Τὰ περὶ μέθης καὶ τῆς ἑπομένης αὐτῇ γυμνότητος εἰρημένα 
τῷ νομοθέτῃ διεξελγιλυθότες πρότερον ἀρξώμεθα τοῖς λεχθεῖσι. τὸν ἑξῆς
προσαρμόττειν λόγον· περίεστι τοίνυν ἐν τοῖς χρησμοῖς ἀκόλουθα ιάδε.
„ἐξένηψε δὲ Νῶε ἀπὸ τοῦ οἴνου καὶ ἔγνω ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ 6 υἱὸς
 αὐτοῦ ὁ νεώτερος„ (Gen. 9,24).

τὸ νήφειν οὐ μόνον ψυχαῖς ἀλλὰ καὶ σώμασιν ὠφελιμώτατον ἀνωμολόγηται· τάς τε γὰρ ἐξ ἀμέτρου πλησμονῆς
γινομένας νόσους ἀπωθεῖται καὶ τὰς αἰσθήσεις πρὸς ἄκρας ὀξύτητας
ἀκονᾷ καὶ ὅλα μέντοι τὰ σώματα οὐκ ἐᾷ βαρυνόμενα πίπτειν, ἀλλ’
ἐξαίρει καὶ ἐπικουφίζει καὶ πρὸς τὰς οἰκείους ἐνεργείας ἀνακαλεῖ πᾶσι
 τοῖς μέρεσιν ἑτοιμότητα ἐντίκτον· καὶ συνόλως ὅσων δημιουργὸς κακῶν
ἡ μέθη, τοσούτων ἔμπαλιν ἀγαθῶν τὸ νηφάλιον. ὁπότ’ οὖν καὶ σώ.

μασιν, οἷς ἡ οἴνου πόσις οἰκεῖον, λυσιτελέστατον τὸ νήφειν, οὐ πολὺ
μᾶλλον ψυχαῖς, ὧν φθαρτὴ τροφὴ πᾶσα ἀλλότριον; νηφούσης γὰρ διανοίας
τί τῶν παρὰ ἀνθρώποις μεγαλειότερον ; τίς δόξα; τίς πλοῦτος; τίς
 δυναστεία; τίς ἰσχύς; τί τῶν πάντων ὅσα θαυμάζεται ; φέρε μόνον τὸ
ψυχῆς ὄμμα ὅλον ἰσχῦσαι δι’ ὅλων διοιχθῆναι καὶ μηδὲν οἷα ὑπὸ ρ́εύματος
συγχυθῆναι μέρος ἢ καταμῦσαι· τότε γὰρ μάλιστα ὀξυωπῆσαν,
 σύνεσιν καὶ φρόνησιν αὐτὴν ἐμβλέπον, τοῖς νοητοῖς ἀγάλμασιν ἐντεύξεται,
ὧν ἡ θέα ψυχαγωγοῦσα πρὸς οὐδὲν ἔτι τῶν αἰσθητῶν ἀπονεύειν ἐάσει.

 
 καὶ τί θαυμάζομεν,

εἰ τῷ νηφαλίῳ τῆς ψυχῆς καὶ βλέποντι ὀξυωπέστατα
τῶν γένεσιν λαχόντων μηδέν ἐστιν ἰσότιμον; καὶ γὰρ οἱ τοῦ σώματος
ὀφθαλμοὶ καὶ τὸ αἰσθητὸν φῶς περιτιῶς πρὸς ἡμῶν πάντων τετίμηται·
πολλοὶ γοῦν τῶν τὰς ὄψεις ἀποβαλόντων καὶ τὸ ζῆν ἑκουσίως προσαπέβαλον
κουφότερον κακὸν πηρώσεως θάνατον εἶναι δικάσαντες ἑαυτοῖς.

ὅσῳ τοίνυν ψυχὴ σώματος κρείττων, τοσούτῳ καὶ νοῦς ὀφθλμῶν ἀμείνων·
ὃς εἴπερ ἀπήμων εἴη καὶ ἀζήμιος πρὸς μηδενὸς τῶν μέθην παράφορον
ἐργαζομένων ἀδικημάτων ἢ παθῶν πιεσθείς, ὕπνῳ μὲν ἀποτάξεται
λήθην καὶ ὄκνον ἐμποιοῦντι τῶν πρακτέων, ἐγρήγορσιν δὲ ἀσπασάμενος
πρὸς τὰ θέας ἄξια πάντα ὀςpυὸορκ̓-ίͅσς͂ι, μνήμις μὲν ὑτͅ βαλλούσαις ἐγειρόμενος, 
ρόμενος πράξεσι δὲ τοῖς γνωσθεῖσιν ἑπομέναις χρώμενος.

Tou μὲν δὴ νήφοντος κα-άσ-ασ-́́,́ ἐστι τοιαύτη. „νεώτερον„ δ’
ὅταν φῇ „υἱόν“, οὐχ ἡλικίας ὄνομα ἀναγράφει, ν---ω-εροπͅοιίαν δὲ ἀγα-
πῶντος ἐμφαίνει τρόπου διάθεσιν. ἐπεὶ πῶς ἂν ἢ τὰ ἀθέατα κατιδεῖν
παρὰ νόμον καὶ δίκην ἐβιάσατο ἢ ἐκλαλῆσαι τὰ ὀφείλοντα ἡσυχάζεσθαι 
ἥ εἰς τοὐμφανὲς προενεγεῖν τὰ δυνάμενα οἴκοι συσκιάζεσθαι καὶ τοὺς
ψυχῆς ὅρους μὴ ὑπερβαίνειν, εἰ μὴ νεωτέρων πραγμάτων ἥπτετο γελῶν
τὰ ἑτέροις συμπίποντα, δέον ἐπιστένειν καὶ μὴ χλευάζειν ἐφ’ οἷς εἰκὸς
 ἦν καὶ εὐλαβούμενον τὸ μέλλον σκυθρωπάζειν;

πολλαχοῦ μέντοι τῆς
νομοθεσίας καὶ τοὺς ἡλικίᾳ προήκοντας νέους καὶ τοὺς μηδέπω γεγηρα- 
κοτᾷς ἔμπαλιν ὀνομάζει πρεσβυτέπους, οὐκ εἰς πολυετίαν ἀφορῶν ἢ βραχὺν
καὶ μήκιστον χρόνον, ἀλλ’ εἰς ψυχῆς δυνάμεις κινουμένης εὖ τε καὶ
 χεῖρον·

τὸν γοῦν ’Iσμαὴλ εἰκοσαετίαν ἤδη που βεβιωκότα σχεδὸν κατὰ
τὴν πρὸς ἰὸν ἐν ἀρεταῖς ιέλειον Ἰσαὰκ σύγκρισιν ὀνομάζει παιδίον·
„ἔλαβε„ γάρ φησιν „ἀρίους καὶ ἀσκὸν ὕδατος καὶ ἔδωκεν Ἅγαρ, καὶ 
ἐπέθηκεν ἐπὶ τὸν ὦμον καὶ τὸ παιδίον„- ἡνίκα αὐτοὺς οἴκοθεν Ἀβραὰμ
ἐξέπεμψε, καὶ πάλιν ,,ἔρριψε τὸ παιδίον ὑποκάτω μιᾶς ἐλάτης„, καὶ „οὐ
μὴ ἴδω ἰὸν θάνατον τοῦ παιδίου„ (Gen. 21, 14 — 16)* καίτοι πρὸ μὲν
τῆς γενέσεως Ἰσαὰκ τρισκαιL-κα γεγονὼς ἐτῶν ’1σμαὴλ περιτέτμηται
(Gen. 17,25), περὶ δὲ τὴν ἐπιαέτιν ἡλικίαν παυσαμένου τῆς ἐν γάλακτι 
 

 
τροφῆς ἐκείνου τῷ τὴν ἐν παιδιαῖς ἰσότητα φέρεσθαι νόθος γνησίῳ
 φυγαὲύεται σὺν ttj τεκούσῃ.

ἀλλ’ ὅμως παιδίον νεανίας ὢν ηνδη nλεῖται 6 σοφιστὴς ἀντεξεταζόμενο σοφῷ · σοφίαν μὲν γὰρ Ἰσαάκ,
σοφιστείαν δὲ ’1σμαὴλ κεκλήρωται, ὡς, ἐπειδὰν ἑκάτερον χαρακτηρίζωμεν,
 ἐν τοῖς ἰδίᾳ λόγοις ἐπιδε·́-κ̀νυuεν. ὃν γὰρ ἔχει λόγον κομιδῇ
νήπ‘ον παιδίον πρὸς ἄνδρα τέλειον, τοῦτον καὶ σοφιστὴς πρὸς σοφὸν καὶ
τὰ ἐγκύκλια τῶν μαθημάτων πρὸς τὰς ἐν ἀρεταῖς ἐπιστήμας.

καὶ ἐν ᾠδῇ μέντοι μείζονι τὸν λεὼν ἅπαντα, ὁπότε νεωτερίζοι, τὸ τῆς
ἄφρονος καὶ νηπίας ὄνομα ἡλικίας, τέκνα, καλεῖ· „δίκαιος„ γάρ φησι
 „καὶ ὅσιος 6 κύριος· ἥμαρτον οὐκ αὐτῷ τέκνα μωμητά· γενεὰ σκολιὰ
xai διεστραμμένη, ταῦτα κυρίῳ ἀν-αποδ-́́ὒοτε; οὕτως λαὸς μωρὸς καὶ
οὐχὶ σοφός;„ (I)eut. 32, 4 — 6).

οὐκοῦν τέκνα ἐναργῶς ὠνόμακε τοὺς μώμους ἔχοντας ἄνὸρας ἐν ψυχῇ καὶ μωρίᾳ καὶ ἀνοίᾳ τὰ πολλὰ σφλλομένους
ἐν ταῖς κατὰ τὸν ὀρθὸν βίον πράξεσιν, οὐκ εἰς τὰς ἐν παισὶ
 σώματος ἡλικίας ἀπιδών, ἀλλ’ εἰς τύ τῆς διανοίας ἀλόγιστον καὶ πρὸς
ἀλήθειαν βρεφῶδες.

οὕτως μέντοι καὶ ι Pαχήλ, ἡ σώματος εὐμορφία, νεωτέρα Λείας, τοῦ κατὰ ψυχὴν κάλλους, ἀναγράφεται· ἡ μὲν γὰρ θνητή,
τὸ δ’ ἐdιν ἀθάνατον, καὶ ὅσα μέντοι τίμια πρὸς αἴσθησιν, ἑνὸς μόνου
τοῦ κατὰ ψυχὴν κάλλους ἀτελέστερα. οἷς ἀκολουθεῖ καὶ τὸν Ἰωσὴφ
 νέον τε καὶ νεώτατον αἰεὶ λέγεσθαι· καὶ γάρ, ὅταν ἐπιστατῇ τῆς ποίμνης
μετὰ τῶν νόθων ἀδελφῶν, νέος προσαγορεύηεται (Gen. 37, 2), καὶ ὅταν
εὔχηται ὁ πατὴρ αὐτῷ, φησίν· „υἱὸς ηὐξημένος νεώτατος πρὸς μὲ ἀνάστρεψον“
στρεψον„ (Gen. 49, 22).

οὗτος δέ ἐστιν 6 τῆς περὶ τὸ σῶμα ἁπάσης ὑπέρμχος δυνάμεως καὶ 6 τἥῆς τῶν ἐκτὸς ἀφθονίας ἀκολάκευτος ἑταῖρος,
 6 τῆς πρεσβυτέρας ψυχῆς πρεσβύτερον καὶ τιμιώτερον ἀγαθὸν μήπω
τέλειον εὑρημένος. εἰ γὰρ εὕρητο, κἄν ὅλην Αἴγυπτον ἀμεταστρεπτὶ
φεύγων ᾤχετο· νυνὶ δὲ ἐπὶ τῷ τρέφειν αὐτὴν καὶ τιθηνοκομεῖν μάλιστα
 

 
σεμνύνεται, ἧς τὸ μάχιμον καὶ ἡγεμονεῦον ὅταν ἴδῃ 6 ὁρῶν καταπεποντωμένον
 καὶ διεφθαρμένον, ὕμνον εἰς τὸν θεὸν ᾄδει.

νέος μὲν οὖν
τρόπος ὁ μήπω δυνάμενος μετὰ τῶν γνησίων ἀδελφῶν ποιμαίνειν, τὸ δ’
ἐστὶ τῆςΞ κατὰ ψυχὴν ἀλόγου φύσεως ἄρχειν τε καὶ ἐπιτροπεύειν, ἀλλ’
ἔτι μετὰ τῶν νόθων, (oF?) τὰ δοκήσει πρὸ τῶν γνησίων καὶ τῷ εἶναι 
 παραριθμουμένων <ἀγαθῶν>τετίμηται.

νεώτατος δέ, κἄν ἐπίδοσιν καὶ
αὔξησιν πρὸς τὸ ἄμεινον λάβῃ, παρὰ τῷ τελείῳ νενόμισται μόνον ἀγαθὸν
ἡγουμένῳ τὸ καλόν· οὗ χάριν προτρέπων φησί· „πρὸς μὲ ἀνάστρεψον,“
ἴσον τῷ πρεσβυτέρας γνώμης ὀρέχθηιι, μὴ πάντα νεωτέριζε, ἤδη ποτὲ
τὴν ἀρειὴν δι’ αὐτὴν μόνην στέρξον, μὴ καθάπερ παῖς ἄφρων τῇ τῶν 
τυχ-ηρῶν λαμπρότητι πεοͅιαυγαζόuι ἕνος ἀπάτης καὶ ψευδοῦς δόξης ἄνα.

πίμπλασο. ὡς μὲν τοίνυν πολλαχοῦ νέον οὐκ εἰς τὴν σώματος
ἀκμήν, ἀλλ’ εἰς τὴν ψυχῆς νεωτεροποιίαν ἀφορῶν εἴωθε καλεῖν, ἐπιδέδεικται.
ὡς δὲ καὶ πρεσβύιερον οὐ τὸν γήρᾳ κατσ͂σχ̀ηuσ̔́́νον, ἀλλὰ τὸν
 γέρως καὶ τιμῆς ἄξιον ὀνομάζει, δηλώσομεν.

τίς οὖν ἀγνοεῖ τῶν ἐντε- 
 
 

 
τυχηκότων ταῖς ἱερωτάταις βίβλοις, ὅτι σχεδὸν τῶν προγόνων ἑαυτοῦ
πάντων ὁ σοφὸς Ἀβραὰμ ὀλιγοχρονιώτατος εἰσάγεται; κἀκείνων μέν,
οἶμαι, οἳ μακροβιώτατοι γεγόνασιν, οὐδὲ εἷς, οὑτοσὶ δὲ ἀναγέγραπται
πρεσβύτερος· φασὶ γοῦν 01 χρησμοί, ὅτι ,,Ἀβραὰμ ἦν πρεσβύτερος
 προβεβηκὼς καὶ κύριος εὐλόγησε τὸν Ἀβραὰμ κατὰ πάντα„ (Gεn. 24,1).

τοῦτό μοι δοκεῖ τὸ προκείμενον αἰτίας ἀπόδοσις εἶναι, δι’ ἣν πρεσβύ- τερος ἐλέχθη 6 σοφός· ἐπιφροσύνῃ γὰρ θεοῦ τὸ λογικὸν τῆς ψυχῆς
μέρος ὅταν εὖ διατεθῇ καὶ μὴ καθ’ ἓν εἶδος ἀλλὰ κατὰ πάσας τὰς
ἐπιβολὰς εὐλογιστῇ, πρεσβυτέρᾳ χρώμενον γνώμῃ καὶ αὐτὸ δήπου πρεσ-
 βύτερόν ἐστιν.

οὕτως καὶ τοὺς συνέδρους τοῦ θεοφιλοῦς τὸν δέκα ἑβδο- μαδὼν ἀριθμὸν εἰληχότας πρεσβυτέρους ὀνομάζειν ἔθος· λέγεται γάρ·
„συνάγαγέ μοι ἑβδομήκοντα ἄνδρας ἀπὸ τῶν πρεσβυιέρων Ἰσραήλ, οὗς
αὐτὸς σὺ οἶδας ὅτι οὗτοί εἰσι πρεσβύτεροι„ (Num. 11, 16).

οὐκοῦν οὐ τοὺς ὑπὸ τῶν τυχόντων γέροντας νομιζομένους ὡς ἱ---ροσͅάνταb́, ἀλλ’
 οὓς ὁ σοφὸς οἶδε μόνος, τῆς τῶν πρεσβυτέρων ἠξίωσε προσρήσεως· οὓς
μὲν γὰρ ἄν οὗτος ἀποδοκιμάσῃ καθάπερ ἀργυραμοιβὸς ἀγαθὸς ἐκ τοῦ
τῆς ἀρετῆς νομίσματος, κσκιβδηλουμένοι νεωτεροποιοὶ τὰς ψυχὰς ἅπαντες·
οὗς 8’ ἄν γνωρίμους ἐθελήσῃ ποιήσασθαι, δόκιμοί τε καὶ τὸ φρόνημα
πρεσβύτεροι κατὰ τὸ ἀναγκαῖόν εἰσιν.

ἑνὶ μέντοι νόμου διατάγματι τοῖς ἀκούειν ἐπισταμένοις ἑκάτερον ὧν εἶπον ἐναργέστερον φανεῖται δεδη-
λωκώς· „ἐὰν γὰρ γένωνται„ φησίν ,,ἀνθρώπῳ δύο γυναῖκες, ἠγαπημένη
καὶ μισουμένη, καὶ τέκωσιν αὐτῷ ἡ ἠγαπημένη καὶ ἡ μισουμένη, καὶ
 

 
γένηται υἱὸς πρωτότοκος τῆς μισουμένης, ᾗ ἂν ἡμέρᾳ κληροδοτῇ τοῖς
υἱοῖς τὰ ὑπάρχοντα, οὐ δυνήσεται πρωτοτοκεῦσαι τῷ υἱῷ τῆς ἠγαπημένης
ὑπεριδὼν τὸν υἱὸν τῆς μισουμένης τὸν πρωτότοκον· ἀλλὰ τὸν πρωτότοκον
υἱὸν τῆς μισουμένης ἐπιγνώσεται, δοῦναι αὐτῷ διπλά ἀπὸ πάντων
ὧν ἐὰν εὑρεθῇ αὐτῷ, ὅτι οὗτός ἐστιν ἀρχὴ τέκνων αὐτοῦ καὶ τούτῳ 
 καθήκει τὰ πρωτοτόκια“ (Deut.. 21,15 — 17).

παρατετήρηκας ἤδη, ὅτι 
τὸν μὲν τῆς στεργομένης υἱὸν οὐδέποτε πρωτότοκον ἢ πρεσβύτερον κλλεῖ,
τὸν δὲ τῆς μισουμένης πολλάκις· καίτοι τοῦ μὲν τὴν γένεσιν προτέρου,
τοῦ δὲ ἐκ τῆς στυγουμένης ὑστέρου δεδήλωκεν εὐθὺς ἀρχόμενος τῆς
προστάξεως· „ἐὰν γὰρ τέκωσι„ φησίν „fj ἠγαπημένη καὶ ἡ μισουdμενη.“ 
ἀλλ’ ὅμως τὸ μὲν τῆς προτέρας γέννημα, κἄν πολυχρονιώτς͂ρον ᾖ, νεώτερον
παρ’ ὀρθῷ λόγῳ δικάζοντι νενόμισται, τὸ δὲ τῆς ὑστέρας, κἄν ἐν
τοῖς κατὰ τὴν γένεσιν χρόνοις ὑστερίζῃ, τῆς μείζονος καὶ πρεσβυτέρας
 μοίρας ἠξίωται. διὰ τί;

ὅτι τῶν γυναικῶν τὴν μὲν στεργομένην ἡὸονἡς,
τὴν δὲ στυγουμένην φρονήσεως εἶναί φαμεν σύμβολον· τῆς μὲν γὰρ ὁ 
πολὺς ὅμιλος ἀνθρώπων τὴν συνουσίαν ὑπερφυῶς ἀγαπᾷ δελέατα καὶ
φίλτρα ἐξ ἑαυτῆς ἐπαγωγότατα ἐνδιδούσης ἀπὸ γενέσεως ἀρχῆς ἄχρι
πανυστάτου γήρως, τῆς δὲ ἐκτόπως τὸ αὐστηρὸν καὶ περίσεμνον διαμεμίσηκε
καθάπερ οἱ ἄφρονες παῖδες τὰς τῶν γονέων καὶ τρεφόντων ὠφελιμωτάτας
 μὲν ἀτερπεστάτας δὲ ὑφηγήσεις.

τίκτουσι δ’ ἀμφότερι, ἡ 
μὲν τὸν φιλήδονον, ἡ δ’ αὗ τὸν φιλάρετον ἐν ψυχῇ τρόπον. ἀλλ’ ὀ
μὲν φιλήδονος ἀτελὴς καὶ ὄντως ἀεὶ παῖς ἐστι, κἄν εἰς πολυετίας αἰῶνα
μήκιστον ἀφίκηται, 6 δ’ αὖ φιλάρετος ἐν γερουσίᾳ τῆς φρονήσεως ἐξ ἔτι
 σπαNάνων, τὸ τοῦ λόγου δὴ τοῦτο, ἀγήρως ὢν τάττεται·

παρὸ καὶ λίαν
ἐμφαντικῶς εἴρηκεν ἐπὶ τοὐ τῆς μισουμένης ὑπὸ τῶν πολλῶν ἀρετῆς 
γεγονότος, ὅτι „οὗτός ἐστιν ἀρχὴ τέκνων“, καὶ τάξει καὶ ἡγεμονία δήπου
πρῶτος ὤν, “καὶ τούτῳ καθήκει τὰ πρωτοτόκια “νόμῳ φύσεως, οὐκ

ἂν ιμίᾳ r^ παρ’ ἀνθρώποις. ἑπόμενος οὖν αὐτῷ καὶ ωασπερ ἐπὶ
προτεθέντα σκοπὸν ἀφιεὶς εὐστόχως τὰ βέλη κατὰ ἀκολουθίαν εἰσάγει
 

 
τὸν Ἰακὼβ γενέσει μὲν τοὐ ’ ᾿Ησαῦ νεώτερον — ὅτι ἀφροσύνη μὲν ἐκ πρώτης
ἡλικίας ἐστὶν ἡμῖν σύντροφος, ὀψ̓· ίγονος δ 6 τοῦ καλοῦ ζῆλος — , δυνάμει
δὲ πρεσβύτερον· παρὸ καὶ τῶν πρωτοτοκίων 6 μὲν ’HiJau ἐξίσταται,
μεταποιεῖται δ’ οὗτος εἰκότως.

τούτοις συνάδει καὶ ἰὰ ἐπὶ τῶν υἱῶν Ἰωσὴφ ἐκ πολλῆς περισκέψεως ἀνοζητrιuι ζ́να, ἡνίκα ἐνθουσιῶν ὁ σοφὸς
ἄντικρύς παρεστηκότων οὐκ ἐπιτίθησι ταῖς κεφαλαῖς ἐξ ἐναντίας καὶ
κατ’ εὐθὺ τὰς χεῖρας ἐπενεγκών, ἀλλ’ ἐναλλάξα:, ὅπως τῇ μὲν εὐωνύμῳ
τοῦ πρεσβυτέρου δοκοῦντος εἶναι, τοῦ δὲ νεωτέρου τῇ δεξιᾷ ψαύσῃ (Gen.
48, 13. 14).

καλεῖται δ’ 6 μὲν [ἐν] γενέσει πρεσβύτερος Μανασσῆς, 6 81 νεώτερος Ἐφραίμ· ταῦτα δ’ εἰ μεταληφθείη τὰ ὀνόματα εἰς ‘Eλλάδα
γλῶτταν, μνήμης καὶ ἀναμνήσεως εὑρεθήσεται σύμβολα· ἑρμηνεύεται γὰρ
 Μανασσῆς μὲν „ἐκ λήθης„ — τὸ δ’ ἐστὶν ὀνόματι ἑτέρῳ καλούμενον
ἀνάμνησις· 6 γὰρ ὧν ἐπελάθετο εἰς ἀνάμνησιν ἐρχόμενος ἔξω π· ρόεισι (ἦς
λήθης — , ’L̀φραὶμ δὲ καρποφορία, μνήμης πρόσρησις οἰκειοτάτη, διότι
 καρπὸς ὠφελιμώτατος καὶ τῷ ὄντι ἐδώδιμος ψυχαῖς τὸ ἄληστον ἐν μνή.

μαις ἀδιαστάτοις. μνῆμαι μὲν οὖν ἠνδρωμένοις ἤδη καὶ παγίοις συντυλλά- νοῦσι, παρὸ καὶ νεώτεραι ἐνομίσθησαν ὀψὲ φυόμεναι· λήθη δὲ καὶ ἀνά-
μνησις ἐπαλλήλως σχεδὸν ἐκ πρώτης ἡλικίς ἑκάστῳ σύνεισιν, οὗ ἕνεκα
τὰ χρόνου πρεσβεῖα εὕρηνται καὶ ἐπ’ εὐωνύμοις παρὰ σοφῷ ταξιαρχοῦντι
 τάττονται· τῶν δὲ ἀρετῆς αἱ μνῆμαι κοινωνήσουσι πρεσβείων, ἃς ὁ θεο-
φὴς δεξιωσάμενος τῆς ἀμείνονος παρ’ ἑαυτῷ μοίρας ἀξιώσει.

Νήψας οὖν ὁ δίκαιος καὶ γνοὺς ὅσα „ἐποίησεν αὐτῷ ὁ νεώτερος αὐτοῦ υἱὸς„ ἀρὰς χαλεπωτάτας τίθετα τῷ γὰρ ὄντι ὅταν 6 νοῦς νήψῃ,
κατὰ τὸ ἀκόλουθον εὐθὺς αἰσθάνεται ὅσα ἡ νεωτεροποιὸς ἐν αὐτῷ κακία
 πρότερον εἰργάζετο, ἃ μεθύων ἀδυνάτως καταλαβεῖν εἶχε.

τίνι μέντοι καταρᾶται, σκεμέον- ἓν γάρ τι καὶ τοῦτο τῶν ἐρεύνης ἀξίων
ἐστίν, ἐπειδήπερ οὐ τῷ δοκοῦντι ἡμαρτηκέναι παιδί, ἀλλὰ τῷ ἐκείνου
μὲν υἱῷ, ἑαυτοῦ δὲ υἱωνῷ, οὗ φανερὸν οὐδὲν εἴς γε τὸ παρὸν ἀδίκημα,
 

 
 οὐ μικρὸν 00 μέγα, δεδήλωκεν·

6 ἂν γὰρ ἐκ περιεργίας ἰδεῖν τὸν πατέρα
γυμνὸν ἐθελήσας καὶ γελάσας a εἶδε καὶ ἐκλαλήσας τὰ δεόντως ἡσυχασθέντα
ὁ υἱὸς ἦν τοῦ Νῶε Χάμ, ὁ δὲ ἐφ’ οἷς ἕτερος ἠδίκησε τὰς
αἰτίας ἔχων καὶ τὰς ἀρὰς καρπούμενος xαναάν ἐστι· λέγεται γὰρ „ἐπικατάρατος
κxαναάν· παῖς οἰκέτης [δοῦλος δούλων] ἔσται τοῖς ἀδελφοῖς 
 αὐτοῦ“ (Gen. 9, 25). τί γὰρ ἡμάριηκεν, ὡς ἔφην, οὗτος;

ἀλλ’ ἐσκέψαντο
μὲν ἐφ’ ἑαυτῶν ἴσως οἷς ἔθος ἀκριβοῦν τὰς ῥητὰς καὶ προχείρους
ποδόσεις ἐν ἰοῖς νόμοις· ἡμεῖς δὲ πειθόμενοι τῷ ὑποβάλλοντι
ὀρθῷ λόγῳ τὴν ἐγκειμένην ἀπόδοσιν διερμηνεύσωμεν ἐκεῖνα ἀναγκαίως

προειπόντες· σχέσις καὶ κίνησις διαφέρουσιν ἀλλήλων· ἡ μὲν γάρ 
ἐσιιν ἠρεμία, φορὰ δὲ ἡ κίνησις· ἧς εἴδη δύο, τὸ μὲν μεταβατικόν, τὸ
δὲ περὶ τὸν αὐτὸν τόπον εἰλούμενον. σχέσει μὲν οὖν I ἀδελφὸν ἕξις, 
 κινήσει δ’ ἐνέργεια.

τὸ δὲ λεγόμενον παραδείγματι οἰκείῳ γνωριμώτερον
γένοιτ’ ἅν· τέκτονα καὶ ζωγράφον καὶ γεωργὸν καὶ μουσικὸν καὶ τοὺς
αγλους τεχνίιας, κὰν ἡσυχίν ἄγωσι μηδὲν τῶν κατὰ τὰς τέχνας ἐνεργοῦντοις 
οὐδὲν ἧττον τοῖς εἰρημένοις ἔθος καλεῖν ὀνόμασιν, ἐπεὶ τὴν ἐν
 ἑκάστοις ἐμπειρίαν καὶ ἐπιστήμην ἀνεηφόιες ἔχουσιν.

ἐπειδὰν δὲ ὁ
τεκτονικὸς ξύλων ὕλην ἐργάζηται λαβών, 6 δὲ ζωγράφος τὰ οἰκεῖα κερασάμενος
χρώματα ἐπὶ τοδ πίνακος διαγράφῃ τοὺς τύπους ὧν ἂν διανοῆται,
νοῆται, ὁ δ’ αὖ γεωργὸς ἀνατέμνων γῆς αὔλακας καταβάλλῃ τὰ σπέρματα., 
μάτα, κλημτίδας δὲ καὶ μοσχεύματα δένδρων ἐμφυτεύῃ, ἅμα δὲ τροφὴν
ἀναγκαιοτάτην ἄρδῃ καὶ ἐποχετεύῃ τοῖς φυτευθεῖσι καὶ τοῖς ἄλλοις ὅσα
γεωργικὰ πᾶσιν ἐγχειρῇ, 6 δ’ αὖ μουσικὸς αὐλοῖς καὶ κιθάραις καὶ τοῖς
αVοις ὀργάνοις μέτρα καὶ ῥυθμοὺς καὶ πάσς μέλους ἰδέας ἁρμόττῃ —
δύναται δὲ καὶ δίχα ἰῶν χειροκμήτων ἰῷ τῆς φύσεως ὀργάνῳ χρῆσθαι 
διὰ φωνῆς ἡρμοσμένης πᾶσι τοῖς φθόγγοις — καὶ τῶν αγλων ἕκαστος
τεχνιτῶν εἴπερ ἐγχειρεῖ, τοῖς κατὰ τὰς ἐπιστήμας ἕτερα ἐξ ἀνάγκης
 

 
οἰκεῖα τοῖς προτέροις ὀνόματα προσγίνεται, τῷ μὲν τέκτονι τὸ τεκτονεῖν,
τῷ δὲ ζωγράφῳ τὸ ζωγραφεῖν ηνδη, καὶ τὸ γεωργεῖν ṕντοι τῷ
γεωργῷ, καὶ τὸ αὐλεῖν ἢ κιθαρίζειν ἢ ᾄδειν ἢν τι τῶν παραπλησίων
ποιεῖν τῷ μουσικῷ. τίσιν οὖν οἱ ψόγοι καὶ οἱ ἔπαινοι παρακολουθοῦσίν;

ἆρ’ οὐχὶ τοῖς ἐνεργοῦσι καὶ δρῶσι; κατορθοῦνιες μὲν γὰρ ενπαινον, ψόγον
δ’ ἔμπλλιν καρποῦνται ὸιαμητάνοντε οἱ δ’ ἄνευ τοῦ τι ποιεῖν ἐπιστήμονες
αὐτὸ μόνον, ἀκίνδυνον γέρας εἰληφότες ἡσυχίαν ἠρεμοῦσιν.

ὁ αὐτὸς τοίνυν λόγος ἐφαρμόττει καὶ τοῖς κατ’ ἀφροσύνην καὶ συνόλως λῶς τοῖς κατ’ ἀρετήν τε καὶ κακίαν· οἱ φρόνιμοί τε καὶ σώφρονες καὶ
 ἀνδρεῖοι καὶ δίκαιοι τὰς ψυχὰς μυρίοι γεγόνασι φύσεως μὲν εὐμοιρίᾳ,
νομίμοις δ’ ὑφηγήσεσι, πόνοις δ’ ἀηπήτοις καὶ ἀοκνοτάτοις χρησάμενοι,
τὸ δὲ κάλλος τῶν ἐν ταῖς διανοίαις ἀγαλμάτων οὐκ ἴσχυσαν ἀ-πιὸ--́ίpςασθαι
8id πενίαν ἢ ἀδοξίαν ἢ νόσον σώματος ἢ τὰς ὰγλας κῆρας ὅσαι τὸν
ἀνθρώπινον περιπολοῦσι βίον·

οὐκοῦν οὗιοι μὲν ὥσπερ δεδεμένα καὶ καθειργμένα ἐκτήσαντο ἀγαθά, ἕτεροι δ’ εἰσὶν οΤ λελυμένοις καὶ ἀφέτοις
καὶ ἐλευθέροις ἐχρήσαντο πᾶσι τὰς εἰς ἐπίδειξιν ὕλας ἀφθονωτάτας προσλαβόντες·

ὁ μὲν φρόνιμος ἰδίων τε καὶ κοινῶν προστασίαν πραγμάτων, οἷς σύνεσιν καὶ εὐβουλίαν ἐνεπιὒείξεται· ὁ δὲ σώφ̔οων τὸν εἰς ἀσωτίαν
ὃεινὸν ἐπᾶραι καὶ παρακλλέσαι τυφλὸν πλοῦτον, ἵνα βλέποντα ἀποδείξῃ·
 ὁ δὲ δίκαιος ἀρχήν δι’ ἧς τὸ κατ’ ἀξίαν ἀπονέμειν ἑκάστῳ τῶν ὄντων
ἀκωλύτως δυνατὸς ἔσται· 6 δ’ ἀσκητὴς εὐσεβείας ἱερωσύνην καὶ χωρίων
 ἱερῶν καὶ τῆς ἐν τούτοις ἁγιστείας ἐπιμέλειαν.

ἄνευ δὲ τούτων ἀρεταὶ μέν εἰσιν, ἀκίνητοι δὲ ἀρεταὶ καὶ ἡσυχίαν ἄγουσαι, καθάπερ 6 τεθησαυρισμένος
ἐν ἀφανέσι γῆς μυχοῖς ἄργυρός τε καὶ χρυσὸς οὐδὲν χρήσιμος.

πάλιν τοίνυν κατὰ τὰ ἐναντία μυρίους ενστιν ἰδεῖν ἀνάνδρους, ἀκολάστους, ἄφρονας, ἀδίκους, ἀσεβεῖς ἐν ταῖς διανοίαις ὑπάρχοντας, τὸ δὲ κακίας
 
 

 
ἑκάστης αἶσχος ἀδυνατοῦτας ἐπιδείκνυσθαι δι’ ἀκαιρίαν τῶν εἰς τὸ ἁμαρτάνειν
καιρῶν, ἐπειδὰν δὲ τοῦ δύνασθαι πολλὴ καὶ μεγάλη κατασκήψῃ
φορά, γῆν καὶ θάλατταν ἄχρι τερμάτων ἀμυθήτων ἀναπιuι π)άντας κακῶν
καὶ μηδέν, μὴ μικρὸν μὴ μέγα, ἀζήμιον ἐῶντας, ἀλλὰ ῥύμῃ μιᾷ ἄνατρέποντάς
 τε καὶ φθείροντας·

ὥσπερ γὰρ τοῦ πυρὸς ἡ δύναμις ἀπουσίᾳ 
μὲν ὕλης ἡσυχάζει, παρουσίᾳ δὲ ἀνακαίεται, οὕτως καὶ ὅσαι πρὸς ἀρετὴν
ἢ κακίαν ψυχῆς δυνάμεις ἀφορῶσι, σβέννυνται μὲν ἀκαιρίαις, καθάπερ

ἔφην, καιρῶν, τυχηραῖς δ’ εὐπορίαις ἀναφγονται. τίνος δὴ ταῦθ’
εἵνεκα εἶπον ἢ τοῦ διδάξαι χάριν, ὅτι ὁ μὲν υἱὸς τοῦ Νῶε Xὰμ ἠρεμούσης
κακίας ἐστὶν ὄνομα, ὁ δὲ υἱωνὸς ἤὸη καὶ κινουμένης; ἑρμηνεύεται 
 γὰρ θέρμη μὲν xάμ, σάλος δὲ Χαναὰν.

θέρμη δὲ ἐν μὲν σώματι πυορετὸν
ἐμφαίνει, κακίαν δὲ ἐν ψυχαῖς· ὡς γάρ, οἶμαι, καταβολὴ πυρετοῦ
νόσος ἐστὶν οὐ μέρους ἀλλ’ ὅλου σώματος, οὕτως ὅλης τῆς ψυχῆς ἀρρώ
στῆμά ἐστι κακία. ἀλλ’ ὁτὲ μὲν ἠρεμεῖ, ὁτὲ δὲ κινεῖται· τὴν δὲ κίνησιν
 αὐτῆς ὀνομάζει σάλον,

ὃς ‘Eβραίων γλώττῃ Χαναὰν καλεῖται·νομοθετῶν 
δὲ οὐδεὶς ἐπιιίμιον ὁρίζει κατὰ ἀδίκων ἠρεμούντων, ἀλλὰ δὴ κινουμένων
καὶ τοῖς κατὰ ἀδικίαν ἔργοις χρωμένων, καθάπερ οὐὸὲ τῶν δακετῶν
οὐδὲν ἀνὴρ μέτριος κτείνειν ἂν ἐθελήσαι μὴ μέλλον δάκνειν· λόγῳ γὰρ
 ὑπεξαιρετέον ψυχῆς ὠμότητα φύσει [καὶ] κατὰ πάντων φονῶσαν.

εἰκότως
οὖν ὁ δίκαιος τὰ̣ς ἀρὰς τῷ υἱωνῷ Χαναὰν ὸόξει τίθεσθαι· δόξει δὲ 
εἶπον, ὅτι δυνάμει τῷ υἱῷ Xὰμ δι’ ἐκείνου καταρᾶιαι· κινηθεὶς γὰρ
πρὸς τὸ ἁμαρτάνειν xὰμ αὐτὸς γίνεται xαναάν. ἓν γὰρ τὸ ὑποκείμενον
κακία, ἧς τὸ μὲν ἐν σχέσει, τὸ δὲ ἐν κινήσει θεωρεῖται· πρεσβύτερον
δὲ κινήσεως σχέσις, ὡς ἐγγόνου λόγον ἔχειν τὸ κινούμενον πρὸς τὸ ἰσχό-
 
 

 
μνον·

παρὸ καὶ τοδ xὰμ υἱὸς 6 Χναὰν φυσικῶς ἀναγράφεται, σάλος ἠρεμίας, ἵνα καὶ τὸ ἑτέρωθι λεχθὲν ἐπαληθεύῃ τὸ „ἀποδιδοὺς ἀνομίας
πατέρων ἐπὶ υἱούς, ἐπὶ τρίτους καὶ ἐπὶ τετάρτους„ (Exod. 20, o)’ ἐπὶ
γὰρ τὰ ἀποτελέσματα καὶ ὡς ἄν ἔγγονα τῶν λογισμῶν στείχουσιν αἱ
 τιμωρίαιι κατ’ αὐτοὺς ἐκείνων, εἰ μηδεμία προσγένοιτο πρᾶξις ἐπίληπτος,
ἀποδιδρασκόντων τὰ ἐγλλήματα.

διὰ τοῦτο μέντοι κἀν τῷ νόμῳ τῆς λέπρας ὁ μέγας πάντα Μωυσῆς τὴν μὲν κίνησιν καὶ ἐπὶ πλέον αὐτῆς
φορὰν καὶ χύσιν ἀκάθαρτον, τὴν δ’ ἠρεμίαν καθαρὰν ὰναἴ̀οα?---ι· λέγει
γὰρ ὅτι „ἐὰν διαχέηται ἐν τῷ δέρμτι, μιανεῖ ὁ ἱερεύς. ἐὰν δὲ κατὰ
 χώραν μείνῃ τὸ τηλαύγημα καὶ μὴ διαχέηται, καθαριεῖ“(Lev. 13,22.23)·
ὥσπ τὴν μ̀ὲν ἡσυχίαν καὶ μονὴν κακιῶν καὶ παθῶν τῶν κατὰ ψυχὴν
— ταῦτα γὰρ αἰνίττεται διὰ τῆς λέπρας — οὐχ ὑπαίτιον εἶναι, τὴν δὲ
κίνησιν καὶ φορὰν ὕποχον δεόντως.

τὸ παραπλήσιον καὶ ἐν τοῖς πρὸς τὸν Κάιν χρησθεῖσι λογίοις περιέχεται σημειωδέστερον· λέγεται γὰρ πρὸς
 αὐτόν· ὦ οὗτος, „ἥμαριες, ἡσύχασον“ (Gen. 4,7), τοῦ μὲν ἁμαρτάνειν,
ὅτι κινεῖσθαι καὶ ἐνεργεῖν κατὰ τὴν κακίαν ἦν, ὄντος ἐνόχου, τοῦ δ’
ἡσυχάζειν, ὅτι ἴαεσθαι καὶ ἠρεμεῖν, ἀνυπαιτίου καὶ σωτηρίου.

Ταῦτα μὲν οὖν ἱκανῶς γε, οἶμαι, προείρηται. τὰς δ’ ἀρὰς [ενχοντα], ὃν ἔχουσι λόγον, ἵδωμεν· „ἐπικατάρατος“ φησί „Χανα̣άν·
 παῖς οἰκέτης ἔσται τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ“· καὶ „εὐλογητὸς κύριος ὁ θεὸς
Σήμ, καὶ ἔσται Χναὰν δοῦλος αὐτοῖς“ (Gen. 9, 25. 26).

ἔφαμεν πάλαι, ὅτι Σὴμ ἐπώνυμός ἐστιν ἀγαθοῦ, καλούμενος οὐκ ὀνόματος εἴδει, ἀλλ’
 
 

 
ὅλον τὸ γένος αὐτοῦ οννομ, παρόσον τὸ ἀγαθὸν ὀνομαστὸν μόνον καἰ
εὐφημίας καὶ εὐλλείας ἄξιον, ὡς ἔμπλιν ἀνώνυμον καὶ δυσώνυμον τὸ
 κακόν. τίνος οὖν τὸν τῆς φύσεως τἀγαθοῦ μμοιραμένον εὐχῆς ἀξιοῖ;

τίνος; καινοτάτης καὶ παρηλλαγμένης, ᾗ θνητὸς οὐδεὶς ὑπηρετῆσαι ὸυνατός,
ἀφ’ ἧς σχεδὸν ὥσπερ ἀπ’ ὠκεανοῦ ῥέουσιν αἱ ἄφθονοι καὶ ἀέναοι 
πλημμυροῦσαι καὶ ἀναχεόμεναι τῶν καλῶν πηγαί. τὸν γὰρ κύριον καὶ
θεὸν τοῦ τε κόσμου καὶ τῶν ἐν αὐτῷ πάντων ἰδίᾳ θεὸν κατ’ ἐξαίρετον
 χάριν τοῦ Σὴμ ἀνακλλεῖ.

καὶ ὅρα· τίνας ὑπερβολὰς τοῦτο οὐχ ὕπερ
βάλλει; σχεδὸν γὰρ ἰσότιμος 6 τούτου λαχὼν γίνεται κόσμῳ· ὅτε γὰρ
τὸ ἐπιστατοῦν καὶ κηδόμενον ἀμφοῖν ταὐτόν, καὶ τὰ ἐπιτροπευόμεν κατ’ 
 ἀναγκαῖον εὐθύς ἐστιν ἰσότιμα.

μήποτε δὲ καὶ ἐπιδαψιλεύται τὰ τῶν
δωρεῶν· τοῦ μὲν γὰρ αἰσθητοῦ κόσμου δεσπότης καὶ εὐεργέτης ἀνείρηται 
διὰ τοῦ κύριος καὶ θεός, τοὐ δὲ νοητοῦ ἀγαθοῦ σωτὴρ καὶ εὐεμέτης
αὐτὸ μόνον, οὐχὶ δεσπότης ἢ κύριος· φίλον γὰρ τὸ σοφὸν θεῷ μᾶλλον
 ἢ δοῦλον.

παρὸ καὶ σαφῶς ἐπὶ Ἀβραὰμ φάσκει· „μὴ ἐπικαλύψω ἐγὼ 
ἀπὸ Ἀβραὰμ τοῦ φίλου μου“ (Gen. 18, 17); ὁ δὲ ἔχων τὸν κλῆρον
τοῦτον πέραν ὅρων ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας προελήλυθε· μόνος γὰρ εὐγενής
ἅτε θεὸν ἐrιγεγραμμένος πατέρα καὶ γεγονὼς εἰσποιητὸς αὐτῷ μόνος
υἱός· οὐ πλούσιος. ἀλλὰ πάμπλουτος, ἐν ἀφθόνοις καὶ γνησίοις, οὐ χρόνῳ
πλλαιουμένοις, καινουμένοις δὲ καὶ ἡβῶσιν ἀεὶ τρυφῶν ἀγαθοῖς μόνοις·

οὐκ ἔνδοξος, ἀλλ’ εὐκλεής, τὸν μὴ κολακείᾳ νοθούμενον, ἀλλὰ βεβαιούμενον
ἀληθείᾳ καρπούμενος ἔπαινον· μόνος βασιλεύς, παρὰ τοῦ πανηγε.
μόνος λαβὼν τῆς ἐφ’ ἅπασιν ἀρχῆς τὸ κράτος ὰνανταί̀ώνιστον· μόνος
ἐλεύθερος, ὰφειμένοτ ἀργαλεωτάτης δεσποίνης, κενῆς δόξης, ἣν ὑπέραυχον
οὖσαν ἀπὸ τῆς ἀκροπόλεως ἄνωθεν ὁ ἐλευθεροποιὸς καθελλε θεός.

τούτῳ δὴ τῷ τοσούτων καὶ οὕτως ὑπέρβαλλόντων καὶ ἀθρόων ἀξιωθέντι
ἀγαθῶν τί προσήκει ποιεῖν ἢ λόγοις καὶ ᾠὸαῖς καὶ ὕμνοις τὸν εὐεργέτην
ἀμείβεσθαι; τοῦτ’ ἕσθ’, ὡς ἕοικεν, ὃ αἰνίττεται διὰ τοῦ „εὐλογημ́νος
 

 
κόριος ὁ θεὸς Σήμ“, ἐπειδὴ τῷ τὸν θεὸν ἔχοντι κλῆρον εὐλογεῖν καὶ
ἐπαινεῖν αὐτὸν ἁρμόπει μόνον τοῦτ’ ἀντιπαρασχεῖν δυναμένῳ, τὰ δ’ ἄλλα
ἀνὰ κράτος πάνθ’ πλῶς ἀδυνατοῦντι.

Tῷ μὲν δὴ Σὴμ εὔχεται ταῦτα· τῷ δ’ ’Ιάφεθ ὁποῖα, θεασώμεθα· „πλατύναι“ φησίν „ὁ θεὸς τῷ ’Ιάφεθ, καὶ κατοικησάτω ἐν τοῖς
οἴκοις τοῦ Σήμ , καὶ γενέσθω xαναὰν δοῦλος αὐτοῖς„ (Gen. 9, 27).

τοῦ ἀγαθὸν ἡγουμένου τὸ καλὸν μόνον ἔσταλται καὶ συνῆκται τὸ τέλος — ἑνὶ γὰρ μυρίων ὅντων τῶν περὶ ἡμᾶς τῷ ἡγεμόνι νῷ συνέζευκται ——,
τοῦ δὲ τρισὶν ἐφαρμόζοντος αὐτὸ γένεσιν, τῷ περὶ ψυχήν, τῷ περὶ σῶμα,
 τῷ περὶ τὰ ἐκτός, ἅτ’ εἰς πολλὰ καὶ ἀνόμοια κατακρματιζόμενον εὐρύνεται.

διόπερ οἰκείως εὔχεται τούτῳ προσγενέσθαι πλάτος, ὅπως καὶ ταῖς περὶ ψυχὴν ἀρεταῖς, φρονήσει καὶ σωφροσύνῃ καὶ ἑκάστη τῶν
ἅλλων, χρῆσθαι δύναιτο καὶ ταῖς σώματος, ὑγείᾳ κὶ εὐαισθησίᾳ δυνάμει
τε καὶ ῥώμῃ καὶ ταῖς τούτων συrίενέσιν, ἔτι μέντοι καὶ τοῖς ἐκτὸς
 πλεονεκτήμασιν, ὅσα εἰς πλοῦτον καὶ δόξαν ἀπόλαυσίν τε καὶ χρῆσιν
 τῶν ἀναγκαίων ἡδονῶν ἄγεται.

περὶ μὲν τοῦ πλάτους ταύτα. τίνα δὲ ἐν τοῖς οἴκοις εὔχεται τοῦ Σὴμ κατοικήσαι, σκεπτέον· σαφῶς
γὰρ οὐ μεμήνυκεν. ἔνεστι μὲν δὴ φάναι, ὅτι τὸν ἡγεμόν τοῦ παντός.
τίς γὰρ οἶκος παρὰ γενέσει δύναιτ’ ἂν ἀξιοπρεπέστερος εὑρεθῆναι θεῷ
 πλὴν ψυχῆς τελείως κεκαθαρμένης καὶ μόνον τὸ καλὸν ἡγουμένης ἀγαθόν,
τὰ δὲ ἅγλα ὅσα νενόμισται ἐν δορυφόρων καὶ ὑπηκόων λόί̀ῳ ταττούσης;

κτοικεῖν δὲ ἐν οἴκῳ λέγεται ὁ θεὸς οὐχ ὡς ἐν τόπῳ — περιέχει γὰρ τὰ πάντα πρὸς μηδενὸς περιεχόμενος — , ἀλλ ὡς πρόνοιαν καὶ ἐπιμέλειαν
ἐκείνου τοῦ χωρίου διαφερόντως ποιούμενος· παντὶ γὰρ τῷ δεσπό-
 ζοντι οἰκίας ἡ ταύτης κατὰ τὸ ἀναγκαῖον ἀνῆπιαι φρονιίς.

εὐχέσθω δὴ πᾶς θεῷ, ὅτῳ τὸ θεοφὲς ὤμβρησεν ἀγαθόν, οἰκήτορος λαχεῖν τοῦ
πανηγεμόνος, ὃς τὸ βραχὺ τοῦτο οἰκοδόμημα, τὸν νοῦν, ἐξαίρων εἰς ὕψος
ἀπὸ ἧς τοῖς οὐρανοῦ συνάψει πέρασι.

καὶ τὸ ῥητὸν μέντοι συνᾴδειν ἔοικεν· ὁ γὰρ Σὴμ ὡσανεὶ ῥίζα κλλοκἀγαθίας ὑποβέβληται, δένδρον δ’
 ἡμροτοκοῦν ἐκ ταύτης ὁ σοφὸς Ἀβραὰμ ἀνέδραμεν, οὗ τὸ αὐτήκοον
καὶ αὐτομαθὲς γένος, Ἰσαάκ, ὁ καρπὸς ἦν, ἀφ’ οὗ πάλιν αἱ διὰ πόνων
 

 
ἀρεταὶ κατασπείρ‘)ν-αι, ὧν ἀθλητῆής ἐστιν ὁ τὴν πρὸς πάθη πάλην γεγυμ-
 νασμένος Ἰακώβ, ἀγγέλοις ἀλείπταις, λόγοις, χρώμενος.

οὗτος τῶν δώσεκα
κατάρχει φυλῶν, ἅς οἱ χρησμοὶ „βασειον καὶ ἱεράτευμα θεοῦ"
(Exod. 19, 6) φασιν εἶναι κατὰ τὴν πρὸς τὸν πρῶτον Σὴμ εὐλογίαν,
οὗ τοῖς οἴκοις ἦν εὐχὴ τὸν θεὸν [<ἐν> οικῆσαι· βασίλειον γὰρ ὁ βασι- 
 λέως δήπουθεν οἶκος, ἱερὸς ὄντως καὶ μόνος ἄσυλος.

ἴσως μέντοι τὰ
τῆς εὐχῆς καὶ ἐπὶ τὸν ’1άφεθ ἀναφέρεται, ὅπως ἐν τοῖς οἴκοις τοῦ Σὴμ
ποιῆται τὰς διατριβάς· τῷ γὰρ καὶ τὰ σώματος καὶ τὰ ἐκτὸς πλεονεκτήματα
ἀγαθὰ ἡγουμένῳ καλὸν εὔξασθαι πρὸς μόνον τὸ ψυχῆς ἀναδραμεῖν
καὶ μὴ μέχρι τοῦ παντὸς αἰῶνος ἀληθοῦς δόξης διαμαρτεῖν, ἃ 
κοινὰ καὶ τῶν ἐπαρατοτάτων καὶ κακίστων ἐστίν, ὑγίειαν ἢ πολυχρηματίαν
ἢ ὅσα ὁμοιότροπα, νομίσαντα εἶναι ἀγαθά, τῆς ἀψευδοῦς τῶν
ἀγαθῶν μερίδος οὐδενὶ φαύλῳ συνταττομένης· ἀκοινώνητον γὰρ φύσει
 κακῷ τὸ ἀγαθόν.

διὰ τοῦτ’ ἐν ψυχὴ μόνῃ τεθησαύρισται, ἧς τοῦ
κάλλους οὐδενὶ μέτεστι τῶν ἀφρόνων· τοῦτο γε προ <φητικὸς> λόγος 
τὸν σπουδαῖον ἔγραψεν εὐχεσθαί τινι τῶν ἑαυτοῦ γνωρίμων λέγοντα
„πρὸς μὲ ἀνάστρεψον“ (Gen. 49, 22), ἵνα ἐπὶ τὴν αὐτοῦ γνώμην ἐπανελθών,
 τὸ καλὸν ὡς ἀγαθὸν μόνον δεξιωσάμενος, τὰς τῶν ἑπροδόξων 
παραδράμῃ περὶ τἀγαθοῦ φήμας. ἐν οὖν τοῖς οἴκοις τῆς ψυχῆς τοῦ
λέγοντος μόνον εἶναι τὸ καλὸν ἀγαθὸν κατοικησάτω, παροικήσας ἐν τοῖς 
 τῶν ἑτέρων, οἷς καὶ τὰ σωματικὰ καὶ τὰ ἐκτὸς τετίμηται.

εἰκότως
μέντοι καὶ δοῦλον τὸν ἄφρονα τῶν ἀρετῆς μεταποιουμένων ἀνέγραψεν,
ἵν’ ἢ κρείττονος ἐπιστασίας ἀξιωθεὶς ἀμείνονι βίῳ χρήσητι ἢ ἐπιμένων
τῷ ἀδικεῖν μετ’ εὐμαρείας αὐτοκράτορι ἡγεμόνων ἀρχῇ τῶν δεσποτῶν
κολάζηται.