖν, περὶ τοῦ τόνδε πείσεσθαι τόδε καὶ τεθνήξεσθαι
περιπεσόντα λῃσταῖς καὶ ἀναιρεθέντα
 φησὶ δύνασθαι λαμβάνειν ἀπό τε τῆς ἰδίας αὐτοῦ
γενέσεως, κἂν τύχη ἔχων ἀδελφοὺς πλείονας, ἀπὸ
τῆς ἑκάστου αὐτῶν.

περιέχειν γὰρ οἴονται τὴν
ἑκάστου γένεσιν, ἀδελφὸν ὑπὸ λῃστῶν τεθνηξόμενον,
ὁμοίως καὶ τὴν τοῦ πατρὸς καὶ τὴν τῆς μητρὸς καὶ
 τὴν τῆς γαμετῆς καὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ καὶ τῶν οἰκετῶν
καὶ τῶν φιλτάτων, τάχα δὲ καὶ αὐτῶν τῶν ἀναιρούντων.

πῶς οὑν δυνατὸν τὸν τοσαύταις
γενέσεσιν, ἔνα αὐτοῖς τοῦτο συγχωρηθῇ, ἐμπεριεχόμενον 
γίνεσθαι ὑπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν ἀστέρων
 τῆσδε μᾶλλον τῆς γενέσεως ἢ τῶνδε ; ἀπίθανον γὰρ
καὶ τὸ φάσκειν τὸν σχηματισμὸν τὸν ἐν τῇ ἰδίᾳ τοῦδέ
τινος γενέσει ταῦτα πεποιηκέναι, τὸν δὲ ἐν τῇ τῶνδε
γενέσει μὴ πεποιηκέναι , ἀλλὰ σεσημασμέναι μόνον.

ἠλίθιον γὰρ τὸ εἰπεῖν ὅτι ἡ πάντων γένεσις
 περιεῖχε καθ’ ἕκαστον ποιητικὸν τοῦ τόνδε ἀναιρεθῆναι· 
ὥστε ἐν γενέσεσιν , καθ’ ὑπόθεσιν λέγω , πεντήκοντα
περιέχεσθαι τὸ τόνδε τινὰ ἀναιρεθῆναι. οὐκ 

 
οἶδα δ’ ὅπως δυνήσονται σῶσαι τὸ τῶν μὲν ἐν Ἰουδαίᾳ
σχεδὸν πάντων τοιόνδε εἷναι τὸν σχηματισμὸν
ἐπὶ τῆς γενέσεως, ὡς ὀκταήμερον αὐτοὺς λαμβάνειν
περιτομὴν, ἀκρωτηριαζομένους καὶ ἑλκουμένους καὶ
φλεγμονῇ περιπεσουμένους καὶ τραύμασι, καὶ ἅμα τῇ 
εἰς τὸν βίον εἰσόδῳ ἰατρῶν δεομένους· τῶν δὲ ἐν
Ἰσμαηλίταις τοῖς κατὰ τὴν Ἀραβίαν τοιόνδε ὡς
πάντας περιτέμνεσθαι τρισκαιδεκαετεῖς. τοῦτο γὰρ
 ἱστόρηται περὶ αὐτῶν.

καὶ πάλιν τῶνδέ τινων
τῶν ἐν Αἰθίοψι τοῖσδε τὰς κόγχας τῶν γονάτων περιαιρεῖρθαι 
καὶ τῶν Ἀμαζόνων τοὺς ἑτέρους τῶν
μαστῶν. πῶς γὰρ ταῦτα ποιοῦσιν οἶ ἀστέρες τοῖσδε
τοῖς ἔθνεσιν; οἶμαι ὅτι εἰ ἐπιστήσαιμεν οὐδὲ μέχρι
τοῦ στῆσαι δυνησόμεθά τι ἀληθὲς εἰπεῖν περὶ αὐτῶν.

τοσούτων δὲ φερομένων ὁδῶν προγνωστικῶν, οὐκ 
οἷδ’ ὅπως ἐξώκειλαν οἶ ἄνθρωποι ἐπὶ τὸ τὴν μὲν
 οἰωνιστικὴν καὶ τὴν θυτικὴν μὴ λέγειν περιέχειν τὸ
ποιοῦν αἴτιον, ἀλλὰ σημαίνειν μόνον, καὶ τὴν ἀρτεροσκοπικὴν,
, οὐκέτι δὲ τὴν γενεθλιαλογικήν.

εἰ
γὰρ ἐπιγινώσκεται , (ἵνα καὶ χαρισώμεθα τὸ γινώσκεσθια,) 
γίνεται δὲ ἐκεῖθεν ὅθεν ἡ γνῶσις λαμβά-
νεται, τί μᾶλλον ἀπὸ τῶν ἀστέρων ἢ ἀπὸ τῶν οἰωνῶν
ἔσται τὰ γινόμενα, καὶ μᾶλλον ἀπὸ τῶν οἰωνῶν
ἢ ἀπὸ τῶν σπλάγχνων τῶν θυομένων; τί δὲ μᾶλλον
ἀπὸ τῶν σπλάγχνων τῶν θυομένων ἢ ἀπὸ τῶν διᾳττόντων 
ἀστέρων; ταῦτα μὲν οὖν ἐπὶ τοῦ παρόντος
ἀρκέσει εἰς ἀναίρεσιν τοῦ ποιητικοὺς εἶναι τοὺς
ἀστέρας τῶν ἀνθρωπίνων.’’

“ Ὅπερ δὲ συγκεχωρήκαμεν , οὐ γὰρ ἐλύπει
τὸν λόγον, ὡς τῶν ἀνθρώπων δυναμένων καταλαμβάνειν 
τοὺς οὐρανίους σχηματισμοὺς, καὶ τὰ σημεῖα,
 καὶ ὣν ἐστι σημεῖα, τοῦτο φέρε νῦν ἐξετάσωμεν εἰ

 
ἀληθές ἐστι.

φασὶ τοίνυν οἶ περὶ ταῦτα δεινοὶ
τὸν μέλλοντα τὰ κατὰ τὴν γενεθλιαλογίαν ἀληθῶς
καταλαμβάνειν εἰδέναι οὐ μόνον τὸ κατὰ πόστου
δωδεκατημορίου ἐστὶν ὁ καλούμενος ἀστὴρ, ἀλλὰ
 καὶ κατὰ ποίας μοίρας τοῦ δωδεκατημορίου καὶ
κατὰ ποίου ἐξηκοστοῦ , οἶ δὲ ἀκριβέστεροι καὶ κατὰ
ποίου ἐξηκοστοῦ τοῦ ἑξηκοστοῦ, καὶ τοῦτό φασι δεῖν
ποιεῖν ἐφ’ ἑκάστου τῶν πλανωμένων, ἐξετάζοντα τὴν
σχέσιν τὴν πρὸς τοὺς ἀπλανεῖς.

πάλιν αὖ ἐπὶ
 τοῦ ἀνατολικοῦ ὁρίζοντος δεήσει , φασὶν , ἰδεῖν οὐ 
μόνον τὸ δωδεκατημόριον ποῖον ἦν ἐπ’ αὐτοῦ , ἀλλὰ
καὶ τὴν μοῖραν καὶ τὸ ἑξηκοστὸν τῆς μοίρας, τὸ
πρῶτον ἢ τὸ δεύτερον ἑξηκοστόν.

πῶς τοίνυν
τῆς ὥρας πλατεῖ λόγῳ ἥμισυ δωδεκατημορίου περιεχούσης
 δύναταί τις λαβεῖν τὸ ἑξηκοστὸν, μὴ ἔχων
τὴν ἀναλογίαν τῆς διαιρέσεως τῶν ὡρῶν, ὥστε, φέρε
εἰπεῖν, εἰδέναι ὅτι γεγέννηται ὁ δεῖνα ὥρα τετάρτῃ
καὶ ἡμίσει ὥρας, καὶ τετάρτῳ, ὀγδόῳ, καὶ ἑκκαιδεκάτῳ,
καὶ δυοτριακοστῷ;

παρὰ πολὺ γάρ φασι 
 παραλλάττειν τὰ σημαινόμενα παρὰ τὴν ἀγνωσίαν οὐ
τῆς ὅλης ὥρας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ποστημορίου αὐτῆς.
ἐν γοῦν τοῖς διδύμοις γεννωμένοις πολλάκις τὸ με-
ταξὺ καὶ ἀκαριαῖον ὥρας ἐστὶ, καὶ πολλαὶ παραλλαγαὶ
τῶν συμβαινόντων καὶ τῶν πραττομένων ἐπ’ αὐτῶν
 ἀπαντῶσιν , ὥς φασιν ἐκεῖνοι, παρὰ τὴν αἰτίαν τῆς
σχέσεως τῶν ἀστέρων, καὶ τὸ μόριον τοῦ δωδεκα-
τημορίου τὸ παρὰ τὸν ὁρίζοντα, οὐ καταλαμβανόμενον
ὑπὸ τῶν νομιζομένων τὴν ὥραν τετηρηκένα.

οὐδεὶς 
γὰρ δύναται λέγειν ὅτι τὸ μεταξὺ τοῦδε τῆς γενέσεως
 πρὸς τὴν τοῦδε ἐστὶν ὥρας τριακοστόν. ἀλλ’ ἔστω
συγκεχωρημένον αὐτοῖς τόδε κατὰ τὸ ἐκλαβεῖν τὴν
ὥραν. φέρεται δὴ θεώρημα ἀποδεικνύον τὸνζωδιακὸν

 
κύκλον ὁμοίως τοῖς πλανωμένοις φέρεσθαι ἀπὸ δυσ-
μῶν ἐπὶ ἀνατολὰς δι’ ἑκατὸν ἐτῶν μοῖραν μίαν, καὶ
 τοῦτο τῷ πολλῷ χρόνῳ ἐναλλάττειν τὴν θέσιν τῶν
δωδεκατημορίων ἑτέρου μὲν τυγχάνοντος τοῦ νοητοῦ
δωδεκατημορίου, ἑτέρου δὲ τοῦ ὡσανεὶ μορφώματος. 
τὰ δὲ ἀποτελέσματα φασὶν εὑρίσκεσθαι οὐκ ἐκ τοῦ
μορφώματος, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νοητοῦ ζῳδίου, ὅπερ οὐ
 πάνυ τι δυνατὸν καταλαμβάνεσθαι.

ἔστω δὲ καὶ
τοῦτο συγκεχωρημένον, τὸ καταλαμβάνεσθαι τὸ νοη-
τὸν δωδεκατημόριον , ἢ δύνασθαι ἐκ τοῦ αἰσθητοῦ 
δωδεκατημορίου λαμβάνεσθαι τὸ ἀληθές· ἀλλὰ τήν
γε σύγκρασιν παρ’ αὐτοῖς καλουμένην τῶν ἐν τοῖσδε
τοῖς σχηματισμοῖς τυγχανόντων καὶ αὐτοὶ ὁμολουήσουσιν
οὐχ οἷοί τε σώσαι κάτα πὰν , ἀμαυρουμένου
τοῦ δηλουμένου, φέρε εἰπεῖν, χείρονος, ἀπὸ τοῦδε 
 διὰ τὸ ἐπιβλέπεσθαι αὐτὸν ὑπὸ τοῦδε τοῦ κρείττονος,
καὶ ἐπὶ τοσόνδε ἢ τοσόνδε ἀμαυρουμένου.
πολλάκις πάλιν τῆς ἀμαυρώσεως τῆς τοῦ χείρονος
ὑπὸ τῆς ἐπιβλέψεως τῆς τοῦ κρείττονος ἐμποδιξομένης,
ἐκ τοῦ ἕτερον οὑτωσὶ ἐσχηματίσθαι , χειρόνων 
ὄντα σημαντικόν.

καὶ οἶμαι ἐπιστήσαντά τινα
τοῖς τόποις ἀπογνῶναι τὴν περὶ τούτων κατάληψιν,
οὐδαμῶς ἀνθρώποις ἐκκειμένην , ἀλλ’, εἰ ἄρα, μέχρι
τοῦ σημανθῆναι μόνον φθάνουσαν.

εἰ δέ τις ἐν
 πείρᾳ γεγένηται τῶν πραγμάτων , μᾶλλον εἴσεται τὸ 
ἐν τῷ στοχάζεσθαι ἀποπτωτικὸν τῶν λεγόντων καὶ
αὐτῶν τῶν συγγραψαμένων ἤπερ νομιζόμενον ἐπι-
τευκτικόν. καὶ Ἡσαΐας γοῦν, ὡς οὐ δυναμένων τούτων
εὑρίσκεσθαι ὑπὸ ἀνθρώπων , φησὶ πρὸς τὴν
θυγατέρα τῶν Χαλδαίων τῶν ταῦτα μάλιστα παρὰ 
πάντας ἐπαγγελλομένων‘στήτωσαν δὴ καὶ σωσάτω-
σάν σε οἱ ἀστρολόγοι τοῦ οὐρανοῦ, ἀναγγειλάτωσάν

 
σοι τί μέλλει ἐπὶ σὲ ἔρχεσθαι.’ διὰ γὰρ τούτων διδασκόμεθα 
μὴ δύνασθαι τοὺς πάνυ περὶ ταῦτα φιλομαθεῖς
προδηλοῦν ἃ βεβούληται κύριος ἑκάστῳ ἔθνει
ἐπαγαγεῖν.”

Τοσαῦτα καὶ ὁ δηλωθεὶς ἀνήρ. ἀλλὰ γὰρ ὁ
πᾶς ἡμῖν οὗτος εἰς δύο τὰ μέγιστα συναιρεῖται λόγος,
εἴς τε τὸ μὴ θεοὺς εἶναι τοὺς κατὰ πόλιν χρᾶν
νενομισμένους καὶ εἰς τὸ μηδὲ ἀγαθοὺς δαίμονας,
τοὐναντίον δὲ γόητάς τινας καὶ πλάνους καὶ ἀπατεῶνας,
 ἐπ’ ὀλέθρῳ καὶ διαστροφῇ τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας
τὴν εἰς ἀνθρώπους πλάνην τήν τε ἄλλην
καὶ τὴν περὶ εἱμαρμένης προβεβλημένους.

ἀφ’
ἧς μηδενὸς τῶν ἐξ αἰῶνος πλὴν Ἰησοῦ τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν τὸ πὰν τῶν ἀνθρώπων γένος λελυτρωμένου,
 εἰκότως ἡμῖν ἐν ἀρχαῖς τῆς Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς 
τὰ παρόντα πάντα διὰ σπουδῆς γέγονεν, ὡς
ἂν ἔργῳ μάθοιμεν ἐκ τίνων προγόνων φύντες καὶ
οἵᾳ τὸ πρὶν ἀπάτη συνεχομένων , ἐξ ὁπόσης τε καὶ
πηλίκης ἀνανεύσαντες αὐτοί τε ἡμεῖς καὶ ὁ σύμπας
 τῶν ἀνθρώπων βίος ἀβλεψίας τε καὶ ἀθεότητος τὴν
ἴασιν τῆς μακρὰς καὶ πολυχρονίου δαιμονικῆς ἐνεργείας
διὰ μόνης τῆς σωτηρίου Εὐαγγελικῆς εὑράμεθα
διδασκαλίας.

Ἑβραίων πέρι λοιπὸν καὶ τῆς κατ’ αὐτοὺς φιλοσοφίας 
τε καὶ εὐσεβείας, ἣν τῶν πατρίων ἀπάντων
προτετιμήκαμεν , τὸν τοῦ βίου τρόπον ὑπογράψαι
καιρός.

ἐπειδὴ γὰρ οὐκ ἀλόγῳ, κεκριμένῳ δὲ καὶ
σώφρονι λογισμῷ τῆς διεψευσμένης ὁμοῦ πάντων

 
Ἑλλήνων τε καὶ βαρβάρων θεολογίας τὴν ἀπόλειψιν
Πεποιημένοι συνέστημεν, ὥρα λοιπὸν τὴν δευτέραν
ἐπιλύσασθαι, τὴν αἰτίαν ἀποδιδόντας τῆς τῶν Ἑβραϊκῶν
λόγων μεταποιήσεως.

Τὸ μὲν οὖν μὴ φέρειν
τινὰ μέμψιν ἡμῖν τὴν ἀπὸ βαρβάρων τοῦ συμφέροντος 
μετάληψιν ἐπὶ τῆς δεούσης σχολῆς παραστήσομεν,
 πάντα τοῖς Ἕλλησι καὶ αὐτοῖς γε τοῖς βοωμένοις
αὐτῶν φιλοςόφοις τὰ φιλόσοφα μαθήματα, καὶ τὰ
ἄλλως κοινὰ και ταῖς πολιτικαῖς λυσιτελοῦντα χρείαις,
παρά βαρβάρων έβκευωρήβθαι έπιδείζοντες· τὸ δὲ 
μηδέν πω μηδ' ὅλως παρά τισιν εύρῆβθαι τῶν ἐθνῶν,
οἷον τὸ παρ' Ἑβραίων ἡμῖν άγαθόν πεπορισμένον,
ὧδε ἂν γένοιτο πρόδηλον.

Οί μεν δὴ λοιποί πάντες ἄνθρωποι, ἄνωθεν
 ἐκ πρώτης τον βίον σνστάσεως καὶ εἰς τὸν 
χρόνον μόνῃ τῇ τῶν σωμάτων προσανασχόντες αἰσθήσει
τῷ μηδέν περί τῆς ἐν αὐτοῖς ψνχῆς διειληφέναι
πλέον τε οὐδὲν τῶν ὁρωμένων ἐν τοῖς οὖσιν
 ὑπάρχειν ἡγησάμενοι, τὸ καλόν καὶ συμφέρον καὶ
μόνον ἀγαθὸν τῇ τῶν σωμάτων ἀνέθηκαν ἡδονῇ· 
μόνην τε ταύτην, ὡς τὸ μόνον οὖσαν ἀγαθὸν καὶ
προσηνὲς καὶ ἡδὺ πρὸς ἀπόλανσίν τε εὐδαίμονος
βίου αὐτάρκη, περισπονδαστον ὑποθέμενοι θεῶν
μεγίστην ἡγήσαντό τε καὶ τεθειάκασιν, οὐδὲ τῆς
ζωῆς αν της, εἰ μὴ μετέχοι τῆς τῶν σωμάτων ἡδονῆς, 
ἐφιέμενοι, καὶ ζῆν οὐ διὰ τὸ ζῆν, διὰ δὲ τὲ ἡδέως
ζῆν ἀσπαζόμενοι, τοῦτο καὶ τοῖς ἰδίοις εὐξάμενοι
παιβἰν ὡς μόνον ἀγαθὸν παρεῖναι.

ἔνθεν οἱ μὲν
τὰ χορηγὰ τῆς ἐνσάρκον ζωῆς ἥλιον εἶναι καὶ σελήνην
 καὶ ἀστέρας ὑποτοπάβαντες, καί πως καὶ πρὸς 
τὴν ὄψιν τοῦ φωτὸς καταπλαγέντες πρώτους θεὺς
ἀνηγόρευσαν, μόνους αἰτίους τῶν ὅλων εἶναι ἀπο-


 
φηνάμενοι· οἶ δὲ τοὺς ἀπὸ γῆς καρποὺς τήν τε
ὑγρὰν καὶ ξηρὰν καὶ θερμὴν οὐσίαν τά τε λοιπὰ
τοῦ κόσμου μέρη, δι’ ὧν αὐτοῖς τὰ σώματα τρεφό-
μενά τε καὶ πιαινόμενα τὴν ἔνσαρκον ὁμοῦ ζωήν τε
 καὶ ἡδονὴν ἐθηρᾶτο, θεῶν πάλιν προσηγορίᾳ τετι-
μήκασιν· οἱ δὲ πολὺ πρότερον τούτων γυμνῇ καὶ
ἀκαλύπτῳ κεφαλῇ τὰ σφέτερα πάθη καὶ τὴν δέσποι-
ναν αὐτῶν ἡδονὴν, ἔρωτα καὶ πόθον καὶ ἀφροδίτην,
καὶ αὐτῶν τῶν θεῶν κρατεῖν εἰπόντες ἀπεθέωσαν·
 οἶ δὲ τοὺς τῶν ἡδέων χορηγούς τε καὶ εὑρετὰς αὐτοῖς 
γενομένους ἄνδρας τυράννους τινὰς καὶ δυνάστας,
δι’ ἃς ἔτυχον ἐξ αὐτῶν εὐπαθείας, ζῶντάς
τε ἔτι καὶ μετὰ τελευτὴν ἐθεοποίησαν· οἱ δὲ μοχθηρῶν
πνευμάτων καὶ δαιμόνων γενόμενοι παραπαίγνια
 ἔτι μειζόνως τὸ παθητικὸν αὐτῶν μέρος
τῆς ψυχῆς συνηύξησαν , τὰ ἡδέα καὶ παρὰ τούτων
διὰ τῆς νενομισμένης αὐτῶν θεραπείας ἐκπορίζοντες·
οἶ δὲ μηδενὸς τούτων ἀνασχόμενοι τὸ ἄθεον ὡς
πολὺ κρεῖττον τῆς τοιᾶσδε θεολογίας εἰσηγήσαντο· 
 οἷ δὲ ἔτι τούτων ἁπάντων ἀναιδέστεροι τὸν φιλόσοφον
καὶ τρισευδαίμονα βίον οὐδ’ ἄλλον εἶναι ἢ
τὸν ἡδὺν ἀπεφήναντο , τέλος τῶν ἀγαθῶν τὴν ἡδονὴν
ὁρισάμενοι.

ταύτῃ δ’ οὖν τὸ πάντων ανθρώπων
γένος, ὡς ἂν δεσποίνῃ πικρᾷ καὶ χαλεπωτάτῃ,
 ἡδονῇ θεῷ , μᾶλλον δὲ αἰσχρῷ καὶ ἀκολάστῳ δαίμονι,
καταδεδουλῖομένον παντοίαις ἐνεφύρετο ταλαιπωρίαις.
αἵ τε γὰρ θήλειαι αὐτῶν, κατὰ τὸν ἱερὸν
ἀπόστολον, μετήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς
θηλείας εἰς τὴν παρὰ φύσιν · ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἄρρενες, 
 ἀφέντες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας,
- ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρρεωες
ἐν ἄρρεσι τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι,

 
καὶ τὴν ἀντιμισθίαν, ἣν ἔδει, τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν
ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες.

ταύτῃ καὶ Ἕλληνες καὶ
βάρβαροι, σοφοί τε καὶ ἰδιῶται, χαμαί τε καὶ ἐπὶ
γαστέρα πεσόντες, ὡς θεῷ τῇ ἡδονῇ προσεκύνησαν,
πρηνεῖς τε σφᾶς αὐτοὺς ἑρπετῶν δίκην καταβαλόντες, 
ἄμαχον καὶ ἀπαραίτητον θεὸν ταύτην ἡγήσαντό
τε καὶ ἔστερξαν· ἔν τε ᾠδαῖς καὶ ὕμνοις, ἔν τε θεῶν
 ἑορταῖς, ἔν τε ταῖς πανδήμοις θέαις, μόνης τῆς αἰσχρᾶς
σχρὰς καὶ ἀκολάστου ἡδονῆς τὰ ὄργια καὶ τὰς ἀσέμνους
τελετὰς μυούμενοί τε καὶ τελοῦντες, ὡς εἰ καί 
τι ἄλλο, καὶ τόδε καλῶς παρ᾿ ἡμῖν ἀνῃρῆσθαι. “ἀρχὴ
γὰρ πορνείας ἐπίνοια εἰδώλων.”

καὶ τὰ μὲν περὶ
τῆς τῶν ἄλλων ἐθνῶν θεολογίας τοσαύτην εἰλήφει,
ὡς ἐν βραχεῖ φάναι, τὴν πολυτροπίαν, μιᾶς μὲν ἀρχῆς
τῆς ἀκαθάρτου καὶ μιαρᾶς ἡδονῆς ἀνημμένα, 
ὕδρας δὲ πολυαυχένου καὶ πολυκεφάλου τρόπον εἰς
πολλὰς καὶ ποικίλας διαιρέσεις τε καὶ τομὰς ἐξενηνεγμένα.

ἐπειδὴ τοίνυν τοσαύτην ἔτυχον προβε-
 βλημένοι τὴν πλάνην, εἰκότα δὴ αὐτοῖς ἡδονῇ θεῷ
καὶ κακῷ δαίμονι χρωμένοις ἐπὶ κακοῖς κακὰ συν- 
 ηγείρετο, γυναικομανίαις καὶ ἀρρένων φθοραῖς μητρογαμίαις
τε καὶ θυγατρομιξίαις τὸν πάντα καταφυρομένοις
βίον, καὶ τὴν ἄγριον καὶ θηριώδη φύσιν
ὑπερβολῇ φαυλότητος νενικηκόσι. τοιοῦτος μὲν οὖν
ὁ τρόπος τῶν παλαιῶν ἐθνῶν καὶ τῆς διεψευσμένης 
αὐτῶν θεολογίας, διὰ τῶν συνηγμένων ἡμῖν Ἑλληνικῶν
λογογράφων τε καὶ φιλοσόφων ἐν τοῖς ἔμπροσθεν
ἀποδέδεικται.

Εἰ δὴ οὖν συνῶπταί σοι ὁ τῶν παλαιῶν βίος,
ἄθρει δὴ λοιπὸν τῇ διανοία μόνους παῖδας Ἑβραίων 
ἐν τοσούτοις τὴν ἐναντίαν ἀπιόντας.

οἵδε γὰρ
 πρῶτοι καὶ μόνοι πάντων ἀνθρώπων ἄνωθεν ἐκ πρώ-

 
τῆς τοῦ βίου καταβολῆς λογικῇ θεωρίᾳ τὴν διάνοιαν
ἀναθέντες, καὶ τῇ περὶ τοῦ παντὸς φυσιολογίᾳ εὐσεβῶς
ἐπιστήσαντες , πρῶτα μὲν τὰ τῶν σωμάτων στοιχεῖα,
γῆν, ὕδωρ , ἀέρα, πῦρ , ἐξ ὣν τόδε τὸ πᾶν
 συνεστὼς κατεμάνθανον, ἥλιόν τε καὶ σελήνην καὶ
ἀστέρας, οὐ θεοὺς, ἔργα δὲ εἶναι θεοῦ διελογίσαντο,
τὴν φύσιν τῆς σωματικῆς οὐσίας οὐ μόνον ἄλογον,
ἀλλὰ καὶ ἄψυχον εἶναι, καθ’ ὅσον ῥοώδης καὶ φθαρτὴ
οὔσα τυγχάνει, συννοήσαντες, κἄπειτα λογισάμενοι
 ὡς οὐχ οἷόν τε τὴν τοῦ σύμπαντος κόσμου διάταξιν, 
εὖ καὶ σοφῶς ἡρμοσμένην , ἔμπλεων τε ζῴων ἐμψύχων
λογικῶν τε καὶ ἀλόγων ὑπάρχουσαν, αὐτόματον
ἐπιγράφεσθαι τὴν αἰτίαν, οὐδέ γε τῶν ἐμψύχων τὴν
ποιητικὴν ἀρχὴν ἄψυχον ὑπολαμβάνειν, οὐδ’ ἄλογον
 τὴν τῶν λογικῶν δημιουργόν.

ἐπεὶ δὲ μηδὲ ξύλων
καὶ λίθων αὐτόματός ποτ’ ἂν οἰκοδομία συσταίη,
οὐδέ γε ἐσθὴς ὑφάντου δίχα συντελεσθείη, οὐδὲ πόλλεις
καὶ πολιτεῖαι νόμων ἐκτὸς καὶ ἀρχοντικῆς δια-
τάξεως, οὐδὲ ἐκτὸς κυβερνήτου ναῦς, οὐδὲ τὸ ρμικρότατον
 τέχνης ὄργανον ὑποσταίη ἂν μὴ διὰ τεχνίτου,
οὐδ’ εὐόρμου ποτὲ ναῦς λιμένος τύχοι μὴ οὐχὶ 
σὺν ἀγαθῷ κυβερνήτῃ· οὐδ’ ἡ τῶν καθόλου στοιχείων
ἄρα φύσις, ἄψυχος οὖσα καὶ ἄλογος, τῷ καθ’
ἑαυτὴν λόγῳ δίχα τῆς ἀνωτάτω τοῦ θεοῦ σοφίας λόγου
 ποτὲ καὶ ζωῆς ἀνθέξεται. ταῦτα δὴ καὶ τὰ τοιαῦτα
διανοηθέντες οἱ τῆς ‘Eβραίων εὐσεβείας πατέρες,
ἐκ μεγέθους καὶ καλλονῆς κτισμάτων νῷ κεκαθαρμένῳ
καὶ ψυχῆς διαυγέσιν ὄμμασι τὸν πάντων
δημιουργὸν θεὸν ἐσεβάσθησαν.

Κἄπειτα μέρος οὐ μικρὸν τοῦ παντὸς σφὰς 
αὐτοὺς εἶναι συναισθόμενοι τὸ μέν τι αὐτῶν τίμιον
εἷναι ἡγήσαντο, (τοῦτο δὲ καὶ τὸν ἀληθῆ ἄνθρωπον,

 
τὸν κατὰ ψυχὴν νενοημένον,) τὸ δὲ τούτου χώραν
 περιβολῆς ἐπέχειν · τοῦτο δὲ εἶναι τὸ σῶμα. καὶ δὴ
τοῦτον διελόμενοι τὸν τρόπον τὴν πᾶσαν περὶ τῆς
τοῦ ἔνδον ἀνθρώπου ζωῆς φροντίδα καὶ σπουδὴν
εἰσηνέγκαντο.

τοῦτο δὲ παρὰ τῷ πάντων δημιουργῷ 
θεῷ προσφιλὲς εἶναι λογισάμενοι , ὅς που τὴν
ἀνθρώπων φύσιν τῶν ἐπὶ γῆς ἀπάντων κρατεῖν οὐ
ῥώμῃ σώματος ὡς ἀρετῆ̣ ψυχῆς ἐδωρήσατο· τὰ μὲν
γὰρ τῶν ὄντων εἶναι ἄψυχα, οἷα λίθους καὶ ξύλα,
τὰ δὲ ζωτικῆς δυνάμεως μέτοχα, οἶα τὰ ἀπὸ γῆς βλαρτήματα, 
 τὰ δὲ αἰσθήσεως ὁρμῆς τε φανταστικῆς μεμοιραμένα,
 οἶα ζῴων τὰ ἄλογα· πάντα δὲ ταῦτα ἑνὶ
τῷ τῶν ἀνθρώπων γένει πρὸς ὑπηρεσίαν δουλοῦσθαι,
οὐ ῥώμῃ σώματος καὶ ἰσχύι· κατηναγκασμένα , λογισμῷ
δὲ καὶ ψυχῆς ἀρετῇ , ᾗ τὸ κατὰ πάντων τῶν ἐπὶ 
γῆς ἀρχικόν τε καὶ βασιλικὸν γέρας ἄνωθεν παρὰ
τοῦ τῶν ὅλων αἰτίου συγκεχωρῆσθαι κατειλήφασιν·)

ἔνθεν ὁρμώμενοι σῶμα μὲν καὶ τὰ σωμάτων ἡδέα
οὐδέν τι μᾶλλον τῶν ἄλλων ἐπὶ γῆς θρεμμάτων προτιμᾶν
διενοήθησαν, τὸ δ’ ἐν αὐτοῖς ἄρχον, ὡς ἂν τοῦ 
πάντων ἄρχοντος οἰκεῖον, καὶ τῆς ψυχῆς τὸ λογικόν
τε καὶ νοερὸν, θεῖόν τε καἰ ἐπιστημονικὸν ὡς ἂν τοῦ
 ἐπὶ πάντων θεοῦ τὴν ὁμοίωσιν φέρον , μόνον διὰ
σπουδῆς ἔσχον.

εἶτα μηδὲν ἄλλο τι ἐνθυμηθέντες
ἀγαθὸν εἶναι τοῦ πάντων ἀγαθῶν χορηγοῦ θεοῦ, 
τέλος ἁπάσης εὐδαιμονίας τὴν αὐτοῦ γνῶσίν τε καὶ
φιλίαν εἶναι ἀπεφήναντο , ὅτι καὶ αὐτῆς ζωῆς καὶ
ψυχῆς καὶ σώματος καὶ τῶν τούτοις ἀναγκαίων μό-
νος αὐτὸς ἀνῆπται τὴν αἰτίαν.

τούτῳ δὴ οὖν
σφᾶς ὅλους αὐτῷ σώματι καὶ ψυχῇ φέροντες ἀνατεθείκασι, 
τεθείκασι, τὸν πάντα αὐτῶν βίον ἐπ’ αὐτὸν ἀναρτησάμενοι,
 καὶ μόνῳ προσέχειν, ἄλλῳ δὲ μηδενὶ τῶν

 
ὁρωμένων ἀξιώσαντες.

οὕτω δὴ φιλόθεοι ὁμοῦ
καὶ θεοφιλεῖς ἀναφανέντες θεραπευταί τινες ὄντως
καὶ ἱερεῖς τοῦ ὑψίστου θεοῦ ἀπεφάνθησαν, ἢ καὶ γένος
ἐκλεκτὸν καὶ βασιλικὸν ἱεράτευμά τε θεοῦ καὶ
 ἔθνος ἅγιον προσαγορευθῆναι ἠξιώθησαν, σπέρμα
τῆς ἀληθοῦς ταύτης εὐσεβείας καὶ τοῖς ὀψιγόνοις
αὐτῶν ἀπολελοιπότες.

ἆρ᾿ οὖν λογισμῷ σοι δοχοῦμεν
τούσδε τῶν Ἑλληνιχῶν προτετιμηκέναι, καὶ
μᾶλλον τῶν Φοινίκων τε καὶ Αἰγυπτίων θεῶν τῶν
 τε περὶ τοὺς θεοὺς δυσφήμων ἀτοπημάτων τὰς παρ᾿ 
Ἑβραίοις περὶ εὐσεβῶν ἀνδρῶν διηγήσεις
ἀποδέξασθαι;

Θέα δ᾿ οὖν ἔτι εἰς ὅσον θεοφιλοῦς ἀρετῆς 
προελθεῖν φασι τοὺς δηλουμένους. ἀποδεξάμενον τὸ
 θεῖον τῆς τε ἄλλης τοῦ βίου εὐσεβείας καὶ φιλοσοφίας
τῆς τε περὶ αὐτὸ θεραπείας τοὺς ἄνδρας, ἤδη
καὶ θειοτέρων χρησμῶν θεοφανειῶν τε αὐτοὺς καὶ
ἀγγελικῶν ὀπτασιῶν ἠξίου, τὰ ἐνδέοντα τῇ θνητῇ
φύσει ταῖς τῶν πρακτέων ὑποθήκαις ἐπιδιορθούμενον,
 δογμάτων τε καὶ μαθημάτων αὐτοῖς θεοπρεπῶν
τὴν γνῶσιν ἀποκαλύπτον, ὡς μηκέτι συλλογισμοῖς,
μηδὲ εἰκασίαις, ἐκλάμψει δὲ αὐτῆς ἀληθείας φωτίζεσθαι
τὰς διανοίας αὐτῶν, ὥστε ἤδη θεοφορουμένους
τὴν τῶν μέλλοντων ἔσεσθαι ὡς παρόντων ἐπιθεωρεῖν
 κατάληψιν, καὶ τὰ καθόλου συμβησόμενα
τῷ τῶν ἀνθρώπων γένει θεσπίζειν.

τοιαῦτα τῆς 
Ἑβραίων ἀρετῆς τὰ πολυύμνητα καὶ ὡς ἀληθῶς θεοφιλῆ
περιέχει λόγια, ἃ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ πατρίων
μύθων τε καὶ λήρων προτετιμήκαμεν· οἱ μέν γε περὶ
 θεῶν τὰ αἰσχρότατα περιεῖχον, οἱ δὲ περὶ θεοφιλῶν
ἀνδρῶν τὰς εὐσεβεῖς διδασκαλίας.

Ταῦτα δὲ πάλαι πρότερον πρὶν ἢ καὶ Μω- 

 
σέα καὶ τὸ Ἰουδαίων γένος ὑποστῆναι ἐξ ἔτι μακροῦ
αἰῶνος παρὰ τοῖς Ἰουδαίων προπάτορσιν ἐγνωρίζετο.
καὶ γὰρ οὖν καὶ τοῦτο διαρθρῶσαι καλὸν, ὡς ὁ Ἰουδαϊσμὸς
 οὐκ ἦν πω τότε, ἀλλ᾿ Ἑβραῖοι μὲν οἱ δηλούμενοι
ὁμοῦ τῇ προσηγορίᾳ καὶ τὸν τρόπον ὑπῆρχον, 
 Ἰουδαῖοι δὲ οὔτ᾿ ἦσάν πω οὔτ᾿ ἐχρημάτιζον.

Ἑβραίων
δὲ καὶ Ἰουδαίων τὸ διάφορον γνοίης ἂν ὧδε ὡδε· τὴν
μὲν προσηγορίαν οἱ μὲν ἀπὸ τοῦ Ἰούδα, ἐξ οὗ τῆς
φυλῆς τὸ Ἰουδαίων μακροῖς ὕστερον χρόνοις βασίλειον
συνέστη, οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ Ἕβερ (προπάτωρ δὲ 
τοῦ Ἁβραὰμ οὗτος ἦν) ἐπεγράφοντο.

προτερεῖν
τε Ἰουδαίων Ἑβραίους διδάσκουσιν οἱ ἱεροὶ λόγοι.
τὸν δὲ τῆς εὐσεβείας τρόπον Ἰουδαίοις μὲν πρῶτον πρῶτον
ἀπάρξασθαι τῆς νομοθεσίας Μωσέα, σαββάτου τινὸς
παραδόντα ἡμέραν, καὶ ταύτης πλείστην ὅσην φυλακὴν 
 εἰς ὑπόμνησιν σχολῆς τῶν ἱερῶν λόγων, βρωτέων
τε καὶ οὐ βρωτέων ζῴων διαστολὴν, ἑορτάς τε
ἐτησίους, καί τινας σωμάτων καθαρμοὺς, ἄλλης τε
μακρᾶς περιόδου κατά τινα σύμβολα θειότερον ἐπιτελουμένης.
 Ἑβραῖοι δὲ πρεσβύτεροι Μωσέως γενόμενοι 
τοῖς χρόνοις, πάσης τῆς διὰ Μωσέως νομοθεσίας
ἀνεπήκοοι ὄντες, ἐλεύθερον καὶ ἀνειμένον
εὐσεβείας κατώρθουν τρόπον, βίῳ μὲν τῷ κατὰ φύσιν
κεκοσμημένοι, ὡς μηδὲν νόμων δεῖσθαι τῶν ἀρξόντων
αὐτῶν δι᾿ ἄκραν ψυχῆς ἀπάθειαν, γνῶσιν δὲ 
 ἀληθῆ τῶν περὶ θεοῦ δογμάτων ἀνειληφέναι. ἀλλὰ
γὰρ τῶνδε τοῦτον εἰρημένων τὸν τρόπον, ὥρα καὶ
διὰ τῶν ἐγγράφων ἐλθεῖν.

Ὁ τοίνυν μέγας θεόλογος Μωσῆς Ἑβραῖος ὢν
ἐξ Ἑβραίων, εἰ καί τις ἄλλος, εὖ τε τὰ πάτρια ἐξ- 
 επιστάμενος, ὡς ἐν προοιμίοις τῶν ἱερῶν νόμων τοὺς
τῶν προπατόρων Ἑβραίων βίους μνήμαις ἀνεξαλεί-

 
πτοις παραδέδωκεν, ὧν τε ἀγαθῶν οὗτοι παρὰ θεοῦ
ἠξιοῦντο, καὶ αὖ πάλιν ἄλλων ἀθέων τε καὶ ἀσεβῶν
τρόπους τε καὶ τιμωρίας, ἀναγκαῖον ἡγησάμενος
ὑπάρξειν τοῦτο τοῖς μέλλουσι τοὺς αὐτοῦ νόμους
 παιδεύεσθαι μάθημα εἴς τε ἀποφυγὴν τῆς τῶν φαύλων
ὁμοιοτροπίας καὶ εἰς προτροπὴν τοῦ τῶν εὐδεβῶν
βίου.

χρῆν δὲ καὶ ἄλλως μὴ ἀγνοεῖν ὅτι δὴ
φθάσαντες, καὶ πρὸ τῶν ἐγγράφων αὐτοῦ νόμων, 
πλείους ἤδη τῶν προπατόρων ὀρθοῖς λογισμοῖς θεοσεβείας
 ἀρετῇ κατεκοσμήθησαν· οἳ καὶ φίλοι θεοῦ
καὶ προφῆται χρηματίσαντες αἰωνίας ἔτυχον παρ’
αὐτῷ μνήμης, ὣν μηδὲ ἀλλοτρίους τὸ γένος εἶναι
τούτους, οἶς τοὺς νόμους διετάττετο.

διὸ καὶ μᾶλλον
χρῆναι αὐτοὺς, ἀπογόνους θεοφιλῶν καὶ δικαίων
 ἀνδρῶν φύντας, τῆς τῶν προπατόρων εὐσεβείας ζηλωτὰς
άναδειχθῆναι, σπεῦσαί τε τῶν ἴσων τοῖς γεννήσασι
παρὰ θεοῦ τυχεῖν, ἀλλὰ μὴ ἀποναρκῆσαι, 
μηδ’ ἀποκνῆσαι ὡς ἐπ’ ἀδυνάτοις τῆς τῶν ἀγαθῶν
ἐλπίδος ἑαυτοὺς ἀπογνόντας·

δυνατὰ γὰρ εἶναι
 καὶ τοῖς οἰκείοις αὐτῶν προπάτορσιν ἐντελῶς κατωρθωμένα·
ὧν καὶ τὰς εἰκόνας τοῖς τὰ θεῖα παιδευομένοις
παρεδίδου, τοὺς βίους καταλέγων τῶν παλαιῶν,
καὶ τὴν ἰδιάζουσαν ἑνὸς ἑκάστου ἀρετὴν ὥσπερ
ἐν εἰκόσι γραφής διατυπούμενος.

Καὶ τούτων δὲ οὐδὲν ἐμποδὼν μὴ οὐχὶ διὰ 
βραχέων ἐπιδραμεῖν τὴν ἱστορίαν. πρὸ μὲν οὖν τοῦ
κατακλυσμοῦ, ὥσπερ ἡ αὐτοῦ Μώσεως περιέχει γραφή·
δεῖ δέ που, ὡς οἶμαι, μὴ ἄλλοθεν ἢ πάλιν οἴκοθεν 
τὰ Ἑβραίων πάτρια διασκοπῆσαι, ἐπεὶ καὶ τὰ
 Αἰγυπτία παρ’ Αἰγυπτίων καὶ τὰ Φοινίκων παρὰ
τῶν οἰκείων ἐμανθάνομεν, ὡς αὖ πάλιν τὰ Ἐλλήνων 
παρὰ τῶν ἐν τούτοις διαφανῶν, τά τε φιλοσόφων

 
παρὰ τῶν φιλοσόφων, ἀλλ’ οὐ παρὰ τῶν ἀπείρων
φιλοσοφίας· πόθεν δὲ ἄλλοθεν προσήκοι ἂν καὶ τὰ
ἰατρικῆς ἢ παρὰ τῶν ἐπιστημόνων πυνθάνεσθαι;
οὕτω δὴ κατὰ τὸ ἀκόλουθον ἡγοῦμαι δεῖν καὶ τὰ
Ἑβραίων ἐκ τῶν παρ’ Ἑβραίοις λογίων, ἀλλὰ μὴ ἄλλοθέν 
ποθεν ἀποδέχεσθαι)

ὥσπερ οὖν ὁ παρὰ
τούτοις κατέχει λόγος, ἄνωθεν πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ
ἐκ πρώτης ἀνθρώπων γενέσεως καὶ εἰς τὰς ἑξῆς διαδοχὰς
 θεοφιλεῖς τινες ἄνδρες γεγόνασι καὶ δίκαιοι
πλείους· ὧν ὁ μὲν ‘ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα 
κυρίου τοῦ θεοῦ.”

τοῦτο δὲ δηλοῖ τὸ μηδένα πλὴν
τῶν ἁπάντων τὸν δημιουργὸν δεσπότην ὁμοῦ καὶ
θεὸν τῶν ὅλων ἐπιγράψασθαι. πεπεῖσθαι γὰρ αὐτὸν
οὐ μόνον ποιητικῇ δυνάμει εὖ καὶ ἐν κόσμῳ τὸ πᾶν
διατεθεικέναι, ἀλλὰ καὶ δεσπότου δίκην, ὡς ἂν μεγάλης 
πόλεως, τοῦ σύμπαντος κυριεύειν, οἰκονομεῖν
τε καὶ οἰκοδεσποτεῖν ὁμοῦ καὶ κύριον ὄντα καὶ βασιλέα
καὶ θεόν.

οὑ τὴν ὡς κυρίου καὶ θεοῦ ἔννοιάν
τε καὶ προσηγορίαν πρῶτος ὁ δηλούμενος θεοφιλὴς
ἐν νῷ βαλλόμενος βαλλόμενος, ἀντὶ πάσης ὑπάρξεως καὶ προσηγορίας 
καὶ περιουσίας, μᾶλλον δὲ ἀντὶ παντὸς ἀγαθοῦ
 “ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα κυρίου τοῦ
θεοῦ, τοῦτον ἑαυτῷ θησαυρὸν ἀγαθῶν ψυχῆς τε
ὁμοῦ καὶ σώματος πεπορισμένος.

παρ’ ὃ πρῶτος
ἀληθὴς ἄνθρωπος χρηματίσαι παρ’ Ἑβραίοις 
ἀναγέγραπται. κέκληται δ’ οὖν Ἐνὼς, ὅπερ ἐστὶν
ἀληθὴς ἄνθρωπος, εὐθυβόλῳ προσωνυμίᾳ. οὐδὲ γὰρ
ἄλλον φασὶν ἀληθῆ προσήκειν ἡγεῖσθαι καὶ ὀνομάζειν
ἄνθρωπον ἢ τὸν θεοῦ γνώσεως καὶ εὐσεβείας
ἐπήβολον, τὸν ἀληθῶς γνωστικὸν ὁμοῦ καὶ εὐσεβῆ.

ὅτι δὴ τοὺς μὴ τοιούτους τοιούτους, θρεμμάτων κατ’ οὐδὲν
ἀλόγων διαφέροντας, οἷα ἐπὶ γαστέρα καὶ ἡδονὴν

 
πρηνεῖς καταβεβλημένους καταβεβλημένους, θῆρας μᾶλλον ἢ ἀνθρώπους
ἡ Ἑβραίων ἀποκαλεῖν διδάσκει γραφὴ, κυριολεκτεῖν
εἰθισμένη τὰς προσηγορίας.

παρ’ ὃ τοὺς
τοιούσδε τοτὲ μὲν λύκους καὶ κύνας, τοτὲ δὲ σύας
 φορυτῷ χρωμένους καὶ χαίροντας, καὶ πάλιν ἑρπετὰ
καὶ ὄφεις, τοῖς τῆς κακίας πολυτρόποις ἐμφερῶς εἴδεσι,
προσαγορεύειν εἴωθεν.

εἰ δὲ καί ποτε τὸν
κοινὸν καὶ πολὺν ἄνθρωπον καὶ τὸ γένος αὐτὸ χρεὼν 
διασημῆναι, πάλιν οἰκείᾳ καὶ προσφυεῖ χρωμένη
 προσηγορίᾳ τὸν πάντα ἄνθρωπον τῇ τοῦ Ἀδὰμ ἐπωνυμίᾳ
σημαίνει, ὅτι δὴ τοῦτο τῷ προγόνῳ καὶ πάντων
ἀνθρώπων προπάτορι κύριον εἶναι καὶ προσφυὲς
ὄνομα, τὸν γηγενῆ δηλοῦν κατὰ τὴν εἰς Ἑλλάδα φωνὴν
μετάληψιν μετάληψιν, ὑποφαίνει.

ὅ γέ τοι Ἐνὼς πρῶτος
 θεοφιλῶν παρ’ Ἑβραίοις ἱστόρηται, ἐπεὶ πρῶτος
ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα κυρίου τοῦ θεοῦ, τὸ 
κατὰ ψυχὴν παριστὰς λογικὸν ὄντως καὶ γνωστικὸν
καὶ τῆς περὶ τὸ θεῖον εὐσεβείας ἐπιστημονικόν· ὣν
τὸ μὲν πρῶτον θεογνωσίας ἀληθοῦς, τὸ δὲ δεύτερον
 τῆς εἰς τὸν ἐπιγνωσθέντα θεὸν ἐλπίδος γένοιτ’ ἂν
ἀποδεικτικόν.

τὸ γὰρ μὴ παραμελεῖν μηδ’ ἐν
δευτέρῳ τίθεσθαι τὰ τῆς θείας ἐπιγνώσεως ἐπιγνώσεως, ἀεὶ δὲ
καὶ διὰ παντὸς ἐλπίζειν ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα κυρίου
τοῦ θεοῦ, τὸ μὲν ὡς οἰκετῶν δεσπότου, τὸ δ’
 ὡς ἵλεω καὶ ἀγαθοῦ πατρὸς, τοῦτ’ ἂν εἴη τὸ πάντων
τρισμακάριον τέλος.

τοιόσδε μὲν οὖν ὁ παρ’
Εβραίοις εἰσῆκται πρῶτος καὶ ἀληθὴς ἄνθρωπος, οὐχ
ὁ γηγενὴς ἐπίκλην Ἀδὰμ δι’ ἐντολῆς θεοῦ παράβασιν
τῆς τῶν κρειττόνων ἐκπεσὼν λήξεως, ἀλλ’ ὁ θεοφιλων
 πρώτιστος, ὃς ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα 
κυρίου τοῦ θεοῦ.

κρίναντες οὑν καὶ αὐτοὶ λογισμῷ
σώφρονι τὸ τοιόνδε ζηλοῦν ἠγαπήσαμεν, καὶ 

 
ἀπεδεξάμεθα ὡς λυσιτελῆ καὶ ὠφελιμωτάτην ἡμῖν
τὴν τοῦ λόγου διήγησιν, εὐχὴν θέμενοι κατ᾿ ἴσα τῇ
τοῦ δηλωθέντος εἰκόνι τὸ ὄνομα τοῦ τῶν ἁπάντων
δημιουργοῦ τε καὶ δεσπότου μετὰ βεβαίας καὶ ἀγαθῆς
ἐλπίδος ἐπικαλεῖσθαι.

ἀλλὰ γὰρ μετὰ τὸν εἰρημένον 
ἄλλος εὐηρέστησε τῷ κυρίῳ, καὶ οὐχ εὑρίσκετο,
ὥς φησι Μωσῆς, διότι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ
 θεὸς δι᾿ ἄκραν ἀρετῆς τελείωσιν. δυσεύρετος γὰρ ὅ
γε σοφὸς ἀληθῶς.

οὗτος δ᾿ ἂν εἴη ὁ ἐν τῷ θεῷ
τέλειος, ὁ τῆς τῶν πολλῶν διατριβῆς μετατεθειμένος. 
ὁ γὰρ μὴ τοιοῦτος ἀγορὰς καὶ δικαστήρια καπηλείας
τε καὶ ἐμπορίας γαῖ τὸν πολὺν ὄχλον μεταδιώκων,
ὠθούμενός τε καὶ ὠθῶν, μέσος ἐν αὐτῷ κακίας βυθῷ
καταπίνεται· ὁ δ᾿ ὑπὸ θεοῦ ληφθεὶς καὶ τῶν τῇδε
ἐκεῖσε μετατεθειμένος ἀφανὴς μὲν καὶ ἀνεύρετος 
ἀνθρώποις, θεῷ δὲ φίλος γεγονὼς, ὑπὸ θεοῦ εὕρηται.

τοῦτον Ἐνὼχ Ἑβραίοις ὀνομάζειν φίλον·
 χάριν δὲ θεοῦ σημαίνοι ἂν τοὔνομα. καὶ ταύτης τοιγαροῦν
ὡς ἀγαθῆς εἰκόνος τὸν βίον ζηλοῦν μακάριον
εἶναι ἡγησάμεθα.

τρίτος μετὰ τούτους πάλιν 
ἄλλος ἄνθρωπος δίκαιος πεφηνὼς ὁ Νῶε ἐν τῇ γενεᾀ
αὐτοῦ μεμαρτύρηται. τεκμήρια δὲ καὶ τῆς τούτου
δικαιοσύνης εἴη ἂν τάδε. πολὺς αὐχμὸς καὶ γνόφος
ἀλέκτου κακίας τὸ πάντων ἀνθρώπων κατειλήφει
γένος, οἵ τε πάντων ἀνὰ στόμα θρυλούμενοι γίγαν 
τες τὰς εἰς δεῦρο βοωμένας θεομαχίας ἀθέοις καὶ
 δυσσεβέσιν ἐγχειρήμασιν ἀπειργάζοντο· ἤδη δὲ καὶ
οἱ τῆς τούτων γενέσεως αἴτιοι, εἴτε τινὸς κρείττονος
μοίρας ἢ κατὰ θνητῶν φύσιν ὑπάρξαντες, εἴθ᾿ ὁπωσοῦν
κατεσκευασμένοι, τῆς ἐν ἀνθρώποις περιέργου 
διδασκαλίας ἀπάρξαντες, γοητείας καὶ τῆς ἄλλης κακοτρόπου
μαγγανείας ἐπιτεχνήματα λέγονται παρα-

 
δοῦναι τῷ βίῳ, ὥστε πὰν τὸ ἀνθρώπειον γένος μιᾶς
ὑπὸ ψῆφον γενέσθαι παρὰ θεῷ δίκης.

καὶ δὴ
πάντων ἑνὶ νεύματι διαφθείρεσθαι μελλόντων, μόνος
εἷς οὗτος ὁ νῦν ἡμῖν δηλούμενος δίκαιος ἐν τῇ γενεᾷ
 αὐτοῦ σὺν καὶ τοῖς οἰκείοις εὕρηται. πάντων δῆτα
τῶν ἐπὶ γῆς κατακλυσμῷ διολλυμένων καὶ τῆς γῆς
αὐτῆς ὑδάτων ἀθρόᾳ πλημμύρᾳ τῶν προτέρων κακῶν
ἀποκαθαιρομένης ὁ θεοφιλὴς σὺν παισὶν ἅμα καὶ γυναιξὶ
τῷ μετὰ ταῦτα βίῳ ζώπυρον σπέρμα παραδοξότατον 
 πρὸς τοῦ θεοῦ τετήρηται.

γένοιτο δ’ ἂν
καὶ οὕτος ἀρχέτυπος εἰκὼν, ζῶσα καὶ ἔμψυχος, τοῖς
ἐξ αὐτοῦ γεγενημένοις ὑπόδειγμα τρόπο,υ θεοφιλοῦς
παρεσχημένος.

Καὶ οἱ μὲν πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ τοιοίδε· οἶ
 δὲ μετὰ τοῦτον ἐπ’ εὐσεβείᾳ διαπρεπεῖς ἄλλοι πάλιν,
ὧν τὴν μνήμην τὰ ἱερὰ διασώζει λόγια. τούτων τις
ἱερεὺς ἀνείρηται τοῦ ὑψίστου θεοῦ, βασιλεὺς δίκαιος
τῇ Ἑβραίων προσηγορίᾳ χρηματίσας.

τούτοις δὴ
πᾶσιν οὐδὲ εἷς σώματος περιτομῆς λόγος ἦν, ἀλλ’ 
 οὐδὲ τῶν Μώσεως Ἰουδαἱκῶν παραγγελμάτων παραγγελμάτων· διόπερ
αὐτοὺς οὐδὲ Ἰουδαίους φάναι δίκαιον, οὐδέ γε Ἕλληνας,
ὅτι μηδὲ πλείους θεοὺς ὁμοίως Ἕλλησιν ἢ τοῖς
λοιποῖς ἔθνεσιν ἡγοῦντο. Ἑβραῖοι δ’ ἂν κυριώτερον
ἐπικληθεῖεν, ἤτοι παρὰ τὸν Ἕβερ, ἢ καὶ μᾶλλον παρὰ
 τὴν ἑρμηνείαν τῆς προσηγορίας.

περατικοὶ γάρ
τινες ἑρμηνεύονται, τὴν ἀπὸ τῶν τῇδε ἐπὶ τὴν τοῦ
τῶν ὅλων θεοῦ διάβασίν τε καὶ θεωρίαν στειλάμενοι.
φυσικοῖς γάρ τοι λογισμοῖς καὶ νόμοις ἀγράφοις τὴν 
ὀρθὴν τῆς ἀρετῆς διευθύναντες πορείαν, καὶ πέραν
 τῶν σαρκὸς ἡδονῶν ἐπὶ τὸν πάνσοφον καὶ θεοσεβῆ
βίον διαβεβηκότες ἀναγράφονται.

ἐν δὴ τούτοις
ἡμῖν ἅπασι καὶ ὁ βοώμενος τοῦ παντὸς ἔθνους γε

 
νάρχης Ἁβραὰμ καταριθμείσθω, ᾧ μαρτυρεῖ τὰ λόγια
δικαιοσύνην, οὐ τὴν ἐκ νόμου πάλιν Μωσέως,
ὅτι μηδὲ ἦν πω τότε, (μετὰ γοῦν τὸν Ἁβραὰμ ἑβδόμῃ
 γενεᾷ Μωσῆς ἀναπέφηνε) πλὴν ἀλλὰ καὶ οὗτος δί-
 καιος καὶ εὐσεβὴς, εἰ καί τις ἄλλος, ἀνείρηται, τοῖς 
ἄνωθεν δεδηλωμένοις παραπλησίως.

λέγει δ᾿
οὖν ἡ γραφὴ “καὶ ἐπίστευσεν Ἁβραὰμ τῷ θεῷ, καὶ
ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.” πατέρα δὴ πολλῶν
ἐθνῶν ὁ θεῖος χρησμὸς τοῦτον ἔσεσθαι προαγορεύει,
διαρρήδην τε εὐλογηθήσεσθαι ἐν αὐτῷ φησι πάντα 
τὰ ἔθνη τῆς γῆς καὶ πάσας τὰς φυλὰς, ἄντικρυς τὰ
νῦν καθ᾿ ἡμὰς συντελούμενα θεσπίζων.

ἀλλ᾿
ὅ γε Ἁβραὰμ ἐκεῖνος μετὰ τὴν ἐν δικαιοσύνη τελείωσιν,
οὐ διὰ τοῦ Μωσέως νόμου, διὰ δὲ πίστεως κατωρθωμένης
αὐτῷ, μετά γε τὰς ἀναγράπτους θεοφανείας, 
ἐπ᾿ αὐτῷ γήρᾳ μέλλων γνησίου παιδὸς χρηματίζειν
πατὴρ, πρῶτος ἀπάντων κατὰ χρησμὸν τὸ
 σῶμα περιτέμνεται, τοῦτο καὶ τοῖς ἐξ αὐτοῦ γεννωμένοις
ἐπιτελεῖν παραδοὺς, εἴτε εἰς ἐμφανῆ σημείωσιν
τῆς τῶν ἐξ αὐτοῦ παίδων πολυπληθίας, εἴτε καὶ 
ὡς ἔχοιεν οἱ παῖδες πάτριον γνώρισμα, ἤτοι βιοῦντες
κατὰ τὸν τῶν προγόνων ζῆλον, ἢ τῆς ἐκείνων ἀρετῆς
ἀπολειπόμενοι, εἴτε καθ᾿ ἑτέρας οἱασδηποτοῦν
αἰτίας, ἃς οὐ νῦν σχολὴ πολυπραγμονεῖν.

τοι-
 όσδε μὲν οὖν καὶ οὗτος εἰς μίμησιν ἐκκείμενος. μετὰ 
δ᾿ αὐτὸν Ἰσαὰκ τῆς πατρῴας ὁμοῦ θεογνωσίας τε καὶ
θεοφιλίας διάδοχος ἀναδείκνυται, κλήρων ἁπάντων
τοῦτον κάλλιστόν τε καὶ τρισμακάριον τοῦ πατρὸς
διαδεδεγμένος. μιᾷ τοῦτον γαμετῇ τὰ θεῖά φασι
συνελθόντα λόγια μιᾷ χρήσασθαι παιδοποιίᾳ· καθ᾿ 
ἥν διδύμου γονῆς ἀποδειχθεὶς πατὴρ εἰς τοῦτο περιγράψασθαι
τὴν πρὸς τὴν γαμετὴν ὁμιλίαν ὑπερ-

 
βολῇ σωφροσύνης λέγεται.

ἐνταῦθά σοι καὶ Ἰακωβ,
ὁ καὶ Ἰσραὴλ, εἰσήχθω, διώνυμός τις γεγονὼς
ἀνὴρ παρὰ τὴν τῶν οἰκείων ἀρετῶν διαλλάττουσαν
προκοπήν. ὅτε μὲν οὑν ἐγγυμναζόμενος τοῖς πρακτικοῖς 
 ἤθεσί τε καὶ βίοις τῶν ὑπὲρ εὐσεβείας πόνων
ἀπεπειρᾶτο, Ἰακὼβ αὐτῷ ὄνομα ἦν, ἀσκητὴν δὲ καὶ
ἀθλητὴν ἡ προσηγορία δηλοῖ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα μεταληφθεῖσα
φωνήν·

ὅτε δὲ λοιπὸν τὰ νικητήρια
κατὰ τῶν ἀντιπάλων ἀπολαβὼν στέφεται, ἤδη τε τῶν
 κατὰ θεωρίαν ἀγαθῶν ἀπολαύει, τηνικαῦτα αὐτῷ
καὶ τοὔνομα μεταβάλλει ὁ χρηματίζων θεὸς, ὁμοῦ
καὶ θεοπτίας αὐτὸν ἀξιῶν, καὶ τῶν θειοτέρων γερῶν
τε καὶ τιμῶν τὰς ἀμοιβὰς διὰ τῆς προσηγορίας δωρούμενος.

λέγει δ’ οὖν πρὸς αὐτὸν ὁ χρησμὸς
 “οὐκέτι κληθήσεται τὸ ὄνομά σου Ἰακὼβ, ἀλλ’ Ἰσραὴλ 
ἔσται τὸ ὄνομά σου, ὅτι ἐνίσχυσας μετὰ τοῦ θεοῦ,
καὶ μετὰ ἀνθρώπων δυνατός,” τὸν ὁρατικὸν ἄνδρα
καὶ θεωρητικὸν τοῦ Ἰσραὴλ ὑποφαίνοντος ὑποφαίνοντος· ἐπεὶ καὶ
τοὔνομα μεταβληθὲν σημαίνει ἄνθρωπον ὁρῶντα
 θεόν.

τοιόσδε μὲν οὖν καὶ οὗτος ἐξ οὖ τὸ δωδεκάφυλον
τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους ὑπέστη γένος. μυρία
δ’ ἂν λεχθείη περὶ τοῦ βίου τῶν ἀνδρῶν καὶ τῆς φιλοσόμου
καρτερίας τε αὐτῶν καὶ ἀσκήσεως, τὰ μὲν
πρὸς λέξιν θεωρούμενα, τὰ δὲ καὶ δι’ ὑπονοιῶν ἀλληγορούμενα·
 ’ περὶ ὧν εἴρηται μὲν καὶ ἄλλοις, ἀτὰρ
καὶ ἡμῖν ἐν οἷς ἐπραγματευσάμεθα περὶ τῆς τῶν παλαιῶν
ἀνδρῶν πολυπαιδίας. τοιοίδε μὲν οὖν καὶ 
οὔτοι.

Ἔχω σοι παρ’ αὐτοὺς καὶ ἄλλον εἰπεῖν, Ἰὼβ
 ὄνομα τῷ ἀνδρὶ ἀνδρὶ, ὃν τὰ ἱερὰ μαρτυρεῖ λόγια γεγονέναι
ἄνθρωπον ἄμεμπτον, ἀληθινὸν, δίκαιον, θεοσεβῆ,
ἀπεχόμενον ἀπὸ παντὸς πονηροῦ πράγματος· οὗτός

 
γέ τοι οὐδὲν προσήκων τῷ Ἰουδαίων γένει ἐπὶ πᾶσι
τοῖς τῆς εὐσεβείας κατορθώμασι μεμαρτύρηται.

οἵ γε μὴν τοῦ Ἰακὼβ παῖδες, τὴν πάτριον θεογνωσίαν
τε καὶ θεοσέβειαν ἠγαπηκότες, τὴν τῶν ἀνέκα-
 θεν Ἑβραίων φήμην ἐπὶ μέγα δόξης προῆγον, ὥστε 
ἤδη καὶ πάσης Αἰγύπτου τὴν ἀρχὴν ἀνάψασθαι.

ὁ γάρ τοι Ἰωσὴφ τοῖς σωφροσύνης προαναστεφθεὶς
 βραβείοις, κἄπειτα τὴν Αἰγυπτίων ὑποδεξάμενος
ἡγεμονίαν, τὸν θεοφιλῆ τῶν Ἑβραίων διέδειξε τρόπον,
ὃν καὶ αὐτὸν ζηλοῦν δι᾿ εὐχῆς πεποιήμεθα, δοῦλον 
αὐτὸν ἐξ οἰκείων ἐπιβουλῆς γεγενημένον καὶ
δοῦλον Αἰγυπτίου ἀνδρός.

τὰ μὲν γὰρ ἄλλα ὅσα
εἰς ὡραιότητα καὶ ῥώμην σώματος αὐτῷ καὶ εὐμορ-
 φίαν ηὐτύχητο παρίημι, εἰ καὶ τὰ λόγια κάλλους αὐτὸν
ὥρᾳ πάντων διενεγκεῖν ἀναγράφει· τὰ δὲ περὶ 
ψυχῆς πῶς ἄν τις ἀναγράψειε, κατ᾿ ἀξίαν τῆς τἀνδρὸς
ἀρετῆς τὸν ἔπαινον διελθεῖν προῃρημένος;

φύσει μὲν αὐτῷ παρεῖναι λόγος τὸ ἐλευθέριον
γνώρισμα, τοῦ τε τρόπου τὸ εὐγενὲς ἐπανθοῦν τῷ
προσώπῳ· τοῖς δὲ εὐσεβείας διαπρέπουσι κόσμοις 
διαφερόντως ἐξήσκητο ἐξήσκητο, ὡς ἐν σωφροσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ
φρονήσει τε καὶ ἀνδρείᾳ τὴν ψυχὴν ἐκλάμπειν,
καὶ πολὺ πρότερον ἐν ἐπιγνώσει καὶ εὐσεβείᾳ
τοῦ τῶν ἁπάντων θεοῦ, ἣν οἱ γεννήσαντες ἐκ σπαργάνων
λέγονται αὐτοῦ τῇ ψυχῇ καταβεβληκέναι.

ἐπιμανείσῃ δ᾿ οὖν αὐτῷ τῇ τοῦ δεσπότου γα-
 μετῇ, εἰς ἀκολάστους τε καὶ ἐρωτικὰς ὁμιλίας ἅτε
νέον τὸ σῶμα κατασύρειν πειρωμένῃ, καὶ πρῶτα μὲν
λόγοις ἀπατᾶν αὐτὸν ἐπιχειρούσῃ, εἶτα δὲ ἱκεσίαις
ἀντιβολούσῃ, καὶ τέλος βιαιότερον χεῖρας ἐπάγειν 
τολμώσῃ, ἀναιδέσι τε ἤδη καὶ ἀναισχύντοις περιπλοκαῖς
χρωμένη, τῆς τῶν πατέρων εὐσεβοῦς διδασκα-

 
λίας ὁ ἥρως τὴν μνήμην ἀναπεμπασάμενος, καὶ τὸν
θεοσεβῆ καὶ ἀληθῶς Ἑβραῖον ἔργοις ὁμοῦ καὶ λόγοις
ἀποδείξας, τὸ μὲν αἰσχρὸν καὶ ἀκόλαστον γύναιον
διασείεται, κραταιοτέρᾳ τῇ χειρὶ παραλλάξας· ὥσπερ
 δέ τινος δεινοῦ καὶ λελυττηκότος θηρὸς ἀποδρὰς
φυγῇ τὴν σωτηρίαν πορίζεται.

κἄπειτα αὐτὸς 
πρὸς ἑαυτὸν σώφρονι λογισμῷ τοιάδε ἐπιλογίζεται,
καί φησιν “εἰ ὁ κύριός μου δι’ ἐμὲ οὐδὲν γινώσκει
τῶν ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ πάντα ὅσα ἐστὶν ἐν αὐτῷ
 δέδωκεν εἰς τὰς χεῖράς μου, καὶ πῶς ποιήσω τὸ πονηρὸν
ῥῆμα τὸ μέγα τοῦτο, καὶ ἁμαρτήσομαι ἐναντίον
τοῦ θεοῦ;” ἐφ’ οἷς οἶα νικηφόρον τοῖς ἀρετῆς βραβείοις
ἀναστέψας αὐτὸν ὁ τῶν ὅλων θεὸς τὴν κατὰ 
τῶν δεσποτῶν αὐτοῦ καὶ αὐτῆς Αἰγύπτου βασιλείαν
 τε καὶ ἡγεμονίαν παραδίδωσι· πλὴν ἀλλὰ καὶ οὗτος
Εβραῖος ἐξ Ἑβραίων, οὐχὶ δὲ Ἰουδαῖος, ὅτι μηδὲ ἢν
πω τὰ Ἰουδαίων, ἐν τοῖς μάλιστα θεοφιλέσι καὶ τρισμακαρίοις
ἀνείληπται.

Μετὰ δὲ τοὺς εἰρημένους Ἑβραίους, ἐπειδὴ
 εἰς πολυανθρωπίαν ἐπεδίδου τὸ τῶν ἀπογόνων γένος,
ἤδη τε καὶ τὸ Ἰουδαίων ἐξ αὐτῶν ἔθνος συνεστὼς
ἐπλεόναζέν τε ὁσημέραι καὶ ἐπλήθυνεν, τὰ μὲν 
τῆς εὐσεβοῦς ἀγωγῆς τῶν πρόπαλαι θεοφιλῶν προπατόρων
κατὰ σμικρὸν αὐτοῖς ἐξησθένει καὶ ἀπημβλύνετο,
 τὰ δὲ τῆς παρ’ Αἰγυπτίοις διατριβῆς τοσοῦτον
τῆς τῶν δηλουμένων κατίσχυε πληθύος ὡς τῆς
μὲν πατρίου ἀρετῆς εἰς λήθην ἐλθεῖν, τῇ δὲ παρ’
Αἰγυπτίοις ὁμοιοτροπίᾳ τοὺς βίους περιενεχθῆναι,
ὡς κατὰ μηδὲν Αἰγυπτίων τὸν τρόπον διαφέρειν δοκεῖν.

ἐνταῦθα δῆτα αὐτοῖς τοιοῖσδε ἀποτελεσθεῖσιν
ὁ τῶν προπατόρων θεὸς ἡγεμόνα καὶ νομοθέτην
ἐκπέμπει Μωσέα, τὰς διὰ χρησμῶν τῶν πρὸς τοὺς 

 
προγόνους αὐτῶν πιστούμενος ἐπαγγελίας· κἄπειτα
δι’ αὐτοῦ τὰ ἀνάγραπτα θαύματα καὶ τὰς παραδόξους
θεοσημίας ἐπιτελέσας τὸν ἁρμόδιον τοῖς τῶν
ἀκροωμένων ἤθεσι προβάλλεται νόμον·

οἳ μὴ
ζηλώσαντες τὴν πάτριον ἀρετὴν δι’ ἀβελτερίαν, οἷα 
δὴ τὰς ψυχὰς ἐμπαθεῖς καὶ νενοσηλευμένοι, τὴν κατάλληλον
παρελάμβανον πολιτείαν, τὰ μὲν προφανῶς
ἐκ τοῦ προδήλου διαταττομένου Μώσεως, τὰ δὲ δι’
 ὑπονοιῶν αἰνιττομένου, σύμβολά τε καὶ σκιὰς, ἀλλ’
οὐ γυμνὴν ἀλήθειαν φυλάττειν αὐτοῖς καὶ περιέπειν 
ὑποθεμένου.

καὶ δὴ τὸ Ἰουδαίων πολίτευμα ἐντεῦθέν
ποθεν ἀπὸ Μώσεως ἀρξάμενον μέχρι καὶ τῆς
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρουσίας ταῖς
τῶν οἰκείων προφητῶν ἀκολούθως φωναῖς διαρκεῖ,
ὅτι δὴ καὶ τοῦτο Μωσέως ἣν αὐτοῦ καὶ τῶν μετέπειτα 
 προφητῶν θέσπισμα, μὴ πρότερον ἐκλιπεῖν τὰ Μωσέως
νόμιμά τε καὶ διατάγματα ἢ τὰ τοῦ Χριστοῦ
φανῆναι, τὰ τῆς καινῆς δηλαδὴ διαθήχης, τῆς διὰ
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι κατηγγελμένης·
ἃ καὶ ὧδε τέλους ἔτυχεν, ᾗ καὶ ἀναπεφώνηται.

Ἀλλ' ἐπειδὴ τὸν τῶν πρὸ Μώσεως Ἑβραίων
βίον ἐν ὀλίγῳ διεληλύθαμεν, καὶ τόν γε τῆς κατ᾿ αὐτοὺς
εὐσεβείας χαρακτῆρα παρεστήσαμεν, ὥρα καὶ
τὸν δογματικὸν αὐτῶν τρόπον ἀπό τε τῆς Μώσεως
 γραφῆς καὶ τῶν μετ’ αὐτὸν προφητῶν ἐπισκέψασθαι.

Πρῶτος δ’ οὖν ἁπάντων αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ θαυμάσιος
θεόλογος τε καὶ νομοθέτης, πολιτείαν εὐσεβείᾳ
 προσήκουσαν διὰ τῆς οἰκείας γραφῆς τῷ Ἰουδαίων
ἔθνει προκαταβαλλόμενος, οὐ τοῖς κοινοῖς καὶ
πεπατημένοις ᾠήθη δεῖν χρήσασθαι προοιμίοις τῶν 
λόγων, προλαβὼν δὲ πάντα νόμον προστακτικὸν τῶν
ποιητέων καὶ τῶν οὐ ποιητέων ἀπαγορευτικὸν, τάς τε

 
δημοτελεῖς καὶ πολιτικὰς περὶ τῶν πρὸς ἀλλήλους
συμβολαίων διατάξεις, ἀπὸ τῆς πατρίου θεολογίας
δεῖν ᾤετο τὴν καταρχὴν ποιήσασθαι τῆς διδασκαλίας,
οὐδὲ ἑτέραν μάθησιν οἰκείαν νόμοις εὐσεβείᾳ προσήκουσιν
 ἡγησάμενος, ἢ τὴν ἄνωθεν ἐκ προπατόρων
εἰς αὐτὸν ἥκουσαν θεολογίαν.

ἄρχεται τοιγαροῦν 
ἀπὸ θεοῦ κατὰ τὰ πάτρια τῆς τῶν προγόνων Ἑβραίων
θεολογίας, οὐχ ᾗ φίλον Αἰγυπτίοις καὶ Φοίνιξιν ἦν
ἢ τοῖς λοιποῖς ἔθνεσιν εἰς πλῆθος καταβάλλουσι τὴν
 σεβάσμιον προσηγορίαν, θεούς τε ὁρωμένους μὲν τοὺς
κατ’ οὐρανὸν φωστῆρας νομίζουσιν, ἀφανεῖς δὲ καὶ
ἀοράτους, ἤτοι τοὺς ἐξ ἀνθρώπων κατοιχομένους, ἢ
καὶ τοὺς χθονίους καὶ ἀερίους δαίμονας, κατὰ τὰ
πρόσθεν ἡμῖν ἀπεληλεγμένα.

ἀλλὰ γὰρ ἀπὸ τοῦ
 πάντων αἰτίου ἀοράτων τε καὶ ὁρατῶν δημιουργοῦ
τὴν καταρχὴν τοῦ παντὸς λόγου πεποιημένος νομοθέτην
τοῦτον εἶναι διδάσκει τῆς τοῦ παντὸς συστάσεως,
ὥσπερ μιᾶς τινὸς μεγαλοπόλεως τοῦ κόσμου 
βασιλέα καταστήσας.

παιδεύει τοιγαροῦν ἀρχόμενος
 τοῦτον ἡγεῖσθαι μὴ μόνον τῶν πρὸς αὐτοῦ σμικρὸν
ὕστερον διαταχθησομένων ἀνθρώποις νόμων
αὐθέντην εἶναι καὶ κύριον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν τῇ φύσει
τῶν ὅλων.

Βασιλέα γὰρ αὐτὸν καὶ νομοθέτην τοῦ σύμπαντος
 κόσμου παριστᾷ· νεύματι μὲν γὰρ αὐτοῦ καὶ 
δυνάμει τὴν τῶν ἁπάντων οὐσίωσιν γεγονέναι, νόμοις
δὲ καὶ ὅροις πάλιν αὐτοῦ ὁδῷ καὶ τάξει τὸν
σύμπαντα διακυβερνᾶσθαι αἰῶνα.

λόγῳ μὲν γὰρ
καὶ νόμῳ θεοῦ πρῶτον ἀπάντων οὐρανὸν ἐστερεῶσθαι,
 καὶ γῆς τὸ βαρὺ καὶ στερέμνιον παρὰ τὴν οἰκείαν
φύσιν τοῖς λεπτομερεστέροις τῶν στοιχείων
θαυμασίως ἐπαιωρεῖσθαι· λόγῳ δὲ καὶ νόμῳ θείῳ 

 
νυκτὸς καὶ ἡμέρας τὸν ἀμοιβαῖον ἀνακυκλεῖσθαι δρόμον,
λόγῳ δὲ θεοῦ καὶ νόμῳ καὶ αὐτὸν ἥλιον καὶ σελήνην
 καὶ τὴν τῶν λοιπῶν ἀστέρων χορείαν ἐν πρέποντι
κόσμῳ τὴν προσήκουσαν ἐξανύειν πορείαν,
νόμῳ δὲ τοῦ παμβασιλέως τροπῶν ἀλλαγὰς καὶ μεταβολὰς 
καιρῶν ἐνιαυτοῦ τε κύκλους καὶ τἀς ἐτησίους
ὥρας τῇ παναρμονίῳ τοῦ παντὸς ἀποπληροῦσθαι
συμφωνίᾳ, νόμῳ θεοῦ χειμῶνα μὲν ὑποχωρεῖν ἔαρι,
τοῦτο δὲ ταῖς ἄγχιστα τῶν ὡρῶν τροπαῖς, καὶ θαλάττης
δὲ βυθοὺς ταῖς χειμαδίοις πλημμυρίσιν ἐπικυματίζοντας 
 νόμῳ θείῳ τοῖς οἰκείοις ἐναποκεκλεῖσθαι
πελάγεσιν, ὡς μηδὲ τοὺς ὅρους τῶν ἱερῶν νόμων
ὑπερβαίνειν τολμᾶν, καὶ τὴν ξηρὰν οὐσίαν ὀμβρίοις
νάμασι καὶ νιφετοῖς νόμῳ θείῳ πάλιν συμμέτρως
ἐπιχορηγουμένοις ἀρδομένην τὴν γῆν μυρία γένη φυτῶν 
τε καὶ ζῴων ἀναδιδόναι·

ἑνί τε λόγῳ, τὴν παμμήτορα
τῶν ὅλων φύσιν, προστάγματι θεοῦ δεδουλωμένην,
νόμοις θείοις ὑπείκειν καὶ τῇ τοῦ πανηγεμόνος
θεοῦ βουλῇ· μὴ γὰρ εἰκῆ, μηδ’ ὡς ἔτυχε, μηδ’
αὐτομάτῳ καὶ ἀλόγῳ φορᾷ συνεστάναι τὸν τηλικοῦτον 
διάκοσμον, μηδ’ ἀναιτίου φύσεως ἔργον τυγχάνειν
τὸ μέγα τοῦτο καὶ περικαλλὲς τεχνούργημα, ἀλλ’
εἶναι μὲν ποίημα τοῦ πανσόφου τῶν ὅλων ἀρχιτέκτονος,
 τοῦ δὲ αὐτοῦ λόγοις καὶ νόμοις ἱεροῖς διακυβερνᾶσθαι.

ἔνθεν ἀρξάμενος ὁ προφήτης, καὶ πρὸ 
τῆς ἀνθρώπων νομοθεσίας τοὺς περὶ τῆς τῶν ὅλων
φύσεως προστάξας νόμους, πρώτιστα πάντων προσέχειν
τῷ παμβασιλεῖ θεῷ, καὶ μὴ ἀπορρᾳθυμεῖν αὐτοῦ
τῶν νόμων παρεκελεύσατο, ὅτι δὴ καὶ αὐτὸς
ἥλιος οὐρανός τε καὶ κόσμος γῆ τε καὶ τὰ ἐπὶ γῆς 
ἅπαντα, ὅσα τε ἔργα φύσεως εἶναι νενόμισται. ἐντολαῖς
αὐτοῦ καὶ διατάξεσιν ἱεροῖς τε νόμοις καὶ λόγοις

 
δουλεύει.

διὸ καὶ μᾶλλον χρῆναι τὸ ἀνθρώπειον
γένος, οὐ σμικρὸν μέρος τύγχανον του παντος, κατὰ 
τὸ ἀκόλουθον τοῖς θείοις προσανέχειν διατάγμασι,
μηδ’ ἐλαττοῦσθαι τῶν κατὰ μέρος στοιχείων. γῇ μὲν
 γὰρ ἐν ἀρχῇ νομοθετῆσαι τὸν φήσαντα “βλαστησάτω
ἡ γῆ βοτάνην χόρτου, σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος,
καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν·” τὴν δὲ, ἅμα
λόγῳ τὸ εὐπειθὲς ἐπιδεικνυμένην τῷ νόμῳ, οὔπω καὶ
εἰς δεῦρο τῆς θείας παραμελῆσαι διατάξεως.

οὕτω 
 δὲ καὶ τὴν ὑγρὰν οὐσίαν; φήσαντος τοῦ θεοῦ “ἐξαγαγέτω
τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσων, καὶ πετεινὰ
πετόμενα κατὰ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ,” ἅμα λόγῳ
τοὔργον ἀποδοῦναι, ὁρᾶσθαί τε εἰσέτι δεῦρο τῷ νόμῳ
παρέχουσαν τὸ πειθήνιον.

εἰ δὲ δὴ καὶ ἥλιος καὶ
 σελήνη καὶ ἀστέρες, τοῦ θείου νόμου καὶ αὐτοῖς διωρισμένου
τοὺς οἰκείους ἀποδιδόναι δρόμους, εἶναί τε
καὶ εἰς σημεῖα καὶ εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς
ἐνιαυτοὺς, οὐ παραμελοῦσι τῆς νομοθεσίας, τίς ἂν 
ἔτι σοι λείποιτο συγγνώμης ἀποφυγὴ, τῶν θείων
 κατολιγωροῦντι νομων;

Ταῦτα προπαιδεύσας ὁ θαυμάσιος ἡμὰς τε
εἶλε καὶ τῆς οἰκείας θεογνωσίας τε καὶ εὐσεβείας
εἰκότως ζηλωτὰς κατεστήσατο, ὅτι μηδὲν τούτοις
ὅμοιον παρὰ τοῖς τῶν προδηλωθέντων ἐθνῶν θεολόγοις
 εὑρεῖν δεδυνήμεθα.

μετὰ δὲ τὴν πρώτην
θεολογίαν μέτεισιν ἐπὶ τὸ δεύτερον δόγμα φυσικὸν
ὁμοῦ καὶ φιλόσοφον. μετὰ γοῦν τὴν περὶ θεοῦ γνῶσιν,
τήν τε περὶ τῶν ὅλων διακόσμησιν, τάξει πρόεισιν
ἐπὶ τὸ καὶ τῇ φύσει δεύτερον· τοῦτο δ’ ἦν τὸ
 περὶ φύσεως ἀνθρώπου, ὅτι δὴ μετὰ θεοῦ γνῶσιν
ἀναγκαῖον γνῶναί τινα ἑαυτὸν, διόπερ ἐξῆς παιδεύει
τί ἄνθρωπος καὶ τί τὸ προάγον αὐτὸν εἰς γνῶσιν καὶ

 
εὐσέβειαν θεοῦ, τίς τε ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἀνθρώπου
ζωή. διελόμενος δῆτα τὸν περὶ ψυχῆς καὶ
 σώματος λόγον ἐν ψυχῇ μὲν ὁρίζεται τὸν ἀληθῆ ἄνθρωπον,
νοερᾶς οὐσίας καὶ ἀσωμάτου καὶ λογικῆς
μέτοχον, ὡς ἂν κατ’ εἰκόνα θεοῦ δεδημιουργημένον· 
 σῶμα δὲ γεῶδες εἶναι περίβλημα ψυχῆς· τρίτον δὲ
τούτοις προστίθησι προστίθησι, πνοὴν ζωῆς, ἑνωτικήν τινα καὶ
τοῦ ἀπὸ γῆς ληφθέντος τῷ κατ’ εἰκόνα θεοῦ πεποιημένῳ
συναπτικὴν δύναμιν.

καὶ τὴν πρώτην γε
τοῦ δηλουμένου ἀνδρὸς διατριβὴν ἐν τρισμακαρίῳ 
θεοῦ παραδείσῳ, ἀθανάτω·ν καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν
ἔμπλεῳ, γεγονέναι ἱστορεῖ· νόμῳ δὲ θεοῦ καὶ τοῦτον
 ὁμοίως τοῖς ἄλλοις ἐν ἀρχαῖς τοῦ παντὸς ὑποβληθέντα
δι’ ἀπροσεξίαν καὶ τῆς θείας ἐντολῆς παράβασιν τῆς
τριποθήτου στερηθῆναι ζωῆς.

Ταῦτά τοι ὁ Μώσης ἐν προοιμίοις τῶν ἱερῶν
νόμων φιλοσοφεῖ, μονονουχὶ προκηρύττων μὴ παραμελεῖν
τῆς οἰκείας ἀξίας καὶ ἧς ἐτύχομεν πρὸς τὸ
θεῖον ἀφομοιώσεως, ἐξ ἧς ἡμῖν καὶ τὸ ἀθάνατον τῆς
ψυχῆς προσκεκληρῶσθαι.

μὴ γὰρ δὴ θεμιτὸν 
εἶναι βασιλέως ἀφανίζεσθαι εἰκόνα· εἶναι δὲ ἀρχέτυπον
καὶ ἀληθῆ τοῦ θεοῦ τῶν ὅλων εἰκόνα τὸν αὐτοῦ
 λόγον, αὐτοσοφίαν τυγχάνοντα καὶ αὐτοζωὴν καὶ
φῶς καὶ ἀλήθειαν, καὶ εἴ τι καλὸν καὶ ἀγαθόν τις
ἐπινοήσειεν· εἰκόνα δὲ εἰκόνος τὸν ἀνθρώπειον νοῦν, 
παρ’ ὃ καὶ κατ’ εἰκόνα θεοῦ γεγονέναι ἀνωμολόγηται.

ἀναγκαῖα δὲ ταῦτα εἶναι ᾤετο Προπαιδεύεσθαι
τοὺς μέλλοντας ἱεροῖς προσανέχειν νόμοις, μνημονεύειν
τε τί τὸ ἀπὸ γῆς ληφθὲν αὐτοῖς καὶ εἰς γῆν
αὖθις ἀναλυθησόμενον, καὶ τί τὸ ἐν ἡμῖν κρεῖττον 
καὶ θεῷ ἐμφερὲς, ὅπως τε χρῆν ἑκατέρῳ τῶν εἰρημένων
d προσφέρεσθαι, μηδὲ ἐνυβρίζειν καὶ ἀσεβεῖν

 
εἰς τὸν κατ’ εἰκόνα τοῦ θεοῦ ἄνθρωπον, μηδέ γε αύτὸν
ῥυπαίνειν αἰσχραῖς καὶ παρανόμοις πράξεσι, φέρειν
δὲ διὰ παντὸς τῆς πρώτης καὶ τρισμακαρίας
ἐκείνης διατριβῆς τε καὶ ζωῆς τὸν πόθον, καὶ σπεύδειν
 παλινδρομεῖν παλινδρομεῖν, εὐχὴν ποιουμένους τῆς πρώτης
καὶ τρισμακαρίου ζωῆς τε καὶ ἀξίας τυχεῖν· ἀλλὰ καὶ
παρασκευάζεσθαι ἐνθένδε ἤδη ἐπὶ τὴν ἐκεῖσε ἀποδημίαν,
ὅτι μηδὲ ἄλλως δυνατὸν βεβήλοις καὶ μὴ κεκαθαρμένοις
τῶν ἱερῶν ἐκείνων ἐπιβαίνειν, ὧν καὶ ὁ
 πρῶτος δι’ ἀπροσεξίαν, θείας καταφρονήσας ἐντολῆς,
ἀποπέπτωκεν.

ἐπὶ τούτοις ὁ ἱεροφάντης προστίθησιν 
ἄλλο συνεκτικώτατον δόγμα, μὴ ἀμφιγνοεῖν
διδάσκων ὅτι δὴ πάρεστί τις ἑκάστῳ πονηρὸς δαίμων
ἔφεδρος, βάσκανος καὶ μισόκαλος καὶ τῆς ἀνθρώπων
 ἀρχῆθεν ἐπίβουλος σωτηρίας.

δράκοντα δὲ τοῦτον
καὶ ὄφιν ὀνομάζει, μέλανά τε καὶ σκότους οἰκεῖον,
ἰοῦ τε καὶ κακίας πλήρη· ὃν καί φησι φθόνῳ τῆς
ἡμετέρας ἐνθέου ζωῆς ὑποσκελίζειν εἰσέτι καὶ νῦν
καὶ ὑποσύρειν ἕκαστον τῶν τῷ θεῷ προσανεχόντων
 πειρᾶσθαι· τούτου δ’ ἀπάτῃ καὶ τοὺς προπάτορας
ἡμῶν τοῦ γένους τῆς θειοτέρας λήξεως ἐκπεσεῖν· διὸ
καὶ χρῆναι διὰ παντὸς ἐγρηγορέναι πρὸς τὰς τοῦ δηλωθέντος
κακοτέχνους ῥᾳδιουργίας.

καὶ τί χρὴ
ταῦτα προλαμβάνειν, δέον ἤδη ποτὲ καὶ ἐξ αὐτῶν
 τῶν ἐγγράφων ἕκαστα διελθεῖν τῶν διηγορευμένων;
ἀρξώμεθα δὴ πρῶτον ἀπὸ θεοῦ, βοηθὸν αὐτὸν ἐν
πρώτοις διὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπικαλεσάμενοι.

Τὴν μὲν δὴ τῆς θεολογίας ἀρχὴν ἀπὸ τῆς 
τῶν ὅλων ποιητικῆς τε καὶ δημιουργικῆς δυνάμεως
 ἀρχόμενος ὁ κατ’ αὐτοὺς λόγος παρίστησιν, οὐ συλλογισμοῖς
οὐδὲ πιθανολογίαις πιθανολογίαις, δογματικώτερον δὲ
καὶ διδασκαλικώτερον ἐπιθειάζων τῷ ἁγίῳ πνεύματι·

 
 ὑφ᾿ οὗ θεοφορούμενος ὧδέ πως ὁ Μωσῆς ἀπήρξατο
τῆς θεολογίας, “ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν οὐρανὸν
 καὶ τὴν γῆν.”

εἶτά φησιν “εἶπεν ὁ θεὸς,
γενηθήτω φῶς, καὶ ἐγένετο φῶς.” καὶ πάλιν “εἶπεν
ὁ θεὸς, γενηθήτω στερέωμα, καὶ ἐγένετο.” καὶ πάλιν 
“εἶπεν ὁ θεὸς, βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου,
σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ᾿ ὁμοιότητα, καὶ
πᾶν ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπὸν, οὗ τὸ σπέρμα
αὐτοῦ ἐν αὐτῷ, κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐγένετο.”
καὶ αὖθις “εἶπεν ὁ θεὸς γενηθήτωσαν φωστῆρες 
ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε φαίνειν
ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἔστωσαν εἰς σημεῖα, καὶ εἰς καιροὺς,
καὶ εἰς ἡμέρας, καὶ εἰς ἐνιαυτοὺς, καὶ ἐγένετο.”
 καὶ πάλιν “εἶπεν ὁ θεὸς, ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ
ψυχῶν ζωσῶν κατὰ γένος, καὶ πάντα τὰ πετεινὰ 
τοῦ οὐρανοῦ κατὰ γένος, καὶ ἐγένετο.” καὶ πάλιν
“ἐξαγαγέτω ἡ γῆ τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία
τῆς γῆς κατὰ γένος, καὶ ἐγένετο.”

ἐν δὴ τούτοις
φάσκουσα ἡ γραφὴ “εἶπεν ὁ θεός” τὸ θεῖον νεῦμα
καὶ τὸ ὡδί πως γενέσθαι τὰ ὄντα βουληθῆναι τὸν 
θεὸν παρίστησιν, οὐ μὴν δὲ φωνῇ καὶ συλλαβαῖς
φάναι αὐτὸν ἐπινοεῖν ἀναγκαῖον, ἀλλὰ τὸν πάντα
λόγον ἀνακεφαλαιούμενος “αὕτη” φησὶν “ἡ βίβλος
γενέσεως οὐρανοῦ καὶ γῆς, ᾗ ἡμέρᾳ ἐποίησεν ὁ θεὸς
τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς.”

τοιαύτη μὲν ἡ καθ᾿ Ἑβραίους θεολογία, λόγῳ
θεοῦ δημιουργικῷ τὰ πάντα συνεστάναι παιδεύουσα.
ἔπειτα δὲ, οὐχ ὧδε ἔρημον ὡς ὀρφανὸν ὑπὸ πατρὸς
καταλειφθέντα τὸν σύμπαντα κόσμον ὑπὸ τοῦ συστησαμένου
διδάσκει, ἀλλ᾿ εἰς τὸ ἀεὶ ὑπὸ τῆς τοῦ θεοῦ 
προνοίας αὐτὸν διοικεῖσθαι, ὡς μὴ μόνον δημιουργὸν
εἶναι τῶν ὅλων καὶ ποιητὴν τὸν θεὸν, ἀλλὰ καὶ σω-

 
τἤρᾳ καὶ διοικητὴν καὶ βασιλέα καὶ ἡγεμόνα, ἡλίῳ
αὐτῷ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις καὶ τῷ σύμπαντι οὐρανῷ
τε καὶ κόσμῳ δι’ αἰῶνος ἐπιστατοῦντα, μεγάλῳ 
τε ὀφθαλμῷ καὶ ἐνθέῳ δυνάμει πάντ’ ἐφορῶντα,
 καὶ τοῖς πᾶσιν οὐρανίοις τε καὶ ἐπιγείοις ἐπιπαρόντα,
καὶ τὰ πάντα ἐν κόσμῳ διατάττοντά τε καὶ διοικοῦντα.

ὥσπερ οὖν ἀμέλει καὶ οἷ μετὰ ταῦτα προφῆται,
ἀκόλουθα καὶ αὐτοὶ θειάζοντες, τοτὲ μὲν ἀνεφώνουν
ἐξ αὐτοῦ τοῦ θείου λέγοντες προσώπου ‘‘θεὸς ἐγγίζων
 ἐγώ εἰμι, λέγει κύριος, καὶ οὐχὶ θεὸς πόρρωθεν. εἰ
ποιήσει τι ἄνθρωπος ἐν κρυφαίοις, κἀγὼ οὐ γνώσομαι
αὐτό αὐτό; οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ;
λέγει κύριος,”

τοτὲ δὲ ὧδέ πη θεολογοῦντες “τίς 
ἐμέτρησε tfi χειρὶ τὸ ὕδωρ, καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ,
 καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί; τίς ἔστησε τὰ ὄρη ’στ’ σταθμῷ
καὶ τὰς νάπας ζυγῷ; τίς ἔγνω νοῦν κυρίου, καὶ τίς
σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο;” καὶ πάλιν “ὁ στήσας ὡς
καμάραν τὸν οὐρανὸν, καὶ διατείνας ὡς σκηνὴν κατοικεῖν.”
καὶ αὖθις ἀναβλέψατε εἰς ὕψος τοὺς
 ὀφθαλμοὺς ὑμῶν, καὶ ἴδετε τίς κατέδειξε ταῦτα
πάντα.” καὶ ἑξῆς “κύριος κύριος ὁ θεὸς ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν,
καὶ πήξας αὐτὸν, ὁ στερεώσας τὴν γῆν καὶ
τὰ ἐν αὐτῇ, καὶ διδοὺς πνοὴν τῷ λαῷ τῷ ἐπ’ αὐτῆς,
καὶ πνεῦμα τοῖς πατοῦσιν αὐτὴν, ἐγὼ κύριος ὁ θεός.”
 καὶ ἑξῆς “ἐξέτεινα ἐξέτεινα τὸν οὐρανὸν μόνος, καὶ ἐστερέωσα
τὴν γῆν· ἐγὼ κύριος ὁ θεὸς, οὐκ ἔστι πλὴν ἐμοῦ.”

καὶ πάλιν ’ οὕτως ἐρεῖτε αὐτοῖς, θεοὶ, οἱ τὸν οὐρανὸν
καὶ τὴν γῆν οὐκ ἐποίησαν, ἀπολέσθωσαν ἀπὸ
προσώπου τῆς γῆς, καὶ ὑποκάτωθεν τοῦ οὐρανοῦ.
 κύριος ὁ ποιήσας τὴν γῆν ἐν τῇ ἰσχύι αὐτοῦ ἀνώρθωσε
τὴν οἰκουμένην ἐν τῇ σοφίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἐν τῇ
φρονήσει αὐτοῦ ἐξέτεινε τὸν οὐρανὸν, καὶ ἀνήγαγε

 
νεφέλας ἐξ ἐσχάτου τῆς γῆς, ἀστραπὰς εἰς ὑετὸν
ἐποίησε, καὶ ἐξήγαγεν ἀνέμους ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ.
ἐμωράνθη πᾶς ἄνθρωπος ἀπὸ γνώσεως.”

καὶ
 πάλιν ’ ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου, καὶ
ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ κρθβῶ; ἐὰν ἀναβῶ εἰς 
τὸν οὐρανὸν, σὺ ἐκεῖ εἶ· ἐὰν στρώσω εἰς τὸν ᾅδην,
πάρει. εἰ ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον,
καὶ κατασκηνώσαιμι εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης·
 καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με. με.”

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν καὶ τὰ τούτοις ὅμοια τῶν 
μετὰ Μωσέα θεολόγων, τῶν δὴ καὶ Ἑβραίων,
τυγχάνει, συνῳδὰ τοῖς παλαιτάτοις προπάτορσι θεολογούντων·
τῶν δέ γε πρὸ Μώσεως θεοφιλῶν καὶ
 τρισμακαρίων ἀνδρῶν, τῶν δὴ καὶ πρώτων Ἑβραίων,
αὐτοῦ τε πρώτου πάντων Ἁβραὰμ, ὅς καὶ προπάτωρ
τοῦ παντὸς Ἰουδαίων ἔθνους ἀνείρηται, ἄκουε.

“εἶπε εἶπε δὲ Ἁβραὰμ πρὸς βασιλέα Σοδόμων, ἐκτενῶ
τὴν χεῖρά μου πρὸς τὸν θεὸν τὸν ὕψιστον, ὃς ἔκτισε
τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.” καὶ πρό γε τοῦ Ἁβραὰμ
εἰσάγεται ὁ Μελχισεδὲκ ἱερεὺς τοῦ θεοῦ τοῦ ὑψίστου, 
τὸν Ἁβραὰμ εὐλογῶν τούτοις τοῖς ῥήμασιν‘‘ “εὐλογημένος
Ἁβραὰμ τῷ θεῷ τῷ ὑψίστῳ, ὃς παρέδωκε τοὺς
ἐχθρούς σου ὑποχειρίους σοι· καὶ εὐλογητὸς ὁ θεὸς,
 ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.”

ἔτι πρὸς
τούτοις ὁ λόγος τὸν Ἁβραὰμ εἰσάγει τῷ οἰκείῳ τοιάδε 
προσδιαλεγόμενον “θὲς θὲς τὴν χεῖρά σου ὑπὸ τὸν μηρὸν
μου, καὶ ἐξορκιῶ σε κύριον τὸν θεὸν τοῦ οὐρανοῦ,
καὶ τὸν θεὸν τῆς γῆς.” καὶ ἐπιλέγει “κύριος ὁ θεὸς
τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ὁ θεὸς τῆς γῆς, ὃς ἔλαβέ με ἐκ τοῦ
οἴκου τοῦ πατρός μου, καὶ ἐκ τῆς γῆς, ἧς ἐγεννήθην.”

ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἐν τῇ πρὸς αὐτὸν Μωσέαθεοφανείᾳ,
πυθομένῳ τῷ Μωσεῖ, τίνα χρὴ τὸν θεὸν

 
ἡγεῖσθαι, φησὶν ὁ χρησμὸς ἐγώ εἰμι ὁ ὤν· οὕτως
ἐρεῖς τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ, ὁ ὣν ἀπέσταλκέ με πρὸς
ὑμᾶς.”

Ταῦτα μὲν οὖν ἀπὸ μυρίων ὅσων τῆς Ἑβραίων
 θεολογίας ἐκκείσθω. ἆρ’ οὖν ἄξιον ἐν συγκρίσει παραβάλλειν
αὐτοῖς τὰς τῶν σοφῶν Ἑλλήνων θεολογίας,
τῶν μὲν μηδ’ ὅλως εἶναι θεὸν ἀποφηναμένων, τῶν
δὲ τοὺς ἀστέρας εἶναι φασκόντων, οὓς καὶ μύδρους
τυγχάνειν διαπύρους, ἥλων καὶ πετάλων δίκην ἐμπεπηγότας
 τῷ οὐρανῷ, τῶν δὲ πῦρ εἶναι τεχνικὸν
ὁδῷ βαδίζον, καὶ τῶν μὲν μὴ προνοίᾳ θεοῦ διοικεῖσθαι 
τὸν κόσμον, φύσει δέ τινι ἀλόγῳ, τῶν δὲ τὰ
μὲν οὐράνια μόνα ὑπὸ θεοῦ διοικεῖσθαι, οὐ μὴν καὶ
τὰ ἐπὶ γῆς, καὶ πάλιν ἀγέννητον εἶναι τὸν κόσμον,
 καὶ μηδ’ ὅλως ὑπὸ θεοῦ γενέσθαι, αὐτομάτως δὲ καὶ
συντυχικῶς ὑφεστάναι, τῶν δὲ ἐξ ἀτόμων καὶ λεπτῶν
σωμάτων ἀψύχων τινῶν καὶ ἀλόγων τὴν τοῦ παντὸς
σύστασν γεγονέναι;

ἀλλὰ τὰ μὲν ἐκ τῶν παρ’
Ἑβραίοις λογίων περὶ τοῦ τῶν ὅλων θεοῦ ὡς ἐν
 βραχέσι τοιαῦτα· συνιδεῖν δὲ ἕπεται καὶ τὰ μετὰ
τὸν τῶν ὅλων θεὸν περὶ τῆς τῶν γενητῶν ἀρχῆς
Ἑβραίοις πεφιλοσοφημένα.

Θαλῆς μὲν ὁ Μιλήσιος ἀρχὴν τῶν ἁπάντων 
τὸ ὕδωρ εἶναι ἀπεφήνατο, Ἀναξιμένης δὲ τὸν ἀέρα,
 Ἡράκλειτος τὸ πῦρ, Πυθαγόρας ἀριθμοὺς, Ἐπίκουρος
ἅμα Δημοκρίτῳ σώματα ἄτομα, Ἐμπεδοκλῆς τὰ
τέσσαρα στοιχεῖα. ἴδωμεν τοιγαροῦν καὶ τὰ παρ’
Εβραίοις λόγια.

μετὰ τὴν ἄναρχον καὶ ἀγένητον
τοῦ θεοῦ τῶν ὅλων οὐσίαν, ἄμικτον οὖσαν καὶ ἐπέκεινα
 πάσης καταλήψεως, δευτέραν οὐσίαν καὶ θείαν
δύναμιν, ἀρχὴν τῶν γενητῶν ἀπάντων πρώτην τε 
ὑποστᾶσαν κἀκ τοῦ πρώτου αἰτίου γεγενημένην, εἰσ-

 
άγουσι, λόγον καὶ σοφίαν καὶ θεοῦ δύναμιν αὐτὴν
προσαγορεύοντες.

τοῦτο δὲ πρῶτος διδάσκει λέγων
Ἰὼβ “ἡ δὲ σοφία πόθεν εὑρέθη; ποῖος δὲ τόπος
ἐστὶ τῆς ἐπιστήμης; οὐκ οἶδε βροτὸς ὁδὸν αὐτῆς,
οὐδὲ μὴν εὑρέθη ἐν ἀνθρώποις, ἀκηκόαμεν δὲ αὐτῆς 
τὸ κλέος. ὁ κύριος συνέστησεν αὐτῆς τὴν ὁδὸν, αὐτὸς
δὲ οἶδε τὸν τόπον αὐτῆς.

καὶ ὁ Δαβὶδ δέ που
ἐν ψαλμῳδίαις, ἑτέρῳ προσειπὼν τὴν σοφίαν ὀνόματι,
φησὶ “τῷ λόγῳ κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν,”
τὸν τῶν ἁπάντων δημιουργὸν λόγον θεοῦ 
 τοῦτον ἐνευφημήσας τὸν τρόπον· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ
ὁ τούτου παῖς Σολομῶν ὧδέ πη ἐξ αὐτῆς προσωποποιεῖ
 τῆς σοφίας λέγων “ἐγὼ ἡ σοφία κατεσκήνωσα
βουλὴν καὶ γνῶσιν, καὶ ἔννοιαν ἐγὼ ἐπεκαλεσάμην.
δι᾿ ἐμοῦ βασιλεῖς βασιλεύουσι, καὶ οἱ δυνάσται γράφουσι 
δικαιοσύνην.”

καὶ πάλιν “κύριος ἔκτισέ με
ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοῦ, πρὸ τοῦ αἰῶνος
ἐθεμελίωσέ με, ἐν ἀρχῇ πρὸ τοῦ τὴν γῆν ποιῆσαι,
πρὸ τοῦ τὰς ἀβύσσους γενέσθαι, πρὸ τοῦ ὄρη ἑδρασθῆναι,
πρὸ δὲ πάντων βουνῶν γεννᾷ με, ἡνίκα 
ἡτοίμαζε τὸν οὐρανὸν συμπαρήμην αὐτῷ, καὶ ὡς
 ἀσφαλεῖς ἐτίθει πηγὰς τῆς ὑπ᾿ οὐρανὸν, ἤμην σὺν
αὐτῷ ἁρμόζουσα. ἐγὼ ἤμην ᾗ προσέχαιρε καθ᾿ ἡμέραν,
ηὐφραινόμην δὲ ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν παντὶ καιρῷ,
ὅτε ηὐφραίνετο τὴν οἰκουμένην συντελέσας.”

ταῦτα 
Σολομῶν ἐν Παροιμίαις. καὶ ταῦτα δέ πη ἐξ αὐτοῦ
λέγεται τοῦ προσώπου “τί δέ ἐστιν σοφία, καὶ πῶς
ἐγένετο, ἀπαγγελῶ, καὶ οὐκ ἀποκρύψω ὑμῖν μυστή-
 ρια, ἀλλ᾿ ἐξ ἀρχῆς γενέσεως ἐξιχνιάσω.” οἷς ἑξῆς
ἐπιλέγει “ἔστι γὰρ αὕτη πνεῦμα νοερὸν, ἅγιον, μονογενὲς, 
πολυμερὲς, λεπτὸν, εὐκίνητον, τρανὸν, ἀμόλυντον,
παντοδύναμον, παντεπίσκοπον, καὶ διὰ πάν-

 
τῶν χωροῦν πνευμάτων, νοερῶν, καθαρῶν, λεπτοτάτων.

πάσης γὰρ κινήσεως κινητικώτερον σοφία,
διήκει δὲ καὶ χωρεῖ διὰ πάντων διὰ τὴν καθαρότητα.
ἀτμὶς γάρ ἐστι τῆς τοῦ θεοῦ δυνάμεως καὶ ἀπόρροια
 τῆς τοῦ παντοκράτορος δόξης εἰλικρινής· διὸ οὐδὲν
μεμολυσμένον εἰς αὐτὴν παρεμπίπτει. ἀπαύγασμα
γάρ ἐστι φωτὸς ἀιδίου, καὶ ἔσοπτρον ἀκηλίδωτον
τῆς τοῦ θεοῦ ἐνεργείας, καὶ εἰκὼν τῆς ἀγαθότητος
αὐτοῦ. διατείνει δὲ ἀπὸ πέρατος ἐπὶ πέρας εὐρώστως, 
 καὶ διοικεῖ τὰ πάντα χρηστῶς.”

καὶ δὴ τόνδε τὸν
ἔνθεον λόγον διαφόρως ἡ θεία γραφὴ πρὸς τοῦ πατρὸς
ἐπὶ τῇ τῶν ἀνθρώπων σωτηρίᾳ πεπεμμένον
εἰσάγει. αὐτὸν δ’ οὖν καὶ τῷ Ἁβραὰμ Μωσεῖ τε καὶ
τοῖς ἄλλοις θεοφιλέσι προφήταις φῆναι ἑαυτὸν, καὶ
 χρησμοῖς τὰ πολλὰ παιδεῦσαί τε καὶ θεσπίσαι τὰ
μέλλοντα ἱστορεῖ, ὁπηνίκα θεὸν καὶ κύριον ὦφθαί
τε καὶ εἰς λόγους τῶν προφητῶν ἐλθεῖν μνημονεύει.

τοῦτον καὶ πᾶσιν εἰς γνῶσιν ἐλθεῖν ἀνθρώποις,
οἷα νοσούντων σωτῆρα καὶ ψυχῶν ἰατρὸν πρὸς τοῦ
 μείζονος ἀπεσταλμένον άλεσταλμένον, ὧδέ πη θεσπίζει ἀπέστειλε
τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ ἰάσατο αὐτοὺς, καὶ ἐρρύσατο
αὐτοὺς ἐκ τῶν διαφθορῶν αὐτῶν.’ καὶ πάλιν ἄλλοτέ
φησιν ἴως τάχους δραμεῖται ὁ λόγος αὐτοῦ.” ἔνθεν
καὶ ἡ εὐαγγελικὴ διδασκαλία τὸ προφητικὸν καὶ
 πάτριον ἀνανεουμένη δόγμα ταύτῃ πη διασαφεῖ τὴν
θεολογίαν “ἐν ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν
πρὸς τὸν θεὸν, καὶ θεὸς ἦν ὁ λόγος. οὗτος ἦν ἐν 
ἀρχῇ πρὸς τὸν θεόν. πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ
χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ
 ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.”

εἰκότως δῆτα τῷ αὐτῷ πνεύματι καὶ Μώσης ὁ
πάνσοφος, ἀρχόμενος τῆς κατ’ αὐτὸν κοσμογονίας,

 
ἐν τῇ προαποδοθείσῃ ἀρχῇ, πεποιηκέναι τὸν θεὸν
τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν φησίν· αὐτῷ τε εἰσάγει,
ὡς ἂν οἰκείῳ καὶ πρωτογόνῳ αὐτοῦ λόγῳ λόγῳ, κοινολογούμενον
ἐπὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου δημιουργίας τὸν
 θεὸν ἐν οἷς γράφει καὶ εἶπεν ὁ θεὸς, ποιήσωμεν 
ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν.”

τοῦτο δὲ καὶ ὁ ψαλμῳδὸς ᾐνίττετο, ὁπηνίκα περὶ
τοῦ πρώτου αἰτίου διεξιὼν “αὐτὸς” φησὶν “εἶπε, καὶ
ἐγεννήθησαν· αὐτὸς ἐνετείλατο ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν·”
ἄντικρυς τὴν τοῦ πρώτου πρὸς τὸ δεύτερον αἴτιον, 
ὡς ἂν πατρὸς πρὸς υἱὸν υἱὸν, διάταξίν τε καὶ παρακέλευσιν
 ὑφιστάμενος πάντη γὰρ δήπουθεν δῆλον ὡς
πᾶς ὁ λέγων τι ἑτέρῳ λέγει, καὶ ὁ ἐντελλόμενος
 ἑτέρῳ παρ’ ἑαυτὸν ἐντέλλεται.

διαρρήδην δ’ αὖ
πάλιν Μώσης ἄμφω δυοῖν μνημονεύων κυρίων, πατρὸς 
δηλαδὴ καὶ υἱοῦ, ὧδέ πη ἐπὶ τῆς κατὰ τῶν
ἀσεβῶν τιμωρίας ἱστορεῖ λέγων “καὶ ἔβρεξε κύριος
παρὰ κυρίου ἐπὶ Σόδομα καὶ Γόμορρα θεῖον καὶ
πῦρ.”

οἷς συμφώνως καὶ Δαβὶδ ψάλλων ἔφησεν
“εἶπεν ὁ κύριος τῷ κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου, 
ἴως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν
σου. καὶ προιὼν τὴν κρύφιον καὶ τοῖς πᾶσιν ἀπόρρητον
αὐτοῦ γενεσιουργίαν ᾐνίξατο, φάσκων ἐκ
 γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε.”

ἔνα δὲ μὴ
σοφίζεσθαί με ταῦτα νομίσῃς, ἑρμηνέα σοι τῆς ἐν τῇ 
γραφῇ διανοίας Ἑβραῖον ἄνδρα παραστήσω παραστήσω, τὰ οἰκεῖα
πατρόθεν ἀκριβοῦντα καὶ παρὰ διδασκάλων τὸ
δόγμα μεμαθηκότα μεμαθηκότα, εἰ δή σοι τοιοῦτος ὁ Φίλων.
ἐπάκουσον οὖν καὶ τοῦδε, ὅπως τὰς θείας ἑρμηνεύει
φωνάς ·

“Διὰ τί ὡς περὶ ἑτέρου θεοῦ φησι τὸ ἐν
εἰκόνι θεοῦ ἐποίησα τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ’ οὐχὶ τῇ 
ἑαυτοῦ; παγκάλως καὶ σοφῶς τουτὶ κεχρησμῴδηται.
θνητὸν γὰρ οὐδὲν ἀπεικονισθῆναι πρὸς τὸν ἀνωτάτω
 καὶ πατέρα τῶν ὅλων ἐδύνατο, ἀλλὰ πρὸς τὸν
δεύτερον θεὸν, ὅς ἐστιν ἐκείνου λόγος.

ἔδει γὰρ
τὸν λογικὸν ἐν ἀνθρώπου ψυχῇ τύπον ὑπὸ θείου
λόγου χαραχθῆναι, ἐπειδὴ ὁ πρὸ τοῦ λόγου θεὸς
κρείσσων ἐστὶν ἢ πάσα λογικὴ φύσις· τῷ δὲ ὑπὲρ
 τὸν λόγον ἐν τῇ βελτίστῃ καί τινι ἐξαιρέτῳ καθεστῶτι
ἰδέᾳ οὐδὲν θέμις ἢν γεννητὸν ἐξομοιοῦσθαι.

Ταῦτα ἐκ τοῦ πρώτου μοι κείσθω τῶν Φίλωνος
Ζητημάτων καὶ Λύσεων. ὁ δ’ αὐτὸς ἐν τῷ Περὶ
γεωργίας προτέρῳ καὶ υἱὸν θεοῦ τὸν πρωτόγονον 
 αὐτοῦ λόγον τοῦτον ὀνομάζει τὸν τρόπον. 
 ‘Ταῦτα Ταῦτα δὴ πάντα ὁ ποιμὴν καὶ βασιλεὺς θεὸς
ἄγει κατὰ δίκην, νόμον προστησάμενος τὸν ὀρθὸν
αὐτοῦ λόγον καὶ πρωτόγονον υἱὸν, ὃς τὴν ἐπιμέλειαν
ῆς ἱερὰς ταύτης ἀγέλης, οἷά τις μεγάλου βασιλέως
 ὕπαρχος, διαδέξεται.”

Καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ δὲ πάλιν ὁ αὐτὸς τάδε
γράφει πρὸς λέξιν 
 ‘Τὰς Τὰς δυστροπίας οὖν εἴ τις ἀποδιδράσκειν βούλεται
τὰς ἐν τοῖς διαπορηθεῖσι, λεγέτω μετὰ παρρησίας
 ὅτι οὐδὲν τῶν ἐνύλων κραταιὸν οὕτως ὡς τὸν
κόσμον ἀχθοφορεῖν ἰσχῦσαι. λόγος δ’ ὁ ἀί·διος θεοῦ 
τοῦ αἰωνίου τὸ ὀχυρώτατον καὶ βεβαιότατον ἔρεισμα
τῶν ὅλων ἐστίν.

οὗτος ἀπὸ τῶν μέσων ἐπὶ τὰ
πέρατα καὶ ἀπὸ τῶν ἄκρων ἐπὶ τὰ μέσα ταθεὶς δολιχεύει
 τὸν φύσεως ἀήττητον δρόμον, συνάγων τὰ
 

 
μέρη πάντα καὶ σφίγγων. δεσμὸν γὰρ αὐτὸν ἄρρηκτον
τοῦ παντὸς ὁ γεννήσας ἐποίει πατήρ.

εἰκότως
οὖν οὐδὲ γῆ πᾶσα διαλυθήσεται πρὸς παντὸς
 ὕδατος, ὅπερ αὐτῆς οἱ κόλποι κεχωρήκασιν, οὐδ᾿ ὑπὸ
ἀέρος σβεσθήσεται πῦρ, οὐδ᾿ ἔμπαλιν ὑπὸ πυρὸς 
ἀὴρ ἀναφλεχθήσεται, τοῦ θείου λόγου μεθόριον τάττοντος
αὑτὸν φωνῆεν στοιχείων ἀφώνων, ἵνα τὸ ὅλον
ὥσπερ ἐπὶ τῆς ἐγγράμμου μουσικῆς συνηχήσῃ, τὰς
τῶν ἐναντίων ἀπειλὰς πειθοῖ τῇ συνόδῳ μεσιτεύοντός
τε καὶ διαιτῶντος.”

Ταῦτα ὁ Φίλων. καὶ Ἀριστόβουλος δὲ ἄλλος
Ἑβραίων σοφὸς ἀνὴρ, κατὰ τὴν τῶν Πτολεμαίων
ἀκμάσας ἡγεμονίαν, κυροῖ τὸ δόγμα ὡς πάτριον, αὐτῷ
Πτολεμαίῳ τὴν τῶν ἱερῶν νόμων προσφωνῶν
ἑρμηνείαν, ἐν ᾗ τάδε φησί

“Μεταφέροιτο δ᾿ ἂν τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῆς σοφίας·
τὸ γὰρ πὰν φῶς ἐστὶν ἐξ αὐτῆς. διὸ καί τινες
 εἰρήκασι τῶν ἐκ τῆς αἱρέσεως ὄντες τοῦ Περιπάτου
λαμπτῆρος αὐτὴν ἔχειν τάξιν. ἀκολουθοῦντες γὰρ
αὐτῇ συνεχῶς, ἀτάραχοι καταστήσονται δι᾿ ὅλου τοῦ 
 βίου. σαφέστερον δὲ καὶ κάλλιον τῶν ἡμετέρων προγόνων
τις εἶπε Σολομῶν, πρὸ οὐρανοῦ καὶ γῆς αὐτὴν
ὑπάρχειν· τὸ δὲ σύμφωνόν ἐστι τῷ
προειρημένῳ.”

Ταῦτα μὲν οὖν καὶ τὰ τοιαῦτα περὶ τοῦδε καὶ 
παῖδες Ἑβραίων πεφιλοσοφήκασιν ἆρ᾿ οὖν οὐχ οὗτος
λόγων εἴη ἂν ὁ θεοπρεπέστατος, δυνάμει θεοῦ
λογικῇ καὶ πανσόφῳ, μᾶλλον δὲ αὐτῇ σοφίᾳ καὶ αὐτῷ
θεοῦ λόγῳ τὴν ἀρχὴν ἀνατιθεὶς τῆς τοῦ παντὸς
 συστάσεως ἢ τοῖς ἀψύχοις καὶ ἀλόγοις στοιχείοις;

ἀλλὰ γὰρ τοιαῦτα παρ᾿ Ἑβραίοις καὶ τὰ περὶ τῆς
τῶν ὅλων ἀρχῆς. σκεψώμεθα δὲ καὶ ἃ περὶ τῆς τῶν

 
λογικῶν συστάσεως, τῶν μετὰ τὴν πρώτην ἀρχὴν,
ἐκδιδάσκουσι.

Μετὰ τὴν ἄναρχον καὶ ἀγέννητον τοῦ θεοῦ
παμβασιλέως οὐσίαν, τὴν οὐκ ἄλλοθεν ἢ ἐκ τοῦ πατρὸς
 γεγεννημένην ἀρχὴν, πρωτότοκόν τε οὖσαν καὶ 
συνεργὸν τῆς τοῦ πατρὸς βουλῆς, πρὸς αὐτόν τε ἀπεικονισμένην
διδάσκουσι.

ταύτην δὲ τῶν μετὰ ταῦτα
γενητῶν ἀπάντων πρωτεύειν, παρ᾿ ὃ καὶ εἰκόνα θεοῦ
αὐτὴν, καὶ θεοῦ δύναμιν, καὶ θεοῦ σοφίαν, καὶ θεοῦ
 λόγον, ναὶ μὴν καὶ ἀρχιστράτηγον δυνάμεως κυρίου,
μεγάλης τε βουλῆς ἄγγελον ἀποκαλεῖν εἰώθασι.

τὰς
δὲ μετὰ τήνδε τὴν ἀρχὴν νοερὰς καὶ λογικὰς δυνάμεις
οὐ λεκτὰς εἶναι ἀνθρώπου φύσει, τοῦ τε πλήθους
ἕνεκα τῆς τε κατ᾿ εἶδος διαφορὰς, πλὴν ὅσον 
 ἐπιβάλλειν δυνατὸν τοῖς παραδείγμασιν ἐκ τῆς τῶν
ὁρωμένων ἀναλογίας, ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἄστρων
καὶ αὐτοῦ δὴ οὐρανοῦ ἔνδον ὑφ᾿ ἑαυτῷ τὰ σύμπαντα
περιειληφότος.

“ἄλλη γὰρ δόξα ἡλίου καὶ ἄλλη δόξα
σελήνης καὶ ἄλλη δόξα ἀστέρων” φησὶν ὁ θεῖος ἀπό-
 στολος· ἀστέρα γὰρ ἀστέρος διαφέρειν ἐν δόξῃ.

ταύτῃ πη τοιγαροῦν καὶ τὸν ἐν ἀσωμάτοις καὶ
νοεραῖς οὐσίαις κόσμον χρὴ νοεῖν, τὰ πάντα μὲν
ἀθρόως ἀπολαβούσης τῆς ἀνεκφράστου καὶ ἀπειρομεγέθους
δυνάμεως τοῦ θεοῦ τῶν ὅλων, δευτερευούσης
 δὲ μετὰ τὸν πατέρα τῆς δημιουργικῆς ὁμοῦ καὶ 
φωτιστικῆς δυνάμεως τοῦ θείου λόγου. διὸ καὶ φῶς
ἀληθινὸν καὶ δικαιοσύνης ἥλιον Ἑβραίοις φίλον αὐτὸν
ὀνομάζειν.

τρίτης δὲ ἤδη μετὰ τὴν δευτέραν
οὐσίαν ἐν χώρᾳ σελήνης καθισταμένης τοῦ ἁγίου
 πνεύματος, ὃ καὶ αὐτὸ ἐν τῇ πρώτῃ καὶ βασιλικῇ
τῆς τῶν ὅλων ἀρχῆς ἀξίᾳ καὶ τιμῇ καταλέγουσιν, εἰς
ἀρχὴν τῶν μετὰ ταῦτα γενητῶν, λέγω δὲ τῶν ὑπο-

 
βεβηκότων καὶ τῆς παρ᾿ αὐτοῦ χορηγίας ἐπιδεομέ-
 νων, καὶ αὐτοῦ πρὸς τοῦ τῶν ὅλων ποιητοῦ κατατεταγμένου.

ἀλλὰ τοῦτο μὲν, τρίτην ἐπέχον τὴν
τάξιν, τοῖς ὑποβεβηκόσι τῶν ἐν αὐτῷ κρειττόνων δυνάμεων
ἐπιχορηγεῖ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἀντιλαμβάνει 
παρ᾿ ἑτέρου [του ἢ παρὰ θεοῦ λόγου,] τοῦ δὴ καὶ
ἀνωτέρω καὶ κρείττονος, ὃν δὴ δευτερεύειν ἔφαμεν
τῆς ἀνωτάτω καὶ ἀγεννήτου φύσεως θεοῦ τοῦ παμβασιλέως·
παρ᾿ οὗ δὴ καὶ αὐτὸς ἐπιχορηγούμενος ὁ
θεὸς λόγος, καὶ ὥσπερ ἐξ ἀενάου πηγῆς θεότητα 
 ἀναβλυστανούσης ἀρυτόμενος, τοῖς πᾶσιν ὁμοῦ καὶ
δὴ καὶ αὐτῷ τῷ ἁγίῳ πνεύματι, μᾶλλον ἁπάντων
αὐτῷ προσεχεῖ καὶ ἐγγυτάτω ὄντι, ταῖς τε μετὰ τοῦτο
νοεραῖς καὶ θείαις δυνάμεσιν ἀθρόως καὶ ἀνεπιφθόνως
τῶν τοῦ οἰκείου φωτὸς μαρμαρυγῶν μεταδίδωσι.

τὴν δὲ τῶν ὅλων ἀγένητον ἀρχὴν, ἀγαθῶν ἁπάντων
οὖσαν πηγὴν, θεότητός τε καὶ ζωῆς ὁμοῦ καὶ
φωτὸς καὶ πάσης ἀρετῆς αἰτίαν, καὶ πρώτην γε οὖσαν
 τῶν πρώτων καὶ ἀρχῶν ἀρχὴν, μᾶλλον δὲ καὶ
ἀρχῆς καὶ πρώτου καὶ πάσης ῥητῆς τε καὶ καταληπτῆς 
ἐπινοίας ἐπέκεινα, τὰ μὲν πάντα ὅσα περ ἐν
ἀρρήτοις δυνάμεσι περιείληφε τῷ πρώτῳ γεννήματι
κοινωνεῖν μόνῳ, ὡς ἂν μόνως οἵῳ τε χωρεῖν καὶ
ἀποδέχεσθαι τὴν τοῖς ἄλλοις οὐκ ἐφικτὴν οὐδὲ χωρητὴν
τοῦ πατρὸς τῶν ἀγαθῶν ἀφθονίαν.

τὰ δ᾿ ἐν 
 μέρει τοῖς κατὰ μέρος ἀξίοις διὰ τῆς τοῦ δευτέρου
διακονίας τε καὶ μεσιτείας κατὰ τὸ ἑκάστῳ ἐφικτὸν
ἐμπαρέχειν· ὧν. τὰ τέλεια καὶ ἄκρως ἅγια τῷ τρίτῳ
μὲν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἄρχοντι δὲ καὶ ἡγουμένῳ τῶν μετέπειτα,
διὰ τοῦ υἱοῦ τὰ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐπικομιζομένῳ, 
δεδωρῆσθαι.

ἔνθεν οἱ πάντες Ἑβραίων
θεόλογοι, μετὰ τὸν ἐπὶ πάντων θεὸν καὶ μετὰ τὴν

 
πρωτότοκον αὐτοῦ σοφίαν 5 τὴν τρίτην καὶ ἁγίαν δύναμιν,
ἅγιον πνεῦμα προσειπόντες ἀποθειάζουσιν,
ὑφ’ οὗ καὶ ἐφωτίζοντο θεοφορούμενοι.

ἑξῆς δὲ
οὐρανῷ καὶ ἡλίῳ καὶ σελήνῃ ἀστέρα φασὶν ἀστέρος
 διαφέρειν ἐν δόξῃ. θνητῇ μὲν οὑν φύσει οὐκ ἔστιν 
ἀριθμὸν ἄστρων δυνατὸν εὑρεῖν, πλὴν ἀλλὰ τὸν παμβασιλέα
θεὸν τὰ Ἑβραίων φασὶ λόγια καὶ τῆς κατ’
οὐρανὸν στρατιὰς τὰ πλήθη καὶ τὰς προσηγορίας μὴ ἴ’
ἀγνοεῖν. διὸ παρ’ αὐτοῖς λέγεσθαι “ὁ ὁ ἀριθμῶν πλήθη
 ἄστρων καὶ πᾶσιν αὐτοῖς ὀνόματα καλῶν.’

οὕτω δὴ μετὰ τὰ πρῶτα τῶν ἐν ἀσωμάτοις δυνάμεσιν
ἐπινοουμένων ἄστρων, φωτὸς νοεροῦ δυνάμει τε
καὶ οὐσίᾳ διαπρεπόντων, πολλή τις καὶ ἡμῖν ἀπερινόητος
διαφορὰ τυγχάνει, ἀναρίθμητά τε φῦλα καὶ
 γένη, ἀλλ’ οὐ καὶ τῷ τῶν ὅλων ποιητῇ.

διὸ καὶ 
τὸ καταληπτὸν αὐτῶν μόνῳ τῷ θεῷ παριστάς τις
θεολόγων φησὶ “μύριαι μυριάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ
καὶ χίλιαι χιλιάδες παρειστήκεισαν ἔμπροσθεν αὐτοῦ”
διὰ μὲν τοῦ ἀριθμοῦ δηλῶν τὸ τῷ θεῷ καταληπτὸν
 αὐτῶν, διὰ δὲ τοῦ ποσοῦ τὸ ἡμῖν ἄπειρον· παρ’ ὃ
καὶ εἰώθαμεν ὀνομάζειν καθ’ ὑπερβολῆς ἔμφασιν τὰ
πολλὰ καὶ ἄπειρα μυρία.

ἄλλος δέ τις προφήτης
περὶ τῆς οὐσίας αὐτῶν διεξιὼν ὧδέ πως τὸν ποιητὴν
τῶν ἀπάντων θεολογεῖ, φάσκων κύριε ὁ θεός 
 μου μου, ὡς ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν
ἐνεδύσω, ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον,
ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ δέρριν· ὁ ποιῶν
τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς
αὐτοῦ πυρὸς φλόγα.”

μή τοι νομίσῃς τοῦ παρ’
 ἡμῖν θνητοῦ καὶ γεώδους πυρὸς οὐσίας μετέχειν τὰ
δηλούμενα, μηδέ γε τῶν ἐξ ἀλόγου φύσεως ἀέρος
πνευμάτων· ἀλλ’ οἶόν περ καὶ αὐτὸν ὀνομάζουσι τὸν

 
 θεὸν, ἀσώματον μὲν καὶ ἄϋλον καὶ αὐτόνουν, μᾶλλον
δὲ ὑπὲρ νοῦν καὶ ὑπὲρ πάντα λόγον ὄντα τὴν
φύσιν, τροπικώτερον δὲ καὶ πνεῦμα καὶ πῦρ καὶ
φῶς, καὶ ἄλλαις τισὶ προσηγορίαις θνηταῖς ἀκοαῖς
καταλλήλοις ὀνομαζόμενον, ἀγγέλους δῆτα καὶ ἀρχαγγέλους, 
καὶ πνεύματα καὶ θείας δυνάμεις καὶ στρατιὰς
οὐρανίους, ἀρχάς τε καὶ ἐξουσίας καὶ θρόνους
καὶ κυριότητας, ὡς ἂν μυρίους ἐπὶ μυρίοις ἀστέρας
τε καὶ φωστῆρας, τὰς νοερὰς καὶ λογικὰς οὐσίας οἱ
 θεῖοι λόγοι προσειπόντες, ἄρχειν ἁπάντων καὶ ἐπιστατεῖν 
τὸν τῆς δικαιοσύνης φασὶν ἥλιον, καὶ τὸ τούτου
σύζυγον ἅγιον πνεῦμα.

τὰ δὲ πάντα ἀθρόως
αὐτῷ υἱῷ καὶ ἁγίῳ πνεύματι, νοερά τε ζῷα καὶ λογικὰ,
σὺν καὶ τοῖς κατ᾿ οὐρανὸν φαινομένοις, οὐρανόν
τε αὐτὸν, καὶ ὅσα ἔνδον οὗτος ἐν αὐτῷ περιλαβὼν 
ἔχει, μόνῳ τῷ ἐπὶ πάντων θεῷ, τῷ διὰ πάντων
καὶ ἐν πᾶσι παμβασιλεῖ καὶ πανηγεμόνι καὶ αἰτίῳ
τῶν ὅλων, ὡς ἂν δημιουργῷ πάντων ποιητῇ τε καὶ
 φροντιστῇ καὶ σωτῆρι, τὸν πρέποντα ὕμνον καὶ τὴν
προσήκουσαν θεολογίαν ἡ θεία καὶ προφητικὴ γραφὴ 
νέμειν παρακελεύεται, φάσκουσα

“αἰνεῖτε τὸν θεὸν
 ἐκ τῶν οὐρανῶν, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς ὑψίστοις,
αἰνεῖτε αὐτὸν πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν
πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἥλιος
καὶ σελήνη, αἰνεῖτε αὐτὸν πάντα τὰ ἄστρα καὶ τὸ 
φῶς, αἰνεῖτε αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν, καὶ τὰ
ὕδατα τὰ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν αἰνεσάτωσαν τὸ
ὄνομα κυρίου, ὅτι αὐτὸς εἶπε, καὶ ἐγεννήθησαν, αὐ-
 τὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν. ἔστησεν αὐτὰ εἰς
τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, προστάγματα 
ἔθετο, καὶ οὐ παρελεύσεται.”

Τοιαῦτα καὶ τὰ παρὰ Ἑβραίων δόγματα, ἃ

 
τῆς Ἑλλήνων πολυθέου καὶ δαιμονικῆς πλάνης προτετιμήκαμεν,
θείας μὲν δυνάμεις ὑπηρετικὰς τοῦ
παμβασιλέως θεοῦ καὶ λειτουργικὰς εἰδότες, καὶ κατὰ
τὸ προσῆκον τιμῶντες, μόνον δὲ θεὸν ὁμολογοῦντες,
 καὶ μόνον ἐκεῖνον σέβοντες, ὃν καὶ αὐτὸς οὐρανὸς,
καὶ τὰ κατ᾿ οὐρανὸν ἅπαντα, τά τε ἐπέκεινα οὐρανοῦ
σέβειν καὶ ὑμνεῖν καὶ θεολογεῖν ἐδιδάχθη· ὅτι καὶ
αὐτὸς ὁ μονογενὴς τοῦ θεοῦ καὶ πρωτότοκος τῶν ὅλων
ἡ πάντων ἀρχὴ τὸν αὐτοῦ πατέρα μόνον ἡγεῖσθαι
 θεὸν ἀληθῆ καὶ μόνον σέβειν ἡμῖν παρακελεύεται.

Ἕπεται καὶ περὶ τῆς ἐναντίας δυνάμεως 
τίνα ποτὲ τὰ Ἑβραίων λόγια παραδίδωσιν ἐπισκέψασθαι.
τὰς μὲν οὖν θείας δυνάμεις, νεύματι τοῦ πατρὸς
τῷ σύμπαντι ἐφεστώσας κόσμῳ, τά τε λειτουργικὰ
 πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα, διὰ τοὺς
μέλλοντας κληρονομεῖν βασιλείαν, τούς τε ἱεροὺς ἀγ- 
γέλους τοῦ θεοῦ καὶ ἀρχαγγέλους, πᾶσάν τε τὴν διάκονον
τῶν ἀγαθῶν νοερὰν οὐσίαν, φωτεινὴν οὖσαν,
καὶ πάντων ὑπηρέτιν τῶν εἰς ἀνθρώπους ἐκ θεοῦ
 δωρουμένων ἀγαθῶν, τὸν παμβασιλέα πάντων δορυφορεῖν
θεὸν, κἄπειτα τῶν κατ᾿ οὐρανὸν δίκην ἄστρων,
τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὸ σύζυγον αὐτῷ ἅγιον
πνεῦμα περιπολεῖν, τῆς τε τούτων χορηγίας τοῦ φωτὸς
ἀπολαύειν· διὸ καὶ φωστῆρσι τοῖς κατ᾿ οὐρανὸν
 εἰκότως παραβάλλεσθαι·

τὴν δὲ ἐκ τούτων παρατετραμμένην,
καὶ τῆς τῶν κρειττόνων χορείας δι᾿ οἰ- 
κείαν φαυλότητα στερομένην, σκότος τε ἀντὶ φωτὸς
ἀλλαξαμένην, ἔμπαλιν ἢ τὰ πρῶτα, ταῖς ἁρμοττούσαις
τῇ τοῦ τρόπου μοχθηρίᾳ προσηγορίαις ὀνομάζει.

τὸν γοῦν κατάρξαντα τῆς πτώσεως, αὑτῷ τε καὶ
ἑτέροις τῆς τῶν κρειττόνων ἀποστασίας γενόμενον
αἴτιον, ὡς ἂν διόλου χαμαὶ τῆς τῶν θειοτέρων εὐσε-

 
βείας ἐκπεπτωκότα, καὶ κακίας μὲν ἰοῦ καὶ δυσσεβείας
αὐτὸν αὐτῷ δημιουργὸν ὑποστάντα, σκότους δὲ
καὶ ἀλογίας ποιητὴν ἐκ τῆς τοῦ φωτὸς αὐθεκουσίου
ἀναχωρήσεως γεγονότα, δράκοντα καὶ ὄφιν ὄθιν, μέλανά
 τε καὶ ἑρπυστικὸν ἑρπυστικὸν, ἰοῦ θανατηφόρου γεννητικὸν, 
θῆρά τε ἄγριον, καὶ ἀνθρωποβόρον λέοντα, καὶ πάλιν
τὸν ἐν ἑρπετοῖς βασιλίσκον ἀποκαλεῖν εἴωθεν.

ὑπόθεσιν δ’ αὐτῷ φασιν οἶ θεῖοι λόγοι γεγονέναι
τῆς ἀποπτώσεως μανίαν φρενῶν καὶ διανοίας ἔκστασιν,
ὧδέ πως ὁμοῦ τὴν πτῶσιν αὐτοῦ καὶ τὴν φρενοβλάβειαν 
διηγούμενοι “πῶς πῶς ἐξέπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
ὁ ἑωσφόρος, ὁ πρωὶ ἀνατέλλων; συνετρίβη ἐπὶ τὴν
γῆν ὁ ἀποστέλλων πρὸς πάντα τὰ ἔθνη. σὺ δὲ εἶπας
ἐν τῇ διανοίᾳ σου, εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβήσομαι,
ἐπάνω τῶν ἄστρων τοῦ οὐρανοῦ θήσω τὸν θρόνον 
 μου, ἔσομαι ὅμοιος τῷ ὑψίστῳ.”

καὶ πάλιν ‘τάδε
λέγει κύριος, ἀνθ’ ὧν ὑψώθη ἡ καρδία σου, καὶ εἶπας, ,
θεός εἰμι ἐγὼ, κατοικίαν θεοῦ κατῴκηκα.” καὶ
αὖθις “σὺ ἀποσφράγισμα ὁμοιώσεως, καὶ στέφανος
κάλλους, ἐν τῇ τρυφῇ τοῦ παραδείσου τοῦ θεοῦ ἐγενήθης, 
πάντα λίθον χρηστὸν ἐνδέδεσαι” καὶ τὰ ἑξῆς.

οἷς ἐπιλέγει ἐν ὄρει ἁγίῳ θεοῦ ἐγενήθης, ἐν μέσῳ
λίθων πυρίνων ἐγεννήθης, ἄμωμος σὺ ἐν ταῖς ἡμέραις
σου, ἀφ’ ἧς ἡμέρας σὺ ἐκτίσθης, ἕως εὑρέθη τὰ
 ἀδικήματα ἐν σοί. ὑψώθη ἡ καρδία σου ἐπὶ τῷ κάλλει 
σου, διεφθάρη ἡ ἐπιστήμη σου μετὰ τοὺ κάλλους
σου, διὰ πλῆθος ἁμαρτιῶν σου ἐπὶ τὴν γῆν ἔρ-
ριψά σε.”

Διὰ δὴ τούτων ἄντικρυς τὴν μετὰ τῶν θειοτέρων
δυνάμεων προτέραν τοῦ δηλουμένου διατριβὴν 
καὶ τὴν ἀπὸ τῶν κρειττόνων δι’ οἰκείαν μεγαλαυχίαν
καὶ θεομαχίαν ἀπόπτωσιν μεμαθήκαμεν

 
μυρίον δέ ἐστιν ἄλλο γένος ὑπὸ τούτῳ τοῖς παραπλησίοις
ἔνοχον πλημμελήμασιν, ὃ τῆς δυσσεβείας χάριν
τῆς τῶν εὐσεβῶν ἀποπεσὸν λήξεως, ἀντὶ τῆς πάλαι
φωτοειδοῦς καὶ θειοτέρας περιβολῆς τῆς τε ἐν τοῖς
 βασιλείοις τιμῆς καὶ τῆς ἐν μακαρίοις καὶ ἀγγελικοῖς
χοροῖς διατριβῆς τὸν ἐφαρμόζοντα τοῖς δυσσεβέσι
χῶρον, κρίσει δικαίᾳ καὶ ἀποφάσει τοῦ μεγάλου
θεοῦ, Τάρταρον οἰκεῖν, ὃν ἄβυσσον οἱ θεῖοι λόγοι
προσαγορεύουσι, καὶ σκότος οὐ τὸ παρ’ ἡμῖν, τὸ δ’
 ὑπὸ τῶν θείων λογίων δηλούμενον, ἀντικατηλλάξατο

ὧν βραχύ τι καὶ μικρὸν ἀπόσπασμα, γυμνασίου
χάριν τῶν εὐσεβείας ἀθλητῶν, ἀμφὶ γῆν καὶ τὸν ὑπὸ
σελήνην ἀέρα καταλειφθὲν, τῆς ἐν ἀνθρώποις πολυθέου 
πλάνης κατ’ οὐδὲν ἀθεότητος διαφερούσης συναίτιον
 γέγονε.

τέθειται δὲ καὶ τούτοις ἡ θεία γραφὴ
προσφυεῖς τἀς προσηγορίας, γυμνότερον μὲν, ὅτε
πνεύματα πονηρὰ καὶ δαίμονας, ἀρχάς τε καὶ ἐξουσίας,
καὶ κοσμοκράτορας, καὶ πνευματικὰ πονηρίας
ἐπονομάζει· συμβολικῶς δὲ, ὅτε τὸν θεοφιλῆ παρορμῇ
 μηδὲν δεδίττεσθαι τὸ τῶν πολεμίων δαιμόνων
στῖφος, δι’ ὧν φησιν “ἐπ' ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον
ἐπιβήσῃ, καὶ καταπατήσεις λέοντα καὶ δράκοντα.·

δεῖγμα δὲ τούτων τῆς θεοεχθρίας τὸ θέλειν σφὰς
αὐτοὺς θεοὺς ἀναγορεύεσθαι, καὶ τἀς ἐπὶ θεῷ τιμὰς
 εἰς ἑαυτοὺς ὑφαρπάζειν, μαντείαις τε πειρᾶσθαι καὶ
χρησμοῖς, ὥσπερ τισὶ θελγήτροις καὶ προβολίοις, τοὺς 
εὐχερεῖς δελεάζειν, καὶ τῆς μὲν ἐπὶ τὸν τῶν ὅλων
θεὸν ἀνανεύσεως ἀποσπᾶν ἀποσπᾶν, κατασύρειν ἐπὶ τὸν πανώλεθρον
τῆς δυσσεβοῦς καὶ ἀθέου δεισιδαιμονίας
 βυθόν· διὸ προτροπάδην φεύγειν αὐτῶν τὰς ἀπάτας
μόνοις Ἑβραίοις ἄνωθεν ἐξ αἰῶνος ἐσπουδάζετο.
διαρρήδην παιδεύουσιν ὅτι πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν

 
δαιμόνια.

νυνὶ δὲ, σὺν θεῷ φάναι, διὰ τῆς τοῦ
σωτῆρος ἡμῶν εὐαγγελικῆς διδασκαλίας πάντα τὰ
 πανταχόθεν τῆς οἰκουμένης ἔθνη, δεσμῶν δαιμονικῶν
ἀπηλλαγμένα, τὸν θεὸν ἀνυμνεῖ, ὃν δὴ καὶ μόνον
ὑπάρχειν σωτῆρα καὶ βασιλέα καὶ θεὸν τῶν ὅλων 
μεμαθήκαμεν.

Κἀνταῦθα πάλιν ἡ μὲν τῶν Φοινίκων καὶ
Αἰγυπτίων ζωογονία αὐτόματον εἰσῆγε τῶν ἐπὶ γῆς
 ἁπάντων ζῴων τε καὶ ἀνθρώπων τὴν γένεσιν, μίαν
καὶ τὴν αὐτὴν ὁμοίως φύσιν συντυχικῶς ἀπὸ γῆς 
προελθεῖν διαγράφουσα, κατ᾿ οὐδέν τε τὴν ἄλογον
διαφέρειν τῆς λογικῆς ψυχῆς τε καὶ οὐσίας ὑποτιθεμένη.

ταῦτα γοῦν ἐδήλουν αἱ προπαρατεθεῖσαι
τῶν παρ᾿ αὐτοῖς συγγραφέων λέξεις. παῖδες δὲ πάλιν
Ἑβραίων εἰκότως ἡμῖν προτετίμηνται, τὰ περὶ 
τῆς πρώτης ἀνθρώπων συστάσεως παγκάλως καὶ σοφῶς
καὶ ἀληθῶς διειληφότες,

ὅτι δὴ τῶν ἐν ἡμῖν
τὸ μέν τι φασὶ θεῖον εἶναι καὶ ἀθάνατον, ἄσαρκόν
 τε τὴν φύσιν καὶ ἀσώματον, τοῦτο δὲ καὶ τὸν ἀληθῆ
τυγχάνειν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν 
γεγενημένον, εἶναι δὲ αὐτὸν ἔργον θεοῦ, ἀλλ᾿ οὐ τύχης
οὐδ᾿ αὐτομάτου φύσεως, αὐτοῦ δὲ τοῦ τῶν ὅλων
αἰτίου, κρίσει θείᾳ βεβουλημένου μηδὲ τὰ κατὰ γῆν
νοερᾶς καὶ λογικῆς οὐσίας ἀμοιρεῖν, ὅπως διὰ πάντων
 αὐτῷ οὐρανίων τε καὶ αἰθερίων τῶν τε ἐπὶ γῆς 
λογικῶν καὶ τῆς αὐτοῦ θειότητος ἀντιληπτικῶν ὁ
προσήκων ὕμνος ἀναπέμποιτο.

οὕτω δ᾿ οὖν περιέχει
τὰ Ἑβραίων λόγια “καὶ εἶπεν ὁ θεὸς, ποιήσωμεν
ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν·
καὶ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα θεοῦ 
 ἐποίησεν αὐτόν.” καὶ πάλιν “καὶ ἔλαβεν ὁ θεὸς χοῦν
ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἐνεφύ-

 
σησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο
ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν.” καὶ ταῦτα δὲ
πάλιν ὁ Ἑβραῖος ἑρμηνεύει Φίλων, ταῖς ἐκτεθείσαις
αὐτοῦ φωναῖς ἔτι καὶ τάδε ἐπιλέγων

“Αλλ' οἶ μὲν ἄλλοι, τῆς αἰθερίου φύσεως 
τὸν ἡμέτερον νοῦν μοῖραν εἰπόντες εἶναι, συγγένειαν
τοῦ ἀνθρώπου πρὸς αἰθέρα συνῆψαν. ὁ δὲ μέγας
Μώσης οὐδενὶ τῶν γεγονότων τῆς λογικῆς ψυχῆς τὸ
εἶδος ὡμοίωσεν, ἀλλ’ εἶπεν αὐτὴν τοῦ θείου καὶ
 ἀοράτου πνεύματος ἐκείνου δόκιμον εἶναι νόμισμα,
σημειωθὲν καὶ τυπωθὲν σφραγῖδι θεοῦ, ἧς ὁ χαρακτήρ
ἐστιν ὁ ἀίδιος “ἐνέπνευσε ἐνέπνευσε γὰρ” φησὶν ὁ
θεὸς‘‘ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο 
ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν ζῶσαν”, ὥστε ἀνάγκη πρὸς
 τὸν ἐκπέμποντα τὸν δεχόμενον ἀπεικονίζεσθαι.

διὸ
καὶ λέγεται κατ’ εἰκόνα θεοῦ τὸν ἄνθρωπον γενέσθαι,
οὐ μὴν κατ’ εἰκόνα τινὸς τῶν γεγονότων.
ἀκόλουθον οὖν ἦν τῆς ἀνθρώπου ψυχῆς κατὰ τὸν
ἀρχέτυπον τοῦ αἰτίου λόγον ἀπεικονισθείσης ἀπεικονισθείσης, καὶ τὸ
 σῶμα ἀνεγερθὲν πρὸς τὴν καθαρωτάτην τοῦ παντὸς
μοῖραν, οὐρανὸν, τὰς ὄψεις ἀνατεῖναι.”

Ταῦτα μὲν οὕτος. εἰκότως δῆτα καὶ ἡ θεία
γραφὴ οὐχ ὧς τὰ λοιπὰ ζῷα γεγονέναι τὸν ἄνθρωπόν
φησι· τὰ μὲν γὰρ ἀπὸ γῆς προελθεῖν ἑνὶ κελεύσματι 
 τοῦ παμβασιλέως θεοῦ, τὰ δ’ ἐκ τῆς ὑγρᾶς οὐσίας
ἀναπτῆναι πάλιν αὐτοῦ νεύματι· μόνον δὲ τῶν ἐπὶ
γῆς ζῴων τὸ θεοφιλέστατον, ἡμᾶς αὐτοὺς αὐτοὺς, κατ’ εἰκόνα
θεοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τὴν ψυχὴν γεγονέναι·
πρὸς ὃ καὶ ὁρᾶσθαι ἀρχικὸν καὶ βασιλικὸν τὴν φύσιν,
 μόνον τε τῶν ἐπὶ γῆς εἶναι λογικὸν καὶ δημι-
 

 
ουργικὸν καὶ κριτικὸν καὶ νομοθετικὸν, τεχνῶν τε
καὶ ἐπιστημῶν καταληπτικόν· εἶναι γὰρ μόνην τὴν
ἐν ἀνθρώπῳ ψυχὴν νοερὰν καὶ λογικὴν οὐσίαν, ἧς
μὴ μετεῖναι τοῖς ἄλλοις ἐπὶ γῆς ζῴοις.

διὸ τὰ μὲν
θητεύειν καὶ χώραν οἰκετῶν παρέχειν ἀνθρώπῳ, 
 τὸν δὲ, οἶα δεσπότην καὶ ἡγεμόνα δουλοῦσθαι καὶ
ὑποτάττειν τὰ ῥώμῃ μὲν σώματος πολὺ κρείττονα,
μείονα δὲ τῇ κατὰ τὴν νοερὰν οὐσίαν στερήσει.

τοῦτον μὲν οὖν κατ’ εἰκόνα φασὶ θεοῦ καὶ καθ’
ὁμοίωσιν πρὸς αὐτοῦ τοῦ θεοῦ μετά τινος διαφερούσης 
ὑπεροχῆς ὑποστῆναι. διὸ καὶ θεοῦ ἐννοίας εἰς
φαντασίαν ἰέναι, σοφίας τε καὶ δικαιοσύνης καὶ πάσης
ἀρετῆς ἀντιλήψεις ποιεῖσθαι, δρόμους τε ἡλίου
 καὶ σελήνης καὶ ἄστρων ἡμερῶν τε καὶ ὡρῶν κύκλους
ἀπαριθμεῖσθαι δυνατῶς ἔχειν, τῆς πρὸς τὰ ἄνω συγγενείας 
χάριν, ἣν θνητῶν μόνος ἄνθρωπος ἐπιδείκνυται.

τὸ δὲ τούτῳ περιπεπλασμένον ἔξωθεν
ἑτερογενὲς μὲν ὑπάρχειν τὴν οὐσίαν καὶ γηγενὲς,
εἶναι δὲ καὶ αὐτὸ θεοῦ ἔργον ἀπὸ γῆς ληφθὲν καὶ
εἰς αὐτὴν ὑποστρέφον. διὸ καὶ χρῆναι τούτου μὲν 
ὅσα καὶ ἀλόγου θρέμματος τὸν δεσπότην ἠχθισμένου
φροντίζειν φροντίζειν, ἄγειν τε πράως αὐτὸ, καὶ τρέφειν οἷα
δοῦλον, πρὸς ἀνθρωπείου βίου διακονίαν εὖ προσηνωμένον,
 τὸν δ’ εἴσω δεσπότην, ὡς ἂν εὐγενῆ καὶ
θεοῦ συγγενῆ τὴν φύσιν, ἐλευθερίοις τρόποις τιμᾶν, 
ἅτε καὶ πρὸς τοῦ πάντων αἰτίου τετιμημένον.

λέγει
 δ’ οὖν τὰ λόγια ὡς ἄρα τὴν πρώτην ἀνθρώπου
φύσιν δυνάμεσι θείαις καὶ ὁμοιώσει θεοῦ κοσμήσας
ὁ παμβασιλεὺς ἁρμόδιον οἶς ἐδωρήσατο τὴν πρώτην
ἀπεκλήρωσε διατριβὴν τοῦ βίου ἐν ἀγαθῶν παραδείσῳ, 
δείσω, χορείαις συγκαταλέξας θείαις.

καὶ τὸν μὲν
τάδε ἐν ἀρχαῖς οἷα πανάγαθον αὐτῷ δεδωρῆσθαι

 
πατέρα, τὸν δ’ αὐθεκουσίῳ αἱρέσει τῶν κρειττόνων 
ἀποπεσεῖν, καὶ τὸν θνητὸν χῶρον ἀντικαταλλάξασθαι
θείας ἐντολῆς ὀλιγωρίᾳ.

διὸ καὶ μάλιστα προσήκειν
εὐσεβείας ἐν πρώτοις ἀντιποιεῖσθαι, καὶ τὸ πρώτως
 πλημμεληθὲν δευτέροις αἰσίοις ἐπιδιορθοῦσθαι,
σπεύδειν τε ἐπὶ τὴν τῶν οἰκείων ἀναδρομήν τε καὶ
ἀποκατάστασιν. εἶναι γὰρ τέλος ἀνθρώπου φύσεως
οὐχ ὧδε ἐπὶ γῆς εἰς φθορὰν καταστρέφον καὶ ἀπώλειαν,
ἀλλ’ ἐκεῖθεν ὅθεν καὶ ὁ πρῶτος ἀπέσφηλε.

διὸ χρῆναι τὸ καθαρὸν αὖθις καὶ τὸ θεοείκελον
ἀνακτήσασθαι τῆς ἐν ἡμῖν νοερᾶς οὐσίας, ἐφ’ ἣν
προθυμητέον ἀνιέναι παντὶ σθένει πᾶσιν ἀνθρώποις
εὐσεβείας καὶ ἀρετῆς ἐπιμελομένοις.

Τοιαῦτα καὶ τὰ περὶ ἀνθρώπου φύσεως
 Ἑβραίοις πεφιλοσοφημένα ἄνωθεν, πρὶν ἢ καὶ εἰς
ἀνθρώπους παρελθεῖν Ἕλληνας· οἱ χθιζοί τινες καὶ
κομιδῇ νέοι ἀπὸ γῆς ἀνακύψαντες, τά τε βαρβάρων
ὑποσυλᾶν διανοηθέντες διανοηθέντες, καὶ τῶν παρ’ Ἑβραίοις οὐκ
ἀπέσχοντο, ὡς προι·ὼν ὁ λόγος αὐτίκα μάλα ἐπιδείξει.

ἀλλ’ ἐπεὶ τῶν Ἑβραἱκῶν δογμάτων ἴδιον ἦν τὸ
ἴνα τῶν ἀπάντων ποιητὴν νομίζεσθαι τὸν ἐπὶ πάντων
θεὸν, αὐτῆς τε τῆς ὑποκειμένης τοῖς σώμασιν
οὐσίας, ἣν ὕλην προσαγορεύουσιν Ἕλληνες· τούτῳ 
δὲ μυρίοι βαρβάρων ὁμοῦ καὶ Ἑλλήνων ἐξ ἐναντίας
 ἔστησαν, οἶ μὲν κακίας πηγὴν τὴν ὕλην εἶναι ἀποφηνάμενοι
ἀγέννητόν τε ὑπάρχειν, οἶ δὲ τῇ μὲν οἰκείᾳ
φύσει ἄποιον καὶ ἀσχημάτιστον, τῇ δὲ τοῦ θεοῦ
δυνάμει τὸν κόσμον αὐταῖς ποιότησι προσειληφέναι,
δεικτέον ὡς πολὺ κρεῖττον ἡ Ἑβραίων ἐπέχει δόξα,
 μετ’ ἀποδείξεως λογικῆς παρισταμένη τῷ προβλήματι,
καὶ τὸν ἐναντίον λογισμοῖς ὀρθοῖς ἀποσκευαζομένη 
λόγον.

θήσω δὲ φωνὰς τῶν πρὸ ἡμῶν τὸ δόγμα

 
διηκριβωκότων, καὶ πρώτου γε Διονυσίου, ὃς ἐν τῷ
πρώτῳ τῶν Πρὸς Σαβέλλιον αὐτῷ γεγυμνασμένων
τάδε περὶ τοῦ προκειμένου γράφει

“Οὐδ' ἐκεῖνοι μὲν γὰρ ὅσιοι οἱ τὴν ὕλην
ὡς ἀγέννητον ὑποχείριον εἰς διακόσμησιν διδόντες 
 τῷ θεῷ ’ παθητὴν γὰρ αὐτὴν καὶ τρεπτὴν ὑπάρχουσαν
εἴκειν ταῖς θεοποιήτοις ἀλλοιώσεσι.

καὶ πόθεν
γὰρ ὑπάρχει καὶ τῷ θεῷ καὶ τῇ ὕλῃ τό τε ὅμοιον
καὶ τὸ ἀνόμοιον διασαφείτωσαν. ἑκατέρου γὰρ δεῖ
τινα ἐπινοῆσαι κρείττονα, ὅ μηδὲ θεμιτὸν ἐννοῇς αἰ 
περὶ τοῦ θεοῦ. τό τε γὰρ ἀγέννητον, ὅμοιον ἐν ἀμφοτέροις
λεγόμενον, καὶ ἕτερον νοούμενον παρ’ ἑκατερον,
πόθεν ἐν αὐτοῖς ἐγένετο;

εἰ μὲν γὰρ αὐτὸ
ἀγέννητόν ἐστιν ὁ θεὸς, καὶ οὐσία ἐστὶν αὐτοῦ, ὡς
ἂν εἴποι τις, ἡ ἀγεννησία, οὐκ ἂν ἀγέννητον εἴη ἡ 
ὕλη· οὐ γὰρ ταὐτόν ἐστιν ἡ ὕλη καὶ ὁ θεός·) εἰ δὲ
 ἑκάτερον μέν ἐστιν, ὅπερ ἐστὶν ἡ ὕλη καὶ ὁ θεὸς,
πρόσεστι δὲ ἀμφοτέροις τὸ ἀγέννητον, δῆλον ὡς ἕτερόν
ἐστιν ἑκατέρου, καὶ ἀμφοτέρων πρεσβύτερόν τε
καὶ ἀνωτέρω.

ἀνατρεπτικὴ δὲ παντελῶς καὶ τοῦ 
ταῦτα συνυπάρχειν συνυπάρχειν, μᾶλλον δὲ τοῦτο ἕτερον αὐτῶν
τὴν ὕλην ἐφ’ ἑαυτῆς ὑπάρχειν, καὶ ἡ τῆς ἐναντίας
ἕξεως διαφορά.

εἰπάτωσαν γὰρ τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν,
ἀμφοτέρων ὄντων ἀγεννήτων, ὁ μὲν θεὸς ἀπαθὴς,
 ἄτρεπτος, ἀκίνητος, ἐργαστικὸς, ἡ δὲ τὰ ἐναντία 
 παθητὴ, τρεπτὴ, ἄστατος, μεταποιουμένη.

καὶ
πῶς ἥρμοσαν καὶ συνέδραμον συνέδραμον; πότερον κατὰ τὴν τῆς
ὕλης φύσιν ἐξοικειώσας ἑαυτὸν ἐτεχνίτευσεν αὐτὴν
ὁ θεός; ἀλλὰ τοῦτό γε ἄτοπον ὁμοίως ἀνθρώποις
χρυσοχοεῖν καὶ λιθουργεῖν καὶ κατὰ τὰς ἄλλας τέχνας, 
ὅσας αἶ ὗλαι μορφοῦσθαι Λαὶ τυποῦσθαι δύνανται,
χειροκμητεῖν τὸν θεόν.

εἰ δὲ οἴαν αὐτὸς ἐβούλετο

 
κατὰ τὴν ἑαυτοῦ σοφίαν ἐποίωσε τὴν ὕλην, τὸ πολύμορφον
καὶ παμποίκιλον τῆς δημιουργίας ἑαυτοῦ 
σχῆμα καὶ τύπον ἐνσφραγιζόμενος αὐτῇμ, καὶ εὔφημος
καὶ ἀληθὴς οὗτος ὁ λόγος, καὶ προσέτι καὶ τὴν
 ὑπόστασιν τῶν ὅλων τὸν θεὸν ἀγέννητον εἶναι κρατύνει.

τῷ γὰρ εἶναι ἀγέννητον ἅμα καὶ τό πως
εἶναι προσῆψε. πολὺς μὲν οὑν καὶ πρὸς τούτους ὁ
λόγος, ἀλλ’ οὐ νῦν ἡμῖν πρόκειται· συγκρίσει δὲ τῇ
πρὸς τοὺς ἀθεωτάτους πολυθέους εὐφημότεροι οὑτοι.” 
 Ταῦτα μὲν οὖν καὶ ἀπὸ τῶν Διονυσίου καὶ τῶν
Ὠριγένους δὲ ἄκουε

“Εἰ δέ τινι προσκόπτει διὰ τοὺς ἀνθρωπίνους 
τεχνίτας μὴ δύνασθαι παραδέξασθαι τὸν θεὸν
χωρὶς ὕλης ἀγεννήτου ὑποκειμένης κατασκευάζειν τὰ
 ὄντα, ἐπεὶ μηδὲ ἀνδριαντοποιὸς χωρὶς χαλκοῦ τὸ ἴδιον
ἔργον ποιῆσαι δύναται, μηδὲ τέκτων χωρὶς ξύλων,
μηδὲ οἰκοδόμος χωρὶς λίθων, ζητητέον πρὸς αὐτοῦ
περὶ δυνάμεως θεοῦ, εἰ θελήσας ὑποστῆσαι ὅ τι βούλεται 
ὁ θεὸς, τῆς θελήσεως αὐτοῦ οὐκ ἀπορουμένης
 οὐδὲ ἀτονούσης, οὐ δύναται ὑποστῆσαι ὃ βούλεται.

ᾧ γὰρ λόγῳ τὰς ποιότητας, (κατὰ πάντας
πρόνοιαν εἰσάγοντας τῷ ἰδίῳ λόγῳ,) οὐκ οὔσας ὡς
βούλεται εἰς διακόσμησιν τοῦ παντὸς ὑφίστησι τῇ
ἀφάτῳ αὐτοῦ δυνάμει καὶ σοφίᾳ, τούτῳ τῷ λόγῳ καὶ
 τὴν οὐσίαν ὅσης χρῄζει ἱκανή ἐστιν αὐτοῦ ἡ βούλησις
ποιῆσαι γενέσθαι.

ἀπορήσομεν γὰρ πρὸς τοὺς
οὐ βουλομένους ταῦθ’ οὕτως ἔχειν, εἰ μὴ ἀκολουθεῖ
αὐτοῖς εὐτυχηκέναι τὸν θεὸν, ἀγέννητον εὑρόντα τὴν 
οὐσίαν, ἣν εἰ μὴ τὸ ἀγέννητον αὐτῷ ὑποβεβληκὸς
 ἦν, οὐδ.ὲν ἔργον δυνατὸς ἦν ποιῆσαι, ἀλλ’ ἔμενεν οὐ
 

 
δημιουργὸς, οὐ πατὴρ πατὴρ, οὐκ εὐεργέτης, οὐκ ἀγαθ’,
οὐκ ἄλλο τι τῶν εὐλόγως λεγομένων περὶ θεοῦ.

πόθεν δὲ καὶ τὸ μετρεῖν τῆς ὑποκειμένης οὐσίας
τὸ τοσόνδε, ὡς διαρκέσαι τῇ τηλικούτου κόσμου ὑποστάσει;
οἱονεὶ γὰρ πρόνοιά τις πρεσβυτέρα θεοῦ 
ἀναγκαίως τὴν ὕλην ἔσται ὑποβεβληκυῖα τῷ θεῷ,
προνοουμένη τοῦ τὴν τέχνην τὴν ἐνυπάρχουσαν αὐτῷ
 μὴ κενοπαθῆσαι, οὐκ οὔσης οὐσίας, ᾗ ὁμιλῆσαι δυνάμενος
κατεκόσμησε τὸ τηλικοῦτον κόσμου κάλλος.

πόθεν δὲ καὶ δεκτικὴ γεγένηται πάσης ἧς βούλεται 
ὁ θεὸς ποιότητος, μὴ αὐτοῦ τοῦ θεοῦ ἑαυτῷ τοσαύτην
καὶ τοιαύτην ποιήσαντος ὁποίαν ἔχειν ἐβούλετο;

καθ’ ὑπόθεσιν γοῦν ἀποδεξάμενοι τὸ ἀγέννητον
εἶναι τὴν ὕλην ταῦτα ἐροῦμεν πρὸς τοὺς τοῦτο
βουλομένους, ὅτι εἰ προνοίας οὐχ ὑποβαλλούσης τὴν 
 οὐσίαν τῷ θεῷ τοιαύτη γεγένηται, εἰ πρόνοια ἦν
ὑφεστῶσα, τί ἂν πλέον πεποιήκει τοῦ αὐτομάτου;

καὶ εἰ αὐτὸς, μὴ οὔσης ὕλης, ἐβούλετο κατασκευάσαι
αὐτὴν, τί ἂν πλέον ἡ σοφία καὶ ἡ θειότης αὐτοῦ
πεποιήκει τοῦ ἐξ ἀγεννήτου ὑποστάντος ὑποστάντος; εἰ γὰρ εὑρίσκεται 
ταὐτὸν γενόμενον ἂν ὑπὸ τῆς προνοίας,
ὅπερ καὶ χωρὶς προνοίας ὑπέστη, διὰ τί οὐχὶ καὶ ἐπὶ
τοῦ κόσμου ἀθετήσομεν τὸν δημιουργὸν καὶ τὸν τεχνίτην;

ὥσπερ γὰρ ἄτοπον ἐπὶ τοῦ κόσμου εἰπεῖν
οὕτω τεχνικῶς κατεσκευασμένου τὸ χωρὶς τεχνίτου 
σοφοῦ αὐτὸν τοιοῦτον γεγονέναι, οὕτω καὶ τὸ τὴν
 ὕλην τοσαύτην καὶ τοιαύτην καὶ οὕτως εἰκτικὴν τῷ
 τεχνίτῃ λόγῳ θεοῦ ὑφεστηκέναι ἀγεννήτως ἐπ’ ἴσης
ἐστὶν ἄλογον.

πρὸς μέντοι γε τοὺς παραβάλλοντας
ὅτι οὐδεὶς δημιουργὸς χωρὶς ὕλης ποιεῖ λεκτέον 
ὅτι ἀνομοίως παραβάλλουσι. πρόνοια γὰρ παντὶ τεχνίτῃ
ὑποβάλλει τὴν ὕλην ἀπὸ προτέρας τέχνης, ἢ

 
θείας ἢ ἀνθρωπίνης, ἐρχομένην. ταῦτα μὲν οὑν ἐπὶ
τοῦ παρόντος ἀρκέσει πρὸς τοὺς διὰ τὸ λέγεσθαι “ἡ
δὲ yij ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος” οἰομένους
ἀγέννητον εἶναι τὴν σωματικὴν φύσιν.” 
 Τοσαῦτα καὶ οὗτος. καὶ ὁ Ἑβραῖος δὲ Φίλων ἐν
τῷ περὶ τῆς προνοίας ταῦτα περὶ τῆς ὕλης διέξεισι

’ Περὶ δὲ τοῦ ποσοῦ τῆς οὐσίας, εἰ δὴ γέγονεν
ὄντως, ἐκεῖνο λεκτέον. ἐστοχάσατο πρὸς τὴν 
τοῦ κόσμου γένεσιν ὁ θεὸς αὐταρκεστάτης ὕλης, ὡς
 μήτ’ ἐνδέοι μήθ’ ὑπερβάλλοι. καὶ γὰρ ἄτοπον ἦν
ttotg μὲν κατὰ μέρος τεχνίταις, ὁπότε τι δημιουργοῖεν,
καὶ μάλιστα τῶν πολυτελῶν, τὸ ἐν ὕλαις αὔταρκες
σταθμήσασθαι, τὸν δ’ ἀριθμοὺς καὶ μέτρα καὶ
τὰς ἐν τούτοις ἰσότητας ἀνευρηκότα μὴ φροντίσαι
 τοῦ ἱκανοῦ.

λέξω δὴ μετὰ παρρησίας ὅτι οὔτ’
ἐλάττονος οὔτε πλείονος οὐσίας ἔδει τῷ κόσμῳ πρὸς
κατασκευὴν, ἐπεὶ οὐκ ἂν ἐγένετο τέλειος, οὐδ’ ἐν
πάσι τοῖς μέρεσιν ὁλόκληρος, εὑ δὲ δεδημιουργημένος
ἐκ τελείας οὐσίας ἀπετελέσθη. πανσόφου γὰρ
 τὴν τέχνην ἴδιον, πρὶν ἄρξασθαί τινος κατασκευῆς, 
τὴν ἱκανὴν ἰδεῖν ὕλην.

ἄνθρωπος μὲν οὐν κἂν εἰ
τῶν ἄλλων τὴν ἐπιστήμην διαφέροι, μὴ δυνάμενος
κατὰ τὸ παντελὲς ἐκφυγεῖν τὴν συγγενῆ τῶν θνητῶν
πλάνην, ἀπατῷτο ἂν ἴσως περὶ τὴν ποσότητα τῆς
 ὕλης, ὁπότε τεχνιτεύοι, τοτὲ μὲν ὡς ἐλάττονι προστιθέναι,
τοτὲ δὲ ὡς περιττῆς ἀφαιρεῖν· ὁ δὲ πηγή
τις ὢν ἐπιστημῶν ἐνδέον ἢ περιττεῦον οὐδὲν ἔμελλεν
ὑποβάλλεσθαι, μέτροις ἅτε χρώμενος εἰς ἀκρίβειαν
ὑπερφυῶς πεπονημένοις ἅπασιν ἐπαινετοῖς.

ὁ δὲ βουλόμενος ἄλλως ὑθλεῖν οὐκ ἂν φθάνοι 
 

 
καὶ τὰ πάντων ἔργα τῶν τεχνιτῶν αἴτια τιθέμενος,
ὡς ἄμεινον τῆς κατασκευῆς ἐπιλαχόντα προσθέσει
τινὸς ἢ μειώσει τῶν ἐν ὕλαις. ἀλλὰ γὰρ σοφιστείας
μὲν ἔργον εὑρεσιλογεῖν, σοφίας δὲ ἕκαστα διερευνᾶν
τῶν ἐν τῇ φύσει.

Καὶ τὰ μὲν τοῦ Φίλωνος τοῦτον ἐχέτω τὸν
τρόπον. Μαξίμῳ δὲ τῆς Χριστοῦ διατριβῆς οὐκ
ἀσήμῳ ἀνδρὶ καὶ λόγος οἰκεῖος συγγέγραπται ὁ
Περὶ τῆς ὕλης. ἐξ οὗ μοι δοκῶ μέτρια χρησίμως
 παραθήσεσθαι εἰς ἀκριβῆ τοῦ προβλήματος ἔλεγχον.

“Ὅτι μὲν ἀδύνατον ὑπάρχειν ἀγέννητα
δύο ἅμα οὐδὲ σὲ ἀγνοεῖν νομίζω, εἰ καὶ τὰ μάλιστα
δοκεῖς προλαβὼν τοῦτο προστεθεικέναι τῷ λόγῳ, τὸ
πάντως ἐξ ἀνάγκης τὸ ἕτερον δεῖν λέγειν, ἢ ὅτι
κεχώρισται τῆς ὕλης ὁ θεὸς θεὸς, ἢ αὖ πάλιν ὅτι ἀμέριστος 
 αὐτῆς τυγχάνει.

εἰ μὲν οὖν ἡνῶσθαί τις
αὐτὸν εἰπεῖν ἐθέλοι, ἕν τὸ ἀγέννητον λέξει· ἑκάτερον
γὰρ τούτων μέρος ἔσται τοῦ πλησίον· ἀλλήλων δὲ
μέρη τυγχάνοντα οὐκ ἔσται ἀγέννητα δύο, ὡς οὐδὲ
διάφορα μέρη κατακερματιζόμενα εἰς πολλὰ γεννητὰ, 
ἀλλ’ ἢ ὡς ὁ λόγος ἀπαιτεῖ) ἔν τι γεννητὸν τὸν ἄνθρωπον
πολυμερὲς πρὸς τοῦ θεοῦ γεγονέναι φαμέν.
οὕτως ἀνάγκη, εἰ μὴ κεχώρισται τῆς ὕλης ὁ θεὸς,
 ἐν τὸ ἀγέννητον εἶναι λέγειν.

εἰ δὲ κεχωρίσθαι
φήσει τις, ἀνάγκη εἶναί τι τὸ ἀνὰ μέσον ἀμφοτέρων, 
ὅπερ καὶ τὸν χωρισμὸν αὐτῶν δείκνυσιν. ἀδύνατον
γὰρ ἐν διαστάσει ἐξετάζεσθαί τι ἀπό τινος, οὐκ ὄντος
ἑτέρου καθ’ ὃ ἡ διάστασις ἑκατέρου γίνεται· ὅπερ
οὐ μέχρι τούτου ἵσταται καὶ μόνου, ἀλλὰ καὶ πλείστων
ὅσων.

ὃν γὰρ ἐπὶ τῶν δύο ἀγεννήτων εἴπομεν 
λόγον, τοῦτον ἐξ ἀνάγκης ὁμοίως προχωρεῖν,
εἰ τὰ ἀγέννητα δοθείη τρία. καὶ γὰρ ἐπὶ τούτων

 
ἐροίμην ἂν εἰ κεχώρισται ἀλλήλων, ἢ αὖ πάλιν ἕκαστον
ἥνωται τῷ πλησίον.

εἰ μὲν γὰρ ἡνῶσθαί
τις εἰπεῖν ἐθέλοι, τὸν αὐτὸν ἀκούσει τῷ πρώτῳ
λόγον· εἰ δ’ αὖ πάλιν κεχωρίσθαι, οὐ φεύξεται τὴν
 ἐξ ἀνάγκης τοῦ χωρίζοντος ὑπόστασιν.”

“Αν δὲ ἄρα τις καὶ τρίτον εἶναι λέξῃ λόγον 
ὡς ἁρμόζοντα περὶ τῶν ἀγεννήτων λέγεσθαι, τουτέστι
τὸ μήτε κεχωρίσθαι τῆς ὕλης τὸν θεὸν μήτ’ αὖ
πάλιν ὡς ἐν μέρει ἡνῶσθαι, εἶναι δὲ καθάπερ ἐν
 τόπῳ τῇ ὕλῃ τὸν θεὸν, ἢ καὶ τὴν ὕλην ἐν τῷ θεῷ,
τὸ συνέχον ἀκουέτω, ὅτι ἐὰν τόπον τοῦ θεοῦ τὴν
ὕλην εἴπωμεν, ἐξ ἀνάγκης αὐτὸν καὶ χωρητὸν λέγειν
δεῖ καὶ πρὸς τῆς ὕλης περιγραφόμενον.

ἀλλὰ
μὴν καὶ ὁμοίως αὐτὸν τῇ ὕλῃ ἀτάκτως φέρεσθαι, μὴ 
 ἵστασθαί τε μηδὲ μένειν αὐτὸν ἐφ’ ἑαυτοῦ ἀνάγκη,
τοῦ ἐν ᾧ ἐστὶν ἄλλοτ’ ἄλλως φερομένου. πρὸς δὲ
τούτοις καὶ ἐν χείροσι γεγονέναι τὸν θεὸν εἰπεῖν
ἀνάγκη. εἰ γὰρ ἦν ποτὲ ἄκοσμος ἡ ὕλη, ἐκόσμησε δὲ
αὐτὴν εἰς τὸ κρεῖττον τρέψαι προαιρούμενος, ἦν ποτὲ
 ὅτε ἐν ἀκοσμήτοις ἦν ὁ θεός.

δικαίως δ’ ἂν καὶ
τοῦτον ἐροίμην τὸν λόγον, πότερον ἐπλήρου τὴν ὕλην
ὁ θεὸς, ἢ ἐν μέρει τινὶ τῆς ὕλης ἦν. εἰ μὲν οὖν ἐν
μέρει τινὶ τῆς ὕλης εἰπεῖν τις ἐθέλοι τὸν θεὸν, πλεῖστον
ὅσον μικρότερον τῆς ὕλης λέγει, εἰ δὴ μέρος 
 αὐτῆς ὅλον ἐχώρησεν αὐτόν· εἰ δ’ ἐν πάσῃ εἶναι
λέγοι τῇ ὕλῃ, πῶς ταύτην ἐδημιούργει φραστέον.
ἀνάγκη γὰρ ἢ συστολήν τινα τοῦ θεοῦ λέγειν, ἧς
γενομένης ἐδημιούργει ἐκεῖνο ἀφ’ οὗ ὑπεχώρησεν,
ἢ καὶ ἑαυτὸν τῇ ὕλῃ συνδημιουργεῖν, οὐκ ἔχοντα
 ὑποχωρήσεως τόπον.

εἰ δὲ τὴν ὕλην ἐν τῷ θεῷ
εἶναί τις λέξει, ὁμοίως ἐξετάζειν δεῖ πότερον ὡς
διισταμένου αὐτοῦ ἀφ’ ἑαυτοῦ. καὶ ὥσπερ ἐν ἀέρι

 
ζῴων ὑπάρχει γένη, διαιρουμένου καὶ μεριζομένου
αὐτοῦ εἰς ὑποδοχὴν τῶν γινομένων ἐν αὐτῷ, ἢ ὡς
ἐν τόπῳ, τουτέστιν ὥσπερ ἐν γῇ ὕδωρ.

εἰ μὲν
γὰρ εἴποιμεν ὡς ἐν ἀέρι, μεριστὸν ἀνάγκη τὸν θεὸν
εἰπεῖν· εἰ δ᾿ ὥσπερ ἐν γῇ τὸ ὕδωρ, ἦν δὲ ἄτακτος 
ἡ ὕλη καὶ ἀκόσμητος, πρὸς δὲ τούτοις ἔχουσα καὶ
κακὰ, τὸν θεὸν λέγειν ἀνάγκη τόπον εἶναι τῶν ἀκοσμήτων
καὶ τῶν κακῶν. ὅπερ οὐκ εὔφημον εἶναί μοι
δοκεῖ, ἐπισφαλὲς δὲ μᾶλλον. ὕλην γὰρ εἶναι θέλεις,
ἵνα μὴ τῶν κακῶν ποιητὴν εἴπῃς τὸν θεὸν καὶ τοῦτο 
φεύγειν προαιρούμενος δοχεῖον αὐτὸν τῶν κακῶν
εἶναι λέγεις.”

“Εἰ μὲν οὖν τὴν ὕλην ἐκ τῶν ὑποστάντων γενητῶν
ὑπονοεῖν ἀγένννητον ὑπάρχειν ἔλεγες, πολὺν
 ἂν περὶ αὐτῆς ἐποιησάμην λόγον εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι 
ἀδύνατον ὑπάρχειν αὐτὴν ἀγέννητον· ἐπεὶ δὲ τὴν τῶν
κακῶν γένεσιν αἰτίαν ἔφησθα εἶναι τῆς τοιαύτης ὑπονοίας,
διὰ τοῦτ᾿ ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν τούτων ἔρχεσθαί
μοι δοκῶ. φανεροῦ γὰρ γενομένου τοῦ λόγου καθ᾿
ὃν τρόπον ἐστὶ τὰ κακὰ καὶ ὅτι οὐχ οἶόν τέ ἐστιν 
ἀναίτιον τῶν κακῶν εἰπεῖν τὸν θεὸν ἐκ τοῦ ὕλην
αὐτῷ ὑποτιθέναι, τὴν τοιαύτην ὑπόνοιαν ἀναιρεῖσθαί
μοι δοκεῖ.

Φῂς τοίνυν ἄποιον ὕλην συνυπάρχειν τῷ
θεῷ, ἐξ ἧς τὴν τοῦδε τοῦ κόσμου γένεσιν
ἐδημιούργησεν. 
 Οὕτω μοι δοκεῖ.

οὐκοῦν εἰ ἄποιος ἐτύγχανεν ἡ ὕλη, γέγονε
δὲ κόσμος πρὸς τοῦ θεοῦ, ἐν δὲ τῷ κόσμῳ αἱ ποιότητες,
τῶν ποιοτήτων ποιητὴς γέγονεν ὁ θεός. 
 Οὕτως ἔχει.

Ἐπεὶ δέ σου καὶ λέγοντος ἔμπροσθεν ἤκουον

 
ὡς ἀδύνατον ἐξ οὐκ ὄντων γίνεσθεί τι, πρὸς τὴν ἐρώτησιν 
ἀπόκριναι τὴν ἐμήν· δοκεῖ σοι τὰς τοῦ κόσμου
ποιότητας μὴ ἐξ ὑποκειμένων ποιοτήτων γεγονέναι; 
 Δοκεῖ. 
 Ἕτερον δέ τι παρὰ τὰς οὐσίας ὑπάρχειν αὐτάς; 
 Οὕτως ἔχει.

Εἰ μὲν οὖν μήτε ἐξ ὑποκειμένων ποιοτήτων 
τὰς ποιότητας ἐδημιούργησεν ὁ θεὸς μήτε ἐκ τῶν
οὐσιῶν, τῷ μηδὲ οὐσίας αὐτὰς εἶναι, ἐκ μὴ ὄντων
 αὐτὰς ὑπὸ τοῦ θεοῦ γεγονέναι εἰπεῖν ἀναγκαῖον.
ὅθεν περιττῶς ἐδόκεις μοι λέγειν ἀδύνατον εἶναι
δοξάξειν ἐξ οὐκ ὄντων γεγονέναι τι πρὸς τοῦ θεοῦ.

ἀλλ’ ὁ μὲν περὶ τούτου λόγος ὧδε ἐχέτω. καὶ
γὰρ παρ’ ἡμῖν θεωροῦμεν ἀνθρώπους ἐξ οὐκ ὄντων
 ποιοῦντάς τινα, εἰ καὶ ὅτι μάλιστα δοκοῦσι ποιεῖν ἔν
τινι, οἷον ἐπὶ τῶν ἀρχιτεκτόνων τὸ παράδειγμα λάβωμεν.
καὶ γὰρ οὗτοι ποιοῦσι πόλεις οὐκ ἐκ πόλεων
καὶ ναοὺς ὁμοίως οὐκ ἐκ ναῶν.

εἰ δ’, ὅτι τούτοις 
οὐσίαι ὑπόκεινται, οἴει ἐξ ὄντων αὐτοὺς ταῦτα
 ποιεῖν, σφάλλῃ τῷ λόγῳ. οὐδὲ γὰρ ἡ οὐσία ἐστὶν
ἡ ποιοῦσα τὴν πόλιν, ἢ αὖ πάλιν τοὺς ναοὺς, ἀλλ’
ἡ περὶ τὴν οὐσίαν τέχνη· ἡ δὲ τέχνη οὐκ ἐξ ὑποκειμένης
τινὸς ἐν ταῖς οὐσίαις τέχνης γίνεται, ἀλλ’
ἐξ οὐκ οὔσης ἐν αὐταῖς γίνεται.

ἀπαντήσειν δέ
 μοι δοκεῖς οὕτω τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ τεχνίτης ἐξ ἧς ἔχει
τέχνης τὴν ἐν τῇ οὐσίᾳ τέχνην ποιεῖ. πρὸς δὲ τοῦτο
λέγεσθαι τοῦτ’ εὖ ἔχειν μοι δοκεῖ, ὅτι οὐδὲ ἐν τῷ
ἀνθρώπῳ ἔκ τινος ὑποκειμένης τέχνης γίνεται. οὐ
γὰρ ἔνεστιν αὐτὴν ἐφ’ ἑαυτῆς οὖσαν δοῦναι τὴν
 τέχνην· τῶν γὰρ συμβεβηκότων ἐστὶν καὶ τῶν τότε
τὸ εἶναι λαμβανόντων, ὁπόταν ἐν οὐσίᾳ γίνωνται.

ὁ μὲν γὰρ ἄνθρωπος καὶ χωρὶς τῆς ἀρχιτεκτονικῆς 

 
ἔσται· ἡ δ’ οὐκ ἔσται, ἐὰν μὴ πρότερον ἄνθρωπος 7].
ὅθεν τὰς τέχνας ἐξ οὐκ ὄντων εἰς ἀνθρώπους πεφυκέναι
γίνεσθαι λέγειν ἀναγκαῖον. εἰ τοίνυν τοῦτο
οὕτως ἔχον ἐπ’ ἀνθρώπων ἐδείξαμεν, πῶς οὐχὶ
προσῆκε τὸν θεὸν μὴ μόνον ποιότητας ἐξ οὐκ ὄντων 
φάναι δύνασθαι ποιεῖν, ἀλλὰ καὶ οὐσίας; τῷ γὰρ
δυνατὸν φανῆναι γίνεσθαί τι ἐξ οὐκ ὄντων τὸ καὶ
τὰς οὐσίας οὕτως ἔχειν δείκνυται.

ἐπεὶ δὲ πόθος ἐστί σοι περὶ τῆς τῶν κακῶν
 γενέσεως ζητεῖν, ἐπὶ τὸν τούτων ἐλεύσομαι λόγον, 
καί σου βραχέα πυθέσθαι βούλομαι. τὰ κακὰ πότερον
οὐσίαι σοι δοκοῦσιν εἶναι, ἢ ποιότητες οὐσιῶν; 
 Ποιότητας οὐσιῶν εὖ ἔχειν λέγειν μοι δοκεῖ.

Ἡ δὲ ὕλη ἄποιος ἦν καὶ ἀσχημάτιστος,. 
 Οὕτω προλαβὼν ἐξεῖπον τῷ λόγῳ. 
 Οὐκοῦν εἰ τὰ κακὰ ποιότητες ὑπάρχουσιν οὐσιῶν,
ἡ δὲ ὕλη ἄποιος ἦν, τῶν δὲ ποιοτήτων ποιητὴν
εἶπας τὸν θεὸν εἶναι, ἔσται καὶ τῶν κακῶν δημιουργὸς
ὁ θεός. ὅτε τοίνυν οὐδ’ οὕτως ἀναίτιον τῶν κακῶν
δυνατὸν εἰπεῖν τὸν θεὸν, ὕλην αὐτῷ προσάπτειν 
 περιττὸν εἶναί μοι δοκεῖ. εἰ δέ τι πρὸς ταῦτα λέγειν
ἔχεις, ἄρχου τοῦ λόγου.

εἰ μὲν ἐκ φιλονεικίας
ἡμῖν ἡ ζήτησις ἐγίνετο, οὐκ ἂν δεύτερον περὶ τῶν
κακῶν ἠξίουν ὁρίζεσθαι ’ ἐπεὶ δὲ φιλίας ἕνεκα μᾶλλον
καὶ τῆς πρὸς τὸν πλησίον ὠφελείας τὴν ἐξέτασιν 
ποιούμεθα τῶν λόγων, ἄνωθεν περὶ τούτων ὁρίζεσθαι
ἀξιῶ συγχωρεῖν. 
 Τὴν μὲν προαίρεσιν τὴν ἐμὴν ἐκ πολλοῦ σοι φανερὰν
εἶναι δοκῶ καὶ τὴν ἐν τοῖς λόγοις σπουδὴν, ὅτι
 οὐ πιθανῶς εἰπὼν ψεῦδος νικῆσαι θέλω, ἀλλὰ δειχθῆναι 
τὴν ἀλήθειαν μετὰ ἀκριβοῦς ἐξετάσεως, καὶ
σὲ δὲ οὐτῶ διακεῖσθαι σαφῶς ἐπίσταμαι· ὅθεν οἴῳ

 
τρόπῳ χρώμενος νομίζεις δύνασθαι τὸ ἀληθὲς εὑρεῖν,
- τούτῳ χρῆσαι μηδὲν δυσωπούμενος. οὐ γὰρ σεαυτὸν
ὠφελήσεις μόνον χρησάμενος τῷ κρείττονι, ἀλλὰ πάντως
κἀμὲ περὶ ὧν ἀγνοῶ.

Σαφῶς παραστῆναί μοι δοκεῖς καὶ τὰ κακὰ
οὐσίας ὑπάρχειν τινάς· οὐδὲ γὰρ ἐκτὸς οὐσιῶν αὐτὰ
ὄντα βλέπω. ἐπεὶ τοίνυν, ὠ οὗτος, καὶ τὰ κακὰ οὐσίας 
εἶναι λέγεις, ἀνάγκη τὸν τῆς οὐσίας ἐξετάζειν
λόγον. δοκεῖ σοι τὴν οὐσίαν σωματικήν τινα σύστασιν
 εἰναι; 
 Δοκεῖ.

Ἡ δὲ σωματικὴ σύστασις αὐτὴ ἐφ’ ἑαυτῆς
ὑπάρχει οὐ δεομένη τινὸς, οὗ γενομένου τὸ εἶναι
λήψεται; 
 Οὕτως ἔχει.

Δοκεῖ δέ σοι τὰ κακὰ ἐνεργείας εἶναί τινος; 
 Οὕτω μοι φαίνεται.

Αἶ’ δὲ ἐνέργειαι τότε τὸ εἶναι λαμβάνουσιν,
ὁπόταν ὁ ἐνεργῶν παρῇ; 
 Οὕτως ἔχει.

Οὐκ ὄντος δὲ τοῦ ἐνεργοῦντος, οὐδ’ ὅπερ
ἐνεργεῖ ἔσται ποτέ; 
 Ούκ ἔσται.

Οὐκοῦν εἰ ἡ οὐσία σωματική τις ἐστὶ σύστασις,
 αὕτη δὲ οὐ δεῖταί τινος, ἐν ὁ γενομένη τὸ
εἶναι λήψεται, τὰ δὲ κακὰ ἐνέργειαι ὑπάρχουσί τινος,
αἶ δὲ ἐνέργειαι δέονταί τινος, ἐν ᾧ γενόμεναι τὸ 
εἶναι λαμβάνουσιν, οὐκ ἔσονται οὐσίαι τὰ κακά.

εἰ δὲ οὐσίαι τὰ κακὰ, κακὸν δὲ ὁ φόνος, οὐσία
 ἔσται ὁ φόνος· ἀλλὰ μὴν ὁ φόνος ἐνέργεια ὑπάρχει
τινὸς, οὐκ ἔστιν ἄρα οὐσία ὁ φόνος. εἰ δὲ τὰ ἐνεργοῦντα
οὐσίαν εἶναι θέλεις, σύμφημι κἀγώ. οἶον

 
ἄνθρωπος ὁ φονεὺς, καθ’ ὃν μὲν λόγον ἄνθρωπός
ἐστιν ὑπάρχει οὐσία· ὁ δὲ ὃν ποιεῖ φόνος οὐκ
ἔστιν οὐσία, ἀλλ’ ἔργον τῆς οὐσίας.

λέγομεν δὲ
τὸν ἄνθρωπον ποτὲ μὲν κακὸν διὰ τὸ φονεύειν, ποτὲ
 δ’ αὖ πάλιν διὰ τὸ εὐεργετεῖν ἀγαθόν. καὶ προσπλέκεται 
ταῦτα τὰ ὀνόματα τῇ οὐσίᾳ ἐκ τῶν συμβεβηκότων
αὐτῇ, ἅτινα οὐκ ἔστιν αὐτή· οὔτε γὰρ
ὁ φόνος ἐστὶν ἡ οὐσία οὔτ’ αὖ πάλιν ἡ μοιχεία οὔτε
τι τῶν ὁμοίων κακῶν· ἀλλ’ ὥσπερ ἀπὸ τῆς γραμματικῆς
ὁ γραμματικὸς λέγεται καὶ ἀπὸ τῆς ῥητορικῆς 
ὁ ῥήτωρ καὶ ἀπὸ τῆς ἰατρικῆς ὁ ἰατρὸς, τῆς οὐσίας
οὔτ’ ἰατρικῆς οὔσης οὔτε μὴν ῥητορικῆς οὔτε γραμματικῆς
ἀλλ’ ἀπὸ τῶν συμβεβηκότων αὐτῇ τὴν
προσηγορίαν λαμβανούσης, ἀφ’ ὧν οὕτ’ ὡς ὀνομάζεσθαι
 δοκεῖ, οὐδ’ ὁπότερον αὐτῶν οὖσα, ὁμοίως μοι 
φαίνεται καὶ ἀπὸ τῶν δοκούντων εἶναι κακῶν τὴν
οὐσίαν ὄνομα προσλαβάνειν, οὐδ’ ὁπότερον οὖσαν
αὐτῶν.

καί μοι ὁμοίως ἐπινόησον, εἴ τινα ἕτερον
ἀναπλάττεις ἐν τῷ νῷ τῶν κακῶν τοῖς ἀνθρώποις
αἴτιον, ὡς κἀκεῖνος, καθὸ ἐν τούτοις ἐνεργεῖ καὶ 
ὑποβάλλει ποιεῖν τὰ κακὰ, ἔστι καὶ αὐτὸς κακὸς ἐξ
ὧν ποιεῖ. διὰ τοῦτο γὰρ κἀκεῖνος κακὸς εἶναι λέγεται,
ὅτι τῶν κακῶν ἐστι ποιητής. ἃ δέ τις ποιεῖ,
οὐκ ἔστιν αὐτὸς, ἀλλ’ αἱ ἐνέργειαι αὐτοῦ, ἀφ’ ὧν
τὴν προσηγορίαν τοῦ κακὸς λέγεσθαι λαμβάνει.

εἰ γὰρ αὐτὸν ὑπάρχειν εἴποιμεν ἃ ποιεῖ, ποιεῖ
δὲ φόνους καὶ μοιχείας καὶ κλοπὰς καὶ ὅσα τούτοις
ὅμοια, αὐτὸς ἔσται ταῦτα· εἰ δὲ ταῦτ’ ἐστὶν αὐτὸς,
ταῦτα δ’ ὅτε γίνεται τὴν σύστασιν ἔχει, οὐ γινόμενα
δὲ καὶ τοῦ εἶναι παύεται, γίνεται δὲ ταῦτα πρὸς 
ἀνθρώπων, ἔσονται τούτων οἶ ἄνθρωποι ποιηταὶ,
καὶ τοῦ εἶναι καὶ τοῦ μηκέτ’ εἶναι αἴτιοι.

εἰ δὲ

 
ταῦτα ἐνεργείας αὐτοῦ φὴς, ἐξ ὧν ποιεῖ τὸ κακὸς εἶναι
ἔχει, οὐκ ἐξ ὧν ἐστιν ἡ οὐσία. κακὸν δὲ εἴπομεν
λέγεσθαι ἀπὸ τῶν συμβεβηκότων τῇ οὐσίᾳ, ἅτινα οὐκ 
ἔστιν ἡ οὐσία, ὧς ἀπὸ τῆς ἰατρικῆς ὁ ἰατρός.

εἰ
 δὲ ἐξ ὧν ἐνεργεῖ ἕκαστος ὑπάρχει κακὸς, ἃ δὲ ἐνεργεῖ
ἀρχὴν τοῦ εἶναι λαμβάνει, ἤρξατο κάκεῖνος εἶναι κακὸς,
ἤρξατο δὲ καὶ ταυτὶ τὰ κακά. εἰ δὲ οὕτως ἔχει,
οὐκ ἔσται ἀνάρχως κακὸς, οὐδὲ ἀγέννητα τὰ κακὰ
τῷ γεννητὰ πρὸς αὐτοῦ εἶναι φάναι.

Τὸν μὲν πρὸς τὸν ἕτερον, ὢ φίλε, λόγον
ἱκανῶς μοι πεποιηκέναι δοκεῖς· ἐξ ὣν γὰρ προύλαβες
τῷ λόγῳ, ἐκ τούτων συνάγειν ἔδοξας καλῶς. ὡς
ἀληθῶς γὰρ, εἰ ἄποιος ἐτύγχανεν ἡ ὕλη, τῶν δὲ 
ποιοτήτων δημιουργὸς ὑπάρχει ὁ θεὸς, ποιότητες δὲ
 τὰ κακὰ, τῶν κακῶν ἔσται ποιητὴς ὁ θεός.

οὗτος
μὲν οὖν ὁ λόγος πρὸς ἐκεῖνον εἰρήσθω καλῶς, ἐμοὶ
δὲ ψεῦδος δοκεῖ τὴν ὕλην ἄποιον εἶναι λέγειν· οὐδὲ
γὰρ ἔνεστιν εἰπεῖν περὶ ἡστινοσοῦν οὐσίας ὡς ἔστιν
ἄποιος. καὶ γὰρ ἐν ᾧ ἄποιον εἶναι λέγει, τὴν ποιότητα
 αὐτῆς μηνύει, ὁποία ἐστὶν ἡ ὕλη διαγραφόμενος,
ὅπερ ἐστὶν ποιότητος εἶδος.

ὅθεν, εἴ σοι 
φίλον ἐστὶν, ἄνωθεν ἔχου πρὸς ἐμὲ τοῦ λόγου. ἐμοὶ 
γὰρ ἡ ὕλη ἀνάρχως ποιότητας ἔχειν δοκεῖ. οὕτως
γὰρ καὶ τὰ κακὰ ἐκ τῆς ἀπορροίας αὐτῆς εἶναι λέγω,
 ἔνα τῶν κακῶν ὁ μὲν θεὸς ἀναίτιος ᾐ, τούτων δὲ
ἀπάντων ἡ ὕλη αἰτία.

Τὴν μὲν προθυμίαν τὴν σὴν ἀποδέχομαι, ὠ
φίλε, καί σου τὴν ἐν τοῖς λόγοις σπουδὴν ἐπαινῶ.
προσῆκε γὰρ ὡς ἀληθῶς ἕκαστον τῶν φιλομαθῶν μὴ
 ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε συγκατατίθεσθαι τοῖς λεγομένοις,
ἀλλ’ ἀκριβῆ ποιεῖσθαι τὴν ἐξέτασιν τῶν λόγων.
οὐδὲ γὰρ εἰ ὁ προσζητῶν παρὰ λόγον ὁρισάμενος 

 
ἀφορμὴν παρέσχε τῷ προσδιαλεγομένῳ συνάγειν ὡς
ἐθέλει, τοῦτο καὶ τὸν ἀκροατὴν πείσιε, ἀλλ’ εἴ τι
δοκεῖ δυνατὸν εἶναι λέγεσθαι καλῶς, τοῦτο λέξει·
παρ’ ὧν δυοῖν θάτερον ἔσται· ἢ γὰρ καὶ πρὸς ὃ
κινεῖσθαι δοκεῖ ἀκούσας τέλεον ὠφεληθήσεται, ἢ τὸν 
προσδιαλεγόμενον ἐλέγξει οὐ τἀληθῆ λέγοντα.

Οὐ δοκεῖς δέ μοι δεόντως εἰρηκέναι τὴν
ὕλην ἄνωθεν ποιότητας ἔχειν. εἰ γὰρ τοῦθ’ οὕτως
ἔχει, τίνος ἔσται ποιητὴς ὁ θεός; εἴτε γὰρ οὐσίας
 ἐροῦμεν, προεῖναι ταύτας φαμέν· εἴτ’ αὖ πάλιν ποιότητας, 
καὶ ταύτας ὑπάρχειν.

οὐκοῦν οὐσίας τε
οὔσης καὶ ποιοτήτων περιττὸν εἶναί μοι δοκεῖ δημιουργὸν
λέγειν τὸν θεόν. ἵνα δὲ μὴ ἐμαυτῷ κατασκευάζειν
τινὰ δόξω λόγον, ἀπόκριναι νῦν ἐρωτώμενος,
τίνι τρόπῳ δημιουργὸν εἶναι φῄς τὸν θεόν; 
πότερον ὅτι τὰς οὐσίας ἔτρεψεν εἰς τὸ μηκέθ’ ὑπάρχειν
ἐκείνας αἴπερ ἦσάν ποτε, ἀλλ’ ἑτέρας παρ’
αὐτὰς γενέσθαι, ἢ ὅτι τὰς μὲν οὐσίας ἐφύλαξεν
ἐκείνας αἵπερ ἦσαν πρὸ τούτου, τὰς δὲ ποιότητας
ἔτρεψεν αὐτῶν;

Οὔ τι μοι δοκεῖ ἀλλαγήν τινα οὐσιῶν γεγο-
νέναι καὶ γὰρ ἄτοπον τοῦτο λέγειν μοι φαίνεται
τροπὴν δέ τινα τῶν ποιοτήτων γεγονέναι φημὶ, καθ’
ἃς δημιουργὸν εἶναι λέγω τὸν θεὸν, καὶ ὥσπερ εἰ
τύχοι λέγειν ἐκ λίθων οἰκίαν γεγονέναι, ἐφ’ ὧν οὐκ 
ἔστιν εἰπεῖν ὡς οὐκέτι λίθοι μένουσι τῇ οὐσίᾳ, οἰκία
γενόμενοι οἶ λίθοι

τῇ γὰρ ποιότητι τῆς σὺν
θέσεως τὴν οἰκίαν γεγονέναι φημὶ, τραπείσης δηλονότι
τῆς προτέρας τῶν λίθων ποιότητος), οὕτω μοι
δοκεῖ καὶ τὸν θεὸν, ὑπομενούσης τῆς οὐσίας, τροπήν 
 τινα τῶν ποιοτήτων αὐτῆς πεποιηκέναι, καθ’ ἣν τὴν

 
τοῦδε τοῦ κόσμου γένεσιν πρὸς τοῦ θεοῦ γεγονέναι
λέγω.

Ἐπεὶ τοίνυν τροπήν τινα τῶν ποιοτήτων
πρὸς τοῦ θεοῦ γεγονέναι φῄς, ἀπόκριναί μοι βραχέα
 πυθέσθαι προαιρουμένῳ. λέγε δὴ εἰ ὁμοίως καὶ σοὶ
δοκεῖ τὰ κακὰ ποιότητας εἶναι τῶν οὐσιῶν; 
 Δοκεῖ.

Ἄνωθεν δὲ ἦσαν αἶ ποιότητες αὗται ἐν τῇ
ὕλῃ, ἢ ἀρχὴν ἔσχον τοῦ εἶναι; 
 Συνεῖναί φημι ἀγεννήτως τῇ ὕλῃ ταυτασὶ τὰς
ποιότητας.

Οὐχὶ δὲ τὸν θεὸν φὴς τροπήν τινα τῶν
ποιοτήτων πεποιηκέναι ; 
 Τοῦτό φημι.

Πότερον οὖν εἰς τὸ κρεῖττον, ἢ εἰς τὸ χεῖρον ; 
 Εἰς τὸ κρεῖττον λέγειν μοι δοκεῖ.

Οὐκοῦν εἰ ποιότητες τῆς ὕλης τὰ κακὰ, τὰς
δὲ ποιότητας αὐτῆς εἰς τὸ κρεῖττον ἔτρεψεν ὁ θεὸς,
πόθεν τὰ κακὰ ζητεῖν ἀνάγκη; οὐ γὰρ ἔμειναν αἶ
 ποιότητες ὁποῖαί ποτ’ ἤσαν τῇ φύσει. ἢ, εἰ μὲν πρό-
τερον οὐκ ἦσαν ποιότητες κακαὶ, ἐκ δὲ τοῦ τραπῆναι
πρὸς τοῦ θεοῦ τὰς πρώτας τοιαύτας περὶ τὴν ὕλην
γεγονέναι ποιότητας φῄς, αἴτιος ἔσται τῶν κακῶν ὁ
θεὸς, τρέψας τὰς οὐκ οὔσας ποιότητας κακὰς εἰς τὸ
 εἶναι κακάς·

ἢ τὰς μὲν κακὰς ποιότητας εἰς τὸ
κρεῖττον οὐ δοκεῖ σοι τρέψαι τὸν θεὸν, τὰς δὲ λοιπὰς
καὶ μόνας, ὅσαι ἀδιάφοροι ἐτύγχανον τῆς διακοσμή-
σεως ἕνεκα, πρὸς τοῦ θεοῦ τετράφθαι λέγεις ; 
 Οὕτως ἄνωθεν ἔσχον ἐγώ.

Πῶς τοίνυν αὐτὸν τὰς τῶν φαύλων ποιότητας
ὡς εἶχον καταλελοιπέναι λέγεις; πότερον δυνάμενον
μὲν κἀκείνας ἀνελεῖν, οὐ βουληθέντα δὲ, ἢ

 
τὸ δύνασθαι μὴ ἔχοντα; εἰ μὲν γὰρ δυνάμενον
λέξεις, οὐ βουληθέντα δὲ, αὐτὸν αἴτιον τούτων
 εἰπεῖν ἀνάγκη, ὅτι δυνάμενος ποιήσαι μὴ εἶναι κακὰ,
συνεχώρησεν αὐτὰ μένειν ὡς ἦν, καὶ μάλιστα ὅτε
 δημιουργεῖν τὴν ὕλην ἤρξατο.

εἰ γὰρ μηδ’ ὅλως 
ἔμελεν αὐτῷ τῆς ὕλης, οὐκ ἂν αἴτιος ἦν ὦν συνεχώρει
μένειν· ἐπεὶ δὲ μέρος μέν τι αὐτῆς ἐδημιούργει,
μέρος δέ τι οὕτως εἴα, δυνάμενος κἀκεῖνα τρέπειν
εἰς τὸ κρεῖττον, αἰτίαν ὀφλισκάνειν ἄξιος εἷναί μοι
δοκεῖ, καταλιπὼν μέρος ὕλης εἶναι πονηρὸν ἐπ’ ὀλέθρῳ 
 θρῷ οὗ ἐδημιούργησε μέρους.

ἀλλὰ μὴν καὶ
τὰ μέγιστα κατὰ τοῦτο τὸ μέρος ἠδικῆσθαί μοι δοκεῖ,
τοῦθ’ ὅπερ κατεσκεύασε τῆς ὕλης μέρος ἀντιλαμβανόμενον
τανῦν τῶν κακῶν. εἰ γάρ τις ἐξετάζοι ἐπ’
ἀκριβὲς τὰ πράγματα, χαλεπώτερον νῦν εὑρήσει τὴν 
ὕλην πεπονθυῖαν τῆς προτέρας ἀκοσμίας. πρὶν γὰρ
αὐτὴν διακριθῆναι τὸ μηδὲ αἰσθέσθαι τῶν κακῶν
παρῆν αὐτῇ· νυνὶ δὲ ἕκαστον τῶν μερῶν αὐτῆς
αἴσθησιν λαμβάνει τῶν κακῶν.

καί μοι ἐπ’
ἀνθρώπου τὸ παράδειγμα λάβε. πρὶν γὰρ εἰκονισθῇ 
καὶ ζῷον γένηται τῇ τοῦ δημιουργοῦ τέχνῃ, τὸ μηδενὸς
ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν κακῶν παρὰ τῆς φύσεως
εἶχεν· ἀφ’ οὗ δὲ πρὸς τοῦ θεοῦ ἄνθρωπος γίνεται,
καὶ τὴν αἴσθησιν τοῦ προσπελάζοντος κακοῦ προσλαμβάνει,
καὶ τοῦθ’, ὅπερ ἐπὶ εὐεργεσία τῆς ὕλης 
πρὸς τοῦ θεοῦ γεγονέναι λέγεις, εὑρίσκεται μᾶλλον
 ἐπὶ τῷ χείρονι προσγενόμενον αὐτῇ.

εἰ δ’ ἐκ
τοῦ μὴ δύνασθαι τὸν θεὸν ἀνελεῖν τὰ κακὰ τὸ μὴ
πεπαῦσθαι λέγεις, ἀδύνατον τὸν θεὸν φήσεις ὑπάρχειν.
τὸ δὲ ἀδύνατον ἤτοι τῷ φύσει ἀσθενῆ ὑπάρχειν 
αὐτὸν ἔσται, ἢ τῷ νικᾶσθαι τῷ φόβῳ δεδουλωμένον
πρός τινος κρείττονος.

εἰ μὲν οὖν τὸν

 
θεὸν φύσει ἀσθενῆ ὄντα τολμήσεις εἰπεῖν, περὶ τῆς
σωτηρίας αὐτῆς κινδυνεύειν μοι δοκεῖς· εἰ δὲ τῷ
νικᾶσθαι φόβῳ πρός του μείζονος, μείζονα ἔσται τοῦ
θεοῦ τὰ κακὰ, νικῶντα τῆς προαιρέσεως αὐτοῦ τὴν
 ὁρμήν· ὅπερ ἄτοπον εἶναί μοι λέγειν περὶ θεοῦ 
δοκεῖ.

διὰ τί γὰρ οὐχὶ μᾶλλον ταῦτ’ ἔσονται
θεοὶ, νικὰν κατὰ τὸν λόγον τὸν σὸν δυνάμενα τὸν
θεὸν, εἴπερ θεὸν ἐκεῖνό φαμεν ὃ τὴν ἁπάντων ἐξου-
σίαν ἔχει;

Βραχέα δέ σου καὶ περὶ τῆς ὕλης αὐτῆς πυ-
θέσθαι βούλομαι· καί μοι φέρων λέγε, πότερον ἁπλῆ
τις ἢν ἡ ὕλη, ἢ σύνθετος γὰρ διαφορὰ τῶν γε-
γονότων εἰς τοιαύτην με περιίστησιν ἐξέτασιν τοῦδε
τοῦ λόγου. εἰ γὰρ ἁπλῆ τις ἐτύγχανεν ἡ ὕλη καὶ 
 μονοειδὴς, σύνθετος δὲ ὁ κόσμος, καὶ ἐκ διαφόρων
οὐσιῶν τε καὶ κράσεων τὴν σύστασιν ἔχει * * * τὸ
γὰρ σύνθετον ἁπλῶν τινων μίξιν μηνύει.

εἰ δ’
αὖ πάλιν τὴν ὕλην σύνθετον λέγειν ἐθέλοις, πάντως
ἐξ ἁπλῶν τινων συντεθεῖσθαι φήσεις. εἰ δὲ ἐξ ἁπλῶν
 συνετέθη, ἦν ποτε καθ’ ἑαυτὰ τὰ ἁπλὰ, ὧν
συντεθέντων γέγονεν ἡ ὕλη, ἐξ οὗπερ καὶ γεννητὴ
οὖσα δείκνυται.

εἰ γὰρ σύνθετος ἡ ὕλη, τὰ δὲ
σύνθετα ἐξ ἁπλῶν τὴν σύστασιν ἔχει, ἢν ποτε καιρὸς 
ὅτε ἡ ὕλη οὐκ ἦν, τουτέστι πρὶν τὰ ἁπλᾶ συνελθεῖν
 εἰ δὲ ἢν ποτε καιρὸς ὅτε ἡ ὕλη οὐκ ἣν, οὐκ ἦν δέ ποτε
καῖρος ὅτε τὸ ἀγέννητον οὐκ ἢν, οὐκ ἔσται ἀγέννητος
ἡ ὕλη.

τὸ δ’ ἐντεῦθεν ἄρα ἔσται πολλὰ τὰ ἀγέννητα.
εἰ γὰρ ἦν ἀγέννητος ὁ θεὸς καὶ τὰ ἁπλὰ ἐξ
ὧν ἡ ὕλη συνετέθη, οὐκ ἔσται δύο μόνα τὰ ἀγέννητα.
 δοκεῖ δέ σοι μηδὲν τῶν ὄντων αὐτὸ ἑαυτῷ
ἀντικεῖσθαι; 
 Δοκεῖ.

Ἀντίκειται δὲ τῷ πυρὶ τὸ ὕδωρ; 
 Ἀντικεῖσθαί μοι φαίνετ·αι. 
 Ὁμοίως δὲ καὶ τῷ φωτὶ τὸ σκότος καὶ τῷ ψυχρῷ
τὸ θερμὸν, πρὸς δὲ τούτοις καὶ τῷ ξηρῷ τὸ ὑγρόν; 
 Οὕτως ἔχειν μοι δοκεῖ.

Οὐκοῦν εἰ μηδὲν τῶν ὄντων αὐτὸ έαυτῶ̣
ἀντίκειται, οὐκ ἔσονται ὕλη μία, οὐδὲ μὴν ἐξ ὕλης
 μιᾶς. ὅμοιον δέ τινα τούτῳ λόγον πάλιν πυθέσθαι
σου βούλομαι. δοκεῖ σοι τὰ μέρη μὴ ἀναιρετικὰ τυγχάνειν
ἀλλήλων; 
 Δοκεῖ.

Εἶναι δὲ τῆς ὕλης μέρη τό τε πῦρ καὶ τὸ
ὕδωρ, ὡσαύτως δὲ καὶ τὰ λοιπά; 
 Οὕτως ἔχει. 
 Τί δέ; οὐ δοκεῖ σοι ἀνατρεπτικὸν μὲν εἶναι τοῦ 
πυρὸς τὸ ὕδωρ, τοῦ δὲ σκότους τὸ φῶς, καὶ τἄλλα
ὅσα τοι τοις παραπλήσια; 
 Δοκεῖ.

Οὐκοῦν εἰ τὰ μέρη οὐκ ἔστιν ἀλλήλων ἀναι-
ρετικὰ, οὐκ ἔσται ἀλλήλων μέρη· εἰ δὲ οὐκ ἔστιν 
 ἀλλήλων μέρη, οὐκ ἔσονται ὕλης μιᾶς. ἀλλὰ μὴν
οὐδ’ αὐτὰ ἔσονται ὕλη τῷ μηδέν τι τῶν ὄντων αὐτὸ
ἑαυτοῦ ἀναιρετικὸν ὑπάρχειν κατὰ τὸν τοῦ ἀντικειμένον
λόγον.

οὐδὲ γάρ ἐστί τι αὑτῷ ἀντικείμενον·
τὰ γὰρ ἀντικείμενα ἑτέροις ἀντικεῖσθαι πεφυκεν. 
οἶον τὸ λευκὸν αὐτὸ ἑαυτῷ οὐκ ἀντίκειται,
πρὸς δὲ τὸ μέλαν ἀντικείμενον λέγεται καὶ τὸ φῶς
ὁμοίως ἑαυτῷ μὴ ἀντικεῖσθαι δείκνυται‚ πρὸς δὲ τὸ
σκότος οὕτως ἔχον φαίνεται, καὶ ἄλλα γοῦν ὁμοίως
πλεῖστα ὅσα εἰ τοίνυν καὶ ὕλη μία τις ἦν, οὐκ ἂν 
αὐτὴ αὑτῇ ἀντέκειτο. οὕτω δὲ τῶν ἀντικειμένων
ἐχόντων τὸ μὴ εἶναι τὴν ὕλην δείκνυται.’’ 

 
 Τοσαῦτα καὶ ὁ προδηλωθεὶς συγγραφεύς. αὐ-
τάρκη δὲ περιγραφὴν εἰληφότος τοῦ λόγου, ἐπὶ τὸν
ὄγδοον τῆς Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς μεταβάντες,
τὰ λείποντα τῷ προκειμένῳ σκέμματι, σύμμαχον
 ἐπικαλεσάμενοι τὸν θεὸν, ἀναπληρώσομεν

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. 
 Τοὺς βίους τῶν παλαιῶν Ἑβραίων‚ τόν δὴ καὶ
τὴν προσηγορίαν ἐπαληθευσάντων θεοφιλῶν ἀνδρῶν,
πρόσθεν ἢ Μωσἐα φανῆναι πάσης ἀρετῆς 
βραβείοις ἀναδησαμένων ‚ τά τε θεοσεβῆ δόγματά τε
 καὶ παιδεύματα ‚ καὶ προσέτι τὰς παναληθεῖς καὶ
εὐσεβεῖς αὐτῶν θεολογίας ‚ ὣν εἰς ἔρωτα καὶ πόθον
ἐλθεῖν ὡμολογήκαμεν ‚ διελθὼν ἐν τῷ πρὸ τούτου)
μέτειμι νῦν ἀκολούθῳ τῇ τάξει χρώμενος ἐπὶ τὴν
κατὰ Μωσἐα πολιτείαν ‚ δεύτερον ἐπέχουσαν εὐσεβείας
 μετὰ τὸν πρῶτον ἐκεῖνον βαθμὸν ‚ τὸν δὴ καὶ 
μόνῳ τῷ Ἰουδαίων ἔθνει νενομοθετημένον.

ὡς
γὰρ μόνοις Ἰουδαίοις ‚ οὐκέτι δὲ καὶ τοῖς κατὰ τὴν
οἰκουμένην ἔθνεσιν, ἦν ἁρμόδια τὰ διὰ Μώσεως,
οὐδὲ δυνατὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ‚ λέγω δὲ τοῖς πόρρω
 που τῆς Ἰουδαίας γῆς οἰκοῦσιν Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις,
φυλάττεσθαι κατὰ τὸν οἰκεῖον καιρὸν ἀποδείξομεν.

νυνὶ δὲ καὶ τούτου, λέγω δὲ τοῦ κατὰ
Μωσέα βίου, τὸν τρόπον ‚ οὐκ ἐμαῖς φωναῖς, αὐτῶν
δὲ μόνων πάλιν τῶν παρὰ τοῖς ἀνδράσιν ἐπὶ. τῇ πατρίῳ
 δεδοκιμασμένοις παιδεύσει ‚ παραθήσομαι · καὶ 
γάρ μοι προσήκειν ἡγοῦμαι ταύτῃ, ᾗπερ καὶ ἠρξάμην,
διὰ τῶν οἰκείων ἑκάστω τὰς τῶν ἀποδείξεων μαρ-

 
τυρίας παρέχειν.

ὥσπερ οὑν Φοίνικας καὶ Αἰ-
γυπτίους καὶ Ἕλληνας τῶν παρὰ σφίσιν γνωρίμων
κατὰ τὴν οἰκείαν χώραν μάρτυρας ἀνεκαλούμην,
ταύτῃ μοι καὶ τούσδε ὁ παρὼν καιρὸς δοκεῖ ἐπιτηδείως
εἰσποιεῖσθαι ‚ ἀλλὰ μὴ ἡμὰς αὐτοὺς τὰ ὀθνεῖα 
νομίζεσθαι κατασχεδιάζειν.

Πρὶν δ’ ἐπὶ τοῦτ’ ἐλθεῖν, ὅπως εἰς Ἕλληνας
τὰ παρ’ αὐτοῖς παρῆλθε λόγια, καὶ τίς ὁ τρόπος
συνέστη τῆς τῶν πεπιστευμένων αὐτοῖς θείων γραφῶν
ἑρμηνείας ‚ δι’ ὅσων τε καὶ ὁποίων ἀνδρῶν καὶ 
δι’ ὁπόσης βασιλικῆς σπουδῆς τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα
 γλῶσσαν μεταβολῆς ἔτυχε, τῶν ἀναγκαίων ἡγοῦμαι
εἰς φανερὸν θέσθαι τοῖς ἐντυγχάνουσιν ‚ οὐκ ἀσυμβούλου
μοι γενησομένης καὶ τῆς τούτων ἐκθέσεως
ἑ ἐς τὴν τῆς γενησομένης Προπαρασκευῆς ἀπόδειξιν.

ἐπειδὴ γὰρ ὅσον οὔπω τὰ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν
βιωφελοῦς κηρύξεως ἔμελλεν ἐπὶ τῆς Ρωμαίων ἀρχῆς
εἰς πάντας ἐκλάμπειν ἀνθρώπους, λόγος τε οὐχ ὁ
τυχὼν ᾕρει τὰς περὶ αὐτοῦ προφητείας τόν τε βίον
τῶν πάλαι θεοφιλῶν Ἑβραίων καὶ τὰ τῆς εὐσεβοῦς 
 διδασκαλίας αὐτῶν μαθήματα, τῇ πατρίῳ αὐτῶν
φωνῇ ἐξ αἰῶνος μακροῦ κεκαλυμμένα ‚ ἤδη ποτὲ εἰς
πάντα τὰ ἔθνη, οἷς τὶ τῆς θεογνωσίας ἔμελλε προξενεῖσθαι,
παρελθεῖν · θεὸς αὐτὸς ὁ τῶνδε τῶν ἀγα-
θῶν αἴτιος, προλαβὼν τὸ μέλλον ὡς ἂν θεὸς τῇ 
προγνώσει, τὰς περὶ τοῦ πάντων ἀνθρώπων οὐκ εἰς
μακρὸν ἀναφανησομένου σωτῆρος ‚ διδασκάλου τε
εὐσεβείας ἑνὸς τοῦ ἐπὶ πάντων θεοῦ πᾶσι τοῖς ὑφ’
ἥλιον ἔθνεσι καταστησομένου ‚ προρρήσεις ἀποκαλυφθῆναι
τοῖς πᾶσιν εἰς φῶς τε ἐλθεῖν ἐπ’ ἀκριβὲς 
μεταβληθείσας δημοσίαις τε βιβλιοθήκαις ἀνατεθείσας
 διοικεῖται ‚ βασιλεῖ Πτολεμαίῳ τοῦτο πρᾶξαι

 
κατὰ νοῦν ἐμβαλὼν, εἰς προπαρασκευὴν, ὡς ἔοικε,
τῆς τῶν ἐθνῶν ἁπάντων ὅσον οὔπω μελλούσης ἐξ
αὐτῶν ἔσεσθαι μεταλήψεως.

ὧν γὰρ οὐκ ἂν
ἄλλως ἐτύχομεν παρὰ Ἰουδαίων, ἀποκρυψάντων ἂν
 τὰ παρ᾿ αὐτοῖς λόγια διὰ τὸν πρὸς ἡμᾶς φθόνον, 
τούτων ἐκ τῆς θεόθεν οἰκονομηθείσης ἑρμηνείας ἠξιώθημεν
πρὸς τῶν παρ᾿ αὐτοῖς ἐπί τε συνέσει καὶ τῇ
πατρίῳ παιδείᾳ δεδοκιμασμένων ἀνδρῶν μεταβληθέντων.

γράφει δὲ ταῦτα Ἀρισταῖος, ἀνὴρ λόγιος
 μὲν ἄλλως, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ παρατυχὼν τοῖς
πραχθεῖσι κατὰ τὸν δεύτερον Πτολεμαῖον, τὸν ἐπι- 
κληθέντα Φιλάδελφον, καθ᾿ ὃν τὰ τῆς ἑρμηνείας
τῶν Ἰουδαϊκῶν γραφῶν, διὰ σπουδῆς τοῦ βασιλέως
γενόμενα, τῶν κατὰ τὴν Ἀλεξάνδρειαν βιβλιοθηκῶν
 ἠξιώθη. ἐπακοῦσαι δὲ αὐτοῦ καιρὸς, τόνδε πρὸς
λέξιν ἱστοροῦντος τὸν τρόπον

“Κατασταθεὶς ἐπὶ τῆς τοῦ βασιλέως βιβλιοθήκης 
Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς ἐχρηματίσθη πολλὰ
διάφορα πρὸς τὸ συναγαγεῖν ἅπαντα τὰ κατὰ τὴν
 οἰκουμένην βιβλία, καὶ ποιούμενος ἀγορασμοὺς καὶ
μεταγραφὰς ἐπὶ τέλος ἤγαγεν ὅσον ἐφ᾿ ἑαυτῷ τὴν 
τοῦ βασιλέως πρόθεσιν.

παρόντων οὖν ἡμῶν
ἐρωτηθεὶς πόσαι τινὲς μυριάδες τυγχάνουσι βιβλίων,
εἶπεν, ὑπὲρ τὰς εἴκοσι, βασιλεῦ· σπουδάσω δ᾿ ἐν
 ὀλίγῳ χρόνῳ πρὸς τὸ πληρωθῆναι πεντήκοντα μυριάδας
τὰ λοιπά. προσήγγελται δέ μοι καὶ τὰ τῶν
Ἰουδαίων νόμιμα μεταγραφῆς ἄξια καὶ τῆς παρὰ σοὶ
βιβλιοθήκης εἶναι.

τί τὸ κωλῦον οὖν, εἶπεν,
ἐστί σε τοῦτο ποιῆσαι; πάντα γὰρ ἀποτέτακταί σοι
 τὰ πρὸς τὴν χρείαν ὁ δὲ Δημήτριος εἶπεν, ἑρμη- 
νείας προσδεῖται· χαρακτῆρσι γὰρ ἰδίοις κατὰ τὴν
Ἰουδαίαν χρῶνται, καθάπερ Αἰγύπτιοι τῇ τῶν γραμ-

 
μάτων θέσει, καθὸ καὶ φωνὴν ἰδίαν ἔχουσιν. ὑπο-
λαμβάνονται δὲ Συριακῇ χρῆσθαι· τὸ δ’ οὐκ ἔστιν,
ἀλλ’ ἕτερος τρόπος.

μεταλαβὼν δὲ ἕκαστα ὁ βα-
σιλεὺς εἶπε γραφῆναι πρὸς τὸν ἀρχιερέα τῶν Ἰουδαίων,
ὅπως τὰ προειρημένα τελείωσιν λάβῃ.’’ 
 Καὶ μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει

“ Ὡς δὲ κατεπράχθη ταῦτα, τὸν Δημήτριον
ἐκέλευσεν ἐκδοῦναι περὶ τῆς τῶν Ἰουδαΐκῶν βιβλίων
 ἀναγραφῆς πάντα γὰρ διὰ προσταγμάτων καὶ μεγάλης
ἀκριβείας τοῖς βασιλεῦσι τούτοις διῳκεῖτο ‚ καὶ 
οὐδὲν ἀπερριμένως οὐδὲ εἰκῆ. διόπερ καὶ τὸ τῆς
ἐκδόσεως καὶ τὰ τῶν ἐπιστολῶν ἀντίγραφα κατακε-
χώρικα, καὶ τὸ τῶν ἀπεσταλμένων πλῆθος, καὶ τὴν
ἑκάστου κατασκευὴν ‚ διὰ τὸ μεγαλομερείᾳ καὶ τέχνῃ
διαφέρειν ἕκαστον αὐτῶν. τῆς δὲ ἐκδόσεώς ἐστιν 
ἀντίγραφον τόδε ·

Βασιλεῖ μεγάλῳ παρὰ Δημητρίου.
Προστάξαντός σου ‚ βασιλεῦ, περὶ τῶν ἀπολειφθέντων
εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς βιβλιοθήκης βιβλίων,
ὅπως ἐπισυναχθῇ καὶ τὰ διαπεπτωκότα τύχῃ τῆς 
 προσηκούσης ἐπισκευῆς ‚ πεποιημένος οὐ παρέργως
τὴν ἐν τούτοις ἐπιμέλειαν προσαναφέρω σοι

τὰ
δὲ τοῦ νόμου τῶν Ἰουδαίων βιβλία σὺν ἑτέροις ὀλίγοις
τισὶν ἀπολείπει τυγχάνει γὰρ Ἑβραϊκοῖς γράμμασι
καὶ φωνῇ λεγόμενα· ἀμελέστερον δὲ καὶ οὐχ 
ὡς ὑπάρχει σεσήμανται, καθὼς ὑπὸ τῶν εἰδότων
προσαναφέρεται· προνοίας γὰρ βασιλικῆς οὐ τετύχηκε.

δέον δὲ ἔτι καὶ ταῦθ’ ὑπάρχειν παρὰ σοὶ
διηκριβωμένα ‚ διὰ τὸ καὶ φιλοσοφωτέραν εἷναι καὶ
 ἀκέραιον τὴν νομοθεσίαν ταύτην, ὧς ἂν οὖσαν θείαν. 
διὸ πόρρω γεγόνασιν οἵ τε συγγραφεῖς καὶ ποιηταὶ
καἲ τὸ τῶν ἱστορικῶν πλῆθος τῆς ἐπιμνήσεως τῶν

 
προειρημένων βιβλίων ‚ καὶ τῶν κατ’ αὐτὰ πεπολιτευμένων
ἀνδρῶν, διὰ τὸ ἁγνήν τινα καὶ σεμνὴν
εἶναι τὴν ἐν αὐτοῖς θεωρίαν ‚ ὥς φησιν Ἑκαταῖος ὁ 
Ἀβδηρίτης.

ἐὰν οὖν φαίνηται, βασιλεῦ, γραφήσεται
 πρὸς τὸν ἐν Ἱεροσολύμοις ἀρχιερέα ἀποστεῖλαι
τοὺς μάλιστα καλῶς βεβιωκότας καὶ πρεσβυτέρους
ἄνδρας, ἐμπείρους τῶν κατὰ τὸν νόμον ἑαυτῶν, ἀφ’
ἑκάστης φυλῆς ἓξ, ὅπως τὸ σύμφωνον ἐκ τῶν πλειόνων 
όνων ἐξετάσαντες, καὶ λαβόντες τὸ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν
 ἀκριβὲς, ἀξίως καὶ τῶν πραγμάτων καὶ
τῆς σὴς προαιρέσεως, θῶμεν εὐσήμως. εὐτύχει διὰ
παντός.’

Τῆς δὲ ἐκδόσεως ταύτης γενομένης ἐκέλευσεν
ὁ βασιλεὺς γραφῆναι πρὸς τὸν Ἐλεάζαρον περὶ τούτων,
 ‚ σημάναντας καὶ τὴν γενομένην ἀπολύτρωσιν
τῶν αἰχμαλώτων. ἔδωκε δὲ καὶ εἰς κατασκευὴν κρατήρων
τε καὶ φιαλῶν καὶ τραπέζης καὶ σπονδείων
χρυσίου μὲν ὁλκῆς τάλαντα πεντήκοντα ‚ καὶ ἀργυρίου
τάλαντα ἑβδομήκοντα, καὶ λίθων ἱκανόν τι
 πλῆθος.

ἐκέλευσε δὲ τοὺς χρηματοφύλακας τοῖς
τεχνίταις ὣν ἂν προαιρῶνται τὴν ἐκλογὴν διδόναι,
καὶ νομίσματος εἰς θυσίας καὶ τὰ ἄλλα πρὸς τάλαντα
ἑκατόν. δηλώσομεν δέ σοι περὶ τῆς κατασκευῆς ‚ ὡς 
ἂν τὰ τῶν ἐπιστολῶν ἀντίγραφα διέλθωμεν. ἦν δὲ
 ἡ τοῦ βασιλέως ἐπιστολὴ τὸν τύπον ἔχουσα τοῦτον

‘ Βασιλεὺς Πτολεμαῖος ἀρχιερεῖ Ἐλεαξάρῳ 
χαίρειν καὶ ἐρρῶσθαι. Ἐπεὶ συμβαίνει
πλείονας τῶν Ἰουδαίων εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν κατῳκίσθαι,
γενηθέντας ἀναρπάστους ἐκ τῶν Ἱεροσολύμων
 ὑπὸ Περσῶν ‚ καθ’ ὃν ἐπεκράτουν χρόνον,
ἔτι δὲ καὶ συνεληλυθέναι τῷ πατρὶ ἡμῶν εἰς τὴν
Αἴγυπτον αἰχμαλώτους ‚ ἀφ’ ὧν καὶ πλείονας εἰς τὸ

 
στρατιωτικὸν σύνταγμα κατεχώρισεν ἐπὶ μείζοσι μι-
σθοφορίαις ‚ ὁμοίως δὲ καὶ τοὺς προόντας κρίνας
 πιστοὺς, φρούρια κτίσας, ἀπέδωκεν αὐτοῖς, ὅπως τὸ
τῶν Αἰγυπτίων ἔθνος φόβον ἔχῃ διὰ τούτων· καὶ
ἡμεῖς δὲ παραλαβόντες τὴν βασιλείαν φιλανθρωπότερον 
ἀπαντῶμεν τοῖς πᾶσι, πολὺ δὲ μᾶλλον τοῖς
σοῖς πολίταις ‚ ὑπὲρ δέκα μυριάδας αἰχμαλώτων
ἠλευθερώκαμεν ‚ ἀποδόντες τοῖς κρατοῦσι τὴν κατ’
ἀξίαν ἀργυρικὴν τιμὴν, διορθούμενοι καὶ εἴ τι κακῶς
ἐπράχθη διὰ τὰς τῶν ὄχλων ὁρμὰς, διειληφότες εὐσεβῶς 
τοῦτο πράσσειν, καὶ τῷ μεγίστῳ θεῷ χαριστικὸν
ἀνατιθέντες, ὃς ἡμῖν τὴν βασιλείαν ἐν εἰρήνῃ
καὶ δόξῃ τῇ κρατίστῃ παρ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην
 διατετήρηκεν· εἴς τε τὸ στράτευμα τοὺς ἀκμαιοτάτους
ταῖς ἡλικίαις τετάχαμεν ‚ τοὺς δὲ δυναμένους 
καὶ περὶ ἡμᾶς εἶναι καὶ τῆς περὶ τὴν αὐλὴν πίστεως
ἀξίους ἐπικρίνων κατέστησα.

βουλομένων δὲ
ἡμῶν καὶ σοὶ χαρίζεσθαι καὶ πᾶσι τοῖς κατὰ τὴν
οἰκουμένην Ἰουδαίοις, καὶ τοῖς μετέπειτα, προῃρήμεθα
τὸν νόμον ὑμῶν μεθερμηνευθῆναι γράμμασιν 
Ἑλληνικοῖς ἐκ τῶν παρ’ ὑμῖν Ἑβραικῶν λεγομένων
γραμμάτων, ἔν ὑπάρχῃ καὶ ταῦτα παρ’ ἡμῖν ἐν
βιβλιοθήκῃ σὺν τοῖς ἄλλοις βασιλικοῖς βιβλίοις.

καλῶς οὖν ποιήσεις καὶ τῆς ἡμετέρας σπουδῆς
ἀξίως ‚ ἐπιλέξας ἄνδρας καλῶς βεβιωκότας ‚ πρεσβυτέρους, 
ἐμπειρίαν ἔχοντας τοῦ νόμου ‚ καὶ δυνατοὺς
ἑρμηνεῦσαι, ἀφ’ ἑκάστης φυλῆς ἕξ, ὅπως ἐκ τῶν
πλειόνων τὸ σύμφωνον εὑρεθῇ, διὰ τὸ περὶ μειζόνων
 εἶναι τὴν σκέψιν. οἰόμεθα γὰρ ἐπιτελεσθέντος τού-
του μεγάλην ἀτοίσεσθαι δόξαν.

ἀπεστάλκαμεν 
δὲ περὶ τούτων Ἀνδρέαν τῶν ἀρχισωματοφυλάκων
καὶ Ἀρισταῖον, τιμωμένους παρ’ ἡμῖν, διαλεξομένους

 
σοι καὶ κομίζοντας ἀπαρχὰς εἰς τὸ ἱερὸν ἀναθημάτων
καὶ εἰς θυσίας καὶ τὰ ἄλλα ἀργυρίου τάλαντα
ἑκατόν. γράφε δὲ καὶ σὺ πρὸς ἡμᾶς περὶ ὧν ἂν 
βούλῃ· κεχαρισμένος γὰρ ἔσῃ καὶ φιλίας ἄξιόν τι
 πράξεις · ὡς ἐπιτελεσθησομένων τὴν ταχίστην περὶ
ὧν ἂν αἱρῇ. ἔρρωσο.’ 
 Πρὸς ταῦτα ἀντέγραψεν ἐνδεχομένως ὁ Ἐέἀκαρπς 
οὕτως

’ Ἐλεάζαρος ἀρχιερεὺς βασιλεῖ Πτολεμαίῳ‚
 φίλῳ γνησίῳ, χαίρειν. Εἰ αὐτός τε
ἔρρωσαι καὶ ἡ βασίλισσα Ἀρσινόη ‚ ἡ ἀδελφὴ ‚ καὶ 
τὰ τέκνα, καλῶς ἂν ἔχοι καὶ ὡς βουλόμεθα ‚ καὶ αὐτοὶ
δὲ ὑγιαίνομεν. λαβόντες τὴν παρὰ σοῦ ἐπιστολὴν,
μεγάλως ἐχάρημεν διὰ τὴν προαίρεσίν σου καὶ τὴν
 καλὴν βουλὴν ‚ καὶ συναγαγόντες τὸ πᾶν πλῆθος
παρανέγνωμεν αὐτὴν αὐτοῖς, ἔν εἰδῶσιν ἣν ἔχεις
πρὸς τὸν θεὸν ἡμῶν εὐσέβειαν

ἐπεδείξαμεν δὲ
καὶ τὰς φιάλας, ἃς ἀπέστειλας, χρυσᾶς εἴκοσι καὶ ἀργυρᾶς
τριάκοντα ‚ κρατῆρας πέντε, καὶ τράπεζαν εἰς
 ἀνάθεσιν, καὶ εἰς προσαγωγὴν θυσιῶν, καὶ εἰς έπισκευὰς
ὧν ἂν προσδέηται τὸ ἱερὸν, ἀργυρίου τάλαντα
ἑκατὸν, ἅπερ ἐκόμισεν Ἀνδρέας τῶν τετιμημένων 
μένων παρὰ σοὶ καὶ Ἀρισταῖος, ἄνδρες καλοὶ καὶ
ἀγαθοὶ καὶ παιδείᾳ διαφέροντες καὶ τῆς σῆς ἀγωγῆς
 καὶ δικαιοσύνης ἄξιοι κατὰ πάντα

οἱ καὶ μετέδωκαν
ἡμῖν τὰ παρὰ σοῦ, πρὸς ἃ καὶ παρ’ ἡμῶν ἀκηκόασιν
ἁρμόζοντα τοῖς σοῖς πράγμασι. πάντα γὰρ
ὅσα σοι συμφέρει, καὶ εἰ παρὰ φύσιν ἐστὶν, ὑπακουσόμεθα.
τοῦτο γὰρ φιλίας καὶ ἀγαπήσεως ἐστι σημεῖον.
 μεγάλα γὰρ καὶ ἀνεπίληστα τοὺς πολίτας
ἡμῶν κατὰ πολλοὺς τρόπους εὐεργέτηκας.

εὐθέως
οὖν προσηγάγομεν ὑπὲρ σοῦ θυσίας καὶ τῆς

 
 ἀδελφῆς καὶ τῶν τέκνων καἲ τῶν φίλων ‚ καὶ ηὔξατο
πᾶν τὸ πλῆθος, ἵνα σοι γένηται καθὼς προαιρῇ διὰ
παντὸς, καὶ διασώζῃ σοι τὴν βασιλείαν ἐν εἰρήνῃ
μετὰ δόξης ὁ κυριεύων ἁπάντων θεός.

καὶ ὅπως
γένηται συμφερόντως καὶ μετὰ ἀσφαλείας ἡ τοῦ 
ἁγίου νόμου μεταγραφὴ ‚ παρόντων πάντων, ἐπελε-
ξάμην ἄνδρας καλοὺς καὶ ἀγαθοὺς ‚ πρεσβυτέρους,
ἀφ’ ἑκάστης φυλῆς ἕξ, οὓς καὶ ἀπεστάλκαμεν ἔχοντας
τὸν νόμον. καλῶς οὑν ποιήσεις, βασιλεῦ δίκαιε, προσ-
τάξας ὡς ἂν ἡ μεταγραφὴ γένηται τῶν βιβλίων ‚ ἔνα 
πάλιν ἀποκατασταθῶσι πρὸς ἡμᾶς ἀσφαλῶς οἱ ἄν-
δρες. ἔρρωσο.”

Τούτοις ἐξῆς, πολλὰ διὰ μέσου περὶ τῆς προ-
τεθείσης εἰπὼν πραγματείας ‚ μετὰ τὴν τῶν γραφῶν
ἑρμηνείαν ἐπιφέρει αὐτοῖς ῥήμασι 
 “ Καθὼς δ’ ἀνεγνώσθη ταῦτα τὰ τεύχη ‚ στάντες
οἱ ἱερεῖς καὶ τῶν ἑρμηνέων οἱ πρεσβύτεροι ‚ καὶ τῶν
ἀπὸ τοῦ πολιτεύματος, οἱ τε ἡγούμενοι τοῦ πλήθους,
εἶπον, ἐπεὶ καλῶς καὶ ὁσίως διηρμήνευται καὶ κατὰ
πᾶν ἀκριβῶς ‚ καλῶς ἔχον ἐστὶν, ἵνα διαμένῃ ταῦθ’ 
οὕτως ἔχοντα, καὶ μὴ γένηται μηδεμία διασκευή.
πάντων δὲ ἐπιφωνησάντων τοῖς εἰρημένοις ‚ ἐκέλευσαν
 ’σαν ἐπαρᾶσθαι, καθὼς ἔθος ἐστὶν αὐτοῖς, εἴ τις δια-
σκευάσει προστιθεὶς ἢ μεταφέρων τι τὸ σύνολον τῶν
γεγραμμένων ἢ ποιούμενος ἀφαίρεσιν ‚ καλῶς τοῦτο 
πράσσοντες ‚ ἔνα διὰ παντὸς ἀέναα μένοντα φυλάσ-
σηται.

προσφωνηθέντων δὲ καὶ τούτων τῷ βα-
σιλεῖ μεγάλως ἐχάρη· τὴν γὰρ πρόθεσιν ἣν εἶχεν
ἀσφαλῶς ἔδοξε τετελειῶσθαι. παρανεγνώσθη δὲ αὐτῷ
καὶ πάντα ‚ καὶ λίαν ἐξεθαύμασε τὴν τοῦ νομοθέτου 
διάνοιαν, καὶ πρὸς τὸν Δημήτριον εἶπε, πῶς τηλικούτων
 κούτων πραγμάτων συντετελεσμένων οὐδεὶς ἐπέβα

 
βάλετο τῶν ἱστορικῶν οὐδὲ ποιητῶν ἐπιμνησθῆναι;
ἐκεῖνος δὲ ἔφη, διὰ τὸ σεμνὴν εἶναι τὴν νομοθεσίαν.
καὶ διὰ θεοῦ γεγονέναι, καὶ τῶν ἐπιβαλλομένων τινὲς
ὑπὸ τοῦ θεοῦ πληγέντες τῆς ἐπιβολῆς ἀπέστησαν

καὶ γὰρ ἔφησεν ἀκηκοέναι Θεοπόμπου, διότι μέλλων 
τινὰ τῶν προηρμηνευμένων ἐπισφαλέστερον ἐκ
τοὐ νόμου προσιστορεῖν, ταραχὴν λάβοι τῆς διανοίας
πλέον ἡμερῶν τριάκοντα κατὰ δὲ τὴν ἄνεσιν ἐξιλάσκεσθαι
τὸν θεὸν σαφὲς αὐτῷ γενέσθαι τίνος
 χάριν τὸ συμβαῖνόν ἐστι· δι’ ὀνείρου δὲ σημανθέντος
ὅτι τὰ θεῖα βούλεται περιεργασάμενος εἰς κοινοὺςἀνθρώπους
ἐκφέρειν ‚ ἀποσχόμενον οὕτως ἀποκαταστῆναι.

καὶ παρὰ Θεοδέκτου δὲ τοῦ τῶν 
τῶν τραγῳδιῶν ποιητοῦ μετέλαβον ἐγὼ διότι παραφέρειν
 μέλλοντός τι τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ
βίβλῳ πρός τι δρᾶμα τὰς ὄψεις ἀπεγλαυκώθη, καὶ
λαβὼν ὑπόνοιαν ὅτι διὰ ταὐτ’ αὐτῷ γέγονεν, ἐξιλασάμενος
σάμενος τὸν θεὸν ‚ ἐν πολλαῖς ἡμέραις ἀποκατέστη

μεταλαβὼν δὲ ὁ βασιλεὺς, καθὼς προεῖπον, περὶ
 τούτων τὰ περὶ τοῦ Δημητρίου προσκυνήσας ἐκέλευσε
μεγάλην ἐπιμέλειαν ποιεῖσθαι τῶν βιβλίων καὶ
συντηρεῖσθαι ἁγνῶς. ”

Ταῦθ’ ἡμῖν ἐκ τῆς τοῦ δηλωθέντος ἐπιτετμήσθωλ 
γραφῆς. φέρε δὴ καὶ τὸ πολίτευμα τῆς κατὰ
 Μωσέα νομοθεσίας ἐκ τῶν παρὰ τοῖς ἀνδράσι διαφανῶν
θεασώμεθα. πρῶτα δὲ θήσω Φίλωνος τὰ
περὶ τῆς ἀπ’ Αἰγύπτου πορείας τῶν Ἰουδαίων ‚ ἣν
πεποίηνται Μώσεως ἡγουμένου, ἀπὸ τοῦ πρώτου
συγγράμματος ὧν ἐπέγραψεν Ὑποθετικῶν, ἔνθα τὸν
 Ἰουδαίων, ὡς πρὸς κατηγόρους αὐτῶν, ποιούμενος
λόγον ταῦτά φησιν

“ Τὸν μὲν παλαιὸν αὐτοῖς πρόγονον ἀπὸ Χαλδαίων
εἶναι, τὸν δὲ λαὸν ἀναστῆναι τοῦτον ἐξ Αἰγύπτου
μετῳκισμένον ἀπὸ Συρίας τὸ πάλαι, μυριάσι
τε ἀμυθήτοις πλήθοντα ‚ καὶ τῆς γῆς οὐκ οὔσης ἱκανῆς.
‚ πρὸς δ’ ἔτι καὶ νεότητι φρονημάτων ἐντεθραμμένον 
μεγάλως, καὶ ἅμα τοῦ. θεοῦ διὰ φασμάτων καὶ
 ὀνειράτων ἔξοδον αὐτοῖς δηλοῦντος, καὶ οὐδενὸς ἡττον
εἰς πόθον κατὰ δαίμονα ἐμπεσόντας τῆς πατρίου
καὶ ἀρχαίας γῆς· ὅθεν δὴ καὶ τὸν πρόγονον ἐκεῖνον
αὐτοῖς μετὰ τὸ ἐλθεῖν εἰς Αἴγυπτον ‚ εἴτε τῷ θεῷ δὴ 
δόξαν εἴτε προνοίᾳ τινὶ, πάντων εὐδαιμονῆσαι μάλιστα,
ὡς ἀπ’ ἐκείνου μέχρις εἰς τὸ παρὸν τό τε ἔθνος
αὐτοῖς καὶ γεγενῆσθαι καὶ διαμένειν, κἀπὶ τοσοῦτον
ὑπερβάλλειν εἰς πολυανδρίαν.’

Καὶ μετὰ βραχέα φησὶν 
 ‘‘Ἀνήρ γε μὴν αὐτοῖς ἡγεῖτο τῆς τε ἐξόδου καὶ
τῆς πορείας εἰς οὐδὲν τῶν πολλῶν ‚ εἰ βούλει, διάφορος·
οὕτω καὶ ἐλοιδόρουν γόητα καὶ κέρκωπα
 λόγων. καλῆς μέντοι γοητείας καὶ πανουργίας, ἐξ
ἧς τόν γε λαὸν ἅπαντα ἐν ἀνυδρίᾳ καὶ λιμῷ καὶ τῶν 
ὁδῶν ἀγνοίᾳ καὶ ἀπορίᾳ τῶν συμπάντων οὐ μόνον
εἰς τὸ παντελὲς διεσώσατο, καὶ ὥσπερ ἐν εὐθηνίᾳ
πάσῃ καὶ παραπομπῇ τῶν μεταξὺ κειμένων ἐθνῶν,
ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀλλήλους ἀστασιάστους αὐτοὺς καὶ
πρὸς ἑαυτὸν μάλιστα εὐπειθεῖς διεφύλαξε.

καὶ 
ταῦτα οὐκ ὀλίγον δήπου χρόνον ‚ ἀλλ’ ὅσον οὐδ’ οἰκίαν
ἐν ὁμοφροσύνῃ συμμεῖναι μετὰ πάσης εὐθηνίας
 εἰκός ἐστιν. καὶ οὐ δίψος, οὐ λιμὸς, οὐ φθορὰ σωμάτων,
οὐχὶ φόβος περὶ τῶν μελλόντων, οὐκ ἄγνοια
τῶν συμβησομένων, ἐπὶ τὸν γόητα ἐκεῖνον ἐπῆρε τοὺς 
 

 
ἐξαπατωμένους καὶ περιφθειρομένους λαούς.

καίτοι
τί βούλει, φῶμεν ἐκείνῳ τινὰ εἶναι τοσαύτην τέχνην,
ἢ δεινότητα λόγων ‚ ἢ σύνεσιν, ὡς τῶν τοσούτων καὶ
τοιούτων ἀτόπων καὶ πρὸς ὄλεθρον ἅπαντας ἀγόντων
 ἐπικρατεῖν; ἢ γὰρ τὰς φύσεις τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἀνθρώπων
οὐκ ἀμαθῶς οὐδὲ δυσκόλως, ἀλλ’ εὐπειθῶς καὶ 
τοῦ μέλλοντος οὐκ ἀπρονοήτως ἔχειν· ἢ τούτους μὲν
ὡς μάλιστα κακοὺς εἶναι, τὸν δὲ θεὸν τὰς δυσκολίας
αὐτῶν πραύνειν, καὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος 
 ὥσπερ ἐπιστατεῖν. ὅπερ γάρ σοι μάλιστα ἂν ἐκ τούτων
ἀληθὲς εἶναι δόξῃ, πρὸς ἐπαίνου καὶ τιμῆς καὶ
ζήλου περὶ αὐτῶν συμπάντων ἰσχύειν φαίνεται.

καὶ τὰ μὲν τῆς ἐξόδου δὴ ταῦτα. ἐπειδὴ δὲ εἰς
τὴν γῆν ταύτην ἦλθον, ὅπως μέν ποτε ἄρα Ἱδρύθησαν
 καὶ τὴν χώραν ἔσχον ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀναγραφαῖς
δηλοῦται · οὐ μὴν ἔγωγε δικαιῶ μᾶλλον καθ’ 
ἱστορίαν ἢ κατά τινα λογισμὸν περὶ αὐτῶν τὰ εἰκότα
διεξελθεῖν

πότερον γάρ ποτε βούλει τῷ πλήθει
τῶν σωμάτων ἔτι περιόντας ‚ καίπερ εἰς τέλος κεκακωμένους,
 ὅμως δ’ ἰσχύοντας, καὶ τὰ ὅπλα ἐν χερσὶν
ἔχοντας, εἶτα κατὰ κράτος ἑλεῖν τὴν χώραν ‚ Σύρους
τε ὁμοῦ καὶ Φοίνικας ἐν αὐτῇ τῇ ἐκείνων γῇ μαχομένους
νικῶντας· ἢ τοὺς μὲν ἀπολέμους καὶ ἀνάνδρους
εἶναι καὶ παντελῶς ὀλίγους ὑποθώμεθα, καὶ
 τῶν εἰς πόλεμον παρασκευῶν ἀπόρους, αἰδέσεως δὲ
τυχεῖν παρὰ τούτοις καὶ τὴν γῆν λαβεῖν παρ’ ἑκόντων,
ἔπειτα δ’ εὐθὺς οὐκ εἰς μακρὸν τόν τε νεὼν
οἰκοδομῆσαι, καὶ τἄλλα εἰς εὐσέβειαν καὶ ἁγιστείαν
καταστήσασθαι;

δηλοῖ γὰρ, ὡς ἔοικε ‚ ταῦτα καὶ 
 θεοφιλεστάτους αὐτοὺς ἀνωμολογῆσθαι καὶ παρὰ τοῖς
ἐχθροῖς. ἐχθροὶ γὰρ ἦσαν ἐξ ἀνάγκης ὧν ἐπὶ τὴν
γῆν ἐξαίφνης ἦλθον ὡς ἀφαιρησόμενοι.

παρὰ

 
τού τοῖς δ’ οὑν αἰδέσεως καὶ τιμῆς τυγχάνοντες πῶς
οὐχ ὑπερβάλλειν εὐτυχίᾳ τοὺς ἄλλους φαίνονται;
τίνα δὲ τὰ δεύτερα ἐφεξῆς, ἢ τὰ τρίτα πρὸς τούτοις
λέγωμεν; πότερον τὸ τῆς εὐνομίας καὶ εὐπειθείας
 αὐτῶν, ἢ τῆς ὁσιότητος καὶ δικαιοσύνης καὶ εὐσεβείας; 
ἀλλὰ τὸν μὲν ἄνδρα ἐκεῖνον, ὅστις ποτὲ ἦν
ὁ τοὺς νόμους αὐτοῖς· θεὶς ‚ οὕτω σφόδρα ἐθαύμασαν
ὡς ὅ τι δήποτε ἔδοξεν ἐκείνῳ, καὶ αὐτοῖς.

εἴτε
οὖν λελογισμένος αὐτὸς εἴτε ἀκούων παρὰ δαίμονος
ἔφρασε, τοῦτο ἅπαν εἰς τὸν θεὸν ἀνάγειν, καὶ πλειόνων 
ἐτῶν διεληλυθότων, τὸ μὲν ἀκριβὲς οὐκ ἔχω
λέγειν ὁπόσα ‚ πλέον δ’ οὖν ἢ δισχίλια ἔτη ‚ μηδὲ
ῥῆμά γε αὐτὸ μόνον τῶν ὑπ’ αὐτοῦ γεγραμμένων
κινῆσαι, ἀλλὰ κἂν μυριάκις αὐτοὺς ἀποθανεῖν ὑπομεῖναι
 θᾶττον ἢ τοῖς ἐκείνου νόμοις καὶ ἔθεσιν 
ἐναντία πεισθῆναι.”

Ταῦτ’ εἰπὼν ἐπιτέμνεται τὴν ἐκ τῶν Μωσέως
νόμων καταβεβλημένην τῷ Ἰουδαίων ἔθνει πο-
λιτείαν, γράφων οὕτως

“ Ἀρά τι τούτων ἢ τούτοις προσόμοιον παρ’ 
ἐκείνοις ἐστὶ, πρᾶον εἶναι δοκοῦν καὶ τιθασὸν, καὶ
δικῶν ἐπαγωγὰς καὶ σκήψεις καὶ ἀναβολὰς καὶ τιμήσεις
καὶ πάλιν ὑποτιμήσεις ἔχον; οὐδὲν ‚ ἀλλὰ πάντα
ἁπλᾶ καὶ δῆλα ἐὰν παιδεραστῇς ‚ ἐὰν μοιχεύῃς, ἐὰν
βιάσῃ παῖδα, ἄρρενα μὲν μηδὲ λέγε) ἀλλὰ κἂν θήλειαν· 
ὁμοίως ἐὰν σαυτὸν καταπορνεύῃς ‚ ἐὰν καὶ παρ’
ἡλικίαν αἰσχρόν τι πάθῃς, ἢ δοκῇς, ἢ μέλλῃς, θάνατος
ἡ ζημία.

ἐὰν εἰς δοῦλον σῶμα, ἐὰν εἰς ἐλεύθερον
ὑβρίζῃς ‚ ἐὰν δεσμοῖς συνέχῃς ‚ ἐὰν ἀπάγων πωλῇς,
ἐὰν βέβηλα, ἐὰν ἱερὰ παρακλέπτῃς, ἐὰν ἀσεβῇς, οὐκ 
ἔργῳ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ῥήματι τῷ τυχόντι, εἰς μὲν
θεὸν αὐτὸν, (ἵλεως ἡμῖν ὁ θεὸς καὶ αὐτῆς τῆς περὶ

 
τούτων ἐννοίας γένοιτο, οὐδὲ ἄξιον λέγειν,) ἀλλ’ εἰς 
πατέρα ἢ μητέρα, ἢ εὐεργέτην σαυτοῦ, θάνατος
ὁμοίως, καὶ οὗτος οὐ κοινὸς οὐδ’ ὁ τυχὼν, ἀλλὰ δεῖ
καταλευσθῆναι τὸν εἰπόντα μόνον, ὡς οὐ χείρονα
 ἀσεβείας πράξαντα.

ἄλλα δ’ αὖ πάλιν, ὁποῖά τινα,
γυναῖκας ἀνδράσι δουλεύειν ‚ πρὸς ὕβρεως μὲν οὐ-
δεμιᾶς 5 πρὸς εὐπείθειαν δ’ ἐν ἅπασ·ι · γονεῖς
ἄρχειν, ἐπὶ σωτηρίᾳ καὶ πολυωρίᾳ τῶν ἑαυτοῦ κτη-
μάτων ἴνα ἕκαστον κύριον εἶναι ‚ μὴ θεόν γε ἐπιφημίσαντα 
 αὐτοῖς ‚ μηδ’ ὡς τῷ θεῷ ταῦτα ἀνίησιν
εἰ δὲ λόγῳ μόνον ὑποσχέσθαι προσπέσοι ‚ ψαῦσαι καὶ 
θιγεῖν αὐτῶν οὐκ ἔστιν, ἀλλ’ εὐθὺς ἁπάντων ἀποκεκλεῖσθαι.

μή μοι τὰ τῶν θεῶν ἁρπάζειν, μηδ’
ἀποσυλᾶν ἑτέρων ἀναθέντων, ἀλλὰ καὶ τῶν οἰκείων,
 ὥσπερ ἔφην, προσπεσόν τι καὶ λαθὸν αὐτὸν ῥῆμα ἐπ’
ἀναθέσει εἰπόντα δὲ πάντων στέρεσθαι, μεταγινώσκοντι
δὲ ἢ· ἐπανορθουμένῳ τὰ λελεγμένα καὶ τὴν
ψυχὴν προσαφαιρεῖσθαι.

καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὧν
κυριεύει ὁ αὐτὸς λόγος ἐὰν ἐπιφημίσῃ τροφὴν· γυναικὸς 
 ἀνὴρ ἱερὰν εἶναι ‚ τροφῆς ἀνέχειν· ἐὰν πατὴρ
υἱῷ, ἐὰν ἄρχων τῷ ὑπηκόῳ ‚ ταὐτόν. καὶ ἔκλυσις δὲ
ἐπιφημισθέντων ἡ μὲν τελειοτάτη καὶ μεγίστη, τοῦ
ἱερέως ἀποφήσαντος · ὑπὸ γὰρ τοῦ θεοῦ κύριος οὗτος
δέξασθαι· καὶ μετὰ ταύτην δὲ ἡ παρὰ τῶν μᾶλλον
 ἀεὶ κυρίων ὁσία ἵλεων τὸν θεὸν ἀποφαίνειν ‚ ὡς
μηδὲ ἐπάναγκες τὴν ἀνάθεσιν δέχεσθαι.

μυρία
δὲ ἄλλα ἐπὶ τούτοις, ὅσα καὶ ἐπὶ ἀγράφων ἐθῶν καὶ 
νομίμων, κἀν τοῖς νομίμοις αὐτοῖς. ἅ τις παθεῖν
ἐχθαίρει, μὴ ποιεῖν αὐτόν· ἃ μὴ κατέθηκεν, μηδ’
 ἀναιρεῖσθαι, μηδ’ ἐκ πρασιὰς ‚ μηδ’ ἐκ ληνοῦ ‚ μηδ’
ἐξ ἅλωνος· μὴ θημῶνος ὑφαιρεῖσθαι μέγα ἢ μικρὸν
ἀπλῶς μηδέν· μὴ πυρὸς δεηθέντι φθονεῖν· μὴ

 
μάτα ὑδάτων ἀποκλείειν ‚ ἀλλὰ καὶ πτωχοῖς καὶ πηροῖς
τροφὴν ἐρανίζουσι πρὸς τὸν θεὸν εὐαγῶς ἀνέχειν.

μὴ ταφῆς νεκρὸν ἐξείργειν ‚ ἀλλὰ καὶ γῆς
 ὅσον γε εἰς τὴν ὁσίαν προσεπιβάλλειν· μὴ
θήκας ‚ μὴ μνήματα ὅλως κατοιχομένων κινεῖν· μὴ 
δεσμὰ, μὴ κακὸν μηδὲν πλέον τῷ ἐν ἀνάγκαις προσεπιφέρειν·
μὴ γονὴν ἀνδρῶν ἐκτέμνοντας, μὴ γυναικῶν
ἀτοκίοις καὶ ἄλλαις μηχαναῖς ἀμβλοῦν· μὴ
ζῴοις ἔμπαλιν ἢ κατέδειξεν εἴτ’ οὑν ὁ θεὸς, εἴτε τις
καὶ νομοθέτης, προσφέρεσθαι· μὴ σπέρμα ἀφανίζειν· 
μὴ γέννημα δουλοῦν·

μὴ ζυγὸν ἄδικον ἀνθυποβάλλειν,
μὴ χοίνικα ἄμετρον, μὴ νόμισμα ἄδικον·
μὴ φίλων ἀπόρρητα ἐν ἔχθρᾳ φαίνειν · ποῖ δὴ πρὸς
 τοῦ θεοῦ ἡμῖν τὰ Βουζύγια ἐκεῖνα ; ἄλλα δὲ πρὸς
τούτοις ὅρα. μὴ παίδων διοικίζειν γονέας, μηδ’ ἂν 
αἰχμαλώτους ἔχῃς · μὴ γυναῖκα ἀνδρὸς, κἂν νομίμως
ἐωνημένος ᾖς δεσπότης.

ἠ που σεμνότερα καὶ
μείζω ταῦτα, ἄλλα δὲ μικρὰ καὶ τὰ τυχόντα. μὴ
νεοττιάν φησι κατοικίδιον ἐρημοῦν, μὴ ζῴων ἱκεσίαν,
οἷα ἔσθ’ ὅτε προσφευγόντων ἀναιρεῖν · μὴ εἴ τι τῶν 
τοιούτων ἧττόν ἐστιν. οὐδενὸς ἄξια ταῦτά γε εἴποις
ἄν· ἀλλ’ ὅ γε ἐπ’ αὐτοῖς νόμος ἐστὶ μέγας, καὶ πάσης
ἐπιμελείας αἴτιος ‚ καὶ αἶ προρρήσεις μεγάλαι,
c καὶ ἀραὶ κατά τε ἐξωλείας ‚ καὶ ὁ θεὸς ἐπόπτης τῶν
τοιούτων, καὶ τιμωρὸς ἁπανταχοῦ.

Καὶ μετὰ βραχέα φησὶν 
 ‘ Ὅλην δὲ ἡμέραν τύχοι, μᾶλλον δὲ οὐδὲ μίαν,
ἀλλὰ πολλὰς,. καὶ ταύτας οὐκ εὐθὺς ἐφεξῆς ἀλλήλαις,
ἀλλ’ ἐκ διαλειμμάτων, (καὶ τούτων δὲ παρ’ ἑπτὰ,
κρατοῦντος, ὡς καὶ εἰκὸς ἀεὶ, τοῦ παρὰ τὰς βεβήλους 
ἔθους,) μηδὲν ἂν παραβῆναι τῶν προστεταγμένων,
οὐ θαυμάζεις;

ἆρ’ οὐ πρὸς ἀσκήσεως

 
μόνον αὐτοῖς τοῦτο ἐγκρατείας ἐστὶν. ὡς ἐξ ἴσου καὶ 
δρᾶν τι πονοῦντας καὶ ἀνέχειν ἰσχύειν ἀπὸ τῶν ἔργων‚
εἰ δέοι; οὐ δῆτα. ἀλλ’ εἰ καὶ πρὸς ἔργου μεγάλου
καὶ θαυμαστοῦ τινος ᾠήθη δεῖν ὁ νομοθέτης,
 αὐτοὺς μὴ τἄλλα μόνον ἱκανοὺς εἷναι δρᾶν καὶ μὴ
δρᾶν ὡσαύτως ‚ ἀλλ’ ἔτι καὶ τῶν πατρίων νόμων καὶ
ἐθῶν ἐμπείρως ἔχειν.

τί οὖν ἐποίησε ταῖς ἑββόμαις
ταύταις ἡμέραις; αὐτοὺς εἰς ταὐτὸν ἠξίου συνάγεσθαι
καὶ καθεζομένους μετ’ ἀλλήλων σὺν αἰδοῖ
 καὶ κόσμῳ τῶν νόμων ἀκροᾶσθαι τοῦ μηδένα ἀγνοῆσαι
χάριν.

καὶ δῆτα συνέρχονται μὲν ἀεὶ καὶ 
συνεδρεύουσι μετ’ ἀλλήλων, οἱ μὲν πολλοὶ σιωπῇ,
πλὴν εἰ τι προσεπιφημίσαι τοῖς ἀναγινωσκομένοις 
νομίζεται ’ τῶν ἱερέων δέ τις ὁ παρὼν, ἢ τῶν γερόντων
 εἶς ἀναγινώσκει τοὺς ἱεροὺς νόμους αὐτοῖς, καὶ
καθ’ ἕκαστον ἐξηγεῖται μέχρι σχεδὸν δείλης ὀψίας ·
κἀκ τοῦδε ἀπολύονται τῶν τε νόμων τῶν ἱερῶν
ἐμπείρως ἔχοντες καὶ πολὺ δὴ πρὸς εὐσέβειαν έπιδεδωκότες.

ἀρά σοι οὐ δοκεῖ ταῦτα παντὸς σπουδάσματος
 μᾶλλον ἀναγκαῖα αὐτοῖς; τοιγαροῦν οὐκ 
ἐπὶ θεσμῳδοὺς ἔρχονται περὶ τῶν πρακτέων ‚ καὶ μὴ
διερωτῶντες οὐδὲ καθ’ ἑαυτοὺς ὑπ’ ἀγνοίας τῶν
νόμων ῥᾳδιουργοῦσιν, ἀλλ’ ὅντινα αὐτῶν κινεῖς καὶ
περὶ τῶν πατρίων διαπυνθάνῃ ‚ προχείρως ἔχει καὶ
 ῥᾳδίως εἰπεῖν, καὶ ἀνὴρ γυναικὶ ‚ καὶ παισὶ πατὴρ,
καὶ δούλοις δεσπότης ἱκανὸς εἶναι δοκεῖ τοὺς νόμους
παραδιδόναι.

καὶ μὴν περὶ τοῦ γε ἔτους τοῦ
ἑβδόμου ῥᾴδιον ὡσαύτως λέγειν ‚ οὐ μὴν ταὐτὸν
ἴσως. οὐ γὰρ αὐτοὶ τῶν ἔργων ἀφεστᾶσιν ‚ ὥσπερ
 ταῖς ἑβδόμαις ἐκείναις ἡμέραις, ἀλλὰ τὴν γῆν ἀργὴν
ἀφιᾶσιν εἰς τὰ μέλλοντα αὖθις, εὐθενείας χάριν.
πολὺ γὰρ διαφέρειν αὐτὴν ἀνάπαυλαν λαβοῦσαν, 

 
εἶτα δὲ εἰς νέωτα γεωργεῖσθαι, καὶ μὴ τῇ συνεχείᾳ
τῆς ἐργασίας κατεξάνθαι.

ταυτὸν δὲ καὶ περὶ τὰ
σώματα ἂν ἴδοις συμβαῖνον εἰς ῥώμην· οὐ γὰρ δὴ
πρὸς ὑγείαν μόνον διαλείμματα καί τινας ἀναπαύλας
ἀπὸ τῶν ἔργων τοὺς ἰατροὺς προστάττοντας· τὸ 
γὰρ συνεχὲς καὶ ὁμοιοειδὲς ἀεὶ, μάλιστα δὲ ἐπ᾿ ἔργων,
βλάπτειν ἔοικε.

σημεῖον δέ· τὴν γὰρ γῆν
αὐτὴν εἴ τις ἐπαγγέλλοιτο αὐτοῖς ἐξεργάσεσθαι πολὺ
 μᾶλλον ἢ πρόσθεν τὸ ἕβδομον ἔτος τουτὶ καὶ τῶν καρπῶν
πάντων συμπαραχωρήσειν ὅλων, οὐκ ἂν οὐδαμῶς 
δέξαιντο. οὐ γὰρ αὐτοὶ τῶν πόνων ἀνέχειν οἴονται
δεῖν μόνοι· (καίτοι κἂν εἰ τοῦτ᾿ ἐποίουν, οὐδὲν
ἂν θαυμαστὸν ἦν·) ἀλλὰ τὴν χώραν αὐτοῖς ἄνεσίν
τινα καὶ ῥᾳστώνην, εἰς ἀρχὴν ἑτέραν τῆς αὖθις ἐπιμελείας
καὶ γεωργίας, λαβεῖν.

ἐπεὶ τί ἐκώλυε 
πρὸς τοῦ θεοῦ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος ἔτους αὐτὴν
προεκδοῦναι καὶ παρὰ τῶν ἐργαζομένων τὸν ἐκείνων
 φόρον τοῦ ἔτους ἐκλέγειν; ἀλλ᾿, ὥσπερ ἔφην,
κατ᾿ οὐδένα τρόπον οὐδὲν τῶν τοιούτων, προνοίᾳ,
μοι δοκεῖ, τῆς χώρας, ἐκδέχονται.

τῆς δὲ φιλανθρωπίας 
αὐτῶν καὶ τοῦτο μέγα ὡς ἀληθῶς σημεῖον.
ἐπεὶ γὰρ αὐτοὶ τῶν ἔργων ἐκείνου τοῦ ἔτους ἀνέχουσι,
τοὺς γινομένους καρποὺς οὐκ οἴονται δεῖν συλλέγειν
οὐδ᾿ ἀποτίθεσθαι, μὴ ἐκ τῶν οἰκείων πόνων
περιόντας αὐτοῖς· ἀλλ᾿, ἅτε τοῦ θεοῦ παρεσχηκότος 
αὐτοῖς, ἀνιείσης ἐπ᾿ αὐτομάτου τῆς γῆς, τοὺς βουλομένους
ἢ δεομένους τῶν τε ὁδοιπόρων καὶ τῶν ἄλ-
 λων ἀξιοῦσι μετὰ ἀδείας χρῆσθαι.

καὶ περὶ μὲν
τούτων ἅλις σοι. τὸ γὰρ ταῖς ἑβδόμαις ἤδη τὸν νόμον
αὐτοῖς στῆσαι, ταῦτα οὐκ ἂν ἐμὲ ἀπαιτήσαις, 
ἴσως πολλῶν πολλάκις καὶ ἰατρῶν καὶ φυσιόλογων
καὶ φιλοσόφων ἀκηκοὼς περὶ τούτου πρότερον, ἥν-

 
τιν’ ἄρα δύναμιν ἔχει πρός τε τὴν τῶν συμπάντων
καὶ δὴ πρὸς τὴν ἀνθρωπείαν φύ.σιν. οὗτος ὁ τῆς
ἑβδόμης λόγος.

Τοσαῦτα μὲν ὁ Φίλων. ὅμοια δ’ αὐτῷ καὶ
 Ἰώσηπος ἱστορεῖ ἐν δευτέρῳ συγγράμματι ὧν πεποίηται
Περὶ τῆς τῶν Ἰουδαίων ἀρχαιότητος ‚ τοῦτον γρά-
φων καὶ αὐτὸς τὸν τρόπον

“ Τίς δ’ ἦν ὁ μάλιστα κατορθώσας τοὺς νόμους
καὶ τῆς δικαιοτάτης περὶ τοῦ θεοῦ πίστεως
 ἐπιτυχὼν πάρεστιν ἐξ αὐτῶν κατανοεῖν τῶν νόμων
ἀντιπαραβάλλοντας· ἤδη γὰρ περὶ τούτων λεκτέον

οὐκοῦν ἄπειροι μὲν αἱ κατὰ μέρος τῶν ἐθῶν καὶ 
τῶν νόμων παρὰ τοῖς ἅπασιν ἀνθρώποις διαφοραὶ,
κεφαλαιωδῶς ἂν ἐπίοι τίς.

οἷ μὲν γὰρ μοναρχίαις,
 οἱ δὲ ταῖς ὀλίγων δυναστείαις, ἄλλοι δὲ τοῖς 
πλήθεσιν ἐπέτρεψαν τὴν ἐξουσίαν τῶν πολιτευμάτων,
ὁ δ’ ἡμέτερος νομοθέτης εἰς μὲν τούτων οὐδ’ ὁτιοῦν
ἀπεῖδεν, ὡς δ’ ἄν τις εἴποι βιασάμενος τὸν λόγον
θεοκρατίαν ἀπέδειξε τὸ πολίτευμα ‚ θεῷ τὴν ἀρχὴν
 καὶ τὸ κράτος ἀναθεὶς, καὶ πείσας εἰς ἐκεῖνον ἅπαντας
ἀφορᾶν ὡς αἴτιον μὲν ἀπάντων ὄντα τῶν αγαθῶν,
ἃ κοινῇ τε πᾶσιν ἀνθρώποις ὑπάρχει καὶ ὅσων
ἔτυχον αὐτοὶ δεηθέντες ἐν ἀμηχάνοις · λαθεῖν δὲ τὴν
ἐκείνου γνώμην οὐκ ἐνὸν οὔτε τι τῶν πραττομένων
 οὐδὲν οὔθ’ ὧν ἄν τις παρ’ αὐτῷ διανοηθείη.

ἀλλ’ 
αὐτὸν ἀπέφηνε καὶ ἀγέννητον καὶ πρὸς τὸν ἀίδιον
χρόνον ἀναλλοίωτον, πάσης ἰδέας θνητῆς κάλλει διαφέροντα,
φέροντα, καὶ δυνάμει μὲν ἡμῖν γνώριμον ‚ ὁποῖος δὲ
κατ’ οὐσίαν ἐστὶν ἄγνωστον.

ταῦτα περὶ θεοῦ
 φρονεῖν οἱ σοφώτατοι παρ’ Ἕλλησιν ὅτι μὲν ἐδιδάἸώσηπος]
 

 
χθησαν‚ ἐκείνου τὰς ἀρχὰς παρασχόντος‚ ἐῶ νῦν λέγειν·
ὅτι δέ ἐστι καλὰ καὶ πρέποντα τῇ τοῦ θεοῦ
 φύσει καὶ μεγαλειότητι σφόδρα μεμαρτυρήκασι· καὶ
γὰρ Πυθαγόρας καὶ Ἀναξαγόρας καὶ Πλάτων’ οἵ τε
μετ’ ἐκεῖνον ἀπὸ τῆς Στοᾶς φιλόσοφοι καὶ μικροῦ 
δεῖν ἅπαντες οὕτω φαίνονται περὶ τῆς τοῦ θεοῦ φύσεως
πεφρονηκότες.

ἀλλ’ οἱ μὲν πρὸς ὀλίγους
φιλοσοφοῦντες εἰς πλήθη δόξαις κατειλημμένα τὴν
ἀλήθειαν τοῦ δόγματος ἐξενεγκεῖν οὐκ ἐτόλμησαν ‚ ὁ
δ’ ἡμέτερος νομοθέτης, ἅτε δὴ τὰ ἔργα παρέχων τοῖς 
νόμοις σύμφωνα, οὐ μόνον τοὺς καθ’ ἑαυτὸν ἔπεισεν,
ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐξ ἐκείνων ἀεὶ γενησομένοις τὴν
 περὶ τοῦ θεοῦ πίστιν ἐνέφυσεν ἀμετακίνητον.

αἰτιον
δ’, ὅτι καὶ τῷ τρόπῳ τῆς νομοθεσίας πρὸς τὸ
χρήσιμον πάντων πολὺ διήνεγκεν. οὐ γὰρ μέρος 
ἀρετῆς ἐποίησε τὴν εὐσέβειαν, ἀλλὰ ταύτης μέρη τε
ἄλλα καὶ συνεῖδεν αὐτὰ καὶ κατέστησε· λέγω δὲ
τὴν δικαιοσύνην, τὴν σωφροσύνην ‚ τὴν καρτερίαν,
τὴν τῶν πολιτῶν πρὸς ἀλλήλους ἐν ἅπασι συμφωνίαν.

ἅπασαι γὰρ αἱ πράξεις καὶ διατριβαὶ καὶ 
λόγοι πάντες ἐπὶ τὴν πρὸς τὸν θεὸν ἡμῶν εὐσέβειαν
 ἔχουσι τὴν ἀναφοράν · οὐδὲν γὰρ τούτων ἀνεξέταστον
οὐδ’ ἀόριστον παρέλιπεν.

δύο μὲν γάρ εἰσιν ἁπάσης
παιδείας τρόποι καὶ τῆς περὶ τὰ ἤθη κατασκευῆς,
ὧν ὁ μὲν λόγῳ διδασκαλικὸς, ὁ δὲ διὰ τῆς ἀσκήσεως 
τῶν ἠθῶν οἱ μὲν οὖν ἄλλοι νομοθέται ταῖς γνώμαις
διέστησαν καὶ τὸν ἕτερον αὐτῶν ὃν ἔδοξεν ἑκάστοις
ἑλόμενοι τὸν ἕτερον παρέλιπον· οἷον Λακεδαιμόνιοι
μὲν καὶ Κρῆτες ἔθεσιν ἐπαίδευον, οὐ λόγοις, ’Αθηναῖοι
δὲ καὶ σχεδὸν οἱ ἄλλοι πάντες Ἕλληνες ἃ μὲν 
χρὴ πράττειν ἢ μὴ προσέταττον διὰ τῶν νόμων ‚ τοῦ
δὲ πρὸς αὐτὰ διὰ τῶν ἔργων ἐθίζειν ὠλιγώρουν.

ὁ δ’ ἡμέτερος νομοθέτης ἄμφω ταῦτα συνήρμοσε
κατὰ πολλὴν ἐπιμέλειαν· οὔτε γὰρ κωφὴν ἀπέλιπε
τὴν τῶν ἠθῶν ἄσκησιν οὔτε τὸν ἐκ τοῦ νόμου λόγον 
ἄπρακτον εἴασεν, ἀλλ’ εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρξάμενος
 μένος τροφῆς καὶ τῆς κατὰ τὸν οἶκον ἑκάστων διαίτης
οὐδὲν οὐδὲ τῶν βραχυτάτων αὐτεξούσιον ἐπὶ ταῖς
βουλήσεσι τῶν χρησομένων κατέλιπεν, ἀλλὰ καὶ περὶ
σιτίων ὅσων ἀπέχεσθαι χρὴ καὶ τίνα προσφέρεσθαι,
καὶ περὶ τῶν κοινωνησάντων τῆς διαίτης, ἔργων τε
 συντονίας καὶ τοὔμπαλιν ἀναπαύσεως ὅρον ἔθηκεν
αὐτὸς καὶ κανόνα τὸν νόμον, ἔν’ ὥσπερ ὑπὸ πατρὶ
τούτῳ καὶ δεσπότῃ ζῶντες μήτε βουλόμενοι μηδὲν
μήθ’ ὑπ’ ἀγνοίας ἁμαρτάνωμεν.

οὐδὲ γὰρ τὴν 
ὑπὸ τῆς ἀγνοίας ὑποτίμησιν κατέλιπεν ‚ ἀλλὰ καὶ
 κάλλιστον καὶ ἀναγκαιότατον ἀπέδειξε παίδευμα τὸν
νόμον, οὐκ εἰσάπαξ ἀκροασαμένοις, οὐδὲ δὶς ἢ πολλάκις,
ἀλλ’ ἑκάστης ἑβδομάδος τῶν ἄλλων ἔργων
ἀφεμένους ἐπὶ τὴν ἀκρόασιν ἐκέλευσε τοῦ νόμου συλλέγεσθαι
καὶ τοῦτον ἀκριβῶς ἐκμανθάνειν· ὁ δὴ
 πάντες ἐοίκασιν οἱ νομοθέται παραλιπεῖν.

καὶ
τοσοῦτον ὁ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων ἀπέχουσι τοῦ 
κατὰ τοὺς οἰκείους ζῆν νόμους ὥστε σχεδὸν αὐτοὺς
οὐδ’ ἴσασιν· ἀλλ’ ὅταν ἐξαμαρτάνωσι, τότε παρ’ 
ἄλλων μανθάνουσιν ὅτι τὸν νόμον παραβεβήκασιν.
 οἵ τε τὰς μεγίστας καὶ κυριωτάτας παρ’ αὐτοῖς ἀρχὰς
διοικοῦντες ὁμολογοῦσι τὴν ἄγνοιαν· ἐπιστάτας
γὰρ παρακαθίστανται τῆς τῶν πραγμάτων οἰκονομίας
τοὺς ἐμπειρίαν ἔχειν τῶν νόμων ὑπισχνουμένους.

ἡμῶν δ’ ὁντινοῦν τις ἕλοιτο, τοὺς νόμους ῥᾷον
 ἄν τις εἴποι πάντας ἢ τοὔνομα τὸ ἑαυτοῦ. τοιγαροῦν
ἀπὸ τῆς πρώτης εὐθὺς αἰσθήσεως αὐτοὺς ἐκμανθάνοντες 
ἔχομεν ἐν ταῖς ψυχαῖς ὥσπερ ἐγκεχαραγμέ—

 
νοῦς. καὶ σπάνιος μὲν ὁ παραβαίνων ‚ ἀδύνατος δ’
ἡ τῆς κολάσεως παραίτησις.

“ Τοῦτο πρῶτον ἁπάντων τὴν θαυμαστὴν ὁμόνοιαν
ἡμῖν ἐμπεποίηκε. τὸ γὰρ μίαν μὲν ἔχειν καὶ
τὴν αὐτὴν δόξαν περὶ θεοῦ, τῷ βίῳ δὲ καὶ τοῖς ἔθεσι 
μηδὲν ἀλλήλων διαφέρειν ‚ καλλίστην ἐν ἤθεσιν ἀνθρώπων
συμφωνίαν ἀποτελεῖ.

παρ’ ἡμῖν γὰρ
μόνοις οὔτε περὶ θεοῦ λόγους ἀκούσεται τοὺς ἀλλήλοις
ὑπεναντίους, ὁποῖα πολλὰ παρ’ ἑτέροις· οὐχ
ὑπὸ τῶν τυχόντων γὰρ μόνον τὸ κατὰ τὸ προσπεσὸν 
 ἑκάστῳ λέγεται πάθος, ἀλλὰ καὶ παρά τισι τῶν φιλοσόφων
ἀποτετόλμηται, τῶν μὲν τὴν ὅλην τοῦ θεοῦ
φύσιν ἀναιρεῖν τοῖς λόγοις ἐπικεχειρηκότων ‚ ἄλλων
δὲ τὴν ὑπὲρ ἀνθρώπων αὐτὸν πρόνοιαν ἀφαιρουμένων·)
οὐδ’ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασι τῶν βίων ὄψεται 
διαφορὰν ‚ ἀλλὰ κοινὰ μὲν ἔργα πάντων παρ’ ἡμῖν,
εἷς δ’ ὁ λόγος ὁ τῷ νόμῳ συμφωνῶν περὶ θεοῦ,
πάντα λέγων ἐκεῖνον ἐφορᾶν.

καὶ μὴν περὶ
τῶν κατὰ τὸν βίον ἐπιτηδευμάτων ‚ ὅτι δεῖ πάντα τὰ
 ἄλλα τέλος ἔχειν τὴν εὐσέβειαν, καὶ γυναικῶν ἀκούσειεν 
ἄν τις καὶ τῶν οἰκετῶν. ὅθεν δὴ καὶ τὸ
προσφερόμενον ἡμῖν ὑπό τινων ἔγκλημα, τὸ δὴ μὴ
καινῶν εὑρετὰς ἔργ’ ὢν ἢ λόγων ἄνδρας παρασχεῖν,
ἐντεῦθεν συμβέβηκεν.

οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι τὸ μηδενὶ
τῶν πατρίων ἐμμένειν καλὸν εἶναι νομίζουσι, 
καὶ τοῖς μάλιστα τολμῶσι ταῦτα παραβαίνειν σοφίας
δεινότητα μαρτυροῦσιν, ἡμεῖς δὲ τοὐναντίον μίαν
 εἶναι καὶ φρόνησιν καὶ ἀρετὴν ὑπειλήφαμεν, τὸ μηδὲν
ὅλως ὑπεναντίον μήτε πρᾶξαι μήτε διανοηθῆναι
τοῖς ἐξ ἀρχῆς νομοθετηθεῖσιν.

ὅπερ εἰκότως ἂν 
εἴη τεκμήριον τοῦ κάλλιστα τὸν νόμον τεθῆναι. τὰ
γὰρ μὴ τοῦτον ἔχοντα τὸν τρόπον αἶ πεῖραι δεόμεναι

 
διορθώσεως ἐλέγχουσιν· ἡμῖν δὲ τοῖς πεισθεῖσιν ἐξ
ἀρχῆς τεθῆναι τὸν νόμον κατὰ θεοῦ βούλησιν οὐδ᾿
εὐσεβὲς ἦν ἔτι τοῦτο μὴ φυλάττειν.

τί γὰρ αὐτοῦ
τις ἂν μετακινήσειεν. ἢ τί κάλλιον ἐξεῦρεν, ἢ τί
 παρ᾿ ἑτέρων ὡς ἄμεινον μετήνεγκεν; ἆρά γε τὴν 
ὅλην κατάστασιν τοῦ πολιτεύματος; καὶ τίς ἂν καλλίων
ἢ δικαιοτέρα γένοιτο τῆς τὸν θεὸν μὲν ἡγεμόνα
τῶν ὅλων ἡγεῖσθαι πεποιημένης, τοῖς ἱερεῦσι δὲ
κοινῇ μὲν τὰ μέγιστα διοικεῖν ἐπιτρεπούσης, τῷ δὲ
 πάντων ἀρχιερεῖ πάλιν πεπιστευκυίας τὴν τῶν ἄλλων
ἱερέων ἡγεμονίαν;

οὓς οὐ κατὰ πλοῦτον
οὐδέ τισιν ἄλλαις προύχοντας πλεονεξίαις τὸ πρῶτον
εὐθὺς ὁ νομοθέτης ἐπὶ τὴν τιμὴν ἔταξεν, ἀλλ᾿ ὅσοι τῶν
μετ᾿ αὐτοῦ πειθοῖ τε καὶ σωφροσύνῃ τῶν ἄλλων διέφερον,
 τούτοις τὴν περὶ τὸν θεὸν θεραπείαν ἐνεχείρισεν.

τοῦτο δ᾿ ἦν καὶ τοῦ νόμου καὶ τῶν ἄλλων
ἐπιτηδευμάτων ἀκριβὴς ἐπιμέλεια· καὶ γὰρ ἐπόπται
πάντων καὶ δικασταὶ τῶν ἀμφισβητουμένων καὶ
κολασταὶ τῶν κατεγνωσμένων οἱ ἱερεῖς ἐτάχθησαν.”

“Τίς ἂν οὖν ἀρχὴ γένοιτο ταύτης ὁσιωτέρα; 
τίς δὲ τιμὴ θεῷ μᾶλλον ἁρμόζουσα; παντὸς μὲν τοῦ
πλήθους κατεσκευασμένου πρὸς τὴν εὐσέβειαν, ἐξαίρετον
δὲ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ἱερέων πεπιστευμένων,
ὥσπερ δὲ τελετή ἐστι τῆς ὅλης πολιτείας οἰκονομουμένης.

ἃ γὰρ ὀλίγων ἡμερῶν ἀριθμὸν ἐπιτηδεύοντες 
ἄλλοι φυλάττειν οὐ δύνανται, μυστήρια καὶ
τελετὰς ἐπονομάζοντες, ταῦτα μετὰ πολλῆς ἡδονῆς
καὶ γνώμης ἀμεταθέτου φυλάττομεν ἡμεῖς διὰ τοῦ
παντὸς αἰῶνος.

τίνες οὖν εἰσιν αἱ προρρήσεις 
 καὶ προαγορεύσεις; ἁπλαῖ τε καὶ γνώριμοι. πρώτη
δ᾿ ἡγεῖται ἡ περὶ θεοῦ λέγουσα, θεὸς ἔχει τὰ σύμπαντα,
παντελὴς καὶ μακάριος, αὐτὸς ἑαυτῶ καὶ πᾶ-

 
σιν αὐτάρκης, ἀρχὴ καὶ μέση καὶ τέλος πάντων
οὗτος· ἔργοις μὲν καὶ χάρισιν ἐναργὴς καὶ παντὸς
οὑτινοσοῦν φανερώτερος, μορφὴν δὲ καὶ μέγεθος
ἡμῖν ἀφανέστατος.

πᾶσα μὲν ὕλη πρὸς εἰκόνα
τὴν τούτου, κἂν ᾖ πολυτελὴς, ἄτιμος· πᾶσα δὲ τέχνη 
 πρὸς μιμήσεως ἐπίνοιαν ἄτεχνος· οὐδὲν ὅμοιον οὔτ᾿
εἴδομεν οὔτ᾿ ἐπινοοῦμεν οὔτ᾿ εἰκάζειν ἐστὶν ὅσιον.

ἔργα βλέπομεν αὐτοῦ, φῶς, οὐρανὸν, γῆν, ἥλιον.
καὶ σελήνην, ὕδατα, ζῴων γενέσεις, καρπῶν ἀναδόσεις.
ταῦτα ὁ θεὸς ἐποίησεν, οὐ χερσὶν, οὐ πόνοις, 
οὔ τινων ἐργασαμένων ἐπιδεηθεὶς, ἀλλ᾿ αὐτοῦ καλὰ
θελήσαντος καλῶς ἦν εὐθὺς γεγονότα.

τούτῳ
δεῖ πάντας ἀκολουθεῖν καὶ θεραπεύειν αὐτὸν ἀσκοῦντας
ἀρετήν· τρόπος γὰρ θεοῦ θεραπείας οὗτος ὁσιώτατος.

εἷς ναὸς ἑνὸς θεοῦ, (φίλον γὰρ ἀεὶ παντὶ 
τὸ ὅμοιον,) κοινὸς ἁπάντων, κοινοῦ θεοῦ ἁπάντων.
 τοῦτον θεραπεύουσι μὲν διὰ παντὸς οἱ ἱερεῖς· ἡγεῖται
δὲ τούτων ὁ πρῶτος ἀεὶ κατὰ γένος. οὗτος μετὰ
τῶν συνιερέων θύσει τῷ θεῷ, φυλάξει τοὺς νόμους,
δικάσει περὶ τῶν ἀμφισβητουμένων, κολάσει τοὺς 
ἐλεγχθέντας. ὁ τούτῳ μὴ πειθόμενος ὑφέξει δίκην,
ὡς εἰς τὸν θεὸν αὐτὸν ἀσεβῶν.

θύομεν τὰς
θυσίας οὐκ εἰς πλήρωσιν ἑαυτοῖς καὶ μέθην, (ἀβούλητα
γὰρ τῷ θεῷ τάδε, καὶ πρόφασις ἂν ὕβρεως γένοιτο
καὶ πολυτελείας·) ἀλλὰ σώφρονας, εὐτάκτους, 
 εὐσταλεῖς, ὅπως μάλιστα θύοντες σωφρονῶσι. καὶ
ἐπὶ ταῖς θυσίαις χρὴ πρῶτον ὑπὲρ τῆς κοινῆς εὔχεσθαι
σωτηρίας, εἶθ᾿ ὑπὲρ ἑαυτῶν· (ἐπὶ γὰρ κοινωνίᾳ
γεγόναμεν·) καὶ ταύτην ὁ προτιμῶν τοῦ καθ᾿
ἑαυτὸν ἰδίου μάλιστα εἴη θεῷ κεχαρισμένος.

παράκλησις 
δὲ πρὸς τὸν θεὸν ἔστω διὰ τῆς εὐχῆς καὶ
δέησις, οὐχ ὅπως διδῷ τὰ ἀγαθά· (δέδωκε γὰρ αὐ-

 
τὸς ἑκὼν καὶ πᾶσιν εἰς μέσον κατατέθεικεν·) ἀλλ’
ὅπως δέχεσθαι δυνώμεθα καὶ λαβόντες φυλάττωμεν.

ἁγνείας ἐπὶ ταῖς θυσίαις διῄρηκεν ὁ νόμος ἀπὸ
κήδους, ἀπὸ λέχους ‚ ἀπὸ κοινωνίας τῆς πρὸς γυναῖκα. 
 καὶ πολλῶν ἄλλων, ἃ μακρὸν ἂν εἴη νῦν γρά-
φειν. ”

‘‘Τοιοῦτος μὲν ὁ περὶ θεοῦ καὶ τῆς ἐκείνου
θεραπείας λόγος ἡμῖν ἐστίν· ὁ δ’ αὐτὸς ἅμα καὶ νόμος.
τίνες δὲ οἶ περὶ γάμων νόμοι ; μίξιν μόνην οἶδεν
 ὁ νόμος τὴν κατὰ φύσιν τὴν πρὸς γυναῖκα, καὶ
ταύτην, εἰ μέλλοι τέκνων ἕνεκα γίνεσθαι· τὴν δὲ
πρὸς ἄρρενα ἀρρένων ἐστύγηκε, καὶ θάνατος τὸ ἐπιτίμιον
εἴ τις ἐπιχειρήσειε.

γαμεῖν δὲ κελεύει
μὴ προικὶ προσέχοντας, μηδὲ βιαίοις ἁρπαγαῖς, μηδ’
 αὖ δόλῳ καὶ δι’ ἀπάτης πείσαντας ‚ ἀλλὰ μνηστεύειν 
εἴτ’· παρὰ τοῦ δοῦναι κυρίου, καὶ κατὰ συγγένειαν
ἐπιτήδειον. γυνὴ χείρων, φησὶν, ἀνδρὸς εἰς ἅπαντα ·
τοιγαροῦν ὑπακουέτω, μὴ πρὸς ὕβριν, ἀλλ’ ἵνα ἄρχηται·
θεὸς γὰρ ἀνδρὶ κράτος ἔδωκε.

ταύτῃ συνεῖναι
 δεῖ τὸν γήμαντα μόνῃ· τὸ δὲ τὴν ἄλλου πειρὰν
ἀνόσιον. εἰ δέ τις τοῦτο πράξειεν, οὐδεμία θανάτου
παραίτησις · οὔτε εἰ βιάσαιτο παρθένον ἑτέρῳ συνωμολογημένην
οὔτ’ εἰ πείσαι γεγαμημένην.

τέκνα
τρέφειν ἅπαντα προσέταξε. καὶ γυναιξὶν ἀπεῖπε μήτ’
 ἀμβλοῦν τὸ σπαρὲν μήτε διαφθείρειν ‚ ἀλλὰ ἢν φανείη,
τεκνοκτόνος ἂν εἴη ψυχὴν ἀφανίζουσα καὶ τὸ 
γένος ἐλαττοῦσα.

τοιγαροῦν οὐδ’ εἴ τις ἐπὶ λέχους
φθορὰν παρέλθοι, καθαρὸς εἷναι τότε προσήκει. καὶ
μετὰ τὴν νόμιμον συνουσίαν ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς
 ἀπολούεσθαι, ψυχῆς ἔχειν τοῦτο μερισμὸν πρὸς ἄλλην
χώραν ὑπέλαβε. καὶ γὰρ ἐμφυομένη σώμασι κακοπαθεῖ,
καὶ τούτων αὖ πάλιν θανάτῳ διακριθεῖσα.

 
 διόπερ ἁγνείας ἐπὶ πάσι τοῖς τοιούτοις ἔταξεν.

οὐ
 μὴν οὐδ’ ἐπὶ ταῖς τῶν παίδων γενέσεσιν ἐπέτρεψεν
εὐωχίαν συντελεῖν καὶ προφάσεις ποιεῖσθαι μέθης,
ἀλλὰ σώφρονα τὴν ἀρχὴν εὐθὺς τῆς τροφῆς ἔταξε,
καὶ γράμματα παιδεύειν ἐκέλευσε τὰ περὶ τοὺς νόμους, 
καὶ τῶν προγόνων τὰς πράξεις ἐπίστασθαι,
τὰς μὲν ἵνα μιμῶνται, τοῖς δ’ ἵνα συντρεφόμενοι
μήτε παραβαίνωσι μήτε σκῆψιν ἀγνοίας ἔχωσι.

τῆς εἰς τοὺς τετελευτηκότας προενόησεν ὁσίας, οὐ
πολυτελείαις ἐνταφίων, οὐδὲ κατασκευαῖς μνημείων 
 ἐπιφανῶν, ἀλλὰ τὰ μὲν περὶ τὴν κηδείαν ἔταξε τοῖς
οἰκειοτάτοις ἐπιτελεῖν, πᾶσι δὲ τοῖς παριοῦσι θαπτομένου
τινὸς καὶ προσελθεῖν καὶ συναποδύρεσθαι
νόμιμον ἐποίησε. καθαίρειν δὲ κελεύει καὶ τὸν οἶκον
καὶ τοὺς ἐνοικοῦντας ἀπὸ κήδους, ἕνα πλεῖστον 
ἀπέχῃ τοῦ δοκεῖν καθαρὸς εἶναί τις φόνον ἐργασάμενος.

γονέων τιμὴν μετὰ τὴν πρὸς θεὸν δευτέραν
ἔταξε καὶ τὸν οὐκ ἀμειβόμενον τὰς παρ’ αὐτῶν
χάριτας, ἀλλ’ εἰς ὁτιοῦν ἐλλείποντα ‚ λευσθησόμενον
παραδίδωσι.

καὶ παντὸς τοῦ πρεσβυτέρου τιμὴν 
 ἔχειν τοὺς νέους φησὶν ‚ ἐπεὶ πρεσβύτατον ὁ θεός.

κρύπτειν οὐδὲν ἐᾷ πρὸς φίλους, οὐ γὰρ εἶναι
φιλίαν τὴν μὴ πάντα πιστεύουσαν· κἂν συμβῇ τις
ἔχθρα, τούτων ἀπόρρητα λέγειν κεκώλυκε.

δικάζων
εἰ δῶρά τις λάβοι ‚ θάνατος ἡ ζημία. περιορων 
ἱκέτην, βοηθεῖν ἐνὸν, ὑπεύθυνος. ὃ μὴ κατέθηκέ
τις, οὐκ ἀναιρήσεται. τῶν ἀλλοτρίων οὐδενὸς ἄψεται.
δανείσας τόκον οὐ λήψεται. ταῦτα καὶ πολλὰ
τούτοις ὅμοια τὴν πρὸς ἀλλήλους ἡμῶν συνέχει κοινωνίαν.”

Πῶς δὲ καὶ περὶ τῆς πρὸς ἀλλοφύλους ἐπιεικείας
ἐφρόνησεν ὁ νομοθέτης ἄξιον ἰδεῖν · φανεῖται

 
γὰρ ἄριστα πάντων προνοησάμενος ὅπως μήτε τὰ
οἰκεῖα διαφθείρωμεν μήτε φθονήσωμεν τοῖς μετέχειν
τῶν ἡμετέρων προαιρουμένοις.

ὅσοι μὲν γὰρ θέλουσιν
ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ἡμῖν νόμους ζῆν ὑπελθόντες,
 δέχεται φιλοφρόνως ‚ οὐ τῷ γένει μόνον, ἀλλὰ καὶ
τῇ προαιρέσει τοῦ βίου νομίζων εἶναι τὴν οἰκειότητα ·
τοὺς δὲ ἐκ παρέργου προσιόντας ἀναμίγνυσθαι τῇ
συνηθείᾳ οὐκ ἠθέλησε.

τἄλλα δὲ προείρηκεν
ὣν ἡ μετάδοσίς ἐστιν ἀναγκαία· πάσι παρέχειν τοῖς
 δεομένοις πῦρ, ὕδωρ, τροφὴν ‚ ὀδοὺς φράζειν, ἄταφον
μὴ περιορᾶν.

ἐπιεικεῖς δὲ καὶ τὰ πρὸς τοὺς 
πολεμίους κριθέντας εἶναι· οὐ γὰρ ἐᾷ τὴν γῆν αὐτῶν
πυρπολεῖν ‚ οὐδὲ κόπτειν ἥμερα δένδρα συγκεχώρηκεν·
ἀλλὰ καὶ σκυλεύειν ἀπείρηκε τοὺς ἐν τῇ
 μάχῃ πεσόντας, καὶ τῶν αἰχμαλώτων προυνόησεν,
ὅπως αὐτῶν ὕβρις ἀπῇ, μάλιστα δὲ γυναικῶν.

ουτως
δὲ πόρρωθεν ἡμερότητα καὶ φιλανθρωπίαν διδάσκειν
ἡμᾶς ἐσπούδασεν ὥστε οὐδὲ τῶν ἀλόγων
ζῴων ὠλιγώρησεν, ἀλλὰ μόνην ἀφῆκε τούτων χρὴσιν
 τὴν νενομισμένην, πᾶσαν δ’ ἑτέραν ἐκώλυσεν.
ἃ δ’ ὥσπερ ἱκετεύοντα προσφεύγει ταῖς οἰκίαις, ἀπεῖπεν 
ἀνελεῖν· οὐδὲ νεοττοῖς τοὺς γονέας αὐτῶν ἐπέτρεψε
συνεξαίρειν· φείδεσθαι δὲ κἀν τῇ πολεμίᾳ
τῶν ἐργαζόμενον ζῴων καὶ μὴ φονεύειν.’’

“ Οὕτω πανταχόθεν τὰ πρὸς ἐπιείκειαν περιεσκέψατο,
διδασκαλικοῖς μὲν τοῖς προειρημένοις
χρησάμενος νόμοις, τοὺς δ’ αὖ κατὰ τῶν παραβαινόντων
τιμωρητικοὺς τάξας ‚ οὐκ ἄνευ προφάσεως. ζημία 
γὰρ ἐπὶ τοῖς πλείστοις τῶν παραβαινόντων ὁ θάνατος,
 ἂν μοιχεύσῃ τις, ἂν βιάσηται κόρην, ἂν ἄρρενι
τολμήσῃ πεῖραν προσφέρειν ‚ ἂν ὑπομείνῃ παθεῖν ὁ
πειρασθείς.

ἔστι δὲ καὶ ἐπὶ δούλοις ὁμοίως ὁ

 
νόμος ἀπαραίτητος. ἀλλὰ καὶ περὶ μέτρων, ἤν τις
κακουργήσειεν, ἢ σταθμῶν, ἢ περὶ πράσεως ἀδίκου
καὶ δόλῳ γενομένης ‚ κἂν ὑφέληταί τις ἀλλότριον,
κἂν ὃ μὴ κατέθηκεν ἀνέληται, πάντων εἰσὶ κολάσεις,
οὐχ οἷαι παρ’ ἑτέροις, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ μεῖζον. περὶ μὲν 
γὰρ γονέων ἀδικίας, ἢ τῆς εἰς τὸν θεὸν ἀσεβείας,
 κἂν μέλλῃ τις ‚ εὐθὺς ἀπόλλυται.

τοῖς μέντοι
γε κατὰ τοὺς νόμους πάντα πράττουσι γέρας ἐστὶν
 οὐκ ἀργύριον, οὐδὲ χρυσὸς, οὐ μὴν οὐδὲ κοτίνου
στέφανος, ἢ σελίνου, καὶ τοιαύτη τις ἀνακήρυξις, 
ἀλλ’ αὐτὸς ἕκαστος αὑτῷ τὸ συνειδὸς ἔχων μαρτυροῦν
πεπίστευκε, (τοῦ μὲν νομοθέτου προφητεύσαντος,
τοῦ δὲ θεοῦ τὴν πίστιν ἰσχυρὰν παρεσχηκότος,)
ὅτι τοῖς τοὺς νόμους διαφυλάξασιν, κἂν εἰ δέοι θνήσκειν
ὑπὲρ αὐτῶν, προθύμως ἀποθανεῖν ‚ ἔδωκεν ὁ 
θεὸς γενέσθαι τε πάλιν καὶ βίον ἀμείνω λαβεῖν ἐκ
περιτροπῆς.’’

“ ”Ωκνουν δ’ ἂν ἐγὼ νῦν ταῦτα γράφειν ‚ εἰ
 μὴ διὰ τῶν ἔργων ἅπασιν ἦν φανερὸν ὅτι πολλοὶ
καὶ πολλάκις ἤδη τῶν ἡμετέρων περὶ τοῦ μηδὲ ῥῆμα 
φθέγξασθαι παρὰ τὸν νόμον πάντα παθεῖν γενναίως
προείλοντο. καίτοι γε εἰ μὴ συμβεβήκει γνώριμον
ἡμῶν τὸ ἔθνος ἅπασιν ἀνθρώποις ὑπάρχειν ‚ κἀν
φανερῷ κεῖσθαι τὴν ἐθελούσιον ἡμῶν τοῖς νόμοις
ἀκολουθίαν, ἀλλά τις ἢ συγγράψαι λέγων αὐτὸς ἀνεγίνωσκε 
τοῖς Ἕλλησιν, ἤ που περιτυχεῖν ἔξω τῆς γινωσκομένης
γῆς ἔφασκεν ἀνθρώποις ‚ τοιαύτην μὲν
 ἔχουσι δόξαν οὕτω σεμνὴν περὶ τοῦ θεοῦ, τοιούτοις
δὲ νόμοις πολὺν αἰῶνα βεβαίως ἐμμεμενηκόσι, πάντας
ἂν οἶμαι θαυμάσαι διὰ τὰς συνεχεῖς παρ’ αὐτοῖς 
μεταβολάς · ἀμέλει τῶν γράψαι τι παραπλήσιον εἰς
πολιτείαν καὶ νόμους ἐπιχειρησάντων ὡς θαυμαστὰ

 
συνθέντων κατηγοροῦσι ‚ φάσκοντες αὐτοὺς λαβεῖν
ἀδυνάτους ὑποθέσεις.

καὶ τοὺς μὲν ἄλλους
παραλείπω φιλοσόφους ‚ ὅσοι τι τοιοῦτον ἐν τοῖς
συγγράμμασιν ἐπραγματεύσαντο · Πλάτων’ δὲ θαυμαζόμενος
 παρὰ τοῖς Ἕλλησιν, ὡς καὶ σεμνότητι βίου
διενεγκὼν, καὶ δυνάμει λόγων καὶ πειθοῖ πάντας 
ὑπεράρας τοὺς ἐν φιλοσοφίᾳ γεγονότας ‚ ὑπὸ τῶν
φασκόντων δεινῶν εἶναι τὰ πολιτικὰ μικροῦ δεῖν
χλευαζόμενος καὶ κωμῳδούμενος διατελεῖ.

καίτοι
 τἀκείνου σκώπτων συχνῶς τις ἂν εὕροι ῥᾷον καὶ
τὰς τῶν πολλῶν ἔγγιον συνηθείας. αὐτὸς δὲ Πλάτων
ὡμολόγηκεν ὅτι τὴν ἀληθῆ περὶ τοῦ θεοῦ δόξαν
εἰς τὴν τῶν ὄχλων ἄνοιαν οὐκ ἦν ἀσφαλὲς ἐξενεγκεῖν.

ἀλλὰ τὰ μὲν Πλάτωνος λόγους τινὲς εἶναι κενοὺς
 νομίζουσι ‚ κατὰ πολλὴν ἐξουσίαν κεκαλλιγραφημέωους.
μάλιστα δὲ τῶν νομοθετῶν Λυκοῦργον τεθαυμάκασι, 
καὶ τὴν Σπάρτην ἅπαντες ὑμνοῦσιν, ὅτι τοῖς
ἐκείνου νόμοις ἐπὶ πλεῖστον ἐνεκαρτέρησαν.

ὀκοῦν
τοῦτο μὲν ὁμολογείσθω τεκμήριον ἀρετῆς εἷναι,
 τὸ πείθεσθαι τοῖς νόμοις. οἶ δὲ Λακεδαιμονίους
θαυμάζοντες τὸν ἐκείνων χρόνον Λακεδαιμονίους
’σαν τοῖς πλείοσιν ἢ δισχιλίοις ἔτεσι τῆς ἡμετέρας
πολιτείας· καὶ προσέτι λογιζέσθωσαν ὅτι Λακεδαιμόνιοι
μὲν, ὅσον ἐφ’ ἑαυτῶν χρόνον εἶχον τὴν ἐλευθερίαν,
 ἀκριβῶς ἔδοξαν τοὺς νόμους διαφυλάττειν,
ἐπεὶ μέντοι περὶ αὐτοὺς ἐγένοντο μεταβολαὶ τῆς τύχης‚
μικροῦ δεῖν ἁπάντων ἐξελάθοντο τῶν νόμων·
ἡμεῖς δὲ ἐν τύχαις μυρίαις γεγονότες, διὰ τἀς τῶν
βασιλευσάντων τῆς Ἀσίας μεταβολὰς, οὐδ’ ἐν τοῖς 
 ἐσχάτοις τῶν δεινῶν τοὺς νόμους προύδομεν. ”

Ταῦτα μὲν καὶ Ἰώσηπος περὶ τῆς κατὰ Μωσέα
Ἰουδαίων πολιτείας. περὶ δὲ τῆς ἐν τοῖς ὑπ’

 
αὐτοῦ τεθεῖσι νόμοις ἐπεσκιασμένης καὶ ἀλληγορικῆς
θεωρίας πολλὰ ἔχων εἰπεῖν ἐπαρκεῖν ἡγοῦμαι
τὰς Ἐλεαζάρου καὶ Ἀριστοβούλου διηγήσεις, ἀνδρῶν
τὸ μὲν Ἑβραίων ἀνέκαθεν, τὸν δὲ χρόνον κατὰ
τοὺς Πτολεμαίων χρόνους διαπρεψάντων.

ὧν ὁ 
Ἐλεάζαρος καὶ τῷ τῆς ἀρχιερωσύνης ἀξιώματι τετιμημένος
 μικρῷ πρότερον ἡμῖν ἐδηλοῦτο, ὃς δὴ τοῖς
παρὰ βασιλέως ὡς αὐτὸν ἥκουσι πρεσβείας ἕνεκα τῆς
τῶν Ἑβραϊκῶν λόγων ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα μεταβολῆς
τὸν τρόπον ὑποτυπούμενος τῆς ἐν τοῖς ἱεροῖς νόμοις 
 ἀλληγορουμένης ἰδέας, τοιαύτην πεποίηται τοῦ λόγου
τὴν διδασκαλίαν

Ἄξιον δὲ ἐπιμνησθῆναι διὰ βραχ·έων τῶν
 ὺποδειχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ πρὸς τὰ δι’ ἡμῶν ἐπιζητηθέντα·
νομίζειν γὰρ τοῖς πολλοῖς περιεργίαν ἔχειν 
τινὰ τῶν ἐν τῆ νομοθεσίᾳ, λέγω δὲ περί τε βρωτῶν
καὶ ποτῶν καὶ τῶν νομιζομένων ἀκαθάρτων εἷναι
κνωδάλων.

πυνθανομένων γὰρ ἡμῶν διὰ τί,
 μιᾶς καταβολῆς οὔσης ‚ τὰ μὲν ἀκάθαρτα νομίζεται
πρὸς βρῶσιν, τὰ δὲ καὶ πρὸς τὴν ἁφήν· (δεισιδαιμόνως 
γὰρ τὰ πλεῖστα τὴν νομοθεσίαν ἔχειν ‚ ἐν δὲ
τούτοις πάλιν δεισιδαιμόνως·) πρὸς ταῦτα οὕτως
ἐνήρξατο·

Θεωρεῖς ‚ ἔφη, τὰς ἀναστροφὰς καὶ τὰς
ὁμιλίας, οἶον ἐνεργάζονται πρᾶγμα, διότι κακοῖς ὁμιλήσαντες
διαστροφὰς ἐπιλαμβάνουσιν ἄνθρωποι, καὶ 
ταλαίπωροι δι’ ὅλου τοῦ ζῆν εἰσίν· ἐὰν δὲ σοφοῖς
καὶ φρονίμοις συζῶσιν, ἐξ ἀγνοίας ἐπανορθώσεως
εἰς τὸν βίον ἔτυχον.

διαστειλάμενος οὑν τὰ τῆς
εὐσεβείας καὶ δικαιοσύνης πρῶτον ὁ νομοθέτης ἡμῶν
καὶ διδάξας ἕκαστα περὶ τούτων, οὐκ ἀπαγορευτικῶς 
 

 
μόνον, ἀλλ’ ἐνδεικτικῶς ‚ καὶ τὰς βλάβας προδήλους 
καὶ τὰς ὑπὸ θεοῦ γενομένας ἐπιπομπὰς τοῖς αἰτίοις.

προυπέδειξε γὰρ πρῶτον πάντων ὅτι μόνος ὁ θεός
ἐστι καὶ διὰ πάντων ἡ δύναμις αὐτοῦ φανερὰ γίνεται,
 πεπληρωμένου παντὸς τόπου τῆς δυναστείας,
καὶ οὐδὲν αὐτὸν λανθάνει τῶν ἐπὶ γῆς γινομένων
ὐπ’ ἀνθρώπων κρυφίως ‚ ἀλλ’ ὅσα ποιεῖ τις αὐτῶ
φανερὰ καθέστηκε καὶ τὰ μέλλοντα γίνεσθαι.

ταῦτ’
οὖν ἐξεργαζόμενος ἀκριβῶς καὶ πρόδηλα θεὶς ἔδειξεν
 ὅτι καὶ ἐὰν ἐννοηθῇ τις κακίαν ἐπιτελεῖν οὐκ ἂν λάθοι,
μὴ ὅτι καὶ πράξας ‚ δι’ ὅλης τῆς νομοθεσίας τὸ
τοῦ θεοῦ δυνατὸν ἐνδεικνύμενος.

ποιησάμενος 
οὖν τὴν καταρχὴν ταύτην, καὶ δείξας ὅτι πάντες οἱ
λοιποὶ παρ’ ἡμὰς ἄνθρωποι πολλοὺς θεοὺς εἶναι ωομίζουσιν,
 αὐτοὶ δυναμικώτεροι πολλῶ καθεστῶτες ὧν
σέβονται ματαίως. ἀγάλματα γὰρ ποιήσαντες ἐκ λίθων
ἢ ξύλων εἰκόνας φασὶν εἶναι τῶν ἐξευρόντων
τι πρὸς τὸ ζῆν αὐτοῖς χρήσιμον, οἶς προσκυνοῦσι,
παρὰ πόδας ἔχοντες τὴν ἀναισθησίαν.

εἴτε γὰρ
 κατ’ ἐκεῖνό τις θείη, κατὰ τὴν ἐξεύρεσιν, παντελῶς
ἀνόητον. τῶν γὰρ ἐν τῇ κτίσει λαβόντες τινὰ συνἐθηκαν
καὶ προσυπέδειξαν εὐχρηστοτάτην τὴν κατασκευὴν 
σκευὴν αὐτῶν, οὐ ποιήσαντες αὐτοί· διὸ κενὸν καὶ
μάταιον τοὺς ὁμοίους ἀποθεοῦν.

καὶ γὰρ ἔτι καὶ
 νῦν εὑρετικώτεροι καὶ πολυμαθέστεροι τῶν ἀνθρώπων
τῶν πρίν εἰσι πολλοὶ ‚ καὶ οὐκ ἂν φθάνοιεν αὐτοὺς
προσκυνοῦντες.

καὶ νομίζουσιν οἱ ταῦτα
διαπλάσαντες καὶ μυθοποιήσαντες τῶν Ἑλλήνων οἱ
σοφώτατοι καθεστάναι. τῶν μὲν γὰρ ἄλλων πολυματαίων
 τί δεῖ λέγειν, Αἰγυπτίων τε καὶ τῶν παραπλησίων,
οἵτινες ἐπὶ θηρία καὶ τῶν ἑρπετῶν τὰ πλεῖστα
καὶ κνωδάλων τὴν ἀπέρεισιν πεποίηνται, καὶ

 
ταῦτα προσκυνοῦσι, καὶ θύουσι τούτοις καὶ ζῶσι καὶ
τελευτήσασι;

συνθεωρήσας τοιγαροῦν ἕκαστα
σοφὸς ὢν ὁ νομοθέτης, καὶ ὑπὸ θεοῦ κατεσκευασμένος
εἰς ἐπίγνωσιν τῶν ἁπάντων, περιέφραξεν ἡμᾶς
ἀδιακόποις χάραξι καὶ σιδηροῖς τείχεσιν, ὅπως μηδενὶ 
τῶν ἄλλων ἐθνῶν ἐπιμισγώμεθα κατὰ μηδὲν, ἁγνοὶ
καθεστῶτες κατὰ σῶμα καὶ κατὰ ψυχὴν, ἀπολελυμένοι
ματαίων δοξῶν, τὸν μόνον θεὸν καὶ δυνατὸν σεβόμενοι
παρ᾿ ὅλην τὴν πᾶσαν κτίσιν.

ὅθεν Αἰγυπτίων
οἱ καθηγεμόνες ἱερεῖς ἐγκεκυφότες εἰς πολλὰ 
 καὶ μετεσχηκότες πραγμάτων ἀνθρώπους θεοῦ προσονομάζουσιν
ἡμᾶς· ὃ τοῖς λοιποῖς οὐ πρόσεστιν, εἰ
μή τις σέβεται τὸν κατ᾿ ἀλήθειαν θεόν· ἀλλ᾿ εἰσὶν
ἄνθρωποι βρωτῶν καὶ ποτῶν καὶ σκέπης· ἡ γὰρ
πᾶσα διάθεσις αὐτῶν ἐπὶ ταῦτα καταφεύγει.

τοῖς 
δὲ παρ᾿ ἡμῖν ἐν οὐδενὶ ταῦτα λελόγισται, περὶ δὲ
τῆς τοῦ θεοῦ δυναστείας δι᾿ ὅλου τοῦ ζῆν ἡ σκέψις
αὐτοῖς ἐστί. ὅπως οὖν μηδενὶ συναλισγόμενοι μηδὲ
ὁμιλοῦντες φαύλῳ διαστροφὰς λαμβάνοιμεν, πάντο-
 θεν ἡμᾶς περιέφραξαν ἁγνείαις, καὶ διὰ βρωτῶν καὶ 
ποτῶν καὶ ἁφῆς καὶ ἀκοῆς καὶ ὁράσεως νομικῆς.

τὸ γὰρ καθόλου πάντα πρὸς τὸν φυσικὸν λόγον
ὅμοια καθέστηκεν, ὑπὸ μιᾶς δυνάμεως οἰκονομούμενα,
καὶ καθ᾿ ἓν ἕκαστα ἔχει λόγον βαθὺν, ἀφ᾿ ὧν
ἀπεχόμεθα κατὰ τὴν χρῆσιν καὶ οἷς συγχρώμεθα.

χάριν δὲ ὑποδείγματος ἓν ἢ δεύτερον ἐπιδραμών
σοι σημανῶ. μὴ γὰρ εἰς τὸν καταπεπτωκότα λόγον
εἰσέλθῃς, ὅτι μυιῶν καὶ γαλῆς ἢ τῶν τοιούτων χάριν
περιεργίας ποιούμενος ἐνομοθέτει ταῦτα Μωσῆς,
 ἀλλὰ πρὸς ἁγνὴν ἐπίσκεψιν καὶ τρόπων ἐξαρτισμὸν, 
δικαιοσύνης ἕνεκεν σεμνῶς πάντα ἀνατέτακται.

τῶν γὰρ πετεινῶν οἷς χρώμεθα πάντα ἥμερα καθέ-

 
στῆκε, καὶ διαφέρει καθαριότητι, πυροῖς καὶ ὀσπρίοις
χρώμενα πρὸς τροφὴν, οἷον περιστεραὶ ‚ τρυγόνες,
ἄττακοί, πέρδικες, ἔτι δὲ χῆνες καὶ τὰ ἄλλα ὅσα
τοιαῦτα· περὶ ὧν δὲ ἀπηγόρευται πετεινῶν, εὑρήσεις
 ἄγριά τε καὶ σαρκοφάγα, καὶ καταδυναστεύοντα
τῇ περὶ αὐτὰ δυνάμει τὰ λοιπὰ, καὶ τὴν τροφὴν
ἔχοντα τὴν δαπάνησιν τῶν προειρημένων ἡμέρων
μετὰ ἀδικίας. οὐ μόνον δὲ ταῦτα, ἀλλὰ καὶ τοὺς 
ἄρνας καὶ ἐρίφους ἁρπάζουσι, καὶ τοὺς ἀνθρώπους
 δὲ ἀδικοῦσι, νεκρούς τε καὶ ζῶντας.

παράσημον
οὖν ἔθετο διὰ τούτων, ἀκάθαρτα προσονομάσας ‚ ὅτι
δέον ἐστὶ κατὰ ψυχὴν ‚ οἷς ἡ νομοθεσία διατέτακται,
δικαιοσύνῃ συγχρῆσθαι καὶ μηδένα καταδυναστεύειν
πεποιθότας ἰσχύι· τῇ ἑαυτῶν, μηδ’ ἀφαιρεῖσθαι μηδὲν,
 ἀλλ’ ἐκ δικαιοτάτου βίου διακυβερνᾶν, ὡς τὰ τῶν
προειρημένων πετεινῶν ἥμερα ζῷα τὰ φυόμενα τῶν
ὀσπρίων ἐπὶ γῆς δαπανᾷ καὶ οὐ καταδυναστεύει πρὸς
τὴν ἐπαναίρεσιν οὔτε τῶν ὑποβεβηκότων οὔτε τῶν
συγγενικῶν.

διὰ τούτων οὖν παρέδωκεν ὁ νομοθέτης 
 σημειοῦσθαι τοῖς συνετοῖς εἶ.ναι δικαίους τε
καὶ μηδὲν ἐπιτελεῖν βίᾳ, μηδὲ τῇ περὶ αὐτοὺς ἰσχύι·
πεποιθότας ἑτέρους καταδυναστεύειν.

ὅπου γὰρ
οὐδ’ ἅψασθαι καθῆκε τῶν προειρημένων διὰ τὴν
περὶ ἕκαστα διάθεσιν, πῶς οὐ φυλακτέον παντάπασι
 τοὺς τρόπους εἰς τοῦτο κατακλασθῆναι ;

πάντα
οὖν τὰ συγχωρηθέντα ἐπὶ τούτων καὶ τῶν κτηνῶν
τροπολογῶν ἐκτἐθεικε. τὸ γὰρ διχηλεύειν καὶ διαστέλλειν
ὁπλῆς ὄνυχας σημεῖόν ἐστι τοῦ διαστέλλειν 
ἕκαστα τῶν πράξεων ἐπὶ τὸ καλῶς ἔχον.

ἡ γὰρ
 ἰσχὺς τῶν ὅλων σωμάτων μετὰ ἐνεργείας ἀπέρεισιν
ἐπὶ τοὺς ὤμους ἔχει καὶ τὰ σκέλη. μετὰ διαστολῆς
οὖν ἅπαντα ἐπιτελεῖν πρὸς δικαιοσύνην ἀναγκάζει τῷ

 
σημειοῦσθαι διὰ τούτων, ἔτι δὲ καὶ διότι παρὰ πάντας
ἀνθρώπους διεστάλμεθα.

οἱ γὰρ πλείονες
τῶν λοιπῶν ἑαυτοὺς μολύνουσιν ἐπιμισγόμενοι, συντελοῦντες
μεγάλην ἀδικίαν, καὶ χῶραι καὶ πόλεις
ὅλαι ἐπὶ τούτοις σεμνύνονται. οὐ μόνον γὰρ πρὸς 
ἄρρενας προσάγουσιν, ἀλλὰ καὶ τεκούσας, ἔτι δὲ καὶ
 θυγατέρας μολύνουσιν. ἡμεῖς δὲ ἀπὸ τούτων διεστάλμεθα.

περὶ ὃν δέ ἐστιν ὁ προειρημένος τῆς
διαστολῆς τρόπος, περὶ τοῦτον καὶ τὸν τῆς μνήμης
εἶναι κεχαρακτήρικε. πάντα γὰρ ὅσα διχηλεῖ καὶ 
μηρυκισμὸν ἀνάγει, σαφῶς τοῖς νοοῦσιν ἐκτίθεται
τὸ τῆς μνήμης. ἡ γὰρ ἀναμηρύκισις οὐδὲν ἕτερον
ἀλλ’ ἢ τῆς ζωῆς καὶ συστάσεως ὑπόμνησίς ἐστι.

τὸ γὰρ ζῆν διὰ τῆς τροφῆς συνεστάναι νομίζει.
διὸ παρακελεύεται διὰ τῆς γραφῆς λέγων οὕτως 
 μνείᾳ μνησθήσῃ κυρίου τοῦ θεοῦ ‚ τοῦ ποιήσαντος
 ἐν σοὶ τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστά.”

κατανοούμενα
γὰρ ἔνδοξα φαίνεται, πρῶτα μὲν ἡ τοῦ σώματος σύμπηξις
καὶ ἡ τῆς τροφῆς διοίκησις καὶ ἡ περὶ ἕκαστον
μέρος διαστολὴ, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ τῶν αἰσθήσεων 
διακόσμησις, διανοίας ἐνέργημα, καὶ κίνησις ἀόρατος,
ἥ τε ὀξύτης τοῦ πρὸς ἕκαστόν τι πράσσειν, καὶ
τεχνῶν εὕρεσις, ἀπέρατον περιέχει τρόπον.

διὸ
παρακελεύεται μνείαν ἔχειν, ὡς συντηρεῖται τὰ προειρημένα
συνεχόμενα θείᾳ δυνάμει. πάντα γὰρ τόπον 
καὶ χρόνον ὥρικε, πρὸς τὸ διὰ παντὸς μνημονεύειν
τοῦ κρατοῦντος θεοῦ ‚ συντηροῦντας καὶ τὰς ἀρχὰς
 καὶ μεσότητας καὶ τελευτάς.

καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν
βρωτῶν καὶ ποτῶν ἀπαρξαμένους εὐθέως τότε συγχρῆσθαι
κελεύει. καὶ μὴν καὶ ἐκ τῶν περιβολαίων 
παράσημον ἡμῖν μνείας δέδωκεν· ὡσαύτως δὲ καὶ
ἐπὶ τῶν πόλεων καὶ οἰκήσεων διὰ τὸ σκεπάζεσθαι]

 
καὶ ἐπὶ τῶν πυλῶν καὶ θυρῶν προστέταχεν ἡμῖν
τιθέναι τὰ λόγια, πρὸς τὸ μνείαν εἶναι θεοῦ· καὶ
ἐπὶ τῶν χειρῶν δὲ διαρρήδην τὸ σημεῖον κελεύει
περιῆφθαι, σαφῶς ἀποδεικνὺς ὅτι πᾶσαν ἐνέργειαν 
 μετὰ δικαιοσύνης ἐπιτελεῖν δεῖ, μνήμην ἔχοντας τῆς
ἑαυτῶν κατασκευῆς, ἐπὶ πᾶσι δὲ τὸν περὶ θεοῦ φόβον.

κελεύει δὲ καὶ κοιταζομένους καὶ διανισταμένους
καὶ πορευομένους μελετᾶν τὰς τοῦ θεοῦ κατασκευὰς,
οὐ λόγῳ μόνον, ἀλλὰ καὶ διαλήψει θεωροῦντας
 τὴν κίνησιν καὶ τὴν ὑπόληψιν ἑαυτῶν, ὅταν
εἰς ὕπνον ἔρχωνται, καὶ τὴν ἔγερσιν ὡς θεία τίς
ἐστι καὶ ἀκατάληπτος ἡ τούτων μετάθεσις.

Δέδεικται δέ σοι καὶ τὸ περισσὸν τῆς λογίας
τῆς κατὰ τὴν διαστολὴν καὶ μνείαν, ὡς ἐξεθέμεθα 
 τὴν διχηλίαν καὶ τὸν μηρυκισμόν. οὐ γὰρ εἰκῆ καὶ
κατὰ τὸ ἐμπεσὸν εἰς ψυχὴν νενομοθέτηται ‚ πρὸς δ’
ἀλήθειαν καὶ σημείωσιν ὀρθοῦ λόγου.

διατάξας
γὰρ ἐπὶ βρωτῶν καὶ ποτῶν καὶ τῶν κατὰ
τὰς ἁφὰς ἕκαστα κελεύει μηδὲν εἰκῆ μήτε πράσσειν
 μήτε ἀκούειν μήτε τῇ τοῦ λόγου δυναστείᾳ συγχρωμένος
ἐπὶ τὴν ἀδικίαν τρέπεσθαι.

καὶ ἐπὶ τῶν
κνωδάλων δὲ ταὐτὸν ἔστιν εὑρεῖν. κακοποιητικὸς 
γὰρ ὁ τρόπος ἐστὶ καὶ γαλῆς καὶ μυῶν καὶ τῶν τούτοις
ὁμοίων, ὅσα διηγόρευται. πάντα γὰρ λυμαίνονται
 καὶ κακοποιοῦσι μύες ‚ οὐ μόνον πρὸς τὴν ἑαυτῶν
τροφὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ παντελῶς ἄχρηστον
γίνεσθαι ἀνθρώπῳ ὅ τι ἂν δή ποτ’ οὖν ἐπιβάλληται
κακοποιεῖν.

τό τε τῆς γαλῆς γένος ἰδιάζον ἐστί·
χωρὶς γὰρ τοῦ προειρημένου ἔχει λυμαντικὸν κατάστημα.
 διὰ γὰρ τῶν ὤτων συλλαμβάνει, τεκνοποιεῖ
δὲ τῷ στόματι. καὶ διὰ τοῦτ’ οὖν ὁ τοιοῦτος τρόπος
τοῖς ἀνθρώποις ἀκάθαρτός ἐστιν. ὅσα γὰρ δι’ ἀκοῆς

 
λαβόντες, ταῦτα τῷ λόγῳ σωματοποιήσαντες κακοῖς
ἑτέρους ἐνεκύλισαν, ἀκαθαρσίαν τε οὐ τὴν τυχοῦσαν
ἀπετέλεσαν, μιανθέντες αὐτοὶ παντάπασι τῷ τῆς
 ἀσεβείας μολυσμῷ.

καλῶς δὲ ποιῶν ὁ βασιλεὺς
ὑμῶν τοὺς τοιούτους ἀναιρεῖ, καθὼς μεταλαμβάνομεν. 
ἐγὼ δὲ εἶπα, τοὺς ἐμφανιστὰς οἴομαί σε λέγειν· καὶ
γὰρ αἰκίαις καὶ θανάτοις ἐπαλγέσιν αὐτοὺς παρα-
βάλλει συνεχῶς. τούτους γὰρ καὶ λέγω· ἐπαγρύ-
πνησις γὰρ εἰς ἀνθρώπων ἀπώλειαν ἀνόσιος. ὁ δὲ
νόμος ἡμῶν κελεύει μήτε λόγῳ μήτε ἔργῳ κακοποιεῖν 
μηδένα.

καὶ περὶ τούτων οὖν ὅσον ἐπὶ βραχὺ
διεξελθεῖν, προσυποδείξαντά σοι διότι πάντα κεκα-
νόνισται πρὸς δικαιοσύνην καὶ οὐδὲν εἰκῆ κατατέτακται
 διὰ τῆς γραφῆς οὐδὲ μυθωδῶς, ἀλλ’ ἔνα δι’
ὅλου τοῦ ζῆν καὶ ἐν ταῖς πράξεσιν ἀσκῶμεν δικαιοσύνην 
πρὸς πάντας ἀνθρώπους ‚ μεμνημένοι τοῦ δυ-
ναστεύοντος θεοῦ.

περὶ βρωτῶν οὖν καὶ τῶν
ἀκαθάρτων, ἑρπετῶν καὶ κνωδάλων, ὁ πᾶς λόγος
ἀνατείνει πρὸς δικαιοσύνην καὶ τὴν τῶν ἀνθρώπων
συναναστροφὴν δικαίαν.

ἐμοὶ μὲν οὑν καλῶς ἐνόμιζε 
 περὶ ἑκάστων ἀπολελογῆσθαι· καὶ γὰρ περὶ τῶν
προσφερομένων ἔλεγε μόσχων καὶ κριῶν καὶ χιμάρων
ὅτι δεῖ ταῦτ’ ἐκ βουκολίων καὶ ποιμνίων λαμβάνοντας
 ἥμερα κατασκευάζειν καὶ μηδὲν ἄγριον, ὅπως οἶ
προσφέροντες τὰς θυσίας μηδὲν ὑπερήφανον ἑαυτοῖς 
συνιστορῶσι, σημειώσει κεχρημένοι τοῦ διατάξαντος.

τῆς γὰρ ἑαυτοῦ ψυχῆς τοῦ παντὸς τρόπου τὴν
προσφορὰν ποιεῖται ὁ τὴν θυσίαν προσάγων. καὶ
περὶ τούτων οὖν νομίζω τὰ τῆς ὁμιλίας ἄξια λόγου
καθεστάναι ‚ διὰ τὴν σεμνότητα τοῦ νόμου ‚ ἣν προὴμαι 
διασαφῆσαί σοι, Φιλόκρατες ‚ δι’ ἣν ἔχεις φιλομάθειαν.”

Ταῦτα μὲν ὁ ἀρχιερεὺς τοῖς ἥκουσιν ὡς αὐτὸν
Ἕλλησι περὶ τῆς ἀλληγορουμένης ἐν τοῖς ἱεροῖς
νόμοις ἰδέας διεστείλατο, ὡς ἂν μέλλουσι ταῖς ἐκδο- 
θησομέναις περιτεύξεσθαι τῶν γραφῶν ἑρμηνείαις.
 ὁ δὲ Ἀριστόβουλος καὶ τῆς κατ᾿ Ἀριστοτέλην φιλοσοφίας
πρὸς τῇ πατρίῳ μετειληχὼς, (ὁποῖα περὶ τῶν
ἐν ταῖς ἱεραῖς βίβλοις φερομένων ὡς περὶ θεοῦ μελῶν
διῆλθεν ἐπακοῦσαι καιρός· οὗτος δ᾿ αὐτὸς
ἐκεῖνος, οὗ καὶ ἡ δευτέρα τῶν Μακκαβαίων ἐν ἀρχῇ
 τῆς βίβλου μνημονεύει·) ἐν τῷ πρὸς Πτολεμαῖον
τὸν βασιλέα συγγράμματι τοῦτον καὶ αὐτὸς διασαφεῖ
τὸν τρόπον

“Πλὴν ἱκανῶς εἰρημένων πρὸς τὰ προκείμενα 
ζητήματα ἐπεφώνησας καὶ σὺ, βασιλεῦ, διότι σημαίνεται
 διὰ τοῦ νόμου τοῦ παρ᾿ ἡμῖν καὶ χεῖρες
καὶ βραχίων καὶ πρόσωπον καὶ πόδες καὶ περίπατος
ἐπὶ τῆς θείας δυνάμεως· ἃ τεύξεται λόγου κα- 
θήκοντος καὶ οὐκ ἀντιδοξήσει τοῖς προειρημένοις
ὑφ᾿ ἡμῶν οὐδέν.

παρακαλέσαι δέ σε βούλομαι
 πρὸς τὸ φυσικῶς λαμβάνειν τὰς ἐκδοχὰς καὶ τὴν
ἁρμόζουσαν ἔννοιαν περὶ θεοῦ κρατεῖν, καὶ μὴ ἐκπίπτειν
εἰς τὸ μυθῶδες καὶ ἀνθρώπινον κατάστημα.

πολλαχῶς γὰρ ὃ βούλεται λέγειν ὁ νομοθέτης
ἡμῶν Μωσῆς, ἐφ᾿ ἑτέρων πραγμάτων λόγους ποιούμενος,
 λέγω δὲ τῶν κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν, φυσικὰς
διαθέσεις ἀπαγγέλλει καὶ μεγάλων πραγμάτων κατασκευάς.

οἷς μὲν οὖν πάρεστι τὸ καλῶς νοεῖν 
θαυμάζουσι τὴν περὶ αὐτὸν σοφίαν καὶ τὸ θεῖον
πνεῦμα, καθ᾿ ὃ καὶ προφήτης ἀνακεκήρυκται· ὧν
 εἰσιν οἱ προειρημένοι φιλόσοφοι καὶ πλείονες ἕτεροι
καὶ ποιηταὶ παρ᾿ αὐτοῦ μεγάλας ἀφορμὰς εἰληφότες,
καθὸ καὶ θαυμάζονται.

τοῖς δὲ μὴ μετέχουσι δυ-

 
νάμεως καὶ συνέσεως, ἀλλὰ τῷ γραπτῷ μόνον προσ-
κειμένοις, οὐ φαίνεται μεγαλεῖόν τι διασαφῶν.

ἄρξομαι δὲ λαμβάνειν καθ’ ἕκαστον σημαινόμενον
 καθ’ ὅσον ἂν ὠ δυνατός. εἰ δὲ μὴ τεύξομαι
τἀληθοῦς, μηδὲ πείσω, μὴ τῷ νομοθέτῃ προσάψῃς 
τὴν ἀλογίαν ‚ ἀλλ’ ἐμοὶ τῷ μὴ δυναμένῳ διαιρεῖσθαι
τὰ ἐκείνῳ νενοημένα.

χεῖρες μὲν οὑν νοοῦνται
προδήλως καὶ ἐφ’ ἡμῶν κοινότερον. ὅταν γὰρ δυνάμενις
ἐξαποστέλλῃς σὺ βασιλεὺς ὢν, βουλόμενός τι
κατεργάσασθαι, λέγομεν, μεγάλην χεῖρα ἔχει ὁ βασιλεὺς, 
φερομένων τῶν ἀκουόντων ἐπὶ τὴν δύναμιν
ἣν ἔχεις.

ἐπισημαίνεται δὲ τοῦτο καὶ διὰ τῆς
νομοθεσίας ἡμῶν λέγων ὁ Μώσης οὕτως “ἐν χειρὶ
κραταιᾷ ἐξήγαγεν ὁ θεός σε ἐξ Αἰγύπτου.’’ καἰ πάλιν
‘‘ἀποστελῶ, φησὶν ὁ θεὸς, τὴν χεῖρά μου, καὶ πατάξω 
τοὺς Αἰγυπτίους.’’ καὶ ἐπὶ τοῦ τῶν κτηνῶν θανάτου
 φησὶ τῷ Φαραῷ ὁ Μώσης “ ἰδοὺ χεὶρ κυρίου ἔσται
ἐν τοῖς κτήνεσί σου καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἐν τοῖς πεδίοις
θάνατος μέγας.’’ ὥστε αἶ χεῖρες ἐπὶ δυνάμεως νοοῦνται
θεοῦ. καὶ γὰρ ἔστι νοῆσαι τὴν πᾶσαν ἰσχὺν 
τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰς ἐνεργείας ἐν ταῖς χερσὶν
 εἶναι.

διόπερ καλῶς ὁ νομοθέτης ἐπὶ τὸ μεγαλεῖον
μετενήνοχε, λέγων τὰς συντελείας χεῖρας εἶναι
θεοῦ. στάσις δὲ θεία καλῶς ἂν λέγοιτο κατὰ τὸ μεγαλεῖον
ἡ τοῦ κόσμου κατασκευή.

καὶ γὰρ ἐπὶ 
πάντων ὁ θεὸς, καὶ πάνθ’ ὑποτέτακται, καὶ στάσιν
 εἴληφεν· ὥστε τοὺς ἀνθρώπους καταλαμβάνειν ἀκίνητα
εἶναι ταῦτα. λέγω δὲ τὸ τοιοῦτον, ὡς οὐδέποτε
γέγονεν οὐρανὸς γῆ, γῆ δ’ οὐρανὸς, οὐδ’ ἥλιος σελήνη
λάμπουσα, οὐδὲ σελήνη πάλιν ἥλιος, οὐδὲ ποταμοὶ 
θάλασσα, οὐδὲ θάλασσα ποταμοί.

καὶ
πάλιν ἐπὶ τῶν ζῴων ὁ αὐτός ἐστι λόγος. οὐ γὰρ

 
ἄνθρωπος ἔσται θηρίον ‚ οὐδὲ θηρίον ἄνθρωπος.
καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν δὲ ταὐτὸν ὑπάρχει φυτῶν τε καὶ
ἐπὶ τῶν ἄλλων· ἀμετάβλητα μέν ἐστι, τὰς αὐτὰς δ’
ἐν αὐτοῖς τροπὰς λαμβάνει καὶ φθοράς.

ἡ στάσις 
 οὖν ἡ θεία κατὰ ταῦτα ἂν λέγοιτο ‚ πάντων ὑποκειμένων
τῷ θεῷ. λέγεται δὲ κατάβασις ἐπὶ τὸ ὅρος
θεία γεγονέναι διὰ τῆς γραφῆς τοῦ νόμου, καθ’ ὃν
ἐνομοθέτει καιρὸν, ἔνα πάντες θεωρήσωσι τὴν ἐνέργειαν
τοῦ θεοῦ. κατάβασις γὰρ αὕτη σαφής ἐστι·
 καὶ περὶ τούτων οὖν οὕτως ἄν τις ἐξηγήσαιτο ‚ βουλόμενος
συντηρεῖν τὸν περὶ θεοῦ λόγον.

δηλοῦται
γὰρ ὡς τὸ ὄρος ἐκαίετο πυρὶ, καθώς φησιν ἡ
νομοθεσία, διὰ τὸ τὸν θεὸν καταβεβηκέναι σαλπίγγων
τε φωνὰς καὶ τὸ πῦρ φλεγόμενον ἀνυποστάτως
 εἶναι.

τοῦ γὰρ παντὸς πλήθους μυριάδων οὐκ 
ἔλαττον ἑκατὸν, χωρὶς τῶν ἀφηλίκων ‚ ἐκκλησιαξομένων
κυκλόθεν τοῦ ὄρους, οὐκ ἔλασσον ἡμερῶν
πέντε οὔσης τῆς περιόδου περὶ αὐτὸ, κατὰ πάντα
τόπον τῆς ὁράσεως πᾶσιν αὐτοῖς κυκλόθεν ‚ ὡς ἦσαν
 παρεμβεβληκότες ‚ τὸ πῦρ φλεγόμενον ἐθεωρεῖτο·

ὥστε τὴν κατάβασιν μὴ τοπικὴν εἶναι· πανταχοῦ
γὰρ ὁ θεός ἐστιν. ἀλλὰ τὴν τοῦ πυρὸς δύναμιν
παρὰ πάντα θαυμάσιον ὑπάρχουσαν ‚ διὰ τὸ πάντα
ἀναλίσκειν, οὐκ ἂν ἔδειξε φλεγομένην ἀνυποστάτως,
 μηδὲν ἐξαναλίσκουσαν ‚ εἰ μὴ τὸ παρὰ τοῦ θεοῦ δυναμικὸν
αὐτῇ προσείη.

τῶν γὰρ φυομένων ἐν 
τῷ ὄρει ἐκείνῳ ἀναλισκομένων σφοδρῶς οὐδὲν ἐξανάλωσεν,
ἀλλ’ ἔμεινε τῶν ἁπάντων ἡ χλόη πυρὸς
ἄθικτος, σαλπίγγων τε φωναὶ σφοδρότερον συνηκούοντο
 σὺν τῇ τοῦ πυρὸς ἀστραπηδὸν ἐκφάνσει, μὴ
προκειμένων ὀργάνων τοιούτων, μηδὲ τοῦ φωνήσαντος,
ἀλλὰ θείᾳ κατασκευῇ γινομένων πάντων.

ὥστε σαφὲς εἶναι διὰ ταῦτα τὴν κατάβασιν τὴν
θείαν γεγονέναι, διὰ τὸ τοὺς συνορῶντας ἐκφαντικῶς
ἕκαστα καταλαμβάνειν, μήτε τὸ πῦρ κεκαυκὸς, ὡς
 προείρηται, μηδὲν μήτε τἀς τῶν σαλπίγγων φωνὰς
δι’ ἀνθρωπίνης ἐνεργείας ἢ κατασκευῆς ὀργάνων γίνεσθαι, 
τὸν δὲ θεὸν ἄνευ τινὸς δεικνύναι τὴν ἑαυτοῦ
διὰ πάντων μεγαλειότητα.’

Ταῦτα ὁ Ἀριστόβουλος. ἐπεὶ δὲ διεληλήθαμεν
τά τε τῶν ἱερῶν νόμων παραγγέλματα τόν τε
τρόπον τῆς ἀλληγορουμένης παρ’ αὐτοῖς ἰδέας, ἑξῆς 
ἂν εἴη καὶ τόδε ἐπισημήνασθαι, ὡς τὸ πᾶν Ἰουδαίων
ἔθνος εἰς δύο τμήματα διῄρηται, καὶ τὴν μὲν πληθὺν
ταῖς τῶν νόμων κατὰ τὴν ῥητὴν διάνοιαν παρηγγελμέναις
 ὑποθήκαις ὑπῆγε ‚ τὸ δ’ ἕτερον τῶν ἐν
ἕξει τάγμα ταύτης μὲν ἠφίει, θειοτέρᾳ δέ τινι καὶ 
τοὺς πολλοὺς ἐπαναβεβηκυίᾳ φιλοσοφίᾳ προσέχειν
ἠξίου, θεωρίᾳ τε τῶν ἐν τοῖς νόμοις κατὰ διάνοιαν
σημαινομένων.

ἦν δὲ τοῦτο φιλοσόφων Ἰου-
δαίων γένος, ὧν τὴν τοῦ βίου ἄσκησιν καὶ τῶν ἔξωθεν
κατεπλάγησαν μυρίοι, τῶν δ’ οἰκείων οἶ περιφανέστατοι 
καὶ μνήμης ἀλήστου τούτους ἠξίωσαν,
Ἰώσηπός τε καὶ Φίλων καὶ ἕτεροι πλείους· ὧν τὰ
πολλὰ παρεὶς, δείγματος αὐτὸ μόνον ἕνεκα, τῇ τοῦ
 Φίλωνος ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκεσθήσομαι μαρτυρίᾳ,
ἣν περὶ τῶν δηλουμένων κατὰ πολλὰ τῶν οἰκείων 
 ὑπομνημάτων τέθειται. τούτων δ’ ἀπὸ τῆς Ὑπὲρ
Ἰουδαίων ἀπολογίας λαβὼν σύ γε ἀνάγνωθι ταῦτα

Μυρίους δὲ τῶν γνωρίμων ὁ ἡμέτερος νομοθέτης
ἤλειψεν ἐπὶ κοινωνίαν, οἳ καλοῦνται μὲν
Ἐσσαῖοι, 5 παρὰ τὴν ὁσιότητά μοι δοκῶ τῆς προσηγοΜθρίους 
 

 
ρίας ἀξιωθέντες. οἰκοῦσι δὲ πολλὰς μὲν πόλεις τῆς
Ἰουδαίας ‚ πολλὰς δὲ κώμας καὶ μεγάλους καὶ πολυανθρώπους 
ὁμίλους.

ἔστι δ’ αὐτοῖς ἡ προαίρεσις
οὐ γένει, γένος γὰρ ἐφ’ ἑκουσίοις οὐ γράφεται) διὰ
 δὲ ζῆλον ἀρετῆς καὶ φιλανθρωπίας ἵμερον.

Ἐσσαίων
γοῦν κομιδῇ νήπιος οὐδεὶς ἀλλ’ οὐδὲ πρωτογένειος,
ἢ μειράκιον, ἐπεὶ τά γε τούτων ἀβέβαια
ἤθη τῷ τῆς ἡλικίας ἆτ’ ἑλεῖ συννεωτερίζονται· τέλειοι
δ’ ἄνδρες καὶ πρὸς γῆρας ἀποκλίναντες ἤδη, μηκέθ’
 ὑπὸ τῆς τοῦ σώματος ἐπιρροῆς ἐπικλυζόμενοι, μηδ’
ὑπὸ τῶν παθῶν ἀγόμενοι, τὴν ἀψευδῆ δὲ καὶ μόνην 
ὄντως ἐλευθερίαν καρπούμενοι.

μάρτυς δὲ τῆς
ἐλευθερίας αὐτῶν ὁ βίος. ἴδιον οὐδεὶς οὐδὲν ὑπομένει
κτήσασθαι τὸ παράπαν ‚ οὐκ οἰκίαν, οὐκ άνδράποδον‚
 οὐ χωρίον, οὐ βοσκήματα, οὐχ ὅσα ἄλλα
παρασκευαὶ καὶ χορηγίαι πλούτου· πάντα δ’ εἰς μέσον
ἀθρόα καταθέντες κοινὴν καρποῦνται τὴν ἁπάντων
ὠφέλειαν.

οἰκοῦσι δ’ ἐν ταὐτῷ, κατὰ θιάσους
ἑταιρίας καὶ συσσίτια πεποιημένοι, καὶ πάνθ’
 ὑπὲρ τοῦ κοινωφελοῦς πραγματευόμενοι διατελοῦσιν.

ἀλλ’ ἑτέρων ἕτεραι πραγματεῖαι, αἷς ἐπαποδύντες
ἀόκνως διαθλοῦσιν, οὐ κρυμὸν ‚ οὐ θάλπος, οὐχ ὅσα 
ἀέρος νεωτερίσματα προφασιζόμενοι · πρὶν δ’ ἥλιον
ἀνασχεῖν ἐπὶ τὰ συνήθη τρεπόμενοι, δυομένου μόλις
 ἐπανίασι χαίροντες, οὐχ ἧττον τῶν ἐν τοῖς γυμνικοῖς
ἐξεταζομένων ἀγῶσιν.

ὑπολαμβάνουσι γὰρ ἄττ’
ἂν ἐπιτηδεύσωσιν εἶναι βιωφελέστερα καὶ ἡδίω ψυχῇ
καὶ σώματι τὰ γυμνάσματα, καὶ πολυχρονιώτερα τῶν
ἐν ἀθλήσεσι, μὴ συναφηβῶντα τῇ τοῦ σώματος ἀκμῇ.

εἰσὶ γὰρ αὐτῶν οἱ μὲν γεηπόνοι, τῶν περὶ σπορὰν
καὶ γεωργίαν ἐπιστήμονες ‚ οἱ δ’ ἀγελάρχαι, παντοδαπῶν
θρεμμάτων ἡγεμόνες, ἔνιοι δὲ σμήνη μελιττῶν 

 
ἐπιτροπεύουσιν.

ἄλλοι δὲ δημιουργοὶ τῶν κατὰ
τέχνας εἰσὶν, ὑπὲρ τοῦ μηδὲν ὧν αἱ ἀναγκαῖαι χρεῖαι
βιάζονται παθεῖν ‚ οὐδὲν ἀναβαλλόμενοι τῶν εἰς
πορισμὸν ἀνυπαίτιον.

ἐκ δὴ τῶν οὕτως διαφερόντων
ἕκαστοι τὸν μισθὸν λαβόντες ἑνὶ διδόασι τῷ 
χειροτονηθέντι ταμίᾳ· λαβὼν δ’ ἐκεῖνος αὐτίκα τἀπιτήδεις
ὠνεῖται, καὶ παρέχει τροφὰς ἀφθόνους καὶ
τἄλλα ὧν ὁ ἀνθρώπινος βίος χρειώδης.

οἶ δ’
ὁμοδίαιτοι καὶ ὁμοτράπεζοι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν
 εἰσὶ τοῖς αὐτοῖς ἀσμενίζοντες ‚ ὀλιγοδεείας ἐρασταὶ, 
πολυτέλειαν ὡς ψυχῆς καὶ σώματος νόσον ἐκτρεπόμενοι.

κοινὴ δ’ οὐ τράπεζα μόνον , ἀλλὰ καὶ
ἐσθὴς αὐτοῖς ἐστί. πρόκεινται γὰρ χειμῶνι μὲν στιφραὶ
χλαῖναι, θέρει δ’ ἐξωμίδες εὐτελεῖς, ὡς εὐμαρῶς
ἐξεῖναι τῷ βουλομένῳ ἣν ἂν ἐθελήσῃ λαβεῖν, 
 ἐπειδὴ καὶ τὰ ἑνὸς ἀπάντων καὶ τὰ πάντων ἔμπαλιν
ἑνὸς ὑπείληπται.

καὶ μὴν εἴ τις αὐτῶν ἀσθενήσειεν,
ἐκ τῶν κοινῶν νοσηλεύεται, θεραπευόμενος
ταῖς ἁπάντων ἐπιμελείαις καὶ φροντίσιν. οἶ δὲ δὴ
πρεσβῦται κἂν εἰ τύχοιεν ἄτεκνοι, καθάπερ οὐ πολύπαιδες 
μόνον, ἀλλὰ καὶ σφόδρα εὔπαιδες, ἐν εὐτυχεστάτῳ
καὶ λιπαρωτάτῳ γήρᾳ τὸν βίον εἰώθασι
καταλύειν, ὑπὸ τοσούτων προνομίας ἀξιούμενοι καὶ
τιμῆς, ἑκουσίῳ γνώμῃ μᾶλλον ἢ φύσεως ἀνάγκῃ θεραπεύειν
 ἀξιούντων.

ἔτι τοίνυν ὅπερ ἢ μόνον 
 ἢ μάλιστα τὴν κοινωνίαν ἔμελλε διαλύειν ὀξυδερκέστερον
ἰδόντες γάμον παρῃτήσαντο μετὰ καὶ τοῦ
διαφερόντως ἀσκεῖν ἐγκράτειαν. Ἐσσαίων γὰρ οὐδεὶς
ἄγεται γυναῖκα, διότι φίλαυτον ἡ γυνὴ καὶ ζηλότυπον
οὐ μετρίως καὶ δεινὸν ἀνδρὸς ἤθη παλεῦσαι 
καὶ συνεχέσι γοητείαις ὑπάγεσθαι.

μελετήσασά
γὰρ θῶπας λόγους καὶ τὴν ἄλλην ὑπόκρισιν ‚ ὥσπερ

 
ἐπὶ σκηνῆς, ὄψεις καὶ ἀκοὰς ὅταν δελεάσῃ, διηπατημένων
οἱα ὑπηκόων, τὸν ἡγεμόνα νοῦν φενακίζει.

παῖδες δ’ εἰ γένοιντο, φρονήματος ὑποπλησθεῖσα
καὶ παρρησίας, ὅσα κατ’ εἰρωνείαν πρότερον ὑπούλως
 ὑπῃνίττετο, ταῦτα ἀπ’ εὐτολμοτέρου θράσους 
ἐκλαλεῖ καὶ ἀναισχυντοῦσα βιάζεται πράττειν, ὧν
ἕκαστον κοινωνίας ἐχθρόν.

ὁ γὰρ ἢ γυναικὸς
φίλτροις ἐνδεθεὶς ἢ τέκνων ἀνάγκῃ φύσεως προκηδόμενος
οὐκέτι πρὸς ἄλλους ὁ αὐτός ἐστιν ‚ ἀλλ’
 ἕτερος γέγονε λεληθὼς ἀντ’ ἐλευθέρου δοῦλος.

οὕτως γοῦν ὁ βίος ἐστὶν αὐτῶν περιμάχητος,
ὥστ’ οὐκ ἰδιῶται μόνον, ἀλλὰ καὶ μεγάλοι βασιλεῖς
ἀγάμενοι τοὺς ἄνδρας τεθήπασι, καὶ τὸ σεμνὸν αὐτῶν
ἀποδοχαῖς καὶ τιμαῖς ἔτι μᾶλλον σεμνοποιοῦσι.

Ταῦτα μὲν ἀπὸ τοῦ εἰρημένου κείσθω συγγράμματος·
ἀπὸ δὲ τοῦ Περὶ τοῦ πάντα σπουδαῖον
ἐλεύθερον εἶναι τὰ οὕτως ἔχοντα παραθήσομαι

“ εστι δὲ καὶ ἡ ἐν Παλαιστίνῃ Συρία καλοκαγαθίας
οὐ·κ ἄγονος, ἣν πολυανθρωποτάτου ἔθνους
 τῶν Ἰουδαίων οὐκ ὀλίγη μοῖρα νέμεται.

λέγονται
δέ τινες παρ’ αὐτοῖς ὄνομα Ἐσσαῖοι, πλῆθος ὑπὲρ
τετρακισχιλίους ‚ κατ’ ἐμὴν δόξαν οὐκ ἀκριβεῖ τύπῳ
διαλέκτου ‘Eλληνικῆς , παρώνυμοι ὁσιότητος ‚ ἐπειδὴ
κἀν τοῖς μάλιστα θεραπευταὶ θεοῦ γεγόνασιν ‚ οὐ
 ζῷα καταθύοντες, ἀλλ’ ἱεροπρεπεῖς τὰς ἑαυτῶν διανοίας
κατασκευάζειν ἀξιοῦντες.

οὗτοι τὸ μὲν
πρῶτον κωμηδὸν οἰκοῦσι τὰς πόλεις ἐκτρεπόμενοι,
διὰ τὰς τῶν πολιτευομένων χειροήθεις ἀνομίας, εἰδότες
ἐκ τῶν συνόντων, ὡς ἀπὸ ἀέρος φθοροποιοῦ
 νόσον, ἐγγινομένην προσβολὴν ψυχαῖς ἀνίατον.

ὧν
 

 
οἱ μὲν γεωπονοῦντες, οἱ δὲ τέχνας μετιόντες, ὅσαι
 συνεργάτιδες εἰρήνης, ἑαυτούς τε καὶ τοὺς πλησιάζοντας
ὠφελοῦσιν, οὐκ ἄργυρον καὶ χρυσὸν θησαυροφυλακοῦντες,
οὐδ’ ἀποτομὰς γῆς μεγάλας κτώμενοι
δι’ ἐπιθυμίαν προσόδων, ἀλλ’ ὅσα πρὸς τὰς ἀναγκαίας 
τοῦ βίου χρείας ἐκπορίζοντες.

μόνοι γὰρ ἐξ
ἁπάντων σχεδὸν ἀνθρώπων ἀχρήματοι καὶ ἀκτήμονες
αὐτοὶ γεγονότες, ἐπιτηδεύσει τὸ πλέον ἢ ἐνδείᾳ
εὐτυχίας) πλουσιώτατοι νομίζονται, τὴν ὀλιγοδἐειαν
καὶ εὐκολίαν, ὅπερ ἐστὶν, κρίνοντες περιουσίαν.

βελῶν ‚ ἢ ἀκόντων, ἢ ξιφιδίων, ἢ κράνους, ἢ θώρακος,
 ἢ ἀσπίδος, οὐδένα παρ’ αὐτοῖς ἂν εὕροις
δημιουργὸν, οὐδὲ συνόλως ὁπλοποιὸν, ἢ μηχανοποιὸν,
ἤ τι τῶν κατὰ πόλεμον ἐπιτηδεύοντα, ἀλλ’
οὐδ’ ὅσα κατ’ εἰρήνην εὐόλισθα εἰς κακίαν· ἐμπορίας 
γὰρ ἢ καπηλείας ἢ ναυκληρίας οὐδ’ ὄναρ ἴσασι,
τὰς εἰς πλεονεξίαν ἀφορμὰς ἀποδιοπομπούμενοι.

δοὐλός τε παρ’ αὐτοῖς οὐδὲ εἷς ἐστιν, ἀλλ’ ἐλεύθεροι
πάντες, ἀνθυπουργοῦντες ἀλλήλοις· καταγινώσκουσί
τε τῶν δεσποτῶν οὐ μόνον ὡς ἀδίκων 
ἰσότητα λυμαινομένων, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀσεβῶν, θεσμὸν
φύσεως ἀναιρούντων ‚ ἢ πάντας ὁμοίως γεννήσασα
 καὶ θρέψασα μητρὸς τρόπον ἀδελφοὺς γνησίους, οὐ
λεγομένους, ἀλλ’ ὄντας ὄντως ἀπειργάσατο.

ὧν
τὴν συγγένειαν ἡ ἐπίβουλος πλεονεξία παρευημερήσασα 
διέσεισεν, ἀντ’ οἰκειότητος ἀλλοτριότητα καὶ
 ἀντὶ φιλίας ἔχθραν ἐργασαμένη.

φιλοσοφίας τε
τὸ μὲν λογικὸν, ὡς οὐκ ἀναγκαῖον εἰς κτῆσιν ἀρετῆς,
λογοθήραις, τὸ δὲ φυσικὸν, ὡς μεῖζον ἢ κατὰ ἀνθρωπίνην
φύσιν, μετεωρολέσχαις ἀπολιπόντες, πλὴν ὅσον 
αὐτοῦ περὶ ὑπάρξεως θεοῦ καὶ τῆς τοῦ παντὸς γενέσεως
 φιλοσοφεῖται ‚ τὸ ἠθικὸν εὖ μάλα διαπονοῦσιν,

 
ἀλείπταις χρώμενοι τοῖς πατρῴοις νόμοις, οὓς ἀμήχανον
ἀνθρωπίνην ἐπινοῆσαι ψυχὴν ἄνευ κατακωχῆς
ἐνθέου.

τούτους ἀναδιδάσκονται μὲν καὶ παρὰ τὸν
ἄλλον χρόνον, ἐν δὲ ταῖς ἑβδόμαις διαφερόντως. ἱερὰ
 γὰρ ἡ ἑβδόμη νενόμισται, καθ᾿ ἣν τῶν ἄλλων ἀνέχοντες
ἔργων, εἰς ἱεροὺς ἀφικνούμενοι τόπους, οἳ
καλοῦνται συναγωγαὶ, καθ᾿ ἡλικίας ἐν τάξεσιν ὑπὸ
πρεσβυτέροις νέοι καθέζονται, μετὰ κόσμου τοῦ προσήκοντος
ἔχοντες ἀκροατικῶς. εἷς μέν τις τὰς βίβλους
 ἀναγινώσκει λαβὼν, ἕτερος δὲ τῶν ἐμπειροτάτων 
ὅσα μὴ γνώριμα παρελθὼν ἀναδιδάσκει· τὰ γὰρ
πλεῖστα διὰ συμβόλων ἀρχαιοτρόπῳ ζηλώσει παρ᾿
αὐτοῖς φιλοσοφεῖται.

παιδεύονται δὲ εὐσέβειαν,
ὁσιότητα, δικαιοσύνην, οἰκονομίαν, πολιτείαν, καὶ
 ἐπιστήμην τῶν πρὸς ἀλήθειαν ἀγαθῶν καὶ κακῶν
καὶ ἀδιαφόρων, αἱρέσεις ὧν χρὴ καὶ φυγὰς τῶν
ἐναντίων, νόμοις καὶ κανόσι τριττοῖς χρώμενοι, τῷ
τε φιλοθέῳ καὶ φιλαρέτῳ καὶ φιλανθρώπῳ.

τοῦ
μὲν οὖν φιλοθέου δείγματα μυρία παρέχει ἡ παρ᾿
 ὅλον τὸν βίον συνεχὴς καὶ ἐπάλληλος ἁγνεία, τὸ
ἀνώμοτον, τὸ ἀψευδὲς, τὸ πάντων μὲν ἀγαθῶν αἴτιον, 
κακοῦ δὲ μηδενὸς νομίζειν εἶναι τὸ θεῖον· τοῦ δὲ
φιλαρέτου τὸ ἀφιλοχρήματον, τὸ ἀφιλόδοξον, τὸ ἀφιλήδονον,
τὸ ἐγκρατὲς, τὸ καρτερικὸν, ἔτι δὲ ὀλιγοδέειαν,
 ἀφέλειαν, εὐκολίαν, τὸ ἄτυφον, τὸ νόμιμον,
τὸ εὐσταθὲς, καὶ ὅσα τούτοις ὁμοιότροπα· τοῦ δὲ
φιλανθρώπου δείγματα εὔνοια, ἰσότης, ἡ παντὸς
λόγου κρείττων κοινωνία, περὶ ἧς οὐκ ἄκαιρον
βραχέα εἰπεῖν.

πρῶτον τοίνυν οὐδενὸς οἰκία
 τίς ἐστιν ἰδία, ἣν οὐχὶ πάντων εἶναι κοινὴν συμβέβηκε.
πρὸς γὰρ τῷ κατὰ θιάσους συνοικεῖν ἀνα- 
πέπταται καὶ τοῖς ἑτέρωθεν ἀφικνουμένοις τῶν ὁμο-

 
ζήλων.

εἶτ’ ἐστὶ ταμεῖον ἓν πάντων καὶ δαπάναι ·
καὶ κοιναὶ μὲν ἐσθῆτες, κοιναὶ δὲ τροφαὶ συσσίτια
πεποιημένων. τὸ γὰρ ὁμωρόφιον ‚ ἢ ὁμοδίαιτον ‚ ἢ
ὁμοτράπεζον ‚ οὐκ ἄν τις εὕροι παρ’ ἑτέροις μᾶλλον
ἔργῳ βεβαιούμενον, καὶ μήποτ’ εἰκότως ·

ὅσα γὰρ 
ἂν μεθ’ ἡμέραν ἐργασάμενοι λάβωσιν ἐπὶ μισθῷ,
ταῦτ’ οὐκ ἴδια φυλάττουσιν ‚ ἀλλ’ εἰς μέσον προτιθέντες
κοινὴν τοῖς ἐθέλουσι χρῆσθαι τὴν ἀπ’ αὐτῶν
 παρασκευάζουσιν ὠφέλειαν· οἵ τε νοσοῦντες οὐχ ὅτι
πορίζειν ἀδυνατοῦσιν ἀμελοῦνται, πρὸς τὰς νοσηλείας 
ἐκ τῶν κοινῶν ἔχοντες ἐν ἑτοίμῳ, ὡς μετὰ πάσης
ἀδείας ἐξ ἀφθονωτέρων ἀναλίσκειν.

αἰδὼς δ’
ἐστὶ πρεσβυτέρων καὶ φροντὶς, οἵα γονέων ὑπὸ γνησίων
παίδων, χερσὶ καὶ διανοίαις μυρίαις ἐν ἀφθονίᾳ
τῇ πάσῃ γηροτροφουμένων. τοιούτους ἡ δίχα περιεργίας 
Ἑλληνικῶν ὀνομάτων ἀθλητὰς ἀρετῆς ἀπεργίζεται
φιλοσοφία, γυμνάσματα προτιθεῖσα τὰς
ἐπαινετὰς πράξεις, ἐξ ὧν ἡ ἀδούλωτος ἐλευθερία
βεβαιοῦται.

σημεῖον δὲ, πολλῶν κατὰ καιροὺς
 ἐπαναστάντων τῇ χώρᾳ δυναστῶν ‚ καὶ φύσεσι καὶ 
προαιρέσεσι χρησαμένων διαφερούσαις ‚ οἱ μὲν γὰρ
εἰς τὸ ἀτίθασον ἀγριότητα θηρίων ἐκνικῆσαι σπουδάσαντες,
οὐδὲν παραλιπόντες τῶν εἰς ὠμότητα,
τοὺς ὑπηκόους ἀγεληδὸν ἱερεύοντες ‚ ἢ καὶ ζῶντας
ἔτι μαγείρων τρόπον κατὰ μέρη καὶ μέλη καεουργοῦντες, 
ἄχρι τοῦ τὰς αὐτὰς ὑπομεῖναι συμφορὰς
ὑπὸ τῆς τὰ ἀνθρώπεια ἐφορώσης δίκης, οὐκ ἐπαύσαντο·
 ’

οἶ δὲ τὸ παρακεκινημένον καὶ λελυττηκὸς
 εἰς ἑτέρας εἶδος κακίας μεθαρμοσάμενοι, πικρίαν
ἄλεκτον ἐπιτηδεύσαντες, ἡσυχῆ διαλαλοῦντες, ἠρεμαιοτέρας 
φωνῆς ὑποκρίσει βαρύμηνι ἦθος ἐπιδεικνύμενοι,
κυνῶν ἰοβόλων τρόπον προσσαίνοντες,

 
ἀνιάτων γενόμενοι κακῶν αἴτιοι, κατὰ πόλεις μνημεῖα
τῆς ἑαυτῶν ἀσεβείας καὶ μισανθρωπίας ἀπέλιπον τὰς
τῶν πεπονθότων ἀλήστους συμφοράς.

ἀλλὰ γὰρ
οὐδεὶς οὔτε τῶν σφόδρα ὠμοθύμων οὔτε τῶν πάνυ
 δολερῶν καὶ ὑπούλων ἴσχυσε τὸν λεχθέντα τῶν Ἐσσαίων 
ἢ Ὁσίων ὅμιλον αἰτιάσασθαι· πάντες δ’ ἀσθενέστεροι
τῆς τῶν ἀνδρῶν καλοκαγαθίας γενόμενοι
καθάπερ αὐτονόμοις καὶ ἐλευθέροις οὖσιν ἐκ φύσεως
προσηνέχθησαν ‚ ᾄδοντες αὐτῶν τὰ συσσίτια καὶ τὴν
 παντὸς λόγου κρείττονα κοινωνίαν, ἣ βίου τελείου
καὶ σφόδρα εὐδαίμονός ἐστι σαφέστατον δεῖγμα.”

Τὰ μὲν οὖν τῆς φιλοσόφου παρὰ Ἰουδαίοις
ἀσκήσεως τε καὶ πολιτείας διὰ τῶνδε προκείσθω·
τὰ δὲ τοῦ λοιποῦ βίου, ὃν δὴ τῷ πλήθει τοῦ παντὸς
 ἔθνους οἱ θεῖοι διηγόρευον νόμοι, τέθειται προλαβὼν
ὁ λόγος.

τί δῆτα λείπεται ἐπὶ τούτοις ἢ 
καὶ τὰ τῆς τῶν νέων θεολογίας σύμφωνα ταῖς τῶν
προπατόρων εὐσεβείαις παραστήσασθαι, ὡς ἂν καὶ
τῆσδε τῆς ὑποθέσεως ἐντελὴς ἡμῖν ὁ λόγος ἀποδεδομένος
 εἴη ;

ἐπεὶ τοίνυν τὰ τῆς ἐνθέου γραφῆς
λόγια πρόκειται διὰ τοῦ πρὸ τούτου συγγράμματος,
φέρ’ οὖν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰ τῆς διανοίας τῶν παρὰ
Ἰουδαίοις σοφῶν ἐπαθρήσωμεν, ὡς ἂν μάθοιμεν
ὁποῖοί τινες καὶ έν τῇ θεολογίᾳ κἀν τῇ περὶ λόγους 
 ἀρετῇ παῖδες Ἑβραίων γεγόνασι. πάλιν οὖν τὸν
Φίλωνα παριτέον ἀπὸ τοῦ πρώτου τῶν Εἰς τὸν
Νόμον

“ Τινὲς γὰρ τὸν κόσμον μᾶλλον ἢ τὸν κοσμοποιὸν
θαυμάσαντες τὸν μὲν ἀγέννητόν τε καὶ
 ἀίδιον ἀπεφήναντο, τοῦ θεοῦ πολλὴν ἀπραξίαν
 

 
 ἀνάγνως καταψευσάμενοι ‚ δέον ἔμπαλιν τούτου τὰς
δυνάμεις ὡς ποιητοῦ καὶ πατρὸς καταπλαγῆναι ‚ τὸν
δὲ μὴ πλέον ἀποσεμνῦναι τοὐ μετρίου.

Μώσης
δὲ καὶ φιλοσοφίας ἐπ’ αὐτὴν φθάσας ἀκρότητα καὶ
χρησμοῖς τὰ πολλὰ καὶ συνεκτικώτατα τῶν τῆς φύσεως 
ἀναδιδαχθεὶς ἔγνω διότι ἀναγκαιότατόν ἐστιν ἐστιν
ἐν τοῖς οὖσι τὸ μὲεν ἴναι δραστήριον * * ὁ τῶν ὅλων
νοῦς ἐστιν εἰλικρινέστατος καὶ ἀκραιφνέστατος, κρείττων
ἢ ἐπιστήμη, καὶ κρείττων ἢ αὐτὸ τὸ ἀγαθὸν καὶ
αὐτὸ τὸ καλόν· τὸ δὲ παθητικὸν ἄψυχον καὶ ἀκί 
νῆτον ἐξ αὐτοῦ, κινηθὲν δὲ καὶ μετασχηματισθὲν καὶ
 ψυχωθὲν ὑπὸ τοῦ νοῦ μετέβαλεν εἰς τὸ τελειότατον
ἔργον τόνδε τὸν κόσμον · ὃν οἶ φάσκοντες ἀγέννητον
λελήθασι τὸ ὠφελιμώτατον καὶ ἀναγκαιότατον τῶν
εἰς εὐσέβειαν ὑποτεμνόμενοι, τὴν πρόνοιαν.

τοῦ 
μὲν γὰρ γεγονότος ἐπιμελεῖσθαι τὸν πατέρα καὶ
ποιητὴν αἱρεῖ λόγος. καὶ γὰρ πατὴρ ἐκγόνων καὶ
δημιουργὸς τῶν δημιουργηθέντων στοχάζεται τῆς
διαμονῆς, καὶ ὅσα μὲν ἐπιζήμια μηχανῇ πάσῃ διωθεῖται,
ὅσα δὲ ὠφέλιμα καὶ λυσιτελῆ πάντα τρόπον 
ἐκπορίζειν ἐπιποθεῖ· πρὸς δὲ τὸ μὴ γεγονὸς οἰκείωσις
οὐδεμία τῷ μὴ πεποιηκότι.

περιμάχητον δὲ
δόγμα καὶ ἀνωφελὲς ἀναρχίαν ὡς ἐν πόλει κατασκευάζειν
 τῷδε τῷ κόσμῳ, τὸν ἔφορον, ἢ βραβευτὴν,
ἢ δικαστὴν οὐκ ἔχοντι, ὑφ’ οὖ πάντα οἰκονομεῖσθαι 
καὶ πρυτανεύεσθαι θέμις.

ἀλλ’ ὅ γε μέγας Μωσῶς
ἀλλοτριώτατον τοῦ ὁρατοῦ νομίσας εἶναι τὸ
ἀγέννητον ‚ (πᾶν γὰρ τὸ αἰσθητὸν ἐν γενέσει καὶ
μεταβολαῖς οὐδέ ποτε κατὰ ταὐτὰ ὂν) τῷ μὲν ἀοράτῳ
καὶ νοητῷ προσένειμεν, ὡς ἀδελφὸν καὶ συγγενῆ, 
ἀιδιότητα, τῷ δ’ αἰσθητῷ γένεσιν τὸ οἰκεῖον ὄνομα
ἐπεφήμισεν.

ἐπεὶ οὖν ὁρατός τε καὶ αἰσθητὸς

 
ὅδε ὁ κόσμος, ἀναγκαίως ἂν εἴη καὶ γεννητὸς , ὄθεν 
οὐκ ἀπὸ σκοποῦ καὶ τὴν γένεσιν ἀνέγραψεν αὐτοῦ,
μάλα σεμνῶς θεολογήσας.

Ταῦτα μὲν οὖν περὶ τοῦ γεννητὸν εἶναι τὸν
 κόσμον. ὁ δὲ αὐτὸς ἀνὴρ καὶ περὶ τοῦ προνοίᾳ διοικεῖσθαι
κεῖσθαι τὸ πᾶν ἐν τῷ Περὶ προνοίας νεανικώτατα
διέξεισι, τὰς τῶν ἀθέων ἀντιθέσεις προτάξας καὶ
πρὸς αὐτὰς ἑξῆς ἀποκρινάμενος. καὶ τούτων δὲ, εἰ
καὶ μακρότερα δόξειεν) ἀλλ’ ὡς ἀναγκαῖα τὰ πλείστα
 συντεμὼν ἐκθήσομαι. κατασκευάζει δὲ τὸν λόγον
τοῦτον ’τον τρόπον

“πρόνοιαν Πρόνοιαν εἶναι λέγεις ἐν τοσαύτῃ τῶν 
πραγμάτων ταραχῇ καὶ συγχύσει ; τί γὰρ τῶν κατὰ
τὸν ἀνθρώπινον βίον διατέτακται; τί μὲν οὖν οὐκ
 ἀταξίας γέμει καὶ φορᾶς ; ἢ μόνος ἀγνοεῖς ὅτι τοῖς
μὲν κακίστοις καὶ πονηροτάτοις ἄφθονα ἐπικωμάζει 
τὰ ἀγαθὰ, πλοῦτος, εὐδοξία, τιμαὶ παρὰ τοῖς πλήθεσιν·
ἡγεμονία πάλιν, ὑγεία, εὐαισθησία, κάλλος,
ἰσχὺς, ἀπόλαυσις ἡδονῶν ἀκώλυτος, διά τε παρασκευῶν
 περιουσίαν καὶ διὰ τὴν εἰρηνικωτάτην σώματος
εὐμοιρίαν; οἱ δὲ φρονήσεως καὶ ἀρετῆς ἁπάσης
ἐρασταί τε καὶ ἀσκηταὶ πάντες εἰσὶν, ὀλίγου δέω
φάναι, πένητες, ἀφανεῖς, ἄδοξοι, ταπεινοί;’’

Ταῦτα εἰς ἀνασκευὴν καὶ μυρία ἄλλα πλείω
 τούτων εἰπὼν ἑξῆς ἐπιλύεται τὰς ἀντιθέσεις διὰ
τούτων 
 Οὐ τύραννος ὁ θεὸς, ὠμότητα καὶ βίαν καὶ ὅσα
δεσπότης ἀνημέρου ἀρχῆς ἔργα ἐπιτετηδευκὼς, ἀλλὰ
βασιλεὺς ἥμερον καὶ νόμιμον ἀνημμένος ἡγεμονίαν,
 μετὰ δικαιοσύνης τὸν σύμπαντα οὐρανόν τε καὶ
 

 
κόσμον βραβεύει.

βασιλεῖ δὲ οὐκ ἔστι πρόσρησις
οἰκειοτέρα πατρός. ὃ γὰρ ἐν ταῖς συγγενείαις πρὸς
τέκνα γονεῖς, τοῦτο βασιλεὺς μὲν πρὸς πόλιν , πρὸς
δὲ κόσμον ὁ θεὸς, δύο κάλλιστα φύσεως θεσμοῖς ἀκινήτοις
ἀδιαλύτῳ ἑνώσει ἁρμοσάμενος, τὸ ἡγεμονικὸν 
 μετὰ τοῦ κηδεμονικοῦ.

καθάπερ οὖν τῶν ἀσώτων
υἱέων οὐ περιορῶσιν οἱ τοκέες , ἀλλὰ τῆς ἀτυχίας
οἶκτον λαμβάνοντες περιέπουσι καὶ τημελοῦσι, νομίζοντες
ἐχθρῶν ἀσπόνδων ἔργον εἶναι κακοπραγίαις
ἐπεμβαίνειν, φίλων δὲ καὶ συγγενῶν ἐπελαφρίζειν 
τὰ πταίσματα·

πολλάκις δὲ καὶ τούτοις μᾶλλον
ἢ τοῖς σώφροσιν ἐπιδαψιλευόμενοι χαρίζονται, σαφῶς
εἰδότες ὡς ἐκείνοις μὲν ἄφθονος εἰς εὐπορίαν ἀφορμὴ
πάρεστιν ἡ σωφροσύνη , τοῖς δ’ ἐλπὶς μία οἷ γονεῖς,
ἦς εἰ σφαλεῖεν , ἀπορήσουσι καὶ τῶν ἀναγκαίων·

τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ὁ θεὸς , λογικῆς συνέσεως
πατὴρ ὢν, ἀπάντων μὲν τῶν λογισμοῦ μεμοιραμένων
κήδεται, προμηθεῖται δὲ καὶ τῶν ὑπαιτίως ζώντων,
ἅμα μὲν καιρὸν εἰς ἐπανόρθωσιν αὐτοῖς διδοὺς, ἅμα
δὲ καὶ τὴν ἵλεων φύσιν αὐτοῦ μὴ ὑπερβαίνων , ἧς 
ὀπαδὸς ἀρετὴ καὶ φιλανθρωπία γέγονεν, ἐπαξία τὸν
θεῖον περιπολεῖν οἶκον. ”

“Ἔνα μὲν δὴ λόγον τοῦτον, ὠ ψυχὴ, δέξαι
τέως αὐτοῦ παρακαταθήκην , ἕτερον δὲ συνῳδὸν καὶ
ἐναρμόνιον αὐτῷ τοιόνδε μὴ τοσοῦτόν ποτε ψευσθείης 
τῆς ἀληθείας ὡς εὐδαίμονά τινα τῶν φαύλων
εἷναι νομίσαι, κἂν πουσιώτερος μὲν ᾖ Κροίσου, Λυγκέως
δ’ ὀξυωπέστερος, ἀνδρειότερος δὲ τοῦ Κροτωνιάτου
Μίλωνος, καλλίων δὲ Γανυμήδους,
 ὄν ὃν καὶ ἀνηρείψαντο θεοὶ Διὶ οἰνοχοεύειν, 
 κάλλεος εἵνεκα οἷο.

τὸν γοῦν ἴδιον δαίμονα, λέγω δὲ τὸν ἑαυτοῦ νοῦν, 

 
μυρίων ὅσων δεσποτῶν δοῦλον ἀποφήνας, ἔρωτος,
ἐπιθυμίας , ἡδονῆς, φόβου , λύπης , ἀφοσύνης, ἀκολασίας,
δειλίας, ἀδικίας, οὐκ ἂν εἶναί ποτε δύναιτο
εὐδαίμων, κἂν οἱ πολλοὶ σφαλλόμενοι κρίσεως ἀληθοῦς
 νομίζωσι, δεκασθέντες ὑπὸ κακοῦ διδύμου,
τύφου καὶ κενῆς δόξης, δεινῶν παλεῦσαι καὶ παρα-
γαγεῖν ἀνερματίστους ψυχὰς , περὶ ἃ κηραίνει γένος 
τὸ πλεῖστον ἀνθρώπων.

εἰ μέντοι τὸ τῆς ψυχῆς
ὄμμα τείνας βουληθείης περιαθρῆσαι θεοῦ πρόνοιαν,
 ὡς ἔνεστιν ἀνθρωπίνῳ λογισμῷ, τρανοτέραν τὴν τοῦ
πρὸς ἀλήθειαν ἀγαθοῦ λαβὼν φαντασίαν, γελάσῃ τὰ
παρ’ ἡμῖν, ἃ τέως ἐθαύμαζες. ἀεὶ γὰρ ἀπουσίᾳ τῶν
κρειττόνων τιμᾶται τὰ χείρονα, τὴν ἐκείνων κληρονομοῦντα 
τάξιν· ἐπιφανέντων δὲ ὑποστέλλει, δευτερείοις
 ἄθλων ἀρκούμενα.

καταπλαγεὶς οὖν τὸ
θεοειδὲς ἐκεῖνο ἀγαθόν τε καὶ καλὸν, πάντως ἐννοἠσεις
ὅτι παρὰ θεῷ τῶν εἰρημένων πρότερον οὐδὲν
καθ’ ἑαυτὸ τῆς ἀγαθοῦ μοίρας ἠξίωται, διότι τὰ μὲν 
ἀργύρου μέταλλα καὶ χρυσοῦ γῆς ἐστιν ἡ φαυλοτάτη
 μοῖρα , τῆς πρὸς κὰρ πῶν ἀνειμένης γένεσιν ὅλῳ καὶ
τῷ παντὶ λειπομένη .

οὐ γάρ ἐσθ’ ὅμοιον τροφῆς,
ἧς ἄνευ ζῆν ἀδύνατον, εὐπορία χρημάτων. μία τούτων
ἐστὶ βάσανος ἐναργεστάτη λιμὸς, ᾧ τὸ πρὸς άλήθειαν
ἀναγκαῖον καὶ χρήσιμον δοκιμάζεται · θησαυσοὺς
 γὰρ τοὺς πανταχοῦ πάντας ἀντικαταλλάξαιτ’
ἄν τις βραχείας ποτὲ τροφῆς ἄσμενος.

ὅταν δὲ
ἡ τῶν ἀναγκαίων ἀφθονία μυρίῳ φορᾶς ἀκατασχέτῳ
πλήθει ῥυεῖσα κατὰ πόλεις ἀναχέηται , τοῖς τῆς φύσεως
ἀγαθοῖς ἐντρυφῶντες ἐπ’ αὐτῶν μόνων οὐκ
 ἀξιοῦμεν ἵστασθαι , κόρον δ’ ὑβριστὴν ἡγεμόνα τοῦ
βίου ποιησάμενοι, ἀργύρου τε καὶ χρυσοῦ κτήσεσιν 
ἐπαποδύντες , ἅπασι, παρ’ ὧν ἄν τι κερδανεῖν ἐπελ-

 
πέσωμεν, κονιόμεθα καθάπερ τυφλοὶ, μηκέτι τῇ δια-
νοίᾳ βλέποντες ὑπὸ φιλαργυρίας ὅτι γῆς εἰσιν ὄγκοι,
περὶ ὣν ἐκ μὲν εἰρήνης συντχὴς καὶ ἀδιάστατος πόλεμος.

ἐσθῆτές γε μὴν προβάτων εἰσὶν, ὡς οἶ
ποιηταί πού φασιν , ἄνθος , κατὰ δὲ τὴν δημιουργὸν 
τέχνην ὑφαντῶν ἔπαινος. εἰ δέ τις ἐπὶ δόξῃ μέγα
φρονεῖ, τὴν παρὰ τῶν φαύλων ἀποδοχὴν ἀδπαξόηενος,
 ἴστω μὲν καὶ αὐτὸς φαῦλος ὤν· τὸ γὰρ ὅμοιον
χαίρει τῷ ὁμοίῳ·

εὐχέσθω δὲ καθαρσίων μεταλαχὼν
ἰαθῆναι τὰ ὦτα, δι’ ὧν αἱ μεγάλαι ψυχῇ νόσοι 
κατασκήπτουσι. μαθἐτωσαν δὲ καὶ ὅσοι ἐπ’ εὐτονίᾳ
πεφύσηνται μὴ ὑψαυχενεῖν , ἀπιδόντες εἰς τὰς τῶν
ἡμέρων καὶ ἀτιθάσων ζῴων ἀμυθήτους ἀγέλας, αἷς
ἰσχὺς καὶ ῥώμη συγγεγένηνται. τῶν γὰρ ἀτοπωτάτων
ἐστὶν ἐπὶ θηρίων ἀρεταῖς, καὶ ταῦτα σεμνύνεσθαι. 
μένον ὑπ’ αὐτῶν ἄνθρωπον ὄντα σεμνύνεσθαι.

διὰ τί δ’ ἄν τις εὖ φρονῶν ἐπὶ σώματος εὐμορφίᾳ
ἀγάλλοιτο , ἣν βραχὺς καιρὸς ἔσβεσε, πρὶν ἐπὶ
μήκιστον ἀνθῆσαι, τὴν ἀπατηλὴν αὐτῆς ἀκμὴν ἀμαυρώσας,
καὶ ταῦθ’ ὁρῶν ἐν ἀψύχοις περιμάχητα καλλιγράφων 
ἔργα καὶ πλαστῶν καὶ ἄλλων τεχνιτῶν, ἔν
τε ζωγραφήμασι καὶ ἀνδριᾶσι καὶ ὑφασμάτων ποικιλίαις,
ἐν Ἑλλάδι καὶ βαρβάρῳ κατὰ πόλιν ἑκάστην
 εὐδοκιμοῦντα;

τούτων οὑν, ὅπερ ἔφην, οὐδὲν
παρὰ θεῷ τῆς ἀγαθοῦ μοίρας ἠξίωται. καὶ τί θανμάξομεν 
εἰ μὴ παρὰ θεῷ; οὐδὲ γὰρ παρὰ ἀνθρώποις
τοῖς θεοφιλέσι, παρ’ οἶς τὰ πρὸς ἀλήθειαν ἀγαθὰ
καὶ καλὰ τετίμηται, φύσεως μὲν εὐμοίρου λαχοῦσι,
μελέτῃ δὲ μετ’ ἀσκήσεως τὴν φύσιν ἐπικοομŕισασιν,
ὧν ἡ ἄνοθος φιλοσοφία δημιουργός.

ὅσοι δὲ 
νόθου παιδείας ἐπεμελήθησαν, οὐδὲ τοὺς ἰατροὺς
ἐμιμήσαντο τὸ δοῦλον ψυχῆς σῶμα θεραπεύοντας οἶ

 
τὴν δέσποιναν ἐπιφάσκοντες ἰᾶσθαι. ἐκεῖνοι μὲν γὰρ,
ἐπειδάν τις εὐτυχὴς νοσήσῃ, κἂν ὁ μέγας ᾖ βασιλεὺς,
πάνθ’ ὑπερβάντες τὰ περίστῳα, τοὺς ἀνδρῶνας, τὰς
γυναικωνίτιδας, γραφὰς, ἄργυρον, χρυσὸν , ἄσημον,
 ἐπίσημον, ἐκπωμάτων ἢ ὑφασμάτων πλῆθος, τὸν 
ἄλλον τῶν βασιλέων ἀοίδιμον κόσμον, ἔτι δὲ τὸν
οἰκετικὸν ὄχλον, καὶ τὴν φίλων ἢ συγγενῶν, ὑπηκόων
τῶν ἐν τέλει θεραπείαν ἄξαντες, τῶν σωματοφυλάκων,
ἄχρι τῆς εὐνῆς ἀφικόμενοι, καὶ τῶν περὶ 
 αὐτὸ τὸ σῶμα ἀλογήσαντες, οὔθ’ ὅτι κλῖναι λιθοκόλλητοι
καὶ ὁλόχρυσοι θαυμάσαν1ες, οὔθ’ ὅτι ἀσαχνοϋφεῖς
ἢ λινορραφούμεναι στρωμναὶ, οὔθ’ ὅτι ἐσθημάτων
ἰδέαι διάφοροι· προσέτι δὲ τὰς περὶ αὐτὸν
χλαίνας ἀπαμφιάσαντες ἅπτονται χειρῶν καὶ τὰς 
 φλέβας προσπιεζοῦντες ἀκριβοῦσι τοὺς παλμοὺς, εἰ
σωτήριοι· πολλάκις δὲ καὶ τοὺς χιτωνίσκους ἀναστείλαντες
εἰ περιπληθής ἐσθ’ ἡ γαστὴρ ἐξετάξουσιν,
εἰ πεπυρωμένος ὁ θώραξ, εἰ ἄτακτα ἡ καρδία
πηδᾷ· κἄπειτα τὴν οἰκείαν προσφέρουσι θεραπείαν.

ἔδει δὲ καὶ τοὺς φιλοσόφους ἰατρικὴν ὀμολογοῦντας
ἐπιτηδεύειν ἐπιτηδεύειν τῆς φύσει βασιλίδος ψυχῆς , καταφρονεῖν
μὲν ἁπάντων ὅσα αἶ κεναὶ δόξαι τυφλορλαστοῦδιν,
εἴσω δὲ προσιόντας ἅπτεσθαι διανοίας αὐτῆς,
εἰ ὑπ’ ὀργῆς ἀνισοταχεῖς καὶ παρὰ φύσιν κεκινημένοι
 παλμοί· ἅπτεσθαι καὶ γλώττης, εἰ τραχεῖα καὶ κακήγορος, 
εἰ πεπορνευκυῖα καὶ ἀταμίευτος· ἅπτεσθαι
καὶ γαστρὸς, εἰ ἀπλήστῳ σχήματι ἐπιθυμίας διῴδηκε ·
καὶ συνόλως παθῶν καὶ νοσημάτων καὶ ἀρρςστημάτων,
εἰ κεκράσθαι δοκεῖ, διερευνᾶν ἕκαστον, ἵνα μὴ
 διαμαρτάνωσι τῶν προσφόρων εἰς τὸ σώζειν.

νυνὶ
δὲ ὑπὸ τῆς τῶν ἔξω περιαυγασθέντες λαμπρότητος,
ἄτε νοητὸν φῶς ἰδεῖν ἀδυνατοῦντες , πλαζόμενοι

 
 διετέλεσαν εἰς τὸν αἰῶνα, πρὸς μὲν τὸν βασιλέα λόγισμὸν
φθάσαι μὴ δυνηθέντες, ἄχρι δὲ τῶν προπυλαίων
μόλις ἀφικνούμενοι, καὶ τοὺς ἐπὶ θύραις ἀρετῆς,
πλοῦτόν τε καὶ δόξαν καὶ ὑγείαν καὶ τὰ συγγενῆ
τεθαυμακότες, προσεκύνουν.

ἀλλὰ γὰρ ὡς ὑπερβολὴ 
μανίας χρωμάτων κριταῖς χρῆσθαι τυφλοῖς ἢ
κωφοῖς τῶν κατὰ μουσικὴν φθόγγων, οὕτω καὶ
φαύλοις ἀνδράσι τῶν πρὸς ἀλήθειαν ἀγαθῶν. καὶ
γὰρ οὗτοι τὸ κυριώτατον τῶν ἐν αὐτοῖς διάνοιαν πεπήρωνται,
ἧς βαθὺ σκότος ἀφροσύνη κατέχεεν.

εἶτα 
νῦν θαυμάζομεν εἰ Σωκράτης καὶ ὁ δεῖνα ἢ ὁ δεῖνα
 τῶν σπουδαίων ἐν πενίᾳ διετέλεσαν, ἄνθρωποι μηδὲν
πώποτε τῶν εἰς πορισμὸν ἐπιτηδεύσαντες, ἀλλὰ μηδ᾿
ὅσα ἢ παρὰ φίλων πολυχρημάτων ἢ παρὰ βασιλέων
δωρεὰς μεγάλας προτεινόντων [παρῆν] λαβεῖν ἀξιώσαντες, 
ἕνεκα τοῦ μόνον ἀγαθὸν καὶ καλὸν τὴν τῆς
ἀρετῆς κτῆσιν ἡγεῖσθαι, περὶ ἣν πονούμενοι τῶν ἄλλων
ἀγαθῶν πάντων ἠλόγουν;

τίς δ᾿ οὐκ ἂν
ἀλογήσαι νόθων ἕνεκα προνοίας τῶν γνησίων; εἰ δὲ
σώματος θνητοῦ μεταλαχόντες καὶ κηρῶν γέμοντες 
 ἀνθρωπίνων, καὶ μετὰ τοσούτου πλήθους ἀδίκων
ζῶντες, ὧν οὐδ᾿ ἀριθμὸν εὑρεῖν εὔπορον, ἐπεβουλεύθησαν,
τί τὴν φύσιν αἰτιώμεθα, δέον τὴν τῶν ἐπιθεμένων
κακίζειν ὠμότητα;

καὶ γὰρ εἰ ἐν ἀέρι
γεγένηντο λοιμικῷ, πάντως ὤφειλον νοσῆσαι· καταστάσεως 
δὲ λοιμικῆς μᾶλλον, ἢ οὐχ ἧττον, φθοροποιός
ἐστιν ἡ κακία. ὡς δ᾿ ὁπόταν ὑετοῦ μὲν ὄντος,
ἀνάγκη τὸν σοφὸν, εἰ ἐν ὑπαίθρῳ διάγοι, καταβρέχεσθαι,
βορέου δὲ ψυχροῦ καταπνέοντος ῥίγει πιέζε-
 σθαι [καὶ ψύχει], θέρους δ᾿ ἀκμάζοντος ἀλεαίνεσθαι, 
(ταῖς γὰρ ἐτησίοις τροπαῖς τὰ σώματα συμπάσχειν
νόμος φύσεως) τὸν αὐτὸν τρόπον τὸν ἐν τοῖς τοιού-

 
τοῖς χωρίοις ἐνοικοῦντα, ἔνθα φόνοι τελοῦνται καὶ
ἄλλων ἔθνεα κηρόν , ἐναλλάττεσθαι τὰς ἀπὸ τῶν τοιούτων
τιμὰς ἀναγκαῖον.

ἐπεὶ Πολυκράτει γε,
ἐφ’ οἷς δεινοῖς ἠδίκησε καὶ ἠσέβησε, χορηγὸς ἀπἠντνσε,
 χείρων μὲν ἡ τοῦ βίου βαρυδαιμονία· πρόσθες
δ’ ὡς ὑπὸ μεγάλου βασιλέως ἐκολάζετο καὶ προσηλοῦτο,
χρησμὸν ἐκπιπλὰς, οἶδα, ἔφη , κἀμαυτὸν οὐ 
πρὸ πολλοῦ ᾐωρῆσθαι δόξαντα ὑπὸ μὲν ἡλίου ἀλεἰφεσθαι,
λούεσθαι δ’ ὑπὸ Δῖός. αἶ γὰρ διὰ συμβόλων
 αἰνιγματώδεις αὗται φάσεις , ἀδηλούμεναι τὸ πάλαι, 
τὴν διὰ τῶν ἔργων ἀριδηλοτάτην ἐλάμβανον πίστιν.

οὐκ ἐπὶ τελευτῇ δὲ μόνον, ἀλλὰ παρὰ πάντα τὸν
ἐξ ἀρχῆς βίον, ἐλελήθει πρὸ τοῦ σώματος τὴν ψυχὴν
κρεμάμενος. ἀεὶ γὰρ φοβούμενος καὶ τρέμων τὸ
 πλῆθος τῶν ἐπιτιθεμένων ἐπτόητο, σαφῶς ἐξεριστάμενος
ὅτι εὔνους μὲν ἦν οὐδεὶς, ἐχθροὶ δὲ πάντες
δυσπραξίᾳ ἀμείλικτοι.’’

“ Τῆς δὲ ἀνηνύτου καὶ συνεχοῦς Διονυσίου
εὐλαβείας μάρτυρες οἶ τὰ Σικελικὰ συγγράψαντες, οἴ 
 φασιν ὅτι καὶ τὴν θυμηρεστάτην ὕποπτον εἶχε γυναῖκα
σημεῖον δέ· τὴν εἰς τὸ δωμάτιον εἴσοδον, δι’ ἧς φοιτήσειν
ἔμελλεν ὡς αὐτὸν, ἐκέλευσε στορεσθῆναι σανίσιν,
ἔνα μὴ λάθῃ ποτὲ παρεισερπύσασα , ψόφῳ δὲ
καὶ κτύπῳ τῆς ἐπιβάσεως προμηνύῃ τὴν ἄφιξιν· εἶτ’
 οὐκ ἀνείμονα μόνον, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς μέρεσι γυμνήν,
ἃ μὴ θέμις ὑπ’ ἀνδρῶν ὁρᾶσθαι, παρέρχεσθαι·
πρὸς δὲ τούτοις τὸ συνεχὲς τοῦ κατὰ τὴν ὁδὸν ἐδάφους
εἰς τάφρου γεωργικῆς εὖρος καὶ βάθος διακοπηναι,
κατὰ δέος μή τι πρὸς ἐπιβουλὴν ἀφανῶς ἐρικρὐρτηται, 
 κρύπτηται , ὅπερ ἢ ἅλμασιν ἢ μακραῖς διαβάσεσιν
ἔμελλε διελέγχεσθαι.

πόσων ἄρα κακῶν ὁ ταῦτα
παρατηρῶν καὶ τεχνάζων ἐπὶ γυναικὸς . ᾖ πρὸ τῶν

 
ἄλλων ὤφειλε πιστεύειν, μεστὸς ἦν; ἀλλὰ γὰρ ἐῴκει
τοῖς δι᾿ ἀπορρῶγος ὄρους ἐπὶ τῷ τὰς ἐν οὐρανῷ φύσεις
ἀριδηλοτέρας κατανοῆσαι κρημνοβατοῦσιν, οἳ
μόλις φθάνοντες ἄχρι προνενευκότος αὐχένος οὔτ᾿
ἀναχωρεῖν ἔτι δύνανται, πρὸς τὸ λειπόμενον ὕψος 
 ἀπειρηκότες, οὔτε καταβαίνειν θαρροῦσι, πρὸς τὴν
ὄψιν τῶν χασμάτων ἰλιγγιῶντες.

ἐρασθεὶς γὰρ,
ὡς θείου πράγματος καὶ περιμαχήτου, τυραννίδος
οὔτε μένειν οὔτε ἀποδιδράσκειν ἀσφαλὲς εἶναι ὑπελάμβανε.
μένοντι μὲν γὰρ ἀλλεπάλληλα ἐπέρρει κακὰ 
ἀμύθητα, βουλομένῳ δ᾿ ἀποδιδράσκειν ὁ περὶ τοῦ
ζῆν ἐπεκρέματο κίνδυνος, ὡπλισμένων, εἰ καὶ μὴ
τοῖς σώμασιν, ἀλλά τοι ταῖς διανοίαις κατ᾿ αὐτοῦ.

δηλοῖ δὲ καὶ τὸ ἔργον, ᾧ πρὸς τὸν μακαρίζοντα
τὸν τῶν τυράννων βίον φασὶ χρήσασθαι Διονύσιον. 
καλέσας γὰρ αὐτὸν ἐπὶ λαμπροτάτου καὶ πολυτελεστάτου
δείπνου παρασκευὴν, ἐκ μηρίνθου πάνυ λεπτῆς
προσέταξεν ἠκονημένον ὑπεραιωρηθῆναι πέλεκυν.
ἐπεὶ δὲ κατακλιθεὶς εἶδεν αἰφνίδιον, οὔτ᾿
ἐξαναστῆναι θαρρῶν διὰ τὸν τύραννον, οὔτ᾿ ἀπολαῦσαί 
τινος τῶν παρεσκευασμένοιν διὰ δέος οἷός τε
ὢν, ἀφθόνων καὶ πλουσίων ἀλογήσας ἡδονῶν, ἀνατείνας
τὸν αὐχένα καὶ τὰς ὄψεις ἐκαραδόκει τὸν
οἰκεῖον ὄλεθρον.

συνεὶς δ᾿ ὁ Διονύσιος, ἆρ᾿ ἤδη
κατανοεῖς, ἔφη, τὸν ἀοίδιμον καὶ περιμάχητον ἡμῶν 
βίον; ἔστι γὰρ τοιοῦτος, εἰ μὴ βούλοιτό τις ἑαυτὸν
φενακίζειν, ἐπειδὴ περιέχει παμπληθεῖς μὲν χορηγίας,
 ἀπόλαυσιν δ᾿ οὐδενὸς χρηστοῦ, φόβους δ᾿
ἐπαλλήλους καὶ κινδύνους ἀνηκέστους καὶ νόσον
ἑρπηνώδους καὶ φθινάδος χαλεπωτέραν, ἀθεράπευτον 
ἀεὶ φέρουσαν ὄλεθρον.

οἱ δὲ πολλοὶ τῶν
ἀνεξετάστων ὑπὸ τῆς λαμπρᾶς φανερότητος ἀπατώ-

 
μένοι ταὐτὸν πεπόνθασι τοῖς ἀγκιστρευομένοις ὑπὸ
τῶν εἰδεχθῶν ἑταιρίδων , ἃ τὴν δυσμορφίαν ἐσθῆτι
καὶ χρυσῷ καὶ ταῖς τῆς ὄψεως ὑπογραφαῖς ἐπισκιά-
ζοντα, γνησίου κάλλους ἀπορίᾳ, νόθον ἐπ’ ἐνέδρᾳ
 τόν θεωμένων δημιουργεῖ.

τοιαύτης γέμουσι
βαρυδαιμονίας οἱ λίαν εὐτυχεῖς , ἧς τὰς ὑπερβολὰς 
αὐτοὶ δικάσαντες παρ’ ἑαυτοῖς οὐ στέγουσιν ^ ἀλλ’
ὥσπερ οἷ τὰ ἀρρωστήματα ὑπ’ ἀνάγκης ἐκλαλοῦντες
ἀφιᾶσι τὰς ἐκ πάθους ἀψευδεστάτας φωνὰς, ἐπὶ συν-
 οὐσίᾳ τιμωριῶν καὶ παρουσῶν καὶ προσδοκωμένων
ζῶντες , καθάπερ τῶν θρεμμάτων τὰ πρὸς ἱερουργίαν
πιαινόμενα. καὶ γὰρ ταῦτα τῆς πλείστης ἐπιμελείας 
ἐπὶ τῷ σφαγῆναι τυγχάνει διὰ πολύκρεων εὐωχίαν.

εἰσὶ δ’ οἷ καὶ περὶ χρημάτων ἀσεβῶν οὐκ ἀδή-
 λους, ἀλλὰ φανερὰς ἔδοσαν δίκας, ὧν τὰ πλήθη κα-
ταλέγεσθαι περιττὸς πόνος , ἀπόχρη δ’ ἓν ἔργον 
παράδειγμα πάντων ἑστάναι. λέγεται τοίνυν ὑπὸ
τῶν ἀναγεγραφότων τὸν ἱερὸν πόλεμον τὸν ἐν Φω-
κίδι , νόμου κειμένου τὸν ἱερόσυλον κατακρημνίζε-
 σθαι ἢ καταποντοῦσθαι ἢ καταπίμπρασθαι , τρεῖς
συλήσαντας τὸ ἐν Δελφοῖς ἱερὸν, Φιλόμηλον καὶ
Ὀνόμαρχον καὶ Φάϋλλον, διανείμασθαι τὰς τιμωρίας.
τὸν μὲν γὰρ διὰ λόφου τραχέος καὶ λιθώδους ῥαγεί-
ῥαγείσης πέτρας κατακρημνισθῆναί τε καὶ καταλευσθῆναι ’
 τὸν δὲ, ἀφηνιάσαντος τοῦ κομίζοντος ἵππου καὶ μέ-
χρι θαλάσσης καταβάντος, ἐπιδραμόντος τοῦ πελά- 
γους, εἰς ἀχανῆ βυθὸν αὐτῷ ζῴῳ καταδῦναι· Φάὐ̓λ-
λον δὲ φθινάδι νόσῳ (διττὸς γὰρ ὁ περὶ αὐτοῦ
λόγος) συντακῆναι, ἢ ἐν τῷ ἐνἈβαις ἱερῷ συνεμ-
 πρησθέντα ἀπολέσθαι.

ταῦτα γὰρ φιλονεἰκότα-
τον λέγειν ἀποβῆναι κατὰ τύχην. εἰ μὲν γάρ τινες ἢ
ἐν διαφέρουσι καιροῖς ἢ ἑτέραις ἐκολάσθησαν τιμω-

 
ρίαις, εἰκὸς ἦν τὸ ἄστατον τῆς τύχης προφασίζεσθαι
πάντων δ᾿ ἀθρόως καὶ ὑφ᾿ ἕνα καιρὸν καὶ μὴ ἑτέραις
τιμωρίαις, ἀλλὰ ταῖς περιεχομέναις ἐν τοῖς νόμοις
κολασθέντων εὔλογον φάσκειν ὅτι θεοῦ δικάσαντος
ἑάλωσαν.”

“Εἰ δέ τινες τῶν ὑπολειφθέντων βιαίων,
καὶ τοῖς πλήθεσιν ἐπαναστάντων, καὶ δουλωσαμένων
οὐ μόνον δήμους ἑτέρους, ἀλλὰ καὶ πατρίδας τὰς
ἑαυτῶν, ἀτιμώρητοι διετέλεσαν, θαυμαστὸν οὐδέν.
πρῶτον μὲν γὰρ οὐχ ὁμοίως ἄνθρωπος δικάζει καὶ 
θεὸς, διότι τὰ μὲν φανερὰ ἡμεῖς ἐρευνῶμεν, ὁ δὲ
ἄχρι μυχῶν ψυχῆς εἰσδυόμενος ἀψοφητὶ, καθάπερ ἐν
ἡλίῳ λαμπρὰν διάνοιαν αὐγάζει, ἀπαμπίσχων μὲν τὰ
 περίαπτα, οἷς ἐγκατείληπται, γυμνὰ δὲ περιαθρῶν
τὰ βουλήματα, καὶ διαγινώσκων εὐθὺς τά τε παράσημα 
καὶ δόκιμα.

μηδέποτ᾿ οὖν τὸ οἰκεῖον δικαστήριον
τοῦ θείου προκρίναντες ἀψευδέστερον αὐτὸ
καὶ εὐβουλότερον εἶναι φῶμεν· οὐ γὰρ ὅσιον. ἐν ᾧ
μὲν γὰρ πολλὰ τὰ σφάλλοντα, ἀπατηλαὶ αἰσθήσεις,
πάθη ἐπίβουλα, κακιῶν ὁ βαρύτατος ἐπιτειχισμὸς, ἐν 
ᾧ δὲ οὐδὲν μὲν τῶν ἐπ᾿ ἐξαπάτῃ, δικαιότης δὲ καὶ
ἀλήθεια, αἷς ἕκαστον βραβευόμενον ἐπαινετῶς ἐξορ-
 θοῦσθαι πέφυκεν.

ἔπειτ᾿, ὦ γενναῖε, μὴ νομίσῃς
ἀλυσιτελὲς ἐπίκαιρον εἶναι τυραννίδα.. οὐδὲ γὰρ ἡ
κόλασις ἀλυσιτελὲς, ἀλλὰ τιμωρίας διδόναι τοῖς ἀγαθοῖς 
ἢ ὠφελιμώτερον ἢ οὐκ ἀποδέον. οὗ χάριν ἐν
ἅπασι μὲν τοῖς ὀρθῶς γραφεῖσι παρείληπται νόμοις·
οἱ δὲ γράψαντες ὑπὸ πάντων ἐπαινοῦνται. ὅπερ γὰρ
ἐν δήμῳ τύραννος, τοῦτ᾿ ἐν νόμῳ κόλασις.

ἐπειδὰν
οὖν ἔνδεια μὲν καὶ σπάνις δεινὴ καταλάβῃ τὰς 
πόλεις ἀρετῆς, ἀφθονία δ᾿ ἀφροσύνης ἐπιπολάσῃ,
τηνικαῦτα ὁ θεὸς, ὥσπερ ῥεῦμα χειμάρρου τὴν φο-

 
’ρᾶν τῆς κακίας ἀποχετεῦσαι γλιχόμενος , ἵνα καθαρῇ
τὸ γένος ἡμῶν, ἰσχὺν καὶ κράτος δίδωσι τοῖς τὰς φύσεις 
ἀρχικοῖς.

ὠμῆς γὰρ δίχα ψυχῆς οὐ καθαίρεται
κακία. καὶ ὅνπερ τρόπον αἶ πόλεις ἐπ’ ἀνδροφόνοις
 καὶ προδόταις καὶ θεοσύλαις δημίους ἀνατρέφονδιν,
οὐ τὴν γνώμην ἀποδεχόμεναι τῶν ἀνδρῶν,
ἀλλὰ τὸ τῆς ὑπηρεσίας χρήσιμον ἐξετάζουσαι, τὸν
αὐτὸν τρόπον καὶ ὁ τῆς μεγαλοπόλεως τοῦδε τοῦ
κόσμου κηδεμὼν οἷα δημοκοίνους ἐφίστησι τοὺς
 τυράννους ταῖς πόλεσιν , ἐν αἷς ἂν αἴσθηται βίαν,
ἀδικίαν, ἀσέβειαν, τὰ ἄλλα κακὰ πλημμύροντα, ὅπως
ἤδη ποτὲ στάντα λωφήσῃ.

τηνικαῦτα καὶ τοὺς
αἰτίους, ὡς ἐκ δυσκαθάρτου καὶ ἀνηλεοῦς ψυχῆς
ὑπηρετήσαντας , ἐφ’ ἅπασιν , ὥσπερ τινὰς κορυφαίους, 
 ἀξιοῖ μετέρχεσθαι. καθάπερ γὰρ ἡ τοῦ πυρὸς 
δύναμις, ὅταν παραβληθεῖσαν ὕλην ἀναλώσῃ, τελευταῖον
αὑτὴν ἐπινέμεται, τοῦτον τὸν τρόπον καὶ
οἶ ἐπὶ τοῖς πλήθεσι δυναστείας εἰληφότες , ὅταν δαπανήσαντες
τὰς πόλεις κενὰς ἀνδρῶν ἐργάσωνται,
 τὰς ὑπὲρ ἁπάντων τίνοντες δίκας ἐπιδιαφθείρονται.

καὶ τί θαυμάζομεν εἰ διὰ τυράννων ὁ θεὸς κακίαν
ἀναχυθεῖσαν ἐν πόλεσι καὶ χώραις καὶ ἔθνεσιν 
ἀποδιοπομπεῖται; πολλάκις γὰρ μὴ χρώμενος ὐρηρέταις
ἄλλοις αὐτὸς δι’ ἑαυτοῦ τοῦτ’ ἐργάζεται, λιμὸν
 ἐπάγων ἢ λοιμὸν ἢ σεισμὸν καὶ ὅσ’ ἁ ἄλλα θεήλατα,
οἷς ὅμιλοι μεγάλοι καὶ πολυάνθρωποι καθ’ ἑκάστην
ἡμέραν ἀπόλλυνται, καὶ πολλὴ μοῖρα τῆς οἰκουμένης
ἐρημοῦται διὰ προμήθειαν ἀρετῆς. ”

“Ἰκανῶς μὲν οὖν εἴς γε τὰ παρόντα περὶ
 τοῦ μή τινα τῶν φαύλων εὐδαιμονεῖν, ὡς οἶμαι, λέλεκται·
δι’ οὗ μάλιστα παρίσταται τὸ εἶναι πρόνοιαν
εἰ δὲ μηδέπω πέπεισαι, τὸν ἔθ’ ὑποικουροῦντα ἐν- 

 
δοιασμὸν εἰπὲ θαρρῶν· ἀμφότεροι γὰρ ᾗ τἀληθὲς
ἔχει συνδιαπορήσαντες εἰσόμεθα.’’

Καὶ μεθ’ ἕτερα πάλιν φησίν 
 ‘‘Ἀνἐμων καὶ ὑετῶν φορὰς οὐκ ἐπὶ λύμῃ τῶν
πλεόντων, ὡς ἐνόμιζες, ἢ γεωργούντων, ἀλλ’ ἐπ’ 
ὠφελείᾳ τοῦ παντὸς ἡμῶν γένους ὁ θεὸς εἰργάζετο.
ὕδασι μὲν γὰρ τὴν γῆν καθαίρει, τὸν δ’ ὑπὸ δελἠνην
ἅπαντα χῶρον πνεύμασιν· ἀμφοτέροις δὲ ζῷα
καὶ φυτὰ τρέφει καὶ αὔξει καὶ τελειοῖ.

εἰ δὲ
τοὺς μὴ ἐν καιρῷ πλωτῆρας ἢ γεωπόνους ἔστιν ὅτε 
 βλάπτει, θαυμαστὸν οὐδέν· βραχὺ γὰρ οὗτοι μέρος,
ἡ δ’ ἐπιμέλεια τοῦ παντὸς ἀνθρώπων γένους. ὥσπερ
οὖν τὸ ἐν τῷ γυμνασίῳ ἄλειμμα τίθεται μὲν ἐπ’ ὠφελείᾳ,
πολλάκις δ’ ὁ γυμνασίαρχος ἕνεκα πολιτικῶν
χρειῶν ὥρας τῆς ἐν ἔθει μετέθηκε τὴν τάξιν, δι’ ἧς 
ὑστέρησαν ἔνιοι τῶν ἀλειφομένων , οὕτω καὶ ὁ θεὸς,
οἷα πόλεως τοῦ παντὸς ἐπιμελούμενος κόσμου, θέρη
χειμαίνοντα καὶ χειμῶνας ἐαρίζοντας εἴωθε ποιεῖν
ἐπὶ τῂ τοῦ παντὸς ὠφελείᾳ, κἂν εἰ ναύκληροί τινες
ἢ γῆς ἐργάται μέλλοιεν ταῖς τούτων ἀνωμαλίαις ξημιοῦσθαι. 
μιοῦσθαι.

τὰς οὑν τῶν στοιχείων εἰς ἄλληλα μεταβολὰς,
ἐξ ὧν ὁ κόσμος ἐπάγη καὶ συνέστηκεν, εἰδὼς
ἀναγκαιότατον ἔργον , ἀκωλύτους παρέχεται·
 πάχναι δὲ καὶ χιόνες καὶ ὅσα ὁμοιότροπα ἀέρος ἐπακολουθεῖ
καταψύξει, καὶ πάλιν προσαράξει καὶ 
παρατρίψει νεφῶν, ἀστραπαί τε καὶ βρονταί· ὧν
οὐδὲν ἴσως κατὰ πρόνοιαν, ἀλλ’ ὑετοὶ καὶ πνεύματα
ζωῆς καὶ τροφῆς καὶ αὐξήσεως τοῖς περὶ γῆν αἴτια,
ὧν ταῦτα ἐπακολουθήματα.

οἷα , γυμνασιάρχου
φιλοτιμίαις πολλάκις ἀνειμένας ποιουμένου δαπάνας, 
ἀνθ’ ὕδατος ἐλαίῳ καταιονούμενοί τινες τῶν ἀρειροκάλων
 ροκάλων εἰς τοὔδαφος ῥανίδας ἀποστάζουσιν, ὁ δ’

 
ὀλισθηρότατος αὐτίκα γίνεται πηλὸς, ἀλλ’ οὐκ ἄν
τις εὖ φρονῶν εἴποι τὸν πηλὸν καὶ τὸν ὄλισθον
προμηθείᾳ τοῦ γυμνασιάρχου γεγονέναι, παρηκολουθηκέναι
δὲ ἄλλως τῇ ἀφθονίᾳ τῶν χορηγιῶν ταῦτα.

ἶρις δὲ καὶ ἄλως καὶ ὅσα ὁμοιότροπα πάλιν ἐστὶν
αὐγῶν ἐγκιρναμένων τοῖς νέφεσιν ἐπακολουθήματα,
οὐκ ἔργα φύσεως προηγούμενα, φυσικοῖς δ’ ἐπισυμβαίνοντα
ἔργοις · οὐ μὴν ἀλλὰ παρέχει τινὰ καὶ ταῦτα
χρείαν ἀναγκαίαν τοῖς φρονιμωτέροις· νηνεμίας γὰρ
 καὶ πνεύματα, εὐδίας τε καὶ χειμῶνας ἀπὸ τούτων 
τεκμαιρόμενοι προλέγουσι.

τὰς κατὰ πόλιν στοὰς
οὐχ ὁρᾷς; τούτων αἱ πλείους πρὸς μεσημβρίαν νενευκασιν,
ὑπὲρ του τοὺς ἐμπεριπατοῦντας χειμῶνι
μὲν ἀλεαίνεσθαι , θέρους δὲ καταπνεῖσθαι. παρακολουθιῖ
 δέ τι καὶ ἕτερον, ὃ μὴ τῇ γνώμῃ τοῦ κατεσκευακότος
ἐπιγίνεται. τί δὲ τοῦτ’ ἔστιν; αἱ ἀπὸ
τῶν ποδῶν ἐκπίπτουσαι σκιαὶ τὰ μέτρα διασημαίνουσι
ταῖς ὥραις.

καὶ μὲν δὴ τὸ πῦρ φύσεως 
ἀναγκαιότατον ἔργον, ἐπακολούθημα δὲ τούτου καπνός 
 ἀλλ’ ὅμως παρέχεταί τινα ὠφέλειαν ἔστιν ὅτε
καὶ αὐτός. ἐν γοῦν ταῖς μεθημεριναῖς πυρσείαις,
ἡνίκα τὸ πῦρ ὑπὸ τῶν ἡλιακῶν καταλαμπόμενον αὐγῶν
ἐξαμαυροῦται , καπνῷ μηνύεται πολεμίων ἔφοδος.

οἷός γ’ οὖν ἐπὶ τῆς ἴριδος , τοιοῦτος καὶ
 ἐπὶ τῶν ἐκλείψεων ὁ λόγος · θείαις γὰρ φύσεσιν
ἡλίου καὶ σελήνης ἐπακολουθοῦσιν ἐκλείψεις· αἱ δὲ
μηνύματά εἰσιν ἢ βασιλέων τελευτῆς, ἢ πόλεων φθοδᾶς·
ὃ καὶ Πίνδαρος ᾐνίξατο γενομένης ἐκλείψεως
διὰ τῶν πρόσθεν εἰρημένων.

ὁ δὲ δὴ τοῦ γάλακτος
 κύκλος τῆς μὲν αὐτῆς οὐσίας τοῖς ἄλλοις
ἄστροις μετέσχηκε, δυσαιτιολόγητος δ’ εἴπερ ἐστὶ,
μὴ ἀποκνείτωσαν οἱ τὰ φύσεως ἐρευνᾶν εἰωθότες.

 
 ὠφελιμώτατον γὰρ ἡ εὕρεσις, ἥδιστον δὲ καὶ κα
αὑτὸ τοῖς φιλομαθέσιν ἡ ζήτησις.

ὥσπερ οὑν
ἥλιος καὶ σελήνη προνοίᾳ γεγόνασιν, οὕτω καὶ τὰ ἐν
οὐρανῷ πάντα, κἂν ἡμεῖς τὰς ἑκάστων φύσεις τε καὶ
δυνάμεις ἰχνηλατεῖν ἀδυνατοῦντες ἡσυχάζωμεν.

σεισμοί τε καὶ λοιμοὶ καὶ κεραυνῶν βολαὶ, καὶ ὅσα
τοιαῦτα, λέγεται μὲν εἶναι θεήλατα, πρὸς δ’ ἀλήθειαν
οὐκ ἔστι, θεὸς γὰρ οὐδενὸς αἴτιος κακοῦ τοπαράπαν)
ἀλλ’ αἶ τῶν στοιχείων μεταβολαὶ ταῦτα
 γεννῶσιν, οὐ προηγούμενα ἔργα φύσεως , ἀλλ’ ἐπομενα 
μένα τοῖς ἀναγκαίοις καὶ τοῖς προηγουμένοις έπακολουθοῦντα.

εἰ δέ τινες τῶν χαριεστέρων συναπολαύουσι
τῆς ἀπὸ τούτων βλάβης, οὐκ αἰτιατέον
τὴν διοίκησιν. πρῶτον μὲν γὰρ οὐκ εἴ τινες ἀγαθοὶ
παρ’ ἡμῖν νομίζονται, καὶ πρὸς ἀλήθειάν εἰσιν, 
ἐπειδὴ τὰ θεοῦ κριτήρια τῶν κατὰ τὸν ἀνθρώπινον
νοῦν πάντων ἀκριβέστερα δεύτερον δὲ τὸ προμηθὲς
ἐπὶ τὰ τῶν ἐν κόσμῳ συνεκτικώτατα ἐφορᾶν
ἀγαπᾷ, καθάπερ ἐν ταῖς βασιλείαις καὶ στραταρχίαις
 Χίαις ἐπὶ τὰς πόλεις καὶ τὰ στρατόπεδα, οὐκ 
τινα τῶν ἠμελημένων καὶ ἀφανῶν ἔνα τὸν προστυχόντα.

λέγουσι δέ τινες, καθάπερ ἐν ταῖς τυραννοκτονίαις
καὶ τοὺς συγγενεῖς ἀναιρεῖσθαι νόμιμόν
ἐστιν ὑπὲρ τοῦ μεγέθει τῆς τιμωρίας ἐπισχεθῆναι
τὰ ἀδικήματα , τὸν αὐτὸν τρόπον κἀν ταῖς λοιμώδεσι 
νόσοις παραπόλλυσθαί τινας τῶν μὴ ὑπαιτίων,
ἵνα πόρρωθεν οἱ ἄλλοι σωφρονίζωνται , δίχα τοῦ
ἀναγκαῖον εἶναι τοὺς ἐμφερομένους ἀέρι νοσώδει νο-
σεῖν, ὥσπερ καὶ τοὺς έν νηὶ χειμαζομένους κινδυνεύειν
νεύειν ἐξίσου.

τὰ δ’ ἄλκιμα τῶν θηρίων γέγονεν, 
οὐ γὰρ ὑποσιωπητέον, εἰ καὶ τῷ δεινὸς εἰπεῖν εἶναι
προλαβὼν τὴν ἀπολογίαν διέσυρες) ἀσκήσεως ἕνεκα

 
τῆς πρὸς τοὺς πολεμικοὺς ἀγῶνας. τὰ γὰρ γυμνάσια
καὶ αἱ συνεχεῖς θῆραι συγκροτοῦσι καὶ νευροῦσιν εὖ
μάλα τὰ σώματα, καὶ πρὸ τῶν σωμάτων τὰς ψυχὰς
ἐθίζουσιν ἐχθρῶν ἐξαπιναίας ἐφόδους τῷ καρτερῷ
 τῆς ῥώμης ἀλογεῖν.

τοῖς δὲ τὰς φύσεις εἰρηνικοῖς
ἔξεστιν οὐ μόνον τειχῶν ἐντὸς, ἀλλὰ καὶ κλισιάδων
θαλαμευομένοις, ἀποζῆν ἀνεπιβουλεύτως,
ἔχουσιν εἰς ἀπόλαυσιν ἀφθονωτάτας ἡμέρων ἀγέλας·
ἐπειδὴ σῦς καὶ λέοντες καὶ ὅσα ὁμοιότροπα, ἑκουσίᾳ 
 φύσει χρώμενα, μακρὰν ἄστεος ἀπελήλαται τὸ
μηδὲν παθεῖν ἀγαπῶντα τῆς ἀνθρώπων ἐπιβουλῆς.

εἰ δέ τινες ὑπὸ ῥᾳθυμίας ἄοπλοι καὶ ἀπαράσκευοι
ταῖς καταδύσεσι τῶν θηρίων ἀδεῶς ἐνδιαιτῶνται,
τῶν συμβαινόντων ἑαυτοὺς, ἀλλὰ μὴ τὴν φύσιν αἰτιάσθωσαν,
 διότι φυλάξασθαι παρὸν ὠλιγώρησαν.
ἤδη γοῦν καὶ ἐν ἱπποδρομίαις εἶδόν τινας εἴξαντας
ἀλογιστίᾳ, οἳ, δέον ἐγκαθέζεσθαι καὶ σὺν κόσμῳ
θεωρεῖν, ἐν μέσῳ στάντες, ὑπὸ τῆς ῥύμης τῶν τεθρίππων
ἀνωσθέντες, ποσὶ καὶ τροχοῖς κατηλοήθη- 
 σαν, ἀνοίας τἀπίχειρα εὑράμενοι.”

“Περὶ μὲν οὖν τούτων ἀπόχρη τὰ λεχθέντα.
τῶν δ᾿ ἑρπετῶν τὰ ἰοβόλα γέγονεν οὐ κατὰ πρόνοιαν,
ἀλλὰ κατ᾿ ἐπακολούθησιν, ὡς καὶ πρότερον εἶπον.
ζωογονεῖται γὰρ, ὅταν ἡ ἐνυπάρχουσα ἰκμὰς μεταβάλῃ
 πρὸς τὸ θερμότερον. ἔνια δὲ καὶ σῆψις ἐψύχωσεν,
ὡς ἕλμινθας μὲν ἡ περὶ τροφὴν, φθεῖρας δ᾿
ἡ ἀπὸ τῶν ἱδρώτων. ὅσα δ᾿ ἐξ οἰκείας ὕλης κατὰ
φύσιν σπερματικὴν καὶ προηγουμένην ἔχει γένεσιν,
εἰκότως ἐπιγέγραπται πρόνοιαν.

ἤκουσα δὲ καὶ 
 περὶ ἐκείνων διττοὺς λόγους ὡς ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ ἀνθρώπου
γεγονότων, οὓς οὐκ ἂν ἐπικρυψαίμην. ἦν δ᾿
ὁ μὲν ἕτερος τοιόσδε· πρὸς πολλὰ τῶν ἰατρικῶν ἔφα-

 
σάν τινες τὰ ἰοβόλα συνεργεῖν καὶ τοὺς μεθοδεὐοντας
τὴν τέχνην, εἰς ἃ δεῖ καταχρωμένους αὐτοῖς ἐπιστημόνως,
ἀλεξιφαρμάκων εὐπορεῖν, ἐπὶ τῇ τῶν
μάλιστα ἐπισφαλῶς ἐχόντων ἀπροσδοκήτῳ σωτηρίᾳ·
 καὶ μέχρι νῦν ἔστιν ἰδεῖν τοὺς μὴ ῥᾳθύμως καὶ ἀμελῶς 
λῶς ἰατρεύειν ἐπιχειροῦντας ἐν ταῖς συνθέσεσι τῶν
φαρμάκων καταχρωμένους ἑκάστοις οὐ παρέργως.

ὁ δ’ ἕτερος λόγος οὐκ ἰατρικὸς, ἀλλὰ φιλόσοφος
ἦν , ὡς ἔοικε. τῷ γὰρ θεῷ ταῦτ’ ἔφασκεν ηύτρεπίσθαι
κατὰ τῶν ἁμαρτανόντων κολαστήρια , ὡς δτρατηγοῖς 
τηγοῖς καὶ ἡγεμόσιν ὕστριχας ἢ σίδηρον· οὑ χάριν
ἠρεμοῦντα τὸν ἄλλον χρόνον ἀνερεθίζεσθαι πρὸς ἀλκὴν
ἐπὶ τοῖς κατακριθεῖσιν, ὧν ἡ φύσις ἐν τῷ ἀδωροδοκήτῳ
δικαστηρίῳ ἑαυτῆς κατέγνω θάνατον.

τὸ δ’ ἐν ταῖς οἰκίαις πεφωλευκέναι μᾶλλον ἐστὶ μὲν 
 ψεῦδος · ἔξω γὰρ ἄστεος ἐν ἀγρῷ καὶ ἐρημίαις θεωρεῖται,
φεύγοντα ὡς δεσπότην τὸν ἄνθρωπον. οὐ
μὴν ἀλλ’, εἰ καὶ ἀληθές ἐστιν, ἔχει τινὰ λόγον. ἐν
γὰρ μυχοῖς σεσώρευται φορυτὸς καὶ σκυβάλων πλῆθος,
οἶς εἰσδύεσθαι φιλεῖ δίχα τοῦ καὶ τὴν κνῖσαν 
ὁλκὸν ἔχειν δύναμιν.

εἰ δὲ καὶ χελιδόνες ἡμῖν
συνδιαιτῶνται θαυμαστὸν οὐδέν· τῆς γὰρ τούτων
θήρας ἀπεχόμεθα. σωτηρίας δὲ πόθος ἐν ταῖς ψυχαῖς
οὐ λογικαῖς μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀλόγοις ἐνίδρυται,
 τῶν δὲ πρὸς ἀπόλαυσιν οὐδὲν ὁμοδίαιτον διὰ τὰς ἐξ 
ἡμῶν ἐπιβουλὰς, πλὴν παρ’ οἷς ἡ τῶν τοιούτων χπῆδις
σις ἀπηγόρευται νόμῳ.

τῆς Συρίας ἐπὶ θαλάττῃ
πόλις ἐστὶν Ἀσκάλων ὄνομα · γενόμενος ἐν ταύτῃ,
καθ’ ὃν χρόνον εἰς τὸ πατρῷον ἱερὸν ἐστελλόμην,
εὐξόμενός τε καὶ θύσων , ἀμήχανόν τι πελειάδων 
πλῆθος ἐπὶ τῶν τριόδων καὶ κατ’ οἰκίαν ἑκάστην
ἐθεασάμην. πυνθανομένῳ δέ μοι τὴν αἰτίαν ἔφασαν

 
οὐ θεμιτὸν εἶναι συλλαμβάνειν · ἀπειρῆσθαι γὰρ ἐκ
παλαιοῦ τοῖς οἰκήτορσι τὴν χρῆσιν. οὕτως ἡμέρωται
τὸ ζῷον ὑπ’ ἀδείας ὥστ’ οὐ μόνον ὑπωρόφιον, ἀλλὰ 
καὶ ὁμοτράπεζον ἀεὶ γίνεσθαι καὶ τοῖς ἐκεχειρίαις ἐντσυφαᾶν.

ἐν Αἰγύπτῳ δὲ καὶ θαυμασιώτερον ἰδεῖν
ἐστιν. τὸ γὰρ ἀνθρωποβόρον καὶ θηρίων ἀργαλεὠτατον
ὁ κροκόδειλος, γεννώμενος καὶ τρεφόμενος ἐν
τῷ ἱερωτάτῳ Νείλῳ εἴλω , τῆς ὠφελείας , καίτοι βύθιος
ὢν, ἐπαισθάνεται. παρ’ οἷς μὲν γὰρ τιμᾶται πληθύνει
 μάλιστα , παρὰ δὲ τοῖς λυμαινομένοις οὐδ’
ὄναρ φαίνεται· ὡς τῶν πλεόντων ὄπου μὲν καὶ τοὺς
πάνυ θρασεῖς μηδ’ ἄκρον ἐπιτολμᾶν καθιέναι δάκτυλον,
ἀγεληδὸν ἐπιφοιτώντων ὅπου δὲ καὶ τοὺς ἄγαν 
δειλοὺς ἐξαλλομένους νήχεσθαι μετὰ παιδιὰς.

χώρα δ’ ἡ Κυκλώπων, ἐπειδὴ τὸ γένος αὐτῶν ἐστι
πλάσμα μύθου, δίχα σποράς καὶ γεωπόνων ἀνδρῶν
ἥμερος καρπὸς οὐ φύεται, καθάπερ οὐδ’ ἐκ τοῦ μὴ
ὄντος τι γεννᾶται. τῆς ‘Eλλάδος δ’ οὐ κατηγορητέον
ὡς λυπρὰς καὶ ἀγόνου· πολὺ γὰρ κἀν ταύτῃ τὸ βαθύγειον.
 εἰ δ’ ἡ βάρβαρος διαφέρει ταῖς εὐκαρπίαις,
πλεονεκτεῖ μὲν τροφαῖς, ἐλαττοῦται δὲ τοῖς τρεφομένοις,
ὧν χάριν αἶ τροφαί μόνη γὰρ ἡ Ἐλλάς 
ἀψευδῶς ἀνθρωπογονεῖ, φυτὸν οὐράνιον καὶ βλάστημα
θεῖον ἠκριβωμένον, λογισμὸν ἀποτίκτουσα οἰκειούμενον 
 ἐπιστήμη. τὸ δ’ αἴτιον· λεπτότητι ἀέρος
ἡ διάνοια πέφυκεν ἀκονᾶσθαι.

διὸ καὶ Ἠράκλειτος
οὐκ ἄπο σκοποῦ φησιν‘ αὐγὴ ξηρὴ, ψυχὴ σοφω-
τάτη καὶ ἀρίστη.’’ τεκμηριώσαιτο δ’ ἄν τις καὶ ἐκ
τοῦ τοὺς μὲν νήφοντας καὶ ὀλιγοδεεῖς συνετωτέρους
 εἶναι, τοὺς δὲ ποτῶν ἀεὶ καὶ σιτίων ἐμπιπλαμένους
ἥκιστα φρονίμους, ἅτε βαπτιζομένου τοῖς ἐπιοῦσι
τοῦ λογισμοῦ.

διὸ κατὰ τὴν βάρβαρον ἔρνη μὲν

 
 ταῖς εὐτροφίαις καὶ στελέχη περιμήκιστα, καὶ ζῴων
ἀλόγων σφόδρα τὰ γονιμώτατα, νοῦν δ᾿ ἥκιστα γεννᾷ.
διότι τὸ ὑψωθῆναι ἐξ ἀέρος αὐτοῦ, αἱ γῆς καὶ
ὕδατος ἐπάλληλοι καὶ συνεχεῖς ἀναθυμιάσεις κατεκράτησαν.

ἰχθύων δὲ καὶ ὀρνίθων καὶ χερσαίων 
γένη ζῴων οὐκ ἔστιν ἐγκλήματα φύσεως ἐφ᾿ ἡδονὴν
παρακαλούσης, ἀλλὰ δεινὸς ψόγος τῆς ἡμῶν αὐτῶν
ἀκρασίας. ἀναγκαῖον μὲν γὰρ ἦν εἰς τὴν τοῦ ὅλου
συμπλήρωσιν, ἵνα γένηται κόσμος ἐν ἑκάστῳ μέρει, 
φῦναι ζῴων ἰδέας ἁπάντων· οὐκ ἀναγκαῖον δὲ ἐπὶ 
 τὴν τούτων ἀπόλαυσιν ὁρμῆσαι τὸ σοφίας συγγενέστατον
χρῆμα τὸν ἄνθρωπον, μεταβαλόντα εἰς ἀγριότητα
θηρίων.

διὸ καὶ μέχρι νῦν οἷς λόγος ἐγκρατείας
ἁπαξαπάντων ἀπέχονται, λαχανώδει χλόῃ
καὶ καρποῖς δένδρων προσοψήμασιν ἡδίστῃ ἀπολαύσει 
χρώμενοι. τοῖς δὲ τὴν τῶν εἰρημένων θοίνην
ἡγουμένοις εἶναι κατὰ φύσιν ἐπέστησαν διδάσκαλοι,
σωφρονισταὶ, νομοθέται κατὰ πόλεις, οἷς ἐμέλησε
τὴν ἀμετρίαν τῶν ἐπιθυμιῶν στεἲλαι, μὴ ἐπιτρέψασι
 τὴν χρῆσιν ἀδεᾶ πᾶσι πάντων.

εἰ δὲ καὶ ῥόδα 
καὶ κρόκος καὶ ἡ ἄλλη τῶν ἀνθέων ποικιλία πρὸς
ὑγίειαν, οὐ πρὸς ἡδονὴν γέγονεν. ἄπλετοι γὰρ τούτων
αἱ δυνάμεις, καὶ καθ᾿ αὑτὰς διὰ τῶν ὀσμῶν
ὠφελοῦσιν, εὐωδίας πάντας ἀναπιμπλᾶσαι, καὶ πολὺ
μᾶλλον ἐν ταῖς ἰατρικαῖς συνθέσεσι τῶν φαρμάκων. 
ἔνια γὰρ ἀναμιχθέντα τὰς ἑαυτῶν δυνάμεις ἀριδηλοτέρας
παρέχεται, καθάπερ εἰς ζῴου γένεσιν ἡ ἄρρενος
καὶ θήλεος μίξις, ἰδίᾳ ἑκατέρου μὴ πεφυκότος
ποιεῖν ἅπερ ἄμφω συνελθόντα.

ταῦτ᾿ ἀναγκαίως
λέλεκται πρὸς τὰ λοιπὰ τῶν ὑπὸ σοῦ διαπορηθέντων, 
ἱκανὴν πίστιν ἐργάσασθαι δυνάμενα τοῖς μὴ φιλο-

 
νείκως ἔχουσι περὶ τοῦ τὸν θεὸν τῶν ἀνθρωπίνων 
ἐπιμελεῖσθαι πραγμάτων. ”

Ταῦτα μὲν οὖν ἐκ τοῦ δηλωθέντος ἐπετεμό-
μην ἀνδρὸς, ὁμοῦ μὲν δεικνὺς οἷοι καὶ κατὰ τοὺς
 νέους γεγόνασιν Ἑβραίων παῖδες, ὁμοῦ δὲ καὶ τὰ
τῆς εὐσεβοῦς αὐτῶν περὶ θεοῦ διαλήψεως, τά τε τῆς
πρὸς τοὺς προπάτορας ὁμοφωνίας ἐμφανῆ καθιστάς.
ἤδη δ’ ἐντεῦθεν μεταβῆναι καιρὸς καὶ ἐπὶ τὰς τῶν
ἔξωθεν περὶ τῶν αὐτῶν μαρτυρίας.

Καὶ τῆς τῶν παρ’ Ἑβραίοις λογίων ἀποδοχῆς 
οὐκ ἀσυλλογίστως ἡμῖν, κρίσει δὲ καὶ διανοίᾳ ἐξητασμένῃ
γεγενημένης , ἐπειδὴ συνῶπται τὰ τῆς ἀποδείξεως,
ὥρα συνιδεῖν ὡς καὶ αὐτῶν Ἑλλήνων οἶ
 μάλιστα διαφανεῖς τῶν καθ’ Ἑβραίους οὐκ ἄπειροι
γεγόνασι πραγμάτων , ἀλλ’ οἶ μὲν καὶ τῷ βίῳ τῶν
ἀνδρῶν ταῖς τε παρ’ αὐτοῖς φερομέναις ἱστορικαῖς 
διηγήσεσιν ἀλήθειαν ἐπεμαρτύρησαν, οἱ δὲ καὶ τῆς
δογματικῆς ὁμοίως αὐτοῖς ἐφήψαντο θεολογίας.

πρῶτα δὲ τὰ πρῶτα παραθήσομαι , δεικνὺς ὅσοι τῶν
Ἑλληνικῶν συγγραφέων ἐπ’ ὀνόματος Ἰουδαίων τε
καὶ Ἑβραίων τῆς τε παρ’ αὐτοῖς τὸ παλαιὸν ἀδκουμένης
φιλοσοφίας καὶ τῆς ἀνέκαθεν τῶν προπατόρων
ἱστορίας ἐμνημόνευσαν.

ἄρξεται δέ μοι ὁ λόγος
 ἀπὸ τοῦ τῶν ἀνδρῶν βίου, ὡς ἂν μάθοις ὅτι μὴ ἐκτὸς
σώφρονος λογισμοῦ τὴν τῶν δηλουμένων φιλοσοφίαν 
τῶν Ἑλλήνων προτετιμήκαμεν.

ἀκόλουθα γοῦν
τοῖς προεξητασμένοις ἐν τῷ πρὸ τούτου συγγράμματι
καὶ τὰ τῆς ἠθικῆς αὐτοῖς ἐπιτελεῖσθαι συνασκήσεως,

 
οὐ μόνον αἶ παρ’ αὐτοῖς ἱεραὶ βίβλοι, ἀλλὰ καὶ τῶν
παρ’ Ἕλλησι φιλοσόφων οἶ μάλιστα διαφανεῖς καὶ
καθ’ ἡμᾶς βεβοημένοι μαρτυροῦσι. καὶ δὴ λαβὼν
ἀνάγνωθι τὰ Θεοφράστου ἐν τοῖς Πορφυρίῳ γραφεῖσι
Περὶ τῆς τῶν ἐμψύχων ἀποχῆς κείμενα τοῦτον τὸν 
τρόπον

“ Καίτοι Σύρων μὲν Ἰουδαῖοι διὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς
χῆς θυσίαν ἔτι καὶ νῦν, φησὶν ὁ Θεόφραστος, ξῳοθυτούντων,
εἰ τὸν αὐτὸν ἡμὰς τρόπον τις κελεύοι θὐειν,
 ἀποσταίημεν ἂν τῆς πράξεως. οὐ γὰρ ἑστιώμεεἰν, 
νοὶ τῶν τυθέντων , ὁλοκαυτοῦντες δὲ ταῦτα νυκτὸς,
καὶ κατ’ αὐτῶν πολὺ μέλι καὶ οἶνον λείβοντες, ἀνήλισκον
λισκον τὴν θυσίαν θᾶττον , ἔνα τοῦ δεινοῦ μηδ’ ὁ
πανόπτης γένοιτο θεατής.

καὶ τοῦτο δρῶσι νηστεύοντες
τὰς ἀνὰ μέσον τούτων ἡμέρας· κατὰ δὲ 
πάντα τοῦτον τὸν χρόνον , ἅτε φιλόσοφοι τὸ γένος
ὄντες, περὶ τοῦ θείου μὲν ἀλλήλοις λαλοῦσι, τῆς δὲ
νυκτὸς τῶν ἄστρων ποιοῦνται τὴν θεωρίαν, βλέποντες
εἰς αὐτὰ, καὶ διὰ τῶν εὐχῶν θεοκλυτοῦντες.
κατήρξαντο γὰρ οὗτοι πρῶτοι τῶν τε λοιπῶν ζῴων 
 καὶ σφῶν αὐτῶν, ἀνάγκῃ καὶ οὐκ ἐπιθυμίᾳ τοῦτο
πράξαντες.’

Καὶ ἐν τῷ τετάρτῳ δὲ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως
 τοιαῦτα περὶ τῶν αὐτῶν ἱστορεῖ ὁ Πορφύριος 
 Εἰδὶ τοίνυν οἱ Ἐσσαῖοι Ἰουδαῖοι μὲν τὸ γένος, 
φιλάλληλοι δὲ καὶ τῶν ἄλλων πλέον.

οὗτοι τὰς
μὲν ἡδονὰς ὡς κακίαν ἀποστρέφονται, τὴν δὲ ἐγκράτειαν
καὶ τὸ μὴ τοῖς πάθεσιν ὑποπίπτειν ἀρετὴν
ὑπολαμβάνουσι. καὶ γάμου μὲν αὐτοῖς ὑπεροψία,
τοὺς δ’ ἀλλοτρίους παῖδας ἐκλαμβάνοντες ἁπαλοὺς 
 

 
ἔτι πρὸς τὰ μαθήματα συγγενεῖς ἡγοῦνται καὶ τοῖς
ἤθεσιν ἑαυτῶν ἐντυποῦσι, τὸν μὲν γάμον καὶ τὴν ἐξ
αὐτοῦ διαδοχὴν οὐκ ἀναιροῦντες, τὰς δὲ τῶν γυναικῶν
ἀσελγείας φυλαττόμενοι · καταφρονηταὶ δὲ πλούτου
 καὶ θαυμάσιον παρ’ αὐτοῖς τὸ κοινωνικὸν, οὐδ’ 
ἔστιν εὑρεῖν κτήσει τινὰ παρ’ αὐτοῖς ὑπερέχοντα.

νόμος γὰρ τοὺς εἰς τὴν αἵρεσιν εἰσιόντας δημεύειν
τῷ τάγματι τὴν οὐσίαν, ὥστε ἐν ἅπασι μήτε πενίας
ταπεινότητα φαίνεσθαι μήθ’ ὑπεροχὴν πλούτου,
 τῶν δὲ ἑκάστου κτημάτων ἀναμεμιγμένων μίαν
ὥσπερ ἀδελφοῖς ἅπασιν οὐσίαν εἶναι.

κηλῖδα δὲ 
ὑπολαμβάνουσι τοὔλαιον, κἂν ἀλειφθῇ τις ἄκων,
σμήχεται τὸ σῶμα· τὸ γὰρ αὐχμεῖν ἐν καλῷ τίθενται,
λευχειμονεῖν τε διὰ παντός.

χειροτονητοὶ δὲ τῶν
 κοινῶν οἱ ἐπιμεληταὶ καὶ ἀδιαίρετοι πρὸς ἁπάντων
εἰς τἀς χρείας ἕκαστοι. μία δ’ οὐκ ἔστιν αὐτῶν πόλις, 
ἀλλ’ ἐν ἑκάστῃ μετοικοῦσι πολλοὶ, καὶ τοῖς ἑτέρωθεν
ἥκουσιν αἱρετισταῖς ἀναπέπταται τὰ παρ’ ἀλλήλοις·
καὶ οἶ πρῶτον ἰδόντες εἰσίασιν ὡς πρὸς
 συνήθεις · διὸ οὐδὲν ἐπικομιζόμενοι ἀποδημοῦσιν
ἀναλωμάτων ἕνεκα.

οὔτε δὲ ἐσθῆτα οὔτε ὐποδἠματα
ἀμείβουσι, πρὶν διαρραγῆναι πρότερον παντάπασιν,
ἢ δαπανηθῆναι τῷ χρόνῳ. οὐδ’ ἀγοράζουσί
τι , οὐδὲ πωλοῦσιν, ἀλλὰ τῷ χρῄζοντι διδοὺς ἕκαστος
 τὰ παρ’ ἑαυτῷ τὸ παρ’ ἐκείνου χρήσιμον ἀντικομίξεται·
καὶ χωρὶς τῆς ἀντιδόσεως ἀκώλυτος ἡ μετάληψις 
αὐτοῖς παρ’ ὧν ἂν ἐθέλωσι.’’

“ Πρός γε μὴν τὸ θεῖον ἰδίως εὐσεβεῖς. πρὶν
γὰρ ἀνασχεῖν τὸν ἥλιον οὐδὲν φθέγγονται τῶν βεβήλων,
 , πατρίους δέ τινας εἰς αὐτὸν εὐχὰς ὥσπερ ίκετεύοντες
ἀνατεῖλαι. μετὰ ταῦτα πρὸς ἃς ἕκαστοι τέχνας
ἴσασιν ὑπὸ τῶν ἐπιμελητῶν ἀφεῖνται, καὶ μέχρι

 
πέμπτης ὥρας ἐργασάμενοι συντόνως, ἔπειτα πάλιν
εἰς ἕν ἀθροίζονται χωρίον , ζωσάμενοί τε δκεπάσμαδιν
 οὕτως ἀπολούονται τὸ σῶμα ψυχροῖς ὕδασι· καὶ
μετὰ ταύτην τὴν ἁγνείαν εἰς ἴδιον οἴκημα συνίασιν,
ἐν ᾧ μηδενὶ τῶν ἑτεροδόξων ἐπιτέτραπται παρελθεῖν.

αὐτοὶ δὲ καθαροὶ καθάπερ εἰς ἅγιόν τι τέμενος
παραγίνονται τὸ δειπνητήριον. καθεσθέντων δὲ μεθ’
ἡσυχίας ὁ μὲν σιτοποιὸς ἐν τάξει παρατίθησιν ἄρτους,
ὁ δὲ μάγειρος ἓν ἀγγεῖον ἐξ ἑνὸς ἐδέσματος ἑκάστῳ.
προκατεύχεται δὲ ὁ ἱερεὺς τῆς τροφῆς , ἁγνῆς οὔσης 
καὶ καθαρὰς, καὶ γεύσασθαί τινα πρὶν τῆς εὐχῆς
ἀθέμιτον· ἀριστοπͅοιησαμένοις δὲ ἐπεύχεται πάλιν,
ἀρχόμενοί τε καὶ παυόμενοι γεραίρουσι τὸν θεόν.

ἔπειθ’ ὡς ἱερὰς καταθέμενοι τὰς ἐσθῆτας πάλιν
ἐπ’ ἔργα τρέπονται μέχρι δείλης. δειπνοῦσι δ’ ὑποστρέψαντες 
στρέψαντες ὁμοίως, συγκαθεζομένων τῶν ξένων, εἰ
τύχοιεν αὐτοῖς παρόντες.

οὔτε δὲ κραυγή ποτε
τὸν οἶκον οὔτε θόρυβος μιαίνει· τὰς δὲ λαλιὰς ἐν
τάξει παραχωροῦσιν ἀλλήλοις, καὶ τοῖς ἔξωθεν ὡς
μυστήριόν τι φρικτὸν ἡ τῶν ἔνδον σιωπὴ καταφαίνεται. 
τούτου δὲ αἴτιον ἡ διηνεκὴς νῆψις καὶ τὸ
μετρεῖσθαι παρ’ αὐτοῖς τροφὴν καὶ ποτὸν μέχρι
κόρου.’’

Τοῖς δὲ ζηλοῦσι τὴν αἵρεσιν οὐκ εὐθὺς ἡ
πάροδος , ἀλλ’ ἐπ’ ἐνιαυτὸν ἔξω μένοντι τὴν αὐτὴν 
ὑποτίθενται δίαιταν, ἀξινάριόν τε καὶ περίζωμα δόντες
καὶ λευκὴν ἐσθῆτα. ἐπειδὰν δὲ ἐν τούτῳ τῷ
χρόνῳ πεῖραν ἐγκρατείας δῷ, πρόσεισι μὲν ἔγγιον
τῇ διαίτῃ καὶ καθαρώτερον τῶν πρὸς ἁγνείαν ὑδάτων
μεταλαμβάνει ,

παραλαμβάνεται δὲ εἰς τὰς 
συμβιώσεις οὐδέπω· μετὰ γὰρ τὴν τῆς καρτερίας
ἐπίδειξιν δυσὶν ἄλλοις ἔτεσι τὸ ἦθος δοκιμάζεται,

 
καὶ φανεὶς ἄξιος, οὕτως εἰς τὸν ὅμιλον ἐγκρίνεται.

πρὶν δὲ τῆς κοινῆς ἅψασθαι τροφῆς, ὅρκους αὐτοῖς
ὄμνυσι φρικώδεις· πρῶτον μὲν εὐσεβήσειν τὸ
θεῖον, ἔπειτα τὰ πρὸς ἀνθρώπους δίκαια φυλάξειν,
 καὶ μήτε κατὰ γνώμην βλάψειν τινὰ μήτ’ ἐξ ἐριτάυματος,
μισήσειν δ’ ἀεὶ τοὺς ἀδίκους καὶ συναδικεῖσθαι
τοῖς δικαίοις · τὸ πιστὸν πᾶσι μὲν παρέξειν,
μάλιστα δὲ τοῖς κρατοῦσιν· οὐ γὰρ δίχα θεοῦ περιγίγνεσθαί
τινι τὸ ἄρχειν. κἂν αὐτὸς ἄρχῃ , μηδεπώποτε
 ἐξυβρίσαι εἰς τὴν ἐξουσίαν, μηδὲ ἐσθῆτι , ἤ τινι
πλέονι κόσμῳ τοὺς ὑποτεταγμένους ὐπερλαμπρύνεσθαι·
τὴν ἀλήθειαν ἀγαπᾶν ἀεὶ καὶ τοὺς ψευδομένους
προβάλλεσθαι · χεῖρας κλοπῆς καὶ ψυχὴν ἀνοσίου
κέρδους καθαρὰν φυλάξειν, καὶ μήτε κρύψειν
 τι τοὺς αἱρετιστὰς μήθ’ ἑτέροις αὐτῶν τι μηνύσειν, 
κἂν μέχρι θανάτου τις βιάζηται.

πρὸς δὲ τούτοις
ὄμνυσι μηδενὶ μὲν μεταδοῦναι τῶν δογμάτων
ἑτέρως ἢ ὡς αὐτὸς παρέλαβεν, ἀφέξεσθαι δὲ λῃστείας,
καὶ συντηρήσειν ὁμοίως τά τε τῆς αἱρέσεως αὐτῶν
 βιβλία καὶ τὰ τῶν ἀγγέλων ὀνόματα.

τοιοῦτοι
μὲν οἱ ὅρκοι· οἷ δὲ ἁλόντες καὶ ἐκβληθέντες κακῷ
μόρῳ φθείρονται. τοῖς γὰρ ὅρκοις καὶ τοῖς ἔθεσιν 
ἐνδεδεμένοι οὐδὲ τῆς παρὰ τοῖς ἄλλοις τροφῆς δύ
νανται μεταλαμβάνειν , ποηφαγοῦντες δὲ καὶ λιμῷ
 διαφθειρόμενοι ἀπόλλυνται.

διὸ δὴ πολλοὺς
ἐλεήσαντες ἐν ταῖς ἐσχάταις ἀνάγκαις ἀνέλαβον, ἱκανὴν
τιμωρίαν δεδωκέναι νομίζοντες ἐπὶ τοῖς ἁμαρτήμασι
τὴν μέχρι θανάτου βάσανον.’’

“ Τὴν δὲ σκαλίδα διδόασι τοῖς μέλλουσιν αἱρετισταῖς,
 ἐπεὶ καὶ αὐτοὶ ἄλλως οὐ θακεύουσιν ἢ
βόθρον ὀρύξαντες εἰς βάθος ποδιαῖον, περικαλύψαντες 
θοἰματίῳ, ὡς μὴ ταῖς αὐγαῖς ἐνυβρίζειν τοῦ

 
θεοῦ.

τοσαύτη δ’ ἐστὶν αὐτῶν ἡ λιτότης ἡ περὶ
τὴν δίαιταν καὶ ἡ ὀλιγότης ὡς ἐν τῇ ἑβδομάδι μὴ
δεῖσθαι κενώσεως, ἣν τηρεῖν εἰώθασιν εἰς ὕμνους
τῷ θεῷ καὶ εἰς ἀνάπαυσιν.

ἐκ δὲ τῆς ἀσκήσεως
ταύτης τοσαύτην πεποίηνται καρτερίαν, ὡς στρεβλούμενοι 
μένοι καὶ λυγιζόμενοι καὶ καόμενοι καὶ διὰ πάντων
ὁδεύοντες τῶν βασανιστηρίων ὀργάνων, ἵν’ ἢ βλασφημήσωσι
τὸν νομοθέτην , ἢ φάγωσί τι τῶν ἀσυνήοὐδέτερον
 οὐδέτερον ὑπομένειν.

διέδειξαν δὲ τοῦτο ἐν
τῷ πρὸς ρωμαίους πολέμῳ. ἐπεὶ οὐδὲ κολακεῦσαι 
τοὺς αἰκιζομένους , ἢ δακρῦσαι ὑπομένουσι , μειδιῶντες
δὲ ἐν ταῖς ἀλγηδόσι, καὶ κατειρωνευόμενοι τῶν
τὰς βασάνους προσφερόντων , εὔθυμοι τὰς ψυχὰς
ἠφίεσαν, ὡς πάλιν κομιούμενοι· καὶ γὰρ ἔρρωται
παρ’ αὐτοῖς ἥδε ἡ δόξα, φθαρτὰ μὲν εἶναι τὰ δὠματα, 
μάτα, καὶ τὴν ὕλην οὐ μόνιμον αὐτῶν, τὰς δὲ ψυχὰς
ἀθανάτους ἀεὶ διαμένειν· καὶ συμπλέκεσθαι μὲν ἐκ
τοῦ λεπτοτάτου φοιτώσας αἰθέρος, ῥύμῃ φυσικῇ κατασρωμένας,
ἐπειδὰν δ’ ἀνεθῶσι τῶν κατὰ σάρκα
 δεσμῶν, οἶον δὴ μακρᾶς δουλείας ἀπηλλαγμένας, 
τότε χαίρειν καὶ μετεώρους φέρεσθαι.

ἀπὸ δὴ
τῆς τοιαύτης διαίτης καὶ τῆς πρὸς ἀλήθειαν καὶ τὴν
εὐσέβειαν ἀσκήσεως εἰκότως ἐν αὐτοῖς πολλοὶ, οἱ
καὶ τὰ μέλλοντα προγινώσκουσιν , ὡς ἂν βίβλοις ἱεραῖς
καὶ διαφόροις ἁγνείαις καὶ προφητῶν ἀροφθέγμασιν 
ἐμπαιδοτριβούμενοι· σπάνιον δὲ, εἰ ἐν ταῖς
προαγορεύσεσιν ἀστοχοῦσι.’’

Ταῦτα μὲν ὁ Πορφύριος , ἐκ παλαιῶν , ὡς
εἰκὸς , ἀναγνωσμάτων , τῇ τῶν δηλουμένων ἀνδρῶν
εὐσεβείᾳ τε ὁμοῦ καὶ φιλοσοφίᾳ ἐν τῷ τετάρτῳ συγγράμματι 
τῶν σπουδασθέντων αὐτῷ Περὶ τῆς τῶν
ἐμψύχων ἀποχῆς ἐμαρτύρησεν.

Ἑκαταῖος δὲ ὁ Ἀβδηρίτης, ἀνὴρ φιλόσοφος 
ἅμα καὶ περὶ τὰς πράξεις ἱκανώτατος, ἰδίαν βίβλον
ἀναθεὶς τῇ περὶ Ἰουδαίων ἱστορίᾳ, πλεῖστα περὶ αὐτῶν
διέξεισιν, ἀφ᾿ ὧν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκέσει παρατεθέντα
 ταῦτα

“Ἔστι γὰρ τῶν Ἰουδαίων τὰ πολλὰ ὀχυρώματα 
κατὰ τὴν χώραν καὶ κῶμαι· μία δὲ ἡ Ἱερουσαλὴμ
πόλις ὀχυρὰ, πεντήκοντα μάλιστα σταδίων τὴν περίμετρον,
ἣν οἰκοῦσι μὲν ἀνθρώπων περὶ δώδεκα μυριάδες,
 καλοῦσι δ᾿ αὐτὴν Ἱεροσόλυμα.

ἐνταῦθα
δέ ἐστι κατὰ μέσον μάλιστα τῆς πόλεως περίβολος
λίθινος, μῆκος ὡς πεντάπλεθρος, εὖρος δὲ πήχεων
ἑκατὸν, ἔχων διπλᾶς πύλας, ἐν ᾧ βωμός ἐστι τετράγωνος,
ἀτμήτων συλλέκτων ἀργῶν λίθων οὕτω συγκείμενος·
 πλευρὰν δὲ ἑκάστην εἴκοσι πήχεων, ὕψος
δωδεκάπηχυ.

καὶ παρ᾿ αὐτὸν οἴκημα μέγα, οὗ
βωμός ἐστι καὶ λυχνίον· ἀμφότερα χρυσᾶ, δύο τάλαντα 
τὴν ὁλκήν· ἐπὶ δὲ τούτων φῶς ἐστιν ἀναπόσβεστον
καὶ τὰς νύκτας καὶ τὰς ἡμέρας. ἄγαλμα δ᾿ 
 οὐκ ἔστιν οὐδ᾿ ἀνάθημα τοπαράπαν, οὐδὲ φύτευμα
παντελῶς, οὐδὲ οἷον ἀλσῶδες, ἤ τι τοιοῦτον.

διατρίβουσι
δ᾿ ἐν αὐτῷ καὶ τὰς νύκτας καὶ τὰς ἡμέρας
ἱερεῖς, ἁγνείας τινὰς ἁγνεύοντες, καὶ τοπαράπαν οἷνον
οὐ πίνοντες ἐν τῷ ἱερῷ.”

Ταῦτα εἰπὼν ὑποβὰς ὅτι καὶ Ἀλεξάνδρῳ τῷ
βασιλεῖ συνεστρατεύσαντο, καὶ μετὰ ταῦτα τοῖς διαδόχοις
αὐτοῦ, μεμαρτύρηκεν. οἷς δ᾿ αὐτὸς παρατυχεῖν 
φησιν ὑπ᾿ ἀνδρὸς Ἰουδαίου κατὰ τὴν στρατείαν γενομένοις,
τοῦτο παραθήσομαι. λέγει δὲ οὕτως

“Ἐμοῦ γοῦν ἐπὶ τὴν ἐρυθρὰν θάλασσαν βαδί-
 

 
ζοντος συνηκολούθει τις μετὰ τῶν ἄλλων τῶν παραπεμπόντων
ἡμὰς ἱππέων Ἰουδαίων ὄνομα Μοσόμαμος,
ἄνθρωπος ἱκανὸς κατὰ ψυχὴν, εὔρωστος, καὶ τοξότης
ὑπὸ δὴ πάντων ὁμολογούμενος καὶ Ἑλλήνων καὶ τῶν
βαρβάρων ἄριστος.

οὗτος οὖν ὁ ἄνθρωπος, βαδιξόντων 
πολλῶν κατὰ τὴν ὁδὸν, καὶ μάντεως τινος ὀρνιθενομένου,
καὶ πάντας ἐπισχεῖν ἀξιοῦντος, ἠρώτησε διὰ
τί προσμένουσι · δείξαντος δὲ τοῦ μάντεως αὐτῷ τὸν
 ὄρνιθα, καὶ φήσαντος, ἐὰν μὲν αὐτοῦ μένῃ, προσμένειν
συμφέρει πᾶσιν, ἐὰν δὲ ἀναστὰς εἰς τοὔμπροσθεν 
πέτηται, προάγειν, ἐὰν δὲ εἰς τὸ ὄπισθεν, ἀναχωρεῖν
αὖθις· σιωπήσας καὶ ἑλκύσας τὸ τόξον ἔβαλε, καὶ
τὸν ὄρνιθα πατάξας ἀπέκτεινεν.

ἀγανακτούντων
δὲ τοῦ μάντεως καί τινων ἄλλων καὶ καταρωμένων
αὐτῷ, Τί μαίνεσθε, ἔφη, κακαδαίμονες; εἶτα τὸν ὄρνιθα 
λαβὼν εἰς τὰς χεῖρας, Πῶς γὰρ οὗτος, ἔφη, τὴν
αὑτοῦ σωτηρίαν οὐ προι·δὼν, περὶ τῆς ἡμετέρας πορείας
ἡμῖν ἄν τι ὑγιὲς ἀνήγγειλεν; εἰ γὰρ ἠδύνατο
προγινώσκειν τὸ μέλλον , εἰς τὸν τόπον τοῦτον οὐκ
 ἂν ἦλθε , φοβούμενος μὴ τοξεύσας αὐτὸν ἀποκτείνῃ 
Μοσόμαμος ὁ Ἰουδαῖος. καὶ ταῦτα μὲν ὁ Ἑκαταῖος.

‘‘Κλέαρχος δὲ ὁ περιπατητικὸς φιλόσοφος ἐν
τῷ πρώτῳ Περὶ ὕπνου βιβλίῳ Ἀριστοτέλει τῷ φιλοδόφῳ
 τοιόνδε τινὰ περὶ Ἰουδαίων ἀνατίθησι λόγον,
ὧδε πρὸς ῥῆμα γράφων,

‘ ’ Ἀλλὰ τὰ μὲν πολλὰ 
μακρὸν ἂν εἴη λέγειν· ὅσα δὲ ἔχει τῶν ἐκείνου
θαυμασιότητά τινα καὶ φιλοσοφίαν ὁμοίως διελθεῖν
οὐ χεῖρον. Σαφῶς δ’ ἴσθι, εἶπεν,Ὑπεροχίδη, θαυμαστὸν
ὀνείροις ἴσα σοι δόξω λέγειν.

καὶ ὁ Ὑρεσοχίδης
εὐλαβούμενος , Δι’ αὐτὸ γὰρ , ἔφη, τοῦτο 
 

 
καὶ ζητοῦμεν ἀκοῦσαι πάντες.

Οὐκοῦν, εἶπεν ὁ
Ἀριστοτέλης, κατὰ τὸ τῶν ῥητορικῶν παράγγελμα,
γένος αὐτοῦ πρῶτον διέλθωμεν, ἵνα μὴ ἀπειθῶμεν 
τοῖς τῶν ἀπαγγελιῶν διδασκάλοις.

Λέγε, εἶπεν
 ὁ Ύπεροχίδης, οὕτως εἰ δοκεῖ.

Κεῖνος τοίνυν τὸ
μὲν γένος ἦν Ἰουδαῖος, ἐκ τῆς Κοίλης Συρίας, οὗτοι
δ’ εἰσὶν ἀπόγονοι τῶν ἐν Ἰνδοῖς φιλοσόφων· καλοῦνται
δὲ, ὥς φασιν, οἶ φιλόσοφοι παρὰ μὲν Ἰνδοῖς
Καλανοί, παρὰ δὲ Σύροις Ἰουδαῖοι, τοὔνομα λαβόντες
 ἄπο του τόπου. προσαγορεύεται γὰρ ὂν κατοικοῦσι
τόπον Ἰουδαία · τὸ δὲ τῆς πόλεως αὐτῶν ὄνομα
πάνυ σκολιόν ἐστιν, Ἰερουσαλὴμ γὰρ αὐτὴν καλοῦσιν.

οὗτος οὑν ὁ ἄνθρωπος ἐπιξενούμενός τε πολλοῖς
κἀκ τῶν ἄνω τόπων εἰς τοὺς ἐπιθαλαττίους ὐποκαταβαίνων
 Ἑλληνικὸς ἦν οὐ τῇ διαλέκτῳ μόνον,
ἀλλὰ καὶ τῇ ψυχῇ. καὶ τότε διατριβόντων ἡμῶν περὶ
τὴνἈσίαν, παραβαλὼν εἰς τοὺς αὐτοὺς τόπους ἄνθρωπος, 
ἐντυγχάνει ἡμῖν τε καί τισιν ἑτέροις τῶν
σχολαστικῶν , πειρώμενος αὐτῶν τῆς σοφίας. ὡς δὲ
 πολλοῖς τῶν ἐν παιδείᾳ συνῳκείωτο, παρεδίδου τι
μᾶλλον ὧν εἶχε. ταῦτα καὶ ὁ Κλέαρχος.

Τούτου δὲ μνημονεύει καὶ ὁ ἡμέτερος Κλήμης 
μὴς ἐν τῷ πρώτῳ Στρωματεῖ, δι’ ὧν ταῦτά φησι

Κλέαρχος δ’ ὁ περιπατητικὸς εἰδέναι φησί
 τινα Ἰουδαῖον, ὃς Ἀριστοτέλει συνεγένετο.’’ 
 Καὶ μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει

“ Νουμᾶς δὲ ὁ Ρωμαίων βασιλεὺς Πυθαγόρειος 
μὲν ἦν , ἐκ δὲ τῶν Μώσεως ὠφεληθεὶς διεκώλυσεν
ἀνθρωποειδῆ καὶ ζωόμορφον εἰκόνα θεοῦ Ῥωμαίους 
 κτίζειν.

ἐν γοῦν ἑκατὸν καὶ ἑβδομήκοντα
 

 
τοῖς πρώτοις ἔτεσι ναοὺς οἰκοδομούμενοι ἄγαλμα
οὐδὲν οὔτε πλαστὸν οὔτε μὴν γραπτὸν ἐροιήσαντο.
ἐπεδείκνυτο γὰρ αὐτοῖς ὁ Νουμᾶς δι’ ἐπικρύψεως
ὡς οὐκ ἐφάψασθαι τοῦ βελτίστου δυνατὸν γλώττῃ,
μόνῳ δὲ τῷ νῷ. 
 Ἔτι πρὸς τούτοις ἐξῆς ὑποβὰς τάδε φησί

“ Φανερώτατα δὲ Μεγασθενὴς ὁ συγγραφεὺς
ὁ Σελεύκῳ τῷ Νικάνορι συμβεβιωκὼς ἐν τῇ τρίτη
 τῶν Ἰνδικῶν ὧδε γράφει · ἅπαντα μέντοι τὰ περὶ
φύσεως εἰρημένα παρὰ τοῖς ἀρχαίοις λέγεται καὶ παρὰ 
τοῖς ἔξω τῆς Ἑλλάδος φιλοσοφοῦσι, τὰ μὲν παρὰ Ἰνδοῖς
δοῖς ὑπὸ τῶν Βραχμάνων , τὰ δὲ ἐν Συρία ὑπὸ τῶν
καλουμένων Ἰουδαίων. ”

Ἔτι πρὸς τούτοις ὁ ΚλήμηςἈριστοβούλου τοῦ
περιπατητικοῦ καἰ Νουμηνίου τοῦ Πυθαγορείου μνημονευει 
μονεύει λέγων 
 “ Ἀριστόβουλος δὲ ἐν τῷ πρώτῳ τῶν πρὸς τὸν
Φιλομήτορα κατὰ λέξιν γράφει · 
 Κατηκολούθηκε δὲ ὁ Πλάτων’ τῇ καθ’ ἡμᾶς νομοθεσί}α,
καὶ φανερός ἐστι περιειργασμένος ἕκαστα 
τῶν ἐν αὐτὴ λεγομένων.

διηρμήνευται δὲ πρὸ
Δημητρίου ὑφ’ ἑτέρων, πρὸ τῆς Ἀλεξάνδρου καὶ
 Περσῶν ἐπικρατήσεως, τά τε κατὰ τὴν ἐξ Αἰγύπτου
ἐξαγωγὴν τῶν Ἑβραίων τῶν ἡμετέρων πολιτῶν, καὶ
ἡ τῶν γεγονότων ἁπάντων αὐτοῖς ἐπιφάνεια, καὶ κράτησις 
τῆς χώρας, καὶ τῆς ὅλης νομοθεσίας ἐπεξήγησις.

ὥστε εὔδηλον εἶναι τὸν προειρημένον φιλόσοφον
εἰληφέναι πολλά· γέγονε γὰρ πολυμαθής·
καθὼς καὶ Πυθαγόρας πολλὰ τῶν παρ’ ἡμῖν μετεωέγκας
εἰς τὴν ἑαυτοῦ δογματοποιίαν.

Νουμήνιος δὲ ὁ Πυθαγορικὸς φιλόσοφος ἄντικρυς
γράφει · τί γάρ ἐστι Πλάτων’ ἢ Μώσης ἀττικίζων ; 
 Ταῦτα ὁ Κλήμης.

Καὶ αὐτοῦ δὲ τοῦ Πυθαγορικοῦ φιλοσόφου, 
 τοῦ Νουμηνίου λέγω , ἀπὸ τοῦ πρώτου Περὶ τἀγαθοῦ
τάδε παραθήσομαι 
 “ Εἰς δὲ τοῦτο δεήσει εἰπόντα καὶ σημηνάμενον 
ταῖς μαρτυρίαις ταῖς Πλάτωνος ἀναχωρήσασθαι καὶ
ξυνδήσασθαι τοῖς λόγοις τοῦ Πυθαγόρου , ἐρικαλἐσασθαι
 δὲ τὰ ἔθνη τὰ εὐδοκιμοῦντα, προσφερόμενον
αὐτῶν τὰς τελετὰς καὶ τὰ δόγματα, τάς τε ἱδρύσεις
συντελουμένας Πλάτωνι ὁμολογουμένως, ὁπόσας Βσαχμᾶνες
καὶ Ἰουδαῖοι καὶ Μάγοι καὶ Αἰγύπτιοι διέ-
θεντο 
 Ταῦτα μὲν οὖν περὶ τῶνδε.

Καὶ ἐν τῇ τρίτῃ δὲ βίβλῳ Μώσεως ὁ αὐτὸς 
τάδε λέγων μνημονεύει 
 “Τὰ δ’ ἐξῆς Ἰαννῆς καὶ Ἰαμβρῆς Αἰγύπτιοι ἱερογραμματεῖς,
ἄνδρες οὐδενὸς ἥττους μαγεῦσαι κριθέντες
 εἶναι, ἐπὶ Ἰουδαίων ἐξελαυνομένων ἐξ Αἰγύπτου.

Μουσαίῳ γοῦν τῷ Ἰουδαίων ἐξηγησαμένῳ,
ἀνδρὶ γενομένῳ θεῷ εὔξασθαι δυνατωτάτῳ,
οἱ παραστῆναι ἀξιωθέντες ὑπὸ τοῦ πλήθους τοῦ τῶν
Αἰγυ ττίων οὗτοι ἦσαν, τῶν τε συμφορῶν ἃς ὁ Μουσαῖος
 ἐπῆγε τῇ Αἰγύπτῳ, τὰς νεανικωτάτας αὐτῶν
ἐπιλύεσθαι ὤφθησαν δυνατοί.’

Διὰ δὴ τούτων ὁ Νουμήνιος καὶ τοῖς ὑπὸ 
Μώσεως ἐπιIελ͂ῖ-σθ̀εῖσι παραδόξοις θαύμασι καὶ αὐτῷ
δὲ ὡς θεοφιλεῖ γενομένῳ μαρτυρεῖ.

“ Τοῦ δὲ Ἰουδαίων ἔθνους καὶ Χοιρίλος ἀρχαῖος
 

 
γενόμενος ποιητὴς μέμνηται, καὶ ὡς συνεστράτευσαν
 τῷ βασιλεῖ Ξέρξῃ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. λέγει δὲ οὕτως
 τῶν δ᾿ ὄπιθεν διέβαινε γένος θαυμαστὸν ἰδέσθαι, 
 γλῶσσαν μὲν Φοίνισσαν ἀπὸ στομάτων ἀφιέντες, 
 ῳκουν δ᾿ ἐν Σολύμοις ὄρεσι, πλατέῃ παρὰ λίμνῃ, 
 αὐχμαλέοι κεφαλὰς, τροχοκουράδες· αὐτὰρ ὕπερθεν 
 ἵππων δαρτὰ πρόσωπ᾿ ἐφόρουν ἐσκληκότα καπνῷ.

δῆλον δ᾿ ἐστὶν ὅτι περὶ Ἰουδαίων αὐτῷ ταῦτ᾿ εἴρητο
ἐκ τοῦ καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα ἐν τοῖς παρ᾿ Ἕλλησι
Σολύμοις ὀνομαζομένοις ὄρεσι κεῖσθαι, πλησίον δὲ 
εἶναι τὴν Ἀσφαλτῖτιν λίμνην, πλατυτάτην οὖσαν
κατὰ τὸν ποιητὴν καὶ μείζονα πασῶν τῶν ἐν τῇ Συρίᾳ
λιμνῶν.” 
 Ταῦτα μὲν οὖν καὶ οὗτος.

Ὁ δὲ Πορφύριος ἐν τῷ πρώτῳ τῆς Ἐκ λογίων 
φιλοσοφίας αὐτὸν εἰσάγει τὸν ἑαυτοῦ θεὸν τῷ Ἑβραίων
γένει μετὰ τῶν ἄλλων τῶν ἐπὶ συνέσει βοωμένων
ἐθνῶν σοφίαν ἐπιμαρτυροῦντα.

λέγει δὲ
ὁ παρ᾿ αὐτῷ Ἀπόλλων δι᾿ οὗ ἐκτίθεται χρησμοῦ
τάδε. ἐκκειμένων δὲ ἔτι περὶ τῶν θυσιῶν ἐπάγει, 
οἷς προσέχειν δεῖ, ἅτε μεστοῖς οὖσι πάσης θεοσοφίας
 αἰπεινὴ μὲν ὁδὸς μακάρων, τρηχεῖά τε πολλὸν, 
 χαλκοδέτοις τὰ πρῶτα διοιγομένη πυλεῶσιν· 
 ἀτραπιτοὶ δὲ ἔασιν ἀθέσφατοι ἐγγεγαυῖαι, 
 ἃς πρῶτοι μερόπων ἐπ᾿ ἀπείρονα πρῆξιν ἔφηναν 
 οἱ τὸ καλὸν πίνοντες ὕδωρ Νειλώτιδος αἴης· 
 πολλὰς καὶ Φοίνικες ὁδοὺς μακάρων ἐδάησαν, 
 Ἀσσύριοι Λυδοί τε καὶ Ἑβραίων γένος ἀνδρῶν, 
 καὶ τὰ τούτοις ἀκόλουθα. οἷς ὁ συγγραφεὺς ἐπιλέγει

“Χαλκόδετος γὰρ ἡ πρὸς θεοὺς ὁδὸς, αἰπεινή τε 
καὶ τραχεῖα, ἧς πολλὰς ἀτραποὺς βάρβαροι μὲν ἐξεῦρον,
Ἕλληνες δὲ ἐπλανήθησαν, οἱ δὲ κρατοῦντες ἤδη καὶ
διέφθειραν. τὴν δὲ εὕρεσιν Αἰγυπτίοις ὁ θεὸς ἐμαρ-

 
τύρησε Φοίνιξί τε καὶ Χαλδαίοις, Ἀσσύριοι γὰρ
οὗτοι) Λυδοῖς τε καὶ Ἑβραίοις.

ἔτι πρὸς τούτοις
καὶ ἐν ἑτέρῳ χρησμῷ φησιν ὁ Ἀπόλλων,
 μοῦνοι Χαλδαῖοι σοφίαν λάχον, ἠδ’ ἄρ Ἑβραῖοι, 
 αὐτογένεθλον ἄνακτα σεβαζόμενοι θεὸν ἁγνῶς.

καὶ πάλιν ἐρωτηθεὶς , τίνι λόγῳ πολλοὺς λέγουσιν
οὐρανοὺς, ἔχρησε τάδε
 εἰς ἐν παντὶ πέλει κόσμου κύκλος, ἀλλὰ σὺν ἑπτὰ 
 ζώναισιν πεφόρηται εἰς ἀστερόεντα κέλευθα, 
 ἃς δὴ Χαλδαῖοι καὶ ἀριζήλωτοι βραῖοι 
 οὐρανίας ὀνόμηναν, ἐς ἑβδόματον δρόμον ἕρπειν.

Περὶ μὲν οὖν τῆς Ἰουδαίων τε καὶ Ἑβραίων
προσηγορίας τῆς τε παρ’ αὐτοῖς πάλαι διαπρεπούσης
εὐσεβείας τε καὶ φιλοσοφίας ἐκκείσθω ταῦτα, περὶ
 δὲ τῆς πατρίου αὐτῶν ἱστορίας θέα ὁπόσοι συνεφώνησαν·

Μώσεως ἐν ταῖς περὶ τοῦ παντὸς άσχαιολογίαις
λογίαις κατακλυσμὸν ἱστορήσαντος, καὶ ὡς ὁ παρ’
Ἑβραίοις ὀνομαζόμενος Νῶε ἐν λάρνακι ξύλου πε-
ποιημένῃ μετὰ τῶν οἰκείων διασέσωσται, Βηρωσσὸς
 ὁ Χαλδαῖος, καὶ Ἱερώνυμος ὁ Αἰγύπτιος, Νικόλαος
τε ὁ Δαμασκηνὸς ἱστορικοὶ συγγραφεῖς, ὅπως τῶν
αὐτῶν ἐμνημόνευσαν, Ἰώσηπος ἐν τῇ πρώτῃ τῆς Αρχαιολογίας
τοῦτον παρατίθεται τὸν τρόπον

“ Τοῦ δὲ κατακλυσμοῦ τούτου καὶ τῆς λάρνακος 
 νάκος μέμνηνται πάντες οἱ τὰς βαρβαρικὰς ἱστορίας
ἀναγεγραφότες, ὧν ἐστι καὶ Βηρωσσὸς ὁ Χαλδαῖος. 
διηγούμενος γὰρ τὰ περὶ τὸν κατακλυσμὸν οὕτω
που διέξεισι·

λέγεται δὲ καὶ τοῦ πλοίου ἐν τῇ
Ἀρμενίᾳ πρὸς τῷ ὄρει τόν Κορδυαίων ἔτι μέρος τι
 εἶναι, καὶ κομίζειν τινὰς τῆς ἀσφάλτου ἀφαιροῦντας.
 

 
χρῶνται δὲ μάλιστα οἶ ἄνθρωποι τῷ κομιζομένῳ
πρὸς τοὺς ἀποτροπιασμούς.

μέμνηται δὲ τούτων
καὶ Ἱερώνυμος ὁ Αἰγύπτιος , ὁ τὴν ἀρχαιολογίαν τὴν
Φοινικικὴν συγγραψάμενος, καὶ Μνασέας δὲ καὶ ἄλλοι
 λοὶ πλείους. καὶ Νικόλαος δὲ ὁ Δαμασκηνὸς ἐν ἐν 
ἐνενηκοστῇ καὶ ἕκτῃ βίβλῳ ἱστορεῖ περὶ αὐτῶν, λέγων
 γῶν οὕτως ·

ἔστιν ὑπὲρ τὴν Μινυάδα μέγα ὄρος
κατὰ τὴν Ἀρμενίαν, Βάρις λεγόμενον , εἰς ὃ πολλοὺς
συμφυγόντας ἐπὶ τοῦ κατακλυσμοῦ λόγος ἔχει περισωθῆναι,
καί τινα ἐπὶ λάρνακος ὀχούμενον ἐπὶ τὴν 
ἀκρώρειαν ὀκεῖλαι, καὶ τὰ λείψανα τῶν ξύλων ἐπὶ
πολὺ σωθῆναι. γένοιτο δ’ ἃν οὗτος ὅντινα καὶ
Μώσης ἀνέγραψεν ὁ Ἰουδαίων νομοθἐτης.’’ 
 Ταῦτα μὲν ὁ Ἰώσηπος.

Ἐγὼ δέ σοι τὰ Μηδικὰ καὶ Ἀσσύρια διελθών 
θῶν ἐκ τῆς Ἀβυδηνοῦ γραφῆς περὶ τῆς αὐτῆς ἱδτοσίας
τάσδε τοῦ ἀνδρὸς παραθήσομαι τὰς λέξεις

“ Μεθ’ ὃν ἄλλοι τε ἦρξαν καὶ Σείσιθρος, ᾧ
δὴ Κρόνος προσημαίνει μὲν ἔσεσθαι πλῆθος ὄμβρων
Δεσίου πέμπτῃ ἐπὶ δέκα, κελεύει δὲ πᾶν ὅ τι γραμμάτων 
ἦν ἐχόμενον ἐν Ἡλίου πόλει τῇ ἐν Σιππάροισιν
ἀποκρύψαι.

Σείσιθρος δὲ ταῦτα ἐπιτελέα
ποιήσας εὐθέως ἐπ’ Ἀρμενίης ἀνέπλωε, καὶ παραυτίκα
μιν κατελάμβανε τὰ ἐκ θεοῦ. τρίτῃ δὲ ἡμέρῃ
ἐπεί τε ὕων ἐκόπασε, μετῄει τῶν ὀρνίθων πείρην 
 ποιεύμενος , εἴ κου γῆν ἴδοιεν τοῦ ὕδατος ἐκδῦσαν.

αἶ δὲ ἐκδεχομένου σφέας πελάγεος ἀχανέος ἀπορέουσαι
ὅκη κατορμίσονται παρὰ τὸν Σείσιθρον
ὀπίσω κομίζονται, καὶ ἐπ’ αὐτῇσιν ἕτεραι.

ὡς
δὲ τῇσι τρίτῃόιν εὐτύχεεν , ἀπίκατο γὰρ δὴ πηλοῦ 
 

 
κατάπλεοι τοὺς ταρσοὺς, θεοί μιν ἐξ ἀνθρώπων ἀφα-
νίζουσιν · τὸ δὲ πλοῖον ἐν Ἀρμενίῃ περίαπτα ξύλων
ἀλεξιφάρμακα τοῖσιν ἐπιχωρίοισι παρείχετο.’’ 
 Ταῦτα μὲν οὖν οὗτος.

Πἀλιν δὲ Μώσεως τοὺς πρώτους φύντας 
ἀνθρώπων μακροβίους γεγονέναι φήσαντος, μάρτυρας
καὶ τούτου παρατίθεται τοῦ λόγου τοὺς ‘Eλλήνων
συγγραφεῖς ὧδε λέγων ὁ Ἰώσηπος

“ Μηδεὶς δὲ πρὸς τὸν νῦν βίον καὶ τὴν βραχύτητα
 τῶν ἐτῶν ἃ ζῶμεν συμβαλὼν τὸν τῶν παλαιῶν
ψευδῆ νομιζέτω τὰ περὶ ἐκείνων λεγόμενα, τῷ
μηδὲ νῦν τοσοῦτον ἐν τῷ βίῳ παρατείνειν χρόνον
τεκμαιρόμενος μηδ’ ἐκείνους εἰς ἐκεῖνο τὸ μῆκος τῆς
ζωῆς ἀφῖχθαι.

οἱ μὲν γὰρ θεοφιλεῖς ὄντες, καὶ
 ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ θεοῦ γενόμενοι, καὶ διὰ τὸ τὰς τροφὰς
ἐπιτηδειοτέὸας πρὸς πλείονα χρόνον οὔσας, εἰχότως
ἔζων πλῆθος τοσούτων ἐτῶν.

ἔπειτα καὶ δι’
ἀρετὴν καὶ δι’ εὐχρηστίαν ὧν ἐπενόουν, ἀστρολογίας
καὶ γεωμετρίας, εἰς πλείονα ζῆν τὸν θεὸν αὐτοῖς 
 παρασχεῖν, ἅπερ οὐκ ἦν ἀσφαλῶς αὐτοῖς προειπεῖν
μὴ ζήσασιν ἑξακοσίους ἐνιαυτούς· διὰ γὰρ τούτων
ὁ μέγας ἐνιαυτὸς πληροῦται.

μαρτυροῦσι δέ μου
τῷ λόγῳ πάντες οἱ παρ’ Ἕλλησι καὶ βαρβάροις συγγραψάμενοι
τὰς ἀρχαιολογίας. καὶ γὰρ καὶ Μάνεθως
 ὁ τὴν τῶν Αἰγυπτιακῶν ποιησάμενος ἀναγραφὴν καὶ
Βηρωσσὸς ὁ τὰ Χαλδαικὰ συναγαγὼν καὶ Μόλος
καὶ‘Eστιαῖος, καὶ πρὸς αὐτοῖς ὁΑἰγύπτιοςἹερώνυμος,
οἵ τε τὰ Φοινικικὰ συνταξάμενοι , συμφωνοῦσι τοῖς
ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένοις· Ἡσίοδός τε καὶ ‘Εκαταῖος καὶ
 Ἑλλάνικος καὶ Ἀκουσίλαος, καὶ πρὸς τούτοις Ἔφορος
 

 
καὶ Νικόλαος ἱστοροῦσι τοὺς ἀρχαίους ζήσαντας ἔτη
 χίλια. περὶ μὲν οὖν τούτων, ὡς ἂν ἑκάστοις ῇ φίλον,
οὕτω σκοπείτωσαν.”

Πάλιν Μωσέως περὶ τῆς τοῦ πύργου κατασκευῆς
καὶ ὡς ἀπὸ μιᾶς γλώττης εἰς πολλὰς συνεχύθησαν 
θησαν διαλέκτους ἱστορήσαντος, ἐν τῇ λεχθείσῃ Περὶ
 τῶν Ἀσσυρίων γραφῇ ὁ μικρῷ πρόσθεν δηλωθεὶς
συγγραφεὺς τὰ ὅμοια μαρτυρεῖ λέγων ὧδε

“Ἐντὶ δ᾿ οἳ λέγουσι τοὺς πρώτους ἐκ γῆς ἀνασχόντας,
ῥώμῃ τε καὶ μεγέθει χαυνωθέντας καὶ δὴ 
θεῶν καταφρονήσαντας ἀμείνονας εἶναι, τύρσιν ἠλίβατον
ἀείρειν, ἵνα νῦν Βαβυλών ἐστιν· ἤδη τε
ἆσσον εἶναι τοῦ οὐρανοῦ, καὶ τοὺς ἀνέμους θεοῖσι
βωθέοντας ἀνατρέψαι περὶ αὐτοῖσι τὸ μηχάνημα·
 τοῦ δὴ τὰ ἐρείπια λέγεσθαι Βαβυλῶνα. τέως δὲ 
ὄντας ὁμογλώσσους ἐκ θεῶν πολύθροον φωνὴν ἐνεί-
 κασθαι, μετὰ δὲ Κρόνῳ τε καὶ Τιτῆνι συστῆναι
πόλεμον.

“Ὁ δὲ τόπος ἐν ᾧ τὸν πύργον ᾠκοδόμησαν
νῦν Βαβυλὼν καλεῖται, διὰ τὴν σύγχυσιν τοῦ περὶ 
τὴν διάλεκτον πρῶτον ἐναργοῦς. Ἑβραῖοι γὰρ τὴν
σύγχυσιν Βαβὲλ καλοῦσι.”

“Περὶ δὲ τοῦ πύργου τούτου καὶ τῆς ἀλλοφωνίας
τῶν ἀνθρώπων μέμνηται καὶ Σίβυλλα, λέγουσα
οὕτως ῾πάντων ὁμοφώνων ὄντων τῶν ἀνθρώρων 
πύργον ᾠκοδόμησάν τινες ὑψηλότατον, ὡς
ἐπὶ τὸν οὐρανὸν ἀναβησόμενοι δι᾿ αὐτοῦ. οἱ δὲ θεοὶ
ἀνέμους ἐπιπέμψαντες ἀνέτρεψαν τὸν πύργον, καὶ
ἰδίαν ἑκάστῳ φωνὴν ἔδωκαν, καὶ διὰ τοῦτο Βαβυλῶνα
συνέβη κληθῆναι τὴν πόλιν.᾿ περὶ δὲ τοῦ 
 

 
πεδίου τοῦ λεγόμενον Σενναὰρ ἐν τῇ Βαβυλωνίᾳ
χώρᾳ μνημονεύει Ἑστιαῖος, λέγων οὕτως “τῶν
ἱερέων τοὺς διασωθέντας , τὰ τοῦ Ἐνυαλίου Δῖός
ἱερώματα λαβόντας, εἰς Σενναὰρ τῆς Βαβυλωνίας
 ἐλθεῖν · σκίδνανται δὴ τὸ λοιπὸν ἐντεῦθεν ὑπὸ τῆς
ὁμογλωσσίας , τὰς συνοικίας ποιησάμενοι πανταχοῦ, 
καὶ γῆν ἕκαστοι κατελάμβανον τὴν ἐντυχοῦσαν.’’

πάλιν Μώσεως τὴν κατὰ τὸν Ἑβραίων προπάτορα
Ἀβραὰμ ἱστορίαν εἰς πλάτος ἐκθεμένου, μαρτυρεῖν 
 τυρεῖν αὐτῷ καὶ τοὺς ἔξωθεν ἱστορικοὺς ὁ Ἰώσηπος
λέγ·ει διὰ τούτων

“ Μνημονεύει δὲ ἡμῶν τοῦ πατρὸς Ἀβραάμου
Βηρωσσὸς, οὐκ ὀνομάζων, λέγων δὲ οὕτως οατρὸς μετὰ τὸν
κατακλυσμὸν δεκάτῃ γενεᾷ παρὰ Χαλδαίοις τις ἦν
 δίκαιος ἀνὴρ καὶ μέγας καὶ τὰ οὐράνια ἔμπειρος.’’

Ἑκαταῖος δὲ καὶ τοῦ μνησθῆναι πλεῖόν τι πεποίβιβῖος
ἧκε· βιβλίον γὰρ περὶ αὐτοῦ συνταξάμενος κατέλιπε.
λιπε.

Νικόλαος δὲ ὁ Δαμασκηνὸς ἐν τῇ τετάρτῃ
τῶν ἱστοριῶν λέγει οὕτως “ Ἀβραάμης ἐβασίλευε 
 Δαμάσκου, ἔπηλυς σὺν στρατῷ ἀφιγμένος ἐκ τῆς γῆς
τῆς ὑπὲρ Βαβυλῶνος, Χαλδαίων λεγομένης. μετ’ οὐ
πολὺν δὲ χρόνον ἐξαναστὰς καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς χώσυν
ρας, σὺν τῷ σφετέρῳ λαῷ εἰς τὴν τότε μὲν Χαναναίαν
λεγομένην, νῦν δὲ Ἰουδαίαν μετῴκησε, καὶ οἱ
 ἀπ’ ἐκείνου πληθύσαντες, περὶ ὧν ἐν ἑτέρῳ λόγῳ
διέξειμι τὰ ἱστορούμενα.’’

τοῦ τε Ἀβραάμου ἔτι
καὶ νῦν ἐν τῇ Δαμασκηνῇ τὸ ὄνομα δοξάζεται, καὶ
κώμη ἀπ’ αὐτοῦ δείκνυται Ἀβραάμου οἴκησις λεγομένη.
μένη. λιμοῦ δὲ χρόνοις ὕστερον τὴν Χαναναίαν 
 καταλαβόντος , Ἅβραμος Αἰγυπτίους εὐδαιμονεῖν
 

 
πυθόμενος διαίρειν πρὸς αὐτοὺς ἦν πρόθυμος, τῆς
τε ἀφθονίας τῆς ἐκείνων μεθέξων καὶ τῶν ἱερέων
ἀκροατὴς ἐσόμενος, ὧν λέγοιεν περὶ θεῶν· ἢ γὰρ
κρείσσοσιν εὑρεθεῖσι κατακολουθήσειν, ἢ μεταχοδμήσειν
αὐτοὺς ἐπὶ τὸ βέλτιον, αὐτὸς ἄμεινον φρονῶν.’’

Εἶθ’ ἑξῆς ἐπιλέγει 
 “ Καὶ συνῆν Αἰγυπτίων τοῖς λογιωτάτοις, τήν τε
ἀρετὴν αὐτῷ καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῷ δόξαν ἐντεῦθεν ἐπιθανεστέραν
συνέβη γενέσθαι.

τῶν γὰρ Αἰγυπτίων
διαφόροις ἀρεσκομένων ἔθεσι, καὶ τ̣ὰ παρ’ ἀλλήλοις 
ἐκφαυλιζόντων νόμιμα, καὶ διὰ τοῦτο δυσμενῶς ἐχόντων
 τῶν πρὸς ἀλλήλους , συμβαλὼν αὐτῶν ἑκάστοις , καὶ
διαπτύων τοὺς λόγους οὓς ἐποιοῦντο περὶ τῶν ἰδίων,
κενοὺς καὶ μηδὲν ἀληθὲς ἔχοντας ἀπέφαινε.

θαυμασθεὶς
οὖν ὑπ’ αὐτῶν ἐν ταῖς συνουσίαις ὡς συνετώτατος, 
καὶ δεινὸς ἀνὴρ οἱ νοῆσαι μόνον, ἀλλὰ καὶ
πεῖσαι λέγων περὶ ὧν ἂν ἐπιχειρήσειε διδάσκειν, τήν
τε ἀριθμητικὴν αὐτοῖς χαρίζεται καὶ τὰ περὶ ἀστρολογίαν
παραδίδωσι. πρὸ γὰρ τῆς Ἀβραάμου παρουσίας
Αἰγύπτιοι τούτων εἶχον ἀμαθῶς. ἐκ Χαλδαίων 
 γὰρ ταῦτ’ ἐφοίτησεν εἰς Αἴγυπτον, ὅθεν ἦλθε καὶ
εἰς τοὺς Ἑλληνας. ’ 
 Ταῦτα ὁ Ἰώσηπος.

Συνᾴδει δὲ τούτοις καὶ ὁ Πολυΐστωρ Ἀλέξανδρος,
ὢν καὶ πολυμαθὴς ἀνὴρ , τοῖς τε 
μὴ πάρεργον τὸν ἀπὸ παιδείας καρπὸν πεποιημένοις
 Ἔλλησι γνωριμώτατος, ὃς ἐν τῇ Περὶ Ἰουδαίων συντάξει
τὰ κατὰ τὸν Ἀβραὰμ τοῦτον ἱστορεῖ κατὰ λέξιν
τον τρόπον

“ Εὐπόλεμος δὲ έν τῷ περὶ Ἰουδαίων τῆς Ἀδσυρίας 
συρίας φησὶ πόλιν Βαβυλῶνα πρῶτον μὲν κτισθῆναι
ὑπὸ τῶν διασωθέντων ἐκ τοῦ κατακλυσμοῦ· εἶναι

 
δὲ αὐτοὺς γίγαντας, οἰκοδομεῖν δὲ τὸν ἱστορούμενον
πύργον.

πεσόντος δὲ τούτου ὑπὸ τῆς τοῦ θεοῦ
ἐνεργείας τοὺς γίγαντας διασπαρῆναι καθ’ ὅλην τὴν 
γῆν. δεκάτῃ δὲ γενεᾷ, φησὶν, ἐν πόλει τῆς Βαβυλωνίας
 Καμαρίνῃ, ἥν τινας λέγειν πόλιν Οὐρίην·
εἶναι δὲ μεθερμηνευομένην Χαλδαίων πόλιν) ἐν
τρισκαιδεκάτῃ γενέσθαι Ἀβραὰμ γενεᾷ, εὐγενείᾳ καὶ
σοφίᾳ πάντας ὑπερβεβηκότα, ὃν δὴ καὶ τὴν ἀστρολογίαν
καὶ Χαλδαικὴν εὑρεῖν , ἐπί τε τὴν εὐσέβειαν
 ὁρμήσαντα εὐαρεστῆσαι τῷ θεῷ.

τοῦτον δὲ διὰ
τὰ προστάγματα τοῦ θεοῦ εἰς Φοινίκην ἐλθόντα κα-
τοικῆσαι, καὶ τροπὰς ἡλίου καὶ σελήνης καὶ τὰ ἄλλα
πάντα διδάξαντα τοὺς Φοίνικας εὐαρεστῆσαι τῷ Βασιλεῖ
αὐτῶν. ὕστερον δὲ Ἀρμενίους ἐπιστρατεῦσαι
 τοῖς Φοίνιξι· νικησάντων δὲ καὶ αἰχμαλωτισαμένων
τὸν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ τὸν Ἀβραὰμ μετὰ οἰκετῶν 
βοηθήσαντα ἐγκρατῆ γενέσθαι τῶν αἰχμαλωτισαμένων,
καὶ τῶν πολεμίων αἰχμαλωτίσαι τέκνα καὶ γυναῖκας.

πρέσβεων δὲ παραγενομένων πρὸς αὐτὸν
 ὄπως χρήματα λαβὼν ἀπολυτρώσῃ ταῦτα, μὴ προελέσθαι
τοῖς δυστυχοῦσιν ἐπεμβαίνειν , ἀλλὰ τὰς
τροφὰς λαβόντα τῶν νεανίσκων ἀποδοῦναι τὰ αἰχμά-
λωτα, ξενισθῆναί τε αὐτὸν ὑπὸ πόλεως ἱερὸν Αρυαριξὶν,
ὃ εἶναι μεθερμηνευόμενον ὄρος ὑψίστου ·

παρὰ
 δὲ τοῦ Μελχισεδὲκ ἱερέως ὄντος τοῦ θεοῦ καὶ βασιλεύοντος
λαβεῖν δῶρα. λιμοῦ δὲ γενομένου τὸν 
Ἀβραὰμ ἀπαλλαγῆναι εἰς Αἴγυπτον πανοικίᾳ, κἀκεῖ
κατοικεῖν, τήν τε γυναῖκα αὐτοῦ τὸν βασιλέα τῶν Αἰγυπτίων
γῆμαι, φάντος αὐτοῦ ἀδελφὴν εἶναι.

περισσότερον
 δ’ ἱστόρησεν ὅτι οὐκ ἠδύνατο αὐτῇ συγγενέσθαι,
καὶ ὅτι συνέβη φθείρεσθαι αὐτοῦ τὸν λαὸν
καὶ τὸν οἶκον. μάντεις δὲ αὐτοῦ καλέσαντος τοῦτο

 
φάναι, μὴ εἶναι χήραν τὴν γυναῖκα· τὸν δὲ βασιλέα
 τῶν Αἰγυπτίων οὕτως ἐπιγνῶναι ὅτι γυνὴ ἦν τοῦ
Ἀβραὰμ, καὶ ἀποδοῦναι αὐτὴν τῷ ἀνδρί.

συζή-
σαντα δὲ τὸν Ἀβραὰμ ἐν Ἡλιουπόλει τοῖς Αἰγυπτίων
ἱερεῦσι πολλὰ μεταδιδάξαι αὐτοὺς, καὶ τὴν ἀστρολογίαν 
καὶ τὰ λοιπὰ τοῦτον αὐτοῖς εἰσηγήσασθαι,
φάμενον Βαβυλωνίους ταῦτα καὶ αὑτὸν εὑρηκέναι,
τὴν δὲ εὕρεσιν αὐτῶν εἰς Ἑνὼχ ἀναπέμπειν, καὶ τοῦτον
εὑρηκέναι πρῶτον τὴν ἀστρολογίαν, οὐκ Αἰ-
γυπτίους.

Βαβυλωνίους γὰρ λέγειν πρῶτον γε- 
νέσθαι Βῆλον, ὃν εἶναι Κρόνον· ἐκ τούτου δὲ γενέσθαι
 Βῆλον καὶ Χαναὰν, τοῦτον δὲ τὸν Χαναὰν
γεννῆσαι τὸν πατέρα τῶν Φοινίκων, τούτου δὲ Χοὺμ
υἱὸν γενέσθαι , ὃν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων λέγεσθαι Ἄσβολον,
πατέρα δὲ Αἰθιόπων, ἀδελφὸν δὲ τοῦ Με-στάεὶμ, 
στραεὶμ, πατέρα Αἰγυπτίων· Ἓλληνας δὲ λέγειν
τὸν Ἄτλαντα εὑρηκέναι ἀστρολογίαν· εἶναι δὲ τὸν
Ἄτλαντα τὸν αὐτὸν καὶ Ἑνώχ · τοῦ δὲ Ἑνὼχ γενέ-
σθαι υἱὸν Μαθουσάλαν, ὃν πάντα δι’ ἀγγέλων θεοῦ
γνῶναι, καὶ ἡμὰς οὕτως ἐπιγνῶναι.’’

“ Ἀρτάπανος δέ φησιν ἐν τοῖς Ἰουδαϊκοῖς
τοὺς μὲν Ἰουδαίους ὀνομάζεσθαι ’Eρμιοὺθ, ὃ εἷναι
μεθερμηνευθὲν κατὰ τὴν Ἑλλάδα φωνὴν Ἰουδαῖοι·
 καλεῖσθαι δὲ αὐτοὺς Ἐβραίους ἀπὸ Ἀβραάμου. τοῦτον
δέ φησι πανοικίᾳ ἐλθεῖν εἰς Αἴγυπτον πρὸς τὸν 
τῶν Αἰγυπτίων βασιλέα Φαρεθώνην, καὶ τὴν ἀστρο-
λογίαν αὐτὸν διδάξαι· μείναντα δὲ ἔτη ἐκεῖ εἴκοσι
πάλιν εἰς τοὺς κατὰ Συρίαν ἀπαλλαγῆναι τόπους ·
τῶν δὲ τούτῳ συνελθόντων πολλοὺς ἐν Αἰγύπτῳ
καταμεῖναι διὰ τὴν εὐδαιμονίαν τῆς χώρας.

ἐν 
δὲ ἀδεσπότοις εὕρομεν τὸν Ἀβραὰμ ἀναφέροντα εἰς
τοὺς γίγαντας, τούτους δὲ οἰκοῦντας ἐν τῇ Βαβυλωνίᾳ

 
διὰ τὴν ἀσέβειαν ὑπὸ τῶν θεῶν ἀναιρεθῆναι, ὧν 
ἕνα Βῆλον ἐκφεύγοντα τὸν θάνατον ἐν Βαβυλῶνι
κατοικῆσαι , πύργον τε κατασκευάσαντα ἐν αὐτῷ 
διαιτᾶσθαι , ὃν δὴ ἀπὸ τοῦ κατασκευάσαντος Βήλου
 Βῆλον ὀνομασθῆναι. τὸν δὲ Ἄβραμον τὴν ἀστρολο-
γικὴν ἐπιστήμην παιδευθέντα πρῶτον μὲν ἐλθεῖν εἰς
Φοινίκην καὶ τοὺς Φοίνικας ἀστρολογίαν διδάξαι,
ὕστερον δὲ εἰς Αἴγυπτον παραγενέσθαι.

“ Ὁ Ὁ δὲ τὴν συσκευὴν τὴν κατὰ Ἰουδαίων 
 γράψας Μολὼν κατὰ τὸν κατακλυσμὸν φησιν ἀπὸ τῆς
Ἀρμενίας ἀπελθεῖν τὸν περιλειφθέντα ἄνθρωπον
μετὰ τῶν υἱῶν, ἐκ τῶν ἰδίων ἐξελαυνόμενον ὑπὸ
τῶν ἐγχωρίων· διανύσαντα δὲ τὴν μεταξὺ χώραν
ἐλθεῖν εἰς τὴν ὀρεινὴν τῆς Συρίας οὖσαν ἔρημον.

μετὰ δὲ τρεῖς γενεὰς Ἀβραὰμ γενέσθαι , ὃν δὴ
μεθερμηνεύεσθαι πατρὸς φίλον ὄν ὃν δὴ σοφὸν γενόμενον
τὴν ἐρημίαν μεταδιώκειν· λαβόντα δὲ δύο
γυναῖκας, τὴν μὲν ἐντοπίαν, συγγενῆ, τὴν δὲ Αἰγυπτίαν,
θεράπαιναν, ἐκ μὲν τῆς Αἰγυπτίας γεννῆσαι 
 υἱοὺς ιβ’, οὓς δὴ εἰς Ἀραβίαν ἀπαλλαγέντας διελέσθαι
τὴν χώραν καὶ πρώτους βασιλεῦσαι τῶν ἐγχωρίων·
ὅθεν ἕως καθ’ ἡμὰς δώδεκα εἶναι βασιλεῖς
Ἀράβων ὁμωνύμους ἐκείνοις.

ἐκ δὲ τῆς γαμετῆς
υἱὸν αὐτῷ γενέσθαι ἴνα , ὃν Ἑλληνιστὶ Γέλωτα ὀνομασθἤναι.
 καὶ τὸν μὲν Ἀβραὰμ γήρα τελευτῆσαι,
Γέλωτος δὲ καὶ γυναικός ἐγχωρίου υἱοὺς ἕνδεκα γενέσθαι,
καὶ δωδέκατον Ἰωσὴφ, καὶ ἀπὸ τοῦδε τρίτον
Μωσῆν.’’

Τοσαῦτα ὁ Πολυΐστωρ ’ οἷς μεθ’ ἕτερα ἐπιφερει 
 λέγων 
 Μετ’ οὐ πολὺν δὲ χρόνον τὸν θεὸν τῷ Ἀβραὰμ
προστάξαι Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν ὁλοκαρπῶσαι αὐτῷ. τὸν

 
δὲ ἀναγαγόντα τὸν παῖδα ἐπὶ τὸ ὄρος πυρὰν νῆσαι
καὶ ἐπιθεῖναι τὸν Ἰσαάκ · σφάζειν δὲ μέλλοντα κωλυθῆναι
ὑπὸ ἀγγέλου, κριὸν αὐτῷ πρὸς τὴν κάρπωσιν
παραστήσαντος ’ τὸν δὲ Ἀβραὰμ τὸν μὲν παῖδα
καθελεῖν ἀπὸ τῆς πυρᾶς, τὸν δὲ κριὸν καρπῶσαι.’’

“ Φησὶ δὲ περὶ τούτου καὶ Φίλων ἐν τῷ
πρώτῳ τῶν περὶ τὰ Ἰεροσόλυμα,
 ἔκλυον ἀρχεγόνοισι τὸ μυρίον ὥς ποτε θεσμοῖς 
 Ἀβραὰμ κλυτοηχὲς ὑπέρτερον ἅμματι δεσμῶν 
 παμφαὲς πλήμμυρε, μεγαυχήτοισι λογισμοῖς, 
 θειοφιλή θέλγητρα. λιπόντι γὰρ ἀγλαὸν ἕρκος 
 αἰνοφύτων, ἔκκαυμα βριήπυος αἰνετὸς ἴσχων, 
 ἀθάνατον ποίησεν ἑὴν φάτιν, ἐξ ὅτ’ ἐκείνου 
 ἔκγονος αἰνογόνοιο πολύμνιον ἔλλαχε κῦδος, 
καὶ τὰ ἑξῆς· οἷς μετ’ ὀλίγα ἐπιφέρει 
 ἄρτι χερὸς θηκτοῖο ξιφηφόρον ἐντύνοντος 
 λήμματι, καὶ σφαράγοιο παρακλιδὸν ἀθροισθέντος, 
 ἀλλ’ ὁ μὲν ἐν χείρεσσι κερασφόρον ὤπασε κριόν, 
καὶ τὰ τούτοις ἑπόμενa.’’

Ταῦτα μὲν δὴ ἀπὸ τῆς προειρημένης τοῦ πολυΐστα 
γραφῆς. καὶ ὁ Ἰώσηπος δὲ ἐν τῇ πρώτῃ
τῆςἈρχaιολογίας τοῦ αὐτοῦ μνημονεύει διὰ τούτων 
 “ Λέγεται δὲ ὡς οὗτος ὁ Ἀφρὴν στρατεύσας ἐπὶ
τὴν Λιβύην κατέσχεν αὐτὴν, καὶ οἱ υἱωνοὶ αὐτοῦ
κατοικήσαντες ἐν αὐτῇ τὴν γῆν ἀπὸ τοῦ ἐκείνου ὀνόματος 
μάτος Ἀφρικὰ προσηγόρευσαν.

μαρτυρεῖ δέ μου
 τῷ λόγῳ Ἀλέξανδρος ὁ Πολυΐστωρ λέγων οὕτως ·
Κλεόδημος δέ φησιν ὁ προφήτης, ὁ καὶ Μαλχἀς,
ἱστορῶν τὰ περὶ Ἰουδαίων , καθὼς καὶ Μώσης ἱστόρηκεν
ὁ νομοθέτης αὐτῶν, ὅτι ἐκ ΧεττούραςἈ βραάμῳ 
ἐγένοντο παῖδες ἱκανοί· λέγει δὲ αὐτῶν καὶ τὰ ὀνόΛέγεται
 

 
μάτα, ὀνομάζων τρεῖς, Ἀφὲρ, Ἀσοὺρ, Ἄφραν.

καὶ 
ἀπὸ Ἀσοὺρ μὲν τὴν Ἀσσυρίαν , ἀπὸ δὲ τῶν δύο,
Ἄφρα τε καὶ Ἀφὲρ , πόλιν τε ‘Αφρὰν καὶ τὴν χώραν
Ἀφρικὰ ὀνομασθῆναι. τούτους δὲ Ἠρακλεῖ συστρατεῦσαι
 τεῦσαι ἐπὶ Λιβύην καὶ Ἀνταῖον ’ γήμαντα δὲ τὴν 
‘Αφρά θυγατέρα Ἡρακλέα γεννῆσαι υἱὸν ἐξ αὐτῆς
ἴ’ Διόδωρον. τούτου δὲ γενέσθαι Σοφωνᾶν, ἀφ’ οὗ
τοὺς βαρβάρους Σοφὰς λέγεσθαι.’’ 
 Τὰ μὲν οὖν περὶ τοῦ Ἀβραὰμ ὡς ἐν ὀλίγοις τοσαυτα
 παρακείσθω.

Ἀπίωμεν δὲ πάλιν ἐπὶ τὸν Πολυίστορα 
 “ Δημήτριός φησι τὸν Ἰακὼβ γενόμενον ἐτῶν ἐβσομήκοντα
πέντε φυγεῖν εἰς Χαρρὰν τῆς Μεσοποταμίας,
ἀποσταλέντα ὑπὸ τῶν γονέων διὰ τὴν πρὸς
 τὸν ἀδελφὸν κρυφίαν ἔχθρανἨσαῦ, διὰ τὸ εὐλογῆσαι
αὐτὸν πατέρα δοκοῦντα εἶναι τὸν Ἠσαῦ, καὶ ὅπως
λάβῃ ἐκεῖθεν γυναῖκα.

ἀφορμῆσαι οὖν τὸν Ἰακὼβ
εἰς Χαρρὰν τῆς Μεσοποταμίας, τὸν μὲν πατέρα καταλιπόντα
Ἰσαὰκ ἐτῶν ἑκατὸν τριάκοντα ἑπτὰ, αὐτὸν
 δὲ ὄντα ἐτῶν ἑβδομήκοντα ἑπτά

διατρίψαντα
οὖν αὐτὸν ἐκεῖ ἑπτὰ ἔτη λαβὰν τοῦ μητρῴου δύο 
θυγατέρας γῆμαι, Λείαν καὶ Ῥαχὴλ, ὄντα ἐτῶν ὀγδοήκοντα
τεσσάρων· καὶ γενέσθαι ἐν ἑπτὰ ἔτεσιν ἄλλοις
αὐτῷ παιδία ιβ’ · ὀγδόῳ μὲν ἔτει μηνὶ δεκάτω
 Ῥουβίν· καὶ τῷ ἔτει δὲ τῷ ἐνάτῳ μηνὶ ὀγδόῳ Συμεών·
καὶ τῷ ἔτει δὲ τῷ δεκάτῳ μηνὶ ἕκτῳ Λευίν ·
τῷ δὲ ἑνδεκάτῳ ἔτει μηνὶ τετάρτῳ Ἰούδαν. Ῥαχὴλ
τε μὴ τίκτουσαν ζηλῶσαι τὴν ἀδελφὴν, καὶ παρακοιαὐτῷ
τῷ Ἰακὼβ τὴν ἑαυτῆς παιδίσκην Ζελφἀν, τῷ
 αὐτῷ χρόνῳ ᾧ καὶ Βάλλαν συλλαβεῖν τὸν Νεφθαλείμ, 
τῷ ἑνδεκάτῳ ἔτει μηνὶ πέμπτῳ καὶ τεκεῖν τῷ δωδεκάτῳ
ἔτει μηνὶ δευτέρῳ υἱὸν , ὃν ὑπὸ Λείας Γὰδ

 
ὀνομασθῆναι· καὶ ἐκ τῆς αὐτῆς τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ
μηνὸς δωδεκάτου ἕτερον τεκεῖν , ὃν καὶ αὐτὸν προσαγορευθῆναι
ὑπὸ Λείας Ἀσήρ.

καὶ Λείαν πάλιν
ἀντὶ τῶν μήλων τῶν μανδραγόρου, ἃ Ῥουβὶν εἰσενεγκεῖν
παρὰῬαχὴλ, συλλαβεῖν ἐν γαστρὶ, καὶ τῷ αὐτῷ 
 χρόνῳ τὴν παιδίσκην αὐτῆς Ζελφὰν , τῷ δωδεκάτῳ
ἔτει μηνὶ τρίτῳ, καὶ τεκεῖν τοῦ αὐτοῦ ἔτους μηνὸς
δωδεκάτου υἱὸν, καὶ ὄνομα αὐτῷ θέσθαι Ἰσσαχάρ.

καὶ πάλιν Λείαν τῷ τρισκαιδεκάτῳ ἔτει μηνὶ δεκάτῳ
υἱὸν ἄλλον τεκεῖν, ᾧ ὄνομα Ζαβουλὼν, καὶ τὴν 
αὐτὴν τῷ τεσσαρεσκαιδεκάτῳ ἔτει μηνὶ ὀγδόῳ τεκεῖν
υἱὸν ὄνομα Δάν. ἐν ᾧ καὶ Ῥαχὴλ λαβεῖν ἐν γαστρὶ
τῷ αὐτῷ χρόνῳ, ᾧ καὶ Λείαν τεκεῖν θυγατέρα Δεῖναν,
καὶ τεκεῖν τῷ τεσσαρεσκαιδεγάτῳ ἔτει μηνὶ ὀγδόῳ
υἱὸν, ὃν ὀνομασθῆναι Ἰωσὴφ, ὥστε γεγονέναι ἐν τοῖς 
 ἑπτὰ ἔτεσι τοῖς παρὰ λαβὰν δώδεκα παιδία.

θέλοντα
δὲ τὸνἸακὼβ πρὸς τὸν πατέρα εἰς Χαναὰν ἀπιέναι, ἀξιωθέντα
ὑπὸ λαβὰν ἄλλα ἴτη ἓξ μεῖναι, ὥστε τὰ πάντα
αὐτὸν μεῖναι ἐν Χαρρὰν παρὰ λαβὰν ἔτη εἴκοσι.

πορευομένῳ δὲ αὐτῷ εἰς Χαναὰν ἄγγελον τοῦ 
θεοῦ παλαῖσαι, καὶ ἅψασθαι τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ
τοῦ Ἰακὼβ, τὸν δὲ ναρκήσαντα ἐπισκάζειν· ὅθεν
οὐκ ἐσθίεσθαι τῶν κτηνῶν τὸ ἐν τοῖς μηροῖς νεῦρον.
καὶ φάναι αὐτῷ τὸν ἄγγελον ἀπὸ τοῦδε μηκέτι Ἰακὼβ,
ἀλλ’ Ἰσραὴλ ὀνομασθήσεσθαι.

καὶ ἐλθεῖν αὐτὸν 
τῆς Χαναὰν γῆς εἰς ἑτέραν πόλιν Σικίμων, ἔχοντα
παιδία ῥουβὶν ἐτῶν ιβ’ μηνῶν δυοῖν, Συμεῶνα ἐτῶν
ία μηνῶν τεσσάρων, Λευὶν ἐτῶν δέκα μηνῶν ἔξ, Ἱοὐσαν
 ἐτῶν θ’ μηνῶν ὀκτὼ, Νεφθαλείμ ἐτῶν ὀκτὼ μηνῶν
δέκα, Γὰδ ἐτῶν ὀκτὼ μηνῶν δέκα, Ἀσὴρ ἐτῶν ὀκτὼ, 
Ἰσσαχὰρ ἐτῶν ὀκτὼ , Ζαβουλὼν ἐτῶν ἑπτὰ μηνῶν
δυοῖν, Δεῖναν ἐτῶν ἓξ μηνῶν τεσσάρων , Ἰωσὴφ

 
ἐτῶν ἔξ μηνῶν τεσσάρων.

παροικῆσαι δὲ Ἰσραὴλ
παρὰ Ἑμμὼρ ἔτη δέκα, καὶ φθαρῆναι τὴν Ἰσραὴλ
θυγατέρα Δεῖναν ὑπὸ Συχὲμ τοῦ Ἐμμὼρ υἱοῦ, ἐτῶν
οὖσαν δεκαὲξ μηνῶν τεσσάρων. ἐξαλλομένους δὲ
 τοὺς Ἰσραὴλ υἱοὺς , Συμεῶνα μὲν ὄντα ἐτῶν εἴκοσι 
ἑνὸς μηνῶν τεσσάρων , Λευὶν δὲ ἐτῶν εἴκοσι μηνῶν 
ἕξ, ἀποκτεῖναι τόν τε Ἑμμὼρ καὶ Συχὲμ τὸν υἱὸν
αὐτοῦ καὶ πάντας τοὺς ἄρσενας διὰ τὴν Δεῖνας
φθοράν· Ἰακὼβ δὲ τότε εἶναι ἐτῶν ἑκατὸν ἑπτά.

ἐλθόντα δ’ οὖν αὐτὸν εἰς Λουζὰ τῆς Βαιθὴλ, φάναι
τὸν θεὸν μηκέτι Ἰακὼβ, ἀλλ’ Ἰσραὴλ ὀνομάζεσθαι.
ἐκεῖθεν δὲ ἐλθεῖν εἰς Χαφραθὰ, ἔνθεν παραγενέσθαι
εἰςἘφραθὰ, ἣν εἶναι Βηθλεὲμ, καὶ γεννῆσαι αὐτὸν
ἐκεῖ Βενιαμὶν , καὶ τελευτήσαι Ῥαχὴλ , τεκοῦσαν τὸν
 Βενιαμὶν, συμβιῶσαι δ’ αὐτῇ τὸνἸaκὼβ ἔτη εἴκοσι
τρία.

αὐτόθεν δὲ ἐλθεῖν τὸν Ἰακὼβ εἰς Μαμβρὶ 
τῆς Χεβρὼν πρὸς Ἰσαὰκ τὸν πατέρα. εἶναι δὲ τότε
Ἰωσὴφ ἐτῶν δεκαεπτὰ, καὶ πραθῆναι αὐτὸν εἰς Αἴγυπτον,
καὶ ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ μεῖναι ἔτη δεκατρία,
 ὥστ’ εἶναι αὐτὸν ἐτῶν τριάκοντα , Ἰακὼβ δὲ ἐτῶν
ἑκατὸν δέκα, ἐν ᾧ καὶ τελευτῆσαι τὸν Ἰσαὰκ ἔτει ἑνὶ
ἔμπροσθεν, ἐτῶν ὄντα ἑκατὸν ὀγδοήκοντα.

κρίναντα
δὲ τῷ βασιλεῖ τὸν Ἰωσὴφ τὰ ἐνύπνια ἄρξαι
Αἰγύπτου ἔτη ἑπτὰ , ἐν οἷς καὶ συνοικῆσαι Ἀσενὲθ,
 Πεντεφρὴ τοῦ Ἡλιουπόλεως ἱερέως θυγατρὶ , καὶ
γεννῆσαι Μανασσῆν καὶ Ἐφραΐμ· καὶ τοῦ λιμοῦ 
ἐπιγενέσθαι ἔτη β’.

τὸν δὲ Ἰωσὴφ ἔτη ἐννέα
εὐτυχήσαντα πρὸς τὸν πατέρα μὴ πέμψαι, διὰ τὸ
ποιμένα αὐτόν τε καὶ τοὺς ἀδελφοὺς εἶναι· ἐπονείσιστον
 δὲ Αἰγυπτίοις εἶναι τὸ ποιμαίνειν· ὅτι δὲ
διὰ τοῦτο οὐκ ἔπεμψεν αὐτὸν δεδηλωκέναι. ἐλθόντων
γὰρ αὐτοῦ τῶν συγγενῶν φάναι αὐτοῖς, ἐὰν

 
κληθῶσιν ὑπὸ τοῦ βασιλέως καὶ ἐρωτῶνται τί διαπράσσονται,
λέγειν κτηνοτρόφους αὐτοὺς εἶναι.

διαπορεῖσθαι δὲ διὰ τί ποτε ὁ Ἰωσὴφ Βενιαμὶν
ἐπὶ τοῦ ἀρίστου πενταπλασίονα μερίδα ἔδωκε, μὴ
δυναμένου αὐτοῦ τοσαῦτα καταναλῶσαι κρέα. τοῦτο 
 οὖν αὐτὸν πεποιηκέναι διὰ τὸ ἐκ τῆς Λείας τῴ πατρὶ
αὐτοῦ γεγονέναι υἱοὺς ἑπτὰ, ἐκ Ῥαχὴλ τῆς μητρὸς
αὐτοῦ δύο· διὰ τοῦτο τῷ Βενιαμὶν πέντε μερίδας
παραθεῖναι , καὶ αὐτὸν λαβεῖν δύο· γενέσθαι οὖν
ἑπτὰ, ὅσας καὶ τοὺς ἐκ τῆς Λείας υἱοὺς λαβεῖν.

ὡσαύτως δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ τὰς στολὰς δοῦναι
ἑκάστῳ διπλᾶς, τῷ δὲ Βενιαμὶν πέντε καὶ τριακοσίους
χρυσοῦς καὶ τῷ πατρὶ δὲ ἀποστεῖλαι κατὰ
 ταὐτὰ, ὥστε τὸν οἶκον αὐτοῦ τῆς μητρὸς εἶναι ἴσον.

οἰκῆσαι δὲ αὐτοὺς ἐν γῇ Χαναὰν, ἀφ’ οὗ ἐκλεγῆναι 
Ἀβραὰμ ἐκ τῶν ἐθνῶν καὶ μετελθεῖν εἰς Χαναὰν,
Ἀβραὰμ ἐτῶν εἴκοσι πέντε, Ἰσαὰκ ἐτῶν ἑξήκοντα,
Ἰακὼβ ἐτῶν ἑκατὸν τριάκοντα, γίνεσθαι τὰ
πάντα ἔτη ἐν γῇ Χαναὰν σιέ.

καὶ τῷ τρίτῳ
ἔτει λιμοῦ οὔσης ἐν Αἰγύπτῳ ἐλθεῖν εἰς Αἴγυπτον 
τὸν Ἰακὼβ, ὄντα ἐτῶν ἑκατὸν τριάκοντα, Ῥουβὶν
ἐτῶν μέ , Συμεῶνα ἐτῶν μδ', Λευὶν ἐτῶν μγ', Ἰούδαν
ἐτῶν μβ' μηνῶν τριῶν, Ἀσὴρ ἐτῶν μ’ μηνῶν ὀκτὼ,
 Νεφθαλεὶμ ἐτῶν μὰ μηνῶν ’ς, Γὰδ ἐτῶν μὰ μηνῶν
γ’, Ζαβουλὼν ἐτῶν μ’, Δεῖναν ἐτῶν ’λθ’, Βενιαμὶν 
ἐτῶν κη.

τὸν δὲ Ἰωσήφ φησι γενέσθαι ἐν Αἰγύπτῳ
ἔτη ’λθ’. εἶναι δὲ ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ ἴως τοῦ
εἰσελθεῖν εἰς Αἴγυπτον τοὺς τοῦ Ἰωσὴφ συγγενεῖς
ἔτη ιγχκδ. ἀπὸ δὲ τοῦ κατακλυσμοῦ ἴως τῆς Ἰακὼβ
παρουσίας εἰς Αἴγυπτον ἴτη ἔτη ’ ἀφ’ οὗ δὲ ἐκλεγῆναι 
γῆναι Ἀβραὰμ ἐκ τῶν ἐθνῶν καὶ ἐλθεῖν ἐκ Χαρρὰν
 εἰς Χαναὰν ἕως εἰς Αἴγυπτον τοὺς περὶ Ἰακὼβ ἐλθεῖν

 
ἔτη σιέ.

Ἰακὼβ δὲ ἐκ Χαρρὰν πρὸς Λάβαν ἐλθεῖν,
ἐτῶν ὄντα π᾿, καὶ γεννῆσαι Λευίν· Λευὶν δὲ
ἐν Αἰγύπτῳ ἐπιγενέσθαι ἔτη ιζ΄, ἀφ᾿ οὗ ἐκ Χαναὰν αὐτὸν
ἐλθεῖν εἰς Αἴγυπτον, ὥστε εἶναι αὐτὸν ἐτῶν ξ΄,
 καὶ γεννῆσαι Κλάθ· τῷ αὐτῷ δὲ ἔτει ᾧ γενέσθαι
Κλὰθ, τελευτῆσαι Ἰακὼβ ἐν Αἰγύπτῳ, εὐλογήσαντα
τοὺς Ἰωσὴφ υἱοὺς, ὄντα ἐτῶν ρμζ΄, καταλιπόντα Ἰωσὴφ
ἐτῶν νϛ΄. Λευὶν δὲ γενόμενον ἐτῶν ρλζ΄ τελευτῆσαι,
Κλὰθ δὲ ὄντα ἐτῶν μ΄ γεννῆσαι Ἀμρὰμ, ὃν
 ἐτῶν εἶναι ιδ΄ ἐν ᾧ τελευτῆσαι Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ 
ὄντα ρι΄ ἐτῶν· Κλὰθ δὲ γενόμενον ἐτῶν ἑκατὸν λγ΄
τελευτῆσαι. Ἀμρὰμ λαβεῖν γυναῖκα τὴν τοῦ θείου 
θυγατέρα Ἰωχαβὲτ, καὶ ὄντα ἐνιαυτῶν οε΄ γεννῆσαι
Ἀαρὼν καὶ Μωσῆν· γεννῆσαι δὲ Μωσῆν τὸν Ἀμρὰμ
 ὄντα ἐτῶν οή, καὶ γενόμενον Ἀμρὰμ ἐτῶν ρλϛ΄ 
τελευτῆσαι.” 
 Ταῦτά μοι κείσθω ἀπὸ τῆς Ἀλεξάνδρου τοῦ Πολυΐστορος 
γραφής. ἐξῆς δ᾿ ἐπισυνήφθω καὶ τάδε

“Τὰ δὲ Σίκιμά φησι Θεόδοτος ἐν τῷ περὶ
 Ἰουδαίων ἀπὸ Σικιμίου τοῦ Ἑρμοῦ λαβεῖν τὴν ὀνομασίαν·
τοῦτον γὰρ καὶ κτίσαι τὴν πόλιν· κεῖσθαι
δ᾿ αὐτήν φησιν ἐν τῇ περὶ Ἰουδαίων οὕτως,
 ἡ δ᾿ ἄρ᾿ ἔην ἀγαθή τε καὶ αἰγινόμος καὶ ὑδρηλὴ, 
 οὐδὲ μὲν ἔσκεν ὁδὸς δολιχὴ πόλιν εἰσαφικέσθαι 
 ἀγρόθεν· οὐδέ ποτε δρία λαχνήεντα πονεῦσιν. 
 ἐξ αὐτῆς δὲ μάλ᾿ ἄγχι δύ᾿ οὔρεα φαίνετ᾿ ἐρυμνὰ, 
 ποίης τε πλήθοντα καὶ ὕλης· τῶν δὲ μεσηγὺ 
 ἀτραπιτὸς τέτμηται, ἀραιὴ, [αὐλῶπις·] ἐν δ᾿ ἑτέρωθι 
 ἡδ᾿ ἱερὴ Σικίμων καταφαίνεται, ἱερὸν ἄστυ, 
 νέρθεν ὑπὸ ῥίζῃ δεδμημένον, ἀμφὶ δὲ τεῖχος 
 λισσὸν ὑπώρειαν, ὑπὸ δ᾿ ἔδραμεν αἰπύθεν ἕρκος.

ὕστερον δέ φησιν αὐτὴν ὑπὸ Ἑβραίων κατασχε-

 
θῆναι, δυναστεύοντος Ἑμμὼρ · τὸν γὰρ Ἑμμὼρ υἱὸν
γεννῆσαι Συχέμ. φησὶ δὲ
 ἐνθένδε, ξένε, ποιμενόθι πόλιν ἤλυθ’ Ἰακὼβ 
 εὐρεῖαν Σικίμων· ἐπὶ δ’ ἀνδράσι τοῖσιν ἔτῃσιν 
 ἀρχὸς Ἐμὼρ σὺν παιδὶ Συχὲμ, μάλ’ ἀτειρέε φῶτε.

εἶτα περὶ Ἰακὼβ καὶ τὴν εἰς Μεσοποταμίαν αὐτοῦ
παρουσίαν , καὶ τὸν τῶν δύο γυναικῶν γάμον, καὶ
τὴν τῶν τέκνων γένεσιν, καὶ τὴν παρουσίαν τὴν ἐκ
 Μεσοποταμίας ἐπὶ τὰ Σίκιμα,
 εἰς δ’ Ἰακὼβ Συρίην κτηνοτρόφον ἷκτο, καὶ εὐρὺ 
 ῥεῖθρον Εὐφρήταο λίπεν ποταμοῦ κελάδοντος · 
 ἤλυθε γὰρ κἀκεῖθι λιπὼν δριμεῖαν ἐνιπὴν 
 αὐτοκασιγνήτοιο ’ πρόφρων ὑπέδεκτο δόμονδε 
 λαβὰν, ὅς οἱ ἔην μὲν ἀνεψιὸς, ἀλλὰ τότ’ οἶος 
 ἤνασσεν Συρίης, νειηγενὲς αἷμα λελογχώς. 
 τῷ δὲ γάμον κούρης μὲν ὑπέσχετο καὶ κατένευσεν 
 ὁπλοτάτης · οὐ μὴν τελέθειν ἐπεμαίετο πάμπαν, 
 ἀλλὰ δόλον τολύπευσε, καὶ εἰς λέχος ἀνέρι πέμπε 
 Λείαν, ἥ οἱ ἔην προγενεστέρη. οὐδέ μιν ἔμπης 
 ἔλλαθεν, ἀλλ’ ἐνόησε κακορραφίην, καὶ ἔδεκτο 
 παῖδ’ ἑτέρην, ἀμφοῖν δ’ ἐμίγη σὺν ὁμαίμοσιν ᾗσι. 
 τῷ δ’ υἱεῖς ἐγένοντο νόῳ πεπνυμένοι αἰνῶς 
 ἕνδεκα, καὶ κούρη Δεῖνα περικαλλὲς ἔχουσα 
 εἶδος, ἐπίτρεπτον δὲ δέμας καὶ ἀμύμονα θυμόν.

ἀπὸ δὲ τοῦ Εὐφράτου φησὶ τὸν Ἰακὼβ ἐλθεῖν εἰς 
τὰ Σίκιμα πρὸς Ἑμμὼρ · τὸν δ’ ὑποδέξασθαι αὐτὸν,
καὶ μέρος τι τῆς χώραις δοῦναι. καὶ αὐτὸν μὲν τὸν
 Ἰαχώβ γεωμορεῖν, τοὺς δὲ υἱοὺς αὐτοῦ ἕνδεκα τὸν
ἀριθμὸν ὄντας ποιμαίνειν, τὴν δὲ θυγατέρα Δείναν
καὶ τὰς γυναῖκας ἐριουργεῖν · καὶ τὴν Δεῖναν παρθένον 
θένον οὖσαν εἰς τὰ Σίκιμα ἐλθεῖν πανηγύρεως οὔσης
βουλομένην θεάσασθαι τὴν πόλιν· Συχὲμ δὲ
τὸν τοῦ Ἑμμὼρ υἱὸν ἰδόντα ἐρασθῆναι αὐτῆς, καὶ
ἁρπάσαντα ὡς ἑαυτὸν διακομίσαι καὶ φθεῖραι αὐτήν.

αὖθις δὲ σὺν τῷ πατρὶ ἐλθόντα πρὸς τὸν Ἰακὼβ
αἰτεῖν αὐτὴν πρὸς γάμου κοινωνίαν · τὸν δὲ οὐ φάναι
δώσειν, πρὶν ἂν ἢ πάντας τοὺς οἰκοῦντας τὰ
Σίκιμα περιτεμνομένους Ἰουδαίσαι· τὸν δὲ Ἑμμὼρ
 φάναι πείσειν αὐτούς. φησὶ δὲ περὶ τοῦ δεῖν περιτέμνεσθαι 
τέμνεσθαι αὐτοὺς ὁ Ἰακὼβ

οὐ γὰρ δὴ θεμιτόν γε τόδ’ Ἑβραίοισι τέτυκται, 
 γαμβροὺς ἄλλοθεν εἴς γε νυοὺς ἀγέμεν ποτὶ δῶμα, 
 ἀλλ’ ὅστις γενεῆς ἐξεύχεται εἶναι ὁμοίης.

εἶτα ὑποβὰς περὶ τῆς περιτομῆς,
 ὅς ποθ’ ἑῆς πάτρης ἐξήγαγε δῖον Ἀβραὰμ, 
 αὐτὸς ἀπ’ οὐρανόθεν κέλετ’ ἀνέρα παντὶ σὺν οἴκῳ 
 σάρκ’ ἀποσυλῆσαι πόσθης ἄπο, καί ῥ’ ἐτέλεσσεν· 
 ἀστεμφὲς δὲ τέτυκται, ἐπεὶ θεὸς αὐτὸς ἔειπε.

ποσευθέτος πορευθέντος οὖν εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἑμμὼρ καὶ
τοὺς ὑποτασσομένους παρακαλοῦντος περιτέμνεσθαι,
ἔνα τῶν Ἰακὼβ υἱῶν τὸ ὄνομα Συμεῶνα διαγνῶναι
τόν τε Ἑμμὼρ καὶ τὸν Συχὲμ ἀνελεῖν, τὴν ὕβριν τῆς 
ἀδελφῆς μὴ βουληθέντα πολιτικῶς ἐνεγκεῖν· ταῦτα
 δὲ διαγνόντα Λευὶν τῷ ἀδελφῷ κοινώσασθαι · λαβόντα
δ’ αὐτὸν συγκάταινον ἐπὶ τὴν πρᾶξιν παρορμῆσαιμ
λόγιον προφερόμενον τὸν θεὸν ἀνελεῖν φάμενον
τοῖς Ἀβραὰμ ἀπογόνοις δέκα ἔθνη δώσειν.

φησὶ δὲ οὕτως ὁ Συμεὼν πρὸς τὸν Λευὶν
 εὑ γὰρ ἐγὼ μῦθόν γε πεπυσμένος εἰμὶ θεοῖο· 
 δώσειν γάρ ποτ’ ἔφησε δέκ’ ἔθνεα παισὶν Ἀβραάμ. 
τὸν δὲ θεὸν αὐτοῖς τοῦτον τὸν νοῦν ἐμβαλεῖν, διὰ 
τὸ τοὺς ἐν Σικίμοις ἀσεβεῖς εἶναι. φησὶ δέ
 βλάπτε θεὸς Σικίμων οἰκήτορας, οὐ γὰρ ἔτιον 
 εἰς αὐτοὺς ὅστις κε μόλῃ κακὸς, οὐδὲ μὲν ἐσθλός· 
 οὐδὲ δίκας ἐδίκαζον ἀνὰ πτόλιν οὐδὲ θέμιστας · 
 λοίγια δ’ ὠρώρει τοῖσιν μεμελημένα ἔργα.

τὸν οὖν Λευὶν καὶ τὸν Συμεῶνα εἰς τὴν πόλιν

 
καθωπλισμένους ἐλθεῖν, καὶ πρῶτα μὲν τοὺς ἐντ’
χάνοντας ἀναιρεῖν, ἔπειτα δὲ καὶ τὸν Ἐμμὼρ καὶ
τὸν Συχὲμ φονεῦσαι.

λέγει δὲ περὶ τῆς ἀναιρέσεως
ἀυτῶν οὕτως
 ὡς τότε δὴ Συμεὼν μὲν μὼρ ὤρουσεν ἐπ’ αὐτὸν, 
 πλῆξέ τέ οἱ κεφαλὴν, δειρὴν δ’ ἕλεν ἐν χερὶ λαιῇ, 
 λεῖψε δ’ ἔτι σπαίρουσαν, ἐπεὶ πόνος ἄλλος ὀρώρει. 
 τόφρα δὲ καὶ Λευἰν μένος ἄσχετος ἔλλαβε χαίτης 
 γούνων ἁπτόμενον Συχὲμ, ἄσπετα μαργήναντα. 
 ἤλασε δὲ κληῖδα μέσην· δῦ δὲ ξίφος ὀξὺ 
 σπλάγχνα διὰ στέρνων, λίπε δὲ ψυχὴ δέμας εὐθύς. 
 πυθομένους δὲ καὶ τοὺς ἑτέρους ἀδελφοὺς τὴν πρᾶξιν
αὐτῶν ἐπιβοηθῆσαι, καὶ τὴν πόλιν ἐκπορθῆσαι, καὶ
τὴν ἀδελφὴν ἀναρρυσαμένους μετὰ τῶν αἰχμαλώτων
 εἰς τὴν πατρῴαν ἔπαυλιν διακομίσαι.·’

Τούτοις καὶ τὰ ἐξῆς περὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἐκ
τῆς αὐτῆς τοῦ Πολυίστορος γραφῆς ἐπισυνήφθω 
 “ Ἀρτάπανος δέ φησιν ἐν τῷ περὶ Ἰουδαίων τῷ
ἈβραὰμἸωσὴφ ἀπόγονον γενέσθαι, υἱὸν δὲ Ἰακώβου·
συνέσει δὲ καὶ φρονήσει παρὰ τοὺς ἄλλους διενεγκόντα 
ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν ἐπιβουλευθῆναι· πσοϊδόμενον
δὲ τὴν ἐπισύστασιν δεηθῆναι τῶν ἀστυγειτόνων
Ἀράβων εἰς τὴν Αἴγυπτον αὐτὸν διακομίσαι ·
τοὺς δὲ τὸ ἐντυγχανόμενον ποιῆσαι · εἶναι γὰρ τοὺς
τῶν Ἀράβων βασιλεῖς ἀπογόνους Ἰσραὴλ , υἱοὺς τοῦ 
Ἀβραὰμ, Ἰσαὰκ δὲ ἀδελφούς.

ἐλθόντα δὲ αὐτὸν
 εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ συσταθέντα τῷ βασιλεῖ διοικητὴν
τῆς ὅλης γενέσθαι χώρας. καὶ πρότερον ἀτάκτως
τῶν Αἰγυπτίων γεωμορούντων, διὰ τὸ τὴν χώραν
ἀδιαίρετον εἶναι καὶ τῶν ἐλασσόνων ὑπὸ τῶν κσεισσόνων 
σόνων ἀδικουμένων, τοῦτον πρῶτον τήν τε γῆν διελεῖν
καὶ ὄροις διασημήνασθαι, καὶ πολλὴν χερσευομένην
γεωργήσιμον ἀποτελέσαι, καίτινας τῶν ἀρουρῶν

 
τοῖς ἱερεῦσιν ἀποκληρῶσαι.

τοῦτον δὲ καὶ μέτρα
εὑρεῖν, καὶ μεγάλως αὐτὸν ὑπὸ τῶν Αἰγυπτίων διὰ
ταῦτα ἀγαπηθῆναι. γῆμαι δ’ αὐτὸν ‘Ηλιουπολίτου
ἱερέως Ἀσενὲθ θυγατέρα, ἐξ ἧς γεννῆσαι παῖδας.
 μετὰ δὲ ταῦτα παραγενέσθαι πρὸς αὐτὸν τόν τε πατέρα
καὶ τοὺς ἀδελφοὺς κομίζοντας πολλὴν ὕπαρξιν, 
καὶ κατοικισθῆναι ἐν τῇ πόλει Καισὰν, καὶ τοὺς Σύρους
πλεονάσαι ἐν τῇ Αἰγύπτῳ.

τούτους δέ φησι
καὶ τὸ ἐν Ἄθως καὶ τὸ ἐν Ἡλιουπόλει ἱερὸν κατασκευάσαι
 τοὺς ‘Εσμιούθ ὀνομαζοạένους. μετὰ δὲ
ταῦτα τελευτῆσαι τόν τε Ἰωσὴφ καὶ τὸν βασιλέα τῶν
Αἰγυπτίων. τὸν οὑν Ἰωσὴφ κρατοῦντα τῆς Αἰγύπτου
τὸν ἐτῶν ἑπτὰ σῖτον, γενόμενον κατὰ τὴν φορὰν
ἄπλετον, παραθέσθαι , καὶ τῆς Αἰγύπτου δεσπότην
 γενέσθαι.’

“ Μαρτυρεῖ δὲ ταῖς ἱεραῖς βίβλοις καὶ Φίλων
ἐν τῇ ἰδ’ τῶν περὶ Ἱεροσόλυμα, λέγων οὕτως
 τοῖσιν ἕδος μακαριστὸν ὅλης μέγας ἔκτισεν ἄκτωρ 
 ὕψιστος, καὶ πρόσθεν ἀφ’ Ἀβραάμοιο καὶ Ἰσὰκ, 
 Ἰακὼβ εὐτέκνοιο τόκος Ἰωσὴφ, ὃς ὀνείρων 
 θεσπιστὴς, σκηπτοῦχος ἐν Αἰγύπτοιο θρόνοισι, 
 δινεύσας λαθραῖα χρόνου πλημμυρίδι μοίρης, 
καὶ τὰ ἑξῆς. ταῦτα καὶ περὶ τοῦ Ἰωσήφ. ”

“Ἄκουε δὲ οἷα καὶ περὶ τοῦ Ἰὼβ ὁ αὐτὸς
 ἱστορεῖ· 
 Ἀριστέας δέ φησιν ἐν τῷ περὶ Ἰουδαίων τὸν
Ἠσαῦ γήμαντα Βασσάραν ἐν Ἐδὼμ γεννῆσαι Ἰὼβ·
κατοικεῖν δὲ τοῦτον ἐν τῇ Αὐσίτιδι χώρᾳ, ἐπὶ τοῖς
ὅροις τῆς Ἰδουμαίας καὶ Ἀραβίας.

γενέσθαι δ’
 αὐτὸν δίκαιον καὶ πολύκτηνον · κτήσασθαι γὰρ αὐτὸν
πρόβατα μὲν ἑπτακισχίλια, καμήλους δὲ τρισχιλίας,
ζεύγη βοῶν πεντακόσια, ὄνους θηλείας νομάδας

 
πεντακοσίας· εἶχε δὲ καὶ γεωργίας ἱκανάς.

τοῦτον
 δὲ τὸν Ἰὼβ πρότερον Ιωβὰβ ὀνομάζεσθαι. πειράξοντα
δ’ αὐτὸν τὸν θεὸν ἐμμεῖναι, μεγάλαις δὲ περιβαλεῖν
αὐτὸν ἀτυχίαις. πρῶτον μὲν γὰρ αὐτοῦ τούς
τε ὄνους καὶ τοὺς βοῦς ὑπὸ λῃστῶν ἀπελαθῆναι , εἶτα 
τὰ πρόβατα ὑπὸ πυρὸς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντος κατακαῆναι
σὺν τοῖς ποιμέσι· μετ’ οὐ πολὺ δὲ καὶ τὰς
καμήλους ὑπὸ λῃστῶν ἀπελαθῆναι· εἶτα τὰ τέκνα
αὐτοῦ ἀποθανεῖν , πεσούσης τῆς οἰκίας· αὐθημερὸν
δὲ αὐτοῦ καὶ τὸ σῶμα ἑλκῶσαι.

φαύλως δὲ αὐτοῦ 
διακειμένου ἐλθεῖν εἰς ἐπίσκεψιν Ἐλίφαν τὸν Θαιδιακειμένου
 μανιτῶν βασιλέα καὶ Βαλδὰδ τὸν Σαυχαίων τύραν-
νον καὶ Σωφὰρ τὸν Μινναίων βασιλέα, ἐλθεῖν δὲ
καὶ ’Eλιοῦν τὸν Βαραχιὴλ τὸν Ζωβίτην. παρακαλούμενον
δὲ φάναι καὶ χωρὶς παρακλήσεως ἐμμενεῖν 
αὑτὸν ἔν τε τῇ εὐσεβείᾳ καὶ τοῖς δεινοῖς. τὸν δὲ
 θεὸν ἀγασθέντα τὴν εὐψυχίαν αὐτοῦ τῆς τε νόσου
αὐτὸν ἀπολῦσαι καὶ πολλῶν κύριον ὑπάρξεων
ποιῆσαι.’’ 
 Τοσαῦτα καὶ περὶ τούτων ὁ Πολυΐστωρ.

Καὶ περὶ Μώσεως δὲ ὁ αὐτὸς πάλιν πλεῖστα
παρατίθεται, ὧν καὶ αὐτῶν ἐπακοῦσαι ἄξιον 
 Εὐπόλεμος δέ φησι τὸν Μωσῆν πρῶτον σοφὸν
γενέσθαι, καὶ γράμματα παραδοῦναι τοῖςἸουδαίοις
πρῶτον, παρὰ δὲ Ἰουδαίων Φοίνικας παραλαβεῖν, 
Ἓλληνας δὲ παρὰ Φοινίκων, νόμους τε πρῶτον γράψαι
Μωσῆν τοῖς Ἰουδαίοις.’’

“ Ἀρτάπανος δέ φησιν ἐν τῇ περὶ Ἰουδαίων,
Ἀβραὰμ τελευτήσαντος καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ
Μεμψασθενὼθ , ὁμοίως δὲ καὶ τοῦ βασιλέως τῶν 
Αἰγυπτίων, τὴν δυναστείαν παραλαβεῖν τὸν υἱὸν
αὐτοῦ Παλμανώθην.

τοῦτον δὲ τοῖς Ἰουδαίοις

 
φαύλως προσφέρεσθαι· καὶ πρῶτον μὲν τὴν Κεσσὰν
οἰκοδομῆσαι , τό τε ἐπ’ αὐτῆ̣ ἱερὸν καθιδρύσασθαι,
εἶτα τὸν ἐν Ἡλιουπόλει ναὸν κατασκευάσαι.

τοῦ- 
’τον δὲ γεννῆσαι θυγατέρα Μέρριν, ἣν Χενεφρῇ τινι
 κατεγγυῆσαι, τῶν ὑπὲρ Μέμφιν τόπων βασιλεύοντι·
πολλοὺς γὰρ τότε τῆς Αἰγύπτου βασιλεύειν· ταύτην
δὲ στεῖραν ὑπάρχουσαν ὑποβαλέσθαι τινὸς τῶν ᾿Ιουδαίων
παιδίον, τοῦτο δὲ Μώϋσον ὀνομάσαι· ὑπὸ δὲ
τῶν Ἑλλήνων αὐτὸν ἀνδρωθέντα Μουσαῖον προσαγορευθῆναι.

γενέσθαι δὲ τὸν Μώϋσον τοῦτον
Ὀρφέως διδάσκαλον· ἀνδρωθέντα δ’ αὐτὸν πολλὰ
τοῖς ἀνθρώποις εὔχρηστα παραδοῦναι. καὶ γὰρ πλοῖα
καὶ μηχανὰς πρὸς τὰς λιθοθεσίας, καὶ τὰ Αἰγυπτία 
ὅπλα, καὶ τὰ ὄργανα τὰ ὑδρευτικὰ καὶ πολεμικὰ καὶ
 τὴν φιλοσοφίαν ἐξευρεῖν· ἔτι δὲ τὴν πόλιν εἰς λς
νομοὺς διελεῖν, καὶ ἑκάστῳ τῶν νομῶν ἀποτάξαι τὸν
θεὸν σεφθήσεσθαι, τά τε ἱερὰ γράμματα τοῖς ἱερεῦσιν·
εἶναι δὲ καὶ αἰλούρους καὶ κύνας καὶ ἴβεις·
ἀπονεῖμαι δὲ καὶ τοῖς ἱερεῦσιν ἐξαίρετον χώραν.

ταῦτα δὲ πάντα ποιῆσαι χάριν τοῦ τὴν μοναρχίαν
βεβαίαν τῷ Χενεφρῇ διαφυλάξαι. πρότερον γὰρ
ἀδιατάκτους ὄντας τοὺς ὄχλους ποτὲ μὲν ἐκβάλλειν, 
ποτὲ δὲ καθιστάνειν βασιλεῖς, καὶ πολλάκις μὲν τοὺς
αὐτοὺς, ἐνιάκις δὲ ἄλλους.

διὰ ταῦτα οὖν τὸν Μώϋσον
 ὑπὸ τῶν ὄχλων ἀγαπηθῆναι, καὶ ὑπὸ τῶν ἱερέων
ἰσοθέου τιμῆς καταξιωθέντα προσαγορευθῆναι Ἑρμῆν,
διὰ τὴν τῶν ἱερῶν γραμμάτων ἑρμηνείαν.

τὸν δὲ
Χενεφρῆν ὁρῶντα τὴν ἀρετὴν τοῦ Μωΰσου φθονῆσαι
αὐτῷ, καὶ ζητεῖν αὐτὸν ἐπ’ εὐλόγῳ αἰτίᾳ τινὶ ἀνελεῖν.
 καὶ δή ποτε τῶν Αἰθιόπων ἐπιστρατευσαμένων
τῇ Αἰγύπτῳ τὸν Χενεφρῆν ὑπολαβόντα εὑρηκέναι 
καιρὸν εὔθετον πέμψαι τὸν Μώϋσον ἐπ’ αὐτοὺς

 
στρατηγὸν μετὰ δυνάμεως· τὸ δὲ τῶν γεωργῶν
αὐτῷ συστῆσαι πλῆθος, ὑπολαβόντα ῥᾳδίως αὐτὸν
διὰ τὴν τῶν στρατιωτῶν ἀσθένειαν ὑπὸ τῶν πολεμίων
ἀναιρεθήσεσθαι.

τὸν δὲ Μώϋσον ἐλθόντα
ἐπὶ τὸν ‘Eρμοπολίτην ὀνομαζόμενον νομὸν, ἔχοντα 
περὶ δέκα μυριάδας γεωργῶν, αὐτοῦ καταστρατοπεδεῦσαι·
πέμψαι δὲ στρατηγοὺς τοὺς προκαθεδουμένους
τῆς χώρας, οὓς δὴ πλεοκεκτεῖν ἐπιφανῶς
κατὰ τὰς μάχας · λέγειν δέ φησιν Ἡλιουπολίτας
τὸν πόλεμον τοῦτον ἔτη δέκα.

τοὺς οὑν 
περὶ τὸν Μώϋσον διὰ τὸ μέγεθος τῆς στρατιᾶς πόλιν
ἐν τούτῳ κτίσαι τῷ τόπῳ καὶ τὴν ἶβιν ἐν αὐτῇ
καθιερῶσαι, διὰ τὸ ταύτην τὰ βλάπτοντα ζῷα τοὺς
ἀνθρώπους ἀναιρεῖν. προσαγορεῦσαι δὲ αὐτὴν Ἑρμου
 πόλιν.

οὕτω δὴ τοὺς Αἰθίοπας , καίπερ 
ὄντας πολεμίους , στέρξαι τὸν Μώϋσον ὥστε καὶ τὴν
περιτομὴν τῶν αἰδοίων παρ’ ἐκείνου μαθεῖν· οὐ
μόνον δὲ τούτους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἱερεῖς ἅπαντας.

τὸν δὲ Χενεφρῆν , λυθέντος τοῦ πολέμου, λόγῳ
μὲν αὐτὸν ἀποδέξασθαι, ἔργῳ δὲ ἐπιβουλεύειν. παρελόμενον 
γοῦν αὐτοῦ τοὺς ὄχλους τοὺς μὲν ἐπὶ τὰ
ὅρια τῆς Αἰθιοπίας πέμψαι προφυλακῆς χάριν, τοῖς
 δὲ προστάξαι τὸν ἐν Δῖός πόλει ναὸν ἐξ ὀπτῆς πλίνθου
κατεσκευασμένον καθαιρεῖν , ἕτερον δὲ λίθινον
 κατασκευάσαι τὸ πλησίον ὄρος λατομήσαντας ’ τάξαι 
δὲ ἐπὶ τῆς οἰκοδομίας ἐπιστάτην Ναχέρωτα.

τὸν
δὲ ἐλθόντα μετὰ Μωΰσου εἰς Μέμφιν πυθέσθαι
παρ’ αὐτοῦ εἴ τι ἄλλο ἐστὶν εὔχρηστον τοῖς ἀνθρώποις·
τὸν δὲ φάναι γένος τῶν βοῶν, διὰ τὸ τὴν γῆν
ὑπὸ τούτων ἀροῦσθαι· τὸν δὲ Χενεφρῆν, προσαγορεὐσαντα 
ταῦρον Ἄπιν, κελεῦσαι ἱερὸν αὐτοῦ τοὺς
ὄχλους καθιδρύσασθαι, καὶ τὰ ζῷα τὰ καθιερωθέντα

 
ὑπὸ τοῦ Μωΰσου κελεύειν ἐκεῖ φέροντας θάπτειν,
κατακρύπτειν θέλοντα τὰ τοῦ Μωΰσου ἐπινοήματα.

ἀποξενωσάντων δὲ αὐτὸν τῶν Αἰγυπτίων ὁρκω- 
μοτῆσαι τοὺς φίλους μὴ ἐξαγγεῖλαι τῷ Μωΰσῳ τὴν
 ἐπισυνισταμένην αὐτῷ ἐπιβουλὴν καὶ προβαλέσθαι
τοὺς ἀναιρήσοντας αὐτόν.

μηδενὸς δ᾿ ὑπακούσαντος
ὀνειδίσαι τὸν Χενεφρῆν Χανεθώθην, τὸν
μάλιστα προσαγορευόμενον ὑπ᾿ αὐτοῦ· τὸν δὲ ὀνειδισθέντα 
ὑποσχέσθαι τὴν ἐπίθεσιν, λαβόντα καιρόν.

ὑπὸ δὲ τοῦτον τὸν καιρὸν τῆς Μέρριδος τελευτησάσης
ὑποσχέσθαι τὸν Χενεφρὴν τῷ τε Μωΰσῳ
καὶ τῷ Χανεθώθῃ τὸ σῶμα διακομίσαντας εἰς τοὺς
ὑπὲρ Αἴγυπτον τόπους θάψαι, ὑπολαβόντα τὸν Μώ- 
ϋσον ὑπὸ τοῦ Χανεθὼθ ἀναιρεθήσεσθαι.

πορευομένων
 δὲ αὐτῶν τὴν ἐπιβουλὴν τῷ Μωΰσῳ τῶν
συνειδότων ἐξαγγεῖλαί τινα· τὸν δὲ φυλάσσοντα
αὐτὸν τὴν μὲν Μέρριν θάψαι, τὸν δὲ ποταμὸν καὶ
τὴν ἐν ἐκείνῳ πόλιν Μερόην προσαγορεῦσαι. τιμᾶσθαι
δὲ τὴν Μέρριν ταύτην ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων οὐκ
 ἔλαττον ἢ τὴν Ἶσιν.

Ἀάρωνα δὲ τὸν τοῦ Μωΰσου
ἀδελφὸν τὰ περὶ τὴν ἐπιβουλὴν ἐπιγνόντα συμβουλεῦσαι
τῷ ἀδελφῷ φυγεῖν εἰς τὴν Ἀραβίαν· τὸν δὲ
πεισθέντα, ἀπὸ Μέμφεως τὸν Νεῖλον διαπλεύσαντα,
ἀπαλλάσσεσθαι εἰς τὴν Ἀραβίαν.

τὸν δὲ Χανεθώθην 
 πυθόμενον τοῦ Μωΰσου τὴν φυγὴν ἐνεδρεύειν
ὡς ἀναιρήσοντα· ἰδόντα δὲ ἐρχόμενον σπάσασθαι
τὴν μάχαιραν ἐπ᾿ αὐτὸν, τὸν δὲ Μώϋσον
προκαταταχήσαντα τήν τε χεῖρα κατασχεῖν αὐτοῦ
καὶ σπασάμενον τὸ ξίφος φονεῦσαι τὸν Χανεθώθην·

διεκδρᾶναι δὲ εἰς τὴν Ἀραβίαν, καὶ ᾿Ραγουήλῳ
τῷ τῶν τόπων ἄρχοντι συμβιοῦν, λαβόντα τὴν ἐκείνου
θυγατέρα· τὸν δὲ ῾Ραγουῆλον βούλεσθαι στρα-

 
τεύειν ἐπὶ τοὺς Αἰγυπτίους, κατάγειν βουλόμενον
 τὸν Μώϋσον, καὶ τὴν δυναστείαν τῇ τε θυγατρὶ καὶ
τῷ γαμβρῷ κατασκευάσαι· τὸν δὲ Μώϋσον ἀποκωλῦσαι,
στοχαζόμενον τῶν ὁμοφύλων ’ τὸν δὲ Ῥαγουῆλον
διακωλύοντα στρατεύειν τοῖς Ἄραψι προστάξαι 
λῃστεύειν τὴν Αἴγυπτον.

ὑπὸ δὲ τὸν
αὐτὸν χρόνον καὶ τὸν Χενεφρῆν πρῶτον ἁπάντων
ἀνθρώπων ἐλεφαντιάσαντα μεταλλάξαι ’ τούτῳ δὲ
τῷ πάθει περιπεσεῖν διὰ τὸ τοὺς Ἰουδαίους προσ-
τάξαι σινδόνας ἀμφιέννυσθαι , ἐρεᾶν δ’ ἐσθῆτα μὴ 
ἀμπέχεσθαι, ὅπως ὄντες ἐπίσημοι κολάζωνται ὑπ’
 αὐτοῦ.

τὸν δὲ Μώϋσον εὔχεσθαι τῷ θεῷ, ἤδη
ποτὲ τοὺς λαοὺς παῦσαι τῶν κακοπαθειῶν. ἱλασκομένου
δ’ αὐτοῦ αἰφνιδίως φησὶν ἐκ τῆς γῆς πῦρ
ἀναφθῆναι, καὶ τοῦτο κάεσθαι, μήτε ὕλης μήτε ἄλλης 
τινὸς ξυλείας οὔσης ἐν τῷ τόπῳ. τὸν δὲ Μώϋσον
δείσαντα τὸ γεγονὸς φεύγειν· φωνὴν δ’ αὐτῷ θείαν
εἰπεῖν στρατεύειν ἐπ’ Αἴγυπτον , καὶ τοὺς Ἰουδαίους
διασώσαντα εἰς τὴν ἀρχαίαν ἀγαγεῖν πατρίδα.

τὸν
δὲ θαρρήσαντα δύναμιν πολεμίαν ἐπάγειν διαγνῶναι 
τοῖς Αἰγυπτίοις. πρῶτον δὲ πρὸς Ἀάρωνα τὸν ἀδελφὸν
ἐλθεῖν· τὸν δὲ βασιλέα τῶν Αἰγυπτίων πυθόμενον
 τὴν τοῦ Μωΰσου παρουσίαν καλέσαι πρὸς
αὑτὸν, καὶ πυνθάνεσθαι ἐφ’ ὅ τι ἥκοι ’ τὸν δὲ φάναι,
διότι προστάσσειν αὐτῷ τὸν τῆς οἰκουμένης δεσπότην 
ἀπολῦσαι τοὺς Ἰουδαίους.

τὸν δὲ πυθόμενον εἰς
φυλακὴν αὐτὸν καθεῖρξαι. νυκτὸς δὲ ἐπιγενομένης
 τάς τε θύρας πάσας αὐτομάτως ἀνοιχθῆναι τοῦ δεσμωτηρίου
καὶ τῶν φυλάκων οὓς μὲν τελευτῆσαι,
τινὰς δὲ ὑπὸ τοῦ ὕπνου παρεθῆναι, τά τε ὅπλα κατεαγῆαι.

ἐξελθόντα δὲ τὸν Μώϋσον ἐπὶ τὰ βασίλεια
ἐλθεῖν· εὑρόντα δὲ ἀνεῳγμένας τὰς θύρας

 
εἰσελθεῖν, καὶ ἐνθάδε τῶν φυλάκων παρειμένων τὸν
βασιλέα ἐξεγεῖραι. τὸν δὲ ἐκπλαγέντα ἐπὶ τῷ γεγο-
νότι κελεῦσαι τῷ Μωΰσῳ τὸ τοῦ πέμψαντος αὐτὸν 
θεοῦ εἰπεῖν ὄνομα, διαχλευάσαντα αὐτόν·

τὸν δὲ
 προσκύψαντα πρὸς τὸ οὖς εἰπεῖν, ἀκούσαντα δὲ τὸν
βασιλέα πεσεῖν ἄφωνον, διακρατηθέντα δὲ ὑπὸ τοῦ
Μωΰσου πάλιν ἀναβιῶσαι·

γράψαντα δὲ τοὔνομα
εἰς δέλτον κατασφραγίσασθαι· τῶν δὲ ἱερέων
τὸν ἐκφαυλίσαντα ἐν τῇ πινακίδι τὰ γεγραμμένα μετὰ
 σπασμοῦ τὸν βίον ἐκλιμπάνειν·

εἰπεῖν τε τὸν
βασιλέα σημεῖόν τι αὐτῷ ποιήσαι· τὸν δὲ Μώϋσον
ἣν εἶχε ῥάβδον ἐκβαλόντα ὄφιν ποιῆσαι ’ πτοηθέντων 
δὲ πάντων, ἐπιλαβόμενον τῆς οὐρᾶς ἀνελέσθαι, καὶ
πάλιν ῥάβδον ποιῆσαι·

προελθόντα δὲ μικρὸν
 τὸν Νεῖλον τῇ ῥάβδῳ πατάξαι ’ τὸν δὲ ποταμὸν πολύχουν
γενόμενον κατακλύζειν ὅλην τὴν Αἴγυπτον·
ἀπὸ τότε δὲ καὶ τὴν κατάβασιν αὐτοῦ γίνεσθαι·
συναγαγὸν δὲ τὸ ὕδωρ ἀποζέσαι καὶ τὰ ποτάμια
διαφθεῖραι ζῷα, τούς τε λαοὺς διὰ τὴν δίψαν φθείρεσθαι.

τὸν δὲ βασιλέα, τούτων γενομένων τῶν
τεράτων, φάναι μετὰ μῆνα τοὺς λαοὺς ἀπολύσειν,
ἐὰν ἀποκαταστήσῃ τὸν ποταμόν ’ τὸν δὲ Μώϋσον 
πάλιν τῇ ῥάβδῳ πατάξαντα τὸ ὕδωρ συστεῖλαι τὸ
ῥεῦμα.

τούτου δὲ γενομένου τὸν βασιλέα τοὺς
 ἱερεῖς τοὺς ὑπὲρ Μέμφιν καλέσαι, καὶ φάναι αὐτοὺς
ἀναιρήσειν, καὶ τὰ ἱερὰ κατασκάψειν, ἐὰν μὴ καὶ
αὐτοὶ τερατουργήσωσί τι. τοὺς δὲ τότε διά τινων
μαγγάνων καὶ ἐπαοιδῶν δράκοντα ποιῆσαι καὶ τὸν
ποταμὸν μεταχρῶσαι.

τὸν δὲ βασιλέα φρονηματισθέντα
 ἐπὶ τῷ γεγονότι, πάσῃ τιμωρίᾳ καὶ κολάσει
καταικίζειν τοὺς Ἰουδαίους. τὸν δὲ Μώϋσον ταῦτα
ὁρῶντα ἄλλα τε σημεῖα ποιήσαι καὶ πατάξαντα τὴν

 
γῆν τῇ ῥάβδῳ ζῷόν τι πτηνὸν ἀνεῖναι λυμαίνεσθαι
 τοὺς Αἰγυπτίους, πάντα τε ἐξελκωθῆναι τὰ σώματα.
τῶν δὲ ἰατρῶν μὴ δυναμένων ἰᾶσθαι τοὺς κάμνοντας,
οὕτω πάλιν ἀνέσεως τυχεῖν τοὺς Ἰουδαίους.

πάλιν τε τὸν Μώϋσον βάτραχον διὰ τῆς ῥάβδου 
ἀνεῖναι, πρὸς δὲ τούτοις ἀκρίδας καὶ σκνίφας. διὰ
τοῦτο δὲ καὶ τοὺς Αἰγυπτίους τὴν ῥάβδον ἀνατιθέναι
εἰς πὰν ἱερὸν, ὁμοίως δὲ καὶ τῇ Ἴσιδι, διὰ τὸ τὴν
γῆν εἶναι Ἰσιν, παιομένην δὲ τῇ ῥάβδῳ τὰ τέρατα
ἀνεῖναι.

τοῦ δὲ βασιλέως ἔτι ἀφρονουμένου τὸν 
Μώϋσον χάλαζάν τε καὶ σεισμοὺς διὰ νυκτὸς ἀποτελέσαι,
ὥστε τοὺς τὸν σεισμὸν φεύγοντας ἀπὸ τῆς
χαλάζης ἀναιρεῖσθαι, τούς τε τὴν χάλαζαν ἐκκλίνοντας
 ὑπὸ τῶν σεισμῶν διαφθείρεσθαι. συμπεσεῖν δὲ
τότε τὰς μὲν οἰκίας πάσας τῶν τε ναῶν τοὺς πλείστους.

τελευταῖον τοιαύταις συμφοραῖς περιπεσόντα
τὸν βασιλέα τοὺς Ἰουδαίους ἀπολῦσαι ’ τοὺς
δὲ χρησαμένους παρὰ τῶν Αἰγυπτίων πολλὰ μὲν
ἐκπώματα, οὐκ ὀλίγον δὲ ἱματισμὸν ἄλλην τε παμπληθῆ
γάζαν, διαβάντας τοὺς κατὰ τὴν Ἀραβίαν 
ποταμοὺς, καὶ διαβάντας ἱκανὸν τόπον ἐπὶ τὴν ἐρυθρὰν
τριταίους ἐλθεῖν θάλασσαν.

Μεμφίτας
μὲν οὖν λέγειν ἔμπειρον ὄντα τὸν Μώϋσον τῆς χώρας
 τὴν ἄμπωτιν τηρήσαντα διὰ ξηρᾶς τῆς θαλάσσης
τὸ πλῆθος περαιῶσαι. Ἡλιουπολίτας δὲ λέγειν ἐπικαταδραμεῖν 
τὸν βασιλέα μετὰ πολλῆς δυνάμεως,
ἄμα] καὶ τοῖς καθιερωμένοις ζῴοις, διὰ τὸ τὴν ὕκαρξιν
τοὺς Ἰουδαίους τῶν Αἰγυπτίων χρησαμένους
 διακομίζειν.

τῷ δὲ Μωΰσῳ θείαν φωνὴν γενέσθαι
πατάξαι τὴν θάλασσαν τῇ ῥάβδῳ καὶ διαστῆναι. 
τὸν δὲ Μώϋσον ἀκούσαντα ἐπιθιγεῖν τῇ ῥάβδῳ
τοῦ ὕδατος, καὶ οὕτω τὸ μὲν νᾶμα διαστῆναι, τὴν δὲ

 
δύναμιν διὰ ξηρᾶς ὁδοῦ πορεύεσθαι.

συνεμβάντων 
δ’ ἑ τῶν Αἰγυπτίων καὶ διωκόντων φησὶ πῦρ
αὐτοῖς ἐκ τῶν ἔμπροσθεν ἐκλάμψαι, τὴν δὲ θάλασσαν
πάλιν τὴν ὁδὸν ἐπικλύσαι· τοὺς δὲ Αἰγυπτίους
 ὑπό τε τοῦ πυρὸς καὶ τῆς πλημμυρίδος πάντας διαφθαρῆναι·
τοὺς δὲ Ἰουδαίους διαφυγόντας τὸν κίνδυνον
τεσσαράκοντα ἴτη ἐν τῇ ἐρήμῳ διατρῖψαι,
βρέχοντος αὐτοῖς τοῦ θεοῦ κρίμνον ὅμοιον ἐλύμῳ,
χιόνι παραπλήσιον τὴν χρόαν. γεγονέναι δέ φησι
 τὸν Μώϋσον μακρὸν, πυρρακῆ, πολιὸν, κομήτην,
ἀξιωματικόν. ταῦτα δὲ πρᾶξαι περὶ ἔτη ὄντα ὀγδοήκοντα 
ἐννέα.”

“ Περὶ δὲ τοῦ τὸν Μώϋσον ἐκτεθῆναι
ὑπὸ τῆς μητρὸς εἰς τὸ ἕλος καὶ ὑπὸ τῆς τοῦ βασιλέως
 θυγατρὸς ἀναιρεθῆναι καὶ τραφῆναι ἱστορεῖ
καὶ Ἐζεκιῆλος ὁ τῶν τραγῳδιῶν ποιητὴς, ἄνωθεν
ἀναλαβὼν τὴν ἱστορίαν ἀπὸ τῶν σὺν Ἰακὼβ παραγενομένων
εἰς Αἴγυπτον πρὸς Ἰωσήφ. λέγει δὲ οὕτως,
τὸν Μώϋσον παρεισάγων λέγοντα
 ἀφ’ οὗ δ’ Ἰακὼβ γῆν λιπὼν Χαναναίαν 
 κατῆλθ’ ἔχων Αἴγυπτον ἑπτάκις δέκα 
 ψυχὰς σὺν αὐτῷ, κἀπεγέννησεν πολὺν 
 λαὸν κακῶς πράσσοντα καὶ τεθλιμμένον, 
 ἐς ἄχρι τοῦτον τὸν χρόνον κακούμενον 
 κακῶν ὐπ’ ἀνδρῶν καὶ δυναστείας χερός. 
 ἰδὼν γὰρ ἡμῶν γένναν ἅλις ηὐξημένην 
 δόλον καθ’ ἡμῶν πολὺν ἐμηχανήσατο 
 βασιλεὺς Φαραὼ, τοὺς μὲν ἐν πλινθεύμασιν 
 οἰκοδομίας τε βάρεσιν αἰκίζων βροτοὺς, 
 πόλεις τ’ ἐπύργου, σφῶν ἕκατι δυσμόρων. 
 ἔπειτα κηρύσσει μὲν Ἑβραίων γένει 
 τἀρσενικὰ ῥίπτειν ποταμὸν ἐς βαθύρροον. 
 ἐνταῦθα μήτηρ ἡ τεκοῦσ’ ἔκρυπτέ με 
 τρεῖς μῆνας, ὡς ἔφασκεν. οὐ λαθοῦσα δὲ 

 
 ὑπεξέθηκε, κόσμον ἀμφιθεῖσά μοι, 
 παρ’ ἄκρα ποταμοῦ, λάσιον, εἰς ἕλος δασύ. 
 Μαριὰμ δ’ ἀδελφή μου κατώπτευεν πέλας· 
 κἄπειτα θυγάτηρ βασιλέως ἅβραις ὁμοῦ 
 κατῆλθε λουτροῖς χρῶτα φαιδρῦναι νέον· 
 ἰδοῦσα δ’ εὐθὺς καὶ λαβοῦσ’ ἀνείλετο, 
 ἔγνω δ’ Ἑβραῖον ὄντα· καὶ λέγει τάδε 
 Μαριὰμ ἀδελφὴ προσδραμοῦσα βασιλίδι, 
 ‘θέλεις τροφόν σοι παιδὶ τῷδ’ εὕρω ταχὺ 
 ἐκ Ἑβραίων;' ἡ δ’ ἐπέσπευσεν κόρην· 
 μολοῦσα δ’ εἶπε μητρὶ, καὶ παρῆν ταχὺ 
 αὐτή τε μήτηρ κἄλαβέν μ’ ἐς ἀγκάλας. 
 εἶπεν δὲ θυγάτηρ βασιλέως ‘τοῦτον, γύναι, 
 τρόφευε, κἀγὼ μισθὸν ἀποδώσω σέθεν. 
 ὄνομα δὲ Μωσῆν ὠνόμαζε, τοῦ χάριν 
 ὑγρὰς ἀνεῖλε ποταμίας ἀπ’ ᾐόνος. 
τούτοις μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει καὶ περὶ τούτων ὁ Ἐζεκιῆλος
 ἐν τῇ τραγῳδίᾳ, τὸν Μωυσῆν παρεισάγων
λέγοντα
 ἐΝὶ δὲ καιρὸς νηπίων παρῆλθέ μοι, 
 ἦγέν με μήτηρ βασιλίδος πρὸς δώματα, 
 ἅπαντα μυθεύσασα, καὶ λέξασά μοι 
 γένος πατρῷον καὶ θεοῦ δωρήματα. 
 ἕως μὲν οὖν τὸν παιδὸς εἴχομεν χρόνον, 
 τροφαῖσι βασιλικαῖσι καὶ παιδεύμασιν 
 ἅπανθ’ ὑπισχνεῖθ', ὡς ἀπὸ σπλάγχνων ἑῶν· 
 ἐπεὶ δὲ πλήρης κόλπος ἡμερῶν παρῆν, 
 ἐξῆλθον οἴκων βασιλικῶν, πρὸς ἔργα γὰρ 
 θυμός μ’ ἄνωγε καὶ τέχνασμα βασιλέως·) 
 ὁρῶ δὲ πρῶτον ἄνδρας ἐν χειρῶν νόμῳ, 
 τὸν μὲν γεγῶθ' Ἑβραῖον, ὃν δ’ Αἰγύπτιον. 
 ἰδὼν δ’ ἐρήμους καὶ παρόντα μηδένα 
 ἐρρυσάμην ἀδελφὸν, ὃν δ’ ἔκτειν’ ἐγὼ, 
 ἔκρυψα δ’ ἄμμῳ τοῦτον, ὥστε μὴ εἰσιδεῖν 
 ἕτερόν τιν’ ἡμὰς κἀπογυμνῶσαι φόνον. 
 τῇ ’παύριον δὲ πάλιν ἰδὼν ἄνδρας δύο, 
 μάλιστα δ’ αὐτοὺς συγγενεῖς, πατουμένους, 

 
 λέγω ῾τί τύπτεις ἀσθενέστερον σέθεν;᾿ 
 ὁ δ᾿ εἶπεν ῾ἡμῖν τίς σ᾿ ἀπέστειλεν κριτὴν, 
 ἢ᾿πιστάτην ἐνταῦθα; μὴ κτενεῖς σύ με, 
 ὥσπερ τὸν ἐχθὲς ἄνδρα; ῾καὶ δείσας ἐγὼ 
 ἔλεξα ῾πῶς ἐγένετο συμφανὲς τόδε;᾿ 
 καὶ πάντα βασιλεῖ ταῦτ᾿ ἀπήγγειλεν ταχύ· 
 ζητεῖ δὲ Φαραὼ τὴν ἐμὴν ψυχὴν λαβεῖν· 
 ἐγὼ δ᾿ ἀκούσας ἐκποδὼν μεθίσταμαι, 
 καὶ νῦν πλανῶμαι γῆν ἐπ᾿ ἀλλοτέρμονα. 
 εἶτα περὶ τῶν τοῦ ῾Ραγουὴλ θυγατέρων οὕτως ἐπιβάλλει,
 ὁρῶ δὲ ταύτας ἑπτὰ παρθένους τινάς. 
ἐρωτήσαντός τε αὐτὰς τίνες εἴησαν αἱ παρθένοι φησὶν
ἡ Σεπφώρα
 Λιβύη μὲν ἡ γῆ πᾶσα κλῄζεται, ξένε, 
 οἰκοῦσι δ᾿ αὐτὴν φῦλα παντοίων γενῶν, 
 Αἰθίοπες ἄνδρες μέλανες· ἄρχων δ᾿ ἐστὶ γῆς 
 εἷς καὶ τύραννος καὶ στρατηλάτης μόνος. 
 ἄρχει δὲ πόλεως τῆσδε καὶ κρίνει βροτοὺς 
 ἱερεὺς, ὅς ἐστ᾿ ἐμοῦ τε καὶ τούτων πατήρ. 
εἶτα περὶ τοῦ ποτισμοῦ τῶν θρεμμάτων διελθὼν
περὶ τοῦ τῆς Σεπφώρας ἐπιβάλλει γάμου, δι᾿ ἀμοιβαίων
παρεισάγων τόν τε Χοὺμ καὶ τὴν Σεπφώραν 
λέγοντας, 
 Σ. ὅμως κατειπεῖν χρή σε, Σεπφώρα, τάδε. 
 Χ. ξένῳ πατήρ με τῷδ᾿ ἔδωκεν εὐνέτιν.”

“Δημήτριος δὲ περὶ τῆς ἀναιρέσεως τοῦ
Αἰγυπτίου καὶ τῆς διαφορᾶς τῆς πρὸς τὸν μηνύσαντα
τὸν τελευτήσαντα ὁμοίως τῷ τὴν ἱερὰν βίβλον
 γράψαντι ἱστόρησε· φυγεῖν μέντοι γε τὸν Μωσῆν εἰς
Μαδιὰν, καὶ συνοικῆσαι ἐκεῖ τῇ Ἰοθὸρ θυγατρὶ Σεπφώρᾳ, 
ἣν εἶναι, ὅσα στοχάζεσθαι ἀπὸ τῶν ὀνομάτων,
τῶν γενομένων ἐκ Χεττούρας, τοῦ Ἀβραὰμ γένους,
ἐκ τοῦ Ἰεζὰν τοῦ γενομένου Ἀβραὰμ ἐκ Χεττούρας·

 
ἐκ δὲ τοῦ Ἰεζὰν γενέσθαι Δαδὰν, ἐκ δὲ Δαδὰν
γουὴλ , ἐκ δὲ Ῥαγουὴλ Ἰοθὸρ καὶ Ἀβὰβ, , ἐκ δὲ tov
Ἰοθὸρ Σεπφώραν , ἣν γήμαι Μωσῆν.

καὶ τὰς
γενεὰς δὲ συμφωνεῖν· τὸν γὰρ Μωσῆν εἶναι ἀπὸ
 Ἀβραὰμ ἕβδομον , τὴν δὲ Σεπφώραν ἕκτην. συνοικουντος 
γὰρ ἤδη τοῦ Ἰσαὰκ, ἀφ’ οὗ Μωσῆν εἶναι,
γῆμαι Ἀβραὰμ τὴν Χεττούραν ὄντα ἐτῶν ρμ, καὶ
γεννῆσαι Ἰσαὰρ ἐξ αὐτῆς δεύτερον· τὸν δὲ Ἰσαὰκ,
ὄντα ἐτῶν ἑκατὸν, γεννῆσαι. ὥστε μβ ἐτῶν ὕστερον
γεγονέναι τὸν Ἰσαὰρ, ἀφ’ οὗ τὴν Σεπφώραν γεγενεαλογῆσθαι.

οὐδὲν οὑν ἀντιπίπτει τὸν Μωσῆν καὶ
τὴν Σεπφώραν κατὰ τοὺς αὐτοὺς γεγονέναι χρόνους.
κατοικεῖν δ’ αὐτοὺς Μαδιὰμ πόλιν, ἣν ἀπὸ ἑνὸς τῶν
Ἀβραὰμ παίδων ὀνομασθῆναι. φησὶ γὰρ τὸν Ἀβραὰμ
τοὺς παῖδας πρὸς ἀνατολὰς ἐπὶ κατοικίαν πέμψαι · 
διὰ τοῦτο δὲ καὶ Ἀαρὼν καὶ Μαριὰμ εἰπεῖν ἐν Ἀσηρὼθ
Μωσῆν Αἰθιοπίδα γῆμαι γυναῖκα.

λέγει δὲ
περὶ τούτων καὶ Ἐζεκιῆλος ἐν τῇ Ἐξαγωγῇ, προσπαρειληφως
τὸν ὄνειρον τὸν ὑπὸ Μώσεως μὲν ἑωραμένον,
ὑπὸ δὲ πενθεροῦ διακεκριμένον. λέγει δὲ 
 αὐτὸς ὁ Μώσης δι’ ἀμοιβαίων πρὸς τὸν πενθερὸν
οὐτῶ πως

ἔδοξ’ ὄρους κατ’ ἄκρα Σιναίου θρόνον 
 μέγαν τιν’ εἶναι μέχρις οὐρανοῦ πτυχὸς, 
 ἐν ᾧ καθῆσθαι φῶτα γενναῖόν τινα 
 διάδημ’ ἔχοντα, καὶ μέγα σκῆπτρον χερὶ 
 εὐωνύμῳ μάλιστα. δεξιᾷ δέ μοι 
 ἔνευσε, κἀγὼ πρόσθεν ἐστάθην θρόνου. 
 σκῆπτρον δέ μοι παρέδωκε, κεἰς θρόνον μέγαν 
 εἶπεν καθῆσθαι· βασιλικὸν δ’ ἔδωκέ μοι 
 διάδημα, καὐτὸς ἐκ θρόνων χωρίζεται. 
 • ἐγὼ δ’ ἐσεῖδον γῆν ἅπασαν ἔγκυκλον, 
 κανερθε γαίας καξύπερθεν οὐρανοῦ, 
 καί μοί τι πλῆθος ἀστέρων πρὸς γούνατα 

 
 ἔπιπτ’, ἐγὼ δὲ πάντας ἠριθμησάμην, 
 κἀμοὶ παρῆγεν ὡς παρεμβολὴ βροτῶν. 
 εἶτ’ ἐμφοβηθεὶς ἐξανίσταμ’ ἐξ ὕπνου.

ὁ δὲ πενθερὸς αὐτοῦ τὸν ὄνειρον ἐπικρίνει οὕτως
 ὢ ξένε, καλόν σοι τοῦτ’ ἐσήμηνεν θεός · 
 ζώοιν δ’ ὅταν σοι ταῦτα συμβαίνῃ ποτέ. 
 ἆρά γε μέγαν τιν’ ἐξαναστήσεις θρόνον, 
 καὐτὸς βραβεύσεις καὶ καθηγήσῃ βροτῶν. 
 τὸ δ’ εἰσθεᾶσθαι γῆν ὅλην τ’ οἰκουμένην, 
 καὶ τὰ ὑπένερθεν χὐπὲρ οὐρανὸν θεοῦ, 
 ὄψει τά τ’ ὄντα τά τε προτοῦ τά θ’ ὕστερον.

περὶ δὲ τῆς καιομένης βάτου καὶ τῆς ἀποστολῆς
αὐτοῦ τῆς πρὸς Φαραὼ πάλιν παρεισάγει δι’ ἀμοιβαίων
τὸν Μωσῆν τῷ θεῷ διαλεγόμενον. φησὶ δὲ
 ὁ Μώσης
 ἔα ’ τί μοι σημεῖον ἐκ βάτου τόδε, 
 τεράστιόν τε καὶ βροτοῖς ἀπιστία; 
 ἄφνω βάτος μὲν καίεται πολλῷ πυρὶ, 
 αὐτοῦ δὲ χλωρὸν πᾶν μένει τὸ βλαστάνον. 
 τί δή; προελθὼν ὄψομαι τεράστιον 
 μέγιστον • οὐ γὰρ πίστιν ἀνθρώποις φέρει.

εἶτα ὁ θεὸς αὐτῷ προσομιλεῖ
 ἐπίσχες, ὢ φέριστε, μὴ προσεγγίσῃς, 
 Μωσῆ, πρὶν ἣ τῶν σῶν ποδῶν λῦσαι δέσιν· 
 ἁγία γὰρ ἧς σὺ γῆς ἐφέστηκας πέλει ’ 
 ὁ δ’ ἐκ βάτου σοι θεῖος ἐκλάμπει λόγος • 
 θάρσησον, ὢ παῖ, καὶ λόγων ἄκου’ ἐμῶν· 
 ἰδεῖν γὰρ ὄψιν τὴν ἐμὴν ἀμήχανον 
 θνητὸν γεγῶτα, τῶν λόγων δ’ ἔξεστί σοι 
 ἐμῶν ἀκούειν, τῶν ἕκατ’ ἐλήλυθα. 
 ἐγὼ θεὸς σῶν, ὧν λέγεις, γεννητόρων, 
 Ἀβραάμ τε κ Ἰσαὰκ κ’ Ἰακώβου τρίτου. 
 μνησθεὶς δ’ ἐκείνων καὶ ἔτ’ ἐμῶν δωρημάτων 
 πάρειμι σῶσαι λαὸν Ἑβραίων ἐμὸν, 
 ἰδὼν κάκωσιν καὶ πόνον δούλων ἐμῶν. 
 ἀλλ’ ἕρπε καὶ σήμαινε τοῖς ἐμοῖς λόγοις, 

 
 πρῶτον μὲν αὐτοῖς πᾶσιν Ἑβραίοις ὁμοῦ, 
 ἔπειτα βασιλεῖ, τὰ ὑπ’ ἐμοῦ τεταγμένα, 
 ὅπως σὺ λαὸν τὸν ἐμὸν ἐξάγοις χθονός.

εἶτα ὑποβάς τινα ἀμοιβαῖα αὐτὸς ὁ Μώσης λέγει
 οὐκ εὔλογος πέφυκα, γλῶσσα δ’ ἐστί μου 
 δύσφραστος, ἰσχνόφωνος, ὥστε μὴ λόγους 
 ἐμοὺς γενέσθαι βασιλέως ἐναντίον.

εἶτα πρὸς ταῦτα ὁ θεὸς αὐτῷ ἀποκρίνεται
 Αάρωνα πέμψον σὸν κασίγνητον ταχὺ, 
 ᾧ πάντα λέξεις τἀξ ἐμοῦ λελεγμένα, 
 καὐτὸς λαλήσει βασιλέως ἐναντίον, 
 σὺ μὲν πρὸς ἡμῶν, ὁ δὲ λαβὼν σέθεν πάρα.

περὶ δὲ τῆς ῥάβδου καὶ τῶν ἄλλων τεράτων οὕτω
δι’ ἀμοιβαίων εἴρηκε,
 Θ. τί δ’ ἐν χεροῖν σοῖν τοῦτ’ ἔχεις; λέξον τάχος. 
 Μ. ῥάβδον τετραπόδων καἰ βροτῶν κολάστριαν. 
 Θ. ῥῖψον πρὸς οὖδας, κἀποχώρησον ταχύ. 
 δράκων γὰρ ἔσται φοβερὸς, ὥστε θαυμάσαι. 
 Μ. ἰδοὺ βέβληται· δέσποθ’, ἵλεως γενοῦ· 
 ὡς φοβερὸς, ὡς πέλωρος· οἴκτειρον σύ με, 
 πέφρικ’ ἰδὼν, μέλη δὲ σώματος τρέμει. 
 Θ. μηδὲν φοβηθῇς, χεῖρα δ’ ἐκτείνας Με 
 οὐρὰν, πάλιν δὲ ῥάβδος ἔσσεθ’ ὥσπερ ἢν. 
 ἔνθες δὲ χείρ εἰς κόλπον, ἐξένεγκέ τε. 
 ἰδοὺ τὸ ταχθὲν, γέγονεν ὡσπερεὶ χιών. 
 ἔνθες πάλιν δ’ εἰς κόλπον, ἔσται δ’ ὥσπερ ην.”

τούτοις ἐπάγει, μετά τινα τὰ μεταξὺ αὐτῷ εἰρημέωα,
λέγων 
 “ Ταῦτα δέ φησιν οὕτω καὶ Ἐζεκιῆλος ἐν τῇ Ἐξαγωγῇ
λέγων, περὶ μὲν τῶν σημείων τὸν θεὸν παρεισάγων 
λέγοντα οὕτως
 ἐν τῇδε ῥάβδῳ πάντα ποιήσεις κακά ’ 
 πρῶτον μὲν αἷμα ποτάμιον ῥυήσεται, 
 πηγαί τε πᾶσαι χυδάτων συστήματα • 
 βατράχων τε πλῆθος καὶ σκνίπας ἐμβαλῶ χθονί. 

 
 ἔπειτα τέφραν οἶς καμιναίαν πάσω, 
 ἀναβλύσει δείν’ ἐν βροτοῖς ἕλκη πικρά. 
 κυνόμυια δ’ ἥξει, καὶ βροτοὺς Αἰγυπτίων 
 πολλοὺς κακώσει. μετὰ δὲ ταῦτ’ ἔσται πάλιν 
 λοιμὸς, θανοῦνται δ’ οἶς ἔνεστι καρδία 
 σκληρά· πικρανῶ δ’ οὐρανόν· χάλαζα νῦν 
 σὺν πυρὶ πεσεῖται, καὶ νεκροὺς θήσει βροτούς. 
 καρποί τ’ ὀλοῦνται, τετραπόδων τε σώματα· 
 σκότος δὲ θήσω τρεῖς ἐφ’ ἡμέρας ὅλας, 
 ἀκρίδας τε πέμψω. καὶ περισσὰ βρώματα 
 ἅπαντ’ ἀναλώσουσι καἰ καρποῦ χλόην. 
 ἐπὶ πᾶσι τούτοις τέκν’ ἀποκτενῶ βροτῶν 
 πρωτόγονα. παύσω δ’ ὕβριν ανθρώπων κακῶν. 
 Φαραὼ δὲ βασιλεὺς πείσετ’ οὐδὲν ὣν λέγω, 
 πλὴν τέκνον αὐτοῦ πρωτόγονον ἕξει νεκρόν· 
 καὶ τότε φοβηθεὶς λαὸν ἐκπέμψει ταχύ · 
 πρὸς τοῖσδε λέξεις πᾶσιν Ἑβραίοις ὁμοῦ 
 ο μεὶς ὅδ’ ὑμῖν πρῶτος ἐνιαυτοῦ πέλει· 
 ἐν τῶδ’ ἀπάξω λαὸν εἰς ἄλλην χθόνα, 
 εἰς ἣν ὑπέστην πατράσιν Ἑβρκαίων γένους.’ 
 λέξεις δὲ λαῷ παντὶ, μηνὸς οὑ λέγω 
 διχομηνίᾳ, τὸ πάσχα θύσαντας θεῷ 
 τῇ πρόσθε νυκτὶ, αἵματι ψαῦσαι θύρας, 
 ὅπως παρέλθῃ σῆμα δεινὸς ἄγγελος. 
 ὑμεῖς δὲ νυκτὸς ὀπτὰ δαίσεσθε κρέα. 
 σπουδῇ δὲ βασιλεὺς ἐκβαλεῖ πρόπαντ’ ὄχλον. 
 ὅταν δὲ μέλλητ’ ἀποτρέχειν, δώσω χάριν 
 λαῷ, γυνή τε παρὰ γυναικὸς λήψεται 
 σκεύη, κόσμον τε πάνθ’ , ὃν ἄνθρωπος φέρει, 
 χρυσόν τε καὶ ἄργυρον ἠδὲ καὶ στολὰς, ἴνα 
 ἀνθ’ ὧν ἔπραξαν μισθὸν ἀποδῶσιν βροτοῖς. 
 ὅταν δ’ ἐς ἴδιον χῶρον εἰσέλθηθ’, ὅπως 
 ἀφ’ ἧσπερ ἠοῦς ἐφύγετ’, Αἰγύπτου δ’ ἄπο 
 ἑπτὰ διοδοιποροῦντες ἡμερῶν ὁδὸν, 
 πάντες τοσαύτας ἡμέρας ἔτος κάτα 
 ἄζυμ’ ἔδεσθε, καὶ θεῷ λατρεύσετε, 
 τὰ πρωτότευκτα ζῷα θύοντες θεῶ, 
 ὅσ’ ἂν τέκωσι παρθένοι πρώτως τέκνα 
 τἀρσενικὰ, διανοίγοντα μήτρας μητέρων.

καὶ πάλιν περὶ τῆς αὐτῆς ταύτης ἐορτῆς φηςὶν
ἐπεξεργαζόενον ἀκριβέστερον εἰρηκέναι
 ἀωδρῶν Ἑβραίων τοῦδε τοῦ μηνός λαβών 
 κατὰ συγγενείας πρόβατα καὶ μόσκους βοῶν 
 ἄμωμα δεκάτῃ· καὶ φυλαχθήτω μέχρι 
 τετράς ἐριλάμψει δεκάδι, καὶ πρὸς ἑσπέραν 
 θύσαντες, ὀπτὰ πάντα σὺν τοῖς ἔνδοθεν 
 οὔτω φάγεσθε ταῦτα· περιεζωσμένοι, 
 καὶ κοῖλα ποσςὶν ὑποδέδεσθε, καὶ χερὶ 
 βακτηρίαν ἔχοντες. ἐν σπουδῇ τε γαρ 
 βασιλεὺς κελεύσει πάντας ἐκβαλεῖν κθονός· 
 κεκλήσεται δὲ πᾶς. ὄταν θύσητε δὲ, 
 δεσμην λαβόντες χερςὶν ὐσσώπου κόμς 
 εἰς εἶμα βάψαι, καὶ θιγεῖν σταθμῶν δυοῖν, 
 ὄπως παρέλθῃ θάωατος Ἑβραίων ἄπο. 
 ταύτην δ’ ἐορτήν δεσπότῃ τηρήσετε, 
 ἔφθ’ ἡμέρας ἄζυμα· κοὐ βρωθήσεται 
 ξύμη. κακῶν γὰρ τῶνδ’ ἀραλλαγήσεται, 
 καὶ τοῦδε μηνὸς ἔξοδον διδῖ θεός· 
 ἀρκή δὲ μηνῶν καὶ κρόνων οὖτος πέλει.”

πάλιν μεθ’ ἔτερα ἐπιλέγει
“Φηδὶ δὲ καὶ Ἑξεκιῆλος ἐν τῷ δράματι τῷ ἐπιγραφομένῳ
Ἐξαγωγὴ, παρεισάγων ἄγγελον λέγοντα
τήν τε τῶν Ἑβραίων διάθεσιν καὶ τὴν τῶν Αἰγυπτίων
φθορὰν οὔτως 
 ὡς γὰρ σὺν ὄχλῳ τῷδ’ ἀφώρμησεν δόμων 
 βασιλευς Φαραὼ μυρίων ὄπλων μέτα, 
 ἴππου τε τάσης καρμάτων τετραόρων, 
 καὶ προστάταισι καὶ παραστάταις ομοῦ, 
 ἦν φρικτὸς ἀνδρῶν ἐκτεταγμένων ὄχλος. 
 πεζοὶ μὲν ἐν μέσοισι καὶ φαλαγγικοὶ 
 διεκδρομὰς ἔχοντες ἄρμασιν τόπους· 
 ἱππεῖς δ’ ἔταξε, τοὺς μὲν ἐξ εὐωνύμων 
 ἐκ δεξιῶν δὲ ράντας Αἰγύπτου δτρατοῦ. 
 τὸν πάντας δ’ ἀριθμὸν ἠρόμην ἐγὼ στρατοῦ· 
 μυριάδες ἦσαν ἑκατον τὐανδρου μεώ. 

 
 ἐπεὶ δ’ Ἐβραίων οὑμὸς ἤντησεν στρατὸς, 
 οἱ μὲν παρ’ ἀκτὴν πλησίον βεβλημένοι 
 ἐρυθρὰς θαλάσσης ἤσαν ἠθροισμένοι · 
 οἱ μὲν τέκνοισι νηπίοις δίδουν βορὰν, 
 ὁμοῦ τε καὶ δάμαρσιν, ἔμπονοι κόπῳ · 
 κτήνη τε πολλὰ, καὶ δόμων ἀποσκευὴ, 
 αὐτοὶ δ’ ἄνοπλοι πάντες εἰς μάχην χέρας 
 ἰδόντες ἡμᾶς ἠλάλαξαν ἔνδακρυν 
 φωνὴν, πρὸς αἰθέρα τ’ ἐτάθησαν ἀθρόοι, 
 θεὸν πατρῷον. ἦν πολὺς δ’ ἀνδρῶν ὄχλος. 
 ἡμᾶς δὲ χάρμα πάντας εἶχεν ἐν μέρει. 
 ἔπειθ’ ὑπ’ αὐτοὺς θήκαμεν παρεμβολὴν, 
 Βεελζεφών τις κλῄζεται πόλις βροτοῖς. 
 ἐπεὶ δὲ Τιτᾶν ἥλιος δυσμαῖς προσῆν, 
 ἐπέσχομεν, θέλοντες ὄρθριον μάχην, 
 πεποιθότες λαοῖσι καὶ φρικτοῖς ὅπλοις. 
 ἔπειτα θείων ἄρχεται τεραστίων 
 θαυμάστ’ ἰδέσθαι. καί τις ἐξαίφνης μέγας 
 στῦλος νεφώδης ἐστάθη πρὸ γῆς μέγας. 
 παρεμβολῆς ἡμῶν τε χἐβραίων μέσος. 
 κἄπειθ’ ὁ κείνων ἡγεμὼν Μώσης, λαβὼν 
 ῥάβδον θεοῦ, τῇ δὴ πρὶν Αἰγύπτῳ κακὰ 
 σημεῖα καὶ τεράστι' ἐξεμήσατο ’ 
 ἔτυψ’ ἐρυθρᾶς νῶτα κἄσχισεν μέσον 
 βάθος θαλάσσης · οἱ δὲ σύμπαντες 
 ὤρουσαν ὠκεῖς ἁλμυρᾶς δι’ ἀτραποῦ. 
 ἡμεῖς δ’ ἐπ’ αὐτῆς ᾠχόμεσθα συντόμως 
 κατ’ ἴχνος αὐτῶν· νυκτὸς εἰσεκύρσαμεν 
 βοηδρομοῦντες · ἁρμάτων δ’ ἄφνω 
 οὐκ ἐστρέφοντο, δέσμιοι δ’ ὣς ἥρμοσαν. 
 ἀπ’ οὐρανοῦ δὲ φέγγος ὡς πυρὸς μέγα 
 ὤφθη τι ἡμῖν· ὡς μὲν εἰκάζειν, παρὴν 
 αὐτοῖς ἀρωγὸς ὁ θεός. ὡς δ’ ἤδη πέραν 
 ἤσαν θαλάσσης, κῦμα δ’ ἐρροίβδει μέγα 
 σύνεγγυς ἡμῶν· καί τις ἠλάλαξ’ ἰδὼν, 
 φεύγωμεν οἴκοι πρόσθεν ὑψίστου χέρας· 
 οἶς μὲν γάρ ἐστ’ ἀρωγὸς, ἡμῖν δ’ ἀθλίοις 

 
 ὄλεθρον ἕρδει· καὶ συνεκλύσθη πόρος 
 ἐρυθρᾶς θαλάσσης καὶ στρατὸν διώλεσε.”

καὶ πάλιν μετ’ ὀλίγα
’’ Ἐκεῖθεν ἦλθον ἡμέρας τρεῖς, ὡς αὐτός τε ὁ Δημήτριος
λέγει καὶ συμφώνως τούτῳ ἡ ἱερὰ βίβλος. 
μὴ ἔχοντα δὲ ὕδωρ ἐκεῖ γλυκὺ, ἀλλὰ πικρὸν , τοῦ
θεοῦ εἰπόντος ξύλον τι ἐμβαλεῖν εἰς τὴν πηγὴν, καὶ
γενέσθαι γλυκὺ τὸ ὕδωρ. ἐκεῖθεν δὲ εἰς ’Eλεὶμ ἐλθεῖν,
καὶ εὑρεῖν ἐκεῖ δώδεκα μὲν πηγὰς ὑδάτων,
ἑβδομήκοντα δὲ στελέχη φοινίκων. περὶ τούτων καὶ 
τοῦ φανέντος ὀρνέου Ἐζεκιῆλος ἐν τῇ Ἐξαγωγῇ παρεισάγει
τινὰ λέγοντα τῷ Μώσῃ περὶ μὲν τῶν φοινίκων
καὶ τῶν δώδεκα πηγῶν οὕτως

κράτιστε Μωσῆ, πρόσχες, οἷον εὕρομεν 
 τόπον πρὸς αὐτῇ τῇδέ γ’ εὐαεῖ νάπῃ. 
 ἔστιν γὰρ, ὡς που καὶ σὺ τυγχάνεις ὄρων, 
 ἐκεῖ. τόθεν δὲ φέγγος ἐξέλαμψέ νιν, 
 κατ’ εὐφρόνην σημεῖον ὡς στῦλος πυρός. 
 ἐνταῦθα λειμῶν’ εὕρομεν κατάσκιον, 
 ὑγράς τε λιβάδας · δαψιλὴς χῶρος βαθὺς, 
 πηγὰς ἀφύσσων δώδεκ’ ἐκ μιᾶς πέτρας · 
 στελέχη δ’ ἐρυμνὰ πολλὰ φοινίκων πέλει 
 ἔγκαρπα, δεκάκις ἑπτὰ, καὶ ἐπίρρυτος 
 πέφυκε χλοίη θρέμμασιν χορτάσματα. 
εἶτα ὑποβὰς περὶ τοῦ φανέντος ὀρνέου διεξέρχεται 
 ἕτερον δὲ πρὸς τοῖσδ’ εἴδομεν ζῷον ξένον, 
 θαυμαστὸν, οἷον οὐδέπω ὥρακέ τις. 
 διπλοῦν γὰρ ἤν τὸ μῆκος ἀετοῦ σχεδὸν, 
 πτεροῖσι ποικίλοισιν ἠδὲ χρώμασι. 
 στῆθος μὲν αὐτοῦ πορφυροῦν ἐφαίνετο, 
 σκέλη δὲ μιλτόχρωτα, καὶ κατ’ αὐχένα 
 κροκωτίνοις μαλλοῖσιν εὐτρεπίζετο. 
 κάρα δὲ κοττοῖς ἡμέροις παρεμφερὲς, 
 καὶ μηλίνῃ μὲν τῇ κόρῃ προσέβλεπε 
 κύκλῳ· κόρη δὲ κόκκος ὡς ἐφαίνετο· 

 
 φωνὴν δὲ πάντων εἶχεν ἐκπρεπεστάτην. 
 βασκλεὺς δὲ πάντων ὀρνέων ἐφαίνετο, 
 ως ἠν νοῆσαι. πάντα γὰρ τὰ πτήν’ ὁμοῦ 
 ὄπισθεν αὐτοῦ δειλιῶντ’ ἐπέσσυτο, 
 αὐτὸς δὲ πρόσθεν, ταῦρος ὣς γαυρούμενος, 
 ἔβαινε κραιπνὸν βῆμα βαστάζων ποδός.’ 
καὶ μετὰ βραχέα 
 ‘‘ Ἐπιζητεῖν δέ τινα πῶς οἱ Ἰσραηλῖται ὅπλα ἔσχον
ἄνοπλοι ἐξελθόντες. ἔφασαν γὰρ τριῶν ἡμερῶν ὁδὸν
 ἐξελθόντας καὶ θυσιάσαντας πάλιν ἀνακάμψειν. φαίνεται
οὖν τοὺς μὴ κατακλυσθέντας τοῖς ἐκείνων ὅπλοις
χρήσασθαι.’

“Εὐπόλεμος δέ φησιν ἔν τινι περὶ τῆς Ἠλίου 
προφητείας Μωσῆν προφητεῦσαι ἔτη μ’ · εἶτα Ἰησοῦν,
 τὸν τοῦ Ναυῆ υἱὸν, ἔτη λ· βιῶσαι δ’ αὐτὸνἐ̓τη ι πρὸς
τοῖς ρ, πῆξαί τε τὴν ἱερὰν σκηνὴν ἐν Σηλοῖ.

μετὰ 
δὲ ταῦτα προφήτην γενέσθαι Σαμουήλ. εἶτα τῇ τοῦ
θεοῦ βουλήσει ὑπὸ Σαμουὴλ Σαοῦλον βασιλέα αἴρεθῆναι, 
ἄρξαντα δὲ ἔτη κα τελευτῆσαι.

εἶτα Δαβὶδ
 τὸν τούτου υἱὸν δυναστεῦσαι, ὃν καταστρέψασθαι Σύρους,
τοὺς παρὰ τὸν Εὐφράτην οἰκοῦντας ποταμὸν,
καὶ τὴν Κομμαγηνὴν καὶ τοὺς ἐν Γαλαδηνῇ Ἀσσυρίους
καὶ Φοίνικας. στρατεῦσαι δ’ αὐτὸν καὶ ἐπὶ
Ἰδουμαίους καὶ Ἀμμανίτας καὶ Μωαβίτας καὶ Ἰτουραίους
 καὶ Ναβαταίους καὶ Ναβδαίους.

αὖθις δὲ 
ἐπιστρατεῦσαι ἐπὶ Σούρωνα βασιλέα Τυροῦ καὶ Φοινίκης,
οὓς καὶ ἀναγκάσαι φόρους Ἰουδαίοις ὑποτελεῖν·
πρός τε Οὐαφρῆν τὸν Αἰγυπτίων βασιλέα φιλίαν
συνθέσθαι.

βουλόμενόν τε τὸν Δαβὶδ οἰκοδομῆσαι
 ἱερὸν τῷ θεῷ ἀξιοῦν τὸν θεὸν τόπον αὐτῷ
δείξαι τοῦ θυσιαστηρίου· ἔνθα δὴ ἄγγελον αὐτῷ
ὀφθῆναι ἑστῶτα ἐπάνω τοῦ τόπου, οὗ τὸν βωμὸν
ἱδρῦσθαι ἐν Ἱεροσολύμοις , καὶ κελεύειν αὐτὸν μὴ

 
ἱδρῦσθαι τὸ ἱερὸν, διὰ τὸ αἵματι ἀνθρωπίνῳ πεφύρθαι
καὶ πολλὰ ἔτη πεπολεμηκέναι.

εἶναι δ’ αὐτῷ
 ὄνομα Διαναθάν · προστάξαι τε αὐτῷ τοῦτον ὅπως
τῷ υἱῷ ἐπιτρέψῃ τὴν οἰκοδομίαν· αὐτὸν δὲ εὐτρεπίζειν
τὰ πρὸς τὴν κατασκευὴν ἀνήκοντα, χρυσίον, 
ἀργύριον, χαλκὸν, λίθους, ξύλα κυπαρίσσινα καὶ
κέδρινα.

ἀκούσαντα δὲ τὸν Δαβὶδ πλοῖα ναυπηγήσασθαι
έν Ἀϊλάνοις πόλει τῆς Ἀραβίας , καὶ πέμψαι
μεταλλευτὰς εἰς τὴν Οὐρφῆ νῆσον , κειμένην ἐν
τῇ ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ , μέταλλα χρυσικὰ ἔχουσαν ’ καὶ 
τὸ χρυσίον ἐκεῖθεν μετακομίσαι τοὺς μεταλλευτὰς
εἰς τὴν Ἰουδαίαν.

βασιλεύσαντα δὲ τὸν Δαβὶδ
ἔτη μ’ Σολομῶνι τῷ υἱῷ τὴν ἀρχὴν παραδοῦναι,
ὄντι ἐτῶν ιβ, ἐνώπιον Ἠλεὶ τοῦ ἀρχιερέως καὶ τῶν
ιβ φυλάρχων , καὶ παραδοῦναι αὐτῷ τόν τε χρυσὸν 
καὶ ἄργυρον καὶ χαλκὸν καὶ λίθον καὶ ξύλα κυπαρίσσινα
καὶ κέδρινα. καὶ αὐτὸν μὲν τελευτῆσαι,
 Σολομῶνα δὲ βασιλεύειν, καὶ γράψαι πρὸς Οὐαφρῆν
τὸν Αἰγύπτου βασιλέα τὴν ὑπογεγραμμένην ἐπιστολήν.”

“ Βασιλεὺς Σολομῶν Οὐαφρῇ βασιλεῖ
Αἰγύπτου φίλῳ πατρικῷ χαίρειν. 
 Γίνοωσκέ με παρειληφότα τὴν βασιλείαν παρὰ Δαβὶδ
τοῦ πατρὸς διὰ τοῦ θεοῦ τοῦ μεγίστου, καὶ ἐπῖτεταχότος
b μοι οἰκοδομῆσαι ἱερὸν τῷ θεῷ, ὃς τὸν οὐρανὸν 
καὶ τὴν γῆν ἔκτισεν· ἅμα δέ σοι γράψαι ἀποστεῖλαί
μοι τῶν παρὰ σοῦ λαῶν, οἱ παραστήσονταί
μοι μέχρι τοῦ ἐπιτελέσαι πάντα κατὰ τὴν χρείαν, καθότι
ἐπιτέτακται.”

“ Βασιλεὺς Οὐαφρῆς Σολομῶνι βασιλεῖ
μεγάλῳ χαίρειν. 
 Αμα τῷ ἀναγνῶναι τὴν παρὰ σοῦ ἐπιστολὴν σφόδρα 
δρᾶ ἐχάρην, καὶ λαμπρὰν ἡμέραν ἤγαγον ἐγώ τε καὶ
 ἡ δύναμίς μου πᾶσα ἐπὶ τῷ παρειληφέναι σε τὴν βασιλείαν
παρὰ χρηστοῦ ἀνδρὸς καὶ δεδοκιμασμένου ὑπὸ
τηλικούτου θεοῦ. περὶ δὲ ὣν γράφεις μοι περὶ τῶν
κατὰ τοὺς λαοὺς τοὺς παρ’ ἡμῖν, ἀπέσταλκά σοι μυριάδας
ὀκτὼ, ὧν καὶ τὰ πλήθη ἐξ ὧν εἰσι διασεσάφηκά σοι·
 ἐκ μὲν τοῦ Σεβριθίτου νομοῦ μυρίους, ἐκ δὲ τοῦ Μενδησίου
καὶ Σεβεννύτου δισμυρίους· Βουσιρίτου, 
Λεοντοπολίτου καὶ Ἀθριβίτου ἀνὰ μυρίους. φρόντισον
δὲ καὶ τὰ δέοντα αὐτοῖς καὶ τὰ ἄλλα, ὅπως
εὐτακτῇ, καὶ ἔνα ἀποκατασταθῶσιν εἰς τὴν ἰδίαν,
 ὡς ἂν ἀπὸ τῆς χρείας γενόμενοι.

‘‘Βασιλεὺς Σολομῶν Σούρωνι τῷ
βασιλεῖ Τυροῦ καὶ Σιδῶνος καὶ Φοινίκης
φίλῳ πατρικῷ χαίρειν. 
 Γίνωσκέ με παρειληφότα τὴν βασιλείαν παρὰ Δαβὶδ
 τοῦ πατρὸς, διὰ τοῦ θεοῦ τοῦ μεγίστου, καὶ ἐπιτεταχότος
μοι οἰκοδομῆσαι ἱερὸν τῷ θεῷ, ὃς τὸν οὐρανὸν
καὶ τὴν γῆν ἔκτισεν , ἅμα δὲ καὶ σοὶ γράψαι 
ἀποστεῖλαί μοι τῶν παρὰ σοῦ λαῶν, οἳ συμπαραστήσονται
ἡμῖν μέχρι τοῦ ἐπιτελέσαι τὴν τοῦ θεοῦ χρείαν,
 καθότι μοι ἐπιτέτακται. γέγραφα δὲ καὶ εἰς τὴν Γαλιλαίαν 
καὶ Σαμαρεῖτιν καὶ Μωαβῖτιν καὶ Ἀμμανῖτιν
καὶ Γαλαδῖτιν χορηγεῖσθαι αὐτοῖς τὰ δέοντα ἐκ τῆς
χώρας κατὰ μῆνα, κόρους σίτου μυρίους· ὁ δὲ κόρος
ἐστὶν ἀρταβῶν ἴξ· καὶ οἴνου κόρους μυρίους· ὁ δὲ
 κόρος τοῦ οἴνου ἐστὶ μέτρα δέκα. τὸ δὲ ἔλαιον καὶ

 
τὰ ἄλλα χορηγηθήσεται αὐτοῖς ἐκ τῆς Ἰουδαίας, ἱερεῖα
 δὲ εἰς κρεοφαγίαν ἐκ τῆς Ἀραβίας.’

“ Σούρων Σολομῶνι βασιλεῖ μεγάλῳ
χαίρειν. 
 Εὐλογητὸς ὁ θεὸς, ὃς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν 
ἔκτισεν, ὃς εἴλετο ἄνθρωπον χρηστὸν ἐκ χρηστοῦ
 ἀνδρός. ἅμα τῷ ἀναγνῶναι τὴν παρὰ σοῦ ἐπιστολὴν
σφόδρα ἐχάρην, καὶ εὐλόγησα τὸν θεὸν ἐπὶ τῷ παρειληφέναι
σὲ τὴν βασιλείαν.

περὶ δὲ ὧν γράφεις
μοι περὶ τῶν κατὰ τοὺς λαοὺς τοὺς παρ’ ἡμῖν ἀπέσταλκά 
σοι Τυρίων καὶ Φοινίκων ὀκτακισμυρίους,
καὶ ἀρχιτέκτονά σοι ἀπέσταλκα ἄνθρωπον Τύριον, ἐκ
μητρὸς Ἰουδαίας, ἐκ τῆς φυλῆς τῆς Δαβίδ. ὑπὲρ ὧν
ἂν αὐτὸν ἐρωτήσῃς τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανὸν πάντων,
καὶ ἀρχιτεκτονίαν , ὑφηγήσεταί σοι καὶ ποιήσει.

περὶ δὲ τῶν δεόντων καἰ ἀποστελλομένων σοι παίδων
καλῶς ποιήσεις ἐπιστείλας τοῖς κατὰ τόπον ἐπάρχοις,
ὅπως χορηγῆται τὰ δέοντα.’’

’’ Διελθὼν δὲ Σολομῶν, ἔχων τοὺς πατρικοὺς
φίλους ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ τοῦ Λιβάνου μετὰ τῶν Σιδωνίων 
καὶ Τυρίων, μετήνεγκε τὰ ξύλα τὰ προκεκομμένα
ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ διὰ τῆς θαλάττης εἰς
Ἰόππην, ἐκεῖθεν δὲ πεζῇ εἰς Ἱεροσόλυμα. καὶ ἄρξασθαι
οἰκοδομεῖν τὸ ἱερὸν τοῦ θεοῦ, ὄντα ἐτῶν ιγ·
ἐργάζεσθαι δὲ τὰ ἔθνη τὰ προειρημένα , καὶ φυλὰς 
ιβ τῶν Ἰουδαίων παρέχειν ταῖς ἑκκαίδεκα μυριάσι τὰ
δέοντα πάντα, κατὰ μῆνα φυλὴν μίαν, θεμελιῶσαί τε
τὸν ναὸν τοῦ θεοῦ, μῆκος πηχῶν ’ξ, πλάτος πηχῶν ’ξ,
 τὸ δὲ πλάτος τῆς οἰκοδομῆς καὶ τῶν θεμελίων πηχῶνι·
οὕτω γὰρ αὐτῷ προστάξαι Νάθαν τὸν προφήτην τοῦ 
θεοῦ.

οἰκοδομεῖν δὲ ἐναλλὰξ δόμον λίθινον καὶ

 
ἔνδεσμον κυπαρίσσινον , πελεκίνοις χαλκοῖς ταλαντιαίοις
καταλαμβάνοντας τοὺς β δόμους. οὕτω δ’
αὐτὸν οἰκοδομήσαντα ξυλῶσαι ἔξωθεν κεδρίνοις ξύλοις
καὶ κυπαρισσίνοις, ὥστε τὴν λιθίνην οἰκοδομὴν
 μὴ φαίνεσθαι · χρυσῶσαί τε τὸν ναὸν ἔσωθεν χωννύντα
πλινθία χρυσᾶ πενταπήχη, καὶ προστιθέναι
προσηλοῦντα ἥλοις ἀργυροῖς, ταλαντιαίοις τὴν ὁλκὴν,
μαστοειδέσι τὸν ῥυθμὸν , τέσσαρσι δὲ τὸν ἀριθμόν.

οὕτω δ’ αὐτὸν χρυσῶσαι ἀπὸ ἐδάφους ἕως τῆς 
 ὀροφῆς, τό τε ὀρόφωμα ποιῆσαι ἐκ φατνωμάτων χρυσῶν,
τὸ δὲ δῶμα ποιῆσαι χαλκοῦν ἀπὸ κεραμίδων
χαλκῶν, χαλκὸν χωνεύσαντα, καὶ τοῦτον καταχέαντα.
ποιήσαι δὲ δύο στύλους χαλκοῦς, καὶ καταχρυσῶσαι
αὐτοὺς χρυσίῳ ἀδόλῳ, δακτύλῳ τὸ πάχος.

εἶναι
 δὲ τοὺς στύλους τῷ ναῷ ἰσομεγέθεις, τὸ δὲ πλάτος
κύκλῳ ἕκαστον κίονα πηχῶν δέκα· στῆναι δὲ αὐτοὺς
τοῦ οἴκου ὃν μὲν ἐκ δεξιῶν, ὅν δὲ ἐξ εὐωνύμων.
ποιῆσαι δὲ καὶ λυχνίας χρυσᾶς , δέκα τάλαντα ἑκάστην 
στῆν ὁλκὴν ἀγούσας, ὑπόδειγμα λαβόντα τὴν ὑπὸ
 Μώσεως ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου τεθεῖσαν.

στῆσαι δ’ ἐξ ἑκατέρου μέρους τοῦ σηκοῦ τὰς μὲν
ἐκ δεξιῶν, τὰς δὲ ἐξ εὐωνύμων. ποιῆσαι δ’ αὐτὸν
καὶ λύχνου ’ς χρυσοῦς ὁ, ὥστε καίεσθαι ἐφ’ ἑκάστης
λυχνίας ἑπτά. οἰκοδομῆσαι δὲ καὶ τὰς πύλας τοῦ
 ἱεροῦ καὶ κατακοσμῆσαι χρυσίῳ καὶ ἀργυρίῳ · καὶ
καταστεγάσαι φατνώμασι κεδρίνοις καὶ κυπαρισσίνοις.

ποιῆσαι δὲ καὶ κατὰ τὸ πρὸς βορρᾶν μέρος 
τοῦ ἱεροῦ στοὰν, καὶ στύλους αὐτῇ ὑποστῆσαι χαλκοῦς
μή. κατασκευάσαι δὲ καὶ λουτῆρα χαλκοῦν,
 μῆκος πηχῶν κ’ καὶ πλάτος πηχῶν κ’, τὸ δὲ ὕψος
πηχῶν ἑ . ποιῆσαι δὲ ἐπ’ αὐτῷ στεφάνην πρὸς τὴν
βάσιν ἔξω ὑπερέχουσαν πῆχυν ἕνα πρὸς τὸ τοὺς 

 
ἱερεῖς τούς τε πόδας προσκλύζεσθαι καὶ τὰς χεῖρας
νίπτεσθαι ἐπιβαίνοντας· ποιῆσαι δὲ καὶ τὰς βάσεις
τοῦ λουτῆρος τορευτὰς χωνευτὰς δώδεκα, καὶ τῷ
ὕψει ἀνδρομήκεις, καὶ στῆσαι ἐξ ὑστέρου μέρους ὑπὸ
τὸν λουτῆρα, ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου.

ποιῆσαι 
δὲ καὶ βάσιν χαλκῆν τῷ ὕψει πηχῶν δυοῖν,
κατὰ τὸν λουτῆρα, ἔν ἐφεστήκῃ ἐπ’ αὐτῆς ὁ βασιλεὺς,
ὅταν προσεύχηται, ὅπως ὀπτάνηται τῷ λαῷ
 τῶν Ἰουδαίων. οἰκοδομῆσαι δὲ καὶ τὸ θυσιαστήριον
πηχῶν κε ἐπὶ πήχεις κ’, τὸ δὲ ὕψος πηχῶν ιβ.

ποιῆσαι δὲ καὶ δακτυλίους δύο χαλκοῦς λυσιδωτοὺς,
καὶ στῆσαι αὐτοὺς ἐπὶ μηχανημάτων ὑπερεχόντων
τῷ ὕψει τὸν ναὸν πήχεις κ’, καὶ σκιάζειν
ἐπάνω παντὸς τοῦ ἱεροῦ· καὶ προσκρεμάσαι ἑκάστῃ
δίκτυι· κώδωνας χαλκοῦς ταλαντιαίους τετρακοσίους · 
καὶ ποιῆσαι ὅλας τὰς δίκτυας πρὸς τὸ ψοφεῖν τοὺς
κώδωνας καὶ ἀποσοβεῖν τὰ ὄρνεα, ὅπως μὴ καθίζῃ
ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ, μηδὲ νοσσεύῃ ἐπὶ τοῖς φατνώμασι
τῶν πυλῶν καὶ στοῶν καὶ μολύνῃ τοῖς ἀποπατήμασι
 τὸ ἱερόν.

περιβαλεῖν δὲ καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα τὴν 
πόλιν τείχεσι καὶ πύργοις καὶ τάφροις· οἰκοδομῆσαι
δὲ καὶ βασίλεια ἑαυτῷ.

προσαγορευθῆναι δὲ τὸ
ἀνάκτορον πρῶτον μὲν ἱερὸν Σολομῶνος, ὕστερον
δὲ παρεφθαρμένως τὴν πόλιν ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Ἱερουσαλὴμ
ὀνομασθῆναι, ὑπὸ δὲ τῶν Ἑλλήνων φερωνύμως 
Ἱεροσόλυμα λέγεσθαι.

συντελέσαντα δὲ τὸ
ἱερὸν καὶ τὴν πόλιν τειχίσαντα ἐλθεῖν εἰς Σηλὼμ,
καὶ θυσίαν τῷ θεῷ εἰς ὁλοκάρπωσιν προσαγαγεῖν
 βοῦς χιλίους. λαβόντα δὲ τὴν σκηνὴν καὶ τὸ θυσιαστήριον
στήριον καὶ τὰ σκεύη , ἃ ἐποίησε Μώσης , εἰς Ἱεροσόλυμα 
ἐνεγκεῖν καὶ ἐν τῷ οἴκω θεῖναι.

καὶ
τὴν κιβωτὸν δὲ καὶ τὸν βωμὸν τὸν χρυσοῦν καὶ τὴν

 
λυχνίαν καὶ τὴν τράπεζαν καὶ τὰ ἄλλα σκεύη ἐκεῖ
κατατίθεσθαι, καθὼς προστάξαι αὐτῷ τὸν προφήτην.

προσαγαγεῖν δὲ τῷ θεῷ θυσίαν μυρίαν , πρόβατα
δισχίλια, μόσχους τρισχιλίους πεντακοσίους.
 τὸ δὲ σύμπαν χρυσίον, τὸ εἰς τοὺς δύο στύλους καὶ
τὸν ναὸν καταχρησθὲν, εἶναι τάλαντα μυριάδων υς'
ἱείς δὲ τοὺς ἥλους καὶ τὴν ἄλλην κατασκευὴν ἀργυρίου 
τάλαντα χίλια διακόσια τριάκοντα δύο · χαλκοῦ
δὲ εἰς τοὺς κίονας καὶ τὸν λουτῆρα καὶ τὴν στοὰν
 τάλαντα μυρία ὀκτακισχίλια πεντήκοντα.

ἀποπέμψαι
δὲ τὸν Σολομῶνα καὶ τοὺς Αἰγυπτίους καὶ
τοὺς Φοίνικας, ἑκάστους εἰς τὴν ἑαυτῶν, ἑκάστῳ
χρυσοῦ σίκλους δόντα δέκα· τὸ δὲ τάλαντον εἶναι
σίκλον. καὶ τῷ μὲν Αἰγύπτου βασιλεῖ Οὐαφρῇ
 ἐλαίου μετρητὰς μυρίους, φοινικοβαλάνων ἀρτάβας
χιλίας, μέλιτος δὲ ἀγγεῖα ἑκατὸν, καὶ ἀρώματα πέμψαι·

τῷ δὲ Σούρωνι εἰς Τυρὸν πέμψαι τὸν χρυσοῦν
κίονα, τὸν ἐν Τυρῷ ἀνακείμενον ἐν τῷ ἱερῷ
τοῦ Δῖός.

Θεόφιλος δέ φησι τὸν περισσεύσαντα
 χρυσὸν τὸν Σολομῶνα τῷ Τυρίων βασιλεῖ πέμψαι · 
τὸν δὲ εἰκόνα τῆς θυγατρὸς ζῷον ὁλοσώματον κατασκευάσαι,
καὶ ἔλυτρον τῷ ἀνδριάντι τὸν χρυσοῦν
κίονα περιθεῖναι.

ποιῆσαι δέ φησιν ὁ Εὐπόλεμος
τὸν Σολομῶνα καὶ ἀσπίδας χρυσᾶς χιλίας , ὧν ἑκάστην
 πεντακοσίων εἶναι χρυσῶν. βιῶσαι δὲ αὐτὸν
ἔτη πεντήκοντα δύο, ὣν ἐν εἰρήνῃ βασιλεῦσαι ἔτη μ’ .

“ Τιμοχάρης δέ φησιν ἐν τοῖς περὶ Ἀντιόχου 
τὰ Ἱεροσόλυμα τὴν μὲν περίμετρον ἔχειν σταδίους
μ’· εἶναι δ' αὐτὴν δυσάλωτον , πάντοθεν
 ἀπορρῶξι περικλειομένην φάραγξιν. ὅλην δὲ τὴν
πόλιν ὕδασι καταρρεῖσθαι, ὥστε καὶ τοὺς κήπους ἐκ 
τῶν ἀπορρεόντων ὑδάτων ἐκ τῆς πόλεως ἄρδεσθαι.

 
τὴν δὲ μεταξὺ ἀπὸ τῆς πόλεως ἄχρι τεσσαράκοντα
σταδίων ἄνυδρον εἶναι, ἀπὸ δὲ τῶν μ’ σταδίων πάλιν
κάθυδρον ὑπάρχειν.’’

“Ὁ δὲ τῆς Συρίας σχοινομέτρησιν γράψας
ἐν τῇ πρώτῃ φησὶ κεῖσθαι Ἱεροσόλυμα ἐπὶ με, 
 τεώρου τε καὶ τραχέος τόπου · ᾠκοδομῆσθαι δὲ τινὰ
μὲν μέρη τοῦ τείχους ἀπὸ λίθου ξεστοῦ , τὰ δὲ
πλείονα ἀπὸ χάλικος· καὶ ἔχειν τὴν περίμετρον τὴν
πόλιν σταδίων κζ, ὑπάρχειν δὲ καὶ πηγὴν ἐν τῷ
χωρίῳ ὕδωρ δαψιλὲς ἀναβλύζουσαν.’’

Φησὶ δὲ ὁ Φίλων ἐν τοῖς περὶ Ἱεροσολύμων
κρήνην εἶναι, ταύτην δὲ ἐν μὲν τῷ χειμῶνι
 ξηραίνεσθαι , ἐν δὲ τῷ θέρει πληροῦσθαι. λέγει δὲ
ἐν τῇ πρώτῃ οὕτως
 νηχόμενος δ’ ἐφύπερθε τὸ θαμβηέστατον ἄλλο 
 δέρκηθρον σὺν ἀοιδὰ μεγιστούχοιο λοετροῖς 
 ῥεύματος ἐμπίπλησι βαθὺν ῥόον ἐξανιείσης, 
καὶ τὰ ἐξῆς.

οἶς πάλιν ὑποβὰς περὶ τῆς πληρώσεως
ἐπιλέγει
 ῥεῦμα γὰρ ὑψιφάεννον, ἐν ὑετίοις νιφετοῖσιν 
 ἱέμενον, πολυγηθὲς, ὑπὲρ πύργοισιν ὄροισι 
 στρωφᾶται, καὶ ξηρὰ πέδῳ κεκονιμένα, κρήνης 
 τηλεφαῆ δείκνυσιν ὑπέρτατα θάμβεα λαῶν, 
καὶ τὰ τούτοις ἀκόλουθα.

εἶτα πάλιν περὶ τῆς τοῦ
ἀρχιερέωςκρήνης κρήνης καὶ τῆς ἀποχετεύσεως διέξεισιν οὕτως 
 αἰπὺ δ’ ἄρ ἐκπτύουσι διὰ χθονὸς ὑδροχόοισι 
 σωλῆνες, 
καὶ ὅσ’ ἁ ἄλλα τούτοις ἕπεται.” 
 Τοσαῦτα μὲν δὴ τὰ ἀπὸ τῶν Ἀλεξάνδρου τοῦ
Πολυίστορος.

Περὶ δὲ τῶν ἐν τῇ Ἱερουσαλὴμ ὑδάτων
καὶ ὁ Ἀρισταῖος ἐν τῷ γραφέντι αὐτῷ βιβλίῳ

 
Περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ τῶν Ἰουδαίων νόμου ταῦτα
ἱστορεῖ

“Ὁ δὲ οἶκος ἀποβλέπει πρὸς ἠῶ, τὰ δ’ ὀπίσθια 
αὐτοῦ πρὸς ἑσπέραν. τὸ δὲ πᾶν ἔδαφος λιθόστρωτον
 καθέστηκε καὶ κλίματα πρὸς τοὺς καθήκοντας τόπους
ἔχει τῆς τῶν ὑδάτων ἐπιρροῆς ἕνεκεν, ἣ γίνεται
διὰ τὴν σμῆξιν τῶν ἀπὸ τῶν θυσιῶν αἱμάτων· πολλαὶ
γὰρ μυριάδες κτηνῶν προσάγονται κατὰ τὰς τῶν
ἑορτῶν ἡμέρας.

ὕδατος δὲ ἀνέκλειπτός ἐστι σύστασις,
 ὡς ἂν καὶ πηγῆς ἔσωθεν πολυρρύτου φυσικῶς
ἐπιρρεούσης , ἔτι δὲ θαυμασίων καὶ ἀδιηγήτων
ὑποδοχείων ὑπαρχόντων ὑπὸ γῆν, καθὼς ἐπέφαινον,
πέντε σταδίων κυκλόθεν τῆς κατὰ τὸ ἱερὸν καταβολῆς,
καὶ ἐκ τούτων σύριγγας ἀναρίθμους, καθ’ ἔκαστον 
 μέρος ἑαυταῖς συναπτόντων τῶν ῥευμάτων·
καὶ ταῦτα πάντα μεμολιβδῶσθαι κατ’ ἐδάφους καὶ
τῶν τοίχων , ἐπὶ δὲ τούτων κεχύσθαι πολὺ πλῆθος
κονιάσεως, ἐνεργῶς γεγενημένων ἁπάντων.”

Ἐπὶ τούτοις καὶ τῆς Ἱερεμίου προφητείας 
 τοῦ Πολυίστορος μνήμην πεποιημένου, ἡμᾶς ἀποσιωπῆσαι
ταύτην πάντων ἂν εἴη παραλογώτατον. κείσθω
τοίνυν καὶ αὕτη

“ Εἶτα Ἰωναχείμ· ἐπὶ τούτου προφητεῦσαι
Ἰερεμίαν τὸν προφήτην. τοῦτον ὑπὸ τοῦ θεοῦ ἀποσταλέντα
 καταλαβεῖν τοὺς Ἰουδαίους θυσιάζοντας
εἰδώλῳ χρυσῷ, ᾧ εἶναι ὄνομα Βάαλ.

τοῦτον δὲ
αὐτοῖς τὴν μέλλουσαν ἀτυχίαν δηλῶσαι. τὸν δὲ Ἰωναχεὶμ
ζῶντα αὐτὸν ἐπιβαλέσθαι κατακαῦσαι· τὸν
δὲ φάναι τοῖς ξύλοις τούτοις Βαβυλωνίοις ὀψοποιήσειν, 
 καὶ σκάψειν τἀς τοῦ Τίγριδος καὶ Εὐφράτου
 

 
διώρυχας αἰχμαλωτισθέντας.

τὸν δὲ τῶν Βαβυλωνίων
βασιλέα ἀκούσαντα Ναβουχοδονόσορ τὰ ὑπὸ
τοῦ Ἱερεμίου προμαντευθέντα παρακαλέσαι Ἀστιβάρην
τὸν Μηδῶν βασιλέα συστρατεύειν αὐτῷ.

παραλαβόντα δὲ Βαβυλωνίους καὶ Μήδους, καὶ 
συναγαγόντα πεζῶν μὲν ὀκτωκαίδεκα, ἱππέων δὲ μυριάδας
δώδεκα, καὶ πεζῶν ἅρματα μυρία, πρῶτον
μὲν τὴν Σαμαρεῖτιν καταστρέψασθαι καὶ Γαλιλαίαν
καὶ Σκυθόπολιν καὶ τοὺς ἐν τῇ Γαλαδίτιδι οἰκοῦντας
Ἰουδαίους · αὖθις δὲ τὰ Ἱεροσόλυμα παραλαβεῖν, καὶ 
 τὸν Ἰουδαίων βασιλέα Ἰωναχεὶμ ζωγρῆσαι· τὸν δὲ
 χρυσὸν τὸν ἐν τῷ ἱερῷ καὶ ἄργυρον καὶ χαλκὸν ἐκλέξαντας
εἰς Βαβυλῶνα ἀποστείλαι, χωρὶς τῆς καβωτοῦ
καὶ τῶν ἐν αὐτῇ πλακῶν· ταύτην δὲ τὸν Ἱερεμίαν
κατασχεῖν. ”

Τούτοις ἐπισυνάψαι ἀναγκαῖον καὶ τὰ περὶ
τῆς Ἰουδαίων αἰχμαλωσίας τῆς ὑπὸ Ναβουχοδονόσορ
γεγενημένης 
 “ Συμμίξας δὲ Ναβουχοδονόσορ τῷ ἀποστάτῃ καὶ
παραταξάμενος αὐτοῦ τε ἐκυρίευσε καὶ τὴν χώραν 
ἐξαῦθις ὑπὸ τὴν αὐτοῦ βασιλείαν ἐποιήσατο.

τῷ
τε πατρὶ αὐτοῦ συνέβη Ναβοπαλλασάρῳ, κατὰ τοῦτον
τὸν καιρὸν ἀρρωστήσαντι , ἐν τῇ Βαβυλωνίων
πόλει μεταλλάξαι τὸν βίον, ἔτη βεβασιλευκότι κά·
αἰσθόμενος δὲ μετ’ οὐ πολὺν χρόνον τὴν τοῦ πατρὸς 
 τελευτὴν Ναβουχοδονόσορος, καταστήσας τὰ κατὰ τὴν
Αἴγυπτον πράγματα καὶ τὴν λοιπὴν χώραν καὶ τοὺς
αἰχμαλώτους Ἰουδαίων τε καὶ Φοινίκων καὶ Σύρων
τῶν κατὰ τὴν Αἴγυπτον ἐθνῶν συντάξας τισὶ τῶν
φίλων εἰς τὴν Βαβυλωνίαν παρεγένετο. ”

Καὶ μεθ’ ἕτερά φησι 
 “Ναβουχοδονόσορος μὲν οὖν μετὰ τὸ ἄρξασθαι
τοῦ προειρημένου τείχους ἐμπεσὼν εἰς ἀρρωστίαν
μετήλλαξε τὸν βίον, βεβασιλευκὼς ἔτη μγ, τῆς δὲ
 βασιλείας κύριος ἐγένετο ὁ υἱὸς αὐτοῦ Εὐιλμαλούρουχος.

οὗτος προστὰς τῶν πραγμάτων ἀνόμως
καὶ ἀσελγῶς, ἐπιβουλευθεὶς ὑπὸ τοῦ τὴν ἀδελφὴν 
ἔχοντος αὐτοῦ Νηριγλισάρου, ἀνῃρέθη, βασιλεύσας
ἔτη β.

μετὰ δὲ τὸ ἀναιρεθῆναι τοῦτον διαδεξάμενος
 τὴν ἀρχὴν ὁ ἐπιβουλεύσας αὐτῷ Νηριγλίσαρος
ἐβασίλευσεν ἔτη δ. τούτου υἱὸς Χαβαεσσοαρᾶχος
ἐκυρίευσε μὲν τῆς βασιλείας, παῖς ὢν, μῆνας ἐννέα·
ἐπιβουλευθεὶς δὲ, διὰ τὸ πολλὰ ἐκφαίνειν κακοήθη,
ὑπὸ τῶν φίλων ἀπετυμπανίσθη.

ἀπολομένου δὲ
 τούτου συνελθόντες οἱ ἐπιβουλεύσαντες αὐτῷ κοινῇ
τὴν βασιλείαν περιέθηκαν Ναβοννήδῳ τινὶ τῶν ἐκ
Βαβυλῶνος ὄντι ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπισυστάσεως.

ἐπὶ
τούτου τὰ περὶ ποταμὸν τείχη τῆς Βαβυλωνίων πόλεως
ἐξ ὀπτῆς πλίνθου καὶ ἀσφάλτου κατεκοσμήθη.
 οὔσης δὲ τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἐν τῷ ἑπτακαιδεκάτῳ
ἔτει προσεληλυθὼς Κῦρος ἐκ τῆς Πέρσιδος μετὰ δυνάμεως
πολλῆς, καταστρεψάμενος τὴν λοιπὴν βασιλείαν 
ἅπασαν, ὥρμησεν ἐπὶ τῆς Βαβυλωνίας.

αἰσθόμενος
δὲ Ναβόννηδος τὴν ἔφοδον αὐτοῦ, ἀπαντήσας
 μετὰ τῆς δυνάμεως καὶ παραταξάμενος , ἡσσηθεὶς
τῇ μάχῃ , καὶ φυγὼν ὀλιγοστὸς , συνεκλείσθη
εἰς τὴν Βορσιππηνων πόλιν.

Κῦρος δὲ Βαβυλῶνα
καταλαβόμενος , καὶ συντάξας τὰ ἔξω τῆς πόλεως
τείχη κατασκάψαι διὰ τὸ λίαν αὐτῷ πραγματικὴν καὶ
 δυσάλωτον φανῆναι τὴν πόλιν, ἀνέξευξεν ἐπὶ Βόρσιππον,
ἐκπολιορκήσων τὸν Ναβόννηδον.

τοῦ δὲ 
Ναβοννήδου οὐχ ὑπομείναντος τὴν πολιορκίαν, ἀλλ’

 
ἐγχειρίσαντος αὑτὸν πρότερον, χρησάμενος Κῦρος
φιλανθρώπως, καὶ δοὺς οἰκητήριον αὐτῷ Καρμανίαν,
ἐξέπεμψεν ἐκ τῆς Βαβυλωνίας. Ναβόννηδος μὲν οὖν
τὸν λοιπὸν τοῦ χρόνου διαγενόμενος ἐν ἐκείνῃ τῇ
χώρᾳ κατέστρεψε τὸν βίον.”

Ταῦτα σύμφωνον ἔχει ταῖς ἡμετέραις βίβλοις
τὴν ἀλήθειαν. γέγραπται γὰρ ἐν αὐταῖς ὅτι Ναβουχοδονόσορος
ὀκτωκαιδεκάτῳ τῆς αὐτοῦ βασιλείας
 ἔτει τὸν παρ᾿ ἡμῖν ναὸν ἠρήμωσε, καὶ ἦν ἀφανὴς
ἐπὶ ἔτη πεντήκοντα. δευτέρῳ δὲ τῆς Κύρου βασιλείας 
ἔτει, τῶν θεμελίων ὑποβληθέντων, δεκάτῳ
πάλιν τῆς Δαρείου βασιλείας ἐτελέσθη.” 
 Ταῦτα ὁ Ἰώσηπος.

Εὗρον δὲ καὶ ἐν τῇ Ἀβυδηνοῦ περὶ Ἀσσυρίων
γραφῇ περὶ τοῦ Ναβουχοδονόσορ ταῦτα 
 “Μεγασθένης δέ φησι Ναβουκοδρόσορον Ἡρακλέους
ἀλκιμώτερον γεγονότα ἐπί τε Λιβύην καὶ Ἰβηρίην
στρατεῦσαι· ταύτας δὲ χειρωσάμενον ἀπόδασμον
αὐτέων εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Πόντου κατοικίσαι.

μετὰ
δὲ, λέγεται πρὸς Χαλδαίων, ὡς ἀναβὰς ἐπὶ τὰ βασιλήϊα 
κατασχεθείη θεῷ ὅτεῳ δὴ, φθεγξάμενος δὲ εἶπεν,
 οὗτος ἐγὼ Ναβουκοδρόσορος, ὦ Βαβυλώνιοι,
τὴν μέλλουσαν ὑμῖν προαγγέλλω συμφορὴν, τὴν ὅ τε
Βῆλος ἐμὸς πρόγονος ἥ τε βασίλεια Βῆλτις ἀποτρέψαι
 Μοίρας πεῖσαι ἀσθενοῦσιν.

ἥξει Πέρσης 
ἡμίονος, τοῖσιν ὑμετέροισι δαίμοσι χρεώμενος συμμάχοισιν·
ἐπάξει δὲ δουλοσύνην. οὗ δὴ συναίτιος
ἔσται Μήδης, τὸ Ἀσσύριον αὔχημα. ὡς εἴθε μιν,
πρόσθεν ἢ δοῦναι τοὺς πολιήτας, Χάρυβδίν τινα ἢ
θάλασσαν εἰς δεξαμενὴν ἀϊστῶσαι πρόρριζον· ἤ μιν 
ἄλλας ὁδοὺς στραφέντα φέρεσθαι διὰ τῆς ἐρήμου,
ἵνα οὔτε ἄστεα οὔτε πάτος ἀνθρώπων, θῆρες δὲ νο-

 
μὸν ἔχουσι, καὶ ὄρνιθες πλάζονται, ἔν τε πέτρῃσι καὶ
χαράδρῃσι μοῦνον ἀλώμενον· ἐμέ τε πρὶν εἰς νόον
βαλέσθαι ταῦτα τέλεος ἀμείνονος κυρῆσαι.

ὁ μὲν 
θεσπίσας παραχρῆμα ἠφάνιστο · ὁ δέ οἱ παῖς Ἀμιλμαρούδοκος
 ἐβασίλευε. τὸν δ’ ὁ κηδεστὴς ἀποκτείνας
Ἰγλισάρης λείπει παῖδα Λαβασσοάρασκον. τούτου
δὲ ἀποθανόντος βιαίῳ μόρῳ, Ναβαννίδοχον ἀποδεικνῦσι
βασιλέα, προσήκοντά οἱ οὐδέν. τὸν δὲ
Κῦρος, ἑλὼν Βαβυλῶνα, Καρμανίης ἡγεμονίῃ
 δωρέεται.”

Καὶ περὶ τοῦ κτίσαι δὲ τὸν Ναβοθχοδονόσορ 
τὴν Βαβυλῶνα ὁ αὐτὸς ταῦτα γράφει 
 “ Λέγεται Λέγεται δὲ πάντα μὲν ἐξ ἀρχῆς ὕδωρ εἶναι,
θάλασσαν καλεομένην. Βῆλον δέ σφεα παῦσαι, χώρην
 ῥὴν ἑκάστῳ ἀπονείμαντα, καὶ Βαβυλῶνα τείχει περιβαλεῖν·
τῷ χρόνῳ δὲ τῷ ἱκνευμένῳ ἀφανισθῆναι.

τειχίσαι δὲ αὖθις Ναβουχοδονόσορον τὸ μέχρι τῆς
Μακεδονίων ἀρχῆς διαμεῖναν ἐὸν χαλκόπυλον.’ 
 Καὶ μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει

“ Ναβουχοδονόσορος δὲ διαδεξάμενος τὴν ἀρχὴν
Βαβυλῶνα μὲν ἐτείχισε τριπλῷ περιβόλῳ ἐν πεντεκαίδεκα
ἡμέρῃσι, τόν τε Ἀρμακάλην ποταμὸν ἐξήγαγεν,
ἐόντα κέρας Εὐφρήτεω, τόν τε Ἀκράκανον.
ὑπὲρ δὲ τῆς Σιππαρηνων πόλιος λάκκον ὀρυξάμενος,
 περίμετρον μὲν τεσσαράκοντα παρασαγγέων , βάθος
δ’ ὀργυιέων εἴκοσι, πύλας ἐπέστησεν, τὰς ἀνοίγοντες
ἄρδεσκον τὸ πεδίον· καλέουσι δ’ αὐτὰς ἐχετογνώμονας.

ἐπετείχισε δὲ καὶ τῆς ἐρυθρῆς θαλάσσης 
τὴν ἐπίκλυσιν, καὶ Τερηδόνα πόλιν ἔκτισεν κατὰ τὰς
 Ἀράβων εἰσβολάς· τά τε βασιλήι·α δένδροις ἤσκησε,
κρεμαστοὺς παραδείσους ὀνομάσας.”

Καὶ ταῦτα δέ μοι ἀπὸ τῆς δηλωθείσης κείσθω

 
γραφῆς, διὰ τὸ φέρεσθαι ἐν τᾐ τοῦ Δανιὴλ προφητείᾳ 
ὡς ἄρα Ναβουχοδονόσορ ἐν τῷ ναῷ τῆς βασιλείας
αὐτοῦ τῷ ἐν Βαβυλῶνι περιπατῶν, μέγα φρανήσας,
ἀπηυθαδίσατο εἰπὼν, οὐχ αὕτη ἐστὶ Βαβυλὼν
 ἡ μεγάλη, ἣν ἐγὼ ᾠκοκόμησα εἰς οἶκον βασιλείας, ἐν 
τῷ κράτει τῆς ἰσχύος μου, εἰς τιμὴν τῆς δόξης μου;
ὅτε ἔτι τοῦ λόγου ἐπὶ στόματος ὄντος αὐτοῦ, τὰ τῆς 
μετελθούσης καταστροφῆς αὐτῷ γέγονε.”

Ταῦτα μὲν οὖν ἡμῖν αὐτάρκως περὶ τῶνδε.
προσκείσθω δὲ ἐπὶ πᾶσι καὶ τὰ ἀπὸ τῆς Ἰουδαίων 
Ἀρχαιότητος Ἰωσήπου, ἔνθα μυρίων συγγραφέων
αὐτολεξεὶ παραθεὶς φωνὰς ταῦτα ἐπιλέγει

“ Ἀρκοῦσι δ’ ὅμως εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀρχαιότητος 
αἵ τε Σύρων καὶ Χαλδαίων καὶ Φοινίκων
ἀναγραφαὶ, πρὸς ἐκείναις τε τοσοῦτοι τῶν Ἑλλήνων 
συγγραφεῖς, ἔτι δὲ πρὺς τοῖς εἰρημένοις Θεόφιλος
καὶ Θεόδοτος καὶ Μνασέας καὶ Ἀριστοφάνης καὶ
 Ἑρμογένης, Εὐήμερύς τε καὶ Κόμων καὶ Ζωπυρίων
καὶ πολλοί τινες ἄλλοι τάχα, (οὐ γὰρ ἔγωγε πᾶσιν
ἐντετύχηκα τοῖς βιβλίοις,) οὐ παρέργως ἡμῶν μεμνημονεύκασιν.

οἱ πολλοὶ δὲ τῶν εἰρημένων ἀνδρῶν
τῆς μὲν ἀληθείας τῶν ἐξ ἀρχῆς πραγμάτων διήμαρτον,
ὅτι μὴ ταῖς ἱεραῖς ἡμῶν βίβλοις ἐνέτυχον· κοινῶς
μέντοι περὶ τῆς ἀρχαιότητος ἅπαντες μεμαρτυρήκασιν,
ὑπὲρ οὗ τανῦν λέγειν προεθέμην. ὁ μέντοι 
Φαληρεὺς Δημήτριος καὶ Φίλων ὁ πρεσβύτερος καὶ
Εὐπόλεμος οὐ πολὺ τῆς ἀληθείας διήμαρτον. οἷς
συγγινώσκειν ἄξιον· οὐ γὰρ ἐνῆν αὐτοῖς μετὰ πάσης
ἀκριβείας τοῖς ἡμετέροις γράμμασι παρακολουθεῖν.”

Ταῦτα καὶ ὁ Ἰώσηπος. ὅτῳ δὲ φίλον τοῖς 
 

 
περὶ τῆς Ἰουδαίων ἀρχαιότητος λόγοις ἐντυχεῖν τοῦ
ἀνδρὸς πλείστας ἂν εὕροι συμφώνους ταῖς ἐκτεθείσαις
μαρτυρίας. καὶ πολὺς δὲ ἄλλος μαρτύρων ἡμῖν
ὄχλος παλαιῶν τε καὶ νέων συγγραφέων ἐπιρρεῖ,
 τὴν ὁμοίαν τοῖς τεθεῖσι ψῆφον ἐπισφραγιζομένων,
ὧν τὰς φωνὰς, λόγου προνοούμενοι συμμετρίας, τοῖς
φιλομαθέσι ζητεῖν τε καὶ διερευνᾶν ἀπολείψαντες
ἐπὶ τὴν λείπουσαν αὐτοὶ μεταβησόμεθα ἐπαγγελίαν.

Τίσι ποτὲ λόγοις τὴν καθ’ Ἑβραίουσ φιλοσοφίαν 
τῆς Ἑλληνικῆς προτετιμήκαμεν , ὁποίοις τε λογισμοῖς 
τὰς παρὸ τοῖς ἀνδράσιν ἱερὰς βίβλους ἀπεδεξάμεθα
προδιειληφότες, κἄπειτα καὶ αὐτοὺς τοὺς
Ἕλληνας μὴ ἀγνοῆσαι τοὺς ἄνδρας, μνημονεῦσαι δὲ
 ὀνομαστὶ, καὶ τὸν βίον καταπλαγῆναι, τῆς τε βασιλικῆς
μητροπόλεως καὶ τῆς λοιπῆς αὐτῶν ἱστορίας πολὺν
πεποιῆσθαι λόγον παραστήσαντες, φέρε ἐπιθεωρήσωμεν,
, ὡς οὐ μόνον τῶνδε γραφὴς ἠξίωσαν τὴν
μνήμην, ἀλλὰ καὶ τῆς ὁμοίας αὐτοῖς διδασκαλίας τε 
 καὶ μαθήσεως ἔν τισι τόν εἰς βελτίωσιν ψυχῆς συντεινόντων
δογμάτων ζηλωταὶ κατέστησαν.

ὡς μὲν
οὖν τὰ λοιπὰ τῶν μαθημάτων ἄλλοθεν ἄλλος τῶν 
θαυμαστῶν Ἑλλήνων τοὺς βαρβάρους ἐκπεριιὼν συνελέξατο,
γεωμετρίαν, ἀριθμητικὴν, μουσικὴν, ἀστρονομίαν,
 ἰατρικὴν, αὐτά τε τὰ πρῶτα τῆς γραμματικῆς
στοιχεῖα, μυρίας τε ἄλλας τεχνικὰς καὶ βιωφελεῖς
ἐπιτηδεύσεις, αὐτίκα μάλα παραστήσω.

ὥσπερ 
οὖν τὴν περὶ πλειόνων θεῶν δόξαν , τά τε μυστήρια
καὶ τὰς τελετὰς καὶ προσέτι τὰς ἱστορίας καὶ τὰς μυ-

 
θικὰς περὶ θεῶν διηγήσεις, τῶν τε μύθων τὰς ἀλληγορουμένας
φυσιολογίας , καὶ τὴν λοιπὴν δεισιδαίμονα
πλάνην, παρὰ βαρβάρων εἰλῆφθαι αὐτοῖς φθάσας
ὁ λόγος ἀπέδειξεν, ὁπηνίκα τὰ πάντα τοὺς
Ἓλληνας , γῆν πολλὴν πλανηθέντας , οὐκ ἀταλαιπώρως 
μὲν, ἐξ ἐράνου δὲ τῶν παρὰ βαρβάροις μαθημάτων,
τὴν οἰκείαν ὑποστήσασθαι θεολογίαν ἐφωράσαμεν·

ὡς δὲ τὰ περὶ εὐσεβείας ἑνὸς τοῦ ἐπὶ πάντων
θεοῦ , τά τε περὶ τῶν μάλιστα ζητουμένων εἰς
ψυχῆς ὠφέλειαν δογμάτων , ἃ δὴ καὶ συνεκτικώτατα 
γένοιτ’ ἂν τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ λόγων , οὐκ ἄλλοθεν
εἶεν ἂν ἢ παρὰ μόνων Ἑβραίων πεπορισμένοι, οὐκ
 εἰς μακρὰν ἀποδειχθήσεται.

ἡ εἰ μὴ τοῦτο, συνενεχθηναι
δὲ φαίη τις αὐτοὺς φυσικαῖς ὑποκινηθέντας
ἐννοίαις , καὶ τοῦτο πρὸς ἡμῶν ἂν εἴη , εἰ τὰ μὴ 
μόνοις Ἑβραίοις ἄνωθεν ἐξ αἰῶνος ὑπὸ θεολόγων
προφητῶν ἀνδρῶν παραδεδομένα, ἀλλὰ τὰ καί τισιν,
εἰ καὶ μὴ πᾶσιν, αὐτοῖς δέ γε ὧν μέγα κλέος καθ’
Ελλάδα, καὶ φιλοσόφων διατριβαῖς ἐξητασμένα, ζηλοῦν
προειλόμεθα.

τούτους δ’ ἂν εὕροις ἀριθμῷ 
μὲν ὄντας ληπτοὺς, ὅτι καὶ πάντα χαλεπά φασιν εἶναι
τὰ καλὰ, οὐ μὴν ἀλλὰ πρωτείοις τῶν παρ’ Ἕλλησι
 φιλοσόφων τετιμημένους, ὡς διὰ τὴν πολλὴν
εὐδοκίμησιν τῇ δόξῃ τοὺς ὁμοίους καλύπτειν.

οὐ
χρὴ δὲ θαυμάζειν, εἰ καὶ τὰ παρ’ Ἑβραίοις δόγματα 
δυνατὸν εἶναί φαμεν ἐσκευωρῆσθαι αὐτοῖς, ὅτε μὴ
μόνον τὰ λοιπὰ τῶν μαθημάτων Αἰγυπτίους καὶ
Χαλδαίους τά τε ἄλλα τῶν βαρβάρων ἐθνῶν συνίστανται
ἀποσυλήσαντες, ἀλλ’ εἰσέτι καὶ νῦν ἁλλίσκονται
τῆς σφῶν αὐτῶν ἐν συγγράμμασι φιλοτιμίας ἀποστεροῦντες 
ἀλλήλους.

τὰς γοῦν τῶν πέλας ὁ καθ’
εἷς αὐτῶν λέξεις ὁμοῦ καὶ διανοίας καὶ ὅλας λόγων

 
συντάξεις ὑποκλέψας, ὡς ἐπ᾿ οἰκείοις πόνοις ἐσεμνύνατο. 
μηδὲ τοῦτον ὑπολάβῃς ἐμὸν εἶναι τὸν λόγον·
αὐτῶν γὰρ τῶν πανσόφων ἀκούσῃ πάλιν τῆς ἐν
λόγοις κλοπῆς ἀλλήλους ἀπελεγχόντων.

τοῦτο δέ
 γε αὐτὸ, ἐπείπερ ἅπαξ ὡρμήθημεν, ἀναγκαῖον πρῶτον
ἁπάντων συνιδεῖν εἰς ἔλεγχον τοῦ τῶν δηλουμένων
τρόπου. ὁ μὲν οὖν ἡμέτερος Κλήμης ἐν ἕκτῳ
Στρωματεῖ τὴν περὶ τούτου σύστασιν εἰς πλάτος
ἀπηύθυνε. τούτου δέ μοι πρώτου λαβὼν ἀνάγνωθι
 τὰς τοιάσδε φωνάς

“Παραστήσαντες δὲ τὴν ἔμφασιν τῆς Ἑλληνικῆς
ἐπινοίας ἐκ τῆς διὰ τῶν γραφῶν εἰς ἡμᾶς δεδομένης
ἀληθείας περιαυγασθεῖσαν, καθ᾿ ὃ σημαινόμενον
διήκειν εἰς αὐτοὺς τὴν κλοπὴν τῆς ἀληθείας
 ἐκδεχόμενοι, εἰ μὴ ἐπαχθὲς εἰπεῖν, ἀπεδείξαμεν,
φέρε μάρτυρας τῆς κλοπῆς αὐτοὺς καθ᾿ αὑτῶν
παραστήσωμεν Ἕλληνας.

οἱ γὰρ τὰ οἰκεῖα 
οὕτως ἄντικρυς παρ᾿ ἀλλήλων ὑφαιρούμενοι βεβαιοῦσι
μὲν τὸ κλέπται εἶναι, σφετερίζεσθαι δὲ ὅμως
 καὶ ἄκοντες τὴν παρ᾿ ἡμῶν ἀλήθειαν εἰς τοὺς ὁμοφύλους
λάθρα διαδείκνυνται. εἰ γὰρ μηδὲ ἑαυτῶν,
σχολῇ γ᾿ ἂν τῶν ἡμετέρων ἀφέξονται.

καὶ τὰ μὲν
κατὰ φιλοσοφίαν σιωπήσομαι δόγματα, αὐτῶν ὁμολογούντων
ἐγγράφως τῶν τὰς αἱρέσεις διανενμημένων, 
ὡς μὴ ἀχάριτοι εὑρεθεῖεν, παρὰ Σωκράτους 
εἰληφέναι τὰ κυριώτατα τῶν δογμάτων· ὀλίγοις δὲ
τῶν καθωμιλημένων καὶ παρὰ τοῖς Ἕλλησιν εὐδοκίμων
ἀνδρῶν χρησάμενος μαρτυρίοις, τὸ κλεπτικὸν
διελέγξας αὐτῶν εἶδος, διαφόροις τοῖς χρόνοις καταχρώμενος,
 ἐπὶ τὰ ἑξῆς τρέψομαι.”

Ταῦθ’ ὡς ἐν προοιμίοις φήσας τοὺς ἐλέγχους
ἑξῆς ἐπάγει, παντοίαις κεχρημένος ἀποδείξεσι , καὶ
πρώτους γε τοὺς ποιητὰς τὰ παρὰ τῶν ὁμοίων κεκλοφέναι
διὰ παραθέσεως τῶν ἑκάστου φωνῶν εὐθύνει.

εἶθ’ ἑξῆς ἐπιλέγει ταῦτα . 
 “Ὡς μηδὲ ἄμοιρον τήν τε φιλοσοφίαν τήν τε ἱστορίαν,
ἀλλὰ μηδὲ τὴν ῥητορικὴν τοῦ ὁμοίου ἐλέγχου
περιίδωμεν, καὶ τούτων ὀλίγα παραθέσθαι εὔλογον.’·

Εἶτ' ἀκολούθως Ὀρφέως, Ἡρακλείτου , Πλάτωνς,
τωνος, Πυθαγόρου , Ἡροδότου , Θεοπόμπου , Θουκυδίδου, 
κυδίδου, Δημοσθένους , Αἰσχίνου , Λυσίου , Ἰσοκράτους,
μυρίων ἄλλων παρατίθησιν, ὧν περιττὸν ἐμὲ
καταλέγειν τὰς φωνὰς, προκειμένης τῆς τἀνδρὸς
 γραφῆς , ἐν ᾗ μετὰ τοὺς ἐλέγχους τῶν εἰρημένων
ταῦτα πάλιν φησίν

“ Αἱ μὲν οὖν ἰδέαι κατὰ διάνοιαν Ἑλληνιμῆς
κλοπῆς εἰς ὑπόδειγμα ἐναργὲς τῷ διορᾶν δυναμένῳ
τοιαίδε οὖσαι ἅλις ἔστωσάν. ἤδη δὲ οὐ τὰς
διανοίας μόνον καὶ τὰς λέξεις ὑφελόμενοι καὶ παραξράσαντες
ἐφωράθησαν, ὡς δειχθήσονται, αὐτοτελῶς 
δὲ τὰ ἑτέρων ὑφελόμενοι ὡς ἴδια ἐξήνεγκαν , καθάπερ
Εὐγάμμων ὁ Κυρηναῖος ἐκ Μουσαίου τὸ Περὶ
Θεσπρωτῶν βιβλίον ὁλόκληρον.

Αὖθις δὲ τούτοις ἐπαγαγὼν πλείστας ἀποδείξεις
τοῦ λόγου πάλιν τελευτῶν προστίθησι τάδε 
 Ἐπιλείψει με ὁ βίος, εἰ καθ’ ἕκαστον ἐπεξιέναι
πειρῴμην τὴν Ἑλληνικὴν διελέγχων φίλαυτον κλοπὴν,
καὶ ὡς σφετερίζονται τὴν εὕρεσιν τῶν παρ’ αὐτοῖς
καλλίστων δογμάτων, ἣν παρ’ ἡμῶν εἰλήφασιν.

ἤδη δὲ οὐ μόνον ὑφαιρούμενοι τὰ δόγματα παρὰ
 

 
τόν βαρβάρων διελέγχονται , ἀλλὰ καὶ προσέτι ἀπομιμούμενοι
τὰ παρ’ ἡμῖν, ἄνωθεν ἐκ τῆς θείας δυνάμεως
διὰ τῶν ἁγίως βεβιωκότων εἰς τὴν ἡμετέραν
ἐπιστροφὴν παραδόξως ἐνεργούμενα , Ἑλληνικῇ μυθολογίᾳ
 τερατευόμενοι.

καὶ δὴ πευσόμεθα παρ’
αὐτῶν ἤτοι ἀληθῆ ταῦτά ἐστιν , ἇι ἱστοροῦσιν, ἢ
ψευδῆ. ψευδῆ μὲν οὐκ ἂν φήσαιεν· οὐ γὰρ ἂν καταψηφίσαιντο
ἑαυτῶν ἑκόντες τὴν μεγίστην εὐήθειαν,
τὸ ψευδῆ συγγράφειν · ἀληθῆ δ’ εἶναι ἐξ ἀνάγκης 
 ὁμολογήσαιεν.

καὶ πῶς ἔτι ἄπιστα αὐτοῖς καταφαίνεται
τὰ διὰ Μώσεως καὶ τῶν ἄλλων προφητῶν
τεραστίως ἐπιδεδειγμένα; πάντων γὰρ ἀνθρώπων ὁ
παντοκράτωρ κηδόμενος θεὸς τοὺς μὲν ἐντολαῖς,
τοὺς δ’ ἀπειλαῖς, ἔστι δ’ οὓς σημείοις τεραστίοις,
 ἐνίους δὲ ἠπίαις ἐπαγγελίαις ἐπιστρέφει πρὸς σωτηρίαν.

πλὴν ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες, αὐχμοῦ ποτὲ τὴν
Ἑλλάδα πολυχρονίως φθείροντος καὶ ἐπεχούσης
ἀγονίας καρπῶν, οἱ καταλειφθέντες, φασὶ, διὰ λιμὸν 
ἱκέται παραγενόμενοι εἰς Δελφοὺς ἤροντο τὴν Πυθίαν
 πῶς ἂν ἀπαλλαγεῖεν τοῦ δεινοῦ. μίαν δ’ αὐτοῖς
ἔχρησεν ἀπαλλαγὴν τῆς συμφορᾶς, εἰ χρήσαιντο
τῇ Αἰακοῦ εὐχῇ.

πεισθεὶς οὖν αὐτοῖς Αἰακὸς, ἀνελθὼν
ἐπὶ τὸ Ἑλληνικὸν ὅρος , τὰς καθαρὰς χεῖρας ἐκτείνας
τείνας εἰς οὐρανὸν, κοινὸν ἐπικαλέσας πατέρα τὸν
 θεὸν, ηὔξατο οἰκτεῖραι αὐτὸν τετρυχωμένην τὴν Ἑλλάδα.

ἅμα δὲ εὐχομένου βροντὴ ἐξαίσιος ἐπεκτύπει,
καὶ πᾶς ὁ πέριξ ἀὴρ ἐνεφοῦτο· λάβροι δὲ καὶ 
συνεχεῖς ὄμβροι καταρραγέντες ὅλην ἐπλήρωσαν τὴν
χώραν. ἐντεῦθεν ἄφθονος καὶ πλουσία τελεσφορεῖται
 εὐκαρπία , ταῖς Αἰακοῦ γεωργηθεῖσα εὐχαῖς.

καὶ ἐπεκαλέσατο, φησὶ, Σαμουὴλ τὸν κύριον, καὶ
ἔδωκε κύριος φωνὰς καὶ ὑετὸν ἐν ἡμέρᾳ θερισμοῦ.

 
 ὁρᾷς ὅτι ὁ βρέχων ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους διὰ τῶν
ὑποτεταγμένων δυνάμεων εἶς ἐστι θεός;” καὶ τὰ ἐξῆς.

Τούτοις μυρία συνάψας ὁ Κλήμης κλέπτας
γεγονέναι τοὺς Ἕλληνας ἀναμφιλέκτοις ἐλέγχοις κατεφώρασεν.
εἰ δέ σοι μὴ πιστὸς οὗτος , ἅτε τῆς Ἑλληνικῆς 
καὶ αὐτὸς τὴν βάρβαρον ὁμοίως ἡμῖν προτετιμηκὼς
φιλοσοφίαν , καὶ δὴ ἐάσθω, καίπερ οὐκ ,
οἰκείαις φωναῖς, ταῖς δ’ αὐτῶν Ἑλλήνων ἀπευθύνας
τὸν λόγον. τί δ’ ἂν εἴποις, εἰ τὰ ὅμοια καὶ παρ’ αὐτῶν
μάθοις τῶν γενναίων σου φιλοσόφων ; δέχου 
δῆτα καὶ τούτων τὰς μαρτυρίας.
 Πορφυρίου ἀπὸ τοῦ ἁ τῆς φιλολόγου ἀκροάσεως.

“Τὰ Πλατώνεια ἑστιῶν ἡμὰς Λογγῖνος ‘Αθήνησι
κέκληκεν ἄλλους τε πολλοὺς καὶ Νικαγόραν
τὸν σοφιστὴν καὶ Μαΐωρα, Ἀπολλώνιόν τε τὸν γραμματκὸν, 
 καὶ Δημήτριον τὸν γεωμέτρην, Προσήνην
τε τὸν περιπατητικὸν καὶ τὸν Στωϊκὸν Καλλιἐτην.

μεθ’ ὧν ἕβδομος αὐτὸς κατακλινεὶς , τοῦ δείπνου
προκόπτοντος , καί τινος ζήτης ἕως περὶ Ἐφόρου ἐν
τοῖς ἄλλοις γενομένης, Ἀκούσωμεν, ἴφη, τίς ὁ περὶ 
Ἐφόρου θόρυβος. ἦσαν δ’ οἱ ζητοῦντες Καύστριός
τε καὶ Μάξιμος· ὁ μὲν γὰρ αὐτὸν καὶ Θεοπόμπου
προυτίθει, ὁ δὲ Καύστριος κλέπτην ἀπεκάλει.

καὶ
τί γὰρ Ἐφόρου ἴδιον, ἔφη, ἐκ τῶν Δαιμάχου καὶ
Καλλισθένους καὶ Ἀναξιμένους αὐταῖς λέξεσιν ἔστιν 
ὅτε τρισχιλίους ὅλους μετατιθέντος στίχους;

πρὸς
 ὃν ὁ γραμματικὸς Ἀπολλώνιος ἔφη, οὐ γὰρ ἔγνως
ὅτι καὶ τὸν Θεόπομπον , ὃν σὺ προτιμᾷς, κατείληφε
τουτὶ τὸ πάθος, ἐν μὲν τῇ ἑνδεκάτῃ τῶν Περὶ Φιλίπποτυ
ἐκ τοῦ Ἰσοκράτους Ἀρεοπαγιτικοῦ μεταγράφαντα 
αὐτοῖς ὀνόμασιν ἐκεῖνα, ὅτι τῶν ἀγαθῶν καὶ

 
τῶν κακῶν οὐδὲν αὐτὸ καθ’ αὑτὸ παραγίνεται τοῖς
ἀνθρώποις , καὶ τὰ ἐξῆς.

καίτοι ὑπερφρονεῖ τὸν
Ἰσοκράτην ^ καὶ νενικῆσθαι ὑφ’ ἑαυτοῦ λέγει κατὰ
τὸν ἐπὶΜαυσωλῷ ἀγῶνα τὸν διδάσκαλον. πραγμάτων
 δ’ ὑφαίρεσιν πεποίηται, μεταθεὶς τὰἐπ ἄλλων ἄλλοις,
ἵνα καὶ ψεύστης ἁλῷ τοῦτον τὸν τρόπον.

Ανδρω- 
νος γὰρ ἐν τῷ Τρίποδι περὶ Πυθαγόρου τοῦ φιλο-
ψ́φου τὰ περὶ τὰς προρρήσεις ἱστορηκότος, εἰπόντος
’s ὡς διψήσας ποτὲ ἐν Μεταποντίῳ καὶ ἔκ τινος
 ψἐατος ἀνιμήσας καὶ πιὼν προεῖπεν Λς εἰς τρίτην
ἡμ́ραν ἔσοιτο σεισμὸς, καὶ ἕτερά τινα τούτοις ἐπα-
γα:ὼν ἐπιλέγει,

ταῦτ’ οὖν τοῦ Ἀνδρῶνος περὶ
Πυtαγόρου ἱστορηκότος πάντα ὑφείλετο Θεόπομπος.
εἰ μψ περὶ Πυθαγόρου λέγων, τάχα ἂν καὶ ἕτεροι
 ἠπίσΜντο.περὶ αὐτοῦ, καὶ ἔλε·γον, ταῦτα καὶ αὐτὸς
εἰπών νῦν δὲ τὴν κλοπὴν δήλην πεποίηκεν ἡ τοῦ
ὀνόμαψι; μετάθεσις. τοῖς μὲν γὰρ πράγμασι κἐχρη- 
τᾶι τοῖς αὐτοῖς , ἕτερον δ’ ὄνομα μετενήνοχε ’ Φερε-
κύδην yco τὸν Σύριον πεποίηκε ταῦτα προλέγοντα.

οὐ μόγον δὲ τούτῳ τῷ ὀνόματι ἀποκρύπτει τὴν
κλοπὴν, ἀλλὰ καὶ τόπων μεταθέσει. τό τε γὰρ περὶ
τῆς πρ,ρρήσεως τοῦ σεισμοῦ ἐν Μεταποντίῳ ὑπ’
Άνδρωιος ῥηθὲν ἐν Συρίᾳ εἰρῆσθαί φησιν ὁ Θεό-
πομπος , τό τε περὶ τὸ πλοῖον οὐκ ἀπὸ Μεγάρων τῆς
 Σικελίας, ἀπὸ δὲ Σάμου φησὶ θεωρηθῆναι· καὶ τὴν
Συβάρεaς ἅλωσιν ἐπὶ τὴν Μεσσήνης μετέθηκεν.

ἵνα δἰ τι δοκῇ λέγειν περιττὸν, καὶ τοῦ ξένου
προστέθεικε τοὔνομα, Περίλαον αὐτὸν καλεῖσθαι λέ-
λέγων. κἀγὼ, φησὶν ὁ Νικαγόρας, τοῖς Eλληνικοῖς
 ἐντυγχάνων αὐτοῦ τε καὶ τοῦ Ξενοφῶντος πολλὰ τοῦ
Ξενοφῶντος αὐτὸν μετατιθέντα κατείληφα, καὶ τὸ
δεινὸν, ὅτι ἐπὶ τὸ χεῖρον.

τὰ γοῦν περὶ τῆς Φαρ-

 
ναβάζου πρὸς Ἀγησίλαον συνόδου δι’ Απολλοφ ἄνους
 τοῦ Κυζικηνοῦ, καὶ τὰς ἀμφοῖν πρὸς ἀλλήλους ἐν-
σπόνδους διαλέξεις, ἃς ἐν τῇ τετάρτῃ Ξενοφῶν ἀνέ-
γραψε πάνυ χαριέντως καὶ πρεπόντως ἀμφοῖν, εἰς
τὴν ἐνδεκάτην τῶν Ἑλληνικῶν μεταθεὶς ὁ Θεόπομ-
 πος ἀργά τε καὶ ἀκίνητα πεποίηκε καὶ ἄπρακτα.

λόγου γὰρ δύναμιν καὶ διὰ τὴν κλοπὴν ἐξεργα-
σίαν ἐμβάλλειν καὶ ἐπιδείνυσθαι σπουδάζων βραδὺί
καὶ μέλλων καὶ ἀναβαλλομένῳ ἐοικὼς φαίνεται, κμ·
τὸ ἔμψυχον καὶ ἐνεργὸν τὸ Ξενοφῶντος διαφθείρω7.

’ Ταῦτ’ εἰπόντος τοῦ Νικαγόρου ὁ Ἀπολ ώ-
ὤνιος, Καὶ τί θαυμάζομεν , ἔφη, εἰ Θεοπόμπου καὶ
Ἐφόρου τὸ τῆς κλοπῆς πάθος ἥψατο, ἀργοτέρῳ οὕ-
τὼς ἀνδρῶν, ὅπου γε καὶ Μένανδρος τῆς ἀρροστίας
 ταύτης ἐπλήσθη , ὃν ἠρέμα μὲν ἤλεγξε διὰ τι ἄγαν 
αὐτὸν φιλεῖν Ἀριστοφάνης ὁ γραμματικὸς ἐν ταῖς
παραλλήλοις αὐτοῦ τε καὶ ἀφ’ ὧν ἔκλεψεν αλογαῖς;
Λατῖνος δὲ ἓξ βιβλίοις, ἃ ἐπέγραψε Περὶ τῶν οὐκ
ἰδίων Μενάνδρου, τὸ πλῆθος αὐτοῦ ’τον κλοπῶν
ἐξέφηνε·

καθάπερ ὁ Ἀλεξανδρεὺς Φλόστρατος 
Περὶ τῆς τοῦ Σοφοκλέους κλοπῆς πραγματείαν κα-
τεβάλετο. Καικίλιος δὲ, ὥς τι μέγα πεφωρακὼς,
Sλον δρᾶμα ἐξ ἀρχῆς εἰς τέλος Ἀντιφάνους, tov Οἰω-
οἰωνιστήν, μεταγράψαι φησὶ τὸν Μένανδρον εἰς τὸν
Δεισιδαίμονα.

ἐπεὶ δὲ τοὺς κλέπτας ἔδοξεν, 
οὐκ οἶδ’ ὅπως, ὑμῖν, φησὶν , εἰς τὸ μέσον ἀγαγεῖν,
 μηνύω καὐτὸς Ὑπερείδην τὸν καλὸν πολλὰ παρὰ Δη-
μοσθένους κεκλοφότα ἔν τε τῷ πρὸς Διώγδαν λόγῳ
κἀν τῷ περὶ τῶν Εὐβούλου δωρεῶν.

καὶ ὅτι μὲν ὁ
ἕτερος παρὰ τοῦ ἑτέρου μετέθηκε πρόδηλον· συγχρο- 
νούντων δ’ αὐτῶν, ἡμῶν μὲν ἂν εἴη ἔρλον, φησὶν,
co Ἀπολλώνιε, ἐκ τῶν χρόνων ἀνιχνεῦσαι τὸν κλέ-

 
πτήν’. ἐγὼ δὲ ὑποπτεύω μὲν τὸν ὑφῃρημένον εἶναι
τὸν Ὑπερείδην· ἀδήλου δὲ ὄντος ὁπότερος ἄγαμαι
μὲν Δημοσθένην , εἰ λαβὼν παρὰ Ὑπερείδου πρὸς 
δέον διώρθωσε· μέμφομαι δὲ τὸν Ὑπερείδην, εἰ λαβὼν
 παρὰ Δημοσθένους πρὸς τὸ χεῖρον διέστρεψε.’’

Καὶ μετὰ βραχέα φησί 
 “ Καὶ τί ὑμῖν λέγω ὡς τὰ Βαρβαρικὰ νόμιμα
Ἑλλανίκου ἐκ τῶν Προδότου καὶ Δαμάστου συνῆκται ;
ἢ ὡς Ἡρόδοτος ἐν τῇ δευτέρᾳ πολλὰ Ἑκαταίου τοῦ
 Μιλησίου κατὰ λέξιν μετήνεγκεν ἐκ τῆς Περιηγήσεως,
βραχέα παραποιήσας , τὰ τοῦ φοίνικος ὀρνέου
καὶ περὶ τοῦ ποταμίου ἵππου καὶ τῆς θήρας τᾶν
κροκοδείλων; ;

ἢ ὡς τὰ περὶ βασάνων εἰρημένα 
παρ’ Ἰσαίῳ ἐν τῷ περὶ τοῦ Κύλωνος κλήρου καὶ
 παρὰ Ἰσοκράτει ἐν τῷ Τραπεζιτικῷ κεῖται καὶ παρὰ
τῷ Δημοσθένει ἐν τῷ κατὰ Ὀνήτορος ἐξούλης σχεδὸν
διὰ τῶν αὐτῶν εἴρηται; ἢ ὡς Δείναρχος ἐν τῷ
πρώτῳ κατὰ Κλεομέδοντος αἰκίας πολλὰ μετενήνοχεν
αὐτοῖς ὀνόμασιν ἐκ τοῦ Δημοσθένους κατὰ Κόνωνος
 αἰκίας;

ἢ Ἡσιόδου
 οὐ μὲν γάρ τι γυναικὸς ἀνὴρ ληίζετ’ ἄμεινον 
 τῆς ἀγαθῆς, τῆς δ’ αὖτε κακῆς οὐ ῥίγιον ἄλλο, 
ταύτην τὴν διάνοιαν Σιμωνίδης ἐν τῷ ἑνδεκάτῳ μετηνεγκε 
λαβὼν οὕτως
 γυναικὸς οὐδὲν χρῆμ’ ἀνὴρ ληίζεται 
 ἄμεινον ἐσθλῆς, οὐδὲ ῥίγιον κακῆς. 
Εὐριπίδης δὲ ἐν Μελανίππῃ τῇ δεσμώτιδι
 τῆς μὲν κακῆς κάκιον οὐδὲν γίνεται 
 γυναικὸς, ἐσθλῆς δ’ οὐδὲν εἰς ὑπερβολὴν 
 πέφυκ’ ἄμεινον · διαφέρουσι δ’ αἱ φύσεις.

τοῦ δὲ Εὐριπίδου εἰπόντος
 γυναῖκές ἐσμεν ἀθλιώτατον φυτόν, 

 
Θεοδέκτης ἐν Ἀλκμαίωνί φησι
 σαφὴς μὲν ἐν βροτοῖσιν ὑμνεῖται λόγος, 
 ὡς οὐδέν ἐστιν ἀθλιώτερον φυτὸν 
 γυναικὸς. 
 οὕτος οὐ μόνον τὴν ἐπιβολὴν ἐκεῖθεν εἴληφεν, ἀλλὰ 
καὶ ταῖς λέξεσιν αὐταῖς συγκέχρηται· καὶ ἠθέλησεν
αὐτὸ πανούργως παροιμιακὸν μᾶλλον εἶναι καὶ ὡς
ὑπὸ πολλῶν λεγομένῳ συγκεχρῆσθαι ἢ δοκεῖν εἰλη-
φέναι παρὰ τοῦ γεγεννηκότος.

ὁ δ’ Ἀντίμαχος
τὰ Ὀμήρου κλέπτων παραδιορθοῖ. Ὁμήρου γὰρ εἰ- 
πpντος
 Ἴδεώ θ’ ὃς κάρτιστος ἐπιχθονίων γένετ’ ἀνδρῶν 
 Ἀντίμαχος λέγει
 Ἴδεώ θ’ ὃς κάρτιστος ἐπιχθονίων ἤν ἀνδρῶν. 
καὶ Λυκόφρων ἐπαινεῖ τὴν μετάθεσιν , ὡς δι’ αὐτῆς 
ἐστηριγμένου τοῦ στίχου.

τὸ γὰρ
 τὸν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη κρείων Διομήδης 
σιγῶ, Ὀμήρου κωμῳδηθέντος ὑπὸ Κρατίνου διὰ τὸ
πλεονάσαι ἐν τῷ
 τὸν δ’ ἀπα|“ειβόμενο, 
ὅπερ οὕτω πεπατημένον οὐκ ὤκνησεν Ἀντίμαχος με-
 ταθεῖναι.

τοῦ δὲ
 λαῶν οἶσιν ἄνασσε, πατὴρ δ’ ὣς ἤπιος ἦεν, 
Ὁμηρικοῦ ὄντος, καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ που λεγομένου,
 οἱ δ’ ἐπεὶ ἀμφοτέρωθεν ἐκαρτύναντο φάλαγγας, 
ὁ Ἀντίμαχος μεταθεὶς ἡμιστίχια πεποίηκε
 λαῶν οἷσιν ἄνασσον ἐκαρτύνοντο φάλαγγας.

ἀλλ’ ἔνα μὴ καὶ αὐτὸς κλοπῆς ἄλλους αἰτιώμενος
κλέπτης ἀλῶ, τοὺς πραγματευσαμένους τὰ περὶ τού-
τούτων μηνύσω. Λυσιμάχου μέν ἐστι δύο Περὶ τῆς 
Ἐφόρου κλοπῆς, Ἀλκαῖος δὲ, ὁ τῶν λοιδόρων ἰάμ-

 
βῶν καὶ ἐπιγραμμάτων ποιητὴς, παρῴδηκε ‘Εφόρου
κλοπὰς ἐξελέγχων , Πολλίωνος δὲ ἐπιστολὴ πρὸς
Σωτηρίδαν Περὶ τῆς Κτησίου κλοπῆς, τοῦ δ’ αὐτοῦ
καὶ Περὶ τῆς Προδότου κλοπῆς ἐστι βιβλίον, καὶ ἐν
 τῷ ἐπιγραφομένῳ Ἰχνευταί πολλὰ περὶ Θεοπόμπου
λέγεται , Ἀρητάδου τέ ἐστι Περὶ συνεμπτώσεως προγματεία,
ἐξ ὣν τοιαῦτα πολλὰ ἔστι γνῶναι.”

Καὶ μεθ’ ἕτερα 
 “Καὶ ὁ Προσήνης, Τοὺς μὲν ἄλλους, ἔφη, κλέπτας
 ἐφωράσατε · ὅτι δὲ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ ἥρως Πλάτων,
οὗ τὴν ἐπώνυμον ἑορτὴν σήμερον πανηγυρίζομεν,
πολλοῖς καταχρῆται τῶν πρὸ αὐτοῦ , αἰδοῦμαι 
γὰρ τῷ τῆς κλοπῆς ὀνόματι ἐπὶ τούτου χρῆσθαι, οὐκέτι
κατειλήφατε.

τί λέγεις; ἔφη ὁ Καλλιέτης.
 οὐ λέγω μόνον, φησὶν, ἀλλὰ καὶ τὴν πίστιν τῷ λόγῳ
παρέχω. σπάνια δὲ τὰ τῶν πρὸ τοῦ Πλάτωνος γεγονότων
βιβλία, ἐπεὶ ἴσως πλείους ἄν τις ἐφώρασε
τοῦ φιλοσόφου κλοπάς . ἐγὼ δ’ οὖν, ᾗ κατὰ τύχην
περιπέπτωκα, Πρωταγόρου τὸν Περὶ τοῦ ὄντος ἀναγινώσκων 
 λόγον, πρὸς τοὺς ἓν τὸ ὂν εἰσάγοντας τοιαύταις
αὐτὸν εὑρίσκω χρώμενον ἀπαντήσεσιν · ἐσπούδασα
γὰρ αὐταῖς λέξεσι τὰ ῥηθέντα μνημονεύειν.” 
 Καὶ ταῦτ’ εἰπὼν διὰ πλειόνων τίθησι τὰς ἀποδείξεις.

ἀλλ’ ὁποῖος μὲν τῶν Ἑλληνικῶν συγγραξέων
 ὁ τρόπος, ὅτι τε οὐδὲ τοῦ καθ’ ἑαυτῶν ἐφείσαντο
ἐλέγχου, ἀρκεῖν ἀπὸ μυρίων ἡγοῦμαι τὰ εἰρημένα.
μένα. ἔτι δὲ εἰς προπαρασκευὴν τῆς ἀπὸ τῶν Ἑβραϊκῶν
λόγων ἐπιρρυείσης εἰς Ἕλληνας ὠφελείας εὖ μοι
δοκεῖ καὶ ἀναγκαίως καθόλου πᾶσαν ἀποδεῖξαι τὴν
 βοωμένην Ἑλλήνων παιδείαν τε καὶ φιλοσοφίαν, τά
τε πρῶτα αὐτῶν μαθήματα, καὶ τὰ σεμνὰ τῆς λογικῆς 
ἐπιστήμης ἀπὸ βαρβάρων αὐτοῖς συμπεφορημένα,

 
ὡς ἂν μηκέθ’ ἡμῖν ἐπιμέμφοιτό τις αὐτῶν, ὅτι δὴ
τὴν παρὰ τοῖς βαρβάροις εὐσέβειάν τε καὶ φιλοσο-
φίαν τῶν παρ’ αὐτοῖς σεμνῶν προτετιμήκαμεν.

Ὅτι μὴ ἄνευ λόγου σώφρονος δεύτερα θέ-
θέμενοι τὰ τῆς Ἑλλήνων φιλοσοφίας τὴν παρ’ Εβραί- 
ὄις θεολογίαν προτετιμήκαμεν γνοίης ἂν, μαθὼν ὡς
καὶ αὐτῶν Ελλήνων οἱ δὴ μάλιστα ὀρθότερον φιλο-
σοφίας ἁψάμενοι, καί τι πλέον καὶ μεῖζον τῆς παν-
δήμου περὶ θεῶν ἀκοῆς διανοηθέντες, οὐδέτερα τῶν
παρὰ τοῖς Ἑβραίοις προκεκυρωμένων ἐφεῦρον ἀληθῆ 
δόγματα.

οἶ μὲν γὰρ ἀλληνάλλως ποικίλαις ψευ-
δοδοξίαις ἀπαχθέντες εἰς βυθὸν ἀδολεσχίας περιε-
τράπησαν, οἱ δέ γε ποσῶς εὐγνώμονι λογισμῷ κεχρη-
 μένοι , ἐν οἷς τῆς τἀληθοῦς ἐφήψαντο καταλήψεως,
 ἐν τούτοις τῆς Ἑβραίων κοινωνοὶ πεφήνασι διδασκα- 
λίας.

εἰκὸς γοῦν πολυμαθεῖς γεγονότας ^ τά τε
τῶν ἐθνῶν νόμιμά τε καὶ μαθήματα περιεργότερον
ἐξητακότας, καὶ τὴν τῶν δηλουμένων μὴ ἀγνοῆσαι
φιλοσοφίαν ^ νεωτέρους μὲν τῷ χρόνῳ, ὡς ἔπος εἰ-
πεῖν, ἁπάντων οὐχ Ἐβραίων μόνον, οὐδέ γε Φοινί- 
κῶν καὶ Αἰγυπτίων ^ ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν παλαιῶν
 Ἑλλήνων φύντας.

οἶς τὰ μὲν ἐκ Φοινίκης Κάδμος
ὁ Ἀγήνορος ^ τὰ δ’ ἐξ Αἰγύπτου περὶ θεῶν, ἢ καί
ποθεν ἄλλοθεν ^ μυστήρια καὶ τελετὰς, ξοάνων τε
ἱδρύσεις, καὶ ὕμνους, ᾠδάς τε καὶ ἐπῳδὰς, ἤτοι 
Θρᾴκιος Ὀρφεὺς , ἢ καί τις ἕτερος ‘ ἢ βάρβα-
ρος, τῆς πλάνης ἀρχηγοὶ γενόμενοι, συνεστήωχντο·
τούτων γὰρ οὐδένας καὶ αὐτοὶ ἂν ὁμολογήσαιεν Ελ-
ληνες παλαιοτέρους εἰδέναι.

πρῶτον γοῦν ἁπάν-
τῶν Ὀρφέα, εἶτα δὲ Λίνον, κἄπειτα Μουσαῖον, ἀμφὶ 
τὰ Τρωϊκὰ γενομένους ἢ μικρῷ πρόσθεν ἠκμακέναι
 φασίν. ἀλλὰ κατά γε τούτους πλέον οὐδὲν τῆς Φοι-

 
νίκων καὶ Αἰγυπτίων πολυπλανοῦς θεολογίας παρὰ
τοῖς Ἕλλησιν ἐπολιτεύετο.

καὶ δὴ καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς
ἔθνεσι, κατὰ πάσας χώρας τε καὶ πόλεις, ἴν τε
ἱεροῖς καὶ μυστηρίοις , αὐτὰ δὴ ταῦτα καὶ ὅσα τούτοις
 ὅμοια παρεφυλάττετο. πολὺς γοῦν παρὰ τοῖς
πᾶσιν ὁ προδηλωθεὶς περὶ θεῶν ἐκράτει λόγος· νεῴ
τε περικαλλεῖς , παντοίοις ἀγάλμασι καὶ ἀναθήμασι
κεκοσμημένοι, παρὰ τοῖς πᾶσιν ἐξήσκηντο · ἀτὰρ δὴ
καὶ ξόανα παντοίας ὕλης εἰς πᾶσαν θνητῶν ζῴων
 ἰδέαν τετυπωμένα φιλοκάλως ἐξείργαστο.

καὶ μὴν 
καὶ μαντείων πλείστη τις ἦν καὶ ἄφθονος παρὰ τοῖς
πᾶσι περιουσία. σεμνός γε μήν τις καὶ μέγας θεὸς
παρὰ τοῖς Ἕλλησι διαφερόντως τὸ τηνικάδε μάλιστα
ἦν ἀκμάζων, ὁ Πύθιος καὶ ὁ Κλάριος καὶ ὁ Δωδωναῖος·
 εἶτα δὲ Ἀμφιάρεως καὶ Ἀμφίλοχος, καὶ ἐπὶ
τούτοις μυρίος ἄλλος ἐπιρρέων χρησμῳδῶν μᾶλλον
ἢ ποιητῶν τε καὶ ῥαψῳδῶν ὄχλος.

ὣν μακροῖς
ποθ’ ὕστερον χρόνοις Ἕλληνας παρελθοῦσα φιλοσοφία,
μηδὲν τῶν αὐτῇ προσηκόντων παρὰ τοῖς προπάτορσιν
 εὑροῦσα , τὰ μὲν σεμνὰ καὶ παλαιὰ τῆς
πατρόθεν εἰς αὐτοὺς ἡκούσης θεολογίας , αὐτά τε τὰ
θαυμαστὰ καὶ παρὰ πᾶσι βοώμενα, θεῖά τε καὶ χρηστήρια,
ἔργῳ περιττὰ καὶ ἀνωφελῆ κατελάμβανε.

διὸ 
ταῦτα μὲν εἰς δεύτερον ἀνεβάλλετο, ὡς ἂν οὐδὲν αὐτῇ
 πρὸς τὴν τῶν ἀναγκαίων καὶ ἀληθῶν εὕρεσιν λυσιτελεῖν
δυνάμενα, τὰ δὲ ὀθνεῖα λοιπὸν καὶ βάρβαρα,
οἶά τις γυμνὴ καὶ οἰκείων πτωχεύουσα λόγων τε καὶ
μαθημάτων , περιῄει διερευνωμένη, τά τε χρήσιμα
πανταχόθεν ἑαυτῇ πορίζουσα συνάγουσά τε καὶ ἐρανιζομένη,
 ὅ τι ποτὲ παρ’ ἑκάστοις εὕροι τῶν ἐθνῶν.

οὐ γὰρ οὖν μόνα τὰ τῆς ἀληθοῦς θεολογίας λείποντα
κατεμάνθανε τοῖς Ἕλλησιν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλ- 

 
λῶν τεχνῶν τε καὶ ἐπιστημῶν τὰς βιωφελεστάτας.
συνομολογοῦσί γε τοι Ἕλληνες αὐτοὶ, μετά γε Ὀρφέα
Λίνον τε καὶ Μουσαῖον , οἳ δὴ πάντων μάλιστα θεολόγων
παλαιότατοί τε καὶ πρῶτοι κατῆρξαν αὐτοῖς
τῆς πολυθέου πλάνης, τοὺς ἑπτὰ παρ’ αὐτοῖς ἄνδρας 
ἐπὶ σοφίᾳ θαυμασθῆναι, οὓς δὴ καὶ ἐπονομάσαι σοφούς.
ἀμφὶ Κῦρον δὲ οἵδε τὸν Περσῶν ἤκμασαν
βασιλέα.

οὗτος δ’ ἦν ὁ χρόνος, ἐν ᾧ τῶν παρ’
 Ἑβραίοις προφητῶν οἱ πάντων ὕστατοι προεφήτευον,
τῶν μὲν Τρωϊκῶν ὕστερον ἔτεσι πλέον ἢ ἑξακοσίοις, 
τῆς δὲ Μώσεως ἡλικίας οὐκ ἔλαττον ἢ χιλίοις πεντακοσίοις
γενόμενοι. τοῦτο δέ σοι τὰς τῶν χρόνων
ἀναγραφὰς μικρὸν ὕστερον διιόντι καταφανὲς ἔσται.

ἐνταῦθά που νέοι τῷ χρόνῳ οἶ ἑπτὰ γενόμενοι
σοφοὶ ἐπὶ κατορθώσει μνημονεύονται ἀγωγῆς τῆς 
ἠθικωτέρας, ὧν πλέον οὐδὲν τῶν βοωμένων ἀποφθεγμάτων
μνημονεύεται. ὀψὲ δέ τι, καὶ μᾶλλον
 τοῖς χρόνοις ὑποβεβηκότες, οἱ παρ' Ἕλλησι φιλόσοφοι
 διαπρέψαι μνημονεύονται.

ὣν Πυθαγόρας πρῶτος
Φερεκύδου γνώριμος, τὸ “φιλοσοφίαν’’ ἀνευρὼν 
ὄνομα, ὡς μέν τινες, Σάμιος, ὡς δ’ ἕτεροί φασι,
Τυρρηνὸς ἦν· τινὲς δ’ αὐτὸν Σύριον ἢ Τύριον
εἶναι λέγουσιν· ὥστε σε βάρβαρον, ἀλλ’ οὐχ Ἕλληνα
γεγονέναι ὁμολογεῖν τὸν πρῶτον τῶν φιλοσόφων,
ἀνὰ στόμα πάντων Ἑλλήνων ᾀδόμενον.

καὶ τὸν 
Φερεκύδην δὲ Σύριον ἀναγράφουσιν, ᾧ μαθητεῦσαι
τὸν Πυθαγόραν φασίν. οὐ μόνῳ δὲ τούτῳ συγγενέσθαι
ὁ Πυθαγόρας λέγεται, διατρῖψαι δὲ καὶ παρὰ
τοῖς Περσῶν μάγοις, καὶ τοῖς Αἰγυπτίων δὲ προφήταις
μαθητεῦσαι, καθ’ ὃν χρόνον Ἑβραίων οἱ μὲν 
ἐπ’ Αἰγύπτου , οἱ δ’ ἐπὶ Βαβυλῶνος φαίνονται τὴν
 μετοικίαν πεποιημένοι.

ἀλλὰ γὰρ ὁ δηλούμενος

 
τὰ παρ' ἑκάστοις σοφὰ πολυπραγμονῶν ἐπῆλθε Βαβυλῶνα
καὶ Αἴγυπτον καὶ πᾶσαν τὴν Περσῶν, τοῖς
τε μάγοις καὶ τοῖς ἱερεῦσι μαθητευόμενος· ἀκηκοέναι
τε πρὸς τούτοις Βραχμάνων ἱστόρηται· ᾿Ινδῶν
 δέ εἰσιν οὗτοι φιλόσοφοι·) καὶ παρ’ ὧν μὲν ἀστρολογέαν,
παρ’ ὣν δὲ γεωμετρίαν, ἀριθμητικήν τε παρ’
ἑτέρων καὶ μουσικὴν, καὶ ἄλλα παρ’ ἄλλων συλλεξάμενος,
μόνον παρὰ τῶν σοφῶν Ἑλλήνων ἔσχεν ούδὲν,
πενέᾳ σοφίας καὶ ἀπορίᾳ συνοικούντων·

ἔμπαλιν 
 δ’ οὖν τῶν ἔξωθεν αὐτῷ πεπορισμένων αἴτιος
αὐτὸς τῆς μαθήσεως κατέστη τοῖς Ἕλλησιν.

Ὁ μὲν οὖν Πυθαγόρας τοιοῦτος. πρώτη δ’
ἐκ τῆς τούτου διαδοχῆς ἡ κληθεῖσα Ἰταλικὴ φιλοσοφία
συνέστη, τῆς ἐπωνυμίας ἐκ τῆς κατὰ Ἰταλίαν
 διατριβῆς ἀξιωθεῖσα · μεθ’ ἣν ἡ ἀπὸ Θαλοῦ τοῦ τῶν
ἑπτὰ σοφῶν ἑνὸς Ἰωνικὴ προσαγορευθεῖσα · κἄπειτα
ἡ Ἐλεατικὴ, Ξενοφάνην τὸν Κολοφώνιον πατέρα ἐπιγραψαμένη.

ἀλλὰ καὶ ὁ Θαλῆς, ὥς τινες ἱστοροῦσι,
Φοῖνιξ ἢν, ὡς δέ τινες ὑπειλήφασι, Μιλήσιος ·
 Αἰγυπτίων δὲ καὶ οὗτος λέγεται τοῖς προφήταις συμβεβληκέναι.

Σόλωνα δὲ καὶ αὐτὸν τῶν ἑπτὰ
σοφῶν, ὃν δὴ καὶ λόγος Ἀθηναίοις νομοθετῆσαι, Αἰγυπτίοις
ὁμοίως φησὶν ὁ Πλάτων’ προσεσχηκέναι,
ὁπηνίκα πάλιν ᾤκουν Ἑβραῖοι τὴν Αἴγυπτον. εἰσάγει
 γοῦν αὐτὸν ἐν Τιμαίῳ πρὸς τοῦ βαρβάρου παιδευόμενον,
ἐν οἷς φησιν ὁ Αἰγύπτιος πρὸς αὐτὸν
“ὦ Σόλων, Σόλων Ἕλληνες ἀεὶ παῖδές ἐστε, γέρων
δὲ Ἑλλήνων οὐδὲ εἶς, οὐδέ ἐστι παρ’ ὑμῖν χρόνῳ
πολιὸν μάθημα.’’

καὶ οὗτος δὲ ὁ Πλάτων’ τοῖς 
 ἐν Ἰταλίᾳ Πυθαγορείοις σχολάσας οὐ μόνῃ τῇ παρὰ
τούτοις ἠρκέσθη διατριβῇ, λέγεται δὲ ἀπᾶραι εἰς
 

 
Αἴγυπτον καὶ τῇ τούτων φιλοσοφίᾳ πλεῖστον ἀναθεῖναι
χρόνον. τοῦτό τοι καὶ αὐτὸς τοῖς βαρβάροις
πολλαχοῦ τῶν ἰδίων λόγων μαρτυρεῖ, εὖ μοι δοκεῖ
ποιῶν, καὶ τὰ κάλλιστα ἐμπορεύεσθαι εἰς φιλοσοφίαν
παρὰ τῶν βαρβάρων εὐγνωμόνως οὐκ ἀπαρνούμενος.

ἀκοῦσαι δ’ οὑν αὐτοῦ πολλαχοῦ μὲν πάρεστιν,
οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν Ἐπινομίδι, Σύρων ὁμοῦ καὶ Αἰγυπτίων
ὧδέ πη μνημονεύοντος 
 “ Τούτου δὲ αἴτιος ὁ πρῶτος ταῦτα κατιδὼν,
βάρβαρος ὤν. παλαιὸς γὰρ δὴ τόπος ἔθρεψε τοὺς 
 πρώτους ταῦτα ἐννοήσαντας διὰ τὸ κάλλος τῆς θερινῆς
ὥρας, ἣν Αἴγυπτός τε Συρία θ’ ἱκανῶς κέκτηται.
ὅθεν καὶ πανταχόσε καὶ δεῦρο ἐξήκει, βεβασανισένα
χρόνῳ μυριετεῖ τε καὶ ἀπείρῳ.

Καὶ ὑποβὰς ἐξῆς ἐπιλέγει 
 Λάβωμεν δὴ ὡς ὅ τι περ Ἕλληνες βαρβάρων
παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται.”

Ταῦτα ὁ Πλάτων’. καὶ Δημόκριτος δὲ ἔτι πρότερον
τοὺς Βαβυλωνίων λόγους ἠθικοὺς πεποιῆσθαι
λέγεται. καί που σεμνυνόμενος περὶ ἑαυτοῦ φησιν 
 “ Ἐγὼ δὲ τῶν κατ’ ἐμαυτὸν ἀνθρώπων πλείστην
γῆν ἐπεπλανησάμην, ἱστορέων τὰ μήκιστα, καὶ ἀέρας
τε καὶ γαίας πλείστας εἶδον , καὶ λογίων ἀνδρῶν
 πλείστων ἐπήκουσα, καὶ γραμμέων συνθέσιος μετ’
ἀποδείξεως οὐδείς κώ με παρήλλαξεν, οὔτε Αἰγυπτίων 
οἶ καλεόμενοι Ἀρπεδνονάπται, οἶς ἐπὶ πᾶσιν ἐπ’ ἔτεα
ὀγδώκοντα ἐπὶ ξένης ἐγενήθην.’’

Ἐπῆλθε γὰρ καὶ οὗτος Βαβυλῶνά τε καὶ τὴν
Πέρσιδα καὶ Αἴγυπτον , τοῖς τε Αἰγυπτίοις καὶ τοῖς
ἱερεῦσι μαθητεύων.

τί δ’ εἴ σοι καταλέγοιμι 
 

 
Ἡράκλειτον καὶ τοὺς ἄλλους Ἑλλήνων, δι’ ὧν ἀπελέγχεται
ἡ παρ’ Ἕλλησι πολιτεία τὸν μακρὸν αἰῶνα 
πτωχεύουσα καὶ γυμνὴ παντὸς μαθήματος ἀπολειφθεῖσα;

ἱεροῖς μὲν οὖν θεῶν, ἀγάλμασί τε καὶ
 ἀφιδρύμασι, μαντείαις τε καὶ χρησμοῖς, καὶ τῷ πολλῷ
τύφῳ τῶν λαοπλάνων δαιμόνων ἐκαλλωπίζετο, σοφίας
δὲ ἀληθοῦς καὶ μαθήματος βιωφελοῦς εἰς τὸ
παντελὲς ἐχήρευεν.

οὐδέ τι πρὸς ἀγαθῶν λόγων
εὕρεσιν αὐτοῖς τὰ ἄχρηστα χρηστήρια συνεβάλλετο,
 ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸς ὁ θαυμαστὸς Πύθιος εἰς φιλοσοφίαν 
αὐτοὺς τοπαράπαν ὠφέλει, οὐδέ τις ἄλλος θεῶν αὐτοῖς
εἰς ἀναγκαίου τινὸς ἐπιτήδευσιν συνήργει · ἀλώμενοι
δὲ ὧδε κἀκεῖσε καὶ τὸν βίον ἅπαντα περιτρέχοντες
ἀλλοτρίοις πτίλοις σφᾶς αὐτοὺς ἐφαίδρυνον
 κατὰ τὸν μῦθον, ὥστε αὐτοῖς ἤδη τὴν πᾶσαν φιλοσοφίαν
ἐξ ἐράνου συστῆναι.

ἄλλα γὰρ παρ’
ἄλλων ἀποματτόμενοι μαθήματα γεωμετρίαν μὲν
παρ’ Αἰγυπτίων ἔσχον, ἀστρολογίαν δὲ παρὰ Χαλδαίων,
καὶ αὖ πάλιν ἕτερα παρ’ ἑτέρων· οὐδὲν δὲ
 παρά τισιν ἄλλοις οἷόν τινες αὐτῶν τὸ παρ’ Ἑβραίοις
ἀγαθὸν εὕροντο.

τοῦτο δὲ ἦν ἡ τοῦ τῶν ὅλων
θεοῦ γνῶσις καὶ ἡ τῶν οἰκείων θεῶν κατάγνωσις,
ἣν μικρὸν ὅσον ὁ λόγος προιὼν ἐπιδείξει.

τοσοῦητον 
δὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὺς ἐντυγχάνοντας ἐπισημαίνεται,
 ὡς οὐ μόνης ἐστέρηντο τῆς ἀληθοῦς θεολογίας
οἶ παλαιοὶ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ τῶν φιλοσοφίᾳ
λυσιτελούντων μαθημάτων , καὶ οὐδὲ μόνων
τούτων, ἀλλὰ καὶ τῶν κοινῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιτηδευμάτων.

ἡγοῦμαι δέ μοι τήνδε συμβαλεῖσθαι
 τὴν σημείωσιν εἰς ἀπόδειξιν τοῦ προκειμένου σκοποῦ,
εἰ δὴ πρόκειται τὸν ἀπολογισμὸν ὑποσχεῖν
τοῦ μὴ ἀλόγως ἡμᾶς τὴν παρ’ Ἑβραίοις θεολογίαν

 
καὶ τὴν, ὡς ἂν αὐτοὶ φαῖεν, βάρβαρον τῆς Ἑλληνικῆς
 προτετιμηκέναι φιλοσοφίας.

εἰ γοῦν ὀφθεῖεν
αὐτοὶ πολὺ πρότερον τὰ πάντα παρὰ βαρβάρων
ἐσκευωρημένοι, μηδὲν δὲ μηδ’ ὅλως παρὰ τῶν οἰκείων
θεῶν εἰς φιλοσοφίαν ὠφελημένοι , ἀλλὰ καὶ 
τοῖς θεοῖς αὐτῶν ἐνδίκως ἐπιμεμψάμενοι, καί τινες
διὰ ταῦτα ἀθεότητα μᾶλλον τῆς τῶν θεῶν θεραπείας
προτετιμηκότες , τί χρὴ λοιπὸν ἡμᾶς ἐπιμέμφεσθαι,
οὐχὶ δὲ ἀποδέχεσθαι καὶ ἐπαινεῖν, ὅτι τὸ κρεῖττον
ἀγαπήσαντες , μᾶλλον δὲ τὸ μόνον ἀληθὲς εὑρόντες 
 καὶ ἀπειληφότες τοῦ ψεύδους ἀνεχωρήσαμεν, οὔτε
εἰς ἄθεον λογισμὸν τοῖς σοφοῖς Ἑλλήνων ὁμοίως περιτραπέντες,
οὔτε πάλιν τοῖς θαυμαστοῖς παραπλησίως
φιλοσόφοις ἀμαμὶξ τὴν πλάνην τὴν πολύθεον τῇ
γνώσει τοῦ ἐπὶ πάντων θεοῦ φύραντες , οὐδέ γε τὸ 
ψεῦδος ἅμα τῷ ἀληθεῖ συγχέαντες ;

ἀλλὰ μήπω
ταῦτα, ἐκεῖνα δέ μοι πρῶτον δίελθε, δι’ ὧν Ἕλληνες
τὰ πάντα σεσυληκέναι βαρβάρους , οὐ μόνα τὰ φιλόσοφα
μαθήματα , ἀλλὰ καὶ τὰς κοινὰς καὶ βιωφελεῖς
εὑρέσεις ἀπελέγχονται.

Πρῶτος τοιγαροῦν ὁ τὰ κοινὰ γράμματα, αὐτὰ
δὴ τὰ πρῶτα τῆς γραμματικῆς στοιχεῖα, Ἕλλησιν εἰσηγησάμενος
Κάδμος, τὸ γένος Φοῖνιξ ἦν, ὅθεν καὶ
Φοινικήια τὰ γράμματά τινες τῶν παλαιόν ἐπικεκλήκασιν.

εἰσὶ δὲ οἳ Σύρους γράμματα ἐπινοῆσαι 
 πρώτους λέγουσι. Σύροι δ’ ἂν εἶεν καὶ Ἑβραῖοι τὴν
γείτονα Φοινίκης καὶ αὐτὴν τὸ μὲν παλαιὸν Φοινίκην,
 μετέπειτα δὲ Ἰουδαίαν , καθ’ ἡμᾶς δὲ Παλαιστίνην
ὀνομαζομένην , οἰκήσαντες, ὧν καὶ μάλιστα
οὐκ ἀλλοτρία φαίνεται ἡ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων 
φωνή.

ἕκαστον γοῦν τόν στοιχείων παρ’ αὐτοῖς
κατά τινος σημαντικῆς διανοίας τὴν προσηγορίαν

 
φέρει, ὅπερ οὐκ ἔνεστιν εὑρεῖν παρὰ τοῖς Ἕλλησι·
διὸ καὶ μάλιστα μὴ ὄντα ἴδια Ἑλλήνων ὁμολογεῖται.

ἔστι δὲ τὰ πάντα παρ’ Ἑβραίοις στοιχεῖα δύο καὶ
εἴκοσιν, ὧν τὸ μὲν πρῶτόν ἐστιν Ἄλφ’ , ὃ μεταληφθὲν 
 φθὲν εἰς τὴν Ἑλλάδα φωνὴν λέγοιτ’ ἂν μάθησις ·
τὸ δὲ δεύτερον Βὴθ, ὃ μεθερμηνεύεται οἴκου· τὸ
τρίτον Γίμελ, ὅ ἐστι πλήρωσις· τὸ τέταρτον Δὲλθ,
ὃ σημαίνει δέλτων· τὸ πέμπτον Ἡ, ὅ ἐστιν αὕτη.
ὁμοῦ δὲ τὰ πάντα ἀπαρτίζει τοιαύτην τινὰ διάνοιαν,
 μάθησις οἴκου, πλήρωσις δέλτων αὕτη.

εἶτα μετὰ
ταῦτά ἐστι στοιχεῖον ἕκτον , λεγόμενον παρ’ αὐτοῖς
Οὐαῦ, ὅ ἐστιν ἐν αὐτῇ· ἔπειτα Ζαΐ, ὅ ἐστι ζῇ· μεθ’
ὃ Ἦθ’, ὅ ἐστιν ὁ ζῶν, ἔν ᾖ τὸ ὅλον, ἐν αὐτῇ ζῇ ὁ
ζῶν.

μετὰ ταῦτα στοιχεῖον ἔνατον τὸ Τὴθ, ὅ ἐστι 
 καλή· ἔπειτα Ἰὼθ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀρχή· ὁμοῦ τὰ
δύο καλὴ ἀρχή. ἐπὶ τούτοις Χὰφ , ὅ ἐστιν ὅμως·
ἔπειτα Λὰβδ , ὅ ἐστι μάθε· τὸ ὅλον ὅμως μάθε.

μετὰ ταῦτα τρισκαιδέκατον στοιχεῖόν ἐστι τὸ Μήμ’,
ὅ ἐστιν ἐξ αὐτῶν· ἔπειτα Νοῦν , ὅ ἐστιν αἰωνία.
 εἶτα Σὰμχ, ὃ ἑρμηνεύεται βοήθεια, ἔν ᾖ τὸ λεγόμενον,
ἐξ αὐτῶν αἰωνία βοήθεια.

ἐπὶ τούτοις τὸ
Ἄϊν, ὁ μεταληφθὲν σημαίνει πηγὴν, ἢ ὀφθαλμόν·
ἔπειτα τὸ Φῆ στόμα. εἶθ’ ἐξῆς τὸ Σάδη δικαιοσύνη·
ὧν ἡ διάνοιά ἐστι, πηγὴ, ἢ καὶ ὀφθαλμὸς, καὶ 
 στόμα δικαιοσύνης.

μετὰ ταῦτα στοιχεῖόν ἐστι
Κὼφ , ὃ ἑρμηνεύεται κλῆσις · ἔπειτα Ρὴς, ὅ ἐστι κεφαλή.
καὶ μετὰ ταῦτα Σὲν, ὅπερ ἐστὶν ὀδόντες·
ἐπὶ πάσι τὸ κβ' στοιχεῖον καλεῖται παρ’ αὐτοῖς
ὃ δηλοῖ σημεῖα. ἔχοι δ’ ἂν ἡ διάνοια, κλῆσις κεφαλῆς
 καὶ ὀδόντων σημεῖα.

καὶ παρὰ μὲν Ἑβραίοις
τοιάδε τίς ἐστιν ἡ τῶν στοιχείων μετάφρασις καὶ
ἑρμηνεία, λόγου διάνοιαν ἀπαρτίζουσα τῇ τῶν στοι-

 
χείων μαθήσει τε καὶ ἐπαγγελίᾳ προσήκουσαν. τὸ
ὅμοιον δ’ οὐκ ἂν εὕροις παρ’ Ἕλλησιν, ὅθεν, ὡς
ἔφην, ὁμολογεῖν ἀνάγκη μὴ ὄντα οἰκεῖα Ἑλλήνων,
παραπεποιημένα δὲ ἄντικρυς ἀπὸ τῆς βαρβάρου φωνῆς.

καὶ ἐξ αὐτῆς δὲ ἐλέγχεται τῆς καθ’ ἕκαστον 
 στοιχεῖον ἐπωνυμίας. τί γὰρ τοῦ Ἄλφ’ τὸ Ἄλφα διενήνοχεν;
ἢ τοῦ Βὴθ τὸ Βῆτα; ἢ τοῦ Γάμμα τὸ
Γίμελ; ἢ τοῦ Δὲλθ τὸ Δέλτα; ἢ τοῦ Η τὸ Ε; ἢ τοῦ
Ζαῒ τὸ Ζῆτα; ἢ τοῦ Τὴθ τὸ Θῆτα; καὶ ὅσα τούτοις
παραπλήσια.

ὥστε ἀναμφίλεκτον εἶναι τὸ μὴ 
Ἑλλήνων οἰκείας εἶναι τὰς τοιάσδε φωνάς · Ἑβραίων
ἄρα 5 παρ’ οἷς καὶ σημαῖνόν τι ἕκαστον αὐτῶν ἀποδείκνυται.
παρὰ δὲ τούτοις πρώτοις ἀρξάμενα προῆλθεν
εἴς τε ἄλλους καὶ δὴ καὶ Ἕλληνας. ταῦτα
μὲν οὑν μοι περὶ τῶν πρώτων στοιχείων εἰρήσθω. 
τῆς δ’ αὐτῆς ἡμῖν ὑποθέσεως ἐφαψάμενος καὶ ὁ
 Κλήμης ἐπάκουσον ἅ φησιν ·

‘‘Ἰατρικὴν δὲ Απιν Αἰγύπτιον, μετὰ δὲ ταῦτα
Ἀσκληπιὸν αὐξῆσαι τὴν τέχνην ἱστοροῦσιν. Ἄτλας
δὲ ὁ Λίβυς πρῶτος ναῦν ἐναυπηγήσατο καὶ τὴν θάλασσαν 
ἔπλευσε.

καὶ ἀστρολογίαν δὲ πρῶτοι εἰς
 ἀνθρώπους ἐξήνεγκαν Αἰγύπτιοι, ὁμοίως δὲ καὶ Χαλδαῖοι.
εἰσὶ δὲ οἱ Κᾶρας τὴν δι’ ἀστέρων πρόγνωσιν
ἐπινενοηκέναι λέγουσι. πτήσεις δὲ ὀρνίθων παρεφύλαξαν
πρῶτοι Φρύγες.

καὶ θυτικὴν ἠκρίβωσαν 
Τοῦσκοι , Ἰταλίας γείτονες. Ἴσαυροι δὲ καὶ Ἄραβες
ἐξεπόνησαν τὴν οἰωνιστικὴν, ὥσπερ ἀμέλει.Τελμησεῖς
 τὴν δι’ ὀνείρων μαντικήν.

Τυρρηναῖοι δὲ σάλπιγγα
ἐπενόησαν καὶ Φρύγες αὐλόν· Φρύγες γὰρ
ἤστην Ὄλυμπός τε καὶ Μαρσύας. λύχνους τε αὖ 
 

 
καίειν πρῶτοι κατέδειξαν Αἰγύπτιοι, καὶ τὸν ἐνιαυτὸν
εἰς ιβ' μῆνας διεῖλον καὶ ἐν ἱεροῖς γυναιξὶ μίσγεσθαι 
ἐκώλυσαν, μηδὲ εἰς ἱερὰ εἰσιέναι ἀπὸ γυναικῶν
ἀλούτους ἐνομοθέτησαν.

γεωμετρίας τε αὖ εὑρεταὶ
 οἷ αὐτ’ οἱ γεγόνασι. Κέλμις τε καὶ Δαμναμενεὺς
οἶ τῶν Ἰδαίων Δάκτυλοι πρῶτοι ἐν Κύπρῳ σίδηρον
εὗρον. Δέλας δὲ ἄλλος Ἰδαῖος εὗρε χαλκοῦ κρᾶσιν,
ὡς δὲ Ἡσίοδος, Σκύθης.

ναὶ μὴν Θρᾷκες πρῶτοι
τὴν καλουμένην ἅρπην εὗρον, ἔστι δὲ μάχαιρα καμπύλη,
 καὶ πρῶτοι πέλταις ἐπὶ τῶν ἵππων ἐχρήσαντο.
ὁμοίως δὲ καὶ Ἰλλυριοὶ τὴν καλουμένην πέλτην ἐξευρον.
εὗρον. ἔτι φασὶ Τουσκανοὺς τὴν πλαστικὴν ἐπινοησαι·
Ἵτανόν τε, Σαυνίτης οὗτος ἦν, πρῶτον θυρεὸν
κατασκευάσαι.

Κάδμος γὰρ ὁ Φοῖνιξ λιθοτομίαν 
 τε ἐξεῦρε καὶ μέταλλα χρυσοῦ τὰ περὶ τὸ Πάγγαιον
ὅρος ἐπενόησεν. ἤδη δὲ καὶ ἄλλο ἔθνος Καππαδόκιι
πρῶτοι εὗρον τὴν νάβλαν καλουμένην, ὃν τρόπον κοὶ
τὸ δίχορδον Ἀσσύριοι.

Καρχηδόνιοι δὲ πρῶτοι
τετρήρη κατεσκεύασαν, ἐναυπήγησε δ’ αὐτὴν όσπορος
 αὐτόχθων. Μήδειά τε, ἡ Αἰήτου ἡ Κολχὶς πρώτη
τριχῶν βαφὴν ἐπενόησε.

ἀλλὰ καὶ Νώροπες
ἔθνος δ’ ἐστὶ Παιονικὸν , νῦν δὲ Νωρικὸν καλοῦνται) 
κατειργάσαντο χαλκὸν καὶ σίδηρον ἐκάθηραν
πρῶτοι. Ἄμυκός τε ὁ Βεβρύκων βασιλεὺς ἱμάντας
 πυκτικοὺς εὗρε.

περί τε μουσικὴν Ὄλυμπος ὁ
Μυσὸς τὴν Λύδιον ἁρμονίαν ἐφιλοτέχνησεν· οἵ τε
Τρωγλοδύται καλούμενοι σαμβύκην εὗρον, ὄργανον
μουσικόν.

φασὶ δὲ καὶ τὴν πλαγίαν σύριγγα
Σάτυρον εὑρεῖν τὸν Φρύγα· τρίχορδον δὲ ὁμοίως
 καὶ τὴν διάτονον ἁρμονίαν Ὕαγνιν τὸν καὶ αὐτὸν
Φρύγα · κρούματα δὲ Ὄλυμπον ὁμοίως τὸν Φρύγα,
καθάπερ Φρύγιον ἁρμονίαν καὶ μιξοφρύγιον καὶ 

 
 μιξολύδιον Μαρσύαν τῆς αὐτῆς ὄντα τοῖς προειρημένοις
χώρας· καὶ τὴν Δώριον Θάμυριν ἐπινοῆσαι
τὸν Θρᾷκα.

Πέρσας τε πρώτους ἀκηκόαμεν ἀπήνην
καὶ κλίνην καὶ ὑποπόδιον ἐργάσασθαι τούς τε
Σιδωνίους τρίκροτον ναῦν κατασκευάσαι. Σικελοί τε 
οἱ πρὸς τῇ Ἰταλίᾳ πρῶτοι φόρμιγγα εὗρον οὐ πολὺ
τῆς κιθάρας λειπομένην καὶ κρόταλα ἐπενόησαν.

ἐπί τε Σεμιράμεως βασιλίδος Ἀσσυρίων τὰ βύσσινα
ἱμάτια εὑρῆσθαι ἱστοροῦσι. καὶ πρώτην ἐπιστολὰς
συντάξαι Ἄτοσσαν, τὴν Περσῶν βασιλεύσασαν, 
 φησὶν Ἑλλάνικος.

Σκάμμων μὲν οὖν ὁ
Μιτυληναῖος καὶ Θεόφραστος ὁ Ἐρέσιος Κύδιππός
τε ὁ Μαντινεὺς , ἔτι τε Ἀντιφάνης καὶ Ἀριστόδημος
καὶ Ἀριστοτέλης, πρὸς τούτοις δὲ Φιλοστέφανος,
ἀλλὰ καὶ Στράτων ὁ περιπατητικὸς ἐν τοῖς Περὶ 
εὑρημάτων ταῦτα ἱστόρησαν παρεθέμην δὲ αὐτῶν
ὀλίγα εἰς σύστασιν τῆς παρὰ βαρβάροις εὑρετικῆς
καὶ βιωφελοῦς φύσεως, παρ’ Ἕλληνες τὰ ἐπιτηδεύματα
ὠφέληνται.’’

Ταῦτα ῥήμασιν αὐτοῖς ὁ Κλήμης ἐν Στρωματεῦσι. 
τοῖς δ’ εἰρημένοις δοκῶ μοι εὖ ἔχειν ἐπισυνάψαι
καὶ τὰ ἀπὸ τῆς Ἰωσήπου τοῦ Ἑβραίου γραφῆς,
ἣν Περὶ τῆς Ἰουδαίων ἀρχαιότητος ἐν δυσὶν
ἐπραγματεύσατο βιβλίοις, περὶ τοῦ νέους γεγονέναι
τοὺς Ἕλληνας, καὶ παρὰ βαρβάρων ὠφελῆσθαι, διάφωνά 
 τε ἑαυτοῖς γεγραφέναι συμβαλεῖται γοῦν καὶ
ταῦτα εἰς τὴν τῶν εἰρημένων ἀκριβῆ καὶ βεβαίαν πίστωσιν.
ἄκουε τοίνυν οἶα καὶ οὗτος γράφει πρὸς λέξιν

Πρῶτον οὖν ἐπέρχεταί μοι πάνυ θαυμάζειν
τοὺς οἰομένους δεῖν περὶ τῶν παλαιτάτων ἔργων 
 

 
μόνοις προσέχειν τοῖς Ἕλλησι, καὶ παρὰ τούτων πυνθάνεσθαι 
τὴν ἀλήθειαν, ἡμῖν δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις 
ἀπιστεῖν.

πᾶν γὰρ ἐγὼ τοὐναντίον ὁρῶ
συμβεβηκὸς, εἴ γε δεῖ μὴ ταῖς ματαίαις δόξαις ἐπακολουθεῖν,
 ἀλλὰ ἐξ αὐτῶν τὸ δίκαιον τῶν πραγμάτων
λαμβάνειν. τὰ μὲν γὰρ παρὰ τοῖς Ἕλλησιν ἅπαντα
νέα καὶ χθὲς καὶ πρώην, ὡς ἂν εἴποι τις, εὕροι γεγονότα·
λέγω δὲ τὰς κτίσεις τῶν πόλεων καὶ τὰ
περὶ τὰς ἐπινοίας τῶν τεχνῶν καὶ τὰ περὶ τὰς τῶν
 νόμων ἀναγραφάς· πάντων δὲ νεωτάτη σχεδόν ἐστι
παρ᾿ αὐτοῖς ἡ περὶ τοῦ συγγράφειν τὰς ἱστορίας ἐπιμέλεια.

τὰ μέντοι παρ᾿ Αἰγυπτίοις τε καὶ Χαλδαίοις
καὶ Φοίνιξιν—ἐῶ γὰρ νῦν ἡμᾶς ἐκείνοις συγ-
καταλέγειν—αὐτοὶ δήπουθεν ὁμολογοῦσιν ἀρχαιοτάτην
 καὶ μονιμωτάτην ἔχειν τῆς μνήμης τὴν παράδοσιν.

καὶ γὰρ τόπους ἅπαντες οἰκοῦσιν ἥκιστα
ταῖς ἐκ τοῦ περιέχοντος φθοραῖς ὑποκειμένους, καὶ
πολλὴν ἐποιήσαντο πρόνοιαν τοῦ μηδὲν ἄμνηστον
τῶν παρ᾿ αὐτοῖς πραττομένων παραλιπεῖν, ἀλλ᾿ ἐν
 δημοσίαις ἀναγραφαῖς ὑπὸ τῶν σοφωτάτων ἀεὶ καθιεροῦσθαι.

τὸν δὲ περὶ τὴν Ἑλλάδα τόπον μυρίαι
μὲν φθοραὶ κατέσχον, ἐξαλείφουσαι τὴν μνήμην 
τῶν γεγονότων· ἀεὶ δὲ καινοὺς καθιστάμενοι βίους
τοῦ παντὸς ἐνόμιζον ἄρχειν ἕκαστος τὸν ἀφ᾿ ἑαυτῶν·

ὀψὲ δὲ καὶ μόλις ἔγνωσαν φύσιν γραμμάτων. οἱγοῦν
ἀρχαιοτάτην αὐτῶν τὴν χρῆσιν εἶναι θέλοντες παρὰ
Φοινίκων καὶ Κάδμου σεμνύνονται μαθεῖν.

οὐ μὴν
οὐδ᾿ ἀπ᾿ ἐκείνου τοῦ χρόνου δύναιτό τις ἂν δεῖξαι σωζομένην
ἀναγραφὴν, οὔτ᾿ ἐν ἱεροῖς οὔτ᾿ ἐν δημοσίοις
 ἀναθήμασιν· ὅπου γε καὶ περὶ τῶν ἐπὶ Τροίαν τοσούτοις
ἔτεσι στρατευσάντων ὕστερον πολλὴ γέγονεν
ἀπορία καὶ ζήτησις εἰ γράμμασιν ἐχρῶντο· καὶ τἀλη-

 
 θὲς ἐπικρατεῖ μᾶλλον περὶ τοῦ τὴν νῦν οὖσαν τῶν
γραμμάτων χρῆσιν ἐκείνους ἀγνοεῖν.

ὅλως δὲ
παρὰ τοῖς Ἕλλησιν οὐδὲν ὁμολογούμενον εὑρίσκεται
γράμμα τῆς Ὁμήρου ποιήσεως πρεσβύτερον· οὗτος δὲ
καὶ τῶν Τρωϊκῶν ὕστερος φαίνεται γενόμενος. καί 
φασιν οὐδὲ τοῦτον ἐν γράμμασι τὴν αὑτοῦ ποίησιν
καταλιπεῖν, ἀλλὰ διαμνημονευομένην ἐκ τῶν γραμμάτων
ὕστερον συντεθῆναι, καὶ διὰ τοῦτο πολλὰς ἐν
αὐτῇ σχεῖν τὰς διαφωνίας,

οἱ μέντοι τὰς ἱστορίας
ἐπιχειρήσαντες συγγράφειν παρ᾿ αὐτοῖς, λέγω δὲ 
 τοὺς περὶ Κάδμον τε τὸν Μιλήσιον καὶ τὸν Ἀργεῖον
Ἀκουσίλαον καὶ μετὰ τοῦτον εἴ τινες ἄλλοι λέγονται
γενέσθαι, βραχὺ τῆς Περσῶν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα στρατείας
τῷ χρόνῳ προύλαβον.

ἀλλὰ μὴν καὶ τοὺς
περὶ τῶν οὐρανίων τε καὶ θείων πρώτους παρ᾿ Ἕλλησι 
φιλοσοφήσαντας, οἷον Φερεκύδην τὸν Σύριον
καὶ Πυθαγόραν καὶ Θάλητα, πάντες συμφώνως ὁμολογοῦσιν
Αἰγυπτίων καὶ Χαλδαίων γενομένους μα-
 θητὰς ὀλίγα συγγράψαι· καὶ ταῦτα τοῖς Ἕλλησιν εἶναι
δοκεῖ πάντων ἀρχαιότατα, καὶ μόλις αὐτὰ πιστεύουσιν 
ὑπ᾿ ἐκείνων γεγράφθαι.”

“Πῶς οὖν οὐκ ἔστιν ἄλογον τετυφῶσθαι τοὺς
Ἕλληνας ὧς μόνους ἐπισταμένους τἀρχαῖα καὶ τὴν
ἀλήθειαν περὶ αὐτῶν ἀκριβῶς παραδιδόντας; ἢ τίς
οὐ παρὰ τῶν αὐτῶν συγγραφέων μάθοι ῥᾳδίως ὅτι 
μηδὲ ἓν εἰδότες βεβαίως συνέγραφον, ἀλλ᾿ ὡς ἕκαστοι
περὶ τῶν πραγμάτων εἴκαζον;

πλέον γοῦν
διὰ τῶν βιβλίων ἀλλήλους ἐλέγχουσι καὶ τἀναντιώτατα
περὶ τῶν αὐτῶν λέγειν οὐκ ὀκνοῦσι. περίεργος
δ᾿ ἂν εἴην ἐγὼ τοὺς ἐμοῦ μᾶλλον ἐπισταμένους διδάσκων, 
ὅσα μὲν Ἑλλάνικος Ἀκουσιλάῳ περὶ τῶν
 γενεαλογιῶν διαπεφώνηκεν, ὅσα δὲ διορθοῦται τὸν

 
Ἡσίοδον Ἀκουσίλαος ’ ἢ τίνα τρόπον Ἔφορος μὲν 
Ἑλλάνικον ἐν τοῖς πλείστοις ψευδόμενον ἐπιδείκνυσιν,
Ἔφορον δὲ Τιμαῖος, καὶ Τιμαῖον οἶ μετ’ ἐκεῖνον
γεγονότες , Ἡρόδοτον δὲ πάντες.

ἀλλ’ οὐδὲ
 περὶ τῶν Σικελικῶν τοῖς περὶ Ἀντίοχον καὶ Φίλιστον 
ἢ Καλλίαν Τιμαῖος συμφωνεῖν ἠξίωσεν, οὐδ’ αὖ περὶ
τῶν Ἀττικῶν οἶ τὰς Ἀτθίδας συγγεγραφότες, ἢ περὶ
τῶν Ἀργολικῶν οἶ τὰ περὶ Ἀργὸς ἱστοροῦντες ἀλλήλοις
ἠκολουθήκασι.

καὶ τί δεῖ λέγειν περὶ τῶν
 κατὰ πόλεις, καὶ βραχυτέρων, ὅπου γε περὶ τῆς Περσικῆς
στρατείας καὶ τῶν ἐν αὐτῇ πραχθέντων οἶ δοκμώτατοι
διαπεφωνήκασι ; πολλὰ δὲ καὶ Θουκυδίδης 
ὡς ψευδόμενος ὑπό τινων κατηγορεῖται, καίτοι δοκὼν
ἀκριβεστάτην καθ’ ἑαυτὸν ἱστορίαν συγγράφειν.’’

“ Αἰτίαι δὲ τῆς τοιαύτης διαφωνίας πολλαὶ
μὲν ἴσως ἂν καὶ ἕτεραι τοῖς βουλομένοις ζητεῖν ἀναφανεἶεν,
φανεῖεν , ἐγὼ δὲ δυσὶ ταῖς ἐκτεθησομέναις αἰτίαις
τὴν μεγίστην ἰσχὺν ἀνατίθημι.

καὶ προτέραν
ἐρῶ τὴν κυριωτέραν εἶναί μοι δοκοῦσαν. τὸ γὰρ
 ἐξ ἀρχῆς μὴ σπουδασθῆναι παρὰ τοῖς Ἕλλησι δημοσίᾳ
γίνεσθαι τὰς περὶ τῶν ἑκάστοτε πραττομένων
ἀναγραφὰς , τοῦτο μάλιστα δὴ καὶ τὴν πλάνην καὶ 
τὴν ἐξουσίαν τοῦ ψεύδεσθαι τοῖς μετὰ ταῦτα βουληθεῖσι
περὶ τῶν παλαιῶν τι γράφειν παρέσχεν.

οὐ γὰρ μόνον παρὰ τοῖς ἄλλοις Ἕλλησιν ἠμελήθη τὰ
περὶ τὰς ἀναγραφὰς, ἀλλ’ οὐδὲ παρ’ αὐτοῖς ’ Αθηναίοις,
οὓς αὐτόχθονας εἶναι λέγουσι καὶ παιδείας
ἐπιμελεῖς , οὐδὲν τοιοῦτον εὑρίσκεται γενόμενον·
ἀλλὰ τῶν δημοσίων γραμμάτων ἀρχαιοτάτους εἶναί
 φασι τοὺς ὑπὸ Δράκοντος αὐτοῖς περὶ τῶν φονικῶν
γραφέντας νόμους , ὀλίγῳ πρότερον τῆς Πεισιστράτου
τυραννίδος ἀνθρώπου γεγονότος.

περὶ μὲν 

 
γὰρ Ἀρκάδων τί χρὴ λέγειν αὐχούντων ἀρχαιότητα;
μόλις γὰρ οὗτοι καὶ μετὰ ταῦτα γράμμασιν
ἐπαιδεύθησαν.”

“Ἅτε δὴ τοίνυν οὐδεμιᾶς προβεβλημένης
ἀναγραφῆς, ἣ καὶ τοὺς μαθεῖν βουλομένους διδάξειν 
ἔμελλε καὶ τοὺς ψευδομένους ἐλέγξειν, ἡ πολλὴ πρὸς
ἀλλήλους ἐγένετο διαφωνία τοῖς συγγραφεῦσι.

δευτέραν δὲ πρὸς ταύτῃ θετέον ἐκείνην αἰτίαν. οἱ
γὰρ ἐπὶ τὸ γράφειν ὁρμήσαντες οὐ περὶ τὴν ἀλή-
 θειαν ἐσπούδασαν — καίτοι τοῦτο πρόχειρον αὐτοῖς 
ἐστιν ἀεὶ τὸ ἐπάγγελμα — λόγων δὲ δύναμιν ἐπεδείκνυντο·
καὶ καθ᾿ ὅντινα τρόπον ἐν τούτῳ παρευδοκιμήσειν
τοὺς ἄλλους ὑπελάμβανον, κατὰ τοῦτον
ἡρμόζοντο, τινὲς μὲν ἐπὶ τὸ μυθολογεῖν τραπόμενοι,
τινὲς δὲ πρὸς χάριν ἢ τὰς πόλεις ἢ τοὺς βασιλέας 
ἐπαινοῦντες· ἄλλοι δὲ ἐπὶ τὸ κατηγορεῖν τῶν πράξεων
ἢ τῶν γεγραφότων ἐχώρησαν, εὐδοκιμήσειν ἐν
τούτῳ νομίζοντες.

ὅλως δὲ τὸ πάντων ἐναντιώτατον
ἱστορίᾳ πράττοντες διατελοῦσι. τῆς μὲν γὰρ
ἀληθοῦς ἐστι τεκμήριον ἱστορίας, εἰ περὶ τῶν αὐτῶν 
ἅπαντες τὰ αὐτὰ καὶ λέγοιεν καὶ γράφοιεν· οἱ δὲ, εἰ
μὴ τὰ αὐτὰ γράψειαν ἑτέροις, οὕτως ἐνόμιζον αὐτοὶ
φαίνεσθαι πάντων ἀληθέστατοι.”

Τοσαῦτα καὶ ὁ Ἰώσηπος. εἴη δ᾿ ἂν τῶν εἰρημένων
ἐπισφράγισμα καὶ ἡ Διοδώρου μαρτυρία, 
ἣν ἀπὸ τοῦ πρώτου τῆς συναχθείσης αὐτῷ Bιβλιοθήκης
παραθήσομαι, οὕτως ἔχουσαν πρὸς λέξιν

“Τούτων δ᾿ ἡμῖν διευκρινημένων ῥητέον
 ὅσοι τῶν παρ᾿ Ἕλλησι δεδοξασμένων ἐπὶ συνέσει καὶ
παιδείᾳ παρέβαλον εἰς Αἴγυπτον ἐν τοῖς ἀρχαίοις 
 

 
χρόνοις , ἔνα τῶν ἐνταῦθα νομίμων καὶ παιδείας μετάσχωσιν.

οἶ γὰρ ἱερεῖς τῶν Αἰγυπτίων ἱστοροῦσιν
ἐκ τῶν ἀναγραφῶν τῶν ἐν ταῖς ἱεραῖς βίβλοις
παραβαλεῖν πρὸς ἑαυτοὺς Ὀρφέα τε καὶ Μουσαῖον
 καὶ Μελάμποδα καὶ Δαίδαλον, πρὸς δὲ τούτοις Ὅμηρόν
τε τὸν ποιητὴν καὶ Λυκοῦργον τὸν Σπαρτιάτην,
ἔτι δὲ Σόλωνα τὸν Ἀθηναῖον καὶ Πλάτωνα τὸν φιλόσοφον·
ἐλθεῖν δὲ καὶ Πυθαγόραν τὸν Σάμιον καὶ 
τὸν μαθηματικὸν Εὔδοξον, ἔτι δὲ Δημόκριτον τὸν 
 Ἀβδηρίτην καὶ Οἰνοπίδην τὸν Χῖον.

πάντων δὲ
τούτων σημεῖα δεικνύουσι τῶν μὲν εἰκόνας, τῶν δὲ
τόπων ἢ κατασκευασμάτων ὁμωνύμους προσηγορίας.
ἔκ τε τῆς ἑκάστῳ ζηλωθείσης παιδείας ἀποδείξεις
φέρουσι, συνιστάντες ἐξ Αἰγύπτου μετενηνοχέναι
 πάντα δι’ ὧν παρὰ τοῖς Ἕλλησιν ἐθαυμάσθησαν.

Ὀρφέα μὲν γὰρ τῶν μυστικῶν τελετῶν τὰ πλεῖστα,
καὶ τὰ περὶ τὴν ἑαυτοῦ πλάνην ὀργιαζόμενα,
καὶ τὴν τῶν ἐνἍιδου μυθοποιίαν παρ’ Αἰγυπτίων 
ἀπενέγκασθαι. τὴν μὲν γὰρ Ὀσίριδος τελετὴν τῇ
 Διονύσου τὴν αὐτὴν εἶναι· τὴν δὲ τῆς Ἴσιδος τῇ
τῆς Δήμητρος ὁμοιοτάτην ὑπάρχειν , τῶν ὀνομάτων
μόνων ἐνηλλαγμένων · τὰς δὲ τῶν ἀσεβῶν ἐν Ἅιδου
τιμωρίας, καὶ τοὺς τῶν εὐσεβῶν λειμῶνας, καὶ τὰς
παρὰ τοῖς πολλοῖς εἰδωλοποιίας ἀναπεπλασμένας παρεισαγαγεῖν,
 μιμησάμενον τὰ περὶ τὰς ταφὰς τὰς κατ’
Αἴγυπτον.

τὸν μὲν γὰρ ψυχοπομπὸν Ἑρμῆν, κατὰ
τὸ παλαιὸν νόμιμον παρ’ Αἰγυπτίοις , ἀναγαγόντα
τοῦ Ἄπιδος τὸ σῶμα μέχρι τινὸς παραδιδόναι τῷ περικειμένῳ
τὴν τοῦ Κερβέρου προτομήν. τοῦ δὲ Ὀρφέως
 τοῦτο καταδείξαντος παρὰ τοῖς Ἕλλησι τὸν
Όμηρον ἀκολούθως τούτῳ θεῖναι κατὰ τὴν ποίησιν,

 
 Ἑρμῆς δὲ ψυχὰς Κυλλήνιος ἐξεκαλεῖτο 
 ἀνδρῶν ἡρώων· ἔχε δὲ ῥάβδον μετὰ χερσίν.᾿

Εἶτα πάλιν προβὰς ἐπιλέγει 
 ῾᾿Μελάμποδα δέ φασι μετενεγκεῖν ἐξ Αἰγύπτου
τὰ Διονύσῳ νομιζόμενα τελεῖσθαι παρὰ τοῖς Ἕλλησι, 
καὶ τὰ περὶ Κρόνου μυθολογούμενα, καὶ τὰ περὶ τῆς
Τιτανομαχίας, καὶ τὸ σύνολον τὴν περὶ τὰ πάθη τῶν
θεῶν ἱστορίαν.

τὸν δὲ Δαίδαλον λέγουσιν ἀπο-
 μιμήσασθαι τὴν τοῦ λαβυρίνθου πλοκὴν, τοῦ διαμένοντος
μὲν μέχρι τοῦ νῦν καιροῦ, οἰκοδομηθέντος δὲ, 
ὡς μέν τινές φασιν, ὑπὸ Μένδητος, ὡς δ᾿ ἔνιοι λέγουσιν,
ὑπὸ Μάρου τοῦ βασιλέως, πολλοῖς ἔτεσι πρότερον
τῆς Μίνω βασιλείας· τόν τε ῥυθμὸν τῶν ἀρχαίων
κατ᾿ Αἴγυπτον ἀνδριάντων τὸν αὐτὸν εἶναι
τοῖς ὑπὸ Δαιδάλου κατασκευασθεῖσι παρὰ τοῖς Ἕλλησι.

τὸ δὲ κάλλιστον πρόπυλον ἐν Μέμφει τοῦ
Ἡφαίστου Δαίδαλον ἀρχιτεκτονῆσαι, καὶ θαυμασθέντα
τυχεῖν εἰκόνος ξυλίνης κατὰ τὸ προειρημένον
 ἱερὸν, ταῖς ἰδίαις χερσὶ δεδημιουργημένης· πέρας δὲ,
διὰ τὴν εὐφυΐαν ἀξιωθέντα μεγάλης δόξης, καὶ πολλὰ 
προσεξευρόντα, τυχεῖν ἰσοθέων τιμῶν. κατὰ γὰρ
μίαν τῶν πρὸς τῇ Μέμφει νήσων ἔτι καὶ νῦν ἱερὸν
εἶναι Δαιδάλου τιμώμενον ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων.

τῆς
δ᾿ Ὁμήρου παρουσίας ἄλλα τε σημεῖα φέρουσι καὶ
μάλιστα τὴν τῆς Ἑλένης γενομένην παρὰ Μενελάῳ 
Τηλεμάχῳ φαρμακείαν καὶ λήθην τῶν συμβεβηκό-
 των κακῶν.

τὸ γὰρ νηπενθὲς φάρμακον, ὃ λαβεῖν
φησιν ὁ ποιητὴς τὴν Ἑλένην ἐκ τῶν Αἰγυπτίων
παρὰ τῆς Πολυδάμνης, τῆς Θῶνος γυναικὸς, ἀκριβῶς
ἐξητακὼς φαίνεται.

ἔτι γὰρ καὶ νῦν τὰς ἐν 
ταύτῃ γυναῖκας χρῆσθαι τῇ προειρημένῃ δυνάμει λέγουσι,
καὶ παρὰ μόναις ταῖς Διοσπολίτισιν ἐκ πα-

 
λαιῶν χρόνων ὀργῆς καὶ λύπης φάρμακον εὑρῆσθαί
φασι· τὰς δὲ Θήβας καὶ Διόσπολιν τὴν αὐτὴν ὑπάρχειν·
τήν τε Ἀφροδίτην ὀνομάζεσθαι παρὰ τοῖς ἐγχωρίοις
χρυσῆν ἐκ παλαιὰς παραδόσεως· καὶ πεδίον
 εἶναι· καλούμενον χρυσῆς Ἀφροδίτης περὶ τὴν ὀνομαζομένην
Μώμεμφιν.

τά τε περὶ τὸν Δία καὶ
τὴν Πρὰν μυθολογούμενα περὶ τῆς συνουσίας καὶ
τὴν εἰς Αἰθιοπίαν ἐκδημίαν ἐκεῖθεν αὐτὸν μετενεγκεῖν.
κατ’ ἐνιαυτὸν γὰρ παρὰ τοῖς Αἰγυπτίοις
 τὸν νεὼν τοῦ Δῖός περαιοῦσθαι τὸν ποταμὸν εἰς τὴν
Λιβύην, καὶ μεθ’ ἡμέρας τινὰς πάλιν ἐπιστρέφειν, 
ὡς ἐξ Αἰθιοπίας τοῦ θεοῦ παρόντος. τήν τε συνουσίαν
τῶν θεῶν τούτων, ἐν ταῖς πανηγύρεσι τῶν ναῶν 
ἀνακομιζομένων ἀμφοτέρων εἰς ὄρος ἄνθεσι παντοίοις
 ὑπὸ τῶν ἱερέων κατεστεμμένον.’

Καὶ Λυκοῦργον δὲ καὶ Πλάτωνα καὶ Σόλωνα
πολλὰ τῶν ἐξ Αἰγύπτου νομίμων εἰς τὰς ἑαυτῶυ
κατατάξαι νομοθεσίας, Πυθαγόραν τε τὰ κατὰ
τὸν ἱερὸν λόγον, καὶ τὰ κατὰ γεωμετρίαν θεωρήματα,
 καὶ τὰ περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, ἔτι δὲ τὴν εἰς πᾶν ζῷον
τῆς ψυχῆς μεταβολὴν μαθεῖν παρ’ Αἰγυπτίων.

ὑπολαμβάνουσι δὲ καὶ Δημόκριτον παρ’ αὐτοῖς ἔτη
διατρῖψαι πέντε καὶ πολλὰ διδαχθῆναι τῶν κατὰ
ἀστρολογίαν· τόν τε Οἰνοπίδην ὁμοίως συνδιατρίψαντα
 τοῖς ἱερεῦσι καὶ ἀστρολόγοις μαθεῖν ἄλλα τε
καὶ μάλιστα τὸν ἡλιακὸν κύκλον, ὡς λοξὴν μὲν ἔχει
τὴν πορείαν, ἐναντίαν δὲ τοῖς ἄλλοις ἄστροις τὴν
φορὰν ποιεῖται.

παραπλησίως δὲ καὶ τὸν Εὔδοξον
ἀστρολογήσαντα παρ’ αὐτοῖς καὶ πολλὰ τῶν 
 χρησίμων εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐκδόντα τυχεῖν ἀξιολόγου
δόξης.

πάντων δὲ τῶν παλαιῶν ἀγαλματοποιῶν
τοὺς μάλιστα διωνομασμένους διατετριφέναι

 
παρ᾿ αὐτοῖς, Τηλεκλέα καὶ Θεόδωρον, τοὺς ῾Ροίκου
μὲν υἱοὺς, κατασκευάσαντας δὲ τοῖς Σαμίοις τὸ τοῦ
Ἀπόλλωνος τοῦ Πυθίου ξόανον.”

Τοσαῦτα δὲ καὶ Διόδωρος. ἀλλ᾿ οὗτος μὲν
ὁ λόγος ὧδέ πως ἀποδεδειγμένος ἐνταῦθά μοι εἰληφέτω 
τέλος. οὐ δεῖ δὴ λοιπὸν ἀλογίας ἡμῶν κατηγορεῖν,
εἰ δὴ τοὺς τῶν σοφῶν Ἑλλήνων καὶ αὐτῶν
γε τῶν παρ᾿ αὐτοῖς φιλοσόφων διδασκάλους, τοὺς
βαρβάρους λέγω, πόθῳ τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας καὶ
 αὐτοὶ μετήλθομεν, εἴ γε βάρβαροι Ἑβραῖοι.

ὧν 
τοὺς χρόνους, καθ᾿ οὓς ἤκμασαν Μωσῆς τε καὶ οἱ
μετὰ Μωσέα προφῆται, εὖ ἂν ἔχοι διελθεῖν, ἐπεὶ
καὶ τοῦτ᾿ ἂν εἴη ἕν τι τῶν μάλιστα συνεκτικωτάτων
τῇ προκειμένῃ πραγματείᾳ, τὸ μέλλοντας τῶν παρὰ
τοῖς ἀνδράσι λογίων ἐφάπτεσθαι προδιαλαβεῖν περὶ 
τῆς ἀρχαιότητος αὐτῶν, ἵν᾿, εἰ φανεῖεν τοῖς Ἑβραίων
προφήταις τε καὶ θεολόγοις οἱ παρ᾿ Ἕλλησιν ὁμοδοξοῦντες,
μηκέτ᾿ ἀμφιβάλλοις τίνας ἦν εἰκὸς τὰ
παρὰ τίνων ἀναλέξασθαι, πότερα τοὺς πρεσβυτέρους
τὰ τῶν νέων, Ἑβραίους τε τὰ Ἑλλήνων, καὶ βαρβάρους 
τὰ φιλοσόφων, ὧν οὐδὲ τῆς γλώσσης εἰκὸς
 ἐπαΐειν· ἢ, ὅπερ καὶ μᾶλλον εἰκὸς, τοὺς νέους τὰ
τῶν πρεσβυτέρων, καὶ τοὺς τὰ πλεῖστα τῶν ἐθνῶν
περιειργασμένους Ἓλληνας καὶ τὰ Ἑβραίων μὴ ἀγνοῆσαι,
ἀρχῆθεν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα φωνὴν
μεταβεβλημένα.

Μωσέως πέρι καὶ τῆς τῶν μετ᾿ αὐτὸν προφητῶν
ἀρχαιότητος πλεῖστοι μὲν ἄλλοι διὰ σπουδῆς
τὴν ἀπόδειξιν ἐν οἰκείοις καταβέβληνται συγγράμμασιν,
ἀφ᾿ ὧν αὐτίκα μάλα σμικρὰ ἄττα παραθήσομαι.

κἀγὼ δὲ καινοτέραν παρὰ τοὺς εἰρημένους
ὁδεύσας ταύτῃ χρήσομαι τῇ μεθόδῳ. συντρεχόντων

 
ὁμολογουμένως τῶν χρόνων Αὐγούστου Ῥωμαίων
αὐτοκράτορος καὶ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν γενέσεως,
ἀρχήν τε τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ
ποιησαμένου κατὰ τὸ πεντεκαιδέκατον ἔτος Τιβερίου
 Καίσαρος, εἴ τις ἀπὸ τούτου συναγαγεῖν ἐθέλοι τὸν
τῶν ἐτῶν ἀριθμὸν, προιὼν ἐπὶ τοὺς ἀνωτέρω χρόνους, 
τοὺς μέχρι Δαρείου τοῦ Περσῶν βασιλέως, καὶ
τῆς κατ’ αὐτὸν ἀνανεώσεως τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις νεὼ,
ἣ γέγονε μετὰ τὴν ἀπὸ Βαβυλῶνος ἐπάνοδον τοῦ
 Ἰουδαίων ἔθνους, εὕροι ἂν ἀπὸ Τιβερίου ἐπὶ τὸ δεύτερον
ἔτος Δαρείου ἔτη φμή.

Δαρείου μὲν γὰρ
τὸ δεύτερον κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ξέ Ὀλυμπιάδος
καταντᾷ, Τιβερίου δὲ τὸ πεντεκαιδέκατον τῆς Ῥωμαίων
βασιλείας κατὰ τὸ δ’ τῆς σὰ Ὀλυμπιάδος 
 συμπίπτει.

γίνονται τοίνυν αἱ μεταξὺ Δαρείου 
τοῦ Περσοῦ καὶ Τιβερίου τοῦ Ῥωμαίων βασιλέως
Ὀλυμπιάδες ρλζ΄, αἳ συνάγουσι χρόνον ἐτῶν φμή,
τετραετίας τῇ Ὀλυμπιάδι λογιζομένης.

ἐπεὶ δὲ
κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος Δαρείου τὸ ἑβδομηκοστὸν
 ὑπῆρχε τῆς ἐρημίας τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις νεὼ, καθὼς
τὰ τῆς ἱστορίας ἱστορίας παρίστησι, κἀντεῦθεν πάλιν
ἀνατρεχόντων ἀπὸ μὲν τοῦ δευτέρου ἔτους Δαρείου
ρείου ἐπὶ τὴν πρώτην Ὀλυμπιάδα ἔτη συνάγοιτ’ ἂν
σνς', Ὀλυμπιάδες ξδ'· τοσαῦτα δ’ ἂν εὕροις τὰ ἀπὸ
 τοῦ ὑστάτου ἔτους τῆς ἐρημίας τοῦ δηλωθέντος ἱεροῦ
ἐπὶ τὸ ’ν ἔτος Ὀζίου τοῦ τῶν Ἰουδαίων βασιλέως
ἀνιὼν, καθ’ ὃν ἐπροφήτευον Ἠσαίας καὶ Ὠσηὲ, ὅσοι 
τε τούτοις γεγόνασι σύγχρονοι, ὥστ’ εἶναι τὴν πρώτην
καθ’ Ἕλληνας Ὀλυμπιάδα σύνδρομον Ἡσαΐᾳ τῷ
 προφήτῃ καὶ τοῖς τούτῳ συγχρόνοις.

πάλιν δὲ
ἀπὸ τῆς πρώτης Ὀλυμπιάδος ἐπὶ τοὺς ἔμπροσθεν
ἀνιὼν χρόνους μέχρι τῆς Ἰλίου ἁλώσεως εὑρήσεις

 
ἔτη συγκεφαλαιούμενα υη΄, ὡς αἱ παρ᾿ Ἕλλησι
τῶν χρόνων ἀναγραφαὶ περιέχουσι.

καὶ καθ᾿
Ἑβραίους ἀπὸ πεντηκοστοῦ ἔτους Ὀζίου τοῦ Ἰουδαίων
βασιλέως ἀνιὼν ἐπὶ τὸ τρίτον ἔτος Λαβδὼν παρ᾿
 Ἑβραίοις γενομένου κριτοῦ τὸν ἴσον συνάξεις ἀριθμὸν 
ἐτῶν υη΄· ὥστ᾿ εἶναι τὴν Ἰλίου ἅλωσιν κατὰ
τοὺς Λαβδὼν τοῦ κριτοῦ χρόνους, ἑπτὰ ἔτεσι πρότερον
ἢ Σαμψὼν ἄρξαι Ἑβραίων, ὃν κατὰ τὴν τοῦ
σώματος ἀλκὴν ἀνυπόστατον γενέσθαι φασὶν, ἐοικότα
τῷ βοωμένῳ παρ᾿ Ἓλλησιν Ἡρακλεῖ.

καὶ ἐντεῦθεν 
δὲ ἐπὶ τοὺς ἀνωτέρω βαδίζων, σαυτῷ τε συναγαγὼν
ἀριθμὸν ἐτῶν υ΄, εὕροις ἂν κατὰ μὲν Ἑβραίους
Μωσέα, κατὰ δὲ Ἕλληνας Κέκροπα τὸν γηγενῆ.

κατώτερα δὲ τῶν Κέκροπος ἱστορεῖται χρόνων τὰ
παρ᾿ Ἕλλησι θαυμαζόμενα. γίνεται γὰρ μετὰ Κέκροπα 
ὁ κατὰ Δευκαλίωνα κατακλυσμὸς, καὶ ἡ ἐπὶ
Φαέθοντος ἐκπύρωσις, Ἐριχθονίου τε γένεσις, Κόρης
τε ἁρπαγὴ, καὶ Δήμητρος μυστήρια, Ἐλευσινίων
ἵδρυσις, Τριπτολέμου γεωργία, Εὐρώπης ὑπὸ Διὸς
ἁρπαγὴ, Ἀπόλλωνος γένεσις, Κάδμου ἐπὶ Θήβας 
παρουσία, καὶ ἔτι τούτων νεώτεροι Διόνυσος, Μίνως,
Περσεὺς, Ἀσκληπιὸς, Διόσκουροι, Ἡρακλῆς.

τούτων δ᾿ ἁπάντων πρεσβύτερος γεγονὼς συνίσταται
Μωσῆς, ὡς ἂν κατὰ Κέκροπα τὴν ἡλικίαν
ἀκμάσας. ἀπὸ δὲ Μωσέως πάλιν ἀνιὼν ἐπὶ τὸ πρῶτον 
ἔτος ζωῆς Ἁβραὰμ εὑρήσεις ἔτη φε΄. τοσαῦτα
δὲ ἀπὸ τοῦ δηλωθέντος ἔτους τῆς Κέκροπος βασιλείας
τὸν ἀνωτέρω χρόνον ἀπαριθμούμενος ἐπὶ Νίνον
ἥξεις τὸν Ἀσσύριον, ὃν πρῶτόν φασιν ἁπάσης
τῆς Ἀσίας πλὴν Ἰνδῶν κεκρατηκέναι· οὗ Νίνος ἐπώνυμος 
πόλις, ἣ Νινευὶ παρ᾿ Ἑβραίοις ὠνόμασται,
καθ᾿ ὃν Ζωροάστρης ὁ μάγος Βακτρίων ἐβασίλευσε.

 
Νίνου δὲ γυνὴ καὶ διάδοχος τῆς βασιλείας Σεμίραμις·
ὥστ᾿ εἶναι τὸν Ἁβραάμ κατὰ τούτους.

Ταῦτα μὲν οὖν ἀποδεικτικῶς ἐν τοῖς πονηθεῖσιν
ἡμῖν Χρονικοῖς Κανόσιν οὕτως ἔχοντα συνέστη.
 ἐπὶ δὲ τοῦ παρόντος πρὸς τοῖς εἰρημένοις
μάρτυρι τῆς Μωσέως ἀρχαιότητος χρήσομαι τῷ πάντων
δυσμενεστάτῳ καὶ πολεμιωτάτῳ Ἑβραίων τε καὶ 
ἡμῶν, φημὶ δὲ τῷ καθ᾿ ἡμᾶς φιλοσόφῳ, ὃς τὴν καθ᾿
ἡμῶν συσκευὴν ὑπερβολῇ μίσους προβεβλημένος
 οὐ μόνους ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ Ἑβραίους, αὐτόν τε Μωσέα
καὶ τοὺς μετ᾿ αὐτὸν προφήτας ταῖς ἴσαις ὑπηγάγετο
δυσφημίαις. οὕτω γὰρ διὰ τῆς τῶν ἐχθρῶν
ὁμολογίας ἀναμφηρίστως ἡγοῦμαι τὴν ἐπαγγελίαν
πιστώσασθαι.

γράφει τοίνυν ἐν τῷ τετάρτῳ τῆς
 καθ᾿ ἡμῶν συσκευῆς ὁ Πορφύριος ῥήμασιν αὐτοῖς
τάδε 
 “Ἱστορεῖ δὲ τὰ περὶ Ἰουδαίων ἀληθέστατα, ὅτι 
καὶ τοῖς τόποις καὶ τοῖς ὀνόμασιν αὐτῶν τὰ συμφωνότατα, 
Σαγχωνιάθων ὁ Βηρύτιος, εἰληφὼς τὰ ὑπομνήματα
 παρὰ Ἱερομβάλου τοῦ ἱερέως θεοῦ Ἰευὼ, ὃς
Ἀβελβαλῷ τῷ βασιλεῖ Βηρυτίων τὴν ἱστορίαν ἀναθεὶς,
ὑπ᾿ ἐκείνου καὶ τῶν κατ᾿ αὐτὸν ἐξεταστῶν τῆς
ἀληθείας παρεδέχθη. οἱ δὲ τούτων χρόνοι καὶ πρὸ
τῶν Τρωϊκὠν πίπτουσι χρόνων καὶ σχεδὸν τοῖς Μωσέως
 πλησιάζουσιν, ὡς αἱ τῶν Φοινίκης βασιλέων 
μηνύουσι διαδοχαί. Σαγχωνιάθων δὲ, ὁ κατὰ τὴν
τῶν Φοινίκων διάλεκτον φιλαλήθῶς πᾶσαν τὴν παλαιὰν
ἱστορίαν ἐκ τῶν κατὰ πόλιν ὑπομνημάτων καὶ
τῶν ἐν τοῖς ἱεροῖς ἀναγραφῶν συναγαγὼν καὶ συγγράψας,
 ἐπὶ Σεμιράμεως γέγονε τῆς Ἀσσυρίων
βασιλίδος.”

Ταῦτα ὁ Πορφύριος. δεῖ δὴ συλλογίσασθαι

 
τὰ προκείμενα ὧδέ πως. εἴπερ ὁ Σαγχωνιάθων ἐπὶ
Σεμιράμεως γέγονεν, ἡ δὲ μακρῷ πρόσθεν τῶν
Τρωϊκῶν ὁμολογεῖται, εἴη ἂν καὶ ὁ Σαγχωνιάθων
τῶν Τρωϊκῶν παλαίτερος.

ἀλλ᾿ οὗτος παρ᾿ ἑτέ-
 ρων πρεσβυτέρων αὐτοῦ τοῖς χρόνοις εἰληφέναι λέγεται 
τὰ ὑπομνήματα· οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ ἀρχαιότεροι
ὄντες αὐτοῦ σχεδὸν τοῖς Μωσέως πλησιάζειν χρόνοις
εἴρηνται, οὐδὲ αὐτοὶ κατὰ Μωσέα γενόμενοι, ἀλλὰ
σχεδὸν τοῖς ἐκείνου χρόνοις πλησιάζοντες· ὡς τοσοῦτον
πρεσβύτερον εἶναι τὸν Μωσέα τοῦ Σαγχωνιάθωνος 
ὁπόσον ἂν οὗτος λείπηται τῶν αὐτοῦ πρεσβυτέρων,
οἳ Μωσεῖ πλησιάζειν ὡμολογήθησαν.

πόσοις δὲ ἄρα ἔτεσιν εἰκὸς ἦν Μωσέα ὑπεράγειν
τοὺς δηλουμένους ἄπορον εἰπεῖν· διόπερ τοῦτό μοι
δοκῶ παρήσειν. δοὺς δὲ κατ᾿ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν 
Σαγχωνιάθωνα Μωσέα γεγονέναι, καὶ μὴ πρότερον,
ὧδε τὸν ἔλεγχον ἐφοδεύσω.

εἴπερ ἐπὶ Σεμιράμεως
τῆς Ἀσσυρίων βασιλίδος ὁ Σαγχωνιάθων ἐγνωρίζετο,
 ἔστω δὲ καὶ Μωσῆς μηδὲν προάγων, κατὰ δὲ
τοῦτον ἠκμακὼς, γένοιτ᾿ ἂν οὖν καὶ αὐτὸς κατὰ Σεμίραμιν.

ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἡμέτερος λόγος ἐπὶ ταύτης
ἐδήλου γενέσθαι τὸν Ἁβραὰμ, ὁ δὲ τοῦ φιλοσόφου
παλαίτερον τὸν Μωσέα συνίστησιν. ἡ δὲ Σεμίραμις
τῶν Τρωϊκῶν ὀκτακοσίοις ὅλοις ἔτεσι δείκνυται
προγενομένη. καὶ Μωσῆς ἄρα ἔσται τοσούτοις τὰ 
Τρωϊκὰ προάγων κατὰ τὸν φιλόσοφον.

πρῶτος
δὲ βασιλεύει Ἀργείων Ἴναχος, οὔπω τότε Ἀθηναίων
οὔτε τὴν πόλιν οὔτε τὴν προσηγορίαν ἐχόντων. ὁ δὲ
πρῶτος Ἀργείων ἡγεῖται κατὰ τὸν πέμπτον μετὰ Σε-
 μίραμιν Ἀσσυρίων βασιλέα, ν΄ καὶ ρ΄ ὕστερον ἔτεσιν 
αὐτῆς τε καὶ Μωσέως, ἐν οἷς οὐδὲν ἐπίσημον γεγονὸς
ἱστορεῖται παρ᾿ Ἕλλησι. κατὰ τοῦτο δὲ τοῦ χρό-

 
νοῦ παρ’ Ἑβραίοις ἡγοῦνται οἶ Κριταί.

εἶτ’ αὖ
πάλιν τριακοσίοις ἐτῶν ἄλλοις κατώτερον χρόνοις,
ἤδη που πλέον ἢ ὒ ἐτῶν ὅλων συμπληρουμένων ἀπὸ
Σεμιράμεως, πρῶτος Ἀθηναίων βασιλεύει Κέκροψ ὁ
 βοώμενος παρ’ αὐτοῖς αὐτόχθων, Ἄργους ἡγουμένου
Τριόπα, ὃς ἦν ἕβδομος μετὰ τὸν πρῶτον Ἀργεῖον
Ἴναχον.

μεταξὺ δὲ τούτων ὁ ἐπὶ Ὠγύγου μνημονεύεται 
κατακλυσμὸς, πρῶτός τε Ἆπις ἐν Αἰγύπτῳ
θεὸς ὠνομάσθη, καὶ Ἰὼ θυγάτηρ Ἰνάχου , ἣν Ἴσιν
 Αἰγύπτιοι μετονομάσαντες σέβουσι , Προμηθεύς τε
καὶ Ἄτλας ἐγνωρίζοντο.

ἀπὸ δὲ Κέκροπος ἐπὶ
τὴν Ἰλίου ἅλωσιν ἄλλα συνάγεται μικρῷ δέοντα ἔτη
ὒ, ἐν οἶς τὰ ἐν Ἕλλησι θαυμάσια μυθολογεῖται, ὁ
ἐπὶ Δευκαλίωνος κατακλυσμὸς καὶ ὁ ἐπὶ Φαέθοντος
 ἐμπρησμὸς, πολλῶν , ὡς εἰκὸς, φθορῶν γῆς κατὰ
τόπους γεγενημένων.

πρῶτος δὲ Κέκροψ λέγεται
Ζῆνα κεκληκέναι τὸν θεὸν, μὴ πρότερον οὕτω
παρ’ ἀνθρώποις ὠνομασμένον· ἔπειτα βωμὸν παρ’ 
Ἀθηναίοις ἱδρῦσαι πρῶτος, καὶ πάλιν πρῶτος ’Αθηνᾶς
 ἄγαλμα στήσασθαι , ὡς οὐδὲ τούτων ἐκ παλαιοῦ
ὑπαρχόντων.

μετὰ δὲ τοῦτον καὶ οἱ παρ’ Ἕλλησι 
θεοὶ πάντες γενεαλογοῦνται. παρ’ Ἑβραίοις δὲ ἐν
τούτῳ οἱ ἀπὸ γένους Δαβὶδ ἐβασίλευον καὶ οἶ μετὰ
Μωσέα διέλαμπον προφῆται· ὥστε τὰ πάντα ἀπὸ
 Μώσεως ἐπὶ τὴν Ἰλίου ἅλωσιν συνάγεσθαι πλέον ἢ
ἔτη ὢ κατὰ τὴν ἐκτεθεῖσαν τοῦ φιλοσόφου μαρτυρίαν.

ἔτι δὲ πολὺ τῶν Τρωϊκῶν νεώτερα τὰ
κατὰ Ὅμηρον καὶ Ἡσίοδον καὶ τοὺς μνημονεύεται.
χθὲς δὲ καὶ πρώην μετὰ τούτους περὶ τὴν 
 πεντηκοστὴν Ὀλυμπιάδα οἶ ἀμφὶ Πυθαγόραν καὶ
Δημόκριτον καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα φιλοσόφους ὠνομάσθησαν,
ἐγγύς που μετὰ τὰ Τρωϊκὰ ἔτεσιν ἑπτα-

 
κοσίοις.

προτερεῖν ἄρα Μωσῆς καὶ οἱ μετ᾿ αὐτὸν
Ἑβραίων προφῆται συνίστανται τῶν παρ᾿ Ἕλλησι
φιλοσόφων χιλίοις πεντακοσίοις ἔτεσι κατὰ τὴν
τοῦ δηλωθέντος ἀνδρὸς ὁμολογίαν.

Καὶ ταῦτα μὲν ἡμεῖς ἐπιτόμως. σκέψασθαι 
δὲ καιρὸς καὶ τὰς τῶν πρὸ ἡμῶν περὶ τῆς αὐτῆς
ὑποθέσεως ἀποδείξεις. γεγόνασι δὴ παρ᾿ ἡμῖν λόγιοι
ἄνδρες καὶ τῶν ἀπὸ παιδείας οὐδενὸς δεύτεροι,
 τοῖς τε θείοις οὐ παρέργως καθωμιληκότες, οἳ καὶ
τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν ἐπ᾿ ἀκριβὲς διευκρινήσαντες 
τῇ παρ᾿ Ἑβραίοις συνέστησαν ἀρχαιολογίᾳ,
πλουσίᾳ καὶ ποικίλῃ κατασκευῇ κεχρημένοι τῆς ἀποδείξεως.

οἱ μὲν γὰρ ἔκ τινων ὁμολογουμένων
ἱστοριῶν τοὺς χρόνους συνελογίσαντο, οἱ δὲ παλαιτέροις
ἀναγνώσμασι τὴν μαρτυρίαν ἐπιστώσαντο. 
καὶ οἱ μὲν Ἑλληνικοῖς, οἱ δὲ καὶ τοῖς τὰ Φοινίκων
τά τε Χαλδαίων καὶ Αἰγυπτίων ἀναγράψασι συν-
 εχρήσαντο· ὁμοῦ δὲ οἱ πάντες, τὰ Ἑλληνικὰ καὶ τὰ
βάρβαρα τά τε παρ᾿ αὐτοῖς Ἑβραίοις συναγαγόντες
καὶ τὰς παρὰ πᾶσιν ἱστορίας παραθέντες, θατέρᾳ τε 
τὴν ἑτέραν συγκρούσαντες, τὰ παρὰ τοῖς πᾶσιν ὑπὸ
τοὺς αὐτοὺς χρόνους πραχθέντα συνεξητάκασιν.

εἶθ᾿ ἕκαστος οἰκείαις μεθόδοις τὴν τῶν ἀποδεικνυμένων
κατασκευὴν πεποιημένος σύμφωνον καὶ ὁμολογουμένην
τὴν ἀπόδειξιν εἰσηνέγκαντο. διὸ καὶ 
μάλιστα ταῖς αὐτῶν ἡγησάμην δεῖν παραχωρῆσαι
 φωναῖς τὸν παρόντα λόγον, ὅπως ὁμοῦ τῶν οἰκείων
μὴ ἀποστεροῖντο καρπῶν οἱ τῶν λόγων πατέρες, καὶ
διὰ πλειόνων μαρτύρων, ἀλλὰ μὴ δι᾿ ἑνὸς, ὁμοῦ ἡ
σύστασις τῆς ἀληθείας ἀναμφίλεκτον λάβοι τὴν
ἐπικύρωσιν.

“Μέχρι μὲν τῶν Ὀλυμπιάδων οὐδὲν ἀκριβὲς

 
ἱστόρηται τοῖς Ἕλλησι, πάντων συγκεχυμένων καὶ
κατὰ μηδὲν αὑτοῖς τῶν πρὸ τοῦ συμφωνούντων· αἶ
δὲ ἠκρίβωνται πολλοῖς, τῷ μὴ ἐκ πλείστου διαδτήματος,
διὰ τετραετίας δὲ τὰς ἀναγραφὰς αὐτῶν ποιεῖσθαι 
 τοὺς Ἕλληνας.

οὗ δὴ χάριν τὰς ἐνδοξοτάτας •
καὶ μυθώδεις ἐπιλεξάμενος ἱστορίας μέχρι τῆς
πρώτης Ὀλυμπιάδος ἐπιδραμοῦμαι· τὰς δὲ μετὰ
ταῦτα συζεύξας κατὰ χρόνον ἑκάστας, εἴ τινες ἐπίσημοι,
ταῖς Ἑλληνικαῖς τὰς Ἑβραι·κὰς, ἐξιστορῶν μὲν
 τὰ Ἑβραίων, ἐφαπτόμενος δὲ τῶν Ἑλληνικῶν, ἐφαρμόσω
τόνδε τὸν τρόπον· λαβόμενος μιᾶς πράξεως
Ἑβραικῆς ὁμοχρόνου πράξει ὑφ’ Ἑλλήνων ἱστορηθείσῃ, 
καὶ ταύτης ἐχόμενος , ἀφαιρῶν τε καὶ προστιθεὶς,
τίς τε Ἕλλην, ἢ Πέρσης, ἢ καὶ ὁστισοῦν τῇ
 Ἐβραίων συνεχρόνισεν, ἐπισημειούμενος , ἴσως ἂν
του σκοποῦ τύχοιμι.

“ ‘Εβραίων Ἑβραίων μὲν οὖν ἡ μετοικία ἐπισημοτάτη,
αἰχμαλωτισθέντων ὑπὸ Ναβουχοδονόσορ βασιλέως
Βαβυλῶνος , παρέτεινεν ἔτη ὁ, καθὰ προεφήτευσεν
 Ἱερεμίας. τοῦ δὴ Ναβουχοδονόσορ μνημονεύει Βηρωσσὸς
ὁ Βαβυλώνιος.

μετὰ δὲ τὰ ὁ τῆς αἰχμαλωσίας
λωσίας ἔτη Κῦρος Περσῶν ἐβασίλευσεν, ᾧ ἔτει 
Ὀλυμπιὰς ἤχθη νέ, ὡς ἐκ τῶν Βιβλιοθηκῶν Διοδώρου
καὶ τῶν Θαλλοῦ καὶ Κάστορος ἱστοριῶν, ἔτι δὲ
 Πολυβίου καὶ Φλέγοντος ἔστιν εὑρεῖν, ἀλλὰ καὶ ἑτέρων,
οἷς ἐμέλησεν Ὀλυμπιάδων· ἅπασι γὰρ συνσυνεφώνησέν
ὁ χρόνος.

Κῦρος δ’ οὖν τῷ πρώτῳ τῆς
ἀρχῆς ἔτει , ὅπερ ἦν Ὀλυμπιάδος ωέ ἔτος τὸ πρῶτον,
διὰ Ζοροβάβελ, καθ’ ὃν Ἰησοῦς ὁ Ἰωσεδὲκ, τὴν
 πρώτην καὶ μερικὴν ἀπόπεμψιν ἐποιήσατο τοῦ λαοῦ,
πληρωθείσης τῆς ἑβδομηκονταετίας, ὡς ἐν τῷἝσδρᾳ 
παρὰ τοῖς Ἑβραίοις ἱστόρηται.

αἶ μὲν οὑν ἱστορίαι

 
συντρέχουσι Κύρου τε βασιλείας καὶ αἰχμαλωσίας
τέλους, καὶ τὰ κατὰ τὰς Ὀλυμπιάδας οὕτως εἰς ἡμάς
εὑρεθήσεται συμφωνήσαντα· τούτοις γὰρ ἑπόμενοι
καὶ τὰς λοιπὰς ἱστορίας κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀλλήλαις
ἐφαρμόσομεν.

τὰς δὲ πρὸ τούτων ὧδέ πως 
τῆς Ἀττικῆς χρονογραφίας ἀριθμουμένης , ἀπὸ Ὠγύγου
τοῦ παρ’ ἐκείνοις αὐτόχθονος πιστευθέντος, ἐφ’
οὑ γέγονεν ὁ μέγας καὶ πρῶτος ἐν τῇ Ἀττικῇ κατακλυσμὸς,
Φορωνέως Ἀργείων βασιλεύοντος, ὠς’ Ακουσίλαος
ἱστορεῖ, μέχρι πρώτης Ὀλυμπιάδος , ὁπόθεν 
Ελληωες ἀκριβοῦν τοὺς χρόνους ἐνόμισαν, ἔτη συνάλεται
 χίλια εἴκοσιν, ὡς καὶ τοῖς προειρημένοις συμφωνεῖ
καὶ τοῖς ἐξῆς δειχθήσεται.

ταῦτα γὰρ οἶ τὰ
Ἀθηναίων ἱστοροῦντες, Ἑλλάνικός τε καὶ Φιλόχορος
ὁ τὰς Ἀτθίδας, οἴ τε τὰ Συρία Κάστωρ καὶ Θαλλὸς, 
καὶ ὁ τὰ πάντων Διόδωρος ὁ τὰς Βιβλιοθήκας , ’Αλέξανδρός
ξανδρός τε ὁ Πολυΐστωρ, οἵτινες τῶν καθ’ ἡμᾶς
ἀκριβέστερον ἐμνήσθησαν καὶ τῶν Ἀττικῶν ἁπάντων.
εἴ τις οὑν ἐν τοῖς χιλίοις εἴκοσιν ἔτεσιν ἐπίσημος
ἱστορία τυγχάνει, κατὰ τὸ χρήσιμον ἐκλεγήσεται.’’

Καὶ μετὰ βραχέα ἐπιλέγει 
 “Φαμὲν τοίνυν ἔκ. γε τοῦδε τοῦ συγγράμματος
Ὤγυγον, ὃς τοῦ πρώτου κατακλυσμοῦ γέγονεν ἐπώνυμος,
νυμος, πολλῶν διαφθαρέντων διασωθεὶς, κατὰ τὴν
ἀπ’ Αἰγύπτου τοῦ λαοῦ μετὰ Μώσεως ἔξοδον γεγενῆσθαι, 
τόνδε τὸν τρόπον.

ἐπὶ τὴν πρώτην
Ὀλυμπιάδα τὴν προειρημένην ἀπὸ Ὠγύγου ἔτη δειχθήσεται
θήσεται ἃκ · ἀπὸ δὲ τῆς πρώτης Ὀλυμπιάδος ἐπὶ
τῆς νε' ἔτος πρῶτον, τουτέστιν ἐπὶ Κύρου βασιλείας
ἔτος πρῶτον, ὅπερ ἦν αἰχμαλωσίας τέλος, ἴτη σίζ’. 
ἀπὸ Ὤγυγον τοίνυν ἐπὶ Κῦρον ἴτη ασλζ᾿. εἰ
δ’ ἀναφέροι τις ἐπιλογιζόμενος ἀπὸ τοῦ τέλους τῆς

 
αἰχμαλωσίας ασλξ΄ ἔτη, κατὰ ἀνάλυσιν εὑρίσκεται
ταὐτὸν διάστημα ἐπὶ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἀπὸ Αἰγύπτου
διὰ Μώσεως ἐξόδου Ἰσραὴλ, ὅσον ἀπὸ τῆς
πεντηκοστῆς πέμπτης Ὀλυμπιάδος ἐπὶ Ὤγυγον, ὃς
 ἔκτισεν Ἐλευσῖνα. ὅθεν ἐπισημότερον ἔστι καταλαβεῖν
τὴν Ἀττικὴν χρονογραφίαν.

Καὶ μεθ’ ἕτερα 
 “ Καὶ τοσαῦτα μὲν πρὸ Ὠγύγου ’ κατὰ δὲ τοὺς
τούτου χρόνους ἐξῆλθε Μώσης ἀπ’ Αἰγύπτου· καὶ
 ὡς οὐκ ἄπιστον τότε ταῦτα συμβῆναι δείκνυμεν οὓτως.

ἀπὸ τῆς ἐξόδου Μώσεως ἐπὶ Κῦρον, ὃς ὃς 
ἐβασίλευσε μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν, ἔτη ασλξ΄. Μωσέως
γὰρ ἔτη τὰ λοιπὰ τεσσαράκοντα· Ἰησοῦ τοῦ
μετ’ ἐκεῖνον ἡγησαμένου ἔτη κε ’ πρεσβυτέρων ἔτη
 λ΄ τῶν μετὰ Ἰησοῦν Κριτῶν· τῶν τε ἐν τῇ βίβλῳ
τῶν Κριτῶν περιεχομένων ἔτη ’. ἱερέων δὲ Ἤλει
καὶ Σαμουὴλ ἔτη ς΄. τῶν δὲ ἑξῆς βασιλέων Ἐβραίων
ἔτη τετρακόσια ς΄. τῆς δ’ αἰχμαλωσίας ἑβδομήκοντα,
ἧς τὸ τελευταῖον ἔτος ἢν Κύρου βασιλείας ἔτος πρωτον,
 ’τον, ὡς προειρήκαμεν.

ἐπὶ δὲ τὴν πρώτην Ὀλυμπιάδα 
ἀπὸ Μώσεως ἔτη ἃκ, εἴπερ ἐπὶ πεντηκοστῆς
πέμπτης ἔτος πρῶτον ἔτη ασλξ΄· κἀν τοῖς Ἑλληνινικοῖς
συνέδραμεν ὁ χρόνος.

μετὰ δὲ Ὤγυγον,
διὰ τὴν ἀπὸ τοῦ κατακλυσμοῦ πολλὴν φθορὰν,
 ἀβασίλευτος ἔμεινεν ἡ νῦν Ἀττικὴ μέχρι Κέκροπος
ἔτη ρπθ΄. τὸν γὰρ μετὰ Ὤγυγον Ἀκταῖον ἢ ἢ τὰ
πλασσόμενα τῶν ὀνομάτων , οὐδὲ γενέσθαι φησὶ 
Φιλόζορος.”

Καὶ αὖθις 
 “ Ἀπὸ Ὠγύγου τοίνυν ἐπὶ Κῦρον, ὁπόσα ἀπὸ
Μώσεως ἐπὶ τὸν αὐτὸν χρόνον, ἔτη ασλξ΄. καὶ Ἑλλήνων 
δέ τινες ἱστοροῦσι κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους

 
γενέσθαι Μωσέα· Πολέμων μὲν ἐν τῇ πρώτῃ τῶν
Ἑλληνικῶν ἱστοριῶν λέγων, ἐπὶ Ἄπιδος τοῦ Φορωνέως
μοῖρα τοῦ Αἰγυπτίων στρατοῦ ἐξέπεσεν Αἰγύπτου,
οἳ ἐν τῇ Παλαιστίνῃ καλουμένῃ Συρίᾳ οὐ πόρρω
Ἀραβίας ᾤκησαν, αὐτοὶ δηλονότι οἱ μετὰ Μωσέως.

Ἀπίων δὲ ὁ Ποσειδωνίου, περιεργότατος γραμματικῶν,
ἐν τῇ κατὰ Ἰουδαίων βίβλῳ καὶ ἐν τῇ τετάρτῃ
τῶν ἱστοριῶν φησι κατὰ Ἴναχον Ἄργους
βασιλέα, Ἀμώσιος Αἰγυπτίων βασιλεύοντος, ἀπο-
 στῆναι Ἰουδαίους, ὧν ἡγεῖσθαι Μωσέα.

μέμνηται 
δὲ καὶ Ἡρόδοτος τῆς ἀποστασίας ταύτης καὶ Ἀμώσιος
ἐν τῇ δευτέρᾳ· τρόπῳ δέ τινι καὶ Ἰουδαίων
αὐτῶν, ἐν τοῖς περιτεμνομένοις αὐτοὺς καταριθμῶν,
καὶ Ἀσσυρίους τοὺς ἐν τῇ Παλαιστίνῃ ἀποκαλῶν,
τάχα δι᾿ Ἁβραάμ.

Πτολεμαῖος δὲ ὁ Μενδήσιος 
τὰ Αἰγυπτίων ἀνέκαθεν ἱστορῶν ἅπασι τούτοις συντρέχει·
ὥστε οὐδ᾿ ἐπίσημος ἐπὶ πλέον ἡ τῶν χρόνων
παραλλαγή.

σημειωτέον δὲ ὡς ὅ τι ποτὲ ἐξαίρετον
Ἕλλησι δι᾿ ἀρχαιότητα μυθεύεται, μετὰ Μω-
 σέα τοῦθ᾿ εὑρίσκεται, κατακλυσμοί τε καὶ ἐκπυρώσεις, 
Προμηθεὺς, Ἰὼ, Εὐρώπη, Σπαρτοὶ, Κόρης
ἁρπαγὴ, μυστήρια, νομοθεσίαι, Διονύσου πράξεις,
Περσεὺς, ἆθλοι Ἡράκλειοι, Ἀργοναῦται, Κένταυροι,
Μινώταυρος, τὰ περὶ Ἴλιον, Ἡρακλειδῶν κάθοδος,
Ἰώνων ἀποικία, καὶ Ὀλυμπιάδες.

ἔδοξε δή μοι 
τῆς Ἀττικῆς βασιλείας τὸν προειρημένον ἐκτιθέναι
χρόνον, παρατιθέναι μέλλοντι ταῖς Ἑβραϊκαῖς ἱστορίαις
τὰς Ἑλληνικάς. ἐξέσται γὰρ τῷ βουλομένῳ,
παρ᾿ ἐμοῦ τὴν ἀρχὴν κομιζομένῳ, λογίζεσθαι τὸν
ἀριθμὸν ὁμοίως ἐμοί.”

“Οὐκοῦν τῶν χιλίων καὶ εἴκοσιν ἐτῶν, τῶν
μέχρι πρώτης Ὀλυμπιάδος ἀπὸ Μωσέως τε καὶ Ὠγύ-

 
γου ἐκκειμένων , πρώτῳ μὲν ἔτει τὸ Πάσχα καὶ τῶν
Ἑβραίων ἔξοδος ἡ ἀπ’ Αἰγύπτου , ἐν δὲ τῇ Ἀττικῇ
ὁ ἐπὶ Ὠγύγου γίνεται κατακλυσμός ’ καὶ κατὰ λόγον.

τῶν γὰρ Αἰγυπτίων ὀργῇ θεοῦ χαλάζαις τε καὶ
 χειμῶσι μαστιζομένων εἰκὸς ἦν μέρη τινὰ συμπάσχειν
τῆς γῆς, ὅτι Ἀθηναίους τῶν αὐτῶν Αἰγυπτίοις
ἀπολαύειν εἰκὸς ἣν, ἀποίκους ἐκείνων ὑπονοουμένους,
ὥς φασιν ἄλλοι τε καὶ ἐν τῷ Τρικαράνῳ
Θεόπομπος.

ὁ δὲ μεταξὺ χρόνος παραλέλειπται,
 ἐν ᾧ μηδὲν ἐξαίρ·ετον Ἓλλησιν ἱστόρηται. μετὰ δὲ 
τέσσαρα καὶ ἐνενήκοντα ἔτη ἦν Προμηθεὺς, ὥς
τινες, ὃς πλάσσειν ἀνθρώπους ἐμυθεύετο· σοφὸς
γὰρ ὢν εἰς παιδείαν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἄγαν ἰδιωτείας
μετέπλαττε.” 
 Ταῦτα μὲν ὁ Ἀφρικανός. μεταβῶμεν δ’ ἡμεῖς
ἐφ’ ἕτερον.

“Νῦν δὲ προσήκειν μοι νομίζω παραστῆσαι 
πρεσβυτέραν τὴν ἡμετέραν φιλοσοφίαν τῶν παρ’
Ἕλλησιν ἐπιτηδευμάτων. ὅροι δ’ ἡμῖν κείσονται
 Μώσης καὶ Ὅμηρος. τῷ γὰρ ἑκάτερον αὐτῶν εἶναι
παλαίτατον , καὶ τὸν μὲν ποιητῶν καὶ ἱστορικῶν
εἶναι πρεσβύτατον, τὸν δὲ πάσης σοφίας βαρβάρου
ἀρχηγὸν, καὶ ὑφ’ ἡμῶν νῦν εἰς σύγκρισιν παραλαμβανέσθωσαν.

εὑρήσομεν γὰρ οὐ μόνον τῆς Ἑλλήνων 
 παιδείας τὰ παρ’ ἡμῖν, ἔτι δὲ καὶ τῆς τῶν γραμμάτων
εὑρέσεως ἀνώτερα· μάρτυράς τε οὐ τοὺς οἴκοι
παραλήψομαι , βοηθοῖς δὲ μᾶλλον Ἕλλησι καταχρήσομαι.
τὸ μὲν γὰρ ἄγνωμον, ὃτι μηδ’ ὑφ’ ὑμῶν
παραδεκτὸν· τὸ δὲ, ἂν ἀποδεικνύηται, θαυμαστὸν,
 ὁπόταν ὑμῖν διὰ τῶν ὑμετέρων ὅπλων ἀντερείδων 
 

 
ἀνυπόπτους καθ᾿ ὑμῶν τοὺς ἐλέγχους παραλαμβάνω.

περὶ γὰρ τῆς Ὁμήρου ποιήσεως γένους τε αὐτοῦ
καὶ χρόνου καθ᾿ ὃν ἤκμασε προηρεύνησαν πρεσβύτατοι
μὲν Θεαγένης τε ὁ ῾Ρηγῖνος κατὰ Καμβύσην
γεγονὼς, καὶ Στησίμβροτος ὁ Θάσιος, καὶ Ἀντίμαχος 
ὁ Κολοφώνιος, Ἡρόδοτός τε Ἁλικαρνασεὺς, καὶ Διονύσιος
 Ὀλύνθιος· μετὰ δὲ ἐκείνους Ἔφορος ὁ Κυμαῖος,
καὶ Φιλόχορος ὁ Ἀθηναῖος, Μεγακλείδης τε
καὶ Χαμαιλέων οἱ περιπατητικοί· ἔπειτα γραμματικοὶ,
Ζηνόδοτος, Ἀριστοφάνης, Καλλίμοχος, Κράτης, 
Ἐρατοσθένης, Ἀρίσταρχος, Ἀπολλόδωρος.

τούτων
δὲ οἱ μὲν περὶ Κράτητα πρὸ τῆς Ἡρακλειδῶν καθύδου
φασὶν αὐτὸν ἠκμακέναι, μετὰ τὰ Τρωϊκὰ ἐνδοτέρω
τῶν ὀγδοήκοντα ἐτῶν· οἱ δὲ περὶ τὸν Ἐρατο-
 σθένην μετὰ ἑκατοστὸν ἔτος τῆς Ἰλίου ἁλώσεως· 
οἱ δὲ περὶ τὸν Ἀρίσταρχον κατὰ τὴν Ἰωνικὴν ἀποικίαν,
ἥ ἐστι μετὰ ἑκατὸν τεσσαράκοντα ἔτη τῶν Ἰλιακῶν·
Φιλόχορος δὲ μετὰ τὴν Ἰωνικὴν ἀποικίαν ἔτεσι
μ΄, ἐπὶ ἄρχοντος Ἀθήνησιν Ἀρξίππου, τῶν Ἰλιακῶν
ὕστερον ἔτεσιν ἑκατὸν ὀγδοήκοντα· οἱ δὲ περὶ Ἀπολλόδωρον 
μετὰ τὴν Ἰωνικὴν ἀποικίαν ἔτεσιν ἑκατὸν,
ὃ γένοιτ᾿ ἂν ὕστερον τῶν Ἰλιακῶν ἔτεσι διακοσίοις
τεσσαράκοντα· τινὲς δὲ πρὸ τῶν Ὀλυμπιάδων ἔφα-
 σαν αὐτὸν γεγονέναι, τουτέστι μετὰ τὴν Ἰλίου ἅλωσιν
ἔτεσι τετρακοσίοις· ἕτεροι δὲ κάτω τὸν χρόνον 
ὑπήγαγον, σὺν Ἀρχιλόχῳ γεγονέναι τὸν Ὅμηρον εἰπόντες·
ὁ δὲ Ἀρχίλοχος ἤκμασε περὶ Ὀλυμπιάδα
τρίτην καὶ εἰκοστὴν, κατὰ Γύγην τὸν Λυδὸν, ὕστερον
τῶν Ἰλιακῶν ἔτεσι πεντακοσίοις.

καὶ περὶ μὲν
τῶν χρόνων τοῦ προειρημένου ποιητοῦ, λέγω δὴ 
Ὁμήρου, στάσεως τε καὶ τῶν εἰπόντων τὰ περὶ αὐτὸν
ἀσυμφωνίας τοῖς ἐπ᾿ ἀκριβὲς ἐξετάζειν δυνα-

 
μένοις αὐταρκῶς ἡμῖν ὡς ἐπὶ κεφαλαίῳ εἰρήσθω.
δυνατὸν γὰρ παντὶ ψευδεῖς ἀποφαίνεσθαι καὶ τὰς
περὶ τοὺς λόγους δόξας. παρ’ οἷς γὰρ ἀσυνάρητός 
ἐστιν ἡ τῶν χρόνων ἀναγραφὴ , παρὰ τούτοις οὐδὲ
 τὰ τῆς ἱστορίας ἀληθεύειν δύναται.

Καὶ μετὰ βραχέα 
 “Πλὴν Ὃμηρος ἔστω μὴ μόνον ὕστερος τῶν Ἰλιακῶν,
ἀλλὰ κατ’ ἐκεῖνον αὐτὸν ὑπειλήφθω γεγονέναι
τὸν τοῦ πολέμου καιρὸν, ἔτι δὲ καὶ τοῖς περὶ Ἀγαμέμνονα
 συνεστρατεῦσθαι, κἂν βούληταί τις, καὶ
πρὶν τῶν στοιχείων τὴν εὕρεσιν γεγονέναι· φανήσεται
γὰρ ὁ προειρημένος Μώσης αὐτῆς μὲν τῆς
Ἰλιακῆς ἁλώσεως πρεσβύτερος πάνυ πολλοῖς ἔτεσι,
τῆς δὲ γεγονυίας Ἰλίου κτίσεως καὶ τοῦ Τρωὸς καὶ
 Δαρδάνου λίαν ἀρχαιότερος.

ἀποδείξεως δὲ ἕνεκα
μάρτυσι χρήσομαι Χαλδαίοις , Φοίνιξιν , Αἰγυπτίοις.
καὶ τί μοι λέγειν πλείονα; χρὴ γὰρ τὸν πείθειν ἐπαγγελλόμενον
συντομωτέρας ποιεῖσθαι τἀς περὶ τόν
πραγμάτων πρὸς τοὺς ἀκούοντας διηγήσεις.

Βηρωσσὸς
 ἀνὴρ Βαβυλώνιος, ἱερεὺς τοῦ παρ’ αὐτοῖς 
Βήλου, κατὰ Ἀλέξανδρον γενόμενος, Ἀντιόχῳ τῷ
μετὰ Σέλευκον τρίτῳ τὴν Χαλδαίων ἱστορίαν ἐν
τρισὶ βιβλίοις κατατάξας καὶ τὰ περὶ τῶν βασιλέων
ἐκτιθέμενος ἀφηγεῖταί τινος αὐτῶν ὄνομα Ναβουχοδονόσορ,
 , τοῦ συστρατεύσαντος ἐπὶ Φοίνικας καὶ
Ἰουδαίους, ἅτινα διὰ τῶν καθ’ ἡμᾶς προφητῶν ἴσμεν
κεκηρυγμένα, γεγονότα μὲν πολὺ τῆς Μώσεως ἡλικίας
κατώτερα, πρὸ δὲ τῆς Περσῶν ἡγεμονίας ἔτεσιν
ἑβδομήκοντα.

Βηρωσσὸς δέ ἐστιν ἀνὴρ Ἱκανώτατος·
 καὶ τούτου τεκμήριον Ἰόβας, ὃς Περὶ Ἀσσυρίων· 
γράφων παρὰ βηρωσσοῦ φησι μεμαθηκέναι τὴν ἱστορίαν·
εἰσὶ δ’ αὐτῷ βίβλοι Περὶ Ἀσσυρίων δύο.”

‘‘Μετὰ δὲ τοὺς Χαλδαίους τὰ Φοινίκων οὓτως
ἔχει. γεγόνασι παρ’ αὐτοῖς ἄνδρες τρεῖς, Θεόδοτος,
Ὑψικράτης , Μῶχος. τούτων τὰς βίβλους εἰς
Ἑλληνίδα κατέταξε φωνὴν Λαῖτος , ὁ καὶ τοὺς βίους
τῶν φιλοσόφων ἐπ’ ἀκριβὲς πραγματευσάμενος.

ἐν δὴ ταῖς τῶν προειρημένων ἱστορίαις δηλοῦται
κατά τινα τῶν βασιλέων Εὐρώπης ἁρπαγὴ γεγονέναι,
Μενελάου τε εἰς τὴν Φοινίκην ἄφιξις, καὶ τὰ περὶ
Εἴραμον, ὅστις Σολομῶνι τῷ Ἰουδαίων βασιλεῖ πρὸς
γάμον δοὺς τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα καὶ ξύλων παντοδαπῶν 
ὕλην εἰς τὴν τοῦ νεὼ κατασκευὴν ἐδωρήσατο.

καὶ Μένανδρος δὲ ὁ Περγαμηνὸς περὶ τῶν αὐτῶν
τὴν ἀναγραφὴν ἐποιήσατο. τοῦ δὲ Είράμου ὁ
χρόνος ἤδη που τοῖς Ἰλιακοῖς ἐγγίζει· Σολομῶν δὲ
ὁ κατ’ Εἴραμον πολὺ κατώτερός ἐστι τῆς Μώσεως 
ἡλικίας.”

“ Αἰγυπτίων δ’ εἰσὶν ἀκριβεῖς χρόνων ἀναγραφαί.
καὶ τῶν κατ’ αὐτοὺς γραμμάτων ἑρμηνεὺς
Πτολεμαῖος, οὐχ ὁ βασιλεὺς, ἱερεὺς δὲ Μένδητος·
οὗτος τὰς τῶν βασιλέων πράξεις ἐκτιθέμενος κατὰ 
Ἀμῶσιν Αἰγύπτου βασιλέα γεγονέναι Ἰουδαίοις φησὶ
τὴν ἐξ Αἰγύπτου πορείαν εἰς ἅπερ ἤθελον χωρία,
Μώσεως ἡγουμένου.

λέγει δὲ οὕτως · ὁ δὲ Ἄμωσις
ἐγένετο κατὰ τὸν Ἴναχον τὸν βασιλέα. μετὰ δὲ
τοῦτον Ἀπίων ὁ γραμματικὸς , ἀνὴρ δοκιμώτατος, ἐν 
τῇ τετάρτῃ τῶν Αἰγυπτιακῶν (πέντε δέ εἰσιν αὐτῷ
γραφαί) πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα, φησὶ δ’ ὅτι κατέσκαψε
τὴν Αὔαριν Ἄμωσις, κατὰ τὸν Ἀργεῖον γενόμενος
Ἴναχον, ὡς ἐν τοῖς Χρόνοις ἀνέγραψεν ὁ Μενδήσιος
 Πτολεμαῖος.

ὁ δὲ ἀπὸ Ἰνάχου χρόνος ἄχρι τῆς 
Ἰλίου ἁλώσεως ἀποπληροῖ γενεὰς εἴκοσι. καὶ τὰ τῆς
ἀποδείξεως τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον.”

“ Γεγόνασιν Ἀργείων βασιλεῖς οἵδε, Ἴναχος,
Φορωνεὺς, Ἆπις, Ἀργεῖος, Κρίασος, Φορβὰς, Τριόπας,
Κρότωπός, Σθενέλαος, Δαναὸς, Λυγκεὺς, Ἄβας,
Προῖτος, Ἀκρίσιος, Περσεὺς, Εὐρυσθεὺς, Ἀτρεὺς,
 Θυέστης, Ἀγαμέμνων, οὗ κατὰ τὸ ὀκτωκαιδέκατον
ἔτος τῆς βασιλείας Ἴλιον ἑάλω.

καὶ χρὴ τὸν
νουνεχῆ συνιέναι μετὰ πάσης ἀκριβείας ὅτι κατὰ τὴν 
Ἑλλήνων παράδοσιν οὐδ’ ἱστορίας τις ἦν παρ’ αὐτοῖς
ἀναγραφή. Κάδμος γὰρ ὁ τὰ στοιχεῖα τοῖς προειρημένοις
 παραδοὺς μετὰ πολλὰς γενεὰς τῆς Βοιωτίας
ἐπέβη.

μετὰ δὲ Ἴναχον ὑπὸ Φορωνέως μόλις
τοῦ θηριώδους βίου καὶ νομάδος περιγραφὴ
γέγονε, μετεκοσμήθησάν τε οἶ ἄνθρωποι. διόπερ εἰ
κατὰ Ἴναχον πέφηνεν ὁ Μώσης γεγονὼς, πρεσβύτερός
 ἐστι τῶν Ἰλιακῶν ἔτεσι τετρακοσίοις.

ἀποδείνυται
δὲ τοῦθ’ οὕτως ἔχον ἀπό τε τῆς τῶν Ἀττικῶν
βασιλέων διοδοχῆς, Μακεδονικῶν τε καὶ
Πτολεμαϊκῶκ, ἔτι δὲ καὶ Ἀντιοχικῶν. ὅθεν εἰ μετὰ 
τὸν Ἴναχον αἶ διαφανέσταται πράξεις παρ’ Ἓλλησιν
 ἐγράφησάν τε καὶ γινώσκονται , δῆλον ὡς καὶ μετὰ
Μωσέα.

κατὰ μὲν γὰρ Φορωνέα τὸν μετ’ Ἴναχον
μνημονεύεται παρ’ Ἀθηναίοις Ὤγυγος, ἐφ’ οὗ κατακλυσμὸς
ὁ πρῶτος , κατὰ δὲ Φόρβαντα Ἀκταῖος, ἀφ’
οὖ Ἀκταία ἡ Ἀττική ’ κατὰ δὲ Τριόπαν Προμηθεὺς
 καὶ Ἐπιμηθεὺς καὶ Ἄτλας καὶ ὁ διφυὴς Κέκροψ
καὶ ἡ Ἰώ·

κατὰ δὲ Κρότωπόν ἡ ἐπὶ Φαέθοντος 
ἐκπύρωσις καὶ ἡ ἐπὶ Δευκαλίωνος ἐπομβρία· κατὰ
δὲ Σθενέλαον ἥ τε Ἀμφικτύονος βασιλεία καὶ ἡ εἰς
Πελοπόννησον Δαναοῦ παρουσία καὶ ἡ ὑπὸ Δαρδάνου
 τῆς Δαρδανίας κτίσις, ἥ τε ἐκ Φοινίκης τῆς
Εὐρώπης εἰς τὴν Κρήτην ἀνακομιδή·

κατὰ δὲ
Λυγκέα τῆς Κόρης ἡ ἁρπαγὴ καὶ ἡ τοῦ ἐν Ἐλευσῖνι

 
τεμένους καθίδρυσις, καὶ ἡ Τριπτολέμου γεωργία,
καὶ ἡ Κάδμου εἰς Θήβας παρουσία, Μίνωός τε βασιλεία·

κατὰ δὲ Προῖτον ὁ Εὐμόλπου πρὸς Ἀθηναίους
πόλεμος· κατὰ δὲ Ἀκρίσιον Πέλοπος ἀπὸ
Φρυγίας διάβασις, καὶ Ἴωνος εἰς τὰς Ἀθήνας ἄφιξις, 
καὶ ὁ δεύτερος Κέκροψ, αἵ τε Περσέως πράξεις· κατὰ
δὲ τὴν Ἀγαμέμνονος βασιλείαν Ἴλιον ἐάλω.”

“Οὐκοῦν πέφηνεν ὁ Μωσῆς ἀπό γε τῶν προειρημένων
πρεσβύτατος ἡρώων, πόλεων, δαιμόνων.
καὶ χρὴ τῷ πρεσβεύοντι κατὰ τὴν ἡλικίαν πιστεύειν 
 μᾶλλον ἤπερ τοῖς ἀπὸ πηγῆς ἀρυσαμένοις Ἕλλησιν
οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν τἀκείνου δόγματα.

πολλοὶ
γὰρ οἱ κατ᾿ αὐτοὺς σοφισταὶ κεχρημένοι περιεργίᾳ,
οἳ ὅσα παρὰ τῶν κατὰ Μωσέα καὶ τῶν ὁμοίως αὐτῷ
φιλοσοφούντων ἔγνωσαν παραχαράττειν ἐπειράθησαν, 
πρῶτον μὲν ἵνα τι λέγειν ἴδιον νομισθῶσι,
 δεύτερον δ᾿ ὅπως τὰ ὅσα μὴ συνίεσαν, διά τινος
ἐπιπλάστου ῥητολογίας παρακαλύπτοντες, ὡς μυθολογίαν
τὴν ἀλήθειαν παραβραβεύσωσι.”

“Περὶ μὲν οὖν τῆς καθ᾿ ἡμᾶς πολιτείας, 
ἱστορίας τε τῆς κατὰ τοὺς ἡμετέρους νόμους, ὅσα τε
εἰρήκασιν οἱ παρὰ τοῖς Ἕλλησι λόγιοι, καὶ πόσοι καὶ
τίνες εἰσὶν οἱ μνημονεύσαντες, ἐν τῷ πρὸς τοὺς ἀποφηναμένους
τὰ περὶ θεοῦ δειχθήσεται·

τὸ δὲ
νῦν ἔχον, σπευστέον μετὰ πάσης ἀκριβείας σαφηνίζειν 
ὡς οὐχ Ὁμήρου μόνον πρεσβύτερός ἐστιν ὁ
Μωσῆς, ἔτι δὲ καὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ συγγραφέων, Λί-
 νου, Φιλάμμονος, Θαμύριδος, Ἀμφίονος, Ὀρφέως,
Μουσαίου, Δημοδόκου, Φημίου, Σιβύλλης, Ἐπιμενίδου
τοῦ Κρητὸς, ὅστις εἰς τὴν Σπάρτην ἀφίκετο, 
Ἀρισταίου τοῦ Προκοννησίου, καὶ τοῦ τὰ Ἀριμάσπια
συγγράψαντος, Ἀσβόλου τε τοῦ Κενταύρου, καὶ Ἰσα-

 
τιδος, Δρυμῶνός τε καὶ Εὔκλου τοῦ Κυπρίου, καὶ
Ὥρου τοῦ Σαμίου, καὶ Προναπίδου τοῦ Ἀθηναίου.

Λίνος μὲν γὰρ Ἡρακλέους ἐστὶ διδάσκαλος, ὁ
δὲ Ἡρακλῆς μιᾷ τῶν Τρωι·κῶν προγενέστερος πέφηνε
 γενεᾷ. τοῦτο δέ ἐστι φανερὸν ἀπὸ τοῦ παιδὸς αὐτοῦ 
Τληπολέμου, τοῦ στρατεύσαντος ἐπὶ Ἴλιον.

Ορφεὺς
δὲ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον Ἡρακλεῖ γέγονεν·
ἄλλως τε καὶ τὰ εἰς αὐτὸν ἐπεισφερόμενά φασιν ὑπὸ
Ὀνομακρίτου τοῦ Ἀθηναίου συντετάχθαι, γενομένου
 κατὰ τὴν Πεισιστρατιδῶν ἀρχὴν, περὶ τὴν πεντηκοστὴν
Ὀλυμπιάδα.

τοῦ δ’ Ὀρφέως Μουσαῖος
μαθητής. Ἀμφίων δὲ δυσὶ προάγων γενεαῖς τῶν
Τρωϊκῶν τοῦ πλείονα πρὸς τοὺς φιλομαθεῖς συνατάττειν
ἡμᾶς ἀπείργει. Δημόδοκός τε καὶ Φήμιος κατ’
 αὐτὸν τὸν Τρωϊκὸν πόλεμον γεγόνασι · διέτριβον
γὰρ ὁ μὲν παρὰ τοῖς μνηστῆρσιν, ὁ δὲ παρὰ τοῖς
Φαίαξι. καὶ ὁ Θάμυρις καὶ ὁ Φιλάμμων οὐ πολὺ
τούτων εἰσὶν ἀρχαιότεροι.

περὶ μὲν οὖν τῆς καθ’ 
ἕκαστον λόγον πραγματείας, χρόνων τε καὶ ἀναγραφῆς
 αὐτῶν, ὡς οἶμαι, σφόδρα μετὰ πάσης ὑμῖν ἀκριβείας
ἀνεγράψαμεν· ἔνα δὲ καὶ τὸ μέχρι νῦν ἐνδέον
ἀποπληρώσωμεν . ἔτι καὶ περὶ τῶν νομιζομένων σοφῶν
ποιήσομαι τὴν ἀπόδειξιν.

Μίνως μὲν γὰρ,
ὁ πάσης προύχειν νομισθεὶς σοφίας ἀγχινοίας τε καὶ
 νομοθεσίας , ἐπὶ Λυγκέως τοῦ μετὰ Δαναὸν βασιλεύσαντος
γέγονεν, ἑνδεκάτῃ γενεᾷ μετὰ Ἴναχον.
Λυκοῦργος δὲ, πολὺ μετὰ τὴν Ἰλίου γεννηθεὶς ἂλωσιν,
πρὸ τῶν Ὀλυμπιάδων ἔτεσιν ἑκατὸν νομοθετεῖ 
Λακεδαιμονίοις.

Δράκων δὲ περὶ Ὀλυμπιάδα
 τριακοστὴν καὶ ἐνάτην εὑρίσκεται γεγονώς· Σόλων
δὲ περὶ μς΄· Πυθαγόρας κατὰ τὴν ἑξηκοστὴν δευτέραν.
τὰς δὲ Ὀλυμπιάδας ὕστερον τῶν Ἰλιακῶν

 
ἔτεσιν ἀπεδείξαμεν γεγονυίας τετρακοσίοις ἑ.

καὶ δὴ τούτων οὕτως ἀποδεδειγμένων διὰ βραχέων
ἔτι καὶ περὶ τῆς τῶν ἑπτὰ σοφῶν ἡλικίας ἀναγράψομεν.
τοῦ γὰρ πρεσβυτάτου τῶν προειρημένων
 Θάλητος γενομένου περὶ τὴν πεντηκοστὴν Ὀλυμπιάδα 
καὶ τὰ περὶ τῶν μετ’ αὐτὸν σχεδὸν ἡμῖν συντομως
εἴρηται.

“ Ταῦθ᾿ ἄνδρες Ἓλληνες, ὁ κατὰ βαρβάρους
φιλοσοφῶν Τατιανὸς συνέταξα, γεννηθεὶς
μὲν ἐν τῇ τῶν Ἀσσυρίων γῇ 5 παιδευθεὶς δὲ πρῶτον 
μὲν τὰ ὑμέτερα, δεύτερον δὲ ἅτινα νῦν κηρύττειν
ἐπαγγέλλομαι. γινώσκων δὲ λοιπὸν τίς ὁ θεὸς καὶ
τίς ἡ κατ’ αὐτὸν ποίησις ἕτοιμον ἐμαυτὸν ὑμῖν πρὸς
τὴν ἀνάκρισιν τῶν δογμάτων παρίστημι, μενούσης
μοι τῆς κατὰ θεὸν πολιτείας ἀνεξαρνήτου.” 
 Τοσαῦτα καὶ ὁ Τατιανός. μετίωμεν δὲ καὶ ἐπὶ
Κλήμεντα.

“ Εἴρηται μὲν οὖν περὶ τούτων ἀκριβῶς Τατιανῷ
ἐν τῷ Πρὸς τοὺς Ἓλληνας, εἴρηται δὲ καὶ
Κασσιανῷ ἐν τῷ πρώτῳ τῶν Ἐξηγητικῶν. ἀπαιτεῖ 
δ’ ὅμως τὸ ὑπόμνημα καὶ ἡμὰς ἐπιδραμεῖν τὰ κατὰ
τὸν τόπον εἰρημένα.

Ἀπίων τοίνυν ὁ γραμματικὸς,
ὁ Πλειστονίκης ἐπικληθεὶς , ἐν τῇ δ’ τῶν Αἰγυπτιακῶν
 ἱστοριῶν , καίτοι φιλαπεχθημόνως πρὸς
Εβραίους διακείμενος , ἅτε Αἰγύπτιος τὸ γένος , ὡς 
καὶ κατὰ Ἰουδαίων συντάξασθαι βιβλίον, Ἀμώσιος
τοῦ Αἰγυπτίων βασιλέως μεμνημένος καὶ τῶν κατ’
αὐτὸν πράξεων, μάρτυρα παρατίθεται Πτολεμαῖον
τὸν Μενδήσιον.

καὶ τὰ τῆς λέξεως αὐτοῦ ὧδε
ἔχει “Κατέσκαψε δὲ τὴν Ἀούαριν Ἄμωσις, , κατὰ τὸν 3o
 

 
Ἀργεῖον γενόμενος Ἴναχον, ὡς ἐν τοῖς Χρόνοις ἀνέγραψεν
ὁ Μενδήσιος Πτολεμαῖος.

ὁ δὲ Πτολεμαῖος
οὗτος ἱερεὺς μὲν ἦν, τὰς δὲ τῶν Αἰγυπτίων βασιλέων
πράξεις ἐν τρισὶν ὅλαις ἐκθέμενος βίβλοις κατὰ 
 Ἄμωσίν φησιν Αἰγύπτου βασιλέα Μώσεως ἡγουμένου
γεγονέναι Ἰουδαίοις τὴν ἐξ Αἰγύπτου πορείαν,
ἐξ ὧν συνῶπται κατὰ Ἴναχον ἠκμακέναι τὸν Μωσέα.

παλαίτερα δὲ τῶν Ἑλληνικῶν μνημονεύεσθαι τὰ
Ἀργολικὰ, τὰ ἀπὸ Ἰνάχου λέγω, Διονύσιος ὁ Ἁλικαρνασεὺς
 ἐν τοῖς Χρόνοις διδάσκει.

τούτων δὲ
τεσσαράκοντα μὲν γενεαῖς νεώτερα τὰ Ἀττικὰ, τὰ
ἀπὸ Κέκροπος τοῦ διφυοῦς δὴ καὶ αὐτόχθονος, ὥς
φησι κατὰ λέξιν ὁ Τατιανός ’ ἐννέα δὲ τὰ Ἀρκαδικὰ
τὰ ἀπὸ Πελασγοῦ· λέγεται δὲ καὶ οὗτος αὐτόχθων.

τούτων δὲ ἄλλων δυοῖν νεώτερα τὰ Φθιωτικὰ τὰ 
ἀπὸ Δευκαλίωνος. εἰς δὲ τὸν χρόνον τῶν Τρωϊκῶν
ἀπὸ Ἰνάχου γενεαὶ μὲν εἴκοσιν ἢ μιᾷ πλείους διαριθμοῦνται,
ἔτη δὲ, ὡς ἔπος εἰπεῖν , ὒ καὶ πρόσω.

εἰ δὲ τὰ Ἀσσυρίων πολλοῖς ἔτεσι πρεσβύτερα
 τῶν Ἑλληνικῶν Κτησίας λέγει , φανήσεται τῷ
δευτέρῳ καὶ τετρακοσιοστῷ ἔτει τῆς Ἀσσυρίων ἀρχῆς,
τῆς δὲ Βηλούχου τοῦ ὀγδόου δυναστείας τῷ
δευτέρῳ καὶ τριακοστῷ ἡ Μώσεως κατὰ Ἄμωσιν
τὸν Αἰγύπτιον καὶ κατὰ Ἴναχον τὸν Ἀργεῖον ἐξ Αἰγύπτου
 κίνησις.

ἦν δὲ κατὰ τὴν Ἑλλάδα κατὰ 
μὲν Φορωνέα τὸν μετ’ Ἴναχον ὁ ἐπὶ Ὠγύγου κατακλυσμὸς
καὶ ἡ ἐν Σικυῶνι βασιλεία, πρώτου μὲν
Αἰγιαλέως , εἶτα δὲ Εὐρωπὸς, εἶτα Τελχῖνος , καὶ ἡ
Κρητὸς ἐν Κρήτῃ.

Ἀκουσίλαος γὰρ Φορωνέα
 πρῶτον ἀνθρώπων γενέσθαι λέγει· ὅθεν καὶ ὁ τῆς
Φορωνίδος ποιητὴς εἶναι αὐτὸν ἴφη πατέρα θνητῶν
ἀνθρώπων.

ἐντεῦθεν ὁ Πλάτων’ ἐν Τιμαίῳ κα-

 
τακολουθήσας Ἀκουσιλάῳ γράφει “καὶ ποτε προαγαγεῖν
βουληθεὶς αὐτοὺς περὶ τῶν ἀρχαίων εἰς
λόγους, τῶν xfjds trj πόλει τὰ ἀρχαιότατα λέγειν
ἐπιχειρεῖν, περὶ Φορωνέως τε τοῦ πρώτου λεχθέντος
καὶ Νιόβης καὶ τὰ μετὰ τὸν κατακλυσμόν.”

κατὰ 
 δὲ Φόρβαντα Ἀκταῖος, ἀφ’ οὗ Ἀκταία ἡ Ἀττική·
κατὰ δὲ Τριόπαν Προμηθεὺς καὶ Ἄτλας καὶ Ἐπιμηθεὺς
καὶ ὁ διφυὴς Κέκροψ καὶ Ἰώ · κατὰ δὲ Κρότωπον
ἡ ἐπὶ Φαέθοντος ἐκπύρωσις καὶ ἡ ἐπὶ Δευκαλίωνος
ἐπομβρία ’ κατὰ δὲ Σθενέλαον ἥ τε Ἀμφικτύονος 
βασιλεία καὶ ἡ εἰς Πελοπόννησον Δαναοῦ
παρουσία καὶ ἡ ὑπὸ Δαρδάνου τῆς Δαρδανίας κτίσις,
 ὃν πρῶτον φησὶν Ὃμηρος) τέκετο νεφεληγερέτα Ζεύς.

ἥ τε ἐκ Κρήτης εἰς Φοινίκην ἀνακομιδή· κατὰ
δὲ Λυγκέα τῆς κόρης ἡ ἁρπαγὴ, καὶ ἡ τοῦ ἐν Ἐλευσῖνι 
τεμένους καθίδρυσις, καὶ ἡ Τριπτολέμου γεωργία,
 καὶ ἡ Κάδμου εἰς Θήβας παρουσία, Μίνωός τε
βασιλεία · κατὰ δὲ Προῖτον ὁ Εὐμόλπου πρὸς Ἀθηναίους
πόλεμος· κατὰ δὲ Ἀκρίσιον Πέλοπος ἀπὸ
 Φρυγίας διάβασις καὶ Ἴωνος εἰς Ἀθήνας ἄφιξις, 
καὶ ὁ δεύτερος Κέκροψ, αἳ τε Πέρσεως καὶ Διονύσου
πράξεις, Ὀρφεύς τε καὶ Μουσαῖος·

κατὰ δὲ τὸ
ὀκτωκαιδέκατον ἔτος τῆς Ἀγαμέμνονος βασιλείας
Ἴλιον ἑάλω, Δημοφῶντος τοῦ Θησέως βασιλεύοντος
 Ἀθήνησι τῷ πρώτῳ ἔτει, Θαργηλιῶνος μηνὸς δευτέρᾳ 
ἐπὶ δέκα, ὥς φησι Διονύσιος ὁ Ἀργεῖος ’

Ἄγις
δὲ καὶ Δερκύλος ἐν τῇ τρίτῃ μηνὸς Πανέμου ὀγδόῃ
φθίνοντος· Ἑλλάνικος δωδεκάτῃ Θαργηλιῶνος , καί
τινες τῶν τὰ Ἀττικὰ συγγραψαμένων ὀγδόῃ φθίνονκαὶ
 

 
τος, βασιλεύοντος τὸ τελευταῖον ἔτος Μενεσθέως,
πληθυούσης σελήνης·
 νὺξ μὲν ἔην 
φησὶν ὁ τὴν μικρὰν Ἰλιάδα πεποιηκὼς)
 μεσάτα, λαμπρὰ δ’ ἐπέτελλε σελάνα·

ἕτεροι δὲ Σκιροφοριῶνος τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Θησεὺς
δὲ Ἡρακλέους ζηλωτὴς ὢν πρεσβύτερός ἐστι τῶν
Τρωϊκῶν μιᾷ γενεᾷ· τοῦ γοῦν Τληπολέμου , ὃς ἦν 
υἱὸς Ἡρακλέους, Ὅμηρος μέμνηται ἐπὶ Ἴλιον στρατεύσαντος.

προτερεῖν ἄρα Μώσης ἐπιδείκνυται
τῆς μὲν Διονύσον ἀποθεώσεως ἔτη χδ΄. εἴ γε τῆς
Πέρσεως βασιλείας τῷ τριακοστῷ δευτέρῳ ἔτει ἐκθεοῦται,
ὥς φησιν Ἀπολλόδωρος ἐν τοῖς Χρονικοῖς.

ἀπὸ δὲ Διονύσου ἐπὶ Ἡρακλέα καὶ τοὺς περὶ
 Ἰάσονα ἀριστεῖς, τοὺς ἐν rrj Ἀργοῖ πλεύσαντας, συνάγεται
ἔτη ξγ΄. ’ Ἀσκληπιός τε καὶ Διόσκουροι συνέπλεον
αὐτοῖς, ὡς μαρτυρεῖ ὁ Ῥόδιος Ἀπολλώνιος ἐν
τοῖς Ἀργοναυτικοῖς.

ἀπὸ δὲ τῆς Ἡρακλέους ἐν
Ἄργει βασιλείας ἐπὶ τὴν Ἡρακλέους αὐτοῦ καὶ Ἀσκληπιοῦ
 ἀποθέωσιν ἔτη συνάγεται λη΄ κατὰ τὸν χρονογράφον
Ἀπολλόδωρον. ἐντεῦθεν δὲ ἐπὶ τὴν Κάστορος 
καὶ Πολυδεύκους ἀποθέωσιν ἔτη νγ΄. ἐνταῦθά
που καὶ ἠ’ Ἰλίου κατάληψις.

εἰ δὲ χρὴ πείθεσθαι
καὶ Ἡσιόδῳ τῷ ποιητῇ, ἀκούσωμεν αὐτοῦ ’
 Ζηνὶ δ’ ἄρ’ Ἀτλαντὶς Μαίῃ τέκε κύδιμον Ἑρμῆν, 
 κήρυκ’ ἀθανάτων, ἱερὸν λέχος εἰσαναβᾶσα. 
 Καδμείη δ’ ἄρα οἱ Σεμέλη τέκε φαίδιμον υἱὸν, 
 μιχθεῖσ’ ἐν φιλότητι, Διώνυσον πολυγηθῆ.

Κάδμος μὲν ὁ Σεμέλης πατὴρ ἐπὶ Λυγκέως ἐς 
 Θήβας ἔρχεται καὶ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων εὑρετὴς
γίνεται. Τριόπας δὲ συγχρονεῖ Ἴσιδι ἑβδόμῃ
γενεᾷ ἀπὸ Ἰνάχου.

εἰσὶ δὲ οἳ τὴν Ἰώ φασι, διὰ

 
τὸ ἰέναι αὐτὴν διὰ πάσης τῆς γῆς πλανωμένην. ταύτὴν
δὲ Ἴστρος ἐν τῷ Περὶ τῆς Αἰγυπτίων ἀποικίας
Προμηθέως θυγατέρα φησί. Προμηθεὺς δὲ κατὰ
Τριόπαν, ἑβδόμῃ γενεᾷ μετὰ Μωσέα· ὣστε καὶ πρὸ
 τῆς καθ’ Ἕλληνας ἀνθρωπογονίας ὁ Μώσης.

Λέων 
δὲ ὁ τὰ περὶ τῶν κατ’ Αἴγυπτον θεῶν πραγματευσάμενος
τὴν Ἴσιν ὑπὸ Ἑλλήνων Δήμητρα καλεῖσθαί
φησιν , ἣ κατὰ Λυγκέα γίνεται ἑνδεκάτῃ ὕστερον
Μώσεως γενεᾷ.

Ἆπις τε ὁ Ἄργους βασιλεὺς
Μέμφιν οἰκίζει, ὥς φησιν Ἀρίστιππος ἐν πρώτη Ἀρκαδικῶν· 
τοῦτον δὲ Ἀριστέας ὁ Ἀργεῖος ἐπονομασθῆναί
φησι Σάραπιν , καὶ τοῦτον εἶναι ὃν Αἰγύπτιοι
σέβουσι.

Νυμφόδωρος δὲ ὁ Ἀμφιπολίτης ἐν
τρίτῳ Νομίμων Ἀσίας τὸν Ἄπιν τὸν ταῦρον τελευτήσαντα
καὶ ταριχευθέντα εἰς σορὸν ἀποτεθεῖσθαι 
 ἐν τῷ ναῷ τοῦ τιμωμένου δαίμονος, κἀντεῦθεν Σορόαπιν
κληθῆναι καὶ Σάραπιν ὕστερον· Ἆπις δὲ
τρίτος ἀπὸ Ἰνάχου.

ναὶ μὴν ἡ Λητὼ κατὰ Τιτυὸν
γίνεται ’
 Λητὼ γὰρ ἣλκησε Δῖός κυδρὴν παράκοιτιν.

Τιτυὸς δὲ συνεχρόνισε Ταντάλῳ. εἰκότως ἄρα
καὶ ὁ Βοιώτιος Πίνδαρος γράφει
 ἐν χρόνῳ δὲ γένετ’ Ἀπόλλων. 
καὶ οὐδὲν θαυμαστὸν, ὅπου γε καὶ Ἀδμήτῳ θητεύων
εὑρίσκεται σὺν καὶ Ἡρακλεῖ “ εἰς ἐνιαυτόν.”

Ζῆθος δὲ καὶ Ἀμφίων, οἱ μουσικῆς εὑρεταὶ,
περὶ τὴν Κάδμου γεγόνασιν ἡλικίαν. κἄν τις ἡμῖν
λέγῃ Φημονόην πρώτην χρησμῳδῆσαι Ἀκρισίῳ, ἀλλ’
 ἴστω γε ὅτι μετὰ Φημονόην ἔτεσιν ὕστερον κζ΄ οἱ
περὶ Ὀρφέα καὶ Μουσαῖον καὶ Λίνον τὸν Ἡρακλέους 
 διδάσκαλον.

Ὅμηρος δὲ καὶ Ἡσίοδος

 
πολλῷ νεώτεροι τῶν Ἰλιακῶν, μεθ’ οὓς μακρῷ νεώτεροι
οἶ παρ’ Ἕλλησι νομοθέται, Λυκοῦργός τε καὶ
Σόλων καὶ οἶ ἑπτὰ σοφοὶ, οἵ τε ἀμφὶ τὸν Σύριον
Φερεκύδην καὶ Πυθαγόραν τὸν μέγαν κάτω που
 περὶ τὰς Ὀλυμπιάδας γενόμενοι, ὡς παρεστήσαμεν.

καὶ θεῶν ἄρα τῶν πλείστων παρ’ Ἕλλησιν, οὐ
μόνον τῶν λεγομένων σοφῶν τε καὶ ποιητῶν, ὁ Μωσῆς
ἡμῖν ἀποδέδεικται πρεσβύτερος.”

Ταῦτα καὶ ὁ Κλήμης. ἀλλ’ ἐπεὶ πρὸ τῶν
 ἡμετέρων ἐσπουδάσθη καὶ αὐτοῖς Ἑβραίων παισὶν ἡ
προκειμένη πραγματεία, καλῶς ἂν ἔχοι καὶ τὰ τούτων
συνιδεῖν. χρήσομαι δὲ ἀντὶ πάντων ταῖς Φλαυίου
Ἰωσήπου φωναῖς

“ Ἄρξομαι δὲ πρῶτον ἀπὸ τῶν παρ’ Αἰγυπτίοις 
 γραμμάτων. αὐτὰ μὲν οὖν οὐχ οἶόν τε παρατίθεσθαι
τἀκείνων· Μάνεθως δὲ τὸ γένος Αἰγύπτιος,
ἀνὴρ τῆς Ἑλληνικῆς μετεσχηκὼς παιδείας,
ὡς δῆλός ἐστι, γέγραφε γὰρ Ἑλλάδι φωνῇ τὴν πάτριον
ἱστορίαν, ἔκ τε τῶν ἱερῶν , ὥς φησιν αὐτὸς,
 μεταφράσας, ὃς καὶ πολλὰ τὸν Ἡρόδοτον ἐλέγχει τῶν
Αἰγυπτιακῶν ὑπ’ ἀγνοίας ἐψευσμένον ’ οὗτος δὴ
τοίνυν ὁ Μάνεθως ἐν τῇ δευτέρᾳ τῶν Αἰγυπτιακῶν
ταῦτα περὶ ἡμῶν γράφει ’ παραθήσομαι δὲ τὴν λέξιν
αὐτοῦ, καθάπερ αὐτὸν ἐκεῖνον παραγαγὼν μάρτυρα.

. . . “ τοῦ Τιμαῖος ὄνομα. ἐπὶ τούτου οὐκ οἶδ’
ὅπως ὁ θεὸς ἀντέπνευσε, καὶ παραδόξως ἐκ τῶν πρὸς
ἀνατολὴν μερῶν ἄνθρωποι τὸ γένος ἄσημοι καταθαρρήσαντες
ἐπὶ τὴν χώραν ἐστράτευσαν, καὶ ῥᾳδίως
ἀμαχητὶ ταύτην κατὰ κράτος εἷλον. 
 Καὶ ἐπιλέγει μετὰ βραχέα

“ Ἐκαλεῖτο δὲ τὸ σύμπαν αὐτῶν ἔθνος
Ὑκ[ουσ]σώς· τοῦτο δέ ἐστι βασιλεῖς ποιμένες. τὸ
γὰρ Ὓκ καθ’ ἱερὰν γλῶσσαν βασιλέα σημαίνει, τὸ
δὲ [Οὐσ]σὼς ποιμήν ἐστι, καὶ ποιμένες κατὰ
κοινὴν διάλεκτον , καὶ οὕτω συντιθέμενον γίνεται 
 Ὑκ[ουσ]σώς.

τινὲς δὲ λέγουσιν αὐτοὺς Ἄραβας
εἷναι. ἐν δ’ ἄλλῳ ἀντιγράφῳ οὐ βασιλεῖς σημαίνεσθαι
διὰ τῆς Ὑκ[ουσσὼς] προσηγορίας, ἀλλὰ τοὐναντίον
αἰχμαλώτους δηλοῦσθαι ποιμένας. τὸ γὰρ
Ὑκ[ουσσὼς] Αἰγυπτιστὶ καὶ τὸ ἃκ δασυνόμενον 
αἰχμαλώτους ῥητῶς μηνύει.

καὶ τοῦτο μᾶλλον
πιθανώτερόν μοι φαίνεται καὶ παλαιᾶς ἱστορίας ἐχόμενον·
τούτους δὲ τοὺς προκατωνομασμένους βασιλέας
καὶ τοὺς τῶν ποιμένων καλουμένων καὶ τοὺς
ἐξ αὐτῶν γενομένους κρατῆσαι τῆς Αἰγύπτου φησὶν 
ἔτη πρὸς τοῖς ’φ’ ία .

μετὰ ταῦτα δὲ τῶν ἐκ τῆς
 Θηβαίδος καὶ τῆς ἄλλης Αἰγύπτου βασιλέων γενέσθαι
φησὶν ἐπὶ τοὺς ποιμένας ἐπανάστασιν , καὶ
πόλεμον συρραγῆναι μέγαν καὶ πολυχρόνιον. ἐπὶ δὲ
βασιλέως , ᾧ ὄνομα εἶναι Μισφραγμούθωσις, ἡττωμένους 
φησὶ τοὺς ποιμένας , καὶ ἐκ μὲν τῆς ἄλλης
Αἰγύπτου ἐκπεσεῖν, κατακλεισθῆναι δὲ εἰς τόπον
ἀρουρῶν ἔχοντα μυρίων τὴν περίμετρον· Αὔαρις
ὄνομα τῷ τόπῳ.

τοῦτόν φησιν ὁ Μάνεθως ἅπαντα
 τείχει τε μεγάλῳ καὶ ἰσχυρῷ περιβαλεῖν τοὺς ποιμένας, 
ὅπως τήν τε κτῆσιν ἅπασαν ἔχωσιν ἐν ὀχυρῷ
καὶ τὴν λείαν τὴν ἑαυτῶν.

τὸν δὲ Μισφραγμουθωσεως
υἱὸν Θμούθωσιν ἐπιχειρῆσαι μὲν αὐτοὺς διὰ
πολιορκίας ἑλεῖν κατὰ κράτος, ὀκτὼ καὶ τεσσαράκοντα
μυριάσι στρατοῦ προσεδρεύσαντα τοῖς τείχεσιν· ἐπεὶ 
δὲ τὴν πολιορκίαν ἀπέγνω, ποιήσασθαι συμβάσεις,
ἵνα τὴν Αἴγυπτον ἐκλιπόντες ὅποι βούλονται πάντες

 
ἀβλαβεῖς ἀπέλθωσι.

τοὺς δὲ ἐπὶ ταῖς ὁμολογίαις
πανοικεσίᾳ μετὰ τῶν κτήσεων , οὐκ ἐλάσσους μυριάδων 
ὄντας εἰκοσιτεσσάρων, , ἀπὸ τῆς Αἰγύπτου τὴν
ἔρημον εἰς Συρίαν διοδοιπορῆσαι,

φοβουμένους 
 δὲ τὴν Ἀσσυρίων δυναστείαν, τότε γὰρ ἐκείνους τῆς
Ἀσίας κρατεῖν, ἐν τῇ νῦν Ἰουδαίᾳ καλουμένῃ πόλιν
οἰκοδομησαμένους, τοσαύταις μυριάσιν ἀνθρώπων
ἀρκέσουσαν, Ἱεροσόλυμα ταύτην ὀνομάσαι.”

Τούτοις ἐξῆς τὴν διαδοχὴν τῶν κατ’ Αἴγυπτον
 βασιλέων μετὰ τοῦ χρόνου τῆς ἀρχῆς αὐτῶν
ἀπαριθμησάμενος ἐπιλέγει, 
 “ Ταῦτα μὲν ὁ Μάνεθως. δῆλον δ’ ἐστὶν, ἐκ τῶν
εἰρημένων ἐτῶν τοῦ χρόνου συλλογισθέντος , ὅτι οἱ
καλούμενοι ποιμένες, ἡμέτεροι δὲ πρόγονοι, τρισὶ
 καὶ ἐνενήκοντα καὶ τριακοσίοις πρόσθεν ἔτεσιν ἐκ
τῆς Αἰγύπτου ἀπαλλαγέντες τὴν χώραν ταύτην ἐπῴκησαν
ἢ Δαναὸν εἰς Ἄργος ἀφικέσθαι· καίτοι τοῦτον
ἀρχαιότατον Ἀργεῖοι νομίζουσι.

δύο τοίνυν ὁ
Μάνεθως ἡμῖν τὰ μέγιστα μεμαρτύρηκεν ἐκ τῶν τῶν 
 παρὰ τοῖς Αἰγυπτίοις γραμμάτων ’ πρῶτον μὲν τὴν
ἑτέρωθεν ἄφιξιν εἰς Αἴγυπτον, ἔπειτα δὲ τὴν ἐκεῖθεν
ἀπαλλαγὴν οὕτως ἀρχαίαν τοῖς χρόνοις ὡς ἐγγύς
που προτερεῖν αὐτὴν τῶν Ἰλιακῶν ἔτεσι
χιλίοις.”

Ἀλλὰ τὰ μὲν ἀπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς ἱστορίας
ταύτῃ πη τῷ Ἰωσήπῳ κατὰ πλάτος ἀνιστόρηται ’ ἀπὸ
δὲ τῆς Φοινίκων , μάρτυσι χρησάμενος τοῖς τὰ Φοινικικὰ
συγγραψαμένοις , παρίστησι τὸν ἐν Ἱεροσολύμοις
νεὼν ὑπὸ Σολομῶνος τοῦ βασιλέως ᾠκοδομῆσθαι 
 ἔτεσι θᾶττον ἑκατὸν τεσσαράκοντα καὶ τρισὶ
καὶ μησὶν ὀκτὼ τοῦ κτίσαι Τυρίους Καρχηδόνα ’ εἶτα

 
μεταβὰς καὶ ἀπὸ τῆς περὶ Χαλδαίων ἱστορίας τὰς
περὶ τῆς Ἑβραίων ἀρχαιότητος παρατίθεται
μαρτυρίας.

Ἀλλὰ τί δεῖ πλῆθος ταῖς ἀποδείξεσιν ἐπισωρεύειν,
τοῦ φιλαλήθους, ἀλλὰ μὴ φιλαπεχθήμονος 
καὶ τοῖς εἰρημένοις ἀρκουμένου, ποικίλην περιέχουσι
τὴν περὶ τοῦ προκειμένου σύστασιν; προύκειτο δὲ
ἡμῖν τὰ Μωσέως καὶ τῶν προφητῶν παλαίτερα τῶν
Ἑλληνικῶν ἀποδεῖξαι.

ἐπειδὴ τοίνυν μακρῷ πρόσθεν
τῶν Τρωϊκῶν Μωσῆς γεγονὼς ἀποδέδεικται, 
 φέρ᾿ ἴδωμεν καὶ τοὺς μετ᾿ αὐτὸν ἅπαντας. Μωσῆς
δ᾿ ὅτι τῶν πρὶν ἀληθῶς Ἑβραίων Ἕβερ τε καὶ
Ἁβραὰμ, ἀφ᾿ ὧν καὶ τὸ παρώνυμον τοῖς ἀνδράσιν
ἐπιτέθειται, τῶν τε λοιπῶν θεοφιλῶν τε καὶ παλαιῶν
ἀνδρῶν ὕστατος τοῖς χρόνοις παρεφάνη τῷ βίῳ, δῆλον 
ἀπὸ τῆς κατ᾿ αὐτὸν ἱστορίας τυγχάνει.

μετὰ
Μωσέα τοίνυν προέστη τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους Ἰησοῦς,
ὥς τινες, ἔτεσι λ΄· εἶθ᾿, ὥς φησιν ἡ γραφὴ, ἐκράτησαν
ἀλλόφυλοι ἔτεσιν ὀκτώ. ἔπειτα Γοθονιὴλ ἔτεσι
πεντήκοντα. μεθ᾿ ὃν Ἐγλὼμ, βασιλεὺς Μωὰβ, ἔτη 
ιη΄. μεθ᾿ ὃν Ἀὼδ ἔτη π΄. μεθ᾿ ὃν πάλιν ἀλλόφυλοι
 ἔτη κ΄· ἔπειτα Δεββώρα καὶ Βαρὰκ ἔτη μ΄. ἔπειτα
Μαδιηναῖοι ἔτη ζ΄· ἔπειτα Γεδεὼν ἔτη μ΄. Ἀβιμέλεχ
ἔτη γ΄. Θωλὰ κγ΄· Ἰαεὶρ κβ΄· Ἀμμανῖται ιη΄·
Ἰεφθάε ἔτη ς΄· Ἐσβὼν ἔτη ζ΄· Αἰαλὼν ἔτη ι΄· Λαβδὼν 
ἔτη η΄· ἀλλόφυλοι ἔτη μ΄· Σαμψὼν ἔτη κ΄· ἔπειτα
Ἠλεὶ ἱερεὺς, ὡς τὸ Ἑβραϊκὸν, ἔτη μ΄· περὶ ὃν συμβαίνει
τὴν Ἰλίου καταντᾶν ἅλωσιν· μετὰ δ᾿ Ἠλεὶ τὸν
ἱερέα ἡγεῖται τοῦ λαοῦ Σαμουήλ.

μεθ᾿ ὃν πρῶτος
αὐτῶν βασιλεύει Σαοὺλ ἔτεσι μ΄· ἔπειτα Δαβὶδ 
 ἔτεσι μ΄· ἔπειτα Σολομῶν ἔτεσι μ΄· ὃς καὶ τὸν ἐν
Ἱεροσολύμοις ναὸν ἐδείματο πρῶτος. μετὰ δὲ Σολο-

 
μῶνα βασιλεύει Ῥοβοὰμ ἔτη ἵζ’· Ἀβιὰ ἔτη γ’ ’ Ἄσα
ἔτη μὰ· Ἰωσαφὰτ ἔτη κε· Ἰωρὰμ ἔτη ἡ ’ Ὀχοζίας
ἔτος ἁ· Γοθολιὰ ἴτη ’ς·

Ἰωὰς ἔτη μ’· Ἀμασίας
ἔτη μθ΄· Ὀζίας ἔτη νβ΄· καθ’ ὃν προφητεύουσιν
 Ὠσηὲ, Ἀμὼς, Ἠσαίας, Ἰωνᾶς· μετὰ δὲ ’ Ὀζίαν βασιλεύει
ἔτη ἰέ ’ μεθ’ ὃν ἔτη ἰέ. κατὰ
τοῦτον ἡ πρώτη Ὀλυμπιὰς ἤχθη, ἣν ἐνίκα στάδιον
Κόροιβος Ἠλεῖος.

διαδέχεται δὲ τὸν Ἄχαζ Ἀζεκίας
ἔτεσι κθ΄ ’ καθ’ ὃν Ῥωμύλος Ῥώμην ἔκτισε καὶ ἐβασίλευσε. 
 μετὰ δὲ Ἐζεκίαν βασιλεύει Μανασσῆς ἔτη
νέ· ἔπειτα Ἀμὼν ἔτη β΄· ἔπειτα Ἰωσίας ἔτη ’
καθ’ ὃν προφητεύουσιν Ἱερεμίας, Βαροὺχ, Ὀλδᾶ
καὶ ἄλλοι προφῆται.

ἔπειτα Ἰωάχαζ μῆνας γ’ . 
μεθ’ ὃν Ἰωακεὶμ ἔτη ἰά· μεθ’ ὃν πάντων ὕστατος
 Σεδεκίας ἔτη ιβ΄ κατὰ τοῦτον πολιορκηθείσης τῆς
Ἱερουσαλὴμ ὑπὸ Ἀσσυρίων καὶ τοῦ ἱεροῦ ἐμπρησμὸν
ὑπομείναντος τὸ πᾶν Ἰουδαίων ἔθνος ἀπάγεται 
εἰς Βαβυλῶνα, προφητεύει τε αὐτόθι Δανιὴλ καὶ
Ἐζεκιήλ.

μετὰ δὲ ἐτῶν ἀριθμὸν ὁ ὁ Κῦρος βασιλεύει
 Περσῶν, ὃς καὶ ἀνῆκε τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν
Ἰουδαίων, ἐπιτρέψας τοῖς θέλουσιν αὐτῶν παλινοστεῖν
ἐπὶ τὴν οἰκείαν γῆν καὶ τὸ ἱερὸν ἀνεγείρειν·
ὅτε καὶ ἄνεισιν Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ἰωσεδὲκ καὶ Ζοροβάβελ
ὁ τοῦ Σαλαθιὴλ. καταβάλλονταί τε θεμελίους,
 προφητευόντων ὕστατα πάντων Ἀγγαίου καὶ Ζαχαρίου
καὶ Μαλαχίου , μεθ’ οὓς οὐκέτι προφήτης παρ’
αὐτοῖς γέγονε.

κατὰ δὲ Κῦρον Σόλων ὁ Ἀθηναῖος
ἐγνωρίζετο , καὶ οἶ κληθέντες ἑπτὰ σοφοὶ παρ’ Ἓλλησιν,
ὧν παλαίτερος οὐδεὶς παρ’ αὐτοῖς φιλόσοφος
 μνημονεύεται.

τούτων δὴ τῶν ἑπτὰ Θαλῆς ὁ
Μιλήσιος φυσικὸς πρῶτος Ἑλλήνων γεγονὼς περὶ
τροπῶν ἡλίου καὶ ἐκλείψεως καὶ φωτισμῶν σελήνης 

 
καὶ ἰσημερίας διελέχθη ’ ἐγένετο δ’ ὁ ἀνὴρ ἐπισημότατος
ἐν τοῖς Ἕλλησι.

Θαλοῦ δὲ γίνεται ἀκουστὴς
Ἀναξίμανδρος, Πραξιάδου μὲν παῖς, γένος δὲ
καὶ αὐτὸς Μιλήσιος. οὗτος πρῶτος γνώμονας κατεσκεύασε
πρὸς διάγνωσιν τροπῶν τε ἡλίου καὶ χρόνων 
καὶ ὡρῶν καὶ ἰσημερίας.

Ἀναξιμάνδρου δὲ
γνώριμος ἐγένετο Ἀναξιμένης Εὐρυστράτου Μιλήσιος·
τούτου δὲ Ἀναξαγόρας ὁ Ἡγησιβούλου Κλαζομένιος.
 οὗτος δὴ πρῶτος διήρθρωσε τὸν περὶ ἀρχῶν
λόγον. οὐ γὰρ μόνον περὶ τῆς πάντων οὐσίας 
ἀπεφήνατο , ὡς οἱ πρὸ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ κινοῦντος
αὐτὴν αἰτίου. ἦν γὰρ ἀρχὴν” φησὶ ‘τὰ
πράγματα ὁμοῦ πεφυρμένα· Νοῦς δ’ εἰσελθὼν αὐτὰ
ἐκ τῆς ἀταξίας εἰς τάξιν ἤγαγεν.

Ἀναξαγόρου
δὲ ἐγένοντο γνώριμοι τρεῖς, Περικλῆς, Ἀρχέλαος, 
Εὐριπίδης. Περικλῆς μὲν οὖν Ἀθηναίων πρῶτος
ἐγένετο, καὶ πλούτῳ καὶ γένει τῶν καθ’ ἑαυτὸν διήνεγκεν·
 Εὐριπίδης δὲ ἐπὶ ποιητικὴν μεταβὰς ὑπό
τινων σκηνικὸς φιλόσοφος ἐκλήθη ’ ὁ δὲ Ἀρχέλαος
ἐν Λαμψάκῳ διεδέξατο τὴν σχολὴν τοῦ Ἀναξαγόρου, 
μεταβὰς δ’ εἰς Ἀθήνας ἐκεῖ ἐσχόλασε, καὶ πολλοὺς
ἔσχεν Ἀθηναίων γνωρίμους, ἐν οἷς καὶ Σωκράτην.

κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τῷ Ἀναξαγόρᾳ χρόνον ἤκμασαν
ἄνδρες φυσικοὶ, Ξενοφάνης τε καὶ Πυθαγόρας.
τὸν μὲν οὖν Πυθαγόραν διεδέξατο Θεανὼ ἡ γυνὴ, οἱ 
τε υἱοὶ αὐτοῦ , Τηλαυγὴς καὶ Μνήσαρχος.

Τηλαυγοῦς
δὲ Ἐμπεδοκλῆς ἀκουστὴς γίνεται, καθ’ ὃν
Ἡράκλειτος ὁ σκοτεινὸς ἐγνωρίζετο. τὸν δὲ Ξενοφάνην
 λέγεται ὁ Παρμενίδης διαδέξασθαι, Παρμενίδην
δὲ Μέλισσος , Μέλισσον δὲ Ζήνων ὁ Ἐλεάτης· ’ ὅν 
φασιν ἐπιβουλὴν κατὰ τοῦ τότε τυράννου συστησάμενον
ἁλῶναι, στρεβλούμενον δὲ ὑπὸ τοῦ τυράννου,

 
ὅπως τοὺς σὺν αὐτῷ γενομένους ἄνδρας ἀπγράψηται,
οὐ προσποιηθέντα τὰς τοῦ τυράννου τιμωρίας,
διαμασησάμενον τὴν γλῶσσαν, προσπτύσαι αὐτῷ, καὶ
οὕτως ἐγκαρτερήσαντα ταῖς βασάνοις ἀποθανεῖν.

τούτου δὲ Λεύκιππος ἀκουστὴς γέγονε , Λευκίππου
δὲ Δημόκριτος , οὗ Πρωταγόρας , καθ’ ὃν ἤκμασε
Σωκράτης. καὶ ἄλλους δὲ σποράδην εστιν εὑρεῖν
φυσικοὺς φιλοσόφους πρὸ Σωκράτους γενομένους·
πλὴν ἀλλὰ πάντες ἀπὸ Θαλοῦ ἀρξάμενοι κατώτερον
 Κύρου τοῦ Περσῶν βασιλέως φαίνονται ἠκμακότες ’
ὁ δὲ Κῦρος μετὰ πλεῖστον τῆς εἰς Βαβυλῶνα αἰχμαλωσίας 
τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους δῆλός ἐστι γεγονὼς, 
διαλελοιπότων ἤδη τῶν παρ’ Ἑβραίοις προφητῶν,
καὶ τῆς ἱερὰς μητροπόλεως αὐτῶν πεπολιορκημένης·
 ὥστε σε ὁμολογεῖν πολὺ νεώτερα Μώσεως καὶ τῶν
μετ’ αὐτὸν προφητῶν τὰ τῆς Ἑλλήνων γεγονέναι
φιλοσοφίας, καὶ μάλιστα τῆς κατὰ Πλάτωνα, ὃς ἀκουστὴς
τὰ πρῶτα γενόμενος Σωκράτους , κἄπειτα τοῖς
Πυθαγορείοις ὁμιλήσας, τοὺς πρὸ αὐτοῦ πάντας λόγῳ 
 τε καὶ συνέσει καὶ τοῖς ἐν φιλοσοφίᾳ δόγμασιν ὑπερηκόντισε.

γέγονε δ’ ὁ Πλάτων’ ἀμφὶ τὰ ὕστατα
τῆς Περσῶν βασιλείας, μικρῷ θᾶττον Ἀλεξάνδρου
τοῦ Μακεδόνος , Αὐγούστου δὲ τοῦ σεβαστοῦ οὐ
πολὺ πρόσθεν ἔτεσι ὒ.

εἰ δή σοι τοιγαροῦν ὁ
 Πλάτων’ οἵ τε μετ’ αὐτὸν δειχθεῖεν τὰ σύμφωνα
Ἑβραίοις πεφιλοσοφηκότες , ὥρα σκοπεῖν τὸν Χρόνον
καθ’ ὃν οὗτος γέγονε, τόν δὲ παρ’ Ἑβραίοις
θεολόγων τε καὶ προφητῶν τὴν παλαιότητα τῇ πάντων
τῶν Ἑλληνικῶν φιλοσόφων ἀντιπαραβάλλειν 
 ἡλικίᾳ.

ἀλλὰ γὰρ τούτων ἀποδειχθέντων καιρὸς
ἐπανελθόντας τοὺς Ἑλλήνων σοφοὺς ζηλωτὰς
θεάσασθαι τῶν Ἑβραϊκῶν γεγονότας δογμάτων,

 
ὣστε μηκέτ᾿ εὐλόγως ἡμῖν ἐπιμέμφεσθαι τοὺς συκοφάντας,
εἰ δὴ καὶ αὐτοὶ τὰ ὃμοια τοῖς αὐτῶν
φιλοσόφοις ἀγαπήσαντες τὰ Ἑβραίων λόγια τιμᾶν
διανενοήμεθα.

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟΟΘΕΣΕΩΣ. 
 
 Ὁ μὲν δὴ τοῦ μετὰ χεῖρας προάγων τῆς Εὐαγγελικῆς
Προπαρασκευῆς θέματος ὢν τόμος οὐκ ἐμαῖς 
φωναῖς, ταῖς δ’ ἔξωθεν συνίστη ·μαρτυρίαις τὸ μὴ
ἀπεικὸς εἶναι Ἕλληνας μηδὲν σοφὸν
ἐπενηνεγμένους , εἰ μὴ ὅτι μόνην τὴν ἐν λόγοις δεινότητά
 τε καὶ εὐγλωττίαν, τὰ πάντα δὲ παρὰ βαρβάρων
ἐσκευωρημένους , μηδὲ τὰ Ἑβραίων ἀγνοῆσαι
λόγια, καὶ τούτων δὲ ἐν μέρει καθάψασθαι , ὅτι μηδὲ
τῆς τῶν σφετέρων ἐν συγγράμμασι φιλοτιμίας καθαρὰς
ἐφυλάξαντο κλοπῆς τὰς χεῖρας. κλέπτας γὰρ
 αὐτοὺς οὐχ ὁ παρ’ ἡμῶν , ὡς ἔφην, λόγος, ὁ δ’ ἐξ
αὐτῶν παρεστήσατο.

οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ σφόδρα 
νέους ὁμοῦ τῇ φρονήσει καὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοὺς,
παρὰ πλεῖστον ὅσον τῆς Ἑβραικῆς λειπομένους ἀρχαιολογίας,
, ἐν ταὐτῷ διὰ τῆς τῶν χρόνων παραθέσεως
 ἔγνωμεν.

ταῦτα μὲν οὖν ὁ πρὸ τούτου ’ ὁ δέ
γε παρὼν ἐπείγεται λοιπὸν ἤδη , ὥσπερ τι χρέος, τὴν
ἐπηγγελμένην ὑπόσχεσιν ἀποδοῦναι καὶ τὴν ἔν τισιν,
εἰ καὶ μὴ ἐν πᾶσι, τοῖς δογματικοῖς θεωρήμασι

 
 πρὸς τὰ Ἔβραίων λόγια συμφωνίαν τῶν παρ᾿ Ἕλλησι
φιλοσόφων ἐκφᾶναι· ὣν τοὺς περιττοὺς παραιτησάμενος
τὸν κορυφαῖον ἁπάντων ἀνακαλεῖται, μόνῳ
χρῆναι ἀντὶ πάντων ἡγούμενος γνώμονι χρήσασθαι
τοῦ προβλήματος Πλάτωνι , ἐπεὶ καὶ οὗτος μόνος 
ἔοικε τῇ δόξῃ τοὺς πάντας ὑπερακοντίσας αὐτάρκης
ἡμῖν ἔσεσθαι πρὸς τὴν τοῦ ζητουμένου σύστασιν.

εἰ δέ που δέοι, σαφηνείας ἕνεκα τῆς τοῦ ἀνδρὸς
διανοίας, καὶ τοῖς τὴν κατ’ αὐτὸν ἐζηλωκόσι φιλοσοφίαν
μάρτυσι χρήσομαι , τὰς αὐτῶν ἐκθησόμενος 
 φωνὰς ἐπὶ συστάσει τοῦ προκειμένου.

τετηρήσθω
δέ μοι τὸ μὴ πάντ’ ἐπιτυχῶς εἰρῆσθαι τῷ ἀνδρὶ, εἰ
καὶ τὰ πλεῖστα αὐτῷ σὺν ἀληθείᾳ ἐκπεφώνηται. ὃ
δὴ καὶ αὐτὸ κατὰ τὸν δέοντα καιρὸν παραστήσομεν,
οὐκ αὐτοῦ διαβολῆς, ἀπολογίας δὲ ἡμετέρας χάριν, 
δι’ ἣν τὴν βάρβαρον φιλοσοφίαν τῆς Ἑλληνικῆς ὁμολογοῦμεν
προησμενικέναι.

Εἰς τρία διελόντος μέρη τοῦ Πλάτωνος τὸν
πάντα τῆς φιλοσοφίας λόγον, εἰς φυσικὸν, ἠθικὸν,
λογικὸν, εἶτ᾿ αὖ πάλιν τὸν φυσικὸν διελομένου εἴς 
τε τὴν τῶν αἰσθητῶν θεωρίαν καὶ τὴν τῶν ἀσωμάτων
κατανόησιν, εὕροις ἂν καὶ παρ’ Ἑβραίοις τὸ
τριμερὲς τοῦτο τῆς διδασκαλίας εἶδος, ὅτι δὴ καὶ
παρ᾿ αὐτοῖς τὰ ὅμοια πρόσθεν ἢ Πλάτωνα γενέσθαι
πεφιλοσόφητο.

πρῶτον δὲ τῶν Πλάτωνος ἀκοῦσαι 
 ἄξιον, εἶθ᾿ οὕτω καὶ τὰ Ἑβραίων ἐπισκοπῆσαι. θήσω
δὲ τὰ ἀρέσκοντα Πλάτωνι ἀπὸ τῶν τὰ αὐτοῦ
πρεσβευόντων, ὧν Ἀττικὸς διαφανὴς ἀνὴρ τῶν Πλατωνικῶν
φιλοσόφων ὧδέ πη τὰ δοκοῦντα τῷ ἀνδρὶ
διέξεισιν, ἐν οἷς ἵσταται πρὸς τοὺς διὰ τῶν Ἀριστο- 
τέλους τὰ Πλάτωνος ὑπισχνουμένους.

“Τριχῆ τοίνυν διαιρουμένης τῆς ἐντελοῦς φιλοσοφίας,

 
εἴς τε τὸν ἠθικὸν καλούμενον τόπον καὶ
τὸν φυσικὸν καὶ ἔτι τὸν λογικὸν, καὶ τοῦ μὲν πρώτου
κατασκευάζοντος ἡμῶν ἕκαστον καλὸν καὶ ἀγαθὸν,
καὶ τοὺς οἴκους ὅλους εἰς τὸ ἄριστον ἐπανορθοῦντος,
 ἤδη δὲ καὶ δῆμον σύμπαντα πολιτείᾳ τῇ διαφερούσῃ 
καὶ νόμοις τοῖς ἀκριβεστάτοις κοσμοῦντος, τοὐ δευτέρου
δὲ πρὸς τὴν περὶ τῶν θείων γνῶσιν διήκοντος,
αὐτῶν τε τῶν πρώτων καὶ τῶν αἰτίων καὶ τῶν
ἄλλων, ὅσα ἐκ τούτων γίνεται, ἃ δὴ περὶ φύσεως
 ἱστορίαν ὁ Πλάτων’ ὠνόμακεν ·

εἰς δὲ τὴν περὶ τούτων
ἀμφοτέρων διάκρισίν τε καὶ εὕρεσιν τοῦ τρίτου
παραλαμβανομένου· ὅτι μὲν Πλάτων’ πρῶτος καὶ
μάλιστα συναγείρας εἰς ἔν πάντα τὰ τῆς φιλοσοφίας
μέρη, τέως ἐσκεδασμένα καὶ διερριμμένα ὥσπερ τὰ
 τοῦ Πενθέως μέλη, καθάπερ εἶπέ τις, σῶμά τι καὶ
ζῷον ὁλόκληρον ἀπέφηνε τὴν φιλοσοφίαν, δῆλα παντὶ 
λεγόμενα.

οὔτε γὰρ οἶ περὶ Θαλῆν καὶ Ἀναξιμένην
καὶ Ἀναξαγόραν, καὶ ὅσοι κατὰ ταὐτὸ γεγόνασι
τούτοις, ἀγνοοῦνται περὶ μόνην τὴν ὑπὲρ τῆς
ὢ φύσεως τῶν ὄντων σκέψιν διατρίψαντες· οὐ μὴν
οὐδὲ Πιττακὸς καὶ Περίανδρος καὶ Σόλων καὶ Λυκοῦργος
καὶ οἶ παραπλήσιοι τούτοις λανθάνουσί
τινας τὴν αὑτῶν φιλοσοφίαν εἰς πολιτείαν καταθέντες.
Ζήνων δὲ καὶ πᾶν τὸ Ἐλεατικὸν τοῦτο διδασκαλεῖον
 καὶ αὐτὸ γνώριμον ἐπὶ τῇ τέχνῃ τῶν λόγων
μάλιστα σπουδάσαν.

τούτοις δὲ ἐπιγενόμενος
Πλάτων’ , ἀνὴρ ἐκ φύσεως ἀρτιτελὴς καὶ πολὺ διενεγκὼν, 
νεγκὼν, οἷα κατάπεμπτος ὡς ἀληθῶς ἐκ θεῶν, ἵν
ὁλόκληρος ὀφθῇ ἡ δι’ αὐτοῦ φιλοσοφία, παρῆκέ τε
 οὐδὲν καὶ ἕκαστα ἠκρίβωσε, μήτε ἐλλείπων πρὸς τὸ
ἀναγκαῖον μήτε πρὸς τὸ ἄχρηστον ἐξενεχθείς.

ἐπεὶ
τοίνυν πάντων ἔφαμεν μετεῖναι τῷ Πλατωνικῷ καὶ

 
περὶ ἠθῶν λέγοντι καὶ διαλεγομένῳ , φέρε καθ’ ἑκαστον
ἐπισκεψήμεθα.”

Ταῦτα μὲν ὁ Ἀττικός. ἐπιμαρτυρεῖ δὲ τοῖς
αὐτοῖς καὶ ὁ περιπατητικὸς Ἀριστοκλῆς , ἐν ἑβδόμῳ
 συγγράμματι ὧν Περὶ φιλοσοφίας συνέταξεν ὧδε 
λέγων πρὸς ῥῆμα

“Ἐφιλοσόφησε δὲ Πλάτων’, εἰ καί τις ἄλλος
τῶν πώποτε, γνησίως καὶ τελείως. οἶ μὲν γὰρ ἀπὸ
Θαλοῦ φυσιολογοῦντες διετέλεσαν, οἶ δὲ περὶ Πτυαγόραν
 ἐπεκρύψαντο πάντα · Ξενοφάνης δὲ καὶ οἶ ἀπ’ 
ἐκείνου τοὺς ἐριστικοὺς κινήσαντες λόγους πολὺν
μὲν ἐνέβαλον ἴλιγγον τοῖς φιλοσόφοις , οὐ μὴν ἐπόρισύαν
γέ τινα βοήθειαν.

οὐχ ἥκιστα δὲ καὶ Σωκράτης,
αὐτὸ δὴ τὸ λεγόμενον, ἐγένετο πῦρ ἐπὶ πυρὶ,
καθάπερ αὐτὸς ἔφη Πλάτων’. εὐφυέστατος γὰρ ὢν 
καὶ δεινὸς ἀπορῆσαι περὶ παντὸς ὁτουοῦν ἐπεισήνεγκε
τάς τε ἠθικὰς καὶ πολιτικὰς σκέψεις, ἔτι δὲ
τὴν περὶ τῶν ἰδεῶν πρῶτος ἐπιχειρίσας ὁρίζεσθαι·
πάντα δὲ ἐγείρων λόγον καὶ περὶ πάντων ζητῶν
 ἔφθη τελευτήσας.

ἄλλοι δ’ ἀποτεμόμενοι μέρη 
τινὰ περὶ ταῦτα διέτριψαν , οἶ μὲν ἰατρικὴν, οἷ δὲ
τὰς μαθηματικὰς ἐπιστήμας , ἔνιοι δὲ περὶ τοὺς ποιητὰς
καὶ τὴν μουσικήν. οἶ μέντοι πολλοὶ τὰς τῶν
λόγων δυνάμεις ἐθαύμασαν , ὧν οἷ μὲν ῥήτορας, οἶ
δὲ διαλεκτικοὺς προσεῖπον ἑαυτούς.

οἶ μέντοι 
Σωκράτην διαδεξάμενοι καὶ πάνυ τινὲς ἐγένοντο
παντοῖοι καὶ ὑπεναντίοι τὰς γνώμας. οἶ μὲν γὰρ
κυνισμοὺς καὶ ἀτυφίας καὶ ἀπαθείας ὕμνουν, ἄλλοι
δ’ αὖ πάλιν ἡδονάς. καὶ οἶ μὲν εἰδέναι πάντα ἐκόμπαζον,
οἶ δὲ ἁπλῶς μηθέν.

ἔτι δ’ οἶ μὲν ἐν μέσῳ 
 καὶ ἐν ὄψει πάντων ἐκαλινδοῦντο , τοῖς πολλοῖς ἐξομιλοῦντες,
ἄλλοι δ’ αὖ τοὐναντίον ἀπρόσιτοι καὶ

 
ἀπροσαύδητοι διετέλουν ὄντες.

Πλάτων μέντοι κατανοήσας
ὡς εἴη μία τις ἡ τῶν θείων καὶ ἀνθρωπίνων
ἐπιστήμη, πρῶτος διεῖλε, καἰ ἔφη τὴν μέν τινα
περὶ τῆς τοῦ παντὸς φύσεως εἶναι πραγματείαν, τὴν
 δὲ περὶ τῶν ἀνθρωπίνων, τρίτην δὲ τὴν περὶ τοὺς
λόγους.

ἠξίου δὲ μὴ δύνασθαι τὰ ἀνθρώπινα
κατιδεῖν ἡμάς, εἰ μὴ τὰ θεῖα πρότερον ὀφθείη· καθάπερ
γὰρ οἱ ἰατροὶ μέρη τινὰ θεραπεύοντες ἐπιμε- 
λοῦνται τῶν ὅλων σωμάτων πρῶτον, οὕτω χρῆναι
 καὶ τὸν μέλλοντα τἀνθάδε κατόψεσθαι τὴν τῶν ὅλων
φύσιν εἰδέναι πρότερον· μέρος τε εἶναι τῶν ὄντων
τὸν ἄνθρωπον, καὶ τἀγαθὸν διττὸν, τὸ μὲν ἡμέτερον,
τὸ δὲ τοῦ παντὸς, κυριώτερον δὲ τὸ τοῦ παντός·
διὰ γὰρ ἐκείνου καὶ τοῦτο γίγνεσθαι.

φησὶ
 δ’ Ἀριστόξενος ὁ μουσικὸς Ἰνδῶν εἶναι τὸν λόγον
τοῦτον. ᾿Αθήνησι γὰρ ἐντυχεῖν Σωκράτει τῶν ἀνδρῶν
ἐκείνων ἕνα τινὰ, κἄπειτα αὐτοῦ πυνθάνεσθαι
τί ποιῶν φιλοσοφοίη· τοῦ δὲ εἰπόντος ὅτι ζητῶν περὶ
τοῦ ἀνθρωπίνου βίου , καταγελάσαι τὸν Ἰνδὸν , λέ- 
 γοντα μὴ δύνασθαί τινα τὰ ἀνθρώπινα καταδεῖν,
ἀγνοοῦντά γε τὰ θεῖα.

τοῦτο μὲν οὖν εἰ ἀληθές
ἐστιν οὐκ ἂν δύναιτό τις διατεινόμενος εἰπεῖν. διεῖλε
δ᾿ οὖν ὁ Πλάτων᾿ τήν τε περὶ τῶν ὅλων φιλοσοφίαν
καὶ τὴν πολιτικὴν, ἔτι δὲ τὴν λογικήν.”

Τοιαύτης οὔσης τῆς κατὰ Πλάτωνα φιλοσοφίας
καιρὸς καὶ τὴν Ἑβραίων ἐπισκέψασθαι , μακρῷ
πρόσθεν ἢ Πλάτωνα γενέσθαι τὸν ὅμοιον πεφιλοσοφηκότων
τρόπον. εὕροις δ’ ἂν οὖν καὶ παρ’ αὐτοῖς d
τήνδε σύμφωνον τὴν τριμέρειαν ἠθικῶν τε καὶ λο-
 γικῶν καὶ φυσικῶν μαθημάτων, τόνδε ἐπιστήσας
τὸν τρόπον.

Τὰ μὲν οὖν ἠθικὰ πρώτιστα πάντων φιλοτί-

 
μῶς ἐσπουδασμένα παρ’ αὐτοῖς ἔργοις πολὺ πρότερον
τῶν λόγων μάθοις ἂν τὰ κατὰ τοὺς ἄνδρας διασκο-
πούμενος, ἐπεὶ καὶ τέλος ἀγαθῶν τοῦ τε μακαρίως
 ζῆν ὕστατον ὅρον τὴν εὐσέβειαν τήν τε διὰ τῆς τῶν
 ἠθῶν κατορθώσεως πρὸς τὸν θεὸν φιλίαν ἠγάσαντό 
τε καὶ μετεδίωξαν, ἀλλ’ οὐ σωμάτων ἡδονὴν, κατ’
Ἐπίκουρον· οὐδ’ αὖ τὴν τριγένειαν τῶν ἀγαθῶν,
κατ’ Ἀριστοτέλην, τὰ περὶ σῶμα καὶ τὰ ἐκτὸς ἐν ἴσῳ
τοῖς ψυχῆς ἀγαθοῖς ἐκτετιμηκότα.

οὐ μὴν οὐδὲ
τὴν ἐσχάτην ἄγνοιάν τε καὶ ἀμαθίαν, ἣν ὀνόματι 
σεμνοτέρῳ τινὲς ἐποχὴν ἀνειρήκασιν· ἀλλ’ οὐδ’ αὖ
τῆς ψυχῆς τὴν ἀρετήν· πόση γὰρ ἐν ἀνθρώποις
αὕτη, καὶ τί καθ’ ἑαυτὴν ἄνευ θεοῦ πρὸς τὸν ἄλυπον
συντείνοι ἂν βίον; δι’ ὃν τὰ πάντα τῆς εἰς τὸν
 θεὸν ἐλπίδος, πείσματος ὥσπερ ἀρραγοῦς, ἐξάψαντες, 
τὸν θεοφιλῆ μόνον ἀπέφηναν εἶναι μακάριον,

ὅτι
δὴ ὁ πάντων ἀγαθῶν ταμίας θεὸς, ζωῆς ὢν πάροχος
καὶ αὐτῆς ἀρετῆς πηγὴ , τῶν τε περὶ σῶμα καὶ τῶν
ἐκτὸς ἀπάντων χορηγὸς ὑπάρχων, μόνος ἂν εἴη πρὸς
τὸν μακάριον βίον τῷ τὴν πρὸς αὐτὸν φιλίαν διὰ 
τῆς παναληθοῦς εὐσεβείας στειλαμένῳ αὐτάρκης.

ἔνθεν ὁ πάνσοφος Μώσης πρῶτος ἁπάντων ἀνθρώπων
γραφῇ παραδοὺς τὸν τῶν πρὸ αὐτοῦ θεοθιλῶν
Ἑβραίων βίον , τὸν πολιτικὸν ὁμοῦ καὶ πρακτικὸν
 δι’ ὑφηγήσως ἱστορικῆς ὑποτέθειται τρόπον. 
ἧς ἀρχόμενος ἀπὸ τῶν καθόλου τὴν διδασκαλίαν
ἐποιήσατο, θεὸν τῶν ὅλων αἴτιον ὑποστησάμενος,
κοσμογονίαν τε καὶ ἀνθρωπογονίαν ὑπογράψας.

εἶθ’
οὕτως ἀπὸ τῶν καθόλου ἐπὶ τὰ κατὰ μέρος προελθὼν
τῷ λόγῳ , καὶ διὰ τῆς τῶν παλαιῶν ἀνδρῶν μνήμης 
εἰς τὸν τῆς ἐκείνων ἀρετῆς τε καὶ θεοσεβείας ζῆλον
τοὺς φοιτητὰς παρορμήσας , οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ αὐτὸς

 
αὐθέντης νόμων εὐσεβῶν τῶν πρὸς αὐτοῦ τεθέντων
ἀποφανθεὶς , κατὰ πάντα δῆλος ἂν εἴη τοῦ φιλοθέου 
τρόπου διὰ τῆς τῶν ἠθῶν ἐπιμελείας πρόνοιαν πεπεποιημένος
ὥσπερ οὖν καὶ τοῦτο προλαβὼν ὁ λόγος
 ἐν τοῖς πρόσθεν φανερὸν κατεστήσατο.

μακρὸν δ᾿ 
ἂν εἴη καὶ τοὺς ἐξῆς μετὰ Μωσέα προφήτας, τούς τε
τούτων προτρεπτικοὺς μὲν ἀρετῆς, ἀποτρεπτικοὺς δὲ
κακίας ἁπάσης λόγους ἐν τῷδε καταβάλλεσθαι. τί
δ᾿ εἴ σοι τοῦ σοφωτάτου Σολομῶνος τὰς ἠθικὰς
 παραφέροιμι διδασκαλίας, αἷς οἰκεῖον λόγον ἀνέθηκε,
σύγγραμμα Παροιμίας ἐπονομάσας, ἐπιτόμους
γνώμας ἀποφθέγμασιν ἐοικυίας ὑποθέσει περιλαβὼν
μιᾷ;

καὶ τὸν μὲν ἠθικὸν τρόπον ταύτῃ πη παῖδες
Ἐβραίων , ἐκ παλαιῶν πρὶν ἢ καὶ τὰ πρῶτα στοιχεῖα 
 μαθεῖν Ἕλληνας, αὐτοί τε ἐπαιδεύοντο καὶ τοῖς
προσιοῦσι τῆς αὐτῆς ἀφθόνως ἐκοινώνουν παιδείας.

Καὶ τὸν λογικὸν δὲ τρόπον τῆς Ἑβραίων φιλοσοφίας
οὐ, καθάπερ Ἕλλησι φίλον, δεινότητι σο- 
φισμάτων καὶ λογισμοῖς πρὸς ἀπάτην τετεχνασμένοις
 δεῖν ᾤοντο μετιέναι , καταλήψει δὲ αὐτῆς ἀληθείας,
ἣν ὑπὸ θείου φωτὸς τὰς ψυχὰς καταυγασθέντες οἱ
παρ᾿ αὐτοῖς θεόσοφοι εὗρόν τε καὶ ἐφωτίσθησαν.

ἐφ᾿ ἣν ἀκονῶντες τοὺς τὰ οἰκεῖα μαθήματα παιδευομένους
λόγων τε αὐτοῖς ἱερῶν ἀπαγγελίας,
 ἱστοριῶν τε σεμνῶν διηγήματα, ᾠδῶν τε καὶ ἐπῳδῶν
ἐμμέτρους συνθέσεις , καὶ ἔτι προβλήματα καὶ αἰνίγματα,
καί τινας σοφὰς καὶ ἀλληγορικὰς θεωρίας
μετὰ κάλλους εὐεπείας , καὶ τῆς κατὰ τὴν οἰκείαν 
γλῶτταν εὐφραδοῦς ἀπαγγελίας, ἐξ ἔτι νηπίας αὐ-
 τοῖς παρεδίδοσαν ἡλικίας.

ναὶ μὴν καὶ τῶν πρώτων
μαθημάτων δευτερωταί τινες ἦσαν αὐτοῖς ’ (οὕτω
δὲ φίλον τοὺς ἐξηγητὰς τῶν παρ’ αὐτοῖς γραφῶν ὀνο-

 
μάζειν·) οἳ τὰ δι᾿ αἰνιγμάτων ἐπεσκιασμένα, εἰ καὶ
μὴ τοῖς πάσι, τοῖς γοῦν πρὸς τὴν τούτων ἀκοὴν ἐπι-
 τηδείοις δι᾿ ἑρμηνείας καὶ σαφηνείας ἐξέφαινον.

ταύτῃ τοι πάλιν ὁ σοφώτατος παρὰ τοῖσδε Σολομῶν
ἐνθένδε ποθὲν τὴν καταρχὴν τοῦ τῶν Παροι- 
 μιῶν ἐποιήσατο συγγράμματος, μονονουχὶ τὴν αἰτίαν
αὐτῷ τῆς γραφῆς ταύτην εἶναι διδάξας, δι᾿ ὧν αὐτοῖς
ῥήμασι δεῖν ἔφησε πάντα ἄνδρα γνῶναι σοφίαν
καὶ παιδείαν καὶ νοῆσαι λόγους φρονήσεως, δέξασθαί
τε στροφὰς λόγων , νοῆσαί τε δικαιοσύνην 
ἀληθῆ καὶ κρίμα κατευθύνειν, ἵνα δῶ, φησὶν, ἀκάκοις
πανουργίαν, παιδί τε νέῳ αἴσθησίν τε καὶ ἔννοιαν.
τῶνδε γὰρ ἀκούσας ὁ σοφὸς σοφώτερος ἔσται,
ὁ δὲ νοήμων κυβέρνησιν κτήσεται· νοήσει τε παραβολὴν
καὶ σκοτεινὸν λόγον ῥήσεις τε σοφῶν καὶ 15
αἰνίγματα.

καὶ τὰ μὲν τῆς τοῦ δηλωθέντος συγγράμματος
ἐπαγγελίας τοιαῦτά τινα ἦν· τὰς δ᾿ ἐν
μέρει τῶν λεχθέντων προτάσεις, καὶ τούτων τὰς ἐπι-
 λύσεις , τήν τε λογικὴν πραγματείαν οἰκείως τῇ τῶν
ἀνδρῶν σοφίᾳ τε καὶ φωνῇ διὰ πασῶν τῶν παρ᾿ 
αὐτοῖς προφητικῶν γραφῶν φερομένην , ὅτῳ φίλον,
τῆς τούτων ἐντεύξεως τὰς βίβλους ἐπὶ σχολῆς μετὰ
χεῖρας λαβὼν εἴσεται.

εἰ δέ τις καὶ τῆς γλώσσης
αὐτῆς φιλοκάλως γένοιτο ἐν πείρᾳ, ἴδοι ἂν, οἷα παρὰ
βαρβάροις , ἄνδρας λογικωτάτους οὐδὲν σοφιστῶν 
 οὐδὲ ῥητόρων ἀποδέοντας τῇ οἰκείᾳ γλώσσῃ.

εἶεν
δ᾿ ἂν αὐτοῖς καὶ ἔμμετροι ποιήσεις, ὡς ἡ μεγάλη
Μώσεως ᾠδὴ, καὶ τοῦ Δαβὶδ ὁ ριη΄ Ψαλμὸς, τῷ καλουμένῳ
παρ᾿ Ἕλλησιν ἡρῴῳ μέτρῳ συντεταγμένοι.
φασὶ γοῦν ἑξάμετρα εἶναι ταῦτα, δι᾿ ἑκκαίδεκα συλ- 
λαβῶν πεποιημένα. καὶ τὰ λοιπὰ δὲ τὰ παρ᾿ αὐτοῖς
στιχήρη δι᾿ ἐπῶν λέγεται τριμέτρων τε καὶ τετρα-

 
μέτρων κατὰ τὴν οἰκείαν αὐτῶν συγκεῖσθαι φωνήν.

καὶ τὰ μὲν τῆς λέξεως αὐτοῖς ὧδέ πη λογικῆς
συνέσεως ἔχει, τὰ δὲ δὴ τῆς διανοίας οὐδ’ ἔστι
παραβαλεῖν ἀνθρώποις · θεοῦ γὰρ καὶ αὐτῆς ἀληθείας 
 λόγια δι’ αὐτῶν ἐκπεφωνημένα , θεσπίσματα
καὶ προρρήσεις , μαθήματά τε εὐσεβῆ, καὶ τῆς τῶν
ὄντων ἐπιγνώσεως δόγματα περιειλήφασι.

τεκμήρια
δ’ ἂν λάβοις τῆς παρὰ τοῖς ἀνδράσι λογικῆς
ἀκριβείας ἀπὸ τῆς ὀρθότητος τῆς τῶν ὀνομάτων θέσεως,
 ἧς πέρι καὶ ὁ Πλάτων’ τῇ Ἑβραίων μαρτυρῶν
δόξῃ δῆλος ἂν εἴη, καὶ κατ’ αὐτό γε τοῦτο σύμφωνος
ὢν τῇ κατὰ τοὺς ἄνδρας φιλοσοφίᾳ, ὡς γοῦν ἐκ τούτων
διαγνῶναι ῥᾴδιον.

Πρωτοῦ Μώσεως μακρῷ πρόσθεν ἢ τὸ φιλοσοφίας 
 ὄνομα εἰς Ἕλληνας ἐλθεῖν διὰ πάσης αὐτοῦ
τῆς γραφῆς μυρία περὶ τῆς τῶν ὀνομάτων θέσεως
πεπραγματευμένου , καὶ τοτὲ μὲν φυσικώτατα τῶν
παρ’ αὐτῷ πάντων τἀς ἐπωνυμίας διατεταγμένου,
τοτὲ δὲ τῷ θεῷ τὴν κρίσιν τῆς τῶν εὐσεβῶν ἀνδρῶν
 μετωνυμίας ἀναθέντος , φύσει τε , ἀλλ’ οὐ θέσει τὰ
ὀνόματα κατὰ τῶν πραγμάτων κεῖσθαι πεπαιδευκότος,
ἑπόμενος ὁ Πλάτων’ συμφέρεται τοῖς αὐτοῖς, οὐκ 
ἄλλως ἢ βαρβάρων μνησθεὶς, καὶ παρὰ τοῖσδε φήσας
τόνδε σώζεσθαι τὸν τρόπον, τάχα που τοὺς Ἑβραίους
 αἰνιττόμενος , ἐπεὶ μηδὲ παρ’ ἑτέροις βαρβάροις ῥᾀδιον
τὴν τοιάνδε παραφυλάξαι θεωρίαν.

λέγει δ’
οὖν ἐν Κρατύλῳ 
 “Καὶ Καὶ οὐ τοῦτο εἶναι ὄνομα ὃ ἄν τινες συνθέμενοι
καλεῖν καλῶσι, τῆς αὐτῶν φωνῆς μόριον ἐπιφθεγγό-
 

 
μένοι, ἀλλ’ ὀρθότητά τινα τῶν ὀνομάτων πεφυκέναι
καὶ Ἕλλησι καὶ βαρβάροις τὴν αὐτὴν ἅπασι.”

Καὶ προιὼν ἑξῆς φησιν 
 Ὅὐκοῦν οὕτως οὕτως ἀξιώσεις καὶ τὸν νομοθέτην τόν
τε ἐνθάδε καὶ τὸν ἐν τοῖς βαρβάροις , ἴως ἂν καὶ τὸ 
τοῦ ὀνόματος εἶδος ἀποδιδῷ τὸ προσῆκον ἑκάστῳ ἐν
ὁποιαισοῦν συλλαβαῖς , οὐδὲν χείρω νομοθέτην εἶναι
 τὸν ἐνθάδε ἢ τὸν ὁπουοῦν ἄλλοθι.”

Εἶθ’ ἑξῆς πάλιν τὸν ἐπιστήμονα τῆς ὀρθότητος
τῶν ὀνομάτων διαλεκτικὸν εἶναι φήσας καὶ 
νομοθέτην οὕτω λέγει 
 “Τέκτονος μὲν ἄρα ἔργον ἐστὶν τὸ ποιῆσαι πηδάλιον
ἐπιστατοῦντος κυβερνήτου, εἰ μέλλει καλὸν
εἶναι τὸ πηδάλιον. 
 Φαίνεται.

Νομοθέτου δέ γε , ὡς ἔοικεν , ὄνομα , ἐπιστάτην
c ἔχοντος διαλεκτικὸν ἄνδρα , εἰ μέλλοι καλῶς
ὄνομα τεθήσεσθαι. 
 Ἔστι ταῦτα. 
 Κινδυνεύει ἄρα, ὦ Ἑρμόγενες, εἶναι οὐ φαῦλον, 
ὡς σὺ οἴει, ἡ τοῦ ὀνόματος θέσις, οὐδὲ φαύλων ἀνδρῶν,
οὐδὲ τῶν ἐπιτυχόντων. καὶ Κρατύλος ἀληθῆ
λέγει, λέγων φύσει τὰ ὀνόματα εἶναι τοῖς πράγμασι,
καὶ οὐ πάντα δημιουργὸν ὀνομάτων εἶναι, ἀλλὰ μόνον
ἐκεῖνον τὸν ἀποβλέποντα εἰς τὸ τῇ φύσει ὄνομα ὂν 
ἑκάστῳ, καὶ δυνάμενον αὐτοῦ τὸ εἶδος τιθέναι εἰς
τά τε γράμματα καὶ τὰς συλλαβάς.”

Τοσαῦτα εἰπὼν μετὰ πλεῖστα βαρβάρων αὐθις
ἀναφέρει τὴν μνήμην, κἄπειτα εἰς Ἕλληνας
παρὰ βαρβάρων ἥκειν τὰ πολλὰ τῶν ὀνομάτων διαρρήν 
ὁμολογεῖ, φάσκων αὐτοῖς ῥήμασιν

“Ἐννοῶ ὅτι πολλὰ Ἕλληνες ὀνόματα, ἄλλως

 
τε καὶ οἱ ὑπὸ τοῖς βαρβάροις οἰκοῦντες, παρὰ τῶν
βαρβάρων εἰλήφασι. 
 Τί οὖν δή; 
 Εἴ τις ζητοίη ταῦτα κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν φωνὴν
 ὡς ἐοικότως κεῖται, ἀλλὰ μὴ κατ’ ἐκείνην ἐξ ἧς τὸ
ὄνομα τυγχάνει ὂν, οἶσθα ὅτι ἀποροίη ἄν.
Εἰκότως.”

Ταῦτα ὁ Πλάτων’. φθάνει γε μὴν αὐτὸν Νωυσῆς,
ὃς οἶα δὴ σοφὸς νομοθέτης ὢν ὁμοῦ καὶ διαλεκτικὸς
 ἐπάκουσον τί φησί. “καὶ ἔπλασεν ὁ θεὸς 
ἐκ τῆς γῆς πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ καὶ πάντα τὰ
πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἤγαγεν αὐτὰ πρὸς τὸν
Ἀδὰμ, ἰδεῖν τί καλέσει αὐτά. καὶ πᾶν ὃ ἂν ἐκάλεσεν
αὐτὸ Ἀδὰμ ψυχὴν ζῶσαν, τοῦτο ἦν ὄνομα
 αὐτοῦ.’’

διὰ γὰρ τοῦ φάναι τοῦτο ἦν ὄνομα αὐτοῦ”
τί ἄλλο ἢ κατὰ φύσιν τεθεῖσθαι τὰς προσηγορίας
παρίστησι; τὸ γὰρ ἐπικληθὲν ἄρτι, φησὶ τοῦτο
καὶ πάλαι πρότερον ἐν τῇ φύσει περιέχεσθαι, εἶναί
(??) κ.αὶ προυπάρχειν ἑκάστῳ τῶν ἐπωνομασμένων
ὢ τοῦτο ὄνομα , ὅπερ ὁ δηλούμενος ἄνθρωπος ἐπιθειάσας 
δυνάμει κρείττονι τέθειται.

καὶ αὐτὸ δὲ τὸ
Ἀδὰμ, Ἑβραῖον ὑπάρχον ὄνομα, παρὰ τῷ Μωσεῖ τοῦ
γηγενοῦς ἀνθρώπου γένοιτ’ ἂν ἐπώνυμον, ὅτι δὴ
παρ’ Ἑβραίοις Ἀδὰμ ἡ yrj καλεῖται, παρ’ ὃ καὶ ὁ
 πρῶτος γηγενὴς ἐτύμως Ἀδὰμ ὑπὸ Μώσεως ἀνείρηται.

ἔχοι δ’ ἂν καὶ ἄλλην ἡ προσηγορία διάνοιαν,
εἰς τὸ ἐρυθρὸν μεταλαμβανομένη καὶ τὴν τοῦ
σώματος παριστῶσα φύσιν. ἀλλὰ τὸν μὲν γεώδη καὶ
γήινον καὶ γηγενῆ , ἢ τὸν σωματικὸν καὶ σάρκινον 
ὢ ἄνθρωπον , τῷ τοῦ Ἀδὰμ ἐπεσημήνατο προσρήματι.

καλοῦσι δὲ καὶ ἄλλως παῖδες Ἑβραίων τὸν ἅνθρωπον,
Ἐνὼς ἐπονομάζοντες, ὃν δή φασιν εἶναι τὸν

 
ἐν ἡμῖν λογικὸν, ἕτερον ὄντα τὴν φύσιν τοῦ γεώδους
Ἀδάμ. διάνοιαν δὲ περιέχει καὶ ὁ Ἐνὼς οἰκείαν,
ἐπιλήσμων τῇ Ἑλλήνων ἑρμηνευόμενος φωνῇ.

τοιοὐτον
δὲ πέφυκεν ὑπάρχειν τὸ ἐν ἡμῖν λογικὸν, τῆς
πρὸς τὸ θνητὸν καὶ ἄλογον συμπλοκῆς ἕνεκα. τὸ μὲν 
γὰρ πάντη καθαρὸν καὶ ἀσώματον καὶ θεῖον καὶ
λογικὸν οὐ μόνον τῶν πρόσθεν γενομένων τὴν μνήμην,
 , ἀλλὰ καὶ τῶν μελλόντων ἔσεσθαι τὴν γνῶσιν,
δι’ ἄκραν ἀρετὴν θεωρίας περιείληφε. τὸ δ’ ἐν σαρξὶ
πεπιλημένον, ὀστέοις τε καὶ νεύροις καταπεπαρμένον, 
ὄγκον τε μέγαν καὶ βαρὺν ἐπηχθισμένον τὸ σῶμα,
λήθης πολλῆς καὶ ἀμαθίας συνιδὼν ὁ Ἑβραίοις
λόγιος εὐθυβόλῳ κέκληκε προσρήματι Ἐνὼς ἐπονομάσας,
ὅπερ δηλοῖ τὸν ἐπιλήσμονα.

κεῖται γοῦν
παρά τινι προφήτῃ “τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνήσκῃ 
αὐτοῦ; ἢ υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν;
ἀνθ’ οὗ τὸ Ἑβραϊκὸν ἐπὶ μὲν τῆς πρώτης τοῦ ἀνθρώπου
κλήσεως τὸ Ἐνὼς περιείληφεν, ὡσεὶ ἔλεγε
σαφέστερον , τί οὗτός ἐστιν ὁ ἐπιλήσμων, ὅτι σὺ, ὠ
 θεὲ , μιμνήσκῃ αὐτοῦ , καίπερ ὄντος ἐπιλήσμονος ;

τὸ δὲ ἢ υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν’’
“ ἢ υἱὸς Ἀδάμ’’ κεῖται παρὰ τοῖς δηλουμένοις , ὡς
εἶναι τὸν αὐτὸν καὶ Ἀδὰμ καὶ Ἐνὼς, τοῦ μὲν σαρκικοῦ
διὰ τοῦ Ἀδὰμ, τοῦ δὲ λογικοῦ διὰ τοῦ Ἐνὼς
παρισταμένου.

Καὶ τὰ μὲν Ἑβραίων λόγια οὕτω πως διαιρεῖ
τὴν ἐτυμολογίαν· ὁ δὲ Πλάτων’ τὸν ἄνθρωπον τῇ
Ἑλλήνων φωνῇ παρὰ τὸ ἀναθρεῖν φησι κεκλῆσθαι
λέγων 
 “Ὁ δὲ ἄνθρωπος ἅμα ἑώρακε , τοῦτο δέ ἐστιν 
 

 
ὄπωπε, καὶ ἀναθρεῖ καὶ λογίζεται τοῦτο ὃ ὄπωπεν, ἴ’,
ἔνα ᾖ ἀναθρῶν ἃ ὄπωπε.”

πάλιν Ἑβραῖοι τὸν ἄνδρα εἶς καλοῦσι.
παρῆκται δὲ αὐτοῖς τοὔνομα ἀπὸ τοῦ ἒς, δι’ οὗ
 σημαίνουσι τὸ πῦρ, ἵνα ᾖ παρὰ τὸ θερμὸν καὶ διάξπυρξον
τῆς τοῦ ἀνδρὸς φύσεως ὁ ἀνὴρ ὠνομασμένος.

ἡ δὲ γυνὴ, ἐπείπερ εἴρηται ἐκ τοῦ ἀνδρὸς εἰλῆφθαι,
καὶ τὴν προσηγορίαν ἐπικοινωνεῖ τῷ ἀνδρί.
ἔς σὰ γὰρ ἡ γυνὴ λέγεται παρ’ αὐτοῖς, ὥσπερ εἶς
 ὁ ἀνήρ. ὁ δὲ Πλάτων’ τὸν ἄνδρα παρὰ τὴν ἄνω ῥοὴν
ὀνομάζεσθαι λέγει· καὶ ἐπιλέγει 
 “Ἡ δὲ γυνὴ γονή μοι φαίνεται βούλεσθαι εἶναι.”

πάλιν Μώσης τὸν οὐρανὸν ἐτύμως τῇ Ἑβραίων 
γλώσσῃ “ στερέωμα προσαγορεύει , παρὰ τὸ
 πρῶτον εἶναι μετὰ τὴν ἀσώματον καὶ νοερὰν οὐσίαν
τοῦδε τοῦ κόσμου στερεὸν καὶ αἰσθητὸν σῶμα. ὁ δὲ
Πλάτων’ τῷ οὐρανῷ φησιν ὀρθῶς ὄνομα κεῖσθαι διὰ
τὸ ἄνω ὁρᾶν ποιεῖν.

πάλιν Ἑβραῖοι τὸ μὲν ἀνωτάτω
τοῦ θεοῦ κύριον ὄνομα ἄρρητον εἶναι καὶ ἄθθεγκτον,
 οὐδὲ φαντασίᾳ διανοίας ληπτὸν εἶναί φασιν·
αὐτὸ δὲ τοῦτο καθ’ ὃ θεὸν ὀνομάζομεν Ἐλωεὶμ καλοῦσι,
παρὰ τὸ ἢλ, ὡς ἔοικε · τοῦτο δὲ ἑρμηνεύουσιν
ἰσχὺν καὶ δύναμιν· ὥστ’ εἶναι τοῦ θεοῦ τοὔνομα 
παρ’ αὐτοῖς ἀπὸ τῆς ἀμφὶ αὐτὸν δυνάμεως τε καὶ
 ἰσχύος ἐπιλελογισμένον, δι’ ἧς νοεῖται παντοδύναμος
καὶ πάντα ἰσχύων , ὡς ἂν τὰ πάντα συστησάμενος.
ὁ δὲ Πλάτων’ θεὸν καὶ θεοὺς παρὰ τὸ θέειν, ὅπερ
ἐστὶ τρέχειν , τοὺς ἐν οὐρανῷ φωστῆρας ἐπικεκλῆσθαί
φησι.

Τοιαῦτα δή τινα, ὡς ἐν τύπῳ φάναι, τὰ παρ’
 

 
Ἑβραίοις καὶ τὰ παρὰ Πλάτωνι περὶ ὀρθότητος ὀνομάτων
διηκρίβωται. καὶ τὰς ἐν ἀνθρώποις δὲ προσηγορίας
μετά τινος διανοίας φησὶν ὁ Πλάτων’ τεθεῖσθαι,
καὶ τόν γε λόγον ἀποδιδόναι πειρᾶται, οὐκ
οἶδ’ ὅπως τὸν Ἕκτορα κεκλῆσθαι εἰπὼν ἀπὸ τοῦ 
 ἔχειν καὶ κρατεῖν, διὰ τὸ βασιλέα εἶναι τῶν Τρώων,
τὸν δὲ Ἀγαμέμνονα διὰ τὸ ἄγαν μένειν, καὶ τοῖς δόξασι
περὶ τῶν Τρώων εὐτόνως καὶ καρτερῶς παραμένειν·
τὸν δὲ Ὀρέστην διὰ τὸ ὀρεινὸν καὶ ἄγριον
καὶ θηριῶδες τοῦ τρόπου· καὶ τὸν μὲν Ἀτρέα δ’ ἰὰ 
τὸ ἀτηρόν τινα γεγονέναι τὸ ἦθος· τὸν δὲ Πέλοπα
οἶόν τινα οὐ τὰ πόρρω, ἀλλὰ μόνα τὰ πέλας καὶ
ἐγγὺς ὁρῶντα· τὸν δὲ Τάνταλον ταλάντατον τινά
φησι, διὰ τὰ περὶ αὐτὸν δυστυχήματα , σημαίνειν.

ταῦτα καὶ τοιαῦτα μυρία ἄλλα εὕροις ἂν εἰρημένα 
τῷ Πλάτωνι, φύσει τεθεῖσθαι, ἀλλ’ οὐ θέσει
 τοῖς πρώτοις τὰ ὀνόματα διδάσκειν πειρωμένῳ.

ἀλλ’ οὐ καὶ τὰ παρὰ Μωσεῖ βεβιασμένα ἂν εἴποις,
οὐδέ γε κατά τινα σοφιστικὴν εὑρεσιλογίαν
πεποιημένα, μαθὼν ὡς ὁ μὲν παρ’ Ἑβραίοις Κάϊν 
ζῆλος’’ παρ’ Ἕλλησι μεταλαμβάνεται , τούτου δ’
ἠξιώθη τοῦ προσρήματός ὁ δηλούμενος διὰ τὸ ζηλῶσαι
τὸν ἀδελφὸν τὸν Ἄβελ.

καὶ ὁ Ἄβελ δὲ ἑρμηνεύεται
“ πένθος” , τοῦ τοιοῦδε πάθους γεγονὼς
καὶ αὐτὸς τοῖς γονεῦσιν αἴτιος, οἳ κατά τινα θειοτέραν 
 προμήθειαν γενομένοις τοῖς παισὶ ταύτας τέθεινται
τὰς ἐπωνυμίας.

τί δ’ εἴ σοι τὸν Ἁβραὰμ
παραφέροιμι; μετεωρολόγος τις οὗτος καὶ τῆς τῶν
ἄστρων θεωρίας τῶν τε κατ’ οὐρανὸν μαθημάτων
εἰδήμων τὸ πρὶν, ὅτε τῆς Χαλδαικῆς μετεποιεῖτο σοφίας, 
, γεγονὼς Ἅβραμ ἐκαλεῖτο · τοῦτο δ’ Ἑλλήνων
φωνῇ πατέρα μετέωρον σημαίνει.

ἀλλ’ ὁ θεός

 
γε αὐτὸν τῶν τῇδε ἐπὶ τὰ ἀφανῆ καὶ τόν ὁρωμένων 
ἐπέκεινα προάγων εὐθυβόλῳ κέχρηται μετωνυμίᾳ,
Οὐκέτι, φήσας, κληθήσεται τὸ ὄνομά σου Ἅβραμ,
ἀλλὰ Ἄβραὰμ ἔσται τὸ ὄνομά σου, ὅτι πατέρα πολλῶν d
 ἐθνῶν τέθεικά σε.

τοῦτο δ’ ὁποίας ἔχεται διανοίας
μακρὸς ἂν εἴη λόγος. ἀπαρκεῖ δὲ κἀν τούτῳ
τὸν Πλάτωνα μάρτυρα τοῦ λόγου παραθέσθαι, ὑπὸ
θειοτέρας δυνάμεως ἔνια τῶν ὀνομάτων τεθεῖσθαι
φάμενον. λέγει δ’ οὖν αὐτοῖς ῥήμασιν

“ Ἐσπουδάσθαι γὰρ ἐνταῦθα μάλιστα πρέπει
τὴν θέσιν τῶν ὀνομάτων· ἴσως δὲ ἔνια αὐτῶν καὶ
ὑπὸ θειοτέρας δυνάμεως ἢ τῆς τῶν ἀνθρώπων
ἐγενήθη.”

Τοῦτό γέ τοι αὐτὸ διὰ πλειόνων καὶ ἡ παρ’
 Ἑρβαίοις ἱερὰ πιστοῦται γραφή· πρῶτός τε Μώσης
ἁπάντων, ὃς ἐκ θειοτέρας δυνάμεως τὸν Ἁβραὰμ καὶ
τὸν τούτου παῖδα τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἔτι τὸν Ἰσραὴλ
ἐπωνομάσθαι ἐδίδαξε. γέλως· δὲ ὁ Ἰσαὰκ ἑρμηνεύεται, 
τὸ τῆς ἐναρέτου χαρᾶς ἐπαγόμενος σύμβολον,
 ἣν τοῖς θεοφιλέσι γέρας ἐξαίρετον δώσειν ὁ θεὸς
ἐπήγγελται.

ὁ δὲ τούτου παῖς Ἰσραὴλ ἢν μὲν τὸ
πρὶν τὸ τοῦ Ἰακὼβ ὄνομα ἐπενηνεγμένος , ἀντὶ δὲ
τοῦ Ἰακὼβ ὁ θεὸς αὐτῷ τὸ τοῦ Ἰσραὴλ ὄνομα σωρεῖται,
τὸν ἀσκητὴν καὶ πρακτικὸν ἐπὶ τὸν θεωρητικὸν
 μεταστησάμενος.

πτερνιστὴς γὰρ ὁ Ἰακὼβ ἑρμηνεύεται
ὡς τὸν ἀρετῆς ἐναθλῶν ἀγῶνα · Ἰσραὴλ δὲ
ὁρῶν θεὸν, ὁποῖος ἂν εἴη ὁ γνωστικὸς καὶ θεωρητικὸς 
ἐν ἀνθρώπῳ νοῦς.

τί με δεῖ νῦν τοῦ πανσόφου
Μώσεως ἢ τῶν παρ’ Ἑβραίοις ἱερῶν λογίων
 διὰ μυρίων ἄλλων τὴν ὀρθότητα τῆς τῶν οἰκείων
 

 
ὀνομάτων θέσεως ἐξαπλοῦν, μακροτέρας σχολῆς δεο-
μένων τῶν κατὰ τὸν τόπον;

αὐτίκα δὴ καὶ τῶν
πρώτων τῆς γραμματικῆς στοιχείων Ἓλληνες μὲν
οὐκ ἂν ἔχοιεν τὰς ἐτυμολογίας εἰπεῖν, οὐδ’ αὐτός γ’
ἂν φαίη Πλάτων’ τὸν λόγον ἢ τὸν λογισμὸν τῶν φωνηέντων 
ἢ τῶν συμφώνων.

Ἐβραίων δ’ ἂν
 εἴποιεν παῖδες τοῦ τε Ἄλφα τὴν αἰτίαν, ὁ παρ’ αὐτοῖς
καλεῖται Ἄλφ’ , τοῦτο δὲ σημαίνει μάθησιν · καὶ
τοῦ Βῆτα, ὅπερ Βὴθ φίλον αὐτοῖς προσαγορεύειν,
οὕτω δὲ τὸν οἶκον ὀνομάζουσιν · ὥστε δηλοῦν τὴν 
διάνοιαν, μάθησις οἴκου· ὡσεὶ σαφέστερον ἐλέγετο,
διδαχή τις καὶ μάθησις οἰκονομίας.

καὶ τὸ
Γάμμα δὲ παρ’ αὐτοῖς τρίτον κέκληται Γῖμελ· οὕτω
δὲ τὴν πλήρωσιν ὀνομάζουσιν. εἶτ’ ἐπειδὴ τὰς δέλτους
Δὲλθ καλοῦσι , τὸ τέταρτον στοιχεῖον οὕτω 
προσεῖπον, ὁμοῦ διὰ τῶν δύο στοιχείων σημαίνοντες
ὡς ὅτι ἡ ἔγγραφος μάθησις πλήρωσίς ἐστι δέλτων.

ἐπιὼν δέ τις καὶ τὰ λοιπὰ τῆς γραμματικῆς στοιχεῖα,
μετά τινος αἰτίας καὶ λογισμοῦ εὕροι ἂν ἕκαστα
παρ’ αὐτοῖς ὠνομασμένα, ἐπεὶ καὶ τῶν ἑπτὰ φωνηέντων 
τὴν ἐπὶ τὸ αὐτὸ σύνθεσιν μιᾶς τινος ἀπορρήτου
προσηγορίας περιέχειν φασὶν ἐκφώνησιν, ἣν διὰ
τεσσάρων στοιχείων παῖδες Ἑβραίων σημειούμενοι
ἐπὶ τῆς ἀνωτάτω τοῦ θεοῦ δυνάμεως κατατάττουσιν,
ἄλεκτόν τι τοῖς πολλοῖς καὶ ἀπόρρητον τοῦτ’ εἶναι 
παῖς παρὰ πατρὸς εἰληφότες.

καὶ τῶν παρ’ Ἕλλησι
δὲ σοφῶν, οὐκ οἶδ’ ὁπόθεν, τις τοῦτο μαθὼν
ᾐνίξατο, ὧδέ πη δι’ ἐπῶν φήσας
 ἑπτά με φωνήεντα θεὸν μέγαν ἄφθιτον αἰνεῖ 
 γράμματα, τὸν πάντων ἀκάματον πατέρα. 
 εἰμὶ δ’ ἐγὼ πάντων χέλυς ἄφθιτος, ἣ τὰ λυρώδη 
 ἡρμοσάμην δίνης οὐρανίοιο μέλη.

εὕροις δ’ ἂν καὶ τῶν λοιπῶν παρ’ Ἑβραίοις στοιχείων,
ἐπιστήσας ἑκάστῳ, τὰ σημαινόμενα· τοῦτο δὲ
ἤδη καὶ διὰ τῶν πρόσθεν ἡμῖν συνέστη, ὁπηνίκα
παρὰ βαρβάρων τὰ πάντα ὠφελῆσθαι τοὺς Ἕλληνας
 ἀπεδείκνυμεν.

πολλὴν δ’ ἄν τις καταμάθοι, τὴν 
Ἑβραίων γλῶσσαν πολυπραγμονῶν , ὀνομάτων ὀρθότητα
παρὰ τοῖς ἀνδράσι φερομένην , ἐπεὶ καὶ αὐτὸ
τοῦ παντὸς ἔθνους τὸ προσηγορικὸν ὄνομα ἀπὸ τοῦ
Ἔβερ τὸ παρωνύμιον εἴληφε. σημαίνει δὲ τοῦτο τὸν
 “ διαπερῶντα,’’ ἐπεὶ καὶ διάβασις καὶ διαπερῶν τῇ
Ἑβραίων φωνῇ “ Ἕρερ” ὀνομάζεται.

διδάσκει
δὲ ὁ λόγος διαπερᾶν καὶ διαβαίνειν ἀπὸ τῶν τῇδε
ἐπὶ τὰ θεῖα, μηδαμῶς τε ἐναπομένειν καὶ ἵστασθαι
ἐπὶ τῇ θέᾳ τῶν ὁρωμένων, ἀπὸ δὲ τούτων ἐπὶ τὰ 
 ἀφανῆ καὶ ἀόρατα τῆς περὶ τοῦ τῶν ὅλων ποιητοῦ
τε καὶ δημιουργοῦ θεολογίας διαβαίνειν. ταύτῃ τοι
τοὺς πρώτους μόνῳ τῷ πανηγεμόνι καὶ αἰτίῳ τῶν
ὅλων ἀνακειμένους , εὐσεβείᾳ τε καθαρᾷ καὶ ἀληθεῖ
προσανέχοντας,Ἑβραίους ἐφώνουν, περατικούς τινας
 καὶ διαβεβηκότας τῇ διανοίᾳ τοὺς τοιούσδε ἀποκαλοῦντες.

καὶ τί με δεῖ ἐπὶ πλέον μηκύνειν τὰ
πάντα συνάγοντα τῆς τῶν Ἑβραϊκῶν ὀνομάτων ὀρθότητός
τε καὶ ἀκριβείας, τοῦ προβλήματος οἰκείας
δεομένου πραγματείας ; πλὴν ὡς ἐν τύπῳ φάναι, 
 ἡγοῦμαι καὶ διὰ τῶν λεχθέντων τῆς παρ’ Ἑβραίοις
λογικῆς διδασκαλίας τὴν ἀπόδειξιν παρεσχηκέναι, εἰ
δὴ κατὰ τὸν Πλάτωνα οὐ φαύλων ἦν ἀνδρῶν οὐδὲ
τῶν τυχόντων , ἀλλὰ σοφοῦ καὶ διαλεκτικοῦ τινος
νομοθέτου , φύσιν ὀνομάτων οἰκείαν τοῖς πράγμασιν
 εὑρέσθαι, οἷος ἡμῖν ὁ Μώσης καὶ τὰ Ἑβραίων ἀποδέρεικται
λόγια. τί δὴ οὖν μετὰ τὰ λογικὰ ἕπεται ἢ

 
τὰ φυσικὰ ἐπισκέψασθαι , ὅπως ποτὲ καὶ περὶ ταῦτα
εἶχον Ἑβραίων παῖδες;

Καὶ τὸ τρίτον δὲ μέρος τῆς καθ’ Ἑβραίους
φιλοσοφίας, — τοῦτο δ’ ἦν τὸ φυσικὸν, διαιρούμενον
καὶ παρ’ αὐτοῖς εἴς τε τὴν τῶν νοητῶν καὶ ἀσωμάτων 
ἐποπτείαν καὶ εἰς τὴν τῶν αἰσθητῶν φυσιολογίαν,
— οἱ κατὰ πάντα τέλειοι προφήται ᾔδεσάν τε
καὶ τοῖς οἰκείοις, ὅτε δὴ καιρὸς ἐκάλει, κατεμίγνυον
 λόγοις, οὐ στοχασμοῖς καὶ θνητῆς διανοίας ἐπιτηδεύσει
μαθόντ’ ἐς , οὐδ’ ἐπὶ διδασκάλοις ἀνδράσι 
σεμνυνόμενοι, θεοφορήσει δὲ κρείττονος δυνάμεως
καὶ θείου πνεύματος ἐπιπνοίᾳ τὴν γνῶσιν ἀνατιθέντες.

ἔνθεν μυρία μὲν αὐτοῖς περὶ τῶν μελλόντων
τεθέσπιστο, μυρία δὲ περὶ τῆς τοῦ παντὸς
συστάσεως πεφυσιολόγητο, καὶ αὖ πάλιν μυρία περὶ 
ζῴων φύσεως διείληπτο, πλεῖστα δὲ ὅσα καὶ περὶ
φυτῶν ταῖς οἰκείαις ἕκαστος προφητείαις κατεβέβλητο.

Μώσης δὲ καὶ λίθων δυνάμεις εὖ μάλα
 ἐξεπιστάμενος οὐ παρέργως ἐπὶ τῆς τοῦ ἀρχιερέως
στολῆς τῇ τούτων κέχρητο θεωρίᾳ. καὶ αὖ πάλιν 
Σολομῶν, εἰ καί τις ἄλλος, ἐν τῇ περὶ τούτων διαπρέψαι
φυσιολογίᾳ πρὸς τῆς θείας μαρτυρεῖται γραφῆς,
ὧδε περιεχούσης

“ καὶ ἐλάλησε Σολομῶν
τρισχιλίας παραβολὰς , καὶ ἦσαν ᾠδαὶ αὐτοῦ πεντακισχίλιαι,
καὶ ἐλάλησε περὶ τῶν ξύλων , ἀπὸ τῆς 
κέδρου τῆς ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ ἕως τῆς ὑσσώπου τῆς
ἐκπορευομένης διὰ τοῦ τοίχου. καὶ ἐλάλησε περὶ
τῶν κτηνῶν καὶ περὶ τῶν πετεινῶν καὶ περὶ τῶν
 ἰχθύων. καὶ παρεγένοντο πάντες οἱ λαοὶ ἀκοῦσαι
τῆς σοφίας Σολομῶντος, καὶ [ἐλάμβανε δῶρα] παρὰ 
πάντων τῶν βασιλέων τῆς γῆς , ὅσοι ἤκουσαν τῆς
σοφίας αὐτοῦ.’’

ἐντεῦθεν ὁρμώμενος καὶ ὁ τὴν

 
πανάρετον σοφίαν εἰς αὐτοῦ πρόσωπον ἀναθεὶς ἔφη
“αὐτὸς γάρ μοι ἔδωκε τῶν ὄντων γνῶσιν ἀψευδῆ,
εἰδέναι σύστασιν κόσμου, καὶ ἐνέργειαν στοιχείων,
ἀρχὴν καὶ τέλος καὶ μεσότητα χρόνων, τροπῶν ἀλλαγὰς
 καὶ μεταβολὰς καιρῶν, ἐνιαυτοῦ κύκλους, καὶ
ἀστέρων θέσεις, φύσεις ζῴων καὶ θυμοὺς θηρίων,
πνευμάτων βίας, καὶ διαλογισμοὺς ἀνθρώπων , καὶ
διαφορὰς φυτῶν, καὶ δυνάμεις ῥιζῶν , ὅσα τέ ἐστι
κρυπτὰ καὶ ἀφανῆ ἔγνων. ἡ γὰρ πάντων τεχνῖτις 
 ἐδίδαξέ με σοφία.’’

πάλιν τε ὁ αὐτὸς Σολομῶν 
τὴν ῥευστὴν τῶν σωμάτων οὐσίαν φυσιολογῶν ἐν
Ἐκκλησιαστῇ φησι ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα
ματαιότης. τίς περισσεία τῷ ἀνθρώπῳ ἐν παντὶ
μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ μοχθεῖ ὑπὸ τὸν ἥλιον; καὶ ἐπιλέγει
 “τί τὸ γεγονός ; αὐτὸ τὸ γενησόμενον · καὶ τί
τὸ πεποιημένον; αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον. καὶ οὐκ
ἔστι πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον. ”

ταῦτα γὰρ
αὐτῷ καὶ τὰ τοιαῦτα πεφυσιολόγητο περὶ τῆς σωματικῆς
οὐσίας. εὕροις δ’ ἂν καὶ τοὺς ἄλλους Ἑβραίους 
 ἐπιὼν σοφοὺς τῆς ὁμοίας οὐκ ἀμοίρους ἐπιστήμης.
φυτῶν γοῦν, ὡς ἔφην ἤδη πρότερον, μυρία καὶ ζῴων
πέρι, χερσαίων τε καὶ ἐνύδρων, καὶ προσέτι πτηνῶν
φύσεως εἴρηται αὐτοῖς.

ναὶ μὴν καὶ περὶ τῶν ἐν
οὐρανῷ ἄστρων , ἐπεὶ καὶ ἄρκτου καὶ Πλειάδος,
 Ὠρίωνός τε καὶ ἀρκτούρου, ὅν ἀρκτοφύλακα καὶ
Βοώτην Ἕλλησι φίλον ὀνομάζειν, μνήμη τις οὐχ ἡ
τυχοῦσα τοῖς τῶν δηλουμένων ἐμφέρεται γράμμασιν.

ἀλλὰ καὶ περὶ συστάσεως κόσμου, τά τε περὶ τῆς
τοῦ παντὸς τροπῆς τε καὶ ἀλλοιώσεως, ψυχῆς τε περὶ 
 οὐσίας , καὶ λογικῶν ἁπάντων φύσεως ὁρωμένης τε
καὶ ἀφανοῦς δημιουργίας , τῆς τε καθόλου προνοίας,
καὶ τούτων ἔτι πρότερον τὰ περὶ τοῦ πρώτου τῶν

 
ὅλων αἰτίου, τῆς τε τοῦ δευτέρου θεολογίας, καὶ τῶν
ἄλλων τῶν διανοίᾳ μόνῃ ληπτῶν τοὺς λόγους καὶ
τὰς θεωρίας εὖ μάλα καὶ ἀκριβῶς περιειλήφασιν,
ὡς μὴ ἂν ἁμαρτεῖν τοὺς μετὰ ταῦτα παρ’ Ἕλλησι
τὴν τούτων φύσιν ἀνηρευνηκότας πρεσβύταις οἶα 
 νεωτέρους κατηκολουθηκέναι φάναι.

ταῦτα μὲν
δὴ καὶ περὶ τῆς τοῦ παντὸς φυσιολογίας. διχῆ δὲ
καὶ τὸν περὶ τούτων διαστειλάμενοι λόγον, τὸν μὲν
περὶ τῶν αἰσθητῶν οὐκ εἰς ἄκρον ᾤοντο δεῖν εἰς
τοὺς πολλοὺς ἐκφέρειν, οὐδέ γε τὰς αἰτίας τῆς τ’ τῶν 
ὄντων φύσεως τὸ δημῶδες πλῆθος ἐκδιδάσκειν, πλὴν
ὅσον ἦν ἀναγκαῖον εἰδέναι, ὅτι τε μὴ ἀπηυτομάτισται
τὸ πᾶν, μηδ’ εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν ἐξ ἀλόγου
φορᾶς ὑφέστηκεν , ἄγεται δ’ ὑφ’ ἡνιόχῳ θεοῦ λόγῳ,
καὶ δυνάμει σοφίας ἀρρήτου διακυβερνᾶται.

περὶ 
δὲ τῶν νοητῶν, ὅτι μέν ἐστι καὶ τίνα, ὅπη τε διατάξεως
ἔχει δυνάμεως τε καὶ διαφορᾶς, εἴρηται μὲν
καὶ ταῖς ἱεραῖς βίβλοις ἐγκαταβέβληται, εἰς ἐξάκουστόν
 τε τοῖς πᾶσι παραδέδοται , καθ’ ὅσον εἰδέναι
χρῆν τοὺς εὐσεβείας μεταποιουμένους εἰς ἀνάληψιν 
εὐλαβοῦς καὶ σώφρονος βίου.

τὸν δὲ δὴ βαθὺν
καὶ λεληθότα περὶ τούτ’ ὢν λόγον ἐν ἀπορρήτοις ζητεῖν
τε καὶ διδάσκεσθαι κατελίμπανον τοῖς οἵοις τε
τὰ τοιάδε μυεῖσθαι. βραχέα δὲ καὶ ὡς ἐν τύπῳ
φάναι 5 εὖ ἂν ἔχοι καὶ τῆς τούτων διελθεῖν ἐποπτείας, 
τόν τε Πλάτωνα κἀν τούτω τὰ φίλα πεφρονηκότα
τοῖς δηλουμένοις παραστῆσαι.

Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς τῶν νοητῶν καὶ
ἀσωμάτων παιδεύσεως τε καὶ θεωρίας τῷ πανσόφῳ
Μωσεῖ καὶ τοῖς Ἑβραίων προφήταις Πλάτων’ ὁ θαυμάσιος 
ἐπηκολουθηκέναι διὰ τῶν οἰκείων φωνῶν
ἐστι δῆλος, εἴτ’ ἐξ ἀκοῆς εἰς αὐτὸν ἡκούσης μαθὼν,

 
(ἐπεὶ καὶ συνίσταται παρ᾿ Αἰγυπτίοις τηνικάδε τὰς 
διατριβὰς πεποιημένος, καθ᾿ ὃν Ἑβραῖοι τῆς οἰκείας
δεύτερον ἀποπεσόντες γῆς Αἰγυπτίοις ἐπεχωρίαζον,
Περσῶν ἐπικρατούντων,) εἴτε καὶ παρ᾿ ἑαυτοῦ τῇ
 τῶν πραγμάτων ἐπιβαλὼν φύσει, εἴτε ὁπωσοῦν ὑπὸ
τοῦ θεοῦ καταξιωθεὶς τῆς γνώσεως. “ ὁ θεὸς γὰρ
(φησὶν) αὐτοῖς ἐφανέρωσε. τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ
ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθο—
ρᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης, εἰς
 τὸ εἶναι αὐτοὺς ἀναπολογήτους.” μάθοις δ᾿ ἂν τὸ
εἰρημένον ὧδέ πη διασκοπούμενος.

Μώσεως ἐν ταῖς ἱεροφαντίαις χρησμὸν ἐκ 
προσώπου τοῦ θεοῦ φήσαντος “ἐγώ εἰμι ὁ ὤν. οὕτως
ἐρεῖς τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ, ὁ ὢν ἀπέσταλκέ με
 πρὸς ὑμᾶς”, παραθεμένου δὲ καὶ τὸν θεὸν ἄντικρυς
μόνον ὄντα, καὶ τῆσδε κυρίως καὶ ἁρμοδίως ἠξιωμένον
τῆς κλήσεως ἀποφηναμένου·

πάλιν τε αὖ
Σολομῶνος περὶ τῆς τῶν αἰσθητῶν καὶ σωματικῶν
γενέσεως τε καὶ φθορᾶς ἀνειπόντος “τί τὸ γεγονός ; 
 αὐτὸ τὸ γενησόμενον. καὶ τί τὸ πεποιημένον; αὐτὸ
τὸ ποιηθησόμενον. καὶ οὐκ ἔστι πᾶν πρόσφατον ὑπὸ
τὸν ἥλιον, ὃ λαλήσει καὶ ἐρεῖ, ἴδε τοῦτο καινόν
ἐστιν· ἤδη γέγονεν ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς γενομένοις
ἀπὸ ἔμπροσθεν ἡμῶν·”

τούτοις δὲ καὶ ἡμῶν
 ἀκολούθως εἰς δύο τὸ πὰν διαιρούντων, εἴς τε νοητὸν
καὶ αἰσθητὸν, καὶ τὸ μὲν νοητὸν ἀσώματον καὶ
λογικὸν τὴν φύσιν, ἄφθαρτόν τε καὶ ἀθάνατον εἶναι
ὁριζομένων, τὸ δ᾿ αἰσθητὸν ἐν ῥύσει καὶ φθορᾷ,
μεταβολῇ τε καὶ τροπῇ τῆς οὐσίας ὑπάρχειν· πάν-
 των δ᾿ ἐπὶ μίαν ἀρχὴν ἀνακεφαλαιουμένων, ἴν τε 
εἶναι τὸ ἀγένητον καὶ τὸ κυρίως καὶ ἀληθῶς ὂν
δογματιζόντων , τὸ πάντων ἀσωμάτων τε καὶ σωμά-

 
τῶν αἴτιον·

θέα τίνα τρόπον οὐ μόνον τὴν διάνοιαν,
ἀλλὰ καὶ τὰς λέξεις αὐτὰς καὶ τὰ ῥήματα τῆς
Εβραίων γραφῆς παραξέσας ὁ Πλάτων’ ἐξοικειοῦται
τὸ δόγμα, πλατύτερον ὧδέ πη διασαφῶν 
 Τί τὸ ὂν ἀεὶ, γένεσιν δὲ οὐκ ἔχον; καὶ τί τὸ 
γινόμενον μὲν ἀεὶ, ὂν δὲ οὐδέποτε; τὸ μὲν δὴ νοήσει
μετὰ λόγου περιληπτὸν ἀεὶ κατὰ τὰ αὐτὰ ὂν, τὸ δὲ
αἰσθήσει ἀλόγῳ δοξαστὸν γινόμενον καὶ ἀπολλύμενον,
 ὄντως δὲ οὐδέποτε ὄν.”

Ἀρ’ οὐ σαφῶς πέφηνεν ὁ θαυμάσιος τὸ μὲν 
παρὰ Μωσεῖ φῆσαν λόγιον ἐγώ εἰμι ὁ ὤν” μεταποιήσας
διὰ τοῦ τί τὸ ὂν ἀεὶ, γένεσιν δὲ οὐκ ἔχον;
καὶ τοῦτό γε λευκότερον διασαφήσας ἐν τῷ φάναι,
μηδ’ ἄλλο εἶναι τὸ ὂν ἢ τὸ οὐ σαρκὸς ὀφθαλμοῖς
ὁρώμενον, νῷ δὲ καταλαμβανόμενον. ἐρωτήσας γοῦν 
τί τὸ ὂν, αὐτὸς ἑαυτῷ ἀποκρίνεται, λέγων “ τὸ
δὴ νοήσει μετὰ λόγου περιληπτὸν ὄν. ”

τὸ δὲ Σολομώντειον
 φῆσαν “ τί γεγονός; αὐτὸ τὸ γενησόμενον·
καὶ τί τὸ πεποιημένον; αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον·”
αὐτοῖς σχεδὸν ῥήμασι διερμηνεύσας δῆλος 
ἂν εἴη λέγων “τὸ δ’ αἰσθήσει ἀλόγῳ δοξαστὸν, γινόμενον
καὶ ἀπολλύμενον, ὄντως δὲ οὐδέποτε ὄν. ” οἷς
καὶ ἐπιφέρει

“ Ταῦτα γὰρ πάντα μέρη χρόνου , τὸ ἦν καὶ
ἔσται · ἃ δὴ φέροντες λανθάνομεν ἐπὶ τὴν ἀίδιον 
οὐσίαν, οὐκ ὀρθῶς. λέγομεν γὰρ δὴ ὡς ἦν, ἐστί τε
καὶ ἔσται. τῇ δὲ τὸ ἔστι μόνον κατὰ τὸν ἀληθῆ λόγον
προσήκει · τὸ δὲ ἦν καὶ τὸ ἔσται περὶ τὴν ἐν
χρόνῳ γένεσιν οὖσαν πρέπει λέγεσθαι· κινήσεις γάρ
ἐστον. τὸ δὲ ἀεὶ κατὰ τὰ αὐτὰ ἔχον ἀκινήτως οὔτε 
 
 

 
πρεσβύτερον οὔτε νεώτερον προσήκει γίνεσθαι διάχρόνον, 
οὐδὲ γενέσθαι ποτὲ, οὐδὲ γεγονέναι νῦν, οὐδ’ εἰσαῦθις
ἔσεσθαι τὸ παράπαν, οὐδ’ ὅσα γένεσις τοῖς ἐν
αἰσθήσει φερομένοις προσῆψεν, ἀλλὰ χρόνου ταῦτα,
 αἰῶνα μιμουμένου καὶ κατ’ ἀριθμὸν κυκλουμένου, γέγονεν
εἴδη. καὶ πρὸς τούτοις ἔτι τὰ τοιάδε · τὸ γεγονὸς
εἷναι γεγονὸς, καὶ τὸ γιγνόμενον εἶναι γιγνόμενον·
ἔτι τε τὸ γενησόμενον εἶναι γενησόνενον.”

Καὶ ἵνα γε μή τις ἡμᾶς παρερμηνεύειν ἡγήσηται
 τὰς τοῦ φιλοσόφου φωνὰς, ὑπομνήμασι χρήσομαι 
τῶνδε τῶν λόγων τὴν διάνοιαν ἐκφαίνουσι.
πλείους μὲν οὖν εἰς τὴν τούτων ἐπιβεβλήκασι θεωρίαν,
ἐμοὶ δ’ ἐξαρκεῖ τανῦν ἀνδρὸς ἐπιφανοῦς Νουμηνίου
τοῦ Πυθαγορείου παραθέσθαι λέξεις, ἃς ἐν
 τῷ Περὶ τἀγαθοῦ δευτέρῳ συγγράμματι ὧδέ πη
διέξεισιν

‘‘Φέρε οὖν ὅση δύναμις ἐγγύτατα πρὸς τὸ ὂν 
ἀναγόμεθα, καὶ λέγωμεν, τὸ ὂν οὔτε ποτὲ ἦν οὔτε 
ποτὲ μὴ γένηται , ἀλλ’ ἔστιν ἀεὶ ἐν χρόνῳ ὡρισμένῳ,
 τῷ ἐνεστῶτι μόνῳ.

τοῦτον μὲν οὖν τὸν ἐνεστῶτα
εἴ τις ἐθέλει ἀνακαλεῖν αἰῶνα, κἀγὼ συμβούλομαι·
τὸν δὲ παρελθόντα χρόνον οἴεσθαι χρὴ ἡμᾶς διαπεφευγότα
ἤδη διαπεφευγέναι ἀποδεδρακέναι τε εἰς
τὸ εἶναι μηκέτι · ὅ τε αὖ μέλλων ἐστὶ μὲν οὐδέπω, 
 ἐπαγγέλλεται δὲ οἷός τε ἔσεσθαι ἥξειν εἰς τὸ εἷναι.

οὐκ οὖν εἰκός ἐστιν ἐνί γε τρόπῳ νομίζειν τὸ ὂν
ἤτοι μὴ εἷναι, ἢ μηκέτι, ἢ μηδέπω. ὡς τούτου γε
οὕτως λεγομένου, ἐν γίνεταί τι ἐν τῷ λόγῳ μέγα
ἀδύνατον, εἶναί τε ὁμοῦ ταὐτὸν καὶ μὴ εἶναι.

εἰ
 δὲ οὕτως ἔχει σχολῇ γ’ ἂν ἄλλο τι εἷναι δύναιτο,
τοῦ ὄντος αὐτοῦ μὴ ὄντος κατὰ αὐτὸ τὸ ὄν. τὸ γὰρ
ὂν ἀίδιόν τε βέβαιόν τε ἐστὶν, ἀεὶ κατὰ ταὐτὸν, οὐδὲ

 
γέγονε μὲν, ἐφθάρη δὲ, οὐδ’ ἐμεγεθύνετο μὲν, ἐμειώθη
δέ· οὐδὲ μὴ ἐγένετό πω πλέον, ἢ ἔλασσον·
καὶ μὲν δὴ τά τε ἄλλα καὶ οὐδὲ τοπικός κινηθήσεται.

οὐδὲ γὰρ θέμις αὐτῷ κινηθῆναι , οὐδὲ μὲν
ὀπίσω, οὐδὲ πρόσω· οὔτε ἄνω ποτὲ οὔτε κάτω· 
 οὐδ’ εἰς δεξιὰ, οὐδ’ εἰς ἀριστερὰ μεταβήσεταί ποτε
τὸ ὄν· οὔτε περὶ τὸ μέσον ποτε ἑαυτοῦ κινηθήσεται,
ἀλλὰ μᾶλλον καὶ ἐστήξεται καὶ ἀραρός τε καὶ ἑστήκὸς
ἔσται κατὰ ταὐτὰ ἔχον ἀεὶ καὶ ὡσαύτως.”

Καὶ ἐξῆς μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει 
 “ Τοσαῦτα μὲν οὖν μοι πρὸ ὁδοῦ. αὐτὸς δ’ οὐκίτι
σχηματισθήσομαι , οὐδ’ ἀγνοεῖν φήσω τὸ ὄνομα
τοῦ ἀσωμάτου· καὶ γὰρ κινδυνεύει νῦν ἤδη ἥδιον
εἶναι εἰπεῖν μᾶλλον ἢ μὴ εἰπεῖν. καὶ δῆτα λέγω τὸ
 ὄνομα αὐτῷ εἶναι τοῦτο τὸ πάλαι ζητούμενον.

ἀλλὰ 
μὴ γελασάτω τις, ἐὰν γῶ τοῦ ἀσωμάτου εἶναι ὄνομα
οὐσίαν καὶ ὄν. ἡ δὲ αἰτία τοῦ ὄντος ὀνόματός ἐστι
τὸ μὴ γεγονέναι, μηδὲ φθαρήσεσθαι, μηδ’ ἄλλην
μήτε κίνησιν μηδεμίαν δέχεσθαι μήτε μεταβολὴν
κρείττω ἢ φαύλην · εἶναι δὲ ἁπλοῦν καὶ ἀναλλοίωτον, 
καὶ ἐν ἰδέᾳ τῇ αὐτῇ, καὶ μήτε ἐθελούσιον ἐξίστασθαι
τῆς ταὐτότητος μήθ’ ὑφ’ ἑτέρου προσαναγκάξεσθαι.

ἔφη δὲ καὶ ὁ Πλάτων’ ἐν Κρατύλῳ τὰ
ὀνόματα ὁμοιώσει τῶν πραγμάτων εἶναι αὐτὰ ἐπίθετα.
ἔστω οὖν καὶ δεδόχθω εἶναι τὸ ὂν ἀσώματον.”

Εἶθ’ ὑποκαταβὰς ἐπιλέγει 
 “ Τὸ ὂν εἶπον ἀσώματον , τοῦτο δὲ εἶναι τὸ νοητόν.
τὰ μὲν οὖν λεχθέντα, ὅσα μνημονεύειν ἐστί
μοι, τοιαῦτα γοῦν ἦν. τὸν δ’ ἐπιζητοῦντα λόγον
ἐθέλω παραμυθήσασθαι, τοσόνδε ὑπειπὼν, ὅτι ταῦτα 
τοῖς δόγμασι τοῖς Πλάτωνος εἰ μὴ συμβαίνει, ἀλλ’
ἑτέρου γ’ ἐχρῆν οἴεσθαί τινος ἀνδρὸς μεγάλου, μέγα

 
δυναμένου , οἵου Πυθαγόρου.

λέγει γοῦν Πλάτων,
φέρ’ ἀναμνησθῶ πῶς λέγει· · τί τὸ ὂν ἀεὶ, γένεσιν 
δὲ οὐκ ἔχον; καὶ τί τὸ γινόμενον μὲν, ὂν δὲ
οὐδέποτε; τὸ μὲν δὴ νοήσει μετὰ λόγου περιληπτὸν,
 τὸ δ’ αὖ δόξῃ μετὰ αἰσθήσεως ἀλόγου δοξαστὸν,
γινόμενον καὶ ἀπολλύμενον , ὄντως δὲ οὐδέποτε ὅν.”

ἤρετο γὰρ, τί ἐστι τὸ ὂν, φὰς αὐτὸ ἀγένητον
ἀναμφιλέκτως. γένεσιν γὰρ οὐκ ἔφη εἶναι τῷ ὄντι·
ἐτρέπετο γὰρ ἄν· τρεπόμενον δὲ οὐκ ἦν ἀίδιον.”

Εἶτα ὑποβάς φησιν 
 Εἰ μὲν δὴ τὸ ὂν πάντως πάντη ἀίδιόν τέ ἐστι
καὶ ἄτρεπτον καὶ οὐδαμῶς οὐδαμῆ ἐξιστάμενον ἐξ
ἑαυτοῦ, μένει δὲ κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ ὡσαύτως ἕστηκε,
τοῦτο δήπου ἂν εἴη τὸ τῇ νοήσει μετὰ λόγου περιληπτόν.

εἰ δὲ τὸ σῶμα ῥεῖ καὶ φέρεται ὑπὸ τῆς
εὐθὺ μεταβολῆς, ἀποδιδράσκει καὶ οὐκ ἔστιν. ὅθεν 
οὐ πολλὴ μανία μὴ οὐ τοῦτο εἶναι ἀόριστον, δόξῃ δὲ
μόνῃ δοξαστὸν, καὶ ὥς φησι Πλάτων’, γινόμενον καὶ
ἀπολλύμενον, ὄντως δὲ οὐδέποτε ὄν.”

Ταῦτα μὲν οὖν ὁ Νουμήνιος , ὁμοῦ τὰ Πλάτωνος
καὶ πολὺ πρότερον τὰ Μώσεως ἐπὶ τὸ σαφέστερον
διερμηνεύων. εἰκότως δῆτα εἰς αὐτὸν ἐκεῖνο
τὸ λόγιον περιφέρεται, δι’ οὗ φάναι μνημονεύεται,
τί γάρ ἐστι Πλάτων’, ἢ Μώσης ἀττικίζων;

Θέα δὲ πρὸς τούτοις εἰ μὴ τὸν παρόντα νοῦν b
ἐπὶ πλέον καὶ ὁ Πλούταρχος ἐξαπλῶν συντρέχοι ἂν
ταῖς τε προκειμέναις φωναῖς τῶν φιλοσόφων καὶ 
ταῖς αὖθις Ἑβραίων κειμέναις ἐν ἑτέραις θεολογίαις,
δι’ ὧν τοτὲ μὲν εἰσάγεται λέγων ὁ χρηματίζων θεὸς
 “διότι ἐγὼ κύριος ὁ θεὸς ὑμῶν, καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι ·

τοτὲ δ’ εἰς αὐτὸν ἀφορῶν ὁ προφήτης ἀποτείνεται
“ ὅτι δὴ τὰ μὲν ὁρατὰ πάντα τραπείη ἄν ποτε

 
καὶ μεταβληθείη , σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σοῦ
c οὐκ ἐκλείψουσι. σκόπει γοῦν εἰ μὴ ὡς ἐν προτάσει·
τοῦ τε παρὰ Μωσεῖ φήσαντος “ ἐγώ εἰμι ὁ ὤν·” καὶ
τοῦ ” ἐγὼ κύριος ὁ θεὸς ὑμῶν, καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι·”
καὶ τοῦ “ σὺ δὲ ὁ αὐτὸς ἑἶ”, δόξαι ἂν ὁ Πλούταρχος 
ἐν τῷ Περὶ τοῦ Εἶ τοῦ ἐν Δελφοῖς τὴν διάνοιαν
ἐφερμηνεύειν, τάδε λέγων πρὸς λέξιν

“ Οὔτε οὖν ἀριθμὸν οὔτε τάξιν οὔτε σύνδεσμον
οὔτε ἄλλο τῶν ἐλλιπῶν μορίων οὐδὲν οἶμαι
τὸ γράμμα σημαίνειν· ἀλλ᾿ ἔστιν αὐτοτελὴς τοῦ 
θεοῦ προσαγόρευσις καὶ προσφώνησις, ἅμα τῷ ῤήματι
τὸν φθεγγόμενον εἰς ἔννοιαν καθιστάσα τῆς
τοῦ θεοῦ δυνάμεως.

ὁ γὰρ θεὸς ἕκαστον ἡμῶν
τῶν ἐνταῦθα προσιόντων οἶον ἀσπαζόμενος προσαγορεύει
τὸ γνῶθι σαυτὸν, ὃ τοὐ χαῖρε δὴ 
οὐδὲν μεῖόν ἐστιν· ἡμεῖς δὲ πάλιν ἀμειβόμενοι τὸν
θεὸν εἶ φαμὲν ὡς ἀληθῆ καὶ ἀψευδῆ καὶ μόνην
μόνῳ προσήκουσαν τὴν τοῦ εἶ προσαγόρευσιν ἀποδιδόντες.”

“Ἡμῖν γὰρ ὄντως τοῦ εἶναι μέτεστιν οὐδὲν, 
ἀλλὰ πᾶσα θνητὴ φύσις ἐν μέσῳ φθορᾶς καὶ γενέσεως
γενομένη φάσμα παρέχει καὶ δόκησιν ἀμυδρὰν
καὶ ἀβέβαιον αὑτῆς.

ἂν δὲ τὴν διάνοιαν ἐπερείσῃ
τις λαβέσθαι βουλόμενος, ὥσπερ ἡ σφοδρὰ περίδραξις
ὕδατος τῷ πιέζειν καὶ εἰς ταὐτὸ συνάγειν 
διαρρέον ἀπόλλυσι τὸ περιλαμβανόμενον , οὕτω τῶν
παθητῶν καὶ μεταβλητῶν ἑκάστου τὴν ἄγαν ἐνέργειαν
ὁ λόγος διώκων ἀποσφάλλεται , τῇ μὲν εἰς τὸ
b γινόμενον αὐτοῦ , τῇ δὲ εἰς τὸ φθειρόμενον, οὐδενὸς
λαβέσθαι μένοντος, οὐδὲ ὄντος ὄντως δυνάμενος.

ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ καθ᾿ 
῾Ηράκλειτον , οὐδὲ θνητῆς οὐσίας δὶς ἅψασθαι κατὰ
ἔξιν, ἀλλ᾿ ὀξύτητι καὶ τάχει μεταβολῆς σκίδνησι καὶ
πάλιν συνάγει, μᾶλλον δὲ οὐδὲ πάλιν οὐδὲ ὕστερον,
 ἀλλ’ ἅμα συνίσταται καὶ ἀπολείπει, καὶ πρόσεισι καὶ
ἄπεισιν.

ὅθεν οὐδὲ εἰς τὸ εἶναι περαίνει τὸ γινόμενον
αὐτῆς, τῷ μηδέποτε λήγειν μηδ᾿ ἵστασθαι τὴν
γένεσιν, ἀλλ᾿ ἀπὸ σπέρματος ἀεὶ μεταβάλλουσαν
ἔμβρυον ποιεῖν, εἶτα βρέφος, εἶτα παῖδα, μειράκιον
 ἐφεξῆς, νεανίσκον, ἄνδρα, πρεσβύτην, γέροντα, τὰς 
πρώτας φθείρουσαν γενέσεις καὶ ἡλικίας ταῖς ἐπιγινομέναις.

ἀλλ᾿ ἡμεῖς ἴνα φοβούμεθα γελοίως
θάνατον, ἤδη τοσούτους τεθνηκότες καὶ θνήσκοντες.
οὐ γὰρ μόνον, ὡς Ἡράκλειτος ἔλεγε, πυρὸς θάνατος,
 ἀέρι γένεσις , ἀλλ᾿ ἔτι σαφέστερον ἐπ᾿ αὐτῶν ἡμῶν·
φθείρεται μὲν ὁ ἀκμάζων γενομένου γέροντος, ἐφθάρη
δὲ ὁ νέος εἰς τὸν ἀκμάζοντα, καὶ ὁ παῖς εἰς τὸν νέον,
εἰς δὲ τὸν παῖδα τὸ νήπιον , ὁ δὲ χθὲς εἰς τὸν σήμερον
τέθνηκεν, ὁ δὲ σήμερον εἰς τὸν αὔριον · μένει 
 δὲ οὐδὲ εἶς, οὐδὲ ἔστιν εἷς, ἀλλὰ γινόμεθα πολλοὶ,
περὶ ἔν τι φάντασμα καὶ κοινὸν ἐκμαγεῖον ὕλης περιελαυνομένης
καὶ ὀλισθαινούσης.

ἐπεὶ πῶς οἶ
αὐτοὶ μένοντες ἑτέροις χαίρομεν νῦν, ἑτέροις πρότερον,
τἀναντία φιλοῦμεν καὶ μισοῦμεν, καὶ θαυμάζομεν
 καὶ ψέγομεν, ἄλλοις χρώμεθα λόγοις, ἄλλοις
πάθεσιν, οὐκ εἶδος, οὐ μορφὴν, οὐ διάνοιαν ἔτι τὴν
αὐτὴν ἔχοντες;

οὔτε γὰρ ἄνευ μεταβολῆς ἕτερα
πάσχειν εἰκὸς οὔτε μεταβάλλων ὁ αὐτὸς ἂν εἴη. εἰ
δὲ ὁ αὐτὸς οὐκ ἔστιν, οὐδ’ ἔστιν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ αὐτὸν
 μεταβάλλειν , γινόμενος ἕτερος ἐξ ἑτέρου· ψεύδεται 
δὲ ἡ αἴσθησις ἀγνοίᾳ τοῦ ὄντος εἶναι τὸ φαινόμενον.”

“ Τί οὖν ὄντως ὄν ἐστι ; τὸ ἀίδιον καὶ ἀγένητον
καὶ ἄφθαρτον, ᾧ χρόνος οὐδεὶς μεταβολὴν ἐπάγει.
κινητὸν γάρ τι καὶ κινουμένῃ συμφανταζόμενον ὕλῃ
καὶ ῥέον ἀεὶ καὶ μὴ στέγον, ὥσπερ ἀγγεῖον φθορᾶς
καὶ γενέσεως , ὁ χρόνος. οὗ δὴ τὸ μὲν ἔπειτα καὶ τὸ 
πρότερον καὶ τὸ ἔσται λεγόμενον, καὶ τὸ γέγονεν,
αὐτόθεν ἐξομολόγησίς ἐστι τοῦ μὴ ὄντος.

τὸ γὰρ
ἐν τῷ εἰναι μηδέπω γεγονὸς , ἢ πεπαυμένον ἤδη τοῦ
εἶναι λέγειν ὡς ἔστιν , εὔηθες καὶ ἄτοπον. ἐν ᾧ δὲ
μάλιστα τὴν νόησιν ἐπερείδοντες τοῦ χρόνου τὸ 
ἐν ἔστηκε καὶ τὸ πάρεστι καὶ τὸ νῦν φθεγγόμεθα,
 τοῦτ’ αὖ πάλιν ἐκλυόμενος ὁ λόγος ἀπόλλυσιν.

ἐκθλίβεται γὰρ εἰς τὸ μέλλον καὶ τὸ παρῳχημένον,
ὥσπερ αὐγὴ , βουλομένοις ἰδεῖν, ἐξ ἀνάγκης
διιστάμενον. εἰ δὲ ταὐτὰ τῷ μετροῦντι πέπονθεν ὴ 
μετρουμένη φύσις, οὐδὲ αὐτῇ μένον, οὐδὲ ὄν ἐστι,
ἀλλὰ γινομένη καὶ φθειρομένη κατὰ τὴν πρὸς τὸν
χρόνον συννέμησιν.

ὅθεν οὐδὲν τοιοῦτόν ἐστιν
ἐπὶ τοῦ ὄντος λέγειν ὡς ἦν, ἢ ἔσται· ταῦτα γὰρ
ἐγκλίσεις τινὲς καὶ μεταβάσεις καὶ παραλλάξεις τοῦ 
 μένειν ἐν τῷ εἶναι μὴ πεφυκότος.”

“Ἀλλ' ἔστιν ὁ θεὸς, εἰ χρὴ φάναι, καὶ ἔστι
κατ’ οὐδένα χρόνον, ἀλλὰ κατὰ τὸν αἰῶνα τὸν ἀκίνητον
καὶ ἄχρονον καὶ ἀνέγκλιτον , καὶ οὗ πρότερον
οὐδέν ἐστιν, οὐδὲ ὕστερον, οὐδὲ μέλλον, οὐδὲ παρῳχημένον, 
, οὐδὲ πρεσβύτερον , οὐδὲ νεώτερον· ἀλλ’
εἷς ὢν ἐνὶ τῷ νῦν τὸ ἀεὶ πεπλήρωκε· καὶ μόνον
ἐστὶ τὸ κατ’ αὐτὸ ὄντως ὂν, οὐ γεγονὸς, οὐδὲ ἐσόμενον,
οὐδὲ ἀρξάμενον, οὐδὲ παυσόμενον.

οὕτως
οὖν αὐτὸ δεῖ σεβομένους ἀσπάζεσθαι καὶ προσαγορεύειν, 
ἢ καὶ νὴ Δί’, ὡς ἔνιοι τῶν παλαιόν, εἶ ἴν.
 οὐ γὰρ πολλὰ τὸ θεῖόν ἐστιν, ὡς ἡμῶν ἕκαστος, ἐκ

 
μυρίων διαφορῶν ἐν πάθεσι γινομένων ἄθροισμα
παντοδαπὸν καὶ πανηγυρικὸν μεμιγμένον· ἀλλ’ ἔν
εἶναι δεῖ τὸ ὂν, ὥσπερ ὂν τὸ ἴν · ἡ δὲ ἑτερότης, διαφορὰ
τοῦ ὄντος, εἰς γένεσιν ἐξίσταται τοῦ μὴ ὄντος.”

Μώσεως καὶ τῶν παρ’ Ἑβραίοις προφητῶν
ἁπάντων ἄρρητον εἶναι τὸ θεῖον διδασκόντων , καὶ 
τῆς ἀρρήτου προσηγορίας τὸ σύμβολον διὰ τῆς παρ’
αὐτοῖς ἀνεκφωνήτου σημειώσεως ὑποφαινόντων, τούτοις
καὶ ὁ Πλάτων συμφώνως αὐτοῖς ῥήμασιν ἐν τῇ
 μεγάλῃ Ἐπιστολῆ̣ οἶά φησιν ἄκουε

‘‘Ῥητὸν γὰρ οὐδαμῶς ἐστιν ὡς ἄλλα μαθήματα,
ἀλλ’ ἐκ πολλῆς συνουσίας γιγνομένης περὶ τὸ
πρᾶγμα αὐτὸ καὶ τοῦ συζῆν , ἐξαίφνης, οἷον ἀπὸ
πυρὸς πηδήσαντος ἐξαφθὲν φῶς, τῇ ψυχῇ γενόμενον
 αὐτὸ ἑαυτὸ ἤδη τρέφει.” 
 Καὶ τόδε δὲ τοῦ φωτὸς τὸ παράδειγμα προλαβὼν
ἄλλος Ἑβραίων προφήτης παρέστησεν εἰπὼν “ ἐσημειώθη 
ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, κύριε.
καὶ ἄλλος πάλιν ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς.”

Μώσεως περὶ τοῦ τῶν ὅλων θεοῦ φήσαντος
‘‘ἄκουε Ἰσραὴλ, κύριος ὁ θεὸς ἡμῶν, κύριος εἶς ἐστί,” 
πάλιν ὁ Πλάτων’ τούτῳ συντρέχων ἔνα θεὸν εἶναι
ὡς καὶ οὐρανὸν ἔνα διδάσκει, ὧδέ πη λέγων ἐν
Τιμαίῳ

“Πότερον Πότερον οὖν ὀρθῶς ἴνα οὐρανὸν προσειρήκαμεν,
ἢ πολλοὺς καὶ ἀπείρους λέγειν ἦν ὀρθότερον ;
ἴνα, εἴπερ κατὰ τὸ παράδειγμα δεδημιουργημένος
ἔσται. τὸ γὰρ περιέχον πάντα ὁπόσα νοητὰ ζῷα, μεθ’
ἑτέρου δεύτερον οὐκ ἄν ποτε εἴη.”

Δῆλος δέ ἐστιν ἔνα θεὸν εἰδὼς, εἰ καὶ συνή-
 
 

 
θὼς Ἕλλησι τῇ τῶν πλειόνων εἴωθε χρῆσθαι προσηγορίᾳ,
καὶ ἀπὸ τῆς πρὸς Διονύσιον ἐπιστολῆς , ἐν
 ᾑ σύμβολα διδοὺς τῶν τε διὰ σπουδῆς αὐτῷ γραφομένων
ἐπιστολῶν καὶ τῶν ἄλλως ἀπερριμμένων, τῶν
μὲν μηδὲν ἐχουσῶν σπουδαῖον σημεῖον τὸ τῶν θεῶν 
ὄνομα προτάξειν ἔφησε, τῶν δὲ πεφροντισμένως
αὐτῷ συνταττομένων, τὸ τοῦ θεοῦ. λέγει δ’ οὖν ὧδε
κατὰ λέξιν

‘‘Περὶ δὲ δὴ τοῦ ξυμβόλου τοῦ περὶ τὰς ἐπιστολὰς,
ὅσας τε ἂν ἐπιστέλλω σπουδῆ̣ καὶ ὅσας μὴ, 
οἶμαι μέν σε μεμνῆσθαι, ὅμως δ’ ἐννόει καὶ σφόδρα
πρόσεχε τὸν νοῦν· πολλοὶ γὰρ οἱ κελεύοντες
γράφειν, οὓς οὐ ῥᾴδιον φανερῶς διωθεῖσθαι. τῆς
μὲν οὖν σπουδαίας ἐπιστολῆς ὁ θεὸς ἄρχει, θεοὶ δὲ
τῆς ”

Διαρρήδην δὲ ὁ αὐτὸς ὁμολογεῖ ἐκ παλαιόν
τὸ περὶ τοῦ θεοῦ δόγμα μεμαθηκέναι, λέγων ἐν τοῖς
 Νόμοις 
 Ὁ μὲν δὴ θεὸς, ὡς καὶ ὁ παλαιὸς λόγος, ἀρχὴν
καὶ τελευτὴν καὶ μέσα τῶν ὄντων ἁπάντων ἔχων, 
εὐθείᾳ περαίνει κατὰ φύσιν περιπορευόμενος. τῷ δ’
αἰεὶ ξυνέπεται δίκη, τῶν ἀπολειπομένων τοῦ θείου
νόμου τιμωρός· ἧς ὁ μὲν εὐδαιμονήσειν μέλλων ἐχόμενος
ξυνέπεται ταπεινὸς, κεκοσμημένος, ὁ δέ τις
ἐξαρθεὶς ὑπὸ μεγαλαυχίας , ἢ χρήμασιν ἐπαιρόμενος, 
ἢ τιμαῖς, ἢ καὶ σώματος εὐμορφίᾳ, ἅμα νεότητι καὶ
ἀνοίᾳ, φλέγεται τὴν ψυχὴν μεθ’ ὕβρεως, ὥστε οὔτε
ἄρχοντος οὔτε τινὸς ἡγεμόνος δεόμενος, ἀλλὰ καὶ
 ἄλλοις ἱκανὸς ὢν ἡγεῖσθαι, καταλείπετει ἔρημος
θεοῦ· καταλειφθεὶς δὲ, καὶ ἔτι ἄλλους τοιούτους 
 

 
προσλαβὼν , σκιρτᾷ ταράττων πάντα ἄμα, καὶ πολλοῖς
τισὶν ἔδοξεν εἶναί τις, μετὰ δὲ χρόνον οὐ πολὺν
ὑποσχὼν τιμωρίαν οὐ μεμπτὴν τῇ δίκῃ, ἑαυτόν τε
καὶ οἶκον καὶ πόλιν ἄρδην ἀνάστατον ἐποίησε.”

Ταῦτα ὁ Πλάτων’. σὺ δέ γε τῷ “ὁ μὲν δὴ θεὸς
ἀρχὴν καὶ τελευτὴν καὶ μέσα τῶν ὄντων ἁπάντων
ἔχων” παράθες ἀπὸ τῆς Ἑβραίων προφητείας τὸ “ ἐγὼ
θεὸς πρῶτος, καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα·” τῷ δὲ “ εὐθείᾳ 
περαίνει κατὰ φύσιν ἐπιπορευόμενος” τὸ “ εὐθύτητας
 εἶδε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ.”

καὶ πρὸς τὸ “ τῷ δ’
αἰεὶ ξυνέπεται δίκη τῶν ἀπολειπομένων τοῦ θείου
νόμου τιμωρὀς” σύγκρινον τὸ ‘‘δίκαιος κύριος καὶ
δικαιοσύνας ἠγάπησεν·” καὶ τὸ‘‘ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ
ἀνταποδώσω, λέγει κύριος·” καὶ τὸ ‘‘διότι ἔκδικος
 κύριος 5 καὶ ἀνταποδίδωσι τοῖς περισσῶς ποιοῦσιν
ὑπερηφανίαν.’ τῷ δὲ “ ἡς ὁ εὐδαιμονήσειν μέλλων
ἐχόμενος ξυνέπεται ταπεινὸς εὐδαιμονήσειν ἑπόμενόν
ἐστι τὸ “ ὀπίσω κυρίου τοῦ θεοῦ σου πορεύσῃ.”

τῷ δὲ “ ὁ δ’ ἐξαρθεὶς ὑπὸ μεγαλαυχίας καταλείπεται
 ἔρημος θεοῦ ’ τὸ “ὁ θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντι-
τάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν·” καὶ “ χαρμονὴ
δὲ ἀσεβῶν πτῶμα ἐξαίσιον.” ταῦτα μὲν οὖν ἀπὸ
μυρίων σμικρὰ περὶ τοῦ ἐπὶ πάντων θεοῦ. θέα δὲ
καὶ τὰ περὶ τοὐ δευτέρου αἰτίου οἶα τῇ διανοίᾳ εἰσίν.

Τὰ μὲν δὴ περὶ τοῦ πρώτου τῶν ὅλων αἰτίου
τοῦτον ἡμῖν ἀνωμολογήσθω τὸν τρόπον. ἐπίσκεψαι 
δὲ καὶ τὰ περὶ τοῦ δευτέρου, ὃν δὴ θεοῦ
λόγον καὶ θεὸν ἐκ θεοῦ εἶναι τὰ Ἑβραίων παιδεύει
λόγια, καθάπερ καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ θεολογεῖν δεδιδάγμεθα.

ὁ μὲν οὖν Μώσης διαρρήδην δύο θεολογεῖ
κυρίους, ἐν οἶς φησι ‘καὶ ἔβρεξε κύριος παρὰ κυρίου
πῦρ καὶ θεῖον ἐπὶ τὴν τόν ἀσεβῶν πόλιν· ” ἔνθα

 
συνήθως ἐπὶ τῶν δύο τὴν ὁμοίαν τῶν παρ’ Ἑβραίοις
χαρακτήρων ἐποιήσατο παράθεσιν· αὕτη δέ ἐστιν ἡ
 διὰ τῶν τεσσάρων στοιχείων ἀνεκφώνητος παρ’ αύτοῖς
θεολογία.

τούτῳ δὲ καὶ ὁ Δαβὶδ, ἄλλος προφήτης
ὁμοῦ καὶ βασιλεὺς Ἑβραίων, συνᾴδων φησὶν 
‘εἶπεν ὁ κύριος τῷ κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν
μου·” τὸν μὲν ἀνωτάτω θεὸν διὰ τοῦ πρώτου κυρίου,
 τὸν δὲ τούτου δεύτερον διὰ τῆς δευτέρας ὑποφήνας
προσηγορίας. τίνι γὰρ ἄλλῳ θέμις ὑπονοεῖν τὰ δεξιὰ
τῆς ἀγεννήτου θεότητος παραχωρεῖσθαι ἢ μόνῳ τῷ 
περὶ οὗ ὁ λόγος;

ὃν ὁ αὐτὸς προφήτης ἐν ἑτέροις
 λευκότερον διασαφεῖ λόγον τοῦ πατρὸς, δημιουργὸν
τῶν ὅλων ὑφιστάμενος εἶναι τὸν θεολογούμενον , ἐν
οἷς φησι “τῷ λόγῳ κυρίου οἶ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν.”

καὶ σωτῆρα δὲ τὸν αὐτὸν τῶν δεομένων 
τῆς παρ’ αὐτοῦ θεραπείας εἰσάγει, λέγων “ ἀπέστειλε
τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ ἰάσατο αὐτούς.’

καὶ
ὁ τούτου δὲ παῖς ὁμοῦ καὶ διάδοχος Σολομῶν, ἑτέρῳ
προσρήματι τὴν αὐτὴν παριστὰς διάνοιαν, ἀντὶ λόγου
σοφίαν εἰπὼν, τάδε ὡς ἐξ αὐτῆς προσώπου διέξεισιν

“ ἐγὼ ἡ σοφία κατεσκήνωσα βουλὴν, καὶ γνῶσιν
 καὶ ἔννοιαν ἐγὼ ἐπεκαλεσάμην.” εἶθ’ ἐξῆς ἐπιλέγει
κύριος ἔκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοῦ·
πρὸ τοῦ αἰῶνος ἐθεμελίωσέ με, ἐν ἀρχῇ πρὸ τοῦ τὴν
γῆν ποιῆσαι , πρὸ τοῦ ὄρη ἑδρασθῆναι · πρὸ δὲ 
πάντων βουνῶν γεννᾷ με. ἡνίκα ἡτοίμαζε τὸν οὐρανὸν,
συμπαρήμην αὐτῷ.”

τοῦ δ’ αὐτοῦ πάλιν
καὶ τάδε ἐστὶν ὁ θεὸς ἐν τῇ σοφίᾳ ἐθεμελίωσε τὴν
γῆν , ἡτοίμασεν δὲ οὐρανοὺς ἐν φρονήσει.” ἔτι δὲ
καὶ τάδε λέγεται εἶναι τοῦ αὐτοῦ καὶ ὅσα ἐστὶ 
κρυπτὰ καὶ ἐμφανῆ ἔγνων· ἡ γὰρ πάντων τεχνῖτις
ἐδίδαξέ με σοφία.”

εἶτ’ ἐπιλέγει “τί δ’ ἐστὶ

 
σοφία καὶ πῶς ἐγένετο; ἐγὼ ἀπαγγελῶ καὶ οὐκ ἀποκρύψω
ὑμῖν μυστήρια, ἀλλ’ ἐξ ἀρχῆς γενέσεως ἐξιχνιάσω.”
”

καὶ ἑξῆς διασαφεῖ τὰ τοιάδε ἔστι
αὕτη πνεῦμα νοερὸν, ἅγιον, μονογενὲς, πολυμερὲς,
 λεπτὸν, εὐκίνητον, τρανὸν, ἀμόλυντον, παντοδύναμον,
πανεπίσκοπον , καὶ διὰ πάντων χωροῦν πνευμάτων
νοερῶν, καθαρῶν, λεπτοτάτων. πάσης γὰρ 
κινήσεως κινητικώτερον σοφία. διήκει δὲ καὶ χωρεῖ
διὰ πάντων διὰ τὴν καθαρότητα. ἀτμὶς γάρ ἐστι τῆς
 τοῦ θεοῦ δυνάμεως καὶ ἀπόρροια τῆς τοῦ παντοκράτορος
δόξης εἰλικρινής. διὰ τοῦτο οὐδὲν μεμολυσμένον
εἰς αὐτὴν παρεμπίπτει. ἀπαύγασμα γὰρ
ἐστι φωτὸς ἀιδίου καὶ ἔσοπτρον ἀκηλίδωτον τῆς τοῦ
θεοῦ ἐνεργείας καὶ εἰκὼν τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ.
 διατείνει δὲ ἀπὸ πέρατος εἰς πέρας εὐρώστως καὶ
διοικεῖ τὰ πάντα χρηστῶς.” ταῦτα μὲν ἡ γραφή.
τὴν δὲ τοῦ δόγματος διάνοιαν Φίλων ὁ Ἑβραῖος 
λευκότερον ἑρμηνεύων τοῦτον παρίστησι τὸν τρόπον

“ Εὐπρεπὲς γὰρ τοῖς ἑταιρείαν πρὸς ἐπιστήμην
 θεμένοις ἐφίεσθαι μὲν τοῦ τὸ ὂν ἰδεῖν · εἰ δὲ
μὴ δύναιντο, τὴν γοῦν εἰκόνα αὐτοῦ τὸν ἱερώτατον
λόγον.”

Ὲν τῷ δ’ αὐτῷ συγγράμματι καὶ τάδε φησί 
Κἂν μηδέπω μέντοι τυγχάνῃ τις ἀξιόχρεως υἱὸς
 θεοῦ προσαγορεύεσθαι, σπουδαζέτω κοσμεῖσθαι κατὰ
τὸν πρωτόγονον αὐτοῦ λόγον, τὸν ἀγγέλων πρεσβύτατον,
ὡς ἂν ἀρχάγγελον πολυώνυμον ὑπάρχοντα.

καὶ γὰρ ἀρχὴ καὶ ὄνομα θεοῦ καὶ λόγος καὶ ὁ
κατ’ εἰκόνα ἄνθρωπος καὶ ὁ ὁρῶν Ἰσραὴλ προσαγορεύεται.
 διὸ προήχθην ὀλίγῳ πρότερον ἐπαινέσαι
 

 
τὰς ἀρετὰς τῶν φασκόντων ὅτι πάντες ἐσμὲν υἱοὶ
 ἑνὸς ἀνθρώπου.

καὶ γὰρ εἰ μή πω ἱκανοὶ θεοῦ
παῖδες νομίζεσθαι γεγόναμεν , ἀλλά τοι τῆς ἀειδοῦς
εἰκόνος αὐτοῦ λόγου τοῦ ἱερωτάτου θεοῦ γὰρ εἰκὼν
λόγος ὁ πρεσβύτατος.”

Καὶ πάλιν ἐπιλέγει 
 “Ἤκουσα μέντοι καὶ τῶν Μώσεως ἑταίρων τινὸς
ἀπο·φθεγξαμένου τοιόνδε λόγιον “ ἰδοὺ ἄνθρωπος ᾧ
ὄνομα Ἀνατολή.” καινοτάτη πρόσρησις, ἐάν γε τὸν ἐκ
 σώματος καὶ ψυχῆς συνεστῶτα λέγεσθαι νομίσῃς · 
ἐὰν δὲ τὸν ἀσώματον ἐκεῖνον θείαν ἰδέαν φοροῦντα,
ἱκανῶς ὁμολογήσεις ὅτι εὐθυβολώτατον ὄνομα ἐπεφημίσθη
τὸ Ἀνατολὴ αὐτῷ.

τοῦτον μὲν γὰρ
πρεσβύτατον υἱὸν ὁ τῶν ὅλων ἀνέτειλε πατὴρ, ὃν
ἑτέρωθι πρωτόγονον ὠνόμασε. καὶ ὁ γεννηθεὶς 
μέντοι μιμούμενος τὰς τοῦ πατρὸς ὁδοὺς πρὸς
 παραδείγματα ἀρχέτυπα τὰ ἐκείνου βλέπων ἐμόρφου
τὰ εἴδη.

Ταῦτά μοι ἀπὸ τοῦ Ἑβραίου Φίλωνος ἐνταῦθα
κείσθω, ληφθέντα ἐκ συγγράμματος ᾧ τέθειται ἐπιγραφὴ 
Περὶ τοῦ τὸ χεῖρον τῷ κρείττονι φιλεῖν ἐπιτίθεσθαι.
ἤδη δέ μοι καὶ ἄλλοτε τὰ τῆς τῶν παλαιῶν
Εβραίων εὐσεβείας δόγματα παρατιθεμένῳ ἐν τοῖς
τῆς Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς καὶ τὰ περὶ τοῦ
δευτέρου αἰτίου διείληπται αὐταρκῶς, ἐφ’ ἃ καὶ νῦν 
 τοὺς φιλομαθεῖς ἀναπέμψω. τοσούτων οὖν παρ’
Ἑβραίοις καὶ τόνδε τὸν τρόπον περὶ τοῦ δευτέρου
τῶν ὅλων αἰτίου τεθεολογημένων καιρὸς ἤδη καὶ
τοῦ Πλάτωνος ἐν τῇ Ἐπινομίδι τάδε λέγοντος ἐπακουσαι

“Καὶ τιμὰς ἀποδιδῶμεν μὴ τῷ μὲν ἐνιαυτὸν,
τῷ δὲ μῆνα, τοῖς δὲ μή τινα μοῖραν τάττωμεν,
μηδέ τινα χρόνον , ἐν ᾧ διεξέρχεται τὸν αὐτοῦ πόλον, 
συναποτελῶν κόσμον, ὃν ἔταξε λόγος ὁ πάντων
 θειότατος · ὃν ὁ μὲν εὐδαίμων πρῶτον μὲν ἐθαύμασεν,
ἔπειτα δὲ ἔρωτα ἔσχε τοῦ καταμαθεῖν ὁπόσα
θνητῇ φύσει δυνατά.”

Καὶ ἐν ἐπιστολῇ δὲ τῇ πρὸς Ἑρμείαν Ἔραστόν
τε καὶ Κορίσκον εὖ μάλα πεφυλαγμένως τέθειται τὸ
 δόγμα, ὧδε πρὸς λέξιν ἐπιστέλλων 
 “Ταύτην τὴν ἐπιστολὴν πάντας ὑμὰς τρεῖς ὄντας
ἀναγνῶναι χρὴ, μάλιστα μὲν ἀθρόους, εἰ δὲ μὴ, 
κατὰ δύο κοινῇ κατὰ δύναμιν ὡς οἷόν τέ ἐστι πλειστάκις,
καὶ χρῆσθαι συνθήκῃ καὶ νόμῳ κυρίῳ τούτῳ,
 ὅ ἐστι δίκαιον ἐπομνύντας σπουδῇ τε ἅμα μὴ ἀμούσῳ
καὶ τῇ τῆς σπουδῆς ἀδελφῇ παιδείᾳ, καὶ τὸν τῶν
πάντων θεὸν ἡγεμόνα τῶν τε ὄντων καὶ τῶν μελλόντων,
τοῦ τε ἡγεμόνος καὶ αἰτίου πατέρα κύριον
ἐπομνύντας· ὃν, ἐὰν ὀρθῶς φιλοσοφῶμεν, εἰσόμεθα
 πάντες σαφῶς εἰς δύναμιν ἀνθρώπων εὐδαιμόνων.”

Ἀρά σοι δοκεῖ ταῦτα λέγων ὁ Πλάτων’ τοῖς
Ἐβραίων ἐπηκολουθηκέναι δόγμασιν, ἢ πόθεν ἄλλοθεν
ἐπῆλθεν αὐτῶ τοῦ πάντων τῶν γενητῶν αἰτίου
κρείττονα ἄλλον θεὸν, τὸν δὴ καὶ πατέρα τοῦ πανηγεμόνος,
 προσειπεῖν; πόθεν δ’ αὐτῷ τὸ τοῦ κυρίου 
ἐπὶ τοῦ πατρὸς τοῦ δημιουργοῦ τάξαι ὄνομα, μηδενός
πω πρὸ αὐτοῦ Ἑλλήνων ἀκοαῖς, ἀλλὰ μηδὲ εἰς νοῦν
ταῦτα καταβεβλημένου ;

εἰ δὲ καὶ ἑτέρων ἡμῖν πάλιν
μαρτύρων δεῖ εἰς ἀναμφίλεκτον παράστασιν τῆς
 τε τοῦ φιλοσόφου διανοίας καὶ τῆς τοῦ λόγου καταἐν
 

 
σκευῆς, ἐπάκουσον οἶά σοι Πλωτῖνος ἐν οἷς περὶ
τῶν τριῶν ἀρχικῶν ὑποστάσεων συνέταξε διασαφεῖ
γράφων

‘‘Κόσμον αἰσθητὸν τόνδε εἴ τις θαυμάζει,
εἴς τε τὸ μέγεθος καὶ τὸ κάλλος καὶ τὴν τάξιν τῆς 
φορὰς τῆς ἀιδίου βλέπων, καὶ θεοὺς τοὺς ἐν αὐτῷ,
τοὺς μὲν ὁρωμένους , τοὺς δὲ καὶ ἀφανεῖς ὄντας, καὶ
δαίμονας καὶ ζῷα φυτά τε πάντα, ἐπὶ τὸ ἀρχέτυπον
αὐτοῦ καὶ τὸ ἀληθινώτερον ἀναβὰς, κἀκεῖ πάντα
ἰδέτω νοητὰ, καὶ παρ’ αὐτῶν ἀί·δια ἐν οἰκείᾳ συνέσει 
 καὶ ζωῇ, καὶ τούτων τὸν ἀκήρατον νοῦν προστάτην
καὶ σοφίαν ἀμήχανον.”

Εἶθ’ ἑξῆς τούτοις ἐπιφέρει λέγων 
 “ Τίς οὖν ὁ τοῦτον γεννήσας; ὁ ἁπλοῦς καὶ ὁ
 πρὸ τοῦ τοιούτου , ὁ αἴτιος τοῦ καὶ εἶναι καὶ πολὺν 
εἶναι τοῦτον, ὁ τὸν ἀριθμὸν ποιῶν· ὁ γὰρ ἀριθμὸς
οὐ πρῶτος· καὶ γὰρ πρὸ τῆς δυάδος τὸ ἴν· δεύτερον
δὲ δυὰς, καὶ παρὰ τοῦ ἑνὸς γενομένη.

Καὶ πάλιν ὑποβὰς ἐπιλέγει 
 “Πῶς οὖν, καὶ τί δεῖ νοῆσαι περὶ ἐκεῖνο μένον; 
περίλαμψιν ἐξ αὐτοῦ μὲν, ἐξ αὐτοῦ δὲ μένοντος·
οἶον ἡλίου τὸ περὶ αὐτὸν λαμπρὸν φῶς περιθέον, ἐξ
 αὐτοῦ ἀεὶ γεννώμενον , μένοντος δέ.

καὶ πάντα
τὰ ὄντα ἕως μένει, ἐκ τῆς αὐτῶν οὐσίας, ἀναγκαίαν
τὴν περὶ αὐτὰ πρὸς τὸ ἔξω αὐτῶν ἐκ τῆς παρούσης 
δυνάμεως δίδωσιν αὐτῶν ἐξηρτημένην ὑπόστασιν,
εἰκόνα οὖσαν οἶον ἀρχετύπων , ὧν ἐξέφυ.

πῦρ
μὲν τὴν παρ’ αὐτῷ θερμότητα καὶ χιὼν οὐκ εἴσω
μόνον τὸ ψυχρὸν κατέχει. μάλιστα δὲ ὅσα εὐώδη
μαρτυρεῖ τούτῳ· ἕως γάρ ἐστι, πρόεισί τι ἐξ αὐτῶν 
 

 
περὶ αὐτὰ, ὧν ἀπολαύει ὑποστάντων ὅ τι πλησίον.

καὶ πάντα δὲ ὅσα ἤδη τέλεια γεννᾷ· τὸ δὴ ἀεὶ 
τέλειον ἀεὶ καὶ ἀίδιον γεννᾷ · καὶ ἔλαττον δὲ ἑαυτοῦ
γεννᾷ.

τί οὖν χρὴ περὶ τοῦ τελειοτάτου λέγειν;
 μηδὲν ἀπ’ αὐτοῦ, ἢ τὰ μέγιστα μετ’ αὐτό. μέγιστον
δὲ μετ’ αὐτὸν νοῦς καὶ δεύτερον. καὶ γὰρ ὁρᾷ ὁ
νοῦς ἐκεῖνον, καὶ δεῖται αὐτοῦ μόνου, ἐκεῖνος δὲ
τούτου οὐδέν. καὶ τὸ γεννώμενον ἀπὸ κρείττονος
νοῦ νοῦν εἶναι· καὶ κρείττων ἁπάντων νοῦς, ὅτι
 τἄλλα μετ’ αὐτόν.”

Τούτοις ἐξῆς ἐπιφέρει λέγων 
 “ Ποθεῖ δὲ πᾶν τὸ γεννῆσαν καὶ τοῦτο ἀγαπᾷ,
καὶ μάλιστα ὅταν ὦσι μόνοι τὸ γεννῆσαν καὶ τὸ γεγεννημένον.
ὅταν δὲ καὶ τὸ ἄριστον ᾖ τὸ γεννῆσαν, 
 ἐξ ἀνάγκης σύνεστιν αὐτῷ, ὡς τῇ ἑτερότητι μόνον
κεχωρίσθαι. εἰκόνα δὲ ἐκείνου εἶναι λέγομεν τὸν
νοῦν. δεῖ γὰρ σαφέστερον λέγειν.”

Καὶ πάλιν τούτοις ἐπιλέγει 
 “ Καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὰ Πλάτωνος τριττά · πάντα
 περὶ τὸν πάντων βασιλέα φησὶ τὰ πρῶτα · καὶ δεύτερον
περὶ τὰ δεύτερα, καὶ περὶ τὰ τρίτα τρίτον.
λέγει δὲ καὶ τοῦ αἰτίου εἶναι πατέρα, αἴτιον μὲν
τὸν νοῦν λέγων· δημιουργὸς γὰρ ὁ νοῦς αὐτῷ.

τοῦτον δέ φησι τὴν ψυχὴν ποιεῖν ἐν τῷ κρατῆρι
 ἐκείνῳ. τοῦ δὲ αἰτίου νοῦ ὄντος, πατέρα φησὶ τἀγαθὸν
καὶ τὸ ἐπέκεινα νοῦ καὶ ἐπέκεινα οὐσίας.
πολλαχοῦ δὲ τὸ ὂν καὶ τὸν νοῦν τὴν ἰδέαν λέγει.
ὥστε Πλάτωνα εἰδέναι ἐκ μὲν τοῦ ἀγαθοῦ τὸν νοῦν,
ἐκ δὲ τοῦ νοῦ τὴν ψυχήν· καὶ εἶναι τοὺς λόγους
 τούσδε μὴ καινοὺς, μηδὲ νῦν, ἀλλὰ πάλαι μὲν εἰρῆσθαι
μὴ ἀναπεπταμένως· τοὺς δὲ νῦν λόγους ἐξηγητὰς
ἐκείνων γεγονέναι, μαρτυρίοις πιστωσαμένους

 
τὰς δόξας ταύτας παλαιὰς εἶναι τοῖς αὐτοῦ Πλάπωνος
γράμμασι.”

Ταῦτα μὲν ὁ Πλωτῖνος· ὁ δὲ Νουμήνιος τὰ
Πλάτωνος πρεσβεύων ἐν τοῖς Περὶ τἀγαθοῦ τάδε
καὶ αὐτὸς περὶ τοῦ δευτέρου αἰτίου λέγων διερ- 
μηνεύει

“Τὸν μέλλοντα δὲ συνήσειν θεοῦ πέρι
πρώτου καἰ δευτέρου χρὴ πρότερον διελέσθαι ἕκαστα
 ἐν τάξει καὶ ἐν εὐθημοσύνῃ τινί· κἄπειτα ἐπειδὰν
δοκῇ ἤδη εὖ ἔχειν, τότε καὶ δεῖ ἐπιχειρεῖν εἰπεῖν 
κοσμίως, ἄλλως δὲ μὴ, ἢ τῷ πρωϊαίτερον πρὶν τὰ
πρῶτα γενέσθαι ἁπτομένῳ σποδὸς ὁ θησαυρὸς γίνεσθαι
λέγεται.

μὴ δὴ πάθωμεν ἡμεῖς ταύτόν· θεὸν
δὲ προσκαλεσάμενοι, ἑαυτοῦ γνώμονα γενόμενον τῷ
λόγῳ, δεῖξαι θησαυρὸν φροντίδων, ἀρχώμεθα οὕτως. 
εὐκτέον μὲν ἤδη, διελέσθαι δὲ δεῖ.

ὁ θεὸς ὁ μὲν
πρῶτος ἐν ἑαυτῷ ὤν ἐστιν ἁπλοῦς, διὰ τὸ ἑαυτῷ
συγγινόμενος διόλου μή ποτε εἶναι διαιρετός· ὁ
θεὸς μέντοι ὁ δεύτερος καὶ τρίτος ἐστὶν εἶς· συμ-
 φερόμενος δὲ τῇ ὕλῃ δυάδι οὔσῃ ἑνοῖ μὲν αὐτὴν, 
σχίζεται δὲ ὑπ᾿ αὐτῆς, ἐπιθυμητικὸν ἦθος ἐχούσης
καὶ ῥεούσης.

τῷ οὖν μὴ εἶναι πρὸς τῷ νοητῷ, ἦν
 γὰρ ἂν πρὸς ἑαυτῷ, διὰ τὸ τὴν ὕλην βλέπειν, ταύτης
ἐπιμελούμενος ἀπερίοπτος ἑαυτοῦ γίνεται.

καὶ
ἅπτεται τοῦ αἰσθητοῦ καὶ περιέπει , ἀνάγει τε ἔτι 
εἰς τὸ ἴδιον ἦθος ἐπορεξάμενος τῆς ὕλης.”

Καὶ μεθ’ ἕτερά φησι 
 Καὶ γὰρ οὔτε δημιουργεῖν ἐστι χρεὼν τὸν πρῶτον,
καὶ τοῦ δημιουργοῦντος δὲ θεοῦ χρὴ εἶναι
νομίζεσθαι πατέρα τὸν πρῶτον θεόν.

εἰ μὲν οὖν 
περὶ τοῦ δημιουργικοῦ ζητοῖμεν, φάσκοντες δεῖν τὸν
πρότερον ὑπάρξαντα , οὕτως ἂν ποιεῖν ἔχειν διαφε-

 
ρόντως, οἰκεία ἡ πρόσοδος αὕτη γεγονυῖα ἂν εἴη 
τοῦ λόγου· εἰ δὲ περὶ τοῦ δημιουργοῦ μή ἐστιν ὁ
λόγος , ζητοῦμεν δὲ περὶ τοῦ πρώτου, ἀφοσιοῦμαί τε
τὰ λεχθέντα καὶ ἔστω μὲν ἐκεῖνα ἄρρητα, μέτειμι
 δὲ ἑλεῖν τὸν λόγον, ἑτέρωθεν θηράσας.

πρὸ μέντοι
τοῦ λόγου τῆς ἁλώσεως διομολογησώμεθα ἡμῖν
αὐτοῖς ὁμολογίαν οὐκ ἀμφισβητήσιμον ἀκοῦσαι, τὸν
μὲν πρῶτον θεὸν ἀργὸν εἶναι ἔργων ξυμπάντων καὶ
βασιλέα, τὸν δημιουργικὸν δὲ θεὸν ἡγεμονεῖν δι’
 οὐρανοῦ ἰόντα.

διὰ δὲ τούτου καὶ ὁ στόλος ἡμῖν
ἐστι, κάτω τοῦ νοῦ πεμπομένου ἐν διεξόδῳ πᾶσι τοῖς
κοινωνῆσαι συντεταγμένοις.

βλέποντος μὲν οὑν 
καὶ ἐπεστραμμένου πρὸς ἡμῶν ἕκαστον τοῦ θεοῦ
συμβαίνει ζῆν τε καὶ βιώσκεσθαι τότε τὰ σώματα,
 κηδεύοντος τοῦ θεοῦ τοῖς ἀκροβολισμοῖς · μεταστρέξοντος
δὲ εἰς τὴν ἑαυτοῦ περιωπὴν τοῦ θεοῦ ταῦτα
μὲν ἀποσβέννυσθαι, τὸν δὲ νοῦν ζῆν βίου ἐπαυρόμενον
εὐδαίμονος.”

Ταῦτα μὲν ὁ Νουμήνιος. σὺ δέ γε παράθες
 αὐτοῖς τὰ ἀπὸ τῆς τοῦ Δαβὶδ προφητείας πάλαι
παρ’ Ἑβραίοις τοῦτον ᾀδόμενα τὸν τρόπον “ ὡς ἐμεγαλύνθη
τὰ ἔργα σου, κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας.
ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεως σου · πάντα πρός 
σε προσδοκῶσι, δοῦναι τὴν τροφὴν αὐτοῖς εἰς εὔκαιρον.
 δόντος σου αὐτοῖς συλλέξουσιν , ἀνοίξαντος
δέ σου τὴν χεῖρα τὰ πάντα πληρωθήσεται χρηστότητος.
ἀποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον ταραχθήσονται.
ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι
καὶ εἰς τὸν χοῦν αὑτῶν ἐπιστρέψουσιν. ἐξαποστελεῖς
 τὸ πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ
ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς.”

τί γὰρ
ταῦτα διαφέροι ἂν τῆς φασκούσης τοῦ φιλοσόφου

 
 διανοίας ὡς ἄρα “ βλέποντος μὲν καὶ ἐπεστραμμένου
πρὸς ἡμῶν ἕκαστον τοῦ θεοῦ συμβαίνει ζῆν τε καὶ
βιώσκεσθαι τότε τὰ σώματα κηδεύοντος τοῦ θεοῦ·
τοῖς ἀκροβολισμοῖς , μετ’ αστρέφοντος ὃς δὲ εἰς τὴν ἑαυτοῦ
περιωπὴν τοῦ θεοῦ ταῦτα ἀποσβέννυσθαι;”

Πάλιν δ’ αὖ τοῦ σωτηρίου λόγου παρ’ ἡμῖν
φάντος “ ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὁ πατήρ μου ὁ γεωργὸς,
ὑμεῖς τὰ κλήματα” ὁ Νουμήνιος ἐπάκουσον οἷα
περὶ τοῦ δευτέρου αἰτίου θεολογεῖ

“Ὥσπερ δὲ πάλιν λόγος ἐστὶ γεωργῷ πρὸς 
τὸν φυτεύοντα ἀναφερόμενος , τὸν αὐτὸν λόγον μάλιστά
ἐστιν ὁ πρῶτος θεὸς πρὸς τὸν δημιουργόν. ὁ
μέν γε ὢν σπέρμα πάσης ψυχῆς σπείρει εἰς τὰ μεταλαγχάνοντα
αὐτοῦ χρήματα σύμπαντα· ὁ νομοθέτης
δὲ φυτεύει καὶ διανέμει καὶ μεταφυτεύει εἰς ἡμᾶς 
ἑκάστους τὰ ἐκεῖθεν προκατaβεβλημένα.”

Καὶ ἑξῆς δὲ πάλιν περὶ τοῦ πῶς ἀπὸ τοῦ
πρώτου αἰτίου τὸ δεύτερον ὑπέστη τοιάδε φησίν 
 “Ὁπόσα δὲ δοθέντα μέτεισι πρὸς τὸν λαμβάνοντα,
ἀπελθόντα ἐκ τοῦ δεδωκότος , ἐστὶ θεραπεία, 
d χρήματα, νόμισμα κοῖλον, ἐπίσημον· ταυτὶ μὲν οὖν
ἐστι θνητὰ καὶ ἀνθρώπινα , τὰ δὲ θεῖά ἐστιν οἶα
μεταδοθέντα ἐνθένδ’ ἐκεῖθι γεγενημένα, ἐνθένδε
τε οὐκ ἀπελήλυθε, κἀκεῖθι γενόμενα τὸν μὲν ὤνησε,
τὸν δ’ οὐκ ἔβλαψε, καὶ προσώνησε τῇ περὶ ὧν ἠπίστατο 
ἀναμνήσει.

ἔστι δὲ τοῦτο τὸ καλὸν χρῆμα
ἐπιστήμη ἡ καλὴ, ἧς ὤνατο μὲν ὁ λαβὼν, οὐκ ἀπολείπεται
δ’ αὐτῆς ὁ δεδωκώς. οἷον ἂν ἴδοις ἐξαφθέντα
ἀφ’ ἑτέρου λύχνου λύχνον φῶς ἔχοντα, ὃ μὴ
 τὸν πρότερον ἀφείλατο, ἀλλὰ τῆς ἐν αὐτῷ ὕλης πρὸς 
τὸ ἐκείνου πῦρ ἐξαφθείσης.

τοιοῦτον τὸ χρῆμά
ἐστι τὸ τῆς ἐπιστήμης , ἣ δοθεῖσα καὶ ληφθεῖσα

 
παραμένει μὲν τῷ δεδωκότι, σύνεστι δὲ τῷ λαβόντι
ἡ αὐτή.

τούτου δὲ τὸ αἴτιον, a ξένε, οὐδέν 
ἐστιν ἀνθρώπινον · ἀλλ’ ὅτι ἕξις τε καὶ οὐσία ἡ
ἔχουσα τὴν ἐπιστήμην ἡ αὐτή ἐστι παρά τε τῷ δεδωκότι
 θεῷ καὶ παρὰ τῷ εἰληφότι ἐμοὶ καὶ σοί.

διὸ καὶ ὁ Πλάτων’ τὴν σοφίαν ὑπὸ Προμηθέως
ἐλθεῖν εἰς ἀνθρώπους μετὰ φανοτάτου τινὸς πυρος
ἔφη.” 
 Καὶ πάλιν ὑποβὰς ἐξῆς φησιν

“ Εἰσὶ δ’ οὗτοι βίοι ὁ μὲν πρώτου, ὁ δὲ δευτέρου
θεοῦ. δηλονότι ὁ μὲν· πρῶτος θεὸς ἔσται ἑστὼς,
ὁ δὲ δεύτερος ἔμπαλίν ἐστι κινούμενος. ὁ μὲν οὖν 
πρῶτος περὶ τὰ νοητὰ, ὁ δὲ δεύτερος περὶ τὰ νοητὰ
καὶ αἰσθητά.

μὴ θαυμάσῃς δ’ εἰ τοῦτ’ ἔφην·
 πολὺ γὰρ ἔτι θαυμαστότερον ἀκούσῃ. ἀντὶ γὰρ τῆς
προσούσης τῷ δευτέρῳ κινήσεως τὴν προσοῦσαν τῷ
πρώτῳ στάσιν φημὶ εἶναι κίνησιν σύμφυτον, ἀφ’
ἧς ἥ τε τάξις τοῦ κόσμου καὶ ἡ μονὴ ἀίδιος καὶ ἡ
σωτηρία ἀναχεῖται εἰς τὰ ὅλα.”

Ἐπὶ τούτοις καὶ ἐν τῷ ἕκτῳ προστίθησι ταῦτα 
 “Ἐπειδὴ ᾔδει ὁ Πλάτων’ παρὰ τοῖς ἀνθρώποις
τὸν μὲν δημιουργὸν γινωσκόμενον μόνον, τὸν μέντοι
πρῶτον νοῦν, ὅστις καλεῖται αὐτὸ ὂν, παντάπασιν 
ἀγνοούμενον παρ’ αὐτοῖς, διὰ τοῦτο οὕτως εἶπεν,
 ὥσπερ ἄν τις οὕτω λέγοι,

Ὠ ἄνθρωποι , ὃν τοπάξετε
ὑμεῖς νοῦν οὐκ ἔστι πρῶτος, ἀλλὰ ἕτερος πρὸ
τούτου νοῦς πρεσβύτερος καὶ θειότερος.”

Καὶ μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει 
 “ Κυβερνήτης μέν που ἐν μέσῳ πελάγει φορούμενος
 ὑπὲρ πηδαλίων ὑψίζυγος τοῖς οἴαξι διιθύνει
 

 
τὴν ναῦν ἐφεζόμενος, ὄμματα δ᾿ αὐτοῦ καὶ νοῦς
 εὐθὺ τοῦ αἰθέρος ξυντέταται πρὸς τὰ μετάρσια, καὶ
ἡ ὁδὸς αὐτῷ ἄνω δι᾿ οὐρανοῦ ἄπεισι, πλέοντι κάτω
κατὰ τὴν θάλατταν· οὕτω καὶ ὁ δημιουργὸς τὴν
ὕλην, τοῦ μήτε διακροῦσαι μήτε ἀποπλαγχθῆναι αὐτὴν, 
ἁρμονίᾳ ξυνδησάμενος αὐτὸς μὲν ὑπὲρ ταύτης
ἔδρυται, οἷον ὑπὲρ νεὼς ἐπὶ θαλάττης, τῆς ὕλης·
τὴν ἁρμονίαν δὲ ἰθύνει, ταῖς ἰδέαις οἰακίζων, βλέπει
τε ἀντὶ τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὸν ἄνω θεὸν προσαγόμενον
αὐτοῦ τὰ ὄμματα , λαμβάνει τε τὸ μὲν κριτικὸν ἀπὸ 
τῆς θεωρίας, τὸ δὲ ὁρμητικὸν ἀπὸ τῆς ἐφέσεως.”

Καὶ ὁ σωτήριος παρ᾿ ἡμῖν λόγος “οὐδὲν,
φησὶ, δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἐὰν μή τι
βλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα.” ἀλλὰ γὰρ τοσαῦτα καὶ
 περὶ τοῦδε ὁ Νουμήνιος. ὅτι δὲ οὐκ οἰκεῖα, τὰ δὲ 
Πλάτωνι δοκοῦντα διεσάφει, οὐδὲν ἐπιλέγειν δεῖ
ταῖς αὐτοῦ φωναῖς.

ὁ δέ γε Πλάτων ὅτι μὴ
πρῶτος ταῖσδε κέχρηται ταῖς ἐπιβολαῖς, φθάνουσι δ᾿
αὐτὸν προειληφότες Ἑβραίων οἱ σοφοὶ, δέδεικται διὰ
τῶν ἐκτεθειμένων. εἰκότως δῆτα καὶ τῶν νέων φιλοσόφων 
διαφανὴς γεγονὼς Ἀμέλιος , τῆς Πλάτωνος
καὶ αὐτὸς, εἰ καί τις ἄλλος, ζηλωτὴς φιλοσοφίας,
πλὴν ἀλλὰ βάρβαρον ὀνομάσας τὸν Ἑβραῖον θεολόγον,
εἰ καὶ μὴ ἑέ ὀνόματος ἠξίωσε τοῦ εὐαγγελιστοῦ
Ἰωάννου μνήμην ποιήσασθαι, ἐπιμαρτυρεῖ δ᾿ οὖν 
 ὅμως ταῖς αὐτοῦ φωναῖς, αὐτὰ δὴ ταῦτα πρὸς ῥῆμα
γράφων

“Καὶ οὗτος ἄρα ἦν ὁ λόγος καθ᾿ ὃν αἰεὶ
ὄντα τὰ γινόμενα ἐγίνετο, ὡς ἂν καὶ ὁ Ἡράκλειτος
ἀξιώσειε, καὶ νὴ Δί᾿ ὃν ὁ βάρβαρος ἀξιοῖ ἐν τῇ τῆς 
 ἀρχῆς τάξει τε καὶ ἀξίᾳ καθεστηκότα πρὸς θεὸν
εἶναι καὶ θεὸν εἶναι· δι᾿ οὗ πάνθ᾿ ἁπλῶς γεγενῆ-

 
σθαι· ἐν ᾧ τὸ γενόμενον ζῶν καἰ ζωὴν καὶ ὂν πεφυκέναι·
καὶ εἰς τὰ σώματα πίπτειν , καὶ σάρκα ἐνδυσάμενον
φαντάζεσθαι ἄνθρωπον , μετὰ τοῦ καὶ
τηνικαῦτα δεικνύειν τῆς φύσεως τὸ μεγαλεῖον· ἀμέλει 
 καὶ ἀναλυθέντα πάλιν ἀποθεοῦσθαι, καὶ θεὸν
εἶναι, οἷος ἢν πρὸ τοῦ εἰς τὸ σῶμα καὶ τὴν σάρκα
καὶ τὸν ἄνθρωπον καταχθῆναι. ”

Ταῦτ’ οὐκέτ’ ἐπεσκιασμένως, ἀλλ’ ἄντικρυς
ἤδη γυμνῇ τῇ κεφαλῇ μεταπεφρασμένα ἐκ τῆς βαρβάρου
 θεολογίας δῆλα ἂν εἴη. ὁ δέ γε βάρβαρος τίς
ἦν αὐτῷ εἰ μὴ ὁ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν εὐαγγελιστὴς
Ἰωάννης , Ἐβραῖος ὢν ἐξ Ἑβραίων ;

ὅς που ἀρχόμενος
τῆς οἰκείας γραφῆς ὧδέ πη θεολογεῖ “ἐν ἀρχῇ
ἦν ὁ λόγος· καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν θεόν. καὶ
 θεὸς ἦν ὁ λόγος · οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν θεόν.
πάντα δι’ αὐτὸν ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο
οὐδὲ ἕν, ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν
τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο,
καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν
 αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός.”

τοῦ 
δ’ αὐτοῦ πέρι καὶ ἄλλος ‘Eβραίων θεόλογος ἐπάκουσον
οἷα διέξεισιν ‘ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ θεοῦ τοῦ
ἀοράτου , πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ὅτι ἐν αὐτῷ
ἐκτίσθη τὰ πάντα τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ
 τῆς γῆς , εἴτε ὁρατὰ εἴτε ἀόρατα · καὶ πάντα δι’ αὐτοῦ
συνέστηκε, καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη, τά τε
ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα.”

ἀλλὰ καὶ τὰ περὶ τῆς τοῦ
δευτέρου αἰτίου συστάσεως τε καὶ οὐσιώσεως ὧδε
τοῖς Ἑλλήνων σοφοῖς πρὸς τὰ Ἑβραίων συμπεφώνηται.
 μετίωμεν δῆτα καὶ ἐφ’ ἕτερα.

Τῶν παρ’ Ἑβραίοις λογίων μετὰ τὸν περὶ 
πατρὸς καὶ υἱοῦ λόγον ἐν τρίτῃ τάξει τὸ ἅγιον

 
πνεῦμα καταλεγόντων , καὶ τήν γε ἁγίαν καὶ μακαρίαν
τριάδα τοῦτον ὑποτιθεμένων τὸν τρόπον, ὡς
ἂν τῆς τρίτης δυνάμεως πᾶσαν ὑπερβεβηκυίας γενητὴν
 φύσιν, οὖσάν τε πρώτην μὲν τῶν διὰ τοῦ υἱοῦ
συστασῶν νοερῶν οὐσιῶν, τρίτην δὲ ἀπὸ τοῦ πρώτου 
του αἰτίου, θέα ὅπως καὶ ὁ Πλάτων’ τοιαῦτά τινα
ᾐνίξατο διὰ τῆς πρὸς Διονύσιον ἐπιστολῆς λέγων

“ Φραστέον δή σοι δι’ αἰνιγμῶν, ἵν ἄν τι
δέλτος ἢ πόντου ἢ γῆς ἐν πτυχαῖς πάθῃ, ὁ ἀναγνοὺς
μὴ γνῷ. ὧδε γὰρ ἔχει · περὶ τὸν πάντων βασιλέα 
πάντ’ ἐστὶ, καὶ ἐκείνου ἕνεκα πάντα, καὶ ἐκεῖνο αἴτιον
ἀπάντων καλῶν· δεύτερον δὲ περὶ τὰ δεύτερα
 καὶ τρίτον περὶ τὰ τρίτα. ἡ οὖν ἀνθρωπίνη ψυχὴ
περὶ αὐτὰ ὀρέγεται μαθεῖν ποῖα ἄττα ἐστὶ, βλέπουσα
εἰς τὰ αὐτῆς συγγενῆ.”

Ταῦτα οἶ τὸν Πλάτωνα διασαφεῖν πειρώμενοι
ἐπὶ τὸν πρῶτον θεὸν ἀνάγουσιν , ἐπί τε τὸ δεύτερον
αἴτιον καὶ τρίτον τὴν τοῦ κόσμου ψυχὴν, θεὸν τρίτον
καὶ αὐτὴν ὁριζόμενοι εἶναι · οἶ δέ γε θεῖοι λόγοι
τὴν ἁγίαν καὶ μακαρίαν τριάδα, πατρὸς καὶ υἱοῦ 
καὶ ἁγίου πνεύματος , ἐν ἀρχῆς λόγῳ τάττουσι κατὰ
τὰ ἀποδεδομένα. 
 Ἕπεται τούτοις τὴν τοῦ ἀγαθοῦ ἐξετάσαι οὐσίαν.

Τῆς παρ’ Ἑβραίοις θείας γραφῆς διαφόρως
τὴν τοῦ ἀγαθοῦ οὐσίαν καὶ αὐτὸ τὸ ἀγαθὸν οὐδὲν 
ἄλλο εἷναι ἢ θεὸν διδασκούσης , δι’ ὧν τέ φησιν
ἀγαθὸς κύριος πάσι τοῖς ὑπομένουσιν αὐτόν · ψυχῇ,
ἣ ἐκζητήσει αὐτόν·” καὶ “ ἐξομολογεῖσθε τῷ κυρίῳ
ὅτι ἀγαθὸς, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ ” δι’
ὧν τε ὁ σωτήριος λόγος πρὸς τὸν περὶ τοῦδε ἐρό- 
 

 
μενον ἀπεφήνατο εἰπὼν “τί με ἐρωτᾷς περὶ τοῦ 
ἀγαθοῦ; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ θεός·”

ἐπάκουσον
τοῦ Πλάτωνος, ἅ φησιν ἐν Τιμαίῳ 
 “ Λέγωμεν δὴ δι᾿ ἥντινα αἰτίαν γένεσιν καὶ τὸ
 πᾶν τόδε ὁ ξυνιστὰς ξυνέστησεν. ἀγαθὸς ἦν· ἀγαθῷ
δ᾿ οὐδεὶς περὶ οὐδενὸς οὐδέποτ᾿ ἐγγίνεται φθόνος.
τούτου δὲ ἐκτὸς ὢν πάντα ὅτι μάλιστα ἐβουλήθη
γενέσθαι παραπλήσια ἑαυτῷ.”

Καὶ ἐν τῇ Πολιτεία δὲ ταῦτά φησιν 
 “ Ἆρ᾿ οὖν οὐ καὶ ὁ ἥλιος ὄψις μὲν οὐκ ἔστιν,
αἴτιος δ᾿ ὢν αὐτῆς ὁρᾶται ὑπ᾿ αὐτῆς ταύτης; οὕτως,
ἦ δ᾿ ὅς. τοῦτον τοίνυν, ἦν δ᾿ ἐγὼ, φάναι με λέγειν
τὸν τοῦ ἀγαθοῦ ἔκγονον , ὃν τὸ ἀγαθὸν ἐγέννησεν 
ἀνάλογον ἑαυτῷ , ὅ τι περ αὐτὸ ἐν τῷ νοητῷ τόπῳ 
 πρός τε νοῦν καὶ τὰ νοούμενα , τοῦτον ἐν τῷ ὁρατῷ
πρός τε ὄψιν καὶ τὰ ὁρώμενα.”

Καὶ ἑξῆς ἐπιλέγει 
 “Τοῦτο τοίνυν τὸ τὴν ἀλήθειαν παρέχον τοῖς
γιγνωσκομένοις καὶ τὸ γιγνώσκοντι τὴν δύναμιν
 ἀποδιδοῦν τὴν τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέαν φάθι εἶναι.” 
 Καὶ πάλιν φησὶ

“ Τὸν ἥλιον τοῖς ὁρωμένοις οὐ μόνον, οἶμαι,
τὴν τοῦ ὁρᾶσθαι δύναμιν παρέχειν φήσεις, ἀλλὰ καὶ
τὴν γένεσιν καὶ αὔξην καὶ τροφὴν, οὐ γένεσιν αὐτὸν
 ὄντα. πῶς γάρ ; καὶ τοῖς γινωσκομένοις τοίνυν μὴ
μόνον τὸ γινώσκεσθαι φάναι ὑπὸ τοῦ ἀγαθοῦ παρεῖναι,
ἀλλὰ καὶ τὸ εἶναί τε καὶ τὴν οὐσίαν ὑπ᾿ ἐκείνοῦ
αὐτοῖς προσεῖναι, οὐκ οὐσίας ὄντος τοῦ ἀγαθοῦ,
ἀλλ᾿ ἐπέκεινα οὐσίας πρεσβείᾳ καὶ δυνάμει ὑπερ-
 έχοντος.”

Σαφέστατα διὰ τούτων οὐ μόνον τὸ γινώσκεσθαι
ταῖς νοηταῖς οὐσίαις, ἀλλὰ καὶ τὸ εἶναί τε καὶ
τὴν οὐσίαν ἔχειν παρὰ τοῦ ἀγαθοῦ, δηλαδὴ τοὐ θεοῦ,
φησὶν ὁ Πλάτων’· τό τε ἀγαθὸν “ μὴ εἶναι οὐσίαν,
ἀλλ’ ἐπέκεινα τῆς οὐσίας, πρεσβείᾳ καὶ δυνάμει 
ὑπερἐχον·” ὥστε μὴ ὁμοούσια αὐτὰ τίθεσθαι, ἀλλὰ
μηδὲ ἀγέννητα νομίζειν, ὅτι δὴ καὶ τὸ εἶναι καὶ τὴν
οὐσίαν εἴληφε παρὰ τοῦ μὴ ὄντος οὐσίας, ἀλλ’ ἐπέκεινα
 οὐσίας πρεσβείᾳ καὶ δυνάμει ὑπερέχοντος· ὃν
δὴ καὶ μόνον εἰκότως θεὸν τὰ Ἑβραίων ἀναγορεύει 
λόγια, ὡς ἂν τοῖς πᾶσιν αἴτιον ὄντα.

τὰ δὴ οὖν
μήτε τὸ εἶναι μήτε τὴν οὐσίαν παρ’ ἑαυτῶν ἔχοντα,
ἀλλὰ μηδὲ τῆς τἀγαθοῦ φύσεως ὄντα, οὐ δὴ εὔλογον
θεοὺς ἡγεῖσθαι, οἶς μὴ φύσει τὸ ἀγαθὸν πρόσεστιν·
ἐνὶ γὰρ τοῦτο μόνῳ καὶ οὐδενὶ ἄλλῳ ἀναθετέον , τῷ 
μόνῳ ἀγαθῷ, ὃ δὴ καὶ ἐπέκεινα πάσης οὐσίας πρεσβείᾳ
τε καὶ δυνάμει ὑπερέχον” θαυμασίως ὁ Πλάτων
 ἀνεφώνησε. πάλιν δὲ καὶ ὁ Νουμήνιος ἐν τοῖς
Περὶ τἀγαθοῦ, τὴν τοῦ Πλάτωνος διάνοιαν ἑρμηνεύων,
τοῦτον διέξεισι τὸν τρόπον

“Τὰ μὲν οὖν σώματα λαβεῖν ἡμῖν ἔξεστι,
σημαινομένοις ἔκ τε ὁμοίων ἀπό τε τῶν ἐν τοῖς παρακειμένοις
 γνωρισμάτων ἐνόντων· τἀγαθὸν δὲ οὐδενὸς
ἐκ παρακειμένου οὐδ’ αὖ ἀπὸ ὁμοίου αἰσθητοῦ
ἐστι λαβεῖν μηχανή τις οὐδεμία· ἀλλὰ δεήσει, οἷον 
εἴ τις ἐπὶ σκοπῇ καθήμενος , ναῦν ἁλιάδα βραχεῖάν
τινα τούτων τῶν ἐπακτρίδων . τῶν μόνων, μίαν, μόνην,
ἔρημον , μετακυμίοις ἐχομένην ὀξὺ δεδορκὼς,
μιᾷ βολῇ κατεῖδε τὴν ναῦν, οὕτω δή τινα ἀπελθόντα
πόρρω ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν ὁμιλῆσαι τῷ ἀγαθῷ μόνῳ 
μόνον, ἔνθα μήτε τις ἄνθρωπος μήτε τι ζῷον ἕτερον,
μηδὲ σῶμα μέγα μηδὲ σμικρὸν, ἀλλά τις ἄφατος καὶ

 
ἀδιήγητος ἀτεχνῶς ἐρημία θεσπέσιος, ἔνθα τοῦ ἀγαθοῦ 
ἤθη διατριβαί τε καὶ ἀγλαίαι, αὐτὸ δὲ ἐν εἰρήνῃ,
ἐν εὐμενείᾳ, τὸ ἤρεμον, τὸ ἡγεμονικὸν, ἵλεων,
ἐποχούμενον ἐπὶ τῇ οὐσίᾳ.

εἰ δέ τις πρὸς τοῖς
 αἰσθητοῖς λιπαρῶν τὸ ἀγαθὸν ἐφιπτάμενον φαντάζεται,
κἄπειτα τρυφῶν οἴοιτο τῷ ἀγαθῷ ἐντετυχηκέναι,
τοῦ παντὸς ἁμαρτάνει. τῷ γὰρ ὄντι οὐ ῥᾳδίας,
θείας δὲ πρὸς αὐτὸ δεῖ μεθόδου· καί ἐστι κράτιστον,
τῶν αἰσθητῶν ἀμελήσαντι, νεανιευσαμένῳ
 πρὸς τὰ μαθήματα, τοὺς ἀριθμοὺς θεασαμένῳ, οὕτως
ἐκμελετῆσαι μάθημα, τί ἐστι τὸ ὄν.”

Ταῦτα μὲν ἐν τῷ πρώτῳ ’ ἐν δὲ τῷ πέμπτῳταῦτά ᾦ 
φησιν 
 “ Εἰ δ’ ἐστὶ μὲν νοητὸν ἡ οὐσία καὶ ἡ ἰδ’ ἔα, ταύτης
 δ’ ὡμολογήθη πρεσβύτερον καὶ αἴτιον εἶναι ὁ
νοῦς, αὐτὸς οὗτος μόνος εὕρηται ὢν τὸ ἀγαθόν. καὶ
γὰρ εἰ ὁ μὲν δημιουργὸς θεός ἐστι γενέσεως, ἀρκεῖ
τὸ ἀγαθὸν οὐσίας εἶναι ἀρχή. ἀνάλογον δὲ τούτῳ
μὲν ὁ δημιουργὸς θεὸς, ὢν αὐτοῦ μιμητὴς, τῇ δὲ
 οὐσίᾳ ἡ γένεσις · εἰκὼν γὰρ αὐτῆς ἐστι καὶ μίμημα.

εἴπερ δὲ ὁ δημιουργὸς ὁ τῆς γενέσεως ἐστιν ἀγαθὸς,
ἠ που ἔσται καὶ ὁ τῆς οὐσίας δημιουργὸς αὐτοάγαθον,
σύμφυτον τῇ οὐσίᾳ. ὁ γὰρ δεύτερος διττὸς 
ὢν αὐτοποιεῖ τήν τε ἰδέαν ἑαυτοῦ καὶ τὸν κόσμον,
 δημιουργὸς ὤν· ἔπειτα θεωρητικὸς ὅλως.

συλλελογισμένων
δ’ ἡμῶν ὀνόματα τεσσάρων πραγμάτων
τέσσαρα ἔστω ταῦτα· ὁ μὲν πρῶτος θεὸς αὐτοάγαθον·
ὁ δὲ τούτου μιμητὴς δημιουργὸς ἀγαθός· ἡ δ’
οὐσία μία μὲν ἡ τοῦ πρώτου , ἑτέρα δὲ ἡ τοῦ δευτέρου·
 ἧς μίμημα ὁ καλὸς κόσμος, κεκαλλωπισμένος
μετουσίᾳ τοῦ καλοῦ. ”

Καὶ ἐν τῷ ἕκτῳ δὲ ἐπιλέγει 

 
 “ Μετέχει δὲ αὐτοῦ τὰ μετίσχοντα ἐν ἄλλῳ μὲν
οὐδενὶ, ἐν δὲ μόνῳ τῷ φρονεῖν· ταύτῃ ἄρα καὶ τῆς
ἀγαθοῦ συμβάσεως ὀνίναιτ’ ἂν, ἄλλως δ’ οὔ. καὶ
μὲν δὴ τὸ φρονεῖν, τοῦτο δὴ συντετύχηκε μόνῳ τῷ
πρώτῳ. ὑφ’ οὑ οὑν τὰ ἄλλα ἀποχραίνεται καὶ ἀγαθοπῦται, 
ἐὰν τοῦτο ἐκείνῳ μόνον μόνῳ προσῇ, ἀβελτέρας
ἂν εἴη ψυχῆς ἔτι ἀμφιλογεῖν.

εἰ γὰρ ἀγαθός
ἐστιν ὁ δεύτερος οὐ παρ’ ἑαυτοῦ, παρὰ δὲ τοῦ πρώτου,
πῶς οἷόν τε ὑφ’ οὗ μετουσίας ἐστὶν οὗτος ἀγαθὸς
μὴ ἀγαθὸν εἶναι, ἄλλως τε κἂν τύχῃ αὐτοῦ ὡς 
 ἀγαθοῦ μεταλαχὼν ὁ δεύτερος;

οὕτω τοι ὁ Πλάτων
ἐκ συλλογισμοῦ τῷ ὀξὺ βλέποντι ἀπέδωκε τὸ
ἀγαθὸν ὅτι ἐστὶν ἓν.” 
 Καὶ πάλιν ἐξῆς φησι

“ Ταῦτα δὲ οὕτως ἔχοντα ἔθηκεν ὁ Πλάτων’ 
ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ χωρίσας· ἰδίᾳ μὲν γὰρ τὸν κυκλικὸν
ἐπὶ τοῦ δημιουργοῦ ἐγράψατο ἐν Τιμαίῳ εἰπὼν “ἀγαθὸς
ἦν·” ἐν δὲ τῇ Πολιτείᾳ τὸ ἀγαθὸν εἶπεν
ἀγαθοῦ ἰδέαν· ὡς δὴ τοῦ δημιουργοῦ ἰδέαν οὖσαν
τὸ ἀγαθὸν , ὅτι πέφανται ἡμῖν ἀγαθὸς μετουσίᾳ τοῦ 
πρώτου τε καὶ μόνου.

ὥσπερ γὰρ ἄνθρωποι μὲν
λέγονται τυπωθέντες· ὑπὸ τῆς ἀνθρώπου ἰδέας, βόες
δ’ ὑπὸ τῆς βοὸς, ἵπποι δ’ ὑπὸ τῆς ἵππου ἰδέας·
οὕτω καὶ εἰκότως ὁ δημιουργὸς, εἴπερ ἐστὶ μετουσίᾳ
τοῦ πρώτου ἀγαθοῦ ἀγαθὸς , ἰδέα ἂν εἴη ὁ πρῶτος 
νοῦς, ὢν αὐτοάγαθον.”

“ Οὕτω δὲ γεγενημένος δῆλον δ’ ὅτι ὁ
κόσμος) πρὸς τὸ λόγῳ καὶ φρονήσει περιληπτὸν, καὶ
κατὰ τὰ αὐτὰ ἔχον δεδημιούργηται. τούτων δὲ ὐπαρχόντων
αὖ πᾶσα ἀνάγκη τόνδε τὸν κόσμον εἰκόνα 
 

 
τινὸς εἶναι. — τὰ γὰρ δὴ νοητὰ ζῷα πάντα ἐκεῖνο
περιλαβὸν ἔχει ἐν ἑαυτῷ, καθάπερ ὅδ’ ὁ κόσμος ἡμᾶς.”

Ταῦτα μὲν ὁ Πλάτων’ ἐν Τιμαίῳ. τὴν δὲ τῶν
εἰρημένων διάνοιαν ἐκ τῶν Διδύμῳ Περὶ τῶν ἀρεσκόντων
 Πλάτωνι συντεταγμένων ἐκθήσομαι. γράφει
δὲ οὕτως

“ Τῶν κατὰ φύσιν αἰσθητῶν κατὰ γένος ὡρισμένα
τινὰ παραδείγματα φάμενος εἶναι τὰς ἰδέας,
ὧν τὰς ἐπιστήμας γίνεσθαι καὶ τοὺς ὅρους · παρὰ
 πάντας γὰρ ἀνθρώπους ἄνθρωπόν τινα νοεῖσθαι,
καὶ παρὰ πάντας ἵππους ἵππον, καὶ κοινῶς παρὰ τὰ 
ζῷα ζῷον ἀγένητον καὶ ἄφθαρτον.

ὃν τρόπον δὲ
σφραγῖδος μιᾶς ἐκμαγεῖα γίνεσθαι πολλὰ καὶ συχνὰς
εἰκόνας ἑνὸς ἀνδρὸς, οὕτως ἐκ μιᾶς ἑκάστης ἰδέας
 αἰσθητῶν σωμάτων φύσεις παμπληθεῖς , τῆς μὲν
ἀνθρώπων ἀνθρώπους ἅπαντας, καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν
λόγον ἐπὶ τῶν ἄλλων τῶν κατὰ φύσιν.

εἶναι δὲ
τὴν ἰδέαν ἀί·διον οὐσίαν, αἰτίαν καὶ ἀρχὴν τοῦ ἓκαστον
εἶναι τοιοῦτον οἳα ἐστὶν αὐτή.

καθάπερ οὖν
 τὰ κατὰ μέρος ὥσπερ ἀρχέτυπα τῶν αἰσθητῶν προηγεῖσθαι
σωμάτων, οὕτ’ ὡς τὴν πάσας ἐν ἑαυτῇ περιέχουσαν
καλλίστην καὶ τελειοτάτην οὐσίαν ὑπάρχειν 
τοῦδε παράδειγμα τοῦ κόσμου· πρὸς γὰρ ταύτην
ἀφομοιωθέντα ὑπὸ τοῦ δημιουργήσαντος αὐτὸν ἀπειργάσθαι
 θεοῦ κατὰ πρόνοιαν ἐκ τῆς πάσης οὐσίας.”

Ταῦτα καὶ ἀπὸ τοῦ δεδηλωμένου ἀνδρός. φθάνει
γε μὴν καὶ ταῦτα Μώσης ὁ πάνσοφος, πρὸ τοῦ
φαινομένου ἡλίου καὶ ἄστρων καὶ πρὸ τοῦ ὁρωμένου
οὐρανοῦ, ὃ δὴ στερέωμα καλεῖ, πρό τε τῆς καθ’ ἡμᾶς 
 ξηρᾶς γῆς καὶ πρὸ τῆς παρ’ ἡμῖν ἡμέρας καὶ νυκτὸς
φῶς ἕτερον παρὰ τὸ τοῦ ἡλίου ἡμέραν τε καὶ νύκτα
καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς τοῦ πανηγεμόνος καὶ αἰτίου τῶν

 
ὅλων θεοῦ πεποιῆσθαι διδάσκων.

ἀλλὰ καὶ οἱ
 μετὰ Μωσἐα παῖδες Ἑβραίων ἥλιόν τινα εἶναι ἀσώματον
οὐ πᾶσιν ὁρατὸν οὐδὲ θνητοῖς ὀφθαλμοῖς
ὑπαγόμενον ὁρίζονται, ὡς ὁ προφήτης ἐκ προσώπου
θεοῦ λέγων “ τοῖς δὲ φοβουμένοις με ἀνατελεῖ ἥλιος 
δικαιοσύνης.”

καὶ αὐτὴν δὲ δικαιοσύνην, οὐχὶ
τὴν ποιὰν ἐν ἀνθρώποις, ἀλλὰ τὴν ταύτης ἰδέαν οἶδεν
ἄλλος Ἑβραίων προφήτης , ὁ φήσας περὶ θεοῦ “ τίς
ἐξήγειρεν ἀπὸ ἀνατολῶν δικαιοσύνην; ἐκάλεσεν αὐτὴν
κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ πορεύσεται δ’ ὡσεὶ 
 ἐνώπιον ἐθνῶν.”

καὶ λόγον δὲ θεῖον ἀσώματον
καὶ οὐσιώδη ἀρτίως ἡμῖν ὁ κοινὸς ἡμῶν λόγος ἐν
τοῖς πρόσθεν ἀπὸ τῆς Ἑβραίων παρίστη γραφῆς. οὗ
περὶ λόγου καὶ τάδε παρὰ τοῖς αὐτοῖς εἴρηται “ ὃς
ἐγεννήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ 
ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις.

λέγεται καὶ ζωὴ,
λέγεται καὶ σοφία, λέγεται καὶ ἀλήθεια. καὶ πάντα
τὰ κατ’ οὐσίαν ὄντα τε καὶ ὑφεστῶτα οἱ Ἑβραίων
λόγοι διδάσκουσιν , (εἰ δὴ Ἑβραῖοι καὶ οἶ τοῦ σωτῆρος
 ἡμῶν ἀπόστολοί τε καὶ μαθηταὶ) ναὶ μὴν καὶ 
μυρίας ἄλλας ἀσωμάτους δυνάμεις, οὐρανοῦ τε ἐπέκεινα
καὶ πάσης τῆς ὑλικῆς καὶ ῥοώδους οὐσίας· ὧν
τὰς εἰκόνας ἐν τοῖς αἰσθητοῖς φασι κατατυπῶσαι ·
ἐφ’ ὧν ἤδη καὶ τοὔνομα τῆς εἰκόνος παρειλήφασι.

τὸν γοῦν ἄνθρωπον εἰκόνα διαρρήδην νοητοῦ 
παραδείγματος εἶναι, καὶ πάντα τὸν ἀνθρώπων βίον
ἐν εἰκόνι διαπορεύεσθαι εἰρήκασι. λέγει δ’ οὖν ὁ
Μώσης “ καὶ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ’
 εἰκόνα θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν.” καὶ πάλιν ἄλλος
Εβραῖος τὰ πάτρια φιλοσοφῶν “ μέντοιγε (φησὶν) 
ἐν εἰκόνι διαπορεύεται ἂνθρμπος.” ἤδη δὲ καὶ οἱ
τῶν ἱερῶν νόμων ἐξηγηταὶ ἐπάκουσον ὅπως τὴν ἐν

 
τοῖς Μώσεως γράμμασι διάνοιαν σαφηνίζουσι. λέγει
δ’ οὖν ὁ ‘Εβραῖος Φίλων τὰ πάτρια διερμηνεύων
αὐτοῖς ῥήμασιν

“ Εἰ δέ τις ἐθελήσειε γυμνότερον χρήσασθαι
 τοῖς ὀνόμασιν, οὐδὲν ἂν ἕτερον εἴποι τὸν νοητὸν
κόσμον ἢ θεοῦ λόγον ἤδη κοσμοποιοῦντος. οὐδὲ 
γὰρ ἡ νοητὴ πόλις ἓτερόν τί ἐστιν ἢ ὁ τοῦ ἀρχιτέκτονος
λογισμὸς, ἤδη τὴν νοητὴν πόλιν κτίζειν διανοουμένου.

τὸ δὲ δόγμα τοῦτο Μώσεως ἐστὶν, οὐκ
 ἐμόν. τὴν γοῦν ἀνθρώπου γένεσιν ἀναγράφων ἐν
τοῖς ἔπειτα διαρρήδην ὁμολογεῖ, ὡς ἄρα κατ’ εἰκόνα
θεοῦ διετυπώθη.

εἰ δὲ τὸ μέρος εἰκὼν εἰκόνος,
δηλονότι καὶ τὸ ὅλον εἶδος σύμπας οὗτος ὁ αἰσθητὸς
κόσμος, εἰ μείζων τῆς ἀνθρωπίνης ἐστὶ, μίμημα
 θείας εἰκόνος δηλονότι · καὶ ἡ ἀρχέτυπος σφραγὶς,
ὅν φαμεν νοητὸν εἷναι κόσμον, αὐτὸς ἂν εἴη τὸ παράδειγμα,
ἀρχέτυπος ἰδέα τῶν ἰδεῶν, ὁ θεοῦ λόγος. ”

“Φησὶ δ’ ὡς ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν
οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν ἀρχὴν παραλαμβάνων
 οὐχ, ὡς οἴονταί τινες, τὴν κατὰ χρόνον · (χρόνος γὰρ
οὐκ ἦν πρὸ κόσμου·) ἀλλ’ ἢ σὺν αὐτῷ γέγονεν, ἢ
μετ’ αὐτόν.

ἐπεὶ γὰρ διάστημα τῆς τοῦ κόσμου
κινήσεως ἐστιν ὁ χρόνος, πρότερον δὲ τοῦ κινουμένου
κίνησις οὐκ ἂν γένοιτο, ἀλλ’ ἢ ἀναγκαῖον αὐτὴν
 ὕστερον ἢ ἅμα συνίστασθαι , ἀναγκαῖον ἄρα καὶ τὸν
χρόνον ἢ ἰσήλικα κόσμου γεγονέναι, ἢ νεώτερον ἐκείνου,
πρεσβύτερον δὲ ἀποφαίνεσθαι τολμᾶν ἀφιλόσοφον.

εἰ δ’ ἀρχὴ μὴ παραλαμβάνεται τανῦν ἡ
κατὰ χρόνον , εἰκὸς ἂν εἴη μηνύεσθαι τὴν κατ’ ἀριΦίλων]
 

 
θμὸν, ὡς τὸ ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ἴσον εἶναι τῷ πρῶτον
ἐποίησε τὸν οὐρανόν.”

Εἶθ’ ἐξῆς λέγει 
 “ Πρῶτον οὖν ὁ ποιῶν ἐποίει οὐρανὸν ἀσώματον
καὶ γῆν ἀόρατον καὶ ἀέρος ἰδέαν καὶ κενοῦ · ὧν τὸ 
μὲν ἐπεφήμισε σκότος, ἐπειδὴ μέλας ὁ ἀὴρ τῇ φύσει, ·
τὴν δὲ ἄβυσσον· πολύβυθον γὰρ τό γε κενὸν καὶ
ἀχανές.

εἶθ’ ὕδατος ἀσώματον οὐσίαν καὶ πνεύματος,
 καὶ ἐπὶ πᾶσιν ἑβδόμου φωτὸς, ὃ πάλιν ἀσώματον
ἦν, καὶ νοητὸν ἡλίου παράδειγμα, καὶ πάντα 
ὅσα φωσφόρα ἄστρα κατὰ τὸν οὐρανὸν ἔμελλε συνίστασθαι.

προνομίας δὲ τό τε πνεῦμα καὶ τὸ φῶς
ἠξιοῦτο· τὸ μὲν γὰρ ὠνόμασε θεοῦ, διότι ζωτικώτατον
τὸ πνεῦμα , ζωῆς δὲ θεὸς αἴτιος · τὸ δὲ φῶς,
ὅτι ὑπερβάλλον καλόν · τοσούτῳ γὰρ τὸ νοητὸν τοῦ 
ὁρατοῦ λαμπρότερόν τε καὶ αὐγοειδέστερον , ὅσῳπερ
ἥλιος, οἶμαι, σκότους καὶ ἡμέρα νυκτὸς, καὶ τὰ κριτήρια
νοῦς ὁ τῆς ὅλης ψυχῆς ἡγεμὼν, ὀφθαλμῶν
 σώματος.

τὸ δὲ ἀόρατον καὶ νοητὸν φῶς ἐκεῖνο
θείου λόγου γέγονεν εἰκὼν τοῦ διερμηνεύσαντος 
τὴν γένεσιν αὐτοῦ· καὶ ἔστιν ὑπερουράνιος ἀστὴρ,
πηγὴ τῶν αἰσθητῶν ἀστέρων, ἣν οὐκ ἂν ἀπὸ σκοποῦ
καλἐσειειν ἄν τις παναύγειαν , ἀφ’ ἧς ἥλιος καὶ σελήνη
καὶ οἱ ἄλλοι πλανῆται καὶ ἀπλανεῖς ἀρύονται,
καθ’ ὅσον ἑκάστῳ δύναμις, τὰ πρέποντα φέγγη , τῆς 
ἀμιγοῦς καὶ καθαρᾶς αὐγῆς ἐκείνης ἀμαυρουμένης,
οὑ ἂν ἄρξηται τρέπεσθαι κατὰ τὴν ἐκ νοητοῦ πρὸς
 αἰσθητὸν μεταβολήν. εἰλικρινὲς γὰρ οὐδὲν τῶν ἐν
αἰσθήσει.

Καὶ μετὰ βραχέα ἐπιλέγει 
 “Ἐπεὶ δὲ φῶς μὲν ἐγένετο, σκότος δ’
καὶ ἀνεχώρησεν, ὅροι δ’ ἐν τοῖς μεταξὺ διαστήμασιν

 
ἐπάγησαν ἑσπέρα τε καὶ πρωία, κατ’ ἀναγκαῖον τοῦ
χρόνου μέτρον ἀπετελεῖτο εὐθὺς ὃ καὶ ἡμέραν
καλῶς ποιῶν ἐκάλεσεν· καὶ ἡμέραν οὐχὶ πρώτην,
ἀλλὰ μίαν, ἣ λέλεκται διὰ τὴν τοῦ νοητοῦ κόσμου
 μόνωσιν, μοναδικὴν ἔχοντος φύσιν.

ὁ μὲν οὖν
ἀσώματος κόσμος ἤδη πέρας εἶχεν, ἱδρυθεὶς ἐν τῷ
θείῳ λόγῳ· ὁ δ’ αἰσθητὸς πρὸς παράδειγμα τούτου
ἐτελειογονεῖτο· καὶ πρῶτον αὐτοῦ τῶν μερῶν, ὃ καὶ 
πάντων ἄριστον, ἐποίει τὸν οὐρανὸν ὁ δημιουργὸς,
 ὃν ἐτύμως στερέωμα προσηγόρευσεν, ἅτε σωματικὸν
ὄντα. τὸ γὰρ σῶμα φύσει στερεὸν, ὅ τι περ καὶ
τριχῆ διαστατόν. στερεοῦ δὲ καὶ σώματος ἔννοια τίς
ἑτέρα πλὴν τὸ πάντη διεστηκός; εἰκότως οὖν ἀντιθεὶς
τῷ νοητῷ καὶ ἀσωμάτῳ τὸν αἰσθητὸν καὶ σωματοειδῆ,
 τοῦτον στερεὸν ἒκάλεσε. ” 
 Ταῦτα ὁ Φίλων. συνᾴδει δὲ αὐτῷ καὶ ὁ Κλήμης
ἐν τῷ ἓκτῳ Στρωματεῖ λέγων ὧδε

Κόσμον τε αὖθις τὸν μὲν νοητὸν οἶδεν ἡ 
βάρβαρος φιλοσοφία, τὸν δὲ αἰσθητόν· τὸν μὲν
 ἀρχέτυπον , τὸν δὲ εἰκόνα τοῦ καλοῦ παραδείγματος.
καὶ τὸν μὲν ἀνατίθησι μονάδι, ὡς ἂν νοητὸν, τὸν
δὲ αἰσθητὸν ἑξάδι· γάμος γὰρ παρὰ τοῖς Πυθαγορείοις,
ὡς ἂν γόνιμος ἀριθμὸς, ἡ ἑξὰς καλεῖται.

καὶ ἐν μὲν τῇ μονάδι συνίστησιν οὐρανὸν ἀόρατον
 καὶ γῆν ἁγίαν καὶ φῶς νοητόν. ‘ ἐν ἀρχῇ γὰρ 
φησὶν) ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν·
ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος. εἶτ’ ἐπιφέρει καὶ εἷπεν ὁ θεὸς,
γενέσθω φῶς, καὶ ἐγένετο φῶς.’ ἐν δὲ τῇ κοσμογονίᾳ
τῇ αἰσθητῆ̣ στερεὸν οὐρανὸν δημιουργεῖ· τὸ δὲ στερεὸν
 αἰσθητόν · γῆν τε ὁρατὴν καὶ φῶς βλεπόμενον.

ἆρ’ οὐ δοκεῖ σοι ἐντεῦθεν ὁ Πλάτων’ ζῴων ἰδέας
ἐν τῷ νοητῷ ἀπολείπειν κόσμῳ καὶ τὰ εἴδη τὰ αἰ-
σθητὰ κατὰ τὰ γένη δημιουργεῖν τὰ νοητά;

εἰκότως
ἄρα ἐκ γῆς μὲν τὸ σῶμα διαπλάττεσθαι λέγει
 Μώσης , ὅ γήινόν φησιν ὁ Πλάτων’ σκῆνος , ψυχὴν 
δὲ τὴν λογικὴν ἄνωθεν ἐμπνευσθῆναι ὑπὸ θεοῦ εἰς
πρόσωπον.

ἐνταῦθα γὰρ τὸ ἡγεμονικὸν ἱδρῦσθαι
λέγουσι, τὴν διὰ τῶν αἰσθητηρίων ἐπεισόδιον τῆς
 ψυχῆς ἐπὶ τοῦ πρωτοπλάστου εἴσοδον ἑρμηνεύοντες,
διὸ καὶ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τὸν ἄνθρωπον 
γεγονέναι. εἰκὼν μὲν γὰρ θεοῦ λόγος ὁ θεῖος καὶ
βασιλικὸς, ἄνθρωπος ἀπαθὴς, εἰκὼν δὲ εἰκόνος ἀνθρώπινος
νοῦς.” 
 Ἀκούσωμεν δὲ καὶ τῶν ῥηθησομένων.

Ἔτι πρὸς τούτοις ὁ Πλάτων’ τοῖς Ἑβραίων 
ἐπακολουθήσας λόγοις οὐ μόνον ἀσωμάτους καὶ ἀγα-
θὰς δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ ἐναντίας φησὶν εἶναι, ὧδέ
πη γράφων ἐν τῷ δεκάτῳ τῶν Νόμων

“ Ψυχὴν διοικοῦσαν καὶ ἐνοικοῦσαν τοῖς πάντη
κινουμένοις πῶς οὐ καὶ τὸν οὐρανὸν ἀνάγκη διοικεῖν 
φάναι; 
 Τί μήν ; 
 Μίαν, ἢ πλείους ; πλείους, ἐγὼ ὑπὲρ σφῶν ἀπο-
κρινοῦμαι. δυοῖν μέν που ἔλαττον μηδὲν τιθῶμεν,
τῆς τε εὐεργέτιδος καὶ τῆς τἀναντία δυναμένης ἐξεργάζεσθαι.”

Εἶθ’ ὑποβάς φησιν 
 “ ’ Επειδὴ γὰρ συνεχωρήααμεν ἡμῖν αὐτοῖς εἶναι
μὲν τὸν οὐρανὸν πολλῶν μεστὸν ἀγαθῶν, εἶναι δὲ
καὶ τῶν ἐναντίων, πλειόνων δὲ τῶν μὴ, μάχη δὴ, 
 

 
φαμὲν, ἀθάνατός ἐσθ’ ἡ τοιαύτη καὶ φυλακῆς θαυμαστῆς
δεομένη. ξύμμαχοι δὲ ἡμῖν θεοί τε καὶ δαίμνες,
ἡμεῖς δ’ αὖ κτήματα θεῶν καὶ δαιμόνων. ”

Πόθεν καὶ ταῦτα τῷ Πλάτωνι ἐγὼ μὲν οὐκ
 ἂν ἔχοιμι φράζειν· ὃ δ’ ἔχω φάναι ἀληθὲς, μυρίοις 
πρόσθεν ἢ Πλάτωνα γενέσθαι χρόνοις καὶ τοῦθ’
‘ Εβραίοις ἀνωμολογῆσθαι τὸ δόγμα.

λέγει δ’ οὖν
ἡ παρ’ αὐτοῖς γραφὴ ‘καὶ ἦν ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, καὶ
ἦλθον οἶ ἄγγελοι τοῦ θεοῦ παραστῆναι ἐνώπιον τοῦ
 θεοῦ · καὶ ὁ διάβολος ἦλθεν ἐν μέσῳ αὐτῶν , περιελθὼν
τὴν γῆν καὶ ἐμπεριπατήσας αὐτήν, ” διάβολον
μὲν τὴν ἐναντίαν δύναμιν, ἀγγέλους δὲ θεοῦ τὰς
ἀγαθὰς προσειποῦσα.

ταύτας δὲ τὰς ἀγαθὰς δυνάμεις
καὶ πνεύματα θεῖα καὶ λειτουργοὺς θεοῦ
 προσαγορεύει ἐν οἷς φησιν “ ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους
αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς
φλόγα.

ἀλλὰ καὶ τὴν διαμάχην τῶν ἐναντίων ὧδε 
παρίστησιν ὁ φήσας “ οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς
αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχὰς, πρὸς τὰς
 ἐξουσίας , πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ
αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν
τοῖς ἐπουρανίοις. ”

ἄντικρυς δ’ ἔοικεν ὁ Πλάτων’
τὸ Μώσεως λόγιον μεταφράζειν τὸ φῆσαν ‘ὅτε διεμέριζεν
ὁ ὕψιστος ἔθνη , ὡς διέσπειρεν υἱοὺς Ἀδὰμ,
 ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν κατὰ ἀριθμὸν ἀγγέλων θεο”,
δι’ ὧν κτήματα θεῶν καὶ δαιμόνων τὸ πᾶν γένος 
ἀνθρώπων εἶναι ὡρίσατο.

Καὶ ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς δὲ ἀθανασίας 
οὐδὲν Μώσεως ὁ Πλάτων’ διέστηκε τῇ δόξῃ. ὁ μέν
 γε πρῶτος ἀθάνατον οὐσίαν εἶναι τὴν ἐν ἀνθρώπῳ
ψυχὴν ὡρίσατο, εἰκόνα φήσας ὑπάρχειν αὐτὴν θεοῦ,
μᾶλλον δὲ κατ’ εἰκόνα θεοῦ γεγενῆσθαι. “εἶπε γὰρ

 
(φησὶν) ὁ θεὸς, ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα
καὶ ὁμοίωσιν ἡμετέραν. καὶ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον,
κατ’ εἰκόνα θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν.”

καὶ
ἐξῆς τὸν σύνθετον τῷ λόγῳ διαιρῶν εἴς τε τὸ φαινόμενον
σῶμα καὶ εἰς τὸν κατὰ ψυχὴν νοούμενον 
ἐπιλέγει “ καὶ ἔλαβεν ὁ θεὸς χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ
ἔπλασεν τὸν ἄνθρωπον καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον
αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ
 εἰς ψυχὴν ζῶσαν.

ἀλλὰ καὶ ἀρχικόν φησιν αὐτὸν
καὶ βασιλικὸν γενέσθαι τῶν ἐπὶ γῆς πάντων. λέγει 
δ’ οὖν “ καὶ εἶπεν ὁ θεὸς, ποίησωμεν ἄνθρωπον
κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, καὶ ἐρχέτωσαν
τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης, καὶ τῶν πετεινῶν
τοῦ οὐρανοῦ, καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς.
καὶ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον ἐν εἰκόνι αὐτοῦ, 
 κατ’ εἰκόνα θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν.

πῶς δ’ ἂν
ἄλλως εἰκὼν ἐπινοοῖτο θεοῦ καὶ ὁμοίωμα ἢ κατὰ τὰς
ἐν τῷ θεῷ δυνάμεις καὶ κατὰ τὴν τῆς ἀρετῆς ὁμοιότητα;
Μωσεῖ δὴ καὶ ἐν τούτοις ὥσπερ μεμαθητεθμένος
ὁ Πλάτων’ ἐπάκουσον ἐν τῷ Ἀλκιβιάδη 
οἶά φησιν

“ Ἒχομεν οὖν εἰπεῖν ὅ τι τῆς ψυχῆς ἐστι
θειότερον ἢ τοῦτο περὶ ὃ τὸ εἰδέναι τε καὶ φρονεῖν
ἐστίν ; 
 Οὐκ ἔχομεν. 
 Τῷ θεῷ ἄρα τοῦτο ἔοικεν αὐτῆς· καί τις εἰς
τοῦτο βλέπων, καὶ πᾶν τὸ θεῖον γνοὺς, θεόν τε καὶ
φρόνησιν, οὕτω καὶ ἑαυτὸν ἂν γνοίη μάλιστα. 
 Φαίνεται. 
 Ἄρ’ οὖν, ὅθ’ ὥσπερ κάτοπτρά ἐστι σαφέστερα 
 

 
τοῦ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ ἐνόπτρου καὶ καθαρώτερα καὶ
λαμπρότερα, οὕτω καὶ ὁ θεὸς τοῦ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ
ψυχῇ βελτίστου καθαρώτερόν τε καὶ λαμπρότερον
τυγχάνει ὂν. 
 Ἒοικέ γε, ὦ Σώκρατες. 
 Εἰς τὸν θεὸν ἄρα βλέποντες ἐκείνῳ καλλίστῳ
ἐνόπτρῳ χρῴμεθ’ ἂν καὶ τῶν ἀνθρωπίνων εἰς τὴν 
ψυχῆς ἀρετὴν, καὶ οὕτως ἂν μάλιστα ὁρῷμεν καὶ
γινώσκοιμεν ἡμᾶς αὐτούς. 
 Ναί.”

Ταῦτα μὲν ἐν τῷ Ἀλκιβιάδῃ. ἐν δὲ τῷ Περὶ
ψυχῆς ὅπως πλατύτερον ἑρμηνεύει τὰ κατὰ τοὺς τόπους
ἐπάκουσον. 
 “ Θῶμεν οὖν βούλει, ἴφη, δύο εἴδη τῶν ὄντων,
 τὸ μὲν ὁρατὸν, τὸ δὲ ἀειδές; Θῶμεν, ἔφη. Καὶ τὸ
μὲν ἀειδὲς ἀεὶ κατὰ τὰ αὐτὰ ἔχον, τὸ δὲ ὁρατὸν
μηδέποτε κατὰ ταὐτά; Καὶ ταῦτα, ἔφη , θῶμεν.

Φέρε δὴ, ἦ δ’ ὃς, ἄλλο δή τι ἡμῶν αὐτῶν τὸ μὲν
σῶμά ἐστι, τὸ δὲ ψυχή; Οὐδὲν ἄλλο, ἔφη. Ποτέρῳ
 οὖν ὁμοιότερον τῷ εἴδει φαῖμεν ἂν εἶναι καὶ συγγενέστερον
τὸ σῶμα; Παντὶ, ἔφη, τοῦτό γε δῆλον
ὅτι τῷ ὁρατῷ. Τί δὲ ἡ ψυχή; ὁρατὸν , ἢ ἀειδές;
Οὐχ ὑπὸ ἀνθρώπων γε , ὦ Σώκρατες, ἔφη. ‘ Αλλὰ
μὴν ἡμεῖς γε τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ μὴ τῇ τῶν ἀνθρώπων
 φύσει ἐλέγομεν, ἢ ἄλλῃ τινὶ οἴει; Τῇ’ τῶν ἀνθρώπων.

Τί οὖν περὶ ψυχῆς λέγομεν ; ὁρατὸν ἢ ἀόρατον
εἷναι; Οὐχ ὁρατόν. ‘ Αειδὲς ἄρα; Ναί. ‘Ομοιίτεροντερον
ἄρα ψυχὴ σώματός ἐστι τῷ ἀειδεῖ, τὸ δὲ τῷ
ὁρατῷ. Πᾶσα ἀνάγκη, ὦ Σώκρατες.

Οὐκοῦν καὶ 
 τόδε πάλαι ἐλέγομεν, ὅτι ἡ ψυχὴ ὅταν μὲν τῷ σώματι
 

 
προσχρῆται εἰς τὸ σκοπεῖν τι, ἢ διὰ τοῦ ὁρᾶν, ἢ διὰ
τοῦ ἀκούειν, ἢ δι’ ἄλλης τινὸς αἰσθήσεως· (τοῦτο
γάρ ἐστι τὸ διὰ τοῦ σώματος, τὸ δι’ αἰσθήσεως σκοπεῖν
τι·) τότε μὲν ἕλκεται ὑπὸ τοῦ σώματος εἰς
ταῦτα τὰ μηδέποτε κατὰ ταὐτὰ ἔχοντα · καὶ αὐτὴ 
πλανᾶται καὶ ταράττεται καὶ ἰλιγγιᾷ ὥσπερ μεθύουσα,
ἅτε τοιούτων ἐφαπτομένη,. Πάνυ γε.

Ὃτανδὲ
δὲ αὐτὴ καθ’ αὑτὴν σκοπῇ, ἐκεῖσε οἴχεται, εἰς τὸ
καθαρόν τε καὶ ἀεὶ ὂν καὶ ἀθάνατον καὶ ὡσαύτως
 ἔχον 5 καὶ ὡς ξυγγενὴς οὖσα αὐτοῦ ἀεὶ μετ’ ἐκείνου 
τε γίνεται, ὅταν περ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν γένηται καὶ
ἐξῇ αὐτὴ, καὶ πέπαυταί τε τοῦ πλάνου καὶ περὶ
ἐκεῖνα ἀεὶ κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ ὡσαύτως ἔχει, ἅτε τοοιούτων
ἐφαπτομένη. καὶ τοῦτο αὐτῆς τὸ πάθημα φρόνησις
κέκληται.

Παντάπασιν , ἔφη, καλῶς καὶ ἀληθῆ 
λέγεις, ὢ Σώκρατες. Ποτέρῳ οὖν αὖ σοι δοκεῖ τῷ
εἴδει καὶ ἐκ τῶν πρόσθεν εἰρημένων] καὶ ἐκ τῶν
νῦν λεγομένων ἡ ψυχὴ ὁμοιότερον εἶναι καὶ συγγενέστερον ;
 Πᾶς ἂν, ἔμοιγε δοκεῖ, ἦ δ’ ὃς, συγχωρήσαι,
Σώκρατες , ἐκ ταύτης τῆς μεθόδου καὶ ὁ 
δυσμαθέστατος ὅτι ὅλῳ καὶ παντὶ ὁμοιότερόν ἐστιν
ψυχὴ τῷ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχοντι μᾶλλον ἢ τῷ μή.

Τί
δὲ τὸ σῶμα; Τῷ ἑτέρῳ. ὁρᾶ δὴ καὶ τῇδε· ὅτι ἐπειδὰν
ἐν τῷ αὐτῷ ὦσι ψυχὴ καὶ σῶμα, τῷ μὲν δουλεύειν
καὶ ἄρχεσθαι ἡ φύσις προστάττει , τῇ δὲ 
ἄρχειν καὶ δεσπόζειν· καὶ κατὰ ταῦτα αὖ πότερόν
σοι δοκεῖ ὅμοιον τῷ θείῳ εἶναι καὶ πότερον τῷ
θνητῷ ; Ἢ οὐ δοκεῖ σοι τὸ μὲν θεῖον οἶον ἄρχειν τε
καὶ ἡγεμονεύειν πεφυκέναι, τὸ δὲ θνητὸν ἄρχεσθαί
 τε καὶ δουλεύειν; ἔμοιγε.

Ποτέρῳ οὖν ἡ ψυχὴ 
ἔοικε; Δηλαδὴ, ὠ Σώκρατες, ὅτι ἡ μὲν ψυχὴ τῷ
θείῳ, τὸ δὲ σῶμα τῷ θνητῷ. Σκόπει δὴ, ἔφη, ὢ

 
Κέβης, εἰ ἐκ πάντων τῶν εἰρημένων τάδε ἡμίν
ξυμβαίνει · τῷ μὲν θείῳ καὶ ἀθανάτῳ καὶ νοητῷ 
καὶ μονοειδεῖ καὶ ἀδιαλύτῳ καὶ ἀεὶ ὡσαύτως κατὰ
τὰ αὐτὰ ἔχοντι ἑαυτῷ ὁμοιότατον εἶναι ψυχὴν, τῷ
 δὲ ἀνθρωπίνω καὶ θνητῷ καὶ ἀνοήτῳ καὶ πολυειδεῖ
καὶ διαλυτῷ καὶ μηδέποτε κατὰ τὰ αὐτὰ ἔχοντι
ἑαυτῷ ὁμοιότατον αὖ εἶναι τὸ σῶμα

Ἒχομέν
τι παρὰ ταῦτα ἄλλο λέγειν, ὠ φίλε Κέβης,
ὡς οὐχ οὕτως ἔχει; Οὐκ ἔχομεν. Τί οὑν; τούτων
 οὕτως ἐχόντων ἆρ’ οὐ σώματι μὲν ταχὺ διαλύεσθαι
προσήκει, ψυχῇ δὲ αὖ τὸ παράπαν ἀδιαλύτῳ εἶναι, ἢ
ἐγγύς τι τούτου ;

Πῶς γὰρ οὔ ; Συννοεῖς οὖν, 
ἔφη, ὅτι ἐπειδὰν ἀποθάνῃ ὁ ἄνθρωπος, τὸ μὲν ὁρατὸν
αὐτοῦ, τὸ σῶμα, καὶ ἐν ὁρατῷ κείμενον, ὃ δὴ νεκρὸν
 καλοῦμεν, ᾦ προσήκει διαλύεσθαι καὶ διαπίπτειν
καὶ διαπνεῖσθαι, οὐκ εὐθὺς τούτων οὐδὲν πέπονθεν,
ἀλλ’ ἐπιεικῶς συχνὸν ἐπιμένει χρόνον· ἐὰν μέν τις
καὶ χαριέντως ἔχων τὸ σῶμα τελευτήσῃ, καὶ ἐν τοιαύτῃ
ὥρᾳ, καὶ πάνυ μάλα. συμπεσὸν γὰρ τὸ σῶμα
 καὶ ταριχευθὲν , ὥσπερ οἱ ἐν Αἰγύπτῳ ταριχευθέντες,
ὀλίγου ὅλον μένει ἀμήχανον ὅσον χρόνον. ἔνια 
δὲ μέρη τοῦ σώματος, καὶ ἐὰν σαπῇ, ὀστᾶ τε καὶ
νεῦρα καὶ τὰ τοιαῦτα πάντα ὅμως, ὡς ἒπος εἰπεῖν,
ἀθάνατά ἐστιν, ἢ οὔ; Ναί.

Ἡ δὲ ψυχὴ ἄρα (τὸ
 ἀειδὲς , τὸ εἰς τοιοῦτον τόπον ἕτερον οἰχόμενον, γενναῖον
καὶ καθαρὸν καὶ ἀειδῆ, εἰς Ἀίδου Ἃιδου, ὡς ἀληθῶς,
παρὰ τὸν ἀγαθὸν καὶ φρόνιμον θεὸν, οἷ, ἂν
θεὸς ἐθέλῃ, αὐτίκα καὶ τῇ ἐμῇ ψυχῇ ἰτέον·) αὕτη δὲ
δὴ ἡμῖν ἡ τοιαύτη καὶ οὕτω πεφυκυῖα ἀπαλλαττομένη
 τοῦ σώματος εὐθὺς διαπεφύσηται καὶ ἀπόλωλεν, 
ὥς φασιν οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι;

Πολλοῦ γε
δεῖ, 09 φίλε Κέβης τε καὶ Σιμμία · ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον

 
ὧδε ἔχει. ἐὰν μὲν καθαρὰ ἀπαλλάττηται, μηδὲν τοῦ
σώματος συνεφέλκουσα, ἅτε οὐδὲν κοινωνοῦσα αὐτῷ
ἐν τῷ βίῳ ἑκοῦσα εἶναι, ἀλλὰ φεύγουσα αὐτὸ, καὶ
συνηθροισμένη αὐτὴ εἰς ἑαυτὴν, ἅτε μελετῶσα ἀεὶ
τοῦτο · (τοῦτο δὲ οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ ὀρθῶς φιλοσοφοῦσα 
 καὶ τῷ ὄντι τεθνάναι μελετῶσα ῥᾳδίως · ἢ
οὐ τοῦτ’ ἂν εἴη μελέτη θανάτου ; Παντάπασί γε.)

Οὐκοῦν οὕτω μὲν ἔχουσα εἰς τὸ ὅμοιον αὐτῇ τὸ
ἀειδὲς ἀπέρχεται, τὸ θεῖόν τε καὶ ἀθάνατον καὶ φρόνιμον·
οἷ ἀφικομένῃ ὑπάρχει αὐτῇ εὐδαίμονι εἷναι, 
πλάνης καὶ ἀνοίας καὶ φόβων καὶ ἀγρίων ἐρώτων
καὶ τῶν ἄλλων κακῶν τῶν ἀνθρωπείων ἀπηλλαγμένῃ,
ὥσπερ δὲ λέγεται κατὰ τῶν μεμυημένων, ὡς ἀληθῶς
τὸν λοιπὸν χρόνον μετὰ θεῶν διάγουσα, οὕτω φῶμεν,
ὦ Κέβης, ἢ ἄλλως,. Οὕτως νὴ Δία, ἴφη ὁ Κέβης. 
 βῆς.

Ἂν δέ γε, οἶμαι, μεμιασμένη καὶ ἀκάθαρτος
τοῦ σώματος ἀπαλλάττηται, ἅτε σώματι ἀεὶ ξυνοῦσα,
καὶ τοῦτο θεραπεύουσα , καὶ ἐρῶσα, καὶ γεγοητευμένη
ὑπ’ αὐτοῦ, ὑπό τε τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ἡδονῶν,
ὥστε μηδὲν ἄλλο δοκεῖν εἶναι ἀληθὲς ἀλλ’ ἢ τὸ σωματοειδές, 
οὗ ἄν τις ἅψαιτο, καὶ ἴδοι καὶ φάγοι καὶ
πίοι καὶ πρὸς τὰ ἀφροδίσια χρήσαιτο· τὸ δὲ τοῖς
ὄμμασι σκοτῶδες καὶ ἀειδὲς, νοητὸν δὲ καὶ φιλοσοφίᾳ
αἱρετὸν, τοῦτο δὲ εἰθισμμένη μισεῖν τε καὶ τρέμειν
καὶ φεύγειν · οὕτω δὴ ἔχουσαν οἴει ψυχὴν αὐτὴν 
 καθ’ αὑτὴν εἰλικρινῆ ἀπαλλάξεσθαι ; Οὐδ’ ὁπωστιοῦν,
ἔφη.”

Ταῦτα ὁ Πλάτων’ · ἐξαπλοῖ δὲ τὴν διάνοιαν ὁ
Πορφύριος ἐν τῷ πρώτῳ τῶν Πρὸς Βοηθὸν Περὶ
ψυχῆς τοῦτον γράφων τὸν τρόπον

“ Αὐτίκα λόγον ἰσχυρὸν εἶναι δοκοῦντα
 τῷ Πλάτωνι εἰς παράστασιν τῆς ψυχῆς ἀθανασίας

 
τὸν ἐκ τοῦ ὁμοίου. εἰ γὰρ ὁμοία τῷ θείῳ καὶ ἀθα-
νάτω καὶ ἀειδεῖ καὶ ἀσκεδάστῳ καὶ ἀδιαλύτῳ καὶ
οὐσιωμένῳ καὶ συνεστῶτι ἐν ἀφθαρσίᾳ, πῶς οὐ τοῦ
γένους ἂν εἴη τοῦ κατὰ τὸ παράδειγμα;

ὅταν γὰρ
 δύο τινῶν ἄκρων ἐναργῶς ἐναντίων, οἷον λογικοῦ τε 
καὶ ἀλόγου, ἄλλο τι ἀμφισβητῆται ποίας ἐστὶ μερίδος,
εἶς ἦν καὶ οὗτος τρόπος ἀποδείξεως διὰ τοῦ
δεῖξαι τίνι τῶν ἀντικειμένων ὅμοιον. οὕτω γὰρ, καίπερ 
ἐν ἀλογίᾳ κατὰ πρώτην ἡλικίαν τοῦ ἀνθρωπίνου
 γένους κατεσχημένου , πολλῶν τε ἄχρι γήρως ἐν τοῖς
τῆς ἀλογίας ἁμαρτήμασι πλεοναζόντων , ὅμως διὰ τὸ
τῷ καθαρῶς λογικῷ πολλὰς ὁμοιότητας φέρειν λογικὸν
εἶναι τὸ γένος τοῦτο ἐξ ἀρχῆς ἐπιστεύθη.

ὄντος
οὖν θείου τοῦ συστήματος καὶ ἀκηράτου καὶ ἀντοςτου
 προφανῶς τοῦ τῶν θεῶν, ὄντος δὲ πάλιν ἐναρ-
γῶς τοῦ χθονίου καὶ λυτοῦ καὶ ἐν διαφθορᾷ κειμένου,
ἀμφισβητουμένης δὲ παρά τισι τῆς ψυχῆς τίνι
τῶν προκειμένων μέρει προσκεχώρηκεν, ἐκ τῆς ὁμοι-
ότητος ᾠήθη ὁ Πλάτων’ δεῖν ἀνιχνεύειν τὴν ἀλήθειαν.

καὶ ἐπειδὴ τῷ μὲν θνητῷ τε καὶ λυτῷ καὶ 
ἀνοήτῳ καὶ ζωῆς ἀμετόχῳ, καὶ διὰ τοῦτο ἁπτῷ τε
καὶ αἰσθητῷ καὶ γινομένῳ καὶ ἀπολλυμένῳ, οὐδαμῶς
ἔοικε, τῷ δὲ θείῳ καὶ ἀθανάτῳ καὶ ἀειδεῖ καὶ νοερῷ
ζῶντί τε καὶ ἀληθείας συγγενεῖ, καὶ ὅσα ἐκεῖνος περὶ
 αὐτῆς ἀναλογίζεται· ἐδόκει μὴ τὰς μὲν ἄλλας ὁμοιό-
τητας τοῦ θεοῦ ἐνεῖναι συγχωρεῖν, τὸ δὲ τῆς οὐσίας
ἐμφερὲς ἀπ’ αὐτῆς ἐθέλειν ἀθετεῖν, δι’ ὃ καὶ τούτων
αὐτὴν αὐτὴν τυχεῖν συμβέβηκεν.

ὥσπερ γὰρ τὰ ταῖς
ἐνεργείαις τῷ θεῷ ἀνόμοια εὐθὺς καὶ τῇ συστάσει 
 τῆς οὐσίας ἐξήλλακτο, οὕτως ἀκόλουθον εἶναι τὰ τῶν
αὐτῶν πως ἐνεργειῶν μέτοχα φθάνειν τὴν ὁμοιότητα
τῆς οὐσίας κεκτημένα. διὰ γὰρ τὴν ποιὰν οὐσίαν

 
ποιὰς εἶναι καὶ τὰς ἐνεργείας, ὡς ἂν ἀπ᾿ αὐτῆς ῥεούσας
καὶ αὐτῆς οὔσας βλαστήματα.”

Τούτου τοίνυν τοῦ λόγου τὴν δύναμιν περιαιρῶν
ὁ Βοηθὸς ἐπάκουσον εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου
ὁ πεποίηκε γράφων οὕτως

“Εἰ μὲν ἀθάνατός ἐστιν ἡ ψυχὴ καὶ παντὸς ὀλέθρου
κρείττων τις φύσις, πολλοὺς ἀναμείναντα χρὴ
 καὶ περιηγησάμενον λόγους ἀποφήνασθαι.

τὸ μέντοι
τῶν περὶ ἡμᾶς ὁμοιότερον μηδὲν γενέσθαι θεῷ
ψυχῆς, οὐ πολλῆς ἄν τις δεηθεὶς πραγματείας πιστεύσειεν, 
οὐ μόνον διὰ τὸ συνεχὲς καὶ ἄπαυστον
τῆς κινήσεως, ἣν ἐν ἡμῖν ἐνδίδωσιν, ἀλλὰ τοῦ καθ᾿ 
ἑαυτὴν νοῦ.

εἰς ὅπερ ἀπιδὼν καὶ ὁ Κροτωνιάτης
φυσικὸς εἶπεν ἀθάνατον αὐτὴν οὖσαν καὶ πᾶσαν
ἠρεμίαν φύσει φεύγειν, ὥσπερ τὰ θεῖα τῶν σωμάτων.

ἀλλὰ καὶ καθάπαξ τὴν ἰδέαν τῆς ψυχῆς καὶ
 μάλιστα τὸν ἄρχοντα ἐν ἡμῖν νοῦν, ὁπηλίκα βουλεύματα
καὶ ὁρμὰς πολλάκις ὁποίας ὑποκινεῖ, τῷ κατανοήσαντι
πολλή τις ἂν πρὸς τὸν θεὸν ὁμοιότης ὑπο-
φaνείη.”

Καὶ ἐξῆς ἐπιλέγει 
 “ Εἰ γὰρ ὡς ὁμοιότατον τῷ θείῳ πάντων χρημάτων
ἡ ψυχὴ δείκνυται, τίς ἔτι χρεία τῶν ἄλλων δεῖσθαι
λόγων εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀθανασίας αὐτῆς προοιμιαζόμενον,
καὶ μὴ καὶ τοῦτον ὡς ἕνα μετὰ τῶν 
πολλῶν καταριθμοῦντα, ἱκανὸν ὄντα ἐντρέψαι τοὺς
εὐγνώμονας, ὡς οὐκ ἂν τῶν ἐμφερῶν τῷ θείῳ μετ-
 έσχεν ἐνεργειῶν μή τοι θεία γε οὖσα καὶ αὐτή;

εἰ
γὰρ καίπερ ἐν τῷ θνητῷ καὶ λυτῷ καὶ ἀνοήτῳ καὶ
καθ᾿ ἑαυτὸ νεκρῷ καὶ ἀεὶ ἀπολλυμένῳ καὶ διαρρέοντι 
εἰς τὴν τῆς ἀπωλείας μεταβολὴν κατορωρυγμένη
αὐτό τε ποιεῖ καὶ συνέχει, καὶ τὴν ἑαυτῆς θείαν ἀνα-

 
δείκνυσιν οὐσίαν, καίπερ ἐπιπροσθουμένη καὶ ἐμποδιζομένη
ὑπὸ τοῦ προκειμένου αὐτῇ πανωλέθρου
πλάσματος, πῶς εἰ τῷ λόγῳ χωρισθείη, ὥσπερ χρυσίον
περιπεπλασμένου πηλοῦ , οὐκ αὐτόθεν ἂν τὸ
 ἑαυτῆς εἶδος ἐκφήνειεν , ὡς ἐμφερὲς ὂν μόνον τῷ
θεῷ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέτοχον αὐτοῦ εἶναι, καὶ τὰς 
ἐν ταῖς ἐνεργείαις ὁμοιότητας διασῶζον, καὶ ἐν τῷ
μάλιστα θνητῷ αὐτῆς, ὥσπερ ἐστὶν ὅταν ἐν τῷ
θνητῷ καθειρχθῇ) διὰ τοῦτο μὴ διαλυόμενον , ὅτι
 φύσεως ἦν τῆς ἀμοίρου φθορᾶς ; ”

Καὶ ὑποκαταβάς φησιν 
 “ Εἰκότως δὲ καὶ θεία φαίνεται ἀπὸ τῆς πρὸς τὸν 
ἀμέριστον ὁμοιώσεως καὶ θνητὴ ἀφ’ ὧν προσπελάζει
τῇ καὶ κάτεισι καὶ ἄνεισι καὶ θνητοειδής
 ἐστι καὶ τοῖς ἀθανάτοις ἐμφερής.

ἄνθρωπος γὰρ 
καὶ ὁ γαστρίζων ἑαυτὸν καὶ κεκορέσθαι σπουδάζων,
ὡς τὰ κτήνη· ἄνθρωπος δὲ καὶ ὁ σώζειν ἐν πελάγει
δι’ ἐπιστήμης ἐν κινδύνοις οἷός τε ὢν τὴν ναῦν, καὶ
ὁ σώζειν ἐν νόσοις, καὶ ὅ γε τὴν μὲν ἀλήθειαν εὑρίσκων,
 μεθοδεύσας δὲ καὶ πρὸς γνώσεως καταλήψεις,
πυρείων τε εὑρέσεις καὶ ὡροσκοπείων τηρήσεις, καὶ
μιμήσεις τῶν τοῦ δημιουργοῦ ποιημάτων μηχανησάμενος.

ἄνθρωπος γὰρ ἐπενόησεν ἐπὶ γῆς συνόδους
τῶν ἑπτὰ μετὰ τῶν κινήσεων δημιουργῆσαι,
 διὰ μηχανημάτων τὰ ἐν οὐρανῷ μιμούμενος. καὶ τί 
γὰρ οὐκ ἐπενόησεν, ἀποδεικνὺς τὸν θεῖον καὶ θεῷ
παρισωμένον ἐν ἑαυτῷ νοῦν ;

ἀφ’ ὧν Ὀλυμπίου
τε καὶ θείου καὶ οὐδαμῶς θνητοῦ τολμήματα διαφαίνων
τοὺς πολλοὺς διὰ φιλαυτίαν τῆς αὐτῶν εἰς
 τὰ κάτω ῥοπῆς ἰδεῖν αὐτὸν οὐχ οἵους τε ὄντας ἐκ
τῶν ἔξωθεν φαινομένων ὁμοίως αὐτοῖς θνητοειδῆ
δοξάζειν αὐτὸν ἀναπέπεικεν· ἑνὸς ὄντος καὶ τούτου

 
τρόπου τῆς ἐκ κακίας παραμυθίας , τὸ τῇ ἀντανιδώσει
τῆς αὑτῶν ἀθλιότητος διὰ τὰ ἔξωθεν φαινόμενα
προσαναπαυομένους πείθειν ἑαυτοὺς , ὅτι ὡς τὰ ἔξω
καὶ τὰ εἴσω ὅμοιοι πάντες ἂνθρωποι.”

Τούτων ἁπάντων διδάσκαλος πέφηνε γεγονὼς 
ὁ Μώσης, ὃς διεξιὼν τὴν πρώτην ἀνθρωπογονίαν
κατὰ τὰς προτεθείσας λέξεις διὰ τῆς πρὸς τὸ
θεῖον ἐξομοιώσεως τοὺς περὶ ψυχῆς ἀθανασίας λόγους
ἐπιστώσατο.

ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ περὶ τῆς ἀσωμάτου
καὶ ἀφανοῦς οὐσίας σύμφωνα καὶ ὁμόδοξα 
Μωσεῖ καὶ Πλάτωνι συνέστη, ὥρα καὶ τὰ λοιπὰ μέρη
τῆς κατὰ Πλάτωνα φιλοσοφίας ἐπιθεωρῆσαι , δεῖξαί
τε τὸν ἄνδρα Ἑβραίοις κατὰ πάντα φίλον , ἐκτὸς εἰ
 μή που παρατραπεὶς ἀνθρωπινώτερον ἢ κατὰ τὸν
ἀληθῆ φάναι τι προήχθη λόγον.

αὐτίκα τῶν εἰρημένων 
ὅσα μὲν ἐπιτυχῶς λέλεκται τῷ ἀνδρὶ συντρέχοι
τρέχοι ἂν τοῖς Μωσεῖ δεδογμένοις , ὅσα δὲ μὴ ἀρέσκοντα
Μωσεῖ καὶ τοῖς προφήταις ὑπέλαβεν οὐκ ἂν
ἔχοι συνεστῶτα τὸν λόγον. τοῦτο δ’ ἡμῖν ἐν καιρῷ
τῷ δέοντι παραστήσεται. τέως δ’ , ἐπεὶ πεφώραται 
ἐν τῇ περὶ τῶν νοητῶν ἐποπτείᾳ συνῳδὰ καὶ σύμφωνα
τὰ τεθειμένα, ὥρα ἐπανελθοῦσιν αὖθις ἐπὶ τὴν
 τῶν αἰσθητῶν φυσιολογίαν ἐν βραχέσι τὴν πρὸς τὰ
Εβραίων ἐπιδραμεῖν τοῦ ἀνδρὸς συμφωνίαν.

Μώσεως γενητὸν ἀποφηναμένου τόδε τὸ 
πᾶν ὑπὸ τοῦ θεοῦ γενόμενον , λέγει δ’ οὖν ἀρχόμενος
 τῆς ἑαυτοῦ γραφῆς “ ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ θεὸς
τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, ” καὶ μετὰ ταῦτα κατὰ
μέρος ἐπάγει “αὕτη ἡ βίβλος γενέσεως οὐρανοῦ καὶ
γῆς , ὅτε ἐγένετο , ᾗ ἡμέρᾳ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν οὐρανὸν 
καὶ τῆν’ γῆν.” ἄκουε τοῦ Πλάτωνος ὡς οὐκ
ἐκπίπτει τῆς διανοίας ὧδέ πη καὶ αὐτὸς γράφων

‘Πάν δὲ αὖ τὸ γιγνόμενον ὑπ’ αἰτίου τινὸς
ἐξ ἀνάγκης γίγνεσθαι· πάντη γὰρ ἀδύνατον χωρὶς
αἰτίου γένεσιν ἔχειν.”

Καὶ ἐπιλέγει 
 “ Ὁ δὴ πᾶς οὐρανὸς ἢ κόσμος, ῥ’ καὶ ἄλλο ὅ τι
ποτὲ ὀνομαζόμενος μάλιστα ἂν δέχοιτο, τοῦθ’ ἡμῖν
ὠνομάσθω· σκεπτέον οὖν περὶ αὐτοῦ πρῶτον, ὅπερ
ὑπόκειται περὶ· παντὸς ἐν ἀρχῇ δεῖν σκοπεῖν, πότερον
ἦν ἀεὶ, γενέσεως ἀρχὴν ἔχων οὐδεμίαν, ἢ γέγονεν
 ἀπ’ ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος.

γέγονεν· ὁρατὸς
γὰρ ἁπτός τέ ἐστι καὶ σῶμα ἔχων. πάντα δὲ τὰ 
τοιαῦτα αἰσθητὰ, τὰ δ’ αἰσθητὰ δόξῃ περιληπτὰ
καὶ γενητὰ ἐφάνη. τῷ δ’ αὖ γενομένῳ φαμὲν ὑπ’
αἰτίου τινὸς ἀνάγκην εἷναι γενέσθαι. τὸν μὲν οὖν 
 ποιητὴν καὶ δημιουργὸν τοῦδε τοῦ παντὸς εὑρεῖν τε
ἔργον καὶ εὑρόντα εἰς πάντας ἀδύνατον λέγειν.”

Καὶ αὖθις ἑξῆς φησιν 
 “ Οὕτως οὖν δὴ κατὰ λόγον τὸν εἰκότα δεῖ λέγειν
τόνδε τὸν κόσμον ζῷον ἔμψυχον ἔννουν τῇ ἀληθείᾳ
 δ’ ἰὰ τὴν τοῦ θεοῦ γενέσθαι πρόνοιαν.”

Πάλιν Μώσεως καὶ τούτους εἶναι γενητοὺς
διδάξαντος δι’ ὧν ἔφησε “ καὶ εἶπεν ὁ θεὸς,
γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ,
ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς· καὶ ἔστωσαν εἰς σημεῖα
 καὶ εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς ἐνιαυτούς. 
καὶ ἐποίησεν ὁ θεὸς τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς
μεγάλους καὶ τοὺς ἀστέρας· καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν τῷ
στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ.

ὁμοίως ὁ Πλάτων 
 Ἐξ οὑν λόγου θεοῦ καὶ διανοίας (φησὶ) τοιαύ
εια
 
 
 

 
τῆς πρὸς χρόνου γένεσιν, ἵνα γενηθῇ χρόνος, ἥλιος
καὶ σελήνη καὶ πέντε ἄλλα ἄστρα, ἐπίκλην ἔχοντα
πλάνητες , εἰς διορισμὸν καὶ φυλακὴν ἀριθμῶν χρόνου
γέγονε. σώματα δὲ αὐτῶν ποιήσας ὁ θεὸς ἔθηκεν
εἰς τὰς περιφοράς.

Ἐπιτήρει δὲ εἰ μὴ τὸ “ ἐξ οὖν λόγου καὶ διανοίας
θεοῦ“ εἰρημένον τῷ Πλάτωνι ὅμοιον ἂν εἴη
 τῷ παρ’ Ἑβραίοις φάσκοντι “ τῷ λόγῳ κυρίου οἶ οὐρανοὶ
ἐστερεώθησαν καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος
αὐτοῦ πᾶσαι αἶ δυνάμεις αὐτῶν.’ ἀλλὰ καὶ Μωσέως 
εἰπόντος “καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν τῷ στερεώματι”
ὁμοίᾳ κέχρηται καὶ ὁ Πλάτων’ φωνῇ τῇ ἔθηκεν,” εἰπὼν
“ σώματα δὲ αὐτῶν ποιήσας ὁ θεὸς ἔθηκεν εἰς
τὰς περιφοράς.”

Τῆς Ἐβραίων γραφής ἐφ’ ἑκάστῳ τῶν δημιουραγημάτων 
 ἐπιφωνούσης ‘καὶ εἶδεν ὁ θεὸς ὅτι
καλόν,” καὶ ἐπὶ τῇ πάντων συγκεφαλαιώσει φασκούσης
“ καὶ εἶδεν ὁ θεὸς τὰ πάντα, καὶ ἰδοὺ καλὰ
λίαν · ” ἄκουε τοῦ Πλάτωνος ὥς φησιν 
 ‘Ἑἰ μὲν δὴ καλός ἐστιν ὅδε ὁ κόσμος, ὅ τε δημιουργὸς 
ἀγαθὸς, δῆλον ὡς πρὸς τὸ ἀίδιον ἒβλεπε. ” 
 Καὶ πάλιν 
 “ Ὁ μὲν γὰρ κάλλιστος τῶν γεγονότων , ὁ δ’ ἄριστος
τῶν αἰτίων.”

Καὶ περὶ τούτου πάσης Ἑβραίων γραφῆς 
 διαλαλούσης , τοτὲ μὲν δι’ ὧν φησι “ καὶ εἱλιγήσεται
ὁ οὐρανὸς ὡς βιβλίον” τοτὲ δὲ δι’ ὧν ἐπιλέγει
“καὶ ἔσται ὁ οὐρανὸς καινὸς καὶ ἡ γῆ καινὴ, ἅ
ἐγὼ ποιῶ μένειν ἐνώπιόν μου, λέγει κύριος·” καὶ
πάλιν ἄλλοτε δι’ ὧν φησι “ παράγει γὰρ τὸ σχῆμα 
 

 
τοῦ κόσμου τούτου ·”

καὶ ὁ Πλάτων’ ἄκουε γοῦν
ὅπως τὸ δόγμα συνίστησι λέγων ἐν Τιμαίῳ 
 “ Καὶ ξυνεστήσατο οὐρανὸν ὁρατὸν καὶ ἁπτόν· 
καὶ διὰ ταῦτα ἔκ τε δὴ τούτων καὶ τῶν τοιούτων
 καὶ τὸν ἀριθμὸν τεττάρων τὸ τοῦ κόσμου σῶμα ἐγεννήθη
δι’ ἀναλογίας ὁμολογῆσαν , φιλίαν τε ἔσχεν ἐκ
τούτων, ὡς εἰς ταὐτὸν αὐτῷ ξυνελθὸν ἄλυτον ὑπὸ
τῶν ἄλλων πλὴν ὑπὸ τοῦ ξυνδήσαντος γενέσθαι.”

Εἶθ’ ἑξῆς φησι 
 “ Χρόνος δ’ οὖν μετὰ οὐρανοῦ γέγονεν, ἵνα ἅμα
γεννηθέντες ἅμα καὶ λυθῶσιν, ἄν ποτε λύσις τις αὐτων
γίγνηται.”

Καὶ πάλιν εἰπὼν 
 “Θεοὶ θεῶν, ὧν ἐγὼ δημιουργὸς, πατήρ τε ἒργων,
 ἃ δι’ ἐμοῦ γενόμενα ἄλυτα ἐμοῦ μὴ θέλοντος·” 
 ἐπάγει λέγων ἑξῆς 
 “ Τὸ μὲν οὖν δὴ δεθὲν πᾶν λυτὸν, τό γε μὴν καλῶς
ἁρμοσθὲν καὶ ἔχον εὑ λύειν ἐθέλειν κακοῦ. διὸ
καὶ ἐπείπερ γεγένησθε, ἀθάνατοι μὲν οὐκ ἐστὲ οὐδ’
 ἄλυτοι τὸ πάμπαν. οὔτι μὲν δὴ λυθήσεσθέ γε, οὐδὲ
τεύξεσθε θανάτου μοίρας, τῆς ἐμῆς βουλήσεως μείζονος
ἔτι δεσμοῦ καὶ κυριωτέρου λαχόντες ἐκείνων
οἷς ὅτε ἐγίγνεσθε συνεδεῖσθε.”

Καὶ ἐν τῷ Πολιτικῷ δὲ τάδε ὁ αὐτός φησι 
 “ Τὸ γὰρ πᾶν τόδε τοτὲ μὲν αὐτὸς ὁ θεὸς ξυμποδηγεῖ
πορευόμενος καὶ ξυγκυκλεῖ, τοτὲ δ’ ἀνῆκεν, 
ὅταν αἱ περίοδοι τοῦ προσήκοντος αὐτῷ μέτρον εἰλήφωσιν
ἤδη χρόνου, τὸ δὲ πάλιν αὐτόματον εἰς τἀνἐν
 
 
 
 

 
ἀντία περιάγεται, ζῷον ὂν καὶ φρόνησιν εἰληφὸς ἐκ
 τοῦ ξυναρμόσαντος αὐτὸ κατ’ ἀρχάς. τοῦτο δὲ αὐτῶ
τὸ πάλιν ἰέναι διὰ τόδε ἐξ ἀνάγκης ἔμφυτον γέγονε. 
 Διὰ τὸ ποῖον δή;

Τὸ κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ ὡσαύτως ἔχειν ἀεὶ καὶ 
ταὐτὸν εἶναι τοῖς πάντων θειοτάτοις προσήκει μόνοις,
σώματος δὲ φύσις οὐ ταύτης τῆς τάξεως. ὃν δὲ
οὐρανὸν καὶ κόσμον ἐπωνομάκαμεν, πολλῶν μὲν καὶ
μακαρίων παρὰ τοῦ γεννήσαντος μετείληφεν, ἀτὰρ
οὖν δὴ κεκοινώνηκέ γε καὶ σώματος · ὅθεν αὐτῷ μεταβολῆς 
ἀμοίρῳ γίγνεσθαι διὰ παντὸς ἀδύνατον,
 κατὰ δύναμίν γε μὴν ὅτι μάλιστα ἐν τῷ αὐτῷ κατὰ
τὰ αὐτὰ μίαν φορὰν κινεῖται, διότι τὴν ἀνακύκλησιν
εἴληχεν , ὅτι σμικροτάτην τῆς ἑαυτοῦ κινήσεως παρ-
άλλαξιν. αὐτὸ δὲ ἑαυτὸ στρέφειν ἀεὶ σχεδὸν οὐδενὶ 
δυνατὸν πλὴν τῷ τῶν κινουμένων αὖ πάντων ἡγουμένῳ.
κινεῖν δὲ τούτῳ τι τοτὲ μὲν ἄλλως, αὖθις δ’
ἐναντίως οὐ θέμις.

ἐκ πάντων δὴ τούτων τὸν κόσμον
μήτε αὐτὸν χρὴ φάναι στρέφειν ἑαυτὸν ἀεὶ,
μήθ’ ὅλον ὑπὸ θεοῦ στρέφεσθαι διττὰς καὶ ἐναντίας 
περιαγωγὰς , μήτ’ αὖ τινὲ δύο θεὼ φρονοῦντε ἑαυτοῖς
ἐναντία στρέφειν αὐτὸν, ἀλλ’ ὅπερ ἄρτι ἐρρέθη
 καὶ μόνον λοιπὸν, τοτὲ μὲν ὑπ’ ἄλλης ξυμποδηεῖσθαι
θείας αἰτίας, τὸ ζῆν πάλιν ἐπικτώμενον καὶ
λαμβάνοντα ἀθανασίαν ἐπισκευαστὴν παρὰ τοῦ δημιουργοῦ, 
τοτὲ δ’ ὅταν ἀνεθῇ, δι’ ἑαυτοῦ αὐτὸν ἰέναι
κατὰ καιρὸν , ἀφεθέντα τοιοῦτον ὥστε ἀνάπαλιν
πορεύεσθαι πολλὰς περιόδων μυριάδας διὰ τὸ μέγιστον
ὂν καὶ ἰσορροπώτατον ἐπὶ σμικροτάτου βαῖνον
ποδὸς ἰέναι.

Φαίνεται γοῦν δὴ καὶ μάλα εἰκότως εἰρῆσθαι
πάντα ὅσα διελήλυθας. 

 
 Λογισάμενοι δὴ ξυννοήσωμεν τὸ πάθος ἐκ τῶν
νῦν λεχθέντων, ὃ πάντων ἔφαμεν εἶναι τῶν θαυμαστῶν
αἴτιον. ἔστι γὰρ οὖν δὴ τοῦτ᾿ αὐτό.

Τὸ ποῖον; 
 Τὸ τὴν τοῦ παντὸς φορὰν τοτὲ μὲν ἐφ᾿ ἃ νῦν
κυκλεῖται φέρεσθαι, τοτὲ δ᾿ ἐπὶ τἀναντία. 
 Πῶς δή; 
 Ταύτην τὴν μεταβολὴν ἡγεῖσθαι δεῖ τῶν περὶ
τὸν οὐρανὸν γινομένων τροπῶν πασῶν εἶναι μεγίστην
 καὶ τελεωτάτην τροπήν.

Ἔοικε γοῦν. 
 Μεγίστας τοίνυν μεταβολὰς χρὴ νομίζειν γίγνεσθαι
τότε τοῖς ἐντὸς ἡμῖν οἰκοῦσιν αὐτοῦ. 
 Καὶ τοῦτ᾿ εἰκός. 
 Μεταβολὰς δέ γε μεγάλας καὶ πολλὰς καὶ παν- 
τοίας ξυμφερομένας ἆρ᾿ οὐκ ἴσμεν τὴν τῶν ζῴων
φύσιν ὅτι χαλεπῶς ἀνέχεται;

Πῶς δ᾿ οὔ; 
 Φθοραὶ τοίνυν ἐξ ἀνάγκης τότε μέγισται συμβαίνουσι
 τῶν τε ἄλλων ζῴων , καὶ δὴ καὶ τὸ τῶν ἀνθρώπων
γένος ὀλίγον τι περιλείπεται. περὶ δὲ τούτους
ἄλλα τε παθήματα πολλὰ καὶ θαυμαστὰ καὶ
καινὰ ξυμπίπτει, μέγιστον δὲ τόδε καὶ ξυνεπόμενον
τῇ τοῦ παντὸς ἀνελίξει, τότε ὅταν ἡ τῆς νῦν καθεστηκυίας
 ἐναντία γίγνηται τροπή.” 
 Τούτοις ἅπασιν ὑποβὰς ἐξῆς περὶ τῆς τῶν τετελευτηκότηων
ἀναβιώσεως , ὁμοίως ταῖς Ἑβραίων δό- 
ξαις κινούμενος , ταῦτ᾿ ἐπιλέγει

“ Γένεσις δὲ τίς τότ᾿ ἦν, ὦ ξένε, ζῴων,
 καὶ τίνα τρόπον ἐξ ἀλλήλων ἐγεννῶντο;

Δῆλον, ὦ Σώκρατες, ὅτι τὸ μὲν ἐξ ἀλλήλων 
οὐκ ἦν ἐν τῇ τότε φύσει γεννώμενον,τὸ δὲ γηγενὲς εἶ-

 
ναί ποτε γένος λεχθὲν, τοῦτ’ ἦν τὸ κατ’ ἐκεῖνον τὸν
χρόνον ἐκ γῆς πάλιν ἀναστρεφόμενον , ἀπεμνημονεύετο
δὲ ὑπὸ τῶν ἡμετέρων προγόνων τῶν πρώτων,
οἱ τελευτώσῃ μὲν τῇ προτέρᾳ περιφορᾷ τὸν ἑξῆς χρόνον
ἐγειτόνουν , τῆσδε δὲ κατ’ ἀρχὰς ἐφύοντο· τούτων 
τῶν γὰρ οὗτοι κήρυκες ἐγένονθ’ ἡμῖν τῶν λόγων, οἳ
 νῦν ὑπὸ πολλῶν οὐκ ὀρθῶς ἀπιστοῦνται.

τὸ γὰρ
 ἐντεῦθέν , οἶμαι , χρὴ ξυννοεῖν. ἐχόμενον γάρ ἐστι
τῷ τοὺς πρεσβύτας ἐπὶ τὴν τοῦ παιδὸς ἰέναι φύσιν,
ἐκ τῶν τετελευτηκότων αὖ, κειμένων δ’ ἐν γῇ πάλιν 
ἐκεῖ συνισταμένους καὶ ἀναβιωσκομένους ἕπεσθαι τῇ
τροπῇ, ξυνανακυκλουμένης εἰς τἀναντία τῆς γενέσεως,
καὶ γηγενεῖς δὴ κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον ἐξ
ἀνάγκης φυομένους οὕτως ἔχειν τοὔνομα καὶ τὸν λόγον,
ὅσους μὴ θεὸς αὐτῶν εἰς ἄλλην μοῖραν ἐκόμισε. 
 Κομιδῇ μὲν οὖν τοῦτό γε ἕπεται τοῖς ἔμπροσθεν.”

Εἶτ’ αὖ πάλιν ἑξῆς προιὼν τὰ ὅμοια τοῖς
‘ Εβραίων δόγμασι περὶ τῆς τοῦ κόσμου συντελείας
τοῦτον διέξεισι τὸν τρόπον

“ γὰρ πάντων τούτων χρόνος ἐτελειώθη 
καὶ μεταβολὴν ἔδει γίγνεσθαι καὶ δὴ καὶ
τὸ γήινον ἤδη πᾶν ἀνάλωτο γένος, πάσας ἑκάστης
τῆς ψυχῆς τὰς γενέσεις ἀποδεδωκυίας, καὶ ὅσα ἦν
ἑκάστῃ προσταχθὲν , τοσαῦτα εἰς γῆν σπέρματα πεσούσης,
 , τότε δὴ τοῦ παντὸς ὁ μὲν κυβερνήτης , οἷον 
πηδαλίων οἴακος ἀφέμενος, εἰς τὴν αὐτοῦ περιωπὴν
ἀπέστη, τὸν δὲ δὴ κόσμον πάλιν ἀνέστρεφεν εἱμαρμένη
τε καὶ ξύμφυτος ἐπιθυμία.

πάντες οὖν οἱ
κατὰ τοὺς τόπους ξυνάρχοντες τῷ μεγίστῳ δαίμονι
θεοὶ, γνόντες ἤδη τὸ γιγνόμενον, ἀφίεσαν αὖ τὰ 
μέρη τοῦ κόσμου τῆς αὐτῶν ἐπιμελείας. ὁ δὲ μεταστρεφόμενος
καὶ ξυμβάλλων , ἀρχῆς τε καὶ τελευτῆς

 
ἐναντίαν ὁρμὴν ὁρμηθεὶς, σεισμὸν πολὺν ἐν ἑαυτῷ
ποιῶν , ἄλλην αὖ φθορὰν ζῴων παντοίων ἀπειργάσατο.

μετὰ δὲ ταῦτα προελθόντος ἱκανοῦ χρόνου,
θορύβου τε καὶ ταραχῆς ἤδη παυόμενος καὶ τῶν σεισμῶν,
 γαλήνης ἐπιλαβόμενος , εἴς τε τὸν εἰωθότα
δρόμον τὸν ἑαυτοῦ κατακοσμούμενος ᾔει, ἐπιμέλειαν
καὶ κράτος ἔχων αὐτὸς τῶν ἐν αὐτῷ τε καὶ ἑαυτοῦ.”

Καὶ μετὰ βραχέα αὖ φησι 
 “ Διὸ Διὸ δὴ καὶ τότ’ ἤδη θεὸς ὁ κοσμήσας αὐτὸν,
 καθορῶν ἐν ἀπορίᾳ ὄντα, κηδόμενος ἔνα μὴ χειμασθεὶς
ὑπὸ ταραχῆς διαλυθεὶς εἰς τὸν τῆς ἀνομοιότητος
ἄπειρον ὄντα τόπον δύῃ , πάλιν ἔφεδρος αὐτοῦ 
τῶν πηδαλίων γενόμενος, τὰ νοσήσαντα καὶ λυθέντα
ἐν τῇ καθ’ αὑτὸν προτέρᾳ περιόδῳ στρέψας, κοσμεῖ
 τε καὶ ἐπανορθῶν ἀθάνατον αὐτὸν καὶ ἀγήρων ἀπεργάζεται.
τοῦτο μὲν τέλος πάντων εἴρηται.

“ Ταῦτα τοίνυν, ἦν δ’ ἐγὼ, οὐδέν ἐστι πλήθει
οὐδὲ μεγέθει πρὸς ἐκεῖνα ἅ τελευτήσαντα ἑκάτερον 
περιμένει· χρὴ δ’ αὐτὰ ἀκοῦσαι, ἵνα τελέως ἑκάτερος
 αὐτῶν ἀπειλήφῃ τὰ ὑπὸ τοῦ λόγου ὀφειλόμενα
ἀκοῦσαι.

Λέγοις ἂν, ἔφη, ὡς οὐ πολλὰ, ἀλλ’ ἥδιον
ἀκούοντι. Ἀλλ’ οὐ μέντοι σοι, ἦν δ’ ἐγὼ, Ἀλκίνου
γε ἀπόλογον ἐρῶ, ἀλλὰ ἀλκίμου μὲν ἀνδρὸς Ἠρὸς
τοῦ Ἀρμενίου , τὸ γένος Παμφύλου · ὅς ποτε ἐν πολέμῳ
 τελευτήσας , ἀναιρεθέντων δεκαταίων τῶν νεκρῶν
ἤδη διεφθαρμένων, ὑγιὴς μὲν ἀνῃρέθη, κομισθεὶς
δὲ οἴκαδε, μέλλων θάπτεσθαι δωδεκαταῖος ἐπὶ
τῇ πυρᾷ κείμενος ἀνεβίω, ἀναβιοὺς δὲ ἔλεγεν ἃ ἐκεῖ
ἴδοι.

ἔφη δὲ, ἐπειδή οἶ ἐκβῆναι τὴν ψυχὴν , πορεύεσθαι 
 μετὰ πολλῶν, καὶ ἀφικνεῖσθαι σφᾶς εἰς
 

 
πον τινὰ δαιμόνιον, ἐν ᾧ τῆς τε γῆς δύ' εἶναι
χάσματα ἐχομένω ἀλλήλων , καὶ τοῦ οὐρανοῦ αὖ ἐν τῷ
ἄνω ἄλλα καταντικρύ.

δικαστὰς δὲ μεταξὺ
τούτων καθῆσθαι, οὓς, ἐπειδὴ διαδιδάσειαν, τοὺς μὲν
δικαίους κελεύειν πορεύεσθαι τὴν εἰς δεξίαν τε καὶ 
ἄνω διὰ τοῦ οὐρανοῦ, σημεῖα περιάψαντες τῶν
δε δικασμένων ἐν τῷ πρόσθεν, τοὺς δὲ ἀδίκους τὴν εἰς
ἀριστεράν τε καὶ κάτω , ἔχοντας καὶ τούτους ἐν τῷ
 ὄπισθεν σημεῖα πάντων ὧν ἔπραξαν.

αὐτοῦ δὲ
 προσελθόντος εἰπεῖν ὅτι δέοι αὐτὸν ἄγγελον
ἀνθρώποις γενέσθαι τῶν ἐκεῖ καὶ διακελεύεσθαι
διακούειν τε καὶ θεᾶσθαι πάντα τὰ ἐν τῷ τόπῳ.''

Ταῦτα ὁ Πλάτων’· συγγενῆ δὲ τούτοις καὶ ὁ
Πλούταρχος ὧδέ πη ἐν τῷ Περὶ ψυχῆς πρώτῳ ἱστορεῖ

“ Ἀντύλλῳ δὲ τούτῳ καὶ αὐτοὶ παρῆμεν · 
ἀλλὰ Σωσιτἐλει καὶ Ἡρακλέωνι διηγησώμεθα. νοσῶν
γὰρ ἔναγχος ἀβιώτως ἔχειν ἐδόκει τοῖς ἰατροῖς·
ἀνενεχθεὶς δὲ μικρὸν ἔκ τινος οὐ βεβαίου καταφορᾶς,
ἄλλο μὲν οὐδὲν οὔτ’ ἔπραξεν οὔτ’ εἶπε παρακινητικὸν,
ἔλεγε δὲ τεθνάναι, καὶ πάλιν ἀφεῖσθαι, 
καὶ μὴ τεθνήξεσθαι τὸ παράπαν ὑπὸ τῆς ἀρρωστίας
ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ κακῶς ἀκηκοέναι τοὺς ἀγαγόντας
αὐτὸν ὑπὸ τοῦ κυρίου· πεμφθέντας γὰρ ἐπὶ Νικανδᾶν
αὐτὸν ἥκειν ἀντ’ ἐκείνου κομίζοντας. ὁ δὲ Νικανδᾶς
ἣν σκυτοτόμος, ἄλλως δὲ τῶν ἐν παλαίστραις 
γεγονότων καὶ πολλοῖς συνήθης καὶ γνώριμος. ὃθενοἱ
 νεανίσκοι προσιόντες ἔσκωπτον αὐτὸν ὡς ἀποδεδρακότα
καὶ διεφθαρκότα τοὺς ἐκεῖθεν ὑπηρέτας.
αὐτὸς μέντοι δῆλος ἦν εὐθὺς ὑποθραττόμενος καὶ
δυσχεραίνων · τέλος δὲ πυρετοῦ προσπεσόντος ἐξαπλούταρχος] 
 

 
φνης ἀπέθανε τριταῖος. οὗτος δὲ ἀνεβίω, καὶ περί-
εστιν εὖ γε ποιῶν, ἡμῖν ξένων ἐπιεικέστατος. ”

Ταῦτά μοι κείσθω διὰ τὸ καὶ ἐν ταῖς Ἑβραίων
γραφαῖς νεκρῶν ἀναβιώσεις φέρεσθαι. ἐπεὶ δὲ καὶ
 γῆν τινα ἐν ἐπαγγελίαις μόνοις τοῖς θεοφιλέσι δοθήσεσθαι 
περιέχουσι, κατὰ τὸ φάσκον λόγιον “ οἶ δὲ
πραεῖς κληρονομήσουσι τὴν γῆν,” ταύτην δὲ ἐπουράνιον
ὑπάρχειν διασαφεῖ ὁ φάσκων λόγος “ ἡ δὲ
ἄνω Ἰερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστὶν , ἥτις ἐστὶ μήτηρ
 ἡμῶν ·” ὅ τε προφήτης τὴν αὐτὴν δὴ ταύτην ἐκ πο-
λυτελῶν καὶ τιμίων συνεστάναι λίθων ἐν τρόπῳ ἀλ-
ληγορίας αἰνίττεται λέγων “ ἰδοὺ ἐγὼ ἑτοιμάζω σοι
ἄνθρακα τὸν λίθον σου, καὶ θήσω τὰς ἐπάλξεις σου
ἴασπιν , καὶ τοὺς θεμελίους σου σάπφειρον, καὶ τὸν 
 περίβολόν σου λίθους ἐκλεκτούς·’ θέα ὡς καὶ ὁ
Πλάτων’ αὐτὰ δὴ ταῦτα, ἢ τὰ παραπλήσια, πεπεῖ-
σθαι εἶναι ἀληθῆ ἐν τῷ Περὶ ψυχῆς ὁμολογεῖ, Σω-
κράτει ἀνατιθεὶς τὸν λόγον ὧδέ πη

“ Ἀλλὰ μέντοι, ὦ Σιμμία, οὐχὶ ἡ Γλαὐὡς 
 κου τέχνη γέ μοι δοκεῖ εἶναι διηγήσασθαι ἅ γ’ ἐστίν·
μέντοι ἀληθῆ, χαλεπώτερόν μοι φαίνεται ἢ κατὰ
τὴν Γλαύκου τέχνην. καὶ ἅμα μὲν ἐγὼ ἴσως οὐδ’
ἂν οἶός τε εἴην, ἅμα δὲ, καὶ εἰ ἠπιστάμην, ὁ βίος μοι
δοκεῖ ὁ ἐμὸς, ὡ Σιμμία, τῷ μήκει τοῦ λόγου οὐκ
 ἐξαρκεῖν. τὴν μέντοι ἰδέαν τῆς γῆς , οἴαν πέπεισμαι
εἶναι, καὶ τοὺς τόπους αὐτῆς οὐδέν με κωλύει λέγειν.
Ἄλλ , ἴφη ὁ Σιμμίας, καὶ ταῦτα ἀρκεῖ.

Πέπεισμαι τοίνυν, rj δ’ ὃς, ἐγὼ πρῶτον μὲν,
εἰ ἔστιν έν, μέσῳ τῷ οὐρανῷ περιφερὴς οὖσα, μηδὲν
 αὐτῇ δεῖν μήτε ἀέρος πρὸς τὸ μὴ πεσεῖν μήτε ἂλ-
 

 
λῆς ἀνάγκης μηδεμιᾶς τοιαύτης , ἀλλ’ ἱκανὴν εἶναι
 αὐτὴν ἴσχειν τὴν ὁμοιότητα τοῦ οὐρανοῦ αὐτοῦ ἑαυτῷ
πάντη καὶ τῆς γῆς αὐτὴν τὴν ἰσορροπίαν· ἰσόρροπον
γὰρ πρᾶγμα ὁμοίου τινὸς ἐν μέσῳ τεθὲν οὐχ ἔξει
μᾶλλον οὐδ’ ἧττον οὐδαμόσε κλιθῆναι, ὁμοίως δ’ 
ἔχον ἀκλινὲς μένει.

Πρῶτον μὲν δὴ, δὴ, δ’ ὅς,
τοῦτο πέπεισμαι. Καὶ ὀρθῶς γε, ἔφη ὁ Σιμμίας.
Ἔτι τοίνυν, ἔφη, πάμμεγά τι εἶναι αὐτὸ , καὶ ἡμὰς
οἰκεῖν τοὺς μέχρις Ἡρακλείων στηλῶν ἀπὸ Φάσιδος
ἐν σμικρῷ τινι μορίῳ, ὥσπερ περὶ τέλμα μύρμηκας 
 ἢ βατράχους , περὶ τὴν θάλατταν οἰκοῦντας , καὶ ἂλλους
 ἄλλοθι πολλοὺς ἐν πολλοῖς τοιούτοις τόποις οἱκεῖν.

εἶναι γὰρ πανταχῆ περὶ τὴν γῆν πολλὰ
κοῖλα καὶ παντοδαπὰ καὶ τὰς ἰδέας καὶ τὰ μεγέθη,
εἰς ἃ ξυνερρυηκέναι τό τε ὕδωρ καὶ τὴν ὁμίχλην καὶ 
τὸν ἀέρα· αὐτὴν δὲ τὴν γῆν καθαράν τε ἐν καθαρῷ
κεῖσθαι τῷ οὐρανῷ, ἐν ᾧπέρ ἐστι τὰ ἄστρα, ὃν δὴ
αἰθέρα ὀνομάζειν τοὺς πολλοὺς τῶν τὰ τοιαῦτα εἰωθότων
 λέγειν · οὑ δὴ ὑποστάθμην εἶναι ταῦτα καὶ ξυρρεῖν
ἀεὶ εἰς τὰ κοῖλα τῆς γῆς.

ἡμᾶς οἶν οἰκοῦντας 
ἐν τοῖς κοίλοις αὐτῆς λεληθέναι καὶ οἴεσθαι ἄνω ἐπὶ
τῆς γῆς οἰκεῖν , ὥσπερ ἂν εἴ τις ἐν μέσῳ τῷ πυθμένι
τοῦ πελάγους οἰκῶν οἴοιτό τε ἐπὶ τῆς θαλάττης
οἰκεῖν καὶ διὰ τοῦ ὕδατος ὁρῶν τὸν ἥλιον καὶ τὰ
ἄλλα ἄστρα τὴν θάλατταν ἡγοῖτο οὐρανὸν εἶναι , διὰ 
δὲ βραδυτῆτά τε καὶ ἀσθένειαν μηδεπώποτε ἐπὶ τὰ
ἄκρα τῆς θαλάττης εἴη ἀφιγμένος, μηδὲ ἑωρακὼς εἴη,
ἐκδὺς καὶ ἀνακύψας ἐκ τῆς θαλάττης εἰς τὸν ἐνθάδε
τόπον, ὅσῳ καθαρώτερος καὶ καλλίων τ.υγχάνει ὢν
τοῦ παρὰ σφίσι, μηδὲ ἄλλου ἀκηκοὼς εἴη τοῦτο ἑωρακότος.

ταὐτὸ δὴ τοῦτο καὶ ἡμᾶς πεπονθέναι ·
οἰκοῦντας γὰρ ἔν τινι κοίλῳ τῆς γῆς οἴεσθαι ἐπάνω

 
αὐτῆς οἰκεῖν, καὶ τὸν ἀέρα οὐρανὸν καλεῖν, ὡς διὰ
τούτου οὐρανοῦ ὄντος τὰ ἄστρα χωροῦντα. τὸ δὲ
εἶναι ταὐτὸν ὑπ’ ἀσθενείας καὶ βραδυτῆτος οὐχ
οἵους τε εἶναι ἡμὰς διεξελθεῖν ἐπ’ ἔσχατον τὸν ἀέρα,
 ἐπεὶ εἴ τις αὐτοῦ ἐπ’ ἄκρα ἔλθοι, ἢ πτηνὸς γενόμε-
νος ἀνάπτοιτο, κατιδεῖν δὴ ἀνακύψαντα, ὥσπερ ἐνθάδε
οἱ ἐκ τῆς θαλάττης ἰχθύες ἀνακύπτοντες ὁρῶσι
τὰ ἐνθάδε, οὕτως ἄν τινα καὶ τὰ ἐκεῖ κατιδεῖν· καὶ
εἰ ἡ φύσις ἱκανὴ εἴη ἀνέχεσθαι θεωροῦσα, γνῶναι
 ἂν ὅτι ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀληθῶς οὐρανὸς καὶ τὸ ἀληθινὸν
φῶς καὶ ἡ ὡς ἀληθῶς γῆ.

ἥδε μὲν γὰρ ἡ 
γῆ καὶ οἱ λίθοι καὶ πᾶς ὁ τόπος ὁ ἐνθάδε διεφθαρμένα
ἐστὶ καὶ καταβεβρωμένα , ὥσπερ τὰ ἐν τῇ θα-
λάττῃ ὑπὸ τῆς ἅλμης· καὶ οὔτε φύεται ἄξιον λόγου
 οὐδὲν ἐν τῇ θαλάττῃ οὔτε τέλειον , ὡς ἔπος εἰπεῖν,
οὐδέν ἐστι , σήραγγες δὲ καὶ ἄμμος καὶ πηλὸς ἀμήχα-
νος καὶ βόρβοροί εἰσιν, ὅπου ἂν καὶ ἡ yrj ᾖ, καὶ
πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν καλὰ κρίνεσθαι οὐδ’ ὁπωστιοῦν
ἄξια.

ἐκεῖνα δὲ αὖ τῶν παρ’ ἡμῖν πολὺ ἂν ἔτι
 πλεῖον φανείη διαφέρειν. εἰ γὰρ δὴ καὶ μυθολογεῖν
καλὸν, ἄξιον ἀκοῦσαι, cj Σιμμία, οἶα τυγχάνει τὰ ἐπὶ 
τῆς γῆς ὑπὸ τῷ οὐρανῷ ὄντα. Ἀλλὰ μὴν, ἔφη ὁ
Σιμμίας, ὢ Σώκρατες, ἡμεῖς γε τούτου τοῦ μύθου
ἡδέως ἂν ἀκούσαιμεν.

Λέγεται τοίνυν , ἔφη, ὠ
 ἑταῖρε, πρῶτον μὲν εἶναι τοιαύτη ἡ γῆ αὐτὴ ἰδεῖν,
εἴ τις ἄνωθεν θεῷτο, ὥσπερ αἱ δωδεκάσκυτοι
σφαῖραι, ποικίλη, χρώμασι διειλημμένη, ὧν καὶ τὰ
ἐνθάδε εἶναι χρώματα ὥσπερ δείγματα, οἶς δὴ οἶ γρα-
φεῖς καταχρῶνται· ἐκεῖ δὲ πᾶσαν τὴν γῆν ἐκ τοιούτων
 εἶναι , καὶ πολὺ ἔτι ἐκ λαμπροτέρων καὶ καθα-
ρωτέρων ἢ τούτων.

τὴν μὲν γὰρ ἁλουργῆ εἶναι 
θαυμαστὴν τὸ κάλλος, τὴν δὲ χρυσοειδῆ, τὴν δὲ ὅση

 
λευκὴ γύψου καὶ χιόνος λευκοτέραν , καὶ ἐκ τῶν ἂλλων
χρωμάτων συγκειμένην ὡσαύτως, καὶ ἔτι πλειόνων
καὶ καλλιόνων ἢ ὅσα ἡμεῖς ἑωράκαμεν.

καὶ
γὰρ αὐτὰ ταῦτα τὰ κοῖλα αὐτῆς, ὕδατός τε καὶ ἀέρος
ἔμπλεα ὄντα, χρώματός τι εἶδος παρέχεσθαι στίλβοντα 
ἐν τῇ τῶν ἄλλων χρωμάτων ποικιλίᾳ, ὥστε ἔν
τι αὐτῆς εἶδος ξυνεχὲς καὶ ποικίλον φαντάζεσθαι.

ἐν δὲ ταύτῃ οὔσῃ τοιαύτῃ ἀνάλογον τὸ τοιαῦτα
φύεσθαι δένδρα τε καὶ ἄνθη, ἔχοντα τοὺς καρπούς·
καὶ αὖ τὰ ὄρη ὡσαύτως καὶ τοὺς λίθους ἔχειν κατὰ 
τὸν αὐτὸν λόγον τήν τε λειότητα καὶ τὴν διαφάνειαν
καὶ τὰ χρώματα καλλίω· ὧν καὶ τὰ ἐνθάδε λιθίδια
εἶναι ταῦτα τὰ ἀγαπώμενα μόρια, σάρδιά τε καὶ ἰάσπιδας
καὶ σμαράγδους καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα· ἐκεῖ
δὲ οὐδὲν ὁτιοῦν τοιοῦτον οὐκ εἶναι καὶ ἔτι τούτων 
καλλίω.

τὸ δ’ αἴτιον τούτου εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι
 οἱ λίθοι καθαροί εἰσι καὶ οὐ κατεδηδεσμένοι οὐδὲ
διεφθαρμένοι 5 ὥσπερ οἱ ἐνθάδε , ὑπὸ σηπεδόνος καὶ
ἅλμης καὶ τῶν δεῦρο ξυνερρυηκότων, ἃ καὶ λίθοις
καὶ γῇ καὶ τοῖς ἄλλοις ζῴοις τε καὶ φυτοῖς αἴσχη τε 
 καὶ νόσους παρέχει. τὴν δὲ γῆν αὐτὴν κεκοσμῆσθαι
τούτοιςτε ἅπασι καὶ ἔτι χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ καὶ τοῖς
ἄλλοις αὖ τοῖς τοιούτοις. ἐκφανῆ γὰρ αὐτὰ πεφυκέναι,
ὧν τὰ πολλὰ πλήθη καὶ μεγάλα καὶ πολλαχοῦ
τῆς γῆς, ὥστε αὐτὴν δεῖν εἶναι θέαμα εὐδαιμόνων 
θεατῶν.”

Τῆς παρ’ Ἑβραίοις γραφῆς θεοῦ δικαιωτήριον
καὶ κρίσιν ψυχῶν μετὰ τὴν ἐνθένδε ἀπαλλαγὴν
ἔσεσθαι προαγορευούσης διά τε μυρίων ἂλλων
καὶ δι’ ὧν φησι “ κριτήριον ἐκάθισε καὶ βίβλοι 
ἠνεῴχθησαν καὶ ὁ παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθητο. ποταμὸς
πυρὸς εἷκλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· μύριαι μυριάδες

 
ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ χίλιαι χιλιάδες παρειστῂκεσαν
ἔμπροσθεν αὐτοῦ,” ἐπάκουσον τοῦ Πλάτωνος
τῆς θείας κρίσεως, καὶ δὴ καὶ τοῦ ποταμοῦ ὀνομαστὶ 
μεμνημένου , πολλάς τε μονὰς τῶν εὐσεβῶν διαφόρους
 τε τῶν δυσσεβῶν τιμωρίας συμφώνως τοῖς
Ἑβραίων ὑπογράφοντος λόγοις.

φησὶ δ’ οὖν ἐν
τῷ Περὶ ψυχῆς τάδε 
 Τρίτος δὲ ποταμὸς τούτων κατὰ μέσον ἐκβάλλει,
καὶ ἐγγὺς τῆς ἐκβολῆς ἐκπίπτει εἰς τόπον μέγαν
 πυρὶ πολλῷ καιόμενον , καὶ λίμνην ποιεῖ μείζω τῆς
παρ’ ἡμῖν θαλάττης, ζέουσαν ὕδατος καὶ πηλοῦ· ἐντεῦθεν
δὲ χωρεῖ κύκλῳ θολερὸς καὶ πηλώδης, περιελιττόμενος
δέ γε τῇ γῇ ἄλλοσέ τε ἀφικνεῖται καὶ 
παρ’ ἔσχατα τῆς Ἀχερουσιάδος λίμνης, οὐ συμμιγνύμενος
 τῷ ὕδατι · περιελιχθεὶς δὲ πολλάκις ὑπὸ γῆς
ἐμβάλλει κατωτέρω τοῦ Ταρτάρου.

οὗτος δ’ ἐστὶν
ὃν ἐπονομάζουσι Πυριφλεγέθοντα , οὗ καὶ οἱ ῥύακες
ἀποσπάσματα ἀναφυσῶσιν, ὅπου ἂν τύχωσι τῆς γῆς.
τούτου δὲ αὖ καταντικρὺ ὁ τέταρτος ἐκπίπτει εἰς τόπον
 πρῶτον δεινόν τε καὶ ἄγριον, ὡς λέγεται, χρῶμα
δὲ ἔχοντα ὅλον οἷον ὁ κύανός , ὅν δὴ ἐπονομάζουσι
Στύγιον, καὶ τὴν λίμνην ἣν ποιεῖ ὁ ποταμὸς ἐμβάλλων
Στύγα. ὁ δ’ ἐμπεσὼν ἐνταῦθα καὶ δεινὰς δυνάμεις
λαβὼν ἐν τῷ ὕδατι, δὺς κατὰ τῆς γῆς, περιελιττόμενος
 χωρεῖ ἐναντίως τῷ Πυριφλεγέθοντι καὶ
ἀπαντᾷ ἐν τῇ Ἀχερουσίᾳ λίμνῃ ἐξ ἐναντίας, καὶ οὐδὲ 
τὸ τούτου ὕδωρ οὐδενὶ μίγνυται, ἀλλὰ καὶ οὗτος κύκλῳ
περιελθὼν ἐμβάλλει εἰς τὸν Τάρταρον ἐναντίως
τῷ Πυριφλεγέθοντι· ὄνομα δὲ τούτῳ ἐστὶν, ὡς οἱ
 ποιηταὶ λέγουσι , Κωκυτός.

τούτων δὲ οὕτω
 

 
φυκότων , ἐπειδὰν ἀφίκωνται οἶ τετελευτηκότες εἰς
τὸν τόπον οἷ ὁ δαίμων ἕκαστον κομίζει, πρῶτον μὲν
διεδικάσαντο οἵ τε καλῶς καὶ ὁσίως καὶ δικαίως βιώσαντες
καὶ οἱ μή. καὶ οἱ μὲν ἂν δόξωσι μέσως βεβιωκέναι,
 πορευθέντες ἐπὶ τὸν Ἀχέροντα, ἀναβάντες 
ἃ δὴ αὐτοῖς ὀχήματά ἐστιν, ἐπὶ τούτων ἀφικνοῦνται
εἰς τὴν λίμνην, καὶ ἐκεῖ οἰκοῦσί τε καὶ καθαιρόμενοι
τῶν τε ἀδικημάτων διδόντες δίκας ἀπολύονται, εἴ τίς
τι ἠδίκηκε, τῶν τε εὐεργεσιῶν τιμὰς φέρονται κατὰ
τὴν ἀξίαν ἕκαστος, οἵ δ’ ἂν δόξωσιν ἀνιάτως ἔχειν 
διὰ τὰ μεγέθη τῶν ἁμαρτημάτων, ἢ ἱεροσυλίας πολλὰς
καὶ μεγάλας ἢ φόνους ἀδίκους καὶ παρανόμους
πολλοὺς ἐξειργασμένοι ἢ ἄλλα ὅσα τοιαῦτα τυγχάνει
ὄντα, τούτους δὲ ἡ προσήκουσα μοῖρα ῥίπτει εἰς τὸν
 Τάρταρον , ὅθεν οὔποτε ἐκβαίνουσιν.

οἳ δ’ ἂν 
ἰάσιμα μὲν, μεγάλα δὲ δόξωσιν ἡμαρτηκέναι ἁμαρτήματα,
οἶον πρὸς πατέρα ἢ μητέρα ὑπ’ ὀργῆς βίαιόν
 τι πράξαντες, καὶ μεταμέλον αὐτοῖς τὸν ἄλλον βίον
βιῶσιν, ἢ ἀνδροφόνοι ἢ τοιούτῳ τινὶ ἄλλῳ τρόπῳ
γένωνται, τούτοις δ’ ἐμπεσεῖν μὲν εἰς τὸν Τάρταρον 
ἀνάγκη, ἐμπεσόντας δὲ αὐτοὺς καὶ ἐνιαυτὸν ἐκεῖ γενομένους
ἐκβάλλει τὸ κῦμα, τοὺς μὲν ἀνδροφόνους
κατὰ τὸν Κωκυτὸν, τοὺς δὲ πατραλῴας [καὶ μητραλῲας]
 κατὰ τὸν Πυριφλεγέθοντα · ἐπειδὰν δὲ φλεγόμενοι
γένωνται κατὰ τὴν λίμνην τὴν Ἀχερουσιάδα, 
ἐνταῦθα βοῶσί τε καὶ καλοῦσιν, οἶ μὲν οὓς ἀπέκτειναν,
οἷ δὲ οὓς ὕβρισαν, καλέσαντες δὲ ἱκετεύουσι
καὶ δέονται ἐᾶσαι σφᾶς ἐκβῆναι εἰς τὴν λίμνην, καὶ
ἐὰν μὲν πείσωσιν, ἐκβαίνουσί τε καὶ λήγουσι τῶν
κακῶν· εἰ δὲ μὴ, φέρονται αὖθις εἰς τὸν Τάρταρον, 
κἀκεῖθεν πάλιν εἰς τοὺς ποταμοὺς, καὶ ταῦτα πάσχοντες
οὐ πρότερον παύονται πρὶν ἂν πείσωσιν οὓς

 
ἠδίκησαν· αὕτη γὰρ ἡ δίκη ὑπὸ τῶν δικαστῶν αὐτοῖς
ἐτάχθη.

οἵ δὲ δὴ ἂν δόξωσι διαφερόντως
πρὸς τὸ ὁσίως βιῶναι, οὗτοί εἰσιν οἱ τῶνδε μὲν τῶν
τόπων τῶν ἐν τῇ γῇ ἐλευθερούμενοί τε καὶ ἀπαλλαττόμενοι,
 ὥσπερ δεσμωτηρίων, ἄνω δὲ εἰς τὴν καθα- 
ρὰν οἴκησιν ἀφικνούμενοι καὶ ἐπὶ τῆς γῆς οἰκιζόμενοι.
τούτων δὲ αὐτῶν οἱ φιλοσοφίᾳ ἱκανῶς καθηράμενοι
ἄνευ τε καμάτων ζῶσι τὸ παράπαν εἰς τὸν ἔπειτα
χρόνον, καὶ εἰς οἰκήσεις ἔτι τούτων καλλίους ἀφικνοῦνται,
 ἃς οὔτε ῥᾴδιον δηλῶσαι οὔτε ὁ χρόνος
ἱκανὸς ἐν τῷ παρόντι. ἀλλὰ τούτων δὴ ἕνεκα χρὴ
ὧν διεληλύθαμεν, ὦ Σιμμία, πὰν ποιεῖν ὥστε ἀρετῆς
καὶ φρονήσεως ἐν τῷ βίῳ μετασχεῖν· καλὸν γὰρ
τὸ ἆθλον καὶ ἡ ἐλπὶς μεγάλη.”

Ταῦτα ὁ Πλάτων. σὺ δέ γε παραθήσεις τῷ 
“καὶ εἰς οἰκήσεις καλλίους ἀφικνοῦνται, ἃς οὔτε ῥᾴδιον
δηλῶσαι οὔτε χρόνος ἱκανὸς ἐν τῷ παρόντι” τὸ
παρ᾿ ἡμῖν οὕτως ἔχον “ ὀφθαλμὸς γὰρ οὐκ εἶδε καὶ
οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη,
 ἃ ἡτοίμασεν ὁ θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν,”

ταῖς δὲ εἰρημέναις οἰκήσεσι τὸ πολλὰς μονὰς εἶναι
παρὰ τῷ πατρὶ τοῖς θεοφιλέσιν ἐπηγγελμένας,
καὶ τοῖς περὶ τοῦ Πυριφλεγέθοντος λεχθεῖσι τὸ τοῖς
ἀσεβέσιν ἠπειλημένον πῦρ αἰώνιον, κατὰ τὸν πρὸς 
 αὐτοὺς φάσκοντα Ἑβραίων προφήτην “τίς ἀναγγελεῖ
ὑμῖν ὅτι πῦρ καίεται; τίς ἀναγγελεῖ ὑμῖν τὸν τόπον
τὸν αἰώνιον;” καὶ πάλιν “ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ
τελευτήσει, καὶ τὸ πῦρ οὐ σβεσθήσεται, καὶ ἔσονται
εἰς ὅρασιν πάσῃ σαρκί.”

τήρει δὲ ὡς καὶ ὁ Πλάτῶν
 συνᾴδων τούτοις , τοὺς ἀσεβεῖς εἰπὼν χωρήσειν
εἰς Τάρταρον, ἐπιλέγει “ὅθεν οὔποτε ἐκβαίνουσι.”
καὶ αὖ πάλιν τοὺς εὐσεβεῖς ζήσεσθαι εἰπὼν ἐν μα-

 
καρίοις προστίθησι λέγων “ τὸ παράπαν καὶ εἰς τὸν
 ἔπειτα χρόνον. ” ἀλλὰ καὶ τὸ ἄνευ καμάτων εἰρημέ-
νον ὑπ’ αὐτοῦ ὅμοιον ἂν εἴη τῷ “ ἀπέδρα ὀδύνη καὶ
λύπη καὶ στεναγμός.”

φάσκων δὲ τοὺς ἐπὶ τὸν
Ἀχέροντα πορευομένους μὴ ἁπλῶς ἐπὶ τοῦτον ἀφικνεῖσθαι, 
ἀλλὰ ἀναβαίνοντας πρότερον ἃ δὴ αὐτοῖς
ὀχήματά ἐστι, τίνα ποτὲ ἄρα τὰ ὀχήματα βούλεται
σημαίνειν ἢ τὰ σώματα, εἰς ἃ ἀναβᾶσαι αἶ τῶν τετελευτηκότων
ψυχαὶ σὺν αὐτοῖς τιμωροῦνται κατὰ τὰ
παρ’ Ἑβραίοις νενομισμένα; ἀλλὰ γὰρ ἱκανὴν καὶ 
τοῦδε τοῦ λόγου περιγραφὴν εἰληφότος ἐπὶ τὸ δω-
δέκατον τῆς Εὐαγγεελικῆς Προπαρασκευῆς μεταβήσο-
μαι σύγγραμμα.

Ὁ δωδέκατος ἡμῖν τῆς Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς 
ἐνθένδε ποθὲν ἤδη τὰ ἐνδέοντα τῷ προτέρῳ
τῆς Πλάτωνος πρὸς τὰ Ἑβραίων λόγια συνῳδίας, ὡς
ἐν ἁρμονίᾳ συμφώνου λύρας, ἀποδώσει, τὴν καταρ-
χὴν ἐξ ἀπολογίας τῆς παρὰ τοῖς πολλοῖς βλασφημου-
μένης ἡμῶν πίστεως ληψόμενος.

“ μὲν τοίνυν ὀρθῶς ἢ μή τις ἐπιτιμᾷ τῇ τε
Λακωνικῇ καὶ τῇ Κρητικὴ πολιτείᾳ, λόγος ἂν ἕτερος
εἴη· τὰ γοῦν λεγόμενα πρὸς τῶν πολλῶν ἴσως ἐγὼ
μᾶλλον ἔχοιμ’ ἂν ὑμῶν ἀμφοτέρων λέγειν. ὑμῖν γὰρ
 εἰ καὶ μετρίως κατεσκεύασται τὰ τῶν νόμων, εἷς τῶν 
 καλλίστων ἂν εἴη νόμων μὴ ζητεῖν τῶν νέων μηδένα
ἐὰν ποῖα καλῶς αὐτῶν ἢ μὴ καλῶς ἔχει, μιᾷ δὲ φωνῇ
 

 
καὶ ἐξ ἑνὸς στόματος πάντας συμφωνεῖν ὡς πάντα
καλῶς κεῖται θέντων θεῶν , καὶ ἄν τις ἄλλως λέγῃ,
μὴ ἀνέχεσθαι τὸ παράπαν ἀκούοντας· γέρων δὲ εἴ
τίς τι ξυννοεῖ τῶν παρ’ ὑμῖν, πρὸς ἄρχοντά τε καὶ 
 ἡλικιώτην μηδενὸς ἐναντίον νέου ποιεῖσθαι τοὺς τοι-
ούτους λόγους. Ὀρθότατά γε, ὠ ξένε, κελεύεις. ”

Εἰκότως δῆτα καὶ ἡ Ἑβραίων προλαβοῦσα
γραφὴ τῆς τῶν θείων γραφῶν συνέσεως τε καὶ θεω-
ρίας τὴν πίστιν προτάττει δι’ ὧν φησιν “ ἐὰν δὲ μὴ
 πιστεύσητε, οὐ μὴ συνῆτε.” καὶ αὖθις “ ἐπίστευσα,
διὸ καὶ ἐλάλησα.

ἔνθεν καὶ παρ’ ἡμῖν τοῖς μὲν
ἄρτι εἰσαγομένοις καὶ τὴν ἕξιν ἀτελέσιν, ὡς ἂν τὰς
ψυχὰς νηπίοις, ἁπλούστερον ἡ ἐν ταῖς θείαις γρα-
φαῖς ἀνάγνωσις παραδίδοται μετὰ τοῦ δεῖν πιστεύειν
 ὡς θεοῦ λόγοις τοῖς ἐμφερομένοις παρακελεύε-
σθαι · τοῖς δὲ τὴν ἕξιν προβεβηκόσι καὶ πολιοῖς τὸ 
φρόνημα ἐμβαθύνειν καὶ δοκιμάζειν τὸν νοῦν τῶν
λεγομένων ἐπιτέτραπται. τούτους δὲ παισὶν Ἑβραίων
δευτερωτὰς φίλον ἦν ὀνομάζειν, ὥσπερ ἑρμηνευτὰς
 καὶ ἐξηγητὰς ὄντας τῆς τῶν γραφῶν διανοίας.

“ Οὐκοῦν τὰ μετὰ ταῦτα εἴποιμεν ἂν ἡμεῖς 
ὅτι σὺ μὲν ἐπαινεῖς, ὡς ἔοικας, ὦ Τυρταῖε, μάλιστα
τοὺς πρὸς τὸν ὀθνεῖόν τε καὶ ἔξωθεν πόλεμον γιγνο-
μένους ἐπιφανεῖς. φαίη ταῦτα ἄν που καὶ ὁμολογοῖ; 
 Τί μήν;

Ἡμεῖς δέ γε ἀγαθῶν ὄντων τούτων ἔτι φαμὲν
ἀμείνους εἶναι καὶ πολὺ τοὺς ἐν τῷ μεγίστῳ πολέμῳ
γιγνομένους ἀρίστους διαφανῶς. ποιητὴν δὲ καὶ
ἡμεῖς μάρτυρα ἔχομεν Θέογνιν, πολίτην τῶν ἐν Σικελίᾳ
 Μεγαρέων , ὅς φησι 
 

 
 πιστὸς ἀνὴρ χρυσοῦ τε καὶ ἀργύρου ἀντερύσασθαι 
 ἄξιος ἐν χαλεπῇ , Κύρνε, διχοστασίῃ.

τοῦτον δέ φαμεν ἐν πολέμῳ χαλεπωτέρῳ ἀμείνονα
ἐκείνου πάμπολυ γίνεσθαι, σχεδὸν ὅσον ἀμείνων δι-
καιοσύνη καὶ σωφροσύνη καὶ φρόνησις εἰς ταὐτὸν 
ἐλθοῦσαι μετὰ ἀνδρείας αὐτῆς μόνης ἀνδρείας. πιστὸς
μὲν γὰρ καὶ ὑγιὴς ἐν στάσεσιν οὐκ ἄν ποτε γένοιτο
ἄνευ ξυμπάσης ἀρετῆς · διαβάντες δὲ εὖ καὶ μαχόμενοι
ἐθέλοντες ἀποθνήσκειν ἐν τῷ πολέμῳ, φράζει
 Τυρταῖος, τῶν μισθοφόρων εἰσὶ πάμπολλοι, ὧν οἱ 
πλεῖστοι γίγνονται θρασεῖς καὶ ἄδικοι καὶ ὑβρισταὶ
καὶ ἀφρονέστατοι σχεδὸν ἁπάντων, ἐκτὸς δή τινων
εὖ μάλα ὀλίγων.

ποῖ δὴ τελευτᾷ νῦν ἡμῖν οὗτος
ὁ λόγος ; καὶ τί φανερόν ποτε ποιῆσαι βουληθεὶς λέγει
ταῦτα; δηλονότι τόδε , ὡς παντὸς μᾶλλον καὶ ὁ 
τῇδε ὁ παρὰ Δῖός νομοθέτης, πᾶς τε οὑ καὶ σμικρὸν
ὄφελος, οὐκ ἄλλο ἢ πρὸς τὴν μεγίστην ἀρετὴν μάλιστα
βλέπων ἀεὶ θήσει τοὺς νόμους · ἔστι δ’, ὥς φησι
Θέογνις, αὕτη πιστότης ἐν τοῖς δεινοῖς, ἥν τις δι-
καιοσύνην ἂν τελείαν ὀνομάσειε.”

Καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ σωτήριος λόγος ὁμοῦ συζεύξας
 τῇ πίστει τὴν φρόνησιν τὸν κατ’ ἀμφότερα κεκοσμημένον
τοῖς αὐτοῦ λόγοις ἐγκρίνει λέγων “τίς ἄρα
ἐστὶν ὁ πιστὸς καὶ φρόνιμος οἰκονόμος;” καὶ αὖθις
“ εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστὲ, ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστὸς, ἐπὶ 
πολλῶν σε καταστήσω.” σαφῶς γοῦν ἐν τούτοις οὐ
τὴν ἄλογον πίστιν ἀποδέχεσθαι παρίστησιν, ἀλλὰ
τὴν ταῖς μεγίσταις ἀρεταῖς συνεζευγμένην, εἰ δὴ τοι-
αῦται φρόνησις καὶ ἀγαθωσύνη.

“ Εἴς τινα γὰρ οὖν μοι καιρὸν φαινόμεθα 
 

 
τοὺς ἔμπροσθεν λόγους διεξελθεῖν, ὡς ἄρα αἱ τῶν 
τελευτησάντων ψυχαὶ δύναμιν ἔχουσί τινα τελευτήσασαι
καὶ τόν κατὰ ἀνθρώπους πραγμάτων ἐπιμελοῦνται. 
ταῦτα ἀληθεῖς μὲν , μακροὶ δέ εἰσι περιέχοντες
 λόγοι. πιστεύειν δὲ ταῖς τε ἄλλαις φήμαις
χρεὼν περὶ τὰ τοιαῦτα, οὕτω πολλαῖς καὶ σφόδρα
παλαιαῖς οὔσαις, πιστεύειν δὲ καὶ τοῖς νομοθετοῦσι
ταῦθ’ οὕτως ἔχειν, ἄνπερ μὴ παντάπασιν ἄφρονες
φαίνωνται.”

Καὶ ἐν τῇ βίβλῳ δὲ τῶν Μακκαβαίων λέγεται
Ἱερεμίας ὁ προφήτης μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ βίου
εὐχόμενος ὁρᾶσθαι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὡς φροντίδα ποιούμενος
τῶν ἐπὶ γῆς ἀνθρώπων. δεῖν δέ φησι καὶ 
ὁ Πλάτων’ τούτοις πιστεύειν.

“ Λόγων δὲ δισσὸν εἶδος· τὸ μὲν ἀληθὲς, ψεῦδος
δὲ ἕτερον. Ναί. Παιδευτέον δὲ ἐν ἀμφοτέροις,
πρότερον δὲ ἐν τοῖς ψευδέσιν; Οὐ μανθάνω , ἔφη,
πῶς λέγεις. Οὐ μανθάνεις , ἦν δ’ ἐγὼ, ὅτι πρῶτον
τοῖς παιδίοις μύθους λέγομεν. τοῦτο δέ που ὡς τὸ
 ὅλον εἰπεῖν ψεῦδος, ἔνι δὲ καὶ ἀληθῆ. πρότερον δὲ
μύθοις πρὸς τὰ παιδία ἢ γυμνασίοις χρώμεθα. Ἒστι 
ταῦτα. ”

Ταῦτα ὁ Πλάτων’. καὶ παρ’ Ἑβραίοις δὲ τὰς
τῆς ἐνθέου γραφῆς ἱστορίας τοῖς νηπίοις τὰς ψυχὰς
 ἁπλούστερον ὥσπερ τινὰς μύθους ἔθος ἐστὶ παραδι-
δόναι, τοῖς δ’ ἐγγεγυμνασμένοις τὴν ἔξιν τὰς τῶν
λόγων βαθυτέρας καὶ δογματικὰς θεωρίας διὰ τῆς
καλουμένης δευτερώσεως καὶ σαφηνείας τῶν λανθανόντων
τοὺς πολλοὺς νοημάτων.

“ Οὐκοῦν οἶσθ’ ὅτι ἀρχὴ παντὸς ἔργου μέγι- 
 
 

 
’στὸν, ἄλλως τε δὴ καὶ νέῳ καὶ ἁπαλῷ ὁτῳοῦν; μά-
λιστα γὰρ δὴ τότε πλάττεται καὶ ἐνδύεται τύπος , ὅν
 ἄν τις βούληται ἐνσημήνασθαι ἑκάστῳ.

Κομιδῇ
μὲν οὖν. Ἄρ’ οὖν ῥᾳδίως οὕτω παρήσομεν τοὺς ἐπιτυ-
χόντας μύθους πλασθέντας ἀκούειν τοὺς παῖδας, καὶ 
λαμβάνειν ἐν ταῖς ψυχαῖς ὡς ἐπιτοπολὺ ἐναντίας δό-
ξας ἐκείναις ἃς, ἐπειδὰν τελεωθῶσιν, ἔχειν οἰησόμεθα
δεῖν αὐτούς;

Οὐδ’ ὁπωστιοῦν παρήσομεν.
Πρῶτον μὲν δὴ ἡμῖν, ὡς ἔοικεν, ἐπιστατητέον τοῖς
μυθοποιοῖς , καὶ ὃν μὲν ἂν καλὸν μῦθον ποιήσωσιν, 
ἐγκριτέον, ὃν δ’ ἀν’ μὴ, ἀποκριτέον. τοὺς δ’ ἐγκραθέντας
 πείσομεν τὰς τροφούς τε καὶ μητέρας λέγειν
τοῖς παισὶ, καὶ πλάττειν τὰς ψυχὰς αὐτῶν τοῖς μύ-
θοις πολὺ μᾶλλον ἢ τὰ σώματα ταῖς χερσίν. ὧν δὲ
νῦν λέγουσι τοὺς πολλοὺς ἐκβλητέον.”

Καὶ ταῦτα πρὸ τοῦ Πλάτωνος πεφύλακτο παρ’
Ἑβραίοις. οἱ γὰρ ἔχοντες πνεῦμα θεῖον, διακριτικὸν
πνευμάτων, ἐδοκίμαζον τὰ ὀρθῶς καὶ ἐξ ἁγίου πνεύματος
λεγόμενά τε καὶ γραφόμενα, τὰ δὲ μὴ τοιαῦτα
ἀπεδοκίμαζον , ὥσπερ καὶ τοὺς τῶν ψευδοπροφητῶν 
λόγους. ἀλλὰ καὶ τοὺς παῖδας τοὺς νηπίους ταῖς
ἀπὸ τῶν θείων γραφῶν ὠφελιμωτάταις διηγήσεσιν,
ὥσπερ τισὶ μυθολογίαις, γονεῦσί τε καὶ τροφοῖς ἔθος
ἦν κατεπᾴδειν, προπαρασκευῆς ἕνεκα τῆς εἰς ἄνδρας
αὐτοῖς ἐσομένοις θεοσεβείας.

“ Ἂκουε δὴ , φασὶ, μάλα καλοῦ λόγου, ὃν σὺ
 μὲν ἡγήσῃ μῦθον, ὡς ἐγῷμαι, ἐγὼ δὲ λόγον· ὡς
ἀληθῆ γὰρ ὄντα σοι λέξω ἃ μέλλω λἐγειν.”

Καὶ μετ’ ὀλίγα
Τὸν μὲν δικαίως τὸν βίον διελθόντα καὶ ὁσίως, 
 

 
ἐπειδὰν τελευτήσῃ , εἰς μακάρων νήσους ἀπιόντα οἰκεῖν
ἐν πάσῃ εὐδαιμονίᾳ ἐκτὸς κακῶν, τὸν δὲ ἀδίκως
καὶ ἀθέως εἰς τὸ τῆς τίσεως τε καὶ δίκης δεσμτήριον,
ὃ δὴ Τάρταρον καλοῦσιν, ἰέναι.”

Καὶ αὖθις μετ’ ὀλίγα 
 “ Ἒπειτα γυμνοὺς κριτέον ἁπάντων τούτων · τεθνεῶτας
γὰρ δεῖ κρίνεσθαι. καὶ τὸν κριτὴν δεῖ γυμνὸν
εἶναι, τεθνεῶτα, αὐτῇ τῇ ψυχῇ αὐτὴν τὴν
ψυχὴν θεωροῦντα ἐξαίφνης ἀποθανόντος ἑκάστου, 
 ἔρημον πάντων τῶν σνγγενῶν καὶ καταλιπόντα ἐπὶ
γῆς πάντα ἐκεῖνον τὸν κόσμον, ἵνα δὴ δικαία ἡ κρί-
σις ᾖ. ”

Καὶ ἐξῆς ἐπιφέρει 
 “ Ταῦτά ἐστιν, ὦ Καλλίκλεις, ἃ ἐγὼ ἀκηκοὼς
 πιστεύω ἀληθῆ εἶναι · καὶ ἐκ τούτων τῶν λόγων τοιόνδε
λογίζομαι συμβαίνειν· ὁ θάνατος τυγχάνει ὢν,
ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, οὐδὲν ἄλλο ἢ δυοῖν πραγμάτοιν διάλυσις,
τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἀπ’ ἀλλήλοιν.

ἐπειδὰν δὲ διαλυθῆτον, οὐδὲν ἧττον ἑκάτερον αὐτοῖν
 ἔχει τὴν ἔξιν τὴν αὑτοῦ , ἥνπερ καὶ ὅτε ἔζη
ὁ ἄνθρωπος, τό τε σῶμα τὴν φύσιν τὴν αὑτοῦ,
καὶ τὰ θεραπεύματα καὶ τὰ παθήματα, ἔνδηλα 
πάντα · οἷον, εἴ τινος ἦν μέγα τὸ σῶμα φύσει ἢ τροφῇ
ἢ ἀμφότερα ζῶντος , τούτου καὶ ἐπειδὰν ἀποθάνῃ ὁ
 νεκρὸς μέγας · καὶ εἰ παχὺς, παχὺς καὶ ἀποθανόντος,
καὶ τἄλλα οὕτως.

καὶ εἰ αὖ ἐπετήδευε κομᾶν, κομήτης
τούτου καὶ ὁ νεκρός· ἢ μαστιγίας εἴ τις ἦν,
καὶ ἴχνη εἶχε τῶν πληγῶν οὐλὰς ἐν τῷ σώματι, ἣ
ὑπὸ μαστίγων, ἢ ἄλλων τραυμάτων ζῶν, καὶ τεθνεῶτος
 τὸ σῶμα ἔστιν ἰδεῖν ταῦτα ἔχον · ἢ κατεαγότα εἴ
του ἦν μέλη ἢ διεστραμμένα ζῶντος, καὶ τεθνεῶτος.

καὶ ἑνὶ λόγῳ, οἶος εἶναι παρεσκεύαστο τὸ σῶμα

 
ζῶν, ἔνδηλα ταῦτα καὶ τελευτήσαντος ἦν πάντα, ἢ
 τὰ πολλὰ ἐπί τινα χρόνον. ταὐτὸν δή μοι δοκεῖ τοῦτ’
ἄρα καὶ περὶ τὴν ψυχὴν εἶναι, (6 Καλλίκλεις · ἔνδηλα
πάντα ἐστὶν ἐν τῇ ψυχῇ, ἐπειδὰν γυμνωθῇ τοῦ σώματος,
τά τε τῆς φύσεως καὶ τὰ παθήματα τὰ διὰ τὴν 
ἐπιτήδευσιν ἑκάστου πράγματος, ἣν ἔσχεν ἐν τι) ψυχῇ
ἄνθρωπος.

ἐπειδὰν οὖν ἀφίκωνται παρὰ τὸν δικαστὴν,
οἱ μὲν ἐκ τῆς Ἀσίας παρὰ τὸν Ραδάμανθυν, ὁ
Παδάμαθυς ἐκείνους ἐπιστήσας θεᾶται ἑκάστου
ψυχὴν, οὐκ εἰδὼς ὅτου ἐστὶν, ἀλλὰ πολλάκις τοῦ μεγάλου 
βασιλέως ἐπιλαβόμενος, ἢ ἄλλου ὁτουοῦν βασιλέως
 ἢ δυνάστου, κατεῖδεν οὐδὲν ὑγιὲς ὃν τῆς ψυχῆς,
ἀλλὰ διαμεμαστιγωμένην καὶ οὐλῶν μεστὴν ὑπὸ ἐπιορκιῶν
καὶ ἀδικίας, ἃ ἑκάστη ἡ πρᾶξις αὐτοῦ ἐξωμόρξατο
εἰς τὴν ψυχὴν, καὶ πάντα σκολιὰ ὑπὸ ψεύδους 
καὶ ἀλαζονείας καὶ οὐδὲν εὐθὺ διὰ τὸ ἄνευ
ἀληθείας τετράφθαι· καὶ ὑπὸ ἐξουσίας καὶ τρυφῆς
καὶ ὕβρεως καὶ ἀκρατείας τῶν πράξεων ἀσυμμετρίας
τε καὶ αἰσχρότητος γέμουσαν τὴν ψυχὴν εἶδεν· ἰδὼν
 δὲ ἀτίμως αὐτὴν ἀπέπεμψεν εὐθὺ τῆς φρουρὰς, οἱ 
μέλλει ἐλθοῦσα ἀνατλῆναι τὰ προσήκοντα πάθη.

προσήκει δὲ παντὶ τῷ ἐν τιμωρίᾳ ὄντι ὑπὸ ἄλλου
ὀρθῶς τιμωρουμένῳ ἢ βελτίονι γίγνεσθαι καὶ ὀνίνασθαι,
ἢ παράδειγμα τοῖς ἄλλοις γίγνεσθαι, ἵνα
ἄλλοι ὁρῶντες πάσχοντα ἃ ἂν πάσχῃ φοβούμενοι βελτόυς 
γίνωνται.

εἰσὶ δὲ οἶ μὲν ὠφελούμενοί τε
καὶ δίκην διδόντες ὑπὸ θεῶν τε καὶ ἀνθρώπων οὗτοι
οἳ ἂν ἰάσιμα ἁμαρτήματα ἁμάρτωσιν , ὅμως δὲ δι’
ἀλγηδόνων καὶ ὀδυνῶν γίγνεται αὐτοῖς ἡ ὠφέλεια καὶ
ἐνθάδε καὶ ἐν Ἃιδου· οὐδὲ γὰρ οἷόν τε ἄλλως
 ἀπαλλάττεσθαι.

οἳ δ’ ἂν τὰ ἔσχατα ἀδικήσωσι
καὶ διὰ τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα ἀνίατοι γένωνται, ἐκ

 
τούτων τὰ παραδείγματα γίγνεται, καὶ οὗτοι αὐτοὶ
μὲν οὐκέτι ὀνίνανται οὐδὲν, ἅτε ἀνίατοι ὄντες, ἄλλοι
δὲ ὀνίνανται οἶ τούτους ὁρῶντες διὰ τὰς ἁμαρτίας
τὰ μέγιστα καὶ ὀδυνηρότατα καὶ φοβερώτατα πάθη 
 πάσχοντας τὸν ἀεὶ χρόνον, ἀτεχνῶς παραδείγματα
ἀνηρτημένους ἐκεῖ ἐν Ἅιδου ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ,
τοῖς ἀεὶ τῶν ἀδίκων ἀφικνουμένοις θεάματα καὶ νουθετήματα.

ὧν ἐγώ φημι ἴνα καὶ Ἀρχέλαον ἔσεσθαι
εἰ ἀληθῆ λέγει Πῶλος, καὶ ἄλλος ὅστις ἂν τοιοπῦτος
 τύραννος ᾖ. οἶμαι δὲ καὶ τοὺς πολλοὺς εἶναι 
τούτων τῶν παραδειγμάτων ἐκ τυράννων καὶ βασιλέων
καὶ δυναστῶν καὶ τὰ τῶν πόλεων πραξάντων
γεγονότας· οὗτοι γὰρ διὰ τὴν ἐξουσίαν μέγιστα καὶ
ἀνοσιώτατα ἁμαρτήματα ἁμαρτάνουσι.

μαρτυρεῖ
 δὲ τούτοις καὶ Ὃμηρος. βασιλέας γὰρ καὶ δυνάστας
ἐκεῖνος πεποίηκε τοὺς ἐν Ἅιδου τὸν ἀεὶ χρόνον τιμωρουμένους,
Τάνταλον καὶ Σίσυφον καὶ Τιτυόν. Θερσίτην
δὲ, καὶ εἴ τις ἄλλος πονηρὸς ἦν ἰδιώτης, οὐδεὶς
πεποίηκε μεγάλαις τιμωρίαις συνεχόμενον ὡς
 ἀνίατον· οὐ γὰρ, οἶμαι, ἐξῆν αὐτῷ· διὸ καὶ εὐδαιμονέστερος 
ἦν ἢ οἶς ἐξῆν.

ἀλλὰ γὰρ, ὦ Καλλίκλεις,
ἐκ τῶν δυναμένων εἰσὶ καὶ οἱ σφόδρα πονηροὶ
γιγνόμενοι ἄνθρωποι· οὐδὲ μὴν κωλύει καὶ ἐν τούτοις
ἀγαθοὺς ἄνδρας ἐγγίγνεσθαι· καὶ σφόδρα γε
 ἄξιον ἄγασθαι τῶν γιγνομένων. χαλεπὸν γὰρ , ὦ
Καλλίκλεις, καὶ πολλοῦ ἐπαίνου ἄξιον, ἐν μεγάλῃ
ἐξουσίᾳ γενόμενον τοῦ ἀδικεῖν δικαίως διαβιῶναι·
ὀλίγοι δὲ γίγνονται οἱ τοιοῦτοι · ἐπεὶ καὶ ἐνθάδε καὶ
ἄλλοθι γεγόνασιν , οἶμαι δὲ ἔσονται καὶ ἄλλοι ἀγαθοὶ
 ταύτην τὴν ἀρετὴν τοῦ δικαίως διαχειρίζειν ἃ ἄν τις 
ἐπιτρέπῃ.

εἰς δὲ καὶ πάνυ ἐλλόγιμος γέγονε καὶ
εἰς τοὺς ἂλλους Ἓλληνας, Ἀριστείδης ὁ Λυσιμάχου.

 
οἱ δὲ πολλοὶ, 09 ἄριστε, κακοὶ γίνονται. τῶν δὲ δικα-
στῶν , ὅπερ ἒλεγον, ἐπειδὰν ὁ Ῥαδάμανθυς ἐκεῖνος
τοιοῦτόν τινα λάβῃ, ἄλλο μὲν περὶ αὐτοῦ οὐκ οἶδεν
οὐδὲν, οὔθ’ ὅστις οὔθ’ ὧν τινῶν, ὅτι δὲ πονηρός τις·
καὶ τοῦτο κατιδὼν ἀπέπεμψεν εἰς Τάρταρον, ἐπισημηνάμενος 
ἐάν τε ἰάσιμος ἐάν τε ἀνίατος δοκῇ εἶναι.

ὁ δὲ ἐκεῖσε ἀφικόμενος τὰ προσήκοντα πάσχει.
 ἐνίοτε δὲ ἄλλην εἰσιδὼν ὁσίως βεβιωκυῖαν καὶ μετ’
ἀληθείας ἀνδρὸς ἰδιώτου ἢ ἄλλου τινὸς ψυχὴν, μά-
λιστα μὲν, ὡς ἐγώ φημι, ὦ Καλλίκλεις, φιλοσόφου τὰ 
αὑτοῦ πράξαντος καὶ οὐ πολυπραγμονήσαντος ὃς ἐν τῷ
βίῳ) ἠγάσθη τε καὶ εἰς μακάρων νήσους ἀπέπεμψε.

ταὐτὰ δὲ ταῦτα καὶ ὁ Αἰακός· ἑκάτερος δὲ τούτων
ῥάβδον ἔχων δικάζει. ὁ δὲ Μίνως ἐπισκοπῶν κάθηται
μόνος, ἔχων χρύσεον σκῆπτρον, ὥς φησιν Ὀδυσσεὺς 
ὁ Ὁμήρου ἰδεῖν αὐτὸν , 
 χρύσεον σκῆπτρον ἔχοντα , θεμιστεύοντα νέκυσσιν.

ἐγὼ μὲν οὖν, ὦ Καλλίκλεις , ὑπὸ τούτων τῶν λόγων
πέπεισμαι , καὶ σκοπῶ ὅπως ἀποφανοῦμαι τῷ 
 κριτῇ ὡς ὑγιεστάτην τὴν ψυχήν. χαίρειν οὖν ἐάσας
τὰς τιμὰς τῶν πολλῶν ἀνθρώπων , τὴν ἀλήθειαν
ἀσκῶν, πειράσομαι τῷ ὄντι, ὡς ἂν δύνωμαι , βέλτιστος
ὢν καὶ ζῆν καὶ ἐπειδὰν ἀποθνήσκω ἀποθνήσκειν.

παρακαλῶ δὲ καὶ τοὺς ἄλλους πάντας ἀνθρώπους, 
καθ’ ὅσον δύναμαι· καὶ δὴ καὶ σὲ ἀντιπαρακαλῶ
ἐπὶ τοῦτον τὸν βίον καὶ τὸν ἀγῶνα τοῦτον,
ὃν ἐγώ φημι ἀντὶ πάντων τῶν ἐνθάδε ἀγώνων εἶναι

καὶ ὀνειδίζω σε, ὅτι οὐχ οἷός τε εἶ σαυτῷ βοηθῆσαι,
ὅταν ἡ δίκη σοι ᾖ καὶ ἡ κρίσις , ἣν νῦν ἐγὼ 
 ἔλεγον, ἀλλὰ ἐλθὼν παρὰ τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον, τὸν
τῆς Αἰγίνης υἱὸν, ἐπειδάν σου ἐπιλαβόμενος ἐκεῖνος

 
ἄγῃ, χασμήσῃ καὶ ἰλιγγιάσεις οὐδὲν ἧττον ἢ ἐγὼ ἐν-
θάδε καὶ σὺ ἐκεῖ, καί σε ἴσως τυπτήσει εἰ τις καὶ ἐπὶ
κόρρης ἀτίμως καὶ πάντως προπηλακιεῖ.”

Τάχα δ’ οὖν ταυτὶ μῦθός σοι δοκεῖ λέγεσθαι
 ὥσπερ ὑπὸ γραὸς , καὶ καταφρονεῖς αὐτῶν. καὶ
οὐδέν γ’ ἂν ἦν θαυμαστὸν καταφρονεῖν τούτων, εἴ
πη ζητοῦντες εἴχομεν αὐτῶν βελτίω καὶ ἀληθέστερα
εὑρεῖν.

νῦν δὲ ὁρᾷς ὅτι τρεῖς ὄντες ὑμεῖς, οἵπερ
σοφώτατοί ἐστε τῶν νῦν Ἑλλήνων, σύ τε καὶ Πόλος 
 καὶ Γοργίας, οὐκ ἔχετε ἀποδεῖξαι ὡς δεῖ ἄλλον τινὰ 
βίον ζῆν ἢ τοῦτον ὅσπερ καὶ ἐκεῖσε φαίνεται συμ-
φέρων, ἀλλ’ ἐν τοσούτοις λόγοις, τῶν ἄλλων ἐλεγ-
χομένων , μόνος οὗτος ἠρεμεῖ ὁ λόγος, ὡς εὐλαβη-
τέον ἐστὶ τὸ ἀδικεῖν μᾶλλον ἢ τὸ ἀδικεῖσθαι, καὶ
 παντὸς μᾶλλον ἀνδρὶ μελετητέον οὐ τὸ δοκεῖν εἶναι
ἀγαθὸν, ἀλλὰ τὸ ἀγαθὸν εἶναι, καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ.”

Ὁ μὲν δὴ Πλάτων’ τὸν Αἰακὸν καὶ τὸν Μίνω
καὶ τὸν Ῥαδὰμανθυν ὑπέθετο τῶν τετελευτηκότων 
 δικαστὰς ἔσεσθαι, ὁ δὲ θεῖος λόγος μαρτύρεται πάντας
δεῖν παραστήσεσθαι τῷ βήματι τοῦ θεοῦ, ἔνα
κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοὺ σώματος πρὸς ἃ ἔπρα-
ξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε φαῦλον.

καὶ πάλιν “ ἐν
ἡμέρᾳ φησὶν) ὅταν κρίνῃ ὁ θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν
 ἀνθρώπων, ὃς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ ·
τοῖς μὲν καθ’ ὑπομονὴν ἔργου αὐτοῦ δόξαν καὶ τιμὴν
καὶ ἀφθαρσίαν ζητοῦσι ζωὴν αἰώνιον , τοῖς δ’ ἐξ
ἐριθείας καὶ ἀπιστοῦσι τῇ ἀληθείᾳ, πειθομένοις δὲ
τῇ ἀδικίᾳ, θυμὸς καὶ ὀργὴ θλῖψις καὶ στενοχωρία
 ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ
κακὸν, Ἰουδαίου τε πρῶτον καὶ Ἓλληνος· οὐ γάρ
ἐστι διαστολή.”

“ Εὐλαβοῦ μέντοι μή ποτε ἐκπέσῃ ταῦτα εἰς
ἀνθρώπους ἀπαιδεύτους· σχεδὸν γὰρ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ,
οὐκ ἔστι τούτων πρὸς τοὺς πολλοὺς καταγελαστότερα
ἀκούσματα , οὐδ’ αὖ πρὸς τοὺς εὐφυεῖς θαυμαστότερά
 τε καὶ ἐνθουσιαστικώτερα. πολλάκις δὲ λεγόμενα 
καὶ ἀεὶ ἀκουόμενα καὶ πολλὰ ἔτη μόγις, ὥσπερ
χρυσὸς, ἐκκαθαίρεται μετὰ πολλῆς πραγματείας.”

Καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ σωτήριος λόγος φησὶ “ μὴ
δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσὶ, μηδὲ βάλλητε τοὺς μαρ-
γαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων.” καὶ “ ὁ ψυχικὸς 
γὰρ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ πνεύματος τοῦ
θεοῦ· μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστί. ” 
 “ Καὶ δὴ καὶ ἑνὸς ἀνδρὸς , ὁπόταν καλοὶ ἐν ψυχῇλόγοι
ἐνόντες μηδὲν ποιῶσι πλέον, ἀλλὰ δὴ τούτοις
πᾶν τοὐναντίον. ταύτας πάσας ἀμαθίας τὰς πλημμελεστάτας 
ἔγωγ’ ἂν θείην πόλεως τε καὶ ἑνὸς ἑκάστου
τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ οὐ τὰς τῶν δημιουργῶν , εἰ
 ἄρα μου καταμανθάνετε , ὦ ξένοι, ὃ λέγω. 
 Μανθάνομέν γε, ὦ φίλε , καὶ συγχωροῦμεν ἃ
λέγεις.

Τοῦτο μὲν τοίνυν οὕτω κείσθω δεδογμένον
καὶ λεγόμενον, ὡς τοῖς ταῦτα ἀμαθαίνουσι τῶν πο-
λιτῶν οὐδὲν ἐπιτρεπτέον ἀρχῆς ἐχόμενον καὶ λεγόμενον]
καὶ ὡς ἀμαθέσιν ὀνειδιστέον, ἂν καὶ πάνυ
λογιστικοί τε ὦσι καὶ πάντα τὰ κομψὰ καὶ ὅσα πρὸς 
τάχος τῆς ψυχῆς πεφυκότα διαπεπονημένοι ἅπαντα,
τοὺς δὲ τοὐναντίον ἔχοντας τούτοις ὡς σοφούς τε
προσρητέον, ἂν καὶ τὸ λεγόμενον μήτε γράμματα μήτε
νεῖν ἐπιστῶνται, καὶ τὰς ἀρχὰς δοτέον ὡς ἔμφροσι.

πῶς γὰρ ἂν, ὠ φίλοι , ἄνευ συμφωνίας γένοιτ’ ἂν 
 
 

 
φρονήσεως καὶ τὸ σμικρότατον εἶδος; οὐκ ἔστιν. ἀλλ’
ἡ καλλίστη καὶ μεγίστη τῶν ξυμφωνιῶν μεγίστη δι-
καιότατα λέγοιτ’ ἂν σοφία , ἧς ὁ μὲν κατὰ λόγον ζῶν
μέτοχος , ὁ δὲ ἀπολειπόμενος οἰκοφθόρος καὶ περὶ
 πόλιν οὐδαμῆ σωτὴρ, ἀλλὰ πᾶν τοὐναντίον ἀμαθαίνων
εἰς ταῦτα ἑκάστοτε φανεῖται.”

Ταῦτα μέν μοι ἀπὸ τῶν Νόμων κείσθω. ὁ δ’
αὐτὸς καὶ ἐν Πολιτικῷ περὶ τοῦ μὴ πάνυ τι περὶ τὰ 
ὀνόματα καὶ τἀς λέξεις σπουδάζειν τάδε φησί 
 “Καλῶς, ὦ Σώκρατες· κἂν διαφυλάξῃς τὸ μὴ
σπουδάζειν ἐπὶ τοῖς ὀνόμασι, πλουσιώτερος εἰς τὸ
γῆρας ἀναφανήσῃ φρονήσεως.”

Τῆς παρ’ Ἑβραίοις γραφῆς πρῶτον εἰσαγούσης 
Μωσἐα παραιτούμενον τὴν τοῦ λαοῦ προστασίαν
 δι’ ὧν πρὸς τὸν χρηματίζοντα ἔφησε “ δέομαι , κύριε,
προχείρισαι ἄλλον τὸν δυνάμενον , ὃν ἀποστελεῖς,”
κἄπειτα τὸν Σαοὺλ κρυπταζόμενον πρὸς τὸ μὴ ἀνα-
δέξασθαι τὴν βασιλείαν, καὶ τὸν προφήτην Ἰερεμίαν
ὑποπαραιτούμενον , ἐπάκουσον ὅπως καὶ ὁ Πλάτων’
 τὸ εὔλογον τῆς παραιτήσεως συνίστησι , λέγων οὕτως

“ Οὐκοῦν, ὦ Θρασύμαχε , τοῦτο ἤδη δῆλον, 
ὅτι οὐδεμία τέχνη οὐδὲ ἀρχὴ τὸ αὑτῇ ὠφέλιμον παρασκευάζει,
ἀλλ’, ὅπερ πάλαι ἐλέγομεν, τὸ τῷ ἀρχομένῳ
καὶ παρασκευάζει καὶ ἐπιτάττει, τὸ ἐκείνου
 συμφέρον ἐλάττονος ὄντος σκοποῦσα , ἀλλ’ οὐ τὸ τοῦ
κρείττονος.

διὰ δὴ ταῦτα ἔγωγε , ὢ φίλε Θρασύμαχε,
καὶ ἄρτι ἔλεγον μηδένα ἐθέλειν ἑκόντα ἄρχειν
καὶ τὰ ἀλλότρια κακὰ μεταχειρίζεσθαι ἐπανορθοῦντα,
ἀλλὰ μισθὸν αἰτεῖν , ὅτι ὁ μέλλων καλῶς τῇ τέχνῃ
 πράξειν οὐδέποθ’ ἑαυτῷ τὸ βέλτιστον πράττει οὐδ’
 
 

 
ἐπιτάττει κατὰ τέχνην ἐπιτάττων, ἀλλὰ τῷ ἀρχομένῳ.
ὧν δὴ ἕνεκα, ὡς ἔοικε, μισθὸν δεῖ ὑπάρχειν τοῖς
μέλλουσιν ἐθελήσειν ἄρχειν, ἢ ἀργύριον ἢ τιμὴν, ἢ
ζημίαν, ἐὰν μὴ ἄρχῃ.”

Τῶν παρ’ Ἑβραίοις λογίων τοὺς παρ’ αὐτοῖς 
προφήτας καὶ δικαίους ἄνδρας ὕβρεις ἐσχάτας καὶ
προπηλακισμοὺς πάντα τε κίνδυνον εὐθαρσῶς ὑπομεῖναι
 διδασκόντων, τὰ συνῳδὰ τῆς Πλάτωνος καὶ
περὶ τούτου δόξης μάθοις ἂν ἀπὸ τῶνδε αὐτοῦ τῶν
φωνῶν, ἃς ἐν τῷ δευτέρῳ τέθειται τῆς Πολιτείας

“ Τὸν δ’ οὖν τοιοῦτον θέντες τὸν δίκαιον αὖ
παρ’ αὐτὸν ἱστῶμεν τῷ λόγῳ, ἄνδρα ἀπλοῦν καὶ γενναῖον,
κατ’ Αἰσχύλον οὐ δοκεῖν, ἀλλ’ εἷναι ἀγαθὸν
ἐθέλοντα. ἀφαιρετέον δὲ τὸ δοκεῖν. εἰ γὰρ δόξει δίκαιος
εἶναι , ἔσονται αὐτῷ τιμαὶ καὶ δωρεαὶ δοκοῦντι 
τοιούτω εἷναι. ἄδηλον οὖν εἴτε τοῦ δικαίου εἴτε τῶν
δωρεῶν τε καὶ τιμῶν ἕνεκα τοιοῦτος εἴη.

γυμνωτέος
 δὴ πάντων πλὴν δικαιοσύνης, καὶ ποιητέος ἐναντίως
διακείμενος τῷ προτέρῳ · μηδὲν γὰρ ἀδικῶν
δόξαν ἐχέτω τῆς μεγίστης ἀδικίας , ἵνα βεβασανισμένος 
ᾖ εἰς δικαιοσύνην, τῷ μὴ τέγγεσθαι ὑπὸ κακοδοξίας
καὶ τῶν ἀπ’ αὐτῆς γιγνομένων· ἀλλ’ ἔστω
ἀμετάστατος μέχρι θανάτου, δοκῶν μὲν εἶναι ἄδικος
διὰ βίου, ὢν δὲ δίκαιος. ”

Καὶ μετὰ βραχέα ἐπιλέγει 
 “Λεκτέον οὖν· καὶ δὴ, κἂν ἀγροικοτέρως λέγηται,
 μὴ ἐμὲ οἴου λέγειν, ὦ Σώκρατες, ἀλλὰ τοὺς
ἐπαινοῦντας πρὸ δικαιοσύνης ἀδικίαν. ἐροῦσι δὲ τάδε,
ὅτι οὕτω διακείμενος ὁ δίκαιος μαστιγώσεται, στρεβλώσεται,
δεδήσεται, ἐκκοπήσεται τὼ ὀφθαλμὼ, τε- 
 

 
λευτῶν πάντα κακὰ παθὼν ἀνασκινδυλευθήσεται,
καὶ γνώσεται ὅτι οὐκ εἶναι δίκαιον, ἀλλὰ δοκεῖν δεῖ
ἐθέλειν.”

Ταῦτα λόγοις ὁ Πλάτων’ · ἔργοις δὲ πολὺ πρότερον
 οἶ παρ’ Ἑβραίοις δίκαιοι καὶ προφῆται μνημονεύονται
τὰ εἰρημένα πάντα πεπονθέναι, οἵ γε δικαιότατοι
ὄντες ὡς ἀδικώτατοι “ ἐλιθάσθησαν , ἐπρίσθησαν , ἐν
φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς καὶ
αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι,
 ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπη-
λαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος.”

καὶ οἶ ἀπόστολοι δὲ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν τὴν
ἀνωτάτω δικαιοσύνην τε καὶ εὐσέβειαν μετιόντες, δόξαν 
δὲ ἀδικίας παρὰ τοῖς πολλοῖς περιβαλλόμενοι , ὁποῖα
 ἔπασχον αὐτῶν πάρεστιν ἐπακοῦσαι λεγόντων “ θέατρον
ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. ”
καὶ “ μέχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν
καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα
καὶ ἀστατοῦμεν· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι
 ἀνεχόμεθα , δυσφημούμενοι παρακαλοῦμεν · ὡς
περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν.”

ἀλλὰ καὶ
εἰσέτι δεῦρο οἶ γενναῖοι τοῦ σωτῆρος ἡμῶν μάρτυρες 
καθ’ ὅλης τῆς ἀνθρώπων οἰκουμένης οὐ τὸ δοκεῖν,
ἀλλὰ τὸ εἶναι δίκαιοί τε καὶ εὐσεβεῖς ἀσκοῦντες ὅσα
 δὴ κατέλεξεν ὁ Πλάτων’ πεπόνθασιν· ἐπεὶ καὶ ἐμα-
στιγώθησαν , δεσμά τε καὶ στρέβλας ὑπέμειναν , καὶ
μὴν καὶ ἐξεκόπησαν τὼ ὀφθαλμὼ , καὶ τέλος πάντα
τὰ δεινὰ παθόντες ἀνεσκινδυλεύθησαν. ὧν οὐδένα
παρ’ Ἓλλησιν ἐπιζητήσας ὅμοιον ἂν εὕροις , ὡς εἰκότως
 τινὰ φάναι τὸν φιλόσοφον οὐδὲν ἓτερον ἢ θεσπίσαι
διὰ τούτων περὶ τῶν παρ’ ἡμῖν διαπρεπόντων ἐν 
εὐσεβείᾳ καὶ ἀληθεῖ δικαιοσύνῃ.

Μώσεως κατά τινας ἀπορρήτους λόγους ἐν
ἀρχῇ τῆς τοῦ κόσμου συστάσεως θεοῦ τινα παράδει-
σον γεγονέναι φάντος, κἀν τούτῳ τὸν ἄνθρωπον
ἠπατῆσθαι διὰ τῆς γυναικὸς πρὸς τοῦ ὄφεως, ἂντικρυς
 μονονουχὶ τὰ ῥήματα μεταποιήσας ὁ Πλάτων’ 
ἐπάκουσον οἶα ἐν Συμποσίῳ καὶ αὐτὸς ἀλληγορῶν
τέθεικεν, ἀντὶ μὲν τοῦ παραδείσου τοῦ θεοῦ κῆπον
Δῖός ὀνομάσας , ἀντὶ δὲ τοῦ ὄφεως καὶ τῆς πρὸς αὐ-
τοῦ γενομένης ἀπάτης Πενίαν ἐπιβουλεύουσαν ὑπο-
θέμενος , ἀντὶ δὲ τοῦ πρώτου ἀνδρὸς , ὃν ἡ τοῦ θεοῦ 
μῆτίς τε καὶ πρόνοια υἱὸν ὃσπερ ἀρτιγενῆ προυβέβλητο,
υἱὸν Μήτιδος Πόρον ἀποκαλέσας , ἀντὶ δὲ τοῦ
φάναι, ὁπηνίκα συνίστατο ὅδε ὁ κόσμος, ὅτε ἐγένετο
ἡ Ἀφροδίτη, εἰπὼν, οὕτω τὸν κόσμον ἀλληγορήσας
τοῦ περὶ αὐτὸν κάλλους ἕνεκα. λέγει δ’ οὖν αὐτοῖς 
ῥήμασι τάδε

“ Ὃτε ἐγένετο ἡ Ἀφροδίτη , εἱστιῶντο οἶ θεοὶ,
οἵ τε ἄλλοι καὶ ὁ τῆς Μήτιδος υἱὸς Πόρος. ἐπειδὴ
δὲ ἐδείπνησαν, προσαιτήσουσα, οἷα δὴ εὐωχίας οὔσης,
ἀφίκετο ἡ Πενία , καὶ ἦν περὶ τὰς θύρας. ὁ οὖν Πόρος 
μεθυσθεὶς τοῦ νέκταρος, οἶνος γὰρ οὔπω ἦν, εἰς
τὸν τοῦ Δῖός κῆπον εἰσελθὼν βεβαρημένος εὕδεν. ἡ
οὖν Πενία ἐπιβουλεύουσα διὰ τὴν αὐτῆς ἀπορίαν
παιδίον ποιήσασθαι ἐκ τοῦ Πόρου κατακλίνεταί τε
παρ’ αὐτῷ καὶ ἐκύησε τὸν Ἔρωτα. ” 
 Τοιαῦτα μὲν δή τινα καὶ ἐν τούτοις ὁ Πλάτων’
 ἐμφερῶς Μωσεῖ ὑπῃνίξατο.

Πἀλιν εἰρηκότος Μώσεως “ῷ δὲ Ἀδὰμ οὐκ
ἦν βοηθὸς ὅμοιος αὐτῷ. καὶ ἐπέβαλεν ὁ θεὸς ἒκστασιν
c ἐπὶ τὸν ‘ Αδὰμ, καὶ ὕπνωσε , καὶ ἔλαβε μίαν τῶν 
 

 
πλευρῶν αὐτοῦ, καὶ ἀνεπλήρωσε σάρκα ἀντ’ αὐτῆς.
καὶ ᾠκοδόμησε κύριος ὁ θεὸς τὴν πλευρὰν, ἣν ἔλαβεν
ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ, εἰς γυναῖκα,” μὴ συνεὶς ὁ Πλάτων’
οἵᾳ εἴρηται διανοίᾳ δῆλος μέν ἐστιν οὐκ ἀγνοήσας
 τὸν λόγον, Ἀριστοφάνει δ’ αὐτὸν, οἷα κωμῳδῷ χλευ-
άζειν εἰωθότι καὶ τὰ σεμνὰ τῶν πραγμάτων, ἀνατίθησιν,
ἐν Συμποσίῳ τάδε λέγοντα αὐτὸν εἰσάγων

Δεῖ δὲ πρῶτον ὑμᾶς μαθεῖν τὴν ἀνθρωπίνην
φύσιν καὶ τὰ παθήματα αὐτῆς. ἡ γὰρ πάλαι ἡμῶν 
 φύσις οὐχ ἡ αὐτὴ ἦν ἥπερ νῦν, ἀλλὰ ἄλλη. πρῶτον
μὲν γὰρ τρία ἦν τὰ γένη τῶν ἀνθρώπων, οὐχ ὥσπερ
νῦν δύο, ἄρρεν καὶ θῆλυ, ἀλλὰ καὶ τρίτον προσῆν
κοινὸν ἀμφοτέρων τούτων, οὑ νῦν ὄνομα λοιπὸν, αὐτὸ
δὲ ἠφάνισται· ἀνδρόγυνον γὰρ τότε μὲν ἦν καὶ εἶδος 
 καὶ ὄνομα ἐξ ἀμφοτέρων κοινὸν, τοῦ τε ἄρρενος καὶ
τοῦ θήλεος.”

Εἶθ’ ἐξῆς διασύρας τὰ αὐτῷ συνήθη ἐπιφέρει
λέγων 
 “ Ταῦτ’ εἰπὼν ὁ παρ’ αὐτῷ Ζεὺς ἔτεμνε τοὺς
 ἀνθρώπους δίχα, ὥσπερ οἶ τὰ ὦτα τέμνοντες καὶ μέλλοντες
ταριχεύειν, ἢ ὥσπερ οἱ τὰ ᾠὰ ταῖς θριξίν.
ὅντινα δὲ τέμοι, τὸν Ἀπόλλωνα ἐκέλευε τό τε πρόσω-
πον μεταστρέφειν καὶ τὸ τοῦ αὐχένος ἥμισυ πρὸς
τὴν τομὴν, ἔνα θεώμενος τὴν αὑτοῦ τμῆσιν κοσμιώτερος
 εἴη ὁ ἄνθρωπος, καὶ τὰ ἄλλα ἰᾶσθαι ἐκέ-
λευεν.

Μώσεως τὸν πρῶτον τῶν γηγενῶν βίον 
ὑπογράψαντος ἐν παραδείσῳ θεοῦ γεγονέναι, θεόν
τε αὐτῶν ἡγεῖσθαι ἐν ἀχρημάτῳ καὶ ἀκτήμονι διαγωγῇ,
 ἄσπαρτά τε αὐτοῖς καὶ ἀνήροτα πάντα φύεσθαι,
 

 
γυμνούς τε εἶναι τῆς μετὰ ταῦτα περιβολῆς, ἐπάκουσον
τοῦ φιλοσόφου μονονουχὶ αὐτὰ δὴ ταῦτα Ἑλληνικῇ
b τῇ φωνῇ διερμηνεύοντος. λέγει δ’ οὖν

“ Θεὸς ἔνεμεν αὐτοὺς αὐτὸς ἐπιστατῶν, καθά-
περ νῦν ἄνθρωποι, ζῷον ὂν ἕτερον θειότερον, ἄλλα 
γένη φαυλότερα αὐτῶν νομεύουσι. νέμοντος δ’ ἐκείνου
πολιτεῖαί τε οὐκ ἦσαν οὐδὲ κτήσεις γυναικῶν
καὶ παίδων· ἐκ γῆς γὰρ ἀνεβιώσκοντο πάντες, οὐδὲν
μεμνημένοι τῶν πρόσθεν ·) ἀλλὰ τὰ μὲν τοιαῦτα
ἀπῆν πάντα, καρποὺς δὲ ἀφθόνους εἶχον ἀπό τε δένδρων 
 δρῶν καὶ πολλῆς ὕλης, οὐχ ὑπὸ γεωργίας φυομένους,
ἀλλ’ αὐτομάτης ἀναδιδούσης τῆς γῆς. γυμνοὶ δὲ καὶ
ἄστρωτοι, θυραυλοῦντες τὰ πολλὰ ἐνέμοντο. τὸ γὰρ
τῶν ὡρῶν αὐτοῖς ἄλυπον ἐκέκρατο, μαλακὰς δὲ εὐνὰς
εἶχον, ἀναφυομένης ἐκ γῆς πόας ἀφθόνου. τὸν δὴ 
βίον, ὠ Σώκρατες, ἀκούεις μὲν τὸν τῶν ἐπὶ Κρόνου·
τόνδε δ’, ὡς λόγος ἐπὶ Δῖός εἶναι, τὸν νῦν, παρὼν
αὐτὸς ᾔσθησαι.

Πἀλιν Μώσεως ἀναγράψαντος ὅτι ἦν ὁ ὄφις
φρονιμώτερος πάντων τῶν θηρίων, οἷά τε εἶπεν ὁ 
ὄφις τῇ γυναικὶ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ὄφει, καὶ τὰς ὁμιλίας
τοῦ ὄφεως ἐκθεμένου, ὁ Πλάτων’ οἶα γράφει ἐπά-
κουσον

“Eí μὲν τοίνυν οἱ τρόφιμοι τοῦ Κρόνου, πα-
ρούσης αὐτοῖς οὕτω πολλῆς σχολῆς καὶ δυνάμεως 
πρὸς τὸ μὴ μόνον ἀνθρώποις, ἀλλ’ ’ καὶ θηρίοις διὰ
λόγων δύνασθαι ξυγγίνεσθαι, κατεχρῶντο τούτοις
 σύμπασιν ἐπὶ φιλοσοφίαν, μετά τε θηρίων καὶ μετ’
ἀλλήλων ὁμιλοῦντες, καὶ πυνθανόμενοι παρὰ πάσης
φύσεως εἴ τινά τις ἰδίαν δύναμιν ἔχουσα ᾔσθετό τι 
 

 
διάφορον τῶν ἄλλων εἰς ξυναγυρμὸν φρονήσεως, εὔ-
κριτον ὅτι τῶν νῦν οἱ τότε μυρίως πρὸς εὐδαιμονίαν
διέφερον.

εἰ δ’ ἐμπιπλάμενοι σίτων ἄδην καὶ πότων
διελέγοντο πρὸς ἀλλήλους καὶ τὰ θηρία μύθους,
 οἷοι δὴ καὶ τανῦν περὶ αὐτῶν λέγονται, καὶ τοῦθ’,
οὕτως γε κατ’ ἐμὴν δόξαν ἀποφήνασθαι, καὶ μάλα
εὔκριτον. ὅμως δ’ οὖν ταῦτα μὲν ἀφῶμεν, ἴως ἂν
ἡμῖν μηνυτής τις ἱκανὸς φανῇ, ποτέρως οἶ τότε τὰς ὁ
ἐπιθυμίας εἶχον περί τε ἐπιστημῶν καὶ τῆς τῶν λόγων
 χρείας.”

Μώσης νομοθεσίαν ἀνθρώποις καταβεβλημένος
ἐνόμισεν αὑτῷ δεῖν ἀρχαιολογίας ἐν τοῖς προοιμίοις·
μνημονεύει δὲ τοῦ κατακλυσμοῦ καὶ τοῦ 
μετ’ αὐτὸν βίου τῶν ἀνθρώπων, ἔπειτα παλαιῶν ἀνδρῶν 
 δρῶν τῶν παρ’ Ἑβραίοις θεοφιλῶν, καὶ τῶν δὲ ἄλλως
ἐν πλημμελείαις ἐξητασμένων τὴν πολιτείαν ὑφηγεῖται,
κατάλληλον οἷς ἐνομοθέτει τὴν περὶ τούτων
ἡγησάμενος ἱστορίαν ἔσεσθαι.

καὶ ὁ Πλάτων’ δὲ
ὡσαύτως, παρελθὼν ἐπὶ τὴν τῶν νόμων γραφὴν τὸν
 αὐτὸν τῷ Μωρεῖ ζηλοῖ τρόπον· ἐν προοιμίοις γοῦν
τῶν Νόμων τῇ κατ’ αὐτὸν ἀρχαιολογίᾳ κέχρηται, κα-
τακλυσμοῦ μνημονεύσας καὶ τοῦ μετὰ τὸν κατακλυσμὸν
βίου· ἀρχόμενος γοῦν τοῦ τρίτου τῶν Νόμων
ἐπάκουσον ἅ φησιν 
 “‘ Αρ’ οὖν οἱ παλαιοὶ λόγοι ὑμῖν ἀλήθειαν ἔχειν 
τινὰ δοκοῦσι; 
 Ποῖοι δή; 
 Τὸ πολλὰς ἀνθρώπων φθορὰς γεγονέναι κατακλυσμοῖς
τε καὶ νόσοις καὶ ἄλλοις πολλοῖς, ἐν οἷς
 βραχύ τι τῶν ἀνθρώπων λείπεσθαι γένος. 
 

 
 Πάνυ μὲν οὖν πιθανὸν τὸ τοιοῦτον πᾶν παντί.

Φέρε δὴ, νοήσωμεν μίαν τῶν πολλῶν ταύτην,
τὴν τῷ κατακλυσμῷ γενομένην. 
 Τὸ ποῖόν τι περὶ αὐτῆς διανοηθέντες; 
 ῾Ως οἱ τότε περιφυγόντες τὴν φθορὰν σχεδὸν 
ὄρειοί τινες ἂν εἶεν νομεῖς, ἐν κορυφαῖς που σμικρὰ
ζώπυρα τοῦ τῶν ἀνθρώπων διασεσωσμένα γένους. 
 Δῆλον.

Καὶ δὴ τοὺς τοιούτους γε ἀνάγκη που τῶν
ἄλλων ἀπείρους εἶναι τεχνῶν καὶ τῶν ἐν τοῖς ἄστεσι 
πρὸς ἀλλήλους μηχανῶν εἴς τε πλεονεξίας καὶ φιλονεικίας,
 5 καὶ ὁπόσα ἄλλα κακουργήματα πρὸς ἀλλήλους
ἐπινοοῦσιν. 
 Εἰκὸς γοῦν. 
 Θῶμεν δὴ τὰς ἐν τοῖς πεδίοις πόλεις καὶ πρὸς 
θαλάττῃ κατοικούσας ἄρδην ἐν τῷ τότε χρόνῳ διαφθείρεσθαι.
Θῶμεν.
Οὐκοῦν ὄργανά τε πάντα ἀπόλλυσθαι , καὶ εἴ τι
τέχνης ἦν ἐχόμενον σπουδαίως εὑρημένον ἢ πολιτικῆς 
ἢ καὶ σοφίας τινὸς ἑτέρας, πάντα ἔρρειν ταῦτα
ἐν τῷ τότε χρόνῳ φήσομεν.”

Καὶ μεθ᾿ ἕτερά φησιν 
 “ Οὐκοῦν οὕτω δὴ λέγωμεν ἔχειν τότε, ὅτε ἐγένετο
 ἡ φθορὰ, τὰ περὶ τοὺς ἀνθρώπους πράγματα, 
μυρίαν μέν τινα φοβερὰν ἐρημίαν, γῆς δὲ ἀφθόνου
πλῆθος πάμπολυ.”

Ταῦτα καὶ τοιαῦτα ἕτερα εἰπὼν ἐπεξέρχεται
βίους τῶν μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἀνθρώπων, εἶθ᾿,
ὥσπερ Μωσῆς τὴν τῶν πάλαι θεοφιλῶν Ἑβραίων πολιτείαν 
ἐπισυνάπτει τῇ μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ὑφηγήσει,
καὶ ὁ Πλάτων ὁμοίως μετὰ τοὺς βίους τῶν

 
μετὰ τὸν κατακλυσμὸν τὰ Ἑλληνικὰ πειρᾶται ἀρχαιολογεῖν,
ὡς ἐκεῖνος τὰ Ἑβραίων, τῶν τε ἐπὶ Τροίας
μνημονεύει, καὶ τῆς πρώτης ἐν Λακεδαίμονι πολιτείας,
Περσῶν τε, καὶ τῶν παρὰ τούτοις εἴτ’ ὀρθῶς
 εἴτε καὶ μὴ βεβιωκότων· εἶτα μετὰ τὴν τούτων ἱστορίαν 
ἀπάρχεται τῆς τῶν νόμων διαθέσεως, κἀν τούτῳ
Μωσεῖ κατακολουθήσας.

Μώσεως τὴν πᾶσάν αὐτοῦ νομοθεσίαν τήν 
τε κατ’ αὐτὸν πολιτείαν εὐσεβείας τοῦ τῶν ὅλων
 θεοῦ ἀναρτήσαντος, ἀπό τε τοῦ πάντων δημιουργοῦ
τὴν καταρχὴν τῆς νομοθεσίας πεποιημένου , ἔπειτα
τῶν θείων ἀγαθῶν ἐξέρχεσθαι τὰ ἀνθρώπινα διδάξαντος,
τά τε θεῖα ἐπὶ τὸν πάντων ἡγεμόνα νοῦν,
αὐτὸν δὴ τὸν τῶν ὅλων θεὸν, ἀναθέντος, θέα ὅπως
 καὶ ὁ φιλόσοφος τοῖς αὐτοῖς βαίνων ἴχνεσιν ἐπιμέμφεται
μὲν τοῖς Κρητῶν καὶ Λακεδαιμονίων νομοθέ-
ταις, τὸν δ’ ἀρέσκοντα Μωσεῖ νόμον ἐκδιδάσκει, λέγων 
οὕτως

“ Πῆ δὴ οὖν σε ἔτ’ ἂν ἐβουλόμην διελόμενον
 λέγειν αὐτός τ’ ἀκούειν; βούλει σοι φράζω; 
 Πάνυ μὲν οὖν, ὦ ξένε. 
 Ἐχρῆν εἰπεῖν, οἷ Κρητῶν νόμοι οὐκ εἰσὶ μάτην
διαφερόντως ἐν πᾶσιν εὐδόκιμοι τοῖς Ἕλλησιν· ἔχουσι
γὰρ ὀρθῶς τοὺς αὐτοῖς χρωμένους εὐδαίμονας ἀποτελοῦντες·
 ἅπαντα γὰρ τἀγαθὰ πορίζουσι.

διττὰ
δ’ ἀγαθά ἐστι, τὰ μὲν ἀνθρώπινα, τὰ δὲ θεῖα· ἥρτηται
δὲ ἐκ τῶν θείων θάτερα· καὶ ἐὰν μὲν δέχηται 
τὰ μείζονα πόλις, κτᾶται καὶ τὰ ἐλάττονα· εἰ δὲ μὴ,
στέρεται ἀμφοῖν. ἔστι δὲ τὰ μὲν ἐλάττονα ὧν ἡγεῖται
 ὑγεία, κάλλος δὲ δεύτερον, τὸ δὲ τρίτον ἰσχὺς
 

 
εἴς τε δρόμον καὶ εἰς τὰς ἄλλας πάσας κινήσεις τῷ
σώματι, τέταρτον δὲ πλοῦτος οὐ τυφλὸς, ἀλλ’
ὀξὺ βλέπων, ἄνπερ ἅμ’ ἕπηται φρονήσει.

ὃ δὴ
πρῶτον αὖ τῶν θείων ἡγεμονοῦν ἐστιν ἀγαθῶν, ἡ
 φρόνησις, δεύτερον δὲ μετὰ νοῦν σώφρων ψυχῆς 
ἕξις, ἐκ δὲ τούτων μετὰ ἀνδρείας κραθέντων τρίτον
ἂν εἴη δικαιοσύνη, τέταρτον δὲ ἀνδρεία. ταῦτα δὲ
πάντα ἐκείνων ἔμπροσθεν τέτακται φύσει, καὶ δὴ καὶ
τῷ νομοθέτῃ τακτέον οὕτω.

μετὰ δὲ ταῦτα τὰς
ἄλλας προστάξεις τοῖς πολίταις εἰς ταῦτα βλεπούσας 
αὐτοῖς εἶναι διακελευστέον, τούτων δὲ τὰ μὲν ἀνθρώπινα
εἰς τὰ θεῖα, τὰ δὲ θεῖα εἰς τὸν ἡγεμόνα
 νοῦν σύμπαντα βλέπειν.

περί τε γάμους ἀλλήλοις
ἐπικοινουμένους, μετὰ δὲ ταῦτα ἐν ταῖς τῶν παίδων
γεννήσεσι καὶ τροφαῖς, ὅσοι τε ἄρσενες καὶ ὅσαι 
θήλειαι, νέων τε ὄντων καὶ ἐπὶ τὸ πρεσβύτερον ἰόντων
μέχρι γήρως, τιμῶντα ὀρθῶς ἐπιμελεῖσθαι δεῖ
καὶ ἀτιμάζοντα, ἐν ἀπάσαις ταῖς τούτων ὁμιλίαις τάς
τε λύπας αὐτῶν καὶ τὰς ἡδονὰς καὶ τὰς ἐπιθυμίας
ξυμπάντων τε ἐρώτων τὰς σπουδὰς ἐπεσκεμμένον 
καὶ παραπεφυλαχότα ψέγειν τε ὀρθῶς καὶ ἐπαινεῖν
δι’ αὐτῶν τῶν νόμων.”

Καὶ μετὰ βραχέα φησί 
 “ Κατιδὼν δὲ ὁ θεὶς τοὺς νόμους πᾶσι τούτοις
φύλακας ἐπιστήσει, τοὺς μὲν διὰ φρονήσεως, τοὺς δὲ 
δι’ ἀληθοῦς δόξης ἰόντας, ὅπως πάντα ταῦτα ξυνδήσας
ὁ νοῦς ἑπόμενα σωφροσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ ἀποφήνῃ,
ἀλλὰ μὴ πλούτῳ μηδὲ φιλοτιμίᾳ.

οὕτως, ὠ
 ξένοι, ἔγωγε ἤθελον ἂν ὑμᾶς, καὶ ἔτι νῦν βούλομαι,
διεξελθεῖν πῶς ἐν τοῖς τοῦ Δῖός λεγομένοις νόμοις, 
τοῖς τε τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος , οὓς Μίνως τε καὶ
Λυκοῦργος ἐθέτην , ἔνεστί τε πάντα ταῦτα, καὶ ὅπη

 
τάξιν εἰληφότα διάδηλά ἐστι τῷ περὶ νόμων ἐμπείρῳ
τέχνῃ τε καί τισιν ἔθεσι, τοῖς δὲ ἄλλοις ἡμῖν οὐδαμῶς
ἐστι καταφανῆ.”

Καὶ παρ’ ἡμῖν δὲ εἴρηται “ζητεῖτε πρῶτον τὴν
 βασιλείαν καὶ τὴν δ’ ἴκα ἰὸς ύνην, καὶ πάντα ταῦτα
προστεθήσεται ὑμῖν.” ἀλλὰ καὶ Μώσης πολὺ πρότερον 
ἀπὸ τῆς περὶ θεοῦ διδασκαλίας τὴν ἀρχὴν πεποιημένος,
ἐξῆς τε ἐφαρμόσας τὴν κατ’ αὐτὸν πολιτείαν
καὶ τὰ περὶ συμβολαίων καὶ τὰ περὶ τοῦ κοινοῦ
 βίου νόμιμα, τοῖς πᾶσιν ἄρχοντας καὶ φύλακας
καθίστησι τοὺς τῷ θεῷ ἱερωμένους, ὡς καὶ τὰ λόγια
διδάσκει, ἄνδρας δικαίους, μισοῦντας ὑπερηφανίαν,
τοὺς μὲν διὰ φρονήσεως, τοὺς δὲ δι’ ἀληθοῦς δόξης
ἰόντας.

“ Λέγω οὖν καί φημι τὸν ὁτιοῦν ἀγαθὸν 
ἄνδρα μέλλοντα ἔσεσθαι τοῦτ’ αὐτὸ ἐκ παίδων εὐ-
θὺς μελετᾶν παίζοντά τε καὶ σπουδάζοντα ἐν τοῖς
τοῦ πράγματος ἑκάστοις προσήκουσιν· οἶον τὸν μέλλοντα
ἀγαθὸν ἔσεσθαι γεωργὸν ἤ τινα οἰκοδόμον,
 τὸν μὲν οἰκοδομοῦντά τι τῶν παιδικῶν οἰκοδομημάτων 
παίζειν χρὴ, τὸν δ’ αὖ γεωργοῦντα, καὶ ὄργανα
ἑκατέρῳ σμικρὰ, τῶν ἀληθινῶν μιμήματα, παρασκευάζειν
τὸν τρέφοντα αὐτῶν ἑκάτερον, καὶ δὴ καὶ τῶν
μαθημάτων ὅσ’ ἁ ἀναγκαῖα προμεμαθηκέναι προμανθάνειν,
 οἷον τέκτονα μετρεῖν ἢ σταθμᾶσθαι, καὶ πολεμικὸν
ἱππεύειν παίζοντα ἤ τι τῶν τοιούτων ἄλλο
ποιοῦντα, καὶ πειρᾶσθαι διὰ τῶν παιδιῶν ἐκεῖσε 
τρέπειν τὰς ἡδονὰς καὶ ἐπιθυμίας τῶν παίδων, οἷ
ἀφικομένους αὐτοὺς δεῖ τέλος ἔχειν.

κεφάλαιον δὴ
 παιδείας λέγομεν τὴν ὀρθὴν τροφὴν, ἣ τοῦ παίζονΛέω
 

 
τος τὴν ψυχὴν εἰς ἔρωτα ὅτι μάλιστα ἄξει τούτου, ὃ
δεήσει γενόμενον ἄνδρα αὐτὸν τέλειον εἶναι τῆς τοῦ
πράγματος ἀρετῃς.”

Καὶ τοῦτο προλαβὼν Μωσῆς ἐνομοθέτησεν
εἰπὼν “καὶ ἔσται τὰ ῥήματα ταῦτα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί 
σοι σήμερον, ἐν τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν τῇ
ψυχῇ σου, καὶ προβιβάσεις αὐτὰ τοῖς υἱοῖς σου.” ὃ δὴ
καὶ πράττειν σύνηθες παισὶν Ἑβραίων, ἐξ ἁπαλῆς
ἡλικίας τοὺς νέους ἅπαντας τοῖς τῆς θεοσεβείας παιδεύμασιν
ἀνατρέφουσι· τοῦτο δὲ καὶ εἰς δεῦρο κατά τι 
πάτριον ἔθος παρὰ τῷ Ἰουδαίων ἔθνει σπουδάζεται.

“ Μὴ τοίνυν μηδὲ ὃ λέγομεν εἶναι παιδείαν
ἀόριστον γένηται. νῦν γὰρ ὀνειδίζοντες ἐπαινοῦντές
τε ἑκάστων τὰς τροφὰς λέγομεν ὡς τὸν μὲν πεπαιδευμένον
ἡμῶν ὄντα τινὰ, τὸν δὲ ἀπαίδευτον, ἐνίοτε 
εἴς τε τὰς καπηλείας καὶ ναυκληρίας καὶ ἄλλων τινῶν
 τοιούτων μάλα πεπαιδευμένων σφόδρα ἀνθρώπων.
οὐ γὰρ ταῦτα ἡγουμένων, ὡς ἔοικεν, εἶναι παιδείαν
ὁ νῦν λόγος ἂν εἴη, τὴν δὲ πρὸς ἀρετὴν ἐκ παίδων
παιδείαν, ποιοῦσαν ἐπιθυμητήν τε καὶ ἐραστὴν τοῦ 
πολίτην γενέσθαι τέλεον, ἄρχειν τε καὶ ἄρχεσθαι
ἐπιστάμενον μετὰ δίκης.

ταύτην τὴν τροφὴν ἀφο-
ρισάμενος ὁ λόγος οὗτος, ὡς ἐμοὶ φαίνεται, νῦν βούλοιτ’
ἂν μόνην παιδείαν προσαγορεύειν, τὴν δὲ εἰς
 χρήματα τείνουσαν ἥ τινα πρὸς ἰσχὺν ἢ καὶ πρὸς 
ἄλλην τινὰ σοφίαν ἄνευ νοῦ καὶ δίκης βάναυσόν τε
εἶναι καὶ ἀνελεύθερον, καὶ οὐκ ἀξίαν τὸ παράπαν παιδείαν
καλεῖσθαι.

ἡμεῖς δὲ μηδ’ ἐν ὀνόματι διαφερώμεθα .
αὐτοῖς, ἀλλ’ ὁ νῦν δὴ λόγος ἡμῖν ὁμολογη-
θεὶς μενέτω, ὡς οἵ γε ὀρθῶς πεπαιδευμένοι σχεδὸν 
ἀγαθοὶ γίνονται, καὶ δεῖ δὴ τὴν παιδείαν μηδαμοῦ
 

 
ἀτιμάζειν, ὡς πρῶτον τῶν καλλίστων τοῖς ἀρίστοις
ἀνδράσι παραγιγνόμενον· καὶ εἴ ποτε ἐξέρχεται, δυνατὸν
δέ ἐστιν ἐπανορθοῦσθαι, τοῦτο ἀεὶ δραστέον
διὰ βίου παντὶ κατὰ δύναμιν.”

Καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ δὲ τῶν Νόμων ἐπιλέγει 
 “ Παιδείαν δὴ λέγω τὴν παραγινομένην πρῶτον
παισὶν ἀρετὴν, ἡδονὴ δὲ καὶ φιλία καὶ λύπη καὶ μῖσος 
ἐὰν ὀρθῶς ἐν ψυχαῖς ἐγγίγνωνται μή πω δυναμένων
λόγον λαμβάνειν, λαβόντων δὲ τὸν λόγον
 συμφωνήσωσι τῷ λόγῳ, ὀρθῶς εἰθίσθαι ὑπὸ τῶν
προσηκόντων ἐθῶν· αὕτη ἔσθ᾿ ἡ συμφωνία ξύμπασα
μὲν ἀρετὴ, τὸ δὲ περὶ τὰς ἡδονὰς καὶ λύπας τεθραμμένον
αὐτῆς ὀρθῶς, ὥστε μισεῖν μὲν ἃ χρὴ μισεῖν
εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς μέχρι τέλους, στέργειν δὲ ἃ χρὴ στέργειν,
 τοῦτ᾿ αὐτὸ ἀποτεμὼν τῷ λόγῳ καὶ παιδείαν
προσαγορεύων κατά γε τὴν ἐμὴν ὀρθῶς ἂν προσαγορεύοις.”

Ταῦτα ὁ Πλάτων’. προλαβὼν δὲ αὐτὸν ὁ Δαβὶδ
ἐν ψαλμῳδίαις, μισεῖν ἃ δεῖ μισεῖν καὶ στέργειν
 διδάσκων ἃ δεῖ στέργειν, τάδε φησί “δεῦτε τέκνα
ἀκούσατέ μου, φόβον κυρίου διδάξω ὑμᾶς. τίς
ἐστιν ἄνθρωπος ὁ θέλων ζωὴν, ἀγαπῶν ἡμέρας ἰδεῖν
ἀγαθάς; παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ, καὶ
χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον. ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ,
 καὶ, ποίησον ἀγαθόν· ζήτησον εἰρήνην, καὶ δίωξον 
αὐτήν.”

καὶ ὁ Σολομῶν ὁμοίως “ἀκούσατε”
φησὶ “παῖδες παιδείαν πατρός. δῶρον γὰρ ἀγαθὸν
δωροῦμαι ὑμῖν· τῶν ἐμῶν νόμων μὴ ἐπιλανθάνησθε.”
καὶ πάλιν “ κτῆσαι σοφίαν, κτῆσαι σύνεσιν,
 μὴ ἐπιλάθῃ.” καὶ “ εἶπον τὴν σοφίαν σὴν ἀδελφὴν 
 

 
εἶναι, τὴν δὲ φρόνησιν γνώριμον περιποίησαι σεαυτῷ.”
καὶ “ ὁδοὺς ἀσεβῶν μὴ ἐπέλθῃς, μηδὲ ζηλώσῃς
ὁδοὺς παρανόμων. μυρία δ’ ἂν εὕροις ἄλλα
τοιαῦτα ἐν τοῖς Ἑβραίων γράμμασι, παιδευτικὰ πρὸς
εὐσεβείας καὶ ἀρετῆς ἀνάληψιν, νέοις ὁμοῦ καὶ τελείοις 
τὴν ἡλικίαν προσήκοντα.

Τοῦ θείου χρησμοῦ φήσαντος Μωσεῖ “ ὅρα,
ποιήσεις πάντα κατὰ τὸν τύπον τὸν δειχθέντα σοι ἐν
τῷ ὄρει” τοῦ τε ἱεροῦ λόγου σαφέστερον εἰπόντος
οἵτινες ὑποδείγματι καὶ σκιᾷ ἐλάτρευον τῶν ἐπουρανίων”, 
εἰκόνα τε ἄντικρυς τῶν ἐν νοητοῖς θειοτέρων
 τὰ παρὰ Μωσεῖ σύμβολα περιέχειν διδάσκοντος,
ἐπάκουσον ὅπως καὶ ὁ Πλάτων’ τὰ ὅμοια διερμηνεύει
ἐν ἕκτῳ τῆς Πολιτείας ὧδε γράφων

“ Θεῷ δὴ καὶ κόσμῳ ὅ γε φιλόσοφος ὁμιλῶν 
κόσμιός τε καὶ θεῖος εἰς τὸ δυνατὸν ἀνθρώπῳ γίγνεται·
διαβολὴ δὲ ἐν πᾶσι πολλή.

Παντάπασι μὲν
οὖν. Ἂν οὖν τις, εἶπον, αὐτῷ ἀνάγκη γένηται, ἃ
ἐκεῖ ὁρᾷ, μελετῆσαι εἰς ἀνθρώπων ἤθη καὶ ἰδίᾳ καὶ
δημοσίᾳ τιθέναι, καὶ μὴ μόνον ἑαυτὸν πλάττειν, ἆρα 
 κακὸν δημιουργὸν αὐτὸν οἴει γενήσεσθαι σωφροσύνης
τε καὶ δικαιοσύνης καὶ ξυμπάσης τῆς δημοτικῆς
ἀρετῆς; Ἥκιστά γε, ἦ δ’ ὅς.

Ἀλλ’ ἐὰν δὴ αἴσθωνται
οἱ πολλοὶ ὅτι ἀληθῆ περὶ αὐτοῦ λέγομεν,
χαλεπανοῦσι δὴ τοῖς φιλοσόφοις καὶ ἀπιστήσουσιν 
ἡμῖν λέγουσιν ὡς οὐκ ἄν ποτε ἄλλως εὐδαιμονήσειε
πόλις, εἰ μὴ αὐτὴν διαγράψειαν οἱ τῷ θείῳ παραδείγματι
χρώμενοι ζωγράφοι;

Οὐ χαλεπανοῦσιν,
ἦ δ’ ὃς, ἐάν περ αἴσθωνται. Ἀλλὰ δὴ τίνα λέγεις
τρόπον τῆς διαγραφῆς; Λαβόντες, ἦν δ’ ἐγὼ, ὥσπερ 
 

 
πίνακα πόλιν τε καὶ ἤθη ἀνθρώπων, πρῶτον μὲν 
καθαρὰν ποιήσειαν ἂν, ὃ οὐ πάνυ ῥᾴδιον.

ἀλλ’
οὖν οἶσθ’ ὅτι τούτω ἂν εὐθὺς τῶν ἄλλων διενέγκαιεν,
τῷ μήτε ἰδιώτου μήτε πόλεως ἐθελῆσαι ἂν
 ἅψασθαι, μηδὲ γράφειν νόμους, πρὶν παραλαβεῖν καθαρὰν,
ἢ αὐτοὶ ποιήσαι.

Καὶ ὀρθῶς γε, ἔφη.
Οὐκοῦν μετὰ ταῦτα οἴει ὑπογράψασθαι ἂν τὸ σχῆμα
τῆς πολιτείας; Τί μήν;

Ἔπειτα, οἶμαι, ἀπεργαζόμενοι 
πυκνὰ ἂν ἑκατέρωσε ἀποβλέποιεν, πρός τε
 τὸ φύσει δίκαιον καὶ καλὸν καὶ σῶφρον καὶ πάντα
τὰ τοιαῦτα, καὶ πρὸς ἐκεῖνο αὖ τὸ ἐν τοῖς ἀνθρώποις,
ἐμποιοῖεν ξυμμιγνύντες τε καὶ κεραννύντες ἐκ τῶν
ἐπιτηδευμάτων τὸ ἀνδρείκελον, ἀπ’ ἐκείνου τεκμαι-
ρόμενοι, ὃ δὴ Ὅμηρος ἐκάλεσεν ἐν τοῖς ἀνθρώποις
 ἐγγιγνόμενον θεοειδές τε καὶ θεοείκελον.

Ὀρθῶς.
ἔφη. Καὶ τὸ μὲν ἂν, οἶμαι, ἐξαλείφοιεν, τὸ δὲ πάλιν
ἐγγράφοιεν, ἴως ἂν ὅτι μάλιστα τὰ ἀνθρώπεια
ἤθη εἰς ὅσον ἐνδέχεται θεοφιλῆ ποιήσειαν.

“ Δοκεῖ μοι τρίτον ἢ τέταρτον ὁ λόγος εἰς 
 ταὐτὸν περιφερόμενος ἥκειν, ὡς ἄρα παιδεία μέν 
ἐσθ’ ἡ παίδων ὁλκή τε καὶ ἀγωγὴ πρὸς τὸν ὑπὸ τοῦ
νόμου λόγον ὀρθὸν εἰρημένον καὶ τοῖς ἐπιεικεστάτοις
καὶ πρεσβυτάτοις δι’ ἐμπειρίαν ξυνδεδογμένον
ὡς ὄντως ὀρθός ἐστιν.

ἵν’ οὖν ἡ ψυχὴ τοῦ πατδὸς
 μὴ ἐναντία χαίρειν καὶ λυπεῖσθαι ἐθίζηται τῷ
νόμῳ καὶ τοῖς ὑπὸ τοῦ νόμου τεθειμένοις, ἀλλὰ ξυνέπηται
χαίρουσά τε καὶ λυπουμένη τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ 
ὁ γέρων, τούτων ἕνεκα, ἃς ᾠδὰς καλοῦμεν, ὄντως
μὲν ἐπῳδαὶ ταῖς ψυχαῖς αὗται νῦν γεγονέναι,
 πρὸς τὴν τοιαύτην ἣν λέγομεν συμφωνίαν ἐσπουδαΔοκεῖ 
 

 
σμἐναι, διὰ δὲ τὸ σπουδὴν μὴ δύνασθαι φέρειν τἀς
τῶν νέων ψυχὰς, παιδιαί τε καὶ ᾠδαὶ καλεῖσθαι καὶ
πράττεσθαι) καθάπερ τοῖς κάμνουσί τε καὶ ἀσθενῶς
ἔχουσι τὰ σώματα ἐν ἡδέσι τέ τισι σιτίοις καὶ
πόμασι τὴν χρήστην πειρῶνται τροφὴν προσφέρειν 
οἶς μέλει τούτων, τὴν δὲ τῶν πονηρῶν ἐν ἀηδέσιν,
ἔνα τὴν μὲν ἀσπάζωνται, τὴν δὲ μισεῖν ὀρθῶς ἐθίζωνται.

ταὐτὸν δὲ καὶ τὸν ποιητικὸν ὁ ὀρθὸς
 νομοθέτης ἐν τοῖς καλοῖς ῥήμασι καὶ ἐπαινετοῖς πείσει
τε καὶ ἀναγκάσει μὴ πείθων, τὰ τῶν σωφρόνων 
τε καὶ ἀνδρείων καὶ πάντως ἀγαθῶν ἀνδρῶν ἔν τε
ῥυθμοῖς σχήματα καὶ ἐν ἁρμονίαισι μέλη ποιοῦντα
ὀρθῶς ποιεῖν.” 
 Εἰκότως ἄρα καὶ παρ’ ἡμῖν τὰς ὑπὸ τῶν θείων
προφητῶν πεποιημένας ᾠδὰς καὶ τοὺς εἰς θεὸν ὕμνους 
μελετᾶν οἶ παῖδες ἐθίζονται.

“Τοὺς ποιητὰς ἀναγκάζετε λέγειν ὡς ὁ μὲν
ἀγαθὸς ἀνὴρ σώφρων ὢν καὶ δίκαιος εὐδαίμων ἐστὶ
 μακάριος, ἐάν τε μέγας καὶ ἰσχυρὸς, ἐάν τε σμικρὸς
καὶ ἀσθενὴς ᾖ, καὶ ἐὰν πλουτῇ καὶ μή· ἐὰν δὲ 
ἄρα πλουτῇ μὲν Κινύρα τε καὶ Μίδα μᾶλλον, ᾖ δὲ
ἄδικος, ἄθλιός τέ ἐστι καὶ ἀνιαρῶς ζῇ.

καὶ
 οὔτ’ ἂν μνησαίμην, 
φησὶν ὑμῖν ὁ ποιητὴς, εἴπερ ὀρθῶς λέγει,
 οὔτ’ ἐν λόγῳ ἄνδρα τιθείμην, 
ὃς μὴ πάντα τὰ λεγόμενα καλὰ μετὰ δικαιοσύνης
πράττοι καὶ κτῷτο, καὶ δὴ
 καὶ δηίων 
τοιοῦτος ὢν
 ὀρέγοιτ’ ἐγγύθεν ἱστάμενος· 
ἄδικος δὲ ὢν μήτε τολμῴη ὁρῶν φόνον αἱματόεντα

 
μήτε νικῴη θέων Θρηίκιον Βορέην, μηδὲ ἄλλο αὐτῷ 
μηδὲν τῶν λεγομένων ἀγαθῶν γίγνοιτό ποτε· τὰ γὰρ
ὑπὸ τῶν πολλῶν λεγόμενα ἀγαθὰ οὐκ ὀρθῶς λέγεται.

λέγεται γὰρ ὡς ἄριστον μὲν ὑγιαίνειν, δεύτερον
 δὲ κάλλος, τρίτον δὲ πλοῦτος· μυρία δὲ ἄλλα
ἀγαθὰ λέγεται· καὶ γὰρ ὀξὺ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν καὶ
πάντα ὅσα ἔχεται τῶν αἰσθήσεων εὐαισθήτως ἔχειν,
ἔτι δὲ καὶ τὸ ποιεῖν τυραννοῦντα ὅ τι ἂν ἐπιθυμῇ,
καὶ τὸ δὴ τέλος ἀπάσης μακαριότητος εἶναι τὸ πάντα 
 ταῦτα κεκτημένον ἀθάνατον εἶναι γενόμενον ὅτι τάχιστα.

ὑμεῖς δὲ καὶ ἐγώ που τάδε λέγομεν, ὡς
ταῦτά ἐστι ξύμπαντα δικαίοις μὲν καὶ ὁσίοις ἀνδράσιν
ἄριστα κτήματα, ἀδίκοις δὲ κάκιστα ξύμπαντα,
ἀρξάμενα ἀπὸ τῆς ὑγείας. καὶ δὴ καὶ τὸ ὁρᾶν καὶ
 τὸ ἀκούειν καὶ αἰσθάνεσθαι καὶ τὸ παράπαν ζῆν μέγιστον
μὲν κακὸν τὸν ξύμπαντα χρόνον ἀθάνατον
ὄντα καὶ κεκτημένον πάντα τὰ λεγόμενα ἀγαθὰ πλὴν
δικαιοσύνης τε καὶ ἀρετῆς ἁπάσης, ἔλαττον δὲ, ἐὰν 
ὡς ὀλίγιστον ὁ τοιοῦτος χρόνον ἐπιζῴη.

ταῦτα
 δὴ λέγειν οἶμαι τοὺς παρ’ ὑμῖν ποιητὰς, ἅπερ ἐγὼ,
πείσετε καὶ ἀναγκάσετε, καὶ ἔτι τούτοις ἑπομένους
ῥυθμούς τε καὶ ἁρμονίας ἀποδόντας παιδεύειν οὕτω
τοὺς νέους ὑμῶν. ἡ γὰρ ὁρᾶτε; ἐγὼ μὲν γὰρ λέγω
σαφῶς τὰ μὲν κακὰ λεγόμενα ἀγαθὰ τοῖς ἀδίκοις εἶναι,
 τοῖς δὲ δικαίοις κακά· τὰ δὲ ἀγαθὰ τοῖς μὲν
ἀγαθοῖς ὄντως ἀγαθὰ, τοῖς δὲ κακοῖς κακά. ὅπερ
οὖν ἠρόμην, ἆρα ξυμφωνοῦμεν ἐγώ τε καὶ ὑμεῖς, ἢ
πῶς; ”

Οὐ πόρρω ταῦτα τυγχάνει τῶν τοῦ Δαβὶδ
 ψαλμῶν, οὓς προλαβὼν θείῳ πνεύματι συνέταξε δι’
ᾠδῶν καὶ ὕμνων τίς μὲν ὁ ἀληθῶς μακάριος, τίς δὲ
ὁ τούτῳ ἐναντίος παιδεύσας. ἐντεῦθεν γοῦν αὐτῷ

 
 καὶ κατάρχεται ἡ βίβλος φήσαντι “ μακάριος ἀνὴρ ὃς
οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν,” καὶ τὰ ὅμοια. ἃ
δὴ μεταβαλὼν ὁ Πλάτων’ φησὶ δεῖν τοὺς ποιητὰς
λέγειν “ ὡς ὁ μὲν ἀγαθὸς ἀνὴρ σώφρων ὢν καὶ δίκαιος
εὐδαίμων ἐστὶ καὶ μακάριος· ἐὰν δὲ ἄρα 
 ᾖ δὲ ἄδικος, ἄθλιός ἐστιν.” ὃ καὶ αὐτὸ πάλιν
λιν ὁ Δαβίδ ὧδέ πως ἐξέδωκε διὰ τῶν ψαλμῶν εὶπὼν
“ πλοῦτος ἐὰν ῥέῃ, μὴ προστίθεσθε καρδίαν.’
καὶ πάλιν “ μὴ φοβοῦ ὅταν πλουτήσῃ ἄνθρωπος, καὶ
ὅταν πληθυνθῇ ἡ δόξα τοῦ οἴκου αὐτοῦ.” ἐπὶ ἐπὶλῆς 
δ’ ἂν εὕροις ἕκαστα τῶν εἰρημένων τῷ φιλοσόφῳ
 πρὸς λέξιν κείμενα δι’ ὅλης τῆς ἱερὰς τῶν
ψαλμῶν γραφῆς.

“ Νομοθετικὸν μὲν οὖν καὶ πολιτικὸν ὕπερ
 βαλλόντως. ἀλλ’ ἕτερα φαῦλα ἂν εὕροις αὐτόθι· 
τοῦτο δ’ οὖν τὸ περὶ μουσικὴν ἀληθές τε καὶ ἄξιον
ἐννοίας, ὅτι δυνατὸν ἄρα ἦν περὶ τῶν τοιούτων νομοθετεῖσθαι
βεβαίως θαρροῦντα μέλη τὰ τὴν ὀρθότητα
φύσει παρεχόμενα. τοῦτο δὲ θεοῦ ἢ θείου τινὸς
ἀνδρὸς ἂν εἴη.”

Εἰκότων ἄρα καὶ παρ’ Ἑβραίοις νενομοθέτητο
μηδὲ ἄλλους ὕμνους καὶ ᾠδὰς ἐν ταῖς θείαις διδασκαλίσις
ἀποδέχεσθαι ἢ τὰς ὑπὸ τοῦ θείου πνεύματος
 διὰ τῶν θείων καὶ προφητικῶν ἀνδρῶν πεποιημένας,
τά τε τούτοις κατάλληλα μέλη τῷ συνήθει παρ’ αὐτοῖς 
ᾀδόμενα τρόπῳ.

“ Συγχωρῶ γε τό γε τοσοῦτον καὶ ἐγὼ τοῖς
πολλοῖς, δεῖν τὴν μουσικὴν ἡδονῇ κρίνεσθαι, μὴ
μέντοι τῶν γε ἐπιτυχόντων, ἀλλὰ σχεδὸν ἐκείνην εἶναι
μοῦσαν καλλίστην, ἥτις τοὺς βελτίστους καὶ ἱκαΝομοθετικον 
 
 

 
νῶς πεπαιδευμένους τέρπει, μάλιστα δὲ ἥτις ἔνα 
τὸν ἀρετῇ τε καὶ παιδείᾳ διαφέροντα.

διὰ ταῦτα
δὲ ἀρετῆς φαμὲν δεῖσθαι τοὺς τούτων κριτὰς, ὅτι τῆς
τε ἄλλης μετόχους αὐτοὺς εἶναι δεῖ φρονήσεως καὶ
 δὴ καὶ τῆς ἀνδρείας.

οὔτε γὰρ παρὰ θεάτρου δεῖ
τόν γε ἀληθῆ κριτὴν κρίνειν μανθάνοντα καὶ ἐκπληττόμενον
ὑπὸ τοῦ θορύβου τῶν πολλῶν καὶ τῆς
αὐτοῦ ἀπαιδευσίας, οὔτ’ αὖ γιγνώσκοντα δι’ ἀνανδρίαν
καὶ δειλίαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ στόματος, οὑπερ τοὺς
 θεοὺς ἐπεκαλέσατο, μέλλων κρίνειν, ἐκ τούτου ψευδόμενον 
ἀποφαίνεσθαι ῥᾳθύμως τὴν κρίσιν· οὐ γὰρ
μαθητὴς, ἀλλὰ διδάσκαλος, ὥς γε τὸ δίκαιον, θεατῶν
τῶν μᾶλλον ὁ κριτὴς καθίζει, καὶ ἐναντιωσόμενος
τοῖς τὴν ἡδονὴν μὴ προσηκόντως μηδὲ ὀρθῶς ἀποδιδοῦσι
 δεαταῖς.“

Καὶ παρ’ Ἑβραίοις τὸ παλαιὸν οὐ τοῦ πλήθους
ἦν τὸ κρίνειν τοὺς ἐκ θείου πνεύματος προφερομένους
λόγους καὶ τἀς ἐνθέους ᾠδὰς, ἀλλ’ ἦσαν
βραχεῖς καὶ σπάνιοι, μέτοχοι καὶ αὐτοὶ θείου πνεύματος
 διακριτικοῦ τῶν λεγομένων, οἶς καὶ μόνοις 
ἐξῆν ἐγκρίνειν καὶ ἀφιεροῦν τὰς προφητῶν βίβλους,
τὰς δὲ τῶν μὴ τοιούτων ἀποδοκιμάζειν.

“Καὶ ὅπερ ὁ λόγος ἐν ἀρχαῖς ἐβουλήθη, ὁ
τὴν τῷ τοῦ Διονύσου χορῷ βοήθειαν ἐπιδεῖξαι καλως
 λεγομένην, εἰς δύναμιν εἴρηκε. σκοπώμεθα
δὴ εἰ τοῦθ’ οὕτω γέγονε. θορυβώδης μέν που ὁ
ξύλλογος ὁ τοιοῦτος ἐξ ἀνάγκης προιούσης τῆς πόσεως
ἔτι μᾶλλον ἀεὶ ξυμβαίνει γενόμενος, ὅπερ ὑπεθέμεθα
κατ’ ἀρχὰς ἀναγκαῖον εἶναι γίνεσθαι περὶ
 τῶν νῦν λεγομένων. 
 

 
 Ἀνάγκη.

Πᾶς δέ γε αὐτὸς αὑτοῦ κουφότερος αἴρεται
καὶ γέγηθέ τε καὶ παρρησίας ἐμπίμπλαται καὶ ἀνηκουστίας
 ἐν τῷ τοιούτῳ τῶν πέλας, ἄρχων δ’ ἱκανὸς
ἀξιοῖ αὑτοῦ τε καὶ τῶν ἄλλων γεγονέναι. 
 Τί μήν ;

Οὐκοῦν ἔφαμεν, ὅταν γίνηται ταῦτα, καθάπερ
 σίδηρον, τὰς ψυχὰς τῶν πινόντων διαπύρους
γινομένας μαλακωτέρας γίνεσθαι καὶ νεωτέρας, ὥστ’
εὐαγώγους ξυμβαίνειν τῷ δυναμένῳ τε καὶ επισταμένῳ 
παιδεύειν τε καὶ πλάττειν, καθάπερ ὅτ’ ἦσαν
νέαι;

τοῦτον δὲ εἶναι τὸν πλάστην τὸν αὐτὸν,
ὥσπερ τότε, τὸν ἀγαθὸν νομοθέτην, οὗ νόμους εἷναι
δεῖ συμποτικοὺς, δυναμένους τὸν εὔελπιν καὶ θαρ-
ραλέον ἐκεῖνον γινόμενον καὶ ἀναισχυντότερον τοῦ 
δέοντος, καὶ οὐ θέλοντα τάξιν καὶ τὸ κατὰ μέρος σιγῆς
 καὶ λόγου καὶ πόσεως καὶ μούσης ὑπομένειν,
ἐθέλειν ποιεῖν πάντα τούτοις τἀναντία, καὶ εἰσιόντι
τῷ μὴ καλῷ θάρρει τὸν κάλλιστον διαμαχόμενον φόβον
εἰσπέμπειν οἵους τε εἶναι μετὰ δίκης, ὃν αἰδῶ 
τε καὶ αἰσχύνην θεῖον φόβον ὠνομάκαμεν. 
 Ἔστι ταῦτα. 
 Τούτων δέ γε τῶν νόμων εἶναι νομοφύλακας
καὶ συνδημιουργοὺς αὐτοῖς τοὺς ἀθορύβους καὶ νήφοντας.”

Εἰκότως τοιγαροῦν καὶ ἡμῖν αὐτοῖς ἐν τοῖς
συμποσίοις ᾠδὰς καὶ ὕμνους εἰς θεὸν πεποιημένους
ᾄδειν παραδέδοται, τοῦ προσήκοντος κόσμου τῶν παρ’
ἡμῖν φυλάκων ἐπιμελομένων.

Εἰ μέν τις πόλις, ὡς οὔσης σπουδῆς, τῷ 
 

 
ἐπιτηδεύματι τῷ νῦν εἰρημένῳ χρήσεται μετὰ νόμων
καὶ τάξεως, ὡς τοῦ σωφρονεῖν εἵνεκα μελέτη χρωμένη,
καὶ τῶν ἄλλων ἡδονῶν μὴ ἀφέξεται ὡσαύτως
καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, τοῦ κρατεῖν αὐτῶν ἕνεκα 
 μηχανωμένη , τοῦτον μὲν τὸν τρόπον ἅπασι τούτοις
χρηστέον· εἰ δ᾿ ὡς παιδιᾷ τε, καὶ ἐξέσται τῷ βουλομένω,
καὶ ὅταν βούληται, καὶ μεθ᾿ ὧν ἂν βούληται,
πίνειν μετ᾿ ἐπιτηδευμάτων ὡντινωνοῦν ἄλλων, οὐκ
ἂν τιθείμην ταύτην τὴν ψῆφον, ὡς δεῖ ποτὲ μέθῃ
 χρῆσθαι ταύτην τὴν πόλιν ἢ τοῦτον τὸν ἄνδρα, ἀλλ᾿
ἔτι μᾶλλον τῆς Κρητῶν καὶ Λακεδαιμονίων χρείας
προσθείμην ἂν τῷ Καρχηδονίων νόμῳ, μηδέποτε μηδένα
ἐπὶ στρατοπέδου γεύεσθαι τούτου τοῦ πόματος,
ἀλλ᾿ ὑδροποσίαις συγγίνεσθαι τοῦτον τὸν χρόνον
 ἅπαντα , καὶ κατὰ πόλιν μήτε δοῦλον μήτε δούλην
γεύεσθαι μηδέποτε, μηδὲ ἄρχοντας τοῦτον τὸν ἐνιαυτὸν
ὃν ἂν ἄρχωσι, μηδ᾿ αὖ κυβερνήτας μηδὲ δικαστάς
ἐνεργοὺς ὄντας οἴνου γεύεσθαι τὸ παράπαν, μηδὲ 
ὅστις βουλευσόμενος εἰς βουλὴν ἀξίαν τινὰ λόγου
 συνέρχεται, μηδέ γε μεθ᾿ ἡμέραν μηδένα τὸ παράπαν,
εἰ μὴ σωμασκίας ἢ νόσων ἕνεκα, μηδ᾿ αὖ νύκτωρ,
ὅταν ἐπινοῇ τις παῖδας ποιεῖσθαι ἀνὴρ ἢ καὶ γυνή.
καὶ ἄλλα δὲ πάμπολλα ἄν τις λέγοι, ὡς τοῖς νοῦν τε
καὶ νόμον ἔχουσιν ὀρθὸν οὐ ποτέος οἶνος, ὥστε κατὰ
 τὸν λόγον τοῦτον οὐδ᾿ ἀμπελώνων ἂν πολλῶν δέοι
οὐδ’ ᾗτινι πόλει, τακτὰ δὲ τἄλλα ἂν εἴη γεωργήματα
καὶ πᾶσα ἡ δίαιτα.”

Καὶ Μωσῆς δὲ προλαβὼν μὴ δεῖν τοὺς ἱερέας
οἴνου ἀπογεύεσθαι κατὰ τὸν τῆς ἱερουργίας καιρὸν,
 νομοθετεῖ φάσκων “καὶ ἐλάλησε κύριος τῷ Ἀαρὼν,
λέγων, οἶνον καὶ σίκερα οὐ πίεσθε σὺ καὶ οἷ υἱοί
σου μετὰ σοῦ, ἡνίκα ἂν εἰσπορεύησθ᾿ εἰς τὴν σκη-

 
νῆν του μαρτυρίου, ἡ προσπορευομένων ὑμῶν πρὸς
τὸ θυσιαστήριον, καὶ οὐ μὴ ἀποθάνητε· νόμιμον
αἰώνιον εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν. ὁ δὲ αὐτὸς καὶ τοῖς
εὐχὴν εὐχομένοις νομοθετεῖ λέγων “ ἀνὴρ ἢ γυνὴ,
ὃς ἂν μεγάλως εὔξηται εὐχὴν, ἀφαγνίσασθαι ἁγνείαν 
 κυρίῳ, ἀπὸ οἴνου καὶ σίκερα ἁγνισθήσεται ’ καὶ ὄξος
ἐξ οἴνου, καὶ ὄξος ἐκ σίκερα οὐ πίεται. ’ ἀλλὰ καὶ
Σολομῶν τοὺς ἄρχοντας καὶ τοὺς δικαστὰς εἴργει τῆς
χρήσεως, λέγων “ μετὰ βουλῆς πάντα ποίει, μετὰ βουλῆς
 οἰνοπότει. οἶ δυνάσται θυμώδεις εἰσὶν, οἶνον 
μὴ πινέτωσαν, ἔνα μὴ πιόντες ἐπιλάθωνται τῆς σοφίας
καὶ τῶν πόνων. καὶ ὁ ἀπόστολος δὲ νόσων
ἕνεκα ἐπιτρέπει Τιμοθέῳ λέγων “ ὀλίγῳ οἴνῳ χρῶ
διὰ τὸν στόμαχόν σου καὶ τὰς πυκνάς σου ἀσθενείας.”

“ Εἰ τοίνυν ἄκροις εἰς φιλοσοφίαν πόλεως
τις ἀνάγκη ἐπιμεληθῆναι ἢ γέγονεν ἐν τῷ ἀπείρῳ
τῷ παρεληλυθότι χρόνῳ ἢ καὶ νῦν ἐστιν ἔν τινι βαρ-
βαρικῷ τόπῳ, πόρρω που ἐκτὸς ὄντι τῆς ἡμετέρας
ὄψεως, ἢ καὶ ἔπειτα γενήσεται, περὶ τούτου ἕτοιμοι 
τῷ λόγῳ διαμάχεσθαι, ὡς γέγονεν ἡ εἰρημένη πολιτεία,
 καὶ ἔστι, καὶ γενήσεταί γε, ὅταν αὐτὴ ἡ Μοῦσα
πόλεως ἐγκρατὴς γένηται. οὐ γὰρ ἀδύνατος γενέσθαι,
οὐδ’ ἡμεῖς ἀδύνατα λέγομεν.”

“ Αὐτῷ δὲ πρὸς ἑαυτὸν πότερον ὡς πολεμίῳ 
πρὸς πολέμιον διανοητέον, ἢ πῶς ἔτι λέγομεν; 
 Ω ξένε Ἀθηναῖε, οὐ γάρ οὐ ἐθέλοιμ’
ἂν προσαγορεύειν· δοκεῖς γάρ μοι τῆς θεοῦ ἐπωνυμίας
ἄξιος εἶναι μᾶλλον ἐπονομάζεσθαι·) τὸν γὰρ
λόγον ἐπ’ ἀρχὴν ὀρθῶς ἀναγαγὼν σαφέστερον ἐποίηΕἰ 
 
 

 
σὰς, ὥστε ῥᾷον ἀνευρήσεις ὅτι νῦν δὴ ὀρθῶς ὑφ’
ἡμῶν ἐρρέθη τὸ πολεμίους εἶναι πάντας πᾶσι δημοσίᾳ
τε καὶ ἰδίᾳ ἑκάστους αὐτοὺς σφίσιν αὐτοῖς.

Πῶς εἴρηκας, ὠ θαυμάσιε; 
 Κἀνταῦθα, ὠ ξένε, τὸ νικᾶν αὐτὸν ἑαυτὸν πασῶν
νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη, τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν
ὑφ’ ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον.
ταῦτα γὰρ ὡς πολέμου ἐν ἑκάστοις ἡμῶν
ὄντος πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς σημαίνει.”

Καὶ μεθ’ ἕτερα τούτοις προστίθησι λέγων 
 Οὐκοῦν ἔνα μὲν ἡμῶν ἕκαστον αὐτὸν τιθῶμεν; 
 Ναί. 
 Δύο δὲ κεκτημένον ἐν αὑτῷ ξυμβούλω ἐναντίω
τε καὶ ἄφρονε, ὣ προσαγορεύομεν ἡδονὴν καὶ λύπην; 
 
 Ἐστι ταῦτα. 
 Πρὸς δὲ τούτοιν ἀμφοῖν αὖ δόξας μελλόντων, 
οἶν κοινὸν μὲν ὄνομα ἐλπὶς, ἴδιον δὲ φόβος μὲν ἡ
πρὸ λύπης ἐλπὶς, θάρρος δὲ ἡ πρὸ τοῦ ἐναντίου.
 ἐπὶ δὲ πᾶσι τούτοις λογισμὸς ὅ τί ποτ’ αὐτῶν ἄμεινον
ἢ χεῖρον, ὃς γενόμενος δόγμα πόλεως κοινὸν νόμος
ἐπωνόμασται.”

Καὶ ἐξῆς φησιν 
 “ Τόδε δ’ ἴσμεν, ὅτι ταῦτα τὰ πάθη ἐν ἡμῖν οἷον
 νεῦρα ἢ σμήρινθοί τινες ἐνοῦσαι σπῶσί τε ἡμὰς καὶ
ἀλλήλαις ἀνθέλκουσιν ἐναντίαι οὖσαι ἐπ’ ἐναντίας
πράξεις, οὗ δὴ διωρισμένη ἀρετὴ καὶ κακία κεῖται.
μιᾷ γάρ φησιν ὁ λόγος δεῖν τῶν ἕλξεων ξυνεπόμενον
ἀεὶ καὶ μηδαμῆ ἀπολειπόμενον ἐκείνης ἀνθέλκειν
 τοῖς ἄλλοις νεύροις ἕκαστον, ταύτην δ’ εἶναι τὴν τοῦ
 

 
 λογισμοῦ ἀγωγὴν χρυσῆν καὶ ἱερὰν, τῆς πόλεως κοινὸν
νόμον ἐπικαλουμένην, ἄλλας δὲ σκληρὰς καὶ σιδηρᾶς,
τὴν δὲ μαλακὴν ἅτε χρυσῆν οὖσαν, τὰς δὲ
ἄλλας παντοδαποῖς εἴδεσιν ὁμοίας· δεῖν δὲ τῇ καλλίστῃ
ἀγωγῇ τοῦ νόμου ἀεὶ ξυλλαμβάνειν· ἅτε γὰρ τοῦ 
λογισμοῦ καλοῦ μὲν ὄντος, πράου τε καὶ οὐ βιαίου,
δεῖσθαι ὑπηρετῶν αὐτοῦ τὴν ἀγωγὴν, ὅπως ἂν ἐν
ἡμῖν τὸ χρυσοῦν γένος νικᾷ τὰ ἄλλα γένη. καὶ οὕτω
δὴ περὶ θαυμάτων ὡς ὄντων ἡμῶν μῦθος ἀρετῆς σεσωσμένος
ἂν εἴη, καὶ τὸ κρείττω ἑαυτοῦ καὶ ἥττω 
 εἶναι τρόπον τινὰ φανερὸν ἂν γένοιτο μᾶλλον ὃ νοεῖ,
καὶ ὅτι πόλιν καὶ ἰδιώτην, τὸν μὲν λόγον ἀληθῆ λαβόντα
ἐν ἑαυτῷ περὶ τῶν ἕλξεων τούτῳ ἑπόμενον δεῖ
 ζῆν

πόλιν δὲ ἢ παρὰ θεῶν τινὸς ἢ παρ’ αὐτοῦ τούτου
γνόντος ταῦτα λόγον παραλαβοῦσαν, νόμον θεμένην, 
αὑτῇ τε ὁμιλεῖν καὶ ταῖς ἄλλαις πόλεσιν·
οὕτω κακία δὴ καὶ ἀρετὴ σαφέστερον ἡμῖν διηρθρωμένον
ἂν εἴη.”

Καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ θεῖος τὰ ὅμοια διδάσκει λόγος
 φάσκων “ συνήδομαι δὲ τῷ νόμῳ τοῦ θεοῦ κατὰ 
τὸν ἔσω ἄνθρωπον, βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς
μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός
μου.’ καὶ πάλιν “ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν
κατηγορούντων, ἢ καὶ ἀπολογουμένων,” ὅσα τε ἄλλα
τούτοις παραπλήσια.

“ Μεμνήμεθά γε μὴν ὁμολογήσαντες ἐν
τοῖς πρόσθεν ὡς εἰ ψυχὴ φανείη πρεσβυτέρα τοῦ σώματος
οὖσα, καὶ τὰ ψυχῆς τῶν τοῦ σώματος ἔσοιτο
πρεσβύτερα. 
 Πάνυ μὲν οὖν. 
 

 
 Τρόποι δὲ καὶ ἤθη καὶ βουλήσεις καὶ λογισμοὶ
καὶ δόξαι ἀληθεῖς ἐπιμέλειαί τε καὶ μνῆμαι πρότερα
μήκους σωμάτων καὶ πλάτους καὶ βάθους καὶ ῥώμης
εἴη γεγονότα ἂν, εἴπερ καὶ ψυχὴ σώματος. 
 Ἀνάγκη.

Ἄρ’ οὖν τὸ μετὰ τοῦτο ὁμολογεῖν ἀναγκαῖον, 
τῶν τε ἀγαθῶν αἰτίαν εἶναι ψυχὴν καὶ τῶν κακῶν
καὶ καλῶν καὶ αἰσχρῶν δικαίων τε καὶ ἀδίκων καὶ
πάντων τῶν ἐναντίων, εἴπερ τῶν πάντων γε αὐτὴν
 θήσομεν αἰτίαν; ” 
 Καὶ ταῦτα δὲ ἀπὸ τοῦ δεκάτου τῶν Νόμων προκείδθω.
συνᾴδει δὲ αὐτοῖς ὁ Μώσης πολλάκις ἐν
τοῖς νόμοις εἰπὼν “ καὶ ἐὰν ψυχὴ ἁμάρτῃ καὶ ποιήσῃ
πλημμέλημα·” καὶ ὅσα τούτοις ἐμφερῶς εἴρηται παρ’
 ἀυτῶ.

Τῆς παρ’ Ἑβραίοις γραφῆς περὶ τοῦ 
σπουδῇ φιλοσοφοῦντος φασκούσης “ ἀγαθὸν ἀνδρὶ
ὅταν ἄρῃ ζυγὸν ἐν νεότητι αὐτοῦ· καθήσεται κατὰ
μόνας, καὶ σιωπήσεται ὅτι ᾖρεν ἐφ’ ἑαυτῷ· καὶ
 περὶ τῶν θεοφιλῶν προφητῶν, ὡς ἄρα δι’ ἀκρότητα
φιλοσοφίας ἐν ἐρημίαις καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις διῆγον, 
πρὸς μόνῳ τῷ θεῷ τὴν διάνοιαν ἔχοντες, ἐπάκουσον
τοῦ Πλάτωνος ὅπως καὶ αὐτὸς τὸν τοιόνδε
τοῦ βίου τρόπον ἐκθειάζει, ὧδέ πη περὶ τοῦ ἄκρως
 φιλοσοφοῦντος διεξιών

“ Λέγωμεν δὴ, ὡς ἔοικεν, ἐπεὶ σοί γε δοκεῖ,
περὶ τῶν κορυφαίων· τί γὰρ ἄν τις τούς γε φαύλως
διατρίβοντας ἐν φιλοσοφίᾳ λέγοι; οὗτοι δέ που ἐκ
νέων πρῶτον μὲν εἰς ἀγορὰν οὐκ ἴσασι τὴν ὁδὸν,
 οὐδὲ ὅπου δικαστήριον, ἢ βουλευτήριον, ἤ τι κοινὸν
 

 
 ἄλλο τῆς πόλεως συνέδριον· νόμους δὲ καὶ ψηφίσματα
λεγόμενα ἢ γεγραμμένα οὔθ’ ὁρῶσιν οὔτ’
ἀκούουσι. σπουδαὶ δὲ ἑταιρειῶν ἐπ’ ἀρχὰς καὶ σύνοδοι
καὶ δεῖπνα καὶ σὺν αὐλητρίσι κῶμοι, οὐδὲ ὄναρ
πράττειν προσίσταται αὐτοῖς.

εὖ δὲ ἢ κακῶς τί 
γέγονεν ἐν πόλει, ἢ τί τῳ κακόν ἐστιν ἐκ προγόνων
γεγονὸς ἢ πρὸς ἀνδρῶν ἢ γυναικῶν, μᾶλλον αὐτὸν
λέληθεν ἢ οἶ τῆς θαλάσσης λεγόμενοι χόες. καὶ
ταῦτα πάντα οὐδ’ ὅτι οὐκ οἶδεν οἶδεν· οὐδὲ γὰρ αὐτῶν
ἀπέχεται τοῦ εὐδοκιμεῖν χάριν , ἀλλὰ τῷ ὄντι τὸ 
σῶμα μόνον ἐν τῇ πόλει κεῖται αὐτοῦ καὶ ἐπιδημεῖ ·
ἡ δὲ διάνοια, ταῦτα πάντα ἡγησαμένη σμικρὰ καὶ
οὐδὲν, ἀτιμάσασα πανταχῆ πέταται, κατὰ Πίνδαρον,
τά τε γᾶς ὑπένερθε καὶ τὰ ἐπίπεδα γεωμετροῦσα,
 οὐρανοῦ τε ὕπερ ἀστρονομοῦσα, καὶ πᾶσαν πάντη 
φύσιν ἐρευνωμένη τῶν ὄντων ἑκάστου ὅλου, εἰς τῶν
ἐγγὺς οὐδὲν ἑαυτὴν συγκαθιεῖσα.

Πῶς τοῦτο λέγεις, ὢ Σώκρατες; 
 Ὥσπερ καὶ Θαλῆν ἀστρονομοῦντα, ὠ Θεόδωρε,
καὶ ἄνω βλέποντα, πεσόντα εἰς φρέαρ Θρᾷττά τ’ ἲς 
ἐμμελὴς καὶ χαρίεσσα θεραπαινὶς ἀποσκῶψαι λέγεται,
ὡς τὰ μὲν ἐν οὐρανῷ προθυμοῖτο εἰδέναι, τὰ δὲ
 ἔμπροσθεν αὐτοῦ καὶ παρὰ πόδας λανθάνοι αὐτόν.

ταὐτὸν δὲ ἀρκεῖ σκῶμμα ἐπὶ πάντας ὅσοι ἐν φιλοσοφίᾳ
διάγουσι. τῷ γὰρ ὄντι τὸν τοιοῦτον ὁ μὲν πλησίον 
καὶ ὁ γείτων λέληθεν, οὐ μόνον ὅ τι πράττει,
ἀλλ’ ὀλίγου καὶ εἰ ἄνθρωπός ἐστιν ἤ τι ἄλλο θρέμμα.
τί δέ ποτ’ ἐστὶν ἄνθρωπος, καὶ τί τῇ τοιαύτῃ φύσει
προσήκει διάφορον τῶν ἄλλων ποιεῖν ἢ πάσχειν, ζητεῖ
τε καὶ πράγματα ἔχει διερευνώμενος. μανθάνεις 
γάρ που, ὠ Θεόδωρε, ἢ οὔ;

Ἔγωγε, καὶ ἀληθῆ λέγεις. 

 
 Τοιγάρτοι, ὠ φίλε, ἰδίᾳ τε συγγιγνόμενος ὁ τοιοῦτος
ἑκάστῳ καὶ δημοσίᾳ, ὅπερ ἀρχόμενος ἔλεγον,
ὅταν ἐν δικαστηρίῳ ἤ που ἄλλοθι ἀναγκασθῇ περὶ
τῶν παρὰ πόδας καὶ τῶν ἐν ὀφθαλμοῖς διαλέγεσθαι,
 γέλωτα παρέχει οὐ μόνον Θρᾴτταις, ἀλλὰ καὶ τῷ
ἄλλῳ ὄχλῳ, εἰς φρέατά τε καὶ πᾶσαν ἀπορίαν ἐμπίπτων
ὑπὸ ἀπειρίας, καὶ ἡ ἀσχημοσύνη δεινὴ, δόξαν
ἀβελτερίας παρεχομένη.

ἴν τε γὰρ ταῖς λοιδορίαις
ἴδιον ἔχει οὐδὲν οὐδένα λοιδορεῖν, ἅτε οὐκ εἰδὼς
 κακὸν οὐδὲν οὐδενὸς ἐκ τοῦ μὴ μεμελετηκέναι· 
ἀπορῶν οὖν γελοῖος φαίνεται· ἔν τε τοῖς ἐπαίνοις καὶ
ταῖς τᾶν ἄλλων μεγαλαυχίαις οὐ προσποιήτως, ἀλλὰ
τῷ ὄντι γελῶν ἔνδηλος γιγνόμενος ληρώδης δοκεῖ
εἶναι.

τύραννόν τε γὰρ ἢ βασιλέα ἐγκωμιαξόμενον
 ἔνα τῶν νομέων, οἷον συβώτην ἢ ποιμένα ἤ τινα
βουκόλον, ἡγεῖται ἀκούειν εὐδαιμονιζόμενον πολὺ
βδάλλοντα· δυσκολώτερον δὲ ἐκείνων ζῷον καὶ ἐπιβουλότερον
ποιμαίνειν τε καὶ βδάλλειν νομίζει αὐτούς·

ἄγροικον δὲ καὶ ἀπαίδευτον ὑπὸ ἀσχολίας
 οὐδὲν ἧττον τῶν νομέων τὸν τοιοῦτον ἀναγκαῖον
γίγνεσθαι, σηκὸν ἐν ὄρει τὸ τεῖχος περιβεβλημένον.
γῆς δὲ ὅταν μυρία πλέθρα ἢ ἔτι πλείω ἀκούσῃ, ὅστις 
ἄρα κεκτημένος θαυμαστὰ πλήθη κέκτηται, πάνσμικρα
δοκεῖ ἀκούειν, εἰς ἅπασαν εἰωθὼς τὴν γῆν βλέπειν.

τὰ δὲ δὴ γένη ὑμνούντων, ὡς γενναῖός
τις ἑπτὰ πάππους πλουσίους ἔχων ἀποφῆναι, παντάπασιν
ἀμβλὺ καὶ ἐπὶ σμικρὸν ὁρώντων ἡγεῖται τὸν
ἔπαινον, ὑπὸ ἀπαιδευσίας οὐ δυναμένων εἰς τὸ πᾶν
ἀεὶ βλέπειν, οὐδὲ λογίζεσθαι ὅτι πάππων καὶ προγόνων
 μυριάδες ἑκάστῳ γεγόνασιν ἀναρίθμητοι, ἐν αἷς 
πλούσιοι καὶ πτωχοὶ καὶ βασιλεῖς καὶ δοῦλοι βάρβα-
ροί τε Ἕλληνες πολλάκις μυρίοι γεγόνασιν ὁτῳοῦν,

 
ἀλλ’ ἐπὶ πέντε καὶ εἴκοσι καταλόγῳ προγόνων σεμνυ-
νομένων, ἢ καὶ ἀναφερόντων εἰς Ἡρακλέα τὸν Ἀμφιτρύωνος,
ἄτοπα αὐτῷ καταφαίνεται τῆς σμικρολογίας,
ὅτι δὲ ὁ ἀπ’ Ἀμφιτρύωνος εἰς τὸ ἄνω πεντεκαιεικοστὸς
τοιοῦτος ἢν, οἴα συνέβαινεν αὐτῷ τύχῃ, καὶ ὁ 
πεντηκοστὸς ἀπ’ αὐτοῦ γελᾷ, οὐ δυναμένων λογίζεσθαί
τε καὶ χαυνότητα ἀνοήτου ψυχῆς ἀπαλλάττειν.

ἐν ἅπασι δὴ τούτοις ὁ τοιοῦτος ὑπὸ τῶν πολλῶν
 καταγελᾶται, τὰ μὲν ὑπερηφάνως ἔχων, ὡς δοκεῖ, τὰ
δ’ ἐν ποσὶν ἀγνοῶν τε καὶ ἐν ἑκάστοις ἀπορῶν. 
 Παντάπασι τὰ γιγνόμενα λέγεις, ὠ Σώκρατες.

Ὅταν δέ γε τινὰ αὐτὸς, ὦ φίλε, ἑλκύσῃ ἄνω,
καὶ ἐθελήσῃ τις αὐτῷ ἐκβῆναι ἐκ τοῦ, τί ἐγώ σε
ἀδικῶ ἢ σὺ ἐμέ,. εἰς σκέψιν αὖ τῆς δικαιοσύνης τε
καὶ ἀδικίας, τί τε ἑκάτερον αὐτοῖν καὶ τί τῶν πάντων 
ἢ ἀλλήλων διαφέρετον, ἢ ἐκ τοῦ εἰ βασιλεὺς
εὐδαίμων κεκτημένος τε αὖ πολὺ χρυσίον, ἢ βασιλείας
d πέρι καὶ ἀνθρωπίνης ὅλως εὐδαιμονίας καὶ
ἀθλιότητος ἐπίσκεψιν, ποίω τέ τινε ἐστὸν καὶ τίνα
τρόπον ἀνθρώπου φύσει προσήκει τὸ μὲν κτήσασθαι 
αὐτοῖν, τὸ δὲ ἀποφυγεῖν· περὶ πάντων τούτων ὅταν
αὖ δέῃ λόγον διδόναι τὸν σμικρὸν ἐκεῖνον τὴν ψυχὴν
 καὶ δριμὺν καὶ δικανικὸν, πάλιν αὖ ἀντίστροφα ἀποδίδωσιν·
ἰλιγγιῶν τε ἀπὸ ὑψηλοῦ κρεμασθεὶς καὶ
βλέπων μετέωρος ἄνωθεν ὑπὸ ἀηθείας ἀδημονῶν τε 
καὶ ἀπορῶν καὶ βαρβαρίζων γέλωτα Θρᾴτταις μὲν οὐ
παρέχει, οὐδ’ ἄλλῳ ἀπαιδεύτῳ οὐδενὶ, οὐ γὰρ αἰσθάνονται,
τοῖς δ’ ἐναντίως ἢ ὡς ἀνδραπόδοις τραφεῖσι
πᾶσιν.

οὗτος δὴ ἑκατέρου τρόπος, ὠ Θεόδωρε,
 ὁ μὲν τῷ ὄντι ἐν ἐλευθερίᾳ τε καὶ σχολῇ τεθραμμένου, 
ὃν δὴ φιλόσοφον καλεῖς, ᾧ ἀνεμέσητον εὐήθει
δοκεῖν καὶ οὐδενὶ εἶναι, ὅταν εἰς δουλικὰ ἐμπέσῃ

 
διακονήματα, οἶον στρωματόδεσμον μὴ ἐπισταμένου
συσκευάσασθαι, μηδὲ ὄψον ἡδῦναι, ἢ θῶπας λόγους ·
ὁ δ’ αὖ τὰ μὲν τοιαῦτα πάντα δυναμένου τορῶς τε
καὶ ὀξέως διακονεῖν, ἀναβάλλεσθαι δὲ οὐκ ἐπισταμένου
 ἐπὶ δεξιὰ ἐλευθέρως, οὐδ’ ἁρμονίαν λόγων
λαβόντος ὀρθῶς ὑμνῆσαι θεῶν τε καὶ ἀνδρῶν εὐδαιμόνων
βίον ἀληθῆ.

Εἰ πάντας, ὠ Σώκρατες, πείθοις ἃ λέγεις
ὥσπερ ἐμὲ, πλείων ἂν εἰρήνη καὶ κακὰ ἐλάττω κατ’
 ἀνθρώπους εἴη. 
 Ἀλλ’ οὔτ’ ἀπολέσθαι τὰ κακὰ δυνατὸν, ὠ Θεό-
δωρε· ὑπεναντίον γάρ τι τῷ ἀγαθῷ ἀεὶ εἶναι ἀνάγκη·
οὔτ’ ἐν θεοῖς αὐτὰ ἱδρῦσθαι, τὴν δὲ θνητὴν
φύσιν καὶ τόνδε τὸν τόπον περιπολεῖ ἐξ ἀνάγκης.

διὸ καὶ πειρᾶσθαι χρὴ ἐνθένδε ἐκεῖσε φεύγειν
ὅτι τάχιστα. φυγὴ δὲ ὁμοίωσις θεῷ κατὰ τὸ δυνατόν·
ὁμοίωσις δὲ δίκαιον καὶ ὅσιον μετὰ φρονήσεως γενέσθαι.
ἀλλὰ γὰρ, ὠ ἄριστε, οὐ πάνυ τι ῥᾴδιον πεῖσαι 
ὡς ἄρα οὐχ ὧν ἕνεκα οἶ πολλοί φασι δεῖν πονηρίαν
 μὲν φεύγειν, ἀρετὴν δὲ διώκειν, τούτων χάριν
τὸ μὲν ἐπιτηδευτέον, τὸ δ’ οὒ, ἔνα δὴ μὴ κακὸς καὶ
ἵνα ἀγαθὸς δοκῆ εἶναι.

ταῦτα μὲν γάρ ἐστιν ὁ
λεγόμενος γραῶν ὕθλος, ὧς ἐμοὶ φαίνεται· τὸ δὲ
ἀληθὲς ὧδε λέγομεν. θεὸς οὐδαμή οὐδαμῶς ἄδικος,
 ἀλλ’ ὡς οἷόν τε δικαιότατος, καὶ οὐκ ἐστιν αὐτῷ
ὁμοιότερον οὐδὲν ἢ ὃς ἂν ἡμῶν αὖ γένηται ὅτι δικαιότατος.
περὶ τούτου καὶ ἡ ὡς ἀληθῶς δεινότης
ἀνδρὸς καὶ ἡ οὐδένειά τε καὶ ἡ ἀνανδρία.

ἡ μὲν
γὰρ τούτου γνῶσις σοφία καὶ ἀρετὴ ἀληθινὴ, ἡ δὲ 
 ἄγνοια ἀμαθία καὶ κακία ἐναργής· αἱ δ’ ἄλλαι δεινότητές
νότητές τε δοκοῦσαι καὶ σοφίαι ἐν μὲν πολιτικαῖς
δυναστείαις γιγνόμεναι φορτικαὶ, ἐν δὲ τέχναις

 
βάναυσοι. τῷ οὖν ἀδικοῦντι καὶ ἀνόσια λέγοντι ἢ
πράττοντι μακρῷ ἄριστ’ ἔχει τὸ μὴ συγχωρεῖν δεινῷ
ὑπὸ πανουργίας εἶναι.

ἀγάλλονται γὰρ τῷ ὀνείδει,
καὶ οἴονται ἀκούειν ὅτι οὐ λῆροί εἰσι, γῆς ἄλλως
ἄχθη 5 ἀλλ’ ἄνδρες οἵους δεῖ ἐν πόλει τοὺς σωθησομένους. 
 λεκτέον οὖν τἀληθὲς, ὅτι τοσούτῳ μᾶλλόν
εἰσιν οἷοι οὐκ οἴονται, ὅτι οὐχὶ οἴονται. ἀγνοοῦσι
γὰρ ζημίαν ἀδικίας, ὃ δεῖ ἥκιστα ἀγνοεῖν. οὐ γάρ
ἐστιν ἣν δοκοῦσι, πληγαί τε καὶ θάνατοι, ὧν ἐνίοτε
πάσχουσιν οὐδὲν ἀδικοῦντες, ἀλλὰ ἣν ἀδύνατον ἐκφυγεῖν.

Τίνα δὴ λέγεις; 
 Παραδειγμάτων, ὠ φίλε, ἐν τῷ ὄντι ἑστώτων,
τοῦ μὲν θείου εὐδαιμονεστάτου, τοῦ δὲ ἀθέου ἀθλιωτάτου,
οὐχ ὁρῶντες ὅτι οὕτως ἔχει, ὑπὸ ἠλιθιότητός 
 τε καὶ τῆς ἐσχάτης ἀνοίας λανθάνουσι τῷ μὲν ὁμοιούμενοι
διὰ τὰς ἀδίκους πράξεις, τῷ δὲ ἀνομοιούμενοι·
οὑ δὴ τίνουσι δίκην, ζῶντες τὸν εἰκότα βίον
ᾧ ὁμοιοῦνται.

ἂν δὲ εἴπωμεν ὅτι, ἂν μὴ ἀπαλ-
λαγῶσι τῆς δεινότητος, καὶ τελευτήσαντας αὐτοὺς 
ἐκεῖνος μὲν ὁ τῶν κακῶν καθαρὸς τόπος οὐ δέξεται,
ἐνθάδε δὲ τὴν αὑτοῖς ὁμοιότητα διαγωγῆς ἀεὶ
ἕξουσι, κακοὶ κακοῖς συνόντες, ταῦτα δὴ καὶ παντάπασιν
ὡς δεινοὶ καὶ πανοῦργοι ἀνοήτων τινῶν ἀκούσονται.

Καὶ μάλα δὴ, ὠ Σώκρατες. 
 Οἶδά τοι, ὠ ἑταῖρε. ἓν μέντοι τι αὐτοῖς συμβέβηκεν,
ὅταν ἰδίᾳ λόγον δέῃ δοῦναί τε καὶ δέξασθαι
περὶ ὧν ψέγουσι, καὶ ἐθελήσωσιν ἀνδρικῶς πολὺν
χρόνον ὑπομεῖναι, καὶ μὴ ἀνάνδρως φυγεῖν, τότε 
 ἀτόπως, ὦ δαιμόνιε , τελευτῶντες οὐκ ἀρέσκουσιν
αὐτοὶ αὑτοῖς περὶ ὧν λέγουσι, καὶ ἡ ῥητορικὴ ἐκείνη

 
πως ἀπομαραίνεται, ὥστε παίδων μηδὲν δοκεῖν διαφέρειν.”

Καὶ παρ’ ἡμῖν περὶ πάσης τῆς ἐν ἀνθρώποις 
σοφιστείας εἴρηται “ ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου
 τούτου μωρία παρὰ τῷ θεῷ ἐστί. γέγραπται γὰρ,
ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν
συνετῶν ἀθετήσω. ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ
συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου ;”

ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ
δεῖν μηδὲν σμικρολόγον φρονεῖν τοὺς κατὰ θεὸν φιλοσοφοῦντας
 διδασκόμεθα ἐν οἷς εἴρηται “σκοπούντων
ἡμῶν οὐ τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα·
τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα
αἰώντα.”

καὶ περὶ τοῦ τὴν κακίαν περὶ γῆν καὶ τὸν 
θνητὸν βίον εἰλεῖσθαί φησί που ὁ θεῖος λόγος “ἐξαγοραζόμενοι
 τὸν καιρὸν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι.’
καὶ “ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς.” λέγει δὲ καὶ
ὁ προφήτης ‘’ ἀρὰ καὶ κλοπὴ καὶ μοιχεία καὶ φόνος κέχυται
ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ αἵματα ἐφ’ αἵμασι μίσγουσι.

περὶ δὲ τοῦ φεύγειν ἐνθένδε παρὰ τὸν θεὸν φησὶν
 ὁ Μώσης “ὀπίσω κυρίου τοῦ θεοῦ σου πορεύσῃ, καὶ
πρὸς αὐτὸν κολληθήσῃ. ” ὁ δ’ αὐτὸς μιμεῖσθαι τὸν 
θεὸν διδάσκει λέγων ‘ἅγιοι ἔσεσθε) ὅτι κύριος ὁ
θεὸς ἡμῶν ἅγιός ἐστι.”

δίκαιον δὲ καὶ ὁ Δαβὶδ
τὸν θεὸν εἰδὼς ἡμᾶς τε αὐτοὺς μιμητὰς γενέσθαι
 παρορμῶν φησι “δίκαιος κύριος, καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησεν.”
ὁ δ’ αὐτὸς πλούτου καταφρονεῖν ἐπαίδευσε
λέγων πλοῦτος ἐὰν ῥέῃ, μὴ προστίθεσθε καρδίαν.
καὶ”μὴ φοβοῦ ὅταν πλουτήσῃ ἄνθρωπος, καὶ ὅταν
πληθυνθῇ ἡ δόξα τοῦ οἴκου αὐτοῦ · ὅτι οὐκ ἐν τῷ
 ἀποθνήσκειν αὐτὸν λήψεται τὰ πάντα, οὐδὲ συγκαταβήσεται
αὐτῷ ἡ δόξα αὐτοῦ.”

ἀλλὰ μηδὲ τὰς ἐν 
ἀνθρώποις ἀρχὰς θαυμάζειν ἐδίδασκεν ἐν τούτοις

 
“μὴ πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας , ἐφ’ υἱοὺς ἀνθρώπων,
οἶς οὐκ ἔστι σωτηρία. ἐξελεύσεται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ,
καὶ ἀπελεύσεται εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ· ἐν ἐκείνῃ τῇ
ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ.”

“ Νομοθέτης δὲ οὗ τι καὶ σμικρὸν ὄφελος, 
εἰ καὶ μὴ τοῦτο ἦν οὕτως ἔχον, ὡς καὶ νῦν αὐτὸ ᾕρηχ’
ὁ λόγος ἔχειν, εἴπερ τι καὶ ἄλλο ἐτόλμησεν ἂν ἐπ’
ἀγαθῷ ψεύδεσθαι πρὸς τοὺς νέους, ἔστιν ὅ τι τούτου
ψεῦδος λυσιτελέστερον ἂν ἐψεύσατό ποτε καὶ δυνάμενον
μᾶλλον ποιεῖν μὴ βίᾳ, ἀλλ’ ἑκόντας πάντας 
πάντα τὰ δίκαια; 
 Καλὸν μένη ἀλήθεια, ὠ ξένε, καὶ μόνιμον· ἔοικε
μὴν οὐ ῥᾴδιον εἶναι πείθειν. ”

Μυρία δ’ ἂν εὕροις τοιαῦτα καὶ ἔν ταῖς Ἑβραίων
 γραφαῖς, ὡς ἂν περὶ θεοῦ ζηλοῦντος, ἢ ὑπνοῦντος, 
ἢ ὀργιζομένου, ἤ τισιν ἄλλοις ἀνθρωποπαθέσιν ἐνεχομένου
ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν δεομένων τοῦ τοιοῦδε τρόπου
παρειλημμένα.

Ἄρ’ οὖν ἡμῖν τά γε ἔμπροσθεν ὁμολογειται; 
 
 Τοῦ πέρι; 
 Τὸ δεῖν πάντα ἄνδρα καὶ παῖδα, ἐλεύθερον καὶ
δοῦλον, θῆλύν τε καὶ ἄρρενα, καὶ ὅλῃ τῇ πόλει ὅλην
 τὴν πόλιν αὐτὴν ἑαυτῇ ἐπᾴδουσαν μὴ παύεσθαί ποτε
 ταῦτα ἅ διεληλύθαμεν, ἁμωσγέπως ἀεὶ μεταβαλλόμενα 
καὶ πάντως παρεχόμενα ποικιλίαν, ὥστ’ ἀπληστίαν
εἶναί τινα τῶν ὕμνων τοῖς ᾄδουσι καὶ ἡδονήν. 
 Πῶς δ’ οὐκ ἂν ὁμολογοῖτ’ ἂν δεῖν ταῦτα οὕτω
πράττεσθαι;”

Καὶ ἐν τῷ πέμπτῳ δὲ τῆς Πολιτείας ὅμοια
τούτοις γράφει τάδε λέγων 
 “Οἶσθά τι οὖν ὑπ’ ἀνθρώπων μελετώμενον, ἐν
ᾧ οὐ πάντα ταῦτα τὸ τῶν ἀνδρῶν γένος διαφερόντως
 ἔχει ἢ τὸ τῶν γυναικῶν; ἢ μακρολογῶμεν τήν τε
ὑφαντικὴν λέγοντες καὶ τὴν τῶν ποπάνων τε καὶ
ἑψημάτων θεραπείαν, ἐν οἶς δή τι δοκεῖ τὸ γυναικεῖον
γένος εἶναι, οὗ καὶ καταγελαστότατόν ἐστι πάμπου
ἡττώμενον;

Ἀληθῆ ἔφη, λέγεις, ὅτι πολὺ 
 κρατεῖται ἐν ἅπασιν, ὡς ἔπος εἰπεῖν, τὸ γένος τοῦ
γένους· γυναῖκες μέντοι πολλαὶ πολλῶν ἀνδρῶν βελτόυς
εἰς πολλά· τὸ δὲ ὅλον ἔχει ὡς σὺ λέγεις. Οὐδὲν
ἄρα ἐστὶν, ὠ φίλε, ἐπιτήδευμα τῶν πόλιν διοικούντων
γυναικὸς διότι γυνὴ, οὐδ’ ἀνδρὸς , διότι ἀνὴρ,
 ἀλλ’ ὁμοίως διεσπαρμέναι αἶ φύσεις ἐν ἀμφοῖν τοῖν
ζῴοιν , καὶ πάντων μὲν μετέχει γυνὴ ἐπιτηδευμάτων
κατὰ φύσιν, πάντων δὲ ἀνὴρ, ἐπὶ πᾶσι δὲ ἀσθενέστερον
γυνὴ ἀνδρός.

Πάνυ γε. Ἤ οὖν ἀνδράσι
πάντα προστάξομεν, γυναικὶ δὲ οὐδέν; Καὶ πῶς;
 Ἀλλ’ ἔστι γὰρ, οἶμαι, ὡς φήσομεν, καὶ γυνὴ ἰατρικὴ,
ἡ δ’ οὒ, καὶ μουσικὴ, ἡ δ’ ἄμουσος φύσει. Τί μήν;
Καὶ γυμναστικὴ δὲ ἄρα οὐδὲ πολεμικὴ, ἡ δὲ ἀπόλεμος
καὶ οὐ φιλογυμναστική; Οἶμαι ἔγωγε. Τί δέ;
φιλόσοφός τε καὶ μισόσοφος; καὶ θυμοειδὴς, ἡ δὲ 
 ἄθυμός; Ἔστι καὶ ταῦτα.

Ἔστιν ἄρα καὶ φυλακικὴ
γυνὴ, ἡ δ’ οὔ· ἢ οὐ τοιαύτην καὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν
φυλακικῶν φύσιν ἐξελεξάμεθα., τοιαύτην μὲν οὖν.

Καὶ γυναικὸς ἄρα καὶ ἀνδρὸς ἡ αὐτὴ φύσις εἰς
φυλακὴν πόλεως, πλὴν ὅσῳ ἀσθενεστέρα, ἡ δὲ ἰσχυροτέρα
 ἐστί. Φαίνεται. Καὶ γυναῖκες ἄρα αἶ τοιαῦΟἶσθά
 

 
ται τοῖς τοιούτοις ἀνδράσιν ἐκλεκτέαι συνοικεῖν τε
καὶ ξυμφυλάττειν, ἐπείπερ εἰσὶν ἱκαναὶ καὶ ξυγγενεῖς
αὐτοῖς τὴν φύσιν.”

Εἰκότως ἄρα καὶ ὁ παρ᾿ ἡμῖν λόγος ὐποδέχεται
Πᾶν γένος οὐ μόνον ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ γυναικῶν, 
Οὐδ᾿ ἐλευθέρων καὶ δούλων μόνον, ἀλλὰ καὶ βαρβάρων
Καὶ ῾Ελλήνων, εἰς τὴν κατὰ θεὸν παιδείαν τε καὶ φιλοσοφίαν.

“Σκεψώμεθα δὴ πη τῇδε. Φέρε, εἴ τις
Αἰγῶν τροφὴν καὶ τὸ ζῷον αὐτὸ, κτῆμα ὡς ἔστι 
Καλὶν, ἐπαινοῖ, ἄλλος δέ τις ἑωρακὼς αἶγας χωρὰς
Νεμομένας αἰπόλου ἐν ἐργασίμοις χωρίοις δρώσας
Κακὰ διαψέγοι, καὶ πᾶν θρέμμα ἄναρχον ἢ μετὰ κακῶν
ἀρχόντων ἰδὼν οὔτων μέμφοιτο, τὸν τοιούτου
ψόγον ἡγούμεθα ὐγιὲς ἄν ποτε ψέξαι καὶ ὁτιοῦν; 
 Καὶ πῶς;” 
 Καὶ μετ᾿ ὀλίγα

Τί δὲ ἐπαινέτην ἢ ψέκτην κοινωνίας ἡστινοσοῦν, 
ᾗ πέφυκέ τε εἶναι ἄρχων μετ᾿ ἐκείνου τε ὠφέλιμός
ἐστιν· ὁ δὲ μήτε ἑωρακὼς εἴη ποτὲ ὀρθῶς αὐτὴν 
ἑαυτῇ κοινωνοῦσαν μετ᾿ ἄρχοντος, ἀεὶ δὲ ἄναρχον
ἢ μετὰ κακῶν ἀρχόντων ξυνοῦσαν· οἰόμεθα δή
ποτε τοὺς τοιούτους θεωροὺς τῶν τοιούτων κοινωνιῶν 
χρηστόν τι ψέξειν ἢ ἐπαινεῖσθαι; 
 Πῶς δ᾿ ἄν;”

Οὐ δὴν χρὴ καὶ παρ᾿ ἡμῖν εἴ τινες φαίνοιντο
Δίχα προστάτου καὶ ἄρχοντος, ἢ μετὰ κακῶν ἀρχόντων
Δρῶντες καὰ ψέγειν τὸ πᾶν ἡμῶν διδασκαλεῖον,
Μᾶλλον δὲ ἀπὸ τῶν ὀρθῶς μετιόντων τὸ θεοσεβὲς
Πολίτευμα θαυμάζειν.

Ἐν ταῖς Παροιμίαις Σολομῶνος συντόμως 
φερομένου τοῦ “μνήμη δικαίων μετ’ ἐγκωμίων, 
ὄνομα δὲ ἀσεβῶν σβέννυται · ” καὶ πάλιν εἰρημένου
τοῦ “μὴ μακαρίσῃς ἄνδρα πρὸ τελευτῆς αὐτοῦ,’ ἐπάκουσον b
 ὅπως τὴν διάνοιαν ἑρμηνεύει λέγων ὁ Πλάτων
ἐν τῷ ἑβδόμῳ τῶν Νόμων·

Τῶν πολιτῶν ὁπόσοι τέλος ἔχοιεν τοῦ βίου
κατὰ σώματα ἢ κατὰ ψυχὰς ἔργα ἐξειργασμένοι καλὰ
καὶ ἐπίπονα καὶ τοῖς νόμοις εὐπειθεῖς γεγονότες,
 ἐγκωμίων αὐτοὺς τυγχάνειν πρέπον ἂν εἴη. 
 Πῶς δ’ οὔ;

Τούς γε μὴν ἔτι ζῶντας ἐγκωμίοις τε καὶ ὕμνοις
τιμᾶν οὐκ ἀσφαλὲς, πρὶν ἂν ἅπαντά τις τὸν βίον
διαδραμὼν τέλος ἐπιστήσηται καλόν. ταῦτα δὲ πάντα
 ἡμῖν ἔστω κοινὰ ἀνδράσι τε καὶ γυναιξὶν ἀγαθοῖς καὶ
ἀγαθαῖς διαφανῶς γενομένοις.”

Πλοῦτον δὲ καὶ πενίαν μή μοι δῷς, τοῦ
Σολομῶνος φήσαντος ἐν Παροιμίαις ὁ Πλάτων’ ἐν
δ’ Πολιτείας φησίν 
 “Ἕτερα δὲ, ὡς ἔοικε, τοῖς φύλαξιν εὑρήκαμεν, ἃ
παντὶ τρόπῳ φυλακτέον ὅπως μή ποτε αὐτοὺς λήσῃ 
εἰς τὴν πόλιν παραδύντα. τὰ ποῖα ταῦτα; Πλοῦτός
τε, ἦν δ’ ἐγὼ, καὶ πενία· ὡς τοῦ μὲν τρυφὴν καὶ
ἀργίαν καὶ νεωτερισμὸν ἐμποιοῦντος, τῆς δ’ ἀνελευθερίαν
 καὶ κακοεργίαν πρὸς τῷ νεωτερισμῷ.” 
 Κακοεργία δέ ἐστι πᾶσα πρᾶξις ἄτιμος.

Πἀλιν Μώσεως ἐν τοῖς νόμοις φάντος
“ἕκαστος πατέρα αὐτοῦ καὶ μητέρα φοβείσθω· καὶ,
τίμα τὸν πατέρα σοῦ καὶ τὴν μητέρα σοῦ, ἵνα εὖ σοι
 
 

 
ᾖ,” καὶ ὁ Πλάτων’ ὁμοίως Μωσεὶ καὶ τιμὰν καὶ φοβεῖσθαι
ὧδέ πως φησὶν ἐν τοῖς Νόμοις 
 “ Πᾶς δὴ νοῦν ἔχων φοβεῖται καὶ τιμᾷ γονέων
εὐχὰς, εἰδὼς πολλοῖς καὶ πολλάκις ἐπιτελεῖς γενομένας.” 
 
 Καὶ πάλιν ἐν ἑτέρῳ φησὶ 
 “Πᾶς ἡμῖν αἰδείσθω τὸν ἑαυτοῦ πρεσβύτερον
ἔργῳ τε καὶ λόγῳ. τὸν δὲ προέχοντα εἴκοσιν ἡλικίας
ἔτεσιν ἄρρενα ἢ θῆλυν νομίζων ὡς πατέρα ἢ μητέρα
διευλαβείσθω. ”

Μώσεως ἐν τοῖς νόμοις ἀπαγορεύσαντος
Ἑβραίοις Ἑβραίους δουλεύειν, καὶ φήσαντος “ ἐὰν
κτήσῃ παῖδα Ἑβραῖον, ἒξ ἔτη δουλεύσει σοί· τῷ δὲ
ἑβδόμῳ ἔτει ἐξαποστελεῖς αὐτὸν ἐλεύθερον” καὶ ὁ
Πλάτων’ ὁμοίως ἐν Πολιτείᾳ φησί 
 “ Μηδὲ Ἕλληνα ἄρα δοῦλον ἐκτῆσθαι μήτε αὐτοὺς,
τοῖς τε ἄλλοις Ἔλλησιν οὕτω ξυμβουλεύειν;
Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη· μᾶλλόν τ’ ἂν οὖν. οὕτω πρὸς
βαρβάρους τρέποιντο, ἑαυτῶν δὲ ἀπέχοιντο.”

“Μὴ κινείτω γῆς ὅρια μηδεὶς μήτε 
οἰκείου πολίτου γείτονος μήτε ὁμοτέρμονος, ἐν ἐσχατιαῖς
 κεκτημένου ἄλλῳ ξένῳ γειτονῶν, νομίσας τὸ τὰ
ἀκίνητα κινεῖν ἀληθῶς τοῦτ’ εἶναι.” 
 Καὶ ἐξῆς φησιν 
 ‘Ὅς δ’ ἂν ἐπεργάζηται τὰ τοῦ γείτονος, ὑπερβαίνων 
τοὺς ὅρους, τὸ μὲν βλάβος ἀποτινέτω, τῆς
δὲ ἀναιδείας ἅμα καὶ ἀνελευθερίας ἕνεκα ἰατρευόμενος
διπλάσιον τοῦ βλάβους ἄλλο ἐκτισάτω τῷ βλαφθεντι.”

“Ἑνὶ δὲ λόγῳ, πατρὸς ὀνείδη καὶ τιμωρίας
παίδων μηδενὶ συνέπεσθαι, πλὴν ἐάν τις τινὶ 
πατὴρ καὶ πάππος καὶ πάππου πατὴρ ἐφεξῆς ὄφλωσι
θανάτου δίκην. ”

Μώσεως νόμου φάντος “ ἐὰν κλέψῃ τις μόσχον,
ἢ πρόβατον, καὶ σφάξῃ αὐτὸ, ἢ ἀποδῶται, 
πέντε μόσχους ἀποτίσει ἀντὶ τοῦ μόσχου, καὶ τέσσαρα
πρόβατα ἀντὶ προβάτου· ἐὰν δὲ καταλειφθῇ καὶ εὑρεθῇ
ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ τὸ κλέμμα, ἀπὸ μόσχου καὶ
 ὄνου ἴως προβάτου ζῶντα διπλὰ ἀποτίσει” ἐπάκουσον
ὡς καὶ ὁ Πλάτων’ τούτοις ἕπεται λέγων 
 “ Κλέπτῃ δὲ, ἐάν τε μέγα ἐάν τε μικρὸν κλέπτη
τις, εἷς αὖ νόμος ἐπικείσθω καὶ μία δίκης τιμωρία
σύμπασι. τὸ μὲν γὰρ δὴ κλαπὲν χρεὼν διπλάσιον
 πρῶτον ἐκτίνειν, ἐὰν ὄφλῃ τις τὴν τοιαύτην δίκην
καὶ ἱκανὴν ἔχῃ τὴν ἄλλην οὐσίαν ἀποτίνειν ὑπὲρ τοῦ
κλήρου, ἐὰν δὲ μὴ, δεδέσθαι ἴως ἂν ἐκτίσῃ ἢ πείσῃ
τὸν καταδικασάμενον.”

Πάλιν Μώσεως φάντος “ ἐὰν δὲ ἐν τῷ διορύγματι 
 εὑρεθῇ ὁ κλέπτης καὶ πληγεὶς ἀποθάνῃ, οὐκ
ἔστιν αὐτῷ φόνος, συνᾴδει κἀν τούτῳ λέγων ὁ Πλάτων 
 “Νύκτωρ φῶρα εἰς οἰκίαν ἰόντα ἐπὶ κλοπῇ χρημάτων
ἐὰν ἑλὼν κτείνῃ τις, ἔστω καθαρός· καὶ ἐὰν
 λωποδύτην ἀμυνόμενος ἀποκτείνῃ, καθαρὸς ἔστω.

Ἐὰν δὲ ἄρα ὑποζύγιον ἢ ζῷον ἄλλο τι φονεύσῃ 
τινὰ πλὴν τῶν ὅσα ἐν ἀγῶνι τῶν δημοσίᾳ τιθεμένων
ἀθλεύοντά τι τοιοῦτον δράσῃ, ἐπεξίτωσαν μὲν
οἶ προσήκοντες τοῦ φόνου τῷ κτείναντι, διαδικαζόνἙνὶ
 
 
 

 
τῶν δὲ τῶν ἀγρονόμων οἷσιν ἂν καὶ ὁπόσοις προστάξῃ
ὁ προσήκων, τὸ δὲ ὄφλον ἔξω τῶν ὅρων τῆς χώρας
ἀποκτείναντας διορίσαι.” 
 Ταῦτα ὁ Πλάτων’. ὁ δὲ Μώσης προλαβών φησιν
“ ἐὰν δὲ κερατίσῃ ταῦρος ἄνδρα ἢ γυναῖκα καὶ ἀποθάηῃ, 
λίθοις λιθοβοληθήσεται ὁ ταῦρος, καὶ οὐ βρωθήσεται
τὰ κρέα αὐτοῦ· ὁ δὲ κύριος τοῦ ταύρου ἀθῷος
ἔσται.

Τῆς προφητικῆς γραφὴς λεγούσης υἱὲ ἀν-
θρώπου, ἰδοὺ γεγόνασί μοι ὁ οἶκος Ἰσραὴλ ἀναμεμιγμένοι 
 πάντες χαλκῷ καὶ κασσιτέρῳ καὶ σιδήρῳ καὶ
μολίβδῳ, ἐν μέσῳ καμίνου ἀργυρίου ἀναμεμιγμένοι
εἰσί. διὰ τοῦτο εἰπὸν τάδε λέγει κύριος, ἀνθ’ ὧν
ἐγένεσθε πάντες εἰς σύγκρασιν μίαν, διὰ τοῦτο ἐγὼ
εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καθὼς εἰσδέχεται ἄργυρος καὶ 
χαλκὸς καὶ σίδηρος καὶ μόλιβδος καὶ κασσίτερος
εἰς μέσον καμίνου, τοῦ ἐκφυσῆσαι εἰς αὐτοὺς πῦρ,
τοῦ χωνευθῆναι” καὶ ὁ Πλάτων’ ὡσαύτως ἐπάκουσον
ἁ φησιν

“ Οὐκοῦν ἀκούετε λοιπὸν τοῦ μύθου. ἐσμὲν 
γὰρ δὴ πάντες οἱ ἐν τῇ πόλει ἀδελφοὶ, ὡς φήσομεν
 πρὸς αὐτοὺς μυθολογοῦντες, ἀλλ’ ὁ θεὸς πλάττων,
ὅσοι μὲν ὑμῶν ἱκανοὶ ἄρχειν, χρυσὸν ἐν τῇ γενέσει
ξυνέμισγεν αὐτοῖς, διότι τιμιώτατοί εἰσιν· ὅσοι δ’
ἐπίκουροι, ἄργυρον· σίδηρον δὲ καὶ χαλκὸν τοῖς γεωργοῖς 
καὶ τοῖς ἄλλοις δημιουργοῖς.

ἅτε οὖν ξυγ-
γενεῖς ὄντες ἅπαντες, τὸ μὲν πολὺ ὁμοίους ἂν ὑμῖν
αὐτοῖς γεννῷτε, ἔστι δ’ ὅτε ἐκ χρυσοῦ γεννηθείη ἂν
ἀργυροῦν, καὶ ἐξ ἀργυροῦ χρυσοῦν ἔκγονον, καὶ
τἄλλα πάντα ἐξ ἀλλήλων οὕτως.

τοῖς οὖν ἄρχουσι 
 

 
καὶ πρῶτον καὶ μάλιστα παραγγέλλει ὁ θεὸς ὅπως
μηδενὸς οὕτω φύλακες ἀγαθοὶ γένωνται, μηδ’ οὕτω
σφόδρα φυλάξωσι μηδὲν ὡς τοὺς ἐκγόνους, ὅ τι αὐτοῖς 
τούτων ἐν ταῖς ψυχαῖς παραμέμικται, καὶ ἐὰν
 σφέτερος ἔκγονος ὑπόχαλκος ἢ ὑποσίδηρος γένηται, 
μηδενὶ τρόπῳ κατελεήσωσιν, ἀλλὰτὴν τῇ φύσει προσήκουσαν
τιμὴν ἀποδιδόντες ὤσουσιν ἢ εἰς δημιουργοὺς
ἢ γεωργοὺς, καὶ ἐὰν αὖ ἐκ τούτων ἢ ὑπόχρυσος
ἢ ὑπάργυρος φυῇ τις, τιμήσαντες ἀνάξουσι τοὺς μὲν
 εἰς φυλακὴν, τοὺς δ’ εἰς ἐπικουρίαν, ὡς χρησμοῦ
ὄντος τότε τὴν πόλιν διαφθαρῆναι, ὅταν αὐτὴν ὁ
σιδηροῦς φύλαξ ἢ ὁ χαλκοῦς διαφυλάξῃ. τοῦτον 
οὖν τὸν μῦθον ὅπως ἂν πεισθεῖεν ἔχεις τινὰ μηχα-
νῆν;”

Τῆς παρ’ Ἑβραίοις προφητείας φασκούσης
πρὸς τοὺς προεστῶτας τοῦ πλήθους “ὠ ποιμένες
Ἰσραὴλ, μὴ βόσκουσι ποιμένες ἑαυτούς; οὐ τὰ πρόβατα
βόσκουσιν οἱ ποιμένες; ἰδοὺ τὸ γάλα κατεσθίετε, 
καὶ τὸ παχὺ σφάζετε , καὶ τὰ ἔρια περιβάλλεσθε, καὶ
 τὰ πρόβατά μου οὐ βόσκετε · καὶ τὸ ἀπολωλὸς οὐκ
ἐζητήσατε, καὶ τὸ συντετριμένον οὐ κατεδήσατε, καὶ
τὸ πλανώμενον οὐκ ἐπεστρέψατε·” ἀλλὰ καὶ τοῦ σωτηρίου
λόγου φάσκοντος “ ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν
αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων, ὁ δὲ μισθωτὸς
 καὶ οὐκ ὢν ποιμὴν, οὗ οὐκ ἔστιν ἴδια τὰ πρόβατα,
καταλείπει αὐτά”, ἐπάκουσον καὶ τοῦ Πλάτωνος ἐν
τῷ πρώτῳ τῆς Πολιτείας ὅπως ποτὲ ταῦτα διερμηνευει

“ Νῦν δὲ ὁρᾷς, ὠ Θρασύμαχε , ἔτι γὰρ τὰ ἐμπροδθεν
 ἐπισκεψώμεθα, ὅτι τὸν ὡς ἀληθῶς ἰατρὸν
 

 
τὸ πρῶτον ὁριζόμενος τὸν ὡς ἀληθῶς ποιμένα, οὐκέτι
ᾤου δεῖν ὕστερον ἀκριβῶς φυλάξαι, ἀλλὰ πιαίνειν
οἴει αὐτὸν τὰ πρόβατα, καθ’ ὅσον ποιμήν ἐστιν, οὐ
πρὸς τὸ τῶν προβάτων βέλτιστον βλέποντα, ἀλλ’
ὥσπερ δαιτυμόνα τινὰ καὶ μέλλοντα ἑστιάσασθαι πρὸς 
τὴν εὐωχίαν, ἢ αὖ πρὸς τὸ ἀποδόσθαι, ὥσπερ χρη-
ματιστὴν, ἀλλ’ οὐ ποιμένα. τῇ ποιμενικῇ δ’ οὐ δήπου
 ἄλλου του μέλει ἢ ἐφ’ ᾧ τέτακται, ὅπως τούτῳ τὸ
βέλτιστον ἐκποριεῖ, ἐπεὶ τά γε αὐτῆς ὥστ’ εἶναι βελτίστην
ἱκανῶς δήπου ἐκπεπόρισται, ἴως γε ἂν μηδὲν 
ἐνδέῃ τοῦ ποιμενικὴ εἶναι. οὕτω δὴ ᾤμην ἔγωγε νῦν
δὴ ἀναγκαῖον εἶναι ἡμῖν ὁμολογεῖν πᾶσαν ἀρχὴν,
καθ’ ὅσον ἀρχὴ, μηδενὶ ἄλλῳ τὸ βέλτιστον σκοπεῖσθαι
ἢ ἐκείνῳ τῷ ἀρχομένῳ τε καὶ θεραπευομένῳ, ἐν πολιτικῇ
καὶ ἰδιωτικῇ ἀρχῇ. σὺ δὲ τοὺς ἄρχοντας ἐν 
ταῖς πόλεσι, τοὺς ὡς ἀληθῶς ἄρχοντας, ἑκόντας οἴει
ἄρχειν;”

Τῆς παρ’ Ἑβραίοις προφητείας λεγούσης
“ ἐκ τοῦ φόβου σου , κύριε, ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν καὶ
ὠδινήσαμεν καὶ ἐτέκομεν πνεῦμα σωτηρίας” ὁ Πλάτων 
ἐν Θεαιτήτῳ τάδε λέγοντα Σωκράτην ποιεῖ 
 “Πάσχουσι δὴ οἶ ἐμοὶ συγγιγνόμενοι ταὐτὸν ταῖς
τικτούσαις· ὠδίνουσι γὰρ καὶ ἀπορίας ἐμπίπλανται
νύκτας τε καὶ ἡμέρας πολὺ μᾶλλον ἢ ἐκεῖναι. ταύτην
 δὲ τὴν ὠδῖνα ἐγείρειν τε καὶ ἀποπαύειν ἡ ἐμὴ τέχνη 
δύναται.”

Τοῦ προφήτου Ἰεζεκιὴλ φήσαντος” ἐγένετο
ἐπ’ ἐμὲ χεὶρ κυρίου, καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ πνεῦμα
ἐξαῖρον ἤρχετο ἀπὸ βορρᾶ,” καὶ ἐξῆς εἰπόντος “καὶ
ἐν τῷ μέσῳ, ὡς ὁμοίωμα τεσσάρων ζῴων. καὶ ἡ ὕραἐν 
 

 
σις αὐτῶν ὡς ὁμοίωμα ἀνθρώπου ἐπ’ αὐτοῖς, καὶ
πρόσωπα τέσσαρα τῷ ἑνί. καὶ ὁμοίωσις τῶν προσώπων
αὐτῶν, πρόσωπον ἀνθρώπου, καὶ πρόσωπον
λέοντος ἐκ δεξιῶν τοῖς τέσσαρσι, καὶ πρόσωπον μόσχου 
 ἐξ ἀριστερῶν τοῖς τέσσαρσι. καὶ πρόσωπον ἀετοῦ
τοῖς τέσσαρσι,” καὶ ὁ Πλάτων’ ὁμοίως ἄκουσον ἅ 
φησι

“ Νῦν δὴ, ἔφην, αὐτῷ διαλεγώμεθα, ἐπειδὴ
διωμολογησάμεθα, τό τε ἀδικεῖν καὶ τὸ δίκαια πρᾶτ’
 τειν 5 ἣν ἑκάτερον ἔχει δύναμιν. Πῶς; ἔφη. Εἰκόνα
πλάσαντες τῆς ψυχῆς λόγῳ, ἵνα εἰδῇ ὁ ἐκεῖνα λέγων
οἵαν ἔλεγε. Ποίαν τινά; ἦ δ’ ὅς. Τῶν τοιούτων τινὰ,
ἣν δ’ ἐγὼ, οἷαι μυθολογοῦνται παλαιαὶ γενέσθαι
φύσεις, ἥ τε Χιμαίρας καὶ ἡ Σκύλλης καὶ Κερβέρου,
 καὶ ἄλλαι τινὲς συχναὶ λέγονται συμπεφυκυῖαι ἰδέαι
πολλαὶ εῖς γενέσθαι.

Λέγονται γὰρ, ἔφη. Πλάττε 
τοίνυν μίαν μὶν ἰδέαν θηρίου ποικίλου καὶ πολυκεφάλου,
ἡμέρων δὲ θηρίων ἔχοντος κεφαλὰς κύκλῳ
καὶ ἀγρίων, καὶ δυνατοῦ μεταβάλλειν καὶ φύειν ἐξ
 αὐτοῦ ταῦτα πάντα. Δεινοῦ πλάστου, ἔφη, τὸ ἔργον·
ὅμως δ’, ἐπειδὴ εὐπλαστότερον κηροῦ καὶ τῶν τοιούτων
ὁ λόγος, πεπλάσθω.

Μίαν δὴ τοίνυν ἄλλην
ἰδέαν λέοντος, μίαν δὲ ἀνθρώπου· πολὺ δὲ μέγιστον
ἔστω τὸ πρῶτον, καὶ δεύτερον τὸ δεύτερον. Ταῦτ’, 
 ἔφη, ῥᾴω, καὶ πέπλασται. Σύναπτε τοίνυν αὐτὰ εἰς
ἓν τρία ὄντα, ὥστε πη ξυμπεφυκέναι ἀλλήλοις. Ξυνῆπται,
ἔφη. Περίπλασον δὴ αὐτοῖς ἔξωθεν ἑνὸς
εἰκόνα, τὴν τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε τῷ μὴ δυναμένῳ
τὰ ἐντὸς ὁρᾶν, ἀλλὰ τὸ ἔξω μόνον ἔλυτρον ὁρῶντι,
 ἔν ζῷον φαίνεσθαι, ἄνθρωπον.

Περιπέπλασται,
 

 
ἔφη. Λέγωμεν δὴ τῷ λέγοντι ὡς λυσιτελεῖ τούτῳ
ἀδικεῖν τῷ ἀνθρώπῳ, δίκαια δὲ πράττειν οὐ ξυμφέρει,
διότι οὐδὲν ἄλλο φήσει ἢ λυσιτελεῖν αὐτῷ τὸ
παντοδαπὸν θηρίον εὐωχοῦντι ποιεῖν ἰσχυρὸν καὶ τὸν
 λέοντα καὶ τὰ περὶ τὸν λέοντα, τὸν δὲ ἄνθρωπον 
λιμοκτονεῖν παὶ ποιεῖν ἀσθενῆ, ὥστε ἕλκεσθαι ὅπη
ἂν ἐκείνων ὁπότερον ἄγῃ, καὶ μηδὲν ἕτερον ἑτέρω
ξυνεθίζειν μηδὲ φίλον ποιεῖν, ἀλλ’ ἐᾶν αὐτὰ ἐν αὑτοῖς
δάκνεσθαί τε καὶ μαχόμενα ἐσθίειν ἄλληλα.

Παντάπασι γὰρ, ἔφη, ταῦτ’ ἂν λέγοι ὁ τὸ ἀδικεῖν 
ἐπαινῶν. Οὐκοῦν αὖ ὁ τὰ δίκαια λέγων λυσιτελεῖν
φαίη ἂν δεῖν ταῦτα πράττειν καὶ ταῦτα λέγειν, ὅθεν
τοῦ ἀνθρώπου ὁ ἐντὸς ἄνθρωπος ἔσται ἐγκρατέστατος,
c καὶ τοῦ πολυκεφάλου θρέμματος ἐπιμελήσεται
ὥσπερ γεωργὸς, τὰ μὲν ἥμερα τρέφων καὶ τιθασσεύων, 
τὰ δὲ ἄγρια ἀποκωλύων φύεσθαι, ξύμμαχον ποιησάμενος
τὴν τοῦ λέοντος φύσιν, καὶ κοινῇ πάντων κηδόνενος,
φίλα ποιησάμενος ἀλλήλοις τε καὶ αὑτῷ,
οὕτω θρέψει; Κομιδῇ γὰρ αὖ λέγει ταῦτα ὁ τὸ δίκαιον
ἐπαίνων.”

Τοῦ παντὸς Ἑβραίων ἔθνους εἰς δώδεκα
φυλὰς διεσταλμένου καὶ ὁ Πλάτων’ ὁμοίως τοῦτο χρῆναι
δεῖν ἐπὶ τῶν αὑτοῦ πολιτῶν φυλάξαι νομοθετεῖ,
λέγων ὧδε 
 “ Δώδεκα μὲν ἡμῖν ἡ χώρα πᾶσα εἰς δύναμιν ἴσα 
μόρια νενεμήσθω. φυλὴ δὲ μία τῷ μορίῳ ἑκάστῳ ἐπι-
κληρωθεῖσα κατ’ ἐνιαυτὸν παρεχέτω πέντε οἶον ἀγρο-
νόμους τε φυλάρχους.” 
 Καὶ πάλιν φησί 
 
 

 
 “ Ταξιάρχους αὐτοῖσι προβάλλεσθαι μὲν τοῦς αἱρεθέντας
στρατηγοὺς δώδεκα, ἑκάστῃ φυλῇ ταξίαρχον.”

Τῆς παρὰ παισὶν Ἑβραίων πάλαι πρότερον 
συνεστώσης βασιλικῆς μητροπόλεως, ἄποθεν μὲν 
 θαλάσσης οὔσης, ἐν ὄρεσι δὲ κατῳκισμένης, πάμφορόν
τε γῆν κεκτημένης, καὶ ὁ Πλάτων’ τοιαύτην τινὰ
εἶναι δεῖν φησι τὴν πρὸς αὐτοῦ κατοικιζομένην ἐν
τοῖς Νόμοις. λέγει δὲ ὧδε

“ Τόδε δὲ περὶ αὐτῆς ἐστὶν ὃ βουλόμενος μὰλλον
 ἐπερωτῶ, πότερον ἐπιθαλαττίδιος ἔσται τις ἢ 
χερσαία. 
 Σχεδὸν , ὠ ξένε, ἀπέχει θαλάττης γε ἡ πόλις, ἧς
πέρι τὰ νῦν δὴ λεχθέντα ἡμῖν, εἴς τινας ὀγδοήκοντα
σταδίους. 
 Τί δέ; λιμένες ἆρ’ εἰσὶ κατ’ αὐτῆς, ἢ τὸ παράπαν
ἀλίμενος; 
 Εύλίμενος μὲν οὖν ταύτῃ γε, ὡς δυνατόν ἐστι 
μάλιστα, ὠ ξένε.

Παπαῖ, οἷον λέγεις. τί δέ; περὶ αὐτὴν ἡ χώρα
 πότερα πάμφορος, ἢ καί τινων ἐπιδεής; 
 Σχεδὸν οὐδενὸς ἐπιδεής. 
 Γείτων δὲ αὐτῆς πόλις ἆρ’ ἔσται τις πλησίον; 
 Οὐ πάνυ, διὸ κατοικίζεται· παλαιὰ γάρ τις ἐξοίκησις
εν τῳ τοπῳ γενομενη την χωραν ταυτην ερημον
 ἀπείρηασται χρόνον ἀμήχανον ὅσον. 
 Τί δέ; πεδίων τε καὶ ὀρῶν καὶ ὕλης πῶς μέρος
ἑκάστων ἡμῖν εἴληχε; 
 Προσέοικε τῇ τῆς ἄλλης Κρήτης φύσει ὅλῃ. 
 Τραχυτέραν αὐτὴν ἢ πεδινωτέραν ἂν λέγοις; 
 Πάνυ μὲν οὖν.

Οὐ τοίνυν ἀνίατος ἂν εἴη πρὸς ἀρετῆς κτῆσιν.
εἰ μὲν γὰρ ἐπιθαλαττία τε ἔμελλεν εἶναι καὶ εὐλίμενος
καὶ μὴ πάμφορος, ἀλλ’ ἐπιδεὴς πολλῶν, μεγάλου
τινὸς ἔδει σωτῆρός γε αὐτῇ καὶ νομοθετῶν θείων
τινῶν 5 εἰ μὴ πολλά τε ἔμελλεν ἤθη καὶ ποικίλα καὶ 
φαῦλα ἕξειν τοιαύτη φύσει γενομένη· νῦν δὲ παραμύθιον
ἔχει τὸ τῶν ὀγδοήκοντα σταδίων.

ἐγγύτερον
μέντοι τοῦ δέοντος κεῖται τῆς θαλάττης, σχεδὸν ὅσον
εὐλιμενωτέραν φῄς αὐτὴν εἶναι. ὅμως δὲ ἀγαπητὸν
καὶ τοῦτο. πρόσοικος γὰρ θάλαττα χώρᾳ τὸ μὲν παρ’ 
ἑκάστην ἡμέραν ἡδὺ, μάλα γε μὴν ὄντως ἁλμυρὸν
 καὶ πικρὸν γειτόνημα· ἐμπορίας γὰρ καὶ χρηματισμοῦ
διὰ καπηλείας ἐμπιπλᾶσα ἑαυτὴν, ἤθη παλίμβολα καὶ
ἄπιστα ταῖς ψυχαῖς ἐντίκτουσα, αὐτήν τε πρὸς αὑτὴν
τὴν πόλιν ἄπιστον καὶ ἄφιλον ποιεῖ, καὶ πρὸς τοὺς 
ἄλλους ἀνθρώπους ὡσαύτως. παραμύθιον δὲ δὴ πρὸς
ταῦτα καὶ τὸ πάμφορος εἶναι κέκτηται, τραχεῖα δὲ
οὖσα δῆλον ὡς οὐκ ἂν πολύφορός τ’ εἴη καὶ πάμφορος
ἅμα. τοῦτο γὰρ ἔχουσα, πολλὴν ἐξαγωγὴν ἂν
παρεχομένη, νομίσματος ἀργυροῦ καὶ χρυσοῦ πάλιν 
ἀντεπίμπλατ’ ἄν· οὗ μεῖζον κακὸν, ὡς ἔπος εἰπεῖν,
 πόλει ἀνθ’ ἑνὸς ἕν οὐδὲν ἂν γένοιτο εἰς γενναίων καὶ
δικαίων ἠθῶν κτῆσιν.” 
 Ἀλλὰ γὰρ τοσούτων ἡμῖν καὶ μέχρι τοῦδε ἀποδεδειγμένω
σκεψώμεθα ὅπως τὸν τῆς παρ’ Ἑβραίοις 
παιδείας τρόπον δι’ ὧν εἰρήκαμεν ἀποδεξάμενος τὸν
Ἑλληνικὸν παραιτεῖται, γράφων ἐν τῷ δεκάτῳ τῆς
 Πολιτείας ὧδε

“Ὡς μὲν πρὸς ὑμᾶς εἰρήσθω, οὐ γάρ μου
κατερεῖτε πρὸς τοὺς τῆς τραγῳδίας ποιητὰς καὶ τοὺς 
ἄλλους πάντας τοὺς μιμητικοὺς,) λώβη ἔοικεν εἶναι
 

 
πάντα τὰ τοιαῦτα τῆς τῶν ἀκουόντων διανοίας, ὅσοι 
μὴ ἔχουσι φάρμακον τὸ εἰδέναι αὐτὰ οἶα τυγχάνει
ὄντα. Πῆ δὴ, ἴφη, διανοούμενος λέγεις; Ῥητέον, ἦν
δ’ ἐγὼ, καίτοι φιλία γέ τίς με καὶ αἰδὼς ἐκ παιδὸς
 ἔχουσα περὶ Ομήρου ἀποκωλύει λέγειν.

ἔοικε γὰρ
τῶν καλῶν ἀπάντων τούτων τῶν τραγικῶν πρῶτος
διδάσκαλός τε καὶ ἡγεμὼν γενέσθαι. ἀλλ’ οὐ γὰρ
πρό γε τῆς ἀληθείας τιμητέος ἀνὴρ, ἀλλ’ ὃ λέγω ῥητέον.
Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη.”

Εἶθ’ ἐξῆς ἐπιλέγει 
 Τῶν μὲν τοίνυν ἄλλων πέρι μὴ ἀπαιτῶμεν λό-
γον Ὅμηρον, μηδὲ ἄλλον ὁντινοῦν τῶν ποιητῶν, ἐρωτῶντες,
εἰ ἰατρικός τις ἦν αὐτῶν, ἀλλὰ μὴ μιμητὴς
μόνον ἰατρικῶν λόγων, τίνας ὑγιεῖς ποιητής τις τῶν
 παλαιῶν ἢ τῶν νέων λέγεται πεποιηκέναι, ὥσπερ
Ἀσκληπιὸς , ἢ τίνας μαθητὰς ἰατρικῆς κατελίπετο, 
ὥσπερ ἐκεῖνος τοὺς ἐκγόνους· μηδ’ αὖ περὶ τὰς ἄλλας
τέχνας αὐτὸν ἐρωτῶμεν, ἀλλ’ ἐῶμεν.

περὶ δὲ τῶν 
μεγίστων τε καὶ καλλίστων, ὧν ἐπιχειρεῖ λέγειν Ὅμηρος,
 πολέμων τε πέρι καὶ στρατηγιῶν καὶ διοικήσεων
πόλεων, καὶ παιδ·είας πέρι ἀνθρώπων, δίκαιον που
ἐρωτᾶν αὐτὸν πυνθανομένους, ὠ φίλε Ὅμηρε, εἴπερ
μὴ τρίτος ἀπὸ τῆς ἀληθείας εἶ ἀρετῆς πέρι εἰδώλου
δημιουργὸς, ὃν δὴ μιμητὴν ὡρισάμεθα, ἀλλὰ καὶ
 δεύτερος, καὶ οἷός τε ἦσθα γινώσκειν ποῖα ἐπιτηδεύματα
βελτίους ἢ χείρους ἀνθρώπους ποιεῖ ἰδίᾳ καὶ 
δημοσίᾳ, λέγε ἡμῖν τίς τῶν πόλεων διὰ σὲ βέλτιον
ᾤκησεν, ὥσπερ διὰ Λυκοῦργον Λακεδαίμων καὶ δι’
ἄλλους πολλοὺς πολλαὶ μεγάλαι τε καὶ σμικραί.

σὲ
 δὲ τίς αἰτιᾶται πόλις ἀγαθὸν νομοθέτην γεγονέναι
 

 
καὶ σφὰς ὠφεληκέναι; Χαρώνδαν μὲν γὰρ Ἰταλία καὶ
Σικελία, καὶ ἡμεῖς Σόλωνα· σὲ δὲ τίς; ἕξει τινὰ
εἰπεῖν; Οὐκ οἴομαι, ἔφη ὁ Γλαύκων· οὔκουν λέγεταί
γε, οὐδ’ ὑπ’ αὐτῶν Ὁμηριδῶν. Ἀλλὰ δὴ τίς πολεμος
 ἐπὶ Ὁμήρου ὑπ’ ἐκείνου ἄρχοντος ἢ συμβουλεύοντος 
εὖ πολεμηθεὶς μνημονεύεται; Οὐδείς.

Ἀλλ’
οἶα δὴ εἰς τὰ ἔργα σοφοῦ ἀνδρὸς πολλαὶ ἐπίνοιαι καὶ
εὐμήχανοι εἰς τέχνας ἤ τινας ἄλλας πράξεις λέγονται,
ὥσπερ αὖ Θάλεώ τε πέρι τοῦ Μιλησίου καὶ Ἀναχάρσιδος
τοῦ Σκύθου; Ούδαμῶς τοιοῦτον οὐδέν.

Ἀλλὰ 
δὴ, εἰ μὴ δημοσίᾳ, ἰδίᾳ τισὶν ἡγεμὼν παιδείας αὐτὸς
ζῶν λέγεται Ὅμηρος γενέσθαι, οἳ ἐκεῖνον ἠγάπων ἐπὶ
συνουσίᾳ καὶ τοῖς ὕστερον ὁδόν τινα παρέδοσαν βίου
Ὁμηρικὴν, ὥσπερ Πυθαγόρας αὐτός τε διαφερόντως
ἐπὶ τούτῳ ἠγαπήθη, καὶ οἱ ὕστεροι ἔτι καὶ νῦν Πυθαγόρειον 
 τρόπον ἐπονομάζοντες τοὐ βίου διαφανεῖς
πη δοκοῦσιν εἷναι ἐν τοῖς ἄλλοις;

Οὐδ’ αὖ, ἔφη,
τοιοῦτον οὐδὲν λέγεται. ὁ γὰρ Κρεώφυλος, ὢ Σώκρατες,
ὁ τοῦ Ὁμήρου ἑταῖρος, τοῦ ὀνόματος ἂν γε-
λοιότερος ἔτι πρὸς παιδείαν φανείη, εἰ τὰ λεγόμενα 
περὶ Ὁμήρου ἀληθῆ ἐστί.

λέγεται γάρ που ὡς πολλὴ
ἀμέλεια περὶ αὐτὸν ἦν ἐπ’ αὐτοῦ ἐκείνου, ὅτε ἔζη.
Λέγεται γὰρ οὖν, ἦν δ’ ἐγώ. ἀλλ’ οἴει, ὠ Γλαύκων,
εἰ τῷ ὄντι οἷός τε ἦν παιδεύειν ἀνθρώπους καὶ βελτίους
ἀπεργάζεσθαι Ὅμηρος, ἅτε περὶ τούτων οὐ μιμεῖσθαι, 
ἀλλὰ γινώσκειν δυνάμενος, οὐκ ἄρ’ ἂν πολλοὺς
 ἑταίρους ἐποιήσατο καὶ ἐτιμᾶτο καὶ ἠγαπᾶτο
ὑπ’ αὐτῶν;

ἀλλὰ Πρωταγόρας μὲν ἄρα ὁ Ἀβδηρίτης
καὶ Πρόδικος ὁ Κεῖος καὶ ἄλλοι πάμπολλοι
δύνανται τοῖς ἐφ’ ἑαυτῶν παρεστάναι, ἰδίᾳ συγγινόμενοι, 
ὡς οὔτε οἰκίαν οὔτε πόλιν τὴν αὐτῶν οἰκεῖν
οἷοί τε ἔσονται, ἐὰν μὴ σφεῖς αὐτῶν τῆς παιδείας

 
ἐπιστατήσωσι, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ σοφίᾳ οὕτω σφόδρα
φιλοῦνται, ὥστε μόνον οὐκ ἐπὶ ταῖς κεφαλαῖς περι-
φέρουσιν αὐτοὺς οἶ ἑταῖροι.

ὅμηρον δὲ ἄρα οἶ
ἐπ’ ἐκείνου, εἴπερ οἷός τε ἦν πρὸς ἀρετὴν ὀνίναι ἀν- 
 θρώπους , ἢ Ἡσίοδον ῥαψῳδεῖν ἂν περιιόντας εἴων,
καὶ οὐχὶ μᾶλλον ἂν αὐτῶν ἀντείχοντο ἢ τοῦ χρυσοῦ,
καὶ ἠνάγκαζον παρὰ σφίσιν οἴκοι εἶναι, ἢ εἰ μὴ ἔπει-
θον, αὐτοὶ ἂν ἐπαιδαγώγουν, ὅπη ᾔεσαν, ἕως ἱκανῶς
παιδείας μεταλάβοιεν;

Παντάπασιν , ἔφη, δο-
 κεῖς μοι, (h Σώκρατες, ἀληθῆ λέγειν. Οὐκοῦν τι-
θῶμεν ἀπὸ Ὀμήρου ἀρξάμενοι πάντας τοὺς ποιητι-
κοὺς μιμητὰς εἰδώλων ἀρετῆς εἷναι καὶ τῶν ἄλλων
περὶ ὧν ποιοῦσι, τῆς δ’ ἀληθείας οὐχ ἅπτεσθαι;
ἀλλ’ ὥσπερ νῦν δὴ ἐλέγομεν, ὁ ζωγράφος σκυτοτό-
 μον ποιήσει δοκοῦντα εἶναι, αὐτός τε οὐκ ἐπαίων
περὶ σκυτοτομίας, καὶ τοῖς μὴ ἐπαίουσιν , ἐκ τῶν 
χρωμάτων δὲ καὶ σχημάτων θεωροῦσι;

Πάνυ
μὲν οὖν. Οὕτω δὴ, οἶμαι, καὶ τὸν ποιητικὸν φήσο-
φήσομεν χρώματα ἄττα ἑκάστῳ τῶν τεχνῶν τοῖς ὀνόμασι
 καὶ ῥήμασιν ἐπιχρωματίζειν αὐτὸν οὐκ ἐπαίοντα,
ἀλλ’ ἢ μιμεῖσθαι, ὥστε ἑτέροις τοιούτοις ἐκ τῶν λό-
γῶν θεωροῦσι δοκεῖν, ἐάν τε περὶ σκυτοτομίας τι
λέγῃ ἐν μέτρῳ καὶ ῥυθμῷ καὶ ἁρμονίᾳ, πάνυ εὖ δο- 
κεῖν λέγεσθαι, ἐάν τε περὶ στρατηγίας , ἐάν τε περὶ
 ἄλλου ὁτουοῦν ’

οὕτω φύσει αὐτὰ ταῦτα μεγά-
λην τινὰ κήλησιν ἔχειν, ἐπεὶ γυμνωθέντα γε τῶν τῆς 
μουσικῆς χρωμάτων τὰ τῶν ποιητῶν, αὐτὰ ἐφ’ ἑαυ-
τῶν λεγόμενα, οἶμαί σε εἰδέναι οἷα φαίνεται. τεθέα-
’σαι γὰρ, ἢ οὔ; Ἔγωγ’, ἴφη.”

Καὶ τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων εὖ μοι ἔχειν δο-
κεῖ βραχέα ἄττα τῶν Πλάτωνος διελθεῖν, δι’ ὧν λο-
γικώτερον τὸν περὶ θεοῦ καὶ προνοίας συνίστησι λό-

 
γον, τοῖς Εβραίων κἀν τούτῳ παριστάμενος δόγμασι.
πρῶτα δὲ θεασώμεθα ὅπως τὰς δόξας τῶν ἀθέων
ἐκτίθησι·

“Λέγουσί πού τινες ὡς πάντα ἐστὶ τὰ πράγματα
γιγνόμενα καὶ γενόμενα καὶ γενησόμενα τὰ μὲν 
φύσει, τὰ δὲ τέχνῃ, τὰ δὲ διὰ τύχην. 
 Οὐκοῦν καλῶς. 
 Εἰκός γέ τοί που σοφοὺς ἄνδρας ὀρθῶς λέγειν.
 ἑπόμενοί γε μὴν αὐτοῖς σκεψώμεθα τοὺς ἐκεῖθεν τί
ποτε καὶ τυγχάνουσι διανοούμενοι.

Πάντως. 
 Ἔοικε, φασὶ, τὰ μὲν μέγιστα αὐτῶν καὶ κάλλιστα
ἀπεργάζεσθαι φύσιν καὶ τύχην, τὰ δὲ σμικρότερα
τέχνην, ἣν δὴ παρὰ φύσεως λαμβάνουσαν τὴν τῶν
μεγάλων καὶ πρώτων γένεσιν ἔργων πλάττειν καὶ 
τεκταίνεσθαι πάντα τὰ σμικρότατα, ἃ δὴ τεχνικὰ πάντες
προσαγορεύομεν.

Πῶς λέγεις; 
 Ὦδ’ ἔτι σαφέστερον ἐρῶ. πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ γῆν
καὶ ἀέρα φύσει πάντα εἶναι καὶ τύχῃ φασὶ, τέχνῃ δὲ 
 οὐδὲν τούτων. καὶ τὰ μετὰ ταῦτα αὖ σώματα, γῆς
τε καὶ ἡλίου καὶ σελήνης ἄστρων τε πέρι, διὰ τούτων
γεγονέναι παντελῶς ὄντων ἀψύχων· τύχῃ δὲ
φερόμενα τῇ τῆς δυνάμεως ἕκαστα ἑκάστων, ᾗ συμπέπτωκεν
ἁρμόττοντα οἰκείως πως, θερμὰ ψυχροῖς, 
ἢ ξηρὰ πρὸς ὑγρὰ καὶ μαλακὰ πρὸς σκληρὰ, καὶ
πάντα ὁπόσα τῇ τῶν ἐναντίων κράσει κατὰ τύχην ἐξ
ἀνάγκης συνεκεράσθη, ταύτῃ καὶ κατὰ ταὐτὰ οὕτως
γεγεννηκέναι τόν τε οὐρανὸν ὅλον καὶ πάντα ὁπόσα
ἂν κατ’ οὐρανὸν, καὶ ζῷα αὖ καὶ φυτὰ ξύμπαντα, 
 

 
ὡρῶν πασῶν ἐκ τούτων γενομένων, οὐ διὰ νοῦν, φασὶν, 
οὐδὲ διά τινα θεὸν οὐδὲ διὰ τέχνην, ἀλλ’ ὃ λέγομεν,
φύσει καὶ τύχῃ.

τέχνην δὲ ὕστερον ἐκ
τούτων ὑστέραν γενομένην, αὐτὴν θνητὴν ἐκ θνητῶν,
 ὕστερα γεγεννηκέναι παιδιάς τινας ἀληθείας
οὐ σφόδρα μετεχούσας, ἀλλ’ εἴδωλ’ ἄττα ξυγγενῆ
ἑαυτῶν, οἷα γραφικὴ γεννᾷ καὶ μουσικὴ καὶ ὅσαι ταύταις
εἰσὶ συνέριθοι τέχναι. αἴ δ’ εἴ τι καὶ σπουδαῖον
ἄρα γεννῶσι τῶν τεχνῶν, εἶναι ταύτας ὁπόσαι
 τῇ φύσει ἐκοίνωσαν τὴν αὑτῶν δύναμιν, οἷον αὖ
ἰατρικὴ καὶ γεωργικὴ καὶ γυμναστική. καὶ δὴ καὶ
τὴν πολιτικὴν σμικρόν τι μέρος εἶναί φασι κοινωνοῦν
φύσει, τέχνῃ δὲ τὸ πολύ. οὕτω δὲ καὶ τὴν νομοθεσίαν 
πᾶσαν οὐ φύσει, τέχνῃ δὲ, ἧς οὐκ ἀληθεῖς
 εἶναι τὰς θέσεις.

Πῶς λέγεις; 
 Θέους, ω μακάριε, πρῶτον εἶναί φασιν οὗτοι
τέχνῃ, οὐ φύσει, ἀλλά τισι νόμοις, καὶ τούτους ἄλλους
ἄλλῃ, ὅπη ἕκαστοι ἑαυτοῖς συνωμολόγησαν νομοθετούμενοι.
 καὶ δὴ καὶ τὰ καλὰ φύσει μὲν ἄλλα
εἶναι, νόμῳ δὲ ἕτερα· τὰ δὲ δὴ δίκαια οὐδ’ εἶναι
τὸ παράπαν φύσει, ἀλλ’ ἀμφισβητοῦντας διατελεῖν
ἀλλήλοις καὶ μετατιθεμένους ἀεὶ ταῦτα· ἃ δ’ ἂν
μετάθωνται καὶ ὅταν, τότε κύρια ἕκαστα εἶναι, γιγνόμενα 
 τέχνῃ καὶ νόμοις, ἀλλ’ οὐ δή τινι φύσει.

ταῦτ’ ἐστὶν, ὠ φίλοι, ἅπαντα ἀνδρῶν σοφῶν παρὰ
νέοις ἀνθρώποις, ἰδιωτῶν τε καὶ ποιητῶν, φασκόντων
εἶναι τὸ δικαιότατον, ὅ τι τις ἂν νικᾶ, βιαζόμε-
νος. ὅθεν ἀσέβειαί τε ἀνθρώποις ἐμπίπτουσιν νέοις,
 ὡς οὐκ ὄντων θεῶν οἴους ὁ νόμος προστάττει δια-
νοεῖσθαι δεῖν, στάσεις τε διὰ ταῦτα, ἑλκόντων πρὸς
τὸν κατὰ φύσιν ὀρθὸν βίον, ὅς ἐστι τῇ ἀληθείᾳ κρα- 

 
τοῦντα ζῆν τῶν ἄλλων, καὶ μὴ δουλεύοντα ἑτέροισι
κάτα νόμον. 
 Οἶον διελήλυθας, ὠ ξένε, λόγον, καὶ ὅσην λώβην
ἀνθρώπων νέων δημοσίᾳ πόλεσί τε καὶ ἰδίοις
 οἴκοις.”

Καὶ μεθ’ ἕτερά φησιν 
 Ἀλλά γε δὴ πάλιν λέγε μοι, Κλεινία, καὶ σύ·
κοινωνὸν γὰρ δεῖ σε εἷναι τῶν λόγων· κινδυνεύει
γὰρ ὁ λέγων ταῦτα πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ γῆν καὶ ἀέρα
πρῶτα τῶν πάντων ἡγεῖσθαι εἶναι, καὶ τὴν φύσιν 
ὀνομάζειν ταῦτα αὐτὰ, ψυχὴν δ’ ἐκ τούτων ὕστερον.
ἔοικε δὲ οὐ κινδυνεύειν, ἀλλ’ ὄντως σημαίνειν ταῦτα
ἡμῖν τῷ λόγῳ. 
 Πάνυ μὲν οὖν.

Ἄρ’ οὖν πρὸς Δῖός οἷον πηγήν τινα ἀνοήτου 
 δόξης ἀνευρήκαμεν ἀνθρώπων ὁπόσοι πώποτε τῶν
περὶ φύσεως ἐφήψαντο ζητημάτων; σκόπει πάντα
λόγον ἐξετάζων· οὐ γὰρ δὴ σμικρόν γε τὸ διαφέρον,
εἰ φανεῖεν οἶ λόγων ἁπτόμενοι ἀσεβῶν ἄλλοις τε
ἐξάρχοντες μηδὲ εὖ τοῖς λόγοις, ἀλλ’ ἐξημαρτημένως 
χρώμενοι. δοκεῖ τοίνυν μοι ταῦτα οὕτως ἔχειν. 
 Εὖ λέγεις· ἀλλ’ ὅπη δὴ, πειρῶ φράζειν. 
 Ἔοικε τοίνυν ἀηθεστέρων ἁπτέον εἶναι λόγων. ”

Καὶ μετὰ βραχέα ἐπιλέγει 
 “ Ψυχὴν, ὠ ἑταῖρε, ἠγνοηκέναι κινδυνεύουσι μὲν 
ὀλίγου ξύμπαντες οἷόν τε ὂν τυγχάνει καὶ δύναμιν
 ἣν ἔχει, τῶν τε ἄλλων αὐτῆς πέρι καὶ δὴ καὶ γενέ-
σεως, ὡς ἐν πρώτοις ἐστὶ σωμάτων ἔμπροσθεν πάντων
γενομένη, καὶ μεταβολῆς τε αὐτῶν καὶ μετακοσμήσεως
ἀπάσης ἄρχει παντὸς μᾶλλον. εἰ δ’ ἐστὶ 
 

 
ταῦτα οὕτως, ἆρ’ οὐκ ἐξ ἀνάγκης τὰ ψυχῆς συγγενῆ
πρότερα ἂν εἴη γεγονότα τῶν σώματι προσηκόντων,
οὔσης γε αὐτῆς πρεσβυτέρας ἢ σώματος; 
 Ἀνάγκη. 
 5

Δόξα δὴ καὶ ἐπιμέλεια καὶ νοῦς καὶ τέχνη
καὶ νόμος σκληρῶν καὶ μαλακῶν καὶ βαρέων καὶ κούφων
πρότερα ἂν εἴη· καὶ δὴ καὶ τὰ μεγάλα καὶ
πρῶτα ἔργα καὶ πράξεις τέχνης ἂν γίγνοιτο, ὄντα ἐν
πρώτοις, τὰ δὲ φύσει καὶ φύσις, ἣν οὐκ ὀρθῶς αὐτοὶ 
 ἐπονομάζουσι, τούτου ὕστερα καὶ ἀρχόμενα ἂν ἐκ
τέχνης εἴη καὶ νοῦ. 
 Πῶς οὐκ ὀρθῶς;

Φύσιν βούλονται λέγειν γένεσιν τὴν περὶ τὰ
πρῶτα. εἰ δὲ φανήσεται ψυχὴ πρῶτον, οὐ πῦρ οὐδὲ
15 ἀὴρ, ψυχὴ δ’ ἐν πρώτοις γεγενημένη, σχεδὸν ὀρθό
τάτα λέγοιτ’ ἂν εἶναι διαφερόντως φύσει. ταῦτ’ ἔσθ’
οὕτως ἔχοντα, ἂν ψυχήν τις ἐπιδείξῃ πρεσβυτέραν
οὖσαν σώματος, ἄλλως δὲ οὐδαμῶς. 
 Αληθέστατα λέγεις.

Ἄγε δὴ, θεὸν εἴ ποτε παρακλητέον ἡμῖν, νῦν 
ἔστω τοῦτο οὕτω γενόμενον· ἐπί γε ἀπόδειξιν τὴν
αὑτῶν, ὡς εἰσὶ, σπουδῇ πάση παρακεκλήσθων· ἐχόμενοι
δὲ ὥς τινος ἀσφαλοῦς πείσματος ἐπεισβαίνωμεν
εἰς τὸν νῦν λόγον. καί μοι ἐλεγχομένῳ περὶ τὰ τοιαῦτα 
 ἐρωτήσεσι τοιαῖσδε ἀσφαλέστατα ἀποκρίνεσθαι
φαίνεται κατὰ τάδε.

ὠ ξένε, ὁπόταν φῇ τις, ἆρα
ἕστηκε μὲν πάντα, κινεῖται δὲ οὐδὲν, ἢ τούτῳ πὰν
τοὐναντίον; ἢ τὰ μὲν αὐτῶν κινεῖται, τὰ δὲ μένει;
Τὰ μὲν κινεῖταί που, φήσω, τὰ δὲ μένει. Μῶν οὖν
 οὐκ ἐν χώρᾳ τινὶ τά τε ἑστῶτα ἕστηκε καὶ τὰ κινούἌγε
 

 
μένα κινεῖται; Πῶς γὰρ οὔ; Καὶ τὰ μέν γε ἐν
μιᾷ ἕδρᾳ που τοῦτο ἂν δρῴη, τὰ δὲ ἐν πλείοσι.

Τὰ
τὴν τῶν ἑστώτων ἐν μέσῳ λαμβάνοντα δύναμιν λέγεις,
φήσομεν, ἐν ἐνὶ κινεῖσθαι, καθάπερ ἡ τῶν
 ἑστᾶναι λεγομένων κύκλων στρέφεται περιφορά; 
Ναί.”

Καὶ ἐξῆς ἐπιλέγει 
 “ Ἔτι δὴ καὶ τῇδε εἴπωμεν, καὶ ἀποκρινώμεθα
πάλιν ἡμῖν αὐτοῖσιν. εἰ σταίη πως τὰ πάντα ὁμοῦ
γενόμενα, καθάπερ πλεῖστοι τῶν τοιούτων τολμῶσι 
λέγειν, τίνα ἄρα ἐν αὐτοῖς ἀνάγκη πρώτην κίνησιν
γενέσθαι τῶν εἰρημένων;

Τὴν αὐτὴν ἑαυτὴν δήπου κινοῦσαν. ὑπ’
ἄλλου γὰρ οὐ μή ποτε ἔμπροσθεν μεταπέσῃ, μηδεμιᾶς
γ’ ἐν αὐτοῖς οὔσης ἔμπροσθεν μεταπτώσεως.

Ἀρχὴν ἄρα κινήσεων πασῶν καὶ πρώτην ἔν
τε ἑστῶσι γενομένην καὶ ἐν κινουμένοις οὖσαν, τὴν
 ἑαυτὴν κινοῦσαν, φήσομεν ἀναγκαίως εἶναι πρεσβυτάτην
καὶ κρατίστην μεταβολῶν πασῶν, τὴν δὲ ἀλλοιουμένην
ὑφ’ ἑτέρου, κινοῦσαν δὲ ἕτερα, δευτέραν. 
 Ἀληθέστατα λέγεις.

Ὁπότε δὴ τοίνυν ἐνταῦθα ἐσμὲν τοῦ λόγου,
τόδε ἀποκρινώμεθα. 
 Τὸ ποῖον; 
 Εὰν ἴδωμέν που ταύτην γενομένην ἐν τῷ γηίνῳ 
ἢ ἐνύδρῳ ἢ πυροειδεῖ, κεχωρισμένῳ ἢ καὶ ξυμμιγεῖ,
τί ποτε φήσομεν ἐν τῷ τοιούτῳ πάθος ἐνεῖναι;

Μῶν ἆρά με ἐρωτᾷς εἰ ζῆν αὐτὸ προσεροῦμεν,
ὅταν αὐτὸ αὑτὸ κινῇ; 
 Ναί. 
 

 
 Ζῆν· πῶς γὰρ οὔ; 
 Τί δὲ, ὅταν ψυχὴν ἔν τισι ὁρῶμεν, μῶν ἄλλο ἢ c
ταὐτὸν τούτῳ ζῆν ὁμολογητέον; 
 Οὐκ ἄλλο. 
 Ἔχε δὴ πρὸς Δῖός· ἆρ’ οὐκ ἂν ἐθέλοις περὶ εκαστον
τρία νοεῖν;

Πῶς λέγεις; 
 Ἓν μὲν τὴν οὐσίαν, ἕν δὲ τῆς οὐσίας τὸν λόγον,
ἐν δὲ τὸ ὄνομα. καὶ δὴ καὶ ἐρωτήσεις εἶναι περὶ τὸ
 ὂν ἅπαν δύο. 
 Πῶς; 
 Τοτὲ μὲν ἡμῶν ἕκαστον τοὔνομα προτεινόμενον
αὐτὸ τὸν λόγον ἀπαιτεῖν, τοτὲ δὲ τὸν λόγον αὐτὸν
προτεινόμενον ἐρωτᾶν αὖ τοὔνομα. ἆρά γε τὸ τοιόνδε 
 αὖ βουλόμεθα νῦν λέγειν;

Τὸ ποῖον; 
 Ἒστι που δίχα διαιρούμενον εἰς ἴσα μέρη ἐν ἄλλοισί
τε καὶ ἐν ἀριθμῷ. τούτῳ δὴ τῷ κατ’ ἀριθμὸν
ὄνομα μὲν ἄρτιον, λόγος δὲ ἀριθμὸς διαιρούμενος
 εἰς ἴσα δύο μέρη. 
 Ναί.

Τὸ τοιοῦτον φράζω. Μῶν οὖν οὐ ταὐτὸν
ἑκατέρως προσαγορεύομεν, ἐάν τε τὸν λόγον ἐρωτώμενοι
τοὔνομα ἀποδιδῶμεν, ἐάν τε τοὔνομα τὸν λόγον
 ἄρτιον ὀνόματι καὶ λόγῳ, δίχα διαιρούμενον
ἀριθμὸν προσαγορεύοντες, ταὐτὸν ὄν; 
 Παντάπασι μὲν οὖν.

Ὦι δὴ ψυχὴ τοὔνομα, τίς τούτου λόγος; ἔχομεν 
ἄλλον πλὴν τὸν νῦν δὴ ῥηθέντα, τὴν δυναμένην
 αὐτὴν ἑαυτὴν κινεῖν κίνησιν; 
 Τὸ ἑαυτὸ κινεῖν φὴς λόγον ἔχειν τὴν αὐτὴν

 
οὐσίαν ἥνπερ τοὔνομα, ὃ δὴ πάντες ψυχὴν προσαγορεύομεν;

Φημί γε. εἰ δ᾿ ἔστι τοῦτο οὕτως ἔχον, ἆρ᾿
ἔτι ποθοῦμεν μὴ ἱκανῶς δεδεῖχθαι ψυχὴν ταὐτὸν ὂν
καὶ τὴν πρώτην γένεσιν καὶ κίνησιν τῶν τε ὄντων 
καὶ γεγονότων καὶ ἐσομένων καὶ πάντων αὖ τῶν
ἐναντίων τούτοις, ἐπειδή γε ἀνεφάνη μεταβολῆς τε
καὶ κινήσεως ἁπάσης αἰτία ἅπασιν; 
 Οὒκ, ἀλλὰ ἱκανώτατα δέδεικται ψυχὴ τῶν πάντων
 πρεσβυτάτη, γενομένη γε ἀρχὴ κινήσεως.

Ἆρ᾿ οὖν οὐχ ἡ δι᾿ ἕτερον ἐν ἄλλῳ γινομένη
κίνησις, αὐτὸ δὲ ἐν αὑτῷ μηδέποτε παρέχουσα κινεῖσθαι
μηδὲν, δευτέρα τε καὶ ὁπόσων ἀριθμῶν βούλοιτο
ἄν τις ἀριθμεῖν αὐτὴν πολλοστὴν, τοσούτων,
σώματος οὔσα ὄντως ἀψύχου μεταβολή. 
 Ὀρθῶς.

Ὀρθῶς ἄρα καὶ κυρίως ἀληθέστατά τε καὶ
τελεώτατα εἰρηκότες ἂν ἦμεν ψυχὴν μὲν προτέραν
γεγονέναι σώματος, ἢ μὴ, σῶμα δὲ δεύτερόν τε καὶ
ὕστερον ψυχῆς ἀρχούσης ἀρχόμενον κατὰ φύσιν. 
 ᾿Αληθέστατα μὲν οὖν.

Μεμνήμεθά γε μὴν ὁμολογήσαντες ἐν τοῖς
πρόσθεν ὡς εἰ ψυχὴ φανείη πρεσβυτέρα σώματος
οὖσα, καὶ τὰ ψυχῆς τῶν τοῦ σώματος ἔσοιτο πρεσβύτερα. 
 
 Πάνυ μὲν οὖν.

Τρόποι δὲ καὶ ἤθη καὶ βουλήσεις καὶ λογισμοὶ
καὶ δόξαι ἀληθεῖς ἐπιμέλειαί τε καὶ μνῆμαι
πρότερα μήκους σωμάτων καὶ πλάτους καὶ βάθους
καὶ ῥώμης εἴη γεγονότα ἂν, εἴπερ καὶ ψυχὴ σώματος. 
 ᾿Ανάγκη.

Ἄρ’ οὖν τὸ μετὰ τοῦτο ὁμολογεῖν ἀναγκαῖον
τῶν τε ἀγαθῶν αἰτίαν εἶναι ψυχὴν καὶ τῶν κακῶν
καὶ καλῶν καὶ αἰσχρῶν δικαίων τε καὶ ἀδίκων καὶ
πάντων τῶν ἐναντίων, εἴπερ τῶν πάντων γε αὐτὴν
 θήσομεν αἰτίαν; 
 Πῶς γὰρ οὔ;

Ψυχὴν δὴ διοικοῦσαν καὶ ἐνοικοῦσαν ἐν
ἅπασι τοῖς πάντη κινουμένοις μῶν οὐ καὶ τὸν οὐρανὸν
ἀνάγκη διοικεῖν φάναι; 
 Τί μήν; 
 Μίαν, ἢ πλείους; Πλείους· ἐγὼ ὑπὲρ σφῶν 
ἀποκρινοῦμαι δυοῖν μέν γέ που ἔλαττον μηδὲν τιθῶμεν,
τῆς τε εὐεργέτιδος καὶ τῆς τἀναντία δυναμένης
ἐξεργάζεσθαι.

Σφόδρα ὀρθῶς εἴρηκας. 
 Εἶεν. ἄγει μὲν δὴ ψυχὴ πάντα τὰ κατ’ οὐρανὸν
καὶ γῆν καὶ θάλατταν ταῖς αὑτῆς κινήσεσιν, αἷς
ὀνόματά ἐστι βούλεσθαι, σκοπεῖσθαι, ἐπιμελεῖσθαι, 
βουλεύεσθαι, δοξάζειν ὀρθῶς, ἐψευσμένως, χαίρουσαν,
 λυπουμένην, θαρροῦσαν, φοβουμένην, μισοῦσαν,
στέργουσαν, καὶ πάσαις ὅσαι τούτων ξυγγενεῖς
ἢ πρωτουργοὶ κινήσεις τὰς δευτερουργοὺς αὖ παραλαμβάνουσαι
κινήσεις σωμάτων ἄγουσι πάντα εἰς
αὔξησιν καὶ φθίσιν καὶ διάκρισιν καὶ σύγκρισιν καὶ
 τούτοις ἑπομένας θερμότητας, ψύξεις, βαρύτητας,
κουφότητας, σκληρὸν καὶ μαλακὸν, λευκὸν καὶ μέλαν,
αὐστηρὸν καὶ γλυκὺ καὶ πικρὸν] καὶ πᾶσιν οἶς
ψυχὴ χρωμένη, νοῦν μὲν προσλαμβάνουσα αἰεὶ θεῖον 
ὀρθῶς θεοῖς ὀρθὰ καὶ εὐδαίμονα παιδαγωγεῖ πάντα,
 ἀνοίᾳ δὲ ξυγγενομένη πάντα αὖ τἀναντία τούτοις
ἀπεργάζεται.

τιθῶμεν ταῦτα οὕτως ἔχειν; ἢ ἔτι
διστάζομεν εἰ ἑτέρως πως ἔχει; 

 
 Οὐδαμῶς. 
 Πότερον οὖν δὴ ψυχῆς τὸ γένος ἐγκρατὲς οὐρανοῦ
καὶ γῆς καὶ πάσης τῆς περιόδου γεγονέναι φῶμεν
τὸ φρόνιμον καὶ ἀρετῆς πλῆρες, ἢ τὸ μηδέτερα
κεκτημένον; βούλεσθε οὖν πρὸς ταῦτα ὧδε 
ἀποκρινώμεθα; 
 Πῶς;

Εἰ μὲν, ὢ θαυμάσιε, φῶμεν, ἡ ξύμπασα οὐρανοῦ
ὁδὸς ἅμα καὶ φορὰ καὶ τῶν ἐν αὐτῷ ὄντων
ἀπάντων νοῦ κινήσει καὶ περιφορᾷ καὶ λογισμοῖς 
ὁμοίαν φύσιν ἔχει καὶ ξυγγενῶς ἔρχεται, δῆλον ὡς
τὴν ἀρίστην ψυχὴν φατέον ἐπιμελεῖσθαι τοῦ κόσμου
παντὸς καὶ ἄγειν αὐτὸν τὴν τοιαύτην ὁδὸν ἐκείνην. 
 Ὀρθῶς.

Εἰ δὲ μανικός τε καὶ ἀτάκτως ἔρχεται, τὴν 
κάκην. 
 Καὶ ταῦτα ὀρθότατα. 
 Τίνα οὖν δὴ νοῦ κίνησις φύσιν ἔχει; τοῦτο ἤδη
χαλεπὸν, ὦ φίλοι, ἐρώτημα ἀποκρινόμενον εἰπεῖν ἐμφρόνως.
διὸ δὴ καὶ ἐμὲ τῆς ἀποκρίσεως ὑμῖν δίκαιον 
τανῦν προσλαμβάνειν. 
 Εὑ λέγεις.

Μὴ τοίνυν ἐξ ἐναντίας οἷον εἰς ἥλιον ἀποβλέποντες,
νύκτα ἐν μεσημβρίᾳ ἐπαγόμενοι, ποιησώμεθα
τὴν ἀπόκρισιν, ὡς νοῦν ποτὲ θνητοῖς ὄμμασιν 
ὀψόμενοί τε καὶ γνωσόμενοι ἱκανῶς· πρὸς δὲ εἰκόνα
τοῦ ἐρωτωμένου βλέποντας ἀσφαλέστερον ὁρᾶν.

Πῶς λέγεις; 
 Ἡι προσέοικε κινήσει νοῦς, τῶν δέκα
κινήσεων τὴν εἰκόνα λάβωμεν, ἣν συναναμνησθεὶς 
ὑμῖν ἐγὼ κοινῇ τὴν ἀπόκρισιν ποιήσομαι. 
 Κάλλιστα ἂν λέγοις. 

 
 Μεμνήμεθα τοίνυν τοῦτό γε τοσοῦτον τῶν τότε,
ὅτι τῶν ἁπάντων τὰ μὲν κινεῖσθαι, τὰ δὲ μένειν
ἔθεμεν. 
 Ναί.

Τῶν δ’ αὖ κινουμένων τὰ μὲν ἐν ἐνὶ τόπῳ 
κινεῖσθαι, τὰ δ’ ἐν πλείοσι φερόμενα. 
 Ἔστι ταύτῃ. 
 Τούτοιν δὴ τοῖν κινήσεοιν τὴν ἐν ἐνὶ φερομένην
ἀεὶ περί γέ τι μέσον ἀνάγκη κινεῖσθαι τῶν ἐντόρνων
 οὐσῶν μίμημά τι κύκλων, εἶναί τε αὐτὴν τῇ
τοῦ νοῦ περιόδῳ πάντως ὡς δυνατὸν οἰκειοτάτην
τε καὶ ὁμοίαν.

Πῶς λέγεις; 
 Τὸ κατὰ ταὐτὰ δήπου καὶ ὡσαύτως καὶ ἐν τῷ
 αὐτῷ καὶ περὶ τὰ αὐτὰ καὶ πρὸς τὰ αὐτὰ καὶ ἕνα λόγον
καὶ τάξιν μίαν ἄμφω κινεῖσθαι λέγοντες νοῦν
τήν τε ἐν ἐνὶ φερομένην κίνησιν, σφαίρας ἐντόρνου
ἀπεικασμένα φοραῖς, οὐκ ἄν ποτε φανεῖμεν φαῦλοι b
δημιουργοὶ λόγῳ καλῶν εἰκόνων.

Ὀρθότατα λέγεις. 
 Οὐκοῦν αὕτη γε ἡ μηδέποτε ὡσαύτως μηδὲ κατὰ
τὰ αὐτὰ μηδ’ ἐν ταὐτῷ μηδὲ περὶ ταὐτὰ μηδὲ πρὸς
τὰ αὐτὰ μηδ’ ἐν ἐνὶ φερομένη μηδ’ ἐν κόσμῳ μηδ’
ἐν τάξει μηδ’ ἔν τινι λόγῳ κίνησις ἀνοίας ἂν αὖ πάσης
 εἴη ξυγγενής.

Εἴη γὰρ ἂν ἀληθέστατα. 
 Τανῦν δὴ χαλεπὸν οὐδὲν ἔτι διαρρήδην εἰπεῖν
ὡς, ἐπειδὴ ψυχὴ μέν ἐστιν ἡ περιάγουσα ἡμῖν πάντα,
τὴν δὲ οὐρανοῦ περιφορὰν ἐξ ἀνάγκης περιάγειν φατέον
 ἐπιμελουμένην καὶ κοσμοῦσαν ἤτοι τὴν ἀρίστην 
ψυχὴν ἢ τὴν ἐναντίαν.

Ὦ ξένε, ἀλλ’ ἐκ γε τῶν νῦν εἰρημένων

 
ὅσιον ἄλλως λέγειν ἢ πᾶσαν ἀρετὴν ἔχουσαν ψυχὴν
μίαν ἢ πλείους περιάγειν αὐτά. 
 Κάλλιστα, ὠ Κλεινία, ὑπήκουσας τοῖς λόγοις.
τόδε δὲ προσυπάκουσον ἔτι.

Τὸ ποῖον; 
 Ἥλιον καὶ σελήνην καὶ τὰ ἄλλα ἄστρα, εἴπερ
ψυχὴ περιάγει πάντα, ἆρ’ οὐ καὶ ἓν ἕκαστον; 
 Τί μήν; 
 Περὶ ἑνὸς δὴ ποιησώμεθα λόγους, οἱ καὶ ἐπὶ
 πάντα ἁρμόττοντες ἡμῖν τὰ ἄστρα φανοῦνται.

Τίνος; 
 Ἡλίου πᾶς ἄνθρωπος σῶμα μὲν ὁρᾷ, ψυχὴν δὲ
οὐδείς· οὐδὲ γὰρ ἄλλου σώματος οὐδενὸς οὔτε ζῶντος
οὔτε ἀποθανόντος τῶν ζῴων οὐδενός], ἀλλὰ ἐλπὶς
πολλὴ τὸ παράπαν τὸ γένος ἡμῖν τοῦτο ἀναίσθητον 
πάσαις ταῖς τοῦ σώματος αἰσθήσεσι περιπεφυκέναι,
νοητὸν δὲ εἶναι. μόνῳ νῷ δὴ καὶ νοήματι
λάβωμεν αὐτοῦ πέρι τὸ τοιόνδε.

Ποῖον; 
 Ἥλιον εἰ περιάγει ψυχὴ, τριῶν αὐτὴν ἴν λέγοντες 
δρᾶν σχεδὸν οὐκ ἀποτευξόμεθα. 
 Τίνων;

Ὡς ἢ ἐνοῦσα ἐντὸς τῷ περιφερεῖ τούτῳ φαινομένῳ
σώματι πάντη διακομίζει τὸ τοιοῦτον, καθάπερ
ἡμὰς ἡ παρ’ ἡμῖν ψυχὴ πάντη περιφέρει· ἤ 
ποθεν ἔξωθεν σῶμα αὑτῇ πορισαμένη πυρὸς ἤ τινος
ἀέρος, ὡς λόγος ἐστί τινων, ὠθεῖ βίᾳ σώματι σῶμα·
ἢ τρίτον αὐτὴ ψιλὴ σώματος οὖσα, ἔχουσα δὲ δυνάμεις
ἄλλας τινὰς ὑπερβαλλούσας, θαύματι ποδηγεῖ. 
 Ναί. 
 Τοῦτο μὲν ἀνάγκη, τούτων ἔν γέ τι δρῶσαν
ψυχὴν πάντα διάγειν.”

Ταῦτα μὲν οὖν ἐν τῷ δεκάτῳ τῶν Νόμων 
εἴρηται τῷ φιλοσόφῳ. καὶ ἐν τῷ Φιλήβῳ δὲ ἐπάκουσον
ὅπως τὴν αὐτὴν κατασκευάζει διάνοιαν 
 ῾Πάντες γὰρ συμφωνοῦσιν οἶ σοφοὶ, ὄντως
 σεμνύνοντες, ὡς νοῦς ἐστι βασιλέ’ ὗς ἡμῖν οὐρανοῦ
τε καὶ γῆς. καὶ ἴσως εὑ λέγουσι· διὰ μακροτέρων
δ’, εἰ βούλει, τὴν σκέψιν αὐτοῦ τοῦ γένους
ποιησώμεθα.

Λέγε ὅπως βούλει, μηδὲν μῆκος ὑπολογιζόμενος
 ἡμῖν, ὦ Σώκρατες, ὡς οὐκ ἀπεχθησόμενος. 
 Καλῶς εἶπας. ἀρξώμεθα δέ πως ὧδε
ἐπανερωτῶντες. 
 Πῶς; 
 Πότερον, ὢ Πρώταρχε, τὰ ξύμπαντα καὶ τόδε τὸ 
 καλούμενον ὅλον ἐπιτροπεύειν φῶμεν τὴν τοῦ ἀλόγου
καὶ εἰκῆ δύναμιν καὶ τὸ ὅπη ἔτυχεν, ἢ τἀναντία,
καθάπερ οἶ πρόσθεν ἡμῶν ἔλεγον, νοῦν καὶ
φρόνησίν τινα θαυμαστὴν συντάττουσαν
διακυβερναν;

Οὐδὲν τῶν αὐτῶν, ὢ θαυμάσιε Σώκρατες·
ὃ μὲν γὰρ δὴ σὺ λέγεις, νῦν] οὐδ’ ὅσιον εἶναί μοι
φαίνεται· τὸ δὲ νοῦν πάντα διακοσμεῖν αὐτὰ φάναι
καὶ τῆς ὄψεως τοῦ κόσμου καὶ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ
ἄστρων καὶ πάσης τῆς περιφορᾶς ἄξιον, καὶ οὐκ ἄλλως
 ἔγωγ’ ἄν ποτε περὶ αὐτῶν εἴποιμι, οὐδ’ ἂν 
δόξαιμι.

Βούλει δή τι καὶ ἡμεῖς τοῖς ἔμπροσθεν ὁμολογούμενον
ξυμφήσωμεν, ὡς ταῦθ’ οὕτως ἔχει; καὶ
μὴ μόνον οἰώμεθα δεῖν τὰ ἀλλότρια ἄνευ κινδύνου
 λέγειν, ἀλλὰ καὶ συγκινδυνεύωμεν καὶ μετέχωμεν
 

 
τοῦ ψόγου, ὅταν ἀνὴρ δεινὸς φῇ ταῦτα μὴ οὕτως, ἀλλ’
ἀτάκτως ἔχειν; 
 Πῶς γὰρ οὐκ ἄν βουλοίμην; 
 Ἴθι δὴ, τὸν ἐπιόντα περὶ τούτων λὀγον νῦν ἡμῖνἄθρει.

δέγε μόνον. 
 Τὰ περὶ τὴν τῶν σωμάτων φύσιν ἁπάντων τῶν
Ξᾠων, πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ πνεῦμα, καθορῶμέν που,
Καὶ γῆν, κθάπερ οἰ χειμαζόμενοί φασιν, ἐνόντα ἐν
τῇ συστάσει; 
 Καὶ μάλα. Χειμαζόμεθα γὰρ ὄντως ὑπὸ ἀπορίας
ἐν τοῖς νῦν λόγοις. 
 Φέρε δὴ περὶ ἑκάστου τῶν παρ’ἡμῖν λάβε τὸ
Τοιόνδε.

Ποῖον; 
 Ὅτι σμικρόν τε τούτων ἕκαστον παρ’ἡμῖν ἕνεστι
καὶ φαῦλον καὶ οὐδαμῆ οὐδαμῶς εἰλικρινές ὄν καὶ
τὴν δύναμιν οὐκ ἀξίαν τῆς φύσεως ἔχον. ἐν ἐνὶ δὲ
λαβὼν περὶ πάντων νόει ταὐτόν. Οἶον πῦρ ἔστι μέν
που παρ’ἡμῖν, ἔστι δ’ἐν τῷ παντἰ.

Τί μήν; 
 Οὐκοῦν σμικρὸν μέν τι τὸ παρ’ἡμῖν καὶ ἀσθενὲς 
Καὶ φαῦλον, τὸ δ’ἐν τῷ παντὶ πλήθει τε θαυμαστὸν καὶ καἀλλει καὶ πάςῃ δυνάμει τῇ περὶ τὸ πῦρ
 οὔσῃ. 
 Καὶ μάλα ἀληθὲς ὅ λέγεις. 
 Τί δέ;τρέφεται καὶ γίνεται ἐκ τούτου καὶ ἄρχεται
 τὸ τοῦ παντὸς πῦρ ὐπὸ τοῦ παρ’ἡμῖν πυρὸς , ἤ 
τοὐναντίον ὑπ’ἐκείνου τό τε ἐμὸν καὶ τὸ σὸν καὶ τὸ 
τῶν ἄλλων ξᾠων ἅπαντ’ἴσχει ταῦτα; 
 Τοῦτο μὲν οὐδὲ ἀποκρίσεως ἄξιον ἐρωτᾷς.

Ὀρθῶς. Ταῦτα γὰρ ἐρεῖς, οἶμαι, περί τε τῆς


 
ἐν τοῖς ζῴοις γῆς τῆς ἐνθάδε καὶ τῆς ἐν τῷ παντὶ,
καὶ τῶν ἄλλων δὴ ὅσων ἠρώτησα ὀλίγον ἔμπροσθεν,
οὕτως ἀποκρινῇ. 
 Τίς γὰρ ἀποκρινόμενος ἄλλως ὑγιαίνων ἄν ποτε
 φανείη;

Σχεδὸν οὐδ’ ὁστισοῦν. ἀλλὰ τὸ μετὰ τοῦτο
ἑξῆς ἕπου. πάντα γὰρ ταῦτα ἡμεῖς τὰ νῦν δὴ λεχθέντα
ἆρ’ οὐκ εἰς ἓν συγκείμενα ἰδόντες ἐπωνομάσαμεν
σῶμα; 
 Τί μήν; 
 Ταὐτὸν δὴ λάβε καὶ περὶ τοῦδε ὃν κόσμον λέγομεν·
διὰ τὸν αὐτὸν γὰρ τρόπον ἂν εἴη που σῶμα,
σύνθετον ὂν ἐκ τῶν αὐτῶν. 
 Ὀρθότατα λέγεις.

Πότερον οὖν ἐκ τούτου τοῦ σώματος ὅλως τὸ
παρ’ ἡμῖν σῶμα, ἢ ἐκ τοῦ παρ’ ἡμῖν τοῦτο τρέφεταί
τε καὶ ὅσα νῦν δὴ περὶ αὐτῶν ἐπείπομεν εἴληφέ τε
καὶ ἔχει; 
 Καὶ τοῦθ’ ἕτερον, ὠ Σώκρατες, οὐκ ἄξιον
 ἐρωτησεως. 
 Τί δέ; ἀ όδε τρα ἄξιον ἐρωτήσεως; ἢ πῶς ἐρεῖς,.

Λέγε τὸ ποῖον. 
 Τὸ παρ’ ἡμῖν σῶμα ἆρ’ οὐ ψυχὴν φήσομεν
ἔχειν; 
 Δῆλον ὅτι φήσομεν. 
 Πόθεν, ὠ φίλε Πρώταρχε, λαβὸν, εἴπερ μὴ τό γε
τοῦ παντὸς σῶμα ἔμψυχον ὂν ἐτύγχανε, ταὐτά γε
ἔχον τούτῳ καὶ ἔτι πάντη καλλίονα; 
 Δῆλον ὡς οὐδαμόθεν ἄλλοθεν, ὦ Σώκρατες.

Οὐ γάρ που δοκοῦμέν γε, ὠ Πρώταρχε, τὰ
τέτταρα ἐκεῖνα, πέρας καὶ ἄπειρον καὶ κοινὸν καὶ
τὸ τῆς αἰτίας γένος ἐν ἅπασι τέταρτον ἐνὸν, τοῦτ’ ἐν

 
μὲν τοῖς παρ᾿ ἡμῖν ψυχήν τε παρέχον καὶ σωμασκίαν
ἐμποιοῦν καὶ πταίσαντος σώματος ἰατρικὴν καὶ ἐν
ἄλλοις ἄλλα συντιθὲν καὶ ἀσκούμενον πᾶσαν καὶ
 παντοίαν σοφίαν ἐπικαλεῖσθαι , τῶν δὲ αὐτῶν τούτων
ὄντων ἐν ὅλῳ τε οὐρανῷ καὶ κατὰ μεγάλα μέρη, 
καὶ προσέτι καλῶν καὶ εἰλικρινῶν, ἐν τούτοις δὲ οὐκ
ἄρα μεμηχανῆσθαι τὴν τῶν καλλίστων καὶ
τιμιωτάτων φύσιν. 
 Ἀλλ’ οὐδαμῶς τοῦτό γ᾿ ἂν λόγον ἔχοι.

Οὐκοῦν εἰ μὴ τοῦτο, μετ᾿ ἐκείνου τοῦ λόγου 
ἂν ἑπόμενοι βέλτιον λέγοιμεν, ὡς ἔστιν, ἃ πολλάκις
εἰρήκαμεν, ἄπειρόν τε ἐν τῷ παντὶ πολὺ καὶ πέρας
ἱκανὸν, καί τις ἐπ᾿ αὐτοῖς αἰτία οὐ φαύλη, κοσμοῦσά
τε καὶ συντάττουσα ἐνιαυτοὺς καὶ ὥρας καὶ μῆνας,
 σοφία καὶ νοῦς λεγομένη δικαιότατα. 
 Δικαιότατα δῆτα.

Σοφία μὴν καὶ νοῦς ἄνευ ψυχῆς οὐκ ἄν ποτε
γενοίσθην. 
 Οὐ γὰρ οὖν. 
 Οὐκοῦν ἐν μὲν τῇ τοῦ Δῖός ἐρεῖς φύσει βασιλικὴν 
μὲν ψυχὴν, βασιλικὸν δὲ νοῦν ἐγγίνεσθαι διὰ
τὴν τῆς αἰτίας δύναμιν , ἐν δὲ ἄλλοις ἄλλα καλὰ,
καθότι φίλον ἑκάστοις λέγεσθαι.”

“ Τὸν δ᾿ ἡγούμενον μὲν θεοὺς εἶναι , μὴ
φροντίζειν δὲ αὐτοὺς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, 
παραμυθητέον. ὦ ἄριστε δὴ, φῶμεν, ὅτι μὲν ἡγῇ
θεοὺς, συγγένειά τις ἴσως σε θεία πρὸς τὸ ξύμφυτον
ἄγει τιμᾶν καὶ νομίζειν εἶναι· κακῶν δὲ ἀνθρώπων
 καὶ ἀδίκων τύχαι ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ, ἀληθείᾳ μὲν οὐκ
εὐδαίμονες, δόξαις δὲ εὐδαιμονιζόμεναι σφόδρα, ἀλλ᾿ 
 

 
οὐκ ἐμμελῶς ἄγουσί σε πρὸς ἀσέβειαν, ἔν τε Μούσαις
οὐκ ὀρθῶς ὑμνούμεναι ἅμα καὶ ἐν παντοίοις λόγοις.

ἢ καὶ πρὸς τέλος ἴσως [ἀνοσίους] ἀνθρώπους
ὁρῶν ἐλθόντας γηραιοὺς, παῖδας παίδων καταλιπόντας
 ἐν τιμαῖς ταῖς μεγίσταις, ταράττῃ τανῦν 
ὅταν ἐν ἅπασι τούτοις ἰδὼν ἢ δι’ ἀκοῆς αἰσθόμενος,
ἢ καὶ παντάπασιν αὐτὸς αὐτῶν τινι αὐτόπτης προστυχὼν
πολλῶν ἀσεβημάτων καὶ δεινῶν γενομένων
τισὶ δι’ αὐτὰ ταῦτα ὁρᾷς,] ἐκ σμικρῶν εἰς τυραννίδας
 τε καὶ τὰ μέγιστα ἀφικομένους· τότε διὰ πάντα
τὰ τοιαῦτα δῆλος εἶ μέμφεσθαι μὲν θεοὺς ὡς αἰτίους
ὄντας τῶν τοιούτων διὰ ξυγγένειαν οὐκ ἂν ἐθέλων,
ἀγόμενος δὲ ὑπό τε ἀλογίας ἅμα καὶ οὐ δυνάμενος
δυσχεραίνειν θεοὺς εἰς τοῦτο νῦν τὸ πάθος ἐλήλυθας, 
 ὥστ’ εἶναι μὲν δοκεῖν αὐτοὺς, τῶν δ’ ἀνθρωπίνων
καταφρονεῖν καὶ ἀμελεῖν πραγμάτων.

ἵνα
οὖν μὴ ἐπὶ μεῖζον ἔλθῃ σοι πάθος πρὸς ἀσέβειαν τὸ
νῦν παρὸν δόγμα, ἀλλ’ ἐάν πως οἶον ἀποδιοπομπήσασθαι
λόγοις αὐτὸ προσιὸν γενώμεθα δυνατοὶ, πειρώμεθα,
 συνάψαντες τὸν ἐξῆς λόγον, ᾧ πρὸς τὸν παράπαν
οὐχ ἡγούμενον θεοὺς ἐξ ἀρχῆς διεπερανάμεθα,
τούτῳ τανῦν προσχρήσασθαι.

σὺ δ’, ὦ Κλεινία
τε καὶ Μέγιλλε, ὑπὲρ τοῦ νέου, καθάπερ ἐν τοῖς
ἔμπροσθεν, ἀποκρινόμενοι διαδέχεσθε· ἐὰν δέ τι 
 δύσκολον ἐγγίγνηται τοῖς λόγοις, ἐγὼ σφῶν, ὥσπερ
νῦν δὴ, δεξάμενος διαβιβῶ τὸν ποταμόν.
Ὀρθῶς λέγεις· καὶ σύ τε οὕτω ταῦτα δρᾶ ποιήσομέν
τε ἡμεῖς εἰς τὸ δυνατὸν ἃ λέγεις.

Ἀλλ’ οὐδὲν τάχ’ ἂν ἴσως εἴη χαλεπὸν ἐνδείξασθαι
 τοῦτό γε, ὡς ἐπιμελεῖς σμικρῶν εἰσὶ θεοὶ οὐχ
ἧττον, μᾶλλον δὲ, ἢ τῷ μεγέθει διαφερόντων. ἤκουε
γάρ που καὶ παρῆν τοῖς νῦν δὴ λεγομένοις ὡς ἀγα-

 
θοῖ γε ὄντες πᾶσαν ἀρετὴν τὴν τῶν πάντων ἐπιμέλειαν
οἰκειοτάτην αὑτῶν οὖσαν κέκτηνται. 
 Καὶ σφόδρα γε ἐπήκουε.

Τὸ μετὰ τοῦτο τοίνυν κοινῇ συνεξεταζόντων
τίνα λέγοντες ἀρετὴν αὐτῶν ὁμολογοῦμεν αὐτοὺς 
ἀγαθοὺς εἶναι. φέρε, τὸ σωφρονεῖν νοῦν τε κεκτῆσθαι
φαμὲν ἀρετῆς, τὰ δὲ ἐναντία κακίας; 
 Φαμέν. 
 Τί δέ; ἀρετῆς μὲν ἀνδρείαν εἶναι, δειλίαν δὲ
κακίας;

Πάνυ μὲν οὑν. 
 Καὶ τὰ μὲν αἰσχρὰ τούτων, τὰ δὲ καλὰ φήσομεν; 
 Ἀνάγκη. 
 Καὶ τῶν μὲν προσήκειν ἡμῖν, εἴπερ, ὁπόσα
φλαῦρα, θεοῖς δὲ οὔτε μέγα οὔτε σμικρὸν τῶν τοιούτων 
μετὸν ἐροῦμεν; 
 Καὶ ταῦθ’ οὕτως ὁμολογοῖ πᾶς ἄν.

Τί δέ; ἀμέλειάν τε καὶ ἀργίαν καὶ τρυφὴν
 εἰς ἀρετὴν ψυχῆς θήσομεν; ἢ πῶς λέγεις; 
 Καὶ πῶς; 
 Ἀλλ' εἰς τοὐναντίον; 
 Ναί. 
 Τἀναντία ἄρα τούτοις εἰς τοὐναντίον; 
 Τοὐναντίον. 
 Τί οὖν; τρυφῶν δὴ καὶ ἀμελὴς ἀργός τε, ὃν ὁ 
ποιητὴς κηφῆσι κοθούροισι μάλιστα εἴκελον ἔφασκεν
εἶναι, γίγνοιτ’ ἂν ὁ τοιοῦτος πᾶς ἡμῖν;

Ὀρθότατά γε εἰπών. 
 Οὐκοῦν τόν γε θεὸν οὐ ῥητέον ἔχειν ἦθος τοιοῦτον
ὅ γε αὐτὸς μισεῖ· τῷ δέ τι τοιοῦτον φθέγγεσθαι 
πειρωμένῳ οὐκ επιτρεπτεον. 
 Οὐ μὲν δή· πῶς γὰρ ἄν; 

 
 Ὦι δὴ προσήκει μὲν πράττειν καὶ ἐπιμελεῖσθαι
διαφερόντως τινὸς, ὁ δὲ τούτου τοῦ γένους τῶν μὲν
μεγάλων ἐπιμελεῖται, τῶν σμικρῶν δὲ ἀμελεῖ· κατὰ
τίνα οὖν ἐπαινοῦντες τὸν τοιοῦτον λόγον οὐκ ἂν παντάπασι
 πλημμελοῖμεν; σκοπῶμεν δὲ ὧδε. ἆρ’ οὐ
κατὰ δύο εἴδη τὸ τοιοῦτον πράττει ὁ πράττων, εἴτε 
θεὸς εἴτε ἄνθρωπος; 
 Ποίω δὴ λέγομεν;

Ἢ διαφέρον οὐδὲν οἰόμενος εἶναι τῷ ὅλῳ,
 ἀμελουμένων τῶν σμικρῶν, ἢ ῥᾳθυμίᾳ καὶ τρυφῇ,
εἰ διαφέρει, ὁ δὲ ἀμελεῖ· ἢ ἔστιν ἄλλως πως γιγνομένηη
ἀμέλεια; οὐ γάρ που, ὅταν γε ἀδύνατον ᾖ τῶν
πάντων ἐπιμελεῖσθαι, τότε ἀμέλεια ἔσται τῶν σμικρῶν
ἢ μεγάλων μὴ ἐπιμελουμένῳ, ὧν ἂν δυνάμει
 θεὸς ἢ φαῦλός τις ὢν ἐλλιπὴς καὶ μὴ δυνατὸς ἐπιμελεῖσθαι
γίγνηται. 
 Πῶς γὰρ ἄν;

Νῦν δὴ δύο ὄντες τρισὶν ἡμῖν οὖσιν ἀποκρινάσθωσαν, 
οἶ θεοὺς μὲν ἀμφότεροι ὁμολογοῦντες
 εἶναι, παραιτητοὺς δὲ ἕτερος, ὁ δὲ ἀμελεῖς τῶν σμικρῶν.
πρῶτον μὲν θεοὺς ἀμφότεροί φατε γινώσκειν,
καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν πάντα, λαθεῖν δὲ αὐτοὺς οὐδὲν 
δυνατὸν εἶναι τῶν ὁπόσων εἰσὶν αἶ αἰσθήσεις τε καὶ
ἐπιστῆμαι. ταύτῃ λέγετε ἔχειν ταῦτα, ἢ πῶς; 
 Οὕτως.

Τί δέ; δύνασθαι πάντα ὁπόσων αὖ δύναμίς
ἐστι θνητοῖς τε καὶ ἀθανάτοις; 
 Πῶς γὰρ οὐ συγχωρήσονται καὶ ταῦτα οὕτως ἔχειν; 
 Καὶ μὴν ἀγαθούς τε καὶ ἀρίστους ὡμολογήκαμεν
αὐτοὺς εἶναι, πέντε ὄντες. 
 Σφόδρα γε. 

 
 Ἄρ’ οὖν οὐ ῥᾳθυμίᾳ μὲν καὶ τρυφῇ ἀδύνατον
αὐτοὺς ὁμολογεῖν πράττειν ὁτιοῦν τὸ παράπαν, ὄντας
γε οἵους λέγομεν; δειλίας γὰρ ἔγγονος ἔν γε
ἡμῖν ἀργία, ῥᾳθυμία δὲ ἀργίας καὶ τρυφῆς.

Ἀληθέστατα λέγεις. 
 Ἀργέᾳ μὲν δὴ καὶ ῥᾳθυμίᾳ οὐδεὶς ἀμελεῖ θεῶν,
οὐ γὰρ μέτεστιν αὐτῷ που δειλίας. 
 Ὀρθότατα λέγεις. 
 Οὐκοῦν τὸ λοιπὸν, εἴπερ ἀμελοῦσι τῶν σμικρῶν
καὶ ὀλίγων τῶν περὶ τὸ πᾶν, ἢ γινώσκοντες ὡς τὸ 
παράπαν οὐδενὸς τῶν τοιούτων ἐπιμελεῖσθαι δεῖ,
δρῷεν ἂν τοῦτο· ἢ τί τὸ λοιπὸν, πλὴν τὸ γινώσκειν
 τοὐναντίον; 
 Οὐδέν.

Πότερον οὖν, ὠ ἄριστε καὶ βέλτιστε, θῶμέν 
σε λέγοντα, ὡς ἀγνοοῦντάς τε καὶ δέον ἐπιμελεῖσθαι
δι’ ἄγνοιαν ἀμελοῦντας, ἢ γινώσκοντας ὅτι δεῖ, καθαπερ
οἱ φαυλότατοι τῶν ἀνθρώπων λέγονται ποιεῖν,
εἰδότες ἄλλα εἶναι βέλτιον πράττειν ὧν δὴ πράττουσι
διά τινας ἥττας ἡδονῶν ἢ λυπῶν οὐ ποιεῖν;

Πῶς γὰρ ἄν; 
 Οὐκοῦν δὴ τά γε ἀνθρώπινα πράγματα τῆς τε
ἐμψύχου μετέχει φύσεως ἅμα καὶ θεοσεβέστατον
αὐτό ἐστι πάντων ζῴων ἄνθρωπος. 
 Εοικε γοῦν. 
 Θεῶν γε μὴν κτήματά φαμεν εἶναι πάντα ὁπόσα
θνητὰ ζῷα ἢ νοερὰ] ὧνπερ καὶ τὸν οὐρανὸν ὅλον. 
 Πῶς γὰρ οὔ;

Ἤδη τοίνυν ἢ σμικρὰ ἢ μεγάλα τις φάτω
ταῦτα εἶναι τοῖς θεοῖς· οὐδετέρως γὰρ τοῖς κεκτημένοις 
ἡμᾶς ἀμελεῖν ἂν εἴη προσῆκον, ἐπιμελεστάτοις

 
γε οὖσι καὶ ἀρίστοις. σκοπῶμεν γὰρ καὶ τόδε ἔτι
πρὸς τούτοις. 
 Τὸ ποῖον; 
 Τὸ περί τε αἰσθήσεως καὶ δυνάμεως, ἆρ’ οὐκ
 ἐναντίως ἀλλήλοιν πρὸς ῥᾳστώνην καὶ χαλεπότητά
ἐστον πεφυκότε; 
 Πῶς λέγεις;

Ὁρᾶν μέν που καὶ ἀκούειν τὰ σμικρὰ χαλεπώτερον
ἢ τὰ μεγάλα, φέρειν δὲ αὖ καὶ κρατεῖν καὶ
 ἐπιμελεῖσθαι τῶν σμικρῶν καὶ ὀλίγων παντὶ ῥᾷον ἢ
τῶν ἐναντίων. 
 Καὶ πολύ γε. 
 Ἰατρῷ δὴ προστεταγμένον ὅλον τι θεραπεύειν
βουλομένῳ καὶ δυναμένῳ, τῶν μὲν μεγάλων ἐπιμελὲς
 ἔσται, τῶν μορίων δὲ καὶ σμικρῶν ἀμελές· εἶθ’
ἔξει ποτὲ καλῶς αὐτῶ τὸ πὰν; 
 Οὐδαμῶς.

Οὐ μὴν οὐδέ γε κυβερνήταις οὐδὲ στρατηγοῖς
οὐδ’ οἰκονόμοις οὐδ’ αὖ τισι πολιτικοῖς οὐδὲ
 ἄλλῳ τῶν τοιούτων οὐδενὶ χωρὶς τῶν ὀλίγων ἢ σμιχρῶν
πολλὰ ἢ μεγάλα· οὐδὲ γὰρ ἄνευ τῶν σμικρῶν
τοὺς μεγάλους φασὶν οἱ λιθολόγοι λίθους εὖ κεῖσθαι. 
 Πῶς γὰρ ἄν;

Μὴ τοίνυν τὸν θεὸν ἀξιώσωμέν ποτε θνητῶν
 δημιουργῶν φαυλότερον, οἱ τὰ προσήκοντα αὐτοῖς 
ἔργα, ὅσῳπερ ἂν ἀμείνους ὦσι, τόσῳ ἀκριβέστερα
καὶ τελεώτερα μιᾷ τέχνῃ σμικρὰ καὶ μεγάλα ἀπεργάζονται·
τὸν δὲ θεὸν ὄντα τε σοφώτατον βουλόμενόν
τε ἐπιμελεῖσθαι καὶ δυνάμενον, ὧν μὲν ῥᾷον ἐπιμεληθῆναι,
 σμικρῶν ὄντων, μηδαμῆ ἐπιμελεῖσθαι, καθάπερ
ἀργὸν ἢ δειλόν τινα διὰ πόνους ῥᾳθυμοῦντα,
τῶν δὲ μεγάλων.

Μηδαμῶς δόξαν τοιαύτην περὶ θεῶν, co ξένε,
ἀποδεχώμεθα· οὐδαμῆ γὰρ οὔτε ὅσιον οὔτ’ ἀληθὲς
τὸ διανόημα διανοοίμεθ’ ἄν. 
 Δοκοῦμεν δέ μοι νῦν ἤδη καὶ μεγάλα μετρίως
 διειλέχθαι τῷ φιλαιτίῳ τῆς ἀμελείας πέρι θεῶν. 
 Ναί. 
 Τῷ γε βιάζεσθαι τοῖς λόγοις ὁμολογεῖν αὐτὸν μὴ
λέγειν ὀρθῶς. ἐπῳδῶν γε μὴν προσδεῖσθαί μοι δοκεῖ
κεῖ μύθων ἔτι τινῶν. 
 Ποίων, ὢ ἀγαθέ;

Πείσωμεν τὸν νεανίαν τοῖς λόγοις ὡς τῷ
τοῦ παντὸς ἐπιμελουμένῳ πρὸς τὴν σωτηρίαν καὶ
ἀρετὴν τοῦ ὅλου πάντ’ ἐστὶ συντεταγμένα, ὧν καὶ
τὸ μέρος εἰς δύναμιν ἕκαστον τὸ προσῆκον πάσχει
καὶ ποιεῖ. τούτοις δέ εἰσιν ἄρχοντες πρσστεταγμένοι 
ἑκάστοις ἐπὶ τὸ σμικρότατον ἀεὶ πάθης καὶ πράξεως,
εἰς μερισμὸν τὸν ἔσχατον τέλος ἀπειργασμένοι·

ὧν ἕν καὶ τὸ σὸν, ὠ σχέτλιε, μόριον ε̣ἰς τὸ πᾶν
ξυντείνει βλέπον ἀεὶ , καίπερ πάνσμικρον ὅν. σὲ δὲ
λέληθε περὶ τοῦτο αὐτὸ ὡς γένεσις ἕνεκα ἐκείνου 
γίνεται πᾶσα, ὅπως ᾖ τῷ τοῦ παντὸς βίῳ ὑπάρχουσα
εὐδαίμων οὐσία, οὐχ ἕνεκα σοῦ γινομένη, σὺ δ’ ἕνεκα
ἐκείνου. πᾶς γὰρ ἰατρὸς καὶ πᾶς ἔντεχνος δημιουργὸς
παντὸς μὲν ἕνεκα πάντα ἐργάζεται, πρὸς τὸ
κοινῇ ξυντείνων βέλτιστον, μέρος μὴν ἕνεκα ὅλου 
καὶ οὐχὶ ὅλον μέρους ἕνεκα ἀπεργάζεται.

σὺ δὲ
 ἀγανακτεῖς ἀγνοῶν ὅπη τὸ περὶ σὲ ἄριστον τῷ παντὶ
ξυμβαίνει καὶ σοὶ κατὰ δύναμιν τὴν τῆς κοινῆς γενέσεως.
ἐπεὶ δὲ ἀεὶ ψυχὴ συντεταγμένη σώματι τοτὲ
μὲν ἄλλῳ, τοτὲ δ’ ἄλλῳ, μεταβάλλει παντοίας μεταβολὰς, 
δι’ ἑαυτὴν ἢ δι’ ἑτέραν ψυχὴν , οὐδὲν ἄλλο
ἔργον τῷ πεττευτῇ λείπεται πλὴν μετατιθέναι τὸ

 
μὲν ἄμεινον γινόμενον ἦθος εἰς βελτίω τόπον, χεῖρον
δὲ εἰς τὸν χείρονα, ἔνα τὸ πρέπον ἕκαστον τῆς
μοίρας λαγχάνῃ.

Πῆ λέγεις; 
 Ἡιπερ ἂν ἔχοι λόγον ῥᾳστώνη ἐπιμελείας θεοῖς
τῶν πάντων, ταύτῃ μοι δοκῶ φράζειν. εἰ μὲν γὰρ
πρὸς τὸ ὅλον ἀεὶ βλέπων πλάττοι τις μετασχηματίζων c
τὰ πάντα, οἷον ἐκ πυρὸς ὕδωρ ἔμψυχον, καὶ μὴ ξέμπολλα
ἐξ ἑνὸς, ἢ ἐκ πολλῶν ἕν, πρώτης ἢ δευτέρας
 ἢ καὶ τρίτης γενέσεως μετειληφότα, πλήθεσιν ἄπειρ’
ἂν εἴη τῆς μετατιθεμένης κοσμήσεως. νῦν δ’ ἐστὶ
θαυμαστὴ ῥᾳστώνη τῷ τοῦ παντὸς ἐπιμελουμένῳ.

Πὼς αὖ λέγεις; 
 Ὧδε. ἐπειδὴ κατεῖδεν ἡμῶν ὁ βασιλεὺς ἐμψύχους
 οὔσας τὰς πράξεις ἁπάσας καὶ πολλὴν μὲν ἀρετὴν
ἐν αὐταῖς οὖσαν, πολλὴν δὲ κακίαν, ἀνώλεθρον δὲ
ὂν γενόμενον, ἀλλ’ οὐκ αἰώνιον, ψυχὴν καὶ σῶμα, 
καθάπερ οἱ κατὰ νόμον ὄντες θεοί· γένεσις γὰρ οὐκ
ἄν ποτε ἦν ζῴων ἀπολομένου τούτοιν θατέρου·) καὶ
 τὸ μὲν ὠφελεῖν ἀεὶ πεφυκὸς ὂν ἀγαθὸν ψυχῆς διενοήθη,
τὸ δὲ κακὸν βλάπτειν · ταῦτα πάντα ξυνιδὼν
ἐμηχανήσατο ποῦ κείμενον ἕκαστον τῶν μερῶν
νικῶσαν ἀρετὴν, ἡττωμένην δὲ κακίαν ἐν τῷ παντὶ
παρέχοι μάλιστ’ ἂν καὶ ῥᾴστα καὶ ἄριστα.

μεμηχάνηται
 δὴ πρὸς πᾶν τοῦτο τὸ ποῖόν τι γιγνόμενον
ἀεὶ ποίαν ἔδραν δεῖ μεταλαμβάνον οἰκίζεσθαι καὶ
τίνας ποτὲ τόπους· τῆς δὲ γενέσεως τοῦ ποίου τινὸς
ἀφῆκε ταῖς βουλήσεσιν ἑκάστων ἡμῶν τὰς αἰτίας.
ὅπη γὰρ ἂν ἐπιθυμῇ καὶ ὁποῖός τις ὢν τὴν ψυχὴν,
 ταύτῃ σχεδὸν ἑκάστοτε καὶ τοιοῦτος γίγνεται ἅπας 
ἡμῶν ὡς τὸ πολύ. 
 Τὸ γοῦν εἰκός.

Μεταβάλλει μὲν τοίνυν πάνθ᾿ ὃσα μέτοχά
ἐστι ψυχῆς, ἐν αὐτοῖς κεκτημένα τὴν τῆς μεταβολῆς
αἰτίαν· μεταβάλλοντα δὲ φέρεται κατὰ τὴν τῆς εἱμαρμένης
τάξιν καὶ νόμον. Σμικρότερα μὲν τῶν ἠθῶν
μεταβάλλοντα ἐλάττω κατὰ τὸ τῆς χώρας ἐπίπεδον 
μεταπορεύεται, πλείω δὲ καὶ ἀδικώτερα μεταπεςόντα
εἰς βάθος τά τε κάτω λεγόμενα τῶν όπων, ὃσα Ἃιδην
 τε καὶ τὰ τούτων ἐχόμενα τῶν ὀνομάτων ἐπονομάζοντες
σφόδρα φοβοῦνται καὶ ὀνειροπολοῦσι ζῶντες διαλυθέντες
τε τῶν σωμάτων. Μείζω δὴ ψυχὴ κακίας ἢ 
ἀρετῆς ὁπόταν μεταβάλλῃ διὰ τὴν αὑτῆς βούληςίν
τε καὶ ὁμιλίαν γενομένη ἰσχυρὰν, ὁπόταν μὲν ἀρετῇ
θείᾳ προσμέξασα γίνηται διαφερόντως τοιαῦτα, διαφέροντα
καὶ μετέβαλε τόπον ἃγιον ὃλον, μετακομισθεῖσα
εἰς ἀμείνω τινὰ τόπον ἓτερον· ὃταν δὲ τἀναντία, 
 ἐπὶ τἀναντία μεθιδρύσατο τὸν αὑτῆς βίον.

αὓτη τοι δίκη ἐστὶ θεῶν οἳ Ὂλυμπον ἒχουσιν,
ὦ παῖ καὶ νεανίσκε, ἀμελεῖσθαι δοκῶν ὑπὸ θεῶν·
 κακίω μὲν γινόμενον πρὸς τὰς κακίους ψυχὰς, ἀμείνω 
δὲ πρὸς τὰς ἀμείνους πορευόμενον ἒν τε ζωῇ καὶ ἐν
πᾶσι θανάτοις πάσχειν τε ἃ προςῆκον δρὰν ἐστι τοῖς
προσφυέσι τοῦς προσφερεὶς καὶ ποιεῖν.

Ταύτης
τῆς δίκης οὒτε σὺ μήποτε οὒτ᾿ ἂλλος ἀτυχὴς γενόμενος
ἐπεύξεται περιγενέσθαι θεῶν, ἣν παςῶν δίκην 
[δικῶν] διαφερόντως ἒταξάν τε οἱ τάξαντες χρεών τε
ἐξευλαβεῖσθαι τὸ παράπαν. Οὐ γὰρ ἀμεληθήσῃ πατὲ
ὑπ᾿ αὐτῆς. οὐχ οὓτω σμικρὸς ὢν δύσῃ δύσῃ κατὰ τὸ τῆς
γῆς βάθος, οὐδ᾿ ὑψηλὸς γενόμενος εἰς τὸν οὐρανὸν
ἀναπτήσῃ τίσεις δὲ αὐτῷ τὴν προςήκουσαν τιμωρίαν 
 εἲτ ᾿ ἐνθάδε μένων εἲτε καὶ ἐν Ἃιδου διαπορευθεὶς
Εἲτε καὶ τούτων εἰς ἁγιώτερον ἒτι διακομισθεὶς τόπον.

ὁ αὐτὸς δὲ λόγος σοι καὶ περὶ ἐκείνων ἂν εἴη
τῶν οὓς σὺ κατιδὼν ἐκ σμικρῶν μεγάλους γεγονότας
ἀνοσιουργήσαντας , ἤ τι τοιοῦτον πράξαντας , ᾠήθης
ἐξ ἀθλίων εὐδαίμονας γεγονέναι, καὶ ὡς ἐν κατίπτροις
 αὐτῶν ταῖς πράξεσιν ἡγήσω καθεωρακέναι τὴν
πάντων ἀμέλειαν θεῶν, οὐκ εἰδὼς αὐτῶν τὴν συντέλειαν,
ὅπη ποτὲ τῷ παντὶ ξυμβάλλεται. γινώσκειν
δὲ αὐτὴν, ὠ πάντων ἀνδρειότατε, πρὸς οὐδὲν δοκεῖς, 
ἥν τις μὴ γινώσκων οὐδ’ ἂν τύπον ἴδοι ποτὲ, οὐδὲ
 λόγον ξυμβάλλεσθαι περὶ βίου δυνατὸς ἂν γένοιτο
εἰς εὐδαιμονίαν τε καὶ δυσδαίμονα τύχην.

ταῦτα
εἰ μέν σε πείθει Κλεινίας ὅδε καὶ ξύμπασα ἡμῶν ἥδε
ἡ γερουσία , περὶ θεῶν ὡς οὐκ οἶσθα ὅ τι λέγεις, καλῶς
ἄν σοι θεὸς αὐτὸς ξυλλαμβάνοι· εἰ δ’ ἐπιδεὴς
 ἔτι λόγου ἂν εἴης, λεγόντων ἡμῶν πρὸς τὸν τρίτον
ἐπάκουε , εἰ νοῦν καὶ ὁπωσοῦν ἔχεις.”

Τούτων ὁ νοῦς, εἰ καὶ μὴ τὰ ῥήματα, ἐν τοῖς
Ἑβραίων λογίοις προκαταβέβληται συντομώτατα καὶ
δι’ ὀλίγων τῆς διανοίας περιεχομένης. τό τε γὰρ 
 “οὐχ οὕτω σμικρὸς ὢν δύσῃ κατὰ τὸ τῆς γῆς βάθος,
οὐδ’ ὑψηλὸς γενόμενος εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναπτήσῃ
ὅμοιον ἂν εἴη τῷ παρὰ τῷ Δαβὶδ τοῦτον ἔχοντι τὸν
τρόπον “ ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου , καὶ
ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω ; ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν
 οὐρανὸν, σὺ ἐκεῖ εἶ · ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν Ἀίδην, πάρει.

εἰ ἀναλάβοιμι πτέρυγας καὶ κατασκηνώσαιμι εἰς
τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης· καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου
ὁδηγήσει ” ἀλλὰ καὶ τὸ οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται
δόξαν θεοῦ, καὶ ποίησιν χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει 
 τὸ στερέωμα. καὶ πάλιν ἐν τῷ Ἠσαίᾳ τὸ “ ἀναβλέψατε
εἰς ὕψος τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν, καὶ ἴδετε τίς κατέδειξε
ταῦτα πάντα.” καὶ τὸ “ἐκ μεγέθους καὶ καλλο-

 
νῆς κτισμάτων ἀναλόγως ὁ γενεσιουργὸς θεωρεῖται.”
καὶ τὸ “τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου
τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ
δύναμις καὶ θειότης.” ἀλλὰ καὶ τὸ “ἐζήλωσα ἐπὶ τοῖς
ἀνόμοις, εἰρήνην ἁμαρτωλόν θεωρῶν” μεταπεφράσθαι 
μοι δοκεῖ ὑπὸ τοῦ Πλάτωνος διὰ τοῦ “ὁ αὐτὸς
δὲ λόγος σοι καὶ περὶ ἐκείνων ἂν εἴη τῶν οὓς σὺ
 κατιδὼν ἐκ μικρῶν μεγάλους γεγονότας ἀνοσιουργήσαντας,
ἤ τι τοιοῦτον πράξαντας, ᾠήθης ἐξ ἀθλίων
εὐδαίμονας γεγονέναι.” καὶ τὰ ἄλλα δὲ ὅσα τούτοις 
ὁμοίως εἴρηται προύλαβε τὴν εἰς πλάτος ἐκτεθεῖσαν
τοῦ Πλάτωνος ἑρμηνείαν ἐν τοῖς Ἑβραίων λόγοις.
ἕκαστον δ᾿ οὖν αὐτῶν κατὰ μέρος εὕροις ἂν ἀκριβῶς
ἐξετάζων τοῖς Ἑβραίων συμφερόμενον γράμμασι.
῾Eβραίων δὲ εἶναι λόγους οὐ μόνον τὰ παρὰ Μωσεῖ 
λόγιά φημι, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἄλλων μετὰ Μωσέα
θεοφιλῶν ἀνδρῶν, εἴτε προφητῶν εἴτε καὶ ἀποστόλων
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, ὧν ἡ τῶν δογμάτων συμφωνία
μιᾶς εἰκότως αὐτοὺς καὶ τῆς αὐτῆς προσηγορίας
ἀξιώσειεν.

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. 
 Ἐπειδὴ πέφηνεν ἐν τοῖς πρὸ τούτου συγγράμμασια
ἡ κατὰ Πλάτωνα φιλοσοφία κατὰ πλεῖστα Μωσέως
καὶ τῶν παρ᾿ Ἑβραίοις ἱερῶν λόγων ἑρμηνείαν
ὥσπερ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα φωνὴν περιέχουσα, ἔρχομαι
 νῦν ὁμοῦ καὶ τὰ λείποντα προσαποδοῦναι τῷ λόγῳ, 
καὶ τὰ τοῖς πρὸ ἡμῶν εἰς τοὺς τόπους εἰρημένα διελθεῖν,
ὁμοῦ καὶ διαβολῆς εὐλόγου αἰτίαν ἀπολυσό-

 
μένος, εἰ δή τις ἡμῖν ἐπικαλῶν φαίη, τί δή ποτ’ οὖν,
Μώσεως καὶ Πλάτωνος τὰ συνῳδὰ πεφιλοσοφηκότων,
οὐχὶ τὰ Πλάτωνος, ἀλλὰ τὰ Μώσεως μέτιμεν, τοὔμπαλιν
δέον, ὅτι δὴ πρὸς τοῖς ἴσοις δόγμασι προσήκων
 ἡμίν γένοιτ’ ἂν Ἕλλησιν οὖσιν ὁ Ἑλληνικὸς μᾶλλον
ἢ ὁ βάρβαρος. ὀκνῶν δὲ ἀπαντήσαι πρὸς τοῦτο αἰδοῖ
τῇ πρὸς τὸν φιλόσοφον , τοῦτον μὲν εἰς ὕστερόν ἀνατίθεμαι
τὸν λόγον , τὰ δέ γε πρῶτά μοι λεχθέντα
πρῶτα διασκέψομαι. λαβὼν οὖν ἀνάγνωθι ὁποίαν 
 ἐπήγετο δόξαν ὁ Πλάτων’ περὶ τῶν Ἑλληνικῶν θεολόγων
τε καὶ ποιητῶν, ὅπως τε πάσας τὰς πατρίους
περὶ τῶν θεῶν ὑπολήψεις ἠθέτει καὶ τὴν ἐν αὐτοῖς
ἀτοπίαν διήλεγχεν.

Περὶ δὲ τῶν ἄλλων δαιμόνων εἰπεῖν τε καὶ 
 γνῶναι τὴν γένεσιν μεῖζον ἢ καθ’ ἡμᾶς, πιστευτέον
δὲ τοῖς εἰρηκόσιν ἔμπροσθεν , ἐκγόνοις μὲν θεῶν οὐσιν,
ὡς ἔφασαν, σαφῶς δέ που τοὺς ἑαυτῶν προγόνους
εἰδόσιν. ἀδύνατον οὖν θεῶν παισὶν ἀπιστεῖν,
καίπερ ἄνευ εἰκότων καὶ ἀναγκαίων ἀποδείξεων λέγουσιν,
 ἀλλ’ ὡς οἰκεῖα φασκόντων ἀπαγγέλλειν ἑπομένους
τῷ νόμῳ πιστευτέον.

οὕτως οὖν κατ’ ἐκείνους
ἡμῖν ἡ γένεσις περὶ τούτων τῶν θεῶν ἐχέτω καὶ
λεγέσθω. Γῆς τε καὶ Οὐρανοῦ παῖδες Ὠκεανός τε 
καὶ Τηθὺς ἐγενέσθην, τούτων δὲ Φόρκυς Κρόνος τε
 καὶ Ῥέα [καὶ ὅσοι μετὰ τούτων,] ἐκ δὲ Κρόνου
Ρέας Ζεὺς Ἥρα τε καὶ πάντες ὅσους ἴσμεν ἀδελφοὺς
λεγομένους αὐτῶν , ἔτι τε τούτων ἄλλους ἐκγόνους.”

Διὰ τούτων πιστεύειν τοῖς περὶ θεῶν μύθοις
καὶ αὐτοῖς δὲ τοῖς τῶν μύθων ποιηταῖς ὡς δὴ θεῶν
 ἐκγόνοις οὖσι παρακελευσάμενος , πρῶτα μὲν διὰ τοῦ
 

 
φάναι ἐκγόνους εἶναι τῶν θεῶν τοὺς ποιητὰς χλευάζειν
μοι δοκεῖ, ὡς καὶ τῶν θεῶν ἀνθρώπων γεγονότων
 καὶ τοῖς ἐκγόνοις ὁμοίων τὴν φύσιν.

διαβάλλει
δ’ ἑξῆς ἄντικρυς τοὺς θεολόγους, οὓς ἐκγόνους
ἔφησεν εἶναι θεῶν δι’ ὧν ἐπάγει φάσκων ‘καίπερ 
ἄνευ εἰκότων καὶ ἀναγκαίων ἀποδείξεων λέγουσι” δι’
ὧν τε προστίθησι τὸ “ ὡς ἔφασαν.” παίζειν δ’ ἔοικε
λέγων “ σαφῶς γἐπου τοὺς ἑαυτῶν προγόνους εἰδόσι·”
καὶ τὸ “ ἀδύνατον θεῶν παισὶν ἀπιστεῖν. καὶ τὸ
παρὰ γνώμην δὲ ταῦτα λέγειν τῶν νόμων ἕνεκα διαρρήδην 
παρίστησιν , ὁμολογήσας ὅτι δέοι ἑπομένους
 τῷ νόμῳ πιστεύειν αὐτοῖς.

ὅτι δὲ ταῦτ’ ἐνόει ἐπάκουσον
ὅπως γυμνῇ καὶ ἀκατακαλύπτῳ φωνῇ τοὺς
δὴ θεολόγους ἅπαντας διαβάλλει , κόπτων ἐν ἐπινομίδι
τούτοις τοῖς ῥήμασιν

“ Θεογονίαν τοίνυν καὶ ζῳογονίαν ἀναγκαῖον, ὡς
 ἔοικεν , πρῶτόν μοι κακῶς ἀπεικασάντων τῶν ἔμπροσθεν,
βέλτιον ἀπεικάσαι κατὰ τὸν ὕστερον λόγον, ἀναλαβόντα
ὃν πρὸς τοὺς ἀσεβεῖς ἐπικεχείρηκα λόγον.”

Ὅτι δ’ εὐλόγως τὴν τῶν πρώτων θεολογίαν 
παραιτεῖται διδάσκει ἐν τῷ δευτέρῳ τῆς Πολιτείας,
ἔνθα τὸν νοῦν ἐπιστῆσαι ἄξιον ὁπόσα καὶ οἷα περὶ
τῶν αὐτῶν ποιητῶν τε καὶ θεολόγων τῶν γε ἐκ παλαιοῦ
παραδεδομένων περὶ τῶν Ἑλληνικῶν θεῶν διέξεισιν,
ὧδε ῥήμασιν αὐτοῖς φάσκων

“Ἐν τοῖς μείζοσιν, ἦν δ’ ἐγὼ, μύθοις] ὀψόμεθα
καὶ τοὺς ἐλάττους. δεῖ γὰρ δὴ τὸν αὐτὸν τύπον
εἶναι καὶ ταὐτὸν δύνασθαι τούς τε μείζους καὶ τοὺς
ἐλάττους. ἢ οὐκ οἴει; ἔγωγε, ἴφη· ἀλλ’ οὐκ ἐννοῶ
 
 

 
οὐδὲ τοὺς μείζους τίνας λέγεις. Οὓς Ἡσίοδός τε,
εἶπον, καὶ Ὅμηρος ἡμῖν ἐλεγέτην καὶ οἶ ἄλλοι ποιηταί. 
οὗτοι γάρ που μύθους ψευδεῖς τοῖς ἀνθρώποις
συντιθέντες ἔλεγόν τε καὶ λέγουσι.

Ποίους δὴ,
 ἦ δ’ ὃς, καὶ τί αὐτῶν μεμφόμενος λέγεις; Ὅπερ, ἦν
δ’ ἐγὼ, χρὴ πρῶτόν τε καὶ μάλιστα μέμφεσθαι, ἄλλως
τε καὶ ἐάν τις μὴ καλῶς ψεύδηται. Τί τοῦτο ; Ὅταν
εἰκάζῃ τις κακῶς οὐσίαν τῷ λόγῳ περὶ θεῶν τε καὶ
ἡρώων, οἶοί εἰσιν , ὥσπερ γραφεὺς μηδὲν ἐοικότα
 γράφων οἷς ἂν ὅμοια βουληθῇ γράψαι. Καὶ γὰρ, ἔφη,
ὀρθῶς ἔχει τὰ τοιαῦτα μέμφεσθαι. ἀλλὰ πῶς δὴ
λέγομεν καὶ ποῖα ;

Πρῶτον μὲν δὴ, ἦν δ’ ἐγὼ, τὸ 
μέγιστον καὶ περὶ τῶν μεγίστων ψεῦδος ὁ] εἰπὼν οὐ
καλῶς ἐψεύσατο, ὡς Οὐρανός τε εἰργάσατο ἅ φησι
 δρᾶσαι αὐτὸν Ἡσίοδος , ὅ τε αὖ Κρόνος ὡς ἐτιμωρήσατο
αὐτόν. τὰ δὲ δὴ Κρόνου ἔργα καὶ πάθη ὑπὸ
τοῦ υἱέος, οὐδ’ ἂν εἰ ἦν ἀληθῆ , ᾤμην δεῖν ῥᾳδίως
οὕτω λέγεσθαι πρὸς ἄφρονάς τε καὶ νέους, ἀλλὰ
μάλιστα μὲν σιγᾶσθαι, εἰ δ’ ἀνάγκη τις ἦν λέγειν,
 δι’ ἀπορρήτων ἀκούειν ὡς ὀλιγίστους , θυσαμένους
οὐ χοῖρον , ἀλλά τι μέγα καὶ ἄπορον θῦμα , ὅπως ὡς
ἐλαχίστοις συνέβη ἀκοῦσαι.

Καὶ γὰρ, r] δ’ ὃς, οὑτοί 
τοί γε οἶ λόγοι χαλεποί Καὶ οὐ λεκτέοι γε, ἔφην, ὧ
Ἀδείμαντε , ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πόλει. οὐδὲ λεκτέον νέῳ
 ἀκούοντι ὡς ἀδικῶν τὰ ἔσχατα οὐδὲν ἂν θαυμαστὸν
ποιοῖ, οὐδ’ αὖ ἀδικοῦντα πατέρα κολάζων παντὶ
τρόπῳ , ἀλλὰ δρῴη ἂν ὅπερ θεῶν οἱ πρῶτοί τε καὶ
μέγιστοι. Οὐ μὰ τὸν Δία, ἦ δ’ ὃς, οὐδεαὐτῷ μοι δοκεῖ
ἐπιτήδεια εἶναι λέγειν.

Οὐδέ γε, ἦν δ’ ἐγὼ, τὸ
 παράπαν ὡς θεοὶ θεοῖς πολεμοῦσί τε καὶ ἐπιβουλεύουσι
καὶ μάχονται · οὔτε γὰρ ἀληθῆ · εἴ γε δεῖ ἡμῖν
τοὺς μέλλοντας τὴν πόλιν φυλάσσειν αἴσχιστον νομί- 

 
ζεῖν τὸ ῥᾳδίως ἀλλήλοις ἀπεχθάνεσθαι. πολλοῦ δεῖ
γιγαντομαχίας τε μυθολογητέον αὐτοῖς καὶ ποικιλτέον
καὶ ἄλλας ἔχθρας πολλὰς καὶ παντοδαπὰς θεῶν
τε καὶ ἡρώων πρὸς συγγενεῖς τε καὶ οἰκείους αὐτῶν,
ἀλλ’ εἴ πως μέλλοιμεν πείσειν ὡς οὐδεὶς πώποτε πολίτης 
ἕτερος ἑτέρῳ ἀπήχθετο οὐδ’ ἐστὶ τοῦτο ὅσιον,
τοιαῦτα μᾶλλον λεκτέα πρὸς τὰ παιδία εὐθὺς, καὶ
γέρουσι καὶ γραυσὶ καὶ πρεσβυτέροις γιγνομένοις, καὶ
 τοὺς ποιητὰς ἐγγὺς τούτων ἀναγκαστέον λογοποιεῖν.

Ἥρας δὲ δεσμοὺς ὑπὸ υἱέος καὶ Ἡφαίστου ῥίψεις 
ὑπὸ πατρὸς, μέλλοντος τῇ μητρὶ ἀμύνειν τυπτομένῃ,
καὶ θεομαχίας ὅσας Ὅμηρος πεποίηκεν , οὐ παραδεκτέον
εἰς τὴν πόλιν, οὔτ' ἐν ὑπονοίαις πεποιημένας
οὔτε ἄνευ ὑπονοιῶν.

ὁ γὰρ νέος οὐχ οἷός τε κρίνειν
ὅ τι τε ὑπόνοια καὶ ὅ τι μὴ, ἀλλ’ ἃ ἂν τηλικοῦτος 
ὢν λάβῃ ἐν ταῖς δόξαις, δυσέκνιπτά τε καὶ
 ἀμετάστατα φιλεῖ γίγνεσθαι. ὧν δὴ ἴσως ἕνεκα περὶ
παντὸς ποιητέον, ἃ πρῶτα ἀκούουσιν, ὅτι κάλλιστα
μεμυθολογημένα πρὸς ἀρετὴν ἀκούειν.

Ἔχει γὰρ,
ἔφη, λόγον· ἀλλ’ εἴ τις αὖ καὶ ταῦτα ἐρωτῴη ἡμᾶς 
ἅττα ἐστὶ καὶ τίνες οἶ μῦθοι , τίνας ἂν φαῖμεν ; καὶ
ἐγὼ εἶπον, ὦ Ἀδείμαντε, οὐκ ἐσμὲν ποιηταὶ ἐγώ τε
καὶ σὺ ἐν τῷ παρόντι, ἀλλ’ οἰκισταὶ πόλεως. οἰκισταῖς
δὲ τοὺς μὲν τύπους προσήκει εἰδέναι ἐν οἷς δεῖ
μυθολογεῖν τοὺς ποιητὰς, παρ’ οὓς ἐὰν ποιῶσιν οὐκ 
 ἐπιτρεπτέον , οὐ μὴν αὐτοῖς γε ποιητέον μύθους.

Ὀρθῶς, ἔφη· ἀλλ’ αὐτὸ δὴ τοῦτο οἷ τύποι περὶ
θεολογίας τίνες ἂν εἶεν; Τοιοίδε πού τινες, ἦν δ’
ἐγὼ, οἷος τυγχάνει ὢν ὁ θεὸς, ἀεὶ δή που ἀποδοτέον,
ἐάν τέ τις αὐτὸν ἐν ἔπεσι ποιῇ ἐάν τε ἐν μέλεσιν ἐάν 
τε ἐν τραγῳδίᾳ. Δεῖ γάρ. Οὐκοῦν ἀγαθὸς ὁ θεὸς
τῷ ὄντι τε καὶ λεκτέον οὕτω.

Τί μήν; Ἀλλὰ

 
μὴν οὐδέν γε τῶν ἀγαθῶν βλαβερόν. ἦ γάρ; Οὔ
μοι δοκεῖ. Ἄρ’ οὖν τὸ μὴ βλαβερὸν βλάπτει; Οὐδαμῶς.
Ὃ δὲ μὴ βλάπτει, κακόν τι ποιεῖ; Οὐδὲ τοῦτο.
ὁ δέ γε μηδὲν κακὸν ποιεῖ, οὐδ’ ἄν τινος εἴη κακοῦ
 αἴτιον. Πῶς γάρ; Τί δέ; ὠφέλιμον τὸ ἀγαθόν; Ναί.
Αἴτιον ἄρα εὐπραγίας ; Ναί.

Οὐκ ἄρα πάντων γε 
αἴτιοντὸ ἀγαθὸν, ἀλλὰ τῶν μὲν εὖ ἐχόντων αἴτιον, τῶν
δὲ κακῶν ἀναίτιον. Παντελῶς γε, ἔφη. Οὐδ’ ἄρα, ἦν
δ’ ἐγὼ, ὁ θεὸς, ἐπειδὴ ἀγαθὸς, πάντων ἂν εἴη αἴτιος,
 ὡς οἶ πολλοὶ λέγουσιν, ἀλλ’ ὀλίγων τοῖς ἀνθρώοις
αἴτιος, πολλῶν δὲ ἀναίτιος · πολὺ γὰρ ἐλάττω τὰ ἀγαθὰ
τῶν κακῶν ἡμῖν. καὶ τῶν μὲν ἀγαθῶν οὐδὲν ἄλλο
αἰτιατέον, τῶν δὲ κακῶν ἄλλα ἄττα δεῖ ζητεῖν τὰ αἴτια,
ἀλλ’ οὐ τὸν θεόν.

Ἀληθέστατα, ἔφη, δοκεῖς μοι
 λέγειν. Οὐκ ἄρα , ἦν δ’ ἐγὼ , ἀποδεκτέον οὔτε Ομήρου
οὔτε ἄλλου ποιητοῦ ταύτην τὴν ἁμαρτίαν περὶ 
τοὺς θεοὺς ἀνοήτως ἁμαρτάνοντος , καὶ λέγοντος ὡς
 δοιοὶ πίθοι κατακείαται ἐν Δῖός οὔδει 
 κηρῶν ἔμπλειοι, ὁ μὲν ἐσθλῶν, αὐτὰρ ὁ δειλῶν·

καὶ ᾧ μὲν ἂν μίξας ὁ Ζεὺς ἀμφοτέρων δῷ ,
 ἄλλοτε μέν γε κακῷ ὅ γε κύρεται, ἄλλοτε δ’ ἐσθλῷ. 
ᾧ δ’ ἂν μὴ, ἀλλ’ ἄκρατα τὰ ἕτερα,
 τὸν δὲ κακὴ βούβρωστις ἐπὶ χθόνα δῖαν ἐλαύνει · c

οὐδ’ ὡς ταμίας ὁ Ζεὺς ἡμῖν
 ἀγαθῶν τε κακῶν τε τέτυκται. 
τὴν δὲ τῶν ὅρκων καὶ σπονδῶν σύγχυσιν, ἣν ὁ Πάνδαρος
συνέχεεν, ἐάν τις φῇ δι’ Ἀθηνᾶς τε καὶ Δῖός
γεγονέναι, οὐκ ἐπαινεσόμεθα· οὐδὲ θεῶν ἔριν τε καὶ
κρίσιν διὰ Θέμιδός τε καὶ Δῖός · οὐδ’ αὖ, ὡς Αίσχύλος
 λέγει, ἐατέον ἀκούειν τοὺς νέους, ὅτι

 
 θεὸς μὲν αἰτίαν φύει βροτοῖς, 
 ὅταν κακῶσαι δῶμα παμπήδην θέλῃ.

ἀλλ’ ἐάν τις ποιῇ ἐν οἶς ταῦτα τὰ ἰαμβεῖα ἔνεστι,
τὰ τῆς Νιόβης πάθη ἤ τὰ Πελοπιδῶν ἤ τὰ Τρωϊκὰ
ἤ τι ἄλλο τῶν τοιούτων, ἤ οὐ θεοῦ ἔργα ἐατέον αὐτὰ 
λέγειν, ἤ εἰ θεοῦ, ἐξευρετέον αὐτοῖς σχεδὸν ὅν νῦν
ἡμεῖς λόγον ζητοῦμεν, καὶ λεκτέον ὡς ὁ μὲν θεὸς δίκαιά 
τε καὶ ἀγαθὰ εἰργάζετο, οἱ δὲ ὠνίναντο κολαζόμενοι.
ὡς δ’ ἄθλιοι μὲν οἱ δίκην διδόντες, ἦν δὲ
ὁ δρῶν ταῦτα θεὸς, οὐκ ἐκτέον λέγειν τὸν ποιητήν.

ἀλλ’ εἰ μὲν ὅτι ἐδεήθησαν κολάσεως λέγοιεν ὡς
 ἄθλιοι οἱ κακοὶ, διδόντες δὲ δίκην ὠφελοῦντο ὑπὸ
τοῦ θεοῦ, ἐατέον.

κακῶν δὲ αἴτιον φάναι θεόν 
τινι γίγνεσθαι ἀγαθὸν ὄντα, διαμαχητέον παντὶ τρόπῳ,
μήτε τινὰ ταῦτα λέγειν ἐν τῇ ἑαυτοῦ πόλει, εἰ μέλλει 
εὐνομήσεσθαι, μήτε τινὰ ἀκούειν, μήτε νεώτερον
μήτε πρεσβύτερον, μήτε ἐν μέτρῳ μήτ’ ἄνευ μέτρου
μυθολογοῦντα, ὡς οὔτε ὅσια ἄν λεγόμενα, εἰ λέγοιτο,
οὔτε ξύμφορα ἡμῖν οὔτε ξύμφωνα αὐτὰ αὑτοῖς.

Ξύμψηφός 
σοι εἰμὶ, ἔφη, τούτου τοῦ νόμου, κάμοὶ ἀρέσκει. 
 Οὖτος μὲν τοίνυν, ἦν δ’ ἐγὼ, εἶς ἄν εἴη τῶν
περὶ θεοῦ νόμων τε καὶ τύπων, ἐν οἶς δεήσει τούς
τε λέγοντας λέγειν καὶ τοὺς ποιοῦντας ποιεῖν μὴ
 πάντων αἴτιον τὸν θεὸν, ἀλλὰ τῶν ἀγαθῶν. Καὶ μάλα, 
ἔφη, ἀπόχρη.

Τί δὲ δὴ ὁ δεύτερος ὅδε; ἆρα γόητα 
τὸν θεὸν οἴει εἶναι, πκαὶ οἶον ἐξ ἐπιβουλῆς φαντάζεσθαι 
ἄλλοτε ἐν ἄλλαις ἰδεαις, τοτὲ μὲν αὐτὸν γιγνόμενον
καὶ ἀλλάττοντα τὸ αὑτοῦ εἶδος εἰς πολλὰς
μορφὰς, τοτὲ δὲ ἡμᾶς ἀπατῶντα καὶ ποιοῦντα περὶ
 αὑτοῦ τοιαῦτα δοκεῖν, ἤ ἁπλοῦν τε εἶναι, καὶ πάντων 
ἥκιστα τῆς αὑτοῦ ἰδέας πἐκβαίνειν; Οὐκ ἔχω, ἔφη,
νῦν γε οὕτως εἰπεῖν.

Τί δὲ τόδε; οὐκ ἀνάγκη,


 
εἴπερ τι ἐξίσταιτο τῆς αὑτοῦ ἰδέας, ἢ αὐτὸ ὑφ’ αὑτοῦ
μεθίστασθαι , ἢ ὑπ’ ἄλλου; Ἀνάγκη. Οὐκοῦν ὑπὸ
μὲν ἄλλου τὰ ἄριστα ἔχοντα ἥκιστα ἀλλοιοῦταί τε καὶ
κινεῖται, οἶον σῶμα ὑπὸ σιτίων τε καὶ ποτῶν καὶ πόνων,
 καὶ πᾶν φυτὸν ὑπὸ εἰλήσεων τε καὶ ἀνέμων καὶ
τῶν τοιούτων παθημάτων , οὐ τὸ ὑγιέσταστόν τε καὶ
χαριέστατον ἥκισταἀλλοιοῦται; Πῶς δ’ οὔ;

Ψυχὴν
δὲ οὐ τὴν ἀνδρειοτάτην καὶ φρονιμωτάτην ἥκιστ’ ἄν
τι πάθος ἔξωθεν ταράξειέτε φρονιμωτάτην Ναί. Καὶ 
 μήν που καὶ τά γε ξύνθετα πάντα σκεύη τε καὶ οἰκοδομήματα
καὶ ἀμφιέσματα, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, τὰ εὖ
εἰργασμένα καὶ εὖ ἔχοντα ὑπὸ χρόνου τε καὶ τῶν ἄλλων
παθημάτων ἥκιστα ἀλλοιοῦται. Ἒστι ταῦτα.

Πᾶν’
δὴ τὸ καλῶς ἔχον ἢ φύσει ἢ τέχνῃ ἢ ἀμφοτέροις ἐλαχίστην
 μεταβολὴνὑπ' ἄλλου ἐνδέχεται. Ἔοικεν. Ἀλλὰ μὴν
ὁ θεός γε καὶ τὰ τοῦ θεοῦ πάντη ἄριστα ἔχει. Πῶς
δ’ οὔ; Ταύτῃ μὲν δὴ ἥκιστ’ ἂν πολλὰς μορφὰς ἴσχοι
ὁ θεός. Ἥκιστα δῆτα. Ἀλλ’ ἆρα αὐτὸς αὑτὸν μεταβάλλοι 
ἂν καὶ ἀλλοιοῖ; Δηλονότι, ἔφη, εἴπερ ἀλλοιοῦται.

Πότερον οὖν ἐπὶ τὸ βέλτιόν τε καὶ κάλλιον
μεταβάλλει ἑαυτὸν , ἢ ἐπὶ τὸ χεῖρον καὶ αἴσχιον αὑτοῦ;
Ἀνάγκη, ἔφη, ἐπὶ τὸ χεῖρον ἑαυτοῦ, εἴπερ
ἀλλοιοῦται· οὐ γάρ που ἐνδεᾶ γε φήσομεν τὸν θεὸν
κάλλους ἢ ἀρετῆς εἶναι. Ὀρθότατα, ἦν δ’ ἐγὼ, λέγεις.
 καὶ οὕτως ἔχοντος δοκεῖ ἄν τίς σοι, ὦ Ἀδείμαντε,
ἑκὼν αὑτὸν χείρω ποιεῖν ὁπῃοῦν ἢ θεῶν ἢ ἀνθρώπων;

Ἀδύνατον, ἔφη. Ἀδύνατον ἄρα, ἔφην, καὶ
θεὸν ἐθέλειν αὑτὸν ἀλλοιοῦν , ἀλλ’, ὡς ἔοικε, κάλλιστος
καὶ ἄριστος ὢν εἰς τὸ δυνατὸν ἕκαστος αὐτῶν 
 μένει ἀεὶ ἁπλῶς ἐν τῇ αὑτοῦ μορφῇ. Πᾶσα, ἔφη,
ἀνάγκη ἔμοιγε δοκεῖ. Μηδεὶς ἄρα, ἦν δ’ ἐγὼ, ὦ ἄριστε,
λεγέτω ἡμῖν τῶν ποιητῶν ὡς

 
 θεοὶ ξείνοισιν ἐοικότες ἀλλοδαποῖσιν , 
 παντοῖοι τελέθοντες, ἐπιστρωφῶσι πόληας.

μηδὲ Πρωτέως τε καὶ Θέτιδος καταψευδέσθω μηδεὶς,
μηδ’ ἐν τραγῳδίαις μηδ’ έν τοῖς ἄλλοις ποι-
 ἤμασιν εἰσαγέτω Ἥραν ἠλλοιωμένην, ὡς ἱέρειαν 
ἀγείρουσαν
 Ἰνάχου Ἀργείου ποταμοῦ παισὶν βιοδώροις.

καὶ ἄλλα τοιαῦτα πολλὰ μὴ ἡμῖν ψευδέσθωσαν.
μηδ’ αὖ ὑπὸ τούτων ἀναπειθόμεναι αἶ μητέρες τὰ
παιδία ἐκδειματούντων, λέγουσαι τοὺς μύθους κακῶς, 
ὡς ἄρα θεοίτινες περιέρχονται νύκτωρ πολλοῖς ξένοις
καὶ παντοδαποῖς ἰνδαλλόμενοι, ἵνα μὴ ἅμα μὲν εἰς
θεοὺς βλασφημῶσιν , ἅμα δὲ τοὺς παῖδας ἀπεργάζωνται
δειλοτέρους. Μὴ γὰρ, ἔφη.

Ἀλλ' ἆρα, ἦν
 δ’ ἐγὼ, αὐτοὶ μὲν οἶ θεοί εἰσιν οἷοι μὴ ματαβάλλειν, 
ἡμᾶς δὲ ποιοῦσι δοκεῖν σφᾶς παντοδαποὺς φαίνεσθαι
ἐξαπατῶντες καὶ γοητεύοντες; Ἴσως, ἔφη. Τί δέ;
ἦν δ’ ἐγώ· ψεύδεσθαι ὁ θεὸς ἐθέλοι ἂν ἢ λόγῳ ἢ
ἔργῳ φαντάσματα προτείνων; Οὐκ οἶδα, ἦ δ’ ὅς.

Οὐκ οἶσθα 5 ἦν δ’ ἐγὼ , ὅτι τό γε ὡς ἀληθῶς 
ψεῦδος, εἰ οἷόν τε τοῦτ’ εἰπεῖν, πάντες θεοί τε καὶ
ἄνθρωποι μισοῦσι; Πῶς, ἔφη, λέγεις; Οἶσθά που,
ἦν δ’ ἐγὼ, ὅτι τῷ κυριωτάτῳ ἑαυτῶν ψεύδεσθαι καὶ
περὶ τὰ κυριώτατα οὐδεὶς ἑκὼν ἐθέλει, ἀλλὰ πάντων
μάλιστα φοβεῖται ἐκεῖ αὐτὸ κεκτῆσθαι. Οὐδὲ νῦν 
πω, ἦ δ’ ὃς, μανθάνω.

Οἴει γάρ τί με, ἔφην,
 σεμνὸν λέγειν · ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι τῇ ψυχῇ περὶ τὰ
 ὄντα ψεύδεσθαί τε καὶ ἐψεῦσθαι καὶ ἀμαθῆ εἶναι
καὶ ἐνταῦθα ἔχειν τε καὶ κεκτῆσθαι τὸ ψεῦδος πάντες
ἥκιστ’ ἂν δέξαιντο καὶ μισοῦσι μάλιστα αὐτὸ ἐν 
τῷ τοιούτῳ.

Πολύ γ’, ἔφη. Ἀλλὰ μὴν ὀρθότατά

 
γ’ ἂν , ὃ νῦν δὴ ἔλεγον, τοῦτο ὡς ἀληθῶς ψεῦδος
καλοῖτο, ἡ ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ ἐψευσμένου ἄγνοια, ἐπεὶ
τό γε ἐν τοῖς λόγοις μίμημά τι τοῦ ἐν τῇ ψυχῇ ἐστι
παθήματος καὶ ὕστερον γεγονὸς εἴδωλον, οὐ πάνυ
 ἄκρατον ψεῦδος. ἢ οὐχ οὕτω; Πάνυ μὲν οὑν.

Τὸ 
μὲν δὴ τῷ ὄντι ψεῦδος οὐ μόνον ὑπὸ θεῶν, ἀλλὰ
καὶ ὑπὸ ἀνθρώπων μισεῖται. Δοκεῖ μοι. Τί δὲ δή;
τὸ ἐν τοῖς λόγοις ψεῦδος πότε καὶ ἐν τῷ χρήσιμον,
ὥστε μὴ ἄξιον εἶναι μίσους; ἆρ’ οὐ πρός τε τοὺς
 πολεμίους καὶ τῶν καλουμένων φίλων, ὅταν διὰ μανίαν
ἤ τινα ἄνοιαν κακόν τι ἐπιχειρῶσι πράττειν, τότε
ἀποτροπῆς ἕνεκα ὡς φάρμακον χρήσιμον γίγνεται;

καὶ ἐν αἷς νῦν δὴ ἐλέγομεν ταῖς μυθολογίαις, διὰ
τὸ μὴ εἰδέναι ὅπη τἀληθὲς ἔχει περὶ τῶν παλαιῶν,
 ἀφομοιοῦντες τῷ ἀληθεῖ τὸ ψεῦδος ὅτι μάλιστα, οὕτω 
χρήσιμον ποιοῦμεν; Καὶ μ ΄λα, ἦ δ’ ὃς, οὕτως ἔχει.
Κατὰ τί δὴ οὖν τούτων τῷ θεῷ τὸ ψεῦδος χρήσιμον;
πότερον διὰ τὸ μὴ εἰδέναι τὰ παλαιὰ ἀφομοιῶν ἂν
ψεύδοιτο ; Γελοῖον μέντἂν εἴη, ἔφη.

Ποιητὴς μὲν
 ἄρα ἐν θεῷ ψευδὴς οὐκ ἔνι ; Οὔ μοι δοκεῖ. Ἀλλὰ
δεδιὼς τοὺς ἐχθροὺς ἂν ψεύδοιτο; Πολλοῦ γε δεῖ.
Ἀλλὰ δι’ οἰκείων ἄνοιαν, ἢ μανίαν; Ἀλλ’ οὐδεὶς, ἔφη,
τῶν ἀνοήτων καὶ μαινομένων θεοφιλής. Οὐκ ἄρα
ἐστὶν οὗ ἕνεκα ἂν θεὸς ψεύδοιτο; Οὐκ ἔστι. Πάντη
 ἄρα ἀψευδὲς τὸ δαιμόνιόν τε καὶ τὸ θεῖον. Παντά- 
πάσι μὲν οὖν, ἔφη.

Κομιδῆ ἄρα ὁ θεὸς ἀπλοῦν καὶ
ἀληθὲς ἔν τ’ ἔργῳ καὶ λόγῳ , καὶ οὔτε αὐτὸς μεθέσταται,
οὔτε ἄλλους ἐξαπατᾷ, οὔτε κατὰ φαντασίας,
οὔτε κατὰ σημείων πομπὰς, οὔθ’ ὕπαρ οὔτ’ ὄναρ.
 Οὕτως, ἔφη, ἔμοιγε καὶ αὐτῷ φαίνεται σοῦ λέγοντος.
Συγχωρεῖς ἄρα, ἔφην, τοῦτον δεύτερον τύπον εἶναι
ἐν ᾧ δεῖ περὶ θεῶν καἰ λέγειν καὶ ποιεῖν, ὡς μήτε

 
αὐτοὺς γόητας ὄντας τῷ μεταβάλλειν ἑαυτοὺς μήθ᾿
ἡμᾶς ψεύδεσι παράγειν ἐν λόγῳ ἢ ἔν ἔργω; Συγχωρῶ.

Πολλὰ ἄρα Ὁμήρου ἐπανινοῦντες ἄλλα τοῦτο οὐκ
ἐπαινεςόμεθα, τὴν τοῦ ἐνυπνίου πομπὴν ὑπὸ Διὸς
τῷ Ἀγαμέμνονι· οὐδ᾿ Αἰσχύλου, ὅταν φῇ ἡ Θέτις, 5
 τὸν Ἀπόλλω ἐν τοῖς αὐτῆς γάμοις ᾄδοντα
 ἐνδατεῖσθαι τὰς ἑὰς εὐπαιδίας, 
 νόσων τ᾿ απείρους καὶ μακραίωνος τύχας 
 Παιὼν ἐπευφήμησεν, εὐθυμῶν ἐμέ. 
 κἀγὼ τὸ Φοίβου θεῖον ἀψευδὲς στόμα 
 ἤλιπζον εἶναι, μαντικῇ βρύον τέχνῃ. 
 ὁ δ᾿ αὐτὸς ὑμνῶν, αὐτὸς ἐν θοίνῃ παρὼν, 
 αὐτὸς τάδ᾿ εἰπὼν, αὐτός ἐστιν ὁ κτανὼν 
 τὸν παῖδα τὸν ἐμόν.

ὅταν τις τοιαῦτα λέγῃ περὶ θεῶν, χαλεπανομέν
 τε καὶ χορὸν οὐ δώσομεν, οὐδὲ τοὺς διδασκάλους
ἐάσομεν ἐπὶ παιδείᾳ χρῆσθαι τῶν νέων, εἰ μέλλουσιν
ἡμῖν οἱ φύλακες θεοσεβεῖς τε καὶ θεῖοι γίγνεσθαι,
καθ᾿ ὅσον ἀνθρώπῳ ἐπὶ πλεῖστον οἷόν τε. Παντάπασιν, 
ἔφη, ἔγωγε τοὺς τύπους τούτους συγχωρῶ,
καὶ ὡς νόμοις ἂν αὐτοῖς χρῴμην.”

Ταῦτα μὲν ὁ Πλάτων. εὕροις δ᾿ ἂν τὴν
Ἑβραίων γραφὴν οὐδαμῶς μὲν μύθους αἰσχροὺς περὶ
Τοῦ τῶν ὅλων θεοῦ, ἀλλ᾿ οὐδὲ περὶ τῶν ἀμφ᾿ αὐτὸν 
 θείων ἀγγέλων, οὐδέ γε περὶ τῶν θεοφιλῶν ἀνδρῶν
ὁμοίως ταῖς Ἑλληνικαῖς θεολογίαις περιέχουσαν, τὸν
 δὲ ὑπὸ τοῦ Πλάτωνος ἐκτεθέντα τύπον, ὅτι τε ἀγαθὸς
ὢν ὁ θεὸς τυγχάνει, καὶ τὰ πρὸς αὐτοῦ γεγονότα
πάντα τοιαῦτα.

ἐφ᾿ ἑκάστῳ δ᾿ οὖν τῶν δημιουργημάτων 
ὁ θαυμάσιος Μωςῆς ἐπιλέγει “καὶ εἶδεν ὁ
θεὸς ὅτι καλόν.” ἐπί τε πᾶσι τὸν περὶ πάντων συγκεφαλαιούμενος
λόγον φηςὶ “καὶ εἶδεν ὁ θεὸς πάντα


 
ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν.” δόγμα δ᾿ Ἑβραίων
ἐστὶ καὶ τὸ μὴ εἶναι τὸν θεὸν κακῶν αἴτιον, εἰ δὴ ὁ
θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ
ζώντων· ἔκτισε γὰρ εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα, καὶ
 σωτήριοι αἱ γενέσεις τοῦ κόσμου· “φθόνῳ δὲ διαβό- 
λου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον.”

διὸ καὶ
παρὰ τῷ προφήτῃ εἰσῆκται λέγων ὁ θεὸς πρὸς τὸν
ἐξ οἰκείας προαιρέσεως κακὸν γεγενημένον. “ἐγὼ δὲ
ἐφύτευσά σε ἄμπελον καρποφόρον πᾶσαν ἀληθινήν·
 πῶς ἐστράφης εἰς τὰ ὀπίσω ἡ ἄμπελος ἡ ἀλλοτρία;”
εἰ δέ που λέγοιτο κακὰ τοῖς φαύλοις ἐκ θεοῦ συμβαίνειν,
ὁμωνύμως ἀκουστέον, ὡς τῶν τιμωριῶν
οὕτω κεκλημένων, ἃς ἀγαθὸς ὢν ὁ θεὸς οὐκ ἐπὶ βλάβῃ
τῶν τιμωρουμένων, ἐπ᾿ ὠφελείᾳ δὲ καὶ συμφέροντι
 λέγεται ἐπάγειν· ὥσπερ ἂν καὶ ἰατρὸς ἐπὶ σω- 
τηρίᾳ τῶν καμνόντων κακὰ νομίζοιτο προσφέρειν τὰς
ἀλγεινὰς καὶ πικρὰς θεραπείας.

διὸ καὶ ἐπὶ τῆς
θείας γραφῆς ἔνθα εἴρηται κακὰ ἀνθρώποις ἐπάγεσθαι
ὑπὸ τοῦ θεοῦ, τὰ παρὰ τῷ Πλάτωνι λεκτέον,
 ὡς ὁ μὲν θεὸς δίκαιά τε καὶ ἀγαθὰ εἰργάζετο , καὶ
ὅτε τὰ σκυθρωπὰ καὶ ἀνθρώποις κακὰ νενομισμένα
τοῖς τούτων ἀξίοις ἐπῆγεν, οἱ δὲὤναντο κολαζόμενοι,
οὐ μόνον κατὰ τὸν φιλόσοφον , ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν
Ἑβραίων γραφὴν λέγουσαν “ὃν γὰρ ἀγαπᾷ κύριος
25 παιδεύει· μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται.”

ὧς δ᾿ ἄθλιοι μὲν οἱ δίκην διδόντες, ἦν δ᾿ ὁ δρῶν
ταῦτα ὁ θεὸς, οὐκ ἐατέον λέγειν τὸν ποιητὴν, ἀλλ᾿
εἰ μὲν ὅτι ἐδεήθησαν κολάσεως λέγοιεν ὡς ἄθλιοι
κακοὶ, διδόντες δὲ δίκην ὠφελοῦντο ὑπὸ τοῦ θεοῦ,
 ἐατέον· κακῶν δὲ αἴτιον φάναι θεόν τινι γίνεσθαι,
ἀγαθὸν ὄντα, διαμαχητέον παντὶ τρόπῳ.

ἀλλὰ
καὶ περὶ τοῦ μὴ ἀλλοι0ῦσθαι τὸν θεὸν ἡ παρ᾿ ῾Εβραί-

 
ὄις προφητεία ὧδέ πη ἐκ προσώπου τοῦ θεοῦ διδάσκει
λέγουσα “ διότι ἐγὼ κύριος ὁ θεὸς ὑμῶν, καὶ οὐκ
 ἠλλοίωμαι.” καὶ ἐν ταῖς θεολογίαις δὲ ὁ Δαβὶδ
ἀναφωνεῖ λέγων “ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται,
καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτοὺς , καὶ ἀλλαγήσονται· 
σὺ δέο αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν.”

εἰ δέ πη τὸν τοῦ θεοῦ λόγον εἰσάγουσιν
ἐν εἴδει καὶ σχήματι ἀνθρωπείῳ παραφαινόμενον,
λεκτέον ὡς οὐ κατὰ τοὺς Ἑλλήνων μύθους ὁμοίως
Πρωτεῖ καὶ Θέτιδι καὶ Ἥρᾳ, οὐδ’ ὡς οἶ θεοὶ οἶ περιερχόμενοι 
νύκτωρ πολλοῖς ζῴοις καὶ παντοδαποῖς
ἰνδαλλόμενοι, καὶ τὸν τοῦ θεοῦ λόγον ἀνθρώποις
 πεφηνότα εἰσάγουσιν οἱ Ἑβραίων λόγοι, ἀλλ’ ὡς αὐτὸς
ὁ Πλάτων’ δεῖν ποτέ φησιν ἐπὶ φίλων εὐεργεσίᾳ,
ὅταν διὰ μανίαν ἤ τινα ἄνοιαν κακόν τι ἐπιχειρῶσι 
πράττειν, τότε ἀποτροπῆς ἕνεκα ὡς φάρμακον χρήσιμον
γενέσθαι τὴν τοῦ θεοῦ εἰς ἀνθρώπους πάροδον.

ἐπεὶ οὑν τῶν ἐπὶ γῆς ζῴων οὐδὲν ἢν θεοφιλέστερον
γένος ἀνθρώπου , συγγενές τε καὶ οἰκεῖον
τῷ τοῦ θεοῦ λόγῳ , παρ’ οὗ καὶ λογικὸς τὴν τῆς ψυχῆς 
φύσιν ἀπείργαστο, εἰκότως , οἷα φίλου ζῴου κηδόμενον,
τὸν ἐπουράνιον λόγον ἥκειν ἐπὶ θεραπείᾳ
φασὶ παντὸς τοὐ γένους, νόσον καὶ μανίαν ἔκτοπον
ὑπομείναντος , ὡς μήτε τὸν πατέρα γινώσκειν θεὸν,
 μήτε τὴν οἰκείαν τῆς νοερᾶς φύσεως οὐσίαν, μήτ’ 
αὐ θεοῦ πρόνοιαν, σώτειραν τῶν ὅλων, εἰς ἀλόγου
δὲ ζῴου σχεδὸν ὅσον παρατροπὴν ἥκοντος.

διὸ
 δὴ τὸν σωτῆρα καὶ ἰατρὸν ἐπιστῆναι λέγουσιν, οὐ μὲν
δὴ τῆς οἰκείας ἐκστάντα φύσεως, οὐδέ γε ψευσάμενον
τοὺς ὁρῶντας, ἄμφω δὲ ἀληθῆ φυλάξαντα, τό τε ἀρανὲς 
καὶ τὸ ὁρώμενον. πῆ μὲν γὰρ ἀληθὴς ἄνθρωπος
ἑωρᾶτο, πῆ δὲ θεοῦ λόγος ἦν ἀληθὴς, οὐ γοητεύων,

 
οὐδὲ τοὺς θεωμένους ἐξαπατῶν, ἐπειδὴ τὸ θεῖον
ἀψευδὲς καλῶς ἔχειν ἐδόκει καὶ Πλάτωνι.

κομιδῇ 
ἄρα ὁ θεὸς λόγος ἁπλοῦς ὢν καὶ ἀληθὴς ἔν τε ἔργῳ
καὶ λόγῳ, οὔτε αὐτὸς μεθίστατο , οὕτε ἄλλους ἐξηπάτα
 . οὔτε κατὰ φαντασίας , οὔτε κατὰ λόγους, οὔτε
κατὰ σημείων πομπὰς, οὔθ'] οὐδ’ ὄναρ. πάντα
γὰρ ὅσα τοιαῦτα, οἶα λογικῶν ψυχῶν ἰατρὸς, σωτηρίας
ἕνεκα τοῦ παντὸς ἀνθρώπων γένους ἀληθῶς,
ἀλλ’ οὐ δοκήσει δι’ οὗ ἀνείληφεν ἀνθρώπου διεπραγματεύσατο,
 τὴν πρὸς τὸν αὑτοῦ πατέρα φιλίαν τε καὶ
ὑποστροφὴν διὰ τῆς κατηγγελμένης ὑπ’ αὐτοῦ θεογνωσίας
τε καὶ ἀληθοῦς εὐσεβείας πᾶσιν ἡμῖν δωρού- 
μένος.

καὶ τὰ μὲν ἡμέτερα τοιαῦτα· τοῖς δὲ ἄλλως
λέγουσι χαλεπανοῦμέν τε καὶ χορὸν οὐ δώσομεν,
 οὐδέ γε τοὺς διδασκάλους ἐάσομεν ἐπὶ παιδείᾳ χρῆσθαι
τῶν νέων, εἰ μέλλουσιν ἡμῖν οἶ φύλακες θεοσεβεῖς
τε καὶ θεῖοι γίνεσθαι , ὡς καὶ τῷ φιλοσόφῳ
ἄριστα ἔχειν ἐδόκει.

“ Αὐτοὶ γὰρ οἱ ἄνθρωποι τυγχάνουσι νομίζοντες 
 τὸν Δία τῶν θεῶν ἄριστον καὶ δικαιότατον,
καὶ τοῦτον ὁμολογοῦσι τὸν αὑτοῦ πατέρα δῆσαι, ὅτι
τοὺς υἱεῖς κατέπινεν οὐκ ἐν δίκῃ, καὶ ἐκεῖνόν γε αὖ
τὸν αὑτοῦ πατέρα ἐκτεμεῖν δι’ ἕτερα τοιαῦτα· ἐμοὶ
δὲ χαλεπαίνουσιν ὅτι τῷπατρὶ ἐπεξέρχομαι ἀδικοῦντι, 
 καὶ οὕτως αὐτοὶ αὑτοῖς τὰ ἐναντία λέγουσι περί τε
τῶν θεῶν καὶ περὶ ἐμοῦ.

Ἄρα γε, ὦ Εὐθύφρον , τοῦτ’ ἐστὶν οὗ ἕνεκα
τὴν γραφὴν φεύγω ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐπειδάν τις περὶ
τῶν θεῶν λέγῃ , δυσχερῶς πως ἀποδέχομαι δι’ ἃ δὴ,
 ὡς ἔοικε, φήσει τίς με ἐξαμαρτάνειν. νῦν οὖν εἰ καὶ
σοὶ ταῦτα συνδοκεῖ τῷ εὖ εἰδότι περὶ τῶν τοιούτων,
 

 
ἀνάγκη δὴ, ὡς ἔοικε, καὶ ἡμῖν συγχωρεῖν. τί γὰρ
καὶ φήσομεν, οἵ γε [καὶ]αὐτοὶ ὁμολογούμεν περὶ αὐτῶν
 μηδὲν εἰδέναι; ἀλλ;αμοι εἰπὲ πρὸς φιλίου, σὺ
ὡς ἀληθῶς ἡγᾐ ταῦτα οὕτω γεγονέναι; 
 Καὶ ἔτι τούτων θαυμασιώτερα, ὧ Σώκρατες, ἃ 
οἱ πολλοὶ οὐκ ἴσασι.

Καὶ πόλεμον ἄρα ἡγῇ [σὺ εἰναι] τῷ ὄντι ἐν
τοῖς θεοῖς πρὸς ἀλλήλους, καὶ ἔχθρας γε δεινὰς καὶ
μάχας καὶ ἄλλα τοιαῦτα πολλὰ, οἷα λέγεταί τε ὑπὸ
τῶν ποιητῶν, καὶ ὑπὸ τῶν ἀγαθῶν γραφέων τά τε 
ἄλλα ἱερὰ ἡμῖν καταπεποίκιλται καὶ δὴ καὶ τοῖς μεγάλοις
Παναθηναίοις ὁ πέπλος μεστὸς τῶν τοιούτων
 ποικιλμάτων ἀνάγεται εἰς τὴν ἀκρότπολιν. ταῦτα
ἀληθῆ εἶναι φῶμεν, ὦ Εὐθύφρον;

Μὴ μόνα γε, ὦ Σώκρατες, ἀλλ᾿ ὅπερ ἄρτι 
εἶπον, καὶ ἄλλα σοι ἐγὼ πολλὰ, ἐάν περ βούλῃ, περὶ
τῶν θεῶν διηγήσομαι, ἃ σὺ ἀκούων εὖ οἶδ᾿ ὅτι ἐκπλαγήσῃ.” 
 Ταῦτα ὁ Πλάτων ἐν τῷ Εὐθύφρονι. διασαφεῖ δὲ
τὴν διάνοιαν ὁ Νουμήνιος ἐν τῷ περὶ τῶν παρὰ Πλάτωνι 
ἀπορρήτων ὧδέ πη λέγων

“Εἰ μὲν γράφειν ὑποτεινάμενος ὁ Πλάτων
 περὶ τῆς θεολογίας τῆς τῶν Ἀθηναίων εἶτα ἐδυσχέραινεν
αὐτῇ καὶ κατηγόρει ἐχούσῃ στάσεις μὲν πρὸς
ἀλλήλους, τέκνων δὲ τῶν μὲν μίξεις, τῶν δὲ ἐδωδὰς, 
τῶν δὲ ἀντὶ τούτων πατράσι τιμωρίας ἀδελφῶν τε
ἀδελφοῖς ὑμνούσῃ, καὶ ἄλλα τοιαῦτα· εἴπερ ὁ Πλάτων
ταυτὰ λαβὼν εἰς τὸ φανερὸν κατηγόρει παρασχεῖν
ἄν δοκεῖ μοι τοῖς Ἀθηναίοις αἰτίαν πάλιν κακοῖς
γενέσθαι ἀποκτείνασι καὶ αὐτὸν, ὥσπερ τὸν 
Σωκράτην. ἐπεὶ δὲ ζῆν μὲν οὐκ ἂν προείλετο μᾶλλον
 ἢ ἀληθεύειν, ἑώρα δὲ ζῆν τε καὶ ἀληθεύειν ἀσφαλῶς


 
δυνησόμενος , ἔθηκεν ἐν μὲν τῷ σχήματι τῶν Ἀθηναίων
τὸν Εὐθύφρονα, ὄντα ἄνδρα ἀλαζόνα καὶ κοάλεμον
καὶ εἴ τις ἄλλος θεολογεῖ κακῶς, αὐτὸν δὲ
τὸν Σωκράτην ἐπ’ αὐτοῦ τε καὶ ἐν τῷ ἰδίῳ σχηματισμῇ
 ἐν ᾧπερ εἰωθότως ἤλεγχεν ἑκάστῳ προσο
μίλων.”

“Ὠ φίλε Κρίτων , ἡ προθυμία σου πολλοῦ 
ἀξία, εἰ μετά τινος ὀρθότητος εἴη· εἰ δὲ μὴ, ὅσῳ
μείζων, τοσούτῳ χαλεπωτέρα. σκοπεῖσθαι οὖν χρὴ 
 ἡμᾶς, εἴτε ταῦτα πρακτέον εἴτε μὴ, ὡς ἐγὼ οὐ μόνον
νῦν, ἀλλὰ καὶ ἀεὶ τοιοῦτος οἷος τῶν ἐμῶν μηδενὶ
ἄλλῳ πείθεσθαι ἢ τῷ λόγῳ ὃς ἄν μοι λογιζομένῳ
βέλτιστος φαίνηται.

τοὺς δὲ λόγους οὓς ἐν τῷ
ἔμπροσθεν ἔλεγον οὐ δύναμαι νῦν ἐκβάλλειν, ἐπειδή
 μοι ἥδε ἡ τύχη γέγονεν , ἀλλὰ σχεδόν τι ὅμοιοι φαίνονταί
μοι, καὶ τοὺς αὐτοὺς πρεσβεύω καὶ τιμῶ οὕσπερ
καὶ πρότερον · ὧν ἐὰν μὴ βελτίω ἔχωμεν λέγειν
ἐν τῷ παρόντι, εὖ ἴσθι ὅτι οὐ μή σοι συγχωρήσω,
οὐδ’ ἂν πλείω τῶν νῦν παρόντων ἡ τῶν πολλόν δύναμις
 ὥσπερ παῖδας ἡμᾶς μορμολύττηται, δεσμούς τε
καὶ θανάτους ἐπιπέμπουσα καὶ χρημάτων ἀφαιρέσεις.

πῶς οὖν ἂν μετριώτατα . σκοποίμεθα αὐτά ; εἰ
πρῶτον μὲν τοῦτον τὸν λόγον ἀναλάβοιμεν, ὃν σὺ λέγεις,
τὸν περὶ τῶν δοξῶν, πότερον καλῶς ἐλέγετο
 ἑκάστοτε ἢ οὒ, ὅτι ταῖς μὲν δεῖ τῶν δοξῶν προσέχειν
τὸν νοῦν, ταῖς δὲ οὔ· ἢ πρὶν μέν με δεῖν ἀποθνήσκειν
καλῶς ἐλέγετο, νῦν δὲ κατάδηλος ἄρα ἐγένετο
ὅτι ἄλλως ἕνεκα λόγου ἐλέγετο, ἦν δὲ παιδιὰ καὶ
φλυαρία ὡς ἀληθῶς.

ἐπιθυμῶ δ’ ἔγωγε ἐπισκέψασθαι,
 ὦ Κρίτων, κοινῇ μετὰ σοῦ, εἴ τί μοι ἀλλοιότε-
 

 
 ρος φανεῖται, ἐπειδὴ ὧδ᾿ ἔχω, ἢ ὁ αὐτὸς, καὶ ἐάσομεν
χαίρειν ἢ πεισόμεθα αὐτῷ. ἐλέγετο δέ πως , ὡς
ἐγᾦμαι, ἑκάστοτε ὧδε ὑπὸ τῶν οἰομένων τι λέγειν
ὥσπερ νῦν δὴ ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι τῶν δοξῶν ἃς οἱ ἄνθωποι
δοξάζουσι δέοι τὰς μὲν περὶ πολλοῦ ποιεῖσθαι, 
τὰς δὲ μή.

τοῦτο πρὸς θεῶν, ὦ Κρίτων,
οὐ δοκεῖ καλῶς σοι λέγεσθαι; σὺ γὰρ, ὅσα γε τάνθρώπεια,
ἐκτὸς εἶ τοῦ μέλλειν ἀποθνήσκειν αὔριον,
καὶ οὐκ ἄν σε παρακρούοι ἡ παροῦσα συμφορά.
σκόπει δή · οὐχ ἱκανῶς δοκεῖ σοι λέγεσθαι ὅτι οὐ 
 πάσας χρὴ τὰς δόξας τὰς τῶν ἀνθρώπων τιμᾶν, ἀλλὰ
τὰς μὲν, τὰς δ᾿ οὔ; οὐδὲ πάντων, ἀλλὰ τῶν μὲν, τῶν
δ᾿ οὔ; τί φῄς; ταῦτα οὐχὶ καλῶς λέγεται; 
 Καλῶς.

Οὐκοῦν τὰς μὲν χρηστὰς τιμᾶν, τὰς δὲ 
πονηρὰς μή; 
 Ναί. 
 Χρησταὶ δὲ οὐχ αἱ τῶν φρονίμων, πονηραὶ δὲ αἱ
τῶν ἀφρόνων; 
 Πῶς δὲ οὔ; 
 Φέρε δὴ, πῶς αὖ τὰ τοιαῦτα ἐλέγετο; γυμναζόμενος
ἀνὴρ καὶ τοῦτο πράττων πότερον παντὸς ἀνδρὸς
ἐπαίνῳ καὶ ψόγῳ καὶ δόξῃ τὸν νοῦν προσέχει,
 ἢ ἑνὸς μόνου ἐκείνου ὃς ἂν τυγχάνῃ ἰατρὸς ἢ παιδοτρίβης
ὤν; 
 ῾Ενὸς μόνου.

Οὐκοῦν φοβεῖσθαι χρὴ τοὺς ψόγους καὶ ἀσπάζεσθαι
τοὺς ἐπαίνους τοὺς τοῦ ἑνὸς ἐκείνου, ἀλλὰ μὴ
τοὺς τῶν πολλῶν. 
 Δηλαδή. 
 Ταύτῃ. ἄρα αὐτῷ πρακτέον καὶ γυμναστέον, καὶ

 
ἐδεστέον γε καὶ ποτέον, ᾗ ἂν τῷ ἐνὶ δοκῇ τῷ ἐπιστάτῃ
καὶ ἐπαί·οντι μᾶλλον ἢ ξύμπασι τοῖς ἄλλοις. 
 Ἒστι ταῦτα. 
 Εἷεν. ἀπειθήσας δὲ τῷ ἐνὶ καὶ ἀτιμάσας αὐτοῦ
 τὴν δόξαν καὶ τοὺς ἐπαίνους, τιμήσας δὲ τοὺς
τῶν πολλόν καὶ μηδὲν ἐπαιόντων ἆρα οὐδὲν κακὸν
πείσεται ; 
 Πῶς γὰρ οὔ ; 
 Τί δ’ ἐστὶ τὸ κακὸν τοῦτο ; καὶ ποῖ τείνει , καὶ 
 εἰς τί τῶν τοῦ ἀπειθοῦντος ; 
 Δηλονότι εἰς τὸ σῶμα · τοῦτο γὰρ διόλλυσι.

Καλῶς λέγεις. οὐκοῦν καὶ τὰ ἄλλα, ὠ Κρίτων,
οὕτως, ἵνα μὴ πάντα διίωμεν. καὶ δὴ καὶ περὶ τῶν
δικαίων καὶ ἀδίκων καὶ αἰσχρῶν καὶ καλῶν καὶ ἀγαθῶν
 καὶ κακῶν, περὶ ὧν νῦν ἡ βουλὴ ἡμῖν ἐστι, ’πό
τερον τῇ τῶν πολλῶν δόξῃ δεῖ ἡμᾶς ἕπεσθαι καὶ
φοβεῖσθαι αὐτὴν, ἢ τῇ τοῦ ἑνὸς, εἴ τίς ἐστιν ἐπαίων,
ὅν δεῖ καὶ αἰσχύνεσθαι καὶ φοβεῖσθαι μᾶλλον ἢ ξύμπαντας
τοὺς ἄλλους; ᾧ εἰ μὴ ἀκολουθήσομεν,
 διαφθεροῦμεν ἐκεῖνο καὶ λωβησόμεθα ὃ τῷ μὲν δικαίῳ
βέλτιον ἐγίνετο, τῷ δὲ ἀδίκῳ ἀπώλλυτο. ἢ
οὐδέν ἐστι τοῦτο; 
 Οἶμαι ἔγωγε, ὠ Σώκρατες.

Φέρε δὴ, ἐὰν τὸ ὑπὸ τοῦ ὑγιεινοῦ μὲν βέλτιον 
 γινόμενον, ὑπὸ τοῦ νοσώδους δὲ διαφθειρόμενον
διολέσωμεν , πειθόμενοι μὴ τῇ τῶν ἐπαιόντων δόξῃ,
ἆρα βιωτὸν ἡμῖν ἐστι διεφθαρμένου αὐτοῦ ; ἔστι δέ
που τοῦτο σῶμα, ἢ οὐχί; 
 Ναί. 
 Ἀρ’ οὖν βιωτὸν ἡμῖν ἐστι μετὰ μοχθηροῦ καὶ
διεφθαρμένου σώματος; 
 Οὐδαμῶς.

Ἀλλὰ μετ’ ἐκείνου ἄρα ἐστὶν ἡμῖν βιωτὸν
διεφθαρμένου ὃ τὸ ἄδικον μὲν λωβᾶται, τὸ δὲ δίκαιον
 ὀνίνησιν; ἢ φαυλότερον ἡγούμεθα εἶναι τοῦ
σώματος ἐκεῖνο , ὅ τι ποτ’ ἐστὶ τῶν ἡμετέρων , περὶ
ὃ ἥ τε ἀδικία καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐστίν; 
 Οὐδαμῶς. 
 Ἀλλὰ τιμιώτερον; 
 Πολύ γε.

Οὐκ ἄρα, ὠ βέλτιστε, πάνυ ἡμῖν οὕτω φροντιστέον
τί ἐροῦσιν οἱ πολλοὶ ἡμᾶς , ἀλλὰ τί ὁ ἐπαίων 
περὶ τῶν δικαίων καὶ ἀδίκων, ὁ εἷς, καὶ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια.
ὥστε πρῶτον μὲν ταύτῃ οὐκ ὀρθῶς εἰσηγῇ,
εἰσηγούμενος τῆς τῶν πολλῶν δόξης δεῖν ἡμᾶς φροντέζειν
περὶ τῶν δικαίων καὶ καλῶν καὶ ἀγαθῶν καὶ
τῶν ἐναντίων.”

Καὶ ὁ σωτήριος δὲ λόγος φησὶ “ δόξαν τὴν
παρὰ ἀνθρώπων ζητεῖτε, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ
 μόνου τοῦ ἑνὸς οὐ ζητεῖτε.” διὸ καὶ ἡμεῖς ἐν τοῖς
ὑπὲρ εὐσεβείας ἀγῶσιν ὀρθῶς πράττομεν οὐ σκοποῦντες
τί ἡμὰς οἶ πολλοὶ ἐροῦσιν, ἀλλὰ τί βούλεται 
εἷς ὁ τοῦ θεοῦ λόγος, ὃν ἅπαξ κρίσει ἑλομένους προσήκει
ὁμοίως καὶ τότε ὥσπερ αὖ καὶ πρότερον τιμᾶν,
καὶ μὴ μετατίθεσθαι , μηδ’ ἂν ἡ τῶν πολλῶν δύναμις
ὥσπερ παῖδας ἡμᾶς μορμολύττηται. τοιοῦτοι δὲ
ἦσαν καὶ οἶ πάλαι παρ’ Ἑβραίοις ἐν μαρτυρίῳ 
διαλάμψαντες.

“ Οὐδενὶ τρόπῳ φαμὲν ἑκόντας ἀδικητέον
εἶναι, ἢ τινὶ μὲν ἀδικητέον τρόπῳ, τινὶ δ’ οὔ; ἢ
οὐδαμῶς τό γε ἀδικεῖν οὔτε καλὸν οὔτε ἀγαθὸν, ὡς
πολλάκις ἡμῖν καὶ ἐν τῷ ἔμπροσθεν χρόνῳ ὡμολο- 
 

 
γήθη; ὅπερ καὶ ἄρτι ἐλέγετο. ἢ πᾶσαι ἡμῖν ἐκεῖναι 
αἱ πρόσθεν ὁμολογίαι ἐν ταῖσδε ταῖς ὀλίγαις ἡμέραις
ἐκκεχυμέναι εἰσὶ, καὶ πάλαι, ὠ Κρίτων, ἆρα τηλικοίδε
γέροντες ἄνδρες πρὸς ἀλλήλους σπουδῇ διαλεγόμενοι
 ἐλάθομεν ἡμᾶς αὐτοὺς παίδων οὐδὲν διαφέροντες; ἢ
παντὸς μᾶλλον οὕτως ἔχει ὥσπερ τότε ἐλέγετο ἡμῖν,
εἴτε φασὶν οἶ πολλοὶ εἴτε μὴ, καὶ εἴτε δεῖ ἡμᾶς ἔτι
τῶνδε χαλεπώτερα πάσχειν εἴτε καὶ πραότερα, ὅμως
τό γε ἀδικεῖν τῷ ἀδικοῦντι καὶ κακὸν καὶ αἰσχρὸν
 τυγχάνει ὂν παντὶ τρόπῳ ; φαμὲν ἢ οὔ; 
 Φαμέν.

Οὐδαμῶς ἄρα δεῖ ἀδικεῖν. 
 Οὐ δῆτα. 
 Οὐδὲ ἀδικούμενον ἄρα ἀνταδικεῖν, ὡς οἶ πολλοὶ
 οἴονται, ἐπειδή γε οὐδαμῶς δεῖ ἀδικεῖν; 
 Οὐ φαίνεται. 
 Τί δὲ δή; κακουργεῖν δεῖ, ὠ Κρίτων, ἢ οὔ; 
 Οὐ δεῖ δήπου, ὠ Σώκρατες. 
 Τί δέ; ἀντικακουργεῖν κακῶς πάσχοντα, ὡς οἱ
 πολλοί φασι, δίκαιον, ἢ οὐ δίκαιον ; 
 Ούδαμῶς. 
 Τὸ γάρ που κακὸν ποιεῖν ἀνθρώπους τοῦ ἀδικεῖν
οὐδὲν διαφέρει. 
 Καλῶς λέγεις.

Οὔτε ἄρα ἀνταδικεῖν δεῖ οὔτε κακῶς ποιεῖν
οὐδένα ἀνθρώπων , οὐδ’ ἂν ὁτιοῦν πάσχῃ τις ὑπ’ 
αὐτῶν. ἀλλ’ ὅρα, ὠ Κρίτων, ταῦτα καθομολογῶν
ὅπως μὴ παρὰ δόξαν ὁμολογῇς. οἶδα γὰρ ὅτι ὀλίγοις
τισὶ ταῦτα καὶ δοκεῖ καὶ δόξει. οἶς οὖν οὕτω δέδοκται
 καὶ οἶς μὴ, τούτοις οὐκ ἔστι κοινὴ βουλὴ,
ἀλλ’ ἀνάγκη τούτους ἀλλήλων καταφρονεῖν, ὁρῶντας
τὰ ἀλλήλων βουλεύματα. σκόπει δὴ οὖν καὶ σὺ εὖ

 
μάλα, πότερον κοινωνεῖς καὶ συνδοκεῖ σοι καὶ ἀρχώμεθα 
ἐντεῦθεν βουλευόμενοι, ὡς οὐδέποτε ὀρθῶς
ἔχοντος οὔτε τοῦ ἀδικεῖν οὔτε τοῦ ἀνταδικεῖν οὔτε
 τοῦ κακῶς πάσχοντα ἀμύνεσθαι ἀντιδρῶντα κακῶς·
ἤ ἀφίστασαι καὶ ου κοινωνεῖς τῆς ἀρχῆς ; ἐμοὶ μὲν 
γὰρ καὶ πάλαι οὕτω καὶ νῦν ἔτι δοκεῖ.

καὶ σοὶ
δὲ εἴ πη ἄλλῃ δέδοκται, λέγε καὶ δίδασκε· εἰ δ’ ἐμμένεις 
τοῖς προσθεν, τὸν μετὰ τοῦτο ἄκουε. 
 Ἀλλ’ ἐμμένω τε καὶ συνδοκεὶ μοι· ἀλλὰ λέγε. 
 Λέγ δὴ αὖ τὸ μετὰ τοῦτο, μᾶλλον δὲ ἐρωτῶ, 
πότερον ἅ ἄν τις ὁμολογήςῃ τῳ δίκαια ὄντα ποιητεον, ἤ ἐξαπατητέον; 
 Ποιητέον.”

Τούτοις παράθες τὸ “μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ 
ἀποδιδόντες,” καὶ τὸ “εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους 
ὑμᾶς· προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων
 καὶ διωκόντων ὑμᾶς, ἵνα γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς
ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅστις τὸν ἥλιον αὑτοῦ
ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ
δικαίους καὶ ἀδίκους. ” καὶ ἔτι τὸ “λοιδορούμενοι 
εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, δυσφημούμενοι
παρακαλοῦμεν,” ἐν τοῖς παρ’ ἡμῖν ἱεροῖς φερόμενα
γράμμασι. καὶ ὁ προφήτης δὲ παρ’ Ἑβραίοις φηςὶν
“εἰ ἀνταπέδωκα τοῖς ἀνταποδιδοῦσί μοι κακά.” καὶ
πάλιν “μετὰ τῶν μισούντων τὴν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός.”

“Σὺ δὲ τότε μὲν ἐκαλλωπίζου ὡς ο’κ ἀγανακτῶν 
εἰ δέοι τεθνάναι σε, ἀλλὰ ᾑροῦ, ως ἔφησθα,
πρὸ τῆς φυγῆς θάνατον· νῦν δὲ οὐτε ἐκείνους τοὺς
λόγους αἰσχύνῃ οὐτε ἡμῶν τῶν νόμων ἐντρέπῃ, ἐπι- 
 


 
χειρῶν ἡμᾶς διαφθεῖραι· πράττεις τε ὅπερ ἂν δοῦλος
ὁ φαυλότατος πράξειεν, ἀποδιδράσκειν ἐπιχειρῶν
παρὰ τὰς συνθήκας τε καὶ ὁμολογίας καθ᾿ ἃς ἡμῖν
συνέθου πολιτεύεσθαι.

πρῶτον μὲν οὖν ἡμῖν
 τοῦτ᾿ αὐτὸ ἀπόκριναι, εἰ ἀληθῆ λέγομεν φάσκοντές
σε ὡμολογηκέναι πολιτεύεσθαι καθ᾿ ἡμᾶς ἔργῳ, ἀλλ᾿
οὐ λόγῳ, ἢ οὐκ ἀληθῆ; τί φῶμεν πρὸς ταῦτα, ὦ
Κρίτων; ἄλλο τι ἢ ὁμολογῶμεν; 
 Ἀνάγκη, ὦ Σώκρατες. 
 Ἀλλὰ τί οὖν, ἂν φαῖεν, ἢ συνθήκας πρὸς ἡμᾶς
αὐτοὺς καὶ ὁμολογίας παραβαίνεις, οὐχ ὑπὸ ἀνάγκης
ὁμολογήσας , οὐδὲ ἀπατηθεὶς , οὐδὲ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ
ἀναγκασθεὶς βουλεύσασθαι, ἀλλ᾿ ἐν ἔτεσιν ἑβδομήκοντα,
ἐν οἷς ἐξῆν σοι ἀπιέναι, εἰ μὴ ἠρέσκομεν
 ἡμεῖς, μηδὲ δίκαιαι ἐφαίνοντό σοι αἱ ὁμολογίαι εἶναι.

σὺ δὲ οὔτε Λακεδαίμονα προῃροῦ οὔτε Κρήτην,
ἃς δὴ ἑκάστοτε φῂς εὐνομεῖσθαι , οὔτε ἄλλην οὐδεμίαν
τῶν Ἑλληνίδων πόλεων, οὐδὲ τῶν βαρβαρικῶν, 
ἀλλὰ ἐλάττω ἐξ αὐτῆς ἀπεδήμησας ἢ οἶ χωλοί τε καὶ
20 τυφλοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ἀνάπηροι. οὕτω σοι διαφερόν- 
τως τῶν ἄλλων Ἀθηναίων ἤρεσκεν ἡ πόλις τε καὶ
ἡμεῖς οἱ νόμοι δηλονότι· τίνι γὰρ ἂν πόλις ἀρέσκοι
ἄνευ νόμων; νῦν δὲ δὴ οὐκ ἐμμένεις τοῖς ὡμολογημένοις;
ἐὰν ἡμῖν γε πείθῃ, ὦ Σώκρατες.”

“Ὅστις γὰρ νόμων διαφθορεύς ἐστι,σφόδρα 
που δόξειεν ἂν νέων τε καὶ ἀνοήτων ἀνθρώπων διαφθορεὺς
εἶναι. πότερον οὖν φεύξῃ τάς τε εὐνομουμένας
πόλεις καὶ τῶν ἀνδρῶν τοὺς κοσμιωτάτους;
καὶ τοῦτο ποιοῦντι ἆρα ἄξιόν σοι ζῆν ἔσται; ἢ πλησιάσεις
 τούτοις καὶ ἀναισχυντήσεις διαλεγόμενός τινας
λόγους, ὦ Σώκρατες , ἢ οὕσπερ ἐνθάδε, ὡς ἡ
ἀρετὴ καὶ ἡ δικαιοσύνη πλείστου ἄξιον τοῖς ἀνθρώ-

 
 ποις καὶ τὰ νόμιμα καὶ οἶ νόμοι ; καὶ οὐκ οἴει ἀσχημον
φανεῖσθαι τὸ τοῦ Σωκράτους πρᾶγμα; οἴεσθαί
γε χρή.

ἀλλ’ ἐκ μὲν τούτων τῶν τόπων ἀπαρεῖς,
ἥξεις δὲ εἰς Θετταλίαν παρὰ τοὺς ξένους τοὺς
Κρίτωνος · ἐκεῖ γὰρ δὴ πλείστη ἀταξία καὶ ἀκολασία, 
καὶ ἴσως ἂν ἡδέως σου ἀκούοιεν ὡς γελοίως ἐκ τοῦ
δεσμωτηρίου ἀπεδίδρασκες , σκευήν τέ τινα περιθέμενος
ἢ διφθέραν λαβὼν ἢ ἄλλα οἷα δὴ εἰώθασιν
ἐνσκευάζεσθαι οἱ ἀποδιδράσκοντες , καὶ τὸ σχῆμα τὸ
σαυτοῦ μεταλλάξας.

ὅτι δὲ γέρων ἀνὴρ μικροῦ 
 χρόνου τῷ βίῳ λοιποῦ ὄντος, ὡς τὸ εἰκὸς, ἐτόλμησας
οὕτω γλίσχρως ἐπιθυμεῖν ζῆν, νόμους τοὺς μεγίστους
παραβὰς, οὐδεὶς ὃς ἐρεῖ; ἴσως, ἂν μή τινα λυπήσῃς ·
εἰ δὲ μὴ, ἀκούσῃ, ὦ Σώκρατες, πολλὰ καὶ ἀνάξια
σαυτοῦ. ὑπερχόμενος δὴ βιώσῃ πάντας ἀνθρώπους 
καὶ δουλεύων, τί ποιῶν ἢ εὐωχούμενος ἐν Θετταλίᾳ,
ὥσπερ ἐπὶ δεῖπνον ἀποδεδημηκὼς εἰς Θετταλίαν.
λόγοι δὲ ἐκεῖνοι οἱ περὶ δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄλλης
ἀρετῆς ποῦ ἡμῖν ἔσονται; ἀλλὰ δὴ τῶν παίδων ἕνεκα
βούλει ζῆν, ἔνα αὐτοὺς ἐκθρέψῃς καὶ παιδεύσῃς;

τί δέ; εἰς Θετταλίαν αὐτοὺς ἀγαγὼν θρέψεις τε
καὶ παιδεύσεις, ξένους ποιήσας, ἵνα καὶ τοῦτό σου
 ἀπολαύσωσιν; ἢ τοῦτο μὲν οὒ, αὐτοῦ δὲ τρεφόμενοι
σοῦ ζῶντος βέλτιον θρέψονται καὶ παιδεύσονται, μὴ
συνόντος σοῦ αὐτοῖς; οἶ γὰρ ἐπιτήδειοι οἱ σοὶ ἐπιμελήσονται 
αὐτῶν.

πότερον δὲ ἐὰν εἰς Θετταλίαν
ἀποδημήσῃς, ἐπιμελήσονται· ἐὰν δὲ εἰς Ἅιδου ἀποδημήσῃς,
οὐχὶ ἐπιμελήσονται, εἴπερ γέ τι ὄφελος αὐτῶν
ἐστι τῶν σοι φασκόντων ἐπιτηδείων εἶναι; οἴεδθαί
γε χρή.

ἀλλ’, ὦ Σώκρατες, πειθόμενος 
ἡμῖν τοῖς σοῖς τροφεῦσι μήτε παῖδας περὶ πλείονος
 ποιοῦ μήτε τὸ ζῆν μήτε ἄλλο μηδὲν πρὸ τοῦ δικαίου,

 
ἵνα εἰς Ἅιδου ἐλθὼν ἔχῃς ταῦτα πάντα ἀπολογήσασθαι
τοῖς ἐκεῖ ἄρχουσιν· οὔτε γὰρ ἐνθάδε σοι φαινεται
ταῦτα πράττοντι ἄμεινον εἶναι οὐδὲ δικαιότερον
οὐδὲ ὁσιώτερον οὐδὲ ἄλλῳ τῶν σῶν οὐδενὶ, οὔτε
 ἐκεῖσε ἀφικομένῳ ἄμεινον ἔσται.

ἀλλὰ νῦν μὲν
ἠδικημένος ἄπει, ἐὰν ἀπίῃς, οὐχ ὑφ’ ἡμῶν τῶν νόμων,
ἀλλ’ ὑπ’ ἀνθρώπων· ἐὰν δὲ ἐξέλθῃς οὕτως
αἰσχρῶς, ἀνταδικήσας τε καὶ ἀντικακουργήσας , τὰς
σαυτοῦ ὁμολογίας τε καὶ συνθήκας τὰς πρὸς ἡμὰς
 παραβὰς· κακὰ ἐργασάμενος τούτους οὓς ἥκιστα c
ἔδει, σαυτόν τε καὶ τοὺς φίλους καὶ πατρίδα καὶ
ἡμᾶς, ἡμεῖς τέ σοι χαλεπανοῦμεν ζῶντι καὶ ἐκεῖ οἶ
ἡμέτεροι ἀδελφοὶ, οἱ ἐν Ἅιδου νόμοι, οὐκ εὐμενῶς
σε ὑποδέξονται, εἰδότες ὅτι καὶ ἡμᾶς ἐπεχείρησας
 ἀπολέσαι τὸ σὸν μέρος.”

“Ἴσως δ’ ἂν οὖν εἴποι τις, εἶτ’ οὐκ αἰσχύνῃ, 
ὠ Σώκρατες, τοιοῦτον ἐπιτήδευμα ἐπιτηδεύσας, ἐξ οὗ
κινδυνεύεις νυνὶ ἀποθανεῖν; ἐγὼ δὲ τούτῳ δίκαιον
ἂν λόγον ἀντείποιμι, ὅτι οὐ καλῶς λέγεις, ὠ ἄνθρωπε,
 εἰ οἴει δεῖν κίνδυνον ὑπολογίζεσθαι τοῦ ζῆν
ἢ τεθνάναι ἄνδρα ὅτου τι καὶ σμικρὸν ὄφελός ἐστιν,
ἀλλ’ οὐκ ἐκεῖνο μόνον σκοπεῖν, ὅταν πράττῃ, πότερον
δίκαια ἢ ἄδικα πράττει, καὶ ἀνδρὸς ἀγαθοῦ ἔργα
ἢ κακοῦ.

φαῦλοι γὰρ ἂν τῷ γε σῷ λόγῳ εἶεν
 τῶν ἡμιθέων ὅσοι ἐν Τροίᾳ τετελευτήκασιν, οἵ τε ἄλλοι
καὶ ὁ τῆς Θέτιδος υἱὸς, ὃς τοσοῦτον τοῦ κινδύνου 
κατεφρόνησε παρὰ τὸ αἰσχρόν τι ὑπομεῖναι ὥστε,
ἐπειδὴ εἶπεν ἡ μήτηρ αὐτῷ προθυμουμένῳ Ἕκτορα
ἀποκτεῖναι, θεὸς οὖσα, οὑτωσί πως, ὡς ἐγᾦμαι , ὠ
 

 
παῖ , εἰ τιμωρήσεις Πατρόκλῳ τῷ ἑταίρῳ τὸν φόνον
καὶ Ἕκτορα ἀποκτενεῖς, αὐτὸς ἀποθανῇ.
 αὐτίκα γάρ τοι φησὶ) μεθ’ Ἕκτορα πότμος ἑτοῖμος. 
ὁ δὲ τοῦτο ἀκούσας τοῦ μὲν θανάτου καὶ τοῦ κινδύνου
ὠλιγώρησεν, πολὺ δὲ μᾶλλον δείσας τὸ ζῆν κακὸς 
ὢν καὶ τοῖς φίλοις μὴ τιμωρεῖν,
 αὐτίκα, 
φησὶ,
 τεθναίην 
δίκην ἐπιθεὶς τῷ ἀδικοῦντι, ἴνα μὴ ἐνθάδε μένω 
καταγέλαστος
 παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν, ἄχθος ἀρούρης.

μὴ αὐτὸν οἴει φροντίσαι θανάτου καὶ κινδύνου;
οὕτω γὰρ ἔχει, ὠ ἄνδρες Ἀθηναῖοι , τῇ ἀληθείᾳ · οὗ
ἄν τις αὑτὸν τάξῃ , ἡγησάμενος βέλτιστον εἶναι, ἢ 
ὑπὸ ἄρχοντος ταχθῇ, ἐνταῦθα δεῖ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ,
μένοντα κινδυνεύειν, μηδὲν ὑπολογιζόμενον μήτε
θάνατον μήτε ἄλλο μηδὲν πρὸ τοῦ αἰσχροῦ.

ἐγὼ
 οὖν δεινὰ ἂν εἴην εἰργασμένος, ὠ ἄνδρες Ἀθηναῖοι,
εἰ ὅτε μέν με οἱ ἄρχοντες ἔταττον, οὓς ὑμεῖς εἵλεσθε 
ἄρχειν μου, καὶ ἐν Ποτιδαίᾳ καὶ ἐν Ἀμφιπόλει καὶ
ἐπὶ Δηλίῳ , καὶ ἄλλοθί που, οὗ ἐκεῖνοι ἔταττον ἔμενον
ὥσπερ καὶ ἄλλος τις καὶ ἐκινδύνευον ἀποθανεῖν,
τοῦ δὲ θεοῦ τάττοντος, ὡς ἐγὼ ᾠήθην τε καὶ ὑπέλαβον,
φιλοσοφοῦντά με δεῖν ζῆν καὶ ἐξετάζοντα ἐμαυτὸν 
καὶ τοὺς ἄλλους , ἐνταῦθα δὲ φοβηθεὶς θάνατον
ἢ ἄλλο ὁτιοῦν πρᾶγμα λίποιμι τὴν τάξιν.

δεινὸν
μέντἂν εἴη, καὶ ὡς ἀληθῶς τότ’ ἄν με δικαίως
 εἰσάγοι τις εἰς δικαστήριον, ὅτι οὐ νομίζω θεοὺς εἶναι
ἀπειθῶν τῇ μαντείᾳ καὶ δεδιὼς θάνατον κοὶ οἰόμενος 
σοφὸς εἶναι οὐκ ὤν. τὸ γάρ τοι θάνατον δεδιέναι,

 
ὠ ἄνδρες, οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ δοκεῖν σοφὸν εἶναι
μὴ ὄντα· δοκεῖν γὰρ εἰδέναι ἐστὶν ἃ οὐκ οἶδεν.
οἶδε μὲν γὰρ οὐδεὶς τὸν θάνατον οὐδ’ εἰ τυγχάνει .
τῷ ἀνθρώπῳ πάντων μέγιστον ὂν τῶν ἀγαθῶν, δεδίασι
 δὲ ὡς εὖ εἰδότες ὅτι μέγιστον τῶν κακῶν ἐστί.
καίτοι πῶς οὐκ ἀμαθία ἐστὶν αὕτη ἡ ἐπονείδιστος,
ἡ τοῦ οἴεσθαι εἰδέναι ἃ οὐκ οἶδεν;

ἐγὼ δ’, ὠ
ἄνδρες, τούτῳ καὶ ἐνταῦθα διαφέρω τῶν πολλῶν
ἴσως ἀνθρώπων · καὶ εἰ δή τῳ σοφώτερός του φαίην
 εἶναι, τούτῳ ἂν, ὅτι οὐκ εἰδὼς ἱκανῶς περὶ τῶν ἐν 
Ἅιδου, οὕτω καὶ οἴομαι οὐκ εἰδέναι· τὸ δὲ ἀδικεῖν
καὶ ἀπειθεῖν τῷ βελτίονι, καὶ θεῷ καὶ ἀνθρώπῳ,
ὅτι κακὸν καὶ αἰσχρόν ἐστιν οἶδα. πρὸ οὖν τῶν κακῶν
ὧν οἶδα ὅτι κακά ἐστιν, ἃ μὴ οἶδα εἰ καὶ ἀγαθὰ
 ὄντα τυγχάνει, οὐδέποτε φοβηθήσομαι, οὐδὲ φεύξομαι.

ὥστε οὐδ’ εἴ με νῦν ὑμεῖς ἀφίετε, Ἀνύτῳ
ἀπιστήσαντες, ὃς ἔφη ἢ τὴν ἀρχὴν οὐ δεῖν ἐμὲ δεῦρο
εἰσελθεῖν ἢ ἐπειδὴ εἰσῆλθον οὐχ οἶόν τε εἶναι τὸ μὴ
οὐκ] ἀποκτεῖναί με, λέγων πρὸς ὑμᾶς ὡς εἰ διαφευξοίμην, 
 , ἤδη ἂν ὑμῶν οἱ υἱεῖς ἐπιτηδεύοντες ἃ Σωκράτης
κράτης διδάσκει πάντες παντάπασι διαφθαρήσονται,)
εἴ μοι πρὸς ταῦτα εἴποιτε, ὢ Σώκρατες, νῦν μὲν
Ἀνύτω οὐ πεισόμεθα, ἀλλ’ ἀφίεμέν σε, ἐπὶ τούτῳ
μέντοι ἐφ’ ᾧ τε μηκέτι ἐν ταύτῃ τῇ ζητήσει διατρίβειν 
 μηδὲ φιλοσοφεῖν· ἐὰν δὲ ἁλῷς ἔτι τοῦτο πράττων,
ἀποθανῇ

εἰ οὖν με, ὅπερ εἶπον, ἐπὶ τούτοις
ἀφίοιτε, εἴποιμι ἂν ὑμῖν ὅτι ἐγὼ ὑμᾶς, ὠ ἄνδρες
Ἀθηναῖοι, ἀσπάζομαι μὲν καὶ φιλῶ, πείσομαι δὲ μᾶλλον
τῷ θεῷ ἢ ὑμῖν, καὶ ἴως περ ἂν ἐμπνέω καὶ οἷός
ὢ τε ὢ, οὐ μὴ παύσομαι φιλοσοφῶν καὶ ὑμῖν παρακελευόμενός 
τε καὶ ἐνδεικνύμενος, ὅτῳ ἂν ἀεὶ ἐντυγχάνω
ὑμῶν, λέγων οἷαπερ εἴωθα.” 

 
 Καὶ μετὰ βραχέα ἐπιλέγει

“Ἔννοήσωμεν δὴ καὶ τῇδε, ὡς πολλὴ ἐλπίς
ἐστιν ἀγαθὸν αὐτὸ εἶναι. δυοῖν γὰρ θάτερόν ἐστι
τὸ τεθνάναι · ἢ γὰρ οἷον μηδέν τι εἶναι μηδὲ αἴσθησιν
μηδεμίαν μηδενὸς ἔχειν τὸν τεθνεῶτα, ἢ κατὰ 
τὰ λεγόμενα μεταβολή τις τυγχάνει οὖσα καὶ μετοίκησις
τῇ ψυχῇ τοῦ τόπου τοῦ ἐνθένδε εἰς ἄλλον τόπον.
καὶ εἴτε δὴ μηδεμία αἴσθησίς ἐστιν, ἀλλ᾿ οἷον
 ὕπνος, ἐπειδάν τις καθεύδων μηδὲ ὄναρ μηδὲν ὁρᾷ,
θαυμάσιον κέρδος ἂν εἴη [ὁ] θάνατος.

ἐγὼ γὰρ 
ἂν οἶμαι, εἴ τινα ἐκλεξάμενον δέοι ταύτην τὴν νύκτα
ἐν ᾗ οὕτω κατέδαρθεν ὥστε μηδὲν ὄναρ ἰδεῖν, καὶ
τὰς ἄλλας νύκτας τε καὶ ἡμέρας τὰς τοῦ βίου τοῦ
ἑαυτοῦ ἀντιπαραθέντα ταύτῃ τῇ νυκτὶ, εἰ δέοι σκεψάμενον
εἰπεῖν πόσας ἄμεινον καὶ ἥδιον ἡμέρας καὶ 
νύκτας ταύτης τῆς νυκτὸς βεβίωκεν ἐν τῷ ἑαυτοῦ
βίῳ, οἶμαι ἂν οὐχὶ ἰδιώτην τινὰ, ἀλλὰ τὸν μέγαν βασιλέα
εὐαριθμήτους ἂν εὑρεῖν αὐτὸν ταύτας πρὸς
 τὰς ἄλλας ἡμέρας τε καὶ νύκτας. εἰ οὖν τοιοῦτον ὁ
θάνατός ἐστι, κέρδος ἔγωγε λέγω· καὶ γὰρ οὐδὲν 
πλεῖον ὁ πᾶς χρόνος φαίνεται οὕτως εἶναι ἢ μία νύξ.

εἰ δ᾿ αὖ οἷον ἀποδημῆσαί ἐστιν ὁ θάνατος ἐνθένδε
εἰς ἄλλον τόπον, καὶ ἀληθῆ ἐστι τὰ λεγόμενα,
ὡς ἄρα ἐκεῖ εἰσὶν ἅπαντες οἱ τεθνεῶτες , τί μεῖζον
ἀγαθὸν τούτου εἴη ἂν , ὠ ἄνδρες δικασταί; εἰ γάρ 
τις ἀφικόμενος εἰς Ἅιδου, ἀπαλλαγεὶς τούτων τῶν
φασκόντων δικαστῶν εἶναι, εὑρήσει τοὺς ὡς ἀληθῶς
δικαστὰς, οἵπερ καὶ λέγονται ἐκεῖ δικάζειν, Μίνως
 τε καὶ ῾Ραδάμανθυς καὶ Αἰακὸς καὶ Τριπτόλεμος, καὶ
ἄλλοι ὅσοι τῶν ἡμιθέων δίκαιοι ἐγένοντο ἐν τῷ ἑαυ- 
 

 
τῶν βίῳ, ἄρα φαύλη ἂν εἴη ἡ ἀποδημία;

ἢ αὖ
Ὀρφεῖ ξυγγενέσθαι καὶ Μουσαίῳ καὶ Ἡσιόδῳ καὶ
Ὁμήρῳ ἐπὶ πόσῳ ἄν τις δέξαιτ’ ἂν ὑμῶν; ἐγὼ μὲν
γὰρ πολλάκις ἐθέλω τεθνάναι, εἴπερ ταῦτά ἐστιν
 ἀληθῆ, ἐπεὶ ἔμοιγε καὶ αὐτῷ θαυμαστὴ ἂν εἴη ἡ διατριβὴ
αὐτόθι, ὁπότε ἐντύχοιμι Παλαμήδει καὶ Αἴαντι
τῷ Τελαμῶνος καὶ εἴ τις ἄλλος τῶν παλαιῶν διὰ 
κρίσιν ἄδικον τέθνηκεν · ἀντιπαραβάλλοντι τὰ ἐμαυτοῦ
πάθη πρὸς τὰ ἐκείνων, ὡς ἐγᾦμαι, οὐκ ἂν ἀηδὲς
 εἴη. καὶ δὴ καὶ τὸ μέγιστον , τοὺς ἐκεῖ ἐξετάζοντα
καὶ ἐρευνῶντα ὥσπερ τοὺς ἐνταῦθα διάγειν, τίς αὐτῶν
σοφός ἐστι καὶ τίς οἴεται μὲν, ἔστι δ’ οὔ. ”

Καὶ παρ’ ἡμῖν “ πειθαρχεῖν δεῖ θεῷ μᾶλλον
ἢ ἀνθρώποις” εἴρηται. καὶ “μὴ φοβεῖσθε ἀπὸ τῶν
 ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν οὐ δυναμένων
ἀποκτεῖναι. εἰδέναι τε, ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν
οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ θεοῦ ἔχομεν,
οἰκίαν ἀχειροποίητον, αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς ·
ὅτι τε ἐκδημοῦντες ἀπὸ τοῦ σώματος ἐνδημοῦμεν 
 τῷ κυρίῳ ” ὃς καὶ πᾶσι τοῖς εἰς αὐτὸν ἠλπικόσιν
ἐπήγγελται εἰς κόλπους Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ
ἀναπαύσεσθαι, μετά τε τῶν ἄλλων παρ’ Ἑβραίοις
θεοφιλῶν προφητῶν τε καὶ δικαίων ἐν μακαρίᾳ
ζωῇ τὸν μακρὸν αἰῶνα διάξειν.

“ Τῶν δὲ δὴ ἀποθανόντων ἐπὶ στρατείας ὃς 
ἂν εὐδοκιμήσας τελευτήσῃ , ἆρ’ οὐ πρῶτον μὲν φήσομεν 
τοῦ χρυσοῦ γένους εἶναι; Πᾶν’ γε μάλιστα.
Ἀλλ’ οὐ πεισόμεθα Ἡσιόδῳ, ἐπειδάν τινες τοῦ τοιούτου
γένους τελευτήσωσιν, ὡς ἄρα
 οἱ μὲν δαίμονες ἁγνοὶ ἐπιχθόνιοι τελέθουσιν, 
 ἐσθλοὶ, ἀλεξίκακοι, φύλακες μερόπων ἀνθρώπων ; 
 

 
Πεισόμεθα μὲν οὖν. Διαπυθόμενοι ἄρα τοῦ θεοῦ
 πῶς χρὴ τοὺς δαιμονίους τε καὶ θείους τιθέναι καὶ
τίνι διαφόρῳ, οὕτω καὶ ταύτῃ θήσομεν ᾗ ἂν ἐξηγῆται;
Τί δ’ οὐ μέλλομεν; Καὶ τὸν λοιπὸν δὴ χρόνον
ὡς δαίμονας γεγονότας οὕτω θεραπεύσομέν τε 
καὶ προσκυνήσομεν αὐτῶν τὰς θήκας; τὰ αὐτὰ δὲ
ταῦτα νομιοῦμεν , ὅταν τις γήρᾳ ἤ τινι ἄλλῳ τρόπῳ
τελευτήσῃ τῶν ὅσοι ἂν διαφερόντως ἐν τῷ βίῳ
ἀγαθοὶ κριθῶσι.”

Καὶ ταῦτα δὲ ἁρμόζει ἐπὶ τῇ τῶν θεοφιλῶν 
τελευτῇ, οὓς στρατιώτας τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας οὐκ
ἂν ἁμάρτοις εἰπὼν παραλαμβάνεσθαι. ὅθεν καὶ ἐπὶ
τὰς θήκας αὐτῶν ἔθος ἡμῖν παριέναι, καὶ τὰς εὐχὰς
παρὰ ταύταις ποιεῖσθαι , τιμᾶν τε τὰς μακαρίας αὐτῶν
 ψυχὰς, ὡς εὐλόγως καὶ τούτων ὑφ’ ἡμῶν γιγνομένων.

ἀλλὰ γὰρ ἡμεῖς μὲν ταῦτα ἐκ τῶν Πλάτωνος
ἀνελεξάμεθα · φιλόκαλος δέ τις ἄλλος καὶ τούτων ἔτι
πλείω ἂν εὕροι παρὰ τῷ αὐτῷ σύμφωνα τοῖς ἡμετέροις
δόγμασι, τάχα δὲ καὶ παρ’ ἑτέροις. ἐπεὶ δὲ τῆς
αὐτῆς ἡμῖν ὑποθέσεως προλαβόντες ἐφήψαντο καὶ 
ἄλλοι, εὖ μοι δοκεῖ ἐπισκέψασθαι δεῖν καὶ τὰ τούτοις
πεπονημένα. παραθήσω δὲ πρώτου Ἀριστοβούλου,
τοῦ ἐξ ‘Eβραίων φιλοσόφου , τὰς οὕτως ἐχούσας
 φωνάς

“ Φανερὸν ὅτι κατηκολούθησεν ὁ Πλάτων’ 
 τῇ καθ’ ἡμᾶς νομοθεσίᾳ, καὶ φανερός ἐστι περιειργασμένος
ἕκαστα τῶν ἐν αὐτῇ. διηρμήνευται γὰρ
πρὸ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως δι’ ἑτέρων, πρὸ τῆς
Ἀλεξάνδρου καὶ Περσῶν ἐπικρατήσεως , τά τε κατὰ
τὴν ἐξαγωγὴν τὴν ἐξ Αἰγύπτου τῶν Ἑβραίων, ἡμετέρων 
δὲ πολιτῶν , καὶ ἡ τῶν γεγονότων ἁπάντων
αὐτοῖς ἐπιφάνεια , καὶ κράτησις τῆς χώρας, καὶ τῆς

 
ὅλης νομοθεσίας ἐπεξήγησις, ὡς εὔδηλον εἷναι τὸν
προειρημένον φιλόσοφον εἰληφέναι πολλά· γέγονε
γὰρ πολυμαθὴς , καθὼς καὶ Πυθαγόρας πολλὰ τῶν
παρ’ ἡμῖν μετενέγκας εἰς τὴν ἑαυτοῦ δογματοποιίαν 
 κατεχώρισεν.

ἡ δ’ ὅλη ἑρμηνεία τῶν διὰ τοῦ
νόμου πάντων ἐπὶ τοῦ προσαγορευθέντος Φιλαδέλφου
βασιλέως, σοῦ δὲ προγόνου , προσενεγκαμένου
μείζονα φιλοτιμίαν, Δημητρίου τοῦ Φαληρέως
πραγματευσαμένου τὰ περὶ τούτων.”

Εἶτα μεταξύ τινα εἰπὼν ἐπιφέρει λέγων 
 “ Δεῖ γὰρ λαμβάνειν τὴν θείαν φωνὴν οὐ ῥητὸν
λόγον, ἀλλ’ ἔργων κατασκευὰς , καθὼς καὶ διὰ τῆς
νομοθεσίας ἡμῖν ὅλην τὴν γένεσιν τοῦ κόσμου θεοῦ
λόγους εἴρηκεν ὁ Μώσης. συνεχῶς γάρ φησιν ἐφ’
 ἑκάστου “καὶ εἶπεν ὁ θεὸς, καὶ ἐγένετο.”

δο
κοῦσι δέ μοι περιειργασμένοι πάντα κατηκολουθηκέναι
τούτῳ Πυθαγόρας τε καὶ Σωκράτης καὶ Πλάτων’,
λέγοντες ἀκούειν φωνῆς θεοῦ , τὴν κατασκευὴν τῶν
ὅλων συνθεωροῦντες ἀκριβῶς ὑπὸ θεοῦ γεγονυῖαν
 καὶ συνεχομένην ἀδιαλείπτως. ἔτι δὲ καὶ Ὀρφεὺς
ἐν ποιήμασι τῶν κατὰ τὸν ἱερὸν λόγον αὐτῷ λεγομένων
οὕτως ἐκτίθεται περὶ τοῦ διακρατεῖσθαι θείᾳ
δυνάμει τὰ πάντα καὶ γενητὰ ὑπάρχειν, καὶ ἐπὶ πάντων
εἶναι τὸν θεόν. λέγει δ’ οὕτως

φθέγξομαι οἷς θέμις ἐστὶ, θύρας δ’ ἐπίθεσθε βέβηλοι, 
 φεύγοντες δικαίων θεσμοὺς, θείοιο τεθέντος 
 πᾶσι νόμου· σὺ δ’ ἄκουε, φαεσφόρου ἔκγονε Μήνης 
 Μουσαῖ’ · ἐξερέω γὰρ ἀληθέα, μηδέ σε τὰ πρὶν 
 ἐν στήθεσσι φανέντα φίλης αἰῶνος ἀμέρσῃ, 
 εἰς δὲ λόγον θεῖον βλέψας τούτῳ προσέδρευε, 
 ἰθύνων κραδίης νοερὸν κύτος· εὑ δ’ ἐπίβαινε 
 ἀτραπιτοῦ, μοῦνον δ’ ἐσόρα κόσμοιο τυπωτὴν 
 ἀθάνατον. παλαιὸς δὲ λόγος περὶ τοῦδε φαείνει, 

 
 εἷς ἔστ᾿ αὐτοτελὴς, αὐτοῦ δ᾿ ὕπο πάντα τελεῖται, 
 ἐν δ᾿ αὐτοῖς αὐτὸς περινίσσεται, οὐδέ τις αὐτὸν 
 εἰσοράα ψυχῶν θνητῶν. νῷ δ᾿ εἰσοράαται. 
 αὐτὸς δ᾿ ἐξ ἀγαθῶν θνητοῖς κακὸν οὐκ ἐπιτέλλει 
 ἀνθρώποις· αὐτῷ δὲ χάρις καὶ μῖσος ὀπηδεῖ, 
 καὶ πόλεμος καὶ λοιμὸς ἰδ᾿ ἄλγεα δακρυόεντα, 
 οὐδέ τις ἐσθ᾿ ἕτερος· σὺ δέ κεν ῥέα πάντ᾿ ἐσορήσαις, 
 αἴ κεν ἴδῃς αὐτόν· πρὶν δή ποτε δεῦρ᾿ ἐπὶ γαῖαν, 
 τέκνον ἐμὸν, δείξω σοι, ὁπηνίκα δέρκομαι αὐτοῦ 
 ἴχνια καὶ χεῖρα στιβαρὴν κρατεροῖο θεοῖο. 
 αὐτὸν δ᾿ οὐχ ὁρόω· περὶ γὰρ νέφος ἐστήρικται 
 λοιπὸν ἐμοί· στᾶσιν δὲ δέκα πτυχαὶ ἀνθρώποισιν· 
 οὐ γάρ κέν τις ἔδοι θνητῶν μερόπων κραίνοντα, 
 εἰ μὴ μουνογενής τις ἀπορρὼξ φύλου ἄνωθεν 
 Χαλδαίων · ἴδρις γὰρ ἴην ἄστροιο πορείης, 
 καὶ σφαίρης κίνημ᾿ ἀμφὶ χθόνα ὡς περιτέλλει, 
 κυκλοτερές δ᾿ ἐν ἴσῳ, κατὰ δὲ σφέτερον κνώδακα· 
 πνεύματα δ᾿ ἡνιοχεῖ περί τ᾿ ἠέρα καὶ περὶ χεῦμα 
 νάματος· ἐκφαίνει δὲ πυρὸς σέλας ἰφιγενήτου. 
 αὐτὸς δὴ μέγαν αὖθις ἐπ᾿ οὐρανὸν ἐστήρικται 
 χρυσέῳ εἰνὶ θρόνῳ· γαίη δ᾿ ὑπὸ ποσσὶ βέβηκε · 
 χεῖρα δὲ δεξιτερὴν ἐπὶ τέρμασιν ὠκεανοῖο 
 ἐκτέτακεν· ὀρέων δὲ τρέμει βάσις ἔνδοθι θυμῷ, 
 οὐδὲ φέρειν δύναται κρατερὸν μένος. ἔστι δὲ πάντως 
 αὐτὸς ἐπουράνιος, καὶ ἐπὶ χθονὶ πάντα τελευτᾷ, 
 ἀρχὴν αὐτὸς ἔχων καὶ μέσσην ἠδὲ τελευτὴν, 
 ὡς λόγος ἀρχαίων, ὡς ὑλογενὴς διέταξεν, 
 ἐκ θεόθεν γνώμαισι λαβὼν κατὰ δίπλακα θεσμόν. 
 ἄλλως οὐ θεμιτὸν δὲ λέγειν· τρομέω δέ γε γυῖα, 
 ἐν νόῳ. ἐξ ὑπάτου κραίνει περὶ πάντ’ ἐνὶ τάξει. 
 ὦ τέκνον, σὺ δὲ τοῖσι νόοισι πελάζεο, γλώσσης 
 εὖ μάλ᾿ ἐπικρατέων, στέρνοισι δὲ ἔνθεο φήμην.”

καὶ Ἄρατος δὲ περὶ τῶν αὐτῶν φησιν οὕτως
 Ἐκ Δῖὸς ἀρχώμεσθα, τὸν οὐδέποτ᾿ ἄνδρες ἐῶσιν 
 ἄρρητον· μεσταὶ δὲ θεοῦ πᾶσαι μὲν ἀγυιαὶ, 
 πᾶσαι δ᾿ ἀνθρώπων ἀγοραὶ, μεστὴ δὲ θάλασσα, 
 καὶ λιμένες. πάντη δὲ θεοῦ κεχρήμεθα πάντες. 

 
 τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν· ὁ δ’ ἤπιος ἀνθρώποισι 
 δεξια σημαίνει, λαοὺς δ’ ἐπὶ ἔργον ἐγείρει, 
 μιμνήσκων βιότοιο· λέγει δ’ ὅτε βῶλος ἀρίστη 
 βουσί τε καὶ μακέλῃσι, λέγει δ’ ὅτε δεξιαὶ ὧραι 
 καὶ φυτὰ γυρῶσαι, καὶ σπέρματα πάντα βαλέσθαι.

σαφῶς οἶμαι δεδεῖχθαι ὅτι διὰ πάντων ἐστὶν ἡ 
δύναμις τοῦ θεοῦ. καθὼς δὲ δεῖ σεσημάγκαμεν περιαιροῦντες
τὸν διὰ τῶν ποιημάτων Δία καὶ Ζῆνα· τὸ
γὰρ τῆς διανοίας αὐτῶν ἐπὶ θεὸν ἀναπέμπεται· διόπερ
 οὕτως ἡμῖν εἴρηται. οὐκ ἀπεοικότως οὖν τοῖς
ἐπιζητουμένοις προενηνέγμεθα ταῦτα.

πᾶσι γὰρ
τοῖς φιλοσόφοις ὁμολογεῖται ὅτι δεῖ περὶ θεοῦ διαλήψεις
ὁσίας ἔχειν, ὃ μάλιστα παρακελεύεται καλῶς
ἡ καθ’ ἡμᾶς αἵρεσις. ἡ δὲ τοῦ νόμου κατασκευὴ πᾶσα
 τοῦ καθ’ ἡμᾶς περὶ εὐσεβείας τέτακται καὶ δικαιοσύνης
καὶ ἐγκρατείας καὶ τῶν λοιπῶν ἀγαθῶν τῶν κατὰ 
ἀλήθειαν. ”

Τούτοις ἑξῆς μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει 
 “Ἐχομένως δ’ ἐστὶν ὡς ὁ θὼς τὸν ὅλον κόσμον
 κατεσκεύακε , καὶ δέδωκεν ἀνάπαυσιν ἡμῖν διὰ τὸ
κακόπαθον εἶναι πᾶσι τὴν βιοτὴν τὴν ἑβδόμην ἡμέραν,
ἢ δὴ καὶ πρώτη φυσικὼς ἂν λέγοιτο φωτὸς γένεσις,
ἐν ὡ τὰ πάντα συνθεωρεῖται.

μεταφέροιτο
δ’ ἂν τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῆς σοφίας· τὸ γὰρ πᾶν φῶς
 ἐστὶν ἐξ αὐτῆς. καί τινες εἰρήκασι τῶν ἐκ τῆς αἱρέ 
σεως ὄντες τῆς ἐκ τοῦ Περιπάτου λαμπτῆρος αὐτὴν
ἔχειν τάξιν · ἀκολουθοῦντες γὰρ αὐτῇ συνεχῶς ἀτάραχοι
καταστήσονται δι’ ὅλου τοῦ βίου.

σαφέστερον
δὲ καὶ κάλλιον τῶν ἡμετέρων προγόνων τις
 εἶκε Σολομῶν αὐτὴν πρὸ οὐρανοῖ· καὶ γῆς ὑπάρχειν.
τὸ δὲ σύμφωνόν ἐστι τῷ προειρημένῳ. τὸ δὲ διασαφουμενον
διὰ τῆς νομοθεσίας ἀποπεπαυκέναι τὸν 
 
τὸν θεὸν ἐν αὐτῇ, τοῦτο οὐχ, ὥς τινες ὑπολαμβάνουσι, 
μηκέτι ποιεῖν τι τὸν θεὸν καθέστηκεν, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ 
καταπεπαυκέναι τὴν τάξιν αὐτῶν οὕτως εἰς πάντα 
τὸν χρόνον τεταχέναι.

σημαίνει γὰρ ὡς ἐν ἓξ 
ἡμέραις ἐποίησε τόν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ 
πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς, ἵνα τοὺς χρόνους δηλώσῃ καὶ 
τὴν τάξιν προείπῃ τί τίνος προτερεῖ. τάξας γάρ, οὕτως 
αὐτὰ συνέχει καὶ [οὐ] μεταποιεῖ. διασεσάφηκε 
δ᾽ ἡμῖν αὐτὴν ἔννομον ἕνεκεν σημείου τοῦ περὶ 
ἡμᾶς ἑβδόμου λόγου καθεστῶτος, ἐνᾧ γνῶσιν ἔχομεν 
ἀνθρωπίνων καὶ θείων πραγμάτων.

δι᾽ ἑβδομάδων 
δὲ καὶπᾶς ὁ κόσμος κυκλεῖται τῶν ζῳογονουμένων 
καὶ τῶν φυομένων ἁπάντων· τῷ δὲ σάββατον 
αὐτὴν προσαγορεύεσθαι διερμηνεύεται ἀνάπαυσις 
οὖσα.διασαφεῖ δὲ καὶ Ὅμηρος καὶ Ἡσίοδος, μετειληφότες 
ἐκ τῶν ἡμετέρων βιβλίωνἱερὰν εἶναι. Ἡσίοδος 
μὲν οὕτως·
 πρῶτον ἕνη τετράς τε καὶ ἑβδόμη ἱερὸν ἦμαρ· 

καὶ πάλιν λέγει·

 ἑβδομάτη δ᾽ αὖτις λαμπρὸν φάος ἠελίοιο.

Ὅμηρος δὲ οὕτω λέγει·

 ἑβδομάτη δἤπειτα κατήλυθεν, ἱερὸν ἦμαρ· 

καὶ πάλιν·

 ἕβδομον ἦμαρ ἔην καὶ τῷ τετέλεστο ἅπαντακαί· 

ἑβδομάτῃ δ᾽ ἠοῖ λίπομεν ῥόον ἐξ Ἀχέροντος.

τοῦτο δὴ σημαίνων, ὡς ἀπὸ τῆς κατὰ ψυχὴν λήθης 
 καὶ κακίας ἐν τῷκατὰ ἀλήθειαν ἑβδόμῳ λόγῳ 
καταλιμπάνεται τὰ προειρημένα καὶ γνῶσιν ἀληθείας 

 

λαμβάνομεν, καθὼς προείρηται.

Λίνος δέ φησιν οὕτως·

 ἑβδομάτῃ δ᾽ ἠοῖ τετελεσμένα πάντα τέτυκται· 

καὶ πάλιν·

 ἑβδόμη εἰν ἀγαθοῖς καὶ ἑβδόμη ἐστὶ γενέθλη 

καί·

 ἑβδόμη ἐν πρώτοισι καὶ ἑβδόμη ἐστὶ τελείη. 

καί·

 ἑπτὰ δὲ πάντα τέτυκται ἐν οὐρανῷ ἀστερόεντι, 

 ἐν κύκλοισι φανέντ᾽ ἐπιτελλομένοις ἐνιαυτοῖς." 

Τὰ μὲν οὖν Ἀριστοβούλου τοιαῦτα. ὁποῖα δὲ καὶ Κλήμεντι περὶ τῆςαὐτῆς εἴρηται ὑποθέσεως, γνοίης ἂν διὰ τούτων

"Τὰ δ᾽ ἑξῆς προσαποδοτέον καὶ τὴν ἐκ τῆς 
βαρβάρου φιλοσοφίας Ἑλληνικὴν κλοπὴν σαφέστερον 
ἤδη παραστατέον. φασὶ γὰρ σῶμα εἶναι τὸν θεὸν οἱ 
Στωϊκοὶ καὶ πνεῦμα κατ᾽ οὐσίαν, ὥσπερ ἀμέλει καὶ 
τὴν ψυχήν. πάντα ταῦτα ἄντικρυς εὑρήσεις ἐν ταῖς 
γραφαῖς. μὴ γάρ μοι τὰς ἀλληγορίας αὐτῶν ἐννοήσῃς 
τανῦν ὡς ἡ γνωστικὴ παραδίδωσιν ἀλήθεια, εἰ 
ἄλλο τι δεικνύουσαι, καθάπερ οἱ σοφοὶ παλαισταί, 
ἄλλο μηνύουσιν. ἀλλ᾽ οἱ μὲν διήκειν διὰ πάσης τῆς 
οὐσίας τὸν θεόν φασιν, ἡμεῖς δὲ ποιητὴν μόνον αὐτὸν 
καλοῦμεν καὶ λόγῳποιητήν.

παρήγαγε δ᾽ 
αὐτοὺς τὸ ἐν τῇ Σοφίᾳ εἰρημένον "διήκει δὲ καὶ χωρεῖ 
διὰ πάντων διὰ τὴν καθαρότητα", ἐπεὶ μὴ συνῆκαν 
λέγεσθαι ταῦτα ἐπὶτῆς σοφίας τῆς πρωτοκτίστου 
τῷ θεῷ. ναί, φασίν· ἀλλὰ ὕλην ὑποτίθενταιοἱ φιλόσοφοι 
ἐν ταῖς ἀρχαῖς, οἵ τε Στωϊκοὶ καὶ Πλάτων
 
καὶ Πυθαγόρας , ἀλλὰ καὶ Ἀριστοτέλης ὁ Περιπατητικὸς,
οὐχὶ δὲ μίαν ἀρχήν. ἴστωσαν οὖν τὴν καλουμένην
ὕλην ἄποιον καὶ ἀσχημάτιστον λεγομένην πρὸς
αὐτῶν, τολμηρὸν δὲ εἰ μὴ ὂν πρὸς τοῦ Πλάτωνος
 εἰρῆσθαι, καὶ μή τι μυστικώτατα μίαν τὴν ὄντως 
οὖσαν ἀρχὴν εἰδὼς ἐν τῷ Τιμαίῳ αὐταῖς φησι ταῖς
λέξεσι

“ Νῦν δὴ οὖν τό γε παρ᾿ ἡμῶν ὧδε ἐχέτω· τὴν
μὲν περὶ ἀπάντων, εἴτε ἀρχὴν εἴτε ἀρχὰς, εἴτε ὅπη
δοκεῖ τούτων πέρι, τὸ νῦν οὐ ῥητέον, δι᾿ ἄλλο μὲν 
οὐδὲν, διὰ δὲ τὸ χαλεπὸν εἶναι κατὰ τὸν παρόντα
τρόπον τῆς διεξόδου δηλῶσαι τὰ δοκοῦντα.”

“ Ἄλλως τε ἡ λέξις ἡ προφητικὴ ἐκείνη ῾ἡ δὲ
 γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος᾿ ἀφορμὰς αὐτοῖς
ὑλικῆς οὐσίας παρέσχηται. ναὶ μὴν Ἐπικούρῳ μὲν 
ἡ τοῦ αὐτομάτου παρείσδυσις οὐ παρακολουθήσαντι
τῷ ῥητῷ γέγονεν ἐντεῦθεν ῾ματαιότης ματαιοτήτων,
τὰ πάντα ματαιότης. Ἀριστοτέλει δὲ μέχρι σελήνης
ἐπῆλθε καταγαγεῖν τὴν πρόνοιαν ἐκ τοῦδε τοῦ ψαλμοῦ 
῾κύριε ἐν τῷ οὐρανῷ τὸ ἔλεός σου καὶ ἡ ἀλήθειά 
σου ἕως τῶν νεφελῶν.᾿ οὐδέπω γὰρ ἀπεκαλύπτετο
ἡ τῶν προφητικῶν δήλωσις μυστηρίων πρὸ τῆς
τοῦ κυρίου παρουσίας

τάς τε αὖ μετὰ θάνατον
κολάσεις καὶ τὴν διὰ πυρὸς τιμωρίαν ἀπὸ τῆς βαρ-
 βάρου φιλοσοφίας ἥ τε ποιητικὴ πᾶσα μοῦσα, ἀλλὰ 
καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ὑφείλετο. Πλάτων γοῦν
ἐν τῷ τελευταίῳ τῆς Πολιτείας αὐταῖς φησι ταῖς
λέξεσιν 
 “ Ἐνταῦθα δὴ ἄνδρες ἄγριοι διάπυροι ἰδεῖν παρεστῶτες
καὶ καταμανθάνοντες τὸ φθέγμα τοὺς μὲν 
 
 

 
ἰδίᾳ παραλαβόντες ἦγον, τὸν δὲ Ἀριδαῖον καὶ τοὺς
ἄλλους συμποδίσαντες χεῖράς τε καὶ πόδας , καὶ κεφαλὴν
καταβαλόντες , καὶ ἐκδείραντες, εἷλκον παρὰ
τὴν ὁδὸν ἐκτὸς ἐπ’ ἀσπαλάθων κνάπτοντες.” 
 Οἶ’ μὲν γὰρ ἄνδρες οἶ διάπυροι ἀγγέλους αὐτῷ 
βούλονται δηλοῦν, οἱ παραλαβόντες τοὺς ἀδίκους
κολάζουσιν. “Ο ποιῶν φησὶ τοὺς ἀγγέλους
πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς πῦρ φλέγον.’

“Ἕπεται δὲ τούτοις τὴν ψυχὴν εἶναι ἀθάνατον.
 τὸ γὰρ κολαζόμενον ἢ παιδευόμενον ἐν αἰσθήσει
ὂν ζῇ, κἂν πάσχειν λέγηται. τί δέ; οὐχὶ οἶδεν
ὁ Πλάτων’ καὶ πυρὸς ποταμοὺς καὶ τῆς γῆς τὸ βάθος,
τὴν πρὸς τῶν βαρβάρων γέενναν καλουμένην, Τάρταρον
ποιητικῶς ὀνομάζων, Κωκυτόν τε καὶ Ἀχέροντα
 καὶ Πυριφλεγέθοντα καὶ τοιαῦτά τινα εἰς τὴν παίδευσιν
σωφρονίζοντα παρεισάγων κολαστήρια; τῶν σμικρῶν
δὲ κατὰ τὴν γραφὴν καὶ ἐλαχίστων τοὺς ἀγγέλους
τοὺς ὁρῶντας τὸν θεὸν, πρὸς δὲ καὶ τὴν εἰς ἡμὰς δι’ 
ἀγγέλων τῶν ἐφεστώτων ἥκουσαν ἐπισκοπὴν ἐμφαίνων
 νῶν οὐκ ὀκνεῖ γραφειν 
 Ἐπειδὴ πάσας τὰς ψυχὰςτοὐς βίους ῄρῆσθαι, ὥσπερ
ἔλαχον, ἐν τάξει προσιέναι πρὸς τὴν Λάχεσιν, ἐκείνην
δὲ ἑκάστῳ, ὅν εἵλετο δαίμονα, τοῦτον φύλακα τοῦ
βίου συμπέμπειν, καὶ ἀποπληρωτὴντῶν αἱρεθέντων. 
 “Τάχα δὲ καὶ τῷ Σωκράτει τὸ δαιμόνιον τοιοῦτόν
τι ᾐνίσσετο.”

“Ναὶ “ Ναὶ μὴν γεννητὸν εἶναι τὸν
παραλαβόντες ἐδογμάτισαν οἱ φιλόσοφοι. καὶ ὅ γε
Πλάτων’ ἄντικρυς εἴρηκε 
 Πότερον ἦν ἀρχὴν ἔχων γενέσεως οὐδεμίαν, ἡ
 
 

 
γέγονεν, ἀπ᾿ ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος; ὁρατός τε γὰρ
 ἁπτός τε καὶ σῶμα ἕχει.” 
 “ Αὖθίς τε ὁπόταν εἴπῃ ῾τὸν μὲν οὖν ποιητὴν καὶ
πατέρα τοῦδε τοῦ παντὸς εὑρεῖν τε ἔργον,᾿ οὐ μόνον
γεννητὸν ἔδειξε τὸν κόσμον, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτοῦ γεγονέναι 
σημαίνει, ὡς ἂν ἐκ μόνου γενομένου καὶ ἐκ
μὴ ὄντος ὑποστάντος.

γενητὸν δὲ καὶ οἶ Στωϊκοὶ
τίθενται τὸν κόσμον. τόν τε ὑπὸ τῆς βαρβάρου φιλοσοφίας
θρυλούμενον διάβολον , τὸν τῶν δαιμόνων
ἄρχοντα, κακοεργὸν εἶναι ψυχὴν ἐν τῷ δεκάτῳ τῶν 
Νόμων ὁ Πλάτων᾿ λέγει ταῖσδε ταῖς λέξεσι 
 “Ψυχὴν διοικοῦσαν καὶ ἐνοικοῦσαν τοῖς πάντη
κινουμένοις μῶν οὐ καὶ τὸν οὐρανὸν ἀνάγκη διοικεῖν
φάναι; 
 Τί μήν ; 
 Μίαν, ἢ πλείους; Πλείους, ἐγὼ ὑπὲρ σφῶν ἀποκρινοῦμαι.
δυοῖν μέν που ἔλαττον μηδὲν τιθῶμεν,
τῆς τε εὐεργέτιδος καὶ τῆς τἀναντία δυναμένης ἐξεργάξεσθαι.”

῾Ομοίως δὲ κἀν τῷ Φαίδρῳ τάδε γράφει 
 Ἒστι μὲν δὴ καὶ ἄλλα κακὰ, ἀλλά τις δαίμων
ἔμιξε τοῖς πλείστοις ἐν τῷ παραυτίκα ἡδονήν. 
 Ἀλλὰ κἀν τῷ δεκάτῳ τῶν Νόμων ἄντικρυς τὸ
ἀποστολικὸν δείκνυσιν ἐκεῖνο ῾οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη
πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰ πνευματικὰ τῶν 
ἐν οὐρανοῖς᾿ ὧδέ πως γράφων

“’Επειδὴ γὰρ συνεχωρήσαμεν ἡμῖν αὐτοῖς
εἶναι μὲν τὸν οὐρανὸν πολλῶν μεστὸν ἀγαθῶν, εἷναι
δὲ καὶ τῶν ἐναντίων, πλειόνων δὲ τῶν μή· μάχη,
 
 
 

 
φαμὲν, ἀθάνατός ἐσθ’ ἡ τοιαύτη καὶ φυλακῆς θαυμαστῆς
δεομένη.”

Κόσμον τε αὖθις τὸν μὲν νοητὸν οἶδεν ἡ βάρβαρος
φιλοσοφία, τὸν δὲ αἰσθητόν· καὶ τὸν μὲν ἀρχέτυπον,
 τὸν δὲ εἰκόνα τοῦ καλοῦ παραδείγματος. καὶ
τὸν μὲν ἀνατίθησι μονάδι, ὡς ἂν νοητὸν, τὸν δὲ
αἰσθητὸν ἑξάδι· γάμος γὰρ παρὰ τοῖς Πυθαγορείοις,
ὡς ἂν γόνιμος ἀριθμὸς, ἡ ἑξὰς καλεῖται. καὶ ἐν μὲν 
τῇ μονάδι συνίστησιν οὐρανὸν ἀόρατον καὶ γῆν ἁγίαν
 καὶ φῶς νοητόν· ἐν ἀρχῇ γὰρ, φησὶν, ἐποίησεν ὁ
θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν· ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος.

εἶτ’ ἐπιφέρει ‘καὶ εἶπεν ὁ θεὸς, γενέσθω φῶς, καὶ
ἐγένετο φῶς.’ ἐν δὲ τῇ κοσμογονίᾳ τῇ αἰσθητῇ
οὐρανὸν ἐδημιούργει· τὸ δὲ στερεὸν αἰσθητὸν,
 γῆν τε ὁρατὴν καὶ φῶς βλεπόμενον· ἆρ’ οὐ δοκεῖ σοι
ἐντεῦθεν ὁ Πλάτων’ ζῴων ἰδέας ἐν τῷ νοητῷ ἀπολείπειν
κόσμῳ καὶ τὰ εἴδη τὰ αἰσθητὰ κατὰ τὰ γένη
δημιουργεῖν τὰ νοητά;

εἰκότως ἄρα ἐκ γῆς μὲν τὸ 
σῶμα διαπλάττεσθαι λέγει Μώσης, ὃ γήινόν φησιν 
 ὁ Πλάτων’ σκῆνος, ψυχὴν δὲ τὴν λογικὴν ἄνωθεν
ἐμπνευσθῆναι ὑπὸ θεοῦ εἰς πρόσωπον. ἐνταῦθα γὰρ
τὸ ἡγεμονικὸν ἱδρῦσθαι λέγουσι, τὴν διὰ τῶν αἰσθητηρίων
ἐπεισόδιον τῆς ψυχῆς ἐπὶ τοῦ πρωτοπλάστου
εἴσοδον ἑρμηνεύοντες, διὸ καὶ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’
 ὁμοίωσιν τὸν ἄνθρωπον γεγονέναι.

εἰκὼν μὲν
γὰρ θεοῦ λόγος ὁ θεῖος καὶ βασιλικὸς, ἄνθρωπος
ἀπαθὴς, εἰκὼν δ’ εἰκόνος ἀνθρώπινος νοῦς. ἑτέρῳ
δ’ εἰ βούλει παραλαβεῖν ὀνόματι τὴν ἐξομοίωσιν, εὕροις
ἂν παρὰ τῷ Μωσεῖ ἀκολουθίαν ὀνομαζομένην 
 θείαν. φησὶ γὰρ ‘ὀπίσω κυρίου τοῦ θεοῦ ὑμῶν πορεύεσθε,
καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ φυλάξατε.’ ἀκόλουθοι
δ’ οἶμαι, οἶμαι, καὶ θεραπευταὶ θεοῦ πάντες οἱ ἐνάρετοι.

Ἐντεῦθεν δ’ οἶ μὲν Στωϊκοὶ τὸ τέλος τῆς
φιλοσοφίας τὸ ἀκολούθως τῇ φύσει ζῆν εἰρήκασιν, ὁ
Πλάτων’ δὲ ὁμοίωσιν θεῷ, ὡς ἐν τῷ δευτέρῳ παρεστήσαμεν
Στρωματεῖ, Ζήνων τε ὁ Στωϊκὸς παρὰ
Πλάτωνος λαβὼν, ὁ δὲ ἀπὸ τῆς βαρβάρου φιλοσοφίας, 
τοὺς ἀγαθοὺς πάντας ἀλλήλων εἶναι φίλους
λέγει. φησὶ γὰρ ἐν τῷ Φαιδρῷ Σωκράτης ὡς οὐχ
 εἵμαρται κακὸν κακῷ φίλον εἶναι, οὐδ’ ἀγαθὸν ἀγαθῷ
μὴ φίλον.

ὅπερ κἀν τῷ Λύσιδι ἀπέδειξεν ἱκανῶς, ὡς 
ἐν ἀδικίᾳ καὶ πονηρίᾳ οὐκ ἄν ποτε σωθείη φιλία. καὶ
ὁ Ἀθηναῖος ξένος ὁμοίως φησὶ 
 ‟Πρᾶξιν Πρᾶξιν εἷναι φίλην καὶ ἀκόλουθον θεῷ καὶ
λόγον ἔχουσαν ἀρχαῖον, ὅταν τὸ μὲν ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ
μετρίῳ ὄντι φίλον ἦ, τὰ δὲ ἄμετρα οὔτε τοῖς ἀμέτροις, 
οὔτε τοῖς ἐμμέτροις· ὁ δὲ θεὸς ἡμῖν πάντων χρημάτων
μέτρον ἂν εἴη.”

Εἶτα ὑποβὰς ἐπάγει Πλάτων 
 ‟Πᾶς γὰρ δὴ ἀγαθὸς ἀγαθῷ ὅμοιος, κατὰ
δὲ καὶ θεῷ ἐοικὼς ἀγαθῷ τε παντὶ φίλος ὑπάρχει 
καὶ θεῷ.” 
 Ἐνταῦθα γενόμενος κἀκείνου ἀνεμνήσθην· ἐπὶ
τέλει γὰρ τοῦ Τιμαίου λέγει 
 Τῷ κατανοουμένῳ τὸ κατανοοῦν ἐξομοιῶσαι δεῖν
κατὰ τὴν ἀρχαίαν φύσιν, ὁμοιώσαντα δὲ τέλος ἔχειν 
τοῦ προτεθέντος ἀνθρώποις ὑπὸ θεῶν ἀρίστου βίου
πρός τε τὸν παρόντα καὶ τὸν ἔπειτα χρόνον.”

Καὶ μετὰ βραχέα ἐπιλέγει 
 
 
 
 

 
 “Ἀδελφοὺς δ’ εἶναι ἡμᾶς, ὡς ἂν τοῦ ἑνὸς θεοῦ
ὄντας καὶ ἑνὸς διδασκάλου, φαίνεταί που καὶ Πλάτων
καλῶς ὧδέ πως 
 “ Ἐστὲ μὲν γὰρ πάντες οἶ ἐν τῇ πόλει ἀδελφοὶ,
 ὡς φήσομεν πρὸς αὐτοὺς μυθολογοῦντες. ἀλλ’ ὁ θεὸς 
πλάττων, ὅσοι μὲν ὑμῶν ἱκανοὶ ἄρχειν, χρυσὸν ἐν
τῇ γενέσει συνέμιξεν αὐτοῖς, διὸ τιμιώτατοί εἰσιν·
ὅσοι δὲ ἐπίκουροι, ἄργυρον· σίδηρον δὲ καὶ χαλκὸν
τοῖς γεωργοῖς καὶ τοῖς ἄλλοις δημιουργοῖς.”

Ὅθεν ἀνάγκη φησὶ γεγονέναι, ἀσπάζεσθαί τε
καὶ φιλεῖν τούτους μὲν ταῦτα ἐφ’ οἶς γνῶσις, ἐκείνους
δὲ ἐφ’ οἷς δόξα. ἴσως γὰρ τὴν ἐκλεκτὴν ταύτην
φύσιν γνώσεως ἐφιεμένην μαντεύεται, εἰ μή τι
τρεῖς τινας ὑποτιθέμενος φύσεις, τρεῖς πολιτείας, 
 ὡς ὑπέλαβόν τινες, διαγράφει, καὶ Ἰουδαίων μὲν
ἀργυρᾶν, Ἑλλήνων δὲ τὴν τρίτην, Χριστιανῶν δὲ,
οἷς ὁ χρυσὸς ὁ βασιλικὸς ἐγκαταμέμικται, τὸ ἅγιον
πνεῦμα.

τόν τε Χριστιανῶν βίον ἐμφαίνων κατὰ
λέξιν γράφει ἐν τῷ Θεαιτήτῳ 
 ‟Λέγωμεν δὴ περὶ τῶν κορυφαίων· τί γὰρ ἄν
τούς γε φαύλως διατρίβοντας ἐν φιλοσοφίᾳ λέγοι;
οὗτοι δέ που οὔτε εἰς ἀγορὰν ἴσασι τὴν ὁδὸν οὔτε
ὅπου δικαστήριον ἢ βουλευτήριον ἤ τι κοινὸν ἄλλο
τῆς πόλεως συνέδριον, νόμους δὲ καὶ ψηφίσματα λεγόμενα
 ἢ γεγραμμένα οὔτε ὁρῶσιν οὔτε ἀκούουσι.
σπουδαὶ δὲ ἑταιρειῶν καὶ σύνοδοι καὶ σὺν αὐλητρίσι 
κῶμοι, οὐδὲ ὄναρ πράττειν προσίστα τᾶι αὐτοῖς.
εὖ δὲ ἢ κακῶς τι γέγονεν ἐν πόλει, ἤ τί τῳ
κακόν ἐστι γεγονὸς ἐκ προγόνων, μᾶλλον αὐτοὺς
 
 
 

 
λέληθεν ἢ οἶ τῆς θαλάσσης λεγόμενοι χόες. καὶ ταῦτα
οὔθ’ ὅτι οὐκ οἶδεν οἶδεν, ἀλλὰ τῷ ὄντι τὸ σῶμα
 μόνον ἐν τῇ πόλει κεῖται αὐτοῦ καὶ ἐπιδημεῖ, αὐτὸς
δὲ πέταται, κατὰ Πίνδαρον, τὰ γᾶς ὑπένερθεν, οὺρανοῦ
 ρανοῦ τε ὕπερ ἀστρονομῶν καὶ πᾶσαν πάντη φύσιν 
ἐρευνώμενος.”

‟Πάλιν αὖ τῷ τοῦ κυρίου ῥητῷ τῷ ἔστω
τὸ ναὶ ναὶ καὶ τὸ οὒ οὔ ἐκεῖνα ἀπεικαστέον ἀλλά
μοι ψεῦδός τε συγχωρῆσαι καὶ ἀλήθειαν ἀφανίσαι
οὐδαμῶς θέμις. τῷ τε περὶ τοῦ ὀμόσαι ἀπαγορεύσει 
συνᾴδει ἥδε ἡ ἐν τῇ δεκάτῳ τῶν Νόμων λέξις “ἔπαι-
νός τε ὅρκος τε περὶ παντὸς ἀπἐστω.” καὶ τὸ σύνολον
Πυθαγόρας καὶ Σωκράτης καὶ Πλάτων’ λέγοντες ἀκούειν
φωνῆς θεοῦ, τὴν κατασκευὴν τῶν ὅλων θεωροῦντες
 ἀκριβῶς ὑπὸ θεοῦ γεγονυῖαν καὶ συνεχομένην 
ἀδιαλείπτως, ἀκηκόασι τοῦ Μώσεως λέγοντος ‘εἶπε
καὶ ἐγένετο, τὸν λόγον τοῦ θεοῦ ἔργον εἶναι διαγράφοντος.

ἐπί τε τῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ χοὸς διαπλάσεως
ἱστάμενοι γήι·νον μὲν οἶ φιλόσοφοι παρ’
ἕκαστα τὸ σῶμα ἀναγορεύουσιν, Ὅμηρος δὲ οὐκ ὀκνεῖ 
 ἐν κατάρας μέρει τίθεσθαι τὸ 
ἀλλ’ ὑμεῖς μὲν πάντες ὕδωρ καὶ γαῖα γένοισθε,
καθάπερ Ἠσαίας καὶ καταπατήσατε αὐτοὺς λέγων
 ‘ὡς πηλόν.

Καλλίμαχος δὲ διαρρήδην γράφει
 ἢν κεῖνος οὑνιαυτὸς, ᾧ ποτὲ πτηνὸν 
 καὶ τοὐν θαλάσσῃ καὶ τὸ τετράπουν οὕτως 
 ἐφθέγγεθ’, ὡς ὁ πηλὸς ὁ Προμηθέως. 
πάλιν τε ὁ αὐτὸς ‘εἴ σε ἔφη ‘Προμηθεὺς ἔπλασε,
καὶ πηλοῦ μὴ ἐξ ἑτέρου γέγονας.’ Ἡσίοδός τε ἐπὶ
τῆς Πανδώρας λέγει 
 

 
 Ἥφαιστον δὲ κέλευσε περικλυτὸν ὅττι τάχιστα 
 γαίαν ὕδει φύρειν, ἐν δ’ ἀνθρώπου θέμεν αὐδὴν 
 καὶ νόον.

πῦρ μὲν οὖν τεχνικὸν, ὁδῶ βαδίζον εἰς γένεσιν, 
 τὴν φύσιν ὁρίζονται οἱ Στωϊκοί· πῦρ δὲ καὶ φῶς
ἀλληγορεῖται ὁ θεὸς καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ πρὸς τῆς
γραφῆς. τί δέ; οὐχὶ καὶ Ὅμηρος παραφράζων
χωρισμὸν τοῦ ὕδατος ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τὴν ἀποκάλυψιν
τὴν ἐμφανῆ τῆς ξηρὰς ἐπὶ τῆς Τηθύος καὶ τοῦ
 Ὠκεανοῦ λέγει
 ἤδη γὰρ δηρὸν χρόνον ἀλλήλων ἀπέχονται 
 εὐνῆς καὶ φιλότητος;

πάλιν τὸ δυνατὸν ἐν πάσι προσάπτουσι καὶ οἱ
παρ’ Ἕλλησι λογιώτατοι τῷ θεῷ· ὁ μὲν᾿ Ἐπίχαρμος,
 Πυθαγόρειος δὲ ἣν, λέγων
 οὐδὲν ἐκφεύγει τὸ θεῖον, τοῦτο γινώσκειν σε δεῖ· 
 αὐτός ἐστ’ ἀμῶν ἐπόπτης, ἀδυνατεῖ δ’ οὐδὲν θεός. 
ὁ μελοποιὸς δὲ
 θεῷ δυνατὸν ἐκ μελαίνας 
 νυκτὸς ἀμίαντον ὄρσαι φάος, 
 κελαινεφεῖ δὲ σκότει καλύψαι 
 καθαρὸν ἁμέρας σέλας. 
ὁ μόνος ἡμέρας ἐνεστώσης νύκτα ποιῆσαι δυνάμενος,
φησὶ, θεὸς οὗτός ἐστιν.

ἔν τε τοῖς Φαινομένοις
 ἐπιγραφομένοις ὁ Ἄρατος
 Ἐκ Διὸς ἀρχώμεσθα 
εἰπὼν
 τὸν οὐδέποτ’ ἄνδρες ἐῶμεν 
 ἄρρητον· μεσταὶ δὲ Δῖός πᾶσαι μὲν ἀγυιαὶ, 
 πᾶσαι δ’ ἀνθρώπων ἀγοραὶ , μεστὴ δὲ θάλασσα, 
 καὶ λιμένες, πάντη δὲ Δῖός κεχρήμεθα πάντες, 

 
ἐπιφέρει
 τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμὲν, 
οἷον δημιουργίᾳ,
 . . .ο δ ηπιος ανθρωποισι 
 δεξιὰ σημαίνει· 
 αὐτὸς γὰρ τέ γε σήματ’ ἐν οὐρανῷ ἐστήριξεν, 
 ἄστρα διακρίνας· ἐσκέψατο δεῖς ἐνιαυτὸν 
 ἀστέρας, οἱ κε μάλιστα τετυγμένα σημαίνοιεν 
 ἀνδράσιν ὡράων, ὄφρ’ ἔμπεδα πάντα φύηται· 
 καί μιν ἀεὶ πρῶτόν τε καὶ ὕστατον ἱλάσκονται. 
 χαῖρε, πάτερ, μέγα θαῦμα, μέγ’ ἀνθρώποισιν ὄνειαρ. 
 καὶ πρὸ τούτου δὲ Ὅμηρος ἐπὶ τῆς Ἡφαιστοτεύκτου
ἀσπίδος κοσμοποιῶν κατὰ Μωσέα,
 ἐν μὲν γαῖαν ἔτευξ’, ἐν δ’ οὐρανὸν, ἐν δὲ θάλασσαν, 
φησὶν 
 ἐν δὲ τὰ τείρεα πάντα, τά τ’ οὐρανὸς ἐστεφάνωται. 
ὁ γὰρ διὰ τῶν ποιημάτων καὶ τῶν καταλογάδην συγ-
γραμμάτων ᾀδόμενος Ζεὺς τὴν ἔννοιαν ἐπὶ τὸν θεὸν
ἀναφέρει.

Ἤδη δὲ, ὡς εἰπεῖν, ὑπ’ αὐγὰς ὁ Δημόκριτος 
εἶναί τινας ὀλίγους γράφει τῶν ἀνθρώπων, οἳ δὴ
ἀνατείναντες τὰς χεῖρας ἐνταῦθα, οὗ νῦν ἠέρα καλέομεν
οἱ Ἕλληνες, πάντα Ζεὺς μυθεῖται , καὶ πάντα
οὗτος οἶδε καὶ διδοῖ καὶ ἀφαιρεῖται, καὶ βασιλεὺς
οὗτος τῶν πάντων. μυστικώτερον δὲ ὁ μὲν Βοιώτιος 
 Πίνδαρος, ἅτε Πυθαγόρειος ὢν,
 ‘ὲν ἀνδρῶν, ‘ὲν θεῶν γένος, 
 ἐκ μιᾶς δὲ ματρὸς πνέομεν ἄμφω, 
τῆς ὕλης παραδίδωσι, καὶ ἔνα τὸν τούτων δημιουργὸν,
τὸν ἀριστοτέχναν πατέρα λέγει, τὸν καὶ τὰς 
προκοπὰς κατ’ ἀξίαν εἰς θειότητα παρεσχημένον.

σιωπῶ γὰρ Πλάτωνα, ἅ ἀντικρυς οὖτος ἐν τῇ
πρὸς Ἐραστὸν καὶ Κορίσκον ἐπιστολῇ φαίνεται πατέρα
καὶ υἱὸν οὐκ οἶδ’ ὅπως ἐκ τῶν Ἑβραϊκῶν γραφῶν
ἐμφαίνων, παρακελευόμενος κατὰ λέξιν, ἐπομνύντας
 σπουδῇτε ἅμα μὴ ἀμούσῳ καὶ τῇ τῆς σπουδῆς ἀδελφῇ 
παιδείᾳ τὸν πάντων θεὸν αἴτιον, καὶ τοῦ ἡγεμόνος
καὶ αἰτίου πατέρα κύριον ἐπομηύντας, ὅν ἐὰν ὀρθῶς
φιλοσοφῆτε, εἴσεσθε. ἥ τε ἐν Τιμαίῳ δημηγορία
πατέρα λέγει τὸν δημιουργὸν, λέγουσα ὦδέπως ‘θεοὶ
 θεῶν, ὦν ἐγὼ πατῆρ δημιουργὸς τε ἔργων.’

ὥστε
καὶ ἐπὰν εἴπῃ ‘περὶ τὸν πάντων βασιλέα πάντα ἐστὶ,
κἀκείνου ἕνεκα τὰ πάντα, κα’κεῖνο αἴτιον τῶν καλ[ν,
δεύτερον δὲ περὶ τὰ δεύτερα καὶ τρίτον περὶ τὰ
τρίτα,’οὐκ ἄλλως ἔγωγε ἐξακούω ἤ τὴν ἀγίαν τριἀδα
 μηνύεσθαι. τρίτον μὲν γὰρ εἶναι τὸ ἅγιον πνεῦμα, 
τὸν υἱὸν δἒ δεύτερον, δι’ οὖ πάντα ἐγέντο κατὰ
βούλησιν τοῦ πατρός.

ὁ δὲ αὐτὸς ἐν τῷ δεκάτοῳ
τῆς Πολιτεῖας Ἠρὸς τοῦ Αρμενίου, τὸ γένετο Παμφύλου,
μέμνηται, ὅς ἐστι Ζωρόαστρις. αὐτὸς γούν ὁ
 Ζωρόαστρις γράφει ‘τάδε δυεέγραψε Ζωρόαστρις ὁ
Ἀρμενίου, τὸ γένος Πάμφυλος, ἐν πολέμῳ τελευτήσας, 
ὅσα ἐν Ἅιδῃ γενόμενος ἐδάην παρὰ θεῶν.’τὸν
δὴ Ζωρόαστριν τοῦτον ὁ Πλάτων δωδεκαταῖον ἐπὶ
τῇ πυρᾷ κείμενον ἀναβιῶναι λέγει. τάχα μὲν οὐ τὴν 
 ἀνάστασιν, ἀλλ’ἐκεὶνα αἰνίσσεται, ὡς διὰ τῶν δώδεκα
ζῳδίων ἡ ὁδὸς ταῖς ψυχαῖς γίνεται εὶς τὴν ἀνάληψιν,
αὐτὸς δὲ καὶ εἰς τὴν γένεςίν φησι τὴν αὐτὴν 
γίνεσθαι κάθοδον. ταῦτα ὐποληπτέον καὶ τὰ τοῦ
Ἡρακλέος ἆθλα λέγεσθαι ιβ΄, μεθ', ἄ τῆς ἀπαλλαγῆς
 
 
 

 
παντὸς τοῦ κόσμου τοῦδε τυγχάνει ἡ ψυχή. οὐ παρα-
πέμπομαι καὶ τὸν Ἐμπεδοκλέα. ὁ φυσικὸς οὗτος τῆς
τῶν πάντων ἀναλήψεως μέμνηται ὡς ἐσομένης ποτὲ
εἰς τὴν τοῦ πυρὸς οὐσίαν μεταβολῆς.”

“Σαφέστατα δ’ Ἡράκλειτος ὁ Ἐφέσιος ταύτης 
ἐστὶ τῆς δόξης, τὸν μέν τινα κόσμον ἀίδιον εἶναι δο-
κιμάσας, τὸν δέ τινα φθειρόμενον , τὸν κατὰ τὴν
διακόσμησιν, εἰδὼς οὐχ ἕτερον ὄντα ἐκείνου πως
ἔχοντος. ἀλλ’ ὅτι μὲν ἀίδιον τὸν ἐξ ἁπάσης τῆς οὐσίας
ἀιδίως ποιὸν κόσμον ἤδη, φανερὸν ποιεῖ λέγων οὕτως 
κόσμον τὸν αὐτὸν πάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀν-
θρώπων ἐποίησεν, ἀλλ’ ἢν ἀεὶ καὶ ἔστι, καὶ ἔσται,
πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον
 μέτρα.’ ὅτι δὲ καὶ γεννητὸν καὶ φθαρτὸν αὐτὸν εἶναι
ἐδογμάτιζε μηνύει τὰ ἐπιφερόμενα πυρὸς τροπαὶ, 
πρῶτον θάλασσα, θαλάσσης δὲ τὸ μὲν ἥμισυ γῆ , τὸ
δὲ ἥμισυ πρηστήρ. δυνάμει γὰρ λέγει, ὅτι τὸ πῦρ
ὑπὸ τοῦ διοικοῦντος λόγου καὶ θεοῦ τὰ σύμπαντα δι’
ἀέρος τρέπεται εἰς ὑγρὸν, τὸ ὡς σπέρμα τῆς διακο-
σμήσεως, ὃ καλεῖ θάλασσαν· ἐκ δὲ τούτου αὖθις γίνεται 
 νεται οὐρανὸς καὶ γῆ καὶ τὰ ἐμπεριεχόμενα. ὅπως
δὲ πάλιν ἀναλαμβάνεται καὶ ἐκπυροῦται σαφῶς διὰ
τούτων δηλοῖ ‘θάλασσα διαχέεται καὶ μετρέεται εἰς
 τὸν αὐτὸν λόγον, ὁκοῖος πρόσθεν ἦν ἢ γενέσθαι.’
ὁμοίως καὶ περὶ τῶν ἄλλων στοιχείων τὰ αὐτά.”

“ Παραπλήσια τούτῳ καὶ οἶ ἐλλογιμώτατοι τῶν
Στωϊκῶν δογματίζουσι περί τε ἐκπυρώσεως ἕως διαλαμβάνοντες
καὶ κόσμου διοικήσεως καὶ τοῦ ἰδίως ποιοῦ
κόσμου τε καὶ ἀνθρώπου καὶ τῆς τῶν ἡμετέρων ψυχῶν
ἐπιδιαμονῆς. πάλιν τε αὖ ὁ Πλάτων’ ἐν μὲν τῷ 
ἑβδόμῳ τῆς Πολιτείας τὴν ἐνταῦθα ἡμέραν νυκτεριἐν
 

 
νῆν ἡμέραν κέκληκεν διὰ τοὺς κοσμοκράτορας, οἶμαι,
τοῦ σκότους τούτου· ὕπνον δὲ καὶ θάνατον τὴν εἰς
σῶμα ὁδὸν τῆς ψυχῆς κατὰ ταὐτὰ τῷ Ἡρακλείτῳ.
καὶ μή τι τοῦτο ἐπὶ τοῦ σωτῆρος προεθέσπιζε τὸ
 πνεῦμα διὰ τοῦ Δαβὶδ λέγον ‘ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ
ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι κύριος ἀντιλήψεταί μου·’ 
οὐ γὰρ τὴν ἀνάστασιν μόνον τοῦ Χριστοῦ ἐξ ὕπνου
ἔγερσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰς σάρκα κάθοδον τοῦ κυρίου
ὕπνον ἀλληγορεῖ.

αὐτίκα ὁ αὐτὸς σωτὴρ παρεγγυᾷ,
 γρηγορεῖτε· οἷον, μελετᾶτε ζῆν καὶ χωρίζειν
τὴν ψυχὴν τοῦ σώματος πειρᾶσθε. τήν τε κυριακὴν
ἡμέραν ἐν τῷ δεκάτῳ τῆς Πολιτείας ὁ Πλάτων’ διὰ
τούτων καταμαντεύεται 
 “Ἐπειδὴ δὲ τοῖς ἐν τῷ λειμῶνι ἑκάστοις ἑπτὰ
 ἡμέραι γένοιντο , ἀναστάντας ἐντεῦθεν δεῖ τῇ ὀγδόῃ
πορεύεσθαι καὶ ἀφικνεῖσθαι τεταρταίους.” 
 “Λειμῶνα μὲν οὖν ἀκουστέον τὴν ἀπλανῆ σφαῖραν,
ὡς ἥμερον χωρίον καὶ προσηνὲς καὶ τῶν ὁσίων χῶρον·
ἑπτὰ δὲ ἡμέρας ἑκάστην κίνησιν τῶν ἑπτὰ, καὶ
 πᾶσαν τὴν ἐργαστικὴν τέχνην εἰς τέλος ἀναπαύσεως
σπεύδουσαν· ἡ δὲ μετὰ τοὺς πλανωμένους πορεία
ἐπὶ τὸν οὐρανὸν ἄγει, τουτέστι τὴν ὀγδόην κίνησίν
τε καὶ ἡμέραν· τεταρταίους δὲ τὰς ψυχὰς ἀπιέναι
λέγει, δηλῶν τὴν διὰ τῶν τεσσάρων στοιχείων πο-
 ρείαν.”

“Ἀλλὰ καὶ τὴν ἑβδόμην ἱερὰν οὐ μόνον οἱ 
Ἑβραῖοι, ἀλλὰ καὶ οἱ Ἕλληνες ἴσασι, καθ’ ἣν ὁ πᾶς
κόσμος κυκλεῖται τῶν ζωογονουμένων καὶ φυομένων
ἀπάντων. Ἡσίοδος μὲν οὖν οὕτω περὶ αὐτῆς λέγει
 πρῶτον ἔνη τετράς τε καὶ ἑβδόμη ἱερὸν ἦμαρ. 
 

 
καὶ πάλιν
 ἑβδομάτη δ’ αὖθις λαμπρὸν φάος ἠελίοιο. 
Ὅμηρος δὲ
 ἑβδομάτη δἤπειτα κατήλυθεν ἱερὸν ἦμαρ. 
 καὶ ‘ἑβδόμη ἦν ἱερή.’ καὶ πάλιν
 ἕβδομον ἦμαρ ἔην, καὶ τῷ τετέλεστο ἅπαντα. 
καὶ αὖθις
 ἑβδομάτῃ δ’ ἠοῖ λίπομεν ῥόον ἐξ Ἀχέροντος. 
ναὶ μὴν καὶ Καλλίμαχος ὁ ποιητὴς γράφει
 ἑβδομάτῃ δ’ ἠοῖ, καί οἱ ἐτέτυκτο ἅπαντα. 
καὶ πάλιν
 ἑβδόμη εἰν ἀγαθοῖς καὶ ἑβδόμη ἐστὶ γενέθλη. 
 καὶ
 ἑβδόμη ἐν πρώτοισι καὶ ἑβδόμη ἐστὶ τελεία. 
καὶ 
 ἑπτὰ δὲ πάντα τέτυκτο ἐν οὐρανῷ ἀστερόεντι, 
 ἐν κύκλοισι φανέντ’ ἐπιτελλομένοις ἐνιαυτοῖς.”

“Ἀλλὰ καὶ αἱ Σόλωνος ἐλεγεῖαι σφόδρα τὴν
ἑβδομάδα ἐκθειάζουσι.” 
 “Τὰ δὲ οὐχὶ παραπλήσια τῇ λεγούσῃ γραφῇ ‘ἄρωμεν 
 ἀφ’ ἡμῶν τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστιν,
ὁ Πλάτων’ μονονουχὶ προφητεύων τὴν σωτήριον οἰκονομίαν
ἐν τῷ δευτέρῳ τῆς Πολιτείας οὕτω φησὶν
“Οὕτω δὲ διακείμενος ὁ δίκαιος μαστιγώσεται,
ἐκκοπήσεται τὼ ὀφθαλμὼ, τελευτῶν πάντα κακὰ παὼν 
ἀνασκινδυλευθήσεται.” 
 “Ὅ τε Σωκρατικὸς Ἀντισθένης παραφράζων τὴν
προφητικὴν ἐκείνην γραφὴν ‘τίνι με ὡμοιώσατε; λέγει
κύριος’ οὐδενὶ ἐοικέναι φησὶ, διόπερ αὐτὸν
 

 
οὐδεὶς ἐκμαθεῖν ἐξ εἰκόνος δύναται. τὰ δὲ ὅμοια καὶ 
Ξενοφῶν ὁ Ἀθηναῖος κατὰ λέξιν λέγει ὁ γοῦν πάντα
σείων καὶ ἀτρεμίζων, ὡς μὲν μέγας τις καὶ δυνατὸς
φανερὸς, ὁποῖος δ’ ἐστὶ μορφὴν ἀφανής. οὐδὲ μὴν
 ὁ παμφαὴς δοκῶν εἶναι ἥλιος, οὐδ’ οὗτος ἔοικεν ὁρᾶν
αὑτὸν ἐπιτρέπειν, ἀλλ’ ἤν τις ἀναιδῶς αὐτὸν θεάσηται,
τὴν ὄψιν ἀφαιρεῖται.”
 τίς γὰρ σὰρξ δύναται τὸν ἐπουράνιον καὶ ἀληθῆ 
 ὀφθαλμοῖσιν ἰδεῖν θεὸν ἄμβροτον, ὃς πόλον οἰκεῖ; 
 ἀλλ’ οὐδ’ ἀκτίνων κατ’ ἐναντίον ἠελίοιο 
 ἄνθρωποι στῆναι δυνατοὶ, θνητοὶ γεγαῶτες, 
προεῖπεν ἡ Σίβυλλα.

εὖ γοῦν καὶ Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος διδάσκων
ὅτι εἶς καὶ ἀσώματος ὁ θεὸς ἐπιφέρει
 εἰς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος, 
 οὔ τι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος, οὐδὲ νόημα. 
καὶ πάλιν
 — — ἀλλ’ οἱ βροτοὶ δοκοῦσι γεννᾶσθαι θεοὺς. 
 τὴν σφετέρην δ’ ἐσθῆτα ἔχειν φωνήν τε δέμας τε. 
 καὶ πάλιν
 — — ἀλλ’ εἰ χεῖρας ἔχον βόες, ἠὲ λέοντες, 
 ἢ γράψαι χείρεσσι καὶ ἔργα τελεῖν ἅπερ ἄνδρες, 
 ἵπποι μέν θ’ ἵπποισι, βόες δέ τε βουσὶν ὅμοιοι, 
 καί κε θεῶν ἰδέας ἔγραφον, καὶ σώματ’ ἐποίουν 
 τοιαῦθ’, οἷόν περ καὐτοὶ δέμας εἶχον ὅμοιον.

ἀκούσωμεν οὖν πάλιν Βακχυλίδου μὲν τοῦ μελοποιοῦ
περὶ τοῦ θείου λέγοντος
 οἱ μὲν ἀδμῆτες ἀεικελίων νούσων εἰσὶ καὶ ἀναίτιοι, 
 οὐδὲν ἀνθρώποις εἴκελοι. 
 Κλεάνθους τε τοῦ Στωϊκοῦ ἔν τινι ποιήματι περὶ
τοῦ θεοῦ ταῦτα γεγραφότος ἄκουε

 
 τἀγαθὸν ἐρωτᾷς μ᾿ οἷόν ἐστ᾿ ; ἄκουε δή. 
 τεταγμένον, δίκαιον, ὅσιον, εὐσεβὲς, 
 κρατοῦν ἑαυτοῦ, χρήσιμον, καλὸν, δέον, 
 αὐστηρὸν, αὐθέκαστον, ἀειςύμφορον, 
 ἄφοβον, ἄλυπον, λυσιτελὲς, ἀνώδυνον, 
 ὠφέλιμον, εὐάρεστον, ἀσφαλὲς, φίλον, 
 ἔντιμον, ὁμολογούμενον, 
 εὐκλεὲς, ἄτυφον, ἐπιμελὲς, πρᾶον, σφοδρὸν, 
 χρονιζόμενον, αμεμπτον, ἀεὶ διαμένον.

ὁ δὲ αὐτὸς κατὰ τὸ σιωπώμενον τὴν τῶν πολλῶν 
διαβάλλων εἰδωλολατρίαν ἐπιφέρει
 ἀνελεύθερος πᾶς ὅστις εἰς δόξαν βλέπει, 
 ὡς δὴ παρ ἐκείνης τευξόμενός τινος καλοῦ. 
οὔκουν ἔτι κατὰ τὴν τῶν πολλῶν δόξαν περὶ τοῦ
θείου ὑποληπτέον· 
 — — οὐδὲ γὰρ λάθρα δοκῶ, 
 φωτὸς κακούργου σχήματ᾿ ἐκμιμούμενον, 
 σοὶ τήνδ᾿ ἐς εὐνὴν, ὥσπερ ἄνθρωπον, μολεῖν, 
 Ἀμφίων λέγει τῇ Ἀντιόπῃ. ὁ Σοφοκλῆς δὲ εὐθυρρημόνως
γράφει 
 τὴν τοῦδε γάρ τοι Ζεὺς ἔγημε μητέρα, 
 οὐ χρυςόμορφος, οὐδ᾿ ἐπημφιεσμένος 
 πτίλον κύκνειον, ὡς κόρην Πλευρωνίαν 
 ὑπημβρύωσεν, ἀλλ᾿ ὁλοσχερὴς ἀνήρ. 
εἶτα ὑπελθὼν καὶ δὴ ἐπήγαγε 
 ταχὺς δὲ βαθμοῖς νυμφικοῖς ἐπεστάθη 
 ὁ μοιχός. 
ἐφ᾿ οἷς ἔτι φανερώτερον τὴν ἀκραςίαν τοῦ μυθοποιουμένου
Διὸς ὧδέ πως ἐκδιηγεῖται
 ὁ δ᾿ οὔτε δαιτὸς οὔτε χέρνιβος θιγὼν 
 πρὸς λέκτρον ᾔει καρδίαν ὠδαγμένος, 
 ὅλην δ᾿ ἐκείνην εὐφρόνην ἐθόρνυτο.

ταυτὶ μὲν οὖν παρείσθω ταῖς τῶν θεάτρων

 
ἀνοίαις. ἄντικρυς δὲ ὁ μὲν Ἡράκλειτος, τοῦ λόγου
τοῦ δέοντος ἀεὶ, φησὶν, ἀξύνετοι γίγνονται ἄνθρωποι,
καὶ πρόσθεν ἢ ἀκοῦσαι καὶ ἀκούσαντες τὸ πρῶτον.
ὁ μελοποιὸς δὲ Μελανιππίδης ᾄδων φησὶ
 κλῦθί μοι, ὢ πάτερ, θαῦμα βροτῶν, 
 τἀς ἀειζώου ψυχὰς μεδέων. 
Παρμενίδης τε ὁ μέγας , ὥς φησιν ἐν Σοφιστῇ Πλάτων, 
ὧδέ πως περὶ τοῦ θείου γράφει
 πολλὰ μάλ’ ὡς ἀγένητον ἐὸν καὶ ἀνώλεθρόν ἐστι, 
 οὖλον, μουνογενὲς δὲ καὶ ἀτρεμὲς ἠδ’ ἀγένητον. 
ἀλλὰ καὶ ὁ Ἡσίοδος
 αὐτὸς γὰρ πάντων φησὶ) βασιλεὺς καὶ κοίρανός ἐστιν 
 ἀθανάτων, σέο δ’ οὔ τις ἐρήρισται κράτος ἄλλος.

Ναὶ μὴν καὶ ἡ τραγῳδία ἀπὸ τῶν εἰδώλων 
 ἀποσπῶσα εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβλέπειν διδάσκει. ὁ
μὲν γὰρ Σοφοκλῆς, ὥς φησιν Ἑκαταῖος ὁ τὰς ἱστορίας
ρίας συνταξάμενος ἐν τῷ κατὰ Ἅβραμον καὶ τοὺς
Αἰγυπτίους, ἄντικρυς ἐπὶ τῆς σκηνῆς ἐκβοᾷ
 εἶς ταῖς ἀληθείαισιν, εἶς ἐστὶν θεὸς, 
 ὃς οὐρανόν τ’ ἔτευξε καὶ γαῖαν μακρὴν, 
 πόντου τε χαροπὸν οἶδμα κἀνέμων βίας. 
 θνητοὶ δὲ πολλοὶ καρδίαν πλανώμενοι 
 ἱδρυσάμεσθα πημάτων παραψυχὴν 
 θεῶν ἀγάλματ’ ἐκ λίθων, ἢ χαλκέων, 
 ἢ χρυσοτεύκτων, ἡ ἐλεφαντίνων τύπους. 
 θυσίας τε τούτοις καὶ καλὰς πανηγύρεις 
 στέφοντες, οὕτως εὐσεβεῖν νομίζομεν.

Εὐριπίδης δὲ ἐπὶ τῆς αὐτῆς σκηνῆς τραγῳδῶν
 ὁρᾷς φησὶ) τὸν ὑψοῦ τόνδ’ ἄπειρον αἰθέρα 
 καὶ γῆν πέριξ ἔχονθ’ ὑγραῖς ἐν ἀγκάλαις; 
 τοῦτον νόμιζε Ζῆνα, τόνδ’ ἡγοῦ θεόν. 
 

 
ἔν τε τῷ Πειρίθῳ δράματι ὁ αὐτὸς καὶ τάδε τρα
γῳδεῖ
 σὲ τὸν αὐτοφυῆ, τὸν ἐν αἰθερίῳ 
 ῥόμβῳ πάντων φύσιν ἐμπλέξανθ᾿ 
 ὃν πέρι μὲν φῶς, περὶ δ᾿ ὀρφναία 
 νὺξ αἰολόχρως, ἄκριτός τ᾿ ἄστρων 
 ὄχλος ἐνδελεχῶς ἀμφιχορεύει. 
ἐνταῦθα γὰρ τὸν μὲν αὐτοφυῆ τὸν δημιουργὸν νοῦν
εἴρηκε, τὰ δ᾿ ἑξῆς ἐπὶ τοῦ κόσμου τάσσεται, ἐν ᾧ
καὶ αἱ ἐναντιότητες φωτός τε καὶ σκότους. ὅ τε 
Εὐφορίωνος Αἰσχύλος ἐπὶ τοῦ θεοῦ σεμνῶς σφόδρα
φησὶ
 Ζεύς ἐστιν αἰθὴρ, Ζεὺς δὲ γῆ, Ζεὺς δ᾿ οὐρανὸς, 
 Ζεύς τοι τὰ πάντα, χὤτι τῶνδ᾿ ὑπέρτερον.

οἶδα ἐγὼ καὶ Πλάτωνα προσμαρτυροῦντα Ἡρακλείτῳ 
γράφοντι “ἕν τὸ σοφὸν μοῦνον λέγεσθαι οὐκ
ἐθέλει, καὶ ἐθέλει Ζηνὸς οὔνομα.” καὶ πάλιν “νόμος
καὶ βουλῇ πείθεσθαι ἐνός.” κἂν τὸ ῥητὸν ἐκεῖνο
 ἀναγαγεῖν ἐθέλῃς “ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω”
εὕροις ἂν ὧδε ἐμφαινόμενον πρὸς τοῦ Ἐφεσίου 
“ἀξύνετοι ἀκούσαντες κωφοῖσιν ἐοίκασι· φάτις αὐτοῖσι
μαρτυρεῖ παρεόντας ἀπεῖναι.” ἀλλ᾿ ἄντικρυς
μίαν ἀρχὴν καὶ παρ᾿ Ἑλλήνων ἀκοῦσαι ποθεῖς; Τί-
 μαιος ὁ Λοκρὸς ἐν τῷ φυσικῷ συγγράμματι κατὰ
λέξιν ὧδέ μοι μαρτυρήσει “μία ἀρχὰ πάντων ἐστὶν 
ἀγένητος· εἰ γὰρ ἐγένετο , οὐκ ἂν ἦν ἔτι ἀρχὰ, ἀλλ᾿ 
ἐκείνα ἐξ ἇς ἁ ἀρχὰ ἐγένετο.” ἐρρύη γὰρ ἐκεῖθεν
ἡ δόξα ἡ ἀληθινὴ “ἄκουε (φησὶν) Ἰσραὴλ, κύριος
ὁ θεός σου εἶς ἐστὶ, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.”
 οὕτος ἰδοὺ πάντεσσι σαφὴς ἀπλάνητος ὑπάρχει, 
ὥς φησιν ἡ Σίβυλλα.

Ξενοκράτης τε ὁ Καρχηδόνιος τὸν μὲν ὕπα-

 
’τον Δία, τὸν δὲ νέατον καλῶν, ἔμφασιν πατρὸς ἀπολείπει
καὶ υἱοῦ. καὶ τὸ παραδοξότατον, γινώσκειν 
φαίνεται τὸ θεῖον ὁ ἀνθρωποπαθεῖς εἰσάγων τοὺς
θεούς· ὃν οὐδ’ οὕτως αἰδεῖται Ἐπίκουρος. φησὶ
 γοῦν
 τίπτε με, Πηλέος υἱὲ, ποσὶν ταχέεσσι διώκεις, 
 αὐτὸς θνητὸς ἐὼν, θεὸν ἄμβροτον; οὐδέ νυ πώ με 
 ἔγνως ὡς θεός εἰμι. 
οὐχ ἁλωτὸν γὰρ εἶναι θνητῷ οὐδὲ καταληπτὸν τὸ
 θεῖον οὔτε ποσὶν οὔτε χερσὶν οὔτε ὀφθαλμοῖς οὐδ’ 
ὅλως τῷ σώματι δεδήλωκε. “τίνι ὡμοιώσατε κύριον;
ἢ τίνι ὁμοιώματι ὡμοιώσατε αὐτόν;” φησὶν ἡ
γραφή. “μὴ εἰκόνα ἐποίησε τέκτων, ἢ χρυσοχόος,
χωνεύσας χρυσίον, περιεχρύσωσεν αὐτόν;” καὶ τὰ
 ἐπὶ τούτοις.

ὅ τε κωμικὸς Ἐπίχαρμος σαφῶς
περὶ τοῦ λόγου ἐν τῇ Πολιτείᾳ λέγει ὧδέ πως
 ὁ βίος ἀνθρώποις λογισμοῦ κἀριθμοῦ δεῖται πάνυ· 
 ζῶμεν δ’ ἐν] ἀριθμῷ καὶ λογισμῷ· ταῦτα γὰρ σώζει 
βροτούς. 
 εἶτα διαρρήδην ἐπιφέρει
 ὁ λόγος ἀνθρώπους κυβερνᾷ, κατὰ τρόπον σώζει. 
εἶτα εἰ
 ἔστιν ἀνθρώπων λογισμὸς, ἔστι καὶ θεῖος λόγος. 
 ὁ λόγος ἀνθρώπῳ πέφυκε περὶ βίου καταστροφάς. 
 ὁ δέ γε τὰς τέχνας ἅπασι συνέπεται θεῖος λόγος, 
 ἐκδιδάσκων αὐτὸς αὐτὸς αὐτοὺς, ὅ τι ποιεῖν δεῖ συμφέρον. 
 οὐ γὰρ ἄνθρωπος τέχναν εὑρ᾿ , ὁ δὲ θεὸς ταύταν 
φέρει. 
 ὁ δέ γε τἀνθρώπου λόγος] πέφυκεν ἀπό γε τοῦ θείου 
 λόγου.

ναὶ μὴν διὰ τοῦ Ἡσαΐου πνεύματος κεκραγότος
τί μοι πλῆθος τόν θυσιῶν ὑμῶν; λέγει κύριος,

 
πλήρης εἰμὶ ὁλοκαυτωμάτων , καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ
αἷμα ταύρων οὐ βούλομαι.” καὶ μετ᾿ ὀλίγα ἐπαγαγόντος
“ λούσασθε, καθαροὶ γενέσθε, ἀφέλετε τὰς
πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὐμῶν.” καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις
Μένανδρος ὁ κωμικὸς αὐταῖς γράφει ταῖς λέξεσιν 
 εἴ τις δὲ θυσίαν προσφέρων, ὢ Πάμφιλε, 
 ταύρων τι πλῆθος, ἢ ἐρίφων, ἢ νὴ Δία 
 ἑτέρων τοιούτων, ἢ κατασκευάσματα, 
 χρυσᾶς ποιήσας χλαμύδας, ἤτοι πορφυρᾶς, 
 ἢ δι᾿ ἐλέφαντος ἢ σμαράγδου ζῴδια, 
 εὔνουν νομίζει τὸν θεὸν καθεστάναι, 
 πεπλάνητ᾿ ἐκεῖνος καὶ φρένας κούφας ἔχει. 
 δεῖ γὰρ τὸν ἄνδρα χρήσιμον πεφυκέναι, 
 μὴ παρθένους φθείροντα καὶ μοιχώμενον, 
 κλέπτοντα καὶ σφάττοντα χρημάτων χάριν. 
 μηδὲ βελόνης ἔναμμ᾿ ἐπιθυμῇς, Πάμφιλε· 
 ὁ γὰρ θεὸς βλέπει σε πλησίον παρών.

“θεὸς ἐγγίζων ἐγώ εἰμι, καὶ οὐχὶ θεὸς πόρρωθεν.
ποιήσει τι ἄνθρωπος ἐν κρυφαίοις , καὶ οὐκ 
ὄψομαι αὐτόν;” διὰ Ἱερεμίου φησί. καὶ πάλιν ὁ
Μένανδρος παραφράζων τὴν γραφὴν ἐκείνην “θύσατε
θυσίαν δικαιοσύνης , καὶ ἐλπίσατε ἐπὶ κύριον”
ὧδέ πως γράφει
 μηδὲ βελόνης, ὦ φίλτατ᾿, ἐπιθυμήσῃς ἀλλοτρίας ποτέ. 
 ὁ γὰρ θεὸς δικαίοις ἔργοις ἥδεται καὶ οὐκ ἀδίκοις. 
 πονοῦντα δ᾿ ἐᾷ τὸν ἴδιον ὑψῶσαι βίον, 
 τὴν γῆν ἀροῦντα νύκτα καὶ τὴν ἡμέραν. 
 θεῷ δὲ θῦε διὰ τέλους δίκαιος ὢν, 
 καὶ λαμπρὸς ων ταῖς χλαμύσιν, ὡς τῇ καρδίᾳ. 
 βροντῆς ἐὰν ἀκούσῃς, μὴ φύγῃς, 
 μηδὲν συνειδὼς αὐτὸς αὑτῶ, δέσποτα. 
 ὁ γὰρ θεὸς βλέπει σε πλησίον παρών.

“ ἔτι σοῦ λαλοῦντος” φησὶν ἡ γραφὴ “ἐρῶ, ἰδοὺ

 
πάρειμι.” Δίφιλος πάλιν ὁ κωμικὸς τοιαῦτά τινα
περὶ τῆς κρίσεως διαλέγεται
 οἴει σὺ τοὺς θανόντας, ὢ Νικήρατε, 
 τρυφῆς ἁπάσης μεταλαβόντας ἐν βίῳ 
 πεφευγέναι τὸ θεῖον ὡς λεληθότας; 
 ἐστιν δίκης ὀφθαλμὸς, ὃς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ· 
 καὶ γὰρ καθ’ Ἅιδην δύο τρίβους νομίζομεν, 
 μίαν δικαίων, ἑτέραν δ’ ἀσεβῶν εἶν’ ὅρον. 
 καὶ εἰ τοὺς δύο καλύψει ἡ γῇ φασὶ τῷ παντὶ χρόνῳ, 
 ἀπελθὼν κλέπτ’ , ἀποστέρει, κύκα· 
 μηδὲν πλανηθῇς. ἔστι κἀν Ἅιδου 
 ἥνπερ ποιήσει θεὸς ὁ πάντων δεσπότης, 
 οὗ τοὔνομα φοβερὸν, οὐδ’ ἂν ὀνομάσαιμ’ ἐγώ. 
 ὃς τοῖς ἁμαρτάνουσι πρὸς μῆκος βίον 
 δίδωσιν. 
 εἴ τις δὲ θνητῶν οἴεται τούφημέραν 
 κακόν τι πράσσων τοὺς θεοὺς λεληθέναι, 
 δοκεῖ πονηρὰ καὶ δοκῶν ἁλίσκεται, 
 ὅταν σχολὴν ἄγουσα τυγχάνῃ δίκη. 
 ὁρᾶθ’ ὅσοι δοκεῖτε οὐκ εἶναι θεόν. 
 ἔστιν γὰρ, ἔστιν. εἰ δέ τις πράττει κακῶς, 
 κακὸς πεφυκὼς, τὸν χρόνον κερδαινέτω, 
 χρόνῳ γὰρ οὕτος ὕστερον δώσει δίκην.

συνᾴδει δὲ τούτοις καὶ ἡ τραγῳδία διὰ τῶνδε
 ἔσται γὰρ, ἔσται κεῖνος αἰῶνος χρόνος, 
 ὅταν πυρὸς γέμοντα θησαυρὸν σχάσῃ 
 χρυσωπὸς αἰθήρ. ἡ δὲ βοσκηθεῖσα φλὸξ 
 ἅπαντα τἀπίγεια καὶ μετάρσια 
 φλέξει μανεῖσα 
 καὶ μετ’ ὀλίγα αὖθις ἐπιφέρει 
 — — ἐπὰν ἐπὰν δὲ ἐκλίπῃ τὸ πᾶν, 
 φροῦδος μὲν ἔσται κυμάτων ἅπας βυθὸς, 
 γῆ δὲ ἐράνων ἔρημος, οὐδὲ ἄρ ἔτι 
 πτερωτὰ φῦλα βλαστήσει πυρουμένη, 
 κἄπειτα σώσει πάνθ’ ἃ πρόσθ’ ἀπώλεσε.

τὰ ὃμοια τούτοις κἀν τοῖς Ὀρφικοῖς εὑρήσομεν
ὦδέ πως γεγραμμένα 
 πάντας γὰρ κρύψας αὖθις φάος ἐς πολυγηθὲς 
 ἐξ ίερᾶς κραδίας ἀνενέγκατο, μέρμερα ῤέζων. 
ἢν δὲ ὁσίως καὶ δικαίως διαβιώσωμεν, μακάριοι μὲν 
ἐνταῦθα, μακαριώτεροι δὲ μετὰ τὴν ἐνθένδε ἀπαλλαγὴν,
οὐ χρόνῳ τινὶ εύδαιμονίαν ἒχοντες, ἀλλ’
ἐν αἰῶνι ἀναπαύσεσθαι δυνάμενοι,
 ἀθανάτοις ἂλλοισιν ὁμέστιοι, αὐτοτράπεξοι 
 ἐόντες, ἀνδρείων ἀχαιῶν (685) ἀπόκληροι ἀτειρεῖς, 
ἡ φιλόσοφος Ἐμπεδοκλέους λέγει ποιητική. οὐχ
οὒτω τις μέγας ἒσται καὶ καθ’ Ἒλληνας ὡς ὐπερέχειν
τὴν δίκην, οὐδὲ σμικρὸς ὡς λαθεῖν.

ὁ δ’
αὐτὸς Ὀρφεὺς καὶ ταῦτα λέγει 
 εἰς δὲ λόγον θεῖον βλέψας τούτῳ προσέδρευε, 
 ἰθύνων κραδίης νοερὸν κύτος· εὖ δ ἐπίβαινε 
 ἀτραπιτοῦ, μοῦνον δ’ ἐσόρα κόσμοιο ἂνακτα, 
 ἀθάνατον.
αὖθις τε περὶ τοῦ θεοῦ, ἀόρατον αὐτὸν λέγων, μόνῳ
γνωσθῆναι ἑνί τινί φησι τὸ γένος Χαλδαίῳ, εἲτε τὸν 
Ἁβραὰμ λέγων τοῦτον, εἲτε καὶ τὸν υἱὸν τὸν αὐτοῦ,
διὰ τούτων,
 εἱ μὴ μουνογενής τις ἀπορρὼξ φύλου ἂνωθεν 
 Χαλδαίων· ἲδρις γὰρ ἒην ἂστροιο πορείης, 
 καὶ σφαίρης κίνμ’ ἀμφὶ χθόνα ὡς περιτέλλει, 
 κυκλοτερές γ’ ἐν ἲσῳ, κατὰ δὲ σφέτεγρον κνώδακα· 
 πνεύματι δ’ ἡνιοχεῖ περί τ’ ἠέρα καὶ περὶ χεῦμα.

εἶτα, οἶον παραφράξων τὸ “ ὁ οὐρανός μοι θρόνος,
ἡ δὲ γῇ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου” ἐπιφέρει
 αὐτὸς δ’ αὖ μέγαν αὖθις ἐπ’ πὐρανὸν ἐστήρικται, 
 χρυέῳ ἐνὶ θρόωῳ· γαίη δ’ ὑπὸ ποσςὶ βέβηκε. 
 χεῖρα δὲ δεξιτερὴν περὶ τέρμασιν Ὡκεανοῖο 

 
 ἐκτέτακεν· ὀρέων δὲ τρέμει βάσις ἔνδοθι θυμῷ, 
 οὐδὲ φέρειν δύναται κρατερὸν μένος. ἐστι δὲ πάντη 
 αὐτὸς ἐπουράνιος, καὶ ἐπὶ χθονὶ πάντα τελευτᾷ, 
 ἀρχὴν αὐτὸς ἔχων καὶ μέσον ἠδὲ τελευτήν. 
 ἄλλως οὐ θεμιτόν σε λέγειν· τρομέω δέ γε γυῖα 
 ἐν νόῳ. ἐξ ὑπάτου κραίνει, 
καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις. διὰ γὰρ τούτων δεδήλωκε πάντα
ἐκεῖνα τὰ προφητικὰ “ὃς ἐὰν ἀνοίξῃ τὸν οὐρανὸν,
τρόμος λήψεται· καὶ ἀπὸ σοῦ ὄρη τακήσεται, ὡς ἀπὸ
 προσώπου πυρὸς τήκεται κηρός.” καὶ τὰ διὰ Ἠσαίου
‘τίς ἐμέτρησε τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πάσαν τὴν
γῆν δρακί;”

Πάλιν ὅταν
αἰθέρος ἠδ’ Ἀΐδου, πόντου, γαίης τε τύραννε,
 ὃς βρονταῖς σείεις βριαρὸν δόμον Οὐλύμποιο, 
 δαίμονες ὃν φρίσσουσι, θεῶν δὲ δέδοικεν ὅμιλος, 
 ᾧ Μοῖραι πείθονται, ἀμείλικτοί περ ἐοῦσαι· 
 ἄφθιτε, μητροπάτωρ, οὑ θυμῷ πάντα δονεῖται, 
 ὃς κινεῖς ἀνέμους, νεφέλῃσί τε πάντα καλύπτεις, 
 πρηστῆρσι σχίζων πλατὺν αἰθέρα. σὴ μὲν ἐν ἄστροις 
 τάξις ἀναλλάκτοισιν ἐφημοσύναισι τρέχουσα· 
 σῷ δὲ θρόνῳ πυρόεντι παρεστᾶσιν πολύμοχθοι 
 ἄγγελοι, οἶσι μέμηλε βροτοῖς ὡς πάντα τελεῖται. 
 σὸν μὲν ἔαρ λάμπει νέον ἄνθεσι πορφυρέοισι· 
 σὸς χειμὼν, ψυχραῖσιν ἐπερχόμενος νεφέλαισιν, 
 σάς ποτε βακχευτὰς Βρόμιος διένειμεν ὀπώρας.

εἶτα ἐπιφέρει, ῥητῶς παντοκράτορα ὀνομάζων
τὸν θεὸν
 ἄφθιτον, ἀθάνατον, ῥητὸν μόνον ἀθανάτοισιν. 
 ἐλθὲ, μέγιστε θεῶν πάντων, κρατερῇ σὺν ἀνάγκῃ, 
 φρικτὸς, ἀήττητος, μέγας, ἄφθιτος, ὃν στέφει αἰθήρ. 
 διὰ μὲν οὖν τοῦ μητροπάτωρ οὐ μόνον τὴν ἐκ μὴ ὄντων 
γένεσιν ἐμήνυσεν, ἐνδέδωκε δὲ ἀφορμὰς τοῖς
τὰς προβολὰς εἰσάγουσι τάχα καὶ σύζυγον νοῆσαι τοῖ

 
θεοῦ· παραφράζει δὲ ἐκείνας τὰς προφητικὰς γραφὰς,
τήν τε διὰ Ὠσηὲ ‟ἰδοὺ ἐγὼ στερεῶν βροντὴν,
κτίζων πνεῦμα, οὗ αἱ χεῖρες τὴν στρατιὰν τοῦ οὐρανοῦ
ἐθεμελίωσαν·” καὶ τὴν διὰ Μώσεως “ἴδετε ἴδετε
ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστι θεὸς ἕτερος πλὴν ἐμοῦ. 
ἐγὼ ἀποκτενῶ, καὶ ζῆν ποιήσω· πατάξω, κἀγὼ ἰάσομαι.
καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἐξελεῖται ἐκ τῶν χειρῶν μου.”
 αὐτὸς δ’ ἐξ ἀγαθοῖο κακὸν θνητοῖσι φυτεύει 
 καὶ πόλεμον κρυόεντα, 
κατὰ τὸν Ὀρφέα.

τοιαῦτα καὶ ὁ Πάριος Ἀρχίλοχος 
λέγει
 ὢ Ζεῦ. σὸν μὲν οὐρανοῦ κράτος, 
 σὺ δ’ ἔργ’ ἐΚ ἀνθρώπους ὁρᾷς 
 λεωργά τε καὶ ἀθέμιστα. 
πάλιν ἡμῖν ᾀσάτω ὁ Ὀρφεὺς Ὀρφεὺς 
 χεῖρα δὲ δεξιτερὴν ἐπὶ τέρματος Ὠκεανοῖο 
 πάντοθεν ἐκτέτακεν· γαίη δ’ ὑπὸ ποσσὶ βέβηκε. 
ταῦτα ἐμφανῶς ἐκεῖθεν εἴληπται ‟κύριος σώσει
κατοικουμένας, καὶ τὴν οἰκουμένην ὅλην καταλήψεται
τῇ χειρὶ 5 ὡς νοσσιὰν, κύριος ὁ ποιήσας τὴν γῆν ἐν 
τῇ ἰσχύι· αὐτοῦ” ὥς φησιν ‘Ιερεμίας “καὶ ἀνορθώσας
τὴν οἰκουμένην ἐν τῇ σοφίᾳ αὐτοῦ. ἔτι πρὸς τοῖσδε
Φωκυλίδης μὲν τοὺς ἀγγέλους δαίμονας καλῶν, τοὺς
μὲν εἶναι ἀγαθοὺς αὐτῶν, τοὺς δὲ φαύλους διὰ τοὐτων
παρίστησιν , ἐπεὶ καὶ ἡμεῖς ἀποστάτας τινὰς πα- 
 ρειλήφαμεν,
 ἀλλ’ ἄρα δαίμονές εἰσιν ἐπ’ ἀνδράσιν ἄλλοτε ἄλλοι, 
 οἱ μὲν ἐπερχομένου κακὸν ἀνέρος ἐκλύσασθαι.

καλῶς οὖν καὶ Φιλήμων ὁ κωμικὸς τὴν εἰδωλολατρίαν
ἐκκόπτει διὰ τούτων 
 οὐκ ἔστιν ἡμῖν οὐδεμία τύχη θεὸς, 

 
 οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ ταὐτόματον ὃ γίγνεται 
 ὡς ἔτυχ’ ἑκάστῳ, προσαγορεύεται τύχη. 
Σοφοκλῆς δὲ ὁ τραγῳδοποιὸς
 οὐδὲ θεοῖς λέγει) αὐθαίρετα πάντα πέλονται, 
 νόσφι Δῖός· κεῖνος γὰρ ἔχει τέλος ἠδὲ καὶ ἀρχήν. 
ὅ τε Ὀρφεὺς
 ἱὲν κράτος, εἶς δαίμων γένετο, μέγας οὐρανὸς αἴθων, 
 ἐν δὲ τὰ πάντα τέτυκται , ἐν ᾧ τάδε πάντα κυκλεῖται, 
 πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ γαῖα, 
 καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις.

Πίνδαρος δὲ ὁ μελοποιὸς 
οἶον ἐκβακχεύεται ἄντικρυς εἰπὼν
 τί θεός ; ὅ τι τὸ πὰν 
καὶ πάλιν
 θεὸς ὁ πάντα τεύχων βροτοῖς. 
 ἐπὰν δὲ εἴπῃ
 τί ἔλπεαι σοφίαν ὀλίγον τοι ἀνὴρ ὑπὲρ ἀνδρὸς ἔχειν; 
 τὰ θεῶν βουλεύματα ἐρευνᾶσαι βροτέᾳ φρενὶ δύσκολον· 
 θνατᾶς δ’ ἀπὸ ματρὸς ἔφυ , 
ἐκεῖθεν ἔσπακε τὴν διάνοιαν τίς ἔγνω νοῦν κυρίου ;
 ἢ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο;

ἀλλὰ καὶ Ἡσίοδος 
δι’ ὧν γράφει συνᾴδει τοῖς προειρημένοις ,
 μάντις δ’ οὐδείς ἐστιν ἐπιχθονίων ἀνθρώπων 
 ὅστις ἂν εἰδείη Ζῆνός νόον αἰγιόχοιο. 
εἰκότως ἄρα Σόλων ὁ Ἀθηναῖος ἐν ταῖς ἐλεγείαις,
 καὶ αὐτὸς κατακολουθήσας Ἡσιόδῳ ,
 πάμπαν δ’ ἀθανάτων ἀφανὴς νόος ἀνθρώποισι, 
γράφει.

Πάλιν τοῦ Μώσεως εἰς μόχθους καὶ πόνους 
διὰ τὴν παράβασιν τέξεσθαι τὴν γυναῖκα προφητεύσαντος
 ποιητής τις οὐκ ἄσημος γράφει

 
 Οὐδέ ποτ᾿ ἦμαρ 
 Παύσονται καμάου καὶ ὀϊζύος, οὐδέ τι νύκτωρ 
 Στεινόμενοι· χαλεπὰς δὲ θεοὶ δώσουσι μερίμνας.

ἓτι Ὃμηρος μὲν εἰπὼν
 αὐτὸς δὲ χρύσεια παὴρ ἐπίταινε τάλαντα· 
δίκαιον τὸν θεὸν μηνύει. Μένανδρος δὲ ὁ κωμικὸς
ἀγαθὸν ἑρμηνεύων τὸν θεόν φησιν,
 ἃπαντι δαίμων άνδρὶ συμπαρίσταται 
 εὐθὺς γενομένῳ μυσταγωγὸς τοῦ βίου 
 ἀγαθός· κακὸν γὰρ δαίμον οὐ νομιστέον 
 εἶναι, βίον βλάπτοντα χρηστόν. 
εἶται ἐπιφέρει
 ἃπαντα δ᾿ ἀγαθὸν εἶναι τὸν θεόν· 
ἢτοι πάντα θεὸν ἀγαθὸν λέγων, ἢ, ὃπερ καὶ μᾶλλον,
ἐν πᾶσι τὸν θεὸν ἀγαθὸν εἶναι.

Πάλιν αὖ Λἰσχύλος μὲν ὁ τραγῳδοποιὸς τὴν
Δύναμιν τοῦ θεοῦ παρατιθέμενος οὐκ ὀκνεῖ καὶ ὓψιστον
Αὐτὸν προσαγορεύειν διὰ τούτων
 χώριζε θνητῶν τὸν θεὸν, καὶ μὴ δόκει 
 ὃμοιον αὐῷ σάκινον καθεστάναι. 
 οὐκ οἶσθά γ᾿ αὐτόν. ποτὲ μὲν ὡς πῦρ φαίνεται, 
 ἂπλατος ὁρμῇ, ποτὲ δ᾿ ὓδωρ, ποτὲ γνόφος, 
 καὶ θηρςὶν αὐτὸς γίνεται παρεμφερὴς, 
 καὶ θηρςὶν αὐτὸς γίνεται παρεμφερὴς, 
 ἀνέμῳ, νεφέλῃ τε, κἀστραπῇ, βροντῇ, βροχῇ. 
 ὑπηρετεῖ δ᾿ αὐτῷ θάλασσα, καὶ πετραι, 
 καὶ πᾶσα πηγὴ, χὒδατος συστήματα· 
 τρέμει δ’ ὂρη καὶ γαῖα, καὶ πελώριος 
 βυθὸς θαλάσσης, καὶ ὀρέων ὓψος, [ἐπὶ] μέγα 
 ἐπὰν ἐπιβλέψῃ γοργὸν ὂμμα δεσπότου· 
 πάντα δυνατὴ γὰρ δόξα ὑψίστου θεοῦ. 
ἆρ᾿ ού δοκεῖ σοι ἐκεῖνο παραφράζειν τὸ “ἀπὸ παροςώπου
κυρίου τρέμει ἡ γῆ;”

Ἐπὶ τούτοις ὁ μαντικώτατος Ἀπόλλων, μαρτυρῶν 
τῇ δόξῃ τοῦ θεοῦ, λέγειν ἀναγκάζεται περὶ
τῆς Ἀθηνᾶς, ἡνίκα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα ἐστράτευον οἱ
Μῆδοι, ὡς ἐδεῖτό τε καὶ ἱκέτευε τὸν Δία περὶ τῆς
 Ἀττικῆς. ἔχει δὲ ὧδε ὁ χρησμὸς
 οὐ δύναται Πάλλας Δί’ Ὀλύμπιον ἐξιλάσασθαι, 
 λισσομένη πολλοῖσι λόγοις , καὶ μήτιδι πυκνῇ. 
 πολλοὺς δ’ ἀθανάτων νηοὺς μαλερῷ πυρὶ δώσει, 
 οἴ που νῦν ἱδρῶτι ῥεεύμενοι ἑστήκασι, 
 δείματι παλλόμενοι, 
καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις.

Θεαρίδας δὲ ἐν τῷ Περὶ φύσεως γράφει “‘Α
ἀρχὰ τῶν ὄντων ἀρχὰ μὲν ὄντως ἀληθινὰ μία. κείνα
γὰρ ἐν ἀρχᾷ τέ ἐστιν ἓν καὶ μόνον.”
 οὐδέ τις ἔσθ’ ἕτερος χωρὶς μεγάλου βασιλῆος, 
Ὀρφεὺς λέγει· ᾧ πειθόμενος ὁ κωμικὸς Δίφιλος
μικωτατα
 Τὸν ὄντα πάντων φησὶ) πατέρα, . . . . . . 
 — — τοῦτον διὰ τέλους τίμα, μόνον 
 ἀγαθῶν τοσούτων εὑρετὴν καὶ κτίστορα.

εἰκότως τοίνυν ὁ Πλάτων’ ἐθίζει τὰς βελτίστας 
φύσεις ἀφικνεῖσθαι πρὸς τὸ μάθημα, ὁ ἐν τῷ πρόσθεν
ἔφαμεν εἶναι μέγιστον , ἰδεῖν τε τἀγαθὸν καὶ ἀναβῆναι
ἐκείνην τὴν ἀνάβασιν. τοῦτο δὴ, ὡς ἔοικεν, οὐκ
 ὀστράκου ἂν εἴη περιστροφὴ, ἀλλὰ ψυχῆς περιαγωγὴ,
ἐκ νυκτερινῆς τινὸς ἡμέρας εἰς ἀληθινὴν τοῦ ὄντος
οὖσαν ἐπάνοδον, ἣν δὴ φιλοσοφίαν ἀληθῆ φήσομεν
εἶναι, καὶ τοὺς ταύτης μετασχόντας τοῦ χρυσοῦ γένους
κρίνει, ἔστε μὲν δὴ πάντες ἀδελφοὶ, λέγων· οἱ
 δὲ τοῦ χρυσοῦ γένους ἀκριβέστατα , καὶ πάντη εἰς.

τοῦ πατρὸς ἄρα καὶ ποιητοῦ ξυμπάντων ἐμφύτως
καὶ ἀδιδάκτως ἀντιλαμβάνεται πάνταπρὸς πάντων, τὰ

 
μὲν ἄψυχα συμπαθοῦντα, τῶν δὲ ζῴων τῶν ἐμψύχων
τὰ μὲν ἤδη ἀθάνατα, τὰ δὲ καθ’ ἡμέραν ἐργαζόμενα·
τῶν δέ τοι θνητῶν τὰ μὲν ἐν φόβῳ καὶ διὰ
τῆς μητρὸς αὐτῶν ἔτι κατὰ γαστρὸς ὀχούμενα, τὰ δὲ
αὐτεξουσίῳ λογισμῷ. καὶ τῶν ἀνθρώπων πάντες 
Ἕλληνές τε καὶ βάρβαροι, γένος δ’ οὐδὲν οὐδαμοῦ
τῶν γεωργούντων οὔτε νομάδων, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν πολιτικῶν
 δύναται ζῆν, μὴ προκατειλημμένον τῇ τοῦ
κρείττονος πίστει. διὸ πᾶν μὲν ἔθνος ἑῷον , πὰν δὲ
ἐσπερίων ἁπτόμενον ᾐόνων , βόρειόν τε καὶ τὰ πρὸς 
τῷ νότῳ πάντα, μίαν ἔχει καὶ τὴν αὐτὴν πρόληψιν
περὶ τοῦ καταστησαμένου τὴν ἡγεμονίαν, εἴ γε καὶ
τὰ καθολικώτατα τῶν ἐνεργημάτων αὐτοῦ διαπεφοίτηκεν
ἐπ’ ἴσης πάντα.

Πολὺ δὲ πλέον οἱ παρ’ Ἕλλησι πολυπράγμονες 
φιλόσοφοι, ἐκ τῆς βαρβάρου ὁρμώμενοι φιλοσοφίας,
τῷ ἀοράτῳ καὶ μόνῳ καὶ δυνατωτάτῳ καὶ τεχνικωτάτῳ
καὶ τῶν ἄλλων καλλίστων αἰτιωτάτῳ τὴν
προνομίαν ἔδωκαν, τὰ ἀκόλουθα τούτοις, εἰ μὴ κατηχηθεῖεν
χηθεῖεν πρὸς ἡμῶν, οὐκ ἐπιστάμενοι , ἀλλ’ οὐδ’ 
 αὐτὸν ὅπως νοεῖσθαι πέφυκε τὸν θεὸν , μόνον δὲ, ὼς
ἤδη πολλάκις εἰρήκαμεν, κατὰ περίφρασιν ἀληθῆ.”

Τοσαῦτα καὶ ὁ Κλήμης. ἀλλ’ ἐπειδὴ διὰ
μακροτέρων ἡμῖν ἡ κατὰ Πλάτωνα παρέστη φιλοσοφία
συνῳδὸς οὖσα κατὰ πλεῖστα τοῖς Ἐβραίων δόγμασιν, 
(ἐφ᾿ οἷς καὶ ἀγάμεθα τὸν ἄνδρα τῆς τε
καὶ τῆς ἄλλης τοῦ ἀληθοῦς εὐγνωμοσύνης,) ὥρα ἐπιθεωρῆσαι
τίνα ταῦτ’ εἶναί φαμεν ἐφ’ ὧν οὐκέθ’
 ὁμοίως περὶ αὐτὸν διακείμεθα, τὴν δὲ νενομισμένην
βάρβαρον τῆς κατ’ αὐτὸν προτιμῶμεν φιλοσοφίας.

Τὰ Ἑβραίων λόγια θεοπρόπια καὶ χρησμοὺς
 θείας ἢ κατὰ ἄνθρωπον δυνάμεως περιέχοντα , θεόν

 
τε αὐθέντην ἐπιγραφόμενα, καὶ πιστούμενά γε τὴν
ἐπαγγελίαν διὰ τῆς τῶν μελλόντων προρρήσεως , διά
τε τῶν συμφώνων τοῖς θεσπίσμασιν ἀποτελεσμάτων,
πάσης λέγεται διεψευσμένης διανοίας ἐκτὸς τυγχάνειν.
 τὰ γοῦν θεῖα λόγια ἁγνὰ, καὶ ἀργύριον πεπυρωμένον,
δοκίμιον τῇ γῇ, κεκαθαρισμένον ἑπταπλασίως, ἀνείρηται.

ἀλλ᾿ οὐ καὶ τὰ Πλάτωνος τοιαῦτα, οὐδὲ 
μὴν ἑτέρου του τῶν έν ἀνθρώποις σοφῶν, οἳ θνητῆς
διανοίας ὄμμασιν ἐπικήροις τε στοχασμοῖς καὶ εἰκασίαις,
 ὄναρ ὥσπερ , ἀλλ᾿ οὐχ ὕπαρ, τῆς τῶν ὄντων
φύσεως ἐπὶ φαντασίαν ἐλθόντες πολὺ τὸ κρᾶμα τοῦ
ψεύδους τῷ τῆς φύσεως ἀληθεῖ συνεπηνέγκαντο,
ὡς μὴ ἀνευρεῖν ἀπάτης καθαρὸν ἐν αὐτοῖς μάθημα.

αὐτίκα γοῦν βραχύ τι τῆς φιλαυτίας εἰ ἐθελήσαίς
 ὑφεῖναι , καὶ φῶς αὐτὸ δυνάμει λογικῆς οὐσίας
ἐπιθεωρῆσαι, γνοίης ἂν τὸν θαυμάσιον φιλόφιλόσοφον
αὐτὸν ἐκεῖνον, τὸν δὴ μόνον πάντων ῾Ελλήνων
ἀληθείας προθύρων ψαύσαντα, ὕλῃ φθαρτῇ καὶ
ξοάνοις βαναύσων χερσὶν εἰς ἀνδρείκελον σχῆμα κατεσκευασμένοις
 τὴν τῶν θεῶν προσηγορίαν καται- 
σχύνοντα, καὶ μετὰ τὸ μέγα τῆς μεγαλοφωνίας ὕψος,
δι᾿ ἧς τὸν πατέρα καὶ δημιουργὸν εἰδέναι τοῦδε τοῦ
παντὸς διετείνατο, ἄνωθέν ποθεν ἐξ ὑπερκοσμίων
ἁψίδων εἰς τὸν κατωτάτω βυθὸν τῆς θεομισοῦς εἰδωλολατρίας
 τῷ δήμῳ τῶν Ἀθηναίων συνωθούμενον·
ὡς μὴ διατρέπεσθαι τὸν Σωκράτην καταβῆναι φάντα
εἰς Πειραιᾶ προσευξόμενον τῇ θεῷ, καὶ τὴν βάρβαρον
ἑορτὴν τοὺς πολίτας τότε πρῶτον ἐπιτελοῦντας θεασόμενον,
καὶ τὸν ἀλεκτρυόνα τῷ Ἀσκληπιῷ θῦσαι 
 ὁμολογοῦντα προστάξαι , τόν τε πάτριον Ἑλλήνων
ἐξηγητὴν, τὸν ἐγκαθήμενον ἐν Δελφοῖς δαίμονα,
θειάζοντα.

διὸ καὶ εἰκότως τῆς ἀφιλοσόφου πλη-

 
 EUSEBII
θύος τὴν αἰτίαν τῆς δεισιδαίμονος πλάνης ἐπιγράψαιτο
ἄν. ἀνάλαβε γοῦν σμικρὸν ἄνωθεν τὸν λόγον,
καὶ θέα οἷά σοι ὁ πάνσοφος μετὰ τὰς ἀσωμάτους καὶ
ἀφθάρτους ἰδέας, καὶ μετὰ θεὸν πρῶτον καὶ δεύτερον
αἴτιον, καὶ μετὰ νοερὰς καὶ ἀθανάτους οὐσίας, 
περὶ τῆς πανδήμου δόξης ἐνομοθέτει, λέγων

“Περὶ δὲ τῶν ἄλλων δαιμόνων εἰπεῖν καὶ γνῶναι
τὴν γένεσιν μεῖζον ἢ καθ᾿ ἡμᾶς. πιστευτέον δὲ
τοῖς εἰρηκόσιν ἔμπροσθεν, ἐκγόνοις μὲν θεῶν οὖσιν,
ὡς ἔφασαν , σαφῶς δέ που τοὺς ἑαυτῶν προγόνους 
εἰδόσιν· ἀδύνατον οὖν θεῶν παισὶν ἀπιστεῖν, καίπερ
ἄνευ εἰκότων καὶ ἀναγκαίων ἀποδείξεων λέγουσιν,
ἀλλ᾿ ὡς οἰκεῖα φασκόντων ἀπαγγέλλειν ἑπομένους τῷ
νόμῳ πιστευτέον. οὕτως οὖν κατ᾿ ἐκείνους ἡμῖν ἡ
γένεσις περὶ τούτων τῶν θεῶν ἐχέτω καὶ λεγέσθω· 
Γῆς τε καὶ Οὐρανοῦ παῖδες Ὠκεανός τε καὶ Τηθὺς
 ἐγενέσθην, τούτων δὲ Φόρκυς Κρόνος τε καὶ ῾Ρέα,
καὶ ὅσοι μετὰ τούτων , ἐκ δὲ Κρόνου καὶ ῾Ρέας Ζεὺς
Ἥρα τε καὶ πάντες ὅσους ἴσμεν πάντας ἀδελφοὺς λεγομένους
αὐτῶν, ἔτι τε τοὺς τούτων ἄλλους ἐκγόνους.”

Διὰ δὴ ταῦτα ἀπολειπτέος ἡμῖν ὁ φιλόσοφος,
οὐ κατὰ φιλόσοφον , οὐδ᾿ αὐτὸς αὑτῷ συμφώνως, τὰς
μυθικὰς τῶν ποιητῶν γενεαλογίας καθυποκρινάμενος.
αὐτοῦ μὲν γὰρ ἦν ἀκοῦσαι φάντος ἐν Πολιτείᾳ τάδε. 
“ἐν τοῖς μείζοσιν, ἦν δ᾿ ἐγὼ, μύθοις ὀψόμεθα καὶ
τοὺς ἐλάττους. δεῖ γὰρ δὴ τὸν αὐτὸν τύπον εἶναι
καὶ ταὐτὸν δύνασθαι τούς τε μείζους καὶ τοὺς ἐλάττους·
 ἢ οὐκ οἴει; Ἔγωγε, ἔφη· ἀλλὰ οὐκ ἐννοῶ οὐδὲ
 
 

 
τοὺς μείζους τίνας λέγεις. οὓς Ἡσίοδός τε καὶ Ὅμηρος, 
εἷπον, ἡμῖν ἐλεγέτην καὶ οἱ ἄλλοι ποιηταί. οὗτοι
γάρ που μύθους τοῖς ἀνθρώποις ψευδεῖς συντιθέντες
ἔλεγόν τε καὶ λέγουσι,” τὰ μικρῷ πρόσθεν τεθειμένα.

πάλιν τε αὐτοῦ ἦν καὶ τὰ δι’ ὧν ἔφησεν 
 Εξαλείψομεν ἄρα, ἦν δ’ ἐγὼ, ἀπὸ τοῦδε τοῦ
ἔπους ἀρξάμενοι , πάντα τὰ τοιαῦτα ,
 βουλοίμην κ’ ἐπάρουρος ἐὼν θητευέμεν ἄλλῳ,” 
καὶ τὰ ἑξῆς· δι’ ὧν τε ἐπίλεγει

“Πἀλιν δὴ Ὀμήρου δεησόμεθα καὶ τῶν ἄλλων
ποιητῶν μὴ ποιεῖν Ἀχιλλέα θεὰς παῖδα,
 ἄλλοτ’ ἐπὶ πλευρὰς κατακείμενον , ἄλλοτε δ’ αὖτε 
 ὕπτιον, 
καὶ τὰ τούτοις ἑπόμενα. οἶς ἐπάγει

‟Ἢ Δία, καθευδόντων τῶν ἄλλων θεῶν τε
ἀνθρώπων ὡς μόνος ἐγρηγορὼς, ἃ ἐβουλεύσατο, τούτων
πάντων ῥᾳδίως ἐπιλαθόμενον διὰ τὴν τῶν ἀφροδισίων
ἐπιθυμίαν , καὶ οὕτως ἐκπλαγέντα ἰδόντα τὴν
Ἥραν, ὥστε μηδ’ εἰς τὸ δωμάτιον ἐλθεῖν ἐθέλειν, 
 ἀλλ’ αὐτοῦ βουλόμενον χαμαὶ συγγίνεσθαι κορύδου
δίκην· καὶ λέγοντα ὡς οὕτως ὑπὸ ἐπιθυμίας ἔχεται,
ὡς οὐδὲ ὅτε πρῶτον ἐφοίτων πρὸς ἀλλήλους ,
 φίλους λήθοντε τοκῆας, 
οὐδὲ Ἄρεος τε καὶ Ἀφροδίτης ὑπὸ Ἡφαίστου δεσμὸν
 δι’ ἕτερα τοιαῦτα.”

Ὡν τοῦτον τὸν τρόπον εἰρημένων τί δῆτα
βούλεται αὐτῷ ἡ μετὰ ταῦτα φωνὴ τοὺς μὲν ποιητὰς
θεῶν παῖδας ὀνομάζουσα, καὶ τό τε ἀπιστεῖν αὐτοῖς
 
 

 
 ἀδύνατου εἶναι φήσασα, χαίπερ ἂνευ εἰχότων καὶ
ἀναγχαίων αὐτοὺς ἀποδείξεων τοὺς περὶ δεῶν μύδους 
πλάσαι μαρτυραμένη;

Τίδὲ ἡ ἂλογος ἐδέλει πί
στις, δέει τῆς ἀπὸ τῶν νόμων τιμωρίας προβεβλη
μένη; πῶς δὲ δεῶν Οὐρανὸς χαὶ Γῆ πρῶτοι, ἒπειτα 
τούτων ἒκγονοι, Ὠκεανὸς καὶ Τηθὺς, Κρόνος τε
καὶ πάντες οἰ πρὸς Ὀμήρου καὶ Ἡσιόδου μυδευόμενοι
παῖδες καὶ ἀδελφοὶ καὶ ἒκγονοι τούτων, ὁπότε ταῦτα
αὐτὰ ἀνῄρει λέγων

“ Ὅπερ, ἦν δ’ ἐγώ, χρὴ πρῶτον καὶ μάλιστα
Μέμφεσθαι, ἂλλως τε καὶ τις μὴ καλῶς ψεύδηται.
Τί τοῦτο; Ὅταν εἰκάζῃ τις κακῶς τῷ λόλῶ περὶ δεῶν
Τε καὶ ἡρώων, οἶοί εἰσιν, ὣσπερ γραφεὺς μηδὲν ἐοικότα
 γράφων οἶς ἂν ὂμοια βουληθῇ γράψαι.” 
Καὶ πάλιν
“Πρῶτον μὲν, ἦν δ’ ἐγὼ, τὸ μέγιστον καὶ περὶ
Τῶν μεγίστων ψεῦδος ὁ εἰπὼν οὐ καλῶς ἐψεύσατο,
ὡς Οὐρανός τε εἰργάσατο ἃ φησι δρᾶσαι αὐτὸν Ἠσίοδος,
ὂ τε αὖ Κφόνος ἐτιμωρήσατο αὑτόν“ καὶ τὰ 
τούτοις ἑξῆς.

Πῶς δὲ οἱ νῦν ψευδεῖς καὶ οὑκ
ἀληδεῖς ποιηταὶ πάλιν οἱ αὐτοὶ δεῶν ἒκγονοι λέγοιντ’
ἂν; ἀλλὰ λὰ ρ τούτων δὴ χάριν ἀπολειπτέος μὲν ἠμῖν
οὖτος, δέει δανάτου τὸν Ἀθηναίων δῆμον καθυποκρινάμενος·
 τιμητέος δὲ Μωςῆς, τά τε Ἐβραίων 
λόγια καθαρᾶς ἐξεχόμενα διόλου τῆς μόνης ἀληδοῦς
καὶ ἀπλανοῦς εὐσεβείας. Θέα δὴ καὶ ἂλλο.

Ἐβραῖοι τὴν μέσην τῶν λογιχῶν φύσιν γεννητὴν,
ἀλλ’ οὐκ ἀγέννητον εἶναί φασι. Ταύτην δὲ
Εἰς νοερὰς οὐσίας διαιροῦντες τῷ λόγῳ πνεύμαα καὶ 
 

 
δυνάμεις καὶ θεοῦ λειτουργοὺς ἀγγέλους τε καὶ ἀρχαγγέλους
ἐπονομάζουσιν· ἐκ δὲ τῆς τούτων ἀποπτώσεως
καὶ παρατροπῆς τὸ δαιμόνων γένος καὶ πὰν τὸ
τῆς ἐναντίας καὶ μοχθηρὰς ἐνεργείας εἶδος εἰσάγουσι.

διόπερ οὐδὲ θεοὺς ἐπιτρέπουσιν ἡγεῖσθαι τοὺς μὴ τὸ 
καλὸν καὶ ἀγαθὸν ἀχώριστον τῆς φύσεως ἐπαγομένους,
ἀλλὰ καὶ τὸ εἶναι οὐ παρ’ ἑαυτῶν, παρὰ δὲ τοῦ
πάντων αἰτίου ἐπενηνεγμένους , τό τε εὑ εἶναι, καὶ
τὴν ἀρετὴν, αὐτό τε τὸ ἀθάνατον, οὔτε τῷ ἐπὶ πάντων
 θεῷ ὁμοίως οὔτε τῷ δι’ οὗ τὰ πάντα συνέστη
ἐπιφερομένους.

ὁ δέ γε Πλάτων’ ἀσωμάτους μὲν
καὶ νοητὰς οὐσίας τὰς λογικὰς φύσεις Ἑβραίοις
ὑφίστησι, διαπίπτει δὲ τῆς ἀκολουθίας, πρῶτον
μὲν ἀγεννήτους εἶναι φάσκων αὐτὰς, ὥσπερ καὶ πᾶσαν
 ψυχὴν , ἔπειτα ἐξ ἀπορροίας τῆς τοῦ πρώτου
αἰτίου συστῆναι λέγων. οὐδὲ γὰρ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος 
αὐτὰς γεγονέναι διδόναι βούλεται.

διὸ καὶ πλειόνων
θεῶν ὑποτίθεται εἶναι γένος, ἀπορροίας τινὰς
καὶ προβολὰς τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου αἰτίου
 τῷ λόγῳ ὑφιστάμενος· εἶναί τε ἀγαθὰς τὴν φύσιν,
οὐδαμῶς οἵας τε τῆς οἰκείας ἐκστῆναι ἀρετῆς , ἔνθεν 
αὐτοὺς καὶ θεοὺς εἷναι δοξάζει.

τούτων δὲ ἕτερον
εἶναι τὸ δαιμόνων φῦλον ἡγεῖται , φαυλότητος ὂν καὶ
μοχθηρίας καὶ τῆς ἐπὶ τὸ χεῖρον τροπῆς δεκτικόν·
 ὧν τοὺς μὲν ἀγαθοὺς, τοὺς δὲ φαύλους εἶναί τε καὶ
ὀνομάζεσθαι. ταῦτα δὲ παρὰ τὰ Ἑβραίοις δοκοῦντα
τοῦτον ὑποθέμενος τὸν τρόπον, οὐκ ἀποδίδωσιν ὁπόθεν
ὑποστῆναι φάναι εἰκὸς τοὺς δαίμονας.

ἐκ μὲν
γὰρ τῆς τῶν σωμάτων ὕλης οὐδεὶς ἂν νοῦν ἔχων
 εἴποι· ἄλογος γὰρ αὕτη· λογικὰ δ’ οὐκ ἄν ποτε ἐξ
ἀλόγου τεχθείη, λογικοὶ δὲ οἱ δαίμονες. εἰ δ’ ἐκ τῆς 
τῶν κρειττόνων ἀπορροίας οὗτοι, καὶ πῶς οὐ θεοὶ

 
καὶ αὐτοὶ τοῖς γεγεννηκόσιν ἐξ ἴσου; πῶς δ’ ἀγαθῆς
οὔσης πηγῆς οὐχ ὅμοια καὶ τὰ παρ’ αὐτῆς ; κακίας δ’
ἐν τοῖς δευτέροις ἡ βλάστη πόθεν ἐξέφυ τῆς ῥίζης
ἄνωθεν ἐξ ἀγαθῶν καὶ δι’ ἀγαθῶν ἰούσης;

πῶς
δ’ ἂν γένοιτο πικρὸν ἀπὸ τοῦ γλυκέος; εἰ δὲ δὴ σκότους 
παντὸς καὶ πικρίας πάσης χαλεπώτερον τὸ τῶν
μοχθηρῶν δαιμόνων γένος, πῶς ἐξ ἀπορροίας λέγοιτ’
ἂν τῆς τῶν κρειττόνων φύσεως; εἰ δὲ ἐκ τῆσδε ἦν,
οὐδ’ ἂν ἐτράπη τῆς οἰκείας λήξεως· εἰ δ’ ἠλλοίωται,
οὐδ’ ἦν τὴν ἀρχὴν ἀπαθὲς τὴν φύσιν· εἰ δ’ οὐ τοιάδε 
 άδε ἦν, καὶ πῶς θεοὶ εἶεν, οἱ· δὴ φαύλης οἶοί τε εἰσὶ
μετέχειν μοίρας;

ἀλλ’ εἰ μήτε τῆς τῶν κρειττόνων
ἀπορροίας μήτ’ αὖ τῆς τῶν σωμάτων ὕλης εἶεν, ὥρα
ἢ ἀγεννήτους λέγειν καὶ πρὸς τῇ ἀγεννήτῳ ὕλῃ τῶν
σωμάτων τρίτον στῖφος λογικῶν ἀγεννήτων ἀντιπαρατάττειν 
τῷ θεῷ, οὐκέτι τε τὸν θεὸν πάντων εἶναι
ποιητὴν καὶ δημιουργὸν τῶν ὅλων ἀποδιδόναι, ἢ
τοῦθ’ ὁμολογοῦντας , καὶ τὰ μὴ ὄντα ποιεῖν αὐτὸν
τοῖς Ἑβραίων συμφώνως ὁμολογεῖν λόγοις.

τίνα
δὲ οἵδε περὶ τῶνδε ἐκδιδάσκουσι ; τὴν μέσην τῶν λογικῶν 
 φύσιν οὔτ’ ἐκ τῆς τῶν σωμάτων ὕλης οὔτ’
ἐξ ἀπορροίας τῆς ἀγεννήτου καὶ ἀεὶ κατὰ τὰ αὐτὰ
καὶ ὡσαύτως ἐχούσης οὐσίας ὑποστῆναί φασι· μὴ
οὖσαν δὲ πρότερον δυνάμει δραστηρίῳ τοῦ πάντων
αἰτίου γεγονέναι.

ταύτῃ τε μὴ θεοὺς εἶναι, μηδὲ 
κυρίως τῆσδε τῆς προσηγορίας ἠξιῶσθαι, ὅτι μηδὲ
τὴν φύσιν ἰσοῦται τῷ πεποιηκότι , μηδ’ ἀχώριστον
ὁμοίως τῷ θεῷ τὸ ἀγαθὸν ἐφέλκεται, τό τε τῷ καλῷ
 ἐναντίον ἐστὶν ὅτε καὶ δέξοιτ’ ἂν ὀλιγωρίᾳ τῆς περὶ τὸ
κρεῖττον σχολῆς, ἣν αὐτὸς ἕκαστος αὐτῷ κατείργασται, 
τῆς οἰκείας ὁρμῆς τε καὶ γνώμης πεφυκὼς κύριος.
ταῦτα καὶ περὶ τάδε. μετίωμεν δὲ καὶ ἐφ’ ἕτερα.

Ἑβραίοις ὁμοίως τὴν ψυχὴν ἀθάνατον ὑποθέμενος, 
καὶ τῷ θεῷ ὁμοίαν αὐτὴν εἰπὼν, οὐκέτ’
ἀκολούθως αὐτοῖς ποτὲ μὲν αὐτῆς τὴν οὐσίαν σύνθετον
εἶναί φησιν, ὡς ἂν μέρος μέν τι ἐπαγομένης
 τῆς ἀμερίστου καὶ ἀεὶ κατὰ τὰ αὐτὰ ἐχούσης αἰτίας,
καὶ μέρος περὶ τὰ σώματα μεριστῆς φύσεως.

λέγει
δ’ οὖν αὐτοῖς ῥήμασιν ἐν Τιμαίῳ 
 ‟ ῾Ο δὲ καὶ γενέσει καὶ ἀρετῇ προτέραν καὶ πρεσβυτέραν
ψυχὴν σώματος, ὡς δεσπότιν καὶ ἄρξουσαν
 ἀρξομένου , συνεστήσατο ἐκ τῶνδε καὶ τοιῷδε τρόπῳ. 
τῆς ἀμερίστου καὶ ἀεὶ κατὰ τὰ αὐτὰ ἐχούσης οὐσίας,
καὶ τῆς αὖ περὶ τὰ σώματα γινομένης μεριστῆς, τρίτον
ἐξ ἀμφοῖν ἐν μέσῳ συνεκεράσατο οὐσίας εἶδος,
τῆς τε ταυτοῦ φύσεως αὖ πέρι καὶ τῆς τοῦ ἑτέρου,
 καὶ κατὰ τὰ αὐτὰ συνέστησεν ἐν μέσῳ τοῦ τε ἀμεροῦς 
αὐτῶν καὶ τοῦ κατὰ τὰ σώματα μεριστοῦ. καὶ
τρία λαβὼν αὐτὰ ὄντα συνεκεράσατο εἰς μίαν πάντα
ἰδέαν, τὴν θατέρου φύσιν δύσμικτον οὖσαν εἰς ταὐτὸ
ξυναρμόττων βίᾳ.”

Ἔνθεν εἰκότως αὐτῷ καὶ τὸ παθητικὸν
τῷ λόγῳ τῆς οὐσίας αὐτῇ συνῆπται. ἀλλὰ τοτὲ μὲν 
ὧδε περὶ ψυχῆς οὐσίας διείληφε, τοτὲ δὲ ἄλλο τι
χεῖρον περιτίθησιν αὐτῇ ἀτόπημα, τὴν θείαν ἐκείνην
καὶ οὐράνιον , τὴν ἀσώματον καὶ λογικὴν, τὴν θεῷ
 ὁμοίαν καὶ δι’ ἀρετῆς μέγεθος τὰς οὐρανίους ὑπερπαίουσαν
ἀψῖδας, ἄνωθέν ποθεν ἐκ τῶν ὑπερκοσμίων
ἐπὶ ὄνους καὶ λύκους καὶ μύρμηκας καὶ μελίττας
κατιέναι φάσκων, καὶ τούτ’ ᾦ πιστεύειν ἡμᾶς παρακαλῶν
τῷ λόγῳ ἄνευ τινὸς ἀποδείξεως.

λέγει δ’
 οὖν ἐν μὲν τῷ περὶ ψυχῆς τάδε 
 

 
 Καὶ μέχρι γε τούτου πλανῶνται, ἕως ἂν τῇ τοῦ
σωματοειδοῦς τοῦ ξυνεπακολουθοῦντος ἐπιθυμίᾳ πάλιν
ἐνδεθῶσιν εἰς σῶμα. ἐνδοῦνται δὲ, ὥσπερ εἰκὸς,
εἰς τὰ τοιαῦτα ἤθη, ὁποῖα ἄττ’ ἂν καὶ μεμελετηκυῖαι
τύχωσιν ἐν βίῳ.

Τὰ ποῖα δὴ ταῦτα λέγεις, ὢ Σώκρατες; 
Οἶον τοὺς μὲν τὰς γαστριμαργίας τε καὶ
ὕβρεις καὶ φιλοποσίας μεμελετηκότας καὶ μὴ διευλαβουμένους
εἰς τὰ τῶν ὄνων γένη καὶ τῶν τοιούτων
θηρίων εἰκὸς ἐνδύεσθαι· ἣ οὐκ οἴει; Πάνυ μὲν οὖν
εἰκὸς λέγεις.

Τοὺς δέ γε ἀδικίας καὶ τυραννίδας 
καὶ ἁρπαγὰς προτετιμηκότας εἰς τὰ τῶν λύκων τε καὶ
 ἱεράκων καὶ ἰκτίνων γένη· ἢ ποῖ ἂν ἄλλοσε φαῖμεν
τὰς τοιαύτας ἰέναι; Ἀμέλει, ἔφη ὁ Κέβης, εἰς τὰ τοιαῦτα.
Οὐκοῦν, ἦ δ’ ὃς, δῆλα δὴ καὶ τἄλλα, ᾗ
ἑκάστη ἴοι κατὰ τὰς αὐτῶν ὁμοιότητας τῆς μελέτης.

Δῆλον δὴ, ἔφη· πῶς δ’ οὔ; Οὐκοῦν εὐδαιμονέστατοι,
στατοι, ἔφη, καὶ τούτων εἰσὶ καὶ εἰς βέλτιστον τόπον
ἰόντες οἶ τὴν δημοτικὴν καὶ πολιτικὴν ἀρετὴν ἐπιτετηδευκότες,
ἣν δὴ καλοῦσι σωφροσύνην τε καὶ δικαιοσύνην,
ἐξ ἔθους τε καὶ μελέτης γεγονυῖαν, ἄνευ 
 φιλοσοφίας τε καὶ νοῦ; νοῦ; δὴ οὗτοι εὐδαιμονέστατοι;
Ὅτι τούτους εἰκός ἐστιν εἰς τοιοῦτον πάλιν ἀφικνεῖσθαι
πολιτικὸν καὶ ἥμερον γένος , ἤπου μελιττῶν ἢ
σφηκῶν ἢ μυρμήκων , ἢ καὶ εἰς αὐτό γε πάλιν τὸ
άυθρώπινον γένος.”

Καὶ ἐν τῷ Φαιδρῷ δὲ ἐπάκουσον ὁποῖα
διέξεισιν 
 ‟Εἰς μὲν γὰρ τὸ αὐτὸ ὅθεν ἥκει ψυχὴ
οὐκ άφικνεῖται ἐτῶν μυρίων· οὐ γὰρ πτεροῦται πρὸ
 
 

 
τοσούτου χρόνου, πλὴν ἡ τοῦ φιλοσοφήσαντος ἀδόλως
ἢ παιδεραστήσαντος μετὰ φιλοσοφίας. αὗται δὲ
τρίτῃ περιόδῳ τῇ χιλιετεῖ, ἐὰν ἕλωνται τρὶς ἐφεξῆς
τὸν βίον τοῦτον, οὕτω πτερωθεῖσαι τρισχιλιοστῷ ἔτει
 ἀπέρχονται. αἱ δὲ ἄλλαι, ὅταν τὸν πρῶτον βίον τελευτήσωσι,
κρίσεως ἔτυχον· κριθεῖσαι δὲ αἶ μὲν εἰς 
τὰ ὑπὸ γῆς δικαιωτήρια ἐλθοῦσαι δίκην τίνουσιν, αἶ
δ’ εἰς τοῦ οὐρανοῦ τινὰ τόπον ὑπὸ τῆς δίκης κουφισθεῖσαι
διάγουσιν ἀξίως οὗ ἐν ἀνθρώπου εἴδει
 ἐβίωσαν βίου. τῷ δὲ χιλιοστῷ ἀμφότεραι ἀφικνούμεναι
ἐπὶ κλήρωσίν τε καὶ αἵρεσιν τοῦ δευτέρου βίου,
αἱροῦνται ὃν ἂν ἐθέλῃ ἑκάστη. ἔνθα δὴ καὶ εἰς θηρίου
βίον ἀνθρωπίνη ψυχὴ ἀφικνεῖται καὶ ἐκ θηρίου,
ὅς ποτε ἄνθρωπος ἦν, πάλιν εἰς ἄνθρωπον.”

Καὶ ταῦτα μὲν ἐν Φαιδρῷ· ἐν δὲ τῇ Πολιτείᾳ
τοιάδε γράφοντος ἄκουε 
 Ἰδεῖν μὲν γὰρ ἔφη ψυχὴν τήν ποτε Ὀρφέως γενομένην 
κύκνου βίον αἱρουμένην, μίσει τοῦ γυναικείου
γένους διὰ τὸν ὑπ’ ἐκείνων θάνατον οὐκ ἐθέλουσαν
 ἐν γυναικὶ γεννηθεῖσαν γενέσθαι. ἰδεῖν δὲ
τὴν Θαμύρου ἀηδόνος ἑλομένην· ἰδεῖν δὲ κύκνον
μεταβάλλοντα εἰς ἀνθρωπίνου βίου αἵρεσιν, καὶ ἄλλα
ζῷα μουσικὰ ὡσαύτως, ὡς τὸ εἰκός.

τὴν δὲ λαχοῦσαν
ψυχὴν ἑλέσθαι λέοντος βίον, εἶναι δὲ τὴν Αἵαντος
 τοῦ Τελαμωνίου, φεύγουσαν ἄνθρωπον γενέσθαι,
μεμνημένην τῆς τῶν ὅπλων κρίσεως. τὴν δὲ ἐπὶ 
τούτῳ τοῦ Ἀγαμέμνονος, ἐχθρὰν καὶ ταύτην τοῦ ἀνθρωπίνου 
γένους διὰ τὰ πάθη ἀετοῦ διαλλάξαι βίον.
ἐν μέσοις δὲ λαχοῦσαν τὴν Ἀταλάντης ψυχὴν , κατιδοῦσαν
 μεγάλας τιμὰς ἀθλητοῦ ἀνδρὸς, οὐ δύνασθαι
 

 
παρελθεῖν , ἀλλὰ λαβεῖν. μετὰ δὲ ταύτην ἰδεῖν τὴν
Ἐπειοῦ τοῦ Πανοπέως εἰς τεχνικῆς γυναικὸς ἰοῦσαν
φύσιν πόρρω δὲ ἐν ὑστάτοις ἰδεῖν τὴν τοῦ γελωτοποιοῦ
Θερσίτου πίθηκον ἐνδυομένην.

κατὰ
 τύχην δὲ τὴν Ὀδυσσέως λαχοῦσαν πασῶν ὑστάτην, 
αἱρησομένην ἰέναι· μνήμῃ δὲ τῶν προτέρων πόνων
φιλοτιμίας λελωφηκυῖαν ζητεῖν περιιοῦσαν χρόνον
πολὺν βίον ἀνδρὸς ἰδιώτου καὶ ἀπράγμονος, καὶ
μόγις εὑρεῖν κείμενόν που καὶ παρημελημένον ὑπὸ
τῶν ἄλλων, καὶ εἰπεῖν ἰδοῦσαν ὅτι ταῦτ’ ἂν ἔπραξε 
καὶ πρώτη λαχοῦσα, καὶ ἀσμένην ἑλέσθαι. καὶ ἐκ
τῶν ἄλλων δὲ θηρίων ὡσαύτως εἰς ἀνθρώπους ἰέναι
καὶ εἰς ἄλληλα, τὰ μὲν ἄδικα εἰς τὰ ἄγρια, τὰ δὲ
 δίκαια εἰς τὰ ἥμερα μεταβαλόντα, καὶ πάσας μίξεις
μίγνυσθαι.”

Τοσαῦτα περὶ ψυχῆς ὁ Πλάτων’ εἰπὼν δῆλός
ἐστιν Αἰγυπτιάζων τῷ δόγματι· οὐ γὰρ Ἑβραίων ὁ
λόγος, ὅτι μηδὲ ἀληθείᾳ φίλος. τοῦτο δ’ οὐ καιρὸς
ἀπελέγχειν, ὅτι μηδ’ αὐτὸς δι’ ἀποδείξεων· ἐνεχείρησε
τῷ προβλήματι. τοσοῦτον δ’ εὐλόγως τις ἂν ἐπισημήναιτο, 
ὡς οὐκ ἦν σύμφωνα τὸν αὐτὸν λέγειν ἅμα
τῇ τελευτῇ τὰς ψυχὰς τῶν ἀσεβῶν ἐνθένδε ἀπαλλαττομένας
δίκας εἰς Ἅιδου ὧν ἔδρασαν διδόναι κἀκεῖσε
τιμωρεῖσθαι εἰς ἄπειρον, καὶ πάλιν φάσκειν αὐτὰς
τοὺς ἐνταῦθα βίους κατὰ γνώμην οἰκείαν αἱρεῖσθαι.

ἐνδεῖσθαι γὰρ αὐτὰς εἰς σῶμά φησιν ἐπιθυμίᾳ
τοῦ σωματοειδοῦς· καὶ τὰς μὲν ὕβρει καὶ γαστριμαργίᾳ
ἐντραφείσας ὄνους γίνεσθαι, θηρίων τε ἄλλων
 ὑποδύνειν σώματα, κατὰ γνώμην, ἀλλ’ οὐ κατὰ δίκην
ταῦτα αἱρουμένας· τοὺς δὲ ἀδίκους καὶ ἅρπαγας λύκους 
καὶ ἰκτῖνας γίγνεσθαι, ἐθελοντὰς ἐπὶ τοῦτ’
ἐλθόντας. εἶτα Ὀρφέως μὲν ψυχὴν κύκνον εἶναι

 
θελῆσαι· Θαμύρου δὲ ἀηδόνος , Θερσίτην δὲ πιθήκου
βίον ἑλέσθαι.

ποῦ δ’ ἂν εἴη τὰ τῆς μετὰ
τὴν ἐνθένδε ἀπαλλαγὴν κρίσεως , ἣν ἐν μὲν τῷ περὶ
ψυχῆς ὑπογράφων φησὶν, ὡς 
 “Ἐπειδὰν ἀφίκωνται οἱ τετελευτηκότες εἰς τὸν
τόπον οἷ ὁ δαίμων ἕκαστον κομίζει , . . . καὶ οἳ μὲν ἂν
δόξωσι μέσως βεβιωκέναι, πορευθέντες ἐπὶ τὸν Ἀχέροντα, 
ἀναβάντες ἃ δὴ αὐτοῖς ὀχήματά ἐστιν , ἐπὶ
τούτων ἀφικνοῦνται εἰς τὴν λίμνην, καὶ ἐκεῖ οἰκοῦσί
 τε καὶ καθαιρόμενοι τῶν τε ἀδικημάτων διδόντες δίκας
ἀπολύονται, εἴ τίς τι ἠδίκηκε, τῶν τε εὐεργεσιῶν
τιμὰς φέρονται κατὰ τὴν ἀξίαν ἕκαστος. οἳ δ’ ἂν
δόξωσιν ἀνιάτως ἔχειν διὰ τὰ μεγέθη τῶν ἁμαρτημάτων,
ἢ ἱεροσυλίας πολλὰς καὶ μεγάλας ἢ φόνους
 ἀδίκους καὶ παρανόμονς πολλοὺς ἐξειργασμένοι, ἢ
ἄλλα ὅσα τοιαῦτα τυγχάνει ὄντα , τούτους δὲ ἡ προσήκουσα
μοῖρα ῥίπτει εἰς τὸν Τάρταρον, ὅθεν οὔ ποτε
ἐκβαίνουσι.”

Καὶ τὰ μὲν περὶ τῶν ἀσεβῶν ὧδέ πη διῆλθε.
 περὶ δὲ τῶν εὐσεβῶν ἐπάκουσον ὥς φησι 
 “Τούτων δὲ αὐτῶν οἱ φιλοσοφίᾳ ἱκανῶς καθηράμενοι
ἄνευ τε καμάτων ζῶσι τὸ παράπαν εἰς τὸν
ἔπειτα χρόνον, καὶ εἰς οἰκήσεις ἔτι τούτων καλλίους
ἀφικνοῦνται, ἃς οὔτε ῥᾴδιον δηλῶσαι οὔτε ὁ χρόνος
 ἱκανὸς ἐν τῷ παρόντι.”

Καὶ ἐν τῷ Γοργίᾳ δὲ πρόσχες τί καί φησι 
 Τὸν μὲν δικαίως τὸν βίον διελθόντα καὶ ὁσίως,
ἐπειδὰν τελευτήσῃ, εἰς μακάρων νήσους ἀπιόντα
οἰκεῖν ἐν πάσῃ εὐδαιμονίᾳ ἐκτὸς κακῶν, τὸν δὲ 
 
 

 
ἀδίκως καὶ ἀθέως εἰς τὸ τῆς τίσεως τε καὶ δίκης δεσμωτήριον,
ὃ δὴ Τάρταρον καλοῦσιν, ἰέναι... οἱ δ’
ἂν τὰ ἔσχατα ἀδικήσωσι καὶ διὰ τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα
ἀνίατοι γένωνται, ἐκ τούτων τὰ παραδείγματα
γίγνεται, καὶ οὗτοι αὐτοὶ μὲν οὐκέτι ὀνίνανται, ἅτε 
 ἀνίατοι ὄντες, ἄλλοι δὲ ὀνίνανται οἱ τούτους ὁρῶντες
διὰ τὰς ἁμαρτίας τὰς μεγίστας καὶ ὀδυνηρότατα
καὶ φοβερώτατα πάθη πάσχοντας τὸν ἀεὶ χρόνον,
ἀτεχνῶς παραδείγματα ἀνηρτημένους ἐκεῖ Ἅιδουἐν
τῷ δεσμωτηρίῳ, τοῖς ἀεὶ τῶν ἀδίκων ἀφικνουμένοις 
θεάματα καὶ νουθετήματα.”

Ταῦτα πῶς ἂν δύναιτο συνᾴδειν τοῖς περὶ
ἀμοιβῆς σωμάτων, ἃ τὴν ψυχὴν μετιοῦσαν αἱρεῖσθαι
φάσκουσι, λόγοις; πῶς γὰρ ἂν ἡ αὐτὴ τιμωρίας καὶ
δεσμωτήρια καὶ τοσαύτην δίκην εἰς τὸν ἀεὶ χρόνον 
μετὰ τὴν ἐνθένδε τελευτὴν ὑφέξει, καὶ πάλιν οἵα τις
ἀνειμένη καὶ δεσμῶν ἐλευθέρα βίους ἕλοιτ’ ἂν οὓς
ἂν ἐθέλῃ 5 εἰ δὲ τὰ καθ’ ἡδονὴν μέλλοι πάλιν αἱρεῖσθαι,
καὶ ποῦ τὸ τῆς τίσεως τε καὶ δίκης δεσμωτήριον;
ριον ; μυρία δ’ ἂν καὶ ἄλλα τις ἐπὶ σχολῆς ἐπιλάβοιτ’ 
ἂν τοῦ λόγου, ὧν οὐ καιρὸς τὴν διάνοιαν μηκύνειν.

καὶ τὸ μὲν πρῶτον ὀλίσθημα τῆς τοῦ Πλάτωνος
περὶ τῶνδε δόξης ταύτῃ πη πέφανται· τὸ δ’ ἕτερον
τῆς τοῦ δόγματος διασκευῆς, δι’ οὗ τὸ μέν τι θεῖον
καὶ λογικὸν εἶναι τῆς ψυχῆς , τὸ δέ τι μέρος αὐτῆς 
ἄλογον καὶ παθητικὸν τυγχάνειν ὡρίσατο, καὶ πρὸς
τῶν αὐτοῦ γνωρίμων κατέγνωσται, ὡς μαθεῖν ἔνεστιν
ἀπὸ τῶν τοιῶνδε λόγων

“Περὶ δὲ τῆς κατὰ Πλάτωνα ψυχῆς, ἥν
φησιν ἐξ ἀπαθοῦς καὶ παθητῆς οὐσίας συστῆναι ὑπὸ 
τοῦ θεοῦ, ὡς ἐκ λευκοῦ καὶ μέλανος τῶν μέσων τι
χρωμάτων, ἐκεῖνα ἔχομεν εἰπεῖν, ὅτι ἀνάγκη χρόνῳ

 
διαστάσεως αὐτῶν γιγνομένης ἀφανισθῆναι αὐτὴν, 
ὡς τὴν τοῦ μέσου χρώματος σύστασιν, ἐπὶ τὰ οἰκεία
ἑκάστου ἐξ ὧν συνέστη ἐν χρόνῳ φύσει χωριζομένου.
εἰ δὲ τοῦτο, φθαρτὴν ἀποφανοῦμεν , ἀλλ’ οὐκ ἀθάνατον
 τὴν ψυχήν.

εἰ γὰρ τοῦτο ὁμολογεῖται, μηδὲν
τῶν ἐν τῇ φύσει ὄντων ἄνευ τοῦ ἐναντίου εἶναι, τά
τε ἐν τῷ κόσμῳ ἐκ τῆς τῶν ἐναντίων φύσεως ὑπὸ
τοῦ θεοῦ κεκοσμῆσθαι, φιλίαν αὐτοῖς καὶ κοινωνίαν
ἐμποιήσαντος αὐτοῦ , οἶον τῷ ξηρῷ πρὸς τὸ ὑγρὸν,
 καὶ τῷ θερμῷ πρὸς τὸ ψυχρὸν , τῷ τε βαρεῖ πρὸς τὸ
κοῦφον, λευκῷ τε πρὸς τὸ μέλαν, γλυκεῖ τε πρὸς τὸ
πικρὸν, σκληρῷ τε πρὸς τὸ μαλακὸν , καὶ πᾶσι τοῖς 
τοιούτοις μίαν ἄλλην πάντων κοινωνίαν , τῇ τε ἀπαθεῖ
οὐσίᾳ πρὸς τὴν παθητὴν , τὰ δὲ κραθέντα καὶ
 μιχθέντα χωρισμὸν τὸν ἀπ’ ἀλλήλων ἐν χρόνῳ φύσει
ἐπιδέχεται, ἡ δὲ ψυχὴ ἐξ ἀπαθοῦς καὶ παθητῆς οὐσίας
γεγονέναι ὑποκείσεται, ἀνάγκη ὡς τὸ μέσον
χρῶμα οὕτω καὶ ταύτην ἐν χρόνῳ φύσει ἀφανισθῆναι,
τῶν ἐν τῇ συστάσει αὐτῆς ἐναντίων ἐπὶ τὴν οἰκείαν
 φύσιν ἐπειγομένων.

ἡ γὰρ οὐχ ὁρῶμεν καὶ
τὸ φύσει βαρὺ , κἂν ὑφ’ ἥμων ἤ τινος ἔξωθεν φυσικῆς
προσγενομένης αὐτῷ κουφότητος ἄνω φέρηται, 
ὡς αὐτὸ ὁμοίως ἐπὶ τὴν οἰκείαν φύσιν κάτω βιάζεται;
ὁμοίως δὲ καὶ τὸ φύσει κοῦφον κατὰ τὰς ὁμοίας ἕξωθεν
 αἰτίας κάτω φερόμενον, ὡς αὐτὸ ὁμοίως ἐπὶ τὰ
ἄνω βιάζεται; τὰ γὰρ ἐκ δύο τινῶν ἀλλήλοις ἐναντίων
εἰς ταὐτὸν συναχθέντα ἀδύνατον ἐν τῷ αὐτῷ
ἀεὶ εἶναι, μὴ τρίτου τινὸς τῆς τῶν ὄντων οὐσίας ἀεὶ
ἐνόντος αὐτοῖς.

ἀλλὰ γὰρ οὐκ ἔστι ψυχὴ τρίτον
 τι πρᾶγμα ἐκ δύο ἐναντίων ἀλλήλοις σύνθετον, ἁπλοῦν
δὲ καὶ τῇ αὐτῇ φύσει ἀπαθὲς καὶ ἀσώματον· ὅθεν 
Πλάτων’ καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ἀθάνατον αὐτὴν ἔφασαν

 
εἶναι.

ἐπειδὴ δὲ τὸν ἄνθρωπον ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος
κοινός ἐστι πάντων λόγος γεγονέναι, τὰ δ᾿ ἐν
ἡμῖν ἄνευ σώματος ἑκουσίως καὶ ἀκουσίως γιγνόμενα
πάθη τῆς ψυχῆς εἶναι λέγεται, οἶ μὲν πολλοὶ τούτῳ
τεκμαιρόμενοι παθητὴν εἶναι τὴν οὐσίαν αὐτῆς, θνητὴν 
αὐτὴν εἶναι λέγουσι καὶ σωματοειδῆ, ἀλλ᾿ οὐκ
ἀσώματον.

ὁ δὲ Πλάτων᾿ τῷ φύσει αὐτῆς ἀπαθεῖ
 προσηναγκάσθη τὴν παθητὴν οὐσίαν προσυφᾶναι.
ὅτι δὲ μηδετέρως ἔχει , ἐξ ὧν ἑκάτεροι εἰρήκασι, Πλάτων
τε καὶ οἶ ἄλλοι, πειρασόμεθα τῷ λόγῳ, τὰς ἐν 
ἡμῖν ἐνεργούσας δυνάμεις παραθέντες, προσβιβάσαι.”

Ταῦτά μοι ἀπὸ τῶν Σεβήρου τοῦ Πλατωνικοῦ
Περὶ ψυχῆς προκείσθω. σκέψαι δὲ πρὸς τοῖς εἰρημένοις
καὶ τόδε περὶ τῆς οὐρανοῦ καὶ τῶν ἐν αὐτῷ 
φωστήρων ἀρχῆς.

Συμφώνως Ἑβραίοις καὶ τὸν περὶ οὐρανοῦ
καὶ τῶν ἐν αὐτῷ φαινομένων ἀποδοὺς λόγον,
καθ᾿ ὃν γεννητὰ εἶναι πρὸς τοῦ τῶν ὅλων αἰτίου
πεποιημένα μετέχειν τε τῆς σωματικῆς καὶ φθαρτῆς 
οὐσίας συνέστη, οὐκέθ᾿ ὁμοίως Ἑβραίοις σέβειν αὐτὰ
νομοθετεῖ καὶ θεοὺς ἡγεῖσθαι, ὧδε φάσκων ἐν Ἑπινομίδι

“ Τίνα δὴ καὶ σεμνύνων ποτὲ λέγω θεὸν, ὦ
Μέγιλλε καὶ Κλεινία ; σχεδὸν οὐρανὸν, ὃν καὶ δικαιότατον, 
ὡς ξύμπαντες ἄλλοι δαίμονες ἅμα καὶ θεοὶ,
 τιμᾶν τε καὶ εὔχεσθαι διαφερόντως αὐτῷ· τὸ δὲ καὶ
τῶν ἄλλων αἴτιον ἀγαθῶν πάντων ἡμῖν αὐτὸν γεγονέναι
πάντες ἂν ὁμολογοῖμεν.”

Εἶθ᾿ ὑποβὰς ἐν τῷ αὐτῷ προστίθησι ταῦτα 
 

 
 “Θεοὺς δὲ δὴ τοὺς ὁρατοὺς, μεγίστους καὶ τιμιωτάτους
καὶ ὀξύτατον ὁρῶντας πάντη, τοὺς πρώτους
τὴν τῶν ἄστρων φύσιν λεκτέον, καὶ ὅσα μετὰ τούτων
αἰσθανόμεθα γεγονότα, μετὰ δὲ τούτους καὶ ὑπὸ
 τούτοις ἑξῆς δαίμονας, ἀέριον δὲ γένος , ἔχον ἔδραν
τρίτην καὶ μέσην, τῆς ἑρμηνείας αἴτιον, εὐχαῖς τιμᾶν
μάλα χρεὼν χάριν τῆς εὐφήμου διαπορείας.”

Διὰ τούτων θεοὺς εἰπὼν εἰναι τοὺς δηλωθέντας
περὶ τῆς πρώτης αὐτῶν συστάσεως φυσιολογῶν
 ἐν Τιμαίῳ τάδε διεξέρχεται 
 “Ὅ τι πυρ’ πρὸς τὸν ἀέρα, τοῦτο ἀὴρ πρὸς ὕδωρ,
καὶ ὅ τι ἀὴρ πρὸς ὕδωρ, τοῦτο ὕδωρ πρὸς τὴν γῆν,
ξυνέδησε καὶ ξυνεστήσατο οὐρανὸν ὁρατὸν καὶ ἁπτόν.
καὶ διὰ ταῦτα ἔκ τε δὴ τούτων τοιούτων καὶ τὸν ἀριθμὸν
 τεττάρων τὸ τοῦ κόσμου σῶμα ἐγενήθη δι’ ἀναλογίας
λογίας ὁμολογῆσαν, φιλίαν τε ἔσχεν ἐκ τούτων, ὥστ’
εἰς ταὐτὸν αὑτῷ ξυνελθὸν ἄλυτον ὑπὸ τῶν ἄλλων
πλὴν ὑπὸ τοῦ ξυνδήσαντος γενέσθαι.”

Εἶτ’ ἐπιλέγει 
 “Ψυχὴν δ’ εἰς τὸ μέσον αὐτοῦ θεὶς διὰ παντός
τε ἔτεινε καὶ ἔτι ἔξωθεν τὸ σῶμα αὐτῇ περιεκάλυψε,
καὶ κύκλῳ δὴ κύκλον στρεφόμενον οὐρανὸν ἕνα μόνον
ἔρημον κατέστησε.”

Καὶ πάλιν ὑποβὰς ἐπιφέρει λέγων 
 “Ἐξ οὖν λόγου καὶ διανοίας θεοῦ τοιαύτης πρὸς
χρόνου γένεσιν, ἔνα γενηθῇ χρόνος, ἥλιος καὶ σελήνη,
καὶ πέντε ἄλλα ἄστρα, ἐπίκλην ἔχοντα πλάνητες,
τες, εἰς διορισμὸν καὶ φυλακὴν ἀριθμῶν χρόνου γἐγονε·
σώματα δὲ αὐτῶν ἑκάστων ποιήσας ὁ θεὸς ἔθηκεν
 εἰς τὰς περιφορὰς , ἃς ἡ θατέρου περίοδος ᾔει.”

Καὶ ἐπιλέγει 
 ‟Δεσμοῖς τε ἐμψύχοις σώματα δεθέντα ζῷα
τό τε προσταχθὲν ἔμαθε.”

Καὶ ἐν τῷ δεκάτῳ τῶν Νόμων καθόλου περὶ
πάσης ψυχῆς ἀποφαίνεται λέγων ὧδε 
 “Μεταβάλλει μέντοιγε πάνθ’ ὅσα μέτοχά ἐστι
ψυχῆς , ἐν ἑαυτοῖς κεκτημένα τὴν τῆς μεταβολῆς αἰτίαν·
μεταβαλόντα δὲ φέρεται κατὰ τὴν τῆς εἱμαρμένης
τάξιν καὶ νόμον· μικρότερα μὲν τῶν ἠθῶν
μεταβαλόντα ἐλάττω κατὰ τὸ τῆς χώρας ἐπίπεδον μεταπορεύεται, 
 πλείω δὲ καὶ ἀδικώτερα μεταπεσόντα
εἰς βάθος.”

Εἰ δὴ οὖν μεταβάλλει πάνθ’ ὅσα μέτοχά ἐστι
ψυχῆς ἐν ἑαυτοῖς κεκτημένα τὴν τῆς μεταβολῆς αἰτίαν,
οὐρανὸς δὲ καὶ ἥλιος καὶ σελήνη μέτοχά ἐστι 
ψυχῆς κατ’ αὐτὸν τὸν Πλάτωνα, καὶ ταῦτα ἄρα μεταβάλλοι
 ἂν ἐν ἑαυτοῖς κεκτημένα τὴν τῆς μεταβολῆς
αἰτίαν κατὰ τὸν αὐτοῦ λόγον. πῶς οὖν πάλιν ἀιδίους
αὐτοὺς εἶναι καὶ διὰ τοῦτο θεούς φησι, καίπερ ἐν
σώματι φθαρτῷ ὄντας καὶ λυθῆναι οἴους τε;

λέγει 
δ’ οὖν πάλιν ἐν Τιμαίῳ 
 ‘ Ἐπεὶ δ’ οὖν πάντες ὅσοι τε περιπολοῦσι φανεγένεσιν
ρῶς καὶ ὅσοι φαίνονται καθ’ ὅσον ἂν ἐθέλωσι θεοὶ
ἔσχον, λέγει πρὸς αὐτοὺς ὁ τόδε τὸ πᾶν γεννήσας
τάδε· θεοὶ θεῶν, ὧν ἐγὼ δημιουργὸς πατήρ 
τε ἔργων, ἄλυτα ἐμοῦ μὴ θέλοντος. τὸ μὲν οὖν δὴ
δεθὲν πᾶν λυτόν· τό γε μὴν καλῶς ἁρμοσθὲν καὶ
ἔχον εὖ λύειν ἐθέλειν κακοῦ. δι’ ἃ καὶ ἐπείπερ γεγένησθε,
ἀθάνατοι μὲν οὖν οὐκ ἐστὲ, οὐδ’ ἄλυτοι τὸ
 πάμπαν· οὔτι μὲν δὴ λυθήσεσθέ γε, οὐδὲ τεύξεσθε 
 
 

 
θανάτου μοίρας , τῆς ἐμῆς βουλήσεως μείζονος ἔτι
δεσμοῦ καὶ κυριωτέρου λαχόντες ἐκείνων οἶς ὅτε ἐγίγνεσθε
ξυνεθεῖσθε.”

Ταῦτα ὁ Πλάτων’. εἰκότως δῆτα Μώσης καὶ
 τὰ Ἑβραίων λόγια σέβειν μὲν ἀπαγορεύει ταῦτα καὶ
θεοὺς ἡγεῖσθαι, ἄνω δὲ πρὸς τὸν παμβασιλέα θεὸν
ἀνάγοντα, αὐτὸν δὴ τὸν ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἄστρων
ὅλου τε οὐρανοῦ καὶ κόσμου δημιουργὸν , τὸν δὴ τὰ
πάντα θείῳ λόγῳ συνδήσαντάτε καὶ συναρμοσάμενον, 
 μόνον ἡγεῖσθαι θεὸν , καὶ μόνῳ τὴν σεβάσμιον ἀπονέμειν
νομοθετεῖ τιμὴν 5 λέγων μὴ ἰδὼν τὸν ἥλιον,
καὶ τὴν σελήνην, καὶ πάντας τοὺς ἀστέρας, καὶ πάντα
τὸν κόσμον τοῦ οὐρανοῦ, πλανηθεὶς προσκυνήσης
αὐτοῖς.”

ἑρμηνεύει δὲ ταῦτα διασαφῶν εἰς πλάτος
 ὁ τὰ Ἑβραίων πεπαιδευμένος Φίλων ὧδέ πη
λέγων πρὸς λέξιν 
 ‟Τινὲς ἥλιον καὶ σελήνην καὶ τοὺς ἄλλους ἀστέρας
ὑπέλαβον εἶναι θεοὺς αὐτοκράτορας , οἷς τὰς τῶν
γιγνομένων ἀπάντων αἰτίας ἀνέθεσαν. Μωσεῖ δ’ ὁ 
 κόσμος ἔδοξεν εἷναι καὶ γεννητὸς, καὶ πόλις ἡ μεγίστη
ἄρχοντας ἔχουσα καὶ ὑπηκόους· ἄρχοντας μὲν
τοὺς ἐν οὐρανῷ πάντας, οἶον πλάνητες καὶ ἀπλανεῖς
ἀστέρες· ὑπηκόους δὲ τὰς μετὰ σελήνην ἐν ἀέρι καὶ
περιγείους φύσεις.

τοὺς δὲ λεχθέντας ἄρχοντας
 οὐκ αὐτεξουσίους, ἀλλ’ ἑνὸς τοῦ πάντων πατρὸς
ὑπάρχους οὐ μιμουμένους τὴν ἐπιστασίαν κατορθοῦν,
θοῦν, πρυτανεύοντος κατὰ δίκην καὶ νόμον ἕκαστον
τῶν γεγονότων τοὺς δὲ μὴ βλέποντας τὸν ἐπιβεβηκότα
ἡνίοχον τοῖς ὑπεζευγμένοις , ὡς αὐτουργοῖς, 
 τῶν τῷ κόσμῳ γινομένων ἀνάψαι τὰς αἰτίας. ὧν
 

 
τὴν ἄγνοιαν ὁ ἱερώτατος νομοθέτης εἰς ἐπιστήμην
μεθαρμόζεται λέγων ὧδε “μὴ ἰδὼν τὸν ἥλιον καὶ
τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας καὶ πάντα τὸν κόσμον
τοῦ οὐρανοῦ πλανηθεὶς προσκυνήσῃς.”

εὐθυβόλως
πάνυ καὶ καλῶς πλάνον εἶπε τὴν τῶν εἰρημένων 
ὡς θεῶν ἀποδοχήν. οἱ γὰρ ἰδόντες ἡλίου μὲν
προσόδοις καὶ ἀναχωρήσεσι τὰς ἐτησίους ὥρας συνισταμένας,
ἐν αἷς αἱ ζῴων καὶ φυτῶν καὶ καρπῶν
γενέσεις ὡρισμέναις χρόνων περιόδοις τελεσφοροῦνται,
σελήνην δ’ ὑπηρέτιν καὶ διάδοχον ἡλίου νύκτωρ 
τὴν ἐπιμέλειαν καὶ προστασίαν ἀνειληφυῖαν ὧν μεθ’
 ἡμέραν ἥλιος , καὶ τοὺς ἄλλους ἀστέρας κατὰ τὴν
πρὸς τἀπίγεια συμπάθειαν μυρία τῶν ἐπὶ διαμονῇ
τοῦ παντὸς ἐνεργοῦντάς τε καὶ δρῶντας, πλάνον
ἐπλανήθησαν ἀνήνυτον μόνους εἶναι τούτους θεοὺς 
ὑποτοπήσαντες.

εἰ δ’ ἐσπούδασαν διὰ τῆς ἀπλανοῦς
βαδίζειν ὁδοῦ, κἂν εὐθὺς ἔγνωσαν, ὅτι καθάπερ
αἴσθησις ὑποδιάκονος νοῦ γέγονε, τὸν αὐτὸν
τρόπον καὶ οἱ αἰσθητοὶ πάντες ὑπηρέται τοῦ νοητοῦ
συνέστησαν.

Καὶ ἐπάγει λέγων 
 “Ὥσθ’ ὑπερβάντες τῷ λογισμῷ πᾶσαν τὴν ὁρατὴν
οὐσίαν ἐπὶ τὴν τοῦ ἀειδοῦς καὶ ἀοράτου καὶ μόνῃ
διανοίᾳ καταληπτοῦ τιμὴν ἴωμεν, ὅς οὐ μόνον θεός
ἐστι νοητῶν τε καὶ αἰσθητῶν, ἀλλὰ καὶ ἁπάντων δημιουργός. 
ἐὰν δέ τις τὴν τοῦ ἀιδίου καὶ ποιητοῦ
θεραπείαν ἄλλῳ προσνέμῃ νεωτέρῳ καὶ γεννητῷ,
φρενοβλαβὴς ἀναγεγράφθω καὶ ἔνοχος ἀσεβείᾳ τῇ
μεγίστῃ.”

Ταῦτα τῆς Ἑβραίων εὐσεβείας τὰ ὡς ἀληθῶς 
ἀκήρατά τε καὶ θεῖα μαθήματα πρὸ τῆς τετυφωμένης
 φιλοσοφίας τετιμήκαμεν. τί με δεῖ μηκύνειν καὶ

 
τἄλλα τοῦ Πλάτωνος εἰς φῶς ἄγειν, ἐκ τῶνδε παρὸν
καὶ τὰ ἐμοὶ νῦν σεσιγημένα τεκμαίρεσθαι; οὐ μὴν
διαβολῆς ἕνεκα ταῦτα φάναι προήχθην, ἐπεὶ καὶ
σφόδρα ἔγωγε ἄγαμαι τὸν ἄνδρα, καὶ πάντων μᾶλλον
 Ἑλλήνων φίλον ἡγοῦμαι καὶ τιμῶ, τὰ ἐμοὶ φίλα καὶ
συγγενῆ, εἰ καὶ μὴ τὰ ἴσα διόλου, πεφρονηκότα, Μωσέως
δ’ ἐν παραθέσει καὶ τῶν παρ’ Ἑβραίοις προφητῶν
τὸ ἐλλιπὲς ἐπιδεικνὺς αὐτοῦ τῆς διανοίας.

καίτοι παρῆν τῷ καταμέμφεσθαι παρεσκευασμένῳ
 μυρί’ ἄττα καταιτιᾶσθαι , οἷα τὰ σεμνὰ καὶ σοφὰ
αὐτῷ περὶ γυναικῶν ἐν Πολιτείᾳ διατεταγμένα, ἢ οἶα 
τὰ περὶ ἔρωτος ἐκθέσμου σεσεμνολογημένα ἐν Φαίδρῳ.
σὺ δ’, εἰ καὶ τούτων ἐπακοῦσαι ποθεῖς, ἀνάγνωθι
τάσδε αὐτοῦ λαβὼν τὰς φωνάς

‟Ἴσως δὴ, εἶπον, παρὰ τὸ εἰωθὸς γελοῖα ἂν 
φαίνοιτο πολλὰ περὶ τὰ νῦν δὴ λεγόμενα, εἰ πράξεται
ᾗ λέγεται. Καὶ μάλα, ἔφη. Τίδ’, ἦν δ’ ἐγὼν, γελοιότατον
αὐτῶν ὁρᾷς; ἢ δῆλα δὴ ὅτι γυμνὰς τὰς γυναῖκας
ἐν ταῖς παλαίστραις γυμναζομένας μετὰ τῶν ἀνδρῶν,
 οὐ μόνον τὰς νέας, ἀλλ’ ἤδη καὶ τὰς πρεσβυτέρας,
ὥσπερ τοὺς γέροντας ἐν τοῖς γυμνασίοις, ὅταν ῥυσοὶ
καὶ μὴ ἡδεῖς τὴν ὄψιν ὅμως φιλογυμναστῶσι.”

Καὶ ἐπιλέγει ἑξῆς 
 “Ο δὲ γελῶν ἀνὴρ ἐπὶ γυμναῖς ταῖς γυναιξὶ τοῦ 
βελτίστου ἕνεκα γυμναζομέναις , ἅτε δὴ τοῦ γελοίου
σοφίας δρέπων καρπὸν, οὐδὲ οἶδεν, ὡς ἔοικεν , ἐφ’
ᾦ γελᾷ.”

Φησὶ δὲ καὶ ἐν ἑβδόμῳ τῶν Νόμων 
 “ ‘Ως ἄρα δεήσει τοὺς παῖδας καὶ τὰς παῖδας
 
 

 
ὀρχεῖσθαι δηλαδὴ καὶ γυμνάξεσθαι μανθάνειν· καὶ
τοῖς μὲν παιςὲν ὀρχησταὶ, ταῖς δὲ ὀρχηστρίδες ἄν εἶεν
πρὸς τὸ διαπονεῖν οὐκ ἀνεπιτηδειότερον.” 
 Τίθησι δ’ ἐν αὐτῷ καὶ τάδε 
 “Ἡ δὲ αὖ που παρ’ ἠμῖν κόρη καὶ δέσποινα, 
εὐφρανθεῖσα τῇ τῆς χορείας παιδείᾳ, οὐκ ᾠήθη δεῖν
 κεναῖς χερςὶν ἀθύρειν, κανοπλίᾳ δὲ παντελεῖ κοσμηθεῖσα
οὕτω τὴν ὄρχησιν διαπεραίνειν· ἅ δὴ πάντως
μιμεῖσθαι πρέπον ἄν εἴη κόρους τε ἅμα καὶ κόρας.”

Καὶ πολεμεῖν δὲ γυναιξὶν ὧδὲ πη νομοθετεῖ 
 “Ἐν δὲ τούτοις μισθοῖς, οἰκοῦντας ξένους, διδάσκειν τε
πάντα ὅσα πρὸς τὸν πόλεμόν ἐστι μαθήματα τοὺς
φοιτῶντας ὅσα τε πρὸς μουσικὴν, οὐχ ὅν μὲν ἄν ὁ
πατὴρ βούληται, φοιτῶντα, ὃν δ' ἄν μὴ, ἐῶντα τῆς 
παιδείας, ἀλλὰ τὸ λεγόμενον πάντα ἄνδρα καὶ παῖδα
κατὰ τὸ δυνατὸν, ὡς τῆς πόλεως μᾶλλον ἤ τῶν γεννητόρων
ὄντας, παιδευτέον ἐξ ἀνάγκης.

ταυτὰ δὲ δὴ
 καὶ περὶ θηλειῶν ὁ μὲν ἐμὸς νόμος ἄν εἴποι πάντα,
ὅσαπερ καὶ περὶ τῶνἀρρένων, ἴσα καὶ τὰς θηλείας 
ἀσκεῖν δεῖν· καὶ οὐδὲν φοβηθεὶς εἴποιμ’ ἄν τοῦτον
τὸν λόγον οὔτε ἱππικῆς οὔτε γυμναστικῆς, ὡς ἀνδράσι
μὲν πρέπον ἄν εἴη, γυναιξὶ δὲ οὐκ ἄν πρέπον.”

Καὶ πάλιν ἑξῆς ὑποβάς φησι 
 “Γυμνάσια τιθῶμεν καὶ τὰ περὶ τὸν πόλεμον 25
πάντα τοῖς σώμασι διαπονήματα τοξικῆς τε καὶ πάσης
ῥίψεως καὶ πελταστικῆς καὶ ἁπάσης ὁπλομαχίας
 καὶ διεξόδων τακτικῶν καὶ ἁπάσης πορείας στρατοπέδων
καὶ στρατοπεδεύσεων καὶ ὅσα εἰς ἱππικὴν μαθήματα
 ξυντείνει. πάντων γὰρ τούτων διδασκάλους 
τε εἶναι δεῖ κοινοὺς, ἀρνυμένους μισθὸν παρὰ τῆς
πόλεως, καὶ τούτων μαθητἀς τοὺς ἐν τῇ πόλει παῖ-

 
δᾴς τε καὶ ἄνδρας, καὶ κόρας καὶ γυναῖκας πάντων
τούτων ἐπιστημονας· κόρας μὲν οὔσας ἔτι πάσαν
ἐν ὅπλοις ὄρχησιν καὶ μάχην μεμελετηκυίας, γυναῖκας
δὲ διεξόδων καὶ τάξεων καὶ θέσεως καὶ ἀναιρέσεως
 ὅπλων ἡμμένας.”

Ἀλλ’ οὐδὲ τούτοις ὁ Ἑβραίων ἐπινεύσειε λόγος,
ἀντιφθέγξεται δὲ τἀναντία, μηδ’ ἐπ’ ἀνδρῶν
ῥώμαις, μὴ ὅτι γε γυναικῶν τὴν ἐν πολέμοις ἀνατιθεὶς 
κατόρθωσιν, πάντα δὲ εἰς θεὸν ἀνάγων καὶ τὴν
 παρὰ τοῦδε συμμαχίαν. λέγει δ’ οὐν ‟ἐὰν μὴ κύριος
οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἶ οἰκοδομοῦντες
αὐτόν. ἐὰν μὴ κύριος φυλάξῃ πόλιν , εἰς
μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων.

ὁ δέ γε θαυμαστὸς
φιλόσοφος θέα ὡς καὶ εἰς τὸν γυμνικὸν εἰσάγει
 τὰς γυναῖκας ἀγῶνα, ὧδέ πη λέγων 
 “Γυναιξὶ Γυναιξὶ δὲ, κόραις μὲν ἀνήβοις γυμναῖς στάδιον
καὶ δίαυλον καὶ ἔφιππον καὶ δόλιχον, ἐν αὐτῷ
τῷ δρόμῳ ἁμιλλωμέναις· ταῖς δὲ τριακαιδεκέτεσι 
μέχρι γάμου μενούσαις κοινωνίας, μὴ μακρότερον
 εἴκοσιν ἐτῶν μηδ’ ἔλαττον ὀκτωκαίδεκα· πρεπούσῃ
δὲ στολῇ ταύταις ἐσταλμέναις καταβατέον ἐπὶ τὴν
ἅμιλλαν τούτων τῶν δρόμων.

καὶ τὰ μὲν περὶ
δρόμους ἀνδράσι τε καὶ γυναιξὶ ταῦτ’ ἔστω· τὰ δὲ
κατ’ ἰσχὺν, ἀντὶ μὲν πάλης καὶ τῶν τοιούτων τὰ νῦν
 ὅσα βαρέα, τὴν ἐν τοῖς ὅπλοις μάχην, ἔνα τε πρὸς ἔνα
διαμαχομένους καὶ δύο πρὸς δύο.”

Καὶ ἑξῆς εἰπὼν 
 “ Ταυτὸν δὴ καὶ τοὺς περὶ ὁπλομαχίαν ἄκρους
παρακαλοῦντας, χρὴ τούτους νομοθετεῖν κελεύειν·” 
 ἐπιφέρει λέγων 
 

 
 ‟Τὰ αὐτὰ δὲ καὶ περὶ τῶν θηλειῶν ἔστω νομοθετούμενα,
τῶν μέχρι γάμων.”

Εἶτα πάλιν τούτοις ἑξῆς συνάψας τοὺς περὶ
πελταστικῆς καὶ παγκρατίου καὶ τόξου λίθων τε ἐκ
χειρὸς βολῆς καὶ διὰ σφενδόνης νόμους, ἵππων τε 
πέρι ἀγῶνος, πάλιν κἀνταῦθα περὶ τῶν θηλειῶν
ἐπάγει λέγων 
 ‘Θηλείας δὲ περὶ τούτων νόμοις μὲν καὶ ἐπιτάξεσιν
οὐκ ἄξια βιάζεσθαι τῆς κοινωνίας· ἐὰν δὲ ἐξ
αὐτῶν τῶν ἔμπροσθεν παιδευμάτων εἰς ἔθος ἰόντων 
ἡ φύσις ἐνδέχηται καὶ μὴ δυσχεραίνῃ παῖδας ἢ παρθένους
κοινωνεῖν, ἐᾶν καὶ μὴ ψέγειν.”

Τοσαῦτα τοῦ Πλάτωνος τὰ περὶ γυναικῶν.
τοῦ δ’ αὐτοῦ καὶ ὁ θαυμάσιος ὅδε τυγχάνει νόμος 
 Ἐάν τις παῖδας θηλείας καταλίπῃ, δἰ ἀδελφῶν 
τε καὶ ἀδελφιδῶν ἐπανιὼν, ἔμπροσθεν μὲν τῶν ἀρρένων,
ὕστερον δὲ θηλειῶν ἐνὶ γένει· τὴν δὲ τοῦ
τῶν γάμων χρόνου συμμετρίαν τε καὶ ἀμετρίαν δικαστὴς
σκοπῶν κρινέτω, γυμνοὺς μὲν τοὺς ἄρρενας,
γυμνὰς δὲ ὀμφαλοῦ μέχρι θεώμενος τὰς θηλείας.” 
 Ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς ἑορταῖς δεῖν αὐτάς φησι γυμνὰς
χορεύειν ἐν ἕκτῳ τῶν Νόμων λέγων οὕτως

“Τῆς οὖν τοιαύτης σπουδῆς ἕνεκα χρὴ καὶ τὰς
παιδιὰς ποιεῖσθαι χορεύοντάς τε καὶ χορευούσας, κούρους
τε καὶ κόρας, καὶ ἅμα δὴ θεωροῦντάς τε καὶ 
θεωρουμένους μετὰ λόγου τε καὶ ἡλικίας τινὸς ἐχοὐσης
εἰκυίας προφάσεις, γυμνοὺς καὶ γυμνὰς μέχρι
περ αἰδοῦς σώφρονος ἑκάστων.”

Πρὸς τούτοις ἅπασιν ἐπάκουσον καὶ τῶνδε
 
 

 
τῶν ἐν Πολιτείᾳ περὶ τοῦ κοινὰς εἶναι τὰς γυναῖκας
νόμου. 
 “Tούτῳ, ἦν δ’ ἐγὼ, ἕπεται νόμος καὶ τοῖς ἔμπροσθεν
τοῖς ἄλλοις, ὡς ἐγᾦμαι, ὅδε. Τίς; Τὰς γυναῖκας
 ταύτας τῶν ἀνδρῶν τούτων πάντων πάσας
εἶναι κοινὰς, ἰδίᾳ δὲ μηδενὶ μηδεμίαν συνοικεῖν·
καὶ τοὺς παῖδας αὖ κοινοὺς, καὶ μήτε γονέα ἔκγονον 
εἰδέναι τὸν αὑτοῦ μήτε παῖδα γονέα.”

Καὶ ἑξῆς ἐπιλέγει 
 “Εἰκὸς, ἔφη. Σὺ μὲν τοίνυν, ἦν δ’ ἐγὼ, ὁ νομοθέτης
αὐτοῖς, ὥσπερ τοὺς ἄνδρας, οὕτω καὶ τὰς γυναῖκας
ἐκλέξας παραδώσεις καθόσον οἶόν τε ὁμοφυεῖς· 
οἱ δὲ, ἅτε οἰκίας τε καὶ ξυσσίτια κοινὰ ἔχοντες,
ἰδίᾳ δὲ οὐδενὸς οὐδὲν τοιοῦτον κεκτημένου, ὁμοῦ δὴ
 ἔσονται, ὁμοῦ δὲ ἀναμεμιγμένων καὶ ἐν γυμνασίοις
καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ τροφῇ ὑπ’ ἀνάγκης, οἶμαι, τῆς ἐμφύτου
ἄξονται πρὸς τὴν ἀλλήλων μίξιν. ἢ οὐκ ἀναγκαῖά
σοι δοκῶ λέγειν; Οὐ γεωμετρικαῖς γε, ἠ δ’ ὃς,
ἀλλ’ ἐρωτικαῖς ἀνάγκαις, αἳ κινδυνεύουσιν ἐκείνων 
 δριμύτεραι εἶναι πρὸς τὸ πείθειν τε καὶ ἕλκειν τὸν
πολὺν λεών.”

Ἀλλὰ τούτων μὲν ἴσως τις ἑτέρως διηγήσεται
τὴν τοῦ λόγου διάνοιαν, μὴ τὸ νομιζόμενον φὰς ὑποβάλλειν.
μὴ γὰρ ἀδιαστόλως εἰπεῖν πάσας εἷναι
 κοινὰς τὰς γυναῖκας, ὡς καὶ τοῖς τυχοῦσιν ἀκολασταίνειν
ἐξεῖναι, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ τῶν ἀρχόντων ἐξουσίᾳ
κεῖσθαι τὴν πρὸς τοὺς ἄνδρας διανέμησιν αὐτῶν.
οὕτω γὰρ εἶναι κοινὰς, ὡς ἂν καὶ τὰ δημόσια χρήματα
φαίη τις εἶναι κοινὰ, οἷς προσήκει διανεμόμενα
 πρὸς τῶν ἐπιτετραμμένων. καὶ δὴ ταῦθ’ οὕτως .
 

 
 ἐχέτω.

τί δ᾿ ἂν εἴποις μαθὼν ὡς καὶ μὴ ἐκφέρειν
εἰς φῶς τὰ κυούμενα προστάττει, λέγων ὧδε; 
 “Γυναικὶ μὲν, ἦν δ᾿ ἐγὼ, ἀρξαμένῃ ἀπὸ εἰκοσαέτιδος
μέχρι τεσσαρακονταέτιδος τίκτειν τῇ πόλει·
ἀνδρὶ δὲ, ἐπειδὰν τὴν ὀξυτάτην δρόμου ἀκμὴν παρῇ, 
τὸ ἀπὸ τούτου γεννᾶν τῇ πόλει μέχρι πεντεκαιπεντηκονταέτους.”

Οἷς ἐπιλέγει 
 “ Ὅταν δὲ δὴ, οἶμαι , αἵ τε γυναῖκες καὶ οἱ ἄνδρες
τοῦ γεννᾶν ἐκβῶσι τὴν ἡλικίαν, ἀφήσομέν που 
ἐλευθέρους αὐτοὺς συγγίνεσθαι ᾗ ἂν ἐθέλωσι.” 
 Καὶ ἐπιλέγει 
 “ Διακελευσάμενοι προθυμεῖσθαι μάλιστα μὲν μὴ
εἰς φῶς ἐκφέρειν κύημα μηδὲν, ἐὰν γένηται· ἐὰν δέ
τις βιάσηται, οὕτω τιθέναι ὡς οὐκ οὔσης τροφῆς τῷ 
τοιούτω.” 
 Καὶ τὰ μὲν περὶ γυναικῶν ἀγωγῆς τοιαῦτα. τὰ
δὲ περὶ ἔρωτος ἐκθέσμου ἐπάκουσον οἷα τυγχάνει

“ Ὅταν δὲ χρονίζῃ τοῦτο δρῶν καὶ πλησιάζῃ
μετὰ τοῦ ἅπτεσθαι ἔν τε γυμνασίοις καὶ ἐν ταῖς ἅλλαις 
ὁμιλίαις, τότε δὴ ἡ τοῦ ῥεύματος ἐκείνου πηγὴ,
ὃν ἵμερον Ζεὺς Γανυμήδους ἐρῶν ὠνόμασε, πολλὴ
φερομένη πρὸς τὸν ἐραστὴν ἡ μὲν εἰς αὐτὸν ἔδυ, ἡ
δ᾿ ἀπομεστουμένου ἔξω ἀπορρεῖ· καὶ οἶον πνεῦμα ἤ
τις ἠχὼ ἀπὸ λείων τε καὶ στερεῶν ἁλλομένη πάλιν 
 ὅθεν ὡρμήθη φέρεται , οὕτω τὸ τοῦ κάλλους ῥεῦμα
πάλιν εἰς τὸν καλὸν διὰ τῶν ὀμμάτων ἰὸν, ᾗ πέφυκεν
ἐπὶ τὴν ψυχὴν ἰέναι ἀφικόμενον , καὶ ἀναπτερῶσαν
τὰς διόδους τῶν πτερῶν, ἄρδει τε καὶ ὥρμησε πτε- 
 
 

 
ροφυεῖν καὶ τὴν τοῦ ἐρωμένου αὖ ψυχὴν ἔρωτος
ἐνέπλησεν. ἐρᾷ μὲν οὖν, ὅτου δὲ ἀπορεῖ, καὶ οὔθ’
ὅ τι πέπονθεν οἶδεν, οὐδ’ ἔχει φράσαι, ἀλλ’ οἶον
ἀπ’ ἄλλου ὀφθαλμίας ἀπολελαυκὼς πρόφασιν εἰπεῖν
 οὐκ ἔχει.”

Καὶ ἐπιλέγει ἐξῆς 
 Ἐπιθυμεῖ δὲ ἐκείνῳ παραπλησίως μὲν, ἀσθενεστέρως
δὲ, ὁρᾶν, ἅπτεσθαι, φιλεῖν, συγκατακεῖσθαι·
καὶ δὴ, οἶον εἰκὸς, ποιεῖ τὸ μετὰ τοῦτο ταχὺ
 ταῦτα. ἐν οὖν τῇ συγκοιμήσει τοῦ μὲν ἐραστοῦ ὁ
ἀκόλαστος ἵππος ἔχει ὅ τι λέγοι πρὸς τὸν ἡνίοχον, 
καὶ ἀξιοῖ ἀντὶ πολλῶν πόνων σμικρὰ ἀπολαῦσαι· ὁ
δὲ τῶν παιδικῶν ἔχει μὲν οὐδὲν εἰπεῖν, σπαργῶν δὲ
καὶ ἀπορῶν περιβάλλει τὸν ἐραστὴν καὶ φιλεῖ, ὡς
 σφόδρα εὔνουν ἀσπαζόμενος· ὅταν τε συγκατακέωνται,
οἷός ἐστι μὴ ἀπαρνηθῆναι τὸ αὐτοῦ μέρος Χαρίσασθαι
τῷ ἐρῶντι, εἰ δεηθείη τυγχάνειν. . . .

ἐὰν
μὲν δὴ οὖν εἰς τεταγμένην δίαιταν καὶ φιλοσοφίαν
νικήσῃ τὰ βελτίω τῆς διανοίας, μακάριον καὶ ὁμονοητικὸν
 τὸν ἐνθάδε βίον διάγουσιν, ἐγκρατεῖς ἑαυτῶν
καὶ κόσμιοι ὄντες.”

Εἶτα μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει 
 “Ἐὰν δὲ διαίτῃ φορτικωτέρᾳ τε καὶ
φιλοτίμῳ δὲ χρήσωνται, τάχ’ ἄν που ἐν μέθαις ἤ
 τινι ἄλλῃ ἀμελείᾳ τὼ ἀκολάστω αὐτοῖν ὑποζυγίω λαβόντε
τὰς ψυχὰς ἀφρούρους, συναγαγόντε εἰς ταὐτὸ,
τὴν ὑπὸ τῶν πολλῶν μακαριστὴν αἵρεσιν εἱλέσθην
καὶ διεπραξάσθην· καὶ διαπραξαμένω τὸ λοιπὸν ἤδη
χρῶνται μὲν αὐτῇ, σπάνια δὲ, ἅτε οὐ πάσῃ δεδογμένα
 τῇ διανοίᾳ πράττοντες.

φίλω μὲν οὑν καὶ τούτω,
ἧττον δὲ ἐκείνων ἀλλήλοιν διά τε τοῦ ἔρωτος καὶ
ἔξω γενομένω διάγουσι, πίστεις τὰς μεγίστας ἡγου- 

 
μένω ἀλλήλοιν δεδωκέναι τε καὶ δεδέχθαι, ἃς οὐ θεμιτὸν
εἶναι λύσαντας εἰς ἔχθραν ποτὲ ἐλθεῖν.

ἐν
δὲ τῇ τελευτῇ ἄπτεροι μὲν, ὡρμηκότες δὲ πτεροῦσθαι
ἐκβαίνουσι τοῦ σώματος, ὥστε οὐ σμικρὸν ἆθλον τῆς
ἐρωτικῆς μανίας φέρονται. εἰς γὰρ σκότον καὶ τὴν 
ὑπὸ γῆς πορείαν οὐ νόμος ἐστὶν ἔτι ἐλθεῖν τοῖς κατηργμένοις
ἤδη τῆς ὑπουρανίου πορείας, ἀλλὰ φανὸν
βίον διαγαγόντας εὐδαιμονεῖν μετ’ ἀλλήλων πορευομένους,
καὶ ὁμοπτέρους ἔρωτος χάριν. ταῦτα τοσαῦτα,
 ὦ παῖ, καὶ οὕτω θεῖά σοι δωρήσεται ἡ παρ’ 
ἐραστοῦ φιλία.”

Τοιαῦτα μὲν τὰ Πλάτωνος, ἀλλ’ οὐ τὰ Μωσέως,
ὃς διαρρήδην τούτοις ἐναντία νομοθετεῖ, μεγάλῃ
τῇ φωνῇ τὴν κατὰ παιδεραστῶν προσήκουσαν
προφερόμενος δίκην. φησὶ γοῦν “ὃς ἂν κοιμηθῇ μετὰ
ἄρσενος κοίτην γυναικὸς, βδέλυγμα ἐποίησαν ἀμφότεροι·
θανάτῳ θανατούσθωσαν, ἔνοχοί εἰσι.” καὶ
“ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κοιμώμενος μετὰ ἄρσενος κοίτην
γυναικός.” τί δεῖ τανῦν ἀπελέγχειν, ὡς παρεὶς ὁ
 σοφώτατος τὸν παιδεραστὴν, οὐδὲ γὰρ ἐν τοῖς Νόμοις 
ἠξίωσε κατὰ παιδεραστῶν θανάτου δίκην ὁρίσασθαι,
προστάττει θανάτῳ ζημιοῦν οἰκετῶν τὸν μὴ
καταμηνύσαντα θησαυρὸν ὑφ’ ἑτέρου τινὸς εὑρημένον;
ἐπάκουσον δὲ καὶ τῶνδε, ἔνα μή με συκοφαντεῖν
ὑπολάβῃς

“Ὅ τι δ’ ἂν ὁ θεὸς, φησὶν, ἀναιρῇ περί
τῶν κτημάτων καὶ τοῦ κινήσαντος, τοῦθ’ ἡ πόλις
ὑπηρετοῦσα ταῖς μαντείαις δράτω τοῦ θεοῦ. καὶ ἐὰν
μὲν ἐλεύθερος ὁ μηνύσας ᾖ, δόξαν ἀρετῆς κεκτήσθω,
μὴ μηνύων δὲ κακίας· δοῦλος δὲ ἂν ᾖ, ὁ μηνύσας 
 

 
μὲν ἐλεύθερος ὑπὸ τῆς πόλεως ὀρθῶς γίγνοιτ’ ἂν,
ἀποδιδούσης τῷ δεσπότῃ τὴν τιμήν· μὴ μηνύων δὲ
θανάτῳ ζημιούσθω.”

Κἀνταῦθα μὲν ἐζημίωται θανάτῳ οὐχ ὁ παρακινήσας
 τι τῶν ἀπειρημένων, ἀλλ’ ὁ ἑτέρου πλημμελήσαντος
μὴ καταμηνύσας. καὶ ἄλλως δὲ καθαρὸν
ἀποφαίνει δεσπότην, εἰ τὸν ἴδιον δοῦλον θυμῷ φονεύσειε.
λέγει δ’ οὖν 
 “ Δοῦλον δὲ κτείνας ἑαυτοῦ μὲν καθηράσθω,
 ἐὰν δὲ ἀλλότριον θυμῷ, διπλῇ τὸ βλάβος ἐκτισάτω
τῷ κεκτημένῳ.”

Καὶ τοῦτο δὲ ἐπάκουσον αὐτοῦ τῶν νόμων,
οὓς περὶ φονέων διετάξατο 
 “Ἂ ἄρα τις αὐτόχειρ μὲν κτείνῃ ἐλεύθερον,
 δὲ πεπραγμένον ἀπροβουλεύτως ὀργῇ τινι γένηται
πραχθὲν, τὰ μὲν ἄλλα, καθάπερ ἄνευ θυμοῦ κτείναντι
προσῆκέ τῳ πάσχειν, πασχέτω· δύο δ’ ἐξ
ἀνάγκης ἔτη φευγέτω, κολάζων τὸν αὑτοῦ θυμόν.”

Καὶ τούτῳ προστίθησιν ἐξῆς ἕτερον τοιόνδε
 νόμον 
 “Ὁ δὲ θυμῷ μὲν, μετ’ ἐπιβουλῆς δὲ κτείνας, τὰ
μὲν ἄλλα κατὰ τὸν ἔμπροσθεν αὖ, τρία δὲ ἔτη, καθάπερ
ἅτερος ἔφευγε τὰ δύο, φευγέτω, μεγέθει θυμοῦ
πλείω τιμωρηθεὶς Χρόνον.”

Εἶθ’ ἑξῆς περὶ τοῦ δεύτερον φονεύσαντος
τοιάδε νομοθετεῖ 
 “Ἐὰν δὲ αὖθίς ποτε κατελθὼν ὁπότερος αὐτοῖν 
ἡττηθεὶς ὀργῇ πράξῃ ταὐτὸν τοῦτο, φυγὼν μηκέτι
κατέλθῃ.”

Καὶ πάλιν ἑξῆς φησιν 
 ‘Ἐὰν δὲ, ὃ γίγνεται μὲν, ὀλιγάκις δὲ, διὰ θυμὸν
πατὴρ ἢ μήτηρ υἱὸν ἢ θυγατέρα πληγαῖς ἤ τινι τρόπῳ
βιαίῳ κτείνῃ, καθάρσεις μὲν τὰς αὐτὰς τοῖς ἄλλοις
καθαίρεσθαι καὶ ἐνιαυτοὺς τρεῖς ἀπενιαυτεῖν, κατελθόντων 
δὲ τῶν κτεινάντων ἀπαλλάττεσθαι γυναῖκά
τε ἀπὸ ἀνδρὸς καὶ τὸν ἄνδρα ἀπὸ γυναικὸς, καὶ μήποτ’
ἔτι κοινῇ παιδοποιήσασθαι.”

Καὶ τούτοις ἐπιφέρει 
 “Γυναῖκα δὲ γαμετὴν ἐὰν ἀνὴρ δι’ ὀργὴν κτείνῃ 
 τινὰ, ἢ γυνή τις ἑαυτῆς ἄνδρα ταὐτὸν τοῦτο ὡσαύτως
ἐργάσηται, καθαίρεσθαι τοὺς αὐτοὺς καθαρμοὺς,
τριετεῖς δὲ ἀπενιαυτήσεις διατελεῖν. κατελθὼν δὲ ὁ
τοιοῦτό τι δράσας τοῖς αὑτοῦ παισὶν ἱερῶν μὴ κοινωνείτω,
μηδὲ ὁμοτράπεζος γιγνέσθω ποτέ.

καὶ 
ἐὰν ἀδελφὸς ἀδελφὸν ἢ ἀδελφὴν, ἢ ἀδελφὴ ἀδελφὸν
ἢ ἀδελφὴν θυμῷ κτείνῃ, τὰ μὲν τῶν καθαρμῶν
καὶ ἀπενιαυτήσεων, καθάπερ εἴρηται τοῖς
γονεῦσι καὶ τοῖς ἐκγόνοις, εἰρήσθω δεῖν γίγνεσθαι
καὶ τούτοις ὧν ἀδελφούς τε ἀδελφῶν καὶ γονέας 
ἐστέρηκε παίδων, τούτοις δὲ συνέστιος αὐτοῖς αὐτὸς
 μηδέποτε γιγνέσθω, μηδὲ κοινωνὸς ἱερῶν. —

ἀδελφὸς
δὲ ἐὰν ἀδελφὸν κτείνῃ ἐν στάσεσι μάχης γενομένης,
ἤ τινι τοιούτῳ τρόπῳ, ἀμυνόμενος ἄρχοντα
χειρῶν πρότερον, καθάπερ πολέμιον ἀποκτείνας ἔστω 
καθαρός. καὶ ἐὰν πολίτης πολίτην ὡσαύτως, ἢ ξένος
ξένον. ἐὰν δὲ ἀστὸν ξένος, ἢ ξένον ἀστὸς ἀμυνόμενος
κτείνῃ, κατὰ τὰ αὐτὰ ἔστω τοῦ καθαρὸς εἶναι·
καὶ ἐὰν δοῦλος δοῦλον, ὡσαύτως. ἐὰν δὲ αὖ δοῦλος
ἐλεύθερον ἀμυνόμενος ἀποκτείνῃ, καθάπερ ὁ κτείνας 
 

 
πατέρα τοῖς αὐτοῖς ἔνοχος ἔστω νόμοις. —

Ὃς ἂν 
ἐκ προνοίας τε καὶ ἀδίκως ὁντιναοῦν τῶν ἐμφυλίων
αὐτόχειρ κτείνῃ, πρῶτον μὲν τῶν νομίμων εἰργέσθω,
μήτε ἀγορὰν μήτε ἱερὰ μήτε λιμένας μήτε ἄλλον κοινὸν
 σύλλογον μηδένα μιαίνων, ἐάν τέ τις ἀπαγορεύῃ
τῷ δράσαντι ταῦτα ἀνθρώπων καὶ ἐὰν μή. ὁ γὰρ
νόμος ἀπαγορεύει . . . ὁ δὲ μὴ ἐπεξιὼν δέον ἢ μὴ
προαγορεύων εἰργέσθω τῶν ἐντὸς ἀνεψιότητος—τὸ
δὲ δεύτερον ὑπόδικος τῷ θέλοντι τιμωρεῖν ὑπὲρ τοῦ
 τελευτήσαντος γιγνέσθω.—Γυνὴ δὲ ἄνδρα ἑαυτῆς ἐξ
ἐπιβουλῆς τοῦ ἀποκτεῖναι τρώσασα, ἢ ἀνὴρ τὴν ἑαυτοῦ
γυναῖκα, φευγέτω ἀειφυγίαν.”

Τοιοῦτοι μὲν οἶ τοῦ φιλοσόφου νόμοι. εἰ δὲ
χρὴ καὶ τοὺς Μώσεως τούτοις ἀντιπαραβαλεῖν, ἐπάκουσον
 οἷα περὶ τῶν φονικόν διατάττεται “ἐὰν
τίς τινα, καὶ ἀποθάνῃ, θανάτῳ θανατούσθω.
εἰ δὲ οὐχ ἑκὼν, ἀλλ’ ὁ θεὸς παρέδωκεν εἰς τὰς χεῖρας
αὐτοῦ, δώσω σοι τόπον οὗ φεύξεται ἐκεῖ ὁ φονεύσας.
ἐὰν δὲ ἐπίθηταί τις τῷ πλησίον αὐτοῦ ἀποκτεῖναι
 αὐτὸν δόλῳ καὶ καταφύγῃ, ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου
μου λήψῃ αὐτὸν θανατῶσαι. ὃς τύπτει πατέρα
αὐτοῦ, ἢ μητέρα αὐτοῦ, θανάτῳ θανατούσθω.
ἐὰν δὲ λοιδορῶνται δύο ἄνδρες, καὶ πατάξῃ τις τὸν 
πλησίον αὐτοῦ λίθῳ ἢ πυγμῇ, καὶ μὴ ἀποθάνῃ, κατακλιθῇ
 δὲ ἐπὶ τὴν κοίτην, ἐὰν ἐξαναστὰς ὁ ἄνθρωπος
περιπατήσῃ ἔξω ἐπὶ ῥάβδου αὐτοῦ, ἀθῷος ἔσται
ὁ πατάξας· πλὴν τῆς ἀργίας αὐτοῦ ἀποτίσει καὶ τὰ
ἰατρεῖα. ἐὰν δὲ πατάξῃ τις τὸν παῖδα αὐτοῦ ἢ τὴν
παιδίσκην αὐτοῦ ἐν ῥάβδῳ, καὶ ἀποθάνῃ ὑπὸ τὰς
 χεῖρας αὐτοῦ, δίκῃ ἐκδικηθήσεται. ἐὰν δὲ ἡμέραν
 

 
μίαν ἢ δύο βιώσῃ, οὐκ ἐκδικηθήσεται· τὸ γὰρ ἀργύριον
αὐτοῦ ἐστίν. ἐὰν δὲ πατάξῃ τις τὸν ὀφθαλμὸν
τοῦ οἰκέτου, ἢ τὸν ὀφθαλμὸν τῆς θεραπαίνης αὐτοῦ,
καὶ ἐκτυφλώσῃ αὐτὸν, ἐλευθέρους ἐξαποστελεῖ αὐτοὺς
 ἀντὶ τοῦ ὀφθαλμοῦ αὐτῶν.”

τοιαῦτα δὴ 
καὶ τὰ Μώσεως. αὖθις δὲ ὁ Πλάτων’ τίνα τρόπον
καὶ δι’ ὁποῖα πληγαῖς ἀπαραιτήτοις αἰκίζεσθαι τὸν
οἰκέτην προστάττει ἐπάκουσον 
 “Ὅταν τὴν γενναίαν νῦν λεγομένην σταφυλὴν ἢ
 τὰ γενναῖα σῦκα ἐπονομαζόμενα ὀπωρίζειν βούληται, 
ἐὰν μὲν ἐκ τῶν οἰκείων λαμβάνῃ, ὅπως ἂν ἐθέλῃ καὶ
ὁπόταν βούληται καρπούσθω· ἐὰν δὲ ἐξ ἄλλων
πείσας, ἑπόμενος τῷ λόγῳ τῷ μὴ κινεῖν ὅ τι μὴ κατέθετο,
ἐκεῖνος ἀεὶ ζημιούσθω. ἐὰν δὲ δοῦλος μὴ
πείσας τὸν δεσπότην τῶν χωρίων ἅπτηταί του πῶν 
 τοιούτων, κατὰ ῥᾶγα βοτρύων καὶ σῦκον συκῆς ἰσαρίθμους
πληγὰς τούτοις μαστιγούσθω.”

Τοιαῦτα μὲν τὰ κατὰ τῶνδε οὐκ ἄξια τῆς
Πλάτωνος μεγαλονοίας. ὡς δὲ σεμνὰ καὶ φιλάνθρωπα
τὰ παρὰ Μωσεῖ μάθοις ἂν ἐπακούσας ὧδέ πη 
λέγοντος “ἐὰν δὲ εἰσέλθῃς εἰς ἀμπελῶνα τοὐ πλησίον,
φαγῇ σταφυλὴν, ὅσον ψυχήν σου ἐμπλησθῆναι,
εἴς τ’ ἄγγος οὐκ ἐμβαλεῖς.” καὶ πάλιν “ἐὰν εἰσέλθῃς
εἰς ἀμητὸν τοῦ πλησίον σου καὶ συλλέξῃς στάχυς
ἐν ταῖς χερσί σου, δρέπανον οὐ μὴ ἐπιβάλλῃς 
ἐπὶ τὸν ἀμητὸν τοῦ πλησίον σου.” καὶ αὖθις ἐὰν
ἀμήσῃς ἀμητόν σου ἐν τῷ ἀγρῷ σου, καὶ ἐπιλάθῃ
δράγμα ἐν τῷ ἀγρῷ σου, οὐκ ἐπαναστραφήσῃ λαβεῖν
αὐτό· τῷ πτωχῷ καὶ τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ ὀρφανῷ
καὶ τῇ χήρᾳ ἔσται, ἔνα εὐλογήσῃ σε κύριος ὁ 
 

 
θεός σου ἐν παντὶ ἔργῳ τῶν χειρῶν σου. ἐὰν δὲ
ἐλαιολογήσῃς, οὐκ ἐπαναστρέψεις καλαμήσασθαι τὰ 
ὀπίσω σου· τῷ προσηλύτω καὶ τῷ ὀρφανῷ καὶ τῇ)
χήρᾳ ἔσται. ἐὰν δὲ τρυγήσῃς τὸν ἀμπελῶνα σου, οὐκ
 ἐπανατρυγήσεις τὰ ὀπίσω σου· τῷ προσηλύτῳ καὶ
τῇ χήρᾳ ἔσται ταῦτα.”

Καὶ ταῦτα μὲν τὰ παρὰ Μωσεῖ. δῆλα δὲ τὰ
Πλάτωνος ἐν οἶς μυρία εὕροις ἂν ἀνεπίληπτα, ὧν
δὴ μάλιστα τῶν παρ᾿ αὐτῷ τὰ σεμνὰ καὶ κράτιστα
 ἀποδεχόμενοι τοῖς μὴ τοιούτοις μακρὰ χαίρειν φαμέν.
ἀλλὰ γὰρ τούτων ὧδε διεξωδευμένων , ἀποδοθείσης
τε αἰτίας δι᾿ ἣν οὐ κατὰ Πλάτωνα φιλοσοφεῖν ἐγνώκαμεν,
ὥρα καὶ τὰ τῆς λοιπῆς ὑποσχέσεως εἰς πέρας
ἀγαγεῖν, καὶ τάς γε ἄλλας αἱρέσεις τῆς ῾Eλληνικῆς
 ἐπιθεωρῆσαι φιλοσοφίας.

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. 
 Ὅσα μὲν εἰπεῖν τε καὶ ἀκοῦσαι ἦν ἀμφὶ τῆς
κατὰ Πλάτωνα φιλοσοφίας τῆς τε τούτου πρὸς τὰ
 Ἑβραίων λόγια συμφωνίας, δι᾿ ἥν τὸν ἄνδρα καταπεπλήγμεθα,
καὶ αὖ πάλιν τῆς πρὸς αὐτοὺς διαφω- 
νίας, δι᾿ ἣν οὐκ ἄν τις αὐτὸν εὖ φρονῶν ἀποδέξαιτο,
διελθὼν ἐν τῷ πρὸ τούτου, μέτειμι νῦν ἐπὶ τὰς λοιπὰς
αἱρέσεις τῶν παρ᾿ Ἕλλησιν ἐπὶ φιλοσοφίᾳ δια-
 βοηθέντων.

καὶ τούτων αὖ πάλιν τὸν ἐκ τῆς
ἀληθείας ὄλισθον οὐκ αὐτὸς οὐδὲ παρ᾿ ἐμαυτοῦ, διὰ
δὲ τῆς αὐτῶν πάλιν τῶν Ἑλληνικῶν φωνῶν μαρτυ-

 
ρίας, σκοπεῖν τοῖς ἐντυγχάνουσι πρὸ ὀφθαλμῶν θήσω·
οὐ μὲν δή τισι τῶν ἀνδρῶν ἀπεχθόμενος, ὧν γε καὶ
μέγα θαῦμ’ ἔχειν ὁμολογῶ, ὅταν δὴ τοῖς ἄλλοις, οἷάπερ
ἀνθρώποις, παραβάλλω τοὺς ἄνδρας·

ἐπὰν δὲ
 τοῖς Ἑβραίων θεολόγοις τε καὶ προφήταις, θεῷ τε 
τῷ διὰ τούτων καὶ μελλόντων προρρήσεις καὶ θαυμάτων
ἐπιδείξεις πεποιημένῳ, ἀτὰρ δὴ καὶ μαθημάτων
εὐσεβῶν δογμάτων τε ἀληθῶν διδασκαλίαν καταβεβλημένῳ,
οὐκέτ’ οἶμαί τινα δεῖν εὐλόγως ἐπιμέμψασθαι,
εἰ θεὸν πρὸ ἀνθρώπων καὶ ἀλήθειαν 
αὐτὴν πρὸ θνητῶν λογισμῶν τε καὶ στοχασμῶν τιμώμεθα.

τοῦτο δέ μοι πᾶν ὁ τῆς παρούσης Προπαρασκευῆς
δείξειν πεφιλοτίμηται λόγος, εἰς ἀπόκρισιν
ὁμοῦ καὶ ἀπολογίαν τῶν δὴ πευσομένων, τί δὴ
 ἄρα καλὸν ἢ σεμνὸν ἰδόντες ἐν τοῖς βαρβάρων γράμμασι 
τῆς πατρῴας καὶ εὐγενοῦς φιλοσοφίας, τῆς Ἑλλήνων
λέγω, προκρίνειν αὐτὰ διανενοήμεθα. ἀλλὰ
γὰρ ἤδη δι’ ἔργων ἡ ἀπόδειξις ἡμῖν χωρείτω.

Ἡγοῦμαι δὲ δεῖν πρώτιστα πάντων ἄνωθεν
 ἀπὸ τῆς πρώτης καταβολῆς τῶν παρ’ Ἕλλησι φιλοσόφων 
ἀπάρξασθαι, καὶ τοὺς πρόσθεν ἢ Πλάτωνα
γενέσθαι φυσικοὺς ἐπικληθέντας φιλοσόφους καταμαθεῖν,
τίνες ποτὲ γεγόνασι, καὶ ὁποίων ἔτυχεν ἡ
κατ’ αὐτοὺς φιλοσοφία προστατῶν τοῦ λόγου, εἶτ’
ἐπὶ τὴν τοῦ Πλάτωνος παρελθεῖν διαδοχὴν, καὶ τίνες 
ποτ’ ἦσαν καὶ οἵδε, τάς τε πρὸς ἀλλήλους λογομαχίας
αὐτῶν ἐπισκέψασθαι, ἐπιθεωρῆσαι δὲ καὶ τῶν
ἄλλων αἱρέσεων τὰς διαστάσεις, τῶν τε δοξῶν τὰς
ἀντικαταστάσεις, ἐν αἷς πυκτεύοντας τοὺς γενναίους
καὶ φιλοτίμως διαπληκτιζομένους, ὥσπερ ἐπὶ σκηνῆς 
 τοῖς θεαταῖς, παραδείξω.

αὐτίκα γοῦν μάλα
θεασώμεθα ὅπως μὲν ὁ Πλάτων’ τοὺς πρὸ αὐτοῦ

 
πρώτους ἔσκωπτεν, ὅπως δὲ τοὺς Πλάτωνος οἰκείους
τε καὶ διαδόχους ἄλλοι· καὶ αὖ πάλιν ὅπως οἶ Πλάτωνος
ἑταῖροι τὰ σοφὰ τῆς Ἀριστοτέλους πολυνοίας
ἀπήλεγχον· ὅπως θ’ οἶ τὸν Ἀριστοτέλην καὶ τὸν
 Περίπατον αὐχοῦντες τὰ δοκοῦντα τοῖς τὴν ἐναντίαν
πρεσβεύουσι τὸ μηθὲν ὄντα παρίστων.

καὶ τὰ
δεινὰ δὲ καὶ ἀκριβῆ τῆς τῶν Στωïκῶν λεπτολογίας
ὑφ’ ἑτέρων αὖ πάλιν ὄψει καταγελώμενα, πάντας τε
πανταχόθεν κατὰ τῶν πέλας κονιομένους καὶ μάχην
 καὶ πάλην ἀνδρικώτατα συνισταμένους, ὡς διὰ Χειρῶν 
ἤδη καὶ γλώττης, ἢ μᾶλλον διὰ καλάμου καὶ μέλανος,
τὸν κατὰ ἀλλήλων αὐτοὺς πόλεμον ἐπιτειχίζεσθαι,
μονονουχὶ βάλλοντας καὶ βαλλομένους τοῖς
διὰ λόγων δόρασί τε καὶ παντευχίαις.

περιέξει
 δ’ ἡμῖν τὸ στάδιον ἐν τῷ γυμνικῷ τῷδε ἀγῶνι γυμνοὺς
ἀληθείας ἀπάσης πρὸς τοῖς δηλωθεῖσι καὶ τοὺς
πᾶσιν ὁμοῦ τοῖς δογματικοῖς φιλοσόφοις ἐξ ἐναντίας
ἀραμένους τὰ ὅπλα, τοὺς ἀμφὶ Πύρρωνα λέγω, μηδὲν
εἶναι καταληπτὸν ἐν ἀνθρώποις ἀποφηναμένους,
 καὶ τούς τε κατ’ Ἀρίστιππον μόνα λέγοντας τὰ πάθη 
εἷναι καταληπτὰ, καὶ αὖ πάλιν τοὺς κατὰ Μητρόδωρον
καὶ Πρωταγόραν μόναις δεῖν φάσκοντας ταῖς
τοῦ σώματος πιστεύειν αἰσθήσεσι.

ἔμπαλιν δὲ
τούτοις συναποδύσομεν τοὺς ἀμφὶ Ξενοφάνην καὶ
 Παρμενίδην τὴν ἐναντίαν παραταξαμένους καὶ τὰς
αἰσθήσεις ἀνελόντας.

οὐ παρήσομεν δὲ οὐδὲ τοὺς
τῆς ἡδονῆς προμάχους, ἀλλὰ καὶ τούτων τὸν ἀριστέα
Ἐπίκουρον σὺν τοῖς εἰρημένοις καταλέξομεν. πρὸς
ἅπαντας δὲ ὁμοῦ τοῖς σφετέροις αὐτῶν βέλεσι τὸν
 κατ’ αὐτῶν ἀντιθήσομεν ἔλεγχον.

καὶ τῶν ἐπίκλην
δὲ φυσικῶν ἁπάντων ὁμοῦ τῶν τε δογμάτων τὰς 
διαφωνίας καὶ τῆς σπουδῆς τὴν ἀχρηστομάθειαν εἰς

 
φανερὸν οἴσω, οὔ τι που μισέλλην οὐδὲ μισόλογος
τις ὢν, πολλοῦ γε δέω, διαβολῆς δ’ αἰτίαν ἀπολυόμενος,
ὅτι δὴ τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας ἥκιστα μεταποιηθέντες
τὰ Ἑβραίων λόγια προτετιμήκαμεν.

Οἱ μέν γε Ἑβραῖοι ἄνωθεν ἐξ αἰῶνος μακροῦ 
καὶ αὐτῆς, ὡς ἔπος εἰπεῖν, ἀπὸ πρώτης ἀνθρωπογονίας
τὴν εὐσέβειαν καὶ ἀληθῆ φιλοσοφίαν ἀνηρευνηκότες,
ἀκήρατον καὶ ἐπὶ τοὺς μετέπειτα ταύτην
διατετηρήκασι, παῖς παρὰ πατρὸς θησαυρὸν λόγων
ἀληθῶν ὑποδεξάμενοί τε καὶ φυλάξαντες, ὡς μήτ’ 
ἐπιθεῖναι μήτ’ ἀφελεῖν τινὰ τοῖς ἅπαξ κεκριμένοις
τολμῆσαι.

οὔτ’ οὖν ὁ πάνσοφος Μώσης, πάντων
 μὲν Ἑλλήνων πρεσβύτατος ἀποφανθεὶς διὰ τῶν ἔμπροσθεν,
πάντων δὲ ὕστατος τὴν ἡλικίαν τῶν πρὶν
Ἑβραίων γεγονὼς, κινῆσαί τι καὶ μεταθεῖναι τῶν 
 τοῖς προπάτορσι δοξάντων τῆς δογματικῆς πέρι θεολογίας
διανενόηται, πλὴν ὅσον τοῖς ὑπ’ αὐτὸν ἀνθρώποις
ἀγωγῆς βίου καταλλήλου τρόπον καί τινος μέσης
πολιτείας νομοθεσίαν καταβαλέσθαι,

οὔθ’ οἱ μετὰc 
τόνδε προφῆται, μυρίαις ὅσαις ὕστερον ἐτῶν περιόδοις 
ἐκλάμψαντες, διάφωνόν τι ῥῆμα πρός τε σφᾶς
αὐτοὺς ἢ πρὸς τὰ Μωσεῖ καὶ τοῖς πάλαι θεοφιλέσι
 νομισθέντα προέσθαι τῇ φωνῇ τετολμήκασιν.

ἀλλ’
οὐδὲ τὸ καθ’ ἡμᾶς διδασκαλεῖον, ἐκεῖθέν ποθεν ὁρμώμενον
καὶ δι’ ἐνθέου δυνάμεως ὁμοῦ πᾶσαν Ἑλλάδα 
τε καὶ τὴν βάρβαρον ἐμπλῆσαν, διάφωνόν τι
τοῖς πρόσθεν ἐμπεριείληφεν, εἰ μή τις φαίη ὅτι μὴ 
μόνον τοῖς δόγμασι τῆς θεολογίας, ἀλλὰ καὶ τῷ
τρόπῳ τοῦ βίου τὴν αὐτὴν ἀγωγὴν τοῖς πρὸ Μώσεως
θεοφιλέσιν Ἑβραίοις παραδίδωσι.

καὶ τὰ μὲν ἡμέτερα 
τοιαῦτα, μιᾷ διανοίᾳ μιᾷ τε φωνῇ ὑπὸ τῶν πρώτων
καὶ τῶν μέσων καὶ τῶν ὑστάτων μεμαρτυρημένα,

 
τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας ὁμοῦ καὶ φιλοσοφίας τὸ βέβαιον
ἁπάσαις ψήφοις ἐπισφραγίζεται, πληροῖ τε τὴν
σύμπασαν οἰκουμένην, ὁσημέραι νεάζοντα καὶ ἀνθοῦντα, 
ὡς ἄρτι πρώτην ἀκμὴν καταβεβλημένα· καὶ
 οὔτε νόμων διατάξεις οὔτ’ ἐχθρῶν ἐπιβουλαὶ οὔτι
πολεμίων πολλάκις ἀκονηθέντα ξίφη κρείττονα τῆς
ὧν μετήλθομεν λόγων ἀρετῆς τὴν δύναμιν ἐπιδέδεικται.

τὰ δὲ τῆς Ἑλλήνων φιλοσοφίας ἐπὶ
σαλεύσαντα τίνα ποτὲ τὴν ἰσχὺν ἐπεδείξατο νυνὶ
 θεασώμεθα, πρώτους ἁπάντων εἰς τὸν ἀγῶνα καθιέντες
τοὺς φυσικοὺς ἐπικληθέντας· οἱ δὴ πρόσθεν ἢ 
Πλάτωνα διαλάμψαι λεγόμενοι ὅπως πρὸς ἀλλήλους
ἐστασίασαν παρ’ αὐτοῦ μαθεῖν ἔστι τοῦ Πλάτωνος·
ὃς δὴ τῶν ἀμφὶ Πρωταγόραν Ἡράκλειτόν τε καὶ
 τὴν πρὸς Παρμενίδην καὶ τοὺς ἀμφ’ αὐτὸν
διαμάχην ἐξελέγχει.

ὁ μὲν γὰρ Δημοκρίτου γεγονὼν
ἑταῖρος, ὁ Πρωταγόρας, ἄθεον ἐκτήσατο δόξαν·
λέγεται γοῦν τοιᾷδε κεχρῆσθαι εἰσβολῇ ἐν τῷ Περὶ
θεῶν συγγράμματι “Περὶ μὲν θεῶν οὐκ οἶδα οὔθ’
 ὡς εἰσὶν οὔθ’ ὡς οὐκ εἰσὶν οὔθ’ ὁποῖοί τινες ἰδέαν.” 
ὁ δὲ Δημόκριτος ἀρχὰς τῶν ὅλων ἔφη εἶναι τὸ κενὸν
καὶ τὸ πλῆρες· τὸ πλῆρες ὂν λέγων καὶ στερεὸν, τὸ
δὲ κενὸν μὴ ὄν. διὸ καί φησι μηδὲν μᾶλλον τὸ ὂν
τοῦ μὴ ὄντος εἶναι· ὅτι τε ἐξ ἀιδίου τὰ ὄντα ἐν τῷ
 κενῷ συνεχῶς καὶ ὀξέως κινεῖται.”

ὁ δὲ Ἡράκλειτος
ἀρχὴν τῶν πάντων ἔφη εἶναι τὸ πῦρ, ἐξ οὗ τὰ
πάντα γίνεται, καὶ εἰς ὃ ἀναλύεται. ἀμοιβὴν γὰρ
εἶναι τὰ πάντα, χρόνον τε ὡρίσθαι τῆς τῶν πάντων
εἰς τὸ πῦρ ἀναλύσεως καὶ τῆς ἐκ τούτου γενέσεως.

οἵδε μὲν οὖν πάντα κινεῖσθαι ἔφασαν· ὁ δὲ Παρμενίδης, 
τὸ γένος Ἐλεάτης ὢν, ἕν μὲν εἶναι τὸ πᾶν,
ἀγέννητον δὲ καὶ ἀκίνητον καὶ κατὰ σχῆμα σφαιροει-

 
’δες ὑπάρχειν ἐδογμάτιζε. Παρμενίδου δὲ Μέλισσος
ἑταῖρος γέγονε, τὰ αὐτὰ τῷ Παρμενίδῃ δοξάζων.
τούτων δὴ οὖν πέρι ὁποῖα ὁ Πλάτων’ ἐν τῷ Θεαιτήτῳ
διέξεισιν ἄκουε

“Ἐκ δὲ δὴ φορᾶς τε καὶ κινήσεως καὶ κράσεως 
 πρὸς ἄλληλα γίνεται πάντα ἃ δή φαμεν εἶναι,
οὐκ ὀρθῶς προσαγορεύοντες. ἔστι μὲν γὰρ οὐδέποτε
οὐδὲν, ἀεὶ δὲ γίνεται. καὶ περὶ τούτου πάντες ἐξαίσιοι
σοφοὶ πλὴν Παρμενίδου ξυμφέρεσθον, Πρωταγόρας
τε καὶ Ἡράκλειτος καὶ Ἐμπεδοκλῆς, καὶ τῶν 
ποιητῶν οἷ ἄκροι τῆς ποιήσεως ἑκατέρας, κωμῳδίας
μὲν Ἐπίχαρμος, τραγῳδίας δὲ Ὅμηρος, εἰπὼν
 Ὠκεανόν τε θεῶν γένεσιν καὶ μητέρα Τηθύν, 
 πάντα εἴρηκεν ἔκγονα ῥοῆς τε καὶ κινήσεως. ἢ οὐ 
 δοκεῖ τοῦτο λέγειν;

Ἔμοιγε. 
 Τίς οὖν ἂν ἔτι πρός γε τοσοῦτον στρατόπεδον
καὶ στρατηγὸν Ὅμηρον δύναιτο ἀμφισβητήσας μὴ καταγέλαστος
γενέοθαι;” 
 Εἶθ’ ἐξῆς προïὼν τῷ λόγῳ ἐπιφέρει λέγων

“ Προσιτέον οὖν ἐγγυτέρω, ὡς ὁ ὑπὲρ Πρωταγόρου
λόγος ἐπέταττε, καὶ σκεπτέον τὴν φερομένην
ταύτην οὐσίαν διακρούοντα, εἴτε ὑγιὲς εἴτε σαθρὸν
φθέγγεται. μάχη δ’ οὖν περὶ αὐτῆς οὐ φαύλη οὐδ’ 
ὀλίγοις γέγονε. 
 Πολλοῦ καὶ δεῖ φαύλη εἶναι, ἀλλὰ περὶ μὲν τὴν
c Ἰωνίαν ἐπιδίδωσι πάμπολυ. οἱ γὰρ τοῦ Ἡρακλείτον
ἑταῖροι χορηγοῦσι τούτου τοῦ λόγου μάλα
ἐρρωμένως. 
 

 
 Τῷ τοι, ὠ φίλε Θεόδωρε, μᾶλλον σκεπτέον καὶ
ἐξ ἀρχῆς 9 ὥσπερ αὐτοὶ ὑποτείνονται.

Παντάπασι μὲν οὖν. καὶ γὰρ, ὠ Σώκρατες,
περὶ τούτων τῶν Ἡρακλειτείων, ἢ ὥσπερ σὺ λέγεις
 Ὁμηρείων τε καὶ ἔτι παλαιοτέρων, αὐτοῖς μὲν τοῖς
περὶ τὴν Ἔφεσον, ὅσοι προσποιοῦνται ἔμπειροι εἶναι,
οὐδὲν μᾶλλον οἷόν τε διαλεχθῆναι ἢ τοῖς οἰστρῶσιν.
ἀτεχνῶς γὰρ κατὰ τὰ συγγράμματα φέρονται, τὸ δὲ
ἐπιμεῖναι ἐπὶ λόγῳ καὶ ἐρωτήματι καὶ ἡσυχίως ἐν
 μέρει ἀποκρίνασθαί τε καὶ ἐρέσθαι, ἧττον αὐτοῖς ἔνι 
ἢ τὸ μηδέν· μᾶλλον δὲ ὑπερβάλλει τὸ οὐδ’ οὐδὲν
πρὸς τὸ μηδὲ σμικρὸν ἐνεῖναι τοῖς ἀνδράσιν ἡσυχίας.
ἀλλ’ ἄν τινά τι ἔρῃ, ὥσπερ ἐκ φαρέτρας ῥηματίσκια
αἰνιγματώδη ἀνασπῶντες ἀποτοξεύουσι, καὶ ἂν τούτου
 ζητῇς λόγον λαβεῖν, τί εἴρηκεν, ἑτέρῳ πεπλήξῃ
καινῶς μετωνομασμένῳ, περανεῖς δὲ οὐδέποτε οὐδὲν
πρὸς οὐδένα αὐτῶν, οὐδέ γε ἐκεῖνοι αὐτοὶ πρὸς ἀλλήλους,
ἀλλ’ εὖ πάνυ φυλάττουσι τὸ μηδὲν βέβαιον
ἐὰν εἶναι μήτ’ ἐν λόγῳ μήτ’ ἐν ταῖς αὑτῶν ψυχαῖς,
 ἡγούμενοι, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, αὐτὸ στάσιμον εἶναι. τούτῳ
δὲ πάνυ πολεμοῦσι, καὶ καθ’ ὅσον δύνανται πανταχόθεν 
ἐκβάλλουσιν.

Ἴσως, ὦ Θεόδωρε, τοὺς ἄνδρας μαχομένους
ἑώρακας, εἰρηνεύουσι δὲ οὐ συγγέγονας· οὐ γάρ σοι
 ἑταῖροί εἰσιν. ἀλλ’, οἶμαι, τὰ τοιαῦτα τοῖς μαθηταῖς
ἐπὶ σχολῆς φράζουσιν, οὓς ἂν βούλωνται ὁμοίους
αὑτοῖς ποιῆσαι. 
 Ποίοις μαθηταῖς, ὠ δαιμόνιε; οὐδὲ γίγνεται τῶν
τοιούτων ἕτερος ἑτέρου μαθητὴς, ἀλλ’ αὐτόματοι
 ἀναφύονται, ὁπόθεν ἂν τύχῃ ἕκαστος αὐτῶν ἐνθουσιάσας,
καὶ τὸν ἕτερον ὁ ἕτερος οὐδὲν ἡγεῖται
πάρα μὲν οὑν τούτων, ὅπερ ῃα ἔρων, οὐκ αν

 
ποτε λάβοις λόγον οὔτε ἑκόντων οὔτε ἀκόντων· αὐτοὺς
 δὲ δεῖ παραλαβόντας ὥσπερ πρόβλημα ἐπισκοπεῖσθαι.

Καὶ μετρίως γε λέγεις. Τὸ δὲ δὴ πρόβλημα
ἄλλο τι παρειλήφαμεν παρὰ μὲν τῶν ἀρχαίων, μετὰ
ποιήσεως ἐπικρυπτομένων τοὺς πολλοὺς, ὡς ἡ γένεσις 
τῶν πάντων Ὠκεανός τε καὶ Τηθὺς ῥεῦμα τυγχάνει
καὶ οὐδὲν ἕστηκε, παρὰ δὲ τῶν ὑστέρων, ἅτε
σοφωτέρων, ἀναφανδὸν ἀποδεικνυμένων, ἵνα καὶ οἱ
σκυτοτόμοι αὐτῶν τὴν σοφίαν μάθωσιν ἀκούσαντες
καὶ παύσωνται ἠλιθίως οἰόμενοι τὰ μὲν ἑστάναι, τὰ 
 δὲ κινεῖσθαι τῶν ὄντων, μαθόντες δὲ ὅτι πάντα κινεῖται
τιμῶσιν αὐτούς; ὀλίγου δὲ ἐπελαθόμην, ὦ
Θεόδωρε, ὅτι ἄλλοι αὖ τἀναντία τούτοις ἀπεφήναντο,
 Οἷον ἀκίνητον τελέθει τῷ πάντ᾿ ὄνομ᾿ εἶναι, 
Καὶ ἄλλα ὅσα Μέλισσοί τε καὶ Παρμενίδαι ἐναντιούμενοι 
Πᾶσι τούτοις διισχυρίζονται, ὡς ἕν τε πάντα
ἐστὶ καὶ ἕστηκεν αὐτὸ ἐν ἑαυτῷ, οὐκ ἔχον χώραν ἐν
ᾗ κινεῖται.

Τούτοις οὖν, ὦ ἑταῖρε, πᾶσι τί χρησόμεθα;
Κατὰ σμικρὸν γὰρ προϊόντες λελήθαμεν ἀμφοτέρων
 εἰς τὸ μέσον πεπτωκότες, καὶ ἐὰν μή πη 
ἀμυνόμενοι διαφύγωμεν, δίκην δώσομεν ὥσπερ οἰ
ἐν ταῖς παλαίστραις διὰ γραμμῆς παίζοντες, ὅταν ὑπ᾿
ἀμφοτέρων ληφθέντες ἕλκωνται εἰς τἀναντία.”

Ταῦτα μὲν ἐν Θεαιτήτῳ. Μεταβὰς δὲ ἑξῆς ἐπὶ
Τὸν Σοφιστὴν αὖθις περὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ γενομένων 
φυσικῶν φιλοσόφων τοιάδε φησίν 
 “Εὐκόλως μοι δοκεῖ Παρμενίδης ἡμῖν διειλέχθαι
Καὶ πᾶς ὅστις ἡμῖν πώποτε ἐπὶ κρίσιν ὥρμησε τοῦ τὰ
ὄντα διορίσασθαι πόσα τε καὶ ποῖά ἐστι. — Μῦθόν
 

 
τινα ἕκαστος φαίνεταί μοι διηγεῖσθαι, παισὶν ὡς
οὖσιν ἡμῖν. ὁ μὲν ὡς τρία τὰ ὄντα, πολεμεῖ δὲ ἀλλήλοις 
ἐνίοτε αὐτῶν ἄττα πη, τοτὲ δὲ καὶ φίλα γιγνόμενα
γάμους τε καὶ τόκους καὶ τροφὰς τῶν ἐκγόνων
 παρέχεται· δύο δὲ ἕτερος εἰπὼν, ὑγρὸν καὶ ξηρὸν ἢ
θερμὸν καὶ ψυχρὸν, συνοικίζει τε αὐτὰ καὶ ἐκδίδωσι.
τὸ δὲ παρ’ ἡμῖν Ἐλεατικὸν ἔθνος ἅπαν, ἀπὸ Ξενοφάνους
τε καὶ ἔτι πρόσθεν ἀρξάμενον, ὡς ἑνὸς ὄντος
τῶν πάντων καλουμένων, οὕτω διεξέρχεται τοῖς μύθοις.
 Ἰάδες δέ τινες καὶ Σικελικαὶ ὕστερον Μοῦσαι
ξυνενόησαν ὅτι συμπλέκειν ἀσφαλέστερον ἀμφότερα
καὶ λέγειν ὡς τὸ ὂν πολλά τε καὶ ἴν ἐστιν, ἔχθρᾳ δὲ 
καὶ φιλίᾳ συνέχεται. διαφερόμενον γὰρ ἀεὶ ξυμφέρεται,
φασὶν αἶ συντονώτεραι τῶν Μουσῶν· αἱ δὲ
 μαλακώτεραι τὸ μὲν ἀεὶ ταῦτα οὕτως ἔχειν ἐχάλασαν·
ἐν μέρει δὲ τοτὲ μὲν ἓν εἶναί φασι τὸ πᾶν καὶ φίλον
ὑπ’ Ἀφροδίτης, τοτὲ δὲ πολλὰ καὶ πολέμιον αὐτὸ
αὑτῷ διὰ νεῖκός τι. ταῦτα δὲ πάντα εἰ μὲν ἀληθῶς
τις ἢ μὴ τούτων εἴρηκε, χαλεπὸν καὶ πλημμελὲς οὕτω
 μεγάλα κλεινοῖς καὶ παλαιοῖς ἀνδράσιν ἐπιτιμᾶν.”

Καὶ μετὰ βραχέα ἐπιλέγει 
 “Τοὺς μὲν τοίνυν διακριβολογουμένους ὄντος τε
πέρι καὶ μὴ πάντας μὲν οὐ διεληλύθαμεν, ὅμως δ’ 
ἱκανῶς ἐχέτω· τοὺς δὲ ἄλλως λέγοντας αὖ θεατέον,
 ἵν᾿ ἐκ πάντων ἴδωμεν ὅτι τὸ ὂν τοῦ μὴ ὄντος οὐδὲν
εὐπορώτερον εἰπεῖν ὅ τι ποτέ ἐστιν. 
 Οὐκοῦν πορεύεσθαι χρὴ καὶ ἐπὶ τούτους. 
 Καὶ μὴν ἔοικέ γε ἐν αὐτοῖς οἶον γιγαντομαχία
τις εἷναι διὰ τὴν ἀμφισβήτησιν περὶ τῆς οὐσίας πρὸς
 ἀλλήλους.

Πῶς; 
 Οἱ μὲν εἰς γῆν ἐξ οὐρανοῦ καὶ τοῦ ἀοράτου πάντα

 
ἕλκουσι, ταῖς χερσὶν ἀτεχνῶς πέτρας καὶ δρῦς περιλαμβάνοντες.
τῶν γὰρ τοιούτων ἐφαπτόμενοι πάντων
διισχυρίζονται τοῦτο εἶναι μόνον ὃ παρέχει πρόσ
 βολὴν καὶ ἐπαφήν τινα , ταὐτὸν σῶμα καὶ οὐσίαν
ὁριζόμενοι , τῶν δὲ ἄλλων εἴ τις φήσει μὴ σῶμα ἔχον 
εἶναι, καταφρονοῦντες τὸ παράπαν καὶ οὐδὲν ἐθέλοντες
ἄλλο ἀκούειν. 
 Ἦι δεινοὺς εἴρηκας ἄνδρας· ἤδη γὰρ καὶ ἐγὼ
τούτων πλέον οἷς προσέτυχον.

Τοιγαροῦν οἱ πρὸς αὐτοὺς ἀμφισβητοῦντες 
μάλα εὐλαβῶς ἄνωθεν ποθὲν ἀμύνονται, νοητὰ
ἄττα καὶ ἀσώματα εἴδη βιαζόμενοι τὴν ἀληθινὴν
οὐσίαν εἶναι· τὰ δὲ ἐκείνων σώματα καὶ τὴν λεγομένην
ὑπὸ τούτων ἀλήθειαν κατὰ σμικρὰ διαθραύοντες
ἐν τοῖς λόγοις γένεσιν ἀντὶ οὐσίας φε- 
 ρομένην τινὰ προσαγορεύουσιν. ἐν μέσῳ δὲ περὶ
ταῦτα ἄπλετος ἀμφοτέρων μάχη τις, ὦ Θεαίτητε, ἀεὶ
ξυνέστηκεν. 
 Ἀληθῆ.”

Διὰ δὴ τοσούτων τοὺς πρὸ αὐτοῦ φυσικοὺς 
φιλοσόφους διαβέβληκεν ὁ Πλάτων. ὁποίαν δὲ αὐτὸς
περὶ τῶν ἐζητημένων ἐπήγετο δόξαν ἐν τοῖς πρὸ
τούτου διειλήφαμεν, ὅτε συμφωνεῖν αὐτὸν τοῖς
Ἐβραίων δόγμασι καὶ τῇ Μώσεως συντρέχειν περὶ
τοῦ ὄντος διδασκαλίᾳ παριστῶμεν.

Καὶ τοὺς αὐτοῦ δὲ τοῦ Πλάτωνος διαδόχους
φέρε τῷ λόγῳ θεωρήσωμεν. Πλάτωνά φασιν ἐν Ἀκα-
 δημίᾳ συστησάμενον τὴν διατριβὴν πρῶτον Ἀκαδημαϊκὸν
κληθῆναι, καὶ τὴν ὀνομασθεῖσαν Ἀκαδημαϊκὴν
φιλοσοφίαν συστήσασθαι. μετὰ δὲ Πλάτωνα 
Σπεύσιππον τὸν ἐξ ἀδελφῆς Πλάτωνος, τῆς Ποτώνης,
εἶτα Ξενοκράτην, ἔπειτα Πολέμωνα τὴν διατρι-

 
βῆν ὑποδέξασθαι.

τούτους δὲ ἀφ᾿ ἑστίας ἀρξαμένους
εὐθὺς τὰ Πλατωνικά φασι παραλύειν, στρεβλοῦντας
τὰ τῷ διδασκάλῳ φανέντα ξένων εἰσαγωγαῖς
δογμάτων , ὥστε σοι μὴ εἰς μακρὸν ἐλπίζειν τὴν τῶν
 θαυμαστῶν ἐκείνων διαλόγων ἰσχὺν ἀποσβῆναι, ἅμα
τε τῇ τοῦ ἀνδρὸς τελευτῇ καὶ τὴν τῶν δογμάτων 
διαδοχὴν συναποτελευτῆσαι· μάχης ἐντεῦθεν καὶ
στάσεως ἀπὸ τῶνδε ἀρξαμένης, οὔποτε καὶ εἰς δεῦρο
διαλειπούσης , τοὺς τὰ αὐτῷ φίλα ζηλοῦν ἀσπαζομένους
 οὐδένας μὲν ὄντας, πλὴν εἰ μὴ εἶς που ἢ δεύτερος
ἐν ὅλῳ τῷ βίῳ, ἢ καί τινες ἄλλοι κομιδῇ βραχεῖς
τὸν ἀριθμὸν, οὐδ᾿ αὐτοὶ πάμπαν ἀλλότριοι τῆς
ἐπιπλάστου σοφιστείας· ἐπεὶ καὶ οἱ πρόσθεν τὸν
Πλάτωνα διαδεξάμενοι τοιοίδε τινες διαβέβληνται.

Πολέμωνα γάρ φασι διαδέξασθαι Ἀρκεσίλαον, ὃν 
δὴ κατέχει λόγος ἀφέμενον τῶν Πλάτωνος δογμάτων
ξένην τινὰ καὶ, ὥς φασι, δευτέραν συστήσασθαι
Ἀκαδημίαν. φάναι γὰρ περὶ ἁπάντων ἐπέχειν δεῖν·
εἶναι γὰρ πάντα ἀκατάληπτα καὶ τοὺς εἰς ἑκάτερα
 λόγους ἰσοκρατεῖς ἀλλήλοις, καὶ τὰς αἰσθήσεις δὲ
ἀπίστους εἶναι καὶ πάντα λόγον. ἐπῄνει γοῦν ῾Ησιόδου
τουτὶ τὸ ἀπόφθεγμα
 κρύψαντες γὰρ ἔχουσι θεοὶ νόον ἀνθρώποισιν. 
ἐπειρᾶτο δὲ καὶ παράδοξά τινα ἀνακαινίζειν.

μετὰ
 δὲ τὸν Ἀρκεσίλαον τοὺς ἀμφὶ Καρνεάδην καὶ Κλειτόμαχον,
τῆς τῶν προτέρων δόξης ἀποτραπέντας, τρίτης
Ἀκαδημίας αἰτίους γενέσθαι φασίν. ἔνιοι δὲ καὶ
τετάρτην προστιθέασι τὴν τῶν περὶ τὸν Φίλωνα καὶ
Χαρμίδην. τινὲς δὲ καὶ πέμπτην καταλέγουσι τὴν 
 τῶν περὶ τὸν Ἀντίοχον. 
 Τοιαύτη μέν τις ἡ αὐτοῦ Πλάτωνος ὑπῆρξε δια-

 
δοχή. ὁποῖοι δὲ γεγόνασιν οἵδε τὸν τρόπον,
ἀνάγνωθι τὰς ὧδε ἐχούσας Νουμηνίου τοῦ Πυθαγορείου
φωνὰς, ἃς τέθειται ἐν τῷ πρώτῳ ὧν ἐπέγραψε
‘ Περὶ τῆς τῶν Ἀκαδημαϊκῶν πρὸς Πλάτωνα
διαστάσεως.”

“Ἐπὶ μὲν τοίνυν Σπεύσιππον τὸν Πλάτωνος
μὲν ἀδελφιδοῦν, Ξενοκράτην δὲ τὸν διάδοχον τοῦ
Σπευσίππου, Πολέμωνα δὲ ἐκδεξάμενον τὴν σχολὴν
παρὰ Ξενοκράνους, ἀεὶ τὸ ἦθος διετείνετο τῶν
δογμάτων σχεδόν τι ταὐτὸν, ἕνεκά γε τῆς μήπω ἐποχῆς 
ταυτησὶ τῆς πολυθρυλήτου τε καὶ εἰ δή τινων
τοιούτων ἄλλων. ἐπεὶ εἴς γε τὰ ἄλλα πολλαχῆ παραλύοντες,
τὰ δὲ στρεβλοῦντες, οὐκ ἐνέμειναν τῇ πρώτῃ
 διαδοχῇ· ἀρξάμενοι δὲ ἀπ’ ἐκείνου καὶ θᾶττον καὶ
βράδιον διίσταντο προαιρέσει ἢ ἀγνοίᾳ, τὰ δὲ δή 
τινι αἰτίᾳ ἄλλῃ οὐκ ἀφιλοτίμῳ ἴσως.

καὶ οὐ μὲν
βούλομαί τι φλαῦρον εἰπεῖν διὰ Ξενοκράτην, μᾶλλον
μὴν ὑπὲρ Πλάτωνος ἐθέλω. καὶ γάρ με δάκνει ὅτι
μὴ πᾶν ἔπαθόν τε καὶ ἔδρων σώζοντες τῷ Πλάτωνι
κατὰ πάντα πάντη πᾶσαν ὁμοδοξίαν. καίτοι ἄξιος ἦν 
αὐτοῖς ὁ Πλάτων’, οὐκ ἀμείνων μὲν Πυθαγόρου τοῦ
μεγάλου, οὐ μέντοι ἴσως οὐδὲ φλαυρότερος ἐκείνου,
 ᾧ συνακολουθοῦντες σεφθέντες τε οἱ γνώριμοι ἐγένοντο
πολυτιμητίζεσθαι αἰτιώτατοι τὸν Πυθαγόραν.

τοῦτο δὲ οἶ Ἐπικούρειοι οὐκ ὤφελον μὲν, μαθόντες 
δ’ οὖν ἐν οὐδενὶ μὲν ὤφθησαν Ἐπικούρῳ ἐναντία
θέμενοι οὐδαμῶς, ὁμολογήσαντες δὲ εἶναι σοφῷ
συνδεδογμένοι καὶ αὐτοὶ διὰ τοῦτο ἀπέλαυσαν τῆς
προσρήσεως εἰκότως· ὑπῆρξέ τε ἐκ τοῦ ἐπὶ
τοῖς μετέπειτα Ἐπικουρείοις μηδ’ αὐτοῖς εἰπεῖν πω 
ἐναντίον οὔτε ἀλλήλοις οὔτε Ἐπικούρῳ μηδὲν εἰς
μηδὲν, ὅτου καὶ μνησθῆναι · ἄξιον· ἀλλ᾿

 
παρανόμημα, μᾶλλον δὲ ἀσέβημα, καὶ κατέγνωσται
τὸ καινοτομηθέν. καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς οὐδὲ τολμᾷ, 
κατὰ πολλὴν δὲ εἰρήνην αὐτοῖς ἠρεμεῖ τὰ δόγματα
ὑπὸ τῆς ἐν ἀλλήλοις αἰεί ποτε συμφωνίας. ἔοικέ τε
 ἡ Ἐπικούρου διατριβὴ πολιτείᾳ τινὶ ἀληθεῖ, ἀστασιαστοτάτῃ,
κοινὸν ἴνα νοῦν, μίαν γνώμην ἐχούσῃ· 
ἀφ’ ἧς ἦσαν καὶ εἰσὶ καὶ, ὡς ἔοικεν, ἔσονται φιλακόλουθοι.

τὰ δὲ τῶν Στωϊκῶν ἐστασίασται, ἀρξάμενα
ἀπὸ τῶν ἀρχόντων καὶ μηδέπω τελευτῶντα
 καὶ νῦν. ἐλέγχουσι δὲ ἀγαπώντως ὑπὸ δυσμενοῦς
ἐλέγχου, οἱ μέν τινες αὐτόν ἐμμεμενηκότες ἔτι, οἶ
δ’ ἤδη μεταθέμενοι. εἴξασιν οὖν οἱ πρῶτοι ὀλιγαρχικωτέροις, 
οἳ δὴ διαστάντες ὑπῆρξαν εἰς τοὺς μετέπειτα
πολλῆς μὲν τοῖς προτέροις, πολλῆς δὲ τῆς ἀλληλοις
 ἐπιτιμήσεως αἴτιοι, εἰσέτι ἑτέρων ἕτεροι Στωϊκώτεροι·
καὶ μᾶλλον ὅσοι πλέον ἐπὶ τὸ τεχνικὸν
ὤφθησαν μικρολόγοι· αὐτοὶ γὰρ οὗτοι τοὺς ἑτέρους
ὑπερβαλλόμενοι τῇ τε πολυπραγμοσύνῃ τοῖς τε σκαριφηθμοῖς
ἐπετίμων θάττον.

πολὺ μέντοι τούτων
 πρότερον ταὐτὰ ἔπαθον οἶ ἀπὸ Σωκράτους ἀφελκύσαντες
διαφόρους τοὺς λόγους, ἰδίᾳ μὲν Ἀρίστιππος,
ἰδίᾳ δὲ Ἀντισθένης, καὶ ἀλλαχοῦ ἰδίᾳ οἱ Μεγαρικοί 
τε καὶ Ἐρετρικοὶ, ἢ εἴ τινες ἄλλοι μετὰ τούτων.

αἴτιον δὲ, ὅτι τρεῖς θεοὺς τιθεμένου Σωκράτους
 καὶ φιλοσοφοῦντος αὐτοῖς ἐν τοῖς προσήκουσιν ἑκάστῳ
ῥυθμοῖς, οἶ διακούσαντες τοῦτο μὲν ἠγνόουν,
ᾤοντο δὲ λέγειν πάντα αὐτὸν εἰκῆ καὶ ἀπὸ τῆς νικώσης
αἰεὶ προστυχῶς ἄλλοτε ἄλλης τύχης, ὅπως πνέοι.

ὁ δὲ Πλάτων’ πυθαγορίσας, ᾔδει δὲ τὸν Σωκράτην
 μηδαμόθεν ἢ ἐκεῖθεν διὰ τὰ αὐτὰ ταῦτα εἰπεῖν τε
καὶ γνόντα εἰρηκέναι,) ὧδε οὖν καὶ αὐτὸς συνεδήσατο
σατο τὰ πράγματα, οὔτε εἰωθότως, οὔτε δὲ εἰς τὸ 

 
φανερόν· διαγαγὼν δὲ ἕκαστα ὅπη ἐνόμιζεν, ἐπικρυψάμενος
ἐν μέσῳ τοῦ δῆλα εἶναι καὶ μὴ δῆλα, ἀσφαλῶς
μὲν ἐγράψατο, αὐτὸς δὲ αἰτίαν παρέσχε τῆς μετ’
αὐτὸν στάσεως τε ἅμα καὶ διολκῆς τῶν δογμάτων, οὐ
φθόνῳ μὲν, οὐδέ γε δυσνοίᾳ· ἀλλ’ οὐ βούλομαι ἐπὶ 
ἀνδράσι πρεσβυτέροις εἰπεῖν ῥήματα οὐκ ἐναίσιμα.

τοῦτο δὲ χρὴ μαθόντας ἡμὰς ἐπενεγκεῖν ἐκεῖσε μᾶλλον
τὴν γνώμην, καὶ ὥσπερ ἐξ ἀρχῆς προυθέμεθα
χωρίζειν αὐτὸν Ἀριστοτέλους καὶ Ζήνωνος, οὕτω καὶ
 νῦν τῆς Ἀκαδημίας, ἐὰν ὁ θεὸς ἀντιλάβηται, Χωρίζοντες 
ἐάσομεν αὐτὸν ἐφ’ ἑαυτοῦ νῦν εἶναι Πυθαγόρειον·
ὡς νῦν μανικώτερον ἢ Πενθεῖ τινι προσῆκε
διελκόμενος πάσχει μὲν κατὰ μέλη, ὅλος δ’ ἐξ ὅλου
ἑαυτοῦ μετατίθεταί τε καὶ ἀντιμετατίθεται οὐδαμῶς.

ὅπως οὖν ἀνὴρ μεσεύων Πυθαγόρου καὶ Σωκράτους, 
τοῦ μὲν τὸ σεμνὸν ὑπαγαγὼν μέχρι τοῦ φιλανφρώπου,
τοῦ δὲ τὸ κομψὸν τοῦτο καὶ παιγνιῆμον
ἀναγαγὼν ἀπὸ τῆς εἰρωνείας εἰς ἀξίωμα καὶ ὄγκον,
 καὶ αὐτὸ τοῦτο κεράσας Σωκράτει Πυθαγόραν, τοῦ
μὲν δημοτικώτερος, τοῦ δὲ σεμνότερος ὤφθη.

“ Ἀλλ’ “Ἀλλ᾿ οὐ γάρ τι ταῦτα διαιτήσων
περὶ τούτων οὔσης νῦν μοι τῆς ζητήσεως· ἃ δὲ προυδέδοκτο
καὶ εἶμι ἐκεῖσε, ἢ δὴ φροῦδος ἀναδραμεῖν
δοκῶ μοι, μὴ καί που ἀποκρουσθῶμεν τῆς ὁδοῦ τῆς
φερούσης.

Πολέμωνος δὲ ἐγένοντο γνώριμοι Ἀρκεσίλαος 
καὶ Ζήνων· πάλιν γὰρ αὐτῶν μνησθήσομαι
ἐπὶ τέλει. Ζήνωνα μὲν οὖν μέμνημαι εἰπὼν Ξενοκράτει,
εἶτα δὲ Πολέμωνι φοιτῆσαι, αὖθις δὲ παρὰ
 Κράτητι κυνίσαι· νυνὶ δὲ αὐτῷ λελογίσθω ὅτι καὶ
Στίλπωνός τε μετέσχε καὶ τῶν λόγων τῶν Ἡρακλειτείων.

ἐπεὶ γὰρ συμφοιτῶντες παρὰ Πολέμωνι
ἐφιλοτιμήθησαν ἀλλήλοις, συμπαρέλαβον εἰς τὴν πρὸς

 
ἀλλήλους μάχην ὁ μὲν Ἡράκλειτον καὶ Στίλπωνα ἅμα
καὶ Κράτητα, ὄν ὑπὸ μὲν Στίλπωνος ἐγένετο μαχητῆς,
ὑπὸ δὲ Ἡρακλείτου αὐστηρὸς, κυνικὸς δὲ ὑπὸ
Κράτητος· ὁ δ’ Ἀρκεσίλαος Θεόφραστον ἴσχει καὶ
 Κράντορα τὸν Πλατωνικὸν καὶ Διόδωρον, εἶτα Πύρρωνα,
ὧν ὑπὸ μὲν Κράντορος πιθανουργικὸς, ὑπὸ
Διοδώρου δὲ σοφιστὴς, ὑπὸ δὲ Πύρρωνος ἐγένετο 
παντοδαπὸς καὶ ἴτης καὶ οὐδέν.

ὃ καὶ ἐλέγετο
περὶ αὐτοῦ ᾀδόμενόν τι ἔπος παραγωγὸν καὶ 
 ὑβριστικον,
 πρόσθε Πλάτων’, ὄπιθεν Πυρρῶν, μέσσος Διόδωρος. 
Τίμων δὲ καὶ ὑπὸ Μενεδήμου τὸ ἐριστικόν φησι λαβόντα
ἐξαρτυθῆναι, εἴπερ γε δή φησι περὶ αὐτοῦ
 τῇ μὲν ἔχων Μενεδήμου ὑπὸ στέρνοισι μόλυβδον 
 θεύσεται, ἢ Πύρρωνα τὸ πὰν κρέας, ἢ Διόδωρον.

ταῖς οὖν Διοδώρου, διαλεκτικοῦ ὄντος, λεπτολογίαις 
τοὺς λογισμοὺς τοὺς πύρρωνος καὶ τὸ σκεπτικὸν
καταπλέξας διεκόσμησε λόγου δεινότητι τῇ Πλάτωνος
φλήναφόν τινα κατεστωμυλμένον, καὶ ἔλεγε
 καὶ ἀντέλεγε, καὶ μετεκυλινδεῖτο κἀκεῖθεν κἀντεῦθεν,
ἑκατέρωθεν, ὁπόθεν τύχοι, παλινάγρετος καὶ
δύσκριτος καὶ παλίμβολός τε ἅμα καὶ παρακεκινδυνευμένος,
οὐδέν τε εἰδὼς, ὡς αὐτὸς ἔφη, γενναῖος
ὤν· εἶτά πως ἐξέβαινεν ὅμοιος τοῖς εἰδόσιν, ὑπὸ
 σκιαγραφίας τῶν λόγων παντοδαπὸς πεφαντασμένος.”

Τοῦ τε Ὁμηρικοῦ Τυδείδου ὁποτέροις μετείη 
ἀγνοουμένου, οὔτε εἰ Τρῶσίν ὁμιλέοι οὔτε εἰ καὶ
Ἀχαιοῖς, οὐδὲν ἧττον Ἀρκεσίλαος ἠγνοεῖτο. τὸ γὰρ
ἕνα τε λόγον καὶ ταὐτόν ποτ’ εἰπεῖν οὐκ ἐνῆν ἐν αὐτῷ,
 οὐδέ γε ἠξίου ἀνδρὸς εἶναί πω τὸ τοιοῦτο δεξιοῦ
οὐδαμῶς. ὠνομάζετο οὖν

 
 δεινὸς σοφιστὴς, τῶν ἀγυμνάστων σφαγεύς.

ὥσπερ γὰρ αἱ ἔμπουσαι ἐν τοῖς φαντάσμασι τοῖς
τῶν λόγων ὑπὸ παρασκευῆς τε καὶ μελέτης ἐφάρματτεν,
ἐγοήτευεν, οὐδὲν εἶχεν εἰδέναι οὔτε αὐτὸς οὔτε
τοὺς ἄλλους ἐᾶν· ἐδειμάτου δὲ καὶ κατεθορύβει, καὶ 
σοφισμάτων γε καὶ λόγων κλοπῆς φερόμενος τὰ πρῶτα
κατέχαιρε τῷ ὀνείδει, καὶ ἡβρύνετο θαυμαστῶς, ὅτι
μήτε τί αἰσχρὸν ἢ καλὸν , μήτε ἀγαθὸν μήτε αὖ κα-
 κόν ἐστι τί ᾔδει , ἀλλ᾿ ὁπότερον εἰς τὰς ψυχὰς πέσοι
τοῦτο εἰπὼν, αὖθις μεταβαλὼν ἀνέτρεπεν ἂν πλεοναχῶς 
ἢ δι᾿ ὅσων κατεσκευάκει.

ἦν οὖν ὕδραν
τέμνων ἑαυτὸν καὶ τεμνόμενος ὑφ᾿ ἑαυτοῦ, ἀμφότερα
ἀλλήλων δυσκρίτως, καὶ τοῦ δέοντος ἀσκέπτως, πλὴν
τοῖς ἀκούουσιν ἤρεσεν, ὁμοῦ τῇ ἀκροάσει εὐπρόσωπον
ὄντα θεωμένοις· ἦν οὖν ἀκουόμενος καὶ βλεπόμενος 
ἥδιστος , ἐπεί τε προσειθίσθησαν ἀποδέχεσθαι
αὐτοῦ τοὺς λόγους ἰόντας ἀπὸ καλοῦ προσώπου τε
καὶ στόματος οὐκ ἄνευ τῆς ἐν τοῖς ὄμμασι φιλοφροσύνης.

δεῖ δὲ ταῦτα ἀκοῦσαι μὴ ἁπλῶς, ἀλλ᾿ ἔσχεν
 ὧδε ἐξ ἀρχῆς. συμβαλὼν γὰρ ἐν παισὶ Θεοφράστῳ, 
ἀνδρὶ πράῳ καὶ οὐκ ἀφυεῖ τὰ ἐρωτικὰ, διὰ τὸ καλὸς
εἶναι , ἔτι ὢν ὡραῖος , τυχὼν ἐραστοῦ Κράντορος τοῦ
Ἀκαδημαικοῦ, προσεχώρησε μὲν τούτῳ, οἷα δὲ τὴν
φύσιν οὐκ ἀφυὴς, τρεχούσῃ χρησάμενος αὐτῇ ῥᾳδίᾳ,
θερμουργὸς ὑπὸ φιλονεικίας, μετασχὼν μὲν 
ρου εἰς τὰ πεπανουργημένα πιθάνια ταῦτα τὰ κομψὰ,
ὡμιληκὼς δὲ Πύρρωνι· (ὁ δὲ Πυρρῶν ἐκ Δημοκρίτου
ὥρμητο ὁπόθεν γέ ποθεν·) οὗτος μὲν δὴ ἔνθεν
 καταρτυθεὶς, πλὴν τῆς προσρήσεως, ἐνέμεινε Πύρρωνι,
ὡς τῇ πάντων ἀναιρέσει.

Μνασέας γοῦν 
καὶ Φιλόμηλος καὶ Τίμων οἶ σκεπτικοὶ σκεπτικὸν αὐτὸν
προσονομάζουσιν, ὥσπερ καὶ αὐτοὶ ἦσαν, ἀναι-

 
ροῦντα καὶ αὐτὸν τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ψεῦδος καὶ τὸ
πιθανόν.

λεχθεὶς οὖν αἰτίᾳ τῶν Πυρρωνείων Πυρρώνειος,
αἰδοῖ τοῦ ἐραστοῦ ὑπέμεινε λέγεσθαι Ἀκαδημαϊκὸς
ἔτι. ἦν μὲν τοίνυν Πυρρώνειος , πλὴν τοῦ
 ὀνόματος· ᾿Ακαδημαϊκὸς δ᾿ οὐκ ἦν , πλὴν τοῦ λέγεσθαι.
οὐ γὰρ πείθομαι, τοῦ Κνιδίου Διοκλέους φάσκοντος
ἐν ταῖς ἐπιγραφομέναις Διατριβαῖς Ἀρκεσί- 
λαον φόβῳ τῶν Θεοδωρείων τε καὶ Βίωνος τοῦ 
σοφιστοῦ ἐπεισιόντων τοῖς φιλοσοφοῦσι καὶ οὐδὲν
 ὀκνούντων ἀπὸ παντὸς ἐλέγχειν, αὐτὸν ἐξευλαβηθέντα,
ἵνα μὴ πράγματα ἔχῃ, μηδὲν μὲν δόγμα ὑπειπεῖν
φαινόμενον, ὥσπερ δὲ τὸ μέλαν τῆς σηπίας προβαλέσθαι
πρὸ ἑαυτοῦ τὴν ἐποχήν. τοῦτ᾿ οὖν ἐγὼ οὐ πείθομαι.

οἱ δ᾿ οὖν ἔνθεν ἀφορμηθέντες, ὅ τε Ἀρκεσίλαος
 καὶ Ζήνων, ὑπὸ τῶν τοιούτων ἀρωγῶν, ἀμφοτέροις
συμπολεμούντων λόγων, τῆς μὲν ἀρχῆς ὅθεν
ἐκ Πολέμωνος ὡρμήθησαν ἐπιλανθάνονται, διαστάντες
δέ γε καὶ σφέας αὐτοὺς ἀρτύναντες, 
 σὺν δ᾿ ἔβαλον ῥινοὺς, σὺν δ᾿ ἔγχεα, καὶ μένε᾿ ἀνδρῶν 
 χαλκεοθωρήκων· ἀτὰρ ἀσπίδες ὀμφαλόεσσαι 
 ἔπληντ᾿ ἀλλήλῃσι, πολὺς δ᾿ ὀρυμαγδὸς ὀρώρει. 
 ἀσπὶς ἄρ᾿ ἀσπίδ᾿ ἔρειδε, κόρυς κόρυν, ἀνέρα δ᾿ ἀνήρ 
ἐδνοπάλιζεν.
 ἔνθα δ᾿ ἅμ᾿ οἰμωγή τε καὶ εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν 
 ὀλλύντων τε καὶ ὀλλυμένων , 
τῶν Στωϊκῶν·

οἱ᾿ Ἀκαδημαϊκοὶ γὰρ οὐκ ἐβάλλοντο
ὑπ᾿ αὐτῶν, ἀγνοούμενοι ᾗ ἦσαν ἁλῶναι δυνατώτεροι.
ἡλίσκοντο δὲ, τῆς βάσεως αὐτοῖς σεισθείσης, εἰ μήτε
ἀρχὴν ἕλοιεν μήτε μάχεσθαι ἀφορμήν. ἡ μὲν δὴ
 ἀρχὴ ἦν τὸ μὴ Πλατωνικὰ λέγοντας αὐτοὺς ἐλέγξαι·
τὸ δὲ μηδ᾿ ἔχειν τινὰ ἀφορμὴν, ἣν εἷπον μόνον ἕν
τι μετέστρεψαν ἀπὸ τοῦ ὅρου τοῦ περὶ τῆς καταλη-

 
πτικῆς φαντασίας ἀφελόντες.

ὅπερ νῦν μὲν οὐκ
 ἔστι μηνύειν μοι ἐν καιρῷ, μνησθήσομαι δ’ αὐτοῦ
αὖθις ἐπὰν κατὰ τοῦτο μάλιστα γενέσθαι μέλλω. διαστάντες
δ’ οὖν εἰς τὸ φανερὸν ἔβαλλον ἀλλήλους
οὐχ οἶ δύο, ἀλλ’ ὁ Ἀρκεσίλαος τὸν Ζήνωνα. ὁ γὰρ 
Ζήνων εἶχε δή τι τῇ μάχῃ σεμνὸν καὶ βαρὺ καὶ
Κηφισοδώρου τοῦ ῥήτορος οὐκ ἄμεινον· ὃς δὴ ὁ
Κηφισόδωρος, ἐπειδὴ ὑπ’ Ἀριστοτέλους βαλλόμενον
ἑαυτῷ τὸν διδάσκαλον Ἰσοκράτην ἐώρα, αὐτοῦ μὲν
Ἀριστοτέλους ἦν ἀμαθὴς καὶ ἄπειρος, ὑπὸ δὲ τοῦ 
καθορᾶν ἔνδοξα τὰ Πλάτωνος ὑπάρχοντα, οἰηθεὶς
κατὰ Πλάτωνα τὸν Ἀριστοτέλην φιλοσοφεῖν, ἐπολέμει
 μὲν Ἀριστοτέλει, ἔβαλλε δὲ Πλάτωνα, καὶ κατηγόρει
ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἰδεῶν, τελευτῶν εἰς τὰ ἄλλα, ἃ
οὐδ’ αὐτὸς ᾔδει, ἀλλὰ τὰ νομιζόμενα ἀμφ’ αὐτῶν 
ᾗ λέγεται ὑπονοῶν.

πλὴν οὗτος μὲν ὁ
ᾧ ἐπολέμει μὴ μαχόμενος, ἐμάχετο ᾧ μὴ πολεμεῖν
ἐβούλετο. ὁ μέντοι Ζήνων καὶ αὐτὸς, ἐπειδὴ
τοῦ Ἀρκεσιλάου μεθίετο, εἰ μὲν μηδὲ Πλάτωνι ἐπολέμει,
λέμει, ἐφιλοσόφει δήπου ἐμοὶ κριτῇ πλείστου ἀξίως, 
ἕνεκά γε τῆς εἰρήνης ταύτης. εἰ δ’ οὐκ ἀγνοῶν μὲν
ἴσως τὰ Ἀρκεσιλάου, τὰ μέντοι Πλάτωνος ἀγνοῶν,
 ὡς ἐξ ὧν αὐτῷ ἀντέγραψεν ἐλέγχεται, ὅτι ἐποίησεν
ἐναντία καὐτὸς, μήτε ὃν ᾔδει πλήττων, ὅν τε οὐκ
ἐχρῆν ἀτιμότατα καὶ αἴσχιστα περιυβρικὼς, καὶ ταῦτα 
πολὺ κάκιον ἢ προσήκει κυνί.

πλὴν διέδειξέ γε
μὴν μεγαλοφροσύνῃ ἀποσχόμενος τοῦ Ἀρκεσιλάου.
ἤτοι γὰρ ἀγνοίᾳ τῶν ἐκείνου, ἢ δέει τῶν Στωϊκῶν,
 πολέμοιο μέγα στόμα πευκεδανοῖο 
ἀπετρέψατο ἄλλῃ εἰς Πλάτωνα. ἀλλὰ καὶ περὶ μὲν 
τῶν Ζήνωνι εἰς Πλάτωνα καλῶς τε καὶ αἰδημόνως

 
οὐδαμῶς νεωτερισθέντων εἰρήσεταί μοι αὖθίς ποτε,
ἐὰν φιλοσοφίας σχολὴν ἀγάγω. μή ποτε μέντοι ἀγά- 
γοιμι σχολὴν τοσαύτην, τοότου γοῦν ἕνεκεν, εἰ μὴ
ὑπὸ παιδιᾶς.

τὸν δ᾿ οὖν Ζήνωνα ὁ Ἀρκεσίλαος
 ἀντίτεχνον καὶ ἀξιόνικον ὑπάρχοντα θεωρῶν τοὺς
παρ᾿ ἐκείνου ἀποφερομένους λόγους καθῄρει, καὶ
οὐδὲν ὤκνει.

καὶ περὶ μὲν τῶν ἄλλων ἃ ἐμεμάχητο
ἐκείνῳ οὔτ᾿ ἴσως εἰπεῖν ἔχω, εἴτε καὶ εἶχον,
οὐδὲν ἔδει νῦν αὐτῶν μνησθῆναι· τὸ δὲ δόγμα τοῦτο 
 αὐτοῦ πρώτου εὑρομένου, καὐτὸ καὶ τὸ ὄνομα βλέπων
εὐδοκιμοῦν ἐν ταῖς Ἀθήναις , τὴν καταληπτικὴν
φαντασίαν, πάσῃ μηχανῇ ἐχρῆτο ἐπ᾿ αὐτήν. ὁ δ᾿ ἐν 
τῷ ἀσθενεστέρῳ ὢν, ἡσυχίαν ἄγων, οὐ δυνάμενος
ἀδικεῖσθαι, Ἀρκεσιλάου μὲν ἀφίετο, πολλὰ ἂν εἰπεῖν
 ἔχων, ἀλλ᾿ οὐκ ἤθελε, τάχα δὲ μᾶλλον ἄλλως, πρὸς
δὲ τὸν οὐκέτι ἐν ζῶσιν ὄντα Πλάτωνα ἐσκιαμάχει,
καὶ τὴν ἀπὸ ἁμάξης πομπείαν πᾶσαν κατεθορύβει,
λέγων ὡς οὔτ᾿ ἂν τοῦ Πλάτωνος ἀμυνομένου, ὑπερδικεῖν
τε αὐτοῦ ἄλλῳ οὐδενὶ μέλον· εἴτε μελήσειεν
 Ἀρκεσιλάῳ, αὐτός γε κερδανεῖν ᾤετο ἀποτρεψάμενος
ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τὸν Ἀρκεσίλαον. τοῦτο δὲ ᾔδη καὶ Ἀγα- 
θοκλέα τὸν Συρακόσιον ποιήσαντα τὸ σόφισμα ἐπὶ
τοὺς Καρχηδονίους.

οἱ Στωϊκοὶ δὲ ὑπήκουον ἐκπεπληγμένοι.
ἡ μοῦσα γὰρ αὐτοῖς οὐδὲ τότε ἦν φιλολόγος
 οὐδ᾿ ἐργάτις χαρίτων, ὑφ᾿ ὧν ὁ Ἀρκεσίλαος
τὰ μὲν περικρούων , τὰ δὲ ὑποτέμνων, ἄλλα δ᾿ ὑπο
σκελίζων, κατεγλωττίζετο αὐτοὺς καὶ πιθανὸς ἦν.
τοιγαροῦν πρὸς οὓς μὲν ἀντέλεγεν ἡττωμένων, ἐν οἷς
δὲ λέγων ἦν καταπεπληγμένων , δεδειγμένον πως
 τοῖς τότε ἀνθρώποις ὑπῆρχε μηδὲν εἷναι μήτ᾿ οὖν 
ἔπος, μήτε πάθος, μήτε ἔργον ἔν βραχὺ, μηδὲ ἄχρηστον
τοὐναντίον ὀφθῆναί ποτ᾿ ἂν, εἴ τι μὴ ᾿Αρκεσι-
 
λάω δοκεῖ τῷ Πιταναίῳ· τῷ δ’ ἄρα οὐδὲν ἐδόκει
οὐδ’ ἀπεφαίνετο οὐδὲν μᾶλλον ἢ ῥηματίσκια ταῦτ’
εἶναι καὶ φόβους.”

“Περὶ δὲ Λακύδου βούλομαί τι διηγήσασθαι
ἡδύ. ἢν μὲν δὴ Λακύδης ὑπογλισχρότερος, καί τινα 
 τρόπον ὁ λεγόμενος οἰκονομικὸς, οὗτος ὁ εὐδοκιμῶν
παρὰ τοῖς πολλοῖς, αὐτὸς μὲν ἀνοιγνὺς τὸ ταμεῖον,
αὐτὸς δ᾿ ἀποκλείων. καὶ προῃρεῖτο δὲ ὧν ἐδεῖτο,
καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἐποίει πάντα δι’ αὐτουργίας, οὔ
τί που αὐτάρκειαν ἐπαινῶν, οὐδ’ ἄλλως πενίᾳ χρώμενος, 
οὐδ’ ἀπορίᾳ δούλων, ᾧ γε ὑπῆρχον δοῦλοι
ὁπόσοι γοῦν· τὴν δὲ αἰτίαν ἔξεστιν εἰκάζειν.

ἐγὼ
δὲ ὃ ὑπεσχόμην τὸ ἡδὺ διηγήσομαι. ταμιεύων γὰρ
αὐτὸς ἑαυτῷ τὴν μὲν κλεῖδα περιφέρειν ἐφ’ ἑαυτοῦ
οὐκ ᾤετο δεῖν, ἀποκλείσας δὲ κατετίθει μὲν ταύτην 
 εἰς τι κοῖλον γραμματεῖον· σημηνάμενος δὲ δακτυ
λίῳ τὸν μὲν δακτύλιον κατεκύλιε διὰ τοῦ κλείθρου
ἔσω εἰς τὸν οἶκον μεθιεὶς, ὥσθ’ ὕστερον ἐπειδὴ πάλιν
ἐλθὼν ἀνοίξειε τῇ κλειδὶ δυνησόμενος ἀνελὼν
τὸν δακτύλιον, αὖθις μὲν ἀποκλείειν, εἶτα δὲ σημαίνεσθαι, 
εἶτα δ’ ἀναβάλλειν ὀπίσω πάλιν ἔσω τὸν
δακτύλιον διὰ τοῦ κλείθρου.

τοῦτο οὑν τὸ σοφὸν
οἱ δοῦλοι κατανοήσαντες, ἐπειδὴ προίοι Λακύδης εἰς
περίπατον ἢ ὅποι ἄλλοσε, καὶ αὐτοὶ ἀνοίξαντες ἂν,
κἄπειτα ὡς σφίσιν ἦν θυμὸς, τὸ μὲν φαγόντες, τὰ 
δ’ ἐμπιόντες, ἄλλα δὲ ἀράμενοι ἐκ περιόδου ταῦτα
ἐποίουν, ἀπέκλειον μὲν, ἐσημαίνοντο δὲ, καὶ τὸν δακτύλιον
 πολλά γε αὐτοῦ καταγελάσαντες εἰς τὸν οἶκον
διὰ τοῦ κλείθρου ἠφίεσαν.

ὁ οὖν Λακύδης
πλήρη μὲν καταλιπὼν, κενὰ δὲ εὑρισκόμενος τὰ 
σκεύη, ἀπορῶν τῷ γιγνομένῳ, ἐπειδὴ ἤκουσε φιλοσοφεῖσθαι
παρὰ τῷ Ἀρκεσιλάῳ τὴν ἀκαταληψίαν,

 
ᾤετο τοῦτο ἐκεῖνο αὑτῷ συμβαίνειν περὶ τὸ ταμιεῖον.
ἀρξάμενός τε ἔνθεν ἐφιλοσόφει παρὰ τῷ Ἀρκεσιλάῳ,
μηδὲν μήτε ὁρᾶν μήτε ἀκούειν ἐναργὲς ἢ ὑγιές· καί
ποτε ἐπισπασάμενος τῶν προσομιλούντων αὐτῷ τινα
 εἰς τὴν οἰκίαν ἰσχυρίζετο πρὸς αὐτὸν ὑπερφυῶς, ὡς
ἐδόκει, τὴν ἐποχὴν, καὶ ἔφη “τοῦτο μὲν ἀναμφίλεκτον 
ἐγώ σοι ἔχω φράσαι, αὐτὸς ἀπ’ ἐμαυτοῦ μαθὼν,
οὐκ ἄλλου πειραθείς.”

κἄπειτα ἀρξάμενος περιηγεῖτο
τὴν ὅλην τοῦ ταμιείου συμβᾶσαν αὐτῷ πάθην. 
 τί οὖν ἂν, εἶπεν, ἔτι Ζήνων λέγοι πρὸς οὕτως
ὁμολογουμένην διὰ πάντων φανεράν μοι ἐν τοῖς τοιοῖσδε
ἀκαταληψίαν; ὃς γὰρ ἀπέκλεισα μὲν ταῖς ἐμαυτοῦ
χερσὶν, αὐτὸς δὲ ἐσημηνάμην, αὐτὸς δὲ ἀφῆκα
μὲν εἴσω τὸν δακτύλιον, αὖθις δ’ ἐλθὼν ἀνοίξας
 τὸν μὲν δακτύλιον ὁρῶ ἔνδον, οὐ μέντοι καὶ τὰ ἄλλα,
πῶς οὐ δικαίως ἀπιστούντως τοῖς πράγμασιν ἕξω;
οὐ γὰρ τολμήσω εἰπεῖν ἔγωγε ἐλθόντα τινὰ κλέψαι 
ταῦτα, ὑπάρχοντος ἔνδον τοῦ δακτυλίου.

καὶ ὅς
ἀκούων, ἦν γὰρ ὑβριστὴς, ἐκδεξάμενος τὸ πᾶν ὡς
 ἔσχεν ἀκοῦσαι, μόλις καὶ πρότερον ἑαυτοῦ κρατῶν,
ἀπέρρηξε γέλωτα καὶ μάλα πλατὺν, γελῶν τε ἔτι καὶ
καγχάζων διήλεγχεν ἅμα αὐτοῦ τὴν κενοδοξίαν. ὥστε
ἔκτοτε Λακύδης ἀρξάμενος οὐκέτι μὲν τὸν δακτύλιον
ἔσω ἐνέβαλλεν, οὐκέτι δὲ τοῦ ταμιείου ἐχρῆτο ἀκαταληψίᾳ,
 ἀλλὰ κατελάμβανε τὰ ἀφειμένα, καὶ μάτην
ἐπεφιλοσοφήκει.

οὐ μέντοι ἀλλὰ οἴ γε παῖδες φόρτακες
ἦσαν, καὶ οὐ θατέρᾳ ληπτοὶ, οἶοι δὲ οὗτοι οἱ 
κωμῳδικοί τε καὶ Γέται καὶ Δάκοι, κἀκ τῆς Δακικῆς
λαλεῖν στωμυλήθρας κατεγλωττισμένοι, ἐπεί τε τοῖς
 Στωϊκοῖς τὰ σοφίσματα ἤκουσαν, εἴτε καὶ ἄλλως ἐκμαθόντες,
εὐθὺ τοῦ τολμήματος ᾔεσαν, καὶ παρελύοντο
αὐτοῦ τὴν σφραγῖδα, καὶ τοτὲ μὲν ἑτέραν ἀντ’

 
ἐκείνης ὑπετίθεσαν, τοτὲ δὲ οὐδὲ ἄλλην, διὰ τὸ οἴεσθαι
ἐκείνῳ γε ἀκατάληπτα ἔσεσθαι, καὶ οὕτω καὶ
ἄλλως.

ὁ δὲ εἰσελθὼν ἐσκοπεῖτο· ἀσήμαντον δὲ
τὸ γραμματεῖον θεωρῶν, ἢ σεσημασμένον μὲν, σφραγῖδι
 δ’ ἄλλῃ, ἠγανάκτει· τῶν δὲ σεσημάνθαι λεγόντων, 
αὐτοῖς γοῦν τὴν σφραγῖδα ὁρᾶσθαι τὴν αὐτοῦ,
ἠκριβολογεῖτο ἂν καὶ ἀπεδείκνυε· τῶν δ’ ἡττωμένων
τῇ ἀποδείξει καὶ φαμένων εἰ μή τι ἔπεστιν ἡ
σφραγὶς αὐτὸν ἴσως ἐπιλελῆσθαι καὶ μὴ σημήνασθαι·
καὶ μὴν αὐτός γε ἔφη σημηνάμενος μνημονεύειν, καὶ 
ἀπεδείκνυε, καἲ περιῄει τῷ λόγῳ, καὶ ἐδεινολογεῖτο
πρὸς αὐτοὺς, οἰόμενος παίζεσθαι, καὶ προσώμνυεν.

οἱ δ’ ὑπολαβόντες τὰς προσβολὰς ἐκείνου αὐτοί
γε ᾤοντο ὑπ’ αὐτοῦ παίζεσθαι, ἐπεὶ σοφῷ γε ὄντι
δεδόχθαι τῷ Λακύδῃ εἶναι ἀδοξάστῳ ὥστε καὶ ἀμνημονεύτῳ· 
μνήμην γὰρ εἶναι δόξαν· ἔναγχος γοῦν
 τοῦ χρόνου ἔφασαν ἀκοῦσαι ταῦτα αὐτοῦ πρὸς τοὺς
φίλους.

τοῦ δ’ ἀναστρέφοντος αὐτοῖς τὰς ἐπιχειρήσεις
καὶ λέγοντος οὐκ Ἀκαδημαϊκὰ, αὐτοὶ φοιτῶντες
εἰς Στωϊκῶν τινος τὰ λεκτέα ἑαυτοῖς ἀνεμάνθανον, 
κἀκεῖθεν ἀρξάμενοι ἀντεσοφίστευον, καὶ ἦσαν
ἀντίτεχνοι κλέπται ἈκαδημαΪκοί· ὁ δὲ Στωϊκοῖς ἐνεκάλει·
οἶ παῖδες δὲ τὰ ἐγκλήματα παρέλυον αὐτῷ
ὑπὸ ἀκαταληψίας οὐκ ἄνευ τωθασμῶν τινων.

διατριβαὶ
οὖν ἦσαν πάντων ἐκεῖ καὶ λόγοι καὶ ἀντιλογίαι· 
 καὶ ἓν οὐδὲν ἐν τῷ μέσῳ κατελείπετο, οὐκ ἀγγεῖον,
οὐ τῶν ἐν ἀγγείῳ τιθεμένων, οὐχ ὅσα εἰς οἰκίας
κατασκευὴν ἄλλ’ ἔστι συντελῆ.

καὶ ὁ Λακύδης
τέως μὲν ἠπόρει, μήτε λυσιτελοῦσαν ἑαυτῷ θεωρῶν
τὴν τοῖς ἑαυτοῦ δόγμασι βοήθειαν, εἴτε μὴ ἐξελέγχοι 
πάντα ἀνατρέψεσθαι ἑαυτῷ δοκῶν, πεσὼν εἰς τἀμήχανον
τοὺς γείτονας ἐκεκράγει καὶ τοὺς θεοὺς, καὶ

 
ἰοὺ ἰοὺ, καὶ φεῦ φεῦ, καὶ νὴ τοὺς θεοὺς καὶ νὴ τὰς
θεὰς, ἄλλαι τε ὅσαι ἐν ἀπιστίαις δεινολογουμένων
εἰσὶν ἄτεχνοι πίστεις, ταῦτα πάντα ἐλέγετο βοῇ καὶ
ἀξιοπιστίᾳ.

τελευτῶν δὲ, ἐπεὶ μάχην εἶχεν ἀντιλεγομένην 
 ἐπὶ τῆς οἰκίας, αὐτὸς μὲν ἂν δήπουθεν
ἐστωικεύετο πρὸς τοὺς παῖδας, τῶν παίδων δὲ τὰ
Ἀκαδημαϊκὰ ἰσχυριζομένων, ἵνα μηκέτι πράγματα
ἔχοιεν, οἰκουρὸς ἢν φίλος τοῦ ταμιείου προκαθήμενος. 
οὐδὲν δὲ εἰς οὐδὲν ὠφελῶν, ὑπιδόμενος οἷ τὸ σοφὸν
 αὐτῷ ἔρχεται, ἀπεκαλύψατο. ἄλλως, ἔφη, ταῦτα, ὦ
παῖδες, ἐν ταῖς διατριβαῖς λέγεται ἡμῖν, ἄλλως δὲ
ζῶμεν.”

Ταῦτα μὲν καὶ περὶ τοῦ Λακύδου. τούτου 
δὲ γίνονται ἀκουσταὶ πολλοὶ, ὧν εἷς ἦν διαφανὴς ὁ
 Κυρηναῖος Ἀρίστιππος. ἐκ πάντων δ’ αὐτοῦ τῶν
γνωρίμων τὴν σχολὴν αὐτοῦ διεδέξατο Εὔανδρος καὶ
οἶ μετὰ τοῦτον.

μεθ’ οὓς Καρνεάδης ὑποδεξάμενος
τὴν διατριβὴν τρίτην συνεστήσατο Ἀκαδημίαν.
λόγων μὲν οὖν ἀγωγῇ ἐχρήσατο ᾖ καὶ ὁ Ἀρκεσίλαος·
 καὶ γὰρ αὐτὸς ἐπετήδευε τὴν εἰς ἑκάτερα ἐπιχείρησιν,
καὶ πάντα ἀνεσκεύαζε τὰ ὑπὸ τῶν ἄλλων λεγόμενα·
μόνῳ δ’ ἐν τῷ περὶ τῆς ἐποχῆς λόγῳ πρὸς αὐτὸν
διέστη, φὰς ἀδύνατον εἶναι ἄνθρωπον ὄντα περὶ
ἁπάντων ἐπέχειν· διαφορὰν δὲ εἶναι ἀδήλου καὶ
 ἀκαταλήπτου, καὶ πάντα μὲν εἶναι ἀκατάληπτα, οὐ
πάντα δὲ ἄδηλα. μετεῖχε δὲ οὗτος καὶ τῶν Στωϊκῶν 
λόγων, πρὸς οὓς καὶ ἐριστικῶς ἱστάμενος ἐπὶ πλέον
ηὐξήθη, τοῦ φαινομένου τοῖς πολλοῖς πιθανοῦ, ἀλλ’
οὐ τῆς ἀληθείας στοχαζόμενος· ὅθεν καὶ πολλὴν
 παρέσχε τοῖς Στωϊκοῖς ἀηδίαν. γράφει δ’ οὖν καὶ ὁ
Νουμήνιος περὶ αὐτοῦ ταῦτα

“Καρνεάδης δὲ ἐκδεξάμενος παρ’ Ἡγησίνου, 

 
οὗ χρεὼν φυλάξαι ὅσα ἀκίνητα καὶ ὅσα κεκινημένα ἦν,
τούτου μὲν ἠμέλει, εἰς δ’ Ἀρκεσίλαον, εἴτ’ οὖν ἀμείνω
εἴτε καὶ φαυλότερα ἦν, ἐπανενεγκὼν διὰ μακροῦ τὴν
μάχην ἀνενέαζε.”

Καὶ ἐξῆς ἐπιλέγει 
 “Ἦγε δ’ οὖν καὶ οὗτος καὶ ἀπέφερεν, ἀντιλογίας
τε καὶ στροφὰς λεπτολόγους συνέφερε τῇ μάχῃ ποικίλλων,
 ἐξαρνητικός τε καὶ καταφατικός τε ἦν κἀμφοτέρωθεν
ἀντιλογικός· εἴτε που ἔδει τι καὶ θαῦμα
ἐχόντων λόγων, ἐξηγείρετο λάβρος οἶον ποταμὸς ῥοώδης, 
πάντα καταπιμπλὰς τὰ τῇδε καὶ τἀκεῖθι, καὶ εἰσέπιπτε
καὶ συνέσυρε τοὺς ἀκούοντας διὰ θορύβου.

τοιγαροῦν ἀπάγων τοὺς ἄλλους αὐτὸς ἔμενεν ἀνεξαπάτητος,
ὃ μὴ προσῆν τῷ Ἀρκεσιλάῳ. ἐκεῖνος γὰρ
περιερχόμενος τῇ φαρμάξει τοὺς συγκορυβαντιῶντας 
ἔλαθεν ἑαυτὸν πρῶτον ἐξηπατηκὼς μὴ ἠσθῆσθαι,
 πεπεῖσθαι δ’ ἀληθῆ εἶναι ἃ λέγει διὰ τῆς ἁπαξαπάντων
ἀναιρέσεως χρημάτων.

κακὸν δὲ ἦν ἂν
κακῷ ἐπανακείμενον, ὁ Καρνεάδης τῷ Ἀρκεσιλάῳ,
μὴ χαλάσας τι σμικρὸν, ὑφ’ οὗ οὐκ ἄπρακτοι ἔμελλον 
ἔσεσθαι, κατὰ τὰς ἀπὸ τοῦ πιθανοῦ λεγομένας αὐτῷ
θετικάς τε καὶ ἀρνητικὰς φαντασίας, τοῦ εἶναι τόδε
τι ζῷον ἢ μὴ ζῷον εἶναι.

τοῦτο οὖν ὑπανεὶς,
ὥσπερ οἷ ἀναχάζοντες θῆρες βιαιότερον καὶ μᾶλλον
ἑαυτοὺς ἱεῖσιν εἰς τἀς αἰχμὰς, καὐτὸς ἐνδοὺς δυνατώτερον 
ἐπελθεῖν. ἐπεί τε ὑποσταίη τε καὶ εὖ τύχοι,
τηνικαῦτα ἤδη καὶ οὑ προυδέδεκτο ἑκὼν ἠμέλει καὶ
 οὐκ ἐμέμνητο.

τὸ γὰρ ἀληθές τε καὶ τὸ ψεῦδος
ἐν τοῖς πράγμασιν ἐνεῖναι συγχωρῶν, ὥσπερ ξυνεργαζόμενος
τῆς ζητήσεως τρόπῳ, παλαιστοῦ δεινοῦ 
λαβὴν δοὺς περιεγίγνετο ἔνθεν. κατὰ γὰρ τὴν τοῦ
πιθανοῦ ῥοπὴν ἑκάτερον παρασχὼν οὐδέτερον εἶπε

 
βεβαίως καταλαμβάνεσθαι. ἢν γοῦν λῃστὴς καὶ γόης
σοφώτερος.

παραλαβὼν γὰρ ἀληθεῖ μὲν ὅμοιον
ψεῦδος, καταληπτικῇ δὲ φαντασίᾳ καταληπτὸν ὅμοιον,
καὶ ἀγαγὼν εἰς τὰς ἴσας, οὐκ εἴασεν οὔτε τὸ ἀληθὲς
 εἷναι οὔτε τὸ ψεῦδος, ἢ οὐ μᾶλλον τὸ ἕτερον τοῦ ἑτέρου,
ἢ μᾶλλον ἀπὸ τοῦ πιθανοῦ.

ἢν οὖν ὀνείρατα 
ἀντὶ ὀνειράτων, διὰ τὸ ὁμοίας φαντασίας ἀληθέσιν 
εἶναι τὰς ψευδεῖς, ὡς ἀπὸ ὠοῦ κηρίνου πρὸς τὸ ἀληθινὸν
θινὸν ὠόν.

συνέβαινεν οὖν τὰ κακὰ καὶ πλείω.
 καὶ μέντοι λέγων ὁ Καρνεάδης ἐψυχαγώγει καὶ ἠνδραποδίξετο.
ἦν δὲ κλέπτων μὲν ἀφανὴς, φαινόμενος
δὲ λῃστὴς, αἱρῶν καὶ δόλῳ καὶ βίᾳ τοὺς καὶ πάνυ
σφόδρα παρεσκευασμένους.

πάσα γοῦν Καρνεάδου
διάνοια ἐνίκα καὶ οὐδεμία ἡτισοῦν ἄλλως, ἐπεὶ καὶ
 οἶς προσεπολέμει ἦσαν εἰπεῖν ἀδυνατώτεροι.

Ἀντίπατρος 
γοῦν ὁ κατ’ αὐτὸν γενόμενος ἔμελλε μὲν
ἀγωνιᾶν τι γράφειν, πρὸς δ’ οὖν τοὺς ἀπὸ Καρνεάδου
καθ’ ἡμέραν ἀποφερομένους λόγους οὔποτε ἐδημοσίευσεν,
οὐκ ἐν ταῖς διατριβαῖς, οὐκ ἐν τοῖς περιπάτοις,
 οὐδὲ εἶπεν, οὐδὲ ἐφθέγξατο, οὐδ’ ἤκουσέ τις
αὐτοῦ, φασὶν, οὐδὲ γρῦ· ἀντιγραφὰς δὲ ἐπανετείνετο
καὶ γωνίαν λαβὼν βιβλία κατέλιπε γράψας τοῖς
ὕστερον, οὔτε νῦν δυνάμενα, καὶ τότε ἦν ἀδυνατώτερα
πρὸς οὕτως ἄνδρα ὑπέρμεγαν φανέντα καὶ καταδόξαντα
 εἶναι τοῖς τότε ἀνθρώποις τὸν Καρνεάδην.

ὅμως δὲ, καίτοι καὐτὸς ὑπὸ τῆς Στωϊκῆς φιλονεικίας
εἰς τὸ φανερὸν κυκῶν, πρός γε τοὺς ἑαυτοῦ
ἑταίρους δι’ ἀπορρήτων ὡμολόγει τε καὶ ἠλήθευε καὶ
ἀπεφαίνετο ἃ κἂν ἄλλος τῶν ἀπιτυχόντων.”

Εἶτα ἑξῆς φησι 
 “Καρνεάδου δὲ γίνεται γνώριμος Μέντωρ μὲν
πρῶτον, οὐ μὴν διάδοχος· ἀλλ’ ἔτι ζῶν Καρνεάδης

 
ἐπὶ παλλακῇ μοιχὸν εὑρὼν, οὐχ ὑπὸ πιθανῆς φαντασίας,
οὐδ’ ὡς μὴ κατειληφὼς, ὡς δὲ μάλιστα πιστεύων
τῇ ὄψει καὶ καταλαβὼν παρῃτήσατο τῆς διατριβῆς.
ὁ δὲ ἀποστὰς ἀντεσοφίστευε καὶ ἀντίτεχνος
ἦν, ἐλέγχων αὐτοῦ τὴν ἐν τοῖς λόγοις ἀκαταληψιαν.“

Καὶ πάλιν ἐπιφέρει λέγων 
 “Ὁ δὲ Καρνεάδης, οἷον ἀντεστραμμένα φιλοσοφῶν,
τοῖς ψεύσμασιν ἐκαλλωπίζετο καὶ ὑπ’ αὐτοῖς
τὰ ἀληθῆ ἠφάνιζε. παραπετάσμασιν οὖν ἐχρῆτο τοῖς
ψεύσμασι, καὶ ἠλήθευεν ἔνδον λανθάνων καπηλικώτερον. 
ἔπασχεν οὖν πάθημα ὀσπρίων, ὧν τὰ μὲν
κενὰ ἐπιπολάζει τε τῷ ὕδατι καὶ ὑπερέχει, τὰ χρηστὰ
δὲ αὐτῶν ἐστι κάτω καὶ ἐν ἀφανεῖ.”

Ταῦτα καὶ περὶ Καρνεάδου λέγεται. διάδοχος
δ’ αὐτοῦ τῆς διατριβῆς καθίσταται Κλειτόμαχος, 
μεθ’ ὃν Φίλων, οὗ πέρι ὁ Νουμήνιος μνημονευει
ταύτα

“Ὁ δὲ Φίλων ἄρα οὗτος μὲν ἐκδεξάμενος
τὴν διατριβὴν ὑπὸ χαρμονῆς ἐξεπέπληκτο, καὶ χάριν
ἀποδιδοὺς ἐθεράπευε, καὶ τὰ δεδογμένα τῷ Κλειτομάχῳ 
 ηὖξε, καὶ τοῖς Στωϊκοῖς
 ἐκορύσσετο νώροπι χαλκῷ.

ὡς δὲ προἰ·όντος μὲν τοῦ χρόνου, ἐξιτήλου δ’ ὑπὸ
συνηθείας οὔσης αὐτῶν τῆς ἐποχῆς, οὐδὲν μὲν κατὰ
τὰ αὐτὰ ἑαυτῷ ἐνόει, ἡ δὲ τῶν παθημάτων αὐτὸν 
ἀνέστρεφεν ἐνάργειά τε καὶ ὁμολογία. πολλὴν δῆτ’
ἔχων ἤδη τὴν διαίσθησιν ὑπερεπεθύμει, εὖ οἶσθ’
ὅτι, τῶν ἐλεγξόντων τυχεῖν, ἵνα μὴ ἐδόκει μετὰ νῶτα
βαλὼν αὐτὸς ἑκὼν φεύγειν.

Φίλωνος δὲ γίνεται
ἀκουστὴς Ἀντίοχος, ἑτέρας ἄρξας Ἀκαδημίας. Μνησάρχῳ 
 γοῦν τῷ Στωϊκῷ σχολάσας ἐναντία Φίλωνι

 
τῷ καθηγητῇ ἐφρόνησε, μυρία τε ξένα προσῆψε τῇ
Ἀκαδημίᾳ.᾿

Ταῦτα καὶ παραπλήσια τούτοις μυρία τῆς Πλάτωνος
περὶ διαδοχῆς μνημονεύεται. ὥρα δ’ οὖν ἄνωθεν
 τὸν λόγον ἀναλαβόντας τῶν φυσικῶν φιλοσόφων
τὰς ψευδοδοξίας ὁμοῦ καὶ ἀντιδοξίας ἐπισκέψασθαι,
οἱ τὴν πολλὴν γῆν πλανηθέντες, καὶ τὴν τοῦ ἀληθοῦς
εὕρεσιν περὶ πλείστου πεποιημένοι, ταῖς τε τῶν
παλαιῶν ἁπάντων δόξαις καθωμιληκότες, καὶ τἀκριβὲς 
 τῆς παρὰ πᾶσι Φοίνιξί τε καὶ Αἰγυπτίοις αὐτοῖς
τε Ἕλλησι πολὺ πρότερον θεολογίας ἐξηκριβωκότες, 
τίνα τῶν πόνων τὸν καρπὸν εὕροντο παρ’ αὐτῶν
ἄξιον ἀκοῦσαι, ὡς ἂν μάθοιμεν εἴ τι θεοπρεπὲς εἰς
αὐτοὺς παρὰ τῶν πρεσβυτέρων κατῆλθεν.

ἐκράτει
 μὲν γὰρ πρότερον ἐκ παλαιοῦ αἰῶνος παρὰ τοῖς ἔθνεσιν
ἡ πολύθεος δεισιδαιμονία, νεῴ τε καὶ ἱερὰ καὶ
μυστήρια τῶν θεῶν κατὰ πόλεις καὶ χώρας συνήθως
παρὰ πᾶσιν ἐφυλάττοντο. οὐ δὴ οὖν οὐδὲ φιλοσοφίας
ἀνθρωπίνης ἦν χρεία, εἰ δὴ τὸ τῆς θεοσοφίας
 προειλήφει· οὐδ’ ἦν τις ἀνάγκη καινοτομεῖν τοὺς 
σοφοὺς, εἰ δὴ τὰ τῶν προγόνων αὐτοῖς εὖ ἔχοντα ἦν,
ἀλλ’ οὐδὲ στασιάζειν καὶ διαφέρεσθαι τοὺς γενναίους
φιλοσόφους, εἰ δὴ σύμφωνος καὶ ἀληθὴς ἡ πάτριος
αὐτοῖς περὶ θεῶν δόξα τυγχάνειν δεδοκίμαστο.

τί δὲ ἔδει πολεμεῖν ἀλλήλοις καὶ μάχεσθαι, ἢ τὴν
μακρὰν ὁδὸν ἄνω καὶ κάτω περιτρέχειν πλανᾶσθαί
τε καὶ τὰ βαρβάρων ὑποσυλᾶν, οἴκοι δέον μένοντας
παρὰ θεῶν ἐκμανθάνειν, εἰ δή τινες ἦσαν θεοὶ, ἢ
παρὰ τῶν θεολόγων ἀνδρῶν τοὺς ἀληθεῖς καὶ ἀδιαπτὡτους 
 περὶ τῶν ἐπιζητουμένων ἐν φιλοσοφίᾳ λόγους,
περὶ ὧν μυρία ὅσα μοχθήσαντες διηνέχθησαν,
μακρῷ τῆς τἀληθοῦς εὑρέσεως ἀφυστερήσαντες;

τί

 
δὲ καὶ περὶ θεῶν νεώτερα χρῆν ἐπιζητεῖν τολμᾶν, ἢ
στασιάζειν καὶ διαπυκτεύειν ἀλλήλοις, εἰ δὴ ἀσφαλὴς
καὶ βεβαία θεῶν εὕρεσις καὶ γνῶσις εὐσεβείας
ἀληθὴς ἐν τελεταῖς καὶ μυστηρίοις τῇ τε ἄλλῃ τῶν
παλαιτάτων περιείχετο θεολογίᾳ, αὐτὴν ἐκείνην παρὸν 
ἀκίνητον καὶ ὁμολογουμένην συμφώνως περιέπειν;

ἀλλὰ γὰρ εἰ φανεῖεν οὗτοι μηδὲν ἀληθὲς
 περὶ θεοῦ παρὰ τῶν προτέρων μεμαθηκότες, οἰκείαις
δ’ ἐπινοίαις τῇ περὶ φύσεως ἐπιβεβληκότες ἐξετάσει,
καὶ στοχασμοῖς μᾶλλον ἢ καταλήψει κεχρημένοι, τί 
χρὴ λοιπὸν μὴ οὐχὶ συνομολογεῖν τὴν παλαιὰν τῶν
ἐθνῶν θεολογίαν μηδὲν πλέον τῆς ἀποδοθείσης ἐν
τοῖς πρὸ τούτου συγγράμμασιν ἱστορίας ἐπέχειν;

ὅτι μὲν οὑν ἐξ ἀνθρωπίνων στοχασμῶν καὶ πολλῆς
λογομαχίας καὶ πλάνης, ἀλλ’ οὐκ ἔκ τινος ἀκριβοῦς 
καταλήψεως, ἡ παρὰ τοῖς Ἕλλησιν. ὑπέστη φιλοσοφία,
ἐκ τῆς πρὸς Ἀνεβὼ τὸν Αἰγύπτιον ἐπιστολῆς τοῦ
Πορφυρίου μάθοις ἂν, αὐτὸ δὴ τοῦτο ἀκούσας ὁμολογοῦντος
ἐν τούτοις

“Ἄρξομαι δὲ τῆς πρὸς σὲ φιλίας ἀπὸ θεῶν 
καὶ δαιμόνων ἀγαθῶν τῶν τε τούτοις συγγενῶν φιλοσοφημάτων,
περὶ ὧν εἴρηται μὲν πλεῖστα καὶ παρὰ
τοῖς Ἑλλήνων φιλοσόφοις, εἴρηται δὲ ἐκ στοχασμοῦ
τὸ πλέον τὰς ἀρχὰς ἔχοντα τῆς πίστεως.”

Καὶ ὑποβὰς ἑξῆς ἐπιφέρει λέγων 
 “.Παρὰ μὲν γὰρ ἡμῖν λογομαχία τίς ἐστι πολλὴ,
ἅτε ἐξ ἀνθρωπίνων λογισμῶν τοῦ ἀγαθοῦ εἰκαζομένου·
οἷς δὲ μεμηχάνηται ἡ πρὸς τὸ κρεῖττον συνουσία,
εἰ παρεῖται τὸ μέρος τοῦτο εἰς ἐξέτασιν, μάτην
αὐτοῖς ἡ σοφία ἐξήσκηται.”

Ἀλλὰ καὶ ἐν οἶς ἀντέγραψε Βοηθῷ περὶ ψυχῆς
ὁ αὐτὸς ὧδε γράφων ὁμολογεῖ πρὸς λέξιν 


 
 Ως τὰ μὲν τῶν ἐννοιῶν καὶ τὰ τῆς ἱστορίας
ἀναμφιλέκτως συνίστησι τὴν ψυχὴν εἶναι ἀθάνατον·
οἶ δὲ εἰς ἀπόδειξιν παρὰ τῶν φιλοσόφων κομισθέντες 
λόγοι δοκοῦσιν εἶναι εὐανάτρεπτοι, διὰ τὴν ἐν πᾶσιν
 εὺρεσιλογίαν τῶν ἐριστικῶν. τίς γὰρ λόγος τῶν ἐν
φιλοσοφίᾳ οὐκ ἀμφισβητήσιμος τοῖς ἑτεροδόξοις, ὅπου 
καὶ περὶ τῶν δοκούντων ἐναργῶν ἐπέχειν αὐτῶν τισιν
ἐδόκει;”

Καὶ ἐν οἷς δὲ ἐπέγραψε “Περὶ τῆς ἐκ λογίων
 φιλοσοφίας” διαρρήδην ὁμολογεῖ τοὺς Ἕλληνας πεπλανῆσθαι,
ἐπιμαρτυρόμενος τὸν ἑαυτοῦ θεὸν, ὡς
τοῦτο καὶ τοῦ Ἀπόλλωνος διὰ χρησμῶν ἐξειπόντος,
καὶ βαρβάροις μᾶλλον ἢ Ἕλλησι τὴν εὕρεσιν τῆς ἀληθείας
ἐπιμαρτυρήσαντος, καὶ δὴ καὶ Ἑβραίων μνημονεύσαντος
 ἐν τοῖς μαρτυρηθεῖσι.

μετὰ γοῦν τὴν
τοῦ χρησμοῦ παράθεσιν ἐξῆς τούτοις κέχρηται τοῖς
ἐπιλόγοις 
 “ Ἀκήκοας πόσος πόσος πόνος, ἵν’ ὑπὲρ σώματός τις τὰ
καθάρσια θύσῃ, οὐχ ὅτι τῆς ψυχῆς τὴν σωτηρίαν 
 ἐξεύρῃ; χαλκόδετος γὰρ ἡ πρὸς θεοὺς ὁδὸς αἰπεινή
τε καὶ τραχεῖα, ἧς πολλὰς ἀτραποὺς βάρβαρ·οι μὲν
ἐξεῦρον, Ἕλληνες δὲ ἐπλανήθησαν, οἱ δὲ κρατοῦντες
ἤδη καὶ διέφθειραν· τὴν δὲ εὕρεσιν Αἰγυπτίοις ὁ θεὸς
ἐμαρτύρησε Φοίνιξί τε καὶ Χαλδαίοις Ἀσσύριοι γὰρ
 οὗτοι) Λυδοῖς τε καὶ Ἑβραίοις.”

Ταῦτα ὁ φιλόσοφος, μᾶλλον δὲ ὁ αὐτοῦ· θεός.
ἆρ’ οὖν ἄξιον μετὰ ταῦθ’ ἡμῖν ἐπιμέμψασθαι, ὅτι
δὴ τοὺς πεπλανημένους Ἕλληνας καταλείψαντες τὰ
Εβραίων εἱλόμεθα, τῶν ἑέ ἀληθείας καταλήψει μεμαρτυρημένων;

τί δὲ χρὴ παρὰ φιλοσόφων μαθήσεσθαι 
προσδοκᾶν; ἢ ποία ἐλπὶς τῆς ἐξ αὐτῶν ὠφελείας,
εἰ δὴ τὰ λεγόμενα παρ’ αὐτοῖς ἐκ στοχασμῶν

 
καὶ εἰκασμῶν τὸ πλέον τὰς ἀρχὰς ἔχοντα τῆς πίστεως
τυγχάνει; λογομαχίας δὲ τίς ὁ καρπὸς, εἰ δὴ πάντες
οἱ τῶν φιλοσόφων λόγοι εὐανάτρεπτοι καθεστήκασι
διὰ τὴν ἐν πᾶσιν εὑρεσιλογίαν; ταῦτα γὰρ οὐ
ἡμῶν ἀρτίως, ἀλλὰ παρ’ αὐτῶν εἰρημένα ἠκούετο.

διόπερ εὖ μοι δοκοῦμεν καὶ μετὰ κρίσεως ἑξητασμένης,
οὐχὶ δ’ ἀλόγως, ὡς ἂν τοιούτων καταπεφρονηκέναι,
 τὰ δὲ παρ’ Ἑβραίοις ἠγαπηκέναι, οὐχ ὅτι
πρὸς τοῦ δαίμονος μεμαρτύρηται, ἀλλ’ ὅτι τῆς ἐνθέου
ἀρετῆς τε καὶ δυνάμεως μέτοχα ὄντα ἀποδείκνυται.

ἔνα δ’ οὖν καὶ αὐτοῖς ἔργοις τἀς τῶν θαυμαστῶν
φιλοσόφων λογομαχίας μάθοις, τάς τε περὶ ἀρχῶν
καὶ περὶ θεῶν καὶ τῆς τοῦ παντὸς συστάσεως διαφωνίας
μικρὸν μὲν ὕστερον ἐκθήσομαί σοι τὰς αὐτῶν
φωνάς.

πρῶτον δ’ ἐπειδὴ περιφέρουσιν ἄνω καὶ 
κάτω θρυλοῦντες τὰ μαθήματα, δεῖν ἐξ ἅπαντος
φάσκοντες τοὺς μέλλοντας ἐν πείρᾳ τῆς τοῦ ἀληθοῦς
 καταλήψεως γίνεσθαι μετελθεῖν ἀστρονομίαν, ἀριθμητικὴν,
γεωμετρίαν, μουσικὴν, αὐτὰ δὴ τὰ παρὰ
βαρβάρων εἰς αὐτοὺς ἥκειν ἀποδειχθέντα· τούτων 
γὰρ ἄνευ μὴ δύνασθαι λόγιον ἄνδρα καὶ φιλόσοφον
ἀποτελεσθῆναι, ἀλλ’ οὐδὲ τῆς τῶν ὄντων ἀληθείας
ψαῦσαι, μὴ τούτων ἐν ψυχῇ τῆς γνώσεως προτυπωθείσης·)
εἶτ’ ἐπανατεινάμενοι τῇ μαθήσει τῶν εἰρημένων
ἐπ’ αὐτοῦ μονονουχὶ τοῦ αἰθέρος βαίνειν μετέωροι 
ἀρθέντες οἴονται, ὡς δὴ τὸν θεὸν αὐτὸν ἐν τοῖς
ἀριθμοῖς περιφέροντες, ἡμᾶς τε, ὅτι μὴ τὰ ὅμοια
ζηλοῦμεν, βοσκημάτων κατ’ οὐδὲν διαφέρειν ἡγοῦνται,
ταύτῃ δέ φασι μηδὲ θεὸν, μηδέ τι τῶν σεμνῶν
 ἡμὰς δύνασθαι εἰδέναι· φέρε τοῦτο πρῶτον οὐκ 
ὀρθῶς ἔχον ἀπευθύνωμεν, τὸν ἀληθῆ λόγον ἀντὶ
φωτὸς αὐτοῖς παραβάλλοντες.

ὁ δὲ μυρίους μὲν

 
Ἕλληνας, μυρία δὲ καὶ βαρβάρων γένη, τοὺς μὲν
σὺν τοῖς εἰρημένοις μαθήμασιν οὔτε θεὸν οὔτε σώφρονα
βίον οὔθ᾿ ὅλως τι τῶν βελτίστων καὶ συμφερόντων
ἐπιγνόντας ἀποδείξει , τοὺς δὲ τῶν μαθημάτων
 ἐκτὸς πάντων εὐσεβεστάτους καὶ φιλοσοφωτάτους
γεγονέναι. ὁ γοῦν παρὰ πᾶσιν αὐτοῖς ᾀδόμενος Σωκράτης
ὅπως ποτὲ ἐδόξαζε περὶ τῶνδε μάθοις ἂν
Ξενοφῶντι πιστεύσας ἐν Ἀπομνημονεύμασιν ὧδέ πη 
ἱστοροῦντι

“Ἐδίδασκε δὲ καὶ μέχρις ὅτου δέοι ἔμπειρον 
εἷναι ἑκάστου πράγματος τὸν ὀρθῶς πεπαιδευμένον.
αὐτίκα γεωμετρίαν μέχρι μὲν τούτου ἔφη δεῖν
μανθάνειν , ἕως ἱκανός τις γένοιτο, εἴ ποτε δεήσειε, 
γῆν μέτρῳ ὀρθῶς ἢ παραλαβεῖν ἢ παραδοῦναι ἢ διανεῖμαι,
 ἢ ἔργον ἀποδεῖξαι. οὕτω δὲ τοῦτο ῥᾴδιον
εἶναι μαθεῖν, ὥστε τὸν προσέχοντα τὸν νοῦν τῇ μετρήσει
ἅμα τήν τε γῆν ὁπόση ἐστὶν εἰδέναι , καὶ ὡς
μετρεῖται ἐπιστάμενον ἀπιέναι.

τὸ δὲ μέχρι τῶν
δυσξυνέτων διαγραμμάτων γεωμετρίαν μανθάνειν
 ἀπεδοκίμαζεν· ὅ τι μὲν γὰρ ὠφελοίη ταῦτα οὐκ ἔφη
ὁρᾶν· καίτοι οὐκ ἄπειρός γε αὐτῶν ἠν. ἔφη δὲ ἱκανὰ
αὐτὰ εἶναι ἀνθρώπου βίον κατατρίβειν καὶ ἄλλων 
πολλῶν τε καὶ ὠφελίμων μαθημάτων ἀποκωλύειν.

ἐκέλευε δὲ καὶ ἀστρονομίας ἐμπείρους γίγνεσθαι,
 καὶ ταύτης μέντοι μέχρι τοῦ νυκτός τε ὥραν καὶ μηνὸς
καὶ ἐνιαυτοῦ δύνασθαι γινώσκειν, ἕνεκα τοῦ πορείας
τε καὶ πλοῦ καὶ φυλακῆς , καὶ ὅσα ἄλλα ἢ νυκτὸς
ἢ μηνὸς ἢ ἐνιαυτοῦ πράττεται, πρὸς ταῦτ᾿ ἔχειν τεκμηρίοις
χρῆσθαι, τὰς ὥρας τῶν εἰρημένων διαγινώσκοντα.
 καὶ ταῦτα δέ ῥᾴδια μαθεῖν παρά τε νυκτο-
 

 
 θηρῶν καὶ κυβερνητῶν καὶ ἄλλων πολλῶν, οἶς ἐπιμελὲς
ταῦτα εἰδέναι.

τὸ δὲ μέχρι τούτου ἀστρονομίαν
μανθάνειν, μέχρι τοῦ καὶ τὰ μὴ ἐν τῇ αὐτῇ
περιφορᾷ ὄντα, καὶ τοὺς πλανήτας καὶ ἀσταθμήτους
ἀστέρας γνῶναι, καὶ τὰς ἀποστάσεις αὐτῶν ἀπὸ τῆς 
γῆς, καὶ τὰς περιόδους, καὶ τὰς αἰτίας αὐτῶν ζητοῦντα
κατατρίβεσθαι, ἰσχυρῶς ἀπέτρεπεν. ὠφέλειαν
μὲν γὰρ οὐδεμίαν οὐδ’ ἐν τούτοις ἔφη ὁρᾶν· καίτοι
οὐδὲ τούτων γε ἀνήκοος ἢν. ἔφη δὲ καὶ ταῦτα ἱκανὰ
εἶναι κατατρίβειν ἀνθρώπου βίον καὶ πολλῶν καὶ 
ὠφελίμων ἀποκωλύειν.

ὅλως δὲ τῶν οὐρανίων ᾗ
 ἕκαστα ὁ θεὸς μηχανᾶται, φροντιστὴν γίγνεσθαι ἀπέτρεπεν·
οὔτε γὰρ εὑρετὰ ἀνθρώποις αὐτὰ ἐνόμιζεν
εἶναι οὔτε χαρίζεσθαι θεοῖς ἂν ἡγεῖτο τὸν ζητοῦντα,
ἃ ἐκεῖνοι σαφηνίσαι οὐκ ἐβουλήθησαν. κινδυνεῦσαι 
δ’ ἂν ἔφη καὶ παραφρονῆσαι τὸν ταῦτα μεριμνῶντα
οὐδὲν ἧττον ἢ Ἀναξαγόρας παρεφρόνησεν, ὁ μέγιστον
φρονήσας ἐπὶ τῷ τὰς τῶν θεῶν μηχανὰς ἐξηγεῖσθαι.

ἐκεῖνος γὰρ λέγων μὲν τὸ αὐτὸ εἶναι πῦρ τε καὶ
ἥλιον ἠγνόει ὅτι τὸ μὲν πῦρ οἶ ἄνθρωποι ῥᾳδίως 
 καθορῶσιν, εἰς δὲ τὸν ἥλιον οὐ δύνανται ἀντιβλέπειν·
καὶ ὑπὸ μὲν τοῦ ἡλίου καταλαμπόμενοι τὰ χρώματα
μελάντερα ἔχουσιν, ὑπὸ δὲ τοῦ πυρὸς οὔ.
ἠγνόει δὲ καὶ ὅτι τῶν ἐκ τῆς γῆς φυομένων ἄνευ μὲν
ἡλίου αὐγῆς οὐδὲν δύναται καλῶς αὔξεσθαι, ὑπὸ δὲ 
τοῦ πυρὸς θερμαινόμενα πάντα ἀπόλλυται· φάσκων
δὲ τὸν ἥλιον λίθον διάπυρον εἶναι καὶ τοῦτο ἠγνόει
ὅτι λίθος μὲν ἐν πυρὶ ὢν οὔτε λάμπει οὔτε πολὺν
χρόνον ἀντέχει, ὁ δὲ ἥλιος πάντα τὸν χρόνον πάντων
λαμπρότατος ὢν διαμένει.

ἐκέλευε δὲ καὶ 
 λογισμοὺς μανθάνειν, καὶ τούτων δὲ ὁμοίως τοῖς ἄλλοις
ἐκέλευε φυλάττεσθαι τὴν μάταιον πραγματείαν

 
μέχρι δὲ τοῦ ὠφελίμου πάντα καὶ αὐτὸς συνεσκόπει
καὶ συνδιεξῄει τοῖς συνοῦσι.” 
 Ταῦτα Ξενοφῶν ἐν Ἀπομνηυμονεύμασιν. ἐν ἐπιστολῇ
δὲ ὁ αὐτὸς τῇ πρὸς Αἰσχίνην περὶ Πλάτωνος
 καὶ τῶν αὐχούντων τὴν τοῦ παντὸς φισιολογίαν τοιαυτα
γράφει

“Ὅτι μὲν γὰρ τὰ θεῖα ὑπὲρ ἡμὰς παντὶ δῆλον·
ἀπόχρη δὲ τῷ κρείττονι τῆς δυνάμεως αὐτοὺς 
σέβειν· οἷοι δέ εἰσιν οὔτε εὑρεῖν ῥᾴδιον οὔτε ζητεῖν 
 θεμιτόν. οὐδὲ γὰρ δεσποτῶν φύσιν ἢ πρᾶξιν δούλοις
εἰδέναι πλέον ὑπηρεσίας προσήκει. καὶ τὸ μέγιστον,
ὅσῳ χρὴ ἄγασθαι τἀνθρώπινα διαπονουμένων, τοσῷδε
τοῖς δόξης ἐκ πολλῶν ἀκαίρων καὶ κενῶν γλιχομένοις
ἄχθος φέρει. πότε γὰρ, ὠ Αἰσχίνη, Σωκράτους
 ἀκήκοε τις οὐρανίων πέρι λέγοντος; ἢ γραμμὰς
εἰς ἐπανόρθωσιν παραινοῦντος μανθάνειν; μουσικὴν
μὲν γὰρ ἴσμεν αὐτὸν μέχρι ὤτων συνιέντα· διετέλει
δὲ ἑκάστοτε αὐτοῖς λέγων τί καλὸν καὶ τί ἀνδρεία
δικαιοσύνη τε καὶ ἄλλαι ἀρεταί. ἀνθρώπινα γοῦν 
 αὐτὰ ἀγαθὰ ἐκάλει, τὰ δ’ ἄλλα, ἢ ἀδύνατον ἀνθρώποις
ἁλῶναι ἔφασκεν, ἢ μύθων εἶναι συγγενῆ, μετ’
ὀφρύος σοφιστῶν παίγνια διεξιόντων. καὶ οὐκ ἔλεγε
μὲν ταῦτα, οὐχὶ δὲ ἔπραττε. γράφειν δὲ τὰ πραχθέντα
εἰδότι σοι, καίπερ οὐκ ἀηδὲς ἐσόμενον, χρόνον
 ἔχει, ἀνέγραψά τε ἄλλοθι. παυσάσθωσαν οὖν ἐλεγχόμενοι,
ἢ πρὸς τὸ εἰκὸς ἴτωσαν, οἶς Σωκράτης οὐκ
ἤρεσεν, ᾧ ζῶντι μὲν ὁ θεὸς σοφίαν ἐμαρτύρησεν, οἱ
δὲ κτείναντες τῆς μετανοίας ἀποκάθαρσιν οὐχ εὗρον. 
τὸ δὲ καλὸν ἄρα, Αἰγύπτου ἠράσθησαν καὶ τῆς Πυθαγόρα
 τερατώδους σοφίας, ὧν τὸ περιττὸν καὶ μὴ μόνιμον
ἐπὶ Σωκράτει ἤλεγξεν ἔρως τυραννίδος, καὶ ἀντὶ
διαίτης λιτῆς Σικελιῶτις γαστρὸς ἀμέτρου τράπεζα.” 

 
 Ταῦτα Ξενοφῶν τὸν Πλάτωνα αἰνιττόμενος. ὁ
δέ γε Πλάτων’ ἐν Πολιτείᾳ περὶ γυμναστικῆς καὶ μουσικῆς
τάδ’ ἱστορεῖ φάναι τὸν Σωκράτην

“Tί ἂν οὖν εἴη, ὖ αύκων, μάθημα ψυχῆς 
ὁλκὸν ἀπὸ τοῦ γιγνομένου ἐπὶ τὸ ὄν; τόδε δ’ ἐννοῶ 
λέγων ἅμα· οὐκ ἀθλητὰς μέντοι πολέμου ἔφαμεν
τούτους ἀναγκαῖον εἷναι νέους ὄντας; Ἔφαμεν γάρ.
Δεῖ ἄρα καὶ τοῦτο προσέχειν τὸ μάθημα ὃ ζητοῦμεν
 πρὸς ἐκείνῳ. Τὸ ποῖον; Μὴ ἄχρηστον πολεμικοῖς
ἀνδράσιν εἶναι.

Δεῖ μέντοι, ἔφη, εἴπερ οἶόν τε. 
Γυμναστικῇ πη καὶ μουσικῇ ἔν γε τῷ πρόσθεν ἐπαιδεύοντο
ἡμῖν. Ἠν ταῦτα, ἔφη. Καὶ γυμναστικὴ μέν
που περὶ γιγνόμενον καὶ ἀπολλύμενον τετεύτακε·
σώματος γὰρ αὔξης καὶ φθίσεως ἐπιστατεῖ. Φαίνεται.
Τοῦτο μὲν δὴ οὐκ ἂν εἴη ὃ ζητοῦμεν μάθημα. Οὐ 
γάρ. Ἀλλ᾿ ἄρα μουσικὴ ὅσην τὸ πρότερον διήλθομεν;

Ἀλλ᾿ ἦν ἐκείνη γ’, ἔφη, ἀντίστροφος τῆς γυμναστικῆς,
εἰ μέμνησαι, ἔθεσι παιδεύουσα τοὺς φύλακας,
κατά τε ἁρμονίαν εὐαρμοστίαν τινὰ, οὐκ ἐπιστήμην,
παραδιδοῦσα, καὶ κατὰ ῥυθμὸν εὐρυθμίαν, 
ἔν τε τοῖς λόγοις ἕτερα τούτων ἀδελφὰ ἔθη ἄττα
ἔχουσα, καὶ ὅσοι μυθώδεις τῶν λόγων καὶ ὅσοι ἀληθινώτεροι
ἦσαν· μάθημα δὲ πρὸς τοιοῦτόν τι ἄγον,
οἶον σὺ νῦν ζητεῖς, οὐδὲν ἦν ἐν αὐτῇ.

Ἀκριβέστατα,
 ἦν δ’ ἐγὼ, ἀναμιμνήσκεις με· τῷ γὰρ ὄντι 
 τοιοῦτον οὐδὲν εἶχεν. Ἀλλ᾿ ὦ δαιμόνιε Γλαύκων,
τί ἂν εἴη τοιοῦτον; αἵ τε γὰρ τέχναι βάναυσοί που
ἅπασαι ἔδοξαν εἷναι. Πῶς δ’ οὔ;’

Εἶθ᾿ ἑξῆς προϊὼν ἐπιλέγει
Μή ποτ’ αὐτῶν τι ἀτελὲς ἐπιχειρῶσιν ἡμῖν μανἐν 
 
 

 
θανεῖν οὓς θρέψομεν, καὶ οὐκ ἐξῆκον ἐκεῖσε ἀεὶ οἶ
πάντας δεῖ ἀνήκειν, οἷον ἄρτι περὶ τῆς ἀστρονομίας
ἐλέγομεν. ἢ οὐκ οἶσθ’ ὅτι καὶ περὶ ἁρμονίας ἕτερον
τοιοῦτον ποιοῦσι; τὰς γὰρ ἀκουομένας αὖ συμφωνίας
 καὶ φθόγγους ἀλλήλοις ἀναμετροῦντες ἀνήνυτα
ὥσπερ οἱ ἀστρονόμοι ποιοῦσι.

Νὴ τοὺς θεοὺς, ἔφη,
καὶ γελοίως γε, πυκνώματ’ ἄττα ὀνομάζοντες καὶ 
παραβάλλοντες τὰ ὦτα, οἷον ἐκ γειτόνων φωνὴν θηρευόμενοι,
οἱ μέν φασιν ἔτι κατακούειν ἐν μέσῳ τινὰ
 ἠχὴν καὶ σμικρότατον εἶναι τοῦτο διάστημα ᾧ μετρητέον,
οἶ δ’ ἀμφισβητοῦντες ὡς ὅμοιον ἤδη φθεγγομένων, 
ἀμφότεροι ὦτα τοῦ νοῦ προστησάμενοι.

Σὺ
μὲν, ἦν δ’ ἐγὼ, τοὺς χρηστοὺς λέγεις τοὺς ταῖς χορδαῖς
πράγματα παρέχοντας καὶ βασανίζοντας, ἐπὶ τῶν
 κολλόπων στρεβλοῦντας. ἵνα δὲ μὴ μακροτέρα ἡ εἰκὼν
γίγνηται, πλήκτρῳ τε πληγῶν γιγνομένων καὶ 
κατηγορίας πέρι καὶ ἐξαρνήσεως καὶ ἀλαζονείας χορδῶν,
παύομαι τῆς εἰκόνος, καὶ οὔ φημι τούτους λέγειν,
ἀλλ’ ἐκείνους οὓς ἔφαμεν νῦν δὴ περὶ ἁρμονίας
 εἰρῆσθαι.

ταὐτὸν γὰρ ποιοῦσι τοῖς ἐν τῇ ἀστρονομίᾳ.
τοὺς γὰρ ἐν ταύταις ταῖς συμφωνίαις ταῖς
ἀκουομέναις ἀριθμοὺς ζητοῦσιν, ἀλλ’ οὐκ εἰς προβλήματα
ἀνίασιν, ἐπισκοπεῖν τίνες ξύμφωνοι ἀριθμοὶ
καὶ τίνες οὒ, καὶ διὰ τί ἑκάτεροι.

Ἀλλὰ γὰρ καὶ ταῦθ’ ἡμῖν πρὸ ὁδοῦ κείσθω,
ἀπολογουμένοις ὅτι μὴ δίχα διανοίας ὀρθῆς καὶ τῆς 
τῶν τοιῶνδε ἀχρηστομαθείας ὠλιγωρήσαμεν. σκεψώμεθα
δῆτα λοιπὸν ἤδη ἄνωθεν ἀρξάμενοι τὰς τῶν
εἰρημένων φυσικῶν φιλοσόφων δογματικὰς πρὸς ἀλλήλους
 ἀντιδοξίας, γράφει δὴ ἀθρόως ἀπάντων τῶν
Πλατωνικῶν ὁμοῦ καὶ Πυθαγορείων τῶν τε ἔτι πρεσβυτέρων
φυσικῶν φιλοσόφων ἐπικεκλημένων καὶ αὖ

 
πάλιν τῶν νεωτέρων Περιπατητικῶν τε καὶ Στωϊκῶν
καὶ Ἐπικουρείων τὰς δόξας συναγαγὼν ὁ Πλούταρχος
ἐν οἶς ἐπέγραψε “Περὶ τῶν ἀρεσκόντων τοῖς
 φιλοσόφοις φυσικῶν δογμάτων,” ἐξ ὦν παραθήσομαι
ταύτα

“ Θαλῆς ὁ Μιλήσιος, εἶς τῶν ἑπτὰ σοφῶν,
ἀρχὴν τῶν ὄντων ἀπεφήνατο εἶναι τὸ ὕδωρ. δοκεῖ
δὲ ὁ ἀνὴρ οὗτος ἄρξαι τῆς φιλοσοφίας, καὶ ἀπ’ αὐτοῦ
 τοῦ ἡ Ἰωνικὴ αἵρεσις προσηγορεύθη· ἐγένοντο
πλεῖσται διαδοχαί. φιλοσοφήσας δὲ ἐν Αἰγύπτῳ 
πρεσβύτερος ἦλθεν εἰς Μίλητον. ἐξ ὕδατος δέ φησι
πάντα εἶναι καὶ εἰς ὕδωρ πάντα ἀναλύεσθαι. στοχάζεται
δὲ ἐκ τούτου πρῶτον ὅτι πάντων ζῴων ἡ
γονὴ ἀρχή ἐστι, ὑγρὰ οὖσα· οὕτως εἰκὸς καὶ τὰ
πάντα ἐξ ὑγροῦ τὴν ἀρχὴν ἔχειν. δεύτερον, ὅτι 
πάντα τὰ φυτὰ ὑγρῷ τρέφεταί τε καὶ καρποφορεῖ,
ἀμοιροῦντα δὲ ξηραίνεται. τρίτον δὲ, ὅτι καὶ αὐτὸ
τὸ πῦρ τὸ τοῦ ἡλίου καὶ τῶν ἄστρων ταῖς τῶν ὑδάτων
 ἀναθυμιάσεσι τρέφεται, καὶ αὐτὸς ὁ κόσμος. διὰ
τοῦτο καὶ Ὅμηρος ταύτην τὴν γνώμην ὑποτίθεται 
περὶ τοῦ ὕδατος,
 Ὠκεανὸν, ὅσπερ γένεσις πάντεσσι τέτυκται. 
ταῦτα μὲν ὁ Θαλῆς.”

“Ἀναξίμανδρος δὲ ὁ Μιλήσιός φησι τῶν ὄντων 
τὴν ἀρχὴν εἶναι τὸ ἄπειρον· ἐκ γὰρ τούτου πάντα
γίνεσθαι καὶ εἰς τοῦτο πάντα φθείρεσθαι· διὸ καὶ
γεννᾶσθαι ἀπείρους κόσμους, καὶ πάλιν φθείρεσθαι
εἰς τὸ ἐξ οὗ γίνεται. λέγει δ’ οὖν, διότι τὸ ἀπέραντόν
ἐστιν, ἵνα μηδὲν ἐλλείπῃ καὶ ἡ γένεσις ἡ ὑφιστα- 
 

 
μένη. ἁμαρτάνει δὲ καὶ οὗτος μὴ λέγων τί ἐστι τὸ 
ἄπειρον, πότερον ἀήρ ἐστιν, ἢ ὕδωρ, ἢ γῆ, 7 ἢ ἄλλα
τινὰ σώματα· ἁμαρτάνει οὗν τὴν μὲν ὕλην ἀποφαινόμενος,
τὸ δὲ ποιοῦν αἴτιον ἀναιρῶν. τὸ γὰρ ἄπειρον
 οὐδὲν ἄλλο ἢ ὕλη ἐστίν· οὐ δύναται δὲ ἡ ὕλη
εἶναι ἐνεργείᾳ, ἐὰν μὴ τὸ ποιοῦν ὑπόθηται.”

“Ἀναξιμένης δὲ ὁ Μιλήσιος ἀρχὴν τῶν ὄντων
τὸν ἀέρα ἀπεφήνατο· ἐκ γὰρ τούτου πάντα γίνεσθαι
καὶ εἰς αὐτὸν πάλιν ἀναλύεσθαι. οἶον ἡ ψυχὴ, φησὶν,
 ἡ ἡμετέρα ἀήρ ἐστι· συγκρατεῖ γὰρ ἡμᾶς· καὶ ὅλον 
δὲ τὸν κόσμον πνεῦμα καὶ ἀὴρ ἐμπεριέχει· λέγεται
δὲ συνωνύμως ἀὴρ καὶ πνεῦμα. ἁμαρτάνει δὲ καὶ
οὗτος ἐξ ἁπλοῦ καὶ μονοειδοῦς ἀέρος καὶ πνεύματος
δοκῶν συνεστάναι τὰ ζῷα. ἀδύνατον γὰρ ἀρχὴν μίαν 
 τὴν ὕλην τῶν ὄντων ὑποστῆναι· ἀλλὰ καὶ τὸ ποιοῦν
αἴτιον χρὴ τιθέναι. οἷον, οὐκ ἄργυρος ἀρκεῖ πρὸς
τὸ ἔκπωμα γενέσθαι, ἐὰν μὴ τὸ ποιοῦν ᾖ, τοῦτ’ ἔστιν
ὁ ἀργυροκόπος· ὁμοίως καὶ ἐπὶ τοῦ χαλκοῦ καὶ ξύλων
καὶ τῆς ἄλλης ὕλης.”

“Ἡράκλειτος καὶ Ἵππασος ὁ Μεταποντῖνος
ἀρχὴν τῶν πάντων τὸ πῦρ. ἐκ τοῦ πυρὸς γὰρ τὰ
πάντα γίνεσθαι καὶ εἰς πῦρ πάντα τελευτᾶν λέγουσι· 
τούτου δὲ κατασβεννυμένου κοσμοποιεῖσθαι τὰ πάντα.
πρῶτον μὲν γὰρ τὸ παχυμερέστατον αὐτοῦ εἰς αὑτὸ
 συστελλόμενον γῆ γίγνεται· ἔπειτα ἀναχαλωμένην
τὴν γῆν ὑπὸ τοῦ πυρὸς φύσει ὕδωρ ἀποτελεῖσθαι,
ἀναθυμιώμενον δὲ ἀέρα γίνεσθαι. πάλιν δὲ τὸν κόσμον
καὶ πάντα τὰ σώματα ὑπὸ πυρὸς ἀναλοῦσθαι
ἐκπυρώσει. ἀρχὴ οὖν τὸ πῦρ, ὅτι ἐκ τούτου τὰ πάντα,
 τέλος δὲ καθότι εἰς τοῦτο ἀναλύεται τὰ πάντα.”

” Δημόκριτος, ᾧ μετὰ πλεῖστον Ἐπίκουρος ἠκο-
 λούθησεν, ἀρχὰς τῶν ὄντων σώματα ἄτομα, λόγῳ
δὲ θεωρητὰ, ἀμέτοχα κενοῦ, ἀγέννητα, ἀΐδια, ἄφθαρτα,
οὐδὲ θραυσθῆναι δυνάμενα, οὔτε διαπλασμὸν ἐκ
τῶν μερῶν λαβεῖν, οὔτε ἀλλοιωθῆναι, εἶναι δ᾿ αὐτὰ 
λόγῳ θεωρητὰ, ταῦτα μέντοι κινεῖσθαι ἐν τῷ κενῷ
καὶ διὰ τοῦ κενοῦ· εἶναι δὲ καὶ αὐτὸ τὸ κενὸν ἄπειρον
καὶ τὰ σώματα ἄπειρα. συμβεβηκέναι δὲ τοῖς
 σώμασι τρία ταῦτα, σχήματα, μέγεθος, βάρος, ἀλλ᾿
ὁ μὲν Δημόκριτος ἔλεγε δύο, μέγεθος καὶ σχῆμα· 
ὁ δὲ Ἐπἐκουρος τούτοις καὶ τρίτον βάρος προσέθηκεν.
ἀνάγκη γὰρ, φησὶ, κινεῖσθαι τὰ σώματα τῇ τοῦ βάρους
πληγῇ, ἐπεὶ οὐ κινηθήσεται. εἶναι δὲ τὰ σχήματα
τῶν ἀτόμων περιληπτὰ , οὐκ ἄπειρα· μὴ γὰρ
εἶναι μήτε ἀγκιστροειδεῖς , μήτε τριαινοειδεῖς , μήτε 
κρικοειδεῖς· ταῦτα γὰρ τὰ σχήματά ἐστιν εὔθραυστα,
αἶ δὲ ἄτομοι ἀπαθεῖς, ἄθραυστοι· ἴδια δὲ ἔχειν σχή-
 ματα λόγῳ θεωρητά. καὶ εἴρηται ἄτομος οὐχ ὅτι
ἐστὶν ἐλαχίστη , ἀλλ᾿ ὅτι οὐ δύναται τμηθῆναι, ἀπαθὴς
οὖσα καὶ ἀμέτοχος κενοῦ ’ ὥστε ἐὰν εἴπῃ ἄτομον, 
ἄθραυστον λέγει , ἀπαθῆ , ἀμέτοχον κενοῦ. ὅτι δέ
ἐστιν ἄτομος σαφές· καὶ γάρ ἐστι στοιχεῖα καὶ ζῷα
κενὰ καὶ ἡ μονάς.”

“ Ἐμπεδοκλῆς Μέτωνος, Ἀκραγαντῖνος, τέτταρα
μὲν στοιχεῖα , πῦρ , ἀέρα , ὕδωρ , γῆν , δύο δὲ 
ἀρχὰς καὶ δυνάμεις, φιλίαν τε καὶ νεῖκος, ὧν ἡ μέν
ἐστιν ἑνωτικὴ, τὸ δὲ διαιρετικόν. φησὶ δὲ οὕτως
 τέσσαρα τῶν πάντων ῥιζώματα πρῶτον ἄκουε· 
 Ζεὺς ἀργὴς ,‘Πρη τε φερέσβιος, ἠδ᾿ Ἀϊδωνεύς, 
 Νῆστίς θ᾿, ἣ δακρύοις τέγγει κρούνωμα βρότειον. 
 Δία μὲν γὰρ λέγει τὴν ζέσιν καὶ τὸν αἰθέρα, Ἥραν
δὲ φερέσβιον τὸν ἀέρα· τὴν γῆν τὸν Ἀϊδωνέα· Nῆ-

 
’στιν δὲ καὶ κρούνωμα βρότειον, οἱονεὶ τὸ σπέρμα καὶ
τὸ ὕδωρ.”

Τοσαύτη μὲν ἡ τῶν πρώτων φυσικῶν φιλοσόφων
διαφωνία, τοιαύτη δὲ αὐτῶν καὶ ἡ περὶ ἀρχῶν
 δόξα, οὐ θεὸν, οὐ ποιητὴν, οὐ δημιουργὸν, οὐδέ
τι τῶν ὅλων αἴτιον, οὐδὲ μὴν θεοὺς, οὐδ’ ἀσωμάτους
δυνάμεις, οὐ νοερὰς φύσεις, οὐ λογικὰς οὐσίας, οὐδ’
ὅλως τι τῶν ἐκτὸς αἰσθήσεων ἐν ταῖς ἀρχαῖς ὑποθεμένων.

μόνος δ’ οὖν πρῶτος Ἑλλήνων Ἀναξαγόρας 
 μνημονεύεται ἐν τοῖς περὶ ἀρχῶν λόγοις νοῦν τὸν
πάντων αἴτιον ἀποφήνασθαι. φασὶ γοῦν ὡς ἄρα οὗτος
μάλιστα παρὰ τοὺς πρὸ αὐτοῦ ἐθαύμασε φυσιολογίαν·
μηλόβοτόν γε τοι τὴν ἑαυτοῦ χώραν δι’ αὐτὴν
εἴασε, τόν τε περὶ ἀρχῶν λόγον πρῶτος Ἑλλήνων
 διήρθρωσεν. οὐ γὰρ μόνον περὶ τῆς πάντων οὐσίας
ἀπεφήνατο, ὡς οἱ πρὸ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ
κινοῦντος αὐτὴν αἰτίου.

“ἦν γὰρ ἐν ἀρχῇ φησὶν)
ὁμοῦ τὰ πράγματα πεφυρμένα, νοῦς δὲ εἰσελθὼν
αὐτὰ ἐκ τῆς ἀταξίας εἰς τάξιν ἤγαγε.” θαυμάσαι δ’ 
 ἔστιν ὡς οὗτος πρῶτος παρ’ Ἕλλησι τοῦτον θεολογήσας 
τὸν τρόπον, δόξας Ἀθηναίοις ἄθεος εἶναι, ὅτι
μὴ τὸν ἥλιον ἐθεολόγει, τὸν δὲ ἡλίου ποιητὴν, μικροῦ
δεῖν καταλευσθεὶς ἔθανε.

λέγεται δὲ μηδὲ οὗτος
σῶον φυλάξαι τὸ δόγμα. ἐπιστῆσαι μὲν γὰρ νοῦν
 τοῖς πᾶσι, οὐκέτι δὲ κατὰ νοῦν καὶ λογισμὸν τὴν περὶ
τῶν ὄντων ἀποδοῦναι φυσιολογίαν. ἐπάκουσον δ’
οὖν οἶα ὁ Σωκράτης ἐν τῷ Πλάτωνος Περὶ ψυχῆς
αἰτιᾶται τὸν ἄνδρα ἐν τούτοις

“Ἀλλ᾿ ἀκούσας μέν ποτε ἐκ βιβλίου τινὸς, 
 ὡς ἔφη, Ἀναξαγόρου ἀναγινώσκοντος, καὶ λέγοντος
 

 
ὡς ἄρα νοῦς ἐστιν ὁ διακοσμῶν τε καὶ πάντων αἴτιος,
ταύτῃ δὴ τῇ αἰτίᾳ ἥσθην τε καὶ ἔδοξέ μοι τρόπον
τινὰ εὖ ἔχειν τὸ τὸν νοῦν εἶναι πάντων αἴτιον, καὶ
 ἡγησάμην, εἰ τοῦτο οὕτως ἔχει, τόν γε νοῦν κοσμοῦντα
πάντα κοσμεῖν καὶ ἕκαστον τιθέναι ὅπη ἂν βέλτιστα 
ἔχῃ.

εἰ οὖν τις βούλοιτο τὴν αἰτίαν εὑρεῖν περὶ
ἑκάστου, ὅπη ἢ γίνεται ἢ ἀπόλλυται ἢ ἔστι, τοῦτο
δεῖν περὶ αὐτοῦ εὑρεῖν , ὅπη βέλτιστον αὐτόν ἐστιν
ἢ εἶναι ἢ ἄλλο ὁτιοῦν πάσχειν ἢ ποιεῖν. ἐκ δὴ τοῦ
λόγου τούτου οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖν προσήκειν ἀνθρώπῳ 
καὶ περὶ αὐτοῦ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἀλλ᾿ ἢ τὸ ἄριστον
καὶ τὸ βέλτιστον. ἀναγκαῖον δὴ εἶναι τὸν αὐτὸν
τοῦτον καὶ τὸ χεῖρον εἰδέναι· τὴν αὐτὴν γὰρ εἷναι
 ἐπιστήμην περὶ αὐτῶν.

ταῦτα δὴ λογιζόμενος
ἄσμενος εὑρηκέναι ᾤμην διδάσκαλον τῆς αἰτίας περὶ 
τῶν ὄντων κατὰ νοῦν ἐμαυτῷ, τὸν Ἀναξαγόραν, καί
μοι φράσειν πρῶτον μὲν πότερον ἡ γῆ πλατεῖά ἐστιν
ἢ στρογγύλη, ἐπειδὴ δὲ φράσειεν, ἐπεκδιηγήσασθαι
τὴν αἰτίαν καὶ τὴν ἀνάγκην, λέγοντα τὸ ἄμεινον, καὶ
ὅτι αὐτὴν ἄμεινον ἦν τοιαύτην εἶναι· καὶ εἰ ἐν μέσῳ 
φαίη εἶναι αὐτὴν , ἐπεκδιηγήσεσθαι ὡς ἄμεινον ἦν
 αὐτὴν ἐν μέσῳ εἶναι· καὶ εἴ μοι ταῦτα ἀποφαίνοιτο,
παρεσκευάσμην ὡς οὐκέτι ποθεσόμενος αἰτίας ἄλλο
εἶδος.

καὶ δὴ καὶ περὶ ἡλίου οὕτω παρεσκευάσμην
ὡσαύτως πευσόμενος, καὶ σελήνης καὶ τῶν ἄλλων 
ἄστρων, τάχους τε πέρι πρὸς ἄλληλα καὶ τροπῶν καὶ
τῶν ἄλλων παθημάτων , πή ποτε ταῦτ᾿ ἄμεινόν ἐστιν
ἕκαστον καὶ ποιεῖν καὶ πάσχειν ἃ πάσχει. οὐ γὰρ ἄν
ποτ᾿ αὐτὸν ᾤμην, φάσκοντά γε ὑπὸ νοῦ αὐτὰ κεκοσμήσθαι,
ἄλλην τινὰ αὐτοῖς αἰτίαν ἐπενεγκεῖν ἢ ὅτι 
βέλτιστον αὐτὰ οὕτως ἔχειν ἐστὶν ὥσπερ ἔχει.

ἑκάστου
 οὐν [αὐτῶν] ἀποδιδόντα τὴν αἰτίαν καὶ κοινῇ πᾶσι


 
τὸ ἑκάστῳ βέλτιστον ᾤμην καὶ τὸ κοινὸν πᾶσιν ἐπιδιηγήσασθαι
ἀγαθόν. καὶ οὐδ᾿ ἂν ἀπεδόμην πολλοῦ
τὰς ἐλπίδας, ἀλλὰ πάνυ σπουδῇ λαβὼν τὰς βίβλους
ὡς τάχιστα οἷός τ᾿ ἦν ἀνεγίνωσκον , ἔν᾿ ὡς τάχιστα
 εἰδείην τὸ βέλτιστον καὶ τὸ χεῖρον. ἀπὸ δὴ θαυμαστῆς,
ὦ ἑταῖρε, ἐλπίδος ᾠχόμην φερόμενος. ἐπεὶ δὲ
προϊὼν καὶ ἀναγινώσκων ὁρῶ ἄνδρα τῷ μὲν νῷ αὐδὲν
χρώμενον οὐδέ τινας αἰτίας ἐπαιτιώμενον εἰς τὸ
διακοσμεῖν τὰ πράγματα , ἀέρας δὲ καὶ αἰθέρας καὶ
 ὕδατα αἰτιώμενον καὶ ἄλλα πολλὰ καὶ ἄτοπα.

καί
μοι ἔδοξεν ὁμοιότατον πεπονθέναι , ὥσπερ ἂν εἴ τις 
λέγων ὅτι Σωκράτης πάντα ὅσα πράττει νῷ πράττει,
κἄπειτα ἐπιχειρήσας λέγειν τὰς αἰτίας ἑκάστων ὧν
πράττω, λέγοι πρῶτον μὲν ὅτι ἐνθάδε διὰ ταῦτα νῦν
 κάθημαι, ὅτι σύγκειταί μου τὸ σῶμα ἑξ ὀστῶν καὶ
νεύρων, καὶ τὰ μὲν ὀστᾶ ἐστι στερεὰ καὶ διαφυὰς
ἔχει χωρὶς ἀπ᾿ ἀλλήλων, τὰ δὲ νεῦρα οἷα ἐπιτείνεσθαι
καὶ ἀνίεσθαι, περιαμπέχοντα τὰ ὀστᾶ μετὰ τῶν
σαρκῶν τε καὶ δέρματος , ὃ συνέχειν αὐτά.

αἰωρουμένων
 οὖν τῶν ὀστῶν ἐν ταῖς αὐτῶν ξυμβολαῖς 
χαλῶντα καὶ συντείνοντα τὰ νεῦρα κάμπτεσθαί που 
ποιεῖ οἶόν τε εἶναι ἐμὲ νῦν τὰ μέλη, καὶ διὰ ταύτην
τὴν αἰτίαν συγκαμφθεὶς ἐνθάδε κάθημαι. καὶ αὖ
περὶ τοῦ διαλέγεσθαι ὑμῖν ἑτέρας τοιάσδε αἰτίας λἐγοι,
 φωνάς τε καὶ ἀέρας καὶ ἀκοὰς καὶ ἄλλα ἄττα
μυρία τοιαῦτα αἰτιώμενος , ἀμελήσας τὰς ὡς ἀληθῶς
αἰτίας λέγειν , ὅτι ἐπειδὴ Ἀθηναίοις ἔδοξε βέλτιον
εἶναι ἐμοῦ καταψηφίσασθαι, διὰ ταῦτα δὴ καὶ ἐμοὶ
βέλτιον αὖ δέδοκται ἐνθάδε καθῆσθαι, καὶ δικαιότερον
 παραμένοντα ὑπέχειν τὴν δίκην, ἣν ἂν κελεύσω- 
σιν,

ἐπεὶ νὴ τὸν κύνα, ὡς ἐγᾦμαι, πάλαι ἂν ταῦτα
τὰ νεῦρα καὶ τὰ ὀστᾶ ἢ περὶ Μέγαρα ἢ περὶ Βοιω-

 
τοὺς ἦν, ὑπὸ δόξης φερόμενα τοῦ βελτίστου, εἰ μὴ
δικαιότερον ᾤμην καὶ κάλλιον εἶναι πρὸ τοῦ φεύγειν
τε καὶ ἀποδιδράσκειν ὑπέχειν τῇ πόλει δίκην ἥντιν’
ἂν τάττῃ.

ἀλλ’ αἴτια μὲν τὰ τοιαῦτα καλεῖν λίαν
ἄτοπον· εἰ δέ τις λέγοι ὅτι ἄνευ τοῦ τὰ τοιαῦτα ἔχειν 
καὶ ὀστᾶ καὶ νεῦρα καὶ ὅσα ἄλλα ἔχω, οὐκ ἂν οἷός
τε ἦ ποιεῖν τὰ δόξαντά μοι, ἀληθῆ ἂν λέγοι· ὡς μέντοι
διὰ ταῦτα ποιῶ ἃ ποιῶ, καὶ ταῦτα νῷ πράττω,
 ἀλλ’ οὐ τῇ τοῦ βελτίστου αἱρέσει, πολλὴ ἂν καὶ
μακρὰ ῥᾳθυμία εἴη τοῦ λόγου.”

Εἶτα ἐπιλέγει 
 Διὸ δὴ καὶ ὁ μέν τις δίνην περιθεὶς τῇ γῇ ὑπὸ
τοὐ οὐρανοῦ μένειν δὴ ποιεῖ τὴν γῆν, ὁ δὲ ὥσπερ
καρδόπῳ πλατείᾳ βάθρον τὸν ἀέρα ὑπερείδει· τὴν
δὲ τοῦ ὡς οἶόν τε βέλτιστα αὐτὰ τεθῆναι δύναμιν 
οὕτω νῦν κεῖσθαι, ταύτην οὔτε ζητοῦσιν οὔτε τινὰ
οἴονται δαιμονίαν ἰσχὺν ἔχειν, ἀλλὰ ἡγοῦνται τούτου
ἄν ποτε Ἄτλαντα ἰσχυρότερον καὶ ἀθανατώτερον
καὶ μᾶλλον ἅπαντα συνέχοντα ἐξευρεῖν, καὶ ὡς ἀληθῶς
τὸ ἀγαθὸν καὶ δέον ξυνδεῖν καὶ συνέχειν οὐδὲν 
οἴονται.”

Τοσαῦτα ὁ Σωκράτης περὶ τῆς Ἀναξαγόρου
 δόξης. ἦν δὲ Ἀναξαγόρου μὲν διάδοχος τῆς τε διατριβῆς
ὁμοῦ καὶ τῆς δόξης Ἀρχέλαος, Ἀρχελάου δὲ
ἀκουστὴς γεγονέναι λέγεται Σωκράτης. πλὴν ἀλλὰ 
φυσικοὶ καὶ ἄλλοι Ξενοφάνης καὶ Πυθαγόρας, συνακμάσαντες
Ἀναξαγόρᾳ, ἀφθαρσίας θεοῦ καὶ ψυχῆς
ἀθανασίας ἐφιλοσόφησαν· ἐκ τούτων τε καὶ μετὰ
τούτους αἶ τῆς Ἑλλήνων φιλοσοφίας ὑπέστησαν αἱρέσεις,
τῶν μὲν τοῖσδε, τῶν δὲ ἑτέροις ἐξηκολουθηκότων, 
τινῶν δὲ καὶ ἰδίας δόξας ἐπινενοηκότων.

 
πάλιν δ’ οὖν ὁ Πλούταρχος τὰς περὶ θεῶν ὑπολήψεις 
τῶν αὐτῶν τοῦτον γράφει τὸν τρόπον

“Ἔνιοι τῶν φιλοσόφων, καθάπερ Διαγόρας
ὁ Μήλιος καὶ Θεόδωρος ὁ Κυρηναῖος καὶ Εὐήμερος
 ὁ Τεγεάτης, καθόλου φασὶ μὴ εἶναι θεούς· τὸν δὲ 
Εὐήμερον καὶ Καλλίμαχος ὁ Κυρηναῖος αἰνίττεται ἐν
τοῖς ἰάμβοις. καὶ Εὐριπίδης ὁ τραγῳδοποιὸς ἄποκαλύψασθαι
μὲν οὐκ ἠθέλησε, δεδοικὼς τὸν Ἄρειον
πάγον, ἐνέφηνε δὲ τοῦτον τὸν τρόπον· τὸν γὰρ Σίσυφον
 εἰσήγαγε προστάτην ταύτης τῆς δόξης, καὶ
συνηγόρησεν αὐτοῦ τῇ γνώμῃ. ”

Ἐπὶ τούτοις πάλιν τὸν Ἀναξαγόραν εἰσάγει,
πρῶτον φάσκων αὐτὸν ὀρθῶς φρονῆσαι περὶ θεοῦ.
λέγει δὲ οὕτως 
 “Ὁ δὲ Ἀναξαγόρας φησὶν ὡς εἱστήκει κατ’ ἀρχὰς
τὰ σώματα, νοῦς δὲ αὐτὰ διεκόσμησε θεοῦ καὶ
τὰς γενέσεις τῶν ὅλων ἐποίησεν. ὁ δὲ Πλάτων’ οὐχ 
ἑστηκότα ὑπέθετο τὰ πρῶτα σώματα, ἀτάκτως δὲ κινούμενα·
διὸ, φησὶν, ὁ θεὸς ἐπιστήσας ὡς τάξις
 ἀταξίας ἐστὶ βελτίων, διεκόσμησεν αὐτά.”

Οἷς ἐπιλέγει 
 “Ἁμαρτάνουσιν δὲ ἀμφότεροι, ὅτι τὸν θεὸν
ἐποίησαν ἐπιστρεφόμενον τῶν ἀνθρωπίνων, καὶ τούτου
χάριν τὸν κόσμον κατασκευάζοντα· τὸ γὰρ μακάριον
 καὶ ἄφθαρτον ζῷον, πεπληρωμένον τε πᾶσι
τοῖς ἀγαθοῖς καὶ κακοῦ παντὸς ἄδεκτον, ὅλον ὄν 
περὶ τὴν συνοχὴν τῆς ἰδίας εὐδαιμονίας τε καὶ
ἀφθαρσίας, ἀνεπιστρεφές ἐστι τῶν ἀνθρωπίνων
πραγμάτων. κακοδαίμων δ’ ἂν εἴη, ἐργάτου δίκην
 καὶ τέκτονος ἀχθοφορῶν καὶ μεριμνῶν εἰς τὴν τοῦ
 

 
 κόσμου κατασκευήν.

καὶ πάλιν, ὁ θεὸς ὃν λέγουσιν,
ἤτοι τὸν ἔμπροσθεν αἰῶνα οὐκ ἦν, ὅτε ἦν
ἀκίνητα τὰ σώματα, ἢ ὅτε ἀτάκτως ἐκινεῖτο, ἢ ἐκοιμᾶτο,
ἢ ἐγρηγόρει, ἢ οὐδέτερον τούτων. ἢ οὔτε τὸ
πρῶτον ἔστι δέξασθαι· πᾶς γὰρ θεὸς αἰώνιος· οὔτε 
τὸ δεύτερον· εἰ γὰρ ἐκοιμᾶτο ἐξ αἰῶνος ὁ θεὸς, ἐτεθνήκει·
αἰώνιος γὰρ ὕπνος θάνατός ἐστιν. ἀλλά γε
ἄδεκτος ὕπνου ὁ θεός· τὸ γὰρ ἀθάνατον καὶ τοῦ
θεοῦ ἐγγὺς ὕπνου κεχώρισται.

εἰ δὲ ἦν ὁ θεὸς
 ἐγρηγορὼς, ἤτοι ἐνέλιπεν εἰς εὐδαιμονίαν, ἢ πεπλήρωτο 
ἐν μακαριότητι. καὶ οὔτε κατὰ τὸ πρῶτόν ἐστι
μακάριος ὁ θεός· τὸ γὰρ ἐλλεῖπον εἰς εὐδαιμονίαν
οὐ μακάριον· οὔτε κατὰ τὸ δεύτερον· μηδὲν γὰρ ἐλλείπων
κεναῖς ἔμελλεν ἐπιχειρεῖν πράξεσι. πῶς δὲ,
εἴπερ ὁ θεός ἐστι καὶ τῇ τούτου φροντίδι τὰ κατὰ 
ἄνθρωπον οἰκονομεῖται, τὸ μὲν κίβδηλον εὐτυχεῖ,
τὸ δὲ ἀστεῖον τὸ ἐναντίον πάσχει; Ἀγαμέμνων
τε γὰρ
 ἀμφότερον, βασιλεύς τ’ ἀγαθὸς κρατερός τ’ αἰχμητής, 
ὑπὸ μοιχοῦ καὶ μοιχαλίδος ἡττηθεὶς ἐδολοφονήθη· 
καὶ ὁ τούτου δὲ συγγενὴς Ἡρακλῆς, πολλὰ τῶν ἐπιλυμαινομένων
τὸν ἀνθρώπινον βίον καθαρὰς, ὑπὸ
Δηϊανείρας φαρμακευθεὶς ἐδολοφονήθη.”

“Θαλῆς τὸν κόσμον εἶναι τὸν θεόν. 
 Ἀναξίμανδρος τοὺς ἀστέρας οὐρανίους θεούς. 
 Δημόκριτος θεὸν ἐν πυρὶ σφαιροειδῆ τὴν τοῦ
κόσμου ψυχήν. 
 Πυθαγόρας τῶν ἀρχῶν τὴν μὲν μονάδα θεόν·
καὶ τὸ ἀγαθὸν, ἥτις ἐστὶν ἡ τοῦ ἑνὸς φύσις, αὐτὸς ὁ
νοῦς τὴν δ’ ἀόριστον δυάδα καὶ δαίμονα καὶ τὸ 

 
κακὸν, περὶ ἥν ἐστι τὸ ὑλικὸν πλῆθος, [ἐστὶ καὶ ὁρατὸς
ὁ κόσμος.]”

Μετὰ δὲ τούτους οἱ νέοι τῷ χρόνῳ πῶς ἐδόξαζον
ἄκουε 
 “ Σωκράτης καὶ Πλάτων ἕν τὸ μονοφυὲς καὶ αὐτοφυὲς,
τὸ μοναδικὸν, τὸ ὄντως ὄν ἀγαθόν. πάντα
δὲ ταῦτα τῶν ὀνομάτων εἰς τὸν νοῦν σπεύδει. νοῦς
οὖν ὁ θεὸς χωριστὸν εἶδος, τοῦτ᾿ ἔστι τὸ ἀμιγὲς πάσης
ὕλης καὶ μηδενὶ παθητῷ συμπεπλεγμένον.

Ἀριστοτέλης τὸν μὲν ἀνωτάτω θεὸν εἶδος
χωριστὸν, ἐπιβεβηκότα τῇ σφαίρᾳ τοῦ παντὸς , ἥτις
ἐστὶν αἰθέριον σῶμα, τὸ πέμπτον ὑπ᾿ αὐτοῦ καλούμενον· 
διῃρημένου δὲ τούτου κατὰ σφαίρας τῇ μὲν
φύσει συναφεῖς, τῷ λόγῳ δὲ κεχωρισμένας , ἑκάστην
 οἴεται τῶν σφαιρῶν ζῷον εἶναι σύνθετον ἐκ σώματος
καὶ ψυχῆς, ὧν τὸ μὲν σῶμά ἐστιν αἰθέριον , κινούμενον
κυκλοφορικῶς, ἡ ψυχὴ δὲ λόγος ἀκίνητος, αἴτιος
τῆς κινήσεως κατ᾿ ἐνέργειαν.

Οἱ Στωϊκοὶ νοερὸν θεὸν ἀποφαίνονται, πῦρ
 τεχνικὸν, ὁδῷ βαδίζον ἐπὶ γένεσιν κόσμου, περιειληφότος
πάντας τοὺς σπερματικοὺς λόγους, καθ᾿ οὓς
ἕκαστα καθ᾿ εἱμαρμένην γίνεται. καὶ πνεῦμα μὲν
διῆκον δι᾿ ὅλου τοῦ κόσμου, τὰς δὲ προσηγορίας μεταλαμβάνον
δι᾿ ὅλης τῆς ὕλης, δι᾿ ἧς κεχώρηκε. θεὸν 
 δὲ καὶ τὸν κόσμον καὶ τοὺς ἀστέρας καὶ τὴν γῆν,
τὸν δ᾿ ἀνωτάτω πάντων νοῦν ἐν αἰθέρι.

Ἐπίκουρος ἀνθρωποειδεῖς μὲν [πάντας] τοὺς
θεοὺς, λόγῳ δὲ πάντας θεωρητοὺς διὰ τὴν λεπτομέρειαν
τῆς τῶν εἰδώλων φύσεως. ὁ δ᾿ αὐτὸς ἄλλας
 τέσσαρας φύσεις κατὰ γένος ἀφθάρτους τάσδε, τὰ
ἄτομα, τὸ κενὸν, τὸ ἄπειρον , τὰς ὁμοιότητας , αὗται
δὲ λέγονται ὁμοιομέρειαι, καὶ τὰ στοιχεῖα.”

Τοιαῦται μὲν δὴ τῶν φυσικῶν φιλοσόφων
 καὶ αἱ περὶ θεοῦ διαστάσεις τε καὶ δυσφημίαι, ὧν
πρώτους ὁ λόγος συνίστησι τοὺς ἀμφὶ τὸν Πυθαγόραν
τε καὶ Ἀναξαγόραν Πλάτωνά τε καὶ Σωκράτην
νοῦν καὶ θεὸν ἐπιστῆσαι τῷ κόσμῳ. οὗτοι δὴ κομιδῇ 
παῖδες τοῖς χρόνοις ἀποδείκνυνται
καθ’ οὓς χρόνους τὰ ὕστατα ἱστορεῖται τῆς Ἑβραίων
ἀρχαιολογίας·.

οὐκ ἦν ἄρα παλαιτάτη παρὰ πᾶσιν
 Ἕλλησι καὶ τοῖς πρόπαλαι τὴν πολύθεον δεισιδαιμονίαν
παρά τε Φοίνιξι καὶ Αἰγυπτίοις εἰσηγησαμένοις 
μένοις ἡ τοῦ τῶν ὅλων θεοῦ γνῶσις, ἣν πρῶτος Ἑλλήνων
 ληνῶν Ἀναξαγόρας καὶ οἱ ἀμφ’ αὐτὸν ἐξήνεγκαν.
καὶ μὴν τὰ τῆς πολυθέου δεισιδαιμονίας πάντων
ἐθνῶν ἐκράτει· ἀλλ’ ἦν, ὡς ἔοικεν, οὐ τὴν ἀληθῆ περιέχοντα
θεολογίαν, ἀλλ’ ἣν Αἰγύπτιοι καὶ Φοίνικες 
πρῶτοι πάντων συστήσασθαι ἐμαρτυρήθησαν.

αὕτη δὲ ἣν θεοὺς μὲν οὐδαμῶς, οὐδέ τινας θείας
δυνάμεις, ἄνδρας δὲ ἤδη πάλαι ἐν νεκροῖς κειμένους
θεολογοῦσα, ὡς ὁ τῆς ἀληθείας πάλαι ἀπέδειξε λόγος.
φέρ’ οὖν πάλιν ἀναλάβωμεν τὸν λόγον. ἐπειδὴ 
 τῶν φυσικῶν φιλοσόφων οἱ μὲν πάντα κατέβαλλον
ἐπὶ τὰς αἰσθήσεις, οἱ δ’ αὖ πάλιν τούτοις ἀνθεῖλκον,
ὡς οἶ περὶ τὸν Ξενοφάνην τὸν Κολοφώνιον καὶ Παρ-
μενίδην Ἐλεάτην, οἱ δὴ τὰς αἰσθήσεις ἀνῄρουν,
μηδὲν εἶναι φάσκοντες καταληπτὸν τῶν ἐν αἰσθήσει, 
διὸ μόνῳ δεῖν πιστεύειν τῷ λόγῳ, τὰ πρὸς αὐτοὺς
ἀντειρημένα διασκεψώμεθα.

“Ἄλλοι δ’ ἐγένοντο τούτοις τὴν
φωνὴν ἀφιέντες. οἴονται γὰρ δεῖν τὰς μὲν αἰσθήσεις
καὶ τἀς φαντασίας καταβάλλειν, αὐτῷ δὲ μόνον 
τῷ λόγῳ πιστεύειν. τοιαῦτα γάρ τινα πρότερον μὲν
Ξενοφάνης καὶ Παρμενίδης καὶ Ζήνων καὶ Μέλισσος

 
ἔλεγον, ὕστερον δ᾿ οἱ περὶ Στίλπωνα καὶ τοὺς Με- 
γαρικούς. ὅθεν ἠξίουν οὗτοί γε τὸ ὂν ἕν εἶναι , καὶ
τὸ ἴτερον μὴ εἶναι, μηδὲ γεννᾶσθαί τι μηδὲ φθείρεσθαι
μηδὲ κινεῖσθαι τὸ παράπαν.

τὸν μὲν οὖν
 πλείω πρὸς τούτους λόγον εἰσόμεθα φιλοσοφοῦντες·
νυνὶ μέντοι τοσοῦτον λεκτέον εἴποιμεν γὰρ ἂν ὡς
ὁ μὲν λόγος ἡμῶν εἴη τὸ θειότατον· οὐ μὴν ἀλλὰ δεῖ
γε καὶ τῆς αἰσθήσεως, ὥσπερ γε δὴ καὶ σώματος.
ὅτι δὲ καὶ ἡ αἴσθησις ἀληθεύειν πέφυκε δῆλον· οὐ
 γὰρ οἷόν τε τὸν αἰσθανόμενον μὴ οὐχὶ πάσχειν τι·
πάσχων δὲ τὸ πάθος ἂν εἰδείη· γνῶσις οὖν τίς ἐστι 
καὶ ἡ αἴσθησις.

ἀλλὰ μὴν εἰ τὸ αἰσθάνεσθαι
πάσχειν τί ἐστιν, ἅπαν δὲ τὸ πάσχον ὑπό του πάσχει,
πάντως ἕτερον ἂν εἴη τὸ ποιοῦν καὶ τὸ πάσχον. ὥστε
 πρῶτον μὲν εἴη ἂν τὸ λεγόμενον ἕτερον· οἷον τὸ
χρῶμα καὶ ὁ ψόφος· ἔπειτα δὲ ἓν τὸ ὄν οὐκ ἔσται·
καὶ μὴν οὐδὲ ἀκίνητον· ἡ γὰρ αἴσθησίς ἐστι κίνησις.

ταύτῃ δὲ βούλεται πᾶς τις κατὰ φύσιν ἔχειν τἀς
αἰσθήσεις, ἅτε δὴ πιστεύων , οἶμαι, ταῖς ὑγιαινούσαις
 μᾶλλον ἢ ταῖς νοσούσαις. εἰκότως ἄρα καὶ δεινός
τις ἔρως αὐτῶν ἡμῖν ἐντέτηκεν. οὐδείς γέ τοι
μὴ μεμηνὼς ἕλοιτ᾿ ἄν ποτε μίαν αἴσθησιν ἀποβάλλειν,
ὅπως αὐτῷ πάντα τὰ ἄλλα ἀγαθὰ γένοιτο.

τοὺς δὴ διαβάλλοντας αὐτὰς ἐχρῆν, πεπεισμέ- 
 νους γε διότι μάτην ἔχοιεν αὐτὰς , εἰπόντας ἅπερ
ὁ Πάνδαρος λέγει παρὰ τῷ Ὁμήρῳ περὶ τῶν ἑαυτοῦ
τόξων,
 αὐτίκ᾿ ἔπειτ᾿ ἀπ᾿ ἐμεῖο κάρη τάμοι ἀλλότριος φὼς, 
 εἰ μὴ ἐγὼ τάδε τόξα φαεινῷ ἐν πυρὶ θείην, 
 χερσὶ διακλάσσας, ἀνεμώλια γάρ μοι ὀπηδεῖ, 
 τὸ μετὰ τοῦτο διαλυμήνασθαι πάσας τὰς αἰσθήσεις 
ἑαυτῶν· οὕτω γὰρ ἄν τις ἐπίστευεν αὐτοῖς ἔργῳ δι-

 
δάσκουσιν ὡς εἰς οὐδὲν αὐτῶν δέοιντο.

νυνὶ δὲ
τοῦτο καὶ τὸ ἀτοπώτατόν ἐστι· ἀχρήστους γὰρ ἀποφαίνοντες
αὐτὰς τῷ λόγῳ τοῖς ἔργοις τὰ μάλιστα
χρώμενοι διατελοῦσιν αὐταῖς.

ὅ γέ τοι Μέλισσος
ἐθέλων ἐπιδεικνύναι διότι τῶν φαινομένων καὶ ἐν 
 ὄψει τούτων οὐδὲν εἴη τῷ ὄντι, διὰ τῶν φαινομένων
ἀποδείκνυσιν αὐτῶν· φησὶ γοῦν, εἰ γάρ ἐστι καὶ
ὕδωρ καὶ ἀὴρ καὶ πῦρ καὶ σίδηρος καὶ χρυσὸς , καὶ
τὸ μὲν ζῶν, τὸ δὲ τεθνηκὸς, καὶ μέλαν καὶ λευκὸν
 καὶ τὰ ἄλλα πάντα, ὅσα φασὶν ἄνθρωποι εἶναι ἀληθῆ, 
καὶ ἡμεῖς ὀρθῶς ὁρῶμεν καὶ ἀκούομεν, εἶναι ἐχρῆν
καὶ τὸ ὂν τοιοῦτον οἶον πρῶτον ἔδοξεν ἡμῖν εἶναι,
καὶ μὴ μεταπίπτειν, μηδὲ γίνεσθαι ἕτερον, ἀλλ᾿ εἶναι
ὅμοιον οἷόν περ ἐστὶν ἕκαστον. νῦν δὲ φαμὲν ὀρθῶς
ὁρᾶν καὶ ἀκούειν καὶ συνιέναι· δοκεῖ δὲ ἡμῖν 
τὸ θερμὸν καὶ ψυχρὸν γίνεσθαι, καὶ τὸ ψυχρὸν θερμὸν,
καὶ τὸ σκληρὸν μαλακὸν, καὶ τὸ μαλακὸν σκληρόν.

ταῦτα δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα λέγοντος
 αὐτοῦ καὶ μάλα εἰκότως ἐπύθετό τις ἂν, ἆρ᾿ οὖν ὅτι
[ὃ νῦν] θερμόν ἐστι κἄπειτα τοῦτο γίνεται ψυχρὸν 
οὐκ αἰσθόμενος ἔγνως; ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων.
ὅπερ γὰρ ἔφην, εὑρεθείη ἂν οὐδὲν ἀλλ᾿ ἢ τὰς
αἰσθήσεις ἀναιρῶν καὶ ἐλέγχων διὰ τὸ μάλιστα πιστεύειν
αὐταῖς.

ἀλλὰ γὰρ οἱ μὲν τοιοῦτοι λόγοι
σχεδὸν ἱκανὰς ἤδη δεδώκασιν εὐθύνας· ἐξίτηλοί γε 
τοι γεγόνασιν, ὡς εἰ μηδὲ ἐλέχθησαν τὸ παράπαν.
ἤδη μέντοι θαρροῦντες λέγωμεν ὀρθῶς φιλοσοφεῖν
τοὺς καὶ τὰς αἰσθήσεις καὶ τὸν λόγον ἐπὶ τὴν γνῶσιν
τὴν τῶν πραγμάτων παραλαμβάνοντας.”

Τοιοίδε μὲν οὖν οἱ ἀμφὶ τὸν Ξενοφάνην, ὃς 
δὴ λέγεται συνακμάσαι τοῖς ἀμφὶ Πυθαγόραν καὶ
 Ἀναξαγόραν. Ξενοφάνους δὲ ἀκουστὴς γέγονε Παρ-

 
μενίδης· τούτου Μέλισσος, οὗ Ζήνων, οὗ Λεύκιππος,
οὗ Δημόκριτος, οὗ Πρωταγόρας καὶ Νεσσᾶς·
δὲ Νεσσᾶ Μητρόδωρος, οὗ Διογενὴς, οὗ Ἀνάξαρχος.
Ἀναξάρχου δὲ γνώριμος γέγονε Πυρρῶν, ἀφ’ οὗ ἡ
 τῶν Σκεπτικῶν ἐπικληθέντων διατριβὴ συνέστη· οὓς
καὶ αὐτοὺς μηδὲν εἶναι τὸ παράπαν μήτ’ ἐν αἰσθήσει
μήτ’ ἐν λόγῳ καταληπτὸν ὁριζομένους, ἐπέχοντας
δ’ ἐν πᾶσιν, ὅπως ἀπήλεγχον οἶ ἀντιδοξάζοντες μα-
θεῖν πάρεστιν ἀπὸ τοῦ δηλωθέντος συγγράμματος
 ὧδέ πη πρὸς λέξιν ἔχοντος

“ Ἀναγκαίως δ’ ἔχει πρὸ παντὸς διασκέ- 
ψασθαι περὶ τῆς ἡμῶν αὐτῶν γνώσεως· εἰ γὰρ αὖ
μηδὲν πεφύκαμεν γνωρίζειν, οὐδὲν ἔτι δεῖ περὶ τῶν
ἄλλων σκοπεῖν.

ἐγένοντο μὲν οὑν καὶ τῶν πάλαι
 τινὲς οἶ ἀφέντες τήνδε τὴν φωνὴν, οἷς ἀντείρηκεν
Ἀριστοτέλης. ἴσχυσε μέντοι τοιαῦτα λέγων καὶ
Πυρρῶν ὁ Ἠλεῖος· ἀλλ’ αὐτὸς μὲν οὐδὲν ἐν γραφῇ
καταλέλοιπεν, ὁ δὲ μαθητὴς αὐτοῦ Τίμων φησὶ δεῖν
τὸν μέλλοντα εὐδαιμονήσειν εἰς τρία ταῦτα βλέπειν·
 πρῶτον μὲν 5 ὁποῖα πέφυκε τὰ πράγματα· δεύτερον 
δὲ, τίνα χρὴ τρόπον ἡμᾶς πρὸς αὐτὰ διακεῖσθαι· τελευταῖον
δὲ, τί περιέσται τοῖς οὕτως ἔχουσι.

τὰ
μὲν οὖν πράγματά φησιν αὐτὸν ἀποφαίνειν ἐπ’ ἴσης
ἀδιάφορα καὶ ἀστάθμητα καὶ ἀνεπίκριτα, διὰ τοῦτο
 μήτε τὰς αἰσθήσεις ἡμῶν μήτε τὰς δόξας ἀληθεύειν
ἢ ψεύδεσθαι. διὰ τοῦτο οὖν μηδὲ πιστεύειν αὐταῖς
δεῖν, ἀλλ’ ἀδοξάστους καὶ ἀκλινεῖς καὶ ἀκραδάντους
εἶναι, περὶ ἑνὸς ἑκάστου λέγοντας ὅτι οὐ μᾶλλόν
ἐστιν ἢ οὐκ ἔστιν, ἢ καὶ ἔστι καὶ οὐκ ἔστιν, ἢ οὔτε
 ἔστιν οὔτ’ οὐκ ἔστιν.

τοῖς μέντοι διακειμένοις
οὕτω περιέσεσθαι Τίμων φησὶ πρῶτον μὲν ἀφασίαν,
ἔπειτα δ’ ἀταραξίαν, Αἰνησίδημος δὲ ἡδονήν.”

“Τὰ μὲν οὖν κεφάλαια τῶν λεγομένων ἐστὶ
ταῦτα· σκεψώμεθα δ᾿ εἰ ὀρθῶς λέγουσιν. ἐπεὶ τοίνυν
ἐπ᾿ ἴσης ἀδιάφορα πάντα φασὶν εἶναι, καὶ διὰ
τοῦτο κελεύουσι μηδενὶ προστίθεσθαι, μηδὲ δοξάζειν,
εἰκότως ἂν, οἶμαι, πύθοιτό τις αὐτῶν, ἆρά γε δια- 
 μαρτάνουσιν οἱ διαφέρειν αὐτὰ νομίζοντες ἢ οὔ;
πάντως γὰρ, εἰ μὲν ἁμαρτάνουσιν, οὐκ ὀρθῶς ὑπολαμβάνοιεν
ἄν. ὥστε ἀνάγκη λέγειν αὐτοῖς εἶναί
τινας τοὺς τὰ ψευδῆ περὶ τῶν ὄντων δοξάζοντας·
αὐτοὶ τοίνυν εἶεν ἂν οἱ τἀληθῆ λέγοντες· οὕτω δὲ 
b εἴη ἂν ἀληθές τι καὶ ψεῦδος. εἰ δ᾿ οὐχ ἀμαρτάνομεν
οἱ πολλοὶ τὰ ὄντα διαφέρειν οἰόμενοι, τί παθόντες
ἐπιπλήττουσιν ἡμῖν; αὐτοὶ γὰρ ἁμαρτάνοιεν ἂν
ἀξιοῦντες μὴ διαφέρειν αὐτά.

καὶ μὴν εἰ καὶ
δοίημεν αὐτοῖς ἐπ᾿ ἴσης ἀδιάφορα πάντα εἶναι, δῆλον 
ὡς οὐκ ἂν διαφέροιεν οὐδ᾿ αὐτοὶ τῶν πολλῶν. τίς
οὖν εἴη ἂν αὐτῶν ἡ σοφία; καὶ διὰ τί Τίμων τοῖς
μὲν ἄλλοις λοιδορεῖται πᾶσι, Πύρρωνα δ᾿ ὑμνεῖ μόνον;

ἔτι γε μὴν εἰ ἐπ᾿ ἴσης ἐστὶν ἀδιάφορα πάντα
 καὶ διὰ τοῦτο χρὴ μηδὲν δοξάζειν, οὐκ ἂν οὐδὲ ταῦτα 
διαφέροι· λέγω δὲ τὸ διαφέρειν ἢ μὴ διαφέρειν, καὶ
τὸ δοξάζειν ἢ μὴ δοξάζειν. τί γὰρ μᾶλλον τοιαῦτά
ἐστιν ἢ οὐκ ἔστιν; ἢ, ὡς φησι Τίμων, διὰ τί ναί καὶ
διὰ τί οὔ, καὶ αὐτὸ τὸ διὰ τί; φανερὸν οὖν ὡς ἀναιρεῖται
τὸ ζητεῖν· ὥστε παυσάσθωσαν ἐνοχλοῦντες. 
ἐπεὶ νῦν γε μεμήνασι πόρρω τέχνης ἅμα μὲν ἡμῖν
διακελευόμενοι μὴ δοξάζειν, ἅμα δὲ κελεύοντες αὐτὸ
τοῦτο ποιεῖν, καὶ λέγοντες ὡς περὶ οὐδενὸς ἀποφαί-
 νεσθαι δέοι, κἄπειτα ἀποφαινόμενοι· καὶ ἀξιοῦσι
μὲν μηδενὶ συγκατατίθεσθαι, πείθεσθαι δ᾿ αὐτοῖς 
κελεύουσιν· εἶτα λέγοντες μηδὲν εἰδέναι πάντας
ἐλέγχουσιν ὡς εὖ εἰδότες.

ἀνάγκη τε τοὺς φά-

 
σκοντας ὡς ἄδηλα πάντα εἴη δυοῖν θάτερον, ἢ σιωπᾶν
ἢ ἀποφαίνεσθαί τι καὶ λέγειν. εἰ μὲν οὖν ἡσυχίαν
ἄγοιεν, δῆλον ὅτι πρός γε τοὺς τοιούτους οὐδεὶς
ἂν εἴη λόγος· εἰ δ’ ἀποφαίνοιντο, πάντη τε καὶ πάντως
 τὼς ἢ εἶναί τι φαῖεν ἂν ἢ μὴ εἶναι, καθάπερ ἀμέλει
νυνί φασιν ὡς εἴη πάντα ἄγνωστα καὶ νομιστὰ πᾶσι.

ὡς δ’ οὐδὲν τοῦτο τοίνυν ὁ ἀξιῶν ἤτοι δηλοῖ τὸ
πρᾶγμα καὶ ἔνεστιν αὐτὸ συνεῖναι λεγόμενον, ἢ οὐκ
ἔνεστιν. ἀλλ’ εἰ μὲν οὐ δηλοῖ, καθάπαξ οὐδεὶς οὐδ’
 οὕτω πρὸς τὸν τοιοῦτον ἂν εἴη λόγος. εἰ δὲ σημαίνοι, 
πάντως ἢ ἄπειρα λέγοι ἂν ἣ πεπερασμένα· καὶ
εἰ μὲν ἄπειρα, οὐδ’ οὕτως ἂν εἴη λόγος πρὸς αὐτὸν,
ἀπείρου γὰρ γνῶσις οὐκ ἔστι· πεπερασμένων δὲ ὄντων
τῶν δηλουμένων ἢ ἑνὸς ὁτουοῦν ὁ τοῦτο λέγων
 ὁρίζει τι καὶ κρίνει. πῶς οὖν ἄγνωστα καὶ ἀνεπίκριτα
πάντα εἴη ἄν; εἰ δὲ φαίη ταὐτὸ καὶ εἶναι καὶ
μὴ εἶναι, πρῶτον μὲν ἔσται ταὐτὸ καὶ ἀληθὲς καὶ
ψεῦδος, ἔπειτα δὲ ἐρεῖ τι καὶ οὐκ ἐρεῖ, καὶ λόγῳ
χρώμενος ἀναιρήσει λόγον, ἔτι δὲ ὁμολογῶν ψεύδεσθαι
 πιστεύειν ἑαυτῷ φησι δεῖν.

ἄξιον δὲ ζητῆσαι 
πόθεν καὶ μαθόντες ἄδηλα πάντα φασὶν εἶναι.
δεῖ γὰρ εἰδέναι πρότερον αὐτοὺς τί δή ποτ’ ἐστὶ τὸ
δῆλον· οὕτω γοῦν ἂν ἔχοιεν λέγειν ὡς οὐκ εἴη τὰ
πράγματα τοιαῦτα. πρῶτον γὰρ εἰδέναι χρὴ τὴν κατάφασιν,
 εἶτα τὴν ἀπόφασιν. εἰ δὲ ἀγνοοῦσιν ὁποῖόν
ἐστι τὸ δῆλον, οὐκ ἂν εἰδεῖεν οὐδὲ τί τὸ ἄδηλον.

ὁπόταν γε μὴν Αἰνησίδημος ἐν τῇ ὑποτυπώσει
τοὺς ἐννέα διεξίῃ τρόπους (κατὰ τοσούτους γὰρ ἀποφαίνειν
ἄδηλα τὰ πράγματα πεπείραται) πότερον αὐτὸν
 φῶμεν εἰδότα λέγειν αὐτοὺς ἢ ἀγνοοῦντα ; φησὶ 
γὰρ ὅτι τὰ ζῷα διαφέρει, καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ, καὶ αἶ πόλεις,
καὶ οἶ βίοι, καὶ τὰ ἔθη, καὶ οἷ νόμοι· καὶ τὰς

 
αἰσθήσεις δέ φησιν ἡμῶν ἀσθενεῖς εἷναι, καὶ πολλὰ
τὰ ἔξωθεν λυμαινόμενα τὴν γνῶσιν, ἀποστήματα,
καὶ μεγέθη καὶ κινήσεις· ἔτι δὲ τὸ μὴ ὁμοίως διακεῖσθαι
νέους καὶ πρεσβυτέρους, καὶ ἐγρηγορότας καὶ
κοιμωμένους, καὶ ὑγιαίνοντας καὶ νοσοῦντας· οὐδενός 
τε ἡμᾶς ἁπλοῦ καὶ ἀκραιφνοῦς ἀντιλαμβάνεσθαι.

πάντα γὰρ εἶναι συγκεχυμένα καὶ πρός τι λεγό-
 μενα. ταῦτα δὲ, φημὶ, καὶ τὰ τοιαῦτα κομψολογοῦντα
 αὐτὸν ἡδέως ἄν τις ἤρετο, πότερον εὖ εἰδὼς λέγοι
διότι τὰ πράγματα τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον ἢ ἀγνοῶν· 
εἰ μὲν γὰρ οὐκ ᾔδει, πῶς ἂν ἡμεῖς αὐτῷ πιστεύοιμεν;
εἰ δ’ ἐγίνωσκε, κομιδῇ τις ἦν ἠλίθιος ἅμα μὲν
ἄδηλα πάντα ἀποφαινόμενος, ἅμα δὲ τοσαῦτα λέγων
εἰδέναι.

καὶ μὴν ὁπότε γε τοιαῦτα διεξίοιεν,
οὐδὲν ἀλλ’ ἢ ἐπαγωγήν τινα λέγουσι, δεικνύντες 
ὁποῖ’ ἄττα εἴη τὰ φαινόμενα καὶ τὰ καθ’ ἕκαστα· τὸ
δὲ τοιοῦτο καὶ ἔστι καὶ λέγεται πίστις. εἰ μὲν οὑν
αὐτῇ συγκατατίθενται, δῆλον ὅτι δοξάζουσιν· εἰ δ’
οὐ πιστεύουσιν, οὐδ’ ἂν ἡμεῖς προσέχειν αὐτοῖς βουληθείημεν.

ὅ γε μὴν Τίμων ἐν τῷ Πύθωνι διη- 
 γεῖται, μακρόν τινα κατατείνας λόγον, ὡς ἐντύχοι τῷ
Πύρρωνι βαδίζοντι Πυθοῖδε παρὰ τὸ ἱερὸν τὸ τοῦ
Αμφιαράου, καὶ τίνα διαλεχθεῖεν ἀλλήλοις. ἆρ’ οὖν
οὐκ εὐλόγως ἄν τις αὐτῷ ταῦτα συγγράφοντι παραστὰς
εἴποι, τί, ὦ πονηρὲ, ἐνοχλεῖς σεαυτῷ ταῦτα συγγράφων 
καὶ ἃ μὴ οἶσθα διηγούμενος; τί γὰρ μᾶλλον
ἐνέτυχες αὐτῷ ἢ οὐκ ἐνέτυχες, καὶ διελέχθης ἢ
οὐ διελέχθης;

αὐτός τε ἐκεῖνος ὁ θαμαστὸς
Πυρρῶν ἆρά γε ᾔδει τὸ διὰ τί βαδίζοι Πύθια θεασόμενος;
ἢ καθάπερ οἶ μεμηνότες ἐπλανᾶτο κατὰ τὴν 
 ὁδόν; ἡνίκα δὲ ἤρξατο κατηγορεῖν τῶν ἀνθρώπων
καὶ τῆς ἀγνοίας αὐτῶν, ἆρά γε φῶμεν αὐτὸν ἀληθῆ

 
λέγειν ἢ μὴ, καὶ τὸν Τίμωνα παθεῖν τι καὶ συγκαταθέσθαι
τοῖς λόγοις ἢ μὴ προσέχειν; εἰ μὲν γὰρ
οὐκ ἐπείσθη, πῶς ἀντὶ χορευτοῦ φιλόσοφος ἐγένετο
καὶ τὸν Πύρρωνα διετέλεσε θαυμάζων; εἰ δὲ συγκατλέθετο
 τοῖς λεγομένοις, ἄτοπος ἂν εἴη τις, αὐτὸς μὲν
φιλοσοφῶν, ἡμᾶς δὲ κωλύων.

ἁπλῶς δὲ θαυμάσαι
τις ἂν οἱ Τίμωνος σίλλοι καὶ αἷ κατὰ πάντων
ἀνθρώπων βλασφημίαι, καὶ αἱ μακραὶ στοιχειώσεις εἰς
Αἰνησιδήμου, καὶ πᾶς ὁ τοιοῦτος ὄχλος τῶν λόγων τί
 δήποτε βούλεται αὐτοῖς. εἰ μὲν γὰρ οἰόμενοι κρείττους
ἡμᾶς ἀπεργάσεσθαι ταῦτα γεγράφασι, καὶ διὰ 
τοῦτο πάντας οἴονται δεῖν ἐλέγχειν ὅπως παυσώμεθα
φλυαροῦντες, βούλονται δηλονότι τὴν ἀλήθειαν ἡμὰς
εἰδέναι καὶ ὑπολαβεῖν ὅτι τοιαῦτα εἴη τὰ πράγματα
 καθάπερ ἀξιοῖ Πυρρῶν. ὥστε εἰ πεισθείημεν αὐτοῖς,
ἐκ χειρόνων βελτίους ἂν γενοίμεθα, κρίναντες τὰ
συμφορώτερα καὶ τοὺς ἄμεινον λέγοντας ἀποδεξάμενοι.

πῶς οὖν ἐπ’ ἴσης ἀδιάφορα τὰ πράγματα
καὶ ἀνεπίκριτα δύναιτ’ ἂν εἶναι; καὶ πῶς ἀσυγκατάθετιο
 καὶ ἀδόξαστοι γενοίμεθ’ ἄν; εἰ δ’ οὐδὲν
ὄφελός ἐστι τῶν λόγων, τί ἡμῖν ἐνοχλοῦσιν; ἢ διὰ
τί Τίμων φησὶν
 οὐκ ἂν δὴ Πύρρωνί γ’ ἐρίσσειεν βροτὸς ἄλλος; 
οὐ γὰρ μᾶλλον Πύρρωνα θαυμάσαι τις ἂν ἢ τὸν Κόροιβον
 ἐκεῖνον ἢ τὸν Μελητίδην, οἳ δὴ δοκοῦσι μωρίᾳ
διενεγκεῖν.

ἐνθυμεῖσθαι μέντοι χρὴ καὶ
ταῦτα. ποῖος γὰρ ἂν γένοιτο πολίτης, ἢ δικαστὴς, ἢ
σύμβουλος, ἢ φίλος, ἢ ἀπλῶς εἰπεῖν ἄνθρωπος, ὅ γε
τοιοῦτος ; ἢ τί τῶν κακῶν οὐ τολμήσειεν ἂν ὁ μηδὲν
 ὡς ἀληθῶς οἰόμενος εἶναι κακὸν, ἢ αἰσχρὸν, ἢ δίκαιον,
ἢ ἄδικον; οὐδὲ γὰρ ἐκεῖνο φαίη τις ἂν, ὅτι

 
τοὺς νόμους δεδοίκασι καὶ τὰς τιμωρίας οἶ τοιοῦτοι·
πῶς γὰρ οἴ γε ἀπαθεῖς καὶ ἀτάραχοι, καθάπερ αὐτοί
φασιν, ὄντες;

ὅ γέ τοι Τίμων ταῦτα καὶ λέγει
περὶ τοῦ Πύρρωνος
 ἀλλ’ οἶον τὸν ἄτυφον ἐγὼ ἴδον ἠδ’ ἀδάμαστον 
 πᾶσιν ὅσοι δαμνᾶτε βροτῶν ἄφατοι τε φατοί τε 
 λαῶν ἔθνεα κοῦφα, βαρυνόμεν’ ἔνθα καὶ ἔνθα 
 ἐκ παθέων, δόξης τε καὶ εἰκαίης νομοθήκης.

ὁπόταν μέντοι φῶσι τὸ σοφὸν δὴ τοῦτο, ὅτι δέοι
 κατακολουθοῦντα τῇ φύσει ζῆν καὶ τοῖς ἔθεσι, μηδενὶ 
μέντοι συγκατατίθεσθαι, πάνυ τινές εἰσιν εὐήθεις.
εἰ γὰρ μηδενὶ ἄλλῳ, τούτῳ γοῦν αὐτῷ δεῖ
συγκαταθέσθαι καὶ ὑπολαβεῖν οὕτως ἔχειν αὐτό. τί
δὲ μᾶλλον τῇ φύσει καὶ τοῖς ἔθεσι δεῖ κατακολουθεῖν
ἢ οὐ δεῖ, μὴ εἰδότας γε δὴ μηδὲν, μηδὲ ἔχοντάς 
τι ὅτῳ κρινοῦμεν;

ἐκεῖνο μὲν γὰρ καὶ παντά-
 πασίν ἐστιν ἠλίθιον, ἐπειδὰν λέγωσιν ὅτι καθάπερ
τὰ καθαρτικὰ φάρμακα συνεκκρίνει μετὰ τῶν περιττωμάτων
καὶ ἑαυτὰ, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ὁ πάντα
ἀξιῶν εἶναι λόγος ἄδηλα μετὰ τῶν ἄλλων ἀναιρεῖ 
καὶ ἑαυτόν. εἰ γὰρ αὐτὸς αὑτὸν ἐλέγχοι, ληροῖεν ἂν
οἶ χρώμενοι τούτῳ. βέλτιον οὖν ἡσυχίαν ἄγειν αὐτοὺς
καὶ μηδὲ τὸ στόμα διαίρειν.

ἀλλὰ μὴν
οὐδ’ ὅμοιον ἔχει τι τὸ καθαρτικὸν φάρμακον καὶ ὁ
τούτων λόγος. τὸ μὲν γὰρ φάρμακον ἐκκρίνεται κἀν 
τοῖς σώμασιν οὐχ ὑπομένει, τὸν μέντοι λόγον ἐν ταῖς
ψυχαῖς ὑπάρχειν δεῖ τὸν αὐτὸν ὄντα καὶ πιστευόμενον
ἀεί· μόνος γὰρ οὗτος εἴη ἂν ὁ ποιῶν ἀσυγκατα-
 θέτους.

ὅτι δ’ οὐκ οἴονται τὸν ἄνθρωπον ἀδόξαστον
εἶναι καὶ ὡδὶ καταμάθοι τις ἄν. ἀδύνατον 
γὰρ τὸν αἰσθανόμενον μὴ αἰσθάνεσθαι. τὸ δ’ αἰσθάνεσθαι
γνωρίζειν τι ἢν. ὅτι δὲ καὶ πιστεύει τῇ

 
αἰσθήσει πᾶσι φανερόν· ἀκριβέστερον γὰρ θέλων
ἰδεῖν ἀπέψησε τὼ ὀφθαλμὼ καὶ προσῆλθεν ἐγγύτερον
καὶ ἐπηλυγάσατο.

καὶ μὴν ἡδόμενοί γε καὶ
πονοῦντες ἴσμεν· οὐ γὰρ οἷόν τε τὸν καιόμενον ἢ
 τεμνόμενον ἀγνοεῖν. τὰς δὲ δὴ μνήμας καὶ τὰς ἀναμνήσεις
τίς οὐκ ἂν φαίη μεθ’ ὑπολήψεως γίγνεσθαι ;
περὶ μὲν γὰρ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν, ὅτι τὸ τοιοῦτον
ἄνθρωπός ἐστιν, ἔτι δὲ περὶ τῶν ἐπιστημῶν καὶ τεχνῶν,
τί λέγοι τις ἄν; οὐδὲν γὰρ ἦν τούτων, εἰ μὴ
 ἐπεφύκειμεν ὑπολαμβάνειν. ἀλλ’ ἔγωγε ἐῶ τἄλλα 
τοῖς μέντοι λεγομένοις ὑπὸ τούτων ἐάν τε πιστεύωμεν,
ἐάν τε ἀπιστῶμεν, ἀναγκαίως ἔχει δοξάζειν
πάντη τε καὶ πάντως.”

“Ὅτι μὲν οὖν ἀμήχανόν ἐστι φιλοσοφεῖν
 τρόπον τοῦτον φανερόν· ὅτι δὲ καὶ παρὰ φύσιν καὶ
παρὰ τοὺς νόμους ὡδὶ κατίδοιμεν ἄν. εἰ γὰρ αὖ τῷ
ὄντι τὰ πράγματα τοιαῦτα εἴη, τί λοιπὸν ἀλλ’ ἢ καθάπερ
ἐν ὕπνῳ ζῆν ἡμὰς εἰκῆ καὶ ἐμπλήκτως ; ὥστε
φλυαροῖεν ἂν οἱ νομοθέται καὶ στρατηγοὶ καὶ οἶ παισεύοντες.
 ἀλλ’ ἔμοιγε δοκοῦσιν οἶ μὲν ἄλλοι πάντες
ἄνθρωποι ζῆν κατὰ φύσιν, μόνοι μέντοι τετυφῶσθαι,
μᾶλλον δὲ μεμηνέναι μανίαν ἐρρωμένην οἶ ταῦτα
ληροῦντες.

οὐχ ἥκιστα μέντοι τοῦτο καταμάθοι
τις ἂν κἀκεῖθεν. Ἀντίγονος γοῦν ὁ Καρύστιος κατὰ 
 τοὺς αὐτοὺς γενόμενος χρόνους καὶ ἀναγράψας αὐτῶν
τὸν βίον φησὶ τὸν Πύρρωνα διωκόμενον ὑπὸ
κυνὸς ἀναφυγεῖν ἐπί τι δένδρον, σκωπτόμενον δ’
ὑπὸ τῶν παρόντων εἰπεῖν ὡς χαλεπὸν εἴη ἄνθρωπον
ἐκδῦναι. Φιλίστης δὲ τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ θυούσης,
 ἔπειτα τῶν φίλων τινὸς ὑποσχομένου τὰ πρὸς τὴν
θυσίαν καὶ μὴ παρασχομένου, τοῦ μέντοι Πύρρωνος
πριαμένου καὶ ἀγανακτοῦντος, ἐπειδήπερ ὁ φίλος

 
ἔλεγεν ὡς οὐ ποιήσαιτο σύμφωνα τοῖς λόγοις οὐδ᾿ 
ἄξια τῆς ἀπαθείας, εἰπεῖν αὐτὸν, ἐν γοῦν γυναικὶ οὐ
δεῖ τὴς ἀπόδειξιν αὐτῆς ποιεῖσθαι. καίτοι δικαίως
 ἂν εἶπεν ὁ φίλος ὅτι, ὦ μάταιε, καὶ ἐν γυναικὶ καὶ
κυνὶ καὶ πᾶσιν, εἴ τι δή σοι τῶν λόγων τούτων 
ἐστὶν ὄφελος.”

“Ὀρθῶς δ᾿ ἔχει μαθεῖν καὶ τίνες οἱ ζηλώσαντες
αὐτὸν ἐγένοντο καὶ τίνας ἐξήλωσεν αὐτός. ὁ
μὲν οὖν Πύρρων Ἀναξάρχου τινὸς ἐγένετο μαθητὴς,
ὃς τὸ μὲν πρῶτον ἦν ζωγράφος, οὐδ᾿ οὕτως εὐτυχὴς, 
ἔπειτα τοῖς Δημοκρίτου βιβλίοις ἐντυχὼν χρηστὸν
μὲν οὐδὲν οὔτε εὗρεν οὔτε συνεγράψατο, κακῶς δὲ
πάντας εἶπε καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους· αὐτὸς δ᾿ 
ὕστερον τοῦτον τὸν τῦφον περιβαλλόμενος καὶ καλῶν
 ἄτυφον ἑαυτὸν οὐδὲν ἐν γραφῇ κατέλιπεν.

ἐγένετο 
 δὲ μαθητὴς αὐτοῦ Τίμων Φλιάσιος, ὃς τὸ μὲν
πρῶτον ἐχόρευεν ἐν τοῖς θεάτροις, ἔπειτα δ᾿ ἐντυχὼν
αὐτῷ συνέγραψεν ἀργαλέας παρῳδίας παρῳδίας καὶ βωμολόχους,
ἐν αἶς βεβλασφήμηκε πάντας τοὺς πώποτε
φιλοσοφήσαντας. ιὗτος γὰρ ἦν ὁ τοὺς σίλλους γράψας 
καὶ λέγων
 σχέτλιοι ἄνθρψποι, κάκ᾿ ἐλέγχεα, γαστέρες οἶον, 
 τοίων ἔκ τ᾿ ἐρίδων ἔκ τε στοναχῶν πέπλασθε, 
καὶ
 
 ἄνθρωποι κενεῆς οἰήσιος ἔμπλεοι ἀσκοί.

μηδενὸς δ᾿ ἐπιστραφέντος αὐτῶν, ὡς εἰ μηδὲ
ἐγένοντο τὸ παράπαν, ἐχθὲς καὶ πρώην ἐν Ἀλεξανδρείᾳ
τῇ κατ᾿ Αἴγυπτον Αἰνγςίσημός τις ἀναζωπυρεῖν
ρεῖν ἤρξατο τὸν ὕθλον τοῦτον. καὶ σχεδὸν οἱ μὲν
κράτιστοι δοκοῦντες εἶναι τῶν τὴν ὁδὸν βεβαδικότων 
ταύτην εἰσὶν οὗτοι.

ὅτι μὲν οὖν τὴν τοιαύτην εἴτε αἵρεσιν εἴτε ἀγωγὴν λόγων εἴτε ὅπη καὶ


 
ὅπως ἐθέλει τις καλεῖν αὐτὴν οὐδεὶς ἂν εὖ φρονῶν
ὀρθὴν εἶναι φαίη δῆλον. ἐγὼ μὲν γὰρ οὐδὲ φιλοσοφίαν
οἴομαι δεῖν ὀνομάζειν αὐτὴν, ἀναιροῦσάν γε δὴ
τὰς τοῦ φιλοσοφεῖν ἀρχάς."

Ταῦτα μὲν οὖν πρὸς τοὺς κατὰ Πύρρωνα
φιλοσοφεῖν νομιζομένους. συγγενῆ δ᾿ αὐτοῖς εἴη
ἂν καὶ τὰ ἀντιλεγόμενα πρὸς τοὺς κατὰ Ἀρίστιππον
τὸν Κυρηναῖον , μόνα λέγοντας εἶναι τὰ πάθη καταληπτά.
Σωκράτους δ᾿ ἑταῖρος ὁ Ἀρίστιππος ἦν, ὁ
 τὴν καλουμένην Κυρηναϊκὴν συστησάμενος αἵρεσιν,
ἀφ᾿ ἧς τὰς ἀφορμὰς Ἐπίκουρος πρὸς τὴν τοῦ τέλους
ἔκθεσιν εἴληφεν. ἦν δ᾿ ὁ Ἀρίστιππος ὑγρὸς πάνυ 
τὸν βίον καὶ φιλήδονος· ἀλλ᾿ οὐδὲν μὲν οὗτος ἐν
τῷ φανερῷ περὶ τέλους διελέξατο, δυνάμει δὲ τῆς
 εὐδαιμονίας τὴν ὑπόστασιν ἔλεγεν ἐν ἡδοναῖς κεῖσθαι.
ἀεὶ γὰρ λόγους περὶ ἡδονῆς ποιούμενος εἰς
ὑποψίαν ἦγε τοὺς προσιόντας αὐτῷ τοὐ λέγειν τέλος
εἶναι τὸ ἡδέως ζῆν.

τούτου γέγονεν ἀκουστὴς σὺν
ἄλλοις καὶ ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ Ἀρήτη· ἥτις γεννήσασα
 παῖδα ὠνόμασεν Ἀρίστιππον, ὃς εἰσαχθεὶς ὑπ᾿ αὐτῆς
εἰς λόγους φιλοσοφίας μητροδίδακτος ἐκλήθη·
ὃς καὶ σαφῶς ὡρίσατο τέλος εἶναι τὸ ἡδέως ζῆν, ἡδονὴν
ἐντάττων τὴν κατὰ κίνησιν. τρεῖς γὰρ ἔφη καταστάσεις 
εἶναι περὶ τὴν ἡμετέραν σύγκρασιν· μίαν
 μὲν καθ᾿ ἣν ἀλγοῦμεν, ἐοικυῖαν τῷ κατὰ θάλασσαν
χειμῶνι· ἑτέραν δὲ καθ᾿ ἣν ἡδόμεθα, τῷ λείῳ κύματι
ἀφομοιουμένην· εἶναι γὰρ λείαν κίνησιν τὴν
ἡδονὴν, οὐρίῳ παραβαλλομένην ἀνέμῳ · τὴν δὲ τρίτην
μέσην εἶναι κατάστασιν, καθ᾿ ἣν οὔτε ἀλγοῦμεν
 οὔτε ἡδόμεθα , γαλήνῃ παραπλησίαν οὖσαν. τούτων
δ᾿ οὖν καὶ ἔφασκε τῶν παθῶν μόνων ἡμᾶς τὴν αἴσθησιν
ἔχειν, πρὸς οὓς ἀντιλέλεκται ταῦτα.

“Ἑξῆς δ’ ἂν εἶεν οἱ λέγοντες μόνα τὰ
καταληπτά· τοῦτο δ’ εἶπον ἔνιοι τῶν ἐκ τῆς Κυρήνης.
οὗτοι δ’ ἠξίουν, ὥσπερ ὑπὸ κάρου πιεζόμενοί
τινος, οὐδὲν εἰδέναι τὸ παράπαν, εἰ μή τις παραστὰς
αὐτοὺς παίοι καὶ κεντῴη· καιόμενοι γὰρ ἔλεγον ἢ 
τεμνόμενοι γνωρίζειν ὅτι πάσχοιέν τι· πότερον δὲ τὸ
καῖον εἴη πῦρ, ἢ τὸ τέμνον σίδηρος, οὐκ ἔχειν εἰπεῖν.

τοὺς δὴ ταῦτα λέγοντας εὐθὺς ἔροιτό τις ἂν εἰ δὴ
τοῦτο γοῦν ἴσασιν αὐτοὶ, διότι πάσχουσί καὶ αἰσθάνονται.
μὴ εἰδότες μὲν γὰρ οὐδ’ εἰπεῖν δυνηθεῖεν 
ἂν ὅτι μόνον ἴσασι τὸ πάθος· εἰ δ’ αὖ γνωρίζουσιν,
οὐκ ἂν εἴη μόνα τὰ πάθη καταληπτά. τὸ γὰρ “ἐγὼκαίομαι”
λόγος ἦν καὶ οὐ πάθος.

ἀλλὰ μὴν ἀνάγκη
γε τρία ταῦτα συνυφίστασθαι τό τε πάθος αὐτὸ
καὶ τὸ ποιοῦν καὶ τὸ πάσχον. ὁ τοίνυν ἀντιλαμβανόμενος 
τοῦ πάθους πάντως αἰσθάνοιτ’ ἂν καὶ τοῦ πάσχοντος.
οὐ γὰρ δὴ ὅτι μὲν εἰ τύχοι, θερμαίνεται
γνωριεῖ, πότερον δ’ αὐτὸς ἢ ὁ γείτων, ἀγνοήσει·
καὶ νῦν ἢ πέρυσι, καὶ Ἀθήνησιν ἢ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ
ζῶν ἢ τεθνεὼς, ἔτι δὲ ἄνθρωπος ὢν ἢ λίθος.

οὐκ- 
 οὐν εἴσεται καὶ ὑφ’ ὅτου πάσχει· καὶ γὰρ ἀλλήλους
γνωρίζουσι καὶ ὁδοὺς καὶ πόλεις καὶ τὴν τροφήν·
οἴ τ’ αὖ τεχνῖται τὰ ἐργαλεῖα τὰ αὑτῶν οἴδασι, καὶ
οἶ ἰατροὶ καὶ ναυτικοὶ σημειοῦνται τὰ μέλλοντα, καὶ
 τῶν θηρίων οἶ κύνες εὑρίσκουσι τοὺς στίβους.

ἔτι 
γε μὴν ὁ πάσχων τι πάντως ἢ ὡς οἰκείου τινὸς ἢ ὡς
ἀλλοτρίου πάθους ἀντιλαμβάνεται. πόθεν οὖν ἔξει
λέγειν ὅτι τοῦτο μέν ἐστιν ἡδονὴ, τοῦτο δὲ πόνος; ἢ
ὅτι γευόμενος ἢ ὁρῶν ἢ ἀκούων πάσχοι τι; καὶ τῇ
μὲν γλώσσῃ γευόμενος, τοῖς δ’ ὄμμασιν ὁρῶν, τοῖς 
δ’ ὠσὶν ἀκούων; ἢ πῶς ἴσασιν ὅτι τοδὶ μὲν αἱρεῖσθαι
χρὴ, τοδὶ δὲ φεύγειν; εἰ δὲ μηδὲν τούτων γνοῖεν,

 
οὐχ ἕξουσιν ὁρμὴν οὐδ’ ὄρεξιν οὕτω δ’ οὐδ’ ἂν ζῷα
εἶεν. γελοῖοι γάρ εἰσιν, ὁπότε λέγοιεν ὅτι ταῦτα μὲν b
αὐτοῖς συμβέβηκεν, οὐ μὴν ἴσασί γε πῶς καὶ τίνα
τρόπον. οὗτοι γὰρ οὐδ’ εἰ ἄνθρωποι πεφύκασιν, οὐδ’
 εἰ ζῶσιν, ἔχοιεν ἂν εἰπεῖν· οὐκοῦν οὐδ’ εἰ λέγουσί
τι καὶ ἀποφαίνονται.

πρὸς δὴ τοὺς τοιούτους τίς
ἂν εἴη λόγος; θαυμάσαι μέντοι τις ἂν εἰ ἀγνοοῦσι
πότερον ἐπὶ τῆς γῆς εἰσιν ἢ ἐν τῷ οὐρανῷ· πολλῷ
δὲ θαυμασιώτερον εἰ οὐκ οἴδασι, καὶ ταῦτα φάσκοντες
 φιλοσοφεῖν, ἆρά γε τὰ τέτταρα πλείονά ἐστιν ἢ
τὰ τρία, καὶ τὸ ἕν καὶ τὰ δύο πόσα ἐστίν. οὐδὲ γὰρ
ὁπόσους ἔχουσιν ἐπὶ τῶν χειρῶν δακτύλους οὗτοί γε 
δύνανται εἰπεῖν, οὐδὲ πότερον ἕκαστος αὐτῶν εἰς
ἐστιν ἢ πλείους.

ὥστε οὐδὲ τοὔνομα τὸ ἴδιον εἰδεῖεν
 ἂν, οὐδὲ τὴν πατρίδα καὶ τὸν Ἀρίστιππον.
οὐκοῦν οὐδὲ τίνας φιλοῦσιν ἢ μισοῦσιν, οὐδὲ τίνων
ἐπιθυμοῦσιν· οὐδ’ εἰ γελάσαιεν ἢ δακρύσαιεν ἕξουσιν
εἰπεῖν ὅτι τόδε μὲν εἴη γελοῖον, τὸ δὲ λυπηρόν.
δῆλον οὖν ὡς οὐδὲ τί νυνὶ λέγομεν ἡμεῖς συνίασιν.
 οὐδὲν οὖν οἴ γε τοιοῦτοι διαφέροιεν ἂν ἐμπίδων ἢ
μυιῶν, καίτοι κἀκεῖνα γνωρίζει τὰ κατὰ φύσιν καὶ
πάρα φύσιν.”

Πρὸς δὴ τοὺς οὕτω διακειμένους εἰ καὶ μυρία 
λέγειν ἔνεστιν, ἀλλ’ ἀρκεῖ γε καὶ ταῦτα. ἕπεται τούτοις
 συνεξετάσαι καὶ τοὺς τὴν ἐναντίαν βαδίσαντας,
καὶ πάντα χρῆναι πιστεύειν ταῖς τοῦ σώματος αἰσθήσεσιν
ὁρισαμένους, ὧν εἶναι Μητρόδωρον τὸν Χῖον
καὶ Πρωταγόραν τὸν Ἀβδηρίτην.

τὸν μὲν οὖν
Μητρόδωρον Δημοκρίτου ἔφασαν ἀκηκοέναι, ἀρχὰς
 δὲ ἀποφήνασθαι τὸ πλῆρες καὶ τὸ κενόν· ὧν τὸ μὲν
ὂν, τὸ δὲ μὴ ὂν εἶναι. γράφων γέ τοι περὶ φύσεως
εἰσβολῇ ἐχρήσατο τοιαύτῃ οὐδεὶς ἡμῶν οὐδὲν οἶδεν,

 
οὐδ᾿ αὐτὸ τοῦτο πότερον οἴδαμεν, ἢ οὐκ οἴδαμεν.᾿ 
ἥτις εἰσβολὴ κακὰς ἔδωκεν ἀφορμὰς τῷ μετὰ ταῦτα
 γενομένῳ Πύρρωνι. προβὰς δέ φησιν ὅτι πάντα
ἐστὶν, ὃ ἄν τις νοήσαι.

τὸν δὲ Πρωταγόραν λόγος
ἔχει κεκλῆσθαι ἄθεον. γράφων γέ τοι καὶ αὐτὸς περὶ 
θεῶν εἰσβολῇ τοιᾷδε ἐχρήσατο ‘περὶ μὲν οὖν θεῶν
οὐκ οἶδα οὔθ᾿ ὡς εἰσὶν οὔθ᾿ ὁποῖοί τινες ἰδέαν·
πολλὰ γάρ ἐστι τὰ κωλύοντά με ἕκαστον τούτων εἰδέναι.᾿ 
τοῦτον Ἀθηναῖοι φυγῇ ζημιώσαντες τὰς βίβλους
αὐτοῦ δημοσίᾳ ἐν μέσῃ τῇ ἀγορᾷ κατέκαυσαν. 
ἐπεὶ οὖν οἵδε μόναις δεῖν ἔφασαν ταῖς αἰσθήσεσι
πιστεύειν, τὰς πρὸς αὐτοὺς ἀντιρρήσεις θεασώμεθα.”

“Γεγόνασι δέ τινες οἱ ἀξιοῦντες τῇ αἰσθήσει
καὶ ταῖς φαντασίαις μόναις δεῖν πιστεύειν. ἔνιοι
 μέντοι φασὶ καὶ τὸν Ὅμηρον αἰνίττεσθαι τὸ τοιοῦτο 
πάντων ἀποφαίνοντα τὸν Ὠκεανὸν ἀρχὴν, ὡς ἐν
ῥύσει τῶν πραγμάτων ὄντων· ὧν δ᾿ ἴσμεν ἔοικε μὲν
καὶ Μητρόδωρος ὁ Χῖος τὸ αὐτὸ τοῦτο λέγειν, οὐ
μὴν ἀλλ᾿ ἄντικρύς γε Πρωταγόρας ὁ Ἀβδηρίτης.

οὗτος γὰρ ἔφη μέτρον εἶναι πάντων χρημάτων τὸν 
ἄνθρωπον, τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστι, τῶν δ᾿ οὐκ ὄν-
 των ὡς οὐκ ἔστιν· ὁποῖα γὰρ ἑκάστῳ φαίνεται τὰ
πράγματα, τοιαῦτα καὶ εἶναι· περὶ δὲ τῶν ἄλλων
μηδὲν ἡμᾶς δύνασθαι διισχυρίσασθαι.

πρὸς δὲ τούτους
εἴποι τις ἂν ἃ καὶ Πλάτων ἐν Θεαιτήτῳ· πρῶ- 
 τον μὲν, τί δήποτε, τοιούτων γε δὴ τῶν πραγμάτων
ὄντων, ἠξίωσαν εἶναι μέτρον τῆς ἀληθείας τὸν ἂνθρωπον,
ἀλλ᾿ οὐ σῦν ἢ κυνοκέφαλον ; ἔπειτα δὲ πῶς
ἔλεγον εἶναι σοφοὺς ἑαυτοὺς, εἰ δὴ πᾶς τις αὐτὸς
ἑαυτῷ μέτρον ἐστὶ τῆς ἀληθείας ; ἢ πῶς ἐλέγχουσι 
τοὺς ἄλλους, εἴπερ ἑκάστῳ τὸ φαινόμενον ἀληθές
ἐστιν; ἀγνοοῦμέν τέ τινα, καίτοι πολλάκις αἰσθανό-

 
μένοι, καθάπερ ἐπειδὰν τῶν βαρβάρων ἀκούωμεν;

ὅ γε μὴν θεασάμενος ὁτιοῦν, εἶτα μεμνημένος, οἶδε
μὲν, αἰσθάνεται δ’ οὐκέτι. καὶ εἰ θατέρῳ μὲν ὀφθαλμῷ
μύσαι, θατέρῳ δ’ ὁρῴη, δῆλον ὅτι ταὐτὸ καὶ εἴσεται 
 καὶ οὐκ εἴσεται.

πρὸς δὲ τούτοις, εἰ τὸ φαινόμενον
ἑκάστῳ καὶ ἀληθές ἐστιν, ἡμῖν δὲ οὐ φαίνεται τὰ
ὑπ’ ἐκείνων λεγόμενα ἀληθῆ, καὶ τὸ μὴ εἶναι πάντων
πραγμάτων μέτρον τὸν ἄνθρωπον ἀληθὲς ἂν εἴη.

καὶ
μὴν οἵ γε τεχνῖται τῶν ἀτέχνων διαφέρουσι καὶ οἱ
 ἔμπειροι τῶν ἀπείρων, καὶ διὰ τοῦτο μᾶλλον προορᾷ
τὸ μέλλον ἔσεσθαι κυβερνήτης καὶ ἰατρὸς καὶ στρατηγός.

ἁπλῶς τε ἀναιροῦσιν οὗτοί γε τὸ μᾶλλον
καὶ τὸ ἧττον καὶ τὸ ἐξ ἀνάγκης, καὶ τὸ ἐνδεχόμενον,
καὶ τὸ κατὰ φύσιν, καὶ τὸ παρὰ φύσιν. οὕτω δ’ ἂν 
 εἴη ταὐτὸ καὶ ὂν καἰ οὐκ ὄν. οὐδὲν γὰρ κωλύει ταὐτὸ
τοῖς μὲν εἶναι φαίνεσθαι, τοῖς δὲ μὴ εἶναι· καὶ ταὐτὸ
ἂν εἴη ἄνθρωπος καὶ ξύλον· ἔσθ’ ὅτε γὰρ φαίνεται
ταὐτὸ τῷδε μὶν ἄνθρωπος, τῷδε δὲ ξύλον.

ἅπας
τε λόγος ἀληθὴς ἂν εἴη, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ψευδής·
 καὶ οἶ βουλευόμενοι καὶ δικάζοντες οὐκ ἂν ἔχοιεν οὐδὲν
ποιεῖν. καὶ τὸ δεινότατον, ἔσονται γὰρ οἶ αὐτοὶ
σπουδαῖοι καὶ μοχθηροὶ καὶ ταὐτὸ κακία καὶ ἀρετή.
πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα τοιαῦτά τις ἂν ἔχοι λέγειν· ἀλλὰ
γὰρ οὐδὲν δεῖ πλειόνων λόγων πρὸς τοὺς οὐκ οἰομέ-
 νοῦς ἔχειν νοῦν καὶ λόγον.”

Εἶθ’ ἑξῆς 
 “Ἐπεὶ δ’ ἔτι νῦν εἰσί τινες οἶ πᾶσαν
καὶ πᾶσαν φαντασίαν ἀληθῆ λέγοντες εἶναι, μικρὰ
καὶ περὶ τούτων εἴπωμεν. ἐοίκασι γὰρ οὗτοί γε δεδοικέναι
 μήποτε, εἰ ψευδεῖς εἴποιεν αἰσθήσεις εἷναί
τινας, οὐκ ἂν σχοῖεν τὸ κριτήριον καὶ τὸν κανόνα
βέβαιον οὐδ’ ἐχέγγυον· οὐχ ὁρῶσι δὲ ὡς οὐκ ἂν

 
φθάνοιεν οὕτω γε καὶ τὰς δόξας ἁπάσας ἀληθεῖς ἀποφαίνοντες·
πολλὰ γὰρ δὴ καὶ ταύταις πεφύκαμεν
κρίνειν· καὶ οὐδὲν ἧττον ἀξιοῦσιν αὐτῶν τὰς μὲν
 ἀληθεῖς εἶναι, τὰς δὲ ψευδεῖς.

ἔπειτα δὲ σκοπῶν
ἴδοι τις ἂν οὐδὲ τῶν ἄλλων κριτηρίων ἀεὶ καὶ διὰ 
παντὸς ἀψευδὲς οὐδὲν, οἶον λέγω ζυγὸν, ἢ τόρνον,
ἤ τι τῶν τοιούτων· ἀλλ’ ἕκαστον αὐτῶν ὡδὶ μὲν ἔχον
ὑγιές ἐστιν, ὡδὶ δὲ μοχθηρόν· καὶ τουτονὶ μὲν χρώμενον
τὸν τρόπον ἀληθεύει, τουτονὶ δὲ ψεύδεται.
καὶ μὴν εἴ γε πᾶσα αἴσθησις ἀληθὴς ἦν, οὐκ ἔδει 
τοσοῦτον διαφέρειν αὐτάς. ἄλλαι γάρ εἰσιν ἐγγύθεν
καὶ πόρρωθεν, καὶ νοσούντων καὶ ἐρρωμένων, καὶ
τεχνιτῶν καὶ ἀτέχνων, καὶ φρονίμων καὶ ἀφρόνων.
τὰς δὲ δὴ τῶν μεμηνότων παντάπασιν ἂν εἴη ἄτοπον
λέγειν ἀληθεῖς εἶναι καὶ τὰς τῶν παρορώντων καὶ 
 παρακουόντων· εὔηθες γὰρ ἂν ἦν τὸ λεγόμενον, ὡς
ὁ παρορῶν ἤτοι ὁρᾷ ἢ οὐχ ὁρᾷ· φαίη γὰρ ἄν τις ὅτι
ὁρᾷ μὲν, ἀλλ’ οὐκ ὀρθῶς.

ὁπόταν μέντοι φῶσιν
ὡς ἡ μὲν αἴσθησις οὖσα ἄλογος οὐδὲν προστίθησιν
οὐδ’ ἀφαιρεῖ, φαίνονται τἀμποδὼν οὐχ ὁρῶντες· ἐπὶ 
γὰρ τοῦ ἐρετμοῦ τοῦ ἐν τῷ ὕδατι, κἀπὶ τῶν γραφῶν
καὶ μυρίων ἄλλων, ἡ αἴσθησίς ἐστιν ἡ ἀπατῶσα. διὸ
καὶ μεμφόμεθα πάντες ἐπὶ τῶν τοιούτων οὐ τὸν νοῦν
ἡμῶν, ἀλλὰ τὴν φαντασίαν. ἐλέγχει γὰρ ὁ λόγος αὐτὸς
ἑαυτὸν ἀξιῶν ἅπασαν ἀληθῆ φαντασίαν εἶναι. 
 τὴν γὰρ ἡμετέραν, δι’ ἣν οὐκ οἰόμεθα πᾶσαν εἶναι
 τοιαύτην, ψευδῆ πάντως ἀποφαίνει. συμβαίνει τοίνυν
αὐτοῖς ἅπασαν φαντασίαν ἀληθῆ καὶ ψευδῆ λέγειν
εἶναι.

καθόλου δὲ ἁμαρτάνουσιν ἀξιοῦντες
ὁποῖα ἂν ἡμῖν φαίνηται τὰ πράγματα, τοιαῦτα καὶ 
εἶναι. τοὐναντίον γὰρ, ὁποῖα πέφυκε, τοιαῦτα φαίνεται,
καὶ οὐχ ἡμεῖς αὐτὰ ποιοῦμεν οὕτως ἔχειν, ἀλλ’

 
ὐπ’ ἐκείνων αὐτοὶ διατιθέμεθά πως. ἐπεὶ καὶ γελοῖον
εἴη ἂν εἰ διανοηθείημεν ἡμεῖς, ὥσπερ οἶ ζωγράφοι
καὶ πλάσται, σκύλακας ἢ χιμαίρας, ἀξιοῦν εὐθὺς εἶναι 
ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο φαντάζεσθαι καθάπερ εὐτρεπῆ
 παρεστῶτα.”

Διότι μὲν οὖν οὐκ ὀρθῶς λέγουσιν οἱ φάσκοντες
εἶναι πᾶσαν αἴσθησιν καὶ πᾶσαν φαντασίαν
ἀληθῆ δῆλον ἐκ τούτων· ἀλλὰ γὰρ καὶ τούτων οὕτως
ἐχόντων αὖθις οἶ περὶ τὸν Ἐπίκουρον ἐκ τῆς Ἀριστίππου
 διαδοχῆς ὁρμώμενοι πάντα ἡδονῆς ἐξῆπτον
καὶ αἰσθήσεως, μόνα τὰ πάθη καταληπτὰ καὶ τέλος
ἀγαθῶν τὴν ἡδονὴν εἶναι ὁριζόμενοι.

λέγεται δὲ
ὁ Ἐπίκουρος ὑπὸ μέν τινων μηδενὸς ἀκηκοέναι, ἐντυχεῖν
δὲ τοῖς τῶν παλαιῶν συγγράμμασιν· ὑπό τινων
 δ’ ὅτι ἤκουσε Ξενοκράτους, ὕστερον δὲ καὶ Ναυσι- 
φάνους τοῦ Πύρρωνος γενομένου γνωρίμου. τίνα
δὴ οὖν τὰ καὶ πρὸς αὐτὸν ἀντειρημένα τυγχάνει
θεασώμεθα.

“Ἐπειδή ἐστι γνῶσις διττὴ, ἡ μὲν τῶν
 πραγμάτων, ἡ δὲ τῶν ἡμῖν αἱρετῶν καὶ φευκτῶν,
ἔνιοί φασι τῆς αἱρέσεως καὶ φυγῆς ἀρχὴν καὶ κριτήριον
ἔχειν ἡμὰς, τὴν ἡδονὴν καὶ τὸν πόνον· ἔτι γέ 
τοι καὶ νῦν τοιαῦτα τινα λέγουσιν οἱ περὶ τὸν Ἐπίκουρον·
ἀναγκαίως οὖν ἔχει καὶ περὶ τούτου σκέψασθαι.

τοσούτου τοίνυν ἔγωγε δέω λέγειν ἀρχὴν
εἶναι καὶ κανόνα τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν κακῶν τὸ πάθος,
ὥστ’ ἔμοιγε δοκεῖ τοῦτο αὐτὸ κριτηρίου δεῖσθαι.
διότι μὲν γάρ ἐστιν ἑαυτὸ δείκνυσιν, ὁποῖον δ’ ἐστὶν
ἑτέρου δεῖ τοῦ κρίνοντος. εἰ μὲν γὰρ οἰκεῖον ἢ ἀλλότριον
 ἡ αἴσθησις λέγει, πότερον δ’ αἱρετὸν ἢ φευκτὸν
ὁ λόγος.

αὐτοί γε τοί φασιν οὐ πᾶσαν ἡδονὴν
ἀσπάζεσθαι καὶ πάντα πόνον ἐκτρέπεσθαι. τοῦτο δὲ 

 
συμβέβηκε καὶ μάλα εἰκότως. τὰ μὲν γὰρ κριτήρια
καὶ ἑαυτὰ δείκνυσι καὶ τὰ κρινόμενα, τὸ μέντοι πάθος
ἑαυτὸ μόνον. ὅτι δ’ οὕτως ἔχει μαρτυροῦσιν
αὐτοί. καίπερ γὰρ ἀξιοῦντες ἅπασαν ἡδονὴν ἀγαθὸν
εἶναι καὶ πᾶσαν ἀλγηδόνα κακὸν, ὅμως οὐκ ἀεί φασι 
δεῖν τὴν μὲν αἱρεῖσθαι, τὴν δὲ φεύγειν· μετρεῖσθαι
γὰρ αὐτὰ τῷ ποσῷ καὶ οὐ τῷ ποιῷ.

δῆλον οὖν
ὡς τό γε ποσὸν οὐδὲν ἀλλ’ ἢ ὁ λόγος κρίνει· τὸ γὰρ
ἄμεινόν ἐστιν ὑπομεῖναι τούσδε τινὰς τοὺς πόνους,
ὅπως ἡσθείημεν ἡδονὰς μείζους, καὶ τὸ συμφέρει 
 τῶνδέ τινων ἀπέχεσθαι τῶν ἡδονῶν, ἵνα μὴ ἀλγῶμεν
ἀλγηδόνας χαλεπωτέρας’ καὶ πάντα τὰ
λόγος ὁ κρίνων ἐστίν.

τὸ δ’ ὅλον αἶ μὲν αἰσθήσεις
καὶ αἱ φαντασίαι καθαπερεὶ κάτοπτρα καὶ εἰκόνες
ἐοίκασι τῶν πραγμάτων εἶναι· τὰ μέντοι πάθη καὶ 
αἶ ἡδοναὶ καὶ οἱ πόνοι τροπαὶ καὶ ἀλλοιώσεις ἡμῶν
αὐτῶν. ταύτῃ δὲ αἰσθανόμενοι μὲν καὶ φαντασιούμενοι
πρὸς τὰ ἔξω βλέπομεν, ἡδόμενοι δὲ καὶ ἀλγοῦντες
ἐπιστρέφομεν ἐπὶ μόνους ἑαυτούς. τὰς μὲν γὰρ
 αἰσθήσεις ἡμῶν τὰ ἔξω ποιεῖ· καὶ ὁποῖα ἂν ᾖ ἐκεῖνα, 
τοιαύτας ἀπεργάζεται καὶ τὰς φαντασίας, τὰ δὲ πάθη
ποιὰ ἄττα γίνεται δι’ ἡμὰς καὶ ὡς ἂν ἡμεῖς ἔχωμεν.

διὸ ταῦτα ποτὲ μὲν ἡδέα, ποτὲ δ’ ἀηδῆ φαίνεται,
καὶ ἔσθ’ ὅτε μὲν μᾶλλον, ἔσθ’ ὅτε δὲ ἧττον. ὧν οὕτως
ἐχόντων εὑρήσομεν, εἰ ἐθέλοιμεν σκοπεῖν, ἄριστα 
τὰς τῆς γνώσεως ἀρχὰς ὑποτιθεμένους ὁπόσοι
καὶ τὰς αἰσθήσεις καὶ τὸν νοῦν παραλαμβάνουσιν.

ἔοικε δ’ ἡ μὲν αἴσθησις ταῖς ἄρκυσι καὶ τοῖς δικτύοις
καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς τοιούτοις θηράτροις, ὁ
δὲ νοῦς καὶ ὁ λόγος τοῖς κυσὶ τοῖς στιβεύουσι καὶ 
 μεταθέουσιν. αὐτῶν μέντοι τούτων ἄμεινον φιλοσοφεῖν
οἴεσθαι χρὴ τοὺς μήτε ταῖς αἰσθήσεσιν, ὡς

 
ἔτυχε, χρωμένους μήτε τὰ πάθη παραλαμβάνοντας
ἐπὶ τὴν τἀληθοῦς διάγνωσιν. ἢ δεινόν γ’ ἂν εἴη
πεφυκότας ἀνθρώπους ἡδοναῖς καὶ πόνοις ἀλόγοις
ἐπιτρέπειν ἑαυτοὺς, ἀφέντας τὸν θειότατον κριτὴν
 νοῦν.” 
 Ταῦτα ἀπὸ τῶν Ἀριστοκλέους.

Καθ’ ἓν ἕκαστον τοίνυν τῶν τριῶν πρὸς 
τὴν ἡδονὴν καὶ τὸν νοῦν κρίνωμεν. δεῖ γὰρ ἰδεῖν
ποτέρῳ μᾶλλον ξυγγενὲς ἕκαστον αὐτῶν
 ἀπονεμουμεν. 
 Κάλλους καὶ ἀληθείας καὶ μετριότητος πέρι
λέγεις; 
 Ναί. πρῶτον δέ γε ἀληθείας λαβοῦ, ὠ Πρώταρχε,
καὶ λαβόμενος, βλέψας εἰς τρία, νοῦν καὶ 
 ἀλήθειαν καὶ ἡδονὴν, πολὺν ἐπισχὼν χρόνον, ἀπόκριναι
σαυτῷ πότερον ἡδονὴ ξυγγενέστερον ἢ νοῦς
ἀληθείᾳ.

Τί δὲ χρόνου δεῖ; πολὺ γὰρ, οἶμαι, διαφέρετον.
ἡδονὴ μὲν γὰρ ἁπάντων τὸ ἀλαζονέστατον· ὡς
 δὲ λόγος, καὶ ἐν ταῖς ἡδοναῖς ταῖς περὶ τὰ ἀφροδίσια,
αἱ· δὴ μέγισται δοκοῦσιν εἷναι, καὶ τὸ ἐπιορκεῖν συγγνώμην
εἴληφε παρὰ θεῶν, ὡς καθάπερ παίδων
τῶν ἡδομένων νοῦν οὐδὲ τὸν ὀλίγιστον κεκτημένων·
νοῦς δὲ ἤτοι ταὐτὸν καὶ ἀλήθειά ἐστιν ἢ πάντων
 ὁμοιότατόν τε καὶ ἀληθέστατον.

Οὐκοῦν τὸ μετὰ τοῦτο τὴν μετριότητα ὡσαύτως 
σκέψῃ, πότερον ἡδονὴ φρονήσεως, ἢ φρόνησις ἡδονῆς
πλείω κέκτηται; 
 Εὔσκεπτόν γε καὶ ταύτην σκέψιν προβέβληκας.
 οἶμαι γὰρ ἡδονῆς μὲν καὶ περιχαρείας οὐδὲν τῶν
 

 
πεφυκὸς ἀμετρότερον εὑρεῖν ἄν τινα, νοῦ δὲ καὶ ἐπιστήμης
ἐμμετρότερον οὐδ᾿ ἂν ἔν ποτε.

Καλῶς εἴρηκας. ὅμως δ᾿ ἔτι λέγε τὸ τρίτον.
νοῦς ἡμῖν κάλλους μετείληφε πλέον ἢ τὸ τῆς ἡδονῆς
γένος, ὥστε εἶναι καλλίω νοῦν ἡδονῆς, ἢ τοὐναντίον; 
 Ἄρ᾿ οὖν φρόνησιν μὲν καὶ νοῦν, Σώκρατες,
οὐδεὶς πώποτε οὔθ᾿ ὕπαρ οὔτ᾿ ὄναρ αἰσχρὸν οὔτε
εἶδεν οὔτώ ἐπενόησεν οὐδαμοῦ οὐδαμῶς, οὔτε γιγνόμενον
οὔτε ὄντα οὔτε ἐσόμενον; 
 Ὀρθῶς.

Ἡδονὰς δέ γε δήπου, καὶ ταύτας σχεδὸν τὰς
μεγίστας, ὅταν ἴδωμεν ἡδόμενον ὁντινοῦν, ἢ τὸ γελοῖον
ἐπ᾿ αὐταῖς ἤ τὸ πάντων αἴσχιστον ἑπόμενον
ὁρῶντες αὐτοί τε αἰσχυνόμεθα καὶ ἀφανίζοντες
κρύπτομεν ὅτι μάλιστα, νυκτὶ πάντα τὰ τοιαῦτα δι- 
δόντες , ὡς φῶς οὐ δέον ὁρᾶν αὐτά.

Πάντη δὴ φήσεις, ὦ Πρώταρχ, ὑπό τε ἀγγέλων
πέμπων καὶ παροῦσι φράζων ὡς ἡδονὴ κτῆμα
οὐκ ἔστι πρῶτον οὐδ᾿ αὖ δεύτερον, ἀλλὰ πρῶτον μέν
πη περὶ μέτρον καὶ τὸ μέτριον καὶ τὸ καίριον καὶ 
 πάνθ᾿ ὁπόσα χρὴ τοιαῦτα νομίζειν τὴν ἀΐδιον ᾑρῆσθαιφύσιν. 
 Φαίνεται γοῦν ἐκ τῶν νῦν λεγομένων.

Δεύτερον μὲν περὶ τὸ σύμμετρον καὶ καλὸν καὶ
τὸ τέλειον καὶ ἱκανὸν καὶ πάνθ᾿ ὁπόσα τῆς γενέσεως 
αὖ ταύτης ἐστί. 
 Ἔοικε γοῦν.

Τὸ τοίνυν τρίτον, ὡς ἡ ἐμὴ μαντεία, νοῦν
καὶ φρόνησιν τιθεὶς οὐκ ἂν μέγα τι τῆς ἀληθείας
παρεξέλθοις. 
 Ἴσως.

Ἀρ᾿ οὖν οὐ τέταρτα, ἃ τῆς ψυχῆς αὐτῆς ἔθε-

 
μὲν, ἐπιστήμας τε καὶ τέχνας καὶ δόξας ὀρθὰς λεχθείσας,
ταῦτ’ εἶναι τὰ πρὸς τοῖς τρισὶ τέτταρα, εἴπερ
τοῦ ἀγαθοῦ ἐστι μᾶλλον ἢ τῆς ἡδονῆς ξυγγενῆ, 
 Τάχ΄ ἄν.

Πέμπτας τοίνυν ἃς ἡδονὰς ἔθεμεν ἀλύπους
ὁρισάμενοι, καθαρὰς ἐπονομάσαντες τῆς ψυχῆς αὐτῆς
ἐπιστήμας, ταῖς δὲ αἰσθήσεσιν ἑπομένας. 
 Ἴσως.

Ἔκτῃ δ’ ἐν γενεᾷ,
 φησὶν Ὀρφεὺς,
 καταπαύσατε κόσμον αοιδῆς, 
ἀτὰρ κινδυνεύει καὶ ὁ ἡμέτερος λόγος ἐν ἕκτῃ καταπεπαυμένος 
εἶναι κρίσει. τὸ δὲ μετὰ ταῦθ’ ἡμῖν οὐδὲν
λοιπὸν πλὴν ὥσπερ κεφαλὴν ἀποδοῦναι τοῖς
 εἰρημένοις. 
 Οὐκοῦν χρή.

Ἴθι δὴ, τὸ τρίτον τῷ σωτῆρι τὸν αὐτὸν δια- 
μαρτυράμενοι λόγον ἐπεξέλθωμεν. 
 Ποῖον δή; 
 Φίληβος τἀγαθὸν ἔθετο ἡμῖν ἡδονὴν εἶναι πᾶσαν
καὶ παντελῆ. 
 Τὸ τρίτον, ὦ Σώκρατες, ὡς ἔοικας, ἔλεγες ἀρτίως
τὸν ἐξ ἀρχῆς ἐπαναλαβεῖν δεῖν λόγον.

Ναί. τὸ δέ γε μετὰ τοῦτο ἀκούωμεν. ἐγὼ
 γὰρ δὴ κατιδὼν ἅπερ νῦν διελήλυθα, καὶ δυσχεράνας
τὸν Φιλήβου λόγον οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλων
πολλάκις μυρίων, εἶπον ὡς ἡδονῆς γε νοῦς εἴη μακρῷ
βέλτιόν τε καὶ ἄμεινον τῷ τῶν ἀνθρώπων βίῳ. 
 Ἠν ταῦτα.

Ὑποπτεύων δέ γε καὶ ἄλλα εἶναι πολλὰ εἶπον
ὡς, εἰ φανείη τι τούτων ἀμφοῖν βέλτιον, ὑπὲρ τῶν

 
δευτερείων νῷ πρὸς ἡδονὴν ξυνδιαμαχοίμην, ἡδονὴ
δὲ καὶ δευτερείων στερήσοιτο. 
 Εἰπες γὰρ οὑν. 
 Καὶ μετὰ ταῦτά γε πάντων ἱκανώτατα τούτοιν
οὐδέτερον ἱκανὸν ἀνεφάνη. 
 Ἀληθέστατα.

Οὐκοῦν παντάπασιν ἐν τούτῳ τῷ λόγῳ καὶ
νοῦς ἀπήλλακτο καὶ ἡδονὴ, μηδὲ τἀγαθὸν αὐτὸ μηδέτερον
αὐτοῖν εἶναι στερομένων αὐταρκείας καὶ τῆς
τοῦ ἱκανοῦ καὶ τελέου δυνάμεως; 
 Ὀρθότατα. 
 Φανέντος δέ γε ἄλλου τινὸς κρείττονος τούτοιν
ἑκατέρου, μυρίῳ γ’ αὖ νοῦς ἡδονῆς οἰκειότερον καὶ
προσφυέστερον πέφανται νῦν τῇ τοῦ νικῶντος ἰδέᾳ. 
 Πῶς γὰρ οὔ;

Οὐκοῦν πέμπτον κατὰ τὴν κρίσιν, ὡς νῦν ὁ
 λόγος ἀπεφήνατο, γίγνοιτ’ ἂν ἡ τῆς ἡδονῆς δύναμις. 
 Ἔοικεν. 
 Πρῶτον δέ γε οὐδ’ ἂν οἱ πάντες βόες τε καὶ ἵπποι
καὶ τὰ ἄλλα ξύμπαντα θηρία φῶσι τῷ τὸ χαίρειν 
διώκειν· οἷς πιστεύοντες, ὥσπερ μάντεις ὄρνισιν, οἱ
πολλοὶ κρίνουσι τὰς ἡδονὰς εἰς τὸ ζῆν ἡμῖν εὖ κρατίστας
εἶναι, καὶ τοὺς θηρίων ἔρωτας οἴονται κυρίους
εἶναι μάρτυρας μᾶλλον ἢ τοὺς τῶν ἐν μούσῃ φιλοσόρῳ
μεμαντευμένων ἑκάστοτε λόγων. 
 Ἀληθέστατα, ὦ Σώκρατες, εἰρῆσθαί σοι νῦν ἤδη
φαμὲν ἅπαντες.”

Ταῦτα ὁ Πλάτων’. ἐγὼ δέ σοι καὶ Διονυσίου,
 τῆς κατὰ Χριστὸν φιλοσοφίας ἐπισκόπου ἀνδρὸς, ἀπὸ
τῶν Περὶ φύσεως βραχέα τῶν πρὸς Ἐπίκουρον ἀντειρημένων 
παραθήσομαι. σὺ δὲ λαβὼν ἀνάγνωθι τὰς
οὕτως ἐχούσας αὐτοῦ φωνάς

Πότερον ἴν ἐστι συναφὲς τὸ πᾶν, ὡς ἡμῖν 
τε καὶ τοῖς σοφωτάτοις ῾Ελλήνων Πλάτωνι καὶ Πυθαγόρᾳ
καὶ τοῖς ἀπὸ τῆς στοᾶς καὶ Ἡρακλείτῳ φαίνεται,
ἢ δύο, ὡς ἴσως τις ὑπέλαβεν, ἢ καὶ πολλὰ καὶ
 ἄπειρα, ὥς τισιν ἄλλοις ἔδοξεν, οἳ πολλαῖς τῆς διανοίας
παραφοραῖς καὶ ποικίλαις προφοραῖς ὀνομάτων
τὴν τῶν ὅλων ἐπεχείρησαν κατακερματίζειν οὐσίαν,
ἄπειρόν τε καὶ ἀγέννητον καὶ ἀπρονόητον ὑποτίθενται;

οἶ μὲν γὰρ ἀτόμους προσειπόντες ἄφθαρτά
 τινα καὶ σμικρότατα σώματα πλῆθος ἀνάριθμα, καί
τι χωρίον κενὸν μέγεθος ἀπεριόριστον προβαλόμενοι,
ταύτας δή φασι τὰς ἀτόμους ὡς ἔτυχεν ἐν τῷ κενῷ
φερομένας αὐτομάτως τε συμπιπτούσας ἀλλήλαις διὰ
ῥύμην ἄτακτον καὶ συμπλεκομένας διὰ τὸ πολυσχήμονας
 οὔσας ἀλλήλων ἐπιλαμβάνεσθαι, καὶ οὕτω τόν
τε κόσμον καὶ τὰ ἐν αὐτῷ, μᾶλλον δὲ κόσμους ἀπείρους
ἀποτελεῖν.

ταύτης δὲ τῆς δόξης ’Επίκουρος
γεγόνασι καὶ Δημόκριτος· τοσοῦτον δὲ δὲ διεφώνησαν 
ὅσον ὁ μὲν ἐλαχίστας πάσας καὶ διὰ 
 τοῦτο ἀνεπαισθήτους, ὁ δὲ καὶ μεγίστας εἶναί τινας
ἀτόμους ὁ Δημόκριτος ὑπέλαβεν. ἀτόμους δὲ
εἶναί φασιν ἀμφότεροι καὶ λέγεσθαι διὰ τὴν ἄλυτον
στερρότητα.

οἶ δὲ τὰς ἀτόμους μετονομάσαντες
ἀμερῆ φασιν εἶναι σώματα, τοῦ παντὸς μέρη,
 ἐξ ὧν ἀδιαιρέτων ὄντων συντίθεται τὰ πάντα καὶ
εἰς ἃ διαλύεται. καὶ τούτων φασὶ τῶν ἀμερῶν ὀνοματοποιὸν
Διόδωρον γεγονέναι· ὄνομα δὲ, φασὶν,
αὐτοῖς ἄλλο Ἡρακλείδης θέμενος ἐκάλεσεν ὄγκους,
παρ’ οὗ καὶ Ἀσκληπιάδης ὁ ἰατρὸς ἐκληρονόμησε τὸ 
 ὄνομα.” 
 Ταῦτ’ εἰπὼν ἐξῆς ἀνασκευάζει τὸ δόγμα διὰ πολλῶν,
ἀτὰρ καὶ διὰ τούτων

‟Πῶς αὐτῶν ἀνασχώμεθα τυχηρὰ λεγόντων
εἶναι συμπτώματα τὰ σοφὰ καὶ διὰ τοῦτο τὰ
καλὰ δημιουργήματα; ὣν ἕκαστόν τε καθ’ ἑαυτὸ γενόμενον
ὤφθη τῷ προστάξαντι γενέσθαι καλὸν καὶ
συλλήβδην ὁμοίως ἅπαντα. καὶ εἶδε γὰρ, φησὶν, ὁ 
θεὸς τὰ πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν.

ἀλλ’ οὐδὲ ἀπὸ τῶν μικρῶν τῶν συνήθων καὶ
παρὰ πόδας νουθετοῦνται παραδειγμάτων, ἐξ ὧν
δύνανται μανθάνειν ὅτι χρειῶδες μὲν καὶ πρὸς ὠφέλειαν
ἔργον οὐδὲν ἀνεπιτηδεύτως οὐδὲ συμβατικῶς 
ἀπεργάζεται, ἀλλὰ χειρουργούμενον εἰς τὴν πρέπουσαν
ὑπηρεσίαν καταρτίζεται· ὅταν δὲ εἰς ἄχρηστον
 μεταπίπτῃ καὶ ἀνωφελὲς, τότε διαλυόμενον ἀορίστως
καὶ ὡς ἂν τύχῃ διασκίδναται, ἅτε μηκέτι μεταχειριζομένης
μηδὲ διαταττούσης αὐτὸ τῆς σοφίας, ᾗ τοῦ 
συνεστάναι τοῦτο ἔμελεν.

ἱμάτιόν τε γὰρ οὐ χωρὶς
ἱστουργοῦ συνισταμένων τῶν στημόνων οὐδὲ τῆς
κρόκης αὐτομάτως παρεμπλεκομένης ἀνυφαίνεται· εἰ
δὲ κατατριβείη, τὰ λακισθέντα διαρριπτεῖται ῥάκη.
οἰκία τε ἀνοικοδομεῖται καὶ πόλις οὐ τοὺς μέν τινας 
δεχομένη θεμελίοις αὐτομολοῦντας λίθους, τοὺς δὲ
ἀναπηδῶντας εἰς τὰς ἐπιβολὰς, ἀλλὰ κατὰ χώραν ὁ
τοιχοδόμος τοὺς εὐθέτους ἐπιφέρει· κατ’ καταρριφθείσης
δὲ, ὡς ἂν παρείκῃ, κατενεχθεὶς ἕκαστος ἀπεσφάλη.

καὶ κατασκευαζομένης νεὼς οὐχ ἡ μέν τις ὑπέβαλεν 
ἑαυτὴν τρόπις, ὁ δὲ κατὰ μέσην ἑαυτὸν ἱστὸς
ὤρθωσε, καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον ξύλων ἣν ἔτυχεν
ἐξ ἑαυτοῦ θέσιν κατέλαβεν· οὐδὲ τὰ λεγόμενα ἑκατὸν
τῆς ἁμάξης ξύλα καθ’ ὃν εὗρε κενὸν τόπον ἕκαστον
συνεπάγη, ἀλλ’ ὁ τέκτων ἑκατέρας συνεκόμισε 
καίριον· εἰ δὲ διαλυθείη ἡ ναῦς ἐνθαλασσεύουσα, ἢ
φερομένη κατὰ γῆν ἅμαξα, ὅπη τύχῃ τὰ ξύλα τὰ μὲν

 
ὑπὸ τῶν κυμάτων, τὰ δὲ ὑπὸ τῆς συντόνου ῥύμης
διασπείρεται.

οὕτως ἂν ἁρμόζοι λέγειν αὐτοῖς 
καὶ τἀς ἀτόμους, ἀργὰς μενούσας καὶ ἀχειροποιήτους
καὶ ἀχρήστους, εἰκῆ φέρεσθαι. ὁράτωσαν γὰρ τὰς
 ἀθεάτους ἐκεῖνοι καὶ τὰς ἀνοήτους νοείτωσαν, οὐχ
ὁμοίως ἐκείνῳ, ὃς φανερωθὲν ἑαυτῷ τοῦτο ὑπὸ τοῦ
θεοῦ πρὸς αὐτὸν ὁμολογεῖ τὸ ἀκατέργαστόν σου εἴδοσαν
οἶ ὀφθαλμοί μου.”

ὅταν δὲ καὶ ἅ φασιν
ἐξ ἀτόμων ὑφάσματα γίνεσθαι τὰ εὐήτρια, ταῦθ’ ὑπαὐτῶν
 ἀσόφως καὶ ἀναισθήτως αὐτουργεῖσθαι λέγωσι,
τίς ἀνέξεται τὰς ἀτόμους ἀκούων ἐρίθους, ὧν
καὶ ὁ ἀράχνης ἐστὶ σοφώτερος χειροτεχνῶν ἐξ ἑαυτοῦ;

ἢ τὸν μέγαν τοῦτον οἶκον τὸν ἐξ 
οὐρανοῦ καὶ γῆς συνεστῶτα, καὶ διὰ τὸ μέγεθος καὶ
 πλῆθος τῆς ἐπιφαινομένης αὐτῷ σοφίας καλούμενον
κόσμον, ὑπὸ τῶν σὺν οὐδενὶ κόσμῳ φερομένων ἀτόμων
κεκοσμῆσθαι καὶ γεγονέναι κόσμον ἀκοσμίαν;

πῶς δὲ κινήσεις καὶ ὁδοὺς εὐτάκτους ἐξ ἀτάκτου
προάγεσθαι φορᾶς; πῶς δὲ τὴν παναρμόνιον τῶν
 οὐρανίων χορείαν ἐξ ἀμούσων καὶ ἀναρμόστων συνᾴδειν
ὀργάνων;”

Τίνα δὲ τρόπον, μιᾶς οὔσης καὶ τῆςαὐ τῆς
ἀπασῶν οὐσίας καὶ τῆς αὐτῆς ἀφθάρτου φύσεως,
πλὴν τῶν μεγεθῶν, ὥς φασι, καὶ τῶν σχημάτων, τὰ
 μέν ἐστι θεῖα καὶ ἀκήρατα καὶ αἰώνια, ὡς αὐτοὶ φήσαιεν
ἂν, σώματα, ἢ μακραίωνά γε κατὰ τὸν οὕτως
ὀνομάσαντα, φαινόμενά τε καὶ ἀφανῆ· φαινόμενα 
μὲν ἥλιος καὶ σελήνη καὶ ἀστέρες γῆ τε καὶ ὕδωρ,
ἀφανῆ δὲ θεοί τε καὶ δαίμονες καὶ ψυχαί; ταῦτα
 γὰρ οὐδὲ θέλοντες ὑπάρχειν ἀρνήσασθαι δύνανται.

τὰ δὲ μακροβιώτατα ζῷά τε καὶ φυτά· ζῷα μὲν
ἔν τε ὄρνισιν, ὥς φασιν, ἀετοὶ κόρακές τε καὶ φοίνι-

 
κες· ἔν τε χερσαίοις ἔλαφοί τε καὶ ἐλέφαντες καὶ
δράκοντες· ἐν δὲ τοῖς ἐνύδροις τὰ κήτη· δένδρα δὲ
φοίνικες καὶ δρύες καὶ περσέαι· καὶ τῶν γε δένδρων
 τὰ μέν ἐστιν ἀειθαλῆ, ἃ καὶ καταριθμήσας τις εἷπεν
εἶναι τεσσαρακαίδεκα· τὰ δὲ πρὸς καιρὸν ἀνθεῖ καὶ 
φυλλορροεῖ· τὰ δὲ πλεῖστα τῶν τε φυομένων καὶ τῶν
γεννωμένων ἐστὶν ὠκύμορα καὶ βραχυτελῆ, ὦν ἐστι
καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὡς εἷπέ τις ἁγία περὶ αὐτοῦ γραφή
βροτὸς δὲ γεννητὸς γυναικὸς ὀλιγόβιος.’

ἀλλὰ
τοὺς συνδέσμους φήσουσι τῶν ἀτόμων διαλλάττοντας 
αἰτίους γίνεσθαι τῆς περὶ τὴν διαμονὴν διαφορᾶς.
τὰ μὲν γὰρ ὑπ’ αὐτῶν πεπυκνῶσθαι καὶ κατεσφίγχθαι
λέγειν, ὥστ’ αὐτὰ παντελῶς δυσαπάλλακτα γεγονέναι
πιλήματα, τὰ δὲ μανοτέραν καὶ χαλῶσαν τὴν
 συνάφειαν τῶν ἀτόμων ἐπ’ ἔλαττον ἢ πλέον ἐσχηκέναι, 
ὡς ἢ θᾶττον ἢ μὴ μετὰ πολὺ τῆς κολλήσεως
αὐτῶν ἀφίστασθαι· καὶ τὰ μὲν ἐκ τοιῶνδε καὶ ὧδέ
πως ἐσχηματισμένων, τὰ δὲ ἐξ ἑτέρων ἑτεροίως διακειμένων
συμμεμίχθαι. ”

‟ Τίς οὖν ὁ φυλοκρινῶν συναγείρων τε καὶ 
ἀναχέων καὶ τάσδε μὲν οὕτω συντάττων εἰς ἥλιον,
τάσδε δὲ ὡδὶ, ἵνα ἡ σελήνη γένηται, καὶ ἑκάστας
συμφέρων κατὰ τὴν οἰκειότητα πρὸς ἑκάστου φαῦσιν
ἀστέρος; οὔτε γὰρ αἱ ἡλιακαὶ τοσαίδε καὶ τοιαίδε
καὶ ὧδέ πως ἑνωθεῖσαι πρὸς ἐργασίαν σελήνης ἂν 
καταβεβήκεσαν, οὔτε αἶ τῶν σεληνιακῶν ἀτόμων
 πλεκτάναι γεγόνασί ποτε ἥλιος· ἀλλ’ οὐδὲ ἀρκτοῦρος,
εἰ καὶ λαμπρός ἐστι, τὰς ἑωσφόρου μεγαλοφρονήσαιτό
ποτε ἂν ἀτόμους ἔχειν, οὐδὲ Ὠρίωνος αἱ
Πλειάδες. καλῶς γὰρ ὁ Παῦλος διέστειλεν εἰπὼν 
῾ ἄλλη δόξα ἡλίου καὶ ἄλλη δόξα σελήνης καὶ ἄλλη
δόξα ἀστέρων·” ἀστὴρ γὰρ ἀστέρος διαφέρει ἐν

 
δόξῃ.

καὶ εἰ μὲν ἀνεπαίσθητος αὐτῶν ὡς ἀψὐχων
ἡ σύμπηξις ἐγένετο, ἐπιστήμονος αὐταῖς ἔδει
δημιουργοῦ· εἰ δὲ ἀπροαίρετος καὶ κατ’ ἀνάγκην,
ὡς ἀλόγων, ἡ σύνερξις, σοφός τις αὐτὰς ἀγελάρχης
 συνελαύνων ἐπεστάτησεν· εἰ δὲ ἑκουσίως ἐθελουρ- 
γῆσαι συγκέκλεινται, θαυμάσιός τις αὐτῶν ἀρχιτέκτων
ἐργοδοτῶν προηγήσατο· ἢ καθάπερ εὔτακτος
στρατηγὸς οὐ συγκεχυμένην εἴασε τὴν στρατιὰν καὶ
πάντας ἀναμὶξ, ἀλλ’ ἐν μέρει μὲν τὴν ἵππον, ἰδίᾳ δὲ
 τοὺς ὁπλίτας, τούς τε ἀκοντιστὰς καθ’ ἑαυτοὺς, καὶ
χωρὶς τοὺς τοξότας, καὶ τοὺς σφενδονήτας ἔνθα
ἐχρῆν διετάξατο, ἔνα ἀλλήλοις οἶ ὁμόσκευοι συμμαχοῖεν.

εἰ δὲ τοῦτο χλεύην οἴονται τὸ παράδειγμα
διὰ τὸ μεγάλων σωμάτων με πρὸς τὰ ἐλάχι- 
 στα ποιεῖσθαι σύγκρισιν, ἐπὶ τὰ σμικρότατα
μεταβησόμεθα.”

Εἶτα τούτοις ἐξῆς ἐπιλέγει 
 ‟ Εἰ δὲ μήτε λέξις μήτε ἐκλογὴ μήτε τάξις αὐταῖς
ἄρχοντος ἐπικέοιτο, αὐταὶ δὲ ἐφ’ ἑαυτῶν αὑτὰς ἐκ
 τῆς πολλῆς κατὰ τὴν ῥύσιν τύρβης διευθύνουσαι, καὶ
τὸν πολὺν τῶν συμπτώσεων διεκπερῶσαι κυδοιμὸν,
αἱ ὅμοιαι πρὸς τὰς ὁμοίας οὐχ ὑπὸ τοῦ θεοῦ κατὰ
τὸν ποιητὴν ἄγοιντο, συντρέχοιεν δὲ καὶ συναγελάζοιντο 
γνωρίζουσαι τὰς συγγενεῖς, θαυμαστή γε τῶν
 ἀτόμων ἡ δημοκρατία, δεξιουμένων τε ἀλλήλας τῶν 
φίλων καὶ περιπλεκομένων, εἰς μίαν τε κατασκηνοῦν
συνοικίαν ἐπειγομένων, καὶ τῶν μὲν ἀποτετορνευμένων
αὐτομάτων εἰς ἥλιον φωστῆρα μέγαν, ἵνα ποιήσωσι
τὴν ἡμέραν, τῶν δὲ εἰς πολλὰς ἴσως πυραμίδας
 ἀστέρων ἀναπεφλεγμένων, ἔνα καὶ ὅλον στεφανώσωσι
τὸν οὐρανὸν, τῶν δὲ περιτεταγμένων, ἵνα αὐτὸν
εἰκῆ στερεώσωσι καὶ καμαρώσωσι τὸν αἰθέρα εἰς

 
τὴν τῶν φωστήρων ἐπιβάθραν, ἐπιλέξωνταί τε ἑαυταῖς
αἱ συνωμοσίαι τῶν χυδαίων ἀτόμων μονὰς, καὶ
διακληρώσωνται τὸν οὐρανὸν εἰς οἴκους ἑαυταῖς καὶ
σταθμούς. ”

Εἶτα μεθ’ ἕτερά φησιν 
 “ Ἀλλ’ οὐδὲ τὰ φανερὰ ὁρῶσιν οὗτοι οἱ
πολλοῦ γε δέουσι συνορᾶν καὶ τὰ ἀφανῆ.
ἐοίκασι γὰρ μηδὲ ἀνατολὰς ἐποπτεύειν τεταγμένας
καὶ δύσεις μήτε τῶν ἄλλων μήτε τὰς ἐκπρεπεστάτας
ἡλίου, μηδὲ χρῆσθαι ταῖς δι’ αὐτῶν δεδωρημέναις 
ἀνθρώποις ἐπικουρίαις, ἀναπτομένῃ μὲν εἰς ἐργασίαν
ἡμέρᾳ, ἐπηλυγαζούσῃ δὲ νυκτὶ πρὸς ἀνάπαυλαν.
ἐξελεύσεται γὰρ ἄνθρωπος (φησὶν) ἐπὶ τὸ ἔργον αὑτοῦ
καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὑτοῦ ἴως ἑσπέρας.”

ἀλλ’ οὐδὲ τὴν ἑτέραν ἐπισκοποῦσιν ἀνακύκλησιν 
 αὐτοῦ, καθ’ ἣν ὡρισμένας ὥρας καὶ καιροὺς κὐκαίρους
καὶ τροπὰς ἀπαρατρέπρους ἀποτελεῖ, ὑπὸ τῶν
ἐξ ὧν ἐστιν ἀτόμων ὁδηγούμενος. ἀλλὰ κἂν μὴ θέλωσιν
οἱ δείλαιοι, ὡς δ’ οὖν πιστεύουσιν οἱ δίκαιοι
μέγας κύριος ὁ ποιήσας αὐτὸν καὶ ἐν λόγοις αὐτοῦ 
κατέσπευσε πορείαν.”

ἄτομοι γὰρ ὑμῖν
φέρουσιν, ὢ τυφλοὶ, καὶ ὑετοὺς, ἔνα ἡ γῆ τροφὰς
ὑμῖν τε καὶ πᾶσι τοῖς ἐπ’ αὐτῆς ζῴοις ἀνῇ; θέρος
τε ἐπάγουσιν, ἵνα καὶ τοὺς ἀπὸ δένδρων εἰς
τρυφὴν καρποὺς λάβητε; καὶ διὰ τί μὴ ταῖς ἀτόμοις 
 προσκυνεῖτε καὶ θύετε ταῖς ἐπικάρποις; ἀχάριστοί γε
μηδὲ ἀπαρχὰς αὐταῖς ὀλίγας τῶν πολλῶν δωρεῶν, ἃς
παρ’ αὐτῶν ἔχετε, ἀφιεροῦντες.”

Καὶ μετὰ βραχέα φησὶν 
 ὁ δὲ πολυεθνὴς καὶ πολυμιγὴς δῆμος τῶν ἀστέρων, 
οὓς αἷ πολυπλανεῖς καὶ ἀεὶ διαρριπτούμεναι
συνέστησαν ἄτομοι, χώρας ἑαυτοῖς κατὰ συνθήκας

 
ἀπεδάσαντο, ὥσπερ ἀποικίαν ἢ συνοικίαν ἀνελόμενοι,
μηδενὸς οἰκιστοῦ μηδὲ οἰκοδεσπότου προεστηκότος·
καὶ τὰς πρὸς τοὺς πλησιοχώρους γειτνιάσεις ἐνωμότως
καὶ μετ’ εἰρήνης φυλάττουσιν, οὐχ ὐπερβαίνοντες
 οὓς κατειλήφασιν ἐξ ἀρχῆς ὅρους, ὥσπερ ὑπὸ τῶν 
βασιλίδων ἀτόμων νομοθετούμενοι.

ἀλλ’ οὐκ
ἄρχουσιν ἐκεῖναι· πῶς γὰρ αἱ μηδ’ οὖσαι; ἀλλὰ
θείων λογίων ἐπακούσατε “ ἐν κρίσει κυρίου τὰ
αὐτοῦ. ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἀπὸ ποιήσεως αὐτῶν διέστειλε
 μερίδας αὐτῶν, ἐκόσμησεν εἰς αἰῶνα τὰ ἔργα αὑτοῦ
καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτῶν εἰς γενεὰς αὐτῶν.

Καὶ μετὰ βραχέα φησὶν 
 Η τίς οὕτως εὔτακτος πεδιάδα γῆν διώδευσε
φάλαγξ, οὐ προθέοντος οὐδενὸς, οὐκ ἐκτρεπομένου,
 οὐκ ἐμποδοστατοῦντος, οὐκ ἀπολειπομένου τῶν συμπαρατεταγμένων,
ὡς ἰσόστοιχοι καὶ συνασπιδοῦντες
ἀεὶ προίασιν, ὁ συνεχής τε καὶ ἀδιάστατος ἀόχλητός
τε καὶ ἀνεμπόδιστος τῶν ἄστρων στρατός;

ἀλλ’ 
ἐγκλίσεσι καὶ ταῖς εἰς πλάγιον ἐκνεύσεσι γίνονταί τινες
 αὐτῶν ἄδηλοι τροπαί. καὶ μὴν ἀεὶ καιροφυλα-
κοῦσι καὶ προορῶνται τὰς χώρας, ὅθεν ἕκαστος
οἶ τούτοις προσεσχηκότες. εἰπάτωσαν οὖν ἡμῖν
οἱ τῶν ἀτόμων τομεῖς καὶ τῶν ἀμερῶν μερισταὶ καὶ
τῶν ἀσυνθέτων συναγωγεῖς καὶ τὰ ἄπειρα περινοοῦντες,
 πόθεν ἡ κυκλοφορικῂ τῶν οὐρανίων
καὶ περιοδία, οὐχ ἑνὸς παραλόγως ἀτόμων πήγματος
οὕτω σφενδονηθέντος, ἀλλὰ τοσούτου κυκλικοῦ χοροῦ
κατὰ ῥυθμὸν ἴσα βαίνοντος καὶ συμπεριδινου- 
μένου, πόθεν ἀδιάτακτοι καὶ ἀπροαίρετοι καὶ ἀγνῶτες 
 ἀλλήλων συνέμποροι παμπληθεῖς συνανεστράφησαν.
καλῶς τε ὁ προφήτης ἐν τοῖς ἀδυνάτοις καὶ
ἀνενδείκτοις ἔταξε τὸ ξένους κἂν δύο συνδραμεῖν

 
“ εἰ πορεύσονται (φησὶ) δύο ἐπὶ τὸ αὐτὸ
ἐὰν μὴ γνωρίσωσιν ἑαυτούς;”

Ταῦτ’ εἰπὼν μυρία τε ἄλλα τούτοις ἐπαγαγὼν
ἐξῆς κατασκευάζει διὰ πλειόνων τὸ πρόβλημα
ἀπό τε τῶν κατὰ μέρος στοιχείων τοῦ παντὸς, ἀπό 
τε τῶν ἐν τούτοις παντοδαπῶν ζῴων, καὶ δὴ καὶ
 ἀπὸ τῆς τἀνθρώπου φύσεως. ἐξ ὧν ἔτι βραχέα
τοῖς εἰρημένοις προσθεὶς καταπαύσω τὸν παρόντα
λόγον.

“ Καὶ οὔτε ἑαυτοὺς οὔτε τὰ περὶ ἑαυτοὺς 
ὁρῶσιν. εἰ γάρ τις τῶν ἀρχηγετῶν τοῦ τῆς ἀσεβείας
 ταύτης δόγματος ἑαυτὸν ὅστις ἐστὶ καὶ ὅθεν ἀνελογίξετο,
ἐφρόνησεν ἂν ἅπερ συνῃσθημένος ἑαυτοῦ, καὶ 
εἶπεν ἂν οὐ πρὸς τὰς ἀτόμους, ἀλλὰ πρὸς τὸν πατέρα
καὶ ποιητὴν ἑαυτοῦ “ αἱ χεῖρές σου ἔπλασάν με καὶ
ἐποίησάν με· ” καὶ προσεπεξειργάσατο ἂν ὡς
τὸν θαυμάσιον τῆς ποιήσεως ἑαυτοῦ τρόπον “ ἢ
ὥσπερ γάλα με ἤμελξας, ἐτύρευσας δέ με ἴσα τυρῷ;
δέρμα καὶ κρέας με ἐνέδυσας, ὀστέοις δὲ καὶ νεύροις
με ἔνειρας ; ζωὴν δὲ καὶ ἔλεος ἔθου παρ’ ἐμοὶ, ἡ δὲ 
ἐπισκοπή σου ἐφύλαξέ μου τὸ πνεῦμα.

πόσας
γὰρ ἀτόμους ὁ Ἐπικούρου πατὴρ καὶ ποταπὰς ἐξ ἑαυτοῦ
 προέχεεν, ὅτ’ ἀπεσπέρμαινεν Ἐπίκουρον; καὶ
πῶς εἰς τὴν μητρῴαν αὐτοῦ καταβληθεῖσαι γαστέρα
συνεπάγησαν, ἐσχηματίσθησαν, ἐμορφώθησαν, ἐκινήθγσαν, 
ηὐξύνθησαν ; καὶ πολλὰς ἡ βραχεῖα ῥανὶς
τὰς Ἐπικούρου ἀτόμους προσκαλεσαμένη τὰς μὲν
ἐπημφίεσεν αὐτῶν δέρμα καὶ σάρκα γενομένας, ταῖς
δὲ ὀστωθείσαις ἠνώρθωται, ταῖς δὲ συνεδέθη νευρορραφουμένη;

τά τε ἄλλα πολλὰ μέλη καὶ 
σπλάγχνα καὶ ἔγκατα καὶ αἰσθητήρια τὰ μὲν ἔνδοθεν,
 τὰ δὲ θύραθεν ἐφήρμοσε, δι’ ὧν ἐζῳογονήθη τὸ

 
σῶμα; ὧν οὐδὲν ἀργὸν οὐδὲ ἀχρεῖον προσετέθη,
ἐπεὶ μηδὲ τὰ φαυλότατα, μήτε τρίχες μήτε ὄνυχες,
πάντα δὲ, τὰ μὲν πρὸς τὸ τῆς συστάσεως ὄφελος, τὰ
δὲ πρὸς τὸ κάλλος τῆς ὄψεως συντελεῖ.

οὐ γὰρ
 τῆς χρείας μόνης, ἀλλὰ καὶ τῆς ὥρας ἐπιμελὴς ἡ πρόνοια.
ἔρυμα μὲν γὰρ καὶ σκέπασμα πᾶσι τῆς κεφαλῆς
ἡ κόμη, εὐπρέπεια δὲ ὁ πώγων τῷ φιλοσόφῳ.
τήν τε τοῦ ὅλου σώματος τοῦ ἀνθρωπείου φύσιν ἐκ
τῶν μερῶν ἀναγκαίων πάντων ἥρμοσε, καὶ τοῖς μέ- 
 λεσι πᾶσι τήν τε πρὸς ἄλληλα κοινωνίαν περιέβαλε
καὶ τὴν παρὰ τοῦ ὅλου χορηγίαν ἐπεμέτρησεν.

ὧν
τὰ μὲν ὁλοσχερῆ καὶ τοῖς ἰδιώταις ἐκ τῆς πείρας ἣν
ἔχει δύναμιν πρόδηλα· κεφαλῆς ἡγεμονία, καὶ περὶ
τὸν ἐγκέφαλον, ὥσπερ ἄρχοντα ἐν ἀκροπόλει, τῶν
 αἰσθήσεων ἡ δορυφορία· προσιοῦσαι μὲν ὄψεις, ἀναγγέλλουσαι
δὲ ἀκοαὶ, ἐδωδὴ ὥσπερ φορολογοῦσα, ὄσφρησις
καθάπερ ἀνιχνεύουσα καὶ διερευνωμένη, καὶ 
ἡ ἁφὴ πᾶν διατάττουσα τὸ ὑπήκοον.

(κεφαλαιωδῶς
γὰρ νῦν ὀλίγα τῶν τῆς πανσόφου προνοίας ἔργων
 ἐπιδραμούμεθα, μετ’ ὀλίγον ἀκριβέστερον τοῦ
θεοῦ διδόντος ἐπεξεργασόμενοι, ὅταν πρὸς τὸν δοκοῦντα
κοῦντα λογιώτερον ἀποτεινώμεθα.)

χειρῶν διακονία,
δι’ ὧν ἐργασίαι τε παντοῖαι καὶ πολυμήχανοι
τελοῦνται τέχναι ταῖς κατὰ μέρος δυνάμεσιν εἰς μίαν
 συνεργίαν διηρθρωμένων, ὤμων τε ἀχθοφορίαι, καὶ
κατοχαὶ δακτύλων, ἀγκώνων τε καμπαὶ, πρός τε τὸ
σῶμα εἴσω στρεφόμεναι καὶ πρὸς τὸ ἐκτὸς ἀπονεύουσαι,
ἔνα ἐφέλκεσθαί τε καὶ ἀπωθεῖσθαι δύνωνται·
ποδῶν ὑπηρεσία, δι’ ὧν πᾶσα ἡμῖν ὑποπέπτωκεν ἡ 
 περίγειος κτίσις, βάσιμος ἡ γῆ, πλωτὴ ἡ θάλασσα, 
περάσιμοι οἱ ποταμοὶ, καὶ πάντων πρὸς πάντα ἐπιμιξία·
γαστὴρ ταμιεῖον τροφῶν, πᾶσι τοῖς συντε—

 
ταγμένοις μέλεσιν ἐξ ἑαυτῆς ἐν μέτρῳ τὸ σιτηρέσιον
διανέμουσα καὶ τὸ περιττεῦον ἐκτιθεμένη· καὶ τὰ
ἄλλα δι’ ὅσων ἐμφανῶς ἡ διοίκησις τῆς ἀνθρωπείου
μεμηχάνηται διαμονῆς, ὧν ὁμοίως τοῖς ἄφροσιν ἔχοντες
οἱ σοφοὶ τὴν χρῆσιν οὐκ ἴσχουσι τὴν γνῶσιν.

οἶ μὲν γὰρ εἰς ἢν ἂν οἰηθῶσιν ἀθεότητα τὴν ἐπιστημονικωτάτην
περὶ πάντων καὶ τὴν εἰς ἑαυτοὺς
 εὐεργετικωτάτην ἀναφέρουσιν οἰκονομίαν) κρείττονος
καὶ θείας ὄντως φρονήσεως τε καὶ δυνάμεως ἔργον
αὐτὴν εἶναι πιστούμενοι, οἶ δὲ συντυχίᾳ καὶ συμπτώσει 
τῶν ἀτόμων ἀσκόπως τὴν θαυμασιωτάτην καλλιεργίαν
ἀνατιθέασι.

τὴν δὲ ἐνεργεστέραν ἔτι
τούτων ἐπίσκεψιν καὶ τὴν τῶν ἐνδοσθίων διάθεσιν
ἰατροὶ μὲν ἀκριβῶς διερευνησάμενοι καὶ καταπλαγέντες
ἐξεθείασαν τὴν φύσιν, ἡμεῖς δὲ ὕστερον ὡς 
ἂν οἷοί τε γενώμεθα κἂν ἐπιπολῆς ἀναθεωρήσωμεν.

καθόλου δὲ καὶ συλλήβδην ὅλον τοῦτο τὸ σκῆνος
τίς τοιοῦτον ἐσκηνοποίησεν, ὑψηλὸν, ὄρθιον, εὔρυθμον,
εὐαίσθητον, εὐκίνητον, εὐεργὸν, παντουργόν;
ἡ τῶν ἀτόμων ἄλογος, φασὶ, πληθύς. ἀλλ’ οὐδ’ ἂν 
εἰκόνα πηλίνην ἐκεῖναι συνελθοῦσαι πλάσαιεν, οὐδ’
ἀνδριάντα λίθινον ξέσαιεν, οὐδ’ ἂν εἴδωλον ἀργυροῦν
ἢ χρυσοῦν χωνεύσασαι προαγάγοιεν·

ἀλλὰ
τέχναι καὶ χειρουργίαι τούτων ὑπ’ ἀνθρώπων εὕρηνται
σωματουργοί. ὧν δὲ ἀπεικασίαι καὶ σκιαγραφίαι 
δίχα σοφίας οὐκ ἂν γένοιντο, πῶς τὰ ἀληθῆ καὶ πρω-
 τότυπα τούτων αὐτομάτως συμβέβηκε ;

ψυχὴ
δὲ καὶ νοῦς καὶ λόγος πόθεν ἐγγέγονε τῷ φιλοσόφῳ;
ἢ παρὰ τῶν ἀψύχων καὶ ἀνοήτων καὶ ἀλογίστων
ἀτόμων ταῦτ’ ἠρανίσατο, κἀκείνων αὐτῷ τι 
ἑκάστη νόημα καὶ δόγμα ἐνέπνευσεν;

καὶ ὥσπερ
ὁ Ἠσιόδου μῦθος τὴν Πανδώραν φησὶν ὑπὸ τῶν

 
θεῶν, οὕτως ἡ σοφία τἀνδρὸς ὑπὸ τῶν ἀτόμων συνετελέσθη;
καὶ ποίησιν δὲ πᾶσαν, καὶ πᾶσαν μουσικὴν,
ἀστρονομίαν τε καὶ γεωμετρίαν, καὶ τὰς ἄλλας
ἐπιστήμας, οὐκέτι θεῶν εὑρήματα καὶ παιδεύματα
 φήσουσιν Ἕλληνες εἶναι, μόναι δὲ γεγόνασιν ἔμπειροι
καὶ σοφαὶ πάντων αἱ ἄτομοι μοῦσαι.

ἡ γὰρ 
ἐκ τῶν ἀτόμων Ἐπικούρου θεογονία τῶν μὲν ἀπείρων
κόσμων ἐξόριός ἐστιν, εἰς δὲ τὴν ἄπειρον ἀκοσμίαν
πεφυγάδευται.”

“ Ἐργάζεσθαι δέ γε καὶ διοικεῖν καὶ
τε καὶ προκήδεσθαι καὶ τὰ τοιαῦτα τοῖς μὲν 
ἀργοῖς καὶ ἄφροσι καὶ ἀσθενέσι καὶ κακούργοις ἴσως
ἐπαχθῆ, οἷς ἐγκατέλεξεν ἑαυτὸν Ἐπίκουρος, τοιαῦτα
φρονήσας περὶ τῶν θεῶν· τοῖς δὲ σπουδαίοις καὶ
 δυνατοῖς καὶ συνετοῖς καὶ σώφροσιν, οἵους εἶναι
χρὴ τοὺς φιλοσόφους, (πόσῳ γε μᾶλλον τοὺς θεούς;)
οὐχ ὅπως ἀηδῆ ταῦτα καὶ προσάντη, ἀλλὰ καὶ τερπνότατα,
καὶ πάντων μᾶλλον ἀσπαστότατα, οἶς τὸ 
ἀμελὲς καὶ τὸ μέλλειν τι πράττειν τῶν χρηστῶν ὄνειδος,
 ὡς ἐκείνους τε ποιητὴς νουθετεῖ συμβουλεύων
 μηδ’ ἀναβάλλεσθαι ἔς τ’ αὔριον· 
καὶ προσεπαπειλῶν
 αἰεὶ δ’ ἀμβολιεργὸς ἀνὴρ ἄτῃσι παλαίει.

ἡμᾶς τε σεμνότερον παιδεύει προφήτης, θεοπρεπῆ
 μὲν ὄντως ἔργα τὰ κατ’ ἀρετὴν ὑπάρχειν λέγων, τὸν
δὲ ὀλιγωροῦντα τούτων ἐξάγιστον “
γὰρ (φησὶν) ὁ ποιῶν τὰ ἔργα κυρίου ἀμελῶς.”

καὶ τοῖς μὲν ἀμαθέσιν ἡστινοσοῦν τέχνης καὶ ἀτελεστέροις
διὰ τὸ τῆς πείρας ἄηθες καὶ τὸ τῶν ἔργων 
 ἀτριβὲς κάματος ἐγγίνεται ταῖς ἐπιχειρήσεσιν· οἶ δὲ
προκόπτοντες, καὶ μᾶλλον ἔτι οἱ τέλειοι, ῥᾳδίως ἃ 

 
μετίασι κατορθοῦντες γάνυνται, καὶ μᾶλλον ἂν ἕλοιντο
τὰ εἰωθότα πράττοντες ἀνύειν καὶ τελεσιουργεῖν
ἢ πάντα σφίσιν ὑπάρξαι τὰ ἐν ἀνθρώποις ἀγαθά.

Δημόκριτος γοῦν αὐτὸς, ὥς φασιν, ἔλεγε βούλεσθαι
μᾶλλον μίαν εὑρεῖν αἰτιολογίαν ἢ τὴν Περσῶν 
οἶ βασιλείαν γενέσθαι, καὶ ταῦτα μάτην καὶ
ἀναιτίως αἰτιολογῶν, ὡς ἂν ἀπὸ κενῆς ἀρχῆς καὶ
ὑποθέσεως πλανωμένης ὁρμώμενος, καὶ τὴν ῥίζαν καὶ
τὴν κοινὴν ἀνάγκην τῆς τῶν ὄντων φύσεως οὐχ ὁρῶν,
σοφίαν δὲ μεγίστην ἡγούμενος τὴν τῶν ἀσόφως καὶ 
 ἠλιθίως συμβαινόντων κατανόησιν, καὶ τὴν τύχην
τῶν μὲν καθόλου καὶ τῶν θείων δέσποιναν ἐφιστὰς
καὶ βασιλίδα, καὶ πάντα γενέσθαι κατ’ αὐτὴν ἀποφαινόμενος,
τοῦ δὲ τῶν ἀνθρώπων αὐτὴν ἀποκηρύττων
βίου καὶ τοὺς πρεσβεύοντας αὐτὴν ἐλέγχων 
ἀγνώμονας.

τῶν γοῦν Ὑποθηκῶν ἀρχόμενος λέγει
Ἄνθρωποι τύχης εἴδωλον ἐπλάσαντο, πρόφασιν
ἰδίης ἀνοίης.” φύσει γὰρ γνώμη τύχῃ μάχεται·
τὴν ἐχθίστην τῇ φρονήσει ταύτην αὐτὴν ἔφασαν κρα-
 τεῖν· μᾶλλον δὲ καὶ ταύτην ἄρδην ἀναιροῦντες καὶ 
ἀφανίζοντες ἐκείνην ἀντικαθιστᾶσιν αὐτῆς. οὐ γὰρ
εὐτυχῆ τὴν φρόνησιν, ἀλλ’ ἐμφρονεστάτην ὑμνοῦσι
τὴν τύχην.

οἶ μὲν οὑν τῶν βιωφελῶν ἔργων
ἐπιστάται ταῖς πρὸς τὸ ὁμόφυλον ἐπικουρίαις ἀγάλλονται,
ἐπαίνου τε ὀρέγονται καὶ Κλεοῦς ἐφ’ οἶς αὐτῶν 
προκάμνουσιν οἱ μὲν τρέφοντες, οἱ δὲ κυβερνῶντες,
οἶ δ’ ἰώμενοι, οἱ δὲ πολιτευόμενοι· οἶ δέ γε
φιλόσοφοι καὶ σφόδρα παιδεύειν ἐπιχειροῦντες ἀν-
 θρώπους φρυάττονται.

ἢ τολμήσουσιν Ἐπίκουρος
ἢ Δημόκριτος εἰπεῖν ὡς ἀσχάλλουσι φιλοσοφοῦντες ; 
ἀλλ’ οὐδὲ θυμηδίαν ταύτης ἂν ἑτέραν προθεῖντο.
καὶ γὰρ εἰ τὸ ἀγαθὸν ἡδονὴν εἶναι φρονοῦσιν, ἀλλ’

 
αἰδεσθήσονταί γε μὴ λέγειν ἥδιον αὑτοῖς εἶναι τὸ
φιλοσοφεῖν.

τοὺς δὲ θεοὺς περὶ ὧν οἶ μὲν ποιηταὶ
παρ’ αὐτοῖς ᾄδουσι δοτῆρας ἐάων, οὗτοι δὲ οἶ
φιλόσοφοι μετὰ τωθείας εὐφημοῦσι, θεοὶ πάντων
 ἀγαθῶν ἀδώρητοί τε καὶ ἀμέτοχοι· καὶ τίνι τρόπῳ
τεκμηριοῦνται θεοὺς εἶναι, μήτε παρόντας καὶ πράττοντάς
τι ὁρῶντες, (ὡς οἱ τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην 
καὶ τοὺς ἀστέρας θαυμάσαντες διὰ τὸ θέειν ἔφασαν
κεκλῆσθαι θεούς) μήτε τινὰ δημιουργίαν αὐτοῖς ἢ
 κατασκευὴν προσνέμοντες, ἵν ἐκ τοῦ θεῖναι, τοῦτ’
ἔστι ποιῆσαι, θεοποιήσωσιν αὐτούς· (τούτου γὰρ
ἕνεκα πρὸς ἀλήθειαν ὁ τῶν ἁπάντων ποιητὴς καὶ δημιουργὸς
μόνος ἐστὶ θεός·) μήτε διοίκησιν ἢ κρίσιν
ἢ χάριν αὐτῶν τινα πρὸς ἀνθρώπους ἐκτιθέμενοι,
 ἵνα φόβον ἢ τιμὴν ὀφλήσαντες προσκυνήσωμεν αὐ-
τοῖς;

“Ἤ τοῦ κόσμου προκύψας Ἐπίκουρος καὶ
οὐράνιον ὑπερβὰς περίβολον, ἢ διά τινων κρυφίων
ἃς μόνος οἶδεν ἐξελθὼν πυλῶν, οὓς ἐν τῷ κενῷ κατεῖδε 
 θεοὺς, καὶ τὴν πολλὴν αὐτῶν ἐμακάρισε τρυφήν·
κἀκεῖθεν ἐπιθυμητὴς γενόμενος τῆς ἡδονῆς καὶ
τῆς ἐν τῷ κενῷ ζηλωτὴς διαίτης, οὕτω πάντας ἐπὶ
τὴν τοῦ μακαρισμοῦ τούτου μετουσίαν ἐξομοιωθησομένους
ἐκείνοις τοῖς θεοῖς παρακαλεῖ, συμπόσιον αὐτοῖς
 μακάριον, οὐχ ὅπερ οἶ ποιηταὶ τὸν οὐρανὸν ἣ
τὸν Ὄλυμπον, ἀλλὰ τὸ κενὸν συγκροτῶν, ἔκ τε τῶν
ἀτόμων τὴν ἀμβροσίαν αὐτοῖς παρατιθεὶς καὶ προπίνων
αὐτοῖς ἐξ ἐκείνων τὸ νέκταρ ;

καὶ δὴ καὶ 
κατ’ ἐκείνων τῶν μηδὲν πρὸς ἡμὰς ὅρκους τε καὶ
 ὁρκισμοὺς μυρίους τοῖς ἑαυτοῦ βιβλίοις ἐγγράφει,
ὀμνύς τε συνεχῶς μὰ Δία” καὶ “νὴ Δία,”
τε τοὺς ἐντυγχάνοντας καὶ πρὸς οὓς διαλέγοιτο “πρὸς

 
τῶν θεῶν, ” οὔ τί που δεδιὼς αὐτὸς ἢ
ἐκείνους τὴν ἐπιορκίαν, κενὸν δὲ τοῦτο καὶ ψεῦδος
καὶ ἀργὸν καὶ ἄσημον ἐπιφθεγγόμενος τοῖς λόγοις
 αὑτοῦ παράρτημα, οἷον εἰ καὶ χρέμπτοιτο καὶ πτύοι
 τὸ τε πρόσωπον στρέφοι καὶ τὴν χεῖρα κινοίη. τοιαύτη 
γὰρ ἀδιανόητος ἦν ἡ παρ’ αὐτῷ καὶ ματαία
ὑπόκρισις ἡ τῶν θεῶν ὀνομασία.

ἀλλὰ τοῦτο μὲν
πρόδηλον, ὅτι μετὰ τὸν Σωκράτους θάνατον κατεπτηχὼς
Ἀθηναίους ὡς μὴ δοκοίη τοῦθ’ ὅπερ ἦν ἄθεος
κενὰς αὐτοῖς ἀνυποστάτων θεῶν τερατευσάμενος 
ἐζωγράφησε σκιάς. οὔτε γὰρ εἰς οὐρανὸν ἀνέβλεψε
νοεροῖς ὀφθαλμοῖς, ἔνα τῆς ἐναργοῦς ἄνωθεν
φωνῆς ἀκούσῃ, ἧς ὁ προσεκτικὸς θεατὴς κατακούσας
 ἐμαρτύρησεν ὅτι “ οἷ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν
ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα, 
οὔτε τῇ διανοίᾳ κατεῖδεν εἰς τοὔδαφος· ἔμαθε γὰρ
ἂν ὅτι “τοῦ ἐλέους κυρίου πλήρης ἡ γῆ, καὶ ὅτι
κυρίου ἡ γῆ, καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.” καὶ μετὰ
γάρ φησι “κύριος εἰς τὴν γῆν ἐπέβλεψε καὶ ἐνέπλησεν
αὐτὴν τῶν ἀγαθῶν αὑτοῦ. ψυχὴν παντὸς ζῴου 
ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτῆς.”

εἰ δὲ μὴ
τυφλώττουσιν, ἐπισκεψάσθωσαν τὴν παμποίκιλον
τῶν ζῴων πολυπλήθειαν, τὰ χερσαῖα, τὰ πτηνὰ,
τὰ ἔνυδρα, καὶ κατανοησάτωσαν ὡς ἀληθὴς ἐπὶ
τῇ πάντων κρίσει γέγονεν ἡ μαρτυρία τοῦ δεσπότου 
του καὶ πάντα κατὰ τὴν αὐτοῦ πρόσταξιν πέφηνε
καλά. ”

Ταῦτά μοι ἀπὸ πλείστων ἐξήνθισται τῶν
πρὸς Ἐπίκουρον Διονυσίῳ τῷ καθ’ ἡμᾶς ἐπισκόπῳ
πεποιημένων. μετελθεῖν δὲ καιρὸς τοὺς περὶ τὸν 
Ἀριστοτέλην καὶ τὴν τῶν Στωϊκῶν φιλοσόφων αἵρεσιν,
τά τε λοιπὰ τῆς τῶν θαυμαστῶν φυσιολόγων

 
ἐπιθεωρῆσαι, ὡς ἂν καὶ τῆς ἐκ τούτων ἀναχωρήσεως
τὸν ἑ ’ξ ἡμῶν ἀπολογισμὸν παράσχωμεν τοῖς φιλεγκλή-
φιλεγκλήμοσιν.

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. 
 Τὴν πολύθεον τῶν ἐθνῶν ἀπάντων πλάνην ἐν
ἀρχαῖς τῆς Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς ἀπελέγξαι
πρὸ πολλοῦ θέμενος ἐπὶ συστάσει καὶ ἀπολογίᾳ τῆς 
ἐξ αὐτῶν ἀναχωρήσεως, ἣν μετ’ εὐλόγου
 πεποιήμεθα, οὐ μόνον τοὺς μύθους, οὓς δὴ περὶ τῶν
οἰκείων θεῶν παῖδες τῶν παρ’ αὐτοῖς θεολόγων τε
καὶ ποιητῶν κεκωμῳδήκασιν, ἀλλὰ καὶ τούτων τὰς
σεμνοπρεπεῖς δὴ καὶ ἀπορρήτους φυσιολογίας, ἄνω
που εἰς οὐρανὸν καὶ τὰ κόσμου μέρη πρὸς τῆς γενναίας
 φιλοσοφίας μετενηνεγμένας, πρώτιστα πάντων
ἐν τρισὶ τοῖς πρώτοις συγγράμμασι διηρευνησάμην,
καίτοι μηδὲν τὸ παράπαν ἐν τούτοις χρῆναι σεμνολογεῖν
τῶν δὴ θεολόγων αὐτῶν ἀποφηναμένων.

τηρητέον γοῦν ὡς ὅτι μάλιστα οἶ πρεσβύτατοι 
 τῶν παρ’ αὐτοῖς θεολόγων οὐδέν τι πλέον τῆς ἱστορίας
εἰδότες, μόνοις δὲ τοῖς μύθοις προσανέχοντες
ἐμαρτυρήθησαν· ὅθεν εἰκότως ἐν πάσαις πόλεσί τε
καὶ κώμαις κατὰ τὰς τῶν παλαιῶν διηγήσεις θεῶν
τελεταὶ καὶ μυστήρια σύμφωνα τοῖς τῶν προτέρων
 μυθικοῖς διηγήμασι παραδέδοται, ὡς εἰσέτι καὶ νῦν
τῶν θεῶν γάμους καὶ παιδοποιίας, θρήνους τε καὶ
μέθας, καὶ τῶν μὲν πλάνας, τῶν δ’ ἔρωτας, τῶν δὲ
ὀργὰς, τῶν δὲ ἑτέρας παντοίας συμφοράς τε καὶ

 
 περιστάσεις, ἀκολούθως τοῖς ὑπὸ τῶν παλαιτάτων
μνημονευομένοις, κατά τε τὰς τελετὰς, ἔν τε τοῖς
ὕμνοις, καὶ ταῖς εἰς τοὺς θεοὺς αὐτοὺς πεποιημέναις
ᾠδαῖς παραλαμβάνειν.

πλὴν ὅμως ἐκ περιουσίας
καὶ τούτων αὐτῶν τὰς τετραγῳδημένας ἐν φυσικαῖς 
ἀποδόσεσι κομπείας τάς τε τῶν σοφιστῶν καὶ φιλοσόφων
εὑρεσιλογίας εἰς φανερὸν ἤγαγον· οὐ
ἀλλὰ καὶ τὸν περὶ τῶν βοωμένων χρηστηρίων λόγον,
τήν τε παρὰ τοῖς πολλοῖς διατεθρυλημένην περὶ εἱμαρμένης
ψευδῆ δόξαν ἐν ἑτέροις τρισὶ τοῖς ἐξῆς μετὰ 
 τὰ πρῶτα συγγράμμασι λευκοῖς τοῖς ἐλέγχοις ἀπεγύμνωσα,
οὐ μόνοις τοῖς οἴκοθεν ἐπιχειρήμασιν, ἀλλὰ
καὶ ταῖς αὐτῶν μάλιστα τῶν παρ’ Ἕλλησι φιλοσόφων
φωναῖς εἰς τὸν κατ’ αὐτῶν ἔλεγχον συγκεχρημένος.

μεταβὰς δὲ ἐκεῖθεν ἐπὶ τὰ Ἑβραίων λόγια, τίσι 
ποτὲ λογισμοῖς τὴν ἐν τούτοις περιεχομένην δογματικὴν
θεολογίαν, τήν τε κατὰ τούσδε ἱστορίαν ἅπασαν,
καὶ πρὸς αὐτῶν Ἑλλήνων μεμαρτυρημένην, ἐν
ἰσαρίθμοις αὖ πάλιν λόγων συντάξεσι παρεστησάμην.

εἶθ’ ἑξῆς τὸν Ἑλληνικὸν ἀπελέγξας τρόπον, ὅπως 
τε πάντα παρὰ βαρβάρων ὠφέληντο, καὶ ὡς οὐδὲν
 οἴκοθεν σεμνὸν ἐπάγονται μάθημα, καὶ τήν γε τῶν
χρόνων ἀντιπαράθεσιν, καθ’ οὓς Ἑλλήνων τε οἱ
βοώμενοι Ἑβραίων τε οἶ προφήται γεγόνασιν, εἰς
φῶς ἀγαγών· αὖθις διὰ τῶν μετὰ ταῦτα τριῶν τὴν 
τῶν παρ’ Ἕλλησιν εὐδοκίμων φιλοσόφων πρὸς
Ἑβραίων δόξας συνδρομὴν ὑπέδειξα, αὐτὰς πάλιν
τὰς οἰκείας τῶν ἀνδρῶν φωνὰς μάρτυρας ποιησάμενος.

οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τοὺς ἑτεροδοξοῦντας ἡμῖν
 τῶν παρ’ Ἕλλησι φιλοσόφων οὐ πρὸς ἡμὰς μόνους, 
ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς σφῶν οἰκείους διεστῶτας ὑπό τε
τῶν γνωρίμων ἀνατετραμμένους ἐν τῷ πρὸ τούτου

 
συγγράμματι κατεφώρασα· διὰ τούτων ἁπάντων τῆς
ἡμετέρας γνώμης τὸ κριτήριον ἀδέκαστον ἔπιδ’ ἐπιδεικνὺς 
τοῖς ἐντυγχάνουσιν, ἔργοις τε, ὡς ἔπος εἰπεῖν, καὶ
αὐτοῖς πράγμασι τὰς ἀποδείξεις τοῦ μὴ ἀσκόπως ἡμᾶς,
 κεκριμένῳ δὲ καὶ σώφρονι λογισμῷ πρὸ τῆς Ἑλλήνων
τὴν Ἑβραίων ὁμοῦ παλαιὰν καὶ ἀληθῆ φιλοσοφίαν
τε καὶ εὐσέβειαν ἐπανῃρῆσθαι παρασχόμενος· ὃ καὶ 
συνέστη διὰ τῆς τῶν Ἑλληνικῶν φωνῶν παραθέσεως.

ἧς εἰσέτι δεῦρο τὸν ὕστατον ἐπέχοντες λόγον, πεντεκαιδίκατον
 ὄντα τῆς ἐν χερσὶ πραγματείας, τὸ λεῖπον
τοῖς διεξωδευμένοις ἀποδώσομεν, τὰ σεμνὰ τῆς
γενναίας τῶν ‘Eλλήνων φιλοσοφίας ἔτι καὶ νῦν εἰς
φῶς ἕλκοντες, πρὸ ὀφθαλμῶν τε τοῖς πᾶσι τὴν ἐν
αὐτοῖς ἀχρηστομάθειαν ἀπογυμνοῦντες, καὶ πάντων
 γε πρότερον παριστῶντες ὅτι μὴ ἀγνοίᾳ τῶν παρ’
αὐτοῖς θαυμαζομένων, ὀλιγωρίᾳ δὲ τῆς ἐν αὐτοῖς
ἀνωφελοῦς σχολῆς, ἥκιστα αὐτῶν πεφροντίκαμεν, τῆ
τῶν κρειττόνων ἀσκήσει τὰς ἑαυτῶν ἀναθέντες ψυχάς.

τούτου δὴ οὖν σὺν θεῷ διὰ τῆς ἀληθείας
 ἡμῖν ἐπισφραγισθέντος, τὰ μὲν τῆς Προπαρασκευῆς
ἐνταῦθά μοι περιγραφήσεται· μεταβὰς δὲ ἐπὶ τὴν
ἐντελεστέραν ὑπόθεσιν τῆς Εὐαγγελικῆς Ἀποδείξεως, 
ἀπὸ τοῦ λείποντος τῆς καθ’ ἡμῶν κατηγορίας σκέμματος
τὴν καταρχὴν τῆς δευτέρας ἐπισυνάψω πρα-
 γματείας.

Ἠν δὲ τοῦτο ἐπιμεμφόμενον ἡμῖν, ὅτι δὴ τὰ
Εβραίων λόγια τῶν πατρίων προτιμήσαντες οὐ τὸν
ὅμοιον τῷ Ἰουδαίων βίον ζηλοῦντες προειλόμεθα·
πρὸς ὃ μετὰ τὴν τοῦ παρόντος λόγου συμπλήρωσιν,
 θεοῦ συνεργοῦντος, ἀπαντῆσαι πειράσομαι. ταύτῃ
γὰρ ἡγοῦμαι τοῖς πρώτοις τὰ δεύτερα ὥσπερ ὑφ’ ἑνὶ
δεσμῷ συμπλακέντα μίαν τὴν καθόλου διάνοιαν τοῦ

 
 παντὸς ἀποτελέσειν λόγου.

τό γε μὴν παρὸν,
ἐπειδὴ πέφηνεν ἐν τοῖς πρὸ τούτου συγγράμμασιν ἡ
κατὰ Πλάτωνα φιλισοφία τοτὲ μὲν τοῖς Ἑβραίων συμφωνοῦσα
λόγοις , τοτὲ δὲ πρὸς αὐτοὺς διεστῶσα, ἐν
οἷς ἐλήλεγκται καὶ πρὸς τὰ αὐτὴ ἀρέσκοντα διαφωνοῦσα· 
τὰ δὲ κατὰ τοὺς ἄλλους τοὺς δὴ φυσικοὺς
ἐπικληθέντας φιλοσόφους, τά τε τῆς Πλάτωνος διαδοχῆς
καὶ τὰ κατὰ Ξενοφάνην τε καὶ Παρμενίδην
καὶ ἔτι Πύρρωνα καὶ τοὺς τὴν ἐποχὴν εἰσηγουμένους
τούς τε ἄλλους ἐξῆς ἅπαντας, ὧν τὰς δόξας ὁ προ- 
 λαβὼν ἀπήλεγξε λόγος , τοῖς Ἑβραίων ὁμοῦ καὶ τοῖς
Πλάτωνος δόγμασιν αὐτῇ τε ἀληθείᾳ ἐξ ἐναντίας
ἱστάμενα, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸν ἔλεγχον τοῖς σφῶν
αὐτῶν βέλεσιν ἀπενηνεγμένα.

ὤρα καὶ τὸν ἄλλον
τῦφον τῶν ἀπ᾿ Ἀριστοτέλους τῶν τε Στωϊκῶν 
φιλοσόφων ἄνωθεν ὡς ἀπὸ σκηνῆς κατοπτεῦσαι, καὶ
τὴν λοιπὴν δὲ πᾶσαν φυσιολογίαν τῶν τὰς ὀφρῦς
ἀνατεινομένων συνιδεῖν, ὡς ἂν μάθοιμεν καὶ τὰ παρὰ
τοῖσδε σεμνολογούμενα, τά τε πρὸς αὐτοὺς αὖ πάλιν
ὑπὸ τῶν οἰκείων ἀντιλεγόμενα.

οὕτω γὰρ καὶ τῆς 
 τούτων ἀναχωρήσεως τὸ παρ᾿ ἡμῖν κεκριμένον εὐλόγου
πάσης ἀπολύοιτ᾿ ἂν κατηγορίας, ὅτι δὴ μὴ ἀγνοίᾳ
τῶν παρ᾿ αὐτοῖς σεμνῶν, ἐξητασμένῃ δὲ καὶ βεβασανισμένῃ
κρίσει, τὴν παρὰ τοῖς νενομισμένοις βαρβάροις
ἀλήθειάν τε καὶ εὐσέβειαν τῶν ῾Eλληνικῶν 
ἁπάντων προτετιμήκαμεν.

ἄρξομαι δὲ ἀπὸ τῶν
Ἀριστοτέλους. ἄλλοι μὲν οὖν τὸν βίον τἀνδρὸς διαβεβλήκασι,
φιλόσοφοι δὲ καὶ ἄλλως οὐκ ἀφανεῖς τινες
ἦσαν καὶ οὗτοι. ἐμοὶ δ᾿ οὐ φίλον τὸν ἄνδρα οὐδ᾿
αὐταῖς ἀκοαῖς ἀνέχεσθαι κακῶς πρὸς τῶν οἰκείων 
ἀγορευόμενον. διόπερ τὰς ὑπὲρ αὐτοῦ μᾶλλον ἐκθήσομαι
ἀπολογίας ἀπὸ τῶν Ἀριστοκλέους τοῦ Περι-

 
πατητικοῦ, ὃς ἐν τῷ ἑβδόμῳ Περὶ φιλοσοφίας τάδε 
περὶ αὐτοῦ γράφει

“Πῶς γὰρ οἷόν τε, καθάπερ φησὶν Ἐπίκουρος 
ἐν τῇ περὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπιστολῇ, νέον μὲν 
 ὄντα καταφαγεῖν αὐτὸν τὴν πατρῴαν οὐσίαν, ἔπειτα
δὲ ἐπὶ τὸ στρατεύεσθαι συνῶσαι, κακῶς δὲ πράττοντα
ἐν τούτοις ἐπὶ τὸ φαρμακοπωλεῖν ἐλθεῖν, ἔπειτα ἀναπεπιαμένου
τοῦ Πλάτωνος περιπάτου πᾶσι παραβαλεῖν
αὐτόν;

ἢ πῶς ἄν τις ἀποδέξαιτο Τιμαίου τοῦ
 Ταυρομενίτου λέγοντος ἐν ταῖς ἱστορίαις ἀδόξου
θύρας αὐτὸν ἰατρείου καὶ τὰς τυχούσας ὀψὲ τῆς ἡλικίας
κλεῖσαι;

τίς δ’ ἂν πεισθείη τοῖς ὑπ’ Ἀριστοξένου
τοῦ μουσικοῦ λεγομένοις ἐν τῷ βίῳ τοῦ Πλάτωνος; 
έν γὰρ τῇ πλάνῃ καὶ τῇ ἀποδημίᾳ φησὶν ἐπανίστασθαι
 καὶ ἀντοικοδομεῖν αὐτῷ τινας Περίπατον ξένους
ὄντας. οἴονται οὐν ἔνιοι ταῦτα περὶ Ἀριστοτέλους
λέγειν αὐτὸν, Ἀριστοξένου διὰ παντὸς εὐφημοῦντος
Ἀριστοτέλην.

καταγέλαστα δ’ εἰκότως εἶναι φαίη τις
ἂν καὶ τὰ ἀπομνημονεύματα τὰ Ἀλεξίνου ἐριστικοῦ.
 ποιεῖ γὰρ Ἀλέξανδρον παῖδα διαλεγόμενον τῷ πατρὶ
Φιλίππῳ, καὶ διαπτύοντα μὲν τοὺς τοῦ Ἀριστοτέλους 
λόγους, ἀποδεχόμενον δὲ Νικαγόραν, τὸν Ἑρμῆν ἐπικληθέντα.

καὶ Εὐβουλίδης δὲ προδήλως ἐν τῷ
κατ’ αὐτοῦ βιβλίῳ ψεύδεται, πρῶτον μὲν ποιήματα
 ψυχρὰ προφερόμενος, ὡς γεγραφότων ἄλλων περὶ τοῦ
γάμου καὶ τῆς πρὸς Ἑρμείαν οἰκειόητος αὐτῷ
ἔπειτα Φιλίππῳ φάσκων αὐτὸν προσκόψαι, καὶ
τελευτῶντι Πλάτωνι μὴ παραγενέσθαι, τά τε βιβλία
αὐτοῦ διαφθεῖραι.

τὴν μὲν γὰρ Δημοχάρους κατηγορίαν
 κατὰ τῶν φιλοσόφων τί χρὴ λέγειν; οὐ γὰρ
Ἀριστοτέλην μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους κακῶς εἴρηκεν.
ἔτι γε μὴν αὐτὰς τὰς διαβολὰς σκοπῶν ἄν τις

 
 ληρεῖν αὐτὸν φαίη. λέγει γὰρ ἐπιστολὰς Ἀριστοτέλους
ἁλῶναι κατὰ τῆς πόλεως τῆς Ἀθηναίων, καὶ Στάγειρα
τὴν πατρίδα προδοῦναι Μακεδόσιν αὐτόν· ἔτι
δὲ κατασκαφείσης Ὀλύνθου μηνύειν ἐπὶ τοῦ λαρυροπωλίου
Φιλίππω τοὺς πλουσιωτάτους τῶν Ὀλυνθίων.

ἠλίθια δὲ διαβέβληκεν αὐτὸν καὶ Κηφισόδωρος, ὁ
Ἰσοκράτους μαθητὴς, τρυφερὸν καὶ τένθην καὶ ἄλλα
τὰ τοιαῦτα λέγων αὐτὸν εἶναι.

πάντα δ’ ὑπερπαίει
μωρίᾳ τὰ ὑπὸ Λύκωνος εἰρημένα, τοῦ λέγοντος εἷναι
 Πυθαγορικὸν ἑαυτόν. φησὶ γὰρ θύειν Ἀριστοτέλην 
θυσίαν τετελευτηκυίᾳ τῇ γυναικὶ τοιαύτην ὁποίαν
Αθηναῖοι τῇ Δήμητρι, καὶ ἐν ἐλαίῳ θερμῷ λουόμενον
τοῦτο δὴ πιπράσκειν· ἡνίκα δὲ εἰς Χαλκίδα
ἀπῄει, τοὺς τελώνας εὑρεῖν ἐν τῷ πλοίῳ λοπάδια
χαλκᾶ τέτταρα καὶ ἑβδομήκοντα.

καὶ σχεδὸν οἶ 
μὲν πρῶτοι διαβαλόντες Ἀριστοτέλην τοσοῦτοι γεγόνασιν·
ὣν οἱ μὲν κατὰ τοὺς αὐτοὺς ἦσαν χρόνους, οἶ
δὲ μικρὸν ὕστερον ἐγένοντο· πάντες δὲ σοφισταὶ καὶ
ἐριστικοὶ καὶ ῥήτορες, ὧν καὶ τὰ ὀνόματα καὶ τὰ
 βιβλία τέθνηκε τῶν σωμάτων μᾶλλον. τοὺς μὲν γὰρ 
μετὰ ταῦτα γεγονότας, εἶτα δὲ τὰ ὑπ’ ἐκείνων εἰρημένα
λέγοντας, παντάπασιν ἐὰν δεῖ χαίρειν, καὶ μάλιστα
τοὺς μηδ’ ἐντετυχηκότας τοῖς βιβλίοις αὐτῶν,
ἀλλ’ αὐτοσχεδιάζοντας, ὁποῖοί εἰσι καὶ οἱ λέγοντες
τριακοσίας ἔχειν λοπάδας αὐτόν. οὐδεὶς γὰρ ἂν εὑρεθείη 
περὶ αὐτοῦ τοιοῦτον οὐδὲν εἰρηκὼς τῶν τότε
ὄντων ὅτι μὴ Λύκων. οὗτος μέντοι, καθάπερ ἔφην,
εἴρηκεν εὑρῆσθαι λοπάδια πέντε καὶ ἑβδομήκοντα.

οὐ μόνον δὲ καὶ ἐκ τῶν χρόνων καὶ ἐκ τῶν
 διαβεβληκότων τεκμήραιτό τις ἂν ὅτι ψευδῆ πάντα 
τὰ εἰρημένα ἐστὶν, ἀλλὰ κἀκ τοῦ μὴ πάντας τὰ
αὐτὰ διαβάλλειν, ἀλλ’ ἕκαστον ἴδιά τινα λέγειν·

 
ὧν εἴπερ ἦν ἕν ὁτιοῦν ἀληθὲς, ἐχρῆν δήπου
ἀλλ’ οὐχ ἅπαξ αὐτὸν ὑπὸ τῶν τότε ἀπολωλέναι.

φανερὸν οὑν ὅτι καθάπερ πολλοῖς καὶ ἄλλοις, 
οὕτω καὶ Ἀριστοτέλει συνέβη, διά τε τὰς πρὸς τοὺς
 βασιλεῖς φιλίας καὶ διὰ τὴν ἐν τοῖς λόγοις ὑπεροχὴν
ὑπὸ τῶν τότε σοφιστῶν φθονεῖσθαι. δεῖ δὲ τοὺς εὖ
φρονοῦντας μὴ εἰς τοὺς διαβάλλοντας ἀποβλέπειν
μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐπαινοῦντας καὶ ζηλοῦντας
αὐτόν· μακρῷ γὰρ πλείους καὶ βελτίους εὑρεθεῖεν
 ἂν οὗτοί γε.

τὰ μὲν οὑν ἄλλα προδήλως πέπλασται·
δύο δὲ ταῦτα δοκεῖ πιστεύεσθαι δι’ ἃ ψέγουσί 
τινες αὐτόν· ἓν μὲν, ὅτι Ἐρμείου γήμειε φύσει
μὲν ἀδελφὴν, θετὴν δὲ θυγατέρα Πυθιάδα, κολακεύων
αὐτόν· (Θεόκριτος γοῦν ὁ Χῖος ἐποίησεν ἐπί-
 γραμμα τοιοῦτον
 Ἑρμείου εὐνούχου τε καὶ Εὐβούλου τόδε δούλου 
 μνῆμα κενὸν κενόφρων θῆκεν Ἀριστοτέλης· 
 ὃς διὰ τὴν ἀκρατῆ γαστρὸς φύσιν εἵλετο ναίειν 
 ἀντ’ Ἀκαδημείας Βορβόρου ἐν προχοαῖς.) 
 ἕτερον δὲ, ὅτι ἠχαρίστησε Πλάτωνι.

περὶ μὲν οὖν
Ἑρμείου καὶ τῆς Ἀριστοτέλους πρὸς αὐτὸν φιλίας
ἄλλοι τε πολλοὶ συγγεγράφασι καὶ δὴ καὶ Ἀπελλικῶν,
οὗ τοῖς βιβλίοις ὁ ἐντυχὼν πεπαύσεται βλασφημῶν
αὐτούς.

περὶ δὲ τοῦ γάμου τοῦ Πυθιάδος ἀποχρώντως
 αὐτὸς ἐν ταῖς πρὸς Ἀντίπατρον ἐπιστολαῖς
ἀπολελόγηται. τεθνεῶτος γὰρ Ἑρμείου, διὰ τὴν πρὸς
ἐκεῖνον εὔνοιαν ἔγημεν αὐτὴν, ἄλλως μὲν σώφρονα
καὶ ἀγαθὴν οὖσαν, ἀτυχοῦσαν μέντοι διὰ τὰς καταλαβούσας
συμφορὰς τὸν ἀδελφὸν αὐτῆς.”

Εἶθ’ ἑξῆς 
 “Μετὰ δὲ τὴν Πυθιάδος τῆς Ἑρμείου τελευτὴν
Ἀριστοτέλης ἔγημεν Ἐρπυλλίδα Σταγειρῖτιν, ἐξ ἧς

 
υἱὸς αὐτῷ Νικόμαχος ἐγένετο. τοῦτον δέ φασιν ὀρφανὸν
τραφέντα παρὰ Θεοφράστῳ καὶ δὴ μειρακίσκον
ὄντα ἀποθανεῖν ἐν πολέμῳ.”

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκ τῆς δηλωθείσης Ἀριστοκλέους
ἐκκείσθω γραφῆς· ἤδη δὲ καὶ τὴν δογματικὴν 
Ἀριστοτέλους φιλοσοφίαν θεωρῆσαι καιρός.

Μώσεως καὶ τῶν παρ’ Ἑβραίοις προφητῶν
τέλος εἶναι τοῦ μακαρίως ζῆν τὴν τοῦ τῶν ὅλων θεοῦ
γνῶσίν τε καὶ φιλίαν δι’ εὐσεβείας συντελουμένην
ὑποθεμένων, εὐσέβειάν τε εἶναι ἀληθῆ διδαξάντων 
τὴν διὰ πάσης ἀρετῆς τῷ θεῷ εὐαρέστησιν, (ταύτην
 γὰρ εἶναι τῶν ἀγαθῶν αἰτίαν, ἐπὶ μόνῳ γὰρ τῷ θεῷ
τὰ πάντα κεῖσθαι καὶ παρ’ αὐτοῦ τὰ πάντα τοῖς
θεοφιλέσι χορηγεῖσθαι) τοῦ τε Πλάτωνος τὰ συνῳδὰ
τούτοις ὁριζομένου καὶ τέλος εὐδαιμονίας τὴν ἀρετὴν 
τὴν ἀποφαινομένου, τὴν ἑτέραν ὁδεύσας ὁ Ἀριστοτέλης
οὐκ ἄλλως εὐδαίμονά τινά φησιν ἔσεσθαι ἢ
καὶ διὰ τῆς τοῦ σώματος εὐπαθείας καὶ τῆς τῶν ἐκτὸς
περιουσίας, ὦν ἄνευ μηδὲ τὴν ἀρετὴν ὠφελεῖν. πρὸς
ὃν ὅπως ἐνέστησαν διεψευσμένην αὐτοῦ τὴν ὑπόληψιν 
ἀπελέγχοντες οἶ Πλάτωνος γνώριμοι πάρεστι μα-
 θεῖν διὰ τούτων

“ Τῆς γὰρ συμπάσης φιλοσοφίας κοινῇ
τῶν φιλοσοφησάντων τὴν ἀνθρωπίνην εὐδαιμονίαν
ὑπισχνουμένης, τριχῆ δὲ διαιρουμένης κατὰ τὴν τῶν 
 ὅλων ποιητικὴν διανέμησιν, τοσοῦτον ἀποδέων ἐν
τούτοις τοῦ διδάσκειν τι τῶν Πλάτωνος ὁ Περιπατητικὸς
ὀφθήσεται ὥστε, πλειόνων ὄντων οἳ διαφέρονται
Πλάτωνι, μάλιστα ἐναντιούμενος αὐτὸς φανεῖται.

καὶ πρῶτόν γε ἀπὸ τοῦ κοινοῦ καὶ μεγίστου καὶ 
κυριωτάτου τὴν πρὸς Πλάτωνα παραλλαγὴν ἐποιήσατο,
μὴ τηρήσας τὸ μέτρον τῆς εὐδαιμονίας, μηδὲ

 
τὴν ἀρετὴν αὐτάρκη πρὸς τοῦτο συγχωρήσας, ἀλλ’ 
ἀπολισθὼν τῆς δυνάμεως τῆς κατὰ τὴν ἀρετὴν, καὶ
ἡγησάμενος αὐτῇ προσδεῖν τῶν ἐκ τῆς τύχης, ἵνα
μετὰ τούτων ἕλῃ τὴν εὐδαιμονίαν· εἰ δ’ ἐφ’ ἑαυτῆς
 ληφθείη, ὡς ἀδύνατον καὶ οὐκ ἐφικτὸν τῆς εὐδαιμονίας
μεμψάμενος.

τὸ μὲν οὖν ἀγεννὲς καὶ διημαρτημένον
τῆς γνώμης ἐν τούτῳ τε κἀν τοῖς ἄλλοις
οὐ τοῦ παρόντος δεικνύναι καιροῦ· ἐκεῖνο δὲ οἶμαι
πρόδηλον, ὅτι τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς εὐδαιμονίας οὐκ
 ἴσων ὄντων οὐδὲ τῶν αὐτῶν κατὰ Πλάτωνα καὶ κατὰ
Ἀριστοτέλην, ἀλλὰ τοῦ μὲν βοῶντος ἑκάστοτε καὶ
κηρύττοντος ὅτι εὐδαιμονέστατος ὁ δικαιότατος, τοῦ
δὲ μὴ ἐπιτρέποντος ἕπεσθαι τῇ ἀρετῇ τὴν εὐδαιμονίαν,
ἂν μὴ καὶ γένος εὐτυχήσῃ καὶ κάλλος, ἀλλὰ
 καὶ χρυσὸν ,
 ὃς καὶ χρυσὸν ἔχων πόλεμονδ’ ἴεν, ἠύτε κούρη, 
ἀνάγκη κατὰ τὴν διαφορὰν τοῦ τέλους καὶ τὴν ἐπὶ
τοῦτο ἄγουσαν φιλοσοφίαν διάφορον εἶναι.

μιᾷ
γὰρ ὁδῷ βαδίζοντα, ἥτις ἄγειν πέφυκεν ἐπί τι τῶν
 μικρῶν καὶ ταπεινῶν, οὐκ ἔστιν ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ μείζω
καὶ ἐν ὕψει κείμενα.
 Ὁρᾷς ἵν’ ἐκεῖνος ὑψηλὸς πάγος, 
 τρηχύς τε καὶ παλίγκοτος, 
 ἐν τῷ κάθηται σὴν ἐλαφρίζων μάχην;

ἐπὶ τοῦτον τὸν ὑψηλὸν πάγον τὸ δριμὺ καὶ πανοῦρ- 
γον ἐκεῖνο θηρίον ἀνελθεῖν ἀδύνατον· ἵνα δὲ εἰς
ταὐτὸν ἔλθῃ τοῖς ἀετοῦ γεννήμασιν ἀλώπηξ, ἢ τύχῃ
τινὶ δεῖ χρησαμένους ἐκείνους πονηρᾷ καταπεσεῖν εἰς
γῆν τῶν οἰκείων αὐτοῖς φθαρέντων, ἢ φύσασαν αὐ-
 τὴν, ἃ μὴ πέφυκε φύειν,
 λαιψηρὰ κυκλῶσαι πτερὰ, 

 
καὶ οὕτως ἀρθεῖσαν ἐκ γῆς ἀναπτέσθαι πρὸς τὸν ὑψηλὸν
πάγον. ἴως δ’ ἑκάτερον ἐπὶ τῆς οἰκείας μένει
τάξεως, οὐκ ἔνι κοινωνία τοῖς γῆς πρὸς τὰ οὐρανοῦ
θρέμματα.”

Καὶ μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει 
Τούτων τοίνυν οὕτως ἐχόντων, καὶ πειρωμένου
τοῦ Πλάτωνος ἕλκειν τὰς τῶν νέων ψυχὰς ἄνω που
πρὸς τὸ θεῖον, καὶ τοῦτον τὸν τρόπον προσοικειοῦντος
μὲν τῇ ἀρετῇ καὶ τῷ καλῷ, τῶν δὲ ἄλλων ἁπάντων
ἀναπείθοντος ὑπερφρονεῖν, φράσον ἡμῖν, ὠ 
Περιπατητικὲ, πῶς ἐκδιδάξεις ταῦτα; πῶς ὁδηγήσεις
ἐπ’ αὐτὰ τοὺς φιλοπλάτωνας;

ποῦ σοι τῆς αἱρέσεως
τοσοῦτον ὕψος λόγων ὥστε τὸ τῶν Ἀλωαδῶν
 φρόνημα κτήσασθαι καὶ τὴν εἰς οὐρανὸν ὁδὸν ζητεῖν,
ἣν ἐκεῖνοι μὲν ᾤοντο ὀρῶν ἀναθέσει δύνασθαι γίνεσθαι, 
τὸ δ’ ἄρ’ ἦν ἀφαιρέσει τῶν ἀνθρωπίνων σπουδασμάτων
γινόμενον, ὥς φησι Πλάτων’;

τίς οὖν
ἡ παρὰ σοῦ πρὸς ταῦτα τοῖς νέοις βοήθεια ; καὶ πόθεν
τις ὁ τῆς ἀρετῆς συναγωνιστὴς λόγος; ἐκ ποίων
γραμμάτων Ἀριστοτέλους; τίνος τῶν ἀπ’ αὐτοῦ; ἑ κ’ 
ποίων γραφῶν; δίδωμι γάρ σοι κἂν ψεύδεσθαι θέλῃς,
μόνον τι νεανικόν. ἀλλὰ γὰρ οὔτ’ ἔχεις εἰπεῖν οὔτ’
ἂν ἐπιτρέψαι σοι τῶν ἡγεμόνων τῆς αἱρέσεως οὐδείς.

αἶ γοῦν Ἀριστοτέλους περὶ ταῦτα πραγματεῖαι,
Εὐδήμειοί τε καὶ Νικομάχειοι καὶ Μεγάλων Ἠθικῶν 
ἐπιγραφόμεναι, μικρόν τι καὶ ταπεινὸν καὶ δημῶδες
περὶ τῆς ἀρετῆς φρονοῦσι, καὶ τοσοῦτον ὅσον ἄν τις
καὶ ἰδιώτης καὶ ἀπαίδευτος καὶ μειράκιον καὶ γυνή.
 τὸ μὲν γὰρ διάδημα, ὡς εἰπεῖν, καὶ τὸ σκῆπτρον τὸ
 

 
βασιλικὸν, ὃ παρὰ τοῦ Δῖός ἔχει λαβοῦσα ἀναφαί-
ρετον ἡ ἀρετὴ, ἐπεὶ
 οὐ παλινάγρετον‚ ὅττι κεν οὗτος τῇ κεφαλῇ ἐπινεύσῃ·) 
τοῦτο αὐτὴν ἀφαιρεῖσθαι τολμῶσιν.

οὐ γὰρ ἐπιτρέπουσιν
 τρέπουσιν αὐτὴν ποιεῖν εὐδαίμονας, ὁμοίαν δὲ αὐτὴν 
καθιστᾶσι πλούτῳ καὶ δόξῃ καὶ γένει καὶ ὑγιείᾳ καὶ
κάλλει‚ καὶ ὅσα ἄλλα κοινὰ τῆς κακίας. ὡς γὰρ τούτων
ὁτιοῦν παρὸν χωρὶς ἀρετῆς οὐκ αὔταρκες εὐδαί-
μονα τὸν κεκτημένον ἀποφῆναι‚ καὶ ἡ ἀρετὴ κατὰ
 ταὐτὰ χωρὶς τούτων οὐχ ἱκανὴ ποιῆσαι τὸν ἔχοντ’ 
αὐτὴν εὐδαίμονα.

πῶς οὖν οὐ καθῄρηται καὶ
καταβέβληται τὸ τῆς ἀρετῆς ἀξίωμα; ναί· ἀλλὰ πολὺ
τῶν ἄλλων ἀγαθῶν ὑπερέχειν τὴν ἀρετὴν λέγουσι.
τί δὴ τοὺτο; καὶ γὰρ τὴν ὑγίειαν τοῦ πλούτου· ἀλλὰ
 τό γε χωρὶς ἀλλήλων μὴ ἀρκεῖν πρὸς εὐδαιμονίαν
πᾶσι κοινόν.

ὁπόταν οὑν τις ἐκ τούτων τῶν δο-
γμάτων καὶ ταύτης τῆς αἱρέσεως διδάξειε τὸν ἐν
αὐτῇ τῇ ψυχῇ τὸ πᾶν ἀνθρώπινον ἀγαθὸν ζητοῦντα,
εὐδαίμονά φησιν ἐπὶ τροχὸν οὐκ ἀναβαίνειν, οὐδὲ ὁ 
 ταῖς Πριαμικαῖς τύχαις συνεχόμενος δύναιτ’ ἂν εὐδαίμων
καὶ μακάριος εἷναι.

τὸν δὲ τὴν ἀρετὴν
ἔχοντα τοιούτοις τισὶ περιπεσεῖν οὐκ ἀπεικός. τούτοις
δὲ ἕπεται τὸ μήτε ἀκολουθεῖν ἐκ παντὸς τὴν
εὐδαιμονίαν τοῖς τὴν ἀρετὴν ἔχουσι μήτ’, εἰ γένοιτο,
 παραμένειν ἀεί. 
 Φύλλα τὰ μέν τ’ ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δέ θ’ ὕλη
 τηλεθόωσα φύει· 
 ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἡ μὲν φύει, ἡ δ’ ἀπολήγει.·

ἔτι σοι τὸ παράδειγμα μικρὸν καὶ ἄτολμον ὦ 
 ποιητά·
 ἔαρος δ’ ἐπιγίνεται ὥρη. 

 
πολὺς ὁ μεταξὺ χρόνος καὶ ᾧ μὴ γίνεται. εἰ θέλεις
ἀκριβῶς τὸ ἐπίκηρον καὶ σαθρὸν τῆς ἀνθρωπίνης
γενεὰς ἀπεικάσαι‚ παράβαλλε τὴ ’Αριστοτέλους εὐδαιμονίαν.
ῥᾷον τῶν φύλλων αὕτη καὶ φύεται καὶ
ἀπολείπει‚ οὐκ ἀναμένουσα περιτελλόμενον τὸν ἐνιαυτὸν‚ 
οὐδ’ αὐτοετεὶ, οὐδ’ αὐτομηνὶ, ἀλλ’ αὐτῆς
ἡμέρας, αὐτῆς ὥρας καὶ γίνεται καὶ ἀπόλλυται.

πολλὰ δὲ τὰ ἀπολλύντα, καὶ πάντα ἐκ τῆς τύχης. καὶ
γὰρ αἶ τοῦ σώματος κῆρες‚ μυρίαι δὲ αὗται, καὶ πενία
καὶ ἀτιμία‚ καὶ ὅσα τοιαῦτα· καὶ πρὸς οὐδὲν αὐταρκεῖ 
τὰ τῆς φίλης ἀρετῆς πρὸς βοήθειαν οὐχ ἱκανά·
τὴν μὲν γὰρ κακοδαιμονίαν εἴργειν, τὴν δὲ εὐδαιμονίαν
διασώζειν ἀσθενής.

τούτοις οὑν τις ἐντραφεὶς,
καὶ τούτοις ἀρεσκόμενος τοῖς λόγοις, τίνα
τρόπον ἢ αὐτὸς συνᾴσεται τοῖς Πλάτωνος‚ ἢ ἄλλους 
πρὸς αὐτὰ ἐπιρρώσει ποτέ; οὐ γὰρ ἔστιν ὅπως ἄν τις
 ἐκ τούτων ὁρμώμενος παραδέξαιτο τὰ Ἡράκλεια καὶ
θεῖα ἐκεῖνα δόγματα, ὡς ἰσχυρόν τι καὶ πάγκαλον
χρῆμα ἀρετὴ, καὶ οὔτε ποτε ἐνδέουσα πρὸς εὐδαιμονίαν
οὔτε ποτὲ αὐτῆς ἀφαιρουμένη‚ ἀλλὰ κἂν πενία, 
κἂν νόσος, κἂν ἀδοξία, κἂν βάσανοι, κἂν πίττα καὶ
σταυρὸς, κἂν τὰ ἐκ τῆς τραγῳδίας ἅμα πάντα ἐπιρ-
ρυῇ‚ ἔτι ὁ δίκαιος εὐδαίμων καὶ μακάριος.

ὑπὸ
κήρυκι γοῦν αὐτῷ τῷ μεγαλοφωνοτάτῳ κηρύττει, καθάπερ
ἀθλητήν τινα νικηφόρον‚ τὸν δικαιότατον, ὅτι 
οὗτός ἐστιν εὐδαιμονέστατος‚ ὁ ἐξ αὐτῆς τῆς δικατοσύνης
 τὸν καρπὸν τῆς εὐδαιμονίας δρεπόμενος. διαίρει
τοίνυν, εἰ βούλει, καὶ ποίκιλλε τριχῆ καὶ τετραχῆ
καὶ πολλαχῆ τὰ ἀγαθὰ διαστελλόμενος· οὐδὲν γὰρ
ταῦτα πρὸς τὸ προκείμενον. οὐ δή ποθ’ ἡμὰς δι’ 
αὐτῶν προσάξεις τῷ Πλάτωνι.

τί γὰρ εἰ τῶν ἀγα-
θῶν‚ ὡς φῄς‚ τὰ μὲν τίμια‚ καθάπερ οἱ θεοὶ‚ τὰ δὲ

 
ἐπαινετὰ, ὧς αἶ ἀρεταὶ‚ τὰ δὲ δυνάμεις, ὡς πλοῦτος
καὶ ἰσχὺς, τὰ δὲ ὠφέλιμα, ὡς αἶ θεραπεῖαι;
τί δ’, εἰ ταῦτα ἐλάττονι διαιρέσει διαστελλόμενος
λέγοις τῶν ἀγαθῶν τὰ μὲν εἶναι τέλη, τὰ δὲ οὐ
 τέλη; τέλη μὲν ὀνομάζων ὧν χάριν τὰ ἄλλα‚ οὐ 
τέλη δὲ τὰ τῶν ἄλλων ἕνεκα λαμβανόμενα.

τί δ’,
εἰ μάθοι τις ὅτι τὰ μὲν ἁπλῶς ἀγαθὰ, τὰ δὲ οὐ πᾶσιν;
σιν; ἢ ὅτι τὰ μὲν ψυχῆς ἀγαθὰ, τὰ δὲ σώματος, τὰ
δ’ ἐκτός; ἢ πάλιν ὅτι τῶν ἀγαθῶν τὰ μὲν δυνάμεις,
 τὰ δὲ διαθέσεις καὶ ἕξεις, ἄλλα δὲ ἐνέργειαι, τὰ δὲ
τέλη, τὰ δὲ ὕλαι, τὰ δὲ ὄργανα,. κἂν τὰς δέκα κατηγορίας
παρὰ σοῦ μάθῃ τις δεκαχῆ διανέμειν τἀγαθὸν,
τί ταῦτα πρὸς τὴν Πλάτωνος γνώμην τὰ διδάγματα;

ἴως οὗ γὰρ σὺ μὲν εἴτε ὁμωνύμως εἴτε ὅπως βούλει
 λαλῶν ἀγαθὰ τὰ τῆς ἀρετῆς ἄλλ’ ἄττα πρὸς τὴν
εὐδαιμονίαν ὡς ἀναγκαῖα παραλαμβάνεις, τὸ ἱκανὸν
τῆς ἀρετῆς ἀφαιρούμενος, Πλάτων’ δ’ ἐκ περιουσίας 
περὶ τῶν ἄλλων ζητεῖ τὸ ἔκπλεον εἰς εὐδαιμονίαν ἀπ’
αὐτῆς τῆς ἀρετῆς ἔχων, οὐδὲν ἂν ὑμῖν εἴη κατὰ τοῦτο
 κοινόν· ἄλλων σοι δεῖ λόγων, ἄλλων τοῖς τοῦ Πλά-
τωνος.

ὡς γὰρ οὐκ ἔστι λέουσι καὶ ἀνδράσιν ὅρκια πιστὰ‚ 
 οὐδὲ λύκοι τε καὶ ἄρνες ὁμόφρονα θυμὸν ἔχουσιν‚ 
οὕτως οὐκ ἔστι Πλάτωνι καὶ Ἀριστοτέλει φιλία περὶ
 τοῦ Κορυφαιοτάτου καὶ κυριωτάτου τῆς εὐδαιμονίας 
δόγματος. διαμπερὲς γὰρ, εἰ μὴ κακὰ φρονέουσιν
ἀλλήλοις, τά γε ὑπεναντία περὶ τῶν εἰς τοῦτο δια-
φερόντων φαίνονται λἐγοντες.”

Πἀλιν Μώσεως καὶ τῶν παρ’ Ἑβραίοις προφητῶν, 
 οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ Πλάτωνος ἐν τούτοις συμφώνως,
τὸν περὶ τῆς τῶν ὅλων προνοίας λόγον εὐκρινῶς δια-
τεθειμένων, ὁ Ἀριστοτέλης μέχρι σελήνης στήσας τὸ

 
θεῖον τὰ λοιπὰ τοῦ κόσμου μέρη περιγράφει τῆς τοῦ
θεοῦ διοικήσεως· ἐφ’ οἷς καὶ ἀπελέγχεται πρὸς τοῦ
δηλωθέντος‚ ὧδέ πη διεξιόντος

“Ὅντος ὄντος δ’ ἔτι μεγίστου καὶ κυριωτάτου τῶν
 εἰς εὐδαιμονίαν συντελούντων τοῦ περὶ τῆς προνοίας 
πείσματος‚ ὃ δὴ καὶ μάλιστα τὸν ἀνθρώπινον βίον
ὀρθοῖ, εἴ γε μὴ μέλλομεν ἀγνοεῖν
 πότερον δίκᾳ τεῖχος ὕψιον 
 ἢ σκολιαῖς ἀπάταις ἀναβαίνει 
 ἐπιχθονίων γένος ἀνδρῶν· 
ὁ μὲν Πλάτων’ εἰς θεὸν καὶ ἐκ θεοῦ πάντα ἀνάπτει.
φησὶ γὰρ αὐτὸν ἀρχήν τε καὶ μέσα καὶ τελευτὴν τῶν
ὄντων ἁπάντων ἔχοντα εὐθείᾳ περαίνειν περιπορευ-
όμενον. καὶ αὖ πάλιν φησὶν αὐτὸν ἀγαθὸν εἶναι,
ἀγαθῷ δὲ μηδένα φθόνον ἐγγίγνεσθαι περὶ μηδενός. 
τούτου δὲ ἐκτὸς ὄντα πάντα ὅτι μάλιστα ἀγαθὰ ποιεῖν,
εἰς τάξιν ἄγοντα ἐκ τῆς ἀταξίας. πάντων δὲ ἐπιμελούμενον
καὶ πάντα κατὰ δύναμιν κοσμοῦντα
πεφροντικέναι καὶ τῶν ἀνθρώπων.”

Καὶ μετὰ βραχέα 
 Καὶ ὁ μὲν Πλάτων’ οὕτως. ὁ δὲ τὴν δαιμονίαν
ταύτην φύσιν ἐκποδὼν ποιούμενος, καὶ τήν γε εἰσαῦθις
ἐλπίδα τῆς ψυχῆς ἀποτέμνων, τήν τε ἐν τῷ παρόντι
πρὸς τῶν κρειττόνων εὐλάβειαν ἀφαιρούμενος,
τίνα πρὸς Πλάτωνα ἔχει κοινωνίαν; ἢ πῶς ἂν ἐφ’ ἃ 
βούλεται Πλάτων’ παρακαλέσαι καὶ πιστώσαιτο τὰ
εἰρημένα;

πᾶν γὰρ τοὐναντίον συνεργὸς ἂν οὗτός
γε καὶ συναγωνιστὴς τῶν ἐθελόντων ἀδικεῖν φανείη.
πᾶς γάρ τις ἄνθρωπος ὢν καὶ ταῖς ἀνθρωπίναις ὀρέ-
 

 
ξεσι κατεσχημένος , ἂν καταφρονήσῃ τῶν θεῶν καὶ 
μηδὲν νομίσῃ πρὸς αὑτὸν, ἅτε πόρρω μὲν αὐτῶν
ἀπῳκισμένος ἐν τῷ ζῆν, ἀποθανὼν δὲ οὐδὲ ἔτι ὢν,
ἕτοιμος ἂν ἔλθοι πρὸς τὸ χαρίζεσθαι ταῖς ἐπιθυμίαις.

πίστιν γὰρ λαβεῖν περὶ τοῦ λαθεῖν ἀδικοῦντα οὐκ
ἀδύνατον, ἄν γε ἀνθρώπους δέῃ λανθάνειν· οὐ μὴν
ἀναγκαῖον ἐκ παντὸς λαθεῖν ζητεῖν, ὅπου γέ τις τῶν
πεφωρακότων κρατεῖν δυνατός ἐστιν. ὥστε ἕτοιμόν
τι χρῆμα πρὸς ἀδικίαν ἡ τῆς προνοίας ἀπόγνωσις.

ἐκεῖνος μὲν γὰρ καὶ πάνυ χρηστός ἐστιν , ὅστις
τὴν ἡδονὴν ἡμῖν προτείνας ὡς ἀγαθὸν, καὶ τὴν ἐκ 
θεῶν ἄδειαν παρασχόμενος, ἔτι μηχανὴν πρὸς τὸ μὴ
ἀδικεῖν πορίζειν οἴεται , ὅμοιόν τι ποιῶν ἰατρῷ τὴν
μὲν ἔτι ζῶντος τοῦ κάμνοντος βοήθειαν παρέντι, μετὰ 
 θάνατον δὲ πλέκειν τινὰς μηχανὰς πειρωμένῳ πρὸς
σωτηρίαν τοῦ τεθνεῶτος.

παραπλησίως δὲ τούτῳ
καὶ ὁ Περιπατητικός. οὐ γὰρ οὕτως ἡ περὶ τὴν ἡδονὴν
σπουδὴ ὡς ἡ πρὸς τὸ θεῖον ὅτι κήδοιτο ἀπιστία
τὴν ἀδικίαν ἐπιρρώννυσι. τί οὖν, φήσαι τις ἂν, ἐν
 ταυτῷ τάττεις Ἀριστοτέλην καὶἘπίκουρον ; πάνυ μὲν 
οὖν, ὥς γε πρὸς τὸ προκείμενον.

τί γὰρ διαφέρει
πρὸς ἡμᾶς ἢ τοῦ κόσμου τὸ θεῖον ἐξοικίσασθαι καὶ
μηδεμίαν ἡμῖν πρὸς αὐτὸ κοινωνίαν ἀπολιπεῖν, ἢ ἐν
κόσμῳ τοὺς θεοὺς καθείρξαντα τῶν ἐπὶ γῆς πραγμάτων
 ἀποστῆσαι; κατ᾿ ἴσον γὰρ παρ᾿ ἀμφοτέροις τὸ
ἐκ θεῶν ἀμελὲς εἰς τοὺς ἀνθρώπους , καὶ ἴση τοῖς
ἀδικοῦσιν ἡ ἀπὸ τῶν θεῶν ἄδεια τὸ δὲ ἐκείνων μενόντων
κατ᾿ οὐρανὸν καὶ ἡμᾶς τι χρηστὸν ἀπολαύειν
μάλιστα μὲν κοινὸν καὶ ἀλόγων καὶ ἀψύχων, ἤδη δὲ
 ταύτῃ γε καὶ κατ᾿ Ἐπίκουρον ὄνησις τοῖς ἀνθρώποις
ἀπὸ θεῶν γίνεται.

τὰς γοῦν βελτίονας ἀπορροίας 
αὐτῶν φασι τοῖς μετασχοῦσι μεγάλων ἀγαθῶν παραι-

 
τίας γίνεσθαι. ἀλλ’ οὕτετοῦτονοὔτε ἐκεῖνον δίκαιον ἐν
προνοίας ἀριθμεῖσθαι λόγῳ. εἴπερ γὰρ καὶ κατ’ Ἐπίκουρον
τὸ τῆς προνοίας οἴχεται, καίτοι τῶν θεῶν κατ’
αὐτὸν πᾶσαν κηδεμονίαν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν οἰκείων
ἀγαθῶν εἰσφερομένων, οὕτως ἂν οἴχοιτο καὶ 
κατ’ Ἀριστοτέλην τὸ τῆς προνοίας, εἰ καὶ τὰ κατ
οὐρανὸν ἐν τάξει τινὶ καὶ κόσμῳ διοικεῖται.

πρόνοιαν
γὰρ ζητοῦμεν ἡμῖν διαφέρουσαν, ἧς οὐ μέτεστι
τῷ μήτε δαίμονας μήτε ἥρωας μήτε ὅλως ἐπιδιαμένειν
 δύνασθαι τὰς ψυχὰς συγκεχωρηκότι.

ἐκεῖνο 
δ’ ἐμοὶ κριτῇ καὶ αἰσχυντηλότερον ὁ Ἐπίκουρος δοκεῖ
πεποιηκέναι· ὥσπερ γὰρ ἀπογνοὺς δύνασθαι τοὺς
θεοὺς ἀποσχέσθαι τῆς ἀνθρώπων κηδεμονίας εἰς ταυτὸν
ἐλθόντας αὐτοῖς καθάπερ εἰς ἀλλοδαπὴν ἀπῴκισε
καὶ ἔξω που τοῦ κόσμου καθίδρυσε, τὸ ἀπάνθρωπον 
αὐτῶν τῇ ἀποστάσει καὶ τῇ πρὸς ἅπαντ’ ἀκοινωνίᾳ
παραιτούμενος.

ὁ δὲ περιττὸς ἡμῖν οὑτος τῆς φύσεως
 εὑρετὴςκαὶ τῶν θείων πραγμάτων ἐπιγνώμων ἀκριβὴς
ὑπ’ αὐτὴν τὴν ὄψιν τῶν θεῶν τὰ ἀνθρώπινα πράγματα
ὑποθεὶς εἴασεν ἀτημέλητα καὶ ἀφρόντιστα, φύσει καὶ 
οὐ θεοῦ λογισμῷ διοικούμενα. ὅθεν εἰκότως ἂν καὶ
αὐτὸς οὐδ’ ἐκεῖνο τὸ ἔγκλημα ἐκφύγοι, ὃ κατ’ Ἐπικουρου
τινες μαντεύονται, ὡς ἄρα μὴ κάτα γνώμην,
ἀλλὰ διὰ τὸ πρὸς ἀνθρώπων δέος τοῖς θεοῖς κατέ-
νειμεν ἐν τῷ παντὶ χώραν ὥσπερ ἐν θεάτρῳ θέαν.

τεκμήριον δὲ ποιοῦνται τῆς γνώμης τἀνδρὸς‚ ὅτι
αὐτῶν ἀφεῖλε τὴν πρὸς ἡμὰς ἐνέργειαν, ἐξ ἧς μόνης
 τὸ εἶναι τοὺς θεοὺς ἔμελλε τὴν δικαίαν πίστιν ἕξειν.
τὸ γὰρ αὐτὸ τοῦτο καὶ Ἀριστοτέλης ποιεῖ. ἀποστήσας
γὰρ καὶ παραδοὺς ὄψει μόνῃ τὴν πίστιν πραγματείᾳ 
κρίνειν ἀσθενεῖ τὰ ἐκ τοσοῦδε διαστήματος τάχ’ ἂν
αἰδοῖ δοκοίη λέγειν ἐνταῦθα εἶναι θεούς.

οὐ γὰρ

 
ἀπολιπὼν ἔξω τι τοῦ κόσμου‚ ἀλλ’ οὐδὲ τοῖς ἐπὶ γῆς
προσαγαγὼν τοὺς θεοὺς, ἀνάγκην ἔσχεν ἢ παντάπασιν
ἄθεος εἶναι ὁμολογεῖν‚ ἢ τὴν τοῦ δοκεῖν ἀπο-
λιπεῖν θεοὺς δόξαν ἀνασώζειν‚ ἐνταῦθά που τοὺς
 θεοὺς ἀποικίσας. ὁ δὲ τὴν τῶν κρειττόνων ἀκρίβειαν
παραιτησάμενος τῇ ἀμιξίᾳ ἔοικεν εὐσχημόνως ἀπι-
στεῖν τοῖς θεοῖς.” 
 Ταῦτα ὁ Ἀττικὸς πρὸς Ἀριστοτέλην χρεοκοποῦντα 
τὸν περὶ προνοίας λόγον. ὁ δ’ αὐτὸς ἔτι καὶ ταῦτα
 τοῖς εἰρημένοις προστίθησι‚ πρὸς τὸν αὐτὸν ἀποτει-
νόμενος μὴ βουλόμενον γεννητὸν εἶναι τὸν κόσμον.

Πάλιν Μώσεως γεννητὸν εἶναι τὸν κόσμον 
ὁρισαμένου‚ ποιητήν τε καὶ δημιουρ·γὸν τοῖς ὅλοις 
τὸν θεὸν ἐπιστήσαντος‚ τοὐ τε Πλάτωνος τὰ ἴσα
 Μωσεῖ φιλοσοφοῦντος‚ τὴν ἐναντίαν κἀν τούτῳ ὁ
Ἀριστοτέλης ὁδεύσας ἀπελέγχεται πρὸς τοῦ δηλωθέν-
τος συγγραφέως‚ ὧδε πρὸς ῥῆμα γράφοντος

“ Πρῶτον δὴ περὶ γενέσεως κόσμου σκοπῶν, 
καὶ τὸ τῆς προνοίας τὸ μέγα τοῦτο καὶ πολυωφελὲς
 δόγμα πάντα ζητεῖν ἀναγκαῖον ἡγούμενος, καὶ λογι-
σάμενος ὅτι τῷ μὴ γενομένῳ οὔτε τινὸς ποιητοῦ οὔτε
τινὸς κηδεμόνος πρὸς τὸ γενέσθαι καλῶς χρεία, ἵνα
μὴ ἀποστερήσῃ τὸν κόσμον τῆς προνοίας ἀφεῖλε τὸ
ἀγέννητον αὐτοῦ.

παραιτούμεθα δὲ νῦν μὴ ἐμποδὼν
 ἡμῖν τοὺς ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἑστίας εἶναι‚ οἶς ἀρέσκει
καὶ κατὰ Πλάτωνα τὸν κόσμον ἀγέννητον εἶναι.
δίκαιοι γάρ εἰσιν ἡμῖν συγγνώμην νέμειν‚ εἰ περὶ
τῶν δοκούντων Πλάτωνι πιστεύομεν οἷς αὐτὸς Ἕλλην 
ὢν Ἕλληνας ἡμᾶς σαφεῖτε καὶ τρανῶ τῷ στόματι
 διείλεκται.

παραλαβὼν γὰρ ‚ φησὶν, ὁ θεὸς πᾶν
 

 
ὅσον ἦν ὁρατὸν‚ οὐχ ἡσυχίαν ἄγον‚ πλημμελῶς δὲ
καὶ ἀτάκτως κινούμενον‚ εἰς τάξιν ἦγεν ἐκ τῆς ἀταξίας,
ἡγησάμενος τοῦτο ἐκείνου πάντως ἄμεινον. ἔτι
δὲ καὶ μᾶλλον ὅτι μὴ δι’ αἰνιγμάτων‚ μηδ’ ἐπὶ τοῦ
σαφοῦς χρείᾳ τὴν γένεσιν παρεδέξατο, δηλοῖ δι’ ὦν 
ὁ πατὴρ αὐτῷ τῶν πάντων διείλεκται περὶ τούτου
μετὰ τὴν τῶν ὅλων δημιουργίαν.

ἐπειδὴ γὰρ,
φησὶ, γεγένησθε‚ (λέγει δὲ πρὸς τοὺς θεοὺς) ἀθάνατοι
μὲν οὐκ ἐστὲ οὐ δ’ ἄλυτοι τὸ πάμπαν, οὔτι μὴν
 δὴ λυθήσεσθε τῆς ἐμῆς βουλήσεως τυχόντες.

ἀλλ’, 
ὅπερ ἔφην‚ πρὸς μὲν τοὺς ἔνδον ἡμῖν ὑποφθεγγομένους,
ἅτε φίλους ὄντας, φιλίως τε καὶ μεθ’ ἡσυχίας
πραέσιν ἐλ·έγχοις διακριθεῖμεν ἄν. ἔοικε γὰρ καὶ
τούτους Ἀριστοτέλης μεταθεῖναι‚ τῇ μὲν κατηγορίᾳ
τοῦ δόγματος ἀντισχεῖν ἀδυνατήσαντας‚ τὸ δὲ ἁλῶναι 
δόξαν ὡς ψεῦδος οὐ βουληθέντας ἀναθεῖναι
Πλάτωνι.

κατὰ δὲ τὴν ἡμετέραν ἀκοὴν, ἀξιοῦντος
Πλάτωνος τὸν κόσμον γεγονέναι κάλλιστον ἔργον
ὑπὸ τοῦ καλλίστου τῶν δημιουργῶν‚ καὶ περιθέντος
 τῷ τοῦ παντὸς ποιητῇ δύναμιν δι’ ἧς καὶ οὐκ ὄντα 
πρότερον ἐποίησε τὸν κόσμον‚ καὶ ποιήσας εἰσαεὶ
βουλόμενός γε σῶον διαφυλάξει‚ καὶ ταύτῃ δὴ γεν-
νητοῦ καὶ ἀφθάρτου κατ’ αὐτὸν ὑποκειμένου τοῦ
κόσμου‚ τίς ἡμῖν τῶν Περιπατητικῶν ταῦτα βεβαιοῖ;”

Δεῖ δὲ παραμυθήσασθαι τὸν συναγωνιστὴν
τούτων, ὅτι οὐ πάντως‚ εἰ τι γέγονεν, ἀνάγκη τοῦτο
φθαρῆναι, πάλιν δ’ οὐδ’ εἴ τι μὴ φθαρήσεται, τοῦτο
ἀναγκαῖον ἀγέννητον εἶναι. οὔτε γὰρ μίαν αἰτίαν
τῷ ἀφθάρτῳ τὴν ἐκ τοῦ ἀγεννήτου συγχωρητέον οὔτε 
 

 
τῷ γενομένω τὴν εἰς ὄλεθρον μεταβολὴν ἀβοήθητον
καταλειπτέον.

πόθεν οὖν ἐκ τῶν Ἀριστοτέλους 
λάβωμεν βοήθειαν εἰς ταῦτα, ἀνδρὸς οὐ τηνάλλως
οὐδὲ καθ’ αὑτὸν περαίνοντος τὸν περὶ τούτων λόγον,
 ἀλλ’ ἐξ ὀρθοῦ πρὸς Πλάτωνα ἐναντιουμένου, καὶ τό
τε γενόμενον εἰς ἀνάγκην τοῦ ἀπολέσθαι περιιστάν-
τος, τό τε μὴ ἀπολλύμενον ἐκ μόνου τοῦ μὴ γενέσθαι
λέγοντος κρατύνεσθαι τὸ ἄφθαρτον, οὐ μὴν οὐδὲ
δύναμιν ἀπολείποντος αὐτοῦ περὶ τὸν θεὸν, ᾗ χρώμενος
 ἀγαθὸν ἂν τι ποιήσαι; ὃ γὰρ οὔπω πρότερον
γέγονε, τοῦτο, φησὶν‚ οὐκ ἂν γένοιτο.

τοσοῦτον 
δὲ ἀποδεῖ διὰ τούτων βοηθεῖν τῷ Πλάτωνος λόγῳ
ὥστε ἤδη τινὰς καὶ τῶν περὶ Πλάτωνα ἐσπουδακότων
φοβήσας, οἷς εἶπεν, ἀπέστησε τοῦ δόγματος, οὐ δυνηθέντας
 συνιδεῖν ὅτι κατὰ μὲν τὴν αὐτῶν φύσιν τῶν
πραγμάτωνἦν ἦν ἄνευ θεοῦ βουλήσεωςκαὶ δυνάμεως ἐπινοῆσαι
οὔτε τὸ γενόμενον ἄφθαρτον οὔτε τὸ μὴ φθαρησάμενον
γεννητὸν ὄν.

ὅταν δὲ τὴν ἀρίστην τις
αἰτίαν ἐπιστήσῃ τὴν ἐκ θεοῦ, δεῖ ταύτην ἡγεμόνα τῶν
 πάντων λαβόντα μηδὲν αὐτὴν τῶν ἄλλων αἰτίαν ἀποφαίνειν
χείρονα. γελοῖον γὰρ διότι μὲν γέγονέ τι, διὰ 
τοῦτο φθαρῆναι, εἰ δὲ ὁ θεὸς βούλεται, μὴ φθαρῆναι,
καὶ διότι μέν τι ἀγέννητόν ἐστιν ἔχειν ἰσχὺν τοῦ μὴ
φθαρῆναι, τὴν δὲ παρὰ τοῦ θεοῦ βούλησιν ἐνδεῖν πρὸς
 τὸ ἄφθαρτον τηρῆσαί τι τῶν γενομένων.

καὶ ὁ
μὲν οἰκοδόμος ἱκανὸς οὐκ οὖσαν οἰκίαν κατασκευάσασθαι,
ἱκανὸς δέ τις καὶ ἀνδριάντα μὴ ὄντα πρότερον
ὄντα ποιῆσαι‚ καὶ ναῦν ἄλλος ἐξ ὕλης ἀργοῦ
τεκτηνάμενος παρέσχε τοῖς δεομένοις‚ καὶ τῶν ἄλλων
 τεχνιτῶν ἕκαστος‚ ὅσοι γε τὰς ποιητικὰς μετίασι τέχνας, 
δύναμιν ταύτην ἔχουσιν‚ ὥς τι τῶν οὐκ ὄντων
ἄγειν εἰς οὐσίαν, ὁ δὲ παμβασιλεὺς καὶ ἀριστοτέχνης

 
οὐδ’ ὅσον ἀνθρωπίνου τεχνίτου δυνάμεως μεθέξει,
ἄμοιρος δ’ ἡμῖν πάσης ἔσται γενέσεως; οὒκ, ἐάν γε
καὶ κατὰ βραχὺ θείας αἰτίας ἐπιλογισμὸν οἰοί τε ὦμεν
λαβεῖν.

ἀλλὰ ποιῆσαι μὲν ἱκανὸς καὶ βουληθῆναι
τὰ καλὰ, (ἀγαθὸς γὰρ, ἀγαθῷ δὲ οὐδεὶς φθόνος περὶ 
οὐδενός) τηρῆσαι δὲ καὶ διαφυλάξαι τὰ γενόμενα οὐ
δυνατός; καὶ μὴν καὶ οἶ λοιποὶ τεχνῖται πρὸς ἄμφω
 ἱκανοί. ὁ γοῦν οἰκοδόμος καὶ ὁ ναυπηγὸς οὐ μόνον
καινὰς κατασκευάζονται ναῦς καὶ οἰκίας, ἀλλὰ καὶ
ταῖς ὑπὸ χρόνου διαφθειρομέναις ἱκανοὶ βοηθεῖν, 
ἕτερα τῶν πεπονημένων ἀντικαθιστάντες αὐταῖς·

ὥστε καὶ τῷ θεῷ πάντως τό γε τοσοῦτον συγχωρητέον.
ὁ γάρ τις ὅλον ποιῆσαι δυνατὸς‚ τοῦτο πῶς
ἂν ἐκ μέρους ἀδύνατος εἴη ποιεῖν; καὶ γενέσθαι τοίνυν
τι δεῖ καινὸν, εἴπερ μέλλοι τις ὅλως ποιητὴς, 
καὶ τὸ καλὸν ἔργον πρὸς ἅπαν διασώζεσθαι· τὸ γὰρ
εὑ γενόμενον ἐθέλειν λύειν κακοῦ.

μείζων δὲ
 ἄλλος εἰς σωτηρίαν τῶν γενομένων δεσμὸς οὐκ ἔστι
τῆς τοῦ θεοῦ βουλήσεως. ἢ ἀνθρωπίνης μὲν σπουδῆς
καὶ βουλήσεως μεταλαβόντα πολλὰ, καὶ ἔθνη καὶ 
πόλεις καὶ ἔργα, μένει χρόνον ἀμήχανον ὅσον γενόμενα
μηκέτ’ ὄντος τοῦ θελήσαντος, τὰ δὲ τῆς τοῦ
θεοῦ μετασχόντα γνώμης καὶ δι’ αὐτὸν καὶ ὑπ’ αὐτοῦ
γενόμενα, ταῦτα δὲ ἄρα παρόντος τοῦ ποιήσαντος
οἰχήσεται καὶ οὐ παραμενεῖ;

τίνος αἰτίας 
βιασαμένης τὴν τοῦ θεοῦ γνώμην; πότερον τῆς ἐξ
αὐτῶν τῶν γενομένων ἀνάγκης; ἀλλ’ αὐτή γε τῷ
προσέσθαι τὸ κοσμηθῆναι τὴν ἐκ τοῦ θεοῦ προσωμολόγησεν
 ἧτταν. ἀλλ’ ἔξωθέν τινος αἰτίας ἀνταγωνιζομένης
τῷ θεῷ; ἀλλ’ οὔτ’ ἐστὶν οὔτε ἐν οἷς ἔφθη 
κρατήσας καὶ κοσμήσας ὁ θεὸς ἔτι ἄξιον ἐν τούτοις
αὐτὸν ἐλαττοῦν τινος, εἴ γε μὴ παντάπασι λανθάνο

 
μεν ἡμᾶς αὐτοὺς περὶ τῆς μεγίστης καὶ θειοτάτης
δυνάμεως διαλεγόμενοι.

ἀλλὰ γὰρ εἰς τὸν περὶ
τῆς ἀληθείας λόγον ἐοίκαμεν ὑπὸ προθυμίας ἐκφέρεσθαι.
δῆλον μὲν καὶ ὃ προυθέμεθα, ὡς οὐκ ἂν
 εἶεν διδάσκαλοι περὶ κόσμου γενέσεως οἱ μηδὲ τὴν
ἀρχὴν γένεσιν ἀπολιπόντες αὐτῷ.” 
 Καὶ μὴν καὶ περὶ τῆς τῶν σωμάτων πέμπτης
οὐσίας, ἣν εἰσηγήσατο Ἀριστοτέλης, ταῦτα παραθε- 
τέον

“ Περὶ γοῦν τῶν καλουμένων στοιχείων, ἐξ
ὧν πρώτων σώματα συνέστηκε, Πλάτων᾿ μὲν ἑπόμε- 
νος τῇ περὶ αὐτὰ ἐναργείᾳ, καθάπερ καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ,
τέσσαρά τε ἔφησεν εἶναι ταῦτα ὁμολογούμενα,
πῦρ καὶ γῆν καὶ ἀέρα καὶ ὕδωρ , καὶ ἐκ τούτων συγκρινομένων
 τὰ λοιπὰ πάντα γεννᾶσθαι· Ἀριστοτέλης
δὲ, ὡς ἔοικεν, ἐλπίσας περιττότερος φανεῖσθαι τῷ
φρονεῖν εἴ τι σῶμα ἐκ περιττοῦ προσθείη , προσκατηρίθμησε
τοῖς φαινομένοις τέτταρσι σώμασι τὴν
πέμπτην οὐσίαν , πάνυ μὲν λαμπρῶς καὶ φιλοδώρως
 τῇ φύσει χρησάμενος , μὴ συνιδὼν δὲ ὅτι οὐ νομοθε- 
τεῖν δεῖ φυσιολογοῦντα , τὰ δὲ τῆς φύσεως αὐτῆς 
ἐξιστορεῖν.

εἰς τοίνυν τὴν ἀπόδειξιν τοῦ τέτταρας
εἶναι τὰς πρώτας τῶν σωμάτων φύσεις, ἧς δὴ χρεία
τοῖς Πλατωνικοῖς, οὐ μόνον οὐκ ἂν συντελοῖ τι ὁ 
 Περιπατητικὸς, ἀλλὰ σχεδὸν καὶ μόνος ἐναντιοῖτ᾿ ἄν.
λεγόντων γοῦν ἡμῶν ὅτι πᾶν σῶμα ἢ θερμὸν ἢ ψυχρὸν,
ἢ ὑγρὸν ἢ ξηρὸν, ἢ μαλακὸν ἢ σκληρὸν , ἢ
κοῦφον ἢ βαρὺ, ἢ ἀραιὸν ἢ πυκνὸν, καὶ εὑρισκόντων
ὅτι οὐκ ἂν ἕτερόν τι εἴη τὸ μεθέξον τούτων τινὸς
 παρὰ τὰ τέτταρα· (εἰ μὲν γὰρ θερμὸν, ἢ πῦρ ἢ ἀήρ·
εἰ δὲ ψυχρὸν , ὕδωρ ἢ γῆ· καὶ εἰ μὲν ξηρὸν, πῦρ
ἢ γῆ· εἰ δὲ ὑγρὸν, ὕδωρ ἢ ἀήρ· καὶ εἰ μὲν μαλακὸν,

 
 ἀὴρ ἢ πῦρ· εἰ δὲ σκληρὸν, ὕδωρ ἢ γῆ· καὶ κοῦφον
μὲν καὶ ἀραιὸν, οἶον πῦρ καὶ ἀήρ· βαρὺ δὲ καὶ πυκνὸν,
ὕδωρ καὶ γῆ.) καὶ ἐκ τῶν ἄλλων δὲ ἁπασῶν
τῶν ἁπλῶν δυνάμεων κατανοούντων ὡς οὐκ ἂν εἴη
παρὰ ταῦτά τι σῶμα ἴτερον· οὗτος ἀνθίσταται μόνος, 
φάσκων δύνασθαι σῶμα εἶναι τούτων ἄμοιρον· σῶμα
δὲ μήτε βαρὺ, μήτε κοῦφον , μήτε μαλακὸν, μήτε
σκληρὸν, μήτε ὑγρὸν, ἀλλὰ μήτε ξηρὸν , μονονουχὶ
λέγων σῶμα οὐ σῶμα. τὸ μὲν γὰρ ὄνομα καταλέλοιπεν
αὐτῷ, τὰς δὲ δυνάμεις, δι᾿ ὧν σῶμα πέφυκε γί- 
 νεσθαι, πάσας ἀφῄρηκεν.

ἢ τοίνυν ἡμᾶς ἅπερ
αὐτὸς λέγει πείθων ἀφαιρήσεται τῆς Πλάτωνος γνώμης,
ἢ τὰ Πλάτωνος βεβαιούμενος τῶν αὐτῷ δοκούντων
ἀποστήσεται· ὥστε οὐδαμῆ χρήσιμος πρὸς τὰ
τοῦ Πλάτωνος.

ἔτι ὁ μὲν Πλάτων πάντα τὰ σώματα, 
ἅτε ἐπὶ μιᾶς ὁμοίας ὕλης θεωρούμενα, βού-
λεται τρέπεσθαι μεταβάλλειν τ᾿ εἰς ἄλληλα· ὁ δὲ ἐπὶ
μὲν τῶν ἄλλων οὐσίαν ἀπαθῆ τε καὶ ἄφθαρτον καὶ
ἄτρεπτον πάντως ἀξιοῖ, ἵνα δὴ μὴ εὐκαταφρονήτου
τινὸς πράγματος γεννητὴς εἶναι δοκῆ, περιττὸν μὲν 
 καὶ ἴδιον παντάπασι λέγων οὐδὲν , τὰ δὲ ὑπὸ Πλάτωνος
ἐπ᾿ ἄλλων ἑωραμένα καλῶς μεταφέρων ἐπὶ τὰ
μὴ προσήκοντα , καθάπερ τινὲς τῶν ὕστερον γενομένων
ἀνδριαντοποιῶν.

ἐκεῖνοί τε γὰρ ἀπομιμησάμενοι
τοῦδε τοῦ ἀνδρὸς κεφαλὴν , ἄλλου δὲ τὸ στέρνον, 
ἑτέρου δὲ τὴν ζώνην, εἰς ταυτὸν συνθέντες ἐνίοτε
μὴ προσήκοντα πράγματα ἀλλήλοις ἔπεισαν αὐτοὺς
ὥς τι πεποιηκότες ἴδιον· καὶ ὄντως τὸ μὲν ὅλον, ὃ
δή τις ἂν ἀσυμμέτρως ἔχειν αἰτιάσαιτο, ἐστὶν αὐτῶν,
 τὰ δ᾿ ἐν αὐτῷ συνηρανισμένα καί τι καλὸν ἔχοντα 
οὐκ αὐτῶν.

ὡσαύτως δὲ καὶ Ἀριστοτέλης ἀκούων
Πλάτωνος ὅτι ἐστί τις οὐσία νοητὴ καθ᾿ αὑτὴν ἀσώ-

 
ματός τε καὶ ἀχρώματος καὶ ἀναφὴς, οὔτε γινομένη
οὔτε φθειρομένη οὔτε τρεπομένη οὔτε μεταβαλλομένη,
ἀεὶ δὲ κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ ὡσαύτως ἔχουσα, πάλιν δ᾿
αὖ περὶ τῶν κατ᾿ οὐρανὸν ἀκούων, ὡς ὄντα θεῖα καὶ
 ἄφθαρτα καὶ ἀπαθῆ ἐστι σώματα, συνέθηκε καὶ συνεκόλλησεν
ἐξ ἀμφοῖν πράγματα μὴ συνᾴδοντα· παρ᾿
ὧν μὲν γὰρ τὸ εἶναι σῶμα, παρ᾿ ὧν δὲ τὸ ἀπαθὲς
εἶναι λαβὼν, σῶμα ἀπαθὲς ἐτεκτήνατο.

ἐπὶ μὲν
οὖν τῶν ἀνδριάντων, εἰ καὶ μὴ καλὸν τὸ ἐκ τῶν διαφερόντων,
 οὔτι γε ἀδύνατον γενέσθαι. διδάσκει γοῦν
τὰ τοιαῦτα καὶ Ὅμηρος
ὄμματα 
γὰρ, φησὶ
 καἲ κεφαλὴν ἴκελος Διὶ τερπικεραύνῳ , 
 Ἄρεϊ δὲ ζώνην, στέρνον δὲ Ποσειδάωνι. 
τὸ δὲ σῶμα ἀπαθὲς οὐκ ἄν ποτε γένοιτο. παθητῇ
γὰρ καὶ τρεπτῇ συνδεδεμένον φύσει ἀνάγκην ἔχει
συμπαθεῖν ᾧ συνέζευκται. εἰ δέ τι ἀπαθὲς εἴη, τοῦτο
ἀφειμένον καὶ ἐλεύθερον ἀπὸ τοῦ πάσχοντος εἶναι
 δεῖ· ὥστε χωρὶς ἂν εἴη τῆς ὕλης, ἧς κεχωρισμένον
ἀσώματον ἀναγκαίως ὁμολογοῖτ᾿ ἄν.” 
 Ἔτι καὶ τούτοις πρόσσχωμεν τὸν νοῦν ἐν ὅσοις 
ἄλλοις διαφέρεσθαι τῷ Πλάτωνι τὸν Ἀριστοτέλην
παρίστησιν

“Ἔπειτα τούτοις ἑπόμενα πολλὰ ἐν οἷς 
διαφέρονται. ὁ μὲν γάρ φησι τὰ κατ᾿ οὐρανὸν τὴν
πλείστην ἰδέαν ἐκ πυρὸς ἔχειν, ὁ δὲ μηδαμῆ μετεῖναι
τοῖς οὐρανίοις πυρός. καὶ ὁ μέν φησιν ἀνάψαι
τὸν θεὸν φῶς ἐν τῇ δευτέρᾳ πρὸς γῆν περιόδῳ, ἵν᾿
 ὅτι μάλιστα εἰς ἅπαντα φαίνοι τὸν οὐρανὸν , περὶ
ἡλίου τὸ τοιοῦτον ἀποφαινόμενος· ὁ δὲ, ἅτε οὐκ ἐθέλων
πῦρ εἶναι τὸν ἥλιον, τὸ δὲ φῶς εἰδὼς πῦρ καθα-

 
ρὸν‚ ἤ τι πυρὸς ὂν, οὐκ ἐπιτρέπει φῶς περὶ αὐτὸν
ἀνῆφθαι.

ἔτι ὁ μὲν, κατ’ εἶδος ἀφθαρσίαν ἀπονέμων
 τοῖς κατ’ οὐρανὸν ἅπασιν, ἀποχωρήσεις τινὰς
αὐτῶν καὶ προσχωρήσεις συμμέτρους φησὶ γίνεσθαι·
ἀναγκάζουσι δὲ αὐτὸν λέγειν ταῦτα, τὰς μὲν ἀποκρίσεις, 
αἵ τε ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου καὶ θερμότητες κατὰ
ἀπόρρυσιν αὐτοῦ γινόμεναι· τὰς δὲ προσκρίσεις, ἡ
ἴση τοῦ μεγέθους αὐτοῦ φάσις· οὐ γὰρ ἂν ἤθελεν
ἴσα φαίνεσθαι μηδὲν ἀνθ’ ὧν ἀφίησι λαμβάνοντα·)

ὁ δὲ Ἀριστοτέλης πάντη μένειν ἐπὶ τῆς αὐτῆς οὐσίας 
αὐτὰ βούλεται, μήτε τινὸς αὐτοῖς ἀποχωροῦντος
μήτε προσιόντος.

ἔτι ὁ μὲν πρὸς τῇ κοινῇ
κινήσει τῶν ἄστρων, καθ’ ἣν ἐν ταῖς σφαίραις ἐνδεδεμένοι
κινοῦνται πάντες οἶ ἀστέρες οἴ τε ἀπλανεῖς
 καὶ οἶ πλανώμενοι, καὶ ἑτέραν αὐτοῖς κίνησιν ἀποδίδωσιν, 
δῶσιν‚ ἣν δὴ καὶ ἄλλως καλλίστην εἶναι συμβέβηκε
καὶ ’π’ προσήκουσαν αὐτῶν τῇ φύσει τοῦ σώματος· (σφαιρικοὶ
γὰρ ὄντες εἰκότως σφαιρικὴν ἄν τινα κίνησιν
ἕκαστος κινοῖτο περιδινούμενος·) ὁ δὲ καὶ ταύτης
ἀφαιρεῖται τῆς κινήσεως αὐτοὺς‚ ἣν ὡς ἔμψυχοι 
κινοῦνται, μόνην δὲ ἀπολείπει τὴν ὑπ’ ἄλλων τῶν
περιεχόντων ὥσπερ ἀψύχοις συμβαίνουσαν.

καὶ
δὴ καί φησι τὴν γινομένην φαντασίαν ἡμῖν ἀπὸ τῶν
ἀστέρων ὡς κινουμένων πάθος εἶναι τῆς ἡμετέρας
 ὄψεως ἀδυνατούσης καὶ ὡσπερεὶ σειομένης‚ ἀλήθειαν 
δὲ οὐκ εἶναι· ὥσπερ Πλάτωνος ἀπὸ ταύτης τῆς
τὴν ὑπὲρ τῆς κινήσεως πίστιν λαμβάνοντος,
ἀλλ’ οὐκ ἀπὸ τοῦ λόγου τοῦ διδάσκοντος ὅτι ἀνάγκη
τούτων ἕκαστον ζῷον ὄντα καὶ ψυχὴν ἔχοντα καὶ
σῶμα κινεῖσθαι τὴν ἰδίαν κίνησιν· (πᾶν γὰρ σῶμα 
ᾧ μὲν ἔξωθεν τὸ κινεῖσθαι ἄψυχον, ᾧ δὲ ἔνδοθεν
καὶ ἐξ ἑαυτοῦ ἔμψυχον·) κινούμενον δὲ, ἅτε θεῖον

 
ὄντα, τὴν καλλίστην κινεῖσθαι κίνησιν· καλλίστης
δ’ οὔσης τῆς ἐν κύκλῳ κινήσεως, ταύτῃ αὐτὸν κινεῖ 
σθαι.

ἡ δὲ αἴσθησις τὰ μὲν ἐκ τοὐ λόγου μαρτυροῖτο
ἂν ὡς ἀληθεύουσα, οὐ μὴν αὐτὴ παρέσχε τὴν
 πίστιν τῆς κινήσεως. περὶ δὲ τῆς τοῦ παντὸς κινήσεως
ὡς μὲν οὐκ ἐν κύκλῳ τινὶ γίνεται νικώμενος
ὑπὸ τῆς ἐναργείας οὐκ ἔσχεν ἀντειπεῖν Πλάτωνι,
παρεῖχε δὲ κἀνταῦθα διαφορὰν αὐτῷ τὸ καλὸν τοῦτο
εὕρημα τοῦ σώματος.

ὁ μὲν γὰρ Πλάτων,
 ὄντων τεττάρων σωμάτων καὶ πάντων φύσει κινουμένων
ἁπλῆν καὶ εὐθεῖαν κίνησιν, πυρὸς μὲν ἐπὶ τὸ
ἐκτὸς, γῆς δ’ ἐπὶ τὸ μέσον, τῶν δὲ ἄλλων ἐπὶ τὸ
μεταξὺ, τὴν ἐν κύκλῳ κίνησιν ἀπέδωκε τῇ ψυχῇ· ὁ 
δ’, ᾗπερ ἄλλῳ σώματι ἄλλην, οὕτω δὲ καὶ τὴν ἐν
 κύκλῳ, καθάπερ σωματικήν τινα, τῷ πέμπτῳ προσ-
ένειμε σώματι, πάντ’ εὐκόλως αὑτὸν ἐξαπατήσας.

τοῖς μὲν γὰρ ἐπ’ εὐθείας κινουμένοις αἷ βαρύτητες
καὶ κουφότητες τὴν ἀρχὴν τῆς κινήσεως παρείχοντο,
τὸ δὲ πέμπτον σῶμα, μήτε βάρους μετέχον
 μήτε κουφότητος, ἀκινησίας μᾶλλον·

οὐ τῆς ἐν
κύκλῳ κινήσεως τοῖς ἐπ’ εὐθείας κινουμένοις τὸ σχῆμα
τὴν αἰτίαν ἔχει τῆς κινήσεως, ἀλλ’ ἡ ῥοπή· σῶμα οὐ
μόνον ἐν μέσῳ τεθὲν ὁμοίου τινὸς οὐχ ἔξει πῆ κλιθῇ,
ἀλλ’ ἐν κύκλῳ περιτεθὲν ὁποίῳ τινὶ οὐχ ἕξει τῆς ἐπί
 τι κλίσεως αἰτίαν‚
 ἴωσι, πρὸς ἠῶ τ’ ἠέλιόν τε, 
 εἴτ᾿ ἐπ᾿ ἀριστερά, 
εἴτε πρόσω εἴτ’ ὀπίσω.

ἔτι τοῖς μὲν ἄλλοις σώμασιν 
 ἐξωσθεῖσι τῶν οἰκείων τόπων παρέχει τὸ κινεῖσθαι
πάλιν ἀφ’ αὑτῶν ἡ πρὸς τούτους ἀναφορά· τῷ
πέμπτῳ δὲ ἐκείνῳ‚ μηδέποτε ἐκβαίνοντι τῶν αὐτοῦ

 
τόπων, μένειν ἂν προσήκοι.

καὶ περὶ τῶν ἄλλων
σωμάτων‚ ὑπεξαιρουμένου τοῦ πέμπτου, φαίνεται
φιλονεικῶν Ἀριστοτέλης μὴ τὰ αὐτὰ λέγειν Πλάτωνι.
ζητήσαντος γὰρ τοῦ Πλάτωνος εἰ ἔστι φύσει βαρὺ
 σῶμα ἢ φύσει κοῦφον, καὶ ἐπειδὴ ταῦτα κατὰ τὴν πρὸς 
τὸ ἄνω καὶ κάτω σχέσιν ἐφαίνετο λέγεσθαι σκεψαμένου
εἴτε ἐστί τι κάτω φύσει καὶ ἄνω‚ εἴτε μὴ‚ καὶ
ἀποδείξαντος ἀκριβῶς ὅτι κατὰ μὲν τὰς τῶν σωμάτων
πρὸς τοὺς τόπους οἰκειότητας τὸ κάτω λέγοιτο ἑκάστοις
ἐφ’ ὃ φέροιντο, ἄνω δὲ ἑκάστοις τὸ ἀλλότριον 
ἀφ’ οὗ ἀναχωροῖεν‚ καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν σχέσιν καὶ
τὸ βαρὺ καὶ τὸ κοῦφον διανείμαντος καὶ πρὸς τούτω
ἀποδείξαντος ὅτι μήτε τὸ μέσον μήτε τὸ πέριξ αὐτῶν
εὔλογον ἄνω τι ἢ κάτω λέγεσθαι·

ὅδε ἀντιτίθησι,
 πανταχόθεν καταβάλλειν δεῖν ἡγούμενος τὰ ἐκείνου, 
καὶ τὸ μὲν ἐπὶ τὸ μέσον φερόμενον βαρὺ λέγειν βιάζεται,
τὸ δὲ ἐπὶ τὸ πέριξ κοῦφον· καὶ τὸν μὲν τόπον
τὸν ἐν μέσῳ κάτω φησὶ, τὸν δὲ πέριξ ἄνω.”

Ἀλλὰ περὶ μὲν κόσμου, καὶ ἐξ ὧν οὗτος, καὶ
τῶν κατ’ οὐρανὸν τοσοῦτον ἀλλήλων ἀφεστήκατον. 
ταῦτα μὲν οἵδε. Μώσης δὲ καὶ τὰ Ἑβραίων λόγια
τούτ’ ὢν οὐδὲν πολυπραγμονεῖ· καὶ εἰκότως‚ ὅτι μηδὲ
πρὸς βίου κατόρθωσιν τοῖς περὶ ταῦτα ἀσχολουμένοις
λυσιτελεῖν ἐνομίσθη.

“Ὑπὲρ δὲ τῆς ψυχῆς τί καὶ λέγοιμεν ἄν; 
δῆλα γὰρ ταῦτα οὐ μόνον τοῖς φιλοσοφοῦσιν‚ ἀλλ’
ἤδη σχεδὸν καὶ τοῖς ἰδιώταις ἅπασιν, ὅτι Πλάτων’
μὲν ἀθάνατον τὴν ψυχὴν ἀπολείπει, καὶ πολλοὺς
 ὑπὲρ τούτου λόγους πεποίηται‚ ποικίλως καὶ παν-
τοίως ἀποδεικνὺς ὅτι ἐστὶν ἀθάνατος ἡ ψυχή.

πολλὴ δὲ καὶ τοῖς ἐσπουδακόσι περὶ τὰ Πλά-
τωνος ἡ φιλοτιμία γέγονε‚ συναγωνιζομένοις τῷ τε

 
δόγματι καὶ τῷ Πλάτωνι. σχεδὸν γὰρ τὸ συνέχον
τὴν πᾶσαν αἵρεσιν τἀνδρὸς τούτ’ ἔστιν.

ἥ τε
γὰρ τῶν ἠθικῶν δογμάτων ὑπόθεσις ἐπηκολούθησε
τῇ τῆς ψυχῆς ἀθανασίᾳ, τὸ μέγα καὶ λαμπρὸν καὶ
 νεανικὸν τῆς ἀρετῆς διὰ τὸ τῆς ψυχῆς θεῖον σῶσαι
δυνηθείσης‚ τά τε τῆς φύσεως πράγματα πάντα κατὰ
τὴν τῆς ψυχῆς διοίκησιν ἔσχε τὸ καλῶς διοικεῖσθαι 
δύνασθαι.

ψυχὴ γὰρ πᾶσα, φησὶ, παντὸς ἐπιμελεῖται
τοῦ ἀψύχου, πάντα δὲ οὐρανὸν περιπολεῖ ἄλλοτ’
 ἐν ἄλλοις εἴδεσι γινομένη. ἀλλὰ μὴν καὶ τὰ τῆς
ἐπιστήμης καὶ τῆς σοφίας εἰς τὴν ἀθανασίαν τῆς ψυχῆς
ἀνῆπται τῷ Πλάτωνι. πᾶσαι γὰρ αἶ μαθήσεις
ἀναμνήσεις, καὶ οὐκ ἄλλως οἴεται δύνασθαι σώζεσθαι
καὶ ζήτησιν καὶ μάθησιν, ἐξ ὧν ἐπιστήμη γίνεται.

εἰ δὲ μή ἐστιν ἡ ψυχὴ ἀθάνατος‚ οὐδὲ ἀνάμνησις. 
εἰ δὲ μὴ τοῦτο, οὐδὲ μάθησις. πάντων οὖν τῶν Πλάτωνος
δογμάτων ἀτεχνῶς ἐξηρτημένων καὶ ἐκκρεμαμένων
τῆς κατὰ τὴν ψυχὴν θειότητός τε καὶ ἀθανασίας,
ὁ μὴ συγχωρῶν τοῦτο τὴν πᾶσαν ἀνατρέπει
 φιλοσοφίαν Πλάτωνος.

τίς οὖν ἐστιν ὁ πρῶτος
ἐγχειρήσας ἀντιτάξασθαι ἀποδείξεσι, καὶ τὴν ψυχὴν
ἀφελέσθαι τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς ἄλλης πάσης δυνάμεως;
τίς δ’ ἕτερος πρὸ Ἀριστοτέλους; τῶν μὲν γὰρ
ἄλλων οἷ μὲν ἐπιδιαμένειν συνεχώρησαν, οἱ δ’‚ εἰ
 μὴ καὶ τοῦτο‚ δύναμίν γε ἐν τῷ σώματι καὶ κίνησίν
τινα καὶ ἔργα καὶ πράξεις ἀπένειμαν τῆς ψυχῆς·

ὁ 
δὲ‚ ὅσῳπερ Πλάτων’ ἀπεσέμνυνε τὸ τῆς ψυχῆς πρᾶγμα, 
ἀρχὴν γενέσεως καὶ θεοῦ παίδευμα καὶ τῶν
ἁπάντων προστάτιν ἀποφηνάμενος‚ τοσῷδε ἐφιλονείκησε
 καθελεῖν καὶ ἀτιμάσαι καὶ μικροῦ δεῖν μηδὲν
ἀποφῆναι τὴν ψυχήν.

οὔτε γὰρ πνεῦμα οὔτε
πῦρ οὔτε ὅλως σῶμα, ἀλλ’ οὐδὲ ἀσώματον, οἶον εἶναί

 
τε ἐφ᾿ αὑτοῦ καὶ κινεῖσθαι, ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὅσον ἐπὶ τοῦ
σώματος ἀκίνητον εἶναι καὶ ὡς εἰπεῖν ἄψυχον. οἶον
γὰρ τόδε ἐτόλμησεν, ἢ καὶ ἀπηναγκάσθη, ὡς καὶ τὰς
πρωτουργοὺς κινήσεις ἀφελέσθαι τῆς ψυχῆς, τὸ βουλεύσασθαι,
τὸ διανοηθῆναι, τὸ προσδοκήσαι, τὸ μνημονεῦσαι, 
τὸ λογίσασθαι;

οὐ γὰρ ψυχῆς ταῦτά
 φησι τὰ κινήματα ὁ τῆς φύσεως, ὥς φασι, γραμματεύς.
πάνυ γοῦν οὗτός ἐστι πιστὸς, ὡς συνεικέναι
τι περὶ τῶν ἐκτὸς, ὁ τῆς αὑτοῦ ψυχῆς τοσοῦτον διημαρτηκὼς
ὡς μηδ᾿ ὅτι διανοεῖται παρακολουθεῖν. 
οὐ γὰρ ἡ ψυχὴ, φησὶν, ἀλλ᾿ ὁ ἄνθρωπός ἐστιν ὁ
τούτων ἕκαστον ἐνεργῶν, ἡ ψυχὴ δὲ ἀκίνητος.

τούτῳ τοιγαροῦν ἑπόμενος Δικᾳίαρχος , καὶ τἀκόλουθον
ἱκανὸς ὢν θεωρεῖν, ἀνῄρηκε τὴν ὅλην ὑπόστασιν
τῆς ψυχῆς. ὅτι μὲν γὰρ ἀόρατόν τι καὶ ἀφανές ἐστιν 
 ἡ ψυχὴ δῆλον, ὥστε οὐκ ἂν διά γε τὴν ἀπὸ τῶν αἰσθήσεων
ἐνέργειαν δοίημεν εἶναι ψυχήν· αἱ δὲ κινήσεις
αὐτῆς ἀφανοῦς οὔσης ἀναγκάζειν ἡμὰς δοκοῦσιν εἶναί
τι τὴν ψυχὴν ὁμολογεῖν.

ταῦτα γὰρ ἅπας τις
συνιέναι δοκεῖ τῆς ψυχῆς ὄντα, τὸ βουλεύεσθαι καὶ 
σκοπεῖσθαι καὶ καθ᾿ ὃν δήποτε τρόπον διανοεῖσθαι.
ὅταν γὰρ ἴδωμεν τὸ σῶμα καὶ τὰς τούτου δυνάμεις
καὶ ἐνθυμηθῶμεν δὲ τὰς τοιαύτας ἐνεργείας, ὡς οὐ
 σώματος [οὔσας,] δίδομεν εἶναί τι ἐν ἡμῖν ἕτερον τὸ
βουλευόμενον ’ τοῦτο δὲ εἶναι τὴν ψυχήν. ἐπεὶ πόθεν 
ἀλλαχόθεν ἐπιστεύσαμεν ὑπὲρ ψυχῆς ;

ἂν οὑν τις
ἐξ ὧν μάλιστα ψυχὴ φαίνεται ταῦτα ἀφελόμενος ἑτέρῳ
τινὶ προσάψῃ πράγματι, οὔτε ὅθεν οὖσα ἐμφαίνεται
καταλέλοιπεν οὔτε ὅ τι χρήσιμος ἂν εἶναι δοκοίη.
τίς οὖν ἡ βοήθεια τῷ τὴν ψυχὴν ἀθάνατον εἶναι 
θέλοντι παρὰ τοῦ τὴν ψυχὴν ἀποκτιννύντος; τίς δὲ
ἡ διδασκαλία τοῦ τρόπου τῆς κινήσεως, καθ᾿ ὃν αὐτο-

 
κίνητὸν αὐτήν φαμεν, παρὰ τῶν μηδὲ τὸ παράπαν
αὐτῇ κίνησιν νεμόντων;

ναί· ἀλλὰ κατά γε τὴν 
ἀθανασίαν τοῦ νοῦ φήσαι τις ἂν αὐτὸν κοινωνεῖν
Πλάτωνι. καὶ γὰρ εἰ μὴ πᾶσαν βούλεται τὴν ψυχὴν
 ἀθάνατον εἶναι , τόν γε νοῦν ὁμολογεῖ θεῖόν τε καὶ
ἄφθαρτον εἶναι. τίς μὲν οὖν τὴν οὐσίαν καὶ τὴν
φύσιν ὁ νοῦς, ὅθεν ὢν, καὶ πόθεν ἐπεισκρινόμενος
τοῖς ἀνθρώποις, καὶ ποῦ πάλιν ἀπαλλαττόμενος, αὐτὸς
ἂν εἰδείη· εἰ γέ τι συνίησιν ὧν λέγει περὶ τοῦ
 νοῦ, καὶ μὴ τὸ ἄπορον τοῦ πράγματος τῷ ἀσαφεῖ τοῦ
λόγου περιστέλλων ἐξίσταται τὸν ἔλεγχον, ὥσπερ αἱ
σηπίαι τὸ δυσθήρευτον ἐκ τοῦ σκοτεινοῦ ποριζόμενος.

πάντως δὲ καὶ ἐν τούτοις διαφέρεται Πλάτωνι.
ὁ μὲν γάρ φησι νοῦν ἄνευ ψυχῆς ἀδύνατον εἶναι συνίστασθαι,
 ὁ δὲ χωρίζει τῆς ψυχῆς τὸν νοῦν. καὶ τὸ
τῆς ἀθανασίας ὁ μὲν μετὰ τῆς ψυχῆς αὐτῷ δίδωσιν, 
ὡς ἄλλως οὐκ ἐνδεχόμενον, ὁ δέ φησιν αὐτῷ μόνῳ
χωριζομένῳ τῆς ψυχῆς τοῦτο περιγίνεσθαι. καὶ τὴν
μὲν ψυχὴν τοῦ σώματος οὐκ ἠξίωσεν ἐκβαίνειν, ὅτι
 Πλάτωνι τοῦτο ἤρεσε, τὸν δὲ νοῦν ἀπορρήγνυσθαι
τῆς ψυχῆς ἠνάγκασεν, ὅτι ἀδύνατον ἔγνω Πλάτων
τὸ τοιοῦτο.” 
 Ταῦτα μὲν ὁ Ἀττικός. συνάψω δὲ αὐτοῖς καὶ τὰ
Πλωτίνου τόνδ᾿ ἔχοντα τὸν τρόπον

“ Τὸ δὲ τῆς ἐντελεχείας ὧδ᾿ ἄν τις ἐπισκέ- 
ψαιτο πῶς περὶ ψυχῆς λέγεται. τὴν ψυχήν 
ἐν τῷ συνθέτῳ εἴδους τάξιν ὡς πρὸς ὕλην τὸ σῶμα
ἔμψυχον ἔχειν, σώματος δὲ οὐ παντὸς εἶδος, οὐδὲ ᾗ
σῶμα, ἀλλὰ φυσικοῦ, ὀργανικοῦ, δυνάμει ζωὴν ἔχοντος.

εἰ μὲν οὖν ᾗ παραβέβληται ὡμοίωται, ὡς
μορφὴ ἀνδριάντος πρὸς χαλκόν· καὶ διαιρουμένου
τοῦ σώματος συμμερίζεσθαι τὴν ψυχὴν , καὶ ἀποκο-

 
πτομἐνου τινὸς μέρους μετὰ τοῦ ἀποκοπέντος ψυχῆς
μόριον εἶναι, τήν τε ἐν τοῖς ὕπνοις ἀναχώρησιν μὴ
γίνεσθαι, εἴπερ δεῖ προσφυᾶ τὴν ἐντελέχειαν οὗ
ἐστιν εἶναι· τὸ δ’ ἀληθὲς μηδὲ ὕπνον γίνεσθαι.

καὶ μὴν ἐντελεχείας οὔσης, οὐδὲ ἐναντίωσιν λόγου 
πρὸς ἐπιθυμίας· ἕν δὲ καὶ ταὐτὸν δι’ ὅλου πεπονθέναι
 τὸ πᾶν οὐ διαφωνοῦν ἑαυτῷ. αἰσθήσεις δὲ
μόνον δυνατὸν ἴσως γίνεσθαι, τἀς δὲ νοήσεις ἀδύνατον.
διὸ καὶ αὐτοὶ ἄλλην ψυχὴν τὸν νοῦν εἰσάγουσιν,
ὃν ἀθάνατον τίθενται.

τὴν οὖν λογιζομένην 
νῆν ψυχὴν ἄλλως ἐντελέχειαν ἢ τοῦτον τὸν τρόπον,
ἀνάγκη εἶναι, εἰ δεῖ τῷ ὀνόματι τούτῳ χρῆσθαι. οὐδ’
ἡ αἰσθητικὴ‚ εἴπερ καὶ αὕτη τῶν αἰσθητῶν ἀπόντων
τοὺς τύπους ἔχει‚ αὐτοὺς οὐ μετὰ τοῦ σώματος ἄρα
ἕξει· εἰ δὲ μὴ‚ οὕτως ἐνέσονται ὡς μορφαὶ καὶ εἰκόνες· 
ἀλλ’ ἀδύνατον ἄλλως δέχεσθαι, εἰ οὕτως ἐνεῖεν.
οὐκ ἄρα οὖσ’ ἀχώριστος ἐντελέχεια.

καὶ μὴν οὐδὲ
 τὸ ἐπιθυμοῦν μὴ σιτίων, μηδὲ ποτῶν, ἀλλ’ ἄλλων
παρὰ τὰ τοῦ σώματος‚ οὐδὲ αὐτὸ ἀχώριστος ἐντελέ-
χεια. λοιπὸν δὲ τὸ φυτικὸν ἂν εἴη‚ ὁ ἀμφισβήτησιν 
ἂν δόξειεν ἔχειν, μήποτε τοῦτον τὸν τρόπον ἐντελέχεια
ἀχώριστος ῇ.

ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο φαίνεται οὕτως
ἔχον. εἰ γὰρ ἡ ἀρχὴ παντὸς φυτοῦ περὶ τὴν ῥίζαν,
καὶ αὐξανομένου τοῦ ἄλλου σώματος περὶ τὴν ῥίζαν,
καὶ τὰ κάτω ἐν πολλοῖς τῶν φυτῶν‚ ἡ ψυχὴ δηλονότι 
ἀπολιποῦσα τὰ ἄλλα μέρη εἰς ἴν τι συνεστάλη·
οὐκ ἄρα ἦν ἐν τῷ ὅλῳ ὡς ἀχώριστος ἐντελέχεια. καὶ
 γὰρ αὖ ἐστὶ πρὶν αὐξηθῆναι τὸ φυτὸν ἐν τῷ ὀλίγῳ
ὄγκῳ.

εἰ οὖν καὶ εἰς ὀλίγον ἔρχεται ἐκ μείζονος
φυτοῦ καὶ ἐξ ὀλίγου ἐπὶ πᾶν‚ τί κωλύει καὶ ὅλως 
χωρίζεσθαι; πῶς δ’ ἂν καὶ ἀμερὴς οὖσα μεριστοῦ
τοῦ σώματος ἐντελέχεια γένοιτο μεριστή; ἥ τε αὐτὴ

 
ψυχὴ ἐξ ἄλλου ζῴου ἄλλο γίνεται· πῶς οὖν ἡ τοῦ
προτέρου τοῦ ἐφεξῆς ἂν γένοιτο, εἰ ἦν ἐντελέχεια
ἑνός;

φαίνεται δὲ τοῦτο ἐκ τῶν μεταβαλλόντων
ζῴων εἰς ἄλλα ζῷα. οὐκ ἄρα τῷ εἶδος εἶναί τινος τὸ
 εἶναι ἔχει, ἀλλ’ ἔστιν οὐσία, οὐ παρὰ τὸ ἐν σώματι 
ἱδρῦσθαι τὸ εἶναι λαμβάνουσα, ἀλλ’ οὖσα πρὶν καὶ
τοῦδε γενέσθαι, οἷον ζῴου, οὐ τὸ σῶμα τὴν ψυχὴν
γεννήσει.

τίς οὖν οὐσία αὐτῆς; εἰ δὲ μήτε σῶμα
μήτε πάθος σώματος, πρᾶξις δὲ καὶ ποίησις, καὶ
 πολλὰ καὶ ἐν αὐτῇ καὶ ἐξ αὐτῆς, οὐσία παρὰ τὰ σ΄σματα
οὖσα, ποία τίς ἐστιν; ἢ δῆλον ὅτι ἥν φαμεν
ὄντως οὐσίαν εἶναι; τὸ μὲν γὰρ γένεσις‚ ἀλλ’ οὐκ
οὐσία, πᾶν τὸ σωματικὸν εἶναι λέγοιτ’ ἂν, γινόμενον
καὶ ἀπολλύμενον‚ ὄντως δὲ οὐδέποτε ὂν, μεταλήψει
 δὲ τοῦ ὄντος σωζόμενον, καθ’ ὅσον ἂν αὐτοῦ μετα-
λαμβάνον.” 
 Επειδὴ δὲ καὶ τὰ Πλωτίνου διήλθομεν, συνιδεῖν 
οὐκ ἄτοπον καὶ τὰ Πορφυρίῳ ἐν τοῖς πρὸς Βόηθον
περὶ ψυχῆς εἰρημένα

“Πρὸς δὲ τὸν ἐντελέχειαν τὴν ψυχὴν εἰπόντα
καὶ ἀκίνητον παντελῶς οὖσαν κινεῖν ὑπειληφότα ῥητέον 
τέον πόθεν οἱ ἐνθουσιασμοὶ τοῦ ζῴου μηδὲν μὶν ξυνιέντος
ὧν ὁρᾷ τε καὶ λέγει, τῆς δὲ ψυχῆς καὶ τὸ
μέλλον καὶ μὴ ἐνεστὸς βλεπούσης καὶ κατὰ ταὐτὸ
 κινουμένης‚ πόθεν δὲ καὶ ἐπὶ τῆς τοῦ ζῴου συστάσεως
αἶ τῆς ὡς ζῴου ψυχῆς βουλαί τε καὶ σκέψεις 
καὶ θελήσεις, ῥοπαὶ οὖσαι τῆς ψυχῆς καὶ οὐ τοῦ
σώματος.”

Εἶθ’ ἑξῆς ἐπιλέγει 
 Τὸ δὲ βαρύτητι ἀπεικάζειν τὴν ψυχὴν ἢ ποιό-
τησι μονοειδέσι καὶ ἀκινήτοις σωματικαῖς‚ καθ’ ἃς
ἢ κινεῖται ἢ ποιόν ἐστι τὸ ὑποκείμενον, ἐκπεπτωκότος

 
ἦν τέλεον ἢ ἑκόντος ἢ ἄκοντος τῆς ψυχικῆς ἀξίας, καὶ
οὐδαμῶς καθεωρακότος ὡς παρουσίᾳ μὲν τῆς ψυχῆς
ζωτικὸν γέγονε τὸ τοῦ ζῴου σῶμα, ὡς πυρὸς παρουσίᾳ
θερμὸν τὸ παρακείμενον ὕδωρ, ψυχρὸν ὂν καθ’ ἑαυτό·
καὶ ἡλίου ἀνατολῇ πεφώτισταί γε ὁ ἀὴρ‚ σκοτεινὸς 
ὢν ἄνευ τῆς τούτου ἐκλάμψεως.

ἀλλ’ οὔτε ἡ θέρμη
τοῦ ὕδατος ἡ θερμότης ἦν τοῦ πυρὸς οὔτε τὸ πῦρ,
οὔτε τὸ ἐναέριον φῶς τὸ σύμφυτον τό ἡλίῳ φῶς·
 ὡσαύτως δὲ οὐδὲ ἡ τοῦ σώματος ἐμψυχία, ἥτις ἔοικε
τῇ βαρύτητι καὶ τῇ περὶ σῶμα ποιότητι, ἡ ψυχὴ ἡ 
ἐν τῷ σώματι κατατακθεῖσα, δι’ ἣν καὶ πνοῆς τινος
ζωτικῆς μετέσχε τὸ σῶμα.”

Εἶθ’ ἑξῆς μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει 
 “Τὰ μὲν οὖν ἄλλα ὅσα περὶ αὐτῆς εἰρήκασιν ἄλ-
λοι αἰσχύνην ἡμῖν φέρει. πῶς γὰρ οὐκ αἰσχρὸς ὁ 
ἐντελέχειαν τιθεὶς τὴν ψυχὴν λόγος σώματος φυσικοῦ
ὀργανικοῦ; πῶς δὲ οὐκ αἰσχύνης γέμων ὁ πνεῦμά
πως ἔχειν αὐτὴν ἀποδιδοὺς‚ ἢ πῦρ νοερὸν‚ τῇ περι-
ψύξει καὶ οἶον βαφῇ τοῦ ἀέρος ἀναφθὲν ἢ στομωθὲν,
ὅ τε ἀτόμων ἄθροισμα θεὶς ἢ ὅλως ἀπὸ σώματος αὐτὴν 
d τὴν γεννᾶσθαι ἀποφαινόμενος;" 
 Ὁν δὴ λόγον ἐν Νόμοις ἀσεβῶν ἀσεβῆ εἶναι ἀπε-
φήνατο. αἰσχύνης οὖν πάντες οὗτοι πλήρεις λόγοι.
ἐπὶ δὲ τῷ λέγοντι αὐτοκίνητον οὐσίαν οὐκ ἄν τις,
φησὶν, αἰσχυνθείη.

“Ἕτι τοῦ Πλάτωνος λέγοντος τὴν ψυχὴν διακοσμεῖν
τὰ πάντα διήκουσαν διὰ πάντων‚ καὶ ταύτην
ὑφ’ ἧς καὶ οἱ λοιποὶ διοικεῖσθαι συγχωροῖεν ἂν
ἕκαστα, καὶ μηδὲν ἄλλο εἶναι τὴν φύσιν ἢ ψυχὴν,
καὶ δηλονότι ψυχὴν οὐκ ἄλογον‚ καὶ ἐκ τούτων συνάγοντος 
ὅτι πάντα κατὰ πρόνοιαν γίνεται, εἴ γε καὶ
κατὰ φύσιν· πρὸς οὐδὲν τούτων ἡμῖν Ἀριστοτέλης

 
ὁμολογεῖ.

οὐ γὰρ εἶναι τὴν φύσιν ψυχὴν, καὶ τὰ
περὶ γῆν ὑπὸ μὲν φύσεως διοικεῖσθαι. εἶναι γὰρ ἐφ᾿
ἑκάστῳ τῶν πραγμάτων ἄλλας καὶ τὰς αἰτίας. τῶν
 ἐχόντων αἰτίαν τὴν εἱμαρμένην ὑποτίθησι, τῶν δὲ
ὑπὸ σελήνην τὴν φύσιν, τῶν δὲ ἀνθρωπίνων φρόνησιν
καὶ πρόνοιαν καὶ ψυχήν· τὸ μὲν γλαφυρὸν ἐν
ταῖς τοιαύταις διαιρέσεσι παρεχόμενος, τὸ δὲ ἀναγκαῖον
οὐ συνορῶν.

εἰ γὰρ μὴ μία τις εἴη δύναμις
 ἔμψυχος διήκουσα διὰ τοῦ παντὸς καὶ πάντα συνδοῦσα
καὶ συνέχουσα, οὔτ᾿ ἂν εὐλόγως τὸ πᾶν οὔτε
καλῶς διοικούμενον εἶναι δύναιτο. τῆς δ᾿ αὐτῆς ἦν
ἄρ᾿ ἀβλεψίας καὶ πόλιν ἐλπίσαι ποτὲ καλῶς χωρὶς 
ἑνώσεως διαγενέσθαι, καὶ τὸ πᾶν τόδε ἡγήσασθαι
 πάγκαλον τῷ λόγῳ διαφυλάξειν , οἷόν περ φαίνεται,
μὴ συνδήσαντα καὶ συναρμόσαντα ἑνός τινος ὁμοίου
κοινωνίᾳ.

καὶ τοιοῦτον μέν τι πρᾶγμα τὸ διοικοῦν
ἕκαστα εἶναί φησιν, οἶον ἀρχὴν εἶναι κινήσεως, τοῦτο
δὲ εἶναι ψυχὴν οὐ βούλεται· καίτοι καὶ τοῦ Πλάτωνος
 αὐτοῦ δεικνύντος ὅτι τοῖς κινουμένοις ἅπασιν
ἀρχὴ καὶ πηγὴ τῆς κινήσεως ἡ ψυχή. καὶ ὃ μὲν ἂν
ἔργον εἴη ψυχῆς λογικῆς καὶ φρονίμου τὸ μηδὲν μά-
μάτην ποιεῖν, τοῦτο ἀνατίθησι τῇ φύσει, τοῦ δὲ ὀνό- 
ματος αὐτῇ τῆς ψυχῆς οὐ μεταδίδωσιν, ὥσπερ ἐκ
 τῶν ὀνομάτων, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκ τῶν δυνάμεων, τῶν πραγμάτων
λαμβανομένων.”

"Tὸ δὲ κεφάλαιον καὶ τὸ κῦρος τῆς Πλά- 
τωνος αἱρέσεως, ἡ περὶ τῶν νοητῶν διάταξις, ἠτίμασται
καὶ προπεπηλάκισται καὶ παντοίως, τό γε ἐξὸν
 ἐπ᾿ Ἀριστοτέλει , περιύβρισται. οὐ γὰρ δυνάμενος
ἐννοῆσαι διότι τὰ μεγάλα καὶ θεῖα καὶ περιττὰ τῶν
πραγμάτων παραπλησίου τινὸς δυνάμεως εἰς ἐπίγνω-

 
σιν δεῖται‚ τῇ δ’ αὑτοῦ λεπτῇ καὶ ταπεινῇ δριμύτητι
πιστεύων‚ ἥτις διαδῦναι μὲν τῶν ἐπὶ γῆς
πραγμάτων καὶ τὴν ἐν τούτοις ἀλήθειαν ἰδεῖν ἐδύνατο,
τῆς δ’ ὄντως ἀληθείας ἐποπτεῦσαι τὸ πεδίον
 οὐχ οἵα τε ἦν, αὑτῷ κανόνι καὶ κριτῇ τῶν ὑπὲρ αὐτὸν 
χρησάμενος, ἀπέγνω τινὰς εἶναι ἰδίας φύσεις,
οἵας Πλάτων’ ἔγνω, λήρους δὲ καὶ τερετίσματα καὶ
φλυαρίας ἐτόλμησεν εἰπεῖν τὰ τῶν ὄντων ἀνώτατα.

τὸ μὲν οὖν ἄκρον τε καὶ ἔσχατον τῶν Πλάτωνος
φιλοσοφημάτων ἐστὶ τὸ περὶ τὴν νοητὴν ταύτην καὶ 
ἀίδιον οὐσίαν τὴν τῶν ἰδεῶν, ἔνθα δὴ πόνος τε καὶ
ἀγὼν ἔσχατος τῇ ψυχῇ πρόκειται. ὁ μὲν γὰρ μετασχὼν
καὶ ἐφικόμενος αὐτῆς πάντως εὐδαίμων, ὁ δὲ
 ἀπολειφθεὶς καὶ ἀδυνατήσας θεωρὸς γενέσθαι πάντως
ἄμοιρος εὐδαιμονίας καταλείπεται.

καὶ διὰ 
τοῦτο Πλάτων’ τε πανταχῆ διαγωνίζεται, δεικνὺς τὴν
ἰσχὺν τούτων τῶν φύσεων· οὔτε γὰρ ὡντινωνοῦν
ἀποδοῦναί φησιν οἶόν τε εἶναι καλῶς, ἂν μὴ
τούτων μεθέξει, οὔτε γνῶσίν τινος ἀληθοῦς, ἂν μὴ
τῇ πρὸς ταῦτα ἀναφορᾷ, ἀλλ’ οὐδὲ λόγου μετέσεσθαί 
τισιν, εἰ μὴ τὴν τούτων οὐσίαν ὁμολογήσειαν·

οἵ
τ’ αὖ τὰ τοῦ Πλάτωνος συνιστάναι ἐγνωκότες τὸν
πλεῖστον ἀγῶνα τῶν λόγων ἐν τούτῳ τίθενται πάνυ
ἀναγκαίως. οὐδὲν γὰρ ἔτι τὸ Πλατωνικὸν ἀπολείπεται,
 εἰ μὴ τἀς πρώτας καὶ ἀρχικωτάτας φύσεις ταύτας 
συγχωρήσεταί τις αὐτοῖς ὑπὲρ Πλάτωνος. ταῦτα
γάρ ἐστιν οἶς μάλιστα τῶν ἄλλων ὑπερέχει.

νοήσας
γὰρ θεὸν πρὸς αὐτὰ τῶν ἀπάντων πατέρα καὶ
δημιουργὸν καὶ δεσπότην καὶ κηδεμόνα, καὶ γνωρίζων
ἐκ τῶν ἔργων τὸν τεχνίτην πρότερον νοῆσαι τοῦτο 
ὃ μέλλει δημιουργήσειν, εἶθ’ οὕτω τῷ νοηθέντι κατόπιν
ἐπὶ τῶν πραγμάτων προσάγειν τὴν ὁμοιότητα·

 
ταὐτὸν δὴ, τὰ τοῦ θεοῦ νοήματα πρεσβύτερα τῶν
πραγμάτων‚ τὰ τῶν γενομένων παραδείγματα, ἀσώματα
καὶ νοητὰ, κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ ὡσαύτως ἔχοντα
ἀεὶ, μάλιστα μὲν καὶ πρώτως αὐτὰ ὄντα, παραίτια
 δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις τοῦ εἶναι τοιαῦτα ἕκαστα οἷά περ 
ἐστὶ, κατὰ τὴν πρὸς αὐτὰ ὁμοιότητα, συνιδὼν ὁ Πλάτων
ὄντα οὐ ῥᾷστα ὀφθῆναι, οὐ μὴν οὐδὲ λόγῳ σαφῶς
δηλωθῆναι δυνάμενα, αὐτὸς ὡς οἶόν τε ἦν ὑπὲρ
αὐτῶν εἰπεῖν καὶ φρονῆσαι καὶ παρασκευάσαι τοὺς
 μέλλοντας ἐπακολουθήσειν πραγματευσάμενος ταῦτα,
καὶ τὴν σύμπασαν αὑτοῦ φιλοσοφίαν εἰς τοῦτο συνταξάμενος,
περὶ ταῦτά φησι καὶ τὴν τούτων νόησιν
καὶ τὴν σοφίαν εἶναι καὶ τὴν ἐπιστήμην, δι’ ἧς τὸ ἀνθρώπινον
τέλος καὶ ἡ μακαριστὴ βιοτὴ παραγίνεται.”

Τοσαῦτα ὁ Ἀττικός. παρῆν δὲ καὶ τούτων ἔτι
πλείω ἐκ τῆς δηλωθείσης παραθέσθαι τοῦ ἀνδρὸς
γραφῆς· πλὴν ἀλλὰ τοῖς ἐκτεθεῖσιν ἀρκεσθέντες μετα-
βησόμεθα καὶ ἐπὶ τὴν τῶν Στωϊκῶν αἵρεσιν.

Σωκράτους
τοίνυν ἀκουστὴς ἐγένετο Ἀντισθένης. Ἡρακλεωτκός
 τις ἀνὴρ τὸ φρόνημα, ὃς ἔφη τοῦ ἥδεσθαι
τὸ μαίνεσθαι κρεῖττον εἶναι· διὸ καὶ παρῄνει τοῖς
γνωρίμοις μηδέποτε χάριν ἡδονῆς δάκτυλον ἐκτείνειν.

τούτου δὲ ἀκουστὴς γέγονε Διογενὴς ὁ κύων, ὃς
καὶ αὐτὸς θηριωδέστατα φρονεῖν δόξας πολλοὺς ἐπηγάγετο. 
 τοῦτον Κράτης διεδέξατο· Κράτητος δὲ ἐγένετο
Ζήνων ὁ Κιτιεὺς, ὁ τῆς τῶν Στωϊκῶν φιλοσόφων
αἱρέσεως καταστὰς ἀρχηγός

Ζήνωνα δὲ Κλεάνθης
διεδέξατο, Κλεάνθην δὲ Χρύσιππος, τοῦτον δὲ Ζήνων
ὁ ἕτερος καὶ οἶ καθεξῆς. λέγονται δ’ οὗτοι πάντες
 διαφερόντως καὶ βίου στερροῦ καὶ διαλεκτικῆς ἐπιμεληθῆναι.
τά γέ τοι τῆς κατ’ αὐτοὺς φιλοσοφίας
δόγματα ὧδέ πως ἔχει

“ Στοιχεῖον εἶναί φασι τῶν ὄντων τὸ πῦρ,
καθάπερ Ἡράκλειτος, τούτου δ᾿ ἀρχὰς ὕλην καὶ θεὸν,
ὡς Πλάτων. ἀλλ᾿ οὗτος ἄμφω σώματά φησιν εἶναι,
καὶ τὸ ποιοῦν καὶ τὸ πάσχον ‚ ἐκείνου τὸ πρῶτον
ποιοῦν αἴτιον ἀσώματον εἷναι λέγοντος.

ἔπειτα 
 δὲ καὶ κατά τινας εἱμαρμένους χρόνους ἐκπυροῦσθαι
τὸν σύμπαντα κόσμον ‚ εἶτ᾿ αὖθις πάλιν διακοσμεῖσθαι.
τὸ μέντοι πρῶτον πῦρ εἶναι καθαπερεί τι
σπέρμα, τῶν ἀπάντων ἔχον τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰτίας
τῶν γεγονότων καὶ τῶν γιγνομένων καὶ τῶν ἐσομένων· 
τὴν δὲ τούτων ἐπιπλοκὴν καὶ ἀκολουθίαν
εἱμαρμένην καὶ ἐπιστήμην καὶ ἀλήθειαν καὶ νόμον
εἶναι τῶν ὄντων ἀδιάδραστόν τινα καὶ ἄφυκτον.
ταύτῃ δὲ πάντα διοικεῖσθαι τὰ κατὰ τὸν κόσμον ὑπέρευ,
καθάπερ ἐν εὐνομωτάτῃ τινὶ πολιτείᾳ.”

“Ὅλον δὲ τὸν κόσμον σὺν τοῖς ἑαυτοῦ μέρεσι
προσαγορεύουσι θεόν· τοῦτον δὲ ἕνα μόνον εἷναί
φασι καὶ πεπερασμένον καὶ ζῷον καὶ ἀΐδιον καὶ θεόν.
 ἐν γὰρ τούτῳ πάντα περιέχεσθαι τὰ σώματα, κενὸν
δὲ μηδὲν ὑπάρχειν ἐν αὐτῷ. τὸ γὰρ ἐκ πάσης τῆς 
οὐσίας ποιὸν προσαγορεύεσθαι , τὸ κατὰ τὴν διακόσμησιν
τὴν τοιαύτην διάταξιν ἔχον.

διὸ κατὰ μὲν
τὴν προτέραν ἀπόδοσιν ἀΐδιον τὸν κόσμον εἶναί φασι,
κατὰ δὲ τὴν διακόσμησιν γεννητὸν καὶ μεταβλητὸν
κατὰ περιόδους ἀπείρους γεγονυίας τε καὶ ἐσομένας.

καὶ τὸ μὲν ἐκ τῆς πάσης οὐσίας ποιὸν κόσμον
ἀΐδιον εἶναι καὶ θεόν· λέγεσθαι δὲ κόσμον σύστημα
ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἀέρος καὶ γῆς καὶ θαλάττης καὶ τῶν
 ἐν αὐτοῖς φύσεων· λέγεσθαι δὲ κόσμον καὶ τὸ οἰκητήριον
θεῶν καὶ ἀνθρώπων καὶ τῶν ἕνεκα τούτων 
γενομένων.

ὃν γὰρ τρόπον πόλις λέγεται διχῶς,
τό τε οἰκητήριον καὶ τὸ ἐκ τῶν ἐνοικούντων σὺν τοῖς

 
πολίταις σύστημα, οὕτω καὶ ὁ κόσμος οἱονεὶ πόλις
ἐστὶν ἐκ θεῶν καὶ ἀνθρώπων συνεστῶσα, τῶν μὲν
θεῶν τὴν ἡγεμονίαν ἐχόντων‚ τῶν δὲ ἀνθρώπων
ὑποτεταγμένων.

κοινωνίαν δ’ ὑπάρχειν πρὸς ἀλλήλους,
 διὰ τὸ λόγου μετέχειν, ὅς ἐστι φύσει νόμος·
τὰ δ’ ἄλλα πάντα γεγονέναι τούτων ἕνεκα. οἷς ἀκολούθως
νομιστέον προνοεῖν τῶν ἀνθρώπων τὸν τὰ
ὅλα διοικοῦντα θεὸν‚ εὐεργετικὸν ὄντα καὶ χρηστὸν 
καὶ φιλάνθρωπον‚ δίκαιόν τε καὶ πάσας ἔχοντα τὰς
 ἀρετάς.

διὸ δὴ καὶ Ζεὺς λέγεται ὁ κόσμος, ἐπειδὴ
τοῦ ζῆν αἴτιος ἡμῖν ἐστί. καθ’ ὅσον δὲ εἰρομένῳ
λόγῳ πάντα διοικεῖ ἀπαραβάτως ἐξ ἀιδίου προσονομαζεσθαι
εἱμαρμένην· Ἀδράστειαν δὲ, ὅτι οὐδὲν
ἔστιν αὐτὸν ἀποδιδράσκειν· Πρόνοιαν δ’, ὅτι πρὸς
 τὸ χρήσιμον οἰκονομεῖ ἕκαστα.

ἡγεμονικὸν δὲ τοῦ
κόσμου Κλεάνθει μὲν ἤρεσε τὸν ἥλιον εἶναι, διὰ τὸ
μέγιστον τῶν ἄστρων ὑπάρχειν, καὶ πλεῖστα συμ-
βάλλεσθαι πρὸς τὴν τῶν ὅλων διοίκησιν, ἡμέραν καὶ 
ἐνιαυτὸν ποιοῦντα καὶ τὰς ἄλλας ὥρας.

τισὶ δὲ 
 τῶν ἀπὸ τῆς αἱρέσεως ἔδοξε γῆν τὸ ἡγεμονικὸν εἶναι
τοῦ κόσμου. Χρυσίππῳ δὲ τὸν αἰθέρα τὸν καθαρώτατον
καὶ εἰλικρινέστατον‚ ἅτε πάντων εὐκινητότατον
ὄντα, καὶ τὴν ὅλην περιάγοντα τοῦ κόσμου φοράν.”

Ταῦτα μὲν οὖν ἀπὸ τῆς Ἐπιτομῆς Ἀρείου Διδύμου
 προκείσθω· πρὸς δὲ τὴν περὶ θεοῦ τῶν Στωϊκῶν
δόξαν ἀπαρκεῖ παραθέσθαι τὰς Πορφυρίου λέξεις
ἐν τοῖς πρὸς Βόηθον ἀντιγραφεῖσιν αὐτῷ Περὶ ψυχῆς
τοῦτον ἐχούσας ’τον τρόπον

“Τὸν δὲ θεὸν οὐκ ὀκνοῦσι πῦρ νοερὸν εἰπόντες 
 ἀίδιον καταλείπειν‚ καὶ φθείρειν μὲν πάντα 
λέγειν καὶ ἐπινέμεσθαι‚ ὡς τοιοῦτον ὂν πῦρ οἷον τὸ
ἡμῖν συνεγνωσμένον‚ ἀντιλέγειν τε Ἀριστοτέλει,

 
παραιτουμένῳ τὸν αἰθέρα ἐκ πυρὸς λέγειν τοιούτου.

ἀπαιτούμενοι δὲ πῶς τὸ τοιοῦτον ἐπιδιαμένει πῦρ
ἀλλοῖον μὲν πῦρ οὐ λέγουσιν εἷναι, τὸ τοιοῦτον δ’
εἰπόντες καὶ πιστεύειν αὐτοῖς εἰποῦσιν ἀξιώσαντες,
τῇ ἀλόγῳ ταύτῃ πίστει ἐπισυνάπτουσιν ὅτι καὶ ἀίδιόν 
ἐστι πῦρ, ἐκ μέρους καὶ τὸ αἰθέριον σβέννυσθαι καὶ
ἀνάπτεσθαι τιθέντες. ἀλλὰ τὴν τούτων πρὸς μὲν τὰ
αὑτόν ἀβλεψίαν, πρὸς δὲ τὰ τῶν παλαιῶν ῥᾳθυμίαν
τε καὶ καταφρόνησιν, τί ἄν τις ἐπιὼν ἐπὶ πλέον μη-
κύνοι;"

“’Αλλὰ τί δή ἐστι τὸ ὅν; ἆρα ταυτὶ τὰ στοι-
χεῖα τὰ τέτταρα, ἡ γῆ καὶ τὸ πῦρ καὶ αἶ ἄλλαι δύο
 μεταξὺ φύσεις; ἆρα οὖν δὴ τὰ ὄντα ταῦτά ἐστιν, ἤτοι
ξυλλήβδην ἢ καθ’ ἴν γέ τι αὐτῶν; καὶ πῶς, ἅ γέ
ἐστι καὶ γεννητὰ καὶ παλινάγρετα‚ εἴ γε ἔστιν ὁρᾶν 
αὐτὰ ἐξ ἀλλήλων γινόμενα, καὶ ἐπαλλασσόμενα, καὶ
μήτε στοιχεῖα ὑπάρχοντα μήτε συλλαβάς;

σῶμα μὲν
ταυτὶ οὕτως οὐκ ἂν εἴη τὸ ὄν. ἀλλ’ ἄρα ταυτὶ μὲν
οὒ, ἡ δ’ ὕλη δύναται εἶναι ὄν· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ παν-
τὸς μᾶλλον ἀδύνατον, ἀρρωστίᾳ τοῦ μ·ένειν. ποταμὸς 
γὰρ ἡ ὕλη ῥοώδης καὶ ὀξύρροπος‚ βάθος καὶ πλάτος
καὶ μῆκος ἀόριστος καὶ ἀνήνυτος.”

Καὶ μετὰ βραχέα ἐπιλέγει 
 Ὡστε καλῶς ὁ λόγος εἴρηκε, φὰς‚ εἰ ἔστιν ἄπει-
ρος ἡ ὕλη‚ ἀόριστον εἶναι αὐτήν· εἰ δὲ ἀόριστος, 
ἄλογος· εἰ δὲ ἄλογος‚ ἄγνωστος. ἄγνωστον δέ γε
οὖσαν αὐτὴν ἀναγκαῖον εἶναι ἄτακτον· ὡς τεταγμένα
γνωσθῆναι πάνυ δήπουθεν ἂν εἴη ῥᾴδια· τὸ δὲ ἄτα-
κτον οὐχ ἔστηκεν· ὅ τι δὲ μὴ ἕστηκεν οὐκ ἂν εἴη ὄν.

τοῦτο δὲ ἦν ὅπερ ἡμῖν αὐτοῖς ὡμολογησάμεθα ἐν 
τοῖς ἔμπροσθεν, ταυτὶ πάντα συνενεχθῆναι τῷ ὄντι
ἀθέμιστον εἷναι. δοξάτω μάλιστα μὲν πᾶσιν, εἰ δὲ

 
μὴ‚ ἀλλ’ ἐμοί. οὐκοῦν φημὶ τὴν ὕλην οὔτε αὐτὴν 
οὔτε τὰ σώματα εἶναι ὄν.

τί οὖν δή; ἠ ἔχομεν
παρὰ ταῦτα ἄλλο τι ἐν τῇ φύσει τῇ τῶν ὅλων; ναί·
τοῦτο οὐδὲν εἰπεῖν ποικίλον, εἰ τόδε πρῶτον μὲν ἐν
 ἡμῖν αὐτοῖς ἅμα πειραθείημεν διαλεγόμενοι.

ἐπεὶ
δὲ τὰ σώματά ἐστι φύσει τεθνηκότα καὶ νεκρὰ καὶ
πεφορημένα καὶ οὐδ’ ἐν ταὐτῷ μένοντα, ἆρ’ οὐχὶ
τοῦ καθέξοντος αὐτοῖς δεῖ; παντὸς μᾶλλον.

εἰ μὴ
τύχοι δὲ τούτου, ἄρα μείνειεν ἄν; παντὸς ἧττον. τί
 οὑν ἐστι τὸ κατασχῆσον; εἰ μὲν δὴ καὶ τοῦτο εἴη 
σῶμα, Δῖός σωτῆρος δοκεῖ ἂν ἐμοὶ δεηθῆναι αὐτὸ
παραλυόμενον καὶ σκιδνάμενον.

εἰ μέντοι χρὴ
αὐτὸ ἀπηλλάχθαι τῆς τῶν σωμάτων πάθης, ἵνα κἀκείνοις
κεκυημένοις τὴν φθορὰν ἀμύνειν δύνηται καὶ 
 κατέχῃ‚ ἐμοὶ μὲν οὐ δοκεῖ ἄλλο τι εἶναι ἢ μόνον γε
τὸ ἀσώματον· αὕτη γὰρ δὴ φύσεων πασῶν μόνη
ἕστηκε‚ καὶ ἔστιν ἀραρυῖα καὶ οὐδὲν σωματική.
οὔτε γοῦν γίνεται οὔτε αὔξεται οὔτε κίνησιν κινεῖται
ἄλλην οὐδεμίαν‚ καὶ διὰ ταῦτα καλῶς δίκαιον ἐφάνη
 πρεσβεῦσαι τὸ ἀσώματον.”

‘Ἀρέσκει δὲ τοῖς πρεσβυτάτοις τῶν ἀπὸ b
τῆς αἱρέσεως ταύτης ἐξαιθεροῦσθαι πάντα, κατὰ περιόδους
τινὰς τὰς μεγίστας εἰς πῦρ αἰθερῶδες ἀναλυομένων
πάντων. 
 Καὶ ἑξῆς ἐπάγει

“ Ἐκ τούτων δὲ δῆλον ὅτι Χρύσιππος ἐπὶ τῆς
οὐσίας οὐ ταύτην παρείληφε τὴν σύγχυσιν· ἀδύνατον
γάρ· ἀλλὰ τὴν ἀντὶ τῆς μεταβολῆς λεγομένην.
οὐ γὰρ ἐπὶ τῆς τοῦ κόσμου κατὰ περιόδους τῆς μεγίστης 
 γινομένης φθορὰς κυρίως παραλαμβάνουσι τὴν
φθορὰν οἱ τὴν εἰς πῦρ ἀνάλυσιν τῶν ὅλων δογματί-
ζοντες‚ ἣν δὴ καλοῦσιν ἐκπύρωσιν‚ ἀλλ’ ἀντὶ τῆς

 
κατὰ φύσιν μεταβολῆς χρῶνται τῇ προσηγορίᾳ τῆς
φθορὰς.

ἀρέσκει γὰρ τοῖς Στωϊκοῖς φιλοσόφοις
τὴν ὅλην οὐσίαν εἰς πῦρ μεταβάλλειν, οἷον εἰς σπέρ-
μα, καὶ πάλιν ἐκ τούτου αὐτὴν ἀποτελεῖσθαι τὴν
διακόσμησιν‚ οἴα τὸ πρότερον ἦν. καὶ τοῦτο τὸ δόγμα 
τῶν ἀπὸ τῆς αἱρέσεως οἶ πρῶτοι καὶ πρεσβύτατοι
 προσήκαντο‚ Ζήνων τε καὶ Κλεάνθης καὶ Χρύσιππος.
τὸν μὲν γὰρ τούτου μαθητὴν καὶ διάδοχον τῆς
σχολῆς Ζήνωνά φασιν ἐπισχεῖν περὶ τῆς ἐκπυρώσεως
τῶν ὅλων.”

“Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ προελθὼν ὁ κοινὸς λό-
γος, καὶ κοινὴ φύσις μείζων καὶ πλείων γενομένη
τέλος ἀναξηράνασα πάντα καὶ εἰς ἑαυτὴν ἀναλαβοῦσα,
 ἐν τῇ πάσῃ οὐσίᾳ γίνεται, ἐπανελθοῦσα εἰς τὸν πρῶτον
ῥηθέντα λόγον καὶ εἰς τὴν ἀνάστασιν ἐκείνην 
τὴν ποιοῦσαν ἐνιαυτὸν τὸν μέγιστον, καθ’ ὃν ἀπ’
αὐτῆς μόνης εἰς αὐτὴν πάλιν γίνεται ἡ ἀποκατάστα-
σις.

ἐπανελθοῦσα δὲ διὰ τάξιν, ἀφ’ οἵας δια-
κοσμεῖν ὡσαύτως ἤρξατο, κατὰ λόγον πάλιν τὴν αὐ-
τὴν διεξαγωγὴν ποιεῖται, τῶν τοιούτων περιόδων ἐξ 
ἀϊδίου γινομένων ἀκαταπαύστως. οὔτε γὰρ τῆς ἀρχῆς
αἰτίαν καὶ πᾶσιν οἷόν τε γίνεσθαι οὔτε τοῦ διοικοῦντος
 αὐτά.

οὐσίαν τε γὰρ τοῖς γινομένοις ὑφεστάναι
δεῖ, πεφυκυῖαν ἀναδέχεσθαι τὰς μεταβολὰς πάσας,
καὶ τὸ δημιουργῆσαν ἐξ αὐτῆς. οἵα γὰρ ἐφ’ 
ἡμῶν τίς ἐστι φύσις δημιουργοῦσα‚ τοιούτου τινὸς
κατ’ ἀνάγκην ὄντος καὶ ἐν τῷ κόσμῳ ἀγεννήτου· γενέσεως
γὰρ ἀρχὴν οὐχ οἷόν τε εἶναι ἐπὶ τῆς φύσεως
ταύτης. ὃν τρόπον δ’ ἀγέννητός ἐστι καὶ ἀναιρεθῆναι
ἀδύνατόν ἐστιν αὐτὴν, οὔτε αὐτῆς ἐξ αὑτῆς οὔτε 
ἔξωθέν τινος ἀναιρήσοντος αὐτήν.”

“ Τὸ δὲ σπέρμα φησὶν ὁ Ζήνων εἷναι ὃ με-

 
θίησιν ἄνθρωπος πνεῦμα μεθ’ ὑγροῦ‚ ψυχῆς μέρος
καὶ ἀπόσπασμα, καὶ τοῦ σπέρματος τοῦ τῶν προγόνων
κέρασμα καὶ μίγμα τῶν τῆς ψυχῆς μερῶν συνε-
ληλυθός· ἔχον γὰρ τοὺς λόγους τῷ ὅλῳ τοὺς αὐτοὺς
 τοῦτο, ὅταν ἀφεθῇ εἰς τὴν μήτραν, συλληφθὲν ὑπ’
ἄλλου πνεύματος, μέρος ψυχῆς τῆς τοῦ θήλεος καὶ
συμφυὲς γενόμενον, κρυφθέν τε φύει κινούμενον 
καὶ ἀναρριπιζόμενον ὑπ’ ἐκείνου, προσλαμβάνον ἀεὶ
εἰς τὸ ὑγρὸν καὶ αὐξάνον ἐξ ἑαυτοῦ.”

Καὶ μετὰ βραχέα ἐπιλέγει 
 ‘Περὶ δὲ ψυχῆς Κλεάνθης μὲν τὰ Ζήνωνος δόγρματα
παρατιθέμενος πρὸς σύγκρισιν τὴν πρὸς τοὺς
ἄλλους φυσικούς φησιν ὅτι Ζήνων τὴν ψυχὴν λέγει
αἴσθησιν, ἢ ἀναθυμίασιν, καθάπερ Ἡράκλειτος. βουλόμενος
 γὰρ ἐμφανίσαι ὅτι αἱ ψυχαὶ ἀναθυμιώμεναι
νοεραὶ ἀεὶ γίνονται εἴκασεν αὐτὰς τοῖς ποταμοῖς,
λέγων οὕτως ‘ποταμοῖσι τοῖσίν αὐτοῖσιν ἐμβαίνουσιν
ἕτερα καὶ ἕτερα ὕδατα ἐπιρρεῖ· καὶ ψυχαὶ δὲ
ἀπὸ τῶν ὑγρῶν ἀναθυμιῶνται.’

ἀναθυμίασιν μὲν
 οὖν ὁμοίως τῷ Ἡρακλείτῳ τὴν ψυχὴν ἀποφαίνει Ζήνων,
αἰσθητικὴν δὲ αὐτὴν εἶναι διὰ τοῦτο λέγει ὅτι 
τυποῦσθαί γε δύναται τὸ μέρος τὸ ἡγούμενον αὐτῆς
ἀπὸ τῶν ὄντων καὶ ὑπαρχόντων διὰ τῶν αἰσθητηρίων
καὶ παραδέχεσθαι τὰς τυπώσεις. ταῦτα γὰρ
 ἴδια ψυχῆς ἐστι.”

Καὶ μεθ’ ἕτερα 
 ῾Εἶναι δὲ ψυχὴν ἐν τῷ ὅλῳ φασὶν, ὃ καλοῦσιν
αἰθέρα, καὶ ἀέρα κύκλῳ περὶ τὴν γῆν καὶ θάλασσαν,
καὶ ἐκ τούτων ἀναθυμιάσεις· τὰς δὲ λοιπὰς ψυχὰς
 προσπεφυκέναι ταύτῃ, ὅσαι τε ἐν ζῴοις εἰσὶ καὶ
ὅσαι ἐν τῷ περιέχοντι· διαμένειν γὰρ τὰς τῶν ἀποθανόντων
ψυχάς.

ἔνιοι δὲ τὴν μὲν τοῦ ὅλου 

 
ἀΐδιον, τὰς δὲ λοιπὰς συμμίγνυσθαι ἐπὶ τελευτῇ
ἐκείνην. ἔχειν δὲ πᾶσαν ψυχὴν ἡγεμονικόν τι ἐν
αὑτῇ, ὃ δὴ ζωὴ καὶ αἴσθησίς ἐστι καὶ ὁρμή.”

Καὶ ἔτι μετ’ ὀλίγα 
 “Τὴν δὲ ψυχὴν γεννητήν τε καὶ φθαρτὴν λέγουσιν· 
οὐκ εὐθὺς δὲ τοῦ σώματος ἀπαλλαγεῖσαν φθείρεσθαι,
ἀλλ’ ἐπιμένειν τινὰς χρόνους καθ’ ἑαυτήν·
τὴν μὲν τῶν σπουδαίων μέχρι τῆς εἰς πῦρ ἀναλύσεως
τῶν πάντων, τὴν δὲ τῶν ἀφρόνων πρὸς ποσούς
 τινας χρόνους.

τὸ δὲ διαμένειν τὰς ψυχὰς 
οὕτω λέγουσιν, ὅτι διαμένομεν ἡμεῖς ψυχαὶ γινόμενοι
τοῦ σώματος χωρισθέντος καὶ εἰς ἐλάττω μεταβαλόντος
οὐσίαν τὴν τῆς ψυχῆς. τὰς δὲ τῶν ἀφρόνων καὶ
ἀλόγων ζῴων ψυχὰς συναπόλλυσθαι τοῖς σώμασι.”

Τοιαῦτα καὶ τὰ τῆς Στωϊκῆς φιλοσοφίας δόγματα 
ἀπὸ τῶν Ἐπιτομῶν Ἀρείου Διδύμου συνειλεγμένα.
πρὸς δὲ τὴν περὶ ψυχῆς ἄτοπον τῶν ἀνδρῶν
δόξαν ἀπαρκεῖ τὰ παρὰ Λογγίνῳ τῷ καθ’ ἡμὰς συν-
τόμως ἀντειρημένα διὰ τούτων

"Συνελόντι δ’ εἰπεῖν, πόρρω μοι δοκοῦσιν 
ἀφεστηκέναι τοῦ τὰ δέοντα λογίζεσθαι πάντες ἐφεξῆς
ὁπόσοι τὴν ψυχὴν σῶμα ἀπἱφήναντο. πῶς γὰρ ὅλως
ἐγχωρεῖ παραπλήσιον εἶναί τινι τῶν στοιχείων τὸ
κατ’ αὐτὴν θεῖναι; ποῦ δὲ ἐπὶ τὰς κράσεις καὶ μί-
ξεις ἀνενεγκεῖν; αἳ κατὰ πολλοὺς γιγνόμεναι τρόπους 
 ἄλλων μὲν ἀμυθήτων ἰδέας σωμάτων ἀπογεννᾶν
πεφύκασιν, ἐν οἶς εἰ καὶ μὴ συνεχῶς, ἀλλ’ οὖν πόρ-
ρωθεν ἰδεῖν ἔνι τὴν τῶν στοιχείων αἰτίαν καὶ τὴν
πρὸς τὰ δεύτερα καὶ τρίτα τῶν πρώτων ἀφορμήν.
τῶν δὲ περὶ ψυχὴν ἴχνος οὐδὲν οὐδὲ τεκμήριον ἐν 
 

 
τοῖς σώμασιν εὑρίσκεται, κἂν εἰ φιλοτιμοῖτό τις, ὡς
Ἐπίκουρος καὶ Χρύσιππος, ἅπαντα λίθον κινεῖν καὶ
πᾶσαν ἐρευνᾶν δύναμιν σώματος εἰς γένεσιν τῶν
περὶ ψυχῆς πράξεων.

τί γὰρ ἡ τοῦ πνεύματος
 ἡμῖν λεπτότης πρὸ ἔργου γένοιτ’ ἂν εἰς φαντασίας 
καὶ λογισμούς; τί δέ; τῶν ἀτόμων σχῆμα τοσαύτην
παρὰ τὰ ἄλλα ἔχει δύναμιν καὶ τροπὴν, ὥστε φρόνησιν
γεννᾶν, ὅταν εἰς ἑτέρου πλάσιν ἐγκαταμιχθῇ
σώματος; οἶμαι μὲν ὡς οὐδ’ εἰ τῶν Ἡφαίστου τις
 ὢν τύχοι τριπόδων καὶ θεραπαινῶν, (ὡν φησιν Ὅμηρος
τοὺς μὲν αὐτομάτους εἰς τὸν ἀγῶνα δι’ αὑτῶν
χωρεῖν, τὰς δὲ συνεργάζεσθαι τῷ δεσπότῃ, καὶ μηδενὸς
οἴων οἶ ζῶντες ἔχουσι πλεονεκτημάτων ἀπολείπεσθαι)
μή τί γε δὴ τῶν ἔκ ταὐτομάτου ψηγμάτων,
 καὶ αὖ τοῖς ἐπὶ τῶν αἰγιαλῶν προσέοικε λίθοις, εἰς 
τὸ δύνασθαί τι περιττότερον ποιεῖν πρὸς αἴσθησιν.

Ζήνωνι μὲν γὰρ καὶ Κλεάνθει νεμεσήσειέ τις ἂν
δικαίως οὕτω σφόδρα ὑβριστικῶς περὶ αὐτῆς διαλεχθεῖσι
καὶ ταὐτὸν ἄμφω τοῦ στερεοῦ σώματος εἶναι
 τὴν ψυχὴν ἀναθυμίασιν φήσασι. τί γὰρ, ὠ πρὸς
θεῶν, κοινὸν ὅλως ἀναθυμιάσει καὶ ψυχῇ; ποῦ δὲ
ἐγχωρεῖ νομίσαντας τούτῳ προσεοικέναι τήν θ’ ἡμετέραν
καὶ τὴν τῶν ἄλλων ζῴων οὐσίαν, τοῦτο μὲν
φαντασίας καὶ μνήμας οἵους τε εἶναι σώζειν διαρκεῖς,
 τοῦτο δὲ ὁρμὰς καὶ βουλήσεις τῶν λυσιτελούντων
εἰς σύνεσιν αραγμάτων; ἠ τἄρα καὶ τοὺς θεοὺς καὶ 
τὸν διὰ πάντων παρήκοντα ὁμοίως ἐπιγείων τε καὶ
οὐρανίων εἰς ἀναθυμίασιν καὶ καπνὸν καὶ τοιαύτην
φλυαρίαν καταθήσομεν, καὶ οὐδὲ τοὺς ποιητὰς αἰσχυνόμεθα,
 οἳ καίπερ ἀκριβῆ σύνεσιν τῶν θεῶν οὐκ
ἔχοντες, ὅμως τὰ μὲν ἐκ τῆς κοινῆς ἐπινοίας τῶν ἀνθρώπων,
τὰ δὲ ἐξ ἐπιπνοίας τῶν Μουσῶν, ἣ κινεῖν

 
Αὐτοὺς ἐπὶ ταπυτα πέφυκε, σεμνότερα εἰρήκασιπερὶ αὐτῶν, καὶ οὐκ ἀναθυμιάσεις, οὐδ’ ἀέρας, οὐδὲ πνεύματα καὶ λήρους;” 
 Tαῦτά σοι καὶ ὁ Λογγπινος. ἐπάκουσον δὲ καὶ Πλωτίνου τὰ τοιάδε πρὸς τοὺς αὐτοὺς ἀποτεινομένου

“Εέ έστιν ἀθάνατος ἕκαστος ἡμῶν, ἤ φθείρεται πᾶς, ἤ φθείφεται πᾶς, ἤ τὰ μὲν αὐτοῦ ἄπεισιν εἰς σκέδασιν καὶ φθορὰν, τὰ δὲ μένει εἰσαεὶ ἅπεισιν εἰς σκέδασιν καὶ φθορὰν, τὰ δὲ μένει εἰσαεὶ ἅπερ ἐστὶν, αὐτὸς ὧδ’ ἄν τις μάθοι κατὰ φύσιν ἐπισκοπούμενος.

ἁπλοῦν μὲν δή τι οὺκ ἄν εἴη ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἔστιν 
 ἐν αὐτῷ ψυχὴ, ἔχει δὲ καὶ σῶμα· εἴτ’ οὖν ὡς ὄργανον
ἡμῖν, εἴτε ἕτερον τρόπον προσηρτημένον, ἀλλ’ οὖν διῃρήσθω γε ταύτῃ, καὶ ἐκατέρου τὴν φύσιν τε καὶ οὐσίαν καταθεατέον.

Τὸ μὲν δὴ σῶμα, καὶ αὐτὸ συγκείμενον, οὔτε παρὰ τοῦ λόγου δύναται 
μένειν, ἥ τε αἴσθησις ὁρᾷ λυόμενόν τε καὶ τηκόμενον καὶ παντοίους ὀλέθρους δεχόμενον, ἑκάστου γε τῶν ἐνόντων πρὸς τὸ αὑτοῦ φερομένου, φθείροντός τε ἄλλου ἕτερον καὶ μεταβάλλοντος εἰς ἄλλο καὶ ἀπολλύντος, καὶ μάλιστα ὅταν ψυχὴ ἡ φίλα ποιοῦσα μὴ 
παρῇ τοῖς ὄγκοις.

κἄν μονωθῇ δὲ ἕκαστον γινόμενον, ἕν οὑκ ἔστι, λύσιν δεχόμενον εἴς τε μορφὴν c καὶ ὕλην, ἐξ ὧν ἀνάγκη καὶ τὰ ἀπλᾶ τῶν σωμάτων τὰς συστάσεις ἔχειν. Καὶ μέγεθος ἔχοντα, ἅτε σώματα ὄντα, τεμνόμενά τε καὶ εἰς μικρὰ θραυόμενα, 
καὶ ταύτῃ φθορὰν ἄν ὑπομένοι.

ὥστε εἰμὲν μέρος ἡμῶν τοῦτο, οὐ τὸ πᾶν ἀθάνατοι, εἰ δ’ ἄργανον, ἔδει γε αὐτὸ εἰς χρόνον τινὰ δοθὲν τοιοῦτον τὴν φύσιν εἶναι. τὸ δὲ κυριώτατον καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἴη ἄη ἄν ἤ κατὰ τὸ εἶδος ὡς πρὸς ὕλην τὸς ὁ ἄνθρωπος εἴη ἄν ἤ κατὰ τὸ εἶδος ὡς πρὸς ὕλην τὸ 
 


 
σῶμα, ἢ κατὰ τὸ χρώμενον ὡς πρὸς ὄργανον. ἐκατέρως
δὲ ἡ ψυχὴ .αὐτός.”

“ Τοῦτο οὖν τίνα φύσιν ἔχει ; ἢ σῶμα μὲν ὂν 
πάντως ἀναλυτέον· σύνθετον γὰρ πᾶν γε σῶμα· εἰ
 δὲ μὴ σῶμα εἴη, ἀλλὰ φύσεως ἄλλης, κἀκείνην ἢ
κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ἢ κατὰ ἄλλον σκεπτέον. πρῶτον
δὲ σκεπτέον εἰς ὅ τι δεῖ τοῦτο τὸ σῶμα, ὃ λέγουσι
ψυχὴν, ἀναλύειν.

ἐπεὶ γὰρ ζωὴ ψυχῇ πάρεστιν
ἐξ ἀνάγκης, ἀνάγκη τοῦτο τὸ σῶμα τὴν ψυχὴν, εἰ
 μὲν ἐκ δύο σωμάτων ἢ πλειόνων εἴη , ἤτοι ἑκάτερον
αὐτῶν, ἢ ἕκαστον ζωὴν σύμφυτον ἔχειν· ἢ τὸ μὲν 
ἔχειν, τὸ δὲ μὴ, ἢ μηδέτερον ἔχειν. εἰ μὲν δὴ ἐνὶ
αὐτῶν προσείη τὸ ζῆν , αὐτὸ τοῦτο ἂν εἴη ψυχή.

τί ἂν οὖν εἴη σῶμα, ζωὴν παρ᾿ αὑτοῦ ἔχον; πῦρ γὰρ
 καὶ ἀὴρ καὶ ὕδωρ καὶ γῆ ἄψυχα παρ᾿ αὑτῶν· καὶ
ὅτῳ πάρεστι τούτων ψυχὴ, τοῦτο ἐπακτῷ κέχρηται
ζωῇ, ἄλλα δὲ παρὰ ταῦτα σώματα οὐκ ἔστι. 
οἷς δὲ δοκεῖ εἶναι στοιχεῖα, τούτων ἕτερα σώματα, οὐ
ψυχαὶ ἐλέχθησαν εἶναι, οὐδὲ ζωὴν ἔχοντα. εἰ δὲ μηδενὸς
 αὐτῶν ζωὴν ἔχοντος ἡ σύνοδος πεποίηκε ζωὴν, 
ἄτοπον.

εἰ δὲ ἕκαστον ζωὴν ἔχει, καὶ ἓν ἀρκεῖ·
μᾶλλον δὲ ἀδύνατον συμφόρησιν σωμάτων ζωὴν ἐργάζεσθαι
καὶ νοῦν γεννᾶν τὰ ἀνόητα. καὶ δὴ καὶ
οὐχ ὁπωσοῦν κραθέντα ταῦτα φήσουσι γενέσθαι. δεῖ
 ἄρα εἶναι τὸ τάξον καὶ τὸ τῆς κράσεως αἴτιον· ὥστε
τοῦτο τάξιν ἂν ἔχοι ψυχῆς.

οὐ γὰρ ὅτι σύνθετον,
ἀλλ᾿ οὐδὲ ἁπλοῦν ἂν εἴη σῶμα ἐν τοῖς οὖσιν,
ἄνευ ψυχῆς οὔσης ἐν τῷ παντὶ, εἴπερ λόγος προσελθὼν
τῇ ὕλῃ σῶμα ποιεῖ, οὐδαμόθεν δ᾿ ἂν προσέλθοι
 λόγος ἢ παρὰ ψυχῆς.”

“Εἰ δέ τις μὴ οὕτως, ἀλλὰ ἀτόμους ἢ ἀμερῆ 
συνελθόντα ψυχὴν ποιεῖν λέγοι, τῇ ἐνώσει καὶ ὁμοιο-

 
παθείᾳ ἐλέγχοιτ’ ἂν καὶ τῇ παραθέσει· μὴ δι’ ὅλου,
οὐ γινομένου ἑνὸς, οὐδὲ συμπαθοῦς ἐξ ἀπαθῶν , καὶ
μὴ ἑνοῦσθαι δυναμένων σωμάτων· ψυχὴ δὲ ἑαυτῇ
συμπαθής · ἐκ δὲ ἀμερῶν σῶμα οὐδὲ μέγεθος ἂν γένοιτο.

καὶ μὴν εἰ ἁπλοῦ ὄντος τοῦ σώματος, τὸ 
μὲν ὅσον ὑλικὸν παρ’ αὑτοῦ ζωὴν ἔχειν οὐ φήσου-
σιν· ὕλη γὰρ ἄποιον) τὸ δὲ κατὰ τὸ εἶδος τεταγμέ-
νον ἐπιφέρειν τὴν ζωήν· εἰ μὲν οὐσίαν φήσουσι τὸ
εἶδος τοῦτο εἶναι, οὐ τὸ συναμφότερον, θάτερον δὲ
τούτων ἔσται ἡ ψυχή · καὶ οὐκ ἔστ’ αὖ σῶμα , οὐ γὰρ 
ἐξ ὕλης καὶ αὐτὸ, ἢ πάλιν τὸν αὐτὸν τρόπον ἀναλύ-
σομεν.

εἰ δὲ πάθημα τῆς ὕλης, ἀλλ’ οὐκ οὐσίαν
φήσουσιν εἶναι, ἀφ’ οὗ τὸ πάθημα καὶ ἡ ζωὴ εἰς τὴν
ὕλην ἐλήλυθε λεκτέον αὐτοῖς. οὐ γὰρ δὴ ἡ ὕλη ἑαυ-
τὴν μορφοῖ, οὐδὲ ἑαυτῇ ψυχὴν ἐντίθησι. δεῖ ἄρα τι 
εἶναι τὸ χορηγὸν ζωῆς, εἴτε τῇ ὕλῃ ἡ χορηγία, εἴθ’
 ὁτῳοὺν τῶν σωμάτων, ἔξω ὂν καὶ ἐπέκεινα σωμα-
τικῆς φύσεως , ἐπεὶ οὐδ’ ἂν εἴη σῶμα οὐδὲν ψυχι-
κῆς δυνάμεως οὐκ οὔσης.

ῥεῖ γὰρ, καὶ ἐν φορᾷ
αὐτοῦ ἡ φύσις, καὶ ἀπόλοιτ’ ἂν ὡς τάχιστα, εἰ πάντα 
σώματα εἴη, κἂν εἰ ὄνομα ἐνὶ αὐτῶν ψυχήν τις θεῖτο.
τὰ αὐτὰ γὰρ ἂν πάθοι τοῖς ἄλλοις σώμασιν, ὕλης
μιᾶς οὔσης αὐτοῖς. μᾶλλον δὲ οὐδ’ ἂν γένοιτο, ἀλλὰ
στήσεται ἐν ὕλῃ τὰ πάντα, μὴ ὄντος τοῦ μορφοῦντος
αὐτήν.

τάχα δ’ ἂν οὐδ’ ἂν ἡ ὕλη τὸ παράπαν 
εἴη. λυθήσεται δὲ καὶ τόδε τὸ ξύμπαν, εἴ τις αὐτὸ
 πιστεύσειε σώματος συνέρξει , διδοὺς αὐτῷ ψυχῆς
τάξιν, μέχρι τῶν ὀνομάτων, ἀέρι καὶ πνεύματι σκε-
δαστοτάτῳ, καὶ τῷ ἐνὶ εἶναι ἔχοντι οὐ παρ’ αὑτοῦ.
πῶς γὰρ τεμνομένων τῶν πάντων σωμάτων ᾡτινιοῦν 
τις ἀνατιθεὶς τόδε τὸ πᾶν οὐκ ἀνόητόν τε καὶ gφερόμενον
εἰκῆ ποιήσει;

τίς γὰρ τάξις ἐν πνεύματι

 
δεομένῳ παρὰ ψυχῆς τάξεως, ἢ λόγος, ἢ νοῦς; ἀλλὰ
ψυχῆς μὲν οὔσης ὑπουργὰ ταῦτα πάντα αὐτῇ εἰς ρἰςσύστασιν
καὶ ζῴου ἑκάστου, ἄλληςπαρ’ ἄλλου δυνάμεως
εἰς τὸ ὅλον συντελούσης, ταύτης δὲ μὴ παρούσης
 ἐν τοῖς ὅλοις οὐδὲν ἂν εἴη ταῦτα, οὐχ ὅτι ἐν τάξει.”

“Μαρτυροῦσι δὲ καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τῆς ἀληθείας
ἀγόμενοι ὡς δεῖ τι πρὸ τῶν σωμάτων εἶναι κρεῖττον
αὐτῶν ψυχῆς εἶδος, ἔννουν τὸ πνεῦμα καὶ πῦρ νοερὸν
τιθέμενοι, ὥσπερ ἄνευ πυρὸς ἢ πνεύματος οὐ 
 δυναμένης τῆς κρείττονος μοίρας ἐν τοῖς οὖσιν εἶναι,
τόπον δὲ ζητούσης εἰς τὸ ἱδρυθῆναι, δέον ζητεῖν
ὅπου τὰ σώματα ἱδρύσουσιν, ὡς ἄρα δεῖ ταῦτα ἐν
ψυχῆς δυνάμεσιν ἱδρῦσθαι.

εἰ δὲ μηδὲν παρὰ
τὸ πνεῦμα τὴν ζωὴν καὶ τὴν ψυχὴν τίθενται, τὸ δὲ
 πολυθρύλητον αὐτοῖς πῶς ἔχει, εἰς ὃ καταφεύγουσιν,
ἀναγκαζόμενοι τίθεσθαι ἄλλην παρὰ τὰ σώματα φύ-
σιν δραστήριον; εἰ οὖν οὐ πᾶν μὲν πνεῦμα ψυχὴ,
ὅτι μυρία πνεύματα ἄψυχα, τὸ δέ πως ἔχον πνεῦμα 
φήσουσι· τό πως ἔχον τοῦτο, καὶ ταύτην τὴν σχέσιν,
 ἢ τῶν ὄντων τι φήσουσιν, ἢ μηδέν.

ἀλλ’
εἰ μὲν μηδὲν, πνεῦμα ἂν εἴη μόνον, τὸ δέ πως ἔχον
ὄνομα· καὶ οὕτω συμβήσεται αὐτοῖς οὐδὲ ἄλλο οὐδὲν 
εἶναι λέγειν ἢ τὴν ὕλην· καὶ ψυχὴν καὶ θεὸν καὶ
ὄνομα τὰ πάντα, ἐκεῖνο δὲ μόνον. εἰ δὲ τῶν ὄντων
 ἡ σχέσις, καὶ ἄλλο παρὰ τὸ ὑποκείμενον καὶ τὴν ὕλην,
ἐν ὕλῃ μὲν, ἄυλον δὲ αὐτὸ τῷ μὴ πάλιν αὖ συγκεῖσθαι
ἐξ ὕλης, λόγος ἂν εἴη τις, καὶ οὐ σῶμα, καὶ φύσις ἑτέρα

ἔτι δὲ καὶ ἐκ τῶνδε οὐχ ἧττον φαίνεται ἀδύνατον 
ὂν τὴν ψυχὴν εἶναι σῶμα ὁτιοῦν. ἢ γὰρ θερμόν ἐστιν
 ἢ ψυχρὸν, ἢ σκληρὸν ἢ μαλακὸν, ὑγρόν τε ἢ πεπηγὸς,
μέλαν τε ἢ λευκὸν, καὶ πάντα ὅσα ποιότητες
σωμάτων ἄλλαι ἐν ἄλλοις. καὶ εἰ μὲν θερμὸν,

 
μόνον θερμανεῖ, ψυχρὸν δὲ μονον ψύξει, καὶ κοῦφα
ποιήσει τὸ κουφον προσγενόμενον καὶ παρὸν,καὶ
βαρυνεῖ τὸ βαρὺ, καὶ μελανεῖ τὸ μέλαν, καὶ τὸ λευκὸν
λευκὸν ποιήσει.

οὐ γὰρ πυρὸς τὸ ψύχειν,
οὐδε τοῦ ψυχροῦ θερμὰ ποιεῖν. ἀλλ’ ἣ γε ψυχὴ καὶ 
 ἐν ἂλλοις μὲν ζῲοις ἂλλα, τὰ δὲ ἂλλα ποιεῖ, καὶ ἐν τῷ
δὲ αὐτῷ τὰ ἐναντία, τὰ μὲν πηγνῦσα, τὰ δὲ χέουσα, καὶ
τὰ μὲν πυκνὰ, τὰ δὲ ἀραιὰ, μέλανα, λευκὰ, κοῦφα,
βαρέα· καίτοι ἓν ἐδει ποιεῖν, κατὰ τὴν τοῦ σώματος
ποιότητά τε τὴν ἂλλην καὶ χρόαν, νῦν δὲ πολλά.”

“Τὰς δὲ δὴ κινήσεις πῶς διαφόρους, ἀλλ’ οὐ
μίαν, μιᾶς οὒσης παντὸς σώματος κινήσεως ; εἰ δὲ
 τῶν μὲν τοῦτο, ἀλλ’ οὐ σώματος ἡ προαίρεσις, οὐδὲ
θῶς μὲν τοῦτο, ἀλλ’ οὐ σώματος ἡ προαίρεσις, οὐδέ
οἱ λόγοι διάφοροί γε ὂ ντες, ἑνὸς οντος καὶ ἁπλοῦ τοῦ 
σώματος, καὶ οὐ μετὸν αὐτῷ τοιούτου γε λόγου, ἢ
ὃσος δέδοται αὐτῷ παρὰ τοῦ ποιήσαντος θερμὸν αὐτὸ
ἢ ψυχρὸν εἶναι.

τὸ δὲ καὶ ἐν χρόνοις αὒξειν,
καὶ μέχρι τοσούτου μέτρου, πόθεν ἂν τῷ σώματι αὐτῷ
γένοιτο ; ᾧ προσήκει μὲν αὒξεσθαι, αὐτῷ δὲ ἀμοίρῳ 
τοῦ αὒξειν εἶναι, ἢ ὃσον παραληφθείη ἂν ἐν ὓλης
ὂγκῳ ὑπηρετοῦν τῷ δι’ αὐτοῦ τὴν αὒξην ἐργαζομένῳ·
καὶ γὰρ εἰ ἡ ψυχὴ σῶμα οὖσα αὒξοι, ἀνάγκη καὶ αὐτὴν
 αὒξεσθαι. προσθήκη δηλονότι ὁμοίου σώματος.
εἰ μέλλει εῖἰς ἲσον ἰέναι τῷ αὐξομένῳ ὑπ’ αὐτῆς. καὶ ἢ 
ψυχὴ ἒσται τὸ προστιθέμενον, ἢ ἂψυχον σῶμα.

καὶ εἰ μὲν ψυχὴ, πόθεν καὶ πῶς εἰσιούσης καὶ πῶς
προστιθεμένης ; εἰ δὲ ἂψυχον τὸ προστιθέμενον, πῶς
τοῦτο ψυχὠσεται καὶ τῷ πρόσθεν ὁμογνωμονήσει
καὶ ἓν ἒσται καὶ τῶν αὐτῶν δοξῶν τῇ πρώτῳ 
μεταλήψεται ; ἀλλ’ οὐχ ὣσπερ ξένη ψυχὴ αὓτη ἐν
ἀγνοίᾳ ἒσται ὧν ἡ ἑτερα οἶδε· καὶ ὣσπερ ὁ ἂλλος


 
ὄγκος ἡμῶν τὸ μέν τι ἀπορρεύσεται αὐτοῦ, τὸ δέ τι 
προσελεύσεται, οὐδὲν δὲ ἔσται τὸ αὐτό;

πῶς
οὑν ἡμῖν αἱ μνῆμαι; πῶς δὲ ἡ γνῶσις οἰκείων, οὐδέ-
ποτε τῇ αὐτῇ ψυχῇ χρωμένων; καὶ μὴν εἰ σῶμά ἐστι,
 φύσις δὲ σώματος μεριζόμενον εἰς πλείω, ἕκαστον
μὴ τὸ αὐτὸ εἶναι τῶν μερῶν τῷ ὅλῳ· εἰ τοσόνδε μέ·
γεθος ψυχὴ, ὃ ἂν ἔλαττον ᾖ, ψυχὴ οὐκ ἔσται, ὥσπερ
πᾶν ποσὸν ἀφαιρέσει τοῦ εἶναι τὸ πρόσθεν ἠλλάξατο.

εἰ δέ τι τῶν μέγεθος ἐχόντων τὸν ὄγκον ἐλαττωθὲν
 τῇ ποιότητι ταὐτὸν μένοι, ᾐ μὲν σῶμα, ἕτερόν 
ἐστι, καὶ ἡ ποσὸν, τῇ δὲ ποιότητι ἑτέρᾳ τῆς
ποσότητος οὔσῃ τὸ ταὐτὸν ἀποσώζειν δύναται.

τί τοίνυν φήσουσιν οἶ τὴν ψυχὴν σῶμα εἶναι λέγον-
τες; πρῶτον μὲν περὶ ἑκάστου μέρους τῆς ψυχῆς τῆς
 ἐν τῷ αὐτῷ σώματι, πότερον ἕκαστον ψυχὴ, οἵα ἐστὶ
καὶ ἡ ὅλη; καὶ πάλιν τοῦ μέρους τὸ μέρος;

οὐδὲν
ἄρα τὸ μέγεθος συνεβάλλετο τῇ οὐσίᾳ αὐτῆς·
(καίτοι ἔδει γε, ποσοῦ τινος ὄντος) καὶ ὅλον πολλαχῆ,
ὅπερ σώματι παρεῖναι ἀδύνατον, ἐν πλείοσι τὸ
 αὐτὸ ὅλον εἶναι, καὶ τὸ μέρος ὅπερ τὸ ὅλον ὑπάρχειν.

εἰ δὲ ἕκαστον τῶν μερῶν οὐ ψυχὴν φήσουσιν, ἐξ 
ἀψύχων ψυχὴ αὐτοῖς ὑπάρξει. καὶ προσέτι, εἰ ψυχῆς
ἑκάστης τὸ μέγεθος ὡρισμένον ἔσται ἐφ’ ἑκάτερα, ἢ
ἐπὶ τὸ ἔλαττόν γε, ἢ ἐπὶ τὸ μεῖζον, ψυχὴ οὐκ ἔσται.

ὅταν τοίνυν ἐκ συνόδου μιᾶς καὶ ἑνὸς σπέρματος 
δίδυμα γένηται γεννήματα, ἢ καὶ, ὥσπερ ἐν τοῖς
ἄλλοις ζῴοις, πλεῖστα, τοῦ σπέρματος εἰς πολλοὺς
τόπους μεριζομένου, οὗ δὴ ὅλον ἕκαστόν ἐστι, πῶς
οὐ διδάσκει τοῦτο τοὺς βουλομένους μανθάνειν ὡς
 ὅπου τὸ μέρος ταὐτόν ἐστι τῷ ὅλῳ, τοῦτο ἐν τῇ αὐτοῦ
οὐσίᾳ τὸ ποσὸν εἶναι ὑπερβέβηκεν, ἄποσον δὲ 
αὐτὸ εἶναι ἐξ ἀνάγκης; οὕτω γὰρ ἂν μένοι τὸ αὐτὸ,

 
τοῦ ποσοῦ κλεπτομένου, ἅτε μὴ μέλον αὐτῷ ποσότητος
καὶ ὄγκου, ὡς ἂν τῆς οὐσίας αὐτοῦ ἕτερόν τι οὔσης.
ἄποσον ἄρα ἡ ψυχὴ καὶ οἱ λόγοι.”

“ Ὅτι δὲ εἰ σῶμα εἴη ἡ ψυχὴ, οὔτε τὸ αἰσθάνεσθαι,
οὔτε τὸ νοεῖν, οὔτε τὸ ἐπίστασθαι, οὔτε ἀρεταὶ 
 ταὶ οὔτετιτῶν καλῶν ἔσται, ἐκ τῶνδεδῆλον. εἴ τι μέλλει
αἰσθάνεσθαί τινος, ἕν αὐτὸ δεῖ εἶναι καὶ τῷ αὐτῷ
παντὸς ἀντιλαμβάνεσθαι· καὶ εἰ διὰ πολλῶν αἰσθητηρίων
πλείω τὰ εἰσιόντα εἴη, ἢ πολλαὶ περὶ ἓν ποιότητες,
κἂν δι᾿ ἑνὸς ποικίλον , οἷον πρόσωπον.

οὐ γὰρ ἄλλο μὲν ῥινὸς, ἄλλο δὲ ὀφθαλμοῦ, ἀλλὰ ταυτὸν
ὁμοῦ πάντων. καὶ εἰ τὸ μὲν δι᾿ ὀμμάτων, τὸ δὲ
δι᾿ ἀκοῆς, ἔν τι δεῖ εἶναι εἰς ὃ ἄμφω· ἢ πῶς ἂν εἴποι
ὅτι ἕτερα ταῦτα, μὴ εἰς τὸ αὐτὸ ὁμοῦ τῶν αἰσθημάτων
ἐλθόντων ; δεῖ τοίνυν τοῦτο ὥσπερ κέντρον εἶναι, 
γραμμὰς δὲ συμβαλλούσας ἐκ περιφερείας κύκλου,
 τὰς πανταχόθεν αἰσθήσεις πρὸς τοῦτο περαίνειν, καὶ
τοιοῦτον τὸ ἀντιλαμβανόμενον εἶναι ἓν ὄντως.

εἰ δὲ διεστὼς τοῦτο γένοιτο, καὶ οἷον γραμμῆς ἐπὶ
ἄμφω τὰ πέρατα αἱ σίσθήσεις προσβάλλοιεν, ἢ συνδραμεῖται 
εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ πάλιν, οἷον τὸ μέσον ἢ ἄλλο·
τὸ δὲ ἄλλο ἑκάτερον ἑκατέρου αἴσθησιν ἔξει, ὥσπερ
ἂν εἰ ἐγὼ μὲν ἄλλου , σὺ δὲ ἄλλου αἴσθοιο.

καὶ εἰ ὲν εἴη τὸ αἴσθημα, οἷον πρόσωπον, εἰς ἓν
συναιρεθήσεται, ὅπερ καὶ φαίνεται · συναιρεῖται γὰρ 
καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς κόραις · (ἢ πῶς ἂν τὰ μέγιστα διὰ
 ταύταιν ὁρῷτο;) ὥστε ἔτι μᾶλλον εἰς τὸ ἡγεμονοῦν
ἰόντα οἷον ἀμερῆ νοήματα γίνεσθαι. καὶ ἔσται ἀμερὲς
τοῦτο, ἢ μεγέθει ὄντι τούτῳ συμμερίζοιτο ἂν,
ὥστε ἄλλον ἄλλου μέρους καὶ μηδένα ἡμῶν ὅλου 
τοῦ αἰσθητοῦ τὴν ἀντίληψιν ἴσχειν.

ἀλλὰ γὰρ
ἕν ἐστι τὸ πᾶν· πῶς γὰρ ἂν καὶ διαιροῖτο; οὐ γὰρ δὴ

 
τὸ ἴσον τῷ ἴσῳ ἐφαρμόσει, ὅτι οὐκ ἴσον τὸ ἡγεμονοῦν
παντὶ αἰσθητῷ. κατὰ πηλίκα οὖν ἡ διαίρεσις; ἢ εἰς
τοσαῦτα διαιρεθήσεται, καθ’ ὅσον ἂν ἀριθμοῦ ἔχῃ
εἰς ποικιλίαν τὸ εἰσιὸν αἴσθημα;

καὶ ἕκαστον
 δὴ ἐκείνων τῶν μερῶν τῆς ψυχῆς ἄρα καὶ τοῖς μορίοις 
αὐτοῦ αἰσθήσεται. ἢ ἀναίσθητα τὰ μέρη τῶν
μορίων ἔσται; ἀλλὰ ἀδύνατον. εἰ δὲ ὁτιοῦν παντὸς
αἰσθήσεται, εἰς ἄπειρα διαιρεῖσθαι τοῦ μεγέθους
πεφυκότος, ἀπείρους καὶ αἰσθήσεις καθ’ ἕκαστον
 αἰσθητὸν συμβήσεται γίγνεσθαι ἑκάστῳ, οἷον τοῦ
αὐτοῦ ἀπείρους ἐν τῷ ἡγεμονοῦντι ἡμῶν εἰκόνας.

καὶ μὴν σώματος ὄντος τοῦ αἰσθανομένου, οὐκ
ἂν ἄλλῳ τρόπῳ γένοιτο τὸ αἰσθάνεσθαι ἢ οἷον ἐν
κηρῷ ἐνσημανθεῖσαι ἀπὸ δακτυλίων σφραγῖδες, εἴτ’
 οὖν εἰς αἷμα εἴτ’ οὖν εἰς ἀέρα τῶν αἰσθημάτων ἐνσημαινομένων.
εἰ μὲν οὖν ὡς ἐν σώμασιν ὑγροῖς, 
ὅπερ καὶ εὔλογον, ὥσπερ εἰς ὕδωρ, συγχυθήσεται,
καὶ οὐκ ἔσται μνήμη·

εἰ δ’ ἐμμενοῦσιν οἶ τύποι, ἣ
οὐκ ἔστιν ἄλλους ἐνσημαίνεσθαι ἐκείνων κατεχόντων,
 ὥστε ἄλλαι αἰσθήσεις οὐκ ἔσονται, ἢ γιγνομένων
ἄλλων ἐκεῖνοι οἶ πρότερον ἀπολοῦνται, ὥστε οὐδὲν
ἔσται τὸ μνημονεύειν. εἰ δέ ἐστι τὸ μνημονεύειν καὶ
ἄλλων αἰσθάνεσθαι ἐπ’ ἄλλοις, οὐκ ἐμποδιζόντων
τῶν πρόσθεν, ἀδύνατον τὴν ψυχὴν σῶμα εἶναι.”

“Ἴδοι δ’ ἄν τις καὶ ἐκ τῆς τοῦ ἀλγεῖν αἰσθήσεως 
τὸ αὐτὸ τοῦτο. ὅταν δάκτυλον λέγηται ἀλγεῖν
ἄνθρωπος, ἡ μὲν ὀδύνη περὶ τὸν δάκτυλον δήπουθεν,
ἡ δὲ αἴσθησις τοῦ ἀλγεῖν δῆλον ὅτι ὁμολογήσουσιν
ὡς περὶ τὸ ἡγεμονοῦν γίγνεται. ἄλλου δὴ
 ὄντος τοῦ πονοῦντος μέρους, τοῦ πνεύματος τὸ ἡγε-
μονοῦν αἰσθάνεται, καὶ ὅλη ψυχὴ τὸ αὐτὸ πάσχει.

πῶς οὖν τοῦτο συμβαίνει; διαδόσει, φήσουσι,

 
 παθόντος μὲν πρώτως τοῦ περὶ τὸν δάκτυλον ψυχι-
κοῦ πνεύματος, μεταδόντος δὲ τῷ ἐθεφῆς, καὶ τούτου
ἄλλῳ, ἕως οὗ πρὸς τὸ ἠγεμονοῦν ἀφίκοιτο.

ἀνάυ-
 κη τοίνυν εἰ τὸ πρῶτον πόνου ᾓσθετο, ἄλλην τὴν
αἴσθησιν τοῦ δευτέρου εἶναι, καὶ εἰ κατὰ διάδοσιν 
ἡ αἴσθησις, καὶ τοῦ τρίτου γε ἄλλην, καὶ πολλὰς
αἰσθήσεις καὶ ἀπείρους τὴν περὶ ἑνὸς ἀλγήματος
γίγνεσθαι, καὶ τούτων ἁπαςῶν ὕστερον τὸ ἡγεμονοῦν
αἰσθέσθαι, καὶ γῆς ἑαυτοῦ παρὰ ταύτας.

Τὸ δὲ
ἀληθὶς, ἑκάστην ἐκείνων μὴ τοῦ ἐν τῷ δακτύσῳ 
ἀλγήματος· [ἀλλὰ τὴν μὲν ἐφεξῆς τῷ δακτύλῳ ὅτι
ὁ ταρςὸς ἀλγεῖ, τὴν δὲ τρίτην, ὅτι ἄλλο τὸ πρὸς τὸ
ἄνωθεν, καὶ πολλὰς εἶναι ἀλγηδόνας· τό τε ἡγεμο-
νοῦν μὴ τοῦ πρὸς τῷ δακτύλῳ ἀλγήματος] αἰσθάνε-
σθαι, ἀλλὰ τοῦ πρὸς αὑτῷ, καὶ τοῦτο γινώσκειν 
 μόνον, τὰ δ’ ἄλλα χαίρειν ἐᾶν, μὴ ἐπιστάμενον ὅτι
ἀλγεῖ ὁ δάκτυλος.

εἰ τοίνυν κατὰ διάδοσιν τὴν
αἴσθησιν ὄγκου ὄντος, ἄλλου παθόντος, ἄλλου γνῶσιυ
εἶναι. Παντὸς γὸρ μεγέθους, εἰ τὸ μὲν ἄλλο, τὸ δὲ 
ἄλλο ἐστὶ, δεῖ τοιοῦτον τίθεσθαι τὸ αἰσθανόμενον,
ἄλλο ἐστὶ, δεῖ τοιοῦτον τὶθεσθαι τὸ αἰσθαόμενον,
οἶον πανταχοῦ αὐτὸ ἑαυτῷ τὸ αἀτὸ εἶναι. Τοῦτο δὲ
ἄλλῳ τινὶ τῶν ὄωτων ἢ σώματι ποιεῖν προςήκει.”

“Ὅτι δὲ οὐδὲ νοεῖν οἶόν τε εἰ σῶμα ἡ εψχὴ
ὁτιοῦν εἴη δεικτέον ἐκ τῶνδε. Εἰ γὰρ τὸ αἰσθάνεσθαί 
ἐστι τὸ σώματι προσχρωμένην τὴν ψυχὴν ἀντισθαί
ἐστι τὸ σώματι προσχρωμένην τὴν ψυχὴν ἀντιλαμβάνεσθαι
τῶν αἰσθητῶν, οὐκ ἄν εἴη καὶ τὸ νοεῖν
τὸ διὰ σώματος καταλαμβάνειν, ἢ ταυτὸν ἔσται τῷ
αἰσθάνεσθαι.

Εἰ οὖν τὸ νοεῖν ἐστι τὸ ἄνευ σώματος
ἀντιλαμβάνεσθαι, πολὺ πρότερον δεῖ μὴ σῶμα 
αὖ τὸ νοῆσον εἶναι, ἐπεὶ αἰσθητῶν μὲν ἡ αἴσθησις,
νοητῶν δὲ ἡ νόησις. Εἰ δὲ μὴ βούλονται, ἀλλ’ οὖν


 
ἔσονταί γε καὶ νοητῶν τινῶν νοήσεις καὶ ἀμεγέθων 
ἀντιλήψεις.

πῶς οὖν μέγεθος ὂν τὸ μὴ μέγεθος
νοήσει καὶ τῶ μεριστῷ τὸ μὴ μεριστὸν νοήσει; ἢ
μέρει τινὶ ἀμερεῖ αὐτοῦ; εἰ δὲ τοῦτο, οὐ σῶμα ἔσται
 τὸ νοῆσον. οὐ γὰρ δὴ τοῦ ὅλου χρεία πρὸς τὸ θιγεῖν·
ἀρκεῖ γὰρ καὶ ἴν τι.

εἰ μὲν οὖν συγχωρήσονται
τὰς πρώτας νοήσεις, ὅπερ ἀληθές ἐστι, εἶναι τῶν
πάντη σώματος καθαρωτάτων, αὐτὸ ἑκάστου, ἀνάγκη
καὶ τὸ νοοῦν σώματος καθαρὸν ὂν, ἢ γιγνόμενον,
 γινώσκειν. εἰ δὲ τῶν ἐν ὕλῃ εἰδῶν τὰς νοήσεις φήσουσιν
εἷναι, ἀλλὰ χωριζομένων γε τῶν σωμάτων
γίγνονται, τοῦ νοῦ χωρίζοντος.

οὐ γὰρ δὴ μετὰ 
σαρκῶν, ἢ ὅλως ὕλης ὁ χωρισμὸς, κύκλου καὶ τριγώνου
·καὶ γραμμῆς καὶ σημείου. δεῖ ἄρα καὶ τὴν
 ψυχὴν σώματος αὐτὴν ἐν τῷ τοιούτῳ χωρίσαι. δεῖ
ἄρα μηδὲ αὐτὴν σῶμα εἶναι. ἀμέγεθες δὲ οἶμαι καὶ
τὸ καλὸν καὶ τὸ δίκαιον, καὶ ἡ τούτων ἄρα νόησις.
ὥστε καὶ προσιόντα τῷ ἀμερεῖ αὐτῆς ὑποδέξεται καὶ
ἐν αὐτῇ ἀμερῆ κείσεται.”

“Πῶς δ’ ἂν καὶ σώματος ὄντος τῆς ψυχῆς,
ἀρεταὶ αὐτῆς σωφροσύνη καὶ δικαιοσύνη, ἀνδρεία
τε καὶ ἄλλαι; πνεῦμά τι γὰρ, ἢ αἷμά τι, τὸ σωφρο-
νεῖν εἴη ἢ δικαιότης, ἢ ἀνδρεία, εἰ μὴ ἄρα ἡ ἀνδρεία 
τὸ δυσπαθὲς τοῦ πνεύματος εἴη, καὶ ἡ σωφροσύνη,
 ἡ εὐκρασία, τὸ δὲ κάλλος εὐμορφία τις ἐν τύποις,
καθ’ ἣν λέγομεν ἰδόντες ὡραίους καὶ καλοὺς τὰ σώματα.

ἰσχυρῷ μὲν οὖν καὶ καλῷ ἐν τύποις πνεύ-
ματι εἷναι προσήκοι ἂν, σωφρονεῖν δὲ τί δεῖ πνεύ-
ματι; ἀλλ’ οὖν τοὐναντίον, ἐν περιπτύξεσι καὶ ἁφαῖς
 εὖ παθεῖν, ὅπου ἢ θερμανθήσεται, ἢ συμμέτρως
ψύχεος ἶμερεῖ, ἢ μαλακοῖς τισι καὶ ἁπλοῖς καὶ λείοις
πελάσει; τὸ δὲ κατ’ ἀξίαν νεῖμαι τί ἂν αὐτῷ μέλοι;

πότερον δὲ ἀιδίων ὄντων τῶν τῆς ἀρετῆς θεωρη-
μάτων καὶ τῶν ἄλλων τῶν νοητῶν ἡ ψυχὴ ἐφάπτεται,
ἢ γίνεταί τῳ ἡ ἀρετὴ καὶ ὠφελεῖ καὶ πάλιν
φθείρεται; ἀλλὰ τίς ὁ ποιῶν καὶ πόθεν; οὕτω γὰρ
ἂν ἐκεῖνο πάλιν μένοι. δεῖ ἄρα ἀιδίων εἶναι καὶ 
μενόντων, οἷα καὶ τὰ ἐν γεωμετρίᾳ. εἰ δὲ ἀϊδίων
καὶ μενόντων, οὐ σωμάτων. καὶ δεῖ ἄρα καὶ ἐν ᾧ
ἔσται , τοιοῦτον εἶναι· ἄρα μὴ σῶμα εἶναι. οὐ γὰρ
μένει, ἀλλὰ ῥεῖ ἡ σώματος φύσις πᾶσα. ”

“ Εἰ δὲ τὰς τῶν σωμάτων ποιήσεις ὁρῶντες 
θερμαινούσας καὶ ψυχούσας καὶ ὠθούσας καὶ βαρυνούσας
 ἐνταῦθα τάττουσι τὴν ψυχὴν , οἶον ἐν
δραστηρίῳ τόπῳ ἱδρύοντες αὐτὴν , πρῶτον μὲν ἀγνο-
οῦσιν ὡς καὶ ταῦτα τὰ σώματα δυνάμεσι ταῖς ἐν
αὐτοῖς ἀσωμάτοις ταῦτα ἐργάζεται· ἔπειτα ὅτι οὐ 
ταύτας τὰς δυνάμεις περὶ ψυχὴν εἶναι ἀξιοῦμεν, ἀλλὰ
τὸ νοεῖν, τὸ αἰσθάνεσθαι, λογίζεσθαι, ἐπιθυμεῖν,
 ἐπιμελεῖσθαι ἐμφρόνως καὶ καλῶς ἅπαντα , ἄλλην
οὐσίαν ζητεῖ.

τὰς οὖν δυνάμεις τῶν ἀσωμάτων
μεταβιβάσαντες εἰς τὰ σώματα οὐδεμίαν ἐκείνοις 
καταλείπουσιν. ὅτι δὲ καὶ τὰ σώματα ἀσωμάτοις
δυνάμεσι δύναται ἃ δύναται ἐκ τῶνδε δῆλον. ὁμο-
λογήσουσι γὰρ ἕτερον ποιότητα καὶ ποσότητα εἶναι,
καὶ πὰν σῶμα ποσὸν εἶναι, καὶ ἔτι οὐ πᾶν σῶμα πο-
σὸν εἶναι , ὥσπερ τὴν ὕλην. ταῦτα δὲ ὁμολογοῦντες 
τὴν ποιότητα ὁμολογήσουσιν ἕτερον οὖσαν ποσοῦ,
ἕτερον σώματος εἷναι.

πῶς γὰρ μὴ ποσὸν οὖσα
σῶμα ἔσται, εἴπερ πᾶν σῶμα ποσόν; καὶ μὴν, ὅπερ
καὶ ἄνω που ἐλέγετο, εἰ πὰν σῶμα μεριζόμενον καὶ
 πᾶς ἀφαιρεῖται ὅπερ ἦν , κερματιζομένου δὲ 
τοῦ σώματος ἐφ’ ἑκάστῳ μέρει ἡ αὐτὴ ὅλη ποιότης
μένει, οἷον ἡ γλυκύτης ἡ τοῦ μέλιτος οὐδὲν ἔλαττον

 
γλυκύτης ἐστὶν ἐφ’ ἑκάστῳ, οὐκ ἂν εἴη σῶμα γλυκύτης.
ὁμοίως καὶ αἱ ἄλλαι.

ἔπειτα εἰ σώματα
ἦσαν αἶ δυνάμεις, ἀναγκαῖον ἦν τὰς μὲν ἰσχυρὰς τῶν
δυνάμεων μεγάλους ὄγκους, τὰς δὲ ὀλίγον δρᾶν
 δυναμένας ὄγκους μικροὺς εἶναι. εἰ δὲ μεγάλων μὲν
τῶν ὄγκων μικραὶ, ὀλίγοι δὲ μικρότατοι τόν ὄγκων
μεγίστας ἔχουσι τὰς δυνάμεις, ἄλλῳ τινὶ ἢ μεγέθει
τὸ ποιεῖν ἀναθετέον· ἀμεγέθει ἄρα.

τὸ δὲ ὕλην 
μὲν τὴν αὐτὴν εἶναι σῶμα, ὥς φασιν, οὖσαν, διάφορα
 δὲ ποιεῖν ποιότητας προσλαβοῦσαν, πῶς οὐ
δῆλον ποιεῖ τὰ προσγενόμενα λόγους αὐτοὺς καὶ
ἀσωμάτους εἶναι; μηδ’ ὅτι πνεύματος ἢ αἵματος ἀπο-
στάντων ἀποθνήσκει τὰ ζῷα λεγόντων. οὐ γὰρ ἔστιν
ἄνευ τούτων εἶναι, οὐδ’ ἄνευ πολλῶν ἄλλων, ὧν
 οὐδὲ ἂν ἡ ψυχὴ εἴη. καὶ μὴν οὔτε πνεῦμα διὰ πάντων
οὔτε αἷμα, ψυχὴ δέ.”

“Ἔτι εἰ σῶμα οὖσα ἡ ψυχὴ διῆλθε διὰ παν-
τὸς, κἂν κραθεῖσα εἴη, ὃν τρόπον τοῖς ἄλλοις σώμασιν 
ἡ κρᾶσις. εἰ δὲ ἡ τῶν σωμάτων κρᾶσις οὐδὲν
 ἐνεργείᾳ ἐᾷ εἶναι τῶν κραθέντων, οὐδ’ ἂν ἡ ψυχὴ ἔτι
ἐνεργείᾳ ἐνείη τοῖς σώμασιν, ἀλλὰ δυνάμει μόνον,
ἀπολέσασα τὸ εἶναι ψυχὴ, ὥσπερ εἰ γλυκὺ καὶ πικρὸν
κραθείη, τὸ γλυκὺ οὐκ ἔστιν. οὐκ ἄρα ἔχομεν ψυχήν.

τὸ δὲ δὴ σῶμα ὂν σώματι κεκράσθαι ὅλον δι’
 ὡς ὅπου ἂν ᾐ καὶ θάτερον, εἶναι ἴσον ὄγκον
ἀμφοτέρων, καὶ τὸ πάν κατεχόντων, καὶ μηδεμίαν
αὔξην γεγονέναι ἐπεμβληθέντος τοῦ ἑτέρου, οὐδὲν
ἀπολείψει ὅ μὴ τέμῃ. οὐ γὰρ κατὰ μεγάλα μέρη 
παραλλὰξ ἡ κρᾶσις· (οὕτω γάρ φασι παράθεσιν ἔσεσθαι·)
 διεληλυθὸς δὲ διὰ παντὸς τὸ ἐπεμβληθὲν ἐπὶ
σμικρότερον· ὅπερ ἀδύνατον, τὸ ἔλαττον ἴσον γενέσθαι
τῷ μείζονι·) ἀλλ’ οὖν διεληλυθὸς πᾶν τέμνει

 
κατὰ πᾶν.

ἀνάγκη τοίνυν εἰ καθ᾿ ὁτιοῦν σημεῖον,
καὶ μὴ μεταξὺ σῶμα ἔσται· ὃ μὴ τέτμηται , εἰς σημεῖα
τὴν διαίρεσιν τοῦ σώματος γεγονέναι, ὅπερ ἀδύνατον.
εἰς δὲ ἄπειρον τῆς τομῆς οὔσης (ὃ γὰρ ἂν λάβῃς
σῶμα διαίρετόν ἐστι) οὐ δυνάμει μόνον , ἐνεργείᾳ 
δὲ τὰ ἄπειρα ἔσται. οὐ τοίνυν ὅλον δι᾿ ὅλου
χωρεῖν δυνατὸν τὸ σῶμα, ἡ δὲ ψυχὴ δι᾿ ὅλων· ἀσώματος
ἄρα.”

“Τὸ δὲ καὶ φύσιν μὲν προτέραν τὸ αὐτὸ
πνεῦμα λέγειν , ἐν δὲ ψυχρῷ γενομένην καὶ στομωθεῖσαν 
ψυχὴν γίνεσθαι , λεπτοτέραν ἐν ψυχρῷ γενομένην·
ὃ δὴ καὶ αὐτὸ ἄτοπον· πολλὰ γὰρ ζῷα ἐν
θερμῷ γίγνεται, καὶ ψυχὴν ἔχει οὐ ψυχθεῖσαν. ἀλλ᾿
οὖν φασί γε προτέραν φύσιν ψυχῆς εἶναι κατὰ συντυχίας
τὰς ἔξω γιγνομένην.

συμβαίνει οὖν αὐτοῖς 
τὸ χεῖρον πρῶτον ποιεῖν, καὶ πρὸ τούτου ἄλλο ἔλαττον,
 ἣν λέγουσιν ἔξιν. ὁ δὲ νοῦς ὕστατος, ἀπὸ τῆς
 ψυχῆς δηλονότι γενόμενος , ἢ εἰ πρὸ πάντων νοῦς,
ἐφεξῆς ἔδει ψυχὴν ποιεῖν , εἶτα φύσιν· καὶ ἀεὶ τὸ
ὕστερον χεῖρον, εἴπερ πέφυκεν.

εἰ οὖν καὶ ὁ 
θεὸς αὐτοῖς κατὰ τὸν νοῦν ὕστερος καὶ γεννητὸς καὶ
ἐπακτὸν τὸ νοεῖν ἔχων, ἐνδέχοιτο ἂν μηδὲ ψυχὴν
μηδὲ νοῦν, μηδὲ θεὸν εἶναι· εἰ τὸ δυνάμει, μὴ ὄντος
πρότερον τοῦ ἐνεργείᾳ καὶ νοῦ γένοιτο, οὐδὲ ἥξει εἰς
ἐνέργειαν. τί γὰρ ἔσται τὸ ἄγον, μὴ ὄντος ἑτέρου 
παρ᾿ αὐτὸ προτέρου; εἰ δ᾿ ἑαυτὸ ἄξει εἰς ἐνέργειαν,
ὅπερ ἄτοπον, ἀλλὰ βλέπον γε πρός τι ἄξει, ὃ οὐ δυνάμει,
 ἐνεργείᾳ δὲ ἔσται.

καίτοι τὸ ἀεὶ μένειν
τὸ αὐτὸ, εἴπερ τὸ δυνάμει ἕξει, καθ᾿ ἑαυτὸ εἰς ἐνέργειαν
ἥξει , καὶ τοῦτο κρεῖττον ἔσται τοῦ δυναμένου, 
οἷον ὀρεκτὸν ὄν ἐκείνου. πρότερον ἄρα τὸ κρεῖττον
καὶ ἑτέραν φύσιν ἔχον σώματος καὶ ἐνεργείᾳ ὄν ἀεί·

 
πρότερον ἄρα καὶ νοῦς καὶ ψυχὴ φύσεως. οὐκ ἄρα
οὕτως ψυχὴ ὡς πνεῦμα, οὐδ᾿ ὡς σῶμα. ἀλλ᾿ ὅτι μὲν
οὐ σῶμα λέγοιτ᾿ ἂν καὶ εἴρηται καὶ ἄλλοις ἕτερα,
ἱκανὰ δὲ καὶ ταῦτα.”

“ Ἐπεὶ δὲ καὶ ἄλλης φύσεως , δεῖ ζητεῖν τίς 
αὕτη. ἆρ᾿ οὖν ἕτερον μὲν σώματος, σώματος δέ τι,
οἷον ἁρμονία; τοῦτο γὰρ ἁρμονίαν τῶν ἀμφὶ Πυιθαγόραν
λεγόντων ἕτερον τρόπον, ᾠήθησαν αὐτὸ τοιοῦτόν
τι εἶναι οἷον καὶ ἡ περὶ χορδὰς ἁρμονία.

ὡς
 γὰρ ἐνταῦθα ἐντεταμένων τῶν χορδῶν ἐπιγίνεταί τι
οἶον πάθημα ἐπ᾿ αὐταῖς, ὃ λέγεται ἁρμονία, τὸν αὐτὸν
τρόπον καὶ τοῦ ἡμετέρου σώματος, ἐν κράσει 
ἀνομοίων γινομένων, τὴν ποιὰν κρᾶσιν ζωήν τε ἐργάζεσθαι
καὶ ψυχὴν, οὖσαν τὸ ἐπὶ τῇ κράσει πάθημα.
 ὅτι δὲ ἀδύνατον , πολλὰ ἤδη πρὸς ταύτην τὴν δόξαν
εἴρηται.

καὶ γὰρ ὅτι τὸ μὲν πρότερον ἡ ψυχἠ, ἡ
δ᾿ ἁρμονία ὕστερον, καὶ ὡς τὸ μὲν ἄρχει καὶ ἐπιστατεῖ
τῷ σώματι καὶ μάχεται πολλαχῆ, ἁρμονία δὲ
οὐκ ἂν οὔσα ταῦτα ποιοῖ· καὶ ὡς τὸ μὲν οὐσία, ἡ δὲ
 ἁρμονία οὐκ οὐσία· καὶ ὅτι ἡ κρᾶσις τῶν σωμάτων,
ἐξ ὧν συνέσταμεν , ἐν λόγῳ οὖσα, ὑγίεια ἂν εἴη· καὶ 
ὅτι καθ᾿ ἕκαστον μέρος ἄλλως κραθὲν εἴη ἂν ψυχὴ
ἑτέρα, ὥστε πολλὰς εἶναι· καὶ τόδε μέγιστον . ὡς
ἀνάγκη πρὸ τῆς ψυχῆς ταύτης ἄλλην ψυχὴν εἶναι τὴν
 ποιοῦσαν τὴν ἁρμονίαν ταύτην, οἶον ἐπὶ τῶν ὀργάνων,
τὸν μουσικὸν, τὸν ἐντιθέντα ταῖς χορδαῖς τὴν
ἁρμονίαν, λόγον ἔχοντα παρ᾿ αὐτῷ , καθ᾿ ὃν ἁρμόσει.

οὔτε γὰρ ἐκεῖ αἱ χορδαὶ παρ᾿ αὑτῶν οὔτ᾿ 
ἐνταῦθα τὰ σώματα ἑαυτὰ εἰς ἁρμονίαν ἄγειν δυνήσεται.
 ὅλως δὲ καὶ οὗτοι ἐξ ἀψύχου ἔμψυχα ποιοῦσι,
καὶ τὰ ἐξ ἀτάκτων κατὰ συντυχίαν τεταγμένα καὶ τὴν 
τάξιν οὐκ ἐκ τῆς ψυχῆς, ἀλλ᾿ αὐτὴν ἐκ τῆς αὐτομά-

 
του τάξεως τὴν ὑπόστασιν εἰληφέναι. τοῦτο δὲ οὔτε
ἐν τοῖς κατὰ μέρος οὔτε ἐν τοῖς ἄλλοις δυνατὸν γενέσθαι.
οὐκ ἄρα ἡ ψυχὴ ἁρμονία."

Ταῦτα μὲν ἀπὸ τῶν Πλωτίνου πρὸς τὴν τῶν
Στωϊκῶν περὶ ψυχῆς δόξαν, σωματικὴν φασκόντων 
αὐτὴν εἶναι. ἀλλ᾿ ἐπεὶ αὐταρκῶς τά τε πρὸς Ἀριστοτέλην
ἕλην καὶ τὸν Περίπατον, τά τε πρὸς τὴν τῶν
 Στωϊκῶν αἵρεσιν, ὡς ἐν ἐπιτομῇ παρατέθειμαι, ὤρα
πάλιν ἐπανελθόντα τῶν γενναίων φιλοσόφων ὁμοῦ
πάντων τὰς θαυμαστὰς ἐπισκέψασθαι φυσιολογίας, 
ὅτε μάλιστα κοινῶς πάντες Ἕλληνες θεοὺς ὁρατοὺς,
ἥλιον καὶ σελήνην καὶ τοὺς λοιποὺς ἀστέρας, τά τε
ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου ἡγήσαντό τε καὶ ἐσέφθησαν,
καὶ τάς γε μυθικὰς καὶ ληρώδεις αὐτῶν περὶ τῆς
πολυθέου πλάνης διηγήσεις σεμνοτέραις δὴ καὶ φυσικαῖς 
ἀποδόσεσιν ἐπὶ τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ τοῦ παντὸς
κόσμου μόρια μετενηνόχασι.

διό μοι ἀναγκαῖον
εἶναι δοκεῖ καὶ τὰς περὶ τῶνδε δόξας ὁμοῦ συναγαγεῖν,
τάς τε διαστάσεις αὐτῶν καὶ τοῦ τύφου τὸ μάταιον
 ἐπιθεωρῆσαι. θήσω δὲ καὶ ταῦτα ἀπὸ τῆς 
Πλουτάρχου γραφῆς, ἐν ᾗ τὰς περὶ τούτων ἁπάντων
ὁμοῦ τῶν τε πρεσβυτέρων καὶ νέων δόξας συναγαγὼν
τοῦτον γράφει τὸν τρόπον 
 “Περὶ ἡλίου.

Ἀναξίμανδρος κύκλον εἷναι ὀκτωαιεικοσαπλασίονα 
 τῆς γῆς , ἁρματείῳ τροχῷ παραπλήσιον
τὴν ἁψῖδα ἔχοντα, κοίλην , πλήρη πυρὸς , ἧς κατά τι
μέρος ἐκφαινούσης διὰ στομίου τὸ πῦρ, ὥσπερ διὰ
πρηστῆρος αὐλοῦ· καὶ τοῦτ᾿ εἶναι τὸν ἥλιον.

Ξενοφάνης, ἐκ πυριδίων τῶν φαινομένων
συναθροιζoμένων μὲν ἐκ τῆς ὑγρᾶς ἀναθυμιάσεως,
συναθροιζόντων δὲ τὸν ἥλιον ἐκ νεφῶν πεπυρωμένων.

Οἱ Στωϊκοὶ, ἄναμμα νοερὸν ἐκ θαλάσσης.

Πλάτων, ἐκ πλείστου πυρός.

Ἀναξαγόρας , Δημόκριτος, Μητρόδωρος, μύδρον
ἢ πέτρον διάπυρον.

Ἀριστοτέλης , σφαῖραν ἐκ τοῦ πέμπτου 
 σώματος.

Φιλόλαος ὁ Πυθαγόρειος δίσκον ὑαλοειδῆ, δεχόμενον
μὲν τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ πυρὸς τὴν ἀνταύγειαν,
διηθοῦντα δὲ πρὸς ἡμᾶς τὸ φῶς· ὥστε προσεοικέναι
ἡλίου τὸ ἐν οὐρανῷ πυρῶδες τῇ ἀπὸ τοῦ ἐνόπτρου
 κατὰ ἀνάκλασιν διασπειρομένη πρὸς ἡμὰς αὐγῇ· καὶ
γὰρ ταύτην προσονομάζομεν ἥλιον, οἱονεὶ εἴδωλον
εἰδώλου.

Ἐμπεδοκλῆς δύο ἡλίους· τὸν μὲν ἀρχέτυπον
πῦρ ἐν τῷ ἑτέρῳ ἡμισφαιρίῳ τοῦ κόσμου, πεπληρωκὸς
 τὸ ἡμισφαίριον ἀεὶ καταντικρὺ τῆς ἀνταυγείας 
αὑτοῦ , τὸν δὲ φαινόμενον ἀνταύγειαν εἶναι, ἐν τῷ
ἑτέρῳ ἡμισφαιρίῳ , τῷ τοῦ ἀέρος τοῦ θερμομιγοῦς
πεπληρωμένῳ , ἀπὸ κυκλοτεροῦς τῆς γῆς κατ᾿ ἀνάκλασιν
ἐγγιγνομένην εἰς τὸν ἥλιον τὸν κρυσταλλοειδῆ,
 συμπεριελκομένην δὲ τῇ κινήσει τοῦ πυρίνου. ὡς δὲ
βραχέως εἰρῆσθαι συντεμόντα, ἀνταύγειαν εἶναι τοῦ
περὶ τὴν γῆν πυρὸς τὸν ἥλιον.

Ἐπίκουρος, γήινον πύκνωμα, κισσηροειδὲς,
καὶ σπογγοειδὲς ταῖς κατατρήσεσιν, ὑπὸ τοῦ πυρὸς
 ἀνημμἐνον.”

“Περὶ μεγέθους ἡλίου. 
 Ἀναξίμανδρος τὸν μὲν ἥλιον ἴσον εἶναι τῇ γῇ,
τὸν δὲ κύκλον ἀφ᾿ οὗ τὴν ἐκπνοὴν ἔχει , καὶ ὑφ᾿ οὖ
φέρεται, ἑπτακαιεικοσαπλασίονα τῆς γῆς.

Ἀναξαγόρας πολλαπλασίονα Πελοποννήσου.

Ἡράκλειτος, εὖρος ποδὸς ἀνθρωπείου.

Ἐπίκουρος πάλιν φησὶν ἐνδέχεσθαι τὰ προειρημένα
πάντα· ἢ τηλικοῦτον ἡλίκος φαίνεται, ἢ
 μικρῷ μείζω , ἢ ἐλάττω.”

“Περὶ σχήματος ἡλίου. 
 Ἀναξιμένης πλατὺν ὡς πέταλον.

Ἡράκλειτος, σκαφοειδῆ , ὑπόκυρτον.

Οἱ Στωϊκοὶ σφαιροειδῆ ὡς τὸν κόσμον καὶ τὰ
ἄστρα.

Ἐπίκουρος ἐνδέχεσθαι τὰ προειρημένα πάντα.” 
 Τοιοῦτος μὲν αὐτοῖς ὁ μέγας τῶν κατ᾿ οὐρανὸν
φαινομένων θεὸς ἥλιος. Μωσης δὲ καὶ τὰ Ἑβραίων
λόγια οὐδὲν τούτων περιεργάζονται.

“Περὶ σελήνης. 
 Ἀναξίμανδρος κύκλον εἶναι ἐννεακαιδεκαπλασίονα 
τῆς γῆς, ὡς ἐπὶ τοῦ ἡλίου , πλήρη πυρὸς,
ἐκλείπειν δὲ κατὰ τὰς ἐπιστροφὰς τοῦ τροχοῦ. ὅμοιον
δὲ εἶναι ἁρματείῳ τροχῷ, κοίλην ἔχοντα τὴν ἁψῖδα,
καὶ πυρὸς πλήρη, ἔχοντα μίαν ἐκπνοήν.

Ξενοφάνης νέφος εἶναι πεπιλημένον.

Οἱ Στωϊκοὶ μικτὸν ἐκ πυρὸς καὶ ἀέρος.

Πλάτων ἐκ πλείονος τοῦ γεώδους.

Ἀναξαγόρας, Δημόκριτος, στερέωμα διάπυρον,
ἔχον ἐν ἑαυτῷ πεδία καὶ ὄρη καὶ φάραγγας.

Ἡράκλειτος γῆν ὁμίχλῃ περιεχομένην

Πυθαγόρας κατὰ τὸ πυροειδὲς σῶμα.

“Περὶ μεγέθους σελήνης. 
 Οἱ Στωϊκοὶ μείζονα τῆς γῆς ἀποφαίνονται, ὡς 
 καὶ τὸν ἥλιον.

Παρμενίδης ἴσον τῷ ἡλίῳ· καὶ γὰρ ἀπ’
φωτίζεται.”

“Περὶ σχήματος σελήνης. 
 Οἱ Στωϊκοὶ σφαιροειδῆ εἶναι ὡς τὸν ἥλιον. 
 Ἡράκλειτος σκαφοειδῆ. 
 Ἐμπεδοκλῆς δισκοειδῆ. ἄλλοι κυλινδροειδῆ.”

“Περὶ φωτισμοῦ σελήνης. 
 Ἀναξίμανδρος ἴδιον αὐτὴν ἔχειν φῶς, ἀραιότερον
δέ πως.

Ἀντιφῶν ἰδίῳ φέγγει λάμπειν τὴν σελήνην· 
τὸ δ’ ὑποκρυπτόμενον περὶ αὐτὴν ὑπὸ τῆς προσβολῆς
τοῦ ἡλίου ἀμαυροῦσθαι , πεφυκότος τοῦ ἰσχυροτέρου
πυρὸς τὸ ἀσθενέστερον ἀμαυροῦν, ὃ δὴ συμβαίνειν
καὶ περὶ τὰ ἄλλα ἄστρα.

Θαλῆς καὶ οἶ ἀπ’ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἡλίου φωτίζεσθαι
τὴν σελήνην.

Ἡράκλειτος τὸ αὐτὸ πεπονθέναι τὸν ἥλιον καὶ
τὴν σελήνην· σκαφοειδεῖς γὰρ ὄντας τοῖς σχήμασι
τοὺς ἀστέρας, δεχομένους τε τὰ ἀπὸ τῆς ὑγρὰς ἀναθυμιάσεως,
 θυμιάσεως, φωτίζεσθαι πρὸς τὴν φαντασίαν·
μὲν τὸν ἥλιον , ἐν καθαρωτέρῳ γὰρ ἀέρι
φέρεσθαι, τὴν δὲ σελήνην ἐν θολερῷ, διὰ τοῦτο καὶ 
ἀμαυροτέραν φαίνεσθαι.”

‟Τίς ἡ οὐσία τῶν πλανήτων ἄστρων καὶ
ἀπλανῶν. 
 Θαλῆς γεώδη μὲν, ἔμπυρα δὲ τὰ ἄστρα.

Ἐμπεδοκλῆς πύρινα, ἐκ τοῦ πυρώδους, ὅπερ
ὁ ἀὴρ ἐν ἑαυτῷ περιέχων ἐξανέθλιψε κατὰ τὴν πρώτην 
διάκρισιν.

Ἀναξαγόρας τὸν περικείμενον ἀέρα πύρινον
μὲν εἷναι κατὰ τὴν οὐσίαν, τῇ δ’ εὐτονίᾳ τῆς περιδινήσεως
ἀναρπάσαντα πέτρους ἀπὸ τῆς γῆς καὶ
καταφλέξαντα, τούτους ἠστερικέναι.

Διογενὴς κισσηρώδη τὰ ἄστρα, διαπνοὰς
αὐτὰ νομίζει τοῦ κόσμου. πάλιν δὲ ὁ αὐτὸς ἀφανεῖς
μὲν λίθους, πίπτοντας δὲ πολλάκις ἐπὶ τὴν γῆν σβέννυσθαι,
καθάπερ τὸν ἐν Αἰγὸς Ποταμοῖς πυροειδῶς
κατενεχθέντα ἀστέρα πέτρινον.

Ἐμπεδοκλῆς τοὺς μὲν ἀπλανεῖς ἀστέρας συνδεδέσθαι
τῷ κρυστάλλῳ, τοὺς δὲ πλανήτας ἀνεῖσθαι.

Πλάτων’ ἐκ μὲν τοὐ πλείστου μέρους πυρίνους,
μετέχοντας δὲ καὶ τῶν ἄλλων, κόλλης δίκην.

Ξενοφάνης ἐκ νεφῶν μὲν πεπυρωμένων, σβεννυμένους 
δὲ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀναζωπυρεῖν νύκτωρ,
καθάπερ τοὺς ἄνθρακας· τὰς γὰρ ἀνατολὰς
καὶ τὰς δύσεις ἐξάψεις εἶναι καὶ σβέσεις.

Ἡρακλείδης δὲ καὶ οἶ Πυθαγόρειοι ἕκαστον
τῶν ἀστέρων κόσμον ὑπάρχειν, γῆν περιέχοντα ἀέρα 
τε καὶ] αἰθέρα ἐν τῷ ἀπείρῳ. ταῦτα τὰ δόγματα ἐν
τοῖς Ὀρφικοῖς ἐμφέρεται · κοσμοποιοῦσι γὰρ
τῶν ἀστέρων.

Ἐπίκουρος οὐδὲν ἀπογινώσκει τούτων, ἐχόμενος
τοῦ ἐνδεχομένου.”

“Περὶ σχήματος ἀστέρων. 
 Οἱ Στωϊκοὶ σφαιρικοὺς τοὺς ἀστέρας, καθάπερ
τὸν κόσμον καὶ ἥλιον καὶ σελήνην.

Κλεάνθης κωνοειδεῖς.

Ἀναξιμένης ἥλων δίκην καταπεπηγμένων τῷ 
κρυσταλλοειδεῖ. ἔνιοι δὲ πέταλα πύρινα εἶναι, ὥσπερ
κρυσταλλοειδεῖ. 
 Τοιαῦτα τοῖς θαυμαστοῖς φιλοσόφοις τὰ περὶ ὧν
φασι φαινομένων θεῶν ἐξευρήματα. οἷα δὲ καὶ περὶ
 τοῦ παντὸς διειλήφασιν ἐκ τῆς αὐτῆς μάνθανε τοῦ
Πλουτάρχου φωνῆς

‟Πῶς συνέστη ὁ κόσμος. 
 ὁ τοίνυν κόσμος περικεκλασμένῳ σχήματι
ἐσχημάτισται ’τον τρόπον τοῦτον. τῶν ἀτόμων σωματων
 ἀπρονόητον καὶ τυχαίαν ἐχόντων τὴν κίνησιν 
συνεχῶς τε καὶ τάχιστα κινουμένων, εἰς ταὐτὸ πολλὰ
σώματα συνηθροίσθη, καὶ διὰ τοῦτο ποικιλίαν ἔχοντα
σχημάτων καὶ μεγεθῶν.

ἀθροιζομένων δὲ ἐν ταυτῷ 
τούτων, τὰ μὲν ὅσα μείζονα ἦν καὶ βαρύτατα πάντων
 ὑπεκάθιζεν, ὅσα δὲ μικρὰ καὶ περιφερῆ καὶ
λεῖα καὶ εὐολίσθητα, ταῦτα ἐξεθλίβετο κατὰ τὴν
σύνοδον τῶν σωμάτων, εἴς τε τὸ μετέωρον ἀνεφέρετο.

ὡς οὖν ἐξέλιπε μὲν ἡ πληκτικὴ δύναμις
μετεωρίζουσα, οὐκέτι δὲ ἦγεν ἡ πληγὴ πρὸς τὸ νετεωρον,
 ἐκωλύετο δὲ ταῦτα φέρεσθαι κάτω , ἐπιέζετο 
πρὸς τοὺς τόπους τοὺς δυναμένους δέξασθαι. οὗτοι
δὲ ἦσαν οἱ πέριξ.

καὶ πρὸς τούτους τὸ πλῆθος
τῶν σωμάτων περιεκλᾶτο· περιπλεκόμενα δὲ ἀλλήλοις
κατὰ τὴν περίκλασιν τὸν οὐρανὸν ἐγέννησε. τῆς
 δ’ αὐτῆς ἐχόμεναι φύσεως αἶ ἄτομοι, ποικίλαι οὖσαι,
καθὼς εἴρηται, πρὸς τὸ μετέωρον ἐξωθούμεναι, τὴν

 
τῶν ἄστρων φύσιν ἀπετέλουν.

τὸ δὲ πλῆθος τῶν
ἀναθυμιωμένων σωμάτων ἐπέπληττε τὸν ἀέρα καὶ
τοῦτον ἐξέθλιβε. πνευματούμενος δὲ οὗτος κατὰ τὴν
 κίνησιν καὶ περιλαμβάνων τὰ ἄστρα συμπεριῆγεν
αὐτὰ, καὶ τὴν νῦν περιφορὰν αὐτῶν μετέωρον ἐφύλαττε. 
κἄπειτα ἐκ μὲν τῶν ὑποκαθιζόντων ἐγενήθη
ἡ γῆ, ἐκ δὲ τῶν μετεωριζομένων ὁ οὐρανὸς, πῦρ,
ἀήρ.

πολλῆς δὲ ὕλης ἔτι περιειλημμένης ἐν τῇ γῇ,
πυκνουμένης δὲ ταύτης κατὰ τὰς ἀπὸ τῶν πνευμάτων
πληγὰς καὶ τὰς ἀπὸ τῶν ἀστέρων αὔρας , προσεθλίβετο 
πᾶς ὁ μικρομερὴς σχηματισμὸς ταύτης καὶ
τὴν ὑγρὰν φύσιν ἐγέννα.

ῥευστικῶς δ’ αὕτη δια-
κειμένη κατεφέρετο πρὸς τοὺς κοίλους τόπους καὶ
δυναμένους χωρῆσαί τε καὶ στέξαι· ἢ καθ’ ἑαυτὸ
 τὸ ὕδωρ ὑποστὰν ἐκοίλαινε τοὺς ὑποκειμένους τόπους.”

Τοιαύτη καὶ ἡ θαυμάσιος αὐτῶν κοσμογονία.
συνῆπται δὲ τούτοις ἄλλη τις πλείστη λογομαχία, παν-
τοίων πέρι προτάσεων ἀπορησάντων εἰ χρὴ τὸ πᾶν
ἕν ἢ πολλὰ ἡγεῖσθαι ’ καὶ εἰ ἕνα τὸν κόσμον ἣ πλείους 
καὶ εἴτε ἔμψυχος οὗτος καὶ προνοίᾳ τυγχάνει
θεοῦ διοικούμενος, εἴτε καὶ τἀναντία ’ καὶ εἰ ἄφθαρ-
τος ἢ φθαρτός ’ καὶ πόθεν τρέφεται ’ καὶ ἀπὸ ποίου
ἤρξατο ὁ θεὸς κοσμοποιεῖν· περί τε τῆς τάξεως τοῦ
κόσμου· καὶ τίς ἡ αἰτία τοῦ αὐτὸν ἐγκλιθῆναι· περί 
τε τοῦ ἐκτὸς τῆς τοῦ κόσμου περιφερείας· καὶ τίνα
 τὰ δεξιὰ καὶ τὰ ἀριστερὰ τοῦ κόσμου μέρη ’ περί τε
οὐρανοῦ ’ καὶ πρὸς ἅπασι τούτοις περί τε δαιμόνων
καὶ ἡρώων ’ περί τε ὕλης καὶ περὶ ἰδεῶν ’ περὶ τῆς
τοῦ παντὸς τάξεως· ἔτι μὴν περὶ τῆς τῶν ἄστρων 
φορᾶς τε καὶ κινήσεως· καὶ πρὸς τούτοις ὁπόθεν
φωτίζονται οἱ ἀστέρες· καὶ περὶ τῶν καλουμένων

 
Διοσκούρων· περί τε ἐκλείψεως ἡλίου καὶ σελήνης·
καὶ περὶ ἐμφάσεως αὐτῆς· καὶ διὰ τί γεώδης φαίνεται·
καὶ περὶ τῶν ἀποστημάτων αὐτῆς· καὶ ἔτι
περὶ ἐνιαυτῶν.

ταῦτα δὲ πάντα διὰ μυρίων τοῖς
 περὶ ὧν ὁ λόγος κατεσκευασμένα ἐπειδὴ τεμὼν ὁ
Πλούταρχος ἐν ὀλίγοις συνεῖλεν, ἐπὶ ταὐτὸν ὁμοῦ 
συναγαγὼν ἀποφάσεις καὶ τὰς διαφωνίας αὐτῶν,
ἡγοῦμαι καὶ ἡμῖν οὐκ ἄχρηστα γενήσεσθαι αὐτὰ παρατεθέντα
εἰς τὴν εὔλογον αὐτῶν παραίτησιν. ὅτε γὰρ
 αὐτοὶ πρὸς σφάς αὐτοὺς ἐναντίοι κατὰ διάμετρον
ἔστησαν, μάχας τε καὶ πολέμους, πλέον δ’ οὐδὲν καθ’
ἑαυτῶν ἐξῆψαν, τὰ τῶν πέλας ἕκαστοι φιλοτιμίᾳ λόγων
ἀπελέγξαντες , πῶς οὐκ ἂν εἰκότως ἡμῖν ἀσφαλῆ τὴν
περὶ τούτων ἐποχὴν γεγονέναι πᾶς ὁστισοῦν ὁμολογήσειε;

προσθήσω δὲ ἑξῆς τοῖς εἰρημένοις ὅσα
καὶ περὶ τῶν προσγειοτέρων ἐπηπόρησαν· περὶ γῆς
σχήματος, καὶ περὶ θέσεως καὶ ἐγκλίσεως αὐτῆς· καὶ
ἔτι περὶ θαλάσσης· ὡς ἂν εἰδείης ὅτι μὴ περὶ μόνων 
τῶν μετεώρων καὶ μεταρσίων οἶ γενναῖοι διέστησαν,
 ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐν τοῖς περιγείοις διαπεφωνήκασιν.
ἴνα δὲ τῶν σοφῶν ἔτι μᾶλλον τὴν σοφίαν ἀποθαυμάσῃς,
προσθήσω καὶ ὅσα περὶ ψυχῆς καὶ τοῦ ἐν
αὐτῇ ἡγεμονικοῦ διεμαχήσαντο, οὐδὲ σφᾶς αὐτοὺς
ἐπιγνῶναι οἵας εἶεν φύσεως δεδυνημένοι. ἀλλὰ γὰρ
 ἀνίωμεν ἐπὶ τὰ πρῶτα τῶν εἰρημένων.

‟Εἰ ἔν τὸ πάν. 
 Οἱ μὲν οὑν ἀπὸ τῆς Στοὰς ἕνα κόσμον ἀπεφή-
ναντο, ὃν δὴ καὶ τὸ πὰν ἔφασαν εἷναι καὶ τὰ σωμα-
 τικά.

Ἐμπεδοκλῆς δὲ κόσμον ἴνα, οὐ μέντοι τὸ πᾶν
εἶναι τὸν κόσμον, ἀλλ’ ὀλίγον τι τοῦ παντὸς μέρος,
τὸ δὲ λοιπὸν ἀργὴν ὕλην.

Πλάτων’ δὲ τεκμαίρεται τὸ δοκοῦν, ὅτι εἷς ὁ
κόσμος καὶ ἓν τὸ πὰν ἐκ τριῶν· ἐκ τοῦ μὴ ἔσεσθαι 
τέλειον, ἐὰν μὴ πάντα ἐμπεριέχῃ· ἐκ τοῦ μὴ ἔσεσθαι
ὅμοιον τῷ παραδείγματι, ἐὰν μὴ μονογενὴς ᾖ· ἐκ τοῦ
μὴ ἔσεσθαι ἄφθαρτον , ἐάν τι ἐξωτέρω αὐτοῦ ᾗ.

πρὸς δὲ τὸν Πλάτωνα λεκτέον ὅτι οὐ τέλειος ὁ κόσμος,
 οὐδὲ γὰρ τὰ πάντα περιέχει· καὶ γὰρ ὁ ἄνθρωπός 
ἐστι τέλειος, ἀλλ’ οὐ πάντα περιέχει· καὶ πολλὰ
παραδείγματά ἐστιν, ὥσπερ ἐπ’ ἀνδριάντων καὶ
οἰκιῶν καὶ ζωγραφιῶν· πῶς δὲ τέλειος, εἴπερ
τι αὐτοῦ περιδινεῖσθαι δύναται; ἄφθαρτος δὲ
οὐκ ἔστιν, οὐδὲ δύναται εἶναι, γεννητὸς ὤν.

Μητρόδωρος δέ φησιν ἄτοπον εἶναι ἐν μεγάλῳ
πεδίῳ ἔνα στάχυν γεννηθῆναι καὶ ἴνα κόσμον ἐν
τῷ ἀπείρῳ. ὅτι δὲ ἄπειρος κατὰ τὸ πλῆθος δῆλον
ἐκ τοῦ ἄπειρα τὰ αἴτια εἶναι. εἰ γὰρ ὁ μὲν κόσμος
 πεπερασμένος, τὰ δὲ αἴτια πάντα ἄπειρα, ἐξ ὧν ὁ 
κόσμος γέγονεν,] ἀνάγκη ἀπείρους εἶναι. ὅπου γὰρ
τὰ πάντα γέγονεν αἴτια, ἐκεῖ καὶ ἀποτελέσματα. αἴτια
δὲ ἤτοι αἶ ἄτομοι, ἢ τὰ στοιχεῖα.”

‟Εἰ ἔμψυχος ὁ κόσμος καὶ προνοίᾳ
διοικούμενος. 
 [Οἱ μὲν ἄλλοι πάντες ἔμψυχον καὶ
διοικούμενον.]

Δημόκριτος δὲ] καὶ Ἐπίκουρος, καὶ
ἄτομα εἰσηγοῦνται καὶ τὸ κενὸν, οὔτ’ ἔμψυχον οὔτε
προνοίᾳ διοικεῖσθαι , φύσει δέ τινι ἀλόγῳ.

Ἀριστοτέλης οὔτ’ ἔμψυχον ὅλον δι’ ὅλων, οὔτε
μὴν αἰσθητικὸν,] οὔτε λογικὸν, οὔτε νοερὸν, οὔτε
προνοίᾳ διοικούμενον. τὰ μὲν γὰρ οὐράνια τούτων
πάντων κοινωνεῖν—σφαίρας γὰρ περιέχειν ἐμψύχους
 καὶ ζωτικάς—τὰ δὲ περίγεια μηδενὸς αὐτῶν· τῆς δ’
εὐταξίας κατὰ συμβεβηκὸς, οὐ προηγουμένως
μετέχειν.

‟Εἰ ἄφθαρτος ὁ κόσμος. 
 Πυθαγόρας τε καὶ Πλάτων καὶ οἶ Στωϊκοὶ γεννητὸνὑπὸ
 θεοῦ τὸν κόσμον· καὶ φθαρτὸν μὲν, ὅσον ἐπὶ
τῇ φύσει — αἰσθητὸν γὰρ εἶναι, διότι σωματικόν —
οὐ μὴν φθαρησόμενόν γε, προνοίᾳ καὶ συνοχῇ θεοῦ.

Ἐπίκουρος φθαρτὸν , ὅτι γεννητὸν, ὡς ζῷον,
ὡς φυτὸν.

Ξενοφάνης ἀγέννητον καὶ ἀίδιον καὶ ἄφθαρτον
κόσμον.

Ἀριστοτέλης τὸ ὑπὸ τὴν σελήνην τοῦ κόσμου
μέρος παθητὸν, ἐν ᾧ καὶ τὰ περίγεια κηραίνεται.”

‟Πόθεν τρέφεται ὁ κόσμος. 
 Ἀριστοτέλης, εἰ τρέφεται ὁ κόσμος, καὶ φθαρήσεται·
ἀλλὰ μὴν οὐδεμιᾶς ἐπιδέεται τροφῆς· διὰ
τοῦτο καὶ ἀίδιος.

Πλάτων, αὐτὸν αὑτῷ τὸν κόσμον ἐκ τοῦ φθίνοντος
κατὰ μεταβολὴν τὸ τρέφον παρέχεσθαι.

Φιλόλαος, διττὴν εἷναι τὴν φθορὰν, τοτὲ 
μὲν ἐξ οὐρανοῦ πυρὸς ῥυέντος, τοτὲ δὲ ἐξ ὕδατος
σεληνιακοῦ περιστροφῇ τοῦ ἀέρος ἀποχυθέντος· καὶ
τούτων εἶναι τὰς ἀναθυμιάσεις τροφὰς τοῦ κόσ-
μου.”

"'Απὸ ποίου πρώτου ἤρξατο ὁ θεὸς
κοσμοποιεῖν. 
 Οἶ’ φυσικοὶ ἀπὸ γῆς ἄρξασθαί φασι τὴν γένεσιν
τοῦ κόσμου, καθάπερ ἀπὸ κέντρου ’ ἀρχὴ δὲ σφαίρας
τὸ κέντρον.

Πυθαγόρας ἀπὸ πυρὸς καὶ τοῦ πέμπτου στοιχειου.

Ἐμπεδοκλῆς τὸν μὲν αἰθέρα πρῶτον διακρι-
θῆναι, δεύτερον δὲ τὸ πῦρ, ἐφ’ ᾦ τὴν γῆν , ἐξ ἧς
ἄγαν περισφιγγομένης τῇ ῥύμῃ τῆς σφαίρας ἀναβλὺσαι 
τὸ ὕδωρ , ἐξ οὗ θυμιαθῆναι τὸν ἀέρα· καὶ γενέ-
σθαι τὸν μὲν οὐρανὸν ἐκ τοῦ αἰθέρος , τὸν δὲ ἥλιον
ἐκ τοῦ πυρός ’ πιληθῆναι δὲ ἐκ τῶν ἄλλων τὰ περίγεια.

Πλάτων’ ὁρατὸν τὸν κόσμον γεγονέναι πρὸς
παράδειγμα τοῦ νοητοῦ κόσμου ’ τοῦ δὲ ὁρατοῦ προτέραν 
μὲν τὴν ψυχὴν , μετὰ δὲ ταύτην τὸ σωματοειθὲς,
τὸ ἐκ πυρὸς μὲν καὶ γῆς πρῶτον, ὕδατος δὲ καὶ
ἀέρος δεύτερον.

Πυθαγόρας πέντε σχημάτων ὄντων στερεῶν,
ἅπερ καλεῖται καὶ μαθηματικὰ, ἐκ μὲν τοῦ κύβου 
φησὶ γεγονέναι τὴν γῆν· ἐκ δὲ τῆς πυραμίδος τὸ
πῦρ ’ ἐκ δὲ τοῦ ὀκταέδρου τὸν ἀέρα ’ ἐκ δὲ τοῦ εἰκοσαέθρου
τὸ ὕδωρ ’ ἐκ δὲ τοῦ δωδεκαέδρου τὴν τοῦ
παντὸς σφαῖραν.

Πλάτων’ δὲ καὶ ἐν τούτοις πυθαγορίζει.”

“Περὶ τάξεως κόσμου. 
 Παρμενίδης στεφάνας εἶναι περιπεπλεγμένας ἐπ’
 ἀλλήλαις , τὴν μὲν ἐκ τοῦ ἀραιοῦ, τὴν δὲ ἐκ τοῦ πυ-
κνοῦ· μικτὰς δὲ ἄλλας ἐκ φωτὸς καὶ σκότους μεταξὺ
τούτων· καὶ τὸ περιέχον δὲ πάσας τοίχου δίκην στε- 
ρεὸν ὑπάρχον.

Λεύκιππος καὶ Δημόκριτος χιτῶνα κύκλῳ καὶ 
ὑμένα περιτείνουσι τῷ κόσμῳ.

Ἐπίκουρος ἐνίων μὲν κόσμων ἀραιὸν τὸ πέρας,
ἔνια δὲ πυκνά· καὶ τούτων τὰ μέν τινα κινούμενα, τὰ
 δὲ ἀκίνητα.

Πλάτων’ πῦρ πρῶτον , εἶτα αἰθέρα, μεθ’ ὃν
ἀέρα, ἐφ’ ᾧ ὕδωρ , τελευταίαν δὲ γῆν· ἐνίοτε δὲ τὸν
αἰθέρα συνάπτει τῷ πυρί.

Ἀριστοτέλης πρῶτον μὲν αἰθέρα ἀπαθῆ , πέμπτον 
δὲ σῶμα· μεθ’ ὃν παθητὰ , πῦρ, ἀέρα, ὕδωρ,
τελευταίαν δὲ γῆν. τούτων δὲ τοῖς μὲν οὐρανίοις
ἀποδεδόσθαι τὴν κυκλικὴν κίνησιν· τῶν δ’ ὑπ’
τεταγμένων τοῖς μὲν κούφοις τὴν ἄνω, τοῖς
δὲ βαρέσι τὴν κάτω.

Ἐμπεδοκλῆς μὴ διὰ παντὸς ἑστῶτας εἶναι,
μηδὲ ὡρισμένους τοὺς τόπους τῶν στοιχείων , ἀλλὰ
πάντα πως ἀλλήλων μεταλαμβάνειν.”

‟Τίς ἡ αἰτία τοῦ τὸν κόσμον ἐγκλιθῆναι. 
 Διογένης, Ἀναξαγόρας, μετὰ τὸ συστῆναι τὸν
 κόσμον καὶ τὰ ζῷα ἐκ τῆς γῆς ἐξαγαγεῖν ἐγκλιθηναί
πως τὸν κόσμον ἐκ τοῦ αὐτομάτου εἰς τὸ μεσημβρινὸν
αὐτοῦ μέρος, ἴσως ὑπὸ προνοίας, ἵνα τὰ μὲν
ἀοίκητα γένηται, τὰ δὲ οἰκητὰ μέρη τοῦ κόσμου, κατὰ
ψῦξιν καὶ ἐκπύρωσιν καὶ εὐκρασίαν.

Ἐμπεδοκλῆς, τοῦ ἀέρος εἴξαντος τῇ τοῦ ἡλίου
ὁρμῇ, ἐπικλιθῆναι τἀς ἄρκτους καὶ τὰ βόρεια ὑψωθῆναι,
τὰ δὲ νότια ταπεινωθῆναι, καθὸ καὶ τὸν ὅλον
κόσμον.”

‟Περὶ τοῦ ἐκτὸς τοῦ κόσμου, εἰ ἔστι κενόν. 
 Οἱ μὲν ἀπὸ Πυθαγόρου, ἐκτὸς εἷναι τοῦ κόσμου
κενὸν, εἰς ὃ ἀναπνεῖ ὁ κόσμος, καὶ ἐξ οὗ.

Οἱ δὲ Στωϊκοὶ, εἰς ὃ καὶ τῇ ἐκπυρώσει ἀναλύεται,
ἄπειρον.

Ποσειδώνιος οὐκ ἄπειρον, ἀλλ’ ὅσον αὔταρκες
εἰς τὴν διάλυσιν, ἐν τῷ πρώτῳ περὶ κενοῦ.]

Πλάτων’, Ἀριστοτέλης, μήτ’ ἐκτὸς τοῦ κόσμου 
διάκενον εἶναι μήτ’ ἐντός.”

‟Τίνα δεξιὰ τοῦ κόσμου καὶ τίνα ἀριστερά. 
 Πυθαγόρας, Πλάτων’, Ἀριστοτέλης δεξιὰ τοῦ κόσμου
τὰ ἀνατολικὰ μέρη, ἀφ’ ὧν ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως,
ἀριστερὰ δὲ τὰ δυτικά.

Ἐμπεδοκλῆς, δεξιὰ μὲν τὰ κατὰ τὸν θερινὸν
τροπικὸν , ἀριστερὰ δὲ τὰ κατὰ τὸν χειμερινόν.

‟Περὶ οὐρανοῦ, τίς ἡ τούτου
Ἀναξιμένης τὴν περιφορὰν τῆς ἔξωθεν ζώνης
εἶναι.

Ἐμπεδοκλῆς στερέμνιον εἶναι τὸν οὐρανὸν, ἐξ
ἀέρος συμπαγέντος ὑπὸ τοῦ πυρὸς κρυσταλλοειδῶς,
τὸ πυρῶδες καὶ ἀερῶδες ἐν ἑκατέρῳ τῶν ἡμισφαιρίων
περιέχοντα.

Ἀριστοτέλης ἐκ πέμπτου σώματος, ἢ ἐκ θερμοῦ 
καὶ ψυχροῦ μίγματος.”

“Περὶ δαιμόνων καὶ ἡρώων. 
 Παρακειμένως δὲ τῷ περὶ θεῶν λόγῳ τὸν περὶ
δαιμόνων καὶ ἡρώων ἱστορητέον.

Θαλῆς, Πυθαγόρας, Πλάτων’, οἱ Στωϊκοὶ, 
δαίμονας ὑπάρχειν οὐσίας ψυχικάς· εἶναι δὲ καὶ
ἥρωας τὰς κεχωρισμένας ψυχὰς τῶν σωμάτων· καὶ
ἀγαθοὺς μὲν τὰς ἀγαθὰς; κακοὺς δὲ τὰς φαύλας.

Ἐπίκουρος δὲ οὐδὲν τούτων ἐγκρίνει.”

“Περὶ ὕλης. 
 Ὕλη ἐστὶ τὸ ὑποκείμενον γενέσει καὶ φθορᾷ καὶ
ταῖς ἄλλαις μεταβολαῖς.

Οἶ’ ἀπὸ Θαλέω καὶ Πυθαγόρα καὶ οἶ Στωϊκοὶ
τρεπτὴν καὶ ἀλλοιωτὴν καὶ ῥευστὴν ὅλην δι’ ὅλων
τὴν ὕλην.

Οἱ ἀπὸ Δημοκρίτου, ἀπαθῆ τὰ πρῶτα, τὴν
ἄτομον καὶ τὸ κενὸν καὶ τὸ ἀσώματον.

Ἀριστοτέλης καὶ Πλάτων’ τὴν ὕλην σωματοειδῆ,
ἄμορφον, ἀνείδεον, ἀσχημάτιστον, ἄποιον μὲν
ὅσον ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ φύσει, δεξαμενὴν δὲ τῶν εἰδῶν, 
οἶον τιθήνην καὶ ἐκμαγεῖον καὶ μητέρα γενέσθαι. οἶ
δὲ ὕδωρ λέγοντες, πῦρ, ἢ ἀέρα, ἢ γῆν τὴν ὕλην, 
 οὐκέτι ἄμορφον αὐτὴν λέγουσιν, ἀλλὰ σῶμα· οἱ δὲ
τὰ ἀμερῆ, καὶ τὰς ἀτόμους, ἄμορφον.”

“Περὶ ἰδέας. 
 Ἰδέα δέ ἐστιν οὐσία ἀσώματος, αὐτὴ μὲν ὑφε-
στῶσα καὶ καθ’ ἑαυτὴν, εἰκονίζουσα δὲ τὰς ἀμόρφους
 ὕλας καὶ αἰτία γιγνομένη τῆς τούτων δείξεως.

Σωκράτης καὶ Πλάτων’ χωριστὰς τῆς ὕλης οὐσίας
τὰς ἰδέας ὑπολαμβάνουσιν, ἐν τοῖς νοήμασι καὶ ἐν
ταῖς φαντασίαις τοῦ θεοῦ, τουτέστι τοῦ νοῦ, ὑφεστώσας.

Ἀριστοτέλης εἴδη μὲν ἀπέλιπε καὶ ἰδέας, οὐ
 μὴν κεχωρισμένας τῆς ὕλης , ἔξω γεγονὼς τοῦ ὑπὸ
τοῦ θεοῦ.

Οἶ’ ἀπὸ Ζήνωνος Στωϊκοὶ ἐννοήματα
τὰς ἰδέας.”

‟Περὶ τάξεως 
 

 
 Ξενοκράτης κατὰ μίαν ἐπιφάνειαν οἴεται κίνει
σθαι τοὺς ἀστέρας.

Οἱ ἄλλοι Στωϊκοὶ πρὸ τῶν ἑτέρων τοὺς ἑτέρους,
ἐν ὕψει καὶ βάθει.

Δημόκριτος τὰ μὲν ἀπλανῆ πρῶτον, μετὰ δὲ 
ταῦτα τοὺς πλάνητας, ἐφ’ οἷς ἥλιον , Φωσφόρον,
σελήνην.

Πλάτων’ μετὰ τὴν τῶν ἀπλανῶν θέσιν πρῶτον
Φαίνοντα λεγόμενον , τὸν τοῦ Κρόνου· δεύτερον
Φαέθοντα , τὸν τοῦ Δῖός· τρίτον Πυρόεντα , τὸν τοῦ 
Ἄρεως· τέταρτον Ἑωσφόρον, τὸν τῆς Ἀφροδίτης·
πέμπτον Στίλβοντα, τὸν τοῦ Ἑρμοῦ· ἕκτον ἥλιον·
ἕβδομον σελήνην.

Τῶν μαθηματικῶν τινὲς μὲν ὡς Πλάτων’, τινὲς
δὲ μέσον πάντων τὸν ἥλιον.

Ἀναξίμανδρος καὶ Μητρόδωρος ὁ Χῖος καὶ
Κράτης ἀνωτάτω μὲν πάντων τὸν ἥλιον τετάχθαι·
μετ’ αὐτὸν τὴν σελήνην· ὑπὸ δὲ αὐτοὺς τὰ ἀπλανῆ
τῶν ἄστρων καὶ τοὺς πλάνητας.”

‟Περὶ τῆς τῶν ἄστρων φορᾶς καὶ κινήσεως. 
 Ἀναξαγόρας, Δημόκριτος, Κλεάνθης, ἀπ’ ἀνατολῶν
ἐπὶ δυσμὰς φέρεσθαι πάντας τοὺς ἀστέρας.

Ἀλκμαίων καὶ οἶ μαθηματικοὶ τοὺς πλάνητας
τοῖς ἀπλανέσιν ἐναντίους· ἀπὸ γὰρ δυσμῶν ἐπ’
ἀντιφέρεσθαι.

Ἀναξίμανδρος ὑπὸ τῶν κύκλων καὶ τῶν σφαιρῶν,
ἐφ’ ὧν ἕκαστος βέβηκε, φέρεσθαι. 
 Ἀναξιμένης οὐχ ὑπὸ γῆν, περὶ αὐτὴν δὲ στρέφεσθαι
τοὺς ἀστέρας.

Πλάτων’ καὶ οἱ μαθηματικοὶ ἰσοδρόμους εἶναι 
τὸν ἥλιον, τὸν Φωσφόρον, τὸν Στίλβοντα.”

‟Πόθεν φωτίζονται οἱ ἀστέρες. 
 Μητρόδωρος ἅπαντας τοὺς ἀπλανεῖς ἀστέρας ὑπὸ
τοῦ ἡλίου καταλάμπεσθαι.

Ἡράκλειτος καὶ οἶ Στωϊκοὶ τρέφεσθαι τοὺς
 ἀστέρας ἐκ τῆς ἐπιγείου ἀναθυμιάσεως.

Ἀριστοτέλης μὴ δεῖσθαι τὰ οὐράνια τροφῆς·
οὐ γὰρ φθαρτὰ, ἀλλ’ ἀίδια.

Πλάτων’ κοινῶς τὸν κόσμον ὅλον καὶ τὰ ἄστρα 
ἔξ αὐτοῦ τρέφεσθαι.”

‟Περὶ τῶν καλουμένων Διοσκούρων. 
 Ξενοφάνης τοὺς ἐπὶ τῶν πλοίων φαινομένους
οἷον ἀστέρας νεφέλια εἶναι κατὰ τὴν ποιὰν κίνησιν
παραλάμποντα.

Μητρόδωρος τῶν ὁρώντων ὀφθαλμῶν μετὰ
 δέους καὶ καταπλήξεως εἶναι στιλβηδόνας.”

“Περὶ ἐκλείψεως ἡλίου. 
 Θαλῆς πρῶτος ἔφη ἐκλείπειν τὸν ἥλιον τῆς αελήνης
αὐτὸν ὑπερχομένης κατὰ κάθετον, οὔσης φύσει
γεώδους· βλέπεσθαι δὲ τοῦτο κατοπτρικῶς ὑποτιθεμένην
 τῷ δίσκῳ.

Ἀναξίμανδρος τοῦ στομίου τῆς τοῦ πυρὸς διεκπνοης
ἀποκλειομένου.

Ἡράκλειτος κατὰ τὴν τοῦ σκαφοειδοῦς στροφὴν, 
ὥστε τὸ μὲν κοῖλον ἄνω γίνεσθαι, τὸ δὲ κυρτὸν
 κάτω πρὸς τὴν ἡμετέραν ὄψιν.

Ξενοφάνης κατὰ σβέσιν· ἕτερον δὲ πάλιν πρὸς
ταῖς ἀνατολαῖς γίγνεσθαι. παριστόρηκε δὲ καὶ ἔκλει- 
 

 
ψιν ἡλίου ἐφ’ ὅλον τὸν μῆνα, καὶ πάλιν ἔκλειψιν
ἐντελῆ, ὥστε τὴν ἡμέραν νύκτα φανῆναι.

Ἔνιοι πύκνωμα τῶν ἀοράτων ἐπερχομένων τῷ
δίσκῳ νεφῶν.

Ἀρίσταρχος τὸν ἥλιον ἵστησι μετὰ τῶν ἀπλανῶν, 
τὴν δὲ σελήνην κινεῖ περὶ τὸν ἡλιακὸν κύκλον,
καὶ κατὰ ταύτας τἀς ἐγκλίσεις σκιάζεσθαι τὸν δίσκον.

Ξενοφάνης πολλοὺς ἡλίους τἶναι καὶ σελήνας,
κατὰ τὰ κλίματα τῆς γῆς, καὶ ἀποτομὰς, καὶ ζώνας·
κατά τινα δὲ καιρὸν ἐμπίπτειν τὸν δίσκον εἴς τινα 
ἀποτομὴν τῆς γῆς οὐκ οἰκουμένης ὑφ’ ἡμῶν, καὶ οὕτως
 ὥσπερ κενεμβατοῦντα ἔκλειψιν ὑποφαίνειν. ὁ δ’
αὐτὸς τὸν ἥλιον μὲν εἰς ἄπειρον προϊέναι, δοκεῖν
κυκλεῖσθαι διὰ τὴν ἀπόστασιν.”

‟Περὶ ἐκλείψεως σελήνης. 
 Ἀναξίμανδρος τοὐ στομίου τοῦ περὶ τὸν τροχὸν
ἐπιφραττομένου.

Βηρωσσὸς κατὰ τὴν πρὸς ἡμὰς ἐπιστροφὴν τοῦ
ἀπυρώτου μέρους.

Ἡράκλειτος κατὰ τὴν τοῦ σκαφοειδοῦς στροφήν.

Τῶν Πυθαγορείων τινὲς ἀνταύγειαν καὶ ἐπίφραξιν
γῆς, ἢ τῆς ἀντίχθονος· οἱ δὲ νεώτεροι, κατ’
ἐπινέμησιν φλογὸς κατὰ μικρὸν ἐξαπτομένης τεταγμένως
ἴως ἂν τὴν τελείαν πανσέληνον ἀποδῷ , καὶ
πάλιν ἀναλόγως μειουμένης μέχρι τῆς συνόδου, καθ’ 
ἣν τελέως σβέννυται.

Πλάτων, Ἀριστοτέλης, οἱ Στωϊκοὶ καὶ μαθηματικοὶ
συμφωνοῦσι τὰς μὲν μηνιαίους ἀποκρύψεις
 συνοδεύουσαν αὐτὴν ἡλίῳ καὶ συμπεριλαμπομένην
 

 
ποιεῖσθαι· τὰς δὲ ἐκλείψεις, εἰς τὸ σκίασμα τῆς γῆς
ἐμπίπτουσαν μεταξὺ ἀμφοτέρων τῶν ἀστέρων γινο-
μένης , μᾶλλον δὲ τῆς σελήνης ἀντιφραττομένης.”

" Περὶ ἐμφάσεως αὐτῆς, καὶ διὰ τί γεώδης
 φαίνεται. 
 Οἱ Πυθαγόρειοι γεώδη φαίνεσθαι τὴν σελήνην
διὰ τὸ περιοικεῖσθαι αὐτὴν καθάπερ τὴν παρ’ ἡμίν
γῆν μείζοσι ζῴοις καὶ φυτοῖς καλλίοσιν. εἶναι γὰρ
πεντεκαιδεκαπλασίονα τὰ ἐπ’ αὐτῆς ζῷα, μηδὲν σωματικὶν 
 ἀποκρίνοντα· καὶ τὴν ἡμέραν τοσαύτην τῷ
μήκει.

Ἀναξαγόρας ἀνωμαλότητα διὰ τοῦ συγκρίμα-
τος, διὰ τὸ ψυχροειδὲς ἅμα καὶ γεῶδες· παραμεμιχθαι
γὰρ τῷ πυροειδεῖ τὸ ζοφῶδες · ὅθεν καὶ ψευθοφαῆ
 λέγεσθαι τὸν ἀστέρα.

Οἱ Στωϊκοὶ, διὰ τὸ ἀερομιγὲς τῆς οὐσίας, μὴ
εἶναι αὐτῆς ἀκήρατον τὸ σύγκριμα.”

Περὶ τῶν ἀποστημάτων αὐτῆς. 
 Ἐμπεδοκλῆς διπλάσιον ἀπέχειν τὴν σελήνην ἀπὸ
 τοῦ ἡλίου ἤπερ ἀπὸ τῆς γῆς.

Οἱ ἀπὸ τῶν μαθηματικῶν ὀκτωκαιθεκαπλάσιον.

Ἐρατοσθένης , τὸν ἥλιον ἀπέχειν ἀπὸ τῆς γῆς
σταδίων μυριάδας τετρακοσίας καὶ ὀκτακισμυρίας, τὴν
 δὲ σελήνην ἀπέχειν τῆς γῆς μυριάδας ὄη σταδίων.”

Πέρι ἐνιαυτῶν. 
 Ενιαυτός ἐστι Κρόνου μὲν ἐνιαυτῶν περίοδος λ΄ ·
Δῖός δὲ δώδεκα, Ἄρεως δὲ δυεῖν, ἡλίου δὲ ιβ΄ μῆνες·
οἶ δ’ αὐτοὶ Ἑρμοῦ καὶ Ἀφροδίτης· ἰσόδρομοι

 
γάρ. σελήνης δὲ ἡμέραι λ΄ . οὗτος γὰρ ὁ τέλειος μ’
ἀπὸ φάσεως εἰς σύνοδον.

Τὸν δὲ μέγαν ἐνιαυτὸν οἶ μὲν ἐν τῇ ὀκταετηρίθι
 τίθενται· οἷ δὲ ἐν τῇ ἐννεακαιδεκαετηρίδι· οἱ
δὲ ἐν τοῖς ’ξ ἑνὸς δέουσιν. Ἡράκλειτος, ἐκ μυρίων 
ὀκτακισχιλίων ἡλιακῶν. Διογενὴς, ἐκ πέντε καὶ ἑξήκοντα
καὶ τριακασίων ἐνιαυτῶν τοσούτων, ὅσων κατὰ
 Ἡράκλειτον ὁ ἐνιαυτός· ἄλλοι δὲ διὰ ψοζ΄.”

Καὶ περὶ μὲν τῶν οὐρανίων καὶ μεταρσίων
τοσαῦτα τοῖς δεδηλωμένοις πρὸς ἀλλήλους διεστασίασται. 
θέα δὲ καὶ τὰ περὶ γῆς.

‟Περὶ γῆς. 
 Θαλῆς καὶ οἱ ἀπ’ αὐτοῦ μίαν εἶναι τὴν γῆν.

Ἱκέτης ὁ Πυθαγόρειος δύο, ταύτην καὶ τὴν
ἀντίχθονα.

Οἱ Στωϊκοὶ, τὴν γῆν μίαν καὶ πεπερασμένην.

Ξενοφάνης ἐκ τοῦ κατωτέρου μέρους εἰς ἄπειρον
ἐρριζῶσθαι, ἐξ ἀέρος δὲ καὶ πυρὸς συμπαγῆναι.

Μητρόδωρος τὴν μὲν γῆν ὑπόστασιν εἶναι καὶ
τρύγα τοῦ ὕδατος, τὸν δὲ ἥλιον τοῦ ἀέρος.”

“Περὶ σχήματος γῆς. 
 Θαλῆς καὶ οἱ Στωϊκοὶ, σφαιροειδῆ τὴν γῆν.

Ἀναξίμανδρος λίθῳ κίονι προσφερῆ τῶν ἐπι-
πέδων.

Ἀναξιμένης τραπεζοειδῆ.

Λεύκιππος τυμπανοειδῆ.

Δημόκριτος δισκοειδῆ τῷ πλάτει, κοίλην δὲ
τῷ μέσῳ.”

“Περὶ θέσεως τῆς γῆς. 
 Οἶ’ ἀπὸ Θαλέω τὴν γῆν μέσην.

Ξενοφάνης πρώτην, εἰς ἄπειρον γὰρ ἐρρι-
ζῶσθαι.

Φιλόλαος ὁ Πυθαγόρειος τὸ μὲν πῦρ μέσον·
τοῦτο γὰρ εἷναι τοῦ παντὸς ἑστίαν· δευτέραν δὲ τὴν
ἀντίχθονα· τρίτην δὲ ἣν οἰκοῦμεν γῆν , ἐξ ἐναντίας
κειμένην τε καὶ περιφερομένην τῇ ἀντίχθονι· παρ’
ὁ καὶ μὴ ὁρᾶσθαι ὑπὸ τῶν ἐν τῇδε τοὺς ἐν ἐκείνῃ.

Παρμενίδης πρῶτος ἀφώρισε τῆς γῆς τοὺς οἰκουμένονς 
τόπους ὑπὸ ταῖς δυσὶ ζώναις ταῖς τροπικαῖς.

‟Περὶ κινήσεως γῆς. 
 Οἶ’ μὲν ἄλλοι μένειν τὴν γῆν.

Φιλόλαος δὲ ὁ Πυθαγόρειος , κύκλῳ περιφέρερθαι
 περὶ τὸ πῦρ κατὰ κύκλου λοξοῦ , ὁμοιοτρόπως 
ἡλίῳ καὶ σελήνῃ.

Ἡρακλείδης ὁ Ποντικὸς καὶ Ἔκφαντος ὁ Πυθαγόρειος
κινοῦσι μὲν τὴν γῆν , οὐ μὴν μεταβατικῶς,
ἀλλὰ τρεπτικῶς, τροχοῦ δίκην ἐν ἄξονι στρεφομένην,
 ἀπὸ δυσμῶν ἐπ’ ἀνατολὰς, περὶ τὸ ἴδιον
αὐτῆς κέντρον.

Δημόκριτος κατ’ ἀρχὰς μὲν πλάζεσθαι τὴν γῆν
διά τε μικρότητα καὶ κουφότητα, πυκνωθεῖσαν δὲ
τῷ χρόνῳ καὶ βαρυνθεῖσαν κaταστῆναι.” 
 Τούτων καὶ περὶ γῆς διαπεφωνημένων τοῖς γενναίοις
ἄκουε καὶ τῶν περὶ θαλάσσης.

“Περὶ θαλάσσης, πῶς συνέστη καὶ πῶς 
ἐστι πικρά. 
 Ἀναξίμανδρος τὴν θάλασσάν φησιν εἷναι τῆς
 

 
πρώτης ὑγρασίας λείψανον· ἧς τὸ μὲν πλεῖον μέρος
ἀνεξήρανε τὸ πῦρ, τὸ δὲ ὑπολειφθὲν διὰ τὴν ἔκκαυσιν
μετέβαλεν.

Ἀναξαγόρας τοῦ κατ᾿ ἀρχὰς λιμνάζοντος ὑγροῦ
περικαέντος ὑπό τῆς ἡλιακῆς πεοιφορᾶς, καὶ τοῦ λιπαοῦ 
λοιπὸν ὑποστῆναι. εἰς ἁλυκίδα καὶ πικρίαν τὸ
λοιπὸν Ἐμπεδοκλῆς.

Ἐμπεδοκλῆς ἱδρῶτα τῆς γῆς ἐκκαιομένης ὑπὸ
τοῦ ἡλίου, διὰ τὴν ἐπὶ τὸ πλεῖον πίλησιν.

Ἀντιφῶν ἱδρῶτα τοῦ θερμοῦ, ἐξ οὗ τὸ περιληφθὲν 
ὑγρὸν ἀπεκρίθη , τῷ καθεψηθῆναι παραλυκίσασα,
ὅπερ ἐπὶ παντὸς ἱδρῶτος συμβαίνει.

Μητρόδωρος διὰ τὸ διηθεῖσθαι διὰ τῆς γῆς
c μετειληφέναι τοῦ περὶ αὐτὴν πάχους, καθάπερ τὰ
διὰ τῆς τέφρας ὑλιζόμενα.

Οἱ ἀπὸ Πλάτωνος τοῦ στοιχειώδους ὕδατος τὸ
μὲν ἐξ ἀέρος κατὰ περίψυξιν συνιστάμενον γλυκὺ
 γίνεσθαι , τὸ δὲ ἀπὸ γῆς κατὰ περίκαυσιν καὶ ἐκπύρωσιν
ἀναθυμιώμενον ἁλμυρόν.”

Ταῦτα μὲν οὖν καὶ περὶ θαλάσσης. ὅπως δὲ 
οἱ περὶ τοῦ παντὸς κόσμου οὐρανίων τε πέρι καὶ αἰθερίων
καὶ τῆς τῶν ὅλων καταλήψεως φυσιολογεῖν ἐπαγγειλάμενοι
οὐδὲ τὰ καθ’ ἑαυτοὺς ᾔδεσαν, μάθοις ἂν
ἐξ ὧν καὶ περὶ τούτων ὧδέ πως διαπεφωνήκασιν.

‟Περὶ μερῶν τῆς ψυχῆς. 
 Πυθαγόρας, Πλάτων’, κατὰ μὲν τὸν ἀνωτάτω
λόγον, διμερῆ τὴν ψυχήν· τὸ μὲν γὰρ ἔχειν λογικὸν,
τὸ δὲ ἄλογον. κατὰ δὲ τὸ προσεχὲς καὶ ἀκριβὲς τρι-
 

 
μέρη· τὸ γὰρ ἄλογον διαιροῦσιν εἴς τε τὸ θυμικὸν
καὶ τὸ ἐπιθυμητικόν.

Οἶ’ Στωϊκοὶ ἐξ ὀκτὼ μερῶν συνεστάναι, πέντε
τῶν αἰσθητικῶν, ὁρατικοῦ, ὀσφραντικοῦ, άκουστικοῦ,
 γευστικοῦ , ἁπτικοῦ· ἕκτου δὲ φωνητικοῦ, ἑβδόμου
δὲ σπερματικοῦ , ὀγδόου δὲ αὐτοῦ τοῦ ἡγεμονικοῦ,
ἀφ’ οὗ ταῦτα πάντα τέτακται διὰ τῶν οἰκείων 
ὀργάνων, προσφερῶς ταῖς τοῦ πολύποδος πλεκτά-
ναις.

Δημόκριτος, Ἐπίκουρος, διμερῆ τὴν ψυχὴν,
τὸ μὲν λογικὸν ἔχουσαν ἐν τῷ θώρακι καθιδρυμένον,
τὸ δὲ ἄλογον καθ’ ὅλην τὴν σύγκρισιν τοῦ σώματος
διεσπαρμένον.

Ὁ δὲ Δημόκριτος πάντα μετέχειν φύσει
 ποιᾶς, καὶ τὰ νεκρὰ τῶν σωμάτων· διότι ἀφανῶς
τινος θερμοῦ καὶ αἰσθητικοῦ μετέχει, τοῦ πλείονος
διαπνεομένου.

“Περὶ τοῦ ἡγεμονικοῦ. 
 Πλάτων’, Δημόκριτος, ἐν ὅλῃ τῇ κεφαλῇ.

Στράτων ἐν μεσοφρύῳ.

Ἐρασίστρατος περὶ τὴν μήνιγγα τοῦ ἐγκεφάλου,
ἣν ἐπικρανίδα λέγει.

Ἡρόφιλος ἐν τῇ τοῦ ἐγκεφάλου κοιλίᾳ, ἥτις
ἐστὶ καὶ βάσις.

Παρμενίδης ἐν ὅλῳ τῷ θώρακι.

Ἐπίκουρος, οἷ Στωϊκοὶ πάντες, ἐν ὅλῃ τῇ
καρδίᾳ.

Διογενὴς ἐν τῇ ἀρτηριακῇ κοιλίᾳ τῆς καρδίας, c
ἥτις ἐστὶ πνευματική.

Ἐμπεδοκλῆς δὲ ἐν τῇ τοῦ αἵματος συστάσει.

Οἶ’ δ’ ἐν τῷ περικαρδίῳ ὑμένι· οἶ δ’ ἐν τῷ

 
διαφράγματι. τῶν νεωτέρων τινὲς διήκειν ἀπὸ
φαλῆς μέχρι τοῦ διαφράγματος.

Πυθαγόρας τὸ μὲν ζωτικὸν περὶ τὴν κὰρ
δίαν, τὸ δὲ λογικὸν καὶ νοερὸν περὶ τὴν κεφαλήν.”

Τοσαῦτα μὲν δὴ καὶ τὰ περὶ τῶνδε. ἆρ’ οὖν 
οὐκ ἐν δίκῃ σοι δοκοῦμεν κρίσει καὶ λογισμῷ τῆς
τούτων ἀπάντων ἀνωφελοῦς καὶ πολυπλανοῦς ματαιοπονίας
ἀνακεχωρηκέναι, καὶ τῶν μὲν εἰρημένων
 μηδὲν πολυπραγμονεῖν, μηδὲ γὰρ ὁρᾶν ἐξ αὐτῶν τὸ
λυσιτελὲς καὶ αὐτόθεν συντεῖνον πρὸς ὠφέλειαν καὶ 
ἀγαθοῦ κτῆσιν ἀνθρώποις) μόνης δὲ τῆς ἀμφὶ τὸν
πάντων δημιουργὸν θεὸν εὐσεβείας ἔχεσθαι, καὶ διὰ
σώφρονος βίου τῆς τε ἄλλης κατ’ ἀρετὴν θεοφιλοῦς
πολιτείας ἀρεσκόντως ζῆν σπουδάζειν τῷ πάντων
θεῷ;

ἀλλ’ εἰ καὶ σὺ βασκανίᾳ καὶ φθόνῳ 
τὴν ἀληθῆ μαρτυρίαν ἡμῖν προσέσθαι δι’ ὄκνου φέρεις,
φθάσει γέ σε πάλιν ὁ πάντων Ἑλλήνων σοφώτατος
Σωκράτης τὰς ὑπὲρ ἡμῶν ψήφους φιλαληθῶς
ἐξενηνεγμένος. τοὺς γοῦν μετεωρολέσχας ἐκείνους
μωραίνοντας ἀπεδείκνυεν καὶ μηδὲν μαινομένων διαφέρειν 
 ἔλεγεν, ἀπελέγχων αὐτοὺς διαρρήδην οὐ μόνον
ὡς ἀνεφίκτων ὀρεγομένους, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄχρηστα
καὶ ἀνωφελῆ τῷ βίῳ κατατριβομένους. ταῦτα
δέ σοι καὶ ὁ πρόσθεν μαρτυρήσει Ξενοφῶν, Σωκράτους
ἑταίρων γνωριμώτατος, ὧδέ πη γράφων ἐν Ἀπο- 
μνημονευμασιν

‟Οὐδεὶς δὲ πώποτε Σωκράτους οὐδὲν
οὔτε ἀνόσιον, οὔτε πράττοντος εἶδεν, λέγοντος
ἤκουσεν. οὐδὲ γὰρ περὶ τῆς τῶν ἀπάντων
φύσεως ἢ περὶ τῶν ἄλλων, ὡς οἱ πλεῖστοι, διελέγετο, 
 

 
σκοπῶν ὅπως ὁ καλούμενος ὑπὸ τῶν σοφιστῶν κόσμος
ἔχει, καὶ τίσιν ἀνάγκαις ἕκαστα γίνεται τῶν
οὐρανίων, ἀλλὰ καὶ τοὺς φροντίζοντας τὰ τοιαῦτα
μωραίνοντας ἀπεδείκνυε.

καὶ πρῶτον μὲν αὐτῶν 
 ἐσκόπει πότερά ποτε νομίσαντες ἱκανῶς ἤδη τὰ
ἀνθρώπινα εἰδέναι ἔρχονται ἐπὶ τὸ περὶ τῶν τοιούτων
φροντίζειν, ἢ τὰ μὲν ἀνθρώπινα παρέντες, τὰ
δαιμόνια δὲ σκοποῦντες, ἡγοῦνται τὰ προσήκοντα
πράττειν.

ἐθαύμαζε δὲ, εἰ μὴ φανερὸν αὐτοῖς
 ἐστιν ὅτι ταῦτα οὐ δυνατόν ἐστιν ἀνθρώποις εὑρεῖν,
ἐπεὶ καὶ τοὺς μέγιστα φρονοῦντας ἐπὶ τῷ περὶ τούτων
λέγειν οὐ ταὐτὰ δοξάζειν ἀλλήλοις, ἀλλὰ καὶ
τοῖς μαινομένοις ὁμοίως διακεῖσθαι πρὸς ἀλλήλους.

τῶν τε γὰρ μαινομένων τοὺς μὲν οὐδὲ τὰ δεινὰ
 δεδιέναι, τοὺς δὲ καὶ τὰ μὴ φοβερὰ φοβεῖσθαι· καὶ
τοῖς μὲν οὐδ’ ἐν ὄχλῳ δοκεῖν αἰσχρὸν εἶναι λέγειν ἢ
ποιεῖν ὁτιοῦν, τοῖς δὲ οὐδ’ ἐξιτητέον εἰς ἀνθρώπους
εἶναι δοκεῖν· καὶ τοὺς μὲν οὔθ’ ἱερὸν οὔτε βωμὸν 
οὔτ’ ἄλλο τῶν θείων οὐδὲν τιμᾶν, τοὺς δὲ καὶ ξύλα
 καὶ λίθους τοὺς τυχόντας καὶ θηρία σέβεσθαι. τῶν
τε περὶ τῆς τῶν πάντων φύσεως μεριμνώντων τοῖς
μὲν δοκεῖν ἕν μόνον τὸ ὂν εἶναι, τοῖς δὲ ἄπειρα τὸ
πλῆθος· καὶ τοῖς μὲν ἀεὶ πάντα κινεῖσθαι , τοῖς δὲ
οὐδὲν ἄν ποτε κινηθῆναι· καὶ τοῖς μὲν ἅπαντα γίγνεσθαί
 τε καὶ ἀπόλλυσθαι, τοῖς δὲ οὔτ’ ἂν γενέσθαι
ποτὲ οὐδὲν οὔτε ἀπολέσθαι.

ἐσκόπει δὲ περὶ αὐτῶν
καὶ τάδε· ἆρ’ ὥσπερ οἱ τἀνθρώπινα μανθάνοντες
ἡγοῦνται τοῦθ᾿ ὅ τι ἂν μάθωσιν ἑαυτοῖς τε
τῶν ἄλλων ὅτῳ ἂν βούλωνται ποιήσειν, οὕτω καὶ οἶ 
 τὰ θεῖα ζητοῦντες νομίζουσιν, ἐπειδὰν γνῶσιν αἷς
ἀνάγκαις ἕκαστα γίγνεται, ποιήσειν ὅταν βούλωνται
καὶ ἀνέμους καὶ ὕδατα καὶ ὥρας καὶ ὅτου ἂν ἄλλου

 
δέωνται τῶν τοιούτων; ἢ τοιοῦτον μὲν οὐδὲν οὐδ’
ἐλπίζουσιν, ἀρκεῖ δ’ αὐτοῖς γνῶναι μόνον ᾗ τῶν τοιούτων
ἕκαστα γίγνεται;

περὶ μὲν οὖν τῶν ταῦτα
πραγματευομένων τοιαῦτα ἔλεγεν· αὐτὸς δὲ περὶ τῶν
 ἀνθρωπείων ἀεὶ διελέγετο, σκοπῶν τί εὐσεβὲς, τί 
ἀσεβές· τί καλὸν, τί αἰσχρόν· τί δίκαιον, τί ἄδικον·
τί σωφροσύνη, τί μανία.”

Ταῦτα μὲν οὖν ὁ Σωκράτης. μετὰ δὲ αὐτὸν
οἶ περὶ Ἀρίστιππον τὸν Κυρηναῖον , ἔπειθ’ ὕστερον
οἱ περὶ Ἀρίστωνα τὸν Χῖον ἐπεχείρησαν λέγειν ὡς 
δέοι μόνα τὰ ἠθικὰ φιλοσοφεῖν· εἶναι γὰρ δὴ ταῦτα
μὲν δυνατὰ καὶ ὠφέλιμα· τοὺς μέντοι περὶ τῆς φύ-
σεως λόγους πᾶν τοὐναντίον , μήτε καταληπτοὺς εἰναι
μήτ’, εἰ καὶ ὀφθεῖεν, ὄφελος ἔχειν τι.

μηδὲν
γὰρ ἡμῖν ἔσεσθαι πλέον , ἀλλ’ οὐδ’ εἰ μετεωρότεροι 
τοῦ Πέρσεως ἀρθέντες
 ὑπέρ τε πόντου χεῦμ’ ὑπέρ τε Πλειάδα, 
αὐτοῖς τοῖς ὄμμασι κατίδοιμεν τὸν πάντα κόσμον, καὶ
τὴν τῶν ὄντων φύσιν, ἥτις δή ποτέ ἐστιν.

οὐ
γὰρ δὴ διά γε τοῦτο φρονιμωτέρους ἢ δικαιοτέρους 
ἢ ἀνδρειοτέρονς ἢ σωφρονεστέρους ἡμὰς ἔσεσθαι,
μὴν οὐδὲ ἰσχυροὺς ἢ καλοὺς ἢ πλουσίους , ὧν χωρὶς
οὐχ οἷόν τε εὐδαιμονεῖν.

ὅθεν ὀρθῶς εἶπε Σωκράτης
ὅτι τῶν ὄντων τὰ μὲν ὑπὲρ ἡμᾶς εἴη, τὰ δὲ
οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς. εἶναι γὰρ τὰ φυσικὰ μὲν ὑπὲρ 
ἡμᾶς, τὰ δὲ μετὰ τὸν θάνατον οὐδὲν πρὸς ἡμὰς,
 μόνα δὲ πρὸς ἡμὰς τὰ ἀνθρώπινα.

ταύτῃ δὲ
καὶ χαίρειν αὐτὸν εἰπόντα τῇ Ἀναξαγόρου καὶ Ἀρχελάου
φυσιολογίᾳ ζητεῖν
 ὅττι οἱ ἐν μεγάροισι κακόν τ’ ἀγαθόν τε τέτυκται.

καὶ ἄλλως δὲ εἶναι τοὺς φυσικοὺς λόγους οὐ

 
χαλεποὺς οὐδὲ ἀδυνάτους μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀσεβεῖς
καὶ τοῖς νόμοις ὑπεναντίους. τοὺς μὲν γὰρ ἀξιοῦν
μηδ’ εἶναι θεοὺς τὸ παράπαν, τοὺς δὲ τὸ ἄπειρον,
ἢ τὸ ὂν, ἢ τὸ ἴν· καὶ πάντα μᾶλλον ἢ τοὺς νομιζομένους.

τήν τ’ αὖ διαφωνίαν παμπόλλην οὖσαν·
τοὺς μὲν γὰρ ἄπειρον ἀποφαίνειν τὸ πᾶν, τοὺς 
δὲ πεπερασμένον , καὶ τοὺς μὲν ἀξιοῦν ἅπαντα κινεῖσθαι,
τοὺς δὲ καθάπαξ μηδέν.

καὶ μὴν εἴ τι
καὶ ἄλλο πάντων ἄριστά μοι δοκεῖ περὶ τούτων αὐτῶν
 ἐν τοῖς Σίλλοις καὶ ὁ Φλιάσιος Τίμων εἰρηκέναι
τάδε
 τίς γὰρ τούσδ’ ὀλοῇ ἔριδι ξυνέηκε μάχεσθαι; 
 Ἠχοῦς σύνδρομος ὄχλος. ὁ γὰρ σιγῶσι χολωθεὶς 
 νοῦσον ἐπ’ ἀνέρας ὦρσε λάλην, ὀλέκοντο δὲ πολλοί.

ὁρᾷς ὡς ἤδη καὶ ἀλλήλους σκώπτουσιν οἱ γενναῖοι;
τὴν γοῦν πρὸς ἀλλήλους φιλονεικίαν αὐτῶν
τάς τε μάχας καὶ τὰς διαστάσεις ἔτι πρὸς τοῖς εἰρημένοις
ὁ δηλωθεὶς ἀνὴρ τοῦτον ὑπογράφει τὸν
τρόπον
 φοιτᾷ δὲ βροτολοιγὸς ἔρις, κενεὸν λελακυῖα, 
 νείκης ἀνδροφόνοιο κασιγνήτη καὶ ἔριθος, 
 ἥ τ’ ἀλαὴ περὶ πάντα κυλίνδεται, αὐτὰρ ἔπειτα 
 ἔς τε βροτοὺς στήριξε κάρη καὶ ἐς ἐλπίδα βάλλει.

Ἀλλὰ γὰρ καὶ τῆς τῶνδε πρὸς σφὰς αὐτοὺς
 ἀποδεδειγμένης στάσεως τε καὶ μάχης, τῆς τε μηδὲν
ἡμῖν προσηκούσης, περιττῆς δὲ ἄλλως καὶ οὐ γνωστῆς
παιδείας τε καὶ μαθήσεως τῶν λοιπῶν ἁπάντων,
ἐν οἷς εἰσέτι νῦν ἀποσεμνύνονται φιλοσόφων
παῖδες, ἀπεληλεγμένων οὐχ ἡμετέραις, ταῖς δ’ οἰκείαις
 αὐτῶν ἀποδείξεσιν· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῆς αἰτίας
εἰς φανερὸν τεθείσης, δι’ ἣν τὰ τῶνδε αποστραφέντες
τὰ Ἑβραίων λόγια προτετιμήκαμεν, τὰ μὲν τῆς

 
 Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς ἐν τούτοις ἡμῖν περιγεγράφθω·

τὰ δὲ τῆς ἐντελεστέρας πραγματείας,
τῆς κατὰ τὴν Εὐαγγελικὴν Ἀπόδειξιν, ἤδη
λοιπὸν ἐπισκεπτέον ἀφ’ ἑτέρας λόγων ἀρχῆς , τῆς δὴ
λειπούσης τῷ προβλήματι, τὴν διδασκαλίαν ποιησομένοις.

λείπει δ’ ἄρα πρὸς τοὺς ἐκ περιτομῆς
ἐπιμεμψαμένους ἀποκρίνασθαι , τί δή ποτε άλλόφυλοι
ὄντες καὶ ἀλλογενεῖς ταῖς αὐτῶν βίβλοις ἀποχρώμεθα,
μηδὲν ἡμῖν, ὡς ἂν αὐτοὶ φαῖεν, προσηκούσαις·
ἢ τί δὴ τὰ παρ’ αὐτοῖς ἀσπαζόμενοι λόγια 
οὐχὶ καὶ τὸν βίον ἀκόλουθον τῷ παρ’ αὐτοῖς παρέχομεν
νόμῳ.