ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. 
 Εὐστόχως ἄν τις εἴποι ἐπιτωθάζων μοι, μεῖζόν 
 σοι τοῦ ἔργου τὸ πάρεργον. ἔδει γάρ με ὡς ἀληθῶς πάλαι τῶν πραγμάτων
ἀφέμενον καὶ τυρβάζεσθαι ἀποσχόμενον καὶ τοῦ μέσου μεταναστεύσαντα καὶ καθ’ ἑαυτὸν
ἑλόμενον ζῆν ἀειφυγίαν τε ἑαυτοῦ καταψηφισάμενον, οὕτω τὰ καθ’ ἡμὰς οἰκονομήσαντος τοῦ ὑπὲρ ἡμᾶς,
ἐπεὶ τοὺς δεσμούς μου διέρρηξε τῶν φιλτάτων στερήσας με, οἶς οἶδεν ἐκεῖνος λόγοις, ἀλγεινῶς μὲν
ἐμοί, συμφερόντως δὲ πάντως, μηδὲν ἕτερον μετιέναι ἢ ὅσα ψυχὴν καταρτίζουσι καὶ
καθαίρουσι τῶν ἐντακέντων αὐτῇ μολυσμάτων διὰ φαυ- λότητα
πράξεων, καὶ ἄττα ἐξιλεοῦνται τὸ θεῖον ἐφ’ οἶς παρώργισται παρ’ ἐμοῦ, παραβεβηκότος τὰς ἐντολὰς
αὐτοῦ καὶ τὰ δικαιώματα, καὶ ζητεῖν οὕτω συγγνώμην ἐπὶ τοῖς πταίσμασιν. ἐγὼ δ’ ἀμελῶς
πρὸς τὸ ἔργον ἐκ τῆς πρὸς τὰ καλὰ νωθρείας διατιθέμενος περὶ τὸ πάρεργον κατέτεινα τὴν σπουδήν. 

 
 Ἀλλ᾿ ἵνα τι καὶ ὑπεραπολογήσωμαι ἐμαυτοῦ, οὐκ οἴκοθεν
ὡρμήθην πρὸς τὸ ἐγχείρημα, ἄνδρες δέ με φίλοι πρὸς τοῦτο παρέθηξαν, σχολάζοντα βλέποντες καὶ
“χρῆσαι” λέγοντες τῇ σχολῇ πρὸς ἔργον κοινωφελές, καὶ κείσεταί σοι πρὸς τοῦ θεοῦ κἀκ τούτου ἀνταπόδομα. προσεπῆγον γὰρ ὡς οἱ περὶ τὰς ἱστορίας πονήσαντες καὶ τὰ πάλαι γενόμενα
συγγραψάμενοι, οἶ μὲν διεξοδικώτερον τὰς ἄλλας τε πράξεις τῶν παλαιῶν
ἀνδρῶν καὶ τὰ στρατηγήματα συγγεγράφασι, παρατάξεις διηγούμενοι καὶ συμπλοκὰς 
στρατευμάτων καὶ στρατοπεδείας καὶ χάρακας καὶ εἴ τι τούτοις ἑπόμενον, πρός δὲ τοῖς περιηγήσεις
χωρίων καὶ δυσχωρίας ὁδῶν καὶ ὅρη προσάντη καὶ δύσβατα καὶ αὐλώνων στενοχωρίας καὶ πόλεων ὀχυρότητας
καὶ πυργωμάτων ὕψη μετέωρα καὶ ὡς ἄν τις φαίη αἰθέρια· τοῖς δὲ καὶ πρὸς ἐπίδειξιν
συντέ- θεινται τὰ συγγράμματα, ἐπιδεικνυμένοις ὅπως εἶχον περὶ τὸ
γράφειν δυνάμεως καὶ διὰ τοῦτο δημηγορίας τε μεταξὺ τιθεῖσι καὶ παρεκβατικώτερον ἢ καὶ ῥητορικώτερον
κεχρημένοις τῷ λόγῳ· ἐνίοις δὲ καὶ εἰς διαλόγους τὸ φιλότιμον ἐτελεύτησεν, ὥσθ’ ὁπηνίκα
περί τινων ἑτεροδοξούντων καὶ σφαλλομένων περὶ τὰ ὀρθὰ συγγράφονται δόγματα, διαλέξεις ποιεῖσθαι
 πρὸς ἐκείνους ὡς πρὸς παρόντας, καὶ διελέγχειν αὐτῶν τῶν τὸ
κακόδοξον, κἀκ τῆς ἱεράς γραφῆς τοὺς ἐλέγχους χοῦς παράγειν, ἢ καὶ Ἰουδαίοις
ἀντιλέγειν, καὶ ἐθελοκακοῦντας δεικνύειν αὐτούς, εἰ μὴ τὸ καθ’ ἡμᾶς μυστήριον δέχοιντο, καὶ χρήσεσι
κεχρῆσθαι προφητικαῖς, καὶ πρὸς Ἕλληνας αὖθις ἀντικαθίστασθαι, καὶ τὸν ὕθλον ἐκείνων εἰς μέσον
παράγειν, καὶ καταμωκᾶσθαι τῶν μυθευομένων αὐτοῖς, καὶ τὰς αὐ- τῶν γραφὰς προφέρειν τῆς κακοδοξίας εἰς ἔλεγχον, ἔστι δ’ οὑ γνωμολογεῖν τε καὶ
ἠθικεύεσθαι. ‘‘ταῦτα δ”’ ἔφασαν ‘τοῖς πλείοσι τῶν ἀναγινωσκόντων τὰ τῶν ἱστοριῶν ἐκείνων
συγγράμματα, ἵνα μὴ λέγωμεν πᾶσιν, φορτικά τε καὶ παρέλκοντα ἥγηνται, ὅτι τε σχολῆς εἰσι
δεόμενα πλείονος, καὶ ὅτι, κἂν ταύτης τύχοιεν τῶν ἐπιόντων τὰς ἱστορίας τινές, μάταιον ἐκείνοις
ἀποβαίνει τὸ περὶ ταύτας πονεῖν, τῶν μα- κρῶν διηγημάτων τῶν περὶ
παρατάξεων καὶ πολέ- μῶν καὶ τοῦ τῶν στρατιῶν διακόσμου καὶ τῶν
λοιπῶν τῶν ὁμοίων διαφευγόντων τὴν μνήμην, τῶν δέ γε δημηγοριῶν καὶ τῶν διαλέξεων καὶ
εἰς τὸ ἀνόνητον περιισταμένων τοῖς ἐπιοῦσι τὰ ἱστορούμενα. τίνι γὰρ ἔσται τις λυσιτέλεια ἔλεγον “ἐκ
τοῦ γνῶναι τί μὲν ὁ δημαγωγὸς ὅδε διειλέχθη τῷ δήμῳ, τί δὲ τοῖς στρατιώταις ὁ
στρατηγός, ἢ τί τοῖς πρέσβεσιν ὁ αὐ- τοκράτωρ ἐκεῖνος ἔφη τοῖς ἐκ
Περσῶν, ἢ ἄλλος τοῖς ἐκ Κελτῶν ἢ Σκυθῶν ἢ τοῖς ἐξ Αἰγύπτου τυχὸν ἢ τοῖς ἐκ Δακῶν τε καὶ Τριβαλλῶν,
τί δ’ ἕτερος τῇ συγκλήτῳ βουλῇ ἢ τῇ πληθύι τῇ δημότιδι δημηγορῶν προσωμίλησε;” τοὺς μὲν
οὑν τοιαῦτα ἔλεγον τὰ τῶν ἱστοριῶν ἐκδεδωκέναι συγγράμματα, πεπλατυσμένα δηλαδὴ καὶ πρὸς τὸ
φιλοτιμότερον ἀποκλί- νοντα, τοὺς δὲ ἀντιθέτως ἐκείνοις
διατεθῆναι περὶ τὴν τῶν ἱστοριῶν συγγραφήν, βραχθρρημοσύνῃ χρησαμένουσ, κἀντεῦθεν περὶ
τὰ καίρια ζημιοῦντας τοὺς περὶ τὰ σφῶν ἐσπουδακότας συγγράμματα, ἄτε καὶ αὐτὰς τὰς καιριωτέρας τόν
πράξεων τῶν ἱστορουμένων παραλελοιπότας ἀνδρῶν, ἐνίας μέντοι καὶ ἐξυμνεῖσθαι δικαίας, βράχιστα δέ
τινα περὶ ἐκείνων εἰπόντας, καὶ ταῦτα μήτε τὸ ἦθος ἐκείνων ἣ τὴν φύσιν παραδηλοῦντα καὶ τὴν προαίρεσιν, μήθ’ ὅπως τῶν βασιλευσάντων ἕκαστος τῆς βασιλείας
ἐκράτησε, μήθ’ ὅστις ἦν πρὸ ταύτης, μήτ’ ἐκ τίνων ἐγένετο. τινὰ δὲ τῶν συγγραμμάτων
τούτων καὶ ἀφελεστέρᾳ λίαν ἐκδεδόσθαι προσετίθουν τῇ φράσει, καὶ ἰδιωτικαῖς ἐκφέρεσθαι λέξεσιν ἢ καὶ
βαρβάροις ἐνίοτε, συντεθεῖσθαί τε σολοικότερον, ὥστε κἀντεῦθεν ἀηδῶς 
 τοὺς λόγοις ὡμιληκότας πρὸς αὐτὰ διατίθεσθαι. τοιαῦτα λέγοντες καὶ
οὕτω τῶν ἱστορικῶν συγγραμμάτων ὡς εἴρηται καθαπτόμενοι, πολλάκις με παρέθηγον τὰς βίβλους ἀνὰ
χεῖρας λαβεῖν, καὶ παρεάσαντα τὰ πολλά, ὣν τὰ μὲν τῇ μνήμῃ προσιζάνειν διὰ τὸ πλῆθος
ἀποπεφύκασι, τὰ δ’ εἰς οὐδὲν τελευτῶσιν ὀνήσιμον, τὴν δέ γε πεπλατυσμένην ἐπιτεμόντα διήγησιν
σύντομον ἱστορίαν ἐκδεδωκέναι συνοπτικῶς διδάσκουσαν τοὺς ἐπιόντας τὸ
σύγγραμμα τὰ καιριώτερα τῶν πεπραγμένων ἢ καὶ ἄλλως συμβεβηκότων τοῖς περὶ ὣν ἡ
συγγραφὴ διαλέγεται. 
 Ἐκεῖνοι μὲν οὑν πρὸς τοιοῦτόν με παρεκίνουν ἀποδύσασθαι πόνημα καὶ τοιοῦδε συγγράμματος
ἅψασθαι·

ἐγὼ δὲ τὸ μὲν ἀνειμένος τὴν γνώμην ὤν, εἰρήσεται γὰρ τἀληθές, καὶ ῥᾳστώνῃ συζῶν, τὸ δὲ καὶ
 
 ἀσχολίας συνορῶν τὸ πρᾶγμα δεόμενον καὶ βίβλων πολλῶν, ὤκνουν καὶ
ἀνεδυόμην πρὸς τὴν ἐγχείρησιν. οἱ δέ με νύττοντες οὐκ ἀνίεσαν, καί ποτε πρὸς τοὔργον τῇ τῶν νυγμῶν
συνεχείᾳ διεγηγέρκασιν. εἰ γὰρ κοιλαίνειν τὸ τῆς πέτρας σκληρὸν καὶ ἀπόκροτον ῥανίδος
ἐνδελέχεια δύναται, μᾶλλον ἂν δυνήσεται λόγος ἐνδελεχὴς τὰ ὦτα θυροκοπῶν γνώμης διεγεῖραι ῥᾳστώνην
καὶ ἀνειμένην προαίρεσιν. εἶτά μοι καὶ ὡς οὐδὲ πρὸς ψυχικὴν ὠφέλειαν
ἀκερδὴς ὁ πόνος ἔσται καὶ ἡ περὶ τὴν συγγραφὴν ἀσχολία ἐλήλυθε λυθε κατὰ νοῦν.
ἠρεμοῦντι γὰρ τῷ νοὶ· μᾶλλον εἴωθε τῆς πονηρίας ἐπιπνέειν τὰ πνεύματα, ἐνθυμήσεων τε
φαύλων καὶ λογισμῶν ἄλλοτε ἄλλων ἐπεγείρειν κλυδώνια, καὶ καταβαπτίζειν αὐτὸν τῇ συνεχείᾳ τῶν
προσβολῶν, καὶ ἢ πρὸς ἁμαρτίαν ὑπολισθαίνειν ποιεῖν, εἰ καὶ μὴ πράξεσιν, ἀλλά γε συγκαταθέσεσιν, ἢ C
 τέως ζάλην αὐτῷ πολλὴν ἐπικυμαίνειν καὶ τάραχον. εἰ δέ τισιν ὁ νοῦς ἐνησχόληται,
διαφεύγειν πέφυκεν ὡς ἐπίπαν τὰς ἐκ τῶν πολλόν λογισμῶν τρικυμίας καὶ τόν πονηρῶν ἐνθυμήσεων. διά τε
τοίνυν τὴν ἐκ τῶν φίλων παράθηξιν καὶ διὰ τὴν τῶν ῥυπαρῶν ἢ καὶ ματαίων λογισμῶν
ἀποσόβησιν προσήγαγον ἑαυ- τὸν τῷ σπουδάσματι. 
 
 Οὕτω μὲν οὖν μοι ἐπιβαλεῖν ἐγένετο τῷ παρόντι συγγράμματι. εἰ δὲ μὴ διηκριβωμένην τὴν περὶ
ἐκάστου τῶν ἀναγραφομένων ἱστορίαν ποιήσομαι, νέμειν μοι συγγνώμην αἰτῶ τοὺς
ἐντευξομένους αὐτῇ· οὔτε γὰρ βίβλων ’ίσως μοι εὐπορῆσαι γενήσεται ὅσαι μοι χρειώδεις εἰσὶ πρὸς τὸ
σύγγραμμα, παρὰ τῇ ἐσχατιᾷ ταύτῃ ποιουμένῳ νυνὶ τὴν διατριβήν, οὔτε πάντες οἱ συγγραφεῖς τῶν ἱστοριῶν τὰ αὐτὰ περὶ τῶν αὐτῶν συγγεγράφασιν,
ἀλλ’ ἐν πολλοῖς διαφωνοῦσιν, εἴ γε μὴ ἐν τοῖς πλείοσιν. εἰ δὲ καὶ ἀκριβοῦσθαι βουλήσομαι περὶ
ἑκάστου τῶν ἱστορουμένων, καὶ δηλοῦν τί μὲν ὅδε περὶ τοῦδε λέγει ὁ συγγραφεύς, τί δ’ ἕτερος περὶ τοῦ
αὐτοῦ, πολύστιχον ἂν καὶ αὐτὸς τὴν περὶ ἑκάστου πραγματείαν ποιήσομαι. διὰ ταῦτά μοι
παρεᾶν δέδοκται τὰ ἐφ’ οἶς ἀλλήλοις οἱ περὶ τῶν αὐτῶν συγγράψαντες
ἠναντίωνται, εἰ μή τι τῶν ἄγαν εἴη σπουδαίων καὶ ὃ παραλιμπανόμενον περὶ τὰ καίρια λυμανεῖται τῇ
συγγραφῇ. εἰ δ᾿ ὁ χαρακτὴρ τοῦ λόγου ποικίλλεται καὶ μὴ δι’ ὅλου ὅμοιός ἐστιν ἑαυτῷ,
θαυμαζέτω μηδεὶς μηδέ τις τὸν λόγον αἰτιῷτο ἢ τὸν τούτου πατέρα με. ἐκ πολλῶν γὰρ βίβλων τὰς
ἱστορίας 
 ἐρανισάμενος, ἔν γε πολλοῖς ταῖς τῶν συγγραφέων ἐκείνων χρησαίμην ἂν
συνθήκαις καὶ φράσεσιν, ἐν ὅσοις δ᾿ ἂν καὶ αὐτὸς παρῳδήσω ἢ παραφράσω, πρὸς τὸν ἐκείνων χαρακτῆρα
τὴν ἰδέαν τοῦ λόγου μοι μεθαρμόσομαι, ἕνα μὴ ἀσύμφωνος αὐτὴ ἑαυτῇ δοκῇ ἡ γράφη.

Ἀλλά μοι πρὸ τῆς ἱστορίας κεφαλαιωδέστερον D εἰρήσθω τίνα τὰ ἱστορηθησόμενα, ἵν᾿ εἰδεῖεν οἱ
τῷ συγγράμματι ἐντευξόμενοι ὡς πολλῶν τε καὶ τούτων ἀναγκαιοτάτων ἱστοριῶν ἐν εἰδήσει γενήσονται.
περιέχεται γοῦν τῇ ἐπιτομῇ ἡ Ὀκτάτευχος καὶ ὅσα ἐν ἐκείνῃ ἱστόρηται, καὶ τῶν Βασιλειῶν
αἱ βίβλοι ταύτῃ συμπεριέχονται ,- καὶ ἐπ’ αὐταῖς τὰ Παραλειπόμενα, καὶ ὅσα ὁ Ἑβραῖος Ἰώσηπος
ἀρχαιολογῶν ἢ τῶν παλαιοτέρων εἶπεν ἐπέκεινα ἦι παρεκβατικώτερον ἦι καὶ 
 ἀλλοιότερόν τι παρ’ ἐκείνους ἱστόρησε, καὶ τὰ τοῦ Ἔσδρα, τά τε
τῶν αἰχμαλωσιῶν τῶν Ἑβραίων, προτέρας μὲν τῆς τῶν δέκα φυλῶν, ἣ παρὰ τοῦ Ἀσσυρίου Σαλμανασὰρ γέγονε
Σαμάρειαν ἑλόντος πολιορκίᾳ καὶ τὸ ἔθνος αἰχμαλωτίσαντος καὶ πέραν Εὐφράτου ἀπαγαγόντος
καὶ κατοικίσαντος, εἰς δὲ Σαμάρειαν μετοικίσαντος ἔθνη τινὰ ἃ χουθαῖοι. ἐπωνομάζοντο, εἶτα καὶ τῆς
παρὰ τοῦ Ναβυχοδονόσορ ἐπενηνεγμέ- νης τῇ Ἱερουσαλήμ, καὶ ὡς ἔρημος ἡ
πόλις ἐγένετο καὶ ὁ ναὸς ἐνεπέπρηστο καὶ τὸ ἔθνος ἅπαν ἐξηνδραπόδιστο, καὶ ὡς μετὰ
ἐνιαυτοὺς ἑβδομήκοντα κατὰ τὰς προρρήσεις τῶν προφητῶν ἐκκεχώρηται τῷ λαῷ ὑπὸ Κύρου τοῦ τὴν Ἀσσυρίων
βασιλείαν καθῃρηκότος ἐπανελθεῖν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν πόλιν ἀνεγεῖραι καὶ ἀνακαινίσαι τὸ ἱερόν·
τίς τε ἦν ὁ Κῦρος, καὶ ὅπως τὴν Ἀσσυρίων βασιλείαν κατέλυσε, καὶ τίνες μετ’ ἐκεῖνον τῆς βασιλείας ἐκράτησαν· καὶ ὅπως καὶ παρὰ τίνων ἡ τῆς
πόλεως ἐκωλύθη οἰκοδομή, κἀκ τίνος αὖθις ἡ ταύτης ἐξεχωρήθη ἀνέγερσις· καὶ περὶ Δανιὴλ τοῦ προφήτου,
καὶ ὅπως ἔκρινε τὰ τοῦ Ναβουχοδονόσορ ὀνείρατα καὶ τοῦ Βαλτάσαρ τὴν ὅρασιν, ὅτ᾿ εἶδεν ὁ
βάρβαρος ἐκεῖνος τῆς χειρὸς τὸν ἀστράγαλον γράφοντα ἐν τῷ τοίχῳ, καὶ περί τινων τῶν τοῦ προφήτου
ὁράσεων, ἃ πάντα μετὰ συντετμημένης ἱστόρηται ἐξηγήσεως· καὶ περὶ τῶν τριῶν παίδων καὶ τῶν εἰς αὐτοὺς ἢ δι’ αὐτῶν γεγονότων ὑπὸ θεοῦ ἐξαισίων· περί τε
τῆς Ἐσθὴρ καὶ ὅπως τὸ τῶν Ἑβραίων γένος πανωλεθρίας αὕτη ἐρρύσατο· γαῖ περὶ Ἰουδίθ, ἣ τὸν Ὀλοφέρνην
κατασοφισαμένη ἀνεῖλε καὶ τὴν αὐτοῦ στρατιὰν παρέδωκεν εἰς ἀπώ- 
λείαν· καὶ περὶ Τωβίτ, καὶ ὅπως ἀορασίᾳ πληγεὶς καὶ ἐξ εὐπορίας εἰς ἀκριβῆ πενίαν
συνελαθεὶς αὖθις δι’ ἀγαθοεργίαν θεοῦ προνοίᾳ τετύχηκε του ὁρᾶν
καὶ πλούτου δαψίλειαν ἔσχηκεν. ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ Μακεδόνος Ἀλεξάνδρου ἐνταῦθα συντέτμηνται, μνησθείσης
τῆς ἱστορίας ἀναγκαίως κἀκείνου διά τε ἄλλα καὶ ὅτι τῇ Ἰερουσαλὴμ μετὰ τὴν ἐν Ἰσσῷ τοῦ
Δαρείου προτέραν ἧτταν ἐπιδεδήμηκε καὶ τὸν ἀρχιερέα διαφερόντως ἐτίμησε, καὶ ὅπως τὴν Περσῶν
κατέλυσε βασιλείαν καὶ ὑφ’ ἑαυτὸν ἐποιήσατο, καὶ ὅσον ἐβασίλευσε
χρόνον, καὶ ὃς εἰς τέσσαρας ἀρχὰς ἡ ἐκείνου βασιλεία θανόντος μεμέριστο· καὶ ὅσα ἐξ
Ἀντιόχου τοῖς Ἰουδαίοις γέγονε τοῦ Ἐπιφανοῦς, τῶν ἐκείνου διαδόχων ἑνὸς ἀπογόνου τυγχάνοντος· καὶ ὡς
οἱ Ἀσαμωναῖοι τούτῳ ἀντέστησαν καὶ τῆς ἐξ αὐτοῦ τυραννίδος τοὺς ὁμοεθνεῖς ἐλυτρώσαντο, καὶ τίνες οὗτοι, καὶ ὅπως τῶν ὁμοφύλων καὶ ἐπὶ πόσον προέστησαν· καὶ ὡς μετὰ τὴν ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας
τῆς ὑπ’ Ἀσσυρίων εἰς τὴν Ἰερουσαλὴμ ἐπανέλευσιν 
 οὐκ ἦν τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος βασιλευόμενον, ἀλλ᾿ ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων ἀρχόμενον καὶ ὅτι οἶ
τῶν εἰρημένων Ἀσαμωναίων ἀπόγονοι τὴν ἀρχιερατικὴν τιμὴν μὴν περικείμενοι καὶ τὰ τοῦ ἔθνους
ἰθύνοντες καὶ διάδημα ἑαυτοῖς περιέθεντο· καὶ ὅπως Ὑρκανοῦ καὶ Ἀριστοβούλου τῶν ἀδελφῶν
διενεχθέντων περὶ τῆς Ἰουδαϊκῆς βασιλείας ὁ Μάγνος Πομπήιος στρατηγῶν 
τότε Ῥωμαίων, διαιτῆσαι μετακληθεὶς τοῖς ὁμαίμοσι, τήν τε πόλιν εἷλεν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸ ἔθνος τοῖς
Ῥωμαίοις ὑπέταξε καὶ ὅπως Ἡρώδης ὁ Ἀντιπάτρου υἱὸς μετὰ ταῦτα τῆς τῶν Ἰουδαίων
βασιλείας ἐκράτησε, καὶ τίς ἢν οὕτος καὶ ὅθεν κατήγετο καὶ ὅσα κατ’ οἶκον ἐκείνῳ συμβέβηκε καὶ μέχρι
τίνος οἱ ἐξ ἐκείνου τῆς βασιλείας ἐκράτησαν· κἀκ τίνος τρόπου καὶ ἐξότου ἡγεμόνες ἐκ Ῥώμης εἰς
Ἰουδαίαν ἐστέλ- 
 λοντο· καὶ ὅσα περὶ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ Ἰώσηπος
συνεγράψατο, ἀλλὰ μέντοι καὶ περὶ τοῦ βαπτιστοῦ Ἰωάννου· καὶ διὰ τίνας αἰτίας τοῦ τοῖς Ῥωμαίοις
ὑπείκaν Ἰουδαῖοι ἀπέστησαν, καὶ ὅπως τὸ ἔθνος αὐτῶν ἐπολεμήθη παρὰ Ῥωμαίων, καὶ παρὰ 
τίνος ἡ Ἱερουσαλὴμ καὶ ὅπως ἐξεπορθήθη τὴν τελευταίαν καὶ μὴ σχοῦσαν ἀνάκλησιν πόρθησιν.

Ῥωμαίων δὲ καὶ τῆς Ῥώμης μνησθείσης τῆς ἱστορίας ἀναγκαῖόν
μοι ἐνομίσθη καὶ περὶ τούτων συγγράψασθαι καὶ παραδοῦναι πόθεν τὸ τῶν Ῥωμαίων ἔθνος κἀκ
τίνος ἔσχηκε τὴν ἀρχήν, καὶ παρὰ τίνων ἡ τῆς Ἰταλίας χώρα πρῴην κατῴκιστο· ὅθεν τε προήχθη Ῥωμύλος
εἰς φῶς ὁ τῆς Ῥώμης γενόμενος οἰκιστής, καὶ ὅπως ἀνῃρέθη Ῥῶμος ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, εἶτα κἀκεῖνος ἐγένετο ἀφανής· καὶ ὅπως πρῶτον ἡ πόλις αὕτη
ἐβασιλεύθη, καὶ ἔθεσιν οἴοις καὶ ωομίμοις ἐχρήσατο· καὶ ὡς εἰς τυραννίδα τὴν βασιλείαν ὁ
Σούπερβος Ταρκύνιος μεταγαγὼν καθῃρέθη, καὶ ὅσους πολέμους καὶ οἵους ἡ ῾Ρώμη διὰ τὴν ἐκείνου
καθαίρεσιν ἤνεγκε· καὶ ὡς εἰς ἀριστοκρατίαν, εἶτα καὶ δημοκρατίαν μετηνέχθη ῾Ρωμαίοις τὰ πράγματα,
ὑπάτων καὶ δικτατώρων, εἶτα καὶ δημάρχων τὴν τῶν κοινῶν ποιουμένων διοίκησιν· καὶ τίς
μὲν ἡ ὑπατεία τὸ παλαιὸν ἦν, τίς δὲ ἡ δικτατωρεία, τί δ᾿ ἦν τὸ ἔργον
τῶν τιμητῶν, καὶ πόσος ὥριστο χρόνος ἑκάστῃ τῶν ἀρχῶν τουτωνί· καὶ οἷος ἐγένετο παρ᾿ ἐκείνοις ὁ θρίαμβος, καὶ ὅθεν παρήχθη τοῦτο τὸ ὄνομα· καὶ ὅσα ἐν τοῖς καιροῖς ἐγένοντο τῶν ὑπατειῶν,
εἰ καὶ μὴ πάντα, ἐνδείᾳ βίβλων τῶν ταῦτα διηγουμένων· καὶ ὅπως ὕστερον ἐκ τούτων εἰς μοναρχίαν ἡ
ἀρχὴ τοῖς ῾Ρωμαίοις μετέπεσε· καὶ ὡς πρῶτος ταύτης, εἰ 
 καὶ μὴ καθαρῶς, ὁ Γάιος Ἰούλιος Καῖσαρ μετεποιή- 
σατο, εἶτα ἐπὶ βήματος ἀναιρεθέντος αὐτοῦ παρὰ τῶν τῆς ἐλευθερίας ἐξεχομένων ὁ Αὔγουστος Ὀκτάβιος
Καῖσαρ, ἀδελφιδοῦς ὢν τοῦ ἀνῃρημένου Καίσαρος καὶ εἰσποιηθεὶς ἐκείνῳ, τοὺς φονεῖς τοῦ θετοῦ μετῆλθε πατρός, ἔχων καὶ τὸν Ἀντώνιον τοῦ ἔργου αὐτῷ συναιρόμενον, μετέπειτα δὲ κἀκείνῳ
διενεχθείς, καὶ νικήσας ναυμαχίᾳ περὶ τὸ Ἄκτιον, εἶτα καὶ εἰς 
Ἀλεξάνδρειαν σὺν τῇ Κλεοπάτρᾳ φυγόντα ἐπικαταλαβών, εἰς τοῦτο περιέστησεν ἀνάγκης τὸν ἄνδρα ὡς διαχειρίσασθαι ἑαυτόν· ὅση τε φθορὰ τῶν ῾Ρωμαίων ἐν τοῖς ἐμφυλίοις τούτοις πολέμοις
ἐγένετο, πρότερον μὲν πρὸς Βροῦτον καὶ Κάσσιον καὶ τοὺς ἄλλους ἀναιρέτας τοῦ Καίσαρος τοῦ Ὀκταβίου
καὶ τοῦ Ἀντωνίου ἀντικαθισταμένων, εἶτα καὶ πρὸς ἀλλήλους 
 μαχεσαμένων αὐτῶν· καὶ ὡς ἐζωγρήθη μὲν ἡ Κλεοπάτρα ἡ τῆς Αἰγύπτου βασίλισσα, οὖσα τῶν
Πτολεμαίων ἀπόγονος, ἀνεῖλε δὲ ἑαυτὴν κἀκείνη, ὡς εἰ- κάσθη, ἀσπίδος δήγματι· καὶ ὅτι
οὕτω μετ’ ἐπινικίων λαμπρῶν εἰς τὴν Ῥώμην ἐπανελθὼν ὁ Ὀκτάβιος τῆς αὐταρχίας ἀντεποιήσατο καὶ εἰς
ἀκριβῆ μοναρχίαν τὴν τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν μετήνεγκε· καὶ D τίνες μετ’ αὐτὸν ἐμονάρχησαν, καὶ ὅπως
ἕκαστος τῆς ἀρχῆς ἐπέβη, καὶ ὅπως καὶ ὅσον ἦρξε, καὶ οἵῳ τέλει τῆς ζωῆς συνεκύρησε· καὶ
τίνες ἐπὶ τούτων μετὰ τοὺς σεπτοὺς ἀποστόλους τοὺς θρόνους ἐκόσμησαν τῶν τεσσάρων μεγάλων ἐκκλησιῶν,
τῆς Ῥώμης λέγω καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας Ἀντιοχείας τε καὶ τῆς Ἱερουσαλήμ, καὶ ὅσοι τούτων
μαρτυρικοῦ τέλους κατηξιώθησαν· ὅπως τε μᾶλλον τῶν ἄλλων κατὰ Χριστιανῶν ἐξελύττησαν Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανὸς ὁ Ἑρκούλιος, καὶ ὡς τὴν ἀρχὴν ἀποθέμενοι ἑτέρους
ἀνθ’ ἑαυτῶν ἐχειροτόνησαν Καίσαρας, ὧν εἶς ἦν Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς ὁ τοῦ μεγάλου
Κωνσταντίνου πατήρ, τῆς ἀρχῆς τῶν Γαλλιῶν καὶ τῆς Βρεττανίας ἀπονεμηθείσης αὐτῷ· καὶ ὡς θνήσκων
ἐκεῖνος τὸν πρωτότοκον υἱὸν ἑαυτοῦ, τοῦτον δὴ τὸν ἰσαπόστολον 
Κωνσταντῖνον, τῆς οἰκείας ἀρχῆς διάδοχον ἐποιήσατο· καὶ ὡς μόναρχος οὗτος κατέστη, τοὺς
λοιποὺς καταγωνισάμενος, ὀφθέντος αὐτῷ τοῦ σταυρικοῦ σημείου δι’ ἀστέρων ἐν τῷ οὐρανῷ· καὶ ὡς
προσεληλύθει Χριστῷ καὶ τὴν πίστιν ἐπλάτυνε, παρρησίαν δοὺς τῷ κηρύγματι, καὶ ὅπως ἐν τῷ Βυζαντίῳ
πόλιν ἑαυτῷ ἐπώνυμον ᾠκοδόμησε, Νέαν Ῥώμην ὀνομάσας 
αὐτήν, καὶ τὴν βασιλείαν ἐκ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης εἰς ταύτην μετήνεγκε· καὶ τίνες μετ’ ἐκεῖνον ἐν
αὐτῇ ἐβασίλευσαν, καὶ οἶος ἕκαστος ἦν τοὺς τρόπους, ἀλλὰ μὴν καὶ τὸ σέβας, καὶ ὄσον ἐκράτησε τῆς
ἀρχῆς καὶ ὅπως μετήλλαξε τὴν ζωήν· τίνες τε τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει προέστησαν
ἐκκλησίας, καὶ ἐφ’ ὅσον ἕκαστος, καὶ τίνες αὐτῶν τοῦ ὀρθοῦ ἀντείχοντο δόγματος, τίνες
δὲ γεγόνασιν ἑτερόδοξοι, καὶ ὅπως τῶν τῇδε μετελήλυθεν ἕκαστος· καὶ
ἐπὶ τίνων αὐτοκρατόρων καὶ πατριαρχῶν καὶ κατὰ τίνων αἱ σύνοδοι συγκεκρότηνται. οὕτω τε
κατιὼν ὁ λόγος μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς γεγονότων αὐτοκρατόρων, περαίνει τὴν συγγραφήν, πολλῶν ἐν τῷ μέσῳ
καὶ ἀποκρύφων ἄλλων μεμνημένος ἱστοριῶν. ἀρκτέον δέ μοι τῆς 
συγγραφῆς ἀρχὴν ταύτης ποιουμένῳ τὴν πρώτην ἀρχὴν τὴν τῶν ὅλων αἰτίαν τὴν ἄναρχόν τε
καὶ ἄχρονον, καὶ τῶν ὑπ’ ἐκείνης παραχθέντων ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς ὑπόστασιν καὶ οὐσίωσιν τήν τε
παραγωγὴν καὶ τὴν γένεσιν*).

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΡΧΟΜΕΝΟΥ ΑΠ᾿ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΙΙΑΣ. 
 Θεός ἐστι μὲν ἀνενδεὴς φύσις, αὐτὴ ἑαυτῇ αὐτάρκης εἰς δόξαν καὶ εἶς κατάληψιν, οὔτε τῆς
παρ’ ἑτέρων δεομένη δόξης οὔθ’ ἑτέρῳ καταληπτή, εἰ μή τις φαίη καταληπτὸν εἶναι τὸ ἄπειρον αὐτῆς καὶ
τὸ ἀκατάληπτον. θεὸν δὲ λέγων πατέρα φημὶ καὶ υἱὸν καὶ τὸ
πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἃ ἡ θεότης κατὰ τὸν μέγαν πατέρα τὸν θεόλογον Γρηγόριον. οὕτω δ᾿ ἔχον τὸ θεῖον
πρῶτον μὲν τὰς ἀγγελικὰς οὐσιοῖ δυνάμεις καὶ οὐρανίους λειτουργούς τε καὶ ὑμνῳδοὺς τῆς ἄνω
λαμπρότητος, οὐχ ὡς τούτων δεόμενον, ἀλλ’ ἵνα μὴ τῇ ἑαυτοῦ μόνον θεωρίᾳ κινοῖτο, χεθῇ
δὲ καὶ ὁδεύσῃ τὸ ἀγαθόν, καὶ ἡ εὐεργεσία χωρήσῃ πρὸς πλείονας· τοῦτο γὰρ τῆς ἄκρας ἦν ἀγαθότητος·
εἶτα καὶ τόνδε τὸν κόσμον ὑφίστησι τὸν ὑλικὸν καὶ ὀρόμενον. καὶ ἐν ἀρχῇ μὲν ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ
τὴν γῆν. τῆς γῆς δὲ ἀορασίᾳ καλυπτομένης, ἐπεὶ καὶ σκότος ἣν καὶ ὕδωρ αὐτὴ ἐπεπόλαζε, τὸ φῶς παρήγαγεν ὁ θεός. καὶ διεχώρισε τὸ φῶς καὶ τὸ σκότος, καὶ
τὸ μὲν φῶς ἡμέραν ἐκάλεσε, τὸ δὲ σκότος νύκτα ὠνόμασεν· οὗ τῇ ἀρχῇ ἑσπέραν, πρωὶ δὲ τῇ πρώτῃ 
 
 φαύσει τῆς ἡμέρας ὄνομα ἔθετο. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωὶ ἡμέρα μία. 
 Οἶδα μὲν οὖν ἐν τῇ Λεπτῇ Γενέσει γεγραμμένον ὡς ἐν τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ καὶ αἱ οὐράνιοι δυνάμεις
πρὸ τῶν ἄλλων ὑπέστησαν παρὰ τοῦ τῶν ὅλων δημιουργοῦ, ἀλλ᾿ ὅτι μὴ ταῖς παρὰ τῶν θείων
πατέρων ἐγκεκριμέναις βίβλοις τῆς Ἑβραϊκῆς σοφίας καὶ ἡ Λεπτὴ αὕτη συνηρίθμηται Γένεσις, οὐδέν τι
τῶν ἐν ἐκείνῃ γεγραμμένων λογίζομαι βέβαιον, οὐδὲ τῷ 
 λόγῳ συντίθεμαι. 
 Εἶτα τὸ στερέωμα ὑπεστήσατο, ἐν μέσῳ τῶν ὑδάτων διατείνας αὐτό, ὥστε τὰ μὲν ἄνω αὐτοῦ
ἐναποληφθῆναι, τὰ δὲ κάτω περικεχύσθαι τῇ γῇ. στερέωμα δ᾿ ἐκλήθη ὅτι στεγανὸν τὸ σῶμα τούτου, καὶ
οὐ λεπτὴν οὐδ᾿ ἀραιὰν τὴν φύσιν ἔχει κατὰ τὰ ὕδατα, ἐξ ὧν τὴν σύστασιν ἔσχηκεν· ὃ καὶ
οὐρανὸς ὠνομάσθη. ταῦτα ἐν τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ ἐγένετο. ἐν δὲ τῇ τρίτῃ τὸ ὕδωρ τὸ τῆς γῆς ἅπαν καλύπτον
πρόσωπον ἐκέλευσεν ὁ θεὸς συναχθῆναι, καὶ ὀφθῆναι τὴν ξηράν. καὶ ὁ λόγος ἔργον
ἐγένετο καὶ κοιλότητες βαθεῖαι γενόμεναι τὰ ὕδατα εἰσεδέξαντο. καὶ τὴν μὲν γῆν ξηρὰν κατωνόμασε,
θαλάσσας δὲ τὰ τῶν ὑδάτων συστήματα. κατὰ ταύτην δὲ τὴν ἡμέραν φυτά τε γῆθεν ἀνε- δόθη καὶ σπέρματα. ἔδει γὰρ ἄκοσμον οὖσαν τὴν γῆν κοσμηθῆναι
ταῖς πόαις καὶ τοῖς μυρίοις βλαστήμασι καὶ τοῖς ἄνθεσι καὶ τοῖς παντοίοις καρποῖς καὶ τῶν δένδρων
 ταῖς χάρισιν. ἡ δὲ τετάρτη ἡμέρα τὴν τῶν φωστήρων ἔσχηκε
γένεσιν, ἡλίου τε καὶ σελήνης καὶ τῶν λοιπῶν ἀστέρων. καὶ τούτοις τὸν οὐρανὸν ὁ δημιουργὸς κατηγλάϊσε, καὶ τὸ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν παραχθὲν φῶς τοῖς φωστῆρσι τούτοις ἐνέθετο,
κινήσεις αὐτοῖς ἐπιτολάς τε καὶ δρόμους καὶ καταδύσεις δια- ταξάμενος, ἵνα τε φωτίζοιτο
δι’ αὐτόν τὸ περίγειον καὶ ὁ χρόνος ἀπαριθμοῖτο ταῖς τούτων ἀνατολαῖς καὶ ταῖς δύσεσι, καὶ σημεῖα παρέχοιντο δι’ αὐτῶν τοῖς εὐθύτατα ταῖς αὐτῶν προσέχουσι φαύσεσι
καὶ μὴ περιεργότερον καταστοχαζομένοις αὐτόν, ἢ ὡς ἂν εἴποι τις ἀκριβούμενος τὸν λόγον,
ἀβέλτερον καὶ τῇ κινήσει τῶν οὐρανίων ἅπαντα δοξάζουσι συμπεριφέρεσθαι τὰ ἡμέτερα. τῇ πέμπτῃ δ’
αὖθις τόν ἡμερῶν θεοῦ κελεύσαντος ἀνῆκε τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν καὶ πετεινά· ὣν τὰ μὲν
ἐμφιλοχωροῦσι τοῖς ὕδασι καὶ τούτοις ἐννήχονται, τὰ πετεινὰ δὲ τὸν ἀέρα τέμνουσιν
ἕρποντα ὥσπερ διὰ τούτου μετάρσια. κατὰ δέ γε τὴν ἕκτην ψυχὴν ζῶσαν,
τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία ἐξαγαγεῖν ἡ γῆ προσετέτακτο, καὶ κατὰ τὸ θεῖον ἐξῆκτο σύμπαντα
πρόσταγμα. ψυχῆς δὲ ζώσης ἐξαγωγὴν ἡ γραφὴ περιέχει ποιήσασθαι κελευσθῆναι τὴν γῆν, ἕν
οὕτω τῆς τοῦ ἀνθρώπου ψυχῆς ἐμφήνῃ πρὸς αὐτὴν τὸ διάφορον. ἡ μὲν γὰρ τῶν ἄλλων ζῴων γῆθεν ἐξέφυ κατὰ
τὸ κέλευσμα, καὶ γεηρὰ οὔσα εἰκότως ἂν λογίζοιτο καὶ φθαρτή, ἐπεὶ καὶ ἀλλαχοῦ φησιν ἡ
γραφή “ψυχὴ παντὸς κτήνους τὸ

αἷμα αὐτοῦ,” τὸ δ’ αἷμα πάντως φθειρόμενον· τὴν δὲ τοῦ ἀνθρώπου ψυχὴν οὐχ ἡ γῆ ἀνῆκεν, ἀλλὰ
τὸ θεῖον αὐτὴν τῷ Ἀδὰμ ἐνῆκεν ἐμφύσημα· διὸ καὶ χρῆμά τι θεῖον εἶναι πιστεύεται καὶ ἀθάνατον. 
 
 
 Ἡ δ’ ἕκτη τῶν ἡμερῶν καὶ τὸν ἄνθρωπον ἔσχηκε χειρὶ διαπεπλασμένον θεοῦ. προυποστήσας γὰρ ὁ
ἀριστοτέχνης τὰ σύμπαντα, καὶ παραγαγὼν τὸν κόσμον ἐν τάξει τε καὶ ῥυθμῷ, διὸ καὶ κόσμος ὠνόμα-
 
 ’σται, καὶ ὡς ἐν ὑποδοχῇ βασιλέως ὥσπερ βασέλεια προετοιμάσας, αὐτὸν οὕτω παράγει τὸν
ἄνθρωπον οἶά τινα βασιλέα τῶν ἐπὶ γῆς βασιλευόμενον ἄνωθεν, οὐ προστάγματι καὶ τοῦτον ὑποστησάμενος,
ἀλλὰ χερσὶν αὐτὸν διαπλάσας, καὶ δημιουργίαν αὐτοῦ οὐχ ὁμοίαν τοῖς ἄλλοις πεποιηκώς,
παρηλλαγμένην δὲ καὶ ἀσύγκριτον. τἄλλα μὲν γὰρ πάντα παρήχθησαν ῥήματι, ὁ δὲ καὶ αὐτουργίας ἠξίωται.
χοῦν γὰρ λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς ὁ θεός, ἡ βίβλος φησὶ τῆς Γενἐ- 
 σεως, τὸν ἄνθρωπον ἔπλασε, καὶ ἐνεφύσησεν αὐτῷ ψυχὴν ζῶσαν, δι’ ἣν καὶ κατ’ εἰκόνα
λέγεται θεοῦ γενέσθαι ὁ ἄνθρωπος. τῶν γὰρ τῇ θείᾳ φύσει οὐσιωδῶς προσόντων τινὰ ἐν τῇ τοῦ ἀνθρώπου
ψυχῇ εἰκονίζονται, οὐ φύσει αὐτῇ ἐνόντα, ἀλλὰ χάριτι. φύσει μὲν γὰρ τὸ θεῖον ἀόρατον
καὶ ἀθάνατον, ἀκατάληπτόν τε καὶ ἄφθαρτον· ταῦτα δὲ καὶ τῇ ψυχῇ πρόσεισι κατὰ χάριν, οὐ κατὰ φύσιν.
οὔτε γὰρ ἡ φύσις ταύτης καὶ ἡ οὐσία καταληπτὴ οὔτε μὴν ὁρατή, καὶ ἄφθαρτος δ᾿ ἐστὶ καὶ ἀθάνατος. καὶ
 ἕτερα δὲ τῆς θείας φύσεως χαρακτηριστικὰ κατὰ χάριν παρὰ τῇ ψυχῇ τεθεώρηνται. Ἀδὰμ δὲ
τὸν πλασθέντα ὠνόμασε, σημαίνει δὲ τοῦτο πυρρὸν κατὰ τὴν Ἑβραίδα
διάλεκτον, ὥς φησιν Ἰώσηπος, ὅτι ἐκ πυρρᾶς γῆς διεπέπλαστο· τοιαύτη γὰρ ἡ παρθένος γῆ. 
οὕτω δ᾿ ἐν ἒξ ἡμέραις τὸν κόσμον παραγαγὼν ἐν τῇ ἑβδόμῃ κατέπαυσε· διὸ καὶ τοῖς Ἑβραίοις ἡ ἑβδόμη
τῶν ἡμερῶν ἄπρακτος εἶναι νενόμισται, ὄθεν καὶ σάββατον κέκληται·
τὸ δὲ σάββατον ἡ τῶν Ἑβραίων γλῶττα λέγει ἀνάπαυσιν. 
 
 Ἔθετο δὲ τὸν Ἀδὰμ ὁ θεὸς ἐν τῷ παραδείσῳ, ὅν αὐτὸς κατεφύτευσεν, ἔνθα τὸ ξύλον ἦν τῆς ζωῆς
καὶ τὸ ξύλον τῆς γνώσεως, ἢ κατὰ τὸν Ἰώσηπον τῆς φρονήσεως. καὶ ἐνετείλατο αὐτῷ τῶν μὲν
λοιπῶν ἀπολαύειν, ἀπέχεσθαι δὲ τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως, θάνατον δ᾿
εἶναι πρὸ εἶπε τὸ τῆς παραβάσεως ἐπιτίμιον. ἄρδεται δὲ ποταμῷ ὁ παράδεισος, καὶ πρόεισιν ἐκεῖθεν ὁ
ποταμὸς οὗτος εἰς τέσσαρα μεριζόμενος. καὶ Φεισὼν μὲν ὄνομα τῷ ἑνί· πληθὺν δὲ τοῦτο
δηλοῖ· τοῖς δ᾿ Ἕλλησι Γάγγης οὗτος ὠνόμασται, τὴν Ἰνδικὴν διιὼν καὶ ἐκδιδοὺς εἰς τὸ πέλαγος. Γηὼν δὲ
καλεῖται ὁ δεύτερος· σημαίνει δὲ ἡ κλῆσις τὸν ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς ἐκδιδόμενον, ὃν Νεῖλον Ἰώσηπος λέγει
 προσαγορεύειν τοὺς Ἕλληνας. ὁ δ’ ἐπὶ τούτῳ Τίγρις ἐστίν,
ὃν καὶ Διγλάθ καλεῖσθαί φησιν ὁ αὐτός, καὶ τὸ μετὰ στενότητος ὀξὺ ἐμφαίνεσθαι τῷ ὀνόματι. ὁ δὲ
λοιπὸς Εὐφράτης ἐστὶν ἤτοι Φορά, ἢ ἄνθος ἢ σκεδασμός. καὶ ἄμφω δὲ οὗτοι εἶς τὴν Ἐρυθρὰν 
εἰσβάλλουσι θάλασσαν. παρίστησι δὲ τῷ Ἀδὰμ ὁ θεὸς πάντα τὰ ζῷα· ὃς ἑκάστω γένει αὐτῶν ὄνομα τίθησι.
κτίζει τε τὴν γυναῖκα ὁ θεός, μίαν τῶν πλευρῶν λαβὼν ὑπνώττοντος τοῦ Ἀδάμ, καὶ προσήγαγεν αὐτὴν
αὐτῷ. ὁ δὲ ἐξ ἑαυτοῦ γενομένην ταύτην ἐγνώρισε καὶ γυναῖκα ὠνόμασε· τοῖς γὰρ Ἑβραίοις
Εὔα καλεῖται ἡ γυνή, κἀκείνη Εὕα ὠνόμαστο. ἦν μὲν οὑν ἀμφοῖν ἐν τῷ παραδείσῳ μακαρία διαγωγή,
 γυμνοῖς οὖσι τῇ ἁπλότητι καὶ ζωῇ τῇ ἀτέχνῳ. φθονοῦνται δὲ παρὰ
τοῦ ὄφεως ἢ μᾶλλον παρὰ τοῦ νοητοῦ δράκοντος. καὶ πρόσεισιν ὁ ὄφις τῇ γυναικί, καὶ
συμβουλεύει γεύσασθαι τοῦ φυτοῦ τῆς φρονήσεως. ὁμοφωνεῖν δὲ τότε φησὶν Ἰώσηπος τὰ ζῷα ἅπαντα. ἡ δὲ
πείθεται, καὶ ἡδυνθεῖσα τῇ βρόσει πείθει καὶ τὸν ἄνδρα τοῦ καρποῦ μετασχεῖν. καὶ ἔγνωσαν γυμνοὺς ἑαυτούς, καὶ ἐκ φύλλων συκῆς ἑαυτοῖς ἐποίησαν περιζώματα, ἐκρύπτοντό τε διὰ τὴν γύμνωσιν
 ἀπὸ τοῦ θεοῦ ὁ Ἀδάμ τε καὶ ἡ γυνή. καὶ ὁ θεὸς τὴν αἰτίαν ἠρώτα, καὶ ὁ Ἀδὰμ τὴν γύμνωσιν
προεβάλλετο καὶ τὸ αἰτίαμα προσῆπτε τῇ γυναικί· ἡ δ’ ἐξηπατῆσθαι παρὰ τοῦ ὄφεως ἔλεγεν. ὁ δὲ θεὸς τῷ
 ὄφει καταρασάμενος πρότερον, ποδῶν τε αὐτὸν στερήσας καὶ
τὴν φωνὴν ἀφελόμενος, κατὰ τὸν Ἰώσηπον, καὶ ἰλυσπᾶσθαι κατὰ γῆς ἐπιτάξας, καὶ πολέμιον ἀποφήνας τῷ
σπέρματι τῶν ἀπατηθέντων, πρὸς τὴν γυναῖκα τρέπεται, καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτὴν ὑποχείριον 
τίθησι, καὶ ταῖς ἐν τῷ τίκτειν ὠδῖσιν ἐπιτιμᾷ. εἶτα καὶ τὸν Ἀδὰμ ὑπάγει ἐπιτιμίῳ· τὸ δ᾿ ἦν ἡ πρὸς
τὴν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη ἀποστροφή, καὶ τὸ ἐν ἱδρῶτι τὸν ἄρτον ἐσθίειν, καὶ τὸ τὴν γῆν ἀκάνθας καὶ
τριβόλους ἀνατέλλειν αὐτῷ. καὶ μετοικίζει αὐτοὺς ἐκ τοῦ παραδείσου, δερμάτινα αὐτοῖς
ἐνδύματα περιθέμενος, ἴσως τὴν παχυτέραν σάρκα καὶ θνητὴν καὶ ἀντίτυπον. ἐντεῦθεν ἡμῖν ἡ μοχθηρὰ ζωὴ
καὶ ἐπώδυνος καὶ τὸ πρὸς κακίαν εὐόλισθον.

Γίνονται τοίνυν παῖδες αὐτοῖς, ὧν Κάϊν μὲν ὁ πρῶτος ἦν, κτῆσιν σημαίνει τό
ὄνομα, ὅτι ἐκτήσαντο ἄνθρωπον, Ἄβελ δ’ ὁ δεύτερος· δηλοῖ δὲ πένθος ἡ κλῆσις· ἔσεσθαι γὰρ αὐτοῖς
πένθος ἔμελλε δι’ αὐτόν. καὶ ὁ μὲν Ἄβελ νομεὺς ἦν ποιμνίου καὶ ἀρετῆς ἐπεμέλετο, ὁ δὲ Κάϊν ἐγεώργει
τὴν γῆν πονηρότατος ὤν. δόξαν δὲ αὐτοῖς ἀπαρχὰς ἐκ τῶν ἰδίων πόνων προσαγαγεῖν τῷ θεῷ,
ὁ μὲν Ἄβελ τὰ κρείττω τῶν πρωτοτόκων τῶν θρεμμάτων προσήνεγκε, Κάϊν δὲ τὰ τυχόντα προσηγηόχει τῶν
τῆς γῆς καρπῶν. καὶ προσέσχεν ὁ θεὸς τοῖς τοῦ Ἄβελ δώροις, τῇ δὲ τού 
 ΚάΪν οὐ προσέσχε πρόσ’ ἀγωγῇ. ὁ δὲ φθονήσας ἐπὶ 
 
 τῇ προτιμήσει κτείνει τὸν ἀδελφόν, καὶ ἐπάρατος γίνεται τῷ θεῷ, καὶ στένειν καὶ τρέμειν
καταδεδίκασται. ἐκβληθεὶς δὲ ἀπὸ προσώπου τοῦ θεοῦ ἐν γῆ̣ Ναίδ’ ᾤκησεν, ἔνθα καὶ παῖδας ἐγείνατο.
οὗτος μέτρα τε καὶ στάθμια ἐπενόησε καὶ πρῶτος ὅρους ἐπήξατο γῆς, πονηρίας καθηγητὴς
χρηματίσας. καὶ πόλιν εἰς ὄνομα τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ αὐτοῦ Ἐνὼς ᾠκοδόμησεν. υἱὸς δὲ τοῦ Ἐνώς Γαϊδάδ,
παῖς δὲ τούτου Μαουιαήλ, τοῦ δὲ Μαθουσάλα, οὗ Λάμεχ υἱός. οὗτος δύο γυναῖκας ἑαυτῷ συνοικίσας, αἷ
Ἄδα καὶ Σελᾶ ὠνομάζοντο, παῖδας ἐξ ἀμφοῖν ἔσχεν ἑβδομήκοντα καὶ ἑπτά· ὧν Ἰωαβὲλ μὲν
κτηνοτρόφος ἦν καὶ προβατείαν ἠγάπησεν, Ἰουβὰλ δὲ μουσικὴν
ἐπενόησε καὶ κιθάραν ἐμηχανήσατο καὶ ψαλτήριον, Θόβελ δὲ γεγονὼς ἐκ Σελᾶς σιδηρεὺς ἦν ἤτοι ἐργάτης
σιδήρου τε καὶ χαλκοῦ. 
 Τῷ δὲ Ἀδὰμ μετὰ θάνατον Ἄβελ διακοσίων τριάκοντα γεγονότι ἐτῶν ἕτερος ἐγεννήθη υἱός, ὃν
ἐκάλεσε Σήθ. τέθνηκε δὲ ὁ Ἀδὰμ ἔτη ζήσας ἐνακόσια καὶ τριάκοντα. Σὴθ δὲ γενόμενος ἐτῶν πέντε καὶ διακοσίων ἐγέννησε τὸν Ἐνώς, ὃς πρῶτος ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα κυρίου τοῦ θεοῦ, τοῦτ’
ἔστι θεὸν προσαγορεῦσαι τὸν κύριον. δώδεκα δὲ καὶ ἐνακόσια ζήσας ἔτη τὰ πάντα Σήθ, καὶ υἱοὺς καὶ
θυγα- Β τέρας λιπών, ἐξέλιπεν. ὃς ἀρετὴν μετῄει καὶ μιμητὰς τοὺς ἀπογόνους κατέλειψεν·
οἳ σοφίαν τὴν περὶ τὰ οὐράνια κατενόησαν, καὶ στήλαις δυσί, τῇ μὲν ἐκ λίθων, τῇ δ’ ἐκ πλίνθου
πεποιημέναις, τὰ εὑρημένα ἐνέγραψαν, ἵνα καὶ τοῖς μετέπειτα σώζωνται· ἔσεσθαι γὰρ ἀφανισμὸν τοῦ
παντὸς προειρήκει Ἀδὰμ ἐκ πυρός τε καὶ ὕδατος. ἐξ Ἐνώς δὲ ἐτέχθη Καϊνᾶν ἄλλοι τε υἱοὶ
καὶ θυγατέρες, καὶ ἀπέθανεν ἴτη ζήσας πέντε καὶ ἐνακόσια. ἐκ δὲ Καϊνᾶν ἐξέφυ Μαλελεὴλ
καὶ ἕτεροι παῖδες, καὶ τέθνηκε ζήσας ἀριθμὸν ἐτῶν ἐνακοσίων καὶ δέκα. παῖς δὲ Μαλελεὴλ ὁ Ἰάρεδ, καὶ
ἕτεροι, ὃς κατέλυσε τὴν ζωὴν ἐπ’ ἔτεσιν ὀκτακοσίοις καὶ πέντε πρὸς ἐνενήκοντα. Ἰάρεδ δὲ
πατὴρ τοῦ Ἐνὼχ καὶ παίδων ἐπὶ τούτῳ ἑτέρων, καὶ τέθνηκε βιώσας
ἐνιαυτοὺς ἐνακοσίους καὶ ἑξήκοντα πρὸς δυσίν. υἱὸς δὲ τοῦ Ἐνὼχ Μαθουσάλα καὶ ἕτεροι. εὐηρέστησε δὲ
τό κυρίῳ Ἐνὼχ καὶ μετετέθη καὶ οὐχ εὑρίσκετο, ἐτῶν γεγονὼς τριακοσίων ἐξήκοντα πέντε.
παῖς δὲ τοῦ Μαθουσάλα Λάμεχ καὶ ἕτεροι, καὶ θνήσκει ζήσας ἔτη ἐνακόσια ἐξήκοντα καὶ ἐννέα. Νῶε δ’
ἐτέχθη τῷ Λάμεχ, καὶ τέθνηκε Λάμεχ ἑπτακόσια ζήσας ἔτη καὶ πεντήκοντα πρὸς

τρισί. τῷ δὲ Νῶε τρεῖς ἐγένοντο παῖδες, Σῆμ’, χἄμ’, Ἰάφεθ. 
 Ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων, ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας. υἱοὺς δὲ
τοῦ θεοῦ φησιν ἡ γραφὴ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Σὴθ ὡς 
 ἀρετὴν μετιόντας, καθὸ καὶ υἱοὺς ὑψίστου τοὺς ἐναρέτους καλεῖ· θυγατέρας δὲ τῶν
ἀνθρώπων φησὶ τὰς ἐκ τῶν τοῦ Κάϊν ἀπογόνων καταγομένας. ὁ δὲ Ἰώσηπος ἀγγέλους λέγει τὰς θυγατέρας
τῶν ἀνθρώπων λαβεῖν, οὕτω καλέσας, οἶμαι, αὐτοὺς ὡς εὐαρεστοῦντας θεῷ καὶ τὴν ἐκείνων
πολιτείαν ἐπιτηδεύοντας. πληθυνθέντες δ’ οἶ ἄνθρωποι πρὸς κακίαν ἀπέκλιναν· οἶς καὶ παῖδες ἐγένοντο
ὑβρισταὶ καὶ ἀτάσθαλοι διὰ τὴν ἐν τῇ δυνάμει πεποίθησιν. οἶς τὸ θεῖον προσώχθισε καὶ τὸ μακρόβιον
ὑπετέμετο, ἑκατὸν καὶ εἴκοσιν ἔτεσι τὴν τῶν ἀνθρώπων περιγράψας ζωήν. 
 

 
 
 Νῶε δὲ εὗρε χάριν ἐναντίον τοῦ θεοῦ. διὸ καὶ εἰς θάλασσαν τῆς ἠπείρου μεταβληθείσης δι’
ἐπομβρίας πολυημέρου τε καὶ σφοδρᾶς, πᾶν μὲν τὸ ἀν- θρώπινον
φθείρεται γένος, Νῶε δὲ μόνος σώζεται προμηθείᾳ θεοῦ ξυλίνῃ λάρνακι, ἣν τετράγωνον κατεσκευασε, μῆκος μὲν ἔχουσαν πήχεων τριακοσίων, τὸ δὲ πλάτος πεντήκοντα, καὶ τὸ βάθος τριάκοντα. ἐν ᾗ
αὐτός τε καὶ οἱ παῖδες ἐμβέβηκεν καὶ ἡ μήτηρ καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν, σπέρματά τε παντοῖα ἐνθέμενος
καὶ ζῷα ἐκ γένους παντὸς πρὸς διατήρησιν τῶν γενῶν αὐτῶν, ἀνὰ δύο μὲν τὰ μὴ καθαρά,
ἑπτὰ δ᾿ ἐξ ἑκάστου γένους τῶν καθαρῶν. δέκατος δ᾿ ἦν ὁ Νῶε ἐκ τοῦ Ἀδὰμ ἀριθμούμενος, καὶ μετὰ χιλίους ἑξακοσίους πεντήκοντα καὶ ἓξ ἐνιαυτοὺς ὁ κατακλυσμὸς τῇ γῇ
ἐπενήνεκτο ἐφ’ ἡμέρας τεσσαράκοντα λάβρου καταχεομένου τῆς γῆς ὑετοῦ, ὡς ὑπερβῆναι τὸ
ὕδωρ ἐπὶ πεντεκαίδεκα πήχεις τὰ τῶν ὀρῶν ὑψηλότεραι λήξαντος δέ γε τοῦ ὑετοῦ καὶ τοῦ ὕδατος
ἐλαττονουμένου μεθ’ ἡμέρας ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα, ἡ λάρναξ ὄρει τινὶ τῆς Ἀρμενίας προσώκειλε κατὰ μῆνα τὸν ἕβδομον. ὅτε καὶ ἀνοίξας ὁ Νῶε μεθίησι κόρακα· ὁ δὲ οὐκ ἐπανῆλθε. καὶ ἡμέρας
ἀφῆκε περιστεράν, ἣ πάλιν ὑπέστρεψεν. ἑπτὰ δὲ διελθουσῶν ἡμερῶν αὖθις ἀφῆκεν αὐτήν, ἡ δὲ κάρφος
ἐλαίας φέρουσα ὑπενόστησε. κἀντεῦθεν ἔγνω ἐκλελοιπέναι τὸ ὕδωρ ἀπὸ τῆς γῆς. καὶ ἐξῆλθε
Νῶε καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ σὺν ταῖς αὐτῶν γυναιξὶ καὶ τὰ
ζόα ὅσα ἦν μετ’ αὐτῶν ἐν τῇ κιβωτῷ, καὶ ἔθυσε τῷ θεῷ. Ἀποβατήριον δὲ καλεῖσθαι τὸν τόπον τῆς
Ἀρμενίας φησὶν ὁ Ἰώσηπος, καὶ λείψανα δείκνυσθαι τῆς λάρνακος ἐκεῖ. μεμνῆσθαι δὲ τοῦ
κατακλυσμοῦ καὶ τῆς κιβωτοῦ λέγει πολλοὺς τῶν τὰς βαρβαρικὰς ἱστορίας συγγραψαμένων,
τὸν Χαλδαῖόν τε Βηρωσὸν καὶ Ἱερώνυμον τὸν Αἰγύπτιον, ὃς τὴν ἀρχαιολογίαν τὴν Φοινικικὴν συνεγράψατο,
καὶ τὸν ἐκ Δαμάσκου Μνασέαν. ὁ δὲ θεὸς μηκέτι ἐπαγαγεῖν τοιοῦτον πάθος τῇ γῇ
ἐπηγγείλατο. ἐνετείλατο δὲ πρὸς βρῶσιν κεχρῆσθαι τοῖς ζῴοις, πλὴν κρέας ἐν αἵματι ψυχῆς μὴ ἐσθίειν,
καὶ φόνου ἀνθρώπων ἀπέχεσθαι. σημεῖον δὲ τοῦ μηκέτι κατακλύσαι τὴν γῆν ἐν ὄμβρῳ τὸ τόξον ἔθετο τὸ ἐν
τῇ νεφέλῃ, τὴν ἶριν διὰ τοῦ τόξου δηλῶν. Νῶε δὲ μετὰ τὸν
κατακλυσμὸν βιώσας ἔτη τριακόσια καὶ πεντήκοντα θνήσκει ἐνιαυτῶν γεγονὼς ἐνακοσίων πεντή-
κουτα. 
 Εἴρηται δὲ περὶ τῆς πολυετίας τῶν τότε ἀνθρώπων ἐκείνων ταῦτα τῷ Ἰωσήπῳ.
μηδεὶς οὖν πρὸς τὸν νῦν βίον καὶ τὴν βραχύτητα τῶν ἐτῶν ψευδῆ νομιζέτω τὰ περὶ τῶν παλαιῶν
ἱστορούμενα. οἱ μὲν γὰρ θεοφιλεῖς ὄντες καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ θεοῦ γενόμενοι καὶ διὰ τὸ τὰς τροφὰς
ἐπιτηδειοτέρας πρὸς πλείονα χρόνον εἶναι εἰκότως ἔζων πλῆθος ἐτῶν τοσούτων, ἔπειτα καὶ
διὰ τὴν εὐχρηστίαν ὧν ἐπενόουν, ἀστρονομίας τε καὶ γεωμετρίας, ἅπερ οὐκ ἦν αὐτοὺς ἀσφαλῶς κατανοῆσαί
τε καὶ εἰπεῖν, μὴ ζήσαντας ἑξακοσίους ἐνιαυτούς· διὰ τοσούτων γὰρ πληροῦται ὁ 
 μέγας ἐνιαυτός.”

Οἱ δὲ Νῶε παῖδες, Σῆμ’, χἄμ’, Ἰάφεθ, ἐκ τῶν ὀρῶν εἰς τὰς πεδιάδας κατῴκησαν. Νῶε δὲ
φυτεύσας ἀμπελῶνα ἔπιεν ἐκ τοῦ οἴνου καὶ ἐμεθύσθη καὶ ἐγυμνώθη. Χἄμ’ δὲ τὴν γύμνωσιν ἰδὼν τοῦ πατρὸς
 τοῖς συγγόνοις ἀνήγγειλεν οἷον ἐπεγγελῶν τῷ 
 πατρί. οἱ δὲ κατὰ νώτου θέμενοι τὸ ἱμάτιον τὴν πατρικὴν ἐκάλυψαν γύμνωσιν, ὀπισθοφανῶς
ἰόντες καὶ μὴ προσβλέψαντες τῷ πατρί. διὸ καὶ ἀνανήψας ὁ Νῶε τοὺς μὲν εὐχαῖς ἠμείψατο, τῷ δὲ Χὰμ
κατηρά- σατο. τὸ δὲ πεδίον, ὃ κατῴκουν οἱ υἱοὶ Νῶε, κέκληται Σεναάρ. πολλῶν δὲ γενομένων ἑκάστω παίδων καὶ εἰς γενεὰς
προελθόντων ἐπληθύνθησαν οἱ τούτων ἀπόγονοι. Νεβρὼδ δέ τις τοῦ Χὰμ υἱωνός, ὃς πρῶτος γίγας ὤφθη
ἐπὶ τῆς γῆς, τολμηρὸς καὶ κατὰ χεῖρα γενναῖος, τῶν ἄλλων κατάρχων εἰς τυραννίδα τὰ
πράγματα περιέστησε, καὶ πύργον οἰκοδομεῖν αὐτοῖς ὑπέθετο ἐξ ὀπτῆς πλίνθου καὶ ἀσφάλτου
δεδομημένον. οὕτω δὲ μεμηνότας ὁρῶν αὐτοὺς ὁ θεός, ἑτερογλώσσους εἰργάσατο καὶ ἀσυνέτους τῶν παρ᾿
ἀλλήλων φωνῶν διὰ τοῦ τῶν γλωσσῶν μερισμοῦ. ὁ δὲ τόπος, ἐν ᾧ τὸν πύργον ᾠκοδόμουν, νῦν
Βαβυλὼν καλεῖται διὰ τὴν σύγχυσιν τὴν περὶ τὴν διάλεκτον· Ἑβραῖοι γὰρ
βαβὲλ καλοῦσι τὴν σύγχυσιν. σκίδνανται δὲ λοιπὸν ὑπὸ τῆς ἀλλογλωσσίας, ὡς πᾶσαν ἤπειρον καὶ νῆσον
πληρωθῆναι αὐτῶν. 
 
 Σκεδασθέντων δὲ τῶν ἀπογόνων τοῦ Νῶε ἐξ ἐκείνων τὰ ἔθνη συνέστησάν τε καὶ ὠνομάσθησαν. ἑπτὰ
γοῦν υἱοὺς ὁ Ἰάφεθ ἐγέννησεν, οἳ ἀπὸ Ταύρου καὶ Ἀμανοῦ τῶν ὀρῶν προῆλθον, ἐπὶ μὲν τῆς Ἀσίας ἄχρι
ποταμοῦ Τανάιδος, ἐπὶ δὲ τῆς Εὐρώπης ἕως Γαδείρων· ὧν τοῖς ὀνόμασι καὶ ἔθνη
ἐπεκλήθησαν, Γομαρεῖς μὲν ἀπὸ Γάμερ, οἱ νῦν Γαλάται λεγόμενοι· Μαγώγας δὲ τοὺς ἐξ αὐτοῦ ὠνόμασεν ὁ
Μαγώγ, Σκύθαι δὲ νῦν καλοῦνται. ἐκ δὲ Ἰωβὰν Ἴωνες καὶ πάντες Ἓλληνες ἐπεκλήθησαν, ἐκ Μαδαΐ δὲ
Μαδαῖοι, οἳ Μῆδοι προσαγορεύονται νῦν. Θοβὲλ δὲ Θο- 
Βήλους τοὺς ἐξ αὐτοῦ ἐπωνόμασεν· οὗτοι δ᾿ εἰσὶν Ἴβη- ρες. ὁ δέ γε Μοσὸχ τοῦ γένους
κατῆρξε τόν Μεσχηνῶν· Καππαδόκαι δ᾿ οὗτοι νομίζονται. Θειρᾶς δὲ Θείρας τοὺς ἐξ αὐτοῦ προσηγόρευσεν,
οἳ Θρᾷκες μετωνομάσθησαν ὕστερον. ἐκ δὲ τῶν ἐκγόνων Ἰάφεθ Ἀσχανάξαι μὲν οἱ κληθέντες
῾Ρηγῆνες ἐξ Ἀσχανὰξ προήχθησαν, ῾Ριφαθαῖοι δέ, οὕτω πρὶν τοὺς Παφλαγόνας ἐκάλουν, ἐκ ῾Ριφὰθ τὸ γένος
ἕλκειν πιστεύονται· καὶ Θοργαμαῖοι τὸν Θοργαμᾶ πρόγονον ἑαυτοῖς ἐπιγράφουσιν, οἳ Φρύγες
μετεκλήθησαν ὕστερον. Ἐλισὰν δὲ Ἐλισαίων ἀρχηγέτης ἐγένετο, οἵπερ εἰσὶν Αἰολεῖς. καὶ
Θαρσεὺς δὲ τῶν Θαρσέων ἐχρημάτισε πρόγονος· τὸ γὰρ πάλαι Θαρσεῖς ἐκαλοῦντο οἱ Κίλικες· ὅθεν καὶ ἡ
τῶν παρ᾿ αὐτοῖς πόλεων ἀξιολογωτέρα Ταρσὸς καλεῖται, τοῦ θῆτα μεταβληθέντος εἰς 
 ταῦ. οὕτως γὰρ τῷ Ἰωσήπῳ γέγραπται περὶ τῆς Ταρσοῦ. ἕτεροι δὲ τὸν Περσέα φασὶν τῇ τῶν
Κιλίκων χώρᾳ ἐπιδημήσαντα καὶ πόλιν βουληθέντα κτίσαι καὶ τὸν τόπον τῆς πόλεως τοῖς οἰκοδόμοις
δεικνύοντα τῷ ταρσῷ τοῦ ποδὸς πατάξαι τὴν γῆν, κἀντεῦθεν ἐπικληθῆναι τὴν πόλιν Ταρσόν.
Χέθιμα δὲ τὴν νῆσον συνῴκισεν ὁ Χεθίμ· ἡ Κύπρος αὕτη ἐστί, παρ᾿ Ἑλλήνων οὕτω κληθεῖσα διὰ τὴν παρ᾿
αὐτοῖς θεὸν τὴν Ἀφροδίτην, ἣν Κύπριν προσαγορεύουσιν. 
 Οἱ δέ γε παῖδες τοῦ Χὰμ τὴν ἀπὸ Συρίας καὶ Ἀμανοῦ καὶ Λιβάνου τῶν ὀρῶν γῆν
κατέσχον, καὶ ὅσα πρὸς θάλασσαν αὐτῆς ἐτέτραπτο μέχρις ὠκεανοῦ κατειλήφασι. καὶ προήλθοσαν ἐκ μὲν
Χοῦς Χου- σαῖοι· Αἰθίοπες οὗτοί εἰσι. Μεσρὲμ δὲ Μεστραίων προπάτωρ
ἐγένετο· οὕτω δὲ καλοῦνται οἱ Αἰγύπτιοι, καὶ ἡ τῆς Αἰγύπτου χώρα Μεστρὴν ὀνομάζεται.
Φοὑτ δὲ τὴν Λιβύην κατῴκησε, καὶ Φούτους τοὺς τῆς χώρας ἐκάλεσε, Φούτην δὲ τὴν χώραν αὐτήν. μετε-
 βλήθη δ᾿ ἡ κλῆσις αὐτῆς μετέπειτα εἰς Λιβύην ἐκ Λίβυος υἱοῦ Μεσρέμ. Χαναὰν δὲ τὴν
κληθεῖσαν ὕστερον Ἰουδαίαν συνοικίσας Χαναναίαν αὐτὴν προσηγόρευσε καὶ Χαναναίους τοὺς ἐξ αὐτῆς. οἱ
δὲ Μεσρὲμ παῖδες τὴν ἀπὸ Γάζης ἕως Αἰγύπτου κατέσχον γῆν. μόνου δὲ Φιλιστιεὶμ τὴν
ἐπωνυμίαν διεφύλα- ξεν ἡ ἐκείνου μερίς, ἣν Παλαιστίνην Ἓλληνες
ὠνομάκασιν. Σιδώνιος δὲ πρωτότοκος παῖς Χαναὰν ἐν Φοινίκῃ πόλιν ἀνέστησε, Σιδῶνα καλέσας αὐτήν.
 Ἀμαθὶ δὲ Ἀμάθην ἔκτισε πόλιν, ἣν Μακεδόνες ἀφ᾿ ἑνὸς
τῶν Πτολεμαίων Ἐπιφανοῦς λεγομένου Ἐπιφάνειαν μετωνόμασαν. 
 Σὴν δὲ τῷ υἱῷ Νῶε πέντε τίκτονται παῖδες, οἳ τὴν μέχρις ὠκεανοῦ τοῦ κατ᾿ Ἰνδίαν οἰκοῦσιν
Ἀσίαν, ἀπ᾿ Εὐφράτου ἀρξάμενοι. Ἐλὰμ μὲν οὖν Ἐλυμαίους Περσῶν ὄντας ἀρχηγέτας κατέλιπεν,
Ἀσοὺρ δὲ Νίνον οἰκίζει πόλιν καὶ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν Ἀσσυρίους ὠνόμασε, καὶ Ἀρφαξὰδ Χαλδαίων προπάτωρ ἦν,
Ἀρὰμ δὲ τοὺς Σύρους κληθέντας ὕστερον Ἀραμαίους ἐξ ἑαυτοῦ
προσηγόρευσεν, ὁ Λοὺδ δὲ Λούδους προήγαγεν, οἳ Λυδοὶ μετέπειτα προσερρήθησαν. τῶν δὲ
υἱῶν Ἀρὰμ τεσσάρων ὄντων ὁ μὲν τὴν Τραχωνῖτιν οἰκίζει καὶ τὴν Δαμασκόν, μέση δ᾿ ἐστὶ Παλαιστίνης καὶ
Κοίλης Συρίας, ὁ δὲ Ἀρμενίαν, Βακτριανοὺς δὲ ὁ ἕτερος. τοῦ Ἀρφαξὰδ δὲ υἱὸς Καϊνᾶν, παῖς Καϊνᾶν ὁ
Σαλά. οὗτος δὲ πατὴρ Ἕβερ. Ἕβερ δ᾿ ἔτεκε τὸν Φαλέκ, οὕτω κληθέντα διὰ τὸν τῆς γῆς
μερισμόν· ὅτε γὰρ ἡ διαίρεσις γέγονε τῶν τότε ἀνθρώπων, καὶ ὁ τῆς γῆς μερισμὸς τότε ἐτέχθη· φάλεκ
γὰρ Ἑβραῖοι τὸν μερισμὸν ὀνομάζουσιν. Ἑβραῖοι δὲ τὸ ἔθνος ἐκ τοῦ Ἕβερ 
 ἀρχῆθεν ἐκλήθη. τοῦ Φαλὲκ δὲ υἱὸς ὁ ῾Ραγαῦ, ὁ δὲ ῾Ραγαῦ πατὴρ
τοῦ Σερούχ, οὗτος δ᾿ ἔτεκε τὸν Να- χώρ, ἐκ Ναχώρ δὲ Θάρρα προῆλθε, Θάρρα δὲ Ἀβραάμ.

Τοῦ δὲ τῶν Ἐβραίων γένους προπάτωρ καὶ πατριάρχης τῶν αὐτοῦ πατριῶν ὁ μέγας οὗτος γέγονεν
 Ἀβραάμ, ὃς Χαλδαῖος μὲν ἦν τὸ γένος, δέκατος ἀπὸ Νῶε γενόμενος, διακοσίων ἐτῶν καὶ
ἐνενήκοντα πρὸς δυσὶ διεληλυθότων ἐξ ὅτου τὴν γῆν ἅπασαν ὁ θεὸς ἐπομβρίᾳ κατέκλυσεν. οὗτος προγόνων
ὢν ἀσεβῶν πρῶτος ἔγνω θεὸν ἕνα τὸν τῶν ὅλων δημιουργόν, ἐκ τῶν ποιημάτων καταλαβὼν τὸν
ποιητήν, καὶ τούτῳ μόνῳ τὴν τιμὴν ἀπονέμειν δεῖν ἔλεγε. στασιασάντων δὲ διὰ ταῦτα πρὸς αὐτὸν τῶν
Χαλδαίων μετῴκησεν ἐκεῖθεν, τοῦ γνωσθέντος αὐτῷ κελεύσει θεοῦ, καὶ
τὴν Χαναναίαν ἔσχηκε γῆν. λιμοῦ δὲ τὴν Χαναναίαν πιέζοντος μεταναστεύει εἰς Αἴγυπτον.
καὶ θαυμασθεὶς ἐπὶ συνέσει, τὴν ἀριθμητικὴν τοῖς Αἰγυπτίοις καὶ τὰ περὶ ἀστρονομίας ἀμαθῶς τούτων
ἔχουσι παραδίδωσιν. ἐκ Χαλδαίων δὲ λέγεται φοιτῆσαι ταύτα πρὸς Αἴγυπτον κἀκεῖθεν εἰς Ἕλληνας.
Ἀσσυρίων δ᾿ ἐπελθόντων τοῖς Σοδομίταις, οἶς συνῴκει καὶ Λὼτ ἀδελφόπαις ὢν Ἀβραὰμ τῆς
Σάρρας τε ἀδελφός, καὶ πολλῶν μὲν πεσόντων Σοδομιτῶν, αἰχμαλωτισθέντων δὲ τῶν λοιπῶν, καὶ Λὼτ τοῖς
Σοδομίταις συνῃχμαλώτευτο. ὃ μαθὼν Ἀβραὰμ σὺν τριακοσίοις ὀκτωκαίδεκα οἱκέταις αὐτοῦ
καὶ φίλοις τρισὶ C κατεδίωξεν ὀπίσω τῶν Ἀσσυρίων, καὶ τούς τε Σοδομίτας ἔσωσε καὶ τὸν Λώτ. ἐπανιόντα
δ’ ἐκ τῆς διώξεως ὁ τῆς Σόλυμα πόλεως βασιλεὺς αὐτὸν ὑποδέχεται, κεκλημένος Μελχισεδέκ σημαίνει δὲ
τοῦτο μεθαρμοζόμενον εἰς τὴν Ἑλλήνων διάλεκτον βασιλεὺς δίκαιος· Σόλυμα γὰρ ἦν ὄνομα
τότε τῇ πόλει Ἱερου- 
 σαλήμ· οὕτως ἀρχαία ἦν ἡ πόλις καὶ χρόνῳ τὰ πρεσβεῖα κληρωσαμένη κατὰ πασῶν. τῆς ἀρετῆς
δὲ τὸν Ἀβραὰμ ἀποδεξάμενος ὁ θεὸς ἀμοιβὴν ὑπὲρ αὐτῆς ἐπηγγείλατο· τοῦ δὲ φαμένου ἄχαρι πᾶν αὐτῷ
δοκεῖν εὐεργέτημα μὴ ἔχοντι τὸν τοῦτο διαδεξόμενον, ἦν 
 γὰρ ἔτι γονῆς ἀμοιρῶν γνησίας, ὅτι τὴν μήτραν ἡ Σάρρα πεπήρωτο, ὁ
θεὸς καὶ παῖδα δώσειν αὐτῷ καθυπέσχετο, καἰ ἐξ ἐκείνου μέγα προελθεῖν ἔθνος, τοῖς ἄστρασι τὸν
ἀριθμὸν ἐξισούμενον· καὶ τὰ αἰδοία καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἐκέλευσεν ἄρρενας, ἔν
εἴη τὸ γένος αὐτοῦ τοῖς ἄλλοις ἔθνεσιν ἀνεπίμικτον· καὶ περιετμήθησαν. 
 Γίνεται τοίνυν τῷ Ἀβραὰμ παῖς ἑκατὸν γεγονότι ἐνιαυτῶν ἐκ τῆς Σάρρας, ὃν ὁ θεὸς Ἰσαὰκ
καλέσαι προσέταξε· δηλοῖ δὲ τὸ ὄνομα γέλωτα, ἢ ὅτι μειδίαμα τῇ Σάρρᾳ ἐγένετο, τέξεσθαι αὐτὴν τοῦ θεοῦ χρηματίσαντος, διὰ τὸ τῆς ὑποσχέσεως δύσελπι,
παρήλικι οὔσῃ καὶ μὴ προσδοκώσῃ τεκεῖν, ἐνενήκοντα γὰρ ἐτῶν τὸν
Ἰσαὰκ τεκοῦσα ἐτύγχανεν, ἢ ὅτι γέλωτος ὑπόθεσις τοῖς γονεῦσι τὸ παιδίον ἐγένετο, θυμηδίας δηλαδὴ καὶ χαράς. τεχθέντα δὲ τόν παῖδα τοῦτον κατὰ τὴν ὀγδόην ἡμέραν ὁ πατὴρ περιέτεμεν· ὅθεν
οὕτω καὶ τοῖς Ἰουδαίοις νενόμισται περιτέμνεσθαι. Ἄραβες δὲ μετὰ τρισκαιδέκατον ἔτος τοὺς παῖδας
περιτέμνειν εἰώθασιν, ὅτι καὶ Ἰσμαὴλ ὁ προπάτωρ αὐτῶν ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ περιετέτμητο·
τρισκαίδεκα γὰρ ἦν ἐτῶν ὅτε τῷ Ἀβραὰμ ὁ θεὸς ἐπέταξε τὴν περιτομήν. σημαίνει δὲ τὸ ὄνομα τοῦτο
θεόκλυτον, ὡς τοῦ θεοῦ τῆς ἱκεσίας Ἀβραὰμ εἰσακούσαντος καὶ παῖδα δόντος αὐτῷ. ἐγείνατο δὲ τοῦτον ἐκ
παιδίσκης ἣν Σάρρα 
 αὐτῷ συγκατέκλινεν. ἰδίας γὰρ ἀμοιροῦσα τότε γονῆς, οἰκείᾳ παιδίσκῃ
Ἄγαρ ὠνομασμένῃ, Αἰγυπτίᾳ τὸ γένος, μιγῆναι τὸν ἄνδρα ᾐτήσατο, καὶ τεκούσης ἐκείνης τὸν
Ἰσμαήλ, ᾠκειώσατο τὸ παιδίον ἡ Σάρρα. τεκοῦσα δὲ τὸν Ἰσαάκ, τῆς Ἄγαρ σὺν τῷ υἱῷ φυγὴν κατὰ
ζηλοτυπίαν κατεψηφίσατο. ἀνδρωθέντος δὲ Ἰσαὰκ κατὰ τὸν Ἑβραῖον Ἰώσηπον, εἴκοσι γὰρ καὶ
πέντε ἐνιαυτῶν φησιν εἶναι τὸν Ἰσαὰκ τότε, πεῖραν ὁ θεὸς ἐπάγει τῷ Ἀβραάμ, καὶ καλέσας αὐτὸν θῦμα
κελεύει προσαγαγεῖν τὸν υἱόν, καὶ εἰς ἕν τῶν ὀρέων ἀπαγαγόντα τὸν μονογενῆ τὸν ἀγαπητὸν ὁλοκαυτῶσαι.
καὶ οὐκ ἀντεῖπεν ὁ Ἀβραάμ, ἀλλὰ τὸν παῖδα προσειληφὼς καὶ εἰς τὸ ἐπιταχθὲν αὐτῷ ὄρος
ἀναγαγών, τὸν θεῖον αὐτῷ κοινοῦται χρησμόν, καὶ γενναίως οἴσειν τὴν
καθιέρωσιν παραινεῖ, κελεύοντος τοῦ θεοῦ. ὁ δὲ πείθεται καὶ ἑκὼν ἑαυτὸν παρέχει πρὸς καθιέρωσιν, μὴ δίκαιον φήσας εἶναι θεοῦ καὶ πατρὸς ἀντιτείνειν θελήματι. οὕτω ταῦτα τῷ Ἰωσήπῳ
ἱστόρηται. εἶτα φείσασθαι τοῦ υἱοῦ κελεύεται Ἀβραάμ, καὶ κριὸς αὐτομάτως εἰς ὁλοκαύτωσιν
ἀντιδίδοται. μετὰ ταῦτα θνήσκει μὲν Σάρρα ἐτῶν οὖσα ἑκατὸν εἴκοσι πρὸς ἑπτά, ὁ δ’
Ἀβραὰμ ἑτέραν ἠγάγετο κεκλημένην Χεττούραν, ἐξ ἧς υἱεῖς αὐτῷ φύονται ἔξ. τῷ Ἰσαὰκ δὲ περὶ
τεσσαρακοστὸν ἔτος γεγονότι μνηστεύεται ὁ πατὴρ Ῥεβέκκαν ἐκ Μεσοποταμίας, θυγατέρα Βαθουὴλ υἱοῦ
Ναχὼρ ἀδελφοῦ Ἀβραάμ. ἔπειτα τελευτᾷ 
 μὲν ἔτη ζήσας ἑκατὸν ἑβδομήκοντα καὶ πέντε· γήμας δὲ τὴν Ῥεβέκκαν ὁ Ἰσαὰκ διδύμους ἐκ
ταύτης παῖδας γεννᾷ. ὧν τῷ μὲν πρεσβυτέρῳ καθ’ ὅλου τοῦ σώματος δασεῖα ἐφύετο θρίξ, ὅθεν καὶ Ἡσαῦ
ἐκλήθη διὰ τὴν τρίχωσιν· τῷ δὲ νεωτέρῳ ἡ χεὶρ εἴχετο τῆς πτέρνης τοῦ ἀδελφοῦ, τῆς
μητρικῆς προεκθορόντος γαστρός, διὸ καὶ Ἰακὼβ ὠνομάσθη· πτερνιστὴν δὲ τὸ ὄνομα καθ’ Ἑβραίους
δηλοῖ.

Γηρᾷ ἐπὶ τούτοις Ἰσαὰκ καὶ τὰς ὄψεις πεπήρωται. καὶ τὸν Ἡσαῦ προσκαλεῖται, πρόσ’ ἔκειτο γὰρ
 ἐκείνῳ διὰ τὰ πρωτοτόκια, καὶ θηράσαι κελεύει καὶ ἑτοιμάσαι
δεῖπνον αὐτῷ, “ἵνα” φησί “φαγὼν εὐλογήσω σε πρὸ τοῦ με ἀποθανεῖν.” καὶ Ἡσαῦ μὲν ἐξῄει 
πρὸς θήραν, ἡ δὲ Ῥεβέκκα φιλοῦσα μᾶλλον τόν Ἰακώβ, καὶ τοῦτον καλέσασα, εἶπεν ἃ ὁ πατὴρ ἐπέταξε τῷ
Ἡσαῦ, καὶ σπεῦσαι παρεκελεύσατο πρὸς τὸ ποίμνιον καὶ δύο κομίσαι ἁπαλοὺς ἐρίφους αὐτῇ, ὡς ἂν ἐκ
τούτων ἐδέσματα ἑτοιμάσῃ τῷ γέροντι οἶα φιλεῖν ἐκεῖνον ἐπίσταται, καὶ φαγὼν εὐλογήσῃ
αὐτόν. ὁ δὲ ποιεῖ κατὰ τὰς μητρικὰς ἐντολάς. ἤδη δὲ παρεσκευασμένων τῶν ἐδεσμάτων, τοὺς βραχίονας
τοῦ παιδὸς περιελίσσει ταῖς τῶν ἐρίφων δοραῖς, καὶ δίδωσι τὸ δεῖπνον
ἀπαγαγεῖν τῷ πατρί. Ἰσαὰκ δὲ τῇ φωνῇ τὸν Ἰακὼβ εἶναι τὸν προσιόντα αἰσθόμενος, ἔγγιστα
προσκαλεῖται αὐτὸν καὶ τῶν χειρῶν ἐπαφᾶται. τοῦ δὲ θεοῦ πάντως τὸν Ἡσαῦ εὐλογίας ἀνάξιον κρίναντος,
ἔδοξεν Ἰσαὰκ τὸν πρωτότοκον αὐτῷ παρεστάναι ἠπάτητο δὲ τάχα διὰ
τὸ βαθὺ τῆς τριχός, καὶ φαγὼν εὐλόγησε τὸν Ἰακώβ. ἐπανῆλθε δὲ καὶ Ἡσαῦ καὶ εἰσήγαγε
δεῖπνον τό πατρὶ καὶ ᾔτει τὴν εὐλογίαν. ὁ δὲ ἔγνω τὸ σόφισμα καί “ἐλθών” ἔφη ἀδελφός σου ἔλαβε τὴν
εὐλογίαν σου. τοῦ δ᾿ ὀλοφυρομένου καὶ ἀξιοῦντος εὐλογηθῆναι, μηδὲ γὰρ μίαν εἶναι παρ’
αὐτῷ εὐλογίαν, παρακληθεὶς Ἰσαὰκ ὥρ- μησε μὲν εὐλογῆσαι, ὅτι δὲ μὴ τῷ
ἐνηχοῦντι ἐκεῖνον ἐδόκει θείῳ πνεύματι εὐλογίας τυχεῖν τὸν Ἡσαῦ, ἐπεὶ μηδ’ ἄξιος ἦν αὐτῆς, εἰς ἀρὰν
ἀντ’ εὐλογίας ἐτυποῦτο αὐτῷ τῶ Ἰσαὰκ ἡ φωνή. δυσμενῶς εἶχε διὰ 
 
 ταῦτα πρὸς τὸν ἀδελφὸν ὁ Ἡσαῦ. ὁ δὲ τὸν ἀδελφὸν δεδοικώς, συμβουλῇ τῆς μητρὸς εἰς
Μεσοποταμίαν ἀπέρχεται. ἀπιὼν δὲ ἀξιοῦται καθ’ ὕπνους τοῦ ᾀδομένου θεάματος τῆς κλίμακος, ἦς τῶν
ἄκρων τὸ μὲν τῇ γῇ, τὸ δὲ τῷ οὐρανῷ προσερήρειστο, καὶ μυεῖται τὰ μέλλοντα ἐκ τοῦ
κρείττονος, καὶ τὸν τόπον ἐν ᾧ τὸ ὅραμα εἶδε Βαιθὴλ προσηγόρευσε· δηλοῖ δὲ θείαν ἑστίαν καθ’
Ἕλληνας. καταντήσας δὲ εἰς Χαρρὰν κατήχθη πρὸς λαβὰν τὸν τῆς μητρὸς τῆς Ῥεβέκκας 
 ὁμαίμονα, καὶ ξενίας παρ’ ἐκείνου τετύχηκε καὶ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ποιμνίων πιστεύεται.
δύο δὲ τῷ Λάβαν θυγατέρες ἐτύγχανον, ὧν ἡ μὲν πρεσβυτέρα Λεία, ἡ δ’ ἑτέρα Ῥαχὴλ ἐπεκέκλητο, εἰς
ἔρωτα δὲ τῆς νεωτέρας ἠρέθιστο Ἰακὼβ ἀστείας οὔσης τὸ εἶδος παρὰ τὴν ἀδελφήν, καὶ
προσάγει λόγους τῷ Λάβαν περὶ αὐτῆς. ὁ δ’ ὁμολογεῖ κατεγγυῆσαι τῷ Ἰακὼβ τὴν Ῥαχήλ, εἰ ἐπὶ ἔτη ἑπτὰ
δουλεύσει αὐτῷ. κατανεύει πρὸς τοῦτο ὁ ἐραστής, παρέρχεται ὁ καιρός, ἑτοιμάζει τοὺς γάμους ὁ
πενθερός· νυκτὸς δὲ τὴν πρεσβυτέραν τῶν θυγατέρων συνευνάζει τῷ Ἰακώβ. γνοὺς δὲ μεθ’
ἡμέραν ὡς ἐξηπάτηται, ἀδικίαν ἐπεγκαλεῖ τῷ πενθερῷ. ὁ δὲ καὶ τὴν Ῥαχὴλ αὐτῷ ἐπηγγέλλετο μετὰ
δουλείαν ἑτέρας ἑπταετίας. πείθεται αὖθις δουλεῦσαι ὁ Ἰακώβ,
δουλούμενος ἔρωτι, καὶ μεθ’ ἑτέραν ἑπταετίαν καὶ τῇ Ῥαχὴλ συνευνάζεται. 
 Τῇ’ μὲν οὑν Λείᾳ παῖδες ἦσαν ἐξ Ἰακώβ. καὶ Ρουβὶμ μὲν καλεῖ τὸν πρωτότοκον ὅτι κατ’ ἔλεον
αὐτῇ γένοιτο τοῦ θεοῦ· ἐδάκνετο γὰρ ἐρωμένης τῆς ἀδελφῆς τῷ ἀνδρί, καὶ προσεδόκα μᾶλλον
ἐντιμοτέρα γενήσεσθαι, εἰ σχοίη κατὰ γαστρός. τὸν δεύτερον δὲ Συμεὼν ὀνομάζει· δηλοῖ δὲ τοῦτο
ἐπήκοον τὸν θεὸν γενέσθαι αὐτῇ. καὶ ἐπὶ τούτῳ γεννᾶται Λευί· τοὔνομα σημαίνει
βεβαιωτήν. μεθ’ ὃν Ἰού- δας αὐτῇ ἀποτίκτεται· εὐχαριστίας ἡ κλῆσις
δηλωτική. τῇ δὲ Ῥαχὴλ παιδίον οὐκ ἦν, καὶ δεδοικυῖα μὴ δι’ ἀτεκνίαν παρευδοκιμηθῇ δέεται τοῦ ἀνδρὸς
 τῇ θεραπαίνῃ αὐτῆς συνελθεῖν. ὁ δὲ καὶ πείθεται καὶ τῇ Βάλλᾳ συνέρχεται, καὶ παῖδα ἐξ
Ἰακὼβ Βάλλα γεννᾷ, καὶ Δὰν ἐκλήθη ὁ παῖς· θεόκριτον εἴποιεν Ἕλληνες. κἀκ τῆς αὐτῆς αὖθις τίκτεται
Νεφθαλείμ, εὐμηχάνητος οἶον διὰ τὸ ἀντιτεχνάσασθαι πρὸς τὴν εὐτεκνίαν τῆς ἀδελφῆς.
ζηλοῖ ἐπὶ τούτοις ἡ Λεία, καὶ παρακατακλίνει κἀκείνη τῷ Ἰακὼβ Ζελφὰν τὴν ἰδίαν θεράπαιναν. υἱὸν δὲ
καὶ αὕτη ἐγεί- νατο Γάδ· τυχαῖον ἄν τις καλέσει αὐτόν. καὶ ἐπὶ τούτῳ
τίκτει καὶ ἕτερον, οὗτος δ’ ἦν ὁ Ἀσήρ· λέγοιτο δὲ μακαριστής, ὡς εὐκλείας τῇ λεῖφ’ καὶ
μακαρισμοῦ διὰ τὴν πολυτεκνίαν γενόμενος αἴτιος. τῇ Λείᾳ δὲ Ῥουβὶμ τοῦ υἱοῦ μανδραγόρου μῆλα
κομίσαντος, ᾔτει Ῥαχὴλ μεταδοῦναι τούτων αὐτῇ, καὶ ἀμοιβὴν προυτίθει τῇ ἀδελφῇ τὸ κατ’ ἐκείνην τὴν
 νύκτα λέκτρον τοῦ Ἰακώβ· ἡ γὰρ νὺξ ἐκείνη τῇ Ῥαχὴλ προσκεκλήρωτο. καὶ συνευνάζεται διὰ
τοῦτο τῇ Λείᾳ ὁ Ἰακώβ, καὶ τίκτει παῖδας ἔτι δύο τὸ γύναιον, τόν Ἰσάχαρ, τὸν ἐκ μισθοῦ δὲ γεγονότα
σημαίνει τὸ ὄνομα, καὶ Ζὰ βουλῶν, δηλοῖ δὲ τὸν ἠνεχυρασμένον εὐνοίᾳ τῇ πρὸς αὐτήν, καὶ
θυγατέρα κληθεῖσαν Δεῖναν. γίνεται δὲ καὶ τῇ Ῥαχὴλ υἱὸς Ἰωσήφ· τὸ δ 
 ὄνομα προσθήκην τινὸς γενησομένου δηλοῖ.

Ἔτη μὲν οὖν εἴκοσιν ἐποίμαινε τῷ πενθερῷ Ἰακώβ· εἶτα ὑποχωρῆσαι θέλων οὐ συγκεχώρητο. ὅθεν
 
 
 καὶ κρύφα μετὰ τῶν γυναικῶν σὺν ταῖς θεραπαινίσι καὶ τοῖς παισὶν ἀπεδίδρασκεν, καὶ τὴν
κτῆσιν προσεπαγόμενος καὶ τῶν βοσκημάτων ἅπερ αὐτῷ τοῦ ποιμαίνειν μισθὸς προσενενέμηντο. Ῥαχὴλ δὲ
καὶ τὰ εἴδωλα τοῦ πατρὸς ἐπεφέρετο, οὐχ ὡς τιμῶσα, ἀλλ’ ἴν ἔχοι ταῦτα καταφυγήν, εἰ
ἐπιδιώξας αὐτοὺς ὁ πατὴρ καταλάβοι. τοῦ δὲ λαβὰν καθ’ ἑβδόμην ἡμέραν καταλαβόντος, κατ’ ὄναρ
ἐπέταξεν αὐτῷ ὁ θεὸς σπείσασθαι τῷ Ἰακώβ. μεθ’ ἡμέραν δὲ λόγοι ἀμφοῖν γίνονται, καὶ τοῦ
Ἰακὼβ μηδὲν ἀδικεῖν ἀποδείξαντος, περὶ τῶν πατρῴων θεόν
ἐπενεκάλει ὁ Λάβαν αὐτῷ. ὁ δὲ μηδὲν περὶ αὐτῶν συνειδὼς ἐρευνᾶν παρεχώρει. καὶ ὃς ἠρεύνα. ἡ Ῥαχὴλ δὲ
τὰ εἴδωλα τῇ ἀστράβῃ τῆς φερούσης αὐτὴν καμήλου ἐντίθησι, καὶ αὐτὴ ἐπεκάθητο, φάσκουσα
τὴν τῶν ἐμμήνων ῥύσιν αὐτῇ ἐνοχλεῖν. ὁ δὲ λαβὰν μὴ ἄν ποτε τὴν θυγατέρα μετὰ τοιούτου πάθους τοῖς
θεοῖς αὐτοῦ προσελθεῖν οἰηθείς, παρῆλθεν αὐτήν. καὶ ὁ μὲν ἀνέζευξεν, ὁ δ’ Ἰακὼβ τὸν ἀδελφὸν δεδιώς,
προπέμπει δηλῶν αὐτῷ τὴν ἐπάνοδον, καὶ δῶρα στέλλει αὐτῷ. νυκτὸς δ᾿ ἐπιγενομένης
φαντάσματι συντυχὼν διεπάλαιε καὶ ἐδόκει κρατεῖν. αἰσθόμενος δὲ ἄγγελον εἶναι θεοῦ, εἰπεῖν αὐτῷ παρεκάλει τίνα μοίραν ἔξει· ὁ δὲ τὸ κρατῆσαι θείου ἀγγέλου μεγάλων
ἀγαθῶν σημεῖον ἡγεῖσθαι ἔλεγε δεῖν, καὶ Ἰσραὴλ αὐτὸν καλεῖσθαι ἐκέλευεν. τοῦτο δὲ οἱ
μὲν ἄλλοι νοῦς ὁρῶν θεὸν ἑρμηνεύουσιν, Ἰώσηπος δὲ τὸν ἀντιστάντα θείω ἀγγέλῳ σημαίνειν φησίν. Ἰακὼβ
δὲ τὸν τόπον καλεῖ Φανουήλ, τοῦτ’ ἔστι θεοῦ πρόσωπον. γενομένου δ’ ἐν τῇ πάλῃ τῇ πρὸς
τὸν ἄγγελον ἀλγήματος αὐτῷ περὶ τὸ νεῦρον τὸ πλατύ, ἐκεῖνός τε τὴν τούτου βρῶσιν ἀπείπατο, καὶ δι’
ἐκεῖνον καὶ τῷ ἐκείνου γένει παντὶ ἀπηγόρευται. ὑπαντήσαντος δὲ τῷ ἀδελφῷ τοῦ Ἡσαῦ, συνέβαλον ἀλλήλοις καὶ ἠσπάσαντο. εἶτα ὁ μὲν Ἡσαῦ ἀπηλλάγη, Ἰακὼβ
δ’ ἀφίκετο πρὸς τὰ Σίκιμα. τῶν δὲ Σικιμιτῶν ἑορτὴν ἀγόντων, ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ Δεῖνα εἰς τὴν πόλιν
παρῆλθε, τὰ τῆς ἑορτῆς ἱστορήσουσα. θεασάμενος οὖν αὐτὴν Συχὲμ ὁ τοῦ τῆς πόλεως βασιλέως
υἱός, φθείρει δι’ ἁρπαγῆς. ἔπειτα ὁ τούτου πατὴρ ἐδέετο τοῦ Ἰακὼβ συζεῦξαι τὴν Δεινὰν τῷ Συχέμ· ὁ δὲ
οὐ κατένευσε. Συμεὼν δὲ καὶ Λευὶ τῆς κόρης ὁμομήτριοι ἀδελφοί, διὰ τὴν ἑορτὴν
εὐωχουμένων τῶν ἐν τῇ πόλει καὶ καρηβαρούντων, νύκτωρ παρελθόντες πὰν ἄρσεν ἡβηδὸν ἀναιροῦσι καὶ τὸν
βασιλέα καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ. ταῦτά φησιν Ἰώσηπος. πιθανώτερον δὲ περὶ 
τούτων ἡ βίβλος ἱστορεῖ τῆς Γενέσεως. λέγει γὰρ ὅτι Ἐμμὸρ τοῦ πατρὸς Συχὲμ ἀξιοῦντος
συζευχθῆναι τὴν Δεινὰν τῷ υἱῷ αὐτοῦ Συμεὼν καὶ Λευὶ εἶπον ὡς “εἰ περιτμηθεῖεν οἱ ἐν τῇ πόλει ἄρρενες
πάντες, δώσομεν τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν τῷ υἱῷ σοῦ,” καὶ ὅτι κατεδέξαντο τὸν λόγον καὶ περιετμήθησαν
ἄπαντες. κατὰ δὲ τὴν ἐκ τῆς περιτομῆς τρίτην ἡμέραν πονήρως τῶν περιτμηθέντων
διακειμένων καὶ ὀδυνωμένων διὰ τὴν φλεγμονήν, ἐπέθεντο αὐτοῖς καὶ ἀνεῖ- λον ἅπαντας, ἀγνοοῦντος τοῦ Ἰακώβ. ᾧ χαλεπαίνοντι διὰ ταῦτα ἐκέλευσε θαρρεῖν ὁ θεός.
ἐλθὼν δὲ ἐν Βαιθὴλ ὁ Ἰακώβ, ὅπου τὸν ὄνειρον ἐθεάσατο, ἔθυσεν. καὶ προιὼν τὴν Ῥαχὴλ ἐκ
τοκετοῦ θανοῦσαν θάπτει ἐν Ἐφρατᾶ. καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς παιδίον Βενιαμὶν ἐκάλεσε, διὰ τὴν ἐπ’ αὐτῷ
γενομένην τῇ μητρὶ ὀδύνην. ἐλθὼν δ’ εἰς Χεβρὼν πόλιν τῶν Χαναναίων, κατέλαβε τὸν πατέρα
αὐτοῦ Ἰσαὰκ ἔτι ζῶντα, ἡ δὲ Ῥεβέκκα ἔφθη θανεῖν. θνήσκει δὲ μετὰ
 βραχὺ καὶ ὁ Ἰσαάκ, καὶ θάπτεται σὺν τῇ γυναικὶ ἐν τῶ γονικῷ μνημείῳ, βιώσας ἔτη πέντε
καὶ ὀγδοήκοντα πρὸς τοῖς ἑκατόν. 
 Ἡσαῦ δὲ ἦρχε τῆς Ἰδουμαίας, καλέσας τὴν χώραν ἀφ’ ἑαυτοῦ. Ἐδὼμ γὰρ ἐκεῖνος
ἐκέκλητο, ὅτι ἀπὸ θήρας ποτὲ λιμώττων ἐπανελθών, καὶ τόν ἀδελφὸν
εὑρὼν φακῆν ἑτοιμάσαντα ἑαυτῷ πρὸς τροφήν, ἠξίου δοῦναι αὐτῷ· ὁ δὲ ἀποδόσθαι τὸ πρεσβεῖον αὐτῷ
ἠνάγκασεν ἀντὶ τῆς φακῆς. καὶ παραχωρεῖ τούτου μεθ’ ὅρκων αὐτῷ διὰ τὸν λιμόν· ὅθεν Ἐδὼμ
ἐπεκλήθη, διὰ τὴν ξανθότητα τῆς φακῆς· σφόδρα γὰρ ἦν τὴν χροιὰν τοιαύτη. Ἐδὼμ δὲ παρ’ Ἑβραίοις τὸ
ἐρυθρὸν ὀνομάζεται.

Ἰακὼβ δὲ τὸν ἐκ τῆς Ῥαχὴλ Ἰωσὴφ διά τε τὴν τοῦ σώματος εὐφυίαν καὶ τὴν τῆς
ψυχῆς ἀρετὴν πλέον τῶν ἄλλων παίδων ἠγάπα. ἥ τε γοῦν τοῦ πατρὸς στοργὴ καὶ οἱ ὄνειροι οὓς ἐθεάσατο
εἰς φθόνον αὐτοῦ τοὺς ἀδελφοὺς κεκινήκασι. τῶν δ’ ὀνειράτων τὸ μὲν ἦν τοιοῦτον. ἐν ὥρᾳ θέρους ἐδόκει
μετὰ τῶν ἀδελφῶν θερίζων δράγματα δεσμεῖν καὶ τιθέναι, καὶ C τὰ μὲν αὐτοῦ ἠρεμεῖν, τὰ
δὲ τῶν ἀδελφῶν προστρέχοντα προσκυνεῖν τοῖς αὐτοῦ. τὸ δέ, τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην καὶ τοὺς λοιποὺς
ἀστέρας προσκυνεῖν ἐδόκει αὐτῷ. ταύτας τὰς ψεις εἰς τῷ πατρὶ παρόντων καὶ τῶν συγγόνων,
τὴν δήλωσιν ἐξήτει μαθεῖν. ὁ δὲ εὐδαιμονίαν κατήγγειλε τῷ παιδί, καὶ καιρὸν ἥξειν καθ’ ὃν ὑπὸ τῶν
γονέων καὶ τῶν ἀδελφῶν τιμηθήσεται καὶ προσκυνηθήσεται. ταῦτα τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Ἰωσὴφ ἐλύπησε, καὶ
ὑπεβλέποντο τὸ μειράκιον. νεμόντων δὲ τὰ ποίμνια τῶν παίδων 
 τοῦ Ἰακὼβ ἐν Σικίμοις, ὁ πατὴρ πέμπει τὸν Ἰωσὴφ ἐκείνους ἐπισκεψόμενον. οἱ δὲ τοῦτον
ἰδόντες ὥρμησαν ἀνελεῖν. ῾Ρουβὶμ δὲ συνεβούλευε μὴ αὐτόχειρας γενέσθαι τοῦ ἀδελφοῦ, ἀλλ᾿ εἰς τὸν
παρακείμενον λάκκον ῥῖψαι αὐτόν, ἵν᾿ ἀποθάνῃ ἐκεῖ, καὶ οὕτω μετριώτερον ἔσοιτο τὸ
κακόν. συναινεσάντων δὲ τῷ λόγῳ τῶν νεανίσκων, λαβὼν ὁ ῾Ρουβὶμ τὸ μειράκιον ἠρέμα καθίμησεν εἰς τὸν
λάκκον. Ἰούδας δὲ ἐμπόρους ἰδὼν Ἄραβας, συνεβούλευσε τοῖς ἀδελφοῖς τὸν Ἰωσὴφ ἀπεμπολῆσαι αὐτοῖς.
καὶ δόξαν τοῦτο τοῖς ἐμπόροις αὐτὸν ἀποδίδονται μνῶν εἴκοσιν, ἐτῶν ἑπτακαίδεκα
γεγονότα. ῾Ρουβὶμ δὲ νύκτωρ ἐπὶ τὸν λάκκον ἐλθών, ἵν᾿ ἐξενέγκῃ τὸν Ἰωσὴφ καὶ σώσῃ τοὺς ἀδελφοὺς
λαθών, ἐπεὶ μὴ εὗρεν αὐτόν, πενθῶν ᾐτιᾶτο τοὺς ἀδελφούς. τῶν δὲ τὸ πραχθὲν φρα- 
 σάντων παύεται τοῦ πένθους. τὸν δὲ χιτωνίσκον τοῦ μειρακίου
αἵματι τράγου μολύναντες ἧκον πρὸς τὸν πατέρα καὶ εἶπον τὸν μὲν Ἰωσὴφ μήτ᾿ ἰδεῖν μήθ᾿ ὅπως
διέφθαρται γνῶναι, χιτῶνα δὲ τοῦτον εὑρεῖν ᾑμαγμένον καὶ διερρηγμένον. Ἰακὼβ δὲ ἐπὶ τῷ
μειρακίῳ πενθῶν ἐκαθέζετο σάκκον ἐνδύς. τὸν Ἰωσὴφ δὲ ἐκ τῶν ἐμπόρων ὠνήσατο Πετεφρὴς ἀνὴρ Αἰγύπτιος
ἐπὶ τῶν βασιλέως Φαραὼ μαγείρων, καὶ εἶχεν αὐτὸν ἐν τιμῇ. τῆς δὲ τοῦ δεσπότου γυναικὸς διά τε
εὐμορφίαν καὶ τὴν αὐτοῦ δεξιότητα ἐρωτικῶς διατεθείσης καὶ λόγους περὶ μέξεως
προσαγούσης, πα- ρέπεμπε τὴν ἀξίωσιν. ἡ δὲ δεινῶς πολιορκουμένη τῷ
ἔρωτι, δευτέραν ἐπῆγε πεῖραν, καὶ τὸ πείθειν ἀπογνοῦσα βιάζεσθαι ἤθελεν. ὡς δὲ καὶ τὸ ἱμάτιον
καταλιπὼν ὁ νεανίσκος ἐξεπήδησε, καθῆστο κατηφὴς καὶ συγκεχυμένη. ἐλθόντι δὲ τἀνδρὶ
κατηγόρει τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὸ ἱμάτιον ἐπεδείκνυεν, ὡς ὅτ᾿ ἐπε- χείρει βιάζεσθαι
καταλιπόντος αὐτό. Πετεφρὴς δὲ εἰς τὴν τῶν κακούργων εἱρκτὴν ἐμβάλλει τὸν Ἰωσήφ, ἐν ᾗ καὶ ὁ οἰνοχόος
τοῦ Φαραὼ κατ’ ὀργὴν ἐνεκέκλειστο καὶ ὁ ἀρχισιτοποιός. οἶς συνήθης γενόμενος ἠξιοῦτο
φράσαι αὐτοῖς τῶν ἐνυπνίων τὴν δήλωσιν. ὁ μὲν γὰρ οἰνοχόος
ἄμπελον ὁρᾶν ἔδοξεν, ἐξ ἧς τρία ἐφύοντο κλήματα, ὧν ἀπῃώρηντο μεγάλοι καὶ πέπειροι βότρυες, τούτους δ’ ἀποθλίβειν εἰς φιάλην καὶ προσάγειν τῷ Φαραώ, κἀκεῖνον λαβεῖν
 ἀγαθὰ οὖν αὐτῷ σημαίνειν τὸν ὄνειρον ἐξηγεῖτο ὁ Ἰωσήφ ἐν γὰρ τρισὶν ἡμέραις ταῖς
προσαγούσαις εἶς τό πρότερον ἀποκαταστήσεσθαι διακόνημα. καὶ ἠξίου μεμνῆσθαι αὐτοῦ εὐπραγήσαντα. ὁ
δὲ ἀρχισιτοποιὸς κανᾶ ἔφη δοκεῖν τρία φέρειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, δύο μὲν ἄρτων πλήρη, τὸ
δὲ ἕτερον ὄψου καὶ ποικίλων βρωμάτων, ταῦτα δὲ διαρπαγῆναι ὑπὸ πτηνῶν καθιπταμένων. ἔφη δὲ καὶ τούτῳ
ὁ Ἰωσὴφ τὰ τρία κανᾶ τριῶν ἡμερῶν εἶναι σημαντικά, καὶ ἐν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ μέλλειν αὐτὸν κρεμασθέντα
 
 σαρκοφάγοις ἔσεσθαι βορὰν πετεινοῖς. γέγονε δ’ ἐπ’ ἀμφοῖν ὡς Ἰωσὴφ ἐξηγήσατο.

Εἶτα τῷ Φαραὼ ὁ θεὸς ὄψεις ἐνυπνίων ἐπιπέμπει διττὰς καὶ τὰς δηλώσεις ἀμφοῖν. ὁ δὲ τῶν μὲν
ὄψεων ἐμιμνήσκετο, τῶν δ’ ἐξηγήσεων ἐπελάθετο. συγκαλεῖται τοίνυν τοὺς τῶν Αἰγυπτίων
σοφούς, καὶ ἀπαγγέλλει αὐτοῖς τὰ ἐνύπνια, καὶ τὴν δήλωσιν ἀπαιτεῖ· ἀπορούντων δ’ ἐκείνων ὠργίζετο. ὁ
δ’ οἰνοχόος, εἰ καὶ μὴ πρότερον, ἀλλὰ τότε πρός μνήμην ἧκε τοῦ Ἰωσήφ, καὶ διδάσκει περὶ ἐκείνου τὸν
Φαραώ. ἄγεται τοίνυν αὐτίκα. ὁ δέ‘ φράσον μοι φησί, 
 
 νεανία, τὴν κρίσιν τῶν ἐνυπνίων ὧνπερ τεθέαμαι. ἔδοξα βόας εὐτραφεῖς ἑπτὰ προιόντας τοῦ
ποταμοῦ πρὸς τὸ ἕλος χωρεῖν· ἑτέρους δ’ ἑπτὰ ἰσχνοὺς καὶ τετηγμένους λιμῷ τοῦ ἔλους ἐξελθόντας
συναντῆσαι τούτοις, καὶ βρωθῆναι παρὰ τῶν δευτέρων τοὺς πρώτους καὶ πίονας, καὶ μένειν
ἔτ’ αὐτοὺς ὁμοίως ἰσχνούς. αὖθις δ᾿ ὁρῶ στάχυας ἑπτὰ ἐκφύντας ῥίζης μιᾶς θαλεροὺς καὶ κεκλιμένους τῷ
βάρει τοῦ καρποῦ. πλησίον δ’ αὐτῶν ἰσαρίθμους ἐδόκουν ὁρᾶν στάχυας ἀδρανεῖς ὑπὸ ἀδροσίας καὶ πρὸς
ὅρασιν ἀηδεῖς, οἱ καὶ ἀνήλισκον τοὺς εὐκάρπους τε καὶ ὡραίους. ὁ δ᾿ Ἰωσήφ “κἂν διττά”
φησίν, “ὦ βασι- λεῦ, τὰ ἐνύπνιά εἰσὶν, ἀλλὰ μίαν ἔχουσι τῶν μελλόντων
τὴν δήλωσιν. οἵ τε γὰρ βόες, ζῷον ἐπ’ ἀρότρῳ πονοῦν, ὑπὸ τῶν χειρόνων κατεσθιόμενοι, καὶ οἱ θάλλοντες στάχυες ὑπὸ τῶν ἀδρανῶν σαπανώμενοι, λιμὸν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη τῇ χώρᾳ σου
καταγγέλλουσιν ἐν ἰσαρίθμοις ἐνιαυτοῖς εὐθηνηθείσῃ πρότερον τοῖς καρποῖς, ὡς τὴν τούτων εὐφορίαν
ἀναλωθῆναι ὑπὸ τῶν ἔπειτα. εἰ δὲ σὺ ταμιεύσεις τὰ τῆς προτέρας εὐδαιμονίας εἰς τοὺς τῆς
ἀφορίας ἐνιαυτούς, θήσεις τοῖς Αἰγυπτίοις ἀνεπαίσθητον τὸ δυστύχημα. Φαραὼ δὲ τὴν τοῦ Ἰωσὴφ
ἐκπλαγεὶς σοφίαν διά τὴν ἐξήγησιν καὶ τὴν συμβουλήν ‘‘αὐτὸς ὁ τούτων ἔφη ‘‘κριτής τε καὶ σύμβουλος
καὶ οἰκονόμος ἔσῃ τῶν 
 βουλευθέντων.” καὶ παρέσχεν αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, ὅστε σφραγῖδι
χρῆσθαι τῇ Φαραὼ καὶ πορφύραν ἐνδύεσθαι καὶ ἐλαύνειν ἐφ’ ἄρματος. ἦν δὲ τότε τριάκοντα ἐτῶν γεγονὼς
Ἰωσήφ. προσηγόρευσε δὲ αὐτὸν ὁ Φαραὼ Ψοθομφάνηχον· σημαίνει δὲ τὸ ὄνομα κρυπτῶν
εὑρετήν. ζεύγνυσι δὲ αὐτῷ καὶ γυναῖκα Ἀσενὲθ κεκλημένην, θυγατέρα τοῦ ἐν Ἠλίου πόλει
ἱερέων πρωτεύοντος. ἐξ ἧς αὐτῷ γίνονται παῖδες πρὸ τοῦ λιμοῦ, ὧν ὁ πρεσβύτερος ἦν Μανασσῆς· ἐπίληθον
δὲ δηλοῖ, ὅτι λήθην εὕρατο τῶν ἀτυχημάτων· Ἐφραΐμ δὲ ὁ νεώτερος· ἀποδιδοὺς δὲ σημαίνει,
διὰ τὸ ἀποδοθῆναι αὐτῷ τὴν τῶν προγόνων ἐλευθερίαν. ἐντεῦθεν ἧκεν ὁ τῆς ἐνδείας καιρός. οὐ μόνης δὲ τῆς Αἰγύπτου κατεκράτησεν ὁ λιμός, ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας καθ’ ἣν
κατῴκει ὁ Ἰακώβ. πέμπει τοίνυν τοὺς υἱοὺς εἰς Αἴγυπτον σῖτον ὠνησομένους, μόνον παρ’
ἑαυτῷ κατασχὼν τὸν Βενιαμὶν ὡς νεώτατον. οἱ μὲν οὖν προσῆλθον τῷ Ἰωσήφ. ὁ δὲ μὴ γνωσθεὶς ἐπέγνω τοὺς
ἀδελφούς, καὶ κατασκόπους ἔλεγεν ἥκειν αὐτούς. οἱ δὲ ὅθεν τε 
ἥκοιεν ἔλεγον, καὶ ὡς ἑνὸς εἶεν πατρὸς ἔτι ζῶντος, καὶ ὡς ἕτερος νεώτερος ἀδελφὸς ἔστι
παρὰ τῷ πατρί. πληροφορίαν δ’ ἔλεγεν Ἰωσὴφ δοῦναι αὐτῷ ἀληθείας, εἰ τὸν νεώτερον ἀδελφὸν κομίσουσι
πρὸς αὐτόν. δίδωσιν οὖν σῖτον αὐτοῖς, καὶ τὸ ἀργύριον τῷ ἑκάστου
σάκκῳ λάθρᾳ ἐνθέμενος· κατέσχε δὲ τὸν Συμεὼν τῆς ἐπανόδου ἐσόμενον ὅμηρον. ἐπανῆλθον
πρὸς τὸν Ἰακὼβ οἱ υἱοὶ τὸν σῖτον κομίζοντες, καὶ τὰ συμβάντα ἀπήγγειλαν, καὶ λύπην αὐτῷ ἡ τοῦ Συμεὼν
ἐποίει κατάσχεσις, δοῦναί τε τὸν Βενιαμὶν ἀπαχθῆναι εἰς Αἴγυπτον οὐ κατένευεν. ἤδη δὲ τοῦ σίτου δαπανηθέντος, ἐπεὶ μὴ ἄλλως ἐξῆν αὐτοῖς εἶς Αἴγυπτον ἀπελθεῖν, εἰ μὴ καὶ τὸν Βενιαμὶν
προσεπάγοιντο, ὑπείκων ἀνάγκῃ δίδωσιν αὐτὸν ὁ πατήρ, καὶ τὴν τοῦ σίτου τιμὴν διπλασίονα, καὶ τῷ
Ἰωσὴφ δωρεάς. ὡς δ᾿ ἦλθον εἰς Αἴγυπτον, προσήγαγον τὰ δῶρα αὐτῷ. ὁ δὲ τὸν Βενιαμὶν ἰδὼν
καὶ συνθρυπτόμενος, ἴνα μὴ δακρύων καταφανὴς γένοιτο, μετέστη. εἶτα
ἐπὶ δεῖπνον παραλαμβάνει τοὺς ἀδελφούς, καὶ διπλασίοσι μοίραις ἐδεξιοῦτο τὸν Βενιαμίν,
καὶ τὸν τοῦ σίτου ταμίαν δοῦναι σῖτον αὐτοῖς κελεύει καὶ τὴν τιμὴν ἐνθεῖναι τοῖς σάκκοις, εἰς δὲ τὸ
τοῦ Βενιαμὶν φορτίον καὶ σκύφον ἀργύρεον ἐμβαλεῖν. τούτων δὲ γεγονότων ἀπῄεσαν οἱ ἀδελφοὶ λαβόντες
 τὸν Συμεών. περικυκλοῦσι δὲ ἀπιόντας αὐτοὺς ἱππεῖς ἐπεγκαλοῦντες τὴν τοῦ σκύφου κλοπήν,
καὶ ἐρευνῶντες εὗρον τὸν σκύφον παρὰ τῷ φορτίῳ βενιαμίν. οἱ μὲν οὖν ἱππεῖς ἦγον πρὸς τὸν Ἰωσὴφ τὸν
 Βενιαμίν, οἱ ἀδελφοὶ δὲ αὐτοῦ τὰς στολὰς διαρρήξαντες 
ἔκλαιον καὶ συνείποντο. Ἰωσὴφ δὲ τούτους ὀνειδίσας ὡς ἀχαρίστους, ἠλευθέρου μὲν τοὺς λοιπούς, μόνῃ
δ’ ἠρκεῖτο τῇ τοῦ Βενιαμὶν κατοχῇ. τοὺς δὲ ἀπορία συνεῖχεν. Ἰούδας δὲ διαλεχθεὶς καὶ πολλὰ πρὸς
ἔλεον δημηγορήσας ἐπαγωγά, εἰς ἔλεγχον ἤγαγε τοῦ πάθους τὸν Ἰωσήφ. ὁ δὲ μηκέτι
δυνάμενος ὑποκρίνεσθαι τὴν ὀργήν, γνωρίζει τοῖς ἀδελφοῖς ἑαυτόν, καὶ χάριν αὐτοῖς ὡμολόγει ὡς
συναιτίοις γενομένοις τῶν τῷ θεῷ βεβουλευμένων περὶ αὐτοῦ. “ἄπιτε οὖν φησί “καὶ ταῦτα δηλώσατε τῷ
πατρί, αὐτόν τε καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν ἀναλαβόντες ἐνταυθοῖ μετοι- κίζεσθε· ἔτι γὰρ ἐπὶ πενταετίαν ἔσται λιμός. ταῦτ’ εἰπὼν περιβάλλει τοὺς
ἀδελφοὺς καὶ δωρεαῖς δεξιοῦται.

Καὶ οἱ μὲν ἀπῆλθον· ὁ δ’ Ἰακὼβ μαθὼν τὰ περὶ Ἰωσήφ, ὥρμησεν εὐθὺς πρὸς αὐτόν)
πάντας τοὺς μετ’ αὐτοῦ ἐπαγόμενος· ἦσαν δὲ ἑβδομήκοντα πέντε. ἤδη δὲ τῆς Αἰγύπτου πλησίον ὄντι αὐτῷ
προσυπαντᾷ Ἰωσήφ. ὁ δ’ ὑπὸ χαρᾶς μικροῦ δεῖν ἐξέλιπε. παραγεγονότα δὲ τὸν Ἰακὼβ καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ
πρός Αἴ- 
 
 γυπτον ἀκούσας Φαραώ, χαίρων ἦν, καὶ παραγενόμενον τὸν Ἰακὼβ πρὸς αὐτὸν ἠσπάσατο. καὶ
μαθὼν ποιμένας εἶναι τοὺς μετ’ αὐτοῦ, συνεχώρησεν αὐτοῖς τὴν ἐν
Ἠλίου πόλει κατοίκησιν. τοῦ δὲ λιμοῦ ἐπιτεινομένου, χρημάτων τοῖς Αἰγυπτίοις ἀπεδίδου
τὸν σῖτον ὁ Ἰωσήφ. τούτων δ’ ἐπιλιπόντων, τῶν βοσκημάτων ὠνοῦντο αὐτόν, εἶτα καὶ τῆς γῆς παρεχώρουν,
ἵνα τραφεῖεν. οὕτω δὲ τοῦ Φαραὼ πάσης περιουσίας κυρίου γενομένου πλὴν τῶν ἱερέων, τούτοις γὰρ
ἔμενεν ἡ χώρα αὐτῶν, ὡς ἤδη ἐλώφησεν ὁ λιμός, συλλέγων τοὺς Αἰγυπτίους Ἰωσὴφ ἕκαστον
εἰς τὴν πόλιν αὐτοῦ, τήν τε γῆν αὐτοῖς ἐχαρίζετο καὶ φιλεργεῖν παρεκάλει, τὴν πέμπτην τῶν καρπῶν
τελοῦντας τῷ Φαραώ. Ἰακὼβ δὲ ἑπτακαίδεκα ἔτη ἐν Αἰγύπτῳ διαγαγὼν νοσήσας ἐξέλιπε,
προειπὼν πῶς μέλλοιεν οἱ ἐκ τῆς γενεᾶς αὐτοῦ τὴν Χαναναίαν οἰκεῖν. καὶ τοῖς μὲν ἄλλοις τῶν υἱῶν κτῆσιν ἀγαθῶν ἐπευξάμενος, τοῦ Ἰωσὴφ δ’ ἐγκώμιον διεξελθών, ὅτι
μὴ μνησικακήσειε τοῖς ἀδελφοῖς, πρόσ’ ἔταξε τοῖς υἱοῖς ἵνα 
 τοὺς παῖδας τοῦ Ἰωσὴφ Ἐφραΐμ καὶ Μανασσῆν ἑαυτοῖς, συνδιαιρούμενοι τούτοις τὴν
Χαναναίαν. εὐλογηθῆναι δὲ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ Ἰωσὴφ παραστήσας τῷ Ἰακώβ, τὸν μὲν πρεσβύτερον κατὰ τὴν
δεξιὰν ἔστησε χεῖρα, τὸν δὲ νεώτερον κατὰ τὴν λαιάν. ὁ δὲ τὰς χεῖρας ἐναλλὰξ ταῖς τῶν
παίδων κεφαλαῖς ἐπιθέμενος, τὴν μὲν δεξιὰν τῷ νεωτέρῳ ἀπένειμε, τῷ πρεσβυτέρῳ δὲ τὴν εὐώνυμον. καὶ
τοῦ Ἰωσὴφ μὴ οὕτω χρῆναι τὴν ἐπίθεσιν τῶν χειρῶν ποιήσασθαι φήσαντος
τῷ πατρί, ἐκεῖνος ἀλλοιῶσαι τὸν τῶν χειρῶν οὐκ ἐπείσθη σχηματισμόν. οὐ γάρ, ὡς
ὑπείληφεν Ἰωσήφ, οὐκ ᾔδει ὃ ἐποίει, τοῦ γήρως τῷ βαθεῖ βλαβεὶς τὴν διάνοιαν, ἀλλ’ ὡς
προφήτης τὰ μέλλοντα ὑπῃνίττετο, καὶ τὸν σωτήριον ἐτύπου σταυρόν, καὶ τὸν νέον λαὸν τὸν ἐξ ἐθνῶν
δηλαδὴ δεξιὸν ἐδήλου λογισθήσεσθαι τῶ θεῷ καὶ τοῦ πρεσβυτέρου προτιμηθήσεσθαι, φημὶ δῆτα τοῦ
Ἰουδαϊοῦ. τελευτᾷ δὲ Ἰακὼβ βιώσας ἔτη τριῶν δέοντα ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα. Ἰωσὴφ δὲ τοῦ
Φαραὼ συγχωρήσαντος ἄπεισιν εἰς Χεβρῶνα καὶ θάπτει τὸν πατέρα πολυτελῶς. τῶν δὲ ἀδελφῶν δεδιότων
 συνυποστρέφειν αὐτῷ, ἕνα μὴ μνησικακήσας ἀνταποδοίη αὐτοῖς, πείθει
μηδὲν ὑφορᾶσθαι. τελευτᾷ δὲ καὶ οὗτος, ἔτη βιώσας ἑκατὸν δέκα, ἐντειλάμενος, ὅτε
μεταναστεύσουσι τῆς Αἰγύπτου οἱ ἐκ τοῦ γένους αὐτοῦ, ἐκκομίσαι καὶ τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν
Χαναναίαν ἀπαγαγεῖν.

Αἰγύπτιοι δὲ ἀκμάζοντας τοὺς Ἰσραηλίτας ὁρῶντες καὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἐπιλελησμένοι,
ταλαιπωρίας ποικίλας κατ’ αὐτῶν ἐπενόουν. τόν τε γὰρ ποταμὸν εἰς διώρυχας πλείστας κατατεμεῖν αὐτοῖς
ἐπέταξαν, καὶ οἰκοδομήσαι τείχη ταῖς πόλεσι καὶ χώματα ἀνεγεῖραι, ἵνα δι’ αὐτῶν ὁ ποταμὸς λιμνάζειν ἀπείργοιτο, καὶ ἀνιστᾶν πυραμίδας, καὶ τούτοις
τοὺς Ἑβραίους ἐξέχρόνον χρόνον μὲν οὖν συχνὸν ἐπ’ αὐταῖς διήνυσαν ταῖς κακώσεσιν. εἶτα τῶν
ἱερογραμματέων τις ἀγγέλλει τῷ Φαραὼ τεχθήσεσθαί τινα κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν τοῖς Ἰσραηλίταις, ὃς
τραφεὶς ταπεινώσει μὲν τοὺς Αἰγυπτίους, αὐξήσει δὲ τοὺς ὁμογενεῖς. δείσας οὖν Φαραὼ
κελεύει πᾶν ἄρσεν γεννώμενον τοῖς Ἐβραίοις ῥιπτοῦντας εἰς τὸν ποταμὸν διαφθείρειν, τοὺς δὲ μὴ οὕτω
ποιοῦντας τῶν παίδων τοκεῖς παγγενῆ ἀναιρεῖσθαι, καὶ τοὺς τοκετοὺς δὲ τῶν 
 
 Ἑβραίων γυναικῶν τὰς Αἰγυπτίας μαίας παραφυλάττειν. 
 Καὶ οἱ μὲν ἦσαν ἐν τούτοις· ἀνὴρ δέ τις τῶν εὖ γεγονότων
πρὸς ταῦτα διέκειτο χαλεπῶς, ἐκυοφόρει γὰρ αὐτῷ ἡ γυνή, καὶ ἐδέετο τοῦ θεοῦ· μὴ
ἀπογινώσκειν δὲ καθ’ ὕπνους προσέταξεν αὐτῷ ὁ θεός. ‘ὅ τε γὰρ παῖς, ὃν ὑφορῶνται Αἰγύπτιοι, σός
ἔλεγεν ‘‘ἔσται, καὶ σωθήσεται καὶ τραφήσεται λαθὼν τοὺς ἐπιβουλεύοντας, καὶ λύσει μὲν τῆς παρ’
Αἰγυπτίοις δουλείας τοὺς ὁμοφύλους, μνήμης δὲ αἰωνίου τεύξεται. ὁ δὲ ἀδελφὸς αὐτοῦ
ἱεράσεταί μοι σὺν τοῖς ἐκγόνοις διὰ παντός.” τίκτει τοίνυν αὐτῷ ἡ γυνὴ παιδίον ἄρρεν λαθοῦσα τοὺς
φύλακας, καὶ τρέφεται παρά τῶν τεκόντων τὸ βρέφος ἐπὶ μῆνας τρεῖς. δεδοικότες δὲ ἐπὶ τῷ
θεῷ τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν πεποίηνται, καὶ πλέγμα τι μηχανησάμενοι
ἀσφάλτῳ τε περιχρίσαντες ἐντιθέασι τὸ βρέφος καὶ ἀφιᾶσι κατὰ τοῦ ποταμοῦ. ἡ δὲ τοῦ παιδὸς ἀδελφὴ
Μαριάμμη παρετήρει τὸ γενησόμενον. παίζουσα δὲ παρὰ ταῖς ὄχθαις τοῦ ποταμοῦ Θέρμουθις ἡ
θυγάτηρ Φαραὼ ὁρᾷ τὸ πλέγμα καὶ στείλασα κομίζεται τοῦτο. ἰδοῦσα δὲ τὸ παιδίον ἠγάπησε τοῦτο καὶ διὰ
κάλλος καὶ διὰ μέγεθος. καὶ παράγονται γυναῖκες Αἰγύπτιαι θηλάσουσαι αὐτό· τό δὲ θηλὴν αὐτῶν οὐ
προσίετο. ἡ δὲ 
 Μαριάμμη ὡς τάχα παρατυγχάνουσα “βασίλισσα” εἶπεν, “εἰ Ἑβραΐς κληθείη γυνή, ἴσως
προσήσεται τὸ βρέφος ὁμογενοῦς.” ἡ δέ “κάλεσον” ἔφη. καὶ παρήγαγε τὴν μητέρα, καὶ ἡ Θέρμουθις τὴν
τοῦ παιδὸς τροφὴν ἔμμισθον αὐτῇ ἀνατίθησι, καὶ ἐκ τοῦ 
συμβεβηκότος ὀνομάζει αὐτό. τό γὰρ ὕδωρ μῶς καλοῦσιν Αἰγύπτιοι, ὑσῆς δὲ τοὺς σωθέντας ἐξ ὕδατος·
ἄμφω γοῦν συνθεῖσα τὰ ῥήματα εἰς κλῆσιν αὐτοῖς τοῦ βρέφους ἐχρήσατο. ἦν δ᾿ ἐξ Ἀβραὰμ
ἕβδομος Μωυσῆς· Ἀμαρὰμ μὲν γὰρ αὐτὸς ἦν παῖς, Καὰθ δὲ τῷ Ἀμαρὰμ ὁ πατήρ, ὁ δὲ τοῦ Λευὶ, καὶ τοῦ
Ἰακὼβ ὁ Λευί, Ἰακὼβ δὲ ἐτέχθη τῷ Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δ᾿ ἐξέφυ τῷ Ἀβραάμ. τριετεῖ δὲ τῷ παιδὶ γεγονότι καὶ
τὸ τῆς 
 ἡλικίας ἀνάστημα καὶ τὸ τῆς μορφῆς ἀστεῖον ἐκ θειοτέρας ἐπέπρεπε
χάριτος, ἡ δὲ σύνεσις πολὺ κρείττων τῆς ἡλικίας ἐφύετο. ἡ Θέρμουθις οὖν γνησίας ἀμοιροῦσα γονῆς
υἱοθετεῖται αὐτὸν καὶ κομίζει πρὸς τὸν πατέρα, ὁ δὲ τὸν παῖδα προστερνισάμενος ἐπιτίθησιν αὐτῷ κατὰ φιλοφρόνησιν τὸ διάδημα. καὶ ὁ παῖς αὐτὸ κατὰ νηπιότητα δῆθεν ῥιπτεῖ κατὰ γῆς καὶ
ἐπέβαινε τοῖς ποσίν. ὅπερ ὁ ἱερογραμματεὺς θεασάμενος, ὃς ἐκ τῶν Ἑβραίων γενέσθαι τινὰ τὸν τὴν
Αἰγυπτίων ἀρχὴν ταπεινώσοντα προεῖπεν, ἀνακραγών “οὗτος” εἶπεν “ἐκεῖνος ὁ παῖς, ὃν
ἀνελὼν τοῖς Αἰγυπτίοις τὸ δέος περίελε,” ἔφθη δ᾿ αὐτὸν ἡ Θέρμουθις ἐξαρπάσασα, καὶ τὸν Φαραὼ δὲ
νωθρὸν πρὸς τὸν φόνον διέθηκεν ὁ θεός. 
 Παρελθὼν δὲ εἰς ἡλικίαν ὁ Μωυσῆς ἐκ τοιαύτης λαβῆς οἷος τὴν ἀρετὴν ἦν φανερὸς
τοῖς Αἰγυπτίοις ἐγένετο. πρόσοικοι ὄντες τῇ Αἰγύπτῳ Αἰθίοπες ἐσίνοντο τὴν χώραν αὐτῶν, οἱ δ᾿
Αἰγύπτιοι στρατεύουσιν ἐπ᾿ αὐτούς· καὶ ἡττήθησαν, Αἰθίοπες δὲ καταφρονήσαντες αὐτῶν τὴν ἅπασαν
κατέτρυχον Αἴγυπτον. κατὰ δὲ θεῖον χρησμὸν αἰτεῖ τὴν θυγατέρα τὸν Μωυσῆν Φαραὼ ἤδη
ἀνδρωθέντα, κατὰ τῶν Αἰθιόπων στρατηγὸν αὐτῷ γενησόμενον. ἡ δὲ δίδωσιν, ὁρκώσασα τὸν πατέρα μηδὲν
αὐτὸν διαθεῖναι κακόν. Μωυσῆς δὲ τὸν πόλεμον πιστευθεὶς οὐ διὰ συνήθους ὁδοῦ ἄγει ἐπὶ
τοὺς πολεμίους τὴν στρα- τιάν, ἀλλὰ δι᾿ ἀστιβήτου ἐκ πλήθους ἑρπετῶν
ἰοβό- λῶν· ἔνθα καὶ τὴν σύνεσιν αὐτοῦ ἐπεδείξατο. πλέγματα γὰρ ποιήσας καὶ ταῦτα
πληρώσας ἴβεων, πολλὰς δὲ ταύτας τρέφει καὶ χειροήθεις ἡ Αἴγυπτος, κατὰ τὴν ὁδὸν ἐκείνην ἐκόμιζεν·
αἶ δὲ ἴβεις τοῖς ἰοβόλοις τούτοις πολέμιοι· καὶ ταύταις προηγουμέναις τῆς στρατιᾶς
προμάχοις κατὰ τῶν ἰοβόλων ἐχρήσατο. καὶ μηδὲν προγνοῦσιν ἔπεισι τοῖς Αἰθίοψι, καὶ τούτους νικᾷ καὶ
πόλεις αὐτῶν αἱρεῖ οὐκ ὀλίγας. οἱ δὲ συνελαθέντες εἰς Σαβᾶν πόλιν βασίλειον οὖσαν Αἰθιοπίας, ἣν ὕστερον Καμβύσης Μερόην ὠνόμασε διὰ τὴν ὁμώνυμον ἀδελφήν, ἐπολιορκοῦντο· ἦν δὲ ἡ πόλις
δυσπολιόρκητος. Θάρβις δὲ τοῦ Αἰθιόπων κρατοῦντος θυγάτηρ εἰς ἔρωτα ὤλισθε Μωυσέως καὶ διαπέμπεται πρὸς αὐτὸν περὶ γάμου, ὁ δὲ κατένευεν, εἰ παραδοίη
τὴν πόλιν αὐτῷ. φθάνει τὸ ἔργον τοὺς λόγους, καὶ Μωυσῆς ἐτέλει τοὺς γάμους, καὶ τοὺς Αἰγυπτίους
ἀπήγαγεν εἰς τὴν ἑαυτῶν. οἱ δ᾿ ἐμίσουν αὐτὸν καὶ σωζόμενοι, καὶ ἠρέθιζον τόν Φαραὼ κατ’ αὐτοῦ. ὁ δὲ
καὶ τοῖς ἱερογραμματεῦσι πειθόμενος καὶ διὰ τὸν φόνον τοῦ Αἰγυπτίου τοῦ τὸν Ἑβραῖον
μαστίζοντος, ὡς τῇ βίβλῳ περιείληπται τῆς Γενέσεως, εἰ καὶ τοῦτο παρέδραμεν ὁ Ἰώσηπος, ἐπέθετο τῇ
ἀναιρέσει τοῦ Μωυσέως. ὁ δὲ καὶ τῶν ὁδῶν φυλαττομένων λαθὼν ὑπέξεισι διὰ τῆς ἐρήμου, καὶ εἰς πόλιν ἄπεισι Μαδιάμ, καὶ ξενίζεται παρὰ τῷ τῆς πόλεως
ἱερεῖ, ὃς καὶ διώνυμος ὢν Ῥαγουὴλ ἐκαλεῖτο καὶ Ἰοθόρ. ὁ δὲ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ Σεπφώραν τῷ Μωυσῇ πρὸς
γάμον ἐκδίδωσιν καὶ ποιμένα ποιεῖται τῶν ἑαυτοῦ θρεμμάτων.

Νέμων δ’ ἐπὶ τὸ Σίναιον ὄρος ὁ Μωυσῆς τοῦ περὶ τὴν βάτον ἀξιοῦται ὁράματος, ἣν ἔφλεγε πῦρ,
 
 
 οὐ μέντοι κατέκαιεν. εἶτα καὶ φωνῆς ἐκεῖθεν ἀκούει, ἣ μὴ
προβαίνειν ἐπέταττεν, ἅτε θείου τοῦ τόπου τυγχάνοντος, καὶ τὰ ἐσόμενα προηγόρευε, καὶ ἀπιέναι αὐτῷ
εἰς Αἴγυπτον ἐκέλευε, τοὺς ὁμογενεῖς τῆς ἐκεῖ κακώσεως ἀπαλλάξοντι καὶ ἐξάξοντι αὐτοὺς τῆς 
 Αἰγύπτου, θυσίας τε εἰς ἐκεῖνον τὸν τόπον ποιεῖν ἐνετέλλετο. ταῦτα ἐκ
τοῦ πυρὸς θεοκλυτεῖται ὁ Μωυσῆς. ὁ δ᾿ ἠπόρει πῶς ἢ τούς οἰκείους πείσειεν ἢ βιάσαιτο Φαραὼ ἐπιτρέψαι
τὴν ἔξοδον. καὶ ὁ θεὸς ῥᾷστα ταῦτα θήσειν αὐτῷ ἐπηγγέλλετο, καὶ εἰς πίστιν τὴν
βακτηρίαν εἰς τὴν γῆν ἀφεῖναι κελεύεται, καὶ ἀφέντος δράκων ἐγένετο, εἶτ᾿ ἐπιλαβομένου πάλιν
βάκτρον ἦν. καὶ καθεῖναι τὴν δεξιὰν εἰς τὸν κόλπον προσταχθείς, λευκὴν ὁμοίαν τιτάνῳ τὴν χρόαν
ἐξήνεγκεν, εἶτα καὶ εἰς τὸ πρότερον εἶδος ἀποκατέστη. καὶ τοῦ πλησίον ὕδατος λαβεῖν
κελευσθεὶς καὶ κατα- χέαι τῆς γῆς, ὁρᾷ τὸ χεθὲν αἱματῶδες. θαρρεῖν
οὖν ἐπὶ τούτοις παρεκελεύετο καὶ μηκέτι μέλλειν. παραλαβὼν οὖν τὴν γυναῖκα καὶ τοὺς παῖδας τοὺς ἐξ
αὐτῆς, Γηρσών, ὃ σημαίνει ὅτι εἰς τὴν ξένην, καὶ Ἐλεάζαρ, δηλοῖ δὲ ὡς συμμάχῳ χρήσαιτο
τῷ πατρῴῳ θεῷ, ὥρμησεν εἰς Αἴγυπτον. πλησιάσαντι δὲ ὁ ἀδελφὸς ὑπήντησεν Ἀαρών. παραγίνονται οὖν
ἄμφω πρὸς Φαραώ, καὶ τὰ ἐκ θεοῦ προστεταγμένα εἰπόντες ἠξίουν μὴ ἀντιπράττειν τῇ θείᾳ βουλῇ.
χλευάσαντος δ᾿ ἐκείνου, ἔργῳ τὰ σημεῖα ἐδείκνυον, καὶ ἡ ῥάβδος ὄφις ῥιφεῖσα ἐγένετο. τὸ
δ᾿ αὐτὸ καὶ τῶν Αἰγυπτίων ἐπαοιδῶν πεποιηκότων καὶ τὰς σφετέρας βακτηρίας μεταβαλόντων εἰς δράκοντας, Μωυσῆς τὴν βακτηρίαν αὖθις ῥιπτεῖ κατὰ γῆς, καὶ εἰς ὄφιν
μεταβληθεῖσα τὰς τῶν Αἰγυπτίων βακτηρίας, αἳ δράκοντες ἐδόκουν, κατέφαγεν· εἶτα εἰς τὸ
ἑαυτῆς σχῆμα μετα- πεσοῦσαν αὐτὴν κομίζεται. σκληρυνομένου δὲ Φαραώ, εἰς αἷμα τὰ ὕδατα
μετεβέβλητο. εἶτα βάτραχοι πᾶσαν τὴν γῆν Αἰγύπτου ἐκάλυψαν. ἐπὶ τούτοις σκνῖπες ἐκ τῆς γῆς
ἀνεδόθησαν. τὰ μὲν οὖν ἄλλα τεράστια καὶ οἱ ἐπαοιδοὶ Φαραὼ ἐδόκουν ποιεῖν, σκνῖπας δὲ
φαντάσαι οὐκ ἠδυνήθησαν. εἶπον οὖν πρὸς Φαραὼ ὅτι δάκτυλος θεοῦ τοῦτό ἐστιν· ὁ δ’ ἔτι ἀνένδοτος ἦν.
καὶ ἐγένετο κυνόμυια, καὶ ἐπὶ ταύτῃ φθορὰ τῶν κτηνῶν. ἔπειτα τοῦ
Μωυσέως καμινιαίαν αἰθάλην τοῦ ἀέρος κατασκεδάσαντος, ἕλκη καὶ φλυκτίδες ἔν τε τοῖς
κτήνεσι καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις ἀνέζεσαν, καὶ αὖθις χάλαζα ὕσθη, καὶ μετ’ αὐτὴν ἐπῆλθεν ἀκρίς, καὶ ἐπὶ
ταύταις σκότος τοὺς Αἰγυπτίους ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐκάλυψε, τελευταῖον δ’ ἐπήνεκτο τούτοις
ἡ τῶν πρωτοτόκων ἀπώλεια. σκληρυνομένου γὰρ Φαραὼ ἐκέλευσεν ὁ θεὸς Μωυσῇ θυσίαν παρασκευάσαι εἰς τὴν
τεσσαρεσκαιδεκάτην τοῦ μηνὸς ὃς παρὰ μὲν Ἑβραίοις Νίσαν καλεῖται, παρ’ Αἰγυπτίοις δὲ Φαρμουθί, παρὰ
Μακεδόσι δὲ Ξανθικός, καὶ παρ’ Ἕλλησιν Ἀπρίλλιος. ἐνστάσης δὲ τῆς τεσσαρεσκαιδεκάτης
 ἄπαντες ἔθυον καὶ τῷ τοῦ θύματος αἵματι τὰς φλιὰς τῶν οἰκιῶν ἔχριον,
καὶ δειπνήσαντες τῶν κρεῶν τὰ περιττὰ ἔκαυσαν. ὅθεν ἔκτοτε ἑορτὴν ἄγουσιν Ἑβραῖοι κατὰ τὸν καιρόν
τοῦτον καὶ θύουσι, πάσχα τὴν ἑορτὴν καλοῦντες. τὸ δὲ πάσχα ἄλλοι μὲν διάβασιν σημαίνειν
φασίν, Ἰώσηπος δὲ ὑπερβασίαν, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν νύκτα τοὺς Ἑβραίους ὁ θεὸς ὑπερβὰς Αἰγυπτίοις
ἐνέσκηψε τὴν τῶν πρωτοτόκων φθοράν. ὅθεν συνελθόντες Αἰγύπτιοι ἐδέοντο Φαραὼ ἀπολύειν
τοὺς Ἑβραίους· ὁ δὲ ἀπιέναι προσέταξεν. οἱ δ᾿ ἐξῄεσαν. ἦν δὲ τὸ τῶν μετανισταμένων πλῆθος τὸ
στρατεύσιμον ἡλικίαν ἔχον μόνον μυριάδες 
 ἐξήκοντα. ἐξῆλθον δὲ μηνὸς Ξανθικοῦ πέμπτῃ καὶ 
δεκάτῃ κατὰ σελήνην, μετὰ ἔτη τετρακόσια τριάκοντα τοῦ τὸν Ἀβραὰμ εἰς Χαναναίαν ἐλθεῖν, ἐκ δὲ τῆς
Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον παροικίας μετὰ ἐνιαυτοὺς διακοσίους καὶ πεντεκαίδεκα. ἦν δὲ Μωυσῇ τότε τῆς ζωῆς ἔτος ὀγδοηκοστόν, Ἀαρὼν δὲ τρισὶν ὑπερεῖχε. συνεπήγοντο δὲ καὶ τὰ ὀστᾶ τοῦ Ἰωσήφ,
πληροῦντες τὴν ἐντολὴν τοῦ ἀνδρός.

Οἶ’ μενοῦν ἀπῄεσαν, Αἰγύπτιοι δὲ μετεμέλοντο καὶ λαβόντες ὅπλα ἐδίωκον. ἑξακόσια δ’ ἦσαν
αὐτοῖς ἄρματα 5 ἱππεῖς τε πεντακισμύριοι, καὶ μυριά- 
’δες εἴκοσιν ὁπλιτῶν. Ἑβραίους δ’ εἰς ἀπόγνωσιν ἦγον ἐν στενῷ γεγονότα τὰ πράγματα, καὶ λίθοις
βάλλειν τὸν Μωυσῆν ἔμελλον. ὁ δὲ παρεκάλει αὐτῷ ἕπεσθαι, καὶ ἦγεν αὐτοὺς ἐπὶ θάλασσαν, καὶ στὰς παρ’
αὐτῇ καὶ τὸν θεὸν ἐπιβοησάμενος τύπτει τὴν θάλασσαν τῇ βακτηρίᾳ· ἡ δὲ ἀνεκόπη καὶ
γυμνὴν ἀφῆκε τοῖς Εβραίοις τὴν γῆν, κἀκεῖνοι διέβαινον σπεύδοντες. ὁρῶντες δὲ ταῦτα Αἰγύπτιοι, καὶ
αὐτοὶ προτάξαντες τὴν ἵππον ἐδίωκον. ἤδη δ᾿ ἐπὶ τὴν ἀντιπέραν γῆν τῶν Ἑβραίων
διασωθέντων ἐπιχεῖται τοῖς Αἰγυπτίοις ἡ θάλασσα, τοῦ Μωυσέως τῇ ῥάβδῳ ἐπιστρεπτικῶς αὖθις τὸ ὕδωρ
πατάξαντος καὶ τὰ τούτου ἑνώσαντος τμήματα. ἀπώλοντο οὖν οἱ ἐν
τοῖς ὕδασιν Αἰγύπτιοι ξύμπαντες. καὶ οἶ μὲν Ἑβραῖοι ἐν ὕμνοις ἦσαν καὶ ἔχαιρον, Μωυσῇ
δὲ ᾠδὴ πεποίηται πρὸς θεὸν ἐν ἑξαμέτρῳ τόνῳ συντεθειμένη, ὥς φησιν Ἰώσηπος. τὰ δ’ ὅπλα τῶν Αἰγυπτίων
σὺν τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐκβρασθέντα τῆς θαλάσσης ὑπὸ τοῦ πνεύματος λα- 
 βόντες Ἑβραῖοι, τούτοις ὡπλίσθησαν. καὶ ἦγεν αὐτοὺς ὁ Μωυσῆς εἰς τὸ ὀρὸς Σινὰ, θύσων
ἐκεῖ τὰ σῶστρα, ὡς αὐτῷ ἐνετέταλτο. ἀγομένους δ’ ἐκεῖ ἡ τῶν τροφῶν ἐλύπει σπάνις καὶ ἡ τοῦ ὕδατος
ἔνδεια. καὶ οὕτως ἔχοντες εἰς τόπον ἀφικνοῦνται ἐν ᾧ φρέαρ ἦν, οὗ τὸ ὕδωρ διὰ πικρίαν
ἄποτον. καὶ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἡ μὲν τῆς Ἐξόδου βίβλος Μερρὰν ὀνομάζει, ὁ δ’ Ἰώσηπος Μὰρ αὐτὸν κληθῆναι παρὰ τῶν Ἑβραίων συγγράφεται, μὰρ τὸ πικρὸν λέγων τοὺς Ἑβραίους καλεῖν. καὶ τοῦ δημαγωγοῦ κατεγόγγυζον, ὁ δὲ τοῦ θεοῦ πρότερον δεηθεὶς ξύλον λαβὼν
εἰς τὸ φρέαρ ἐνέβαλε καὶ τὸ ὕδωρ ἐγλύκανεν. ὁ δὲ Ἰώσηπος ἔοικε μὴ πιστεύων ὡς θαύματι τῇ γλυκάνσει
τοῦ ὕδατος, ἀλλὰ φυσικῶς αὐτὸ γλυκανθῆναι δοξάζων λέγει ὅτι τὸ ξύλον ὁ Μωυσῆς εἰς τὸ
ὕδωρ βαλὼν ἐξαντλεῖν τὸ φρέαρ ἐκέλευε, καὶ οἱ μὲν ἐπόνουν, τὸ δ’ ὑπὸ τῶν συνεχῶν πληγῶν
γεγυμνασμένον καὶ κεκαθαρμένον ἤδη πότιμον ἦν. τὴν δὲ τῶν τροφῶν
ἔνδειαν ἰάσατο, τοῦ θεοῦ δεηθείς, δι’ ὀρτύγων. ἐφίπταντο γὰρ τῇ τῶν Ἑβραίων παρεμβολῇ
πλῆθος ὀρτύγων, οὓς συλλαμβάνοντες ἤσθιον. καὶ ἐπὶ τούτοις τὸ μάννα ὗσεν αὐτοῖς ὁ θεός, μέλιτι μὲν
τὴν ἡδονὴν ἐμφερές, τὸ δὲ μέγεθος κοριάνδρου σπέρματι ὅμοιον, μάννα δὲ παρ’ ἐκείνων κληθέν, ὡς
ἀπορούντων τί τοῦτο ἂν εἴη· τὸ γὰρ μὰν καὶ ἐπερώτησιν δηλοῖ κατὰ τὴν ἐκείνων διάλεκτον.
οὕτω καὶ ταῦτα Ἰώσηπος. ἐνετέταλτο δὲ ἀσσάρωνα ἕκαστον ἐκ τούτου καθ’ ἑκάστην συλλέγειν, ὁ δὲ
ἀσσάρων μέτρον ἐστίν, εἰ δέ τις πλέον συνέλεξεν, εἰς τὴν αὔριον ἄβρωτον ἦν, ὑπό τε
σκωλήκων καὶ πικρίας διεφθαρμένον. τοῦτο δὲ ᾠκονόμητο, ἵνα μὴ τῶν
ἐρρωμένων πολὺ συναγόντων ἐπιλείπῃ τοῖς ἀσθενέσι. τῇ δὲ τροφῇ ταύτῃ τεσσαράκοντα
ἐχρήσαντο ἔτεσιν, ἐφ’ ὅσον ἤσαν ἐν τῇ ἐρήμῳ. αὖθις οὑν εἰς ἄνυδρον ἦλθον τόπον καλούμενον Ῥαφιδίν,
καὶ διψῶντες κατὰ Μωυσέως κεκίνηντο. ὁ δὲ τοῦ θεοῦ δεηθεὶς κελεύεται ῥάβδῳ τὴν πέτραν πλῆξαι, καὶ
πλήττει, ἧς αὐτίκα ὕδωρ ἐξεβλύσθη πολύ τε καὶ διαυγέστατον. οἱ δὲ Ἀμαληκῖται κατὰ τῶν
Ἑβραίων ἐχώρουν, τοὺς περι- οἴκους συμμάχους προσκαλεσάμενοι.
Μωυσῆς δὲ τὸ μάχιμον τοῦ λαοῦ τῶν ἄλλων ἀποδιελών, καὶ Ἰησοῦν τὸν τοῦ Ναυῆ ἐπιστήσας αὐτοῖς, μέρος
δέ τι 
 τῆς στρατιὰς καταλιπὼν εἰς τὴν τοῦ ὕδατος φυλακήν, αὐτὸς μὲν
ἀνεχώρει πρὸς τὸ ὄρος, Ἰησοῦ δ’ ἐνετέλλετο πεποιθέναι θεῷ καὶ τὸ στράτευμα κατὰ τῶν ἐναντίων
ἐξάγειν. ἤδη οὖν ὁ πόλεμος συνερρήγνυτο· καὶ μέχρι μὲν Μωυσῆς τὰς χεῖρας εἶχεν ὑψοῦ, τοὺς Αμαληκίτας οἱ Ἑβραῖοι κακῶς διετίθεντο, ὁσάκις δὲ τὰς χεῖρας καθίει ὁ Μωυσῆς τῇ ἀνατάσει τούτων
πονούμενος, ἡττᾶσθαι τότε τοὺς Ἑβραίους συνέβαινεν. ἑκατέρωθεν οὖν τὸν ἀδελφὸν Ἀαρὼν καὶ Ὢρ τὸν
ἄνδρα τῆς ἀδελφῆς Μαριὰμ στήσας ἀνέχειν τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐνετείλατο. καὶ οὕτω τοὺς
Ἀμαληκίτας νικῶντες Ἑβραῖοι πάντας ἀπώλεσαν ἄν, εἰ μὴ νὺξ ἐπέσχεν αὐτοῦ αὐτούς. Ἑβραίων δὲ τέθνηκεν
οὐδὲ εἷς.

Εκεῖθεν ἀπῄεσαν εἰς τὸ πρόσω, καὶ ἐν τριμήνῳ μετὰ τὴν ἐξ
Αἰγύπτου ἐξέλευσιν παρῆσαν ἐπὶ τὸ ὄρος Σινὰ, καὶ ἔθυσε Μωυσῆς ἐκεῖ τῷ θεῷ. ὅπου καὶ
Ῥαγουὴλ ὁ πενθερὸς αὐτοῦ ἀπήντησεν αὐτῷ, θεασάμενος δὲ τὸν γαμβρὸν αὐτοῦ ἐν ὄχλῳ πραγμάτων ὄντα,
πάντων ἐπ’ αὐτὸν βαδιζόντων, συνεβούλευε 
 τὴν μὲν τῶν δικῶν ζήτησιν ἑτέροις ἐπιτρέπειν, αὐτὸν δὲ τῶν μειζόνων προνοεῖν πραγμάτων
καὶ τῆς τοῦ λαοῦ σωτηρίας, καὶ κατὰ μυρίους ἄρχοντας ἀποδεικνύειν, εἶτα κατὰ χιλίους, καὶ κατὰ
πεντακοσίους ἑτέρους ἐφιστᾶν, καὶ ἐπὶ τούτοις ἑκατοντάρχους καὶ πεντηκοντάρχους ποιεῖν,
καὶ ἐν τριάκοντα καὶ εἴκοσι καὶ δέκα ἐφιστᾶν τοὺς διακοσμήσοντας. 
ταῦτα τοῦ Ῥαγουὴλ συμβουλεύσαντος, Μωυσῆς κατὰ τὴν ὑποθήκην ἐκείνου ποιεῖ. εἶτα πλησίον μετασκηνῶσαι
 τοῦ ὄρους Σινᾶ τῷ λαῷ ἐντειλάμενος, αὐτὸς εἰς τὸ ὄρος ἀνῄει· καὶ ὁ λαὸς μετεσκήνωσεν,
ἁγνεύων τήν τε ἄλλην ἁγνείαν καὶ ἀπὸ γυναικὸς συνουσίας τρίτην ἡμέραν. κατὰ δὲ τὴν τρίτην ἔωθεν
νεφέλη περιεκύκλου τὸ τῶν Ἑβραίων στρατόπεδον, ἀστραπαί τε ἦσαν φοβεραὶ καὶ πνευμάτων
σφοδρότης, ἃ τοὺς Ἑβραίους ἐδείμαινε ταῖς σκηναῖς προσμένοντας. ἐπιφαίνεται δὲ Μωυσῆς ἔμπλεως
θάρσους, καὶ ὀφθεὶς ἀπαλλάττει τοῦ δέους αὐτοὺς καὶ μηνύει σφίσιν ἃ ὁ θεὸς ἐνετείλατο καὶ ὅσα
φυλάξουσι νόμιμα, καὶ προσάγει τόν λαὸν ἄμα γυναιξὶ καὶ τέκνοις, ὡς ἀκούσαιεν του θεοῦ.
καὶ ἤκουον φωνῆς ὑψόθεν γινομένης. εἶτ’ αὖθις ἄνεισιν εἰς τό ὄρος·
καὶ χρονίσαντος ἐκεῖ ὁ λαὸς ἠθροίσθη πρὸς Ἀαρὼν λέγων ‘‘ποίησον ἡμῖν θεούς· ὁ γὰρ Μωυσῆς οὐκ οἴδαμεν
τί γέγονεν.” Ἀαρὼν δὲ βιαζόμενος προσενεγκεῖν προσέταξεν ἕκαστον τὰ ἐνώτια τὰ χρυσᾶ καὶ
τὸν κόσμον ὃν αἱ γυναῖκες καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῶν περιέκειντο. οἱ δὲ προσήγαγον, καὶ δι’ αὐτῶν μόσχον
ἐποίησαν χωνευτὸν καὶ ἔθυσαν αὐτῷ. Μωυσῆς δὲ καταβαίνων ἀπὸ τοῦ ὄρους καὶ τὰς δύο
πλάκας τοῦ μαρτυρίου ἐν ταῖς χερσὶ φέρων λιθίνους καταγεγραμμένας ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, ὡς ἤγγισε
τῇ παρεμβολῇ, ὁρᾷ τὸν μόσχον, καὶ ὀργισθεὶς τὰς πλάκας συνέτριψε, καὶ λαβὼν τὸν μόσχον
κατέκαυσε καὶ ἐλέπτυνε καὶ βαλὼν εἰς ὕδωρ ἐπότισε τὸν λαόν. καὶ
ἐνετείλατο τοῖς υἱοῖς Λευί, καὶ διῆλθον διὰ τῆς παρεμβολῆς καὶ ἀπέκτειναν πολλούς, ὡς καὶ εἰς
τρισχιλίους τοὺς πεσόντας ἀριθμηθῆναι. ὑπέστρεψε δὲ Μωυσῆς πρὸς τὸ ὄρος λέγων κύριε,
ἡμάρτηκεν ὁ λαός σου, καὶ νῦν εἰ μὲν ἀφίης αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν, ἄφες· εἰ δὲ μή, κἀμὲ ἐξάλειψον ἐκ
τῆς βίβλου σου. καὶ εἶπεν αὐτῷ κύριος “κατάβηθι, ὁδήγησον τὸν λαὸν τοῦτον εἰς τὸν τόπον 
ὃν εἶπόν σοι.” καὶ ἐνεφάνισε κύριος τῷ Μωυσῇ αἰτήσαντι ἰδεῖν αὐτὸν τὰ ὀπίσθια αὐτοῦ. καὶ κατέβη πρὸς
τὸν λαὸν αὖθις δύο πλάκας ἐπιφερόμενος τοὺς δέκα λόγους γεγραμμένους ἐχούσας, καὶ ἡ ὄψις τοῦ
 προσώπου αὐτοῦ ὑπῆρχε δεδοξασμένη, καὶ οὐκ ἠδύνατο 
ἀτενίσαι αὐτῷ ὁ λαός, καὶ περιέθετο κάλυμμα περὶ τὴν ὄψιν αὐτοῦ, καὶ οὕτως ὡμίλει αὐτοῖς. καὶ
ἀπήγγειλεν αὐτοῖς ἁ ἐνετείλατο ὁ θεὸς περί τε θυσιῶν καὶ καθαρσίων, καὶ ζῴων ἀκαθάρτων τε καὶ
καθαρῶν, ὥστε τῶν μὲν ἀπέχεσθαι, τοῖς δὲ τρέφεσθαι, περί τε μίξεων ἀθέσμων, καὶ τίνας
οἱ ἱερεῖς εἰς γάμον ἀγάγωνται, καὶ οἵας οἱ ἀρχιερεῖς, καὶ περὶ σαββάτου καὶ τοῦ ἑβδόμου ἐνιαυτοῦ καὶ
τοῦ πεντηκοστοῦ, ὃν ἰωβηλαῖον καλοῦσι· καὶ ὅτι ἐπέταξεν ὁ θεὸς σκηνὴν γενέσθαι εἰς ἣν ἂν παραγίνοιτο
συνε- 
 παγομένην αὐτοῖς μεταβαίνουσι, καὶ μέτρα τῆς σκηνῆς ἔδειξεν αὐτῷ καὶ
σχῆμα καθ’ ὁ ἂν κατασκευασθείη. ὁ δὲ λαὸς χαίροντες ἐπὶ τούτοις προσῆγον χρυσόν τε καὶ ἄργυρον καὶ
λίθους τιμίους καὶ χαλκὸν καὶ ξύλα καὶ τρίχας αἰγείας καὶ δέρματα κριῶν καὶ λίνον καὶ
ἔρια. ἀρχιτέκτονας δ’ ἐφίστησι τῆς σκηνῆς τόν τε τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ τῆς Μαριὰμ υἱὸν τὸν
Βεσελεὴλ καὶ τὸν Ἐλιφάτζ.

ἤδη δὲ τῆς σκηνῆς εἰργασμένης ἔστησε ταύτην Μωυσῆς. εἴργαστο δὲ ἡ κιβωτὸς ἐκ ξύλων ἀσήπτων,
ἃ πανταχόθεν χρυσίον περιεκάλυπτεν, ᾗ τὰς δύο πλάκας ἐνέθεντο 
 αἳ τοὺς δέκα λόγους εἶχον ἐγγεγραμμένους. ὣν ὁ πρῶτος μὲν ἔνα θεὸν εἶναί φησι καὶ τοῦτον
μόνον σέβεσθαι δεῖν, ὁ δεύτερος δὲ μηδενὸς εἰκόνα ζῴου ποιεῖν μηδὲ προσκυνεῖν, ὁ τρίτος ἐπὶ μηδενὶ
ματαίῳ τὸν θεὸν ὀμνύναι, ὁ τέταρτος τὰς ἑβδομάδας παρατηρεῖν ἀναπαυομένους ἐξ ἔργου
παντός, ὁ πέμπτος γονεῖς τιμᾶν, ὁ ἕκτος φόνου ἀπέχεσθαι, ὁ ἕβδομος μὴ μοιχεύειν, ὁ ὄγδοος μὴ
κλέπτειν, ὁ ἔνατος μὴ ψευδομαρτυρεῖν, ὁ δέκατος μηδενὸς ἀλλοτρίου ἐπιθυμεῖν. ταύτην οὖν τὴν κιβωτὸν
εἰσάγουσιν εἰς τὸ ἄδυτον. ἐν δὲ τῷ ναῷ τιθέασι τράπεζαν, καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἄρτους
 ἀζύμους δώδεκα καὶ λυχνίαν χρυσῆν καὶ θυμιατήριον ξύλινον ἐντός,
ἔξωθεν δὲ χρυσίῳ κεκαλυμμένον. καὶ πρὸ τῆς σκηνῆς βωμὸν ἱδρύσατο ξύλινον χαλκαῖς λεπίσι
περιεληλαμένον, οὗ ἄντικρυς φιάλαι καὶ κρατῆρες σὺν θυί·σκοις ἐτίθεντο, καὶ ἄλλα σκεύη
ἃ πρὸς ἱερουργίαν ἡτοίμαστο, χρύσεα πάντα. γίνονται δὲ καὶ τοῖς ἱερεῦσι στολαί, ἀλλὰ μέντοι καὶ τῷ
ἀρχιερεῖ. ἀρχιερέα δὲ ὁ θεὸς τὸν Ἀαρὼν ἐψηφίσατο. συναθροίσας δὲ τὸ πλῆθος ὁ Μωυσῆς “ἄνδρες” “τὸ μὲν ἔργον τετέλεσται, τῆς δὲ τοῦ ἱερᾶσθαι τιμῆς ὁ θεὸς τὸν Ἀρὼν ἀξιοῖ.” προσέταξε δὲ
Μωυσῆς εἰσφέρειν ἕκαστον σίκλου τὸ ἥμισυ, ἴν εἰς τὰς περὶ τὴν σκηνὴν
χρείας εἴη ἀνάλωμα. ὁ δὲ σίκλος νόμισμα Ἑβραίων ἐστὶν Ἀττικὰς δεχόμενον δραχμὰς τέσσαρας. τὸ δὲ πλῆθος τόν εἰσφερόντων ἦν μυριάδες ἐξήκοντα καὶ πεντακισχίλιοι πεντακόσιοι πεντήκοντα. τὴν
δ εἰσφορὰν ἐποιοῦντο τῶν ἐλευθέρων οἱ τὸν εἰκοστὸν ὑπερβάντες ἐνιαυτὸν ἄχρι
πεντηκοστοῦ. ἐποιήθη δὲ ἡ σκηνὴ μησὶν ἑπτά. ἔδειξε δὲ ὁ θεὸς κατὰ γνώμην αὐτοῦ τὸ ἔργον γενόμενον,
παρουσιάσας ἐν τῇ σκηνῇ. οὕτω δὲ τὴν παρουσίαν ἐδήλωσεν. ἀχλὺς ὑπὲρ τὴν σκηνὴν μόνην ἐγένετο, οὔτε
βαθεῖα καὶ συμπεπιλη- 
 μένη καὶ νέφεσιν ἐμφερής, οὔτε πάνυ λεπτή τε καὶ ἀραιά, ὡς δι᾿ αὐτῆς
διικνεἳσθαι τὴν ὅρασιν· ἡδεῖα δὲ ἀπ᾿ αὐτῆς ἔρρει δρόσος. Μωυσῆς δὲ ἔθυσεν ἐν τῷ τῆς σκηνῆς αἰθρίῳ
ἐφ᾿ ἡμέρας ἑπτά, τῇ δὲ ὀγδόῃ ἑορτὴν ἐκήρυξε τῷ λαῷ καὶ θύειν ἐπέταξεν. οἱ δὲ ἀλλήλοις
ἡμιλλῶντο. ἐπικειμένων δὲ τῶν ἱερῶν τῷ βωμῷ πῦρ ἀνήφθη αὐτόματον καὶ πάντα τὰ ἐπὶ τοῦ βωμοῦ
ἐδαπάνησεν. οἱ δὲ πρεσβύτεροι τῶν τεσσά- ρων υἱῶν Ἀαρών, Ναδὰβ
καὶ Ἀβιού, παρὰ τὰ διατεταγμένα θύσαντες κατεκαύθησαν τὰ στέρνα τε 
 καὶ τὰ πρόσωπα, πυρὸς ἐξαφθέντος αὐτομάτου καὶ φλέξαντος αὐτούς· ὧν
τὰ σώματα ἔξω τῆς παρεμβολῆς κομισθέντα ἐτάφησαν. τὴν δὲ φυλὴν τοῦ Λευὶ τῶν ἄλλων διακρίνας ἥγνισε,
καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὴν σκηνὴν καὶ τὰ σκεύη τὰ ἱερά, ἵνα ὡς ὑφηγοῦνται οἱ ἱερεῖς,
ὑπηρετῶσιν αὐτοί. μετὰ ταῦτα ἀριθμῆσαι διέγνωκε τὸν λαόν, καὶ εὑρέθησαν τῶν ὅπλα φέρειν δυναμένων
μυριάδες ἑξήκοντα καὶ τρισχίλιοι πρὸς ἑξακοσίοις καὶ πεντήκοντα. οὗτοι δ᾿ ἦσαν οἱ τὸν εἰκοστὸν
ὑπερβάντες ἐνιαυτὸν καὶ ἄχρι τοῦ πεντηκοστοῦ ἐφθακότες. ἀντὶ δὲ τῆς Λευιτικῆς φυλῆς
τοῖς φυλάρχοις κατέλεξαν τοὺς παῖδας τοῦ Ἰωσήφ, τὸν Μανασσῆν καὶ τὸν Ἐφραΐμ, κατὰ τὴν δια-
 ταγὴν τοῦ προπάτορος Ἰακώβ. οἱ δέ γε Λευῖται δισμύριοι καὶ
τρισχίλιοι ἀριθμηθέντες εὑρέθησαν πρὸς ὀκτακοσίοις καὶ ὀγδοήκοντα.

Εἶτα στασιάζει τὸ πλῆθος τὸν Μωυσῆν αἰτιώμε- νον ὅτι γῆς αὐτοὺς ἀγαθῆς
ἀποστήσας ἐν ἐρήμῳ πλανᾶσθαι πεποίηκεν. ἀγαγὼν δὲ αὐτοὺς ἐκεῖθεν εἰς τὴν καλουμένην Φάραγγα, πλησίον
οὖσαν τῆς Χαναναίων γῆς, ἐξ ἑκάστης φυλῆς ἔνα λαβὼν κατασκοπήσοντας ἔστειλε τήν τε
δύναμιν τῶν Χαναναίων καὶ τῆς γῆς τὴν ποιότητα. οἶ δὲ τεσσαράκοντα ἡμέραις διελθόντες τὴν γῆν
ὑπενόστησαν, καὶ καρποὺς ἐκ τῆς γῆς ἐκείνης κομίζοντες, καὶ τὴν μὲν χώραν ἐπῄνουν ὡς ἀγαθήν, τὸ δὲ
πλῆθος ἐφόβουν ὡς οὔσης ἀπόρου τῆς αὐτῆς κατασχέσεως διά τε ποταμῶν μεγέθη καὶ ὀρῶν δυσχωρίας καὶ πόλεων ὀχυρότητας. τὸ δὲ πλῆθος πάλιν δι’ ὀργῆς
εἶχον τὸν Μωυσῆν, καὶ ἐνενόουν καταλεῦσαι αὐτόν τε καὶ τὸν Ἀαρὼν καὶ ὑποστρέψαι εἰς Αἴγυπτον. μόνοι
δὲ τῶν κατασκόπων Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ καὶ Χαλὲβ παρεθάρρυναν τὸν λαόν, μηδὲν δυσχερὲς
ἀπαντήσειν αὐτοῖς ἀπισχυριζόμενοι. Μωυσῆς δὲ καὶ Ἀαρὼν ἱκέτευον τὸν θεὸν ὅπως τῆς ἀπονοίας παύσῃ τὸ
πλῆθος. παρὴν δὲ ἡ νεφέλη ἐν τῇ σκηνῇ καὶ ἐσήμαινε τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ θεοῦ. καὶ Μωυσῆς
θαρσήσας διειλέχθη τῷ πλήθει, καὶ ὀργισθῆναι ἔφησε τὸν θεόν, μὴ ἀπολεῖν μέντοι πάντας μηδὲ τὸ γένος ἐξαφανίσειν, τὴν δὲ Χαναναίαν μὴ παρέξειν αὐτοῖς, ἐᾶσαι δ’ ἐπὶ τῆς
ἐρημίας ἐπ’ ἔτη τεσσαράκοντα, παισὶ δὲ τοῖς αὐτῶν παρέξειν τὴν γῆν. ταῦτα τοῦ Μωυσέως
εἰπόντος ἐν λύπῃ τὸ πλῆθος ἐγένετο. εἶτα συμμίξαι τοῖς Χαναναίοις ἤθελον, καὶ ταῦτα κωλύοντος τοῦ
θεοῦ· καὶ προσβαλόντες ἡττήθησαν, καὶ οἱ μὲν ἔπεσον, οἱ δὲ εἰς τὴν παρεμβολὴν συμπεφεύγασι. 
 

 
 Στάσις δὲ τὸ πλῆθος κατέλαβεν ἐξ αἰτίας τοιαύτης. Κορὲ τῆς Λευιτικῆς τυγχάνων φυλῆς, καὶ
γένει καὶ πλούτῳ περιφανέστατος καὶ ὁμιλεῖν πιθανώτα- τος, φθόνον
ἔσχε πρὸς Μωυσῆν καὶ τοῦ ἀνδρὸς κατεβόα ὡς τυραννίδι χρωμένου. ‘‘τίνι γὰρ λόγῳ” ἔλεγεν 
Ἀαρὼν καὶ τοῖς αὐτοῦ υἱέσι τὴν ἱερωσύνην προσένειμεν; εἰ μὲν ὡς ἐκ τῆς Λευιτικῆς φυλῆς, ἐγὼ ταύτης
τυχεῖν δικαιότερος, γένους μὲν ὁμοίως ἔχων, πλούτῳ δὲ καὶ ἡλικίᾳ διάφορος. εἰ δ’ ἑτέρᾳ φυλῇ
προσκυρωθῆναι δέον αὐτήν, προτιμηθήσεται ἡ τοῦ Ρουβὶμ διὰ πρεσβυγένειαν, καὶ λήψονται
ταύτην Δαθάν τε καὶ Ἀβειρών.” ταῦτα ἐκεῖνος μὲν κακοήθως ἔλεγεν, ἦσαν δὲ αὐτῷ συντεταγμένοι ἄνδρες
τῶν πρώτων διακόσιοι καὶ πεντήκοντα, ἀνηρέθιστο δὲ καὶ τὸ
πλῆθος. ὁ δὲ Μωυσῆς εἰς μέσον στὰς εἶπεν “ἐμοί, ὢ Κορὲ, καὶ σὺ καὶ τῶν σοι
συντεταγμένων ἕκαστος τιμῆς ἄξιοι δοκεῖτε, ὁ δὲ θεὸς τὴν ἱερωσύνην τῷ Ἀαρὼν ἐψηφίσατο, καὶ νῦν αὐτὸς αὖθις κρινεῖ ὃν ἱερᾶσθαι βούλεται. ἔωθεν οὖν, ὅσοι τῆς
ἱερωσύνης ἀντιποιεῖσθε, πάριτε, ἕκαστος κομίζων θυμιατήριον οἴκοθεν καὶ πῦρ καὶ
θυμίαμα· σὺν ὑμῖν δ’ ὁμοίως παρίτω καὶ Ἀρών. καὶ θυμιώντων ὑμῶν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, οὗπερ ἂν τὴν
θυσίαν ἡδίω κρινεῖ ὁ θεός, οὗτος ἔσται ὑμῖν ἱερεύς. ἐπῄνεσε ταῦτα τὸ πλῆθος, καὶ τῇ ἐπιούσῃ συνῆλθον εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Μωυσῆς δὲ πέμψας πρὸς Δαθὰν καὶ
Ἀβειρὼν ἐνετέλλετο ἥκειν· οἱ δὲ μὴ πεισθέντες κατὰ Μωυσέως ἠπείλησαν. Μωυσῆς δὲ ἀκολουθεῖν αὐτῷ τοὺς
προβούλους κελεύσας ἀπῄει πρὸς τὰς ἐκείνων σκηνάς, καὶ πλησίον γενόμενος τὰς χεῖρας ἀνέσχεν εἰς
οὐρανὸν καὶ μέγα ἐβόησεν “ἐπεὶ κακουργεῖν ὑποπτεύομαι, δέσποτα, αὐτὸς ἐλθὲ δικαστὴς καὶ
παράστησον ὅτι οὐδὲν αὐτομάτως, ἀλλὰ πάντα σῇ διοικεῖται προνοίᾳ. καὶ εἰ σοῦ
κελεύσαντος δέδωκα τὴν ἱερωσύνην τῷ Ἀαρών, χάνοι περὶ Δαθάν τε καὶ Ἀβειρὼν καὶ τὴν αὐτῶν γενεὰν ἐφ’
ἣν ἑστήκασι γῆν· εἰ δ᾿ ἀληθεύοιεν κατ’ ἐμοῦ, οἶς ἐπηρασάμην αὐτοῖς ἐγὼ περιπέσοιμι.
 ταῦτα εἶπε δακρύων. καὶ σείεται μὲν ἀθρόον ἡ γῆ, σκληροῦ δὲ ῥαγέντος
ἤχου συνίζησε περὶ τὰς ἐκείνων σκηνὰς καὶ αὐτούς τε καὶ τὰ αὐτῶν εἰς τὸ χάσμα κατήνεγκε, καὶ οὕτως
αὖθις συνῆλθε τὸ διεστός. ἐπὶ τούτοις ἔφριξε μὲν ὁ λαός, Μωυσῆς δὲ καλεῖ τοὺς περὶ
ἱερωσύνης ἁμιλλωμένους. καὶ συνελθόντες πεντήκοντα καὶ διακόσιοι ἄνδρες τῶν ἐπισήμων καὶ Ἀαρὼν καὶ
Κορὲ πρὸ τῆς σκηνῆς ἐπὶ τοῖς θυμιατηρίοις καθήγιζον ἃ ἐκόμιζον. ἐξέλαμψε δὲ πῦρ πολύ, 
Οἶον ἂν θεοῦ κελεύσαντος ἀναφθείη, ὑφ’ οὗ οἵ τε διακόσιοι πεντήκοντα καὶ Κορὲ διεφθάρησαν, ὡς μηδὲ
τὰ σώματα αὐτῶν εὑρεθῆναι· μόνος δὲ Ἀαρὼν εὑρέθη ἀλώβητος. Μωυσῆς δὲ
τὰ θυμιατήρια τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων περὶ τὸν χάλκεον ἐκέλευσε καταθέσθαι βωμόν, ἔν
ὑπόμνησις ὦσι τόν γεγονότων καὶ τοῖς μετέπειτα. ἐκκλησιάσας δὲ πάλιν προεῖπε τοῖς φυλάρχοις ἥκειν τὰ
τῶν φυλῶν ὀνόματα βακτηρίαις ἐπιγεγραμμένα κομίζοντας, ἐκείνῳ τῆς ἱερωσύνης ἐσομένης οὑπερ ἄν τῇ
βακτηρίᾳ σημεῖον γένηται ἐκ θεοῦ. κομίζουσιν οὖν οἵ τε ἄλλοι καὶ Ἀαρών, ἐπιγράψας τῇ
βακτηρίᾳ Λευῖτιν. ἃς ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ θεοῦ κατέθετο Μωυσῆς. τῇ δ’ ἐπιούσῃ προεκόμισε ταύτας. καὶ αἶ
μὲν ἄλλαι οἷαιπερ ἐτύγχανον ἔμενον, ἡ δὲ Ἀαρὼν ἐβλάστησε κλάδους
τε καὶ καρπούς. τὸν δὲ καρπὸν ἡ μὲν τοῦ Λευιτικοῦ βίβλος κάρυα λέγει, 
 ἀμύγδαλα δὲ Ἰώσηπος. ἐξεπλάγησαν οὖν πάντες, τρὶς τὸν Ἀαρὼν χειροτονήσαντος τοῦ θεοῦ.
ἐπεὶ δὲ πολέμων καὶ στρατείας ἡ τῶν Λευιτῶν ἀφεῖτο φυλή, ἔνα μὴ διὰ ἀπορίαν τῶν ἀναγκαίων ἀμελοῖεν
τῆς λειτουργίας τοῦ ἱεροῦ, ἐκέλευε Μωυσῆς τὴν Χαναναίαν κτησαμένους τοὺς Ἑβραίους ὀκτὼ
καὶ τεσσαράκοντα πόλεις κατανεῖμαι τοῖς Λευίταις καὶ γῆν πρὸ αὐτῶν, καὶ δεκάτην τῶν ἐπετείων καρπῶν
αὐτοῖς τε καὶ τοῖς ἱερεῦσι τελεῖν· καὶ ἄλλα δὲ πλεῖστα χορηγεῖν τούτοις τὸν λαὸν διετάξατο, ὧν τὸ
καθ’ ἕκαστον ὁ ζητῶν τὴν τοῦ Λευιτικοῦ βίβλον ἀναπτύ- 
ξας εὑρήσει.

Ταῦτα δὲ διατάξας Μωυσῆς ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἦλθε μετὰ τῆς στρατιάς καὶ ἠξίου παρελθεῖν δι’
αὐτῆς. τῆς χώρας δ’ ὁ βασιλεὺς προυπήντα μετὰ ἐνόπλου στρατιᾶς τῷ Μωυσῇ. καὶ ὃς διὰ τῆς
ἐρήμου ἐχώρει, μή ἄρχειν μάχης συμβουλεύοντος τοῦ θεοῦ. τότε καὶ Μαριάμμη τέθνηκε τοῦ Μωυσέως ἡ
σύγγονος, μετὰ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἐξ Αἰγύπτου ἐξόδου. τὸν δὲ
λαὸν ἀπῆγε διὰ τῆς ἐρήμου καὶ τῆς Ἀραβίας· ἔνθα καὶ Ἀαρὼν ἐτελεύτησεν εἰς ὄρος ἀνελθὼν
ὑψηλὸν καὶ τὴν ἀρχιερατικὴν στολὴν παραδοὺς τῷ υἱῷ Ἐλεάζαρ, τοῦ πλήθους ὁρῶντος, ἔτη βιοὺς ἑκατὸν
πρὸς εἴκοσι καὶ τρισίν. ἐλθὼν δὲ Μωυ- σῆς ἐπὶ τὴν Μωαβιτῶν καὶ
Ἀμορραίων χώραν τῷ στρατῷ δίοδον ᾔτει. Σηὼν δὲ τῆς χώρας ὁ βασιλεὺς διαβαίνειν τοὺς
Ἑβραίους ἐκώλυε, καὶ τοῦ θεοῦ σημήναντος νίκην ἐρομένῳ τῷ Μωυσῇ, τὰς πανοπλίας ἀναλαβόντες Ἑβραῖοι
πρὸς μάχην ἐχώρουν. 
 
 τρέπονται δ’ αὐτίκα οἱ Ἀμορραῖοι καὶ ἅπαντες διεφθάρησαν, πέπτωκε δὲ καὶ Σηὼν ὁ
βασιλεὺς αὐτῶν. καὶ τὰς πόλεις εἷλον καὶ τὴν γῆν ἐκείνων παρέλαβον. ἐπιτίθεται δὲ τοῖς Ἰσραηλίταις
καὶ Ὢγ ὁ τῆς Γαλαδηνῆς καὶ Γαυλανίτιδος βασιλεὺς σύμμαχος ἐλθὼν τῷ Σηὼν ἤδη ἀπολωλότι.
αὐτός τε οὖν θνήσκει κατὰ τὴν μάχην καὶ ὁ στρατὸς αὐτοῦ διαφθείρεται, καὶ αἱ πόλεις ἑάλωσαν καὶ οἱ
ἐνοικοῦντες ἀπώλοντο. Ἐκεῖθεν δὲ Μωυσῆς τὴν δύναμιν κατὰ τὸ μέγα πεδίον ἄγει καὶ στρατοπεδεύει Ἱεριχοῦντος ἔναντι. πόλις δ᾿ ἐστὶν εὐδαίμων αὕτη, φοίνικάς τε
φέρουσα καὶ βάλσαμον νεμομένη. Βαλὰκ δὲ ὁ τῶν Μωαβιτῶν βασιλεὺς μετακαλεῖται τὸν μάντεα Βαλαάμ, ὅπως
ἐπ’ ὀλέθρῳ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀρὰς ποιήσῃ παραγενόμενος. καὶ ὁ μὲν ἀπῄει, κατὰ δὲ τὴν ὁ δὸν
ἀγγέλου θείου προσβαλόντος αὐτῷ ἡ ὄνος, ᾗ ὁ Βαλαὰμ ἐπωχεῖτο, συνεῖσα τοῦ θείου πνεύματος οὐ
προέβαινεν οὐδὲ ταῖς πληγαῖς ἐνεδίδου, φωνήσασα δ’ ἀνθρωπίνως κατὰ θείαν βούλησιν, ἄδικον ἐκάλει τὸν
δεσπότην 
 πληγὰς αὐτῇ ἐπιφέροντα καὶ μὴ συνιέντα ὅτι ἐκ θεοῦ οἶς ἔσπευσεν ὑπηρετεῖν εἴργεται.
ταραττομένου δ αὐτοῦ διὰ τὴν ἀνθρωπίνην φωνήν, ἐπιφανεὶς ὁ ἄγγελος αὐτὸς τὴν ὁδὸν ἔλεγε κωλύειν τῷ
κτήνει· βουλόμενον δ᾿ ἀναστρέφειν χωρεῖν προσωτέρω παρώρμησεν, καὶ ὁ ἂν ἐκ θεοῦ
ἐμπνευσθείη, τοῦτο λέγειν. καὶ ὁ μὲν ἥκει πρὸς τὸν Βαλάκ, καὶ εἰς ὄρος ἀχθείς, ἑπτά τε ταύρους
ὁλοκαυτώσας καὶ τοσούτους κριούς, ὡς εἶδε τροπὴν σημαινομένην, οὐ μόνον οὐ κατηύξατο τῶν Ἑβραίων,
ἀλλ’ ἐπιθειάσας αὐτούς τε καὶ τὸ γένος ἅπαν αὐτῶν εὐλόγησε καὶ ἐξύμνησε. τοῦ δὲ Βαλὰκ
δυσχεράναντος ἐπὶ τούτοις ἔφη ὁ Βαλαὰμ οὐκ ἐφ’ ἡμῖν περὶ τῶν τοιούτων
σιγᾶν ἢ λέγειν ἐστίν, ὦ βασιλεῦ, ἀλλ᾿ ὅτε ἡμᾶς τὸ τοῦ θεοῦ λάβῃ πνεῦμα, ἃς ἐκεῖνο
βούλεται φωνὰς ἀφίησι δι᾿ ἡμῶν. ἐμοὶ δὲ χαρίζεσθαι βουλομένῳ σοι βωμὸν αὖθις ἑτοιμαστέον καὶ
θύματα.” θύει τοίνυν καὶ πάλιν, καὶ πεσὼν ἐπὶ στόμα προύλεγεν ὅσα τε βασιλεῦσιν ἔσται 
πάθη καὶ ὅσα ταῖς πόλεσι. Βαλὰκ δὲ ἀτίμως ἀποπέμπει τὸν Βαλαάμ. εἶτα τὰς παρθένους ἐπιπέμπει τοῖς
Ἰσραηλίταις κατὰ τὴν συμβουλὴν Βαλαάμ, αἷς οἱ τῶν Ἑβραίων νέοι ἡλίσκοντο καὶ ταύταις συνῄεσαν, ὡς
διὰ παντὸς ἤδη τοῦ στρατοῦ τὴν παρανο- 
 μίαν χωρεῖν, ἔρωτι τῶν Μαδιανιτίδων γυναικῶν θεοῖς αὐτῶν τῶν νέων
θυόντων καὶ ἀσυνήθων γευομένων τροφῶν. Μωυσῆς δὲ εἰς ἐκκλησίαν ἀγαγὼν τὸν λαόν, οὐκ ἄξια δρᾶν
ἑαυτῶν οὐδὲ τῶν πατέρων τοὺς νέους ἔλεγε, καὶ ἐπειρᾶτο τούτους ἐπανορθοῦν. Ζαμβρὴς δὲ
φύλαρχος ὢν φυλῆς τῆς Συμεωνίτιδος, καὶ Μαδιανίτιδι συνοικῶν καὶ περιμανῶς ἐκείνης ἐρῶν, Μωυσέως
κατηναιδεύσατο, καὶ μὴ ἄν ποτε τὴν γυναῖκα καταλιπεῖν διωμόσατο. ὁ Φινεὲς δὲ τοῦ ἀρχιερέως ὢν παῖς
Ἐλεάζαρ περιαλγήσας οὐκ ἀνῆκε παίων τῇ ῥομφαίᾳ τὴν Μαδιανῖτιν καὶ τὸν Ζαμβρὴν ἕως καὶ
ἄμφω ἀπέκτεινεν. ὃν καὶ 
 ἄλλοι νέοι, οἷς ἀρετῆς ἔμελε, μιμησάμενοι ἀνῄρουν τῶν νέων τοὺς ἐπὶ
γυναιξὶν ἀλλοφύλοις παρανομήσαντας. ἀπόλλυνται οὖν ἄνδρες οὐκ ἐλάττους μυρίων καὶ
τετρακισχιλίων. ἐντεῦθεν παροξυνθεὶς Μωυσῆς κατὰ τῶν Μαδιανιτῶν ἐξέπεμψε στρατιάν, στρατάρχην αὐτῆς
ἀποδείξας τὸν Φινεές. καὶ μάχης συστάσης οἵ τε βασιλεῖς αὐτῶν πίπτουσιν, ὄντες πέντε, καὶ πλῆθος
ἄγαν πολύ. οἱ δὲ Ἑβραῖοι τὴν χώραν αὐτῶν διηρπάκασι, καὶ τοὺς οἰκήτορας σὺν γυναιξὶ
διαφθείραντες μόνας τὰς παρθένους κατέλιπον εἰς τρισμυ- ρίας καὶ δισχιλίας
ἀριθμουμένας, ἃς τοῖς ἱερεῦσί τε καὶ Λευίταις καὶ τῷ λαῷ διένειμε Μωυσῆς. γηραιὸς δὲ τυγχάνων διάδοχον ἑαυτοῦ κατέστησε τὸν τοῦ Ναυῆ Ἰησοῦν, κελεύσαντος τοῦ
θεοῦ.

Αἱ φυλαὶ δὲ Γάδ τε καὶ Ῥουβὶμ καὶ τῆς τοῦ Μανασσῆ ἡ ἡμίσεια ἐδέοντο Μωυσέως τὴν τῶν
Ἀμορραίων γῆν προσκληρῶσαι αὐτοῖς. ὁ δὲ δειλοὺς αὐτοὺς ἀπεκάλει καὶ μὴ θέλοντας τῆς πρὸς Χαναναίους
μάχης κοινωνήσαι τοῖς ὁμοφύλοις. ἀπελογοῦντο δ’ ἐκεῖνοι μὴ τοῦτο εἶναι, ἀλλὰ πλήθει
βοσκημάτων εὐθηνουμένους βούλεσθαι ταῦτα παρὰ τῇ χώρᾳ καταλιπεῖν, ἀγαθῇ τυγχανούσῃ πρὸς τετραπόδων
τροφήν, ἴν εἶεν αὐτοὶ πρὸς τοὺς ἀγῶνας τοῖς ὁμογενέσι συναπαίροντες
εὔζωνοι. ἐπῄνεσε ταῦτα Μωυσῆς καὶ τὴν Ἀμορῖτιν αὐτοῖς προσεκλήρωσεν ἐπὶ τοιαύταις
συνθήκαις. 
 Τεθνηκότος δέ τινος ἐκ τῆς τοῦ Μανασσῆ φυλῆς ἐπὶ θυγατράσι μόναις, ἐρωτηθεὶς Μωυσῆς τίνος ὁ
ἐκείνου κλῆρος ἔσοιτο, ἀπεκρίνατο “εἰ μέν τισι τῶν φυλετῶν συνοικήσουσιν αἶ παρθένοι,
μετὰ τοῦ κλήρου πρὸς ἐκείνους χωρείτωσαν· εἰ δὲ μνηστεύοιντό τισιν ἐξ ἑτέρας φυλῆς, τὸν κλῆρον
ἐάτωσαν ἐν τῇ πατρῴᾳ φυλῇ, καὶ οὕτω μένειν ἑκάστου κλῆρον ἐν ταῖς φυλαῖς διετάξατο. 
 
 Ἤδη δὲ τεσσαράκοντα διεληλυθότων ἐτῶν ἐξότου οἱ Ἰσραηλῖται τῆς Αἰγύπτου ἐξεληλύθασι,
τριάκοντα ἐνδεουσῶν ἡμερῶν, ἀθροίσας τὸν λαὸν Μωυσῆς ἐκατὸν εἴκοσιν
ἐνιαυτῶν γεγονὼς τὸ οἰκεῖον αὐτοῖς κατήγγειλε τέλος. καὶ πολλὰ παραινέσας, καὶ νόμους ἐν 
 βίβλοις δοὺς καὶ τῆς σφετέρας πολιτείας διάταξιν, καὶ στρατεῦσαι κατὰ τῶν Ἀμαληκιτῶν
ἐντειλάμενος, περὶ τῆς φυλακῆς τε τῶν νόμων ὅρκον ἀπαιτήσας αὐτούς, καὶ τὸν δημαγωγὸν Ἰησοῦν
παραθήξας ἐπὶ τοὺς Χαναναίους στρατεῦσαι, ‘‘ἰδού” φησίν, ‘‘πρὸς τοὺς ἡμετέρους ἄπειμι
προγόνους· τήνδε μοι γὰρ τὴν ἡμέραν τῆς πρὸς ἐκείνους ἀφίξεως ἔδειξεν ὁ θεός. τὸ δὲ πλῆθος ἐδάκρυε,
καὶ ἦν ὁ θρῆνος αὐτῶν ἀπαράκλητος καὶ τοσοῦτος ὡς χαἰ αὐτὸν Μωυσῆν 
ἐκνικηθῆναι τῷ πάθει καὶ προενεγκεῖν δάκρυα. πορευομένῳ δ᾿ ὅπου ἔμελλεν ἀφανὴς ἔσεσθαι
εἵποντο πάντες κοπτόμενοι. ὁ δὲ τοὺς μὲν πόρρω τῇ χειρὶ κατασείων μένειν ἐκέλευε, μόνη δ’ ἡ γερουσία
προἐπεμπεν αὐτὸν καὶ ὁ ἀρχιερεὺς Ἐλεάξαρ καὶ ὁ στρατηγὸς Ἰησοῦς, ἕως ἐπὶ τὸ ὄρος ἦλθε Ναβαῦ, ἐπὶ
κορυφὴν Φασγά, ἥ ἐστι κατὰ πρόσωπον Ἱεριχώ· ὅθεν ἔδειξεν αὐτῷ ὁ κύριος τὴν γῆν, ἣν
ἕμελλον κληρονομῆσαι οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, εἰπὼν αὐτῷ “ἴδε ταύτην τοῖς ὀφθαλμοῖς σου, εἰς αὐτὴν δ’ οὐκ
εἰσελεύσῃ.’ ἐπὶ δὲ τὸ ὄρος τοῦτο ἐλθὼν ὑψηλὸν τυγχάνον, τὴν μὲν γερουσίαν ἀπέπεμψε, τὸν
δ’ Ἐλεάζαρ καὶ Ἰησοῦν καὶ προσομιλῶν αὐτοῖς νέφους ἀθρόον
περιλαβόντος αὐτὸν ἐγένετο ἀφανής. γεγράφασι δ᾿ αὐτὸν ἐν ταῖς ἱεραῖς βίβλοις τεθνεῶτα, ἔνα μὴ δι’
ὑπερβολὴν τῆς περὶ αὐτὸν ἀρετῆς τολμήσωσί τινες εἰπεῖν ὡς ἀποτεθέωται. ἐβίωσε δὲ τὴν
ὅλην ζωὴν ἐνιαυτοὺς ἑκατὸν εἴκοσιν, ὧν ἦρξε τὸ τρίτον μέρος
λείποντος ἑνὸς μηνός. καὶ ἐπένθησαν αὐτὸν ἐπὶ ἡμέραις τριάκοντα. ταῦτα μέν φησιν Ἰώσηπος, ἡ δὲ τοῦ
Δευτερονομίου βίβλος πρὸς τῷ τέλει οὕτω περιέχει πρὸς 
 
 ῥῆμα “καὶ ἐτελεύτησε Μωυσῆς οἰκέτης κυρίου, καὶ οὐκ οἶδεν οὐδεὶς τὴν τελευτὴν αὐτοῦ ἕως
τῆς ἡμέρας ταύτης.” 
 Ἤδη δὲ τοῦ πένθους λελωφηκότος πέμπει κατασκόπους εἰς Ἱεριχοῦντα ὁ Ἰησοῦς,
μετακαλεσάμενος δὲ τοὺς φυλάρχους τῆς τοῦ Ῥουβὶμ φυλῆς καὶ τῆς Γὰδ
καὶ τῆς Μανασσῆ, ὑπεμίμνησκεν αὐτοὺς τῶν πρὸς τὸν Μωυσῆν συνθηκῶν. τῶν δὲ ἑπομένων πεντακισμυρίοις
ὁπλίταις ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην προσῄει. οἱ δὲ πεμφθέντες κατάσκοποι εἰς Ἰεριχοῦντα
παραγενόμενοι τὴν πόλιν ἅπασαν κατενόησαν, γνωσθέντες δὲ τῷ βασιλεῖ τῆς χώρας μηνύονται· ὁ δ’ εὐθὺς
αὐτούς συλληφθῆναι ἐκέλευσεν. ὡς δ’ ἔγνω τὴν ἔφοδον τῶν ζητούντων τοὺς ἄνδρας ἡ γυνὴ παρ’ ἧ̣
προσπεφεύγασι, Ῥαὰβ καλουμένη, τοὺς μὲν κατ’ ἔκρυψε λίνου αὐτοῖς ἀγκαλίδας ἐπιθεμένη,
τοῖς δὲ ζητοῦσιν ἔλεγεν ὡς οἱ ἀγνῶτες ἄνδρες ἐκεῖνοι πρὶν δῦναι τὸν ἥλιον παρ’ αὐτῇ δειπνήσαντες
ἀπηλλάγησαν. οἱ δ’ οὕτως αὐτοὺς ὑπελθούσης τῆς γυναικὸς ὥρμησαν ἄλλος ἀλλαχοῦ τοὺς
ἄνδρας διώκοντες. ἡ δὲ Ῥαὰβ χωρεῖν ἐκέλευσεν ἐπὶ τὰ οἰκεῖα τοὺς ἄνδρας καὶ μεμνῆσθαι αὐτῆς καὶ ἀμοιβὴν ἐκτῖσαι τῆς Χαναναίων χώρας ἐπικρατήσαντας. οἱ δὲ καὶ
χάριν ἔχειν ὡμολόγουν, καὶ ἡνίκα ἂν ἡ πόλις ἁλίσκηται, τὴν κτῆσίν τε καὶ τοὺς οἰκείους
εἰς τὸ καταγώγιον ἐγκαθεῖρξαι αὐτῇ ἐνετέλλοντο, καὶ ἀπαιωρῆσαι δὲ φοινικίδα πρὸ τῶν θυρῶν, ἔν εἴη
γνώριμος ἡ οἰκία καὶ διαφυλαχθῇ. καὶ οἶ μὲν πρὸς τοὺς οἰκείους ἐσώθησαν καὶ ἃ ἔπραξαν ἐδήλουν. τοῦ
Ἰορδάνου δὲ πολλοῦ ῥέοντος, οὕτω τοὺς Ἑβραίους ὁ Ἰησοῦς ἐπ’ αὐτοῦ διεβίβαζε. προῄεσαν
μὲν οἱ ἱερεῖς τὴν κιβωτὸν αἴροντες, εἶτα οἱ Λευῖται κομίζοντες τὴν σκηνήν, εἴποντο δὲ τούτοις ὁ
λαός. 
 ὡς δὲ τοῖς ἱερεῦσι πρώτοις ἐμβάσιν ἀνεκόπη τὸ ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ, πάντες θαρρούντως
ἐπεραιοῦντο. ἔστησαν δ’ ἐν μέσῳ οἱ ἱερεῖς ἕως οὗ διαβαίη τὸ πλῆθος· εἶτα κἀκεῖνοι ἐξῄεσαν ἐλεύθερον
ἀφέντες τὸ ῥεῦμα χωρεῖν. καὶ πρὸ δέκα σταδίων τῆς Ἱεριχοῦντος

στρατοπεδεύονται. καὶ βωμὸν ἐκ τῶν λίθων ὁ Ἰησοῦς ἱδρυσάμενος, οὓς ἕκαστος τῶν φυλάρχων
κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ ἐκ τοῦ βυθοῦ τοῦ Ἰορδάνου ἀνείλετο, ἔθυεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τὴν ἑορτὴν τοῦ πάσχα
ἑώρταζε. τότε δ᾿ αὐτοὺς καὶ τὸ μάννα ἐπιλελοίπει, χρησαμένους αὐτῷ ἐπὶ τεσσαράκοντα
ἔτη· ἤδη γὰρ εὐπόρουν ἐκ τῆς χώρας πάντων ὧνπερ ἐδέοντο. τῇ δὲ
πρώτῃ τῆς ἑορτῆς ἡμέρᾳ τῇ πολιορκίᾳ τῆς Ἱεριχοῦντος ὁ Ἰησοῦς ἐπεχείρησεν, οὕτω ταύτην διατιθέμενος.
τὴν κιβωτὸν οἱ ἱερεῖς φέροντες περιώδευον τὸ τεῖχος, ἑπτὰ σαλπίζοντες κέρασι, καὶ ἡ
γερουσία παρείπετο· εἶθ’ ὑπενόστουν εἰς τὸ στρατόπεδον. καὶ τοῦτο ἐπὶ ἕξ ἐποίουν ἡμέρας. τῇ δὲ
ἑβδόμῃ τὰ αὐτὰ ποιησάντων καὶ περιελθόντων ἑπτάκις, τὸ τεῖχος κατέπεσε, καὶ ὁ λαὸς εἰσελθὼν πάντας
ἔκτειναν καὶ τὴν πόλιν ἐνέπρησαν. τὴν δὲ Ῥαὰβ μόνην σὺν τοῖς οἰκείοις ἔσωσαν οἱ
κατάσκοποι, φοινικίδα πρὸ τῆς οἰκίας ἀπαιωρήσασαν. καὶ Ἰησοῦς ἀγροὺς αὐτῇ ἐδωρήσατο καὶ ἦγε διὰ
τιμῆς. κατὰ δὲ τῶν ἐγείρειν αὐθις βουλησομένων τὴν πόλιν ἀρὰς ἔθετο,
στερηθῆναι μὲν τοῦ πρώτου παιδὸς τὸν θεμελίους βαλλόμενον, τὸν τελειώσαντα δὲ
ζημιωθῆναι τὸν νεώτατον. πολὺ δὲ πλῆθος ἐκ τῆς πόλεως ἀθροίζεται
ἀργύρου τε καὶ χρυσοῦ, καὶ ἅπαν ἀνετέθη τῷ θεῷ ὡς τῶν κατωρθωμένων ἐσόμενον ἀπαρχήν· ἀπείρητο γὰρ
πᾶσιν ἐκ 
 
 τούτου τι σφετερίσασθαι. Ἄχαρ δέ τις ἐκ τῆς Ἰούδα φυλῆς ὑφάσματι χρυσοϋφεῖ περιτυχὼν
καὶ μάζῃ χρυσοῦ ἑλκούσῃ σίκλους διακοσίους, ἰδιώσατο ταῦτα κατορύξας ἐν τῇ σκηνῇ. μετὰ ταῦτα πολέμου
συστάντος τρέπονται οἱ Ἑβραῖοι καὶ πίπτουσιν αὐτῶν ἄνδρες ἒξ καὶ τριάκοντα. τοῦτο σφόδρα
τὸ πλῆθος ἐλύπησε. καὶ Ἰησοῦς ἐπὶ στόμα πεσὼν ἐδέετο τοῦ θεοῦ.
χρηματισθεὶς δὲ κλοπὴν γενέσθαι τόν καθιερωμένων χρημάτων, κλήρῳ τὴν κρίσιν ἐπέτρεψεν. ἐπὶ δὲ τὸν
 Ἄχαρ τοῦ κλήρου πεσόντος ὁμολογεῖ τὴν κλοπὴν ἐκεῖνος καὶ παράγει τὰ φώρια. καὶ ὁ μὲν
λίθοις ἀναιρεῖται σὺν τοῖς αὐτοῦ, Ἰησοῦς δὲ πολιορκεῖ τὴν Ναὶν καὶ ταύτην αἱρεῖ. 
 Γαβαωνῖται δὲ καὶ οἱ ἐκείνοις περίοικοι Χαναναίοις προσήκοντες, φοβηθέντες μὴ
τοῖς Ἱεριχουντίοις καὶ τοῖς περὶ Ναὶ·ν τὰ ὅμοια πείσονται, πρεσβείαυ στέλλουσι πρὸς τὸν Ἰησοῦν,
πορρωτάτω λέγοντες κατοικεῖν μηδὲ κατὰ γένος κοινωνεῖν Χαναναίοις, 
καὶ σπονδὰς πρὸς αὐτοὺς θέσθαι ζητοῦντες τοὺς Ἰσραηλίτας καὶ συνθήκας φιλίας. Ἰησοῦς
οὖν φιλίαν πρὸς αὐτοὺς ἐποιήσατο. γνοὺς δ’ ἔπειτα τούτους τοῦ γένους τῶν Χαναναίων ὄντας, τῆς ἀπάτης
αὐτοῖς ἐνεκάλει. οἱ δὲ ἐξ ἀνάγκης ἔφασαν τοῦτο πράξαι, δεδιότες τὸν ὄλεθρον. καὶ Ἰησοῦς, ἴνα μὴ παραβαίη τὸν ὅρκον, δημοσίους αὐτοὺς ἀποδείκνυσιν. οὕτως Ἰώσηπος· ἡ δὲ βίβλος τοῦ Ἰησοῦ
περιέχει ὅτι κατέστησαν αὐτοὺς ξυλοκόπους καὶ ὑδροφόρους πάσῃ τῇ συναγωγῇ καὶ τῷ θυσιαστηρίῳ τοῦ
θεοῦ. ἐπιθεμένου δὲ τοῖς Γαβαωνίταις τοῦ βασιλέως τῶν Ἱεροσολύμων διὰ τὰς πρὸς τοὺς
Ἑβραίους σπονδάς, ὁ 
 Ἰησοὺς αὐτοῖς συμμαχεῖ καὶ τρέπεται τοὺς ἐναντίους 
καὶ τραπέντας ἐδίωκεν. ὅτε καὶ οὐρανόθεν χάλαζά τε τῆς συνήθους μείζων καὶ κεραυνοὶ τοῖς πολεμίοις
ἐπέπεσον, καὶ ἡ ἡμέρα ηὔξητο, τὸν δρόμον τῷ ἡλίω στήσαντος τοῦ θεοῦ ἐντεύξει τοῦ Ἰησοῦ, ἵνα μὴ
νυκτὸς ἐπελθούσης διαφύγωσιν οἱ πολέμιοι. καταλαμβάνονται δὲ καὶ οἱ βασιλεῖς ἔν τινι
σπηλαίῳ κρυπτόμενοι, καὶ κτείνονται πάντες. Ἰησοῦς δ’ ἐπανῄει πάλιν τῆς Χαναναίας ἐπὶ τὴν ὀρεινήν,
καὶ πολὺν φόνον τῶν ἐν αὐτῇ ἐργασάμενος καὶ λείαν λαβὼν εἰς τὸ ἐν Γαλγάλοις ἦλθε
στρατόπεδον. ἐκλήθη δ’ ὁ τό- πος τοῦ στρατοπέδου Γάλγαλα, ὡς ἤδη
ἑαυτοὺς ἐλευθέρους τῶν Αἰγυπτίων καὶ τῆς κατὰ τὴν ἔρημον ταλαιπωρίας γνόντων τῶν Ἰσραηλιτῶν· γάλγαλα
γὰρ Εβραῖοι τὴν ἐλευθερίαν καλοῦσι. στρατεύουσι δ᾿ ἐπ’ αὐτοὺς οἱ περὶ Λέβανον Χαναναῖοι
καὶ οἱ ἐν τοῖς πεδινοῖς, Παλαιστηνοῖς συμμαχούμενοι. ἦν δ᾿ ὁ στρατὸς ἐκείνων ὁπλιτῶν μυριάδες
τριάκοντα, μύριοι δ ἱππεῖς καὶ τρισμύρια ἅρματα. νίκην δὲ τοῦ θεοῦ ἐπαγγειλαμένου καρτερὰ μάχη
γίνεται, ὡς πᾶν τὸ στράτευμα τῶν ἐχθρῶν πλὴν ὀλέγων διαφθαρῆναι καὶ τοὺς βασιλεῖς δὲ
πεσεῖν.

Ἔτος δὲ πέμπτον ἤδη παρεληλύθει καὶ Χαναναίων οὐκέτι οὐδείς
ὑπολέλειπτο. Ἰησοῦς δὲ ἱστᾷ τὴν σκηνὴν κατὰ πόλιν Σηλώμ, ἕως οἰκοδομεῖν αὐτοῖς ναὸν
γένηται. συναγαγὼν δὲ τὸν λαὸν εἰς Σηλώμ, τὰς ἑαλωκυίας τε πόλεις ἀπηρίθμει καὶ ὅσαι τῶν ἐναντίων
διεφθάρησαν στρατιαί, καὶ ὡς τριάκοντα πρὸς ἐνὶ βασιλεῖ αὐτῶν
ἀπεκτάνθησαν. τὰς δὲ περιλειφθείσας ἔτι πόλεις πολυχρονίου δεῖσθαι 
 
 πολιορκίας δι’ ὀχυρότητα ἔλεγε, καὶ ἠξίου τοὺς ἐκ τῆς περαίας τοῦ Ἰορδάνου
συνεξορμήσαντας αὐτοῖς ἀπολύειν ἤδη πρός τὰ οἰκεῖα. καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς ἐκ τῶν δύο φυλῶν καὶ
τῆς ἡμισείας, πεντακισμυρίους ὄντας, πρὸς τὰς κληρουχίας αὐτῶν ἐπέτρεπεν ἀπελθεῖν. οἶ δὲ
διαβάντες τὸν Ἰορδάνην βωμὸν ἐπὶ τῇ ὄχθῃ ἱδρύονται. ὃ θόρυβον καὶ τῷ
πλήθει τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐνεποίησε. πέμπουσιν οὖν ἐπ’ αὐτοὺς δέκα τῶν ἐντίμων καὶ Φινεές, αἰτιώμενοι
περὶ τοῦ βωμοῦ. οἱ δὲ μὴ κατὰ νεωτερισμὸν ἀναστῆσαι τὸν βωμόν ἔλεγον, εἰς δὲ τεκμήριον
τοῖς ἑξῆς τῆς πρὸς ὑμάς οἰκειότητος· ἕνα γὰρ θεὸν γινώσκειν τὸν σύμπασι τοῖς Ἑβραίοις κοινόν. ταῦτα
εἰπόντων Φινεὲς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πρὸς τὸν Ἰησοῦν ὑπενόστησαν. Ἰησοῦς δὲ κληροδοτήσας τῷ
πλήθει τὰς χώρας ἐν Σικίμοις διῆγεν. ὑπέργηρως δὲ γεγονὼς καὶ θνήσκειν ἤδη μέλλων παραίνεσιν
ἐποιήσατο πρὸς τὸ πλῆ- θος, καὶ ἐτελεύτησε βιοὺς ἔτη ἑκατὸν δέκα, ὧν σὺν Μωυσεῖ διέτριψε τεσσαράκοντα, μετὰ δὲ τὴν ἐκείνου τελευτὴν στρατηγῶν πέντε
καὶ εἴκοσι. θνήσκει δὲ καὶ ὁ ἀρχιερεὺς Ἐλεάζαρ, Φινεὲς τὴν ἀρχιερωσύνην τῶ υἱῶ λιπών. 
 Μετὰ δὲ ταῦτα Χαναναῖοι ἐλπίσαντες περιγενέσθαι τοῦ τῶν Ἑβραίων γένους θανόντος Ἰησοῦ, κατ’
 αὐτῶν ἐπεστράτευσαν, τῷ βασιλεῖ Ἀδωνιβεζὲκ τὴν ἡγεμονίαν πιστεύσαντες. δηλοῖ δὲ τὸ
ὄνομα κύριος Βεζέκ· ἀδωνὶ γὰρ ἑβραϊστὶ κύριος λέγεται. συμμίξασαι δὲ τοῖς Χαναναίοις αἱ δύο φυλαί, ἡ
τοὐ Ἰούδα καὶ ἡ τοῦ Συμεών, τρέπονται αὐτοὺς καὶ τὸν Ἀδωνιβεςὲκ αἱροῦσι καὶ
ἀκρωτηριάζουσιν. εἷλον δὲ καἲ πόλεις πολλὰς καὶ τῶν Ἱεροσολύμων τὴν
κάτω πόλιν, καὶ τοὺς ἐνοικοῦντας ἀπέκτειναν· τῆς δ’ ἄνω δυσχε- ῥῆς ἢν ἡ πολιορκία φύσει
τε τοῦ χωρίου καὶ τειχῶν ὀχυρότητι. ἑλόντες δὲ καὶ τὴν Χεβρὼν ἅπαντας διεχειρίσαντο, καὶ ἔδωκαν
αὐτὴν τῷ Χάλεβ εἰς κλῆρον, καθὼς Μωυσῆς ἐνετείλατο. καὶ τοῖς τοῦ Ἰοθὸρ ἀπογόνοις ἀγχιστεῦσιν οὖσι
Μωυσέως γῆν προσεκλήρωσαν, ὅτι τὴν πατρίδα καταλιπόντες συνείποντο ἐν τῇ ἐρήμῳ τῷ τῶν
Ἑβραίων λαῷ. αἱ δὲ ἐξ Ἰούδα καὶ Συμεὼν φυλαὶ μεγάλως εὐδαιμονήσασαι τὰ ὅπλα κατέθεντο. τὰ Βαίθηλα δὲ
πολιορκοῦσα ἡ φυλὴ τοῦ Ἐφραῒμ οὐδὲν ἤνυε. συλλαβόντες δέ τινα τῶν τῆς 
 πόλεως πίστεις παρέσχον αὐτῷ παραδόντι τὴν πατρίδα σώσειν καὶ αὐτὸν
καὶ τοὺς συγγενεῖς. καὶ ὁ μὲν οὕτως προδοὺς σώζεται μετὰ τῶν οἰκείων, οἱ δὲ κτείναντες τοὺς
οἰκοῦντας εἶχον τὴν πόλιν. Βενιαμῖται δέ, τῆς ἱεροσολύμων πόλεως λαχούσης αὐτοῖς, 
φόρους τοῖς κατοίκοις ἐπέθεντο, ζῆν συγχωρήσαντες παρὰ τὰς θείας διαταγάς. ὁμοίως δ’ ἐποίουν καὶ αἱ
ἄλλαι φυλαί.

Ἤδη δ’ εὐθηνουμένους τοὺς ἐξ Ἰσραὴλ διέφθειρεν ἡ τρυφή, καὶ τοὺς θείους παρέβαινον νόμους
καὶ πρὸς τὸ πονεῖν διέκειντο ἀηδῶς, καὶ ἡ ἀριστοκρατία 
ἐξέλιπε, καὶ ἡ γερουσία οὐκ ἀπεδείκνυτο. ὅθεν στάσις αὐτοὺς καταλαμβάνει δεινὴ ἐξ αἰτίας τοιαύτης.
ἀνὴρ Λευίτης τὴν σύζυγον ἐπαγόμενος ἐκ Βηθλεὲμ οὖσαν οἴκαδε ἀπῄει. ἤδη δ᾿ ὀψίας οὔσης ἐπιξενοῦται
 παρὰ πρεσβύτῃ τινὶ ἐν Γαβαὼ πόλει φυλῆς τῆς Βενιαμίτιδος. νεανίαι δὲ Γαβαωνῖταί τινες
τὸ γύνοιον θεασάμενοι ἧκον ἀπαιτοῦντες αὐτό· τοῦ δὲ πρεσβύτου μὴ διδόντος ἀποκτείνειν ἠπείλουν. ὁ δὲ
τῆς ἑαυτοῦ θυγατρὸς παρεχώρει αὐτοῖς, ἵνα μή τι 
 
 βίαιον ὑποσταῖεν οἱ ἐπιξενωθέντες αὐτῷ. ἁρπάσαντες δ’ ἐκεῖνοι τὸ γύναιον ἀπηλλάγησαν,
καὶ δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς ἐμφορηθέντες αὐτῆς ἀφῆκαν ἀρχομένης ἡμέρας. ἡ δὲ τῇ τε νυκτερινῇ ταλαιπωρίᾳ
καὶ τῇ 
 πρὸς τὸν ἄνδρα αἰσχύνῃ καὶ τῇ λύπῃ καταβληθεῖσα 
διαπεφώνηκε. καὶ ὁ ταύτης ἀνὴρ εἰς μέρη δώδεκα διελὼν τὴν θανοῦσαν διέπεμψε μέρος εἰς ἑκάστην φυλήν,
τό τε πάθος διδάσκων αὐτοὺς καὶ τοὺς αἰτίους τῆς συμφορᾶς. πέμπουσιν οὑν πρὸς τὴν Γαβαὼ 
τοὺς παρανομήσαντας ἐξαιτούμενοι· οἱ δὲ οὐκ ἐξέδωκαν. αἱ φυλαὶ δ’ ἐπεστράτευον ἐπ’ αὐτούς, καὶ δὶς
συμβαλόντες ἡττῶνται οἱ Ἰσραηλῖται. εἶτα διὰ Φινεὲς τοῦ ἀρχιερέως δέονται του θεοῦ, καὶ οὕτω
συμβαλόντες τοῖς Βενιαμίταις ἐκράτησαν ὡς πάντας πλὴν ἑξακοσίων πεσεῖν, οἷ πρὸς τὰ
πλησίον ὄρη κατέφυγον. οἱ δὲ Ἰσραηλῖται ἐνέπρησάν τε τὴν Γαβαὼ καὶ
τὰς γυναῖκας καὶ τοὺς παῖδας διεχειρίσαντο, καὶ ἐπὶ ταῖς ἄλλαις δὲ πόλεσιν αὐτῶν δρῶσι τὰ ὅμοια. καὶ
Ἰαβεὶς δὲ Γαλααδίτιδος πόλεως, ὅτι μὴ συνεμάχησεν αὐτοῖς, φονεύουσι τοὺς κατοίκους σὺν
γυναιξὶ καὶ παισὶ πλὴν τετρακοσίων παρθένων, ἃς τοῖς περισωθεῖσι τῶν Βενιαμιτῶν παρέσχον, ἵνα
συνεύνους σχοῖεν αὐτάς, τῆς συμφορᾶς αὐτοὺς κατοικτείραντες. ἐσκόπουν δ’ ὅπως καὶ οἶ λοιποὶ
διακόσιοι γυναικῶν εὐπορήσωσιν ὅρκους γὰρ ἔθεντο πρῴην διὰ τὸ τόλμημα μηδένα δώσειν
θυγατέρα πρὸς γάμον Βενιαμίτῃ. καὶ σκοποῦσιν ἔδοξεν αὐτοὺς μὲν μὴ
διδόναι διὰ τὸν ὅρκον, τοῖς δὲ Βενιαμίταις ἐξεῖναι παρθένους ἁρπάζουσι συνοικίζειν ἱν ἑαυτοῖς, αὐτῶν μήτε κωλυόντων μήτε προτρεπομένων. καὶ τοῖς μὲν οὕτως ἔδοξε περὶ τούτων, οἱ δὲ
Βενιαμῖται εἰς ἔργον τὰ δόξαντα ἤγαγον. 

 
 Ἤδη δὲ πρὸ μακροῦ τῶν Ἰσραηλιτῶν παυσαμένων τοῦ μάχεσθαι, κατεφρόνησαν οἶ Χαναναῖοι αὐτῶν,
καὶ πόλεις ἀφείλοντο ἐξ αὐτῶν. οἱ δὲ τῆς τοῦ Δὰν φυλῆς εἰς τὸ ὄρος κατέφυγον κἀκεῖθεν εἰς τὴν
μεσόγειον μετῳκήκασι. τοὺς δ’ Ἰσραηλίτας μεταλα- 
 βόντας τῶν παρὰ τοῖς Χαναναίοις ἐθῶν καὶ τῆς σφετέρας πολιτείας
καταφρονήσαντας δι’ ὀργῆς τὸ θεῖον πεποίητο. στρατεύει τοίνυν ἐπ’ αὐτοὺς ὁ τῶν Ἀσσυρίων βασιλεὺς
Χουσαρσαθαῒμ καὶ φόρους βαρεῖς ἐπιτάσσει αὐτοῖς, οἶς ἐπὶ ὀκτὼ ἐνιαυτοῖς ἐπιέζοντο. εἶτα
δραστήριός τις ἀνὴρ ἐκ τῆς Ἰούδα φυλῆς, Γοθονιὴλ κεκλημένος, βραχεῖς τινας προσεταιρισάμενος, κατὰ
θεῖον χρησμὸν τὴν παρ’ αὐτοῖς τῶν Ἀσσυρίων διαφθείρει φρουράν. συνηγμένων δὲ μετὰ ταῦτα πλειόνων,
μάχῃ τοὺς Ἀσσυρίους νικήσας ἀπώσατο, καὶ ἄρχειν ᾑρέθη διὰ τοῦτο τοῦ πλήθους κρίνειν τε
τὸν λαόν. ὃς ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη τὴν ἀρχὴν ἀνύσας μετήλλαξε τὴν
ζωήν. ἄναρχοι δὲ ὄντες οἱ Ἰσραηλῖται καὶ τοῦ θείου καταφρονοῦντες παρὰ τοῦ τῶν Μωαβιτῶν βασιλέως
Αἰγλὼμ αὐτοὺς ὑποτάξαντος ἐτησίας εἰσφορὰς ἐπετάχθησαν. ὃς ἐν Ἱεριχοῦντι βασίλεια
δομησάμενος ἐπὶ ἐνιαυτοὺς ὀκτωκαίδεκα πολυειδῶς ἐκάκου αὐτούς. νεανίας δέ τις Βενιαμίτης Ἀὼθ
τοὔνομα, Ἰώσηπος δὲ Ἰούδαν τοῦτον λέγει καλεῖσθαι, τολμητίας καὶ ῥωμαλέος, συνήθης γίνεται τῷ
Αἰγλώμ, καὶ συνεχῶς παρ’ αὐτὸν ἐφοίτα θωπεύων τὸν ἄνδρα καὶ ὑπερχόμενος. οὗτος σὺν
δυσὶν οἰκέταις ποτὲ δῶρα κομίζων τῷ Αἰγλὼμ ξιφίδιον ἔφερεν ἀφανῶς. καὶ τῆς ἡμέρας ἤδη μεσούσης καὶ
τῶν φυλάκων πρὸς ἑαυτοὺς ἀπεληλυθότων μεμονωμένον εὑ- 
 ρὼν αὐτόν, εἴσεισιν ὡς συνήθης, καὶ μόνον ἀπολαβών, ὡς δή τι
μυστικώτερον προσομιλήσων αὐτῷ, πλήττει καιρίως τῷ ξιφιδίῳ καὶ ἀναιρεῖ. ἀπελθὼν δὲ πρὸς
τοὺς Ἱεριχουντίους πείθει τῆς ἐλευθερίας ἀντιποιεῖσθαι. καὶ οἱ μὲν ὡπλίζοντο, οἶ δὲ περὶ τὸν Αἰγλὼμ
νεκρὸν αὐτὸν εὑρόντες εἰς φυγὴν τρέπονται καὶ διωκόμενοι διαφθείρονται. καὶ οὕτως
Ἑβραῖοι τῆς τῶν Μωαβιτῶν δουλείας ἐλευθεροῦνται, τό δὲ Ἀὼθ ἡ τοῦ
πλήθους ἀρχὴ ἐγκεχείριστο. ὃς ἐπ’ ἔτεσιν ὀγδοήκοντα τοῦ λαοῦ ἡγησάμενος τὸν βίον κατέλυσε. μετὰ δὲ
τοῦτον Μεγὰρ ὁ υἷός Δινὰχ ἄρξας ἐν τῷ πρώτῳ τῆς ἀρχῆς ἐνιαυτῷ τετελεύτηκε, πατάξας τῶν
ἀλλοφύλων πολλούς.

Τοῦ δὲ λαοῦ τῶν Ἑβραίων τοὺς θείους παραβαίνοντος νόμους
ὠργίζετο ὁ θεός. καὶ Σισάρας ὁ τοῦ Ἰαβὶν βασιλέως τῆς Χαναὰν ἀρχιστράτηγος ἐπελθῶν 
αὐτοῖς ἐκάκωσέ τε σφόδρα καὶ φόροις ὑπέβαλε· καὶ εἶχον οὕτως ἐπὶ ἐνιαυτοὺς εἵκοσι. Δεβώρα δέ τις
προφῆτις, δηλοῖ δὲ τὸ ὄνομα μέλισσαν, ἱκέτευσεν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τὸν θεόν. καὶ ὁ θεὸς ἐπένευσε, καὶ
στρατηγὸν αἱρεῖσθαι κελεύει Βαράκ· ἀστραπὴν δὲ τοῦτο σημαίνει κατὰ τὴν Ἑβραίων
διάλεκτον. ἦν δ’ ἐκ τῆς Νεφθαλίδος φυλῆς ὁ ἀνήρ. καὶ ἡ Δεβώρα τὸν Βαρὰκ προετρέπετο κατὰ τῶν
πολεμίων ἰέναι μετὰ ὑέων μυρίων, τοῦτο κελεύοντος τοῦ θεοῦ. ὁ δὲ κἀκείνην ἀπῄτει συστρατηγεῖν.
πείθεται ἡ γυνή, καὶ μάχης σὺν τοῖς μυρίοις συρραγείσης αὐτοῖς πρὸς τὸν Σισάραν ὄμβρος
καταχεῖται πολὺς καὶ χάλαζα καταρρήγνυται, ταῦτα δὲ κατὰ πρόσωπον τῶν
πολεμίων ὑπὸ τοῦ ἀνέμου ἠλαύνετο, καὶ ταῖς ὄψεσιν ἐπεσκότουν αὐτῶν, κἀντεῦθεν ἐνέκλιναν εἰς φυγήν.
 φεύγων δὲ καὶ Σισάρας πρός τινα γυναῖκα κατέφυγε, 
 κατακρύψαι αὐτὸν ἀξιῶν· Ἰαὴλ ὠνόμαστο ἡ γυνή. ἡ δε δέχεται αὐτὸν καὶ δίδωσι γάλα πιεῖν,
καὶ ὃς πιὼν ὕπνωσεν. κοιμωμένῳ δ᾿ αὐτῷ ἐπέθετο Ἰαήλ, καὶ ἧλον διὰ τοῦ κροτάφου ἐκείνου ἐλάσασα τῷ
ἐδάφει προσεπαττάλευσε, καὶ τοῖς περὶ τὸν Βαρὰκ νεχρὸν τὸν πολέμιον δείκνυσι.
στρατεύσας δὲ καὶ ἐπὶ Ἰαβεὶν βασιλέα Χαναὰν ὁ Βαράκ αὐτόν τε ἔκτεινε καὶ τὴν πόλιν κατέσκαψε. καὶ στρατηγήσας ἐπὶ ἔτη τριάκοντα τελευτᾷ, καὶ Δεβώρας κατὰ τὸν
αὐτὸν θανούσης καιρόν. εἶτα Μαδιανῖται σὺν τοῖς Ἀμαληκίταις καὶ Ἄραψι μάχῃ τοὺς
Ἰσραηλίτας ἐτρέψαντο. καὶ ἐπὶ ἔτη ἑπτὰ ἐπιτιθεμένων αὐτοῖς λιμὸς ἦν καὶ σπάνις τῶν ἀναγκαίων, καὶ
ἐδέοντο τοῦ θεοῦ. Γεδεῶν δὲ φυλῆς ὢν Μανασσῆ δράγματα σταχύων εἰς τὴν ληνὸν ἔκοπτε κρύφα, καὶ ὁρᾷ
τινα ἐν εἴδει νεανίσκου παρεστῶτα αὐτῷ καὶ καλοῦντα αὐτὸν φίλον τῷ θεῷ καὶ εὐδαίμονα. ὁ
δ᾿ εἰρωνευόμενος τεκμήριον ἔλεγεν εἶναι αὐτοῦ τῆς εὐδαιμονίας τὸ κεχρῆσθαι τῷ ληνῷ ἀντὶ ἅλωνος. καὶ
ὁ νεανίας θαρρεῖν καὶ σπεύδειν αὐτῷ παρεκελεύετο ὑπὲρ ἐλευθερίας τῶν φυλε- 
 τῶν. Γεδεὼν δὲ ἱκέτευσε τὸν φαινόμενον μὴ μεταναστῆναι ἐκεῖθεν, καὶ
εἰσελθὼν ἐκόμισε θυσίαν. καὶ ὁ ἄγγελος θεῖναι αὐτὴν παρὰ τὴν πέτραν ἐκέλευσε· καὶ τῇ ῥάβδῳ ψαύσας
τῆς πέτρας πῦρ ἀνῆψεν αὐτόματον καὶ τὴν θυσίαν κατέκαυσεν. εἶτα ᾔτησε Γεδεὼν τὸν θεὸν
ἐπὶ τὸν πόκον γενέσθαι δρόσον, καὶ ἐγένετο· καὶ αὖθις δρόσον ᾔτησεν ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν γενέσθαι· ἐπὶ
τὸν πόκον δὲ ξηρασίαν, καὶ γέγονεν οὕτως. πείθεται οὖν ὁ Γεδεὼν καὶ σὺν μυρίοις κατὰ τῶν ἐναντίων
ὡπλίζετο. εἶτα ἐντολῇ τοῦ θεοῦ ἄγει πάντας κατὰ μεσημβρίαν ἐπὶ τὸν ποταμόν, καὶ τοὺς
μὲν λάψαντας ἐν τῷ πίνειν καὶ μετὰ σπουδῆς ὡς περι- 
φόβους πιόντας, τριακόσιοι δὲ ἦσαν οὗτοι, ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ ἀπῄει πρὸς τὸν πόλεμον, τοὺς δὲ λοιποὺς
καταλέλοιπεν. νυκτὸς δὲ ἔνα τῶν στρατιωτῶν προσλαβόμενος ἀπῆλθεν εἰς τὸ τῶν ἐναντίων στρατόπεδον.
 καὶ ἀκούει ἑνός τινος τῶν πολεμίων τῷ συσκηνοῦντι διηγουμένου ὡς ἔδοξεν ὁρᾶν καθ’ ὕπνους
μᾶζαν κριθίνην διὰ τοῦ στρατοπέδου κυλιομένην, ἥ τὴν τοῦ βασιλέως σκηνὴν κατέβαλε καὶ τὰς τοῦ
στρατεύματος· ὁ δὲ τοῦ στρατοῦ δηλοῦν ὄλεθρον τὸ ἐνύπνιον ἔκρινεν, ἀπεικάζων μάζῃ
κριθίνῃ τὸν Γεδεὼν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ διὰ τὴν ὀλιγότητα καὶ τὸ ἀσθενές. τούτων ἀκούσας ὁ Γεδεὼν ἀνεθάρσησε, καὶ ὑποστρέψας ἐν τοῖς ὅπλοις εἶναι τοῖς ἑαυτοῦ ἐνετείλατο,
καὶ εἰς τρεῖς ἑκατοστύας τὴν στρατιὰν διελὼν ἀμφορέα κενὸν κομίζειν ἕκαστον καὶ λαμπάδα ἡμμένην καὶ κριοῦ κέρας ἐκέλευσε, κατὰ τετάρτην τε φυλακὴν τῆς
νυκτὸς ἐξῆγεν αὐτοὺς κατὰ τῶν ἐναντίων. καὶ ἤδη πλησίον ὄντες αὐτῶν ἐσάλπισαν μὲν τοῖς κέρασι, τοὺς
δ’ ἀμφορέας κατέαξαν, καὶ μετὰ τῶν λαμπάδων ὥρμησαν ἀλαλάξαντες. ταῦτα δὲ τοῖς
πολεμίοις πτοίαν ἐνέβαλον, καὶ οἱ μὲν ὑπὸ τῶν ἐναντίων ἐκτείνοντο, οἱ δέ γε πλείους ὑπ’ ἀλλήλων
οὔσης νυκτὸς διεφθάρησαν, καὶ σχεδὸν ἄπαντες ὤλοντο, καὶ δύο τῶν
βασιλέων αὐτῶν Ὠρήβ τε καὶ Ζήβ. οἱ δὲ περιλειφθέντες τῶν ἡγεμόνων καὶ τοῦ στρατεύματος
φεύγοντες καταλαμβάνονται παρὰ Γεδεὼν καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ, καὶ πεπτώκασιν ἅπαντες. ἔσχηκε δὲ τὴν
ἀρχὴν ὁ Γεδεὼν ἐν τεσσαράκοντα ἔτεσι, καὶ ἐτελεύτησε γηραιός, καταλιπὼν ἐκ διαφόρων γυναικῶν
γνησίους υἱοὺς ἑβδομήκοντα, ἔνα δ’ ἐκ παλλακῆς Ἀβιμέλεχ καλούμενον. ὃς τοὺς ἀδελφοὺς
κτείνας ἅπαντας ἄνευ ἑνὸς Ἰωαθάνου φυγόντος τετυράννηκεν. ὁ δὲ λαὸς ἐπαναστάντες κατὰ
τοῦ Ἀβιμέλεχ ἐξελαύνουσιν αὐτὸν τῆς πόλεως τόν Σικίμων. ὁ δὲ συνεργούμενος ὑφ’ ἑνὸς τῶν Σικιμιτῶν
δόλῳ τὴν πόλιν αἱρεῖ καὶ τοὺς Σικιμίτας ἡβηδὸν ἀναιρεῖ, τὴν πόλιν δὲ
κατασκάπτει. ἤλαυνε δ’ ἐπὶ Θήβας, ἑτέραν πόλιν, καὶ εἷλεν αὐτὴν ἐξ ἐπιδρομῆς. τὸ δὲ
πλῆθος εἰς ἔνα πύργον μέγαν συνέδραμον, ὄντα ἐν μέσῳ τῆς πόλεως. πλησιάσαντα δὲ ταῖς πύλαις τούτου
τὸν Ἀβιμέλεχ θραύσματι μύλης γύναιον ἄνωθεν κατὰ τῆς κεφαλῆς ἔβαλε καὶ ἀπέκτεινε. τὴν δὲ τῶν Ἑβραίων
ἡγεμονίαν Ἰαεὶρ ἐμπεπίστευτο ἐκ τῆς Μανασσῆ τυγχάνων φυλῆς· δύο δὲ καὶ εἴκοσιν οὕτος
ἐνιαυτοὺς ἰθύνας τὴν ἀρχὴν ἐτελεύτησεν. Ἀμμανῖται δὲ σὺν Παλαιστηνοῖς εἰσέπειτα τὴν χώραν διήρπαζον.
ληιζομένων δὲ τὴν Γαλαδηνὴν τῶν Ἀμμανιτῶν, ἡγεμόνα τὸν Ἰεφθάε οἱ ἐπιχώριοι εἴλοντο. ὃς
συμμίξαι μέλλων τοῖς κολεμίοις εὐχὴν ἐποιήσατο, εἰ νικήσει, πᾶν ὃ
πρῶτον αὐτῷ συναντήσει ἐπανιόντι τοῦτο ἱερουργήσειν. καὶ συμβαλὼν νικᾷ· ἀναστρέφοντι δ’ ὑπήντησεν
αὐτῷ τὸ θυγάτριον, μονογενὲς ὄν αὐτῷ καὶ ἔτι παρθενευόμενον. ὁ δ’ ἀνῴμωξεν, ἕνα δὲ μὴ
ψεύσηται τὴν ὑπόσχεσιν, ἔθυσε τὴν παῖδα καὶ ὡλοκαύτωσε. τῶν δὲ τῆς Ἐφραῒμ φυλῆς ὀργιζομένων αὐτῷ ὅτι
μὴ συμπαρέλαβεν αὐτοὺς ἐπὶ τὸν κατὰ τῶν Ἀμμανιτῶν πόλεμον, ἐπεὶ μὴ ἔπειθεν αὐτοὺς παραιτούμενος,
πολλοὺς ἀνεῖλε μαχεσαμένους αὐτῷ. ἕξ δὲ τὴν ἡγεμονίαν ἀνύσας ἐνιαυτοὺς κατέλυσε τὴν
ζωήν. παραλαμβάνει δὲ τὴν ἀρχὴν Ἀμεσὰ ἐκ τῆς Ἰούδα τυγχάνων φυλῆς, καὶ ἐπὶ χρόνον ἑπταετῆ κρίνας τὸν
Ἰσραὴλ τετελεύτηκε. καὶ μετ’ ἐκεῖνον Λαβδὼν τῆς Ἐφραῒμ προελ- 
 θῶν φυλῆς ἡγεμὼν ἀπεδείχθη, καὶ τέθνηκε γηραιός ἄρξας ἔτη ὀκτώ.

Εἶτα Παλαιστηνοὶ κρατοῦσι τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ὑποφόρους ἔσχον αὐτοὺς ἐπὶ ἐνιαυτοὺς
τεσσαράκοντα. τότε δὲ γεννηθεὶς ὁ Σαμψών, ἰσχύος δὲ ἡ κλῆσις σημαντική, τοῖς Παλαιστηνοῖς ἐπετίθετο·
ἡ δ’ εἰς τὸν βίον αὐτοῦ πρόοδος τοιαύτη ἐγένετο. Μανωὲ τῆς φυλῆς ὑπάρχων τοῦ Δὰν συνῴκει
γυναίῳ στειρεύοντι καὶ ᾔτει τὸν θεὸν παῖδα δοθῆναι αὐτοῖς. ὤφθη γοῦν ποτε μόνῃ οὔσῃ τῇ γυναικὶ
νεανίας μέγας τε καὶ καλός, τόκον παιδὸς αὐτὴ εὐαγγελιζόμενος, καὶ μὴ πιεῖν οἶνον ἢ
μέθυσμα αὐτῇ ἐνετείλατο, μηδὲ τὴν κόμην ἀποθρίξαι τὴν τοῦ
παιδός· Ναζιραῖον γὰρ ἔλεγεν εἶναι τῷ κυρίῳ τὸν παῖδα, ἄγιον δηλαδή, καὶ τὸν Ἰσραὴλ σωθήσεσθαι δι’
αὐτοῦ ἐκ τῆς τῶν ἀλλοφύλων χειρός. ἡ δὲ τῷ ἀνδρὶ κατήγγειλε ταῦτα. καὶ ὃς ὀφθῆναι καὶ
αὐτῷ τὸν φανέντα τῇ γυναικὶ ἐδέετο τοῦ θεοῦ. αὖθις οὖν ἦλθε πρὸς τὴν γυναῖκα ὁ ἄγγελος· ἀπῆν δὲ
αὖθις ὁ Μανωέ· καὶ ἡ γυνὴ προσμεῖναι παρεκάλει αὐτὸν τὴν τοῦ
ἀνδρὸς παρουσίαν. ἐλθὼν δὲ Μανωὲ ἠρώτα τὸν ἄγγελον τί ἂν τοῦ παιδὸς γεννηθέντος
ποιήσειαν. ὁ δέ “οἶνον” ἔφη “οὐ πίεται οὐδὲ μέθυσμα, καὶ ἀκάθαρτόν τι οὐ φάγεται καὶ τὴν κόμην οὐ
ξυρηθήσεται. καὶ ὁ Μανωὲ τὸ ὄνομα τοῦ ὁμιλοῦντος αὐτῷ ἐζήτει μαθεῖν, ὁ δὲ θαυμαστὸν εἶναι τοῦτο
εἰπὼν ἀπεσιώπησεν. ὁ δὲ Μανωὲ 
 ἔριφον ἐνεγκὼν ἔθυσε καὶ ἄρτους προσήνεγκεν. ὁ δὲ θεῖναι τὰ κρέα καὶ τοὺς ἄρτους ἐπὶ
τὴν πέτραν προσέταξεν, τεθέντων δὲ τῇ ῥάβδῳ αὐτοῦ ἅπτεται τούτων, καὶ πῦρ ἐξαφθὲν ἐκεῖθεν κατέκαυσεν
αὐτά, καὶ εἰς οὐρανὸν διὰ τῆς φλογὸς ἀνῄει ὁ ἄγγελος, ὁρώντων τοῦ Μανωὲ καὶ τῆς αὐτοῦ
γυναικός. τέκτε- 
 ται οὖν αὐτοῖς μετὰ ταῦτα ὁ παῖς καὶ Σαμψὼν ὀνομάζεται, ἡδρύνετό τε καὶ πνεῦμα κυρίου
συνεπορεύετο αὐτῷ. ἰδὼν δ᾿ ἐν Θαμνᾷ πόλει τῶν Παλαιστηνῶν κόρην τῶν ἀλλοφύλων, ἐρᾷ τῆς παιδός.
παραιτουμένων δὲ τῶν γονέων αὐτοῦ τὸν γάμον τῆς ἀλλοφύλου, ἐκνικᾷ γῆμαι αὐτήν. συχνάζων
δὲ πρὸς τοὺς τῆς κόρης γονεῖς συναντᾷ λέοντι, καὶ μή τι φέρων εἰς
ἄμυναν ταῖς χερσὶ τὸ θηρίον συνέτριψε, καὶ ἐκκλίνας τῆς ὁδοῦ ἔρριψε πρὸς τὸ ὑλῶδες αὐτό. καὶ μεθ᾿
ἡμέρας αὖθις πρὸς τὴν μνηστὴν πορευόμενος σμῆνος μελισσῶν ἐν τῷ στόματι συνηγμένον τοῦ
λέοντος εὕρηκε. καὶ λαβὼν ἐκεῖθεν μέλιτος κηρίον ἔφαγε καὶ τῷ πατρὶ καὶ τῇ μητρὶ ἀπεκόμιμισεν.
ἀπελθὼν δ᾿ εἰς τοὺς ἀλλοφύλους πρόβλημα τοῖς αὐτῷ συνεστιωμένοις ἐν τοῖς γάμοις τριάκοντα
νεανίσκοις προτίθησι· καὶ εἰ εὕροιεν ἐφ᾿ ἡμέρας ἑπτὰ τὴν λύσιν, δοῦναι συνέθετο
σινδόνα καὶ στολὴν ἑκάστῳ αὐτῶν, εἰ δὲ μὴ λῦσαι δυνηθεῖεν τὸ πρόβλημα, αὐτῷ δοθῆναι παρ᾿ ἑκάστου
στολὴν καὶ ὀθόνην ἀπῄτησε. συνθεμένων δὲ καὶ τῶν νεανίσκων προεβάλετο
τὸ ἐρώτημα εἰπών “ἐξ ἔσθοντος ἐξῆλθε βρῶσις, καὶ ἀπὸ ἰσχυροῦ γλυκύ.” οἱ δὲ μὴ δυνάμενοι
νοῆσαι τὸ πρόβλημα, τὴν κόρην ἱκέτευσαν μαθεῖν παρὰ τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἀπαγγεῖλαι αὐτοῖς. ὁ Σαμψὼν δέ,
παρακαλούσης αὐτὸν τῆς κόρης εἰπεῖν αὐτῇ τὸ τοῦ προβλήματος νόημα, τὸ μὲν πρῶτον
ἀντεῖχε, δακρυούσης δ᾿ ἐκείνης ἐξεῖπε τὸ πᾶν· ἡ δὲ τοῖς νεανίσκοις ἀπήγγειλε. καὶ κατὰ τὴν ἑβδόμην
ἡμέραν εἶπον ἐκεῖνοι τῷ Σαμψών “τί γλυκύτερον μέλιτος ἢ τί λέοντος ἰσχυρότερον;” ὠργίσθη οὖν ὁ
Σαμψών, καὶ τοῖς μὲν 
 νεανίσκοις ἔδωκεν ἃ ὑπέσχετο, τὸν δὲ γάμον ἀπείπατο. καὶ
ἔδωκεν ἑτέρῳ τὸ γύναιον ὁ πατήρ. πα- ροξυνθεὶς δὲ ὁ Σαμψὼν διὰ τοῦτο, καὶ συλλαβὼν
τριακοσίας ἀλώπεκας, λαμπάδας ἡμμένας ταῖς οὐραῖς ἐκείνων προσέδησε καὶ ταῖς τῶν Παλαιστηνῶν
ἐπαφῆκεν ἀρούραις θέρους ἐνισταμένου, καὶ οὕτω τὰ σφῶν κατέκαυσε λήια καὶ τὰς ἀμπέλους.
Παλαιστηνοὶ δ’ ἀντὶ τούτων τὴν γενομένην αὐτοῦ γυναῖκα καὶ τοὺς αὐτῇ προσήκοντας ἐνέπρησαν καὶ
κατέκαυσαν. Σαμψὼν δὲ πολλοὺς ἀποκτείνας τόν ἀλλοφύλων ἐν πέτρᾳ ἐκάθισεν, οἱ δὲ κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν
 ἐξεστράτευσαν λέγοντες “εἰ βούλεσθε ἀναίτιοι εἶναι, δότε ἡμῖν τὸν Σαμψὼν ὑποχείριον.
καὶ ἀπῆλθον ἐπὶ τὴν πέτραν ὁπλῖται τρισχίλιοι. καταβὰς δὲ Σαμψὼν ἑκὼν
τοῖς φυλέταις παρέδωκεν ἑαυτόν, δεδεμένον παρέδωκαν τοῖς Παλαιστηνοῖς. ὁ δὲ διαρρήξας 
τὰ δεσμὰ καὶ ὄνου σιαγόνα ἐκεῖ που ἐρριμμένην ἁρπάσας χιλίους τῶν ἀλλοφύλων ἀπέκτεινεν ἐν αὐτῇ, τοὺς
δ’ ἄλλους ἐτρέψατο. ὅθεν Σιαγὼν ἐξ ἐκείνου ὁ τόπος ἐκλήθη. εἶτα ἐδίψησεν ὡς ἐκλείπειν ἀπὸ τῆς δίψης,
καὶ ἔκλαυσε δεόμενος τοῦ θεοῦ. ὁ δὲ θεὸς πηγὴν ὕδατος ἀνῆκεν ἀπὸ τοῦ ῥήγματος ὃ τὴν
σιαγόνα ῥίψας κατὰ γῆς πεποίηκεν ὁ Σαμψών. καὶ ἀπῆλθεν εἰς Γάζαν. ἐνήδρευσαν δὲ αὐτῷ οἱ Γαζαῖοι, καὶ
ἔνα μὴ λάθῃ αὐτοὺς ἐξιών, τὰς πύλας τῆς πόλεως ἔκλεισαν. ὁ δὲ περὶ μέσας νύκτας ἀναστὰς τάς τε πύλας καὶ τὰς φλιὰς αὐτῶν καὶ τὰς παραστάδας ἐπωμισάμενος εἰς τὴν τοῦ ὄρους ἀνήνεγκε
κορυφήν κἀκεῖσε κατέθετο. ἐρασθεὶς δ’ ἑταίρας Παλαιστηνῆς Δαλιδᾶς καλουμένης συνῆν αὐτῇ καὶ οἱ προύχοντες τῶν ἀλλοφύλων πολλὰ τῇ
γυναικὶ ἐπηγγείλαντο, εἰ μάθοι παρὰ τοῦ Σαμψὼν τί τὸ αἴτιον αὐτῷ τῆς δυνάμεως καὶ
ἀπαγγείλαι αὐτοῖς. ἡ δὲ ποικίλως μετῄει τὸν ἄνδρα ζητοῦσα γνῶναι ὅθεν αὐτῷ ἡ τοσαύτη 
ἰσχύς, ἐκεῖνος δὲ ἄλλοτε ἄλλας πλαττόμενος αἰτίας τῇ γυναικὶ ἔλεγε. καὶ ἡ γυνὴ πειρωμένη τόν λόγων
ἀπάτας αὐτοὺς εὕρισκεν. ἐγκειμένης δὲ καὶ δεομένης θερμότερον, τὸ κρύφιον αὐτῇ ἀνεκάλυψε, κατ’
ἐντολὴν εἰπὼν τοῦ θεοῦ τὴν κόμην τρέφειν, ἐντειλαμένου μὴ κείρειν αὐτήν, καὶ ἐν ταύτῃ
προσεῖναι αὐτῷ τὴν ἰσχύν. κείρει τὴν κόμην κοιμωμένου αὐ- τοῦ ἡ γυνὴ
καὶ παραδίδωσι τοῖς ἐναντίοις αὐτὸν ἀσθενῆ. ἐκκόπτουσιν ἐκεῖνοι τὰ ὄμματα τοῦ ἀνδρός, καὶ ὁ πρὶν
φοβερὸς εἶς παίγνιον κατέστη αὐτοῖς. προἰόντος δὲ τοῦ καιροῦ ηὔξετο αὖθις ἡ κόμη αὐτῷ
καὶ ἡ ἰσχὺς ἐπανήρχετο. πότου δὲ τοῖς Παλαιστηνοῖς ὄντος, καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ μεγιστάνων
εὐωχουμένων ὁμοῦ ἐν οἴκῳ κίοσιν ἀνεχομένῳ, ἤχθη καὶ ὁ Σαμψὼν παιχθησόμενος, καὶ παιδάριον
ἐχειραγώγει αὐτόν. συνήχθη δὲ παρὰ τὸν οἶκον πλῆθος ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν ὡσεὶ
τρισχίλιοι, ἔν ὁρῷεν τὸν Σαμψὼν παροινούμενον. ὁ δὲ παιζόμενός τε καὶ ῥαπιζόμενος λέγει τῷ
χειραγωγοῦντι αὐτόν ἐπάγαγέ με πρὸς τοὺς κίονας, ὡς ἂν αὐτοῖς
ἐπιστηριχθῶ δεόμενος ἀναπαύσασθαι.” δραξάμενος δὲ τῶν δύο κιόνων ἐπικατέσεισεν ἑαυτῶ
τὸν οἶκον, καὶ αὐτός τε καὶ οἱ ἐν τῶ οἴκω πάντες ἀπώλοντο. καὶ τῶ μὲν τοιοῦτον τέλος ἐγένετο, ἐπὶ
εἴκοσιν ἔτη κρίναντι τὸν τόν Ἑβραίων λαόν.

Οὐκέτι δὲ κριταὶ ἦγον τὸν Ἰσραήλ, ἀλλ’ ὁ ἀρχιερεὺς Ἤλει προέστη αὐτῶν· ἐφ’ οὗ λιμὸς γέγονε,
καί τις ἀνὴρ ἐκ Βηθλεὲμ Ἀβιμέλεχ καλούμενος σὺν τῇ γυναικὶ καὶ δύο υἱοῖς διὰ τὸν λιμὸν εἰς τὴν
Μωαβῖτιν 
 μεταναστεύει. ἄγεται οὖν τοῖς υἱοῖς γαμετὰς Μωαβίτιδας. ἐν δέκα μέντοι ἐνιαυτοῖς ὅ τε
Ἀβιμἐλεχ καὶ οἱ παῖδες αὐτοῦ τεθνήκασι, καὶ κατελείφθησαν χῆραι ἢ τε Νοεμὶν ἡ συνοικοῦσα τῷ Ἀβιμέλεχ
καὶ αἱ 
 γυναῖκες ἄμφω τῶν παίδων αὐτοῦ, Ὀρφά τε καὶ Ῥούθ. ἡ Νοεμὶν δὲ εἰς τὴν πατρίδα ὑπέστρεψε,
τῶν δέ γε νυμφῶν αὐτῆς ἡ μὲν Ὀρφὰ παρακληθεῖσα παρὰ τῆς πενθερᾶς ἔμεινε παρὰ Μωαβίταις, ἡ δὲ Ῥοὺθ
σὺν τῇ Νοεμὶν ἀπελήλυθε. καὶ ἤδη παραγενομένας εἰς Βηθλεὲμ ξενίζει βοός, Ἀβιμέλεχ ὢν
συγγενής. προσαγορευομένη δὲ παρὰ τῶν πολιτῶν ἐξ ὀνόματος ἡ γυνή “μή με Νοεμίν” ἔλεγεν ἀλλὰ Μάραν
καλεῖτε,” Νοεμὶν δὲ εὐτυχίαν δηλοῖ, Μάρα δὲ ὀδύνην καὶ πικρασμόν· “πλήρης γὰρ πορευθεῖσα κενὴ
ὑπενόστησα.” ἀμήτου δὲ ὄντος ἐξῄει κατὰ γνώμην τῆς 
πενθερᾶς καλαμησομένη ἡ Ῥούθ εἰς τὸν ἀγρὸν τοῦ βοός. ὁ δὲ τὴν κόρην ἰδὼν καὶ μαθὼν τίς ἐστιν,
θερίζειν ὃ δύναιτο καὶ ἔχειν ἐπέτρεψεν, ἄριστόν τε παρέχειν αὐτῇ τῷ ἀγροκόμῳ ἐπέταξεν. ἡ δὲ καὶ
ἄλφιτα παρ’ αὐτοῦ λαβοῦσα τῇ πενθερᾷ συνετήρησε, καὶ ἀπῆλθεν ὀψὲ κομίζουσα καὶ τὰς
κριθὰς ἃς συνέλεξε, καὶ τὰ παρὰ τοῦ βοὸς αὐτῇ διηγήσατο. καὶ αὖθις ἀπῄει σὺν ταῖς θεραπαινίσι βοός.
ἡ Νοεμὶν δὲ συγκατακλίνειν αὐτῷ τὴν Ῥοὺθ ἐβουλεύσατο, πέμπει τὴν νύμφην ὑποθεμένη παρὰ
τοῖς ποσὶ τοῦ ἀνδρὸς ὑπνώττοντος ἐν τῇ ἅλωνι πεσοῦσαν ὑπνῶσαι. καὶ ἡ μὲν οὕτω πεποίηκεν, αἰσθόμενος
δ’ ὁ Βοὸζ περὶ μέσην νύκτα ἤρετο τίς ἐστι. καὶ μαθὼν τότε μὲν
ἡσύχασεν, ἴωθεν δ’ ἐξεγείρας τὴν Ῥούθ πορεύεσθαι πρὸς τὴν πενθερὰν ἐνετείλατο· ‘‘αὐτὸς
δ’” εἶπε τὸν ἐγγύτερον ἐμοῦ ἀγχιστεύοντά σοι ἐρήσομαι, καὶ εἰ μὲν ἐκεῖνος ἀγαγέσθαι σε βούλεται,
ἀπελεύσῃ πρὸς τὸν ἄνδρα, παραιτουμένου δὲ νομίμως συνοικήσεις ἐμοί. ἀπῆλθεν οὑν ἡ γυνὴ
καὶ δεδήλωκε πάντα τῇ Νοεμίν. ὁ δέ γε βοὸς παρὰ τῇ γερουσίᾳ τήν
Ῥοὺθ καὶ τὸν συγγενῆ συνεκάλεσε καὶ εἶπεν αὐτῷ “Ἀβιμέλεχ τοῦ συγγενοῦς ἡμῶν καὶ τῶν παίδων αὐτοῦ κατέχεις κλῆρον;’ συνθεμένου δ’ ἔχειν ἐκείνου κατὰ τοὺς νόμους δι’ ἀγχιστείαν, οὐκοῦν οὐκ ἐξ
 ἡμισείας ἔφη μεμνῆσθαι τῶν νόμων δεῖ, ἐπὶ πάσι δὲ ποιεῖν κατ’
αὐτούς. λοιπὸν καὶ τὸ τοῦ Μαλλῶν γύναιον υἱοῦ Ἀβιμέλεχ γῆμαί σε χρή, ἵνα ἀναστήσῃς 
σπέρμα τῷ συγγενεῖ.” ὁ δὲ παρῃτήσατο, καὶ τοῦ κλήρου καὶ τῆς γυναικὸς παραχωρήσας αὐτῷ. κατὰ γοῦν
τὸν νόμον ἐνώπιον τῆς γερουσίας ἡ Ῥούθ ὑπελύσατο τὸ ὑπόδημα τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου καὶ ἔπτυσεν αὐτοῦ εἰς
τὸ πρόσωπον. καὶ οὕτως αὐτὴν ἠγάγετο ὁ Βοόζ, καὶ ἔτεκεν ἐξ αὐτοῦ τὸν Ὠβήδ· ἐλληνιστὶ δ’
ἑρμηνεύεται δουλεύων. ἐξ Ὠβὴδ δὲ γίνεται Ἰεσσαί, καὶ ἐκ τούτου Δαβίδ, ὃς τῶν ἐξ Ἰσραὴλ ἐβασίλευσε
καὶ τοῖς ἑαυτοῦ παισὶ κατέλιπε τὴν ἀρχὴν ἐπὶ εἴκοσι γενεὰς πρὸς τῇ
μιᾷ διαρκέσασαν. 
 
 Ἤλει δὲ τοῦ ἀρχιερέως, ὡς ἤδη ἱστόρηται, τὸν λαὸν ἄγοντος, οἱ δύο υἱοὶ αὐτοῦ Ὀφνὶ καὶ
Φινεὲς ὑπῆρχον λοιμοί, παρανομοῦντες ἐν ἅπασι, καὶ παραινοῦντος τοῦ πατρὸς αὐτοῖς μὴ ἐπιστρεφόμενοι.
ὁ δὲ θεὸς ὀργισθεὶς διὰ τὰς ἐκείνων παρανομίας, διὰ τοῦ Σαμουὴλ ἔτι παιδὸς ὄντος
δεδήλωκε τῷ Ἤλει ἅπερ αὐτός τε καὶ οἱ παῖδες καὶ ὁ οἶκος αὐτοῦ πείσονται. Σαμουὴλ δὲ Ἐλκανᾶ Λευίτου
ἀνδρὸς ἐτύγχανε παῖς· ᾧ συνῴκουν διτταὶ γαμεταί, ὧν τῇ μὲν Ἄννα, τῇ δὲ Φεννάνα ἦν τὰ ὀνόματα. καὶ τῇ
μὲν παῖδες ἤσαν ἐξ ’Eλκανᾶ, ἡ Ἄννα ἠμοίρει γονῆς. ἀφικομένου δὲ τοῦ ἀνδρὸς μετὰ τῶν γυναικῶν ἀμφοῖν εἰς Σηλὼμ καὶ θύσαντος, ἐπεὶ καιρὸς ἦν
εὐωχίας καὶ τῇ Φεννάνᾳ οἱ παῖδες αὐτῆς συνεγάθηντο, ὅτι ἡ Ἄννα μεμόνωτο, ἑαυτὴν ἀπεκλαίετο, καὶ εἰς
τὴν σκηνὴν τοῦ θεοῦ δραμοῦσα ἐδέετο τοῦ κυρίου γονὴν αὐτῇ παρασχεῖν, εὐξαμένη
καθιερώσειν θεῷ τὸ πρωτότοκον. χρονιζούσης δ’ ἐν ταῖς εὐχαῖς, πρὸ τῆς σκηνῆς Ἤλει καθεζόμενος ὡς
μεθύουσαν αὐτὴν ἐλογίσατό τε καὶ ἀπεπέμπετο. ἡ δέ οὐκ οἶνον ἔφη ‘πέπωκα οὐδὲ μέθυσμα, κύριε, ἀλλὰ
κατώδυνος οὖσα διὰ τὴν ἀπαιδίαν ἐκτέτηκα.” καὶ ὁ ἱερεύς “πορεύου” εἶπεν αὐτῇ, “καὶ σοι
τὸ αἴτημα ὁ θεός.” ὑποστρέψασα δὲ σὺν τῷ ἀνδρὶ οἴκαδε συλλαμβάνει καὶ τίκτει τὸν Σαμουὴλ· θεαίτητον
ἄν τις εἴποι. ἁδρυνθέντος δὲ τοῦ παιδὸς προσάγει αὐτὸν τῷ Πλεῖ κατὰ
τὴν εὐχὴν τῷ θεῷ τραφησόμενον κόμην τ·ε τρέφοντα καὶ ἐν τῷ ἱερῷ διαιτώμενον καὶ ὕδατι
κεχρημένον εἰς πόσιν. ἤδη δὲ δωδεκαέτης γενόμενος προεφήτευσε. καί ποτε κοιμώμενον αὐτὸν ἐξ ὀνόματος
ἐκάλεσεν ὁ θεός. ὁ δὲ τῷ ἀρχιερεῖ προσελήλυθεν ὡς ὑπ’ ἐκείνου τάχα καλούμενος. καὶ
τοῦτο τρισσάκις ἐγένετο. Ἤλει δὲ συνεὶς θεόθεν εἶναι τὴν κλῆσιν, ἴφη τῷ Σαμουήλ “εἰ ἔτι κληθῇς,
εἰπέ, ἐδοῦ ἐγὼ κύριε.” οὕτω δὲ ποιήσαντος τοῦ παιδός, ἔφη αὐτῷ ὁ καλῶν συμφορὰν ἔσεσθαι τοῖς
Ἰσραηλίταις βαρεῖαν, καὶ τοὺς Ἤλει παῖδας ἅμα 
 τεθνήξεσθαι καὶ τὴν ἱερωσύνην εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ἐλεάζαρ μεταπεσεῖν. οὐκ ἤθελε δὲ τοὺς
λόγους ὁ Σαμουὴλ ἐκφῆναι τῷ ἱερεῖ, ὅρκοις δ’ ἐκβιασθεὶς ἀπήγγειλε πάντα καθάπερ ἀκήκοεν.

Ἐντεῦθεν Παλαιστηνοὶ κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐκστρατεύουσι, καὶ ἦσαν τῇ μάχῃ
ἐπικρατέστεροι. 
 ὁ δὲ λαὸς κομισθῆναι τὴν κιβωτὸν αἰτοῦσιν εἰς ἀρωγήν. πεμφθείσης δ᾿ ἐκεῖσε τῆς κιβωτοῦ
σὺν τοῖς υἱοῖς τοῦ Ἠλεί, συγκεκρότητο μάχη. καὶ ἥττηντο οἱ Ἑβραῖοι, ἔπεσον δὲ ὡσεὶ τρισμύριοι, καὶ
οἱ τοῦ ἀρχιερέως υἱοί, καὶ ἡ κιβωτὸς ἐλήφθη τοῖς πολεμίοις. Ἠλεὶ δὲ ὁ ἀρχιερεὺς ἐφ᾿
ὑψηλοῦ καθῆστο δίφρου, καὶ μα- 
 θὼν τὰ τῆς μάχης καὶ τὴν σφαγὴν τῶν υἱῶν καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν τῆς
κιβωτοῦ, περιαλγήσας ἐξέπεσε τοῦ θρόνου καὶ τέθνηκεν, ἐνενηκοντούτης γενόμενος, τεσσαράκοντα δὲ
τούτων ἐνιαυτοὺς τοῦ Ἰσραὴλ ἡγησάμενος. οἱ δὲ ἀλλόφυλοι εἰς Ἄζωτον πόλιν ἀπαγαγόντες
τὴν κιβωτὸν τῷ Δαγών, οὕτω γὰρ τὸν ἑαυτῶν ἐκάλουν θεόν, ἀνέθεντο. ἕωθεν δὲ εἰς τὸν οἶκον Δαγὼν
εἰσελθόντες εὗρον κείμενον τὸ ξόανον ἐνώπιον τῆς κιβωτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἀναστήσαντες αὐτὸ ἐπὶ τῆς προτέρας ἔστησαν βάσεως. ὡς δὲ τοῦτο συχνάκις εὗρον γινόμενον, καὶ πολλάκις τὸ
εἴδωλον ἀνορθώσαντες τοσαυτάκις κείμενον κατελάμβανον ἐν σχήματι
προσκυνοῦντος τὴν κιβωτόν, ἐθαμβοῦντο καὶ διηπόρουν. ἔπειτα δ᾿ ἐπέσκηψε τῇ τῶν Ἀζωτίων 
πόλει καὶ τῇ χώρᾳ φθορά, νόσος μὲν τοῖς ἀνθρώποις περὶ τὰς ἕδρας, ἣν δυσεντερίαν φησὶν ὁ Ἰώσηπος,
καὶ ἔθνησκον συχνοὶ ἐξ αὐτῆς, μύες δὲ τῆς γῆς ἀναδοθέντες τὴν χώραν ἅπασαν ἐκεράϊζον. ὀψὲ δὲ συνῆκαν
τὴν κιβωτὸν αἰτίαν αὐτοῖς εἶναι τῶν παθῶν οἱ Ἀζώτιοι, καὶ πέμπουσιν αὐτὴν εἰς
Ἀσκάλωνα· καὶ ἔπασχον κἀκεῖνοι τὰ ὅμοια. καὶ οὕτω πέντε τῶν Παλαιστηνῶν ἀμείβει πόλεις ἡ κιβωτός,
καὶ πάσαις εἰς κάκωσιν γέγονεν. συνῆλθον οὖν οἱ τῶν κακουμένων πέντε πόλεων ἄρχοντες, Γήτης καὶ Ἀκκαρὼν Ἀσκάλωνός τε καὶ Γάζης καὶ Ἀζώτου, καὶ οἱ μὲν ἄλλα
περὶ τῆς κιβωτοῦ, οἱ δ᾿ ἕτερα συνεβού- λευον. καὶ τέλος ἔδοξε πᾶσιν ἔδρας πέντε χρυσᾶς
καὶ μύας τοσούτους χρυσοῦς ποιῆσαι καὶ θέσθαι ἐπὶ τῆς κιβωτοῦ, ἅμαξάν τε καινουργῆσαι καὶ βόας
πρωτοτοκούσας τῇ ἁμάξῃ ὑπαγαγεῖν, τοὺς δὲ μόσχους αὐτῶν κατασχεῖν, καὶ ἐπιθεῖναι τῇ
ἀμάξῃ τὴν κιβωτόν, τὰς βόας δ’ ἀπαγαγόντας ἐπὶ τριόδου καταλιπεῖν, ἕν ἐπ’ αὐταῖς εἴη ἀπιέναι καθ’ ἣν
ὁρμήσουσι· καίει μὲν εὐθὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπελεύσονται, διὰ τὴν κιβωτὸν οἴεσθαι σφίσιν ἐπάγεσθαι τὰ
κακὰ καὶ μὴ κωλύειν τὴν εἰς ἐκείνους πορείαν, εἰ δ’ ἄλλοσέ πῃ ἀπίοιεν, ἐπιστρέψαι αὖθις
τὰς βόας τε καὶ τὴν ἅμαξαν καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῆς. ἐπιτελέσαντες
τοίνυν τὰ δόξαντα ἀφῆκαν τὰς βόας, μηκόθεν ἑπόμενοι καὶ αὐτοί, ἕν ὁρῷεν τὸ ἐκβησόμενον. αἱ δὲ κατ’
εὐθὺ τῶν Ἑβραίων ἀπῄεσαν καὶ οὐ πρότερον ἔστησαν πρὶν εἰς μέγα πεδίον ἐν Βαιθσαμοῖς
κατηντήκασιν. ὡς οὖν εἶδον οἱ τῆς κόμης ἐκείνης ἄνδρες τὴν κιβωτόν, ὡρμήκασιν ἐπ’ αὐτήν, καὶ
καθελόντες ἐκ τῆς ἀμάξης αὐτὴν ἔθυσαν τὰς βόας καὶ τοῖς ξύλοις οἶς ἡ ἅμαξα εἴργαστο αὐτὰς ὡλοκαύτωσαν. ὅπερ ἰδόντες οἱ Παλαιστηνοὶ ὑπενόστησαν. τοὺς δ’ ἁψαμένους τῆς κιβωτοῦ, μὴ ὄντας
ἱερεῖς, ὀργισθεὶς ὁ θεὸς ἐθανάτωσεν. οἱ δέ γε λοιποὶ τῷ κοινῷ τῶν Ἑβραίων ἐγνώρισαν τὰ περὶ τῆς
κιβωτοῦ· κἀκεῖνοι λαβόντες αὐτὴν ἀπάγουσιν εἰς Καριαθιαρεὶμ καὶ εἰς οἰκίαν Ἀμιναδὰβ ἐκ τῆς Λευιτικῆς ὄντος φυλῆς κατατίθενται. καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ ἔτη
εἴκοσι, παρὰ δὲ τοῖς ἀλλοφύλοις μήνας τέσσαρας. 
 Σαμουὴλ δὲ ὁ προφήτης μέγα ἤδη σχὼν ὄνομα καὶ δόξης ἥκων ἐπὶ πολύ, συναγαγὼν τὸν λαὸν περὶ
 ἐλευθερίας αὐτῷ διειλέχθη καὶ ἔπεισε ταύτης ἀντιποιήσασθαι. ὃ μαθόντες οἱ Παλαιστηνοὶ
ἀπροσδοκήτως τοῖς Ἑβραίοις ἐπίασι, καὶ κατεπτόησαν αὐτούς, ὡς τῷ Σαμουὴλ προσδραμεῖν,
λέγοντας ἀπεγνῶσθαι τὴν σωτηρίαν αὐτοῖς, εἶ μὴ αὐτὸς σφίσι τὴν ἐκ τοῦ θείου ἐπικουρίαν αἰτήσεται.
καὶ ὃς θαρρεῖν παρεγ- γυᾷ, καὶ τὸν θεὸν ἐπαρῆξαι διαβεβαιοῦται
αὐτοῖς, καὶ θύσας ἄρνα δέεται τοῦ θεοῦ. μήπω δὲ τὴν θυσίαν τῆς ἱερᾶς δαπανησάσης φλογὸς
προσβάλλουσι τοῖς Ἑβραίοις οἱ ἀντιπόλεμοι, ῥᾷον αὐτῶν κρατήσειν ὡς ἀόπλων οἰόμενοι. σειμῷ δὲ τῆς γῆς κλονηθείσης ὑπὸ τοῦ θεοῦ, καταρραγεισῶν τε βροντῶν καὶ
ἐξαφθεισῶν ἀστραπῶν, εἰς δειλίαν ἐνέπεσον οἱ πολέμιοι καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγήν.
κατεδίωξε δὲ Σαμουὴλ καὶ τὸ πλῆθος ὀπίσω αὐτῶν καὶ πολλοὺς διεφθάρκασι, καὶ οὐκέτι μετὰ τὴν πληγὴν
ταύτην ἐπὶ τοὺς Ἰσραηλίτας ἐστράτευσαν, ἀλλὰ καὶ τὴν χώραν ἥνπερ ἀφείλοντο ἐπανεσώσατο αὖθις τοῖς
Ἑβραίοις ὁ Σα- 
 μουήλ. ἔκρινε δὲ τὸν λαὸν καὶ ἦρχεν αὐτοῦ.

Ἤδη δὲ γεγηρακὼς τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ τὴν τοῦ λαοῦ προστασίαν καὶ τὸ δικάζειν διένειμεν. ὄνομα
τῷ πρεσβυτέρῳ Ἰωήλ, τῷ νεωτέρῳ δὲ Ἀβιά. οἷ οὐκ ἐπορεύθησαν ἐν ταῖς ὁδοῖς τοῦ πατρὸς αὐτῶν, ἀλλ’ ἐκκλίναντες δώρων τὸ δίκαιον προεδίδοσαν καὶ λήμμασι τὰς κρίσεις ἐδίκαζον. ὁ δὲ λαός διὰ
ταῦτα πρὸς Σαμουὴλ ἀθροισθείς “ἐπεὶ μὴ οἶός τε εἶ ἔφασαν σὺ προεστάναι ἡμῶν διὰ γῆρας, ποίησον ἡμῖν
βασιλέα, ὃς καὶ τοῦ ἔθνους ἡγήσεται καὶ τοῖς ἐναντίοις ἀντιστρατεύσεται.” λυπουμένου δ’
ἐπὶ τούτοις τοῦ Σαμουὴλ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ θεός ‘οὐ σὲ ἐξουθενήκασιν ὁ λαός, ἀλλ’ ἐμέ. ἄκουσον τοίνυν
αὐτῶν, καὶ ὃν ἄν ἀναδείξω σοι, εἰς βασιλέα χρῖσον αὐτόν. 
συναθροίσας δὲ τοὺς Ἑβραίους ὁ Σαμουὴλ κατέθετο 
 
 χειροτονήσειν αὐτοῖς βασιλέα, μεταμελήσειν δὲ προέφη αὐτοῖς καὶ αἰτεῖσθαι παρὰ θεοῦ
μέλλειν τῶν βασιλέων ἀπαλλαγήν. οἱ δὲ ἐνέκειντο βασιλέα ζητοῦντες, καὶ ἠξίουν αὐτὸν μὴ φροντίζειν
τῶν ἐσομένων. ὁ δὲ προφήτης “ἄπιτε νῦν” εἶπεν, “ὅταν δὲ μάθω τίνα δίδωσιν ὑμῖν ὁ θεὸς
βασιλέα, μεταπέμψομαι ὑμὰς. 
 Ἀνὴρ δέ τις Βενιαμίτης, Κὶς ὄνομα τῷ ἀνδρί, ὄνους ἀπολέσας, τὸν υἱὸν ὃς ἦν αὐτῷ μέγας τε
καὶ ὡραῖος, κεκλημένος Σαούλ, εἰς ἀναζήτησιν τῶν ὄνων σὺν ἐνὶ τῶν δούλων ἀπέστειλεν. ὁ
δὲ περιελθὼν καὶ ζητήσας καὶ μὴ εὑρών, εἰς Ἀρμαθαῒμ πρὸς τὸν Σαμουὴλ
παραγέγονεν ἐρωτήσων περὶ τῶν ὄνων. δηλοῖ τοίνυν τῷ Σαμουὴλ ὁ θεὸς τοῦτον εἶναι ὃν 
βούλεται βασιλεῦσαι τοῦ λαοῦ τῶν Ἑβραίων. ἐρωτηθεὶς οὑν περὶ τῶν ὄνων ὁ Σαμουὴλ σεσῶσθαι εἶπεν
αὐτάς, καὶ ξενίσας τόν Σαοὺλ προέπεμψεν ἔωθεν, καὶ ἔξω τού ἄστεος σὺν αὐτῷ πορευθείς, μόνον τε ἰδίᾳ
τὸν νεανίσκον ἀπολαβών, ἔλαιον καταχέει τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς. καὶ φιλήσας αὐτόν “κέχρικέ
σε κύριος ἄρχοντα ἔφη ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἔστω σημεῖον τοῦ χρίσματος τὸ συναντῆσαί σοι
 περὶ τὸν τάφον Ῥαχὴλ ἄνδρας δύο τὴν εὕρεσιν τῶν ὄνων εὐαγγελιζομένους
σοι. καὶ ἄλλα δὲ σημεῖα τοῦ ἀληθεύειν εἶπεν αὐτῷ καὶ ὅτι προφητεύσει ἐν Γαβαθᾶ γεγονὼς
μετὰ τῶν ἐκεῖ προφητῶν, καὶ ἥξειν εἰς Γάλγαλα αὐτῷ ἐνετείλατο ἡνίκα μεταπεμφθῇ παρ’ αὐτοῦ.
συνήθροισε δ’ ἔπειτα τὸν λαὸν καὶ κλήρους ἐκέλευσε βαλεῖν τὰς φυλάς, ἕν ἀναδειχθείη ἐκ 
ποίας ὁ βασιλεύσων ἔσται. ἔπεσεν οὑν ὁ κλῆρος εἰς τὴν Βενιαμίτιδα, εἶτα εἰς τὴν πατριὰν Ματταρί.
κατ’ ἄνδρα δὲ τῆς πατριᾶς κληρωθείσης, εἰς τόν Σαοὺλ ὁ κλῆρος ἔπεσεν. ὡς δὲ ζητούμενος
οὐκ ἢν, μυεῖται ὁ Σαμουὴλ παρὰ τοῦ θεοῦ ὅπου ἐκέκρυπτο, καὶ ἀχθέντα
ἔστησε μέσον. καὶ ἦν ὑπερωμίας καὶ πάντων ὑπερέχων κατὰ τὴν ἡλικίαν τοῦ σώματος. καὶ πρὸς τὸ πλῆθος
ἔφησεν ὁ προφήτης τοῦτον ἔχρισεν ὑμῖν εἰς βασιλέα ὁ κύριος, ᾧ οὐκ ἔστιν ὅμοιος ἐν πᾶσιν
ὑμέν’.” ὁ δὲ λαὸς ἐπευφήμησε καὶ εἶπεν ‘ζήτω ὁ βασιλεύς.” οὕτω δὲ τῷ Σαοὺλ βασιλεύσαντι πολλοὶ μὲν
προσεῖχον ὡς βασιλεῖ καὶ κατὰ τὸ προσῆκον ἐτίμων αὐτόν, πολλοὶ δὲ κατεφρόνουν τε καὶ
ἐχλεύαζον. 
 Μετὰ δὲ μῆνα Νάας ὁ τῶν Ἀμμανιτῶν βασιλεὺς στρατεύει ἐπὶ Ἰαβεὶς Γαλαάδ, μὴ ἄλλως λέγων
φείσασθαι τῶν ἀνδρῶν, εἰ μὴ δῶσιν αὐτῷ τόν ἑκάστου ἐξελεῖν
ὀφθαλμὸν δεξιόν. οἱ δὲ ἀνοχὴν ἐζήτησαν ἑπτὰ ἡμερῶν· καὶ λαβόντες πέμπουσιν ἀγγέλους εἰς
 Γαβαά. καὶ ἀκούσαντες οἱ ἐκεῖ τοὺς λόγους τοῦ Ἀμμανίτου
ἐθρήνησαν· ὁ δὲ Σαοὺλ ἐθυμώθη σφόδρα, καὶ λαβὼν δύο βόας ἐμέλισεν αὐτοὺς καὶ ἀπέστειλεν εἰς πᾶν
ὅριον Ἰσραήλ, ἀπειλῶν οὕτω θήσειν τοὺς μὴ κατὰ τῶν Ἀμμανιτῶν συνεκστρατεύσοντας αὐτῷ.
συνδραμόντος δὲ τοῦ λαοῦ ἠρίθμησεν αὐτοὺς καὶ εὗρε μυριάδας ἑβδομήκοντα. καὶ ἐφήλατο πνεῦμα κυρίου
ἐπὶ Σαούλ, καὶ προεφήτευσεν εἰπὼν ὡς αὔριον ἔσται τοῖς ἀνδράσιν Ἰαβεὶς σωτηρία. καὶ 
ἀναστὰς ἐπορεύθη αὐτός τε καὶ ὁ λαὸς δι’ ὅλης τῆς νυκτός, καὶ περὶ τὴν πρωινὴν φυλακὴν ἐπῆλθε τοῖς
 Ἀμμανίταις, τριχῇ τὸ στράτευμα διελών. καὶ κυκλωσάμενος αὐτούς,
πολλοὺς μὲν ἀπέκτεινε καὶ αὐτὸν τὸν βασιλέα Νάας, τοὺς δὲ περισωθέντας εἰς φυγὴν 
ἐτρέψατο· καὶ εἰς τὴν χώραν αὐτῶν ἐμβαλὼν καὶ πλείστην λείαν λαβὼν λαμπρῶς ἐπανέζευξεν. οὐκέτι γοῦν ἠδόξει παρά τισιν, ἀλλ’ ἐπ’ ἀνδρείᾳ διαβεβόητο καὶ τετίμητο καὶ τοῖς πρῴην αὐτὸν
χλευάζουσι. συναγαγὼν δὲ αὖθις ὁ Σαμουὴλ τὸν λαὸν δὶς ἀναγορεύει τὸν Σαοὺλ βασιλέα, χρίσας τῷ ἐλαίῳ
καὶ πάλιν αὐτόν. μετέπεσεν οὖν ἡ τῶν Ἑβραίων πολιτεία εἰς βασιλείαν ἐξ ἀριστοκρατίας·
ἐπὶ γὰρ Μωυσέως καὶ Ἰησοῦ ἀριστοκρατούμενοι ἦσαν, εἶτα ἐπ’ ἔτη δέκα καὶ ὀκτὼ ἄναρχοι διετέλεσαν,
εἰσ’ ἔπειτα δ’ ἤρχθησαν ὑπὸ τῶν καλουμένων κριτῶν, τῷ ἀρίστῳ 
 περὶ τῶν ὅλων δικάζειν καὶ οἰκονομεῖν ἐπιτρέποντες.

τοῦ δὲ Σαμουὴλ ἐξορκίζοντος τὸν λαὸν εἰπεῖν εἴ τι ἄδικον εἰργάσατο εἰς αὐτούς, πάντες
δικαίως αὐτὸν καὶ καλῶς προστῆναι τοῦ ἔθνους ἐβόησαν. ὁ δὲ αὐτοῖς ἀπεκρίνατο “ἴστε ὡς μεγάλως
ἡμαρτήκατε βασιλέα ἑαυτοῖς αἰτησάμενοι, κἀκ τούτου παρωργίσατε τὸν θεόν. ἔσται δὲ τοῦτο
σημεῖον ὑμῖν τὸ θέρους ἐν ἀκμῇ χειμῶνα γενήσεσθαι.” καὶ κατὰ τὸν τοῦ προφήτου λόγον βρονταὶ καὶ
ἀστραπαὶ γεγόνασι, κατηνέχθη τε χάλαζα, ὡς δέος ἐμπεσεῖν τῷ λαῷ καὶ ἱκετεύειν ἰὸν
Σαμουὴλ ἱλεώσασθαι τὸν θεὸν αὐτοῖς ἁμαρτήσασι. 
 Τῶν δὲ Παλαιστηνῶν τοὺς Ἐβραίους καταστρεφόντων καὶ τὰ ὅπλα
σφῶν ἀφαιρουμένων σιδήρῳ τε κεχρῆσθαι ἀπαγορευόντων, ὁ Σαοὺλ εἰς Γάλγαλα καταβὰς ἐπ’
ἐλευθερίᾳ τὸν λαὸν κατὰ τῶν Παλαιστηνῶν διαναστῆναι ἠρέθιζεν. οἱ δ’ ηὐλαβοῦντο διὰ τὸ πλῆθος τῶν
ἐναντίων. ὁ δὲ βασιλεὺς τὸν Σαμουὴλ ἐκάλει πρὸς ἑαυτόν. καὶ ὃς μεθ’ ἡμέρας ἒξ παραγενέσθαι ὑπέσχετο,
θύσειν τε τῇ ἑβδόμῃ, ἔν οὕτω τοῖς ἀλλοφύλοις συμμίξωσιν. ὁ δέ γε Σαοὺλ 
 ὁρῶν τὸν λαὸν ὑπορρέοντα καὶ καταλιμπάνοντα αὐτόν, ἔθυσεν. ἀκούσας δὲ ἤδη προσιόντα τὸν
Σα- μουήλ, ἐξῆλθε συναντήσων αὐτῷ. ὁ δὲ “τί τοῦτο ἐποίησας ἔφη
παραβάς μου τὴν ἐντολήν; ἴσθι τοίνυν ὡς οὐ στήσεταί σου ἡ βασιλεία, ἀλλὰ ζητήσει κύριος
ἄνθρωπον κατὰ τὴν καρδίαν αὐτοῦ.” καὶ ἀνεχώρησε Σαμουὴλ, Σαοὺλ δὲ καὶ Ἰωνάθαν ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἧκεν εἰς
Γαβαὼ σὺν στρατιώταις ἑξακοσίοις. εἶς τρία δὲ διαιρεθέντες οἱ ἀλλόφυλοι τὴν χώραν τῶν Ἰσραηλιτῶν
ἐληίζοντο. Σαοὺλ δὲ καὶ Ἰωνάθαν καὶ Αχιὰ ὁ ἀρχιερεὺς ἀφ’ ὕψους ὁρῶντες τὰ δρώμενα, καὶ
ἀμῦναι δι’ ὀλιγανδρίαν μὴ σθένοντες, ἤχθοντο. ὁ δ’ Ἰωνάθαν μηδὲν εἰπὼν τῷ πατρὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ
βουνοῦ σὺν μόνῳ τῷ ὁπλοφόρῳ αὐτοῦ “προσβάλ- λωμεν” ἔφη “τῇ τῶν
ἀλλοφύλων παρεμβολῇ, καὶ εἰ μὲν εἴπωσιν ἡμίν ἀπόστητε, οὐκ ἀναβησόμεθα πρὸς αὐτούς, εἰ
δ’ ἀνάβητε πρὸς ἡμὰς φήσουσι, σύνθημα νίκης τὸν λόγον νομιστέον ἡμῖν. καὶ ὥρμησαν ἐπὶ τὸ τῶν
πολεμίων στρατόπεδον. καὶ αὐτοῖς οἱ ἀλλόφυλοι ‘‘ἀνάβητε” ἔλεγον ‘‘πρὸς ἡμᾶς, καὶ γνωριοῦμεν ὑμῖν ῥῆμα.” τοῦτο θάρσος ἐνῆκε τῷ Ἰωνάθαν· καὶ ἀπο- στὰς
ἐκεῖθεν, ἑτέρωθεν ἀνερπύσας μετὰ τοῦ ἑπομένου αὐτῷ ἔπεισι τοῖς πολεμίοις ὑπνώττουσι. καὶ κτείνουσι
μὲν ὡς εἴκοσι, τοῖς δὲ λοιποῖς δειλίαν ἐνέβαλον· οἳ θορυβούμενοί τε καὶ φεύγοντες ὑπ’ ἀλλήτων διώλλυντο. ἰδὼν δὲ ταραττόμενον ὁ Σαοὺλ τὸ τῶν πολεμίων
στρατόπεδον, καὶ ἀπόντα τὸν υἱὸν ἄμα ᾧτ’ ὁπλοφόρῳ κατανοήσας, προσβάλλει καὶ αὐτὸς τεταραγμένοις
τοῖς ἐναντίοις· καὶ οἶ πρὶν δὲ διὰ φόβον κρυβέντες ἀναθαρσήσαντες τῷ βασιλεῖ προσετίθεντο. καὶ διώκων τοὺς πολεμίους ἐκτίννυεν. ἐπαρᾶται τοίνυν τοῖς ἑαυτοῦ, εἴ τις ἀποσχόμενος τοῦ
 φονεύειν τοὺς ἐχθροὺς φάγοι, εἰ μὴ νὺξ αὐτοὺς παύσοι. ἐν δὲ τῷ διώκειν κατά τινα δρυμὸν
ἦλθον, ἐν ᾧ μελισσὼν ἦν, καὶ λαβὼν ὁ Ἰωνάθαν κηρίον μέλιτος ἔφαγεν οὐ γὰρ ἢν ἀκηκοὼς τῆς ἀρᾶς τοῦ
 πατρός. ἐπελθεῖν δὲ βουληθεὶς ὁ Σαοὺλ τῇ τῶν ἐναντίων παρεμβολῇ, ἠρώτα διὰ τοῦ ἀρχιερέως
τὸν θεὸν εἰ δίδωσι νίκην. τοῦ δὲ θεοῦ μὴ δηλοῦντος, ἐζήτει τὸ αἴτιον,
καί “ὄμνυμι” ἔφη “αὐτὸν τὸν θεὸν ἀποκτείνειν τὸν ἁμαρτόντα, κἂν Ἰωνάθαν εἴη ὁ παῖς ὁ
ἐμός.” καὶ κληρωσαμένων ἐπὶ Ἰωνάθαν ὁ κλῆρος ἔπεσεν. ὁ δὲ περὶ ἁμαρτίας ἀνακρινόμενος οὐδὲν εἶπεν
ἑαυτῷ συνειδέναι ἣ ὅτι χθὲς τὴν ἀρὰν ἀγνοήσας ἐν τῷ διώκειν ἐγευσάμην κηρίου. ἀκούσας δὲ ὁ πατὴρ
ἀποκτενεῖν αὐτὸν ὤμοσε. καὶ ὁ λαὸς ἀντώμοσε μὴ περιόψεσθαι τὸν αἴτιον τῆς νίκης
ἀποθανούμενον, καὶ ἐξαρπάσαντες αὐτὸν εὐχαῖς τὸν θεὸν ἐξιλάσκοντο. διαφθείρας δὲ ὁ Σαοὺλ ὡσεὶ
μυριάδας ἒξ τῶν Παλαιστηνῶν ἀνθυπέστρεψε. χειροῦται δὲ Ἀμμανίτας καὶ Μωαβίτας Παλαιστηνούς τε καὶ
Ἰδουμαίους 
 καὶ Ἀμαληκίτας καὶ τὸν βασιλέα τῆς Σουβᾶ, καὶ ἐξείλετο τὸν Ἰσραὴλ ἐκ χειρὸς τῶν
ἀλλοφύλων.

ἦσαν δὲ τῷ Σαοὺλ υἱοὶ τρεῖς, Ἰωνάθαν καὶ Ἰσουὶ καὶ Μελχισουί, καὶ θυγατέρες δύο, Μερὸβ καὶ
Μελχόλ· ἀρχιστράτηγον δὲ εἶχε τὸν Ἀβεννὴρ υἱὸν Νὴρ συγγενοῦς αὐτοῦ. 
 Ἔφη δὲ Σαμουὴλ τῷ Σαοὺλ κελεύειν αὐτῷ τὸν θεὸν πατάξαι τὸν Ἀμαλήκ, καὶ κρατήσαντα μηδενὸς
φείσασθαι, μὴ γυναικῶν, μὴ νηπίων, μὴ ὑποζυγίων, μὴ βοσκημάτων, ἐξαλεῖψαι δὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῆς
 γῆς. καὶ ὁ Σαοὺλ τῷ Ἀμαλὴκ συμβαλὼν κατὰ κρά- 
 
 τος νικᾷ καὶ κτείνει πάντας, χειροῦται δὲ καὶ τὸν βασιλέα τῆς χώρας
Ἄγαγ ὠνομασμένον, καὶ οὐκ ἀπέκτεινεν, ἀγασθεὶς αὐτὸν διὰ κάλλος καὶ μέγεθος· καὶ τὰ τῶν βουκολίων
καὶ ποιμνίων καὶ τῶν ἄλλων ἐξαίρετα περιεποιήσατο, ἀμνημονήσας τῆς θείας προστάξεως. 
χρηματισθεὶς δὲ Σαμουὴλ παρὰ τοῦ θεοῦ, εἰπόντος μεταμεμελῆσθαι ὅτι ἐβασίλευσε τὸν Σαούλ, συνήντησε
τῷ βασιλεῖ. ὁ δ’ εὐχαριστεῖν ἔλεγε τῶ θεῷ δόντι κράτος αὐτῷ κατὰ τῶν πολεμίων, καὶ πάντα δὲ τὰ
κεκελευσμένα ποιήσαι. καὶ ὁ προφήτης βοῆς εἶπεν ἀκούω ὑποζυγίων καὶ βοσκημάτων ἄλλων.
πόθεν ταῦτα; Σαοὺλ δὲ τὸν λαὸν εἶπεν εἰς θυσίαν τετηρηκέναι αὐτὰ τῷ
θεῷ, τοὺς δὲ Ἀμαληκίτας πάντας ἐξαφανισθῆναι ἄτερ τοῦ βασιλέως αὐτῶν. πρὸς ταῦτα ὁ Σαμουὴλ “ἐπεὶ τὰ
κεκελευσμένα σοι” ἔφη πρὸς θεοῦ παραβέβηκας, ἔσθι’ ὅτι τὴν βασιλείαν ἀφαιρεθήσῃ, ὁ δὲ
κατετίθετο ἁμαρτήσαι, καὶ ἱλαστήριον θῦσαι τὸν προφήτην ἱκέτευε. καὶ ὃς ὑπεχώρει, Σαοὺλ δὲ τῆς
διπλοίδος ἐπιλαμβάνεται αὐτοῦ καὶ διαρρήσσει ταύτην βιαζόμενος αὐτὸν κατασχεῖν. καὶ ὁ
προφήτης “οὕτως ἠ’ βασιλεία σου” ἔφη “διαρρηχθήσεται καὶ δοθήσεται ἀνδρὶ δικαίῳ καὶ ἀγαθῷ.’ δεομένου
δ’ ἔτι τοῦ βασιλέως πείθεται, καὶ ἀχθῆναι τὸν Ἄγαγ αἰτεῖ, καὶ κτανθέντος ἐκείνου κελεύσει αὐτοῦ
αὐτίκα εἰς Ἀρμαθαῒμ ὑποχωρεῖ. 
 
 
 Καὶ αὐτῷ ἐντέλλεται ὁ θεὸς πρὸς Ἰεσσαὶ ἀπελθεῖν καὶ χρῖσαι τῷ ἐλαίῳ εἰς βασιλέα ἔνα τῶν
ἐκεί- νου υἱῶν, ὃν ἂν δείξῃ αὐτῷ. καὶ ἀπελθὼν εἰς Βηθλεὲμ καὶ
θύσας κέκληκε τὸν Ἰεσσαὶ καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ. καὶ ἰδὼν τὸν πρωτότοκον μέγαν τε καὶ καλὸν ᾠήθη ἐπ’ αὐτῷ τὸν θεὸν εὐδοκεῖν. ὁ δὲ θεός μὴ ἐπιβλέψῃς” εἶπεν “ἐπὶ τὴν ὄψιν αὐτοῦ, μηδ’ εἰς τὸ
 τοῦ σώματος μέγεθος· ἄνθρωπος μὲν γὰρ εἰς πρόσωπον ὄψεται, ὁ δὲ θεὸς εἰς καρδίαν.”
παρελθόντων δὲ καὶ τῶν ἄλλων παίδων τοῦ Ἰεσσαί, ἐπ᾿ οὐδενὶ εὐδόκησεν ὁ θεός. καὶ εἶπε Σαμουήλ “οὐκ
ἐξελέξατο κύριος ἐν τούτοις, καὶ εἰ ἔστιν ἔτι λοιπός, παρελθέτω.” καὶ Ἰεσσαί “μικρὸς ἔτι
περιλέλειπται” ἔφη “ποιμαίνων.” κληθῆναι οὖν αὐτὸν ὁ προφήτης
ἐκέλευσεν. ὡς δ᾿ ἧκε κληθεὶς ὁ Δαβίδ, παῖς πυρράκης μετὰ κάλλους ὀφθαλμῶν καὶ τἄλλα καλός, τοῦτον
 εἶναι τὸν χρισθησόμενον δηλοῖ τῷ Σαμουὴλ ὁ θεός. καὶ λαβὼν ἐκεῖνος τὸ κέρας τοῦ ἐλαίου
ἔχρισεν αὐτὸν ἐν μέσῳ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ. καὶ ἀπῆλθεν εἰς Ἀρμαθαΐμ. πνεῦμα δὲ θεῖον ἐφήλατο ἐπὶ
Δαβίδ, ἐκ δὲ Σαοὺλ ἀπέστη, καὶ πνεῦμα πονηρὸν μετῄει αὐτὸν συμπνῖγον καὶ κακοῦν τὸν
ἄνδρα. ἔδοξεν οὖν παρίστασθαί τινα τῷ βασιλεῖ εἰδότα ψάλλειν μετὰ κινύρας, ἵν᾿ ὅτε προσπέσοι αὐτῷ
τὸ δαιμόνιον ἐκταράττον, ψάλλῃ ἐν τῇ κινύρᾳ καὶ κατευνάζῃ τὸν τάραχον. μεταπέμπεται τοίνυν ὡς
τοιοῦτον τὸν Δαβίδ· καὶ 
 ἠγαπήθη ὁ νεανίας σφόδρα παρὰ τοῦ βασιλέως, καὶ εἰς ὁπλοφόρον αὐτῷ ἐχρημάτισε. καὶ ἐν
τῷ ἐπιέναι τῷ βασιλεῖ τὸ πνεῦμα τὸ πονηρὸν κατεπῇδεν αὐτοῦ, καὶ ἀφίστατο, καὶ εἰς ἑαυτὸν ὁ Σαοὺλ
ἐπανήρχετο. 
 Οἱ δ᾿ ἀλλόφυλοι κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐπεστράτευσαν, ἀντικατέστησαν δὲ αὐτοῖς
καὶ οἱ ἐξ Ἰσραήλ. καὶ ἐν μεταιχμίῳ τῶν στρατευμάτων ἀμφοῖν ἀνήρ τις τῶν ἀλλοφύλων στάς, Γολιὰθ
ἐκείνῳ τὸ ὄνομα, ἀνὴρ δυνατὸς καὶ πάντων ὑπερανεστηκώς, πήχεων γὰρ ἕξ καὶ σπιθαμῆς τὸ ὕψος αὐτῷ, καὶ
ὁ θώραξ αὐτοῦ πεντακισχιλίων σίκλων εἷλκε σταθμόν, καὶ τὸ δόρυ αὐτοῦ ὡς ἀντίον
ὑφαινόντων, καὶ ἡ λόγχη τοῦ δόρατος σίκλων ἑξακοσίων, οὗτος ἐν μέσῳ
στὰς ἀνε- βόησε πρὸς τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ “καταβήτω τις ἐξ ὑμῶν καὶ ἀντικαταστήτω μοι· καὶ
ἐὰν πατάξῃ με, δουλεύσομεν ὑμῖν, ἐὰν δὲ ἐγὼ καταβαλῶ αὐτόν, ἔσεσθε ἡμῖν εἰς δούλους.” καὶ τοῦτο
ἐποίει ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας. τοῦ δὲ Σαοὺλ τόν Δαβὶδ πρὸς Ἰεσσαὶ ἀναπέμψαντος, ὁ πατὴρ
αὐτὸν εἰς τὸ στρατόπεδον ἔσταλκε τοῖς στρατευομένοις τῶν ἀδελφῶν κομιοῦντα τὰ ἐπιτήδεια· τρεῖς γὰρ
ἦσάν οἱ πρεσβύτεροι τῷ Σαοὺλ συνεπόμενοι. ἐλθόντος δὲ τοῦ Δαβὶδ πρὸς τοὺς ἀδελφούς, ὁ ἀλλόφυλος
Γολιὰθ πάλιν, ὡς ἔθος 
 αὐτῷ, εἰς μονομαχίαν προὐκαλεῖτο καὶ τοὺς Ἑβραίους ὠνείδιζεν ὅτι
μηδεὶς αὐτῷ συμμίξαι θαρρεῖ. ἀκούσας δὲ τῶν λόγων τούτων ὁ Δαβὶδ ἠγανάκτησε καὶ εἶπε πρὸς τοὺς
παρόντας “ἐγὼ μονομαχήσω αὐτῷ.” ἀνηγγέλη τοῦτο τῷ βασιλεῖ, ὁ δὲ παραστάντι αὐτῷ τῷ
Δαβίδ “οὐ δυνήσῃ” ἔφη “διὰ μάχης χωρῆσαι πρὸς τοῦτον τὸν ἀπερίτμητον παῖς γὰρ σὺ ἔτι.” καὶ ὁ Δαβὶδ
θαρρεῖν ἔλεγεν ἐπὶ τῷ θεῷ, ὃς αὐτὸν κατὰ τῆς ἄρκτου ἐνίσχυσε καὶ κατὰ τοῦ λέοντος, ἐπερχομένων τῇ
ποίμνῃ καὶ θρέμματα ἁρπαζόντων, οὓς διῶξαι εἶπε καὶ τὰ μὲν ἡρπαγμένα ἐπανασώσασθαι,
 πατάξαι δὲ τοὺς θῆρας καὶ ἀνελεῖν. ἐπὶ τούτῳ ἔφη θαρρεῖν ὡς καὶ
τὸν ἀλλόφυλον πατάξαι δώσει αὐτῷ καὶ ἐξελεῖν ὄνειδος ἐξ υἱῶν Ἰσραήλ. ὁ μὲν οὖν εἶπε ταῦτα, ὁ δὲ
βασιλεὺς ἐπέτρεψέν οἱ πορεύεσθαι, καὶ περιέθετο τὰ οἰκεῖα ὅπλα αὐτῷ. καὶ ἦσαν ἄχθος
αὐτῷ, καὶ ἀπεδύσατο ταῦτα, ἄρας δὲ τὴν βακτηρίαν καὶ πέντε λίθους ἐν τῷ καδίῳ ἐνθέμενος καὶ τὴν
σφενδόνην φέρων ἐν τῇ χειρί, πρὸς τὸν ἀλλόφυλον ὥρμησεν. ὁ δὲ κατεγέλα αὐτοῦ καὶ ἐπυνθάνετο εἰ 
 πρὸς κύνα τῇ βακτηρίᾳ καὶ τοῖς λίθοις πορεύεται. καὶ ὁ Δαβὶδ καὶ
χείρω κυνὸς ἡγεῖσθαι αὐτὸν ἀπεκρί- νατο. ἐκεῖνος δὲ ὀργισθείς, καὶ μεγαλαυχήσας δώσειν
τὰς σάρκας αὐτοῦ τοῖς πετεινοῖς τε καὶ τοῖς θηρσίν, ὥρμησεν ἐπ’ αὐτόν. ταχύνας δὲ ὁ Δαβὶδ καὶ λίθον
τῇ σφενδόνῃ ἐνθέμενος ἐπὶ μέτωπον ἐπάταξε 
 τὸν πολέμιον. καὶ ἦν ἡ πληγὴ κραταιά, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον ὁ ἀλλόφυλος. δραμὼν δὲ
Δαβὶδ καὶ τὴν ἐκείνου ῥομφαίαν σπασάμενος ἀποτέμνει τὴν κεφαλὴν Γολιὰθ καὶ σκυλεύει τὰ ὅπλα αὐτοῦ.
τοῦτο τοῖς ἀλλοφύλοις δειλίαν ἐνέβαλε, καὶ ἔκλιναν εἰς φυγήν. Σαοὺλ δὲ τὸ οἰκεῖον
αὐτοῖς ἐπάγει στράτευμα φεύγουσι· καὶ κτείνεται τῶν Παλαιστηνῶν πλῆθος πολὺ καὶ πλείονες
τραυματίζονται καὶ τὸ στρατόπεδον αὐτῶν διαρπάζεται. τὴν κεφαλὴν δὲ Γολιὰθ προσάγει Δαβὶδ τό Σαούλ,
τὴν δὲ ῥομφαίαν τῷ θεῷ ἀνατίθησιν.

Ἐπανιούσης δὲ τῆς στρατιάς αἱ γυναῖκες συνήντων αὐτοῖς καὶ χορεύουσαι χιλιάδας ὀλέσαι τὸν
Σαοὺλ 
 ᾖδον, αἱ δὲ παρθένοι μυριάδας τὸν Δαβὶδ ἀφανίσαι ἀντῇδον. τοῦτο πρὸς
φθόνον ἠρέθισε τὸν Σαούλ, φήσαντα “καὶ τί αὐτῷ ὑστερεῖ πλὴν ἡ βασιλεία; καὶ ὑπεβλέπετο
τὸν Δαβίδ. ἐπιπεσόντος δὲ τῷ Σαοὺλ πνεύματος πονηροῦ, καὶ τοῦ Δαβὶδ κατεπᾴδοντος ὡς ἔθος αὐτῷ, τὸ
δόρυ ἔβαλε κατ’ αὐτοῦ ὁ Σαούλ· καὶ δὶς τοῦτο ἐποίησε. καὶ ὁ Δαβὶδ ἐξέκλινε· κύριος γὰρ 
ἦν μετ’ αὐτοῦ. δεδιὼς δὲ αὐτὸν ὁ βασιλεὺς χιλίαρχον ἐποιήσατο, ἕν εἰς τοὺς πολεμίους ἀπιὼν
κινδυνεύσῃ. ὁ δὲ τῷ θεῷ συμμαχούμενος εὐωδοῦτο, καὶ ὁ λαὸς ἠγάπα αὐτόν, καὶ ἡ τοῦ βασιλέως θυγάτηρ
Μελχὸλ ἤρα Δαβίδ. προσηγγέλθη οὖν ὁ ἔρως τῷ 
 βασιλεῖ, καὶ ὃς εἰς λαβὴν ἐπιβουλῆς ἐχρᾶτο τῷ ἔρωτι. 
 ἔφη γὰρ δώσειν αὐτῷ τὸ θυγάτριον, εἰ ἑκατὸν ἀκροβυστίας ἐνέγκοι αὐτῷ, οἰηθεὶς πεσεῖσθαι
αὐτὸν τοῖς ἀλλοφύλοις μαχόμενον. τοῦτο μαθὼν ὁ Δαβὶδ ἐπορεύθη μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτόν, καὶ ἐπάταξεν ἐν
τοῖς ἀλλοφύλοις καὶ ἤνεγκεν ἀκροβυστίας τῷ Σαοὺλ ἑκατόν. ὁ δὲ Ἰώσηπος οὐχ ἑκατὸν
ἀκροβυστίας κομίσαι τὸν Δαβίδ, ἀλλὰ ἑξακοσίας κεφαλὰς ἀλλοφύλων. καὶ ζεύγνυσιν αὐτῷ τὴν ἑαυτοῦ
θυγατέρα Μελχόλ. ὁρῶν δὲ τὸν Δαβὶδ καὶ τῷ θεῷ συμμαχούμενον καὶ τῷ πλήθει φιλούμενον, ἔτι μᾶλλον
ἐδεδίει, καὶ ἐπεβού- 
 λευεν αὐτῷ, καὶ κτανεῖν ἐπεχείρει. τῷ οὑν υἱῷ Ἰωνάθαν καὶ τοῖς
πιστοτάτοις τῶν οἰκετῶν τὴν ἀναίρεσιν αὐτοῦ ἐπιτάττει. Ἰωνάθαν δὲ φιλῶν τὸν Δαβὶδ δηλοῖ αὐτῷ τὸ
ἐπίταγμα, καὶ φυλάττεσθαι παραινεῖ, καὶ ἐπαγγέλλεται διαλεχθήσεσθαι περὶ αὐτοῦ τῷ πατρὶ
καὶ τὸ πᾶν ἐκφῆναι αὐτῷ. καὶ μέντοι καὶ διειλέχθη καὶ μετήνεγκε πρὸς πρᾳότητα· μεταβαλὼν γὰρ μηδὲν
ἀδικήσειν ὤμοσε τὸν Δαβὶδ ὁ Σαούλ. Ἰωνάθαν δὲ ταῦτα δεδηλωκὼς τῷ Δαβίδ, εἰσάγει πρὸς τὸν βασιλέα
αὐτόν, καὶ ἢν ὡς πρῴην αὐτῷ παραμένων. τῶν δὲ Παλαιστηνῶν κινηθέντων καὶ πάλιν καὶ τοῖς
Ἑβραίοις ἐπιόντων, ἀντιταξόμενος αὐτοῖς παρὰ Σαοὺλ ὁ Δαβὶδ ἀποστέλλεται, καὶ μετὰ νίκης ἐπάνεισι. τοῖς δ’ εὐτυχήμασι τοῦ ἀνδρὸς καὶ ὁ κατ’ αὐτοῦ φθόνος
συνηύξετο τῷ Σαούλ. καὶ τοῦ πονηροῦ πνεύματος αὖθις ἐπελθόντος αὐτῷ καὶ συμπνίγοντος
παρῆν ὁ Δαβὶδ τὴν κινύραν κρούων καὶ κατεπᾴδων αὐτοῦ. ὁ Σαοὺλ δὲ τὸ δόρυ κατέχων ἠκόντισεν αὐτὸ κατὰ
τοῦ Δαβίδ· ὁ δὲ προγνοὺς ἐξέκλινέ τε καὶ ἀνεχώρησεν. ἀπέστειλε δὲ Σαοὺλ νυκτὸς φύλακας
εἰς τὸν οἶκον Δαβίδ, ἵνα μεθ’ ἡμέραν κτείνῃ αὐτόν. γνοῦσα δὲ τοῦτο Μελχὸλ ἡ γυνὴ αὐτοῦ,
διὰ θυρίδος τὸν ἄνδρα κατήγαγε· καὶ ἀπέδρα. ἔωθεν δὲ τοῦ Σαοὺλ πέμψαντος ἐπὶ τὸν Δαβίδ, ἡ Μελχὸλ τὴν
κλίνην ἑτοιμάσασα ὥς τινος ἐν αὐτῇ κειμένου, καὶ τοῖς ἐπιβλήμασιν ὑποθεῖσα ἧπαρ 
 αἰγὸς νεοσφαγοῦς, ὡς ἄν τῇ τούτου κινήσει τὸ ἐπίβλημα σαλευόμενον δόκησιν παρέχῃ κεῖσθαι
παρὰ τῇ κλίνῃ τινά, εἰσάγει τοὺς σταλέντας καὶ νοσεῖν τὸν ἄνδρα φησίν. οἱ δὲ ἀπήγγειλαν τῷ Σαούλ,
καὶ ὃς ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτὸν ἀχθῆναι διακελεύεται. ἀπελθόντες δὲ οἱ πεμφθέντες καὶ τῆς κλίνης ἀράμενοι τὸ ἐπίβλημα, τὸ τέχνασμα κατενόησαν καὶ τῷ βασιλεῖ
κατηγγέλκασιν. οὕτω δὲ τὸν θάνατον ὁ Δαβὶδ ἐκρυγὼν τῷ Σαμουὴλ εἰς Ἀρμαθαῒμ προσελήλυθε καὶ σὺν
ἐκείνῳ διῆγεν ἐν Ναβιὼθ εἰς Ῥαμά. πέμπει τοίνυν κἀκεῖ ὁ Σαοὺλ τοὺς ἄξοντας τὸν Δαβίδ.
οἱ δ’ ἀπελθόντες καὶ προφητῶν ἐκκλησίαν εὑρόντες καὶ αὐτοὶ προεφήτευον. τοῦτο μαθὼν ὁ βασιλεὺς καὶ
ἑτέρους πέμπει, κἀκείνων σχόντων ὁμοίως ἄλλους ἀπέστειλε, καὶ τῶν
τρίτων δὲ κατόχων γεγονότων τῷ πνεύματι αὐτὸς ἐξώρμησεν ὑπ’ ὀργῆς, καὶ πλησιάσας
προφητεύειν ἤρξατο καὶ αὐτός. ὅτε καὶ τὸ ᾀδόμενον οἶ ἐκεῖ παρόντες ἐφθέγξαντο τό “εἶ καὶ Σαοὺλ ἐν
προφήταις; ἐλθὼν δὲ ὅπου ἢν Σαμουήλ, ἔκφρων ὥσπερ γενόμενος καὶ τὴν ἐσθῆτα περιδυσάμενος γυμοὸς ἔκειτο δι’ ὅλης ἡμέρας τε καὶ νυκτός.

Ο δὲ Δαβὶδ ἐκεῖθεν ἀπέδρα καὶ τῷ Ἰωνάθαν τὴν κατ’ αὐτοῦ τοῦ πατρὸς μεμήνυκεν ἐπιχείρησιν ὁ
δὲ ἠπίστει. ἠξίου δὲ ὁ Δαβὶδ αὐτὸν ἀπόπειραν ποιήσασθαι τῆς
γνώμης τῆς πατρικῆς καὶ ταύτην δηλῶσαι αὐτῷ ἔξω προσμενοῦντι τῆς πόλεως. προσαγα- 
 ’γὼν οὖν λόγους ὁ Ἰωνάθαν τῷ πατρὶ περὶ τοῦ Δαβίδ, καὶ τὴν πατρικὴν προαίρεσιν ἐγνωκὼς
διψῶσαν τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός, ἀπαγγέλλει πάντα αὐτῷ λάθρᾳ δι’ ἑαυτοῦ, καὶ σώζειν προτρέπεται
ἑαυτόν. καὶ ὥρκισε τὸν Δαβὶδ μεμνῆσθαι αὐτοῦ, κἂν τύχῃ θανών, ἐνδείξασθαί τι χρηστὸν εἰς
τοὺς ἐξ αὐτοῦ. ταῦτ’ εἰπὼν Ἰωνάθαν ὑπέστρεψε, Δαβὶδ δὲ φεύγων εἰς Ναβὰ παραγίνεται πρὸς Ἀβιμέλεχ τὸν
ἀρχιερέα. ὁ δὲ πῶς μόνος ἥκει διεπυνθάνετο. κἀκεῖνος ἐντετάλθαι τι αὐτῷ παρὰ τοῦ βασιλέως εἶπεν
ἀπόρρητον, “καὶ 
 ἵνα μή τις γνῷ περὶ τούτου, μεμόνωμαι· ἐνταῦθα δέ μοι συνελθεῖν τοῖς
παιδαρίοις ἐπέταξε. ταῦτα εἰπὼν ἄρτους ᾔτησε. καὶ ὁ ἀρχιερεὺς μὴ ἔχειν εἶπεν ἄλλους ἣ τοὺς ἁγίους,
καί “εἰ ἀπὸ γυναικὸς ἐφυλάξασθε, λάβετε τούτους καὶ φάγετε.” ὁ δὲ καὶ ῥομφαίαν αὐτῷ 
δοθῆναι ἐζήτησε. μὴ ἔχειν μέντοι ὁ ἀρχιερεὺς ὅπλον ἕτερον ἀπεκρίνατο ἑέ μὴ τὴν ῥομφαίαν τοῦ Γολιάθ,
ἣν αὐτὸς ἀνέθετο τῷ θεῷ. καὶ ταῦτα λαβὼν ὁ Δαβὶδ εἰς Γὲθ ἀπελήλυθε πρὸς βασιλέα τῶν ἀλλοφύλων
Ἀγχούς. καὶ γνωσθεὶς ὅστις εἴη καὶ φοβηθείς, μανίαν ὑπεκρίθη καὶ ὡς ἔκφρων ἐπορεύετό τε
καὶ ἔπραττεν. οὕτω δ’ ἐκ τῶν ἀλλοφύλων διασωθεὶς εἰς τὴν Ἰούδα φυλὴν
παραγίνεται, καὶ κρύπτεται εἰς τὸ σπήλαιον Ὀδολάμ. ἔνθα οἶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ οἱ συγγενεῖς προσῆλθον
αὐτῷ· εἶτα καὶ ἄλλοι ἐκεῖ συνερρύησαν, ὡς γενέσθαι πάντας περὶ τετρακοσίους. ἄπεισι δ’
ἐκεῖθεν εἰς Μωαβίτας, καὶ παρακαλεῖ τὸν βασιλέα Μωὰβ παροικῆσαι παρ’ αὐτῷ τοὺς γονεῖς αὐτοῦ ἕως ἂν
εἴς τι τέλος ἥξει τὰ κατ’ αὐτόν. ὁ δὲ πείθεται καὶ προσδέχεται τὸν Ἰεσσαὶ καὶ τὸν οἶκον 
αὐτοῦ. καὶ ὁ Δαβὶδ εἰς τὴν γῆν ἐπορεύθη Ἰούδα, τοῦτο Γὰδ τοῦ προφήτου κελεύσαντος. ὁ Σαοὺλ δὲ μαθὼν ὅτι πλῆθος ἤθροισται πρὸς Δαβίδ, συγκαλεσάμενος τοὺς φίλους ὠνείδιζεν αὐτοὺς ὡς
ἐκείνῳ προστιθεμένους. δοῦλος δέ τις Σαοὺλ Σύρος τὸ γένος, Δωὴκ ὄνομα, παρατυχὼν ὅτε τοὺς ἄρτους ὁ
 
 ἀρχιερεὺς ἔδωκε τῷ Δαβὶδ καὶ τὴν ῥομφαίαν τοῦ Γολιάθ, παρεστηκὼς τότε αὐτῷ, ἀπήγγειλε τῷ
βασιλεῖ ὡς εἶδε τὸν Δαβὶδ παραγενόμενον πρὸς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἐρωτῶντα δι᾿ αὐτοῦ τὸν θεὸν καὶ ἐπισι-
 τισμὸν λαβόντα καὶ τὴν ῥομφαίαν. μεταπεμψάμενος δὲ
τὸν ἀρχιερέα ὁ βασιλεὺς ἐπενεκάλει αὐτῷ συνωμοσίαν μετὰ Δαβίδ. καὶ προσέταξε τοῖς παρεστηκόσιν αὐτῷ
ὁπλἱταις κτεῖναι τὸν ἀρχιερέα καὶ πᾶσαν τὴν γενεὰν αὐτοῦ· εὐλαβηθέντων δ᾿ ἐκείνων ἐπενεγκεῖν χεῖρα
τοῖς τῷ θεῷ ἱερωμένοις, τῷ Δωὴκ ἐπιτάσσει τοὺς φόνους. καὶ ὃς ἀπέκτεινεν ἅπαντας
τρια- κοσίους ὄντας καὶ πέντε, καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐπάταξεν,
ἡβηδὸν ἅπαντας ἀνελών, οὐ γυναικῶν, οὐ νηπίων, οὐχ ἑτέρας ἡλικίας φεισάμενος. εἷς δὲ μόνος υἱὸς τοῦ
ἀρχιερέως διέδρα τὸν θάνατον Ἀβιάθαρ καλούμενος, ὃς φυγὼν πρὸς Δαβὶδ ἀπήγγειλε τὰ
γενόμενα. 
 Τῶν δὲ ἀλλοφύλων ἐμβεβληκότων εἰς Εεϊλὰ καὶ τὴν χώραν ληιζομένων, ὁ Δαβὶδ κελεύσαντος τοῦ
θεοῦ ἐπῆλθεν αὐτοῖς μετὰ τῶν τετρακοσίων, καὶ ἐπάταξεν αὐτοὺς καὶ τὴν λείαν ἅπασαν
ἐπανήγαγεν. Σαοὺλ δὲ στέλλει πλῆθος στρατιωτῶν αὐτὸν ἐκεῖ ἀναιρήσοντας. ὁ δὲ ἀπῆλθεν ἐκ Κεϊλὰ εἰς
τὴν ἔρημον. καὶ Σαοὺλ οὐκ ἐπαύετο ζητῶν θανατῶσαι αὐτόν. Ἰωνάθαν δὲ ἥκει παρὰ τὸν Δαβὶδ καὶ παρε-
 
 θάρρυνεν αὐτὸν καὶ παρεκάλει ἐλπίδας ἔχειν χρηστάς. ἐπεὶ δὲ Δαβὶδ ἐπὶ τὴν πέτραν
κατέφυγε τὴν ἐν τῇ ἐρήμῳ Μαάν, καὶ ὁ Σαοὺλ ἐπῆλθε μετὰ πλή- θους πολλοῦ, ἐκινδύνευε
ληφθῆναι Δαβίδ, εἰ μὴ ἄγγελος ἧκε τῷ Σαοὺλ ὡς ἀλλόφυλοι τῇ χώρᾳ ἐπέθεντο· καταλιπὼν γὰρ τὸν Δαβὶδ
ἐπὶ τοὺς πολεμίους ἐξώρμησεν. εἶτα ἀπηγγέλη αὐτῷ ὡς ἐν τῇ ἐρήμῳ Γαδδὶ αὐλίζεται ὁ Δαβίδ, καὶ
τρισχιλίους λαβὼν ἐπορεύετο. ἀπιὼν δὲ ὑπὸ τῆς γαστρὸς ἠνωχλήθη. καὶ ἢν τι σπήλαιον ἐκεῖ,
ἐν ᾧ Δαβὶδ καὶ οἶ μετ’ αὐτοῦ ἐνδότερον κατεκρύπτοντο· τοῦτο εἰσέδυ Σαοὺλ εἰς ἀπόπατον. καὶ Δαβὶδ
ἠρεθίζετο παρὰ τῶν μετ’ αὐτοῦ κτεῖναι Σαούλ. ὁ δὲ οὐκ ἐπείσθη, ἀλλὰ
τὸ πτερύγιον τῆς διπλοίδος αὐτοῦ λάθρᾳ ἐκτεμὼν ἔλαβε. καὶ ἐξελθόντος τοῦ βασιλέως
προελήλυθεν ὁ Δαβὶδ καὶ ἐβόησεν ὀπίσω Σαούλ. καὶ ὁ βασιλεὺς ἀπεῖδε πρὸς τὴν φωνήν. καὶ προσεκύνησε
Δαβὶδ καὶ εἶπε μὴ πίστευε ταῖς διαβολαῖς. ἰδοὺ παρέδωκέ σε κύριος εἰς τὰς χεῖράς μου·
ὅτε γὰρ ἐν τῷ σπηλαίῳ τὸ τῆς διπλοί·δος σου πτερύγιον ἀπέτεμον, ῥᾷον ἦν μοι καὶ ἀνελεῖν σε.” καὶ ἅμα
τὸ τμῆμα αὐτῷ ὑπεδείκνυε καί δικάσαι κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ” ἐξεβόησε. καὶ Σαοὺλ πρὸς ταῦτα
κατανυγεὶς ἦρε τὴν φωνὴν 
 αὐτοῦ καὶ κλαύσας ἔφη τῷ Δαβίδ “δίκαιος σύ· ἐγὼ μὲν γὰρ αἴτιός σοι
κακῶν, σὺ δέ μοι ἀνταπέδωκας ἀγαθά. ὅθεν πείθομαι ὅτι βασιλέα σε Ἰσραὴλ τηρεῖ ὁ θεός. δὸς δή μοι
πίστεις ὡς οὐκ ἐξολοθρεύσεις τὸν οἶκόν μου, ἀλλὰ διατηρήσεις τὸ γένος μου. καὶ ὤμοσε
Δαβὶδ τῷ Σαούλ, καὶ ἀπῆλθον ἀπ’ ἀλλήλων.

Ἀπέθανε δὲ τότε καὶ Σαμουὴλ ὁ προφήτης, ἀνὴρ δίκαιος καὶ χρηστός· ὃς ἦρξε τοῦ Ἰσραὴλ μετὰ
τὸν Ἤλει μόνος μὲν ἔτη δώδεκα, μετὰ δὲ Σαοὺλ ὀκτωκαίδεκα. καὶ Δαβὶδ εἰς τὴν ἔρημον ἀπῆλθε Μαάν. 
 
 καὶ ἀπέστειλε πρὸς Νάβαλ τὸν Καρμήλιον, πλούσιον ἄνδρα, κείροντα τὰ ποίμνια αὐτοῦ, τοὺς
προσεροῦντας αὐτῷ καὶ ἀξιώσοντας δοῦναι τοῖς μετ’ αὐτοῦ καὶ
αὐτῷ, καθὼς ἂν προαιροῖτο, ἀνέπαφα τηρήσασι τὰ ποίμνια καὶ τοὺς ποιμένας αὐτοῦ. Νάβαλ δὲ
σκληρὸς τυγχάνων καὶ ἰταμός, ἀπανθρώπως τοῖς τοῦ Δαβὶδ ἀπεκρίθη καὶ ἀναιδῶς “τίς ὁ Δαβίδ;” εἰπών‘‘
καὶ τίς ὁ υἱὸς Ἰεσσαί;” καὶ δραπέτην καλέσας αὐτόν. ἐπὶ τούτοις θυμοῦται Δαβίδ, καὶ ὤμοσεν
ἐξολοθρεῦσαι τὰ τοῦ Νάβαλ πάντα, καὶ ἀπῄει πρὸς ἐκεῖνον σὺν τετρακοσίοις ὁπλίταις. ἡ δὲ
τοῦ Νάβαλ γυνὴ συνετὴ οὔσα καὶ ὡραία, μαθοῦσα ὅπως τε Δαβὶδ προσεῖπε τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς καὶ ὡς ἀσινῆ τὰ
αὐτῶν συνετήρησε καὶ ὅσα τῷ Δαβὶδ ὁ Νάβαλ ἀπεκρίθη βλάσφημα, μηδὲν κοινωσαμένη τῷ
οἰκείῳ ἀνδρί, λαβοῦσα ἐπὶ τῶν ὄνων ξένια παντοῖά τε καὶ πολλὰ πρὸς τὸν Δαβὶδ 
 ἐπορεύετο. καὶ συναντήσασα τούτῳ προσεκύνησεν, ἐδεῖτό τε μὴ
μνησικακῆσαι τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς· εἶναι γὰρ ἐκείνῳ κατὰ τὴν κλῆσιν τὸ φρόνημα· ἀφροσύνην γὰρ
ὁ Νάβαλ δηλοί· ἀφεῖναι δὲ τὴν ὀργὴν καὶ τὰ προσαγόμενα δέξασθαι. ὁ δὲ καὶ ἐπῄνεσε τὴν γυναῖκα καὶ
συγγνώμην νείμας ὑπέστρεψεν. ἐπανελθοῦσα δὲ ἡ γυνὴ πρὸς τὸν Νάβαλ τὴν τοῦ Δαβὶδ ἔφοδον ἐκείνῳ
μεμήνυκε. καὶ ὃς δείματί τε καὶ λύπῃ κατασχεθεὶς οὐ πλείους τε τῶν δέκα ἐπιβιοὺς ἡμερῶν
ἀπέρρηξε τὴν ζωήν. καὶ τοῦτο μαθὼν ὁ Δαβὶδ ἀπέστειλε πρὸς Ἀβιγαίαν μνώμενος αὐτὴν ἑαυτῷ. ἡ δὲ οὐκ
ἀξίαν εἶπεν ἑαυτὴν εἶναι πρὸς συνοίκησιν τοιούτῳ ἀνδρί) ὅμως μέντοι
ἀπῆλθε· καὶ ἔλαβεν αὐτὴν εἰς γυναῖκα ὁ Δαβίδ. 
 Ο δὲ Σαοὺλ ἐπεβούλευεν ἔτι αὐτῷ, καὶ μετὰ τρισχιλίων λογάδων στρατοπεδεύεται παρὰ τὸν βου-
 νὸν Ἐχελάτ, ὅπου διέτριβεν ὁ Δαβὶδ μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ ἑξακοσίων ἀνδρῶν. νυκτὸς δὲ
ἐπορεύθη Δαβὶδ αὐτὸς καὶ Ἀμεσὰ εἰς τὴν παρεμβολὴν τοῦ Σαούλ, καὶ εἰσῆλθον ὅπου ἦν καθεύδων Σαούλ.
καὶ τοῦ Ἀμεσὰ ἀνελεῖν ὡρμηκότος αὐτὸν οὐκ εἴασεν ὁ Δαβίδ, τὸ δόρυ δὲ τοῦ βασιλέως καὶ τὸ
ἀγγεῖον τοῦ ὕδατος λαβόντες ἐξῆλθον μή τινος αἰσθομένου, καὶ ταῦτα
τοῦ Ἀβεννὴρ τοῦ ἄρχοντος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ καὶ πολλῶν ἑτέρων κύκλῳ κειμένων τοῦ βασιλέως. ἀνελθὼν
δὲ ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ ὄρους Δαβὶδ ἐβόησε πρὸς τὸν Ἀβεννὴρ “τί ὅτι οὐ φυλάσσεις τὸν
βασιλέα; ἰδοὺ γὰρ εἰσῆλθόν τινες κτεῖναι αὐτόν, καὶ ὑμεῖς οὐκ ἐγνώκατε. ζήτησον οὖν τὸ δόρυ καὶ τὸν
φακὸν τοῦ ὕδατος, καὶ εἴσῃ οἷος ὑμᾶς παρελήλυθε κίνδυνος.” ἐπιγνοὺς δὲ τὴν φωνὴν Δαβὶδ ὁ Σαούλ,
καὶ ὡς ἐφείσατο καὶ αὖθις αὐτοῦ δυνάμενος αὐτὸν ἀνελεῖν, ἁμαρτεῖν εἶπε καὶ
μεματαιῶσθαι, καὶ ἠξίου θαρρεῖν αὐτὸν καὶ ἐπιστρέφειν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. ὁ δέ “κύριος” ἔφη
 “δῴη ἑκάστῳ κατὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν πίστιν
αὐτοῦ.” καὶ ἀπῆλθε μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ ἑξακοσίων Δαβὶδ πρὸς Ἀγχοὺς τὸν βασιλέα τῆς Γέθ,
καὶ διῆγεν ἐκεῖ τέσσαρας μῆνας. τῶν δὲ Παλαιστηνῶν ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ ἐκστρατεῦσαι βουλομένων, ἔφη πρὸς
Δαβὶδ ὁ Ἀγχοῦς “συνεξελεύσῃ μοι εἰς τὸν πόλεμον σὺ καὶ οἱ μετὰ σοῦ;” κἀκεῖνος προθύμως 
αὐτῷ συμμαχήσειν ὑπέσχετο. ἤδη δὲ τῶν ἀλλοφύλων προσελασάντων τῇ χώρᾳ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ὁ Σαοὺλ
τεθορύβητο καὶ τοῦ θεοῦ ἐπυνθάνετο εἰ μαχήσεται. μὴ ἀποκρινομένου δέ, ἐγγαστρίμυθον ἐζήτησε καὶ
ἐπορεύθη πρὸς αὐτὴν μεταμφιασάμενος, ἵνα μὴ ὅστις εἴη ἐπιγνωσθῇ, καὶ ᾔτησεν ἀναχθῆναι
αὐτῷ τοῦ Σαμουὴλ τὴν ψυχήν. καὶ ἐπῳδαῖς τισιν ἀνα- 
χθῆναι δοξάσῃ εἶπε Σαούλ θλίβομαι σφόδρα ὅτι συνήχθησαν κατ’ ἐμοῦ οἱ ἀλλόφυλοι καὶ ὁ κύριος
ἀφέστηκεν ἀπ’ ἐμοῦ.” τὸ δὲ τοῦ Σαμουὴλ φάντασμα ἀπεκρίθη ὡς “πεποίηκέ σοι ὁ κύριος ὅσα προμεμήνυκεν
 δι’ ἐμοῦ, καὶ ἀφαιρεῖταί σου τὴν βασιλείαν καὶ δίδωσιν αὐτὴν τῷ Δαβίδ, καὶ τὸν λαὸν
ὑποτάσσει τοῖς πολεμίοις· σὺ δὲ καὶ οἱ υἱοί σου αὔριον πεσεῖσθε.’ καὶ ἐλυπήθη σφόδρα τούτων ἀκούσας
Σαοὺλ καὶ ἀπῆλθε. καὶ οἱ ἀλλόφυλοι ἐστρατοπεδεύσαντο, καὶ Δαβὶδ καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ
ἑξακόσιοι ὄπισθεν. τοῖς δὲ σατράπαις οὐκ ἤρεσκε συστρατεύεσθαι αὐτοῖς τὸν Δαβίδ, λέγουσι “μή τι
κακὸν ἐργάσηται εἰς ἡμᾶς τοῖς ὁμοφύλοις προσθέμενος ἐν τῷ πολέμῳ,”
καὶ ἀποστρέφειν αὐτὸν ἠξίουν. καὶ ὁ Ἀγχοὺς τοῖς σατράπαις πειθόμενος ἀπελθεῖν ἐκέλευσε
τῷ Δαβίδ. καὶ ὃς ἀπῆλθε μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ, καὶ εὗρε τὴν Σικελάγ, ἣν δέδωκεν αὐτῷ Ἀγχοὺς εἰς
κατοίκησιν, ἐμπεπυρισμένην, καὶ τὰς γυναῖκας ἑαυτοῦ ἀμφοτέρας καὶ ὅσοι ἦσαν ἐκεῖ αἰχμαλωτισθέντας
παρὰ 
 τῶν Ἀμαληκιτῶν. καὶ ἀνῴμωξεν ἐπὶ τούτῳ Δαβὶδ καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἠρώτησε τὸν θεὸν
διὰ τοῦ ἀρχιερέως Ἀβιάθαρ εἰ καταδιώξεται ὀπίσω αὐτόν. ἐπιτρέψαντος δὲ τοῦ θεοῦ κατεδίωξε μετὰ τῶν
τετρακοσίων, τοὺς δὲ διακοσίους ἐπὶ φυλακῇ τῶν σκευῶν 
καταλέλοιπε. καὶ εὑρὼν ἐσκεδασμένους αὐτοὺς ἐσθίοντάς τε καὶ πίνοντας, καὶ αἰφνηδὸν αὐτοῖς
ἐπιθέμενος, πλὴν τετρακοσίων ἐν δρομάσι πεφευγότων καμήλοις πάντας ἀπέκτεινε καὶ τὴν λείαν ἅπασαν
διεσώσατο. ἀναστρέψαντες δὲ οἱ μετὰ Δαβὶδ τετρακόσιοι οὐκ ἤθελον συμμεριστὰς αὐτοῖς καὶ
τοὺς διακοσίους γενέσθαι, ἀρκεῖσθαι δ’ ἠξίουν σεσωσμέναις ταῖς ἑαυτῶν γυναιξίν. ἄδικον δὲ τὴν γνώμην
ταύ- τὴν ἔκρινεν ὁ Δαβίδ, καὶ ἐπ’ ἴσης πᾶσι δεῖν μερισθῆναι τὴν ὠφέλειαν ἀπεφήνατο. ὃ
καὶ νόμος ἔκτοτε γέγονε, συμμερίζειν κελεύων τοῖς μαχομένοις τὰ λά- φύρα κατὰ τό ἴσον τοὺς τὰ σκεύη φυλάσσοντας. πολέμου δὲ συρραγέντος τοῖς Ἰσραηλίταις καὶ
τοῖς Παλαιστηνοῖς, πλεῖστοι μὲν κτείνονται τῶν Ἑβραίων, καὶ οἱ τρεῖς δὲ παῖδες Σαοὺλ
ἔπεσον, καὶ αὐτὸς Σαοὺλ ἐτέτρωτο εἰς τὰ ὑποχόνδρια. καὶ γνοὺς καιρίως βεβλημένος καὶ οὐ ζησόμενος,
εἶπε τῷ ὁπλοφόρῳ αὐτοῦ ἐκκεντῆσαι αὐτόν, ἕνα μὴ ζῶν ἔτι τοῖς πολεμίοις ληφθῇ. τοῦ δὲ μὴ
πειθομένου ποιήσαι τὸ κελευόμενον, αὐτὸς ἐπέπεσεν ἐπὶ τὴν ῥομφαίαν αὐτοῦ καὶ ἀπέθανεν. καὶ ὁ
ὁπλοφόρος αὐτοῦ ὡς εἶδε πεσόντα τὸν βασιλέα καὶ αὐτὸς ἀπέκτεινεν ἑαυτόν. τῇ δ’ ἐπαύριον σκυλεύοντες
οἱ ἀλλόφυλοι τοὺς πεσόντας τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐνέτυχον τοῖς νεκροῖς τοῦ Σαοὺλ καὶ τῶν
παίδων αὐτοῦ ἐν τοῖς ὄρεσι Γελβουέ, καὶ ἐκτεμόντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν εἰς τὴν οἰκείαν ἔπεμ- ψᾶν χώραν, πανταχοῦ θεατρίζοντες ταύτας καὶ εὐαγγελιζόμενοι, καὶ τὰς
πανοπλίας αὐτῶν ἀνέθεντο τοῖς οἰκείοις θεοῖς, τὰ δὲ σώματα ἀνεσταύρωσαν παρὰ τὸ τεῖχος
Μεθσάμ, ἣ μετέπειτα ἐκλήθη Σκυθόπολις. τῶν δὲ τὴν πόλιν Ἰαβεὶς οἰκούντων ἐν Γαλαὰδ μαθόντων ὅσα
συνέπεσον τῷ Σαούλ, ἐξῆλθον οἱ δυνατώτατοι, καὶ δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς συντείναντες τὴν 
πορείαν καθεῖλον τὰ σώματα Σαοὺλ καὶ Ἰωνάθαν, καὶ ἀπαγαγόντες εἰς Ἰαβεὶς ἔκαυσαν ταῦτα, καὶ τὰ ὀστᾶ
συλλέξαντες ἔθαψαν. ἐβασίλευσε δὲ Σαοὺλ ζῶντος ἔτι τοῦ Σαμουὴλ ὀκτωκαίδεκα ἔτη, ἐκείνου δ’
ἀποθανόντος δύο καὶ εἴκοσιν.

Ἄρτι δ’ ἐπανῆλθε Δαβὶδ ἐκ τῆς τῶν ἀλλοφύλων 
 κοπῆς καί τις ἀνὴρ προσῆλθεν αὐτῷ ἀπαγγέλλων τὴν ἧτταν τῶν Ἰσραηλιτῶν
καὶ τὸν θάνατον τοῦ Σαοὺλ καὶ τοῦ Ἰωνάθαν. ἀνακρινόμενος δὲ εἰ ἀληθῆ ἀπαγγέλλει, εἶπε
καιρίαν πληγῆναι τὸν Σαούλ, καὶ μὴ οἷόν τε ὄντα δι’ ἀσθένειαν ἑαυτὸν ἀνελεῖν παρακαλέσαι αὐτόν, ἵνα
μὴ ζῶν τοῖς πολεμίοις ἁλῷ, ἐπιρρῶσαι αὐτῷ τὴν πληγὴν ἐπιπεσόντι τῇ ἰδίᾳ ῥομφαίᾳ· καὶ ποιῆσαι κατὰ τὸ
ἐπίταγμα, καὶ τὸν βασιλέα διαχειρίσασθαι. καὶ εἰς πίστιν τῶν λόγων προέτεινε τὸν ἐπὶ
τῆς κεφαλῆς ἐκείνου βασίλειον στἐφανον καὶ τὸν ἐπὶ τοῖς βραχίοσι χρυσόν, καὶ ἐδίδου Δαβίδ. ἐθρήνησεν
οὑν Δαβὶδ καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ τὸν Σαοὺλ καὶ τὸν Ἰωνάθαν, τὸν δὲ τὸν
Σαοὺλ ἀνελόντα ἐκόλασεν, ὅτι τῷ χριστῷ κυρίου τὴν χεῖρα ἐπήνεγκε. καὶ μετὰ ταύτα τοῦ
θεοῦ κελεύσαντος εἰς Χεβρὼν ἀνέβη, πόλιν Ἰούδα, μετὰ ἀμφοῖν τῶν γυναικῶν αὐτοῦ Ἀχινοὸμ καὶ Ἀβιγαίας,
καὶ οἱ ἄνδρες οἶ μετ’ αὐτοῦ πανοικί· ἔνθα βασιλεὺς αἱρεῖται παρὰ τῆς Ἰούδα φυλῆς.
εὐλόγησε δὲ Δαβὶδ τοὺς ἄνδρας Ἰαβεὶς ὡς θάψαντας τοὺς τοῦ Σαοὺλ καὶ τοῦ Ἰωνάθαν νεκρούς. 
 Ὁ δὲ τοῦ Σαοὺλ ἀρχιστράτηγος Ἀβεννὴρ λαβὼν τὸν
περίλοιπον υἱὸν τοῦ κυρίου αὐτοῦ τὸν Ἰεβοσθέ, βασιλέα ἐπὶ πάντα τὸν Ἰσραήλ, τοῦ Ἰούδα
χωρίς, ἀνηγόρευσεν. ἦν δὲ τεσσαράκοντα ἐτῶν, ὅτε ἐβα- σίλευσεν
ὁ Ἰεβοσθέ, καὶ δύο ἔτη τῆς βασιλείας ἐκράτησεν. ὁ δὲ Ἀβεννὴρ δι’ ὀργῆς ἐποιεῖτο τὴν Ἰούδα φυλὴν ὡς
βασιλεύσασαν τὸν Δαβίδ, καὶ ὥρμησε κατ’ αὐτῆς. ἀπήντησε δ’ αὐτῷ μετὰ δυνάμεως 
 Ἰωάβ, ὃς ἦν τοῦ Δαβὶδ ἀρχιστράτηγος. καὶ πρῶτον μὲν δώδεκα ἐξ ἑκάστης ἐμονομάχησαν
στρατιᾶς· πάντων δὲ πεπτωκότων ἐκείνων, καὶ ἄμφω αἱ στρατιαὶ ἀλλήλαις προσέβαλον, καὶ ἡττήθησαν οἱ
τοῦ Ἀβεννήρ. Ἀβεσὰ δὲ καὶ Ἀσαὴλ ἀδελφοὶ Ἰωάβ. ὁ δὲ Ἀσαὴλ ἐπὶ ποδῶν ὠκύτητι σεμνυνόμενος
ἐδίωκεν ὄπισθεν Ἀβεννήρ. ὁ δὲ ἀναστρέφειν παρῄνει· ἐπεὶ δὲ μὴ ἔπειθε,
πλήξας αὐτὸν ἐξόπισθεν καιρίως ἀπέκτεινε. τοῦ τεθνεῶτος δ᾿ οἱ σύγγονοι διὰ τὴν τοῦ ἀδελφοῦ σφαγὴν
ὀργιζόμενοι μετέθεον τὸν Ἀβεννήρ. ἐκεῖνος δὲ στὰς ἐπὶ κορυφῆς ἑνὸς τῶν βουνῶν ἐβόησε
πρὸς Ἰωὰβ λέγων “μὴ παρόξυνε πρὸς μάχην ἄνδρας ὁμοεθνεῖς· καὶ Ἀσαὴλ γὰρ ἡμάρτηκε μὴ πεισθείς μοι
συμβουλεύοντι ἀναστρέφειν, κἀντεῦθεν τέτρωταί τε καὶ τέθνηκε.” παράκλησιν οὖν τοὺς λόγους τούτους
 ὁ Ἰωὰβ ἡγησάμενος ἀνακλητικὸν ἠχῆσαι κελεύει τὴν σάλπιγγα καὶ τὴν δίωξιν ἔστησεν. ἀρχὴν
δ᾿ ἐξ ἐκείνου παρ᾿ Ἑβραίοις ἔλαβεν ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, καὶ διέμεινεν ἐπὶ πλεῖστον, τῶν μὲν τοῦ
Δαβὶδ κραταιουμένων, ἀσθενούντων δέ γε τῶν τοῦ Σαούλ. 
 
 
 Ἐτέχθησαν δὲ τῷ Δαβὶδ ἐν Χεβρὼν ὄντι ἐκ γυναικῶν διαφόρων υἱοὶ ἕξ, ὧν ἦν πρωτότοκος ὁ
Ἀμνών. τοῦ δὲ Ἀβεννὴρ παλλακῇ μιχθέντος Σαούλ, ἠγανάκτησεν Ἰεβοσθὲ κατ᾿ αὐτοῦ διὰ τὴν παλλακὴν τοῦ
πατρὸς αὐτοῦ. τοῦτο γέγονεν αἴτιον τοῦ προσρυῆναι τὸν Ἀβεννὴρ τῷ Δαβίδ. ὁ δὲ Δαβὶδ
στείλας πρὸς τὸν Ἰεβοσθὲ τὴν ἰδίαν γυναῖκα ἐζήτει Μελχόλ. ὁ δὲ ἀποσπάσας αὐτὴν τοῦ ἀνδρός, ᾧ μετὰ
τὴν φυγὴν τοῦ Δαβὶδ ἡρμόσατο αὐτὴν ὁ Σαούλ, ἀπέστειλε τῷ Δαβίδ. Ἀβεννὴρ δὲ τοῖς γηραιοῖς τοῦ πλήθους
τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τοῖς ταξιάρχαις διαλεχθεὶς μεταθέ- 
σθαι συνῄνεσε πρὸς Δαβίδ, τοῦτο καὶ πάντων προ- θυμουμένων. τοῦτο δὲ ποιήσας ἧκε πρὸς
τὸν Δαβὶδ ἐνόρκους πίστεις ληψόμενος. καὶ δεχθεὶς ἀσμένως, ἀπῄει συναθροίσων τὸ πλῆθος, ἵνα παρὰ
πάντων ἀναρρηθῇ ὁ Δαβίδ. ἐλθὼν δὲ πρὸς Χεβρὼν Ἰωὰβ καὶ μαθὼν τὰ περὶ Ἀβεννήρ, δείσας μὴ
ὑπερέξει ἐκεῖνος αὐτοῦ, κατεῖπε μὲν πολλὰ τοῦ ἀνδρὸς πρὸς Δαβίδ, μὴ πείθων δὲ στέλλει λάθρᾳ τὸν
καλέσοντα τὸν Αβεννὴρ ὡς ἐκ τοῦ Δαβίδ· κἀκεῖνος ἀνέστρεψε. καὶ ὑπαντήσας αὐτῷ Ἰωάβ, καὶ ὥς τι
μυστικώτερον αὐτῷ διαλεξόμενος πόρρω τῶν οἰκείων ἀπαγαγὼν αὐτὸν κτείνει, ξίφει πατάξας
ὑπὸ λαγόνα. Δαβὶδ δὲ τοῦτο μαθὼν ἤλγησε σφόδρα καὶ τῷ τὸν ἄνδρα κτείναντι κατηράσατο, καὶ ἐθρήνησε
τὸν θανόντα καὶ φιλοτίμως ἐνεταφίασεν. Ἰεβοσθὲ δὲ μετὰ μικρὸν
ἐπιβουλευθεὶς ἐσφάγη κοιμώμενος. καὶ οἱ τοῦτον ἀνελόντες, δύο ὄντες, τὴν κεφαλὴν
λαβόντες αὐτοῦ τῷ Δαβὶδ ἀπεκόμισαν. ὁ δὲ οὐ μόνον μὴ κεχαρισμένα πρᾶξαι αὐτῷ τοὺς ἄνδρας ἡγήσατο,
ἀλλὰ καὶ ἀναιρεθῆναι προσέταξε, δέκας τοῦ φόνου πραττόμενος. εἶτα πᾶς Ἰσραὴλ πορεύεται
πρὸς Δαβίδ, καὶ χρίουσιν αὐτὸν εἰς βασιλέα πασῶν τῶν φυλῶν. ἢν δὲ τρια- κονταέτης Δαβὶδ ὅτε ἐπὶ τὸν
Ἰούδαν ἐβασίλευσεν, καὶ ἦρξεν ἐν Χεβρὼν τῆς τοῦ Ἰούδα μόνης φυλῆς ἐνιαυτοὺς ἑπτά, τριάκοντα δὲ καὶ
τρεῖς τοῦ παντὸς Ἰσραήλ.

Ἀπῆρε δ’ ἐκ Χεβρὼν αὐτὸς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ, καὶ παραγέγονεν εἰς Ἱεροσόλυμα. κατῴκουν δὲ
τότε τὴν πόλιν καὶ τὴν γῆν ἐκείνην Ἰεβουσαῖοι, ὅθεν Ἰεβοῦς ἐκαλεῖτο ἡ πόλις· Χαναναίοις δ’ ἦσαν κατὰ
 γένος προσήκοντες. οἳ τοὺς τυφλοὺς καὶ χωλοὺς καὶ 
 
 ἄλλως πεπηρωμένους στήσαντες ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων ἐπὶ χλεύῃ, μὴ
παραχωρεῖν αὐτοὺς ἔλεγον τῷ Δαβὶδ τῆς εἰς τὴν πόλιν εἰσόδου. ὀργισθεὶς δὲ διὰ ταῦτα Δαβὶδ πολιορκίᾳ
τὴν πόλιν εἶλε, καὶ τοὺς Ἰεβουσαίους ἐκεῖθεν ὠσάμενος καὶ ἀνοικοδομήσας αὐτὴν εἰς ὄνομα
οἰκεῖον πόλιν Δαβὶδ ἐπωνόμασεν, ἐπὶ Ἀβραὰμ Σόλυμα καλουμένην. καὶ διέτριβεν ἐν αὐτῇ βασίλεια δομησάμενος. ἐγένοντο δὲ ἔτι παῖδες αὐτῷ ἐκ γυναικῶν πλειόνων καὶ παλλακῶν.
καὶ οἱ ἀλλόφυλοι ἐστράτευσαν κατὰ τοῦ Δαβίδ, ὁ δὲ τοῦ θεοῦ ἐπινεύσαντος ἔξεισι κατ’
αὐτῶν μετὰ τῆς ἑαυτοῦ στρατιᾶς καὶ νικᾷ. οἱ δὲ πολὺ πλείους συναθροισθέντες πάλιν ἐπῄεσαν. ἐρομένου
δὲ καὶ αὖθις τὸν θεὸν τοῦ Δαβίδ, ἐν τοῖς ἄλσεσι τοῦ Κλαυθμῶνος προσέταξεν ὁ θεός αὐλίζεσθαι σὺν τῇ
στρατιᾷ, καὶ μὴ ἄλλως προσβάλλειν τοῖς ἐναντίοις πρὶν ἂν τὰ ἄλση σαλεύεσθαι ἄρξωνται.
καὶ οὕτω ποιήσας τρέπει τοὺς πολεμίους, καὶ ἄχρι τόν ὁρίων αὐτῶν διώκων αὐτοὺς ἔκτεινε. μετὰ ταῦτα
συνεκάλεσε Δαβὶδ τοὺς ἱερεῖς καὶ Λευίτας καὶ ἅπαντα τὸν λαὸν εἰς Καριαθιαρείμ. καὶ 
ἐπεβίβασαν οἱ ἱερεῖς τὴν κιβωτὸν κυρίου ἐφ’ ἄμαξαν καινήν, κατάγοντες
αὐτὴν εἰς Ἱεροσόλυμα. καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ βασιλεὺς ᾖδον ἔμπροσθεν αὐτῆς πορευόμενοι. ἀνατραπῆναι δὲ
κινδυνευούσης τῆς κιβωτοῦ, ὀζᾶν ὁ υἱὸς τοὐ Ἀμιναδὰβ ἐκτείνας τὴν χεῖρα κατέσχεν αὐτὴν
καὶ ἐπεστήριξε μὴ πεσεῖν. θνήσκει οὑν αὐτίκα, ὀργισθέντος τοῦ θεοῦ ὅτι ἥψατο τῆς κιβωτοῦ, ἐπεὶ μὴ
ἱέρωτο· καὶ ἐκλήθη ὁ τόπος ἐκεῖνος ἐντεῦθεν Διακοπή. καὶ ηὐλαβήθη Δαβὶδ εἰσαγαγεῖν εἰς τὴν πόλιν τὴν
κιβωτόν, κατέθετο δὲ αὐτὴν εἰς τὸν οἶκον Ἀβεδδαρὰ Λαυίτου ἀνδρός· καὶ ἦν ἐκεῖ μῆνας
τρεῖς, καὶ ἀπήλαυσεν ὁ οἶκος τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου πολλόν ἀγαθῶν. καὶ ἀκούσας Δαβὶδ
μετεκόμισεν ἐκεῖθεν τὴν κιβωτὸν εἰς τὴν πόλιν τὴν ἑαυτοῦ, ἑπτὰ χορῶν προαγόντων. καὶ αὐτὸς τὴν
κινύραν ἔκρουε καὶ ἐχόρευε παίζων.ξ ἰδοῦσα δὲ αὐτὸν 
 ὀρχούμενον καὶ σκιρτῶντα ἡ γυνὴ αὐτοῦ Μελχὸλ ἐμέμψατο αὐτῷ ὡς ἀσχημονοῦντι· ὁ δὲ οὐκ
αἰδεῖσθαι εἶπεν, ἐπεὶ μὴ ἀσχημοσύνη ταῦτα, γινόμενα εἰς θεόν. εἰσήνεγκαν δὲ τὴν κιβωτὸν καὶ
κατέθεντο εἰς τὴν σκηνὴν ἣν ἔπηξεν αὐτῇ ὁ Δαβίδ. εἶτα οἶκον δομήσασθαι τῇ κιβωτῷ
ἠβουλήθη. καὶ ὁ θεὸς τῷ προφήτῃ Νάθαν ἐντέλλεται εἰπεῖν τῷ Δαβὶδ ὅτι. “οὐ σὺ οἰκοδομήσεις μοι οἶκον,
ἀλλ’ ὁ υἷός σου, ὃς σοῦ θανόντος τὴν βασιλείαν σου διαδέξεται.” ταῦτα τοῦ προφήτου τῷ Δαβὶδ
ἀπαγγείλαντος ἐκεῖνος εἶς εὐχαριστίαν ἐτράπετο. καὶ μετὰ ταῦτα ἐπάταξε τοὺς ἀλλοφύλους
καὶ κατετροπώσατο αὐτοὺς καὶ τοὺς συμμάχους αὐτῶν, καὶ τὴν Συρίαν ὑπόφορον ἐποιήσατο, φρουρὰν ἐν Δαμασκῷ καταστήσας. καὶ ἐν τῷ ἐπαναζευγνύειν ἐπάταξε τὴν
Ἰδουμαίαν, καὶ ἐγένοντο πάντες Ἰδουμαῖοι δοῦλοι τῷ Δαβίδ. μνησθεὶς δὲ ὁ Δαβὶδ τῶν πρὸς
Ἰωνάθαν τὸν τοῦ Σαοὺλ συνθηκῶν, ἐζήτησεν εἴ τις ἐκ τοῦ γένους τοῦ Σαοὺλ ὑπολέλειπται· καὶ μαθὼν
περιεῖναι τοῦ Ἰωνάθαν υἱὸν βεβλαμμένον τοὺς πόδας, Μεμφιβοσθὲ κεκλημένον, μετεκαλέσατο
αὐτὸν καὶ ἐχαρίσατο τὴν τοῦ πάππου πάσαν ὕπαρξιν τῷ ἀνδρί, καὶ ὁμοδίαιτον ἑαυτῷ διόλου εἶναι
ἐκέλευσε, καὶ τοὺς πατρῴους οἰκέτας αὐτῷ προσαπένειμεν ὧν ἑνὶ Σιβὰ καλουμένῳ ἐπιτροπεύειν τῶν
δεδωρημένων τῷ αὐτοῦ κυρίῳ ἐπέτρεψε καὶ προσάγειν ἐκείνῳ τὴν ἐκεῖθεν ὠφέλειαν. ὁ δὲ
Μεμφιβοσθὲ ἐν Ἰεροσολύμοις ᾤκει καὶ συνειστιᾶτο τῷ βασιλεῖ.

Κατὰ δὲ τὸν τότε χρόνον τέθνηκεν ὁ τῶν Ἀμμανιτῶν βασιλεύς, φίλος ὢν τῷ Δαβίδ, ἐπὶ υἱῶ
Ἀννών, ὃς τὴν πατρικὴν ἀρχὴν διεδέξατο. ἔπεμψεν οὖν πρὸς Ἀννὼν ὁ Δαβὶδ τοὺς παρηγορήσοντας τὴν ἐπὶ
τῷ πατρὶ λύπην αὐτοῦ καὶ τηρεῖν τὴν φιλίαν ἀπαγ- 
 γελοῦντας καὶ ἐπ’ αὐτῷ τὸν Δαβίδ. ὁ δὲ κατασκόπους εἶναι τοὺς
πεμφθέντας ὑπειληφώς, ξυρήσας αὐτῶν παρὰ μέρος τοὺς πώγωνας καὶ περιτεμὼν τὰ ἡμίση τῶν ἐπωμίδων
αὐτῶν, ἐξαπέστειλε τοὺς ἄνδρας. οὖς οὕτω διακειμένους ἰδὼν ὁ Δαβὶδ τὸ τῆς στρατιᾶς
ἀκμαιότατον τῷ ἀρχιστρατήγῳ δοὺς Ἰωὰβ κατὰ τῶν Ἀμμανιτῶν ἐξαπέστειλε.
καὶ συμβαλὼν ἐκείνοις ὁ Ιωὰβ αὐτούς τε καὶ τοὺς συμμάχους Σύρους ἡττᾷ· καὶ τρέπονται εἰς φυγήν. οἱ
δὲ καὶ πάλιν συμμάχους προσειληφότες πρὸς πόλεμον ᾔεσαν. καὶ ὁ Δαβὶδ σὺν πάσῃ τῇ
στρατιᾷ συμβαλὼν αὐτοῖς πολλοὺς μὲν ἀνεῖλεν, ὁ δ’ ἐξάρχων τῆς τῶν ἐναντίων δυνάμεως Σωβὰκ τρωθεὶς
καιρίως ἐν τῷ πολέμῳ τέθνηκεν ἐκ τοῦ τραύματος. οἱ σύμμαχοι δὲ τῶν Ἀμμανιτῶν, Σύροι ὄντες ἐκ
Μεσοποταμίας, ἑαυτοὺς παρέδωκαν τῷ Δαβίδ. αὖθις δὲ τὸν Ἱωὰβ ἐκπέπομφε κατὰ τῶν
Ἀμμανιτῶν· ὃς συγκλείσας αὐτοὺς εἰς τὴν τῆς χώρας αὐτῶν
μητρόπολιν ἐπολιόρκει. 
 Δαβὶδ δὲ ἐν Ἱεροσολύμοις διάγων καὶ ἐκ τῶν βασιλείων ἰδὼν γυναῖκα κατ’ οἶκον λουομένην,
Βηρσαβεὲ καλουμένην, ἠράσθη αὐτῆς. καὶ μεταστειλάμενος τὴν γυναῖκα ἐμίγη αὐτῇ.
συλλαβοῦσα δὲ τῷ βασιλεῖ τὸ πρᾶγμα ἐδήλωσεν. ὁ δὲ τὸν ἄνδρα αὐτῆς ἐκ τῆς πολιορκίας ἐκάλεσεν, Οὐρίαν
ὠνομασμένον, καὶ ἐρωτήσας περὶ τῆς στρατιᾶς, καὶ ἐκ τοῦ δείπνου 
 
 αὐτῷ παρασχών, εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἐκέλευσεν ἀπελθεῖν. ὁ δὲ οὐκ ἀπῆλθε, μὴ δίκαιον
εἶναι φήσας τὸν στρατηγὸν καὶ τοὺς συστρατιώτας ταλαιπωρεῖσθαι ἐν τῇ παρεμβολῇ, αὐτὸν δὲ μετὰ τῆς
γυναικὸς συνευνάζεσθαι. πάλιν δὲ τοῦ βασιλέως προτρεπομένου αὐτὸν οἴκαδε ἀπελθεῖν, καὶ
δεξιωσαμένου αὐτὸν προπόσεσιν, ὡς καὶ εἰς μέθην σχεδὸν προαχθῆναι, ἐκεῖνος πρὸ τῶν θυρῶν τῶν
βασιλείων κατέδαρθεν. ἀπέστειλεν οὖν πάλιν εἰς τὸ στρατόπεδον τὸν
Οὐρίαν ὁ βασιλεύς, γραφὴν αὐτῷ ἐγχειρίσας πρὸς Ἰωὰβ ἐντελλομένην στῆσαι τὸν Οὐρίαν ἔνθα
τῶν πολεμίων τὸ δυσμαχώτατον, καὶ ἀποστραφῆναι τοὺς σὺν αὐτῷ, μόνον λιπόντας ἐκεῖ, ἵν᾿ οὕτως
ἀναιρεθῇ. καὶ γέγονε κατὰ τὸ τοῦ βασιλέως ἐπίταγμα, καὶ ὁ Οὐρίας ἀπέθανεν. ἡ δὲ γυνὴ
αὐτοῦ ἐπένθησεν ἐπὶ τῷ ἀνδρί, παυσαμένην δὲ τοῦ πένθους ὁ Δαβὶδ αὐτὴν ἔλαβεν εἰς γυναῖκα· καὶ
ἔτεκεν αὐτῷ υἱόν. ὁ δὲ θεὸς ὠργίσθη, καὶ τὸν Νάθαν ἔστειλε πρὸς Δαβίδ. ὁ δὲ πρὸς τὸν βασιλέα ἐλθὼν
ἔφη “δύο ἦσαν ἄνδρες, ὁ μὲν ἔχων ποίμνια καὶ βουκόλια, ὁ δὲ μίαν ἀμνάδα ἐκέκτητο.
ξενισθέντος δέ τινος τῷ πλουσίῳ, οὐκ ἐκ τῶν οἰκείων ἔθυσεν, ἀλλὰ τὴν μίαν λαβὼν ἀμνάδα τοῦ πένητος ἔσφαξε καὶ τὸν φίλον εἱστίασεν.” καὶ ὁ Δαβὶδ τὸν τοῦτο
ποιήσαντα τὴν μὲν ἀμνάδα εἰς τετραπλοῦν ἀποδοῦναι, ἐκεῖνον δὲ θανεῖν κατεδίκασε. Νάθαν
δέ “καθ᾿ ἑαυτοῦ τὴν ψῆφον” εἶπεν “ἤνεγκας, βασιλεῦ· σὺ γὰρ εἶ ὁ εἰργασμένος τουτὶ τὸ ἀνόμημα.” καὶ
τὴν μοιχείαν αὐτῷ καὶ τὸν φόνον κατέλεγε, καὶ τὴν διὰ ταῦτα ὀργὴν τοῦ θεοῦ, καὶ ὅσα πείσεται προκατήγγειλε, θανεῖσθαι δὲ καὶ τὸν υἱὸν τὸν ἐκ τῆς μοιχείας αὐτῷ γεννηθέντα. ὁ δὲ Δαβίδ
“ἡμάρτηκα τῷ κυρίῳ” περιπαθῶς ἀνεβόησε, καὶ ὁ Νάθαν παρα- βιβασθῆναι αὐτό παρὰ τοῦ
θεοῦ τὸ ἁμάρτημα ᾀπεκρίνατο. D ἐνόσει μετέπειτα ὁ ἐκ τῆς Βηρσαβεὲ γεννηθείς. καὶ ἤλγει σφόδρα Δαβίδ,
ἐφ’ ἡμέραν τε ἑρδόμην ἀπόσιτος ἦν καὶ μελανειμονήσας, καὶ ἐπὶ σάκκου πεσὼν ἐδέετο τοῦ θεοῦ ὑπὲρ τῆς
ζωῆς τοῦ παιδός. τῇ δ’ ἑβδόμῃ τέθνηκε μὲν ὁ παῖς, αὐτὸς δὲ τοῦτο μαθὼν ἐξανίσταται καὶ
λουσάμενος καὶ μεταμφιασάμενος τῷ θεῷ τε ηὐχαρίστησε καὶ τράπεζαν αὐτῷ ἑτοιμασθῆναι ἐκέλευσεν. ὡς δ’ ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῖς γενομένοις οἱ τοῦ βασιλέως θεράποντες,
ἐκεῖνος ‘‘ἔτι μὲν ζῶντος τοῦ παιδός” εἶπεν, “ἐλπίζων παρακληθήσεσθαι τὸν θεὸν
ἐταπείνουν ἑαυτὸν καὶ ἱκέτευον.” ἤδη δὲ θανόντος εἰς μάτην τὴν λύπην καὶ τὴν περὶ ἐκείνου γίνεσθαι
δέησιν. ἔτι δὲ ἔτεκε Βηρσαβεὲ τῷ Δαβὶδ υἱόν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸν
Σολομῶντα. 
 
 Ἰωὰβ δὲ πολιορκῶν τοὺς Ἀμμανίτας ἐν στενῷ κομιδῇ τὴν ἅλωσιν εἶχε τῆς πόλεως, καὶ δηλοῖ
τοῦτο τῷ βασιλεῖ. ὁ δὲ ἀπῆλθεν ἐκεῖ καὶ τὴν πόλιν παρέλαβε καὶ εἰς διαρπαγὴν τῇ στρατιᾷ ἀφῆκεν
αὐτήν, τὸν δὲ τοῦ βασιλέως αὐτῆς στέφανον αὐτὸς λαβὼν ἐφόρει, ἕλκοντα χρυσίου τάλαντον
καὶ λίθον ἔχοντα τῶν πολυτίμων· τὸ δὲ τῆς πόλεως πλῆθος διέφθειρεν. οὕτως δὲ καὶ ταῖς ἄλλαις πόλεσι
πεποίηκε τῶν Ἀμμανιτῶν, καὶ εἰς Ἰερουσαλὴμ ἐπανέζευξεν.

Ἦν δὲ τῷ Δαβὶδ θυγάτηρ Θάμαρ ὠνομασμένη, ὁμομήτριος ἀδελφὴ τῷ Ἀβεσαλώμ· ταύτης
ἤρα Ἀμνὼν Β ὁ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ Δαβίδ, καὶ ἦν ὁ ἔρως πολὺς ὡς καὶ νοσῆσαι τὸν ἐρῶντα. ἀφικομένου
δὲ τοῦ πατρὸς πρὸς ἐπίσκεψιν αὐτοῦ, ἠξίωσεν αὐτὸν παραγενέσθαι τὴν Θάμαρ εἰς ὑπηρεσίαν αὐτοῦ· ὁ δὲ
κατέ- 
 
 νεῦσεν. ἧκεν οὖν ἡ Θάμαρ καὶ ἡτοίμασεν αὐτῷ κολλυρίδας. ὁ δὲ πάντας ἐξέπεμψε, μόνην δὲ
τὴν ἀδελφὴν ὑπηρετήσασθαι ἠξίου αὐτῷ. τῆς δὲ κόρης μόνης περιλειφθείσης βιάζεται αὐτήν, καὶ
διακορήσας αὐτὴν μῖσος αὐτίκα ἔσχεν ἀντίθετον τοῦ πρὶν ἔφωτος, καὶ ἀπιέναι παραχρῆμα
ἐκέλευε, καὶ κελεύει τῷ οἰκέτῃ αὐτὴν ἐκβαλεῖν. ἐκείνη δὲ διά τε τήν βίαν καὶ τὴν ὕβριν περιαλγήσασα
διαρρήγνυσι τὸν χιτῶνα, καὶ κόνιν καταπασσομένη τῆς κεφαλῆς ἐπορεύετο θρηνοῦσα. ὁ δὲ
ἀδελφὸς Ἀβεσαλὼμ ἡσυχάσαι αὐτῇ συνεβούλευσεν, ἐμηνία δὲ τῷ Ἀμνὼν διὰ τὴν ἀδελφήν. ὁ δὲ βασιλεὺς μαθὼν τὸ συμβὰν ἤχθετο μέν, λυπῆσαι δὲ τὸν Ἀμνῶν οὐκ ἤθελεν,
ὅτι πρωτότοκος ἢν αὐτῷ. διετηρίδος δὲ παρελθούσης κείρειν ἔμελλεν ἄρτι τὰ ἴδια ποίμνια
ὁ Ἀβεσαλώμ, καὶ εἶς πότον τοὺς ἀδελφοὺς συνεκάλεσεν. ἐνετείλατο δὲ τοῖς ὑπηρετουμένοις αὐτῷ
προχωροῦντος τοῦ πότου πατάξαι τὸν Ἀμνὼν καὶ ἀποκτεῖναι. καὶ ἐποίησαν οὕτως οἱ παῖδες Ἀβεσαλώμ.
ἰδόντες δὲ οἱ λοιποὶ τοῦ βασιλέως υἱοὶ τὸ γενόμενον ἔφυγον. φήμης δὲ προελθούσης ὡς
ἔκτεινε πάντας τοὺς τοῦ βασιλέως υἱοὺς ὁ Ἀβεσαλώμ, διέρρηξε τὴν ἐσθῆτα αὐτοῦ ὁ Δαβὶδ καὶ ἔπεσεν ἐπὶ
τὴν γῆν θρηνῶν. ἐν τοσούτῳ δ’ ἥκασιν οἱ τοῦ βασιλέως υἱοὶ καὶ τὸν φόνον τοῦ Ἀμνὼν πενθοῦντες ἀπήγγειλαν. Ἀβεσαλὼμ δὲ ἀπέδρα πρὸς τὸν πάππον τὸν πρὸς
μητρός, τὸν βασιλέα τῆς Γέθ, καὶ ἐπὶ τριετίαν ἦν διάγων ἐκεῖ. τῆς ὀργῆς δὲ τῷ χρόνῳ λωφησάσης
καταλλαγῆναι τὸν βασιλέα τῷ Ἀβεσαλὼμ ἐσοφίσατο ὁ Ἰωάβ. γύναιον γάρ τι παρεσκεύασεν ὡς 
πενθοῦν τῷ βασιλεῖ προσελθεῖν καὶ ἀποδύρεσθαι, ὅτι δύο παίδων ὄντων αὐτῇ, καὶ θατέρου τὸν ἕτερον
κτείναντος, οἱ συγγενεῖς ἀνελεῖν ζητοῦσί τὸν περιόντα διὰ τὸν φόνον τοῦ ἀδελφοῦ· καὶ
δέεσθαι τοῦ βασιλέως χαρίσασθαι αὐτῇ τὴν τοῦ παιδὸς σωτηρίαν. ἡ μὲν οὑν προσελθοῦσα τῷ βασιλεῖ
περιπαθῶς εἶπε ταῦτα, ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν ζωὴν αὐτῇ χαρίσασθαι τοῦ 
παιδὸς ἐπηγγείλατο. καὶ ἡ γυνὴ χάριτας ὡμολόγει αὐτῷ· “ ἵνα δ’ ἐχέγγυον εἴη μοι τῶν
ὑπεσχημένων” εἶπε, πρῶτος αὐτὸς τῷ οἰκείῳ υἱῷ διαλλάγηθι, καὶ μὴ τῷ φόνῳ τοῦ παρὰ γνώμην σου
θανόντος υἰού προσθήσεις ἑκούσιον ἕτερον. συνῆκεν ὁ βασιλεὺς σκῆψιν εἶναι τοὺς λόγους τῆς γυναικός,
καὶ τούτους σοφισθῆναι παρ’ Ἰωάβ, καὶ κατάγειν αὐτῷ ἐπέτρεψε τὸν Ἀβεσαλώμ, καὶ πορευθεὶς Ἰωὰβ ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλήμ· εἰς ὄψιν δ’ ἐλθεῖν οὐ
συγκεχώρητο τῷ πατρί. 
 Μετὰ δὲ ταῦτα κατηλλάγη ὁ βασιλεὺς τῷ Ἀβεσαλώμ, καὶ καλέσας αὐτὸν συγγνώμην
αἰτήσαντι δέδωκε καὶ ἀμνηστίαν τοῦ ἁμαρτήματος ἐπηγγείλατο. ἵππους δὲ καὶ ἄρματα προσκτησάμενος ὁ
Ἀβεσαλὼμ καὶ πολλοὺς ὀπαδούς, καθ’ ἑκάστην ἀπῄει πρὸς τὰ βασίλεια,
καὶ πρὸς χάριν τοῖς πλήθεσιν ὁμιλῶν εὐνοεῖν αὐτῷ πολλοὺς παρεσκεύασεν. ἤδη δὲ
τετραετίας παραρρυείσης μετὰ τὴν κάθοδον σκήπτεται θυσίας χάριν εἰς Χεβρὼν ἀπελθεῖν, ὡς εὐχὴν τοῦτο
πεποιηκὼς τυγχάνων ἐν τῇ φυγῇ· καὶ ἀφείθη πρὸς τοῦ πατρός. ἀπελθὼν δὲ πρὸς πολλοὺς διεπέμψατο, καὶ
πλεῖστοι πρὸς αὐτὸν συνερρύησαν, πρὸς δὲ τοῖς ἄλλοις καὶ Ἀχιτόφελ ὁ τού πατρὸς αὐτοῦ
σύμβουλος. καὶ ὑπὸ πάντων βασιλεὺς ἀνερρήθη. τοῦτο γνοὺς ὁ Δαβὶδ ἀπῆρε μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν ἐξ
Ἰερουσαλήμ· καὶ οἶ ἑξακόσιοι ἄνδρες οἱ ἐπὶ Σαοὺλ συνόντες αὐτῷ αὖθις 
 αὐτῷ συνεξώρμησαν. ἠγγέλθη δὲ καὶ Ἀχιτόφελ προσρυεὶς τῷ Ἀβεσαλώμ· ὃ
καὶ τὸν φόβον αὐτῷ μείζονα καὶ πλείονα τὴν λύπην ἐποίησεν. ἐπεκαλεῖτο ’δε τὸν θεόν,
καὶ τὴν κρίσιν ἐπὶ πᾶσιν ἐκείνῳ ἐπέτρεπε. Χουσὶ δ’ ἑταῖρος ὢν τοῦ Δαβίδ, κατὰ γνώμην αὐτοῦ
ψευδαυτομολεῖ πρὸς Ἀβεσαλώμ. πρόσεισι δὲ τῷ Δαβὶδ ἀπιόντι ὁ δοῦλος τοῦ Μεμφιβοσθὲ Σιβά,
ζεῦγος ἄγων ὄνων φερόντων τὰ ἐπιτήδεια, καὶ τοῦ δεσπότου κατηγορῶν ὡς μείναντος ἐν Ἱεροσολύμοις καὶ
προσδοκῶντος αὐτῷ τὴν βασιλείαν περιελεύσεσθαι, οἶα τοῦ πλήθους αἱρησομένου αὐτόν. ἠγανάκτησεν ἐπὶ τούτοις Δαβίδ, καὶ πάντα ὅσα τῷ Μεμφιβοσθὲ πρὶν ἐδωρήσατο τῷ Σιβὰ ἐχαρίσατο. εἶτα
ἔπεισιν αὐτῷ κατὰ τὴν ὁ δὸν Σεμεεί, ἀνὴρ ἐκ τῆς συγγενείας Σαούλ, καὶ
λίθους κατὰ τοῦ βασιλέως ἠκόντιζε καὶ κατηρᾶτο αὐτῷ καὶ ἄνδρα αἱμάτων ὠνόμαζε καὶ παράνομον. τῶν δὲ μετὰ Δαβὶδ ὁρμώντων ἀνελεῖν τὸν Σεμεεὶ ὁ βασιλεὺς οὐκ ἀφῆκεν, εἰπών κύριος εἶπεν
αὐτῷ ταῦτα ποιεῖν, ἄφετε αὐτόν. καὶ ἐλθὼν εἰς τὸν Ἰορδάνην ἐκεῖ τοὺς μετ’ αὐτοῦ κεκοπιακότας
ἀνέψυξεν.

Ἀβεσαλὼμ δὲ παραγενόμενος εἰς Ἰεροσόλυμα, ἐλθόντι πρὸς αὐτὸν τῷ Χουσὶ ἔφη “ἵνα τί ἑταῖρος
ὢν τοῦ πατρός μου πρὸς ἐμὲ ἥκεις ἐκεῖνον λιπών; ὁ δέ “τῷ
ἐκλελεγμένῳ παρὰ θεοῦ συνέσομαι” εἶπε, ‘καὶ συνέψομαι τῷ ᾑρετισμένῳ παρὰ παντὸς τοῦ λαοῦ. τί δὲ δεῖ πράττειν τὸν Ἀχιτόφελ ἤρετο ὁ Ἀβεσαλώμ. καὶ ὃς συνεβούλευσε ταῖς τοῦ πατρὸς
μίσγεσθαι παλλακαῖς, ἵν οὕτω γνοῖεν πάντες ἄσπονδον εἶναί σοι τὴν ἔχθραν πρὸς τὸν πατέρα σου. καὶ
ἐποίησε κατὰ τὴν συμβουλὴν ταύτην Ἀβεσαλώμ. αἰτήσαντος δὲ τοῦ Ἀχιτόφελ μυρίους ἄνδρας,
ὡς ἂν αὐτίκα κατα- 
 διώξῃ ὄπισθεν τοῦ βασιλέως Δαβὶδ καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ ἐκλελυμένων ὄντων ὑπὸ τοῦ κόπου,
καὶ τὸν μὲν πατάξῃ, τοὺς δὲ ἐπιστρέψῃ, ὁ Ἀβεσαλὼμ ἠρώτησε τὸν Χουσὶ
περὶ τῆς συμβουλῆς. ὁ δὲ οὐκ ἀγαθὴν αὐτὴν ἀπεφήνατο, λέγων ὡς “οὐκ ἠγνόηταί σοι ἡ τοῦ
πατρὸς καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ ἀνδρεία καὶ ἐμπειρία. δεῖν δὲ νομίζω ἐκ πάσης τῆς χώρας στρατιὰν
συλλεξάμενον οὕτως αὐτόν σε κατὰ τοῦ πατρὸς ὁρμῆσαι καὶ στρατηγῆσαι τὸν πόλεμον, καὶ πάντως
νικήσεις, πρὸς βραχεῖς μετὰ πολλῶν συρρηγνύμενος.” 
 καὶ εἶπεν Ἀβεσαλὼμ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ “ἀγαθὴ ἡ βουλὴ Χουσὶ ὑπὲρ τὴν
βουλὴν Ἀχιτόφελ.” πάντα δὲ ταῦτα Χουσὶ τῷ Σαδὼκ καὶ τῷ Ἀβιάθαρ τοῖς ἱερεῦσι δηλῶσαι τῷ Δαβὶδ
ἐνετείλατο. οἱ δὲ ἐστάλκασι πρὸς Δαβὶδ ἄνδρας τοὺς γνωριοῦντας αὐτῷ τὰ γενόμενα. 
 ἀπηγγέλη δὲ τῷ Ἀβεσαλὼμ περὶ τῶν ἀνδρῶν, καὶ κατεδίωκεν αὐτούς. ὅ
γνόντες ἐκεῖνοι προσφεύγουσιν ἐν οἰκίᾳ τινός, καὶ εἰς φρέαρ καταδύντες ἐκρύβησάν τε καὶ ἔλαθον, καὶ
τῷ Δαβὶδ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες τὰ μηνυθέντα ἀπήγγειλαν. ὁ δὲ νυκτὸς σὺν τοῖς μετ’ αὐτοῦ
διέβη τὸν Ἰορδάνην. Ἀχιτόφελ μέντοι παρευδοκιμηθείς, καὶ γνοὺς ὅτι κακὰ συναντήσεται τῷ Ἀβεσαλώμ,
ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον καὶ ἀπήγξατο. 
 Ἀριθμήσας δὲ τοὺς μετ’ αὐτοῦ ὁ Δαβὶδ τετρακισχιλπίους εὗρε. καὶ εἰς τρεῖς
διεῖλε μοίρας τὴν στρατιάν, ἑκάστῃ τε ἐπέστησε στρατηγόν· αὐτὸς δὲ συνεκστρατεῦσαι παρὰ τῶν φίλων οὐ
συγκεχώρητο, λεγόντων ὡς εἶ μετ’ αὐτοῦ τραπεῖεν, πάσης ἐλπίδος 
ἐκπίπτουσιν, αὐτοῦ δὲ σωζομένου ἔτι σφίσιν ἐλπὶς περιλέλειπται. ἔπεμψεν οὑν τὸν λαὸν
αὐτοῦ μαχησόμενον, καὶ παρεκάλει φείσασθαι τοῦ Ἀβεσαλώμ, εἰ νικήσειαν. μάχης δὲ
συρραγείσης κρατοῦσιν οἱ τοῦ Δαβίδ, καὶ τόν Ἀβεσαλὼμ ἐδίωκον φεύγοντα. φερόμενος δ’ ἐφ’ ἡμιόνου, καὶ
εἰς δρυμὸν εἰσελθών, δρυὶ· μεγάλῃ τῆς τριχὸς αὐτοῦ ἐμπλακείσης, ἔτρεφε γὰρ τὴν κόμην
σφόδρα πολλήν, ἀπῃώρητο τῆς δρυός· ἡ δ’ ἡμίονος παρελήλυθε. καί τις ἀνηρτημένον οὕτω τὸν Ἀβεσαλὼμ
θεασάμενος καταμηνύει τῷ Ἰωάβ. ὁ δὲ βέλεσιν αὐτὸν τρισὶ κατὰ τῆς καρδίας βαλὼν ἐθανάτωσε, καὶ τὸν τὴν νίκην ἀπαγγελοῦντα τῷ βασιλεῖ ἐξαπέστειλε.
μηνυθείσης δὲ τῆς νίκης αὐτῷ, εἰ ζῇ ὁ υἱὸς ἐπυνθάνετο· ἀκούσας δὲ τεθνάναι αὐτόν, ἀπωδύρετο. ἐλθὼν
δὲ πρὸς τὸν βασιλέα ὁ Ἰωὰβ ἔπεισεν οἶς εἶπε παύσασθαι τοῦ θρηνεῖν· παυσάμενός τε καὶ τοῖς
στρατιώταις ἐμφανισθεὶς ἐπῄνεσεν αὐτούς. πάντες δ’ ὡς πρὶν αὐτῷ ὑπετάγησαν. καὶ ἀπῆλθεν
εἰς Ἱεροσόλυμα· ἀπιόντι δὲ συνήντησε Σεμεεὶ συγγνώμην αἰτῶν ἐφ’ οἷσπερ ἡμάρτηκεν. ὁ δὲ κἀκείνῳ τὴν
ἁμαρτίαν ὤμοσεν ἀφιέναι καὶ Πάσι τοῖς εἰς αὐτὸν πλημμελήσασιν. ἀπήντησε δὲ καὶ Μεμφιβοσθέ. καὶ ὁ βασιλεὺς τί δή ποτε μὴ τῆς φυγῆς αὐτῷ κεκοινώνηκεν ἤρετο. ὁ δὲ τούτου τὸν Σιβὰ αἰτιώτατον
 ἔλεγε, μὴ ἑτοιμάσαντά οἶ τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον· αὐτὸν δὲ τὰς βάσεις ὄντα
βεβλαμμένον μὴ οἶόν τ’ εἷναι συνέπεσθαι· τὸν δὲ καὶ προσδιαβαλεῖν αὐτὸν κακούργως καὶ
καταψεύσασθαι. πρὸς ταῦτα Δαβὶδ καὶ συγγνώμην αὐτῷ παρεῖχε καὶ τὰ ἡμίση τῆς ὑποστάσεως αὐτῷ
ἀποκαταστῆναι ἐκέλευσε.

Παραγενομένου δὲ τοῦ βασιλέως εἰς Γάλγαλα, συνήχθη ἐκεῖ πᾶς ὁ λαὸς Ἰσραήλ, αἰτιώμενοι τὴν
 Ἰούδα φυλὴν λάθρᾳ πρὸς αὐτὸν ἐλθοῦσαν. οἱ δὲ μὴ 
 δεῖν κακίζειν αὐτοὺς ἔλεγον διὰ τοῦτο, οἰκείους ὄντας πρὸς γένος τῷ βασιλεῖ. τῷ δὲ λαῷ
σκληρὸς ὁ λόγος οὗτος ἐφάνη. καί τις ἀνὴρ Βενιαμίτης στασιώδης καὶ
πονηρός, Σαβεὲ κεκλημένος, ‘οὐκ ἔστι μερὶς ἡμῖν ἐν Δαβὶδ οὐδὲ κληρονομία ἐν τό υἱῷ Ἰεσσαί” ἀνεβόησε, καὶ σαλπίσας ἐν κέρατι ἀπέστησε πάντας ἀπὸ Δαβίδ, μόνης τῆς Ἰούδα φυλῆς παραμεινάσης
αὐτῷ. ὁ βασιλεὺς δὲ στρατηγὸν τὸν Ἀμεσὰ προβαλόμενος συλλέξαι στρατιὰν ἐκ τῆς Ἰούδα φυλῆς
ἐξαπέσττειλε, καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐπανελθεῖν. χρονίζοντος δὲ τοῦ Ἀμεσά, τῷ Ἰωὰβ ἐγκελεύεται τὴν ἐκεῖσε παροῦσαν λαβόντα δύναμιν ἐξορμῆσαι κατὰ τοῦ
Σαβεέ, ‘‘ἵνα μὴ ὑπερτιθεμένων ἡμῶν” φησι ‘‘μᾶλλον ὁ ἐχθρὸς παρασκευασθῇ.” καὶ αὐτίκα ὁ Ἰωὰβ ἐχώρει
 πρὸς πόλεμον. ἀπιόντι δὲ μετὰ μεγάλης δυνάμεως 
συνηντήκει αὐτῷ Ἀμεσά· καὶ Ἰωάβ, προσιόντος αὐτῷ τοῦ Ἀμεσά, τὸ ξίφος ὃ περιέζωστο πεποίηκε τοῦ
κουλεοῦ ἐκπεσεῖν, καὶ ἦρε τοῦτο ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἀσπάσασθαι προσεγγίσσας τῷ Ἀμεσὰ ὦσε κατὰ τῆς
γαστρὸς ἐκείνου τὴν μάχαιραν καὶ ἀπέκτεινε. προσλαβόμενος δὲ καὶ τὸν ἐκείνου λαὸν τὸν
Σαβεὲ κατεδίωκεν· ὁ δὲ εἰς πόλιν κατέφυγεν ὀχυράν. καὶ ἐπολιόρκει τὴν πόλιν ὁ Ἰωάβ, καί τις ἀπὸ τοῦ
τείχους γυνὴ συνετὴ ἐβόησε πρὸς αὐτόν ἵνα τί καταβαλεῖν ἐθέλεις μητρόπολιν Ἰσραήλ;” ὁ δέ “διὰ τὸν
Σαβεέ” ἀπεκρίνατο. ἡ δὲ πρὸς τοὺς πολίτας ἐλθοῦσα πείθει τεμόντας τὴν κεφαλὴν Σαβεὲ
ῥῖψαι εἰς τὸ καὶ τούτου γεγονότος ὁ Ἰωὰβ τὴν πολιορκίαν λύσας
ἀπῆλθεν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ ἀπεδείχθη πάλιν πάσης τῆς δυνάμεως ἀρχιστράτηγος. 
 
 Ἐγένετο δὲ μετὰ ταῦτα λιμὸς καὶ ἐπὶ ἔτη τρία ἐπίεζε τόν λαόν. ζητήσαντος δὲ τοῦ βασιλέως
περὶ τούτου, δεδήλωκεν ὁ θεὸς διὰ τοὺς Γαβαωνίτας γίνεσθαι τὸν λιμόν, καὶ δεῖν αὐτοὺς
ἐκδικίας τυχεῖν ἀνθ’ ὧν ὁ Σαοὺλ ἀπέκτεινεν ἐξ αὐτῶν, μὴ τηρήσας τοὺς παρὰ Ἰησοῦ καὶ τῆς γερουσίας
γεγονότας ὅρκους αὐτοῖς. ἐκάλεσεν οὖν τοὺς Γαβαωνίτας ὁ βασιλεύς, καὶ τί ἂν βούλοιντο
γενέσθαι αὐτοῖς ἐπύθετο εἰς ἐξί- λασμα· οἱ δὲ ἑπτὰ ἄνδρας ᾔτησαν δοθῆναι αὐτοῖς ἐκ τοῦ οἴκου
Σαούλ. καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς τοὺς ἑπτὰ ἄνδρας, ὡς ᾔτησαν, τοῦ
Μεμφιβοσθὲ φεισάμενος· οἱ δὲ λαβόντες τοὺς ἄνδρας ἀπέκτειναν. καὶ κατήνεγκεν ὁ θεὸς ἐπὶ
τὴν γῆν ὑετόν. Πολέμου δὲ μετὰ ταῦτα γενομένου πρὸς ἀλλοφύλους ὁ Δαβὶδ μετὰ τῆς οἰκείας στρατιᾶς
κατεδίωξε τοὺς πολεμίους. καὶ κατάκοπος γεγονὼς παρεῖτο ἐκλυθείς· καί τις τῶν ἐναντίων
οὕτως ἔχοντα ἰδὼν ὥρμησε πατάξαι αὐτόν, Ἀβεσὰ δὲ ὁ ἀδελφὸς ’Iωὰβ ὑπερασπίσας τοῦ βασιλέως τὸν
ἀλλόφυλον ἔκτεινε. 
 καὶ διὰ τοῦτο ὤμοσαν οἱ περὶ Δαβὶδ μηκέτι παραχωρῆσαι εἰς πόλεμον αὐτὸν ἐξελθεῖν. καὶ πάλιν
δὲ τῶν ἀλλοφύλων στρατευσαμένων στείλας ὁ βασιλεὺς στρατὸν ἐπ’ αὐτοὺς πολλοὺς μὲν
κτανθῆναι πεποίηκε, τοὺς δὲ περιλειφθέντας φυγεῖν. διαλιπόντες δὲ μικρὸν οἱ ἀλλόφυλοι ἐπῆλθον ἔτι κατὰ τῆς χώρας τῶν Ἰσραηλιτῶν. καὶ ἦν παρ’ αὐτοῖς γιγαντιαῖος
ἀνήρ, ἒξ δακτύλους ἔχων ἐν ἑκατέρᾳ χειρὶ καὶ ὁμοίως ἐν τοῖς ποσίν· ᾧ συμπλακεὶς ὁ
Ἰωνάθαν ἀδελφιδοῦς τοῦ Δαβὶδ κατέβαλεν αὐτὸν καὶ ἐσκύλευσε καὶ ῥοπὴν πρὸς νίκην τοῖς ὁμοφύλοις
παρέσχετο. οὐκέτι γοῦν προσέθεντο οἱ ἀλλόφυλοι τοῖς Ἑβραίοις μαχέσασθαι.

Εἰρήνης δ’ ἔκτοτε τυχὼν ὁ Δαβὶδ ᾠδὰς συνέθετο 
 πρὸς θεόν, καὶ ὄργανα κατασκευάσας μετ’ αὐτῶν ἐδίδαξε τοὺς Λευίτας τοὺς ὕμνους ᾄδειν.
τοιαῦτα δ’ ἦσαν τὰ ὄργανα· ἡ μὲν κινύρα δεκάχορδος ἦν καὶ πλήκτρῳ ἐκρούετο, ἡ δὲ νάβλα δώδεκα
φθόγγους ἔχουσα τοῖς δακτύλοις ἐπλήττετο· κύμβαλά τε ὑπῆρχον χάλκεα, μεγάλα τε καὶ πλατέα. ἦν δὲ περὶ τὸν Δαβὶδ καὶ σύστημα γενναίων ἀνδρῶν. οἱ δὲ τούτων
 ἐπισημότατοι τριάκοντα ἐτύγχανον καὶ ἑπτά, οἱ πολλάκις
ἠρίστευσαν. καί ποτε ἀλλοφύλων ἐπὶ Βηθλεὲμ ἐστρατοπεδευκότων ὁ βασιλεὺς ἐκ τοῦ ἐν Βηθλεὲμ φρέατος ὕδωρ πιεῖν ἐπεθύμησε. καὶ τρεῖς ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν ἀνδρείων δραμόντες καὶ μέσην τὴν τῶν
ἐναντίων διελθόντες παρεμβολὴν ὑδρεύσαντο ἐξ ἐκείνου τοῦ φρέατος, καὶ αὖθις διὰ τῶν πολεμίων
διελθόντες καταπλαγέντων τὸ θράσος αὐτῶν καὶ ἠρεμούντων, τῷ βασιλεῖ τὸ ὕδωρ
προσκεκομίκασιν. ὁ δέ ‘‘ἵλεώς μοι κύριος” εἶπεν, “οὐ πίομαι
τοῦτο, αἴματι τῶν ἀνδρῶν καὶ κινδύνῳ τῶν ψυχῶν αὐτῶν κομισθέν.” οὐκ ἔπιεν οὗν, ἀλλ’ ἔσπεισεν αὐτὸ τῷ
θεῶ. 
 
 Ἀπαριθμῆσαι δὲ τὸν λαὸν ἅπαντα βουληθεὶς ἐκέλευσε τῷ Ἰωὰβ ποιήσαι τὴν ἀπαρίθμησιν. τοῦ δὲ
μὴ ἐπαινέσαντος τὴν βουλὴν καὶ τὴν πρᾶξιν οὐκ ἀγαθὴν λέγοντος, ὁ βασιλεὺς οὐκ ἐπείθετο. καὶ ἀπῆλθεν
Ἰωὰβ καὶ ἠρίθμησε τὸν λαόν, καὶ ἦν ὁ ἀριθμὸς Ἰσραὴλ ὀκτακοσίων χιλιάδων ἀνδρῶν δυνάμεως
σπωμένων ῥομφαίαν, καὶ πεντακοσίων χιλιάδων ἀνδρῶν μαχητῶν τῶν ἐξ Ἰούδα φυλῆς. εἶτα μετεμέλετο ὁ
Δαβὶδ καὶ ὡμολόγει ἡμαρτηκέναι. Γὰδ δὲ ὁ προφήτης κελεύσαντος τοῦ
θεοῦ ἐπορεύθη πρὸς τὸν Δαβὶδ καί φησιν “ἐκ τριῶν τούτων ἔκλεξαι ὁ πρὸς βουλῆς σοί ἐστι,
πότερον αἱρῇ ἐπὶ ἔτη ἑπτὰ λιμὸν ἔσεσθαί σοι κατὰ τὴν χώραν, ἦι τρεῖς μῆνας ὑπὸ
πολεμίων διώκεσθαι, ἢ θάνατον ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐνσκῆψαί σου τῷ λαῷ. ὁ δέ στενά μοι πάντοθεν” ἔφη,
“ἀλλὰ βέλτιόν μοι εἰς τὰς χεῖρας τοῦ θεοῦ ἐμπεσεῖν. καὶ ἐπῆλθε θάνατος τῷ λαῷ πρωίθεν
ἴως ὥρας ἀρίστου, καὶ ἀπέθανον ἐκ παντὸς τοῦ λαοῦ χιλιάδες ἑβδομήκοντα. καὶ Δαβὶδ ἱκέτευε τὸν θεόν.
καὶ ὁ ὀλοθρεύων ἄγγελος τὸν λαὸν ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ Ἱερουσαλήμ. εἶπεν οὖν ὁ βασιλεύς “ἐγὼ
ἡμάρτηκα, κύριε, ὁ ποιμήν, τὰ δὲ ποίμνια ὁ λαὸς οὐχ ἡμάρτοσαν· ἐγώ εἰμι κολάσεως ἄξιος
καὶ οὐχ οὗτοι.’ δυσωπηθεὶς δὲ τὴν τοῦ βασιλέως κατάνυξιν ὁ θεὸς
ἔπαυσε τὴν φθοράν, καὶ διὰ τοῦ προφήτου Γὰδ ἐν τῇ ἅλωνι τοῦ Ἰεβουσαίου Ὀρνὰ θυσιαστήριον ἐκέλευσε
πήξασθαι καὶ θῦσαι ἐκεῖ. καὶ ἐποίησεν οὕτως Δαβίδ, ὠνησάμενος τὴν ἄλω ἐκ τοῦ Ὀρνᾶ. ὡς
δὲ Ἰώσηπος ἔγραψεν, ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ λέγεται ἀγαγεῖν Ἀβραὰμ τὸν Ἰσαὰκ ὥστε ὁλοκαυτῶσαι αὐτόν.
ἠβούλετο δὲ καὶ ναὸν οἰκοδομῆσαι Δαβὶδ ἐκεῖ τῷ θεῷ, ἀλλ’ ἀπείρχθη πρὸς θεοῦ. 
 Πρεσβύτης δὲ σφόδρα γενόμενος ὁ Δαβὶδ δύσριγος ὑπὸ τοῦ γήρως ἐτύγχανε. διὸ νεάνιδα
ἐξελέξαντο· Ἀβισὰκ ὄνομα αὐτῇ· καὶ ἢν ἡ κόρη συγκοιταζομένη τῷ βασιλεῖ καὶ θάλπουσα αὐτόν. καὶ οὐκ
ἔγνω αὐτήν· ἀφροδισιάζειν γὰρ διὰ γῆρας οὐκ ἠδύνατο. 
Ἀδωνίας δὲ τέταρτος ὢν ἐν τοῖς τοῦ βασιλέως υἱοῖς, ὡραῖος πάνυ, ὁρῶν τὸν πατέρα γεγηρακόκα, τῆς
βασιλείας ἀντεποιεῖτο, συναντιλαμβανομένου αὐτῷ Ἰωὰβ τοῦ ἀρχιστρατήγου καὶ Ἀβιάθαρ τοῦ ἀρχιερέως.
καί ποτε θυσίαν δαψιλῆ παρασκευασάμενος τοὺς ἀδελφοὺς συνεκάλεσε καὶ τοὺς προέχοντας
τῆς Ἰούδα φυλῆς καὶ Ἀβιάθαρ καὶ Ἰωάβ· Σολομῶντα δὲ καὶ τὸν προφήτην Νάθαν καὶ Βαναίαν
τὸν ἄρχοντα τῶν σωματοφυλάκων οὐ κέκληκεν. εἶπεν οὖν πρὸς Βηρσαβεὲ Νάθαν “ἀκήκοας ὅτι ἐβασίλευσεν
Ἀδωνίας;” ἡ δὲ πρὸς τὸν βασιλέα εἰσελθοῦσα “σὺ ὤμοσας” εἶπε, “κύριέ μου βασιλεῦ, ὡς Σολομὼν ὁ υἱός σου βασιλεύσει 
 μετὰ σέ, καὶ ἰδοὺ ἐβασίλευσεν Ἀδωνίας, σὺ δὲ ἠγνόηκας.” ἔτι
ταῦτα λεγούσης Βηρσαβεέ καὶ ὁ προφήτης Νάθαν εἰσελθὼν ἠρώτα τὸν βασιλέα εἰ κατὰ γνώμην αὐτοῦ
βεβασίλευκεν Ἀδωνίας. ὁ δὲ τὸν θεὸν ὤμοσεν ὡς ‘‘σήμερον βασιλεὺς ἔσται ὁ Σολομών.” 
καλέσας δὲ τὸν ἀρχιερέα Σαδὼκ καὶ Βαναίαν κελεύει συμπαρειληφότας τόν προφήτην καὶ τοὺς περὶ τὴν
αὐλὴν τὴν βασιλικὴν ὁπλίτας ἀναθέσθαι τὸν Σολομῶντα ἐπὶ τὴν τοῦ βασιλέως ἡμίονον, καὶ ἀπαγαγόντας
ἔξω τῆς πόλεως ἐπὶ τὴν πηγὴν τὴν καλουμένην Σιῶν χρῖσαι τῷ ἁγίῳ ἐλαίῳ, καὶ βασιλέα
ἀναγορεῦσαι σαλπίζοντας ἐν τοῖς κέρασι, καὶ διὰ μέσης τῆς πόλεως παραπέμψαι αὐτόν. οἱ δὲ αὐτίκα
καθὼς ἐνετάλθησαν πεποιήκασι· καὶ διεβοήθη πανταχοῦ ἡ τοῦ Σολομῶντας
ἀνάρρησις. ὡς δ᾿ ἐγνώσθη καὶ τῷ Αδωνίᾳ καὶ τοῖς συνευωχουμένοις αὐτῷ, οἱ μὲν ἄλλοι πρὸς
ἑαυτοὺς ἀπῆλθον, Ἀδωνίας δὲ μᾶλλον δεδιὼς τῷ θυσιαστηρίῳ προσπέφευγε καὶ πίστεις τῆς σωτηρίας ᾔτει
παρὰ τοῦ Σολομῶντος. ὁ δὲ τῆς μὲν τότε ἁμαρτίας ἀφῆκεν αὐτόν, “εἰ δ’ εἰσαῦθις ἔφη “κακόν τι ποιῶν
εὑρεθῇ, θανατωθήσεται.” 
 Ὁρῶν δὲ Δαβὶδ ἐγγίζοντά οἱ τὸν θάνατον, προσκαλεῖται τὸν Σολομῶντα καὶ ἐντέλλεται αὐτῷ
φυλάττειν τὰς τοῦ θεοῦ ἐντολὰς καὶ κατὰ τοὺς νόμους αὐτοῦ πολιτεύεσθαι, ‘‘ἵνα τὸ σπέρμα ἡμῶν φησι,
 ‘‘καθὼς ἐπηγγείλατό μοι ὁ κύριος, ἕως τοῦ αἰῶνος εἴη ἐπὶ τοῦ θρόνου μου.” καὶ
προστίθησι μὴ ἐᾶσαι τὸν Ἰωὰβ ἀτιμώρητον, ἀνελόντα τὸν Ἀβεννὴρ καὶ τὸν Ἀμεσίαν μηδὲ
μέντοι τὸν Σεμεεί, ὃς αὐτῷ κατηράσατο φεύγοντι. καὶ ἄλλα αὐτῷ
ἐντειλάμενος, καὶ ναὸν ἐπισκήψας οἰκοδομήσαι κυρίῳ, καὶ τὴν διαγραφὴν τῆς οἰκοδομῆς τοῦ
ναοῦ παρέσχεν αὐτῷ, καὶ πρὸς τὸ ἔργον λόγοις διήγειρε καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὴν φυλὴν
Λευὶ, πολλὰ φήσας καταλιπεῖν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ναοῦ, τάλαντα μὲν χρυσοῦ μύρια, μυριάδας δὲ
ταλάντων ἀργύρου δέκα, σμάραγδόν τε καὶ ἄλλους λίθους πολυτελεῖς, χαλκὸν δὲ καὶ σίδηρον
ἀριθμὸν ὑπερβαίνοντα, καὶ ὕλην ἑτέραν ἄφθονον· καὶ νῦν δὲ προστιθέναι τοῖς ἤδη συνειλεγμένοις χρυσοῦ
καθαροῦ τρισχίλια τάλαντα εἰς τὸ ἄδυτον, καὶ μυρίους στατῆρας, ἀργύρου δὲ μύρια 
 τάλαντα. καὶ εἴ τινι δὲ λίθος ἦν τῶν τιμίων, ἐκόμισεν ἕκαστος καὶ παρέδωκεν εἰς τοὺς
θησαυρούς. μετ’ ὀλίγον δὲ ἐτελεύτησεν ὁ Δαβίδ, βιώσας ἑβδομήκοντα, βασιλεύσας ἐν Χεβρὼν μὲν ἔτη
ἑπτά, ἐν Ἱερουσαλὴμ δὲ τρία πρὸς τριάκοντα, ἀνὴρ πᾶσαν ἀρετὴν κατωρθωκὼς προσήκουσαν
βασιλεῖ. ἔθαψε δὲ αὐτὸν ὁ παῖς Σολομὼν ἐν Ἱεροσολύμοις βασιλικῶς, καὶ πλοῦτον ἄφθονον αὐτῷ
συνεκήδευσεν.

Σολομὼν δὲ ὅτε τὴν βασιλείαν παρέλαβε νεώτατος ἠν, δωδέκατον ἕκατον ἔτος ἄγων τῆς ἡλικίας
αὐτοῦ. μέντοι Ἀδωνίας πορευθεὶς πρὸς Βηρσαβεὲ τὴν μητέρα τοῦ Σολομῶντος ‘‘οἶδας” εἶπε “τὴν βασιλείαν ἐμοὶ προσήκειν καὶ διὰ πρεσβυγένειαν καὶ διὰ
τὴν αἵρεσιν τοῦ λαοῦ, μετέβη δὲ πρὸς Σολομῶντα τὸν ἀδελφόν μου, καί μοι στερκτέον τὸ γεγονὸς ὡς
γνώμῃ θεοῦ γεγονός. μίαν δ’ αἰτῶ αἴτησιν, δοθῆναί μοι 
 πρὸς γάμον τὴν τῷ πατρὶ συγκοιμωμένην κόρην τὴν Ἀβισάκ, ἐπεὶ μηδ’ ἔγνω ταύτην ὁ πατὴρ
διὰ γῆρας, ἀλλ’ ἔτι παρθένος ἐστίν.” ἡ δὲ Βηρσαβεὲ τοὺς λόγους ὑπέσχετο τῷ υἱῷ καὶ καταπράξασθαι τὸν
γάμον αὐτῷ σπουδαιότατα. καὶ πορευθεῖσα πρὸς τὸν υἱὸν δοῦναι τῷ ἀδελφῷ Ἀδωνίᾳ τὴν Ἀβισὰκ
παρε- κάλει. ὁ δὲ ὀργισθεὶς ἐπὶ τῷ λόγῳ θαυμάζειν εἶπεν εἰ μὴ καὶ τῆς βασιλείας παραχωρῆσαι Ἀδωνίᾳ ὡς πρεσβυτέρῳ αὐτὸν ἀξιοῖ. καὶ
αὐτίκα τῶ ἐπὶ τῶν σωματοφυλάκων Βαναίᾳ κτεῖναι τὸν Ἀδωνίαν προσέταξε. τῷ δὲ Ἀβιάθαρ εἰς
τὴν ἐνεγκαμένην πορευθῆναι ἐπέταξε καὶ διάγειν ἐν τοῖς ἀγροῖς. ‘‘θανάτου γάρ φησι ῥύεταί σε ὁπόσα
μου σὺν ἔκαμες τῷ πατρί.” καθὼς οὑν τῷ Ἤλει προείρηκεν ὁ θεός, ἀφῄρητο ἡ τῆς ἱερωσύνης τιμὴ ἐξ οἴκου
Ἰθάμαρ καὶ πρὸς Σαδὼκ μεταπέπτωκεν, ἐκ τοῦ γένους ὄντα τοῦ Φινεές. ὁ δὲ στρατηγὸς Ἰωὰβ
ταῦτα μαθὼν καὶ περιδεὴς γεγονὼς τῷ θυσιαστηρίῳ προσπέφευγε, καὶ καλούμενος οὐκ ἄν ποτε ἐξελθεῖν
εἶπεν, ἀλλ’ αὐτοῦ τεθνήξεσθαι καὶ οὐκ ἄλλοθι. τοῦτο τῷ βασιλεῖ ἀγγελθὲν 
 πέπεικε στεῖλαι κἀκεῖ τὸν Ἰωὰρ ἀνελεῖν. ἐντεῦθεν Βαναίας μὲν πάσης
τῆς δυνάμεως προκεχείριστο στρατηγός, Σαδὼκ δὲ τῆς ἀρχιερωσύνης ἠξίωτο. τὸν δέ γε Σεμεεὶ ὁ βασιλεὺς
ἐν Ἰερουσαλὴμ περιώρισεν ὥστε ταύτης μὴ ἐξιέναι· εἰ δ’ οὔ, θάνατον ’τον αὐτῷ τὸ
ἐπιτίμιον ἔταξεν. ὁ δὲ μετὰ ἔτη τρία δούλων αὐτοῦ φυγόντων ἐπὶ ζήτησιν αὐτῶν ἐξελήλυθε· καὶ τοῦτο
γνοὺς Σολομὼν ἀναιρεθῆναι τὸν ἄνδρα ἐκέλευσεν. 
 Ἄγεται δὲ Σολομὼν εἰς γυναῖκα θυγατέρα Φαραώ, ραώ, καὶ τὰ τείχη τῶν
Ἱεροσολύμων ἐπὶ μεῖζον ἦρε καὶ ὀχυρώτερα κατεσκεύασε. καθ’ ὕπνους δὲ χρηματίσας αὐτῶ ὁ
θεὸς εἶπεν αὐτῷ αἰτῆσαι ὃ βούλοιτο· ὁ δὲ σύνεσιν καὶ φρόνησιν ᾔτησε δοθῆναι αὐτῷ. καὶ ὁ θεὸς
ἀποδεξάμενος αὐτὸν τῆς αἰτήσεως, καὶ σοφίαν δώσειν αὐτῷ καὶ μέγαν
νοῦν ἐπηγγείλατο ὡς οὐχ ἑτέρῳ πρὸ αὐτοῦ ἤ τινι τῶν μετ’ αὐτόν, προσθεῖναι δὲ καὶ ἅπερ
οὐκ ᾔτησε, πλοῦτον καὶ νίκην καὶ εὔκλειαν, εἰ φυλάξει τὰς αὐτοῦ ἐντολὰς καὶ τὰ δικαιώματα. 
 Μετὰ ταῦτα δύο προσῆλθον αὐτῷ γυναῖκες· ὣν ἡ μία “βασιλεῦ” ἔφη, “ἀλλήλαις ἡμεῖς συνῳκοῦμεν
 καὶ οὐδεὶς μεθ’ ἡμῶν. ἐτέκομεν δὲ ἄμφω κατὰ τὸν αὐτὸν καιρὸν ἄρρενα. καὶ μετὰ μικρὸν
αὕτη τῷ αὐτῆς ἐπιπεσοῦσα υἱῷ νεκρὸν διυπνισθεῖσα εὗρεν αὐτόν. καὶ τὸ μὲν τεθνηκὸς ὑπνούσης ἐμοῦ
ὑποτίθησι ταῖς ἀγκάλαις μου, τὸ δὲ ζῶν ἐξ ἐμοῦ ἀφελοῦσα ὡς ἑαυτῆς ᾠκειώσατο. καὶ γνοῦσα
τὸ δρᾶμα ζητῶ τὸν παῖδα· ἡ δέ μοι οὐ δίδωσιν.” ἡ δ’ ἑτέρα τὸ ζῶν 
εἶναι τὸ ἑαυτῆς παιδίον ἀπισχυρίζετο, τῆς δ’ ἀντιδίκου τὸ τεθνηκός· καὶ ἐπὶ τοσοῦτον κακουργίας μὴ
προβῆναι διώμνυτο. ἀπορούντων δὲ τῶν περιεστηκότων πῶς ἂν διευκρινηθείη τὸ ἀληθές, ὁ
βασιλεὺς διχῇ τμηθῆναι μαχαίρᾳ τὸ παιδίον τὸ ζῶν ἐκέλευσε καὶ ἀνὰ μέρος δοθῆναι ἑκατέρᾳ τῶν
γυναικῶν. τοῦτο ἡ μὲν ἀληθὴς τοῦ βρέφους μήτηρ βαρέως ἤνεγκε, καὶ παρῃτεῖτο τὴν ψῆφον, καὶ δοθῆναι
ζῶν τὸ παιδίον τῆ ἀντιδίκῳ ἱκέτευεν· ἡ δὲ ψευδῶς ἑαυτὴν μητέρα τοῦ παιδὸς ὀνομάζουσα
καὶ ἐπῄνει τὴν κρίσιν καὶ ἐπέσπευδε τὴν διαίρεσιν. καὶ ὁ βασιλεὺς δοθῆναι ζῶν τὸ παιδίον πρόσ’ ἔταξε
τῇ παραιτουμένῃ τὴν ἐκείνου νοῦ διαίρεσιν, ‘‘αὕτη” φήσας “ἡ τούτου
μήτηρ ἐστίν, ἣ τοῦ παιδὸς σφαγῆναι μέλλοντος ὑπερήλγησε.’ τοῦτο πᾶς ὁ λαὸς ἀκριβὲς
τεκμήριον ἔσχηκε τῆς τοῦ βασιλέως φρονήσεως. 

 
 Πάντας δὲ τοὺς πρὶν εἰς σοφίαν καὶ φρόνησιν ὑπερβέβηκε. συνέταξε δὲ τρισχιλίας παραβολὰς
καὶ πεντακισχιλίας ᾠδάς, καὶ ἀπὸ τῆς κέδρου ἕως ὑσσώπου συνεγράψατο, καὶ περὶ φύσεως ζώων τῶν τε πε-
 ζῶν καὶ ἀερίων καὶ τῶν νηκτῶν καὶ τῶν ἰδιωμάτων 
αὐτῶν ἐξήτασε καὶ ἐφιλοσόφησε, καὶ κατὰ τῶν δαιμόνων ἐξεύρηκεν ἐπῳδὰς εἰς ἀνθρώπων καὶ τρόπους
κατέλιπεν ἐξορκώσεων, αἷς τὰ δαιμόνια ἐδιώκοντο. καὶ ταύτην τὴν
θεραπείαν φησὶν ὁ Ἰώσηπος μέχρις ἐκείνου ἰσχύειν καί τι διηγεῖται τοιοῦτον, τὸν λόγον
πιστούμενος. Ἐλεάζαρ τῶν ὁμοφύλων λέγει κεκτῆσθαί τινα δακτύλιον ἔχοντα ὑπὸ τὴν σφραγῖδα ῥίζαν ἐξ ὣν
ὑπέδειξε Σολομών. καὶ ταῖς ῥισὶ τοῦ δαιμονῶντος προσφέρειν, καὶ τῇ ὀσφρήσει διὰ τῶν μυκτήρων τοῦ
πάσχοντος ἐξέλκεσθαι τὸ δαιμόνιον. εἶτα τοῦ Σολομῶντος μεμνημένον ἐπῳδάς τε λέγειν ἐξ
ὧν ἐκεῖνος συνέθετο καὶ ἐξορκοῦν τὸ δαιμόνιον μηκέτι ἐπανελθεῖν εἰς τὸν ἄνθρωπον. τοῦτο καὶ
Οὐεσπασιανοῦ καὶ τῶν υἱῶν ἐκείνου ἐνώπιον λέγει ποιῆσαι τὸν Ἐλεάζαρ· καὶ διδόντα τῆς 
 κατὰ τῶν δαιμόνων ἰσχύος ἀπόδειξιν τιθέναι ποτήριον πλῆρες ὕδατος)
καὶ ἐπιτάσσειν τῷ δαίμονι ἐξερχομένῳ τοῦ πάσχοντος ἀνατρέψαι αὐτό· καὶ ἀνατρέπεσθαι τὸ ποτήριον
μηδενὸς ὁρῶντος τὸν ἀνατρέ- ποντα.

Ἠρξατο δὲ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ναοῦ κατὰ τὸ τέταρτον ἔτος τῆς βασιλείας αὐτοῦ, μετὰ ἔτη τῆς ἐξ
Αἰγύπτου ὑποχωρήσεως τοῦ λαοῦ τετρακόσια τεσσαράκοντα. περὶ δὲ τῶν μέτρων τοῦ ὕψους αὐτοῦ καὶ 
 τοῦ μήκους καὶ τῆς τούτου κατασκευῆς οὐχ ὁμοφωνοῦσιν ἥ τε τρίτη τῶν Βασιλειῶν καὶ
Ἰώσηπος ἐν τῷ ὀγδόῳ λόγῳ τῆς Ἀρχαιολογίας περὶ τοῦ ναοῦ συγγραφόμενος, ἀλλ’ ἐν τοῖς πλείοσι
διαφέρονται. ᾧ δέ 
 τὰ περὶ τῆς διαφοράς πρὸς βουλῆς ἀκριβώσασθαι, καὶ περὶ τῶν δύο Χερουβὶμ ἆ χρυσοῦ
ποιήσας κατὰ τὸ ἄδυτον ἔστησε, καὶ περὶ τῆς κιβωτοῦ καὶ τῆς χαλκῆς θαλάσσης καὶ τῶν λουτήρων, καὶ
πηλίκον ἦν τὸ χάλκεον θυσιαστήριον, οἵα δ᾿ ἡ τράπεζα ἡ χρυσῆ, καὶ ὅσα σκεύη ἀργύρεα τε
καὶ χρύσεα Σολομὼν ἀνέθετο τῷ ναῷ, καὶ περὶ τῶν ἄλλων, ἡ τρίτη τῶν Βασιλειῶν βίβλος καὶ ἀρχαιολογῶν
ὁ Ἰώσηπος ἀρκέσουσι παραστήσασθαι τὴν ἐφ’ ἑκάστῳ ἀκρίβειαν. ἐν ἔτεσι δὲ ἑπτὰ συντελέσας ὁ βασιλεὺς
τόν τε ναὸν καὶ ὅσα περὶ ἐκεῖνον συνεκάλεσε τὸν λαὸν εἰς Ἱεροσόλυμα. καὶ ἄραντες τὴν
κιβωτὸν οἶ ἱερεῖς καὶ τὴν σκηνὴν ἣν ἐπήξατο Μωυσῆς καὶ τὰ ἐν ταῖς θυσίαις ὑπηρετούμενα σκεύη πρὸς
τὸν ναὸν μετεκόμιζον, τοῦ βασιλέως προάγοντος καὶ τοῦ πλήθους παντός,
καὶ τῶν Λευιτῶν σπενδόντων καὶ θυμιώντων. καὶ κατετέθη ἡ κιβωτὸς εἰς τὸ ἄδυτον μεταξὺ
τῶν δύο Χερουβίμ, τὰς δύο λιθίνας πλάκας ἔχουσα ἔνδοθεν. ἐξελθόντων δ’ ἐκ τοῦ ἀδύτου τῶν ἱερέων,
δόξης κυρίου ὁ οἶκος ἐπέπληστο καὶ νεφέλη τὸν ναὸν ὅλον περιεκέχυτο· ἐξ ἧς ἐπιδημῆσαι
τῷ ναῷ τὸν θεὸν ἐφαντάζοντο σκηνώσαντα ἐν αὐτῷ. ὁ δὲ βασιλεὺς ἡσθεὶς ἐπὶ τούτοις εὐχαριστίαν τε πρὸς
τὸν θεὸν ἐποιήσατο καὶ τόν λαὸν εὐλόγησε καὶ ἱκέτευσεν ἐπήκοον γίνεσθαι τὸ θεῖον πᾶσι τοῖς ἐν αὐτῷ
εὐχομένοις. εἶτα τῷ βωμῷ θυσίας προσήγαγε. καὶ ὁ θεὸς δεικνὺς ὡς εὐμενῶς αὐτὰς
προσεδέξατο, πῦρ ἐκλάμψαι δι’ ἀέρος πεποίηκεν ἐπενεχθῆναί τε τῷ βωμῷ
καὶ τὴν θυσίαν ἅπασαν καταδαίσασθαι. ταῦθ’ ὁ λαὸς ἰδὼν εὐλόγησε τὸν θεόν, καὶ ὁ
βασιλεὺς ηὐχαρίστησε, καὶ πολυτελῶς ἑορτάσαντες τὸν σύλλογον διελύσαντο. ὄνειρος δὲ γεγονὼς τῷ
βασιλεῖ ἐπακοῦσαι τῆς εὐχῆς αὐτοῦ τὸν θεὸν ἐδήλου, καὶ τὸν ναόν τε συντηρηθῆναι καὶ 
αὐτὸν εἰς ἄκρον εὐδαιμονίας ἀναχθῆναι, καὶ τῆς χώρας ἄρξειν τοὺς ἐξ αὐτοῦ, εἰ αὐτός τε κἀκεῖνοι καὶ
ὁ λαὸς τὰ θεῖα μὴ παραβαῖεν ἐντάλματα· εἰ δ’ οὔ, πρόρριζον ἐκκόψειν ἠπείλει τὸ γένος αὐτοῦ, καὶ τὸν
 λαὸν δουλείᾳ καὶ κακώσεσι μυρίαις ὑποβαλεῖν, καὶ 
 τὸν ναὸν παραδώσειν εἰς ἐμπρησμὸν καὶ διαρπαγήν, καὶ τὴν πόλιν εἶς
κατασκαφήν τε καὶ προνομήν. 
 οὕτω μὲν οὑν τὰ τοῦ ναοῦ τῷ Σολομῶντι τετέλεστο· μετὰ δὲ ταῦτα βασίλεια ἑαυτῷ ᾠκοδόμησε
πολυτελῆ καὶ λαμπρά, καὶ τὰ τῶν Ἱεροσολύμων δὲ τείχη προσεπεσκεύασε, καὶ πόλεις ἄλλας
προσῳκοδόμησε, καὶ τοὺς ἐν τῷ Λιβάνῳ ὄρει τῶν Χαναναίων ὑφ’ ἑαυτὸν ποιησάμενος, μὴ πρὶν ὑποταγέντας,
ὑποφόρους κατέστησε. σοφίσματα δὲ καὶ λόγους αἰνιγματώδεις Χειρὰμ ὁ τῶν Τυρίων βασιλεὺς αὐτῷ
πέπομφεν, ἀξιῶν σαφηνίσαι αὐτά· καὶ πάντα διέλυσε καὶ τὸν νοῦν ἐκείνων δεδήλωκε.
μεμνῆσθαι τούτων ἱστορεῖ ὁ Ἰώσηπος καὶ συγγραφεῖς ἀρχαίους, τόν τε Δῖον καὶ πρὸς τούτῳ τὸν Μένανδρον. διαβοηθείσης δὲ πανταχοῦ τῆς σοφίας τοῦ Σολομῶντος καὶ τῆς
φρονήσεως, βασίλισσά τις Αἰγύπτου καὶ Αἰθιόπων σοφίαν φιλοῦσα καὶ ζητοῦσα εἰς
Ἱεροσόλυμα παραγέγονε. καὶ ὁ βασιλεὺς φιλοτίμως αὐτὴν προσεδέξατο, καὶ τὰ σοφίσματα ἆ προετίθει
ἐκείνη ῥᾳδίως ἐπέλυεν, ὡς ἐκπλήττεσθαι τὴν βασίλισσαν καὶ πλέον λέγειν τῶν ἠκουσμένων 
ὁρᾶν. ἐθαύμαζε δὲ καὶ τὰ βασίλεια καὶ τῶν δείπνων τὴν πολυτέλειαν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἅπασαν τήν βασίλειον καὶ τὰς ἐν τῷ ναῷ θυσίας καὶ τῶν θυόντων τὸ εὔτακτον. ἐδωρήσατο δὲ τὸν
βασιλέα χρυσίῳ καὶ λίθοις τῶν πολυτίμων καὶ ἀμυθήτοις ἀρώμασι καὶ
βαλσάμου ῥίζαις, ὡς ἐξ ἐκείνης ἐν Παλαιστίνῃ φυῆναι τὸ βάλσαμον. καὶ Σολομὼν δὲ πολλοῖς
ἀγαθοῖς τὴν βασίλισσαν ἀντημείψατο. καὶ ἡ μὲν εἰς τὰ ἑαυτῆς ὑπενόστησεν·

ὁ δὲ βασιλεὺς πάντων τῶν πρὸ αὐτοῦ γενόμενος ἐνδοξότατος καὶ φρονήσει καὶ πλούτῳ διενεγκὼν
οὐκ ἐνέμεινε τοῖς θείοις θεσμοῖς, ἀκρασίαν δὲ νοσήσας περὶ τὰ ἀφροδίσια καὶ περὶ
γυναῖκας ἐκμανεὶς οὐ ταῖς ὁμογενέσιν ἠρκεῖτο, ἀλλὰ καὶ ἀλλοφύλους ἔγημε πλείστας, καὶ χαριζόμενος
ἐκείναις διὰ τὸν ἔρωτα ἐθρήσκευε καὶ τοὺς ἐκείνων θεούς. ἔγημε γὰρ θυγατέρας ἀρχόντων διασήμων
ἑπτακοσίας 
 καὶ παλλακὰς τριακοσίας καὶ τὴν θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῶν Αἰγυπτίων. εἶπεν οὖν ὁ κύριος
πρὸς τὸν Σολομῶντα “ὅτι οὐκ ἐφύλαξας ὅσα ἐνετειλάμην σοι, διαρρήξω τὴν βασιλείαν σου καὶ δώσω αὐτὴν
τό δούλῳ σου. οὐ σὲ δὲ ζῶντα τὴν ἀρχὴν ἀφαιρήσομαι διὰ τὸν πατέρα σου, θανόντος δέ σου
ταῦτα ἐπὶ τῷ υἱῷ σου ποιήσω. καὶ οὐδὲ πάσαν ἐξ αὐτοῦ τὴν βασιλείαν ἀφελοῦμαι, δύο δὲ φυλὰς αὐτῶ
καταλελοιπὼς καὶ τὴν Ἰερουσαλὴμ διὰ τὸν πάππον Δαβίδ, τὰς δέκα τό δούλω δώσω αὐτοῦ.” 
 
 Οὐ συχνὸς καιρὸς διελήλυθε καὶ Ἄδερ εἰς πόλεμον κατέστη τῷ Ἰσραήλ. ἦν δὲ ὁ Ἄδερ Ἰδουμαῖος
ἐκ βασιλείου σπορὰς, ὃς του Ἰωὰβ καταστρεψαμένου τὴν Ἰδουμαίαν κατὰ τοὺς χρόνους Δαβὶδ παιδάριον
 ὢν ἀπέδρα εἰς Αἴγυπτον, καὶ φιλοφρόνως δεχθεὶς παρὰ
Φαραὼ ἠγαπήθη καὶ τὴν ἀδελφὴν ἔγημε τῆς 
 γυναικὸς Φαραώ. οὕτος οὑν ἀνδρωθεὶς καὶ θανόντας μαθὼν τὸν Δαβὶδ καὶ τὸν Ἰωάβ,
ἐπανελθεῖν ἐξήτει πρὸς τὴν πατρῴαν ἀρχήν· ἀλλ’ οὐ παρεχωρεῖτο πρὸς Φαραώ. ἤδη δὲ τῷ Σολομῶντι τῶν
πραγμάτων κακῶς ἐχόντων παρεχωρήθη καὶ Ἄδερ καὶ εἰς τὴν Ἰδουμαίαν ἐπανελήλυθε. ταύτης δ᾿
ἀσφαλῶς φρουρουμένης εἰς τὴν Συρίαν ἀφίκετο, καὶ σύστημά τι σχὼν περὶ αὐτὸν λῃστρικὸν ταύτην τε
κατέσχε καὶ τὴν τῶν Ἑβραίων ἐληίζετο χώραν. 
 Ιεροβοὰμ δὲ υἱὸς Ναβὰτ παιδάριον ὢν ὑπηρέτει 
 τῷ βασιλεῖ. ἰδὼν δὲ Σολομὼν αὐτὸν γενναῖον τὸ φρόνημα, ὅτε τῇ Ἱερουσαλὴμ περίβολον ἐπέστησεν αὐτὸν τῆς οἰκοδομῆς
ἐπιμελητήν. ἀπερχομένῳ δέ που τῷ Ἱεροβοὰμ συνήντησε προφήτης ὁ Σηλωνίτης Ἀχιά, καὶ ἐκκλίνας αὐτὸν
τῆς ὁδοῦ διέρρηξε τὸ οἰκεῖον ἱμάτιον εἰς δώδεκα ῥήγματα καὶ δέδωκεν ἐκείνῳ τὰ δέκα,
εἰπὼν ὡς “οὕτως διαρρήξει τὴν βασιλείαν Σολομῶντος ὁ κύριος, καὶ τῷ μὲν ἐκείνου υἱῶ δύο καταλείψει
φυλὰς διὰ τὸν πάππον, σοὶ δὲ τὰς δέκα δώσει καὶ βασιλεύσει σε ἐν αὐταῖς. σὺ δὲ ἀλλὰ τῶν
νόμων ἀντέχου κυρίου καὶ γίνου δίκαιος.” τούτοις μέγα φρονήσας Ἱεροβοὰμ νεωτερίζειν ἐπεχείρει. καὶ γνοὺς τὸ πρᾶγμα ὁ βασιλεὺς ἀνελεῖν ἐζήτει αὐτόν. ὁ δὲ φεύγει
εἰς Αἴγυπτον κἀκεῖ διῆγεν ἕως Σολομὼν ἐτελεύτησε. τέθνηκε δὲ ὁ βασιλεὺς Σολομών, ὡς μὲν
ἡ βίβλος τῶν ἱστορεῖ, ζήσας ἐνιαυτοὺς πεντήκοντα πρὸς δυσί, δωδεκαέτης γὰρ τῆς βασιλείας ἐπιβῆναι
ἱστόρηται, βασιλεῦσαι δὲ ἔτη τεσσαράκοντα, ὡς δ᾿ ὁ Ἰώσηπος συνεγράψατο, τέσσαρας μὲν ἐνιαυτοὺς ἐβίω
καὶ ἐνενήκοντα, ὀγδοήκοντα δὲ βεβασίλευκεν, εὐτυχῶς μὲν ζήσας καὶ εὐκλεῶς, παρανομήσας
μέντοι περὶ τὸ γῆρας, ὑπ’ ἐρώτων οὐκ εὐαγῶν ἀλλογενέσι πεισθεὶς γυναιξὶ καὶ τοῖς
ἐκείνων ἀκολουθήσας θρησκεύμασι.

Διάδοχον δ’ ἔσχε τῆς βασιλείας τὸν υἱὸν Ῥοβοάμ. καὶ ὁ λαὸς
συνήχθη πᾶς πρὸς αὐτόν, καὶ ἱκέτευον ἐλαφρῦναι αὐτοῖς τὸν τῆς δουλείας ζυγόν, ὃς παρὰ
τοῦ Σολομῶντος αὐτοῖς ἐπενήνεκτο, καὶ τοῦ πατρὸς φανῆναι χρηστότερον. ὁ δὲ σκέψασθαι εἶπε καὶ μετὰ
τρεῖς ἡμέρας εἰπεῖν. καλέσας οὑν τοὺς γηραιοτέρους τῶν πατρῴων θεραπόντων (??) τί ἂν ἀποκριθείη τῷ
λαῷ ἐπυνθάνετο· κἀκεῖνοι διαλεχθῆναι αὐτοῖς συνεβούλευον ἠπιώτερον μηδ’ ὑπερηφάνως καὶ
ὀγκηρῶς. μετὰ δὲ τὴν γερουσίαν τοῖς μειρακίσκοις, οἵπερ αὐτῷ συνετρέφοντο, τοῦ σκέμματος
κεκοινώνηκε, καὶ τὴν τῶν πρεσβυτέρων εἰπὼν συμβουλήν. οἱ δὲ τραχύτερον 
 αὐτῷ προσομιλῆσαι τῷ λαῷ συνεβούλευσαν καὶ τοὺς λόγους ἀναλόγους τῷ τῆς ἀρχῆς ὄγκῳ
ποιήσασθαι καὶ τῷ βασιλικῷ ἀξιώματι. καὶ ὃς τούτοις προσέθετο, καὶ ἐπεὶ τό πλῆθος αὖθις συνεληλύθει
“εἰ τὸν ζυγὸν ὑμῖν ἐσκλήρυνεν ὁ πατήρ μου” ἔφη, τοῦτον αὐτὸς ἐπάξω βαρύτερον· καὶ εἰ
μάστιξιν ἐκεῖνος ἐκέχρητο καθ’ ὑμῶν, σκορπίοις ὑμᾶς κολάσω αὐτός· καί μου τῆς σμικρότητος παχυτέρας
τῆς ὀσφύος τοῦ πατρὸς πειραθήσεσθε. τούτων τὸ πλῆθος ἀκοῦσαν τίς ἡμῖν μερὶς ἐν Δαβίδ;” ἐξεβόησαν,
καὶ ἀποδυσ- πετήσαντες ἀπῄεσαν. πέμψαντος δὲ Ῥοβοὰμ τῶν οἰκείων ἕνα διαλεχθῆναι αὐτοῖς
καὶ πραύναι, ἔκτειναν ὑπ’ ὀρκῆς τὸν ἄνδρα λιθολευστήσαντες.
Ῥοβοὰμ δὲ δείσας εἰς Ἱεροσόλυμα πέφευγε, παραμεινάσης αὐτῷ τῆς Ἰούδα φυλῆς καὶ σὺν αὐτῇ τῆς
Βενιαμίτιδος. αἶ 
 δέ γε λοιπαί, ἤδη τοῦ Ἱεροβοὰμ ἐπανελθόντος ἐκ τῆς Αἰγύπτου μετὰ τελευτὴν Σολομῶντος,
καλέσασαι αὐτὸν εἵλοντο βασιλέα. Ῥοβοὰμ δὲ ἡτοιμάζετο περὶ τῆς βασιλείας μαχέσασθαι τοῖς Ἰσραηλίταις
καὶ τῷ Ἱεροβοάμ, ἐκωλύθη δὲ παρὰ τοῦ θεοῦ διὰ τοῦ προφήτου Σαμαία. 
 Καὶ Ἱεροβοὰμ δείσας μὴ τὸ πλῆθος εἰς Ἱεροσόλυμα ἀπιὸν καὶ τοῖς ἐκεῖ συναναμιγνύμενον
ἐπιστραφῇ πρὸς τὸν πρότερον αὐτοῦ βασιλέα καὶ καταλείψει αὐτόν, δύο δαμάλεις εἰργάσατο ἐκ χρυσοῦ,
καὶ 
 ἔθετο τὴν μὲν ἐν Βαιθήλ, τὴν δ’ ἑτέραν ἐν Δάν. καὶ ἐκκλησιάσας τὸ
πλῆθος πανταχοῦ ὁ θεός ἐστιν’ εἶπεν, “ὠ ἄνδρες, ἀλλ’ οὐ μόνον ἐν Ἱεροσολύμοις. ἰδοὺ οὖν δύο δαμάλεις
πεποίηκα εἰς ὄνομα τοῦ θεοῦ, καὶ οὐκέτι ὑμῖν ἀνάγκη πορεύεσθαι
εἰς Ἱεροσόλυμα. ἀπερχόμενοι δ’ εἰς αὐτὰς προσκυνεῖτε καὶ θύετε· καὶ ἱερεῖς γὰρ ἐξ ὑμῶν
αὐτῶν ἀποδείξω.” τούτοις ἐξαπατηθεὶς ὁ λαὸς τά τε πάτρια παραβέβηκε καὶ παρώργισε τὸν θεόν, ὡς καὶ
εἰς αἰχμαλωσίαν παραδοθῆναι τοῖς ἀλλοφύλοις τὸν Ἱσραήλ. ποιήσας δὲ ἱερεῖς ὁ Ἱεροβοὰμ
καὶ θυσιαστήριον ἑώρτασε, καὶ ἀνέβη αὐτὸς ἐπὶ τὸν βωμὸν καὶ περὶ αὐτὸν οἶ ἱερεῖς. καὶ ἤδη μέλλοντι
θύειν παρέστη προφήτης σταλεὶς ἐκ θεοῦ καὶ εἶπε ‘‘τάδε λέγει κύριος.
θυσιαστήριον, ἐκ Δαβὶδ ἔσται τις Ἰωσίας καλούμενος, ὅς θύσει τοὺς ἱερεῖς σου ἐπὶ σὲ καὶ
κατακαύσει τὰ ὀστᾶ αὐτῶν. ἵνα δὲ δῆλον εἴη ὡς οἱ λόγοι μου ἀληθεύοιεν, ἰδοὺ ῥαγήσεται τὸ
θυσιαστήριον, καὶ ἡ ἐπ’ αὐτὸ πιότης χεθήσεται κατὰ γῆς.’ καὶ αὐτίκα τό τε θυσιαστήριον διερράγη καὶ
ἡ πιότης τῶν θυμάτων ἐκκέχυτο. ἐξέτεινε δὲ τὴν χεῖρα Ἱεροβοάμ, συσχεθῆναι τὸν προφήτην
ἐγκελευόμενος. ἡ δὲ ξηρανθεῖσα ἀκίνητος ἔμεινε. δεηθεὶς γοῦν Ἱεροβοὰμ τοῦ προφήτου
ἔσχεν αὖθις τὴν χεῖρα κινουμένην καὶ ἐνεργόν. καὶ ἠξίου αὐτὸν συνδειπνῆσαι αὐτῷ. ὁ δὲ οὐ κατένευσε,
λέγων παρὰ τοῦ θεοῦ κωλυθῆναι ἄρτον ἐν τῆ πόλει ἐκείνῃ φαγεῖν ἢ ὕδωρ πιεῖν ἢ ὑποστρέψαι
δι’ ἧς ὁδοῦ εἰς τὴν πόλιν ἐλήλυθε· καὶ ἀπῄει ἑτέραν τραπόμενος.
ψευδοπροφήτης δέ τις ἦν ἐν τῇ πόλει ἐκείνη τὸν Ἱεροβοὰμ ἀπατῶν καὶ πρὸς χάριν αὐτῷ ὁμιλῶν. οὗτος
μαθὼν ὅσα ὁ τοῦ θεοῦ προφήτης καὶ εἴρηκε καὶ πεποίηκε καὶ ὡς ἄπεισι, κατεδίωξεν ὀπίσω
αὐτοῦ, καὶ καταλαβὼν αὐτὸν ἠξίου ἀναστρέψαι καὶ παρ’ αὐτῷ ξενισθῆναι. τοῦ δὲ ἀπαναινομένου, ὡς
ἀπαγορεύσαντος τοῦ θεοῦ, “ἀλλὰ κἀγὼ προφήτης εἰμί” ὁ πονηρὸς ἐκεῖνος εἶπεν ἀνήρ, “καὶ ἥκω κατ’
ἐντολὴν τοῦ θεοῦ ἐπιστρέψων σε τραπέζης μοι κοινωνήσοντα.” ἐπίστευσεν ὁ προφήτης τοῖς
τοῦ ψευδοπροφήτου λόγοις καὶ ὑπενόστησε. ξενισθέντι δ᾿ ἐκεῖ τῷ
προφήτῃ λόγος ἐγένετο κυρίου, ἀνθ’ ὣν οὐκ ἐτήρησε τὰ ἐνταλθἐντα αὐτῷ ἀναιρεθήσεσθαι κατὰ τὴν ὁδὸν
παρὰ λέοντος. καὶ ὑποστρέφοντα λέων αὐτὸν ἔκτεινε καὶ παρακαθήμενος ἐφύλαττε τὸν νεκρόν
καὶ τὸ ὑποζύγιον. μαθὼν δὲ τὸ γεγονὸς ὁ ψευδοπροφήτης συνεκόμισε τὸ σῶμα τοῦ τεθνεῶτος καὶ ἔθαψε,
καὶ τοῖς ἑαυτοῦ παισὶν ἐνετείλατο τῷ προφήτῃ συγκηδεῦσαι καὶ αὐτοῦ τὸ σῶμα θανόντος· τί
τοῦτο μηχανησάμενος; ἕν ὅτε κατὰ τὴν ἐκείνου προφητείαν κατασκαφῇ τὸ θυσιαστήριον, καὶ τῶν ἱερέων
καί· ψευδοπροφητῶν πυρὶ παραδοθῇ τὰ ὀστᾶ, αὐτὸς διαφύγῃ τὴν ὕβριν, εἰ τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ θεοῦ συγκατατεθῇ.

Ταῦτα μὲν οὖν οὕτως ἐγένετο· Ἱεροβοὰμ δὲ τῆς 
 αὐτῆς εἴχετο ἀσεβείας, ἡ καὶ ἐπεδίδου καθ’ ἑκάστην παρανομῶν, καὶ χρημάτων τὴν ψευδῆ
τῶν ὑψηλῶν ἱερωσύνην παρεῖχε τοῖς θέλουσιν ὤνιον. καὶ εἰς ἁμαρτίαν ἡ πρᾶξις αὕτη ἐλογίσθη αὐτῷ, καὶ
εἰς ἀφανισμὸν τοῦ οἴκου αὐτοῦ γέγονε καὶ εἰς ὄλεθρον. εἰ δὲ τὸ τὴν ἀνίερον ἐκείνην
ἱερωσύνην ἀποδίδοσθαι χρημάτων ὰμαρτία λελόγιστο, τί ἄν τις εἴποι περὶ τῶν πωλούντων καὶ ὠνουμένων
τὴν θείαν ὄντως ἱερωσύνην, τὴν τῆς φρικτῆς καὶ ἀναιμάκτου θυσίας τε- λεστικήν; 
 
 
 Ἐνόσησε δὲ Ἀβιὰ ὁ υἱὸς Ἱεροβοάμ· καὶ ἔστειλε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ ὁ βασιλεὺς πρὸς Ἀχιὰ τὸν
προφήτην, εἰ ζήσεται ἐρωτήσουσαν. ἡ δὲ ἰδιωτικὴν μεταμφιασαμένη στολὴν ἀπῆλθε. καὶ ὁ προφήτης τὸ
δρᾶμα γνοὺς “μὴ κρύπτε σαυτήν, γύναι Ἱεροβοάμ” ἔφη, ἄπιθι δὲ καὶ τῷ ἀνδρί σου εἰπὲ ὅτι,
ἐπεὶ καταλιπὼν τὸν θεὸν σεαυτῷ θεοὺς ἐποίησας χωνευτούς, προσδόκα τήν τε βασιλείαν ἀφαιρεθήσεσθαι
καὶ αὐ- τὸς παγγενῆ ἐξολοθρευθήσεσθαι. ὅτι δέ σοι ἀσεβήσαντι καὶ
τὸ πλῆθος ἐπηκολούθῃσεν, οὐδ’ ἐκεῖνο μέ- νεῖ ἀτιμώρητον. σὺ δὲ ἄπιθι, γύναι, καὶ
θανόντα εὑρήσεις τὸν παῖδά σου, ὃς καὶ ταφήσεται θρηνη- θείς· μόνος
γὰρ ἐξ Ἱεροβοὰμ οὗτος ἦν ἀγαθός. ἀπελθοῦσα δὲ ἡ γυνὴ τὸν μὲν παῖδα εὗρε θανόντα, τῷ δὲ ἀνδρὶ τὰ παρὰ
τοῦ προφήτου ἀπήγγειλεν. ὁ δ’ οὐδὲν ἐν ἐξ ἐκείνων ἐβελτιώθη, τυγχάνων ἀσύνετος. 
 Ῥοβοὰμ δὲ τοῦ υἱοῦ Σολομῶντος βασιλεύοντος ἐν Ἱερουσαλὴμ οἱ παρὰ τοῖς Ἰσραηλίταις ἱερεῖς
καὶ Λευῖται καὶ ὅσοι τοῦ πλήθους ἦσαν συνιέντες τὸ ἀγαθόν, ἀποστάντες τῶν ἰδίων πόλεων εἰς
Ἱεροσόλυμα παραγίνονται· κἀντεῦθεν ἡ βασιλεία τοῦ Ῥοβοὰμ ηὔξητο. ὁ δὲ καὶ αὐτὸς
ἠσέβησεν εἰς θεόν, καὶ πᾶς ὁ οἶκος Ἰούδα τῆς τοῦ θεοῦ θρησκείας κατωλιγώρησε. διὸ καὶ
ἀνέβη Σουσακὶμ ὁ βασιλεὺς Αἰγύπτου ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ μετὰ βαρείας δυνάμεως ἐν ἔτει πέμπτῳ τῆς βασιλείας τοῦ Ῥοβοάμ. συγκλείσας δὲ αὐτὸν Ῥο- βοὰμ ἐν τῆ̣
πόλει καὶ τὸν λαόν, ἐδέετο τοῦ θεοῦ δοῦναι σωτηρίαν αὐτοῖς, καὶ ἃ ἥμαρτον εἰς θεὸν ἐξωμολογοῦντο.
παρακληθεὶς δὲ ὁ θεὸς οὐκ ἀπολέσειν αὐτούς, ἀλλὰ δώσειν εἶπεν ὑποχειρίους τοῖς δεξαμένου τοίνυν ἐν
τῇ πόλει Ῥοβοὰμ τὸν Αίγύπτιον ἐπὶ συνθήκαις, παρασπονδήσας ἐκεῖνος τοὺς τοῦ θεοῦ τε
θησαυροὺς ἐσύλησε καὶ τοὺς βασιλικοὺς ἐξεκένωσε, καὶ τὰ χρυσᾶ ὅπλα ἃ ἐποίησε Σολομὼν καὶ τὰ δόρατα
τὰ χρυσᾶ ἃ ὁ Δαβὶδ ἀνέθετο πάντα ἀφείλετο. ἐτελεύτησε δὲ Ῥοβοὰμ ζήσας ἔτη πεντήκοντα καὶ ἑπτά, 
 ἐξ ὧν ἑπτακαίδεκα βεβασίλευκε, διάδοχον τὸν υἱὸν καταλιπὼν Ἀβίου. καθ’ οὗ Ἱεροβοὰμ ἀεὶ
καὶ τῷ Ῥοβοὰμ πολεμῶν. Ἀβιοὺ δὲ οὐκ ἔπτηξε τὴν ἔφοδον, ἀλλ’ ἀντιτάξας αὐτῷ τοὺς οἰκείους νίκην νικᾷ
περιβόητον, ὡς μηκέτι θαρσῆσαι τὸν Ἱερο- βοὰμ ἀντιπαρατάξασθαι. τελευτᾷ δὲ Ἀβίου
βασιλεύσας ἐν Ιερουσαλὴμ ἔτη τρία, ποιήσας τὸ πονηρὸν ἐνώπιον κυρίου. καὶ ἐβασίλευσεν Ἀσὰ ὁ υἱὸς
αὐτοῦ, τοὺς θείους θεσμοὺς τηρήσας κατὰ Δαβὶδ τὸν οἰκεῖον προπάτορα. 
 
 Τέθνηκε δὲ καὶ Ἱεροβοὰμ ἀνύσας ἐν τῇ ἀρχῇ ἔτη δύο καὶ εἴκοσι. καὶ διεδέξατο αὐτὸν Ναβὰτ ὁ
υἱὸς αὐτοῦ, κἀκεῖνος ἀσεβὴς κατὰ τὸν πατέρα γενόμενος. ὃς πόλιν τῶν
ἀλλοφύλων πολιορκῶν Γαβαθὼν ἐπεβουλεύθη παρὰ Βαασὰν υἱοῦ Ἀχιά, καὶ τέθνηκε δύο ἄρξας
ἐνιαυτούς. Βαασὰν δὲ τῆς τῶν δέκα φυλῶν βασιλείας ἐγκρατὴς γεγονὼς πᾶν τὸ γένος τοῦ Ἱεροβοὰμ
ἐξωλόθρευσε. καὶ οὗτος δὲ ὡς Ἱεροβοὰμ παρα- νόμησε καὶ τὸν λαὸν ὁμοίως πεποίηκεν
ἁμαρτεῖν. καὶ ἠπείλησεν αὐτῷ ὁ θεὸς διὰ Ἰνοὺ τοῦ προφήτου διαφθερεῖν τὸν οἶκον αὐτοῦ ὡς τὸν οἶκον
Ἱεροβοάμ. τέθνηκε δὲ καὶ οὗτος, ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ βασιλεύσας ἔτη ἐπὶ τέσσαρσιν εἴκοσι. καὶ Ἠλὰ ὁ υἱὸς
αὐτοῦ γέγονε 
 τῆς πατρικῆς βασιλείας διάδοχος. ὅν Ζαμβρὴ ὁ ἄρχων τῆς ἵππου αὐτοῦ
μεθύοντα κτείνας ἐπὶ δύο ἐνιαυτοὺς βασιλεύσαντα τήν τε βασιλείαν ἀφείλετο καὶ τὸ γένος ἅπαν τοῦ
Βαασὰν ἐξωλόθρευσεν. ἡ δὲ τῶν Ἰσραηλιτῶν στρατιὰ πολιορκοῦσα τὴν Γαβαθών, μαθοῦσα ὅτι
Ζαμβρὴ κτείνας τὸν Ἠλὰ ἐβασίλευσε, τὸν οἰκεῖον στρατάρχην Ζαμβρἠν ἐν τῇ παρεμβολὴ ἀνηγόρευσε, καὶ
τὴν πόλιν Θερσὰ μετ’ αὐτοῦ προκαταλαβοῦσα κρατεῖ ταύτης. Ζαμβρὴ δὲ ὁ πρότερος εἰς τὸ μυχαίτατον τῶν
βασιλείων εἰσδὺς καὶ ἐμπρήσας αὐτό, συνδιέφθειρεν ἐκείνῳ καὶ ἑαυτόν, ἑπτά ἡμέρας τὴν
ἀρχὴν κατασχών. εἶτα μερίζεται ὁ λαός, καὶ τὸ μὲν αὐτοῦ τὸν Ζαμβρὴν ᾑρεῖτο, τό δ᾿ ἕτερον τὸν Θαμνί. ἀλλ’ ὑπερισχύσαντες οἱ τοῦ Ζαμβρῆ, καὶ ἀνελόντες τὸν Θαμνί, ἀστασίαστον τὴν ἀρχὴν τῷ Ζαμβρῇ περιεποιήσαντο. ὁ ὃς
πρότερον μὲν ἐν Θερσὰ διῆγεν βασιλεύων, ἔπειτα δ’ ἐν Μαρεώνῃ τῷ ὄρει, ἐν ᾧ πόλιν ἐδομήσατο ἣ
Σαμάρεια κέκληται, αὐτοῦ Σαμαραιὸν τὸ ὅρος καλέσαντος εἰς ὄνομα Σεμηρών, ἀφ’ οὑ τοῦτο ἐπρίατο·
χείρων τῶν πρὸ αὐτοῦ γεγονώς. καὶ κατέστρεψε τὴν ζωὴν ἐν Σαμαρείᾳ, δώδεκα βασιλεύσας
ἐνιαυτούς. ἠ’ δὲ βασιλεία περιῆλθεν εἰς Ἀχαὰβ τὸν υἱὸν αὐτοῦ. 
 Οἶ’ μὲν οὖν τῶν Ἰσραηλιτῶν βασιλεῖς ἄλλος ἐπ’ ἄλλῳ διὰ τὴν παρανομίαν αὐτῶν ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ
διεφθάρησαν, Ἀσὰ δὲ ὁ τῆς Ἱερουσαλὴμ βασιλεὺς θεοφιλὴς ἦν. οὗ τῷ δεκάτῳ τῆς βασιλείας
ἔτει ὁ βασιλεὺς Αἰθιόπων στρατεύει κατ’ αὐτοῦ μετὰ βαρείας δυνάμεως. ὁ δὲ τὸν θεὸν σύμμαχον ἐπεκέκλητο· καὶ συμπλακεὶς τοῖς Αἰθίοψι πολλοὺς μὲν
ἀνεῖλε, τοὺς δὲ λοιποὺς φυγόντας ἐδίωξε καὶ τὴν παρεμβολὴν ἐκείνων νῶν διήρπασε, καὶ
πολλὰ αὐτὸς καὶ ὁ λαὸς ἐκομίσαντο λάφυρα. ἀναζευγνύντι δὲ τῷ βασιλεῖ καὶ τῇ στρατιᾷ ὁ προφήτης
Ἀζαρίας ὑπαντήσας τῆς νίκης τὸν θεὸν εἶναι αὐτῷ δοτῆρα εἶπε καὶ τῷ λαῷ, δικαιοσύνης ἐπιμελουμένοις.
καὶ μετιοῦσι μὲν ἀρετὴν εὐδαιμονίαν καὶ εἰσέπειτα ἐπηγγέλλετο, τῶν δὲ τοῦ θεοῦ ἐντολῶν
κατολιγωρήσασι πολλὰ συμβήσεσθαι λυπηρά. Ἀσὰ τοίνυν ἐν εὐσεβείᾳ τὴν ζωὴν ἀνύσας καὶ εἰς γῆρας
καταντήσας βαθὺ τέθνηκε, βασιλεύσας ἐνιαυτοὺς ἐφ’ ἐνὶ τεσσαράκοντα, Ἰωσαφὰτ οἰκείω 
 υἱῷ τὴν ἡγεμονίαν καταλιπών.

Αχαὰβ δὲ ἐν Σαμαρείᾳ ἐκέκτητο τὰ βασίλεια, τοὺς πρὸ αὐτοῦ παραδραμ(??)ν εἰς ἀσέβειαν, καὶ
ὑπὸ τῆς γυναικὸς Ἰεζάβελ μᾶλλον εἰς κακίαν προβιβασθείς, ἣ τοῦ βασιλέως μὲν Τυροῦ καὶ Σιδῶνος
θυγάτηρ ἠν, ἰταμὸν δὲ καὶ τολμηρὸν γύναιον. αὕτη ναὸν οἰκείῳ θεῷ Βὴλ ἐδομήσατο καὶ
ἄλσος ἐφύτευσε καὶ ἱερεῖς αὐτῷ καὶ ψευδοπροφήτας κατέστησεν. Ἠλιοὺ δὲ ὁ προφήτης ἐκ πόλεως Θέσβης,
ζηλώσας ἐπὶ ταῖς ἀσεβείαις τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ λαοῦ, εἶπε πρὸς Ἀχαάβ “ζῇ κύριος, εἰ
ἔσται ὑετός εἰ μὴ διὰ λόγου μου. καὶ ταῦτα εἰπὼν ἀπῆλθεν ἐν τῷ
χειμάρρῳ Χορὰθ κατ’ ἐντολὴν τοῦ θεοῦ· ἔνθα παρὰ κοράκων ἐτρέφετο ἄρτους αὐτῷ κομιζόντων πρωὶ καὶ
κρέας τὸ δειλινόν, τὴν δὲ πόσιν αὐτῷ ἐχορήγει ὁ χείμαρρος. οὗ ξηρανθέντος εἰς Σαρεφθὰ
πόλιν οὖσαν μεταξὺ 
 Σιδῶνος καὶ Τυροῦ τῷ θεῷ πειθόμενος ἄπεισι. καὶ πρὸ τῆς πόλεως γυναικί τινι ἐντυχών,
ὕδωρ αὐτῷ κομίσαι ἱκέτευεν. ὡς δ’ ἐπορεύετο ἡ γυνή, καὶ ἄρτον αὐτῷ ἐνεγκεῖν ἠξίου. ἡ δὲ μιᾶς δρακὸς
ἀλεύρου ἐξώμνυτο εὐπορεῖν καὶ βραχυτάτου ἐλαίου, καὶ συλλέξασα ξυλάρια ἀπιέναι ποιήσουσα
μικρὰν τροφὴν ἑαυτῇ καὶ τοῖς παισίν, ἧς ἐκλιπούσης καὶ αὐτοὺς 
λιμῷ ἐκλιπεῖν. ὁ δὲ προφήτης θαρρεῖν αὐτῇ ἐγκελεύεται· μηδὲ γὰρ ἐκλείψειν ἄλευρον ἐκ τοῦ ἀγγείου τοῦ
τοῦτο φέροντος, μηδ’ ἔλαιον ἐκ τῆς ληκύθου, ἕως γένηται ὑετός. ἡ δὲ πορευθεῖσα τόν τε
προφήτην παρ’ αὐτῇ ξενισθέντα καὶ ἑαυτὴν καὶ τὰ τέκνα ἐκ τοῦ βραχίστου ἐκείνου ἀλεύρου ἔτρεφεν ἕως ὁ
λιμος παρελήλυθε. νοσήσαντος δὲ τοῦ υἱοῦ τῆς γυναικὸς ταύτης καὶ θανόντος, ἐβλασφήμει κατὰ τοῦ
προφήτου ἐκείνη. ὁ δὲ δοθῆναι αὐτῷ τὸ τεθνηκὸς παιδίον ᾔτησε. καὶ λαβὼν εἰς τὸ ὑπερῷον
ἔνθα ᾤκει ἀνήνεγκε καὶ ἔθετο ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ· καὶ τόν θεὸν ἱκετεύσας τρισσάκις ἐνεφύσησε τῷ
νεκρῷ, καὶ ἀνέζησε. καὶ ἔδωκε τὸν παῖδα ζῶντα τῇ γειναμένῃ· ἡ δ᾿ ηὐχαρίστει. καὶ μετὰ ταῦτα ἐνετείλατο τῷ Ἠλιοὺ ὁ θεὸς πορευθῆναι καὶ προειπεῖν Ἀχαὰβ
ὡς ἔσται ὑετός. ὁ δὲ λιμὸς ἐπὶ Σαμάρειαν καὶ τὴν χόραν ἄπασαν
κεκραταίωτο. Ἀχαὰβ δὲ τὸν οἰκονόμον αὐτοῦ Ἀβδιοὺ ἄνδρα χρηστὸν παραλαβὼν ἀπῄει, εἰ εὕροι τοῖς ἵπποις χιλόν. καὶ ὁ μὲν ἄλλην ἀπῄει ὁδόν, ἑτέραν δὲ Ἀβδιού, ἐρευνῶντες ποῦ ἂν εὕροιεν
χόρτον ἐν πηγαῖς ἢ χειμάρροις. συναντᾷ τοίνυν τῷ Ἀβδιοὺ ὁ Ἠλίας καὶ ᾔτει τῷ βασιλεῖ μηνύειν αὐτόν. ὁ
δὲ καὶ μάλα ζητεῖσθαι παρὰ τοῦ Ἀχαὰβ αὐτὸν ἔλεγεν, ἴν ἀνέλῃ, εἰ εὕροι, καὶ κρύπτεσθαι συνεβούλευεν,
ἔλεγέ τε καὶ αὐτὸς ἑκατὸν προφήτας κρύπτειν καὶ τρέφειν καὶ σώζειν οὕτω, τοὺς ἄλλους
πάντας τῆς Ἰεζάβελ ἀνῃρηκυίας. ὁ δὲ ὤμοσε κατ’ ἐκείνην ὀφθήσεσθαι τὴν
ἡμέραν τῷ Ἀχαάβ. ἀπῆλθεν οὖν Ἀβδίου καὶ ἀπήγγειλε περὶ τοῦ Ἠλία τῷ βασιλεῖ. καὶ ἰδὼν τὸν 
προφήτην ἐκεῖνος, εἰ αὐτός ἐστιν ἤρετο ὁ διαστρέφων τὸν Ἰσραήλ. Ἠλίας δέ “σὺ μᾶλλον“ εἶπε “καὶ ὁ
οἶκος τοῦ πατρός σου διαστρέφετε τὸν λαόν, καταλιπόντες τὸν κύριον καὶ ψευδεῖς τιμῶντες θεούς. ἀλλ’
ἄθροισον εἰς τὸ Καρμήλιον τὸν λαὸν καὶ τοὺς σοὺς προφήτας καὶ τοὺς τῆς γυναικός.”
πάντων δὲ συνελθόντων εἶπεν Ἠλίας ὡς “ἐγὼ μόνος ὑπολέλειμμαι τοῦ θεοῦ προφήτης, οἱ δὲ ψευδοπροφῆται
σφόδρα πολλοί. δότε οὖν μοι μόνῳ βοῦν, καὶ αὐτοῖς ἅπασιν ἕτερον, καὶ θύσαντες τοὺς βόας ἐπιθῶμεν
ξύλοις τὰ 
 θύματα, πῦρ δέ γε μὴ ἐπενέγκωμεν· καὶ ἕκαστος ἐπικαλείσθω τὸν οἰκεῖον θεόν, καὶ ὑφ’ οὗ
ἂν αὐτόματον πῦρ ἐκλάμψῃ καὶ κατακαύσῃ τὰ ξύλα τε καὶ τὰ θύματα, ἐκεῖνος λογιζέσθω θεὸς ἀληθής.”
ἐπῄνεσε τὸ πλῆθος τοὺς λόγους, καὶ ἐποίησαν οὕτως οἱ ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης, καὶ θύσαντες
τὸν μόσχον καὶ ἐπιθέντες ξύλοις ἄνευ πυρός, ἐπεκαλοῦντο τὸν Βάαλ πρωίθεν εἰς μεσημβρίαν. μυκτηρίζων
δὲ αὐτοὺς ὁ προφήτης μέγα βοᾶν αὐτοῖς συνεβούλευε, μήποτε καθεύδῃ αὐτοῖς ὁ θεὸς ἤ τις ἀσχολία αὐτῶ
ἐστιν. ὡς δ᾿ οὐδὲν ἐκείνοις δεομένοις πολλὰ ἐπεραίνετο, ὁ προφήτης δώδεκα λίθους λαβὼν
καθ’ ἑκάστην φυλὴν ᾠκοδόμησε θυσιαστήριον, ὤρυξε δεξαμενήν,
ἐστοίβασε τὰς σχίδακας ἐπὶ τοῦ βωμοῦ, καὶ αὐταῖς τὰ ἱερεία ἐπενεγκὼν ὕδωρ ἐπιχεθῆναι τῷ θυσιαστηρίῳ
ἐκέλευσεν, ὥστε καὶ τὴν δεξαμενὴν πληρωθῆναι. καὶ ἐπὶ τούτοις ἐπεκαλέσατο τὸν θεόν, γαῖ
πῦρ οὐρανόθεν ἐπὶ τὸν βωμὸν κατενήνεκτο πάντων ὁρώντων, καὶ τὴν θυσίαν καὶ τὰ ξύλα καὶ
τοὺς λίθους κατέφαγε, τὸ ὕδωρ τε καὶ τὸν χοῦν. ὁ λαὸς δ’ ἐκπλαγεὶς ἔπεσεν ἐπὶ τὴν γῆν, ἴνα θεὸν
ἀληθῆ τε καὶ μέγαν ὁμολογοῦντες. καὶ συλλαβόντες τοὺς ψευδοπροφήτας ἀπέκτειναν τοῦ προφήτου
κελεύσαντος. εἶπε δὲ τῷ βασιλεῖ ὡς ὕσει μετὰ μικρὸν ὁ θεός, καὶ γέγονε κατὰ τὴν πρόρρησιν αὐτοῦ ῥαγδαῖος ὄμβρος. ἀπειλησάσης δὲ τῆς Ἰεζάβελ ἀνελεῖν τὸν
Ἠλίαν, φοβηθεὶς ἐκεῖνος ἔφυγεν, καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ γενόμενος ἀθυμῶν ἀποθανεῖν ἱκέτευε τὸν θεόν.
κοιμηθεὶς δὲ διυπνίσθη παρά τινος ἀναστῆναι καὶ φαγεῖν αὐτῷ ἐπιτρέποντος. ὁρᾷ δὲ
ὀλυρίτην ἄρτον ἐκεῖ καὶ ὕδωρ. καὶ φαγὼν ἐκοιμήθη πάλιν, καὶ αὖθις ὁ ἄγγελος φαγεῖν αὐτῷ ἐγκελεύεται,
ὡς πολλῆς αὐτῷ προκειμένης ὁδοῦ. καὶ πάλιν δὲ φαγὼν καὶ ἐνισχύσας ἐκ τῆς τροφῆς 
ἐκείνης, ἐπορεύθη ἡμέρας τεσσαράκοντα. καὶ γενόμενος ἐν τῷ ὄρει Χωρὴβ εἰσῆλθεν εἰς σπήλαιον, καὶ
φωνῆς ἤκουσε “τί παραγέγονας ἐνταῦθα; ὁ δὲ ἔφη “ὅτι ζηλώσας ἔκτεινα
τοὺς προφήτας τῆς Ἰεζάβελ, ἡ δὲ ζητεῖ με κτανεῖν.” ὁ δὲ χρηματίζων εἶπεν αὖθις αὐτῷ
‘‘ἔξελθε αὔριον καὶ στῆθι ἐνώπιον κυρίου.” καὶ ἐποίησεν οὕτως, καὶ αἰσθάνεται πνεύματός τε καὶ
συσσεισμοῦ, καὶ ὁρᾷ καιόμενον πῦρ. εἶτα λεπτῆς γενομένης αὔρας
ἀκούει φωνῆς ἐκεῖθεν ἀναστρέψαι κελευούσης αὐτῷ καὶ χρῖσαι βασιλέα τῆς Συρίας τὸν
Ἀζαήλ, καὶ τὸν Ἰηοὺ βασιλέα τῷ Ἰσραήλ, καὶ τὸν Ἐλισσαιὲ εἰς προφήτην ἀνθ’ ἑαυτοῦ, οἲ τοὺς ἀσεβεῖς
ὀλοθρεύσουσιν. ὑποστρέψας δὲ Ἠλίας ὡς ἐκελεύσθη εὗρε τὸν Ἐλισσαῖον ἀροτριοῦντα, καὶ ἐπέρριψεν αὐτῷ τὴν μηλωτὴν αὐτοῦ. ὁ δὲ καταλιπὼν πάντα
ἠκολούθησεν αὐτῷ προφητεύειν ἀξιω- θείς.

Ἀμπελῶνα δὲ πλησίον τῶν ἀγρῶν τοῦ βασιλέως Ἀχαὰβ κεκτημένος ὁ Ναβουθαὶ ἠξιοῦτο πωλήσαι
αὐτὸν τῷ βασιλεῖ ἢ ἀνταλλάξαι· ὁ δὲ οὐκ ἐπείθετο. καὶ ὁ βασιλεὺς διὰ τοῦτο λελύπητο. μαθοῦσα δὲ
Ἰεζάβελ τῆς λύπης τὸ αἴτιον γραφὴν ἐποιήσατο ὡς ἐξ Ἀχαὰβ πρὸς τοὺς προέχοντας τῆς χώρας,
ἐν ᾗ κατῴκει ὁ Ναβουθαί, ἐγκελευομένην αὐτοῖς κατηγορῆσαι τοῦ ἀνδρὸς ὡς βλασφημήσαντος κατὰ τοῦ θεοῦ
καὶ τοῦ βασιλέως, καί τινας παρασκευάσαι καταμαρτυρῆσαι αὐτοῦ, τοῦ, καὶ καταλιθάσαι
αὐτόν. ταύτην τὴν γραφὴν τῇ σφραγῖδι τοῦ βασιλέως ἐπισημηναμένη ἔστειλε πρὸς τοὺς ἄνδρας. κἀκείνων
ποιησάντων ὡς ἐνετάλθησαν, ὁ μὲν Ναβουθαὶ κατελεύσθη καὶ
τέθνηκεν, ἡ δ’ Ἰεζάβελ κληρονομῆσαι τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Ναβουθαὶ τῷ Ἀχαὰβ ἐνετέλλετο
θανόντος ἐκείνου. ὁ δὲ ἐλυπήθη διὰ τὸν φόνον, τὸν ἀμπελῶνα δὲ ᾠκειώσατο. καὶ Ἠλίας κελεύσαντος τοῦ
θεοῦ ἀπῄει πρὸς Ἀχαὰβ λέγων “ὅτι ἐφόνευσας τὸν Ναβουθαὶ διὰ τὸ σχεῖν τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ, διὰ τοῦτο
τάδε λέγει κύριος. ἔνθα οἱ κύνες τὸ ἐκείνου ἔλειξαν αἷμα, ἐκεῖ καὶ τὸ σὸν αἷμα καὶ τὸ
τῆς γυναικός σου λείξουσι, καὶ αἶ πόρναι λούσονται ἐν τῷ αἵματί σου, καὶ ἅπαν τὸ γένος σου
ἐξολοθρευθήσεται.” Ἀχαὰβ δ’ ἐπὶ τούτοις κατανυγεὶς ἔκλαυσε καὶ σάκκον περιεβάλετο καὶ ἐνήστευσεν ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις μεταμελόμενος. καὶ ὁ θεὸς διὰ τὴν μετάνοιαν αὐτοῦ μὴ ἐπάξειν αὐτῷ τὰ
 ἠπειλημένα ἐδήλωσε τῷ προφήτῃ, ἀλλ’ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ παιδὸς αὐτοῦ
ταύτα τελέσειν. 
 Ο δὲ τοῦ Ἄδερ υἱὸς βασιλεὺς Συρίας ἐστράτευ- 
 σεν ἐπὶ τὴν Σαμάρειαν μετὰ βαρείας δυνάμεως καὶ συμμάχων πολλῶν. καὶ πολιορκῶν αὐτὴν
ἔπεμψε πρὸς Ἀχαὰβ λέγων ὅτι “ὁ πλοῦτός σου καὶ αἱ γυναῖκές σου καὶ τὰ τέκνα σου ἐμά ἐστι· λήψομαι
γὰρ πολέμῳ αὐτά. ἂν δ’ ὅσα βούλωμαι παραχωρήσῃς μοι λήψεσθαι, λύσω τὴν πολιορκίαν καὶ
ἀπελεύσομαι.” Αχαὰβ δέ κἀγώ ἔφη καὶ οἱ ἐμοὶ πάντες σοί ἐσμεν. καὶ συναθροίσας τοὺς πρεσβυτέρους τῆς
γῆς, ὅσα πρὸς αὐτὸν διεπέμψατο ὁ πολέμιος ἀνεδίδαξε. τὸ δὲ πλῆθος μὴ πεισθῆναι αὐτῷ συνεβούλευσεν. ὁ
δὲ 
 τοῖς πρέσβεσι τῶν πολεμίων εἶπε μὴ δύνασθαι ποιῆσαι τὸ ἀπαιτούμενον.
τοῦτο ἀγγελθὲν τῷ βασιλεῖ τῆς Συρίας εἰς ὀργὴν ἐκεῖνον ἐκίνησε, καὶ χάρακα βαλεῖν περὶ τὴν πόλιν καὶ
χώματα ἐγείρειν ἐκέλευσε. προφήτου δέ τινος τῷ Ἀχαὰβ φήσαντος παραδιδόναι τόν θεὸν τοὺς
πολεμίους αὐτῷ μετὰ τῶν παιδαρίων τῶν ἡγεμόνων ἐπιόντι αὐτοῖς, ἠρίθμησε τὰ παιδάρια, καὶ εὗρε
διακόσια τριάκοντα δύο. τῶν δὲ πολεμίων εὐωχουμένων καὶ μεθυόντων κατὰ μεσημβρίαν ἐξῆλθεν ὁ Ἀχαὰβ
παραλαβὼν τὰ παιδάρια. ὁ βασιλεὺς δὲ Συρίας ἰδὼν αὐτούς, δεδεμένους τοὺς προσιόντας
παραστῆσαι αὐτῷ τισι τῶν οἰκείων προσέταξεν. οἶ δὲ παῖδες τοῖς ἐπιοῦσι προσμίξαντες πολλοὺς ἀνεῖλον. ἑπομένη δ’ ὄπισθεν τῶν παίδων ἡ πᾶσα δύναμις τοῦ Ἰσραὴλ ἐξαίφνης
κατὰ τῶν Σύρων ὁρμήσασα εἰς φυγὴν αὐτοὺς ἔτρεψεν, ὡς καὶ τόν βασιλέα σφῶν μόλις φυγόντα
σωθῆναι. καὶ ἀναστρέψας ἐκ τῆς διώξεως Ἀχαὰβ τὸ στρατόπεδον τῶν πολεμίων διήρπασε, καὶ ἐπανῆλθε πρὸς
τὴν Σαμά- ρειαν. ὁ δὲ προφήτης αὖθις τοῦ Σύρου αὐτῷ προεῖπεν ἐπέλευσιν. ἤδη δὲ ἐπιστάντος τοῦ ἔαρος ἐπεστράτευσεν αὖθις ὁ Σύρος κατὰ τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἐν
 πεδίῳ ἐσκήνωσεν. εἶπον γὰρ αὐτῷ οἷ περὶ αὐτὸν ἐν ὄρεσι τὸν θεὸν τῶν Ἑβραίων τὴν
δύναμιν ἔχειν, οὐ μέντοι καὶ ἐν κοιλάσι. τοῦ δὲ προφήτου νίκην ἐπαγγελλομένου Ἀχαάβ, ἴνα, φησί, καὶ
ἐν κοιλάσι 
 τὴν ἰσχὺν ἐπιδείξηται ὁ θεός, τὰς μὲν ἄλλας ἡμέρας ἡσύχαζον τὰ στρατόπεδα, τῇ δ’ ἑβδόμῃ
μάχης συρραγείσης φεύγουσιν οἱ Σύροι· καὶ Ἀχαὰβ ἐδίωκε καὶ ἀνῄρει αὐτούς. πολλοὶ δὲ περισωθέντες εἰς
Ἄφεκκα τὴν πόλιν ἐκεῖ διεφθάρησαν τοῦ τείχους ἐπιπεσόντος αὐτοῖς. ὁ δὲ τοῦ Ἄδερ υἱὸς
μετά τινων ὀλίγων φυγὼν ἐκρύβη. οἶ δὲ περὶ ἐκεῖνον σάκκους ἐνδύντες καὶ σχοίνους ταῖς κεφαλαῖς
περιδήσαντες προσῆλθον τῷ Ἀχαάβ, καὶ σώζειν τὸν ἑαυτῶν ἱκέτευον κύριον· ὁ δὲ κατένευσε. κἀκεῖνοι
προσήγαγον τὸν ἀρχηγὸν ἑαυτῶν ἐφ’ ἅρματος ὀχουμένῳ τῷ Ἀχαάβ. ὁ δὲ ἐπὶ τὸ ἄρμα λαμβάνει
αὐτὸν καὶ ἀσπάζεται καὶ θαρρεῖν ἐγκελεύεται. εἶτα ἐπὶ συνθήκαις 
ἀφῆκεν αὐτὸν ἀπελθεῖν, πολλὰ δωρησάμενος. ὁ προφήτης δὲ Μιχαίας τινὰ τῶν ὁμοφύλων ἠξίου
πατάξαι αὐτὸν κατὰ κεφαλῆς. τοῦ δὲ μὴ πειθομένου, ὑπὸ λέοντος αὐτὸν παταχθῆναι προέφη· καὶ γέγονεν
εἰς ἔργον ἡ πρόρρησις. εἶθ’ ἑτέρῳ τὴν αὐτὴν προσῆγεν ἀξίωσιν· πλήξαντος δ’ ἐκείνου, καταδησάμενος
τὴν κεφαλὴν προσῆλθε τῷ Ἀχαάβ, λέγων ἐπὶ φυλακῇ παραλαβεῖν παρὰ τοῦ ταξιάρχου
αἰχμάλωτον, φυγόντος δ’ ἐκείνου τὸν ταξιάρχην αὐτὸν ἀνελεῖν. ὡς δὲ δίκαιον εἶναι τοῦτο εἶπεν ὁ
Αχαάβ, λύσας ἐκεῖνος τὴν κεφαλὴν ἐπεγνώσθη ὡς ὁ προφήτης Μιχαίας ἦν. καὶ ἔφη τῷ Ἀχαάβ “ἐπεὶ τὸν βασιλέα Συρίας ἄνδρα ὀλέθριον ἀτιμώρητον ἀφῆκας, αὐτὸς ἀντ’
ἐκείνου ἀποθανῇ, καὶ ὁ σὸς λαὸς ἀντὶ τοῦ λαοῦ ἐκείνου. ἐλυπήθη τούτων ἀκούσας ὁ Ἀχαάβ. 
ἐπὶ δὲ τριετίαν εἰρήνην ἀγαγών, εἶτα βουληθεὶς τὴν πόλιν Ῥεμμὰθ ὡς αὐτῷ διαφέρουσαν ἀφελέσθαι τῶν
Σύρων, ἠξίου καὶ τὸν βασιλέα τῆς Ἱερουσαλὴμ τὸν Ἰωσαφὰτ συνεκστρατεῦσαι αὐτῷ. κἀκεῖνος κατένευσε,
καὶ συνεβούλευεν ἐρωτῆσαι τὸν θεὸν διὰ προφήτου εἰ εὐδοκεῖ. Ἀχαᾶβ δὲ τοὺς ἑαυτοῦ
συγκαλεσάμενος εἰ πορεύσεται πρὸς πόλεμον ἤρετο. τῶν δὲ νίκην ἐπαγγελλομένων ὁ βασιλεὺς Ἰωσαφὰτ
 προφήτην ἐζήτησε τοῦ κυρίου. Ἀχαὰβ δὲ εἶναι μὲν ἔφη, προσωχθικέναι δ᾿
ἐκείνῳ κακὰ προαγορεύοντι. καὶ ὁ Ιωσαφὰτ κληθῆναι αὐτὸν ἠξίου. κληθέντα δὲ τὸν Μιχαίαν
ἠρώτα ὁ’ Ἀχαὰβ εἰ μαχήσεται ἢ μή. ὁ δέ “ἑώρακα τὸν Ἰσραήλ” ἔφη “διεσπαρμένον ἐν τοῖς ὄρεσιν ὡς
ποίμνιον ἀποίμαντον. ὁ δὲ κύριος εἶπέ μοι τοὺς μὲν σωθήσεσθαι καὶ ἀναστρέψαι, σὲ δὲ μόνον πεσεῖσθαι
 ἐν Ῥεμμάθ.” ταῦτα τοῦ Μιχαίου εἰπόντος ὁ Ἀχαὰβ πρὸς Ἰωσαφὰτ ἔφη ‘οὐκ εἶπόν σοι ὡς κακά
μοι ἀεὶ προφητεύει;” Σεδεκίας δέ τις τῶν ψευδοπροφητῶν ἐρράπισε τὴν σιαγόνα Μιχαίου. ὁ δὲ ἔφη αὐτῷ
“μετ᾿ ὀλίγον ταμεῖον ἐκ ταμείου ἀμείψεις κρυπτόμενος.” ὁ 
 δὲ βασιλεὺς Ἀχαὰβ καθειρχθῆναι αὐτὸν καὶ μέχρις ἂν αὐτὸς
ὑποστρέψῃ προσέταξε. καὶ ὁ Μιχαίας ‘‘ἐὰν ὑποστρέψῃς ἐν εἰρήνῃ σύ” εἶπεν, “οὐκ ἐλάλησε κύριος ἐν
ἐμοί.” ἤδη δὲ πορευθέντων τῶν βασιλέων καὶ ὁ τῶν Σύρων βασιλεὺς αὐτοῖς ἀντιπαρετάξατο,
ἐντειλάμενος τοῖς στρατιώταις αὐτοῦ μηδενὶ πολεμεῖν τῶν ἄλλων ἀλλ’ ἢ μόνῳ τῷ Ἀχαάβ. ὁ δὲ τὴν
βασιλικὴν ἀμείψας στολὴν ἐνεδύσατο ἰδιωτικήν. ἰδόντες δὲ οἶ τῶν Σύρων στρατάρχαι τὸν Ἰωσαφὰτ
κεκοσμημένον βασιλικῶς, ᾠήθησαν εἶναι τὸν Ἀχαὰβ καὶ ἐκύκλωσαν αὐτόν. ὡς δ’ ἔγνωσαν μὴ
ὄντα τὸν βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, ἀνεχώρησαν. εἷς δέ τις τὸ τόξον ἐντείνας βάλλει τὸν
Ἀχαάβ. γνοὺς δὲ καιρίως πληγῆναι, τῷ ἡνιόχῳ ἐκέλευσε τὸ ἄρμα τῆς
μάχης ἐξαγαγεῖν καὶ περὶ δύσιν ἡλίου ἐξέλιπε. καὶ οἱ μὲν Σύροι γνόντες τεθνηκότα τὸν Ἀχαὰβ ἀπῆλθον πρὸς ἑαυτούς, ὁ δὲ τοῦ βασιλέως νεκρὸς κομισθεὶς εἰς
Σαμάρειαν θάπτεται. τὸ δὲ ἄρμα καθῃμαγμένον τῷ φόνῳ τοῦ βασιλέως ἀπέρρυψαν ἐν τῇ κρήνῃ τῆς
Σαμαρείας, καὶ οἴ τε κύνες τὸ αἷμα ἔλειξαν, αἵ τε πόρναι παρὰ τῇ κρήνῃ ἐλούοντο, ὡς 
Ἠλίας προείρηκεν. ἀπέθανε δὲ Ἀχαὰβ ὅπου ὁ Μιχαίας προηγόρευσε, τὸν ὄλεθρον μὴ φυγὼν καίτοι
προρρηθέντα αὐτῷ, βασιλεύσας ἔτη δύο καὶ εἴκοσι. τὴν δὲ βασιλείαν ὁ παῖς αὐτοῦ Ὀχοζίας μετ’ ἐκεῖνον
παρέλαβεν.

Ἰωσαφὰτ δὲ τῷ βασιλεῖ Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τῆς πρὸς Αχαὰβ συμμαχίας ἐπανελθόντι Ἰηοὺ ὁ προφήτης
ἐπενεκάλει ὅτι ἀνθρώπῳ συνεμάχησεν ἀσεβεῖ· ῥυσθῆναι δ’ αὐτὸν ἔλεγε
παρὰ τοῦ θεοῦ, καίτοι τῷ ἔργῳ αὐτοῦ προσοχθίσαντος. ὁ δὲ βασιλεὺς ηὐχαρίστει. εἶτα τὴν
ὑπ’ αὐτὸν περιερχόμενος χώραν τοὺς νόμους τηρεῖν ἐνετέλλετο, καὶ κριτὰς πανταχοῦ καταστήσας δικαίως
κρίνειν προσέταττε. Μωαβιτῶν δὲ καὶ Ἀμμανιτῶν προσλαβομένων καὶ Ἄραβας ἐπελθόντων αὐτῷ, ἐπεκαλεῖτο
τὸν θεὸν εἰς βοήθειαν. προφήτης δέ τις ὑπερμαχῆσαι αὐτοῦ τὸν θεὸν εἶπε, καὶ κελεύει
ἐξαγαγεῖν μὲν τὴν στρατιάν, μὴ συμμί- ξαι μέντοι τοῖς πολεμίοις, ἑστῶτας δ’ ὁρᾶν τὴν θεόθεν
ἐπικουρίαν. ἴωθεν δ’ ἐξελθὼν μετὰ τῆς στρατιᾶς ὁ βασιλεὺς τῇ μὲν
ἵστασθαι ἐνετέλλετο, τοὺς ἱε- 
 ’ρεῖς δὲ προεστάναι τοῦ στρατεύματος μετὰ τῶν σαλπίγγων, καὶ τοὺς Λευίτας καὶ τοὺς
ὑμνῳδοὺς ἅδειν εὐχαριστήριον τῷ θεῷ. οἱ δὲ πολέμιοι κατ’ ἀλλήλων κινηθέντες ἀλλήλους ἀπέκτεινον, ὡς
μηδένα σωθῆναι. Ἰωσαφὰτ δὲ εἰς διαρπαγὴν ἀφῆκε τῇ στρατιά τὴν τῶν ἐναντίων παρεμβολήν.
ἐντεῦθεν ὡς τὸ θεῖον ἔχοντα σύμμαχον δείσαντες αὐτὸν οἱ ἀλλόφυλοι ἠρέμουν. 
 Οχοζίας δὲ ὁ τῶν Ἰσραηλιτῶν βασιλεὺς τοῖς ἑαυτοῦ γονεῦσιν εἰς πονηρίαν ὡμοίωτο. περὶ δὲ τὸ
δεύτερον ἔτος τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἐπέσχον οἱ Μωαβῖται τοὺς φόρους, οὓς εἰσέφερον τῷ πατρὶ αὐτοῦ. νοσήσας δὲ πρὸς τὴν Ἀκκαρῶν θεόν, Μυῖαν ὠνομασμένην,
ἔπεμψεν ἐρωτῶν ἑέ ἀναρρωσθήσεται. Ἠλίας δὲ τοῖς ἐσταλμένοις ὑπαντήσας ἀναστρέφειν ἐκέλευε καὶ λέγειν
 τῷ πέμψαντι πρὸς τὸν τῶν ἀλλοφύλων θεόν, ὡς τῷ Ἰσραὴλ μὴ ὄντος θεοῦ, ὅτι ἐκ τῆς κλίνης
οὐκ ἀναστήσεται. καὶ οἱ ἄνδρες ἐπανελθόντες εἶπον ἃ ἤκουσαν. Ὀχοζίας δὲ τίς ὁ ταῦτα εἰρηκὼς εἴη
ἠρώτα. τῶν δὲ μὴ εἰδέναι φησάντων, τὸ εἶδος τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου λέγειν ἀπῄτει αὐτούς.
εἰπόντων δὲ δασὺν εἶναι καὶ ζώνην δερματίνην περιεζῶσθαι, συνῆκεν ὡς Ἠλίας ἦν. καὶ πέμψας
πεντηκόνταρχον σὺν τοῖς ὑπ’ αὐτὸν ἀχθῆναι τὸν προφήτην ἐκέλευσε. καὶ
ὁ σταλεὶς ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους εὑρὼν αὐτὸν ἥκειν ἐκέλευε πρὸς τὸν βασιλέα.
εὐξαμένου δὲ Ἠλιοὺ πῦρ οὐραυόθεν ῥυὲν διέφθειρε τὸν πεντηκόνταρχον καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ. καὶ ὁ βασιλεὺς
ἕτερον ἔστειλε πεντηκόνταρχον μετὰ τῶν πεντήκοντα· κἀκείνους ὁμοίως πῦρ οὐράνιον ἐδαπάνησε. καὶ
αὖθις τρίτος ἐπέμφθη ταξίαρχος σὺν τοῖς ὑπ’ αὐτόν. ὃς ἐπὶ τὸν προφήτην ἐλθών, πεσὼν
προσεκύνησε καὶ παρῃτεῖτο τὴν ἐξ αὐτοῦ τιμωρίαν, λέγων ἄκων ἥκειν βασιλικῷ πεπεισμένος
κελεύσματι, καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἀπελθεῖν πρὸς τὸν βασιλέα. Ἠλιοὺ δέ, ἀγγέλου αὐτῷ πορευθῆναι
εἰπόντος καὶ μὴ πτοεῖσθαι, κατῆλθεν ἐκ τοῦ ὄρους, καὶ ἀπελθὼν τῷ βασιλεῖ ἔφη “ἐπεὶ πρὸς ἀλλότριον θεὸν ἔστειλας ζητῶν εἰ ζήσεις, ἴσθι ὡς οὐκ ἀναστήσῃ ἐκ τῆς
νόσου, ἀλλὰ τεθνήξῃ. ἀπέθανεν οὖν Ὀχοζίας κατὰ τὴν τοῦ προφήτου πρόρρησιν, τῷ ἀδελφῷ Ἰωρὰμ τὴν
βασιλείαν καταλιπών. ὃς τὰς μὲν στήλας τοῦ Βάαλ, ἃς ἔστησεν Ἀχαὰβ ὁ πατὴρ αὐτοῦ,
συνέτριψε, τἄλλα δὲ ἀσεβὴς καὶ πονηρὸς ἦν καὶ τοῖς γονεῦσι προσεοικώς. 
 Ηλιοὺ δὲ ἀναλαμβάνεσθαι μέλλων ἐπορεύθη μετὰ Ελισσαιέ. καὶ ἐλθὼν εἰς τὸν Ἰορδάνην τῇ μηλωτῇ
 αὐτοῦ τὸ ὕδωρ ἐπάταξε, καὶ διῃρέθη τὸ ὕδωρ, καὶ διῆλθον ἄμφω ἐπὶ ξηρὰς. εἶτα “αἴτησαι”
εἶπε Ελισσαιέ “τί ποιήσω σοι.” ὁ δὲ διπλῆν τὴν ἐν αὐτῷ 
 τοῦ πνεύματος χάριν γενέσθαι ᾔτησεν ἐπ’ αὐτόν. Ηλίας δὲ φορτικὸν
εἶπεν εἶναι τὸ αἴτημα, “πλὴν εἰ ὄψει με ἀναλαμβανόμενον, γενήσεταί σοι.” ἔτι δὲ
λαλούντων αὐτῶν ἅρμα ἔμπυρον σὺν ἵπποις ὁμοίοις ἐπέστη καὶ ἥρπασε τὸν Ἠλίαν. ἀναφερόμενος δὲ τὴν
μηλωτὴν αὐτοῦ ἐπέρριψε τῷ Ἐλισσαιέ. καὶ ὃς λαβὼν αὐτὴν μηκέτι τὸν Ἠλίαν ὁρῶν ὑπέστρεψε. καὶ ἐλθὼν
 εἰς τὸν Ἰορδάνην ἀπόπειραν ἐποιεῖτο εἰ ἔλαβε τὴν χάριν ὡς ᾔτησε, καὶ ἐπάταξε τὸ ὕδωρ τῇ
μηλωτῇ· τὸ δὲ οὐ διῄρητο. καὶ εἶπε “ποῦ ὁ θεὸς Ἠλίου; καὶ ἐπάταξε πάλιν· καὶ διέστη τὸ ὕδωρ,
 καὶ διῆλθεν. ἰδόντες δὲ αὐτὸν υἱοὶ τῶν προφητῶν 
πεντήκοντα εἶπον “ἐπαναπέπαυται τὸ πνεῦμα Ἠλιοὺ ἐπὶ Ἐλισσαιέ,” καὶ ἠκολούθησαν αὐτό. καὶ ἐζήτουν
πορευθῆναι, ἐρευνήσοντες μήποτε ἦρε τὸν Ἠλίαν πνεῦμα κυρίου καὶ ἔρριψεν αὐτὸν ἐφ᾿ ἓν
τῶν ὀρέων ἢ τῶν βουνῶν· Ἐλισσαιὲ δὲ οὐκ ἐπέτρεπεν· ἐγκειμένων δ᾿ ἐκείνων κατένευσε. καὶ ἐπορεύθησαν
πεντήκοντα ἄνδρες καὶ ἐζήτησαν τρεῖς ἡμέρας καὶ οὐχ εὗρον. Ἐλισσαιὲ δὲ ἐν Ἱεριχῷ ἦν. καὶ ἦλθον οἱ
ἄνδρες τῆς πόλεως πρὸς αὐτὸν δεόμενοι μεταβληθῆναι παρ᾿ 
αὐτοῦ τὰ ὕδατα τοῦ τόπου ἐκείνου πονηρὰ ὄντα καὶ ἀτεκνοῦντα. ὁ δὲ ἐν ἀγγείῳ καινῷ ἅλας αὐτῷ
κομισθῆναι ἐζήτησε, καὶ κομισθέντος εἰς τὴν πηγὴν τῶν ὑδάτων καθῆκεν ἅλας ἐπικαλούμενος τὸν θεόν,
καὶ τὰ ὕδατα ἐκ πικρίας εἰς γλυκύτητα μετεβλήθησαν καὶ οὐδὲν αὐτοῖς ἐναπέμεινε
βλαβερόν. ἀπιόντος δέ που τοῦ προφήτου Ἐλισσαιὲ παιδάρια μικρὰ κατέπαιζον αὐτοῦ βοῶντα “ἀνάβαινε,
φαλακρέ.” ἀλγήσας δ᾿ ἐπὶ τούτῳ κατηύξατο αὐτῶν. καὶ ἐξῆλθον ἄρκτοι ἀπὸ τοῦ ὄρους καὶ
ἀπέκτειναν ἐκ τῶν παιδίων δύο καὶ τεσσαράκοντα. 
 Ἰωρὰμ δὲ ὁ υἱὸς Ἀχαὰβ μέλλων κατὰ Μωαβιτῶν ἐκστρατεύειν, Ἰωσαφὰτ τὸν βασιλέα τῆς Ἰουδαίας
ἠξίου συμμαχῆσαι αὐτῷ. ὁ δὲ καὶ τὸν Ἰδουμαίων βασιλέα 
 ὑπείκοντα αὐτῷ προσλαβέσθαι σύμμαχον ἐπηγγείλατο. ἑνωθέντες δ᾿ οἱ
τρεῖς βασιλεῖς διὰ τῆς ἐρήμου ἀπῄεσαν ἐπὶ ἡμέρας ἑπτά. καὶ τὸ ὕδωρ ἐπέλειψε τοῖς στρατεύμασιν. ἦλθον
οὖν πρὸς Ἐλισσαιὲ οἱ τρεῖς βασιλεῖς καὶ ἐδέοντο σώζειν αὐτοὺς καὶ τὴν στρατιάν. ὁ δὲ τῷ
Ἰωρὰμ ἔφη “πρὸς τοὺς τοῦ πατρός σου καὶ τῆς μητρός σου ἄπιθι προφήτας,” καὶ ὤμοσε μὴ ἂν ἀποκριθῆναι
αὐτῷ εἰ μὴ διὰ Ἰωσαφάτ. εἶτα ψάλλοντά τινα κληθῆναι ἐκέλευσε. ψάλλοντος δ᾿ ἐκείνου πνεῦμα κυρίου
ἐνέπνευσε τῷ προφήτῃ, καὶ ἐπέταξε βόθρους πολλοὺς ὀρύξαι παρὰ τὸν χείμαρρον· “ὄψεσθε
γάρ” ἔφη “πλήρη τὸν χείμαρρον οὔτε πνεύματος πνεύσαντος οὔθ’ ὑετοῦ γεγονότος, καὶ
πίεσθε εἰς κόρον, καὶ τῶν ἐχθρῶν κυριεύσετε. καὶ ὁ μὲν οὕτως 
προείρηκεν· ἕωθεν δὲ τῇ ἐπαύριον ὁ χείμαρρος ὑδάτων ἐπέπληστο, καὶ πλημμύρας γενομένης ἅπαν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς ἐκείνης τὸ ὕδωρ ἐκάλυψεν. ἀνατείλαντος δὲ τοῦ ἡλίου πυρώδους καὶ
προσβαλόντος τοῖς ὕδασιν, ἐρυθρὰ ταῦτα πρὸς τὴν αὐγὴν τοῦ ἡλίου ἐφαίνοντο. οἱ οὖν Μωαβῖται ἐν τοῖς
ὄρεσιν ἐστρατοπεδευκότες καὶ ὑψόθεν κατασκοποῦντες, αἷμα τὸ ὕδωρ ὑπολαβόντες, καὶ
νομίσαντες τοὺς βασιλεῖς πρὸς ἀλλήλους μαχέσασθαι καὶ ἀποκτεῖναι ἀλλήλους τοὺς στρατιώτας αὐτῶν,
ὥρμησαν ἀσυντάκτως εἰς τὴν τῶν σκύλων διαρπαγήν. καὶ τῶν ἐχθρῶν περιστάντων αὐτούς, οἱ μὲν
ἀνῃρέθησαν, οἱ δὲ ἔφυγον. οἶ δὲ Ἰσραηλῖται διώκοντες εἰς τὴν Μωαβῖτιν ἐνέβαλον
 καὶ τάς τε πόλεις καθεῖλον καὶ τὴν χώραν ἠρήμωσαν. ὁ βασιλεὺς δὲ
Μωὰβ εἰς τὴν πόλιν ἐπανελθών, τὸν πρωτότοκον υἱὸν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ τεῖχος ἀναγαγὼν ἐξ ἀπογνώσεως ἔθυσε
καὶ ὡλοκαύτωσε τῷ θεῷ. τοῦτο οἱ βασιλεῖς ἰδόντες καὶ τῆς ἀπογνώσεως ἐκεῖνον
οἰκτείραντες ἔλυσαν τὴν πολιορκίαν. Ἰωσαφὰτ δὲ ἐπανελθὼν εἰς Ἱεροσόλυμα τελευτᾷ, ζήσας μὲν ἔτη ἑξήκοντα, βασιλεύσας δ’ ἐκ τούτων πέντε καὶ εἴκοσιν, ἀνὴρ γενόμενος
θεοσεβής τε καὶ δίκαιος. πολλοὺς δὲ παῖδας λιπών, διάδοχον τῆς βασιλείας τὸν
πρεσβύτατον ἐποιήσατο, Ἰωρὰμ κεκλημένον ὁμωνύμως τῷ Ἰσραηλιτῶν βασιλεῖ μητραδέλφῳ ὄντι αὐτοῦ.

Εν Σαμαρείᾳ δὲ τῷ Ἐλισσαίῳ διάγοντι πρόσεισ’ γυνή τις χήρα,
ἀποκλαιομένη ὅτι χρεωστοῦσα καὶ μὴ ἔχουσα τὸ χρέος ἀποδοῦναι τοὺς υἱοὺς ἀφαιρεῖται παρὰ
τοῦ δανειστοῦ, εἰς δούλους αὐῷ ἐσομένους. 
 ὁ δὲ προφήτης τί ἐν τῷ οἴκῳ ἔχει ἠρώτα αὐτήν· ἡ δὲ οὐδὲν ἕτερον ἔφη ἣ βραχύτατον
ἔλαιον. καὶ ἐνετείλατο αὐτῇ χρήσασθαι ἀγγεῖα πολλὰ καὶ ἐπιχεῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ἐν ἅπασι. πεποίηκε τὰ
κελευσθέντα τὸ γύναιον, καὶ πάντα ἐλαίου ἐπλήσθησαν· καὶ ἀνήγγειλε τῷ προφήτῃ τὸ
γεγονός. κἀκεῖνος ἀποδόσθαι τὸ ἔλαιον συνεβούλευσε καὶ ἀποτῖσαι τὸ χρέος καὶ τῷ περισσῷ εἰς
διοίκησιν χρήσασθαι. ξενισθεὶς δὲ παρὰ τῆς Σουμανίτιδος καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτῆς ἀναπαυόμενος μὴ
ἐχούσης παῖδα, προεῖπεν αὐτῇ συλλήψεσθαι καὶ τεκεῖν υἱόν. καὶ κατὰ τὴν τοῦ προφήτου
πρόρρησιν ἔτεκεν. ἁδρυνθὲν δὲ τὸ παιδίον τέθνηκεν· ἡ δὲ γυνὴ πρὸς τὸν
Ἐλισσαῖον εἰς τὸ Καρμήλιον ἀπελήλυθεν, καὶ πεσοῦσά παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ τὴν συμφορὰν ἀπεκλαίετο. ὁ
δὲ τῷ φοιτητῇ αὐτοῦ Γιεζὶ ἐνετείλατο ἀπελθεῖν, δοὺς αὐτῷ τὴν ἑαυτοῦ βακτηρίαν, ἵνα
ἐπίθηται αὐτὴν τῷ τεθνεῶτι παιδί. καὶ ἡ γυνὴ ὤμοσε μὴ ὑποστρέψαι, εἰ μὴ αὐτὸς αὐτῇ συμπορεύσεται.
ἐπείσθη οὑν ὁ προφήτης, καὶ ἀπελθὼν εὗρε τὸ παιδάριον ἀνακεκλιμένον ἐν τῇ κλίνῃ αὐτοῦ· καὶ
προσευξάμενος ἀνέβη ἐπὶ τὴν κλίνην καὶ συνανεκλίθη τῷ παιδαρίῳ καὶ ἐνεφύσησεν εἰς αὐτό.
καὶ ἑπτάκις οὕτω τοῦ προφήτου ποιήσαντος ἀνεζωώθη ὁ τεθνηκώς, καὶ ἔδωκεν αὐτόν τῇ μητρὶ αὐτοῦ ζῶντα.
ἐκεῖθεν ἀπῆλθεν εἰς Γάλγαλα. καὶ ἦν λιμός, καὶ οἱ υἱοὶ τῶν προφητῶν
ἥκασι πρὸς αὐτόν. ὁ δὲ τῷ διακόνῳ αὐτοῦ ἐπέταξεν ἑτοιμάσαι αὐτοῖς ἕψημα. καὶ συνέλεξεν
ἐκεῖνος ἐκ τοῦ ἀγροῦ λάχανα, οἶς καὶ τολύπη συναναμέμικτο· ἡ δὲ βοτάνη ἐστὶ δηλητήριος· καὶ ἑψήσας
προσήγαγε τοῖς ἀνδράσιν. ἐσθίοντες δὲ ἐπέγνων τὴν τολύπην, καὶ πρὸς τὸν προφήτην ὡς
τεθνηξόμενοι ἐξεβόησαν. ὁ δὲ ἄλευρον κελεύσας ἐμβαλεῖν εἰς τὸν λέβητα ἐπέτρεψε φαγεῖν, 
καὶ οὐδενί τι γέγονεν ἐκ τῆς τροφῆς πονηρόν. δ᾿ αὐτῷ τινος ἄρτους εἴκοσι καὶ παλάθας, ἐνετείλατο τῷ
ὑπηρέτῃ αὐτοῦ παραθεἶναι τῷ λαῷ ταῦτα. τοῦ δέ, τί ἂν γένοιτο ταῦτα πρὸς ἄνδρας 
 ἑκατόν, εἰρηκότος, δός εἶπε “ταῦτα, καὶ κορεσθήσονται γὰρ καὶ καταλείψουσι
περισσεύματα.” καὶ εἰς ἔργον ὁ λόγος ἐγένετο. 
 Νεεμὰν δὲ μέγας ὢν παρὰ τῷ βασιλεῖ Συρίας λελέπρωτο. καὶ νεάνιδος αἰχμαλωτισθείσης
Ἰσραηλίτιδος ἡ γυνὴ Νεεμὰν δούλην ἔσχεν αὐτήν. ἥτις ἔφη πρὸς τὴν κυρίαν αὐτῆς ὡς ἑέ
ἀπῆλθεν ὁ κύριός μου πρὸς τὸν προφήτην Ἐλισσαιέ, ἀπηλλάγη ἂν τῆς νόσου αὐτοῦ. ἡ δὲ τῷ ἀνδρὶ τοὺς
λόγους ἀπήγγειλε τῆς νεάνιδος, καὶ Νεεμὰν τὰ λαληθέντα τῷ βασιλεῖ Συρίας ἀνήνεγκε. καὶ
ὁ βασιλεὺς ἐπιστολὴν ἐκτίθεται περὶ τοῦ θεραπευθῆναι τὸν Νεεμὰν πρὸς τὸν βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ. Νεεμὰν
δὲ λαβὼν δέκα Τάλαντα ἀργυρίου καὶ ἑξάκις χιλίους χρυσοῦς καὶ δέκα
ἀλλασσομένας στολάς, ἐπορεύθη ἐπὶ Σαμάρειαν καὶ τὴν ἐπιστολὴν τῷ βασιλεῖ ἐνεχείρισεν. ὁ
δὲ ἀναγνοὺς αὐτὴν διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, λέγων ὅτι “πρόφασιν καθ’ ἡμῶν ὁ βασιλεὺς Συρίας ζητεῖ.”
Ἐλισσαιὲ δὲ ταῦτα μαθών “ἐλθέτω πρός με ὁ Νεεμάν” μεμήνυκε τῷ βασιλεῖ Ἰσραήλ. καὶ ἐλθόντι στείλας
δεδήλωκεν ἀπελθεῖν εἰς τόυ Ἰορδάνην καὶ λούσασθαι ἑπτάκις, καὶ οὕτω τῆς λέπρας
ἀπαλλαγήσεσθαι. ὠργίσθη δὲ Νεεμὰν ὅτι μὴ ἐξῆλθε πρὸς αὐτὸν ὁ προφήτης καὶ ηὔξατο καὶ ἐπέθετο αὐτῷ
τὴν χεῖρα, καὶ ἀγανακτῶν ὑπεχώρει, λέγων οὐκ εἰσὶ παρ’ ἡμῖν ποταμοὶ ὑπὲρ τὸν Ἰορδάνην;
πορευθεὶς λούσομαι ἐν 
 αὐτοῖς καὶ καθαρισθήσομαι.’ ὑποχωροῦντι δὲ εἶπον αὐτῷ οἱ θεράποντες
“ποίησον τὸν τοῦ προφήτου λόγον, ῥᾴδιον ὄντα.” καὶ κατέβη Νεεμὰν καὶ ἐβαπτίσατο ἐν τῷ
Ἰορδάνῃ ἑπτάκις, καὶ ἐκαθαρίσθη· καὶ ἀναστρέψας ηὐχαρίστει τό προφήτῃ, καὶ μὴ εἶναι θεὸν ἕτερον
ὡμολόγει παρὰ τὸν ἐν τῷ Ἰσραήλ, καὶ ἠξίου αὐτὸν λαβεῖν τι ἐξ ὧν ἐκόμιζεν· ὁ δὲ ἆπηνήνατο. καὶ ὑπέστρεψε Νεεμάν. Γιεζὶ δὲ κατεδίωξεν αὐτὸν καὶ εἶπεν “ὁ προφήτης ἀπέστειλέ με λήψεσθαι ἀπὸ
σοῦ τάλαντον ἀργυρίου καὶ δύο στολάς, δοθησόμενα δεομένοις τισὶν ἄρτι προσελθοῦσιν αὐτῷ.” καὶ ἔδωκεν
αὐτῷ Νεεμάν· καὶ ὑπέστρεψε Γιεζὶ πρὸς 
 Ἐλισσαιέ, ἔγνω δὲ ὁ προφήτης ὃ εἴργαστο τῷ Γιεζί, καὶ εἶπεν αὐτῷ ὅτι
ἔλαβες τὸ ἀργύριον καὶ τὰ ἱμάτια ἀπὸ τοῦ Νεεμάν, ἡ λέπρα ἐκείνου κολληθήσεται σοὶ καὶ τῷ σπέρματί
σου.” καὶ ἐξῆλθε λελεπρωμένος. 
 Οἱ υἱοὶ δὲ τῶν προφητῶν οἱ μετὰ Ἐλισσαίου ἐπορεύθησαν εἰς τόν Ἰορδάνην τεμεῖν
ξύλα, ὡς ἂν ποιήσωσιν ἑαυτοῖς σκηνάς· καὶ ὁ Ἐλισσαῖος αὐτοῖς συμπεπόρευτο. τεμνόντων δὲ τὰ ξύλα ἑνὸς
τὸ τῆς ἀξίνης σιδήριον ἐνέπεσεν εἰς τὸν ποταμόν. καὶ ὁ τῆς ἀξίνης κύριος τὸν προφήτην ἐπεκαλέσατο,
καὶ τὸν τόπον ὑπέδειξεν αὐτῷ ἐν ᾧ κατέδυ ὁ σίδηρος. ὁ δὲ ξύλον λαβὼν ἐνέβαλεν ἐκεῖ. καὶ
ἀνέδυ τὸ σιδήριον, καὶ ἐπιπολάσαν ἔλαβεν αὐτὸ ὁ ἀπολέσας αὐτό. 
 Ο δὲ βασιλεὺς Συρίας ἐνέδραν ἐκάθισεν, ἴν ἕλῃ τὸν
βασιλέα τὸν Ἰωράμ. ἀπέστειλε δὲ ὁ προφήτης πρὸς Ἰωρὰμ φυλάττεσθαι αὐτῷ ἐντελλόμενος καὶ
μὴ ἀπιέναι πρὸς θήραν. καὶ ὁ μὲν οὐκ ἐξῄει, Ἄδερ δὲ τῆς ἐπιβουλῆς ἁμαρτὼν τοὺς οἰκείους ὑπώπτευέ
γίνεσθαι προδότας τῶν βεβουλευμένων αὐτῷ. σησάντων δ᾿ ἐκείνων οὐκ αὐτούς, ἀλλὰ τὸν προφήτην
Ἐλισσαῖον μηνύειν αὐτῷ τὰ ἀπόρρητα, στέλλει ἐν Δοθαῒν στράτευμα, ἵν᾿ αὐτὸν λάβοιεν.
ἰδὼν δὲ τὸν λαὸν κύκλῳ τῆς πόλεως ὁ τοῦ προφήτου διάκονος, περιδεὴς ἀφίκετο πρός αὐτὸν
ἀπαγγέλλων τὸ πρᾶγμα. ὁ δέ “μὴ δέδιθι ἴφη, καὶ ἱκέτευσε τὸν θεὸν δεῖξαι τῷ διακόνῳ αὐτοῦ ὅπως
φυλάττεται παρ’ αὐτοῦ. καὶ δέδωκεν ὁ θεὸς τῷ θεράποντι τοῦ προφήτου χάριν ἰδεῖν αὐτὸν
ἄρμασι καὶ ἵπποις πυρίνοις κεκυκλωμένον. ἠμαύρωσε δὲ προσευξάμενος ὁ
προφήτης καὶ τὰ ὄμματα τῶν ἐχθρῶν, καὶ ἐξελθὼν πρὸς αὐτοὺς ἔφη ῾ ἀκολουθεῖτέ μοι καὶ δώσω τὸν
Ἐλισσαῖον ὑμἰν.” οἶ δὲ εἵποντο καὶ τὰς ὄψεις βεβλαμμένοι καὶ τὴν διάνοιαν. ἀπαγαγὼν δὲ
αὐτοὺς εἰς Σαμάρειαν περιστῆσαι αὐτοῖς τὴν αὐτοῦ δύναμιν τῷ βασιλεῖ ἐνετείλατο. καὶ τὸν θεὸν ᾔτει
περιαιρεθῆναι τὴν ἀχλὺν ἐκ τῶν ὀμμάτων αὐτῶν. περιαιρεθείσης δὲ εἶδον ἑαυτοὺς οἱ Σύροι
μέσον περιειλημμένους τῶν πολεμίων. Ἐλισσαῖος δὲ οὐδένα ἐπιθέσθαι αὐτοῖς παρεχώρησε, ξενίσαι δὲ
μᾶλλον καὶ ἀπολῦσαι ἀπαθεῖς συνεβούλευσε. φιλοτίμως οὖν ὁ Ἰωρὰμ ἑστιάσας αὐτοὺς κατὰ τὸν τοῦ
προφήτου λόγον ἀφῆκεν. οἱ δὲ 
 ἀπῆλθον καὶ τὰ γεγονότα τῷ ἑαυτῶν βασιλεῖ διηγήσαντο· καὶ ἐξεπλάγη.

Μετὰ ταῦτα δὲ πανστρατιᾷ παρελθὼν εἰς Σαμάρειαν ὁ βασιλεὺς Συρίας ἐπολιόρκει αὐτήν. καὶ
ἐγένετο λιμὸς σφοδρότατος ἐν αὐτῇ, ὥστε κεφαλὴν ὄνου πεντήκοντα νομισμάτων ἀργύρου
πραθῆναι, καὶ ξέστην κόπρου περιστερῶν πέντε νομισμάτων ὁμοίων. τοῦ δὲ βασιλέως Ἰωρὰμ περιιόντος τὸ
τεῖχος ἐβόησε γύναιον ‘‘σῶσον, ὦ βασιλεῦ.” ὁ δὲ νομίσας τροφὴν αἰτεῖν τὴν γυναῖκα ‘‘πόθεν σε σώσω”
βλασφημήσας αὐτὴν ἔφη “μήτε ἅλωνός μοι μήτε ληνοῦ 
 ὑπαρχούσης;” τῆς δὲ κρίσιν αἰτεῖν εἰπούσης, λέγειν 
ἐπέτρεψε. καὶ ἡ γυνή “συνθήκας” εἶπεν “ἐθέμην μεθ’ ἑτέρας γυναικὸς γειτνιώσης μοι θῦσαι τὰ τέκνα
ἡμῶν καὶ ἀνὰ μίαν ἡμέραν ἀλλήλας θρέψαι. κἀγὼ μὲν τὸ ἐμὸν ἔθυσα, ἡ δὲ παραβαίνει τὰ ὡμολογημένα.”
 τούτων ἀκούσας ὁ βασιλεὺς ὑπερήλγησε καὶ τὴν ἐσθῆτα διέρρηξε, καὶ κατὰ τοῦ προφήτου
ἐξώρ- γιστο, ὅτι μὴ δέοιτο τοῦ θεοῦ λῦσαι τὴν κάκωσιν, καὶ τὸν
ἀποκτενοῦντα αὐτὸν ἔπεμψεν. Ἐλισσαῖος δὲ τοῖς φοιτηταῖς ὁμιλῶν προεῖπεν αὐτοῖς ὅτι ὁ τοῦ φονέως υἱὸς κτανεῖν με ἀπέστειλεν, ἀλλ’ ὑμεῖς τὴν θύραν κλείσαντες κωλύσατε τὴν εἴσοδον τῷ σφαγεῖ·
ἕψεται γὰρ μεταμεμελημένος ὁ βασιλεύς. καὶ οἱ μὲν κατὰ τὸν τοῦ προφήτου λόγον ἐποίησαν, Ἰωρὰμ δὲ
μετα- βουλευσάμενος σπεύδων πρὸς τὸν προφήτην ἀφίκετο καὶ ᾐτιᾶτο αὐτὸν ὅτι μὴ δέοιτο τοῦ θεοῦ λῦσαι σφίσι τὰ λυπηρά. ὁ δέ “αὔριον” ἔφη “δύο σάτα
κριθῆς πραθήσεται σίκλου, καὶ σεμιδάλεως σάτον σίκλου. καί τις τῶν ἑπομένων τῷ βασιλεῖ ἄπιστα ἔφη
λέγεις, προφῆτα.” ὁ δέ “ὄψει μέν’ ἔφη “τὰ ἐπηγγελμένα, οὐκ ἀπολαύσεις δὲ αὐτῶν διὰ τὴν
ἀπιστέαν. κατὰ δὲ τὴν νύκτα ἐκείνην κτύπον ἁρμάτων, ἕππων τε καὶ ὅπλων, καὶ πλήθους ἀλαλαγμὸν
ἐνεποίησεν ὁ θεὸς τῶν Σύρων ταῖς ἀκοαῖς. οἱ δὲ συμμαχικὸν προσλαβέσθαι πολὺ τὸν Ἰωρὰμ οἰηθέντες καὶ
ἐπέρχεσθαι σφίσι, λιπόντες τὸ στρατόπεδον περιδεῶς ἀπεδίδρασκον. λεπροὶ δὲ τέσσαρες
ἄνδρες ἔξω τῆς πόλεως ἦσαν, τοῦ νόμου τοὺς λεπροὺς κελεύοντος
ἐξωθεῖσθαι τῶν πόλεων. οἱ γοῦν λεπροὶ ἐκεῖνοι ἤδη φθειρόμενοι τῷ λιμῷ προσελθεῖν τῇ τῶν Σύρων
παρεμβολῇ ἐβουλεύσαντο, λέγοντες ὡς “ἢ φείσονται ἡμῶν καὶ τραφέντες ζησόμεθα, ἢ
ἀναιρεθέντες τόν κακῶν ἀπαλλαγησόμεθα.” ἧκον οὖν ὄρθρου πρὸς τὸ τῶν Σύρων στρατόπεδον,
καὶ οὐδεὶς αὐτοῖς ἑωρᾶτο· παρῆλθον εἰς μίαν σκηνήν, καὶ κενὴν ἀνθρώπων κατέλαβον· ἐξ ἐκείνης εἰς
ἑτέραν μετέβησαν, ἔρημον οὖσαν εὑρήκασι· καὶ εἰς πλείους δὲ μεταβάντες ὡς οὐδενὶ
ἐνετύγχανον, πρῶτον μὲν ἔφαγόν τε καὶ ἔπιον, εἶτα χρυσίον τε καὶ ἀργύριον καὶ ἱμάτια λαβόντες
ἐκεῖθεν ἔκρυψαν, καὶ οὕτως εἰς τὴν πόλιν ἐλθόντες τὸ γεγονὸς ἀνεκήρυττον. ὁ δὲ βασιλεὺς 
 ἀκούσας ἐνέδραν εἶπεν εἶναι τοῦτο τῶν πολεμίων, καὶ μὴ προιέναι διεκελεύετο, τοὺς δὲ
κατασκοπήσοντας ἔπεμψεν. οἳ ἀπελθόντες ἐνέτυχον μὲν οὐδενὶ παρὰ τὴν ὁδόν, πλήρη δὲ αὐτὴν ἱματίων καὶ
σκευῶν εὕρισκον. ταῦτα μαθὼν ὁ βασιλεὺς διαρπάσαι τὴν παρεμβολὴν τῷ πλήθει ἐπέτρεψεν.
ὅθεν τοσαύτη ἀφθονία ἐγένετο τῶν ἀναγκαίων ὡς δύο σάτα κριθῆς σίκλου πωλεῖσθαι, σάτον δὲ τὸ δὲ σάτον
ἐστὶν Ἰταλικὸν ἡμιμέδιμνον. μόνος δὲ τῆς ἀφθονίας ἐκείνης οὐκ ἀπώνατο ὁ τοῦ βασιλεώς 
τριστάτης, κατὰ τὸν τοῦ προφήτου λόγον, ὃς τῇ αὐτοῦ προρρήσει ἠπίστησε· συρρεύσαντος γὰρ τοῦ πλήθους ἐπὶ τὴν πύλην τῆς πόλεως συνεπατήθη καὶ τέθνηκεν. 
 Ο δὲ βασιλεὺς Δαμάσκου μετὰ ταῦτα ἐνόσησε. καὶ ὁ Ἐλισσαῖος ἀπῆλθε τότε πρὸς
Δαμασκόν· καὶ ἤκουσεν ὁ νοσῶν περὶ τοῦ προφήτου, καὶ ἀπέστειλεν Ἀζαὴλ τὸν ἐντιμότερον τῶν θεραπόντων
αὐτοῦ πρὸς αὐτόν, ἐρωτῶντα εἰ ζήσεται. ἔπεμψε δὲ αὐτῷ καὶ δῶρα πολλά. ἐρωτηθεὶς δὲ ὁ προφήτης
τεθνήξεσθαι μὲν τὸν νοσοῦντα βασιλέα προεῖπε, τῷ Ἀζαὴλ ἐνετέλλετο μηδὲν ἐκείνῳ εἰπεῖν·
αὐτὸς δὲ ἔκλαιε. καὶ ἐρωτηθεὶς παρὰ τοῦ Ἀζαὴλ τοῦ κλαυθμοῦ τὴν αἰτίαν, 
 θρηνεῖν ἔφη προορῶν ὅσα ἐκ σοῦ συμβήσεται τοῖς Ἰσραηλίταις
δεινά· σὺ γὰρ βασιλεὺς ἔσῃ Συρίας. ὑποστρέψας δὲ Ἀζαὴλ πρὸς τὸν κύριον αὐτοῦ ἀπήγγειλε φάναι τὸν
προφήτην ὡς ζήσεται. τῇ δ’ ἐπιούσῃ δίκτυον αὐτῷ ἐπιβαλὼν διάβροχον, τὸν μὲν ἀπέπνιξεν, 
αὐτὸς δὲ τῆς βασιλείας ἐπείληπτο.

Ὁ δὲ τοῦ Ἰοῦδα βασιλεὺς Ἰωράμ, ἡ γὰρ αὐτὴ κλῆσις ἀμφοῖν τοῖν βασιλέοιν προσῆν, εἰς ἀσέβειαν
ἐξεκυλίσθη παρὰ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Γοθολίας, θυγατρὸς οὔσης τοῦ Ἀχαάβ, καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ
ἀνεῖλε καὶ τοὺς πατρῴους θεράποντας, καὶ τὸν λαὸν συνασεβεῖν αὐτῷ κατηνάγκαζεν. οὕτω δὲ
βιοῦντι ὁ προφήτης ἐπέστειλε, μηνύων αὐτῷ τὸν ἐσόμενον ὄλεθρον 
 καὶ τὴν τῶν γυναικῶν αὐτοῦ καὶ τῶν τέκνων φθορὰν διὰ τὴν
ἀσέβειαν καὶ τὴν τοῦ λαοῦ κάκωσιν· ἃ καὶ εἰς ἔργον ἐξέβησαν, Ἀράβων ἐπιστρατευσάντων τῇ
Ἰουδαίᾳ, ἑνὸς τῶν υἱῶν αὐτοῦ περισωθέντος τοὐ Ὀχοζίου. Ἰωρὰμ δὲ μετὰ ταῦτα νοσήσας, ὡς ὁ προφήτης
προείρηκε, βιαίως ἐξέψυξε, ζήσας μὲν ἐνιαυτοὺς τεσσαράκοντα, βασιλεύσας δὲ ὀκτώ. ἡ δ᾿ ἀρχὴ τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ὀχοζίᾳ περιελήλυθεν. 
 Ἰωρὰμ δὲ τῷ ἑτέρῳ, τῷ τῶν Ἰσραηλιτῶν βασιλεῖ, κατὰ τῶν Σύρων στρατεύσαντι συνέβη τοξευθῆναι
ἐν τῷ πολέμῳ. καὶ ὁ μὲν ἀνεχώρησε θεραπευθησόμενος τὴν πληγήν, ἡγεμόνα τῆς στρατιᾶς καταλείψας Ἰηοῦν τὸν τοῦ Ἀμασῆ· Ἐλισσαῖος δ’ ἕνα τῶν μαθητῶν ἔπεμψε χρίσοντα εἰς βασιλέα τὸν Ἰηοῦν, ὡς
τοῦ C θεοῦ αὐτὸν ᾑρημένου. ὁ δ’ ἐλθὼν ἰδίᾳ τῶν ἄλλων ἀπολαβὼν τὸν Ἰηοῦν, ὡς δή τι λέξων αὐτῷ μυστι-
 
 κώτερον, εἰς τὸ ταμιεῖον εἰσδὺς τὸ ἔλαιον κατέχεε τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς, φήσας αἱρεῖσθαι
τὸν θεὸν εἰς βασιλέα αὐτόν, ἵν’ ἀφανίσῃ τὸ γένος τοῦ Ἀχαάβ. καὶ ὁ μὲν ἄμα τε εἶπε καὶ ἐκ τοῦ
ταμιείου σπουδαίως ἐξέδραμε, πυνθανομένων δὲ τῶν σὺν αὐτῷ τί ἂν βούλοιτο ὁ καλέσας
αὐτόν, καὶ μεμηνότι παρεικαζόντων ἐκεῖνον, “ὀρθῶς ἐκρίνατε” ἔφη, “ἐπεὶ καὶ λόγους μοι μεστοὺς μανίας
ἀπήγγειλεν· εἴρηκε γὰρ βασιλέα με χειροτονεῖν τὸν θεόν.’ καὶ ὁ λαὸς ἀκούσας ταῦτα 
σαλπίζων ἀνηγόρευε βασιλέα τὸν Ἰηοῦν. ὁ δὲ αὐτίκα τοὺς λογάδας τῶν
ἰππέων παραλαβὼν ἐξώρμησεν, ἵν ἀθρόον ἐπέλθῃ τοῖς περὶ τὸν Ἰωράμ. τοῦ δὲ σκοποῦ τῷ Ἰωρὰμ ἱππεῖς
ἥκειν φήσαντος, ἔστειλέ τινα ἐκεῖνος ἐρωτῶντα τί ἂν βούλοιντο. Ἰηοῦς δὲ μηδὲν ἀποκριθεὶς ἕπεσθαι αὐτῷ προετρέπετο. εἶτα καὶ δεύτερον ἔστειλεν· οὐδ’ ἐκείνου δὲ ἀναστρέψαντος, αὐτὸς ὁ
Ἰωρὰμ τοῦ ἄρματος ἐπιβάς, σὺν Ὀχοζίᾳ ἐλθόντι πρὸς ἐπίσκεψιν αὐτοῦ, ἀδελφῆς αὐτοῦ ὄντι υἱῷ,
συνήντησεν ἐν ἀγρῷ Ναβουθαὶ τῷ Ἰηοῦ, καὶ ἤρετο περὶ τῆς στρατιᾶς ὅπως ἔχει· ὁ δὲ
βλασφημίας αὐτοῦ κατέχεεν. Ἰωρὰμ δὲ στραφεὶς ἀπεδίδρασκε δεδιώς. καὶ Ιηοῦς τὸ τόξον ἐντείνας βάλλει αὐτόν. καὶ τοῦ ἅρματος ἐκπεσὼν τέθνηκε, καὶ ἐρρίφη εἰς
τὸν τοῦ Ναβουθαὶ ἀγρὸν κατὰ τὴν πρόρρησιν Ἠλιού, ἣν πρὸς Ἀχαὰβ ἐποιήσατο. καὶ Ὀχοζίαν
δὲ φεύγοντα ἐτόξευσεν Ἰηοῦ, καὶ ἐκ τῆς πληγῆς μετὰ μικρὸν ἐτελεύτησεν, ἕνα βασιλεύσας ἐνιαυτόν.
Ἰεζάβελ δ᾿ ἐκ ’τον πύργου προκύπτουσα, κεκαλλωπισμένη πρὸς τὸ ἐπαγωγότερον, “ἀγαθός εἶπε “δοῦλος ὃς
τὸν δεσπότην ἀνεῖλεν.” Ἰηοὺ δὲ ἄνωθεν αὐτὴν ῥῖψαι τοῖς εὐνούχοις προσέταξε. καὶ
καταφερομένης αὐτῆς περιερράνθη τὸ τεῖχος τῷ αἵματι· ἡ δὲ τέθνηκεν. Ἰηοὺ δὲ 
 ταφῆναι αὐτὴν προστάξαντος διὰ τὸ γένος αὐτῆς τὸ βασίλειον, οἱ
προσταγέντες οὐδὲν εὗρον ἐκ τοῦ σώματος αὐτῆς ἢ μόνα ὀστᾶ· ὑπὸ γὰρ κυνῶν διεσπάρακτο, ὡς Ἠλιοὺ
προεφήτευσεν. 
 Ἦσαν δ᾿ ἐν Σαμαρεέᾳ τῷ Ἀχαὰβ υἱοὶ ἑβδομήκοντα. ἐπέστειλεν οὖν Ἰηοὺ τοῖς
ἄρχουσι Σαμαρείας καὶ τοῖς παιδαγωγοῖς τῶν υἱῶν Ἀχαάβ, δηλῶν τὸν κρείττω τούτων βασιλεῦσαι αὐτούς.
πειρώμενος δὲ τῶν ἀνδρῶν ἔγραψε ταῦτα. οἱ δὲ αὐτὸν ἔχειν δεσπότην ἀντέγραψαν. καὶ αὖθις ἐπέστειλεν
Ἰηού, εἰ δουλείαν ὁμολογοῦσιν αὐτῷ, τὰς κεφαλὰς πάντων τῶν παίδων τοῦ Ἀχαὰβ κομίσειν
αὐτῷ. κἀκεῖνοι τὸ ἐπιταχθὲν πεποιήκασιν. ὁ δὲ πρὸ τῆς πύλης τῆς πόλεως τεθῆναι τὰς κεφαλὰς ἐν δυσὶ τόποις ἐκέλευσε. καὶ τούτου γενομένου προελθών “ἐγὼ μὲν” εἶπε
“τὸν βασιλέα ἀνῄρηκα, οὗτοι δὲ κατὰ τὴν πρόρρησιν τοῦ προφήτου ἀπώλοντο·” καὶ πάντας δὲ
τοὺς συγγενεῖς Ἀχαὰβ ἐρευνήσας ἀπέκτεινεν Ἰηού. ἀπιόντι δὲ αὐτῷ εἰς Σαμάρειαν συναντᾷ Ἰωναδάβ, καὶ
προσειπὼν εὐλόγησεν αὐτὸν ὅτι ἐξωλόθρευσε τὸ γένος τοῦ Ἀχαάβ. 
 
 Εἶτα ἵνα μή τις λάθῃ τῶν ψευδοπροφητῶν καὶ τῶν ἱερέων
τοῦ Βάαλ, θυσίαν ἐκήρυξε μέλλειν θῦσαι πολυτελῆ, καὶ πάντας τοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ καὶ τοὺς προφήτας
παρεῖναι ἐκέλευσεν· εἰ δέ τις μὴ παρείη, θάνατον εἶναί οἱ ἔφη τὸ ἐπιτίμιον. ἀθροισθεῖσι δὲ ἐνδύματα δούς, καὶ μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸν οἶκον ἀπελθὼν τοῦ Βάαλ, μή τινα αὐτοῖς ἕτερον ἀναμεμῖχθαι προσέταξεν. τῶν δὲ μηδένα παρεῖναι φησάντων ἕτερον, στρατιώτας
περιέστησεν ἔξω, κελεύσας ἀποκτεῖναι τοὺς ἔνδον. οἳ ἐκείνους τε πάντας ἀνεῖλον καὶ τὸν
οἶκον τοῦ Βάαλ ἐνέπρησαν καὶ τὴν στήλην αὐτοῦ· τὰς δὲ χρυσᾶς δαμάλεις οὐ περι- εἷλεν.
ὁ δὲ θεὸς αὐτῷ ἐπηγγείλατο τὸν οἶκον ἐξαφανίσαντι Ἀχαὰβ ἐπὶ τετάρτην γενεὰν τῶν παίδων αὐτοῦ
διαρκέσειν τὴν βασιλείαν.

Οὕτω μὲν οὖν τὸ γένος ἐξωλοθρεύθη τοῦ Ἀχαάβ· ἡ δὲ θυγάτηρ ἐκείνου Γοθολία, ἣ
Ὀχοζίᾳ συνῴκει τῷ τῆς Ἱερουσαλὴμ βασιλεῖ, θανόντος ἐκείνου τῆς βασιλείας Ἰούδα ἐγκρατής οὖσα,
σπούδασμα ἔθετο καὶ αὐτὴ τὸ γένος ἐξολοθρεῦσαι τὸ τοῦ Δαβίδ. καὶ χωρὶς ἑνὸς ἀπέκτεινεν ἅπαντας. ἡ γὰρ ἀδελφὴ Ὀχοζίου Ἰωσαβεὲ καλουμένη, ἀναιρουμένων
τῶν υἱῶν τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῆς, ἠδυνήθη ἔνα νήπιον ὄντα, ὄνομα Ιωάς, ἀποκρύψαι, καὶ ἔτρεφεν αὐτὸν ἐπὶ
ἔτη ἒξ λεληθότως. ἐν δὲ τῷ ἑβδόμῳ Ἰωδαὲ ὁ ἀρχιερεύς, ᾧ συνῴκει ἡ Ἰωσαβεέ, προσκαλεσάμενός τινας τῶν
ἑκατοντάρχων, ὑπέδειξεν ἐκείνοις τὸν Ἰωάς, καὶ κοινολογησάμενος τοῖς ἀνδράσι πείθει τῇ
μὲν Γοθολίᾳ ἐπαναστῆναι, τῷ δὲ παιδὶ τὴν πατρῴαν βασιλείαν ἐπανασώσασθαι. οἳ καὶ ὅρκοις τὰς
ὁμολογίας πιστώσαντες ἀπῆλθον καὶ συνήθροισαν τοὺς ἱερεῖς καὶ Λευίτας καὶ φυλάρχους
πρὸς τὸν Ἰωδαέ. ὁ δὲ αὐτοῖς τὸν Ιωὰς ἐνεφάνισε λέγων “οὗτος ὑμῖν βασιλεὺς ἐκ σπέρματος τοῦ Δαβίδ.” καὶ τὸ ἱερὸν περιεκύκλωσε τῷ λαῷ, μέσον δὲ στήσας τὸν Ἰωὰς
διάδημά τε αὐτῷ περιέθετο καὶ τὸ τῆς χρίσεως ἔλαιον καταχέας αὐτοῦ βασιλέα ἀπέδειξε·
καὶ ὁ λαὸς ἐπευφήμησε. τῆς δὲ βοῆς ἡ Γοθολία ἀκούσασα, τῶν βασιλείων τεθορυβημένη ἐξέθορεν, ἑπομένης
αὐτῇ καὶ τῆς στρατιὰς. ἐλθοῦσαν δὲ εἰς τὸ ἱερὸν τὴν μὲν ἐντὸς οἱ ἱερεῖς είσεδέξαντο, τοῖς δὲ περὶ
αὐτὴν τὸ πλῆθος ἀπεῖρξε τὴν 
 εἴσοδον. ἡ δὲ τὸν παῖδα ἐστεμμένον ἰδοῦσα ἠπείλησεν ἀνελεῖν τοὺς τὴν ἀρχὴν αὐτῆς
ἐπικεχειρηκότας. Ἰωδαὲ δὲ τοῖς ἑκατοντάρχαις ἐπέτρεψεν ἔξω τὴν Γοθολίαν ἑλκύσαντας ἀναιρῆσαι. καὶ οἶ
μὲν οὕτως ἐποίησαν, Ἰωδαὲ δὲ τόν τε βασιλέα καὶ τὸν λαὸν ὥρκωσε τιμᾶν τὸν θεὸν καὶ τοὺς νόμους τηρεῖν(??) καὶ ἐπελθόντες αὐτίκα τῷ τοῦ Βάαλ ναῷ κατέσκαψάν
τε αὐτὸν καὶ τὰ ἰνδάλματα τοῦ Βάαλ συνέτριψαν καὶ τὸν ἱερέα ἀπέκτειναν. τὸν δὲ βασιλέα ἐγκαθιστᾶσιν
εἰς τὰ βασίλεια, ἑπταέτη τότε τυγχάνοντα. τῷ δὲ ἀρχιερεῖ Ἰωδαὲ τήν τε πρὸς τὸ θεῖον
πίστιν τηρεῖσθαι καὶ τοὺς νόμους φυλάττεσθαι σφόδρα ἐμέλησεν. 
 Ηβήσας μέντοι ὁ βασιλεὺς καὶ γυναῖκας ἠγάγετο δύο. τοῦ δὲ ναοῦ καθαιρεθέντος ἔν τισι μέρεσι
παρὰ Γοθολίας, ὁ Ιωὰς ἀν’ ἀνακαινίσαι αὐτὸν προτεθύμητο. καὶ τὸν ἱερέα καλέσας Ἰωδαὲ
ἐκέλευσε πέμψαι τοὺς αἰτήσοντας ἐκ πάσης τῆς χώρας εἰς τὴν ἐπισκευὴν
τοῦ ναοῦ ὑπὲρ ἑκάστης κεφαλῆς ἀργυρίου ἡμίσικλον. Ιωδαὲ δὲ φορτικὸν τοῦτο τῷ λαῷ συνεὶς
λογισθήσεσθαι, ἑτέρως μέτεισι τῶν χρημάτων τὸν ἔρανον. κιβώτιον γάρ τι κατασκευάσας
πάντοθεν κεκλεισμένον, τρῆμά τι πεποίηκεν ἄνωθεν ἐν αὐτῷ, καὶ ἔθετο αὐτὸ παρὰ τὸν ναόν, καὶ ἠξίου
ἐμβάλλειν διὰ τοῦ τρήματος ὅσον ἑκάστῳ ἦν πρὸς βουλῆς εἰς ἀνακαινισμὸν τοῦ ναοῦ. ὅτι γοῦν εἰς τὴν
ἑκάστου προαίρεσιν ἀνεῖτο τὸ δοθησόμενον, ἀνεπαχθῶς τε τὴν δόσιν πεποίηντο καὶ
ἐφιλοτιμοῦντο περὶ τὴν τῶν χρημάτων καταβολήν, ὥστε πολὺ χρυσίον ἀθροισθῆναι καὶ πλεῖστον 
 αργυριον, ἐξ ὣν ὅ τε ναὸς ἐπεσκευάσθη καὶ σκεύη πολλὰ πρὸς τὰς
θυσίας εἰργάσθησαν, αἱ φιλότιμοι μέχρις ἐβίω Ἰωδαὲ προσήγοντο τῷ θεῷ. ἐκείνου δὲ
δικαίως καὶ κατὰ νόμον ζήσαντος ἔτη ἑκατὸν πρὸς τριάκοντα καὶ οὕτω τὸν βίον
ἐκλελοιπότος, ἀμελῶς περὶ τὴν εἰς τὸ θεῖον διετέθη τιμὴν ὁ βασιλεὺς Ἰωάς, καί οἶ καὶ οἱ φύλαρχοι καὶ
οἶ ἄλλως ἐξάρχοντες τοῦ πλήθους συνδιεφθάρησαν, καὶ προφητῶν δὲ διαμαρτυρομένων αὐτοῖς
περὶ τῆς εἰς θεὸν ἀσεβείας, οἱ δὲ οὐκ ἐπαύσαντο. Ζαχαρίου δὲ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀρχιερέως Ἰωδαὲ
προφητεύοντος καὶ παραινοῦντος τὸν βασιλέα καὶ τὸν λαὸν κατὰ νόμους ζῆν, ὁ Ἰωὰς χαλεπήνας
καταλευσθῆναι αὐτὸν ἐκέλευσεν. ἀναιρούμενος δὲ ὁ προφήτης δικάσαι τὸν θεὸν ηὔξατο ἀνθ’ ὅτου τῆς ζωῆς στερεῖται παρὰ τοῦ εὐεργετηθέντος ἐκ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.
καὶ μέντοι καἰ ταχέως ἐδίκασεν· ὁ γὰρ τῶν Σύρων βασιλεὺς Ἀζαὴλ ἐπελθὼν ἐπολιόρκει τὴν Ἱερουσαλήμ. ὁ
δὲ πάντας τοὺς θησαυροὺς τούς τε θείους καὶ τοὺς βασιλικοὺς ἀφελόμενος καὶ ὅσα ἐν
ἀναθήμασι, τῷ Ἀζαὴλ παρέσχετο· ὃς τῷ πλήθει τῶν χρημάτων ἡσθεὶς τῆς πολιορκίας ἀπέσχετο. 
 Τοῖς δὲ Ἰσραηλίταις ὁ Σύρος οὗτος ἐπιτιθέμενος ἐκάκου αὐτοὺς σφόδρα. Ἰηοὺ δὲ ὁ
τῶν Ἰσραηλιτῶν βασιλεύς, παραβάτης τῶν θείων γεγονὼς ἐντολῶν,

καὶ βασιλεύσας ἴτη εἴκοσι καὶ ἑπτά, τέθνηκεν τῆς βασιλείας δὲ ἐπελάβετο Ἰωάχαζ ὁ υἱὸς
αὐτοῦ. οὗ βασιλεύοντος ὁ τῶν Σύρων ἀρχηγὸς τὴν χώραν ἐκάκωσε, πόλεις τε πολλὰς αὐτοῦ κατασχὼν τὴν στρατιὰν αὐτοῦ μαχαίρας ἔργον πεποίηκεν. ἐν τούτω δὲ ὁ
Ἰωάχαζ τοῦ θεοῦ δεηθεὶς σωτηρίαν εὕρατο καὶ ἀνακωχὴν τῶν δεινῶν. ἑπτακαίδεκα δὲ ·βασιλεύσας ἔτη
θνήσκει, διάδοχον τῆς βασιλείας ἐσχηκὼς Ἰωὰς τὸν 
 υἱόν, ὁμωνυμοῦντα τῷ τῆς Ἰούδα φυλῆς βασιλεύοντι. οὐχ ὅμοιος δὲ τῷ πατρὶ ὁ Ἰωὰς οὗτος
ἐγένετο, ἀγαθὸς δέ. ὃς καὶ τοῦ Ἐλισσαίου νοσήσαντός τε καὶ θνήσκοντος ἐθρήνει, πατέρα αὐτὸν καὶ
ὅπλον καλῶν, ὡς δι᾿ αὐτοῦ κρατῶν τῶν ἐχθρῶν. ὁ δὲ προφήτης παρεμυθεῖτο αὐτόν· καὶ τόξον
ἐκέλευε λαβόντα βέλη βαλεῖν. τρισσάκις δὲ τοῦ βασιλέως τοξεύσαντος
καὶ παυσαμένου, εἶπεν ὁ Ἐλισσαῖος “εἰ μὲν πλείω ἀφῆκας βέλη, ἐξέκοψας ἂν ῥιζόθεν τὴν τῶν Σύρων
ἀρχήν· νῦν δ᾿ ἰσαρίθμους τοῖς βέλεσι νίκας νικήσεις αὐτούς, καὶ τὴν χώραν ἣν ἐκεῖνοι
ἀφείλοντο ἐπανασώσεις σου τῇ ἀρχῇ.” εἶτα ὁ προφήτης ἐξέλιπε καὶ ἔτυχε ταφῆς μεγαλοπρεποῦς. λῃσταὶ δέ
τινα ἀνελόντες εἰς τὸν τάφον τοῦ προφήτου αὐτὸν ἔρριψαν· καὶ ἀνέζησεν ὁ ῥιφεὶς καὶ ἀνέστη. ἀπέθανε
δὲ καὶ Ἀζαὴλ ὁ βασιλεὺς Συρίας ἐπὶ διαδόχῳ τῷ υἱῷ Ἄδερ· ᾧ συμβαλὼν Ἰωὰς ὁ τῶν
Ἰσραηλιτῶν βασιλεύς, καὶ τρισσάκις ἡττήσας, ἐπανεσώσατο τῷ Ἰσραὴλ τὴν χώραν καὶ τὰς πόλεις ἃς Ἀζαὴλ
ἀφείλετο ὁ τοῦ Ἄδερ πατήρ. 
 
 
 Ἰωὰς δὲ ὁ βασιλεὺς Ἰούδα ἐτῶν μὲν ὢν ἑπτὰ ὅτε ἀνερρήθη, βασιλεύσας δὲ ἐνιαυτοὺς
τεσσαράκοντα, ἐτελεύτησεν, ἀναιρεθεὶς παρὰ τῶν θεραπόντων αὐτοῦ. καὶ τὴν βασιλείαν τῆς Ἱερουσαλὴμ ὁ
υἱὸς αὐτοῦ Ἀμεσίας περιεζώσατο, εὐσεβὴς γεγονώς, ἐτῶν ὢν ὅτε τῆς ἀρχῆς ἐπέβη πέντε καὶ
εἴκοσιν, ἠνυκὼς δὲ τὴν βασιλείαν ἐπ᾿ ἐνιαυτοὺς ἐννέα καὶ εἴκοσι. καὶ τοὺς ἀνελόντας τὸν πατέρα αὐτοῦ
κολάσας, τοὺς ἐκείνων παῖδας ἀθῴους ἀφῆκε κατὰ τὸν νόμον, λέγοντα “οὐκ ἀποθανοῦνται πατέρες ὑπὲρ
υἱῶν, οὐδὲ μέντοι διὰ πατέρας υἱοί.” ὃς καὶ κατὰ τῶν Ἰδουμαίων καὶ Ἀμαληκιτῶν
στρατεύσας συμμάχους ἐκ τῶν Ἰσραη- λιτῶν ἐμισθώσατο. προφήτης δέ τῖς καταλιπεῖν τοὺς
συμμάχους αὐτῷ συνεβούλευε καὶ μετὰ μόνων τῶν οἰκείων διαθέσθαι τὸν
πόλεμον. ᾧ πεισθεὶς ἀπέλυσε τοὺς Ἰσραηλίτας, καὶ τὸν μισθὸν αὐτοῖς χαρισάμενος. συμβαλὼν
οὖν τοῖς ἀλλοφύλοις ἐνίκησεν. οἱ δ ἀπολυθέντες σύμμαχοι ὀργισθέντες τήν τε χώραν τῶν Ἰουδαίων
κατέδραμον καὶ πολλοὺς ἀνεῖλον. Ἀμεσίας δὲ διὰ τὸ εὐτύχημα φρονηματισθείς, καὶ ἀσεβήσας εἰς θεόν, διεπέμψατο πρὸς Ἰωὰς τὸν βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, ἀπαιτῶν
πρὸς αὐτὸν ἥξειν, ὡς ὑποκεῖσθαί οἱ ὀφείλοντα, ἀπογόνῳ Δαβὶδ καὶ Σολομῶντος τυγχάνοντι. ὁ δὲ
ἀνταπέστειλε μηνύων αὐτῷ ὡς “τὴν κέδρον ἡ ἄκνος ἠξίου κῆδος ἐπὶ τοῖς παισὶ τοῖς οἰκείοις ποιήσασθαι.
ἐν τοσούτῳ δὲ τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ παρερχόμενα συνεπάτησαν τὴν ἄκνον, καὶ ἀπώλετο. τοῦτό
σοι ἀρκετὸν εἰς παράδειγμα· καὶ μὴ ὅτι εὐτύχησας πατάξας τοὺς
ἀλλοφύλους μέγα φρόνει, μηδὲ τὸν λαόν σου καὶ ἑαυτὸν εἰς κινδύνους συνώθει.” πρὸς ταῦτα ὀργισθεὶς
Ἀμεσίας στρατεύει κατὰ τοῦ Ἰωάς. φόβος δ’ ἐμπίπτει τῇ αὐτοῦ στρατιᾷ, καὶ τρέπεται εἰς
φυγήν· μονωθεὶς δὲ Ἀμεσίας συλλαμβάνεται βάνεται παρὰ τῶν πολεμίων καὶ ἀπάγεται πρὸς τὸν Ιωάς. ὁ δὲ
δέσμιον ἄγων αὐτὸν ἦλθεν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ καθελὼν τοῦ τείχους μέρος, εἰσήλασε διὰ 
τοῦ καθαιρεθέντος εἰς τὴν πόλιν ἐφ’ ἅρματος, καὶ ἀφείλετο τούς τε ἱεροὺς θησαυροὺς καὶ ὅσα ἐν τοῖς
βασιλείοις ἀπέκειτο. καὶ λύσας τὸν Ἀμεσίαν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Σαμάρειαν. καὶ βασιλεύσας τὰ πάντα ἔτη
ἑξκαίδεκα τελευτᾷ. καὶ ἐβασίλευσεν Ἱεροβοὰμ 
 ὁ υἱὸς αὐτοῦ. Ἀμεσίας δὲ μετὰ ταῦτα ἐπιβουλευθεὶς ἀνῃρέθη, ζήσας τέσσαρας ἐνιαυτοὺς καὶ
πεντήκοντα, βασιλεύσας δὲ εἴκοσι καὶ ἐννέα. ἐχρίσθη δὲ βασιλεὺς ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ὀζίας,
ἐτῶν ὑπάρχων ἑξκαίδεκα.

Ἱεροβοὰμ δὲ ὁ υἱὸς Ἰωὰς ἀσεβὴς ἐγένετο καὶ παράνομος. καὶ τοιοῦτος δὲ ὤν, τοῦ θεοῦ τὸν
Ἰσραηλίτην λαὸν ἐλεήσαντος ταπεινωθέντα, τοῖς Σύροις πολεμήσας ἐνίκησε, τοῦ προφήτου
Ἰωνᾶ αὐτῷ τὴν νίκην προαγορεύσαντος. 
 Τοῦτον τὸν προφήτην ἀπέστειλεν ὁ θεὸς εἰς Νινευὶ τὴν πόλιν κηρύξοντα καταστροφὴν αὐτῆς καὶ
τὴν τῶν Νινευιτῶν ἐξολόθρευσιν. ὁ δὲ οὐκ ἀπῄει, ἀλλ᾿ 
 ἀπεδίδρασκεν εἰς πλοῖον ἐμβάς. κλύδωνος δὲ γεγονότος ἡ ναῦς
ἐκινδύνευε. καὶ κλήρῳ τῶν ἐμπλεόντων πειρωμένων γνῶναι τὸν αἴτιον, κληροῦται ὁ Ἰωνᾶς. καὶ ὅστις εἴη
ἀνακρινόμενος ἐκεῖνος τὰ καθ᾿ ἑαυτὸν διηγήσατο, καὶ ἐμβαλεῖν αὐτὸν εἰς τὴν θάλασσαν 
προετρέπετο· “οὐ γὰρ ἂν ἄλλως” ἔλεγε “τὸν κίνδυνον διαφύγοιτε.” ὁ μὲν οὖν ἐρρίφη, ὁ δὲ κλύδων
ἐκόπασε. κῆτος δὲ τὸν προφήτην καταπιὸν μετὰ τρεῖς ἡμέρας καὶ ἴσας νύκτας ζῶντα καὶ σῷον αὐτὸν
ἐξήμεσεν. ὁ δὲ συγγνώμην ᾔτει τὸν θεὸν διὰ τὴν παρακοήν, καὶ ἐπέμφθη πάλιν κηρύξαι ἃ
προσετέτακτο. ὁ δὲ ἀπελθὼν μετὰ τρεῖς ἡμέρας τὴν Νινευὶ κατα- 
στραφῆναι ἐκήρυξεν. ὁ δὲ τῆς πόλεως βασιλεὺς καὶ ὁ λαὸς ἅπας τῷ προφήτῃ πιστεύσαντες ἀπέκλιναν εἰς
μετάνοιαν καὶ τὸν θεὸν ἱκέτευον ἐλεῆσαι αὐτούς. καὶ ὃς τῇ μετανοίᾳ τοῦ πλήθους καμφθεὶς
ἀπέστρεψε τὸν ὄλεθρον ἀπ᾿ αὐτῶν. 
 Ἱεροβοὰμ δὲ τεσσαράκοντα πρὸς τῷ ἑνὶ βασιλεύσας ἐνιαυτοὺς θνήσκει. καὶ μετ᾿ αὐτὸν ἐκράτησε
τῆς ἀρχῆς Ἀζαρίας ὀ παῖς αὐτοῦ. 
 
 

 
 Ὁ δὲ βασιλεὺς Ἰερουσαλὴμ Ὀζίας εὐσεβὴς τὰ πρὸς θεὸν καὶ τὰ πρὸς τοὺς ὑπηκόους δίκαιος ἦν·
διὸ καὶ πολλοὺς τῶν ἀλλοφύλων ἐνίκησε καὶ ὑποφόρους ἐποίησεν. εὐδαιμονήσας δὲ καὶ τυφωθεὶς ἐκπέπτωκε
 τοῦ καθήκοντος. καὶ ὡς ἱερεὺς στολισθεὶς ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ βωμοῦ θυμιάσαι τῷ θεῷ
ἐπεχείρησεν· κωλυόντων δ’ αὐτὸν τοῦ ἀρχιερέως Ἀζαρίου καὶ τῶν ἱερέων
καὶ μὴ παρανομεῖν παραινούντων, θάνατον αὐτοῖς ἠπείλησεν, εἰ μὴ ἡσυχάσαιεν. ἐν τούτῳ 
φῶς οἶον ἐπιλάμψαν ἐν τῷ ναῷ καὶ τῇ τοῦ βασιλέως ὄψει προσβαλὸν λέπραν ἐποίησε κατ’ αὐτῆς ἐξανθῆσαι.
οἱ δ’ ἱερεῖς τὴν συμφορὰν ἐδήλουν τῷ βασιλεῖ καὶ ἐξιέναι τῆς πόλεως συνεβούλευον. καὶ οὕτως ζήσας
χρόνον τινά, ὑπ’ ἀθυμίας ἀπέθανε, βασιλεύσας ἔτη δύο καὶ πεντήκοντα, ζήσας δὲ τὰ πάντα
ἑξήκοντα πρὸς ὀκτώ, τὴν ἀρχὴν παραδοὺς τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰωάθαμ. 
 Ἀζαρίας δὲ ὁ τοῦ Ἱεροβοὰμ ἐπὶ ἕξ βᾶσ’ ἓξ ἐύς ἃς μῆνας
τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπέθανεν ἀσεβῶς βιούς, δολοφονηθεὶς ὑπὸ Σελούμ. Σελοὺμ δὲ ἐφ’ ἡμέρας
βασιλεύσας τριάκοντα ἀνῃρέθη παρὰ Μαναΐμ, βασιλεύσαντος ἐπὶ τὸν
Ἰσραὴλ ἀντ’ αὐτοῦ. ἀραμένου δὲ πόλεμον πρὸς αὐτὸν Φουὰ τοῦ τῶν Ἀσσυρίων βασιλέως, χίλια δοὺς αὐτῷ
τάλαντα ἀργυρίου, ἃ ἐκ τοῦ λαοῦ ἠρανίσατο, τὸν πόλεμον διελύσατο. ἐπὶ ἴτη δὲ βασιλεύσας
δέκα ὁ Μαναΐμ, ἀσεβής τε καὶ ἀπηνὴς γεγονώς, τέθνηκε, τὴν βασιλείαν διαβιβάσας εἰς τὸν υἱὸν
Φακεσίαν. ἀσεβὴς δὲ καὶ οὗτος καὶ ὠμὸς γεγονὼς ἀνῃρέθη δολοφονηθεὶς παρὰ Φακεὲ τοῦ υἱοῦ 
Ῥομελίου, βασιλεύσαντος ἀντὶ τοῦ ἀναιρεθέντος, ἀσεβῶς καὶ αὐτοῦ καὶ παρανόμως ἀνύσαντος τὴν ἀρχήν.
ὅτε καὶ Θαιγλαφαλασὰρ ὁ τόν Ἀσσυρίων βασιλεὺς 
 τῇ χώρᾳ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐπελθὼν πόλεις τε πολλὰς κατεστρέψατο καὶ αἰχμαλωσίαν ἀπήγαγεν
εἰς τὴν ἑαυτοῦ χώραν οὐκ εὐαρίθμητον. ὁ δὲ τοῦ Ὀζίου υἱὸς Ἰωάθαμ βασιλεὺς Ἱερουσαλὴμ εὐσεβὴς
τυγχάνων δίκαιος, τῆς τε πόλεως καὶ τοῦ ναοῦ ἐπεμέλετο καὶ τοὺς Ἀμμανίτας ὑποφόρους
ἔθετο, μάχῃ νικήσας αὐτούς. Ναοὺμ δὲ τότε προφητεύων περὶ τῆς τῶν προεῖπε καταστροφῆς· καὶ ἡ
πρόρρησις ἐκείνου ἔργον ἐγένετο ἑκατὸν καὶ πεντεκαίδεκα παρελθόντων ἐνιαυτῶν. τῷ δ᾿ Ἰωάθαμ ἐπέλιπε
τὸ βιώσιμον ζήσαντι μὲν ἔτη πρὸς ἑνὶ τεσσαράκοντα, δέκα δ’ ἐπὶ ἒξ βασιλεύσαντι.

Μετέπεσε δὲ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἡ ἀρχὴ εἰς τὸν ἐκείνου υἱόν, ἀσεβήσαντα
πρὸς θεὸν καὶ τοὺς αὐτοῦ νόμους παραβάντα· εἰδώλοις γὰρ προσεκύνει καὶ βωμὸν αὐτοῖς ἐν
Ἱεροσολύμοις ἀνέστησε καὶ παῖδα οἰκεῖον αὐτοῖς ὡλοκαύτωσε. καθ’ οὗ Ῥαασὼν ὁ τῶν Σύρων ἡγεμονεύων καὶ
ὁ τῶν Ἰσραηλιτῶν βασιλεὺς Φακεὲ συμπνεύσαντες ἐπολιόρκουν αὐτὸν ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ μακρόν. καὶ ὁ μὲν
Ῥαασών, πόλεων ἑτέρων κρατήσας, τοὺς αὐτῶν οἰκήτορας ἀνελὼν καὶ Σύρους ἐγκατοικίσας
αὐταῖς ἐπανῆλθεν εἰς Δαμασκόν· Ἄχας δέ, μόνου περιλειφθέντος τοῦ Φακεέ, συμμίξας αὐτῷ ἥττητο, δώδεκα
μυριάδας ἀποβαλὼν τοῦ λαοῦ καὶ πολλοὺς τῶν ἐπισήμων καὶ τὸν υἱόν. Φακεὲ δὲ ἀνέζευξεν
εἰς Σαμάρειαν αὐτὸς καὶ ἡ στρατιὰ αὐτοῦ, αἰχμαλώτων πλῆθος πολὺ εἰς
τὴν ἑαυτῶν μετοικίσαντες. προφήτης δέ τις ἐν Σαμαρείᾳ πρὸ τῶν τειχῶν ὑπαντήσας αὐτοῖς ἐμέμφετο ὡς
συγγενεῖς 
 αἰχμαλωτίσασι καὶ συνεβούλευεν ἐλευθερῶσαι αὐτούς· οἶ δὲ πεισθέντες ἀφῆκαν τοὺς
αἰχμαλώτους. Ἄχαζ δὲ τὸν Ἀσσυρίων βασιλέα ἠξίου αὐτῷ κατὰ τῶν Σύρων καὶ τῶν Ἰσραηλιτῶν. ὁ δ’ ἧκε καὶ τήν τε χώραν τῶν Σύρων ἐπόρθησε καὶ τὴν Δαμασκὸν εἶλε καὶ τὸν Ῥαασὼν ἀνεῖλε καὶ τὴν
τῶν Ἰσραηλιτῶν χώραν καταδραμὼν πλεέστους αἰχμαλώτους ἀπήγαγεν. ὁ δὲ Ἄχαζ ἀμοιβὴν ὑπὲρ τούτων τῷ
Θαιγλαφαλασὰρ τούς τε βασιλικοὺς δέδωκε θησαυροὺς καὶ ὅσα τῷ ἱερῷ ἐναπέκειντο. εἰς
τοσοῦτον δ’ ἠσέβησεν ὡς μὴ μόνον τοὺς τῶν ἀλλοφύλων σέβειν θεούς, ἀλλά καὶ τὸν ναὸν ἀποκλεῖσαι καὶ
συλῆσαι τὰ αὐτοῦ ἀναθήματα. οὕτω δὲ βιοὺς ἐτελεύτησεν ἕξ καὶ 
τριάκοντα ζήσας ἔτη, βασιλεύσας δ᾿ ἑξκαίδεκα, Ἐζεκίᾳ τῷ υἱῷ τὴν βασιλείαν λιπών. συνέβη
δὲ καὶ τῶν Ἰσραηλιτῶν βασιλέα τότε θανεῖν κατ’ ἐπιβουλὴν Ωσηέ. καὶ οὗτος δὲ πονηρὸς ἦν· διὸ καὶ
στρατεύσαντος κατ’ αὐτοῦ τοῦ τῶν Ἀσσυρίων βασιλέως Σαλμανασὰρ ἐδουλώθη αὐτῷ, φόρους τελεῖν ἐτησίως
 ἐπιταχθείς. 
 Εζεκίας δὲ εὐσεβὴς ὢν καὶ δίκαιος, ἐκκλησιάσας τοὺς ἱερεῖς καὶ Λευίτας ἀνοῖξαι τὸ ἱερὸν
ἐνετείλατο καὶ θύειν ὡς νόμος αὐτοῖς, καὶ τὸν λαὸν μηδὲν τῆς τοῦ θείου τιμῆς ἐκέλευε προτιμᾶν.
ἔστειλε μέντοι καὶ πρὸς πάσαν τὴν χώραν μετακαλούμενος ἅπαντας τὴν τῶν ἀζύμων ἑορτὴν
ἑορτάσοντας, ἐπὶ μακρὸν μὴ τελεσθεῖσαν διὰ τὰς τῶν κρατούντων
παρανομίας. καὶ τοῖς Ἰσραηλίταις προυτρέπετο τὸν πατρῷον σέβειν θεὸν κατὰ τὴν πάλαι συνήθειαν. οἱ δὲ
οὐκ ἐπείσθησαν ἀλλὰ καὶ τοὺς προφήτας ταὐτὰ παραινοῦντας ἐφόνευσαν. τινὲς δὲ πεισθέντες
μετηνέχθησαν εἰς εὐσέβειαν καὶ εἰς Ἰερουσαλὴμ συνέδραμον εἰς προσκύνησιν τοῦ θεοῦ. καὶ
ὁ βασιλεὺς Ἐζεκίας μετὰ τῶν ἡγεμόνων τοῦ λαοῦ ἀπελθὼν εἰς τὸ
ἱερόν, ἔθυσε διὰ τῶν ἱερέων θυσίας πολυτελεῖς, καὶ τῷ λαῷ μετέδωκε ζῴων πρὸς εὐωχίαν πολλῶν, καὶ
τοῖς ἱερεῦσιν ἐξελθεῖν εἰς τὴν χώραν καὶ ἁγνίσαι αὐτὴν ἐνετείλατο.
 εἶτα κατὰ τῶν ἀλλοφύλων πόλεμον ἦρε καὶ πόλεις εἷλεν αὐτῶν. 
 Ὁ δὲ τῶν Ἰσραηλιτῶν βασιλεὺς Ὠσηὲ εἰς συμμαχίαν προσεκαλέσατο Σωβὰ τὸν βασιλέα Αἰγύπτου
κατὰ τῶν Ἀσσυρίων. ὃ γνοὺς Σαλμανασὰρ ὠργίσθη· καὶ ἐπὶ τρισὶν ἔτεσιν ἐπολιόρκησε τὴν
Σαμέρειαν, καὶ κατέσχε τὴν πόλιν καὶ τὴν βασιλείαν ἠφάνισε, καὶ τὸν λαὸν αἰχμαλωτίσας μετῴκισεν εἰς
τὴν ἰδίαν χώραν, καὶ αὐτὸν τὸν βασιλέα τῶν Ἰσραηλιτῶν Ὠσηὲ. καὶ
μεταναστεύσας ἐκ τῆς οἰκείας χώρας ἕτερα ἔθνη ἀπό τινος τόπου Χούθου καλουμένου
μετῴκισεν εἰς Σαμάρειαν καὶ εἰς τὴν χώραν αὐτῆς. μετήχθησαν οὖν αἱ δέκα φυλαὶ τῶν Ἰσραηλιτῶν μετὰ
ἐνακόσια τεσσαράκοντα ἑπτὰ ἔτη ἐξ ὅτου τὴν Αἴγυπτον λιπόντες ἐξήλθοσαν, μετὰ δὲ διακόσια
τεσσαράκοντα καὶ μῆνας ἑπτὰ ἐξ ὅτου καταλιπόντες τὸν Ῥοβοὰμ εἴλοντο ἑαυτοῖς εἰς βασιλέα
τὸν Ἱεροβοάμ. οἱ δὲ μετοικισθέντες ἐντ’ ἐς εἰς τὴν Σαμάρειαν, Χουθαῖοι καλούμενοι ἐκ τοῦ τόπου ἐν ᾧ
κατῴκουν τὸ πρὶν ἐν Πέρσιδι, πέντε ὄντες ἔθνη, τοὺς ἰδίους θεοὺς καὶ αὖθις ἐθρήσκευον.
ὡς μὲν οὖν ἡ τετάρτη τόν Βασιλειῶν λέγει, λέοντας ἐξήγειρεν ὁ θεὸς καὶ διέφθειρε πολλοὺς ἐξ αὐτῶν·
ὡς δὲ Ἰώσηπος ἱστορεῖ, λοιμὸς αὐτοῖς ἐνέσκηψε. γνόντες δὲ κατ’ ὀργὴν
τοῦ θεοῦ ἐπιέναι αὐτοῖς τὰ κακά, τοὐ σφετέρου βασιλέως ἐδέοντο ἱερεῖς στεῖλαι αὐτοῖς ἐκ
τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἵν᾿ αὐτοὺς τὴν τῶν Ἑβραίων θρησκείαν μυήσωσιν· οὑ γενομένου ἐπαύσατο ἡ
φθορά. καλοῦνται δὲ παρὰ μὲν τῶν Ἑβραίων Χουθαῖοι, πρὸς δὲ τῶν Ἑλλήνων Σαμαρεῖται.

Ἐν δὲ τῷ τεσσαρεσκαιδεκάτῳ ἔτει τῆς βασιλείας Ἐζεκίου τοῦ τῆς Ἱερουσαλὴμ
βασιλέως ὁ τῶν Ἀσσυρίων βασιλεύων Σεναχηρεὶμ ἐπῆλθε τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ πάσας εἶλε τὰς πόλεις τῶν δύο
φυλῶν. δείσας δὲ Εζεκίας περὶ τῇ Ἱερουσαλήμ, διαπέμπεται πρὸς αὐτὸν ὑπισχνούμενος διδόναι φόρον ὃν
ἂν ἐπενέγκοι. Σεναχηρεὶμ δὲ τριακόσια μὲν ἀργύρου τάλαντα, χρυ- σοῦ δὲ τριάκοντα ᾔτησε, καὶ πίστεις ἐνωμότους παρέσχεν ἦ μὴν ἀναχωρήσειν, εἰ ταῦτα
λάβοι. λαβὼν δὲ αὐτὸς μὲν ἐπ’ Αἰγυπτίους ὥρμησε καὶ Αἰθίοπας, τὸν δ᾿ ἀρχιστράτηγον αὐτοῦ Ῥαψάκην σὺν
δυσὶ στρατηγοῖς ἑτέροις καὶ δυνάμει βαρείᾳ κατέλιπε τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐκπορθήσοντας. οἱ δὲ
πρὸ τῶν τειχῶν βαλόμενοι χάρακα ἐντυχεῖν ἐζήτουν τῷ Ἐζεκίᾳ. ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν ἀπεδειλίασεν ἐξελθεῖν,
τρεῖς δὲ τιμωμένους τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἔπεμψε. κἀκεῖνοι εἰ ἐπὶ τοὺς Αἰγυπτίους πέποιθεν
Ἐζεκίας” ἔφησαν, “μωραίνει ἐπ’ ἐσῆς ἀνθρώπῳ καλαμίνῃ ῥάβδῳ ἐρειδομένῳ, καὶ αὐτῇ τεθλασμένῃ, ἣ οὐδὲν
ἤμυνε τῷ κατέχοντι, ἀλλ’ αὐτός τε συμπέπτωκε καὶ ὁ κάλαμος τὴν αὐτοῦ
χεῖρα διέτρησε. τοιοῦτός ἐστι Φαραὼ ὁ Αἰγύπτιος.’ ταῦτα ἑβραϊστὰ ὁ Ῥαψάκης τοῖς
πεμφθεῖσιν ὡμίλει. οἱ δὲ τῇ τῶν Σύρων διαλέκτῳ ὁμιλεῖν αὐτοῖς ἠξίουν αὐτόν, ἵνα μὴ τὸ πλῆθος τῶν
λεγομένων συνίησιν. ὁ δὲ μᾶλλον τὴν φωνὴν ἐπάρας ἑβραϊστὶ πάλιν ἔλεγεν εἰς ἐπήκοον πάντων “μὴ
ἀπατάτω ὑμὰς Ἐζεκίας λέ- 
 γων, κύριος ῥύσεται ἡμᾶς. μὴ ἐρρύσατο Σαμάρειαν;” καὶ ἀπήγγειλαν ταῦτα τῷ Ἐζεκίᾳ. ὁ
δὲ ἀκούσας διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ περιεβάλετο σάκκον, καὶ
πεσὼν ἐδέετο τοῦ θεοῦ, βοήθειαν ἐπ᾿ ἀνελπίστοις αἰτῶν· καὶ πρὸς Ἡσαΐαν τὸν προφήτην πέμψας παρεκάλει
 αὐτὸν δέεσθαι τοῦ θεοῦ ἵν᾿ ἵλεως ἔσοιτο τῷ λαῷ. ὁ δὲ ἀμαχητὶ τοὺς πολεμίους προέλεγεν
ἡττηθήσεσθαι καὶ τὸν Σεναχηρεὶμ κτανθῆναι ἄπρακτον ἀπ᾿ Αἰγύπτου
ἐπανελθόντα. ἐπέστειλε δὲ καὶ Σεναχηρεὶμ τῷ Ἐζεκίᾳ “μὴ ἐπαιρέτω σε ὁ θεός σου ἐφ᾿ ᾧ
πέποιθας μὴ παραδοθῆναι τὴν Ἱερουσαλὴμ εἰς χεῖράς μου· ἀναλόγισαι ποῦ εἰσιν οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν
οὓς διέφθειραν οἱ πατέρες μου.” ταύτην τὴν ἐπιστολὴν ἀναγνοὺς Ἐζεκίας κατέθετο εἰς τὸ ἱερὸν καὶ
ἱκέτευσε τὸν θεόν “ἴδε” λέγων “κύριε, καὶ ἄκου- 
 σον τοὺς λόγους Σεναχηρείμ, οὓς ἔστειλεν ὀνειδίζων σε τὸν ζῶντα
θεόν, καὶ σῶσον ἡμᾶς ἐκ χειρὸς αὐτοῦ.” Ἡσαΐας δὲ παρεθάρρυνε τὸν βασιλέα, ἐπακοῦσαι φάσκων αὐτοῦ
τὸν θεόν. καὶ τῇ νυκτὶ ἄγγελος ἐν τῇ παρεμβολῇ τῶν Ἀσσυρίων ἀνεῖλεν ἑκατὸν ὀγδοήκοντα 
πέντε χιλιάδας, καὶ μεθ᾿ ἡμέραν νεκρὰ τὰ τούτων σώματα εὑρέθησαν. καὶ ἀπῆρε τὸ περιλειφθὲν τῆς
στρατιᾶς ἐξ Ἱερουσαλήμ. Σεναχηρεὶμ δὲ πολιορκῶν τὸ Πηλούσιον ἔλυσε τὴν πολιορκίαν, μυῶν ἐν νυκτὶ μιᾷ
καταφαγόντων τὰ τόξα τῶν Ἀσσυρίων καὶ τὰ λοιπὰ τῶν ὅπλων αὐτῶν. τοῦτο ἐν μὲν τῇ τῶν
 Βασιλειῶν οὐκ ἀναγράφεται βίβλῳ, Ἰώσηπος δὲ ἱστορεῖ ἐν Ἡροδότῳ
εὑρών. τὸν δὲ Βηρωσὸν τὰ Χαλδαϊκὰ συγγραψάμενον φάσκειν φησὶν ὡς ἐπανελθὼν ὁ Σεναχηρεὶμ ἀπὸ τοῦ τῶν
Αἰγυπτίων πολέμου κατέλαβε τὴν σὺν τῷ ῾Ραψάκῃ στρατιὰν εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ τοῦ θεοῦ
λοιμώδη νόσον ἐνσκήψαντος τοῖς Ἀσσυ- ρίοις, ἐν μιᾷ νυκτὶ μυριάδες ὀκτωκαίδεκα
φθείρονται καὶ πεντακισχίλιοι σὺν ἡγεμόσι καὶ ταξιάρχαις. δείσας οὖν ἐκεῖνος περὶ τῇ λοιπῇ στρατιᾷ,
ἀπαίρει ἐκεῖθεν μετὰ τῆς περιλειφθείσης δυνάμεως καὶ ἄπεισιν εἰς Νινευί. καὶ μετ’ ὀλίγον
ἐπιβουλευθεὶς παρὰ τῶν πρεσβυτέρων παίδων ἀνῃρέθη, τῶν μὲν ἀνῃρηκότων αὐτὸν φυγόντων, Ναχορδὰν δὲ
τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τὴν ἀρχὴν διαδεξαμένου. Ἐζεκίας δὲ τοῦ φόβου
ἀπαλλαγεὶς τῷ θεῷ ηὐχαρίστει. καὶ μετ’ ὀλίγον νοσήσαντι αὐτῷ προσελθὼν Ἠσαίας κατ᾿
ἐντολὴν τοῦ θεοῦ εἶπε τάξαι τῷ οἴκῳ σου· οὐ γὰρ ζήσῃ.” τῷ δὲ ἡ τοῦ θνήσκειν ἐλπίς, καὶ ὅτι παῖδας μὴ
ἔχων ἔρημον ἔμελλε τὴν βασιλείαν καταλιπεῖν γνησίας διαδοχῆς, ἐποίει μείζω τὴν συμφοράν 9 καὶ ἀθυμῶν
ἐπὶ τούτοις ἔκλαυσε, ζωὴν ἐπιδαψιλευθῆναι αὐτῷ ἐξαιτούμενος τὸν θεόν. ἐλθὼν δὲ αὖθις
Ἠσαίας ὑγείαν αὐτῷ μετὰ τρίτην ἡμέραν εὐαγγελίζεται καὶ προσθήκην ζωῆς ἐτῶν πεντεκαίδεκα. ὁ δὲ τὸ
ὑπερφυὲς τοῦ θαύματος λογιζόμενος, σημεῖον ᾔτει τὸν προφήτην δείξαι αὐτῷ εἰς 
 πίστωσιν τῶν ἐπηγγελμένων. τοῦ δὲ προφήτου τὸν θεὸν ἱκετεύσαντος σημεῖον γενέσθαι, ἤδη
ἐπὶ δέκα βαθμοὺς ἀποκλίνας ὁ ἥλιος καὶ σκιὰν ποιήσας, ἐπίστρεψεν εἰς τὰ ὀπίσω δέκα ἀναβαθμούς.
ἐντεῦθεν Εζεκίας τῆς νόσου ἀπήλλακτο. ὁ δὲ τῶν Βαβυλωνίων βασιλεὺς Βαλαδὰν πρὸς Ἐζεκίαν
πρεσβείαν ποιησάμενος καὶ δῶρα στείλας, σύμμαχον αὐτὸν ἔχειν καὶ φίλον ἠξίου. ὁ δὲ τοῖς πρέσβεσι
τοὺς θησαυροὺς ὑπέδειξε καὶ τὰ ὅπλα καὶ πᾶσαν τὴν βασιλικὴν πολυτέλειαν, καὶ ἀνταποστείλας δῶρα τῷ
Βαβυλωνίῳ ἀπέλυσεν αὐτούς. Ἡσαΐας δὲ εἶπε τῶ Ἐζεκία “ἐλεύσονται ἡμέραι, καὶ ὁ πλοῦτος
ὃν ἐθεάτρισας εἰς Βαβυλῶνα μετατεθήσεται, καὶ οἱ υἱοί σου ἔσονται εἰς 
 εὐνούχους τῷ βασιλεῖ Βαβυλῶνος.” Ἐζεκίας δέ, ἐπεὶ μὴ διαπεσεῖν τὸν λόγον τοῦ θεοῦ
δυνατόν, ‘‘ἔστω” φησίν “εἰρήνη ἐν ταῖς ἡμέραις μου.” ἐπιβιοὺς δὲ τὸν προστεθέντα αὐτῷ χρόνον
εἰρηνικῶς θνήσκει, πεντηκοστὸν καὶ τέταρτον ἔτος ἀνύσας ἐν τῇ ζωῇ, ἐννέα δὲ βασιλεύσας
καὶ εἴκοσι. 
 Διαδεξάμενος δὲ τὴν ἀρχὴν ὁ υἱὸς αὐτοῦ Μανασσῆς πᾶν εἶδος κακίας καὶ ἀσεβείας πρότερον
ἐπεδείξατο, μιάνας τε τὸν ναὸν καὶ μηδὲ τῶν προφητῶν φεισάμενος. ὀργισθεὶς δὲ διὰ ταῦτα ὁ θεὸς τὴν
τῶν Βαβυλωνίων στρατιὰν κατὰ τῆς Ἰουδαίας ἐκίνησεν, 
ἣ τήν τε χώραν ἐληίσατο καὶ τὸν Μανασσῆν ἐχειρώσατο. ὁ δὲ
συνεὶς ἑαυτὸν τῆς συμφορᾶς αἴτιον, ἀπέκλινεν εἰς μετάνοιαν καὶ ἱκέτευε τὸν θεὸν λῦσαί οἶ τὰ δυσχερῆ.
καὶ ὁ θεὸς ἐπακούσας αὐτοῦ λύει τε τῆς αἰχμαλωσίας αὐτὸν καὶ εἰς τὴν βασθκειαν
άποκαθίστησιν. ἐπανελθὼν δὲ ἐκεῖνος εὐσέβειαν αὐτός τε μετῄει καὶ τὸν λαὸν μετιέναι ἀνέπειθεν. οὕτω
δὲ ζήσας ζηλωτὸς ἐγένετο διὰ τὴν εὐσέβειαν, καὶ ἐτελεύτησε βασιλεύσας ἐνιαυτοὺς πέντε πρὸς
Πεντήκοντα, βιώσας δὲ τοὺς πάντας ἑξήκοντα καὶ ἑπτά.

Ἡ βασιλεία δὲ πρὸς Ἀμὼς μετῆλθε τὸν παῖδα αὐτοῦ, μιμησάμενον τὰ τῆς νεότητος τοὐ πατρὸς
αὐτοῦ. ἀπέθανε δὲ ἐπιβουλευθείς, ζήσας ἐνιαυτοὺς ἐπὶ τέσσαρσιν
εἴκοσι, δύο δὲ βασιλεύσας. τοὺς δὲ αὐτὸν ἀνελόντας ἐτιμωρήσατο ἡ πληθὺς καὶ βασιλέα τὸν
υἱὸν ἐκείνου ἀνέδειξεν Ἰωσίαν, ὄγδοον τῆς ἠλικίας ἀνύοντα χρόνον ὃς εὐσεβὴς ἐγένετο καὶ τὸν λαὸν
ἀνέπειθεν εὐσεβεῖν. ἐπισκευάσαι δὲ βουληθεὶς 
 τὸν ναὸν παρῄνει τοῖς ὑπὸ χεῖρα διδόναι εἰς τὴν ἐπισκευὴν ὅσον ἕκαστος βούλεται. καὶ
οὕτω συναχθέντων χρημάτων ὅ τε ναὸς ἀνεκαινίσθη καὶ τοῖς περιττεύσασιν εἰς κρατῆρας καὶ σπονδεῖα καὶ
φιάλας ἐχρήσατο, τοῦ ἀρχιερέως Χελκίου τούτοις ἐπιστατοῦντος. ὃς ἐντυγχάνει ταῖς ἱεραῖς
τοῦ Μωυσέως βίβλοις ἐν τῷ ἐξάγειν τοῦ ἱεροῦ ταμείου τὸ ἀργύριον, ἀποκειμέναις ἐκεῖ, καὶ στέλλει
ταύτας διὰ τοῦ γραμματέως τῷ βασιλεῖ. ὡς δ’ ἀνεγνώσθησαν αὐτῷ, τὴν
ἐσθῆτα διέρρηξε καὶ πρὸς τὴν προφῆτιν Ὀλδὰν γυναῖκα Σελοὺμ ἔπεμψε τὸν ἀρχιερέα Χελκίαν
καὶ ἄλλους, ἱλεώσασθαι τὸν θεὸν ἀξιῶν αὐτήν. ἡ δὲ τὸ μὲν θεῖον ἤδη ψῆφον εἶπεν ἐξενεγκεῖν κατὰ τῆς
χώρας καὶ τοῦ λαοῦ ἀσεβήσαντος, διὰ δὲ τὸν βασιλέα δίκαιον ὄντα οὐκ ἐπάξει νύν τὰ κακά,
ἀλλ’ αὐτοῦ παρελθόντος γενήσεται τὰ ἐψηφισμένα. ὁ δὲ τούτων ἀκούσας συνήγαγε τὸν λαὸν εἰς
Ἱεροσόλυμα, καὶ εἰς ἐπήκοον πάντων τὰς ἱερὰς βίβλους ἀναγνωσθῆναι πεποίηκεν. εἶτα ὅρκους ἐκ πάντων
ἀπῄτησε φυλάττειν τοὺς νόμους 
 καὶ σέβεσθαι τὸν θεόν. καὶ θύων ὁ λαὸς ἐξιλεοῦτο τὸν κύριον. ἐνέπρησε δὲ καὶ τὰ
ἀναθήματα τῶν εἰδώλων, καὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτῶν ἐθανάτωσε, καὶ τὰ τῶν ψευδοπροφητῶν ὀστᾶ κατέκαυσεν ἐπὶ
τοῦ βωμοῦ ὃν ἀνέστησεν Ἱεροβοὰμ κατὰ τὴν πρόρρησιν τοῦ προφήτου, ὃς θυσιάζοντι
προσῆλθεν ἐκείνῳ καὶ προεῖπε ταῦτα ποιήσειν ἀπόγονον τοῦ Δαβὶδ Ἰωσίαν μετὰ τριακόσια ἔτη καὶ
ἑξήκοντα πρὸς τῷ ἑνί. καὶ πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτας δὲ πορευθεὶς Ἰωσίας, ὅσοι τὴν αἰχμαλωσίαν διέφυγον,
τὸν πάτριον παρῄνει θρησκεύειν θεὸν καὶ κατὰ νόμους βιοῦν. καὶ ἐξ ἀπάσης τῆς χώρας
ἀφανίσας τὰ εἴδωλα, εἰς Ἱερουσαλὴμ τὸ πλῆθος συνήγαγε, καὶ τὴν τῶν ἀζύμων ἑορτήν, ἣν 
 πάσχα καλοῦσιν, ἑώρτασε. βίον δὲ εἰρηνικὸν διαγαγών, τοξευθεὶς ἐπὶ τέλει τὸν βίον
κατέστρεψεν. ὁ γὰρ τῶν Αἰγυπτίων βασιλεὺς Νεχαὼ Μήδους πολεμήσων ἀπῄει, εἶργε δὲ αὐτὸν Ἰωσίας διὰ
τῆς χώρας αὐτοῦ παρελθεῖν. ὁ δὲ μὴ ἐπ᾿ αὐτὸν στρατεύειν ἐδήλου αὐτῷ. Ἰωσίας δὲ οὐ
μεθίετο. ἤδη οὖν παρετάσσοντο μαχεσόμενοι, καὶ Ἰωσίαν διατάσσοντα τὸν οἰκεῖον λαὸν τοξεύσας
Αἰγύπτιος τὸν πόλεμον ἔλυσεν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἀναζεύξας εἰς Ἱεροσόλυμα τελευτᾷ, βασιλεύσας ἔτη
τριάκοντα πρὸς ἑνί, ζήσας δὲ πρὸ τῆς βασιλείας ὀκτώ. ἐπὶ τούτου Ἱερεμίας ἦν ὁ προφήτης,
ὃς καὶ τὰ συμβήσεσθαι μέλλοντα τῇ Ἱερουσαλὴμ δεινὰ προηγόρευσε καὶ τὴν ὑπὸ ῾Ρωμαίων αὐτῆς ἅλωσιν.
 οὐ μόνον δὲ οὗτος περὶ τούτων προέγραψεν, ἀλλὰ καὶ Ἰεζεκιὴλ πρῶτος
περὶ τούτων δύο βιβλία κατέλιπεν. ἦσαν δὲ ἄμφω τῆς ἱερατικῆς φυλῆς. 
 Τελευτήσαντος δὲ Ἰωσίου Ἰωάχαζ ὁ παῖς αὐτοῦ ἦρξεν, εἴκοσιν ἐπὶ τρισὶν ἐνιαυτῶν ὤν, ἀσεβὴς
γε- γονώς· ὃν ἀπὸ τοῦ πολέμου ἀναζευγνὺς ὁ τῶν Αἰγυπτίων
βασιλεὺς ἔδησε, καὶ τὴν μὲν βασιλείαν τῷ πρεσβυτέρῳ ἀδελφῷ Ἐλιακεὶμ δέδωκεν, Ἰωακεὶμ
μετονομάσας αὐτόν, καὶ εἰσφορὰν τῇ χώρᾳ ἐπιτάξας ἑκατὸν ἀργυρίου τάλαντα, ἓν δὲ χρυσοῦ. τὸν Ἰωάχαζ
δὲ ἀπήγαγεν εἰς Αἴγυπτον, ὅπου καὶ ἐτελεύτησεν. ὁ δὲ χρόνος τῆς βασιλείας αὐτοῦ τρεῖς ἦσαν μῆνες ἐπὶ δέκα ἡμέραις. 
 
 Ἰωακεὶμ δὲ ἀσεβεῖ τε ὄντι καὶ κακούργῳ ἔτος ἤδη τῆς βασιλείας ἠνύετο τέταρτον καὶ τὴν
Βαβυλωνίων ἀρχὴν Ναβουχοδονόσορ περιεζώσατο. οὗτος τὸν Αἰγύπτιον Νεχαὼ νικήσας πολὺ μέρος τῆς χώρας
 αὐτοῦ παρεσπάσατο. ἐν ὀγδόῳ δ᾿ ἔτει τῆς βασιλείας Ἰωακεὶμ ἐπιστρατεύει τῇ Ἰουδαίᾳ μετὰ
βαρείας δυ- νάμεως. Ἰωακεὶμ δὲ δείσας ὑπόφορον ἔθετο τῷ Βαβυλωνίῳ τὴν χώραν τὴν
ἑαυτοῦ. καὶ τρισὶ μὲν ἔτεσι προσῆγε τοὺς φόρους, εἶτα τοὺς Αἰγυπτίους χωρεῖν ἀκούσας κατὰ τοῦ
Βαβυλωυίου, ἐπέσχε τὴν τῶν φόρων καταβολήν, καίτοι τοῦ προφήτου Ἱερεμίου προλέγοντος
τὴν ὑπὸ τοῦ Βαβυλωνίου τῆς πόλεως ἅλωσιν καὶ τὴν τοῦ βασιλέως Ἰωακεὶμ ἀναίρεσιν, καὶ οὐ μόνον
εἰπόντος, ἀλλὰ καὶ γράψαντος καὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ πλήθους ἀναγνόντος
τὴν συγγραφήν. ἣν λαβόντες οἱ ἡγεμόνες τῷ βασιλεῖ προσήνεγκαν· ὁ δὲ ἐπὶ τοῖς
γεγραμμένοις χολωθεὶς πυρὶ τὸ σύγγραμμα κατῃθάλωσε, τὸν δὲ προφήτην καὶ Βαροὺχ τὸν γραμματέα αὐτοῦ
κολάσαι ἐζήτει. ἀλλ᾿ οἱ μὲν φυγόντες ἐξέκλιναν τὴν ὀργὴν αὐτοῦ· μετ᾿ οὐ πολὺ δὲ κατ᾿ 
αὐτοῦ στρατεύει ὁ Βαβυλόνιος, Ἰωακεὶμ δὲ ἀπραγμόνως αὐτὸν εἰς τὴν πόλιν εἰσδέχεται. ὁ δὲ τούς τε
κρείττους τῶν πολιτῶν καὶ αὐτὸν τὸν βασιλέα ἐφόνευσε, τρισχιλίους δὲ τοὺς καλλίστους αἰχμαλώτους
ἀπήγαγεν, ἐν οἷς ἦν καὶ ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ παῖς ὤν, τὸν δὲ υἱὸν τοῦ κτανθέντος
βασιλέως, Ἰωακεὶμ ὀνομαζόμενον καὶ αὐτόν, ἀναδείξας βασιλέα τῆς
Ἰουδαίας. 
 Οὕτω μὲν ἔσχε τέλους Ἰωακείμ, ἐνιαυτοὺς βιώσας ἓξ καὶ τριάκοντα, βασιλεύσας δὲ ἕνδεκα. ὁ
δὲ Βαβυλώνιος ὑποπτεύσας μνησικακῆσαι τὸν ἐκείνου υἱὸν διὰ τὸν φόνον τὸν τοῦ πατρὸς καὶ
ἀποστατῆσαι, πέμψας ἐπολιόρκει αὐτόν. ὁ δὲ μὴ θέλων τὴν πόλιν δι᾿ αὐτὸν κινδυνεῦσαι, παραδίδωσιν
ἑαυτὸν καὶ τοὺς προσήκοντας αὐτῷ τοῖς πολεμίοις ἐπὶ συνθήκαις μή τι κακῶσαι τὴν πόλιν ἢ
αὐτούς· ἃς παρέβη ὁ Βαβυλώνιος, κελεύσας τὴν ἐν τῇ πόλει πᾶσαν νεότητα καὶ τοὺς τεχνίτας ἀπαγαγεῖν
πρὸς αὐτόν, οἳ πρὸς ὀκτα- 
 κοσίοις τριάκοντα δύο εἰς δέκα χιλιάδας ἠρίθμηντο. τὸν Ἰωακεὶμ δὲ καὶ
τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ τοὺς φίλους καθείρξας ἐφύλαττε, μῆνας τρεῖς βασιλεύσαντα

καὶ ἡμέρας δέκα. τὴν δὲ τῆς Ἰερουσαλὴμ βασιλείαν τῷ τοῦ Ἱωακεὶμ πατραδέλφῳ τῷ Σεδεκίᾳ
παρέδωκεν, ὀμόσαντι μὴ εὐνοήσειν τοῖς Αἰγυπτίοις, ἀλλ’ αὐτῷ φυλάξειν τὴν χώραν. ὁ δὲ
νέος ὤν, εἴκοσι γὰρ καὶ ἑνὸς ἦν ἐτῶν ὅτε παρέλαβε τὴν ἀρχήν, καὶ ὑπερόπτης τοῦ δικαίου τε καὶ τοῦ
δέοντος, παραινοῦντι τῷ Ἱερεμίᾳ τὰς ἀσεβείας καὶ τὰς παρανομίας
λιπεῖν οὐκ ἐπείθετο, οὐδ’ ἐπίστευε λέγοντι τὰς μελλούσας ἔσεσθαι συμφορὰς αὐτῷ τε καὶ
τῷ λαῷ· ἃς καὶ Ἱεζεκιὴλ ἐν Βαβυλῶνι προέλεγε καὶ γράψας ἀπέσταλκεν εἰς Ἱεροσόλυμα. ἠπίστησε δὲ
ἀμφοῖν τοῖν προφήταιν ὁ Σεδεκίας ὡς τάχα διαφωνοῦσι. περὶ μὲν γὰρ τῶν ἄλλων συνεφώνουν,
περὶ δὲ αὐτοῦ Σεδεκίου ἐδόκουν ἐναντιοῦσθαι. Ἰεζεκιὴλ μὲν γὰρ μὴ ὄψεσθαι τὴν Βαβυλῶνα αὐτὸν
προεφήτευεν, Ἱερεμίας δὲ δέσμιον αὐτὸν ἀΠαχθῆναι πρὸς Βαβυλῶνα προέλεγε. συνῳδὰ δὲ τοῖς προφήταις
καὶ τὰ περὶ τούτου προείρηντο· τυφλωθεὶς γὰρ ἐν Ἰουδαίᾳ καὶ δέσμιος ἀπαχθεὶς τὴν
Βαβυλῶνα οὐκ ἐθεάσατο. 
 
 Οὗτος ὁ Σεδεκίας ἐπὶ ἔτη ὀκτὼ τηρήσας τὴν πίστιν τὴν πρὸς τὸν Βαβυλώνιον, πρὸς τοὺς
Αἰγυπτίους ἀπέκλινε. διὸ στρατεύσας ὁ Ναβουχοδονόσορ ἐπολιόρκει 
 τὴν Ἰερουσαλήμ. τῶν δ’ Αἰγυπτίων εἰς συμμαχίαν ἡκόντων τοῖς
Ἰουδαίοις, προυπαντήσας σφίσιν ὁ Βαβυλώνιος καὶ τρεψάμενος αὐτοὺς διώκει. οἱ δὲ ψευδοπροφῆται μηκέτι
τοὺς πολεμίους πολιορκήσειν αὐτοὺς ἔλεγον· Ἱερεμίας δὲ καὶ ὑποστρέψαι αὐτοὺς 
 
 καὶ τὴν πόλιν αἱρήσειν καὶ κατασκάψειν καὶ τὸν ναὸν ἐμπρήσειν καὶ τὸν λαὸν τὸν τέως
περιλειφθησόμενον ἀπάξειν προηγόρευε δορυάλωτον, ἐπ’ ἔτη δουλεύσοντα ἑβδομήκοντα, μέχρις οὗ Πέρσαι
καὶ Μῆδοι τὴν Βαβυλωνίων ἀρχὴν καταλύσουσι· τότε δὲ λυθῆναι τῆς αἰχμαλωσίας αὐτούς, καὶ
τὸν ναὸν αὖθις καὶ τὴν πόλιν ἀνοικοδομῆσαι. ταῦτ’ ἔλεγεν Ἱερεμίας· ὁ δὲ βασιλεὺς καὶ οἶ περὶ αὐτὸν
τοὺς λόγους αὐτοῦ ἐμυκτήριζον. ἀπιόντι δὲ τῷ προφήτῃ πρὸς Ἀναθὼθ τὴν 
 πατρίδα συναντήσας τις τῶν ἀρχόντων καὶ κατασχὼν ὡς αὐτόμολον ἤγαγε πρὸς τοὺς ἄρχοντας·
οἳ αἰκισάμενοι αὐτὸν ἐτήρουν εἰς κόλασιν. 
 Κατὰ δὲ τὁ ἔνατον ἰτὸς τῆς βασιλείας Σεδεκίου ἔπεισι τὸ δεύτερον κατὰ τῶν Ἱεροσολύμων ὁ
Βαβυλύνιος, καὶ ἐφ’ ἔνα πρὸς τῷ ἡμίσει ἐνιαυτὸν κραταιῶς τὴν πόλιν πολιορκεῖ. τῇ δὲ
πολιορκίᾳ λιμὸς συνηνέχθη καὶ ἐπὶ τούτοις λοιμός. Ἱερεμίας δὲ καθειργμένος δέξασθαι τὸν Βαβυλώνιον
παρεκάλει τὸ πλῆθος· σωθήσεσθαι γὰρ οὕτως· εἰ δ’ οὔ, μένοντας ἀπολεῖσθαι ἢ λιμῷ ἢ
μαχαίρᾳ· ‘εἰ δέ τις προσχωρήσει τοῖς πολεμίοις, τὸν θάνατον” ἔλεγε “διαφεύξεται. οὐδενὶ μέντοι
πιστὸς ὁ προφήτης λελόγιστο, οἱ δ’ ἡγεμόνες καὶ προσηρέθιζον κατ’ ἐκείνου τὸν βασιλέα. δὲ διὰ τὸν καιρὸν αὐτοὺς θεραπεύων ἐνέδωκεν αὐτοῖς χρήσασθαι
τῷ προφήτῃ ὡς βούλονται. κἀκεῖνοι αὐτὸν εἰς λάκκον βορβορώδη ἐνέβαλον. Σεδεκίας δὲ τοῦτο μαθὼν
ἀνελκυσθῆναι αὐτὸν ἐκεῖθεν ἐκέλευσε, καὶ λάθρᾳ καλέσας ἤρετο τί φησι πρὸς τὰ παρόντα δεινά. ὁ δὲ
παραδοῦναι τὴν πόλιν συνεβούλευε τῷ Βαβυλωνίῳ. Σεδεκίας δὲ δεδιέναι ἔλεγε μὴ ἀναιρεθῇ.
ὁ δὲ προφήτης οὐδενὸς αὐτὸν οὕτω ποιοῦντα πειραθήσεσθαι δυσχεροῦς ἰσχυρίζετο. τὸν μὲν
οὖν ὁ βασιλεὺς ἀπέλυσεν, ὁ δέ γε Βαβυλώνιος ἐπολιόρκει τὴν πόλιν μετὰ σφοδρᾶς ἐπιθέσεως, καὶ εἷλε
ταύτην τῷ ἑνδεκάτῳ ἐνιαυτῷ τῆς ἀρχῆς Σεδεκίου. Σεδεκίας δὲ μετὰ τῶν
γυναικῶν καὶ τῶν τέκνων καὶ τῶν προσηκόντων καὶ τῶν φίλων ἔφευγεν ἐκ τῆς πόλεως. οἱ δὲ
πολέμιοι κατεδίωξαν αὐτὸν καὶ κατέλαβον μονωθέντα· οἱ γὰρ ἡγεμόνες καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ διεσπάρησαν.
ζωγρήσαντες οὑν αὐτὸν καὶ τὰ τέκνα καὶ τὰς γυναῖκας ἤγαγον εἰς τὸν Βαβυλώνιον. ὁ δὲ ὠνείδισεν αὐτὸν
εἰς ἀχαριστίαν καὶ ἀπιστίαν, ἐκέλευσέ τε τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς φίλους κταν- θῆναι
ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ· εἶτα καὶ τὰ ὄμματά πηρώσας αὐτοῦ δέσμιον εἰς Βαβυλῶνα ἀπήγαγεν. καὶ τότε συνῆκε
καὶ ἄμφω τοὺς προφήτας ἀληθῆ προειπεῖν. οὕτος τέλος ἐγένετο τῶν ἐκ τοῦ σπέρματος τοῦ 
Δαβὶδ βεβασιλευκότων. εἴκοσι δὲ καὶ εἶς ἐτύγχανον ἄπαντες, ἐτῶν διελθόντων ἐξ ὅτου τῆς βασιλείας
 ἐπέβη Σαοὺλ πεντακοσίων δέκα καὶ τεσσάρων, μηνῶν ἕξ, ἡμερῶν
δεκαέξ. 
 Πεμφθεὶς δὲ Ναβουζαρδὰν ὁ ἀρχιμάγειρος τοῦ Βαβυλωνίου τόν τε ναὸν καὶ τὰ
βασίλεια ἐνέπρησε καὶ τὴν πόλιν κατέσκαψε καὶ τὰ τού ναοῦ πάντα ἐσύλησεν. ἐμπέπρηστο δὲ ὁ ναὸς μετὰ
τετρακόσια ἔτη καὶ ἑβδομήκοντα μῆνάς τε ἒξ καὶ ἡμέρας δέκα ἀφ’ οὗ ἐδομήθη καιροῦ, ἐκ δὲ τῆς ἐξ
Αἰγύπτου τῶν Ἑβραίων μεταναστεύσεως μετὰ ἐξήκοντα δύο ἔτη καὶ χίλια καὶ μῆνας ἕξ καὶ
ἡμέρας δέκα, ἀπὸ δὲ τοῦ κατακλυσμοῦ μετὰ χιλίους ἐνακοσίους πεντήκοντα ἑπτὰ ἐνιαυτοὺς καὶ μῆνας ἒξ καὶ ἡμέρας δέκα ἐκ δὲ τῆς 
παραγωγῆς τοῦ πρώτου ἀνθρώπου μέχρι τότε τρισχίλια πεντακόσια δέκα καὶ τρία ἴτη
παρήλθοσαν, μῆνες ἕξ καὶ ἡμέραι δέκα.

Ναβουζαρδὰν δὲ κατασκάψας τὴν Ἰερουσαλὴμ τόν τε λαὸν καὶ τὸν ἀρχιερέα Σαβαῖον καἰ τὰ σκεύη
τὰ ἱερὰ εἰς Βαβυλῶνα ἐκόμισε. Ναβουχοδονόσορ δὲ τὰ σκεύη τοῦ θεοῦ τοῖς ἑαυτοῦ θεοῖς ἀνατέθεικε, τοὺς δὲ αἰχμαλώτους εἰς τὴν οἰκείαν χώραν κατῴκισε. τοὺς δ’ αὐτομολήσαντας ἐν τῇ πολιορκίᾳ
πρὸς τοὺς Βαβυλωνίους ἐν Ἰουδαίᾳ καταλιπὼν ὁ Ναβουζαρδὰν καὶ τοὺς πένητας, ἡγεμόνα τούτοις ἐπέστησε
Γοδολίαν, ἄνδρα τῶν εὖ γεγονότων ἐπιεικῆ τε καὶ δίκαιον, 
καὶ τὴν χώραν ἐργάζεσθαι αὐτοῖς ἐνετείλατο, καὶ δασμοφορεῖν τῷ Ναβουχοδονόσορ ἐπέταξε. τῷ δὲ προφήτη
Ἱερεμίᾳ εἲς Βαβυλῶνα ἀπελθεῖν προετρέπετο· ὁ δὲ ἐν τοῖς ἐρειπίοις τῆς πατρίδος ἤθελε διατρίβειν. καὶ
ἀφῆκεν αὐτὸν ἐκεῖ, τῷ Γοδολίᾳ ἐπιτάξας πᾶσαν αὐτοῦ ποιεῖσθαι πρόνοιαν. ἀπέλυσε δὲ αὐτῷ
καὶ τὸν φοιτητὴν Βαρούχ, τῇ πατρίῳ γλώττῃ διαφερόντως πεπαιδευμένον. ὅσοι δ᾿ ἐκ τῆς Ἱερουσαλὴμ διὰ
τὴν πολιορκίαν ἀπέδρασαν ἧκον πρὸς Γοδολίαν. ὁ δὲ γεωργεῖν τὴν χώραν αὐτοῖς συνεβούλευε 
καὶ κατοικεῖν ἣν ἕκαστος βούλεται πόλιν καὶ ἀνοικοδομεῖν τὰ ἐρείπια. γνόντες δὲ τὸν Γοδολίαν ἄνδρα χρηστόν, ὑπερηγάπησαν αὐτόν. 
 Ἐπανῆλθε δὲ σὺν τοῖς ἄλλοις καί τις καλούμενος Ἰσμαήλ, ἐκ τοῦ βασιλείου γένους ὑπάρχων, ὃς
πρὸς τοὺς Ἀμμανίτας ἀπέδρα κατὰ τὸν τῆς πολιορκίας καιρόν. τοῦτον προσελθόντα τῷ
Γοδολίᾳ τινὲς ἐπιβουλεύειν αὐτῷ ἔλεγον· εἰ δ’ ἐπιτρέψει αὐτοῖς κτεῖναι 
 τὸν ἄνδρα, διαφεύξεται τὴν ἐπιβουλήν. ὁ δ’ ἠπίστει, ἢ καὶ βέλτιον ἔλεγεν ἡγεῖσθαι
αὐτὸς ἀποθανεῖν ἢ ἄνθρωπον κτεῖναι πιστεύσαντα αὐτῷ ἑαυτόν. μετὰ καιρὸν δὲ σὺν ἑτέροις ὁ Ἰσμαὴλ
οὗτος πρὸς Γοδολίαν ἐλθὼν καὶ ξενισθεὶς ἀπέκτεινε τόν τε Γοδολίαν καὶ τοὺς
συμποσιάζοντας. εἶτα νυκτὸς ἐπιθέμενος τοῖς καταλειφθεῖσιν ἐν τῇ
πόλει Βαβυλωνίοις αὐτούς τε ἀνεῖλε καὶ πάντας τοὺς ἐκεῖ Ἰουδαίους. τῇ ἐπαύριον δὲ ὀγδοήκοντα ἀνδρῶν
ἐκ τῆς χώρας σὺν δώροις πρὸς Γοδολίαν ἐλθόντων, καὶ τούτους ἀνεῖλεν ὁ Ἰσμαήλ, ἄνευ
ὀλίγων τινῶν, οἳ κεκρυμμένα ἐν τοῖς ἀγροῖς ἔπιπλά τε καὶ ἐσθῆτας καὶ σῖτον ὑπέσχοντο δείξειν αὐτῷ.
λαβὼν δὲ καὶ αἰχμαλωσίαν πολλὴν ἀπῄει πρὸς Ἀμμανίτας. ταῦτα δὲ μαθόντες ἡγεμόνες τῶν Ἰουδαίων τινές,
καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς παραθήξαντες, κατεδίωξαν αὐτόν· καὶ τὴν μὲν αἰχμαλωσίαν
ἐπανεσώσαντο, Ἰσμαὴλ δὲ σὺν ἀνδράσιν ὀκτὼ διαπεφευγεν. 
 Οἱ δὲ περισωθέντες τοὺς Βαβυλωνίους δεδοικότες ἀπιέναι
πρὸς Αἴγυπτον ἐβουλεύοντο. καὶ τοῦ Ἱερεμίου μένειν αὐτοῖς συμβουλεύοντος, μένουσι γὰρ
τὸ θεῖον αὐτοῖς προμηθεύσεσθαι μή τι πείσεσθαι κακόν, ἀπιοῦσι δὲ μὴ συνέσεσθαι αὐτοῖς, οὐκ
ἐπίστευον, ἀλλ’ ἀπειθήσαντες ἀπῆραν εἰς Αἴγυπτον, ἄγοντες καὶ τὸν Ἱερεμίαν καὶ τὸν Βαρούχ. ἀπελθόντι
 δ’ ἐκεῖ τῷ προφήτῃ δηλοῖ τὸ θεῖον τὰ μέλλοντα. ὁ δὲ προύλεγε τοῖς ὁμοφύλοις ὡς ἐπὶ τοὺς
Αἰγυπτίους στρατεύσει ὁ Βαβυλώνιος καὶ τῆς Αἰγύπτου κρατήσει, καὶ ὡς τοὺς μὲν αὐτῶν κτενεῖ, τοὺς δὲ
δορυαλώτους ἀπάξει. δι’ ἆ καὶ καταλευσθεὶς ὑπὸ τῶν συμφυλετῶν τέθνηκεν. ἆ δὲ προείρηκε
γέγονε· πέμπτον γὰρ ἰτὸς μετὰ τὴν τῶν Ἱεροσολύμων ἠνύετο πόρθησιν καὶ Ναβουχοδονόσορ
κατὰ τῆς Κοίλης Συρίας ἐξώρμησε, καὶ κατασχὼν αὐτὴν Ἀμμανίταις ἐπῆλθε
καὶ Μωαβίταις, κἀκεῖθεν ἐπ’ Αἴγυπτον ἐξεστράτευσε, καὶ ὑποτάξας αὐτὴν κτείνει τὸν βασιλεύοντα, ἕτερον δ’ ἐγκαθίστησι, τοὺς δ᾿ ἐκεῖ Ἰουδαίους εἰς Βαβυλῶνα μετήνεγκεν. Ἱερεμίου δ’ ἐν
Αἰγύπτῳ ταφέντος, λέγεται ὁ βασιλεὺς Ἀλέξανδρος, κυριεύσας τῆς
Αἰγύπτου μετὰ τῶν ἄλλων, ἐξυμνούντων τὸν προφήτην τῶν Αἰγυπτίων, μετενεγκεῖν τὰ ὀστᾶ ἐκείνου εἰς τὴν παρ’ αὐτοῦ κτισθεῖσαν πόλιν τὴν Ἀλεξάνδρειαν. 
 Ὁ μὲν οὖν προφήτης προεῖπεν, ὡς εἴρηταί μοι, τὰ συμβησόμενα· τὸ δὲ τῶν Ἑβραίων γένος
τοιοῦτον εὕρατο τέλος, πέραν Εὐφράτου μετενεχθέν. αἶ μὲν γὰρ δέκα φυλαὶ Ὠσηὲ
βασιλεύοντος εἰς Σαμάρειαν παρὰ τῶν Ἀσσυρίων ᾐχμαλωτίσθησαν, αἱ δὲ
δύο φυλαὶ μετὰ ταῦτα παρὰ Ναβουχοδονόσορ ἐλήφθησαν δορυάλωτοι, καὶ ὅσοι μετὰ τὴν τῶν Ἱεροσολύμων
ἅλωσιν ὑπελείφθησαν. καὶ ὁ μὲν Σαλμανασὰρ τὸ τῶν Χουθαίων ἔθνος ἐκ Πέρσιδος μετῴκισεν
εἰς Σαμάρειαν, ὁ δὲ Ναβουχοδονόσορ ἔρημον ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν, καὶ ἔμεινεν οὕτως ἐπὶ ἐνιαυτοὺς
ἑβδομήκοντα. ὁ μεταξὺ δὲ τῆς τῶν δέκα φυλῶν αἰχμαλωσίας ἐκ Σαμαρείας καὶ τῆς τῶν δύο ἐξ Ἱερουσαλὴμ
χρόνος ἑκατὸν τριάκοντα ἔτη καὶ μῆνες ἒξ πρὸς ἡμέραις δέκα ἐγένοντο.

Τοὺς δ᾿ εὐγενεστέρους τῶν αἰχμαλώτων παῖδας καὶ τῷ βασιλεῖ Σεδεκίᾳ προσήκοντας καὶ τῶν
ἄλλων ἀκμαιοτέρους καὶ ὡραιοτέρους ἐκτομίας ποιήσας ὁ 
 Βαβυλώνιος, καὶ παιδαγωγοῖς παραδούς, τά τε τῶν Χαλδαίων ἐδίδασκε γράμματα καὶ τὰ
ἐπιχώρια, ἐκ τῆς ἰδίας τραπέζης ἀποτάξας σφίσι τὴν δίαιταν. τέσσαρες δὲ τῶν παίδων ἤσαν ἐκ τοῦ
βασιλικοῦ γεγονότες γένους, καλοὶ τὰς ὄψεις καὶ ἀγαθοὶ τὰς φύσεις· ὧν τὸν μὲν Δανιὴλ
καλούμενον Βαλτάσαρ ὁ Βαβυλώνιος μετωνόμασε, τὸν δὲ Ἀνανίαν ὠνομασμένον Σεδράχ, Μισαὴλ δὲ τὸν ἕτερον
κεκλημένον Μισάκ, καὶ τὸν λοιπὸν Ἀζαρίαν Ἀβδεναγώ· οὓς καὶ τῶν ἄλλων ἦγεν ἐντιμοτέρους, δι’ εὐφυίαν
ἐπὶ σοφίᾳ προκόπτοντας. οὗτοι τοίνυν οἱ νεανίαι τοῦ προεστῶτος αὐτῶν εὐνούχου ἐδέοντο μὴ τοῖς ἐκ τῆς βασιλικῆς τραπέζης χορηγουμένοις αὐτοῖς διαιτᾶν
σφάς, ἀλλ’ ὀσπρίοις καὶ φοίνιξι καὶ τοιούτοις ἄλλοις. ὁ δὲ δεδιέναι ἔλεγε μὴ τοιούτοις τρεφόμενοι
λεπτυνθῶσι τὰ σώματα, καὶ παρὰ τοῦ βασιλέως διὰ τοῦτο αὐτὸς κακωθῇ οἱ δὲ ἐφ’ ἡμέρας
δέκα οὕτω διαιτῆσαι αὐτοὺς παρεκάλουν, καὶ εἰ μὲν μὴ μεταβάλοιτο ἡ τῶν σωμάτων ἵξις αὐτοῖς, οὕτω
διαιτᾶν αὐτοὺς καὶ εἰς τὸ ἐξῆς, εἰ δ’ ἴδοι τὰ σώματα αὐτῶν ἰσχναινόμενα, τῆς προτέρας
ἔχεσθαι διαιτήσεως. πείθεται τούτοις ὁ τῶν παίδων προεστηκώς, καὶ οὕτω ποιήσας ὡς οὐδὲν αὐτοὺς ἐκ
τῶν τοιούτων τροφῶν παθόντας εἶδε, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ τῶν ἄλλων θαλερωτέρους γεγονότας, ἀψύχους αὐτοῖς προσῆγε τροφάς. οἱ δὲ λεπτυνθέντος αὐτοῖς τοῦ
νοός, πάσαν κατόρθωσαν παιδείαν Χαλδαϊκὴν καὶ Ἀσσύριον. ὁ δέ γε Δανιὴλ καὶ περὶ κρίσεις ὀνείρων
κατέτεινε τὴν σπουδήν. 
 Εἶτα ἐνύπνιον ὁ Ναβουχοδονόσορ ἐξαίσιον θεασάμενος, καὶ τὴν κρίσιν τούτου κατὰ τοὺς ὕπνους
 μαθών, τοῦ τε ὀνείρου καὶ τῆς κρίσεως αὐτοῦ ἐπελάθετο. ἕωθεν οὖν μεταπεμψάμενος τοὺς
Χαλδαίους καὶ τοὺς μάντεις καὶ μάγους, ἀπῄτει τούτους τὸ ὄναρ τε εἰπεῖν αὐτῷ καὶ τὴν
τούτου δήλωσιν. οἱ δὲ αὐτὸν ἤθελον πρότερον εἰπεῖν τό ἐνύπνιον, καὶ οὕτως αἰτεῖν ἐξ ἐκείνων τὸ
σημαινόμενον. ὠργίσθη ἐπὶ τούτοις ὁ βασιλεὺς καὶ θάνατον ἀπάντων κατεψηφίσατο μὴ
δύνασθαι λεγόντων εὑρηκέναι τὸν ὄνειρον. τούτοις ὡς σοφοὶ καὶ Δανιὴλ καὶ οἱ τρεῖς παῖδες καὶ συνεκλήθησαν καὶ συγκατεκρίθησαν. πρόσεισι τοίνυν ὁ Δανιὴλ τῷ τῶν βασιλικῶν
σωματοφυλάκων ἐξάρχοντι, καὶ ἠξίωσεν ἐπὶ μίαν νύκτα τὴν ἀναίρεσιν τῶν κατακριθέντων
ὑπερτεθῆναι· · “ἴσως γάρ” ἔφη “δι᾿ αὐτῆς δεηθησόμεθα τοῦ θεοῦ καὶ γνωσόμεθα τὸ ἐνύπνιον.” ἐνέδωκεν ὁ
βασιλεὺς πρὸς τὴν αἴτησιν. καὶ συμπαραλαβὼν ὁ Δανιὴλ καὶ τοὺς τρεῖς αὐτοῦ συγγενεῖς
παῖδας ἱκέτευσε διὰ τῆς νυκτὸς τὸν θεόν. δηλοῦται οὖν αὐτῷ θεόθεν καὶ τὸ ἐνύπνιον καὶ τὰ δι’ αὐτοῦ σημαινόμενα. καὶ μεθ’ ἡμέραν ἀπῄει πρὸς τὸν βασιλέα καί οἱ
παρὰ τοῦ θεοῦ ἔφη γνωρισθῆναι αὐτῷ καὶ τὸ ὄναρ καὶ τὴν αὐτοῦ δήλωσιν, ἐλεήσαντος τοὺς
ἀδίκως διὰ τοῦτο ἀποθανεῖν κινδυνεύοντας, “οὐδὲν δ’ ἧττον καὶ σὲ τὸν
θέλοντα ἀναιτίως τοσούτους κτεῖναι ἐξ ὧν ἀπῄτεις ἀδύνατα, ἃ μόνῃ τῇ θείᾳ φύσει γνωστά. ἃ δ’ ἐθεάσω
τοιαῦτά εἰσιν. ἐδόκεις ὁρᾶν ἀνδριάντα μέγαν ἑστῶτα, οὗ χρυσῆ μὲν ἡ κεφαλή, οἱ δὲ ὦμοι
καὶ οἶ βραχίονες ἀργυροῖ, ἡ δέ γε γαστὴρ μετὰ τῶν μηρῶν ἐκ χαλκοῦ, αἱ κνῆμαι δὲ καὶ οἱ πόδες ἦσαν
μέρος μέν τι σιδήρεοι, μέρος δέ τι ὀστράκινοι. εἶτα λίθος ἐξ ὄρους ἀπορραγεὶς τῷ ἀνδριάντι ἔδοξεν
ἐμπεσεῖν καὶ συντρῖψαι αὐτόν, καὶ λεπτῦναι τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον καὶ τὸν χαλκὸν
καὶ τὸν σίδηρον καὶ τὸν ὄστρακον ἐς τοσοῦτον ὡς ὑπ’ ἀνέμου ἐκλικμηθῆναι καὶ σκεδα- 
σθῆναι αὐτά. ὁ δὲ λίθος ἐδόκει αὐξῆσαι καὶ εἰς τοσοῦτον μέγεθος προελθεῖν ὡς πᾶσαν ὑπ’ αὐτοῦ
πεληρῶσθαι τὴν γῆν. οὕτος μὲν οὖν σοι ὁ ὄνειρος ἃ δὲ δηλοῦταί
σοι δι’ αὐτοῦ, φροντίζοντι περὶ τῆς βασιλείας καὶ τίς ἄρξει μετὰ σέ, ταῦτά εἰσιν. ἡ μὲν 
χρυσῆ κεφαλὴ σύ τε εἶ καὶ οἱ λοιποὶ βασιλεῖς τῶν Βαβυλωνίων, τὸ πολύολβον δ’ ὁ χρυσὸς τῆς ἀρχῆς σου
παραδηλοῖ· αἱ δὲ δύο χεῖρες καὶ οἱ ὦμοί διττὰς εἰκονίζουσι βασιλείας, ὺφ΄ ὡν ἡ ὑμῶν ἡγεμονία
καταλυθήσεται· ἡ χαλκῆ δὲ γαστὴρ καὶ οἱ τοιοῦτοι μηροὶ βασιλέα δηλοῦσι χαλκὸν
ἐνδεδυμένον, ὃς τοὺς ὑμάς καταλύσοντας καθαιρήσει· τὴν δ΄ ἐκείνου βασιλείαν αὖθις ἑτέρα καταπαύσει
δυνατωτέρα· τοῦ τε γὰρ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου καὶ τοῦ χαλκοῦ ὁ σίδηρος δυνατώτερος.” ὁ μὲν γὰρ
χρυσός, καὶ μᾶλλον ὁ καθαρώτατος, τοῦ ἀργύρου ἐστὶ μαλακώτερος· ὁ δ’ ἄργυρος τοῦ μὲν χρυσοῦ στεγανώτερος, τοῦ δὲ χαλκοῦ τυγχάνει χαυνότερος· ὁ δὲ
σίδηρος αὖθις καὶ τοῦ χαλκοῦ στερεώτερος. κεφαλῆ̣ μὲν οὖν ἡ τῶν Ἀσσυρίων βασιλεία ἀπείκασται, ὡς
προγενεστέρα τῶν ἄλλων καὶ τῷ χρόνῳ προάγουσα. δευτέραν δὲ τὴν τῶν Μηδῶν καὶ τῶν Περσῶν
ἐκάλεσεν, αἳ τὴν τῶν Ἀσσυρίων ἀρχὴν καθῃρήκασιν. ὁ γὰρ Κῦρος, ὥσπερ ἱστορηθήσεται, Πέρσης μὲν ἦν
πατρόθεν, τοῖς δὲ Μήδοις προσῆκεν ἐκ τῆς μητρός· ὃς ἄμφω τὰ ἔθνη συμπαραλαβὼν καὶ
πολεμήσας τοῖς Ἀσσυρίοις τὴν αὐτῶν βασιλείαν κατέλυσε. τῇ δυάδι δὲ τῶν χειρῶν ἡ τῶν ἐθνῶν τούτων
ἀμφοῖν δυὰς εἰκονίζεται. τρίτην δὲ βασιλείαν τὴν τῶν Μακεδόνων καλεῖ. τῷ χαλκῷ δὲ ταύτην ἀπείκασεν
ὡς δυνατωτέραν, οἷα καὶ τὴν Περσικὴν 
 σικὴν ἀρχὴν καταλύσασαν. καὶ διὰ μὲν τῆς κοιλίας ἡ Ἀλεξάνδρου
μοναρχία ὑποτυποῦται, διὰ δὲ τῶν μηρόν ἡ μετὰ θάνατον ἐκείνου τῆς βασιλείας διαίρεσις
καὶ ὁ αὐτῆς μερισμός. τετάρτην δὲ βασιλείαν τὴν τῶν Ῥωμαίων ἐκάλεσεν, ᾗ τὸν σίδηρον ἀπένειμε διὰ τὸ
στερέμνιον. ταῖς δὲ κνήμαις αὐτὴν εἰκόνισεν διὰ τὸ μετάχρονον· τῶν γὰρ ἄλλων μεγάλων
βασιλειῶν μεταγενεστέρα ἡ τῶν Ῥωμαίων, καὶ αἱ κνῆμαι δὲ καὶ οἱ πόδες τελευταῖα μέρη τοῦ σώματος. τὸ
δὲ τῷ σιδήρῳ ἀναμεμῖχθαι τὸ ὄστρακον αἰνίττεται τὸ ἰσχυρὰν μὲν εἶναι τὴν βασιλείαν, ἔχειν δὲ παρ’
 ἑαυτῇ καὶ εὔθραυστόν τι καὶ ἄναλκι· τοιοῦτον γὰρ τὴν φύσιν τὸ ὄστρακον, συγκείμενον ἐκ
πηλοῦ.

Εἰ μὲν οὖν πρὸς τὴν προτέραν κατάστασιν τῆς Ῥωμαίων 
ἡγεμονίας ἀναγαγεῖν τις βουληθείη τὸ ὅραμα, ὅτε ἡ γερουσία καὶ οἱ δικτάτωρες καὶ οἱ ὕπατοι καὶ οἱ
 δήμαρχοι καὶ ὁ δῆμος τῆς τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἀντείχοντο διοικήσεως, εὑρήσει
πολλαχοῦ τὸν δῆμον τῇ γερουσίᾳ διαφερόμενον καὶ στάσεις ἐγειρομένας, ἄλλα μὲν τῶν τῆς βουλῆς
διαταττομένων, ἄλλα δὲ τῶν τοῦ πλήθους ἀντεισαγόντων, ὡς ἐκ τούτου μάχεσθαί τε ἀλλήλοις
καὶ σφίσι τὰ πράγματα διὰ τὴν σιχόνοιαν ἔστιν οὑ ῥέπειν ἐπὶ τὸ χείρον’ καὶ ἀσθενέστερον. σιδήρῳ μὲν
οὖν ἄν τις εἰκονίσαι τὴν σύγκλητονW κλῆτον διὰ τὸ τῆς γνώμης
στερέμνιον, ὀστράκῳ δ’ ἂν εἰκασθείη τὸ πλῆθος, ἀναμεμιγμένον ὂν τοῖς ἐν τέλει καὶ τῇ
βουλῇ, διά τε τὸ συρφετῶδες καὶ τὸ χαμαίζηλον, τοιοῦτον γὰρ ὁ πηλὸς ὅθεν τὸ ὄστρακον γίνεται, καὶ
διὰ τὸ εὐμετάβολον καὶ τὴν ἀσθένειαν τοῦ φρονήματος. εἴωθεν γὰρ τὸ πλῆθος ἀστατεῖν ῥᾳδίως τε μετάγεσθαι καὶ μεταβουλεύεσθαι· ταῦτα 
 δέ τις εὑρήσει πλειστάκις τῇ Ῥωμαϊκῇ πολιτείᾳ συμβεβηκότα, ἐπιὼν τὰ περὶ ταύτης ἀρχαῖα
συγγράμματα. 
 Εἰ μὲν οὖν πρὸς τὴν προτέραν κατάστασιν τῆς Ῥωμαϊκῆς πολιτείας ἀναφέροι τις τὴν διαφορὰν
τῶν ὑλῶν καὶ τὴν μίξιν αὐτῶν, ταῦτ’ ἂν ἴσως λογίσαιτο, εἰ δὲ πρὸς τὴν ὑστέραν, ὅτε πρὸς
μοναρχίαν ἐξ ἀριστοκρατίας μετήνεκτο Ῥωμαίοις τὰ πράγματα, καὶ πρὸς τὴν εἰσ’ ἔπειτα τῆς βασιλείας
κατάστασιν, καὶ τότε πλείστην ἄν καταλάβοι τῇ πολιτείᾳ προξενήσασαν βλάβην τὴν πρὸς
ἀλλήλους τῶν Ῥωμαίων διχόνοιαν. ὅ τε γὰρ Καῖσαρ τῆς μοναρχίας ὀριγνηθεὶς ἐμφυλίους πολέμους πρὸς τὸν Μάγνον Πομπήιον καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους, οἳ τῆς ἐλευθερίας
ἀντεποιοῦντο τῆς παλαιᾶς, συνεστήσατο, καὶ πρὸς τοὺς ἀνελόντας αὖθις αὐτὸν ὁμοίας μάχας ὁ Καῖσαρ ὁ
Αὔγουστος καὶ ὁ Ἀντώνιος συνεκρότησαν, εἶτ᾿ αὖθις ἄμφω πρὸς ἀλλήλους οὗτοι περὶ τῆς αὐταρχίας
διαφερόμενοι πολέμους βαρεῖς κεκινήκασιν, ἀμφοτέρωθεν ἐν πάσαις ταῖς μάχαις φθειρομένων ὁμογενῶν,
κἀντεῦθεν τῆς Ρωμαϊκῆς ἐλαττουμένης δυνάμεως. καὶ οὐδ’ ἐν τοῖς μετέπειτα τὰς στάσεις
λωφησάσας ἴδοι τις ἄν. 
 Εἰ δέ τις πρὸς τὰς ὕστερον βασιλείας τὴν τοῦ σιδήρου καὶ τοῦ ὀστράκου φύσιν παραβαλεῖ,
εὑρήσει πῇ μὲν ἰσχυρὰν τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀρχήν, πῆ̣ δ᾿ ἀσθενοῦσαν καὶ τὸ πλεῖστον τῆς
παλαιᾶς ἀποβεβληκυπῖαν ἐπικρατείας, καὶ πολλοστῷ νῦν μέρει τῆς
παλαιᾶς ἐκείνης περιγεγραμμένην ἡγεμονίας. 
 Τὰ μὲν οὖν τῶν τεσσάρων βασιλειῶν ἐν τούτοις· ἡ δὲ λοιπή τε καὶ ἀκατάλυτος, ἣν ὁ λίθος
εἰκόνιζεν ὃς ἄνευ χειρῶν ἐτμήθη καὶ τὰς ὕλας ἐλέπτυνεν ἐξ ὧν συντέθειτο ἡ εἰκών, καὶ
τὴν γῆν ἐπλήρωσεν ἅπασαν, ἣν εἰς τοὺς αἰῶνας ὁ προφήτης εἴρηκε μὴ διαφθαρήσεσθαι, ἡ
μέλλουσα ἐπιφάνεια εἴη ἂν τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἥτις, τῆς σιδηρᾶς βασιλείας γενομένης
ἀσθενεστέρας διὰ τὴν τοῦ ὀστράκου ἐπιμιξίαν, ἀναφανήσεται· ὅτε αὐτῷ τὰ πάντα
ὑποταγήσεται, καὶ βασιλείας ἀτελευτήτου τε καὶ ἀδιαφθόρου ἀξιώσει τοὺς ταύτης ἀξίους ἑαυτοὺς
καταστήσαντας. λίθον γὰρ εἴωθεν ἡ γραφὴ καλεῖν τὸν Χριστόν. ὅ τε γὰρ
Δαβίδ “λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες” ἔφη, “οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας,”
καὶ ὁ Ἠσαίας ἐκ προσώπου φησὶ τοῦ θεοῦ ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιῶν λίθον ἀκρογωνιαῖον.” καὶ ὁ μέγας Παῦλος
ἀκρογωνιαῖον καλεῖ τὸν Χριστόν, ἐφ’ ᾧ ἐποικοδομηθῆναι τοὺς πιστεύσαντας ἔγραψε. κᾶέ 
πάλιν λέγει “θεμέλιον ἕτερον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός.’ κᾶέ
αὖθις ἑτέρωθι “ ἔπινον ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός.” καὶ πέτρα δὲ
σκανδάλου καὶ λίθος προσκόμματος λέγεται, καὶ πολλαχοῦ ἂν εὑρεθείη λίθος καὶ πέτρα
κεκλημένος ὁ κύ- ριος. τὸ δ᾿ ἄνευ χειρῶν τμηθῆναι τὴν ὑπὲρ
φύσιν αὐτοῦ γέννησιν προεδήλου, τὴν ἄνευ σπορᾶς, τὴν γαμικῆς ὁμιλίας χωρίς. ὄρος μὲν γὰρ ἡ του Ἰούδα
νομισθείη φυλή, ἐξ ἦς ὁ Δαβίδ· λίθος δὲ ὁ Χριστός, τμηθεὶς ἐξ αὐτῆς κατὰ τὸ ἀνθρώπινον·
ἄνευ δὲ χειρῶν, ὅτι μὴ κατὰ τοὺς φυσικοὺς προῆλθε θεσμούς, ἀλλ’ ἐξ ἀπειράνδρου καὶ ἁγίας γαστρός. ὃς
μικρὸς μὲν ἐδόκει πρότερον διὰ τὴν φύσιν τῆς ἀνθρωπότη- 
 
 τος, προιὼν δὲ τὴν οἰκουμένην πάσαν τῆς οἰκείας δόξης ἐπλήρωσε, καὶ ἔτι μᾶλλον
πληρώσει κατὰ τὴν μέλλουσαν αὐτοῦ ἐπιφάνειαν. 
 Ο μὲν οὖν προφήτης τό τε ἐνύπνιον τῷ Ναβουχοδονόσορ ἀπήγγειλε καὶ τὴν τούτου σύγκρισιν
ἀνεκάλυψεν, ὁ δὲ θαυμάσας ἐπὶ πρόσωπον ἔπεσε καὶ τῶ Δανιὴλ προσεκύνησε καὶ θύειν αὐτῷ
διετάξατο, οὐκ ἐκείνῳ τὴν ἅπασαν ἀπονέμων τιμὴν ὁ ἀλαζὼν ἐκεῖνος καὶ ὑπερήφανος, ἀλλὰ τῷ παρ’
ἐκείνου θρησκευομένῳ θεῷ. ἔφη γάρ ἐπ’ ἀληθείας ὁ θεὸς ὑμῶν οὗτός ἐστι θεὸς θεῶν καὶ
κύριος βασιλέων καὶ ἀποκαλύπτων μυστήρια.” δώματά τε αὐτῷ παρέσχε πολλά, καὶ πάσης τῆς Βαβυλῶνος
κατέστησεν ἄρχοντα, καὶ αλτάσαρ αὐτὸν ἐπωνόμασε, τὴν προσηγορίαν αὐτῷ θέμενος τοῦ οἰκείου θεοῦ.

Εἶτα χρύσεον ἀνδριάντα στήσας πήχεων μὲν τὸ ὕψος ἐξήκοντα,
πλάτος δὲ ἒξ, συνεκάλεσεν ἐξ ἁπάσης αὐτοῦ τῆς ἀρχῆς τοὺς πρώτους, προστάξας, ὅταν ἀκούσωσι τῆς
σάλπιγγος, τότε πεσόντας προσκυνεῖν τὸν ἀνδριάντα, τοὺς δ᾿ ἀπειθήσαντας εἰς τὴν τοῦ 
πυρὸς ἐμβληθῆναι κάμινον, ἣν ἐκεῖ μεγάλην ἐξέκαυσε καὶ σφοδράν. πάντων οὖν προσκυνούντων οἱ τρεῖς
νεανίαι, οὓς συγγενεῖς τοῦ Δανιὴλ ἡ ἱστορία παρέδωκε, μὴ παραβῆναι τὰ πάτρια θέλοντες οὐ
προσεκύνησαν. καὶ οἱ μὲν εἰς τὴν κάμινον αὐτίκα ἐβλήθησαν· D τὸ δὲ πῦρ ἐκείνων οὐχ
ἥψατο, ἀλλ’ ἑστῶτες ἐν μέσῳ τῆς ἀνυποστάτου φλογὸς ἐκείνης ὕμνον ἀνέπεμπον τῷ θεῷ. συνειστήκει δὲ
τοῖς τρισὶν ἐκείνοις καὶ τέταρτος· ἄγγελος δ’ ἦν συγκαταβὰς αὐτοῖς καὶ 
 τὸν φλογερὸν ἐκεῖνον ἀέρα μετατρέπων εἰς αὔραν δροσώδη. ταῦτα ἐξέστησαν τὴν θηριώδη
ψυχὴν τοῦ βασιλέως ἐκείνου καὶ ἀτεράμονα, καὶ τὸν τῦφον ἀφεὶς πρόσεισι καὶ ἐξ ὀνόματος τοὺς νεανίας
καλεῖ καὶ τὸν θεὸν αὐτῶν εὐλογεῖ, καὶ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους τιμῆς ἀξιοῖ καὶ ἡγεμόνας τῶν
ἐν Βαβυλῶνι πάντων Ἰουδαίων καθίστησιν. 
 Ὁρᾷ δὲ μετ᾿ ὀλίγον ὁ Ἀσσύριος ἐκεῖνος ἐνύπνιον ἕτερον. δένδρον ἑώρα μέγα τε καὶ τῆς γῆς
περιέχον τὰ πέρατα, φύλλοις ὡραϊζόμενον καὶ βρῖθον καρπῷ. ὑπ᾿ αὐτὸ δὲ κατεσκήνουν τὰ
θηρία τὰ ἄγρια, καὶ τὰ πετεινὰ ἐν τοῖς κλάδοις κατῴκει αὐτοῦ.
εἶτα Ἲρ εἶδεν οὐρανόθεν ἐλθόντα καὶ ἐν ἰσχύϊ φωνήσαντα “ἐκκόψατε τὸ δένδρον, καὶ τοὺς κλάδους
αὐτοῦ ἐκτίλατε, καὶ τὰ φύλλα ἐκτινάξατε, καὶ διασκορπίσατε τὸν καρπὸν αὐτοῦ, πλὴν
ἐάσατε τὴν φυὴν τῶν ῥιζῶν αὐτοῦ· καὶ ἐν δεσμῷ σιδηρῷ καὶ ἐν τῇ χλόῃ τῆς γῆς καὶ ἐν τῇ δρόσῳ τοῦ
οὐρανοῦ αὐλισθήσεται, καὶ μετὰ τῶν θηρίων ἡ μερὶς αὐτοῦ, καὶ ἡ καρδία αὐτοῦ ἀπὸ τῶν 
ἀνθρώπων ἀλλοιωθήσεται, καὶ καρδία θηρίου δοθήσεται αὐτῷ, καὶ ἑπτὰ καιροὶ ἀλλαγήσονται ἐπ᾿ αὐτόν.”
ταύτην ἰδὼν τὴν ὄψιν συγκαλεῖ πάλιν τοὺς μάγους καὶ τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος καὶ ζητεῖ μαθεῖν τὰ δι᾿
αὐτῆς σημαινόμενα. ἠπόρουν δ᾿ ἐκεῖνοι καὶ οὐκ εἶχον λέγειν τοῦ ἐνυπνίου τὴν δήλωσιν.
εἶτα πάλιν καταφεύγει ἐπὶ τὸν Δανιὴλ καὶ διηγεῖται αὐτῷ τὸ ἐνύπνιον
καὶ ἠξίου λέγειν τὸ σύγκριμα· “δύνασαι γάρ” φησίν, “ὅτι πνεῦμα θεοῦ ἅγιον ἐν σοί.” ὁ δέ “κύριέ μου”
φησί “βασιλεῦ, τὸ ἐνύπνιον τοῦτο τοῖς μισοῦσί σε.” εἶτα τὴν σημασίαν ἐξηγεῖται αὐτῷ καί
φησι “τὸ δένδρον τὸ μέγα, ὃ ἑώρακας, σὺ εἶ, ὦ βασιλεῦ, ὅτι ἐμεγαλύνθης καὶ ἴσχυσας, καὶ ἡ μεγαλω-
 σύνῃ σου ἔφθασεν εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἡ Κυρεία σου εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς, μεγαλωσύνην
δὲ τὴν τοῦ νοὸς ἐκάλεσεν ἔπαρσιν καὶ τοῦ φρονήματος τὸ 
ὑπέρογκον· “ὅτι δὲ Ἱρ’ εἶδες ἄγιον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνοντα,”
τουτἐστιν ἄγγελον θεῖον· τὸ γὰρ Ἳρ ἐξελληνιζόμενον τὸν ἐγρηγορότα δηλοῖ, δι’ οὗ τὸ
ἀσώματον ὑπαινίττεται· ὁ γὰρ σῶμα περικείμενος ὕπνῳ δουλοῦται, ὁ τούτῳ δὲ μὴ δουλεύων ἀσώματον ἔχει
φύσιν, “ὅτι τοίνυν τὸν ἐγρηγορότα” φησίν “ἐκεῖνον εἶδες φωνήσαντα ἐκκοπῆναι τὸ δένδρον, ἐαθῆναι δὲ
 τὴν φυὴν τῶν ῥιζῶν αὐτοῦ, καὶ τὰ λοιπά, ἔλπιζε τῆς βασιλείας μὲν ἐκπεσεῖν καὶ τῆς πρὸς
ἀνθρώπους κοινωνίας ἐκδιωχθῆναι, θηρίοις δὲ συναυλίζεσθαι καὶ χόρτον ἐσθίειν, μὴ μέντοι πάντῃ τῆς
βασιλείας στερηθῆναι, ἐπανασωθῆναι δέ σοι αὖθις αὐτήν· τούτου γὰρ εἶναι σημαντικὸν τὸ
τὴν φυὴν τόν ῥιζῶν ἐαθῆναι τοῦ δένδρου. τοιαύτην τῷ Ναβουχοδονόσορ ὁ
Δανιὴλ τὴν ἐξήγησιν τοῦ ὁράματος ἐποιήσατο. καὶ γέγονε πάντα κατὰ τὸν θεῖον χρηματισμόν, καὶ μανίαν
νοσήσας ὁ βασιλεὺς βασιλεὺς διὰ τὸ ἀλαζονικόν τε καὶ ὑπερήφανον καὶ ἐπὶ τῆς ἐρήμου
διατρίψας ἑπταετίαν, οὐδενὸς ἐπιθεμένου τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ πάλιν ἀπολαμβάνει αὐτὴν ἱλεωσάμενος τὸν
θεόν. ἔτη δὲ τρία βασιλεύσας καὶ τεσσαράκοντα τελευτᾷ. μνῆσθαι δὲ αὐτοῦ ὁ Ἰώσηπος λέγει καὶ πολλοὺς
τῶν ἀρχαίων ἱστορικῶν, τόν τε Βηρωσὸν καὶ τὸν Μεγασθένη καὶ τὸν Διοκλέα καὶ τόν
Φιλόστρατον. 
 Τούτου δὲ τελευτήσαντος Εὐιλὰδ Μαροδὰχ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος τὴν ἀρχὴν διαδέχεται. ὃς
αύτίκκ λύει μὲν τῶν δεσμῶν τὸν βασιλέα Ἰωακεὶμ τὸν 
 
 καὶ Ἱεχονίαν καλοῦ μένον, ὃν καθειργμένον εἶχεν ὁ 
Ναβουχοδονόσορ, καὶ τιμῆς ἀξιοῖ, δίδωσι δὲ καὶ δωρεὰς αὐτῷ καὶ ὁμοδίαιτον εἶχε διὰ παντός.

Καὶ τούτου δὲ παρελθόντος εἰς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τοῦ μετῆλθεν ἡ βασιλεία
Βαλτάσαρ καλούμενον, καθ’ οὗ Κῦρος μετὰ Περσῶν τε καὶ Μηδῶν ἐστράτευσεν. οὗτος γοῦν πότον ποιήσας
τοῖς μεγιστᾶσιν αὐτοῦ, καὶ μετὰ τῶν παλλακῶν κατακείμενός τε καὶ φεθυσκόμενος, ἐκέλευσεν ἐνεχθῆναι
τὰ σκεύη τὰ ἱερὰ ἃ ἐξ Ἱεροσολύμων ὁ Ναβουχοδονόσορ ἐσύλησεν καὶ τοῖς οἰκείοις θεοῖς
ἀνατέθεικε· κομισθέντων δ’ ἐκείνων, οἶς ὁ πατὴρ αὐτοῦ οὐκ ἐχρήσατο, αὐτὸς ἐκέχρητο τούτοις, καὶ
μεταξὺ πίνων ἐβλασφήμει κατὰ τοῦ θεοῦ. ὁρᾷ τοίνυν ἀστράγαλον ἐκ τοῦ τοίχου προΪόντα 
 χειρὸς ἀνθρωπίνης καὶ γράφοντα ἐπὶ τὸ κανίαμα τοῦ τοίχου · καὶ ἐξέστη, καὶ ἡ μορφὴ
αὐτοῦ ἠλλοιώθη. καὶ τοὺς Χαλδαίους καὶ τοὺς μάγους καλέσας τὴν τῶν γραμμάτων ἀπῄτει δήλωσιν, καὶ
ἀμοιβὰς μεγάλας δώσειν ἐκήρυξε τῷ σαφηνίσοντι τὴν σημασίαν αὐτῶν· ἀλλ’ ἦσαν ἄγνωστα
πᾶσι τὰ γεγραμμένα. ἀθυμοῦντα δὲ τὸν βασιλέα καὶ τεταραγμένον ἔδουσα ἡ μάμμη αὐτοῦ ἔφη ὡς “εἰ
μεταπεμφθῇ Βαλτάσαρ ὁ Ἰουδαῖος, ὅς καὶ τῷ Ναβουχοδονόσορ πολλὰ ἐσήμανεν ἃ ἕτερος οὐδεὶς ἐκφράσαι
ἠδύνατο, ἐκεῖνός σοι τὸ ἀπόρρητον τούτων τῶν συλλαβῶν σημανεῖ· ἔστι γὰρ πνεῦμα ἅγιον
θεοῦ ἐν αὐτῷ. αὐτίκα τοίνυν καλέσας Βαλτάσαρ τὸν Δανιὴλ ὁ κρατῶν ἠξίου δηλοῦν αὐτῷ περὶ τῶν γραμμάτων, καὶ μὴ ὑποσταλῆναι, κἂν εἴη σκυθρωπὸν τὸ ὑπ’ αὐτῶν σημαινόμενον·
καὶ γέρας δώσειν αὐτῷ ἐπηγγέλλετο πορφύραν ἐνδεδύσθαι καὶ περιαυχένιον χρύσεον, καὶ τὸ
τρίτον τῆς ἀρχῆς μέρος. Δανιὴλ δὲ τὰς μὲν δωρεὰς παρῃτεῖτο, μηνύειν δ’ ἔλεγε τὰ
γεγραμμένα αὐτῷ τοῦ βίου καταστροφήν, ὅτι μηδ’ οἶς ὁ πατὴρ αὐτοῦ δι’ ἀσέβειαν ἐκολάσθη ἐσωφρονίσθη
αὐτός, ἀλλὰ τοῖς σκεύεσι τοῦ θεοῦ μετὰ τῶν παλλακῶν εἰς διακονίαν ἐχρήσατο. τὰ μὲν οὖν γράμματα
ἀνεγίνωσκεν οὕτως ‘‘μανὴ θεκὲλ φαρές,” τὴν δὲ τούτων σημασίαν ἑρμηνεύων ἔλεγεν
“ἠρίθμησεν ὁ θεὸς τὸν χρόνον τῆς ζωῆς σου καὶ τῆς ἀρχῆς σου, καὶ εἰς
ἄγαν βραχὺ περιἐστη.” ἐξελληνιζομένη γὰρ ἡ λέξις λέγοιτ’ ἂν ἀριθμός. οὕτω μὲν οὖν ἡρμήνευσε τὸ μανή,
τὸ δέ γε θεκὲλ σημαίνειν ἔφη σταθμόν. στήσας οὑν τὸν ὅρον τῆς βασιλείας σου ὁ θεός,
καταφέρεσθαι ταύτην δηλοῖ καὶ κεκλάσθαι·” καὶ κλάσμα τὸ θεκὲλ
σημαίνει καθ’ Ἑλλάδα διάλεκτον. τὸ δὲ φαρὲς διαίρεσιν ἑρμηνεύων ὁ προφήτης, τοῦτο γὰρ εἰς Ἕλληνα
φωνὴν ἡ λέξις μεταγομένη δηλοῖ, διαιρεθῆναι τὴν βασιλείαν αὐτοῦ ἔλεγεν εἰς Πέρσας καὶ
Μήδους παρὰ θεοῦ. τὰ μὲν οὖν ἐν τῷ τοίχῳ γεγραμμένα οὕτως ἀνέγνω ὁ Δανιήλ, καὶ τοιαύτην τὴν τῶν
συλλαβῶν ἐκείνων ἐποιήσατο σύγκρισιν, τὴν ἑρμηνείαν δηλαδή· τὸν δὲ βασιλέα λύπη κατέσχε. καὶ 
 μετ᾿ ὀλίγον ἡ τοῦ προφήτου ἐκβέβηκε πρόρρησις, Κύρου τοῦ Περσῶν
βασιλέως ἐπ’ αὐτὸν ἐλάσαντος, ὑφ’ οὗ ἥ τε Βαβυλὼν ἐλήφθη καὶ ὁ Βαλτάσαρ ἐν τῇ ἁλώσει ἀνῄρητο. εἶσί
δ’ οἳ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην, καθ’ ἣν τὸν ἀστράγαλον τὸν γράφοντα ἐθεάσατο, φασὶ καὶ
τὴν πόλιν αἱρεθῆναι κἀκεῖνον ἀναιρεθῆναι. 
 Μετὰ δὲ τὴν τῆς Βαβυλῶνος ἅλωσιν ὁ προφήτης Δανιὴλ παρὰ Δαρείου τοῦ Μήδου, ὃς καὶ Κυαξάρης
ὠνόμαστο καὶ μητράδελφος ἦν τοῦ Κύρου, υἷός ὢν 
 Ἀστυάγους τοῦ βασιλεύσαντος Μήδων, εἰς Μηδίαν μετήνεκτο καὶ πάσης ἠξιοῦτο τιμῆς. οὕτω
δ᾿ ἔχων ἐφθονήθη παρὰ τῶν ἐν Μήδοις ὑπερεχόντων, καὶ μηχανῶνται τρόπον καθ’ ὃν ἤλπισαν ἀπολέσαι
αὐτόν. ὁρῶντες γὰρ αὐτὸν τρὶς τῆς ἡμέρας προσευχόμενον τῷ
θεῷ, προσίασι τῷ Κυαξάρῃ τῷ καὶ Δαρείῳ, ἐξιοῦντες αὐτὸν θεῖναι νόμον ἔν ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας μή τις
ἢ τοῖς θεοῖς προσευχόμενος εἴη μήτ’ αὐτοῦ τοῦ βασιλέως δεόμενος, καὶ τὸν μὴ τὸν νόμον φυλάξαντα εἰς τὸν τῶν λεόντων λάκκον ἐμβάλλεσθαι. ὁ δὲ τὸ κατὰ τοῦ Δανιὴλ παρ’ αὐτῶν τυρευόμενον
ἀγνοήσας προυτεθείκει πρόγραμμα τὰ εἰρημένα διαταττόμενον. οἱ μὲν οὑν ἄλλοι ἠρέμουν κατὰ τὸ
θέσπισμα, Δανιὴλ δὲ κατὰ τὸ ἔθος αὐτοῦ ηὔχετο τῷ θεῷ. καὶ οἱ σατράπαι κατεῖπον αὐτοῦ
πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἀπῄτουν εἰς τὸν λάκκον αὐτὸν τῶν λεόντων ἐμβάλλεσθαι. βληθέντος
δ’ ἐκεῖ τοῦ προφήτου, τὸν ἐπὶ τοῦ στομίου λίθον σφραγίσας ὁ βασιλεὺς ἀνεχώρησεν. ἀγωνιῶν δὲ καὶ
ἀλγῶν 
 ἄϋπνος τὴν νύκτα διήγαγεν· ἤλπιζε μὲν γὰρ μὴ βλαβήσεσθαι τὸν Δανιὴλ ὑπὸ τῶν θηρίων,
εἰδὼς ὅτι πνεῦμα ἅγιον θεοῦ ἐστιν ἐν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅμως δειλιῶν ἠγωνία μή τι αὐτῷ συμβαίη κακόν, μὴ
πάνυ γινώσκων οἴα βάρβαρος τὴν δύναμιν τοῦ θεοῦ. ἄρτι δ’ ἡμέρας ἀναλαμψάσης τῷ λάκκῳ
ἐπέστη καὶ ἐκάλει τὸν Δανιήλ· ὁ δὲ ἀπεκρίνατο· καὶ ὁ βασιλεὺς ἀνελκυσθῆναι τὸν προφήτην αὐτίκα
ἐκέλευσε, καὶ ἀθιγῆ τοῦτον καὶ σῷον βλέπων ἐξίστατο. τῶν δὲ κατειπόντων αὐτοῦ τροφῆς κεκορεσμένους
εἶναι λεγόντων τοὺς λέοντας καὶ διὰ τοῦτο μὴ θίξαι τοῦ Δανιὴλ, μισήσας αὐτοὺς τῆς
πονηρίας ὁ βασιλεύς, καὶ τὸ κατὰ τοῦ προφήτου μηχάνημα καὶ τὸν δόλον ἐκείνων συνείς, 
 δαψιλῆ παρατεθῆναι τροφὴν τοῖς θηρίοις προσέταξε, κεκορεσμένων δ᾿ ἤ δὴ τοὺς τοῦ
προφήτου κατηγόρους εἰς τὸν λάκκον τῶν θηρῶν ἐμβληθῆναι προσέταξεν, ἔνα γνῶμεν εἰπών εἰ διὰ κόρον
αὐτῶν οἱ λέοντες οὐ προσψαύσουσι.’ διασπαραχθέντων δ’ εὐθὺς τῶν πονηρῶν ἐκείνων ἀνδρῶν
δῆλον ἅπασι γέγονεν ὡς θεία τις δύναμις τὸν Δανιὴλ συνετήρησε, τοὺς θῆρας φιμώσασα. διὸ καὶ τὸν τοῦ
προφήτου θεὸν ὁ βασιλεὺς ἐμεγάλυνε, κἀκεῖνον ἐν τιμῇ πεποίητο πλείονι.

Ταῦτα μὲν οὖν συμβέβηκεν ὕστερον· ἐν δὲ τῷ πρώτῳ ἔτει τῆς βασιλείας Βαλτάσαρ ἐνύπνιον ὁ
προφήτης εἶδεν. ἢν δὲ τοιοῦτον τὸ ὅραμα. τέσσαρα ἐδόκει θηρία
ἀνιέναι ἐκ τῆς θαλάσσης, ὧν τὸ πρῶτον λεαίνης εἶχε μορφὴν καὶ πτερὰ ὡσεὶ ἀετοῦ, ὃ καὶ 
ἐξήρθη ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ ποδῶν ἀνθρώπου ἐστάθη, καὶ καρδία ἀνθρώπου ἐδόθη αὐτῷ. ἡ μὲν οὖν θάλασσα
τὸν ἀνθρώπινον ἐδήλου βέον τὸν πολυκύμαντον καὶ πλείστας καὶ συνεχεῖς μεταβολὰς δεχόμενον καὶ περιτροπάς, τὸ δὲ θηρίον ἡ λέαινα τὴν τῶν Ἀσσυρίων 
βασιλείαν εἰκόνιζε, τὸ δ᾿ ἐξαρθῆναι ἀπὸ τῆς γῆς τὴν τῆς ἀρχῆς ἐκείνης ἐδήλου κατάπαυσιν καὶ τῆς
ἐξουσίας τὴν περιαίρεσιν. καὶ τὸ ἐπὶ ποδῶν ἀνθρώπου στῆναι τὸ ἴσην τοῖς ὑπηκόοις γενήσεσθαι
ὑπῃνίττετο, τὸ δὲ καρδίαν ἀνθρώπου δοθῆναι αὐτῇ τὸ διὰ τῆς πείρας ἀνθρώπινα φρονεῖν
διδαχθῆναι καὶ μή τι τῶν ὑπὲρ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἐξ ἀλαζονείας 
φαντάζεσθαι· καὶ τὰ πτερὰ γὰρ ἃ τό θηρίῳ 
 παρὰ φύσιν προσεπεφύκεσαν τὴν ἔπαρσιν ἐδήλουν τῶν βασιλέων ἐκείνων καὶ τὸ ἐξ
ὑπερηφανίας τοῦ νοὸς αὐτῶν ὑπερνέφελον. 
 Τὸ δὲ δεύτερον θηρίον ἄρκῳ ὡμοίωτο, καὶ εἰς μέρος ἓν ἔστη, καὶ τρία εἶχε πλευρὰ
καὶ πτερὰ ἐν τῷ στόματι. καὶ ἐλέγετο αὐτῇ ἀνάστα, φάγε σάρκας πολλάς.” τῆς Περσῶν δὲ βασιλείας ἡ
ἄρκος ἐγένετο τύπωσις, διὰ τὸ ὠμὸν τοῦ ἔθνους καὶ ἀπηνές· πάντων γὰρ τῶν βαρβάρων οἱ Πέρσαι
τιμωρήσασθαι ἀπηνέστροι, σκαφεύσεσί τε καὶ δορᾶς ἀφαιρέσει πικροτάτας καὶ μακροτάτας
τὰς κολάσεις τιθέμενοι. 
 Εἰκὸς δέ τισιν ἀγνοεῖσθαι τὴν κόλασιν τῆς σκαφεύσεως καλὸν οὖν καὶ ταύτην δήλην θέσθαι τοῖς
ἀγνοοῦσι. δύο σκάφας ἴσας ἀλλήλαις προσμόσαντες, καὶ ταύτας ἐγκόψαντες, ὥστε τὴν
κεφαλὴν τοῦ κολαζομένου ἐκτὸς περιλελεῖφθαι τῶν σκαφῶν καὶ τὰς
χεῖρας, ἀλλὰ μὴν καὶ τοὺς πόδας, ὕπτιον ἐντὸς τὸν τιμωρούμενον ἀνακλίνουσι, καὶ οὕτω τὰς σκάφας
προσηλοῦσιν ἀλλήλαις. εἶτα κρᾶμα ἐκ μέλιτός τε καὶ γάλακτος κερασάμενοι ἐγχέουσιν εἰς
τό στόμα τοῦ ἀθλίου ἐκείνου, μέχρις ἂν ὑπερκορὴς ὁ ἄνθρωπος γένηται· καὶ ἐκ τοῦ τοιούτου κράματος
τοῦ προσώπου αὐτοῦ καὶ τῶν ποδῶν καὶ τῶν χειρῶν καταχέουσιν, ὕπαιθρόν τε θέντες αὐτὸν εἱληθερεῖσθαι
τῷ ἡλίῳ ποιοῦσι, καὶ οὕτως ἑκάστης ἡμέρας πράττουσιν ἐπ’ αὐτῷ. μυῖαι μὲν οὖν καὶ σφῆκες
καὶ μέλισσαι διὰ τὴν τῶν καταχεθέντων γλυκύτητα ἀθροιζόμεναι τῷ τε προσώπῳ αὐτοῦ καὶ τοῖς ἄλλοις
ἐφιζάνουσι μέλεσιν, ἃ τῶν σκαφῶν ἐκτός, ὡς εἴρηται, περιλέλειπται, 
 ἐνοχλοῦσαι, αἶ δὲ τὸν ἄθλιον καὶ τιτρώσκουσαι. ἡ δέ γε γαστὴρ ἐκείνου πληρωθεῖσα τοῦ
μέλιτος καὶ τοῦ γάλακτος ὑγρὰ προἵησι σκύβαλα, ὧν ἐνσηπομένων εὐλαί τε καὶ σκώληκες
ἀναζέουσιν ὁ δ’ τῇ ὑγρότητι καὶ τὰς σάρκας αὐτῇ ἐνσηπόμενος καὶ ὑπὸ τόν σκωλήκων αὐτὸς δαπανώμενος
οὕτως οἰκτρότερόν τε θνήσκει καὶ χρονιώτερον. ταύτῃ τῇ κολάσει χρήσασθαι ἱστορεῖται καὶ ἡ Παρύσατις
ἡ Κύρου καὶ Ἀρταξέρξου μήτηρ κατὰ τοῦ ἀνελεῖν τὸν Κῦρον αὐχήσαντος, μαχόμενον περὶ τῆς
βασιλείας τῷ ἀδελφῷ, ἐπὶ τεσσαρεσκαιδεκάτην ἡμέραν τῇ τιμωρίᾳ διαρκέσαντος τῆς σκαφεύσεως. 
 
 Ἡ μὲν οὖν σκάφευσις τοιάδε τις εἶναι ἱστόρηταί. τὸ δέ(( ἀνάστα, φάγε σάρκας”
οὐκ ἐπιτρέποντός ἐστιν, ἀλλὰ προλέγοντος τὰ ἐσόμενα πολλὴ γὰρ φθορὰ τῶν Ἀσσυρίων καὶ τῶν
συμμαχούντων ἐκείνοις ὑπὸ Περσῶν τε καὶ Μηδῶν ἐγένετο. εἴποι δ’ ἄν τις καὶ τό “φάγε φάγε σάρκας
πολλάς” τῆς ὠμότητος τοῦ ἔθνους σημαντικόν. τὰ δὲ τρία πλευρὰ ἢ πτερά, ἃ ἐν τῷ στόματι
κατεῖχε, τὴν τόν τριῶν τμημάτων ἀρχὴν τῆς οἰκουμένης ἦν προχαράττοντα. Κῦρος μὲν γὰρ ὁ τὴν Ἀσσυρίων
βασιλείαν καθῃρηκὼς τὸ ἑῷον ἅπαν μέχρι τοῦ Ἑλλησπόντου ὑπέταξεν. ὁ δὲ τούτου υἱὸς Καμβύσης καὶ τὴν Αἴγυπτον καὶ τὴν Αἰθιοπίαν ἔσχεν ὑφ’ ἑαυτόν· νότιοι δ’ αἶ χῶραι αὗταί εἰσι. Δαρεῖος
 δὲ ὁ Ὑστάσπου καὶ τοὺς νομάδας ἐχειρώσατο Σκύθας· οὗτοι δ’ οἰκοῦσι τὸ
κλίμα τὸ βόρειον. ὁ δέ γε Ξέρξης ὁ τοῦ Δαρείου ὥρμησε μὲν κατὰ τῆς Εὐρώπης, κρατῆσαι
καὶ ταύτης πειρώμενος, ἀπεκρούσθη δέ γε ναυμαχίᾳ πρὸς Ἀθηναίων ἡττηθεὶς καὶ ἀναζεύξας κατῃσχυμμένος.
τὸ δ’ ἐν μέρει στῆναι τὸ θηρίον σημαντικὸν τοῦ μὴ πάντῃ τῆς ἀρχῆς ἐκπεσεῖν, ὀλίγῳ δὲ μέρει ταύτης
περιγραφῆναι. πάσης γὰρ τῆς Ἀσίας πρῴην κρατοῦσα ἡ βασιλεία ἐκείνη καὶ Αίθιόπων
 καὶ Αἰγυπτίων Παλαιστίνης τε καὶ Φοινίκης καὶ τῆς
Λιβύης αὐτῆς ἐξέπεσε μὲν τῶν λοιπῶν, περιελείφθη δ’ αὐτῇ Μηδία τε καὶ Πέρσις. ἢ καὶ ἄλλως τὸ ἐν
μέρει στῆναι τὸ θηρίον ἐκληφθήσεται, ἐπὶ καιρόν τινα δηλαδὴ σχολάσαι
τὴν τῶν Περσῶν βασιλείαν καὶ ἀπρακτῆσαι. τοῦ γὰρ Ἀλεξάνδρου καθῃρηκότος αὐτήν, εἶτα
θανόντος, εἰς τέσσαρας ἀρχὰς ἡ ἐκείνου μοναρχία διῄρητο. κατ’ ἀλλήλων δὲ τῶν διαδόχων αὐτοῦ
χωρησάντων καἰ ἐν ταῖς πρὸς ἀλλήλους μάχαις ἠσθενηκότων, οἱ Πέρσαι πάλιν καιροῦ 
λαβόμενοι ἀνεθάρσησαν καὶ πολλὰ τῆς σφετέρας ἀρχῆς ἀνεκτήσαντο. 
 Τὸ δὲ τρίτον θηρίον παρδάλει ἢν ἐμφερές, καὶ πτερὰ εἶχε τέσσαρα πετεινοῦ ὑπεράνω αὐτῆς, καὶ
τέσσαρες κεφαλαὶ τούτῳ τῷ θηρίῳ ἐπεφύκεσαν, καὶ ἐξουσίαν λέγει δοθῆναι αὐτῷ. τοῦτο δὲ
τὸ θηρίον τὴν Μακεδονικὴν εἰκόνιζε βασιλείαν. παρδάλει μὲν γὰρ εἰκάσθη Ἀλέξανδρος διὰ τὸ ὀξύρροπον
καὶ εὐκίνητον, ὃ καὶ τὰ πτερὰ ἐδήλουν. ἡ δὲ τούτων τετρακτὺς τὰ
τέσσαρα τῆς οἰκουμένης μέρη ᾐνίττετο, ἃ πτηνοῦ διῆλθε τρόπον καὶ σχεδὸν ἁπάντων
ἐκράτησεν. αἱ δέ γε τέσσαρες κεφαλαὶ τὴν μετὰ θάνατον ἐκείνου διαίρεσιν ἐσήμαινον τῆς ἀρχῆς. εἰς γὰρ
τέσσαρας βασιλείας ἡ ἐκείνου διῄρητο ἐπικράτεια, καὶ τῆς μὲν Αἰγύπτου Πτολεμαῖος ὁ Λάγου κεκράτηκε
 καὶ οἱ ἐξ ἐκείνου μέχρι τῆς Κλεοπάτρας, τῆς δὲ Συρίας καὶ τῶν αὐτῇ προσεχῶν ὁ Σέλευκος
ἐκυρίευσεν, Ἀντίγονος δὲ τὴν Ἀσίαν ὑφ’ ἑαυτὸν ἐποιήσατο, τῆς δὲ Μακεδονίας ἦρξεν ὁ Ἀντίπατρος, ὡς δέ
τινες ἱστοροῦσιν, Ἀριδαῖος ἀδελφὸς ἑτεροθαλὴς ἐκ πατρὸς ὢν Ἀλεξάνδρου. φησὶ γὰρ ὁ Χαίρων ἐὺς τὸν Περδίκκαν μετὰ θάνατον Ἀλεξάνδρου ἐν μεγίστῃ
δυνάμει ὄντα εὐθὺς τὸν Ἀριδαῖον ὥσπερ δορυφόρημα βασιλείας ἐφέλκεσθαι, γεγονότα μὲν ἐκ
γυναικὸς ἀδόξου καὶ κοινῆς, ἀτελῆ δὲ τὴν φρόνησιν ὄντα, οὐ φύσει τοιοῦτον προαχθέντα, ἀλλὰ τῆς
Ὀλυμπιάδος φαρμάκοις διαφθειράσης αὐτῷ τὴν διάνοιαν.

Τοῦ δὲ τετάρτου θηρίου εἶδος μὲν οὐκ ἐσήμανεν ὁ προφήτης, φοβερὸν δ’ εἶπε τοῦτο
καὶ ἔκθαμβον περισσῶς, ὀδόντας ἔχον μεγάλους καὶ σιδηροῦς, ἐσθίον τε καὶ λεπτῦνον καὶ τὰ ἐπίλοιπα
συμπατοῦν, καὶ τὸ διάφορον αὐτοῦ πρὸς τὰ προηγησάμενα θηρία ἔφη
τυγχάνειν πολύ. ἡ τῶν Ῥωμαίων δὲ διὰ τούτου βασιλεία σημαίνεται. διὸ οὐδὲ εἶδος ὁ προφήτης τούτῳ
οὐδ’ ὄνομα ἔθετο. πολυειδὴς γὰρ ἡ τῶν Ῥωμαίων ἀρχή, πρότερον μὲν βασιλεῦσιν ἰθυνομένη ἀπὸ Ῥωμύλου
μέχρι τῶν Ταρκυνίων, τῆς δ’ ἐκείνων τυραννίδος καταλυθείσης ἀριστοκρατουμένη, τῆς συγκλήτου καὶ τῶν ὑπάτων διοικούντων τὰ πράγματα, ἔστι δ᾿ ὅτε καὶ δημοκρατουμένη, τοῦ δήμου πολλάκις
πρὸς τὴν σύγκλητον στασιάσαντος, μετέπειτα δ᾿ αὐθις εἰς μοναρχίαν μεταπεσοῦσα, κἀκ ταύτης εἶς
βασιλείας κλῆσιν ἐπανακάμψασα. φοβερὸν δὲ τὸ θηρίον καὶ ἔκθαμβον εἶπεν ὅτι δυνατωτέρα
τῶν ἄλλων βασιλειῶν αὕτη γεγένηται, καὶ ὄσα ἡ Μακεδονικὴ μὴ ὑπέταξε
βασιλεία, ὑφ’ ἑαυτὴν αὕτη ποιησαμένη, τὴν Ἑλλάδα δηλαδὴ πάσαν, τὴν Καρχηδόνα σὺν τῆ̣ Λιβύῃ, τὴν
Σικελίαν, τὴν Σαρδῶ τε καὶ νήσους ἄλλας καὶ ἔθνη ἑσπέρια διάφορα ἕτερα, ὣν οὐκ ἦρξεν
Ἀλέξανδρος· ἅπερ ὁ βουλόμενος γνῶναι τὰς βίβλους τοῦ Ρωμαίου Δίωνος ἀναγνώτω καὶ τὰ τοῦ Πολυβίου
συγγράμματα. φοβερὸν δὲ τὸ θηρίον ἔφη καὶ ἔκθαμβον 
 καὶ σιδηροῦς ὀδόντας ἔχον, ὡς τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας τῶν ἄλλων βασιλειῶν ἁπασῶν
φρικωδεστέρας γεγενημένης. καὶ ἐν τῇ εἰκόνι γὰρ τῇ κατ’ ὄναρ ὀφθείσῃ τῷ Ναβουχοδονόσορ τὸν σίδηρον
τέθεικε τῆς τετάρτης βασιλείας εἰκόνισμα. τοῖς οὖν 
 σιδηροῖς ὀδοῦσιν ἐσθίειν τὸ θηρίον εἶπε καὶ λεπτύνειν, καὶ τὰ λοιπὰ
συμπατεῖν τοῖς ποσί. τὸ μὲν οὖν ἐσθίειν καὶ λεπτύνειν εἰς τὴν τῶν δασμῶν ἐξείληπται εἰσφοράν, ὡς
βαρυτέρων τοῖς ὑπηκόοις φόρων ἐπιτεθέντων, οἳ τοὺς βασιλεύοντας τρέφουσι καὶ πιαίνουσι,
τοὺς δ’ εἰσπραττομένους αὐτοὺς ἐκλεπτύνουσι πενητεύοντας. οἱ δὲ δασμοφορεῖν οὐκ ἠνείχοντο, τῆς
ἐλευθερίας ἀντιποιούμενοι, τούτους τοῖς ποσὶ συνεπάτει τὸ θηρίον καὶ ἐξωλόθρευε διὰ τῶν ποδῶν δὲ τὸ στρατιωτικὸν ὑπαινίττεται, ὡς ἐν τούτῳ τῆς βασιλείας ἐρειδομένης καὶ βεβηκυίας καὶ ἐξ
ἑτέρων με- ταβαινούσης εἰς ἕτερα. καὶ κέρατα δ’ εἶναι τῷ θηρίῳ 
δέκα φησίν, ὑπεμφαίνων ὡς εἰς πολλὰς ἡγεμονίας ἐπ’ ἐσχάτων ἡ βασιλεία διαιρεθήσεται. ἐν μέσῳ δὲ τῶν δέκα μικρὸν ἀνιέναι κέρας, καὶ ἐκριζωθῆναι τῶν κεράτων τρία παρ’ αὐτοῦ, καὶ ὀφθαλμοὺς
ἔχειν τὸ κέρας ἐκεῖνο καὶ στόμα λαλοῦν μεγάλα, καὶ πολεμεῖν τοῖς ἁγίοις. τοῦτο τὸ κέρας εἰς τὸν
ἀντίχριστον ἐξειλήφασί τινες. μικρὸν δ᾿ ἐκλήθη ὡς ἀπὸ μικρᾶς φυλῆς τῶν Ἑβραίων μέλλον
φυήσεσθαι. τρεῖς δὲ τῶν δέκα βασιλέων καταλύσει. διὰ δὲ τῶν ὀφθαλμῶν τὴν πονηρίαν αὐτοῦ καὶ τό
πανοῦργον ᾐνίξατο, ὡς διὰ τούτων ἐξαπατῆσον πολλούς. διὰ δὲ τού μεγάλα λαλοῦντος στόματος τὴν
ἀλαζονείαν αὐτοῦ καὶ τὸ ἐπηρμένον 
 ὑπενέφηνε τοῦ φρονήματος. τὸ δὲ πόλεμον μετὰ τῶν ἁγίων ποιεῖν τὸ πᾶσαν ἐνδείξασθαι
σπουδὴν δηλοῖ τῆς οἰκείας κακίας καὶ βλασφημίας ἅπαντας λαβεῖν κοινωνούς. τῆς δὲ κατὰ
τοῦ θεοῦ βλασφημίας ἐκει- νοῦ ἐμφαντικὸν τό λόγους εἰς τὸ ὕψος λαλήσει.” 
 Ἐπὶ τούτοις ὁ προφήτης ἐπήγαγεν “ἐθεώρουν ἕως οὗ θρόνοι ἐτέθησαν καὶ παλαιὸς ἡμερῶν
ἐκάθισε, καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών, καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον
καθαρόν, ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός, οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον, ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἐκπορευόμενος
ἔμπροσθεν αὐτοῦ, χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ καὶ μύριαι
μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ. κριτήριον ἐκάθισε καὶ βίβλοι ἀνεῴχθησαν.’ ἃ μὲν οὖν
εἴρηται ποιοῦν τὸ κέρας οὐκ ἐπὶ μακρὸν διαρκέσειν ἐδείχθη τῷ Δανιήλ, ἕως δὲ ὁ αἰώνιος κριτήριον
ἐκάθισεν, ἀντὶ τοῦ κρίσεως καιρὸν ἔστησε καὶ τὴν μνήμην τῶν ἑκάστῳ πεπραγμένων ἀνέπτυξε. βίβλους γὰρ
τὰς ἀναμνήσεις ἐκάλεσε καὶ παλαιὸν ἡμερῶν τὸν αἰώνιον. ἡ δὲ λευκότης τῶν τριχῶν καὶ τοῦ
ἐνδύματος τὸ καθαρὸν αὐτοῦ πανταχόθεν καὶ ἄμωμον δείκνυσιν. ἔνα δὲ κατὰ συγχώρησιν θεοῦ δείξῃ
γενήσεσθαι τὰ παρὰ τοῦ ἀντιχρίστου ἐσόμενα, καὶ οὐχ ὡς ἀδυνατούσης τῆς 
 θείας φύσεως ταῦτα παῦσαι ἢ μηδὲ τὴν ἀρχὴν συγχωρῆσαι γενέσθαι, τὰς
χιλίας χιλιάδας τῶν λειτουργῶν καὶ τὰς μυρίας μυριάδας τῶν παρισταμένων εἰσήγαγε, καὶ τὸν πύρινον
θρόνον καὶ τοὺς ὁμοίους τροχοὺς καὶ τὸν φλογόεντα ποταμόν. καὶ ἐθεώρει ἕως οὗ ἀνῃρέθη
τὸ θηρίον καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ εἰς καῦσιν ἐδόθη πυρός. διὰ γὰρ τὴν μανίαν τοῦ ἀντιχρίστου ἡ ὅλη
βασιλεία περιαιρεθήσεται. καὶ οὐκ αὐτὸ τὸ θηρίον εἰς καῦσιν δοθήσεται, ἀλλὰ τὸ σῶμα αὐτοῦ. τοῦ γὰρ
θηρίου τὴν βασιλείαν αἰνιττομένου εἰκός ἐστιν ἐν τῇ βασιλείᾳ πολλοὺς εἶναι καὶ τὸν
 θεὸν σέβοντας καὶ ἀρετὴν μετιόντας. οὐ τούτους οὑν φησιν εἰς καῦσιν δοθῆναι, ἀλλὰ τοὺς κακίας ἐργάτας καὶ ταῖς τοῦ σώματος ἐπιθυμίαις ἐγκειμένους
διὰ παντὸς καὶ μή τι φρονήσαντας πνευματικόν. 
 Μετὰ δὲ τὴν τοῦ θηρίου ἀπώλειαν ὁρᾶν ὁ προφήτης φησὶν ὡς υἱὸν ἀνθρώπου
ἐρχόμενον ἐπὶ νεφελῶν καὶ ἕως τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν φθάσαντα, ᾧ καὶ δοθῆναι λέγει τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν
τιμὴν καὶ τὴν βασιλείαν, καὶ αὐτῷ δουλεῦσαι τοὺς λαοὺς πάντας 
καὶ τὰς γλώσσας καὶ τὰς φυλάς, καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ αἰώνιον ἔσεσθαι καὶ μύ
παρελεύσεσθαι, καὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ μὴ διαφθαρήσεσθαι. ταῦτα σαφῶς τὴν δευτέραν ἐπιφάνειαν τοῦ
σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ προθεσπίζουσιν. υἱὸς μὲν γὰρ ἀνθρώπου 
καλεῖται διὰ τὴν ἡμετέραν φύσιν, ἣν προσελάβετο, ἐπὶ δὲ τῶν νεφελῶν ἐρχόμενος κατὰ τὴν
ἐπαγγελίαν αὐτοῦ εἰπόντος “ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ.

Ταῦτα μὲν οὖν ἐν τῷ πρώτῳ ἔτει τῆς βασιλείας Βαλτάσαρ ἐμυήθη ὁ Δανιὴλ, ἐν δὲ τῷ τρίτῳ
ἑτέραν ὀπτασίαν ἑώρακεν. “ἐν Σούσοις γὰρ ὢν ἦρα λέγει τοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ ἰδοὺ
κριὸς ἑστηκὼς ἐπὶ τοῦ Οὐβάλ, καὶ αὐτῷ κέρατα ὑψηλά, καὶ τὸ ἒν ὑψηλότερον τοῦ ἑτέρου, καὶ τὸ
ὑψηλότερον ἀνέβαινεν ἐπ’ ἐσχάτου. καὶ ἢν κερατίζων κατὰ θάλασσαν καὶ βορρᾶν καὶ νότον,
καὶ πάντα τὰ θηρία στῆναι ἐνώπιον αὐτοῦ οὐκ ἠδύναντο, καὶ ἐποίησε κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ ἐμεγαλύνθη.” πάλιν κἀνταῦθα τὰ περὶ τῶν βασιλειῶν ὁ προφήτης
διδάσκεται. καὶ κριῷ μὲν ἀπεικάσθη ἡ ἀρχὴ τῶν Περσῶν διὰ τὸν περικεί- 
 μένον αὐτὴ πλοῦτον, ἑστὼς δ’ ἦν ὁ κριὸς ἐπὶ τοῦ Οὐβὰλ ἤγουν ἐπὶ τῆς πύλης τῶν Σούσων·
αὕτη γάρ ἦν ἡ πόλις μητρόπολις τῶν Περσῶν, καὶ ἐκεῖ τοῖς βασιλεῦσιν ἦν τὰ βασίλεια, καὶ ὁ προφήτης
ἐν ταύτῃ τῇ πόλει διάγων εἶδε τὸ ὅραμα. τὰ δὲ δύο κέρατα τὰ τὴν βασιλείαν ταύτην
ἰθύναντα δύο γένη ἐτύπουν. τὸ μὲν γὰρ ἧττον κέρας τὸν Κῦρον καὶ τὸν ἐκείνου υἱὸν τὸν Καμβύσην
εἰκóνιζε, μέχρις αὐτόν γὰρ ἡ τῆς βασιλείας ἔστη ἀρχή, καὶ οὐ προῆλθε περαιτέρω τὸ Κύρου γένος, τὸ δὲ
μείζον’ κέρας τὸ Δαρείου γένος 
 ᾐνίττετο, ὃ μέχρι τοῦ τελευταίου Δαρείου προέκοψεν, ὃν κατεπολέμησεν
ὁ Ἀλέξανδρος. Καμβύσου γὰρ τοῦ Εὔρου παιδὸς θανόντος οἱ μάγοι μετὰ δόλου τὴν βασιλείαν
ἐσφετερίσαντο· οὓς ἐπ’ ὀλίγον κρατήσαντας, καὶ γνωσθέντας οἵτινες ἦσαν, οἷ ἑπτὰ τῶν 
Περσῶν οἶκοι καθεῖλον. ἐξ ὧν ἐβασίλευσεν ὁ Ὑστάσπου Δαρεῖος, οὗ τὸ γένος μέχρι τέλους τῆς βασιλείας
διήρκεσε. τοῦτο γὰρ ἐμφαίνει ὁ προφήτης προσθεὶς ὅτι τὸ ὑψηλότερον ἀνέβαινεν ἐπ’ ἐσχάτου, τὸ ἐπὶ
μακρὸν δηλαδὴ διαρκέσαι καὶ ἕως τέλους τῆς Περσικῆς βασιλείας τῶν κεράτων τὸ ἕτερον.
ἐκεράτιζε δὲ ὁ κριὸς κατὰ νότον καὶ βορρᾶν καὶ θάλασσαν· τό τε γὰρ νότιον κλίμα καὶ τὸ βόρειον
ἐχειρώσατο, καὶ τόν νήσων τὰς πλείους, ταύτας γὰρ διὰ τῆς
θαλάσσης ᾐνίξατο, ὑπὸ δουλείαν πεποίητο· καὶ συνεμάχουν τῷ Ξέρξῃ κατὰ τῆς Ἑλλάδος
στρατεύοντι οἶ τὰς νήσους οἰκοῦντες· διὸ καὶ κατὰ θάλασσαν τὸν κριὸν κερατίζειν ὁ προφήτης ἑώρακεν.
οὐδέν τε τῶν θηρίων ἐνώπιον αὐτοῦ στῆναι ὑπέμενε. θηρία δὲ τὰς μερικὰς βασιλείας ἐκάλεσεν, ὡς
φοβερὰς τοῖς ὑπηκόοις. εἶεν δ’ ἂν αὗται ἡ Σύρων, ἡ Κιλίκων, ἡ Ἀράβων, ἡ Αἰγυπτίων, ἡ
Ἰουδαίων, καὶ ἕτεραι· οὐδεμία γοῦν τούτων ἀντιστῆναι εἰς τέλος ἠδυνήθη τῇ Περσῶν ἀρχῇ,
ἀλλ’ ἅπαντας οἶς προσέβαλεν ὑπέταξε. “καὶ ἐμεγαλύνθη” ἢ ὅτι μεγάλη γέγονεν ἡ ἀρχὴ πολλῶν ἐθνῶν καὶ
χωρῶν κυριεύσασα, ἢ ὅτι μεγάλα καὶ ὑπὲρ ἀνθρωπίνην ἐφαντάσθη φύσιν ὀγκωθεῖσα τῇ εὐτυχίᾳ. 
 Ἀπορῶν δὲ ὁ προφήτης περὶ τῶν ὁρωμένων, ὁρᾷ τράγον ἀπὸ λιβὸς ἐρχόμενον ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν,
καὶ αὐτῷ κέρας ἦν ἕν θεωρητὸν ἀνὰ μέσον τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ. καὶ ἕως τοῦ κριοῦ φθάσας
ἐξηγριώθη πρὸς αὐτὸν καὶ ἔπαισεν αὐτὸν καὶ συνέτριψε τὰ κέρατα αὐτοῦ γαῖ ἔρριψεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν γῆν
καὶ συνεπάτησεν αὐτόν, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐξαιρούμενος τὸν κριὸν ἐκ τῆς χειρὸς αὐτοῦ. τὴν Μακεδονικὴν
βασιλείαν ὑπετύπου 
 ὁ τράγος· ὀξύτερος γὰρ τοῦ κριοῦ καὶ μᾶλλον εὐκίνητος. ἀπὸ λιβὸς δ᾿ ἤρχετο, ὅτι τὴν
Αἴγυπτον πρότερον ὑφ’ ἑαυτὸν ποιησάμενος ὁ Ἀλέξανδρος οὕτω πρὸς Δαρεῖον τὸ δεύτερον ὥρμησε, καὶ
κατατροπωσάμενος αὐτὸν τὴν τῶν Περσῶν βασιλείαν κατέλυσεν. ἐν Ἰσσῷ γὰρ πρῴην τῆς Κιλικίας αὐτῷ συμβαλὼν ἥττησεν αὐτόν, καὶ τὴν μὲν γυναῖκα καὶ τὰς θυγατέρας
αὐτοῦ καὶ τὸ ἄρμα καὶ τὸ τόξον κατέσχε καὶ διήρπασε τὸ στρατόπεδον τὸ Περσικόν, ἔφυγε δ᾿ ἐκεῖθεν ὁ
Δαρεῖος καὶ αὖθις δυνάμεις συναγαγὼν ἐμαχέσατο τῷ Ἀλεξάνδρῳ ἐξ Αἰγύπτου πρὸς ἐκεῖνον
ὁρμήσαντι, καὶ πάλιν ἡττήθη ἐν Ἀρβήλοις καὶ φεύγων ἀπώλετο. θεωρητὸν δὲ τὸ κέρας φησὶν ἀντὶ τοῦ
ἐπίσημον καὶ περίβλεπτον· τὴν Ἀλεξάνδρου δὲ καὶ διὰ τούτου αἰνίττεται βασιλείαν. καὶ ἀνὰ μέσον τῶν
 ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ἐκφῦναι τὸ κέρας λέγει διὰ τὸ ἀγχίνουν καὶ τὴν σύνεσιν καὶ τὸ γενναῖον
τοῦ φρονήματος τοῦ Ἀλεξάνδρου. καί ‘‘ἦλθε” φησίν “ὁ τράγος ἕως τοῦ κριοῦ τοὐ τὰ κέρατα ἔχοντος, καὶ εἶδον αὐτὸν φθάσαντα ἴως τοῦ κριοῦ, καὶ ἐξηγριώθη
πρὸς αὐτὸν καὶ ἔπαισε τὸν κριὸν καὶ συνέτριψεν ἀμφότερα τὰ κέρατα αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἦν ἰσχὺς τῷ κριῷ
τοῦ στῆναι ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ ἔρριψεν αὐτὸν εἰς γῆν καὶ συνεπάτησεν αὐτόν.” συνετρίβη
δέ, φησί, καὶ ἄμφω τὰ κέρατα τοῦ κριοῦ, προσαράξαντος τοῦ τράγου αὐτῷ· τοῦτ’ ἔστι, καὶ ἄμφω αἱ
δυνάμεις αὐτοῦ αἷς ἐπεποίθει, ἥ τε Περσικὴ καὶ ἡ Μηδική. Περσῶν γὰρ καὶ Μηδῶν ἦρχον οἱ βασιλεῖς τῶν
Περσῶν, ὡς 
 τοῦ Κύρου ἐξ ἀμφοῖν, ὡς εἴρηται, φύντος καὶ τὴν ἀμφοῖν
Βασιλείαν σχόντος ὑφ’ ἑαυτόν, καὶ ἄμφω ταῦτα τὰ γένη τὴν Ἀσσυρίων βασιλείαν κατέλυσαν. “καὶ ὁ τράγος
ἐμεγαλύνθη σφόδρα.’ οὐ γὰρ μόνα τὰ ὑπήκοα τῇ τῶν Ἀσσυρίων ἀρχῇ ὑφ’ ἑαυτὸν ἐποιήσατο, 
ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ἐχειρώσατο. τῇ τε γὰρ Ἰνδίᾳ προσέβαλε καὶ τὸν Πῶρον ἐνίκησε καὶ τὸν Ταξίλην
ᾠκειώσατο καὶ ἄλλα μέρη τῆς Ἰνδικῆς κατέσχεν. εἶτα δηλῶν ὁ προφήτης ὅτι καὶ οὗτος εὐδαιμονήσας
μικρὸν παρελεύσεται, ἐπήγαγε “καὶ ἐν τῷ ἰσχῦσαι αὐτὸν συνετρίβη τὸ κέρας τὸ μέγα, καὶ
τέσσαρα κέρατα ὑποκάτωθεν ἐξέφυ αὐτοῦ.” τοῦ γὰρ Ἀλεξάνδρου μετὰ τὴν
εὐτυχίαν ἐκείνην συντόμως θανόντος εἰς τέσσαρα ἡ ἐκείνου διῃρέθη ἀρχή, ὡς εἴρηται ἤδη ἐν τῷ τρίτῳ
θηρίῳ, ὃ τῷ Δανιὴλ καθ’ ὕπνους ἔδοξεν ἐκ τῆς θαλάσσης ἐξέρχεσθαι, ἔχον τέσσαρας
κεφαλάς. 
 “Καὶ ἐκ τοῦ ἑνὸς τῶν κεράτων ἐξῆλθε κέρας φοβερόν, καὶ ἐμεγαλύνθη περισσῶς πρὸς νότον καὶ
πρὸς ἀνατολὴν καὶ πρὸς λίβα καὶ πρὸς τὴν δύναμιν. καὶ ἐμεγαλύνθη ἕως τῆς δυνάμεως τοῦ
οὐρανοῦ, καὶ ἔπεσον ἐπὶ τὴν γῆν ἀπὸ τῆς δυνάμεως καὶ ἀπὸ τῶν ἀστέρων, καὶ συνεπάτησεν
αὐτούς.’ τὰ περὶ τοῦ Ἐπιφανοῦς Ἀντιόχου διὰ τούτων ὁ Δανιὴλ προδιδάσκεται, ὃς Ἀντιόχου μὲν τοῦ
μεγάλου υἱὸς ἦν, μᾶλλον δὲ τῶν πρὸ αὐτοῦ κρατυνθεὶς βασιλέων, τῶν ἀπὸ Σελεύκου δηλαδή, καὶ τῆς Αἰγύπτου κρατήσας καὶ ἑτέρων χωρῶν καὶ ἐπὶ Ἰουδαίους ἐστράτευσε
καὶ τῆς τῶν Ἰεροσολύμων ἐκυρίευσε πόλεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους παντός, καὶ τόν τε ναὸν ἐσύλησε καὶ
ἐμίανε σύας ἐν αὐτῷ θύσας, καὶ τῷ Διὶ βωμόν ἱδρυσάμενος τὸ ἔθνος ὅλον ἑλληνίζειν
ἠνάγκαζε, κωλύων αὐτοὺς περιτέμνειν τὰ ἄρρενα. τὴν γὰρ κατὰ θεοῦ μανίαν αὐτοῦ τό “ἐμεγαλύνθη ἕως τῆς
δυνάμεως οὐρανοῦ” ὑπαινίττεται. τὸ δέ ἔπεσον ἀπὸ τῆς δυνάμεως καὶ ἀπὸ τῶν ἀστέρων ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ
συνεπάτησεν αὐτούς” τοὺς ἐκ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ἀσεβήσαντας διὰ τὴν ἐξ ἐκείνου ἐπαγομένην αὐτοῖς ἀνάγκην δηλοῖ, οἳ τῆς νομίμου καὶ θείας διαγωγῆς
ἐκπεπτώκασι, τῷ τυράννῳ ὑπείξαντες καὶ ὑπ’ ἐκείνου συμπατηθέντες. ἀστέρες δ’ ἐκλήθησαν διὰ τὸ τῆς εὐσεβείας καθαρὸν καὶ ὑπέρλαμπρον, ἢ ὅτι τῷ Ἀβραὰμ
ὁ θεὸς ἐπηγγείλατο πληθῦναι τὸ σπέρμα αὐτοῦ ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. 
 Καὶ ἕως τοῦ ἄρχοντος τῆς δυνάμεως ἱδρύθη.’ καὶ κατ’ αὐτοῦ γὰρ τοῦ θεοῦ ἐλύττησε τοῦ
ἄρχοντος τῶν ἄνω δυνάμεων. “καὶ θυσία ἐταράχθη πτώματι, καὶ ἐγενήθη καὶ εὐωδώθη, καὶ
ἐδόθη ἐπὶ τὴν θυσίαν ἁμαρτία, καὶ ἐρρίφη χαμαὶ δικαιοσύνη.” ἀπηγορευμένα γὰρ θύσας ἐτάραξε τὴν
θυσίαν, ἀντὶ τοῦ συνέχεεν, ἐμίανε. πτώματα δὲ τοὺς σύ ἃς λέγει, καὶ ἁμαρτίαν 
 ἐπὶ τὴν θυσίαν τὴν ἐπ’ αὐτῇ παρανομίαν. διὰ δὲ τοὐ “ἐρρίφη χαμαὶ δικαιοσύνη ἡ τῶν
ἀθέτησις καὶ οἱ ἄδικοι φόνοι δηλοῦνται τῶν ἀσεβῆσαι μὴ καταδεξαμένων. ἀλλὰ καὶ ταῦτα
πράττων καὶ οὕτως ἀσεβῶν ὁ Ἀντίοχος εὐωδοῦτο, φησί. 
 Ἐπὶ τούτοις ἐπάγει ὁ Δανιὴλ “καὶ εἶπεν εἷς ἅγιος τῷ φελμουνί, ἕως πότε ἡ ὅρασις στήσεται
καὶ ἡ θυσία ἡ ἀρθεῖσα καὶ ἡ ἁμαρτία τῆς ἐρημώσεως ἡ δοθεῖσα; καὶ εἶπεν αὐτῷ, ἕως ἐσπέρας
καὶ πρωὶ ἡμέραι δισχίλιαι καὶ τριακόσιαι, καὶ καθαρισθήσεται τὸ 
ἅγιον.” ἀγωνιῶντι τῷ προφήτῃ διὰ τὰ ὁρώμενα ἐπιπέμπονται ἄγγελοι δηλοῦντες αὐτῷ ὅτι τέλος ἕξουσι τὰ
δυσχερῆ καὶ τὸν καιρὸν διδάσκοντες τῆς αὐτῶν παρελεύσεως. καὶ ἠρώτα ἕτερος τὸν ἕτερον·
τὸ γὰρ φελμουνὶ ἐξελληνιζόμενον τινὰ σημαίνει. ἠρώτα δὲ οὐχ ὡς ἀγνοῶν, ἀλλ’ ἔνα μάθῃ ὁ Δανιήλ. ὁ δ᾿
ἐρωτὼμενος ἀπεκρίνατο “ἡμέραι δισχίλιαι καὶ ἕως ἑσπέρας καὶ πρωί, καὶ καθαρισθήσεται τὸ ἅγιον. ἐσπέραν μὲν οὖν ἐκάλεσε τὴν ἀρχὴν τῶν ἀνιαρῶν ἢ καὶ ὅλον τὸν χρόνον αὐτῶν, νυκτὶ γὰρ καὶ
σκότῳ τὰ λυπηρὰ ἔοικε, πρωὶ δὲ τὴν μετὰ τὰς συμφορὰς εἰρηναίαν κατάστασιν. τοῦτο τοίνυν σημαίνει δι’
ὡν φησιν ὅτι ἀπὸ τῆς τῶν κακῶν ἀρχῆς μέχρι τέλους αὐτῶν 
τόσος καιρὸς παρελεύσεται. αἱ δὲ ἡμέραι πρὸς ἐνιαυτοὺς ἀριθμούμεναι ἒξ ἀποτελοῦσι μῆνας καὶ
ἰδαρίθμους ἐνιαυτοὺς κατὰ τὴν τῶν Ἐβραίων ψῆφον· ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ ἡ ἐπ’ Ἀντιόχου τοῖς Ἰουδαίοις
ἐπεωεχθεῖσα συμφορὰ ἐπεκράτησε. ταῦτα παρὰ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ τῷ προφήτῃ ζητοῦντι
σύνεσιν ἐμυήθη.

Εἶτα διὰ τὴν τῶν ὁμοφύλων αἰχμαλωσίαν ἐπὶ Δαρείου πάλιν τοῦ Μηδῶν ἄρχοντος, ὃς καὶ Κυα-
 
 ξάρης ὠνόμαστο καὶ Ἀσούηρος, Ἀστυάγους ὢν υἱός, τοῦ προφήτου θρηνοῦντος καὶ τοῦ θεοῦ
δεομένου ἥψατό τις ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Γαβριήλ. ἥψατο δὲ αὐτοῦ ὡσεὶ ὥραν
θυσίας ἑσπερινῆς, ἢ κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἐν ἑσπέρᾳ λατρείας, ἢ ἐπὶ τοσαύτην ὥραν ἐφ’ ὅσην
ἡ ἑσπερινὴ ἐτελεῖτο λατρεία. καὶ εἶπε τῷ Δανιήλ “νῦν ἐξῆλθον συμβιβάσαι σοι σύνεσιν καὶ ἀναγγεῖλαί
σοι ὅτι ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν εἶ σύ. καὶ ἐννοήθητι ἐν τῷ ῥήματι καὶ σύνες ἐν τῇ ὀπτασίᾳ ἀντὶ τοῦ, ἀκριβῶς
 πρόσσχες τοῖς λεγομένοις αἰνιγματώδεσιν οὖσι καὶ πλείονος δεομένοις σπουδῆς. ἐνίοτε δὲ
καὶ δι’ αἰνιγμάτων τὰ θεῖα δηλοῦται, ἔνα μὴ πάσι γίνοιντο δῆλα καὶ διὰ τοῦτο εὐκαταφρόνητα. ἀνὴρ δ’
ἐπιθυμιῶν ἐκλήθη ὁ Δανιὴλ ἢ ὡς κατὰ τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν ἀνδριζόμενος καὶ γενναίως αὐταῖς ἀνθιστάμενος, ἢ ὡς ἐπιθυμῶν μαθεῖν τὰ τῷ λαῷ καὶ τοῖς
αὐτοῦ συμφυλέταις ἐσόμενα, ἢ ὅτι ἐπιθυμητὸς ἦν καὶ ἐπέραστος δι’ ἣν μετήρχετο ἀρετήν. 
 Εἶτα ἐπάγει ὁ ἄγγελος ἑβδομήκοντα ἑβδομάδες συνετμήθησαν ἐπὶ τὸν λαόν σου καὶ
ἐπὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν σου ἕως τοῦ παλαιωθῆναι τὸ παράπτωμα καὶ τοῦ τελεσθῆναι τὴν ἁμαρτίαν καὶ τοῦ
σφραγίσαι ἁμαρτίαν καὶ τοῦ ἐξιλάσασθαι ἀδικίαν καὶ τοῦ ἀγαγεῖν δικαιοσύνην αἰώνιον καὶ τοῦ σφραγίσαι
ὅρασιν 
 καὶ προφήτην καὶ τοῦ χρῖσαι ἅγιον ἁγίων.“ ὁ μὲν 
προφήτης προσευχόμενος “ὁ λαός σου” πρὸς τὸν θεὸν ἔλεγε “καὶ ἡ πόλις σου·’ ὁ δὲ ἄγγελος πρὸς τὸν
Δανιήλ φησιν “ὁ λαός σου καὶ ἡ πόλις σου, ὡς μὴ ἀξίου ὄντος τοῦ λαοῦ τοῦ θεοῦ καλεῖσθαι. εὕρηται δὲ ὁμοίως καὶ ἐπὶ Μωυσέως, ὅτε τὸν μόσχον ποιήσαντες οἱ Ἰσραηλῖται θυσίαν αὐτῷ προσήνεγκαν·
καὶ τότε γὰρ τοῦ προφήτου δεομένου ὁ θεὸς ἔφη ὡσαύτως. φησὶν οὖν ὁ ἄγγελος ὅτι καὶ ἡ
Ἰερουσαλὴμ οἰκοδομηθήσεται καὶ ὁ λαός σου ἐπανελεύσεται καὶ ἐπὶ ἔτη
τετρακόσια ἐνενήκοντα διαμενοῦσιν· αἱ γὰρ ἑβδομήκοντα ἑβδομάδες εἰς τοσοῦτον συμψηφίζονται ἀριθμόν·
ἑκάστην δ᾿ ἡμέραν εἰς ἐνιαυτὸν ἐλογίσατο. τὸ δὲ συνετμήθησαν ἀντὶ τοῦ ἐκρίθησαν καὶ
ὡρίσθησαν κεῖται. ἕως τοῦ παλαιωθῆναι τὸ παράπτωμα καὶ τοῦ τελεσθῆναι τὴν ἁμαρτίαν, τοῦτ’ ἔστιν ἕως
τοῦ χρονίσαι καὶ αὐξηθῆναι· τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ παλαιωθῆναι καὶ τελείαν γενέσθαι τὴν ἁμαρτίαν. διὰ
τούτων δὲ τὴν κατὰ τοῦ κυρίου τόλμαν καὶ λύτταν τῶν Ἰουδαίων παρίστησιν. πολλὰ μὲν γὰρ
καὶ πρὸ τούτου ἡμάρτοσαν καὶ δίκας ἔτισαν, ἀλλ’ ἀνεκλήθησαν αὐθις· ἐπεὶ δὲ κατὰ τοῦ σωτῆρος ἐμάνησαν
καὶ εἰς ἔσχατον κακίας ἀφίκοντο καὶ ἐντελῆ τὴν ἁμαρτίαν εἰργάσαντο,
 οὐκέτι ἀνακλήσεως ἔτυχον. τὸ δὲ σφραγίσαι ἁμαρτίαν καὶ ἐξιλάσασθαι ἀδικίαν τὴν ἄφεσιν
δηλοῖ τῶν πταισμάτων τὴν παρὰ τοῦ κυρίου δεδωρημένην τοῖς πιστεύουσιν εἰς αὐτόν· οὗτος γάρ ἐστιν ὁ
αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου· τὸ γὰρ σφραγίσαι τοῦ παυθῆναι σημαντικόν. τὸ δὲ ἀγαγεῖν
δικαιοσύνην αἰώνιον τὸ αὐτὸν εἰς τὸν κόσμον ἐλθεῖν, ὅς ἐστι δικαιοσύνη καὶ ἀπολύτρωσις καὶ ἁγιασμός.
τὸ μέντοι σφραγίσαι ὅρασιν καὶ προφήτην τὸ τέλος ἐσχηκέναι τὰς προφητείας δηλοῖ, ἦι ὅτι τὰ παρ’
ἐκείνων περὶ τοῦ Χριστοῦ λαληθέντα ἤδη ἐκβέβηκεν, ἦι ὅτι τὸ τῆς προφητείας χάρισμα τοῖς
Ἰουδαίοις ἐκλέλοιπεν, ἢ καὶ ἀμφότερα. ἐλθὼν γὰρ ὁ Χριστὸς τὰς
προφητείας ἐσφράγισεν, ἐπλήρωσε δηλαδὴ καὶ ἐβεβαίωσε καὶ μέντοι καὶ ἔπαυσεν· οὐκέτι γὰρ παρ’ αὐτοῖς
ἄρχων καὶ προφήτης καὶ ἡγούμενος. καὶ ἀγαγεῖν δικαιοσύνην αἰώνιον, ἥτις αὐτός ἐστιν ὁ
κύριος ἡμῶν καὶ σωτήρ. ὁ μὲν γὰρ ἀπόστολος “ἐδόθη σοφία” φησιν ‘ἡμῖν θεοῦ, δικαιοσύνη
τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις. καὶ ἀλλαχοῦ περὶ τοῦ εὐαγγελίου γράφων “δικαιοσύνη ἐν αὐτῷ
ἀποκαλύπτεται” λέγει. ὁ δὲ κύριος “αἰτεῖτε διδάσκει “τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ καὶ τὴν
δικαιοσύνην αὐτοῦ, ἣν αὐτὸς ἤγαγε φανερώσας ἡμῖν διὰ τῆς αὐτοῦ διδαχῆς. καὶ τὸ χρῖσαι δὲ ἅγιον ἀγίων
αὐτὸν δηλοῖ τὸν δεσπότην παραγενέσθαι Χριστόν. τίς γὰρ ἕτερος ἄγιος
ἀγίων κληθείη ἂν εἰ μὴ ὁ κύριος ἡμῶν καὶ σωτήρ; ὃς ἁγιωσύνης ὑπάρχων πηγὴ χρίεται μὲν
τῷ ἁγίῳ πνεύματι κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, ὡς Ἠσαίας προανεφώνησε λέγων “πνεῦμα κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν
ἔχρισέ με, καὶ ὡς Δαβὶδ ἐμελῴδησεν εἰπών “ἔχρισέ σε ὁ θεός, ὁ θεός σου, ἔλαιον ἀγαλλιάσεως, παρὰ τοὺς μετόχους σου," καὶ ὡς ἡ κορυφαία τῶν ἀποστόλων ἀκρότης ὁ Πέτρος ἐδίδαξε περὶ τοῦ
σωτῆρος γράψας ὡς “ἔχρισεν αὐτὸν ὁ θεὸς πνεύματι ἁγίῳ καὶ δυνάμει,” σφραγίζει δὲ καὶ βεβαιοῖ τὰς
παλαιὰς γραφάς, ποιῶν ἅπαντα καὶ πάσχων ὅσα δι’ ἐκείνων προείρητο, καὶ ἐξιλάσκεται
ἀδικίαν καταλλάσσων τοὺς ἁμαρτήσαντας τῷ θεῷ καὶ πατρὶ καὶ αὐτὸν τοῖς
πταίσασαν ἱλεούμενος. 
 Εἶτα ἐπάγει ὁ θεῖος ἀρχάγγελος “καὶ γνώσῃ καὶ συνήσεις, ἀπὸ ἐξόδου λόγων τοῦ ἀποκριθῆναι
καὶ τοῦ οἰκοδομῆσαι Ἰερουσαλὴμ ἕως Χριστοῦ ἡγουμένου ἑβδομάδες ἑπτὰ καὶ ἑβδομάδες
ἑξήκοντα δύο.” ἤρξατο μὲν οὖν ὁ ναὸς ἐπὶ Κύρου οἰκοδομεῖσθαι·
Κῦρος γὰρ πρῶτος τῆς ἐπανόδου παρεχώρησε τῷ ἔθνει τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ’ ἐπεσχέθη παρὰ Καμβύσου τοῦ
Κύρου 
 παιδὸς φθόνῳ τῶν αὐτοῖς ὁμορούντων ἐθνῶν, ἐπετράπη δ' αὖθις τοῖς Ἰουδαίοις ἡ τούτου
ἀνέγερσις ὅτε Δαρεῖος ὁ Ὑστάσπου ἐκράτησε τῆς βασιλείας Περσῶν. ἐξ
οὐδενὸς δὲ τούτων ἀριθμούμενος ὁ καιρὸς εὑρίσκεται σώζων κατὰ] τὴν τοῦ ἀρχαγγέλου φωνήν, 
ἀλλ’ ὑπερβάλλων· εἰ δ’ ἐκ τῶν χρόνων τῆς Ἀρταξέρξου βασιλείας ὁ καιρὸς ἀριθμοῖτο, εὑρεθείη ἂν οὔτε
περιττεύων οὔτ’ ἐλαττούμενος. κἀκ τούτου δέον ἀριθμεῖσθαι αὐτόν, ὅτι τότε καὶ τῇ πόλει περιεβλήθη
περίβολος καὶ τῷ ναῷ προσετέθη τὰ λείποντα καὶ οἰκητόρων ἡ πόλις πεπλήρωτο, ὅτε Νεεμίας
οἰνοχοεύων τῷ Ἀρταξέρξῃ ἐδεήθη αὐτοῦ ἐπιτραπῆναι αὐτῷ τὴν εἰς τὴν πατρίδα ἐπάνοδον, καὶ ἀπελθὼν
 τήν τε πόλιν περιετείχισε καὶ συνῴκισε καὶ τὸν ναὸν ἀτελῆ ὄντα
ἀπήρτισεν. εἰ γοῦν ἀπὸ τῆς τοῦ σωτῆρος ἐπιφανείας, δι’ οὗ μόνου ἄφεσις ἁμαρτημάτων
ἐδόθη καὶ δικαιοσύνη εἰσήνεκται καὶ τῶν προφητῶν αἱ προρρήσεις πεπλήρωνται, ἀναποδίζων τις ἀριθμήσει
τὸν χρόνον, εὑρήσει τοῦτον συμπληρούμενον ἕως τοῦ εἰκοστοῦ ἔτους τῆς βασιλείας Ἀρταξέρξου, ὅτε δηλαδὴ ὁ Νεεμίας παραχωρηθεὶς εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐπανῆλθεν· ἃ προἰ·οῦσα καθ’ εἱρμὸν ἡ
ἱστορία πλατύτερον διηγήσεται. ὃν δὲ ἄγιον εἶπεν ἀνωτέρω ἁγίων, τοῦτον αὖθις Χριστὸν ἡγούμενον εἴρηκεν, ὀνομάζων αὐτὸν κατὰ τὸ ἀνθρώπινον. ὡς γὰρ πρωτότοκος
τῆς κτίσεως τῆς καινῆς καὶ πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν λέγεται, οὕτω καὶ ἡγούμενος προσηγόρευται. καὶ ὁ
θεῖος δὲ ἀπόστολος Πέτρος ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς ὠνόμασε τὸν σωτῆρα, τοῖς Ἰουδαίοις διαλεγόμενος, ὡς ἐν
ταῖς Πράξεσιν ὁ θεῖος Λουκᾶς συνσιηγήσεται] 
 
 ἐγράψατο. ὥσπερ δὲ πρωτότοκος ἡμῶν καὶ πρωτεύων κατὰ τὸν μέγαν Παῦλον εἴρηται κατὰ τὸ
ἀνθρώπινον οὕτω δὴ καὶ ἡγούμενος τῷ ἀρχαγγέλῳ Γαβριὴλ προσηγόρευται.

Ἀπορήσειε δ᾿ ἄν τις ὅτου χάριν διῃρημένως, ἀλλ’ οὐχ ὁμοῦ αἱ ἑβδομάδες ἠρίθμηνται, εἰς ἑπτὰ
δὲ καὶ ἑξήκοντα δύο διῄρηνται καὶ εἰς μίαν ἑτέραν. οὐχ ὡς ἔτυχε δὲ
τοῦτο πεποίηκεν ὁ ἀρχάγγελος, ἀλλά τινα καινὰ διὰ τούτων διδάσκων ἐν ταῖς τῶν χρόνων διαιρέσεσι συμβησόμενα. εἰ γὰρ ἀπὸ τῆς τῶν Ἱεροσολύμων οἰκοδομῆς τῆς ἐπὶ Νεεμίου, ὡς εἴρηται,
γενομένης ἀριθμοῖντο οἶ χρόνοι μέχρις Ὑρκανοῦ ἀρχιερέως, ἐφ’ οὗ τὸ τῶν Ἀσαμωναίων γένος ἐπαύθη τοῦ
ἱερᾶσθαι, ὁ τῶν ἑξήκοντα δύο ἑβδομάδων ἀριθμὸς συμπεραίνεται. ἀπὸ μὲν γὰρ τοῦ εἰκοστοῦ
ἔτους τῆς βασιλείας Ἀρταξέρξου, ὃς τό Νεεμίᾳ τὴν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐπάνοδον ἔδωκε τῷ ταύτην τειχίσαντι,
ἕως Δαρείου τοῦ Ἀρσάμου, ὃν καθεῖλεν Ἀλέξανδρος, ἑκατὸν ἔτη εἰσὶ καὶ τεσσαρεσκαίδεκα· ἐκ δὲ τῆς
καθαιρέσεως 
 τῆς τῶν Περσῶν βασιλείας, ἐν ἕκτῳ γενομένης ἔτει τῆς Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν Ἀσίαν
στρατείας, μέχρις Ἰουλίου Καίσαρος Γαΐου, ὅς πρῶτος τῇ μοναρχίᾳ τῶν Ῥωμαίων ἐπικεχείρηκεν, ἔτη
παρήλθοσαν διακόσια ὀγδοήκοντα καὶ δύο· ἐκ δὲ τῆς αὐταρχίας τοῦ Καίσαρος ἕως ἔτους
πεντεκαιδεκάτου Τιβερίου Καίσαρος, ἡνίκα ὁ Χριστὸς ὑπὸ Ἰωάννου ἐβαπτίσθη καὶ τῶν σημείων
ἀπήρξατο,ἔτη ἑβδομήκοντα τρίαὡς συμποσοῦσθαι ταῦτα εἰς ἐνιαυτοὺς ἐπὶ τετρακοσίοις ἐξήκοντα καὶ
ἐννέα. οἱ δὲ τοσοῦτοι ἐνιαυτοὶ 
 ἀποτελοῦσιν ἔτη τετρακόσια ὀγδοήκοντα τρία κατὰ τὴν Ἑβραϊκὴν ἀρίθμησιν τῶν ἐτῶν. οὐ γὰρ ὡς ἡμεῖς οἱ Ἑβραῖοι ψηφίζουσι τὸν ἐνιαυτόν, ἀλλὰ κατὰ
σεληνια- κὸν δρόμον ἀριθμοῦντες αὐτὸν τριακοσίων πεντήκοντα καὶ
τεσσάρων ἡμερῶν λογίζονται αὐτόν, ὡς περιττεύειν ἀφ᾿ ἑκάστου ἐνιαυτοῦ ἡμέρας ἕνδεκα. καὶ
τούτων γοῦν τῶν περιττῶν ἡμερῶν εἰς ἔτη συμποσουμένων τὰ τετρακόσια ὀγδοήκοντα καὶ τρία Ἑβραϊκὰ
συνίστανται ἔτη. Ἑβραίῳ δὲ τῷ Δανιὴλ ὁ ἄγγελος ὁμιλῶν πάντως τὰ αὐτῷ γνώριμα ἔλεγεν ἔτη. ἄχρι μὲν
 οὖν τῆς τοῦ ἀρχιερέως Ὑρκανοῦ ἀναιρέσεως, ὃν ὁ βασιλεὺς ἀνεῖλεν Ἡρώδης, εἰρήσεται δὲ τὰ
περὶ τού- του πλατύτερον, αἱ ἑξήκοντα δύο ἑβδομάδες ἐξεμετρήθησαν.
ἔκτοτε δὲ τῆς ἀρχιερωσύνης οὐ διὰ βίου προσπεπηγυίας κατὰ τὸν νόμον τοῖς ταύτης ἀξιουμένοις, ἀλλ᾿ ἐνιαυσιαίας παρανόμως διδομένης ἢ βραχυτέρῳ χρόνῳ περιοριζομένης, καὶ χρημάτων αὐτὴν
ὠνουμένων τῶν βουλομένων, ὃ καὶ ὁ Ἰώσηπος ἱστορεῖ, αἱ ἑπτὰ παρήλθοσαν ἑβδομάδες. τοῦτο δὲ δηλῶν ὁ
θεῖος ἀρχάγγελος ἔλεγε “καὶ μετὰ τὰς ἑβδομάδας τὰς ἑξήκοντα δύο ἐξολοθρευθήσεται
χρίσμα, καὶ κρίμα οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ,” ἀντὶ τοῦ διαφθαρήσεται τὸ χρίσμα τῆς ἀρχιερωσύνης. παρανόμως
γὰρ χριομένων τῶν εἰς αὐτὴν προβιβαζομένων, οὐδὲ τὸ χρίσμα τὴν οἰκείαν εἶχεν ἰσχύν, ἀλλὰ
παρεφθαρμένον ὂν 
 ἠμοίρει τῆς θείας χάριτος. διὸ καὶ ἐπήγαγε “καὶ κρίμα οὐκ ἔστιν ἐν
αὐτῷ,” τοῦτ᾿ ἔστιν, οὐ κατὰ κρίσιν καὶ δοκιμασίαν γινόμενοι ἔσονται, ἀλλ᾿ ἀκρίτως ἢ διὰ χάριν ἢ διὰ
χρήματα. τούτων δ᾿ οὕτω γινομένων καὶ αἱ ἑπτὰ παρερρύησαν ἑβδομάδες, μέχρι τῆς τοῦ
κυρίου ἐπιφανείας δηλαδὴ διαρκέσασαι. 
 Ἡ μὲν οὖν διαίρεσις τῶν ἑξήκοντα δύο ἑβδο- μαδὼν καὶ τῶν ἑπτὰ διὰ ταῦτα
γέγονεν· ἐπεὶ δὲ πρὸς τὰς ἐξ ἀρχῆς εἰρημένας ἑβδομήκοντα ἑβδομάδας ἔτι μία περιλέλειπται, καὶ περὶ
ἐκείνης εἴρηκεν ὁ ἀρχάγγελος ταῦτα “καὶ δυναμώσει τὴν διαθήκην πολλοῖς ἑβδομὰς μία, καὶ
ἐν τῷ ἡμίσει τῆς ἑβδομάδος ἀρθήσεται D θυσία καὶ σπονδή, καὶ ἐπὶ τούτοις ἐπὶ τὸ ἱερὸν βδέλυγμα τῆς
ἐρημώσεως, καὶ ἕως συντελείας καιροῦ συντέλεια δοθήσεται ἐπὶ τὴν ἐρήμωσιν.” ἡ λοιπή, φησίν, ἑβδομὰς
ἡ μετὰ τὰς ἐξήκοντα καὶ ἐννέα τὴν καινὴν διαθήκην εἰσάξει ἰσχυρὰν οὕτως ὡς δι’ αὐτῆς
ἀρθῆναι, τοῦτ’ ἔστιν ἐκ μέσου γενέσθαι, τὰς θυσίας καὶ τὰς σπονδὰς ἐν τῷ ἡμίσει τῆς ἑβδομάδος. μετὰ
γὰρ τὸ βάπτισμα ὁ Χριστὸς ἐπὶ τριετίαν καὶ ἐπέκεινα διδάξας καὶ σημεῖα ἐπιδειξάμενος οὕτως ἐπὶ
 
 τὸ πάθος ἦλθε, καὶ αὐτοῦ τυθέντος ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντός, τοῦ ἀμνοῦ τοῦ θεοῦ τοῦ
αἴροντος τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἡ κατὰ νόμον θυσία ἐπαύθη καὶ ἡ σπονδή. καὶ ἔθυον ἔκτοτε οἱ
Ἰουδαῖοι, ἐπεὶ καὶ ἔτι θύουσι, παρανόμως, ἀλλ’ ἀπρόσδεκτος ἦν τῷ θεῷ ἡ ἐκείνων θυσία
καὶ ἡ σπονδή. καὶ ἄλλως δὲ τό “δυναμώσει διαθήκην πολλοῖς ἐκληφθήσεται ἀντὶ τοῦ δυνατοὺς τοὺς ἱεροὺς
ἀποστόλους εἰς τὸ κήρυγμα ἡ ἑβδομὰς ἐκείνη ἐργάσεται. εἰς δύο γὰρ τὴν ἑβδομάδα φαίνεται διαιρῶν ὁ
ἀρχάγγελος, εἰς τὸν πρὸ τοῦ πάθους καὶ τὸν μετὰ τὸ πάθος καιρόν. περὶ γὰρ τὰ τρία ἴτη πρὸς τῷ ἡμίσει κηρύξας ὁ κύριος, κατὰ τὸ τοῦ υἱοῦ τῆς βροντῆς
εὐαγγέλιον, καὶ στηρίξας εἰς τὴν αὐτοῦ πίστιν τοὺς θείους αὐτοῦ ἀποστόλους τῆ τῶν λόγων ἀληθείᾳ καὶ
τῇ τῶν θαυμασίων ἔργων ἐπιδείξει, οὕτω πρὸς τὸ πάθος ἐχώρησε καὶ τὸν σταυρὸν κατεδέξατο
καὶ ὑπέμεινε θάνατον. εἶτα τὸν λοιπὸν τῆς ἑβδομάδος χρόνον μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνά- 
στασιν καὶ τὴν πρὸς τοὺς κόλπους τοὺς πατρικοὺς ἄνοδον, ὣν οὐ κεχώριστο πώποτε, καὶ τὴν τοῦ
παρακλήτου ἐπιφοίτησιν καὶ θείαν ἐπίπνοιαν οἱ ἱεροὶ αὐτοῦ μαθηταὶ ἐν
Ἱερουσαλὴμ τὸ εὐαγγέλιον καὶ τὸ κήρυγμα πιστούμενοι θαύμασι καὶ πλήθη ἀνθρώπων ἐπισπώμενοι πρὸς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ ὄντως θεοῦ διεσπάρησαν εἰς τὰ ἔθνη καὶ
ταῦτα ἐφώτισαν. τοῦτο τοίνυν ὁ ἀρχάγγελος προδηλῶν τῷ προφήτῃ Δανιὴλ ἔλεγε “δυναμώσει διαθήκην
πολλοῖς ἑβδομὰς μία,” ἀντὶ τοῦ δύναμιν περιζώσει πολλούς, τοὺς μαθητὰς δηλαδή. τόν τε
πρὸ τοῦ πάθους τοῦ κυρίου χρόνον καὶ τὸν μετὰ τὸ πάθος, καθ’ ὃν πρότερον μὲν ἐν Ἰερουσαλὴμ
προσέμενον καὶ ἐκήρυσσον οἱ ἀπόστολοι, εἶτα καὶ εἰς τὰ τῆς οἰκουμένης 
περιῄεσαν τέρματα καὶ ἐδίδασκον, συνάψας, αὖθις διαιρεῖ τὴν ἑβδομάδα ταύτην λέγων ‘καὶ
ἐν τῷ ἡμίσει τῆς ἑβδομάδος ἀρθήσεται θυσία καὶ σπονδή, διὰ τούτου προσημαίνων τὴν παῦλαν τῆς τοὺ
νόμου σκιᾶς. εἶτα ἐπάγει “καὶ ἐπὶ τὸ ἱερὸν βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως. τούτων γάρ, φησί, γινομένων τὸ
πρὶν ἅγιον ἱερὸν καὶ σεβάσμιον βδέλυγμα λογισθήσεται· ἢ ὅτι μετὰ τὴν τελευταίαν
ἑβδομάδα ταύτην βδέλυγμά τι ἐπὶ τὸ ἱερὸν εἰσαχθήσεται, σημεῖον τῆς αὐτοῦ τε καὶ τῆς πόλεως
ἐρημώσεως. ὃ ἐπὶ τοῦ Πιλάτου γέγονε, σημαίας νύκτωρ εἰσαγαγόντος εἰκόνας ἐχούσας
βασιλικάς, αἳ τοῖς Ἰουδαίοις βδέλυγμα ἐλογίζοντο· ἀπείρητο γὰρ αὐτοῖς ἀνθρωπίνην εἰκόνα ἢ ζῴου τινὸς κεκτῆσθαι ἢ καὶ σεβάζεσθαι. καὶ ὁ κύριος δέ ‘‘ὅταν ἴδητε” εἶπε
τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως ἑστὸς ἐν τόπῳ ἁγίῳ, γινώσκετε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς,”
τῆς Ἰερουσαλὴμ δηλαδή. καὶ ἀλλαχοῦ δ’ ἔφη ὁ κύριος “ἰδοὺ ἀφίεται ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος.”
ταῦτα προδιδάσκων τὸν Δανιὴλ ὁ ἀρχάγ γελος ἐπιφέρει, μετὰ τὸ προθεσπίσαι ὡς ἐκ μέσου γενήσεται ἡ
νομικὴ λατρεία, τό “καὶ ἐπὶ τὸ ἱερὸν βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως. ἵνα δὲ μὴ νομίζηται τοῖς 
Ἱουδαίοις πρόσκαιρος ἡ ἐρήμωσις, ὡς αὖθις τῆς πόλεως αὐτοῖς ἀνοικοδομηθησομένης καὶ τοῦ ἱεροῦ ἀνε-
γερθησομένου, οἶα καὶ ἄλλοτε πλειστάκις συμβέβηκαν ἐπί τε τῷ ναῷ καὶ τῇ πόλει, ἐπήγαγε “καὶ ἕως
 συντελείας καιροῦ συντέλεια δοθήσεται ἐπὶ τὴν ἐρήμωστνν,” τοῦτ’ ἔστιν, ἕως συντελεσθῇ ὁ αἰὼν μενεῖ καὶ ἡ ἐρήμωσις, καὶ τότε καὶ ταύτῃ τέλος ἔσται ὅτε
οὐκέτι καιρὸς ἢ τὴν πόλιν ἀναστῆναι ἢ τὸν ναόν. 
 Ταῦθ’ ὁ Δανιὴλ περὶ τῶν ὁμοφύλων αὐτοῦ τε- θέαται καὶ μεμύηται. ἀλλὰ καὶ ἑτέρας ὀπτασίας
ἑώρακε καὶ ἐνύπνια, θεόθεν αὐτῷ προδηλουμένης δι’ αὐτῶν τῆς μελλούσης ἔσεσθαι τῶν
κοσμικῶν πραγμάτων μεταβολῆς. καὶ οὐ τῆς ἀλλοιώσεως μόνης ἐμυεῖτο τὴν πρόγνωσιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς
καιροὺς καθ’ οὓς ἀποτελεσθήσεται ἕκαστον αὐτῶν ἐδιδάσκετο· ἃ γνώσεται πάντως ὁ
βουλόμενος τελεώτερον ἐπιὼν τὴν βίβλον τῶν τοῦ προφήτου ὁράσεων, καὶ βεβαίαν σχοίη κατάληψιν
ἐντεῦθεν ὡς οὐδὲν ἀπρονόητον οὐδ’ εἰκῇ φερόμενον καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ
πάντα τῇ θείᾳ προνοίᾳ καὶ κυβερνῶνται καὶ διεξάγονται. 
 
 Ταῦτα μὲν οὑν οὕτως ἔχουσι καὶ τοῖς εὐσεβέσι

δοξάζονται· ἡμῖν δὲ μηδὲ τὰ κατὰ τὴν ἀρρενόφρονα παραλειπτέον γυναῖκα τὴν Ἰουδήθ, ἣ τὸν
Ὀλοφἐρνην ὠλόθρευσε καὶ τὴν πόλιν αὐτῆς χαἰ τὸ ἔθνος ἅπαν διέσωσεν. ἔχει δ᾿ οὕτω τὰ κατ’ αὐτήν. ἐν
ἔτει δωδεκάτῳ δεκάτῳ τῆς βασιλείας αὐτοῦ ὁ τῶν Ἀσσυρίων ἀρχηγὸς 
 Ναβουχοδονόσορ πρὸς Ἀρφαξάδ τὸν βασιλέα Μηδῶν ἤρατο
πόλεμον, καὶ τὰ πέριξ ἔθνη πρὸς συμμαχίαν αὐτοῦ μετεκέκλητο. πολλῶν δ᾿ ἑτέρων καὶ τῶν Ἰουδαίων τὴν
πρόσκλησιν μὴ καταδεξαμένων καὶ τὸ συμμαχῆσαί οἱ ἀπειπαμένων, ὁ Ναβουχοδονόσορ ἐξώργιστο, καὶ ὤμοσεν ἠ’ μὴν τὸν πρὸς τοὺς Μήδους ἀνύσας πόλεμον ἐπελθεῖν κατά τε Κιλικίας καὶ Δαμάσκου
 Συρίας καὶ Ἰουδαίας καὶ τῆς Αἰγύπτου καὶ δῃῶσαι αὐτὰς καὶ
ἐκπορθῆσαι καὶ εἰς ἐρήμωσιν ἀγαγεῖν. ἀντιταξάμενος οὖν πρὸς Ἀρφαξὰδ τὸν Μῆδον καὶ κατὰ
κράτος τούτου περιγενόμενος, τῶν ἄλλων τε πόλεων αὐτοῦ κρατήσας καὶ τῶν Ἐκβατάνων αὐτῶν, ἔνθα ἤσαν
τῷ Ἀρφαξὰδ τὰ βασίλεια, κἀκεῖνον ἐλῶν τε καὶ ἀν’ ἑλών, τὸν
ἀρχιστράτηγον τῆς οἰκείας δυνάμεως καλέσας Ὀλοφέρνην ἐνετεέλατό οἱ τὸν ὅρκον ὃν ὤμοσ’
ἐν ἐκπληρῶσαι, καὶ κατὰ τῶν μὴ θελησάντων συμμαχῆσαι αὐτῶ̣ ἐπιόντι κατὰ τῶν Μηδῶν ἐκστρατεῦσαι μετὰ
βαρείας δυνάμεως, καὶ τοὺς μὲν ὅσοι ἑαυτοὺς αὐτῷ ὑποτάσσουσι διατηρῆσαι καὶ τὰς πόλεις αὐτῶν
ἀπορθήτους ἐᾶσαι, τῶν δ᾿ ἀπειθούντων μὴ φείσασθαι, ἀλλὰ τοὺς μὲν ἀνθρώπους τῷ ξίφει
ὑπαγαγεῖν, τὰς δὲ πόλεις αὐτῶν ἐκδοῦναι εἰς διαρπαγὴν καὶ εἰς ὄλεθρον. 
 Ὁ μὲν οὖν Ναβουχοδονόσορ τοιαῦτα τῷ ἀρχισατράπῃ αὐτοῦ ἐνετείλατο, Ὀλοφέρνης δὲ ἐκστρατεύσας
 καὶ τοῖς ἔθνεσι καθ’ ὧν ἀπέσταλτο ἐπελθὼν τοὺς μὲν ἄλλους κατὰ τὰ ἐντεταλμένα διέθετο,
ἐπὶ δὲ τοὺς Ἰσραηλίτας μέλλων στρατεύειν καὶ ὅπλα κατ’ αὐτῶν αἴρειν,
οὐ γάρ προσῄεσαν αὐτῷ οὐδ’ ὑπέκυπτον, ἤρετο τίνες οὗτοι καὶ ὅτῳ θαρροῦντες ἀνθίστανται. 
καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἀχιὼρ ὁ τῶν υἱῶν Ἄμμων ἀρχηγὸς τήν τε γενεαλογίαν αὐτῶν, καὶ ὅπως εἰς τὰς πόλεις ἐκείνας ἐξ ἀρχῆς κατῳκίσθησαν, καὶ τοῦ σφῶν θεοῦ τὴν ἰσχύν. εἶτα ἐπήγαγε νῦν οὑν σκεπτέον·
καὶ εἰ μὲν εἰς τόν θεὸν αὐτῶν ἁμαρτάνουσιν, ἀναβησόμεθα καὶ ἐκπολεμήσομεν αὐτούς, εἰ δ᾿ οὐ τοῦτο,
παρελθέτω ὁ κύριός μου μήποτε ὑπερασπίσῃ αὐτῶν ὁ θεὸς αὐτῶν καὶ ἡττηθῶμεν. ταῦτα τοῦ
Ἀχιὼρ εἰπόντος ὁ Ὀλοφέρνης θυμῷ ληφθεὶς ἐκέλευσε τοῖς παρεδτηκόσιν αὐτῷ δῆσαι τὸν Ἀχιὼρ καὶ
ἀπαγαγεῖν καὶ παραδοῦναι τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, ἴνα σὺν ἐκείνοις ληφθεὶς 
 κολασθῇ. οἶ δὲ συλλαβόντες τὸν ἄνδρα ἀπήγαγον εἰς Βαιτουλούα, καὶ οἱ τῆς πόλεως
σφενδόναις τοὺς προσιόντας καὶ βέλεσιν ἔβαλλον. κἀκεῖνοι τὸν Ἀχιὼρ δεδεμένον ἔρριψαν ὑπὸ τὴν
ὑπώρειαν, καὶ ὑπέστρεψαν. οἱ δὲ τῆς πόλεως ἄνδρες καταβάντες ἔλυσαν τὸν Ἀχιὼρ καὶ εἰς
τὴν σφετέραν πόλιν ἀπήγαγον, καὶ τί τὸ συμβεβηκὸς ἐπυνθάνοντο· καὶ ὃς αὐτοῖς ἅπαντα διηγήσατο. οἱ δὲ
τὸν θεὸν ἐκάλουν εἰς ἄμυναν. τῇ δ᾿ ἐξῆς Ὀλοφέρνης ἦγεν ἐπὶ Βαιτύλου τὴν στρατιάν, χιλιάδας οὖσαν
πεζῶν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα καὶ ἱππέων χιλιάδας δώδεκα, χωρὶς τῶν τῆς ἀποσκευῆς· καὶ
ἐστρατοπεδεύσατο παρ’ αὐτῇ. εἶτα ἔγνω μὴ πολεμεῖν, ἀλλὰ τὰ ὕδατα προκαταλαβεῖν ὅθεν ὑδρεύοντο, ἵν
ἐκλιπόντες τῇ δίψῃ διαφθαρῶσιν ἢ τὴν πόλιν αὐτῶν παραδώσουσι. καὶ περιέστησε μέρος 
 τῆς στρατιὰς τοῖς ὕδασι φύλακας. ἐπὶ δὲ τέσσαρσι καὶ τριάκοντα ἡμέραις περικαθημένων
τῶν ἐναντίων αὐτούς, ἐξέλιπε σφίσι τὸ ὕδωρ, καὶ ἠθροίσθη πρὸς τοὺς ἄρχοντας ὁ λαός, καὶ ἠξίουν
ἐκδοῦναι τὴν πόλιν τοῖς ἐναντίοις καὶ ἑαυτούς, ἔν ἢ δουλεύσωσιν ἐκείνοις νοῖς καὶ
ζήσονται ἢ κατασφαγέντες ἀπαλλαγῶσι τῶν ἀλγεινῶν. Ὀζίας δὲ ὁ τῶν τῆς πόλεως πρόκριτος ἔτι εἶπεν,
ἀδελφοί, μείνωμεν πέντε ἡμέρας, καὶ εἰ μὲν ἤξει ἡμῖν βοήθεια ἐκ θεοῦ· εἰ δ’ οὔ, ποιήσω
κατὰ τὴν συμβουλίαν ὑμῶν.”

Ην δὲ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ γυνὴ ἧ ὄνομα καὶ ἡ γυνὴ χήρα, καὶ αὕτη σώφρων καὶ συνετὴ καὶ ὡραία
τῇ ὄψει. ἀκούσασα τοίνυν τὰ δεδογμένα τῷ 
 λαῷ καὶ τοῖς ἄρχουσι, μετεπέμψατο τὸν Ὀζίαν καὶ τοὺς λοιποὺς
τῆς πόλεως ἄρχοντας, καὶ ἐμέμψατο αὐτοῖς ὡς πειράζουσι τὸν θεὸν ὅτι εἶπον παραδώσειν τὴν πόλιν τοῖς
ἐναντίοις μετὰ πέντε ἡμέρας, εἰ μὴ ἐν αὐταῖς ἥξει τις αὐτοῖς βοήθεια ἐκ θεοῦ. οἱ δὲ 
καλῶς μὲν αὐτὴν συνέθεντο λέγειν, ἀντέθεντο δὲ τὴν δίψαν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν βίαν τὴν ἐξ αὐτοῦ. κἀκείνη
στῆναι αὐτοὺς τὴν νύκτα ἐπὶ τὴν πύλην τῆς πόλεως ἐνετέλλετο, αὐτὴ δὲ ἔλεγεν ἐξελεύσεσθαι μετὰ τῆς
ἅβρας αὐτῆς, μὴ μέντοι αὐτοῖς ἐρεῖν τὸ παρ’ αὐτῆς 
 μελετώμενον, ἕως οὑ πρὸς πρᾶξιν κατευθυνθῇ. καὶ εἶπον αὐτῇ
“πορεύου.” καὶ οἱ μὲν ἀπῆλθον, ἡ δὲ πρὸς παράκλησιν ἐτράπη τὴν πρὸς θεόν. εἶτα ἀποθεμένη τὴν πενθήρη στολὴν τῆς χηρεύσεως, καὶ τὸ σῶμα περικλύσασα ὕδατι καὶ μύρῳ
χρισαμένη, στολὴν μετενέδυ εὐφρόσυνον καὶ κόσμον ἑαυτῇ περιέθετο. καὶ καλλωπισθεῖσα
πρὸς τὸ ἐπαγωγότερον ἔδωκε τῇ θεραπαίνῃ φέρειν ἐν ἀγγείοις οἶνον καὶ ἔλαιον καὶ πήραν ἀλφίτων πλήρη
καὶ παλάθης καὶ ἄρτων, καὶ ἐξῆλθε τῆς πόλεως αὐτὴ καὶ ἡ παιδίσκη αὐτῆς ἀπιοῦσα πρὸς τὴν
τῶν ἐναντίων παρεμβολήν. καὶ ἐντυχοῦσα τῇ τῶν Ἀσσυρίων προφυλακῇ κατεσχέθη καὶ ἤχθη πρὸς Ὀλοφἐρνην.
ὁ δὲ αὐτῆς τὸ κάλλος ἐθαύμασε καὶ εἶπεν αὐτῇ “μὴ φοβοῦ· ἥκεις γὰρ εἰς σωτηρίαν.” ἔφη δὲ αὐτῷ ἡ γυνή
δέξαι τοὺς 
 
 λόγους μου, κύριε, καὶ ὁ λόγος ὃν ἐλάλησεν Ἀχιὼρ ἤτω ἐν τῇ καρδίᾳ σου· ἔστι γὰρ ἀληθής
ὅτι ἐὰν μὴ ἁμάρτωσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, οὐ κατισχύσει ῥομφαία αὐτῶν, νῦν
δὲ ἐπεὶ ἐξέλιπεν αὐτοὺς τὰ βρώματα καὶ τὸ ὕδωρ, ἐβουλεύσαντο καὶ τῶν τῷ νόμῳ
ἀπηγορευμένων ἅψασθαι, καὶ τὰς ἀπαρχὰς τοῦ σίτου καὶ τὰς δεκάτας τοῦ οἴνου τὰς τοῖς ἱερεῦσι
τετηρημένας, ὧν οὐδὲ ψαῦσαι θεμιτὸν ἑτέρῳ, δαπανῆσαι κεκρίκασι. ταῦτα δὲ καὶ τῶν τὴν Ἰερουσαλὴμ
οἰκούντων βεβουλευμένων ἐστάλκασι πρὸς τὴν ἐκεῖ γερουσίαν, ἄφεσιν ἐπὶ τούτοις
αἰτούμενοι. κἂν οὕτω παρανομήσωσιν, οὐκ ἔσται σφίσιν ἄμυνα ἐκ θεοῦ, καὶ εἰς ὄλεθρον ἐκδοθήσονται.
ἅπερ αὐτὴ ἐπιγνοῦσα ἀποδιδράσκω τῆς πόλεως, ἴν ἐκφύγω τὸν ὄλεθρον. καὶ νῦν μενῶ παρὰ
σοί, δέσποτα, καὶ ἐξελεύσομαι κατὰ νύκτα εἰς τὴν φάραγγα, καὶ προσεύξομαι πρὸς τὸν θεόν, καὶ ἐρεῖ
μοι πότε ἡμάρτοσαν, κἀγώ σοι ἀναγγελῶ, καὶ ἄξω σε διὰ τῆς Ἰουδαίας
ἕως Ἰερουσαλήμ, καὶ θήσω τὸν θρόνον σου ἐν μέσῳ αὐτῆς.” καὶ ἤρεσαν Ὀλοφέρνῃ οἱ λόγοι
αὐτῆς, καὶ ἐκέλευσεν εἰσαχθῆναι αὐτὴν εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ ταμείου αὐτοῦ καὶ δοθῆναι αὐτῇ φαγεῖν. ἡ δέ
“οὐ φάγομαι” ἔφη “ἐκ τῶν ἐδεσμάτων ὑμῶν, μή μοι γένηται σκάνδαλον, ἀλλ’ ἐξ ὣν ἐπιφέρομαι
τραφήσομαι.” καὶ εἶπεν αὐτῇ Ὀλοφέρνης “εἰ δὲ ἐκλίποι ταῦτα, πόθεν σοι τοιαῦτα
χορηγηθήσεται; ἡ δέ ζῇ ἡ ψυχή σου, κύριέ μου” ἀνταπεκρίνατο, “ὅτι οὐ πρότερον ἐκλείψει μοι τὰ
ἐδώδιμα πρὶν ἂν ὁ θεὸς ἐν χειρί μου ποιήσῃ ἃ ἐβουλεύσατο.” μεσούσης δὲ νυκτὸς ᾐτήσατο ἐπὶ τὴν
φάραγγα πρὸς προσευχὴν ἐξελθεῖν, καὶ Ὀλοφέρνης ἐπέτρεψε· καὶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας οὕτως
ἐποίει. καὶ τῇ τετάρτῃ ἡμέρᾳ πότον ἡτοίμασεν Ὀλοφέρνης, καὶ
εἶπε τῷ εὐνούχῳ Βαγώᾳ, ὃς ἦν ἐφεστηκὼς ἐπὶ πάντων τῶν αὐτοῦ, “πεῖσον δὴ τὴν γυναῖκα
τὴν Ἑβραίαν τοῦ ἐλθεῖν πρὸς ἡμᾶς· αἰσχρὸν γὰρ ἡμῖν, εἰ γυναῖκα τοιαύτην παρήσομεν μὴ αὐτῇ
ὁμιλήσαντες.” καὶ ὁ Βαγώας εἶπε πρὸς Ἰουδήθ “ἐλθὲ πρὸς τὸν κύριόν μου δοξασθῆναι κατὰ
πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ πίεσαι μεθ᾿ ἡμῶν οἶνον, καὶ γενηθήσῃ ὡς μία τῶν παρεστηκυιῶν ἐν τῷ οἴκῳ
Ναβουχοδονόσορ.” καὶ Ἰουδὴθ κοσμηθεῖσα ἀπῆλθε, καὶ εἰσελθοῦσα πρὸς Ὀλοφέρνην ἀνέπεσε, καὶ ἔφαγε καὶ
ἔπιεν ἃ ἡτοίμασεν αὐτῇ ἡ παιδίσκη αὐτῆς. ἡ δὲ καρδία Ὀλοφέρνου ἐξέστη καὶ πρὸς ἔρωτα
τῆς γυναικὸς ἐξεκέκαυτο. καὶ τοῦ πότου παραταθέντος ἔπιεν ἐκεῖνος
οἶνον σφόδρα πολὺν καὶ ἐμεθύσθη. καὶ ὁ μὲν ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ καρηβαρῶν ἐκ τῆς μέθης κατέκειτο,
πάντες δὲ ᾤχοντο, καὶ Βαγώας συνέκλεισε τὴν σκηνήν, μόνην τὴν Ἰουδὴθ ἐντὸς
καταλελοιπώς. ἡ δὲ τῇ θεραπαίνῃ αὐτῆς ἐνετείλατο τὴν ἔξοδον αὐτῆς ἐπιτηρεῖν· ἐξελεύσεσθαι γὰρ ἐπὶ
τὴν προσευχήν. ὁ μὲν οὖν Ὀλο- φέρνης τῇ μέθῃ καταβεβαπτισμένος
κατέκειτο καὶ ὕπνον θανάτου ὕπνωττεν ἀδελφόν, ἡ δὲ τὸν θεὸν ἐπικαλεσαμένη καὶ τὸν
ἀκινάκην αὐτοῦ σπασαμένη τὴν αὐτοῦ ἀπέτεμε κεφαλήν, καὶ ἐξελθοῦσα τῇ θεραπαίνῃ παρέσχεν αὐτήν, καὶ
ἀπῄει ὡς δὴ προσευξομένη κατὰ τὸ σύνηθες. ἐγγίσασα δὲ τῇ πόλει αὐτῆς ἐβόησε τοῖς ἐπὶ
τῶν πυλῶν ἀνοῖξαι αὐτῇ. καὶ εἰσελθοῦσα διηγήσατο ὅσα ἐθαυμάστωσεν δι᾿
αὐτὴν ὁ θεός, καὶ τὴν κεφαλὴν Ὀλοφέρνου προήγαγε, καὶ συνεβούλευσεν ἀπαιωρῆσαι ταύτην ἐκ τῶν
ἐπάλξεων, αὐτοὺς δὲ τὰς πανοπλίας ἐνδυσαμένους ἅμα πρωὶ ἐξελθεῖν· “ἰδόντες γάρ” φησίν
“ὑμᾶς οἱ Ἀσσύριοι δραμοῦνται ἐπὶ τὴν τοῦ σφῶν ἀρχιστρατήγου σκη- νήν, καὶ εὑρόντες
αὐτὸν ἀνῃρημένον ἐκστήσονται, καὶ φόβος ἐπιπεσεῖται αὐτοῖς, καὶ τραπήσονται εἶς φυγήν, καὶ ὑμεῖς
ἕψεσθε ὀπίσω αὐτῶν καὶ συγκόψετε αὐτούς, καὶ πληρωθήσεται τὰ πεδία νεκρῶν.’ ταῦτα τοῖς
πολίταις αὐτῆς συμβουλεύσασα “καλέσατέ μοι” ἔφη “τὸν Ἀχιώρ·” καὶ ἐλθόντι τὴν κεφαλὴν τοῦ Ὀλοφέρνου
ὑπέδειξε. καὶ ἐξέστη ὁ ἄνθρωπος, καί ἀνάγγειλόν μοι” ἔφη ‘ὅσα ἐποίησας.’ κἀκείνη πάντων ἐνώπιον διηγήσατο ἃ ὁ θεὸς πεποίηκε δι’ αὐτῆς, καὶ ὡς
ἀμίαντον τὴν αὐτῆς σωφροσύνην καὶ χηρείαν ἐτήρησε. καὶ ὁ Ἀχιὼρ ἐπίστευσε τῷ θεῷ καὶ περιετμήθη. οἱ
δὲ τῆς πόλεως ἄρχοντες καὶ τὸ πλῆθος αὐτῆς καὶ τὴν κεφαλὴν Ὀλοφέρνου τοῦ τείχους ἀπῃωρήκασι καὶ
τἄλλα κατὰ τὴν συμβουλὴν Ἰουδὴθ πεποιήκασι. καὶ τοὺς Ἀσσυρίους ὡς χόρτον συνέκοψαν, καὶ
τὴν παρεμβολὴν αὐτῶν διαρπάσαντες λαφύρων πολλῶν ἐνεπλήσθησαν. τῇ δὲ Ἰουδὴθ ἡ σκηνὴ Ὀλοφέρνου
ἐξῄρητο καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ, ἃ καὶ ἀνάθημα τῷ θεῷ ἐν Ἰερουσαλὴμ ἀπελθοῦσα ἀνέθετο. καὶ
ᾖσεν ᾠδὴν αὐτῷ ἐστεφανωμένη ἐλαίας θαλλῷ, καὶ πᾶς Ἰσραήλ, καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τόν οἶκον αὐτῆς,
 καὶ κατεγήρασεν ἐν σωφροσύνῃ, καὶ τέθνηκε ζήσασα ἔτη πέντε καὶ
ἑκατόν.

Τὰ μὲν οὑν κατὰ τὴν Ἰουδὴθ ἐν τούτοις · ἐξῆς δ’ ἱστορητέον ἐπιτετμημένως καὶ
τὰ κατὰ τὸν Τωβίτ. Τωβὶτ τοίνυν ἐκ τῆς φυλῆς μὲν κατήγετο Νεφθαλείμ, ᾐχμαλώτιστο δὲ ἐν ἡμέραις
Ἐνεμεσὰρ βασιλέως τῶν Ἀσσυρίων. ἦν δὲ τὰ πρὸς θεὸν εὐσεβὴς καὶ τὰ πρὸς ἀνθρώπους δίκαιος, καὶ τῶν
συμφυλετῶν αὐτοῦ θυόντων τῇ Βάαλ αὐτὸς ἔθυε τῷ θεῷ πορευ0́- 
 μένος εἰς Ἰερουσαλήμ, καὶ κατὰ τὰς τοῦ νόμου διαταγὰς τὴν ζωὴν ἐρρύθμιζεν ἑαυτοῦ, καὶ
αἰχμαλωτισθεὶς οὐκ ἐχράνθη βρώμασιν ἐθνικοῖς. γέγονε δε τῷ ’Ενεμεσὰρ
ἔντιμος, καὶ ἐκτήσατο περιουσίαν πολλή, καὶ ταύτης μετεδίδου τῶν οἰκείων τοῦ γένους τοῖς
χρῄζουσι. πορευόμενος δὲ εἰς Μηδίαν παρέθετο ἐνὶ τῶν ἐκεῖ κατοικούντων ὁμοεθνῶν τῷ Γαμαὴλ ἀργυρίου
δέκα τάλαντα. καὶ λαβὼν γυναῖκα τῶν ὁμοφύλων Ἄνναν, υἱὸν ἐξ αὐτῆς Τωβίαν ἐγείνατο. 
 ’Eνεμεσὰρ δὲ θανόντος, καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Σεναχηρεὶμ τὴν ἀρχὴν διαδεξαμένου
τῶν Ἀσσυρίων, καὶ κατὰ τῆς Ἰουδαίας στρατεύσαντος καὶ αἰσχρῶς φυγόντος ἐκεῖθεν ἐπανελθόντος τε εἰς
τὰ οἰκεῖα, καὶ θυμῷ διὰ τὴν ἧτταν ἀποκτιννύντος πλείστους τῶν 
Ἰσραηλιτῶν, ἔθαπτεν αὐτοὺς νυκτὸς ὁ Τωβίτ. γνωσθεὶς δὲ τοῦτο ποιῶν καὶ ζητούμενος
ἔφυγε, καὶ τὰ τῆς οἰκίας αὐτοῦ διήρπαστο ξύμπαντα. οὔπω δὲ πεντήκοντα παρελθουσῶν ἡμερῶν ὁ μὲν
Σεναχηρεὶμ παρὰ τῶν υἱέων ἀνῄρητο, καὶ οἱ μὲν πατροκτόνοι δείσαντες ἔφυγον, ἕτερος δὲ παῖς ἐκείνου ὁ
Ναχορδὰν τὴν βασιλείαν τὴν πατρικὴν διεδέξατο. ὃς συγγενῆ τοῦ Τωβὶτ κατέστησε τῶν αὐτοῦ
πραγμάτων διοικητήν, Ἀχιάχαρ καλοῦ μένον. κἀκεῖνος ἐδεήθη τοῦ βασιλέως περὶ Τωβίτ, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς
Νινευί. ἐνστάσης δὲ πεντηκοστῆς, ἣν καθ’ ἑπτὰ ἑβδομάδας ἑώρταζον Ἰουδαῖοι, ἄριστον
ἡτοίμαστο τῷ Τωβὶτ δα- ψιλές. λέγει οὖν τῷ υἱῷ αὐτοῦ Τωβίᾳ
“πορεύθητι, τέκνον, καὶ ἄγαγε ὃν ἂν εὕρῃς τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἐνδεῆ μεμνημένον τοῦ κυρίου, μεθέξοντα
τραπέζης ἡμῖν.” ὁ δὲ πορευθεὶς ἀνέστρεψε λέγων ‘‘εἶς ἐκ τοῦ γένους ἡμῶν ἐστραγγαλωμένος ἔρριπται ἐν τῇ ἀγορᾷ. καὶ ὁ Τωβὶτ εὐθὺς ἀπῆλθε, καὶ ἀνελόμενος
τὸν νεκρὸν εἰς τὴν οἰκίαν ἐκόμισε, δύντος δὲ τοῦ ἡλίου ἔθαψεν αὐτόν. καὶ ἐπανελθὼν οὐκ
εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν, οἷα κατὰ τὸν νόμον ἀκάθαρτος ὡς ἁψάμενος τοῦ νεκροῦ, ἀλλ’ ἐκοιμήθη παρὰ τὸν
τοῖχον ἐν τῇ αὐλῇ. στρουθία δὲ ἐν τῷ τοίχῳ διανυκτερεύοντα ἀφώδευσαν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς
αὐτοῦ, ἐξ ὣν λευκώματα συνέβησαν ἐν αὐτοῖς, κἀκ τούτων πεπήρωτο
ὁ Τωβίτ. ἐν ἐνδείᾳ δὲ γεγονὼς ὑπὸ τῆς γυναικὸς μισθῷ νηθούσης ἐτρέφετο. καί ποτε μισθὸν λαβοῦσα, καὶ· ἐπ’ αὐτῷ προσειληφυῖα καὶ ἔριφον, ἧκε πρὸς τὸν Τωβίτ. καὶ ἀκούσας τῆς κραυγῆς τοῦ
ἐρίφου, ἠρώτα μήποτε κλοπιμαῖος εἴη. ἡ δέ δῶρον εἶπέ “μοι δέδοται ἐπὶ τῷ μισθῷ.” καὶ ὃς ἐνέκειτο
λέγων “εἰ κλοπιμαῖόν ἐστιν, ἀποδοθήτω τοῖς κυρίοις αὐτοῦ. περιαλγήσασα δὲ ἡ γυνὴ καὶ
οἱονεὶ τὸν ἄνδρα ἐπὶ τῇ ἀκριβείᾳ τοῦ δικαίου χλευάζουσα “ποῦ εἰσιν αἱ ἐλεημοσύναι σου καὶ αἱ
δικαιοσύναι σου; ἔφη. καὶ ὁ Τωβὶτ ἐδάκρυσε συγχυθεὶς καὶ ᾔτει τὸν θεὸν ἀπαλλαγῆναι τοῦ ζῆν. 
 
 Καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἐν Ἐκβατάνοις τῆς Μηδίας συνέπεσεν ὀνειδισθῆναι Σάρραν τὴν
θυγατέρα ‘Ραγουὴλ ὑπὸ παιδισκῶν τοῦ πατρὸς αὐτῆς, ὡς τοὺς ἄνδρας αὐτῆς ἀποπνίγουσαν, καὶ ἑπτὰ μὲν
συζευχθεῖσαν, οὐδενὶ δὲ αὐτῶν γενομένην. δαιμόνιον γάρ τι ’Ασμοδαῖος καλούμενον
ἐθανάτου αὐτοὺς πρὸς αὐτὴν εἰσιόντας. ἡ δὲ μὴ φέρουσα τὸν ὀνειδισμὸν ἀπάγξασθαι ἐβουλεύσατο. ἀλλ’
ἔνα μὴ πένθος καὶ ὄνειδος δῷ τῷ πατρὶ αὐτῆς, τοῦτο μὲν οὐκ ἐποίησεν, εἰς προσευχὴν δὲ στᾶσα
ἐπεκαλέσατο τὸν θεόν, αἰτουμένη θανεῖν καὶ ἀπαλλαγῆναι τῶν ὀνειδῶν ἢ οἰκτειρηθῆναι καὶ
οὕτως αὖθις τὸ ὄνειδος ἐκφυγεῖν. 
 Εἰσηκούσθη οὖν ἡ προσευχὴ καὶ ἀμφοῖν, καὶ 
 ἀπεστάλη πρὸς τοῦ θεοῦ ‘Ραφαὴλ ὁ ἀρχάγγελος ἰάσασθαι μὲν τὴν πήρωσιν
τῷ Τωβίτ, τὴν Σάρραν δὲ τῷ Τωβία μνηστεύσασθαι, καὶ δῆσαι τὸν Ἀσμοδαῖον τὸ πονηρὸν δαιμόνιον, ὥστε
μή τι κακὸν τῷ Τωβίᾳ ἐργάσασθαι, εἰ τὴν Σάρραν ἀγάγοιτο. καλέσας δὲ ὁ Τωβὶτ τὸν Τωβίαν
τὸν παῖδα αὐτοῦ καὶ παραινέσας πολλά, τέλος ἴφη αὐτῷ ‘δέκα τάλαντα ἀργυρίου παρεθέμην Γαμαὴλ τῷ τοῦ
Γαβρία ἐν Ῥάγοις τῆς Μηδίας· πορευθεὶς οὖν λάβε ταῦτα. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ τὸ περὶ τούτων χειρόγραφον,
καὶ ἐνετείλατο ζητῆσαι ἄνθρωπον ὃς μισθοῦ συμπορεύσεται αὐτῷ. καὶ ζητῶν συνοδοιπόρον
ἐντυγχάνει τῷ ἀρχαγγέλῳ Ῥαφαὴλ ἐν εἴδει ἀνδρὸς φανέντι αὐτῷ καὶ ἐπαγγελλομένῳ εἰδέναι τὴν ὁδὸν καὶ τὸν οἶκον τοῦ Γαμαὴλ καὶ σὺν αὐτῷ πορευθῆναι. καὶ παραλαβὼν αὐτὸν ὡς
ἄνθρωπον Ἀζαρίαν καλούμενον ἀπῄει. καὶ ἦλθον ἑσπέρας ἐπὶ τὸν Τίγρην τὸν ποταμόν, καὶ
ηὐλίσθησαν ἐκεῖ. Τωβίας δὲ εἰσέδυ τὸν ποταμὸν περικλύσασθαι, καὶ ἀνέθορεν ἐκεῖθεν ἰχθὺς καταπιεῖν τὸ
μειράκιον. ὁ δὲ ἄγγελος ἐπιλαβέσθαι αὐτῷ τοῦ ἰχθύος παρεκελεύσατο, καὶ ἑλκυσθέντα αὐτὸν
εἰς τὴν γῆν ἀνατμηθῆναι εἶπε, καὶ λαβεῖν ὑπέθετο τῷ Τωβίᾳ τὴν καρδίαν αὐτοῦ καὶ τὸ ἧπαρ καὶ τὴν
χολήν, καὶ διατηρεῖν ἀσφαλῶς.

Ὡς δ’ ἐπορεύοντο καὶ ἤγγιζον Ἐκβατάνοις, ἔφη 
 Τωβίας ‘‘ἀδελφὲ Ἀζαρία, εἰς τί χρησιμεύσουσιν ἡμίν ἡ καρδία τοῦ
ἰχθύος καὶ τὸ ἧπαρ καὶ ἡ χολή; ὁ δὲ ἀπεκρίνατο “ἡ καρδία καὶ τὸ ἧπαρ θυμιώμενα διώκουσι δαίμονας,
ἐάν τινι ἐνοχλῶσιν, ἡ δὲ χολὴ ἐγχριομένη ὄμμασι λευκώματα ἔχουσι καθαίρει ταῦτα καὶ 
 
 δίδωσι τὸ ὁρᾶν.” ἤδη δὲ τοῖς Ἐκβατάνοις προσήγγισαν, καί φησι τῷ τὼ βίᾳ ὁ ἄγγελος
‘‘σήμερον αὐλισθησόμεθα παρὰ Ῥαγουὴλ συγγενεῖ σου τυγχάνοντι, ᾧ θυγάτηρ Σάρρα ἐστὶ φρονίμη τε καὶ
καλή, καὶ λαλήσω περὶ αὐτῆς δοθῆναί σοι εἰς γυναῖκα. ὁ δέ ‘‘ἀκήκοα” ἔφη τό κοράσιον
ἐκδεδόσθαι ἀνδράσιν ἑπτά, καὶ πάντας ἐν τῷ νυμφῶνι θανεῖν, ὅτι
ἐρᾷ τούτου δαιμόνιον καὶ τοὺς αὐτὸ μνηστευσαμένους ἀπόλλυσι· καὶ δέδοικα μὴ καὶ αὐτὸς ἀναιρεθῶ παρ’
 αὐτοῦ.” καὶ ὁ ἄγγελος ‘ἄκουσόν μου φησί, “καὶ μηδείς σοι
τοῦ δαιμονίου λόγος. ἐὰν γὰρ ἔλθῃς εἰς τὸν νυμφῶνα, ἄνθραξιν ἐπίθες ἐκ τῆς καρδίας τοῦ ἰχθύος καὶ ἐκ
τοῦ ἥπατος, καὶ φεύξεται τὸ δαιμόνιον τὴν ὀσμὴν αὐτῶν ὀσφρανθἐν, καὶ οὐκέτι ἐπανελεύσεται.” καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον Ῥαγουήλ. καὶ μαθὼν ἐκεῖνος περὶ Τωβία ὅτι υἷός ἐστι τοῦ Τωβίτ,
κατεφίλησεν αὐτόν, καὶ ἀκούσας ὅτι πεπήρωται ὁ Τωβίτ, ἔκλαυσε καὶ ἀσμένως αὐτοὺς ἐδέξατο. ὁ δὲ
ἄγγελος ἔφη τῷ Ῥαγουὴλ συζεῦξαι αὐτῷ τὴν Σάρραν· κἀκεῖνος κατένευσε, καὶ καλέσας τὴν
θυγατέρα καὶ τῆς χειρὸς αὐτῆς λαβόμενος παρέδωκεν αὐτὴν τῷ Τωβίᾳ, καὶ λαβὼν βιβλίον ἔγραψε
συγγραφήν. μετὰ δὲ τὸ δεῖπνον εἰσήγαγον εἰς τὸ ταμιεῖον πρὸς αὐτὴν τὸν Τωβίαν. ὁ δὲ ἀπιὼν ἔλαβεν
ἄνθρακας, 
 καὶ ἐπιθεὶς ἐκ τῆς καρδίας καὶ τοῦ ἥπατος τοῦ ἰχθύος ἐκάπνισε, καὶ ἡ ὀσμὴ τούτων
ἐφυγάδευσε τὸ δαιμόνιον. ‘Ραγουὴλ δὲ μεθ’ ἡμέραν ἔστειλε μίαν τῶν παιδισκῶν ἰδεῖν εἰ ζῇ ὁ Τωβίας.
τῆς δὲ ἀναστρεψάσης καὶ ζῆν λεγούσης αὐτόν, εὐλόγησεν ὁ Ῥαγουὴλ τὸν θεόν. εἶπε δὲ πρὸς
Τωβίαν “ἑορτάσωμεν τοὺς γάμους ἐφ’ ἡμέρας δέκα καὶ τέσσαρας, καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ ἐντεῦθεν πρὸ τοῦ
ταύτας παρελθεῖν. καὶ τότε λαβὼν τὴν ἡμίσειαν μοῖραν τῶν ὑπαρχόντων μοι πορεύου, τὰ
δέ γε λοιπὰ λήψεσθε θανόντος ἐμοῦ καὶ τῆς τοῦ βίου μοι κοινωνοῦ.” φησὶν οὖν ὁ Τωβίας πρὸς ῾Ραφαήλ
“ἀδελφὲ Ἀζαρία, λάβε μοι τὸ χειρόγραφον καὶ πορεύθητι ἐν ῾Ράγοις παρὰ
Γαμαὴλ καὶ κόμισον τὸ ἀργύριον· εἰ γὰρ χρονίσομεν, ὁ πατήρ μου σφόδρα ὀδυνηθήσεται.” καὶ
ἀπῆλθεν ὁ ἄγγελος καὶ ἐνεχείρισε τῷ Γαμαὴλ τὸ χειρόγραφον καὶ ἔλαβε τὸ ἀργύριον καὶ ὑπέστρεψεν. 
 Ἤδη δὲ παρελθουσῶν τῶν τοῦ γάμου ἡμερῶν “ἐξαπόστειλόν με” τῷ ῾Ραγουὴλ ὁ Τωβίας
φησί· καὶ λαβὼν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὸ ἥμισυ τῶν ὑπαρχόντων τῷ ῾Ραγουὴλ ἀπῄει. ἄρτι δὲ πλησίον
γενομένων τῆς Νινευί, φησὶν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτόν “προδράμωμεν ἔμπροσθεν, ἑτοιμάσωμεν τὴν οἰκίαν.
λάβε δὲ μετὰ χεῖρας τὴν χολὴν τοῦ ἰχθύος, καὶ ἀνοίξει τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ὁ πατήρ σου,
σὺ δὲ ἔγχρισον αὐτοὺς τῇ χολῇ, καὶ δηχθεὶς διατρίψει αὐτούς, καὶ ἀποβαλεῖ τὰ λευκώματα.” ἡ δὲ μήτηρ αὐτοῦ ἐκάθητο τηροῦσα τὴν ὁδόν καὶ ὡς ἔγνω τὸν υἱὸν αὐτῆς
ἐρχόμενον, σπεύσασά φησι τῷ Τωβίτ “ἔρχεται ὁ υἱός σου,” καὶ προσδραμοῦσα κατεφίλησεν
αὐτόν καὶ εἶπεν “εἶδόν σε παῖ, καὶ νῦν εἰ θανοῦμαι, οὐ μέλον μοι.” Τωβὶτ δὲ ἐξῄει πρὸς τὴν θύραν
προσκόπτων. καὶ ὁ Τωβίας αὐτοῦ ἐπελάβετο καὶ ἐπέχρισε τὴν χολὴν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς
αὐτοῦ, καὶ συνεδήχθησαν, καὶ διέτριψεν αὐτούς, καὶ ἐλεπίσθη ἀπ᾿ αὐτῶν τὰ λευκώματα. καὶ ἰδὼν τὸν
υἱὸν αὐτοῦ εὐλόγησε τὸν θεόν. καὶ ὡς ἀπηγγέλη τῷ Τωβὶτ τὰ γεγονότα τῷ Τωβίᾳ ἐν Μηδίᾳ, ἐξῆλθε Τωβὶτ
εἰς συνάντησιν τῆς 
 νύμφης αὐτοῦ, καὶ ἰδὼν αὐτὴν εὐλόγησεν αὐτήν. οἱ δὲ ἐν τῇ Νινευὶ
ὁρῶντες αὐτὸν βλέποντα, καὶ ἀκη- κοότες ὅσα ἐποίησεν ὁ θεὸς μεγαλεῖα, ἐθαύμαζον. εἶπε
δὲ Τωβὶτ τῷ υἱῷ αὐτοῦ “δὸς δή, τέκνον, τὸν μισθὸν τῷ ἀνθρώπῳ τῷ συνελθόντι σοι, μᾶλλον μέντοι καὶ
προσθεῖναι αὐτῷ δεῖ. ὁ δέ ‘‘πάτερ ἔφη, δίκαιόν ἐστι τὰ ἡμίση λαβεῖν ὧν ἐνήνοχα.” καὶ εἶπε τῷ Ῥαφαήλ
λάβε μοι, ἀδελφὲ Ἀζαρία, τὸ ἥμισυ πάντων ὧν ἐνηνόχαμεν, καὶ πορεύου ὑγιαίνων. τότε καλέσας κατὰ
μόνας τοὺς δύο ὁ ἄγγελος ἀπήγγειλεν ἅπαν τὸ μεγαλεῖον ὃ ἐποίησε μετ’ αὐτῶν ὁ θεός, καὶ 
εἶπεν εἶναι ὁ ‘Ραφαήλ, καὶ μὴ ἀφ’ ἑαυτοῦ παραγενέσθαι, ἀλλὰ
σταλῆναι ὑπὸ θεοῦ. καὶ παρῄνεσεν αὐτοὺς εὐλογεῖν τὸν θεὸν καὶ
ἐξομολογεῖσθαι ὅσα ἐποίσηε μετ’ αὐτῶν. “μυστήριον μὲν γὰρ βασιλέως ἔφη ‘‘κρύπτειν καλόν, τὰ δὲ ἔργα
τοῦ θεοῦ ἀνακηρύττειν ἐνδόξως. οἱ δὲ ἀκούσαντες ταῦτα ἔπεσον ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ
ἀναστάντες οὐκέτι αὐτὸν εἶδον, καὶ ἀνθωμολογοῦντο τό θεῶ ἀνθ’ ὧν ἐποίησε μετ’ αὐτῶν θαυμασίων. 
 ’Ην δὲ Τωβίτ, ὅτε τὴν ὅρασιν αὐτοῦ ἀπώλεσεν, ἐτῶν πεντήκοντα καὶ ὀκτώ, καὶ
μετὰ ἔτη ὀκτὼ ἀποκατέστη πάλιν εἰς τὸ ὁρᾶν· καὶ ἦν μᾶλλον ἔκτοτε φοβούμενος τὸν θεὸν καὶ τὸ ἀγαθὸν
ἐργαζόμενος. γεγηρακὼς δὲ εἰς ἔσχατον λέγει τῷ υἱῷ αὐτοῦ “τέκνον, ἰδοὺ γεγήρακα καὶ πρὸς τῷ θανεῖν
εἰμι, σὺ δὲ λάβε τοὺς υἱούς σου καὶ ἄπελθε εἰς Μηδίαν· πέπεισμαι γὰρ ὅτι ὅσα προεῖπεν Ἰωνᾶς περὶ Νινευί, ὡς καταστραφήσεται, γενήσονται, καὶ ὅτι
‘Ιεροσόλυμα ἔρημα ἔσται καὶ ὁ ναὸς κατακαυθήσεται, καὶ πάλιν ἐλεήσει τὴν πόλιν ὁ θεός, καὶ
ἐπιστρέψει ὁ λαὸς καὶ οἰκοδομήσει αὐτήν. σὺ δὲ τήρησον τὸν νόμον καὶ γίνου ἐλεήμων καὶ
δίκαιος.” καὶ τοιαῦτα ἐντειλάμενος τῷ υἱῷ αὐτοῦ ἐξέλιπεν, ἐτῶν γενόμενος ἑκατὸν
πεντήκοντα καὶ ὀκτώ. καὶ ἔθαψεν αὐτὸν ἐντίμως Τωβίας καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθε μετὰ τῆς
γυναικὸς αὐτοῦ εἰς Ἐκβάτανα πρὸς Ῥαγουὴλ τὸν πενθερὸν αὐτοῦ· καὶ ἔθαψε κἀκεῖνον γηράσαντα, καὶ
ἐκληρονόμησεν αὐτόν. ἀπέθανε δὲ καὶ 
 τὼ βίας ἐτῶν ἑκατὸν εἴκοσι καὶ ἑπτὰ ἐν Ἐκβατάνοις τῆς Μηδίας,
καὶ ἤκουσε πρὸ τοῦ θανεῖν τὴν ἀπώλειαν Νινευὶ αἰχμαλωτισθείσης ὑπὸ Ναβουχοδονόσορ καὶ ’Ασουήρου.

Τὸ μὲν οὑν σύμπαν τῶν Ἑβραίων ἔθνος, ὡς ἤδη ἱστόρηται, δορυάλωτον παρὰ τῶν
Ἀσσυρίων γενόμενον μετῳκίσθη, καὶ ἔρημος ἡ ‘Ιερουσαλὴμ καταλέλειπτο, οὐ πρότερόν τε τῆς αἰχμαλωσίας
ἐλύθη πρὶν ἡ τῶν Ἀσσυρίων κατελύθη ἀρχὴ κατὰ τὴν προφητικὴν προαγόρευσιν ὑπὸ Μηδῶν τε καὶ Περσῶν,
καὶ οἱ ἑβδομήκοντα παρῆλθον ἐνιαυτοί, οὓς ὁ προφήτης Ἱερεμίας προανεφώνησεν. οὐκ
ἄκαιρον δ’ ἂν εἴη καὶ τῆς τῶν Ἀσσυρίων βασιλείας ἐπιτετμημένως
διεξελθεῖν τὴν καθαίρεσιν, καὶ δεῖξαι τὴν προφητικὴν ἀληθεύουσαν πρόρρησιν, τὴν ὑπὸ Μηδῶν καὶ Περσῶν
 μέλλειν αὐτὴν καταλυθήσεσθαι προθεσπίσασαν· ἔχει δὲ οὕτως. 
 Βασιλείαι καθ’ ἑαυτὰς ἦσαν ἡ τῶν Μηδῶν καὶ ἡ τῶν Περσῶν. καὶ τῆς μὲν ἦρχεν ὁ Ἀστυάγης, ὁ
Καμβύσης δὲ τῆς Περσῶν. συνῴκει δ’ οὗτος τῇ Ἀστυάγους θυγατρὶ καλουμένῃ Μανδάνῃ, ἥτις
παῖδα τῷ Καμβύσῃ τὸν Κῦρον ἐγείνατο· ὃς τοῖς τῶν Περσῶν νόμοις τραφεὶς ἀνδρειότατός τε καὶ
σωφρονέστατος νουνεχής τε καὶ δικαιότατος γέγονε. τὰ δὲ 
 νόμιμα τῶν Περσῶν τοιάδε ἦσαν, ὡς Ξενοφῶν συνεγράψατο. ἦν αὐτοῖς ἀγορὰ ἐλευθέρα
κεκλημένη, καθ’ ἣν τά τε βασίλεια σφίσι καὶ τὰ ἄλλα ἀρχεῖα πεποίνητο, 
ὧν τὰ ὤνια καὶ οἶ ἀγοραῖοι καὶ ἡ τούτων τύρβη καὶ αἱ φωναὶ ἀπελήλαντο, ἔνα μὴ τῇ τῶν
πεπαιδευμένων εὐκοσμίᾳ μιγνύηται. διῄρητο δὲ ἡ ἐλευθέρα ἀγορὰ εἰς τετρακτὺν ἀρχείων· τούτων τὸ ἓν
παισίν, ἄλλο δ’ ἐφήβοις ἀφώριστο, τελείοις δ’ ἀνδράσι τὸ ἕτερον, τοῖς δ’ ὑπὲρ τὰ στρατεύσιμα
γεγονόσιν ἔτη ἀπονενέμητο τὸ λοιπόν, καὶ εἰς τὰς ἑαυτῶν χώρας παρῆσαν ἕκαστοι. τοὺς δ’
ἐφήβους καὶ περὶ τὰ ἀρχεῖα καταδαρθάνειν σὺν τοῖς ὅπλοις τοῖς γυμνητικοῖς ἐνενόμιστο πλὴν τῶν
γεγαμηκότων οὗτοι δὲ οὔτε ἐπεζητοῦντο, εἰ μὴ προείρητο, οὔτ’ ἀπεῖναι συχνάκις αὐτοῖς
συγκεχώρητο. ἦσαν δ’ ἑκάστοις ἄρχοντες δώδεκα· εἰς γὰρ δώδεκα φυλὰς
οἱ Πέρσαι διῄρηντο. οἱ μὲν δὴ παῖδες εἰς τὰ διδασκαλεῖα
φοιτῶντες δικαιοσύνην ἐμάνθανον, τῶν ἀρχόντων αὐτῶν τὸ πλεῖστον τῆς ἡμέρας δικαζόντων αὐτοῖς.
ἐγίνοντο γὰρ δὴ καὶ παισὶ πρὸς ἀλλήλους ὥσπερ ἀνδράσιν ἐγκλήματα καὶ κλοπῆς καὶ βίας
καὶ ἁρπαγῆς καὶ ἀπάτης καὶ ὕβρεως καὶ ἄλλων τινῶν. οὓς δ’ ἂν ἔγνων τούτων ἀδικοῦντας, ἐτιμωροῦντο·
καὶ οὓς δ’ ἂν εὕρισκον ἀδίκως ἐγκαλοῦντας, ἐκόλαζον. ἐδίδασκον δὲ τοὺς παῖδας 
σωφροσύνην, προσέχοντας τοῖς πρεσβυτέροις σωφρόνως διάγουσιν, ἐδίδασκον δὲ καὶ τροφῆς ἐγκράτειαν καὶ
ποτοῦ. καὶ ὅτε τραφήσεσθαι ἔμελλον οἶ παῖδες, παρὰ τῷ διδασκάλῳ
ἦσαν σιτούμενοι, ἄρτον φέροντες οἴκοθεν καὶ κάρδαμον ὄψον· καὶ ποτὸν ἐλάμβανον ποταμίου
ὕδατος κώθωνα. ἐμάνθανον δὲ πρὸ τοῦ σιτεῖσθαι τοξεύειν καὶ ἀκοντίζειν. μέχρι δὴ ἒξ ἐτῶν ἢ ἑπτὰ πρὸς
τοῖς δέκα ταῦτα οἱ παῖδες ἔπραττον) ἐκ τούτου δ’ εἰς τοὺς ἐφήβους ἐτάττοντο, καὶ δέκα
ἔτη περὶ τὰ ἀρχεῖα ἐκάθευδον, παρεῖχον δὲ καὶ τὴν ἡμέραν ἑαυτοὺς τοῖς ἄρχουσι κεχρῆσθαι ὅπῃ ἐδέοντο
σφῶν ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ. ὅταν δ’ ἐπὶ θήραν ἐξῄει ὁ βασιλεύς, ἐξῆγε τῆς
μοίρας αὐτῶν τὴν ἡμίσειαν. ἐθήρων δὲ κοινῇ, ὅτι συγγενὴς αὐτοῖς ἐδόκει αὕτη ἡ μελέτη τῇ
ἀσκήσει τῇ πρὸς τὸν πόλεμον, καὶ εἴθιζεν ἀνίστασθαι πρωιαίτερον καὶ ψύχους καὶ θάλπους ἀνέχεσθαι,
καὶ ὁδοιπορίαις καὶ δρόμοις ἐγύμναζε, καὶ τοξεῦσαι θηρίον καὶ ἀκοντίσαι ἐδίδασκε, καὶ πρός τι τῶν ἀλκίμων θηρίων ἀνταγωνίσασθαι παρεσκεύαζεν. ἐφέροντο δὲ θηρῶντες ἄριστον πλεῖον μὲν
τῶν παίδων, τἄλλα δὲ ὅμοιον. καὶ οὐκ ἠρίστων θηρῶντες, εἰ μὴ ἐδέησεν ἢ θηρὸς ἕνεκα ἐπιμεῖναι ἢ ἄλλως
διατρῖψαι περὶ τὴν θήραν ἠθέλησαν. τὸ οὑν ἄριστον τοῦτο δειπνήσαντες τὴν ὑστέραν μέχρι
τοῦ δείπνου ἐθήρευον, καὶ μίαν τὰς ἡμέρας ταύτας ἐλογίζοντο ἄμφω.
τοῦτο δ’ ἐποίουν ἴνα κἂν ἐν πολέμῳ δεήσῃ, δύνωνται τοῦτο ποιεῖν. ὄψον δὲ εἶχον ὃ ἂν ἐθήρασαν, εἰ δ’
οὔ, τὸ κάρδαμον. αἱ δὲ μένουσαι φυλαὶ διέτριβον μελετῶσαι πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοξεύειν
καὶ ἀκοντίζειν καὶ πρὸς ἀλλήλους ταῦτα διαγωνίζεσθαι. τοῖς δὲ μένουσι τῶν ἐφήβων ἐκέχρηντο αἱ ἀρχαὶ
πρὸς ἰσχύος ἢ τάχους ἔργα δημόσια. ἐπειδὰν δ ἐπὶ τούτοις οἱ ἔφηβοι δέκα ἔτη διήγαγον, ἐτέλουν εἰς τοὺς τελείους ἄνδρας, καὶ ἔκτοτε πέντε καὶ εἴκοσιν οὕτω διῆγον ἐνιαυτούς. καὶ εἰ ἔδει
στρατεύεσθαι, τόξα μὲν οὐκέτι ἔχοντες οὐδὲ παλτὰ ἐστρατεύοντο, τὰ δὲ
ἀγχέμαχα ὅπλα καλούμενα, θώρακα περὶ τοῖς στέρνοις καὶ γέρρον ἐν τῇ ἀριστερᾷ, ἐν δὲ τῇ 
δεξιᾷ μάχαιραν ἢ κοπίδα. καὶ αἱ ἀρχαὶ δὲ πᾶσαί ἐκ τούτων καθίσταντο. ἐπειδὰν δὲ τὰ πέντε καὶ εἴκοσι
 διετέλεσαν ἔτη, ἦσαν μὲν πλειόνων γεγονότες ἐνιαυτῶν ἢ πεντήκοντα ἀπὸ γενεᾶς,
ἐξήρχοντο δὲ τηνικαῦτα εἰς τοὺς γεραιτέρους. οἱ δὲ γεραίτεροι ἐστρατεύοντο μὲν οὐκέτι ἔξω τῆς
ἑαυτῶν, μένοντες δ’ οἴκοι ἐδίκαζον τά τε κοινὰ καὶ τὰ ἰδιωτικὰ ξύμπαντα, καὶ τὰ θανατικὰ
δ’ ἐκεῖνοι ἔκρινον, καὶ τὰς ἀρχὰς ἁπάσας ᾑροῦντο. καὶ ἤν τις ἢ ἐν ἐφήβοις ἢ ἐν ἀνδράσι παρέβη τι τῶν
νομίμων, οἶ γεραίτεροι αὐτὸν ἐξέκρινον. ὁ δ’ ἐκκριθεὶς ἄτιμος διετέλει τὸ λοιπὸν 
 τοῦ βίου. αἰσχρὸν δὲ παρὰ Πέρσαις λελόγιστο καὶ τὸ ἀποπτύειν καὶ τὸ ἀπομύττεσθαι καὶ τὸ
φύσης ὦφθαι μεστοὺς καὶ τὸ φανερὸν τινὰ γενέσθαι οὐροῦντα ἢ κοιλίας ποιούμενον ἔκκρισιν. ταῦτα δὲ
οὐκ ἠδύναντο ποιεῖν, εἰ μὴ μετρίᾳ διαίτῃ ἐχρῶντο καὶ τὸ ὑγρὸν ἐκπονοῦντες
ἀνήλισκον. 
 Ταῦτα μὲν τὰ ἰθὴ τῶν Περσῶν καὶ τὰ νόμιμα

Κῦρος δὲ τούτοις τραφείς τε καὶ παιδευθείς, καὶ τὴν ἔφηβον ὑπερβὰς ἡλικίαν καὶ τοῖς ἀνδράσι
καταλεγείς, ἐν ἅπασιν εὐδοκίμησεν. ἤδη δὲ τοῦ μητροπάτορος 
 αὐτοῦ τοῦ τῶν Μηδῶν βασιλεύοντος ’Αστυάγους τὴν ζωὴν μεταλλάξαντος ὁ παῖς ἐκείνου
Κυαξάρης, ὃς καὶ Δαρεῖος ὠνόμαστο, τὴν πατρικὴν ἀρχὴν διεδέξατο, τοῦ
Κύρου τυγχάνων μητράδελφος. 
 Ο δὲ τῶν Ἀσσυρίων κρατῶν, εἰς μέγα τῆς βασιλείας αὐξηθείσης αὐτῷ, καὶ ἄρχων
μὲν τοῦ φύλου τῶν Ἀσσυρίων ὄντος πολυπληθοῦς, ὑφ’ ἑαυτὸν δὲ πεποιημένος τοὺς Ἄραβας, ὑπηκόους δὲ καὶ
τοὺς ‘Υρκανίους κτησάμενος καὶ τοὺς Σύρους ὑποφόρους, τούς γε μὴν Βακτρίους πολιορκῶν καὶ τὸ τῶν
Ἑβραίων γένος ἤδη καταστρεψάμενος, καὶ ἄλλα δὲ πλεῖστα 
 τῶν ἐθνῶν θέμενος ὑποχείρια, ᾤετο, εἰ τοὺς Μήδους ἀσθενώσειε, πάντων γε τῶν πέριξ ῥᾷον
κρατήσειν. ταῦτα δὲ διανοηθεὶς τούς τε ὑφ’ ἑαυτὸν ἡτοίμαζεν, ἔπεμψε δὲ καὶ πρὸς Κροῖσον τὸν βασιλέα
Λυδῶν καὶ πρὸς ἄμφω τοὺς Φρύγας, πρὸς Παφλαγόνας τε καὶ 
Ἰνδοὺς καὶ πρὸς Κᾶρας καὶ Κίλικας, αἰτῶν συμμα- χήσειν αὐτῷ κατὰ Μηδῶν ὡρμημένῳ, ὡς καὶ αὐτοῖς τοῦ
πολέμου συμφέροντος, δυνατὸν εἶναι λέγων τὸ ἔθνος, ἐπιγαμίαν τε πρὸς Πέρσας πεποιημένον καὶ τὴν παρ’
ἐκείνων προσκτήσασθαι ἀρωγήν, καὶ θάτερον συγκροτεῖσθαι παρὰ θατέρου, ὥστε εἰ μή τις
αὐτοὺς φθάσας ἀσθενώσει, ἑκάστῳ τῶν ἐθνῶν ἐπιόντας κρατήσειν αὐτῶν. ὁ μὲν οὖν τοιούτους λόγους πρὸς
ἕκαστον τῶν ἐθνῶν διεπέμπετο· τῶν δὲ τὰ μὲν τοῖς λόγοις τούτοις παρακινούμενα; τὰ δὲ καὶ χρήμασι καὶ δώροις ἀναπειθόμενα, ἔνια δὲ καὶ φόβῳ τοῦ Ἀσσυρίου κρατούμενα συμμαχήσειν
κατέθεντο. 
 
 Κυαξάρης δὲ ταῦτα μαθὼν αὐτός τε παρεσκευάζετο καὶ εἰς Πέρσας ἀπέστειλε πρός τε τὸ κοινὸν
καὶ πρὸς τὸν σφῶν βασιλέα Καμβύσην, συμμαχίαν αἰτῶν γαῖ τὸν Κῦρον τὸν ἀδελφιδοῦν
ἄρχοντα τῶν συμμάχων ἐλεύσεσθαι ἀξιῶν· ἤδη γὰρ ἐν τοῖς τελείοις ἠρίθμητο. συμμαχήσειν οὖν τῶν Περσῶν
καταθεμένων οἱ γεραίτεροι ἄρχοντα τὸν Κῦρον αἱροῦνται τῆς εἰς Μήδους στρατιᾶς, καὶ τρισμυρίους αὐτῷ
ἔδοσαν πελταστὰς καὶ τοξότας καὶ σφενδονήτας. ὡς οὑν ᾑρέθη, τῷ πατρὶ συνταξάμενος ἀπῄει
πρὸς Μήδους σὺν τῷ στρατεύματι. ἐπεὶ δὲ ἀφίκετο, οὔπω δὲ παρὴν ὁ Ἀσσύριος, ἀσκεῖν ἐπέταττε τοῖς
ἑαυτοῦ τὰ πολέμια. ἐν τούτοις δὲ παρὰ Κυαξάρου ἧκεν ἄγγελος
λέγων ὅτι Ἰνδῶν παρείη πρεσβεία, καί “δεῖ παρεἶναι καὶ σέ. φέρω δέ σοι καὶ στολὴν τὴν
καλλίστην· βούλεται γάρ σε προσάγειν ἐστολισμένον λαμπρότατα, ἵν οὕτω τοῖς Ἰνδοῖς
ὀφθείης.” ὡς δ’ ἀφίκετο ἐπὶ τὰς Κυαξάρου θύρας μετὰ τῆς στρατιᾶς, καὶ περσικῶς ἐσταλμένος εἰσῄει
πρὸς αὐτόν, ἠχθέσθη ἐκεῖνος τῇ λιτότητι τῆς τῆς στολῆς. κληθέντες δὲ οἱ Ἰνδοὶ εἶπον
ἐστάλθαι παρὰ τοῦ σφετέρου βασιλέως ἐρωτῶντος ἐξ οὑ ὁ πόλεμος εἴη Μήδοις τε καὶ τῷ Ἀσσυρίῳ, τὰ αὐτὰ
δὲ πυθέσθαι κἀκείνου, καὶ ἀμφοτέροις εἰπεῖν ὅτι ὁ ’Ινδῶν βασιλεὺς τὸ δίκαιον σκεψάμενος μετὰ τοῦ
ἠδικημένου ἔσται. πρὸς ταῦτα ὁ Κυαξάρης ἔφη “ἡμεῖς μὲν
ἀδίκου μὲν οὐδὲν τὸν Ἀσσύριον, ἐκείνου δὲ ὅτι λέγει πυνθάνεσθε.” ὁ δὲ Κῦρος εἶπεν “εἰ παρ’ ἡμῶν
ἀδικεῖσθαί φησιν ὁ Ἀσσύριος, ὦ Ἰνδοί, αὐτὸν αἱρούμεθα δικαστὴν τὸν βασιλέα ὑμῶν. 
 
 Οἱ μὲν δὴ ταῦτα ἀκούσαντες ᾤχοντο· ὁ δὲ Κῦρος μὴ θέλων ἄπρακτον καθῆσθαι τὴν ἑαυτοῦ
στρατιάν, τῷ Κυαξάρῃ φησίν “ἔναγχος μέμνημαί σου ἀκούσας ὡς ὁ Ἀρμένιος οὔτε στράτευμα πέμπει σοι
οὔτε τὸν δασμὸν δίδωσι, τὰς συνθήκας ἠθετηκώς. εἰ οὐν βούλει, πέμψον ἐμέ, ἱππέας μοι
μετρίους προσθέμενος· καὶ οἶμαι σὺν τοῖς θεοῖς ὡς καὶ τὸ στράτευμα πέμψει καὶ ἀποδοίη καὶ τὸν
δασμόν. ὡς δὲ ἐφῆκεν ὁ Κυαξάρης, ὑποσχόμενος, ὅτε τοῖς ὅροις
πλησιάσει τῆς ’Αρμενίας, πέμψειν αὐτῷ τοὺς ἱππέας, ἀπῄει ὁ Κῦρος ὡς πρὸς θήραν ἐξιών·
καὶ γὰρ εἰώθει θηρᾶν τῶν ὁρίων ἀμφοῖν, τῶν τε Μηδῶν φημὶ καὶ
τῶν ’Αρμενίων. καὶ ἀπελθὼν ἐθήρα καὶ ἐπέβαινε τῶν ὀρῶν τῆς Ἀρμενίας ἐπὶ τὸ πρόσω χωρῶν ἠρέμα. ὡς δ’
ᾔσθετο ταῦτα ὁ Κυαξάρης, ἀπέστειλεν αὐτῷ τοὺς ἱππεῖς. ἐλθόντων δ’ ἐκείνων συγκαλέσας
τοὺς ταξιάρχας ἐξέφηνε τὸ ἀπόρρητον, καὶ ἥκειν ἔφη διὰ τὸν Ἀρμένιον ἀγνωμονήσαντα πρὸς τὸν Κυαξάρην.
καὶ τῷ μὲν Χρυσάντᾳ ἐνετέλλετο τοὺς ἡμίσεις λαβεῖν τῶν 
Περσῶν καὶ εἰς τὰ ὄρη τῶν Ἀρμενίων γενέσθαι, φυλάττεσθαί τε μὴ γνωρισθῆναι ὅτι στράτευμα εἴη ἐν
τούτοις, ἀλλά τινας προπέμπειν λῃσταῖς ἐοικότας καὶ τὸ πλῆθος καὶ τὰς στολάς, ὥστε εἴ τινες ἴσως
τούτοις ἐντύχοιεν, κλῶπας νομίζειν εἶναι. καὶ ὁ μὲν Χρυσάντας μετὰ τῶν Περσῶν ἐπὶ τὰ ὄρη
ἐχώρει, ὁ δὲ Κῦρος πέμψας πρὸς τὸν Ἀρμένιον ἐκέλευεν ὡς τάχιστα οἴσειν καὶ τὸν δασμὸν καὶ τὸ
στράτευμα, καὶ αὐτὸς ἀπῄει συντεταγμένος. ὡς δ’ ἤκουσε ταῦτα ὁ Ἀρμένιος, ἐξεπλάγη, καὶ
ἔπεμπε μὲν ἀθροίζων τὴν ἑαυτοῦ στρατιάν, ἔπεμπε δὲ καὶ τὰς γυναῖκας τόν τε νεώτερον υἱὸν καὶ τὰ
χρήματα εἰς τὰ ὄρη· οὐ γὰρ τεῖχος τῇ σφῶν κατοικίᾳ
περιεβέβλητο. ἐπεὶ δὲ οἱ πρὸς τὰ ὄρη πεμφθέντες ἐνέπεσον τοῖς ἐκεῖ ἐφεδρεύουσι, καὶ αἵ
τε γυναῖκες καὶ ὁ υἱὸς καὶ αἶ θυγατέρες τοῦ Ἀρμενίου ἑάλωσαν, ἄπορόν αὐτὸς καὶ ἑαυτὸν τῷ Κύρῳ
παρέδωκεν.

Ἐν τούτοις δὲ ὁ πρεσβύτερος τοῦ Ἀρμενίου παῖς Τιγράνης ἀπόδημος ὢν προσῄει, ὅς ποτε
σύνθηρος τῷ Κύρῳ ἐγένετο, καὶ γνοὺς τὰ συμβάντα εὐθὺς ὡς εἶχε πρὸς τὸν Κῦρον ἀπῄει· καὶ
ἰδὼν τόν τε πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ τὰς ἀδελφὰς καὶ τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα αἰχμαλώτους, ἐδάκρυσεν. ὁ
δὲ Κῦρος εἰς καιρὸν ἥκεις” ἔφη. καὶ πολλὰ τῷ Ἀρμενίῳ διαλεχθεὶς Β καὶ ἀδικοῦντα
ἐλέγξας, τέλος ἔφη ‘‘λέγε μοι πόση σοι δύναμίς ἐστι, πόσα δὲ χρήματα.” τοῦ δὲ εἰπόντος ἱππεῖς μὲν
ὀκτακισχιλίους εἶναι, πεζῶν δὲ μυριάδας τέσσαρας, χρήματα δὲ εἰς ἀργύριον λογισθέντα πλείω
τρισχιλίων ταλάντων, ὁ Κῦρος “τῆς μὲν στρατιᾶς 
 
 ἔφη ‘‘τοὺς ἡμίσεις μοι σύμπεμψον, τῶν δὲ χρημάτων ἀντὶ μὲν τῶν πεντήκοντα ταλάντων τοῦ
ἐτησίου δασμοῦ μοῦ διπλάσια Κυαξάρῃ ἀπόδος· ἐμοὶ δ’” ἔφη ἄλλα ἑκατὸν δάνεισον.” καὶ ταῦτα εἰπὼν τήν
τε γυναῖκα τῷ Ἀρμενίῳ καὶ τοὺς παῖδας δῶρον ἔδωκε, καὶ τῷ Τιγράνῃ τὴν οἰκείαν νεογάμῳ
ὄντι, καὶ ἀφῆκε πάντας. 
 Ἀρμενίοις δὲ καὶ Χαλδαίοις ὁμοροῦσι διαφοραὶ ἦσαν ἀεὶ καὶ
μάχαι· τούτους δ’ ἀλλήλοις ὁ Κῦρος κατήλλαξε, καὶ οὕτως ἀπῄει. καὶ τό μὲν στράτευμα ὃ
ἐκ τοῦ Ἀρμενίου ἔλαβεν ἔπεμψε πρὸς Κυαξάρην, ἐπεὶ δ’ ἀφίκετο εἰς Μήδους, μετέδωκε τῶν χρημάτων τοῖς
αὐτοῦ ταξιάρχαις. εἶτα σὺν τῷ Κυαξάρῃ ἐνέβαλεν εἰς τὴν πολεμίαν, καὶ ἐστρατοπεδεύσαντο 
καὶ λείαν πολλὴν ἐκεῖθεν συνήγαγον. ὡς δὲ προσιόντας καὶ τοὺς Ἀσσυρίους ἐπύθοντο, συντεταγμένοι
προσήεσαν, καὶ ἐστρατοπεδεύσαντο ἀλλήλων παρασάγγην ἀπέχοντες. τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἐξαγαγὼν ὁ Κῦρος τὸ
ἑαυτοῦ στράτευμα παρετάξατο, καὶ καθ’ ἕτερον κέρας σὺν τοῖς Μήδοις ὁ Κυαξάρης, ἑτέρωθεν
 δ’ οἱ Ἀσσύριοι καὶ οἶ συμμαχοῦντες αὐτοῖς. καὶ παραθήξαντες ἀλλήλους
οἱ Πέρσαι ὁμόσε δρόμῳ ἐφέροντο καὶ ὁ Κῦρος αὐτός. οἵ γε μὴν πολέμιοι οὐκέτ’ ἔμενον, ἀλλ’ ἔφευγον εἰς
τὸ ἔρυμα. καὶ οἱ Πέρσαι αὐτοῖς ἐφ’ ἑπόμενοι ὠθουμένων αὐτῶν πολλοὺς κατεστρώννυσαν,
τοὺς δὲ εἰς τὰς τάφρους ἐμπίπτοντας ἐπεισπηδῶντες ἐφόνευον. καὶ οἱ τῶν Μηδῶν δὲ ἱππεῖς εἰς τοὺς τῶν
πολεμίων ἱππέας ἤλαυνον· οἱ δ’ ἐνέκλινον· ἔνθα δὴ καὶ ἵππων διωγμὸς ἦν καὶ ἀνδρῶν καὶ
φόνος ἐξ ἀμφοτέρων. ἰδοῦσαι δὲ αἶ γυναῖκες τῶν Ἀσσυρίων καὶ τῶν
συμμάχων ταῦτα, ἀνέκραγον καὶ ἔθεον ἐκπεπληγμέναι, καὶ τοὺς πέπλους 
 περιρρηγνύμεναι καὶ δρυπτόμεναι ἱκέτευον πάντας ἀμῦναι καὶ αὐταῖς καὶ τέκνοις καὶ
σφίσιν αὐτοῖς. ἔνθα δὴ καὶ οἱ βασιλεῖς αὐτοὶ σὺν τοῖς πιστοτάτοις στάντες ἐπὶ τὰς εἰσόδους ἐμάχοντο
καὶ τοῖς ἄλλοις παρεκελεύοντο. δείσας δ’ ὁ Κῦρος μὴ ὀλίγοι ὄντες, εἰ βιάσαιντο εἰς τὸ
χαράκωμα εἰσελθεῖν, ὑπὸ πολλῶν σφαλεῖεν, παρηγγύησεν ὑπὸ πόδα ἀνάγειν ἔξω βελῶν· καὶ ταχὺ τὸ
κεκελευσμένον ἐποίησαν. εἶτ’ ἀπήγαγε τοὺς οἰκείους ὅσον ἐδόκει καλῶς ἔχειν, καὶ ἐστρατοπεδεύσατο. οἱ
δ’ Ἀσσύριοι, καὶ τεθνηκότος ία τοῦ ἄρχοντος καὶ σχεδὸν σὺν αὐτῷ τῶν βελτίστων, ἠθύμουν. ὁρῶντες δὲ
ταῦτα ὅ τε Κροῖσος καὶ οἱ ἄλλοι σύμμαχοι σφῶν πάντες ἤλγουν. ἐντεῦθεν
ἐκλείπουσι τὸ στρατόπεδον καὶ ἀπέρχονται τῆς νυκτός. ὡς δὲ μεθ’ ἡμέραν ἔρημον ἐφάνη τὸ τῶν πολεμίων
 χαράκωμα, διαβιβάζει τοὺς Πέρσας ὁ Κῦρος πρώτους, εἶτα καὶ οἱ ἀμφὶ Κυαξάρην διέβαινον.
τῷ μὲν οὖν Κύρῳ διώκειν τοὺς πολεμίους ἐδόκει, τῷ δέ γε Κυαξάρῃ τοὐναντίον ἅπαν ἦν αἱρετόν. καὶ ὁ
Κῦρος “δὸς δή μοι τόν Μήδων” ἔφη ‘‘τινὰς συμπορευομένους μοι, ἐκείνους δὴ ὅσοι μοι
ἐθελονταὶ συνέψεσθαι προθυμήσονται.” καὶ ὁ Κυαξάρης ἐφῆκε, καὶ τὸν ἀγγελοῦντα ταῦτα τοῖς Μήδοις τῷ
Κύρῳ συνέπεμψεν. 
 Ἐν τοσούτῳ δὲ ἄγγελοι ἐκ τῶν Ὑρκανίων ἀφίκοντο. οἱ δ’ Ὑρκάνιοι ὅμοροι τῶν
Ἀσσυρίων εἰσίν, ἔθνος οὐ πολύ, διὸ καὶ ἦσαν τῶν Ἀσσυρίων ὑπήκοοι·
ἐχρῶντο δ’ αὐτοῖς οὔτ’ ἐν πόνοις οὔτ’ ἐν κινδύνοις αὐτῶν φειδόμενοι. καὶ τότε δὲ οὐραγεῖν ἐτετάχατο.
ἱππεῖς ὄντες ὡς χίλιοι, ὅπως εἴ τι ὄπισθεν εἴη δεινόν, ἐκείνοις τοῦτ’ ἐνσκήψειε πρὸ
αὐτῶν. οἱ δὲ οἷα πάσχουσιν ἐννοούμενοι, ἔπεμψαν ἀγγέλους πρὸς Κῦρον ἐροῦντας ὡς
μισοῖντο δικαίως παρ’ αὐτῶν οἱ Ἀσσύριοι, καὶ εἰ βούλοιτο ἰέναι ἐπ’ αὐτούς, καὶ σφεῖς ἔσοιντο
σύμμαχοι καὶ ἡγήσοιντο. ὁ δὲ ἤρετο εἰ καταλήψοιντο αὐτούς· καὶ οἱ Ὑρκάνιοι εἶπον ὅτι κἂν
αὔριον ἔωθεν πορεύοιντο εὔζωνοι, καταλήψοιντο σφὰς. καὶ ὁ Κῦρος πίστεις ᾔτει ὡς ἀληθεύοιεν οἶ δὲ
ὁμήρους κατέθεντο παρασχεῖν, εἰ καὶ αὐτὸς δεξιὰν δοίη καὶ πιστὰ θεῶν
ποιήσαιτο. καὶ ὁ μὲν Κῦρος δίδωσιν αὐτοῖς πιστά, ἦ μὴν ἐὰν ἃ λέγουσιν ἐμπεδώσωσιν, ὡς
φίλοις καὶ πιστοῖς χρῆσθαι αὐτοῖς, καὶ μήτε Περσῶν μήτε Μηδῶν μεῖον ἔχειν τι παρ’ αὐτῶ. 
 Ἐπὶ τούτοις ὁ Κῦρος ἔτι φάους ὄντος ἐξῆγε τὸ στράτευμα, καὶ ὁ Τιγράνης μετὰ τῶν Ἀρμενίων
 συνῆν, καὶ τοὺς Ὑρκανίους δὲ περιμένειν ἐκέλευσεν, ἵν ἅμα ἴοιεν. τῶν δὲ Μηδῶν σχεδὸν
ἄπαντες συνεξῄεσαν τῷ Κύρῳ. ἡγεῖσθαι οὖν τοὺς Ὑρκανίους ἐκέλευε· καὶ πολλὴν ὁδὸν διανύσας πλησίον
γίνεται τοῦ τῶν Ὑρκανίων στρατεύματος. καὶ οἶ ἄγγελοι τοῦτο 
 τὸν Κῦρον ἐδίδασκον, καὶ ὃς ἐκέλευσεν, εἰ φίλοι εἰσίν, ὡς τάχιστα ὑπαντᾶν τὰς δεξιὰς
ἀνατείναντας. καὶ οἱ Ὑρκάνιοι ταῦτα ἐνωτισάμενοι παρῆσαν εὐθύς, τὰς δεξιὰς ὥσπερ εἴρητο
ἀνατείνοντες. δεξιωσάμενος δὲ αὐτούς εἴπατέ μοι φησί, ‘‘πόσον ἀπέχει ἐνθένδε ἔνθα αἱ
ἀρχαὶ τῶν πολεμίων εἰσὶ καὶ τό ἀθρόον αὐτῶν;” οἱ δ’ ἔφασαν ὀλίγῳ πλέον ἢ παρασάγγην. ἡγεῖσθαι οὑν
τοὺς Ὑρκανίους ἐπέταττε. καὶ οἱ μὲν ἡγοῦντο, αὐτὸς δὲ σὺν τοῖς Πέρσαις τὸ μέσον ἔχων ἐπορεύετο, τοὺς
δὲ ἱππεῖς ἑκατέρωθεν ἔταξεν. ἐπεὶ δὲ φάος ἐγένετο καὶ ἔγνων τὰ δρώμενα οἶ πολέμιοι,
οὐδεὶς ἐμάχετο, ἀλλ’ οἱ μὲν ἔφευγον, οἱ δὲ καὶ ἀμαχεὶ ἀπώλλυντο.

Κροῖσος δὲ ὁ Λυδῶν βασιλεὺς τὰς γυναῖκας σὺν ταῖς ἁρμαμάξαις νυκτὸς προέπεμψεν, ὡς ῥᾷον
κατὰ ψῦχος πορεύοιντο, θέρος γὰρ ἦν, καὶ αὐτὸς τοὺς ἱππεῖς ἔχων ἐπηκολούθει. καὶ τὸν τῆς παρ’
Ἑλλήσποντον ἄρχοντα Φρυγίας τὰ αὐτὰ ποιῆσαί φασιν. ὡς δ’ οἱ φεύγοντες αὐτοὺς κατελάμβανον, καὶ τὸ γινόμενον ἔγνων, ἔφευγον καὶ αὐτοί. τὸν δὲ τῶν
Καππαδοκῶν βασιλέα ἔτι ἐγγὺς ὄντα κατακαίνουσιν οἱ ‘Υρκάνιοι. καὶ οἱ μὲν ἄλλοι ἐδίωκον, ὁ δὲ Κῦρος
τοὺς σὺν αὐτῷ περιελαύνειν ἐκέλευε τὸ στρατόπεδον, καὶ κτείνειν μὲν τοὺς ἐξιόντας σὺν
ὅπλοις, τοῖς δὲ μένουσιν ἐκήρυξεν ἀποφέρειν τὰ ὅπλα συνδεδεμένα, τοὺς δ’ ἵππους ἐπὶ ταῖς σκηναῖς
καταλείπειν· τὸν δὲ μὴ οὕτω ποιοῦντα τῆς κεφαλῆς στερεῖσθαι. οἱ μὲν 
δὴ τὰ ὅπλα ἔχοντες ἐρρίπτουν ἀποφέροντες εἰς ἒν χωρίον, καὶ ταῦτα οἱ τεταγμένοι
κατέκαιον. ὁ δὲ Κῦρος ἐννοήσας ὡς ἦλθον οὔτε σῖτα οὔτε ποτὰ ἔχοντες, ἐκήρυξε τοὺς τῶν σκηνῶν
ἐπιτρόπους παρεῖναι πάντας, καὶ ὡς παρῆσαν “ἄγετε, ὦ ἄνδρες” ἔφη, “διπλάσια ἐν ἑκάστῃ σκηνῇ σῖτα
παρασκευάσατε ἢ τοῖς δεσπόταις καὶ τοῖς οἰκέταις αὐτῶν καθ’ ἡμέραν ἐποιεῖτε.” καὶ οἱ
μὲν ὡς παρηγγέλθησαν ἔπραττον. τῶν δὲ Μηδῶν τινὲς οἶ μὲν ἁμάξας προωρμημένας καταλαβόντες καὶ
ἀποστρέψαντες μεστὰς ὧν δεῖται στρατιὰ προσήλαυνον, οἱ δὲ καὶ ἁρμαμάξας γυναικῶν τῶν 
βελτίστων προσῆγον, καὶ ἐπιδεικνύντες Εὔρῳ ἃ ἦγον πάλιν ἀπήλαυνον. ὁ δὲ Κῦρος ἐπὶ τούτοις ἐδάκνετο
 καὶ κατεμέμφετο ἑαυτοῦ, καὶ συγκαλέσας τοὺς ταξιάρχας συνεβούλευεν
ἱππικὸν καὶ τοὺς Πέρσας κτήσασθαι, ἴνα τούτω τοὺς ἱππότας διώκοιεν καὶ τοὺς 
 
 φεύγοντας καταλαμβάνοιεν· καὶ οἶ ἄλλοι συνῄνεσαν. ἤδη δ’ ὑπερμεσούσης ἡμέρας
προσήλαυνον οἱ ἱππεῖς οἱ Μῆδοι καὶ Ὑρκάνιοι ἵππους τε ἄγοντες αἰχμαλώτους καὶ ἄνδρας. τοῖς μὲν οὖν
αἰχμαλώτοις ἀνδράσιν “ἄπιτε” εἶπε “τήν τε χώραν ὑμῶν ἐργαζόμενοι καὶ τὰς οἰκίας
οἰκοῦντες καὶ γυναιξὶ ταῖς ὑμετέραις συνοικοῦντες καὶ παίδων τῶν ὑμετέρων ἀπολαύοντες, καὶ τοῖς
ἄλλοις δὲ διαγγέλλετε ταῦτα· ἓν γάρ τι καινὸν ἔσται ὑμῖν ὅτι οὐχ ὁ αὐτὸς ὑμῶν ἄρξει ὅσπερ καὶ πρότερον, τὰ δ’ ἄλλα τὰ αὐτὰ ἔσται πάντα ὑμῖν. οἱ μὲν
οὖν προσκυνοῦντες ἀπῄεσαν ὁ δὲ Κῦρος ‘ὥρα δή, ἔφη ὦ Μῆδοί τε καὶ Ἀρμένιοι, δειπνεῖν· παρεσκεύασται
δὲ ὑμῖν δεῖπνα ὡς ἡμεῖς, ὦ βέλτιστοι, ἠδυνάμεθα. καὶ ὑμεῖς δέ, ὦ ‘Υρκάνιοι” ἔρη, “διαγάγετε αὐτοὺς ἐπὶ τὰς σκηνάς, τοὺς μὲν ἄρχοντας ἐπὶ τὰς μεγίστας, τοὺς δ’ ἄλλους ὡς ἂν δοκῇ
κάλλιστα ἔχειν, καὶ αὐτοὶ δὲ δειπνεῖτε· σῷαι γὰρ ὑμῖν αἱ σκηναὶ καὶ ἀκέραιοι.” καὶ οἶ μὲν ἐποίουν ὡς
ἐκελεύσθησαν· ὁ δὲ Κῦρος πολλοὺς τῶν Περσῶν διέπεμψε κύκλῳ τηρεῖν τὸ στρατόπεδον, ἵνα
εἴ τίς τε ἔξωθεν προσίοι, μὴ λάθοι, καὶ εἴ τις τῶν ἐντὸς ἀποδιδράσκοι, ἁλώσοιτο. καὶ οἶ μὲν Πέρσαι
οὕτω διῆγον. τῇ δ’ ἐξῆς ἡμέρᾳ τὰ λάφυρα τοῖς στρατιώταις διανεμηθῆναι
προσέταξε, τοὺς δ’ ἵππους τοῖς Πέρσαις δοθῆναι, ἵνα ἱππεῖς καὶ αὐτοὶ ἔσοιντο. καί “τῷ
Κυαξάρῃ δὲ ἐκλέξασθε” ἔφη ‘‘ὁποῖα οἴδατε κεχαρισμένα αὐτῷ Πέρσαις δέ” ἔφη τοῖς μετ’ ἐμοῦ ὅσα ἂν
περισσὰ γένηται, ταῦτα ἀρκέσει· οὐ γὰρ ἡμεῖς ἐν χλιδῇ τεθράμμεθα, ὥστε ἴσως ἂν καταγελάσαιτε ἡμῶν, εἴ τι σεμνὸν ἡμῖν περιθείητε· ὥσπερ οἶδ’ ὅτι πολὺν ὑμῖν γέλωτα παρέξομεν καὶ ἐπὶ τῶν
ἵππων καθήμενοι, οἴμαι δὲ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς καταπίπτοντες.” καὶ τοὺς ταξιάρχας καλέσας
τοὺς ἵππους λαμβάνειν ἐκέλευσε καὶ κληρωσαμένους ἴσους λαμβάνειν ἑκάστους.

Ἐν τούτῳ δὲ παρῆν Γωβρύας Ἀσσύριος πρεσβύτης ἀνὴρ σὺν ἱππικῇ
θεραπείᾳ, καὶ τὸν Κῦρον ᾔτει θεάσασθαι. ἤχθη οὑν πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπεν “ὦ δέσποτα, ἐγώ
εἰμι τὸ μὲν γένος Ἀσσύριος, ἔχων καὶ τεῖχος ὀχυρόν, καὶ χώρας ἄρχω πολλῆς· ἔχω δὲ καὶ ἵππον εἰς
χιλίαν, ἣν τῷ τῶν Ἀσσυρίων βασιλεῖ παρειχόμην, καὶ φίλος ἦν ἐκείνῳ ὡς μάλιστα. ἐπεὶ δ’ ὁ μὲν
τέθνηκεν ὑφ’ ὑμῶν, ὁ δὲ παῖς ἐκείνου τὴν ἀρχὴν ἔχει, ἔχθιστος ὢν ἐμοὶ ὅτι τὸν μόνον μοι
καὶ φίλον παῖδα φθονήσας ἀπέκτεινεν, ἥκω πρὸς σὲ καὶ δίδωμί σοι ἐμαυτὸν δοῦλον καὶ σύμμαχον, σὲ δὲ
τιμωρὸν αἰτοῦμαι γενέσθαι μοι.” Εὖρος δὲ ἀπεκρίνατο “ἤνπερ, ὢ
Γωβρύα, ὅσα φὴς καὶ φρονῇς, δἐ- 
 χομαί τε ἱκέτην σε καὶ τιμωρήσειν σοι τοῦ παιδὸς τὸν φόνον σὺν θεοῖς
ὑπισχνοῦμαι.” ὁ δέ ἐπὶ τούτοις” ἔφη “ἀληθεύων ἐγὼ δίδωμί σοι τὴν ἐμὴν καὶ λαμβάνω τὴν σὴν
δεξιάν. 
 Ἐπεὶ δὲ ταῦτα ἐπράχθη, ἀπιέναι κελεύει τὸν Γωβρύαν ἔχοντα καὶ τὰ ὅπλα. καὶ ὁ
μὲν ἀπῄει· οἱ δὲ Μῆδοι παρῆσαν ἐξῃρηκότες Κύρῳ τὴν καλλίστην σκηνὴν καὶ τὴν Σουσίδα γυναῖκα, ἣ
καλλίστη λέγεται ἐν τῇ Ἀσίᾳ γυνὴ γενέσθαι, καὶ μουσουργοὺς δὲ δύο τὰς κρατίστας, καὶ Κυαξάρῃ τὰ
δεύτερα· τὰς δὲ περισσὰς σκηνὰς Εὔρῳ παρέδοσαν, ὡς τοῖς Πέρσαις γένοιντο. ὁ δὲ Εὖρος τὰ
μὲν τοῦ Κυαξάρου φυλάττειν ἐκέλευσε τοὺς ἐκείνου οἰκειοτάτους, καί ὅσα ἐμοὶ δίδοται, ἡδέως” ἔφη ‘‘δέχομαι.” καλέσας δὲ Ἀράσπην Μῆδον, ὅς ἦν αὐτῷ ἐκ παίδων
ἑταῖρος, 
 
 ἐκέλευσε διαφυλάξαι αὐτῷ τὴν γυναῖκα καὶ τὴν σκηνήν. ἦν δὲ αὕτη μὲν γυνὴ Ἀβραδάτου τοῦ
Σούσων βασιλέως, ὃς ἁλισκομένου τοῦ στρατοπέδου οὐ παρῆν, πεμφθεὶς περὶ συμμαχίας παρὰ τοῦ Ἀσσυρίου
 πρὸς τὸν Βακτρίων βασιλέα, ξένος ὢν ἐκείνῳ. 
 Πρωὶ δὲ ἀναστάντες ἐπορεύοντο πρὸς Γωβρύαν Κῦρος ἔφιππος καὶ οἶ Περσῶν ἱππεῖς γενόμενοι εἰς
δισχιλίους. δευτεραῖοι δὲ ἀμφὶ δείλην γίνονται εἰς τὸ Γωβρύα χωρίον αὐτοὶ καὶ οἱ σύμμαχοι. μαθὼν οὖν ἐκεῖ ὅτι τοῖς Ἀσσυρίοις ἐν Βαβυλῶνι πολλαπλασία τῆς πρῴην δυνάμεως παρεσκεύασται, ·‘ἄγε
ἡμάς εὐθὺ τὴν ἐπὶ Βαβυλῶνος” ἔφη. ὡς δὲ πορευόμενοι τεταρταῖοι πρὸς
τοῖς ὁρίοις τῆς Γωβρύου χώρας ἐγένοντο, καὶ ἐν τῇ πολεμίᾳ ἤδη ἐτύγχανον, τοὺς μὲν 
πεζοὺς καί τινας τῶν ἱππέων κατέσχε πρὸς ἑαυτόν, τοὺς δ’ ἄλλους ἱππεῖς ἀφῆκε καταθεῖν, κελεύσας τοὺς
μὲν ὅπλα ἔχοντας τῶν ἐντυγχανόντων αὐτοῖς κατακαίνειν, τοὺς δ’ ἄλλους καὶ λείαν ὅσην ἂν λάβωσι πρὸς
αὐτὸν ἄγειν. ἐκέλευσε δὲ καὶ τοὺς Πέρσας συγκαταθεῖν. καὶ ἧκον πολλοὶ μὲν αὐτῶν
κατακεκυλισμένοι ἀπὸ τῶν ἵππων, πολλοὶ δὲ λείαν ὅτι πλείστην ἄγοντες. εἶτα πρὸς Βαβυλῶνα ᾔει ὥσπερ
ἐν μάχῃ παραταξάμενος. ὡς δ’ οὐκ ἀντεξῄεσαν οἱ Ἀσσύριοι, ἐκέλευσεν ὁ Εὖρος τὸν Γωβρύαν προσελάσαντα
 εἰπεῖν, εἰ βούλεται ὁ βασιλεὺς ἐξιὼν ὑπὲρ τῆς χώρας μάχεσθαι, καὶ αὐτὸς σὺν ἐκείνῳ
μάχοιτο ἄν· εἰ δὲ μὴ ἀμυνεῖ τῇ χώρᾳ, ὅτι ἀνάγκη τοῖς κρατοῦσι 
πείθεσθαι. ὁ μὲν δὴ Γωβρύας προσελάσας ταῦτα εἶπεν· ὁ δ’ Ἀσσύριος πέμψας ἔλεγεν “ὁ δεσπότης ὁ σός, ὦ Γωβρύα, ἀνταποκρίνεται, ἐὰν βούλησθε μάχεσθαι, ἥκετε εἰς τριακοστὴν ἡμέραν· νῦν δ’
οὔπω ἡμῖν σχολή· ἔτι γὰρ παρασκευαζόμεθα.” 

 
 Καὶ ὁ μὲν ἀπήγγειλε ταῦτα τῷ Κύρῳ· ὁ δὲ ἀπήγαγε τὸ στράτευμα, καὶ τὸν Γωβρύαν περὶ τοῦ
Γαδάτου ἠρώτα. ὁ δὲ Γαδάτας βασιλέως τινὸς ἦν υἱός, ἑταῖρος τοῦ Ἀσσυρίου, ὃν συμπίνοντα αὐτῶ
συλλαβὼν ἐξέτεμε καὶ ἐκτομίαν ἐποίησεν· ὃς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τελευτήσαντος τότε τὴν
βασιλείαν εἶχεν εὐνοῦχος ὤν. πρὸς τοῦτον οὑν ἀπιέναι τὸν Γωβρύαν
ἤθελε καὶ ἄγειν πρὸς ἑαυτόν. ὁ δὲ ἀπῆλθε. καὶ ἐντυχὼν καὶ ὅσα παρὰ Κύρου ἐνετάλθη εἰπὼν ὁ μὲν
ἐπανῆλθεν, ὁ δὲ Γαδάτας τῷ Ἀσσυρίῳ συμμαχεῖν προσποιούμενος, καὶ φρούριόν τι τοῦ
Ἀσσυρίου πρόβολον ὂν τοῦ πολέμου δόλῳ κατασχών, καὶ τῷ Κύρῳ αὐτὸ παραδούς, ἦλθε καὶ αὐτὸς πρὸς
Κῦρον. καὶ δεξιωθείς “ὦ Γαδάτα” ἤκουσε, “παῖδας μέν, ὡς ἔοικε, ποιεῖσθαί σε ἀφείλετο ὁ Ἀσσύριος, οὐ
μέντοι καὶ κτᾶσθαι φίλους ἐστέρησεν.” ὁ μὲν οὖν τοιαῦτα εἶπε. τοῦ δὲ φρουρίου ὑπὸ τὸν
Κῦρον γεγενημένου, καὶ Καδούσιοι καὶ Σάκαι καὶ Ὑρκάνιοι πλείους συνεστρατεύοντο αὐτῷ· καὶ ἐπὶ
τούτοις προσέρχεται Κύρῳ ὁ Γαδάτας λέγων ὡς ὁ Ἀσσύριος περὶ τοῦ φρουρίου 
 πυθόμενος καὶ χαλεπήνας συσκευάζοιτο εἰς τὴν ἐμὴν ἐμβαλεῖν
χώραν. “ἐὰν οὖν ἀφῇς με, τὰ τείχη ἂν πειραθείην διασῶσαι, τῶν δ’ ἄλλων μείων μοι λόγος.” ἤρετο οὖν ὁ Κῦρος ἐὰν ἴῃς, πότε ἴσῃ οἴκοι; ὁ δέ “εἰς τρίτην” ἔφη
‘‘δειπνήσω ἐν τῇ ἡμετέρᾳ. “ἐγὼ δέ” ἔφη ὁ Κῦρος “ποσταῖος ἂν ἐκεῖσε ἀφικοίμην σὺν τῷ
στρατεύματι;” καὶ ὁ Γαδάτας “οὐκ ἂν δύναιο ἀπεκρίνατο “δέσποτα, εἰ μὴ ἐν ἒξ ἢ ἑπτὰ ἡμέραις ἐλθεῖν.”
καὶ ὁ Κῦρος ‘σὺ τοίνυν” ἔφη ‘‘ἄπιθι τάχιστα, ἐγὼ δ’ ὡς ἂν δυναίμην πορεύσομαι. καὶ ὁ 
μὲν Γαδάτας ἀπῄει, ὁ δὲ Κῦρος τοῖς ἄρχουσι τῶν συμμάχων εἶπε δεῖν τῷ Γαδάτᾳ ἐπαμῦναι παρὰ τοῦ Ἀσσυρίου πολεμουμένῳ, ἀνδρὶ εὐεργέτῃ. καὶ πάντες συνέφασαν. ὁ δέ “ἐπεὶ καὶ ὑμῖν συνδοκεῖ”
ἔφη, “ἄγετε πορευσώμεθα, ἵππων τε καὶ ἀνδρῶν τοὺς δυνατωτάτους
λαβόντες καὶ τριῶν ἡμερῶν τὰ ἐπιτήδεια, ἵν εὔζωνοι ἴωμεν.” οὕτω δὲ συσκευασάμενοι μέσων
νυκτῶν τῆς ὁδοῦ εἴχοντο, τοῦ Γωβρύου σφῶν ἡγουμένου.

Καὶ ὁ μὲν Κῦρος οὕτως ἀπῄει· ἀπιόντι δὲ τῷ Γαδάτᾳ τῶν τις παρ’ αὐτῷ δυνατῶν ἐπεβούλευσεν
 ἐκείνῳ, καὶ πέμψας πρὸς τὸν Ἀσσύριον ἐδήλου τὴν τοῦ Γαδάτου δύναμιν καὶ ὡς ἥκει, καὶ
ἐνεδρεῦσαι αὐτῷ ἐνετέλλετο, ἵν οὕτως αὐτόν τε συλλάβοι τὸν Γαδάταν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ. ἐπεὶ δὲ ταῦτα
ἤκουσεν ὁ Ἀσσύριος, ἐνήδρευσεν. ὡς δ’ ἐγγὺς ὁ Γαδάτας τῆς ἐνέδρας ἐγένετο καὶ ἤδη
ἐδόκει εἶναι ἁλώσιμος, ἀνίσταται ἐκ τῆς ἐνέδρας. ὁ δὲ τῷ Γαδάτᾳ
ἐπιβουλεύων ἐν τούτῳ παίει αὐτὸν καὶ πλήττει κατὰ τὸν ὦμον, οὐ μέντοι καιρίως· ποιήσας δὲ τοῦτο πρὸς
τὸν Ἀσσύριον παραχρῆμα ἀποχωρεῖ καὶ ἐδίωκε σὺν αὐτῷ. οἱ μὲν οὑν τοῦ Γαδάτου ἡλίσκοντο,
οἱ δ’ ἔφευγον τοὺς χαλινοὺς τρέψαντες· καὶ ἤδη προσιόντα καθορῶσι τὸν Κῦρον. ὁ δὲ ὡς ἔγνω τὸ πρᾶγμα,
ἐναντίος αὐτοῖς ἦγε τὴν στρατιάν. καὶ οἱ πολέμιοι τοῦτον ἔδοντες ἐτράπησαν εἰς φυγήν, καὶ ὁ Κῦρος
διώκειν ἐκέλευσεν. ἡλίσκοντο τοίνυν καὶ ἄνδρες καὶ ἄρματα, καὶ πολλοὶ δὲ ἐκτείνοντο,
καὶ αὐτὸς ὁ τὸν Γαδάταν πλήξας· οἱ δ’ ἄλλοι καὶ αὐτὸς ὁ Ἀσσύριος εἰς πόλιν αὐτοῦ τινα μεγάλην
κατέφυγον. καὶ ὁ Κῦρος ταῦτα διαπραξάμενος εἰς τὴν Γαδάτου χώραν ἀναχωρεῖ, καὶ ᾔει τὸν
Γαδάταν ἐπισκεψόμενος. καί οἶ ὁ Γαδάτας 
 
 ἀπήντησεν ἐπιδεδεμένος τὸ τραῦμα, καὶ χάριτας ὡμολόγει λέγων ὡς
“ἔγωγε τὸ μὲν ἐπ’ ἐμοὶ οἴχομαι, τὸ δὲ ἐπὶ σοὶ σέσωσμαι, προθύμως οὕτω μοι βοηθήσαντι.” 
 Οἱ δέ γε Καδούσιοι ὀπισθοφυλακεῖν τεταγμένοι τότε παρὰ τοῦ Κύρου, καὶ μὴ μετασχόντες τῆς
διώξεως, βουλόμενοι δὲ καὶ αὐτοὶ λαμπρόν τι ποιῆσαί, οὐδὲν τῷ Κύρῳ κοινωσάμενοι
καταθέουσι τὴν Βαβυλωνίαν. ἀπιὼν δὲ ὁ Ἀσσύριος ἐκ τῆς πόλεως οὗ κατέφυγε, συντυγχάνει αὐτοῖς· καὶ
γνοὺς μόνους ὄντας ἐπιτίθεται, καὶ τόν τε ἄρχοντα σφῶν ἀποκτείνει καὶ ἄλλους πολλούς,
καὶ διώξας μέχρι τινὸς ἀπετράπετο. οἳ δὲ τῶν Καδουσίων ἐσώζοντο, περὶ δείλην ἦλθον εἰς τὸ
στρατόπεδον. ὁ δὲ Κῦρος τοὺς μὲν τετρωμένους τοῖς θεραπεύσουσι παρεδίδου, τοῖς δ’ ἄλλοις αὐτὸς
προσῆγεν ἐν λόγοις παράκλησιν, καὶ 
 ἄρχοντα ἑαυτοῖς ἐξ ἑαυτῶν παρῄνει αἱρήσεσθαι. καὶ οἱ μὲν
εἵλαντο. ὁ δὲ Γαδάτας ἧκε κομίζων τῷ Κύρῳ δῶρα παντοῖά τε καὶ πολλὰ καὶ πλείστους ἵππους. δὲ Κῦρος
τοὺς μὲν ἵππους ἔφη δέχεσθαι, ἴν’ ἐκπληρώσῃ τὸ Περσικὸν ἱππικὸν καὶ εἰς μυρίους περισταῖεν αὐτῷ οἶ ἱππεῖς, τὰ δὲ χρήματα ἀπαγαγεῖν αὐτῷ ἐνετέλλετο καὶ φυλάττειν ἔστ’ ἂν καὶ αὐτὸν
ἀντιδωρεῖσθαι γνοίη δυνάμενον. καὶ παρῄνει τὴν πόλιν αὐτοῦ ὑπὸ φυλακὴν ποιήσασθαι ἀσφαλῆ, αὐτὸν δὲ
αὐτῷ συστρατεύσασθαι. καὶ ὁ Γαδάτας ἥσθη τῇ συμβουλῇ, συσκευασάμενός τε τῷ Κύρῳ
συνείπετο. ἐπεὶ δὲ πορευόμενος οὕτως εἰς τὰ μεθόρια τῶν Σύρων καὶ Μηδῶν ἀφίκετο, ἐνταῦθα τρία ὄντα
τῶν Σύρων φρούρια τὸ μὲν ἒν αὐτὸς προσβαλὼν καὶ βιασάμενος ἔλαβε, τὰ
δὲ δύο φοβῶν μὲν ὁ Κῦρος, πείθων δὲ ὁ Γαδάτας παρεσκεύασαν παραδοῦναι τοὺς
φυλάσσοντας. 

 
 Εἶτα πέμπει πρὸς Κυαξάρην ἀξιῶν ἥκειν εἰς τὸ στρατόπεδον, ὅπως περὶ ὣν ἂν δέοιντο
βουλεύσαιντο. καὶ ὁ μὲν ἄγγελος ᾤχετο· ὁ δὲ Κῦρος ἐκέλευσε τὴν σκηνὴν ἣν οἱ Μῆδοι τῷ Κυαξάρῃ ἐξεῖλον
κατασκευάσαι ὡς βέλτιστα τῇ τε ἄλλῃ παρασκευῇ καὶ τῷ γυναῖκα εἰσαγαγεῖν εἰς τὸν
γυναικῶνα τῆς σκηνῆς, καὶ σὺν ταύτῃ τὰς μουσουργοὺς αἴπερ τῷ Κυαξάρῃ ἐξῄρηντο. ἐν τοσούτω δὲ ὁ ἄγγελος τὰ παρὰ τοῦ Κύρου τῷ Κυαξάρῃ ἀπήγγειλε, καὶ ὃς
ἐπορεύετο σὺν τοῖς παραμείνασιν αὐτῷ τῶν Μηδῶν ἱππεῦσιν. ὡς δ’ ἔγνω προσιόντα αὐτὸν ὁ
Κῦρος, λαβὼν τούς τε τῶν Περσῶν ἱππέας, πολλοὺς ἤδη ὄντας, καὶ τοὺς
Μήδους παρόντας καὶ τοὺς Ἀρμενίους καὶ τῶν ἄλλων συμμάχων τοὺς εὐιπποτάτους, ἀπήντα, ἐπιδεικνὺς τῷ
Κυαξάρῃ τὴν δύναμιν. ὁ δὲ ἰδὼν τῷ Κύρῳ μὲν πολλούς τε καὶ ἀγαθοὺς ἑπομένους, ἑαυτῷ δὲ
ὀλίγην τε καὶ ὀλίγου ἀξίαν θεραπείαν, ἄτιμόν τι αὐτῷ ἔδοξεν εἶναι, καὶ ἄχος αὐτὸν ἔλαβε, καὶ εἰς
φανερὰ κατήνεκτο δάκρυα. ὁ δὲ Κῦρος ἰδίᾳ τοῦτον ἀπολαβόμενος καὶ παρακαθίσας διειλέχθη,
καὶ τῆς ὀργῆς καὶ τῆς λύπης ἠρώτα τὸ αἴτιον. καὶ πολλά τε εἰπὼν καὶ ἀκούσας, τέλος ‘‘πρὸς θεῶν ἔφη,
“ὦ θεῖε, παῦσαι τὸ νῦν ἔχον μεμφόμενός μοι, ἐπειδὰν δὲ πεῖραν ἡμῶν λάβῃς πῶς ἔχομεν πρὸς σέ, τότε
μοι ἢ χάριτας ὁμολόγει ἢ μέμφου.” 
 καὶ ὁ Κυαξάρης κατέθετο· ὁ δ’ ἐφίλησεν αὐτὸν προσελθών. καὶ ὡς εἶδον οἱ Μῆδοί τε καὶ οἶ
Πέρσαι καὶ οἱ λοιποί, ὑπερήσθησαν. ἀναβάντες οὖν τοὺς ἵππους ὁ Κῦρος καὶ ὁ Κυαξάρης ἀπῄεσαν ἐπὶ τὸ
στρατόπεδον, καὶ ἐπὶ τὴν ἐξῃρημένην αὐτῷ σκηνὴν τὸν Κυαξάρην ἀπήγαγον. οἱ δὲ Μῆδοι
ᾔεσαν πρὸς αὐτὸν δῶρα ἄγοντες, ἕκαστος ἔν γέ τι ὧν εἰλήφει τὸ κάλλιστον. ἐπεὶ δὲ ὥρα δείπνου ἦν, ὁ
μὲν Κυαξάρης ἀμφὶ δεῖπνον εἶχε, ὁ δὲ Κῦρος ὡς ἂν αὐτῶ παραμείναιεν οἶ σύμμαχοι
ἐφρόντιζε, καὶ συλλέξας τῶν φίλων τοὺς ἱκανοὺς τὰ δέοντα συμπράττειν αὐτῷ μηχανᾶσθαι ἠξίου ὅπως
πείσαιεν τοὺς συμμάχους μὴ ἀποστῆναι αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπαρήγειν ἔτι.
τῇ δ’ ὑστεραίᾳ πρὸς Κυαξάρην ἄπαντες συνελέγησαν. καὶ πρὶν ἐντυχεῖν ἐκείνῳ προσῆγον οἱ
φίλοι τῷ Κύρῳ ἄλλος ἄλλο τῶν ἐθνῶν τῶν συμμάχων, δεομένων αὐτοῦ μένειν καὶ συμμετέχειν τοῦ πολέμου
αὐτῷ.

’Εν τούτῳ δὲ Κυαξάρης τῆς σκηνῆς ἐξελθών “ἄνδρες σύμμαχοι” ἔφη, “σκοπεῖν δέον
πότερον στρατεύεσθαι ἔτι καιρὸς εἶναι δοκεῖ ἢ διαλύειν ἤδη τὴν στρατιάν. ἕκαστος οὖν παριὼν ἔλεγε,
καὶ πάντες στρατεύεσθαι δεῖν γνώμην ἔδοσαν. ἐπὶ πᾶσι δὲ ὁ Εὖρος εἶπεν “οὐδ’ ἐμὲ λανθάνει, ὦ ἄνδρες,
ὡς εἰ διαλύσομεν τὸ στράτευμα, τὰ μὲν ἡμέτερα γίνοιντ’ 
ἂν ἀσθενέστερα, τὰ δὲ τῶν πολεμίων αὐξήσεται. ἀλλ’ ὁρῶ ἡμίν ἀντιπάλους προσιόντας οἶς οὐ δυνησόμεθα
μάχεσθαι. προσέρχεται γὰρ χειμὼν καὶ τῶν ἐπιτηδείων ἔλλειψις. τὰ μὲν γὰρ ἀνήλωται παρ’ 
ἡμῶν, τὰ δὲ δι’ ἡμᾶς ὑπὸ τῶν ἐναντίων ἀνακεκόμισται εἰς ἐρύματα. τίς οὖν λιμῷ καὶ ῥίγει μαχόμενος
στρατεύεσθαι δύναιτ’ ἄν; δοκῶ δὲ χρῆναι τὰ μὲν τῶν ἐναντίων παραιρεῖν ὀχυρώματα, ἑαυτοῖς δὲ πλεῖστα
ποιήσασθαι ὀχυρά. ἐὰν γὰρ φρούρια ἡμῖν γένηται, ταῦτα τοῖς μὲν πολεμίοις ἀλλοτριώσει
τὴν χώραν, ἡμῖν δὲ εἰς λυσιτέλειαν ἔσται.” ὡς δὲ ταῦτά τε καὶ πλείω τοιαῦτα ἐρρήθη, πάντες
συμπροθυμήσεσθαι ταῦτ’ ἔφασαν, καὶ ὁ Κυαξάρης αὐτός, καὶ μηχανὰς
ποιήσειν κατέθεντο πολιορκητικάς. Κῦρος δὲ γνοὺς 
 
 διατριβὴν ἔσεσθαι ἀμφὶ ταῦτα, τὸ μὲν στράτευμα ἐν ἀσφαλεῖ ἐποιήσατο, ἐξῆγε δὲ εἰς
προνομάς, ἴνα τε ἄφθονα ἔχοιεν τὰ χρειώδη καὶ ἵνα μᾶλλον ὑγιαίνοιεν κοπιῶντες, καὶ ὅπως τῆς εὐταξίας
ὑπομιμνή- σκοιντο. 
 ’Εκ δὲ Βαβυλῶνος ἰόντες αὐτόμολοι ἔλεγον ὡς ὁ Ἀσσύριος οἴχοιτο ἐπὶ Λυδίαν πολλὰ τάλαντα
χρυσίου καὶ ἀργυρίου ἄγων καὶ κόσμον παντοδαπόν. ὁ μὲν οὖν ὄχλος ὁ στρατιωτικὸς ἔλεγεν ὑπεκτίθεσθαι
αὐτὸν ἤδη δεδιότα τὰ χρήματα, ὁ δὲ Κῦρος ἔλεγεν οἴχεσθαι τὸν Ἀσσύριον συμμάχους
ζητοῦντα, καὶ ὡς μάχης ἔτι δεῆσον ἀντιπαρεσκευάζετο. ἔδοξε δ’ αὐτῷ
καὶ κατάσκοπον ἐπὶ Λυδίαν πέμψαι, ἵν ὅ,τι πράττει ὁ Ἀσσύριος γνῷ. καὶ πρὸς τοῦτο ἐπιτήδειος αὐτῷ ὁ
 ’Αράσπας ἐδόκει ὁ τὴν καλὴν γυναῖκα φυλάττων, ὃς ληφθεὶς ἔρωτι τῆς γυναικὸς προσήγαγε
λόγους αὐτῇ· ἡ δὲ ἀπέφησε καὶ ἦν πιστὴ τῷ ἀνδρὶ καὶ ἀπόντι, 
μέντοι κατεῖπε τοῦ Ἀράσπου πρὸς Κῦρον. ἐπεὶ δὲ ὁ ἐρῶν ἠπείλει αὐτῇ ὡς εἰ μὴ ἑκοῦσα ἐνδοίη, ἄκουσα
 ποιήσει τοῦτο, δείσασα τὴν βίαν πέμπει τὸν εὐνοῦχον πρὸς τὸν Κῦρον καὶ κελεύει πάντα
εἰπεῖν. ὁ δὲ ἀκούσας ἐγέλασε, καὶ πέμπει Ἀρτάβαζον σὺν τῷ
εὐνούχῳ, κελεύσας εἰπεῖν αὐτῷ μὴ βιάζεσθαι τοιαύτην γυναῖκα, πείθειν δὲ εἰ δύναιτο, οὐκ ἔφη κωλύειν.
 ὁ δὲ Ἀράσπας ἀκούσας ταῦτα τὸ μὲν ὑπ’ αἰσχύνης, τὸ δ’ ὑπὸ φόβου τῇ λύπῃ καταβεβάπτιστο.
ὁ οὖν Κῦρος γνοὺς τοῦτο ἐκάλεσεν αὐτὸν ἰδίᾳ καὶ ἔφη ‘‘παῦσαι, Ἀράσπα, φοβούμενός τε καὶ
αἰσχυνόμενος. ἐγὼ γὰρ θεούς τε ἀκούω ἔρωτος ἡττᾶσθαι καὶ ἀνθρώπους οἶδα καὶ μί λᾶ
φρονίμους οἶα ὑπὸ ἔρωτος. καὶ σοὶ δὲ τούτου ἐγώ εἶμι αἴτιος, ὅς σε τοιούτῳ ἀμάχῳ συγκαθεῖρξα
πράγματι.” καὶ ὁ Ἀράσπας ὑπολαβὼν εἶπεν “ἀλλὰ σὺ μέν, ὦ Κῦρε, καὶ ταῦτα πρᾷος εἶ καὶ συγγνώμων τῶν ἀνθρωπίνων ἁμαρτημάτων, ἐμὲ δὲ οἱ ἄλλοι
ἄνθρωποι καταδύουσι τῷ ἄχει. οἱ μὲν γὰρ ἐχθροὶ ἐφήδονταί μοι, οἱ δὲ φίλοι συμβουλεύουσιν ἐκποδὼν
γενέσθαι, μή τι καὶ πάθω ὑπὸ σοῦ.’ καὶ ὁ Κῦρος εἶπεν “εὖ τοίνυν ἴσθι ὅτι ταύτῃ τῇ δόξῃ
ἐμοί τε χαρίσασθαι δυνήσῃ καὶ τοὺς συμμάχους ὠφελῆσαι. εἴθε γάρ” ὁ Ἀράσπας ἔφη ‘γενοίμην σοι
χρήσιμος ἐν καιρῷ.” “εἰ τοίνυν” ἔφη “προσποιησάμενος ἐμὲ φεύγειν εἰς τοὺς πολεμίους 
ἔλθοις, πιστευθήσῃ ὑπ’ ἐκείνων.’ ναὶ μὰ Δί”’ ἔφη ὁ Ἀράσπας “καὶ ὑπὸ τῶν φίλων.” “ἔλθοις ἂν τοίνυν
ἔφη πάντα ἡμῖν τὰ τῶν πολεμίων ἀγγέλλων.” 
 Ἀράσπας μὲν οὖν οὕτως ἐξελθὼν καὶ παραλαβὼν τοὺς πιστοτάτους θεράποντας ᾤχετο,
ἡ δὲ Πάνθεια μαθοῦσα τοῦτο πέμψασα πρὸς τὸν Κῦρον εἶπε “μὴ λυποῦ, ὦ
Κῦρε, ὅτι Ἀράσπας τοῖς πολεμίοις προσῆλθεν· εἰ γὰρ ἐμὲ ἐάσεις πέμψαι πρὸς τὸν ἐμὸν ἄνδρα, ἥξει σοι
φίλος Ἀράσπου πιστότερος. καὶ ὁ Κῦρος ἐκέλευσε πέμπειν· ἡ δὲ ἔπεμψε. καὶ ὁ ’Αβραδάτας
ὡς ἔγνω τὰ παρὰ τῆς γυναικὸς σύμβολα, ἄσμενος πρὸς τὸν Κῦρον ἐχώρησεν. ὡς δ’ ἦν πρὸς τοῖς σκοποῖς,
πέμπει πρὸς τὸν Κῦρον εἰπὼν ὃς ἦν. ὁ δὲ Κῦρος ἄγειν αὐτὸν πρὸς τὴν γυναῖκα ἐκέλευσεν. ὡς δ’ εἰδέτην ἀλλήλω ἡ γυνὴ καὶ ὁ Ἀβραδάτας, ἠσπάζοντο ἀλλήλους ἐκ δυσελπίστων. εἶτα ἔφη ἡ Πάνθεια
τοῦ Κύρου τὴν ὁσιότητα καὶ τὴν σωφροσύνην καὶ τὴν πρὸς αὐτὴν κατοίκτισιν. ἐκ τούτου ἔρχεται πρὸς Κῦρον ὁ Ἀβραδάτας, καὶ λαβόμενος τῆς αὐτοῦ δεξιᾶς εἶπεν
“ἀνθ’ ὧν εὖ πεποίηκας ἡμᾶς, ὢ Κῦρε, φίλον σοι ἐμαυτὸν δίδωμι καὶ θεράποντα καὶ
σύμμαχον. καὶ ὁ Κῦρος εἶπε “κἀγὼ δέ σε δέχομαι.”

Ἦλθον δὲ τῷ Κύρῳ παρὰ τοῦ Ἰνδοῦ χρήματα, καὶ οἶ ἄγοντες αὐτὰ ἀπήγγελλον αὐτῷ ὅτι ὁ Ἰνδὸς
 λέγει ὡς “ἥδομαι, ὦ Κῦρε, ὅτι μοι περὶ ὣν ἐδέου ἐδήλωσας, καὶ βούλομαί σοι ξένος εἶναι,
καὶ πέμπω σοι χρήματα, κἂν ἄλλων δέῃ, μεταπέμπου· ἐντέταλται δὲ τοῖς παρ’ ἐμοῦ ποιεῖν ἃ ἂν σὺ
κελεύῃς. ὁ δὲ Κῦρος “κελεύω τοίνυν” εἶπέ τοὺς μὲν ἄλλους μένοντας ἔνθα κατεσκηνώσατε
φυλάττειν τὰ χρήματα, τρεῖς δέ μοι ἐλθόντες ὑμῶν εἰς τοὺς πολεμίους ὡς παρὰ τοῦ Ἰνδοῦ περὶ συμμαχίας, καὶ τὰ ἐκεῖ μαθόντες ὅ, τι ἂν λέγωσί τε καὶ ποιῶσιν ὡς
τάχιστα ἀπαγγείλατε ἐμοί τε καὶ τῷ Ἰνδῷ.” οἱ μὲν δὴ Ἰνδοὶ συσκευασάμενοι τῇ ὑστεραίᾳ
ἐπορεύοντο, ὁ δὲ Κῦρος τὰ πρὸς τὸν πόλεμον παρεσκευάζετο μεγαλοπρεπῶς. καὶ γὰρ οἱ Πέρσαι ἱππεῖς
ἔκπλεῳ ἤδη ἤσαν εἰς τούς μυρίους, καὶ ἅρματα δρεπανηφόρα εἰς ἑκατόν, καὶ ὁ ’Αβραδάτας ἕτερα
κατεσκεύασεν ἑκατόν, καὶ τὰ Μηδικὰ ἅρματα ἕτερα συνέστησαν ἑκατὸν μετασκευασθέντα εἰς
τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκ τῆς Τρωικῆς καὶ Λιβυκῆς διφρείας· καὶ ἐπὶ τὰς καμήλους δὲ τεταγμένοι ἤσαν δύο
ἐφ’ ἑκάστην τοξόται. οὕτω δὲ διατιθεμένων τῷ Κύρῳ τῶν τοῦ πολέμου ἧκον οἱ ’Ινδοὶ ἐκ τῶν πολεμίων
 
 
 καὶ ἔλεγον ὅτι Κροῖσος ἡγεμὼν καὶ στρατηγὸς ᾕρηται, καὶ πολλοὶ μὲν βασιλεῖς, πολλὰ δ’
ἔθνη καὶ Ἕλληνες συμμαχήσειν ἡτοίμασται. ὡς οὖν ταῦτα ἤκουσεν ὁ τοῦ Κύρου στρατός, ἐν φροντίδι
ἐγένετο. ὡς δὲ ᾔσθετο ὁ Κῦρος φόβον διαθέοντα ἐν τῇ στρατιᾷ διειλέχθη αὐτοῖς καὶ
μετέβαλε πρὸς τὸ εὐθυμό- 
 τερον. εἶτα εἷπε “δοκεῖ μοι, ὢ ἄνδρες, ἐπ’ αὐτοὺς ἰέναι ὡς τάχιστα. καὶ ἄπαντες
συνηγόρευον. Κυαξάρης μὲν οὑν τῶν Μηδῶν ἔχων τὸ τρίτον μέρος κατέμενεν, ἔμενεν, ὡς μηδὲ τὰ οἴκοι
ἔρημα εἴη, ὁ δὲ Κῦρος ἐπορεύετο ὡς ἠδύνατο τάχιστα. ὡς δ’ οἱ προιόντες σκοποὶ ἐδόκουν
μανθάνειν μετεωριζόμενον καπνὸν ἢ κονιορτὸν καὶ ἀνθρώπους ὁρᾶν χιλὸν καὶ ξύλα λαμβάνοντας, εἴκαζον εἶναί που πλησίον τῶν πολεμίων τὸ στράτευμα, καὶ τῷ Κύρῳ
κατήγγελλον. ὁ δὲ ἐκείνους μὲν ἐκέλευσεν ἐπὶ ταῖς σκοπαῖς μένοντας ὅ,τι ἀν’ ὁρῷεν
ἀπαγγέλλειν, τάγμα δ’ ἰππέων ἔπεμψεν εἰς τὸ πρόσθεν, ἵνα τινὰς συλλάβοιεν. οἳ καταδραμόντες εἰς τὸ
πεδίον συνέλαβον ἀνθρώπους καὶ ἤγαγον. καὶ ἔλεγον οἱ συλληφθέντες ὡς ἐκ τοῦ στρατοπέδου εἶ ἐν. καὶ ὁ
Κῦρος ‘‘πόσον” ἔφη ‘‘ἄπεστιν ἐντεῦθεν τὸ στράτευμα;” οἱ δ’ ἔλεγον ὡς δύο παρασάγγας.
καὶ προσεπήρετο ‘‘ἡμῶν δὲ λόγος τις ἦν παρ’ αὐτοῖς;” “ναὶ νὴ Δί’” ἔφασαν, “καὶ πολύς γε, ὡς ἐγγὺς
ἤδη ἦτε προσιόντες.” “τί οὖν;’ ἔφη ὁ Κῦρος, “καὶ ἔχαιρον ἀκούοντες ἡμᾶς ἰόντας;” “οὐ μὰ Δί’ εἶπον ἐκεῖνοι, ἀλλὰ καὶ μάλα ἠνιῶντο. τίς δὲ ὁ τούτους
τάσσων ἐστίν;” ὁ Κῦρος εἶπεν. οἱ δέ “αὐτός τε Κροῖσος” ἀπεκρίναντο “καί τις Ἕλλην ἀνὴρ καὶ Μῆδός
τις, ὃς ἐλέγετο φυγὰς εἶναι παρ’ ὑμῶν. καὶ ὁ Κῦρος πρὸς τοῦτο “ἀλλ’, ὦ Ζεῦ, λαβεῖν μοι γένοιτο αὐτὸν ὡς ἐγὼ βούλομαι.” τοὺς μὲν οὑν αἰχμαλώτους ἀπάγειν ἐκέλευσεν. οὐ πολὺ δὲ τὸ ἐν μέσῳ
καὶ ὁ πεμφθεὶς πάλαι κατάσκοπος, ὁ Ἀράσπας δηλαδή, ἀγγέλλεται προσελαύνων. ὁ μὲν οὑν Κῦρος ὡς
ἤκουσεν, ἀναπηδήσας ὑπήντα αὐτῷ καὶ ἐδεξιοῦτο, οἶ δ’ ἄλλοι τῷ πράγματι ἐξεπλήττοντο,
ἕως ὁ Εὖρος ἔφη ‘‘ἄνδρες φίλοι, ἥκει ἡμῖν ἀνὴρ ἄριστος, ὃς οὐκ αἰσχροῦ τινος ἡττηθεὶς
ᾤχετο ὡς ἐμὲ δεδιώς, ἀλλ’ ὑπ’ ἐμοῦ πεμφθείς, ὅπως μαθὼν τὰ τῶν πολεμίων σαφῶς ἡμῖν ἐξαγγείλειε. δεῖ
οὖν πάντας τοῦτον τιμᾶν. ἐπὶ γὰρ τῷ ἡμετέρῳ ἀγαθῷ καὶ ἀτιμίαν ὑπέσχε 
 καὶ ἐκινδύνευσεν.” ἐντεῦθεν πάντες ἠσπάζοντο τὸν Ἀράσπαν. καὶ ὁ Κῦρος “διηγοῦ” ἔφη,
Ἀράσπα, ὁπόσα ἑώρακας.” κἀκεῖνος διηγεῖτο τό τε πλῆθος τῶν πολεμίων καὶ τὸν τόπον τῆς παρατάξεως καὶ
τὰ τῶν ἐναντίων βουλεύματα. καὶ ὁ Κῦρος ἀπελθεῖν ἕκαστον ἐκέλευσε καὶ τά τε ὅπλα καὶ
τοὺς ἵππους ἑαυτῶν ἐπισκέψασθαι, ἔωθεν δὲ πρὸς πόλεμον ἑτοιμάσασθαι. 
 Τότε μὲν οὖν ἀπῆλθον· τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἐξωπλίξοντο ἕκαστοι, καὶ ὁ ’Αβραδάτας, κλήρῳ λαχὼν
ἀντίος τετάχθαι τοῖς Αἰγυπτίοις. ὁπλιζομένῳ δὲ προσῆγεν ἡ Πάνθεια χρυσοῦν κράνος καὶ
περιβραχιόνια καὶ ψέλλια περὶ τοὺς καρποὺς τόν χειρῶν καὶ χιτῶνα 
ποδήρη πορφύρεον καὶ λόφον ὑακινθινοβαφῆ, ἃ αὐτὴ πεποίηκε τῷ ἀνδρί. ὁ δὲ ἰδὼν ἔφη σὺ δήπου, ὧ γύναι,
 συγκόψασα τὸν σαυτῆς κόσμον τὰ ὅπλα μοι ἐποιήσω; νὴ Δί’ ἔφη ἡ Πάνθεια σὺ γὰρ ἔμοιγε
μέγιστος κόσμος εἶ.’ καὶ ταῦτα λέγουσα ἐν ἔδυε τὸν ἄνδρα τὰ ὅπλα, καὶ λανθάνειν κλαίουσα ἐπειρᾶτο,
ἐλείβετο δὲ τὰ δάκρυα κατὰ τόν αὐτῆς παρειῶν. ὡς δὲ ἤδη ἐπὶ τὸ ἄρμα ἀναβῆναι ἡτοίμαστο
ὁ ’Αβραδάτας, ἀποχωρῆσαι κελεύσασα τοὺς παρόντας ἡ Πάνθεια εἶπεν ‘‘ὅτι μέν, ὦ Ἀβραδάτα, καὶ τῆς
ἑαυτῆς προτιμῶ σε ψυχῆς, οἶμαί σε γινώσκειν· ὅμως οὕτως ἔχουσα πρὸς σέ, ἐπόμνυμι τὴν ἐμὴν καὶ σὴν
φιλίαν ἠ’ μὴν βούλεσθαι μετὰ σοῦ ἀνδρὸς ἀγαθοῦ γενομένου 
κοινῇ γῆν ἐπιέσασθαι μᾶλλον ἤ ζῆν μετὰ αἰσχυνομένου αἰσχυνομένη. καὶ Εὔρῳ δὲ δοκῶ μεγάλην ἡμᾶς χάριν ὀφείλειν, ὅτι μοι γενομένῃ αἰχμαλώτῳ καὶ ἐξαιρεθείσῃ αὐτῷ οὔτε ὡς δούλῃ ἐχρήσατο
οὔτε ὡς ἐλευθέρᾳ ἐν ἀτίμῳ ὀνόματι, διεφύλαξε δέ σοι ὥσπερ ἀδελφοῦ γυναῖκα λαβών. πρὸς δὲ καὶ ὅτε
Ἀράσπας ἀπέστη ἀπ’ αὐτοῦ ὁ ἐμὲ φυλάσσων, ὑπεσχόμην αὐτῷ, εἰ με ἐάσειε πρὸς σὲ πέμψαι
ὥστε σε ἥξειν, πολὺ Ἀράσπου καὶ πιστότερόν σε καὶ ἀμείνονα ἔσεσθαι.” ἡ μὲν οὖν ταῦτα εἶπεν, ὁ δὲ Ἀβραδάτας ἀγασθεὶς τοῖς λόγοις ἐπηύξατο δός μοι, ὦ Ζεῦ,
φανῆναι ἀξίῳ D μὲν Πανθείας ἀνδρί, ἀξίῳ δὲ Κύρου φίλῳ. ταῦτ’ εἰπὼν ἐπὶ τὸ ἄρμα
ἀνέβαινεν.

Ὁ δὲ Κῦρος συγκαλέσας τοὺς ἡγεμόνας ἐδημηγόγησε παραθαρρύνων αὐτοὺς εἰς τὸν πόλεμον, καὶ
οὕτως ὡρμᾶτο ἀπιέναι. ἐπεὶ δὲ προσήγγισαν τοῖς ἀντιπολέμοις ὡς ἀλλήλους ὁρᾶν, συνέταξε τοὺς οἰκείους
 ὁ Κῦρος ὡς κάλλιστα, καὶ παριὼν τὰς τάξεις λόγοις τοὺς ἄνδρας πρὸς τὴν μάχην παρέθηγεν.
ὁ δὲ Κροῖσος τὴν αὐτοῦ στρατιὰν ἀντίαν στήσας πρὸς τὸ τοῦ Κύρου στράτευμα, ἐσήμαινεν αὐτοῖς πρὸς
τοὺς πολεμίους πορεύεσθαι. καὶ προσῄεσαν τρεῖς φάλαγγες, ἡ μὲν μία κατὰ πρόσωπον, τῶν
δὲ δύο ἡ μὲν κατὰ τὸ δεξιόν, ἡ δὲ κατὰ τὸ εὐώνυμον, ὥστε φόβον παρεῖναι πάσῃ τῇ Κύρου στρατιᾷ·
πάντοθεν γὰρ περιείχετο ὑπὸ τῶν πολεμίων πλὴν ἐξόπισθεν. ὅμως δὲ καὶ οἱ τοῦ Κύρου, ἐπεὶ παρήγγειλε,
πάντες ἐστράφησαν 
 ἀντιπρόσωποι τοῖς πολεμίοις. καὶ ἢν μὲν πολλὴ τέως πανταχόθεν
σιγή· ἡνίκα δὲ ἔδοξε τῷ Κύρῳ καιρὸς εἶναι, ἐξῆρχε παιᾶνα, συνεπήχησε δὲ πᾶς ὁ στρατός. καὶ
ἐξανίσταται ὁ Κῦρος καὶ μετὰ τῶν ἰππέων τοῖς ἐναντίοις συνεμίγνυεν, οἶ δὲ πεζοὶ 
 
 αὐτῷ συντεταγμένοι ἐφείποντο. καὶ Ἀρταγέρσης δὲ ὁ τῶν ἐπὶ ταῖς καμήλοις ἄρχων
ἐπιτίθεται κατὰ τὰ εὐώνυμα, προεὶς τὰς καμήλους, ὡς Εὖρος ἐκέλευσεν. οἶ δ’ ἵπποι πόρρωθεν αὐτὰς οὐκ
ἐδέχοντο, ἀλλ’ οἶ μὲν ἔφευγον, οἱ δὲ ἐξήλλοντο, οἱ δ’ ἀλλήλοις ἐνέπιπτον. καὶ τὰ ἅρματα
δὲ κατὰ τὸ δεξιὸν καὶ τὸ εὐώνυμον ἅμα ἐνέβαλλε, καὶ πολλοὶ ταῦτα φεύγοντες ἡλίσκοντο ὑπ’ αὐτῶν. καὶ
Ἀβραδάτας βοήσας “ἄνδρες φίλοι, ἕπεσθε” ἐνίει οὐδὲν τῶν ἵππων φειδόμενος· συνεξώρμησαν
δὲ καὶ οἱ ἄλλοι ἁρματηλάται. καὶ ὁ μὲν Ἀβραδάτας εἰς τὴν τῶν
Αἰγυπτίων φάλαγγα ἐμβάλλει, συνεισέβαλον δὲ αὐτῷ καὶ οἶ ἐγγύτατα τεταγμένοι, οἱ δ’ ἄλλοι ἐξέκλιναν
κατὰ τὰ φεύγοντα ἄρματα. οἱ δὲ ἀμφὶ Ἀβραδάτην τοὺς μὲν τῆ ῥύμῃ τῶν ἵππων παίοντες
ἀνέτρεπον, τοὺς δὲ πίπτοντας κατηλόων· ὅσων δὲ τὰ δρέπανα ἐπελάβοντο, πάντα βίᾳ διεκόπτετο καὶ ὅπλα
καὶ σώματα. ἐν δὲ τῷ ἀδιηγήτῳ τούτῳ ταράχῳ ὑπὸ τῶν παντοδαπῶν σωρευμάτων ἐξαλλομένων τῶν τροχῶν
ἐκπίπτει ὁ ’Αβραδάτας, καὶ ἄλλοι δὲ τῶν συνεισβαλόντων. καὶ οὗτοι μὲν κατεκόπησαν, οἱ
δὲ Πέρσαι συνεπισπόμενοι τοὺς μὲν τεταραγμένους τῶν Αἰγυπτίων ἐφόνευον, οἶ δὲ συνεστηκότες ἐναντίον
τοῖς Πέρσαις ἐχώρουν· ἔνθα δὴ δεινὴ μάχη ἦν. ἐπλεονέκτουν δὲ οἱ
Αἰγύπτιοι καὶ πλήθει καὶ τοῖς ὅπλοις. οἶ δὲ Πέρσαι οὐκ ἠδύναντο ἀντέχειν, ἀλλ’ ἐπὶ πόδα
ἀνεχάζοντο παίοντες καὶ παιόμενοι, ἕως ὑπὸ ταῖς μηχαναῖς ἐγένοντο. ἐπεὶ δ’ ἐνταῦθα ἦλθον, ἐπαίοντο
αὖθις οἱ Αἰγύπτιοι ἐκ τῶν πύργων. ἦν δὲ πολὺς μὲν ἀνδρῶν φόνος, πολὺς δὲ κτύπος ὅπλων,
πολλὴ δὲ βοή. ἐν δὲ τούτω Κῦρος διώκων τοὺς κατ’ αὐτὸν παραγίνεται. καὶ ἰδὼν τοὺς Πέρσας ἐκ τῆς
χώρας ἐῶσ’ μένους, ἤλγησε, καὶ παραγγείλας τοῖς μετ’ αὐτοῦ ἕπεσθαι, παρήλαυνεν εἰς τό
ὄπισθεν· καὶ εἰσπεσόντες πολλοὺς κατέκαινον. ὡς δ’ ᾔσθοντο οἱ Αἰγύπτιοι, ἐστρέφοντο. D καὶ φύρδην
ἐμάχοντο καὶ πεζοὶ καὶ ἱππεῖς· πεπτωκὼς δέ τις ὑπὸ τῷ Κύρου ἵππῳ καὶ πατούμενος παίει 
μαχαίρᾳ κατὰ τὴν γαστέρα τὸν ἵππον αὐτοῦ, ὁ δὲ ἵππος ἐκ τῆς πληγῆς σφαδάζων ἀποσείεται τὸν Κῦρον.
καὶ εὐθὺς ἀνεβόησάν τε ἅπαντες καὶ προσπεσόντες ἐμάχοντο. καί τις τῶν τοῦ Κύρου ὑπηρετῶν καταπηδήσας
ἀναβάλλει αὐτὸν ἐπὶ τὸν ἑαυτοῦ ἵππον. ὡς δ’ ἀνέβη, κατεῖδε πάντοθεν ἤδη παιομένους τοὺς
Αἰγυπτίους. ὡς δ’ ἐγένετο παρελαύνων παρὰ τὰς μηχανάς, ἐπί τινα τῶν πύργων ἀνέβη, καὶ κατεῖδε μεστὸν
τὸ πεδίον ἵππων, ἀνθρώπων, ἁρμάτων, φευ- 
 γοντων, γόντων, διωκόντων, κρατούντων, κρατουμένων, μένον δὲ οὐδαμοῦ οὐδὲν ἔτι ἰδεῖν ἠδύνατο πλὴν τὸ τῶν Αἰγυπτίων. οὗτοι δὲ πάντοθεν κυκλωθέντες ὑπό
ταῖς ἀσπίσιν ἐκάθηντο, ποιοῦντες μὲν οὐδὲν ἔτι, πάσχοντες δὲ πολλὰ καὶ δεινά. ἀγασθεὶς δὲ ὁ Κῦρος
αὐτοὺς καὶ οἰκτείρων ὅτι ἄνδρες ἀγαθοὶ ὄντες ἀπώλλυντο, μάχεσθαι οὐδένα ἔτι εἴα αὐτοῖς,
διακηρυκεύεται δὲ πρὸς αὐτοὺς ἐρωτῶν πότερον βούλονται ἀπολέσθαι πάντες ἢ σωθῆναι. οἱ δέ ‘ὅ,τι καλὸν
ἂν ποιοῦντες σωθείημεν;” ἔφασαν. καὶ ὁ Κῦρος “εἰ τὰ ὅπλα ἡμῖν παραδοίητε, τοῖς αἱρουμένοις ὑμᾶς
σῶσαι, ἐξὸν ἀπολέσαι.” ἀκούσαντες δὲ ταῦτα οἱ Αἰγύπτιοι ἔδοσαν πίστεις καὶ ἔλαβεν. 
 Ταῦτα διαπραξάμενος ὁ Κῦρος ἤδη σκοταῖος ἀναγαγὼν ἐστρατοπεδεύσατο. καὶ οἱ ἀμφὶ τὸν Κῦρον
 δειπνήσαντες ἐκοιμήθησαν, Κροῖσος μέντοι εὐθὺς ἐπὶ
Σάρδεις σὺν τῷ στρατεύματι ἔφευγε, τὰ δ ἄλλα φῦλα ἐν τῇ νυκτὶ ὅπῃ ἠδύναντο ἀπεχώρουν. 
ἕωθεν δὲ ἐπὶ Σάρδεις καὶ ὁ Κῦρος ἦγε, καὶ πρὸς τῇ πόλει γενόμενος
τάς τε μηχανὰς ἀνίστη καὶ ἡτοίμαζε κλίμακας. τῆς δ’ ἐπιούσης νυκτὸς ἀναβιβάζει Χαλδαίους τε καὶ
Πέρσας κατὰ τὰ ἀποτομώτατα δοκοῦντα εἶναι τοῦ Σαρδιανῶν ἐρύματος. ἡγήσατο δὲ τῆς ὁ δοῦ
τούτοις Πέρσης ἀνήρ, δοῦλος τῶν ἐν τῇ ἀκροπόλει φρουρῶν ἑνός. ὡς δὲ τὰ ἄκρα εἴχετο, ἔφευγον οἱ Λυδοὶ
ἀπὸ τῶν τειχῶν. Κῦρος δὲ ἅμα τῇ ἡμέρᾳ εἰσῄει εἰς τὴν πόλιν, παραγγείλας ἐκ τῆς τάξεως μηδένα
κινεῖσθαι. ὁ δὲ Κροῖσος κατακλεισάμενος ἐν τοῖς βασιλείοις Κῦρον ἐβόα. ὁ δὲ Κῦρος τοῦ
μὲν Κροίσου κατέλιπε φύλακας, καταστρατοπεδεύσας δὲ τοὺς ἑαυτοῦ ἀπῄει
πρὸς Κροῖσον. καὶ ἰδὼν αὐτὸν ὁ Κροῖσος “χαῖρε, ὦ δἐσποτα” ἔφη. “καὶ σύ γε” ὁ Κῦρος εἶπεν “ὦ Κροῖσε. ἀτὰρ ἐθελήσαις ἄν συμβουλεῦσαί μοί τι;” βουλοίμην ἄν ἴφη ὦ Κῦρε. ἔφη τοίνυν ἐγώ,
Κροῖσε, τοὺς στρατιώτας ὁρῶν πεπονηκότας καὶ πλεῖστα κινδυνεύοντας καὶ νῦν νομίζοντας πόλιν ἔχειν
τὴν πλουσιωτάτην τῶν ἐν Ἀσίᾳ μετὰ Βαβυλῶνα, ἀξιῶ ὠφεληθῆναι τοὺς στρατιώτας, ἐφεῖναι δ’
αὐτοῖς διαρπάσαι τὴν πόλιν οὐ βούλομαι.” ὁ δὲ Κροῖσος “ἀλλ’ ἐμέ ἔφη ἔασον λέξαι πρὸς οὓς ἂν ἐγὼ
Λυδῶν ἐθέλω ὅτι μὴ γενέσθαι ἁρπαγὴν παρὰ σοῦ διαπέπραγμαι, καὶ ἴσθι
σοι ἔσεσθαι παρ’ ἑκόντων Λυδῶν πᾶν ὅ,τι ἐν Σάρδεσι τίμιον. πρῶτον δὲ ἐπὶ τοὺς ἐμούς”
εἶπε θησαυροὺς πέμπε καὶ λάμβανε ὅσα βούλει.” 
 Ταῦτα μὲν οὖν οὕτω ποιήσειν ὁ Κῦρος κατέθετο, καὶ τότε ἐπὶ τούτοις τὴν ἡμέραν διήγαγον· τῇ
δ’ ἐξῆς καλέσας ὁ Κῦρος τῶν φίλων τινάς, τοὺς μὲν τοὺς θησαυροὺς παραλαμβάνειν
ἐκέλευσε, τοὺς δὲ ὁπόσα 
 παραδοίη ὁ Κροῖσος χρήματα. εἶτα εἴ τις ἑώρακε τὸν Ἀβραδάταν ἤρετο· εἰπόντος δέ τινος
τῶν ὑπηρετῶν ὅτι ἐν τῇ μάχῃ ἀπέθανεν, ἐπαίσατο τὸν μηρόν, καὶ
ἀναπηδήσας ἐπὶ τὸν ἵππον ἤλαυνεν ἐπ’ ἐκεῖνον. καὶ ὡς εἶδε τὴν Πάνθειαν χαμαὶ καθημένην 
καὶ τὸν νεκρὸν κείμενον, ἐδάκρυσε καὶ εἶπε “φεῦ, ὦ ἀγαθὴ καὶ πιστὴ ψυχή.” ἡ δὲ γυνή “οἶδ’ ὅτι δι’
ἐμἐ” ἔφη ‘‘ταῦτα ἔπαθεν, ’ίσως δ’, ὦ Κῦρε, καὶ διὰ σέ. ἐγώ τε γὰρ ἡ μωρὰ πολλὰ διεκελευόμην αὐτό
ὅπως σοι φίλος ἄξιος λόγου φανείη, αὐτός τε τί ἂν ποιήσας χαρίσοιτό σοι ἐνενόει. καὶ
οὗτος μὲν ἀμέμπτως τετελεύτηκεν, ἐγὼ δ’ ἡ παρακελευομένη ζῶσα παρακάθημαι.” καὶ ὁ Κῦρος χρόνον μέν
τινα σιωπῇ κατεδάκρυεν, ἔπειτα πολλὰ τοῦ πάθους εἶπε παρηγορήματα, εἶτ’ ἀπῄει. ἡ δὲ γυνὴ τοὺς μὲν
εὐνούχους ἐκέλευσεν ἀποστῆναι, τῇ δὲ τροφῷ εἶπε παραμένειν καὶ ἀποθανοῦσαν περικαλύψαι αὐτήν τε καὶ τὸν ἄνδρα ἑνὶ ἱματίῳ. ἡ μὲν οὑν τροφὸς ἐκάθητο
κλαίουσα· ἡ δὲ σφάττει ἑαυτήν, καὶ ἐπιθεῖσα ἐπὶ τὰ στέρνα τοῦ ἀνδρός τὴν ἑαυτῆς κεφαλὴν ἀπέθνησκεν.
 
 ἡ δὲ τροφὸς ἀνωλοφύρατό τε καὶ περιεκάλυπτεν ἄμφω. καὶ οἶ
εὐνοῦχοι γνόντες τὸ γεγενημένον τρεῖς ὄντες σπασάμενοι τοὺς ἀκινάκας σφάττονται. ὁ δὲ Κῦρος ὡς
ᾔσθετο τὸ ἔργον τῆς γυναικός, ἠγάσθητε αὐτὴν καὶ κατωλοφύρατο, καὶ μνῆμα αὐτοῖς ἔχωσεν 
ὑπερμέγεθες θάψας αὐτοὺς μεγαλοπρεπῶς.

Οἱ δὲ Κᾶρες στασιάσαντες καὶ πολεμοῦντες ἀλλήλοις παρέδοσαν
ἑαυτοὺς τῷ Κύρῳ ἑκάτεροι, καὶ οἶ ἐπὶ Φρυγίαν δὲ τὴν ἐπὶ ‘Eλλήσποντον δῶρα πλεῖστα 
 τῷ Εὔρῳ παρέσχον, ὥστε μὴ εἰς τὰ τείχη βαρβάρους εἰσδέξασθαι, δασμὸν δὲ ἀποφέρειν αὐτῷ
καὶ στρατεύειν ὅπῃ Κῦρος κελεύει. ὁ δὲ τῶν Φρύγων βασιλεὺς παρεσκευάζετο ὡς οὐ σπεισόμενος· ἐπεὶ δὲ
ἀφίσταντο αὐτοῦ οἱ ὕπαρχοι, εἰς χεῖρας ἦλθεν Ὑστάσπᾳ. καὶ ὁ Ὑστάσπας καταλιπὼν ἐν ταῖς
ἄκραις φρουρὰς Περσῶν, ἀπῄει ἄγων σὺν τοῖς ἑαυτοῦ καὶ Φρύγων πολλοὺς ἱππέας καὶ πελταστάς. 
 Ὁ δὲ Εὖρος ὡρμᾶτο ἐκ Σαρδέων, φρουρὰν μὲν λιπὼν ἐν Σάρδεσι, Κροῖσον δ’ ἔχων
σὺν ἑαυτῷ ἄγοντα πλείστας ἀμάξας μεστὰς πολλῶν καὶ παντοδαπῶν χρημάτων, καὶ γεγραμμένα ἔχοντα
ἀκριβῶς ὅσα ἦν ἐν ἑκάστῃ ἀμάξῃ. ὃς καὶ ἐδίδου τῷ Εὔρῳ τὰ γράμματα ὁ
δὲ Κῦρος εἶπε “σὺ μὲν καλῶς ἐποίησας, ὦ Κροῖσε, οἱ δὲ τὰ χρήματα εἰληφότες πάντως μοι
ἄξουσι ταῦτα, ἢν δέ τι καὶ κλέψωσι, τὰ ἑαυτῶν κλέψονται.” ἦγε δὲ καὶ Λυδῶν ὁ Κροῖσος πολλοὺς καὶ
λαμπρῶς ὡπλισμένους. 
 Ἰῶν δ’ ὁ Κῦρος τὴν ἐπὶ Βαβυλῶνα κατεστρέψατο Φρύγας τοὺς ἐν τῇ μεγάλῃ Φρυγίᾳ,
κατεστρέψατο δὲ Καππαδόκας, ὑποχειρίους δὲ ἐποιήσατο ’Αραβίους· ἐξώπλισε δὲ ἀπὸ πάντων τούτων Περσῶν
μὲν ἱππέας οὐ μείον’ τετρακισμυρίων, καὶ πᾶσι δὲ τοῖς συμμάχοις ἵππους πολλοὺς τῶν αἰχμαλώτων
διέδωκεν. ἀφίκετο μέντοι πρὸς Βαβυλῶνα πολλοὺς μὲν ἱππέας ἄγων, πολλοὺς δὲ τοξότας καὶ
ἀκοντιστάς, σφενδονήτας δὲ ἀναρίθμους. ἐπεὶ δ’ ἐν Βαβυλῶνι 
ἐγένετο, περιέστησε μὲν τὴν στρατιάν, αὐτὸς δ’ ἐπιὼν σὺν τοῖς ἄρχουσι τῶν συμμάχων καὶ τοῖς φίλοις
 κατεθεᾶτο τὰ τείχη. εἶτα ἐπήγαγε τὴν στρατιὰν καὶ περὶ τὴν πόλιν ἐστρατοπεδεύσατο. ἰδὼν
δὲ τὸν ἐκεῖ ποταμὸν ἔνδον τῆς πόλεως εἰσρέοντα καὶ μέσην διιόντα τὴν Βαβυλῶνα, οὐδενὶ
μὲν τὸ βούλευμα ἐξεκάλυψε, τάφρον δ᾿ ἐκέλευσεν ὀρύσσειν περὶ τὸ στρατόπεδον εὐρεῖαν καὶ βαθυτάτην,
ἵν᾿ ἐλαχίστων τάχα τῶν φυλάκων ἐν τῷ στρατοπέδῳ δέοιντο. οἱ μὲν οὖν τὴν τάφρον ποιοῦντες ὤρυσσον
μέτριόν τι τοῦ ποταμοῦ ἀφιστάμενοι, τὸν δὲ χοῦν ἀνέβαλον πρὸς τὸ στρατόπεδον· οἱ δέ γε
Βαβυλώνιοι κατεγέλων τῆς πολιορκίας, ὡς πλέον ἢ ἐτῶν εἴκοσι τὰ
ἐπιτήδεια ἔχοντες. ἤδη δὲ τῆς τάφρου ὀρωρυγμένης, φυλάξας ὁ Κῦρος νύκτα, ἐν ᾗ ἑορτὴν ἔγνω τοὺς
Βαβυλωνίους ἄγειν ὅλην τὴν νύκτα πίνοντας καὶ κωμάζοντας, ἐν ταύτῃ πλῆθος ἀθροίσας
ἀνεστόμωσε τὰς τάφρους πρὸς τὸν ποταμόν· Εὐφράτης οὗτός ἐστιν, ὡς Ἡρόδοτος ἱστορεῖ· καὶ τὸ ὕδωρ
εἰς τὰς τάφρους ἐχώρει ἐν τῇ νυκτί, ἡ δὲ διὰ τῆς πόλεως τοῦ ποταμοῦ ὁδὸς πορεύσιμος 
ἀνθρώποις ἐγίνετο μετοχετευθέντος τοῦ ὕδατος. τότε δὴ καταβιβάσας εἰς τὸ ξηρὸν τοῦ ποταμοῦ ὑπηρέτας
καὶ πεζοὺς καὶ ἱππέας ἐκέλευσε σκέψασθαι εἰ πορεύσιμον εἴη. ἐν τούτῳ δὲ διαλεχθεὶς τοῖς ἡγεμόσι τοῦ
πλήθους καὶ διεγείρας πρὸς τοὔρ- 
 γον, τέλος ἔφη “ἀλλ᾿ ἄγετε, λαμβάνετε ὅπλα, ἡγήσομαι δ᾿ ἐγώ· ὑμεῖς
δ᾿, ὦ Γαδάτα καὶ Γωβρύα, δεικνύετε τὰς ὁδούς, εἰδότες ταύτας. ὅταν δ᾿ ἐντὸς γενώμεθα, τὴν ταχίστην
ἄγετε ἐπὶ τὰ βασίλεια.” ἐπὶ τούτοις ἐπορεύοντο. καὶ ἰόντες ὡς ἠδύναντο τάχιστα ἐπὶ τοῖς
βασιλείοις ἐγένοντο οἱ σὺν τῷ Γωβρύᾳ καὶ τῷ Γαδάτᾳ, καὶ τὰς
πύλας κεκλεισμένας εὑρίσκουσι, πίνουσι δὲ τοῖς φύλαξιν ἐπεισπίπτουσιν. ὡς δὲ κραυγὴ καὶ θροῦς ἤρθη,
αἰσθόμενοι οἱ ἔνδον, κελεύσαντος τοῦ βασιλέως σκέψασθαι τί εἴη τὸ πρᾶγμα, ἤνοιξαν τὰς
πύλας, εἰς ἃς εἰσπίπτουσιν οἱ πολέμιοι καὶ ἀφικνοῦνται πρὸς τὸν βασιλέα. καὶ ἤδη ἑστη- 
κότα αὐτὸν καὶ ἐσπασμένον ὃν εἶχεν ἀκινάκην εὑρίσκουσι. καὶ τοῦτον μὲν οἱ σὺν Γαδάτᾳ καὶ Γωβρύᾳ
ἐχειροῦντο, οἱ δὲ σὺν αὐτῷ ἔθνησκον οἱ μὲν ἀμυνόμενοι, οἱ δὲ
χάζοντες. ὁ δὲ Κῦρος διέπεμπε τὰς τῶν ἰππέων τάξεις κατὰ τὰς ὁδούς, προειπὼν οὓς μὲν ἔξω
λαμβάνοιεν κτείνειν, τοὺς δ’ ἐν ταῖς οἰκίαις κηρύττειν τοὺς συριστὶ ὁμιλεῖν ἐπισταμένους ἔνδον
μένειν, εἰ δέ τις ἔξω ληφθείη, ὅτι θανεῖται. ἐν τοσούτῳ δὲ Γαδάτας καὶ Γωβρύας ἧκον, καὶ ὅτι τὸν ἀνόσιον βασιλέα ἐτιμωρήσαντο, πρῶτον μὲν θεοὺς προσεκύνουν, ἔπειτα Κύρου κατεφίλουν χεῖρας
καὶ πόδας. 
 Ὁ μὲν οὖν Ξενοφῶν τὰ περὶ τοῦ Κύρου ἱστορῶν τὸ ὄνομα τοῦ ἁλόντος βασιλέως τῶν Ἀσσυρίων οὐ
 λέγει, ὁ δὲ Ἰώσηπος ἐν τῷ δεκάτῳ λόγῳ τῆς ’Αρχαιολογίας τὸν Βαλτάσαρ τοῦτον εἶναι
ἱστορεῖ, ᾧ καὶ ἡ χεὶρ ἐφάνη ἐκ τοῦ τείχους προἰ·οῦσα καὶ
γράφουσα τὰ ἤδη προγραφέντα γράμματα, ὧν τὴν δήλωσιν ἡρμήνευσεν ὁ Δανιήλ.

Ἡμέρας δὲ γενομένης ὡς ᾔσθοντο οἱ τὰς ἄκρας ἔχοντες ἑαλωκυῖαν τὴν πόλιν καὶ τὸν βασιλέα
σφῶν τεθνηκότα, παραδιδόασι καὶ τὰς ἄκρας. ὁ δὲ Κῦρος εἰς αὐτὰς φρουράρχους καὶ φρουροὺς ἔπεμπεν.
εἶτα τοὺς μάγους καλέσας, ὡς δορυαλώτου τῆς πόλεως οὔσης ἀκροθίνια τοῖς θεοῖς ἐκέλευσεν
ἐξελεῖν, καὶ οἰκίας δὲ διεδίδου καὶ ἀρχεῖα τοῖς κοινωνήσασι τῶν πεπραγμένων αὐτῷ, καὶ ἑαυτῷ δὲ
κατασκευάσαι διανενόητο δίαιταν πρέπουσαν βασιλεῖ. ἴνα δὲ μὴ τοῖς φίλοις ἐπίφθονος γένηται, σὺν
γνώμῃ αὐτῶν τοῦτο 
 
 ποιήσαι ἠθέλησε, καὶ διαλεχθεὶς αὐτοῖς, δι’ ὧν εἶπεν ἔπεισεν ἐκείνους τοῦτο
αἰτήσασθαι. κἀντεῦθεν εἰς τὰ βασίλεια εἴσεισι, καὶ φύλακας περὶ ἑαυτὸν ποιεῖται, καὶ τοὖς μὲν περὶ
τὸ ἑαυτοῦ σῶμα θεραπευτῆρας ἐξέτεμε καὶ εὐνούχους πεποίηκε, δορυφόρους δ’ εἵλετο Πέρσας
περὶ μυρίους, καὶ ἐν τῇ πόλει δὲ φρουροὺς ἔταξεν ἱκανούς. ταῦτα δὲ ποιήσας τοὺς ἐντιμοτέρους τῆς
στρατιᾶς ἐξήσκει μὴ ἀπόνως βιοῦν καὶ καθ’ ἡδυπάθειαν· καὶ τῶν μὲν ἄλλων πραγμάτων ἄλλους ἐπιμελητὰς
κατεστήσατο, προσόδων ἀποδεκτῆράς φημι καὶ δοτῆρας δαπανημάτων, ἔργων τε ἐπιστάτας καὶ
κτήσεων φύλακας, καὶ τῶν ἐπιτηδείων ἐπιμελητὰς τῶν πρὸς δίαιταν, καὶ
ἵππων καὶ κυνῶν φροντιστάς οὓς δ’ ᾤετο χρῆναι φύλακας τῆς εὐδαιμονίας ἔχειν, ἑαυτῷ τὴν τούτων
προσέταττεν ἐπιμέλειαν. ἐπεὶ δὲ καὶ χρήμασιν εὐεργετεῖν αὐτό προσεγένετο, ἔγνω ὡς οὐδέν
ἐστιν εὐεργέτημα ἀνθρώποις εὐχαριτώτερον ἢ σίτων καὶ ποτῶν μετάδοσις· διὸ καὶ ἐπέταξε πολλὰ αὐτῷ
παρατίθεσθαι ὅμοια οἶς αὐτὸς σιτοῖτο καὶ ἱκανὰ παμπόλλοις ἐσόμενα, καὶ τὰ παρατιθέμενα, 
πλὴν οἷς αὐτὸς καὶ οἱ σύνδειπνοι χρήσαιντο, διεδίδου. καὶ φιλοδωρότατος ἀνθρώπων ἐγένετο. ἀλλὰ τὸ
μὲν μεγέθει δώρων ὑπερβάλλειν πλουσιώτατον ὄντα οὐ θαυμαστόν, τὸ δὲ τῇ θεραπείᾳ καὶ τῇ ἐπιμελείᾳ τῶν
φίλων βασιλεύοντα περιγίνεσθαι, 
 τοῦτο ἀξιολογώτερον. καὶ λόγος δὲ αὐτοῦ ἀπομνημονεύεται, παραπλήσια
ἔργα εἶναι νομέως ἀγαθοῦ καὶ βασιλέως· τόν τε γὰρ νομέα ἔλεγε χρῆναι εὐτραφῆ τὰ κτήνη ποιοῦντα
χρῆσθαι αὐτοῖς ἤδη, τόν τε βασιλέα ὡσαύτως εὐδαίμονας πόλεις καὶ ἀνθρώπους ποιοῦντα
χρῆσθαι αὐτοῖς. 
 Λέγεται δὲ καὶ τὸν Κροῖσον εἰπόντα ποτὲ πρὸς αὐτὸν ὡς διὰ τὸ πολλὰ διδόναι
πένης ἔσοιτο, ἐρωτηθῆναι παρὰ Κύρου ‘‘πόσα ἂν ἤδη μοι χρήματα οἴει εἶναι, εἰ χρυσίον ὡς σὺ κελεύεις
συνέλεγον ἐξ ὅτου ἐν τῇ ἀρχῇ εἰμι;” καὶ τὸν Κροῖσον εἰπεῖν πολύν τινα ἀριθμόν. τὸν δὲ
Εὖρον φάναι “ἄγε δή, ὦ Κροῖσε, σύμπεμψον ἄνδρα σὺν ‘Υστάσπᾳ
τούτῳ. σὺ δέ, ‘Υστάσπα, περιελθὼν τοὺς φίλους λέγε αὐτοῖς ὅτι
δέομαι χρυσίου πρὸς πρᾶξίν τινα, καὶ κέλευε αὐτοὺς ὁπόσα ἂν ἕκαστος δύναιτο πορίσαι μοι χρήματα, καὶ
γράψαντας καὶ κατασημηναμένους δοῦναι τὰς ἐπιστολὰς τῷ Κροίσου θεράποντι.” ταύτα δὲ ὅσα
ἐνετέλλετο τῷ ‘Υστάστᾳ γράψας καὶ σημηνάμενος δέδωκεν αὐτῷ φέρειν πρὸς τοὺς φίλους. ἔγραψε δὲ πρὸς
πάντας καὶ ‘Υστάσπαν ὡς φίλον αὐτοῦ δέχεσθαι. ἐπεὶ δὲ περιῆλθε καὶ ἤνεγκεν ὁ Κροίσου
θεράπων τὰς ἐπιστολάς, ὁ ‘Υστάσπας εἶπεν “ὦ Κῦρε βασιλεῦ, καὶ ἐμοὶ ἤδη ὡς πλουσίῳ χρῶ· πάμπολλα γὰρ ἔχων πάρειμι δῶρα διὰ τὰ σὰ γράμματα.” καὶ ὁ Κῦρος “εἶς
μὲν τοίνυν, ὦ Κροῖσε, καὶ οὗτος ἡμῖν θησαυρός εἶπε, ‘‘τοὺς δ ἄλλους καταθεῶ, καὶ
λόγισαι πόσα μοί ἐστιν ἕτοιμα χρήματα, ἤν τι δέωμαι χρῆσθαι. λέγεται δὴ λογιζό μένος ὁ Κροῖσος
πολλαπλάσια εὑρεῖν ἣ ἔφη Κύρῳ ἂν εἶναι ἐν τοῖς θησαυροῖς, εἶ συνέλεγεν, ἐπὶ τούτοις δὲ τὸν Κῦρον
εἰπεῖν ὁρᾷς, ἁ Κροῖσε, ὡς εἰσὶ καὶ ἑ μοὶ θησαυροί;” 
 Δόξαν δὲ αὐτῷ εἰς τὰ τοῖς θεοῖς ἐξῃρημένα τεμένη ποιήσασθαι προπομπήν, καλέσας τοὺς τὰς
ἀρχὰς ἔχοντας Περσῶν τε καὶ τῶν ἄλλων, διέδωκεν αὐτοῖς στολὰς Μηδικάς· καὶ τότε πρῶτον Πέρσαι
Μηδικὴν 
 στολὴν ἐνεδύσαντο. ἐπεὶ δὲ τοῖς κρατίστοις διέδωκε τὰς κρατίστας στολάς, ἐξέφερε καὶ
ἄλλας Μηδικὰς στολάς, παμπόλλας γὰρ παρεσκευάσατο, οὔτε πορφυ- ρίδων φειδόμενος οὔτε
ὀρφνίνων οὔτε φοινικίδων οὔτε καρυκίνων ἱματίων, νείμας δ’ ἑκάστῳ τῶν ἡγεμόνων μέρος αὐτῶν ἐκέλευσε
τούτοις τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς κοσμεῖν. καί τις τῶν παρόντων ἐπήρετο αὐτόν‘‘ σὺ δέ, ὧ Κῦρε, πότε κοσμήσῃ; ὁ
δέ “οὐ γὰρ νῦν” ἔφη “δοκῶ ὑμίν αὐτὸς κοσμεῖσθαι ὑμὰς κοσμῶν; ἢν γὰρ δύνωμαι τοὺς φίλους
ποιεῖν εὖ, ὁποίαν ἂν ἔχω στολὴν ἐγώ, ἐν ταύτῃ καλὸς φανοῦμαι. ποιήσας δὲ τὴν προπομπὴν καὶ θύσας
τοῖς θεοῖς μετὰ τῶν φίλων ἐδείπνει, οὓς μὲν μάλιστα ἐτίμα παρὰ τὴν
ἀριστερὰν χεῖρα καθίσας, ὡς εὐεπιβουλευτοτέρας ταύτης οὔσης ἢ τῆς δεξιᾶς, τοὺς δ’
ἄλλους παρὰ τὴν δεξιάν. μετὰ δέ γε τὸ δεῖπνον τοὺς ἐθελουσίους αὐτῷ συμμαχήσαντας ἀπέπεμψεν οἴκαδε
πλὴν τῶν βουληθέντων παρ’ αὐτῷ καταμεῖναι· τούτοις δὲ καὶ χώραν καὶ οἴκους ἔδωκε. τοῖς
δ’ ἀπιοῦσι καὶ στρατιώταις καὶ ἄρχουσι πολλὰ ἐδωρήσατο. εἶτα καὶ τοῖς περὶ αὐτὸν στρατιώταις καὶ
ἡγεμόσι διένειμεν ὅσα ἐκ Σαρδέων ἔλαβε χρήματα πρὸς τὴν ἀξίαν ἑκάστῳ. ὡς δὲ εἰλήφεσαν τὰ δοθέντα,
ἔλεγον περὶ τοῦ Κύρου ἤπου αὐτός γε πολλὰ ἔχει, ὅτι καὶ ἡμῶν ἑκάστῳ τοσαῦτα δέδωκεν.”
οἱ δ’ ἔλεγον ‘οὐχ ὁ Κύρου τρόπος τοιοῦτος ὡς χρηματίζεσθαι,
ἀλλὰ διδοὺς μᾶλλον ἢ κτώμενος ἥδεται.” αἰσθόμενος δὲ ταῦτα ὁ Κῦρος συνέλεξε τοὺς φίλους καὶ τοὺς
ἐπικαιρίους ἅπαντας καὶ εἶπεν “ἁπλουστάτου μοι δοκεῖ εἶναι ἤθους τὸ τὴν δύναμιν τὸν
ἄρχοντα φανερὰν ποιησάμενον ἐκ ταύτης ἀγωνίζεσθαι περὶ καλοκἀγαθίας. κἀγὼ οὖν ἔφη “βούλομαι ὑμίν ὅσα
μὲν οἷόν τέ ἐστι τῶν ἐμοὶ ὄντων ἰδεῖν δεῖξαι, ὅσα δὲ μὴ οἶόν τε ἰδεῖν, διηγήσασθαι.” ταῦτα εἰπὼν τὰ μὲν ἐδείκνυ πολλὰ καὶ καλὰ χρήματα, τὰ δὲ κείμενα ὡς μὴ ῥᾴδιον εἶναι ἰδεῖν
διηγήσατο. καὶ εἶπεν “ὦ ἄνδρες, ταῦτα οὐδὲν μᾶλλον ἐμὰ δέον ἡγεῖσθαι ἢ καὶ ὑμέτερα·
ἐγὼ γὰρ ταῦτα ἀθροίζω, ὅπως ἔχω τῷ καλόν τι ὑμῶν ποιοῦντι διδόναι, καὶ ὅπως, ἤν τις ὑμῶν τινος δέηται, λάβῃ πρός με ἰών.”

Ὅτε δὲ τὰ ἐν Βαβυλῶνι εὖ κατεστήσατο, εἰς Πέρσας ἀπελθεῖν ἡτοιμάζετο. ἐπεὶ δὲ πορευόμενος
γίνεται κατὰ τὴν Μηδικήν, τρέπεται ὁ Κῦρος πρὸς Κυαξάρην, καὶ ἀσπασάμενος αὐτὸν εἶπεν ὅτι οἶκος αὐτῷ
ἐν Βαβυλῶνι ἐξῃρημένος εἴη, καὶ δῶρα παρέσχεν αὐτῷ πολλὰ καὶ καλά. ὁ δὲ Κυαξάρης
προσέπεμψεν αὐτῷ τὴν θυγατέρα στέφανόν τε χρυσοῦν καὶ ψέλια 
φέρουσαν καὶ στρεπτὸν καὶ στολὴν Μηδικὴν καλλίστην. καὶ ἡ μὲν παῖς ἐστεφάνου τὸν Κῦρον, ὁ δὲ
Κυαξάρης δίδωμί σοι ἔφη, “ὦ Κῦρε, καὶ αὐτὴν ταύτην γυναῖκα, θυγατέρα οὖσαν ἐμήν,
ἐπιδίδωμι δὲ αὐτῇ καὶ φερνὴν Μηδίαν πάσαν· οὐδὲ γὰρ ἔστι μοι ἄρρην
παῖς γνήσιος.” ὁ δὲ Κῦρος “τὸ μὲν γένος, ὢ Κυαξάρη, ἐπαινῶ εἶπε, ‘καὶ τὴν παῖδα καὶ τὰ δῶρα,
βούλομαι δὲ σὺν γνώμῃ τοῦ πατρός τε καὶ τῆς μητρὸς γῆμαι αὐτήν.” καὶ ταῦτα εἰπὼν εἰς
Πέρσας ἐπορεύετο. ἐν δὲ τοῖς Περσῶν ὁρίοις ἐλθὼν τὸ μὲν στράτευμα ἐκεῖ κατέλιπεν, αὐτὸς δὲ σὺν τοῖς
φίλοις τὴν πόλιν εἰσῄει, ἱερεῖα ἄγων πᾶσι Πέρσαις ἱκανὰ θύειν καὶ ἑστιᾶσθαι. δῶρα δὲ τῷ πατρὶ καὶ τῇ
μητρὶ ἔφερεν οἶα εἰκὸς ἦν καὶ τοῖς φίλοις, οἷα δ’ ἔπρεπεν ἀρχαῖς καὶ γεραιτέροις· ἔδωκε
δὲ καὶ πᾶσι Πέρσαις, ἀλλὰ μὴν καὶ Περσίσι. καὶ χρόνον τινὰ τοῖς
τεκοῦσι συνδιατρίψας ἀπῄει. καὶ γενόμενος ἐν Μήδοις συνδόξαν τῷ πατρὶ γαμεῖ τὴν Κυαξάρου θυγατέρα·
γήμας δ’ εὐθὺς ἔχων αὐτὴν ἀνεζεύγνυεν. 
 

 
 Ὡς δ’ ἧκεν εἰς Βαβυλῶνα, σατράπας ἐπὶ τὰ κατεστραμμένα ἔπεμπεν ἔθνη, εἰς Ἀραβίαν δηλαδὴ καὶ
Καππαδοκίαν, εἰς Φρυγίαν τε τὴν μεγάλην, εἰς Λυκίαν τε καὶ Ἰωνίαν, εἰς Καρίαν, εἰς Φρυγίαν τὴν παρ’
Ἑλλήσποντον καὶ Αἰολίδα. Κίλιξι δὲ καὶ Κυπρίοις καὶ Παφλαγόσιν οὐκ ἔπεμψε σατράπας, ὅτι
ἑκόντες ἐδόκουν αὐτό συστρατεύεσθαι· δασμοὺς μέντοι καὶ οὗτοι
ἀπέφερον. ἵνα δέ, μεγάλης αὐτῷ τῆς ἀρχῆς οὔσης, ταχέως καὶ πόρρωθέν οἱ κομίζοιντο ἀγγελίαι, ἐσκέψατο
πόσην ἂν ὁδὸν ἵππος ἐλαυνόμενος ἀνύοι, καὶ ἱππῶνας τοσοῦτον ἀλλήλων διέχοντας
ἐποιήσατο, καὶ ἵππους κατέστησεν ἐν αὐτοῖς καὶ τούς αὐτῶν ἐπιμελομένους, καὶ ἄνδρα ἐφ’ ἑκάστῳ ἔταξε
τὸν ἐπιτήδειον παραδέχεσθαι τὰ φερόμενα γράμματα καὶ παραδιδόναι καὶ παραλαμβάνειν τοὺς ἀπειρηκότας
 ἵππους καὶ ἄλλους πέμπειν νεαλεῖς. 
 Ἤδη δὲ παρελθόντος ἐνιαυτοῦ στρατείαν ἐποιήσατο, ἐν ᾗ λέγεται καταστρέψασθαι πάντα τὰ ἔθνη
ὅσα Συρίαν εἰσβάντι οἰκεῖ μέχρις Ἐρυθρὰς θαλάσσης. μετὰ δὲ ταῦτα στρατεύει ἐπ’ Αἴγυπτον καὶ
καταστρέφεται 
 καὶ αὐτήν· ὡς ἐντεῦθεν ὁρίζειν αὐτῷ τὴν ἀρχὴν πρὸς ἔω μὲν τὴν Ἐρυθρὰν
θάλασσαν, πρὸς ἄρκτον δὲ τὸν πόντον τὸν Εὔξεινον, πρὸς δ’ ἑσπέραν Κύπρον καὶ Αἴγυπτον, τὴν δ’
Αἰθιοπίαν πρὸς μεσημβρίαν. αὐτὸς δ’ ἐν μέσῳ τούτων πεποιημένος τὴν δίαιταν, ἐν Βαβυλῶνι
μὲν μῆνας διῆγεν ἑπτὰ τὸν χρόνον δὴ τὸν χειμέριον, ἀλεεινὴ γὰρ αὕτη ἡ χώρα, τρεῖς δὲ μήνας τοὺς ἀμφὶ
τὸ ἔαρ ἐν Σούσοις, ἐν δ Ἐκβατάνοις δύο διῆγε μῆνας τὴν τοῦ θέρους ἀκμήν. 
 Οὕτω δὲ ζήσας ὁ Κῦρος καὶ μάλα πρεσβύτης γενόμενος ἀφικνεῖται εἰς Πέρσας τὸ
ἕβδομον, πάλαι τῶν τοκέων τετελευτηκότων αὐτῷ. καὶ κοιμωμένῳ κατὰ τὰ βασίλεια ἔδοξεν
αὐτῷ κατ’ ὄναρ τις προσελθεῖν κρείττων ἢ κατὰ ἄνθρωπον, λέγων
“συσκευάζου, ὦ Κῦρε· ἤδη γάρ σε μεταπέμπονται οἱ θεοί.” ἐκ τούτου δ’ εἴκαζεν ὅτι παρείη τοῦ βίου ἡ
τελευτή, καὶ τριταῖος τοὺς παῖδας ἐκάλεσε, συνείποντο γὰρ αὐτῷ, καὶ τοὺς φίλους καὶ τὰς
Περσῶν ἀρχάς, καὶ εἶπεν ‘‘ἐμοὶ μὲν τοῦ βίου τὸ τέλος ἤδη πάρεστι, δεῖ δὲ σαφηνίσαι περὶ τῆς
βασιλείας τίνι ἔσται μετ’ ἐμέ, ἵνα μὴ πράγματα ὑμῖν παράσχῃ γενομένη ἀμφίλογος. σὺ μὲν
οὑν, ὢ Καμβύση, πρεσβύτερος ὢν τήν βασιλείαν ἔχε, θεῶν διδόντων κἀμοῦ· σοὶ δέ, ὢ Ταναοξάρη, εἶναι
σατράπῃ δίδωμι Μηδῶν τε καὶ Ἀρμενίων καὶ Καδουσίων.” ταῦτα τοῖς παισὶν ἐντειλάμενος καὶ παραινέσας πολλά, καὶ πρόσ’ εἰπὼν τοὺς παρόντας καὶ πάντας
δεξιωσάμενος, συνεκαλύψατο καὶ οὕτως ἐξέλιπεν. ἐπεὶ δ’ ἐκεῖνος ἀπῄει, εὐθὺς οἱ παῖδες αὐτοῦ
ἐστασίαζον, πόλεις δὲ καὶ ἔθνη ἀφίσταντο, πάντα δ ἐπὶ τὸ χείρον’ ἐτράπετο. 
 Ταῦτα μὲν οὖν τῷ Ξενοφῶντι περὶ Κύρου ἱστόρηται· 
 ὁ δ’ Ἁλικαρνασσεὺς Ἡρόδοτος ἄλλα περὶ τῆς Κύρου φησὶν ἀγωγῆς τε καὶ τελευτῆς καὶ τῆς
λοιπῆς βιοτῆς, ἃ μακρὸν ἂν εἴη διηγεῖσθαι. ἐμοὶ δ’ ἐπιτομὴν ἱστορίας πεποιημένῳ οὐκ ἐπέοικε τὴν
πραγματείαν θέσθαι πολύστιχον, ἀλλ’ αὐτὸς μὲν τὰ πιθανώτερα ἔγραψα, ὅτῳ δ’ εἰδέναι
βούλημα καὶ ἅπερ Ἡρόδοτος περὶ αὐτοῦ συνεγράψατο, τὴν ἐκείνου
μεταχειρισάμενος βίβλον εὑρήσει ταῦτα κατὰ τὸν πρῶτον λόγον, ᾧ τὴν πρώτην τῶν Μουσῶν ἐπέγραψε τὴν
Κλειώ.

Κῦρος μὲν οὑν οὕτω τὴν τῶν Ἀσσυρίων ἀρχὴν et 61—66. καταλέλυκε. τῷ δὲ πρώτῳ ἔτει τῆς βασιλείας
αὐτοῦ, ἑβδομηκοστῷ ὄντι ἐξ ὅτου Ἑβραῖοι εἰς Βαβυλῶνα ἐξ ‘Ιερουσαλὴμ μετηνέχθησαν, ἐπέτρεψε τοῖς ἐν
Βαβυλπωνι οὖσιν Ἰουδαίοις ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ἀνοικοδομῆσαι
τήν τε πόλιν καὶ τὸν ναόν, ὡς ὁ προφήτης Ἱερεμίας προανεφώνησε, καὶ πρὸ ἐκείνου ὁ
Ἠσαί·ας προείρηκεν. ὁ μὲν γὰρ ἦν ὅτε ἡ πόλις ἥλω καὶ ὁ ναὸς κατεσκάφη, ὁ δ’ Ἠσαίας ἔτεσιν ἑκατόν καὶ
τεσσαράκοντα πρότερον ἦν ἢ τὴν πόλιν ἁλῶναι καὶ κατασκαφῆναι τὸ ἱερόν. οὐ μόνον δ’ ἐφῆκε τοῖς αἰχμαλώτοις τὴν ἐπάνοδον καὶ τὴν τῆς πόλεως καὶ τοῦ ναοῦ ἐξανάστασιν, ἀλλὰ καὶ τὰ σκεύη τὰ
τοῦ ναοῦ, ἃ Ναβουχοδονόσορ εἰς Βαβυλῶνα ἐκόμισε, συνέπεμψε, παραδοὺς ταῦτα φέρειν Μιθριδάτῃ τῷ αὐτοῦ
γαζοφύλακι καὶ τῷ Ζοροβάβελ. ἐπέστειλε δὲ καὶ τοῖς ἐν Συρίᾳ σατράπαις συναίρεσθαι
αὐτοῖς ἐπὶ τῇ τῶν ἔργων οἰκοδομῇ καὶ τὴν δαπάνην αὐτοὺς χορηγεῖν πᾶσαν ἐκ τῶν βασιλικῶν χρημάτων.
ταῦτα τοῦ Κύρου θεσπίσαντος ἐξώρμησαν οἱ τῶν δύο φυλῶν ἄρχοντες τῆς
τε τοῦ Ἰούδα καὶ τῆς Βενιαμίτιδος, οἵ τε Λευῖται καὶ οἱ ἱερεῖς· πολλοὶ δὲ ἐν τῇ
Βαβυλῶνι κατέμειναν, τὰς κτήσεις καταλιπεῖν οὐχ αἱρούμενοι. παραγενομένοις δὲ εἰς Ἱεροσόλυμα οἱ τοῦ
Κύρου πάντες συνήργουν αὐτοῖς εἰς τὰς οἰκοδομὰς καὶ συνέπραττον. ἦσαν δ’ οἱ ἐπανελθόντες μυριάδες
 τέσσαρες δισχίλιοί τε καὶ ἑξακόσιοι. 
 Ἤδη δὲ περὶ τὴν οἰκοδομὴν τῆς πόλεως σπευδόντων καὶ τοῦ ναοῦ, τὰ πέριξ ἔθνη, καὶ μάλιστα τὸ
Χουθαίων, οὓς Σαλμανασὰρ μετῴκισεν εἰς Σαμάρειαν, ὅτε τοὺς Ἰσραηλίτας ἐξῃχμαλώτισε, φθονοῦντες τοὺς σατράπας ἐδεξιώσαντο πρότερον μὴ ἐπαρήγειν τοῖς
Ἰουδαίοις εἰς τὴν οἰκοδομήν. εἶτα τοῦ Κύρου τὴν ζωὴν καταλύσαντος, Καμβύσου δὲ τοῦ
παιδὸς ἐκείνου τὴν ἀρχὴν διαδεξαμένου, γράφουσι τῷ Καμβύσῃ διαβάλλοντες τοὺς Ἑβραίους ὡς ἔθνος
ἀποστατικόν τε καὶ ἀνυπότακτον, καί “εἰ τὴν πόλιν καὶ τὸν ναὸν ἐκτελέσουσι λέγοντες
‘οὔτε φόρους δώσουσιν οὔθ’ ὑπακούσονται.” ταῦτα καὶ πλείω τοιαῦτα γράψαντες ἔπεισαν αὐτὸν κωλῦσαι
τὴν τῆς πόλεως καὶ τοῦ ναοῦ ἀνοικοδόμησιν· καὶ ἐπεσχέθη τὰ ἔργα μέχρι τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς
βασιλείας Δαρείου Ὑστάσπου ἐπ’ ἴτη ἐννέα. Καμβύσης γὰρ ἑπτὰ βασιλεύσας ἔτη, καὶ
καταστρεψάμενος ἐν τούτοις τὴν Αἴγυπτον, ὑποστρέψας ἐν Δαμασκῷ ἐτελεύτησε, τῶν μάγων τῆς βασιλείας
ἐγκρατῶν γενομένων. καλὸν δὲ καὶ τὰ περὶ τούτων ἐν ἐπιτομῇ διηγήσασθαι. 
 
 Τῷ Καμβύσῃ ἦν ἀδελφός, κατὰ μὲν τὸν Ξενοφῶντα 
Ταναοξάρης, κατὰ δὲ τὸν ‘Πρόδοτον Σμέρδης ὀνομαζόμενος. ἔδοξεν οὖν ἐν Αἰγύπτῳ τῷ Καμβύσῃ τυγχάνοντι
καθ’ ὕπνους τις ἐπιστὰς λέγειν ὡς ἐς τὸν βασιλικὸν καθίσας θρόνον ὁ Σμέρδης τῇ κεφαλῇ τοῦ πόλου προσψαύσειε. δείσας οὖν περὶ τῇ βασιλείᾳ, τὸν Πρηξάσπην αὐτίκα πέμπει ἐς Σοῦσα, κτενοῦντα
λάθρᾳ τὸν ἀδελφόν. καὶ ὁ μὲν οὕτω διέφθαρτο, ὁ δὲ Καμβύσης τὸ χρεὼν οὐκ ἐξέφυγε. δύο γὰρ ἦσαν
ἀδελφοὶ Μῆδοι, μάγοι κεκλημένοι, ὧν τῷ μὲν Καταζίθης, τῷ δὲ Σμέρδης ἦν τὰ ὀνόματα. ὁ δὲ
Σμέρδης οὐ τοῦ ὀνόματος ἐκοινώνει μόνον Σμέρδῃ τῷ τοῦ Κύρου
παιδί, ἀλλὰ καὶ τοῦ εἴδους. τούτων τὸν ἕτερον Β φροντιστὴν τῶν ἑαυτοῦ πραγμάτων ὁ Καμβύσης ἐκέκτητο.
χρονίζοντος δ’ ἐν Αἰγύπτῳ αὐτοῦ, γνοὺς τὸν φόνον τοῦ Σμέρδου τοῦ τοῦ Κύρου παιδὸς ὁ
Κατιζίθης, καὶ ὡς ὀλίγοις ὁ ἐκείνου θάνατος ἔγνωσται, ἐπιθέσθαι τῇ βασιλείᾳ ἐσκέψατο· καὶ τὸν
ἀδελφὸν ὁμωνυμοῦντα τῷ Σμέρδῃ καὶ πολλὴν πρὸς ἐκεῖνον ἐμφέρειαν ἔχοντα εἰς τὸν θρόνον
ἐκάθισε τὸν βασίλειον, οὐχ ὡς οἰκεῖον ὁμαίμονα, ἀλλ’ ὡς τοῦ Κύρου υἱὸν καὶ τοῦ Καμβύσου ὁμόγνιον·
καὶ κήρυκας διέπεμψε πανταχοῦ βασιλέα τὸν Κύρου Σμέρδην ἀγγέλλοντας μαθὼν οὖν ταῦτα καὶ
ὁ Καμβύσης τὸν Πρηξάσπην ἀνέκρινεν ὡς μὴ πληρώσαντά οἶ τὸ κελευσθέν. 
ὁδὲ διεβεβαίου μὴ τὸν ἀδελφὸν ἐπαναστῆναι αὐτῷ. ἐκεῖνον γὰρ ἐγώ” ἔλεγεν, “ὡς σὺ ἐνετείλω, ἔκτανόν τε
καὶ ἔθαψα. συλληφθῆναι τοίνυν κελεύει Καμβύσης τὸν ἐν τῷ στρατῷ κηρύσσοντα τὸν τοῦ
Εὔρου Σμέρδην βασιλεῦσαι Περσῶν. καὶ συλληφθεὶς ἠρωτᾶτο εἰ αὐτὸς τὸν Σμέρδην ἑώρακε, καὶ εἰ ἐκεῖνος
αὐτό ἐνετείλατο λέγειν ἅπερ φησίν· ὁ δὲ μὴ θεάσασθαι τὸν Σμέρδην ἀνταπεκρίνατο, παρὰ δὲ τοῦ μάγου
 τοῦ τῶν βασιλείων ἐπιτροπεύοντος ταῦτα λέγειν ἐπιταχθῆναι. γνοὺς οὖν ἐντεῦθεν ὁ
Καμβύσης τὸ ἀληθὲς ἐθρήνησε μὲν ὡς μάτην κτείνας τὸν ἀδελφόν, ὥρμησε δ’ αὐτίκα κατὰ τῶν μάγων
στρατεύεσθαι. ἀναθρώσκοντι δέ οἶ ἐπὶ τὸν ἵππον τοῦ κουλεοῦ τοῦ ξίφους
 ὁ μύκης ἐξέπεσε, καὶ γυμνωθὲν τὸ ξίφος παίει αὐτοῦ τὸν μηρὸν καιρίως. ἤρετο οὖν ὅπως ἡ
πόλις καλοῖτο, καὶ μαθὼν ὡς Ἐκβάτανα, εἶπεν ὡς “ἐνταῦθά μοι πέπρωται τελευτᾶν.’ ἐκέχρηστο γὰρ αὐτό
ἐν ’Εκβατάνοις μέλλειν θανεῖν· καὶ ὁ μὲν παρὰ τοῖς ἐν Μηδίᾳ Ἐκβατάνοις ἐδόκει πρῴην τὸ
τέλος αὐτὸν καταλήψεσθαι, ὁ δὲ χρησμὸς οὐκ ἐκεῖνα ἐδήλου, ἀλλὰ τὰ ἐν Συρίᾳ Ἐκβάτανα. 
 Ὁ μὲν οὖν μεθ’ ἡμέρας τινὰς τελευτᾷ ἄπαις,

βασιλεύσας ἐπ’ ἔτη ἑπτὰ ἐπὶ πέντε μησίν, ὁ δὲ μάγος 
 
 τοῦ Καμβύσου θανόντος ἀδεῶς ἐβασίλευσεν, ἑαυτῷ τὸν τοῦ Κύρου Σμέρδην ἐπιγραφόμενος.
καὶ πέμψας εἰς πᾶν ἔθνος ὧν ἦρχεν ἀτέλειαν πᾶσιν ἐπ᾿ ἔτη τρία 
ἐκήρυξεν. ἤδη δὲ μῆνας ἄρξας ἑπτὰ ὅστις ἦν ἐγνώσθη· ἐγνώσθη δ᾿ οὕτως. Ὀτάνης ἦν γένει
καὶ πλούτῳ Περσῶν τοῖς πρώτοις ἐνάμιλλος. τούτου θυγατέρα Καμβύσης ἔσχεν, ἣ Φαιδυμίη ἐκέκλητο.
ταύτῃ καὶ ὁ μάγος ἐκέχρητο ὥσπερ καὶ ταῖς λοιπαῖς ἃς εὗρεν εἰς τὰ βασίλεια. πέμψας οὖν ὁ πατὴρ ἠρώτα
λάθρᾳ αὐτὴν εἰ τῷ τοῦ Κύρου Σμέρδῃ εἴθ᾿ ἑτέρῳ τινὶ συνευνάζοιτο. ἡ δὲ μήτ᾿ ἰδέσθαι τὸν
Κύρου Σμέρδην ἀνταπεκρίνατο μήτ᾿ εἰδέναι ᾧτινι συγκοιτάζοιτο. ὁ δὲ καὶ πάλιν στέλλει παρ᾿ αὐτήν,
κινδυνεύειν αὐτῇ ἐντελλόμενος, εἰ δεήσειεν, ἵνα πληρώσῃ πατρικὴν ἐντο- λήν, καὶ
ὑποτιθείς, ὁπηνίκα συγκοιμῷτο τῷ βασιλεῖ καὶ ὑπνώττοντα αὐτὸν γνῷ,
ψαῦσαι τῶν ὤτων αὐτοῦ, καὶ εἰ μὲν ἔχοντα ὦτα γνοίη, εἰδέναι ὡς τῷ Κύρου Σμέρδῃ συγγίνεται· εἰ δὲ μὴ
ἔχοι, τὸν μάγον Σμέρδην αὐτὸν νομίζειν. πείθεται τῷ πατρὶ ἡ Φαιδυμίη, καὶ γνοῦσα τὸν
αὐτῇ συγγινόμενον ὦτα μὴ ἔχοντα, ἐσήμηνε τῷ πατρί. οὐκ εἶχε δ᾿ ὦτα ὅτι ὁ Κῦρός ποτε ταῦτα δι᾿
ἁμάρτημά τι ἀπέτεμεν. ὁ δὲ Ὀτάνης Ἀσπαθίνῃ καὶ Γωβρύᾳ πρωτεύουσι τῶν Περσῶν καὶ αὐτῷ φιλουμένοις
κοινοῦται δὴ τὸ ἀπόρρητον. οἱ δὲ καὶ πρῴην ἐν ὑποψίᾳ ὄντες τοῦ πράγματος εὐθὺς τοὺς
λόγους ἐδέξαντο. ἔδοξεν οὖν αὐτοῖς καὶ ἑτέρους προσ- εταιρίσασθαι. καὶ Ὀτάνης μὲν
ἐπάγεται Ἰνταφέρνην, Γωβρύας δὲ Μεγάβυζον, Ὑδάρνην δὲ Ἀσπαθίνης· καὶ Δαρείω δὲ τῷ Ὑστάσπου υἱῷ ἄρτι
πρὸς Σοῦσα 
 ἐκ Περσίδος ἐλθόντι τὸ ἀπόρρητον ἐκοινώσαντο. ὁ δὲ καὶ ἐδέξατο τὸν λόγον, καὶ πρὸς τὴν
πρᾶξιν αὐτίκα ὁρμᾶν συνεβούλευεν, ἢ τῆς παρούσης ἡμέρας διακε- νῆς παρερχομένης αὐτὸς
ἔλεγε γενέσθαι τῷ μάγῳ μηνυτὴς τῆς ἐπιβουλῆς. ἐπείσθησαν τῇ συμβουλῇ τοῦ Δαρείου καὶ οἶ λοιποί, καὶ
τοῦ ἔργου εἴχοντο. 
 Συνέβη δέ τι καὶ ἕτερον ὃ ἐπισπεῦσαι αὐτοὺς ἠρέθισε τὴν ἐγχείρησιν. εἰδότες γὰρ οἱ μάγοι
ὅτι 
 Πρηξάσπης ἐχειρούργησε τοῦ Σμέρδου τὸν φόνον τοῦ Κύρου παιδός, καὶ
ὅτι διὰ τοῦτο καὶ ἐν αἰτία τοῖς Πέρσαις ἐστίν, προσκαλεσάμενοι αὐτὸν φίλον τε ἐποιοῦντο καὶ ὅρκοις
προκατελάμβανον καὶ λαμπραῖς ὑποσχέσεσι μή τινι αὐτῶν ἐκφῆναι τὸ σόφισμα. καταθεμένου 
δ’ ἐκείνου ποιήσειν ταῦτα, προσεπῆγον συγκαλέσειν τὸ πλῆθος ὑπὸ τὸ τεῖχος τῶν βασιλείων, αὐτὸν δ’
ἐπὶ πύργον ἀναβάντα εἰς ἐπήκοον ἅπασιν ἐκβοῆσαι ὡς ὑπὸ Σμέρδου τοῦ Κύρου υἱέος, οὐχ ὑφ’ ἑτέρου δὲ
βασιλεύονται· φείσασθαι γὰρ αὐτοῦ, καὶ μὴ κτεῖναι αὐτὸν ὡς ὁ Καμβύσης αὐτῷ ἐνετείλατο.
συνθεμένου δὲ καὶ ταῦτα ποιήσειν, συνῆκτο μὲν τὸ πλῆθος, Πρηξάσπης δὲ ἐπὶ τὸν πύργον ἀνῄει,
 καὶ ἔλεξεν ὅσα τοῖς Πέρσαις ἀγαθὰ παρὰ Κύρου γεγόνασι,
προσετίθει δὲ ὡς τὸν ἐκείνου παῖδα τὸν Σμέρδην αὐτὸς ἀνέλοι, τοῦ Καμβύσου βιάσαντος.
τοὺς μάγους δὲ τὴν βασιλείαν ἔχειν ἐπληροφόρει, καὶ ἐπηρᾶτο Πέρσαις, εἰ μὴ αὐτοὺς τίσαιντο. ταῦτα
εἰπὼν ἑαυτὸν κατεκρήμνισε καὶ ἀπέθανεν. 
 Οἱ δὲ ἑπτὰ ἄνδρες ἐν τῇ ὁδῷ τὰ κατὰ τόν Πρηξάσπην μαθόντες ὥρμησαν εὐθὺς ἐπὶ
τὰ βασίλεια καὶ εἰσῄεσαν, παρὰ τῶν φυλάκων μὴ κωλυόμενοι· ᾐδοῦντο γὰρ τὴν ὑπεροχὴν τῶν ἀνδρῶν.
παρελθόντες δ’ εἰς τὴν αὐλὴν ἐνέτυχον τοῖς ἀγγελιαφόροις εὐνούχοις, οἱ σφὰς ἠρώτων ὅτου χρῄζοντες
ἥκοιεν, ἐκώλυόν τε προσωτέρω ἰέναι. οἱ δὲ τοὺς μὲν ἐκεῖ διεχειρίσαντο, αὐτοὶ δὲ
δρομαίως εἰσῄεσαν. οἱ μάγοι δ’ ὄντες ἐντός, καὶ τῶν εὐνούχων γνόντες τὸν θόρυβον,
ἐτράποντο πρὸς ἀλκήν, καὶ ὁ μὲν τὴν αἰχμήν, ὁ δὲ τὸ τόξον
μετεχειρίσαντο. καὶ θάτερος μὲν τῇ αἰχμῇ Ἀσπαθίνην παίει κατὰ μηρόν, τὸν δ’ Ἰνταφέρνην κατ’ ὄψιν,
ὅθεν ἐκεῖνος ἐβλάβη τὸν ὀφθαλμόν· τὰ τόξα δ’ ἢν ἄπρακτα χερσὶν ἐγγύθεν αὐτοῖς χρωμένοις.
καὶ ὁ ταῦτα κατέχων εἰσέδυ πρὸς θάλαμον, συνεισπίπτουσι δ’ αὐτῷ Δαρεῖός τε καὶ Γωβρύας. καὶ ὁ μὲν
συνεπλάκη τῷ μάγῳ, Δαρεῖος δὲ ἀπορῶν διὰ σκότος καὶ δεδιὼς μὴ τὸν ἑταῖρον πλήξῃ, ἔστατο
ἄπρακτος. Γωβρύας δὲ ἤρετο ὅτου χάριν ἀργὸς ἕσταται· ὁ δ’ εἶπε τὸ αἴτιον. καὶ ὅς ὠθεῖτό ξίφος καὶ
δι’ ἀμφοῖν” ἔφησε. καὶ ὁ Δαρεῖος ὦσε τὸ ἐγχειρίδιον, καὶ τοῦ μάγου ἐπέτυχε κτείναντες οὖν καὶ τὸν
ἕτερον οἱ λοιποὶ ἔτεμον τὰς 
 κεφαλὰς καὶ ἀμφοῖν, καὶ τοὺς μὲν δύο τοὺς τραυματίας αὐτῶν διά τε τὰ τραύματα καὶ τὴν
τῆς ἀκροπόλεως φυλακὴν κατέλιπον ἐν αὐτῇ, οἱ λοιποὶ δὲ τὰς κεφαλὰς ἐπιφερόμενοι τῶν μάγων ἐξέθεον
καὶ Πέρσαις ταύτας ἐδείκνυον καὶ ἐξηγοῦντο τὸ γεγονός. οἱ δὲ τὴν ἀπάτην μαθόντες
ἔκτεινον ᾧ ἄν τῶν μάγων ἐνέτυχον.

Επεὶ δὲ κατέστη ὁ θόρυβος καὶ ἤδη τινὲς ἡμέραι παρήλθοσαν, ἐβουλεύοντο περὶ τῆς τῶν
πραγμάτων οἰκονομίας. καὶ Ὀτάνης μὲν δημοκρατίαν ἑλέσθαι παρῄνει, ἀριστοκρατίαν δὲ ὁ
Μεγάβυζος, ὁ δέ γε Δαρεῖος βασιλείαν καὶ αὗθις αἱρήσεσθαι συνεβούλευε. συνέθεντο οὖν τῇ τούτου γνώμῃ καὶ οἱ τέσσαρες οἶ λοιποί· καὶ ἔδοξεν αὐτοῖς ἐπιβῆναι τῶν
ἵππων, καὶ ὅτου ἂν ὁ ἵππος ἡλίου ἀνατείλαντος χρεμετίσῃ ἐν τῷ προαστείῳ γενομένων,
τοῦτον ἔχειν τὴν βασι- 
 λείαν. Δαρεῖος δὲ τὴν βουλὴν τῷ ἱπποκόμῳ αὐτοῦ ἐξηγήσατο. ἦν δὲ σοφὸς ὁ ἀνὴρ καί
“θάρρει, ὦ δέσποτα” ἔφη “ὡς σὴ ἔσται ἡ βασιλεία.” γενομένης οὖν
νυκτὸς θήλειαν ἵππον λαβών, ἣν ὁ Δαρείου ἕστεργεν ἵππος, καὶ δήσας εἰς τὸ προάστειον ἐπήγαγε τὸν ἵππον καὶ περιῆγεν αὐτὸν ἀγχοῦ τῇ θηλείᾳ, καὶ τέλος ἐφῆκεν ὀχεῦσαι τὴν ἵππον. ἕωθεν δὲ
τῶν ἑπτὰ παραγενομένων εἰς τὸ προάστειον καὶ διεξελαυνόντων ἐν
αὐτῷ, ὡς ἐκεῖσε γεγόνασιν ἔνθαπερ ἡ θήλεια ἵππος ἐδέδετο, εἰς μνήμην ταύτης ὁ Δαρείου ἵππος ἰὼν ἐχρεμέτισεν· κἀκ τούτου τῷ Δαρείῳ ἡ βασιλεία προσγέγονεν. οἱ μὲν οὖν τοῦτό φασι
μηχανήσασθαι τὸν Οἰβάρεα, τοῦτο γὰρ τῷ τοῦ Δαρείου ἱπποκόμῳ ὄνομα ἦν, οἱ δ᾿ ἑτεροῖον εἶναί φασι τὸ
τούτου μηχάνημα. τῆς γὰρ ἵππου ἐκείνης, ἣν ὁ Δαρείου ἵππος ἐφίλει, τῶν ἄρθρων
ἐπιψαῦσαι τῇ χειρί, καὶ τὴν χεῖρα κρύπτειν ἐν τῇ ἀναξυρίδι. ἤδη δὲ τοῦ ἡλίου ἀνίσχοντος, καὶ τοὺς
ἵππους ἀναβαινόντων τῶν ἑπτὰ ἐκείνων ἀνδρῶν, προσαγαγεῖν αὐτὸν τὴν χεῖρα τοῖς τοῦ ἵππου τοῦ Δαρείου
μυκτῆρσι, καὶ τὸν αὐτίκα αἰσθόμενον φριμάξασθαί τε καὶ χρεμετίσαι. εἴτ᾿ οὖν οὕτως εἴτ᾿
ἐκείνως ὁ Δαρεῖος τῆς βασιλείας ἐπέτυχεν. 
 
 Οὗτος οὖν ἰδιώτης ὢν ηὔξατο τῷ θεῷ, εἰ γένοιτο βασιλεύς, πάντα τὰ σκεύη τοῦ θεοῦ ὅσα ἦν ἔτι
ἐν Βαβυλῶνι πέμψειν εἰς τὸν ἐν Ἱεροσολύμοις ναόν. ἦν δὲ αὐτῷ πάλαι καὶ πρὸς τὸν
Ζοροβάβελ φιλία, δι᾿ ἣν καὶ σωματοφυλακεῖν μεθ᾿ ἑτέρων δύο ἠξίωτο ἄρτι ἐξ Ἱεροσολύμων πρὸς αὐτὸν
ἀφικόμενος. τῷ δὲ πρώτῳ ἔτει τῆς αὐτοῦ βασιλείας πότον τοῖς μεγιστᾶσιν αὐτοῦ Δαρεῖος ἡτοίμασεν· ὡς
δ᾿ εὐωχηθέντες ἀνέλυσαν, καὶ αὐτὸς παρὰ τῇ κοίτῃ κατέδαρθε. μικρὸν οὖν ὑπνώσας ἀφύπνωσε
καὶ μετὰ τῶν σωματοφυλά- κων ὡμίλει. καὶ τούτων ἑκάστῳ ἀγῶνα λόγου προ- τίθησι· τῷ πρώτῳ μὲν εἰ ὁ οἶνος πάντων κρατεῖ, τῷ δευτέρῳ δὲ εἰ οἱ
βασιλεῖς, τῷ δέ γε λοιπῷ, οὗτος δ᾿ ὁ Ζοροβάβελ ἦν, εἰ αἱ γυναῖκες καὶ αὐτῶν ἡ ἀλήθεια· 
καὶ τῷ νικήσαντι γέρας δώσειν ὑπέσχετο νικητήριον πορφύραν φορεῖν καὶ κίδαριν βυσσίνην καὶ
περιαυχένιον χρύσεον, καὶ ἐν ἐκπώμασι πίνειν χρυσοῖς καὶ ἐπὶ χρυσίου καθεύδειν καὶ ἅρμα
χρυσοχάλινον ἔχειν καὶ μετ᾿ αὐτὸν προεδρεύειν καὶ συγγενῆ καλεῖσθαι αὐτοῦ. ὄρθρου
τοίνυν τοὺς μεγιστᾶνας μεταπεμψάμενος τῶν σωματοφυλάκων ἕκαστον ἐκέλευσε περὶ τοῦ προβλήματος
ἀποφαίνεσθαι. καὶ ὁ μὲν τὴν ἰσχύν ἐξῆρε τοῦ οἴνου, ὡς τὴν τῶν καταχρωμένων ἀπατῶντος διάνοιαν καὶ
τὰς τῶν ψυχῶν δια- 
 θέσεις μεταποιοῦντος καὶ ἄλλους ἐξ ἄλλων ἐργαζομένου τοὺς οἰνωθέντας· ὁ δὲ τὸν βασιλέα
πάντων ὑπερισχύειν ἐφιλοσόφησεν, ὡς τῶν ἀνθρώπων κρατούντων τῶν ἄλλων ἁπάντων διὰ σοφίας, τούτων δ᾿
αὖ οἷς ἅπαντα ὑποτάσσεται κυριευόντων τῶν βασιλέων· ὁ δέ γε Ζοροβάβελ τὰς γυναῖκας
γρειττονεύειν τὴν ἰσχὺν ἀπεφήνατο, ὡς καὶ τῶν βασιλέων δι᾿ αὐτῶν γενομένων καὶ τῶν τὰς ἀμπέλους
φυτευόντων, καὶ πάντων αὐτὰς γονέων τε προτιμόντων καὶ τῶν πατρίδων καὶ τῶν φιλτάτων αὐτῶν· καὶ τῶν
βασιλέων δ᾿ αὐτῶν κρατεῖν τὰς γυναῖκας κολακευόντων αὐτὰς καὶ ταπεινουμένων, εἰ κατά τι
δυσχεραινούσας γνοῖεν αὐτάς· μᾶλλον δὲ τούτων δύνασθαι τὴν ἀλήθειαν, ἐπεὶ καὶ ὁ θεὸς ἀληθής ἐστι καὶ
οὕτω καλεῖται, καὶ τὰ μὲν ἄλλα θνητά , ἀθάνατον δὲ χρῆμά ἐστιν
ἡ ἀλήθεια καὶ ἀΐδιον. πάντων δὲ τῇ γνώμῃ τούτου θεμένων ὡς ἄριστα περὶ τῆς ἀληθείας
φιλοσοφήσαντος, ὁ Δαρεῖος αἰτήσασθαι ὃ βούλεται πάρεξ τῶν ὑπε- σχημένων ἐπέτρεψεν. ὁ
δὲ τῆς εὐχῆς αὐτὸν ἀνἐμνησεν, ἥν, εἰ λάβοι τὴν βασιλείαν, πεποίητο. αὕτη δὲ ἦν, τὸν ἐν Ἱεροσολύμοις
τοῦ θεοῦ κατασκευάσαι ναόν, ἀποκαταστῆσαι δὲ καὶ τὰ σκεύη ὅσα ἔτι ἐν Βαβυλῶνι περιελέλειπτο. καί
“τοῦτο” ἔφη τὸ αἴτημα τὸ ἐμόν.” 
 ἡσθεὶς δ’ ἐπὶ τούτοις ὁ βασιλεὺς γράφει τοῖς σατράπαις κέδρινα ξύλα
χορηγεῖν εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ναοῦ, καὶ συγκατασκευάζειν τὴν
πόλιν τῷ Ζοροβάβελ, καὶ πάντας τοὺς εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἀπελθόντας αἰχμα- λώτους τῶν Ἰσραηλιτῶν
ἐλευθέρους εἶναι καὶ ἀτελεῖς, καὶ τάλαντα δοθῆναι πεντήκοντα εἰς τὴν ἀνέγερσιν τοῦ
ναοῦ. καὶ τὰ σκεύη δὲ πάντα ὅσα ἔτι ἦν παρ’ αὐτῷ ἔπεμψε· καὶ ὅσα Εὖρος περὶ τῶν Ἰουδαίων ἐθέσπισε,
ταῦτα καὶ Δαρεῖος προσδιετάξατο.

Ἡκεν οὐν τούτων γεγονότων εἰς Βαβυλῶνα ὁ Ζοροβάβελ καὶ τοῖς ὁμοφύλοις τὰ παρὰ
τοῦ βασιλέως εὐηγγελισατο· καὶ ὅσοι προτεθύμηντο ἐπανελθεῖν εἰς
Ἱεροσόλυμα, ἀπήεσαν. τὸ δὲ κεφάλαιον τῶν ἀπιόντων όντων ἦν μυριάδες τετρακόσιαι ἐξήκοντα δύο καὶ
ὀκτακισχίλιοι, ἄτερ Λευιτῶν τε καὶ πυλωρῶν καὶ δούλων ἱερῶν καὶ θεραπόντων, οἳ τοῖς
ἀναβαίνουσιν εἵποντο. ἡγεμὼν δὲ τούτων ἦν ὁ Ζοροβάβελ, Σαλαθιὴλ παῖς ἐκ τῆς Ἰούδα φυλῆς, ἀπόγονος
τοῦ Δαβίδ, καὶ Ἰησοῦς υἱὸς Ἰωσεδὲκ τοῦ ἀρχιερέως· πρὸς τούτοις δὲ Μαρδοχαῖος καὶ Σερὲβ ἐκ τοῦ
πλήθους κεχρισμένοι ἄρχοντες ἦσαν. ἀπελθόντες δ' εἰς Ἱεροσόλυμα ἔθυσαν καὶ τῆς
οἰκοδομῆς ἀπήρξαντο τοῦ ναοῦ. καὶ ὁ μὲν ναὸς θᾶττον ἔλαβε τέλος’
ἀπαρτισθέντος δ ἤδη τοῦ ἱεροῦ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται γαῖ οἱ Ἀσὰφ παῖδες ὕμνουν τὸν θεόν. τῶν δὲ
πατριῶν οἱ πρε- 
 
 σβύτεροι τὸν πρὶν ναὸν ταῖς μνήμαις ἀναπολοῦντες, καὶ τὸν ἄρτι γεγενημένον ἐνδεέστερον
ὁρῶντες τοῦ πάλαι, εἰς δάκρυα καὶ θρήνους προήγοντο, καὶ ἡ τούτων οἰμωγὴ ὑπερεφώνει τὴν τῶν
σαλπίγγων ἠχήν. 
 
 Προσίασι δ’ οἱ Σαμαρεῖται τῷ Ζοροβάβελ ἔτι τοὐ ναοῦ ἀνεγειρομένου, ἀξιοῦντες συγκοινωνῆσαι
αὐτοῖς τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ναοῦ. ὁ δὲ τῆς μὲν οἰκοδομῆς αὐτοὺς μετασχεῖν οὐ προσήκατο, προσκυνεῖν δ’
ἐν τῷ ναῷ ἔλεγεν αὐτοῖς ἐφιέναι. πρὸς ταῦτα οἱ Σαμαρεῖται ἠχθέσθησαν, καὶ πείθουσι τὰ
ἐν Συρίᾳ ἔθνη δεηθῆναι τῶν σατραπῶν ἐπισχεῖν τοῦ ναοῦ τὴν ἀνέγερσιν. ἀναβάντες δὲ εἰς Ἱεροσόλυμα οἱ
Συρίας ἐπάρχοντες καὶ Φοινίκης ἠρώτων τίνος συγχωρήσαντος ὡς
φρούριον τὸν ναὸν ἀνεγείρουσι καὶ τῇ πόλει τείχη σφόδρα περιβάλλουσιν ἰσχυρά. Ζοροβάβελ
δὲ καὶ ὁ ἀρχιερεὺς Ἰησοῦς ἐκ Κύρου πρῶτον ἐπιτραπῆναι τὴν οἰκοδομὴν ἔφασαν, εἶτ’ αὖθις ἐκ τοῦ
Δαρείου. οἱ δ’ ἔπαρχοι τῶν τῆς Συρίας καὶ Φοινίκης χωρῶν τὴν μὲν τῶν ἔργων οἰκοδομὴν ἐπισχεῖν οὐκ ἔκριναν, Δαρείω δὲ παραχρῆμα ἔγραψαν. τῶν δὲ Ἰουδαίων κατεπτηχότων μὴ μεταδόξῃ τῷ
βασιλεῖ περὶ ὧν ᾠκονόμησεν, Ἀγγαῖος καὶ Ζαχαρίας οἱ προφῆται θαρρεῖν αὐτοὺς παρώρμων καὶ μηδὲν
ὑφορᾶσθαι ἀβούλητον. πιστεύοντες οὖν τοῖς προφήταις 
 ἐντεταμένως εἴχοντο τῆς οἰκοδομῆς. Δαρεῖος δὲ τὰς ἐπιστολὰς δεξάμενος καὶ τὰς τῶν
Σαμαρειτῶν κατηγορίας, ὅτι τήν τε πόλιν ὀχυροῦσιν Ἰουδαῖοι καὶ τὸν ναὸν οἰκοδομοῦσιν ὡς φρούριον,
καὶ ὅτι Καμβύσης τὴν τούτων ἐκώλυσεν οἰκοδομήν, προσέταξεν ἐν τοῖς βασιλικοῖς
ὑπομνήμασι ζητηθῆναι τὰ περὶ τούτου. καὶ εὑρέθη ἐν Ἐχβατάνοις τῇ βάρει τῇ ἐν Μηδίᾳ γεγραμμένον ὡς τῷ
πρώτῳ ἔτει τῆς αὐτοῦ βασιλείας Κῦρος ἐκέλευσε τὸν ναὸν οἰκοδομηθῆναι τὸν ἐν
Ἱεροσολύμοις καὶ τὸ θυσιαστήριον, καὶ τὴν εἰς ταῦτα δαπάνην ἐκ τῶν βασιλικῶν διετάξατο γίνεσθαι, καὶ
 τὰ τοῦ ναοῦ σκεύη ἀποδοθῆναι, καὶ συλλαβέσθαι πρὸς τὸ ἔργον τοῖς
ἐκεῖσε ἄρχουσιν ἐκέλευσε καὶ τελεῖν τοῖς Ἰουδαίοις εἰς θυσίαν ταύρους καὶ κριοὺς καὶ
ἄρνας καὶ ἐρίφους σεμίδαλίν τε καὶ οἶνον καὶ ἔλαιον. ταῦτα ἐν τοῖς ὑπομνήμασι Δαρεῖος εὑρὼν
ἀντέγραψε τοῖς ἐπεσταλκόσι “τὸ ἀντίγραφον ὑμῖν τῆς ἐπιστολῆς ἐν τοῖς ὑπομνήμασιν εὑρὼν τοῖς Κύρου
 ἀπέσταλκα, καἲ βούλομαι γενέσθαι πάντα ὡς αὐτὴ περιέχει. ἔρρωσθε.’ γνόντες δὲ τὴν τοῦ
βασιλέως προαίρεσιν οἱ τῶν χωρῶν ἐκείνων ἐπιτροπεύοντες συνήργουν τοῖς Ἰουδαίοις. καὶ ᾠκοδομήθη ἐν
ἔτεσιν ἑπτὰ ὁ ναός, καὶ ἔθυσαν οἱ Ἰσραηλῖται θυσίας ἀνα- 
 
 νεωτικὰς τῶν προτέρων ἀγαθῶν. τῆς δὲ τῶν ἀζύμων ἑορτῆς ἐνστάσης
συνερρύη πᾶς ὁ λαὸς ἐκ τῶν κωμῶν εἰς τὴν πόλιν, καὶ τὴν ἑορτὴν ἤγαγον καὶ τὴν πάσχα προσαγορευομένην
θυσίαν ἐτέλεσαν. 
 Κατῴκησαν δ’ ἐν Ἱεροσολύμοις πολιτείᾳ χρώμενοι ἀριστοκρατικῇ μετὰ ὀλιγαρχίας.
οἱ γὰρ ἱερεῖς προεστήκεσαν τῶν πραγμάτων ἄχρις οὗ Ἀσαμωναίου συνέβη βασιλεύειν ἐκγόνους. πρὸ μὲν γὰρ
τῆς αἰχμαλωσίας ἐβασιλεύοντο ἐπὶ ἔτη πεντακόσια τριάκοντα δύο, μήνας ἔξ, ἡμέρας δέκα· πρὸ δὲ τῶν
βασιλέων ἄρχοντες αὐτοὺς διεῖπον οἱ προσαγορευόμενοι κριταὶ καὶ μόναρχοι. καὶ τοῦτον
πολιτευόμενοι τὸν τρόπον ἐπ’ ἔτεσι πλείοσιν ἢ πεντακοσίοις
διήγαγον μετά Μωυσῆν τε καὶ Ἰησοῦν. 
 Οἱ δέ γε Σαμαρεῖς ἀπεχθῶς πρὸς αὐτοὺς διακείμενοι πολλὰ κακὰ τοὺς Ἰουδαίους
εἰργάζοντο. πρέσβεις οὖν ἐξ Ἱεροσολύμων πρὸς Δαρεῖον ἐστάλησαν Ζοροβάβελ καὶ τῶν
ἀρχόντων ἕτεροι τέσσαρες. μαθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς τὰ κατὰ τῶν Σαμαρέων αἰτιάματα, ἔγραψε πρὸς τοὺς
ἱππάρχους τῆς Σαμαρείας καὶ τὴν βουλὴν μήτι ἐνοχλεῖν Ἱουδαίοις, ἀλλὰ καὶ χορηγεῖν αὐτοῖς
ἐκ τοῦ βασιλικοῦ γαζοφυλακίου τόν φόρων τῆς Σαμαρείας πάνθ’ ὅσα πρὸς τὰς θυσίας αὐτοῖς ἐστι
χρήσιμα.

Δαρείου δὲ τελευτήσαντος παραλαβὼν τὴν βασιλείαν ὁ παῖς αὐτοῦ Ξέρξης καὶ τὴν πρὸς θεὸν
εὐσέβειαν διεδέξατο, καὶ πρὸς τοὺς Ἰουδαίους ἔσχε φιλοτιμότατα. ἦν δ' ἐν Βαβυλῶνι τότε Ἔζρας ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ τῶν νόμων Μωυσέως εἰς ἐμπειρίαν ἀκριβέστατος.
οὗτος φίλος τῷ Ξέρξῃ γίνεται, καὶ ἀναβῆναι θελήσας εἰς Ἱεροσόλυμα καί τινας ἐπαγαγέσθαι 
τῶν ἐν Βαβυλῶνι Ἑβραίων, ἐδεήθη τοῦ βασιλέως διὰ γραμμάτων αὐτοῦ γνωρίσαι τοῖς σατράπαις αὐτόν. ὁ δὲ
γράφει ταῦτα. “τῆς ἐμαυτοῦ φιλανθρωπίας ἔργον εἶναι νομίσας τὸ τοὺς βουλομένους τῶν Ἰσραηλιτῶν
συναπαίρειν εἰς Ἱεροσόλυμα, Ἔζρα ἱερεῖ καὶ ἀναγνώστῃ τοῦ θείου νόμου τοῦτο προσέταξα,
καὶ ὁ βουλόμενος ἀπίτω. καὶ ἄργυρος καὶ χρυσὸς ὅσος ἂν εὑρεθείη ἐν τῇ χώρᾳ τῶν Βαβυλωνίων
ὠνομασμένος τῷ θεῷ, τοῦτον πάντα κελεύω εἶς Ἱεροσόλυμα κομισθῆναι. 
σθῆναι. καὶ ὅσα ἂν ἐννοήσῃς, ὦ Ἔζρα, καὶ ταῦτα ἔργασαι, τὴν εἰς αὐτὰ δαπάνην ἐκ τοῦ
βασιλικοῦ γαζοφυλακίου ποιούμενος. καὶ τοῖς ἱερεῦσι δὲ καὶ Λευίταις καὶ πᾶσι τοῖς τοῦ ἱεροῦ
δουλευταῖς μήτε φόρους μήτε ἄλλο τι φορτικὸν ἐπιταγῆναι κελεύω. καὶ σὺ δέ, Εζρα, κατὰ τὴν τοῦ θεοῦ
σοφίαν ἀπόδειξον κριτάς, ὅπως δικάζωσιν ἐν Συρίᾳ καὶ Φοινίκῃ πάσῃ, τοὺς ἐπι- 
 σταμένους τὸν νόμον· καὶ τοῖς ἀγνοοῦσι παρέξεις αὐτὸν μαθεῖν.” λαβὼν δὲ ταύτην Ἔζρας
τὴν ἐπιστολὴν ἀνέγνω ἐν Βαβυλῶνι τοῖς ἐκεῖ Ἰουδαίοις, καὶ τὸ ἀντίγραφον αὐτῆς παρὰ πάντας ἔπεμψε
τοὺς ὁμοεθνεῖς· οἳ ἅπαντες ὑπερήσθησαν. πολλοὶ δὲ αὐτῶν καὶ τὰς κτήσεις ἀναλαβόντες ἦλθον εἰς Βαβυλῶνα, ἵν᾿ ἐπανέλθωσιν εἰς Ἱεροσόλυμα· ὁ δὲ πᾶς λαὸς τῶν
Ἰσραηλιτῶν κατὰ χώραν ἔμεινε. διὸ καὶ δύο φυλὰς ἐπί τε τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Εὐρώπης ῾Ρωμαίοις ὑπηκόους
εἶναί φησιν ὁ Ἰώσηπος, τὰς δὲ δέκα φυλὰς πέραν εἶναι τοῦ Εὐφράτου, μυριάδας οὔσας
ἀπείρους καὶ ἀριθμῷ γνωσθῆναι μὴ δυναμένας. πρὸς Ἔζραν δὲ πολλοὶ τὸν ἀριθμὸν ἀφικνοῦνται καὶ σὺν
αὐτῷ παραγίνονται εἰς Ἱεροσόλυμα. καὶ παραδέδωκεν ὁ Ἔζρας τοῖς γαζοφύλαξιν ἃ ὁ Ξέρξης καὶ οἱ
σύμβουλοι αὐτοῦ καὶ οἱ ἐν Βαβυλῶνι Ἰσραηλῖται τῷ θεῷ ἐδωρήσαντο, εἰς πολλὰ τάλαντα ἀργυρίου καὶ χαλκοῦ συμποσούμενα, καὶ τοῖς τῶν χωρῶν
ἐπιτροπεύουσι τὰ γράμματα τοῦ βασιλέως ἐπέδωκεν. οἱ δὲ τὸ ἔθνος ἐτίμησαν καὶ πρὸς πᾶσαν χρείαν
συνήργησαν. γνοὺς δ᾿ ἔπειτα ὥς τινες τοῦ πλήθους καὶ τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν
ἀλλοεθνεῖς γυναῖκας ἠγάγοντο, ἔπεισεν αὐτοὺς δάκρυσι πολλοῖς καὶ πυκναῖς παραινέσεσιν ἐκβαλεῖν
 τὰς ἀλλοεθνεῖς καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν γεννηθέντα. τῆς ἑορτῆς δὲ τῆς
σκηνοπηγίας ἐπιστάσης σχεδὸν ἅπαν τὸ τοῦ λαοῦ πλῆθος συνεληλυθὸς εἰς αὐτὴν ἠξίωσαν τὸν
Ἔζραν τοὺς νόμους ἀναγνωσθῆναι τοῦ Μωυσέως. καὶ ἀκούσαντες τούτων εἰς δάκρυα προήχθησαν, δυσφοροῦντες περὶ τῶν παρελθόντων. Ἔζρας δὲ μὴ δεῖν ἔφη θρηνεῖν ἑορτῆς
οὔσης, ἑορτάζειν δὲ καὶ εὐωχεῖσθαι καὶ τηρεῖν τοὺς νόμους εἰς τὸ μέλλον. 
 Καὶ ὁ μὲν γηραιὸς ἐτελεύτησεν· τῶν δ᾿ αἰχμα- λωτῶν τις Νεεμίας τὴν κλῆσιν,
οἰνοχόος ὢν τοῦ Ξέρξου, πρὸ τῶν Σούσων περιπατῶν ξένους εἶδέ τινας εἰσιόντας τὴν πόλιν, καὶ ἀκούσας
αὐτῶν ἑβραϊστὶ ὁμιλούντων, προσελθὼν ἐπυνθάνετο πόθεν εἶεν. ἥκειν δ’ ἐκ τῶν Ἰεροσολύμων
εἰπόντων, πῶς αὐτῶν ἔχει τὸ πλῆθος καὶ ἡ μητρόπολις Ἱεροσόλυμα προσηρώτησεν. ἀποκριναμένων δὲ κακῶς
ἔχειν, πολλὰ γὰρ δεινὰ τὰ πέριξ ἔθνη αὐτοῖς ἐπάγειν, ἐδάκρυσεν ὁ Νεεμίας· καὶ τῆς ὥρας ἐπιστάσης, ὡς
εἶχε διακονήσων τῷ βα- 
 σιλεῖ εἰσελήλυθεν. ὁ δὲ βασιλεὺς σκυθρωπὸν αὐτὸν θεασάμενος ἤρετο διότι κατηφιᾷ. ὁ δὲ
τῆς λύπης αἴτια εἶπε τὰ τῆς πατρίδος αὐτοῦ δυστυχήματα, καὶ ἐδέετο συγχωρηθῆναι αὐτῷ πορευθῆναι καὶ
τό τε τεῖχος ἀνεγεῖραι καὶ τοῦ ἱεροῦ τὸ λεῖπον ἀναπληρῶσαι. καὶ ὁ βασιλεὺς κατένευσε
πρὸς τὴν αἴτησιν καὶ δίδωιν αὐτῷ τῆ̣ ἐπιούσῃ ἐπιστολὴν πρὸς τὸν τῆς Φοινίκης καὶ Συρίας καὶ
Σαμαρείας ἐπίτροπον, ἐντελλομένην αὐτῷ τιμῆσαι τὸν Νεεμίαν καὶ χορηγῆσαι τὰς εἰς τὴν οἰκοδομίαν
δαπάνας. ἧκεν οὖν εἰς Ἱεροσόλυμα, πολλῶν αὐτῷ ἐκ τῶν ὁμοφύλων συνεπομένων, πέμπτον καὶ
εἰκοστὸν ἔτος βασιλεύοντος Ξέρξου, καὶ τὴν ἐπιστολὴν τῷ ἐπιτρόπῳ τῶν ῥηθεισῶν χωρῶν ἐπιδέδωκε. τὴν δὲ τοῦ τείχους οἰκοδομὴν διένειμε τῷ λαῷ κατὰ κώμας καὶ πόλεις, ἵν
ὅτι τάχιστα ἀνυσθῇ. καὶ Ἰουδαῖοι μὲν πρὸς τὸ ἔργον παρεσκευάζοντο, οὕτω κληθέντες ἐξ ἧς
ἡμέρας ἐκ Βαβυλῶνος ἀνέβησαν, ἀπὸ γὰρ τῆς Ἰούδα φυλῆς πρώτης ἐλθούσης εἰς ἐκείνους τοὺς τόπους αὐτοί
τε Ἰουδαῖοι καὶ ἡ χώρα ὁμοίως ἐξ αὐτῶν μετωνόμαστο, Ἀμμανῖται δὲ καὶ Μωαβῖται καὶ
Σαμαρεῖται τῇ τῶν τειχῶν οἰκοδομῇ ἤχθοντο, καὶ αὐτοῖς ἐπετίθεντο καὶ πλείστους ἐκτίννυον, καὶ αὐτῷ
τῷ Νεεμίᾳ ἐπεβούλευον. 
 καὶ τὸ μὲν πλῆθος τούτοις ἐκταραττόμενον μικροῦ τῆς οἰκοδομῆς
ἂν ἀπέστη. Νεεμίας δὲ στῖφός τι φυλακῆς ἕνεκα τοῦ σώματος προστησάμενος ἀτρύτως ἐπέμενε νύκτωρ τε
καὶ μεθ’ ἡμέραν τῆς πόλεως τὸν κύκλον περιιών’ καὶ ταύτην τὴν ταλαιπωρίαν ὑπέμεινεν ἐπὶ
διετίαν καὶ μήνας τέσσαρας. ἐν τοσούτω γὰρ χρόνῳ τοῖς Ἱεροσολύμοις τὸ τεῖχος ἀπήρτιστο, ὀγδόῳ καὶ
εἰκοστῷ τῆς Ξέρξου βασιλείας ἔτει, μηνὶ ἐνάτῳ. Νεεμίας δὲ τὴν πόλιν ὀλιγανδροῦσαν ὁρῶν, παρεκάλεσε
τοὺς ἱερεῖς καὶ Λευίτας τὴν χώραν ἐκλιπόντας εἰς τὴν πόλιν μεταναστεῦσαι. ἐτελεύτησε δὲ
Νεεμίας γηραιός, ἀνὴρ χρηστὸς τὸν τρόπον καὶ δίκαιος καὶ
φιλοτιμότατος πρὸς τοὺς ὁμοεθνεῖς.

Τελευτήσαντος δὲ Ξέρξου ἡ βασιλεία εἰς τὸν υἱὸν αὐτοῦ Κῦρον, ὃν καὶ Ἀρταξέρξην καλοῦσι,
μετέπεσε. τῷ γοῦν τρίτῳ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ τοὺς ἡγεμόνας καὶ τοὺς σατράπας τῶν
οἰκείων καλέσας ἐθνῶν ἐφ’ ἡμέρας πολλὰς εἱστία τούτους πολυτελῶς· καὶ ἡ βασίλισσα δὲ Οὐάστη ταῖς
γυναιξὶν ὁμοίως συνεκρότει συμπόσιον. ἣν κάλλει πάσας νικῶσαν ἠθέλησεν ὁ βασιλεὺς τοῖς
αὐτῷ συμποσιάζουσιν ἐπιδεῖξαι, καὶ πέμψας ἥκειν αὐτὴν ἐκέλευε παρὰ τὸ συμπόσιον ἡ δὲ οὐκ ἐπείθετο,
καὶ πολλάκις στείλαντος ἀνένδοτος ἦν. ὠργίσθη οὖν ὁ βασιλεὺς διὰ τὴν ἀπείθειαν. καὶ κοινοῦται τοῖς ἑπτὰ τῶν Περσῶν συμβούλοις τῆς γυναικὸς τὴν
ἀπείθειαν’ οἱ δ’ ἐκβαλεῖν αὐτὴν δείν’ ἔκριναν. καὶ ἡ μὲν ἐκβέβλητο· ὁ δ’ ἤχθετο, πρὸς αὐτὴν ἐρωτικῶς
διακείμενος. οὕτω δ' ἔχοντι συνεβούλευον οἱ φίλοι παρθένους εὐπρεπεῖς πανταχόθεν συναγαγεῖν καὶ τὴν
προκριθεῖσαν ἕξειν γυναῖκα. 
 
 πείθεται τῆ̣ συμβουλῇ ταύτῃ, καὶ πολλῶν παρθένων ἀθροισθεισῶν εὑρέθη τις ἐν Βαβυλῶνι
κόρη Ἰου- δαία τὸ γένος ἐκ φυλῆς τῆς Βενιαμίτιδος, ὀρφανὴ καὶ
ἀμφοῖν τῶν γονέων, παρὰ τῷ θείῳ Μαρδοχαίῳ τρεφομένη, τῶν πρώτων παρὰ τοῖς Ἰουδαίοις·
Ἐσθῆρ ἦν τῇ κόρῃ τὸ ὄνομα. ἡσθεὶς οὖν ταύτῃ ὁ βασιλεὺς εἰς γυναῖκα ταύτην ἠγάγετο, καὶ περιτίθησιν
αὐτῇ τὸ διάδημα. καὶ ὁ θεῖος αὐτῆς ἐκ Βαβυλῶνος εἰς Σοῦσα μετῴκησε,
περὶ τὰ βασίλεια διατρίβων καὶ περὶ τῆς ἀδελφιδῆς πυνθανόμενος. οὔτε γὰρ ἐκείνη δῆλον
τὸ ἔθνος ἐξ οὗπερ ἐτύγχανεν ἔθετο οὔτε ὁ Μαρδοχαῖος τὴν πρὸς αὐτὴν ὡμολόγει συγγένειαν. Ἔθετο δὲ
νόμον ὁ βασιλεὺς ὥστε μηδένα οἱ ἐπὶ τοῦ θρόνου καθημένῳ ἄκλητον προσιέναι, ἢ θνήσκειν 
τὸν οὕτω πρόσ’ ἰόντα ὑπὸ τῶν αὐτῷ παρισταμένων πελεκυφόρων, εἰ μὴ ἐκεῖνος ὃν ἐν χερσὶ κατεῖχε λύγον
ἐξέτεινε πρὸς αὐτόν· ὁ γὰρ τοῦ λύγου ἁπτόμενος ἀκίνδυνος ἠν. ἐπιβουλευσάντων δὲ τῷ βασιλεὶ Ἀρταξέρξῃ
δύο εὐνούχων αὐτοῦ, Βαρνάβαζος οἰκέτης τοῦ ἑτέρου, τὸ γένος ὢν Ἰουδαῖος, συνεὶς τὴν
ἐπιβουλὴν τῷ Μαρδοχαίῳ ἀπήγγειλε, καὶ ὃς διὰ τῆς Ἑσθὴρ τῷ
βασιλεῖ τοὺς ἐπιβούλους ἐμήνυσεν. ὁ δὲ τοὺς μὲν εὐνούχους ἀνεσταύρωσε, τοῦ δὲ Μαρδοχαίου τὸ ὄνομα
ἐκέλευσεν ἐγγραφῆναι τοῖς ὑπομνήμασι καὶ προσμένειν τοῖς βασιλείοις αὐτόν. 
 Αμὰν δὲ φίλον ὄντα τῷ βασιλεῖ ἐς τὰ μάλιστα ἅπαντες προσεκύνουν. Μαρδοχαίου δὲ μὴ
προσκυνοῦντος διὰ τὸν νόμον αὐτόν, μαθὼν ὡς Ἰουδαῖός ἐστιν ἠγανάκτησε καὶ εἶπεν αὐτῷ ὡς οἶ μὲν
ἐλεύθεροι Πέρσαι προσκυνοῦσιν αὐτόν, ὁ δὲ δοῦλος ὢν ἀπαξιοῖ τοῦτο ποιεῖν. προσελθὼν οὐν
τῷ βασιλεῖ κατηγόρει τοῦ ἔθνους παντός, καὶ ᾔτει κελεῦσαι πρόρριζον ἀπολέσθαι αὐτὸ καὶ
μή τι λείψανον αὐτοῦ καταλιπεῖν· ἵνα μέντοι μὴ ζημιωθῇ τοὺς φόρους
αὐτῶν, αὐτὸς ἐπηγγείλατο δώσειν μυριάδας ἀργυρίου τέσσαρας. ὁ μὲν οὖν Ἀμὰν ᾔτει ταῦτα · ὁ δὲ
βασιλεὺς καὶ τὸ ἀργύριον αὐτῷ χαρίζεται καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε χρῆσθαι τούτοις ὡς
βούλεται. αὐτίκα οὖν διάταγμα παρὰ τοῦ Ἀμὰν ἐπέμφθη εἰς πάντα τὰ ἔθνη ὡς ἐκ τοῦ βασιλέως, περιέχον
ταῦτα. ‘‘τοὐς δηλουμένους ὑπὸ τοῦ δευτέρου μου πατρὸς Ἀμὰν κελεύω πάντας σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις
ἀπολέσθαι, καὶ τοῦτο γενέσθαι βούλομαι τῇ τετάρτῃ καὶ δεκάτῃ τοῦ δωδεκάτου μηνὸς τοῦ
ἐνεστῶτος ἔτους.” τούτου κο- μισθέντος τοῦ γράμματος εἰς τὰς πόλεις
καὶ τὰς χώρας, ἡ τῶν Ἰουδαίων ἀπώλεια ἡτοιμάζετο. εἶχον δὲ καὶ οἱ ἐν τοῖς Σούσοις ὁμοίως. 
 
 Ο δὲ Μαρδοχαῖος μαθὼν τὸ γενόμενον, σάκκον ἐνδὺς καὶ καταχεάμενος σποδιὰν ἐβόα ὅτι μηδὲν
ἀδικῆσαν ἔθνος ἀναιρεῖται. καὶ πρὸς τὰ βασίλεια ἐλθὼν ἐκτὸς ἵστατο· οὐ γὰρ ἐξῆν μετὰ τοιούτου
σχήματος εἰσελθεῖν. γνοῦσα δὲ τοῦτο Ἐσθὴρ ἡ βασίλισσα, εὐνοῦχον πρὸς Μαρδοχαῖον
ἀπέστειλε γνωσόμενον ὅτου χάριν πενθεῖ· ὁ δὲ τὰ συμβάντα τῷ εὐνούχῳ ἐγνώρισε, καὶ περὶ τούτων
δεηθῆναι τοῦ βασιλέως τῇ Ἐσθὴρ ἐνετέλλετο. ἡ δὲ μαθοῦσα ταῦτα δηλοῖ αὐτῷ ὅτι, μὴ κληθεῖσα παρὰ τοῦ
βασιλέως, δέδοικεν ὡς ἀποθανεῖται, εἰ ἄκλητος αὐτῷ προσέλθοι. Μαρδοχαῖος δὲ ἐδήλου αὐτῇ
μὴ τὴν ἰδίαν σω- τηρίαν σκοπεῖν, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἔθνους · εἰ δ᾿ οὔ,
ἔσεσθαι μὲν πάντως ἐκείνῳ βοήθειαν ἐκ θεοῦ, αὐτὴν δὲ καὶ τὸν πατρῷον οἶκον αὐτῆς διαφθαρήσεσθαι. ἡ
 δὲ ἐνετέλλετο αὐτῷ εἰς Σοῦσα πορευθέντι παρασκευάσαι τοὺς ἐκεῖ Ἰουδαίους νηστεῦσαι
τρεῖς ἡμέρας ὑπὲρ αὐτῆς. καὶ Μαρδοχαῖος μὲν οὕτως ἐποίησεν, ἡ δ’ Ἐσθὴρ ῥίψασα κατὰ γῆς
ἑαυτὴν μετὰ πενθίμου ἐσθῆτος καὶ ἄτροφος ἐπὶ τρισὶν ἡμέραις διαμείνασα ἐδέετο τοῦ θεοῦ. μετὰ δὲ τὰς
τρεῖς ἡμέρας κόσμον μετκμφιασαμένη βασίλειον, σὺν δυσὶ θεραπαινίσιν, ὧν τῇ μὲν κούφως ἦν
ἐπερειδομένη, ἡ δὲ τὸ βαθὺ τοῦ χιτῶνος καὶ μέχρι τῆς γῆς κεχυμένον ἄκροις ἀπῃώρει δακτύλοις, ἧκε
πρὸς τὸν κρατοῦντα, εἰσῄει δὲ μετὰ δέους. ὡς δὲ κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ θρόνου
βασιλικῶς καθεζομένου ἐγένετο, προσιδόντος 
 αὐτὴν βλοσυρῶς, πάρεσις ὑπὸ δέους λαμβάνει αὐτήν, καὶ τῇ παρὰ
πλευρὰν ἰούσῃ ἐπέπεσεν ἀχανής. ὁ δὲ βασιλεὺς δείσας περὶ τῇ γυναικί, τοῦ θεοῦ προμηθευσαμένου τοῦτο,
ἀνεπήδησεν ἐκ τοῦ θρόνου, καὶ ταῖς ἀγκάλαις αὐτὴν ὑπολαβὼν ἀνεκτᾶτο κατασπαζόμενος καὶ
θαρρεῖν ἐγκελευόμενος καὶ τὴν ῥάβδον ἐκτείνας αὐτοῦ τὴν χρυσῆν καὶ τὸ σκῆπτρον ἐνθέμενος ταῖς χερσὶν
αὐτῆς. ἡ δὲ ἐντεῦθεν ἀναθαρσήσασα ἐφ’ ἑστίασιν αὐτὸν μετὰ τοῦ Ἀμὰν πρὸς αὐτὴν ἠξίου
ἐλθεῖν. ὡς δὲ ἐπένευσε, καὶ παρῆσαν, ἐκέλευεν ἐκείνῃ 6 βασιλεὺς δηλοῦν ὅ, τι βούλεται· μηδενὸς γὰρ ἀτευκτήσειν. ἡ δὲ εἰς τὴν ἐπιοῦσαν φράζειν αὐτῷ τὴν βούλησιν ἔλεγεν, εἰ
πάλιν πρὸς αὐτὴν μετὰ τοῦ Ἀμὰν ἐφ’ ἑστίασιν ἔλθοι. τοῦ δὲ βασιλέως ὑποσχομένου 
περιχαρὴς ὁ Ἀμὰν ἐξῄει· καὶ ἰδὼν τὸν Μαρδοχαῖον ἐν τῇ αὐλῇ ἠγανάκτησεν ὅτι μὴ αὐτῷ προσεκύνησε. καὶ
οἴκοι ἐλθὼν πρὸς τὴν γυναῖκα καὶ τοὺς φίλους διηγεῖτο οἵκοι καὶ παρὰ τῆς βασιλίσσης ἀπολαύει τιμῆς
καὶ ὡς ἄχθεται τὸν Μαρδοχαῖον βλέπων ἐν τῇ αὐλῇ. τῆς δὲ γυναικὸς αὐτοῦ κελεῦσαι κοπῆναι
ξύλον πεντήκοντα πήχεων, καὶ πρωὶ παρὰ τοῦ βασιλέως αἰτησάμενον ἀνασταυρῶσαι 
 τὸν Μαρδοχαῖον, τὴν γνώμην ἀποδεξάμενος προσέταξε τοῖς οἰκέταις ξύλον
ἑτοιμάσαι καὶ στῆσαι τοῦτο ἐν τῇ αὐλῇ πρὸς τιμωρίαν Μαρδοχαίου. 
 Καὶ τὸ μὲν ἦν ἕτοιμον· ὁ δὲ θεὸς τῆς νυκτὸς ἐκείνης ἀφαιρεῖται τὸν ὕπνον τοῦ βασιλέως. ὁ δὲ
 ἀγρυπνῶν τὸν γραμματέα κομίσαντα τῶν ἰδίων πράξεων τὰ ὑπομνήματα ἀναγινώσκειν ἐκέλευσε.
καὶ ἀναγινωσκομένων εὑρέθη μηνυτὴς Μαρδοχαῖος γενόμενος τῷ βασιλεῖ ἐπιβουλῆς εὐνούχων. φράσαντος δὲ
τοῦτο μόνον τοῦ γραμματέως καὶ μεταβάντος ἐφ’ ἑτέραν πρᾶξιν, ἐπέσχεν ὁ βασιλεύς,
πυθόμενος εἰ ἔχει γέρας αὐτῷ δοθὲν ἀναγεγραμμένον. ὡς δ’ ἤκουσε μηδὲν εἶναι, τίς εἴη τῆς νυκτὸς ὥρα
ἤρετο· μαθὼν δὲ ὡς ὄρθρος ἤδη ἐστίν, ἐκέλευσε τῶν φίλων ὃν ἂν πρὸ τῆς
αὐλῆς εὕρωσιν εἰσκαλεῖν. εὑρέθη δὲ ὁ Ἀμάν, ταχύνας ἵνα τὸν Μαρδοκαῖον αἰτήσηται.
κληθέντι δὲ εἶπεν ὁ βασιλεύς ‘‘συμβούλευσόν μοι πῶς ἂν τιμήσαιμί τινα στεργόμενον ὑπ’ ἐμοῦ.” ὁ δὲ
λογισάμενος, ἣν ἂν δῷ γνώμην, ὑπὲρ ἑαυτοῦ δώσειν, στέργεσθαι γὰρ αὐτὸν ὑπὸ τοῦ βασιλέως 
τῶν ἄλλων μᾶλλον, ”εἰ βούλοιο” ἔφη “τοῦτον δοξάσαι, ποίησον ἐφ’ ἵππου βαδίζειν τὴν αὐτήν σοι ἐσθῆτα
φοροῦντα καὶ περιαυχένιον χρυσοῦν ἔχοντα, καὶ προιόντα τῶν ἀναγκαίων σου φίλων ἕνα κηρύσσειν δι’
ὅλης τῆς πόλεως ὅτι ταύτης τυγχάνει τῆς τιμῆς ὃν ἂν βασιλεὺς τιμήσῃ. ἡσθεὶς οὑν τῇ
παραινέσει ραινέσει ὁ βασιλεύς “ ἐπιζήτησον” φησί‘ “Μαρδοχαῖον
τὸν Ἰουδαῖον, καὶ δοὺς ἐκείνῳ τὸν ἵππον καὶ στολὴν καὶ τὸ στρεπτόν, προάγων αὐτοῦ κήρυττε σὺ γάρ μοι
φίλος ἀναγκαιότατος. ταῦτα δὲ αὐτῷ παρ’ ἐμοῦ ἔσται σώσαντί μου τὴν ψυχήν. τούτων
ἀκούσας συνεχύθη, καὶ πληγεὶς ὑπὸ ἀμηχανίας ὅμως ἔξεισιν ἄγων τὸν ἵππον καὶ τὴν
πορφύραν καὶ τὸ στρεπτόν. καὶ τὸν Μαρδοχαῖον πρὸ τῆς αὐλῆς εὑρὼν σάκκον ἐνδεδυμένον ἐκέλευεν
ἐνδύσασθαι τὴν πορφύραν. ὁ δέ ”κάκιστε” εἶπεν “ἀνθρώπων, οὕτως ἡμῶν ταῖς συμφοραῖς
ἐγγελᾷς;” γνοὺς δὲ ὡς γέρας αὐτῷ ταῦτα ἀντὶ τῆς σωτηρίας παρέσχεν ὁ βασιλεύς, μηνύσαντι τὴν τῶν
εὐνούχων ἐπιβουλήν, ἐνδύεται Β τὴν πορφύραν καὶ περιτίθεται τὸ περιαυχένιον, καὶ ἐπιβὰς τὸν ἵππον ἐν
κύκλῳ περιῄει τὴν πόλιν, προϊόντος Ἀμὰν καὶ κηρύσσοντος ὅτι οὕτως τιμᾷ βασιλεὺς ὃν ἂν
στέρξῃ. 
 Ο μὲν οὑν τὴν πόλιν περιελθὼν πρὸς τὸν βασιλέα

ἐπάνεισιν, Ἀμὰν δὲ οἴκοι ὑπέστρεψε καὶ τὰ συμβάντα κλαίων τῇ γυναικὶ διηγεῖτο. ἐν τούτοις
ἡκον 
 ἐκ τῆς Ἐσθὴρ εὐνοῦχοι, ἐπὶ τὸ δεῖπνον τὸν Ἀμὰν ἐπισπεύδοντες. εἶς δὲ τούτων ἰδὼν τὸν
σταυρὸν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, καὶ μαθὼν παρά του τῶν οἰκετῶν ὡς ἐπὶ Μαρδοχαῖον τοῦτον ἡτοίμασαν πρὸς
τιμωρίαν αἰτηθησόμενον, τότε μὲν ἀπῆλθεν, ὡς δ' ἡ εὐωχία 
πρὸς τέλος ἠν, ἐπέτρεπε τῇ βασιλίσσῃ λέγειν ὁ βασιλεὺς τίνα αἰτεῖ, ἡ δὲ τὸν τοῦ λαοῦ κίνδυνον
ἀπωδύρετο, καὶ μετὰ τοῦ ἔθνους ἔλεγεν ἐκδεδόσθαι καὶ αὐτὴ πρὸς ἀπώλειαν, καὶ τὸν Ἀμὰν ταῦτα ἐπῆγεν
αἰτήσασθαι. ταραχθέντος δὲ πρὸς τοῦτο τοῦ βασιλέως λέως καὶ ἐκπεπηδηκότος τοῦ
συμποσίου, τῆς Ἐσθὴρ ὁ Ἀμὰν ἐδέετο· καὶ ἐπὶ τῆς κλίνης πεσόντος καὶ ἱκετεύοντος τὴν βασίλισσαν,
ἐπεισελθὼν ὁ βασιλεύς “ὦ κάκιστε εἶπε, “καὶ καὶ βιάζεσθαί μου τὴν γυναῖκα ἐπιχειρεῖς;” ἐν τούτοις
παρὼν ὁ εὐνοῦχος περὶ τοῦ σταυροῦ εἶπεν ὃν εἶδεν ἐπὶ Μαρδοχαῖον ἡτοιμασμένον. 
 
 καὶ ὁ βασιλεὺς αὐτίκα κελεύει τὸν Ἀμὰν ἐπ’ ἐκείνου τοῦ σταυροῦ κρεμασθῆναι. καὶ ὁ μὲν
οὕτως ἀπώλετο, τὴν δὲ οὐσίαν αὐτοῦ δῶρον ἔσχηκεν ἡ βασίλισσα. γνοὺς δὲ τὴν πρὸς Ἐσθὴρ τοῦ Μαρδοχαίου
συγγένειαν ὁ βασιλεὺς δίδωσιν αὐτό τὸν δακτύλιον ὃν ἔδωκε πρὶν τῷ Ἀμάν. καὶ ἡ βασίλισσα
τὴν κτῆσιν τῷ Μαρδοχαίῳ παρέσχετο, καὶ τοῦ κινδύνου ἀπαλλάξαι τὸ τῶν Ἑβραίων ἔθνος τοῦ βασιλεώς
ἐδέετο. καὶ ὃς γράφειν ἃ βούλεται ἐξ ὀνόματος αὐτοῦ ἐφῆκε περὶ
τοῦ ἔθνους. τὰ δὲ γραφέντα ἤσαν τοιαῦτα. τοῦ μὲν Ἀμὰν κατηγόρουν ὡς πονηροῦ καὶ
ἀγνώμονος καὶ αἰτησαμένου ἔθνους ἀπώλειαν μηδὲν ἀδικήσαντος, τὸν δέ γε Μαρδοχαῖον σωτῆρα ἐκάλουν,
καὶ τοὺς Ἰουδαίους τὸν ἄριστον πολιτευομένους τρόπον καὶ τὸν θεόν σεβομένους, καὶ οὐ μόνον σφάς τῆς τιμωρίας ἀπέλυον εἰς ἣν ὁ Ἀμὰν αὐτοὺς ἐξῃτήσατο, ἀλλὰ καὶ τιμῆς ἠξίουν καὶ τοῖς
ἰδίοις νόμοις χρωμένους ζῆν μετ’ εἰρήνης ἐπέτρεπον, καὶ ἐδίδουν ἀμύνεσθαι τῇ τρισκαιδεκάτῃ ἑκάτῃ
ἡμέρᾳ τοῦ δωδεκάτου μηνός, ὅς ἐστιν Ἄδαρ, χοῦς αὐτοὺς ἀδικήσαντας, καὶ τοῖς τῶν χωρῶν
σατράπαις ἐκέλευον βοηθεῖν αὐτοῖς, ἵνα τοὺς ἐχθροὺς μετελεύ- σονται. 
 
 Οἱ δὲ ἐν Σούσοις Ἰουδαῖοι τὰ κατὰ τὸν Μαρδοχαῖον γνόντες, κοινὴν τὴν εὐπραγίαν ἡγήσαντο,
καὶ κατὰ τὴν τρισκαιδεκάτην τοῦ Ἄδαρ μηνός, ὃς Μακεδόνας Δύστρος ὠνόμασται, οἵ τε ἐν
Σούσοις Ἰουδαῖοι περὶ πεντακοσίους ἀπέκτειναν τῶν ἐχθρῶν, καὶ οἱ ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσί τε καὶ χώραις
ἑπτακιδμυρίους καὶ πεντακισχιλίους ἀπώλεσαν. οἶ δ' ἐν Σούσοις καὶ τῇ ἐξῆς ἡμέρᾳ
τριακοσίους διέφθειραν, τοῦτο αἰτησαμένης Ἐσθῆρ· καὶ οἱ δέκα τοῦ Ἀμὰν παῖδες
ἀνεσταυρώθησαν, χαρισαμένου καὶ τοῦτο τοῦ βασιλέως αὐτῇ. τὴν δὲ τεσσαρεσκαιδεκάτην τοῦ μηνὸς
ἑορτάσιμον τὸ ἔθνος ἅπαν ἐποίησε. καὶ ἔκτοτε τὰς ἡμέρας καὶ ἄμφω ἑορτάζουσι, φρουραίας ταύτας 
 προσαγορεύοντες. ὁ δὲ Μαρδοχαῖος μέγας τε ἢν καὶ συνδιεῖπε τῷ βασιλεῖ τὴν ἀρχήν. 
 Τῆς δ’ ἀρχιερωσύνης εἰς Ἰωάνναν μεταπεσούσης τὸν υἱὸν Ἰωδαί, ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Ἰησοῦς, φίλος
ὢ Βαγώα τοῦ στρατηγοῦ τῆς Ἀρταξέρξου δυνάμεως, ὑπόσχεσιν ἔσχε τὴν ἀρχιερωσύνην λαβεῖν.
διὰ ταύτην γοῦν τὴν αἰτίαν ὁ Ἰωάννας παροξυνθεὶς ἐν τῷ ναῷ ἀνεῖλε τὸν ἀδελφόν. καὶ ὁ Βαγώας εὐθὺς
ἐπιστὰς εἰς τὸν ναόν τε εἰσῆλθεν εἰπὼν ὡς “εἰ οἱ τὸν φόνον ἐν τῷ ναῷ τολμήσαντες εἰσέρχονται ἐν
αὐτῷ, κἀγὼ εἰσελεύσομαι καθαρώτερος τυγχάνων αὐτῶν,’ καὶ ἐπ’ ἔτεσιν ἑπτὰ τοὺς Ἰουδαίους
ἐκάκωσε. τοῦ Ἰωάννα δὲ τὴν ζωὴν καταστρέψαντος διαδέχεται τὴν
ἀρχιερωσύνην ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰωάδ. ἢν δὲ καὶ τούτῳ ἀδελφὸς Μανασσῆς, ᾠ Σαναβαλέτης σατράπης Δαρείου τοῦ τελευταίου βασιλέως Περσῶν τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα συνῴκισε, Νικασὼ καλουμένην. οἱ δὲ τῶν
Ιεροσολυμιτῶν λογάδες ἐστασίαζον, ὅτι ἀλλοφύλῳ συνῴκησεν ὁ τοῦ ἀρχιερέως ἀδελφός, καὶ ἢ
διαζεύγνυσθαι ταύτης ἐκέλευον ἢ τοῦ θυσιαστηρίου ἀπέχεσθαι. ὁ δὲ πρὸς τὸν πενθερὸν
ἀφικόμενος διηγήσατο ταῦτα. τοῦ δὲ Σαναβαλέτου καὶ τὴν ἱερωσύνην αὐτῷ τηρήσειν ὑπισχνουμένου καὶ ἀρχιερέα ἀποδείξειν καἲ ἡγεμόνα ὧν αὐτὸς ἦρχε τόπων, εἰ τῆς αὐτοῦ
θυγατρὸς μὴ ἀπόσχοιτο, καὶ ναὸν οἰκοδομήσειν ἐπὶ 
 τοῦ Γαριζὶν ὄρους, ὃ τῶν κατὰ Σαμάρειαν ὀρῶν ἐστιν ὑψηλότατον, τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις
κρείττονα ἐπαγγελλομένου μετὰ γνώμης τοῦ βασιλέως Δαρείου, ἐπαρθεὶς τούτοις ὁ Μανασσῆς
κατέμενε παρὰ τῶ Σαναβαλέτῃ. πολλῶν δὲ καὶ ἄλλων ἱερέων καὶ Ἰσραηλιτῶν τοιούτοις γάμοις
ἐμπεπλεγμένων πάντες συνῃεσαν πρὸς τὸν Μανασσῆν. ὁ μὲν οὑν Σαναβαλέτης τῷ βασιλεῖ Δαρείω τὴν περὶ
τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ναοῦ ἐν Γαριζὶν ἀξίωσιν προσάγειν ἡτοίμαστο, ὁ δὲ τῷ Ἀλεξάνδρῳ
συμβαλὼν ἐν Ἰσσῷ τῆς Κιλικίας καὶ ἡττηθεὶς ἔφυγεν. ἀπογνοὺς οὖν ὁ
Σαναβαλέτης Δαρεῖον τῷ Ἀλεξάνδρῳ πρόσεισι σὺν ὀκτάκις χιλίοις τῶν ὑπ’ αὐτόν, καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς
τόπους ὧν ἦρχεν ἔλεγε παραδιδόναι αὐτῷ. προσδεξαμένου δὲ τοῦ Ἀλεξάνδρου αὐτόν, θαρρῶν
ἤδη περὶ τοῦ γαμβροῦ καὶ τῆς τοῦ ναοῦ ἀνεγέρσεως ἐν τῷ Γαριζὶν προσῆγεν ἀξίωσιν. καὶ ἐπιτραπεὶς τὴν
οἰκοδομήν, σύν πάσῃ σπουδῇ τὸν ναὸν ᾠκοδόμησε, καὶ Μανασσῆν τὸν γαμβρὸν ἀρχιερέα
κατέστησεν.

Ἐπεὶ δὲ μνείαν τοῦ Ἀλεξάνδρου ὁ τῆς ἱστορίας λόγος πεποίηται, καλὸν καὶ τούτου τὰς πράξεις
τε καὶ τὰ ἤθη καὶ ὅθεν κἀκ τίνων ἔφυ κατ’ ἐπιδρομὴν διηγήσασθαι, καὶ
οὕτως αὖθις ἐπαναγαγεῖν τὸν λόγον πρὸς τὴν συνέχειαν· καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ τοῖς
Ἱεροσολύμοις οὗτος ὁ βασιλεὺς ἐπεδήμησε, καί τι θαύματος ἄξιον γέγονε πρὸς τὸν ἀρχιερέα καὶ τόν λαὸν
ἐξ αὐτοῦ, καὶ αὐτός τι θεῖον ὅραμα διηγήσατο, ὡς Ἰώσηπος ἱστορεῖ· ἃ προι·ὼν ὁ λόγος μετὰ τὴν περὶ
 αὐτοὶ ἱστορίαν διδάξει. 
 Οὗτος Φιλίππου μὲν ἦν τοῦ Μακεδόνων βασιέως υἱὸς ἐξ Ὀλυμπιάδος αὐτῷ γεννηθείς, μυθεύεται δὲ
Ἄμμωνος εἶναι υἱός, ἐν εἴδει δράκοντος τῇ Ὀλυμ- 
 πιάδι συνευνασθέντος· Ἄμμωνα δὲ τὸν Δία φασίν. ἀλλὰ τοῦτο μὲν μῦθος’ λέγεται δὲ τὴν
μητέρα αὐτοῦ πρὸ τῆς νυκτὸς ᾗ τῷ Φιλίππῳ συγκατηυνάσθη ἐν ὀνείρῳ
δόξαι κεραυνὸν ἐμπεσεῖν αὐτῆς τῇ γαστρί, κἀκ τούτου πῦρ ἐξαφθῆναι πολύ, καὶ τοῦτο πάντῃ
φερόμενον διαλυθῆναι. μετὰ δὲ τὸν γάμον ὁ Φίλιππος καθ’ ὕπνους ἐδόκει σφραγῖδα τῇ γαστρὶ τῆς
γυναικὸς ἐπιβαλεῖν, ἐγγεγλύφθαι δὲ τῇ σφραγῖδι λέοντα. οἶ μὲν οὖν ἄλλοι μάντεις ἄλλως τὸν ὄνειρον
 ἔκρινον, Ἀρίστανδρος δὲ κύειν ἔφη τὴν σφραγισθεῖσαν· μὴ γὰρ δὴ σφραγίζεσθαι τὰ κενά·
θυμοειδῆ δ’ ἀποβήσεσθαι καὶ λεοντώδη τὸν τεχθησόμενον. ἐγεννήθη δὲ καθ’ ἣν ἡμέραν ἐν Ἐφέσῳ ὁ ναὸς
τῆς Ἀρτέμιδος ἐνεπέπρηστο· ὅτε καί τινες ἐκεῖ παρόντες 
 τῶν μάγων διαθέοντες ἄτην καὶ συμφορὰν βαρεῖαν τῆν’ ἡμέραν ἐκείνην τῇ Ἀσίᾳ τεκεῖν
ἔλεγον. 
 Ἦν δὲ τὴν χρόαν λευκὸς ὁ Ἀλέξανδρος, ἡ λευκότης δ' ἐφοινίσσετο περὶ τὸ στῆθος μάλιστα καὶ
τὸ πρόσωπον, καὶ ἡδεῖά τις ἐκ τοῦ χρωτὸς αὐτοῦ ἀπέπνει ἀποφορὰ κἀκ τοῦ στόματος. τούτου
δ’ αἴτιον ἡ θερμότης ἂν εἴη τοῦ σώματος· πυρῶδες γὰρ ὄν καὶ πολύθερμον ἀνήλισκε τὰ ὑγρὰ καὶ οὐδὲν
ἐπιπολάζαιν αὐτοῦ τῷ σώματι σηπεδονῶδες εἴα. παρενέφαινε δὲ παιδόθεν τὴν ἐμβρίθειαν τοῦ φρονήματος.
 
 ποδώκης γὰρ ὤν, πρὸς τοὺς ἐρομένους εἰ Ὀλυμπἰασιν ἀγωνίσεται στάδιον εἶπεν‘‘ “εἰ
βασιλεῦσιν ἄντα γωνίσασθαι ἔμελλον.” εἰ δὲ πόλις τις τῶν ἐπιφανῶν ἁλοῦσα παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτό
ἀπηγγέλη ἢ ἐν μάχῃ νίκη γεγονυῖα περιφανής, ὥσπερ ἀχθόμενος τοῖς ἥλιξιν ἔλεγεν ὡς
“οὐδὲν ἐμοὶ σὺν ὑμίν ὁ πατὴρ ἀπολείψει λαμπρόν τι ἔργον ἐνδείξασθαι.’ τοῦ Βουκεφάλα δ' ἵππου
κομισθέντος Φιλίππῳ τρισκαίδεκα ταλάντων τιμῆς, καὶ μήτε ἀναβάτην προσιεμένου, ὡς τῷ
Φιλίππῳ ἐδείκνυτο, μήτε φωνὴν ὑπομένοντος, 
 κἀντεῦθεν δυσχρήστου δόξαντος κομιδῇ, ”οἷον ἵππον” ὁ Ἀλέξανδρος ἔφη
“μὴ εἰδότες χρήσασθαι ἀποπέμπονται.” καὶ ὁ πατὴρ ἐπιτιμῶν αὐτῷ εἶπε “σὺ δὲ χρήσασθαι 
δυνήσῃ αὐτῷ;” ὁ δ’ ἀπεκρίθη “βέλτιον ἂν ἑτέρου τούτῳ χρησαίμην.” καὶ χρήσασθαι τῶ ἵππω ἐπιτραπείς,
παραλαβὼν τὴν ἡνίαν ἐπέστρεψε πρὸς τὸν ἥλιον, συνεὶς ἴσως ὅτι τῇ σκιᾷ πρὸ αὐτοῦ σαλευομένῃ
ἐταράττετο. βραχὺ δὲ καταψήσας αὐτὸν ἀνέθορε καὶ ἐπέβη αὐτοῦ, καὶ παρακ·αλπάσας μικρὸν
ἐφῆκε πρὸς δρόμον ἠγωνίων δ’ οἱ βλέποντες. ἤδη δ' ἐπιστραφέντος σὺν
φρονήματι καὶ χαρᾷ, οἱ μὲν περὶ Φίλιππον ἀνεβόησαν, ἐκεῖνος δὲ χαρμόσυνα προήνεγκε δάκρυα, καὶ
φιλήσας τὸν παῖδα “ζήτει, τέκνον ἔφη, σοὶ βασιλείαν ἀνάλογον· Μακεδονία γάρ σε οὐ
χωρεῖ.’ ἦν δὲ ἡ φύσις αὐτῷ δυσκίνητος μὲν ἐπιτασσομένῳ, εἰ δὲ λόγῳ τις αὐτὸν καὶ πειθοῖ μετῄει,
πειθήνιος. ὡμίλησε δὲ τῷ Ἀριστοτέλει, μετασχὼν τασχὼν οὐ μόνον τοῦ ἠθικοῦ καὶ πολιτικοῦ λόγου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπορρητοτέρων, οὑς οὐκ ἐκοινοῦντο πολλοῖς, ἐποπτικούς καὶ ἀκροαματικοὺς
καλοῦντες αὐτούς. φέρεται γὰρ πρὸς Ἀριστοτέλην αὐτοῦ ἐπιστόλιον 
οὕτως ἔχον “οὐχ ὀρθῶς ἐποίησας ἐκδοὺς τοὺς ἀκροαματικοὺς τῶν λόγων’ τίνι γὰρ τῶν ἄλλων διοίσομεν,
 εἰ καθ’ οὓς ἐπαιδεύθημεν λόγους οὗτοι πάντων ἔσονται κοινοί;” ὁ δὲ ἀντεπέστειλεν ὡς
“ἐκδέδονται καὶ οὐκ ἐκδέδονται,” διὰ τούτων δηλῶν τὴν ἀσάφειαν καὶ τὸ δυσκατάληπτον. καὶ τῆς
ἰατρικῆς δὲ οὐ τὸ θεωρητικὸν μετῄει μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν πρᾶξιν αὐτήν. αὐτήν.
ἑξκαιδεκέτης δὲ γεγονώς, καὶ τοῦ φρονήματος καὶ τῆς ἀνδρείας ἀπόπειραν ἤδη διδούς, 
ὑπερηγαπᾶτο πρὸς τοῦ πατρός’ διὰ δὲ τοὺς παρ’ ἡλικίαν ἔρωτας τοῦ Φιλίππου καὶ τὸ τῆς μητρὸς
ζηλότυπον καὶ βαρύθυμον ὁ Ἀλέξανδρος ἔσχε πρὸς τὸν πατέρα διαφοράς.

Παυσανίου δὲ τὸν Φίλιππον κτείναντος παρέλαβε τὴν βασιλείαν
εἴκοσι τυγχάνων ἐτῶν. καὶ τεταραγμένων πάντοθεν τῇ ἀρχῇ τῶν πραγμάτων, τόλμῃ καὶ βάρει φρονήματος
αὐτὰ ταχὺ κατεστήσατο, τὰς μὲν Θήβας ἑλὼν καὶ κατασκάψας καὶ τοὺς ἁλόντας Θηβαέων 
ἀποδόμενος, Ἀθηναίοις δέ γε σπεισάμενος. ὅτε καὶ Τιμόκλειαν γυναῖκα Θηβαίαν καὶ τῶν ἐπιφανῶν Θρᾷξ
τις τῶν ἡγεμόνων κατᾐσχυνε βιασάμενος, ἕνος εἶτα περὶ χρημάτων ἀνέκρινεν. ἡ δὲ μόνον αὐτὸν
ἀπολαβοῦσα εἰς φρέαρ ἀπήγαγεν, ἐν τούτῳ φαμένη τῶν κειμηλίων κατακρύψαι τὰ κάλλιστα.
τοῦ δ' ἡγεμόνος ἐπικλιθέντος τῷ στομίῳ τοῦ φρέατος, ὦσεν αὐτὸν ἡ γυνὴ
κατ’ αὐτοῦ καὶ λίθους ἄνωθεν βαλοῦσα ἔκτεινεν. ἣν δέσμιον πρὸς αὐτὸν ἀχθεῖσαν ἠρώτησεν ὁ Ἀλέξανδρος
ἥτις εἴη. ἡ δὲ ἀτρέστως Θεαγένους εἰμὶ ἀδελφή ἀπεκρίνατο, “ὅς πρὸς Φίλιππον ᾑρέθη
στρατηγὸς καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλήνων ἐλευθερίας ἀγωνιζόμενος ἔπεσεν.’ ἀγάμενος οὖν τήν τε μεγαλοφροσύνην
τῆς γυναικὸς ὁ Ἀλέξανδρος καὶ τὸ παράστημα τῆς ψυχῆς ἐλευθέραν σὺν τοῖς τέκνοις ἀπέλυσε. πρὸς Διογένην δὲ τὸν Σινωπέα περὶ Κόρινθον διατρίβοντα ἀπελθών, καὶ ἡλίῳ θαλπόμενον εὑρηκώς,
ἠσπάσατό τε τὸν ἄνδρα καὶ εἴ τινος δέοιτο ἤρετο. ὁ δὲ τῆς τοῦ ἡλίου εἶπεν ἀλέας δεῖσθαι, καὶ
μεταστῆναι αὐτὸν ἠξίου. ἀπιόντος δὲ τοῦ Ἀλεξάνδρου οἱ 
περὶ αὐτὸν κατεγέλων τοῦ Διογένους· ὁ δὲ πρὸς 
 αὐτοὺς ἔφη, θαυμάζων τὸ ὑπεροπτικὸν τοῦ ἀνδρός, ὡς εἰ μὴ Ἀλέξανδρος ἥμην, Διογενὴς ἂν
ἥμην.” 
 
 Ὁρμήσας δὲ εἰς τὴν ἐν τῇ Ἀσίᾳ στρατείαν οὐ πρότερον τῆς νηὸς ἐπέβη πρὶν τῷ μὲν τῶν ἑταίρων
ἀγρόν ἀπονεῖμαι, τῷ δὲ κώμην, τῷ δὲ πρόσοδον ἄλλην. τοῦ δὲ Περδίκκου “τί δ’, ὧ βασιλεῦ,
σεαυτῷ καταλείπεις; εἰπόντος, ‘τὰς ἐλπίδας ἐκεῖνος ἀντέφησε. διαβάντι δὲ τὸν Ἑλλήσποντον οἱ τοῦ
Δαρείου σατράπαι μετὰ βαρείας δυνάμεως περὶ τὴν τοῦ Γρα- νίκου
διάβασιν αὐτῷ συνηντήκεισαν. τῶν δὲ περὶ αὐτὸν τὸ βάθος δεδιότων τοῦ ποταμοῦ, τοῦ
ῥοθίου τε τὴν φορὰν καὶ τὴν ἐπὶ τούτοις τῶν πολεμίων ἐπίθεδιν, ἐκεῖνος σὺν ἴλαις ἱππέων τρισκαίδεκα
ἐμβάλλει τῷ ῥεύματι, πρὸς αὐτὸ ἀποκινδυνεύων καὶ πρὸς τοὺς ἐναντίους καὶ πρὸς ἀποβάσεις ὀχθώδεις καὶ
ἀπορρῶγας. διὸ καὶ μανικῶς μᾶλλον, ἀλλ’ οὐ στρατηγικῶς ἔδοξε τότε ποιήσασθαι τὴν
διάβασιν. οὕτω δὲ διαβὰς φύρδην ἠναγκάζετο μάχεσθαι. καὶ πολλῶν πρὸς αὐτὸν ὡρμηκότων, ἦν γὰρ ἐκ τῶν
ὅπλων διάδηλος, ἀκοντισθεὶς μὲν οὐκ ἐτρώθη, κοπίδι δὲ τὸ κράνος 
 αὐτοῦ πλήξαντός τινος, μέχρι τοσούτου τοῦ κράνους καθίκετο ἡ πληγὴ ὡς
καὶ τῶν τριχῶν αὐτοῦ παραψαῦσαι τὴν κοπίδα. τῆς μάχης δ' οὕτω σὺν συνιδταμένης τὸν Γράνικον αἱ
Μακεδονικαὶ δυνάμεις διαβεβήκασι· καὶ οἱ τοῦ Δαρείου οὐκέτι ἀντεῖχον, ἀλλ’ ἔκλιναν εἶς
φυγήν. ἐκ γοῦν τῆς μάχης ταύτης πολλή τις ἐγένετο πρὸς εὐτυχίαν τῷ Ἀλεξάνδρῳ φορά· εἵ τε γὰρ Σάρδεις
οἱ προσεχώρησαν καὶ τἄλλα προσέθεντο. ἐντεῦθεν εἰς τὴν παραλίαν ἐτράπετο, καὶ τήν τε Παμφυλίαν ἔσχε
καὶ Κιλικίαν τε καὶ Φοινίκην Πισιδίαν τε καὶ Φρυγίαν· εἶτα Παφλαγόνας καὶ Καππαδόκας
ἐχειρώσατο. 

 
 Δαρεῖος δὲ ἐκ Σούσων σὺν ἐξήκοντα μυριάσιν ὥρμησε, τῷ τε πλήθει τῆς στρατιᾶς ἐπηρμένος καὶ
 θράσος ἔχων ὡς δειλιῶντος Ἀλεξάνδρου, ὅτι ἐπὶ μακρὸν ἐκεῖνος ἐν
Κιλικίᾳ διέτριβε. τὸ δὲ διὰ νόσον ἦν, ὅτε πρὸς τῶν ἄλλων μὲν ἀπέγνωστο ἰατρῶν, Φίλιππος
δὲ μόνος ὁ Ἀκαρνὰν ἐθάρσησε φαρμακεῦσαι αὐτόν. τοῦ δὲ Παρμενίωνος φθάσαντος ἐπιστεῖλαι αὐτῷ ὑπὸ
Δαρείου διεφθάρθαι τὸν Φίλιππον δωρεαῖς μεγάλαις καὶ ὑποσχέσεσιν, εἰ αὐτὸν ἀνέλοι, τὴν
ἐπιστολὴν ἐπῆλθε καὶ μηδενὶ περὶ αὐτῆς ἐκφήνας εἶχε παρ’ ἑαυτῷ. ἄρτι δὲ τοῦ Φιλίππου τὴν κύλικα τοῦ
φαρμάκου προσαγαγόντος αὐτῷ, αὐτὸς μὲν θαρρῶν ἐδέξατο ταύτην, ἐκείνῳ
δὲ τὴν ἐπιστολὴν ἐνεχείρισε. καὶ ὁ μὲν ἔπινεν, ὁ δὲ ἀνεγίνωσκεν, ἐνορῶντες ἀλλήλοις, ὁ
μὲν Ἀλέξανδρος ἐν ὄψει χαριέσσῃ καὶ ἱλαρᾷ, ὁ δὲ Φίλιππος ἐν περιδεεῖ καὶ τεθρυβημένῃ. τοῦ δὲ Δαρείου
σπεύδοντος ἐπ’ Ἀλέξανδρον, ἔν, ὡς ἔλεγε, μὴ ἀποδράσωσιν οἱ πολέμιοι, Μακεδὼν Ἀμύντας ὢν αὐτόμολος
παρ’ αὐτῷ θάρρει” ἔφη, ‘ὦ βασιλεῦ· οὐ γὰρ φεύξεται ὁ Ἀλέξανδρος, ἀλλ’ ὅσον ἤδη
βαδιεῖται πρὸς δέ.” 
 Ἐν Ἰσσῷ δὲ τῆς Κιλικίας τῆς μάχης συγκροτηθείσης, πολλὴν μὲν καὶ ὁ τόπος διὰ τὴν στένωσιν
παρέσχε τῷ Ἀλεξάνδρῳ ῥοπήν, πλείω δ’ αὐτὸς ἑαυτῷ 
 δεξιῶς στρατηγήσας. ὅτε καὶ τὸν μηρὸν ἐπλήγη ξίφει, ἐν τοῖς προμάχοις ἀγωνιζόμενος.
περιφανῶς δὲ νικήσας Δαρεῖον μὲν οὐχ εἶλε φυγόντα, τὸ ἅρμα δὲ καὶ τὸ τόξον αὐτοῦ ἔλαβε. τὸ δὲ
Δαρείου στρατόπεδον διηρπάγη παρὰ τῶν Μακεδόνων, ἡ μέντοι τοῦ Δαρείου σκηνὴ τῷ
Ἀλεξάνδρῳ ἐξῄρητο μετὰ τῆς θεραπείας καὶ τοῦ πλούτου καὶ τῆς ἄλλης παρασκευῆς. εἶτα τὴν μητέρα καὶ
τὴν γυναῖκα Δαρείου καὶ δύο θυγατέρας αἰχμαλώτους ἄγεσθαί τις ἀγγέλλει αὐτῷ,
ὀλολυζούσας ὡς τεθνηκότος Δαρείου, ἐπεὶ τὸ ἅρμα ἐκείνου καὶ τὰ τόξα ληφθέντα τεθέανται. περιπαθή-
 
 δὲ πρὸς τὴν ἀγγελίαν διὰ τὸ τῆς τύχης ἀστάθμησας τον, πέμπει
τινὰ πρὸς τὰς γυναῖκας ἐροῦντα ὅτι τε ζῇ Δαρεῖος καὶ ὅτι αὐταῖς οὐδὲν ἀηδὲς ἀπαντήσεται·
οὐ γὰρ ἐχθρὸν ἡγεῖσθαι Δαρεῖον, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς βασιλείας αὐτῷ διαφέρεσθαι. οὔτε δὲ τῆς θεραπείας ἧς
εἶχον ἀφείλετό τι οὔτε εἰς ὄψιν ἦλθεν αὐταῖς οὔτε παρά του ἀνάξιόν τι ταύτας παθεῖν ἢ προσδοκῆσαι
 ἠνέσχετο.

Ἤδη δὲ νενικηκὼς ἐν Ἰσσῷ γέγονεν ἐγκρατὴς καὶ τῆς Δαμάσκου, ἔνθα οἱ Πέρσαι καὶ Δαρεῖος
αὐτὸς τά τε χρήματα καὶ τῆς ἀποσκευῆς τὰ πλείω κατέλιπον. μετὰ δὲ
ταῦτα ἥ τε Κύπρος καὶ ἡ Φοινίκη, τῆς Τύρου χωρίς, αὐτῷ ἐγκεχείριστο. ἡ δὲ Τόρος
πολιορκίᾳ ἑάλω, διττοὺς ὀνείρους ἐν τῷ ταύτην πολιορκεῖν τοῦ Ἀλεξάνδρου θεασαμένου· ἐδόκει γὰρ ὁ
Ἡρακλῆς καλῶν αὐτὸν ἐκ τοῦ τείχους καὶ δεξιούμενος· ὁ δ ἕτερος ὄνειρος Σάτυρον αὐτῷ ἐδείκνυ
προσπαίζοντα, καὶ βουλομένου συσχεῖν διαφεύγοντα, ὀψὲ δὲ εἰς χεῖρας ἐλθόντα αὐτῷ.
ἐκρίθη δ’ οὗτος ὁ ὄνειρος δηλοῦν αὐτῷ κατὰ διαίρεσιν τοῦ ὀνόματος ὡς σὰ Τυρὸς ἔσται.” εἶτα τὴν Γάζαν πολιορκῶν, πόλιν τῆς Συρίας μεγάλην, ἐπλήγη τὸν ὦμον λίθῳ,
τὴν δὲ πόλιν κατέσχε. κυριεύσας δὲ τῆς Αίγύπτου ἠβουλήθη πόλιν ἐν αὐτῇ Ἑλληνίδα εἰς
ὄνομα οἰκεῖον ἱδρύσασθαι, καί τινα τόπον ἤδη τῇ πόλει ἀφώρισε. κοιμωμένῳ δὲ ἀνὴρ ἔδοξεν ἐπιστῆναι
πολιός τε καὶ γεραρός, εἶναι δὲ τὸν φανέντα τὸν Ὅμηρον, καὶ λέγειν τὰ ἔπη ταῦτα, 
 νῆσος ἔπειτά τις ἔστι πολυκλύστῳ ἐνὶ πόντῳ Αἰγύπτου προπάροιθε· Φάρον δέ ἔ
κικλήσκουσιν. ἀναθορὼν οὖν αὐτίκα πρὸς τὴν Φάρον ἀφίκετο, καὶ 
τῇ τοῦ τόπου ἀρεσθεὶς εὐφυίᾳ ἐκεῖ τὴν πόλιν ἱδρύσατο, ἠπειρώσας αὐτὴν διὰ χώματος, νῆσον
οὖσαν τό πρότερον. λέγεται δὲ ὡς ἡσθεὶς τῇ τοῦ τόπου φυσικῇ ἐπιτηδειότητι ἔφη ὡς Ὅμηρος ἄρα τἄλλα τε
μέγας ἦν καὶ ἀρχιτέκτων σοφός. εἰς Ἄμμωνος δὲ ἱερὸν ἀπιὼν δι’ ἀνύδρου καὶ ἀμμώδους τόπου, τὴν αὐτῷ παρομαρτοῦσαν ἐν ἅπασιν εὐτυχίαν εὗρε κἀκεῖ τὸ ἐργῶδες τῆς πορείας ἐκείνης
ἐπικουφίζουσαν. ὑετοὶ γὰρ γενόμενοι τὸν ἐκ τῆς ἀνυδρίας κίνδυνον διεκρούσαντο καὶ τὸν ἀέρα εὐκραῆ
πεποιήκασιν, ὑγρανθείσης τῆς ἄμμου καὶ συμπιληθείσης ἐκ τῆς 
 ὑγρότητος. τῶν δὲ τῆς ὁδοῦ γνωρισμάτων συγχυδέντων οἱ ταύτης ἡγεμόνες πεπλάνηντο·
κόρακες δὲ ὑπεριπτάμενοι τῆς πορείας ἡγοῦντο τοῖς μετ’ αὐτοῦ, καὶ εἴ τινες βραδυποροῦντες
ὑπελιμπάνοντο, νυκτὸς ἐκείνους ταῖς κλαγγαῖς ἀνεκόμιζον. οὕτω δὲ διελθόντι τῆς πορείας
τὸ δύσεργον, καὶ εἰς Ἄμμωνος φθάσαντι, ὁ ἐκεῖ προφήτης Ἕλληνι φωνῇ θέλων προσφωνῆσαι αὐτῷ,
ἐβαρβάρισε περὶ τό τέλος τὸ πρόσρημα, ὢ παιδίος ἀντὶ τοῦ παιδίον εἰπών. καὶ ὁ βαρβαρισμὸς δόξαν
πολλοῖς παρέσχε τοῦ ἐκ θεῶν τοῦ Ἀλεξάνδρου γεγονέναι τὴν γένεσιν, διαδοθέντος λόγου ὅτι
παῖ Δῖός ὁ προφήτης εἶπεν αὐτῷ. κἀκεῖνος πρὸς μὲν τοὺς βαρβάρους ἐμεγαλαύχει τὴν γένεσιν τὴν ἐκ τοῦ θεοῦ, ὡς καὶ τὴν Ὀλυμπιάδα λέγειν οὐ παύσεται διαβάλλων με πρὸς
τὴν Ἥραν ὁ Ἀλέξανδρος;” πρὸς δὲ τοὺς Ἕλληνας τοῦ λόγου ἐφείδετο. 
 βέλει δέ ποτε τρωθείς, αἵματος ἐκ τῆς πληγῆς καταρρέοντς “τὸ ῥέον εἶπεν αἷμα καὶ οὐκ 
 ἰχὼρ οἶός πέρ τε ῥέει μακάρεσσι θεοῖσιν.” 
 ὡς δὲ ὁ Δαρεῖος ἐπέστειλεν αὐτῷ, μύρια μὲν τάλαντα διδοὺς λύτρον τῶν φιλτάτων αὐτοῦ καὶ τῆς
ἐντὸς Εὐφράτου πάσης αὐτῷ ἐξιστάμενος καὶ φίλον αὐτὸν ποιούμενος μίαν τῶν θυγατέρων
αὐτοῦ γήμαντα, ὁ Παρμενίων εἰ Ἀλέξανδρος” εἶπεν ‘‘ἤμην, ἔλαβον ἀν’ ταύτα κἄγω ἔφη νὴ Δία, εἰ
Παρμενίων. 
 ἀντεπέστειλε δὲ τῷ Δαρείω, εἰ πρὸς αὐτὸν ἀφίκηται, 
μή τινος ἀτυχῆσαι τῶν φιλανθρώπων. ἀποδρὰς δέ τις τῶν εὐνούχων τῆς γυναικὸς Δαρείου, καὶ πρὸς
ἐκεῖνον διασωθείς, τὸν θάνατον τῆς βασιλίσσης ἀπήγγειλεν· ἔφθη γὰρ θανοῦσα ἐκ τοκετοῦ. Δαρεῖος δὲ
ἀνεκλαύσατο, φήσας ὅτι οὐ μόνον αἰχμάλωτος ἡ βασίλισσα γέγονεν, ἀλλὰ καὶ ταφῆς
βασιλικῆς οὐ τετύχηκε. καὶ ὁ εὐνοῦχος ἀλλὰ θάρρει, ὦ δέσποτα,” ἔφη. οὔτε γὰρ ζῶσά μου ἡ δέσποινα καὶ
ἡ μήτηρ ἡ σὴ καὶ τὰ τέκνα κακοῦ τινος ἐπειράθησαν, οὔτ’ ἀποθανοῦσα ταφῆς ἐκείνη πρεπούσης ἠμοίρησεν,
 ἀλλὰ καὶ πολεμίων τετίμηται δάκρυσι.” τούτοις ὁ 
Δαρεῖος εἰς ὑποψίας ἀτόπους ἐνέπεσε, καὶ τὸν εὐνοῦχον ἰδίᾳ παραλαβών, ὅρκοις προκατελάμβανεν εἰπεῖν,
εἰ τις περὶ τὴν γυναῖκα γέγονε τῷ Ἀλεξάνδρῳ ἐμπάθεια. πώς γάρ” ἔλεγε παρ’ ἐχθροῦ καὶ νέου ἀνδρὸς πολεμίου γυνή, ὡς ἔφης, οὕτω τετίμηται; ὁ δ’ εὐνοῦχος τὸν λόγον ἐγκόψας εὐφήμει, δέσποτα,
ἔφη “καὶ μήτε τὴν γυναῖκα καταίσχυνε μήτ’ αὖ κακηγόρει Ἀλέξανδρον, ὃς πλέον ταῖς Περσίσι τὸ σῶφρον ἢ
τοῖς Πέρσαις τὸ γενναῖον ἐνέφηνε·” καὶ 
 
 ὅρκοις τοὺς λόγους ἐβεβαίου, περὶ τῆς ἐγκρατείας Ἀλεξάνδρου καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς
διηγούμενος. καὶ ὁ Δαρεῖος ηὔχετο δυνηθῆναι ἀμείψασθαι τὸν Ἀλέξανδρον 
ὧν εἰς τὰ φίλτατα καλόν ἐνεδείξατο, ἢ μὴ ἄλλον εἰς τὸν Κύρου καθίσαι θρόνον ἢ τὸν
Ἀλέξανδρον.

Ἤδη δὲ τὴν ἐντὸς Εὐφράτου χώραν παρειληφὼς ὁ Ἀλέξανδρος ἐπὶ Δαρεῖον ἀπῄει ἑκατὸν μυριάδας
στρατοῦ ἐπαγόμενον. ὡς δ' ἐν ὄψει ἀλλήλων ἐγένοντο τὰ στρατεύματα, καὶ νὺξ ἦν, καὶ τὸ
μεταξὺ πεδίον τὰ πυρὰ τῶν βαρβάρων κάτε λάμπον, καὶ θόρυβος ἐκ τοῦ στρατοπέδου προσήχει πολύς,
Παρμενίων καὶ ἄλλοι τῶν ἑταίρων τινὲς ἐκπλαγέντες τὸ πλῆθος συνεβούλευον Ἀλεξάνδρῳ νυκτὸς ἐπιθέσθαι
 τοῖς πολεμίοις· μὴ γὰρ ἂν δυνηθῆναι κατὰ συστάδην ἀντιστῆναι τοσούτῳ στρατεύματι. ὁ δέ
“οὐ κλέπτω τὴν νίκην” εἶπε· τῇ δ’ ἐπιούσῃ τῆς μάχης συγκροτηθείσης,
ὡς μέν τινές φασιν, ἐν Ἀρβήλοις, ὡς δ ἕτεροι, ἐν Γαυδαμήλοις, οἱ βάρβαροι ἐν ἔκλιναν, καὶ ἦν αὐτῶν διωγμός. Ἀλέξανδρος δὲ πόρρωθεν τὸν Δαρεῖον ἰδὼν ἐφ’ ἅρματος ὑψηλοῦ, ἱππόταις πλείστοις
καὶ λαμπρῶς ὡπλισμένοις περικυκλούμενον, ἐκεῖ συνώθει τοὺς φεύγοντας, ὥστε τούτοις συνταράξαι τοὺς
μένοντας καὶ πολλοὺς σκεδάσαι αὐτῶν. πολλῶν δὲ πεσόντων τοῦ Δαρείου ἐνώπιον, ὡς οὐκ ἦν
ἐξελάσαι τὸ ἅρμα τοῖς πτώμασι συνεχόμενον, τούτου μὲν ἀπέβη Δαρεῖος,
θήλειαν δ’ ἵππον ἀναβεβηκὼς ἔφυγεν. ἑάλω δ’ ἄν, εἰ μὴ Παρμενίων τὸν Ἀλέξανδρον μετεπέμψατο
ἐπαρήξοντα τῷ κατ’ αὐτὸν κέρατι πονουμένῳ. 
 

 
 Ἡ μὲν ουν νίκη λαμπρὰ τῷ Ἀλεξάνδρῳ προσγέγονεν, ἡ δὲ Περσῶν βασιλεία ἐντεῦθεν καθῄρητο,
Ἀλέξανδρος δὲ τῆς Ἀσίας βασιλεὺς ἀνηγόρευτο καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ ἡ Βαβυλωνία πᾶσα ἐγένετο. Σούσων δὲ
κρατήσας τετρακισμύρια τάλαντα νομίσματος κατὰ τὰ βασίλεια εὕρηκε καὶ ἄλλων χρημάτων
ἀμυθήτων πολυτέλειαν. κυριεύσας δὲ καὶ τῆς Περσίδος νομίσματος εὗρε πλῆθος ὅσον ἐν Σούσοις. τὸν
ἄλλον δὲ πλοῦτον ἱστοροῦσιν ἐκκομισθῆναι μυρίοις ὀρικοῖς
ζεύγεσι καὶ πεντακισχιλίαις καμήλοις. ἐμπρήσας δὲ τὰ βασίλεια, ταχὺ μετεμελήθη καὶ
κατασβεσθῆναι ταῦτα προσέταξε. μεγαλόδωρος δὲ τυγχάνων, ἔτι μᾶλλον ἐπεδίδου πρὸς τοῦτο τόν πραγμάτων
αὐξομένων αὐτῷ. ὁρῶν δὲ τοὺς περὶ αὐτὸν τρυφῶντας καὶ ταῖς διαίταις πολυτελεῖς, καθήψατο πρᾴως
αὐτῶν, θαυμάζειν εἰπὼν εἰ μὴ ἔμαθον ἐκ συγκρίσεως τοῦ Περσῶν βίου πρὸς τὸν σφέτερον
ὅτι δουλικώτατον μέν ἐστι τὸ τρυφᾶν, τὸ δὲ πονεῖν ἀρχικώτατον. αὐτὸς μέντοι οὐκ ἐνεδίδου καὶ
στρατείαις καὶ θήραις πονῶν. οἱ δ᾿ ἑταῖροι αὐτοῦ διὰ πλοῦτον
τρυφάν 
 βουλόμενοι, συνέπεσθαι δέ οἱ ἀναγκαζόμενοι, εἰς τὸ βλασφημεῖν αὐτὸν
προῄεσαν. ὁ δὲ πρᾴως ἔφερε τὴν ἀρχὴν τὰς βλασφημίας, λέγων βασιλικὸν εἶναι τὸ κακῶς ἀκούειν
εὐεργετοῦντα. ὕστερον μέντοι αὐτὸν αἱ πολλαὶ διαβολαὶ ἐξετράχυναν καὶ πρὸς τοὺς 
βλασφημοῦντας αὐτὸν χαλεπὸν γενέσθαι καὶ ἀπαραίτητον παρεσκεύασαν. καίτοι πρῴην, ὅτε θανατικῶν
ἠκροᾶτο δικῶν, εἰώθει τῷ ἑνὶ τῶν ὤτων τὴν χεῖρα ἐπιτιθέναι, ὡς ἄψαυστον αὐτὸ τῷ κατηγορουμένῳ τηρῶν
καὶ τῆς κατηγορίας ἀμέθεκτον. 
 
 Ἐξελαύνων δ᾿ ἐπὶ Δαρεῖον μετὰ τρισχιλίων ἐφ᾿ ἡμέρας πλείους ἐδίωκεν, ὡς ἀπαγορεῦσαι τοὺς
πλείο- νᾶς διά τε τὴν χαλεπότητα τῆς ὁδοῦ καὶ τὴν ἀνυδρίαν. ὅτε Μακεδόνες τινὲς ἐν ἀσκοῖς ὕδωρ κομίζοντες αὐτῷ συνήντησαν, καὶ πλήσαντες κράνος
προσήνεγκαν αὐτῷ κακῶς ὑπὸ δίψους διακειμένῳ· ὁ δὲ τὸ κράνος λαβών, καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν
πρὸς αὐτὸν ἰδὼν ἀποβλέποντας, οὐκ ἔπιεν, ἀλλ’ ἐπέδωκε τοῖς δοῦσιν αὐτό, εἰπὼν ὡς εἰ ἐγῶ πίομαι
μόνος, ἀθυμήσουσιν οὗτοι.” ἐμβαλὼν δὲ ἤδη τοῖς πολεμίοις, τὸ μὲν στρατόπεδον αὐτῶν παρῆλθε, τὸν δὲ
Δαρεῖον ἠπείγετο καταλήψεσθαι. ὁ δ' ἔκειτο ἐν ἁρμαμάξῃ τραυμάτων κατάπλεως καὶ ἤδη
ἐκλείπων. αἰτήσας δὲ ὕδωρ καὶ πιὼν εἶπε πρὸς τὸν δόντα Πολύστρατον “τοῦτό μοι πέρας δυστυχίας
ἀπάσης, ὅτι εὖ παθὼν ἀμείψασθαί σε οὐ δύναμαι· Ἀλέξανδρος δέ σοι τὴν
χάριν ἀνταποδοίη, Ἀλεξάνδρῳ δὲ οἱ θεοὶ τῆς εἰς μητέρα καὶ γυναῖκα ναῖκα καὶ παῖδας τοὺς
ἐμοὺς ἐπιεικείας.” καὶ ἐπὶ τούτοις ἐξέλιπεν. ἐπιστὰς δὲ αὐτῶ θανόντι Ἀλέξανδρος τῇ ἑαυτοῦ χλαμύδι
τὸν ἐκείνου νεκρὸν περιέστειλε καὶ πρὸς τὴν μητέρα βασιλικῶς κεκοσμημένον ἀπέστειλε.
τὸν δὲ Βῆσσον, ὃς ἐκεῖνον ἀνεῖλε, διεσφενδόνησε, δυσὶ βίᾳ κλιθεῖσι δένδροις προσαρτηθῆναι κελεύσας
αὐτόν, εἶτα μεθεῖναι τὰ δένδρα καὶ οὕτω διασπασθῆναι τὸν ἄνθρωπον, ἑκάστου τῶν δένδρων μετὰ
σφοδρότητος εἰς τὴν κατὰ φύσιν ὡρμηκότος ἀνάτασιν. εἰς Ὑρκανίαν δὲ ἀπιὼν περὶ τὸ
 Ὑρκάνιον πέλαγος, ὃ καὶ Κάσπιον λέγεται, βαρβάρων τινῶν τὸν
ἵππον αὐτοῦ τὸν Βουκεφάλαν ἀφελομένων ἐβαρυθύμησε, καὶ πέμψας ἠπείλησε πάντας ἀποκτενεῖν, εἰ μὴ τὸν
ἵππον αὐτῷ ἀναπέμψειαν· οἱ δὲ καὶ τὸν ἐκόμισαν ἐκόμισαν καὶ ἑαυτοὺς αὐτῷ
ἐνεχείρισαν.

Εντεῦθεν εἰς τὴν Παρθικὴν ἀναζεύγνυσιν, ἔνθα 
 πρῶτον βαρβαρικὴν στολὴν ἐνεδύσατο, τῆς μὲν Μηδικῆς ἀτυφοτέραν, τῆς δὲ Περσικῆς
σοβαρωτέραν ἐδόκει δὲ τοῖς Μακεδόσι τὸ θέαμα φορτικόν. ἐπιλεξάμενος δὲ τρισμυρίους παῖδας τῶν
αἰχμαλώτων ἐκέλευσε γράμματα σφᾶς Ἑλληνικὰ ἐκδιδάσκεσθαι 
καὶ κατὰ Μακεδόνας ὁπλίζεσθαι. τῆς Ῥωξάνης δὲ ὡραίας ἐρασθεὶς γυναικὸς οὐκ ἄλλως αὐτῇ προσῆλθεν ἢ
κατὰ νόμον. τῶν δὲ φίλων αὐτοῦ τὸν μὲν Ἡφαιστίωνα, ἐπαινοῦντα τὴν στολὴν ἣν ἐνέδυ καὶ ὁμοίως αὐτῷ
μεταμφιασάμενον, φιλαλέξανδρον ἐκάλει, τὸν δὲ Κρατερόν, μὴ παρεξιόντα τὰ πάτρια,
φιλοβασιλέα· καὶ τῷ μὲν πρὸς τοὺς βαρβάρους ἐκέχρητο, διὰ δὲ τοῦ Κρατεροῦ τοῖς Μακεδόσι καὶ τοῖς
Ἕλλησιν ἐχρημάτιζε. Φιλώταν δὲ τὸν υἱὸν Παρμενίωνος, μεγαλαυχοῦντα ὡς παρ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ πατρὸς
αὐτοῦ τῶν 
 κατορθωμάτων γινομένων, καὶ μειράκιον τὸν Ἀλέξανδορον ὀνομάζοντα,
εἶτα καὶ ἐπιβουλεύοντα γνοὺς ἀνεῖλε. πέμψας δὲ εἰς Μηδίαν καὶ τὸν πατέρα αὐτοῦ, ἐκεῖ γὰρ ἢν,
προσαπέκτεινε. καὶ τὸν Κλεῖτον δὲ τῶν ἑταίρων ἕνα τυγχάνοντα, παρὰ πότον ᾁδομένων 
ποιημάτων εἴς τινας στρατηγοὺς πεποιημένων ἔναγχος ἡττηθέντας ὑπὸ βαρβάρων, καὶ τοῦ ᾿Αλεξάνδρου
ἡδέως αὐτῶν ἀκούοντος, τραχυνόμενον καὶ ἀγανακτοῦντα καὶ μεγαλαυχοῦντα ὑπ’ αὐθαδείας καὶ μέθης καὶ
κατ’ αὐτοῦ βλασφημοῦντα πρῶτον μὲν μήλῳ ἔβαλεν, ἔτι δ’ ἀναιδευόμενόν τε καὶ
θρασυνόμενον καὶ τὰ τοῦ Εὐριπίδου ἰαμβεῖα λέγοντα 
 
 
 οἴμοι, καθ’ Ελλάδ ὡς κάκως νομίζεται 
 καὶ τὰ λοιπὰ ὑπερζέσας θυμῷ ὁ Ἀλέξανδρος αἰχμῇ διελάσας ἀπέκτεινεν. αὐτίκα δὲ τοῦ θυμοῦ παυ-
 
 
 θέντος μεταμεληθεὶς ὥρμησε καὶ ἑαυτὸν ἀνελεῖν, ἐπεσχέθη μέντοι παρὰ τῶν σωματοφυλάκων,
καὶ εἰσηνέχθη πρὸς θάλαμον, ἔνθα τὴν νύκτα καὶ τὴν μετ’ αὐτὴν ἡμέραν ἐν θρήνοις διαγαγὼν ἀπειρηκὼς
 ἔκειτο ἄναυδος, στένων μόνον βαρύτατα. καὶ τῶν φίλων εἰσιόντων πρὸς αὐτὸν οὐ προσίετο
τοὺ τοὺς λόγους αὐτῶν. Ἀριστάνδρου δὲ τοῦ μάντεως ὄψεως αὐτὸν ἀναμνήσαντος ἣν εἶδε περὶ τοῦ Κλείτου
καί τινων σημείων ἐκείνῳ γενομένων, καὶ εἱμαρτὸν εἶναι 
 τὸ γενόμενον λέγοντος, ἤρξατο ἐνδιδόναι. 
 Μέλλων δὲ εἰς τὴν Ἰνδικὴν ἐμβάλλειν, συνεσκευασμένων τῶν ἁμαξῶν πρώταις μὲν ταῖς οἰκείαις
ἐνῆκε πῦρ, εἶτα καὶ ταῖς τῶν φίλων, καὶ μετὰ ταῦτα καὶ τὰς τῶν Μακεδόνων καταπρῆσαι ἐκέλευσε. τοῦτο
 δὲ γεγονὸς ὀλίγους μὲν ἐλύπησεν, οἶ δὲ λοιποὶ βοῇ καὶ ἐνθουσιασμῷ πρὸς τὸ ἔργον
ὡρμήκασι καὶ τὸν Ἀλέξανδρον προθυμίας πρὸς τὴν στρατείαν ἐνέπλησαν. ἤδη δὲ καὶ φοβερὸς ἣν καὶ
ἀπαραίτητος κολαστὴς τῶν πλημμελούντων. πολλοὶ μὲν οὖν κατὰ τὰς μάχας αὐτῷ συνέπεσον
κίνδυνοι καὶ νεανικοῖς ἀπήντησε τραύμασι, τὴν δὲ πλείστην φθορὰν τῆς
στρατιᾶς ἀπορίαι τῶν ἀναγκαίων καὶ δυσκρασίαι τοῦ περιέχοντος ἀπειργάσαντο. αὐτὸς δὲ διὰ τόλμαν
οὐδὲν ᾤετο τοῖς θαρσαλέοις ἀνάλωτον οὐδέ τι ὀχυρὸν τοῖς ἀτόλμοις. πέτρᾳ δέ τινι ἀποτόμῳ
προσβαλὼν σὺν τοῖς νεωτέροις τῶν Μακεδόνων, Ἀλέξανδρόν τινα ἐν τούτοις καλούμενον προσαγορεύσας
‘‘ἀλλὰ σοί γε εἶπε καὶ διὰ τὴν κλῆσιν ἀνδραγαθεῖν προσήκε.” ήκει. ποταμὸν δὲ βαθὺν τῶν Μακεδόνων
περᾶν ὀκνούντων “τί γάρ εἶπεν “ὁ κάκιστος ἐγὼ νεῖν οὐκ ἔμαθον; ὡς δὲ παρῆσαν ἀπὸ τῶν
πολιορκουμένων πόλεων πρέσβεις πρὸς αὐτόν, ὁ πρεσβύτατος αὐτῶν Ἄκουφις τοὔνομα ἠρώτησε τί ἂν ποιοῦντες φίλοι αὐτοῦ λογίζοιντο· ὁ δὲ Ἀλέξανδρος “εἰ σὲ
μέν” εἶπεν “αἱρήσονται ἄρχοντα, ἐμοὶ δὲ πέμψουσιν ἄνδρας ἑκατὸν τοὺς ἀρίστους..” γελάσας οὖν πρὸς
ταῦτα ὁ Ἄκουφις “ἀλλὰ βέλτιον” εἶπεν ‘‘ἄρξω, ὦ βασιλεῦ, εἰ τοὺς κακίστους σοι καὶ μὴ
τοὺς ἀρίστους στελῶ.”

Ὁ μέντοι Ταξίλης μοίρας ἄρχων τῆς Ἰνδικῆς παμφόρου τε καὶ εὐδαίμονος, οὐκ ἀποδεούσης
Αἰγύπτου, σοφὸς δὲ ὤν ἀνήρ, πέμψας ἠσπάσατο τὸν Ἀλέξαν- δρον καί τί
δεῖ πολέμων ἡμῖν ἔφη, “εἰ μήτε ὕδωρ ἀφαιρησόμενος ἡμῶν ἀφῖξαι μήτε τροφὴν ἀναγκαίαν;
τοῖς δ' ἄλλοις εἰ μὲν κρείττων ὦ, ἕτοιμός εἰμι εὖ ποιεῖν, εἰ δὲ ἥττων, οὐ φεύγω χάριν ἔχειν εὖ
παδών.” ἡσθεὶς οὖν ἐπὶ τούτοις ὁ Ἀλέξανδρος “ἐλώ” φησίν “ἀγωνιοῦμαι πρὸς σὲ καὶ διαμαχοῦμαι ταῖς χάρισιν, ὥς μου χρηστὸς ὢν μὴ περιλένῃ.” λαβὼν δὲ δῶρα πολλὰ καὶ πλείονα παρασχὼν τέλος
χίλια τάλαντα νομίσματος αὐτῷ ἐδωρήσατο. σπεισάμενος δἑ τινι πόλει τῶν Ἰνδικῶν, ἀπιόντας ἐκεῖθεν
τοὺς ἐν αὐτῇ μισθοφοροῦντας τῶν μαχιμωτάτων Ἰνδῶν 
 ἀπέτεινεν ἅπαντας· ὃ τοῖς αὐτοῦ πολεμικοῖς ἔργοις οἷά τις κηλὶς
πρόσεστιν. εἶτα πρὸς Πῶρον ἐμαχέσατο, καὶ τοῦτον χώρας Ἰνδικῆς βασιλεύοντα, τὸ μέγεθος τοῦ σώματος
ἔχοντα εἰς τέσσαρας πήχεις ἀνατρέχον καὶ σπιθαμήν. τοῦτον νικήσας καὶ ζῶντα λαβὼν ὁ
Ἀλέξανδρος ἠρώτησε πῶς ἂν αὐτῷ χρήσαιτο, ὁ δέ “βασιλικῶς” ἀπεκρίνατο· πυνθανομένου δ' ἔτι τοῦ
Ἀλεξάνδρου εἴ τι καὶ ἕτερον λέγει, ὁ Πῶρος “πάντα ἔφη “τῷ βασιλικῶς ἔνστιν.” ἀφῆκεν οὖν αὐτὸν καὶ
 ἄρχειν δέδωκε, σατράπην ὀνομαζόμενον, οὐ μόνον 
 
 ὧν ἦρχε πρῴην, ἀλλὰ καὶ ἄλλων πολλῶν. ἐν ταύτῃ τῇ μάχῃ
καὶ ὁ Βουκεφάλας τρωθεὶς μετὰ καιρὸν ἐτελεύτησεν, ἤδη ὑπέργηρως γεγονώς. ὁ δὲ Ἀλέξανδρος ἤλγησεν ὥς
τινα φίλον ἀποβαλών. 
 
 Οἱ μέντοι Μακεδόνες ἐν τῇ πρὸς Πῶρον μάχῃ πεπονηκότες οὐκ ἐπείθοντο Ἀλεξάνδρῳ καὶ τὸν
Γάγγην ποταμὸν περᾶσαι βιαζομένῳ, εὖρος μὲν ἔχοντα σταδίους τριάκοντα πρὸς δυσί, βάθος δὲ ὀργυιὰς
ἑκατόν. ὁ δὲ δυσθυμήσας ἀπρόϊτος ἐν τῇ σκηνῇ ἔμενεν, ἥττης λογιζόμενος συγκατάθεσιν τὸ
τὸν Γάγγην μὴ παρελθεῖν. τῶν δὲ φίλων παρακαλούντων καὶ τῶν στρατιωτῶν ἀντιβολούντων μετὰ κλαυθμοῦ,
ἐνδέδωκέ τε καὶ ἀνεζεύγνυε. πολλὰ δὲ πορθμεῖα καὶ σχεδίας πηξάμενος
ἐκομίζετο διὰ τῶν ποταμῶν, θέλων τὴν ἔξω θάλασσαν ἐπιδεῖν· καὶ παραπλέων ἀπέβαινε
καὶ πόλεις ἐχειροῦτο. ἐν δὲ Μαλλοῖς γεγονώς, μαχιμωτάτοις οὖσιν Ἰνδῶν, μικροῦ ἐκινδύνευσε. πρῶτος
γὰρ διὰ κλίμακος ἐπὶ τὸ τεῖχος ἀναβάς, τῆς κλίμακος συντριβείσης καὶ τῶν πολεμίων ἐπιτιθεμένων καὶ βαλλόντων αὐτόν, συστρέψας ἑαυτὸν εἰς μέσους ἄνωθεν ἀφῆκε τοὺς ἐναντίους· καὶ κατὰ
τύχην ὀρθὸς ἔστη. καὶ τὸ μὲν πρῶτον οἱ βάρβαροι ἐσκεδάσθησαν, ἰδόντες δὲ αὐτὸν καὶ δύο μόνους
ὑπασπι- στάς, ἐπαναστραφέντες ἠμύνοντο καὶ ἀγχεμάχοις 
ὅπλοις ἐτίτρωσκον. εἷς δ᾿ ἀποστὰς βέλει ἐκ τόξου βαλὼν αὐτὸν τοῖς περὶ τὸν μαζὸν ὀστέοις τὸ βέλος
ἐνέπειρε, καὶ οὕτως αὐτοῦ καθίκετο ἡ πληγὴ ὡς ἐνδοῦναί τε καὶ καμφθῆναι· ὅθεν ὁ βαλὼν αὐτὸν μετὰ
ξίφους ἐπέδραμε. Πευκέστας δὲ καὶ Λιμναῖος ὑπερασπίσαντες καὶ ἄμφω ἐτρώθησαν· καὶ ὁ μὲν
τέθνηκε, Πευκέστας δὲ ἔτι ἠμύνετο, τὸν δὲ τρώσαντα αὐτὸν βάρβαρον ἀνεῖλεν Ἀλέξανδρος. πολλα- χοῦ δὲ τρωθείς, εἶτα καὶ κατὰ τοῦ τένοντος ὑπέρῳ 
βληθείς, τῷ τείχει προσερεισθεὶς πρός τοὺς βαρβάρους ἀπέβλεπεν. ἐν τοσούτῳ δ’ ἀθροισθέντων τῶν
Μακεδόνων ἁρπασθεὶς εἰς τὴν σκηνὴν ἀναισθητῶν ἐκομίζετο. ἐνὶ δὲ τῶν ὀστέων τῆς ἀκίδος ἐμπαγείσης τοῦ οἰστοῦ ἑλκομένου ὀδύναι δριμεῖαι καὶ λιποθυμίαι ἐγίνοντο, ὡς καὶ θανεῖν ἐκεῖνον
ἐλπίζεσθαι. ὅμως μέντοι τὸν κίνδυνον διαδρὰς καὶ χρόνον πλείω θεραπευόμενος εές θόρυβον τοὺς
Μακεδόνας ἐνέβαλε ποθοῦντας αὐτόν· αὐτόν· καὶ προῆλθεν.

Ἀναρρωσθεὶς δὲ αὖθις παρεκομίζετο χώραν τε πολλὴν καὶ πόλεις χειρούμενος. τῶν δὲ γυμνοσο-
 τινας τινας συλλαβὼν καὶ ἐρωτήσεις αὐτοῖς ἀπόρους προθέμενος
ἐδωρήσατο καὶ ἀφῆκεν. ἕνα δὲ τῶν ἐν δόξῃ παρ’ αὐτοῖς ὄντων Κάλανον κεκλημένον ἔπεισεν ὁ
Ταξίλης πρὸς Ἀλέξανδρον ἀφικέσθαι. οὗτος βύρσαν ξηρὰν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καταβαλὼν περιῄει τὰ ἄκρα
ταύτης πατῶν. ἡ δὲ ἐν μέρει τῶν ἄκρων πιεζομένη τῇ συμπατήσει τοῖς ἄλλοις ᾔρετο μέρεσιν. εἶτα μέσον
αὐτὴν πατήσαντος καὶ συσχόντος ἡ ὅλη βύρσα ἠτρέμει καὶ ἀκίνητος ἢν. παρῄνει δὲ διὰ τοῦ
ὑποδείγματος τὸν Ἀλέξανδρον μὴ τοῖς ἄκροις τῆς ἀρχῆς ἐμφιλοχωρεῖν, τὰ μέσα δὲ κατέχειν, ἵν οὕτω καὶ
τὰ πέριξ ἠρέμα ἡ. 
 
 Ἑπτὰ δὲ μησὶ διά τῶν ποταμῶν εἰς τὴν θάλασσαν ὑπαχθεὶς λέγεται ταῖς ναυσὶν εἰς
τὸν ὠκεανὸν ἐμβαλεῖν. εἶτα ἀναστρέφων τὰς μὲν ναῦς παραπλεῖν ἐν δεξιᾷ τὴν Ἰνδικὴν ἐχούσας ἐκέλευσεν,
αὐτὸς δὲ πεζὴ πορευόμενος εἰς ἐσχάτην ἀπορίαν κατήντησε καὶ 
 πλῆθος τοσοῦτον ἀπώλεσεν ὥστε τῆς στρατιᾶς μηδὲ τὸ τέταρτον ἐκ τῆς Ἰνδικῆς
ἀνακομισθῆναι διὰ νόσους καὶ πονηρὰς διαίτας καὶ καύματα καὶ λιμόν. ἄπορον γὰρ διῄει χώραν, ὀλίγα
πρόβατα ἔχουσαν, καὶ ταῦτα θαλαττίοις ἰχθύσι τρεφόμενα καὶ σάρκα μοχθηρὰν ἔχοντα καὶ
δυσώδη. ἐν ἑξήκοντα δ᾿ ἡμέ- 
 ραις διελθὼν τὴν χώραν ἐκείνην καὶ τῆς Γεδρωσίας ἁψάμενος ἐν ἀφθόνοις
ἐγένετο, καὶ τήν τε δύναμιν ἀνεκτᾶτο καὶ αὐτὸς ἐκώμαζε. καταβαίνων δ᾿ ἐπὶ θάλασσαν 
ἐκόλαζε τοὺς πονηροὺς τῶν στρατηγῶν. ἡ γὰρ ἄνω στρατεία καὶ τὸ περὶ Μαλλοὺς τραῦμα καὶ ἡ τοῦ πλήθους
φθορὰ ἀπιστεῖν τῇ σωτηρίᾳ αὐτοῦ παρεσκεύασε, καὶ τοὺς στρατηγοὺς καὶ σατράπας εἰς ὕβριν καὶ ἀδικίαν
ἠρέθισεν· οἱ δὲ πρὸς ἀποστασίαν τοὺς ὑποφόρους ἐκίνησαν. Ἀβουλήτου δὲ τῶν σατραπευόντων
ἑνὸς μή τι τῶν ζωαρκῶν ἑτοιμάσαντος, νομίσματος δὲ προσαγαγόντος αὐτῷ τρισχίλια λαντα, παραθεῖναι ταῦτα τοῖς ἵπποις ἐκέλευσε, μὴ ἐσθιόντων δέ “τί ὄφελος”
ἔφη “τούτων ἡμῖν;” ἐν δὲ Πέρσαις γενόμενος καὶ τὸν Κύρου τάφον ὀρωρυγμένον ἰδών,
ἀπέκτεινε τὸν ὀρύξαντα, Πελλαῖον ὄντα καὶ οὐδὲ τῶν ἀσήμων. εἶχε δὲ ὁ τάφος Κύρου ἐπιγεγραμμένα
ταυτί “ὦ ἄνθρωπε ὅστις εἶ καὶ πόθεν ἥκεις, ὅτι γὰρ ἥξεις οἶδα, ἐγὼ Κῦρός εἰμι ὁ Πέρσαις 
κτησάμενος τὴν ἀρχήν. μὴ οὖν τῆς ὀλίγης μοι ταύτῆς γῆς φθονήσῃς, ἣ τοὐμὸν σῶμα περικαλύπτει.” ταῦτα
δ᾿ ἀναγνωσθέντα τὸν Ἀλέξανδρον περιπαθῆ πεποιήκασι λογισάμενον τὸ τῶν πραγμάτων ἀστάθ- μητον. 
 
 Τὴν δὲ Δαρείου θυγατέρα τὴν Στάτειραν ἑαυτῷ μνηστευσάμενος καὶ τοὺς γάμους τελῶν ἑκάστω τῶν
ἑστιωμένων ἐνακισχιλίων ὄντων φιάλην χρυσῆν ἐδω- ρήσατο, καὶ τἄλλα τε ἐλαμπρύνατο καὶ
τὰ χρέα ὑπὲρ τῶν ὀφειλόντων κατέβαλεν, ὀλίγῳ δέοντα μυρίων ταλάντων. ὅτε καὶ Ἀντιγένης τῶν ἡγεμόνων
εἶς ὀφείλειν πλασάμενος καί τινα παραγαγὼν ψευδῶς δανειστὴν καὶ λαβὼν τὸ ἀργύριον ἐφωράθη. ὀργισθεὶς
 οὑν ὁ βασιλεὺς ἀπήλασεν αὐτὸν τῆς αὐλῆς καὶ τὴν ἡγεμονίαν ἀφείλετο. τοῦ δὲ ὑπὸ λύπης
ἑαυτὸν ὑποπτευομένου διαχειρίσεσθαι, δείσας ὁ Ἀλέξανδρος καὶ τὴν
ὀργὴν ἀνῆκεν αὐτῷ καὶ ἀφῆκε τὰ χρήματα. 
 Τῶν δὲ παίδων τῶν τρὶς μυρέων, οὓς διδάσχεσθαι ἐκέλευσε, καὶ γενναίων
ἀποβάντων καὶ εὐπρε- πῶν καὶ οὐκ ἀφυῶν ταῖς ἀσκήσεσιν, ὁ μὲν Ἀλέξανδρος ἥδετο, οἱ δὲ Μακεδόνες
ἐδάκνοντο. καταπέμποντος δὲ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ πεπηρωμένους ὡς εἰς θάλασσαν, ὕβριν ἡγεῖσθαι τοῦτ’
ἔλεγον καὶ προπηλακισμόν, καὶ πάντας ἐκέλευον ἀφιέναι καὶ τοῖς νέοις ἀρκεῖσθαι
πυρριχισταῖς. ὀργισθεὶς δ’ ἐπὶ τούτοις Ἀλέξανδρος τοῖς Πέρσαις τὰς φυλακὰς παραδέδωκε. ταπεινωθέντας
δ’ αὖθις τοὺς Μακεδόνας προσήκατο, καὶ ἀπέλυσε τοὺς ἀχρήστους
δωρησάμενος μεγαλοπρεπῶς, καὶ τῷ Ἀντιπάτρῳ ἐπέστειλε παρὰ τοὺς ἀγῶνάς τε καὶ τὰ θέατρα
προεδρεύειν αὐτοὺς καὶ ἐστεφανωμένους καθέζεσθαι. 
 Ἐν Ἐκβατάνοις δὲ γενομένου αὐτοῦ Ἡφαιστίων ἐπύρεττε καὶ ἐξ ἀκολάστου διαίτης τῆς νόσου
καρτυνθείσης ἐξέλιπεν. οὐκ ἤνεγκεν οὖν λογισμῷ τὸ πάθος Ἀλέξανδρος, ἀλλὰ τὸν μὲν ἰατρὸν
ἀνεσταύρωσεν, ἵππους δὲ κεῖραι καὶ ἡμιόνους ἐκέλευσε, καὶ τὰς ἐπάλξεις περιεῖλε τῶν πόλεων, καὶ
μουσικὴν καὶ αὐλοὺς ἐν τῷ στρατοπέδῳ πολὺν χρόνον κατέπαυσεν. 
 ἀπιόντος δὲ εἰς Βαβυλῶνα Νέαρχος ἐπανῆλθεν, εἰσπλεύσας αὖθις
εἰς τὸν Εὐφράτην ἐκ τῆς μεγάλης θαλάσσης, λέγων Χαλδαίους αὐτῷ συγγενέσθαι βουλεύοντας
ἀπέχεσθαι τῆς Βαβυλῶνος Ἀλέξανδρον. ὁ δὲ μὴ προσσχὼν τῷ λόγῳ ἀπῄει. καὶ πρὸς τοῖς τείχεσι γενομένου
κόρακες ἀλλήλοις μαχόμενοι ἐνώπιον αὐτοῦ ἔπεσον. ἠγγέλη δ᾿ αὐτῷ ὡς Ἀπολλόδωρος ὁ
στρατηγὸς Βαβυλῶνος εἴη περὶ αὐτοῦ θύσας· τοῦ δὲ θύσαντος μάντεως, ὃς Πυθαγόρας ὠνόμαστο, μὴ
ἀρνησαμένου, ἠρώτησε τὸν τρόπον τοῦ θύματος. τοῦ δὲ φήσαντος ἄλοβον εἶναι τὸ ἧπαρ, “παπαῖ” εἶπεν,
 “ἰσχυρὸν τὸ σημεῖον,” καὶ τὸν μάντιν ἀθῷον ἀφῆκε. σημεῖα δ᾿ αὐτῷ καὶ ἄλλα γεγόνασι καὶ
τοῦτο δέ· 
 ἀποδυσαμένου γὰρ πρὸς ἄλειμμα καὶ σφαῖραν αὐτοῦ, οἱ νεανίσκοι
οἱ σφαιρίζοντες ἐνδύεσθαι μέλλοντες ὁρῶσί τινα ἐν τῷ τοῦ βασιλέως θρόνῳ καθήμενον 
σιωπῇ, ἐνδεδυμένον τὴν στολὴν τὴν βασίλειον καὶ τὸ διάδημα περικείμενον. ὃς ἀνακρινόμενος ὅστις εἴη
ἐπὶ πολὺ μὲν ἄφωνος ἦν, μόλις δέ ποτε Διονύσιος ἔφη καλεῖσθαι, τὸ δὲ γένος εἶναι Μεσσήνιος, δέσμιος
δ᾿ ἀχθῆναι διὰ κατηγορίαν, λῦσαι δέ οἱ τὸν Σάραπιν τὰ δεσμά, καὶ ἀγαγόντα δεῦρο
κελεῦσαι τὴν στολὴν καὶ τὸ διάδημα περιθέσθαι καὶ καθέζεσθαι σιωπῇ.
τὸν μὲν οὖν ἄνθρωπον ὁ Ἀλέξανδρος, ὡς οἱ μάντεις ὑπετίθουν, ἠφάνισεν, αὐτὸς δὲ ἠθύμει καὶ περιδεὴς
καὶ ταραχώδης γενόμενος οὐδὲν ἦν ὃ μὴ τέρας πεποίητο. λουσάμενος δέ, καὶ πρὸς Μηδίαν
πορευθεὶς κωμασόμενος, κἀκεῖ τὴν νύκτα διαγαγὼν ἐν τῷ κώμῳ καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν, ἤρξατο
πυρέσσειν. πυρέττων δὲ καὶ διψήσας σφοδρῶς, ἕπιεν οἶνον, καὶ φρενιτιάσας ἀπέθανεν. εἷς μὲν οὖν ὁ τῆς ἐκείνου τελευτῆς λόγος οὗτος· ἕτερος δ᾿ ἔχει ἐφ᾿ ἡμέρας αὐτὸν πυρέττειν πλείους καὶ
λούεσθαι, οὕτω δὲ κραταιωθῆναι τὸν πυρετὸν ὡς ἄφωνον κεῖ- 
 σθαι αὐτόν· τοὺς δὲ Μακεδόνας θορυβεῖσθαι ὡς θανόντος αὐτοῦ, καὶ
καταβοᾶν τῶν ἡγεμόνων, ἕως αὐτοῖς αἶ θύραι ἠνοίχθησαν καὶ τὸν Ἀλέξανδρον ἐν τῇ κλίνῃ κατεῖδον· καὶ
μετὰ ταῦτα ἐξέλιπε. φασὶ δέ τινες μετέπειτα λόγον γενέσθαι ὡς ὑπὸ φαρμάκου διέφθαρτο,
καὶ τὸν Ἀριστοτέλην Ἀντιπάτρῳ σύμβουλον γενέσθαι τῆς πράξεως, καὶ δι’ ἐκείνου κομισθῆναι τὸ
φάρμακον. τὸ δὲ ὕδωρ εἶναι ψυχρὸν καὶ παγετῶδες ἀπὸ πέτρας τινὸς ἐν Νωνάκριδι οὔσης, ὃ δρόσον ὥσπερ
λεπτὴν ἀναλαμβάνοντες εἰς ὄνου χηλὴν ἀποτίθενται· οὐδὲν γὰρ ἕτερον ἀγγεῖον στέγει αὐτό,
ἀλλ’ ὑπὸ ψυχρότητος καὶ δριμύτητος διακόπτεται. οἶ δὲ πλείους πεπλάσθαι φασὶ τὸ φαρμάκῳ θα-
 νεῖν τὸν Ἀλέξανδρον, καὶ τοῦτο τεκμηριοῦνται ἐκ τοῦ τὸ σῶμα ἐφ’
ἡμέρας πλείονας κείμενον ἐν τόποις θερμοῖς ἀτημέλητον, τῶν ἡγεμόνων πρὸς ἀλλήλους
στασιασάντων, μηδὲν ἐμφῆναι τοιαύτης φθορᾶς σημεῖον, ἀλλὰ καθαρὸν διαμεῖναι καὶ δοκεῖν
πρόσφατον. 
 Λέγεται δὲ ὡς γνοὺς ἤδη ἐκλείπειν αὐτῷ τὸ βιώσιμον ἠβουλήθη ἐς τὸν Εὐφράτην
καταποντῶσαι λαθρηδὸν ἑαυτόν, ἵνα γενόμενος ἀφανὴς παράσχῃ δόξαν ὡς εἰς θεοὺς μετελήλυθεν, ἐξ
ἐκείνων γενόμενος, ἡ δὲ Ῥωξάνη τοῦτο γνοῦσα εἶργεν αὐτῷ τὸ ἐγχείρημα, ὁ δὲ μετ’ οἰμωγῆς ἔφη ὡς
“ἐφθόνησας ἄρα, γύναι, μοι δόξης τοῦ θεωθῆναι καὶ μὴ θανεῖν. 
 
 Ὁ μὲν οὖν Ἀλέξανδρος οὕτως εἰς μέγα τύχης

προαχθεὶς ἐτελεύτησεν. ὅτε δὲ τὴν Τυρὸν ἐπολιόρκει, ἐπιστείλας τῶ τῶν Ἰουδαίων ἀρχιερεῖ
ἠξίου συμμαχίαν αὐτῷ πέμπειν καὶ ἀγορὰν τῷ στρατεύματι καὶ 
 ὅσα Δαρείω ἐδασμοφόρουν αὐτῷ διδόναι. τοῦ δὲ ἀρχιερέως ὅρκους Δαρείω δοῦναι φήσαντος
μὴ ἄραι κατ’ αὐτοῦ ὅπλα, καὶ τούτους ζῶντος Δαρείου μὴ παραβήσεσθαι, ὠργίσθη Ἀλέξανδρος καὶ ἠπείλησε
 στρατεύσειν κατὰ τῆς Ἰουδαίας. ἄρτι δὲ τὴν Τυρὸν παρειληφὼς ἐπὶ τὰ Ἰεροσόλυμα ὥρμησεν. ὁ
δὲ ἀρχιερεὺς Ἰωὰδ ἐν ἀγωνίᾳ ἦν διὰ τὴν τοῦ βασιλέως ὀργήν, καὶ τοῦ θεοῦ ἐδεῖτο προστῆναι τοῦ ἔθνους.
ὁ δὲ θεὸς καθ’ ὕπνους αὐτῷ ἐχρημάτισε θαρρεῖν, 
 καὶ κοσμήσαντας τὴν πόλιν ἀνοίξαι τὰς πύλας, καὶ αὐτὸν μὲν μετὰ τῶν ἱερέων ταῖς
συνήθεσι στολαῖς ὑπαντῆσαι τῷ βασιλεῖ, τὸ δὲ πλῆθος ἐσθῆσι λευκαῖς. καὶ ὁ μὲν ἐποίησεν ὡς αὐτῷ
κεχρημάτιστο, καὶ ἤδη τοῦ Ἀλεξάνδρου τῇ πόλει προσάγοντος πρόεισι μετὰ τῶν ἱερέων καὶ
τοῦ πλήθους τῆς πόλεως εἰς τόπον τινὰ ὅθεν ἡ πόλις καὶ ὁ ναὸς καθωρᾶτο· τῶν δ' ἑπομένων τῷ βασιλεῖ
διαρπάζειν κελεῦσαι αὐτὸν τὴν πόλιν λογιζομένων καὶ τὸν ἀρχιερέα διαφθείραι, ὁ Ἀλέξανδρος πόρρωθεν ἰδὼν τὸ πλῆθος καὶ τοὺς ἱερεῖς 
κεκοσμημένους ὡς εἴρηται, τὸν δὲ ἀρχιερέα ἐνδεδυμένον τὴν ὑακίνθινον
στολὴν καὶ διάχρυσον καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τὴν κίδαριν ἔχοντα καὶ τὸ χρυσοῦν ἐπ’ αὐτῆς ἔλασμα ᾧ τὸ τοῦ
θεοῦ ὄνομα ἐπεγέγραπτο, μόνος προσελθὼν προσεκύνησε καὶ τὸν ἀρχιερέα ἠσπάσατο. ἐπὶ
τούτῳ οἱ μὲν ἄλλοι ξύμπαντες κατεπλάγησαν, Παρμενίων δὲ καὶ ἠρώτησε τί δήποτε τὸν τῶν Ἰουδαίων
προσεκύνησεν ἀρχιερέα. ὁ δέ ”οὐ τοῦτον” εἶπε, “τὸν δὲ θεὸν προσεκύνησα, οὗ τῇ ἀρχιερωσύνῃ οὕτος
τετίμηται. τοῦτον γὰρ ἐν τοῖς ὕπνοις εἶ δὸν, ἐγγὺς ὢν ἔτι Μακεδονίας, ἐν τῇ στολῇ
ταύτῃ· καί μοι φροντίζοντι πῶς ἂν τῆς Ἀσίας κρατήσαιμι μὴ μέλλειν παρεκελεύετο, καὶ αὐτὸς ἡγεῖσθαί
μοι 
 τῆς στρατιὰς ἐπηγγέλλετο καὶ τὴν Περσῶν παραδώσειν ἀρχήν. οὐδένα οὖν ἐν τοιαύτῃ στολῇ
θεασάμενος ἀλλ’ ἢ τοῦτον, ἄρτι τῆς ὄψεως τε τοῦ ἐνυπνίου ἐμνήσθην, καὶ σὺν θεῷ τὴν στρατείαν νομίζω
πεποιημένος τὸν Δαρεῖον ἡττήσειν καὶ τὴν Περσῶν ἀρχὴν κατακτήσασθαι. ταῦτα εἰπὼν καὶ τὸν
ἀρχιερέα δεξιωσάμενος τὴν πόλιν εἰσελήλυθε· καὶ εἰς τό ἱερὸν ἀναβὰς ἔθυσε τῷ θεῷ ὡς ὑφηγεῖτο ὁ
ἀρχιερεύς. καὶ τὴν Δανιὴλ εἶδε βίβλον, ἐν ᾗ τινα τῶν Ἑλλήνων τὴν Πέρσον βασιλείαν καταλύσειν
ἐγγέγραπται, καὶ ἥσθη ἐπ' αὐτῇ· καὶ ὅσα ᾐτήσαντο Ἰουδαῖοι ἐπλήρωσε. 
 
 Ταῦτα ἰδόντες οἱ Σαμαρεῖται, καὶ αὐτοὶ οὐ πόρρω τᾶν Ἰεροσολύμων τῷ Ἀλεξάνδρῳ ὑπήντησαν
ἐσκευασμένοι λαμπρῶς, καὶ παρεκάλουν τιμῆσαι αὐτὸν τῇ παρουσίᾳ καὶ τὸ παρ’ αὐτοῖς ἱερόν. ὁ “ἥξω” ἔφη
 “ὅθ’ ὑποστρἐφω.” αἰτουμένων δὲ χαρίσασθαι αὐτοῖς ὅσα τοῖς Ἰουδαίοις, τίνες εἰσὶν
ἐπυνθάνετο. οἱ δὲ Ἑβραῖοι ἔφασαν εἶναι, χρηματίζειν δὲ οἱ ἐν Σικίμοις Σιδώνιοι. καὶ ὃς εἰ Ἰουδαῖοι
εἶεν πάλιν ἠρώτησεν. ὡς δ' οὐκ εἶναι κατέθεντο, ἔγωγε εἶπεν Ἰουδαίοις ἐχαρισάμην ἃ
αἰτεῖσθε ὑμεῖς. τὸ δὲ ἐν τῷ Γαριζὶν ὄρει ἱερὸν εἰς καταφύγιον τῶν παρανομούντων ἐγέ- νετο· εἰ γάρ τις κοινοφαγήσας ἢ ἄλλο τι παρανομήσας ὑπὸ αἰτίαν ἐγίνετο,
παρὰ τοὺς Σικιμίτας κατέφευγε. τοῦ δὲ ἀρχιερέως Ἰωδαὲ τελευτήσαντος Ὀνίας ὁ παῖς αὐτοῦ
τὴν ἀρχιερωσύνην παρείληφε.

Θανόντος δὲ Ἀλεξάνδρου εἰς τέσσαρας ἀρχὰς ἡ ἐκείνου βασιλεία διῄρητο, καὶ τῆς μὲν Ἀσίας
Ἀντί- Cap. 16. Iosephi Ant. 12, 1 et 2. ἕτεροι p. 310, 7: Epiphanius de mensuris et ponderibus νοί.
2, ρ. 161 ed. Patan., et alii. γόνος ἦρξε, τῶν δὲ λοιπόν οἶ προγεγραμμένοι. τούτων δὲ
πρὸς ἀλλήλους στασιαζόντων πόλεμοί τε συνεχεῖς ἦσαν καὶ ἐκακοῦντο αἱ πόλεις. ὁ δὲ Πτολεμαῖος ὁ Λάγου
ὁ τῆς Αἰγύπτου βασιλεύων, ὃς καὶ σωτὴρ ἐχρημάτιζε, τῇ τε Συρίᾳ τἀναντία τῇ ἐπικλήσει
αὐτοῦ γέγονε, καὶ τὰ Ἰεροσόλυμα δόλῳ κατέσχεν. είσελθὼν γὰρ εἰς τὴν
πόλιν σαββάτῳ ὡς θύσων, ἀπόνως ταύτης ἐκράτησεν οἱ γὰρ Ἰουδαῖοι μήτε τὴν διάνοιαν εἰδότες αὐτοῦ καὶ
διὰ τὴν ἡμέραν ἐν ἀργίᾳ ὄντες, οὐκ ἀντέστησαν. κρατήσας δ’ οὕτω τοῦ ἔθνους πικρότατα
ἦρχε, καὶ πολλοὺς λαβὼν αἰχμαλώτους εἰς Αἴγυπτον ἀπήγαγε καὶ κατῴκισε. τοῖς δ’ ἐν Ἱεροσολύμοις
στάσεις πρὸς τοὺς Σαμαρείτας ἐγένοντο, τῶν μὲν Ἱεροσολυμιτῶν τὸ παρ’ αὐτοῖς ἱερὸν καλούντων ἄγιον καὶ τὰς θυσίας ἐν αὐτῷ γίνεσθαι δεῖν λεγόντων, τῶν δὲ Σικιμιτῶν τὸν ἐν τῷ Γαριζὶν
ὄρει σεμνυνόντων ναόν. 
 Τεσσαράκοντα δ’ ἔτη τοῦ Λάγου Πτολεμαίου βασιλεύσαντος τῆς Αἰγύπτου καὶ τελευτήσαντος ὁ
παῖς αὐτοῦ Πτολεμαῖος ὁ Φιλάδελφος διεδέξατο τὴν ἀρχήν. ὃς τάς τε γραφὰς τὰς Ἑβραικὰς
ἐκ τῆς πατρίου γλώττης εἰς Ἑλλάδα μεταβληθῆναι διάλεκτον ἔσπευσε, καὶ τοὺς δουλεύοντας ἐν Αἰγύπτῳ
τῶν Ἱεροσολυμιτῶν ἠλευθέρωσε. συλλογὴν γὰρ βιβλίων ποιήσασθαι 
 βουληθεὶς καὶ περὶ ταύτην φιλοτιμούμενος, τὸν Φαληρέα Δημήτριον ἐπὶ τῶν βιβλιοθηκῶν
εἶχε. καί ποτε τοῦ Πτολεμαίου τὸν Δημήτριον ἐρωτήσαντος πόσας ἤδη ἔχει μυριάδας βιβλίων, περὶ
εἴκοσιν εἶπεν εἶναι τὰ συνειλεγμένα ἐκεῖνος· εἶναι δὲ καὶ παρ’ 
 Ἑβραίοις τόν παρ’ αὐτοῖς νομίμων συγγράμματα σπουδῆς ἄξια, καὶ δεῖν καὶ ταῦτα
κτήσασθαι. γράφει τοίνυν ὁ βασιλεὺς τῷ ἀρχιερεῖ περὶ τούτων. Ἀρισταῖος δὲ φίλος
τυγχάνων τῷ βασιλεῖ ‘‘τοὺς τῶν Ἰουδαίων νόμους” εἶπεν οὐ μεταγράψαι μόνον, ἀλλὰ καὶ ἑρμηνεῦσαι
διεγνωκότες, πῶς ἂν τοῦτο διαπραξώμεθα, πολλῶν Ἰουδαίων ἐν τῇ σῇ βασιλείᾳ δούλων ὄντων ; ἀπόλυσον
οὖν αὐτούς, βασιλεῦ, τῆς δουλείας, καὶ οὕτω πρόθυμον τὸ ἔθνος ποιήσεις εἰς τὸ τὰς γραφὰς
καὶ μεταγράψασθαι καὶ ἑρμηνεῦσαι.” ὁ γοῦν βασιλεὺς τῷ λόγῳ τοῦ Ἀρισταίου πεισθεὶς ἐκέλευσε πάντας
τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ δουλεύοντας Ἰουδαίους ἐλευθέρους ἀπολυθῆναι, πριάμενος ἕκαστον ἐκ 
 τῶν δεσποτῶν αὐτῶν δραχμῶν ἑκατὸν εἴκοσι. τὸ δὲ τῶν ἐλευθερωθέντων
πλῆθος εἰς μυριάδας ἠρίθμητο ὑπὲρ δέκα. τὰ δὲ ὑπὲρ τιμήματος αὐτῶν δοθέντα τετρακόσια καὶ ἑξήκοντα
γεγόνασι τάλαντα. 
 Γράφει γοῦν Πτολεμαῖος πρὸς Ἑλεάζαρ τὸν ἀρχιερέα. τελευτήσαντος γὰρ τοῦ
ἀρχιερέως Ὀνίου ὁ παῖς αὐτοῦ Σίμων αὐτὸν διεδέξατο, ὃς καὶ δίκαιος ἐπεκέκλητο, τούτου δὲ θανόντος
ἐπὶ νηπίῳ υἱῷ Ὀνίᾳ καλουμένῳ ὁ τοῦ Σίμωνος ἀδελφὸς Ἐλεάζαρ τὴν ἀρχιερωσύνην εἶχε. τούτῳ τοίνυν ὁ
Πτολεμαῖος ἐπέστειλε, τήν τε τῶν δουλευόντων Ἰουδαίων ἐλευθερίαν καταγγέλλων καὶ τὴν
εἰς τὸ ἔθνος διάθεσιν, καὶ ἀξιῶν τούς τε νόμους αὐτοὺς πεμφθῆναι καὶ ἄνδρας ἕξ ἀφ’ ἑκάστης φυλῆς τήν τε πάτριον ἠσκημένους διάλεκτον εἰς ἀκρίβειαν καὶ τὴν Ἑλληνίδα
φωνήν, ἔνα παρ’ ἐκείνων εἰς τὴν Ἑλλάδα γλῶτταν μεταβληθεῖεν αἶ παρ’ αὐτοῖς γραφαί.
ἔστειλε δὲ καὶ εἰς τὸ ἱερὸν ἀναθήματα, ἀργυρίου τάλαντα ἑκατόν, φιάλας χρυσᾶς εἴκοσι καὶ ἀργυρᾶς
τριάκοντα, καὶ κρατῆρας πέντε καὶ τράπεζαν χρυσῆν. ὁ οὖν Ἐλεάζαρ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ
Πτολεμαίου καὶ τὰ ἀναθήματα κομισάενος, ἐπελέξατο ἄνδρας ἐκ φυλῆς ἑκάστης ἔξ, καὶ 
πέπομφε φέροντας καὶ τὸν νόμον. ὧν εἰς Ἀλεξάνδρειαν παραγενομένων, καὶ τῷ βασιλεῖ τάς τε διφθέρας
χρυσοῖς γράμμασι τὸν νόμον ἐχούσας ἐγγεγραμμένον καὶ τὰ παρὰ τοῦ ἀρχιερέως αὐτῷ σταλέντα 
δῶρα προσκεκομικότων, ὁ βασιλεὺς ἥσθη διαφερόντως, καὶ ἠσπάσατο τοὺς ἄνδρας, καὶ συνειστιάθη αὐτοῖς,
καὶ ἀνὰ τρία δέδωκε τάλαντα, καὶ καταλύσεις αὐτοῖς ἡτοίμασε
καλλίστας. εἶτα παραλαβὼν αὐτοὺς ὁ Δημήτριος, καὶ εἰς ἔνα οἶκον ἀπαγαγὼν ἤρεμον ἔργου
ἔχεσθαι παρεκάλει. οἱ δὲ ὡς ἐνῆν φιλοτίμως ἀκριβῆ τὴν ἑρμηνείαν ἐτίθεντο. τοῦ δ ἔργου ἐν ἑβδομήκοντα
καὶ δυεῖν ἡμέραις τετελεδμένου, καὶ τῶν μεταγραφέντων ἀναγνωσθέντων τῷ βασιλεῖ, ἐκεῖνος καὶ ἔχαιρεν
ὅτι εἰς ἔργον ἤχθη τὸ αὐτοῦ βούλημα καὶ τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου καὶ τὴν σοφίαν
ὑπερεθαύμαζε. καὶ ἠπόρει πῶς οὐδεὶς οὔτε τῶν ἱστορικῶν οὔτε τῶν ἄλλων σοφῶν αὐτῆς ἐπεμνήσθη. ἔφη δὲ
αὐτῷ ὁ Δημήτριος μηδένα τολμῆσαι τῆς τῶν νόμων τούτων ἀναγραφῆς
ἅψασθαι διὰ τὸ θείαν αὐτὴν εἶναι, καὶ ὅτι τινὲς ἐγχειρήσαντες τούτοις ἐβλάβησαν ὑπὸ τοῦ
θεοῦ. Θεόπεμπτός τε γὰρ βουληθεὶς περὶ τούτων συγγράψασθαι ἑ βλάβη τὰς φρένας ἐφ’ ἡμέραις πλείοσι
τῶν τριάκοντα· καὶ συνεὶς ὅθεν αὐτῷ ἡ παραφροσύνη ἐγένετο, ἐν τοῖς διαλείμμασιν
ἐξιλάσκετο τὸν θεόν· ὄναρ τε εἶδεν ὡς αὐτῷ τὸ πάθος συμβέβηκε περιεργαζομένῳ τὰ θεῖα καὶ εἰς κοινοὺς
ἀνθρώπους ἐκφέρειν ταῦτα θελήσαντι. ἀντὶ. ἀποσχόμενος οὖν τοῦ ἔργου κατέστη τὸν νοῦν. ‘ἀλλὰ καὶ Θεόδεκτος” εἶπεν “ὁ των τραγῳδιῶν ποιητής, θέλων ἔν
τινι δράματι τῶν ἐν τῇ ἱερᾷ βιβλῳ γεγραμμένων μνησθῆναι, ἀλγήσας τὰ
ὄμματα ἐπηρώθη· καὶ τὸ αἴτιον γνοὺς ἀπηλλάγη τῆς συμφορὰς, δεηθεὶς τοῦ θεοῦ.” λαβὼν
οὖν τὰς βίβλους ὁ βασιλεὺς καὶ προσκυνήσας αὐταῖς, καὶ δωρησάμενος τοῖς ἀνδράσι φιλοτιμότατα, καὶ
ἀναθήματα στείλας ἐν τό ναῷ καὶ δῶρα κάλλιστα τῷ ἀρχιερεῖ, ἐπανελθεῖν ἀφῆκεν εἰς Ἱερουσαλήμ. 
 
 Οὕτω μὲν τὴν ἑρμηνείαν τῶν Ἑβραϊκῶν γραφῶν γενέσθαι ἱστόρησεν ὁ Ἰώσηπος· ἕτεροι δὲ μὴ ὁμοῦ
συνελθόντας φασὶ τοὺς ἑρμηνεῖς τῶν γραφῶν ποιήσασθαι τὴν παράφρασιν, ἀλλ’ ἀνὰ δύο διαιρεθῆναι αὐτοὺς
καὶ ἐν ἰδιαζούσαις διαίταις ὄντας ἐκθέσθαι 
 τὴν ἑρμηνείαν, καὶ μετὰ τὸ τέλος ὁμοῦ συνελθεῖν, καὶ τὰς ἑκάστων
συγγραφὰς παραβληθείς ἃς ἀλλήλαις εὑρεθῆναι μήτε κατὰ νοῦν μήτε μὴν κατὰ λέξεις διαφωνούσας, ἀλλὰ
συμφώνους ἐν ἅπασιν. 
 Η μὲν οὑν ἑρμηνεία ἐπὶ Πτολεμαίου τοῦ Φιλαδέλφου

οὕτως ἢ ἐκείνως ἐγένετο. οἱ δὲ Ἰουδαῖοι, Ἀντιόχου τοῦ μεγάλου βασιλεύοντος τῆς Ἀσίας καὶ
μαχομένου πρὸς τὸν Εὐπάτορα Πτολεμαῖον καὶ πρός τὸν ἐκείνου υἱὸν τὸν Ἐπιφανῆ Πτολεμαῖον, σφοδρῶς
ἐκακώθησαν. νικήσας δὲ ὁ Ἀντίοχος τὴν Ἰουδαίαν 
 προσάγεται. τοῦ δ' ἐπιφανοῦς Πτολεμαίου μετὰ θάνατον τοῦ πατρὸς
αὐτοῦ ἐπὶ τὴν Κοίλην Συρίαν μεγάλην στείλαντος δύναμιν καὶ πολλὰς λαβόντος πόλεις, καὶ τὸ τῶν
Ἰουδαίων ἔθνος πολεμούμενον προσέθετο τῷ Ἐπιφανεῖ. αὖθις δὲ τοῦ Ἀντιόχου νικήσαντος, 
κήσαντος, ἑκουσίως Ἰουδαῖοι πρὸς αὐτὸν μετετέθησαν, καὶ εἰς τὴν πόλιν αὐτὸν εἰσεδέξαντο, καὶ τοὺς ἐν
τῇ ἀκροπόλει φυλάσσοντας τοῦ Πτολεμαίου στρατιώτας πολιορκοῦντι συνεμάχησαν· κἀντεῦθεν φίλιον αὐτῷ
τὸ ἔθνος ἐγένετο. εἶτα σπένδεται μὲν τῷ 
 
 Πτολεμαίῳ Ἀντίοχος καὶ κῆδος τίθεται πρὸς αὐτόν, τὴν θυγατέρα δοὺς αὐτό Κλεοπάτραν,
καὶ εἰς φερνὴν παρέσχε τήν τε Κοίλην Συρίαν καὶ Φοινίκην καὶ Ἰουδαίαν, ἀλλὰ μὴν καὶ Σαμάρειαν. ταῦτα
δὲ συνέβη ἐπὶ ἀρχιερέως Ὀνίου. τὸν γὰρ Ἐλεάζαρ θανόντα ὁ 
θεῖος αὐτοῦ διεδέξατο Μανασσῆς, μεθ’ ὃν τῆς ἀρχιερωσύνης Ὀνίας ἠξίωτο Σίμωνος ὢν υἱὸς τοῦ δικαίου.
Σίμων δὲ τοῦ Ἐλεάζαρ ἦν ἀδελφός, ὡς ἱστό- ρηται. 
 
 Ὁ γοῦν εἰρημένος Ὀνίας, διὰ φιλοχρηματίαν καὶ διανοίας ἀσθένειαν μὴ δοὺς τῷ Πτολεμαίῳ τὸν
δασμὸν τὸν ἐτήσιον ὃν οἱ πρὸ αὐτοῦ τοῖς βασιλεῦσιν ἐδασμοφόρουν, ἠρέθισεν αὐτὸν εἰς ὀργήν. πέμψας
οὖν ὁ Πτολεμαῖος ἠπείλει κακῶς διαθήσειν καὶ τὸ ἔθνος καὶ τὴν πόλιν· ὁ δὲ ἀρχιερεὺς
ἡττώμενος χρημάτων ἀδυσώπητος ἦν. Ἰωσὴφ δὲ υἱὸς Τωβίου, τοῦ δ’ ἀρχιερέως ἀδελφιδοῦς, ἠρώτησε τὸν
θεῖον εἰ δίδωσιν αὐτῷ πρὸς τόν Πτολεμαῖον πρεσβεῦσαι. τοῦ δὲ ἐπιτρέψαντος, τὸν ἐκ τοῦ Πτολεμαίου
σταλέντα ξενίζει φιλοτιμότατα, καὶ δωρεὰς αὐτῷ πολυτελεῖς παρασχὼν προέπεμψεν, ἕψεσθαι καὶ αὐτὸς ὑποσχόμενος. καὶ ὁ μὲν ἐπανῆλθε πρὸς Πτολεμαῖον, τὰ
γεγονότα μηνύων καὶ τὴν τοῦ Ἰωσὴφ χρηστότητα διηγούμενος, καὶ λέγων τὸν ἄνδρα ἀφίξεσθαι
πρεσβευσόμενον, καὶ πολλὰ τούτου πρὸς τὸν βασιλέα καὶ τὴν βασίλισσαν διεξιὼν ἐγκώμια· ὁ
δὲ Ἰωσὴφ παρασκευασάμενος μετὰ ταῦτα εἰς Ἀλεξάνδρειαν παραγέγονεν. ἀκούσας δὲ ἐν Μέμφει τὸν
Πτολεμαῖον εἶναι, ἀπῄει ὑπαντήσων αὐτῷ. ἔτυχε δὲ ὁ βασιλεὺς ἐπὶ ὀχήματος μετὰ τῆς
γυναικὸς καθεζόμενος, παρῆν δὲ καὶ ὁ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ἰωσήφ ξενισθείς. ὃς ἰδὼν αὐτόυ “οὗτος” ἔφη τῷ
βασιλεῖ ‘‘περὶ οὗ σοι ἀπήγγειλα 
 ὡς ἀγαθός ἐστι καὶ φιλότιμος νεανίας.” καὶ ὁ Πτολεμαῖος ἀκούσας
πρῶτός τε αὐτὸν προσηγόρευσε καὶ ἀναβῆναι ἐπὶ τὸ ὄχημα παρεκέλευσεν. αἰτιωμένου δὲ τὸν ἀρχιερέα τοῦ βασιλέως “συγγίνωσκε” ἔλεγε διά τὸ γῆρας αὐτῷ ’ τοῖς τε
γὰρ πρεσβύταις καὶ τοῖς νηπίοις ὁμοία ἐστὶν ἡ διάνοια· ἡμεῖς δέ σοι οἱ νέοι πᾶσαν τὴν
ὀφειλὴν καταθήσομεν.” ἐκ τούτων ἐπὶ πλέον ἡ πρὸς αὐτὸν ἐπέδωκε τοῦ βασιλέως διάθεσις. γενομένου δὲ
ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τοὐ βασιλέως, ἰδόντες οἱ πρῶτοι τῆς Συρίας, ἔτυχον γὰρ ἐλθόντες ἔνα τὰ τέλη τῶν πόλεων ἐξωνήσωνται, κατ’ ἔτος τοῦ βασιλέως ταῦτα τοῖς τῶν πόλεων πιπράσκοντος δυνατοῖς,
τὸν Ἰωσὴφ αὐτῷ συγκαθήμενον, ἐδυσχέραινον. εἰς ὀκτακισχίλια δὲ
τάλαντα τὰ τῆς Κοίλης Συρίας τέλη καὶ τὰ τῆς Φοινίκης καὶ Ἰουδαίας καὶ Σαμαρείας ὠνουμένων τῶν ἐν ταῖς πόλεσι δυνατῶν, ὁ Ἰωσὴφ διπλασιονα δώσειν ὑπισχνεῖτο. τοῦ δὲ βασιλέως
κατανεύσαντος, ἐρομένου δὲ εἰ τοὺς ἐγγυησομένους αὐτὸν ἔχει, “δώσω” εἶπεν “ἀνθρώπους οἶς οὐκ
ἀπιστήσετ.” καί‘ “τίνες οὗτοι” προσερομένου, “σέ” εἶπεν, “ὦ βασιλεῦ, καὶ τὴν γυναῖκα
τὴν σὴν ἐγγυησομένους δίδωμι.” γελάσας δὲ ὁ Πτολεμαῖος συνεχώρησεν αὐτῷ τῶν φόρων τὴν εἴσπραξιν.
λαβὼν οὖν στρατιώτας ὡς δισχιλίους εἰς Συρίαν ἐξώρμησε. γενόμενος δ 
ἐν Ἀσκάλωνι, ὡς οὐδἐν ἐδίδουν αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ προσύβριζον, συλλαβὼν τοὺς πρωτεύοντας
ἔκτεινε, καὶ τὰς οὐσίας δημεύσας αὐτῶν τῷ βασιλεῖ ἔπεμψεν ὡς χίλια τάλαντα. ὁ δὲ τὰ πεπραγμένα
ἐπαινέσας ἐφίησιν αὐτῷ ποιεῖν ὅ,τι βούλεται. τοῦτο φόβον τοῖς Σύροις ἐνέβαλε, καὶ ἐδέχοντο προθύμως
τὸν Ἰωσήφ, καὶ τοὺς φόρους ἐδίδουν. κερδήσας δ' ἐκ τούτων πολλά, μεγάλα τῷ βασιλεῖ καὶ
τῇ Κλεοπάτρᾳ ἔστελλε δῶρα καὶ πᾶσι τοῖς περὶ αὐτούς, ὅθεν ἐπὶ ἔτη δύο καὶ εἴκοσι τῆς
εὐτυχίας ταύτης ἀπήλαυσε. 
 Γυναιξὶ δὲ δυεῖν συνοικήσας, ἐκ μὲν τῆς μιᾶς παῖδας ἔσχεν ἑπτά, ἐκ δὲ τῆς λοιπῆς ἔνα. ἦν δ
 αὕτη ἀδελφόπαις αὐτοῦ· ᾗπερ οὕτως συνῴκησε.

ὀρχηστρίδος ἠράσθη τινὸς καὶ τῷ ταύτης ἔκαμνεν ἔρωτι. μηνύει δὲ τό πάθος τῷ ἀδελφῷ. ὁ δὲ
διακονήσασθαί οἱ πρὸς τὸν ἔρωτα ἐπηγγείλατο, καὶ νυκτὸς τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα πρὸς τὸν ἀδελφὸν ἀγαγὼν
 συγκατέκλινε. καὶ τούτου γενομένου πολλάκις, ἤρα σφοδρότερον. τοῦ δὲ ἀδελφοῦ τὸ
κεκρυμμένον αὐτῷ φανερώσαντος, συνῴκησε τῇ ἀδελφιδῇ, καὶ ἐξ αὐτῆς υἱὸν ἔσχεν, Ὑρκανὸν καλέσας αὐτόν.
τρισκαίδεκα δὲ γεγονὼς ἐτῶν οὗτος τήν τε σύνεσιν ἐδείκνυ καὶ τὴν ἐντρέχειαν. δοὺς γὰρ
αὐτῷ ὁ πατὴρ ζεύγη βοῶν τριακόσια ἐξέπεμψεν εἰς χώραν δυεῖν ἡμέραιν ἀπέχουσαν τὴν γῆν ἐργασόμενον, τοὺς ἱμάντας τῶν ζυγόν παρακατασχών. ὁ δὲ γενόμενος ἐκεῖ καὶ μὴ ἔχων
ἱμάντας, τῶν βοηλατῶν στέλλειν πρὸς τὸν πατέρα τοὺς αἰτήσοντας αὐτοὺς δεῖν λεγόντων, τῇ
μὲν ἐκείνων συμβουλῇ οὐ προσέσχεν, αὐτὸς δὲ δέκα ζεύγη καταθύσας τὰ μὲν κρέα τοῖς ἐργάταις διένειμε,
τὰς δὲ δορὰς κατατεμὼν τούτοις προσέδησε τοὺς ζυγούς, καὶ οὕτω τὴν ἐργασίαν ποιήσας ἐπανελήλυθεν. ὁ
δὲ πατὴρ τὴν ἐπίνοιαν αὐτοῦ γνοὺς καὶ ἐθαύμασεν αὐτὸν καὶ ἠγάπησε καὶ τῶν ἄλλων
προετίμα υἱῶν· οἶ δὲ ἤχθοντο. τῷ δὲ Πτολεμαίῳ γεννηθέντος υἱοῦ οἱ πρῶτοι τῶν ὑπ’ αὐτὸν χωρῶν ἑώρταζον τὰ γενέθλια ἀπιόντες εἰς Ἀλεξάνδρειαν, Ἰωσὴφ δὲ τό γήρᾳ
δυσκόμιστος γεγονὼς τῶν παίδων ἔνα ἐκεῖ ἀπελθεῖν προετρέπετο. τῶν 
 δὲ πρεσβυτέρων παραιτουμένων ὁ Ὑρκανὸς κατέθετο ἀπελθεῖν. καὶ συνεβούλευε τῷ πατρὶ μὴ
πέμπειν αὐτόθεν δῶρα τῷ βασιλεῖ, ἐπιστεῖλαι δὲ τῶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ οἰκονόμῳ παρασχεῖν αὐτῷ χρυσίον,
ἵνα δι’ αὐτοῦ πρίηται δῶρα. ὁ δὲ τὸν υἱὸν ἐπαινέσας τῆς συμβουλῆς, γράφει τῷ οἰκονόμῳ
τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ χρημάτων οὐκ ἐλαττόνων ὄντων τρισχιλίων 
ταλάντων, δοῦναι τῷ υἱῷ χρήματα ὅσων ἂν δεηθῇ, ἐλπίσας μὴ πλείω δέκα ἔσεσθαι ταλάντων τὴν ἐπὶ τῇ
 δωρεᾷ τοῦ βασιλέως δαπάνην. λαβὼν οὖν τὴν ἐπιστολὴν 
Ὑρκανὸς ἀπῄει πρὸς Ἀλεξάνδρειαν. οἱ δὲ λοιποὶ τοῦ Ἰωσὴφ παῖδες γράφουσι τοῖς πατρικοῖς ἑταίροις
ἐπιβουλεῦσαι τῷ Ὑρκανῷ καὶ διαφθεῖραι αὐτόν. γενόμενος δ' ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ πατρὸς τῷ
οἰκονόμῳ ἐπέδωκεν. ὁ δὲ ἤρετο πόσων χρῄζει ταλάντων· καὶ ὅς “χιλίων” ἔφη. ὁ δ’
οἰκονόμος οὐ πλείω δέκα παρεῖχεν. ὀργισθεὶς δὲ ὁ παῖς τὸν οἰκονόμον ἐδέσμησε. καὶ ὁ Πτολεμαῖος
στείλας πρὸς Ὑρκανόν, θαυμάζειν ἔλεγε πῶς οὔτε ὤφθη αὐτῷ καὶ τὸν τοῦ πατρὸς ἔδησεν οἰκονόμον. ὁ δὲ
μὴ ἐλθεῖν ἴφη περιμένων ἑτοιμάσαι τὰ δῶρα, τὸν δὲ δοῦλον κολάσαι οἷς ἐπέταξεν
ἀπειθήσαντα. διὰ ταῦτα ὁ βασιλεὺς καὶ ἐγέλασε καὶ τὴν τοῦ παιδὸς 
μεγαλοφροσύνην ἐθαύμασεν. ὁ δὲ Ἀρίων ὁ οἰκονόμος γνοὺς ὡς οὐκ ἔστιν αὐτῷ ἀρωγή, δοὺς τὰ χίλια τάλαντα τῶν δεσμῶν ἐλύθη. ὁ Ὑρκανὸς δὲ παῖδας ἑκατὸν ἀκμαιοτάτους καὶ γράμματα εἰδότας
ὠνήσατο, ταλάντου πριάμενος ἕκαστον, καὶ παρθένους τοσαύτας ἰσοταλάντου τιμῆς. τῶν γοῦν ἄλλων
ἁπάντων τῶν μὲν ἀνὰ δέκα τάλαντα προσαγόντων τῷ βασιλεῖ, τῶν δὲ μείζω δωρουμένων οὐχ
ὑπερβάντων τὰ εἴκοσιν, ὁ Ὑρκανὸς τοὺς παῖδας καὶ τὰς παρθένους τῷ βασιλεῖ καὶ τῇ
Κλεοπάτρᾳ προσήνεγκεν, ὧν ἕκαστος καὶ τάλαντον ἔφερε· καὶ τοῖς φίλοις δὲ τοῦ βασιλέως καὶ τοῖς περὶ
τὴν θεραπείαν αὐτοῦ πολλῶν ταλάντων δῶρα παρέσχετο. θαυμάσας δὲ Πτολεμαῖος 
 τὸν παῖδα αἰτεῖν ἃ βούλεται προετρέπετο. ὁ δὲ οὐδὲν ᾔτησεν ἢ τῷ πατρὶ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς
γράψαι περὶ αὐτοῦ. ὃ ποιήσας ὁ βασιλεύς, καὶ βασιλικῶς αὐτῷ δωρησάμενος, ἐξέπεμψεν. οἱ δὲ ἀδελφοὶ
μαθόντες ἐπανιόντα μετὰ τιμῆς, ἐξῆλθον ὑπαντήσοντες αὐτῷ καὶ διαφθεροῦντες, μηδὲ τοῦ
πατρὸς κωλύσαντος ὑπ’ ὀργῆς τῆς διὰ τὴν τῶν χρημάτων δαπάνην. ἐπιθεμένων δέ οἱ τῶν ἀδελφῶν πολλοί τε
τῶν σὺν αὐτοῖς ἔπεσον, καὶ ἐξ αὐτῶν δύο. δείσας οὑν διὰ ταῦτα εἰς τὸ πέραν ἀπῆλθε τοῦ Ἰορδάνου καὶ
ἐπολέμει τοῖς Ἄραψι, καὶ βᾶριν ἐκεῖ πολυτελῆ ᾡκοδομησε, καὶ κατέσχε τὰ ἐκεῖ μέρη ἐπὶ ἔτη ἑπτά, ἐφ’ ὅσον ὁ τοῦ μεγάλου Ἀντιόχου υἱὸς Σέλευκος
τῆς Συρίας ἐκράτησε. τούτου δὲ θανόντος, καὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ Ἀντιόχου τὴν ἀρχὴν διαδεξαμένου τοῦ ἐπιφανοῦς καλουμένου, φοβηθεὶς ὁ Ὑρκανὸς αὐτὸν αὐτόχειρ ἑαυτοῦ γίνεται· καὶ τὰ χρήματα
αὐτοῦ ὁ Ἀντίοχος ἔλαβε.

Tελευτᾷ δὲ καὶ ὁ Ἐπιφανὴς Πτολεμαῖος ὁ τῆς Αἰγύπτου κρατῶν, δύο παῖδας νεωτάτους πάνυ
καταλιπών, ὧν ὁ μὲν Φιλομήτωρ ἐκέκλητο, Φύσκων δέ γε ὁ ἕτερος. τούτων καταφρονήσας
Ἀντίοχος στρατεί ει ἐπ’ Αἴγυπτον· ἀλλ’ ἀπεκρούσθη ταύτης, τῶν Ρωμαίων
ἀπέχεσθαι τῆς χώρας ἐντειλαμένων αὐτῷ. ἐκεῖθεν δ' ἐπανιὼν ἐπὶ τὰ Ἱεροσόλυμα ὥρμησε, καὶ 
κατέσχε τὴν πόλιν ἀμαχητί, ἀνοιξάντων αὐτῷ τὰς 
 πύλας ὅσοι τῆς ἐκείνου γνώμης ἐτύγχανον. θανόντος γὰρ Ὀνίου τοῦ ἀρχιερέως τῷ ἀδελφῷ
αὐτοῦ Ἰησοῦ Ἀντίοχος τὴν τιμὴν παρέσχεν. ὀργισθεὶς δὲ αὐτῶ αὖθις τῷ νεωτέρῳ τὴν ἀρχιερωσύνην
ἀπένειμέν ἀδελφῷ Ὀνίᾳ καλουμένῳ. Σίμωνι γὰρ τριῶν γενομένων παίδων, καὶ εἰς τοὺς τρεῖς ἡ
ἀρχιερωσύνη περιελήλυθε. καὶ ὁ μὲν Ἰησοῦς Ἰάσωνα μετωνόμασεν ἑαυτόν, ὁ δὲ Ὀνίας Μενέλαον.
στασιάσαντος οὖν τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὸν Ὀνίαν τὸν καὶ Μενέλαον καὶ ὁ λαὸς
ἐμερίσθη· καὶ οἱ μὲν πλείους τῷ Ἰάσωνι προσετίθεντο, οἱ δ’ ἄλλοι τῷ Μενελάῳ, ὧ καὶ οἱ
Τωβίου παῖδες ἤσαν συνεπαρήγοντες. καταπονούμενοι δὲ τοῖς πλείοσιν οὗτοί τε καὶ ὁ Μενέλαος
 πρὸς Ἀντίοχον ἀνεχώρησαν, καὶ τοὺς πατρίους νόμους λιπόντες
ἡλλήνισαν, καὶ τὴν τῶν αἰδοίων περιτομὴν ἐπεκάλυψαν ἐπισπάσαντες. τῶν γοῦν τῆς τούτων
μοίρας ἀνοιξάντων τὰς πύλας τῆς πόλεως τῷ Ἐπιφανεῖ Ἀντιόχῳ, ἐγκρατὴς ἐκεῖνος τῆς πόλεως γέγονε, καὶ
πολλοὺς μὲν ἀπέκτεινε, χρήματα δὲ πολλὰ συλήσας εἰς Ἀντιόχειαν ἐπανέξευζε. 
 
 Μετὰ δὲ δύο ἔτη αὖθις εἰς Ἱεροσόλυμα ἀνέβη Ἀντίοχος, καὶ ἀπάτῃ κρατήσας τῆς πόλεως οὐδὲ τῶν
εἰσδεξαμένων αὐτὸν ἐφείσατο, ἀλλὰ καὶ τὸν ναὸν συλήσας καὶ τοὺς
ἀποκρύφους θησαυροὺς ἀφελόμενος, τάς τε νομίμους θυσίας κωλύσας, καὶ τὴν πόλιν
διαρπάσας, καὶ τοὺς μὲν τοῦ λαοῦ κτείνας, τοὺς δ' αἰχμαλώτους ἀπαγαγών, καὶ ἐμπρήσας τὰ τῆς πόλεως
κάλλιστα, καὶ σύας θύσας ἐν τῷ ναῷ, τέλος καὶ τὰ τείχη καθεῖλε, καὶ τὴν ἐν τῇ κάτω πόλει ἄκραν
οἰκοδομήσας φρουρὰν Μακεδόνων ἐν ταύτῃ κατέστησεν. ἠνάγκαζε δὲ καὶ τὸ πλῆθος τοὺς ὑπ’
αὐτοῦ νομιζομένους θεοὺς σέβεσθαι καὶ τὰ τέκνα μὴ περιτέμνειν, καὶ τοὺς βιαζομένους
ταῦτα πράττειν κατέλιπεν. ὅτε καὶ Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς καὶ οἱ τούτου φοιτηταὶ οἶ Μακκαβαῖοι δηλαδὴ σὺν
τῇ σφετέρᾳ μητρὶ τῆς τῶν θείων νόμων φυλακῆς ὑπερήθλησαν. 
 οἱ μὲν οὖν τῇ βίᾳ νικώμενοι τοῖς ἐπιτεταγμένοις ἐπείθοντο, ὅσοι δὲ τὰς ψυχὰς ἐτύγχανον
εὐγενεῖς, μὴ ὑπείκοντες ταῖς παρανόμοις ἐπιταγαῖς, πικρῶς ἐν βασάνοις ἀπέθνησκον ἢ ἔτι μικρὸν
ἐμπνέοντες ἀνεσταυροῦντο· τὰς δὲ γυναῖκας αὐτῶν καὶ τοὺς παῖδας, οὓς περιέτεμνον, ἐκ
τῶν τραχήλων αὐτῶν ἐξαρτῶντες ἀπῆγχον οἱ τοῦ τυράννου ὑπηρέται. καὶ εἴ που βίβλος εὑρέθη τῆς
Ἑβραικῆς γραφῆς, αὐτήν τε ἠφάνιζον καὶ τοὺς ἔχοντας οἰκτρῶς ἀπώλλυον. διὰ ταῦτα οἱ Σαμαρεῖται οὐκέτι
ἑαυτοὺς τῶν Ἰουδαίων συγγενεῖς ὡμολόγουν, ἀλλὰ Σιδωνίους ὠνόμαζον ἑαυτούς, καὶ τὸ ἐν τῷ Γαριζὶν παρ’ αὐτοῖς ἱερὸν Ἑλληνίου Δῖός προσηγόρευσαν. 
 Ην δέ τις τότε ἱερεὺς ὀνόματι Ματταθίας, υἱὸς Ἰωάννου τοῦ Συμεὼν τοῦ Ἀσαμωναίου, ᾧ ἦσαν
υἱοὶ πέντε, Ἰωάννης ὁ καλούμενος Γαδδής, Σίμων ὁ κληθεὶς Θαθής, Ἰούδας ὁ καλούμενος
Μακκαβαῖος, Ελεάζαρ ὁ λεγόμενος Αὔραν, καὶ Ἰωνάθας ὁ κεκλημένος Ἀφφούς. ἐλθόντων οὖν εἰς τὴν κώμην
αὐτῶν τῶν βασιλικῶν καὶ θύειν κελευόντων καθ’ Ἕλληνας τὸν Ματταθίαν πρῶτον ὡς τῶν ἄλλων
πρωτεύοντα, ἐκεῖνος ἀνένευεν. ὡς δ’ ἕτερος ἔθυσεν, ζήλου πλησθεὶς ὁ Ματταθίας σὺν τοῖς υἱέσι τὸν
θύσαντά τε ἀπέκτεινε καὶ τὸν στρατηγὸν Ἀπελλῆν, ὃς θύειν ἠνάγκαζε,
καὶ τὸν βωμὸν καθελὼν μετὰ τῶν υἱῶν ἐξώρμησεν εἰς τὴν ἔρημον. πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι
τούτους ζηλώσαντες μετὰ τῶν γυναικῶν καὶ τῶν τέκνων ἔφυγον εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἐν σπηλαίοις διῆγον.
οἱ τοῦ Ἀντιόχου δὲ στρατηγοὶ δύναμιν ἀθροίσαντες ἐπῆλθον αὐτοῖς, καὶ προσβάλλουσιν ἐν
σαββάτῳ, καὶ πολλοὺς ἐν τοῖς σπηλαίοις κατέφλεξαν οὐδὲ ἀμυνομένους διὰ τὸ τῆς ἡμέρας ἀργόν· οἶ δὲ
διασωθέντες τῷ Ματταθίᾳ προσέθεντο ὁ δὲ καὶ ἐν σαββάτοις αὐτοὺς παρῄνει μάχεσθαι, ἔνα μὴ
ἀπόνως αὐτοὺς διαφθείρωσιν οἱ πολέμιοι ἐπιόντες κατὰ τὰ σάββατα. συναγαγὼν οὖν δύναμιν ὁ Ματταθίας
τούς τε βωμοὺς καθεῖλε καὶ τοὺς ἀσεβήσαντας ἔκτεινε καὶ τοὺς μὴ
περιτμηθέντας τῶν παίδων ἐκέλευσε περιτέμνεσθαι. ἄρξας δὲ ἐπ’ ἐνιαυτὸν καὶ νοσήσας τοῖς
παισὶ τὸν αὐτοῦ ζῆλον μιμεῖσθαι παρῄνεσε καὶ ὑπὲρ τῶν νόμων, εἰ δεήσει, θανεῖν καὶ ἀλλήλοις
ὁμονοεῖν. ταῦτα αὐτοῖς ἐντειλάμενος ἐτελεύτησε.

Τὴν δὲ τῶν πραγμάτων προστασίαν ὁ παῖς αὐτοῦ Ἰούδας ὁ καὶ Μακκαβαῖος
περιεζώσατο, καὶ συναραμένων αὐτῷ τῶν τε συγγόνων καὶ ἄλλων τοὺς πολεμίους ἐκ τῆς χώρας ἀπώσατο καὶ
τοὺς παεανομήσαντας τῶν ὁμοφύλων ἐκόλασεν. Ἀπολλώνιος δὲ ὁ
 τῆς Σαμαρείας στρατηγὸς κατὰ τοῦ Ἰούδα στρατεύσας 
αὐτός τε πίπτει καὶ πλεῖστοι τῶν σὺν αὐτῶ. ἅπερ ὁ τῆς Κιλικίας μαθὼν στρατηγὸς ἐπῆλθε κατὰ τοῦ
Μακκαβαίου, καὶ συμβαλὼν τρέπεται καὶ θνήσκει, οἱ δ᾿ ὑπ’ αὐτὸν ἔφυγον· ἐπιδιώξας δὲ ὁ Ἰούδας πολλοὺς
αὐτῶν ἔκτεινε. διὰ ταῦτα τοίνυν ὀργισθεὶς ὁ Ἀντίοχος Λυσίᾳ τῷ τῶν πραγμάτων αὐτοῦ
ἐπιτρόπῳ καταστρέψασθαι τὴν Ἰουδαίαν ἐκέλευσε καὶ τὸ ἔθνος ἀνδραποδίσασθαι καὶ κατασκάψαι τὴν
Ἱερουσαλήμ. ὁ δὲ τρεῖς ἐπιλεξάμενος στρατηγοὺς ἔπεμψε μετὰ βαρείας δυνάμεως. Ἰούδας δὲ τὸ πλῆ- 
 
 θος τῶν ἐναντίων ἰδὼν ἐπὶ τὸν θεὸν τιθέναι τὰς ἐλπίδας παρῄνει τοῖς μετ’ αὐτοῦ. καὶ
δειπνήσας ἐσπέρας πυρά τε πολλὰ ἐν τῷ στρατοπέδῳ λιπών, διὰ τῆς
νυκτὸς ὁδεύσας ἐπιτίθεται τοῖς τοῦ Ἀντιόχου περὶ τὸν ὄρθρον · καὶ πολλοὺς μὲν μαχόμενος
ἀπέκτεινε, τοὺς δὲ λοιποὺς διώκων, ὡς ὑπὲρ τρισχιλίους πεσεῖν. καὶ μετὰ τὴν ἥτταν τῶν ἐναντίων
ἐπανελθὼν ὁ Ἰούδας ἐσκύλευσε τὸ τούτων στρατόπεδον, καὶ λείαν πολλὴν πλοῦτόν τε λαβὼν ἄφθονον εἰς τὴν οἰκείαν ὑπέστρεψε χαίρων. τῷ δ᾿ ἐπιόντι ἐνιαυτῷ στράτευμα πλεῖον ὁ Λυσίας ἀθροίσας
ἐνέβαλεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν. καὶ τοῖς προδρόμοις τούτου συμμίξας ὁ Ἰούδας νικᾷ. διὸ τὴν λοιπὴν δύναμιν
ὁ Λυσίας ἀναλαβὼν εἰς Ἀντιόχειαν ἐπανέζευξε, καὶ παρεσκευάζετο μετὰ μείζονος στρατιᾶς
εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἐμβαλεῖν. ὅ γε μὴν Ἰούδας εἰς Ἱεροσόλυμα ἀναβὰς ὥστε
τὸν ναὸν έκκαθᾶραι, καὶ ἔρημον αὐτὸν εὑρηκὼς καὶ ἔν τισι καταπεπρησμένον, ἐθρήνησε. καθαρὰς δὲ αὐτὸν
σκεύη καινὰ εἰσεκόμισε λυχνίαν, τράπεζαν, βωμὸν χρύσεα, καὶ θυσιαστήριον καινὸν ἐκ
λίθων οὐ σιδήρῳ τετμημένων ἀνῳκοδόμησεν, ἐθυμίασέ τε καὶ ὡλοκαύτωσε καὶ ἄρτους ἐπὶ τὴν τράπεζαν
ἔθηκε. γέγονε δὲ ταῦτα κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὁ ναὸς ἐμιάνθη καὶ ἡ θρησκεία ἐβεβηλώθη, 
τριῶν παρελθόντων ἐνιαυτῶν, κατὰ τὴν τοῦ Δανιὴλ πρόρρησιν πρὸ τετρακοσίων καὶ ὀκτὼ γενομένην ἐτῶν.
καὶ ἔκτοτε ἑορτάζουσιν οἱ Ἰουδαῖοι τὴν ἀνάκτησιν τῆς θρησκείας, φῶτα καλοῦντες αὐτήν. τειχίσας δὲ
τὴν πόλιν φύλακας ἐγκατέστησεν. ὡς δὲ τὰ D πέριξ ἔθνη πολλοὺς Ἰουδαίων διέφθειρεν,
ἐνεδρεύοντα διὰ βασκανίαν, πολέμοις αὐτοὺς ὁ Ἰούδας ἠμύνετο καὶ ἀνέστελλεν. 

 
 Ὁ δ’ Ἀντίοχος μαθὼν πόλιν εἶναι ἐν τῇ Πέρσιδι πλούτῳ κομῶσαν Ἐλυμαΐδα ὠνομασμένην, καὶ
ἱερὸν Ἀρτέμιδος ἐν αὐτῇ πλῆρες ἀναθημάτων πολυτελῶν, ὥρμησεν ἐπ’ αὐτὴν καὶ ἐπολιόρκει. ἀποκρουσθεὶς
δὲ παρὰ τῶν ἐν τῇ πόλει ἐπ’ ἐξελθόντων φεύγων ἧκεν εἰς Βαβυλῶνα καὶ τῆς στρατιᾶς
πλείστους ἀπέβαλεν. ἀλγοῦντι δὲ διὰ τοῦτο τῷ Ἀντιόχῳ ἀγγέλλεται ἡ τῶν στρατηγῶν ἧττα ἡ ὑπὸ Ἰουδαίων.
καὶ τοῦ ἀλγήματος προστεθέντος ἐνόσησε καὶ γνοὺς ὡς ἀποβιώσεται τοὺς ὑπ’ αὐτὸν συνεκάλεσε, καὶ
πάσχειν 
 οὕτως εἶπεν ὅτι τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος ἐκάκωσε καὶ ἐσύλησε τὸν
ναόν. ταῦτα λέγων ἐξέπνευσε, Φίλιππον τῶν φίλων ἔνα καταλιπὼν τῆς βασιλείας ἐπίτροπον, καὶ δοὺς αὐτῷ
τὸ διάδημα καὶ τὸν δακτύλιον, ἵνα ταύτα κομίσῃ τῷ υἱῷ Ἀντιόχῳ. ὁ δὲ Λυσίας θανόντα
μαθὼν τὸν Ἀντίοχον, τὸν ἐκείνου υἱὸν ἀπέδειξε βασιλέα, καλέσας Εὐπάτορα.

Οἱ δ’ ἐν τῇ ἄκρᾳ τῶν Ἱεροσολύμων Μακεδόνες ἐκάκουν τοὺς Ἰουδαίους ἀνιόντας εἰς τό ἱερὸν ἐπὶ
τῷ θῦσαι. διὸ ἐξελεῖν ἔσπευδε τὴν φρουρὰν ὁ Ἰούδας καὶ
καρτερῶς ἐπολιόρκει αὐτήν. ὃ μαθὼν ὁ παῖς Ἀντίοχος ὠργίσθη, καὶ μετὰ μεγάλης δυνάμεως ἐξώρμησε κατὰ
τῆς Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλήμ. Ἰούδας δὲ ἀπαντήσας αὐτῷ τῶν προδρόμων περὶ ἑξακοσίους ἀναιρεῖ. καὶ
Ἐλεάζαρ ὁ τοῦ Ἰούδα ὁμαίμων ὁ καὶ Αὔραν καλούμενος, τῶν ἐλεφάντων τὸν ὑψηλότατον ἰδὼν
ὡπλισμένον θώραξι βασιλικοῖς, καὶ οἰηθεὶς αὐτῷ ἐποχεῖσθαι τὸν βασιλέα, μετὰ σφοδρᾶς ὁρμῆς ἐπῆλθεν
αὐτῷ, καὶ ὑπὸ τὴν γαστέρα τοῦ θηρίου γενόμενος ἔπληξεν αὐτὸν καὶ ἀπέκτεινεν. ὁ δ᾿ ἐπικα- 
 
 τασεισθεὶς τῷ Ἐλεαζάρῳ καὶ πιέσας αὐτὸν τῷ βάρει τοῦ σώματος ἔφθειρεν. ὁρῶν δὲ τὴν τῶν πολεμίων ἰσχὺν ὁ Ἰούδας εἰς Ἱεροσόλυμα ἐπανῆλθε καὶ
πρὸς πολιορκίαν παρεσκευάζετο. Ἀντίοχος δὲ εἰς Ἱεροσόλυμα 
 ἐλθὼν ἐπολιόρκει τὸ ἱερόν, καρτερῶς τῶν ἔνδον ἀμυνομένων, ἀλλὰ τροφῆς ἐπιλιπούσης αὐτοῖς
πολλοὶ ἀπεδίδρασκον. τοῦ μέντοι Φιλίππου, ὅν ἐπίτροπον τῆς βασιλείας θνήσκων ὁ Ἀντίοχος εἴασε,
σφετεριζομένου τὴν βασιλείαν, Λυσίας ὁ στρατηγὸς καὶ Ἀντίοχος γνόντες τοῦτο τοῖς
πολιορκουμένοις ἐσπείσαντο ὥστε αὐτοὺς τοῖς πατρῴοις κεχρῆσθαι νόμοις. εἰσδεχθεὶς οὖν εἰς τὴν πόλιν
Ἀντίοχος καὶ ἰδὼν τὸν ναὸν ὀχυρώτατον, τοὺς ὅρκους ἠθέτησε καὶ τὸ τεῖχος κατέσκαψε· καὶ οὕτως
ὑπέστρεψε, καὶ τὸν ἀρχιερέα Ὀνίαν ἐπαγόμενος, ὃς καὶ Μενέλαος ἐκαλεῖτο, ὡς πείσαντα τὸν
πατέρα αὐτοῦ τοὺς Ἰουδαίους βιάζεσθαι παραβῆναι τὰ ἔθη τὰ πάτρια καὶ πολλῶν κακῶν γενόμενον αἴτιον.
ὃν καὶ πέμψας εἰς Βέρροιαν τῆς Συρίας διέφθειρεν, ἔτη δέκα τῆς
ἀρχιερωσύνης κρατήσαντα, γεγονότα δὲ ἀσεβῆ. ἀρχιερεὺς δὲ γέγονεν Ἄλκιμος, ὃς καὶ
Ἰωακεὶμ ἐκαλεῖτο. ὁ δ’ Ἀντίοχος πολεμήσας πρὸς Φίλιππον καὶ χειρωσάμενος αὐτὸν ἔκτεινεν. ἰδὼν δὲ ὁ
τοῦ ἀρχιερέως [Σίμωνος τοῦ υἷός Ὀνίας, ὃν παιδίον ὁ πατὴρ τελευτῶν, ὡς εἴρηται,
καταλέλοιπεν, ὅτι τὴν ἀρχιερωσύνην Ἀλκίμῳ δέδωκεν ὁ Ἀντίοχος, μὴ τῷ γένει τῷ τῶν ἀρχιερέων
προσήκοντι, φεύγει πρὸς Πτολεμαῖον εἰς Αἴγυπτον· καὶ τιμηθεὶς λαμβάνει τόπον ἐν τῷ Ἡλιουπολίτῃ
 νομῷ, καὶ ἱερὸν ἐκεῖ ᾠκοδόμησε τῷ ἐν Ἱεροσολύμοις 
παρεμφερές. 
 Δημήτριος δὲ φυγὼν ἐκ Ῥώμης ὁ Σελεύκου υἱός, καὶ καταντήσας τῆς Συρίας εἰς Τρίπολιν, τόν τε
 Ἀντίοχον καὶ τὸν Λυσίαν συλλαβὼν καὶ ἄμφω διέφθειρεν, ἐπὶ δύο ἐνιαυτοὺς τοῦ Ἀντιόχου
βασιλεύσαντος. τούτῳ τῷ Δημητρίῳ ὁ ἀρχιερεὺς Ἄλκιμος προσελθών, καὶ τῶν Ἰουδαίων πολλοὶ φυγάδες καὶ
πονηροί, κατηγόρουν Ἰούδα τοῦ Μακκαβαίου καὶ τοῦ ἔθνους παντὸς ὡς τοὺς αὐτοῦ φίλους
ἀπεκτονότων. ὁ δὲ παροξυνθεὶς πέμπει Βακχίδην αὐτῷ οἰκειότατον μετὰ
μεγίστης δυνάμεως, ἐντειλάμενος αὐτῷ κτεῖναι καὶ τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ. ὃς εἰς τὴν Ἰουδαίαν
ἐλθὼν ἔπεμψε πρὸς τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς αὐτοῦ ἀδελφούς, ἐπὶ εἰρήνην αὐτοὺς καλῶν. οἱ δὲ
οὐκ ἐπίστευσαν αὐτῷ. τινὲς δὲ τῶν τοῦ δήμου λαβόντες ὅρκους παρὰ Βακχίδου προσῆλθον αὐτῷ· ὃς τῶν
ὅρκων καταφρονήσας ἑξήκοντα τούτων ἀπέκτεινε καὶ οὕτω τῶν λοιπῶν τὴν ὁρμὴν τοῦ αὐτῷ προσιέναι
ἀνέκοψε. τοῖς δ᾿ ἐν τῇ χώρᾳ πᾶσι προσέταξεν ὑπακούειν τοῦ ἀρχιερέως Ἀλκίμου. καὶ
ταῦτα διαπραξάμενος εἰς Ἀντιόχειαν ἐπανῆλθε. Ἄλκιμος δὲ πρὸς χάριν ὁμιλῶν ἑκάστῳ, καὶ πάντας
ὑποποιούμενος, ταχὺ πολλὴν συνέλεξε δύναμιν, ὧν οἱ πλείους ἐκ τῶν φυ- 
 γάδων ἦσαν καὶ ἀσεβῶν, δι᾿ ὧν τοὺς τὰ Ἰούδα φρονοῦντας ἐκτίννυε· καὶ
Ἰούδας δ᾿ ἑτέρωθεν τοὺς τὰ Ἀλκίμου πράττοντας διέφθειρεν· ὁ δὲ τὸν Δημήτριον κατὰ τοῦ Ἰούδα ἠρέθιζε.
πέμπει τοίνυν αὖθις ὁ βασιλεὺς Νικάνορα μετὰ μεγίστης χειρός, ἐντειλάμενος τοῦ ἔθνους
μὴ φείσασθαι. κἀκεῖνος ἀπελθὼν δόλῳ κατασχεῖν ἐπεχείρησε τὸν Ἰούδαν καὶ πρὸς εἰρήνην προεκαλεῖτο
αὐτόν· ὁ δὲ πίστεις δοὺς καὶ λαβὼν τὸν Νικάνορα μετὰ τῆς δυνάμεως εἰσεδέξατο. καὶ ἀσπασάμενος αὐτὸν
ὁ Νικάνωρ καὶ προσομιλῶν σημεῖον τοῖς ἑαυτοῦ δέδωκε συλλαβεῖν τὸν Ἰούδαν. γνοὺς δὲ τὴν
ἐπιβουλὴν ὁ ἀνὴρ πρὸς τοὺς Ἰουδαίους ἐκπη- δήσας ἐξέφυγε. γνωσθείσης δὲ τῆς ἐνέδρας
φανερὰν μάχην συνεκρότησεν ὁ Νικάνωρ, καὶ νενίκηκεν. ἐντεῦθεν Ἰούδας
εἰς τὴν τῶν Ἱεροσολύμων ἀκρόπολιν κατέφυγε. Νικάνωρ δὲ ἠπείλησε τῷ λαῷ, εἰ μὴ παρασῲη 
αὐτῷ τὸν Ἰούδαν, καταβαλεῖν τὸν ναόν. ὁ δὲ Ἰούδας τοῖς μετ’ αὐτοῦ χιλίοις οὖσι διαλεχθεὶς παρώρμησε
σφᾶς εἰς ἀλκήν, καὶ συμβαλὼν τοῖς πολεμίοις ἐνίκησε, πολλῶν πεσόντων καὶ αὐτοῦ τοῦ Νικάνορος· οἶ δὲ
λοιποὶ ἔφευγον, καὶ πάντες ἐφθάρησαν καταλαμβανόμενοι. καὶ οὕτω πρὸς ὀλίγον Ἰουδαῖοι

ἐκ τῶν πολέμων ἀνεπαύσαντο. 
 Τοῦ δὲ ἀρχιερέως Ἀλκίμου τοῦ καὶ Ἰωακεὶμ θεηλάτῳ 
βληθέντος πληγῇ καὶ οὕτω τὴν ζωὴν ἀπορρήξαντος μετὰ ἔτη τέσσαρα τοῦ ἀρχιερατεῦσαι, τῷ Ἰούδᾳ τὴν ἀρχιερωσύνην ἀπένειμεν ὁ λαός. ἀκούσας δὲ ὁ Ἰούδας
μέγα δύνασθαι τοὺς Ῥωμαίους, καὶ χειρώσασθαι Γαλάτας καὶ Ἴβηρας καὶ Καρχηδονίους καὶ Λίβυας καὶ τὴν
Ἑλλάδα πάσαν καὶ τοὺς βασιλεῖς Περσέα καὶ Φίλιππον καὶ Ἀντίοχον, ἔπεμψε φιλίαν αἰτῶν,
καὶ Δημητρίῳ γράψαι ἠξίου μὴ πολεμεῖν Ἰουδαίοις. ἡ δὲ σύγκλητος καὶ φιλίαν ὡμολόγησε καὶ συμμαχεῖν
Ἰουδαίοις κατένευσε. Δημήτριος δὲ τὸν θάνατον μαθὼν τοῦ Νικάνορος καὶ τῆς στρατιὰς τὴν ἀπώλειαν,
πάλιν τὸν Βακχίδην ἀπέστειλεν. ὁ δὲ πρὸς τὸν Ἰούδαν ἠπείγετο, ἐστρατοπεδευκότα ἴν τινι
κώμῃ μετὰ χιλίων. οἳ τὸ μετὰ Βακχίδου δείσαντες στράτευμα,
συνεβούλευον αὐτῷ ἀναχωρεῖν καὶ σώζεσθαι. ὡς δ’ ἐκεῖνος “μὴ τοῦτο” εἶπεν “ἴδοι γινόμενον ἥλιος ὥστε
με νῶτα δοῦναι τοῖς ἐναντίοις, πολλοὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ ἔφυγον. συμβαλὼν δὲ τῷ 
 Βακχίδῃ μέχρι πολλοῦ ἀγχωμάλως ἐμάχετο, περὶ δέ γε δυσμὰς ἐπιβρίσας μετὰ τῶν
εὐψυχοτάτων ἐν τῶ δεξιῷ κέρατι, ὅπου καὶ ὁ Βακχίδης ἦν, τὴν φάλαγγά διασπᾷ καὶ ἐτρέψατο εἰς φυγήν.
ἐπελθόντες δ’ οἱ κατὰ τὸ εὐώνυμον ἐκύκλωσαν τὸν Ἰούδαν. ὁ δὲ στὰς ἐμάχετο μετὰ τῶν σὺν
αὐτῷ, καὶ πολλοὺς κτείνας τέλος καὶ αὐτὸς ἔπεσεν· οὗ πεσόντος οἱ σὺν
αὐτῶ ἔφυγον. ἐπὶ τρίτον δ᾿ ἔτος τῇ ἀρχιερωσύνῃ ἐμπρέψας, καὶ γενναῖος ἀνὴρ γεγονώς, καὶ ὑπὲρ τῆς
ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους πάντα καὶ δράσαι καὶ παθεῖν ἕτοιμος γεγονώς, ἀπέθανε. 
 Θανόντος δ’ ἐκείνου τοῖς ἀσεβήσασι τῶν Ἰουδαίων καὶ παραβεβηκόσι τὰ πάτρια τὴν τῆς χώρας
ἐπιμέλειαν ὁ Βακχίδης ἀνέθετο. οἱ δὲ παντοίως τοὺς ὁμοφύλους ἐκάκουν, καὶ τοὺς Ἰούδα Ἰούδα
ὁμόφροναςλαμβάνοντες τῷ Βακχίδῃ προσῆγον, καὶ ὃς αἰκίζων αὐτοὺς πρότερον εἶτα
διέφθειρεν. οἱ οὖν περίλοιποι τῶν ἑταίρων Ἰούδα Ἰωνάθην τὸν ἀδελφὸν ἐκείνου πείσαντες τῶν Ἰουδαίων
ἀποδεικνύουσι στρατηγόν. καὶ ὁ Βακχίδης ἀποκτεῖναι δόλῳ τὸν Ἰωνάθην
ἐξήτει· ὁ δὲ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ Σίμωνος καὶ τῶν ἑταίρων εἰς ἔρημον ἔφυγε. καὶ ἐπ’ αὐτοὺς
ὁ Βακχίδης ὡρμήκει· ὁ δ’ Ἰωνάθης τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννην πρὸς τοὺς Ναβαταίους Ἄραβας ἔπεμψεν, ἦσαν γὰρ
φίλοι, παραθησόμενον αὐτοῖς τὴν ἀποσκευήν. ἀπιόντα δὲ τοῦτον οἱ Ἀμαραίου παῖδες
λοχήσαντες κτείνουσι σὺν τοῖς ἑπομένοις καὶ τὰ κομιζόμενα διηρπάκασι. Βακχίδης δὲ ἐν σαββάτῳ τῷ
Ἰωνάθαν ἐπῆλθεν ὡς τάχα διὰ τὸν νόμον μὴ μαχουμένῳ. ὁ δὲ περὶ ψυχῶν εἶναι φήσας τὸν κίνδυνον, ἀντετάξατο, καὶ πολλοὺς ἀποκτείνας καὶ κατὰ Βακχίδου
ὁρμήσας ὡς πλήξων αὐτόν, καὶ ἀποτυχών, εἰς τὸν ποταμὸν ἥλατο μετὰ τῶν ἑταίρων καὶ
διενήξατο. καὶ ὁ Βακχίδης εἰς τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις ἄκραν ὑπέστρεψε, καὶ τῶν πρώτων τῆς Ἰουδαίας
παῖδας ὁμήρους λαβὼν εἰς τὴν ἄκραν ἐνέκλεισεν. Ἰωνάθῃ δ’ ἐμέλησε τὸν φόνον τιμωρήσαι τοῦ
ἀδελφοῦ Ἰωάννου. γάμον οὑν τῶν τοῦ Ἀμαραίου παίδων τελούντων, καὶ ἐκ πόλεως εἰς ἑτέραν τὸν νυμφίον
καὶ τὴν νύμφην ἀγόντων μετὰ πολυτελοῦς προπομπῆς, ἐνεδρεύσας ἐκεῖνος ἐν ὄρει μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν
ἐπιτίθεται τοῖς ἐν τῇ πομπῇ, καὶ διέφθειρεν ἅπαντας, καὶ ἃ ἔφερον διήρπασε ξύμπαντα.
διῆγον δ’ Ἰωνάθης καὶ Σίμων μετὰ τόν περὶ αὐτοὺς εἰς τὰ ἔλη του ποταμοῦ. Βακχίδης δὲ φρουρὰν εἰς
Ἰουδαίαν καταλιπὼν πρὸς τὸν Δημήτριον ἐπανῆλθεν. ἠρεμοῦντος δ’ ἔκτοτε
τοῦ ἔθνους ἐπ’ ἔτη δύο, Ἰωνάθης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν σὺν ἀδείᾳ ἐν τῇ χώρᾳ διέτριβον. οἱ
οὖν ἀσεβήσαντες Ἰουδαῖοι πρὸς τὸν βαδιλέα Δημήτριον πέμπουσι, δηλοῦντες ἀπόνως τὸν Ἰωνάθαν, εἰ
πεμφθείη τις ἐπ’ αὐτόν, συλληφθήσεσθαι. καὶ πέμπει τὸν Βακχίδην
ὁ βασιλεύς. ὁ δὲ εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἐλθὼν καὶ συλλαβέσθαι τὸν Ἰωνάθαν καίτοι σπουδάσας
οὐχ οἶός τε ὤν, πεντήκοντα ἐκ τῶν περὶ Ἰωνάθαν τῷ βασιλεῖ τὴν ἀναφορὰν ποιησάντων τοὺς προκρίτους ὡς
ψευσαμένους ἀπέκτεινεν. Ἰωνάθης δὲ καὶ Σίμων καὶ οἱ περὶ αὐτοὺς εἰς τὴν ἔρημον 
ἀνεχώρησαν, ἔνθα πύργους οἰκοδομήσας προσέμενε. καὶ ὁ Βακχίδης ἐλθὼν ἐπολιόρκει αὐτόν. Ἰωνάθης δὲ τὸν ἀδελφὸν ἐκεῖ λιπὼν Σίμωνα, αὐτὸς λάθρᾳ ἐξελθὼν καὶ πολλοὺς ἐκ τῆς
χώρας συναγαγὼν νύκτωρ τῷ Βακχίδῃ καὶ τῇ αὐτοῦ προσέβαλε στρατιᾷ. καὶ πολλοὺς μὲν αὐτὸς
ἀνεῖλε, πολλοὺς δὲ καὶ ὁ Σίμων, ὑπεξελθὼν κἀκεῖνος ἀπὸ τῶν ἐρυμάτων, ἐμπρήσαντες καὶ τὰς
πολιορκητικὰς μηχανάς. ἀθυμήσας δὲ διὰ ταῦτα ὁ Βακχίδης ἤθελεν ἀναζεῦξαι, ἐζήτει δ’
αἰτίαν τῆς ἀναζυγῆς εὐπρεπῆ. καὶ ὁ Ἰωνάθης τοῦτο μαθὼν πρεσβεύεται περὶ φιλίας, ἔνα ἑκάτεροι
ἀλλήλοις ἀντιδῶσιν οὑς εἶχον αἰχμαλώτους. δεξάμενος οὑν τὴν πρεσβείαν ὁ Βακχίδης σπένδεται. καὶ ὤμοσαν μηκέτι κατ’ ἀλλήλων στρατεύειν, καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ἠλλάξαντο. καὶ ὁ μὲν Βακχίδης
ὑποστρέψας D οὐκέτι κατὰ τῆς Ἰουδαίας ἐπῆλθεν, ὁ δ’ Ἰωνάθης ἀδείας τυχὼν τὰ τῶν ὁμοεθνῶν διίθυνε
πράγ- ματα ἐκόλαζέ τε τοὺς ἀσεβήσαντας.

Ἀλέξανδρος δὲ τοῦ Ἐπιφανοῦς Ἀντιόχου υἷός τὴν Πτολεμαΐδα ἐκ προδοσίας παρειληφὼς ἐτάραξε
τόν Δημήτριον, ὥστε γαῖ τὰς δυνάμεις ἀθροίζειν καὶ πέμψαι πρὸς Ἰωνάθην περὶ εὐνοίας καὶ συμμαχίας.
ἐπέτρεπέ τε αὐτό στράτευμα συνιστᾶν, καὶ οὓς ἐν τῇ ἄκρᾳ κατέκλεισεν ὁ Βακχίδης παῖδας
ὡς ὁμηρεύοντας παρεχώρει ἀπολαβεῖν. δεξάμενος οὖν τὴν ἐπιστολὴν Ἰωνάθης τοῦ βασιλέως εἰς Ἱεροσόλυμα
παραγέγονε, καὶ ταύτην εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ καὶ τῶν φυλάκων 
ἀνέγνω, καὶ τοὺς παῖδας λαβὼν ἐκ τῆς ἀκροπόλεως τοῖς γονεῦσιν ἀπέδωκεν ἑκάστῳ τὸν
ἴδιον, καὶ αὐτὸς ἐν Ἱεροσολύμοις διέτριβε καινίζων τὴν πόλιν καὶ τὰ τείχη αὐτῆς ἀνοικοδομῶν. γράφει
δὲ καὶ Ἀλέξανδρος Ἰωνάθῃ, εἰς συμμαχίαν καλῶν αὐτὸν καὶ φίλον ποιούμενος καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην αὐτῷ
παρασχὼν καὶ δῶρα πεπομφώς. ὁ δὲ δεξάμενος τὴν ἐπιστολὴν τὴν ἀρχιερατικὴν στολὴν
περιβάλλεται κατὰ τὴν τῆς σκηνοπηγίας ἑορτήν, τεσσάρων ἐκμετρηθέντων ἐνιαυτῶν ἐξ ὅτου τέθνηκεν
Ἰούδας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, δύναμίν τε συνήγαγε καὶ ὅπλα ἡτοίμασε. συμμίξας 
 
 δὲ τῷ Δημητρίῳ Ἀλέξανδρος νικᾷ, τοῦ Δημητρίου εἰς τέλμα βαθὺ ἐμπεσόντος μετὰ τοῦ ἵππου
καὶ δυσεκπόρευτον, ἔνθα περιστάντων τῶν πολεμίων αὐτὸν κατατρωθεὶς
ἔπεσε, πολλοὺς καἲ αὐτὸς ἀνελών. ἔτη δὲ ἐβασίλευσεν ἕνδεκα. 
 Τὴν δὲ τῆς Συρίας παραλαβὼν βασιλείαν Ἀλέξανδρος τὴν τοῦ Πτολεμαίου τοῦ Φιλομήτορος
θυγατέρα ἑαυτῷ εἰς γυναῖκα μνηστεύεται. καὶ τῶν γάμων τελουμένων ἔγραψεν Ἰωνάθῃ εἰς Πτολεμαΐδα
παραγενέσθαι. ἀφικόμενος δ’ ἐτιμήθη καὶ παρὰ Πτολεμαίου καὶ παρὰ Ἀλεξάνδρου. Δημητρίου
δὲ τοῦ υἱοῦ τοῦ τελευτήσαντος Δημητρίου καταπλεύσαντος ἐκ Κρήτης εἰς Κιλικίαν μετὰ βαρείας δυνάμεως,
ἐναγώνιος ἦν ὁ Ἀλέξανδρος, καὶ ὁ μὲν εἰς ἀντιόχειαν ἔσπευσεν ἀσφαλισόμενος τὰ ἐκεῖ, τῆς
δὲ Συρίας ἐπίτροπον Ἀπολλώνιον τὸν Δᾶον κατέλιπεν. ὃς πρὸς Ἰωνάθην στείλας ἄδικον ἔλεγεν εἶναι μόνον
αὐτὸν μὴ ὑπείκειν τῷ βασιλεῖ, καὶ πρὸς μάχην προεκαλεῖτο αὐτόν, καὶ
εἰς ἀνανδρίαν τὸ ἔθνος ὠνείδιζε. τούτοις παροξυνθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς συνάπτει πρὸς
Ἀπολλώνιον πόλεμον, καὶ νικᾷ καὶ πολλοὺς τῶν ἐναντίων ἀναιρεῖ καὶ πόλεις τῆς Συρίας αἱρεῖ, καὶ μετὰ
λείας πολλῆς ἀναζεύγνυσιν εἰς Ἱεροσόλυμα. ὁ δὲ βασιλεὺς Ἀλέξανδρος ταῦτα μαθὼν πέμπει πρὸς Ἰωνάθαν,
χαίρειν λέγων ἐπὶ τῇ ἥττῃ Ἀπολλωνίου, ὡς παρὰ γνώμην αὐτοῦ μαχεσαμένου αὐτῷ φίλῳ καὶ
συμμάχῳ ὄντι. ὅ γε μὴν Πτολεμαῖος ὁ Φιλομήτωρ πρὸς συμμαχίαν ἀπιὼν Ἀλεξάνδρου σὺν δυνάμει ναυτικῇ
καὶ πεζῇ, καὶ εἰς Πτολεμαίδα γενόμενος, μικροῦ ἂν ἐκινδύνευσε, τοῦ Ἀλεξάνδρου αὐτῷ διά
τινος τῶν φίλων Ἀμμωνίου ἐπιβουλεύσαντος. διαδρὰς δὲ τὴν ἐπιβουλήν, 
 λήν, ᾔτει πρὸς κόλασιν τὸν Ἀμμώνιον· οὐκ ἐξεδίδου 
δὲ αὐτὸν ὁ Ἀλέξανδρος. ὅθεν γνοὺς ὁ Πτολεμαῖος συνίστορα τῆς ἐπιβουλῆς τὸν Ἀλέξανδρον, τῆς τε
συμμαχίας ἀπέσχετο καὶ τὴν ἀγχιστείαν διέλυσε. τὴν γὰρ θυγατέρα ἀποσπάσας αὐτοῦ διαπέμπεται πρὸς
Δημήτριον, συμμαχήσειν αὐτῷ ὑπισχνούμενος καὶ συζεῦξαι τὴν θυγατέρα καὶ εἰς τὴν πατρῴαν
βασιλείαν ἐγκαθιδρῦσαι. καὶ ὁ Δημήτριος ἀσμένως τὸν γάμον καὶ τὴν συμμαχίαν προσίεται. Πτολεμαίῳ δὲ
σπούδασμα ἢν πείσαι τοὺς Ἀντιοχεῖς δέξασθαι τὸν Δημήτριον. καὶ ἤνυσε ῥᾳδίως τὸ σπουδαζόμενον, τῶν Ἀντιοχέων μισούντων τὸν Ἀλέξανδρον διά τε τὸν πατέρα αὐτοῦ παρανομήσαντα εἰς αὐτοὺς καὶ
διὰ τὸν Ἀμμώνιον· οἳ ταχέως αὐτὸν ἐκ τῆς Ἀντιοχείας ἐξέβαλον. καὶ ὁ μὲν ἐκβληθεὶς ἐκεῖθεν εἰς
Κιλικίαν ἧκεν, οἱ δ’ Ἀντιοχεῖς βασιλέα τὸν Πτολεμαῖον
ἀνέδειξαν, καὶ δύο περιθέσθαι ἠνάγκασαν διαδήματα, ἅτε δὴ τῆς Συρίας καὶ τῆς Αἰγύπτου
ἄρχοντα. ὁ δὲ λογίσασθαι τὰ μέλλοντα οἷός τε ὢν διὰ σύνεσιν, ἵνα μὴ δόξῃ τοῖς Ῥωμαίοις ἤδη μέγα
δυναμένοις ἐπίφθονος, πείθει τοὺς Ἀντιοχεῖς δέξασθαι τὸν Δημήτριον. τοῦ δὲ Ἀλεξάνδρου
κατὰ τῆς Συρίας ἐπιόντος σὺν πολλῇ στρατιᾷ καὶ τὴν τῶν Ἀντιοχέων χώραν δῃώσαντος, ὁ Πτολεμαῖος σὺν
Δημητρίῳ, ἤδη αὐτῷ τὴν θυγατέρα γαμικῶς ἁρμοσάμενος, ἐστράτευσεν ἐπ’ αὐτόν, καὶ ὁ μὲν Ἀλέξανδρος
ἡττηθεὶς εἰς Ἀραβίαν προσπέφευγεν, ὁ δέ γε Πτολεμαῖος ἐκ τοῦ ἵππου ἐκπεπτωκὼς δι’ ἐλέφαντος βοὴν ταραχθέντος καὶ ἀποσεισαμένου αὐτόν, πολλὰ κατὰ τῆς
κεφαλῆς ἐδέξατο τραύματα τῶν πολεμίων περιστάντων αὐτόν, μόλις δ’ ὑπὸ τῶν σωματοφυλάκων ἐξαρπασθεὶς
ἐφ’ ἡμέρας ἔκειτο τέσσαρας, μήτε συνιεὶς μήτε μέντοι φθεγγόμενος. ἀνενεγκὼν δὲ τῇ
πέμπτῃ τῶν ἡμερῶν, καὶ τὴν Ἀλεξάνδρου δεξάμενος κεφαλὴν παρὰ τοῦ τῶν Ἀράβων δυνάστου
πεμφθεῖσαν αὐτῷ, καὶ ἡδυνθεὶς ἐπὶ τῇ ἐκείνου φθορᾷ, καὶ αὐτὸς μετὰ μικρὸν ἐτελεύτησε.

Παραλαβὼν δὲ τὴν τῆς Ἀσέας βασιλείαν Δημήτριος ὁ Νικάνωρ μετὰ Ἀλέξανδρον ἔτη βασιλεύσαντα
πέντε, ἤρξατο διαφθείρειν τὸ τοῦ Πτολεμαίου στρατιωτικόν, τῆς τε συγγενείας καὶ τῆς συμμαχίας
ἀμνημονήσας. οἱ μὲν οὑν στρατιῶται τὴν πεῖραν ἐκείνου 
 διακρουσάμενοι εἰς Ἀλεξάνδρειαν ἀνεχώρησαν, τῶν δ’ ἐλεφάντων ἐκράτησεν. Ἰωνάθης δὲ ὁ
ἀρχιερεὺς ἐπολιόρκει τὴν τῶν Ἱεροσολύμων ἀκρόπολιν, ἔχουσαν ἔνδον Μακεδόνας φρουροὺς καὶ τῶν
ἀσεβησάντων Ἰουδαίων τινάς· ὧν τινες νυκτὸς ἐξελθόντες τῷ Δημητρίῳ τὴν πολιορκίαν
ἀπήγγειλαν. καὶ ὃς ἧκε σὺν δυνάμει πρὸς Ἰωνάθην, καὶ ἐν Πτολεμαΐδι γενόμενος γράφει αὐτῷ πρὸς αὐτὸν
ἀφικέσθαι. ὁ δὲ τὴν πολιορκίαν οὐκ ἔπαυσε, τοὺς ἱερεῖς δὲ καὶ τοὺς τοῦ λαοῦ πρεσβυτέρους παραλαβὼν
καὶ χρήματα πολλὰ κομίζων ἧκε πρὸς τὸν Δημήτριον. καὶ τούτοις αὐτὸν θεραπεύσας ἐτιμήθη
παρ’ αὐτοῦ καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην ἐβεβαιώσατο. 
 Ὡς δὲ μή τινος ἐπικειμένου πολέμου τὸν μισθὸν τῶν στρατιωτῶν
ἠλάττωσεν ὁ Δημήτριος, κἀντεῦθεν ἦν αὐτοῖς μισητός, γνοὺς τὸ πρὸς αὐτὸν μῖσος
Ἀλεξάνδρου τις στρατηγὸς Τρύφων ἐπικληθείς, πρὸς Μάλχον τὸν Ἄραβα παραγίνεται, καὶ τὸν παῖδα τοῦ
Ἀλεξάνδρου Ἀντίοχον τρεφόμενον παρ’ αὐτῷ ἐζήτει, λέγων ἀποκαταστήσειν αὐτῷ τὴν πατρῴαν ἀρχήν· καὶ ὃς δίδωσι. Δημήτριος δὲ πρὸς Ἰωνάθην στείλας 
 συμμαχίαν ἐζήτει, πολλὰς αὐτῷ ἐπαγγελλόμενος χάριτας. πέμπει τοίνυν αὐτῷ τρισχιλίους,
δι’ ὧν ἐπαναστάντας αὐτῷ τοὺς Ἀντιοχεῖς δι’ ἀπέχθειαν, ἣν ἔτρεφον ὅτι κακῶς ἔπασχον ὑπ’ αὐτοῦ,
ἐτρέψατο, καὶ τὴν πόλιν ἐνέπρησε καὶ πολλοὺς αὐτῶν ἔκτεινε, μέχρις ἐβιάσθησαν ἀποθέσθαι
τὰ ὅπλα καὶ ἑαυτοὺς αὐτῷ παραδοῦναι. ἡ μὲν οὖν στάσις οὕτως
ἐπαύθη, ὁ δὲ τοὺς Ἰουδαίους ἀνέπεμψε πρὸς Ἰωνάθην, αὐτοῖς μὲν δωρησάμενος, ἐκείνῳ δὲ χάριτας
ὁμολογῶν. ὕστερον δὲ καὶ τὰς ὑποσχέσεις ἐψεύσατο, καὶ πόλεμον
 ἠπείλησεν αὐτῷ. καὶ ἤγαγεν ἂν εἰς ἔργον τὰς ἀπειλάς, εἰ μὴ Τρύφων ἐκ τῆς Ἀραβίας εἰς
τὴν Συρίαν ἐπανελθὼν τῷ Ἀντιόχῳ μειρακίῳ τότε τυγχάνοντι διάδημα περιέθετο, καὶ πόλεμον πρὸς τὸν
Δημήτριον συνεκρότησε, προσχωρησάντων αὐτῷ τῶν στρατιωτῶν ὅσοι διὰ τὴν μείωσιν τοῦ
μισθώματος καταλελοίπασι τὸν Δημήτριον. ἐπικρατέστερος οὖν ὁ Τρύφων 
ἐν τῇ μάχῃ γενόμενος καὶ τὴν Ἀντιόχειαν λαμβάνει καὶ τοὺς ἐλέφαντας. ὁ δὲ Δημήτριος εἰς Κιλικίαν
ἀπῆλθε, καὶ ὁ παῖς Ἀντίοχος εἰς συμμαχίαν τὸν Ἰωνάθην μετεκαλέσατο. ὁ δὲ φίλος εἶναι
καὶ σύμμαχος ὡμολόγει, καὶ πολεμήσειν τῷ Δημητρίῳ κατέθετο, καὶ ὥρμησε πρὸς ἔργον εὐθύς. καὶ πρῶτον
πόλεις πολλὰς προσχωρῆσαι τῷ Ἀντιόχῳ πεποίηκεν ἀποστάσας τοῦ Δημητρίου, εἶτα τὸν ἀδελφὸν Σίμωνα ἐν
τῇ Ἰουδαίᾳ καταλιπὼν κατὰ τῶν τοῦ Δημητρίου ἐχώρησε στρατηγῶν. καὶ ὁ Σίμων Βέσουρα
ἐπολιόρκει, τῆς Ἰουδαίας χωρίον ὑπὸ τῶν τοῦ Δημητρίου κατεχόμενον, οἳ
τῇ πολιορκίᾳ στενοχωρηθέντες, πίστεις λαβόντες ἐξέλιπον τὸ χωρίον· καὶ φρουρὰν ἰδίαν ὁ 
Σίμων κατέστησεν ἐν αὐτῷ. Ἰωνάθης δὲ τοῖς στρατηγοῖς συμμίξας τοῦ Δημητρίου εἰς φυγήν τε αὐτοὺς τρέπεται καὶ περὶ δισχιλίους ἀνελὼν ὑπέστρεψεν εἰς Ἱεροσόλυμα. καὶ εἰς Ῥώμην πρεσβείαν
ἐποιήσατο, τὴν προτέραν φιλίαν ἣν πρὸς τὸ ἔθνος εἶχον ἀνανεώσασθαι. οἶ δὲ τῆς βουλῆς τὰ πρότερον
ἐψηφισμένα καὶ αὖθις ἐκύρωσαν. ἐπανερχόμενοι δὲ οἱ πρέσβεις καὶ εἰς τὴν Σπάρτην
ἀφίκοντο, καὶ τοῦτο ἐντεταλμένον ἔχοντες παρὰ τοῦ Ἰωνάθου. καὶ οἱ Σπαρτιᾶται δὲ τοὺς πρεσβευτὰς
φιλοφρόνως προσήκαντο, καὶ ψήφισμα περὶ φιλίας καὶ συμμαχίας πρὸς Ἰουδαίους ἔθεντο. τοῦ
Δημητρίου μέντοι οἱ στρατηγοὶ τὴν ἡτταν ἀναμαχέσασθαι σπεύδοντες μετὰ δυνάμεως πλείονος ἦλθον κατὰ τοῦ Ἰωνάθου. ὁ δὲ αὐτοῖς ὀξέως ἀπήντησεν. ἀποδειλιάσαντες δὲ
πρὸς φανερὰν μάχην ἀντικαταστῆναι ἀστὴν αἰ αὐτῷ, νυκτὸς ἔφυγον. μεθ’ ἡμέραν δὲ γνοὺς
τὴν φυγὴν Ἰωνάθης, ἐπεδίωξε μέν, οὐ κατέλαβε δέ· ἀλλ’ εἰς Ἀραβίαν ἐλθὼν καὶ τοῖς Ναβατηνοῖς ἐπελθὼν
καὶ λείαν ἐκεῖθεν ἀπελάσας πολλὴν καὶ αἰχμαλώτους λαβὼν ἐπανῆλθε. συναγαγὼν δὲ τὸν λαὸν συνεβούλευε
τὰ τείχη τῶν Ἱεροσολύμων ἀνακαινίσαι γαῖ ἀνορθῶσαι ὅσον τοῦ περιβόλου τοῦ ἱεροῦ
καθῄρητο. καὶ ἀρεσάσης πᾶσι τῆς συμβουλῆς, αὐτὸς μὲν ἔργου εἴχετο, τὸν δὲ ἀδελφὸν Σίμωνα ἔπεμψε τὴν
χώραν ἀσφαλισόμενον. 
 Ο δέ γε Δημήτριος εἰς Μεσοποταμίαν ἧκεν ὡς τὴν Βαβυλῶνα καὶ τὰς ἄνω σατραπείας
παραληψόμενος. οἱ γὰρ ταύτας κατοικοῦντες Ἕλληνες καὶ Μακεδόνες 
παραδώσειν ἑαυτοὺς αὐτῷ ἐπηγγέλλοντο καὶ συγκαταπολεμήσειν Ἀρσάκην τὸν Παρθῶν βασιλέα. καὶ ἐδέξαντο
τοίνυν αὐτόν. καὶ τῷ Ἀρσάκῃ συμβαλὼν τὴν ἅπασαν ἀπέβαλε στρατιὰν καὶ αὐτὸς ἐλήφθη.
Τρύφων δὲ γνοὺς τοιαῦτα τὰ περὶ τὸν Δημήτριον, ἐπεβούλευεν ἀντιόχῳ, ἀποκτεῖναι αὐτὸν μελετῶν καὶ τὴν ἀρχὴν σφετερίσασθαι. ἐδεδοίκει μέντοι τὸν Ἰωνάθην, ὄντα φίλον τῷ Ἀντιόχῳ. καὶ ἔσπευδεν
αὐτὸν πρῶτον ἀπάτῃ ἐλῶν οὕτως ἐπιχειρῆσαι τοῖς κατὰ τὸν Ἀντίοχον. διὸ καὶ εἰς Σκυθόπολιν ἄπεισιν,
ἔνθα καὶ Ἰωνάθης αὐτῷ σὺν τέσσαρσι μυριάσι μαχίμων ἀπήντησεν. ὁ δὲ ὑπούλως αὐτὸν
ὑπέρχεται, δώροις τε καὶ τιμαῖς δεξιούμενος, πᾶσαν θέλων ὑπόνοιαν
ἐξελεῖν, ἔν αὐτὸν ἀφύλακτον λήψοιτο. καὶ συνεβούλευε τὴν μὲν στρατιὰν ἀπολῦσαι, αὐτὸς δὲ μετ’ ὀλίγων
εἰς Πτολεμαίδα συναφικέσθαι αὐτῷ, τὴν πόλιν παραληψόμενος καὶ πάντα τὰ ἐκεῖ ὀχυρώματα.
καὶ Ἰωνάθης μηδὲν ὑποτοπήσας τὸ στράτευμα ἔστρεψε, χιλίους δ’
ἔχων μόνους ἀπῄει. εἰς δὲ Πτολεμαΐδα κατακλεισθεὶς αὐτὸς μὲν ζωγρεῖται, οἱ δὲ σὺν αὐτῷ
διαφθείρονται. ἅπερ οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις μαθόντες εἰς δέος ἐνέπεσον διὰ τὰ πέριξ ἔθνη, ἃ
γνόντα τὴν Ἱωνάθου σύλληψιν κατὰ τῶν Ἰουδαίων κεκίνηντο. Σίμων δὲ τῷ πλήθει ὡμιληκὼς καὶ
παραθαρρύνας αὐτὸ ἡγεμὼν ὑπ’ αὐτοῦ αἱρεῖται, καὶ συναθροίσας τὸ
μάχιμον τοῦ λαοῦ τῶν τειχῶν ἐπεμελεῖτο τῆς πόλεως, καὶ παντὸς τοῦ πρὸς ἀσφάλειαν τῶν
πραγμάτων ἐφρόντιζεν. ὁ μέντοι Τρύφων εἰς Ἰουδαίαν ἀφίκετο, καὶ τὸν Ἰωνάθην δέσμιον ἄγων. καὶ ὁ
Σίμων αὐτῷ σὺν δυνάμει ἀπήντησεν· ὁ δὲ πρὸς αὐτὸν ἔπεμψε δηλῶν ἑκατὸν ἀργυρίου τάλαντα δοῦναι καὶ
 δύο τῶν Ἰωνάθου παίδων ὁμήρους, εἰ βούλεται λυθῆναι τὸν ἀδελφόν. ὁ Σίμων δὲ συνῆκε μὲν
τὴν κακουργίαν τοῦ Τρύφωνος, ἔνα δὲ μὴ αἰτίαν σχοίη ὡς μὴ θέλων σῶσαι τὸν ἀδελφόν, καὶ τὰ χρήματα
ἔπεμψε καὶ τοὺς παῖδας. ἃ λαβὼν ὁ Τρύφων οὐκ ἐτήρησε τὰς συνθήκας, ἀλλὰ μετὰ τῆς
στρατιᾶς ἀνῄει πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα. παρωμάρτει δὲ καὶ ὁ Σίμων, ἀεὶ ἐναντίον
καταστρατοπεδευόμενος. χιὼν δὲ πολλὴ πεσοῦσα διεκώλυσεν αὐτῷ τὴν εἰς
Ἱεροσόλυμα ἄφιξιν· καὶ εἰς Συρίαν ἐτράπετο, καὶ ἀπιὼν τὸν Ἰωνάθην ἀπέκτεινε. 
 
 Σίμων δέ, θανόντος τοῦ ἀδελφοῦ Ἰωνάθου μετὰ τετραετίαν τῆς ἀρχιερωσύνης, αὐτὸς ἀρχιερεὺς
ὑπὸ τοῦ πλήθους προυβέβλητο, καὶ οὐκέτι φόρους τοῖς Μακεδόσι παρέσχετο. εὐτύχησε δὲ τὸ ἔθνος ἐπ’
αὐτοῦ σφόδρα, καὶ τῶν τε περιοίκων ἐθνῶν ἐκυρίευσαν, καὶ πολλὰς τῶν πόλεων
κατεστρέψαντο, ἔνα μὴ εἶεν τοῖς ἐχθροῖς ὁρμητήρια. καὶ τὸ ὅρος ἐφ’ οὑ ἡ ἀκρόπολις ᾠκοδόμητο, λίαν ὂν
ὑψηλόν, ἐν τρισὶν ἔτεσιν ἐνδελεχῶς πονοῦντες εἰς πεδιάδα μετήνεγκαν, ὡς ἂν εἴη τὸ ἱερὸν ὑπερκείμενον.

Ὁ δέ γε Τρύφων τὸν Ἀντίοχον, ὃς καὶ θεὸς ἐπεκλήθη, τέσσαρα βασιλεύσαντα ἔτη διέφθειρεν,
ἐπιτροπεύων αὐτοῦ. καὶ τὸν μὲν ὡς ἀποθάνοι διήγγελλε, τοῖς δὲ στρατιώταις ἐπηγγέλλετο χρήματα, εἰ
αὐτὸν βασιλεύσουσιν. οἳ κερδῆσαι πολλὰ ἠλπικότες εἵλοντο αὐτὸν ἄρχοντα. λαβὼν δὲ τὴν
βασιλείαν ὁ Τρύφων ἀπεδύσατο τὴν ὑπόκρισιν· καὶ μισῆσαν αὐτὸν τὸ στρατιωτικὸν πρὸς Κλεοπάτραν
ἀφίστατο τὴν τοῦ Δημητρίου γυναῖκα, ἐγκεκλεισμένην ἐν Σελευκείᾳ τυγχάνουσαν. ἀλωμένου δὲ Ἀντιόχου,
ὃς ἐκαλεῖτο σωτήρ, Δημητρίου δὲ ἦν ἀδελφός, καὶ ἐγκεκλεισμένου πάντοθεν διὰ Τρύφωνα,
πέμπει πρὸς αὐτὸν ἡ Κλεοπάτρα, καλοῦσα ἐπὶ γάμῳ καὶ βασιλείᾳ· Β ἐδεδίει γὰρ μὴ τὴν πόλιν οἱ
Σελευκεῖς τῷ Τρύφωνι δώσουσι. γενόμενος οὖν ἐν τῇ Σελευκείᾳ ὁ Ἀντίοχος κατὰ τοῦ
Τρύφωνος ὥρμησε, καὶ νικήσας αὐτὸν τῆς 
 ἄνω Συρίας ἐξέβαλε, καὶ εἴς τι καταφυγόντα φρούριον ἐπολιόρκει, καὶ τὸν ἀρχιερέα
Σίμωνα εἰς φιλίαν προεκαλεῖτο. ὁ δὲ ἐδέξατο τὴν πρόκλησιν, καὶ τοῖς πολιορκοῦσι τὸν Τρύφωνα τροφὰς
ἐχορήγησε. φυγὼν δ’ ἐκεῖθεν ὁ Τρύφων καὶ γενόμενος εἰς Ἀπάμειαν, πολιορκηθεὶς ἐλήφθη καὶ
διεφθάρη, ἐπ’ ἔτεσι βασιλεύσας τρισίν. 
 Ὁ Ἀντίοχος δὲ λήθην τῶν ὑπό Σίμωνος αὐτῷ γενομένων
ποιησάμενος, στέλλει Κενδεβαῖον, τὴν Ἰουδαίαν πορθῆσαι καὶ τὸν Σίμωνα κατασχεῖν ἐντειλάμενος. Σίμων δὲ αὐτῷ ἀντικαταστὰς νικᾶ. καὶ εἰρηνικῶς τὸ λοιπὸν διήγαγε τῆς ζωῆς, ἄρξας τῆς
Ἰουδαίας ἔτη ὀκτώ. τελευτᾷ δὲ παρὰ Πτολεμαίου τοῦ γαμβροῦ ἐπιβουλευθείς. καὶ ἡ γυνὴ τοῦ Σιμωνος καὶ
οἱ δύο παῖδες συλληφθέντες ἐδέθησαν, ὁ δὲ 
 τρίτος Ἰωάννης διέφυγεν, ὃς καὶ Ὑρκανὸς ἐκαλεῖτο, καὶ
προσεδέχθη παρὰ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν διὰ τὰς τοὐ πατρὸς εὐεργεσίας, ἀπωσαμένων ἐλθόντα τὸν Πτολεμαῖον.
Ἀπολαβὼν δὲ τὴν πάτριον ἱερωσύνην ὁ Ὑρκανὸς ἐπὶ τὸν Πτολεμαῖον ἐστράτευσεν, εἰς ἔρυμά
τι Δαγὼν λεγόμενον ὄντα. καὶ ἐκράτει μὲν τῇ πολιορκίᾳ, ἡττᾶτο δὲ τῷ
πρὸς τὴν μητέρα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς οἴκτῳ· ὁ γὰρ Πτολεμαῖος ἀνάγων ἐπὶ τὸ τεῖχος αὐτοὺς ἐξ ἀπόπτου
ᾐκίζετο. ἡ μέντοι μήτηρ ἱκέτευε μὴ μαλακίζεσθαι δι’ αὐτήν. τριβομένης δ᾿ οὕτω τῆς
πολιορκίας ἐνίσταται τὸ ἕβδομον ἰτὸς, καθ’ ὃ εἴθισται τοῖς Ἰουδαίοις ἀργεῖν. καὶ διὰ τοῦτο
Πτολεμαῖος ἀνεθεὶς τοῦ πολέμου, κτείνει τὴν μητέρα τοῦ Ὑρκανοῦ καὶ τοὺς ἀδελφούς, καὶ φεύγει πρὸς
Ζήνωνα 
 νωνα τὸν Κοτύλαν τὸν τῆς Ἀντίοχος δὲ χαλεπαίνων τῷ Σίμωνι δι’ ἃ
πέπονθε, τῇ Ἰουδαίᾳ ἐπῆλθε, καὶ τὴν χώραν καταδραμὼν ἐπολιόρκει τὸν Ὑρκανόν· καὶ
πύργους ἀνεγείρας ὑψηλοτάτους κατὰ τὸ βόρειον μέρος τῆς πόλεως, ἐξ αὐτῶν τό τείχει προσέβαλλεν. ἤνυε
δ’ οὐδὲν διά τε γενναιότητα τῶν ἐντὸς καὶ διὰ ὀχυρότητα τῶν τειχῶν καὶ ὕδατος ἀφθονίαν
ἐξ ἐπομβρίας ἄρτι συμβᾶσαν. δείσας δὲ ὁ Ὑρκανὸς μὴ ἐπιλίποιεν αὐτοῖς τὰ ἀναγκαῖα, μόνον τὸ μάχιμον
τοῦ πλήθους ἀπολεξάμενος, τοὺς ἄλλους ἐξῶσε τῆς πόλεως· οὑς ὁ Ἀντίοχος ἀπελθεῖν ἐκεῖθεν
οὐκ εἴα· οἷ καὶ ἔξω τῶν τειχῶν προσμένοντες διὰ τοῦτο ἀπέθνησκον. οἱ δ᾿ ἐντὸς ἐλεοῦντες αὐτοὺς εἰσεδέξαντο αὖθις. τῆς σκηνοπηγίας δὲ ἐνστάσης ὁ Ὑρκανὸς στείλας
πρὸς τὸν Ἀντίοχον ἀνοχὴν ἐζήτει γενέσθαι διὰ τὴν ἑορτὴν ἐφ’ ἡμέρας ἑπτά. ὁ δὲ καὶ τὴν
ἀνοχὴν ἔδωκε καὶ θυσίαν πολυτελῆ σὺν ἀναθήμασιν ἔπεμψεν· ὃν διὰ τὴν πρὸς τὸ θέτον εὐσέβειαν καὶ
Εὐσεβῆ ἐκάλεσαν. γνοὺς δὲ τὴν πρὸς θεὸν τοῦ Ἀντιόχου αἰδῶ Ὑρκανὸς ἐπρεσβεύσατο τὴν πάτριον αὐτοῖς
ἀποδοθῆναι πολιτείαν αἰτούμενος. ὁ δέ, εἰ παραδοῖεν τὰ ὅπλα, εἶπε, καὶ φόρους τελεῖν
ὑπὲρ τῶν ἄλλων κατάθοιντο πόλεων ἄτερ τῆς Ἰουδαίας, καὶ φρουρὰν δέξαιντο, καὶ τοῦ πολέμου ἀφέξεσθαι
 καὶ τἄλλα ποιήσειν ἃ ἀξιοῦσιν. Ἰουδαῖοι δὲ τὰ μὲν ἄλλα ἐδέχοντο, ἐπὶ
δὲ τῇ φρουρᾷ οὐ κατένευον, ἀλλ’ ἀντὶ ταύτης ὁμήρους ἐδίδοσαν καὶ ἀργυρίου τάλαντα
πεντακόσια. ἐνδόντος δ᾿ ἐπὶ τούτοις τοῦ Ἀντιόχου, ἡ πολιορκία ἐλύθη. Ὑρκανὸς δὲ τὸν τοῦ Δαβὶδ
ἀνοίξας τάφον τρισχίλια ἐκεῖθεν ἀργυρίου τάλαντα ἔλαβε. φιλίαν δὲ πρὸς Ἀντίοχον ποιησάμενος, ἐν τῇ πόλει αὐτὸν εἰσεδέξατο, καὶ ἐπὶ Πάρθους στρατεύοντι συνεξώρμησεν· ἔνθα τῷ Ἀρσάκῃ
πολεμήσας Ἀντίοχος τῷ πλείονι τῆς στρατιὰς καὶ αὐτὸς συναπώλετο.

Γίνεται δὲ τῆς τῶν Σύρων βασιλείας διάδοχος ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Δημήτριος, λύσαντος Ἀρσάκου
αὐτὸν ἡνίκα τοῖς Πάρθοις ἐπῆλθεν Ἀντίοχος. Ὑρκανὸς δὲ Ἀντιόχου θανόντος πολλὰς τῶν τῆς Συρίας πόλεων
εἶλε καὶ τῆς Ἰδουμαίας ἑτέρας. καὶ ὑποτάξας τοὺς Ιδουμαίους ἐπέτρεπεν αὐτοῖς τὴν ἐν τῇ
χώρᾳ διατριβήν, εἰ περιτέμνοιντο καὶ χρῶνται ἔθεσιν Ἰουδαϊκοῖς. οἱ δὲ διὰ τὰς πατρίδας καὶ τὴν
περιτομὴν καὶ τἄλλα ὑπήνεγκαν. Δημήτριος δὲ στρατεύειν ἐγνωκὼς ἐπὶ Ὑρκανόν, ἀνεκόπη, τῶν Σύρων καὶ
τῶν στρατιωτῶν μισούντων αὐτὸν διὰ πονηρίαν, καὶ διακηρυκευσαμένων πρὸς Πτολεμαῖον τὸν Φύσκωνα, δοῦναι αὐτοῖς τινα τῶν τῷ Σελεύκῳ προσηκόντων
τῆς βασιλείας ἀντιληψόμενον. ὃς Ἀλέξανδρον ἔπεμψε τὸν λεγόμενον
Ζεβινᾶν. μάχης οὖν μέσον αὐτοῦ καὶ Δημητρίου συγκροτηθείσης τρέπεται Δημήτριος καὶ
φεύγει εἰς Πτολεμαΐδα, μὴ δεχθεὶς δὲ παρὰ Κλεοπάτρας τῆς γυναικὸς εἰς Τυρὸν ἀπέδρα, ἀλοῦς δὲ καὶ
πολλὰ παθὼν διεφθάρη. Ἀλέξανδρος δὲ τὴν βασιλείαν παραλαβὼν φιλίαν ποιεῖται πρὸς Ὑρκανόν. ἐπαναστάντος δὲ αὐτῷ Ἀντιόχου τοῦ Γρυποῦ τοῦ παιδὸς Δημητρίου, ἡττηθεὶς ἐν τῇ μάχῃ ἀπώλετο. 
 Βασιλεὺς δὲ Συρίας ὁ Ἀντίοχος οὗτος γενόμενος, ἐπὶ πολλοῖς
ἔτεσι μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ Ἀντιόχου, τοῦ ἐπικληθέντος Κυζικηνοῦ ὅτι ἐν Κυζίκῳ ἐτράφη, περὶ
τῆς βασιλείας ἐμάχετο. ἦν δὲ οὗτος υἱὸς Ἀντιόχου τοῦ θανόντος ἐν Πάρθοις τοῦ ἀδελφοῦ Δημητρίου, ὡς
ἑτεροθαλὴς ἀδελφὸς ὑπάρχειν τοῦ Γρυποῦ Ἀντιόχου· ἡ γὰρ Κλεοπάτρα τοῖς δυσὶ συνῴκησεν 
 ἀδελφοῖς, τῷ Δημητρίῳ τε πρότερον καὶ τῷ Ἀντιόχῳ μετέπειτα, ὡς προγέγραπται, καὶ ἐκ
μὲν Δημητρίου τὸν Γρυπὸν Ἀντίοχον τέτοκεν, ἐξ Ἀντιόχου δὲ τοῦ Σωτῆρος τοῦ ἀδελφοῦ Δημητρίου τὸν
Κυζικηνὸν Ἀντίοχον ἐγείνατο. ἐν ὅσῳ δ᾿ οὗτοι πρὸς ἀλλήλους ἐμάχοντο, ὁ Ὑρκανός ἠρέμει,
καὶ καταφρονήσας τῶν Ἀντιόχων ἀπέστη, μηδὲν ἔτι παρέχων αὐτοῖς· καὶ κατὰ σχολὴν ἐκαρποῦτο τὴν
Ἰουδαίαν, ὡς ἄπειρόν τι πλῆθος χρημάτων συναγαγεῖν. στρατεύσας δὲ καὶ 
 ἐπὶ Σαμάρειαν ἐπολιόρκει αὐτὴν διὰ τῶν υἱῶν αὐτοῦ Ἀριστοβούλου καὶ Ἀντιγόνου. λιμοῦ δὲ
τὴν πόλιν πιέζοντος οἶ Σαμαρεῖς εἰς συμμαχίαν μετεκαλέσαντο τὸν Ἀντίοχον τὸν Κυζικηνόν. ὃς τοῖς περὶ
Ἀριστόβουλον συμβαλὼν ἡττᾶται· εἶτ’ αὖθις συλλέξας πλῆθος τὴν χώραν ἐπόρθει τοῦ
Ὑρκανοῦ, ἵν᾿ οὕτως ἀναγκάσῃ αὐτὸν λῦσαι τὴν πολιορκίαν. πολλοὺς δὲ τῶν σὺν αὐτῶ ἀποβάλλων ἀπῆρεν εἰς
Τρίπολιν. Ὑρκανὸς δὲ τὴν Σαμάρειαν ἐλῶν πᾶσαν ἠφάνισε. 
 λέγεται δέ, καθ’ ἣν ἡμέραν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ τῷ 
 Ἀντιόχῳ ἐμάχοντο, αὐτὸς ὡς ἀρχιερεὺς μόνος ἐν τῷ ναῷ θυμιῶν ἀκοῦσαι φωνῆς ὡς οἱ παῖδες
αὐτοῦ ἄρτι νενικήκασι τὸν Ἀντίοχον· καὶ ἐξελθὼν ἀπήγγειλε τῷ πλήθει τὸ ἀκουσθέν. καὶ γέγονεν οὕτως.
εὐπραγήσας δὲ Ὑρκανὸς ἐφθονήθη παρὰ τῶν Ἰουδαίων, μάλιστα δ’ ἐμισεῖτο παρὰ τῶν
Φαρισαίων· οἱ δ’ εἰσὶ μία τῶν παρὰ Ἰουδαίοις αἱρέσεων, τριῶν οὐσῶν. οὑτοι μὲν οὑν οἱ Φαρισαῖοι
εἱμαρμένην δοξάζουσι, τινὰ δὲ καὶ ἐφ’ ἡμῖν εἶναι συμβαίνειν τε καὶ μὴ γίνεσθαι. Ἐσσηνοὶ δὲ πάντων
κυρίαν εἶναι τὴν εἱμαρμένην δοξάζουσι καὶ πάντα τοῖς ἀνθρώποις ἐξ ἐκείνης συμβαίνειν.
Σαδδουκαῖοι δὲ τὴν μὲν εἱμαρμένην ἐκβάλλουσι, πάντα δὲ ἐφ’ ἡμῖν
τίθενται, καὶ τῶν ἀγαθῶν ἡμὰς ἑαυτοῖς αἰτίους εἶναι διδάσκοντες καὶ τὰ χείρω δι’
ἀβουλίαν ἀφ’ ἑαυτῶν αἱρεῖσθαι. τῶν γοῦν Φαρισαίων πρότερον φιλίως ἐχόντων πρὸς Ὑρκανόν, μαθητὴς γὰρ
αὐτῶν ἐγεγόνει, συνέβη ἐξ αἰτίας τινὸς ἔχθραν κτήσασθαι πρὸς αὐτόν. ἠδύναντο δὲ οὗτοι 
παρὰ τῷ πλήθει σφόδρα. Ὑρκανὸς δὲ τῇ τῶν Σαδδουκαίων προσετέθη μοίρᾳ, τῶν Φαρισαίων ἀπορραγείς, καὶ
τὰ ὑπ’ αὐτῶν παραδοθέντα νόμιμα καταλῦσαι προέθετο. οἱ Σαδδουκαῖοι γὰρ ἐκείνα δεῖν ἡγεῖσθαι νόμιμα
ἔλεγον τὰ γεγραμμένα, τὰ δὲ ἐκ 
 παραδόσεως μὴ τηρεῖν. διὰ ταῦτα μεμίσητο παρὰ τῶν Φαρισαίων ὁ
Ὑρκανός. βιώσας δὲ εὐτυχῶς ἐπ’ ἔτη τριάκοντα πρὸς ἑνὶ ἐτελεύτησεν ἐφ’ υἱοῖς πέντε. λέγεται δὲ καὶ
προφητείας ἀξιωθῆναι, καὶ προειπεῖν περὶ τῶν δύο αὐτοῦ παίδων τῶν πρεσβυτέρων ὡς οὐ 
μενοῦσι τῶν πραγμάτων κυρτοί.

Τελευτήσαντος δὲ Ὑρκανοῦ Ἀριστόβουλος τὴν ἀρχὴν
διεδέξατο· καὶ εἰς βασιλείαν μεταθεῖναι ταύτην δόξαν αὐτῷ διάδημα περιτίθεται, μετὰ τετρακόσια ἔτη
καὶ ὀγδοήκοντα πρὸς ἑνὶ ἐξ ὅτου ἐκ Βαβυλῶνος ὁ λαὸς πρὸς Ἱερουσαλὴμ ἐπανῆλθεν. οὕτος
τοὺς μὲν ἄλλους τῶν ἀδελφῶν καὶ τὴν μητέρα περὶ C τῆς ἀρχῆς αὐτῷ διενεχθεῖσαν καθεῖρξε, τὸν δὲ μετ’
αὐτὸν Ἀντίγονον ἠγάπα καὶ τῶν ὁμοίων ἠξίου. τὴν μὲν οὑν μητέρα λιμῷ διέφθειρε, προσέθετο δὲ καὶ τὸν ἀδελφὸν τὸν Ἀντίγονον διαβολαῖς πιστεύσας. λαμπρῶς γὰρ αὐτοῦ ἀπὸ στρατείας ἐπανελθόντος
ἐνόσει ὁ Ἀριστόβουλος· ἑορταζομένης δὲ τῆς σκηνοπηγίας ἀνέβη εἰς τὸ ἱερὸν ὁ Ἀντίγονος μετὰ τῶν περὶ
αὐτὸν ὁπλιτῶν κεκοσμημένος λαμπρῶς. οἱ δὲ τοῦτον 
 
 πρὸς τὸν ἀδελφὸν διαβάλλοντες μὴ κατ’ ἰδιώτην αὐτὸν ἔλεγον ἐλθεῖν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀλλὰ
βασιλικῇ κεχρημένον λαμπρότητι, καὶ ὅτι μετὰ τοσαύτης δορυφορίας στρατιωτῶν ἀνελθὼν βουλεύεται κατ’
αὐτοῦ. 
 Ἀριστόβουλος δέ, καὶ τῆς οἰκείας ἀσφαλείας φροντίζων καὶ τοῦ ἀδελφοῦ προνοῶν, ἔν τινι
τῶν ὑπογείων ἀφεγγεῖ τοὺς σωματοφύλακας ἵστησιν, ἐντειλάμενος ἀόπλου μὲν τοῦ ἀδελφοῦ φείδεσθαι,
κτείνειν δὲ αὐτὸν μετὰ τῶν ὅπλων ἐρχόμενον· πέμπει δὲ καὶ πρὸς τὸν Ἀντίγονον, ἄοπλον
αὐτὸν κελεύων ἥκειν. ἡ δὲ τοῦ Ἀριστοβούλου γυνὴ καὶ οἱ ταύτῃ συμφρονοῦντες κατὰ τοῦ Ἀντιγόνου
ἔπεισαν τὸν σταλέντα λέγειν τῷ Ἀντιγόνῳ ὡς “ἀκούσας ὁ ἀδελφός σου ὅτι ὅπλα καινὰ κατεσκεύασας, ἀξιοῖ
ὡπλισμένον ἐλθεῖν σε, ἵν ἴδοι αὐτά.’ ὁ δὲ μηδὲν ὑποτοπάσας, ἐνδεδυμένος τὴν πανοπλίαν
ἀπῄει, καὶ γενόμενος κατὰ τὸν Στράτωνος πύργον, ὅπου ὁ τόπος
ἀφώτιστος ἢν, κτείνεται παρὰ τῶν σωματοφυλάκων. Ἰούδας δέ τις Ἐσσαῖος τό γένος πολλὰ προλέγων καὶ
ἀληθεύων, ἰδὼν τότε τὸν Ἀντίγονον παριόντα τὸ ἱερόν, ἀνεβόησεν ἀποθανεῖν ἐπευχόμενος ὡς
διεψευσμένος ζῶντος τοῦ Ἀντιγόνου· προεῖπε γὰρ αὐτὸν κατ’ ἐκείνην θανούμενον τὴν ἡμέραν ἐν τῷ
Στράτωνος πύργῳ· τὸν δὲ σταδίους ἀπέχειν ἑξακοσίους, ὡς ἀδύνατον εἶναι ἐκεῖ γενήσεσθαι
τὸν Ἀντίγονον, ἤδη τῆς ἡμέρας κλινούσης. ταῦτα λέγοντος τοῦ Ἰούδα ἀγγέλλεται κτανθεὶς Ἀντίγονος ἐν
τῷ ὑπογείῳ, ὃ καὶ αὐτὸ Στράτωνος ὠνόμαστο πύργος, ὁμωνύμως τῇ παραλίῳ Καισαρείᾳ. 
 
 Τῷ μὲν οὖν Ἀντιγόνῳ τοιοῦτον γέγονε τέλος, τὸν δὲ
Ἀριστόβουλον εὐθὺς ἡ δίκη μετῆλθε τῆς ἀδελφοκτονίας. καὶ διαφθαρέντων αὐτῷ τῶν ἐντὸς αἷμα ἀνέφερεν, ὅ τις τῶν ἐκείνῳ ὑπηρετούντων ἐκκομίζων ὤλισθεν εἰς τὸν τόπον οὗ ὁ Ἀντίγονος
ἐσφάγη, ἔτι τοῦ αἵματος ἐκείνου ἔχοντα σπίλους, καὶ ἐξέχεεν, ὡς ἀναμεμῖχθαι ἀμφοτέρων τὰ αἵματα.
γενομένης δὲ βοῆς παρὰ τῶν ἰδόντων, μαθὼν τὸ συμβὰν Ἀριστόβουλος οἰμώξας προήχθη εἰς
δάκρυα καί “οὐκ ἄρα λήσειν εἶπεν ἔμελλον τὸν θεὸν ἐπ’ ἀσεβέσιν οὕτω τολμήμασι. καὶ ἄλλα δὲ ἐπειπὼν
ἀποθνήσκει, βασιλεύσας ἐνιαυτόν.

Σαλώμη δὲ ἡ ἐκείνου γυνή, ἣ καὶ Ἀλεξάνδρα 
ἐκέκλητο, λύσασα τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ ἀνδρός, δεδεμένους γὰρ εἶχεν αὐτοὺς Ἀριστόβουλος, βασιλέα
κασίστησιν Ἰαννένα τὸν καὶ Ἀλέξανδρον, προύχοντα καθ’ ἡλικίαν καὶ μετριώτατον. ὃς τὴν βασιλείαν
παραλαβὼν κτείνει μὲν νεωτερίζοντα τὸν ἕνα τῶν ἀδελφῶν, τὸν δ᾿ ἕτερον ἀπραγμόνως ζῶντα
ἐτίμα. πολέμους δέ τινας ποιησάμενος πρός τινας, καὶ πῄ μὲν κρατήσας, ἔστι δ’ ὅπου καὶ ἡττηθείς,
τέλος καὶ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἦρεν ὅπλα κατ’ αὐτοῦ στασιά- 
σαντας. ἑορτῆς γὰρ οὔσης καὶ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ βωμοῦ ἀνελθόντος ὡς θύσαντος, κιτρίοις αὐτὸν
τὸ πλῆθος ἔβαλλον, ἔθους ὄντος ἐν τῇ σκηνοπηγίᾳ θύρσους φοινίκων καὶ
κιτρίων ἐν χεροῖν ἔχειν, καὶ ὕβρεις αὐτοῦ κατέχεον. οἷς παροξυνθεὶς ὁ Ἀλέξανδρος κτείνει περὶ
ἑξακισχιλίους αὐτῶν. εἶτα συνάψας μάχην πρὸς Ἀραβας καὶ ἡττηθεὶς φεύγων εἰς Ἱεροσόλυμα
παρανίνεται, καὶ πρὸς τὴν κακοπραγίαν αὐτῷ τοὐ ἔθνους ἐπιθεμένου, ἔτεσιν ἕξ μαχόμενος πρὸς αὐτό,
ἔτρεφε γὰρ Πισίδας καὶ Κίλικας, οὐκ ἐλάττους ἀναιρεῖ μυριάδων πέντε. δι’ ἃ ἔτι μᾶλλον μεμίσητο, ὅστε
πρὸς 
 
 αὐτόν, τί δεῖ γενέσθαι πυνθανόμενον ὥστε παύσασθαι τὴν δυσμένειαν, τὸ πλῆθος ἀποθανεῖν
αὐτὸν ἐξεβόησε. καὶ μετὰ ταῦτα δὲ Ἰουδαῖοι τῷ Ἀλεξάνδρῳ 
ἐμάχοντο, καὶ πλεῖστοι ἀπώλλυντο. κατακλείσας δὲ τοὺς δυνατωτάτους αὐτῶν ἔν τινι πόλει
ἐπολιόρκει, καὶ κρατήσας αὐτῶν ἀπήγαγεν εἰς Ἱεροσόλυμα. καὶ ἐν ἀπόπτῳ μετὰ τῶν γυναικῶν ἑστιώμενος
ὠμότατον ἔργον πεποίηκεν, ἀνασταυρώσας αὐτόν ὀκτακοσίους, καὶ τοὺς παῖδας αὐτῶν καὶ τὰς γυναῖκας ἐπ’
ὄψεσι σφῶν ἔτι ζώντων ἀπέσφαττε. τοῦτο τὸ ἀπηνὲς ἔργον ἔπεισε τοὺς ἀντιστασιώτας αὐτοῦ
περὶ ὀκτακισχιλίους ὄντας φυγεῖν. καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἔκτοτε ἠρεμίας ἀπήλαυσεν. 
 Ἔπειτα Ἀντίοχος ὁ κληθεὶς Διονύσιος κατὰ τῆς Ἰουσαίας ἐστράτευσε. καὶ μάχης καρτερὰς
γενομένης πρὸς Ἰουδαίους ἀπέθανεν ἐν τῷ πολέμῳ Ἀντίοχος νικῶν καὶ τῷ
πονοῦντι μέρει συνεπαρήγων. θανόντος δ᾿ ἐκείνου τὸ στράτευμα φεύγει καὶ λιμῷ διαφθείρεται. βασιλεύει
δὲ μετ’ Ἀντίοχον τῆς Κοίλης Συρίας Ἀρέτας, καὶ στρατεύσας ἐπὶ τὴν Ἰουδαίαν, καὶ μάχῃ
νικήσας Ἀλέξανδρον, ἐπὶ συνθήκαις ἀνεκεχώρηκεν. 
 Ο μέντοι Ἀλέξανδρος μετὰ ταῦτα πόλεις ἐλῶν πολλὰς Ἰδουμαίων καὶ Κιλίκων καὶ Φοινίκων καὶ
 Σύρων, καὶ τρίτον ἔτος ἐν τῆ στρατείᾳ διηνυκώς, ἐπανῆλθε, προθύμως αὐτὸν διὰ τὴν
εὐπραγίαν δεχομένων τῶν Ἰουδαίων. εἶτα ἐκ μέθης νοσήσας, καὶ τρισὶν
ἔτεσι τεταρταίῳ πυρετῷ προσπαλαίων, τῶν στρατειῶν οὐκ ἀπέσχετο. ὁρῶσα δὲ αὐτὸν ἡ βασίλισσα ἤδη ἀπεγνωσμένον, ἑαυτήν τε καὶ τοὺς παῖδας ὠδύρετο. ὁ δὲ κρύψαι τὸν θάνατον αὐτοῦ πρὸς
τοὺς στρατιώτας ταύτῃ ὑπέθετο, ἕως ἂν ἐξέλῃ τὸ χωρίον, ἔτυχε γάρ τι πολιορκῶν, ἔπειτα
ὡς ἀπό νίκης εἰς Ἱεροσόλυμα παραγενομένην τοῖς Φαρισαίοις ἐξουσίας μεταδοῦναί τινος. δύνασθαι γὰρ
αὐτοὺς θέσθαι τὸ ἔθνος εὔνουν αὐτῇ · καὶ αὐτός δὲ διὰ τούτους ἔλεγε τῷ ἔθνει προσκροῦσαι,
ὑβρισθέντας ὑπ’ αὐτοῦ. “σὺ τοίνυν” ἔφη “μεταπεμψαμένη τοὺς ἄρχοντας σφῶν ἐπίτρεπε
χρῆσθαί μου ὡς βούλονται τῷ νεκρῷ, ὡς πολλὰ εἰς αὐτοὺς ἐξυβρίσαντος,
καὶ μηδὲν παρὰ τὴν ἐκείνων γνώμην ποιεῖν ὑπισχνοῦ. οὕτω δέ σου εἰπούσης ἐγώ τε πολυτελῶς ταφήσομαι
καὶ σὺ βεβαίως ἄρξεις.” ταῦτα τῇ γυναικὶ ὑποθέμενος τετελεύτηκεν, ἄρξας ἔτη εἴκοσι καὶ
ἑπτά, πεντήκοντα δέ γε ζήσας ἑνὸς δέοντος. ἡ δὲ Ἀλεξάνδρα πάντα κατὰ τὴν τοῦ ἀνδρὸς συμβουλὴν θεμένη
τούς τε Φαρισαίους εὔνους ἐποίησεν ἑαυτῇ καὶ τὴν βασιλείαν ἐβεβαιώσατο, καὶ τὴν ταφὴν
τοῦ ἀνδρὸς λαμπροτέραν τῶν πρὸ αὐτοῦ βασιλέων εἰργάσατο.

Δύο δὲ παίδων γενομένων τῷ Ἀλεξάνδρῳ, Ὑρκανοῦ καὶ Ἀριστοβούλου, ὁ μὲν Ὑρκανὸς νωθὴς τὸ ἦθος
ἦν καὶ πρὸς πραγμάτων διοίκησιν ἀποπεφυκώς, 
 ὁ δὲ νεώτερ ος δραστήριος ἦν. ἡ δὲ τούτων μήτηρ ἀρχιερέα τὸν
Ὑρκανὸν διὰ τὸ ἄπραγμον ἀποδείκνυσι, καὶ πάντα τοῖς Φαρισαίοις ἐπιτρέπει, καὶ τῷ πλήθει τούτοις
ἐκέλευ σε πείθεσθαι, καὶ αὐτὴ μὲν εἶχε τῆς βασιλείας τὸ ὄν ὁμὰ, οἱ Φαρισαῖοι δὲ τὴν ἰσχύν. ἠρέμει
 
 δὲ ἡ χώρα, μόνων τῶν Φαρισαίων τὴν ταραττόντων καὶ πειθόντων
κτείνειν τοὺς συμβουλεύσαντας βουλεύσαντας Ἀλεξάνδρῳ τὴν τῶν ὀκτακοσίων διαφθοράν. ἕνα δὲ τέως αὐτοὶ
σφάττουσι, καὶ ἐπ’ ἐκείνῳ ἄλλους ἐπ’ ἄλλοις, ἴως οἱ δυνατοὶ παρελθόντες εἰς 
 
 τὰ βασίλεια καὶ Ἀριστόβουλος σὺν αὐτοῖς, οὐ γὰρ ἠρέσκετο τοῖς δρωμένοις, πολλὰ
εἰπόντες καὶ τοὺς ἤδη φθαρέντας ἀποκλαυσάμενοι εἰς οἶκτον τῶν
κινδυνευόντων τοὺς παρόντας ἐκίνησαν καὶ εἰς δάκρυα. Ἀριστόβουλος δὲ τὴν μητέρα διὰ
ταῦτα κατῃτιᾶτο· ἡ δὲ οὐκ εἶχεν ὅ,τι καὶ πράξειε. 
 Κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν ἀγγέλλεται Τιγράνης σὺν στρατιᾷ μεγάλῃ εἰς τὴν Συρίαν ἐμβεβληκώς καὶ
ἐπὶ τὴν Ἰουδαίαν ἀφιξόμενος. τοῦτο ἐφόβησε καὶ τὸ ἔθνος καὶ τὴν βασίλισσαν, καὶ δῶρα
πολλὰ καὶ πολλοῦ ἄξια καὶ πρέσβεις αὐτό πέμπουσι τὴν Πτολεμαΐδα πολιορκοῦντι. ὁ δὲ ταῦτά τε ἐδέξατο
καὶ χρηστὰ ἐπηγγέλλετο. ἄρτι δὲ τὴν Πτολεμαΐδα πορθήσαντι ἀγγέλλεταί
οἱ Ἀκέλαος εἰς Ἀρμενίαν ὁρμήσας, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεχώρει πρὸς τὴν οἰκείαν. τῆς δὲ
βασιλίσσης δεινῶς νοσησάσης, Ἀριστόβουλος λάθρᾳ ὑπεξελθὼν ᾔει ἐπὶ τὰ φρούρια, ὅπου οἱ πατρῷοι
κατετάχθησαν φίλοι, μόνης τῆς γυναικὸς αὐτοῦ συνει- δυίας τῇ πράξει, καὶ ὑπεδέχθη παρ’ αὐτῶν.
αἰσθομέην δὲ ἡ μήτηρ αὐτοῦ τὴν ἀπόδρασιν καὶ ὅτι πάντα τὰ φρούρια ὑπηγάγετο, ἐν μεγάλῃ
ἦν ταραχῇ καὶ αὐτὴ καὶ τὸ ἔθνος· ἔθεντο δὲ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τοὺς παῖδας εἰς τὸ ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ
φρούριον. Ὑρκανὸς δὲ καὶ οἱ τῶν Ἰουδαίων πρεσβύτεροι μαθόντες ὅτι ἐν ἡμέραις
πεντεκαίδεκα χωρίων εἴκοσι καὶ δύο ἐκράτησεν ὁ Ἀριστόβουλος καὶ πολλὰ
συνήγαγε χρήματα καὶ συνήθροισε στράτευμα, ἐδέοντο τῆς βασιλίσσης ὑποθέσθαι γνώμην περὶ
Ἀριστοβούλου. ἡ δὲ οὐκέτι μέλειν αὐτῇ τῶν πραγμάτων εἰποῦσα, ὡς ἤδη ἐκλείπουσα, ἐφῆκε
πράττειν αὐτοῖς ὃ συμφέρον κρι- 
 νοῦσι. καὶ μετ᾿ οὐ πολὺ τετελεύτηκε, βασιλεύσασα ἔτη ἐννέα, βιώσασα δὲ τρία καὶ
ἑβδομήκοντα. 
 Τῆς Ἀλεξάνδρας μέντοι θανούσης εὐθὺς πόλεμον κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ ὁ Ἀριστόβουλος ἤρατο, καὶ
πολλοὶ τῶν στρατιωτῶν τοῦ Ὑρκανοῦ αὐτομολοῦσι πρὸς Ἀριστόβουλον. ὁ δὲ φεύγει πρὸς τὴν
ἀκρόπολιν, ἔνθα καὶ ἡ Ἀριστοβούλου γυνὴ καὶ οἱ παῖδες πρὶν
κατεκλείσθησαν. εἰς λόγους δ᾿ ἐλθόντες οἱ ἀδελφοὶ λύουσι τὴν ἔχθραν, ὥστε βασιλεύειν μὲν
Ἀριστόβουλον, Ὑρκανὸν δὲ ζῆν ἀπραγμόνως. ὅρκοις οὖν ἐμπεδώσαντες τὰς συνθήκας
ἀνεχώρησεν ὁ μὲν εἰς τὰ βασίλεια, εἰς δὲ τὴν οἰκίαν Ἀριστοβούλου ὁ Ὑρκανός. 
 Ἀντίπατρος δέ τις Ἰδουμαῖος, φίλος ὢν Ὑρκανοῦ, στασιώδης δὲ καὶ δραστήριος καὶ εὐπορῶν
χρημάτων πολλῶν, λάθρᾳ τοῖς δυναστεύουσι τῶν Ἰουδαίων διαλεγόμενος, καὶ πρὸς Ὑρκανὸν
διαβάλλων τὸν Ἀριστόβουλον ὡς κτεῖναι αὐτὸν βουλευόμενον, πείθει πρὸς Ἀρέταν τὸν Ἀράβων βασιλέα
φυγεῖν. καὶ πέμπει τὸν Ἀντίπατρον πρὸς Ἀρέταν ὁ Ὑρκανός, πίστεις ληψόμενον ὡς οὐκ
ἐκδώσει αὐτὸν τοῖς ἐχθροῖς προσελθόντα αὐτῷ. λαβὼν δὲ πίστεις
ὑπέστρεψεν ὁ Ἀντίπατρος, καὶ συμπαρειληφὼς τὸν Ὑρκανὸν νύκτωρ ἧκεν ἄγων αὐτὸν εἰς τὴν καλουμένην
Πέτραν πρὸς τὸν Ἀρέταν. παρεκάλει οὖν ὁ Ὑρκανὸς αὐτὸν καταχθῆναι παρ᾿ αὐτοῦ εἰς τὴν
Ἰουδαίαν καὶ εἰς τὴν βασιλείαν ἀποκαταστῆναι, ὑπισχνούμενος, εἰ ταῦτα γένοιτο, δώσειν αὐτῷ τήν τε
χώραν καὶ τὰς δώδεκα πόλεις ἃς Ἀλέξανδρος ὁ πατὴρ αὐτοῦ τῶν Ἀράβων ἀφείλετο. καὶ ὁ Ἀρέτας
ἐστράτευσεν ἐπὶ τὸν Ἀριστόβουλου, καὶ τῆς μάχης κρατεῖ. πολλῶν οὖν πρὸς Ὑρκανὸν
αὐτομολησάντων εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἀριστό- βουλος ἔφυγε. καὶ ὁ Ἄραψ τῷ ἱερῷ προσβαλὼν
ἐπολιόρκει τὸν Ἀριστόβουλον, προστιθεμένου καὶ τοῦ δήμου τῷ Ὑρκανῷ,
μόνων τῶν ἱερέων Ἀριστοβούλῳ παραμενόντων. Ὀνίαν δέ τινα
δίκαιον ἄνδρα καὶ θεοφιλῆ, ὃς αὐχμοῦ ποτε γενομένου εὐχῇ τὸν θεὸν δυσωπήσας ἔλυσε τὴν
ἀνομβρίαν, ἠξίουν οἱ Ἰουδαῖοι εὔξασθαι κατὰ Ἀριστοβούλου καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ· ὁ δ’ οὐκ ἐπείθετο. ὡς
δὲ ἐβιάσθη, “ὦ θεὲ βασιλεῦ τῶν ὅλων” εἶπεν, “ὅτι καὶ οἱ μετ’ ἐμοῦ ἑστηκότες σοί εἰσι,
σοὶ δὲ καὶ οἱ πολιορκούμενοι ἱερεῖς, δέομαι μήτε κατὰ τούτων ἐκείνοις ἐπαρήξῃς μήτε μὴν κατ’ ἐκείνων
τούτοις.” καὶ αὐτίκα τὸν ἄνδρα περιστάντες κατέλευσαν. οὐκ εἰς μακρὰν δὲ τὸ θεῖον δίκας τῆς ἀσεβείας
αὐτοὺς εἰσεπράξατο, πνεύματος βιαίου πνεύσαντος καὶ τὸν τῆς χώρας καρπὸν διαφθείραντος.

Πεμφθεὶς δὲ παρὰ Πομπηίου ἐν Ἀρμενίᾳ πολεμοῦντος Τιγράνῃ Σκαῦρος εἰς Συρίαν πρέσβεις
ἐδέξατο παρά τε Ἀριστοβούλου καὶ Ὑρκανοῦ, συμμαχεῖν ἀξιοῦντος ἑκατέρου. λαβὼν οὖν ὑπ’
Ἀριστοβούλου τετρακόσια τάλαντα αὐτῷ προσετέθη. καὶ κελεύσας ἀναχωρεῖν τὸν Ἀρέταν ἢ πολέμιον Ῥωμαίων
κριθήσεσθαι, ἔλυσε τὴν πολιορκίαν. ἧς λυθείσης ὁ Ἀριστόβουλος ἐπὶ Ἀρέταν καὶ Ὑρκανὸν ἐξεστράτευσε,
καὶ συμβαλὼν νικᾷ. μετ’ οὐ πολὺ δὲ Πομπηίου ἀφικομένου εἰς Δαμασκόν, ἧκον πρέσβεις πολλαχόθεν τε καὶ ἐξ Ἰουδαίας, δῶρον ἐξ Ἀριστοβούλου μέγα
κομίζοντες, ἄμπελον χρυσῆν ἐκ πεντακοσίων ταλάντων. ταύτην φησὶν ὁ Ἰώσηπος ἐν Ῥώμῃ θεάσασθαι, τῷ
Καπιτω- 
 λίῳ ἀνατεθειμένην Δῖέ καὶ αὖθις ἧκον πρὸς αὐτὸν Ἀντίπατρος μὲν ὑπὲρ Ὑρκανοῦ, ὑπὲρ δὲ
Ἀριστοβούλου Νικόδημος. ὁ δὲ αὐτοὺς ἐλθεῖν τοὺς διαμφισβητοῦντας ἐκέλευσεν. ἀφικομένων δέ γε εἰς
Δαμασκὸν τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν ἡγεμόνων αὐτόν, οἱ μὲν ἠξίουν μὴ βασιλεύεσθαι· πάτριον γὰρ
εἶναι αὐτοῖς παρὰ τῶν ἀρχιερέων ἄρχεσθαι, τούτους δὲ του γένους ὄντας
ἐκείνου εἰς βασιλείαν τὴν ἀρχὴν μεταθεῖναι· Ὑρκανὸς δὲ κατηγόρει τοῦ ἀδελφοῦ, ὅτι τῆς ἀρχῆς αὐτῷ
νεμηθείσης διὰ τὴν πρεσβυγένειαν ὑπ’ ἐκείνου ταύτην ἀφῄρητο, καὶ ἄλλα κατ’ αὐτοῦ
συνείρων πολλὰ αἰτιάματα. συνεφθέγγοντο δὲ αὐτῷ ταῦτα λέγοντι καὶ τῶν δοκιμωτάτων Ἰουδαίων πλείους ἢ
χίλιοι, Ἀντιπάτρου παρασκευάσαντος. Ἀριστόβουλος δὲ τοῦ μὲν ἐκπεσεῖν τὸν Ὑρκανὸν τῆς 
ἀρχῆς τὴν ἐκείνου φύσιν αἰτίαν εἰσῆγεν, ἄπρακτον οὖσαν καὶ διὰ τοῦτο εὐκαταφρόνητον· αὐτὸς δ’ ἐξ
ἀνάγκης ἔλεγεν αὐτὴν ὑπελθεῖν, φόβῳ τοῦ μὴ πρὸς ἄλλους γενέσθαι αὐτήν· ὀνομάζεσθαι δὲ ὅπερ καὶ ὁ
 πατήρ. Πομπήιος δὲ βίαν μὲν κατέγνω Ἀριστοβούλου, πρᾴως
δὲ τότε προσομιλήσας αὐτοῖς ἡσυχίαν τέως ἄγειν ἐκέλευσεν, ἐλθὼν δ’ εἰς τὴν χώραν διατάξειν ἕκαστα
ἐπηγγέλλετο. οὐκ ἀναμείνας μέντοι ὁ Ἀριστόβουλος εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἀπῆρε. καὶ ὀργισθεὶς ὁ Πομπήιος
ἐστράτευσε κατ’ αὐτοῦ. συμπεφευγότος δ᾿ εἰς ἔρυμα καλούμενον Ἀλεξάνδριον, ἐκέλευε πρὸς
αὐτὸν ἥκειν. ὁ δὲ τῶν φίλων μὴ πολεμεῖν Ῥωμαίοις ἀξιούντων κάτεισι, καὶ δικαιολογησάμενος πάλιν ὅθεν
ἧκεν ὑπέστρεψε. κελεύοντος δὲ Πομπηίου παραδιδόναι τὰ ἐρύματα καὶ αὐτοχείρως ἐπιστεῖλαι τοῖς 
 φρουράρχοις, ἀπείρητο γὰρ ἄλλως τούτων ἀφίστασθαι, πείθεται μέν,
δυσανασχετῶν δὲ ἀνεχώρησεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ πολεμεῖν ἡτοιμάζετο. Πομπηίῳ δὲ
στρατεύοντι ἐπ’ αὐτὸν ἡ Μιθριδάτου μεμήνυτο τελευτὴ ἐκ Φαρνάκου τοῦ παιδὸς αὐτοῦ γενομένη. περὶ
Ἱεριχοῦντα δὲ γεγονότι, οἶ τὸ ὀποβάλσαμον τρέφεται τῶν μύρων τὸ ἀκρότατον, ὃ τῶν θάμνων
τεμνομένων ὀξεῖ λίθῳ ἀναπιδύει ὥσπερ ὀπός, πρόσεισιν ὁ Ἀριστόβουλος αὐτῷ καὶ ἱκέτευε παύσασθαι
 τοῦ πολέμου, χρήματά τε διδοὺς καὶ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα αὐτὸν
εἰσδεχόμενος, ὥστε πράττειν ὃ βούλεται. ὁ δὲ συγγνοὺς αὐτῷ πέμπει Γαβήνιον ἐπὶ τὰ
χρήματα καὶ τὴν πόλιν. τῶν δὲ Ἀριστοβούλου στρατιωτῶν οὐκ
ἐόντων τὰς συνθήκας πληρωθῆναι, ἄπρακτος ἐπανῆλθεν ὁ Γαβήνιος. ἥκει γοῦν ἐπὶ τὴν πόλιν Πομπήιος
καθείρξας τὸν Ἀριστόβουλον. οἱ δ᾿ ἔνδον οὐχ ὡμονόουν. τοῖς μὲν γὰρ ἐδόκει δέχεσθαι τὸν
Πομπήιον, τοῖς δ’ Ἀριστοβούλου τοὐναντίον· οἳ καὶ τὸ ἱερὸν κατειληφότες εἰς πολιορκίαν
παρεσκευάζοντο. οἱ δ᾿ ἄλλοι τὴν πόλιν ἐγχειρίζουσι Πομπηίῳ καὶ τὰ βασίλεια. ὁ δὲ ἐντὸς
στρατοπεδευσάμενος ἐπολιόρκει τὸ ἱερόν. ἁλόντος δὲ περὶ τρίτον μῆνα, ἐπεισφρήσαντες οἱ
πολέμιοι ἔσφαζον τοὺς ἐν αὐτῷ· οἱ δὲ οὐδὲν ἧττον ἦσαν ἱερουργοῦντες καὶ θύοντες. φόνου δὲ πάντα
μεμέστωτο· οἱ μὲν γὰρ τῶν Ἰουδαίων ὑπὸ Ῥωμαίων, οἱ δ᾿ ὑπ’ ἀλλήλων
ἐσφάττοντο ἢ καὶ ἑαυτοὺς κατεκρήμνιζον. παρῆλθε δὲ εἰς τὸ ἐντὸς τοῦ ναοῦ τὸ ἄβατον ὁ
Πομπήιος καὶ τῶν περὶ αὐτόν τινες, καὶ εἶδον ὅσα τοῖς ἄλλοις πλὴν τῶν ἀρχιερέων ἤσαν ἀθέατα. οὐδενὸς
μέντοι τῶν ἐν αὐτῷ ἀναθημάτων ἢ τῶν χρημάτων ἥψατο δι’ εὐσέβειαν. τῇ δ’ ὑστεραίᾳ
καθαρᾶι παραγγείλας τὸ ἱερὸν καὶ θύειν νομίμως, τὴν ἀρχιερωσύνην παρέδωκεν Ὑρκανῷ, τοὺς αἰτίους τοῦ
πολέμου πελέκει διαχρησάμενος καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα ποιήσας Ῥωμαίοις ὑπόφορα. Πομπήιος δὲ
ἐπὶ Ῥώμην ἀπιὼν ἐπήγετο τὸν Ἀριστόβουλον δεδεμένον καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ. ἦσαν δὲ αὐτῶ δύο θυγατέρες καὶ τοσοῦτοι υἱοί, ὧν ὁ πρεσβύτερος Ἀλέξανδρος ἀπέδρα καὶ τὴν
Ἰουδαίαν κατέτρεχεν ὕστερον, μὴ δυναμένου τοῦ Ὑρκανοῦ αὐτῷ ἀντικαθίστασθαι.

Ὡς δὲ Γαβήνιος εἰς Συρίαν ἧκε, πέμπει πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον Ἀντώνιον Μάρκον μετὰ
στρατεύματος. καὶ γενομένης μάχης κτείνουσιν οἶ Ῥωμαῖοι τῶν πολεμίων περὶ τρισχιλίους
καὶ οὐκ ἐλάττους ζωγροῦσι. καταφυγόντος δὲ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐπί τι ἔρυμα λεγόμενον Ἀλεξάνδριον,
ἐπολιόρκει τοῦτο. διαπρεσβεύεται οὖν πρὸς Γαβήνιον ὁ Ἀλέξανδρος συγγνώμην αἰτῶν, καὶ παραδίδωσιν ἃ
κατεῖχεν ἐρύματα. ὁ δὲ D ἀρχιερεὺς Ὑρκανὸς εἰς Ἱεροσόλυμα κατήχθη παρὰ τοῦ Γαβηνίου. ὁ
μέντοι Ἀριστόβουλος διαδρὰς ἐκ Ῥώμης καὶ εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἐλθὼν τειχίζειν ἐπειρᾶτο τὸ Ἀλεξάνδριον
ἄρτι κατεσκαμμένον. ὁ δὲ Γαβήνιος στέλλει τοὺς κωλύσοντας αὐτὸν ἢ καὶ συλληψομένους. 
πολλοὶ δὲ τῷ Ἀριστοβούλῳ τῶν Ἰουδαίων προσέρρεον, ὧν οἱ πλείους ἐτύγχανον ἄοπλοι. τούτους μὲν οὖν
ἀπέλυσεν Ἀριστόβουλος, τοὺς δ’ ὡπλισμένους ὄντας περὶ ὀκτακισχιλίους εἶχε μεθ’ ἑαυτοῦ. καὶ μάχης
αὐτοῖς πρὸς Ῥωμαίους συγκροτηθείσης ἡττῶνται Ἰουδαῖοι καὶ φεύγουσι καὶ οἱ μὲν
κτείνονται, σκεδάννυνται δὲ οἱ λοιποί. Ἀριστόβουλος δὲ μετὰ εἰς
Μαχαιροῦντα συνέφυγε μετὰ τοῦ παιδὸς Ἀντιγόνου συναποδράντος ἐκ Ῥώμης αὐτῷ. μετὰ δὲ δύο ἡμέρας
τραυματισθεὶς ἑάλω, καὶ σὺν τῷ υἱῷ 
 
 Ἀντιγόνῳ αἰχμάλωτος πρὸς Γαβήνιον ἄγεται, καὶ ἀναπέμπεται αὖθις εἰς ῾Ρώμην, καὶ
δεθεὶς κατείχετο, βασιλεύσας καὶ ἀρχιερατεύσας ἔτη τρία. Γαβήνιος δὲ ἀπῄει εἰς Αἴγυπτον. ἐπανελθὼν
δ᾿ ἐκεῖθεν εὗρε τὸν Ἀριστοβούλου παῖδα Ἀλέξανδρον στρατεύματι μεγάλῳ τὴν χώραν ἐπιόντα
καὶ ὅσοις ἐντύχοι τῶν ῾Ρωμαίων πάντας κτιννύοντα. συμβαλὼν οὖν τούτῳ περὶ τὸ Ἰταβύριον ὄρος
τρισμυρίους ἄγοντι Ἰουδαίους κτείνει περὶ μυρίους. καταστησάμενος δὲ τὰ ἐν Ἱεροσολύμοις 
ὡς Ἀντίπατρος ἤθελε, καὶ ἄλλα δὲ στρα- τηγήσας ἔργα μεγάλα, εἰς
῾Ρώμην ἀπῆρε, Κράσσῳ παραδοὺς τὴν ἀρχήν. οὗτος δ᾿ ὁ Κράσσος εἰς
τὴν Ἰουδαίαν ἐλθὼν καὶ τὰ ἐν τῷ ἱερῷ χρήματα, ὧν οὐχ ἥψατο ὁ Πομπήιος, ἦσαν δὲ δισχίλια τάλαντα,
πάντα ἀφείλετο, καὶ τὸν ναὸν περιδύσας τὸν κόσμον πάντα ἐσύλησεν, εἰς τάλαντα χρυσοῦ
ὀκτακισχίλια ἀριθμούμενον. ἔλαβε δὲ καὶ δοκὸν σφυρήλατον ἐκ χρυσοῦ μνῶν τριακοσίων πεποιημένην. ἡ
δὲ μνᾶ παρ᾿ Ἰουδαίοις ἕλκει λίτρας δύο καὶ ἡμίσειαν. ταῦτα λαβὼν ἐπὶ Πάρθους ἐξώρμησε·
καὶ ἐφθάρη σὺν τῷ στρατεύματι. Κάσσιος δὲ εἰς Συρίαν ἐκεῖθεν φυγὼν καὶ εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἀνέβη. μέγα γοῦν παρ᾿ αὐτῷ δεδύνητο ὁ Ἀντίπατρος, καὶ παρὰ Ἰδουμαίοις, παρ᾿ οἷς
ἄγεται γυναῖκα ἐξ Ἀραβίας, Κύπρον ὄνομα, ἐξ ἧς αὐτῷ τέσσαρες ἐγένοντο υἱοί, Φασάηλος
καὶ Ἡρώδης, Ἰωσὴφ καὶ Φερώρας, καὶ θυγάτηρ Σαλώμη. χρόνῳ δὲ ὕστερον Καῖσαρ Ἰούλιος Γάιος, κατασχὼν
τὴν ῾Ρώμην μετὰ τό Πομπήιον καὶ τὸ πλέον τῆς συγκλήτου ἐκεῖθεν φυγεῖν, λύσας τὸν Ἀριστόβουλον εἰς
Συρίαν ἔπεμπε σὺν στρατεύματι. ἀλλὰ φθάσαντες οἱ τὰ Πομπηίου φρονοῦντες φαρμάκῳ τὸν
Ἀριστόβουλον διαφθείρουσι. Σκιπίων δέ, ἐπιστείλαντος αὐτῷ Πομ- 
 πηίου, τὸν Ἀριστοβούλου Ἀλέξανδρον ἐπελέκισε. μετὰ δὲ τὸν Πομπηίου
θάνατον Καίσαρι πολεμοῦντι κατ’ Αἴγυπτον εἰς πολλὰ χρήσιμον ἑαυτὸν παρέσχεν Ἀντίπατρος, ὥστε τὸν
Καίσαρα κεχρῆσθαι αὐτῷ εἰς πάντα τὸν πόλεμον· ὅπου καὶ τρωθῆναι συμβέβηκεν αὐτόν. ἐλθὼν
δὲ καὶ Ἀντίγονος τότε ὁ Ἀριστοβούλου πρὸς Καίσαρα ἐδεῖτο λαβεῖν οἶκτον αὐτοῦ τῆς ἀρχῆς ἐκβεβλημένου,
καὶ τοῦ πατρὸς ἀνεμίμνησκε καὶ ὡς δι’ αὐτὸν ἀποθάνοι. παρὼν δὲ καὶ ὁ Ἀντίπατρος ἀπελογεῖτο. δοξάντων
δὲ τῶν λόγων αὐτοῦ ἐπικρατεστέρων, ὁ Καῖσαρ Ὑρκανῷ μὲν τὴν ἀρχιερωσύνην ἐπεβεβαίωσεν,
Ἀντίπατρον δὲ ἀπέδειξε τῆς Ἰουδαίας ἐπίτροπον. ὡς δὲ Καῖσαρ εἰς τὴν Ῥώμην ἀπῄει, ὁ Ἀντίπατρος τὰ κατὰ τὴν Ἰουδαίαν καθίστα. βραδὺν δὲ ὁρῶν καὶ νωθῆ τὸν Ὑρκανόν,
Φασάηλον μὲν τὸν πρεσβύτατον τῶν παίδων Ἱεροσολυμιτῶν καὶ τῶν πέριξ στρατηγὸν
ἀποδείκνυσι, τὸν δὲ μετ’ αὐτὸν Ηρώδην, ὄντα λίαν νεώτατον, τῆς Γαλιλαίας προυστησατο. 
 Γενναῖος δ’ ὢν ὁ Ἡρώδης τὸ φρόνημα, ἀφορμὴν εἰς ἐπίδειξιν ἀρετῆς τὴν ἀρχὴν
ἐποιήσατο, καὶ τὸν ἀρχιλῃστὴν Ἐζεκίαν σὺν μεγάλῳ στίφει τὰ προσεχῆ τῆς Συρίας ληιζόμενον συλλαβὼν
κτείνει, καὶ πλείστους τῶν σὺν αὐτῷ· ὅθεν τοῖς Σύροις πεφίλητο. ἐγένετο δὲ διὰ τοῦτο καὶ Σέξτῳ
Καίσαρι γνώριμος, 
 ὄντι τοῦ μεγάλου Καίσαρος συγγενεῖ καὶ ἄρχοντι τῆς Συρίας. ζηλοῖ δὲ
τὸν ἀδελφὸν καὶ Φασάηλος. ταῦτα δὲ ἐποίει τιμῆς ὑπὸ τοῦ ἔθνους τυγχάνειν βασιλικῆς τὸν Ἀντίπατρον.
οἱ δ’ ἐν τέλει τῶν Ἰουδαίων διὰ ταῦτα ἐβάσκαινον τῷ Ἀντιπάτρῳ καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ καὶ
ἐδεδίεσαν ὁρῶντες βίαιον καὶ τολμηρὸν τὸν Ἡρώδην καὶ τυραννίδος ἐρῶντα, καὶ κατηγόρουν 
Ἀντιπάτρου πρὸς Ὑρκανόν, καὶ ἠρέθιζον κατ᾿ αὐτοῦ καὶ τῶν παίδων αὐτοῦ, λέγοντες μὴ ἐπιτρόπους εἶναι
τῶν τῆς βασιλείας πραγμάτων, ἀλλὰ δεσπότας. καὶ γὰρ τὸν Ἡρώδην κτεῖναι τὸν Ἐζεκίαν καὶ πολλοὺς τῶν σὺν ἐκείνῳ, τοῦ νόμου ἀπειρηκότος ἄνθρωπον ἀναιρεῖσθαι, κἂν πονηρὸς εἴη, εἰ μὴ πρότερον
ὑπὸ τοῦ συνεδρίου κατακριθείη. Ὑρκανὸς δὲ τούτοις ἠρέθιστο εἰς
ὀργήν. προσεξῆψαν δὲ τὴν ὀργὴν καὶ αἱ μητέρες τῶν ὑπὸ Ἡρώδου πεφονευμένων, παρακαλοῦσαι 
ἵνα δίκας ὑπόσχῃ τῶν πεπραγμένων. κινηθεὶς οὖν ὁ Ὑρκανὸς Ἡρώδην ἐκάλει δικασόμενον. ὁ δὲ ἧκε μετὰ στίφους ἀποχρῶντος αὐτῷ, ὥστε μὴ γυμνὸν καὶ ἀφύλακτον ἰέναι
πρὸς δίκην. ἐλθὼν δὲ ἐν τῷ συνεδρίῳ μετὰ τοῦ στίφους κατέπληξεν ἅπαντας, καὶ οὐδεὶς
ἐθάρρει κατηγορεῖν αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἦν ἀπορία τοῦ τί χρὴ ποιεῖν. εἷς δέ τις Σαμαῖος ὀνόματι, δίκαιος
ἀνὴρ καὶ πεποιθὼς ὡς λέων, εἶπεν “ὦ ἄνδρες, οὐκ οἶδά τινα τῶν
κεκλημένων εἰς δίκην οὕτω παραστάντα, οὔτε ὑμεῖς, οἶμαι, ἀλλὰ πᾶς κριθησόμενος δεδιότος
παρίσταται σχήματι, ὁ δὲ βέλτιστος Ἡρώδης φόνων δίκην φεύγων ἕστηκε περὶ αὐτὸν ἔχων ὁπλίτας, εἰ
κατακριθείη κατὰ τὸν νόμον, κτενοῦντας ἡμᾶς. ἀλλ᾿ Ἡρώδην μὲν οὐ μεμψαίμην, ὑμᾶς δὲ τοσαύτην ἄδειαν
παρασχόντας αὐτῷ. ἴστε τοίνυν δίκαιον τὸν θεόν, καὶ ὡς οὗτος, ὃν νῦν δι᾿ Ὑρκανὸν
ἀπολῦσαι βούλεσθε, κολάσει ὑμᾶς ποτε καὶ αὐτὸν Ὑρκανόν.” ὅτι δὲ ταῦτα εἰς ἔργον ἐξέβη δηλώσει προϊὼν
ὁ λόγος. Ὑρκανὸς δὲ εἰς ἄλλην ἡμέ- ραν τὴν δίκην ὑπερέθετο, καὶ
λάθρᾳ ὑπέθετο τῷ Ἡρώδῃ τὴν πόλιν ὑπεξελθεῖν. καὶ ὁ μὲν ἀπῄει, οἱ δὲ τοῦ συνεδρίου
ἠγανάκτουν. Σέξτου δὲ τὴν στρατηγίαν τῆς Κοίλης Συρίας χρημάτων τῷ Ἡρώδῃ ἀπο- 
δομένου, οὐ πολὺ τὸ ἐν μέσῳ παρῆλθε καὶ ἧκεν Ἡρώδης σὺν στρατιᾷ, ὀργιζόμενος κατὰ Ὑρκανοῦ ὅτι ὅλως
εἰς δίκην ἐκλήθη. ἐκώλυσαν δὲ αὐτὸν τοῖς Ιεροσολύμοις προσβαλεῖν ὁ πατὴρ καὶ ὁ ἀδελφός.

Καὶ τὰ μὲν κατὰ τὴν Ἰουδαίαν ἐν τούτοις ἦν, τὰ δὲ κατὰ τὴν Συρίαν τετάρακτο ἐξ
αἰτίας τοιαύτης. Βάσσος Καικίλιος, εἷςτῶν τὰ Πομπηίου φρονούντων,
κτείνει μὲν Σέξτον Καίσαρα δι’ ἐπιβουλῆς, αὐτὸς δὲ τῶν πραγμάτων ἐκράτει. τῶν δὲ Καίσαρος Ἰουλίου
στρατηγῶν κατὰ Βάσσου ὡρμηκότων, ὁ Ἀντίπατρος αὐτοῖς διὰ τῶν υἱῶν συνεμάχησε,
μεμνημένος ὧν ὑπὸ τοῦ Καίσαρος εὐηργέτητο. τριβομένου δὲ τοῦ καιροῦ ἐν τῷ πολέμῳ, Μάρκος ἦλθεν ἐκ
Ῥώμης εἰς τὴν τοῦ Σέξτου ἀρχήν. ὁ δέ γε Καῖσαρ ὑπὸ τῶν περὶ Βροῦτον καὶ Κάσσιον ἐν Ῥώμῃ κτείνεται.
πολέμου δὲ συνερρωγότος ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Καίσαρος, καὶ τῶν ἐν τέλει ἐπὶ στρατιάς
συλλογὴν ἄλλων ἀλλαχῇ διεσπαρμένων, Κάσσιος ἀφικνεῖται εἰς Συρίαν, καὶ περιιὼν ταύτην ὅπλα καὶ
στρατιώτας συνήθροιζε, καὶ ἐφορολόγει βαρύτατα, καὶ ἐξ Ἰουδαίας
ἑπτακόσια τάλαντα ἀργυρίου ἐπράξατο, ὣν τὴν εἴσπραξιν ὁ Ἀντίπατρος τοῖς υἱοῖς ἀμφοῖν
κατεμέρισεν. ὁ οὑν Ἡρώδης πρῶτος ὅσα ἦν αὐτῷ προστεταγμένον Κασσίῳ προσενεγκών, φίλος ἦν αὐτῷ ἐς τὰ
μάλιστα. ἀνῃρέθη δ’ ἂν ὑπὸ Κασσίου ὁ Μάλιχος, εἰ μὴ ὁ Ὑρκανὸς ἐπέσχεν αὐτῷ τὴν ὁρμήν,
ἑκατὸν ταλάντοις δεξιωσάμενος δι’ Ἀντιπάτρου αὐτόν. ἤδη δὲ Κασσίου μεταστάντος τῆς Ἰουδαίας
Ἀντιπάτρῳ Μάλιχος ἐπεβούλευεν, ὡς εἰ οὗτος φθαρείη, ἀσφαλείας ἐσομένης τῷ Ὑρκανῷ περὶ τὴν ἀρχήν.
ταῦτα δ᾿ οὐκ ἔλαθε τὸν 
 
 Ἀντίπατρον, ἀλλ’ ἠσφαλίζετο ἑαυτόν· καὶ ὁ Μάλιχος ἠρνεῖτο μεθ’ ὅρκων. Μάρκος δ᾿ ἐν τῇ
Συρίᾳ στρατηγῶν μικροῦ ἀνεῖλεν ἂν τὸν Μάλιχον, εἰ μὴ Ἀντίπατρος 
παρακαλέσας αὐτὸν περιέσωσε. Κάσσιός γε μὴν καὶ Μάρκος ἀθροίσαντες στρατιὰν τῷ Ἡρώδῃ τὴν
ἐπιμέλειαν ἐνεχείρισαν, στρατηγὸν αὐτὸν Κοίλης Συρίας ποιήσαντες, ὑποσχόμενοι καὶ βασιλέα τῆς
Ἰουδαίας ἀναδείξειν μετὰ τὸν πόλεμον, ὃς τότε πρὸς Ἀντώνιον καὶ τὸν νέον Καίσαρα συγκεκρότητο. ὅτε
 καὶ άλιχος τὸν Ὑρκανοῦ οἰνοχόον χρήμασιν ὑπελθὼν φαρμάκῳ κτείνει Ἀντίπατρον· παρὰ γὰρ
Ὑρκανῷ εἱστιῶντο ἑκάτεροι. γνόντων δὲ τὴν ἐπιβουλὴν τῶν Ἀντιπάτρου υἱῶν, ὁ Μάλιχος ἔξαρνος ἦν. τῷ
μὲν οὖν Ἡρώδῃ εὐθὺς ἐδόκει τὸν φόνον τοῦ πατρὸς ἐκδικεῖν, ὁ δέ γε Φασάηλος δόλῳ μᾶλλον
ἤθελε τὸν Μάλιχον μετελθεῖν, ἔνα μὴ ἐμφυλίου πολέμου γένωνται 
 αἴτιοι. πιστεύειν οὑν τῇ ἀρνήσει τοῦ Μαλίχου ὑπεκρίνοντο.
ἐνστάσης δὲ ἑορτῆς ἐν Ἱεροσολύμοις ἧκεν Ἡρώδης μετὰ στρατιᾶς εἰς τὴν πόλιν· Ὑρκανὸς δὲ
Μαλίχῳ πεισθεὶς ἐκώλυεν αὐτῷ τὴν εἰς τὴν πόλιν εἰσέλευσιν, προφάσει τοῦ μὴ δεῖν ὄχλον ἀλλοδαπὸν
ἀναμίγνυσθαι τῷ πλήθει ἁγνεύοντι. ὁ δὲ μὴ φροντίσας τῶν λόγων εἴσεισι νυκτὸς εἰς τὴν πόλιν. Μάλιχος
δ’ ἔτι τῆς ὑποκρίσεως εἴχετο, δακρύων τὸν Ἀντίπατρον καὶ ὡς φίλον ἀνακαλούμενος, κρύφα
δὲ ἐποιεῖτο τοῦ σώματος φυλακήν. ἑλόντος δὲ Κασσίου τὴν Λαοδίκειαν, ἄμφω πρὸς αὐτὸν ἀπῄεσαν. καὶ Ἡρώδης μὲν ἐκεῖ τῖσαι δίκας τὸν Μάλιχον ἐταμίευεν· ὁ δὲ ὑποπτεύσας τὸ
πρᾶγμα, τοῦ παιδὸς αὐτῷ ὁμηρεύοντος ἐν Τύρῳ, ἐμελέτησε τοῦτον ὑποκλέψαι, καὶ εἰς τὴν
Ἰουδαίαν ἀπᾶραι καὶ τὴν ἀρχὴν κατασχεῖν. Ἡρώδης δὲ τὴν γνώμην τοῦ Μαλίχου ὑπονοήσας,
προεισπέμψας εἰς Τυρὸν λάθρᾳ πείθει τοὺς χιλιάρχους πρὸς Μάλιχον ἐξελθεῖν καὶ διαφθεῖραι αὐτόν. ἤδη
γὰρ αὐτοῖς παρὰ Κασσίου προώριστο συμπράττειν Ἡρώδῃ ἐπὶ δικαίᾳ πράξει. οἱ δὲ πλησίον τῆς πόλεως αὐτῷ
ὑπαντήσαντες κατακεντοῦσιν 
 αὐτόν. Ὑρκανὸς δὲ ὑπὸ φόβου ἄφωνος ἦν. ἀνενεγκὼν δὲ ἠρώτα ὅπως
ἀνῄρηται Μάλιχος· καὶ ἀκούσας ὅτι Κασσίου προστάξαντος, ἐπῄνεσε τὴν πρᾶξιν, πονηρὸν εἰπὼν εἶναι καὶ
τῆς πατρίδος ἐπίβουλον.

Κασσίου δὲ ἐκ Συρίας ἀπάραντος πρὸς Ἀντώνιον, ὁ Ἡρώδης ἐν διαφόροις ἠρίστευσε,
καὶ τῷ Ἀριστοβούλου δὲ υἱῷ Ἀντιγόνῳ ἄρτι τῶν ἄκρων ἐπιβάντι τῆς Ἰουδαίων γῆς ὑπαντήσας μάχῃ· ἐνίκησε
καὶ τῶν ὁρίων ταύτης ἐξέωσεν. ὅθεν ἀφικόμενον εἰς Ἱεροσόλυμα ἐστεφάνου ὅ τε δῆμος καὶ Ὑρκανός. μνηστεύεται δὲ καὶ τὴν Ὑρκανοῦ θυγατριδῆν Ἀλεξάνδρου δὲ
θυγατέρα τοῦ Ἀριστοβούλου παιδός. εἶχε δὲ πρότερον ἑτέραν γυναῖκα δημότιν, Δωρίδα καλουμένην, ἐξ ἧς
αὐτῷ παῖς Ἀντίπατρος γίνεται τῶν ἄλλων πρεσβύτερος. 
 
 Ἀντωνίου δὲ καὶ Καίσαρος Κάσσιον καὶ Βροῦτον περὶ Φιλίππους νενικηκότων, ὁ μὲν ἐπὶ Γαλλίας
ἐχώρει, πρὸς δὲ τὴν Ἀσίαν Ἀντώνιος. γενομένῳ δ᾿ ἐν Βιθυνίᾳ πανταχόθεν ἀπήντων πρεσβεῖαι. παρῆσαν δὲ
καὶ Ἰουδαῖοι κατηγοροῦντες Φασαήλου τε καὶ Ἡρώδου. ἐλθόντα δὲ τὸν Ἡρώδην ἐπὶ ἀπολογίᾳ
διὰ τιμῆς ἦγεν Ἀντώνιος, καὶ οὐδὲ λόγου ἠξίωντο οἷ κατήγοροι, χρήμασι ταῦτα τοῦ Ἡρώδου πριαμένου
παρ’ Ἀντωνίου. ἐλθόντι δ’ εἰς Ἔφεσον Ἀντωνίῳ ἔπεμψεν Ὑρκανὸς
στέφανον χρυσοῦν, καὶ ἠξίου τοὺς Ἰου- 
 
 δαίους, οὓς ᾐχμαλώτισε Κάσσιος οὐ νόμῳ πολέμου, ἐλευθέρους ἀπολυθῆναι καὶ τὴν χώραν
ἀποδοθῆναι, ἣν αὐτοὺς ἀφείλετο Κάσσιος. δικαίαν οὖν εἶναι κεκρικὼς τὴν ἀξίωσιν εἰς ἔργον ἐκβῆναι
προσέταξε. μετὰ ταῦτα εἰς Συρίαν παραγενομένῳ τῷ Ἀντωνίῳ καὶ ὑπὸ τῶν τῆς Κλεοπάτρας
ἐρώτων κεκρατημένῳ προσίασιν ἄνδρες ἑκατὸν Ἰουδαίων οἱ δυνατώτατοι, καὶ κατηγόρουν Ἡρώδου καὶ τῶν
περὶ αὐτόν, παρόντος καὶ Ὑρκανοῦ. Ἀντώνιος δὲ πυνθάνεται Ὑρκανοῦ πότεροι τοῦ ἔθνους
προΐστανται ἄμεινον· καὶ ὃς τοὺς περὶ Ἡρώδην εἶπεν, ὤν αὐτοῦ
κηδεστής. ὁ γοῦν Ἀντώνιος οἰκείως πρὸς αὐτοὺς ἔχων διὰ τὴν τοῦ πατρὸς αὐτῶν ξενίαν καὶ ἄμφω
τετράρχας ὠνόμασε καὶ τὰ Ἰουδαίων αὐτοῖς ἐπέτρεψε πράγματα· καὶ δέκα δήσας τῶν
κατηγόρων ἔκτεινεν ἂν αὐτούς, εἰ μὴ οἱ ἀδελφοὶ παρῃτήσαντο. αὖθις δὲ χίλιοι τῷ Ἀντωνίῳ περὶ Τυρὸν
ὑπήντησαν. ὁ δὲ δώροις προκατειλημμένος τῷ κατὰ τόπον ἄρχοντι κολάσαι τοὺς Ἰουδαίους ἐκέλευσεν, ὡς
νεωτερίζοντας. ὁ δὲ Ἡρώδης 
 ἀπιέναι ταχὺ αὐτοῖς συνεβούλευεν, ἵνα μὴ μεγάλου πειραθῶσι κακοῦ. ὡς δ’ οὐχ ὑπήκουον,
ἐκδραμόντες οἱ Ῥωμαῖοι τινὰς μὲν ἀπέκτειναν, πολλοὺς δ᾿ ἐτραυμάτισαν· καὶ οἱ λοιποὶ διαφυγόντες
ἡσύχαζον. τοῦ δὲ δήμου καταβοῶντος Ἡρώδου, παροξυνθεὶς ὁ
Ἀντώνιος τοὺς δεδεμένους ἀπέκτεινεν. 
 Ἀντίγονος δὲ Πακόρῳ τῷ Παρθῶν βασιλεῖ ὑπισχνεῖται χίλια δώσειν τάλαντα καὶ γυναῖκας
παντακοσίας, ἢν τὴν ἀρχὴν Ὑρκανὸν ἀφέλωνται καὶ παραδῶσιν αὐτῷ καὶ τοὺς περὶ Ἡρώδην ἀνέλοιεν. διὰ
 ταῦτα ἐπὶ τὴν Ἰουδαίαν κατάγοντες Ἀντίγονον οἱ Πάρθοι ἐστράτευσαν· οἷς πολλάκις οἱ περὶ
Ἡρώδην συμμίξαντες ἐκράτουν. ὁ δὲ τῶν Παρθῶν στρατηγὸς σὺν ὀλίγοις ἱππεῦσιν εἰς τὴν
πόλιν ἧκεν, ὡς τάχα κατευνάσων τὴν στάσιν, τὸ δ᾿ ἀληθὲς ὡς Ἀντιγόνῳ 
συμπράξων. Φασαήλου δὲ ξενίσαντος αὐτόν, πείθει τὸν Φασάηλον παρὰ Βαρζαφαρμάνην ἐλθεῖν πρεσβεύοντα.
καὶ ᾤχοντο Ὑρκανὸς καὶ Φασάηλος πρεσβεύοντες, Ἡρώδου μὴ συναινοῦντος· ὁ δὲ στρατηγὸς
προύπεμπε σφᾶς. καὶ ὁ Βαρζαφαρμάνης τὸ μὲν πρῶτον γνησίως αὐτοὺς ὑπεδέξατο, ἔπειτα ἐπεβούλευε. καὶ
οἱ περὶ Φασάηλον ἐν ὑποψίαις ἦσαν κατὰ τῶν βαρβάρων, ἔγνων δὲ καὶ νύκτωρ λάθρᾳ παρ’ 
αὐτῶν φυλασσόμενοι. μεμήνυτο δ᾿ αὐτοῖς ὅτι καὶ συνελήφθησαν ἄν, εἰ μὴ ὑπερετίθεντο οἱ βάρβαροι
μέχρις ἂν Ἡρώδης τοῖς ἐκεῖ Πάρθοις ληφθείη, μὴ τὰ περὶ αὐτῶν μαθὼν διαφύγοι. Φασαήλῳ μὲν οὖν
 τινες συνεβούλευον εὐθὺς παριππάσασθαι, Ὀφέλλιος 
δὲ γαῖ πλοῖα πρὸς τὴν φυγὴν ὑπισχνεῖτο· ἐγγὺς γὰρ ἡ θάλασσα ἦν. ὁ δὲ Ὑρκανὸν ἀπολιπεῖν οὐκ ἐβούλετο.
συλλαμβάνονται οὖν καὶ δεσμοῦνται. Ἡρώδης δὲ ταῦτα μαθών, οὓς εἶχεν ὁπλίτας λαβὼν νυκτὸς καὶ τὴν
μητέρα καὶ τὴν ἀδελφὴν καὶ τὴν ἐγγεγυημένην αὐτῷ παῖδα τῆς Ὑρκανοῦ θυγατρὸς καὶ τὴν τῆς
μνηστῆς ταύτης μητέρα τήν τε θεραπείαν πάσαν τὴν ἐπὶ Ἰδουμαίαν ἀπῄει, τοὺς πολεμίους λαθών. τοῦ
ζεύγους δὲ περιτραπέντος ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ κινδυνευούσης ἀποθανεῖν, μικροῦ ἑαυτὸν
διεχρήσατο. ἀνακτησάμενος οὖν τὴν μητέρα καὶ θεραπείας 
ὡς ὁ καιρὸς ἤπειγεν ἀξιώσας, ἐβάδιζε συντονώτερον πρὸς Μασάδαν τὸ ἔρυμα. ἐν τῷ μέσῳ δὲ καὶ πρὸς
Πάρθους διώκοντας μαχεσάμενος καὶ πρὸς Ἰουδαίους αὖθις ἐπιθεμένους αὐτῷ, ἐνίκησε καὶ 
ἐκράτησε. τοῦ μέντοι πλήθους τοῦ συνεπομένου αὐτῷ πολλοῦ ὄντος, τοῦ δὲ τῆς Μασάδας φρουρίου, πρὸς
 ὅπερ ἠπείγοντο, οὐκ ἐξαρκοῦντος ἅπαντας ὑποδέξασθαι, τοὺς μὲν πλείους ἀπέλυσε, δοὺς
σφίσιν ἐφόδια, ὅσοι δὲ ἦσαν κοῦφοι καὶ τοὺς ἀναγκαιοτάτους ἔχων εἰς τὸ ἔρυμα παραγίνεται. καὶ ἀφεὶς
αὐτόθι τάς τε γυναῖκας καὶ τὴν θεραπείαν ἀρκοῦντα τὰ ἐπιτήδεια ἔχοντας, αὐτὸς ἐπὶ τὴν
Πέτραν τῆς Ἀραβίας ἐξώρμησεν. ἕωθεν δὲ τὰ μὲν ἄλλα τῶν Ἱεροσολυμιτῶν οἱ Πάρθοι διήρπαζον καὶ αὐτὰ τὰ
βασίλεια, μόνων δὲ ἀπείχοντο τῶν Ὑρκανοῦ χρημάτων, ὄντων 
εἰς ὀγδοήκοντα τάλαντα· καὶ τὴν χώραν δὲ ἐκάκουν οἱ Πάρθοι.

Ἀντίγονος μὲν οὖν οὕτω καταχθεὶς εἰς τὴν Ἰουδαίαν Ὑρκανὸν καὶ Φασάηλον δεσμώτας
παραλαμβάνει. φοβούμενος δὲ τὸν Ὑρκανὸν μὴ τὸ πλῆθος αὐτῷ τὴν βασιλείαν ἀποκαταστήσῃ,
ἀποτέμνει αὐτοῦ τὰ ὦτα, τοῦ νόμου τοὺς ἱερᾶσθαι μέλλοντας ὁλοκλήρους εἶναι κελεύοντος. Φασάηλος δὲ
γνοὺς ἑαυτὸν μέλλοντα σφάττεσθαι, ἐπεὶ τὰς χεῖρας δεδέσμητο, πέτρᾳ προσαράξας τὴν κεφαλὴν ἑαυτὸν μὲν
ἐξήγαγε τοῦ βίου, τὴν δ᾿ ἐκ τοῦ κτεῖναι αὐτὸν ἡδονὴν ἐστέρησε τὸν πολέμιον. πρὸ δέ γε
τοῦ πάνυ ἐκλιπεῖν ἀκούσας 
 ὡς διέδρα τοὺς πολεμίους Ἡρώδης ὁ ἀδελφός, εὐθύμως ἀπέθανε,
καταλιπὼν ἐκδικητὴν καὶ τῶν ἐχθρῶν τιμωρόν. Ἡρώδης δὲ πρὸς Μάλχον τὸν Ἀράβων ἔσπευδε
βασιλέα, εὐεργετηθέντα πρόσθεν ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς παρ’ αὐτοῦ ληψόμενος χρήματα εἰς λύτρον τοῦ ἀδελφοῦ·
οὔπω γὰρ ἦν τὰ κατ’ ἐκεῖνον μαθών. ἀγγείλαντος δὲ τοῦ Μάλχου αὐτῷ διά τινων ἀναχωρεῖν, ὡς τῶν Παρθῶν
παραγγειλάντων μὴ δέχεσθαι αὐτόν, ἀπεκρίνατο μηδὲν ἐνοχλήσων ἥκειν, διαλεξό- 
 μένος δὲ περὶ τῶν ἀναγκαιοτάτων. καὶ ταῦτα εἰπὼν ἀπῄει ἐπ’ Αἴγυπτον, καὶ ἀπιὼν τὰ κατὰ
τὸν ἀδελφὸν ἤκουσε. Μάλχῳ δὲ μετεμέλησε, καὶ ἔστειλε
ἀναστρέψοντας τὸν Ἡρώδην ὁ δὲ πορρωτάτω ἦν. καὶ εἰς Αἴγυπτον καταχθεὶς κἀκεῖθεν εἰς Ῥώμην ἀφικόμενος
 Ἀντωνίῳ φράζει τὰ αὐτό καὶ τῷ Φασαήλῳ συμβεβηκότα, καὶ ὡς Ἀντίγονος ὑπὸ Παρθῶν εἰς τὴν
βασιλείαν εἰσήχθη χρημάτων ὑποσχέσει καὶ γυναικῶν καὶ τἄλλα ὅσα ἔδρασέ τε καὶ ἔπαθεν. Ἀντώνιον δὲ
οἶκτος εἰσέρχεται τῆς Ἡρώδου μεταβολῆς. καὶ Καῖσαρ δὲ διά τε ἄλλα καὶ χαριζόμενος
Ἀντωνίῳ τοῦ Ἡρώδου ὑπεραλγοῦντι πρὸς συνεργίαν ἑτοιμότερος ἦν.
παραστησάμενοι οὖν τῇ βουλῇ τὸν Ἡρώδην τάς τε τοῦ πατρὸς αὐτοῦ διεξῄεσαν εὐεργεσίας καὶ τὴν αὐτοῦ
πρὸς Ῥωμαίους ἔλεγον εὔνοιαν· κατηγόρουν δὲ Ἀντιγόνου, καὶ πολέμιον ὠνόμαζον καὶ
ἄλλοθεν μὲν καὶ ὅτι παρὰ Παρθῶν ἔλαβε τὴν ἀρχήν, τοὺς Ῥωμαίους ὑπεριδών. προσεπῆγε δὲ ὁ Ἀντώνιος ὅτι
καὶ πρὸς τὸν κατὰ Παρθῶν πόλεμον Ἡρώδην βασιλεύειν συμφέρει. καὶ δόξαν πᾶσι τοῦτο 
ψηφίζονται. 
 Καὶ ὁ μὲν οὕτω τὴν βασιλείαν εἰλήφει, Ἀντίγονος δὲ τὴν Μασάδαν ἐπολιόρκει διόλου. οἱ δὲ
ἐντὸς αὐτῆς ἐσπάνιζον ὕδατος, ὡς καὶ τὸν ἀδελφὸν Ἡρώδου τὸν Ἰωσὴφ
ἀποδρᾶναι βουλεύεσθαι σὺν διακοσίοις πρὸς Ἄραβας· ἀλλ’ ἐπεσχέθη, γενομένου νυκτὸς
ὑετοῦ. Βενδίδιος δὲ ὁ Ῥωμαίων στρατηγὸς πεμφθεὶς ἐκ Συρίας Πάρθους ἀνείργειν, εἰς Ἰουδαίαν
παρέβαλεν, ὡς συμμαχήσων δῆθεν τοῖς πολιορκουμένοις, τὸ δ’ ὅλον ὡς παρὰ Ἀντιγόνου χρηματισόμενος. ὁ
 μὲν οὖν πληρώσας τὸ βούλημα ἀνεχώρησε, Σίλωνα δὲ μετὰ μέρους τῆς στρατιᾶς καταλέλοιπεν,
ἵνα μὴ γένηται τὸ λῆμμα κατάφωρον. Ἡρώδης δὲ ἐκ τῆς Ἰταλίας εἰς Πτολεμαΐδα
καταπεπλευκὼς ἤλαυνεν ἐπ’ Ἀντίγονον, δύναμιν ἀθροίσας. ἐλῶν δ’ ἐν τῷ μέσῳ τὴν Ἰόπην, ἔνα μηδὲν εἴη
τοῖς ἐχθροῖς ἔρυμα, ἔσπευδεν εἰς Μασάδαν, τοὺς οἰκείους ῥυσόμενος· καὶ τούτους ἀναλαβὼν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπορεύετο· συνῆν δὲ αὐτῷ καὶ τὸ μετὰ Σίλωνος
στρατιωτικόν. καὶ ἐκτὸς ἐστρατοπεδεύσατο· οἱ δ’ ἐντὸς ἀπὸ τοῦ τείχους μαχόμενοι ἀνεῖργον αὐτοὺς ἀπὸ
τῶν πύργων. καὶ ὁ Σίλων δὲ τῶν οἰκείων στρατιωτῶν τινας καταβοᾶν τοῦ Ἡρώδου ἐποίησε διὰ
σπάνιν τῶν ἀναγκαίων, ἐκίνει τε τὸ στρατόπεδον ὡς ἀναχωρήσων. ταῦτα δ᾿ ἐΠοίει τὸν Ἀντίγονον διὰ τὴν
δωροδοκίαν αἰδούμενος. Ἡρώδης δὲ ἠξίου μένειν αὐτόν, καὶ ἐξορμήσας πλῆθος ἐπιτηδείων
ἐκόμισεν, ὥστε μηκέτι ὑπολιπεῖν Σίλωνι τῆς ἀναχωρήσεως πρόφασιν. καὶ οἶ μὲν ἐν ἀφθόνοις ἦσαν, Ἡρώδης δὲ παραγενόμενος εἶς Σαμάρειαν ἐκεῖ τήν τε μητέρα καὶ
τοὺς ἄλλους οἰκείους κατέθετο, αὐτὸς δὲ ἐπὶ Γαλιλαίαν ᾤχετο. καὶ προσάγεται πᾶσαν αὐτὴν
πλὴν τῶν ἐν τοῖς σπηλαίοις κατοικούντων. ἢν δὲ τὰ σπήλαια ἐν ὄρεσι πάντῃ ἐξερρωγόσι καὶ πέτραις
ὀξείαις ἐμπεριεχόμενα. καὶ τούτων δὲ δυσχερῶς μέν, ἀλλ’ ὅμως ἐκράτησε. καταστήσας δὲ τὰ αὐτόθι ὁ
βασιλεὺς εἰς Σαμάρειαν ὥρμησεν, ὡς μάχῃ κριθησόμενος πρός Ἀντίγονον. ἐν τούτοις δὲ
Πακόρου πεσόντος ἐν πολέμῳ, καὶ τόν Παρθῶν τραπέντων ὑπὸ Ῥωμαίων, πέμπει τῷ Ἡρώδῃ βοηθὸν Μαχαιρᾶν
σὺν στρατιᾷ ὁ Βενδίδιος. καὶ τούτω μὲν ὁ Ἡρώδης τὸν ἀδελφὸν Ἰωσὴφ καταλέλοιπεν,
ἐντειλάμενος μὴ ἀποκινδυνεύειν 
 μηδὲ τῷ Μαχαίρᾳ διαφέρεσθαι, αὐτὸς δὲ πρὸς Ἀντώνιον ἔσπευδε
πολιορκοῦντα Σαμόσατα, πόλιν τῶν παρευφρατιδίων. ὡς δὲ ἤγγιζεν ὁ Ἡρώδης, πέμπει τὸ
στράτευμα ὑπαντησόμενον αὐτῷ ὁ Ἀντώνιος, καὶ παρόντα ἠσπάζετο, καὶ Σοσσίῳ συμμαχεῖν αὐτῶ ἐνετέλλετο·
καὶ ὃς τὸ κεκελευσμένον ἐπλήρου. Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀδελφὸς Ἡρώδου ἐπὶ Ἱεριχοῦντα σπεύδων περιπίπτει τοῖς Ἀντιγόνου, καὶ ἐν δυσχωρίαις ἀποληφθεὶς θνήσκει γενναίως μαχόμενος, καὶ ἅπαν ἀπέβαλε τὸ
στράτευμα. Ἀντίγονος δὲ τὴν αὐτοῦ τεμὼν κεφαλὴν τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ Φερώρᾳ ἀποδίδωσι τὰ λάντων
πεντήκοντα.

Ἀποστάντες δὲ οἱ Γαλιλαῖοι τοὺς τὰ Ἡρώδου C φρονοῦντας ἐν τῇ λίμνῃ κατεπόντωσαν, καὶ τῆς
Ἰουδαίας ἐνεωτερίσθη πολλά. ἠγγέλη δὲ ταῦτα Ἡρώδῃ καὶ ἡ τοῦ ἀδελφοῦ τελευτὴ ἐν Δάφνῃ τῆς Ἀντιοχείας.
ἐπειγομένῳ οὖν, ὡς κατὰ Γαλιλαίαν ἐγένετο, συνήντησαν αὐτῷ οἱ πολέμιοι. καὶ ἡττηθέντες
κατεκλείσθησαν εἰς τι χωρίον, ὁ δὲ ἔσπευδεν εἰς Ἱεριχοῦντα τιμωρήσασθαι θέλων αὐτοὺς διὰ τὸν
ἀδελφόν. Ἀντίγονος δὲ ἐπὶ τὴν Σαμάρειαν πέμπει στρατηγὸν Πάππον ὄνομα σὺν δυνάμει, παρέχων τοῖς
ἐναντίοις δόξαν πολεμοῦντος ἐκ περιουσίας. καὶ Ἡρώδης ἠλθεν ἐπὶ τὸν Πάππον, καὶ
συμβαλὼν τοῖς πολεμίοις κρατεῖ, καὶ εἵπετο φεύγουσιν εἰς τὴν κώμην, κτείνων οὓς ἂν καταλάβοι.
πεπληρωμένων δὲ τῶν οἰκιῶν ὁπλιτῶν, καὶ πολλῶν ἐπὶ τὰς στέγας ἀναφευνόντων, τοὺς
ὀρόφους τῶν οἴκων καθαιρῶν ἐκράτει τούτων. καθαιρουμένων δὲ τῶν
ὀρόφων ἔμπλεα ὡρῶντο τὰ κάτω στρατιωτῶν, οὓς λίθοις ἄνωθεν βάλλοντες ἔκτεινον. τοῦτο τὰ τῶν πολεμίων
φρονήματα ἔθραυσε· καὶ ἧκεν ἂν εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἡρώδης 
 
 μετὰ τῆς στρατιᾶς αὐτίκα καὶ τὸ πᾶν ἐξειργάσατο, εἰ μὴ χειμὼν ἐπέσχε βαθύς. τότε ὀψίας
οὔσης ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης εἴς τι δωμάτιον εἰσελθὼν περὶ λουτρὸν ἦν, καὶ ἀποδυσάμενος ἐλούετο, ἑνὸς
αὐτῷ ὑπηρετουμένου παιδός. κατὰ δέ γε τὸ ἐνδότερον οἴκημα τῶν πολεμίων τινὲς
συμπεφευγότες ὡπλισμένοι ἐκεῖ διὰ φόβον ἐκρύπτοντο. καὶ μεταξὺ λουομένου τοῦ βασιλέως εἶς τις
ἐπεξέρχεται ξίφος ἔχων γυμνόν, καὶ μετ’ αὐτὸν ἄλλος καὶ αὖθις ἕτερος ὁμοίως ὡπλισμένοι, 
οὐδένα πλήξαντες ὑπὸ δέους, ἀγαπῶντες δὲ εἰ αὐτοὶ σωθεῖεν.
τοιοῦτον ἔφυγε κίνδυνον ὁ Ἡρώδης. τῇ δὲ ὑστεραίᾳ τὴν τοῦ Πάππου τεμὼν κεφαλὴν ἤδη ἀνῃρημένου ἔπεμψε
Φερώρᾳ τῷ ἀδελφῷ ἀντὶ τῆς κεφαλῆς Ἰωσήφ· οὗτος γὰρ ἦν ὁ Πάππος αὐτόχειρ ἐκείνου 
γενόμενος. 
 Λήξαντος δὲ τοῦ χειμῶνος ἀφίκετο πρὸς Ἱεροσόλυμα καὶ στρατοπεδεύεται τῆς πόλεως ἔγγιστα·
καὶ καταλιπὼν ἐκεῖ τοὺς τὰ πρὸς τὴν πολιορκίαν ἑτοιμάσοντας αὐτὸς εἰς Σαμάρειαν ᾤχετο, τῆ Ἀλεξάνδρου
 
 θυγατρὶ συνευνασθησόμενος, ἤδη κατεγγυηθείσῃ αὐτῷ, ὡς ἱστόρηται. μετὰ δὲ τοὺς γάμους
ἀφίκετο ἐκ Σαμαρείας· ἧκε δὲ σὺν στρατιᾷ καὶ ὁ Σόσσιος. καὶ πρὸς τὸ τεῖχος τῶν Ἱεροσολύμων
ἠθροίζοντο, καὶ χώματα ἐγείραντες καὶ πολιορκητικὰς μηχανὰς προσάγοντες τὸ τεῖχος
κατέσειον. καὶ οἱ ἐντὸς δὲ ἀπονοίᾳ μᾶλλον ἢ προνοίᾳ ἀντικαθίσταντο στρατηγούμενοι. ἀναβαίνουσι δὲ
ἐπὶ τὸ τεῖχος πρῶτον μὲν λογάδες εἴκοσιν, εἶτα ἑκατοντάρχαι Σοσσίου. ᾑρέθη γὰρ τὸ μὲν πρῶτον τεῖχος
ἡμέραις τεσσαράκοντα, τὸ δὲ δεύτερον πεντεκαίδεκα. ἁλόντος δὲ τοῦ ἔξωθεν ἱεροῦ καὶ τῆς
κάτω πόλεως, εἰς τὸ ἐντὸς ἱερὸν καὶ τὴν ἄνω πόλιν Ἰουδαῖοι συνέφυγον. ἑάλω 
 δὲ καὶ ταῦτα, καὶ ἦν ἅπαντα φόνων μεστά. ὁ δ’ Ἀντίγονος, μήτε τῆς τότε τύχης μήτε τῆς
πάλαι μεμνημένος, κάτεισιν ἐκ τῆς βάρεως καὶ προσπίπτει τοῖς
Σοσσίου ποσί. κἀκεῖνος μηδὲν αὐτὸν οἰκτείρας πρὸς τὴν μεταβολὴν καὶ ἐπεκρότησε καὶ Ἀντιγόνην ἐκάλεσε καὶ δήσας ἐφύλαττεν. ὡρμηκότων δὲ τῶν συμμάχων ἐπὶ θέαν τοῦ ἱεροῦ καὶ τῶν κατὰ τὸν
ναὸν ἁγίων, ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης τοὺς μὲν παρακαλῶν, τοῖς δὲ ἀπειλῶν, ἐνίους δὲ καὶ τοῖς ὅπλοις
ἀνέστελλεν, ἐκώλυέ τε καὶ τὰς κατὰ τὴν πόλιν ἁρπαγάς, αὐτὸς τοὺς μισθοὺς διανεμεῖν
ἑκάστοις οἴκοθεν ὑπισχνούμενος. καὶ οὕτω τὸ λοιπὸν περισώσας τῆς πόλεως τὰς ὑποσχέσεις ἐπλήρωσεν. αὐτῷ δὲ Σοσσίῳ βασιλικώτατα ἐδωρήσατο. ὃς ἀνέζευξεν ἐξ
Ἱεροσολύμων τῷ Ἀντωνίῳ δεσμώτην ἄγων Ἀντίγονον. δείσας δ’ Ἡρώδης μὴ κομισθεὶς εἰς Ῥώμην
Ἀντίγονος δικαιολογήσηται πρὸς τὴν σύγκλητον, ἑαυτὸν μὲν ἐκ βασιλέων ἀποδεικνύων, Ἡρώδην δὲ ἰδιώτην,
καὶ ὡς, κἂν αὐτὸς εἰς Ῥωμαίους ἐξήμαρτε, προσῆκεν ἡ βασιλεία τοῖς αὐτοῦ παισί, πείθει χρήμασι
πολλοῖς τὸν Ἀντώνιον ἀνελεῖν τὸν Ἀντίγονον. καὶ ὁ μὲν ἀνῄρητο, ἡ δὲ ἀρχὴ ἐκ τοῦ τῶν
Ἀσαμωναίων γένους ἀφῄρητο, ἐπ’ ἔτεσιν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι διαρκέσασα, μετέβη δὲ εἰς Ἡρώδην τὸν
Ἀντιπάτρου, ἰδιωτικοῦ τυγχάνοντα γένους καὶ οἰκίας δημότιδος.

Οὕτω δὲ τῆς ὅλης Ἰουδαίας Ἡρώδης ἀναθέμενος τὴν ἀρχήν,
τοὺς μὲν τὰ αὐτοῦ φρονοῦντας προσηγετο, τοὺς δ’ ἐναντιουμένους ἐκόλαζεν. ἐτίμα δὲ μάλιστα Πολλίωνα
τὸν Φαρισαῖον καὶ Σαμαίαν τὸν τούτου μαθητήν· τῆς γὰρ πολιορκίας συνισταμένης 
 
 συνεβούλευον οὗτοι δέξασθαι τὸν Ἡρώδην. ὁ δὲ Σαμαίας οὗτος, ὡς ἤδη ἔμπροσθεν εἴρηται,
καὶ προεῖπεν Ὑρκανῷ τε καὶ τοῖς δικάζουσιν ὡς περισωθεὶς Ἡρώδης ἅπαντας αὐτοὺς μετελεύσεται.
ἀπέκτεινε δὲ τῶν περὶ τὸν Ἀντίγονον τεσσαράκοντα τοὺς πρώτους καὶ τὰς αὐτῶν οὐσίας
ἀφείλετο, πέρας τε κακόν ἦν οὐδέν. Ὑρκανὸς μέντοι παρὰ Πάρθοις αἰχμάλωτος ὢν ἐπιεικοῦς ἔτυχε τοῦ Παρθῶν βασιλέως Φραάτου, καὶ λυθεὶς τῶν δεσμῶν ἐν
Βαβυλῶνι διάγειν παρεχωρήθη, ἔνθα καὶ πλῆθος ἦν Ἰουδαίων, οἳ τὸν Ὑρκανὸν ὡς ἀρχιερέα καὶ βασιλέα
ἐτίμων. μαθὼν δὲ τὸν Ἡρώδην παρειληφέναι τὴν βασιλείαν, διενοεῖτο μεταχωρῆσαι ταχωρῆσαι πρὸς αὐτόν,
διά τε τὸ κῆδος καὶ μνησθήσεσθαι οἰηθεὶς αὐτὸν ὅτι κρινόμενον ἐπὶ φόνοις τοῦ κινδύνου
ἐρρύσατο. οἱ δ’ ἐν Βαβυλῶνι Ἰουδαῖοι μένειν ἠξίουν αὐτόν, ὡς ἀρχιερέα καὶ βασιλέα τιμώμενον παρ’
αὐτῶν, καὶ ὅτι καὶ ἀπελθὼν τυχεῖν τῆς ἀρχιερωσύνης ἀδυνατεῖ, λελωβημένος τό σῶμα ὑπ’ 
 Ἀντιγόνου. οἱ μὲν οὖν ἐκώλυον, ὁ δ’ οὐκ ἐπείθετο, αὐτός τε ποθῶν ἐπανελθεῖν καὶ παρὰ
Ἡρώδου παρακαλούμενος. Ἡρώδης δὲ καὶ πρὸς Φραάτην πρεσβείαν ἐποιήσατο καὶ δῶρα ἔπεμψεν, ἀξιῶν μὴ
κωλῦσαι τὰς εἰς τὸν εὐεργέτην αὐτοῦ χάριτας. ἦν δὲ οὐχ ὑπὲρ Ὑρκανοῦ ἡ σπουδή, ἀλλ’ ὅτι
μὴ κατ’ ἀξίαν ἠρχεν, ἐδεδοίκει τὰς ἐξ εὐλόγων μεταβολάς, ἔσπευδεν ἢ ἐκποδὼν θέσθαι τὸν Ὑρκανόν, ἡ
τέως ἐν χερσὶν ἔχειν. ἐνδεδωκότος δὲ τοῦ Πάρθου τὴν ἀναχώρησιν, ἀπελθὼν Ὑρκανὸς διὰ πάσης ἤγετο
τιμῆς πρὸς Ἡρώδου, πατήρ τε καλούμενος καὶ παρὰ τὰς 
ἑστιάσεις προκατακλινόμενος καὶ παντοίως ἐξαπατώμενος, ἔνα μὴ ἐπιβουλευόμενος αἴσθηται. 

 
 Εὐλαβούμενος δ’ ὁ Ἡρώδης τῶν ἐπισήμων τινὰ ἀποδεῖξαι ἀρχιερέα, ἐκ Βαβυλῶνος μεταπεμψάμενος
ἱερέα τῶν ἀσημοτέρων Ἀναὴλ ὄνομα, τούτῳ τὴν ἀρχιερωσύνην ἀπένειμεν. Ἀλεξάνδρα δὲ ἡ πενθερὰ Ἡρώδου,
παῖδα ἔχουσα ἐξ Ἀλεξάνδρου τοῦ Ἀριστοβούλου ὥρᾳ κάλλιστον, καλούμενον Ἀριστόβουλον,
χαλεπῶς ἔφερε τὴν παρόρασιν τοῦ υἱοῦ· καὶ γράφει τῇ Κλεοπάτρᾳ αἰτήσασθαι τῷ παιδὶ παρ’ Ἀντωνίου τὴν
ἀρχιερωσύνην. Ἀντωνίου δὲ νωθέστερον διατεθέντος περὶ τὴν αἴτησιν, εἰς Ἰουδαίαν ἐλθὼν Δέλλιος 
 
 καὶ ἰδὼν τὸν Ἀριστόβουλον ἠγάσθη, οὐχ ἧττον δὲ τὴν Μαριάμμην
τὴν συνοικοῦσαν τῷ βασιλεῖ· καὶ πείθει τὴν Ἀλεξάνδραν ἀμφοτέρων τῶν παίδων εἰκόνας τῷ Ἀντωνίῳ
στεῖλαι· θεασαμένου γὰρ εἶπε μή τινος ἀτευκτήσειν ὧν ἀξιοῖ. ἡ μὲν οὖν πέμπει τὰς 
εἰκόνας τῷ Ἀντωνίῳ, ὁ δὲ τὴν μὲν κόρην ᾐδέσθη μεταπέμψασθαι γεγαμημένην Ἡρώδῃ, καὶ ἅμα τὰς εἰς
Κλεοπάτραν διαβολὰς ὑπεξέκλινεν. ἐπέστειλε δὲ τῷ Ἡρώδῃ πέμπειν τὸν παῖδα, προσθέμενος, εἰ μὴ δοκοίη βαρύ. Ἡρώδης δὲ ἀσύμφορον ἑαυτῷ κρίνας ὡραιότατον ὄντα
τὸν Ἀριστόβουλον καὶ γένει προύχοντα πρὸς Ἀντώνιον ἥκειν, ἰσχύοντα ὡς Ῥωμαίων, ἕτοιμον δὲ πρὸς
ἔρωτας καὶ πρὸς ἡδονὰς εὐκατάφορον, ἀντέγραψεν ὡς, εἰ ἐξέλθῃ τῆς χώρας τὸ μειράκιον, ἅπαντα ταραχῆς
ἐμπλησθήσεται. καὶ οὕτω μὲν παρῃτήσατο τὸν Ἀντώνιον, τοὺς δὲ φίλους ἀθροίσας ᾐτιᾶτο τὴν
Ἀλεξάνδραν ὡς ἐπιβουλεύουσαν ἔν αὐτὸς ἀφαιρεθῇ τὴν ἀρχήν. “ἀλλ᾿ οὐκ αὐτός ἔφη διὰ τοῦτο ἄδικος
ἔσομαι, ἀλλὰ νῦν δίδωμι τὴν ἱερωσύνην τῷ μείρακι· παιδὸς γὰρ ὄντος παντάπασι πρῴην διὰ
τοῦτο ἕτερον ἀρχιερέα ἐποίησα. οὕτως εἰπόντος χαρά τε ἅμα καὶ δέος τὴν Ἀλεξάνδραν εἶχε, χαρὰ μὲν διὰ τὴν τιμὴν τοῦ παιδός, δέος δὲ διὰ τὴν ὑποψίαν Ἡρώδου.
καὶ ἀπελογεῖτο δακρύουσα, περὶ μὲν τῆς ἱερωσύνης σπουδάσαι, βασιλείᾳ δὲ μὴ ἐπιχειρῆσαι· καὶ νῦν
δέχεσθαι εἰς τὸν υἱὸν τὴν τιμήν, ἔσεσθαι δὲ πρὸς πᾶν ὑπήκοος διεβεβαιοῦτο.

Οὕτως ὁμιλήσαντες διελύοντο, ὡς πάσης δῆθεν ὑποψίας ἐξῃρημένης. τῆς δ’ ἀρχιερωσύνης τῷ
παιδὶ δοθείσης Ἀριστοβούλῳ, ἔδοξε τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν θεραπευθῆναι. Ἡρώρῃ δὲ ἡ Ἀλεξάνδρα ὕποπτος ἦν,
 
 καὶ ἐν τοῖς βασιλείοις διατρίβειν αὐτὴν ἀπῄτει καὶ μηδὲν ἐπ’ ἐξουσίας δρᾶν, καὶ
ἐπιμελῶς αὐτὴν ἦσάν τινες φυλάσσοντες. ἡ δ᾿ ἐξηγριοῦτο, πᾶν ὁτιοῦν ὑπομεῖναι προκρίνουσα ἢ μετὰ
δουλείας καὶ φόβων βιοῦν· καὶ τὴν Κλεοπάτραν παρεκάλει ἐπικουρεῖν, τὰ ἐν οἶς εἴη
δηλώσασα. ἡ δὲ σὺν τῷ παιδὶ πρὸς αὐτὴν ἀποδιδράσκειν ἐκέλευε. δύο γοῦν λάρνακας παρασκευασαμένη ὡς
εἰς ἐκκομιδὴν σωμάτων νεκρῶν, ταύταις ἔμελλεν ἑαυτὴν καὶ τὸν υἱὸν ἐμβαλεῖν, ἐπιτάξασα τοῖς συνειδόσι
τῶν οἰκετῶν νυκτὸς ἐκφέρειν καὶ κομίζειν πρὸς θάλασσαν, ὅπου καὶ πλοῖον αὐτοῖς ᾧ πλεῖν
ἐπ’ Αἴγυπτον ἔμελλον παρεσκεύαστο. ταῦτα ὁ Ἡρώδης ἔκ τινος τῶν
οἰκετῶν ἐκείνης μαθών, καὶ προελθεῖν ἐάσας μέχρι τῆς ἐγχειρήσεως, ἐπ’ αὐτῇ τῇ πράξει τοῦ δρασμοῦ
συνέλαβε. παρῆκε δὲ τὸ ἁμάρτημα φόβῳ τῆς Κλεοπάτρας, ἀλλ’ οὐκ ἐπιεικείᾳ. ἐδέδοκτο δ’
αὐτῷ ἐκποδὼν ποιήσασθαι τὸ μειράκιον. ἕβδομον οὖν καὶ δέκατον γεγονὸς ἔτος ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸν βωμόν,
θῦσον κατὰ τὴν τῆς σκηνοπηγίας ἑορτήν, ἐστολισμένον ἀρχιερατικῶς. ὁρμὴ δὲ τῷ πλήθει 
πρὸς αὐτὸ εὐνοίας ἐγένετο διά τε τὸ κάλλος καὶ 
 τό τοῦ σώματος μέγεθος καὶ τὸ τοῦ γένους ἀξίωμα, ἔχαιρόν τε ἅμα καὶ συνεχέοντο, καὶ
φωνὰς εὐφήμους ἠφίουν εὐχαῖς μεμιγμένας. τούτοις κινηθεὶς Ἡρώδης
μᾶλλον ἔθετο τῷ κατὰ τοῦ μειρακίου σκοπῶ. καὶ τῆς ἑορτῆς παρελθούσης μεθ’ ἑστίασιν φιλοφρονούμενος
 τὸ μειράκιον ἐνεανιεύετο καὶ προσέπαιζεν αὐτῷ χαριζόμενος. κἀν ταῖς κολυμβήθραις
ἐνήχοντο· οἱ δ’ Ἡρώδου φίλοι συννηχόμενοι ὡς ἐν παιδιᾷ, οἳ συνῄδεσαν τὸ ἀπόρρητον, οὐκ ἀνῆκαν
συμπιέζοντες ἀεὶ τὸν Ἀριστόβουλον καὶ βαπτίζοντες μέχρι τοῦ ἀποπνίξαι. καὶ ὁ μὲν οὕτως
ὤλετο οὔπω τὸν ὀκτωκαιδέκατον ἀνύσας ἐνιαυτόν, πάσι δὲ τὸ πάθος
οἰκεία συμφορά. καὶ Ἀλεξάνδρα συνεῖσα καὶ τὴν αἰτίαν τῆς ἀπωλείας,
ἔτι μᾶλλον τῷ πάθει συνείχετο, ἐνεκαρτέρει δὲ φόβῳ κακῶν ἑτέρων. Ἡρώδης δὲ πάντα
ἐπετήδευεν ἀποσκευαζόμενος τὴν ὑπόνοιαν, καὶ δακρύων καὶ συγχεόμενος καὶ πολυτελῆ τὴν ἐκφορὰν
ἐνδεικνύμενος. Ἀλεξάνδρα δὲ τούτων οὐδενὶ ἐμαλάττετο, ἀλλὰ τῇ Κλεοπάτρᾳ γράφει τὴν ἐξ ἐπιβουλῆς
Ἡρώδου τοῦ υἱέος ἀπώλειαν· ἡ δὲ τὸν Ἀντώνιον ἦρ ἔθιζε τίσασθαι τὸν τοῦ παιδὸς φόνον.
πέμπει τοίνυν Ἀντώνιος κελεύων ἐλθεῖν Ἡρώδην εἰς Λαοδίκειαν καὶ ἀπολογήσασθαι. ὁ δὲ τὴν αἰτίαν
δεδοικὼς καὶ τὴν Κλεοπάτρας δυσμένειαν, ἀπιὼν Ἰωσὴφ τὸν θεῖον αὐτοῦ ἐπίτροπον τῶν ἐκεῖ πραγμάτων 
 κατέλιπεν, ἐντειλάμενος λάθρᾳ, εἰ πάθοι τι παρ’ Ἀντωνίου αὐτός,
αὐτίκα τὴν Μαριὰμ ἀνελεῖν, ἵνα μὴ τεθνηκότος αὐτοῦ ἑτέρῳ διὰ τὴν ὡραιότητα μένηται. Ἡρώδης μὲν οὖν
ἀπῄει, Ἰωσὴφ δὲ τὰ τῆς ἀρχῆς διοικῶν, καὶ συνεχῶς ἐντυγχάνων τῆ Μαριὰμ καὶ τῇ
Ἀλεξάνδρᾳ, τὴν πρὸς τὴν Μαριὰμ διηγεῖτο τοῦ βασιλέως διάθεσιν. εἰρωνευομένων δ᾿ ἐκείνων πρὸς τοὺς λόγους, προήχθη καὶ τὸ τῆς ἐντολῆς ἐκφῆναι ἀπόρρητον. τὸ δὲ μᾶλλον εἰς πλείω τὰς
γυναῖκας ἐνῆγεν ἀπόνοιαν. γίνεται δὲ καὶ λόγος παρὰ τῶν ἀπεχθανομένων Ἡρώδῃ ὡς κτείνειεν αὐτὸν ὁ Ἀντώνιος. ἐν τούτοις γράμματα ἐξ Ἡρώδου ἀφίκετο τὴν
Ἀντωνίου τιμὴν τὴν πρὸς αὐτὸν διηγούμενα, καὶ ὡς συνεδρεύει αὐτῷ ἐν ταῖς διαγνώσεσι καὶ ὡς
συνεστιᾶται, καὶ ὅτι τούτων τυγχάνει καὶ ταῦτα τῆς Κλεοπάτρας χαλεπῆς οὔσης αὐτῷ πρὸς διαβολήν. τούτων τῶν γραμμάτων κομισθέντων ἡ ψευδὴς ἐπαύσατο φήμη.

Ἐπεὶ δὲ προπέμψας ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης τὸν Ἀντώνιον ἐπὶ Πάρθους εἰς τὴν Ἰουδαίαν ὑπέστρεψεν,
εὐθὺς ἡ ἀδελφὴ Σαλώμη καὶ ἡ μήτηρ αὐτῶν κατηγόρουν Ἀλεξάνδρας καὶ Μαριάμ. ἡ δὲ Σαλώμη
καὶ κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ἑαυτῆς λόγον εἰσῆγεν ὡς μιγνυμένου τῇ Μαριάμ· οὗτος δ’ ἦν Ἰωσὴφ ὁ τῶν τῆς
βασιλείας πραγμάτων ἐπίτροπος. ἔλεγε δὲ ταῦτα ἐκ πλείονος αὐτῇ
χαλεπαίνουσα ὅτι τὴν αὐτόν δυσγένειαν ἐξωνείδιζεν. Ἡρώδης δὲ εὐθὺς ἐταράττετο, καὶ
ζηλοτυπῶν ἰδίᾳ τὴν Μαριὰμ ἀνέκρινεν. ἀπομνυμένης δ᾿ ἐκείνης ἐχάλα τὴν ὀργήν, καὶ τοῦ ἔρωτος ἥττητο,
καὶ τὴν εἰς αὐτὴν ἐπιστοῦτο φιλοστοργίαν. ἡ δὲ οὐ στέργοντος εἶπεν εἶναι τὸ κἀμὲ ἀπολέσθαι
ἐντείλασθαι, εἴ γέ σοι παρ’ Ἀντωνίου χαλεπόν τι ἐπενεχθῇ. οὗτος ὁ λόγος ἐτάραξε Ἡρώδην,
καὶ ἐβόα σαφῶς ἐκ τούτου πεφωρᾶσθαι τὸν τοῦ Ἰωσὴφ πρὸς αὐτὴν ἔρωτα. οὐ C γὰρ ἂν ἐξεῖπεν, ἔλεγε, τὸ
ἀπόρρητον, μὴ μεγάλης συναψάσης αὐτοὺς διαθέσεως. καὶ ἀπέκτεινεν ἂν τὴν γυναῖκα αὐτίκα,
εἰ μὴ τῷ αὐτῆς ἐδεδούλωτο ἔρωτι. 
 τὸν Ἰωσὴφ δὲ μηδ’ εἰς ὄψιν αὐτοῦ ἀγαγὼν προσέταξε διαχρήσασθαι, καὶ τὴν Ἀλεξάνδραν ὡς
ἁπάντων αἰτίαν δήσας ἐφύλαττεν. 
 Ἀντώνιος δὲ τῷ Κλεοπάτρας ἔρωτι, μᾶλλον δὲ φαρμακείαις διεφθαρμένος, ταῖς ἐκείνης θελήσεσιν
 ἐδεδούλωτο. ἣ τὸν μὲν ἀδελφόν, ᾧ ἡ βασιλεία διέφερε, φαρμάκῳ διέφθειρε, τὴν δ’ ἀδελφὴν
Ἀρσινόην δι’ Ἀντωνίου ἀπέκτεινε· τὸν μέντοι Ἀντώνιον ἐβιάζετο τὴν Ἰουδαίαν αὐτῇ καὶ τὴν Ἀραβίαν
προσνεῖμαι. ὁ δὲ τὸ προφανὲς τῆς ἀδικίας δυσωπούμενος, 
ἐκείνῃ τε χαρίζεσθαι διὰ τοὺς ἔρωτας καὶ τὰς γοητείας ἀναγκαζόμενος, ἐξ ἑκατέρων τῶν χωρῶν μέρη
ἀποτεμόμενος, τούτοις αὐτῆς τὴν ἀπληστίαν παρεμυθήσατο. ὁ μὲν οὖν Ἀντώνιος εἰς Ἀρμενίαν ἐστράτευσεν,
ἡ δὲ ὑποστρέφουσα εἰς τὴν Ἰουδαίαν 
 ἐγένετο, συντυχόντος αὐτῇ τοῦ Ἡρώδου. συνηθείας δὲ αὐτῇ πρὸς
Ἡρώδην γενομένης προσεκαλεῖτο αὐτὸν εἰς εὐνήν, ἀκρατῶς πρὸς μίξιν διακειμένη, τάχα δέ τι καὶ παθοῦσα
πρὸς ἐκεῖνον ἐρωτικόν, ἦι τὸ πιθανώτερον, ἀρχὴν ἐνέδρας τὴν ἐπ’
αὐτῇ ὁμιλίαν κατὰ τοῦ ἀνδρὸς συσκευάζουσα. Ἡρώδης δὲ τοὺς μὲν λόγους αὐτῆς διεκρούσατο,
δωρεαῖς δὲ θεραπεύσας ἐπ’ Αἴγυπτον προύπεμψεν. 
 Ἑβδόμου δὲ ἤδη ἔτους Ἡρώδου τῆς βασιλείας ἐνεστηκότος ἐσείσθη τῶν Ἰουδαίων ἡ γῆ ὡς οὐκ
ἄλλοτε, καὶ τῶν τε κτηνῶν φθορὰ πολλὴ γέγονε καὶ τῶν ἀνθρώπων ὡσεὶ τρισμύριοι ἐν ταῖς
καταπεπτωκυίαις οἰκίαις συγκατεχώσθησαν. τοὺς φόρους δὲ τῶν ἀπονεμηθεισῶν τῇ Κλεοπάτρᾳ χωρῶν ἐξ
Ἀραβίας καὶ Ἰουδαίας Ἡρώδου μισθωσαμένου, ὁ Ἄραψ 
 περὶ τὴν τοῦ δασμοῦ καταβολὴν ἠγνωμόνει. ἔγνω οὖν ὁ βασιλεὺς χωρῆσαι
κατὰ τοῦ Ἄραβος, καὶ ὑπ’ Ἀντωνίου τοῦτο ἐπιτραπείς, καὶ συμβαλὼν πολλάκις τελευταῖον
νικᾷ, καὶ προστατεῖν τοῦ ἔθνους ὑπὸ τῶν Ἀράβων ᾑρέθη. καὶ ὑπέστρεφεν εἰς τὰ οἰκεῖα, μέγα διὰ τὰ
ἀνδραγαθήματα κτησάμενος ὄνομα καὶ φρονήματος ἔμπλεως. 
 Ἄρτι δὲ Καίσαρος τὸν Ἀντώνιον ἐν Ἀκτίῳ μάχῃ νικήσαντος Ἡρώδῃ τὰ πράγματα τεθορύβητο ἢ
ἀπέγωνστο τέλεον. οὐ γὰρ ἦν ἐλπίς, τοσαύτης αὐτῷ πρὸς Ἀντώνιον φιλίας γενομένης, μὴ κακωθῆναι ὑπὸ
 τοῦ Καίσαρος. ὅθεν τὸν Ὑρκανὸν ἐκ μέσου ποιῆσαι διανοούμενος, τότε μᾶλλον ᾤετο
συμφέρειν αὐτῷ τὴν ἐγχείρησιν, ἵνα μὴ ἀνὴρ περισώζοιτο τυχεῖν τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἀξιώτερος. Ἡρώδης
μὲν οὖν οὕτω διανενόητο, ἠρέθισε δέ τι συμβὰν πρὸς τὴν πρᾶξιν πλέον αὐτόν. ἡ γὰρ Ἀλεξάνδρα φιλόνεικον τυγχάνουσα γύναιον οὐκ ἀνίει ἀναπείθουσα τὸν πατέρα
Μάλχῳ προσχωρῆσαι τῷ τὴν Ἀραβίαν ἔχοντι. ὁ δὲ πρῶτον μὲν διωθεῖτο τοὺς λόγους, ἐγκειμένης δ ἐκείνης
τέλος ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Μάλχον ἐγχαράττει περὶ τοῦ δέξασθαι σφᾶς, καὶ Δοσιθέῳ τινὶ τῶν
φίλων δίδωσι ταύτην. καὶ ὃς Ἡρώδῃ τὴν ἐπιστολὴν ἐνεχείρισεν, ὁ δὲ ἀποδοῦναι τό Μάλχῳ τὴν γραφὴν
ἠξίωσε τὸν Δοσίθεον καὶ τὰ παρ’ ἐκείνου γράμματα ἐνεγκεῖν. ταῦτα δὲ τοῦ Δοσιθέου πληρώσαντος ἀντεπέστειλεν ὁ Ἄραψ αὐτόν τε τὸν Ὑρκανὸν δέξασθαι καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ. ταύτην οὖν
Ἡρώδης δεξάμενος τὴν ἐπιστολὴν μεταπέμπεται Ὑρκανόν, καὶ περὶ τῶν
πρὸς τὸν Μάλχον ἀνέκρινε συνθηκῶν· ἀρνουμένου δὲ τὰς ἐπιστολὰς δείξας τῷ συνεδρίῳ τὸν
ἄνδρα διεχειρίσατο. πολλοὶ δὲ σκῆψιν Ἡρώδου τὰ κατὰ τὸν Ὑρκανὸν γενέσθαι φασί, βουλομένου αὐτὸν
ποιήσασθαι ἐκποδών, καὶ τούτου ποι- οῦνται τεκμήριον τὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐπιείκειαν ἢ
ἀφέλειαν καὶ τὸ μηδὲ ἐν νεότητι θράσους τι ἢ προπετείας ἐνδείξασθαι· τότε δὲ ἦν ἐτῶν ὀγδοήκοντα πρὸς
ἐνί.

Ἡρώδης δὲ σπεύδων πρὸς Καίσαρα τὴν μὲν μητέρα καὶ τὴν
ἀδελφὴν καὶ πάσαν τὴν γενεὰν ἐν Μασάδοις κατέστησε, Μαριὰμ δὲ τὴν γυναῖκα σὺν Ἀλεξάνδρᾳ
τῇ μητρὶ εἰς Ἀλεξάνδριον ἤγαγε, προφάσει τιμῆς φρουροὺς ἐγκαταστήσας αὐταῖς Ἰωσὴφ τὸν ταμίαν καὶ τὸν
Ἰτουραῖον Σόεμον πιστοτάτους αὐτῷ, ἐντειλάμενος αὐτοῖς, εἴ τι περὶ αὐτοῦ πύθοιντο δυσχερές, ἐξ αὐτῆς καὶ ἄμφω διαχειρίσασθαι, τὴν δὲ βασιλείαν τοῖς παισὶν αὐτοῦ καὶ τῷ ἀδελφῷ Φερώρᾳ
διατηρεῖν. τοιαύτας δοὺς ἐντολὰς εἰς Ῥόδον ἠπείγετο πρὸς τὸν Καίσαρα. καταπλεύσας δὲ περιεῖλε μὲν τὸ
διάδημα, τοῦ ἄλλου δ’ ἀξιώματος οὐ δὲν ὑφῆκεν, ἀλλὰ καὶ κοινωνήσας λόγου τῷ Καίσαρι τὸ
μεγαλεῖον ἐνέφηνε τοῦ φρονήματος, οὔτε πρὸς ἱκεσίας τραπόμενος καὶ
τὸν λογισμὸν τῶν πεπραγμένων οὐ μεθ’ ὑποστολῆς ἀποδούς. οὐ μετρίως οὖν ἐπεσπάσατο τὸν Καίσαρα, καὶ τό τε διάδημα πάλιν ἀποκατέστησεν αὐτῷ καὶ
ἦγε διὰ τιμῆς. οὕτω δὲ παρ’ ἐλπίδα ἐσχηκὼς βεβαιοτέραν τὴν βασιλείαν παρέπεμψεν ἐπ’ Αἴγυπτον
Καίσαρα, δωρησάμενος αὐτόν τε καὶ τοὺς φίλους φιλοτιμότατα· ἐπανῄει δὲ πρὸς τὴν Ἰουδαίαν πλείονι
τιμῇ καὶ παρρησίᾳ, καὶ τεταραγμένην αὐτῷ τὴν οἰκίαν κατέλαβεν. οἰηθεῖσαι γὰρ ἤ τε
Μαριὰμ καὶ ἡ Ἀλεξάνδρα, ὅπερ ἦν, ὅτι ὡς ἐν φρουρᾷ κατεκλείσθησαν εἰς τὸ Ἀλεξάνδριον, ἴνα μηδ’ ἑαυτῶν
ἐξουσίαν ἔχοιεν, χαλεπῶς ἔφερον, καὶ διὰ θεραπείας τοὺς φρουροὺς ἐπεποίηντο, καὶ μᾶλλον 
 
 τὸν Σόεμον, λόγοις αὐτὸν καὶ δωρεαῖς θεραπεύουσαι. ὁ δ᾿
ἡττᾶτο κατὰ μικρόν, καὶ τὰς ἐντολὰς τοῦ βασιλέως ταύταις ἐξέφηνεν. αἱ δὲ χαλεπῶς πρός ταύτας
διέκειντο, καὶ μᾶλλον ἡ Μαριάμ. Ἡρώδου γὰρ πρώτῃ τῇ γυναικὶ περὶ τῶν κατ’ αὐτὸν ὡς εἰκὸς
εὐαγγελιζομένου καὶ πρὸ τῶν ἄλλων ἀσπαζομένου, ἡ δὲ πρὸς μὲν τοὺς ἀσπασμοὺς ἔστενε, πρὸς δὲ τὰς
εὐτυχίας ἀχθομένῃ ἐῴκει, ὡς ἐκταράττεσθαι τὸν βασιλέα καὶ ἀδημονεῖν διὰ τὸ τοῦ μίσους παράλογον, καὶ
 ὁρμῆσαι μὲν πολλάκις πρὸς ἄμυναν τῆς ὑπεροψίας αὐτῆς, ἀνακόπτεσθαι δὲ ὅτι προκατείληπτο
ὑπὸ ἔρωτος. τὸ δὲ σύμπαν ἐδεδοίκει μὴ λάθῃ κολάσας ἐκείνην μᾶλλον
ἑαυτὸν κακῶς διαθέμενος, τῆς ἐρωμένης οὐκ οὔσης. ἡ δέ γε μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ παρώξυνον τὸν Ἡρώδην διαβολαῖς ζηλοτυπίαν αὐτῷ καὶ μῖσος ἐνιείσαις. καὶ ὃς χεῖρον εἶχεν ἀεὶ πρὸς
αὐτὴν, τῆς μὲν οὐκ ἀποκρυπτούσης τὴν πρὸς ἐκεῖνον διάθεσιν, τοῦ δὲ τὸν ἔρωτα πρὸς ὀργὴν ἀεὶ
μεταβάλλοντος. καὶ εἰ μὴ πρὸς Καίσαρα ἔσπευδεν ἤδη κεκρατηκότα, Ἀντωνίου καὶ Κλεοπάτρας
θανόντων, εἰς Αἴγυπτον, τάχα εὐθὺς ἂν ἐπράχθη τὸ δεινόν. νῦν δὲ τὰ περὶ τὴν οἰκίαν ὡς εἶχε κατέλιπε,
καὶ εἰς Αἴγυπτον ἀφικόμενος μεγίστων ἠξιώθη παρὰ τοῦ Καίσαρος, καὶ ἐπανῄει λαμπρότερος. ἤρα δὲ τῆς
Μαριὰμ 
 καὶ σφόδρα διακαῶς· ἡ δὲ τὰ μὲν ἄλλα σώφρων ἣν αὐτῷ καὶ πιστή, κατατρυφῶσα δὲ τοῦ
ἀνδρὸς δεδουλωμένου διὰ τὸν ἔρωτα πολλάκις μὲν ἐξύβριζεν εἰς αὐτόν, καὶ τὴν αὐτοῦ δὲ μητέρα καὶ τὴν
ἀδελφὴν ἐπὶ δυσγενείᾳ ἐχλεύαζεν. ἐξερράγη δὲ τὸ μῖσος εἰς τοὐμφανὲς ἐκ τοιαύτης λαβῆς.
μεσημβρίας οὔσης ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν θάλαμον εἰσῄει ἀναπαυσόμενος καὶ ἐκάλει τὴν Μαριάμ, ἡ δὲ
εἰσελθοῦσα ἐλοιδορεῖτο αὐτῷ ὡς τὸν πάππον αὐτῆς καὶ τὸν ἀδελφὸν ἀποκτείναντι.
ἐχαλέπαινε δὲ ἐπὶ τούτοις ὁ βασιλεύς. καὶ ἡ Σαλώμη τοῦ καιροῦ δραξαμένη, τὸν οἰνοχόον προδιαφθείρασα
 κατηγορῆσαι τῆς Μαριάμ, πείθει τοῦτον τότε τῷ βασιλεῖ προσελθεῖν καὶ
ἃ παρ’ ἐκείνης ἐδιδάχθη αὐτῷ διαλέξασθαι. ὁ δὲ δώροις ἔλεγε παρὰ τῆς Μαριὰμ δεξιωθῆναι,
ἀναπειθούσης φίλτρον αὐτῷ δοῦναι· τὸ δ’ εἶναί τι φάρμακον οὗ τὴν δύναμιν ἰσχυρίζετο ἀγνοεῖν. τούτων
ἀκούσας ὁ βασιλεὺς ἔτι μᾶλλον κεκίνητο εἰς ὀργήν, καὶ τὸν τῆς γυναικὸς οἰνοχόον,
πιστότατον ὄντα αὐτῇ, ἐβασάνιζεν. ὁ δὲ οὐδὲν περὶ ὧν ἐβασανίζετο οὔτ’ ᾔδει οὔτ’ ἔλεγεν, ἀλλὰ τὸ
μῖσος τῆς γυναικὸς ἔφασκε γενέσθαι διὰ τοὺς λόγους οὓς ὁ Σόεμος αὐτῇ φράσειεν. οὔπω τὸν λόγον εἰς τέλος ἐκεῖνος ἤνεγκε καὶ μέγα βοήσας Πρῴ δὴ οὐκ
ἄν ἔφη “Σόεμος τὰς ἐντολὰς ἐξεφαύλισεν, εἰ μή τις αὐτῷ πρὸς τὴν γυναῖκα κοινωνία ἐγένετο.” τὸν μὲν
οὖν Σόεμον εὐθὺς κτανθῆναι ἐκέλευσε, τῆς δὲ γυναικὸς κατηγόρει τοὺς οἰκειοτάτους συναγαγὼν περὶ
φίλτρων καὶ φαρμάκων, καὶ ὀργίλως 
 κατ’ αὐτῆς διέκειτο. οὕτω δ’ ἔχοντα ὁρῶντες αὐτὸν οἱ παρόντες
θάνατον ἐκείνης κατεψηφίσαντο. καὶ ἡ μὲν ἤγετο τὴν ἐπὶ θανάτῳ, Ἀλεξάνδρα δ᾿ ἡ μήτηρ αὐτῆς ἤδη καὶ
περὶ ἑαυτῇ δεδοικυῖα, καὶ τὴν ἄγνοιαν ὧν ἡ Μαριὰμ κατηγορήθη ἐμφαίνουσα, ἐκ πηδήσασα
κακὴν καὶ ἀχάριστον πρὸς τόν ἄνδρα τὴν θυγατέρα ἐκάλει, καὶ δίκαια
πάσχειν ἔλεγεν. ἡ δὲ οὔτ’ ταραχθεῖσα πρὸς ταῦτα οὔτε λόγον δοῦσα ἀπῄει πρὸς τὸν θάνατον ἀτρεμαίῳ τῷ
καταστήματι καὶ γενναίῳ φρονήματι καὶ τὴν εὐγένειαν κἀν τοῖς ἐσχάτοις ἐμφαίνουσα.

Καὶ ἡ μὲν οὕτως ἀπέθανε τῆς Σαλώμης αὐτῇ κατεπειξάσης τὸν θάνατον, Ἡρώδης δὲ
τότε μᾶλλον ἐξῆπτο πρὸς τὸν ἐκείνης ἔρωτα, καὶ πολλάκις ἀνακλήσεις ἦσαν αὐτῆς καὶ θρῆνοι ἀσχήμονες.
καὶ οὕτως αὐτοῦ τὸ πάθος ἐκράτησεν ὡς καὶ καλεῖν τὴν Μαριὰμ κελεύειν τοῖς ὑπηρέταις. καὶ
τέλος ταῖς ἐρήμοις ἐκδοὺς ἑαυτόν, καὶ ταύταις ἐναδημονῶν, δεινῇ 
περιπίπτει νόσῳ· ἡ δὲ φλόγωσις ἦν καὶ πεῖσις ἰνίου καὶ τῆς διανοίας παραλλαγή. καὶ ὁ μὲν οὕτως
ἐνοσηλεύετο, ἡ Ἀλεξάνδρα δὲ ἐν Ἱεροσολύμοις καὶ τὰ τῶν νόσων πυθομένη τοῦ βασιλέως, τῶν
περὶ τὴν πόλιν δύο φρουρίων ἐπειρᾶτο κρατῆσαι. ὃ μαθὼν ὁ Ἡρώδης αὐτίκα αὐτὴν ἀποκτεῖναι προσέταξεν,
αὐτὸς δὲ μόλις διαφυγὼν τὸν ἐκ τοῦ νοσεῖν κίνδυνον χαλεπὸς ἦν καὶ δυσάρεστος καὶ πρὸς τιμωρίας καὶ φόνους ἕτοιμος· καὶ οὐ τῶν πολλῶν μόνον ἐγίνοντο φόνοι, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀναγκαιοτάτων
φίλων αὐτοῦ. παρέβαινε δὲ καὶ τὰ ἔθη τὰ πάτρια καὶ ξενικοῖς ἐπιτηδεύμασι διέφθειρε τὴν πάλαι
κατάστασιν. πρὸς ἃ τὸ πλῆθος τετάρακτό τε καὶ ἐχαλέπαινε. 
 δέκα δὲ ἄνδρες τῶν πολιτῶν συνομοσάμενοι καὶ ξιφίδια τοῖς ἱματίοις ὑποβαλόντες εἰς τὸ
θέατρον ἐχώρουν ἀπὸ συνθήματος ἢ καὶ αὐτὸν τὸν Ἡρώδην διαχρησόμενοι ἢ τέως τῶν περὶ ἐκεῖνον πολλούς.
φωραθέντες δέ, καὶ μηδ’ ἀρνησάμενοι τὸ βούλευμα, ἀλλὰ καὶ τὰ ξίφη ἀναδείξαντες, πάσαν
αἰκίαν ὑπομείναντες διεφθάρησαν. τὸν δὲ τούτους καταμηνύσαντα μετὰ μικρόν τινες διαρπάσαντες καὶ
μελιστὶ διελόντες κυσὶν ἐπέρριψαν. οὓς εὑρηκὼς Ἡρώδης ἐτιμωρήσατο πανοικί. ἡ δὲ τοῦ πλήθους μῆνις
ἐπέμενε. 
 
 Συνέβη δὲ τότε κατὰ τὴν χώραν πάθη δεινότατα, 
 λιμός τε καὶ νόσοι σωμάτων ἐξ ἀσυνήθους διαίτης δι’ ἔνδειαν σιτίων γινομένης, καὶ ἐπὶ
τούτοις πάσι λοιμός. Ἡρώδης δὲ τῷ καιρῷ βοηθεῖν προθυμούμενος οὔτε χρημάτων ηὐπόρει, προκαταναλώσας
αὐτὰ δι’ ἐπίδειξιν εἰς πόλεων ἐπισκευάς, οὔτε αἱ πληστάζουσαι χῶραι σῖτον εἶχον, τῆς
αὐτῆς ἐνδείας καὶ ἐν ἐκείναις ἐπικρατούσης. τέως δὲ ὡς ἂν δύναιτο βοηθεῖν ἐγνωκώς, τὸν ὄντα κατὰ τὰ
βασίλεια κόσμον συγκόψας εἰς νόμισμα, ἔπεμπεν εἰς Αἴγυπτον καὶ σῖτον ἐκεῖθεν ὠνεῖτο. οὗ κομισθέντος
τοῖς μὲν δι’ ἑαυτῶν δυναμένοις τὰ περὶ τὰς τροφὰς ἐκπονεῖν σῖτον διένειμεν, οἱ δὲ διὰ γῆρας ἤ δι’ ἑτέραν ἀσθένειαν οὐχ οἶοί τε ἦσαν ἑαυτοῖς ἑτοιμάζειν
σιτία, τούτων προυνόει καταστήσας ἀρτοποιοὺς καὶ τὰς τροφας ἑτοίμους πορίζων αὐτοῖς. ταῦτα δὲ οὐ
μόνον τὰς γνώμας μετέβαλε τῶν πρὶν χαλεπαινόντων αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὔνοιαν αὐτὰς
μετεστήσατο. καὶ οὕτως κακωθεῖσαν αὐτῷ ἀνακτησάμενος τὴν ἀρχήν, οὐχ ἧττον καὶ τοὺς πέριξ
δυσπραγοῦντας ἐπ’ ἴσης τῆς συμφορᾶς ἐπεκούφισεν, ὥστε γενέσθαι τοὺς μὲν ἔξω τῆς ἀρχῆς
δοθέντας σίτου κόρους μυρίους, τοὺς δὲ εἰς τὴν αὐτοῦ βασιλείαν περὶ ὀκτακισμυρίους. ὁ δὲ δύναται κατὰ τὸν Ἰώσηπον μεδίμνους Ἀττικοὺς δέκα. τοῦτο τὸ φιλοτίμημα καὶ
τὸ τῆς χάριτος εὔκαιρον καὶ τοὺς Ἰουδαίους εἰς ἀγάπην ἐξ
ἀπεχθείας μετήνεγκε, καὶ παρὰ τῶν ἔξωθεν αὐτῷ προυξένησεν εὔκλειαν. 
 Προσκατειργάσατο δὲ καὶ γάμον ἑαυτῷ ἐξ ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας. ἱερεὺς γάρ τις Σίμων ἐν
Ἱεροσολύμοις θυγατέρα εἶχε καλλίστην· ταύτης ὁ Ἡρώδης ἧκεν εἰς ἔρωτα. ὄντος δὲ τοῦ Σίμωνος ἀνοικείου
 
 
 πρὸς κῆδος δι’ ἀδοξίαν, ἀφαιρεῖται μὲν τὴν ἱερωσύνην τὸν ταύτην ἔχοντα τότε Ἰησοῦν τὸν
τοῦ Φάβητος, ἀρχιερέα δὲ ποιεῖται τὸν Σίμωνα καὶ τὴν αὐτοῦ θυγατέρα γαμεῖ. πάντων δὲ αὐτῷ εἰς δέον, περιεβάλλετο τὴν ἔξωθεν ἀσφάλειαν, πόλεσί τε δεξιῶς ὁμιλῶν καὶ τοὺς δυνάστας θεραπεύων.
 ὥστε αὐτῶ πάντα διὰ πάντων αὔξεσθαι. ὑπὸ δὲ τῆς εἰς τοῦτο φιλοτιμίας
καὶ τῆς εἰς Καίσαρα καὶ τοὺς εἰς πλεῖστον δυναμένους Ῥωμαίων θεραπείας καὶ τὰ ἔθη
παρέβαινε καὶ τὰ νόμιμα παρεχάραττε, πόλεις τε κτίζων καὶ ναοὺς ἐγείρων οὐκ ἐν τῇ τῶν Ἰουδαίων, τῇ
δ’ ἔξω χώρᾳ, Ἰουδαίοις μὲν ἀπολογούμενος ἐκ προσταγμάτων ταῦτα ποιεῖν, ἀλλ’ οὐκ ἀφ’ ἑαυτοῦ, Καίσαρι
δὲ καὶ Ῥωμαίοις χάριτας νέμων τῷ καὶ τῶν πατρίων ἐκβαίνειν ἐθῶν διὰ τὴν ἐκείνων τιμήν.
ἀγάλματά τε γὰρ ἀνίστη καὶ τύπους μεμορφωμένους καὶ πόλεις ᾠκοδόμει καὶ λιμένας εὐρεῖς καὶ ἀκλύστους
 καὶ βασίλεια πολυτελῆ καὶ διαίτας λαμπράς.

Ἐν τοιούτοις δὲ ὢν τοὺς παῖδας Ἀλέξανδρόν τε καὶ Ἀριστόβουλον εἰς Ῥώμην
ἀπέστειλεν ἐντευξομένους τῷ Καίσαρι. τούτους ὁ Καῖσαρ φιλανθρώπως ἐδέξατο, καὶ δίδωσιν Ἡρώδῃ ὅτῳ
βούλεται τῶν ἐξ αὐτοῦ γεγονότων ἀπονείμαι τὴν βασιλείαν, καὶ χώραν ἔτι προσέθετο, ἐγκαταμίγνυσι δὲ
αὐτὸν καὶ τοῖς τῆς Συρίας ἐπιτροπεύουσιν, ἐντειλάμενος πάντα μετὰ τῆς ἐκείνου γνώμης
ποιεῖν. τοσαῦτα δ᾿ εὐτυχήσας τῷ μὲν ἀδελφῷ Φερώρᾳ τετραρχίαν ᾐτήσατο παρὰ Καίσαρος, τὸ δὲ τρίτον
μέρος τῶν φόρων ἀφῆκε τοῖς ἐν τῇ βασιλείᾳ, ὡς μὲν ἐκεῖνος ἔλεγεν, ἔνα
ἀνακτηθεῖεν ἐκ τῆς ἀφορίας, ὡς δὲ τοῖς ἄλλοις ἐδόκει, ἔνα 
 τὴν τοῦ πλήθους εἰς ἑαυτὸν θεραπεύσῃ δυσμένειαν· μετακινουμένων γὰρ αὐτοῖς τῶν ἐθῶν
χαλεπῶς ἔφερον. διὸ καὶ ἀφῃρεῖτο τὰς ἀδείας αὐτῶν, ἀεὶ ἐπιτάττων αὐτοῖς καὶ τὰς συνόδους κωλύων καὶ
τοὺς περιπάτους καὶ τὰς διαίτας ἐπιτηρῶν καὶ τοὺς φωραθέντας κολάζων βαρύτατα, κἀν τῇ
πόλει κἀν ταῖς ὁδοιπορίαις ἦσαν οἱ τοὺς εἰς ταὐτὸν συνιόντας ἐπισκοποῦντες. τινὲς δέ φασι καὶ αὐτὸν
ἰδιώτου σχῆμα λαμβάνοντα ἐνίοτε νύκτωρ τοῖς ὄχλοις
ἐγκαταμίγνυσθαι καὶ ἀποπειρᾶσθαι αὐτῶν τὴν διάνοιαν ἣν περὶ τῆς ἀρχῆς εἶχον. καὶ τοὺς
μὲν ἐξαυθαδιζομένους ἐπεξῄει ἅπασι τρόποις, τὸ δὲ πλῆθος ὅρκοις ἠξίου τὴν πίστιν αὐτῷ βεβαιοῦν. οἶ
μὲν οὑν πολλοὶ εἶκον, τούς γε μὴν δυσχεραίνοντας ἠφάνιζεν ἐκ παντός. συνέπειθε δὲ καὶ τοὺς περὶ
Πολλίωνα τὸν Φαρισαῖον καὶ Σαμαίαν καὶ τῶν συμφοιτώντων αὐτοῖς τοὺς πλείστους ὀμνύειν.
οἱ δὲ οὔτε ἐπείσθησαν οὔτ’ ἐκολάσθησαν διὰ τὸν Πολλίωνα ὑπὸ τοῦ βασιλέως αἰδούμενον. ἀφείθησαν δὲ
ταύτης τῆς ἀνάγκης καὶ οἱ Ἐσσαῖοι καλούμενοι· γένος δὲ τοῦτο διαίτῃ χρώμενον 
 Πυθαγορικῇ. ἐτίμα δὲ τούτους διὰ τὸν Μαναΐμ. ἦν δ’ οὗτος εἶς ἐξ
αὐτῶν, ἀνὴρ τἄλλα τε ἀγαθὸς καὶ τὰ μέλλοντα προορῶν, ὃς ἔτι παῖδα τὸν Ἡρώδην ἐς διδασκάλου φοιτῶντα
ἰδὼν βασιλέα Ἰουδαίων προσεῖπεν. ὁ δὲ ἰδιώτης ἔλεγεν εἶναι. Μαναΐμ δὲ μειδιάσας καὶ
τύπτων αὐτὸν ἠρέμα ἀλλὰ καὶ βασιλεύσεις” ἔφη “καὶ τὴν ἀρχὴν
ἀνύσεις εὐδαιμονέστατα, καὶ μέμνησο τῶν ἐμῶν τούτων πληγῶν. ἄριστος δ’ ἔσῃ, εἰ δικαιοσύνην
ἀγαπήσειας καὶ εὐσέβειαν πρὸς θεὸν καὶ πρὸς τοὺς πολίτας ἐπιείκειαν. ἀλλ’ οὐ γὰρ οἶδά
σε τοιοῦτον ἔσεσθαι.” βασιλεύσας δὲ ὁ Ἡρώδης μετακαλεῖται τὸν Μαναΐμ καὶ περὶ τοῦ 
χρόνου τῆς ἀρχῆς ἐπυνθάνετο. ὡς δέ, σιωπῶντος ἐκείνου, αὐτὸς εἰ δέκα γενήσονται ἠρώτα τῆς βασιλείας
 ἐνιαυτοὶ ἢ εἴκοσιν ἢ τριάκοντα, ὁ δὲ ὅρον οὐκ ἐπέθηκε τῷ τέλει τῆς
προθεσμίας, Ἡρώδης καὶ τούτοις ἀρκεσθεὶς τόν τε Μαναΐμ ἀφῆκε δεξιωσάμενος καὶ πάντας δι’
ἐκεῖνον ἐτίμα τοὺς Ἐσσηνούς. 
 Ἤδη δὲ ὀκτωκαιδέκατον ἀνύων ἐνιαυτὸν τὸν νεὼν ἔγνω μετασκευάσαι καὶ πρὸς ὕψος ἆραι μεῖζον
καὶ ἀξιοπρεπέστερον ἐκτελέσαι. τὸ δὲ πλῆθος ὤκνει πρὸς τὴν ἐγχείρησιν. ὁ δὲ οὐ πρότερον
ἔφη τὸν ναὸν καθαιρήσειν, πρὶν ἂν πάντα ὧν ἂν δέοιτο εἰς τὸ ἔργον παρασκευάσηται. ἤδη δὲ
ἡτοιμασμένων αὐτῷ πάντων, καθελὼν αὐτὸν καὶ θεμελίους ἄλλους καταβαλόμενος τὸν ναὸν ἤγειρε μήκει
πήχεων ἑκατόν, 
 τὸ δ’ ὕψος ἐπέκεινα εἴκοσιν. ᾠκοδομήθη δὲ λίθοις λευκοῖς τε καὶ κραταιοῖς, ὧν ἑκάστῳ
περὶ πέντε καὶ εἴκοσι τὸ μῆκος πήχεις, τὸ δ’ ὕψος ὀκτώ, εὖρος δὲ περὶ δώδεκα. κατὰ δὲ τὴν βόρειον
πλευρὰν ἀκρόπολις ἐγγώνιος εὐερκὴς ἐντετείχιστο, διάφορος ὀχυρότητι, ἣν οἱ ἐκ τοῦ
γένους τῶν Ἀσαμωναίων γεγονότες βασιλεῖς ὁμοῦ καὶ ἀρχιερεῖς ᾠκοδόμησαν καὶ βᾶριν ἐκάλεσαν, ὥστε τὴν
ἀρχιερατικὴν ἀποκεῖσθαι στολὴν ἐν αὐτῇ. καὶ ταύτην οὖν τὴν βᾶριν Ἡρώδης ἐπισκευάσας ὀχυρωτέραν ἐπ’
ἀσφαλείᾳ τοῦ ἱεροῦ εἰς μνήμην Ἀντωνίου προσηγόρευσεν Ἀντωνίαν. αὐτὸς δὲ ὁ ναὸς καὶ πάντα τὰ περὶ τὸν ναὸν ἐν ὀκτὼ δεδόμητο ἔτεσι. παραδέδοται
δὲ κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ὅτε αὐτὸς ὁ ναὸς ἀνηγείρετο, ἐν ἐνιαυτῷ γὰρ ἑνὶ καὶ μησὶν ἕξ ᾠκοδομήθη,
τὰς μὲν ἡμέρας μὴ ὕειν, γίνεσθαι δὲ τοὺς ὄμβρους ἐν ταῖς νυξίν, ἕνα μὴ τὰ ἔργα
κωλύωνται. 
 Τὰς ἀδικίας δὲ ἀναστέλλειν πειρώμενος ὁ Ἡρώδης τίθησι νόμον τοὺς τοιχωρύχους
ἐπ’ ἐξαγωγῇ τῆς χώρας πιπράσκεσθαι· ὁ καὶ πρὸς τιμωρίαν τῶν πασχόντων ἣν φορτικόν, οὐχ ἥκιστα δὲ καὶ
τῶν νόμων κατάλυσις. τὸ γὰρ ἀλλοφύλοις δουλεύειν καὶ βιάζεσθαι κατὰ τὰ ἐκείνων ἔθη βιοῦν τῆς
θρησκείας ἦν, ὅσον ἐπ’ ἐκείνοις, κατάλυσις. πιπράσκεσθαι μὲν γὰρ οἱ νόμοι τοὺς φῶρας ἐκέλευον, εἰ μὴ ἔχοιεν κατὰ τὸ τετραπλοῦν ἐκτιννύειν τὰ
φώρια, ἀλλ’ οὐ πρὸς ἀλλοφύλους, πρὸς δέ γε ὁμοεθνεῖς, ἔνα μήτε τῆς θρησκείας ἐκπίπτοιεν μήτε παρ’
ὅλον τὸν βίον δουλεύοιεν, ἀλλὰ τυγχάνοιεν μετὰ ἑξαετίαν ἀφέσεως. ταῦτα μέρος ἣν τῶν
κατ’ ἐκείνου διαβολῶν καὶ τῆς δυσνοίας τοῦ πλήθους τῆς ἐπ’ αὐτῷ.

Εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲ κατὰ τὸν καῖρόν ἐκεῖνον παραγενόμενος Ἡρώδης, ἴνα Καίσαρί τε προσομιλήσῃ
 καὶ τοὺς παῖδας ἐν τῇ Ῥώμῃ διατρίβοντας ὄψεται, φιλοφρόνως τε ὑπεδέχθη παρὰ τοῦ
Καίσαρος καὶ τοὺς παῖδας ὡς ἤδη τελειωθέντας ἐν τοῖς μαθήμασιν ἔλαβεν
ἄγειν εἰς τὰ οἰκέτα. ὡς δ’ ἐπανῆλθον, περίοπτοι γεγόνασι τῷ τε τῆς ψυχῆς παραστήματι καὶ τῇ κατὰ τὰς μορφὰς ὡραιότητι, ἐπίφθονοί τε ἦσαν Σαλώμῃ τῇ τοῦ βασιλέως ὁμαίμονι καὶ τοῖς τὴν
αὐτῶν μητέρα κατεργασαμένοις διαβολαῖς. καὶ ἤδη καὶ κατ’ ἐκείνων τὰ ὅπλα ἡτοίμαζον δι’ ὧν καὶ τὴν
αὐτοὺς γειναμένην κατηγωνίσαντο, λογοποιοῦντες ἀηδῶς τῷ πατρὶ προσφέρεσθαι τὰ μειράκια
διὰ τὸν φόνον τὸν τῆς μητρός, κἀντεῦθεν μῖσος φυῆναι τῷ πατρὶ πρὸς τοὺς παῖδας ὡς ἐνὸν κατεσκεύαζον.
τέως μέντοι φιλοστόργως ἔτι πρὸς αὐτὰ ὁ πατὴρ διακείμενος καὶ d τιμῆς μετεδίδου καὶ γυναῖκας ἐν
ἡλικίᾳ γεγονόσιν 
 
 ἐζεύγνυεν, Ἀριστοβούλῳ μὲν τὴν Σαλώμης θυγατέρα Βερνίκην, Ἀρχελάου δὲ τοῦ Καππαδοκῶν
βασιλέως τὴν παῖδα Γλαφυρὰν τῷ Ἀλεξάνδρῳ. τῇ δὲ Σαλώμῃ ταῦτα
τὴν κατὰ τῶν νεανίσκων δυσμένειαν μᾶλλον ὑπέτρεφεν, οἰκειουμένῃ καὶ πάντας ὅσοιπερ αὐτῇ
τὸν τῆς Μαριὰμ φόνον συνεξειργάσαντο. διδόντων δέ τινας καὶ τῶν νεανίσκων λαβὰς μνήμῃ τε τῆς μητρὸς
καὶ τῇ τοῦ κράτους ἐπιθυμίᾳ, βλασφημίαι μὲν ἐκείνων εἰς τὴν Σαλώμην καὶ τὸν Φερώραν ἐγίνοντο, πρὸς ἐκείνους δ᾿ ἡ τούτων ἐπηύξητο δυσμένεια, καὶ διαβολαὶ κακοήθεις κατ’ αὐτῶν προύβαινον,
παρ’ αὐτῶν ἐκείνων τὰς αἰτίας λαμβάνουσαι. κακῶς γὰρ τῆς μιαρᾶς Σαλώμης καὶ σφὰς καὶ τὴν μητέρα
λεγούσης καὶ πρὸς λόγους ἐκκαλουμένης αὐτούς, ἐκεῖνοι ἐλεεινὴν ἀπέφαινον τὴν καταστροφὴν τῆς μητρός, ἀθλίους δ᾿ ἑαυτοὺς ἐκάλουν τοῖς ἐκείνης
φονεῦσιν ἀναγκαζομένους συζῆν. ταῦτα ἦν ἀποδημοῦντος τοῦ βασιλέως. ἐπανελθόντι δ’ εὐθὺς παρά τε
Φερώρα καὶ τῆς Σαλώμης οἱ λόγοι προσήγοντο, λεγόντων μέγαν αὐτοῖς ἐπηρτῆσθαι τὸν
κίνδυνον, ἀναφανδὸν ἀπειλουμένων τῶν νεανίσκων τὸν φόνον τίσασθαι τῆς μητρός. Ἡρώδης δὲ ταῦτα καὶ
ἄλλων ἀπαγγελλόντων τετάρακτο. οὕτω δὲ διατεθεὶς ἔγνω ἐπὶ καθαιρέσει τῶν νέων ἕτερον υἱὸν Ἀντίπατρον
ὄνομα, ἰδιωτεύοντι ἔτι αὐτῷ γεγονότα, προσοικειώσασθαι· καὶ τοῦτον ἐδόκει τιμᾶν, ἵνα
καταστείλῃ τὸ θράσος τοῖς ἐκ τῆς Μαριάμ, γνοῦσιν ὡς οὐ μόνοις αὐτοῖς
οὐδ’ ἐξ ἀνάγκης ἡ διαδοχὴ τῆς βασιλείας ὀφείλεται. ὅθεν ὡς ἔφεδρόν τινα τὸν Ἀντίπατρον ἐπεισήγαγεν.
 δὲ δεινὸς ὤν, ἐπεὶ παρρησίας ἐλάβετο, μίαν ἔσχεν ὑπόθεσιν ἔχεσθαι τοῦ πατρὸς καὶ τῶν
ἀδελφῶν ἀλλοτριοῦν ταῖς διαβολαῖς. κἀκεῖνοι δ’ ἔτι ἐδίδοσαν ἀφορμάς, καὶ δακρύοντες ὡς
ἀτιμαζόμενοι καὶ τὴν μητέρα ἀνακαλούμενοι καὶ τὸν πατέρα φανερῶς οὐ δίκαιον λέγοντες. ἅπερ κακοήθως
οἱ περὶ τὸν Ἀντίπατρον Ἡρώδῃ μετὰ προσθήκης ἐξαγγέλλοντες μείζονα τὴν πρὸς ἐκείνους ἐνεποίουν
ἀπέχθειαν. βουλόμενος δὲ ὁ πατὴρ ταπεινῶσαι τοὺς ἐκ τῆς Μαριάμ, πλείονος Ἀντιπάτρῳ μετεδίδου τιμῆς· τέλος δὲ καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ ἐπεισήγαγε. καὶ Καίσαρι
συνίστη αὐτὸν γράφων ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ εἰς ῾Ρώμην αὐτὸν μετὰ πολλῶν δώρων ἀπέστειλεν, ὥστε ἤδη πάντα
ἐπ᾿ ἐκείνῳ δοκεῖν, παρεῶσθαι δ᾿ ἐκ τῆς ἀρχῆς παντάπασι τὰ μειράκια. Ἀντίπατρος δὲ
δεδοικὼς μὴ αὐτοῦ ἐκδημήσαντος ἐπιεικέστερος εἰς τοὺς ἐκ Μαριὰμ γένηται ὁ πατήρ, καὶ ἀποδημῶν οὐκ
ἀνίει συνεχῶς ἐπιστέλλων κατὰ τῶν ἀδελφῶν τῷ πατρὶ καὶ προσερεθίζων πρὸς τὴν
δυσμένειαν, ἕως εἰς τοῦτο προήγαγεν αὐτὸν εἰς τὸ πλεῦσαι πρὸς ῾Ρώμην κἀκεῖ τῶν παίδων κατηγορεῖν παρὰ Καίσαρι. ἀπελθὼν δ᾿ εἰς ῾Ρώμην σὺν τοῖς παισί, παρεστήσατο
μὲν αὐτοὺς τῷ Καίσαρι, ᾐτιᾶτο δὲ τῆς ἀπονοίας, ὡς τὸν ἑαυτῶν πατέρα μισοῦντας καὶ
διαχειρίσασθαι μελετῶντας αὐτὸν καὶ οὕτω τὴν βασιλείαν λαβεῖν. τῶν δὲ νεανίσκων καὶ λέγοντος ἔτι τοῦ
πατρὸς δάκρυα ἦν καὶ τέλος οἰμωγή, δεδοικότων ὡς εἰ σιγῷεν, δόξουσιν ἐκ τοῦ συνειδότος μὴ εὐπορεῖν
ἀπολογίας. ὡς δ᾿ ἔγνων εὐμένειαν παρὰ Καίσαρος, τῶν δ᾿ ἄλλων τοὺς μὲν συνδακρύοντας,
συναλγοῦντας δὲ ἅπαντας, ὁ Ἀλέξανδρος ἐπεχείρει διαλύειν τὰς
αἰτίας, πρὸς τὸν πατέρα λόγους ποιούμενος. καὶ διαλεχθέντος πρὸς τὸ ἐπαγωγότερον ὁ Καῖσαρ, οὐδὲ
πρότερον ταῖς κατ᾿ αὐτῶν πιστεύων διαβολαῖς, ἔτι μάλιστα ἐξηλλάττετο, καὶ συνεχῶς εἰς
τὸν Ἡρώδην ἀπέβλεπεν, ὁρῶν κἀκεῖνον ὑποσυγκε- χύμενον. καὶ ἠγωνία τὸ θέατρον· Καῖσαρ
δὲ τοὺς μὲν νεανίσκους, εἰ καὶ τῶν διαβολῶν πόρρω δοκοῦσιν, αὐτὸ τοῦτο ἁμαρτεῖν ἔφη τὸ μὴ τοιούτους
ἑαυτοὺς τῷ πατρὶ παρασχεῖν ὡς μηδὲ γενέσθαι τὸν ἐπ’ αὐτοῖς λόγον, Ἡρώδην δὲ παρεκάλει
διαλλάττεσθαι τοῖς παισὶν ἀφελόντα πάσαν ὑπόνοιαν· καὶ τὸ πιστά 
γὰρ ἡγεῖσθαι ταῦτα κατὰ τῶν παίδων οὐ δίκαιον ἔκρινε. τοιαῦτα
συμβουλεύων ἔνευσε τοῖς νεανίσκοις προσπεσεῖν τῷ πατρί. κἀκείνων ὡρμηκότων προλαβὼν 
αὐτοὺς ὁ πατὴρ δακρύοντας ἠσπάζετο ἀγκαλιζόμενος ἕκαστον. τότε μὲν οὖν εὐχαριστήσαντες Καίσαρι μετ’
ἀλλήλων ἀπῄεσαν, καὶ Ἀντίπατρος μετ’ αὐτῶν, ταῖς διαλλαγαῖς ὑποκρινόμενος ἥδεσθαι· τῇ δ’ ὑστεραίᾳ
περὶ τῆς βασιλείας τῷ Ἡρώδῃ τὴν ἐξουσίαν ἀφῆκεν ὁ Καῖσαρ ὃν ἂν αἱροῖτο τῶν παίδων
διάδοχον καθιστᾶν ἢ καὶ διανέμειν ἅπασι ταύτην, μετὰ θάνατον μέντοι· ζῶντι δὲ οὐκ ἐπέτρεπε τὴν
διανομήν, ἀλλὰ καὶ τῶν παίδων ἤθελεν αὐτὸν καὶ τῆς βασιλείας κρατεῖν. ἐπανιόντι δὲ περὶ Κιλικίαν Ἀρχέλαος ὁ πενθερὸς Ἀλεξάνδρου συναντᾷ τῷ Ἡρώδῃ, συνηδόμενος
ἐπὶ ταῖς τῶν παίδων διαλλαγαῖς. ἐντεῦθεν Ἡρώδης ἐπὶ τὴν Ἰουδαίαν ἐλθών, καὶ συναγαγὼν ἐκκλησίαν, τὰ
κατὰ τὴν ἀποδημίαν αὐτῶ πεπραγμένα διηγεῖτο, καὶ ἐπὶ νουθεσίᾳ τῶν παίδων τὸν λόγον
κατέστρεψε, καὶ τοῖς υἱοῖς προεῖπε τὴν βασιλείαν καταλιμπάνειν, πρώτῳ μὲν Ἀντιπάτρῳ, εἶτα καὶ τοῖς
ἐκ Μαριάμ. ταῦτα εἰπὼν τὸν σύλλογον διελύσατο.

Υπῆρχε δὲ τὴν γνώμην πρὸς μὲν τοὺς ἄλλους φιλοτιμότατός τε καὶ
εὐεργετικώτατος, πρὸς δὲ τοὺς 
 ὑπηκόους ἐπαχθής τε καὶ ἀδικώτατος καὶ πρὸς τοὺς 
οἰκείους καὶ φίλους κολαστὴς ἀπαραίτητος. αἱ δὲ αἰτίαι τούτων φιλοδοξία καὶ φιλαρχία. ὑπὸ μὲν γὰρ
φιλοδοξίας, εἰ μνήμης ἔμελλε τυγχάνειν εἰσαῦθις ἧι εὐφημίας κατὰ τὸ ἐνεστός, οὐκ ἐφείδετο δαπανῶν,
 πολυδάπανος δ᾿ ὢν βαρείαις εἰσπράξεσι τοὺς ὑποτεταγμένους ἐπίεζε καὶ χαλεπὸς ἢν αὐτοῖς·
ὑπὸ δὲ φιλαρχίας, εἰ κατά τινος ὑπόνοιαν ἔσχεν ἐφίεσθαι τῆς ἀρχῆς ἤ τι περὶ αὐτὴν παρακινεῖν, ἴσα
πολεμίοις αὐτῷ προσεφέρετο, κἀντεῦθεν συγγενεῖς τε καὶ φίλους ἐτιμωρήσατο ἀφειδῶς,
μόνος θέλων τετιμῆσθαι. τεκμήριον δὲ τοῦ πάντοθεν χρηματίζεσθαι
θέλειν διὰ τὸ πολυδάπανον, ὅτι ἀκηκοὼς ὡς Ὑρκανὸς ὁ πρὸ αὐτοῦ βασιλεύσας ἀνοίξας τὸν τάφον Δαβὶδ
ἀργυρίου λάβοι τρισχίλια τάλαντα, νυκτὸς ἀνοίξας τὸν τάφον εἰσέρχεται, τοὺς πιστοτάτους
τῶν φίλων παρειληφώς, ἔν ἀνέκφορον εἴη τὸ δρώμενον. καὶ χρήματα μὲν οὐχ εὗρεν ἀργύρια δηλαδή, κόσμον
δὲ πολὺν κειμηλίων χρυσῶν, ὃν ἀνείλετο πάντα. ἔσπευδεν οὑν καὶ ἐνδοτέρω χωρεῖν κατὰ τὰς θήκας, ἐν
αἷς τῶν βασιλέων Δαβὶδ καὶ Σαλομώντος τὰ σώματα τεθησαύριστο. ὡς δ’ ἐβιάζετο εἰσιέναι,
δύο μὲν αὐτῷ τῶν δορυφόρων ἐφθάρησαν φλογὸς ἔνδοθεν ἀπαντησάσης, ὡς
λόγος, αὐτοῖς, αὐτὸς δὲ περιδεὴς ἐξῄει. καὶ διὰ τὴν ἐπιχείρησιν χεῖρον ἔχειν ἐδόκει τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν αὐτῷ· ἐμφυλίῳ γὰρ ἐῴκει πολέμῳ τὰ κατὰ τὴν αὐλὴν τὴν βασιλικήν. ἐστρατήγει δὲ ἀεὶ
κατὰ τῶν ἀδελφῶν ὁ Ἀντίπατρος, δεινὸς ὥν, δι’ ἄλλων μὲν αὐτοὺς περιβάλλων αἰτίαις, αὐτὸς δὲ πολλάκις
ὑπεραπολογούμενος, ἕνα δοκῶν εὔνους ἐκείνοις ἀνύποπτος εἴη τῷ πατρὶ πρὸς τὰς
ἐγχειρήσεις καὶ μόνος τῆς ἐκείνου σωτηρίας φροντίζειν δοκῇ. καὶ ὁ μὲν τὰ πάντα ἦν τῷ
πατρί, οἱ δ’ ἐκ τῆς Μαριὰμ χαλεπώτερον ἀεὶ διετίθεντο, καὶ τὴν ἀτιμίαν οὐκ ἔφερον ὑπ’ εὐγενείας,
παρεωσμένοι καὶ τάξιν ἀτιμοτέραν ἔχοντες. αἵ τε γυναῖκες, ἡ μὲν Ἀλεξάνδρῳ συνοικοῦσα 
 Γλαφυρὰ ἠ’ Ἀρχελάου μῖσος εἰς τὴν Σαλώμην διά τε τὴν πρὸς τὸν ἄνδρα διάθεσιν καὶ διὰ τὴν
ἐκείνης θυγατέρα συνοικοῦσαν Ἀριστοβούλῳ, ᾗπερ ὑπερηφάνως προσεφέρετο ἡ Γλαφυρὰ καὶ τὴν ἰσοτιμίαν
αὐτῆς ἀνηξιοπάθει. γέγονε δέ τις ὑπόθεσις καὶ τὸν τοῦ βασιλέως ἀδελφὸν Φερώραν εἰς
ὑποψίαν καὶ μῖσος τῷ ἀδελφῷ φέρουσα. κατηγγυήθη μὲν γὰρ αὐτῷ ἡ
τοῦ βασιλέως θυγάτηρ, ὁ δὲ δουλευούσης αὐτῷ γυναικὸς ἡττώμενος καὶ περιμανῶς τοῦ γυναίου ἐρῶν τῇ τοῦ
ἀδελφοῦ θυγατρὶ οὐ προσεῖχε, τῇ δὲ δούλῃ προσέκειτο. ἤχθετο δὲ διὰ τοῦτο Ἡρώδης καὶ τὴν
 μὲν κόρην υἱῷ Φασαήλου συζεύγνυσι, χρόνου δὲ διελθόντος περί τε τῶν
πρώτων ᾐτιᾶτο τὸν ἀδελφὸν καὶ τὴν δευτέραν ἠξίου λαμβάνειν, παρηκμακέναι ἤδη αὐτῷ οἰόμενος τῆς
δούλης τὸν ἔρωτα. ὁ δὲ τὴν μὲν δούλην καὶ παῖδα ἐξ αὐτῆς σχὼν ἀποπέμπεται, τὴν δὲ τοῦ
βασιλέως θυγατέρα μετὰ τριακοστὴν ἡμέραν κατέθετο λήψεσθαι. διελθούσης δὲ τῆς προθεσμίας τοσοῦτον
πρὸς τὸν τῆς δούλης ἔρωτα ἐμεμήνει ὡς ἀθετῆσαι τὰ ὡμολογημένα, τῇ δὲ προτέρᾳ συμφθείρεσθαι. ταῦτα τὸν Ἡρώδην ἐξέμαινε· καὶ ἀεὶ δέ τι καινὸν προσπῖπτον ἀτρεμεῖν αὐτὸν οὐκ εἴα. καὶ
 ἡ Σαλώμη δὲ χαλεπὴ τοῖς ἐκ Μαριὰμ οὖσα καὶ τὴν ἑαυτῆς θυγατέρα
Ἀριστοβούλῳ συνοικοῦσαν ἀνέπειθε μὴ εὐνοικῶς πρὸς τὸν ἄνδρα διακεῖσθαι, ἀπαγγέλλειν δὲ
αὐτῇ, εἴ τι κατ’ ἰδίαν λαλήσειεν. ἡ δὲ μεμνῆσθαι τοὺς νεανίσκους ἔλεγε τῆς μητρός, τὸν δὲ πατέρα
στυγεῖν, ἀπειλεῖν δὲ τῆς ἀρχῆς τυχόντες τοὺς μὲν ἐκ τῶν ἄλλων γυναικῶν παῖδας Ἡρώδου
κωμογραμματεῖς καταστήσειν, τὰς δὲ γυναῖκας καθείρξειν ὡς μηδὲ τὸν ἥλιον βλέπειν. ταῦτα διὰ τῆς
κακίστης Σαλώμης τῷ βασιλεῖ ἀπηγγέλλετο. κἀκεῖνος ἤκουεν ἀλγεινῶς,
ἐπειρᾶτο δὲ διορθοῦν· τῶν δὲ παίδων ἀπολογησαμένων ῥᾴων ἐγίνετο.

Φερώρας δ’ αὖθις τὰ πράγματα συνετάραξεν, εἰπὼν Ἀλεξάνδρῳ ἀκηκοέναι Σαλώμης λεγούσης ἐρᾶν
τὸν Ἡρώδην Γλαφυρὰς. Ἀλέξανδρος δὲ πρὸς τὸν λόγον ἐκ ζηλοτυπίας τετάρακτο, καὶ τὴν ὀδύνην οὐκ ἐνεγκὼν τὰ ὑπὸ τοῦ Φερώρα λεχθέντα τῷ πατρὶ κατεμήνυσεν. ἐν. ὁ δ᾿ Ἡρώδης περιπαθήσας καὶ τὸ
τῆς διαβολῆς ἐψευσμένον οὐ φέρων θορυβηθείς τε μεταπέμπεται τὸν Φερώραν, καί “κάκιστε” εἶπε,
“τοιαῦτα καθ’ ἡμῶν λαλήσας πότερον οἴει λόγον εἰς τὴν 
 ψυχὴν τοῦ παιδὸς ἢ ξίφος εἰς τὴν δεξιὰν αὐτοῦ ἐμβαλεῖν;” Φερώρας δὲ
Σαλώμην ἔφη ταῦτα συμπείσειν, κἀκείνης εἶναι τούς λόγους. ἡ δὲ ἀπηρνεῖτο καὶ τῶν τριχῶν ἐπεδράττετο
καὶ ἐστερνοτυπεῖτο, διὰ δὲ τὴν τῶν τρόπων οὐκ ἐπιστεύετο κακοήθειαν. τέλος δὲ ὁ
βασιλεὺς καὶ τὸν ἀδελφὸν καὶ τὴν ἀδελφὴν ἀπεπέμπετο, τὸν υἱὸν δὲ τῆς ἐγκρατείας ἐπῄνεσε καὶ τοῦ πρὸς
αὐτὸν τούς λόγους ἀνενεγκεῖν. 
 Ετερον δέ τι συνέπεσε ταραχὰς αὖθις ἐγεῖραν κατὰ τὴν οἰκίαν τῷ βασιλεῖ. ἦσαν αὐτῷ εὐνοῦχοι
 σπουδαζόμενοι διὰ κάλλος, ὧν ὁ μὲν οἰνοχοεῖν, ὁ δὲ δεῖπνον προσφέρειν, ὁ δὲ κατευνάζειν
αὐτὸν ἐτέτακτο. τούτους ὑπ’ Ἀλεξάνδρου χρήμασι διαφθαρῆναι μηνύεται. 
καὶ βασάνοις ἐκδοθέντες οἱ ἐκτομίαι μίξιν μὲν αὐτῶν γενέσθαι πρὸς τὸν νεανίαν ἀνωμολόγουν, 
 
 ἄλλο δὲ οὐδὲν κατὰ τοῦ πατρὸς συνειδέναι τῷ Ἀλεξάνδρῳ. ἐπιτεινόντων δὲ τῶν
βασανιζόντων τὰς μάστιγας ἔλεγον ὡς εἴη δυσμένεια καὶ μῖσος Ἀλεξάνδρῳ πρὸς τὸν πατέρα, παραινοίη δὲ
Ἡρώδην μὲν ἀπεγνωκέναι διὰ τὸ γῆρας, αὐτῷ δὲ προσέχειν, ὡς τῆς βασιλείας αὐτῷ
περιελευσομένης, κἂν μὴ βούληται ὁ πατήρ, καὶ διὰ τὸ γένος καὶ διὰ τὴν τῶν ἡγεμόνων καὶ τῶν φίλων
διάθεσιν. τούτων ἀκούσας Ἡρώδης περίφοβος ἢν καὶ πρὸς πάντας ὑποψίας εἶχε 
 καὶ μίση, πολλοῖς δὲ τῶν φίλων καὶ τὴν εἰς τὰ βασίλεια πρόσοδον ἀπηγόρευσε. πάντων δ’
αἴτιος ἐτύγχανεν ὁ Ἀντίπατρος. πρῶτον μὲν οὖν ὅσους ᾤετο πιστοὺς Ἀλεξάνδρῳ βασάνοις ὁ Ἡρώδης
ἐξήταζεν, εἴ τι κατ’ αὐτοῦ τολμηθὲν εἰδείησαν· οἱ δὲ ἀπέθνησκον οὐδὲν ἔχοντες λέγειν.
εἷς δέ τις τὰς βασάνους μὴ φέρων εἶπε λέγειν Ἀλέξανδρον,
ἐπαινούμενον διὰ τὸ τοῦ σώματος μέγεθος καὶ τὸ εὐστόχως βάλλειν ἐκ τόξου καὶ τἄλλα, ὅτι εἴ τι παρὰ
τῆς φύσεως αὐτῷ δέδοται καλὸν ἢ ἐξ ἀσκήσεως προσεγένετο, εἰς δυστύχημα περιίσταται·
ἄχθεσθαι γὰρ ἐπὶ τοῖς καλοῖς αὐτοῦ τὸν πατέρα. προσετίθει δὲ ὡς καὶ
βουλεύσαιτο σὺν Ἀριστοβούλῳ ἐν κυνηγεσίῳ ἀνελεῖν τὸν πατέρα καὶ εἰς Ῥώμην φυγεῖν τὴν βασιλείαν
μετελευσόμενος. εὑρέθη δὲ καὶ γράμματα Ἀλεξάνδρου πρὸς τὸν ὁμαίμονα μὴ δίκαια λέγοντα
ποιεῖν τὸν πατέρα προτιμῶντα τὸν Ἀντίπατρον. ἐπὶ τούτοις συλλαβὼν ἔδησε τὸν Ἀλέξανδρον. ἔσπευδε δὲ
καὶ μεῖζόν τι λαβεῖν τεκμήριον κατὰ τοῦ υἱοῦ, ἵνα μὴ προπετῶς δόξῃ αὐτὸν δεδεκώς. πολλοὺς οὖν καὶ
τῶν ἐν τέλει βασανίζων διέφθειρε, μηδὲν εἰπόντας οἶον ἐκεῖνος ᾤετο. ὡς δέ τις τόν
νεωτέρων ἐν ταῖς ἀνάγκαις ἐγένετο, ἐπιστέλλειν ἔλεγε τὸν Ἀλέξανδρον
τοῖς ἐν Ῥώμῃ φίλοις, ἀξιοῦντα κληθῆναι ὑπὸ τοῦ Καίσαρος, μηνύσοντα Μιθριδάτην τὸν
βασιλέα Παρθῶν τῷ πατρὶ φιλιωθέντα κατὰ Ῥωμαίων· εἶναι δὲ αὐτῷ καὶ φάρμακον κατεσκευασμένον ἐν
Ἀσκάλωνι. ταῦτα Ἡρώδης τῆς προπετείας ἐλογίζετο παραμύθιον. τὸ μέντοι φάρμακον εὐθὺς
ζητηθὲν οὐχ εὑρέθη. διὰ δὲ τὴν τῶν κακῶν ὑπερβολὴν ὁ Ἀλέξανδρος φιλονείκως διατεθείς, καὶ βουληθεὶς
ἀμύνασθαι τοὺς ἐχθρούς, ἵν’ αὐτῷ συναπόλωνται, γράμματα πέπομφε τῷ
πατρὶ ὡς οὐδὲν δεῖ βασανίζειν· μελετηθῆναι γὰρ τὴν ἐπιβουλήν, καὶ ταύτης μετέχειν τόν
τε Φερώραν καὶ τοὺς πιστοτάτους αὐτῷ τῶν φίλων· Σαλώμην δὲ καὶ νύκτωρ ἐπεισελθοῦσαν αὐτῷ μιγῆναι καὶ
ἄκοντι· ἀλλὰ καὶ πάντας εἰς ταὐτὸν ἥκειν, ἔν ἐκ μέσου γεγονότος αὐτοῦ ἀπαλλαγεῖεν τοῦ ἀεὶ
φθαρήσεσθαι προσδοκᾶν. 
 Ἀρχέλαος δὲ ὁ τῶν Καππαδοκῶν βασιλεὺς ταῦτα μαθών, καὶ ἀγωνιῶν ὑπέρ τε τῆς θυγατρὸς καὶ τοῦ
κηδεστοῦ, παραγέγονε, καὶ εὐφυῶς μετῄει τῶν λυπούντων τὴν ἐπανόρθωσιν, τοῦ μὲν νεανίσκου
καταγινώσκων, ἐπιεικῆ δὲ τὸν Ἡρώδην ἀποκαλῶν, τόν 
τε γάμον διαλύειν ἔλεγε. τοιαῦτα δὲ λέγοντος τοῦ Ἀρχελάου ἐνεδίδου τῆς χαλεπότητος ὁ Ἡρώδης καὶ
κατήνεκτο πρὸς λύπην καὶ δάκρυα, ἐδεῖτό τε μὴ λύειν τὸν γάμον, ἀλλὰ χαλᾶν τὴν ὀργὴν ἐφ’ οἶς ὁ
νεανίσκος ἡμάρτηκεν. Ἀρχέλαος δὲ ἤδη μαλαχθέντα τὸν Ἡρώδην θεώμενος εἰς ἄλλους τὰς
αἰτίας μετέφερε, καὶ μᾶλλον εἰς τὸν Φερώραν. ὁ δὲ πρὸς Ἀρχέλαον ἐτράπετο, ἵν ἔσοιτο αὐτῷ πρὸς Ἡρώδην
διαλλακτής. καὶ ὃς συνεβούλευεν αὐτῷ βέλτιον εἶναι δι’ ἑ αὐτοῦ προσιέναι τῷ ἀδελφῷ καὶ
δεῖσθαι, πάντων ὁμολογοῦντα αἴτιον ἑαυτόν· μαλάξαι γὰρ οὕτω τὸ σκληρὸν τῆς ὀργῆς· καὶ
αὐτὸς δὲ παρὼν συλλήψεσθαι ἐπηγγέλλετο. πείθεται ὁ Φερώρας. καὶ Ἀλέξανδρος μὲν τῶν αἰτιῶν ἀπελύετο, Ἀρχέλαος δὲ τῷ Ἡρώδῃ τὸν Φερώραν διήλλαξε.

Μετὰ καιρὸν δὲ πολὺ χεῖρον ἔσχε τὰ κατὰ τοὺς παῖδας καὶ τὴν οἰκίαν Ἡρώδῃ. Εὐρυκλῆς γὰρ ἀπὸ
Λακεδαίμονος οὐκ ἄσημος τῶν ἐκεῖ, κάκιστος δὲ τὴν προαίρεσιν ἄνθρωπος, ἐπιδημήσας πρὸς Ἡρώδην
δίδωσιν αὐτῷ δῶρα, καὶ πλείω λαβὼν γέγονε φίλος ἐν τοῖς μάλιστα τοῦ βασιλέως. ἦν δὲ
αὐτῷ καταγωγὴ ἐν τοῖς Ἀντιπάτρου· προσῄει δὲ καὶ Ἀλεξάνδρῳ, γνωστὸς εἶναι λέγων καὶ Ἀρχελάῳ, ὅθεν
καὶ τὴν Γλαφύραν τιμᾶν ὑπεκρίνετο. τούτῳ συνήθει γεγονότι Ἀλέξανδρος τὰ καθ’ ἑαυτὸν ἐξετραγῴδει, καὶ
τὰ κατὰ 
 τὴν μητέρα ἐδίδασκε, καὶ ἔλεγε μὴ δοκεῖν ἀνεκτά. καὶ ὁ μὲν ἀλγῶν τοιούτους λόγους
πεποίητο πρὸς τὸν Εὐρυκλῆν, ὁ δὲ πάντα τῷ Ἀντιπάτρῳ ἀνέφερεν. Ἀντίπατρος δὲ δώροις αὐτὸν ἐδεξιοῦτο
καὶ ἠξίου πρὸς τὸν πατέρα τοὺς λόγους φράζειν. ὁ δὲ οὕτω τὸν βασιλέα διέθηκεν ὡς
ἀμετάγνωστον ποιῆσαι τὸ μῖσος. καὶ ὁ μὲν ἀπῄει χρηματισάμενος, Ἡρώδης δὲ τοσοῦτον πρὸς τοὺς παῖδας ἐξώργιστο ὡς μηκέτι δεῖσθαι διαβολῶν, ἀλλ’ αὐτὸς
περιεργάζεσθαι τὰ ἐκείνων καὶ παρατηρεῖν ἕκαστα. 
 
 Δύο γοῦν τῶν σωματοφυλάκων τοῦ βασιλέως κατ’ ὀργὴν αὐτοῦ ἀπεωσμένοι τοῖς περὶ Ἀλέξανδρον
συνιππάζοντο καὶ δῶρα ἐξ ἐκείνου ἐλάμβανον. ὑποπτεύσας οὖν τούτους Ἡρώδης εὐθὺς ἐβασάνιζεν. οἱ δὲ τὸ
μὲν πρῶτον διεκαρτέρουν, εἶτ’ ἀπήγγελλον ὡς πείθοι αὐτοὺς κτεῖναι θηρῶντα τὸν Ἡρώδην
Ἀλέ- 
 ξανδρος. καὶ ὁ φρούραρχος δὲ τοῦ Ἀλεξανδρίου ἠτάζετο ὡς ἐπαγγειλάμενος δέξασθαι τοὺς
νεανίσκους ἐν τῷ φρουρίῳ. κἀκεῖνος μὲν οὐδὲν ὡμολόγει, ὁ δὲ υἱὸς αὐτοῦ ταῦτα γενέσθαι κατέθετο, καὶ
γράμματα ἐπέδωκε περὶ τούτων, ὡς εἰκάσαι, τῆς τοῦ Αλεξάνδρου 
 χειρός. ὁ μὲν οὖν Ἡρώδης οὐκέτι ἐνδοιάσιμος ἦν περὶ τῆς τῶν
παίδων ἐπιβουλῆς, Ἀλέξανδρος δὲ δι’ Ἀντιπάτρου τὸ γραμματίδιον κακουργηθῆναι ἀπισχυρίζετο. τότε μὲν
οὖν φυλακὴ τῶν νεανίσκων ἐγίνετο, καὶ καταδίκων εἶχον ἀδοξίαν καὶ δέος. ὁ δ᾿ 
Ἀριστόβουλος τὴν ἑαυτοῦ πενθερὰν Σαλώμην συναλγεῖν οἰόμενος καὶ μισεῖν τὸν τὰ τοιαῦτα πειθόμενον,
῾ταῦτα ταῦτα καὶ σοί” ἔφη “κίνδυνον προμηνύει, διαβεβλημένῃ κατ’ ἐλπίδα γάμου Συλαίου.” τούτους
ἐκείνη τοὺς λόγους εὐθὺς προσφέρει τῷ ἀδελφῷ. ὁ δὲ δεθῆναι κελεύει καὶ ἄμφω τοὺς υἱοὺς
καὶ ἀπ’ ἀλλήλων διαστῆναι, γράψαι τε ἕκαστον ὅσα κατὰ τοῦ πατρὸς
ἐμελέτησαν. οἱ δὲ γράφουσιν ἐπιβουλὴν μὲν οὔτ’ ἐννοῆσαι κατὰ τοῦ πατρὸς οὔτε μὴν συσκευάσασθαι,
δρασμὸν δὲ μελετῆσαι, καὶ τοῦτον δι’ ἀνάγκην, ὑπόπτου καὶ περιδεοῦς οὔσης αὐτοῖς τῆς
ζωῆς. τότε τοίνυν ἥκοντος ἐξ Ἀρχελάου πρεσβευτοῦ ἐξῆγε τὸν Ἀλέξανδρον δεσμώτην, καὶ περὶ τῆς φυγῆς
ἐπυνθάνετο ἐπ’ ἀκροάσει τοῦ πρεσβευτοῦ, ὅπου καὶ πῶς ἐγνώκασιν ἀποχωρεῖν· ὁ δὲ πρὸς Ἀρχέλαον ἔφη
ἐκεῖθεν εἰς Ῥώμην συνθέμενον διαπέμψειν, ἄλλο δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἢ δυσχερὲς λογίσασθαι
κατὰ τοῦ πατρός. τούτων οὕτω ῥηθέντων ὁ βασιλεὺς γράμματα πρὸς
Καίσαρα δοὺς δύο τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἐκέλευσεν ἐν παράπλῳ τῇ Κιλικίᾳ προσσχόντας ἐντυχεῖν Ἀρχελάῳ καὶ μέμψασθαι ὅτι τῆς ἐπιβουλῆς τοῖς παισὶ συνεφάψαιτο. Ἀρχέλαος μέντοι ἀπελογεῖτο δέξασθαι
τοὺς νεανίας συνθέσθαι διὰ τὸ συμφέρον κἀκείνοις καὶ τῷ πατρί, οὐ μὴν πρὸς Καίσαρα
πέμψειν. εἰς Ῥώμην δὲ ἀποκομισθέντες οἱ τῶν ἐπιστολῶν κομισταὶ ταύτας δεδώκασι Καίσαρι. ὁ δὲ
ἀντεπέστειλεν ἄχθεσθαι ἐπὶ τοῖς παισίν, ἐπ’ ἐκείνῳ δὲ τὴν πᾶσαν ἐξουσίαν ποιεῖν. καὶ εἰ
μέν τι ἀνόσιον πεποιήκασιν, ἐπεξιέναι ὡς πατραλοίας, εἰ δὲ δρασμὸν ἐνενόησαν, ἄλλως νουθετήσαντα μηδὲν ἀνήκεστον διαπράξασθαι. συμβουλεύειν δ’ αὐτῷ περὶ
Βηρυτὸν συναγαγόντα συνέδριον, καὶ παραλαβόντα τοὺς ἡγεμόνας καὶ τὸν τῶν Καππαδοκῶν
βασιλέα Ἀρχέλαον καὶ ὅσους τῶν ἄλλων οἶδεν ἐπιφανεῖς ἀξιώμασί, μετ’ ἐκείνων τὸ δέον σκοπεῖν.

Ταύτην δεξάμενος τὴν ἐπιστολὴν ὁ Ἡρώδης ἐκάλει πρὸς τὸ συνέδριον οὓς ἐβούλετο,
Ἀρχέλαον δι’ ἔχθραν παραιτησάμενος, ἢ καὶ ἐναντιωθήσεσθαι νομίζων τῇ γνώμῃ αὐτοῦ. ἤδη δὲ συνηγμένων
τόν τε ἡγεμόνων καὶ τῶν ἄλλων, κατηγόρει τῶν παίδων ὁ βασιλεύς, καὶ τὰ δι’ αὐτῶν ἐκείνων γραφέντα
ὑπανεγίνωσκεν· 
 ἐν οἶς οὐδὲν ἐγέγραπτο ἕτερον ἢ ὅτι φυγεῖν βουλεύοιντο καὶ λοιδορίαι τινὲς εἰς αὐτὸν
ὀνείδη διὰ τὴν δύσνοιαν ἔχουσαι. καὶ τέλος εἰπὼν καὶ ἐκ τῆς φύσεως καὶ ἐκ τοῦ Καίσαρος αὐτῷ τὴν
ἐξουσίαν δοθῆναι, καὶ νόμον προσέθηκε πάτριον, ὃς ἐκέλευεν, εἴ του κατηγορήσαντες οἱ
γονεῖς ἐπιθεῖεν τὰς χεῖρας τῇ κεφαλῇ, τοὺς περιεστῶτας τοῦτον ὀφείλειν λιθολευστεῖν καὶ οὕτως
ἀποκτείνειν. ὅπερ ἔλεγε δύνασθαι καὶ αὐτὸς ἐν τῇ πατρίδι καὶ τῇ
βασιλείᾳ ποιεῖν, ἀνμεῖναι δὲ τὴν ἐκείνων κρίσιν. ταῦτα τοῦ Ἡρώδου εἰπόντος οἱ
συνεδριάζοντες τὴν ἐξουσίαν 
 
 ἐκύρουν αὐτῷ, τῶν νεανίσκων μηδὲ παρηγμένων εἰς τὸ συνέδριον καὶ τινὲς μὲν
κατεψηφίζοντο τῶν τοῦ Ἡρώδου υἱῶν, ἀλλ’ οὐ μέντοι καὶ κτείνειν, οἶ δέ γε πλείους καὶ θανάτῳ κολάζειν
αὐτοὺς ἀπεφαίνοντο. καὶ ἐπὶ τούτοις διελύετο τὸ συνέδριον. Ἡρώδης δὲ ἧκεν εἰς Τυρὸν καὶ
τοὺς παῖδας ἄγων. ὡς δὲ ἠλθον εἰς Καισάρειαν, μετέωροι πάντες ἤσαν, ποῖ κατὰ τοὺς νεανίας χωρήσειεν
ἐκδεχόμενοι· καὶ τοῖς μὲν γινομένοις ἐδυσχέραινον, οὐκ ἢν δὲ ἀκίνδυνον οὔτε τι ὑπὲρ ἐκείνων εἰπεῖν
οὔτ’ ἀκούειν ἑτέρου λέγοντος, ἀλλ’ ὀδυνηρῶς μέν, ἀναύδως δὲ τοῦ πάθους ἔφερον τὴν
ὑπερβολήν. 
 Στρατιώτης δέ τις ὄνομα Τηρῶν, υἱοῦ αὐτῷ καθ’ ἡλικίαν ὄντος
Ἀλεξάνδρῳ φίλου, πολλὰ καὶ πρὸς τὸ πλῆθος ἔλεγε, καὶ πρὸς τὸν βασιλέα δὲ παρρησιασάμενος μόνος μόνῳ ἐντυχεῖν ἠξίου. καὶ ἐνδόντος ποί ποτέ σοι ἔφη ὁ περιττὸς ἐκεῖνος νοῦς; τίς δὲ ἡ τῶν
φίλων καὶ συγγενῶν ἐρημία; εἶτα οὐ σκέψῃ τί τό πραττόμενον, εἰ δύο νεανίας ἐκ βασιλίδος σοι γυναικὸς
γενομένους εἰς πᾶσαν ἀρετὴν ἄκρους ἀναιρήσεις, σεαυτὸν ἐν γήρᾳ καταλιπὼν ἐφ’ ἐνὶ παιδὶ
καὶ συγγενέσιν ὧν αὐτὸς τοσαυτάκις κατέγνως θάνατον; οὐκ ἐννοήσεις ὅτι καὶ τῶν ὄχλων ἡ σιωπὴ διὰ
μέγεθος τοῦ πάθους ἐστί, καὶ πᾶσα ἡ στρατιὰ ἔλεον μὲν τῶν ἀτυχούντων, μῖσος δὲ τῶν ταῦτα
ἐξεργαζομένων 
 ἐσχήκασιν;” ἤκουε ταῦτα ὁ βασιλεὺς ἐν ἀρχῇ οὐκ ἀγνωμόνως. ὁ δὲ Τηρῶν
ἀμέτρῳ καὶ στρατιωτικῇ χρώμενος παρρησίᾳ τὸν Ἡρώδην ἐτάραξε. καὶ πρὸς τὴν τῶν στρατιωτῶν κεκίνητο
ἀγανάκτησιν, καὶ προστάττει τὸν Τήρωνα δήσαντας ἔχειν ἐν φυλακῇ. ἐπιτίθεται δὲ τῷ καιρῷ
καὶ Τρύφων τοῦ βασιλέως κουρεύς, εἰπὼν ὡς ἀναπείθοιτο πολλάκις ὑπὸ τοῦ Τήρωνος ξυρῷ
τὸν λαιμὸν τοῦ βασιλέως τεμεῖν· ἔσεσθαι γὰρ ἐν τοῖς πρώτοις τῷ Ἀλεξάνδρῳ. ταῦτα εἰπὼν καὶ αὐτὸς
συλλαμβάνεται. καὶ ἐν βασάνοις ἦσαν ὁ Τηρῶν τε καὶ ὁ παῖς αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ὁ κουρεύς. 
 διακαρτεροῦντος δ᾿ ἐν ταῖς βασάνοις τοῦ Τήρωνος, ὁρῶν ὁ παῖς τὸν πατέρα χαλεπῶς
διακείμενον, ἴφη μηνύσειν τῷ βασιλεῖ τὴν ἀλήθειαν, εἰ μέλλει ῥύσασθαι τῶν βασάνων τὸν πατέρα καὶ
ἑαυτόν. λαβὼν δὲ πίστεις, ἔλεγεν εἶναι συνθήκην ἐπιθέσθαι τῷ βασιλεῖ δι’ αὐτοχειρίας
τὸν Τἠρωνα. ταῦτα εἰπὼν ἐξαιρεῖται τὸν πατέρα τῆς ἀνάγκης. ὁ δ’ Ἡρώδης οὐδὲν ἔτι ἐνδοιάσιμον τῇ ψυχῇ
καταλελοιπὼς περὶ τὴν τεκνοκτονίαν, τέλος τῇ προαιρέσει ἐπέθετο. καὶ ἀχθέντες εἰς Σεβαστὴν
Ἀλέξανδρός τε καὶ Ἀριστόβουλος ἐπιτάξαντος τοῦ πατρὸς στραγγάλῃ ἀπηγχονήθησαν.
προαγαγὼν δ’ εἰς τὸ πλῆθος τριακοσίους τῶν ἡγεμόνων τοὺς ἐν αἰτίᾳ γενομένους καὶ τὸν Τήρωνα σὺν
 τῷ παιδὶ καὶ τὸν κουρέα κατηγόρει αὐτῶν· οὓς οἱ τοῦ πλήθους βάλλοντες
τοῖς παρατυχοῦσιν ἀπέκτειναν. 
 
 Ἀντιπάτρῳ δὲ κατεργασαμένῳ τοὺς ἀδελφοὺς ἐργωδεστέρα ἢν ἡ τῆς βασιλείας ἐπιτυχία, μίσους τῷ
ἔθνει φυέντος πρὸς αὐτόν, καὶ μάλιστα τῷ ὁπλιτικῷ. τέως δὲ συνῆρχε τῷ πατρὶ καὶ ἐπιστεύετο παρ’
αὐτοῦ. τὴν δὲ Ἀλεξάνδρου γυναῖκα Ἡρώδης πρὸς τὸν πατέρα ἀπέπεμψεν, ἔτρεφε δὲ τὰ τῶν
θανόντων τέκνα πάνυ ἐπιμελῶς. ἦσαν δὲ Ἀλεξάνδρῳ μὲν ἐκ Γλαφύρας ἄρσενες δύο, Ἀριστοβούλῳ δὲ ἐκ
Βερνίκης υἱοὶ τρεῖς καὶ δύο θυγάτρια. γέγονε δὲ τῶ βασιλεῖ καὶ ἐκ τῆς ἀρχιερέως θυγατρὸς Ἡρώδης
υἷός. ἐννέα γὰρ τῷ βασιλεῖ συνῴκουν γυναῖκες, πάτριον ὂν καὶ πλείοσι κατὰ ταὐτὸν συνοικεῖν. ἦσαν δὲ ἥ τε τοῦ 
Ἀντιπάτρου μήτηρ καὶ ἡ τοῦ ἀρχιερέως θυγάτηρ, ἐξ ἧς, ὡς εἴρηται, παῖς ἐγεννήθη αὐτῷ
ὁμώνυμος. ἢν δὲ καὶ ἀδελφοῦ παῖς αὐτῷ μία γεγαμημένη, καὶ ἀνεψιὰ σὺν αὐτῇ, ἐξαδέλφη δηλαδή· τὰς γὰρ
ἐξαδέλφας ἀνεψιὰς ἐκάλουν οἱ παλαιοί, ὡς ἔστιν εὑρεῖν πολλαχοῦ καὶ παρὰ τῷ Πλουτάρχῳ καὶ παρὰ ταῖς
 βίβλοις ταῖς νομικαῖς. ἦν δ’ ἐν ταῖς γυναιξὶν Ἡρώδου κἀκ τοῦ ἔθνους τῶν Σαμαρέων μία, ἧς
ἦσαν παῖδες Ἀντίπας τε καὶ Ἀρχέλαος καὶ θυγάτηρ Ὀλυμπιάς. καὶ Κλεοπάτρα δὲ Ἱεροσολυμῖτις ταῖς τούτου
γυναιξὶ συνηρίθμητο· καὶ ταύτης παῖδες Ἡρώδης καὶ Φίλιππος. καὶ Πάλλας δὲ ἦν ἐν ταῖς
αὐτοῦ γαμεταῖς, Φασάηλον πεποιημένη παῖδα αὐτῷ. καὶ ἐπὶ ταῖς λοιπαῖς
Φαίδρα καὶ Ἐλπὶς συνῴκουν αὐτῷ ἦσαν δὲ Ἡρώδῃ καὶ δύο θυγατέρες ἐκ Μαριάμ, καὶ ἐκ Φαίδρας δὲ καὶ
Ἐλπίδος ἔφυσαν αὐτῷ θυγατέρες Ῥωξάνη καὶ Σαλώμη.

Τοῦτο μὲν οὖν τὸ γένος Ἡρώδου· τὰ δὲ πράγματα πρὸς μόνον τὸν Ἀντίπατρον ἀφεώρων. καὶ ἢν
ἅπασι φοβερός, οὐ τοσοῦτον τῇ δυναστείᾳ ὅσον τῆ τῶν τρόπων κακότητι· μάλιστα δὲ αὐτὸν Φερώρας ἐθεράπευε καὶ ἀντεθεραπεύετο. ἠναντίωτο δὲ αὐτοῖς ἡ Σαλώμη, ἐναντίως ἀεὶ πρὸς τὴν τῆς
κηήσεως αὐτῆς σημασίαν διακειμένη· ἡ μὲν γὰρ εἰρήνης σημαντικὸν καὶ εἰρηνικὴν εἶναι τὴν οὕτω
κεκλημένην ἐδήλου, ἡ δὲ καὶ σφόδρα μάχιμος ἦν καὶ ἑτέρους 
 πρὸς μάχας καὶ στάσεις καὶ συγγενείας ἀλλοτρίωσιν διεγείρουσα.
αὕτη κατασκοποῦσα τὴν Ἀντιπάτρου καὶ Φερώρου οἰκείωσιν, ἔλεγε τῷ Ἡρώδῃ ἐπὶ κακῷ τῷ αὐτοῦ τὴν τούτων
γίνεσθαι εὔνοιαν. γνόντες οὑν ἐκεῖνοι τὴν τῆς Σαλώμης διαβολήν, ἐν τᾦ φανερῷ μὲν μῖσος 
 
 κατ᾿ ἀλλήλων καὶ λοιδορίας ἦσαν ἐπιτηδεύοντες, κεκρυμμένως δὲ τὴν πρὸς ἀλλήλους
ἐτήρουν ὁμόνοιαν. τὴν Σαλώμην δ᾿ οὐκ ἐλάνθανον, πάντα τε ἀνιχνεύουσαν καὶ τῷ βασιλεῖ ἀπαγγέλλουσαν
συνόδους λαθραίας συμπόσιά τε καὶ ἀνέκφορα βουλευτήρια. ὁ δὲ καὶ αὐτὸς τὰ πολλὰ συνίει.
Φαρισαῖοι δὲ τὴν γυναικωνίτιδα οἰκειούμενοι, ἄνθρωποι μέγα φρονοῦν- 
τες ἐπ᾿ ἀκριβώσει τοῦ πατρίου νόμου καὶ βασιλεῖ ἀντιπράττοντες, οἳ πάντων ὀμωμοκότων Καίσαρι
εὐνοεῖν καὶ τῷ βασιλεῖ Ἡρώδῃ αὐτοὶ οὐκ ἐπείσθησαν, ὄντες ὑπερεξακισχίλιοι, τῇ δὲ
γυναικὶ Φερώρου εὐνοοῦντες, προύλεγον Ἡρώδῃ τέλος τῆς ἀρχῆς κατεψηφίσθαι παρὰ θεοῦ, νεμηθῆναι δὲ
αὐτὴν Φερώρᾳ τε καὶ τοῖς ἐξ αὐτοῦ. οὐδὲ ταῦτα τὴν τῆς Σαλώμης μοχθηρίαν διέδρα, καὶ
αὐτίκα τῷ βασιλεῖ ἀπηγγέλλοντο. τῶν μὲν οὖν Φαρισαίων οἱ ἐπὶ τούτοις ἐληλεγμένοι ἀνῄρηντο, καὶ
εὐνοῦχος Βαγώας, Κᾶρός τέ τις ἐπὶ σώματος κάλλει διαπρεπὴς καὶ Ἡρώδου ὢν παιδικά, καὶ ἕτεροι τῶν
περὶ τὸν βασιλέα, ὡς 
 συνίστορες. εἶτα συνέδριον καθίσας ὁ βασιλεὺς τῆς Φερώρου γυναικὸς κατηγόρει καὶ
ἀπηρίθμει πολλὰ αἰτιάματα, καὶ τέλος πρὸς τὸν Φερώραν τὸν λόγον τρέψας “δεῖν” ἔλεγε “καὶ πρὶν
αὐτοκέλευστόν σε διὰ ταῦτα τὸ γύναιον ἀποπέμψασθαι. νῦν γοῦν εἰ τῆς ἐμῆς ἀντιποιῇ
συγγενείας, τὴν μετ᾿ αὐτῆς συμβίωσιν παραιτοῦ.” ὁ δὲ πρότερον θανεῖν αἱρεῖσθαι ἀπεκρίνατο ἢ ζῶν
ἀποστερεῖσθαι τῆς γυναικός. ἐντεῦθεν Ἡρώδης Ἀντιπάτρῳ καὶ τῇ ἐκείνου μητρὶ Φερώρᾳ συνομιλεῖν
ἀπηγόρευσεν ἢ ταῖς γυναιξὶ συνιέναι. οἱ δὲ κατετίθεντο, συνῄεσαν δὲ ἀλλήλοις καὶ
συνεκώ- μαζον ᾗ καιρός. Ἀντίπατρος δὲ τὴν ὀργὴν τοῦ πατρὸς
ὑφορώμενος γράφει τοῖς ἐν ῾Ρώμῃ φίλοις ἐπι- στέλλειν Ἡρώδῃ στέλλειν πρὸς Καίσαρα τὸν
Ἀντίπατρον. πέμπεται γοῦν εἰς ῥώμην μετὰ δώρων Ἀντίπατρος, φέρων καὶ διαθήκην Ἡρώδου αὐτῷ τὴν
 ἀρχὴν διδοῦσαν, εἰ δὲ φθάσει θανών, Ἡρώδῃ τῷ ἐκ τῆς ἀρχιερέως
γενομένῳ θυγατρός. Φερώραν δέ, μὴ ἀφιέντα τὴν γυναῖκα, ἀναχωρεῖν ἐπέταττεν ὁ Ἡρώδης. καὶ
ὃς ἐπί τὴν τετραρχίαν ἀπῆρεν, ὀμόσας οὐ πρότερον ἥξειν ἢ πύθοιτο τελευτῆσαι τὸν ἀδελφόν. ὥστε καὶ νοσήσαντος τοῦ βασιλέως κληθεὶς οὐχ ὑπήκουσεν, ἔνα μὴ παραβαίη
τὸν ὅρκον. Ἡρώδης δ’ ὕστερον Φερώρα νοσήσαντος ἧκε πρὸς ἐκεῖνον αὐτόκλητος, καὶ θανόντα
ἐτίμησεν. 
 Η δὲ Φερώρου τελευτὴ ἀρχὴ κακῶν Ἀντιπάτρῳ ἐγένετο, τιννυμένου τοῦ θείου τῆς ἀδελφοκτονίας
αὐτόν. ἀπελεύθεροι γὰρ δύο τῶν Φερώρᾳ τιμίων ἠξίουν Ἡρώδην μὴ ἐᾶσαι τὸν ἀδελφὸν
ἀνεκδίκητον φαρμάκῳ διαφθαρέντα. ταῦτα πιστὰ δοκοῦντα εἰς ἐξέτασιν τὸν βασιλέα ἐκίνησαν, καὶ
ἐβασανίζοντο γυναῖκες δοῦλαί τε καὶ ἐλεύθεραι. αἱ μὲν οὑν ἄλλαι 
ἐνεκαρτέρουν ἐχεμυθοῦσαι, μία δέ τις ἄλλο μὲν ἔφη οὐδέν, θεὸν δ’ ἐπεκαλεῖτο, τοιαύταις
ἀνάγκαις τὴν Ἀντιπάτρου μητέρα περιπεσεῖν, ὡς κακῶν αἰτίαν. τοῦτο εἰς πλείονα τὸν Ἡρώδην ἐκίνησεν
ἔρευναν· καὶ πάντα σφοδροτέραις βασάνοις αἱ γυναῖκες περιβληθεῖσαι πεποιήκασιν ἔκπυστα, τοὺς κώμους
 καὶ τὰς κρυπτὰς συνόδους, καὶ λόγους Ἀντιπάτρου πρὸς τὰς γυναῖκας γενομένους Φερώρου,
μῖσος πρὸς τὸν πατέρα, ὀλοφύρσεις πρὸς τὴν μητέρα, ὅτι ἐπὶ μήκιστον ἡ ζωὴ παρατέταται τῷ πατρί, ὡς
μηδ’ αἰσθέσθαι τῶν τῆς βασιλείας ἡδέων, εἴποτε αὐτῷ γένηται, διὰ γῆρας ἤδη αὐτῷ
ἐπικείμενον· καὶ ἄλλα δὲ πλείω καὶ τοῦ πατρὸς καθαπτόμενα αἱ γυναῖκες
ἔλεγον. τούτοις ἤδη καταγνοὺς Ἀντιπάτρου ὁ βασιλεὺς ἀφαιρεῖται μὲν τὴν ἐκείνου μητέρα
τὴν Δωρίδα τὸν περὶ αὐτὴν πάντα κόσμον ταλάντων ὄντα πολλῶν, αὐτὴν δὲ ἀποπέμπεται. μάλιστα δ᾿
ἐξώτρυνε κατὰ τοῦ υἱοῦ τὸν Ἡρώδην ἐπίτροπος ἐκείνου Ἀντίπατρος, ἄλλα τε κατειπὼν ἐν τῷ
βασανίζεσθαι καὶ ὅτι φάρμακον δοίη Φερώρᾳ, ἐντειλάμενος δοῦναί αὐτὸ τῷ πατρὶ παρὰ τὴν ἀποδημίαν
αὐτοῦ, ἵν εἴη ἀνύποπτος μὴ παρών, καὶ τοῦτο τὸν Φερώραν φυλάσσειν δοῦναι τῇ γυναικί. ἡ
γυνὴ δὲ ὡμολόγει, καὶ ἀπιοῦσα κομίσαι τὸ φάρμακον ἐκ τοῦ τέγους
ἔρριψεν ἑαυτήν, οὐ μὴν ἐτελεύτησε. καὶ ἀνακτηθεῖσαν ἠρώτα πάλιν ὁ βασιλεύς ἡ δὲ ὤμοσε πάντα ἐρεῖν ὡς
ἐπέπρακτο. καὶ λαβεῖν ἔφη τὸ φάρμακον παρὰ τοῦ ἀνδρός, ἡτοιμασμένον ἐπ’ αὐτὸν τὸν
πατέρα ὑπ’ Ἀντιπάτρου. νοσήσαντος δὲ Φερώρα, ἐπεὶ ἐλθὼν αὐτὸς ἐθεράπευε τὸν ἀδελφόν, ὁρῶν σου τὴν
εὔνοιαν ἐκεῖνος “πρὸς ἐμέ ἔφη ‘‘κόμισον, ὦ γύναι, τὸ φάρμακον, καὶ κατάκαυσον ἐπ’ ὄψει ἐμῇ.” κἀγὼ
αὐτίκα ὡς ἐκεῖνος ἐνετέλλετο ἔπραττον, τὸ μὲν πλεῖστον πυρὶ παραδοῦσα, ἑαυτῇ δ᾿ ὑπολειπομένη ὀλίγον, ἵν αὐτῷ χρησαίμην, εἰ μεταστάντος Φερώρα
κακά μοι παρὰ σοῦ ἀπαντᾷ. παρῆγε δὲ εἰς τό μέσον τὴν πυξίδα τε καὶ τὸ φάρμακον. κατηγορεῖτο δὲ καὶ ἡ
τοῦ βασιλέως γυνή, ἡ τοῦ ἀρχιερέως θυγάτηρ, ὡς συνίστωρ ἁπάντων· ἣν αὐτίκα ἐξέβαλε, καὶ
τὸν υἱὸν αὐτῆς ἀπήλειψε τῶν διαθηκῶν, εἰς τὸ βασιλεῦσαι μεμνημένων ἐκείνου. καὶ τὸν πενθερὸν Σίμωνα
τὸν τοῦ Βοηθοῦ τὴν ἀρχιερωσύνην ἀφείλετο, ἕτερον δὲ καθιστᾷ τὸν τοῦ Θεοφίλου 
Ματθίαν.

Ἐν τούτῳ δὲ ἀπελεύθερος Ἀντιπάτρου Βάθυλος 
 
 ἀπὸ Ῥώμης παρῆν φάρμακον κομίζων τῆ τοῦ Ἀντιπάτρου μητρὶ καὶ Φερώρᾳ· ὃς ἐξεταζόμενος
ἔλεγε πεμφθῆναι αὐτό, ἵν εἰ μὴ τὸ πρότερον ἅπτοιτο τοῦ πατρός, τούτῳ γοῦν κατεργασθείη. ἐπεφέρετο δὲ
καὶ γράμματα παρὰ τόν ἐν Ῥώμῃ τῷ Ἡρώδῃ φίλων, 
κατηγορίαν ποιούμενα Ἀρχελάου καὶ Φιλίππου, ἐν Ρώμῃ διαγόντων ἐπὶ μαθήμασιν, ὡς τάχα τὸν πατέρα
κατηγορούντων ἐπὶ τῷ φόνῳ τῶν ἀδελφῶν, καὶ δεδοικότων καὶ περὶ ἑαυτοῖς. ταῦτα δὲ μεγάλων μισθῶν τῷ
Ἀντιπάτρῳ ἐπράττετο. Ἡρώδης δ’ ἐπικρυψάμενος τὴν ὀργὴν ἐκέλευε μὴ βραδύνειν· καὶ τῇ
μητρὶ αὐτοῦ μέμψεις ἐπάγων, ἐπηγγέλλετο ἀναθήσεσθαι ταύτας αὐτῷ,
ὁπότε ἀφίκοιτο. τούτοις τοῖς γράμμασι περὶ Κιλικίαν ἐνέτυχεν. ἐν Τάραντι δὲ τὴν Φερώρου μαθὼν
τελευτὴν δεινῶς ἤνεγκεν, οὐ δι’ εὔνοιαν, ἀλλ’ ὅτι μὴ φθάσας, ὡς ὑπέσχετο, τὸν Ἡρώδην
ἀναιρῆσαι, ἀπέθανε. καταχθεὶς δὲ εἰς τὸν λεγόμενον Σεβαστὸν λιμένα, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ καίσαρος οὕτω
καλούμενον, ἐν προύπτοις ἣν ἤδη τοῖς κακοῖς, μή τινος αὐτῷ προσιόντος μήτε προσαγορεύοντος. παρῆν δ’ ἐν Ἱεροσολύμοις, Οὐάρου τοῦ τῆς Συρίας ἡγεμονεύοντος συνεδρεύοντος Ἡρώδῃ,
κληθέντος ἐπὶ συμβουλῇ περὶ τῶν ἐνεστηκότων. καὶ εἰσῄει τὰ βασίλεια πορφυρίδα ἔτι φορῶν. οἱ γοῦν ἐπὶ
ταῖς θύραις δέχονται μὲν τὸν Ἀντίπατρον, τοὺς δὲ φίλους ἀνείργουσιν. ἐθορυβεῖτο δὲ ἤδη
κατανοῶν οἷ ἐληλύθει, ἐπεὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτὸν ἀσπάσασθαι προσιόντα
ἀπώσατο, ἀδελφοκτόνον τε καλῶν καὶ ἐπίβουλον αὐτοῦ τῇ ζωῇ, ἀκροατήν τε τούτων καὶ δικαστὴν ἔσεσθαι
τὴν αὔριον τὸν Οὔαρον ἔλεγε. καὶ ὁ μὲν ἐπὶ τοιούτοις κακοῖς ᾤχετο, ὑπαντῶσι δ’ αὐτῷ ἥ
τε μήτηρ καὶ ἡ γυνή, αὕτη δὲ ἣν παῖς Ἀντιγόνου τοῦ πρὸ Ἡρώδου βασιλεύσαντος· παρ’ ὧν
ἅπαντα ἐκμαθὼν πρὸς τὸν ἀγῶνα παρεσκευάζετο. τῇ δ’ ἐξῆς συνήδρευον Ἡρώδης καὶ Οὔαρος, συνῆλθον δὲ
καὶ οἶ ἀμφοῖν φίλοι καὶ οἱ συγγενεῖς Ἡρώδου καὶ οἱ μηνυταὶ τῶν Ἀντιπάτρῳ μελετωμένων καὶ
δοῦλοι μητρῷοι τοῦ Ἀντιπάτρου, ἐπιστολὴν φέροντες αὐτῆς μὴ
ἐπανήκειν, ὡς πάντων τῷ πατρὶ ἐκπύστων γενομένων, μόνην τε ἂν καταφυγὴν αὐτῷ λείπεσθαι Καῖσαρα καὶ
τὸ μὴ γενέσθαι τῷ πατρὶ ὑποχείριον. Ἀντιπάτρου δὲ προσπεσόντος τῷ πατρὶ καὶ δεομένου
ἀκροάσασθαι αὐτοῦ καὶ οὕτω ψηφίσασθαι, τοῦτον μὲν εἰς μέσον ἀπάγειν ἐκέλευσεν, αὐτὸς δὲ ὠλοφύρατο
τὴν τῶν παίδων διάθεσιν καὶ ὅτι τὸ γῆρας αὐτοῦ περιέστηκεν εἰς Ἀντίπατρον, τεθηπέναι τε ἔλεγεν ὅπως Ἀντίπατρος ἐπὶ τοιαῦτα χωρήσειε, διάδοχος μὲν τῆς ἀρχῆς γεγραμμένος, ζῶντος δ’ αὐτοῦ
τὰ πάντα δυνάμενος, καὶ ἀντὶ τούτων πρὸς τὸν αὐτοῦ φόνον ἐρεθίζων
τοὺς συγγενεῖς. ταῦθ’ ἅμα λέγων εἰς δάκρυα τρέπεται. καὶ Νικόλαος ὁ Δαμασκηνὸς τοῦ
βασιλέως ἐπιτρέψαντος κατηγόρει τοῦ Ἀντιπάτρου, πάντα ἐξῆς διηγούμενος. πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι κατ’
Ἀντιπάτρου αὐτεπάγγελτοι ἔλεγον. Οὔαρος δὲ Νικολάου παυσαμένου τῶν λόγων ἐκέλευε τὸν ἀντίπατρον
ἀπολογεῖσθαι. ὁ δ’ ἐπὶ στόμα ἔκειτο ἀνατετραμμένος, τὸν θεὸν ἐπικαλούμενος
ἐπιμαρτυρῆσαι αὐτῷ μηδὲν ἀδικεῖν. ὡς δ’ οὐδὲν παρ’ Ἀντιπάτρου ἐλέγετο πλὴν τῆς ἀνακλήσεως τοῦ θεοῦ,
τὸ φάρμακον εἰς τὸ μέσον ἐνεχθῆναι ἐκέλευσε. καὶ κομισθέντος, τῶν ἐπὶ
θανάτω τις ἑαλωκότων πίνειν κεκέλευστο, καὶ πιὼν εὐθὺς ἔθανε. καὶ Οὔαρος ἐξαναστὰς
ἀπῄει τοῦ συνεδρίου, Ἡρώδης δὲ αὐτίκα ἔδησε τὸν Ἀντίπατρον, καὶ εἰς Ῥώμην ὡς Καίσαρα
γράμματα πέμπει περὶ αὐτοῦ.

Ἑάλω δὲ τότε καὶ ἐπιστόλιον ὑπ’ Ἀντιφίλου σταλὲν πρὸς Ἀντίπατρον, φράζον ‘‘ἔπεμψά σοι τὴν
παρὰ Ἀκμῆς ἐπιστολήν, μὴ φεισάμενος τῆς ἐμῆς ψυχῆς. οἶσθα γὰρ ὅτι αὖθις κινδυνεύω ὑπὸ
δύο οἰκιῶν, εἰ γνωσθείην. σὺ δ’ εὐτυχοίης περὶ τὸ πρᾶγμα.” ὁ δὲ
βασιλεὺς καὶ τὴν ἑτέραν ἐζήτει ἐπιστολήν. καὶ ὁ τοῦ Ἀντιφίλου δοῦλος
μὴ λαβεῖν ἑτέραν ἀπισχυρίζετο. ἰδὼν δέ τις τὸν ἐντὸς τοῦ δούλου χιτῶνα ὑπερραμμένον, 
εἴκασεν ἐκεῖ κεκρύφθαι τὸ γραμμάτιον· καὶ εἶχεν οὕτως. λαμβάνουσιν οὖν τὴν ἐπιστολὴν δηλοῦσαν ὡς
“Ἀκμὴ Ἀντιπάτρῳ. ἔγραψα τῷ πατρί σου οἵαν ἤθελες ἐπιστολήν, καὶ ἀντίγραφον ποιήσασα τῆς πρὸς τὴν
ἐμὴν κυρίαν ὡς παρὰ Σαλώμης ἐσταλμένης, ἔπεμψα, ὅ ἐπελθὼν οἶδα ὡς τιμωρήσεται Σαλώμην.”
ἡ δὲ πρὸς Ἡρώδην ἐπιστολὴ τοιάδε ἦν “ἔργον ἔργον ἐγὼ ποιουμένη μηδέν σε λανθάνειν τῶν κατὰ σοῦ
γινομένων. εὑροῦσα ἐπιστολὴν Σαλώμης πρὸς τὴν ἐμὴν κυρίαν κατὰ
σοῦ, τὸ ἀντίγραφόν σοι αὐτῆς ἔστειλα, ἐπικινδύνως ἐμοί, ὠφελίμως δὲ σοί. ἦν δὲ ἡ Ἀκμὴ
Ἰουδαία τὸ γένος, ἐδούλευε δὲ Ἰουλίᾳ τῇ Καίσαρος γυναικί, καὶ ἔπρασσε ταῦτα χρήμασι πολλοῖς ὠνηθεῖσα
ὑπ’ Ἀντιπάτρου. Ἡρώδης δὲ ὥρμησε μὲν εὐθὺς ἀνελεῖν τὸν Ἀντίπατρον ὡς κύκηθρον μεγάλων 
πραγμάτων, ἐξώτρυνε δὲ αὐτὸν ἡ Σαλώμη στερνοτυπουμένη καὶ κτείνειν αὐτὴν ἀξιοῦσα, εἰ εὕροι πίστιν
τινὰ ἐπὶ τοῖς κατ’ αὐτῆς ἀξιόχρεων, κατασχὼν δ’ ἑαυτὸν μετεπέμψατο τὸν υἱόν, κελεύων ἀντειπεῖν μηδὲν
ὑπιδόμενον. ὁ δὲ Ἀντιφίλῳ τὴν πάντων 
 
 αἰτίαν ἀνετίθει. Ἡρώδης δ᾿ αὖθις γράμματα πρὸς Καίσαρα ἔστειλεν ἐπὶ κατηγορίᾳ τοῦ
Ἀντιπάτρου, δηλοῦντα καὶ ὅσα ἡ Ἀκμὴ συγκακουργήσασα εὕρητο· ἔστειλε
δὲ καὶ τῶν ἐκείνης ἐπιστολῶν τὰ ἀντίγραφα. 
 
 Εἰς νόσον δὲ μεταξὺ ὁ βασιλεὺς ἐμπεσὼν διαθήκας γράφει, τῷ νεωτάτῳ τῶν υἱῶν τὴν βασιλείαν
διδούς, μίσει τῷ πρὸς Ἀρχέλαον καὶ Φίλιππον ἐκ τῶν Ἀντιπάτρου διαβολῶν. ἀπεγνωκὼς δὲ βιῶναι ἔτι περὶ
ἔτος ὢν ἑβδομηκοστὸν ἐξηγρίωτο· αἴτιον δ᾿ ἦν ὅτι καταφρονεῖσθαι ἐδόκει καὶ ἥδεσθαι
πάντας ἐπὶ τοῖς αὐτοῦ δυστυχήμασιν. εἰς τοῦτο δ᾿ ἐκ τοιοῦδε παρώρμητο. πολλὰ παρὰ τὸν νόμον Ἡρώδῃ
πεποίητο, ὣν ἓν ἦν καὶ ὁ παρὰ τὸν μέγαν τοῦ ναοῦ πυλῶνα ἀνατεθεὶς χρυσοῦς ἀετός. κωλύει δὲ ὁ νόμος
εἰκόνων 
 ἀναθέσεις ἢ ζῷων ἐπιτηδεύεσθαι. τοῦτον τὸν ἀετὸν Ἰούδας καὶ Ματθίας Ἰουδαίων λογιώτατοι
καὶ δήμῳ προσφιλεῖς διὰ παιδείαν τῶν νεωτέρων κατασπᾶν. κἂν γάρ τινι κίνδυνος διὰ τοῦτο γένηται,
ἔλεγον, μακάριός ἐστιν ἐκεῖνος ὑπὲρ τῶν νόμων θανούμενος. τοιούτοις οὖν λόγοις
ἐπαλειφόντων τὴν νεότητα, γίνεται λόγος τεθνάναι τὸν βασιλέα. καὶ αὐτίκα μεσούσης ἡμέρας κατέσπων
τὸν ἀετὸν καὶ συνέκοπτον τοῖς πελέκεσι. συλλαμβάνονται τοίνυν καὶ τῶν νέων πολλοὶ καὶ Ἰούδας καὶ
Ματθίας οἱ τοῦ τολμήματος εἰσηγηταὶ καὶ ἀλεῖπται τῶν τοῦτο ἐργασαμένων, καὶ ἀυήχθησαν
πρὸς Ἡρώδην. ὁ δὲ ἤρετο εἰ ἐτόλμησαν καθελεῖν αὐτοῦ τὸ ἀνάθημα. καὶ
οἱ ἄνδρες “πέπρακται” εἶπον, “καὶ θαυμάζειν οὐ χρὴ εἰ τῶν σῶν δογμάτων τοὺς νόμους οὓς Μωυσῆς ἡμῖν
 καταλέλοιπεν ἐκ θεοῦ διδαχθεὶς προτιμώμεθα.” τοὺς μὲν οὖν δεδεμένους ἔπεμψεν εἰς
Ἱεριχώ, καλέσας δὲ τοὺς ἐν τέλει τῶν Ἰουδαίων, κατακεκλιμένος ἐν κλι- νιδίῳ τῶν εἰς
αὐτοὺς εὐποιιῶν ἀνεμίμνησκε καὶ τῆς δομήσεως τοῦ ναοῦ, καὶ κατεβόα ὅτι καὶ ἔτι ζῶντα ἐξυβρίζοιεν
καθαιροῦντες τὰ αὐτοῦ ἀναθήματα, ὡς δοκεῖν μὲν αὐτὸν ὑβρίζειν, κατὰ δέ γε τὸ ἀληθὲς ἱεροσυλεῖν. οἱ δὲ δεδιότες τὴν ἐκείνου ὠμότητα, τοὺς τοῦτο
τολμήσαντας ἀξίους εἶναι κολάσεως ἔφασκον. καὶ ὁ βασιλεὺς τοῖς μὲν ἄλλοις πρᾳότερον προσεφέρετο,
Ματθίαν δὲ τὸν ἀρχιερέα τὴν τιμὴν ἀφελόμενος, ἕτερον εἰς τὸ
ἱερᾶσθαι κατέστησεν, Ἰώζαρον ἀδελφὸν γυναικὸς ἰδίας· Ματθίαν δὲ τὸν τὴν στάσιν
ἐγείραντα καί τινας τῶν στασιαστῶν κατέκαυσε ζώντας.

Ἡ μέντοι νόσος ἐπὶ μᾶλλον ἐκείνῳ ἐνεπικραίνετο, δίκην ὣν παρηνόμησε τίνοντι. πῦρ γὰρ
μαλθακὸν τὰ ἐντὸς ἐκάκου αὐτοῦ, καὶ τῶν ἐντέρων ἤσαν ἑλκώσεις, εἰς, καὶ μάλιστα τοῦ κόλου ἀλγήματα, καὶ φλέγμα περὶ τοὺς πόδας ὑγρόν τε καὶ διαυγές, τοῦ
ἤτρου τε κάκωσις καὶ τοῦ αἰδοίου σῆψις γεννῶσα σκώληκας, καὶ ἐπὶ τούτοις ὀρθόπνοια τῇ τε ἀποφορᾷ
ἀηδὴς καὶ τῷ τοῦ ἄσθματος συνεχεῖ, καὶ σπασμοὶ περὶ πᾶν μέλος αὐτοῦ ἐγίνοντο. ὁ δὲ καὶ
οὕτω κακῶς διακείμενος ἐν ἐλπίδι ζωῆς ἢν, οὐδὲ ἀποτετραμμένοις κεχρῆσθαι ἀπαναινόμενος. περάσας δὲ
καὶ τὸν Ἰορδάνην τοῖς κατὰ Καλλιρρόην ἐχρῆτο θερμοῖς, ἃ σὺν τῇ λοιπῇ ἀρετῇ τυγχάνει καὶ πότιμα. ἔνθα
εἰς πύελον ἐλαίου πλέων παρὰ τῶν ἰατρῶν ἐμβληθεὶς ἔδοξεν ἐκλιπεῖν. ἀνενεγκὼν δὲ εἰς
Ἱεριχοῦντα κεκόμιστο, ἔνθα μέλαινα αὐτὸν ἐπὶ πᾶσιν ᾕρει χολή. 
 
 Τελευτῶν δὲ ἀνοσίαν πρᾶξιν ἐπινοεῖ. προστάγματι γὰρ αὐτοῦ ἐκ παντὸς τοῦ ἔθνους τῶν
ἐντιμοτέ- 
 
 ρων ἀφικομένων ἐκεῖ, συγκλείσας πάντας ἐν τῷ ἱπποδρόμῳ τῇ ἀδελφῇ Σαλώμῃ καὶ τῷ ἀνδρὶ
αὐτῆς Ἀλεξᾷ ἐνετέλλετο 5 ἐπὰν αὐτὸς ἀφῇ τὴν ψυχήν, τοὺς καθειργμένους ἅπαντας ἀνελεῖν, ἔνα μὴ
ἐφήδοιντό μου” λέγων‘ οἱ δῆμοι τῇ τελευτῇ, μηδ’ ἐπικροτοῖεν, ἀλλ’ ἑκάστων θρηνούντων
τοὺς ἑαυτῶν οὕτως καὶ αὐτὸς δόξω θρηνεῖσθαι καὶ πολλοῖς ἡ ἔξοδός μου τιμηθείη τοῖς δάκρυσι.” καὶ ὁ
μὲν ἐπέσκηπτε ταῦτα δακρύων καὶ ποτνιώμενος, οἱ δὲ μὴ παραβήσεσθαι τὴν ἐντολὴν
ἐπηγγέλλοντο. 
 Εν τούτοις γράμματα ὑπὸ τῶν ἐν Ῥώμῃ ἀπεσταλμένα κεκόμιστο, τήν τε Ἀκμὴν ἀνῃρημένην δηλοῦντα
 καὶ τὰ περὶ τὸν Ἀντίπατρον τῇ τοῦ πατρὸς γνώμῃ ἀνατιθέμενα. τούτων
ἀκούσας Ἡρώδης ἥσθη καὶ βραχύ τι ἀνήνεγκε. τῶν δ’ ἀλγηδόνων εἶς μέγα ἠρμένων ἀπείχετο
μὲν σιτίων, μῆλον δ᾿ αἰτήσας καὶ μάχαιραν γνώμης ἢν ἑαυτὸν ἀναιρήσων. καὶ πέπραχεν ἂν τὸ ἐνθύμημα,
εἰ μή τις αὐτοῦ προγνοὺς κατέσχε τὴν δεξιάν. καὶ μέγα ἀνακραγόντος οἰμωγή τε ἦν καὶ
θόρυβος μέγας ὡς οἰχομένου τοῦ βασιλέως. καὶ ὁ Ἀντίπατρος ὡς ἤδη θανόντος ἀνεθάρσησε, καὶ τῷ
δεσμοφύλακι ἀφεῖναι αὐτὸν ἠξίου μεγάλα ὑπισχνούμενος. ὁ δὲ τῷ βασιλεῖ γνωρίζει τὴν ἐκείνου διάνοιαν.
καὶ ὃς ἀνεβόησέ τε καὶ πέμπει τινὰς τοὺς 
 αὐτίκα κτενοῦντας αὐτόν. μεταποιεῖ δὲ αὖθις τὰς διαθήκας, Ἀντίπᾳ μὲν τετραρχίαν διδοὺς
Γαλιλαίαν τε καὶ Περαίαν, Ἀρχελάῳ δ’ ἀπονέμων τὴν βασιλείαν, τὴν δὲ Γαυλανῖτιν καὶ Τραχωνῖτιν καὶ
Βαταναίαν καὶ Πανεάδα Φιλίππῳ παιδὶ μὲν αὐτοῦ, Ἀρχελάου δὲ ἀδελφῷ γνησίῳ τετραρχίαν
ἀποκληρῶν, Ἰάμνειαν δὲ καὶ Ἄζωτον καὶ Φασαηλίδα Σαλώμῃ τῇ ἀδελφῇ χαριζόμενος. ταῦτα πράξας, καὶ
Καίσαρι καὶ τῇ ἐκείνου γαμετῇ Ἰουλίᾳ δωρεὰς πολυταλάντους καταλιπών, ἡμέρᾳ πέμπτῃ μεθὸ
Ἀντίπατρον κτείνειε τελευτᾷ, βασιλεύσας μεθὸ μὲν ἀνεῖλεν Ἀντίγονον ἔτη τέσσαρα καὶ τριάκοντα, μεθὸ
δ᾿ ὑπὸ ῾Ρωμαίων ἀπο δέδεικτο βασιλεὺς ἑπτὰ καὶ τριάκοντα. 
 
 Σαλώμη δὲ καὶ Ἀλεξᾶς, πρὶν ἔκπυστον γενέσθαι τὸν αὐτοῦ θάνατον, τοὺς ἐν τῷ ἱπποδρόμῳ
κατακεκλεισμένους ἐκπέμπουσι, λέγοντες τὸν βασιλέα κελεύειν ἀπιοῦσιν αὐτοῖς ἐπὶ τοὺς ἀγροὺς νέμεσθαι
τὰ οἰκεῖα. καὶ μεγίστη αὕτη εὐεργεσία παρ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἔθνος ἐγένετο. εἶτα ὁ θάνατος
τοῦ βασιλέως δεδημοσίευτο, καὶ αἱ διαθῆκαι ἀνεγινώσκοντο, τὴν βασιλείαν ἀποκληροῦσαι τῷ υἱῷ Ἀρχελάῳ.
Πτολεμαῖος δὲ τὸν σημαντῆρα τοῦ βασιλέως πεπιστευμένος δακτύλιον οὐκ ἄλλως ἔλεγε κυροῦσθαι τὰς
διαθήκας 
 ἢ διὰ Καίσαρος. βοὴ δὲ ἦν εὐθὺς εὐφημούντων Ἀρ- χέλαον βασιλέα. καὶ ἐπὶ τούτοις ἡ τοῦ βασιλέως ἐκφορὰ ἐτελεῖτο
πολυτελῶς.

Καὶ Ἡρώδης μὲν οὕτως ἀπέτισε τὸ χρεών, Ἀρχέλαος 
 
 δὲ εἰς τὸ ἱερὸν ἀνελθὼν καὶ εὐφημηθεὶς ἐπὶ θρόνου τε καθίσας χρυσοῦ
ἐδεξιοῦτο τὸ πλῆθος. τοῦ μέντοι στρατεύματος καὶ τὸ διάδημα περιτιθέντος αὐτῷ, οὐκ
ἐδέξατο, εἰ μὴ πρότερον Καῖσαρ τὰς πατρικὰς διαθήκας ἐπικυρώσειε· καὶ θύσας ἐπ᾿ εὐωχίαν
ἐτράπετο. 
 
 Συνελθόντες οὖν τῶν Ἰουδαίων τινὲς Ματθίαν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ κολασθέντας ὑπὸ Ἡρώδου διὰ τὴν τοῦ χρυσοῦ ἀετοῦ κατάσπασιν ὠλοφύροντο, ἐπὶ μέγα τὴν οἰμωγὴν αἴροντες· συνόδου τε
αὐτοῖς γενομένης ἠξίουν τοὺς ὑφ᾿ Ἡρώδου τιμωμένους κολάσαντα τὸν Ἀρχέλαον ἐκδικῆσαι τοὺς τεθνεῶτας,
καὶ πρὸ τῶν ἄλλων τὸν ἀρχιερέα παῦσαι, ἕτερον δὲ καταστήσασθαι νομιμώτερον. τούτοις
Ἀρχέλαος καίπερ ἀχθόμενος τὴν ὁρμὴν αὐτῶν ἐπέχων ἐπένευε καὶ τὸν στρατηγὸν τῷ πλήθει διαλεξόμενον
ἔστειλεν, ὡς οὐ νῦν τούτων καιρός, ἀλλ᾿ ὅταν αὐτῷ ἡ ἀρχὴ βεβαιωθῇ ἐπινεύσει τοῦ Καίσαρος. οἶ δὲ βοῶντες καὶ θορυβοῦντες οὐκ εἴων λέγειν τὸν στρατηγόν,
οὐδέ του ἄλλου ἠνείχοντο ἐπὶ σωφρονισμῷ καὶ ἀποτροπῇ τῶν στάσεων ὡρμημένου λέγειν αὐτοῖς. ἄρτι δὲ
τῆς τῶν ἀζύμων ἑορτῆς ἐνεστηκυίας, καὶ πλήθους πάντοθεν συρρεύσαντος εἰς τὸ ἱερόν, ἐπὶ μέγα τὴν
στά- 
 σιν ἐξᾶραι προεθυ μοῦντο. ὅ δείσας Ἀρχέλαος χιλίαρ- χον μετὰ σπείρας ἐξέπεμψε τὴν ὁρμὴν
καταστελοῦντα τοῦ δήμου τοῦ στασιάζοντος. καὶ οἶ στασιασταὶ πα- παραχρῆμα ἐπὶ τοὺς στρατιώτας
ὡρμήκασι καὶ κατέ- λευσαν τοὺς πλείστους αὐτῶν, ὀλίγοι δέ τινες καὶ ὁ 
 χιλίαρχος τραυματίαι διέφυγον. Ἀρχέλαος δὲ συνι- δὼν ὡς εἰ μὴ τὸ τῆς
πληθύος Sρμημα κωλυθῆ̣, εἰς μέγα κακὸν τὰ τῆς στάσεως ἀποβήσεται, ἐκπέμπει πᾶν τὸ στρατόπεδον· καὶ
εἰς μὲν τρισχιλίους ἀνῃρἐ- ἀνῃρέθησαν, οἶ δέ γε λοιποὶ ἐπὶ τὰ ὄρη διεσκεδάσθησαν. 
καὶ κήρυγμα γέγονε πάντας ἀναχωρεῖν ἐπὶ τὰ οἰ- κεἴα· οἶ δὲ τὴν ἑορτὴν λιπόντες ἀπῄεσαν. 
 Ἀρχέλαος δὲ ἐπί Ρώμην ἐξέπλει σὺν τῇ μητρί, Φιλίππῳ τῷ ἀδελφῷ πιστεύσας τὰ πράγματα ’
συνεξ- συνεξῄει δὲ αὐτῷ καὶ Σαλώμη ἡ ἀδελφὴ Ἡρώδου. καὶ Ἀντίπας δὲ ὁ ‘Πρώδου υἱὸς
ἑτέρωθεν ἐπὶ Ρώμην ὥρ- μητο, καὶ αὐτὸς τῆς βασιλείας ἀντιληψόμενος, ὡς ἐν προτέραις διαθήκαις καταγεγραμμένης αὐτῷ ’ ἐπτέ- ρου δὲ τοῦτον πρὸς τὰς ἐλπίδας Σαλώμη.
ἐπεὶ δὲ εἰς ῥώμην ἀφίκοντο καὶ παρέστησαν Καίσαρι, οἶ μὲν ὑπὲρ Ἀρχελάου τοὺς λόγους
πεποίηντο, οἱ δὲ ὑπὲρ Ἀντίπᾳ, τοῦ Ἀρχελάου κατηγοροῦντες. Καῖσαρ δὲ μᾶλλον ὑπὲρ Ἀρχελάου ῥοπὴν
ἐδείκνυ. 
 Ἐν τούτοις δὲ ἀγγέλλεται Καίσαρι τὸ τῶν Ιου- δαίων ἔθνος στασιάσαν καὶ τοὺς ἐκεῖ Ῥωμαίους
πο- λιορκοῦν. κατὰ γὰρ τὴν τῆς πεντηκοστῆς ἑορτὴν μυριάδων πολλῶν συναθροισθεισῶν
πανταχόθεν, ὑπ’ αὐτῶν οἱ Ῥωμαῖοι συγκατεκλείσθησαν καὶ αὐτὸς Σα- βῖνος· στρατηγὸς δὲ ἦν οὗτος
Ῥωμαίων. καὶ μάχη ἦν καρτερά, καὶ οἶ‘ρωμαῖοι ἐκράτουν. περιοδεύσαν- τες οὑν οἶ
Ἰουδαῖοι ἐπὶ τὰς στοὰς ἀνῆλθον τὰς ἔξω τοῦ ἱεροῦ, κἀντεῦθεν ἐξ
ὑπερδεξίων βάλλοντες με- γάλα ἔβλαπτον τοὺς Ῥωμαίους. οἶ δὲ πῦρ ταῖς στοαῖς ἐνιᾶσι καὶ
τοῦτο ὑπέτρεφον ὕλαις ἐγείρειν φλόγα πεφυκυίαις· καὶ ταχὺ ἥπτετο τοῦ ὀρόφου, καὶ οἶ ἐπὶ τῶν στοῶν οἶ
μὲν τῷ ὀρόφῳ καταρρηγνυμένῳ συγκατεφέροντο, τοὺς δὲ περισταδὸν ἔβαλλον οἶ πολέμιοι, οἶ
δὲ εἰς τὸ πῦρ ἐνίεσαν ἑαυτούς, οἶ δὲ τοῖς ἑαυτῶν ἐκτείνοντο ξίφεσιν, ἐσώθη τε τῶν ἐν ταῖς στοαῖς
ἀνελθόντων οὐδ’ ὁστισοῦν. καὶ οἱ Ῥωμαῖοι ἐκράτουν τοῦ ἱεροῦ θησαυροῦ, καὶ πολλὰ μὲν ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν διήρπαστο, Σαβῖνος δὲ εἰς τὸ φανερὸν 
τετρακόσια περιέσωσε τάλαντα. οἵ γε μὴν περιλελειμμένοι τῶν μαχομένων τὸ βασίλειον περισχόντες πῦρ
αὐτῷ ἐμβαλεῖν ἠπείλουν καὶ ἅπαντας κτεῖναι, εἰ δ᾿ ἀπίοιεν,
ἄδειαν τοῖς Ῥωμαίοις ἐπηγγέλλοντο καὶ Σαβίνῳ· καὶ πολλοὶ τῶν βασιλικῶν πρὸς αὐτοὺς
ηὐτομόλησαν. Ῥοῦφος δὲ καὶ Γράτος, τρισχιλίους τοῦ Ἡρώδου στρατεύματος ἔχοντες ἄνδρας ἐρρωμένους
τοῖς σώμασι, Ῥωμαίοις προστίθενται. Ἰουδαῖοι δὲ οὐ μεθίεντο τῆς πολιορκίας, καὶ ὁ Σαβῖνος ἐκαρτέρει
 πολιορκούμενος. 
 Ἐπὶ τούτοις καὶ ἕτεροι θόρυβοι τὴν Ἰουδαίαν κατέλαβον. Ἰούδας γὰρ Ἐζεκίου τοῦ ἀρχιλῃστοῦ
υἷός τοῦ ὑφ’ Ἡρώδου μεγάλοις ληφθέντος πόνοις, συστησάμενος πλῆθος τῷ περὶ Σέπφωριν τῆς Γαλιλαίας
 ἐπέδραμε βασιλείῳ, καὶ τῶν ἐκεῖ κρατήσας ὅπλων ὥπλισε τοὺς περὶ αὐτόν, φοβερός τε
ἅπασιν ἦν. ἀλλὰ καὶ Σίμων, δοῦλος μὲν Ἡρώδου τοῦ βασιλέως, ἀνὴρ δ᾿
εὐπρεπὴς καὶ μεγέθει καὶ ῥώμῃ σώματος προύχων, ἀρθεὶς τῇ ταραχῇ τῶν πραγμάτων ἐτόλμησε
περιθέσθαι διάδημα. καὶ πλήθους συστάντος περὶ αὐτόν, βασιλεὺς καὶ αὐτὸς ἀναρρηθεὶς τὸ ἐν Ἱεριχοῦντι
βασίλειον πίμπρησι, καὶ ἄλλους δὲ τῶν βασιλικῶν οἴκων, διαρπάσας τὰ ἐν αὐτοῖς. ἀλλὰ,
τούτῳ Γράτος μάχην συνάψας τό τε πολὺ του μετ αὐτοῦ πλήθους διέφθειρε καὶ αὐτοῦ τοῦ Σίμωνος τὴν
κεφαλὴν κρατήσας ἀπέτευε. καὶ ἄλλοι δὲ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἐγένοντο, κακοῦντες καὶ
Ῥωμαίους καὶ τοὺς βασιλικούς.

Οὔαρος δ’ ἐν Συρίᾳ μαθὼν τὰ κατὰ τὸν Σαβῖνον, ἠπείγετο τοῖς
ἐν Ἰουδαίᾳ πολιορκουμένοις ἀλέξασθαι. ἀθροισθείσης δὲ ἐν Πτολεμαί·δι τῆς αὐτοῦ δυνάμεως πάσης, μέρος
τι ταύτης τῷ υἱῷ παραδοὺς Γαλιλαίους ἐξέπεμψε πολεμεῖν ὃς συμβαλὼν ἐκείνοις ἐκράτησεν.
Οὔαρος δὲ τῷ λοιπῷ τοῦ στρατεύματος προσιὼν εἰς Ἱεροσόλυμα, εἰς δειλίαν τοὺς πολιορκοῦντας τῶν
Ἰουδαίων ἐνέβαλε· καὶ λιπόντες τὴν πολιορκίαν ἡμίεργον ᾤχοντο. Οὐάρου δὲ τοῖς 
Ἱεροσολυμίταις ἐγκαλοῦντος διὰ τὸν πόλεμον, ἐκεῖνοι τὴν τοῦ πλήθους σύνοδον διὰ τὴν ἑορτὴν ἔλεγον
γεγονέναι, τὸν δὲ πόλεμον παρὰ τόν ἐπηλύδων. καὶ ὁ Οὔαρος πέμψας κατὰ
τὴν χώραν ἐπεζήτει τοὺς αἰτίους τῆς στάσεως, καὶ εὑρὼν ἐνίους ἐκόλασε· δισχίλιοι γὰρ
ἐσταυρώθησαν. καὶ ἕτεροι δὲ περὶ μυρίους Οὐάρῳ κατ’ αὐτῶν ὡρμηκότι παρέδωκαν ἑαυτούς· ὁ δὲ πρὸς
Καίσαρα πέμπει τοὺς ἡγεμόνας αὐτῶν· Καῖσαρ δὲ μόνους ἐκόλασεν ὅσοι συγγενεῖς ὄντες Ἡρώδου
συνεστρατεύοντο τοῖς στασιασταῖς. 
 
 Εἰς δὲ Ῥώμην ἐξ Ἰουδαίας πρέσβεις ἀφίκοντο, καὶ τοῦ Καίσαρος συστησαμένου συνέδριον οἶ
πρέσβεις συνισταμένους ἔχοντες τῶν ἐπὶ Ῥώμης Ἰουδαίων περὶ ὀκτακισχιλίους αὐτονομίαν ᾔτουν. καὶ ἐπὶ
κατηγορίαν τῶν Ἡρώδου τρέπονται παρανομημάτων· 
 
 οὐ γὰρ βασιλέα, τύραννον δ’ ἐκεῖνον ἐκάλουν. πολλῶν 
γὰρ πολλάκις κακώσεων τῷ ἔθνει ἔφησαν συμβεβηκυιῶν οὐδεμίαν ἐξισοῦσθαι ταῖς αὐτῷ ἐπενηνεγμέναις παρ’
ἐκείνου κακώσεσιν. οἰόμενοι οὖν πάντα τῆς βασιλείας κρατήσοντα Ἡρώδου ἔσεσθαι
μετριώτερον, ἀσμένως τὸν Ἀρχέλαον προσειπεῖν βασιλέα. ὁ δὲ δείσας μὴ ὥσπερ οὐχ Ἡρώδου νομίζοιτο
παῖς, εἰ τοῖς Ἰουδαίοις ἠπιώτερος φαίνοιτο, τρισχιλίων ἀνδρῶν κατὰ τὸ τέμενος σφαγὴν ἐποιήσατο, καὶ ταῦτα μηδέπω σοῦ, Καῖσαρ, τὴν ἀρχὴν αὐτῷ βεβαιώσαντος. καὶ ταῦτα λέγοντες ἠξίουν
βασιλείας καὶ τοιῶνδε ἀρχῶν ἀπηλλάχθαι, προσθήκην δὲ γεγονέναι Συρίας
καὶ τοῖς ἐκεῖ στελλομένοις Ῥωμαίων στρατηγοῖς ὑποκεῖσθαι. 
 
 Οἱ μὲν οὖν ταῦτα ᾐτοῦντο, οἶ δὲ περὶ τὸν Ἀρχέλαον ἀπολογούμενοι τούς τε βασιλεῖς, τὸν
πατέρα λέγω καὶ τόν υἱόν, τῶν ἐγκλημάτων ἀπέλυον, καὶ Ἰουδαίοις ἐπενεκάλουν στάσεις καὶ
νεωτερισμούς. ὁ μέντοι Καῖσαρ βασιλέα μὲν οὐκ ἀποδείκνυσι τὸν Ἀρχέλαον, τὸ δ’ ἥμισυ
δίδωσι τῆς πατρικῆς ἀρχῆς, ἐπαγγελλόμενος ὀνομάσειν καὶ βασιλέα
αὐτόν, εἰ καλῶς ἄρχοι· ἦν δὲ ὁ τῆς αὐτῷ νεμηθείσης χώρας δασμὸς ὁ ἐτήσιος ἑξακόσια τάλαντα. τὴν δ’
ἑτέραν ἡμίσειαν μοῖραν διχῇ διελὼν Ἀντίπᾳ καὶ Φιλίππῳ παισὶν ἑτέροις Ἡρώδου διένειμε·
καὶ τῷ μὲν Ἀντίπᾳ ἡ νεμηθεῖσα χώρα εἰσφορὰν ἐποιεῖτο διακόσια
τάλαντα, Φιλίππῳ δὲ ἡ παραδοθεῖσα μερὶς ἑκατὸν εἰσ’ ἔφερε τάλαντα. τῇ δὲ Σαλώμῃ ἐφ’ οἷς ὁ Ἡρώδης
κατέλιπε καὶ τὸ ἐν Ἀσκάλωνι βασίλειον δίδωσιν· ἐκ πάντων δ’ εἰσήγετο ταύτῃ δασμὸς
ἐξήκοντα τάλαντα. 
 Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως διῴκητο· νεανίας δέ τις Ἰουδαῖος εἰσῴκισεν ἑαυτὸν εἰς τὴν
Ἡρώδου συγγένειαν, ἐπεὶ τὴν μορφὴν ὡμοίωτο Ἀλεξάνδρῳ τῷ ἀνῃρημένῳ Ἡρώδου υἱῷ. καί τινα παραλαβὼν
ἄνδρα πονηρόν τε καὶ συγχέαι δυνάμενον πράγματα, Ἀλέξανδρον ὠνόμαζεν ἑαυτὸν τὸν Ἡρώδου 
 υἱόν, ὡς ὑπό τινων τῶν ἀνελεῖν ἄμφω τοὺς ἀδελφοὺς ἐσταλμένων ἄλλων
ἀνῃρημένων, αὐτῶν δὲ περισωθέντων καὶ διακεκλεμμένων. καὶ λόγοις τοιούτοις ἠπάτα τοὺς ἐντυγχάνοντας,
κἀντεῦθεν πλεῖστα συναγαγὼν χρήματα εἰς Ῥώμην ἠπείγετο. Καῖσαρ δὲ ἠπίστει μὲν ῥᾳδίως
ἀπατηθῆναι Ἡρώδην, ἀγαγὼν δ’ εἰς ὄψιν αὐτὸν τὸν ψευδαλέξανδρον οὐκ ἠπάτητο. τὸ μὲν γὰρ εἶδος εἶχεν
ἐμφερὲς πρὸς τὸν Ἡρώδου Ἀλέξανδρον, ὑπ’ αὐτουργίας δ᾿ ἐτετρύχωτο, καὶ πρὸς τὸ σκληρότερον αὐτῷ
ἐπεφύκει τὸ σῶμα, ἀλλ’ οὐχ ὡς τὸ ἐκείνου ὑπὸ τρυφῆς μεμαλάκιστο. ἐξήταζεν οὖν ὁ Καῖσαρ
περὶ Ἀριστοβούλου ποῖ ἂν εἴη· φαμένου δ’ ἐκείνου ἐν Κύπρῳ καταλελεῖφθαι, ἵν᾿ εἴ τι περὶ ἐμὲ συμβαίη δεινόν, μὴ πάντῃ τὸ τῆς Μαριὰμ ἐπιλίπῃ γένος, κατὰ μόνας ὁ
Καῖσαρ τὸν ψευδαλέξανδρον ἀπολαβὼν τἀληθὲς ἐρεῖν αὐτῷ προετρέπετο ἐπὶ μισθῷ τοῦ τυχεῖν
σωτηρίας. ὁ δὲ ἐκφαίνει τῷ Καίσαρι τὸ σκαιώρημα. ὁ Καῖσαρ δὲ ἐρρωμένον αὐτὸν πρὸς αὐτουργίαν ὁρῶν,
τοῖς ἐρέταις συνέταξε· τὸν δ’ ἐπὶ τούτοις ἐκείνῳ συμπνέοντα ἔκτεινεν. 
 Ἀρχέλαος δὲ τὴν ἐθναρχίαν παραλαβὼν ἀφαιρεῖται τὴν ἀρχιερωσύνην ἐξ Ἰωαζάρου τοὐ Βοηθοῦ, καὶ
ἀντικαθίστησιν Ἐλεάξαρ τὸν ἐκείνου ἀδελφόν. καὶ Γλαφυρὰν ἄγεται πρὸς γάμον τὴν Ἀρχελάου 
παῖδα, Ἀλεξάνδρου δὲ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ γαμετήν, ἀφ’ οὗ καὶ τέκνα ἦν αὐτῇ, ἀπειρημένου τῷ νόμῳ ἀδελφῶν ἄγεσθαι γυναῖκας παῖδας ἐκ τῶν τεθνεώτων ἐχούσας. καὶ
τὸν Ἐλεάζαρ δὲ μετὰ μικρὸν ἐκβαλὼν Ἰησοῦν ἀντεισήγαγε τόν παῖδα Σεέ. ἀνύων δ᾿ ἔτος ἐν τῇ ἀρχὴ
δέκατον κατηγορήθη παρὰ Καίσαρι πρὸς τῶν ὑπηκόων ὡς ὠμῶς καὶ τὸ ὅλον
τυραννικῶς κεχρημένος τοῖς πράγμασιν. ὁ τοίνυν Καῖσαρ μετακαλεῖται ταχέως αὐτόν, καὶ ἀκροασάμενος
τῶν κατηγόρων κἀκείνου, ἐκείνου μὲν φυγαδείαν καταψηφίζεται, τὰ δὲ χρήματα ἀπηνέγκατο. 
 
 Ὀνείρῳ δὲ τὸ μέλλον ἐδηλώθη τῷ Ἀρχελάῳ. ἐδόκει γὰρ ἀστάχυας ὁρᾶν δέκα ἀκμαίους καὶ
πλήρεις σίτου βιβρωσκομένους ὑπὸ βοῶν. ἄλλοι μὲν οὖν ἄλλως ἐξηγοῦντο τὸν ὄνειρον, Σίμων δὲ τὸ γένος
Ἐσσαῖος μεταβολὴν πραγμάτων ἔλεγε φέρειν Ἀρχελάῳ τὴν ὄψιν, οὐ μέντοι ἐπ᾿ ἀγαθῷ. τοὺς
μὲν γὰρ βόας κακοπαθείας σύμβολον εἶναι, ζῷα ἐπ᾿ ἔργοις
ταλαιπωρούμενα καὶ δηλωτικὰ πραγμάτων μεταβολῆς ὅτι δι᾿ αὐτῶν ἀρουμένη ἡ γῆ οὐκ ἐᾶται μένειν
ἀκίνητος, τοὺς δὲ δέκα στάχυας σημαίνειν ἐτῶν ἀριθμόν· περιόδῳ γὰρ ἐνιαυτοῦ πληροῦσθαι
τούτους καὶ ἀπαρτίζεσθαι θέρος, καὶ τὸν τῆς ἡγεμονίας χρόνον ἐξήκειν τῷ Ἀρχελάῳ. 
 Καὶ τῇ γυναικὶ δὲ τοῦ Ἀρχελάου Γλαφυρᾷ ὄνειρος τεθέαται ἴτερος. αὕτη γάρ, ὡς ἱστόρηται,
Ἀλεξάνδρῳ πρότερον συνῴκει Ἀρχελάου ὁμαίμονι· ἀναιρεθέντος δ᾿ ἐκείνου Ἰόβᾳ τῷ Λιβύων γεγάμητο βασιλεῖ· κἀκείνου δὲ τὴν ζωὴν μεταλλάξαντος
Ἀρχελάῳ γίνεται τὴν συνοικοῦσαν αὐτῷ Μαριὰμ ἀποπεμψαμένῳ, καὶ ταῦτα
παῖδας ἐξ Ἀλεξάνδρου ἔχουσα. 30 ἐδόκει γοῦν ἡ γυνὴ τὸν Ἀλέξανδρον αὐτῇ ἐπιστάντα μέμφεσθαί τε αὐτῇ
καὶ λέγειν “Γλαφύρα, ἀληθεύειν ἄρα τὸν λόγον ἀπέδειξας ὃς ἀπίστους εἶναι τὰς γυ- ναῖκας
τοῖς ἀνδράσι φησί. παρθένος γάρ μοι συνοικήσασα, καὶ παῖδας γεννήσασα ἐξ ἐμοῦ, λήθῃ τῶν ἐμῶν ἐρώτων
δευτέροις γάμοις ὡμίλησας· καὶ οὐδ’ οὕτως σοι κόρος τῆς εἰς ἡμᾶς ἐγένετο ὕβρεως, ἀλλὰ καὶ τρίτον
σαυτῇ νυμφίον παρακατέκλινας, καὶ ταῦτα ἐμὸν ἀδελφόν. ἀλλ’ ἐγώ σε αὖθις ἑ μὴν
ποιησάμενος τῆς ἐπὶ τούτῳ ἀπαλλάξω αἰσχύνης.” ταῦτα διηγη- 
σαμένη πρός τὰς συνήθεις τῶν γυναικῶν μετὰ μικρὸν τελευτᾷ.

Ἡ δὲ Ἀρχελάῳ ὑπήκοος χώρα τῇ Συρίᾳ προσενεμήθη. ἐπέμφθη δὲ καὶ Κυρήνιος
ἀπογραψόμενος τὴν Συρίαν καὶ αὐτὴν Ἰουδαίαν προσθήκην ἐκείνης γεγενημένην. Ἰουδαῖοι δέ, καίπερ
πρότερον καὶ μέχρις ἀκοῆς τὴν ἀπογραφὴν δυσχεραίνοντες, τότε τοῦ ἀρχιερέως Ἰωαζάρου πείσαντος αὐτοὺς
ἐνέδοσαν. Γαυλανίτης δέ τις ἀνήρ, Σαδὼκ Φαρισαῖον προσεταιρισάμενος, πολέμων καὶ
λῃστηρίων τὸ ἔθνος ἐνέπλησαν, λέγοντες οὐδὲν ἕτερον εἶναι τὴν τῶν οὐσιῶν ἀποτίμησιν ἢ δουλείαν
ἄντικρυς· καὶ ἐδόκουν μὲν ἐπὶ διορθώσει τῶν κοινῶν κεκινῆσθαι, τῇ δ’
ἀληθείᾳ δι’ οἰκείων ἔσπευδον κερδῶν ἀφορμάς. ἐξ ὣν στάσεις ἐφύησαν καὶ φόνος πολλῶν καὶ
αὐτόν τῶν πρώτων ἀνδρῶν, ὁ μὲν ἐμφυλίοις σφαγαῖς, ὁ δὲ τόν πολεμίων, λιμός τε καὶ πόλεων ἁλώσεις καὶ
κατασκαφαὶ καὶ τοῦ ἱεροῦ ἐμπρησμός. Τριῶν γὰρ οὐσῶν ἐκ παλαιοῦ τοῖς Ἰουδαίοις
φιλοσοφίας ὁδῶν, ὡς καὶ πρόσθεν εἴρηται, τῆς τῶν Ἐσσηνῶν, τῆς τῶν Φαρισαίων, καὶ τῆς τῶν
Σαδδουκαίων, τετάρτη αὕτη ἐπείσακτος παρὰ Σαδὼκ καὶ 
 Ἰούδα κεκαίνισται. οἱ μὲν γὰρ Φαρισαῖοι εὐτελῶς διαιτῶνται, οὐδ’ ἐπικλίνονται πρὸς τὸ
μαλακώτερον, περί τε τὴν τῶν νομίμων φυλακήν εἰσιν ἀκριβεῖς, καὶ τοῖς
ἐν γήρᾳ παραχωροῦσι τιμῆς, οὐδ’ ἀντιλέγουσι θρασέως τοῖς παρ’ ἐκείνων εἰσηγουμένοις.
εἱμαρμένην τε δογματίζοντες καὶ τοῖς ἀνθρώποις διδόασι μὴ εἴκειν ταῖς ταύτης ὁρμαῖς μετὰ σπουδῆς
ἀντιπράττουσιν. ἀθανασίαν τε ταῖς ψυχαῖς ἀπονέμουσι, καὶ δικαιώσεις ὑποχθονίους τῶν βεβιωμένων δοξάζουσι. δι’ ἆ τοῖς τε δήμοις εἰσὶ πιθανώτατοι καὶ ἐν εὐχαῖς καὶ ποιήσεσιν ἱερῶν ἐκείνοις
χρῶνται ἐξηγηταῖς. 
 Σαδδουκαῖοι δὲ θνητὰς δοξάζουσι τὰς ψυχάς, καὶ ταύτας τοῖς σώμασι συνδιαφθείρεσθαι λέγουσι.
 καὶ ἡ τῶν νόμων αὐτοῖς οὐ παρατηρεῖται παράβασις, καὶ τὸ πρὸς τοὺς γεραιτέρους καὶ τοὺς
διδασκάλους αὐτοὺς ἀντιλέγειν ἀρετὴν οἴονται. εἰ δέ τινες αὐτῶν εἰς
ἀρχὰς ἔλθοιεν, προσχωροῦσι τοῖς τῶν Φαρισαίων σαίων λόγοις καὶ ἄκοντες· οὐ γὰρ ἄλλως ἀνεκτοὶ δοκοῦσι
 τοῖς πλήθεσιν. 
 Ἐσσηνοὶ δὲ ἐπὶ θεῷ τὰ πάντα πεποίηνται· ἀθανάτους ἥγηνται τὰς ψυχάς· τοῦ δικαίου
ἀντέχονται. ἀναθήματα μὲν εἰς τὸ ἱερὸν στέλλουσιν, οὐ μήν γε καὶ θύουσι, διαφερόμενοι τοῖς ἄλλοις
περὶ ἁγνισμῶν· διὸ καὶ εἰργόμενοι τοῦ κοινοῦ τεμενίσματος, ἐφ’ ἑαυτῶν θύουσι. καὶ ἐπὶ
πόνους γεωργικοὺς τρέπονται. κοινὰ τὰ χρήματα ἔχουσιν ὅθεν οὐδέν τι πλέον ὁ πλούσιος τῶν οἰκείων ἀπολαύει παρὰ τὸν πάνυ πενέστατον. καὶ οὔτε γαμετὰς εἰσάγονται
οὔτε δούλους κτῶνται, τὸ μὲν ἀδικίαν οἰόμενοι, τὴν δὲ τῶν γυναικῶν ἐπεισαγωγὴν στάσεως
ἀφορμήν· καθ’ ἑαυτοὺς δὲ βιοῦντες ἀλλήλοις ὑπηρετοῦσι. καὶ ἀποδέκτας τῶν τῆς γῆς καρπῶν
καὶ τῶν ἄλλοθεν κομιζομένων αὐτοῖς προχειρίζονται. 
 Ἡ δὲ τετάρτη, ἧς ὁ Γαλιλαῖος Ἰούδας γέγονεν ἡγεμών, τὰ μὲν ἄλλα τοῖς Φαρισαίοις ὁμογνώμων
 ἐστί, τῆς δ᾿ ἐλευθερίας αὐτῇ δριμὺς ἔρως ἐντέτηκεν, 
ἧς οἶ τρόφιμοι μόνον ἡγεμόνα καὶ δεσπότην τόν θεὸν ὀνομάζουσιν, ἀνθρώπῳ τῶν ὀνομάτων τούτων
μεταδιδόναι μὴ ἀνεχόμενοι, ἀλλὰ καὶ θανάτους καὶ τιμωρίας ποικίλας τε
καὶ δεινὰς ὑφίστασθαι μὴ ἀπαναινόμενοι, ἔνα μὴ τῆς σφετέρας ἐκσταῖεν ἐνστάσεως. 
Ἐντεῦθεν οὖν ἤρξατο τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος νοσεῖν ἐξ ἀνοίας ἀπόνοιαν, Γεσσίου Φλώρου τοῦ ἡγεμόνος εἰς
ταύτην αὐτοὺς ἐρεθίσαντος ὕβρεσιν. ὁ μέντοι Κυρήνιος, τῆς ἀπογραφῆς καὶ τῶν ἀποτιμήσεων
περαιωθεισῶν , αἳ ἐγένοντο ἐν ἔτει τριακοστῷ καὶ ἑβδόμῳ μετὰ τὴν ἐν Ἀκτίῳ ἧτταν τοῦ
Ἀντωνίου ὑπὸ τοῦ Καίσαρος, Ἰωάζαρον τὸν ἀρχιερέα καταστασιασθέντα ὑπὸ τοῦ πλήθους ἀφελόμενος τὴν
τιμήν, Ἄνναν τὸν Σεθὶ ἀρχιερέα καθίστησι. Κυρηνίου δὲ εἰς ῾Ρώμην ἀπάραντος Κοπώνιος τὴν Ἰουδαίαν
διεῖπε. τούτῳ δὲ διάδοχος γίνεται Μάρκος Ἀμβιβουχος. καὶ τὸν Μάρκον Ῥοῦφος διαδέχεται Ἄννινος. ἐφ᾿ οὗ δὴ τελευτᾷ Καῖσαρ αὐτοκράτωρ ῾Ρωμαίων, ἄρξας
ἔτη ἑπτὰ καὶ πεντήκοντα μῆνάς τε ἕξ ἐφ᾿ ἡμέραιν δυοῖν, ἀφ᾿ ὣν τεσσαρεσκαίδεκα ἴτη αὐτῷ συνῆρξεν
Ἀντώνιος, ὡς εἶναι τὸν τῆς μοναρχίας αὐτοῦ χρόνον ἐνιαυτοὺς τεσσαράκοντα πρὸς τρισί,
κατὰ δέ τινας τέσσαρσιν. ἐβίω δὲ ἔτη ἑβδομήκοντα καὶ ἑπτά. 
 Ἡ δὲ μοναρχία μετήνεκτο εἰς Τιβέριον τῆς τοῦ Καίσαρος γυναικὸς Ἰουλίας υἱόν. ὑφ᾿ οὗ Γρᾶτος
 Οὐαλλέριος εἰς Ἰουδαίαν ἔσταλτο ἡγεμών· ὃς παύσας τὸν Ἄνναν τῆς ἀρχιερωσύνης Ἰσμαὴλ
ἀποδεί- κνυσι τὸν τοῦ Φαβί, καὶ τοῦτον δὲ μεταστήσας μετ’ οὐ πολὺ Ἐλεάζαρ τῷ τοῦ Ἄννα
υἱῷ ἀπονέμει τὴν τοῦ ἱερᾶσθαι τιμήν, καὶ μετ’ ἐνιαυτὸν ἀντεισάγει Σίμωνα τὸν Καμίθου. καὶ τούτῳ τὸν
ἴσον χρόνον ἱερασαμένῳ 
 Ἰωσὴφ ὁ Καϊάφας διάδοχος ἦν.

Καὶ Γράτος ἐπὶ ἕνδεκα ἔτη τῆς Ἰουδαίας ἄρξας, καὶ ταῦτα πράξας, εἰς Ῥώμην ὑπανεχώρησε·
Πόντιος δ’ ἧκε Πιλάτος τὴν ἡγεμονίαν ἀναδεξάμενος. ὁ δὲ τετράρχης Ἡρώδης φίλος τῷ Τιβερίῳ χρηματίζων
 πρὸ τῆς ἀρχῆς, οἰκοδομεῖ μετὰ τὴν μοναρχίαν πόλιν αὐτῷ ἐπώνυμον ἐὺ τῇ Γαλιλαίᾳ ἐπὶ τῇ
λίμνῃ Γεννησαρέτ, Τιβεριάδα καλέσας αὐτήν. Πιλάτος δὲ στρατιὰν ἐκ Καισαρείας μεθιδρύσας χειμαδιοῦσαν
ἐν Ἱεροσολύμοις, σημαίας εἰς τὴν πόλιν ὑπὸ νύκτα εἰσήγαγεν εἰκόνας ἐχούσας Καίσαρος,
ἀπαγορεύοντος Ἰουδαίοις τοῦ νόμου εἰκόνας ἔχειν. ἐπεὶ δ᾿ ἐγνώσθη τὸ πεπραγμένον, πλῆθος ὥρμησεν εἰς Καισάρειαν αἰτούμενον τὴν τῶν εἰκόνων μετάθεσιν, καὶ
πενθημέρους ἱκετείας διὰ τοῦτο πεποίηντο. μὴ συγχωροῦντος δὲ Πιλάτου, ὡς ἐντεῦθεν δῆθεν
ὑβριζομένου τοῦ Καίσαρος, ἐπεὶ τὸ πλῆθος οὐκ ἀνίει δεόμενον, κατὰ τὴν ἕκτην ἡμέραν περιστήσας
στρατιώτας ἐνόπλους σφίσιν ἠπείλει θάνατον, εἰ μὴ παύσοιντο θορυβεῖν. οἱ δὲ πρηνεῖς καταβαλόντες
ἑαυτοὺς σὺν ἡδονῇ δέξασθαι τὸν θάνατον ἔλεγον. καὶ θαυμάσας Πιλάτος τὸ γενναῖον αὐτῶν
καὶ πρόθυμον ἐπὶ τηρήσει τῶν νόμων, παραχρῆμα τὰς εἰκόνας ἐπανεκόμισεν εἰς Καισάρειαν. 
 Ὑδάτων δ’ εἰσαγωγὴν ποιούμενος εἰς Ἱεροσόλυ- μὰ τὰ ἱερὰ
πρὸς ταύτην ἀνήλισκε χρήματα. συνελθόντες οὖν πολλοὶ κατεβόων Πιλάτου, παύσασθαι ἀξιοῦντες, τινὲς δὲ
καὶ λοιδορίαις ἐκέχρηντο κατ’ αὐτοῦ. ὁ δὲ στολαῖς Ἰουδαικαῖς πλῆθος στρατιωτῶν 
κεχρημένον σκυτάλας τε ὑπὸ ταῖς στολαῖς ἔχον περιελθεῖν κύκλῳ τῶν θορυβούντων ἐκέλευσε, καὶ οὕτως
ἀναχωρεῖν τοῖς Ἰουδαίοις ἐπέταττεν. ὡς δ᾿ ἤρξαντο λοιδορεῖν, τοῖς στρατιώταις δίδωσι σύνθημα· οἶ δὲ
πληγαῖς τοὺς θορυβοῦντας ἐκόλαζον. ἐκεῖνοι δὲ ἄοπλοι ὄντες καὶ πληττόμενοι οὐδὲν
ἐνδόσιμον ἐφρόνουν, ἀλλὰ πολλοὶ μὲν ἔπιπτον, οἱ δ᾿ ἄλλοι τραυματίαι ἀπῄεσαν. 
 
 Κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν καὶ ὁ κύριος ἡμῶν καὶ θεὸς Ἰησοῦς
Χριστὸς ἐν Ἰουδαίᾳ ἐφάνη, περὶ οὗ ταῦτα κατὰ λέξιν φησὶν ὁ Ἰώσηπος ἐν τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ
λόγῳ τῆς Ἀρχαιολογίας. ‘‘γίνεται δὴ κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον Ἰησοῦς, σοφὸς ἀνήρ, εἴγε ἄνδρα αὐτὸν
λέγειν χρή· ἦν γὰρ παραδόξων ἔργων ποιητής, διδάσκαλος ἀνθρώπων τῶν σὺν ἡδονῇ τἀληθῆ δεχομένων· καὶ πολλοὺς μὲν Ἰουδαίους, πολλοὺς δὲ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐπηγάγετο. ὁ Χριστὸς οὗτος ἦν. καὶ
αὐτὸν ἐνδείξει τῶν πρώτων ἀνδρῶν παρ’ ἡμῖν σταυρῷ ἐπιτετιμηκότος Πιλάτου, οὐκ ἐπαύσαντο οἱ τὸ πρῶτον
αὐτὸν ἀγαπήσαντες. ἐφάνη γὰρ αὐτοῖς τρίτην ἔχων ἡμέραν πάλιν ζῶν, τῶν θείων προφητῶν
ταῦτά τε καὶ ἄλλα μυρία περὶ αὐτοῦ θαυμάσια εἰρηκότων. εἰσέτι νῦν τῶν
Χριστιανῶν ἀπὸ τοῦδε ὠνομασμένων οὐκ ἐπέλιπε τὸ φῦλον.” 
 Καὶ ταύτα μὲν ἀρχαιολογῶν ὁ Ἰώσηπος ἔγραψε περὶ τοῦ Χριστοῦ ἐν δὲ τῷ πρὸς
Ἕλληνας αὐτοῦ λόγῳ, ὃς κατὰ Πλάτωνος ἐπιγέγραπται περὶ τῆς τοῦ παντὸς αἰτίας, οὗ καὶ ὁ
ἄγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς μνείαν πεποίηται ἐν τῇ πονηθείσῃ αὐτῷ βίβλῳ τῇ καλουμένῃ Παράλληλα, ταῦτά
φησι. πάντες γὰρ δίκαιοί τε καὶ ἄδικοι ἐνώπιον τοῦ θεοῦ λόγου ἀχθήσονται. τούτῳ γὰρ ὁ
πατὴρ τὴν κρίσιν δέδωκε, καὶ αὐτὸς βουλὴν πατρὸς ἐπιτελῶν κριτὴς παραγίνεται, ὃν Χριστὸν
προσαγορεύομεν. οὐδὲ γὰρ Μίνως καὶ Ῥαδάμανθυς κριταὶ καθ’ ὑμᾶς, Ἕλληνες, ἀλλ’ ὃν ὁ 
 θεὸς καὶ πατὴρ ἐδόξασε· περὶ οὐ ἐν ἑτέροις λεπτομερέστερον διεληλύθαμεν πρὸς τοὺς
ζητοῦντας τὴν ἀλήθειαν. οὗτος τὴν πατρὸς ἑκάστῳ δικαιοκρισίαν ποιούμενος, πᾶσι κατὰ τὰ ἔργα
παρασκευάσει τὸ δίκαιον. οὗ κρίσει παραστάντες πάντες ἄνθρωποί τε καὶ ἄγγελοι καὶ
δαίμονες μίαν ἀποφθέγξονται φωνὴν οὕτω λέγοντες, δικαία σου ἡ κρίσις. ἧς φωνῆς τὸ ἀνταπόδομα ἐπ᾿
ἀμφοτέροις ἐπάγει τὸ δίκαιον, τοῖς μὲν εὖ πράξασι δικαίως τὴν ἀίδιον ἀπόλαυσιν παρασχόντος, τοῖς δὲ
τῶν φαύλων ἐρασταῖς τὴν αἰώνιον κόλασιν ἀπονείμαντος. καὶ τούτοις μὲν τὸ πῦρ ἄσβεστον
 διαμένει καὶ ἀτελεύτητον, σκώληξ δέ τις ἔμπυρος μὴ τελευτῶν μηδὲ σῶμα
διαφθείρων, ἀπαύστῳ δ᾿ ὀδύνῃ ἐκ σώματος ἐκβράσσων παραμένει.” καὶ ἄλλα δ᾿ ἐπὶ τούτοις φησίν. 
 
 Οὕτω μὲν οὖν περὶ Χριστοῦ γέγραφεν ὁ Ἰώσηπος.

ἐν δὲ Ῥώμῃ τότε Παυλῖνά τις ἦν καὶ γένους περιφανείᾳ καὶ τρόπων σεμνυνομένη χρηστότητι καὶ
 
 πλούτου περιττῶς ἔχουσα· οὖσα δὲ καὶ τὴν ὄψιν χαρίεσσα καὶ τῆς ἡλικίας ἐν ᾗ γυναῖκες
ἀγάλλονται, σωφροσύνῃ κεκόσμητο. συνῴκει δὲ Σατορνίνῳ, ἀνδρὶ μηδὲν αὐτῆς εἰς ἴκαστον τῶν καλῶν
ἀποδέοντι. ταύτης ἑάλω τῷ ἔρωτι Δέκιος Μοῦνδος, ἐν ἀξιώματι ὢν μεγάλῳ τῶν τότε ἱππέων, καὶ ἐπείρα δώροις· εἴκοσι γὰρ μυριάδας δραχμῶν Ἀττικῶν εὐνῆς ἐδίδου
μιᾶς. ἡ δὲ οὐκ ἠνείχετο. κἀκεῖνος ἐξῆπτο πλέον εἰς ἔρωτα, ὥστε βρώσεως ἀποχῇ ἑαυτῷ μνηστεύεσθαι
θάνατον. ἦν δὲ τούτῳ ἀπελευθέρα πατρῴα Ἴδη καλουμένῃ, παντοίων ἴδρις κακῶν. αὕτη οὕτως
ἔχοντα τὸν νεανίαν ὁρῶσα ἀναθαρσύνει λόγοις καὶ ἀναζωπυρεῖ ὑποσχέσεσι, πέντε μυριάδων αὐτῇ δεήσειν
λέγουσα μόνων ὥστε τὴν πρᾶξιν αὐτῷ κατεργάσασθαι. καὶ λαβοῦσα τὸ αἰτηθὲν ἀργύριον, ἐπεὶ οὐχ ἁλωτὴν
 ἑώρα τὴν Παυλῖναν τοῖς χρήμασι, τῇ δὲ θεραπείᾳ τῆς
Ἴσιδος, θεὸς δ᾿ αὕτη τοῖς ῾Ρωμαίοις τότε νενόμιστο, ᾔδει ταύτην προσκειμένην θερμότατα, πρόσεισι
τῶν τῆς ψευδοῦς ἐκείνης θεοῦ ἱερέων τισί, καὶ χρήμασιν ἀναπείθει τὴν Παυλῖναν ἐξαπατῆσαι αἷς δύναιντο μηχαναῖς καὶ τῷ Μούνδῳ συγκατακλῖναι. οἱ δὲ θελχθέντες τοῖς χρήμασι τῇ πράξει
ἐπέβαλον. καὶ αὐτῶν ὁ γεραίτατος πρὸς τὴν Παυλῖναν ἐλθών, καὶ
ἰδίᾳ αὐτῇ ἐντυχών, ἔλεγεν ἥκειν πεμπτὸς ὑπὸ τοῦ Ἀννούβιδος, κελεύοντος τοῦ θεοῦ πρὸς αὐτὸν ἥκειν αὐτῆς ἐρῶντα. τῇ δὲ ὁ λόγος ἔδοξεν εὐκταιότατος, εἰ ἐρῷτο ὑπὸ θεοῦ· καὶ τῷ ἀνδρὶ
κοινοῦται τὸ ἀγγελθέν , κἀκεῖνος συνεχώρει, τὴν σωφροσύνην
γινώσκων τῆς γυναικός. ἀπῆλθεν οὖν εἰς τὸ τέμενος· καὶ ὡς ὕπνου καιρὸς ἦν , ἔνδον ἐν τῷ ναῷ τῇ γυναικὶ καθευδῆσαι ἡτοίμαστο, καὶ τὰ λύχνα κατέσβεστο. ὁ γοῦν Μοῦνδος, ἐκέκρυπτο γὰρ ἐκεῖ,
παν- νύχιον ἐνεφορήθη αὐτῆς, ὡς Ἄννουβις αὐτῇ προσφερόμενος. εἶτα ὁ μὲν ἀπῆλθεν, ἡ δὲ
πρὸς τὸν ἄνδρα φοιτήσασα διηγεῖτο τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ Ἀννούβιδος, καὶ πρὸς τὰς συνήθεις
ἐνελαμπρύνετο ὡς ὁμιλίας ἀξιωθεῖσα θεοῦ. τρίτῃ δὲ μετὰ τὴν πρᾶξιν ἡμέρᾳ συναντήσας ὁ
Μοῦνδος αὐτῇ “Παυλῖνα”, φησί, "καὶ τὰς εἴκοσι μυριάδας ἔχω, καὶ σύ μοι τούτων διηκονήσω χωρίς. ἃ δὲ
πρὸς Μοῦνδον ἐξύβριζες, τούτων οὐδέν μοι προσήπτετο, Ἄννουβιν ὄνομα θεμένω 
 αὑτῷ.” ἐκ τούτων εἰς ἔννοιαν ἐλθοῦσα τοῦ τολμήματος ἡ γυνὴ περιρρήγνυται τὴν στολήν,
καὶ τῷ ἀνδρὶ ἐδήλου τὸ ἐπιβούλευμα· ὁ δὲ τῷ Τιβερίῳ προσῆλθε. καὶ ὁ αὐτοκράτωρ ἐξετάσας τὸ γεγονός,
τοὺς μὲν ἱερεῖς ἀνεσταύρωσε καὶ τὴν Ἴδην, τόν τε ναὸν καθεῖλε, καὶ τὸ τῆς Ἴσιδος ἄγαλμα
εἰς·τὀν Θύβριν ποταμὸν κατεπόντισε, τὸν δὲ Μοῦνδον φυγῇ ἐδικαίωσε, συγγνόμην νείμας αὐτῷ ὥστε μὴ
μεῖζον κολασθῆναι διὰ τὴν βίαν τοῦ ἔρωτος. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐν τῇ ῾Ρώμῃ ἐπέπρακτο, ἐν δὲ Σαμαρείᾳ συμβέβηκε θόρυβος. ἀνὴρ γάρ τις ἐκέλευε τοὺς Σαμαρεῖς ἐπὶ τὸ Γαριζὶν ὅρος αὐτῷ
συνελθεῖν ἁγνότατον δὲ τοῦτο αὐτοῖς ὑπείληπται τῶν ὀρῶν· καὶ ἀφικομένοις ἐπηγγέλλετο ἱερὰ σκεύη
ἐμφανίσαι κατορωρυγμένα ἐκεῖ ὑπὸ Μωυσέως· οἱ δὲ 
ἠθροίζοντο καὶ ἐν ὅπλοις ἦσαν. Πιλᾶτος δὲ στρατιώτας πέμψας τοὺς μὲν ἔκτεινε, τοὺς δὲ ἐτρέψατο εἰς
φυγήν, καὶ τῶν ζωγρηθέντων τοὺς κορυφαίους διέφθειρεν. οἶ δὲ Σαμαρεῖς πρὸς Οὐιτέλλιον ἦλθον Συρίας
ἡγεμονεύοντα, Πιλάτου κατηγοροῦντες ἐπὶ τῆ τῶν ὁμοφύλων σφαγῇ. καὶ Οὐιτέλλιος
Μάρκελλον πέμψας τῶν Ἰουδαίων προνοησόμενον, ἐπὶ ῾Ρώμην ἀπιέναι τὸν Πιλᾶτον ἐκέλευεν ἐπὶ τοῦ
αὐτοκρά- τόρος ἀπολογησόμενον ἐφ᾿ οἶς ἐγκαλεῖται. καὶ ὁ μὲν ἀπῄει ἐπὶ δέκα ἔτεσιν
ἡγεμονεύσας τῆς Ἰουδαίας, πρὶν δὲ τῇ ῾Ρώμῃ ἐγγίσαι αὐτόν, ἴφθη Τιβέριος μεταστάς. 
 
 Οὐιτέλλιος δὲ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐλθὼν τῆς τοῦ πάσχα ἑορτῆς τελουμένης ὑπεδέχθη
μεγαλοπρεπῶς, καὶ τὰ τέλη τῶν γεωργουμένων καρπῶν τοῖς Ἱεροσολυμίταις ἀνίησι, καὶ τὴν στολὴν τοῦ
ἀρχιερέως εἰς τὸ ἱερὸν συνεχώρησε κεῖσθαι καὶ παρὰ τοῖς ἱερεῦσιν εἶναι καθάπερ καὶ πρότερον· τότε δὲ
ἐν τῇ ἀπέκειτο τῶν γὰρ ἀρχιερέων τις, ὁ πρῶτος δηλαδὴ Ὑρκανός, ἔγγιστα τοῦ ἱεροῦ βᾶριν
ἐγείρας, καὶ ἐν αὐτῇ διαιτώμενος, ἐκεῖ καὶ τὴν ἀρχιερατικὴν στολὴν αὐτῷ ἀνήκουσαν εἶχεν, ὡς
ἀρχιερεῖ. τὰ αὐτὰ δὲ ἐκείνῳ καὶ τοῖς μετ᾿ ἐκεῖνον ἐπράσσετο. Ἡρώδης δὲ τὴν βᾶριν
ἐκείνην ἐπικατασκευάσας ἐπὶ τὸπολυτελέστερον, φίλος ὢν Ἀντωνίου, ἐπὶ τῷ ἐκείνου ταύτην ὀνόματι μετωνόμασε· καὶ τὴν στολὴν ἐν αὐτῇ εὑρηκὼς κατεῖχεν ἐκεῖ. τοῦτο δ᾿
ἐποίει καὶ ὁ Ἀρχέλαος, καὶ μετ᾿ ἐκεῖνον οἱ ῾Pωμαῖοι τὰ αὐτὰ ἐπὶ τῇ στολῇ ἔπραττον,
ἀποκειμένῃ ἐκεῖ ὑπὸ σφραγῖσι τᾶν ἱερέων καὶ τῶν γαζοφυλάκων. ἑορτῆς δ᾿ ἐφεστώσης ἀπεδίδοτο τοῖς
ἀρχιερεῦσιν ὑπὸ τοῦ φρουράρχου, καὶ μετὰ μίαν τῆς ἑορτῆς ἡμέραν αὖθις ἐκεΤ ἀπετίθετο. Οὐιτέλλιος δὲ
παραχωρεῖ τῆς στολῆς τῷ ἔθνει. τὸν δὲ ἀρχιερέα Ἰωσὴφ τόν καὶ Καϊάφαν ἀφῃρηκὼς τὴν
ἱερωσύνην, Ἰωνάθῃ δίδωσι ταύτην τῷ Ἄννα τοῦ ἀρχιερέως υἱῷ. 
 
 κατ᾿ ἐντολὰς δὲ Τιβερίου σπένδεται Οὐιτέλλιος Ἀρταβάνῳ τῷ Παρθῶν βασιλεῖ, πέμψαντι τὸν υἱὸν
 Δαρεῖον μετὰ δώρων πολλῶν ὁμηρεύσοντα. παρὼν δ᾿ ἐν ταῖς σπονδαῖς καὶ ὁ τετράρχης Ἡρώδης
ἐκ- πέμπει πρὸς Καίσαρα παραχρῆμα γράψας τὰ γεγονότα. εἶτα τοῦ Οὐιτελλίου περὶ τούτων
ἐπιστείλαντος Τιβερίῳ, ἐκεῖνος ἀντέγραψε μαθεῖν πάντα παρὰ Ἡρώδου. τοῦτο εἰς ὀργὴν τόν Οὐιτέλλιον
κατὰ τοῦ Ἡρώδου κεκίνηκεν· ἐβυσσοδόμευε δὲ τὸν θυμόν, καὶ μετῆλθεν αὐτὸν Γαΐου
κρατήσαντος.

Τότε καὶ Φίλιππος Ἡρώδου τούτου ὢν ἀδελφὸς τετελεύτηκεν, εἰκοστῷ ἐνιαυτῷ τῆς Τιβερίου
ἀρχῆς, ἄρξας ἑπτὰ καὶ τριάκοντα ἔτη. ἦν δὲ τὸν τρόπον ἀπράγμων καὶ μέτριος τοῖς
ἀρχομένοις, προόδους σὺν ὀλίγοις τῶν ἐπιλέκτων ποιούμενος· καὶ
προιόντι εἴ τις προσῄει δεόμενος βοηθείας, εὐθὺς αὐτῷ κατὰ τὸν τόπον τοῦ θρόνου τιθεμένου, εἵποντο
γὰρ οἱ τοῦτον φέροντες, καθήμενος ἠκροᾶτο καὶ ἐποινηλάτει τοὺς ἀδικοῦντας καὶ τοὺς
ἀδίκως αἰτιωμένους ἀπέλυε. τὴν δὲ ἀρχὴν ὁ Τιβέριος, παῖδες γὰρ Φιλίππῳ οὐκ ἦσαν, τῇ τῶν Σύρων
ἐπαρχίᾳ προσέθετο. Ἡρώδης δὲ ὁ τετράρχης ἐπὶ Ῥώμην στελλόμενος κατέλυσεν ἐν Ἡρώδου τοῦ ἀδελφοῦ
αὐτοῦ, ὃν ἡ τοῦ Σίμωνος τοῦ ἀρχιερέως θυγάτηρ τῷ βασιλεῖ Ἡρώδῃ ἐγείνατο. ἐρασθεὶς δὲ
Ἡρωδιάδος τῆς τοῦ ἀδελφοῦ γυναικός, θυγατρὸς Ἀριστοβούλου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν, ἀδελφῆς δὲ τοῦ μεγάλου Ἀγρίππα, λόγους περὶ γάμων πρὸς αὐτὴν ἐποιήσατο. καὶ δεξαμένη
συνέθετο μετοικίσασθαι πρὸς αὐτόν, εἰ τὴν Ἀρέτα θυγατέρα ἐκβάλοι. καὶ ὁ μὲν ἐπὶ Ῥώμην
ἔπλει ἐπὶ τοιαύταις συνθήκαις· ὡς δ᾿ ἐπανῆλθε, γνοῦσα ἡ γυνὴ αὐτοῦ, τοῦ δὲ Ἀρέτα θυγάτηρ, τὰς πρὸς
Ἡρωδιάδα συνθήκας, ᾔτει πρὸς Μαχαιροῦντα πεμφθῆναι τὸ φρούριον· μεθόριον δὲ τοῦτο ἦν
τῆς Ἀρέτα καὶ τῆς 
 Ἡρώδου ἀρχῆς. καὶ ὁ Ἡρώδης ἐξέπεμψε, μὴ γινώσκων ὅ,τι ἐστὶν αὐτῇ τὸ βουλόμενον· ἡ δὲ
ἐκεῖθεν πρὸς Ἀραβίαν πρὸς τὸν πατέρα ἐξώρμησε, καὶ τὴν Ἡρώδου
διηγεῖτο γνώμην περὶ αὐτήν. κἀκεῖνος ἔσχε τοῦτο ἔχθρας ὑπόθεσιν· καὶ μάχη μέσον ἀμφοῖν συγκεκρότητο
 διὰ στρατηγῶν, καὶ οἶ Ἡρώδου ἡττήθησαν καὶ ἅπαν τὸ ἐκείνου στράτευμα πέπτωκε. ταῦτα διὰ
γραφὴς Ἡρώδης μηνύει τῷ Τιβερίῳ· ὁ δὲ γράφει πρὸς Οὐιτέλλιον, πόλεμον πρὸς Ἀρέταν ποιήσασθαι καὶ ἢ
ζωγρηθέντα δέσμιον ἀναπέμψαι εἰς Ῥώμην ἢ ἀνῃρημένου στεῖλαι τὴν κεφαλήν. 
 Τισὶ δὲ ὑπὸ θεοῦ τὴν Ἡρώδου στρατιὰν ὀλέσθαι ἐδόκει, δίκας τιννύντος διὰ τὸν φόνον τοῦ
προφήτου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννου. ταῦτα γὰρ καὶ περὶ τούτου κατὰ λέξιν
ὁ Ἰώσηπος ἔγραψε. ‘‘κτείνει γὰρ τοῦτον Ἡρώδης ἀγαθὸν ἄνδρα καὶ τοὺς Ἰουδαίους κελεύοντα
ἀρετὴν ἐπασκοῦντας καὶ τὰ πρὸς ἀλλήλους δικαιοσύνῃ καὶ τὰ πρὸς θεὸν εὐσεβείᾳ χρωμένους βαπτισμῷ
συνιέναι· οὕτω γάρ καὶ τὴν βάπτισιν αὐτῶ φανεῖσθαι ἀποδέκτην. δείσας δὲ Ἡρώδης τὸ ἐπὶ 
τοσοῦτον πιθανὸν αὐτοῦ τοῖς ἀνθρώποις μὴ ἐπὶ στάσει φέροι τινί, πάντα γὰρ ἐοίκασι συμβουλῇ τῇ
ἐκείνου πράξοντες, πολὺ κρεῖττον ἡγεῖται, πρίν τι νεώτερον ἐξ αὐτοῦ γενέσθαι, προλαβὼν ἀνελεῖν, τοῦ
μεταβολῆς γενομένης μὴ εἰς πράγματα ἐμπεσὼν μετανοεῖν. καὶ ὁ μὲν ὑποψίᾳ τοῦ Ἡρώδου
δέσμιος εἰς Μαχαιροῦντα πεμφθεὶς ταύτῃ κτίννυται, τοῖς δὲ Ἰουδαίοις
δόξαν ἐπὶ τιμωρίᾳ τῇ ἐκείνου τὸν ὄλεθρον τοῦ στρατοῦ γενέσθαι, τοῦ θεοῦ κακῶσαι Ἡρώδην
θέλοντος.” 
 
 

 
 Οὐιτέλλιος δὲ πρὸς Ἀρέταν πολεμήσων ἠπείγετο. ὡρμημένῳ δὲ διὰ τῆς Ἰουδαίων διέρχεσθαι
παρῃτοῦντο οἱ πρῶτοι αὐτῶν τὴν διὰ τῆς χώρας ὁδόν· οὐ γὰρ πάτριον εἶναι αὐτοῖς εἰκόνας φέρεσθαι διὰ
τῆς χώρας αὐτῶν, πολλὰς δ’ ἐπικεῖσθαι ταῖς σημαίαις εἰκόνας. πεισθεὶς οὖν διὰ τοῦ
μεγάλου πεδίου διεβίβαζε τὸ στρατόπεδον, αὐτός δὲ μετὰ Ἡρώδου εἰς Ἱεροσόλυμα ἀνῄει θύσων τῷ θεῷ. καὶ
τρεῖς ἐπιμείνας μείνας ἡμέρας ἐκεῖ, Ἰωνάθην μὲν τῆς
ἀρχιερωσύνης μεθίστησι, τὸν δὲ ἀδελφὸν αὐτοῦ Θεόφιλον ἐγκαθίστησιν στησιν εἰς αὐτήν. τῇ
τετάρτῃ δὲ γραμμάτων αὐτῷ κομισθέντων περὶ τῆς Τιβερίου τελευτῆς,
ὥρκισε τὸ πλῆθος εὐνοεῖν τῷ Γαΐῳ, ἀνεκάλει δὲ καὶ τὸ στράτευμα. δὲ καὶ τὸν Ἀρέταν οἰωνοσκοπησάμενον
 φάναι ἀμήχανον εἶναι τῷ στρατῷ πολεμήσαι· τεθνήξεσθαι γὰρ τῶν ἡγεμόνων ἢ τὸν κελεύσαντα
πολεμεῖν ἢ τὸν κελευσθέντα ἢ καθ’ οὗ τὸ κέλευσμα γέγονε.

Καὶ Οὐιτέλλιος μὲν εἰς Ἀντιόχειαν ἀνεχώρησεν, Ἀγρίππας δὲ ὁ Ἀριστοβούλου υἷός
ἐπὶ Ῥώμης ἔτυχεν ὢν τοῦ Τιβερίου θνήσκοντος. οὗτος γὰρ πρὸ μικροῦ τῆς Ἡρώδου τοῦ μεγάλου τοῦ πάππου
αὐτοῦ τελευτῆς ἐν τῆ Ῥώμῃ τρεφόμενος συνήθης ἐγένετο Δρούσῳ τῷ Τιβερίου υἱῷ, καὶ Ἀντωνίᾳ τῇ Δρούσου
τοῦ 
 μεγάλου γυναικὶ γνωστὸς γέγονε, Βερνίκης τῆς αὐτοῦ μητρὸς τιμωμένης παρ’ αὐτῆς.
μεγαλοπρεπὴς δὲ ὢν Ἀγρίππας καὶ δωρεῖσθαι πολυτελής, τῆς μητρὸς αὐτοῦ θανούσης τὰ μὲν τῶν χρημάτων
εἰς ἑαυτὸν ἀνάλωσε πολυτελῶς διαιτώμενος, τὰ δὲ εἰς δωρεάς, τὰ πλείω δ’ εἰς τοὺς
ἀπελευθέρους τοῦ 
 Καίσαρος. καὶ ταχὺ ἐν ἐνδείᾳ ἐγένετο. θανόντος δὲ τοῦ υἱοῦ Τιβερίου, ἀπείρηκεν εἰς ὄψιν
αὐτοῦ φοιτᾶν τοὺς συνήθεις τοὺς τοῦ παιδός, ἔνα μὴ δι’ αὐτῶν εἰς ἀνάμνησιν ἐκείνου ἰὼν εἰς λύπην
ἀνερεθίζηται. διά τε γοῦν τοῦτο καὶ ὅτι χρημάτων ἠπόρησεν εἰς Ἰουδαίαν ἐπανῆλθε
κακοπραγῶν. ἀποτῖσαι δὲ καὶ τοῖς δανεισταῖς τὰς ὀφειλὰς βιαζόμενος πολλοῖς οὖσι, καὶ μὴ ἔχων, εἰς ἔννοιαν ἦλθεν αὐτοχειρίας. συνῆκε δὲ τὸ ἐννόημα ἡ γυνὴ αὐτοῦ
Κύπρος, ἣ θυγάτηρ ἦν Φασαήλου τοῦ ἀδελφόπαιδος τοῦ βασιλέως Ἡρώδου, ἐκ Σαλαμψιοῦς αὐτῷ
γεννηθεῖσα τῆς Ἡρώδου θυγατρός, ἣν ἔσχεν ἐκ Μαριὰμ τῆς ὑπ’ ἐκείνου ἀνῃρημένης, ὡς δεδιήγηταί. αὕτη
γοῦν ἡ Κύπρος συνοικοῦσα τῷ Ἀγρίππᾳ, καὶ αἰσθομένη τὸ βούλευμα, ἀπεῖργε τοῦτον αὐτοῦ, διαπέμπεται δὲ
πρὸς Ἡρωδιάδα τὴν τῷ τετράρχῃ συνοικοῦσαν Ἡρώδῃ, Ἀγρίππα τυγχάνουσαν ἀδελφήν, δηλοῦσα
τὴν ἔννοιαν τοῦ συγγόνου, καὶ βοηθεῖν ἀξιοῦσα καὶ τὸν οἰκεῖον ἄνδρα πρὸς ἐπικουρίαν παρακαλεῖν. οἱ
δὲ μετεπέμψαντό τε αὐτὸν καὶ οἰκητήριον τὴν Τιβεριάδα δεδώκασι, καί 
 τι καὶ αργύριον ἀπέταξαν αὐτῷ εἰς τὴν μετὰ καιρόν δὲ διαφορὰς
γενομένης Ἡρώδῃ τε καὶ Ἀγρίππᾳ, πρὸς Φλάκκον Συρίας ἡγούμενον ὁ Ἀγρίππας μεθίσταται, φιλίως ἐκ Ῥώμης
πρὸς αὐτὸν διακείμενον, κἀκεῖ διέτριβε δεξαμένου τοῦ Φλάκκου. ὢν δὲ ἐκεῖ καὶ ὁ Ἀγρίππα
ἀδελφὸς Ἀριστόβουλος, διαφερόμενός τε τό ἀδελφῷ, διαβολαῖς αὐτὸν πρὸς τὸν Φλάκκον ἐξεπολέμωσε· καὶ
ἐξωθεῖται ἐκεῖθεν Ἀγρίππας. ὁ δὲ εἰς ἐσχάτην περιστὰς ἀπορίαν εἰς Ἰταλίαν ἐκπλεῖν ἐβούλετο, καὶ
ἠξίου Μαρσύαν αὐτοῦ ἀπελεύθερον χρήματά οἱ πορίσαι ποθὲν δανεισάμενον. ἐκεῖνος δὲ Πέτρῳ
πρόσεισιν ἀπελευθέρῳ Βερνίκης τῆς Ἀγρίππα μητρός, καὶ ὁ Πέτρος συμβόλαιον ἔλεγε
ποιησάμενον δύο μυριάδων Ἀτθίδων λαβεῖν τὰς μυριάδας πεντακοσίαις καὶ
δισχιλίαις ἐλασσουμένας. καὶ ὁ Ἀγρίππας συνέθετο, καὶ λαβὼν τὸ δάνεισμα ἀποπλεῖν
ἔμελλεν. Ἐρρένιος δὲ Καπίτων Ἰαμνείας ἐπίτροπος τριάκοντα μυριάδας ἀργυρίου ὀφειλομένας τῷ Καίσαρι
ἔπραττεν ἀπ’ αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μένειν ἐκέλευεν. Ἀγρίππας δὲ προσποιησάμενος πείθεσθαι, νυκτὸς
ᾤχετο. καὶ καταπλεύσας εἐς Ἀλεξάνδρειαν Ἀλεξάνδρου δεῖται τοῦ ἀλαβάρχου μυριάδας εἴκοσι
δάνειον αὐτῷ παρασχεῖν. ὁ δ᾿ ἐκείνῳ μὲν οὐκ ἂν ἔφη παρασχεῖν, Κύπρῳ δὲ τῇ αὐτοῦ γυναικὶ παρεῖχε διά
τε τὴν φιλανδρίαν αὐτῆς καὶ τὴν λοιπὴν ἀρετήν. δεξαμένης δ’ ἐκείνης 
 τὸ δάνειον ὁ μὲν Ἀγρίππας εἰς Ἰταλίαν ἀπέπλευσε, Κύπρος δὲ μετὰ τῶν τέκνων εἰς Ἰουδαίαν
ἀνέζευξε. καὶ Καίσαρι Τιβερίῳ προσελθὼν φιλανθρώπως ἐδέχθη.
γραφῆς δὲ Καπίτωνος Ἐρρενίου κομισθείσης τῷ Καίσαρι ὡς ἀπέδρα Ἀγρίππας τριάκοντα 
μυριάδας πραττόμενος δάνειον, ὠργίσθη, καὶ μὴ συγχωρεῖσθαι αὐτῷ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐκέλευσεν εἴσοδον
ἄχρι δὴ τὸ χρέος καταβαλεῖ. ὁ δὲ δανεισάμενος ἀπέδοτο τὸ ὀφείλημα, καὶ αὖθις εἰσῄει πρὸς τὸν
Τιβέριον. καὶ ὁ Καῖσαρ ἐκέλευε τῶ υἱωνῷ αὐτοῦ παρατυγχάνειν καὶ θεραπεύειν αὐτόν.
Ἀγρίππας δὲ πρὸς Γάιον μᾶλλον ἀπένευεν, Ἀντωνίας τυγχάνοντα υἱωνὸν
τῆς Γερμανικοῦ μητρὸς καὶ Κλαυδίου τοῦ μετὰ Γάιον μοναρχήσαντος. τοῦτον θεραπεύων πεφίλητο ὑπ’
αὐτοῦ. καί ποτε συμπροιοῦσιν ἀμφοῖν περὶ Τιβερίου λόγος ἐγένετο. καὶ ὁ Ἀγρίππας
θεοκλυτῶν τάχος ὑπεκστῆναι Τιβέριον τῆς ἀρχῆς Γαίῳ ἐπηύχετο. Εὔτυχος δὲ ἀπελεύθερος Ἀγρίππου τῶν λόγων ἀκροασάμενος Καίσαρι πρόσεισιν ὡς δή τι λέξων αὐτῷ σωτήριον. ὁ δὲ βραδὺς εἰς πάντα
γενόμενος, καὶ τῶν ὑπὲρ αὐτοῦ τι προσαγγελλόντων κατεφρόνει. οὔτε γὰρ πρέσβεσι τάχιστα ἐχρημάτιζε,
λέγων, ἵνα μὴ ἐπανιόντων συντόμως προσίοιεν ἕτε- 
 ροι καὶ ὄχλος αὐτῷ γίνοιτο, οὔτε μὴν ἡγεμόσι καὶ ἐπιτρόποις παρ’
αὐτοῦ σταλεῖσι διαδόχους ἀντικαθίστα, εἰ μὴ φθάσαιεν τελευτήσαντες. τοῦτο δὲ ποιεῖν ἔφασκε προμηθείᾳ
τῶν ὑπηκόων, ἵνα αὐταρκῶς τῷ χρόνῳ σχόντες κερδῶν ἀμβλύτεροι πρὸς ἀδικήματα. εἶεν.
παράδειγμά τε τραυματίαν πεποίητο ᾧ μυῖαι περιεκάθηντο τὰς πληγάς, καί τις οἰκτείρων αὐτὸν
ἀποδιώκειν αὐτὰς ἐπεχείρει, ἀποτρέψαντος δὲ ἐκείνου ἤρετο τὴν αἰτίαν ὁ διώκειν τὰς μυίας πειρώμενος,
ὁ δέ γε τραυματίας ‘‘αὗται μέν’ ἀπεκρίνατο “τοῦ αἵματος ἐμπλησθεῖσαι οὐ πάνυ μοι δι’
ὄχλου εἰσίν, εἰ δ’ ἀποσοβηθεῖεν αὗται, ἥξουσι νεαλεῖς καὶ λιμώττουσαι μᾶλλόν με ὀδυνήσουσι.” τῆς δὲ
πρὸς ταῦτα βραδυτῆτος τοῦ Τιβερίου καὶ τόδε μαρτύριον ὅτι δύο καὶ
εἴκοσιν ἐπὶ τῆς αὐταρχίας ἀνύσας ἐνιαυτοὺς δύο τοῖς Ἰουδαίοις ἐξέπεμψεν ἄρξοντας τοῦ
ἔθνους αὐτῶν, Γρᾶτον τε καὶ Πιλάτον. τοιοῦτος οὑν τυγχάνων ἐν ἅπασιν οὐδὲ τὸν Εὔτυχον ἠξίου
ἀκροάσεως.

Ἀγρίππας δὲ τὴν Ἀντωνίαν ἱκέτευε παρασκευάσαι τὸν Καίσαρα ἀκροάσασθαι τοῦ
Εὐτύχου. ἡ δ’ Αντωνία διὰ τιμῆς ἣν Τιβερίῳ καὶ ὡς γαμετὴ γενομένη Δρούσου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ καὶ διὰ
τὸ σῶφρον ὡς μάλιστα. νέα γὰρ χηρεύσασα τῇ χηρείᾳ παρέ- μεινε
καὶ γάμον ἀπείπατο δεύτερον, καίπερ τοῦ αὐ- 
 
 τοκράτορος αὐτὸν ἔπιτ’ ῥέποντος, καὶ οὕτω τὸν βίον διήνυσεν ὡς καἰ λοιδοριῶν ἀνωτέρω
γενέσθαι. διὰ δὴ ταῦτα τῷ Τιβερίῳ τετίμητο καὶ ὅτι καὶ εὐεργέτις αὐτοῦ γέγονεν, ἐπιβουλὴν παρὰ
πολλῶν καὶ δυνατῶν συστᾶσαν μηνύσασα. ὑπὸ ταύτης οὖν ἀξιούμενος ἐξετάσαι τὸν Εὔτυκον,
ἔφη “ἴστωσαν οἱ θεοί, Ἀντωνία, ὅτι οὐ κατὰ γνώμην ἐμὴν τὰ πραχθησόμενα ἔσονται, ἐκ δέ γε σῆς
παρακλήσεως.’ καὶ τὸν Εὔτυχον ἀχθῆναι κελεύει. καὶ παραστὰς ἔλεγεν ὡς “Γάιός τε καὶ
Ἀγρίππας, ὦ δέσποτα, συνωμίλουν, καὶ Ἀγρίππας ἔφη, εἰ γὰρ ἀφίκοιτό ποτε ἡμέρα ᾗ μεταστὰς οὗτος ὁ γέρων χειροτονοίη σε ἡγεμόνα τῆς οἰκουμένης· οὐδὲν γὰρ
ἔσται ἡμῖν ἐμποδὼν Τιβέριος ὁ αὐτοῦ υἱωνός, ὑπό σοῦ τελευτῶν. καὶ ἥ τε οἰκουμένη 
γένοιτ’ ἂν μακαρία, καὶ πρὸ ταύτης ἐγώ.” Τιβερίῳ δὲ οἶ λόγοι ἥγηντο ἀληθεῖς· ἄμα δὲ καὶ μῆνιν
Ἀγρίππᾳ τηρῶν ὅτι μὴ τὸν υἱωνόν αὐτοῦ θεραπεύειν εἵλετο, ὅλος δὲ μετέπεσε πρὸς τὸν Γάιον, ἑνὶ τῶν
παρεστηκότων δῆσαι αὐτὸν ἐκέλευσε. καὶ ἤγετο δέσμιος ἐν πορφυρίσιν ὢν ἔτι, καὶ πρὸ τοῦ
βασιλείου εἱστήκει δένδρῳ ὑπ’ ἀθυμίας ἐπικλιθείς. ἦσαν δ ἐκεῖ
καὶ ἕτεροι ἐν δεσμοῖς. καἰ ὀρνέου πρὸς τὸ δένδρον ἐκεῖνο
καταπταμένου, βουβῶνα τὸν ὄρνιν Ῥωμαῖοι καλοῦσι, τῶν δεσμωτῶν τις θεασάμενος ἤρετο τὸν
αὐτὸν τηροῦντα στρατιώτην ὅστις εἴη ὁ ἐν τῇ πορφυρίδι· καὶ μαθὼν ἠξίωσε τὸν συνδεδεμένον αὐτῷ
στρατιώτην πλησίον ἐλθεῖν. καὶ τυχών “ὦ νεανία φησίν, “ἀπαλλαγήν τέ σοι τῶν δεσμῶν ταχίστην
εὐαγγελίζομαι καὶ προκοπὴν ἐπὶ μήκιστον ἀξιώματος καὶ δυνάμεως, καὶ ὡς ζηλωτὸς ἔσῃ τοῖς
ἄρτι οἰκτιζομένοις σε, καὶ ἐν εὐδαιμονίᾳ τελευτήσεις, παισὶ τὸν ὄλβον λιπών. ὅτε δ’ εἰσαῦθις τὸν
ὄρνιν τοῦτον θεάσαιο, ἴσθι σου τηνικαῦτα μετὰ πέντε ἡμέρας ἐσομένην τὴν τελευτήν.
εὐδαιμονήσας μέντοι κατὰ τὴν ἡμετέραν πρόρρησιν, μνήμην ποιοῦ καὶ
ἡμῶν, ὡς διαφευξόμεθα τὴν δυστυχίαν ᾖε τανῦν σύνεσμεν.” καὶ ὁ μὲν ταῦτα εἰπὼν τότε μὲν γέλωται ὦφλεν, ὕστερον δ᾿ ἐφάνη θαύματος ἄξιος. 
 Ἢν οὖν ἐν τοῖς δεσμοῖς ὁ Ἀγρίππας ἐπὶ μῆνας ἔξ. Τιβέριος δὲ μαλακιζόμενος τῆς νόσου
κραταιουμένης Εὔοδον κελεύει, ὃς τῶν ἀπελευθέρων ἣν αὐτῷ τιμιώτατος, τὰ τέκνα προσαγαγεῖν αὐτῷ
διαλεξομένῳ σφίσι πρὶν τελευτῆς. οὐκ ἦσαν δὲ παῖδες αὐτῷ· ὁ γὰρ υἷός αὐτοῦ Δροῦσος
ἔτυχε τεθνεώς· υἱωνὸς δ᾿ ἐξ ἐκείνου αὐτό ἢν Τιβέριος Γέμελλος, καὶ ἀδελφιδοῦς Γάιος Γερμανικοῦ παῖς συγγόνου αὐτοῦ, νεανίας ἤδη καὶ παιδείᾳ ἐσχολακὼς
καὶ παρὰ τοῦ δήμου φιλούμενος καὶ τιμώμενος διὰ τὴν τοῦ πατρὸς ἀρετήν. κελεύσας οὖν ὁ
Τιβέριος ἔωθεν τοὺς παῖδας εἰσαγαγεῖν εἰς τὴν αὔριον· ἦν δ᾿ αὐτῷ τὸ βουλόμενον τῷ υἱωνῷ μάλιστα
καταλιπεῖν τὴν ἀρχήν, τέως δ᾿ οὖν οἰώνισμα ἔθετο εἰς ἐκεῖνον βούλεσθαι τὸ θεῖον 
περιελθεῖν τὴν ἀρχὴν ὃς ἂν πρὸς αὐτὸν ἀφίκοιτο πρότερος, πέμπει κελεύων τῷ παιδαγωγῷ τοῦ υἰωνοῦ
πρωιαίτερον ἄγειν τόν παῖδα. καὶ ἤδη γεγονυίας ἡμέρας πέμπει τὸν Εὔοδον εἰσκαλεῖν τὸν παρόντα τῶν
παίδων· ἐκεῖνος δὲ τὸν Γάιον πρὸ δωματίου καταλαβὼν εἰσήγαγε πρὸς Τιβέριον. ὁ δὲ τῆς
τοῦ θείου δυνάμεως εἰς ἔννοιαν ἐλθὼν κατωλοφύρατο ὡς ἐπ᾿ ἀπολωλότι τῷ
υἱωνῷ. καίπερ δὲ διὰ τοῦτο τεταραγμένος , φησὶ πρὸς τὸν Γάιον “ω παῖ, εἰ καὶ Τιβέριος συγγενέστερός
μοί ἐστιν ἢ σύ, ἀλλ᾿ αὐτὸς καὶ κατὰ γνώμην ἐμὴν καὶ γ̣ατὰ ψῆφον θεόν σοι τὴν τῶν
῾Ρωμαίων ἐγχειρίζω ἀρχήν, καὶ ἀξιῶ μὴ ἀμνημο- νῆσαι τῆς συγγενείας τῆς πρὸς Τιβέριον,
κήδεσθαι δὲ τούτου ὡς συγγενοῦς· οὐ γὰρ ἀτιμώρητα τῇ θείᾳ προνοίᾳ ὅσα παρὰ δίκην πράσσοιτο.” 
 Τιβέριος μὲν οὑν τὸν Γάιον ἀποδείξας τῆς ἡγεμονίας διάδοχον, ὀλίγας ἐπιβιοὺς
ἡμέρας θνήσκει, ἄρξας ἐπὶ ἐνιαυτοῖς δύο καὶ εἴκοσι μῆνας ἑπτὰ καὶ ἡμέρας ἴσας, Γάιος δὲ αὐτοκράτωρ
περιελέλειπτο.

ἠγγέλλετο δὲ Ῥωμαίοις τοῦ Τιβερίου ἡ ἀποβίωσις· οἶ δὲ ἠπίστουν τῷ λόγῳ ὑπὸ τοῦ πάνυ τὸ
πρᾶγμα βούλεσθαι. πλείστα γὰρ ἐκεῖνος δεινὰ Ῥωμαίων τοὺς εὐπατρίδας εἰργάσατο, δύσοργος
ὢν καὶ θανάτῳ καὶ τὰ κουφότατα τῶν πταισμάτων τιμώμενος. 
 Μαρσύας δὲ τοῦ Ἀγρίππου ἀπελεύθερος, πυθόμενος τοῦ Τιβερίου τὴν τελευτήν, ἔδραμε πρὸς αὐτὸν
 καὶ Ἑβραίδι φωνῇ ‘‘τέθνηκεν ὁ λέων” φησίν. ὁ δὲ χάριτας ὡμολόγει αὐτῷ, εἰ κατήγγειλεν
ἀληθῆ. καὶ ὁ ἑκατόνταρχος ὁρῶν τὸν Ἀγρίππαν ἐν χάρματι, ὑπετόπησέ τι γεγονέναι καινόν, καὶ ἤρετο τί
ἂν εἴη τὸ ἀγγελθέν· καὶ ὁ Ἀγρίππας ἤδη συνήθης γενόμενος 
 τῷ ἀνδρὶ τὸ ἀπόρρητον ἀπεκάλυψεν· ὁ δὲ ἐκοινοῦτο τὴν ἡδονήν, καὶ προυτίθει δεῖπνον.
εὐωχουμένων δὲ παρῆν τις περιεῖναι λέγων Τιβέριον. καὶ ὁ ἑκατόνταρχος δείσας ὅτι συνδιῃτᾶτο δεσμώτῃ τοῦ αὐτο- κράτορος, κελεύει δῆσαι αὐτόν, λελυκὼς ἤδη. τῇ
δ’ ὑστεραίᾳ λόγος τε ἦν πλατύς περὶ τῆς τελευτῆς Τιβερίου, καὶ ἐπιστολαὶ παρὰ Γαΐου
ἐπέμφθησαν, ἡ μὲν πρὸς τὴν σύγκλητον, τὸν Τιβερίου θάνατον καταγγέλλουσα καὶ τὴν αὐτοῦ τῆς ἡγεμονίας
διαδοχήν, ἡ δὲ πρὸς Πείσωνα τὸν τῆς πόλεως φύλακα, ἐπιτρέμῆνας 
 πουσα τὸν Ἀγρίππαν ἐκ τοῦ στρατοπέδου μεταγαγεῖν 
εἰς τὴν οἰκίαν ἐν ᾗ πρὸ τοῦ δεθῆναι ἦν. Γάιος δὲ εἰς Ῥώμην τὸν τοῦ Τιβερίου νεκρὸν ἀγαγὼν καὶ θάψας
ψας πολυτελῶς, αὐτίκα λῦσαι τὸν Ἀγρίππαν ἐβούλετο· ἡ δ’ Ἀντωνία κεκώλυκεν, οὐ μίσει τοῦ λυθησομένου,
 φροντίδι δέ γε τοῦ λύσοντος, ἵνα μὴ δοκῇ τῇ μεταστάσει τοῦ αὐτοκράτορος ἐφηδόμενος ἐκ
τοῦ λῦσαι τὸν ἐκείνου δέσμιον τάχιστα. ἡμερῶν δὲ μετρίων παρελθουσῶν μεταπέμπεται τὸν Ἀγρίππαν,
κείρει τε τὸ περιττὸν τῆς τριχὸς καὶ μεταμφιέννυσιν, εἶτα καὶ τὸ διάδημα περιτίθησι καὶ
βασιλέα τῆς Φιλίππου τετραρχίας καθίστησι, προσθέμενος καὶ τὴν Λυσανίου τετραρχίαν εἰς αὔξησιν, καὶ
χρύσεα χαλ- κείων ἀλλάττει, ἀντὶ τῆς σιδηρᾶς ἀλύσεως μεθ’ ἧς ἐδέδετο
χρυσῆν ἰσόρροπον αὐτῷ παρασχόμενος. 
 
 Τῷ δὲ δευτέρῳ ἐνιαυτῷ τῆς μοναρχίας Γαΐου ἠξίου Ἀγρίππας ἐκχωρηθῆναι αὐτῷ ἀφικέσθαι πρὸς τὰ
οἰκεῖα, καὶ αὖθις ἐπανελθεῖν κατετίθετο, οἰκονομησάμενος εἰς δέον τὰ τῆς ἀρχῆς· καὶ ἐν δόντος Γαΐου
ἐξέπλευσεν. Ἡρωδιὰς δὲ ἡ αὐτοῦ ἀδελφὴ ἐφθόνει τῆς εὐπραγίας τῷ ἀδελφῷ., καὶ μάλιστα
ὁπότε μετὰ τῶν τῆς βασιλείας παρασήμων ἐώρα αὐτὸν τοῖς πλήθεσι χρηματίζοντα, ἐξηρέθιζέ τε τὸν ἄνδρα
ἐπὶ Ῥώμης πλεῖν καὶ ἴσην ἀρχὴν μνηστεύσασθαι ἑαυτῷ· ὁ δὲ ἡσυχάζειν ἐβούλετο. καὶ ἡ γυνὴ σφοδρότερον
 ἠνώχλει τἀνδρί, πάντα πράσσειν ἐπὶ τῇ βασιλείᾳ 
κελεύουσα, καὶ οὐκ ἀνῆκεν ἕως καὶ ἄκοντα τὸν Ἡρώδην ἑαυτῇ πεποίηκεν ὁμογνώμονα. ἀνήγετο οὖν σὺν τῇ
γυναικὶ ἐπὶ Ῥώμης. Ἀγρίππας δὲ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν Ῥώμην παρεσκευάζετο, προύπεμψε δὲ τῶν ἀπελευθέρων
 ἕνα δῶρα τῷ αὐτοκράτορι κομίζοντα καὶ ἐπιστολὰς κατὰ τοῦ Ἡρώδου. καὶ καταλαμβάνουσι τὸν Γάιον ἐν Βαίαις πολιχνίῳ τῆς Καμπανίας. ἅμα τε τῷ Ἡρώδῃ εἰς ὄψιν ἧκεν ὁ Γάιος καὶ ἄμα
τὰς Ἀγρίππου ἐπιστολὰς ἐπῄει, κατηγορούσας ἐκείνου πρὸς Σηιανὸν ὁμολογίαν κατὰ τῆς Τιβερίου ἀρχῆς,
 καὶ πρὸς Ἀρτάβανον αὖθις τὸν Πάρθον τότε κατὰ τῆς αὐτοῦ Γαΐου. τεκμήριον δ᾿ ἐποιεῖτο τοῦ
λόγου ὅπλων ἀπόθεσιν ἐν ταῖς ὁπλοθήκαις Ἡρώδου, μυριάσιν ὁπλιτῶν
ἀρκούντων ἑπτά. ἐκινεῖτο δ’ ὑπὸ τόν ἐπεσταλμένων ὁ Γάιος, καὶ ἠρώτα τὸν Ἡρώδην εἰ 
ἀληθὴς ὁ περὶ τῶν ὅπλων λόγος. τοὐ δὲ καταθεμένου, πιστεύσας τῇ ἀποστάσει αὐτοῦ τὴν τετραρχίαν
ἀφαιρεῖται καὶ τῇ βασιλείᾳ τοῦ Ἀγρίππου προστίθησι, καὶ τὰ χρήματα αὐτῷ ὁμοίως δωρεῖται, τὸν δὲ
Ἡρώδην ἀειφυγίᾳ κατέκρινεν. Ἡρωδιάδι δὲ ὡς Ἀγρίππου ὁμαίμονι τά τε χρήματα ὅσα ἐκείνῃ
διέφερεν ἐδίδου, καὶ μηδὲ κοινωνεῖν ἐκέλευε τῆς φυγῆς τῷ ἀνδρί, διὰ τὸν Ἀγρίππαν. ἡ δὲ χάριτας μὲν
ὡμολόγει Γαΐῳ, οὐ δίκαιον δ᾿ ἔλεγεν εἶναι τῆς εὐδαιμονίας τῷ ἀνδρὶ κοινωνήσασαν ἐγκαταλιπεῖν ἐπὶ
ταῖς δυσπραγίαις 
 αὐτόν. 
 Ὁ μέντοι Γάιος τὸν μὲν πρῶτον ἐνιαυτὸν καὶ τὸν ἐφεξῆς μετριώτερον ἐχρῆτο τοῖς πράγμασι,
προιὼν δὲ ἐξεθείαζεν ἑαυτὸν καὶ θεοῦν ἐπεχείρει. καὶ δὴ στάσεως γεγονυίας τοῖς ἐν Ἀλεξανδρεία
Ἰουδαίοις καὶ Ἕλλησι τρεῖς ἀφ’ ἑκατέρου μέρους παρῆσαν

πρὸς τὸν Γάιον πρεσβευταί. Ἀπίων δὲ τῶν Ἀλεξανδρέων πρέσβεων εἷς ἄλλα τε κατηγόρει τῶν
Ἰουδαίων καὶ ὡς πάντων τῶν ὑπὸ Ῥωμαίους βωμοὺς τῷ Γαΐῳ καὶ ναοὺς ἀνιστώντων καὶ ὡς θεὸν τιμώντων
οὗτοι μόνοι ἄδοξον ἥγηνται ἀνδριᾶσι τιμᾶν αὐτὸν καὶ ὅρ- 
 

 
 
 
 κιον αὐτοῦ ποιεῖσθαι τὸ ὄνομα. ἐπὶ τούτοις Φίλων τῆς τῶν Ἰουδαίων πρεσβείας προεστηκώς,
ἀνὴρ ἔνδοξος καὶ φιλοσοφίας οὐκ ἄπειρος, ἕτοιμος ἢν ὑπεραπολογήσασθαι τῶν ὁμοεθνῶν. ὁ δὲ Γάιος
οὐκ ἠνέσχετο, κελεύσας ἐκποδὼν ἀπελεύσεσθαι, δῆλός τε ἦν κακώσων αὐτούς. καὶ ὁ Φίλων
ἐξελθὼν περιυβρισμένος φησὶ πρὸς τοὺς περὶ αὐτὸν Ἰουδαίους ὡς χρὴ θαρρεῖν οὐ γὰρ εἰς αὐτοὺς ὁ Γάιος
πεπαρῴνηκεν, εἰς δὲ τὸ θεῖον αὐτό. 
 Ὁ δ᾿ αὐτοκράτωρ δεινὸν ἡγούμενος ὑπὸ Ἰουδαίων μὴ ὡς θεὸς σεβασθῆναι, Πετρώνιον
ἐκπέμπει διάδοχον τῆς Οὐιτελλίου ἀρχῆς, κελεύσας χειρὶ πολλῇ ἐμβαλεῖν
εἰς τὴν Ἰουδαίαν καὶ ἱστᾶν αὐτοῦ ἀνδριάντα ἐν τῶ ναῷ τοῦ θεοῦ· εἰ δὲ μὴ ἑκόντες παραχωροῖεν,
πολέμῳ κρατήσαντα τοῦτο ποιεῖν. καὶ ὁ Πετρώνιος τὴν τῆς Συρίας παρειληφὼς ἀρχὴν
ἠπείγετο πληρώσων τὰς τοῦ Καίσαρος ἐντολάς. καὶ εἰς Πτολεμαΐδα γενομένῳ προσῆλθον Ἰουδαίων πολλαὶ
μυριάδες δεόμεναι μὴ βιάζεσθαι σφᾶς ἐπὶ παραβάσει τῶν πατρίων, “Εἰ δ᾿ ἀπαραίτητος εἶ”, ἔλεγον, “ἡμᾶς
 πρότερον διαχειρισάμενος οὕτως ἔστα τὸ ἄγαλμα. Πετρώνιος δ᾿ ἀπεκρίνατο ὡς εἰ μὲν ἀφ᾿
ἑαυτοῦ ταῦτ᾿ ἔπραττον, δίκαιος ἦν πρός με ὑμῖν ὁ λόγος· Καίσαρος δὲ
κελεύσαντος Πᾶσα ἀνάγκη τὰ ἐκείνῳ δεδογμένα πληροῦν. ταῦτα εἰπὼν ἐπὶ Τιβεριάδα ἀφίκετο, 
κατανοήσων ὡς γνώμης ἔχουσιν Ἰουδαῖοι. καὶ πολλαὶ· μυριάδες συνήντων αὐτῷ ἱκετεύουσαι μὴ εἰς ἀνάγκας
αὐτοὺς καθιστᾶν μηδὲ μιαίνειν ἀνδριάντι τὴν πόλιν. καὶ ὁ Πετρώνιος ἔφη “πολεμήσετε ἄρα;” οἶ δ᾿ “οὐ
πολεμήσομεν” ἔφασαν, “τεθνηξόμεθα δὲ πρότερον ἢ παραβῆναι τὰ πάτρια,” καὶ παρεῖχον ἑαυτοὺς
ἀποσφάττεσθαι. καὶ ταῦτα ἐφ᾿ ἡμέρας ἐπράτ- τετο τεσσαράκοντα. Ἀριστόβουλος δὲ ὁ
Ἀγρίππου ἀδελφὸς καὶ ἄλλοι τῶν ἐκκρίτων ἐδέοντο Πετρωνίου μηδὲν
εἰς ἀπόνοιαν τὸ πλῆθος παρακινεῖν, ἀλλὰ γράφειν πρὸς Γάιον τὸ ἀνήκεστον αὐτῶν πρὸς τὴν τοῦ ἀνδριάντος ὑποδοχήν· ἴσως γὰρ μαλαχθέντα αὐτὸν ἀποστῆναι τοῦ δόξαντος· εἰ δ’ ἐμμένοι καὶ αὖθις τῇ
ψήφῳ, τότε καὶ αὐτὸν τοῦ πράγματος ἅπτεσθαι. Πετρώνιος δὲ πεισθεὶς ἐπέστειλε τῷ Γαί·ῳ περὶ τῆς
πράξεως. 
 
 Ἀγρίππας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐν Ῥώμῃ διάγων προέκοπτε τῇ· πρὸς Γάιον οἰκειώσει. θαυμασθείς τε ἐν
τῷ δειπνίζειν τὸν αὐτοκράτορα τῆς πολυτελείας χάριν καὶ τοῦ μεγαλοπρεποῦς, αἰτήσασθαι προετρέπετο ὅ
ἂν αὐτῷ πρὸς βουλῆς. ὁ δέ “αἰτήσομαί σε’’ ἔφη τῶν μὲν ὄλβον περιποιούντων οὐδέν, ὃ δ᾿
ἂν σοί τε πρὸς δόξαν εὐσεβείας κἀμοὶ πρὸς εὔκλειαν γένηται. ἀξιῶ σε
γὰρ τὴν τοῦ ἀνδριάντος ἀνάθεσιν, ἣν ποιήσασθαι κελεύεις Πετρώνιον εἰς τό Ἰουδαίων ἱερόν, δι’ ἐμὲ
καταλείψειν.” Γάιος δὲ αἰσχυνθεὶς ἐπὶ τοσῶνδε μαρτύρων δόξαι ψευδόμενος, συνεχώρει καὶ
γράφει πρὸς τὸν Πετρώνιον, εἰ μὲν ἤδη τὸν ἀνδριάντα ἔφθασε στῆσαι, μὴ καθελεῖν, εἰ δὲ μήπω πεποίηται
τὴν ἀνάθεσιν, μηκέτι πειρᾶσθαι ποιήσασθαι· οὐ γὰρ ἔτι τοῦτον βούλομαι στῆναι, διὰ τὸν 
Ἀγρίππαν, ἄνδρα τιμώμενον παρ᾿ ἐμοί.” Γάιος μὲν οὑν ταῦτα πρὸς Πετρώνιον γράφει πρὶν ἐντυχεῖν ταῖς
ἐκείνου ἐπιστολαῖς ἐμφαινούσαις πρὸς ἀποστασίαν τοὺς Ἰουδαίους διὰ τὸν ἀνδριάντα ἐπείγεσθαι· περιαλγήσας δὲ διὰ ταῦτα γράφει τῷ Πετρωνίῳ “Ἐπεί σοι τά τῶν
Ἰουδαίων δῶρα ἐν μείζονι γεγόνασι λόγῳ τῶν ἐμῶν ἐντολῶν, σὺ περὶ τῶν σεαυτοῦ τὸ ποιητέον συλλόγισαι.
παράδειγμα γάρ σε ποιήσομαι τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔπειτα μὴ ἀκυροῦν ἐντολὰς
αὐτοκράτορος.” ταύτην τὴν ἐπιστολὴν οὐκ ἔφθη ζῶντος Γαί·ου δεδεγμένος Πετρώνιος, ἀλλὰ πρότερον τὰ
περὶ τῆς ἐκείνου τελευτῆς ἐδέξατο γράμματα, καὶ οὕτω τὰ πρὸς αὐτὸν τοῦ Γαΐου. 
 
 Ὁ μὲν οὖν Γάιος κάκιστος γεγονὼς ὤλετο ἐξ ἐπι- βουλῆς
ἀνῃρημένος· τὸν δὲ τρόπον τῆς κατ’ ἐκείνου ἐπιβουλῆς, καὶ παρὰ τίνων
ἀνῄρηται, ὅτε τὰ περὶ τῶν αὐτοκρατόρων ὁ λόγος διέξεισι διηγήσεται. ἤδη δὲ φθαρέντος, Κλαύδιος
κρυπτόμενος διὰ φόβον ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ἐξάγεται καὶ αὐτοκράτωρ ἀνακηρύττεται, πολλὰ
πρὸς τὴν ἀνάρρησιν αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἀγρίππα σπουδάσαντος. ἄρτι δὲ βεβαιωθείσης τῆς αὐταρχίας αὐτῷ, τήν
τε ἀρχὴν ἐκύρωσε τῷ Ἀγρίππᾳ καὶ δι’ ἐγκωμίων ἐποιεῖτο αὐτόν, προσθήκην τε αὐτῷ ἔθετο
πάσαν ἧς ἦρξεν Ἡρώδης ὁ βασιλεὺς καὶ πάππος αὐτοῦ. ὁ δὲ καὶ τῷ ἀδελφῷ Ἡρώδῃ τὴν βασιλείαν Χαλκίδος
παρὰ Κλαυδίου ᾐτήσατο· καὶ ἐδόθη ἐκείνῳ παρὰ τοῦ Καίσαρος.

Κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον στασιάζουσιν πρὸς τοὺς 
 Ἀλεξανδρεῖς οἶ ἐκεῖ Ἰουδαῖοι. ὃν γὰρ εἴρηται τρόπον κακῶς πρὸς
αὐτοὺς Γαί·ου διατεθέντος, ἐκακοῦντο μοναρχοῦντος ἐκείνου παρὰ τῶν ἐν τῇ πόλει Ἑλλήνων, Γαΐου δὲ
τελευτήσαντος ἀνεθάρσησαν καὶ ἦσαν ἐν ὅπλοις. Κλαύδιος δὲ τῷ ἱππαρχοῦντι κατὰ τὴν 
Αἴγυπτον ἐπέστειλε καταστεῖλαι τὴν στάσιν, ἔπεμψε δὲ καὶ διάταγμα ἐκ παρακλήσεως τοῖν βασιλέοιν
Ἀγρίππου τε καὶ Ἡρώδου εἰς Συρίαν καὶ εἰς Ἀλεξάνδρειαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην οἰκουμένην ὅση Ῥωμαίοις
ὑπήκοος, φράζον ὅτι “τῶν Ἰουδαίων ἀνέκαθεν 
 
 ἴσης πολιτείας τοῖς Ἀλεξανδρεῦσι καὶ τοῖς τῶν λοιπῶν πόλεων πολίταις ἀξιωθέντων, ὁ
Γάιος ἐξ ἀπονοίας ὅτι μὴ θεὸν προσαγορεύειν αὐτὸν τὸ Ἰουδαίων ἔθνος ἠνέσχετο αὐτοὺς ἐταπείνωσεν.
ἐγὼ δὲ μηδενὸς 
 διὰ τὴν ἐκείνου παραφροσύνην τῶν παλαιῶν δικαίων τὸ ἔθνος ἐκπεσεῖν διατάττομαι,
συντηρεῖσθαι δὲ σφίσι τὰ πρότερον δέκαια τοῖς Ἰουδαίων νομίμοις ἐμμένουσι, ταῦτά με αἰτησαμένων τῶν
βασιλέων Ἀγρίππου καὶ Ἡρώδου τῶν φιλτάτων μοι.” ἐξέπέμψε δὲ καὶ Ἀγρίππαν ἐπὶ τὴν
βασιλείαν αὐτοῦ, λαμπροτέραν γεγενημένην. κἀκεῖνος ἐλθὼν εἰς Ἱεροσόλυμα χαριστήρια ἔθυσε, καὶ τὴν
χρυσῆν ἄλυσιν τὴν ὑπὸ Γαΐου δοθεῖσαν αὐτῷ ὑπὲρ τὸ γαζοφυλάκιον ἀπῃώρησε, δεῖγμα τῆς τοῦ θεοῦ
δυναστείας καὶ τῆς τῶν πραγμάτων μεταβολῆς, καὶ ὅτι καὶ τὰ μεγάλα πίπτει ποτὲ καὶ
ὑψοῦται τὰ ταπεινά. θύσας οὖν πολυτελῶς , Θεόφιλον μὲν τὸν Ἄννα τῆς
ἀρχιερωσύνης μεθίστησι, τῷ δὲ Βοηθοῦ Σίμωνι, ᾦ Κανθηρᾶς ἡ ἐπίκλησις, ἀπένειμε τὴν τιμήν. δύο δ᾿
ἦσαν τῷ Σίμωνι ἀδελφοί, καὶ πατὴρ ὁ Βοηθός, οὗ τῇ θυγατρὶ ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης συνῴκησεν,
ὡς ἱστόρηται. τοὺς δ᾿ Ἱεροσολυμίτας τῆς πρὸς αὐτὸν εὐνοίας ἠμείψατο, ἀφεὶς αὐτοῖς τὰ ὑπὲρ ἑκάστης
οἰκίας. ἴππαρχον δὲ παντὸς τοῦ στρατεύματος τὸν Σίλαν ἀπέδειξεν, ἄνδρα πόνων αὐτῷ
συμμετασχόντα πολλῶν. 
 Νεανίσκοι μέντοι Δωρῖται παράβολοι καὶ θρασεῖς Καίσαρος ἀνδριάντα εἰς τὴν τῶν Ἰουδαίων
συνἀγωγὴν κομίσαντες ἔστησαν. τοῦτο τὸν Ἀγρίππαν ἐτάραξε· καὶ αὐτίκα
πρὸς τὸν τῆς Συρίας ἡγεμονεύὄντα Πούπλιον Πετρώνιον παραγίνεται καὶ κατηγορεῖ τῶν
Δωριτῶν. ὁ δ᾿ ἑκατόνταρχον στείλας, τοὺς μὲν τὸ τόλμημα πράξαντας ἐπ᾿ αὐτὸν ἀχθῆναι προσ- ἔταξε, τοῖς δὲ τῶν Δωριτῶν ἄρχουσιν ἐπιδεῖξαι τῷ ἑκατοντάρχῳ τοὺς αἰτίους ἐπέστειλεν, εἰ μὴ
βούλοιντο δοκεῖν συνεργάται τῆς πράξεως. 
 Ἀγρίππας δὲ ἀφελόμενος τὴν ἱερωσύνην τὸν Κανθηρᾶν Σίμωνα, Ἰωνάθην αὖθις ἐπ’ αὐτὴν ἦγε τὸν Ἀνανίου. ὁ δὲ παρῃτεῖτο, ἀρκεῖσθαι λέγων ἅπαξ τὴν ἀρχιερωσύνην λαχών, τὸν δὲ ἀδελφὸν
Ματθίαν πρὸς ταύτην ἠξίου προάγεσθαι ὡς ἄξιον τῆς τιμῆς.
πεισθεὶς οὖν ὁ βασιλεὺς τῷ Ματθίᾳ τὴν ἀρχιερωσύνην ἀπένειμε. 
 
 Σίλας δὲ ὁ Ἀγρίππου ἵππαρχος, πεποιθὼς οἷς ὑπὲρ αὐτοῦ κεκινδύνευκεν, ἀκαίρου παρρησίας
ἀντεποιεῖτο, καὶ ἦν φορτικός, τὰ στυγνὰ τῆς τύχης εἰς μνήμην ἄγων αὐτῷ καὶ ἑαυτὸν σεμνύνων ἐκ τῆς
τότε σπουδῆς τε καὶ πίστεως. ἀηδῶς οὖν πρὸς τὴν ἀταμίευτον αὐτοῦ παρρησίαν ὁ Ἀγρίππας διέκειτο τοῦ δὲ Σίλα μὴ ἐνδιδόντος εἰς ὀργὴν ὁ βασιλεὺς
ἀνηρέθιστο, καὶ οὐ μόνον τῆς ἱππαρχίας αὐτὸν μετέστησεν, ἀλλὰ μέντοι καὶ δέδεκε. χρόνῳ δὲ τὸν θυμὸν
ἀμβλυνθείς, καὶ λογισάμενος ὅσους ὑπὲρ ἐκείνου 
 ἀνέτλη πόνους, ἡμέραν ἑορτάζων ἑαυτοῦ γενέθλιον ἐκάλει τὸν Σίλαν αὐτῷ
συνεστιαθησόμενον. ὁ δὲ οὐκ ἐπείθετο “ἐπὶ τίνα’’ λέγων “ὁ βασιλεὺς ἀνακαλεῖ με τιμὴν τὴν ὅσον ἤδη
ἀπολουμένην,. ἢ πεπαῦ- σθαί με νομίζει τῆς παρρησίας; νῦν βοήσομαι μᾶλλον ὅσων αὐτὸν
ἐξερρυσάμην δεινῶν, ὅσους ἤνεγκα πόνους ἐκείνῳ πορίζων σωτηρίαν καὶ τιμήν· ὧν γέρας μοι δεσμὰ καὶ
σκότιος εἰρκτή, ὧν οὔποτε λήσομαι.” ὁ δὲ β,ασιλεὺς ταῦτα μαθόν, καὶ ἀνιάτως συνιδὼν διακείμενον,
αὖθις εἴασεν ἐν φρουρᾷ. 
 
 Ἧν δὲ εὐεργετικὸς οὗτος ὁ βασιλεὺς ἐν δωρεαῖς οὐδὲν ἧττον Ἡρώδου τοῦ πάππου· ἐκείνου μέντοι
εἰς ἀλλοφύλους τὸ φιλότιμον ἐπιδεικνυμένου, οὐ μὴν καὶ εἰς τοὺς Ἰουδαίους, οὗτος πρὸς
πάντας ὁμοίως ἦν εὐεργετικὸς καὶ τὸν τρόπον πραύς. ἡδεῖα γοῦν αὐτῷ 
δίαιτα συνεχὴς ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἦν, καὶ τὰ πάτρια καθαρῶς ἐτήρει. καὶ δή τις Σίμων
ἦν ἐν Ἱεροσολύμοις ἀκριβὴς δοκῶν τὰ νόμιμα· οὗτος πλῆθος ἀθροίσας ἐτόλμησε τοῦ βασιλέως κατειπεῖν
ἀποδημήσαντος εἰς Καισάρειαν. τοῦτο τὸν Ἀγρίππαν οὐκ ἔλαθε. μεταπέμπεται οὑν τὸν Σίμωνα καί φησιν
“εἰπέ εἰπέ μοι τί τῶν γινομένων ἐστὶ παράνομον; ὁ δὲ μὴ ἔχων εἰπεῖν ἐδεῖτο συγγνώμης τυχεῖν. καὶ ὁ
βασιλεὺς παρὰ προσδοκίαν αὐτῷ διηλλάττετο, καὶ ἐξέπεμψε δωρησάμενος. τὴν ἀρχιερωσύνην δὲ Ματθίαν
 ἀφελόμενος Ἐλιωναίῳ τῷ τοῦ Κιθαίρου παιδὶ παρέσχεν αὐτήν
Βασιλεύσας οὖν ἐπὶ τρεῖς ἐνιαυτοὺς τῆς ὅλης Ἰουδαίας, εἰς πόλιν Καισάρειαν, ἣ πρότερον Στράτωνος
ἐκαλεῖτο πύργος, θεωρίας ἐτέλει. δευτέρᾳ δὲ τῶν θεωριῶν ἡμέρᾳ στολὴν ἐνδὺς ἐξ ἀργύρου πεποιημένην
 παρῆλθεν εἰς τὸ θέατρον ἀρχομένης ἡμέρας. καὶ ταῖς πρώταις τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων
ἐπιτολαῖς ὁ ἄργυρος καταυγασθεὶς θαυμασίως ἀπέστιλβε, μαρμαίρων τι φοβερὸν τοῖς εἰς αὐτὸν
ἀτενίζουσιν. εὐθύς τε οἱ κόλακες ἄλλος ἄλλοθεν ἀνεβόων, θεὸν προσαγορεύοντες, εὐμενής
τε εἴης, ἐπιλέγοντες· εἰ γὰρ καὶ μέχρι νῦν ὡς ἄνθρωπον ἐφοβήθημεν, ἀλλὰ τοὐντεῦθεν ὁμολογοῦμεν θνητῆς σε φύσεως κρείττονα. οὐκ ἐπέπληξε τούτοις ὁ βασιλεύς,
οὐδὲ τὴν κολακείαν ἀσεβοῦσαν ἀπετρίψατο. ἀνακύψας οὖν μετ’ ὀλίγον ὁρᾷ τὸν βουβῶνα τὸν
ὄρνιν τῆς ἑαυτοῦ κεφαλῆς ὕπερθεν, ἄγγελόν τε κακῶν τοῦτον ἐνενόησε τότε, ὡς ποτὲ τῶν ἀγαθῶν μηνυτήν.
καὶ διακάρδιον ἔσχεν ὀδύνην, καὶ τῆς κοιλίας ἀθρόον ἐπιγέγονεν ἄλγημα. καὶ πρὸς τοὺς
φίλους φησίν “ὁ θεὸς ὑμῖν ἐγὼ ἤδη καταστρέφω τὸν βίον, καὶ ὁ κληθεὶς ἀθάνατος παρ’ ὑμῶν θανεῖν
ἐπείγομαι.” ταῦτα λέγων τῆς ὀδύνης ἐπιτεινομένης κατεπονεῖτο, καὶ μετὰ 
 σπουδῆς ἀνεκομίσθη πρὸς τὸ βασίλειον. λόγου δὲ γενομένου θνήσκειν
αὐτόν, ἡ πληθὺς αὐτίκα σὺν γυναιξὶ καὶ παισὶν ἐπὶ σάκκου καθεσθεῖσα τῶ πατρίῳ νόμῳ τὸν θεὸν ὑπὲρ τοῦ
βασιλέως ἱκέτευε, καὶ πάντες ἐθρήνουν. ἐν ὑψηλῷ δὲ ὁ Ἀγρίππας κατακείμενος δωματίῳ, καὶ
κάτω βλέπων αὐτοὺς πρηνεῖς προσπίπτοντας, οὐδὲ αὐτὸς ἄδακρυς ἢν. ἐφ’ ἡμέρας δὲ πέντε τῷ τῆς γαστρὸς
ἀλγήματι κατεργασθεὶς κατέστρεψε τὴν ζωήν, βιώσας ἔτη τέσσαρα καὶ πεντήκοντα, βασιλεύσας δ᾿ ἑπτά,
ἐπὶ Γαΐου μὲν τέσσαρα,

τρία δ᾿ ἐπὶ Κλαυδίου. ἀγνοουμένης γε μὴν ἔτι τοῖς πλήθεσι τῆς αὐτοῦ τελευτῆς,
συμφρονήσαντες Ἡρώ- δης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὁ τῆς Χαλκίδος ἄρχων καὶ
 Ἑλκίας ὁ ἵππαρχος, πέμψαντες τὸν Σίλαν ἐχθρὸν αὐτοῖς ὄντα
κατέσφαξαν, ὡς τάχα τοῦ βασιλέως κελεύσαντος. 
 Οὕτω μὲν οὖν ὁ Ἀγρίππας ἀπεβίω, υἱὸν Ἀγρίππαν καταλιπὼν ἐτῶν ἑπτακαίδεκα, τρεῖς δὲ
θυγατέρας· ὡν ἡ μὲν Ἡρώδῃ τοῦ πατρὸς ἀδελφῷ γεγάμητο, Βερνίκη δ’ ἐκέκλητο, παρθένοι δ’ ἦσαν αἱ δύο
Μαριὰμ καὶ Δρούσιλλα. γνωσθέντος δὲ τοῦ θανάτου τοῦ βασιλέως, Καισαρεῖς καὶ Σεβαστηνοὶ
ἐπιλελησμένοι τῶν αὐτοῦ εὐποιιῶν ἐβλασφήμουν τε εἰς αὐτὸν καὶ τὰ τῶν τοῦ βασιλέως θυγατέρων ἀγάλματα
ἁρπάσαντες εἰς τὰ πορνεῖα ἐκόμισαν καὶ ἀφύβριζον εἰς αὐτά, καὶ πανδήμους ἑστιάσεις
ἐποίουν 
 στεφανούμενοι καὶ μυριζόμενοι καὶ σπένδοντες τῷ Χάροντι.
ὁ δὲ τοῦ τεθνεῶτος υἷός Ἀγρίππας ἐν Ῥώμῃ τότε διῆγε παρὰ Κλαυδίῳ τρεφόμενος Καίσαρι. ὃν αὐτίκα
πέμπειν ὥρμητο τὴν βασιλείαν διαδεξόμενον· ἀπήγαγον δ’ αὐτὸν τοῦ σκοποῦ οἶ περὶ αὐτόν,
σφαλερὸν εἶναι λέγοντες κομιδῇ νέῳ βασιλείας ἐπιτρέπειν μέγεθος τόσον. ἀπέστειλεν οὑν Κούσπιον Φάδον
τῆς Ἰουδαίας καὶ τῆς βασιλείας ἁπάσης ἐπιτροπεύσοντα, ἐντειλάμενος αὐτό Καισαρεῦσι καὶ Σεβαστηνοῖς
 ἐπιπλήξαι τῆς εἰς τὸν κατοιχόμενον ὕβρεως. ἀφικόμενος δὲ Φάδος εἰς τὴν Ἰουδαίαν, στάσιν
τε γενομένην κατέστειλε, καὶ λῃστηρίων τὴν χώραν ἐκάθηρε, καὶ
τὴν τοῦ ἀρχιερέως στολὴν εἰς τὴν Ἀντωνίαν τὸ φρούριον ἀποτεθῆναι προσέταξεν ὡς καὶ 
πρότερον. οἶ δ’ ἱερεῖς καὶ οἶ πρῶτοι τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις ἀντιλέγειν μὲν οὐκ ἐτόλμων, παρεκάλουν δὲ
ὅμως ἐπιτρέψαι αὐτοῖς πρέσβεις πέμψαι πρὸς τὸν Καίσαρα τοὺς αἰτησομένους τὴν ἱερὰν στολὴν παρ’
αὐτοῖς εἶναι· καὶ ἐπετράπησαν. παραγενομένων δὲ εἰς τὴν Ῥώμην τῶν πρέσβεων, ὁ τοῦ
Ἀγρίππου παῖς ὁ νεώτερος Ἀγρίππας ἐκεῖ διάγων, ὡς εἴρηται, παρεκάλεσε τὸν Καίσαρα συγχωρηθῆναι τοῖς
Ἰουδαίοις ἔχειν τὴν ἱερὰν στολήν. καὶ ὁ Κλαύδιος συνεχώρησε, καὶ τῷ Φάδῳ περὶ τούτων ἐπέστειλε. καὶ
 Ἡρώδης δὲ ὁ τοῦ Ἀγρίππου ἀδελφός, τῆς δὲ Χαλκίδος ἄρχων, ᾐτήσατο παρὰ Καίσαρος τὴν τοῦ
νεὼ ἐξουσίαν καὶ τῶν ἱερῶν χρημάτων καὶ τὴν τῶν ἀρχιερέων
χειροτονίαν. καὶ ἔτυχε τῆς αἰτήσεως, καὶ ἐξ ἐκείνου πᾶσι τοῖς ἀπογόνοις αὐτοῦ ἡ ἐξουσία παρέμεινε
 μέχρι τῆς τῶν Ἱεροσολύμων ἁλώσεως. καὶ δὴ μεθίστησι τῆς ἀρχιερωσύνης τὸν Κανθηρᾶν,
Ἰωσὴφ ἀντεισαγαγὼν τὸν τοῦ Καμεί.

Ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ ἡ τῶν Ἀδιαβηνῶν βασιλὶς Ἑλένη καὶ ὁ παῖς αὐτῆς Ἰζάτης εἰς τὰ Ἰουδαίων τὴν
διαγωγὴν μετέβαλον νόμιμα. Μονόβαζος γὰρ ὁ τῶν Ἀδιαβηνῶν βασιλεύς, ᾧ καὶ Βαζαῖος ἐπίκλησις ἦν, τῆς
ἀδελφῆς Ἑλένης ἁλοὺς ἔρωτι, ἄγεται ταύτην. καί ποτε συγκαθεύδων αὐτῇ οὔσῃ ἐγκύμονι τῇ
ἐκείνης γαστρὶ τὴν χεῖρα ἐπέθετο, καὶ ὑπνώσας ἔδοξεν ἀκούειν φωνῆς ἆραι κελευούσης ἐκ τῆς νηδύος τὴν
 χεῖρα καὶ μὴ θλίβειν τὸ ἐν αὐτῇ βρέφος, θεοῦ προνοίᾳ καὶ ἄρξον καὶ
τέλους τευξόμενον εὐτυχοῦς. ταραχθεὶς οὖν ὑπὸ τῆς φωνῆς ἔφραζε ταῦτα τῇ γυναικί. καὶ
τὸν υἱὸν τεχθέντα Ἰζάτην ὠνόμασεν. ἦν δ’ ἕτερος τούτου πρεσβύτερος ἐκ τῆς Ἑλένης αὐτῷ γεννηθεὶς
ἄλλοι τε παῖδες ἐκ γυναικῶν ἑτέρων, ἔστεργε δὲ τὸν Ἰζάτην ὥσπερ μονογενῆ. ἐφθόνουν 
τοίνυν οἱ ἀδελφοί. ὁ δὲ πατὴρ δεδοικὼς περὶ τούτῳ, ἐκπέμπει πρὸς Ἀβεννήριγον τὸν Σπασίνου χάρακος
βασιλέα. καὶ ὃς ἀσμένως τὸν Ἰζάτην ἐδέξατο καὶ κηδεστὴν ἐπί θυγατρὶ ἐποιήσατο καὶ χώραν αὐτῷ
παρέσχε. γεγηρακὼς δὲ ὁ Μονόβαζος ἰδεῖν ἐπεθύμει τὸν Ἰζάτην πρὸ τοῦ θανεῖν.
μεταπεμψάμενος οὑν αὐτὸν φιλοφρόνως ἀσπάζεται, καὶ χώραν αὐτῷ 
ἀπεκλήρωσεν, ἐν ᾗ καὶ διέτριβε μέχρι τελευτῆς τοῦ πατρός. 
 Ἐκλιπόντος δὲ Μονοβάζου ἡ βασιλὶς Ἑλένη μετεπέμψατο τοὺς μεγιστᾶνας καὶ τοὺς
σατράπας· οἶς ἀφικομένοις οὐ λέληθεν” εἶπεν ‘‘ὑμᾶς ὅτι ὁ ἀνὴρ ὁ 
ἐμὸς τὸν Ἰζάτην ἤθελε τῆς βασιλείας γενέσθαι διάδοχον. εἰδυῖα δὲ μακάριον τὸν μὴ παρ’ ἑνός, ἀλλὰ τῶν
πλειόνων καὶ τούτων ἑκόντων τὴν βασιλείαν λαμ- 
 
 βάνοντα, καὶ ὑπὸ τὴν ὑμῶν τὸ πρᾶγμα κρίσιν πεποίημαι.” οἶ δὲ καὶ τὴν τοῦ βασιλέως
κρίσιν βεβαιοῦν ἔλεγον, καὶ ὑπείξειν ἑκόντες Ἰζάτῃ δικαίως προκεκριμένῳ τῶν ἀδελφῶν κατὰ τὰς ἁπάντων
εὐχάς, καὶ δεῖν προαποκτεῖναι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς συγγενεῖς, ἵν᾿ ἀσφαλῶς
ἐκεῖνος ἄρχοι. ἡ δὲ βασιλὶς τὴν περὶ τῆς ἀναιρέσεως τῶν
προσηκόντων τῷ Ἰζάτῃ γνώμην ἐπισχεῖν συνεβούλευε μέχρις ἂν ἐκεῖνος συνδοκιμάσῃ παραγενόμενος. οἱ δὲ
δεσμεῖν τέως αὐτοὺς παρῄνουν μέχρι τῆς ἐκείνου ἐπιδημίας. καθίστησι δὲ τὸν πρεσβύτατον
υἱὸν ἡ βασίλισσα ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἕως ἂν ἐπανέλθῃ ὁ ἀδελφός, δίδωσι δὲ καὶ τὸν τοῦ πατρὸς
σημαντῆρα δακτύλιον. ἧκεν οὖν ὁ Ἰζάτης, καὶ ὁ ἀδελφὸς ὑπεδέξατο καὶ ὑπεξέστη αὐτῷ τῆς
ἀρχῆς. 
 Ὄντι δ᾿ αὐτῷ ἐν τῇ ἀποδημίᾳ Ἰουδαῖός τις Ἀνανίας καλούμενος γνωστὸς γεγονὼς ἐδίδασκεν
αὐτὸν τὸν θεὸν καὶ τὰ τῶν Ἰουδαίων νόμιμα. συνέβη δὲ Β καὶ τὴν Ἑλένην ὑφ᾿ ἑτέρου Ἰουδαίου
κατηχηθεισαν εἰς τὰ Ἰουδαϊκὰ ἔθη μετατεθῆναι. ἐλθὼν οὖν ὁ Ἰζάτης καὶ δεδεμένους τοὺς
συγγενεῖς εὑρηκὼς ἐδυσχέρανε, καὶ ἔλυσε μέν, ἔπεμψε δέ, ἵνα μὴ ὕποπτοι παρόντες εἶεν, τοὺς μὲν εἰς
῾Ρώμην ὁμηρεύσοντας, τοὺς δὲ πρὸς Πάρθους. γνοὺς δὲ τὴν μητέρα τὰ Ἰουδαίων ἀσπασαμένην,
ἔσπευσε καὶ αὐτὸς εἰς ἐκεῖνα μετατεθῆναι, καὶ περιτμηθῆναι ἕτοιμος ἦν. ἡ δὲ μήτηρ ἐκώλυε, λέγουσα
εἰς δυσμένειαν τοὺς ὑπηκόους διὰ τοῦτο ἐλθεῖν, οὐκ ἀνέξεσθαί τε ὑπὸ ἰουδαἴζοντος βασιλεύεσθαι. ὁ δὲ
εἰς τὸν Ἀνανίαν παρόντα τοὺς λόγους ἀνέφερε. τοῦ δὲ τὰ αὐτὰ συμβουλεύσαντος ἐπείσθη μὲν τότε ὁ βασιλεύς· ἕτερος δ᾿ αὖθις Ἰουδαῖος ἐκ Γαλιλαιbς Ἐλεάζαρ
ἀφικόμενος, καὶ κατα- λαβὼν αὐτὸν τὸν Μωυσέως νόμον ἀναγινώσκοντα, Οὐ λόγους μόνον
ἀναγινώσκειν σε δεῖ, βασιλεῦ, ἔφη, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπ’ αὐτῶν διατεταγμένα ποιεῖν. μέχρι τίνος
ἀπερίτμητος μένεις; ὁ δὲ οὐχ ὑπερεβάλετο τὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ περιετμήθη· καὶ τῇ μητρὶ καὶ τῷ Ἀνανίᾳ πεπρᾶχθαι τὸ ἔργον ἐδήλου. οἶ δ᾿ εἰς φόβου ἐνέπεσον μὴ καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ αὐτοὶ
κινδυνεύσωσιν. ὁ δὲ θεὸς τόν φόβον ἐλθεῖν εἰς τέλος οὐ συνεχώρησεν. 
 Ἑλένη δὲ ἐπιθυμίαν ἔσχεν εἰς Ἱεροσόλυμα ἀφικέσθαι καὶ προσκυνῆσαι τὸ τοῦ θεοῦ
ἱερόν. καὶ τοῦ υἱοῦ ἐπιτρέψαντος καὶ χρήματα πλεῖστα δόντος ἄπεισιν
εἰς Ἱεροσόλυμα. καὶ λιμῷ φθειρομένους πολλοὺς εὑροῦσα ἐκεῖ, σῖτόν τε ἐξ Ἀλεξανδρείας ἐκόμισε καὶ
ἰσχάδων φόρτον ἐκ Κύπρου πολλῶν χρημάτων πριαμένη τοῖς ἀπορουμένοις διένειμε. καὶ ὁ
παῖς δὲ αὐτῆς πολλὰ χρήματα τοῖς πρώτοις τῶν Ἱεροσολυμιτῶν ἔπεμψεν, ἴν οἱ λιμώττοντες διὰ τούτων ὡς
ἐνὸν ἐπικουρηθῶσι. 
 Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως· Ἀρταβάνης δὲ ὁ τῶν Πάρθων βασιλεύς, ἐπιβουλὴν γνοὺς τοὺς
σατράπας κατ’ αὐτοῦ μελετήσαντας, ἀφικνεῖται πρὸς Ἰζάτην, συγγενῶν τε καὶ οἰκετῶν περὶ χιλίους
ἐπαγόμενος. καὶ καθ’ ὁδὸν τό Ἰζάτῃ ἐνέτυχε, καί φησι Μῆ με παρί- δῃς, ὠ βασιλεῦ, ταπεινὸν ἐκ μεταβολῆς γεγονότα καὶ ἰδιώτην ἐκ βασιλέως, ἀλλ᾿
ἐπικούρησον. ταῦτα σὺν δάκρυσιν ἔλεγεν. ὁ δὲ Ἰζάτης ἀκούσας τὸ ὄνομα, κατεπήδησε τοῦ ἵππου καὶ
Θάρσει, ἴφη, ὦ βασιλεῦ· ἦι γὰρ εἰς τὴν Παρθῶν βασιλείαν σε καταστήσω ἢ τῆς ἐμῆς σοι ἐκστήσομαι.
ταῦτα εἶπε καὶ ἐπὶ τὸν ἵππον αὐτὸν ἀνεβίβασεν, αὐτὸς δὲ πεζὸς παρείπετο. καὶ ὁ
Ἀρταβάνης ὤμοσεν, εἰ μὴ κἀκεῖνος ἀναβαίη τὸν ἵππον καὶ προηγοῖτο, ἀποβήσεσθαι καὶ
αὐτός. πεισθεὶς δ’ ὁ Ἰζάτης ἐπὶ τὸν ἵππον ἥλατο, καὶ πᾶσαν 
τιμὴν ἀπένειμε τῷ Πάρθῳ, εἰς τὰ βασίλεια ἀγαγών. γράφει τε πρὸς τοὺς Πάρθους τὸν Ἀρταβάνην 
 δέξασθαι. τῶν δὲ Παρθῶν δέξασθαι μὲν συντιθεμένων, μὴ δύνασθαι δὲ καὶ τὴν ἀρχὴν ἀπὸν
εἷμαι ἤδη ἑτέρῳ πεπιστευμένην, ὁ Κινάμωνος, τοῦτο γὰρ ὠνόμαστο ὁ τὴν βασιλείαν παρειληφώς, γράφει τῷ
Ἀρταβάνῳ, ὑπ’ αὐτοῦ γὰρ ἐτέθραπτο καὶ ἦν ἀγαθός, παρακαλῶν αὐτὸν ἀφικέσθαι πιστεύσαντα
καὶ τὴν ἀρχὴν παραλήψεσθαι. ἕσθαι. καὶ ὁ Ἀρτάβανος πιστεύσας ἀπῄει. ὑπήντα οὖν αὐτῷ ὁ ΚΙνάμψμος· ὃς
δὴ προσκυνήσας καὶ βασιλέα προσαγορεύσας περιτίθησιν αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ τὸ διάδημα, τῆς ἑαυτοῦ
ἀφελόμενος. οὕτω δὲ χρόνῳ ἑξαετεῖ εἰς τὴν ἀρχὴν ἀποκαταστὰς ὁ Ἀρτάβανος οὐκ ἠμνημόνησε
τῶν Ἰζάτου καλῶν, ἀλλ’ ἀμείβεται τοῦτον. 
 Μετὰ δέ τινα χρόνον Ἀρταβάνου θανόντος Οὐαρδάνης ὁ παῖς
ἐκείνου τὴν βασιλείαν περιεζώσατο. καὶ πρὸς Ἰζάτην ἐλθὼν συμμαχῆσαι αὐτῷ ἠξίου κατὰ
Ῥωμαίων· ὁ δὲ οὐκ ἐπείθετο, ἀλλὰ καὶ συνεβούλευε παύσασθαι τῆς ἐπ’ ἐκείνους στρατείας καὶ μὴ
ἀδυνάτοις ἐπιχειρεῖν. ὁ δὲ πόλεμον τῷ Ἰζάτῃ μὴ πειθομένῳ κατήγγειλεν. ἀλλ’ οἶ Πάρθοι μαθόντες ὡς ἐπὶ Ῥωμαίους στρατεύσειν βούλεται, αὐτὸν μὲν ἀναιροῦσι, τὴν δὲ βασιλείαν τῷ ἀδελφῷ Ἰκοτάρδῃ
διδόασιν· ὃν ἐξ ἐπιβουλῆς τελευτήσαντα διαδέχεται Οὐολογέσγς ὁ ἀδελφός. 
 Ὁ δὲ τοῦ Ἰζάτου ἀδελφὸς Μονόβαζος καὶ οἶ συγγενεῖς ἰουδαΐσαι καὶ αὐτοὶ
ἐπεθύμησαν, καὶ τὴν ἔφεσιν εἰς ἔργον ἐξήνεγκαν. γίνεται δ’ ἡ πρᾶξις αὐτῶν τοῖς ὑπηκόοις κατάφωρος.
καὶ γράφουσι πρὸς Ἀβίαν 
 τὸν Ἀράβων βασιλέα, εἰ στρατεύσοιτο κατὰ τοὐ σφετέρου βασιλέως, χρήματα πολλὰ παρασχεῖν
αὐτῷ, ἐπαγγελλόμενοι περὶ τὴν πρώτην συμβολὴν καὶ αὐτοὶ καταλείψειν αὐτόν. πείθεται τούτοις ὁ Ἄραψ,
καὶ πολλὴν ἐπαγόμενος δύναμιν ἧκεν ἐπὶ τὸν Ἰζάτην. καὶ συμβολῆς γενομένης καταλείπουσι τὸν Ἰζάτην οἱ
αὐτοῦ ἐκ συνθήματος καὶ νῶτα τρέψαντες ἔφευγον. γνοὺς δὲ τὴν προδοσίαν Ἰζάτης γενομένην ὑπὸ τῶν
μεγιστάνων, εἰς τὸ στρατόπεδον ὑπεχώρησε, καὶ εὑρὼν τοὺς αἰτίους ἐκόλασε. τῇ δ᾿ ἐπιούσῃ 
συμβαλὼν νικᾷ, καὶ εἰς φυγὴν τοὺς Ἄραβας ἔτρεψε, τὸν δὲ βασιλέα
αὐτῶν εἰς φρούριόν τι συνήλασε διωκόμενον. καὶ ὁ μὲν ἑαυτὸν ἀνεῖλεν ἁλισκόμενος ἤδη, τὸ δὲ φρούριον
ἑάλω καὶ τὰ ἐν αὐτῷ διηρπάγη. καὶ Ἰζάτης εἰς τὰ οἰκεῖα ὑπέστρεψεν. 
 
 Οἱ δὲ τῶν Ἀδιαβηνῶν μεγιστᾶνες Οὐολογέσῃ τῷ Παρθῶν γράφουσι βασιλεῖ, ἀξιοῦντες ἀποκτεἶναι
μὲν τὸν Ἰζάτην, καταστήσαι δὲ σφίσι δυνάστην ἐκ Παρθῶν· μισεῖν γὰρ τὸν ἑαυτῶν βασιλέα ξένῃ θρησκείᾳ
προσηλυτεύσαντα. ὁ γοῦν Πάρθος αὐτίκα μετὰ πλείστης δυνάμεως ὥρμησε, καὶ ὁ Ἰζάτης
ἀντεστρατοπεδεύσατο. σταλεὶς δέ τις ἐκ τοῦ Πάρθου ἔλεγε τῷ Ἰζάτῃ ὁπόση ἐστὶ τῶν Παρθῶν ἡ δύναμις,
καὶ ὡς Οὐολογέσης ἀπειλεῖ δίκας εἰσπράξειν αὐτόν, ἀχάριστον περὶ δεσπότας γενόμενον· ῥύσασθαι γὰρ
αὐ- 
 τὸν τῶν αὐτοῦ χειρῶν οὐδὲ τὸν θεὸν ὃν σέβει δυνήσεσθαι. πρὸς ταῦτα ὁ
Ἰζάτης τὴν μὲν δύναμιν τῶν Παρθῶν γινώσκειν ἀνταπεκρίνατο, εἰδέναι δ’ ἀνθρώπων τὸν θεὸν δυνατώτερον.
ταῦτα εἶπε καὶ ἱκέτευε τὸν θεόν. κατ’ ἐκείνην οὑν τὴν νύκτα ἐπιστολὰς ὁ Οὐολογέσης
δεξάμενος πολεμίους ἐμβαλόντας τῇ Παρθυηνῇ ταύτην πορθεῖν, αὐτίκα σπεύδων ἀνέζευξεν
ἄπρακτος. καὶ οὕτως Ἰζάτης προμηθείᾳ θεοῦ τὰς ἀπειλὰς τοῦ Πάρθου διέφυγε. μετὰ δέ τινα χρόνον
θνήσκει, πεντήκοντα καὶ πέντε ζήσας ἐνιαυτούς, εἴκοσι δὲ καὶ τέσσαρας ἀνύσας ἐν τῇ ἀρχῇ· 
θνήσκει δ’ ἑαὶ παισὶν εἴκοσι καὶ τέσσαρσιν ἄρρεσι καὶ τοσαύταις θηλείαις. τὴν δ’ ἀρχὴν τῷ ἀδελφῷ
Μονοβάζῳ κατέλιπεν. 
 
 Φάδου μέντοι τῆς Ἰουδαίας ἐπιτροπεύοντος ἀνήρ

τις γόης Θευδᾶς ὄνομα πείθει τὸν πλεῖστον ὄχλον ἀναλαβόντα τὰς κτήσεις ἕπεσθαι
πρὸς τὸν Ἰορδάνην αὐτῷ· προφήτης γὰρ ἔλεγεν εἶναι καὶ σχίσαι τὸν ποταμὸν προστάγματι δύνασθαι καὶ
πλείστους ἠπάτησε. πέμψας δ᾿ ἐπ’ αὐτοὺς ἴλην ἱππέων ὁ Φάδος πολλοὺς μὲν ἀνεῖλεν, οὐ μείους δ᾿
ἐζώγρησε, καὶ αὐτὸν τὸν Θευδᾶν, οὗ τὴν κεφαλὴν ἐκτεμόντες ἐκόμισαν εἰς Ἱεροσόλυμα.
Φάδον δὲ Τιβέριος Ἀλέξανδρος διεδέξατο, Ἀλεξάνδρου τοῦ ἀλαβαρχήσαντος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ υἱός. καὶ οἶ
παῖδες δὲ τοῦ Γαλιλαίου Ἰούδα Ἰάκωβος καὶ Σίμων, τοῦ τὸν λαὸν ἀποστήσαντος Κυρηνίου
τιμητεύοντος, ἀνῃρέθησαν, οὓς ἀνεσταύρωσεν ὁ Ἀλέξανδρος. ὁ δὲ τῆς
Χαλκίδος βασιλεύων Ἡρώδης μεταστήσας τῆς ἀρχιερωσύνης Ἰωσὴφ τὸν τοῦ Κεμεδῆ, Ἀνανίᾳ τῷ τοῦ Νεδεβαίου
παρέσχεν αὐτήν. Τιβερίῳ δὲ Ἀλεξάνδρῳ Κούμανος ἦλθε διάδοχος. ἐν ὀγδόῳ δ’ ἔτει τῆς
Κλαυδίου μοναρχίας Ἡρώδης ὁ τοῦ μεγάλου Ἀγρίππου ἀδελφὸς τελευτᾷ ἐφ’ υἱέσι τρισί· τὴν δ’ ἀρχὴν αὐτοῦ
τῷ νεωτέρῳ Ἀγρίππᾳ δέδωκε Κλαύδιος. 
 Κουμάνου δὲ τῆς Ἰουδαίας ἐπιτροπεύοντος πλῆθος κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ πάσχα εἰς
Ἱεροσόλυμα 
 ἤθροιστο. ἵνα γοῦν μή τι νεωτερισθείη παρὰ τοῦ πλήθους ὄντος πολλοῦ, στρατιώτας
ἐνόπλους ἐπὶ τῶν τοῦ ἱεροῦ στοῶν ὁ Κούμανος ἔστησε καταστε- 
λοῦντας τὸν θόρυβον, ἐὰν γένηται· τοῦτο θὲ καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ ἐποίουν. τετάρτῃ δ᾿ ἡμέρᾳ τῆς ἑορτῆς στρατιώτης τῶν ἐν ταῖς στοαῖς ἀνακαλυψάμενος τὴν αἰδῶ τοῖς πλήθεσιν ἐπεδείκνυεν. οἱ δ᾿
ἐθυμοῦντο ὡς εἰς τὸν θεὸν τοῦ στρατιώτου ἠσεβηκότος, καὶ οἶ θρασύτεροι τὸν Κούμανον ἐβλασφήμουν. καὶ
ὃς πρὸς τὰς βλασφημίας ἠρέθιστο, καὶ κελεύει τὸ στράτευμα πᾶν ἥκειν εἰς τὴν Ἀντωνίαν τό
φρούριον τῷ ἱερῷ ἐπικείμενον. τὸ πλῆθος οὑν τοὺς ὁπλίτας θεασάμενον εἰς φυγὴν ὥρμησε, καὶ τῶν ἐξόδων
στενῶν οὐσῶν συνωθούμενοι κατὰ τὴν φυγὴν πολλοὶ ὑπ’ ἀλλήλων συνθλιβόμενοι καὶ συμπατούμενοι
διεφθάρησαν, ὡς δύο μυριάδας ἀριθμηθῆναι τοὺς τότε διαφθαρέντας καὶ πένθος ἦν ἀντὶ
πανηγύρεως. 
 
 Οὔπω τὸ πένθος τοῦτο κατηύναστο καὶ κακὸν προστίθεται ἕτερον. τινὲς γὰρ τῶν ἐπὶ
νεωτερισμοῖς ἡδομένων Στέφανόν τινα δοῦλον τοῦ Καίσαρος ὁδοιποροῦντα λῃστεύσαντες
ἅπασαν αὐτοῦ τὴν κτῆσιν ἁρπάζουσι. διὸ πέμπει στρατιώτας ὁ Κούμανος, κελεύσας αὐτοῖς τὰς πλησίον
χώρας ληίσασθαι καὶ τοὺς ἐπιφανεστάτους αὐτῶν δεσμίους ἐπ’ αὐτὸν ἀγαγεῖν. τῆς δὲ τῶν χωρίων ἐκείνων
πορθήσεως γινομένης νεανίας τις τῶν στρατιωτῶν θρασὺς καὶ ἀτάσθαλος τοῖς Μωυσέως
ἐντυχὼν νόμοις ἔν τινι κώμῃ σεβασμίως κειμένοις ἐπ’ ὄψεσι πολλῶν διέρρηξεν αὐτοὺς βλασφημῶν καὶ
κατακερτομῶν. προσίασιν οὑν τῷ Κουμάνῳ οἱ Ἰουδαῖοι, ἱκετεύοντες μὴ αὐτούς, ἀλλὰ τὸν
θεόν, οὗπερ οἶ νόμοι καθυβρίσθησαν ἐκδι- κῆσαι. καὶ ὁ Κούμανος δείσας
μὴ τὸ πλῆθος πάλιν νεωτερίσειε, τὸν ἐνυβρίσαντα τοῖς νόμοις πελεκίσας τὴν στάσιν
κατέπαυσεν.

Ἀλλὰ καὶ Σαμαρείταις ἔχθρα πρὸς Ἰουδαίους ἐγένετο· ἡ δ’ αἰτία ἦν αὕτη. Γαλιλαῖοι εἰς
Ἱεροσόλυμα λύμα πορευόμενοι διά τινος κώμης ὥδευον τῶν Σαμαρειτῶν, καί τινες αὐτοῖς
ἐπιθέμενοι πολλοὺς ἀνεῖλον. οἶ πρῶτοι τοίνυν τῶν Γαλιλαίων τῷ Κουμάνῳ προσίασι, παρακαλοῦντες τοὺς
ἀνῃρημένους ἐκδικηθῆναι. ὁ δὲ δωροδοκηθεὶς τῆς ἐκδικήσεως οὐκ ἐφρόντισεν. 
ἀγανακτήσαντες οὖν οἶ Γαλιλαῖοι πρὸς ὅπλα ἐχώρησαν, καὶ κώμας τινὰς τῶν Σαμαρέων ἐμπρήσαντες
διαρπάζουσι. Κούμανος δὲ σὺν δυνάμει τοῖς Γαλιλαίοις ἐπῆλθε, καὶ
πολλοὺς μὲν αὐτῶν ἀπέκτεινε, πλείους δὲ ζῶντας εἷλεν. οἶ πρῶτοι δέ γε τῶν Ἱεροσολύμων 
μεταμφιασάμενοι σάκκους καὶ τὰς κεφαλὰς σποδῷ καταπάσαντες παρεκάλουν τοὺς ἀφεστῶτας μεταθέσθαι τὸν
λογισμόν καὶ τὰ ὅπλα ῥίψαντας ἠρεμεῖν· καὶ ἔπεισαν. οἱ μὲν οὖν διελύθησαν, ἡ χώρα δ’ ἐξ ἐκείνου
λῃστηρίων πεπλήρωτο. Σαμαρεῖς δὲ 
 πρὸς Κουαδράτον τῆς Συρίας ἡγεμονεύοντα τῶν Ἰουδαίων ὡς ἐμπρησάντων κώμας αὐτῶν.
Ἰουδαῖοι δὲ Σαμαρεῖς ᾐτιῶντο ὡς αἰτίους τῆς στάσεως, καὶ πρὸ αὐτῶν Κούμανον, δώροις διεφθαρμένον καὶ
τοὺς ἀνῃρημένους μὴ ἐκδικήσαντα. Κουαδράτος δὲ ὑπερέθετο τὴν κρίσιν, εἰπὼν ἥξειν εἰς
τὴν Ἰουδαίαν κἀκεῖ τὴν ἀλήθειαν γνοὺς ἀποφήνασθαι. ἧκεν οὖν εἰς
Σαμάρειαν, καὶ ἐξετάσας τὰ πεπραγμένα, αἰτίους τῆς ταραχῆς διέγνω τοὺς Σαμαρεῖς· Ἰουδαίους δὲ οὓς
δεδεμένους εἶχεν ὁ Κούμανος, ἀνεσταύρωσεν ὡς νεωτερίσαντας. τοὺς δὲ περὶ Ἀνανίαν τὸν
 
 ἀρχιερέα καὶ τὸν στρατηγὸν Ἄνανον δήσας εἰς Ῥώμην ἀπέστειλε, λόγον περὶ τῶν πεπραγμένων
Κλαυδίῳ ὑφέξοντας. κελεύει δὲ καὶ τοῖς Σαμαρέων καὶ Ἰουδαίων πρώτοις καὶ Κουμάνῳ τῷ ἡγεμόνι καὶ τῷ
χιλιάρχῳ Κέλερι ἀφικέσθαι καὶ αὐτοὺς πρὸς τὸν αὐ- 
 τοκράτορα, κριθησομένους περὶ τῶν πρὸς ἀλλήλους ζητήσεων. ἀπελθόντων
δέ, δικαστὴς καθίσας ὁ Κλαύδιος, καὶ γνοὺς τοὺς Σαμαρεῖς τῶν κακῶν ἀρχηγούς, τοὺς ἀναβάντας πρὸς
αὐτὸν ἀναιρεθῆναι ἐκέλευσε, φυγὴν δὲ τοῦ Κουμάνου κατεψηφίσατο, τὸν μέντοι Κέλερα τὸν
χιλίαρχον εἰς Ἱεροσόλυμα ἀπαχθῆναι ἐκέλευσε καὶ συρέντα πάντων ὁρώντων διὰ τῆς πόλεως οὕτως
ἀναιρεθῆναι. 
 Πέμπει δὲ ὁ Καῖσαρ Φήλικα τῶν Ἰουδαίων ἐπιτροπεύσοντα· Ἀγρίππᾳ δὲ δωρεῖται τὴν Φιλίππου τετραρχίαν καὶ Βαταναίαν καὶ τὴν Τραχωνῖτιν σὺν Αβέλλᾳ, αὗται δὲ Λυσανίου ἦσαν τετραρχίαι,
τὴν δὲ Χαλκίδα ἀφαιρεῖται αὐτόν, ἔτη τέσσαρα ταύτης ἄρζαντα. ὁ δ’ Ἀγρίππας ἐκδίδωσι πρὸς γάμον
Ἀζίζῳτῷ Ἐμέσων βασιλεῖ, περιτμηθῆναι θελήσαντι, Δρού- 
 σιλλαν τὴν ἀδελφήν, τοῦ Ἐπιφανοῦς Ἀντιόχου παραιτησαμένου τὸν γάμον,
ὅτι μὴ ἰουδαΐσαι καὶ Μαριὰμ κατηγγύησεν Ἀρχελάῳ τῷ Ἑλκίου παιδί, ὑπ’ Ἀγρίππα τοῦ πατρὸς πρῴην
μνηστευθεῖσαν αὐτῷ. Φῆλιξ δὲ τῆς Ἰουδαίας ἐπιτροπεύων, καὶ τὴν Δρούσιλλαν ἰδὼν κάλλους
περιττῶς ἔχουσαν, ἑάλω τῷ ταύτης ἔρωτι, καὶ πείθει καταλιποῦσαν τὸν ἄνδρα αὐτῷ γαμηθῆναι. τεκοῦσα δ’
ἐξ αὐτοῦ παῖδα Ἀγρίππαν αὐτὸν ὠνόμασε. λέγεται δὲ κατὰ τοὺς Τίτου χρόνους ἡ γυνὴ σὺν τῷ παιδὶ νεανίᾳ
γεγενημένῳ ἀφανισθῆναι κατὰ τὸ Βέσβιον ὄρος, πυρφόρον ὂν καὶ τότε μᾶλλον ἐκπυρωθέν.
Βερνίκη δὲ ἑτέρα ἀδελφὴ τοῦ Ἀγρίππου, συνοικοῦσα Ἡρώδῃ τῷ θείῳ, θανόντος ἐκείνου
Πολέμωνι συνηρμόσθη, περιτμηθῆναι θελήσαντι, διὰ τὴν φήμην τὴν
λέγουσαν αὐτὴν τῷ ἀδελφῷ συνιέναι κατ’ ἔρωτα, ἵν οὕτω τὴν διαβολὴν ἀποφήνῃ ψευδῆ. οὐ μὴν
ἔμεινεν ὁ γάμος ἐπὶ πολύ, τῆς Βερνίκης καταλιπούσης τὸν Πολέμωνα. 
 Τελευτᾷ δὲ Κλαύδιος Καῖσαρ βασιλεύσας ἔτη τρισκαίδεκα καὶ μῆνας ὀκτὼ ἐφ’ ἡμέραις εἴκοσι.
λόγος δὲ ἦν ὡς ὑπό τῆς γυναικὸς Ἀγριππίνης φαρμάκοις ἀνῄρητο· ἧς πατὴρ ἦν Γερμανικὸς ὁ
Καίσαρος ἀδελφός, ἀνὴρ δὲ Δομέτιος Αἰνόβαρβος τῶν ἐπισήμων ἐν Ῥώμῃ, οὗ τελευτήσαντος χηρεύουσαν
αὐτὴν ὁ Κλαύδιος ἄγεται ἔχουσαν καὶ παῖδα Δομέτιον ὁμώνυμον τῷ πατρί. προανῃρήκει γὰρ τὴν γυναῖκα
Μεσσαλῖναν 
 διὰ ζηλοτυπίαν, ἐξ ἧς παῖδας εἶχε Βρεττανικὸν καὶ Ὀκτάβιον. καὶ Ὀκταβίαν δὲ πρεσβυτάτην
τῶν ἀδελφῶν ἐκ προτέρας ἑτέρας γυναικὸς εἶχεν, ἣν τῷ Νέρωνι ἥρμοσε· τοῦτο γὰρ τὸν τῆς Ἀγριππίνης
υἱὸν τὸν Δομέτιον μετωνόμασεν ὕστερον ὁ Καῖσαρ, εἰσποιησάμενος αὐτόν. ἴνα τοίνυν τούτῳ
τὴν αὐταρχίαν περιποιήσηται ἡ μήτηρ Ἀγριππῖνα, κτείνει φαρμάκῳ τὸν Κλαύδιον. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐν τοῖς
οἰκείοις καιροῖς καὶ τόποις εἰρήσεται, ὁ δὲ λόγος τῆς ἀκολουθίας ἐχέσθω.

Εἶχε μὲν οὖν ὁ Νέρων μετὰ Κλαύδιον τὴν τῶν 
 Ρωμαίων ἀρχήν, τὰ δὲ κατὰ τὴν Ἰουδαίαν ἐπεδίδου πρὸς τὸ χεῖρον διηνεκῶς, καὶ λῃστηρίων ἡ χώρα ἐμπέπληστο καὶ γοήτων
ἀπατώντων τὸν ὄχλον, ὧν πολλοὺς ὁ Φῆλιξ συλλαμβάνων ἀνῄρει. ἔχων δὲ ἀπεχθῶς πρὸς
Ἰωνάθην τὸν ἀρχιερέα ὁ Φῆλιξ, πολλάκις 
 αὐτὸν νουθετοῦντα περὶ τοῦ κρειττόνως προίστασθαι τῶν κατὰ τὴν Ἰουδαίαν, πρόφασιν
ἐζήτει δι’ ἣν τὸν ἐνοχλοῦντα συνεχῶς μεταστήσεται· καὶ διὰ τῶν λῃστῶν αὐτὸν ἀναιρεῖ, οἱ ἐν τῷ ναῷ
παραγεγονότες ὡς προσκυνήσοντες καὶ ξιφίδια φέροντες ὑπὸ τὰς ἐσθῆτας ἀνεμίχθησαν τό
πλήθει καὶ τὸν Ἰωνάθην ἀνεῖλον. ἀνεκδικήτου δὲ τοῦ τολμήματος
μείναντος, ἀδεῶς οἶ λῃσταὶ ἀναβαίνοντες οὑς μὲν οἰκείους ἐχθροὺς ἀνῄρουν, οὓς δ’ ἑτέρων ἐπὶ μισθῷ.
γόητες δὲ καὶ ἀπατεῶνες ἄνθρωποι τόν ὄχλον ἀνέπειθον ἕπεσθαι σφίσιν εἰς τὴν ἐρημίαν,
δείξουσιν ἐναργῆ σημεία καὶ τέρατα γινόμενα ἐκ θεοῦ· ὧν πολλοὺς ὁ Φῆλιξ ἐκόλαζεν. οἶ δέ γε λῃσταὶ
τὸν δῆμον εἰς τὸν πρὸς Ῥωμαίους ἠρέθιζον πόλεμον, θέλοντες μὴ ὑπακούειν αὐτῶν, καὶ τὰς τῶν μὴ
πειθομένων κώμας ἐμπιπρῶντες διέφθειρον. 
 Σύρων δὲ καὶ Ἰουδαίων τὴν Καισάρειαν οἰκούντων οἱ μὲν Ἰουδαῖοι πρωτεύειν ἠξίουν ὡς Ἡρώδου
 τοῦ σφῶν βασιλέως τὴν πόλιν ἐγείραντος, Σύροι δὲ τὰ μὲν περὶ τὸν
Ἡρώδην ὡμολόγουν, ἔφασαν δὲ καὶ πρῴην πόλιν εἶναι Στράτωνος καλουμένην πύργον, καὶ
μηδένα τότε τὴν πόλιν Ἰουδαῖον οἰκεῖν. διὰ ταῦτα τοίνυν τόν Καισαρέων στασιαζόντων, οἱ τῆς χώρας
ἐπιμελούμενοι πληγαῖς τοὺς αἰτίους ᾐκίσαντο, καὶ πρὸς ὀλίγον τὸν θόρυβον κατεκοίμισαν. πλούτῳ δὲ τῶν Σύρων οἱ Ἰουδαῖοι προέχοντες, καὶ διὰ τοῦτο καταφρονοῦντες αὐτόν, ἐβλασφήμουν
αὐτούς. οἱ δὲ χρήμασι μὲν ἡττώμενοι, θαρροῦντες δὲ ὅτι πλεῖστοι τῶν ὑπὸ Ῥωμαίους στρατευομένων
Καισαρεῖς ἤσαν, μέχρι μέν τινος καὶ αὐτοὶ λόγοις τοὺς Ἰουδαίους ἀνθύβριζον· εἶτα λίθοις
ἀλλήλους ἔβαλλον, ἕως πολλοὶ ἐτρώθησάν τε καὶ ἔπεσον
ἀμφοτέρωθεν· νικῶσι δὲ Ἰουδαῖοι. ὁ μέντοι Φῆλιξ παύσασθαι τοὺς Ἰουδαίους ἐκέλευε, καὶ
μὴ πειθομένοις τοὺς στρατιώτας ἐπαφίησι· καὶ πολλοὺς μὲν ἀνεῖλε, πλείους δὲ ζῶντας συνέσχε, καὶ
οἰκίας διαρπάζειν τοῖς στρατιώταις ἐπέτρεψεν. οἱ δὲ τῶν Ἰουδαίων ἐπιεικέστεροι καὶ οἶ
προύχοντες παρεκάλουν τὸν Φήλικα τοὺς στρατιώτας ἀνακαλέσασθαι καὶ φείσασθαι αὐτῶν, δοῦναί τε ἐπὶ
τοῖς πεπραγμένοις μετάνοιαν. καὶ ὁ Φῆλιξ ἐπείσθη. 
 Ὁ δὲ βασιλεὺς Ἀγρίππας δίδωσι τὴν ἀρχιερωσύνην Ἰσμαὴλ υἱῷ τοῦ Φαβεί. ἴσχον δὲ
πρὸς ἀλλήλους στάσιν οἴ τε ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς σὺν τοῖς πρώτοις τῶν Ἱεροσολυμιτῶν, καὶ ἐκακολόγουν
ἀλλήλους καὶ λίθοις ἔβαλλον, καὶ ὁ ἐπιπλήξων καὶ τὴν στάσιν κωλύσων οὐκ ἦν. ἐς τοσοῦτον δὲ οἱ
ἀρχιερεῖς ἠναιδεύσαντο 
 ὡς καὶ πέμπειν ἐπὶ τὰς ἅλωνας καὶ βίᾳ λαμβάνειν τὰς τοῖς ἱερεῦσιν ὀφειλομένας δεκάτας,
ὅθεν οἱ ἄποροι τῶν ἱερέων ὑπ’ ἐνδείας ἀπέθνησκον Πορκίου δὲ Φήστου ὑπὸ Νέρωνος σταλέντος διαδόχου τῷ
Φήλικι, οἶ Καισαρεῖς Ἰουδαῖοι κατηγόρησαν τοῦ Φήλικος παρὰ Νέρωνι· καὶ τάχα ἂν ἔτισε
δίκας τῶν εἰς αὐτοὺς ἀδικημάτων, εἰ μὴ Πάλλας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ μέγα δυνάμενος παρὰ Νέρωνι τὴν αὐτοῦ
ὀργὴν παρῃτήσατο. καὶ οἱ ἐν Καισαρείᾳ δὲ Σύροι Βήρυλλον τὸν Νέρωνος παιδαγωγὸν δεξιωσάμενοι χρήμασιν, ἐπιστολὴν κομίζονται Καίσαρος δι’ αὐτοῦ τὴν Ἰουδαίαν ἰσοπολιτείαν τοῖς ἐν
Καισαρείᾳ Σύροις ἄκυρον ἀποφαίνουσαν. ἐξ ἧς τὰ μετὰ ταῦτα κακὰ τῷ
ἔθνει ἐφύησαν διὰ ταύτην γὰρ τὴν ἐπιστολὴν Ἰουδαῖοι πρὸς τοὺς Σύρους μᾶλλον στάσεως 
εἴχοντο, μέχρις ἂν ἀνήφθη ὁ πόλεμος.

Φῆστος δὲ εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἐλθὼν κακουμένην 
 
 εὗρε ταύτην ὑπὸ λῃστῶν. καὶ οἱ σικάριοι γὰρ καλούμενοι, λῃσταὶ δὲ καὶ οὗτοι ἤσαν, τότε
μᾶλλον εἰς πλῆθος συνέστησαν, χρώμενοι ξιφιδίοις ἐπικαμπέσι καὶ ὁμοίοις ταῖς ὑπὸ Ῥωμαίων καλουμέναις
σίκαις, ἀφ’ ὧν καὶ σικάριοι ὠνομάσθησαν· οἳ κατὰ τὰς ἑορτὰς τῷ πλήθει ἀναμιγνύμενοι οὓς
ἐβούλοντο ῥᾳδίως ἀπέσφαττον, καὶ τὰς κώμας δὲ διήρπαζόν τε καὶ ἐνεπίμπρασαν. πέμπει δὲ Φῆστος
δύναμιν ἐπὶ τοὺς ἀπατηθέντας ὑπό τινος γόητος, σωτηρίαν ἐπαγγελ- 
λομένου τοῖς ἕπεσθαι θέλουσι μέχρι τῆς ἐρημίας αὐτῷ· κἀκεῖνόν τε τὸν ἀπατεῶνα καὶ τοὺς
οἱ πεμφθέντες διέφθειραν. 
 Ὁ μέντοι βασιλεὺς Ἀγρίππας οἴκημά τι μέγα δομησάμενος ἐν τοῖς βασιλείοις, ἐκεῖθεν ἐθεᾶτο τὰ
ἐν τῷ ἱερῷ ἐνεργούμενα. πρὸς τοῦτο δ’ ἐχαλέπαινον οἷ τῆς πόλεως. τοῖχον οὖν ἐγείρουσιν,
ὅς οὐ τῆς βασιλικῆς οἰκίας μόνης τὴν ἄποψιν ὑπετέμνετο, ἀλλὰ καὶ τῆς πρὸς δύσιν στοᾶς, ἔνθα τὰς
φυλακὰς Ῥωμαῖοι ταῖς ἑορταῖς ἐποιοῦντο διὰ τὸ ἱερόν. ἐπὶ τούτοις ἠγανάκτησεν ὁ Ἀγρίππας, καὶ πλέον ὁ
Φῆστος, καὶ καθελεῖν τὸν τοῖχον ἐβούλετο. οἱ δὲ παρεκάλεσαν ἐνδοθῆναι αὐτοῖς δεηθῆναι
τοῦ Καίσαρος. καὶ συγ- χωρήσαντος Φήστου, πέμπουσι δέκα ἐκ τῶν
πρώτων πρὸς Νέρωνα καὶ Ἰσμαὴλ τὸν ἀρχιερέα καὶ Ἑλκίαν τὸν γαζοφύλακα. καὶ ὁ Νέρων τῇ γυναικὶ Ποππαίᾳ
 ὑπὲρ Ἰουδαίων ἀξιούσῃ χαριζόμενος ἐκέλευσεν ἐᾶν τὴν οἰκοδομήν. καὶ ἡ Ποππαία τοὺς μὲν
ἄλλους ἀφῆκεν ἐπανελθεῖν, τὸν δὲ Ἰσμαὴλ καὶ τὸν Ἑλκίαν κατέσχε παρ’ ἑαυτῇ ὁμηρεύσοντας. καὶ ὁ
βασιλεὺς Ἀγρίππας ταῦτα πυθόμενος δίδωσι τὴν ἀρχιερωσύνην Ἰωσὴφ τῷ καλουμένῳ Δεκαβί,
υἱῷ τοῦ ἀρχιερατεύσαντος Σίμωνος· εἶτα τῷ Ἄννᾳ υἱῷ τοῦ Ἄννα ταύτην ἐξ Ἰωσὴφ ἀφελόμενος
προσεκλήρωσεν. 
 Οὗτος οὖν ὁ νέος Ἄννας τὴν ἀρχιερωσύνην παρειληφὼς τολμητίας ἦν καὶ θρασύς. Φήστου τοίνυν
 
 θανόντος, καὶ Ἀλβίνου μήπω καταλαβόντος τὴν Ἰουδαίαν, ὃς ἀντὶ Φήστου παρὰ Νέρωνος ἐστάλη
τῆς Ἰουδαίας ἐπίτροπος, καθίσας συνέδριον, ἵν᾿ αὐτοῖς τοῖς Ἰωσήπου χρήσωμαι ῥήμασι, παράγει τὸν
ἀδελφὸν Ἰησοῦ τοῦ λεγομένου Χριστοῦ, Ἰάκωβος ὄνομα αὐτῷ, καί τινας ἑτέρους, ὡς
παρανομησάντων κατηγορῶν αὐτῶν, καὶ παρέδωκε λευσθησομένους. μένους. ὅσοι δὲ τῶν κατὰ τὴν πόλιν
ἐδόκουν ἐπιεικέστατοι καὶ περὶ τοὺς νόμους ἀκριβεῖς, βαρέως ἤνεγκαν ἐπὶ τούτῳ, καὶ κατεῖπον αὐτοῦ
καὶ πρὸς Ἀλβῖνον καὶ πρὸς Ἀγρίππαν. διὸ τὴν ἀρχιερωσύνην ἀφελόμενος ὁ βασιλεὺς ἐξ
αὐτοῦ, μῆνας ἄρξαντος τρεῖς, Ἰησοῦν τὸν τοῦ Μνασέα κατέστησεν. 
 
 Ἀλβῖνος δ’ ἐλθὼν εἰς Ἱεροσόλυμα σπουδὴν εἰσήνεγκεν εἰρηνεύειν τὴν χώραν, καὶ πολλοὺς τῶν
 σικαρίων διέφθειρεν. Ἀγρίππας δὲ τὴν ἀρχιερωσύνην δίδωσι Ἰησοῦ τῷ τοῦ Γαμαλιήλ, παύσας
τὸν τοῦ Μνασέα Ἰησοῦν. στάσις οὖν τῶν ἀρχιερέων ἐγένετο, προσεταιρισαμένων τοὺς θρασυτάτους, καὶ
μέχρι λίθων ἡ στάσις ἐξ ὕβρεων τῶν πρός ἀλλήλους προυχώρησεν. ὅθεν ἐξ ἐκείνου τοῦ
χρόνου μάλιστα κακῶς ἔχειν τὴν τῶν Ἱεροσολύμων πόλιν συμβέβηκε, καὶ πάντα ἐπὶ τὸ χεῖρον προέκοπτον.
Ἀλβῖνος δὲ Γέσσιον Φλῶρον μαθὼν ἀφικνεῖσθαί οἱ διάδοχον, προαγαγὼν τοὺς δεσμώτας, ὅσοι ἦσαν αὐτῷ
προδήλως θανεῖν ἄξιοι, τούτους μὲν ἀναιρεθῆναι προσ- 
 ἔταξε, τοὺς δ’ ἐκ μικρῶν αἰτιῶν καθειργμένους χρήματα 
λαμβάνων ἀπέλυε. καὶ οὕτως ἡ μὲν εἰρκτὴ τῶν δεσμωτῶν ἐκενώθη, ἡ χώρα δὲ λῃστῶν ἐπληρώθη. ὁ δ’
Ἀγρίππας τὸν τοῦ Γαμαλιήλ Ἰησοῦν τῆς ἀρχιερωσύνης ἐκβαλὼν Ματθίᾳ τῷ Θεοφίλου προσένειμεν, ἐφ’ οὗ ὁ πρὸς Ῥωμαίους ἤρξατο πόλεμος. Ἤρξατο μὲν οὖν ἡ ἀρχιερωσύνη ἐξ Ἀαρών, δὲ ἐκείνου οἱ
παῖδες αὐτοῦ αὐτὴν διεδέξαντο, καὶ ἐξ ἐκείνων τοῖς ἀπ’ αὐτῶν διέμεινεν ἡ τιμή. ὅθεν πάτριον ἦν Ἰουδαίοις μηδένα τὴν ἀρχιερωσύνην λαμβάνειν, κἂν
βασιλεὺς ἢν αὐτῆς ἐφιέμε- νος , εἰ μὴ τοὺς ἐξ αἵματος Ἀαρών· εἰ καὶ οὐ μέχρι παντὸς τὸ ἔθος τοῦτο
τετήρητο. ἐγένοντο οὑν πάντες ἀπὸ Ἀαρὼν μέχρι Φινεὲς τοῦ κατὰ τὸν πόλεμον ὑπὸ τῶν στασιασάντων ἀναδειχθέντος ὀγδοήκοντα καὶ τρεῖς. Γέσσιος δὲ Φλῶρος
εἰς Ἰουδαίαν Ἀλβίνου διάδοχος ἀφικόμενος πολλῶν ἐνέπλησεν Ἰουδαίους κακῶν, τοσοῦτον δὲ γέγονε
κάκιστος ὥστε διὰ τὴν ὑπερβο- Λὴν τῆς αὐτοῦ κακίας ἐπαινεῖσθαι τὸν Ἀλβῖνον ὡς 
εὐεργέτην. ὁ μὲν γὰρ τὴν πονηρίαν ἐπέκρυπτε καὶ ἀδικῶν μὴ γίνεσθαι κατάφωρος ἔσπευδε, Φλῶρος δὲ
ἀπαρακαλύπτως καὶ ἀναιδῶς τὰς εἰς τὸ ἔθνος παρανομίας ἐποίει, ὥσπερ ἐπιδεικνύμενος. καὶ τί δεῖ τῶν
ἐκείνου κακῶν ἀπαριθμεῖν τὸ καθ’ ἕκαστον ; τοσῦτον δ' εἰπὼν δηλώσω τὸ πᾶν, ὅτι ὁ τοὺς
Ἰουδαίους τὸν πρὸς Ῥωμαίους ἄρασθαι πόλεμον βιασάμενος Φλῶρος ἦν. ἔλαβε δὲ τὴν ἀρχὴν ὁ πόλεμος
δευτέρῳ μὲν ἔτει τῆς Φλώρου ἐπιτροπῆς , δωδεκάτῳ δὲ τῆς μοναρχίας τοῦ
Νέρωνος.

ἐντεῦθεν οὖν ἡ τῶν Ἰουδαίων ἀποστασία εἰς 
 προῦπτον ἀνερράγη καὶ ὁ πόλεμος ἤρξατο. διηγήσασθαι δὲ τούτου ἕκαστα πλείονος ἂν
γένοιτο πραγματείας ἢ κατὰ τὴν παροῦσαν ἐγχείρησιν. ἀλλὰ τὰ μὲν ἄλλα ἐᾶσαί μοι κέκριται, μόνα δ’
ἐπιτεμεῖν τὰ περὶ τῆς ἁλώσεως τῶν Ἱεροσολύμων αὐτῶν. Οὐεσπασιανὸς γὰρ παρὰ Νέρωνος ,
μαθόντος τὴν Ἰου- δαίων ἀποστασίαν, τὴν τοῦ πολέμου διοίκησιν πιστευθείς, οὐ πρώτοις τοῖς
Ἰεροσολύμοις προσέβαλεν, ἀλλὰ τὰς ὑπὸ τὴν μητρόπολιν ἔσπευσε πρότερον ἑλεῖν πόλεις ,
καὶ οὕτως αὐτὴν χειρώσασθαι τὴν μητρόπολιν. τρόπολιν. καταλαβὼν οὑν τὴν Πτολεμαί·δα, καὶ ἑνωθεὶς ἐν
αὐτῇ τῷ υἱῷ Τίτῳ ἐξ Ἀλεξανδρείας ἀφικομένῳ καὶ τὸ πεντεκαιδέκατον
τάγμα κομίζοντι, σταλέντι παρ’ αὐτοῦ ἐξ Ἀχαίας, ὅπου τοῦ πολέμου στρατηγὸς
κεχειροτόνητο παρὰ Νέρωνος , ἐν Ἀχαίᾳ γὰρ ἐτύγχανεν ὣν ἐκεῖνος ὅτε ἡ τῶν Ἰουδαίων ἀποστασία
κατηγγέλθη αὐτῷ, κατὰ τῆς Γαλιλαίας πρότερον ὥρμησε, καὶ τῇ πόλει τῶν Ἰωταπάτων πρώτῃ προσβαλών ,
καὶ ἐπὶ τεσσαράκοντα πολιορκήσας ἡμέσας, πορθεῖ μὲν αὐτήν, αἱρεῖ δὲ καὶ τὸν Ἰώσηπον
στρατηγοῦντα τῆς Γαλιλαίας καὶ τῆς εἰρημένης ὑπερμαχοῦντα πόλεως. ἐκεῖθεν δὲ καθ’ ἑτέρων ἐχώρει
φρουρίων καὶ πολισμάτων , καὶ τὰ μὲν ὁμολογίᾳ , τὰ δὲ πολιορκίᾳ ὑπὸ Ῥωμαίους πεποίητο. καὶ ταῦτα
 
 ἤδη κατεργασάμενος ἡτοιμάζετο καὶ αὐτῇ προσμίξαι τῇ μητροπόλει , διακειμένῃ κακῶς ἐκ
τοῦ πρὸς ἀλλήλους στασιάζειν τοὺς ἐν αὐτῇ, καὶ εἰς ἐμφυλίους ἐκκυλισθῆναι μάχας καὶ ἀλλήλων σφαγάς ,
κἀντεῦθεν τὸ μάχιμον διαφθείρεσθαι. ἐπέσχε δὲ τῷ Οὐεσπασιανῷ τὴν ὁρμὴν ἀγγελθεὶς ὁ
Νέρων τῆς αὐταρχίας ἐκπεπτωκὼς καὶ τῆς Ῥώμης λαθραίως ἐκδρὰς καὶ ἑαυτὸν ἀνελών. εἶτα Γάλβαν μαθὼν
γενόμενον αὐ- τοκράτορα, Τίτον πέμπει πρὸς αὐτόν, προσεροῦντά τε καὶ ὅ, τι περὶ Ἰουδαίων κελεύει πευσόμενον. ἔτι δὲ καθ’ ὁδὸν ὄντος Τίτου καὶ ὁ
Γάλβας ἀνῄρητο. ὅπερ ἀκούσας ὁ Τίτος πρὸς τὸν πατέρα παλινοστεῖ. καὶ διὰ τὸ περὶ τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς
ἀμφίβολον οὐκ ἐπεχείρουν τῇ κατὰ τῆς Ἱερουσαλὴμ προσβολῇ, ἀλλ’ ἠρέμουν ἐν Καισαρείᾳ.
Γάλβου δὲ ἀνῃρημένου Ὄθων τὴν ἀρχὴν διεδέξατο. τὰ δ’ ἐν Γερμανίᾳ τυγχάνοντα τάγματα Οὐιτέλλιον
ἀνηγόρευσαν αὐτοκράτορα. στείλας οὖν Ὄθων ἐπολέμει Οὐιτελλίῳ. ἡττημένων δὲ 
 ἀπεσταλμένων Ὄθων ἑαυτὸν διεχρήσαντο. καὶ Οὐιτέλλιος εἰς Ῥώμην
ἀπῄει σὺν τοῖς στρατεύμασιν ἤδη γὰρ αὐτῷ καὶ οἱ τοῦ Ὄθωνος προσεχώρησαν Οὐεσπασιανὸς δέ, εἴ τινα
ἦσαν περίλοιπα τῶν Ἰουδαίων πολίχνια μήπω ἑαλωκότα, στείλας ἐπόρθει
καὶ ταῦτα, ὡς μόνην ἤδη τὴν τῶν Ἱεροσολύμων πόλιν σκοπὸν Ῥωμαίοις περιλιμπάνεσθαι.
ἐνόσει δὲ δεινῶς, ὡς εἴρηται, τὰ τῆς πόλεως. ἔξωθεν μὲν γὰρ ὁ Σίμων καὶ οἱ περὶ αὐτὸν τοῖς Ἰουδαίοις
Ῥωμαίων ἐτύγχανον φοβερώτεροι, ἔνδον δ’ οἱ ζηλωταὶ καλούμενοι καὶ ὁ τούτων ἐξάρχων
Ἰωάννης καὶ Ῥωμαίων ἤσαν καὶ τοῦ Σίμωνος χαλεπώτεροι. σφοδρότατα δὲ βιαζομένων τοὺς ἐν τῇ πόλει τῶν
ζηλωτῶν, ἠναγκά- σθησαν οἱ τοῦ δήμου τὸν Σίμωνα μετὰ τοῦ περὶ αὐ- τὸν πλήθους εἰς τὴν πόλιν
παρακαλοῦντες εἰσαγαγεῖν, ὡς τάχα τῆς τῶν ζηλωτῶν τυραννίδος αὐτοὺς ἀπαλλάξοντα· ἔλαθον
δὲ χείρονα καθ’ ἑαυτῶν εἰσδεξάμενοι δεξάμενοι τύραννον. τούτων δ’ ἐν
Ἱεροσολύμοις πραττομένων Οὐιτέλλιος τὴν Ῥώμην κατέλαβεν αὐτοκράτωρ τοκράτωρ ἀναρρηθείς. Οὐεσπασιανῷ
δὲ μαθόντι ταῦτα τὰ οὐκ ἤρεσκε, καὶ ἀπηξίου δεσπότην ἔχειν τὸν Οὐιτέλλιον. οἱ δ'
ἡγεμόνες τόν σὺν αὐτῷ ταγμάτων, ἀλλὰ μὴν καὶ οἱ στρατιῶται συνελθόντες ἀναγορεύουσι τὸν
Οὐεσπασιανὸν αὐτοκράτορα.

Ὁ δὲ μέλλων ἤδη ἐκπλεῖν τῷ υἱῷ Τίτῳ τὴν τῶν Ἱεροσολύμων πολιορκίαν ἀνέθετο. ὃς τὰς δυνάμεις
 συναγαγὼν ἀπῄει πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ πρὸ τριάκοντα σταδίων ἐστρατοπεδευκώς, ἐκεῖθεν
ἑξακοσίους τῶν ἐπιλέκτων ἱππέων παραλαβὼν ᾔει τήν πόλιν κατασκεψόμενος καὶ τὰ φρονήματα τῶν ἐντός.
ἐπεκθέουσι θέουσι δὲ τῆς πόλεως ἄπειροι · καὶ οἱ μὲν πλεῖστοι 
 τῶν μετὰ Τίτου μανιώδη τὴν ὁρμὴν τῶν Ἰουδαίων ὁρῶντες ἀνεκόπησαν τοῦ πρόσω χωρεῖν, ὁ
Τίτος δὲ μετ’ ὀλίγων τῶν ἄλλων ἀποτμηθεὶς εἰς μέσους τοὺς πολεμίους ἐμπεριείληπτο. καὶ γνοὺς ἐν
κινδύνῳ τὰ κατ’ αὐτόν, ἐπιστρέφει τὸν ἵππον, καὶ τοῖς περὶ αὐτὸν ἐμβοήσας ἕπεσθαι
ἐμβάλλει τοῖς Ἰουδαίοις, καὶ τῷ ξίφει τοὺς ἐπιόντας ἀναστέλλων ἐπὶ τὸ στρατόπεδον διασώζεται, δύο
πεσόντων ἐκ τῶν ἑπομένων αὐτῶ. 
 Μεθ’ ἡμέραν οὖν ἐπὶ τὸν σκοπὸν ἐλθών, τόπος δ’ ἐστὶν οὕτω καλούμενος διέχων
τῆς πόλεως στα- δίους ἑπτά, ὅθεν ἥ τε πόλις καὶ ὁ ναὸς καταφαίνεται, περιβαλέσθαι κελεύει
στρατόπεδον. τῶν δ’ ἐν τῇ πόλει συρρηγνυμένων ἀλλήλοις ἀεί,
τότε πολὺς ἐπελθὼν ὁ ἔξωθεν πόλεμος τὴν ἶριν ἀνέπαυσεν. ἐμάχοντο οὖν τοῖς βαλλομένοις
στρατόπεδον οἱ Ἰουδαῖοι τῆς πόλεως ἐκτρέχοντες καὶ ἐκάκουν τοὺς ἐναντίους, μᾶλλον δ’ ἐκακοῦντο
αὐτοί. λωφήσαντος δὲ πρὸς βραχὺ τοῦ θύραθεν πολέμου, πάλιν τοῖς ἔνδον ἡ στάσις ἠγείρετο. καὶ δόλῳ τὸ
ἱερὸν ὁ Ἰωάννης σὺν τοῖς ζηλωταῖς κατασχών, πολλῶν ἀναιρεθέντων , κατεθάρρει τοῦ
Σίμωνος. 
 

 
 Ὁ δὲ Τίτος ἐξομαλίσαι προσέταξε τὸ ἀπὸ τοὐ σκοποῦ μέχρι τοῦ τείχους διάστημα. καὶ τὸ μὲν
ἐγίνετιο, νετο , Ἰουδαίοις δὲ κατὰ Ῥωμαίων ἐνέδρα τις μεμηχάνητο. χάνητο. οἱ γὰρ τολμηρότεροι τῶν
στασιαστῶν προελθόντες τῆς πόλεως , ὡς ἐκβεβλημένοι δῆθεν ὑπὸ 
 τῶν τὰ εἰρηνικὰ φρονούντων , περὶ τὸ τεῖχος ἤσαν εἰλούμενοι· ἄλλοι δὲ
στάντες ἐπὶ τοῦ τείχους, ὡς ἐκ τοῦ δήμου τυγχάνοντες , εἰρήνην ἐβόων καὶ δεξιὰν ᾐτοῦντο, καλοῦντες
τοὺς Ῥωμαίους ὡς τὰς πύλας ἀνοίξοντες. τοῖς μὲν οὖν στρατιώταις οὐδὲν ὑπωπτεύετο, καὶ
ἐχώρουν ἐπὶ τὸ ἔργον, Τίτῳ δὲ δι’ ὑπο- ψίας ἦν τῆς ἐπικλήσεως τὸ παράλογον. πρὸ μιᾶς γὰρ ἡμέρας διὰ
τοῦ Ἰωσήπου ἐπὶ συμβάσεις αὐτοὺς προ- καλούμενος, οὐδὲν φρονοῦντας εὕρισκε μέτριον. μένειν οὖν κατὰ
χώραν τοὺς στρατιώτας ἐκέλευε. φθασάντων τινων πρὸς τὰς πύλας δραμεῖν, τὸ μὲν πρῶτον οἱ
ἐκβεβλῆσθαι δοκοῦντες ὑπέφευγον, ὡς δὲ μεταξὺ τῶν τῆς πόλεως ἐγένοντο πύργων, ἐξέθεον 
 καὶ ἐκύκλουν αὐτούς. καὶ οἱ ἐπὶ τοῦ τείχους βέλη κατ’ αὐτῶν ἠφίεσαν
καὶ λίθους ἠκόντιζον καὶ ἀνεῖλον συχνοὺς καὶ πλείους κατέτρωσαν. καὶ οἶ μὲν Ἰουδαῖοι
ἐσκίρτων τοὺς θυρεοὺς ἀνασείοντες, τοῖς δὲ στρατιώταις ὁ Τίτος ἠπείλει καὶ οἱ ταξίαρχοι. 
 Ἤδη δὲ τοῦ πρὸ τῶν τειχῶν χώρου ἐξισωθέντος, ἐκεῖ μεταθεῖναι βουλόμενος τὸ στρατόπεδον, τὸ
καρτερώτατον τῆς δυνάμεως ἀντιπαρεξέτεινε ἐξέτεινε τῷ τείχει, καὶ οὕτω πεφραγμένων Ἰουδαίοις τῶν
ἐκδρομῶν, ἐστρατοπεδεύσαντο οἶ Ῥωμαῖοι ἐκεῖ. τρισὶ δὲ τείχεσιν σιν ἡ πόλις περιεβέβλητο · ὄπου δ’ ἡ
φύσις τοῦ τόπον που ταύτην ὠχύρου , ἐνὶ περιβόλῳ διέζωστο. οὕτω δ' ἐχούσης τῆς πόλεως
ἄπορος ἐδόκει τῷ Τίτῳ ἡ προσβολή. τέως δ’ οὖν ἔδοξε κατὰ τὸ Ἰωάννου
τοῦ ἀρχιερέως μνημεῖον προσβάλλειν. καὶ τοῖς δῃοῦν τὰ πρὸ τῆς πόλεως ἐγκελεύεται,
συμφορεῖν τε τὴν ὕλην, ἔν ἐγείροιεν χώματα. καὶ οἶ μὲν εἰς ἔργον ἦγον τό κέλευσμα, τῶν δὲ χωμάτων
ἐγηγερμένων προσάγειν τοὺς κριοὺς ὁ Τίτος προσέταττε καὶ τύπτειν τὸ τεῖχος. 
 Ἤδη τῶν κριόν ἠργμένων τριχόθεν, ἐξαισίου τε κτύπου τὴν πόλιν περιηχήσαντος , κραυγὴ παρὰ
τῶν ἔνδον ἤρθη, καὶ οἷ στασιασταὶ δείσαντες ὡμονόησαν, νόησαν , κοινὴν τὴν ἄμυναν πρὸς
τοὺς πολεμίους ποιεῖσθαι συνθέμενοι. τῶν γε μὴν κριῶν τυπτόντων οὐχ ὑπεδίδου τὸ τεῖχος πληττόμενον ,
γωνία δέ τις μόνον ἑνὸς τῶν πύργων παρακεκίνητο , τὸ δὲ τεῖχος
ἀκέραιον ἦν. Ἰουδαῖοι δὲ τοὺς Ῥωμαίους ἐσκεδασμένους παρατηρήσαντες κατὰ τὸ
στρατόπεδον, ἐκθέουσι πάντες , πῦρ ταῖς μηχαναῖς ἐπιφέροντες. δεινὴ δὲ περὶ τὰς ἑλεπόλεις μάχη
συνέπεσε, τῶν μὲν ὑποπιμπρᾶν, τῶν δὲ κωλύειν βιαζομένων · Ἰουδαῖοι δὲ ὑπερεῖχον ἐξ ἀπονοίας. καὶ τὸ
πῦρ τῶν ἑλεπόλεων ἥπτετο, καὶ εἰ μὴ ὁ Τίτος σὺν τοῖς ἱππεῦσιν ἐπεβοήθησε, καὶ
κατεφλέγησαν ἄν. νῦν δὲ τῶν προμάχων τῶν Ἰουδαίων δαίων πεσόντων ὡς δώδεκα, οἶ λοιποὶ ἐν ἔκλιναν καὶ
συνηλάθησαν εἰς τὴν πόλιν. ζωγρηθεὶς δὲ τῶν Ἰουδαίων δαίων εἶς πρὸ τοῦ τείχους ἀνεσταυρώθη , εἰ πρὸς
 τὴν ὄψιν οἱ λοιποὶ καταπλαγέντες ἐνδοῖεν. πύργους δὲ πεντήκοντα πήχεων ἕκαστον ἐκ ξύλων
τοῦ Τίτου κατασκευάσαντος καὶ τοῖς χώμασιν αὐτούς ἐπιστήσαντος οὐκέτι
ἐκώλυον Ἰουδαῖοι τὰς ἐμβολὰς τῶν κριῶν, ἐκ τῶν πύργων βαλλόμενοι καὶ κακούμενοι. ἤδη δὲ
τῷ Νίκωνι τοῦ τείχους ἐνδιδόντος, αὐτοὶ γὰρ Ἰουδαῖοι τὴν μεγίστην ἑλέπολιν τῶν Ῥωμαίων οὕτως
ἐκάλεσαν, μαλακισθέντες ἀνεχώρουν οἱ πολλοί. καὶ τῶν Ῥωμαίων ἐπιβάντων αὐτοῦ , πάντες
εἰς τὸ δεύ- τερον ἀναφεύγουσι τεῖχος. 
 Καὶ οὕτως οἶ Ῥωμαῖοι τοῦ πρώτου τείχους ἐν πεντεκαίδεκα ἡμέραις ἐκράτησαν. ἐντεῦθεν αὐτοῖς
κατὰ τοῦ δευτέρου τείχους ἐγένοντο προσβολαί. καὶ προσάγεται ἡ ἑλέπολις · σαλευομένου δὲ
τοῦ πύργου καθ’ οὗ τὰς ἐμβολὰς ἐποιεῖτο, οἱ μὲν ἄλλοι πεφεύ

γασι, Κάστωρ δέ τις ἀνὴρ γόης μεθ’ ἑτέρων δέκα προτείνων τὰς χεῖρας ὡς ἱκετεύων ἐκάλει τὸν
Τίτον. ὁ δὲ πιστεύσας ἐπέχει τὴν ἐμβολὴν τοῦ κριοῦ. καὶ ὁ Κάστωρ καταβῆναι βούλεσθαι
ἐπὶ δεξιᾷ ἔλεγε , καὶ τῶν σὺν αὐτῷ δέκα οἱ μὲν τὴν ἱκεσίαν συνυπεκρίνοντο, οἶ δ’ οὐκ ἄν ποτε
δουλεύσειν Ῥωμαίοις ἐβόων. τριβομένης δ’ ἐν τούτοις τῆς ὥρας, ὁ Κάστωρ ἐδήλου τῷ Σίμωνι περὶ τῶν
ἐπειγόντων βουλεύεσθαι, ὡς ἐμπαίζοντος Ῥωμαίοις αὐτοῦ καὶ τὸ σφῶν ἐπέχοντος ὅρμημα.
τέλος δὲ γνωσθεὶς ἀπάτῃ τὸν καιρὸν παρέλκων , παρώξυνε τοὺς Ῥωμαίους τὰς ἐμβολὰς τοῦ κριοῦ ποιεῖσθαι δυνατωτέρας. ἑάλω τοίνυν καὶ τὸ δεύτερον τεῖχος ἡμέρᾳ
πέμπτῃ μετὰ τὸ πρῶτον. παρελθὼν δ’ ἐντὸς ὁ Τίτος κτείνειν τε τοὺς καταλαμβανομένους
ἐκώλυσε, καὶ μηδὲ τὰς οἰκίας ὑποπιμπρὰν τοῖς στρατιώταις ἐκέλευσεν , ἀλλ’ οὐδὲ τοῦ τείχους πολὺ
μέρος καθαιρεθῆναι ἠθέλησε· περὶ πλείονος γὰρ ἐποιεῖτο τὴν μὲν πόλιν ἑαυτῷ περισῶσαι, 
 τῇ πόλει δὲ τὸν ναόν. ἐπιτίθενται τοίνυν οἶ στασιασταὶ τοῖς
ἐπελθοῦσιν εἰς τὴν πόλιν Ῥωμαίοις, καὶ οἶ μὲν κατὰ τοὺς στενωπούς , οἶ δ’ ἐκ τῶν οἰτούτου κιῶν , οἱ
δ' ἐκ τοῦ τείχους αὐτοὺς ἔβαλλον. καὶ οἱ φρουροὶ Ῥωμαῖοι καθαλλόμενοι τῶν πύργων 
 
 ἀνεχώρουν εἰς τὸ στρατόπεδον. Ἰουδαῖοι δὲ κατ’ ἐμπειρίαν τῶν στενωπῶν ἐτίτρωσκόν τε
πολλοὺς καὶ προσπίπτοντες ἐξώθουν. Ῥωμαῖοι μὲν οὖν κρατήσαντες
καὶ τοῦ δευτέρου τείχους, αὖθις ἐξώσθησαν, ἐπῆρτο δὲ τοῖς στασιασταῖς τὰ φρονήματα. ἤδη
δὲ καὶ ὁ λιμὸς ὑφέρπων τὴν πόλιν πολλοὺς τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν ἐνδείᾳ τῶν ἐπιτηδείων διέφθειρε. τοῦτο δὲ
τοῖς στασιασταῖς καταθύμιον ἦν , μόνους ἀξιοῦσι σώζεσθαι τοὺς τὴν εἰρήνην μὴ θέλοντας, τὴν δὲ τῶν
 ἄλλων φθορὰν οἰομένοις κουφισμὸν ἑαυτῶν. Ῥωμαῖοι δὲ αὖθις ἀπεπειρῶντο κατασχεῖν τὸ
τεῖχος τὸ δεύτερον, οἶ δὲ διεκώλυον· καὶ ἐπὶ τρισὶ μὲν ἡμέραις ἀντέσχον , τῇ δὲ τετάρτῃ μὴ
ἐνεγκόντες τὴν προσβολὴν εἰς τὸ ἐνδότερον μετεχώρησαν. 
 
 Καὶ πάλιν ὁ Τίτος τοῦ τείχους κρατήσας αὐτίκα τούτου καθῄρησε τὸ προσάρκτιον · τῷ λοιπῷ δ’
ἐγκαταστήσας φρουράν , τῷ τρίτῳ προσβαλεῖν ἡτοιμάζετο. καὶ διχῇ τὰ τάγματα διελὼν ἐγείρειν ἤρχετο
χώματα. τῶν δ’ ἐντὸς οἶ μὲν στασιασταὶ ἦσαν ἄτεγκτοι καὶ ἀνένδοτοι , ὁ δὲ δῆμος πρὸς
αὐτομολίαν κεκίνητο, καὶ πολλοὶ λανθάνοντες ηὐτομόλουν. οὓς δὲ τοῦτο βουλομένους οἶ στασιάζοντες
εὕρισκον, ἢ καὶ μόνην ἔσχον ὑπονοίας σκιάν , εὐθέως ἀπέσφαττον· τοῖς δ εὐπόροις καὶ ψευδῆ τὴν τῆς
αὐτομολίας κατηγορίαν προσάπτοντες τοὺς μὲν αὐτίκα διέφθειρον, τὰς δἑ ἐκείνων οὐσίας διήρπαζον. ὁ λιμὸς δ’ ἀκμάζων τὴν τῶν στασιαστῶν ὠμότητα
ηὔξανε. δι’ ἔνδειαν γὰρ τῶν τροφῶν εἰσπηδόντες τὰς οἰκίας ἠρεύνων, καὶ τοὺς οἰκοῦντας ἀρνουμένους
ἔχειν, εἰ μὲν εὕρισκον, ᾔκιζον, εἰ δὲ οὐχ εὕρισκον, ὡς κρύψαντας ἐπιμελέστερον ἤταζον.
ἐποιοῦντο μέντοι τοῦ ἔχειν τροφὰς ἢ μὴ τὰ σώματα τῶν ἀθλίων τεκμήριον. οἷς μὲν γὰρ ἔτι
μετῆν ἰσχύος, ἔχειν ἐδόκουν, οἷς δ’ ἐξετάκη τὰ σώματα, παρωδεύοντο. εἰ δέ τις εὐπόρησε πυρῶν ἢ
κριθῆς, κατακλείσας τὴν οἰκίαν ἤσθιε· τινὲς δ’ ὑπὸ βίας τῆς τοῦ λιμοῦ
καὶ ἀνέργαστον τὸν σῖτον προσίεντο· καὶ ἀφήρπαζον ἐξ αὐτοῦ τοῦ στόματος τὰς τροφὰς
μητέρες βρεφῶν, παῖδες πατέρων, γυναῖκες ἀνδρῶν. καὶ οὕτω δ' ἐσθίοντες, ὅμως τοὺς στασιαστὰς οὐκ
ἐλάνθανον. ὅπου δὲ κεκλεισμένην οἰκίαν κατίδοιεν ἢ καπνὸν ἀποθρώσκοντα, σημεῖον ταῦτ’ ἐποιοῦντο τοῦ
τοὺς ἐντὸς ἐσθίειν, καὶ ῥήσσοντες τὰς θύρας ἐκ τῶν φαρύγων αὐτῶν ἀνέφερον τὰς τροφάς ·
οὐδέ τις ἦν οἶκτος ἢ πολιᾶς ἢ νεότητος. τοῖς δὲ φθάσασι προβεβρωκέναι τὸ ἐσθιόμενον δεινὰς ἐπῆγον ὡς
ἀδικοῦσι καὶ ἀπηνεῖς τιμωρίας , ὀρόβοις τοὺς αἰδοίων πόρους
ἐμφράττοντες καὶ τὰς ἔδρας ῥάβδοις ὀξείαις ὠμῶς ἀναπείροντες. τὰ φρικτὰ δὲ καὶ ἀκοαῖς
ἔπασχέ τις εἰς ἑνὸς ἄρτου ἐξομολόγησιν , ἢ ἔνα δράκα μίαν ἀλφίτων τοῖς λῃσταῖς καταπρόηται. καθ’
ἕκαστον μὲν οὑν ἐπεξιέναι τὰ τότε γενόμενα δυσχερὲς ἢ καὶ ἀδύνατον, συνελόντα δ’
εἰπεῖν, μήτε πόλιν ἄλλην τοιαῦτα παθεῖν μήτε γένος ἕτερον ἐξ αἰῶνος γενέσθαι κακίας γονιμώτερον.

Τοιαῦτα μὲν οὖν ἔπασχον Ἰουδαῖοι , Τίτῳ δὲ τὰ χώματα προύκοπτε, καίτοι κακουμένων ἀπὸ τοῦ
τείχους χοῦς τῶν στρατιωτῶν. οἱ δὲ πρὸς συλλογὴν ἐξιόντες τροφῆς ἐνηδρεύοντο, ἦσαν δὲ οὐ δημόται μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν μαχίμων τινὲς οὐκέτι ταῖς
ἁρπαγαῖς ἀρκούμενοι, καὶ συλλαμβανόμενοι ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων μετὰ πᾶσαν βάσανον πρὸ τοῦ τείχους
ἀνεσταυροῦντο. Τίτῳ 
 
 μέντοι οἰκτρὸν τὸ πάθος ἐδόκει, πεντακοσίων ἑκάστης ἡμέρας ἢ καὶ πλειόνων ἁλισκομένων. οὔτε δὲ φυλάττειν αὐτοὺς οὔτ’ ἀφιέναι ἔκρινεν ἀσφαλές, καὶ ἄμα
πρὸς τὴν ὄψιν ἐνδοῦναι τοὺς λοιποὺς ἤλπιζεν. οἱ στασιασταὶ δὲ τοὺς τῶν αὐτομόλων
οἰκείους ἐπὶ τὸ τεῖχος ἕλκοντες, καὶ τῶν δημοτῶν τοὺς ἐπὶ πύστιν ὡρμημένους, οἷα πάσχουσιν οἱ
Ῥωμαίοις προσφεύγοντες ἐπεδείκνυον, καταψευδόμενοι καὶ τῶν πολεμίων 
καὶ τῶν οἰκείων. 
 
 Ἤδη δὲ τῶν χωμάτων συντελεσθέντων αἱ ἑλεπόλεις προσήγοντο. ὑπορύξαντες δ’ ἔνδοθεν Ἰουδαῖοι
τὸ κατὰ τὴν Ἀντωνίαν μέχρι τῶν χωμάτων διάστημα, καὶ τοὺς ὑπονόμους ξύλοις ὐποστηρίξαντες, μετέωρα
τὰ χώματα πεποιήκασιν. εἶτα ὕλης τὸ ὄρυγμα πλήσαντες, πῦρ τῇ ὕλῃ ἐνέβαλον, καὶ τῶν
ὑποστηριζόντων ξύλων καυθέντων ἡ διῶρυξ ἀθρόον ἐνέδωκε καὶ κατεσείσθη τὰ χώματα· καὶ τοῖς Ῥωμαίοις
ἔκπληξις καὶ ἀθυμία πρὸς τὴν ἐπίνοιαν γίνεται. κατὰ δὲ τὰ λοιπὰ τὰς ἑλεπόλεις οἱ Ῥωμαῖοι προσάγοντες διέσειον τὸ τεῖχος. ἀλλά τινες παραβόλως λῶς
ὁρμήσαντες πῦρ κατ’ αὐτῶν ἐνῆκαν καὶ πάντα κατέπρησαν. διεφθαρμένων δὲ τῶν χωμάτων Ῥωμαῖοι μὲν
ἠθύμουν, Τίτος δὲ μετὰ τῶν ἡγεμόνων ἐβουλεύετο. καὶ οἱ μὲν αὖθις ἕτερα ἐγείρειν ἐκέλεουν, οἶ δὲ χωμάτων ἄνευ προσκαθέζεσθαι καὶ φυλάττειν τὰς ἐξόδους αὐτῶν καὶ τὰς τῶν ἐπιτηδείων
εἰσαγωγάς , καὶ οὕτως ἔλεγον λιμῷ τὴν πόλιν ἔσεσθαι ἁλωτήν, τοῖς δὲ πᾶσαν ἐδόκει προσάγειν τὴν
δύναμιν καὶ ἀποπειρᾶσθαι τοῦ τείχους · μηδὲ γὰρ οἴσειν Ἰουδαίους τὴν ἔφοδον. τῷ γε μὴν
Τίτῳ τούτων ὐδὲν ἤρεσκεν, ἐδόκει δὲ περιβόλῳ τὴν πόλιν κυκλῶσαι, ἵν οὕτω πάσαν ἐμφράξῃ τοῖς ἔνδον διέξοδον. καὶ τὸ ἔργον τῇ στρατιᾷ κατεμέρισε. τοῖς
δέ τις ἔρις ἐμπίπτει ἐπὶ τὴν ἐργασίαν καὶ ὁρμή τις δαιμόνιος, ταχύ τε τὸ ἔργον ἐξῳκοδόμητο.
περικλείσας δὲ τό τείχει τὴν πόλιν, τὴν μὲν πρώτην φυλακὴν τῆς νυκτὸς περιιὼν αὐτὸς ἐπεσκέπτετο, τὰς
δὲ λοιπὰς ἑτέροις ἐπέτρεψε· διεκληροῦντο δὲ τὸν ὕπνον οἱ φύλακες. 
 Ἰουδαίοις δὲ μετὰ τῶν ἐξόδων ἀπεκλείσθη πᾶσα σωτηρίας ἐλπίς, καὶ ὁ λιμὸς κατ᾿ οἴκους καὶ
γενεὰς τὸν δῆμον ἐβόσκετο, καὶ τὰ μὲν τέγη γυναικῶν καὶ βρεφῶν ἐκλελυμένων πεπλήρωτο, οἱ στενωποὶ δὲ
 γερόντων νεκρῶν· παῖδες δὲ καὶ νεανίαι διῳδηκότες ὡς εἴδωλα κατὰ τὰς ἀγορὰς περιῄεσαν,
καὶ κατέπιπτον ὅπῃ ἴκαστος ἀτονήσας ἔτυχε. θάπτειν δὲ τοὺς
προσήκοντας οἱ ἔτι ζῶντες οὐκ ἴσχυον· πολλοὶ δὲ καὶ θάπτειν ὁρμήσαντες τοῖς θαπτομένοις
ἐπαπέθνησκον. οἱ δὲ στασιασταὶ καὶ τῶν ἐκ τοῦ λιμοῦ κακῶν ἐγίνοντο χαλεπώτεροι,
τυμβωρυχοῦντες καὶ τὰς οἰκίας συλῶντες. καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ θάπτειν ἐκέλευον
τοὺς νεκρούς, τὴν δυσωδίαν μὴ φέροντες, εἶτ᾿ ἐρρίπτουν αὐτοὺς ἐκ τῶν τειχῶν εἰς τὰς
φάραγγας. περιιὼν δ᾿ ὁ Τίτος καὶ θεασάμενος νεκρῶν πεπληρωμένας αὐτὰς καὶ βαθὺν ἰχῶρα μυδώντων
σωμάτων ἐκρέοντα, ἐστέναξε καὶ τὰς χεῖρας ἀνατείνας ἐμαρτύρετο τὸν θεὸν ὡς οὐκ εἴη τὸ ἔργον αὐτῷ
πρὸς βουλῆς. καὶ πάλιν ἥπτετο 
 χωμάτων, χαλεπῶς αὐτῷ τῆς ὕλης ποριζομένης· πρὸ γὰρ σταδίων κεκόμιστο
ἐνενήκοντα. 
 Πολλοὶ δ᾿ ηὐτομόλουν τοῦ δήμου, οἱ μὲν ἐκ τῶν τειχῶν κρημνίζοντες ἑαυτούς, οἱ δὲ προιόντες
ὡς ἐπὶ μάχην μετὰ χερμάδων πρὸς ῾Ρωμαίους κατέφευγον. καὶ οὕτω δ᾿ οἶ πλείους ἀπώλλυντο·
λιμώττοντες γὰρ καὶ ἀφθονίᾳ τροφῶν ἐντυγχάνοντες ἀπλήστως τε κο- ρεννύμενοι
διερρήγνυντο. συνέβη δέ τι καὶ ἕτερον τοὺς αὐτομόλους φθεῖρον. τινὲς γὰρ αὐτῶν κεκτημένοι χρυσοῦς ἐν
τῷ μέλλειν πρὸς Ῥωμαίους αὐτομολεῖν κατέπινον σφᾶς, ἵνα μὴ ἁλόντες ἀφαιρεθόσιν αὐτούς.
παρὰ δὲ τοῖς Ῥωμαίοις γενόμενοι τοῖς τῆς γαστρὸς σκυβάλοις τοὺς χρυσοῦς συνεξέκρινον , καὶ
 
 ἐκλέγοντες αὐτοὺς ἐλάμβανον. φωρᾶται τοίνυν τῶν αὐτομόλων τις τοῦτο
ποιῶν · καὶ φήμης γεγονυίας εἰς τὸ στρατόπεδον ὡς μεστοὶ χρυσίου προσίασιν οἱ αὐτόμολοι, ἀνετέμνοντο τὰς γαστέρας οἱ ἄθλιοι, ὡς ἐντεῦθεν πολλὴν γενέσθαι τῶν Ἰουδαίων φθοράν · μιᾷ γὰρ
νυκτὶ ὑπὲρ τρισχιλίους ἀνασχισθῆναι συνέβη. ὃ γνοὺς ὁ Τίτος ἠπείλησε τῷ στρατεύματι · ἀλλὰ μικρὸν
κρὸν ἢ οὐδἐν τοῖς αὐτομόλοις ἐπήμυνεν ἡ τοῦ Τίτου ὀργή. ἐν ὀλίγοις δ’ εὑρίσκετο τὰ
ἀργύρια , τοὺς δὲ λοιποὺς ἐλπίδες μόναι ἀπώλλυον. λέγεται δὲ τοὺς ἐκ τῆς πόλεως διὰ τῶν πυλῶν
ἐκκομισθέντας καὶ ῥιφέντας νεκροὺς τῶν ἀπόρων γενέσθαι μυριάδας 
ἐξήκοντα, τῶν δ’ ἄλλων ἀνεξεύρετον εἶναι τὸν ἀριθμόν, τοῦ μέντοι σίτου τὸ μέδιμνον
πραθῆναι ταλάντου.

περιτειχισθείσης δὲ τῆς πόλεως παρὰ τῶν Ῥωμαίων, ὡς ἄνω μοι εἴρηται , οὐδὲ ποηλογεῖν οἶόν
τε ἦν· ὅθεν τὰς τῶν ζῴων κόπρους τὰς παλαιὰς ἀνερευνῶντες ἐποιοῦντο τροφήν. 
 
 Ῥωμαίοις δὲ ἤδη ἠγέρθη τὰ χώματα, καὶ ταῖς ἑλεπόλεσι τὸ τεῖχος τῆς Ἀντωνίας ἐτύπτετο, οὐ
μὴν καθῃρεῖτο τυπτόμενον. τινὲς δὲ τῶν στρατιωτῶν ὑπὲρ τῶν σωμάτων τοὺς θυρεοὺς ὀροφώσαντες ,
μοχλοῖς χλοῖς τοὺς θεμελίους ὑπώρυττον , καὶ τέσσαρας τῶν λίθων ἐξέσεισαν. νὺξ δ'
ἐπελθοῦσα τούς πολέμους 
 
 ἑκατέρωθεν ἔπαυσε· καὶ τὸ τεῖχος ὑπὸ τῶν κριῶν σαλευθὲν κατ’ αὐτὴν
αἰφνίδιον κατερείπεται. ὤφθη δ’ ἄλλο τεῖχος ἀνῳκοδομημένον ἐντός , ὁ τὴν ἐπὶ τῷ πεσόντι χαρὰν τοῖς
Ῥωμαίοις εἰς ἀθυμίαν μετέβαλεν. ὁ Τίτος δὲ τοῖς στρατιώταις διαλεχθεὶς ἐπήγειρεν αὐτῶν
τὰ φρονήματα. καί τις ἀπὸ Συρίας ἀνὴρ Σαβῖνος τό ὄνομα, ὑπὲρ τῆς κεφαλῆς τῇ λαιᾷ τὸν θυρεὸν
ἐπανατεινάμενος, τῇ δεξιᾷ δὲ τὸ ξίφος σπασάμενος, ἐπὶ τὸ τεῖχος ἐχώρησεν · εἵποντο δὲ αὐτό καὶ
ἕτεροι ἕνδεκα, τὴν ἀνδρείαν ζηλώσαντες. οἱ δ’ ἐν τῷ τείχει κατηκόντιζόν τε αὐτοὺς καὶ
βέλεσιν ἔβαλλον, καὶ λίθους ὑπερμεγέθεις ἐκύλιον, δι’ ὄν τῶν ἕνδεκα παρεσύρησαν ἔνιοι. ὁ δὲ Σαβῖνος
οὐ πρότερον ἐπέσχε τὴν ὁρμὴν ἢ ἀνελθεῖν εἰς τὸ τεῖχος καὶ τρέψασθαι τοὺς πολεμίους. ὅτε γοῦν
ἐκράτησε τῆς ἐπιχειρήσεως , ἐσφάλη προσπταίσας πέτρᾳ τινί, καὶ πρηνὴς ἐν αὐτῇ μετὰ
ψόφου τῶν ὅπλων κατέπεσε. πρὸς γοῦν τὸν ψόφον ἐπιστραφέντες οἱ
Ἰουδαῖοι, καὶ μόνον αὐτὸν ἰδόντες καὶ κείμενον, ἔβαλλον πάντοθεν. ὁ δ’ εἰς γόνυ διαναστὰς ἠμύνετο,
ὑπὸ δὲ πλήθους τραυμάτων παρείθη τὴν δεξιὰν καὶ κατεχώσθη τοῖς βέλεσι. τῶν δὲ λοιπῶν
τρεῖς μὲν ἤδη πρὸς τοῖς ἄκροις γενομένους τοῖς λίθοις ἀπέκτειναν , οἱ δ' ὀκτὼ τραυματίαι πρὸς τὸ
στρατόπεδον ἐκομίσθησαν. Μετὰ δὲ δύο ἡμέρας νυκτός τινες ἡσυχῇ διὰ τῶν ἐρειπίων εἰς τὴν
Ἀντωνίαν προσβαίνουσι, καὶ τοὺς ἐκεῖ φρουροῦντας ἀποσφάξαντες κοιμωμένους , ἐσάλπισαν. καὶ φυγὴ τῶν
ἄλλων φρουρῶν ἦν, Τίτος δὲ μετὰ τῶν ἐπιλέκτων ἀνέβη, καὶ τὰ τάγματα
εἵπετο. τῶν Ἰουδαίων δὲ καταπεφευγότων εἰς τὸ ἱερόν , καὶ οἱ τοῦ Τίτου εἰσέπιπτον διὰ
τῆς διώρυγος, ἣν ὑπὸ τὰ χώματα τῶν Ῥωμαίων ὑπώρυξαν. συρρήγνυται δὲ περὶ τὰς εἰσόδους
μάχη καρτερά, καὶ τὰ ξίφη σπασάμενοι συνεπλέκοντο , φόνος δὲ ἦν πολὺς ἑκατέρωθεν. τέρωθεν.
κλινομένης δὲ ἤδη τῆς Ῥωμαϊκῆς παρατάξεως, Ἰουλιανός τις ἑκατοντάρχης , ἄριστος ἀνήρ, 
προπηδᾷ καὶ νικῶντας τοὺς Ἰουδαίους τρέπεται μόνος. ἔφευγε δὲ τὸ πλῆθος καὶ διεσκέδαστο. καταδιώκων
οὖν τοὺς σκεδαννυμένους ὁ γενναῖος ἐκεῖνος ἀνὴρ κατολισθαίνει κατὰ τοῦ λιθοστρώτου , ἥλους πυκνοὺς
ἐν τοῖς ὑποδήμασιν ἔχων, ὡς καὶ οἶ λοιποὶ 
 στρατιῶται. καὶ Ἰουδαῖοι περιστάντες αὐτὸν ἐτίτρωσκον πάντοθεν. ὁ δὲ καὶ κείμενος
ἠμύνετο, μέχρι κατατρωθεὶς ἐνέδωκε, καὶ τοῖς πολεμίοις αὐτοῖς θαυ- θαυμαζόμενος. 
 Ἰουδαῖοι μὲν οὖν τοὺς Ῥωμαίους ὠσάμενοι κατακλείουσιν κλείουσίν εἰς τὴν
Ἀντωνίαν, ὁ Τίτος δὲ πολλὰ καὶ διὰ Ἰωσήπου παρακαλέσας τοὺς
στασιαστὰς καὶ δι’ ἑαυτοῦ, ὡς ἀμειλίκτους ἐώρα, πάλιν ἐχώρει καὶ ἄκων πρὸς πόλεμον. καὶ τοὺς
ἀρίστους ἐπιλεξάμενος περὶ ὥραν τῆς νυκτὸς ἐνάτην ταῖς φυλακαῖς ἐπιθέσθαι προσέταξεν.
οὐ μὴν κοιμωμένους εὗρον τοὺς φύλαπρὸς ἀλλὰ γνόντες τὴν ἐπίθεσιν συνεπλέκοντο , καὶ πρὸς τὴν βοὴν
καὶ οἶ ἄλλοι συνῄεσαν. ἐξ ἐνάτης δὲ τῆς νυκτὸς ὥρας εἰς πέμπτην τῆς ἡμέρας τοῦ πολέμου συνισταμένου ἀγχώμαλος ἦν ἡ μάχη, μηδενὶ τῆς νίκης
ἐπιβρισάσης. καὶ οὕτω τότε διελύθησαν οἶ μαχόμενοι. τὸ δὲ λοιπὸν τῆς τῶν Ῥωμαάων δυνάμεως ἡμέραις
ἑπτὰ τοὺς τῆς Ἀντωνίας θεμελiους καταστρεψάμενον πλατεῖαν πρὸς τὸ ἱερὸν ηὐτρέπισαν ἄνοδον. καὶ
πλησιάσαντα τῷ πρώτῳ περιβόλῳ τὰ τάγματα χωμάτων κατήρχετο. καὶ ταῦ τὰ μὲν ἠγείρετο σὺν
μόχθῳ πολλῷ· Ἰουδαῖοι δὲ τῆς βορείου καὶ κατὰ δύσιν στοᾶς τὸ συνεχὲς πρὸς τὴν Ἀντωνίαν 
ἐμπρήσαντες ἀπέρρηξαν ὅσον πήχεις εἴκοσι, ταῖς ἑαυτῶν χερσὶν ἀρξάμενοι καίειν τὰ ἅγια. ὑποπιμπρᾶσι
δὲ καὶ Ῥωμαῖοι τὴν πλησίον στοάν · καὶ μέχρι πεντεκαίσεκα πήχεων
προκόψαντος τοῦ πυρός, ἀποκόπτου- σιν Ἰουδαῖοι τὴν ὀροφήν. οἱ δ' ἀνὰ τὸ ἱερὸν στασιασταὶ καὶ φανερός τοῖς ἐπὶ τῶν χωμάτων ἐπετίθεντο στρατιώταις, καὶ μετὰ δόλων ἠμύνοντο. ὑπὸ δὲ τοῦ
λιμοῦ ἄπειρόν τι πλῆθος ἦσαν οἶ θνήσκοντες. πάθη δὲ τοῖς περιοῦσιν ἔτι συνέβαινε καὶ φρικτὰ
διηγήσασθαι καὶ δύσπιστα τοῖς ἀκούουσιν· ὃν ἒν διηγήσομαι. 
 
 Γυνή τις ὑπὲρ τὸν Ἰορδάνην διὰ γένος καὶ πλοῦτον οὐκ ἄσημος εἰς τὰ Ἰεροσόλυμα καταφυγοῦσα
συνεπολιορκεῖτο. ταύτης πολλάκις ἑαυτῇ τροφὰς ποριζομένης οἱ λῃστεύοντες ἐν τῇ πόλει ταύτας
διήρπαζον. ἡ δὲ πρὸς ταῦτα ἀγανακτοῦσα , θυμῷ τε καὶ 
λιμῷ στρατηγουμένη , ὃ ἦν αὐτῇ ὑπομάζιον τέκνον καταθύσασα καὶ ὀπτήσασα, τὸ μὲν ἔφαγε, τὸ δὲ λοι-
πὸν εἰς δευτέραν ἐτήρει τροφήν. οἱ δὲ στασιασταί, τῆς κνίσης προσβαλλούσης αὐτοῖς, παρῆσαν εὐθύς,
καὶ εἰ μὴ δοίη τὸ παρασκευασθέν, ἀποσφάξειν ἠπείλουν αὐτήν. ἡ δὲ τὰ τοῦ παιδὸς
ἀνεκάλυψε λείψανα· κἀκεῖνοι ἐξέστησάν τε πρὸς τὴν θέαν καὶ ἔφριξαν, καὶ τρέμοντες ὑπεχώρησαν, μόλις
ταύτης τέως τῆς τροφῆς παραχωρήσαντες τῇ μητρί. 
 Ἤδη δὲ τῶν χωμάτων τετελεσμένων προσήγοντο οἱ κριοί · ἤνυον δ' οὐδὲν διὰ τὴν
τοῦ τείχους στερρότητα. 
 
 ἕτεροι δὲ τοὺς θεμελίους ὑπώρυττον καὶ οὐδ' οὕτως τὸ τεῖχος κατασέσειστο. ἀπογνόντες οὖν
τῶν ἄλλων, κλίμακας προσέφερον ταῖς στοαῖς. οἱ δὲ Ἰουδαῖοι κωλῦσαι μὲν οὐκ ἔφθασαν, τοῖς δ’ ἀναβᾶσι
 συμπεσόντες ἐμάχοντο· καὶ ἦν οὐκ ὀλίγος αὐτῶν φόνος.

Ὁ δέ γε Τίτος ὡς ἑώρα τὴν ἐπὶ τῶ̣ ἱερῷ φειδὼ πρὸς βλάβην γινομένην τοῖς στρατιώταις, τὰς
πύλας ὑφάπτειν προσέταξε. προσαχθέντος δ’ αὐταῖς τοῦ πυρός, τηκόμενος ὁ ἄργυρος ᾧ ἐνεδέδυντο
παρεχώρει τῇ φλογὶ τῶν ξύλων ἐφάπτεσθαι, κἀντεῦθεν ἐπελαμβάωετο τῶν στοῶν. τοῖς δ’
Ἰουδαίοις ὁρῶσι τὸ πῦρ ἐν κύκλῳ μετὰ τῶν σωμάτων παρείθησαν αἱ ψυχαί. ἐκείνην μὲν οὑν τὴν ἡμέραν καὶ
τὴν ἐπτοῦσαν νύκτα τὸ πῦρ ἐπεκράτει· παρὰ μέρος δέ, οὐχ 
ὁμοῦ πάντοθεν ἴσχυσαν ὑφάψαι τὰς στοάς · τῇ δ ἐπιούσῃ μέρει τῆς δυνάμεως ὁ Τίτος τὸ πῦρ σβεννύειν
κελεύσας καὶ παρὰ τὰς πύλας ὁδοποιεῖν εἰς εὐμαρεστέραν τῶν ταγμάτων ἄνοδον, αὐτὸς ἒξ τοὺς
Κορυφαιοτάτους τῶν ἡγεμόνων προσκαλεσάμενος περὶ τοῦ ναοῦ ἐβουλεύετο. τοῖς μὲν οὖν
ἐδόκει τῷ τοῦ πολέμου κεχρῆσθαι νόμῳ καὶ μή τινος φείδεσθαι, τινὲς δὲ παρῄνουν, εἰ μὲν πολεμοῖεν
ἐπιβάντες αὐτοῦ Ἰουδαῖοι, καταφλέγειν , φρούριον γὰρ καταφλεγήσεσθαι, οὐκέτι ναόν, εἰ δὲ μὴ τοῦτο,
σώζειν. ὁ δὲ Τίτος οὐδ’ ἂν ἐπιβάντες ἐπ’ αὐτοῦ πολεμῶσιν Ἰουδαῖοι ἔφησεν ἀντὶ τῶν ἀνδρῶν τοῖς ἀψύχοις ἐπάγειν τὴν
ἄμυναν οὐδὲ καταφλέξειν τηλικοῦτον ἔργον· Ῥωμαίοις γὰρ ἔσεσθαι πρὸς βλάβην φθαρέν, ὥσπερ καὶ κόσμον
τῆς ἡγεμονίας , εἰ σώζοιτο. Τῷ μὲν οὖν Τίτῳ σκοπὸς ἦν τῇ ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ μετὰ πάσης
ἐμβαλεῖν τῆς δυνάμεως καὶ τὸν ναὸν περικατασχεῖν , τοῦ δὲ ἄρα πάλαι ὁ θεὸς φθορὰν κατεψήφιστο. οἶ
γὰρ στασιασταὶ ἐπιτίθενται τοῖς φύλαξι τοῦ ἔξω ἱεροῦ, οἱ δὲ πλήθει τε τῶν ἐκτρεχόντων 
καὶ θυμοῖς ἡττώμενοι ἐνεδίδοσαν. καὶ ὁρῶν 
 ταῦτα Τίτος ἄνωθεν ἐκ τῆς Ἀντωνίας, ἐπαμύνει μετὰ τῶν ἐπιλέκτων ἱππέων. καὶ Ἰουδαῖοι
τὴν ἔφοδον οὐχ ὑπ᾿ ἔμειναν, ἀλλ᾿ εἰς τὸ ἔνδον συνεκλείσθησαν ἱερόν.
ὑποχωρήσαντος δὲ Τίτου πρὸς ὀλίγον λωφήσαντες οἱ στασιασταὶ πάλιν ῾Ρωμαίοις ἐπιτίθενται. καὶ
τρεψάμενοι αὐτοὺς οἱ ῾Ρωμαῖοι μέχρι τοῦ ναοῦ παρῆλθον. καί τις τῶν στρατιωτῶν ἐκ τῆς
φλεγομένης ὕλης μέρος ἁρπάσας, καὶ ὑφ᾿ ἑτέρου ἀνακουφισθεὶς στρατιώτου, ἐνίησι τὸ πῦρ θυρίδι χρυσῇ.
αἰρομένης δὲ τῆς φλογὸς Ἰουδαίων μὲν ἐγείρεται κραυγή, καὶ συνέθεον πρὸς τὴν ἄμυναν,
Τίτος δὲ γνοὺς ἔθει πρὸς τὸν ναὸν κωλύσων τὸ πῦρ, καὶ τῇ φωνῇ καὶ τῇ δεξιᾷ διεσήμαινε τοῖς
μαχομένοις τὸ πῦρ σβεννύειν. οὔτε δὲ βοῶντος ἤκουον οὔτε τῆς χειρὸς προσεῖχον τοῖς νεύμασι. τὰ δὲ
τάγματα εἰσιόντα καὶ 
 τῷ ναῷ πλησιάζοντα τῶν μὲν τοῦ Τίτου παραγγελμάτων προσεποιοῦντο
μηδὲ ἀκούειν, τοῖς πρὸ αὐτόν δὲ πῦρ ἐνιέναι παρεκελεύοντο. ἀμηχανία δ᾿ ἦν τοῖς στασιασταῖς,
ἀπειρηκόσι πρὸς ἄμυναν, καὶ φόνος πανταχοῦ καὶ τροπή. Τίτος γε μὴν ὡς οὔτε τὰς ὁρμὰς 
τῶν στρατιωτόν ἐνθουσιώντων οἷός τε ἦν κατασχεῖν καὶ τὸ πῦρ ἐπεκράτει, παρελθὼν μετὰ τῶν ἡγεμόνων
ἐθεάσατο τοῦ θεοῦ τὸ ἅγιον καὶ τὰ ἐν αὐτῷ. τῆς δὲ φλογὸς οὐδέπω διικνουμένης εἴσω, τοὺς δὲ περὶ τὸν
ναὸν νεμομένης οἴκους, ἔτι σθαι σωθῆναι τὸ ἔργον οἰόμενος, αὐτός τε παρακαλεῖν
ἐπειρᾶτο τοὺς στρατιώτας τὸ πῦρ σβεννύειν καί τινα τῶν περὶ αὐτὸν ξύλοις παίοντα τοὺς ὰπειθοῦντας
 ἐκέλευσεν εἴργειν. οἱ δὲ νικώμενοι τῷ θυμῷ καὶ τῷ πρὸς Ἰουδαίους
μίσει, οὔτε τῇ πρὸς Τίτον αἰδοῖ ἀνεκόπτοντο οὔτε φόβῳ τῷ τοῦ κωλύοντος. τοὺς δὲ πολλοὺς
καὶ ἐλπὶς παρέθηγεν ἁρπαγῆς, μεστὰ χρη- μάτων εἶναι τὰ ἔνδον δοξάζοντας. ἔφθη δέ τις
καὶ εἰς τοὺς στροφέας τῆς πύλης πῦρ ἐμβαλών · καὶ φλογὸς ἔνδοθεν ἐκφανείσης ἐξάπινα, οἵ τε ἡγεμόνες
ἀνεχώρουν καὶ ὁ Τίτος αὐτός, καὶ τούς ὑφάπτοντας οὐδεὶς ἔτι ἐκώλυεν. 
 Ὁ μὲν οὖν ναὸς οὕτως τὸ πῦρ ἐδέξατο, τῶν ἐν αὐτῷ τελουμένων ἐναγῶς καθαρτήριον ἢ τῶν
τελούντων αὐτὰ κολαστήριον. θαυμάσειε δ’ ἄν τις ὅτι καὶ μὴν ὁ αὐτὸς καὶ ἡμέρα συνέπεσε τῷ ἐμπρησμῷ
 
 τοῦ ναοῦ , καθ’ ἣν καὶ ὁ πρότερος ὑπὸ Βαβυλωνίων κατεφλέγη ναός. καὶ ἀπὸ μὲν τῆς πρώτης
οἰκοδομῆς ἣν Σολομὼν ἐποιήσατο μέχρι τῆς ἱστορουμένης νῦν καθαιρέσεως , ἣ γέγονεν ἔτει δευτέρῳ τῆς
Οὐεσπασιανοῦ μοναρχίας, ἔτη γίνεται χίλια ἑκατὸν καὶ τριάκοντα καὶ μῆνες ἑπτὰ ἡμέραι τε
πεντεκαίδεκα · ἀπὸ δὲ τῆς ὕστερον, ἥτις ἔτει δευτέρῳ τῆς Κύρου βασιλείας ἤρξατο γίνεσθαι, μέχρι τῆς
τελευταίας ἁλώσεως ἴτη ἑξακόσια καὶ τριάκοντα καὶ ἐννέα καὶ ἡμέραι πέντε καὶ τεσσαράκοντα.

Καιομένου δὲ τοῦ ναοῦ τῶν μὲν προσπιπτόντων ἢν ἁρπαγή, τῶν δὲ καταλαμβανομένων σφαγή.
οὐδαμοῦ δὲ ἡ γῆ ἐκ τῶν νεκρῶν διεφαίνετο, ἀλλὰ σωροῖς οἶ στρατιῶται
σωμάτων ἐπεμβαίνοντες ἐπὶ τοὺς φεύγοντας ἔθεον. τὸ μὲν οὖν λῃστρικὸν πλῆθος ὠσάμενοι
τοὺς Ῥωμαίους διεξέπεσον εἰς τὴν πόλιν, τοῦ δημοτικοῦ δὲ τὸ περιλειφθὲν εἰς τὴν ἔξω στοὰν κατέφυγε.
τῶν δ’ ἱερέων τινὲς ἐπὶ τὸν τοῖχον ἀναχωρήσαντες, ὄντα τὸ εὖρος
ὀκτάπηχυν, ἔμενον. δύο γε μὴν τῶν ἐπισήμων ῥίψαντες ἑαυτοὺς εἰς τὸ πῦρ συγκατεφλέγησαν
τῷ ναῷ. Ῥωμαῖοι δὲ ματαίαν τὴν 
 ἐπὶ τοῖς πέριξ τοῦ ναοῦ φειδὼ κρίναντες, ἤδη αὐτοῦ 
φλεγομένου, πᾶσιν ἐπῆγον τὸ πῦρ· τὸ δὲ καὶ τῶν γαζοφυλακίων ἐπιλαμβάνεται, ἐν οἷς ἄπειρον μὲν πλῆθος
τεθησαύριστο χρημάτων, ἄπειροι δ᾿ ἐσθῆτες πολυτελεῖς καὶ ἄλλα κειμήλια. ἅπας γὰρ ὁ Ἰουδαίων πλοῦτος πανταχόθεν ἐκεῖ σεσώρευτο, τῶν κεκτημένων ἀποτιθεμένων ταῦτα ἐκεΤ ὡς ἐπ᾿ ἀσφαλοῦς
ταμιείου. 
 Ἄπειρον δέ τι πλῆθος διεφθάρη δημοτικόν, οἷς αἴτιος ἀπωλείας ἐγένετό τις ψευδοπροφήτης,
κηρύξας τοῖς ἐν τῇ πόλει ὡς ὁ θεὸς ἐπὶ τὸ ἱερὸν ἀναβῆναι κελεύει, δεξομένους τὰ σημεῖα
τῆς σωτηρίας. πολλοὶ δὲ τοιοῦτοι παρὰ τῶν τυράννων ταῦτα λέγειν καθίεντο, ἵν᾿ ἧττον αὐτομολοῖεν· δι᾿ ὧν ὁ δείλαιος ὄχλος πάρα βουκόλου μένος τοῖς ἐναργέσι σημείοις
ὡς ἐμβρόντητοι οὐκ ἐπίστευον. πολλὰ δὲ σημεῖα γεγόνασιν. ἔστη μὲν γὰρ ὑπὲρ τὴν πόλιν ἄστρον ῥομφαίᾳ
παραπλήσιον, καὶ κομήτης φανεὶς παρετάθη ἐπ᾿ ἐνιαυτόν καὶ φῶς πρὸ τοῦ πολέμου ποτὲ τὸν
ναὸν καὶ τὸν βωμὸν περιέλαμψεν, ὡς δοκεῖν ἡμέραν εἶναί λαμπράν, παραμεῖναν ἐπὶ ἡμίσειαν
ὥραν. καὶ βοῦς εἰς θυσίαν ἀναχθεῖσα ἔτεκεν ἄρνα. ἡ δὲ ἀνατολικὴ πύλη τοῦ ἐνδοτέρω ναοῦ χαλκῆ οὖσα
καὶ στιβαρά. ὡς μόλις ὑπὸ ἀνδρῶν εἴκοσιν ἀνοίγνυσθαί τε καὶ κλείεσθαι, καὶ μοχλοὺς καὶ κατάπηγας
ἔχουσα βαθυτάτους, ὤφθη νύκτωρ αὐτομάτως ἠνεῳγμένη. ἐδήλου δὲ λυομένην τὴν τοῦ ναοῦ ἀσφάλειαν, καὶ τοῖς πολεμίοις ἐσομένην τὴν εἴσοδον εὐμαρῆ. καὶ
φάσμα τι δαιμόνιον ἄλλοτε ὤφθη πρὸ ἡλίου δυσμῶν, ἄρματα κατὰ πάσαν τὴν χώραν διιόντα μετέωρα, καὶ
φάλαγγες ἔνοπλοι διᾴττουσαι τῶν νεφῶν. κατὰ δὲ τὴν τῆς πεντηκοστῆς ἑορτὴν εἰς τὸ ἔνδον
ἱερὸν οἱ ἱερεῖς παρ- ἐλθόντες κινήσεως ᾔσθοντο καὶ κτύπου · εἶτα φωνῆς ἥκουσαν λεγούσης
Μεταβαίνωμεν ἐντεῦθεν. πρὸ δὲ τεσσάρων ἐνιαυτῶν τοῦ πολέμου , ἐν τῇ τῆς σκηνοπηγίας ἑορτῇ, Ἰησοῦς
τις ἀγροῖκος ἀνὴρ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτὴν βοᾶν ἤρξατο Φωνὴ ἀπὸ ἀνατολῆς , φωνὴ ἀπὸ δύσεως,
φωνὴ ἀπὸ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, φωνὴ ἐπὶ Ἰεροσόλυμα καὶ τὸν ναόν, φωνὴ
ἐπὶ νυμφίους καὶ νύμφας, φωνὴ ἐπὶ πάντα τὸν λαόν. καὶ περιῄει τὴν πόλιν ταῦτα κεκραγὼς μεθ’ ἡμέραν
καὶ νύκτωρ. παιόμενος δὲ διὰ τὸ κακόφημον , ὁ δὲ οὐδὲν ἕτερον ἢ τὰς αὐτὰς ἐβόα φωνάς.
ἀναχθεὶς δὲ καὶ πρὸς τὸν τῆς χώρας ἐπιτροπεύοντα τότε Ῥωμαῖον, καὶ κατα- ξανθεὶς μάστιξιν , οὔθ’
ἱκέτευσεν οὔτ’ ἐδάκρυσεν, ἀλλὰ τὴν φωνὴν ὀλοφυρτικῶς παρακλίνων πρὸς ἑκάστην πληγὴν
Αἰαῖ Ἱεροσολύμοις ἐβόα , μέχρι καταγνοὐς μανίαν αὐτοῦ ὁ Ἀλβῖνος , οὗτος γὰρ ἑπετρόπευε τότε,
ἀπέλυσεν αὐτόν. ὁ δ’ ἔκτοτε μέχρι τοῦ πολέμου Αἰαῖ Ἰεροσολύμοις
ἐθρήνει. ἐν δὲ ταῖς ἑορταῖς μάλιστα τὴν σκυθρωπὴν ἐκεκράγει κληδόνα. καὶ τούτ’ ἐποίει
ἐπὶ ἔτη ἑπτὰ καὶ μῆνας πέντε, μέχρις οὗ κατὰ τὴν πολιορκίαν περιιὼν ἐπὶ τοῦ τείχους Αἰαῖ πάλιν τῇ
πόλει καὶ τῷ ναῷ καὶ τῷ λαῷ διαπρυσίως ἐβόα. ὡς δὲ τελευταῖον προσέθηκεν Αἰαῖ κἀμοί, λίθος ἐκ τοῦ
πετροβόλου πλήξας αὐτὸν ἔκτεινε.

Ῥωμαῖοι δὲ τῶν μὲν στασιαστῶν καταπεφευγότων εἰς τὴν πόλιν , καιομένου δὲ τοῦ ναοῦ καὶ τῶν
πέριξ ἁπάντων, κομίσαντες τὰς σημαίας εἰς τὸ ἱερὸν μετὰ μεγίστων
εὐφημιῶν τὸν Τίτον ἀπέφηναν αὐτοκράτορα. οὕτω δὲ ταῖς ἁρπαγαῖς οἱ στρατιῶται πάντες
ἐχρηματίσαντο ὥστε κατὰ τὴν Συρίαν πρὸς W I 
 
 ἥμισυ τῆς πάλαι τιμῆς τὸν σταθμὸν τοῦ χρυσίου πιπράσκεσθαι. 
 Οἱ δὲ ἀνὰ τὸν τοῖχον τοῦ ναοῦ, ὡς εἴρηται, ἀνελθόντες ἱερεῖς, ἐπὶ πέντε ἡμέραις
προσκαρτερήσαντες καὶ λιμώξαντες, κατέβησαν ἱκετεύοντες τυχεῖν σωτηρίας. ὁ δὲ Τίτος καὶ
τὸν τῆς συγγνώμης καιρὸν παρελθεῖν ἔφησε, καὶ τοῦ ναοῦ οἰχομένου καὶ τοὺς ἱερεῖς συναπολέσθαι αὐτῷ
δεῖν εἰπὼν κολασθῆναι τοὺς ἄνδρας ἐκέλευσεν. 
 Οἱ δὲ περὶ τοὺς τυράννους διαδρᾶναι μὴ ἰσχύοντες 
 προσκαλοῦνται τὸν Τίτον εἰς λόγους. καὶ ὃς ἧκε, καὶ τὴν ἀπόνοιαν
αὐτοῖς ἐξωνείδισε, καὶ ῥίψασι τὰ ὅπλα καὶ παραδοῦσι τὰ σώματα χαρίζεσθαι τήν ζωὴν ἐπηγγέλλετο. καὶ
οἱ λῃσταὶ δεξιὰν μὲν μὴ δύνασθαι παρ᾿ αὐτοῦ λαβεῖν ἔφησαν, ὀμωμοκότες μηδέποτε τοῦτο
ποιήσειν, ἔξοδον δὲ ᾐτοῦντο μετὰ γυναικῶν καὶ τέκνων, καὶ καταλείψειν τὴν πόλιν αὐτῶ. ἠγανάκτησε
πρὸς ταῦτα ὁ Τίτος, καὶ μήτε αὐτομολεῖν ἔτι τινὰ σφῶν ἐκέλευσε μήτε δεξιᾶς ἐλπίζειν τυχεῖν,
φείσεσθαι γὰρ οὐδενός, μάχεσθαι δὲ καὶ σώζεῖν ὡς δύναιντο ἑαυτούς. τοῖς δὲ στρατιώταις
ἐμπιπρᾶν τὴν πόλιν καὶ διαρπάζειν ἐκέλευσεν· οἱ δὲ τὸ πῦρ ἐνίεσαν
πανταχοῦ. οἱ στασιασταὶ δὲ ἐπὶ τὴν βασιλικὴν οἰκίαν ὁρμήσαντες, εἰς ἣν δι᾿ ὀχυρότητα πολλοὶλοὶ τὰς
κτήσεις ἀπέθεντο, τούς τε ῾Ρωμαίους ἀπ᾿ αὐτῆς τρέπονται καὶ τὸ συνηθροισμένον αὐτόθι
τοῦ δήμου πᾶν φονεύσαντες, εἰς ὀκτακισχιλίους καὶ τετρακοσίους ἀριθμουμένους, τὰ χρήματα διήρπασαν.
τῇ δ᾿ ἐξῆς ῾Ρωμαῖοι τρεψάμενοι τοὺς λῃστὰς ἐκ τῆς κάτω πόλεως, τὰ μέχρι τοῦ Σιλωὰμ πάντα ἐνέπρησαν.
 καιομένην δὲ τὴν πόλιν ὁρῶντες οἱ στασιασταί, ἱλαἱλαροῖς τοῖς προσώποις εὔθυμοι τὴν
τελευτὴν προσδέ- χεσθαι ἔλεγον. οὔτε δὲ παραδοῦναι ἑαυτοὺς ὑπέμενον οὔτε πολεμεῖν
Ῥωμαίοις οἶοί τε ἦσαν, σκιδνάμενοι δὲ κατὰ τὰ ἔμπροσθεν τῆς
πόλεως, εἴ τινας αὐτομολεῖν ἐθέλοντας εὕρισκον, ἀπέσφαττον. καὶ οὐδεὶς ἐν τῇ πόλει τόπος
γεγύμνωτο , ἀλλ’ ἅπας ἢ λιμοῦ νεκρὸν εἶχεν ἢ στάσεως. ἔθαλπε δὲ τούς τε τυράννους καὶ τὸ σὺν αὐτοῖς
λῃστρικὸν ἐλπὶς ἐσχάτη τῶν ὑπονόμων, εἰς οὓς ἑέ καταφύγοιεν , οὐ προσεδό- κων ἐρευνηθήσεσθαι·
ἀναζευξάντων δὲ τῶν Ῥωμαίων ἐθάρρουν προελθεῖν τε καὶ ἀποδρᾶναι. τὸ δὲ ἦν ἄρα ὄνειρος
οὔτε γὰρ τὸν θεὸν οὔτε Ῥωμαίους λήσειν ἔμελλον. ἢν δὲ καὶ πρὸς ἀλλήλους ἐν ταῖς ἁρπαγαῖς πόλεμος
αὐτοῖς. Καῖσαρ δέ, ὡς ἀμήχανον ἦν τὴν ἄνω πόλιν ἑλεῖν χωμάτων ἄτερ, οὖσαν περίκρημνον, 
διανέμει τοῖς ἔργοις τὴν δύναμιν.

Κατὰ ταύτας οὖν τὰς ἡμέρας οἱ τῶν Ἰδουμαίων ἡγεμόνες πέμψαντες ἄνδρας πέντε πρὸς Τίτον
ἱκέτευον δοῦναι αὐτοῖς δεξιὰν. ὁ δὲ καὶ τοὺς τυράννους ἐνδώσειν ἐνδώσειν ἐλπίσας ἀποσπασθέντων τῶν
Ἱδουμαίων μαίων κατανεύει τὴν σωτηρίαν αὐτοῖς. καὶ ὁ Σίμων γνοὺς τὴν γνώμην αὐτῶν ,
τοὺς μὲν πέντε τοὺς ἐντυχόντας τῷ Τίτῳ αὐτίκα ἀναιρεῖ, τοὺς δ’ ἡγεμόνας συλλαβὼν εἵργνυσιν ·
Ἰδουμαίους δὲ οὐκ ἀφυλάκτους εἶχε, καὶ τὸ τεῖχος φρουραῖς ἐπιμελεστέραις διελάμβανε διὰ
τοὺς αὐτομολοῦντας. πολλῶν δὲ φονευομένων, πλείους ἦσαν οἶ διαφεύγοντες. ἐδέχοντο δἑ οἱ Ῥωμαῖοι πάντας κόρῳ τοῦ κτείνειν καὶ κέρδους ἐλπίδι. τοὺς γάρ δημοτικοὺς
ἐῶντες μόνους τοὺς ἄλλους ἐπώλουν σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, ἐλαχίστης τιμῆς ἕκαστον, διὰ
πλῆθος τῶν πωλουμένων καὶ ὀλι- 
 γότητα τῶν ὠνουμένων. καὶ τῶν μὲν ἀπεμεποληθέντων ἄπειρόν τι πλῆθος ἦν, οἱ δημοτικοὶ δὲ
διεσώθησαν ’σαν ὑπὲρ τετρακισμυρίους. τῶν ἱερέων δέ τις ὄνομα Ἰησοῦς, λαβὼν περὶ σωτηρίας ὅρκον ὥστε
τινὰ παραδοῦναι τῶν κειμηλίων, ἔξεισι καὶ παραδίδωσι λυχνίας δύο τράπεζάν τε καὶ
κρατῆρας καὶ φιάλας, πάντα ὁ λόχυσα, καὶ τὰ καταπετάσματα καὶ
τὰ τῶν ἀρχιερέων ἐνδύματα καὶ πολλὰ τῶν σκευῶν ἕτερα. ὁ δέ γε
γαζοφύλαξ τοῦ ἱεροῦ Φινεὲς συλληφθεὶς τούς τε χιτῶνας καὶ τὰς ζώνας τῶν ἀρχιερέων ὑπέδειξε καὶ τῶν ἄλλων κειμηλίων πολλά. 
 Συντετελεσμένων δὲ ἤδη τῶν χωμάτων προσῆγον οἱ Ῥωμαῖοι τῷ τείχει τὰς μηχανάς. τῶν δὲ
στασιαστῶν οἱ μὲν ἀνεχώρουν εἰς τὴν ἄκραν, οἱ δ' ἐγκατεδύοντο τοῖς ὑπονόμοις , πολλοὶ δὲ καὶ
ἠμύνοντο. ὡς δὲ περιερράγη μέρος τοῦ τείχους , δέος καὶ τοῖς τυράννοις ἐμπίπτει, καὶ
μετέωροι πρὸς φυγὴν ἦσαν. ἐπεὶ δὲ τοὺς μὲν πάλαι πιστοὺς οὐκ εἶχον, ἐσκεδά- σθησαν γάρ , οἶ δὲ
πολέμιοι πλησίον εἶναι ἠγγέλ- λοντο, ἐπὶ στόμα πεσόντες ἀνῴμωξαν τὴν ἑαυτῶν 
φρενοβλάβειαν, κὰκ τῶν πύργων ἑκόντες κατέβησαν, ἀφ’ ὧν βίᾳ μὲν
οὐδέποτε ἁλῶναι ἠδύναντο, λιμῷ δὲ μόνῳ, καὶ εἰς τὴν Σιλωὰμ φάραγγα καταφεύγουσιν, εἶτα κατέδυσαν εἰς
τοὺς ὑπονόμους. Ῥωμαῖοι δὲ τῶν τειχῶν κρατήσαντες ἀναιμωτί, τοὺς καταλαμβανομένους 
ἐφόνευον καὶ τὰς οἰκίας ὑφῆπτον. ἐπαύσαντο δὲ πρὸς ἐσπέραν. τῇ δ’ ἐπιούσῃ παρελθὼν ὁ Τίτος εἴσω ,
τῆς τε ὀχυρότητος τὴν πόλιν καὶ τῶν πύργων ἐθαύμασε, καὶ Σὺν θεῷ ἐπολεμήσαμεν, ἔφη, καὶ θεὸς ἣν ὁ
τῶνδε τῶν ἐρυμάτων Ἰουδαίους καθελών. τὴν ἄλλην τε πόλιν ἀφανίζων καὶ τὰ τείχη
κατασκάπτων τούτους τοὺς πύργους κατέλιπε μνημεῖον εἶναι τῆς αὐτοῦ τύχης, ᾗ
συστρατιώτιδι χρησάμενος ἐκράτησε τῶν ἁλῶναι μὴ δυναμένων. 
 Τῶν μὲν οὖν αἰχμαλώτων πάντων, οἳ δι’ ὅλου τοῦ πολέμου
ἐλήφθησαν, ὁ ἀριθμὸς εἰς ἐννέα μυριάδας δᾴς καὶ ἑπτάκις χιλίους συνήχθη , τῶν δὲ
ἀπολλυμένων κατὰ πᾶσαν τὴν πολιορκίαν μυριάδες ἑκατὸν καὶ δέκα. τούτων τὸ πλέον ὁμόφυλον μέν, ἀλλ’
οὐκ ἐπιχώριον· ἀπὸ γὰρ τῆς χώρας ὅλης ἐπὶ τὴν τῶν ἀζύμων ἑορτὴν συνεληλυθότες ἐξαπένης τῷ πολέμῳ
περιεσχέθησαν, καὶ μεστὴν ὁ πόλεμος τὴν πόλιν ἀνδρῶν ἐκυκλώσατο. 
 Ἐπεὶ δὲ τῶν φανερῶν οὖς μὲν ἀνεῖλον, οὓς δ ᾐχμαλώτισαν Ῥωμαῖοι , τοὺς ἐν τοῖς ὑπονόμοις
ἀνηρεύνων, καὶ ἀναρρηγνύντες τὸ ἔδαφος, ὅσοις ἐνετύγχανον, χάνον, ἔκτεινον. εὑρέθησαν
δὲ κἀκεῖ νεκροὶ δισχιλίων ἐπέκεινα. δεινὴ δὲ ὑπήντα τοῖς ἐπικύπτουσι
τῶν σωμάτων ὀδμή, ὡς πολλοὺς εὐθέως ἀναχωρεῖν. ἄλλοι δ’ ὑπὸ πλεονεξίας εἰσεδύοντο , σωρείαις ἐμπα-
τοῦντες νεκρῶν · εὕρισκον γὰρ πολλὰ τῶν κειμηλίων ἐν ταῖς διώρυξιν. ἀνήγοντο δὲ καὶ
πολλοὶ ὑπὸ τῶν τυράννων κατεχόμενοι δεσμῶται καὶ ἀπελύοντο. 
 Τούτων δὲ τῶν ἀλαστόρων ὁ μὲν Ἰωάννης ἐν τοῖς ὑπονόμοις μετὰ τῶν ἀδελφῶν λιμώττων δεξιὰν
παρὰ Ῥωμαίων λαβεῖν ἱκέτευε, Σίμων δὲ μετέπειτα συνελήφθη , τοῦ Τίτου διάγοντος εἰς τὴν
Φιλίππου λεγομένην Καισάρειαν. πολιορκουμένων γὰρ Ἱεροσολύμων ἐπὶ τῆς ἄνω πόλεως ὤν, τῶν Ῥωμαίων
ἐντὸς γενομένων τῆς πόλεως, ὁ Σίμων τοὺς πιστοτάτους παραλαβὼν τῶν
φίλων, καὶ σὺν αὐτοῖς λιθοτόμους τόμους καὶ τὸν πρὸς τὴν ἐργασίαν ἐπιτήδειον τούτοις
σίδηρον, εἴς τινα τῶν ὑπονόμων σὺν ἐκείνοις καθίησιν ἑαυτόν, καὶ τὸ παλαιὸν ὄρυγμα διελθὼν τὴν γῆν ὑπενόμευεν , ἵνα πορρωτέρω προελθόντες ἐν ἀσφαλείᾳ ποιήσωνται τὴν ἀνάδυσιν. ὀλίγον
μέντοι τῶν μεταλλευόντων προχωρησάντων ἡ τροφὴ αὐτοῖς ἐπιλέλοιπε. τότε δὴ λευκοὺς ἐνδύεται
χιτωνίσκους, καὶ χλαμύδα πορφυρᾶν ἐμπερονησάμενος ἀνέδυ τῆς γῆς κατ’ ἐκεῖνον τὸν τόπον
ἐν ᾧ πρόσθεν τὸ ἱερὸν ἦν. πρῶτον μὲν οὖν θάμβος τοῖς ἰδοῦσι προσέπεσεν, εἶτα δ’ ἐγγυτέρω προσιόντες ὅστις εἴη ἠρώτων. Σίμων δὲ καλεῖν τὸν ἄρχοντα σφῶν
προσέταττε. καὶ ἦκε κληθεὶς Τερέντιος Ῥοῦφος, ὃς ἄρχων τῆς
στρατιᾶς κατελέλειπτο. ᾧ γνωρίσας ὅστις ἦν ὁ Σίμων συνελήφθη καὶ δεθεὶς ἐφυλάττετο. τῷ
δέ γε Τίτῳ ἡ σύλληψις αὐτοῦ ἐδηλοῦτο. καὶ ὁ μὲν εἰς τὸν θρίαμβον ἐτηρεῖτο, καθ’ ὃν καὶ ἀνῃρέθη
ἀγχόνῃ συρεὶς ἐν τῇ κατὰ τὴν Ῥώμην ἀγορᾷ , ὅπου κτείνειν Ῥωμαίοις εἴθισται τοὺς ἐπὶ
κακουργίᾳ θανατουμένους. 
 Τοῦτο μὲν οὖν γέγονε τέλος τῷ τοὐ Γιώρα Σίμωνι· Ἰωάννης δέ, ἡ λοιπὴ τῶν Ἰουδαίων ἐρινύς,
δεσμὰ κατεκρίθη διηνεκῆ. τὸ δὲ τῶν αἰχμαλώτων πλῆθος τὸ μὲν εἰς τὰ
κατ’ Αἴγυπτον ἔργα ἐστάλη, τὸ δὲ ἐν ταῖς κατὰ πόλεις τελουμέναις θεωρίαις ἐφθείρετο ἢ
θηριομαχίαις ἐκδιδόμενον ἢ ἀλληλοκτονούμενον. ἡ δὲ τοῦ Σίμωνος γῆθεν ἀνάδυσις πολὺ καὶ τῶν ἄλλων
στασιαστῶν πλῆθος εὑρίσκεσθαι κατὰ τοὺς ὑπονόμους ἐποίησεν, ὡς ἐντεῦθεν καὶ τὰ τοῦ ναοῦ
ἀνορυχθῆναι θεμέλια.

Οὐ μόνον δὲ τοῖς ἐν Ἱεροσολύμοις Ἰουδαίοις ἐπῆκτο κίνδυνος, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐν ταῖς ἄλλαις
πόλεσι. πάντα δὲ διηγήσασθαι δύς ἔργον · τὰ δ’ ἐπ’ Ἀντιοχείας τοῖς ἐκείνην οἰκοῦσιν Ἰουδαίοις
συμβεβηκότα 
 
 διηγητέον. πολὺ μὲν γὰρ ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένῆν τὸ
Ἰουδαίων ἔθνος κατέσπαρται, πολλάκις αἰχμαλωτισθέν, ὡς ἤδη ἱστόρηται, καὶ σκεδασθὲν πανταχοῦ·
πλεῖστον δὲ τῇ Συρία̣ ἐγκαταμέμικται κατὰ τὴν γειτνίασιν, μᾶλλον δὲ τῶν ἄλλων ταύτης
πόλεων ἡ Ἀντιόχεια κατοίκους Ἰουδαίους ἐκέκτητο διά τε τὸ τῆς πόλεως μέγεθος καὶ ὅτι ἀδεᾶ τὴν
κατοίκησιν ἐν αὐτῇ παρέσχον αὐτοῖς οἱ μετ᾿ Ἀντίοχον βασιλεῖς. ὁ μὲν γὰρ Ἐπιφανὴς Ἀντίοχος τά τε
Ἰεροσόλυμα ἐξεπόρθησε καὶ τὸν ναὸν ἐσύλησεν, οἱ δὲ μετ᾿ αὐτὸν βασιλεῖς ἐξ ἴσου τοῖς
Ἕλλησι μετέχειν τῆς πόλεως αὐτοῖς συνεχώρησαν. διὸ καὶ εἰς πλῆθος ἐπέδωκαν, πολὺ πλῆθος Ἑλλήνων προσαγόμενοι τῇ θρησκείᾳ. Καθ᾿ ὃν δὲ καιρὸν ὁ τῶν Ἱεροσολύμων πόλεμος
 ἐξερράγη καὶ εἰς τὴν Συρίαν κατέπλευσεν Οὐεσπασιανός, τὸ δὲ μῖσος κατὰ τοῦ ἔθνους παρὰ
πᾶσιν ἤκμαζε, τότε δή τις Ἰουδαῖος Ἀντίοχος, υἱός τῶν ἐπ᾿ Ἀντιοχείας Ἰουδαίων τοῦ πρώτου, εἰς τὸν
δῆμον τῶν Ἀντιοχέων παρελθὼν κατηγόρει μὲν τοῦ πατρός, κατηγόρει δὲ καὶ τῶν λοιπῶν
Ἰουδαίων, ὅτι καταπρῆσαι τὴν πόλιν ἅπασαν ἐβουλεύσαντο, καὶ παρεδίδου ξένους Ἰουδαίους τινὰς ὡς τοῦ
βουλεύματος κοινωνούς. τὸ δὲ τῶν Ἀντιοχέων δημοτικὸν τοὺς μὲν παραδοθέντας αὐτίκα κατέκαυσαν, κατὰ
δὲ τῶν αὐθιγενῶν Ἰουδαίων ὥρμηντο κἀκείνους τιμωρησόμενοι. ὁ δὲ τῶν ὁμοφύλων κατήγορος Ἀντίοχος, ἀποστῆναι τῆς πατρίου λέγων θρησκείας, ἔθυεν ὡς
νόμος τοῖς Ἕλλησι, παρῄνει δὲ καὶ τοὺς ἄλλους ποιεῖν ὁμοίως βιάζεσθαι· ἔσεσθαι γὰρ φανεροὺς τοὺς ἐπιβουλεύσαντας τῷ μὴ τὴν σφετέραν θρησκείαν ἀπόμνυσθαι. χρωμένων δὲ τῇ πείρᾳ τῶν
Ἀντιοχέων, ὀλίγοι μὲν ὑπέκυψαν, οἱ δὲ μὴ εἑλληνί- ’σαι ἀνασχόμενοι διεφθάρησαν. ὁ δ’
εἰρημένος Ἀντίοχος καὶ στρατιώτας παρὰ τοῦ Ῥωμαίων ἡγεμόνος λαβών, χαλεπὸς ἦν τοῖς ὁμοφύλοις, ἀργεῖν
τὴν ἑβδόμην οὐκ ἐπιτρέπων· οὕτω τε τὴν ἀνάγκην ἔθετο ἰσχυρὰν ὡς μὴ
μόνον ἐπ’ Ἀντιοχείας τὴν τοῦ σαββάτου ἀργίαν καταλελύσθαι , ἀλλὰ κὰν ταῖς ἄλλαις πόλεσιν
ἐπί τινα χρόνον τοῦτο ἐπικρατῆσαι. 
 Οὐ ταῦτα δὲ μόνα τοῖς ἐν Ἀντιοχείᾳ συμβέβηκεν Ἰουδαίοις, ἀλλὰ καὶ δευτέρα προσεγένετο
συμφορά. συνέβη μὲν γὰρ καταπρησθῆναι τὴν τῆς πόλεως τετράγωνον ἀγοράν, ἀρχεῖά τε καὶ
χαρτοφυλάκια. ὁ δ’ εἰρημένος Ἀντίοχος τοῖς Ἰουδαίοις προσῆπτε τὸν ἐμπρησμόν, καὶ τοὺς Ἀντιοχεῖς ὑπόπτους ἔχοντας ἤδη αὐτοὺς ἠρέθισε
κατ’ αὐτῶν· καὶ ὥσπερ ἐμμανείς πρὸς τοὺς διαβεβλημένους ἄπαντες ὥρμηντο. μόλις δ’
αὐτοὺς κατέσχον τινές, συμβουλεύσαντες Τίτῳ τὴν ὑπόθεσιν ἀναθεῖναι. ἐν τῷ μέσῳ δέ τινες ποιουμενοι
ἐπιμελῆ τοῦ πράγματος ζήτησιν εὗρον τὸ μὲν τῶν Ἰουδαίων γένος ἀν’ αἴτιον , πονηροὺς δ’ ἀν- θρώπους
τὸ ἔργον τολμήσαντας διὰ χρεῶν ἀνάγκας, οἰηθέντας, εἰ τὴν ἀγορὰν καὶ τὰ δημόσια
γραμματεῖα ἐμπρήσειαν, ἕξειν ἀπαλλαγὴν τῆς εἰσπράξεως. 
 Ἐν τούτοις δὲ καὶ ὁ Τίτος ἀφικνεῖτο εἰς Ἀντιόχειαν. καὶ ὁ τῶν Ἀντιοχέων δῆμος προυπήντα
αὐτῷ καὶ εὐφήμει, ταῖς δ’ εὐφημίαις συνεῖρε καὶ δέησιν ἐκβαλεῖν ἀξιοῦσαν τοὺς Ἰουδαίους
τῆς πόλεως. ὁ δὲ τότε τῶν λεγομένων ἡσυχῇ κατακούων παρῄει, ὕστερον
δ' αὖθις σφόδρα λιπαρῶς ἐγκειμένων τῶν Ἀντιοχέων ἐξελαθῆναι τοὺς Ἰουδαίους τῆς πόλεως, “ἀλλ' ἥ γε
πατρὶς αὐτῶν’’ ἔφη, “εἰς ἣν ἀναχωρεῖν αὐτοὺς ἐχρῆν, ἀνῄρηται, καὶ δέξαιτ’ ἄν αὐτοὺς
οὐδεὶς ἔτι τόπος. ἀποτυχόντες οὖν τῆς αἰτήσεως ταύτης, ἐπὶ δευτέραν ἐτράποντο, καὶ τὰς
χαλκὰς ἠξίουν δέλτους ἀναιρεθῆναι, αἷς τὰ δίκαια τῶν Ἰουδαίων ἐγέγραπτο. ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς τοῦτο Τίτος
ἐπένευσε, πάντα δὲ τοῖς ἐπ’ Ἀντιοχείας Ἰουδαίοις εἴασεν ὡς πρότερον εἶχον αὐτά. αὐτὸς δ’
εἰς Ἀλεξάνδρειαν ἀπιών, καὶ κατὰ τὴν πορείαν τὰ Ἰεροσόλυμα θεασάμενος, ᾤκτειρε τὸν τῆς πόλεως
ὄλεθρον, ἐπαρώμενος τοῖς αἰτίοις τῆς ἀποστάσεως, ὡς αἰτίοις τῆς τῆς πόλεως ἐρημώσεως, πόλεως ἀρχαίας τε καὶ εὐδαίμονος. εὑρίσκοντο δ’ ἔτι κἀν τοῖς
ἐρειπίοις αὐτοῖς μέρη τοῦ βαθυτάτου πλούτου αὐτῆς. πολλὰ μὲν γὰρ οἱ Ῥωμαῖοι ἀνέσκαπτον, τὰ πλείω δὲ
οἱ αἰχμάλωτοι ὑπεδείκνυον , ἅπερ οἱ κεκτημένοι πρὸς τὰς ἀδήλους τοῦ πολέμου ῥοπὰς κατὰ γῆς
ἐθησαύριζον.

Τίτος δ’ ἐπ’ Αἴγυπτον πορευθεὶς καὶ καταντήσας εἰς Ἀλεξάνδρειαν , κἀκεῖθεν πλεῖν ἐπὶ τὴν
Ἰταλίαν μέλλων, τῶν αἰχμαλώτων τοὺς ἡγεμόνας Ἰωάννην καὶ Σίμωνα, καὶ ἄλλους ἄνδρας ἑπτακοσίους
μεγέθει τε καὶ κάλλει σώματος διαπρέποντας εἰς τὴν Ἰταλίαν αὐτίκα μάλα ἐκέλευσεν
ἄγεσθαι , ἔν ἐν τῷ θριάμβῳ πληρώσωσι τὴν πομπήν. 
 Μετὰ δὲ τὴν εἰς Ῥώμην τοῦ Τίτου ἄφιξιν πεμφθεὶς στρατηγὸς εἰς Ἰουδαίαν Λούκιος Βάσσος τὸ
μὲν ἐν τῷ Ἡρωδίῳ φρούριον μετὰ τῶν κατεχόντων αὐτὸ προσηγάγετο· εἶτα πᾶν ὅσον ἦν ἐκεῖ
στρατιωτικὸν συναγαγὼν ἐπὶ Μαχαιροῦντα στρατεύει. ἦν δὲ τὸ φρούριον τοῦτο λίαν δυσάλωτον, πετρώδης
ὢν ὄχθος τετειχισμένος· οὕτω δ’ ὑπὸ τῆς φύσεως κατεσκεύαστο ὡς μηδὲ προσιτὸς εἶναι · φάραγξι γὰρ
πάντοθεν τόθεν βαθείαις ἐτετάφρευτο. οὕτω δ’ ὀχυρότητος 
 ἔχον καὶ βασίλειον εἶχεν ἐντὸς μεγέθει τε καὶ κάλλει λει τῶν οἰκήσεων θαυμαστόν ,
πολλὰς δὲ καὶ δεξα- μενὰς εἰς ὑποδοχὴν ὕδατος ἐν τοῖς ἐπιτηδ ειοτάτοις τῶν τόπων ἐκέκτητο. πρὸς δὲ τοῖς ἄλλοις ἐν τοῖς βασιλείοις καὶ πήγανον ἦν ἄξιον διὰ τὸ
μέγεθος θαύματος· συκῆς γὰρ οὐδεμιᾶς ὕψους καὶ πάχους ἐλείπετο· λόγος δ’ ἦν ἀπὸ τῶν
Ἡρώδου χρόνων αὐτὸ διαρκέσαι , καὶ ἐπὶ πλεῖστον ’ίσως ἔμεινεν ἄν, εἰ μὴ ὑπὸ τῶν παραλαβόντων τὸν
τόπον Ἰουδαίων ἐκκέκοπτο. ἐν δὲ τῇ κατὰ τὴν ἄρκτον τοῦ φρουρίου φάραγγι ὀνομάζεταί τις
τόπος Βαάρ, καὶ φύει ῥίζαν ὁμωνύμως καλουμένην αὐτῷ. αὕτη φλογὶ μὲν ἔοικε τὴν χροιάν, περὶ δὲ τὰς
ἐσπέρας σέλας ἀπαστράπτει τοῖς δὲ βουλομένοις λαβεῖν αὐτὴν οὐκ ἔστιν εὐχείρωτος, ἀλλ’ ὑποφεύγει καὶ
οὐ πρότερον ἕσταται πρὶν 
 ἄν τις οὖρον γυναικὸς ἢ τὸ ἔμμηνον αἷμα καταχέῃ αὐτῆς. καὶ τότε δὲ τοῖς ἁψαμένοις θάνατός ἐστι προφανής, εἰ μὴ τύχῃ τις
αὐτὴν ἐκείνην ἀπενεγκάμενος τὴν ῥίζαν ἀπηρτημένην ἐκ τῆς χειρός. ἁλίσκεται δὲ καὶ καθ’ ἕτερον τρόπον
ἀκινδύνως. κύκλῳ γὰρ αὐτὴν περιορύσσουσιν, ὡς εἶναι τὸ τῇ γῇ κρυπτόμενον τῆς ῥίζης
βραχύτατον , εἶτ' ἐξ αὐτῆς ἀποδοῦσι κύνα, κἀκείνου τῷ δήσαντι συνακολουθεῖν ὁρμήσαντος, ἡ μὲν
ἀνασπᾶται ῥαιδίως, θνήσκει δ’ εὐθὺς ὁ κύων· φόβος δ’ οὐδεὶς τοῖς μετὰ ταῦτα λαμβάνουσιν. ἔστι δὲ διὰ μίαν ἰσχὺν περισπούδαστος. τὰ γὰρ καλούμενα δαιμόνια καί τισιν εἰσδυόμενα αὕτη
ταχέως ἐξελαύνει, κἂν μόνον τοῖς νοσοῦσι προσενεχθῇ. 
 
 Τοῦτο τὸ φρούριον ὁ Βάσσος παραστήσασθαι θέλων, τὴν πρὸς ἀνατολὰς αὐτοῦ φάραγγα χῶσαι
ἀπεἀπὸ πειρᾶτο. οἱ δ’ ἐναπειλημμένοι τῶν Ἰουδαίων ἔνδον τῶν ξένων διακριθέντες ἐκείνους
μὲν ἠνάγκασαν ἐν τῇ κάτω πόλει παραμένειν , τὸ δ’ ἄνω φρούριον εἶχον αὐτοί. ἐποιοῦντο
μέντοι τὰς ἐξόδους προθύμως ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν , καὶ τοῖς τυχοῦσι συμπλεκόμενοι πολλοὶ μὲν ἔθνησκον,
πολλοὺς δὲ τῶν Ῥωμαίων ἀνῄρουν πονοῦντας ἐπὶ τοῖς χώμασιν. 
 Ἐκ δέ τινος συντυχίας ἡ τοῦ φρουρίου παράδοσις γέγονε καὶ τῶν χωμάτων χωρίς. νεανίας τις ἦν
ἐν τοῖς πολιορκουμένοις τόλμῃ θρασὺς καὶ κατὰ χεῖρα δραστήριος Ἐλεάζαρ καλούμενος , ὃς ἐξιέναι καὶ
κωλύειν τὴν χῶσιν παρακαλῶν τοὺς πολλούς, ἐν ταῖς μάχαις
ἐπιφανέστατος γέγονε, πολλὰ δεινὰ τοὺς Ῥωμαίους διατιθείς. καί ποτε τῆς μάχης διακριθείσης αὐτὸς
μείνας ἔξω τῶν πυλῶν τοῖς ἐπὶ τοῦ τείχnυς ὡμίλει. Ῥοῦφος δέ τις τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατοπέδου, τὸ γένος Αἰγύπτιος, ἐξαίφνης ἐπιδραμών, σὺν ὅπλοις αὐτοῖς τὸν Ἐλεάζαρ ἀράμενος φθάνει μεταθεὶς
εἰς τὸ Ῥωμαίων στρατόπεδον. τοῦ δὲ στρατηγοῦ γυμνωθῆναι κελεύσαντος αὐτὸν καὶ μαστίζεσθαι βλεπόντων
τῶν ἐκ τῆς πόλεως , ἀθρόα ἡ πόλις ἀνῴμωξε. τοῦτο κατὰ τῶν πολεμίων ὁ Βάσσος στρατήγημα
ἐποιήσατο, καὶ σταυρὸν προσέταξε καταπήγνυσθαι , ὡς αὐτίκα κρεμάσων τὸν Ἐλεάζαρον. οἱ δ’ ἀπὸ τοῦ
φρουρίου ὁρῶντες ὠδυνῶντο μᾶλλον καὶ ἀνῴμωζον διωλύγιον. καὶ ὁ
Ἐλεάζαρ ἱκέτευε σφὰς μήτ’ αὐτὸν περιιδεῖν οὕτω θνήσκοντα καὶ ἑαυτοῖς τὴν σωτηρίαν
προμηθεύσασθαι, εἴξασι τῇ Ῥωμαίων ἰσχύι· καὶ τύχῃ. οἱ δὲ καὶ πρὸς τοὺς ἐκείνου κατακλώμενοι λόγους,
καὶ πολλῶν ἔνδον ὑπὲρ αὐτοῦ δεομένων, ἢν γὰρ ἐκ μεγάλης καὶ σφόδρα πολυανθρώπου συγγενείας, εἰς οἴκτου ἐνέδωκαν καὶ στείλαντες τὴν τοῦ φρουρίου παράδοσιν ἐπηγγέλλοντο , ἔνα ἀδεεῖς
ἀπαλλάττωνται, τὸν Ἐλεάζαρ λαβόντες. 

 
 Δεξαμένου δὲ τοῦ στρατηγοῦ ταῦτα, οἱ ἐν τῇ κάτω πόλει τὴν γινομένην ἰδίᾳ τοῖς Ἰουδαίοις
πυθόμενοι σύμβασιν, ἀποδρᾶναι νυκτὸς αὐτοὶ ἐβουλεύσαντο. καὶ τὰς
πύλας αὐτῶν ἀνοιξάντων, παρὰ τῶν τὴν ὁμολογίαν πεποιημένων πρὸς τὸν Βάσσον ἧκε μήνυσις.
οἱ μὲν οὖν τῶν ἐξιόντων ἐρρωμενέστατοι ἔφθασαν διεκπεσεῖν , τῶν δ’ ἔνδον καταληφθέντων ἄνδρες μὲν
ἀνῃρέθησαν ἐπὶ χιλίοις ἑπτακόσιοι, γύναια δὲ καὶ παῖδες ἠνδραποδίσθησαν. τὰς δὲ πρὸς τοὺς παραδόντας
τὸ φρούριον ὁμολογίας φυλάσσων ὁ βάσσος αὐτούς τε ἀφῆκε καὶ τὸν Ἐλεάζαρ ἀπέδωκε. 
 Ταῦτα διαπραξάμενος ἠπείγετο ἐπὶ τὸν λεγόμε- νον Ἰάρδην δρυμόν· πολλοὶ γὰρ πρὸς αὐτὸν ἦσαν
τῶν κατὰ τὰς πολιορκίας πρότερον ἀποδράντων. ἐλθὼν 
 οὖν ἐπὶ τὸν τόπον, κυκλοῦται αὐτὸν τοῖς ἱππεῦσιν ἅπαντα, τοὺς
δὲ πεζοὺς δενδροτομεῖν τὴν ὕλην ἐκέλευσεν. οἶ δ' ἐκεῖ προσπεφευγότες Ἰουδαῖοι ἀθρόοι μετὰ βοῆς
ᾄξαντες ἐνέπιπτον τοῖς κυκλωσαμένοις αὐτούς. ὡς δὲ καρτερῶς αὐτοὺς ἐκεῖνοι ἐδέχοντον, 
 χρόνος μὲν οὐ βραχὺς τῇ μάχῃ ἐτρίβη, τέλος δὲ αὐτῇ οὐχ ὅμοιον
τοῖς ἐναντίος ἀπέβη μέρεσι. Ρωμαίων μὲν γὰρ ἔπεσον δώδεκα, ὀλίγοι δ’ ἐτρώθησαν, τῶν δὲ Ἰουδαίων ἐκ
τῆς μάχης ταύτης οὐδεὶς διέφυγεν , ἁλόντες δὲ καὶ τρισχιλίων οὐχ ἥττους πάντες
ἀπέθανον. 
 Βάσσος μέντοι καὶ Λεβέριος Μάξιμος, ὅς ἦν ἐπίτροπος, πᾶσαν τὴν γῆν ἀποδόσθαι τῶν Ἰουδαίων
 παρὰ Καίσαρος ἐκελεύσθησαν. ὀκτακοσίοις δὲ μόνοις ἀπὸ τῆς στρατείας
διαφειμένοις χωρίον ἔδωκεν εἰς κατοίκησιν , ὃ καλεῖται μὲν Ἀμαοῦς, ἀπέχει δὲ τῶν
Ἰεροσολύμων σταδίους τριάκοντα. φόρον δὲ τοῖς ὁπουδήποτε οὖσιν Ἰουδαίοις ἐπέταξε δύο
δραχμὰς ἕκαστον ἐτησίως εἰσφέρειν εἰς τὸ Καπιτώλιον, ὥσπερ πρότερον εἰς τὸν ἐν Ἰεροσολύμοις ναὸν
συνετέλουν.

Βάσσου δὲ τελευτήσαντος Φλάβιος Σίλβας διαδέχεται τὴν ἡγεμονίαν. ὃς ἐπὶ Μασάδαν
τὸ φρούριον ἐστράτευσε , μόνον ἔτι τῶν ἀφεστηκότων περιλειφθέν. κατεῖχον δὲ τοῦτο σικάριοι, ὧν
προειστήκει δυνατὸς ἀνὴρ Ἐλεάζαρ, ἀπόγονος Ἰούδα τοῦ πείσαντος πολλοὺς Ἰουδαίων μὴ πείθεσθαι ταῖς
ἀπογραφαῖς 
 ἐπὶ Κυρηνίου. καὶ τῆς μὲν χώρας εὐθὺς ἐκράτει, τὸ δὲ φρούριον τείχει περιεκύκλωσε, τὴν
εἰς φυγὴν ἔξοδον τοῖς ἔνδον ἀποφραγνύς. εἶτα πρὸς πολιορκίαν ἐτράπετο, καὶ χῶμα χώσας ἔνθα δυνατὸν
ἦν, ἐπὶ πέτρας γὰρ ὑψηλῆς τὸ φρούριον ᾠκοδόμητο, φάραγξι βάθος ἐχούσαις ἄπειρον
ἐστεφανωμένης, ἐπήγαγε τὴν ἑλέπολιν καὶ διέρρηξε μέρος τοῦ τείχους. ὤφθη δ’ ἕτερον ἐντὸς ὑπὸ τῶν
σικαρίων ἀντοικοδομηθὲν τοιοῦτον οἷον μηδὲ ταῖς ἐμβολαῖς εἴξειν μέλλον τῶν ἑλεπόλεων. ἐκ ξύλων γάρ
ἦν δύο στίχους παραλλήλους ἐχόντων, ὧν μέσον συνεφόρουν τὸν χοῦν. αἱ γοῦν τῶν
μηχανημάτων ἐμβολαὶ οὐ μόνον οὐ διερρήγνυον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ
στερρότερον τῷ σάλῳ συνιζάνον εἰργάζοντο· διὸ τοῖς στρατιώταις ὁ Σίλβας λαμπάδας καιομένας
ἀκοντίζειν ἀθρόους παρεκελεύσατο. τὸ δὲ πεποιημένον ἐκ ξύλων τοῦ πυρὸς ἀντελάβετο καὶ
φλόγα πολλὴν ἀνῆκε. τὸ μὲν οὖν πρῶτον πνέων βορρᾶς ἄνωθεν εἰς τοὺς Ῥωμαίους τὴν φλόγα ἐπήλαυνε, καὶ
μικροῦ τόν μηχανημάτων ἥψατο ἄν · ἔπειτα νότος ἀντιπνεύσας πολὺς τῷ τείχει 
 ταύτην προσέβαλε, καὶ ἅπαν ἤδη κατέφλεκτο. ἐπὶ τούτοις οἶ μὲν Ῥωμαῖοι κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν
τοῖς πολεμίοις ἐπιχειρεῖν ἔμελλον, Ἐλεάζαρ δὲ τοῖς ἐν τῴ
φρουρίῳ διαλεχθεὶς ἔπεισε πάντας τάς τε γυναῖκας ἑαυτῶν καὶ τὰ τέκνα ἀνῃρηκότας ἐκείνοις ἐπαπελθεῖν
 ἕκαστον. καὶ δὴ τούτου δόξαντος, ὁμοῦ τε τὰς γυναῖκας ἠσπάζοντο καὶ τὰ τέκνα
προσηγκαλίζοντο, τοῖς φιλήμασιν ἐμφυόμενοι καὶ δακρύοντες, καὶ διεχειρίζοντο τὰ φίλτατα ταῖς χερσίν,
ὡς μή τι σφίσι προσήκοντα. εἶτα τὴν κτῆσιν ἅπασαν συναθροίσαντες πῦρ ἐνέβαλλον εἰς
αὐτήν. κλήρῳ δ' ἑλόμενοι δέκα τοὺς ἐσομένους σφαγείς ἁπάντων , ὑπ’
αὐτόν ἕκαστος ἐπὶ τοῖς φιλτάτοις ἐκτίννυτο. εἶτ' αὖθις ὁ κλήρῳ λαχὼν τοὺς ἐννέα διαχειρισάμενος, καὶ
κύκλῳ περιαθρήσας μήπου τις ζωὸς περιλέλειπται, ὡς ἔγνω πάντας ἀνῃρημένους , πῦρ μὲν
τοῖς βασιλείοις ἐνίησιν, ὅλον δὲ τὸ ξίφος ἐλάσας δι’ ἑαυτοῦ πλησέον τῶν οἰκείων κατέπεσε. καὶ οἱ μὲν
ἐτεθνήκεσαν ὑπειληφότες μή τινα ζῶντα καταλειφθῆναι, ἔλαθεν δὲ γυνὴ πρεσβῦτις καί τις ἑτέρα καὶ
πέντε παιδία τοῖς ὑπονόμοις κατακρυφθέντα. ἦν δὲ τὸ τῶν σφαγέντων πλῆθος σὺν γυναιξὶ
καὶ παισὶ διακόσιοι πρὸς ἑξήκοντα. 
 
 Οἱ δὲ Ῥωμαῖοι προσβολὴν ἕωθεν ἐποιοῦντο· βλέποντες δ’ οὐδένα
τῶν πολεμίων, πολλὴν δ' ἔνδον ἠρεμίαν καὶ πῦρ ἀναπτόμενον, διηπόρουν. καὶ τέλος
ἠλάλαξαν , εἴ τινα τῶν ἐντὸς προσκαλέσαιντο. τῆς δὲ βοῆς αἴσθησις τοῖς γυναίοις ἐγένετο, κἀκ τῶν
ὑπονόμων ἀναδῦσαι τὰ πραχθέντα τοῖς Ῥωμαίοις ἐμήνυον· οἱ δ’ ἠπίστουν. ὡς δὲ τῶν βασιλείων παρῆλθον
ἔνδον καὶ τοῖς ἀνῃρημένοις ἐνέτυχον, ἐθαύμαζον τὴν γενναιότητα τῶν ἀνδρῶν καὶ τοῦ
θανάτου τὴν καταφρόνησιν. 

 
 Τοιαύτη μὲν οὖν ἡ τῆς Μασάδας ἐγένετο ἅλωσις · καὶ κατὰ τὴν ἐν Αἰγύπτῳ Ἀλεξάνδρειαν πολλοὺς
ἀποθανεῖν Ἰουδαίους συμβέβηκεν. οἱ γὰρ ἐκ τῆς στάσεως τῶν σικαρίων καταφυγόντες ἐκεῖ πολλοὺς τόν ὑποδεξαμένων ἔπειθον τῆς ἐλευθερίας ἀντιποιεῖσθαι. 
εἷσθαι. εἰ δέ τινες αὐτοῖς τῶν οὐκ ἀφανῶν Ἰουδαίων ἀντέβαινον, τοὺς μὲν ἔκτεινον, τοὺς δ’ ἄλλους
πρὸς ἀποστασίαν προεκαλοῦντο. οἱ δὲ τῆς γερουσίας πρωτεύοντες εἰς ἐκκλησίαν τοὺς Ἰουδαίους
ἀθροίσαντες ἤλεγχον τὴν τῶν σικαρίων ἀπόνοιαν, καὶ φυλάξασθαι τὸ πλῆθος παρεκάλουν τὸν
ἐξ αὐτῶν ὄλεθρο, παραδοῦναι δὲ Ῥωμαίοις αὐτούς. ἐπείσθη τοίνυν τὸ πλῆθος τοῖς λεγομένοις , καὶ πρὸς
τοὺς σικαρίους ᾄξαντες συνήρπαζον αὐτούς. καὶ ἑάλωσαν μὲν περὶ ἑξακοσίους , ὅσοι δὲ
τότε διέφυγον οὐκ εἰς μακρὰν συλληφθέντες ἐπανήχθησαν. καὶ πάσης αὐτοῖς ἐπενεχθείσης βασάνου, ὅπως
Καίσαρα δεσπότην ὁμολογήσωσιν, οὐδεὶς ἐνέδωκεν , ἀλλὰ πάντες
τὴν γνώμην ὑπερτέραν τῆς ἀνάγκης ἐτήρησαν. μάλιστα δ’ ἡ τῶν παίδων ἡλικία τοὺς
θεωμένους ἐξέπληξεν · οὐδὲ γὰρ ἐκείνων τις ἐξενικήθη Καίσαρα δεσπότην ξονομάσαι. Ἥψατο δὲ καὶ τῶν
περὶ Κυρήνην πόλεων ἡ τῶν σικαρiων ἀπόνοια. διεκπεσὼν γὰρ εἰς αὐτὴν Ἰωνάθης πονηρότατος
ἄνθρωπος, τὴν τέχνην ὑφάντης, τινὰς τῶν ἀπόρων ἀνέπεισε προσέχειν αὐτῷ , καὶ προήγαγεν εἰς τὴν
ἔρημον, σημεῖα δείξειν καὶ τέρατα ὑπισχνούμενος. οἱ δὲ τῶν ἐπὶ Κυρήνης Ἰουδαίων πρωτεύοντες Κατύλλῳ
τῷ τῆς Κυρήνης ἡγεμόνι ταῦτα ἀγγέλλουσιν. ὁ δὲ στρατιώτας ἀποστείλας συνέσχε τοὺς μετὰ Ἰωνάθου. αὐτὸς δὲ ὁ Ἰωνάθης τότε μὲν διέφυγεν, ἐπιμελῶς δὲ
ζητηθείς ἥλω, καὶ ἀναχθεὶς πρὸς τὸν ἡγεμόνα ἑαυτῷ μὲν ἐμηχανᾶτο τῆς τιμωρίας ἐξάλυξιν,
τῷ Κατύλλῳ δὲ ἀφορμὰς ἀδίκων κερδῶν περιεποιήσατο. τοὺς γὰρ πλουσιωτάτους τῶν Ἰουδαίων ἔλεγε, κατ’
καταψευδόμενος μένος αὐτῶν, διδασκάλους αὐτῷ τῶν δρωμένων γενέσθαι· καὶ ὁ ἡγεμὼν 
προθύμως ἐδέχετο τὰς διαβολάς. πρὸς δὲ τῷ πιστεύειν ῥᾳδίως καὶ τὴν ψευδῆ κατηγορίαν τοὺς σικαρίους
ἐδίδασκε· καὶ πολλῶν κατεῖπον ὑπ’ ἐκείνου ὑποβαλλόμενοι. 
 Ἐνταῦθα μὲν οὖν τότε τὰ τόν Ἰουδαίων ἐτελεύτησε 
 πάθη, ὑπὸ Ῥωμαίων τῆς Ἰερουσαλὴμ τὴν τελευταίαν ὑποστάσης ἅλωσιν. καὶ
αὖθις δὲ Αἰλίου τῶν Ῥωμαίων κρατοῦντος Ἀδριανοῦ ἐστασίασαν Ἱουδαῖοι καὶ κατὰ Ῥωμαίων ὡπλίσθησαν.
ἀλλὰ καὶ τότε ἡττήθησάν τε καὶ ἐξετρίβησαν, πολλῶν φθαρεισῶν μυριάδων, ὡς λίαν
περιλειφθῆναι βραχεῖς , περὶ ὧν ἐν τοῖς ἰδίοις τόποις ἱστορηθήσεται. 
 
 Ῥωμαίων δὲ μνησθείσης τῆς ἱστορίας καὶ τούτοις κράτος ἀναθεμένης ἀήττητον, ἀναγκαῖον πάντως
εἰπεῖν καὶ διδάξαι ἢ ἀναμνῆσαι τοὺς τοὺς ἐντευφομένους 
 νοῦς τούτῳ δὴ τῷ συγγράμματι τίνες τε οἱ Ῥωμαῖοι καὶ ὅθεν τὸ τούτων
ἔθνος συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς, καὶ πόθεν τὴν κλῆσιν ἔσχε, καὶ τίσι πολιτείαις ἐχρήσατο, καὶ οἵαις τύχαις
ἐνέκυρσε, καὶ ὅπως προύκοψεν εἰς εὐδαιμονίας ἀκρότητα ὡς μικροῦ κυριεῦσαι τῆς τῆς οἰκουμέυης ἀπάσης καὶ τὸ κράτος κατὰ πάντων σχεδὸν ἀναδήσασθαι , καὶ ὅπως βασιλευθὲν ἐξ ἀρχῆς εἰς
ἀριστοκρατίαν ἤτοι δικτατωρείας καὶ ὑπατείας μετέπεσε, καὶ εἰς δημοκρατίαν αὖθις μετήνεκτο, εἶτα εἰς
μοναρχίαν ἐπανελήλυθεν. ῥητέον μοι τοίἱστορηθήσεται] 
 
 νυν καὶ περὶ τούτων καὶ διηγητέον ὡς ἐνὸν ἐπιτέμνοντι τὸ πλάτος τῆς διηγήσεως καὶ τὴν
μακρηγορίαν συστέλλοντι, ἴν’ εἶεν εὐσύνοπτα τὰ τῆς ἱστορίας καὶ τὴν τῶν ἐπιόντων μνήμην μὴ διαφεύγοιεν.

Αἰνείας μετὰ τὸν Τρωικὸν πόλεμον ἀφῖκτο πρὸς 
Αβορίγινας , οἷ πρῴην τὴν χώραν ᾤκουν καθ’ ἣν ἡ Ρώμη πεπόλισται , Λατίνου τοῦ Φαύνου τότε τὴν τούτων
ἀρχὴν ἔχοντος, καὶ προσέσχε Λαυρεντῷ κατὰ τὸν Νουμίκιον ποταμόν, ἔνθα κατά τι δὴ
θεοπρόπιον λέγεται παρασκευάζεσθαι ποιήσασθαι τὴν κατοίκησιν. ὁ δὲ τῆς χώρας ἄρχων Λατῖνος ἀπεῖργε
τῷ Αἰνείᾳ τὴν ἐν τῇ χώρᾳ καθίδρυσιν. καὶ συμβαλὼν ἡττᾶται· εἶτα δι’ ὀνειράτων φανέντων ἀμφοῖν
καταλλάττονται · καὶ τῆς κατοικίας αὐτῷ παραχωρεῖ, καὶ τὴν θυγατέρα Λαουινίαν εἰς γάμον
ἐκδίδωσιν. ἔνθα πόλιν ὁ Αἰνείας οἰκοδομήσας ὠνόμασε Λαουίνιον· ἥ τε χώρα Λάτιον ἐπεκλήθη καὶ οἶ
ἄνθρωποι οἱ ἐκεῖ Λατῖνοι προσηγορεύθησαν. Ῥουτοῦλοι δὲ ὁμοροῦντες· τῇ χώρᾳ ἐκ πόλεως
 Ἀρδέας ὁρμώμενοι , καὶ πρόσθεν δυσμενῶς ἔχοντες πρὸς Λατίνους, καὶ
τότε πόλεμον ἤραντο, ἐπαρήγοντος αὐτοῖς καὶ Τούρνου ἀνδρὸς ἐπιφανοῦς καὶ τῷ Λατίνῳ προσήκοντος, ὃς
δι’ ὀργῆς τὸν Λατῖνον πεποίητο διὰ τὸν Λαουινίας γάμον · ἐκείνῳ γὰρ ἡ κόρη
προωμολόγητο. μάχης οὖν γενομένης πίπτουσιν ὅ τε Τοῦρνος καὶ ὁ Λατῖνος, τὴν δὲ νίκην ὁ Αἰνείας
κεκόμιστο καὶ τὴν τοῦ πενθεροῦ βασιλείαν. μετὰ δέ 
 τινα χρόνον συμμαχίας ἐκ Τυρσηνῶν οἱ Ρουτοῦλοι τυχόντες ἐπῆλθον τῷ Αἰνείᾳ, καὶ τὸν
πόλεμον νενικήκασιν· ἀφανὴς δὲ ὁ Αἰνείας γενόμενος, οὔτε γὰρ ζῶν ὤφθη ἔτι οὔτε μὴν τεθνεώς, ὡς θεὸς
παρὰ Λατίνοις τετίμητο. ἐντεῦθεν καὶ τοῖς ῾Ρωμαίοις τοῦ 
σφετέρου γένους ἀρχηγέτης νενόμισται, καὶ Αἰνειάδαι καλεῖσθαι αὐχοῦσι. τὴν δὲ τῶν Λατίνων ἀρχὴν ὁ
ἐκείνου υἱός Ἀσκάνιος διεδέξατο, ὃς οἴκοθεν συνείπετο τῷ πατρί· οὐδέπω γὰρ ἐκ τῆς Λαουινίας παῖδα
ἐγείνατο, ἔγκυον δ᾿ αὐτὴν καταλέλοιπε. τὸν δὲ Ἀσκάνιον κατακλείσαντες οἱ πολέμιοι
ἐπολιόρκουν· νυκτὸς δ᾿ οἱ Λατῖνοι αὐτοῖς ἐπιθέμενοι τήν τε πολιορκίαν ἔλυσαν καὶ τὸν πόλεμον. 
 Χρόνου δὲ διεληλυθότος πληθυνθέντες οἱ Λατῖνοι τὴν μὲν πόλιν τὸ Λαουίνιον οἱ πλείονες
ἐκλελοίπᾶσιν, ἑτέραν δ᾿ ἐν ἀμείνονι χώρᾳ ἀντῳκοδόμησαν, ἣν Ἄλβαν ἐκ τῆς λευκότητος καὶ ἀπὸ τοῦ μήκους λόγγαν ἐπωνόμασαν· εἴποιεν ἂν Ἕλληνες
λευκὴν καὶ μακράν. Ἀσκανίου δὲ τελευτήσαντος οἱ Λατῖνοι τὸν ἐκ τῆς
Λαουινίας τεχθέντα τῷ Αἰνείᾳ υἱὸν εἰς τὴν βασιλείαν προετιμήσαντο τοῦ Ἀσκανίου παιδός,
διὰ τὸν πάππον τὸν Λατῖνον τοῦτον προκρίναντες, Σιλούιον κεκλημένον. ἐκ Σιλουίου δὲ Αἰνείας
ἐτέχθη, ἐξ Αἰνείου δὲ Λατῖνος ἐγένετο, Λατῖνον δὲ διεδέξατο Πάστις. Τιβερῖνος δ᾿ ἄρξας μετέπειτα
ἐν 25 ποταμῷ καλουμένῳ Ἀλβούλῳ πεσὼν διεφθάρη· ὃς δὴ ποταμὸς Τίβερις ἐς ἐκείνου μετωνομάσθη, ῥέων
διὰ τῆς ῾Ρώμης καὶ ὢν τῇ πόλει πολυαρκέστατος καὶ ῾Ρωμαίοις ἐς τὰ μάλιστα χρησιμώτατος. ἔκγονος δὲ
τοῦ Τιβερίνου Ἀμούλιος, ὃς ὑπερφρονήσας καὶ θεοῦν 
 ἑαυτὸν τολμήσας, ὡς βροντάς τε ταῖς βρονταῖς ἐκ μηχανῆς
ἀντεπάγειν καὶ ἀνταστράπτειν ταῖς ἀστρα- παῖς ἐνσκήπτειν τε κεραυνούς, διεφθάρη, τῆς
λίμνης παρ’ ᾗ τὰ αὐτοῦ βασίλεια ἵδρυτο ἐπιρρυείσης αἰφνίδιον καὶ καταποντισάσης κἀκεῖνον καὶ τὰ
βασίλεια. Ἀουεντῖνος δὲ ὁ υἷός αὐτοῦ ἐν πολέμῳ ἀπέθανε. 
 Καὶ ταῦτα μὲν περὶ Λαουινίου καὶ Ἀλβανῶν · τὰ δὲ τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴν ἐσχήκασι τὸν Νομίτωρά τε
καὶ τὸν Ἀμούλιον, οἵ Ἀουεντίνου μὲν ἐγένοντο υἱωνοί, τοῦ δ' Αἰνείου ἀπόγονοι. τῆς γοῦν ἐν Ἄλβῃ βασιλείας κατὰ διαδοχὴν περιελθούσης αὐτοῖς , νείμασθαι ταύτην ἠθέλησαν καὶ τὰ χρήματα. τοῦ
Ἀμουλίου τοίνυν ἰδίᾳ μὲν τὰ χρήματα θέντος, ἰδίᾳ δέ γε τὴν βασιλείαν , καὶ ἐξ ἀμφοῖν τὸν ἀδελφὸν
προτρεψαμένου ὃ πρὸς βουλῆς αὐτῷ ἐπιλέξασθαι , τὴν βασιλείαν 
 εἵλετο ὁ Νομίτωρ, ἄτε καὶ πρεσβύτερος ἀδελφός· φός· λαβὼν δὲ τὰ χρήματα ὁ Ἀμούλιος, καὶ
δύναμιν ἐκ τούτων περιβαλλόμενος, καὶ τὴν βασιλείαν ἀφείλετο. θυγατρὸς δὲ τῷ Νομίτωρι οὔσης, δεδιὼς
μὴ παῖδες ἐξ αὐτῆς γένοιντο καὶ κατεξανασταῖεν αὐτοῦ, ἱέρειαν τῆς Ἑστίας ἐκείνην
ἀπέδειξεν , ἄγαμον διὰ τοῦτο καὶ παρθένον διὰ βίου μέλλουσαν ἔσεσθαι ἡ δὲ κύουσα ἐφωράθη μετέπειτα
ὑπὸ Ἄρεος, ὡς μυθεύεται, ὑπ’ ἀνθρώπων δὲ πάντως τινός. εἵρχθη οὖν διὰ τοῦτο, ἔνα μὴ λάθῃ τεκοῦσα.
καὶ ἔτεκε διδύμους παῖδας μεγάλους τε καὶ καλούς. μᾶλλον οὑν φοβηθεὶς ὁ Ἀμούλιος
ἐκέλευσε τὰ βρέφη ῥιφῆναι. καὶ ὁ ταῦτα λαβὼν σκάφῃ ἐνθέμενος ἐμβάλλει τῷ ποταμῷ τῷ Τιβέριδι.
παρασῦραν δὲ τὴν σκάφην τὸ ῥεῦμα εἴς τινα χῶρον κατήνεγκε μαλθακόν·
ἔνθα κειμένοις τοῖς βρέφεσι λύκαιναν ἱστοροῦσι προσιοῦτῆς 
 ’σαν θηλὴν παρέχειν αὐτοῖς, καὶ ὄρνιν δρυοκολάπτην παρεῖναι ταῦτα ψωμίζοντα καὶ
φυλάττοντα. ἐκεῖ δὲ κείμενα τὰ βρέφη λαθὼν ἀφείλετό τις Ἀμουλίου συοφοφρβὸς Φαυστοῦλος καλούμενος ·
καὶ παρὰ τῆς ἐκείνου ἐτράφησαν γυναικός , ᾗ ὄνομα Λαρεντία· καὶ ὁ μὲν Ῥωμύλος, ὁ δ’
ἕτερος Ῥῶμος ἐκλήθησαν. τινὲς δὲ μὴ λύκαιναν εἶναι τὴν τῶν παίδων φασὶ τροφόν, ὃ καὶ πιθανώτερον ἢ
ἀληθέστερον μάλιστα, ἀρχὴν δὲ τὸν λόγον οὕτω λαβεῖν. λούπας καλοῦσι Ῥωμαῖοι τάς τε λυκαίνας καὶ τὰς ἑταίρας · πορνευομένη δ’ ἡ Λαρεντία, ἣ τοὺς παῖδας
ἐθρέψατο, καὶ λοῦπα διὰ τοῦτο καλουμένη, χώραν τῷ μύθῳ παρέσχετο.

Αὐξανόμενοι δὲ θυμοειδεῖς ἦσαν καὶ ἀνδρώδεις ἀμφότεροι · ὁ δὲ Ῥωμύλος ἐδόκει συνέσει
διαφορώτερος καὶ ἡγεμονικὸς μᾶλλον τὴν φύσιν ἢ πειθαρχικός. γενομένης δέ ποτε πρὸς τοὺς
Νομίτωρος βουκόλους τοῖς τοῦ Ἀμουλίου διαφορᾶς, συγκόπτουσιν αὐτοὺς οἱ ὁμαίμονες καὶ τῆς ἀγέλης
συχνὴν ἀποτέμνονται μοῖραν. μόνῳ δὲ τῷ Ῥώμῳ σὺν ὀλίγοις ἄλλοις βαδίζοντι οἶ τοῦ Νομίτωρος βουκόλοι
λοχήσαντες συνέλαβον αὐτὸν καὶ ἀπήγαγον πρὸς Νομίτωρα· καὶ ὃς πρὸς Ἀμούλιον ἐλθὼν
ἐδεῖτο τυχεῖν δίκης, ἀδελφὸς ὤν καὶ ὑπὸ τῶν οἰκείων αὐτοῦ ὑβρισμένος. ὁ δὲ παραδίδωσι τῷ Νομίτωρι τὸν Ῥῶμον ὡς βούλοιτο χρήσασθαι. ὅς οἴκοι ἐλθὼν καὶ τὸν
νεανίσκον 
 ὁρῶν ὑπερφέροντα μεγέθει καὶ ῥώμῃ, καὶ τὸ θαρραλέον αὐτοῦ καὶ
ἀδούλωτον τῆς ψυχῆς θαυμάζων, ἀνέκρινεν ὅστις εἴη καὶ ὅθεν γένοιτο, φωνῇ πραείᾳ. ὁ δὲ θαρρῶν ἔλεγεν
ὡς ‘‘δίδυμοι μέν ἐσμεν ἀδελφοί, γοναὶ δὲ ἡμῶν ἀπόρρητοι λέγονται καὶ τρο- 
 
 φαὶ καὶ τιθηνήσεις θαυμασιώτεραι, θηρίοις καὶ οἰωνοῖς τραφέντων παρὰ τὸν μέγαν ποταμὸν
ἐν σκάφῃ τινὶ κειμένων , ἣ ἔτι σώζεται, χαλκοῖς ὑποζώμασι γραμμάτων ἀμυδρῶν ἐγκεχαραγμένων.’’ 
 
 
 Ὁ μὲν οὖν Νομίτωρ τοῖς τε λόγοις τοῦ Ῥώμου καὶ τῇ ὄψει πρὸς ἔννοιαν τῆς ἐκθέσεως τῶν τῆς
θυγατρὸς ἐνήγετο παίδων, ὁ δὲ Φαυστοῦλος τὴν τοῦ Ρώμου μαθὼν σύλληψιν τὸν μὲν Ῥωμύλον βοηθεῖν
παρεκάλει, τότε σαφῶς διδάξας αὐτὸν περὶ τῆς γενέσεως, πρότερον γὰρ ὑπῃνίττετο, ὥστ’
αὐτοὺς μὴ μικροφρονεῖν, αὐτὸς δὲ τὴν σκάφην κομίζων ἐχώρει πρὸς τὸν Νομίτωρα σπουδῆς καὶ δέους
μεστός. τοῖς δὲ περὶ τὰς πύλας τοῦ Ἀμουλίου φρουροῖς ὑφορώμενος, καὶ ταραττόμενος περὶ τὰς
ἀποκρίσεις , οὐκ ἔλαθε τὴν σκάφην τῷ χλανιδίῳ περικαλύπτων. ὑπολαβόντες δὲ κλοπιμαῖόν
τι φέρειν αὐτόν, εἰς μέσον τὴν σκάφην προήγαγον. ἔτυχε δέ τις παρὼν
ἐκεῖ τῶν τὰ παιδάρια ἐκθεμένων· ὃς τὴν σκάφην γνωρίσας, δραμὼν φράζει τῷ Ἀμουλίῳ. καὶ ὁ Φαυστοῦλος
 ἀνακρινόμενος παρὰ τοῦ βασιλέως σώζεσθαι μὲν τοὺς παῖδας κατέθετο, πόρρω δὲ τῆς Ἄλβης
νέμοντας εἶναι· τὴν δὲ σκάφην πρὸς τὴν Ἰλίαν κομίζειν τὴν τῶν παίδων μητέρα, ποθοῦσαν ἰδεῖν.
τεταραγμένος δὲ τούτοις Ἀμούλιος ἄνδρα πρὸς τὸν Νομίτωρα πέπομφε πυνθανόμενος εἴ τι
μάθοι περὶ τῶν παίδων ὡς περιόντων. ἦν δὲ τῶν φίλων ὁ πεμφθεὶς τοῦ Νομίτωρος. ἀπελθὼν οὖν καὶ ἐν
περιπλοκαῖς τοῦ Ῥώμου εὑρηκὼς τὸν Νομίτωρα, παρεθάρρυνέ τε καὶ μὴ
μέλλειν αὐτοῖς συνεβούλευε, καὶ αὐτός δὲ συνέπραττεν. πράττεν. ἄρτι δὲ καὶ ὁ Ρωμύλος
ἐγγὺς ἦν, χεῖρα συχνὴν ἀγροικικὴν ἐπαγόμενος· καὶ τῶν πολιτῶν δὲ αὐτῷ οὐκ ὀλίγοι προσῄεσαν μίσει τοῦ
Ἀμουλίου. ὃς οὕτω τῶν πραγμάτων συνενεχθέντων οὐδὲν οὔτε πράξας οὔτε βουλεύσας σωτήριον
ἀνῃρέθη.

Ῥωμύλος μέντοι καὶ Ῥῶμος τὴν τῆς Ἄλβης ἡγεμονίαν τῷ μητροπάτορι νείμαντες, καὶ τῇ μητρὶ
τιμὴν πρέπουσαν, καθ’ ἑαυτοὺς εἶναι ἔκριναν· οὔτε 
γὰρ ἠνείχοντο ἄρχεσθαι καὶ πόλιν ἀναστῆσαι ἔνθα προετράφησαν ἤθελον. ὡρμημένοις δὲ πρὸς τὴν τῆς
πόλεως δόμησιν διαφορὰ συνέβη τοῖς ἀδελφοῖς περί τε τῆς ἀρχῆς καὶ περὶ τῆς πόλεως, καὶ διὰ μάχης
ἐχώρησαν, ἐν ᾗ ὁ Ῥῶμος ἀπέθανεν. ἕτερος δὲ λόγος ἔχει ὡς τοῦ Ῥωμύλου τάφρον ἤδη
ὀρύττοντος, ἣ τῆς πόλεως ἔμελλεν εἶναι προτείχισμα, πῄ μὲν ἀπεῖργε τὸ ἔργον ὁ Ῥῶμος, πῇ δέ γε
ἐχλεύαζε· καὶ τέλος διαλλόμενον αὐτὴν ὡς εὐεπιχείρητον οἱ μὲν Ῥωμύλου πατάξαντος, οἱ δ’ ἑτέρου τινὸς
ἱστοροῦσι πεσεῖν. ὅθεν καὶ ἐνομίσθη τὸν στρατοπέδου τάφρον τολμήσαντα διελθεῖν παρὰ τὰς
συνήθεις ὁδούς, θανατουσθαι. 
 Ὁ δὲ Ῥωμύλος θάψας τὸν ἀδελφὸν ᾤκιζε τὴν πόλιν καὶ βοῦν
ἄρρενα συζεύξας θηλείᾳ, καὶ ἀρότρῳ ὕννιν χαλκῆν ἐμβαλών, αὐτὸς μὲν αὔλακα βαθεῖαν
κυκλοτερῆ περιέγραψεν, οἱ δ’ ἑπόμενοι τὰς βώλους, ἃς ἀνίστη τὸ ἄροτρον, εἴσω πάσας τῆς αὔλακος
περιέστρεφον. καὶ ὅπου μὲν ἔμελλε τὸ τεῖχος ἀνίστασθαι, καθὼς εἴρηται, ἡ αὖλαξ ἐτέτμητο, ἔνθα δὲ
πύλας στήσαι διενοοῦντο, διάλειμμα ἐποιοῦντο τῆς αὔλακος, τὸ ἄροτρον ἀνέχοντες ὕπερθεν.
πᾶν μὲν γὰρ τεῖχος νομίζουσιν ἱερόν· τὰς δὲ πύλας εἴπερ ἥγηντο 
 ἱεράς, οὐκ ἦν τὰ μὲν δι’ αὐτῶν εἰσάγειν, τὰ δὲ ἀποπέμπειν τῶν ἀναγκαίων καὶ μὴ
καθαρῶν. 
 Ἡ δὲ κτίσις τῆς πόλεως ταύτης ἡμέρᾳ τετέλεστο τῇ πρὸ ἕνδεκα καλανδῶν Μαΐων, ἣ ἂν εἴη μᾶλλον
 εἰκοστὴ Ἀπριλλίου· καὶ τὴν ἡμέραν ταύτην ἑορτάζουσι Ῥωμαῖοι, γενέθλιον τῆς πατρίδος
ὀνομάζοντες. ὀκτωκαίδεκα δ’ εἶναι Ῥωμύλος ἐνιαυτῶν ἀναγέγραπται
 ὅτε τὴν Ῥώμην συνῴκισεν. ἔκτισε δὲ αὐτὴν περὶ τὴν τοῦ Φαυστούλου
οἴκησιν· ὠνόμαστο δ’ ὁ χῶρος Παλάτιον. 
 Κτισθείσης μέντοι τῆς πόλεως, ὅσον μὲν ἐν ἡλικίᾳ στρατευσίμῳ πλῆθος ἐτύγχανεν, εἰς
στρατιωτικὰ διεῖλε συντάγματα, ἕκαστον δὲ σύνταγμα πεζῶν τρισχιλίων ἦν καὶ τριακοσίων ἰππέων, ἐκλήθη
δὲ λεγεών, ὅτι λογάδες ἦσαν ἐκ πάντων οἱ μάχιμοι, τοῖς δ’ ἄλλοις δήμῳ ἐκέχρητο. καὶ τὸν
δῆμον ποπούλους ὠνόμασεν· ὅθεν καὶ παρὰ ταῖς βίβλοις ταῖς νομικαῖς ποπουλαρία κέκληται ἡ δημοτικὴ
ἀγωγή. τῶν μέντοι περιφανεστέρων γένει τε καὶ συνέσει καὶ βίου
αἱρέσει ἑκατὸν ἀπέδειξε βουλευτάς, πατρικίους ὀνομάσας αὐτούς· τὸ δὲ λοιπὸν σύστημα
σενάτον προσηγόρευσεν, ὅ ἐστι γερουσία. πατρίκιοι μέντοι οἶ βουλευταὶ ἐπεκλήθησαν ἢ ὅτι παίδων ἦσαν
γνησίων πατέρες, ἢ μᾶλλον ὅτι αὐτοὶ πατέρας ἑαυτῶν ἀποδεικνύειν ἠδύναντο ἕκαστος ἐκ
γένους ὄντες γνωρίμου, ἢ ἀπὸ τῆς πατρωνίας· οὕτω δ’ ἐκάλουν τὴν προστασίαν· πάτρωνας γὰρ τοὺς
κηδεμονικοὺς καὶ βοηθητικοὺς προσηγόρευον. μάλιστα δ’ ἄν τις καταστοχζάσαιτο τῆς τοὐ Ῥωμύλου
διανοίας, εἰ οἴοιτο διὰ τῆς κλήσεως ταύτης ἐμφαίνειν χρῆναι τοὺς πρώτους 
 
 καὶ δυνατωτάτους τῆς πόλεως πατρικῇ κηδεμονίᾳ κήδεσθαι τῶν
ταπεινοτέρων, ἄμα δὲ καὶ τὸν δῆμον ἐνάγειν διὰ τῆς τῶν πατρικίων προσηγορίας εἰς τὸ μὴ ἄχθεσθαι ταῖς
τῶν κρειττόνων τιμαῖς, ἀλλ’ εὐνοϊκῶς διακεῖσθαι, νομίζοντας πατέρας αὐτοὺς καὶ 
προσαγορεύοντας. 
 Πολλῶν δὲ τῇ πόλει ἐνοικισθέντων, ὧν ὀλίγοι γυναιξὶ συνεζεύγνυντο, φροντὶς τῷ Ῥωμύλῳ
ἐγένετο ἔνα κἀκεῖνοι γυναῖκας ἑαυτοῖς συνοικίσωσι. σύγκλυδες γὰρ καὶ ἐξ ἀπόρων ὄντες καὶ ἀφανῶν,
ὑπερωρῶντο πρός κῆδος παρὰ τῶν γειτνιώντων ἐθνῶν. βουλεύεται τοίνυν ἐξ ἁρπαγῆς λαβεῖν
γυναῖκας τοὺς πολίτας αὐτοῦ, καὶ κηρύσσει θυσίαν καὶ ἀγῶνα καὶ θέαν μέλλειν τελεῖν πανηγυρικήν, ὡς
βωμοῦ εὑρημένου θεοῦ καινοῦ. καὶ πολλοὶ συνῆλθον. αὐτὸς δὲ προυκάθητο μετὰ τῶν ἀρίστων, ἁλουργίδι κεκοσμημένος· δέδωκε δὲ τῷ δήμῳ τῆς ἐπιχειρήσεως σύμβο-
λον τὴν τῆς ἁλουργίδος διάπτυξιν καὶ αὖθις ταύτης περιβολήν. οὗ γενομένου σπασάμενοι τὰ ξίφη μετὰ
βοῆς ὥρμησαν καὶ ἥρπαζον τὰς θυγατέρας τῶν Σαβίνων παρθένους, οὐ μέντοι γυναῖκάς
τινων. 
 Τολμηθείσης δὲ τῆς ἁρπαγῆς οἱ Σαβῖνοι, πολλοὶ καὶ πολεμικοὶ ὄντες καὶ κώμας ἀτειχίστους
οἰκοῦντες διὰ τὸ μέγα φρονεῖν ὡς Λακεδαιμονίων ἄποικοι, πρεσβείαν πρὸς τὸν Ῥωμύλον πεποίηνται, λῦσαι
τὸ τῆς βίας ἔργον ζητοῦντες, πειθοῖ δὲ καὶ νόμῳ πράττειν τοῖς γένεσι φιλίαν καὶ
οἰκειότητα. τοῦ δὲ Ῥωμύλου τὰς μὲν κόρας μὴ προιεμένου, ἀξιοῦντος δὲ
τὴν κοινωνίαν δέχεσθαι τοὺς Σαβένους, οἱ μὲν ἄλλοι βουλευόμενοι διέτριβον, Ἄκρων δὲ ὁ βασιλεὺς τῶν
 Καινηνιτῶν, θυμοειδὴς ἀνὴρ καὶ πολεμικώτατος, προεξανέστη καὶ μετὰ πολλῆς ἐχώρει
δυνάμεως ἐπὶ τὸν Ῥωμύλον. ὁμοῦ δὲ γεγονότες ἀλλήλους προυκαλοῦντο μάχεσθαι, ἀτρεμούντων
τῶν στρατευμάτων. τῆς γοῦν μονομαχίας ἀμφοῖν γενομένης καταβάλλει μὲν ὁ Ῥωμύλος τὸν Ἄκρωνα, τρέπεται
δὲ καὶ τὸ ἐκείνου στράτευμα μάχης συγκροτηθείσης· καὶ τὴν πόλιν αἴρει, οὐ μέντοι τοὺς ἐν
αὐτῇ κακόν τι διέθετο, ἀλλ’ ἢ μόνον ἐκέλευσε τὰς οἰκίας καθελόντας ἀκολουθεῖν εἰς ῥώμην αὐτῷ, ὡς
πολίτας ἐσομένους καὶ τῶν ἴσων ἀξιωθησομένους. 
 
 Εἰτα καὶ ἄλλοι τῶν Σαβίνων τοῖς Ῥωμαίοις ἐμαχέσαντο καὶ ἡττήθησαν. ἐπὶ τούτοις οἶ λοιποὶ
τῶν Σαβίνων στρατηγὸν τὸν Τάτιον ἀποδείξαντες ἐπὶ τὴν Ῥώμην ἐστράτευσαν καὶ τὸ Καπιτώλιον εἷλον
προδεδομένον ὑπὸ Ταρπηίας τῆς θυγατρὸς τοῦ φρουράρχου. ἐκείνη γὰρ ἐφ’ ὕδωρ κατελθοῦσα
συνελήφθη καὶ ἤχθη πρὸς Τάτιον, καὶ ἀνεπείσθη προδοῦναι τὸ
ἔρυμα, τῶν χρυσῶν βραχιονιστήρων ἐρασθεῖσα, οὓς ἐν ταῖς ἀριστεραῖς ἐφόρουν χερσὶν οἱ Σαβῖνοι, καὶ
μισθὸν ὑπὲρ τῆς προδοσίας λαβεῖν αὐτοὺς ἀπαιτήσασα. συνθεμένου δὲ τοῦ Τατίου νύκτωρ
μίαν πύλην ἀνοίξασα τοὺς Σαβίνους ἐδέξατο. εἰσελθὼν δὲ ὁ Τάτιος ἐκέλευσε τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ὅσα ἐν ταῖς
 ἀριστεραῖς χερσὶν ἔφερον διδόναι αὐτῇ, καὶ πρῶτος αὐτὸς τὸν
βραχιονιστῆρα τῇ Ταρπηέᾳ ἐπέρριψε καὶ τόν θυρεόν. πάντων δὲ ὁμοίως ποιούντων βαλλομένη
τε τῷ χρυσῷ καὶ καταχωσθεῖσα τοῖς θυρεοῖς ὑπὸ πλήθους καὶ βάρους ἀπέθανεν. 
 Ἔργῳ οὖν οὗτος ἐποίησεν ὃ λόγοις ὕστερον εἶπον ὁ Καῖσαρ καὶ ὁ Ἀντίγονος· ὁ μὲν γὰρ
προδοσίαν ἔφη φιλεῖν, προδότην δὲ μισεῖν· ὁ δὲ Ἀντίγονος προδιδόντας μὲν ἀσπασίως εἶπε
προσίεσθαι, προδεδωκόσι δὲ ἀπεχθάνεσθαι.

Ληφθείσης δὲ τῆς ἄκρας ὑπὸ τῶν Σαβίνων, μάχη καρτερὰ συνερράγη μέσον αὐτῶν καὶ ῾Ρωμαίων,
 ἐν ᾗ πολλοὶ μὲν ἔπεσον, ὁ δὲ ῾Ρωμύλος ἐπλήγη λίθῳ τὴν κεφαλήν. ἔτι δὲ
μάχεσθαι παρασκευαζομένους τοὺς Σαβίνους ἐπέσχον αἱ ἡρπασμέναι θυγατέρες αὐτῶν, ἄλλοθεν
ἄλλαι μετὰ βοῆς καὶ ὀλολυγμοῦ ὀφθεῖσαι αὐτοῖς, αἱ μὲν νήπια πρὸς ταῖς ἀγκάλαις κομίζουσαι, αἱ δὲ τὴν
κόμην προισχόμεναι λελυμέμην, πάσαι δὲ ἀνακαλούμεναι τοῖς φιλτάτοις ὀνόμασι ποτὲ μὲν τοὺς Σαβίνους,
ποτὲ δὲ τοὺς ῾Ρωμαίους. ἐπεκλάσθησαν οὖν οἱ ἐναντίοι καὶ διέστησαν αὐταῖς ἐν μέσῳ
στῆναι τῆς παρατάξεως, καὶ κλαυθμὸς ἅμα διὰ πάντων ἐχώρει. διαλεχθέντων δὲ τῶν γυναίων συνῆλθον εἰς
λόγους οἱ ἡγεμόνες καὶ συνέθεντο τῶν μὲν γυναικῶν αἳ βούλονται τοῖς ἔχουσι συνοικεῖν, 
 παντὸς ἔργου καὶ πάσης λατρείας πλὴν ταλασίας ἀφειμένας, οἰκεῖν δὲ
τὴν πόλιν ῾Ρωμαίους καὶ Σαβίνους κοινῇ, καὶ καλεῖσθαι αὐτὴν ῾Ρώμην ἐπὶ ῾Ρωμύλῳ, Κυρίτας δὲ ῾Ρωμαίους
ἐπὶ τῇ Τατίου πατρίδι Κυρίτα, βασιλεύειν δὲ κοινῇ καὶ στρατηγεῖν ἀμφοτέρους. ὁ δὲ τόπος
ἐν ᾧ τὰς συνθήκας ἔθεντο καλεῖται Κομίτιον, τόπος δηλαδὴ συνελεύσεως· κόμιρε γάρ ῾Ρωμαίοις τὸ
συνελθεῖν λέγεται. προσκατελέχθησαν δὲ τοῖς πατρικίοις ἐκ τῶν Σαβίνων ἕτεροι ἑκατόν. ἐβουλεύοντο δὲ
οἱ βασιλεῖς οὐκ εὐθὺς ἐν κοινῷ μετ᾿ ἀλλήλων, ἀλλ᾿ ἑκάτερος πρότερον ἰδίᾳ μετὰ τῶν
ἑκατόν· εἶτα εἰς τὸ αὐτὸ πάντες συνήγοντό. 
 
 Ἔτει δὲ πέμπτῳ τοῦ Τατίου ῾Ρωμύλῳ συμβασι- 
 λεύοντος συγγενεῖς αὐτοῦ πρέσβεσι καθ᾿ ὁδὸν ἐντυχόντες εἰς ῾Ρόμην ἀπὸ Λαυρέντου
βαδέζουσιν ἐπεχείρουν ἀφαιρεῖσθαι βίᾳ τὰ χρήματα ἃ ἐπήγοντο, καὶ μὴ προϊεμένους, ἀλλ᾿ ἀμυνομένους
ἀνεῖλον. ὁ μὲν οὖν ῾Ρωμύλος κολάζεσθαι τοὺς ἀδικήσαντας ἐψηφίζετο, ὁ δὲ Τάτιος
ἐξέκρουε καὶ παρῆγε· καὶ τοῦτο μόνον ὑπῆρξεν αἴτιον σφίσι διαφορᾶς ἐμφανοῦς. οἱ δὲ τῶν ἀνῃρημένων
οἰκεῖοι μὴ τυγχάνοντες δίκης, ἐν Ἀλβανῷ θύοντα μετὰ ῾Ρωμύλου τὸν Τάτιον προσπεσόντες 
κτιννύουσι· τὸν δὲ ῾Ρωμύλον ὡς δίκαιον ἄνδρα σὺν εὐφημίαις προέπεμψαν. οὐ μὴν ἐτάραξε τοὺς Σαβίνους
ὁ φόνος τοῦ σφῶν ἄρχοντος, ἀλλ᾿ μὲν εὐνοίᾳ τῇ πρὸς ῾Ρωμύλον, οἱ
δὲ φόβῳ τῆς δυνάμεως εἴκοντες διετέλουν. εἶτα λοιμὸς ἐμπίπτει τῇ πόλει θανάτους
αἰφνιδίους ἀνθρώποις ἐπιφέρων νόσων χωρίς, καὶ ἀφορία καρπῶν καὶ θρεμμάτων ἀγονία· ὕσθη δὲ καὶ
σταγόσιν αἵματος ἡ πόλις. ὅμοια δὲ καὶ τοῖς Λαυρεντίοις συνέβαινεν. ἐδόκει τοίνυν διὰ τὸν Τατίου
φόνον καὶ τούς παρὰ τῶν Σαβίνων ἀνῃρημένους πρέσβεις ποινηλατεῖν τὰς πόλεις δαιμόνιον
μήνιμα. ἐκδοθέντων δὲ τῶν φονέων καὶ κολασθέντων ἐλώφησαν τὰ δεινά. 
 ῾Ρωννυμένων δὲ τῶν πραγμάτων ῾Ρωμαίοις οἱ μὲν ἀσθενέστεροι τῶν προσοίκων ὑπέκυπτον, οἱ
δυνατοὶ δὲ οὐκ ᾤοντο δεῖν περιορᾶν, ἀλλὰ κολούειν τὴν
αὔξησιν. πρῶτοι δὲ Τυρρηνῶν Οὐήιοι ἀρχήν ἐποιήσαντο πολέμου.
συμβαλόντες οὗν καὶ πολλοὺς ἀποβαλόντες ὁμολογίαν ἐποιήσαντο καὶ φιλίαν ἐπὶ ἐνιαυτοὺς ἑκατόν, καὶ
τόν παρ᾿ αὐτοῖς ἀρίστων παρἔσχον εἰς ὁμηρείαν πεντήκοντα. 
 Ἐθριάμβευσεν οὖν τούτους νικήσας ῾Ρωμύλος. εἶτα ἐπαρθεὶς ταῖς παραλόγοις εὐτυχίαις καὶ
βαρυ- τέρῳ φρονήματι χρώμενος ἐξίστατο τοῦ δημοτικοῦ καὶ παρήλλαττε καὶ εἰς ἐπαχθῆ
μοναρχίαν καὶ λυποῦσαν ἀπὸ τοῦ σχήματος ἑαυτὸν ἐσχημάτιζεν. ἁλουργῆ μὲν γὰρ ἐνεδύετο χιτῶνα καὶ
τήβεννον ἠμπίσχετο περιπόρφυρον καὶ πεδίλοις ἐκέχρητο ἐρυθροῖς καὶ 
 ἐν θρόνῳ ἀνακλίτῳ καθήμενος ἐχρημάτιζεν· ἤσαν δὲ περὶ αὖ τὸν ἀεὶ καὶ
τῶν νέων συχνοί, οὓς Κέλερας προσηγόρευεν, ὃ κατὰ τὴν τῶν Ῥωμαίων διάλεκτον δηλοῖ τοὺς ταχεῖς, καὶ
πρόσθεν ἐβάδιζον ἕτεροι βα- κτηρίαις τὸν ὄχλον ἀνείργοντες, ὑπεζωσμένοι ἱμάντας, ὥστε
συνδεῖν οὓς κελευσθῶσιν. 
 Ἐπεὶ δὲ Νομίτωρος τοῦ πάππου αὐτοῦ ἐν Ἄλκῃ τελευτήσαντος, Ῥωμύλῳ προσηκούσης τῆς βασιλείας,
αὐτὸς εἰς μέσον ἔθηκε τὴν πολιτείαν δημαγωγῶν, καὶ κατ’ ἐνιαυτὸν ἀπεδείκνυεν ἄρχοντα τοῖς Σαβίνοις,
 ἠρέθισε τοὺς ἐν Ῥώμῃ δυνατοὺς ἀβασίλευτον ζητεῖν καὶ
αὐτόνομον πολιτείαν. οὐδὲ γὰρ οἱ καλούμενοι πατρίκιοι πραγμάτων μετεῖχον, ἀλλ’ ὄνομα καὶ σχῆμα ἦν
αὐτοῖς, ἔθους ἕνεκα μᾶλλον ἢ γνώμης ἀθροιζομένοις εἰς τὸ βουλευτήριον· εἶτα Ῥωμύλου πράττοντος ἠκροῶντο σιγῇ, καὶ τὸ πρὸ τῶν ἄλλων τὸ δεδογμένον ἐκείνῳ μαθεῖν πλέον ἔχοντες τῶν λοιπῶν
ἀπηλλάττοντο. ὅθεν ἐδόκει τὴν γερουσίαν προπηλακίζειν· διὸ αὕτη ὕποπτος ἔδοξεν ἀφανοῦς μετ’ ὀλίγον
γενομένου Ῥωμύλου. λέγεται γὰρ ἐκκλησίαν ἄγοντος αὐτοῦ περὶ τὸ καλοῦ μένον Αἰγὸς ἕλος
τοῦ μὲν ἡλίου τὸ φῶς ἐπιλιπεῖν, νύκτα δὲ κατασχεῖν βροντάς τε δεινὰς συμβῆναι καὶ πνοὰς ἀνέμων ζάλην
ἐλαυνούσας. ἐν δὲ τούτῳ τὸν μὲν ὄχλον φεύγειν, τοὺς δὲ δυνατοὺς
συστραφῆναι μετ’ ἀλλήλων. τῆς δ’ ἐν τῷ ἀέρι ταραχῆς λωφησάσης καὶ αὖθις πολλῶν ὁμοῦ
γενομένων ζητεῖσθαι τὸν βασιλέα· τοὺς δὲ δυνατοὺς οὐκ Γᾶν ἐξετάζειν περὶ αὐτοῦ, τιμᾶν
δὲ παρακελεύε- σθαι πάσι καὶ σέβεσθαι Ῥωμύλον ὡς ἀνηρπασμένον εἰς θεούς, καὶ θεὸν ἐσόμενον σφίσιν
ἀντὶ χρηστοῦ βασιλέως. 
 
 Οἱ μὲν οὑν πολλοὶ πεπεισμένοι τοῖς λόγοις ἀπηλλάττοντο ἐλπίσι χρησταῖς αἰωρούμενοι, ἔνιοι
δὲ ἐν ὑπονοίαις τοὺς πατρικίους πεποίηντο καὶ ἐτάραττον ὡς τὸν δῆμον ἀβέλτερα πείθοντας, αὐτοὺς τοῦ
βασιλέως γεγονότας αὐτόχειρας. καὶ πράγματα ἂν παρέσχον τοῖς δυνατοῖς, εἰ μή τις τῶν
ἰππέων Ἰούλιος Πρόκλος, γένει τε δοκιμώτατος καὶ ἤθει χρηστὸς καὶ
Ῥωμύλῳ πιστός, εἰς ἀγορὰν ἐλθὼν ἐνόρκως εἶπεν ὡς ὀφθείη Ῥωμύλος αὐτῷ καλὸς καὶ μέγας ὡς οὔποτε
πρόσθεν καὶ ὅπλοις λαμπροῖς κεκοσμημένος καὶ φλέγουσι, καὶ ὡς αὐτὸς μὲν πύθοιτο “τί δὴ
παθών, ὦ βασιλεῦ, ἡμᾶς μὲν ἐν αἰτίαις πεποίηκας πονηραῖς, πᾶσαν δὲ τὴν πόλιν ἐν πένθει προλέλοιπας”;
ἐκεῖνος δὲ πρὸς ταῦτα ἀμείψαιτο ‘‘θεοῖς ἔδοξεν, ὦ Πρόκλε, τοσοῦτον ἡμάς μετ’ ἀνθρώπων γενέσθαι χρόνον, αὖθις δ’ οὐρανὸν οἰκεῖν, ἐκεῖθεν ὄντας. ἀλλὰ χαῖρε καὶ φράζε Ῥωμαίοις ὅτι
σωφροσύνην καὶ ἀνδρείαν ἀσκοῦντες ἐπὶ πλεῖστον δυνάμεως ἀνθρωπίνης 
ἀφίξονται. ἐγὼ δὲ ὑμῖν εὐμενὴς ἔσομαι Κυρῖνος.” ταῦτα διά τε τὸν ὅρκον τοῦ λέγοντος καὶ 
τὸν τρόπον πιστὰ Ῥωμαίοις ἐδόκει τοσοῦτον ὡς μή τινα ἀντειπεῖν, πάσης δὲ ἀφεμένους ὑποψίας τε καὶ
διαβολῆς εὔχεσθαι Κυρίνῳ καὶ θεοκλυτεῖν. ταύτην δὲ τὴν ἐπωνυμίαν φασὶ τῷ Ῥωμύλῳ γενέσθαι ἣ ὅτι τοὺς
πολίτας Κυρίτας ὠνόμαζον ἢ ὅτι τὴν αἰχμὴν ἢ τὸ δόρυ κυρῖνον ἐκάλουν οἶ παλαιοί· ὡς οὖν
ἀρήιόν τινα τὸν Ῥωμύλον ἢ αἰχμητὴν θεὸν ὀνομασθῆναι Κυρῖνον.
λέγεται δὲ τέσσαρα μὲν ἔτη καὶ πεντήκοντα 
 βιῶναι, ὄγδοον δ’ ἐπὶ τριακοστῷ βασιλεύων ἐνιαυτὸν ἐξ ἀνθρώπων
ἀφανισθῆναι.

Τούτων δὲ περὶ τὸν Ῥωμύλον συμβεβηκότων βασιλεύεσθαι μὲν ἐδόκει πᾶσιν, ἴρις δέ τις καὶ
στάσις ἐφύετο τοῖς ἐν Ῥώμῃ οὐχ ὑπὲρ ἀνδρὸς μόνον ἡγεμονεύσοντος, ἀλλὰ καὶ πότερον τῶν
γενῶν παρέξει τὸν ἄρξοντα. τοῖς τε γὰρ μετὰ Ῥωμύλου πρώτοις συνοικίσασι τὴν πόλιν οὐκ ἀνεκτὸν ἐδόκει
παρ’ αὐτῶν προσληφθέντας τοὺς Σαβίνους εἰς πολιτείαν ἄρχειν τῶν δεξαμένων βιάζεσθαι· οἱ Σαβῖνοι δὲ
ἑτέρωθεν, ὅτι τοῦ Τατίου θανόντος μόνον εἴασαν τὸν Ῥωμύλον ἄρχειν, ἐξ ἑαυτῶν ἠξίουν
αἱρεθῆναι τὸν ἄρξοντα. 
 Ἤριζον μὲν οὖν οὕτω τὰ μέρη ἑκάτερα, μετεώρου δ’ ἐπὶ τούτοις ὄντος τοῦ πολιτεύματος οἱ
πατρίκιοι πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ὄντες ἔταξαν ἔκαστον ἐν μέρει τοῖς βασιλικοῖς
παρασήμοις κοσμούμενον θύειν τε τοῖς θεοῖς καὶ χρηματίζειν, ἒξ μὲν τῆς νυκτὸς ὥρας, ἒξ δὲ τῆς
ἡμέρας. ἡ γὰρ διανομὴ τῶν καιρῶν κατὰ τὸ ἴσον ἑκάστου καὶ πρὸς τοὺς ἄρχοντας καλῶς 
ἔχειν ἐδόκει καὶ πρὸς τοὺς ἀρχομένους αὐτούς· ἀφῄρει γὰρ τὸν φθόνον ἡ ταχίστη τῆς ἐξουσίας ἀπόθεσις,
ὁρώντων τόν ἀρχομένων τῆς αὐτῆς ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς τὸν αὐτὸν
ἰδιώτην ἐκ βασιλέως γινόμενον. οἶδα μὲν οὖν καὶ ἕτερά τινα περὶ τῆς τοιαύτης εἰρημένα 
ἀρχῆς, ἀλλ’ αὐτὸς τῷ πιθανωτέρῳ ἐθέμην. τὸ δὲ σχῆμα τῆς ἀρχῆς τοῦτο μεσοβασιλεία Ῥωμαίοις
ὠνόμαστο. 
 Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἐξ ὑπονοίας ἐφύοντο θόρυβοι, ὑποπτευομένων τῶν πατρικίων εἰς ὀλιγαρχίαν τὴν
 
 
 πολιτείαν περιιστᾶν καὶ μὴ βούλεσθαι βασιλεύεσθαι· ἐκ δὲ τούτου κατεστασίαζον.
ὁμονοησάντων δὲ πάντων αἱρεθῆναι τὸν βασιλεύσοντα, οἶ Σαβῖνοι τοῖς Ῥωμαίοις προτέροις τὴν αἵρεσιν
ἔδοσαν· οἶ δ’ ἐκ Σαβίνων εἵλοντο Νομὰν Πομπίλιον, ὄντα ἄνδρα γνώριμον πᾶσι δι’ ἀρετήν.
στέλλονται γοῦν πρὸς ἐκεῖνον ἐκ Ῥώμης πρέσβεις· οὐ γὰρ ἐν τῇ Ῥώμᾐ
μετῴκιστο, ἀλλ’ ἐν Σαβίνοις ἦν καὶ πόλιν ᾤκει τὴν Κυριτῶν, πατρὸς ὢν Πομπωνίου ἀνδρὸς εὐδοκίμου, πᾶσαν ἀρετὴν φύσει τε καὶ παιδείᾳ ἐξησκημένος. ὅθεν καὶ ὄνομα μέγα καὶ δόξαν εἶχεν, ὡς καὶ
Τάτιον τὸν τῷ Ῥωμύλῳ συμβασιλεύσαντα κηδεστὴν αὐτὸν ἐπὶ Τατίᾳ θέσθαι τῇ θυγατρί, ἣν μίαν ἐκεῖνος
ἐγείνατο· ἣ δέκα ἐπὶ τρισὶν ἐνιαυτοὺς τῷ Νομᾷ συνοικήσασα μετήλλαξε τὴν ζωήν. ὁ δὲ
Νομὰς ἐκλιπὼν τὰς ἐν ἄστει διατριβὰς ἀγραυλεῖν τὰ πολλὰ καὶ διατρίβειν ἤθελεν ἐν λειμῶσι καὶ
ἄλσεσιν. 
 
 Ἧκον οὖν ἀπὸ Ῥώμης οἱ πρέσβεις καλοῦντες ἐπὶ τὴν βασιλείαν αὐτὸν ἤ δὴ τεσσαρακοστὸν ἔτος
ἀνύοντα· ὁ δὲ ἀπείπατο. οἱ πρέσβεις δ’ ἐνέκειντο, πάντα τρόπον πείσειν αὐτὸν
μηχανώμενοι, καὶ δεόμενοι μὴ τὴν πόλιν αὖθις εἰς στάσιν ἐμβαλεῖν καὶ ἐμφύλιον πόλεμον, οὐκ ὄντος
ἑτέρου πρὸς ὃν ἄμφω τὰ μέρη συννεύσουσιν. ἰδίᾳ μέντοι καὶ ὁ πατὴρ παρεκίνει τὸν Νομὰν
δέξασθαι τὴν ἀρχὴν ὡς θεῖον δῶρον καὶ ὑπηρεσίαν θεοῦ καὶ πράξεων καλῶν καὶ μεγάλων ἀνδρὶ φρονίμῳ τε
καὶ χρηστῷ ἐσομένην αἰτίαν, σύνδεσμόν τε τῇ πατρίδι καὶ παντὶ τῷ Σαβίνων ἔθνει εὐνοίας τε καὶ φιλίας
πρὸς πόλιν δυνατὴν καὶ ἀκμάζουσαν. 
 Τούτοις ἐνδεδωκὼς ὁ Νομὰς θύσας τοῖς θεοῖς προῆγεν εἰς
Ῥώμην· ὑπήντα δὲ ἡ βουλὴ καὶ ὁ δῆ- ’μὸς εὐφημοῦντες καὶ χαίροντες. ἐπεὶ δὲ κατέστησαν
εἰς τὴν ἀγοράν, προσφερομένων αὐτῷ τῶν βασιλι- κῶν παρασήμων, ἐπισχεῖν κελεύσας ἔφη δεῖσθαι καὶ θεοῦ
τὴν βασιλείαν ἐμπεδοῦντος αὐτῷ. ἄνεισιν οὑν εἰς τὸ Καπιτώλιον , καὶ θύσας, οὕτω τε τὴν βασιλικὴν ἀναλαβὼν ἐσθῆτα, κατέβαινε. 
 
 Παραλαβὼν δὲ τὴν ἀρχὴν πρῶτον μὲν τὸ τῶν τριακοσίων διέλυσε σύστημα, οὕς περὶ τὸ σῶμα εἶχεν
ἀεί· οὐ γὰρ δεῖν ἀπιστεῖν πιστεύουσιν ἔλεγεν, οὐδὲ βασιλεύειν ἀπιστούντων ἠξίον· εἶτα 
 τὴν πόλιν ἐκ σκληρᾶς καὶ πολεμικῆς ἐπεχείρει μα- λακωτέραν ποιῆσαι
καὶ εἰρηνικωτέραν. ἀνθρωποειδῆ τε καὶ ζωόμορφον εἰκόνα θεοῦ ἀνιστᾶν Ῥωμαίοις ἀπείρηκεν· ὅθεν οὐδ’ ἦν
παρ’ αὐτοῖς οὔτε γραπτὸν οὔτε πλαστὸν εἶδος θεοῦ , ἐν ἑκατὸν δὲ πρὸς ἑβδομήκοντα ἔτεσι
ναῶν αὐτοῖς ἀνεγειρομένων οὐδὲν ἔμ- μορφον ἐποίουν ἀφίδρυμα, ὡς οὔτε ὅσιον οῦν τοῖς χείροσι τὰ
βελτίονα οὔτε ἐφάπτεσθαι ἄλλως θεοῦ δυνατὸν ἢ νοήσει. καὶ τὰς θυσίας δὲ ἀναιμά- κτους ποιεῖσθαι
ἐθέσπισε δι’ ἀλφίτων τε καὶ σπονδῆς· δεῖν δεῖν γὰρ τοὺς θεούς, εἰρήνης καὶ δικαιοσύνης
φύλακας ὄντας, φόνου καθαροὺς εἶναι· μήτε δὲ ἀκούειν τι τῶν θείων
μήτε ὁρᾶν ἐν παρέργῳ καὶ ἀμελῶς, ἀλλὰ σχολὴν ἄγοντας ἀπὸ τῶν ἄλλων καὶ προσέχοντας τὴν διάνοιαν ὡς
πράξει μεγίστῃ τῇ περὶ τὴν εὐσέβειαν. ἐκ δὲ τούτων καὶ ἄλλων πλειόνων, ἅ διὰ τὸ πλῆθος
παρήκαμεν, διάθεσιν πρὸς τὸ θεῖον τοῖς τότε ἀνθρώποις ἐξ ἐθισμοῦ ὁ Νομὰς ἐνεποίησεν. αὐτὸν δὲ οὕτω
φασὶν εἰς τὸ θεῖον ἀνηρτῆσθαι ταῖς ἐλπίσιν ὥστε προσαγγελίας αὐτῷ θύοντί ποτε γινομένης 
μένῃς ὡς ἐπέρχονται πολέμιοι μειδιάσαι καὶ εἰπεῖν ἐγὼ δὲ θύω. καὶ τὴν χώραν δὲ ἣν αἰχμῇ Ῥωμύλος “ ’
 ἐκτήσατο διένειμεν οὗτος τοῖς ἀπόροις τῶν πολιτῶν, ἀφαιρῶν ἐξ αὐτῶν τὴν ἀπορίαν, ὡς
ἀνάγκην τῆς ἀδικίας ποιητικήν, καὶ τρέπων εἰς γεωργίαν, ὡς ταύτης
ἐξημερούσης τὸν δῆμον καὶ δριμὺν εἰρήνης δυναμένης ἐμποιεῖν ἔρωτα. 
 Λέγεται δὲ καὶ τὸν Ἰανουάριον καὶ τὸν φεβρουάριον παρ’ αὐτοῦ τοῖς μησὶ προστεθῆναι ,
δωδεκά- μηνον κατὰ τὸν τῆς σελήνης δρόμον νομοθετήσαντος λογίζεσθαι τὸν ἐνιαυτόν, δεκάμηνον πρόσθεν
ὄντα, ὡς ἐνίοις τῶν βαρβάρων τρίμηνον, καὶ τῶν Ἑλλήνων Ἀρκάσι μὲν τετράμηνον, τοῖς δὲ
Ἀκαρνάσιν ἑξάμηνον. Αἰγυπτίοις δὲ μηνιαῖος ἦν ὁ ἐνιαυτός, εἶτα τετράμηνος · διὸ καὶ ἀρχαιότατοι
δοκοῦσιν καίτοι μὴ ὄντες, πλῆθος ἀμήχανον ἐτῶν ἐπὶ ταῖς γεωεαλογίαις εἰσάγοντες, ἅτε δὴ
τοὺς μῆνας εἰς ἐτῶν τιθέμενοι ἀριθμόν. καὶ τὸν Ἰανουάριον δὲ
Νομὰς εἰς ἀρχὴν τοῦ ἔτους ἀπένειμεν. 
 Οὕτω δὲ δικαιοσύνῃ καὶ εὐσεβείᾳ συνεθίσαντος τὸ ὑπήκοον, ἐξῄρητο πάντῃ τὰ τοῦ πολέμου. οὐ
γὰρ μόνον ὁ Ῥωμαίων δῆμος ἡμέρωτο τῇ τοῦ βασιλέως εὐνομίᾳ καὶ πρᾳότητι , ἀλλὰ καὶ τὰς
κύκλῳ πόλεις ἀρχὴ μεταβολῆς ἔλαβε, καὶ πόθος εἰσερρύη πάντας εἰρήνης καὶ τοῦ δικαίου, γῆν φυτεύειν
καὶ τέκνα τρέφειν ἐν ἡσυχίᾳ καἰ σέβεσθαι θεούς. οὔτε γὰρ πόλεμος οὔτε στάσις οὔτε
νεωτερισμὸς περὶ πολιτείας ἱστόρηται Νομᾶ βασιλεύοντος, οὐδ’ ἐπ’ ἐκεῖνον ἔχθρα τις ἢ φθόνος ἢ
σύστασις ἀνδρῶν καὶ ἐπιβουλὴ δι’ ἔρωτα βασιλείας γενέσθαι ποί
ἀναγέγραπται. θυγατέρα δ’ ἐσχηκὼς Πομπιλίαν, Μαρκίῳ ταύτην ἔξ ἧς Μάρκιος Ἄγκος
θυγατριδοῦς ἐτέχθη αὐτῷ , ὃς μετὰ Τοῦλλον Ὁστίλλιον ἐβασίλευσε. τοῦτον πενταετῆ καταλιπὼν ὁ Νομὰς
ἐτελεύτησεν, κατὰ μικρὸν ὑπὸ γήρως καὶ νόσου μαλακῆς ἀπομαραινόμενος, χρόνον τριετῆ
τοῖς ὀγδοήκοντα προσβιώσας, βασιλεύσας ἔτη ἐπὶ τρισὶ τεσσαράκοντα.

Τοῦ δὲ Νομᾶ τελευτήσαντος καὶ μηδένα κατα- λιπόντος διάδοχον, Ὁστίλλιος Τοῦλλος ᾑρέθη παρὰ
 τοῦ δήμου καὶ τῆς βουλῆς. ὃς τὰ πλείστα τῶν τοῦ Νομᾶ
χλευάσας ἠθῶν τὸν Ῥωμύλον ἐζήλωσε , καὶ πρὸς μάχας αὐτός τε ὥρμα καὶ τὸν δῆμον ἠρέθιζεν. ἁρπαγῆς
γοῦν γενομένης παρὰ Ῥωμαίων ἐξ ὥρμησαν πρὸς μάχην ἑκάτεροι· πρὸ
δὲ τοῦ συμβαλεῖν κατηλλάγησαν, καὶ ἐς μίαν πόλιν ἀμφοῖν ἐδόκει συνοικῆσαι τοῖς γένεσιν.
ἑκάστου δὲ τῆς οἰκείας ἐχομένου καὶ τὸ ἕτερον εἰς ταύτην ἀξιοῦντος μετα- ναστεῦσαι, ἀπέστησαν τοῦ
σκοποῦ. εἶτα περὶ τῆς ἡγεμονίας διηνέχθησαν· ὡς δὲ οὐδεὶς τῷ ἑτέρῳ παρεχώρει αὐτῆς,
ἀγωνίσασθαι συνέθεντο περὶ τῆς ἀρχῆς. οὔτε δὲ τοῖς στρατοπέδοις ὅλοις ἐδόκει μαχέσασθαι οὔτε μγ̀ν
μονομαχίᾳ κριθήσεσθαι. ἦσαν δὲ παρ’ ἀμφοῖν τρίδυμοι ἀδελφοί, ἐκ
μητέρων γεγονό- τες διδύμων , ἰσήλικές τε καὶ ἰσοπαλεῖς τὴν ἰσχύν · ἐκαλοῦντο δὲ οἱ μὲν τῶν Ῥωμαίων
οἱ δὲ τῶν Ἀλβανῶν Κουριάται. τούτους εἰς μάχην προεβάλοντο , παρ’ οὐδὲν τὴν πρὸς ἀλλήλους αὐτῶν
συγγένειαν θέμενοι. οἱ δὲ ὁπλισάμενοι καὶ ἐν τό μεταιχμίῳ τῶν στρατοπέδων ἀντιπαραταξάμενοι θεούς
 τε ὁμογνίους ἀνεκαλοῦντο καὶ συνεχῶς ἀνέβλεπον πρὸς τὸν ἥλιον. συμβαλόντες δὲ ποτὲ μὲν
ἀθρόοι, ποτὲ δὲ καὶ καθ’ ἕνα ἐμάχοντο. τέλος δὲ τῶν μὲν Ρωμαίων τῶν δύο πεσόντων, τῶν δὲ Ἀλβανῶν
 τρωθέντων, ὁ Ὁράτιος ὁ κατάλοιπος, ὅτι τοῖς 
 
 τρισὶν ἄμα, εἰ καὶ ἄτρωτος ἦν, οὐκ ἠδύνατο ἀντιτάξασθαι, ἐνέκλινεν, ὡς ἂν διώκοντες
αὐτὸν σκεδασθῶσι· κἀπειδὴ πρὸς τὴν δίωξιν διεσπάρησαν, ἑκάστῳ ἐπιτιθέμενος ἅπαντας διεχρήσατο.
κἀντεῦθεν τετίμητο· ὅτι δὲ καὶ τὴν ἀδελφὴν ὀλοφυρομένην, ἐπεὶ τὰ τῶν ἀνεψιῶν σκῦλα ἑώρα
φέροντα τὸν Ὁράτιον, φόνου ἐκρίθη· ἐς δὲ τὸν δῆμον ἔκκλητον αἰτήσας ἀφείθη. 
 Οἱ δὲ Ἀλβανοὶ τότε μὲν ὑπήκοοι τῶν Ῥωμαίων ἐγένοντο, ὕστερον δὲ τὰς συνθήκας
ἀθετήσαντες, καὶ ὡς ὑπήκοοι πρὸς συμμαχίαν κληθέντες, μεταθέσθαι δὲ πρὸς τοὺς πολεμίους ἐν τῷ καιρῷ
τῆς μάχης ἐπιχειρήσαντες καὶ συνεπιθέσθαι Ῥωμαίος, γνωσθέντες ἐκολάσθησαν· καὶ πολλοὶ μὲν ἐκτάνθησαν
καὶ ὁ 
 αὐτῶν ἐξηγούμενος Μέττιος, οἶ ἄλλοι δὲ μετανάστασιν ἔπαθον, καὶ ἡ πόλις αὐτῶν Ἄλβα
κατεσκάφη, πεντακόσιά που ἔτη Ῥωμαίοις νομισθεῖσα μητρό- πολις. 
 Πρὸς μὲν οὖν τοὺς πολεμίους ὁ Τοῦλλος κράτιστος ἔδοξε, τοῦ θείου δὲ παρημέλει.
νόσου δ’ ἐνσκηψάσης λοιμώδους καὶ αὐτὸς νοσήσας εἰς δεισιδαιμονίαν ἀπέκλινεν. ἐσχηκέναι μέντοι τοῦ
βίου λέγεται τέλος καταφλεχθεὶς ὑπὸ κεραυνῶν, ἣ ἐπιβουλευθεὶς ὑπὸ Μαρκίου Ἄγκου, ὃς θυγατριδοῦς ἐτύγχανεν, ὡς εἴρηται, τοῦ Νομᾶ. ἐβασίλευσε δὲ Ῥωμαίων ἔτη δύο ἐπὶ τριάκοντα.

Ἐπεὶ δ’ Ὁστίλλιος ἐτελεύτησε, διεδέξατο τὴν βασιλείαν ὁ Μάρκιος, παρ’ ἑκόντων τῶν Ῥωμαίων
ταύ- 
 
 τὴν λαβών. ἦν δὲ τὴν χεῖρα οὐκ ἄρτιος· τὴν γὰρ ἀγκύλην πεπήρωτο, ὅθεν καὶ Ἄγκος
ἐπώνυμον ἔσχηκεν. ἐπιεικὴς δὲ ὢν ἠναγκάσθη μεταβαλέσθαι, καὶ πρὸς στρατείας ἐτράπετο. οἱ γὰρ λοιποὶ
Λατῖνοι διά τε τὸν τῆς Ἄλβης ὄλεθρον καὶ περὶ ἑαυτῶν δεδοικότες μή τι πάθωσιν ὅμοιον δι’
ὀργῆς μὲν εἶχον Ῥωμαίους, ἕως δὲ περιῆν ὁ Τοῦλλος, δεδιότες ἐκεῖνον ὡς μάχιμον, συνεστέλλοντο. τὸν
δὲ Μάρκιον εὐεπίθετον ἡγησάμενοι διὰ τὸ εἰρηναῖον τῆς γνώμης, τῆ τε χώρᾳ ἐπῆλθον καὶ αὐτὴν
ἐληίσαντο. συνεὶς δ’ ἐκεῖνος εἰρήνης εἶναι τὸν πόλεμον αἴτιον, ἐπιτίθεται τοῖς
ἐπιθεμένοις καὶ ἀντημύνατο, καὶ πόλεις εἷλεν αὐτῶν, ὧν μίαν κατέσκαψεν, καὶ πολλοῖς τῶν ἁλόντων
 ὡς αἰχμαλώτοις ἐχρήσατο, καὶ ἐς τὴν Ῥώμην δὲ συχνοὺς ἑτέρους
μετῴκισεν. αὐξανομένων δὲ τῶν Ρωμαίων καὶ τῆς χώρας σφίσι προστιθεμένης οἶ πλησιόχωροι
ἤχθοντο καὶ ἑαυτοὺς Ῥωμαίοις ἐξεπολέμωσαν· ὅθεν αὐτῶν Φιδηνάτας μὲν πολιορκίᾳ ἐκράτησαν, Σαβίνους δ’
ἐκάκωσαν, αὐτοῖς τε προσπεσόντες ἐσκεδασμένοις καὶ τὸ σφῶν ἑλόντες στρατόπεδον, ἑτέρους
δ’ ἐκφοβήσαντες εἰρηνεῖν καὶ ἄκοντας παρεσκεύασαν. καὶ ἐπὶ τούτοις Μαρκίῳ ἐπέλιπε τὸ βιώσιμον,
εἴκοσιν ἐνιαυτοὺς καὶ τέσσαρας ἄρξαντι, καὶ πολλὴν τοῦ θείου κατὰ τὸν πάππον Νομὰν ποιουμένῳ τὴν
ἐπιμέλειαν.

Λούκιος δὲ Ταρκύνιος τὴν ἀρχὴν ᾠκειώσατο, ὃς
 Δημαράτου μὲν ἦν παῖς Κορινθίου, φυγόντος δὲ καὶ εἰς πόλιν
Τυρσηνίδα Ταρκυνίαν ἐγκατοικήσαντος ἐξ αὐθιγενοῦς γυναικὸς ἐκείνῳ ἐτέχθη, Λουκούμων ὀνομασθείς.
πολλὰ μέντοι πατρόθεν διαδεξάμενος, 
 
 ὅτι μὴ τῶν πρωτείων παρὰ τῶν Ταρκυνησίων ὡς ἔπηλυς κατηξίωτο, πρὸς τὴν ῾Ρώμην
μεταναστεύει, τῇ πόλει καὶ τὴν κλῆσιν συμμεταθέμενος, καὶ μετωνομάσθη Λούκιος Ταρκύνιος ἐκ τῆς
πόλεως, ἐν ᾗ παρῴκει. λέγεται δὲ μετοικιζομένου ἀετὸς καταπτὰς ἁρπάσαι τὸν πῖλον ὃν
εἶχεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, καὶ μετεωρισθεὶς καὶ κλάγξας ἐπὶ πολὺ αὖθις αὐτὸν ἐφαρμόσαι τῇ αὐτοῦ κεφαλῇ,
ὡς ἐντεῦθεν μηδὲν ἐλπίσαι μικρὸν καὶ προθύμως τῇ ῾Ρώμῃ ἐγκατοικῆσαι· ὅθεν τοῖς πρώτοις
οὐ μετὰ πολὺ συνηρίθμητο. τῷ τε γὰρ πλούτῳ χρώμενος ἀφειδέστερον, συνέσει τε καὶ εὐτραπελίᾳ τοὺς δυνατοὺς οἰκειούμενος, ἐς τοὺς εὐπατρίδας καὶ τὴν βουλὴν κατελέχθη
παρὰ Μαρκίου, καὶ στρατηγὸς ἀπεδείχθη, καὶ τὴν τῶν παίδων ἐκείνου ἐπιτροπείαν καὶ τῆς
βασιλείας πεπίστευτο. ἐδείκνυε γὰρ ἑαυτὸν ἀγαθὸν ἄνδρα, χρημάτων τε τοῖς δεομένοις μεταδιδοὺς καὶ
ἑαυτὸν ἕτοιμον παρέχων εἰ τίς δέοιτο αὐτοῦ εἰς βοήθειαν· φαῦλον δέ τι οὔτ᾿ ἔπραττεν οὔτ᾿ ἔλεγεν
οὐδενί. καὶ εἴ τι πρός τινων εὖ ἔπασχεν, ἐξῆρε τὸ γινόμενον , εἰ δέ τι καὶ
ἐπαχθέστερον αὐτῷ γένοιτο, ἢ οὐδ᾿ ἐλογίζετο τὸ λυποῦν ἢ καὶ φαυλίσας παρελογίζετο, οὐ μόνον τε οὐκ
ἠμύνετο τὸν λελυπηκότα, ἀλλὰ καὶ εὐηργέτει. τού- τοις αὐτόν τε τὸν Μάρκιον καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν
ἐχει- 
 ρώσατο, καὶ δόξαν ἀνδρὸς ἐκτήσατο σοφοῦ τε καὶ ἀγαθοῦ. 
 Ἀλλ᾿ οὐ προσέμεινε μέχρι τέλους αὐτῷ ἡ ὑπόληψις. τοῦ Μαρκίου γὰρ τελευτήσαντος κακῶς περὶ
τοὺς ἐκείνου διετέθη δύο υἱεῖς, καὶ τοῦ βασιλείαν ἐσφετερίσατο. τῆς τε γὰρ βουλῆ6 καὶ
τοῦ δήμου τοὺς τοῦ Μαρκίου παΤδας χειροτονεῖν μελλόντων, ἐκεῖνος τῶν βουλευτῶν τε τοὺς δυνατωτάτους
με- τῆλθε, καὶ τοὺς ὀρφανούς πόρρω ποι πέμψας εἰς θήραν, οἶς τε εἶπε καὶ οἶς ἔπραξεν
αὐτῷ τὴν βασιλείαν ψηφίσασθαι παρεσκεύασεν, ὡς ἀνδρωθεῖσιν αὐτὴν δῆθεν τοῖς παισὶν ἀποδώσοντι.
ἐγκρατὴς δὲ καταστὰς τῶν πραγμάτων οὕτω τοὺς Ῥωμαίους διέθετο ὥστε μηδέποτε ἐθελήσειν ἀνθελέσθαι τοὺς παῖδας ἐκείνου· καὶ τὰ μειράκια δὲ πρός ῥᾳστώνην
ἐθίζων τάς τε ψυχὰς αὐτῶν καὶ τὰ σώματα σὺν χάριτι δή τινι ἔφθειρε. δεδιὼς δὲ καὶ οὕτως ἔχων, ἰσχὺν
ἑαυτῷ ἐν τῷ συνεδρίῳ περιεποιήσατο. τοὺς γὰρ φιλίως αὐτῷ ἐκ τοῦ δήμου διακειμένους περὶ
διακοσίους ἐς τοὺς εὐπατρίδας ἐνέγραψε καὶ τοὺς βουλευτάς, καὶ οὕτω τήν τε γερουσίαν ὑφ’ ἑαυτὸν καὶ
τοὺς πολλοὺς ἐποιήσατο. καὶ τὴν στολὴν πρὸς τὸ μεγαλοπρεπέστερον ἤμειψεν· ἡ δὲ ἦν ἱμάτιον καὶ χιτὼν
ὁλοπόρφυρα καὶ χρυσόπαστα, στέφανός τε λίθων χρυσοδέτων καὶ σκῆπτρον δίφρος τε ἐλεφάντινα, οἶς καὶ μετὰ ταῦτα οἵ τε ἄλλοι καὶ οἱ τὴν
αὐτοκράτορα ἔχοντες ἡγεμονίαν ἐχρήσαντο. καὶ τεθρίππῳ ἐν τοῖς ἐπινικίοις ἐπόμπευσε, καὶ ῥαβδούχους
διὰ βίου δώδεκα ἔσχε. 
 Πάντως δὲ καὶ ἄλλα πλείω ἐκαινοτόμησεν ἄν, εἰ μή τις Ἄττος Ναούιος τὰς φυλὰς αὐτὸν
βουληθέντα μετακοσμῆσαι κεκώλυκεν, ὃς οἰωνιστὴς ἦν οἷος οὐχ ἕτερος γέγονε. τοῦτον ὑβρίσαι, διὰ τὴν
ἐναντίωσιν ὀργισθείς, καὶ τὴν τέχνην ἐξουθενῆσαι διεμελέτησεν ὁ Ταρκύνιος. λαβὼν οὖν ἐν
τῷ κόλπω ἀκόνην τε καὶ ξυρὸν ἐς τὸν δῆμον παρῆλθεν, ἔχων ἐν νῷ τμηθῆναι τῷ ξυρῷ τὴν ἀκόνην, πρᾶγμα
τῶν ἀδυνάτων· εἰπόν τε ὅσα ἐβούλετο, ἐπεὶ Ἄττος ἀντέλεγεν ἐντονώτατα,
 μηδὲν ὑφιέμενος “εἰ μὴ φιλονείκως ἀντιλέγεις” ἔφη “ἀλλ' ἀληθῆ λέγεις, ἐπὶ πάντων τούτων
 ἀπόκριναί μοι εἰ ὁ κατὰ νοῦν ἔχω ποιῆσαι γενήσεται.” ὁ δὲ Ἄττος αὐτοῦ που οἰωνισάμενος
παραυτικα “καὶ πάνυ γε’’ εἶπεν “ὦ βασιλεῦ, ὃ διανοῇ ἔσται ἐπιτελές.” “οὐκοῦν’’ ἔφη “τὴν ἀκόνην
ταύτην 
 λαβὼν τῷ ξυρῷ τούτῳ διάτεμε· τοῦτο γὰρ γενέσθαι διανενόημαι.” ὁ δὲ ἔλαβέ τε αὐτὴν εὐθὺς
καὶ διέκοψε. θαυμάσας δὲ ὁ Ταρκύνιος ἄλλας τε τιμὰς ἐκείνῳ παρέσχε καὶ χαλκῆς εἰκόνος ἠξίωσε, καὶ
οὐδὲν ἔτι τῆς πολιτείας ἠλλοίωσε, πρὸς πάντα τε συμβούλῳ τῷ Ἄττῳ ἐκέχρητο. 
 
 Μαχεσάμενος δὲ Λατίνοις ἀποστατήσασιν, ἔπειτα καὶ Σαβίνοις εἰς τὴν Ῥωμαΐδα ἐμβαλοῦσι
συμμαχουμένοις ὑπὸ Τυρσηνῶν, ἁπάντων ἐκράτησε. τῶν δὲ τῆς Ἑστίας ἱερειῶν, ἃς παρθενεύειν διὰ βίου
νενόμισται, φωράσας τινά συμφθαρεῖσαν ἀνδρί, ὐπόγεών τινα κατασκευάσας ὑποδρομὴν
προμήκη, κλίνην τε θεὶς ἐν αὐτῇ καὶ λύχνον καὶ τράπεζαν σιτίων ὑπόπλεων, ἐκεῖ τὴν φθαρεῖσαν
προπεμπομένην ἐκόμισε, καὶ ζῶσαν εἰσαγαγὼν ἐγκατῳκοδόμησε. καὶ οὕτω τὰς τὴν παρθενίαν
μὴ τηρησάσας τῶν ἱερειῶν ἐξ ἐκείνου τιμωρεῖσθαι κεκράτηκεν· οἶ δὲ ταύτας αἰσχύνοντες εἰς ξύλον τὸν
αὐχένα δίκρουν ἐμβάλλονται ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ μετὰ τοῦτο γυμνοὶ αἰκιζόμενοι ἀποψύχουσιν. 
 
 Ἐπέθεντο μέντοι τῷ Ταρκυνίῳ οἱ τοῦ Μαρκίου παῖδες, ἐπεὶ μὴ
τῆς ἀρχῆς αὐτοῖς παρεχώρει, ἀλλά τινα Τούλλιον τεχθέντα οἱ ἐξ αἰχμαλωτίδος προῆγε πάντων· ὃ δὴ
μάλιστα τοὺς εὐπατρίδας ἐλύπει. ὧν τινας προσεταιρισάμενοι αὐτῷ ἐπεβούλευσαν, δύο τινὰς
χωριτικῶς ἐσταλμένους, ἀξίναις καὶ δρεπάνοις ὡπλισμένους, αὐτῷ ἐπιθέσθαι παρασκευάσαντες. οἱ ἐπεὶ μὴ
ἀγοράζοντι τῷ Ταρκυνίῳ ἐνέτυχον, ἐπὶ τὰς θύρας τῶν βασιλείων ἧκον, ἀλλήλοις δῆθεν
διαμαχόμενοι, καί οἱ ἐλθεῖν εἰς ὄψιν ἐδέοντο. καὶ τυχόντες τούτου εἰς λόγους ἀλλήλοις
ἀντικατέστησαν, καὶ δικαιολογουμένῳ τῷ ἑνὶ προσέχοντα τὸν Ταρκύνιον ὁ ἕτερος κατειργάσατο. 
 
 Ὁ μὲν οὖν Ταρκύνιος τοιοῦτον ἴσχε τέλος, τριάκοντα

καὶ ὀκτὼ βασιλεύσας ἐνιαυτούς, τὴν δὲ τῆς Ῥώμης βασιλείαν ὁ Τούλλιος διεδέξατο, συνεργίᾳ
τῆς τοῦ Ταρχυνίου γυναικὸς Τανακυιλίδος. τοῦτον δὲ γυνή τις Ὀκρισία καλουμένη, Σερουίου Τουλλίου
ἀνδρὸς Λατίνου εὐνέτειρα ἐν τῷ πολέμῳ ἁλοῦσα καὶ τῷ Ταρκυνίῳ ἐξαιρεθεῖσα, τέτοκεν, ἢ
ἐγκύμων οἴκοθεν οὖσα ἢ συλλαβοῦσα μετὰ τὴν ἅλωσιν· λέγεται γὰρ ἀμφότερα. οὗτος ἐς παῖδας ἤδη τελῶν
ἐπὶ δίφρου μεθ’ ἡμέραν κατέδαρθε, καὶ πῦρ ἀπὸ τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς πολὺ ἐδόκει ἐξάλλεσθαι.
ὅπερ ἰδὼν ὁ Ταρκύνιος διὰ σπουδῆς ἦγε τὸν παῖδα, καὶ εἰς ἡλικίαν
ἀφιγμένον τοῖς εὐπατρίδαις καὶ τῇ γερουσίᾳ συνέταξε. 
 Συλληφθέντων οὑν τῶν τοῦ Ταρκυνίου φονέων, μαθοῦσα ἡ ἐκείνου γυνὴ καὶ ὁ Τούλλιος τὴν
παρασκευὴν τῆς ἐπιβουλῆς οὐ φανερὸν αὐτίκα τὸν τοῦ Ταρκυνίου θάνατον ἔθεντο, ἀλλ’
ἀνελόμενοι αὐτὸν ὡς ἔτι ἐμπνέοντα ἐθεράπευον δῆθεν, κἀν τούτῳ πίστεις ἀλλήλοις ἔδοσαν ὥστε τὸν
Τούλλιον τὴν ἀρχὴν εἰληφότα τοῖς παισὶν αὐτῆς ἀνδρωθεῖσιν ἐκστῆναι ταύτης. ἐπεὶ δὲ τὸ
πλῆθος συνδραμὸν ἐθορύβει, προκύψασα ἐκ τῶν ὑπερῴων ἡ Τανακυιλὶς “μὴ φοβεῖσθε” ἔφη· “ὁ γὰρ ἀνήρ μου
καὶ ζῇ καὶ ὑμῖν μετ’ ὀλίγον ὀφθήσεται. ἵνα δὲ αὐτός τε σχολάζων ὑγια- 
 σθῄ καὶ μή τι τοῖς πράγμασιν ἐκ τῆς αὐτοῦ ἀσθενείας εἴη ἐμπόδιον, Τουλλίῳ κατά γε τὸ
παρὸν τὴν τῶν κοινῶν ἐπιτρέπει διοίκησιν.” εἶπεν ἐκείνη ταῦτα· οἶδέ
τὸν Τούλλιον οὐκ ἀκουσίως ἐδέξαντο· ἀγαθὸς γὰρ ἀνὴρ ἐδόκει. 
 Ἐγχειρισθεὶς οὑν ἐκεῖνος τὴν τῶν κοινῶν οἰκονoμίαν, τὰ πλείω κατ᾿ ἐντολὰς δῆθεν διῴκει τοῦ
Ταρκυνίου. ὡς δ᾿ ἐν πᾶσιν ἐώρα πειθαρχοῦντας αὐτῷ, τοὺς αὐτόχειρας τοῦ Ταρκυνίου πρὸς τὴν γερουσίαν
10 παρήγαγε, διὰ τὴν ἐπιβουλὴν τάχα· ἔτι γὰρ ζῆν ἐκεῖνον προσεποιεῖτο. καὶ οἱ μὲν καταψηφισθέντες
ἀπέθανον , οἱ δὲ τοῦ Μαρκίου υἱοὶ φοβηθέντες εἰς Οὐολούσκους
κατέφυγον. κἀκεῖνος τότε τόν τε θάνατον τοῦ Ταρκυνίου ἐξέφηνε καὶ φανερῶς 
 τῆς βασιλείας ἐπείληπτο. καὶ πρῶτον μὲν τοὺς τοῦ Ταρκυνίου παῖδας προυβάλλετο ὡς αὐτὸς
τὴν ἡγεμονίαν ἐπιτροπεύων, εἶτα πρὸς θεραπείαν τοῦ δήμου ἐτράπετο, ὡς ῥᾴστα μᾶλλον τὸν ὅμιλον ἢ τοὺς
εὐπατρίδας ὑποποιησόμενος , χρήματά τε αὐτοῖς ἐδίδου καὶ γῆν ἑκάστῳ προσένειμε καὶ
τοὺς δούλους ἐλευθεροῦσθαι καὶ φυλετεύεσθαι παρεσκεύασεν. ἀχθομένων δ᾿ ἐπὶ τούτοις τῶν δυνατῶν,
ἔταξέ τιυα τοὺς ἐλευθερωθέντας τοῖς ἐλευθερώσασι σφᾶς ἀνθυπουργεῖν. ὡς δὲ χαλεπῶς εἶχον οἱ
εὐπατρίδαι αὐτῷ, καὶ διεθρόουν ἄλλα τε καὶ ὅτι μηδενὸς αὐτὸν ἑλομένου τὴν ἀρχὴν ἔχει,
συναγαγὼν τὸν δῆμον ἐδημηγόρησε· καὶ πολλὰ ἐπαγωγὰ διαλεχθεὶς
αὐτῷ οὕτω διέθετο ὡς αὐτίκα πάσαν αὐτῷ τὴν βασιλείαν ἐπιψηφίσασθαι. ὁ δὲ αὐτοὺς ἀμειβόμενος ἄλλα τε
ἐφιλοτιμήσατο καὶ ἐς τὸ συνέδριόν τινας αὐτῶν ἐνέγραψεν· οἳ πάλαι μὲν ἐν πλείστοις
ἧττον ἔφερον τῶν εὐπατριδῶν, τοῦ χρόνου δὲ προϊόντος, πλὴν τῆς με- σοβασιλείας καὶ τῶν
ἱερωσυνῶν, τῶν ἴσων μετεῖχον τοῖς εὐπατρίδαις, καὶ διέφερον ἄνευ τῶν ὑποδημάτων οὐδέν. τοῖς γὰρ
εὐπατρίδαις τὰ ὑποδήματα ἀστικὰ τῇ τε ἐπαλλαγῇ τῶν ἱμάντων καὶ τῷ
τύπῳ τοῦ γράμματος ἐκεκόσμηντο, ἔν ἐκ τούτων δοκοῖεν ἀπὸ τῶν ἑκατὸν ἀνδρῶν τῶν κατ᾿
ἀρχὰς βουλευσάντων κατιέναι. τὸ γράμμα δὲ ῥῶ φασιν εἶναι, ἢ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἑκατὸν ἐκείνων ἀνδρῶν
δηλωτικὸν ὂν ἢ ὡς τοῦ τῶν ῾Ρωμαίων κατάρχον ὀνόματος. 
 Τὸν μὲν οὖν ὅμιλον οὕτως ὁ Τούλλιος ᾠκειώσατο, δείσας δὲ μή τις στάσις
συμβῇ, τὰ πλεῖστα καὶ ἰσχυρότατα τῶν κοινῶν τοῖς δυνατωτέροις ἐπέτρεψέ· καὶ οὕτω σφίσιν αὐτοῖς
συνεφρόνησαν καὶ τὸ δημόσιον διήγαγον ἄριστα. καὶ πολέμους δέ τινας πρός τε τοὺς Οὐιέντας καὶ πρὸς
ἅπαντας τοὺς Τυρσηνοὺς ἐπολέμησεν, ἐν οἔς οὐδὲν ἐπράχθη συγγράμμάτος ἄξιον. τοὺς Λατίνους δ᾿ ἐπὶ μᾶλλον ῾Ρωμαίοις βουληθεὶς οἰκειόσασθαι, νεών
τινα ἐκ χρημάτων κοινῶν ἐν τῇ ῾Ρώμῃ κατασκευάσαι πέπεικε. καὶ τοῦτον ἀνέθεσαν τῇ Ἀρτέμιδι. περὶ δὲ
τῆς νεωκορίας αὐτοῦ διεφέροντο. κἀν τούτῳ Σαβῖνος ἀνὴρ βοῦν ἦγε περικαλλῆ πρὸς τὴν
῾Ρώμην, ὡς ἔκ τινος χρησμοῦ θύσων αὐτὴν τῇ Ἀρτέμιδι. ὁ δὲ χρησμὸς τὸν ἐκείνην θύσαντα ἔλεγε τὴν
πατρίδα ἐπαυξήσειν. τοῦτο δέ τις τῶν ῾Ρωμαίων μαθὼν προσῆλθεν αὐτῷ καὶ πρότερον εἶπε
δεῖν ἐν τῷ ποταμῷ ἁγνισθῆναι, καὶ εἰπὼν ἔπεισε, καὶ πείσας ἔλαβε τὴν βοῦν ὡς φυλάξων, καὶ λαβὼν
ἔθυσεν. ἐκφήναντος δὲ τοῦ Σαβίνου τὸ λόγιον οἱ Λατῖνοι καὶ τῆς τοῦ ἱεροῦ προστασίας τοῖς ῾Ρωμαίοις
ἐξέστησαν καὶ ἐς τἄλλα 
 κρείττονας σφῶν ἐτίμων αὐτούς. 
 Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως· ὁ Τούλλιος δὲ τοῖς Ταρ- κυνίοις τὰς θυγατέρας συνῴκισε,
καὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῖς ἀποδώσειν ἐπαγγειλάμενος ἄλλοτε ἄλλο τι προφασιζόμενος μένος ἀνεβάλλετο. οἱ
δὲ οὐδὲν ὑγιὲς ἐφρό- νουν, ἀλλὰ ἤχθοντο. ὁ δ' ἐν οὐδενὶ λόγῳ τούτους πεποίητο, καὶ
τοὺς Ῥωμαίους πρὸς τὸ δημοκρατικὸν ἐνῆγε καὶ τὸ ἐλεύθερον. ἔτι δὲ μᾶλλον ἐπὶ τούτοις ἤσχαλλον οἱ
Ταρκύνιοι. ἀλλ’ ὁ μὲν νεώτερος, κἂν ἐχαλέπαινεν, ἔφερεν, τῷ δὲ τῷ χρόνῳ προήκοντι οὐκ- έτι τοῦ
Τουλλίου ἐδόκει ἀνέχεσθαι. ἐπεὶ δὲ μὴ συνευδοκοῦσαν εὕρισκε τὴν γυναῖκα καὶ τὸν
ὁμαίμονα, αὐτὸς μὲν τὴν γυναῖκα, τὸν δ’ ἀδελφὸν διὰ τῆς γυναικὸς ἐκείνου φαρμάκοις διέφθειρε, καὶ συναφθεὶς τῇ συνεύνῳ τοῦ ἀδελφοῦ τῷ Τουλλίῳ σὺν αὐτῇ ἐπεβούλευε.
καὶ πολλοὺς τῶν τε βουλευτῶν καὶ τῶν εὐπατριδῶν αἰτίας ἔχοντας κατὰ τοῦ Τουλλίου πείσας
συνάρασθαί οἶ, ἐξαπιναίως μετ’ αὐτῶν εἰς τὸ συνέδριον παραγέγονεν, ἑπομένης αὐτῷ καὶ τῆς γυναικὸς
Τουλλίας· καὶ πολλὰ μὲν εἶπε τῆς τοῦ πατρὸς ἀξίας τοὺς παρόντας ἀναμιμνήσκων, πολλὰ δ 
ἀπέσκωψε πρὸς τὸν Τούλλιον. ἐπεὶ δ' ἐκεῖνος ταῦτα μαθὼν ἐπέστη σπουδῇ, καί τι δὴ καὶ ἐφθέγξατο,
 συνήρπασεν αὐτὸν καὶ ἐξάρας ὦσε κατὰ τῶν πρὸ τοῦ βουλευτηρίου
ἀναβαθμῶν. καὶ ὁ μέν, ταραχθεὶς πρὸς τὴν τοῦ Ταρκυνίου τόλμαν καὶ ὅτι
οὐδέ τις αὐτῷ ἐπεκούρησεν, οὔτ’ εἶπεν ἔτι οὐδὲν οὔτ’ ἔποίησε Ταρκύνιος δὲ τήν τε
βασιλείαν εὐθὺς παρὰ τῆς βουλῆυς ἔλαβε καὶ πέμψας τινὰς τὸν Τούλλιον κομιζόμενον οἴκαδε διεχρήσατο.
ἡ δὲ θυγάτηρ ἐκείνου ἐν τό βουλευτηρίῳ τὸν ἄνδρα καταφιλήσασα καὶ βασιλέα 
προσαγορεύσασα καὶ ἀπιοῦσα πρὸς τὰ βασίλεια τὸ ὄχημα κατὰ τοῦ νεκροῦ τοῦ πατρὸς ὡς εἶχεν ἐπή-
λασεν. 

 
 Οὕτω μὲν οὖν ὁ Τούλλιος ἦρξε καὶ οὕτως ἀπέθάνε βασιλεύσας
τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἐπὶ τεσσαράκοντα,

ὁ Ταρκύνιος δὲ τὴν βασιλείαν παρειληφὼς δορυφόρους κατὰ ῾Ρωμύλον ἑαυτῷ περιέστησεν, καὶ
νύκτωρ καὶ μεθ᾿ ἡμέραν αὐτοῖς καὶ οἰκουρῶν καὶ 5 ἀγοράζων ἐκέχρητο. ἐξ ὧν γὰρ αὐτὸς εἰς τὸν κηδεστὴν
καὶ ἡ γυνὴ πρὸς τὸν πατέρα ἐποίησαν, καὶ τοὺς λοιποὺς ἐδεδίεσαν. ἐπεὶ δὲ ὡς τυραννήσων
παρεσκευάσατο, τούς δυνατωτάτους τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν ἄλλων συλλαμβάνων ἐκτίννυεν, οἶς μὲν αἰτίαν
 εἶχεν ἐπενεγκεῖν φανερῶς ἀναιρῶν, οὓς δὲ λάθρᾳ· ἐνίους δέ γε καὶ ὑπερώριζεν. οὐ γὰρ
τοὺς τῷ Τουλλίῳ προσκειμένους μόνους, ἀλλὰ καὶ τοὺς πρὸς τὴν
μοναρχίαν συναραμένους αὐτῷ προσαπώλλυε, καὶ οὕτω τὸ κράτιστον τῆς βουλῆς καὶ τῆς ἱππάδος
ἀνάλωσε. μισεῖσθαί τε ὑπὸ παντὸς τοῦ δήμου ἐπίστευε· διὸ οὐ δὲ ἀντικαθίστη τὸ παράπαν
ἀντὶ τῶν ἀπολλυμένων τινάς, ἀλλὰ καὶ τὴν γερουσίαν καταλῦσαι παντελῶς ἐπιχειρήσας οὔτε ἀντεισῆγεν
ἐς αὐτὴν οὐδένα οὔτε τοῖς οὖσιν ἐπεκοίνου τι λόγου ἄξιον συνεκάλει μὲν γὰρ αὐτούς, οὐ
μὴν ὥστε τι τῶν ἀναγκαίων συνδιοικεῖν, ἀλλ᾿ ἴνα δήλη αὐτῶν ἡ βραχύτης γίνοιτο ἅπασι, κἀντεῦθεν
καταφρονοῖντο· τὰ δὲ πλεῖστᾶ καθ᾿ ἑαυτὸν ἢ καὶ μετὰ τῶν υἱέων ἔπραττε. δυσπρόσιτός τε καὶ
δυσπροσήγορος ἦν, καὶ τῇ ὑπεροψέᾳ καὶ τῇ ὠμότητι ὁμοίως ἐχρῆτο πρὸς ἅπαντας,
 καὶ τυραννικώτερον αὐτός τε καὶ οἱ παῖδες αὐτοῦ προσεφέροντο
ἅπασι. διὰ ταῦτα δὲ καὶ τοὺς δορυφόρους ὑπόπτους ἔχων, ἐκ τῶν Λατίνων προσηταιρίσατο δορυφορικόν,
καὶ ἐς τὰς τῶν ῾Ρωμαίων τάξεις 
 
 Λατίνους ἐνέμιξεν, ἴνα οἱ μὲν Λατῖνοι ἰσομοιρίας τοῖς Ῥωμαίοις τυχόντες εὔνοιαν αὐτῷ
ἐντεῦθεν ἀφείλωσι, καὶ οἶ Ῥωμαῖοι ἧττον ἐκφοβῶσιν αὐτόν, μηκέτι κατὰ σφᾶς ὄντες, ἀλλὰ τοῖς Λατίνοις
συνοπλιτεύοντες. 
 
 Γαουίνοις δὲ μάχην συνῆψε, καὶ κακῶς μὲν ἠγωνίσατο, δόλῳ δὲ αὐτοὺς ἐχειρώσατο. αὐτομολῆσαι
γὰρ αὐτοῖς Σέξτῳ ὑπέθετο τῷ υἱῷ· ἵνα δ’ εὐπρόσωπος αὐτῷ τῆς αὐτομολίας πρόφασις γένηται, ἐκεῖνος μὲν
τὸν πατέρα φανερῶς ὡς τύραννον καὶ παράσπονδον ἐλοιδόρησεν, ὁ δὲ τὸν υἱὸν ἐμαστίγωσέ τε
 καὶ ἀντημύνατο. εἶτα κατὰ συνθήκας πρὸς Γαουίνους ἐψευδαυτομόλησε,
χρήματά τε καὶ ἑταίρους παρειληφώς. οἱ δέ, πιστεύσαντες τῇ σκηνῇ διά τε τὴν τοῦ Ταρκυνίου ὠμότητα
καὶ ὅτι καὶ τότε πολλὰ καὶ ἀληθῆ τὸν πατέρα ἐκακηγόρει κἀντεῦθεν ἐκπεπολεμῶσθαι αὐτῷ
ἐδόκει, ἐδέξαντό τε αὐτὸν ἀσμενέστατα καί τινας ἐπελεύσεις κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς χώρας σὺν αὐτῷ
ἐποιήσαντο καὶ οὐ μετρίως αὐτῇ ἐλυμήναντο. διὰ ταῦτα γοῦν, καὶ ὅτι χρήματα ἰδίᾳ τέ τισι παρεῖχε καὶ ἐς τὸ κοινὸν ἀνήλισκε δαψιλῶς, ᾑρέθη παρ’ αὐτῶν στρατηγὸς καὶ τὴν τῶν πολιτικῶν ἐν
αὐτοῖς C πραγμάτων ἐπετράπη διοίκησιν. ἐπὶ τούτοις λάθρᾳ πέμψας τινὰ τὰ συμβάντα τε ἐγνώρισε τῷ
πατρὶ καὶ πρὸς τὸ μέλλον γνώμην ᾔτησεν ἐξ αὐτοῦ. ὁ δὲ εἶπε μὲν τῷ πεμφθέντι οὐδέν, ἔνα
μὴ ἴσως γνωσθεὶς ἑκών τι ἢ ἄκων ἐξείποι, εἰς δὲ κῆπον εἰσαγαγὼν αὐτόν, ἐν ᾧ μήκωνες ἦσαν, τὰς κωδύας
αὐτῶν τὰς ὑπερεχούσας ῥάβδῳ κατέκλασε καὶ εἰς γῆν κατεστόρεσε,
καὶ οὕτω τὸν ἀγγελιαφόρον ἀπέπεμψε. καὶ ὁ μὲν τὸ πραχθὲν τῷ Σέξτῳ ἀπήγγειλεν, ἀσυνέτως
ἔχων τῆς πράξεως, ὁ δὲ τὸν νοῦν συνῆκε τῆς ὑποθέσεως, καὶ τοὺς ἀξιολογωτέρους τῶν Γαουίνων τοὺς μὲν λάθρᾳ φαρμάκοις διέφθειρε, τοὺς δὲ διά τινων δῆθεν
λῃστῶν, ἄλλους δὲ καὶ ἐκ δικαστηρίων ἀπέκτεινε, συκοφαντίας κατ’ αὐτῶν πρὸς τὸν πατέρα προδοσίας
πλαττόμενος. 
 ὅμοιον δέ τι τούτῳ καὶ ὁ Πρόδοτος ἱστορεῖ. Περίανδρον γὰρ τὸν Κυψέλου τύραννον
Κορίνθου γενόμενόν φησι πρὸς Θρασύβουλον τὸν Μιλήτου τύραννον διαπέμψασθαι πυνθανόμενον ὅπως αὐτῷ τὰ
τῆς ἀρχῆς ἀσφαλῶς ἕξει. τὸν δὲ Θρασύβουλον τῷ ἀπαγγείλαντι ταῦτα μηδὲν ἀποκρίνασθαι, ἀπαγαγόντα δ’ εἰς λήιον τῶν ἀσταχύων τοὺς ὑπερέχοντας ἐκτέμνειν τε καὶ ῥιπτεῖν, καὶ οὕτως ἀποπέμψαι
τὸν ἐσταλμένον. τὸν δὲ ἐπανελθόντα καὶ τὴν Θρασυβούλου συμβουλὴν ἐρωτώμενον εἰπεῖν εἰς παραπλῆγα
 πεμφθῆναι, γαῖ διηγεῖσθαι ὅσα ἐκεῖνος ἐπίησε, μή
τι πρὸς ο ἠρωτήθη φθεγξάμενος· τὸν δὲ Περίανδρον συνεικέναι τὸν τοῦ Θρασυβούλου λογισμόν, καὶ τοὺς
ὑπερέχοντας τῶν Κορινθίων ἅπαντας ἀπολέσαι. 
 Καὶ ὁ Σέξτος οὖν οὕτω τοὺς Γαουίνους μετῆλθε, καὶ τοὺς μὲν κρείττους ἀπώλλυε,
τῷ πλήθει δὲ τὰ σφῶν διένειμε χρήματα. καὶ μετὰ τοῦτο τόν μὲν διαφθαρέντων ἤδη, τῶν δὲ λοιπῶν
ἠπατημένων καὶ πάντα πιστευόντων αὐτῷ, μετὰ τῶν αἰχμαλώτων Ρωμαίων καὶ τῶν αὐτομόλων, οὓς πολλοὺς
διὰ τοῦτο συνήθροισε, κατέσχε τὴν πόλιν καὶ τῷ πατρὶ παραδέδωκε. καὶ ὃς ἐκείνης τῷ υἱῷ
παρεχώρησεν, αὐτὸς Β δὲ πρὸς ἄλλα ἐπολέμησεν ἔθνη.

Τοὺς δὲ τῆς Σιβύλλης χρησμοὺς Ῥωμαίοις καὶ ἄκων προσεποιήσατο. γυνὴ γάρ τις θεόμαντις, ἥν
 
 
 
 Σίβυλλαν ὠνόμαζον, ἐς τὴν Ῥώμην ἐλήλυθε βιβλία τρία ἢ ἐννέα φέρουσα, καὶ ταῦτα
πρίασθαι τῷ Ταρκυνίῳ ἐδίδου καὶ τὴν τιμὴν τῶν βιβλίων ὡρίσατο. ἐκείνου δὲ μὴ προσεσχηκότος αὐτῇ, τὸ
ἒν ἢ τὰ τρία τῶν βιβλίων κατέκαυσεν. ὡς δ’ αὖθις ὠλιγώρει αὐτῆς ὁ Ταρκύνιος, κἀκ τῶν
λοιπῶν ὁμοίως διέφθειρε. μελλούσης δὲ καὶ τὰ ἔτι λοιπὰ καταφλέξειν, ἠνάγκασαν αὐτὸν οἱ οἰωνισταὶ τὰ
γοῦν σωζόμενα παίασθαι. καὶ ὠνήσατο ταῦτα ὅσου τὰ πάντα κτήσασθαι ἔμελλε, καὶ δύο
βουλευταῖς ἀνδράσι φυλάσσειν παρέδωκεν. ὡς δ' οὐ πάνυ τῶν γεγραμμένων
συνίεσαν, εἰς τὴν Ἑλλάδα στείλαντες δύο ἄνδρας ἐκεῖθεν μισθοῦ ἤγαγον τοὺς ἀναγνωσομένους ταῦτα καὶ
ἑρμηνεύσοντας. οἱ δὲ περίοικοι μαθεῖν ἐθελήσαντες ὅ,τι ποτὲ τὸ διὰ τῶν βιβλίων εἴη
δηλούμενον, τὸν ἕτερον τῶν φυλασσόντων αὐτὰ Μάρκον Ἀκίλλιον χρήμασιν ἀναπείσαντες μετεγράψαντό τινα.
γνωσθέντος δὲ τοῦ ἔργου ὁ Μάρκος βύρσαις δύο συρραφείσαις ἐμβληθεὶς κατεποντώθη, ὃ ἐξ ἐκείνου
μετέπειτα κατὰ τῶν πατροκτόνων ἐπεκράτησε γίνεσθαι, ἵνα μήτε ἡ γῆ μήτε τὸ ὕδωρ μήτε ὁ
ἥλιος μιανθῇ αὐτοῦ θνήσκοντος. 
 Τὸν δὲ νεὼν τὸν ἐν τῷ Ταρπηίῳ ὄρει κατὰ τὴν τοῦ πατρὸς εὐχὴν
ᾠκοδόμει. τῆς δὲ γῆς εἰς τὴν τῶν θεμελίων καταβολὴν ἀναρρηγνυμένης, ἀνδρὸς νεοθνῆτος 
κεφαλὴ ἀνεφάνη ἔναιμος ἔτι. ἔπεμψαν οὖν Ρωμαῖοι πρὸς ἄνδρα Τυρσηνὸν τερατοσκόπον ἐρωτῶντες τὸ διὰ
τοῦ φανέντος δηλούμενον. ὁ δὲ τὸ σημεῖον εἰς τὴν Τυρσηνίδα μεταθεῖναι μηχανησάμενος, διάγραμμα ἐπὶ
τῆς γῆς ἐποιήσατο, καὶ εἰς αὐτὸ τήν τε τῆς Ῥώμης θέσιν ἐντείνας καὶ τὸ Γαρπήιον 
 ὄρος, ἔμελλε τοὺς πρέσβεις ἀνερέσθαι “ἡ Ῥώμη αὕτη ἐστί; τὸ ὄρος τοῦτό ἐστιν; ἡ κεφαλὴ
ἐνταῦθα εὐρέθη;” ἵν' ἐκείνων μηδὲν ὑποτοπησάντων καὶ συμφησάντων ἡ δύναμις τοῦ σημείου εἰς τὸ χωρίον
ἐν ᾧ διεγέγραπτο μετασταίη. καὶ ὁ μὲν ταῦτα ἐτεχνάσατο, οἱ δὲ πρέσβεις παρὰ τοῦ υἱέος ἐκείνου μαθόντες τὸ τέχνασμα, ἐρωτώμενοι “οὐκ ἐνταῦθα” εἶπον
‘‘οἰκεῖται ἡ Ῥώμη, ἀλλ’ ἐν τῷ Λατίῳ, καὶ τὸ ὄρος ἐν τῇ Ῥωμαίων ἐστί, καὶ ἡ κεφαλὴ ἐν τῷ ὄρει ἐκείνῳ
εὑρέθη.” οὕτω δὲ τῷ τερατοσκόπῳ διακρουσθέντος 
 τοῦ μηχανήματος πᾶσαν ἐκεῖνοι τὴν ἀλήθειαν ἔμαθον καὶ τοῖς
πολίταις ἀνήγγειλαν ὅτι κράτιστοι ἔσονται καὶ πλείστων ἄρξουσιν. ἐλπὶς οὑν κἀκ τούτου αὐτοῖς
προσεγένετο. ἔνετο. κἀντεῦθεν τὸ ὄρος μετωνομάσθη παρ’ αὐτῶν Καπιτώλιον· καπίτα γὰρ τῇ Ῥωμαίων διαλέκτῳ ἡ κεφαλὴ ὀνομάζεται. 
 Δεηθεὶς δὲ χρημάτων εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ναοῦ ὁ Ταρκύνιος Ἀρδεάταις ἐπήνεγκε πόλεμον·
 ὅθεν οὔτε χρήματα προσεκτήσατο καὶ τῆς βασιλείας ἐξέπεσε. γεγόνασι δ'
αὐτῷ καὶ σημεῖά τινα δηλωτικὰ τῆς ἐκπτώσεως. ἔκ τε γὰρ τοῦ κήπου αὐτοῦ γῦπες νεοσσοὺς
ἐξήλασαν ἀετῶν, καὶ ἐξ ἀνδρῶνος, ἐν ᾧ συνειστιᾶτο φίλοις, ὄφις μέγας ἐπιφανεὶς αὐτόν τε καὶ τοὺς
συσσίτους ἐξέβαλε. διά τοι ταῦτα ἐς Δελφοὺς Τίτον τε καὶ Ἀρροῦντα τοὺς υἱοὺς ἔπεμψε. 
τοῦ δὲ Ἀπόλλωνος χρήσαντος τότε τῆς ἀρχῆς ἐκπεσεῖσθαι αὐτὸν ὅτε κύων φωνῇ ἀνθρωπίνῃ χρήσαιτο,
ἀγαθαῖς ἐλπίσιν ᾐώρητο, μὴ οἰηθείς ποτε γενέσθαι τὸ μάντευμα. 
 Ην δὲ Λούκιος Ἰούνιος ἀδελφῆς τοῦ Ταρκυνίου 
 
 υἱός, οὗ τὸν πατέρα καὶ τὸν ἀδελφὸν ὁ Ταρκύνιος 
ἔκτεινεν. οὕτος οὖν καὶ περὶ ἑαυτῷ δεδοικὼς μωρίαν ρίαν προσεποιήσατο, ταύτην ἑαυτοῦ προστησάμενος
σώτειραν· διὸ καὶ Βροῦτος ἐπεκλήθη· τοὺς γὰρ εὐήθεις οὕτω τοῖς Λατίνοις ἔθος καλεῖν.
πλαττόμενος οὖν τὸν μωραίνοντα, τοῖς τοῦ Ταρκυνίου παισὶν εἰς Δελφοὺς ἀπιοῦσι συμπαρελήφθη ὡς
ἄθυρμα. ὁ δὲ καὶ ἀνάθημα φέρειν ἔλεγε τῷ θεῷ· τὸ δ’ ἦν βάκτρον τι μηδὲν ἐκ τοῦ φαινομένου ἔχον
χρηστόν, ὅθεν καὶ ἐπὶ τούτῳ ὠφλίσκανε γέλωτα. τὸ δ’ ἦν οἷον εἰκών τις τῆς κατ’ αὐτὸν
προσποιήσεως· κοιλάνας γὰρ αὐτό λάθρᾳ χρυσίον ἐνέχεεν, ἐνδεικνύμενος δι’ αὐτοῦ ὡς καὶ τὸ φρόνημα αὐτῷ τῷ τῆς μωρίας ἀτίμῳ σῷον καὶ ἔντιμον κατακρύπτεται.
ἐρομένων δὲ τῶν ταρκυνίου υἱῶν τίς τὴν βασιλείαν τοῦ πατρὸς διαδέξεται, ἔχρησεν ὁ θεὸς
τὸν πρῶτον τὴν μητέρα φιλήσαντα τὸ κράτος ἕξειν. καὶ συνείς ὁ Βροῦτος ὡς τυχαίως καταπεσὼν τὴν γῆν
κατεφίλησεν, αὐτὴν μητέρα πάντων ὑπάρχειν κρίνας ὀρθῶς. 
 
 Οὗτος ὁ Βροῦτος τοὺς Ταρκυνίους κατέλυσεν, αἰτίαν τὸ περὶ τὴν Λουκρητίαν συμβεβηκὸς
προστησάμενος, καὶ ἄλλως μισουμένους παρὰ πάντων διὰ τὸ τυραννικόν τε καὶ βίαιον. ἡ δὲ Λουκρητία
θυγάτηρ μὲν ἦν Λουκρητίου Σπουρίου, ἀνδρὸς τῶν τῆς συγκλήτου ἑνός, γαμετὴ δὲ Κολλατίνου
Ταρκυνίου τῶν ἐπιφανῶν, ἐπί τε κάλλει καὶ σωφροσύνῃ τυγχάνουσα
περιβόητος. ταύτην Σέξτος ὁ τοῦ Ταρκυνίου υἷός αἰσχῦναι σπούδασμα ἔθετο, οὐχ οὕτω τοῦ κάλλους αὐτῆς
ἐρασθεὶς ὅσον τῇ ἐπὶ τῷ σώφρονι δόξῃ ἐπιβουλεύων αὐτῆς. τηρήσας οὖν τὸν Κολλατῖνον
 
 τῆς οἰκίας ἀποδημοῦντα, νυκτὸς ἐλθὼν πρὸς αὐτὴν ὡς πρὸς γαμετὴν συγγενοῦς κατέλυσε
παρ᾿ αὐτῇ. καὶ πρῶτον μὲν λόγοις ἐπείρα συγγενέσθαι αὐτῇ, εἶτα καὶ βίαν προσῆγεν· ὡς δ᾿ οὐδὲν
ἐπέραινεν, ἀποσφάξειν ἠπείλησεν· ὡς δὲ καὶ τοῦ θανάτου κατωλιγώρει, δοῦλον
παρακατακλινεῖν αὐτῇ ἐπηπείλησε καὶ ἄμφω κτανεῖν καὶ λόγον διαδώσειν
ὡς εὑρὼν αὐτοὺς συγκαθεύδοντας ἔκτεινε. τοῦτο τὴν Λουκρητίαν ἐτάραξε, καὶ φοβηθεῖσα μὴ πιστευθείη
ταῦθ᾿ οὕτω γενέσθαι, ἐνέδωκε. καὶ μοιχευθεῖσα ξιφίδιον 10 ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον ἔθετο, καὶ
μεταπεμψαμένη τόν τε ἄνδρα καὶ τὸν πατέρα, συνεπομένων αὐτοῖς τοῦ τε Βρούτου καὶ Ποπλίου Οὐαλερίου,
κατεδάκρυσε καὶ στενάξασα τὸ δρᾶμα πᾶν διηγήσατο· εἶτα ἐπήγαγε “καὶ ἐγὼ μὲν τὰ πρέποντα ἐμαυτῇ
ποιήσω, ὑμεῖς δὲ εἴπερ ἄνδρες ἐστέ, τιμωρήσατε μὲν ἐμοί, ἐλευθερώθητε δὲ αὐτοί, καὶ
δείξατε τοῖς τυράννοις οἴων ὑμῶν ὄντων οἴαν γυναῖκα ὕβρισαν.” τοιαῦτα εἰποῦσα εὐθὺς τὸ ξιφίδιον
ὑφελκύσασα κατέκτεινεν ἑαυτήν. 
 
 
 Ἀκούσαντες δ᾿ ἐκεῖνοι ταῦτα καὶ θεασάμενοι ὑπερήλγησαν. καὶ τό Ποπλίῳ συμβούλῳ καὶ προθύμῳ
πρὸς τοὔργον ὁ Βροῦτος χρησάμενος τήν τε γυναῖκα πολλοῖς τόν τοῦ δήμου κειμένην ὑπέδειξε, καὶ πρὸς
τοὺς λοιποὺς δημηγορήσας τὸ πρὸς 
 τυράννους μῖσος ἐκφῆναι πεποίηκε· καὶ μηκέτι δέξασθαι συνέθεντο
τὸν Ταρκύνιον. ταῦτα δὲ πράξας, καὶ τὴν πόλιν ἐπιτρέψας τοῖς ἄλλοις, αὐτὸς πρὸς τὸ στρατόπεδον
ἐξιππάσατο, καὶ τὰ αὐτὰ τῷ δήμῳ συνέπεισε καὶ τοὺς στρατιώτας ψηφίσασθαι. ὁ δέ γε 
Ταρκύνιος τὰ συμβεβηκότα μαθὼν καὶ πρὸς τὴν πόλιν ἐπειχθεὶς ἀπεώσθη, καὶ πρὸς τοὺς Ταρκυνη- σιοὺς μετὰ τῶν παίδων καὶ τῶν ἄλλων ὁμοφρόνων κατέφυγε, μόνης τῆς Τουλλίας, ὡς λόγος,
ἑαυτὴν ἀνελούσης. 
 Ὁ μὲν οὖν Ταρκύνιος πέντε καὶ εἴκοσι τυραννήσας

ἐνιαυτοὺς οὕτως ἐξέπεσε τῆς ἀρχῆς, οἶ Ῥωμαῖοι δὲ πρὸς τὸν Βροῦτον ἀπέκλιναν καὶ
αὐτὸν εἵλοντο ἄρχοντα. ἵνα δὲ μὴ ἡ μοναρχία βασιλεία δοκῇ, καὶ συνάρχοντα αὐτῷ ἐψηφίσαντο τὸν τῆς
Λουκρητίας ἐκείνης ἄνδρα τὸν Κολλατῖνον Ταρκύνιον, ὡς ἀπεχθῶς πρὸς τοὺς τυράννους
πιστευόμενον ἔχειν διὰ τὴν βίαν τῆς γυναικός. ἐκ δέ γε Ταρκυνίου πρέσβεις εἰς Ῥώμην ἧκον περὶ
καθόδου διαλεγόμενοι· ὡς δ’ οὐδὲν ἤνυον, ἕτεροι αὖθις ἐπέστησαν, ἀφίστασθαι τῆς βασιλείας καὶ παύειν
τὸν πόλεμον λέγοντες τὸν Ταρκύνιον, εἰ τὰ χρήματα δοθεῖεν αὐτῶ καὶ τοῖς φίλοις καὶ τοῖς
οἰκείοις, ἀφ’ ὡν διαβιώσονται φεύγοντες. ἐπικλωμένων δὲ πολλῶν
καὶ αὐτοῦ Κολλατίνου τοῦ τῷ Βρούτῳ συνάρχοντος, εἰς ἀγορὰν ὁ Βροῦτος ἐκ τοῦ βουλευτηρίου ἐξέδραμε,
 προδότην τὸν Κολλατῖνον ἀποκαλῶν, πολέμου καὶ τυραννίδος ἀφορμὰς χαριζόμενον. 
 Οἱ πρέσβεις δὲ ἐπὶ τῇ τῶν χρημάτων προφάσει τῇ Ῥώμῃ ἐνδιατρίβοντες ἴσχυσαν ἴσχυσαν
διαφθεῖραι τόν ἐπισήμων τινάς, μεθ’ ὧν καὶ δύο τοῦ Βρούτου παῖδας ἔπεισαν ἐν τῇ
προδοσίᾳ γενέσθαι. ὡς οὑν αυνέπεισαν τὰ μειράκια, ἔδοξε καὶ ὅρκον προβῆναι, καὶ ἐπὶ τούτοις εἰς
οἰκίαν συνῆλθον. ἦν δὲ ὁ οἶκος ὑπέρημος καὶ σκοτώδης. ἔλαθεν οὖν ἔνδον ὢν οὐκ ἐκ προνοίας, ἀλλὰ
τυχαίως οἰκέτης ὄνομα Οὐινδικιος, 
 καὶ κατακρυφθεὶς ἐκεῖ θεατής τε τῶν δρωμένων ἢν 
 καὶ τῶν βεβουλευμένων ἐπήκοος ἅπερ ἤσαν τοὺς ὑπάτους ἀνελεῖν καὶ τὴν πόλιν προδοῦναι ·
καὶ ταῦτα τῷ Ταρκυνίῳ διὰ τῶν πρέσβεων ἐπεστάλκασιν. ἀπελθόντων δὲ τοῦ οἰκήματος τῶν συνωμοτῶν,
ἐξελθὼν ὁ οἰκέτης ἅπαντα κατεμήνυσε. καὶ οἵ τε τὴν προδοσίαν μελετήσαντες συνελήφθησαν,
καὶ τὰ γράμματα ἐκομίσθησαν· καὶ εἰς τὴν ἀγορὰν προαχθέντων αὐτῶν καὶ τὸν Οὐίνδικα παρεστήσαντο. τά
τε γράμματα ἀνεγνώσθησαν· καὶ οἱ μὲν ἄλλοι ἐν κατηφείᾳ ἦσαν καὶ σιωπῇ, ὁ δὲ Βροῦτος ὀνομαστὶ τῶν
υἱέων ἑκάτερον προσειπών “οὐκ ἀπολογεῖσθε” ἔφη πρὸς τὴν
κατηγορίαν;” τῶν δὲ σιωπώντων στραφεὶς πρὸς τοὺς ὑπηρέτας “ὑμέτερον” εἶπεν ‘‘ἤδη λοιπὸν τὸ ἔργον.”
οἱ δὲ συλλαβόντες τοὺς νεανίσκους ῥάβδοις κατέξαινον. καὶ τῶν ἄλλων ἐπικλωμένων τοῖς πάσχουσιν ὁ πατὴρ οὔτ’ ἀλλαχόσε τὰς ὄψεις ἀπήγαγεν οὔτε μὴν οἴκτου τι ἐνεδείξατο μέχρι πελέκει τὰς
κεφαλὰς τῶν παίδων ἀπέκοψαν. τοῦτο δὲ οὔτ’ ἐπαινεῖν οὔτε ψέγειν ἐστὶ ῥᾴδιον· ἢ γὰρ ἀρετῆς ὕψος εἰς
ἀπάθειαν ἐξέστησεν αὐτοῦ τὴν ψυχὴν ἢ πάθους μέγεθος εἰς ἀναλγησίαν· οὐδέτερον δὲ μικρὸν
οὐδ’ ἀνθρώπινον, ἀλλ’ ἠ’ θεῖον ἢ θηριῶδες. 
 Οὕτω δὲ τούτων θανόντων καὶ περὶ τῶν ἄλλων συνωμοτῶν ψῆφον ἐνεγκεῖν ὁ Βροῦτος ἀπῄτητο. ὁ
 δέ τοῖς μὲν υἱέσιν” εἶπεν “αὐτὸς ἀποχρῶν εἰμι δικαστῆς, 
περὶ δὲ τῶν ἄλλων τοῖς πολίταις ἐλευθέροις οὖσι τῆς ψήφου παραχωρῶ.’ ψήφου τοίνυν δοθείσης πάντες
ἐπελεκίσθησαν. ἦσαν δὲ τούτων τινὲς τῷ Κολλατίνῳ προσήκοντες· δι’ οὓς καὶ ὠργίζετο. ὅθεν ὁ Βροῦτος
οὕτω κατ’ αὐτοῦ τὸν δῆμον παρώξυνεν ὡς μικροῦ καὶ αὐτοχειρίᾳ αὐτὸν ἀνελεῖν. ἀλλὰ τοῦτο
μὲν οὐκ ἐποίησαν, τὴν δ’ ἀρχὴν ἠνάγκασαν αὐτὸν ἀπειπεῖν. εἵλοντο δὲ ἀντ᾿ ἐκείνου
συνάρχοντα Πόπλιον Οὐαλέριον, ὃς Ποπλικόλας προσωνομάσθη· δηλοῖ δ᾿ ἡ κλῆσις ἐξελληνιζομένη δημοκηδῆ
ἢ δημοτικώτατον. 
 
 Ταρκύνιος δὲ ἀπογνοὺς τὴν ἐκ προδοσέας βασιλείας
ἀνάληψιν, προσῄει τοῖς Τυρσηνοῖς. οἱ δὲ δυνάμει βαρείᾳ κατῆγον
αὐτόν. ἀντεξῆγον δὲ καὶ τοὺς ῾Ρωμαίους οἱ ὕπατοι. ἀρχομένης δὲ τῆς μάχης Ἄρρων ὁ Ταρκυνίου παῖς καὶ
Βροῦτος ὁ ῾Ρωμαίων ὕπατος ἀλλήλοις περιπεσόντες ἐμάχοντο, καὶ ἀφειδήσαντες ὑπὸ θυμοῦ
ἑαυτῶν συναπέθανον. μεγάλης δὲ τῆς μάχης γενομένης καὶ πολλῶν ἑκατέρωθεν πεσόντων ἄκριτος ἢν ἡ
νίκη. νυκτὸς δ᾿ ἐπελθούσης λέγεται σεισθῆναι τὸ ἄλσος παρ᾿ ᾧ ἐστρατοπεδεύοντο, καὶ φωνὴν ἐκπεσεῖν ἐκεῖθεν μεγάλην φράζουσαν ἐνὶ πλείους τεθνάναι Τυρρηνῶν ἢ ῾Ρωμαίων. ἄμα δὲ τῆ φωνῇ ῾Ρωμαῖοι μὲν μέγα καὶ θαρσαλέον ἠλάλαξαν, πτοία δ᾿ ἐνέπεσε Τυρρηνοῖς· καὶ
θορυβηθέντες τοῦ στρατοπέδου ἐξέπεσον· εἷλον δ᾿ οἱ ῾Ρωμαῖοι τοῦτο καὶ διηρπάκασιν. 
ἀριθμηθέντες δὲ οἱ νεκροὶ τῶν ἐν τῇ μάχῃ θανόντων εὑρέθησαν οἱ μὲν τῶν Τυρρηνῶν ἐπὶ μυρίοις χίλιοι
τριακόσιοι, οἱ δὲ Ῥωμαῖοι παρ’ ἔνα τοσοῦτοι. ἐθριάμβευσε δὲ Οὐαλέριος Ποπλικόλας πρῶτος
ὑπατεύων. 
 
 Ὁ δὲ Ταρκύνιος μετὰ τὴν μεγάλην μάχην, ἐν ἧ καὶ τὸν υἱὸν ἀπέβαλε μαχεσάμενον Βρούτῳ,
καταφυγὼν εἰς τὸ Κλούσιον ἱκέτευε Κλάραν Πορσίναν, ἄνδρα μεγίστην ἔχοντα δύναμιν τῶν Ἰταλικῶν
βασιλέων· καὶ ὃς αὐτῷ βοηθήσειν ὑπέσχετο. καὶ πρῶτον 
μὲν ἔπεμψεν εἰς ῾Ρώμην κελεύων δέχεσθαι τὸν Ταρκύνιον, ὡς δὲ οὐχ ὑπήκουσαν, ἀφίκετο μετὰ βαρείας
δυνάμεως. Ποπλικόλας δὲ Οὐαλέριος εἰς ἀρ- χὴν τὸ δεύτερον αἱρεθεὶς καὶ μάχην συνάψας
καὶ τραυματισθεὶς φοράδην τῆς μάχης ἐξεκομίσθη. ἐπικειμένου δὲ τοῦ Πορσίνα τῇ πόλει λιμὸς ἥπτετο
τῶν ῾Ρωμαίων. ἔκ τινος δὲ συμβεβηκότος ἢ μᾶλλον ἐκ προνοίας γενομένου ὁ Πορσίνας τὸν πρὸς ῾Ρωμαίους
 κατέλυσε πόλεμον. ἀνὴρ γάρ τις Μούκιος Κόρδος, εἰς πᾶσαν ἀρετὴν ἀγαθός, ἐν δὲ τοῖς
πολεμικοῖς ἄριστος, Σκαιόλας τὴν ἐπίκλησιν, ὃ δηλοῖ τὸν μονόχειρα ἢ
μὴ ἀρτιόχειρα, τὸν Πορσίναν ἀνελεῖν βουλευσάμενος παρῆλθεν εἰς τὸ ἐκείνου στρατόπεδον, 
Τυρσηνίδα φορῶν ἐσθῆτα καὶ ὁμοίᾳ κεχρημένος φωνῇ. καὶ σαφῶς μὲν τὸν Πορσίναν οὐκ εἰδώς, ἐρέσθαι δὲ
δεδιός, τὸν γραμματέα αὐτοῦ συγκαθήμενον αὐτῷ καὶ ὁμοίως ἔχοντα τῆς στολῆς σπασάμενος τὸ ξίφος
ἀπέκτεινε. καὶ συλληφθεὶς ἀνεκρίνετο· ἐσχαρίδος δέ τινος τῷ Πορσίνᾳ μέλλοντι θύειν τότε
κεκοσμημένης, ὑπερσχὼν τὴν χεῖρα καιομένης τῆς σαρκὸς εἱστήκει πρὸς τόν Πορσίναν ἀποβλέπων ἀτρἐπτῳ
προσώπῳ, ὅθεν αὐτῷ τῆς χειρὸς φθαρείσης ἐγένετο ἡ ἐπίκλησις, μέχρι θαυμάσας ἐκεῖνος 
 ἀφῆκεν αὐτόν. ὁ δὲ Σκαιόλας ἕτερον τρόπον ἐσοφίσατο τὸν
ἐχθρόν, καὶ εἶπε “τὸν φόβον σου, Πορσίνα, νενικηκὼς ἥττημαί σου τῆς ἀρετῆς, καὶ χάριτι μηνύω ἃ πρὸς
ἀνάγκην οὐκ ἂν ἐξηγόρευσα. τριακόσιοι ῾Ρωμαίων τὴν αὐτὴν ἐμοὶ γνώμην ἔχοντες ἐν τῷ 
στρατοπέδῳ σου διατρίβουσιν, ὧν ἐγὼ προεπιχειρήσας κλήρῳ λαχὼν οὐκ ἄχθομαι τῇ τύχῃ, διαμαρτὼν
ἀνδρὸς ἀγαθοῦ καὶ φίλου μᾶλλον ἢ πολεμίου ῾Ρωμαίοις εἶναι προσήκοντος.” ἐντεῦθεν ὁ Πορσίνας πρὸς τὰς
συμβάσεις ἐγένετο προθυμότερος. 
 
 Ὁ δὲ Ποπλικόλας τὸ τρίτον ὑπατεύων τότε προυκαλεῖτο συνεχῶς τὸν Ταρκύνιον ἐπὶ δίκῃ, ὡς
ἐξε- λέγξων κάκιστον καὶ ἐκπεπτωκότα τῆς ἀρχῆς ἐνδικώτατα, τοῦ Πορσίνου δικάζοντος.
ἀποκριναμένου δὲ Ταρκυνίου μὴ αἱρεῖσθαι Πορσίναν διαιτητήν, εἰ 
σύμμαχος ὢν μεταβάλλεται, καταγνοὺς ὁ Πορσίνας τὸν πόλεμον κατελύσατο. καὶ μετὰ ταῦτα δὲ
πολλάκις μὲν ἐπεχείρησαν οἶ Ταρκύνιοι τὴν βασιλείαν ἀναλαβεῖν, τοῖς ὁμοροῦσι Ῥωμαίοις ἔθνεσι
συμμαχούμενοι, πάντες δὲ ἐν ταῖς μάχαις ἐφθάρησαν, πλὴν τοῦ γέροντος, ὃς καὶ Σούπερβος ἐκαλεῖτο·
εἴποι ἄν τις Ἕλλην ἀνήρ, ὑπερήφανος. κἀκεῖνος δὲ μετέπειτα εἰς Κύμην τὴν ἐν Ὀπικίᾳ
γενόμενος ἐτελεύτησεν.

Οὔτῳ μὲν οὑν τοῖς Ταρκυνίοις τὰ πράγματα ἐπεράνθησαν· ἐκείνων δ' ἐξωσθέντων τῆς βασιλείας
ὕπατοι, ὡς εἴρηται, παρὰ τῶν Ῥωμαίων ᾑρέθησαν. ὧν εἶς ἦν καὶ Πόπλιος Οὐαλέριος, ὅς
τετράκις ὑπάτευσεν, ὁ καὶ Ποπλικόλας ἐπικληθείς. οὕτος οὑν μό-
νος ἄρχων καὶ μὴ συνάρχοντα εἰληφὼς Ῥωμαίοις προσέκρουσε, λέγουσι μὴ τῆς τοῦ Βρούτου κληρονόμον
ὑπατείας εἶναι, τῆς δὲ τοῦ Ταρκυνίου τυραννίδος διάδοχον, ὑπὸ ῥάβδοις ὁμοῦ πάσαις καὶ
πελέκεσι προιόντα ἐξ οἰκίας τοσαύτης τὸ μέγεθος καὶ τὸ κάλλος. καὶ γὰρ πολυτελεστέραν εἶχεν οἰκίαν
ἐπικειμένην τῇ ἀγορᾷ ταῦτα ὁ Ποπλικόλας μαθών, τεχνίτας πλείστους συναγαγὼν νυκτὸς κατέβαλε τὴν
οἰκίαν καὶ ταύτην κατέσκαψεν, ὥστε μεθ’ ἡμέραν τοὺς Ῥωμαίους βλέποντας τὸ γενόμενον τὴν
μὲν τοῦ ἀνδρὸς μεγαλοφροσύνην θαυμάζειν, ἄχθεσθαι δ’ ὑπὲρ τῆς οἰκίας διὰ τὸ μέγεθος καὶ τὸ κάλλος.
καὶ τοὺς πελέκεις δὲ τόν ῥάβδων ἀπέλυσεν, αὐτάς τε τὰς ῥάβδους εἰς ἐκκλησίαν παριὼν
ἀφῆκε τῷ δήμῳ. καὶ τὴν τῶν 
 
 χρημάτων διοίκησιν ἄλλοις ἀπένειμεν, ἵνα μὴ τούτων ἐγκρατεῖς ὄντες οἶ ὑπατεύοντες μέγα
δύνωνται. ὅτε πρῶτον οἶ ταμίαι ἤρξαντο γίνεσθαι· κοιαίστωρας δ’ ἐκάλουν αὐτούς. οἲ πρῶτον μὲν τὰς
θανασίμους δίκας ἐδίκαζον, ὅθεν καὶ τὴν προσηγορίαν ταύτην διὰ τὰς ἀνακρίσεις ἐσχήκασι
καὶ διὰ τὴν τῆς ἀληθείας ἐκ τῶν ἀνακρίσεων ζήτησιν· ὕστερον δὲ καὶ τὴν τῶν κοινόν χρημάτων διοίκησιν
ἔλαχον, καὶ ταμίαι προσωνομάσθησαν. μετὰ ταῦτα δ’ ἑτέροις μὲν ἐπετράπη τὰ δικαστήρια, ἐκεῖνοι δὲ τῶν
χρημάτων ἤσαν διοικηταί. ἀπέδειξε δὲ ἑαυτῷ συνάρχοντα τὸν τῆς Λουκρητίας πατέρα
Λουκρήτιον. ταχὺ δὲ τούτου θανόντος ᾑρέθη Μάρκος Ὁράτιος συνάρχειν αὐτῷ τὸν ὑπόλοιπον καιρόν τοῦ ἐνιαυτοῦ. αἱρεθεὶς δὲ καὶ αὖθις ὕπατος ὁ Ποπλικόλας ἔσχε
συνυπατεύοντα Τίτον Λουκρήτιον. 
 Μετὰ δὲ ταύτα Σαβίνων ἐμβαλόντων εἰς τὴν χώραν ὕπατος ἀνεδείχθη Μάρκος Οὐαλέριος ἀδελφὸς
Ποπλικόλα καὶ Ποστούμιος Τούβερτος. πραττομένων δὲ τῶν πολέμων γνώμῃ καὶ παρουσίᾳ τοῦ 
Ποπλικόλα, δυσὶ μάχαις ὁ Μάρκος ἐνίκησεν, ὧν ἐν τῇ δευτέρᾳ μηδένα Ῥωμαίων ἀποβαλὼν τρισχιλίους ἐπὶ
μυρίοις τῶν πολεμίων ἀνεῖλε. 
 Τῷ δ’ ἐξῆς ἔτει πάλιν ὑπάτευε Ποπλικόλας. καὶ προσεδοκᾶτο
Σαβίνων τε καὶ Λατίνων ἁμονοησάντων κατὰ τῆς Ῥώμης προσέλασις. ἦν δ’ ἐν Σαβίνοις ἀνὴρ
Ἄππιος Κλαύδιος ἔν τε χρήμασι καὶ ῥώμῃ σὠματος πρωτεύων, ἐν ἀρετῆς δὲ μάλιστα δόξῃ ἀπιφανὴς καὶ
λόγου δεινότητι· ὃς διὰ ταῦτα φθονούμενος ἐπεβουλεύετο παρὰ τῶν ὁμογενῶν ὅτι συνεβούλευε καταπαύειν τὸν πόλεμον. διὸ αὐτός τε τῇ Ῥώμῃ προσεληλύθει καὶ πολλοὺς τῶν φίλων τε καὶ οἰκείων
 συνέπεσθαί οἱ συνέπεισεν. οὓς ὁ Ποπλικόλας φιλοφρόνως ἐδέξατο, τῇ βουλῇ τὸν Κλαύδιον
προσγραψάμενος. ὅθεν καὶ ἐμφρόνως πολιτευόμενος ἀνέδραμεν εἰς τὸ πρῶτον ἀξίωμα, καὶ γένος μέγα τὸ
Κλαυδίων 
 κατέλιπεν ἐπὶ πλεῖστον ἀνθῆσαν καὶ προεληλυθὸς εἰς δόξης ἀκρότητα. οἱ δὲ Σαβῖνοι καὶ
τοῦτο τοῦ πολέμου ποιησάμενοι πρόφασιν στρατῷ μεγάλῳ κατὰ τῆς ῾Ρώμης ἐπήλασαν. οἷς τοὺς ῾Ρωμαίους ὁ
Ποπλικόλας ἀντεπαγαγών, καὶ στρατηγήσας ὡς ἄριστα, μικροῦ 10 πάντας ἀπώλεσε· καὶ τὸν δῆμον ἐκ τῶν
λαφύρων καὶ τῶν αἰχμαλώτων ὠφέλησεν. ἀγαγὼν δ᾿ ἐπὶ τῇ νίκῃ θρίαμβον, καὶ τοῖς μετ᾿ αὐτὸν ὑπάτοις
παραδοὺς τὴν πόλιν, εὐθὺς ἐτελεύτησε, δημοσίᾳ ταφεὶς καὶ θρηνηθεὶς ἐφ᾿ ὅλον ἐνιαυτόν. 
 
 Οἱ μέντοι Σαβῖνοι δι᾿ ὀργὴν ὢν ἔπαθον οὐδὲ τὸν χειμῶνα ἠρέμησαν, ἀλλὰ τὴν ῾Pωμαΐδα χώραν
 κατέδραμον, καὶ τὸν Ποστούμιον ἐκάκωσαν τὸ δεύτερον ὑπατεύοντα· καὶ
εἷλον ἂν αὐτὸν πανσυδί, εἰ μὴ Μενήνιος Ἀγρίππας ὁ συνάρχων αὐτῷ ἐπεκούρησε. 
προσπεσόντες δὲ αὐτοῖς πολλοὺς ἔφθειραν, ὥστε τοὺς λοιποὺς ἀναχωρήσαι. μετὰ δὲ ταῦτα Σπούριός τε
Κάσσιος καὶ Ὀπιτώριος Οὐεργίνιος ὑπατεύοντες τοῖς Σαβίνοις ἐσπείσαντο. Καμέριον δὲ τὸ
ἄστυ ἐλόντες τοὺς μὲν πλείους ἀπέκτειναν, τοὺς δὲ λοιπούς ζωγρήσαντες ἀπέδοντο, καὶ τὴν πόλιν κατέσκαψαν. 
 Ποστούμιος δὲ Κομίνιος καὶ Τίτος Λάρκιος δούλους τινὰς ἐπὶ καταλήψει τοῦ Καπιτωλίου
συνωμοσίαν θεμένους συλλαβόντες ἔφθειραν. Σερούιός τε 
Σουλπίκιος καὶ Μάρκος Τούλλιος ἑτέραν αὖθις συνωμοσίαν δούλων καὶ ἄλλων δή τινων
συστάντων αὐτοῖς προκατέλαβον, ἀγγελθεῖσαν αὐτοῖς πρός τινων τῆς ἐπιβουλῆς μετεχόντων. οὕς καὶ
συσχόντες περι- σταδὸν κατέκοψαν. τοῖς δὲ μηνυταῖς ἄλλα τε καὶ πολιτεία ἐδόθη. 
 Αὖθις δὲ πολέμου παρὰ Λατίνων κατὰ Ῥώμης κεκινημένου οὐκ ἤθελον οἱ πολλοὶ τὰ ὅπλα λαβεῖν,
ἀποκοπὴν τῶν χρεῶν ἀξιοῦντες γενέσθαι. καὶ διὰ τοῦτο καινήν τινα ἀρχὴν ἐπ’ ἀμφοτέροις
αὐτοῖς τότε πρῶτον οἱ δυνατοὶ κατεστήσαντο· δικτάτωρ ὁ ταύτης 
ἠξιωμένος ὠνόμαστο, ἠδύνατο δὲ πάντα ἐξ ἴσου τοῖς βασιλεῦσι. τὴν μὲν γὰρ τοῦ βασιλέως ἐπωνυμίαν διὰ
τοὺς Ταρκυνίους ἐμίσησαν, τὴν δ’ ἐκ τῆς μοναρχίας ὠφέλειαν θέλοντες, ὡς πολὺ ἰσχυούσης
ἐς τὰς τῶν πολέμων καὶ τῶν στάσεων περιστάσεις, ἐν ἄλλῳ ταύτην ὀνόματι εἵλοντο. ἦν οὖν, ὡς εἴρηται,
ἡ δικτατωρεία κατά γε τὴν ἐξουσίαν τῇ βασιλείᾳ ἰσόρροπος, πλὴν ὅτι μὴ ἐφ’ ἵππον ἀναβῆναι ὁ δικτάτωρ ἠδύνατο, εἰ μὴ ἐκστρατεύεσθαι ἔμελλεν, οὔτε ἐκ τῶν δημοσίων χρημάτων ἀναλῶσαί τι ἐξῆν
αὐτῷ, εἰ μὴ ἐψηφίσθη· δικάζειν δὲ καὶ ἀποκτείνειν καὶ οἴκοι καὶ ἐν στρατείαις ἠδύνατο, καὶ οὐ τοὺς
τοῦ δήμου μόνους, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἱππέων καὶ ἐξ αὐτῆς 
 τῆς βουλῆς. καὶ οὔτ’ ἐγκαλέσαι τις αὐτῷ οὔτ’ ἐναντίον τι διαπράξασθαι
ἴσχυεν, οὐδὲ οἱ δήμαρχοι, οὔτε δίκη ἐφέσιμος ἐγίνετο ἀπ’ αὐτοῦ. οὐκ ἐπὶ πλέον δὲ τῶν ἕξ μηνῶν ἡ τῆς
δικτατωρείας ἀρχὴ παρετείνετο, ἔνα μή τις αὐτῶν ἐν τοσούτῳ κράτει καὶ ἐξουσίᾳ ἀκράτῳ
χρονίσας ὑπερφρονήσῃ καὶ πρὸς ἔρωτα μοναρχίας ἐκκυλισθῇ. ὅπερ ἐς ὕστερον καὶ ὁ Καῖσαρ Ἰούλιος
ἔπαθεν, ἐπεὶ παρὰ τὰ νενομισμένα τῆς δικτατωρείας ἠξίωτο.

Τότε μὲν οὖν δικτάτωρος γενομένου Λαρκίου οὐ- 
 
 ’δεν ὁ δῆμος ἐνεωτέρισεν, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς ὅπλοις ἐγένοντο. τῶν δὲ Λατίνων ἡσυχίαν
ἀγόντων ἐπὶ συνθήκαις, οἱ δανεισταὶ τοὺς ὀφειλέτας μετεχειρίζοντο
βιαιότερον, καὶ ὁ δῆμος αὖθις ἐστασίαζε διὰ τοῦτο, ὥστε καὶ εἰς τὸ συνέδριον συνδραμεῖν·
καὶ πάντες ἂν ὑπὸ τῶν εἰσπεσόντων ἐν αὐτῷ διεφθάρησαν, εἰ μή τινες τοὺς Οὐολούσκους εἰς τὴν χώραν
ἐμβαλεῖν ἤδη κατήγγειλαν. πρὸς δὲ τὴν τοιαύτην ἀγγελίαν ὁ δῆμος ἠρέμησεν, οὐχὶ φεισάμενος τῆς βουλῆς, ἀλλ’ ὡς ὑπὸ τῶν πολεμίων ὅσον οὔπω φθαρησομένης. διὸ οὔτε τοῦ τείχους ἔθεντο
φυλακὴν οὔτε τινὰ παρεῖχον βοήθειαν, μέχρις ὁ Σερουίλιος τούς τε ἐξ ὑπερημερίας κρατουμένους ἀφῆκε,
καὶ ἄδειαν τῶν εἰσπράξεων καθ’ ὅσον στρατεύοιντο ἐψηφίσατο, καὶ κουφίσαι τὰ χρέα
ὑπέσχετο. τότε μὲν οὖν διὰ ταῦτα τοῖς πολεμίοις ἐπεξελθόντες
ἐνίκησαν· μήτε δὲ τῶν χρεῶν κουφισθέντες μήτ’ ἄλλου μηδενὸς τυχόντες ἐπιεικοῦς, καὶ πάλιν ἐθορύβουν
τε καὶ ὠργίζοντο, καὶ κατὰ τῆς βουλῆς καὶ τῶν στρατηγῶν ἐστασίαζον. 
 Πολέμου δὲ αὖθις ἐπενεχθέντος οἱ μὲν στρατη- γοῖ χρεῶν ἀποκοπὰς ἐψηφίζοντο, ἠναντιώθησαν δ
ἕτεροι· διὸ καὶ δικτάτωρ ἐρρήθη Οὐαλέριος Μάρκος, ἐκ τῆς Ποπλικόλα συγγενείας γενόμενος καὶ τῷ
πλήθει φιλούμενος· ἔνθεν τοι τοσοῦτοι καὶ οὕτω προθύμως, ἐπεὶ αὐτοῖς καὶ ἆθλα ὑπέσχετο,
συνελέγησαν, ὡς καὶ τῶν Σαβίνων κρατῆσαι καὶ τῶν συμμαχούντων αὐτοῖς Οὐολούσκων καὶ Αἰκουῶν. ἐπὶ
τούτοις ἄλλας τε τῷ Οὐαλερίῳ ὁ δῆμος τιμὰς ἐψηφίσατο καὶ 
Μάξιμον ἐπωνόμασεν ἐξελληνιζόμενον δὲ μέγιστον 
 σημαίνει τὸ ὄνομα. ὁ δὲ θέλων τῷ δήμῳ χαρίσασθαι πολλὰ διειλέχθη τῇ γερουσίᾳ, ἀλλ’ οὐκ
ἔσχε ταύτην πειθήνιον. διὸ σὺν ὀργῇ ἐκπηδήσας τοῦ συνεδρίου, δημηγορήσας τε πρὸς τὸν δῆμον πολλὰ
 κατὰ τῆς βουλῆς τὴν ἡγεμονίαν ἀπείπατο. καὶ ὁ δῆμος
ἔτι μᾶλλον εἰς στάσιν ἠρέθιστο. οἱ γὰρ δανεισταί, τῆς περὶ τὰ συμβόλαια ἀκριβείας ἐχόμενοι καὶ μή τι
τοῖς ὀφλοῦσιν ἐνδιδόντες, τοῦ ἀκριβοῦς τε διήμαρτον καὶ πολλῶν ἑτέρων
ἀπέτυχον. ἡ γὰρ πενία καὶ ἡ ἐκ ταύτης ἀπόνοια κακόν ἐστι βίαιον, εἰ δὲ καὶ τὸ πλῆθος
προσλάβοι, καὶ δυσμαχώτατον. πλείστων γοῦν δεινῶν τοῖς Ῥωμαίοις αἰτία ἡ τότε τῶν δυνατωτέρων πρὸς
τοὺς ὑποδεεστέρους ἀκρίβεια γέγονεν. ὡς γὰρ ταῖς στρατείαις τε τὸ στρατιωτικὸν ἐπιέζετο καὶ πολλὰ
πολλάκις ἐλπίσαν σαφῶς ἐξηπάτητο, καὶ παρὰ τῶν δανειστῶν οἱ ὀφειλέται ὑβρίζοντο καὶ
ᾐκίζοντο, ἐς τοσοῦτον ὀργῆς ἐξεκαύθησαν ὡς καὶ τὴν πόλιν τῶν ἀπόρων πολλοὺς ἐκλιπεῖν καὶ ἐκ τοῦ
στρατοπέδου ἀναχωρῆσαι καὶ ἐκ τῆς χώρας ὡς πολεμίους τὰς τροφὰς ἐρανίζεσθαι. 
 
 Οὕτω δὲ τούτων συνενεχθέντων, ἐπεὶ πολλοὶ πρὸς τοὺς
ἀποστάντας συνέρρεον, δείσαντες οἱ βουλευταὶ μὴ ἐπὶ πλέον οὗτοί τε ἐκπολεμωθῶσι καὶ τῇ στάσει
συνεπίθωνται οἱ περίοικοι, διεκηρυκεύσαντο πρὸς αὐτούς, ὅσα πρὸς βουλῆς ἤσαν αὐτοῖς ποιεῖν ὑπισχνούμενοι. ὡς δὲ μάλιστα ἐθρασύνοντο καὶ οὐδένα λόγον ἐδέχοντο, εἷς τῶν πρέσβεων
Ἀγρίππας Μενήνιος μύθου τινὸς σφᾶς ἀκοῦσαι ἠξίωσε· καὶ τυχὼν εἶπε στασιάσαι πρὸς τὴν γαστέρα τὰ μέλη
 
 πάντα τοῦ σὠματος, καὶ φάναι τοὺς ὀφθαλμοὺς ὡς ἡμεῖς τάς τε χεῖρας ἐνεργοὺς εἰς ἔργα
καὶ τοὺς πόδας πρὸς πορείαν τιθέαμεν, τὴν γλῶσσαν δὲ καὶ τὰ χείλη ὅτι δι’ ἡμῶν τὰ τῆς καρδίας
βουλεύματα διαγγέλλονται, 
 τὰ ὦτα δ’ αὖ ὡς δι’ ἡμῶν οἱ ἑτέρων λόγοι τό νοὶ παραπέμπονται, τὰς δὲ χεῖρας ὅτι
ἐργάτιδες οὖσαι ἡμεῖς περιποιούμεθα πορισμούς, τοὺς πόδας δ' αὖθις ὅτι ἅπαν ἡμεῖς τό σῶμα φέροντες
κοπιῶμεν κἀν ταῖς πορείαις κἀν ταῖς ἐργασίαις καὶ ἐν ταῖς στάσεσιν· ἡμῶν δ’ ἐνεργούντων
οὕτω σὺ μόνη ἀσυντελὴς οὖσα καὶ ἀεργὸς ὑπὸ πάντων ἡμῶν ὡς δέσποινά τις ὑπηρετῇ καὶ τῶν ἐκ καμάτου
πάντων ἡμῶν πορισμῶν ἀπολαύεις αὐτή. ἡ δὲ γαστὴρ αυνέθετο καὶ αὐτὴ οὕτω ταῦτ’ ἔχειν, καὶ εἰ δοκεῖ,
ἔφησεν, ἀχορήγητόν με ἐάσατε, μηδέν μοι προσφέροντες. 
ἔδοξε ταῦτα, καὶ μή τι τοῦ λοιποῦ χορηγεῖσθαι τῇ γαστρὶ κοινῶς ἐψηφίσθη τοῖς μέλεσι. τροφῆς δὲ μὴ
προσφερομένης αὐτῇ οὔθ’ αἶ χεῖρες πρὸς ἔργον ἤσαν εὐκίνητοι διὰ τὴν ἔνδειαν τῆς γαστρὸς ἀτονήσασαι,
 οὔθ’ οἱ πόδες ἔρρωντο, οὔτε τι ἕτερον τῶν μελῶν τὴν οἰκείαν ἐνέργειαν παρεῖχεν
ἀπρόσκοπον, ἀλλ’ ἄπρακτα πάντα δυσκίνητά τε ἢ καὶ τέλεον ἤσαν καὶ τότε συνῆκαν ὅτι τὰ τῇ γαστρὶ
προσφερόμενα οὐ μᾶλλον ἐκείνῃ, ἀλλ’ αὐτοῖς κεχορήγηνται καὶ αὐτῶν ἕκαστον τῶν ἐκείνῃ
προσαγομένων παραπολαύει. 
 Τούτοις τοῖς λόγοις τὸ πλῆθος συνῆκεν ὡς αἱ τῶν εὐπόρων οὐσίαι καὶ τοῖς πένησίν εἰσιν εἰς
ώφέλειαν, καὶ εἰ κἀκεῖνοι ὠφελοῖντο ἐκ δανεισμάτων καὶ τὰς οὐσίας αὔξουσιν, οὐκ εἰς
βλάβην τοῦτο τῶν πολλῶν ἀποβαίνει, ὡς εἴ γε μὴ ἔχοιεν οἱ πλουτοῦντες,
οὐδ’ οἱ πένητες ἂν ἐν καιροῖς ἀναγκαίοις ἕξουσι τοὺς δανείσοντας, καὶ ἀπολοῦνται
χρείας κατεπειγούσης. ἐντεῦθεν ἠπιώτεροι γενόμενοι κατηλλάγησαν, κουφισμὸν τῶν ὀφειλῶν καὶ τῶν
ὑπερημεριῶν ἄφεσιν τῆς βουλῆς ψηφισαμένης αὐτοῖς.

Φοβηθέντες δὲ μὴ σκεδασθείσης αὐτοῖς τῆς συστάσεως ἣ τὰς συνθήκας οὐκ ἐπιτελεῖς
ἕξουσιν ἣ κακωθῶσι διαλυθέντες καὶ ἄλλος κατ’ ἄλλην πρόφασιν κολάζοιτο συνεχόμενος, συνέθεντο
ἐπαρήγειν ἀλλήλοις, ἄν τίς τι ἀδικοῖτο, καὶ ὅρκους ἐπὶ τούτῳ ὑπέσχον,
καὶ προστάτας αὐτίκα ἐξ ἑαυτῶν δύο προεχειρίασντο, εἶτα καὶ πλείους, ἔν εἶεν αὐτοῖς
κατὰ συμμορίαν βοηθοί τε καὶ τιμωροί. καὶ τοῦτο οὐχ ἅπαξ
ἐποίησαν, ἀλλ’ ἔκτοτε τὸ πρᾶγμα ἀρξάμενον οὕτω προέβαινε, καὶ ἐπ’ ἐνιαυτὸν τοὺς προστάτας ὡς ἀρχήν
τινα ἀπεδείκνυσαν, τῇ μὲν τῶν Λατίνων γλώσσῃ καλουμένους τριβούνους, οὕτω γὰρ οἶ
χιλίαρχοι κέκληνται, δημάρχους δὲ προσαγορευομένους τῇ Ἑλληνίδι φωνῇ. ἵνα δὲ διαστέλληται ἡ τῶν
τριβούνων προσηγορία, τοῖς μὲν τὸ τῶν στρατιωτῶν, τοῖς δὲ τὸ τοῦ πλήθους προσέθεντο πρόσρημα. οὗτοι
 δὴ τοῦ πλήθους οἶ τριβοῦνοι ἢ δήμαρχοι μεγάλων κακῶν αἴτιοι τῇ Ῥώμᾐ γεγόνασι. τὸ μὲν
γὰρ τῶν ἀρχόντων ὄνομα οὐκ ἴσχον εὐθύς, ἰσχὺν δ' ὑπὲρ πάντας
τοὺς ἄλλους ἐκτήσαντο, ἤμυνόν τε δεομένῳ παντί, καὶ πάντα τὸν ἐπιβοησάμενον σφάς ἀφῃροῦντο οὐκ ἐκ μόνων ἰδιωτῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ἀρχόντων, πλὴν τῶν δικτατώρων. εἰ δέ τις καὶ
ἀπόντας αὐτοὺς ἐπεκαλέσατο, κἀκεῖνος ἀπὸ τοῦ συνἐχοτος αὐτὸν ἀπηλλάττετο καὶ ἢ ἐς τὸ πλῆθος ὑπ’
αὐτῶν εἰσήγετο ἢ καὶ ἀπελύετο. ἀλλὰ καὶ εἴ τί που 
 
 ἔδοξεν αὐτοῖς μὴ γενέσθαι, ἐκώλυον, κἂν ἰδιώτης ἦν ὁ ποιῶν κἂν ἄρχων· κἂν ὁ δῆμος κἂν
ἡ βουλὴ πράττειν ἔμελλέ τι κἄν ψηφίζεσθαι, εἶς δέ τις ἠναντίωτο δήμαρχος, ἄπρακτος καὶ ἡ πράξις καὶ
ἡ ψῆφος ἐγίνετο. τοῦ 
 χρόνου δὲ προἰ·όντος καὶ τὴν γερουσίαν ἀθροίζειν καὶ ζημιοῦν τὸν μὴ πειθαρχοῦντα καὶ
μαντείᾳ χρῆσθαι καὶ δικάζειν ἐπετράπησαν ἢ ἑαυτοῖς ἐπέτρεψαν. καὶ ὃ γὰρ ποιεῖν αὐτοῖς οὐκ ἐξῆν,
κατώρθουν ἐκ τῆς ἀν’ ἀνταγωνίστου πρὸς πὰν τὸ πραττόμενον ὑφ’ ἑτέρων ἐναντιώσεως. καὶ
γὰρ καὶ νόμους εἰσήγαγον ἔν ὅστις αὐτοῖς ἔργῳ ἢ λόγῳ προσκρούσῃ, κἂν ἰδιώτης εἴη κἂν ἄρχων, ἱερός τε
ἦ καὶ τῷ ἄγει ἐνέχηται. τὸ δὲ ἱερὸν εἶναι ἀπολωλέναι ἦν· οὕτω γὰρ πᾶν ὅπερ ἂν ὥσπερ τι θῦμα εἰς
σφαγὴν καθιερώθη, ὠνόμαστο. 
 καὶ αὐτοὺς δὲ τοὺς δημάρχους τὸ πλῆθος σακροσάγκτους ὠνόμασαν, οἷον τείχη ἅγια εἰς
φρουρὰν τῶν σφᾶς ἐπικαλουμένων τυγχάνοντας. σάκρα γὰρ παρὰ Ῥωμαίοις τὰ τείχη καὶ σάγκτα τὰ ἅγια.
ἱδρῶν οὖν πολλὰ ἄτοπα· καὶ γὰρ καὶ ὑπάτους ἔβαλλον εἰς τὸ δεσμωτήριον καὶ ἐθανάτουν
τινὰς μηδὲ λόγου τυγχάνοντας. καὶ οὐδεὶς αὐτοῖς ἐναντιωθῆναι ἐτόλμα· εἰ δὲ μή, καὶ αὐτὸς ἱερὸς
ἐγίνετο. εἰ μέντοι τινὲς μὴ παρὰ πάντων τῶν δημάρχων κατεδικάζοντο, τοὺς μὴ ὁμογνωμονοῦντας
ἐπεκαλοῦντο εἰς ἀρωγήν, 
 καὶ οὕτως εἰς δίκην καθίσταντο ἢ παρ’ αὐτοῖς ἐκείνοις ἢ παρά τισι δικασταῖς ἢ καὶ παρὰ
τῷ πλήθει, καὶ τῆς νικώσης ἐγίνοντο. εἰς δέκα δὲ προἰόντος τοῦ χρόνου οἶ δήμαρχοι κατέστησαν· ὅθεν
αὐτοῖς τὸ πολὺ τῆς ἰσχύος κατεβέβλητο. φύσει γὰρ ὥσπερ, φθόνῳ δὲ μᾶλλον, ἀλλήλοις οἶ
συνάρχοντες διαφέρονται· καὶ χαλεπὸν πολλοὺς ἐν δυνάμει μάλιστα ὄντας συμφρονῆσαι. ἄμα δὲ καὶ οἱ
ἄλλοι διασπᾶν τὴν αὐτῶν δύναμιν μηχανώμενοι , ὅπως ἀσθενέστεροι διχογνωμονοῦντες ὦσιν,
ἐστασίαζον , καὶ οἱ μὲν τοῖσδε, οἱ δὲ τοῖσδε προσετίθεντο. εἰ
δὲ καὶ εἷς σφῶν ἀντεῖπε , τὰς τῶν ἄλλων διαγνώσεις ἀπράκτους ἀπέ- φαινε. τὸ μὲν οὑν πρῶτον οὐκ
εἰσῄεσαν εἰς τὸ βουλευτήριρον, καθήμενοι δὲ ἐπὶ τῆς εἰσόδου τὰ ποιούμενα παρετήρουν, καὶ
εἴ τι μὴ αὐτοῖς ἤρεσκε, παρα- χρῆμα ἀνθίσταντο· εἶτα καὶ εἰσεκαλοῦντο ἐντός. εἰσέπειτα μέντοι καὶ
μετέλαβον τῆς βουλείας οἱ δη- μαρχήσαντες , καὶ τέλος κἀκ τῶν βουλευτῶν τινες ἠξίωσαν
δημαρχεῖν, εἰ μή τις εὐπατρίδης ἐτύγχανεν· οὐ γὰρ ἐδέχετο τοὺς εὐπατρίδας ὁ ὅμιλος. κατὰ γὰρ τῶν
εὐπατριδῶν ἑλόμενοι τοὺς δημάρχους, καὶ πρὸς τοσαύτην δύναμιν προσαγαγόντες, ἐδεδοίκεσαν μή τις αὐτῶν τῇ ἰσχύι· ἐς τοὐναντίον κατ᾿ αὐτῶν χρήσηται. εἰ
δέ τις τὸ τοῦ γένους ἀξίωμα ἐξωμό- σατο καὶ πρὸς τὴν τοῦ πλήθους μετέστη νόμισιν, ἀσμένως αὐτὸν προσεδέχοντο. καὶ συχνοὶ τῶν σφόδρα εὐπατριδῶν ἀπείπαντο τὴν
εὐγένειαν ἔρωτι τοῦ μέγα δυνηθῆναι, καὶ ἐδημάρχησαν. 
 
 Οὕτω μὲν οὖν ἡ τῶν δημάρχων δυναστεία συνέστη. οἷς καὶ ἀγορανόμους δύο προσείλοντο, οἶον
ὑπηρέτας σφίσιν ἐσομένους πρὸς γράμματα. πάντα γὰρ τά τε παρὰ τό πλήθει καὶ τὰ παρὰ τῷ δήμῳ καὶ τῇ
βουλῇ γραφόμενα λαμβάνοντες, ὥστε μηδὲν σφᾶς τῶν πραττομένων λανθάνειν, ἐφύλασσον. τὸ
μὲν οὖν ἀρχαῖον ἐπὶ τούτῳ ᾑροῦντο καὶ ἐπὶ τῷ δικάζειν, ὕστερον δὲ καὶ
ἄλλ’ ἄττα καὶ τὴν τῶν ὠνίων ἀγορὰν ἐπετράπησαν, ὅθεν καὶ ἀγορανόμοι τοῖς ἑλληνίζουσιν
ὠνομάσθησαν.

Ἡ μὲν οὖν στάσις ἡ πρώτη οὕτω τοῖς Ῥωμαίοις κατέπαυσεν· ἐκ δὲ τῶν περιοίκων σφίσι διὰ τὴν
στάσιν πολλῶν κατ’ αὐτῶν κινηθέντων, μετὰ τὴν σύμβασιν ὁμονοήσαντες ἐρρωμένως τοὺς ἐξ ἐκείνων
πολέμους διήνεγκαν καὶ πάντας ἐνίκησαν. ὅτε καὶ Κοριόλους πολιορκοῦντες ἐκπεσεῖν καὶ τοῦ
στρατοπέδου μικροῦ ἐκινδύνευον, εἰ μὴ Γναῖος Μάρκιος εὐπατρίδης ἀνὴρ ἠρίστευσε καὶ τοὺς ἐπιόντας
ἀπώσατο· ὃς διὰ τοῦτο ἄλλως τε ἐδοξάσθη καὶ Κοριολᾶνος 
 ἐκ τοῦ ἔθνους οὗ ἐτρέψατο ἐπεκλήθη. καὶ τότε μὲν οὕτως ἤρθη, οὐ πολλῷ δ’ ὕστερον
στρατηγῆσαι σπεύδων καὶ μὴ τυχών, ἠγανάκτησε κατὰ τοῦ ὁμίλου, καὶ τοὺς δημάρχους ἐβαρύνετο. οἱ οὖν
δήμαρχοι, οὓς καταλῦσαι ἐγλίχετο, αἰτίας τινὰς κατ’ αὐτοῦ συμφορήσαντες τυραννίδος αὐτῷ
προσῆψαν αἰτίαμα καὶ τῆς Ῥώμης ἐξήλασαν. ἐκπεσὼν οὖν τοῖς Οὐολύσκοις εὐθὺς προσεχώρησεν. ὧν οἱ μὲν
πρῶτοι καὶ οἶ ἐν τοῖς τέλεσιν αὐτῶν ὄντες ἔχαιρόν τε αὐτῷ καὶ αὖθις πρὸς πόλεμον ἡτοιμάζοντο, Ἀττίου
Τουλλιου πρὸς τοῦτον ἐρεθίζοντος ἅπαντας· ὁ δὲ ὅμιλος ἀπρόθυμος ἦν. ὡς οὖν οὔτε
παραινοῦντες οὔτ’ ἐκφοβοῦντες αὐτοὺς οἱ δυνατοὶ κινήσαι πρὸς ὅπλων ἄρσιν ἠδύναντο, τοιόνδε τι
ἐμηχανήσαντο. ἱπποδρομίαν τῶν Ῥωμαίων ἀγόντων ἄλλοι τε τῶν
προσχώρων αὐτοῖς καὶ Οὐολοῦσκοι πλήθει πολλῷ κατὰ θέαν συνήλθοσαν. ὁ δὲ Τούλλιος τοὺς
τῶν Ῥωμαίων στρατηγοὺς ἔπεισεν, ὡς εὐνοῶν δῆθεν αὐτοῖς, τοὺς Οὐολούκους φυλάσσεσθαι,
παρεσκευασμένους ἐπιθέσθαι σφίσιν ἀνελπίστως ἐν τῇ ἱπποδρομίᾳ. οἶ δὲ στρατηγοὶ καὶ τοῖς
ἄλλοις τὸ μήνυμα κοινωσάμενοι τοὺς 
 Οὐολούσκους αὐτίκα πρὸ τοῦ ἀγῶνος ἅπαντας ἐξεκήρυξαν. οἱ δὲ δυσανασχετοῦντες ὅτι μόνοι
ἐκ πάντων ἐξελήλαντο, ἕτοιμοι πρὸς μάχην ἐγένοντο. καὶ προστησάμενοι
τὸν Κοριολᾶνόν τε καὶ τὸν Τούλλιον ἐπὶ τὴν Ῥώμην, καὶ τοὺς Λατίνους προσειληφότες, 
πλήθει ἐχώρησαν πλείονι. ὃ οἱ Ῥωμαῖοι πυθόμενοι πρὸς τὰ ὅπλα μὲν οὐκ ἐρρώσθησαν, ἐν αἰτίαις δ’
ἀλλήλους πεποίηντο, οἱ μὲν τοῦ ὁμίλου τοὺς εὐπατρίδας ὅτι ἐξ αὐτόν ὁ Κοριολᾶνος τυγχάνων μετὰ τῶν
ἐχθρῶν ἐπὶ τὴν πατρίδα στρατεύοιτο, οἶ δὲ τὸν ὅμιλον ὅτι μὴ ἐνδίκως αὐτὸν ἐξελάσαντες
πολέμιον πεποιήκασιν. οὕτω δὲ στασιάζοντες ἐς μέγα τι κακὸν ἐνέπεσον ἄν, εἰ μὴ αἱ γυναῖκες αὐτοῖς
ἐπεκούρησαν. ὡς γὰρ ἡ γερουσία κάθοδον τῷ Κοριολάνῳ ἐψηφίσατο, καὶ
ἐπὶ τούτῳ πρέσβεις πρὸς ἐκεῖνον ἐστάλησαν, ἐκεῖνος καὶ τὴν χώραν τοῖς Οὐολούσκοις
ἀποδοθῆναι ἀπῄτει ἧς ἐν τοῖς πρὶν πολέμοις ἐστέρηντο. τὸ δὲ πλῆθος τῆς χώρας οὐ μεθίετο. πάλιν οὖν
ἑτέρα πρεσβεία. ὁ δὲ περιθύμως ἔφερεν ὅτι καὶ περὶ τῆς ἑαυτῶν κινδυνεύοντες οὐδ’ οὕτω τῶν ἀλλοτρίων
 ἀφίστανται. καὶ τούτων δὲ ἀγγελθέντων αὐτοῖς οὔτ’ ἔτι κεκίνηντο οὔθ’ ὑπὸ τῶν κινδύνων
οἱ ἄνδρες τοῦ στασιάζειν ἐξίσταντο. αἱ δὲ γυναῖκες, ἤ τε γαμετὴ τοῦ Κοριολάνου Οὐολουμνία καὶ ἡ
μήτηρ Οὐετουρίνα, καὶ τὰς λοιπὰς τὰς ἐπιφανεστάτας παραλαβοῦσαι, ἦλθον ἐς τὸ
στρατόπεδον πρὸς αὐτόν, καὶ τὰ 
 παιδία αὐτοῦ ἐπαγόμεναι. καὶ αἱ μὲν ἄλλαι σιωπῶσαι ἐδάκρυον, ἡ δὲ
Οὐετουρίνα “οὐκ ηύτομολήκαμεν” ἔφη ‘‘τέκνον, ἀλλ’ ἡ πατρὶς ἡμᾶς ἔπεμψέ σοι, εἰ μὲν πείθοιο, μητέρα
καὶ γυναῖκα καὶ τέκνα, εἰ δὲ μή, λάφυρα. καὶ εἰ καὶ νῦν ἔτι ὀργίζῃ, πρώτας ἡμὰς
ἀπόκτεινον. καταλλάγηθι καὶ μηκέτι ὀργίζου τοῖς πολίταις, τοῖς φίλοις, τοῖς ἱεροῖς,
τοῖς τάφοις, μηδὲ ἐκπολιορκήσῃς τὴν πατρίδα, ἐν ᾗ ἐγεννήθης καὶ ἐτράφης καὶ τὸ μέγα τοῦτο ὄνομα
Κοριολᾶνος ἐγένου. μή με ἄπρακτον ἀποπέμψῃς , ἔνα μὴ καὶ νεκράν με αὐτοχειρίᾳ θεάσῃ.’
ἐπὶ τούτοις ἀνέκλαυσε, καὶ τοὺς μαστοὺς προδείξασα τῆς τε γαστρὸς ἁψαμένη αὕτη σε ἔτεκεν ἴφη “ τέκνον, οὗτοί σε ἐξἐθρεψαν.’’ ἡ μὲν εἶπε ταῦτα, ἡ δὲ
γαμετὴ αὐτοῦ καὶ τὰ παιδία καὶ αἱ ἄλλαι γυναῖκες συνεθρήνησαν , ὥστε κἀκεῖνον εἰς 
πένθος κινήσαι. μόλις δ' ἀνενεγκὼν περιέπλεξε τὴν μητέρα, καὶ φιλῶν ἄμα “ἴδε” ἔφη μῆτερ, σοι· σὺ γάρ
με νικᾷς. καὶ σοὶ πάντες ταύτην τὴν χάριν ἐχέτωσαν · ἐγὼ γὰρ οὐδὲ ἰδεῖν αὐτοὺς ὑπομένω οἳ τηλικαῦτα
παρ’ ἐμοῦ εὐεργετηθέντες τοιαῦτά μοι ἀνταπέδωκαν, οὐδ’ ἀφίξομαι εἰς τήν πόλιν· ἀλλὰ σὺ
μὲν ἀντ’ ἐμοῦ τὴν πατρίδα ἔχε, ὅτι τοῦτο ἠθέλησας, ἐγὼ δὲ ἀπαλλαγήσομαι.’’ ταῦτα εἰπὼν ἀπανέστη· καὶ
οὐδὲ τὴν κάθοδον κατεδέξατο , ἀναχωρήσας δὲ εἰς τοὺς Οὐολούσκους ἐκεῖ γηράσας ἀπήλλαξεν.

Οἱ δὲ δήμαρχοι χώραν ἐκ πολεμίων προσκτηθεῖσαν ’σαν Ῥωμαίοις ἀπῄτουν διανεμηθῆναι τῷ
πλήθει· ὅθεν πρὸς ἀλλήλων τε καὶ πρὸς τῶν πολεμίων πολλὰ ἐκακώθησαν. οἱ γὰρ δυνατοὶ μὴ ἄλλως
κατέχειν αὐ- τοὺς δυνάμενοι, πολέμους ἐκ πολέμων ἐξεπίτηδες ἐκίνουν, ἕν αὐτοῖς
ἀσχολούμενοι μηδὲν περὶ τῆς γῆς πλουπραγμονῶσι. ὦσι. χρόνῳ δέ ποτε ὑποτοπήσαντές τι- νες τὸ
πραττόμενον , οὐκ εἴων καὶ ἄμφω τοὺς ὑπάτους ἦι στρατηγοὺς ὑπὸ τῶν δυνατῶν ἀποδείκνυσθαι, ἀλλ’
ἤθελον καὶ αὐτοὶ τὸν ἕτερον ἐκ τῶν εὐπατριδῶν αἱρεῖσθαι. ὡς δὲ τοῦτο κατειργάσαντο ,
προεί- 
 
 λοντο Σπούριον Φούριον, καὶ μετ’ ἐκείνου στρατευσάμενοι πάντα ἐφ’ ὅσα ὥρμησαν προθύμως
κατέπρα- ξαν. οἱ δὲ τᾦ συνάρχοντι αὐτοῦ Φαβίῳ Καίσωνι συνεξελθόντες οὐ μόνον οὐκ ἐρρώσθησαν, ἀλλὰ
καὶ τό στρατόπεδον ἐκλιπόντες εἰς τὴν πόλιν ἦλθον καὶ ἐθορύβουν, ἕως οἶ Τυρσηνοὶ τοῦτο
μαθόντες ἐπεχείρησαν ρησαν αὐτοῖς. καὶ τότε μέντοι οὐ πρότερον ἐξῆλθον τῆς πόλεως πρὶν τῶν δημάρχων
τινὰς συμφρονῆσαι τοῖς δυνατοῖς. ἠγωνίσαντο δὲ προθύμως, καὶ πολ- λοὺς μὲν τῶν πολεμίων διέφθειραν,
συχνοὶ δὲ καὶ αὐτῶν ἀπέθανον ἔπεσε δὲ καὶ ὁ εἷς τῶν ὑπάτων ὁ Μάλιος. ὁ δὲ ὅμιλος
στρατηγὸν τὸ τρίτον τὸν Μά- λιον εἵλετο. 
 
 Καὶ πόλεμος αὖθις αὐτοῖς ἐπενήνεκτο πρὸς τῶν Τυρσηνῶν · ἀθυμοῦσι δὲ Ῥωμαίοις καὶ ἀποροῦσι
πῶς τοῖς ἐχθροῖς ἀντικαταστῶσιν, οἱ Φάβιοι ἐπεκούρησαν. ἒξ γὰρ ὄντες καὶ τριακόσιοι, ὡς
ἀθυμοῦντας εἶδον αὐτοὺς καὶ μήτε τι βουλευομένους λυσιτελὲς καὶ ἀπογινώσκοντας ἅπαντα, τὸν πρὸς τοὺς
Τυρσηνοὺς ὑπεδέξαντο πόλεμον αὐτοὶ δι’ ἑαυτῶν προθυμηθέντες μαχέσασθαι καὶ τοῖς σώμασι
καὶ τοῖς χρήμασι. καί τι χωρίον καταλαβόντες ἐπίκαιρον ἐτειχίσαντο, ὅθεν ὁρμώμενοι πάντα τὰ τῶν
πολεμίων ἦγον, τῶν Τυρσηνῶν μηδὲ ἐς χεῖρας αὐτοῖς ἰέναι θαρρούντων, εἰ δὲ καί ποτε συμμίξειαν,
ἐλαττουμένων παρὰ πολύ. 
 προσλαβόμενοι δὲ καὶ συμμάχους οἶ Τυρσηνοὶ ἐν ὑλώδει χωρίῳ
ἐλόχησαν, καὶ ἀφυλάκτους ἐπελθόντας αὐτοῖς τοὺς Φαβίους ὑπὸ τοῦ πάντα νικᾶν περιε- στοίχισαν καὶ
πάντας ἐφόνευσαν. καὶ παντελῶς τὸ γένος αὐτῶν ἐξέλιπεν ἄν, εἰ μὴ εἷς τις οἴκοι κατελείφθη διὰ νεότητα, ἀφ’ οὗπερ αὖθις εἰσέπειτα ἤνθησαν. 

 
 Τῶν δὲ Φαβίων οὕτω φθαρέντων οἶ Ῥωμαῖοι μάλα παρὰ τῶν Τυρσηνῶν ἐκακώθησαν. εἶτα πρὸς
 μὲν τοὺς πολεμίους σπονδὰς ἐποιήσαντο, τραπόμενοι δ’ ἐπ’
ἀλλήλους ἔπραξαν πολλὰ καὶ δεινά, ὡς μηδὲ τῶν στρατηγῶν ἀποσχέσθαι τὸ πλῆθος. τούς τε
γὰρ ὑπηρέτας αὐτῶν ἔπαιον καὶ τὰς ῥάβδους κατέκλων, αὐτούς τε τοὺς στρατηγοὺς ὑπ’ εὐθύνην ἦγον ἐπὶ
 πάσῃ προφάσει καὶ μείζονι καὶ ἐλάττονι. Ἄππιον οὖν Κλαύδιον καὶ παρ’
αὐτὴν τὴν ἀρχὴν εἰς τὸ δεσμωτήριον ἐμβαλεῖν ἐβουλεύσαντο , ὅτι τε αὐτοῖς ἠναντιοῦτο εἰς
ἅπαντα καὶ ὅτι τοὺς συστρατευσαμένους αὐτῷ ἐδεκάτευσεν, ἐπειδὴ τοῖς Οὐολούσκοις ἐν μάχῃ ἐνέδοσαν. ἡ
δεκάτευσις δὲ τοιόνδε τι ἦν. ὅτε τι οἶ στρατιῶται μέγα ἡμάρτησαν , ὁ στρατηγὸς εἰς 
δεκάδας αὐτοὺς ἀριθμῶν. ἔνα λαβὼν ἐξ ἑκάστης δε- κάδος τὸν κλήρῳ λαχόντα θανάτῳ ἐκόλαζεν. ἀπελ-
θόντα δ’ ἐκ τῆς ἀρχῆς τὸν Κλαύδιον εὐθὺς οἶ τοῦ πλήθους εἰς ἀγῶνα κατέστησαν, καὶ οὐ κατεψηφί-
σαντο μέν , τὴν ψῆφον δὲ ὑπερθέμενοι ἐς ἀνάγκην 
 αὐτὸν αὐτοχειρίας κατέστησαν. καί τινες δὲ τῶν δη- μάρχων ἄλλα τε κατὰ τῶν εὐπατριδῶν
συνέγραψαν καὶ τὸ ἐξεῖναι τῷ πλήθει καὶ καθ’ ἑαυτό συνιέναι καὶ ἄνευ ἐκείνων βουλεύεσθαι καὶ
χρηματίζειν πάνθ’ ὅσα ἂν ἐθελήσῃ. κἄν τις ἐπ’ αἰτίᾳ τινὶ παρὰ τῶν στρατηγῶν προστιμηθῇ
, ἔκκλητον ἐπὶ τούτοις τὸν δῆμον δικάζειν ἔταξαν. καὶ τοὺς ἀγορανόμους δὲ καὶ τοὺς δημάρχους
ἐπηύξησαν , ἵνα πλείστους τοὺς αὐτῶν προισταμένους ἔχωσι. 
 Πραττομένων δὲ τούτων οἶ εὐπατρίδαι φανερῶς μὲν οὐ πάνυ ἀντέπραττον πλὴν
βραχέων , λάθρᾳ δὲ συχνοὺς τῶν θρασυτάτων ἐφόνευον. ἀλλ’ οὔτε τοῦτο
τοὺς λοιποὺς ἐπέσχεν οὔθ’ ὅτι ποτὲ ἐννέα δήμαρχοι πυρὶ ὑπὸ τοῦ δήμου ἐδόθησαν. οὐ
μόνον γὰρ οἱ μετὰ ταῦτα δημαρχοῦντες οὐκ ἠμβλύνοντο, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ ἐθρασύνοντο. εἰς τοῦτο ὑπὸ τῶν
εὐπατριδῶν προήχθη ὁ ὅμιλος. οὔτε γὰρ στρατεύειν ἐπείθοντο πολέμων ἐπικειμένων, εἰ μὴ ὧν ὠρέγοντο
ἔτυχον, καὶ εἴ ποτε δ᾿ ἐξῆλθον, ἀπροθύμως ἐμάχοντο, εἰ μὴ πάνθ᾿ ὅσα ἐβούλοντο ἤνυσαν.
κἀντεῦθεν πολλοὶ τῶν προσοίκων αὐτοῖς, τῇ ἐκείνων διχοστασίᾳ ἢ τῇ ἑαυτῶν θαρροῦντες ἰσχύι,
ἐνεωτέρισαν. ὧν ἦσαν καὶ Αἰκουοί, οἳ Μάρκον Μινούκιον
στρατηγοῦντα 10 τότε νικήσαντες ἐφρονηματίσθησαν. μαθόντες δὲ τὸν Μινούκιον ἡττημένον οἱ ἐν τῇ ῾Ρώμῃ
δικτάτωρα Λούκιον Κυΐντιον εἵλοντο, πένητα μὲν ἄνδρα καὶ γεωργίᾳ συνεζηκότα, ἐς ἀρετὴν δὲ καὶ
σωφροσύνην διαπρεπῆ, καίτοι τὰς κόμας ἐς πλοκάμους ὅθεν καὶ Κικινάτος ὠνόμαστο. οἷοι
νῦν πολλοὶ περὶ τὰ βασίλεια· ἐκεῖθεν δὲ τοῦ κακοῦ παρεισφθαρέντος εἰς τὸ πολίτευμα καὶ ἀπανταχοῦ
κικινάτους ἔστιν ὁρᾶν. οὗτος οὖν δικτάτωρ προχειρισθείς, καὶ αὐθημερὸν ἐκστρατεύσας, καὶ τάχει σὺν
ἀσφαλείᾳ χρησάμένος, καὶ τοῖς Αἰκουοῖς προσβαλὼν μετὰ τοῦ Μινουκίου, πλείστους μὲν
διέφθειρε, τοὺς δ᾿ ἄλλους ἐζώγρησεν· οὓς ὑπὸ ζυγὸν διαγαγὼν ἀφῆκεν. ἡ
δὲ πρᾶξις ἡ τὸν ζυγοῦ τοιάδε τις ἦν. σταυροὺς δύο, ὄρθια δηλαδὴ ξύλα διέχοντα ἀλλήλων, εἰς τὴν γῆν
 κατεπήγνυον, καὶ αὐτοῖς ἐπετίθουν ἐγκάρσιον ἕτερον, καὶ διὰ μέσου τούτων τοὺς ἁλόντας
διῆγον γυμνούς· ὃ τοῖς μὲν δ ρῶσ ι λαμπρότητα, πολλὴν δ᾿ ἀτιμίαν τοῖς πάσχουσιν ἔφερεν, ὥστε τινὰς
τοῦ τοιοῦτόν τι παθεῖν προαιρεῖσθαι θανεῖν. καὶ πόλιν δὲ αὐτῶν Κορουῖνον καλουμένην
ἑλὼν ἐπανῆλθε, καὶ τὸν Μι- νούκιον διὰ τὴν ἧτταν τὴν στρατηγίαν ἀφείλετο, καὶ αὐτὸς
ἀπέθετο τὴν ἀρχήν.

Οἱ μέντοι Ῥωμαῖοι οἰκεῖον ἐσχήκασι πόλεμον, ὃς ἐκ δούλων συνέστη καὶ φυγάδων τινῶν, οἳ
νυκτὸς 
 ἐπελθόντες ἐξαπιναίως τοῦ Καπιτωλίου ἐκράτησαν. ὁ δ’ ὅμιλος καὶ τότε οὐ πρότερον ἐν τοῖς
ὅπλοις ἐγέ- νετο πρίν τι πλέον σχεῖν τόν εὐπατριδῶν. ἐπελθόντες δέ γε τοῖς στασιάσασιν ἐκράτησαν μὲν αὐτῶν, πολλοὺς δὲ τόν σφετέρων ἀπέβαλον. 
 
 Διὰ ταῦτα τοίνυν οἱ Ῥωμαῖοι καὶ διά τινα ση- μεῖα εὐλαβηθέντες τῶν τε πρὸς ἀλλήλους
ἀπηλλάγησαν ἐγκλημάτων καὶ τὴν πολιτείαν ἰσωτέραν ποιή- σασθαι ἐψηφίσαντο. καὶ τρεῖς ἄνδρας εἰς τὴν
Ἑλλάδα διὰ τοὺς νόμους καὶ τὰ παρ’ ἐκείνοις ἔθη πεπόμφασι. καὶ κομισθέντων αὐτῶν τάς τε
ἄλλας ἀρχὰς καὶ τὰς τῶν δημάρχων κατέλυσαν , καὶ ἄνδρας ὀκτὼ ἐκ τῶν
πρώτων ἀνθείλοντο, καὶ Ἄππιον Κλαύδιον Τίτον τε Γενούκιον ἀπέδειξαν κατὰ τὸν ἐνιαυτὸν ἐκεῖνον στρα-
τηγοὺς αὐτοκράτορας. καὶ νόμους αὐτοῖς συγγράψαι ἐπέτρεψαν , μηδεμίαν τε δίκην ἐφέσιμον
ἀπ’ αὐτῶν γενέσθαι προσεψηφίσαντο· ὃ πρῴην οὐδενὶ τῶν ἀρχόντων πλὴν τῶν δικτατώρων ἐδέδοτο. ἦρξάν τε
οὑτοι ἐφ’ ἡμέραν ἕκαστος , ἐναλλὰξ τὸ πρόσχημα τῆς ἡγεμονίας λαμβάνοντες. καὶ νόμους συγγράψαντες
 εἰς τὴν ἀγορὰν ἐξέθηκαν· οἳ ἐπεὶ πᾶσιν ἤρεσαν, ἐς τὸν δῆμον εἰσήχθησαν, καὶ κυρωθέντες
σανίσιν ἐνε- γράφησαν δέκα· ὅσα γὰρ φυλακῆς ἐκρίθησαν ἄξια, ἐν
σανιδίοις ἐθησαυρίζοντο. 
 Ἐκεῖνοι μὲν οὖν τὸν ἐνιαυτὸν ἀνύσαντες ἀφῆκαν τὴν ἀρχήν, ἕτεροι δ’ αὖθις
αἱρεθέντες δέκα ὥσπερ 
 ἐπὶ καταλύσει τῆς πολιτείας χειροτονηθέντες ἐξώκει- λαν. πάντες γὰρ ἄμα ἀπὸ τῆς ἴσης
ἦρχον, καὶ νεα- νίσκους ἐκ τῶν εὐπατριδῶν θρασυτάτους ἐκλεξάμε- νοι πολλὰ δι’ αὐτῶν ἐποίουν καὶ
βίαια · ὀψὲ δέ ποτε ἐπ’ ἐξόδῳ τοῦ ἔτους ὀλίγα ἄττα ἐν δύο σανίσι προσέγραψαν, ἔγραψαν,
ἐς πάντα δὴ αὐτογνωμονήσαντες. ἀφ’ ὧν οὐχ ὁμόνοια, ἀλλὰ καὶ διαφοραὶ μείζους Ῥωμαίοις γενήσεσθαι
ἔμελλον. 
 
 Αἱ μὲν οὖν λεγόμεναι δώδεκα δέλτοι οὕτως τότε ἐγένοντο οἶ δὲ νομοθέται ἐκεῖνοι οὐ μόνον
ταῦτ' ἔπραξαν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς ἀρχῆς αὐτοῖς διελθόντος ἔτι τοῖς πράγμασιν
ἐνέμειναν, βίᾳ τὴν πόλιν κατέχοντες , καὶ μηδὲ τὴν βουλὴν ἢ τόν δῆμον ἀθροίζοντες, ἵνα μὴ
συνελθόντες παύσωσιν αὐτούς. Αἰκουῶν δὲ καὶ Σαβίνων πόλεμον αἰρομένων κατὰ Ρωμαίων,
τότε τοὺς ἐπιτηδείους αὐτοῖς παρασκευά- σαντες διεπράξαντο σφίσι τοὺς πολέμους ἐπιτραπῆναι. ἐκ γοῦν
τῆς δεκαρχίας αὐτῶν Σερούιος μὲν Ὄππιος καὶ Ἄππιος Κλαύδιος κατὰ χώραν ἔμειναν, οἱ δὲ ὀκτὼ ἐπὶ τοὺς
πολεμίους ἐστράτευσαν. 
 
 
 Πάντα μέντοι ἀπλῶς καὶ τὰ ἐν τῷ ἄστει καὶ τὰ ἐν τοῖς στρατοπέδοις τετάρακτο, κἀντεῦθεν
στάσις αὖθις συνηνέχθη. ἐμβαλόντες γὰρ εἰς τὴν τῶν Σαβίνων γῆν οἷ στρατιάρχαι Λούκιόν τινα Σίκιον,
ἄκρον τε τὰ πολέμια καὶ ἐν τοῖς πρώτοις τοῦ ὁμίλου καταριθμούμενον, μεθ’ ἑτέρων ὥς τι
χωρίον καταλη- ψόμενον ἔπεμψαν, καὶ διὰ τόν συνεκπεμφθέντων αὐτῷ τὸν ἄνδρα διέφθειραν. λόγου δ’ εἰς
τὸ στρατό- πεδον γεγονότος ὡς παρὰ πολεμίων τοῦ ἀνδρὸς σὺν ἄλλοις ἀνῃρημένου , οἱ στρατιῶται
ἀνελέσθαι τοὺς νεκροὺς ὁρμήσαντες οὐδὲν σῶμα τῶν ἐναντίων εὑ- ρήκασι, συχνοὺς δὲ τῶν
ὁμοφύλων, οὓς ὁ Σίκιος ἐπιθεμένους αὐτῷ ἀπέκτεινεν ἀμυνόμενος. ὡς οὖν κύκλῳ τε αὐτοῦ
κειμένους καὶ τετραμμένους πρὸς αὐτὸν εἶδον, ὑπετόπασαν τὸ γενόμενον καὶ μέντοι καὶ ἐθορύβησαν· πρὸς δὲ τοῖς καὶ διά τι τοιοῦτον. 
 
 Λούκιός τις Οὐεργίνιος ἐκ τοῦ πλήθους ὢν καὶ θυγατέρα ἔχων περικαλλῆ Λουκίῳ Ἰκιλλίῳ τῶν
ὁμοίων αὐτῷ ἐκδώσειν ἔμελλε. ταύτης ὁ Κλαύδιος ἐρασθεὶς καὶ μὴ τυχών, παρεσκεύασέ τινας δουλα-
γωγῆσαι αὐτήν · καὶ δικαστὴς ἦν ἐκεῖνος. ἐλθὼν οὖν ὁ τῆς κόρης πατὴρ ἐκ τοῦ στρατοπέδου
ἐδικαιο- λογεῖτο. ὡς δὲ ὁ Κλαύδιος ταύτης κατεψηφίσατο καὶ τοῖς δουλαγωγοῦσιν αὐτὴν ἡ κόρη παρεδόθη
καὶ οὐ- δεὶς ἐπήμυνεν , ὑπερήλγησεν ὁ ταύτης πατήρ, καὶ τὴν θυγατέρα κοπίδι διαχειρισάμενος πρὸς
τοὺς στρατιώτας ὡς εἶχεν ἐξώρμησεν. οὓς οὐδὲ πρὶν εὖ διακειμένους οὕτως ἐτάραξεν ὥστε εὐθὺς ἐπὶ τὴν πόλιν πρὸς τὸν Κλαύδιον ἐπειχθῆναι. καὶ οἱ ἕτεροι δὲ οἱ ἐπὶ τοὺς Σαβίνους ἐστρατευμένοι, ἐπεὶ τοῦτ’
ἔμα- θον, τό τε τάφρευμα ἐξέλιπον , καὶ συμμίξαντες τοῖς λοιποῖς ἄνδρας εἴκοσιν
ἑαυτῶν προεστήσαντο , καὶ οὐδὲν μικρὸν ἐλογίζοντο πράξαι. καὶ τὸ ἄλλο δὲ πλῆθος τὸ ἐν τῇ πόλει
προσεχώρησεν αὐτοῖς καὶ μετ’ αὐτῶν ἐθορύβει. 
 Ἐν τούτοις ὁ μὲν Κλαύδιος φοβηθεὶς ἐκρύβη, Ὄππιος δὲ τήν τε βουλὴν ἥθροισε καὶ
πέμψας ἐπύθετο τοῦ πλήθους τί βούλονται. οἱ δὲ τὸν Οὐαλέριον Λούκιον καὶ τόν Ὁράτιον Μάρκον, ἄνδρας
ἐκ τῶν βουλευτῶν αὐτοῖς προσκειμένους , πεμφθῆναι σφίσιν ἐζήτουν, ὥς τι δι’ ἐκείνων ἀποκρινούμενοι.
 ἐπεὶ δὲ οὐκ ἐπέμφθησαν, φοβηθέντων τῶν δέκα ἀρχόντων, 
ἤδη γὰρ πάντες παρῆσαν , μὴ στρατηγοῖς αὐτοῖς κατ’ αὐτῶν χρήσαιντο, ἔτι μᾶλλον ὠργίζοντο. φόβος οὖν τοῖς βουλευταῖς ἐνέπεσεν ἐντεῦθεν οὐ μέ.. τριος, καὶ διὰ τοῦτο καὶ παρὰ γνώμην
τῶν ἀρχόντων τόν τε Οὐαλέριον σφίσι καὶ τὸν Ὁράτιον ἔπεμψαν. κἀκ τούτου συναλλαγῆς γενομένης τοῖς
μὲν θορυβή- σασιν ἄδεια τῶν πραχθέντων ἐδόθη καὶ ἡ δεκαρχία κατελύθη , αἱ δὲ ἐπέτειοι
ἀρχαὶ αἵ τε λοιπαὶ καὶ αἶ τῶν δημάρχων ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς προνομίοις ἐπανῆλθον ἐφ’ οἷσπερ ἦσαν χαἰ
πρότερον. ἀποδειχθέντες δὲ ἄρχοντες ἄλλοι τε καὶ Οὐεργίνιος τὸν μὲν
Ὄππιον τόν τε Ελαύδιον εἰς δεσμωτήριον ἐνέβαλον , οἳ πρὶν εὐθυνθῆναι ἑαυτοὺς
διεχειρίσαντο , τοὺς δὲ λοιποὺς ἐγράψαντο καὶ ἑλόντες ἐξήλασαν.

Οἱ δ’ ὕπατοι, τότε γὰρ λέγεται πρῶτον ὑπάτους αὐτοὺς προσαγορευθῆναι, στρατηγοὺς
καλουμένους τὸ πρότερον · ἦσαν δὲ Οὐαλέριος καὶ Ὁράτιος , καὶ τότε καὶ μετέπειτα τῷ
πλήθει προσέκειντο καὶ μᾶλ- λον αὐτοὺς ἢ τοὺς εὐπατρίδας ἐκράτυναν. ἐλαττούμενοι οὑν οἱ εὐπατρίδαι
οὔτε ῥᾴδιον συνελέγοντο οὔτε τὰ πράγματα ἐπ’ αὐτοῖς ἐποίουν παντάπασιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς δημάρχους
οἰωνοσκοπίᾳ ἐν συλλόγοις 
 χρῆσθαι δεδώκασιν· ὃ λόγῳ μὲν τιμὴν αὐτοῖς ἔφερε καὶ ἀξίωμα, μόνοις
γὰρ τοῦτο ἐκ τοῦ πάνυ ἀρχαίου τοῖς εὐπατρίδαις ἐπετέτραπτο , ἔργῳ δὲ κώλυμα ἦν, ἴνα μὴ ῥᾳδίως οἱ
δήμαρχοι καὶ τὸ πλῆθος ὅσα βού- λοιντο πράττοιεν , ἀλλὰ προφάσει τῆς οἰωνοσκοπίας 
ἔστιν οὗ ἐμποδίζοιντο. ἀχθόμενοι δὲ τοῖς ὑπάτοις οἵ τε εὐπατρίδαι καὶ ἡ βουλή, ὡς τὰ τοῦ πλήθους
φρο- νοῦσιν, οὐκ ἐψηφίσαντο σφίσι τὰ ἐπινίκια, πόλεμον ἑκατέρου νικήσαντος, οὐδ’ ἡμέραν ἑκάστῳ
ἀπένει- μαν, ὥσπερ εἴθιστο. τὸ μέντοι πλῆθος ἐπὶ δύο τε 
 
 ἡμέρας ἑώρτασε καὶ τοῖς ὑπάτοις τὰ νικητήρια ἐψηφίσαντο. 
 Οὕτως οὖν ἐς διαφορὰς τῶν Ῥωμαίων ἐλθόντων οἱ ἐναντίοι
σφίσιν ἀναθαρσήσαντες ἐπῄεσαν αὐτοῖς. τό δ’ ἐξῆς ἔτει Μάρκου Γενουκίου καὶ Γαΐου
Κουρτίου ὑπατευόντων ἐπ’ ἀλλήλους ἐτράποντο. οἵ τε γὰρ τοῦ πλήθους καὶ ὑπατεύειν ἤθελον , ἐπείπερ
ἐδημάρχουν οἶ εὐπατρίδαι πρὸς αὐτοὺς μεθιστάμενοι, καὶ οἷ εὐπατρίδαι λίαν τῆς ὑπάτου ἀρχῆς
περιείχοντο. καὶ πολλὰ κατ’ ἀλλήλων καὶ βίαια ἔλεγόν τε καὶ ἔπραττον. ἵνα δὲ μὴ πρός τι
χεῖρον χωρήσωσι, τοῦ μὲν ἔργου τῆς ἡγεμονίας οἱ δυνατοὶ αὐτοῖς παρεχώρησαν , τοῦ δὲ ὀνόματος οὐ
μετέδωκαν, ἀλλ’ ἀνθ’ ὑπάτων χιλιάρχους ὠνόμασαν, ἴνα μὴ τὸ 
 τῆς κλήσεως ἔντιμον τῷ σύρφακι ὁμίλῳ καταρρυπαίνοιτο. καὶ τρεῖς ἀφ’ ἑκατέρων
χιλιάρχους ἀντὶ τῶν δύο ὑπάτων αἱρεῖσθαι συνέδοξεν. οὐ μέντοι τὸ τῶν ὑπάτων ἐξέλιπε τέλεον ὄνομα,
ἀλλὰ ποτὲ μὲν ὕπατοι καθίσταντο , ποτὲ δέ γε χιλίαρχοι. οὕτω μὲν οὑν ταῦτα παραδέδοται
γίνεσθαι , καίτοι οὐ μόνον τόν ὑπάτων δικτάτωρας ἀνειπόντων, καὶ ταῦτα πολὺ τῆς ἀρχῆς ἐκείνης
ἐλαττουμένων , ἀλλὰ καὶ χιλιάρχων τοῦτο πεποιηκότων ἐνίοτε· λέγεται δὲ ὅτι οὐδεὶς τῶν χιλιάρχων, καίτοι πολλῶν πολλάκις νικησάντων, ἐπιωίκια 
ἔπεμψεν. Οἶ’ μὲν οὖν χιλίαρχοι οὕτω τότε ᾑρέθησαν, οἱ δὲ τιμηταὶ τῷ
ἐχομένῳ ἔτει Βαρβάτου καὶ Μάρκου Μακρίνου ὑπατευόντων κατεδείχθησαν· καὶ ᾑρέθησαν Λούκιός τε
Παπείριος καὶ Λούκιος Σεμπρώνιος. κεχειροτόνηντο δὲ ὅτι οἶ ὕπατοι ἀδύνατοι ἐπὶ πάντας
διὰ τὸ πλῆθος ἐξαρκεῖν ἦσαν· τὰ γὰρ τοῖς τιμηταῖς ἀπονεμηθέντα προνόμια ἐκεῖνοι μέχρι τότε ἐποίουν.
 δύο τε ἦσαν οἱ τιμηταὶ ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐκ τῶν εὐπατρι- δῶν. ἦρχον δὲ τὰ μὲν πρῶτα καὶ τὰ
τελευταῖα ἐπὶ πενταετίαν , ἐν δὲ τῷ μέσῳ χρόνῳ ἐπὶ τρεῖς ἑξαμήνους· καὶ ἐγένοντο τῶν ὑπάτων μείζους,
καίτοι μέρος τῆς ἐκείνων λαβόντες ἀρχῆς. ἐξῆν δὲ αὐτοῖς τάς τε προσόδους τὰς κοινὰς ἐκμισθοῦν, καὶ τῶν ὁδῶν καὶ τῶν δημοσίων οἰκοδομημάτων ἐπιμελεῖσθαι , καὶ
τὰς ἀπογραφὰς τῆς ἑκάστου εὐπορίας διατελεῖν , καὶ τὸν βίον τῶν πολιτῶν ἐπισκοπεῖν τε καὶ ἐξετάζειν,
καὶ τοὺς μὲν ἀξίους ἐπαίνου ἐς τὰς φυλὰς καὶ ἐς τὴν ἱππάδα καὶ τὴν γερουσίαν ἐγγράφειν,
καθὼς ἑκάστοις προσήκειν ἐνομίζετο, τοὺς δ' οὐκ εὖ βιοῦντας ἁπανταχόθεν ὁμοίως ἀπαλείφειν· ὃ
μεῖζον πάντων ἦν τῶν τοῖς ὑπάτοις καταλειφθέντων. πίστεις δ’ ἐνόρκους ἐφ’ ἑκάστῳ πεποίηντο ὡς οὔτε
πρὸς χάριν οὔτε πρὸς ἔχθραν τι ποιοῦσιν, ἀλλ’ ἐξ ὀρθῆς γνώμης τὰ συμφέροντα τῷ κοινῷ
καὶ σκοποῦσι καὶ πράττουσι. καὶ τὸν δῆμον ἐπί τε νόμων εἰσφοραῖς καὶ τοῖς ἄλλοις συνήθροιζον , καὶ τῷ τῶν μειζόνων ἀρ- χῶν κόσμῳ πλὴν ῥαβδούχων ἐχρῶντο.
τοιαύτη ἡ τῶν τιμητῶν ὑπῆρχεν ἀρχή. τῶν μέντοι μὴ ἀπογραψαμένων τὰς οὐσίας ἐν ταῖς
ἀπογραφαῖς καὶ ἑαυτοὺς τὰς μὲν οὐσίας οἶ τιμηταί, αὐτοὺς δ’ ἐκείνους οἷ ὕπατοι ἐπίπρασκον. χρόνῳ μὲν
οὖν τινι ταῦθ’ οὕτως ἐπράχθη , ὕστερον δὲ τὸν ἅπαξ τῇ βουλῇ καταλεχθέντα διὰ βίου
βουλεύειν ἔδοξε, μηδ’ ἀπαλείφεσθαι, εἰ μή τις ἀδικήσας καὶ κριθεὶς ἠτίμωτο ἢ κακῶς ζῶν ἠλέγχθη·
τοὺς γὰρ τοιούτους ἀπήλειφον καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἑτέρους ἐνέγραφον. Τῶν δὲ
προσκαίρως ἀρχόντων πρεσβεῖα μὲν ἐδίδοτο τοῖς δικτάτωρσι, δευτερεῖα δέ γε τοῖς
τιμηταῖς, ἡ δὲ τρίτη τάξις τοῖς ἱππάρχοις νενέμητο· καὶ οὕτω ταῦτα ἐτέτακτο, κἂν ἐν
ταῖς ἀρχαῖς ἤσαν κἂν ἀπηλλάγησαν. εἰ γάρ τις ἐκ μείζονος ἀρχῆς εἰς ὑποδεεστέραν κατέστη, τὸ τῆς
προτέρας ἀξίωμα εἶχεν ἀκέραιον. εἶς δέ τις, ον πρίγκιπα μὲν τῆς γερουσίας ὠνόμαζον,
λέγοιτο δ' ἂν καθ’ Ἕλληνας πρόκριτος, συμπάντων προεῖχε τὸν χρόνον ὃν προεκρίνετο , οὐ γὰρ διὰ βίου
τις εἰς τοῦτο προεχειρίζετο , καὶ προέφερε τῶν ἄλλων τῷ ἀξιώματι, οὐ μὴν καὶ δυνάμει

ἐχρῆτό τινι. χρόνον μὲν οὑν τινα εἰρνήν πρὸς ἀλλήλους καὶ 
 πρὸς τοὺς περιοίκους ἤγαγον· εἶτα λιμοῦ ἐπικρατήσαντος, ὥστε τινὰς
καὶ εἰς τὸν ποταμὸν ἑαυτοὺς ἐμβαλεῖν μὴ φέροντας τὸν λιμόν, ἐστασίασαν. οἱ μὲν γὰρ τοὺς εὐπόρους ὡς
περὶ τὸν σῖτον κακουργοῦντας ἐν αἰτίᾳ πεποίηντο , οἱ δὲ τοὺς πένητας ὡς τὴν γῆν μὴ
βουλομένους ἐργάζεσθαι. ἰδὼν δὲ τοῦτο Σπούριος Μάλιος, ἀνὴρ ἱππεὺς πλούσιος, τυραννίδι
ἐπικεχείρηκε, καὶ σῖτον ἐκ τῆς περιχώρου πριάμενος πολλοῖς μὲν ἐπευωνίζων, πολλοῖς δὲ καὶ προῖκα
ἐδίδου, κἀκ τούτου συχνοὺς προσοικειωσάμενος, ὅπλα τε ἐπορίσατο καὶ φρουρούς· καὶ
ἐκράτησεν ἂν τῆς πόλεως, εἰ μὴ Μινούκιος Αὐγουρῖνος, ἀνὴρ εὐπατρίδης, ἐπὶ τῇ σιτοδοσίᾳ τεταγμένος καὶ αἰτιώμενος ἐπὶ τῇ σιτοδείᾳ, εἰσήγγειλε τῇ βουλῇ τὸ
πραττόμενον. ἡ δὲ γερουσία μαθοῦσα τὸ μήνυμα δικτάτωρα παραυτίκα ἐν τῷ συνεδρίῳ ἀνεῖπε
τὸν Κυῒντιον τὸν Λούκιον τὸν Κικινάτον, καὶ ταῦτα παρήλικα
ὄντα· ὀγδοηκοντούτης γὰρ ἦν. κἀκεῖ τὴν ἡμέραν πᾶσαν ἀνάλωσαν συγκαθήμενοι, ὥς τι δὴ βουλευόμενοι
, ἔνα μὴ τὸ γεγονὸς ἐκφοιτήσῃ. νυκτὸς δ' ὁ δικτάτωρ τὸ 
 Καπιτώλιον καὶ τὰ λοιπὰ τὰ ἐπικαιρότατα διὰ τῶν ἰππέων προκαταλαβών , ἔωθεν ἐπὶ τὸν
Μάλιον ἔπεμψε Γάιον Σερουίλιον τὸν ἵππαρχον, ὡς δι’ ἄλλο τι
ἐκεῖνον μετακαλοῦ μένος. ὁ δέ, ὑποτοπήσαντός τι τοῦ Μαλίου καὶ διαμέλλοντος, δείσας μὴ ὑπὸ ’τον πλήθους ἐξαρπασθῇ , ἤδη γὰρ συνέτρεχον , ἔκτεινε τὸν ἄνδρα , ἢ αὐτογνωμονήσας ἢ τοῦτο
κεκελευσμένος πρὸς τοῦ δικτάτωρος. θορυβηθέντος δ' ἐπὶ τούτῳ τοῦ πλήθους ὁ Κυΐντιος δημηγορήσας καὶ
σῖτον σφίσι παρασχὼν καὶ μή τινα ἕτερον ἢ κολάσας ἢ ἐπαιτιασάμενος τὸν θόρυβον
ἔπαυσε. 
 Πολέμων δὲ τοῖς Ῥωμαίοις ἐκ διαφόρων ἐθνῶν ἐπενηνεγμένων , τοὺς μὲν ἐν ὀλίγαις ἡμέραις
ἐνίκησαν, τοῖς δὲ Τυρσηνοῖς ἐπὶ μακρὸν ἐπολέμησαν. Πλστουμέου δὲ νενικηκότος τοὺς Αἰκουοὺς καὶ
μεγάλην πόλιν ἑλόντος αὐτῶν , ὅτι μήτ’ ἐκείνην οἱ στρατιῶται εἰς προνομὴν ἐξεχωρήθησαν μήτε τι τῆς λείας αἰτήσαντες ἔλαβον , τόν τε ταμίαν τὸν
διατιθέμενον αὐτὴν περιστάντες ἐφόνευσαν καὶ τὸν Ποστούμιον ἐπιτιμῶντα αὐτοῖς ἐπὶ τούτῳ καὶ ζητοῦντα
τοὺς αὐτόχειρας προσαπέκτειναν, καὶ τὴν χώραν οὐ τὴν αἰχμάλωτον μόνον, ἀλλὰ καὶ πάσαν
προσένειμαν ἑαυτοῖς τὴν ἐν τῷ δημοσίῳ τότε τυγχάνουσαν. κἂν ἐπὶ πλεῖστον ἡ στάσις διήρκεσεν , εἰ μὴ
πόλεμος αὖθις Ρωμαίοις παρὰ τῶν Αἰκουῶν ἐπενήνεκτο. φοβηθέντες γὰρ διὰ τοῦτο ἡσύχασαν ,
καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν φόνων εἰς ὀλίγους ἐλθοῦσαν ὑπέμειναν, καὶ ἐπὶ τοὺς ἐναντίους στρατεύσαντες μάχῃ
αὐτοὺς νενικήκασι. διὸ τήν τε λείαν αὐτοῖς οἱ δυνατοὶ διέδοσαν καὶ
μισθὸν τοῖς πεζοῖς, εἶτα καὶ τοῖς ἱππεῦσιν ἐψηφίσαντο· ἀμισθὶ γὰρ μέχρι τότε καὶ
οἰκόσιτοι ἐστρατεύοντο· τότε δὲ πρῶτον μισθοφορεῖν ἤρξαντο. 

 
 Πολέμου δὲ αὐτοῖς πρὸς Οὐιέντας συστάντος, ἴως μὲν κατὰ σφὰς ἐπολέμουν ἐκεῖνοι , πολλάκις
αὐτοὺς οἱ Ῥωμαῖοι ἐνίκησαν, καὶ ἐς πολιορκίαν κατέστησαν· προσγενομένων δὲ αὐτοῖς συμμάχων
ἐπεξῆλθον τοῖς Ῥωμαίοις καὶ ἐπεκράτησαν. ἐν τούτοις δὲ ἡ πρὸς τῷ ὄρει τῷ Ἀλβανῷ οὔσα
λίμνη, ὑπὸ τόν πέριξ αὐτῆς περικλειομένη λόφων καὶ μὴ ἔχουσα ἐκροήν, κατὰ τὸν τῆς πολιορκίας τῶν
Οὐιεντῶν καιρὸν ἐς τοσοῦτον ἐπλήμμυρεν ὡς ὑπερεκχεῖσθαι καὶ τῶν ὀρῶν καὶ κατιέναι πρὸς
θάλασσαν. κρίναντες δ’ οἱ Ῥωμαῖοι πάντως τι διὰ τούτου θεῖον σημαίνεσθαι, μαίνεσθαι, ἔπεμψαν εἰς Δελφοὺς περὶ τούτου χρησόμενοι. ἦν δέ τις καὶ παρὰ τοῖς Οὐιένταις
Τυρσηνὸς ἀνὴρ μαντικός. ἐς ταὐτὸν οὖν ἥ τε Πυθία καὶ ἡ ἐκείνου μαντεία συνέδραμον· καὶ
ἄμφω γὰρ ἁλώσεσθαι τὴν πόλιν εἶπον ὅταν τό ὕδωρ τὸ πλημμυρῆσαν μὴ ἐς θάλασσαν ἐκπέσῃ , ἀλλ’
ἀναλωθείη ἑτέρωθι, καί τινας ἱερουργέας διὰ τοῦτο γενέσθαι ἐκέλευσαν. ἀλλ’ ὁ μὲν Πύθιος οὔτε τίσι
θεῶν οὔθ’ ὅπως αὐτὰς ποιήσουσι διεσάφησεν, ὁ δὲ Τυρσηνὸς ἐῴκει μὲν εἰδέναι, οὐδὲν δὲ
ἐδήλου. οἱ γοῦν περὶ τὸ τεῖχος, ὅθεν ἐκεῖνος ὡμίλει, τεταγμένοι Ῥωμαῖοι, φιλίαν πρὸς ἐκεῖνον
ὑποκριθέντες, τά τε ἄλλα θαρρεῖν αὐτῷ ἐνεδίδουν καὶ ἀδεῶς
ἐπέτρεπον ἐκφοιτᾶν· καὶ οὕτω συλλαβόντες αὐτὸν πάντα τὰ καθήκοντα ἠνάγκασαν ἐξειπεῖν.
καὶ κατὰ τὴν ὑποθήκην ἐκείνου τάς τε θυσίας ἐποίη(?)αν καὶ τὸν λόφον διέτρησαν καὶ τὸ πλεονάζον ὕδωρ
εἰς τὸ πεδίον κρυπτῇ διώρυχι μετωχέτευσαν, ὥσθ’ ἅπαν ἐν αὐτῷ ἀναλίσκεσθαι καὶ μή τι
καταρρέειν εἰς θάλασσαν.

Αρτι μὲν οὑν τοῦτο ἐγένετο καὶ δικτάτωρ ᾑρέθη 
 
 Μάρκιος θούριος Κάμιλλος. ὃς προσβαλὼν τῇ πόλει ἐπεὶ οὐδὲν
ἤνυεν, ὑπόγειον ὠρύξατο δίοδον πόρρωθεν ἀρξάμενος ἐς τὴν ἀκρόπολιν φέρουσαν. παρεσκευασμένου δὲ ἤδη
τοῦ ὑπονόμου , ἐπεὶ πολλοὶ καὶ ἀπὸ τῆς Ῥώμης αὐτῷ προσεχώρησαν ἐθελονταί , παραλαβὼν 
 κἀκείνους πρόσ’ ἔβαλε τῇ πόλει καὶ πανταχόθεν τὸ τεῖχος ἐκύκλωσε· τῶν
δ' ἐντὸς περὶ πάντα τὸν περίβολον σκεδασθέντων, ἔλαθον ἕτεροι διὰ τῶν ὑπονόμων γεγονότες ἐντός.
ἁλούσης δὲ τῆς πόλεως καὶ τῶν Ῥωμαίων διαρπαζόντων τὰ ἐν αὐτῇ , ὁρῶν ἀπὸ τῆς ἄκρας ὁ
Κάμιλλος τὰ πραττόμενα ἐστέναξε καὶ ἐδάκρυσε καί “ ὦ θεοί’’, ἔφη, “ εἴ ὀφείλεται νέμεσις τῆσδε τῆς
εὐπραγίας ἀντίστροφος, εὔχομαι ταύτην εἰς ἐμαυτὸν τελευτῆσαι.’ τὴν δὲ τῆς λείας δεκάτην ἐξελὼν
ἀκόντων τῶν στρατιωτῶν ἀνέθετο τῷ Ἀπόλλωνι, εὐχήν τοῦτο πρὶν ποιησάμενος. ἀνέθετο δὲ
καὶ κρατῆρα χρυσοῦν ἐκ τοῦ τῶν γυναικῶν κόσμου πεποιημένον· ἀνθ’ οὑ τιμὴ αὐταῖς παραχρῆμα ἐψήφιστο
ἡ δὲ ἢν τὸ ἐπ’ ὀχημάτων αὐτὰς ἐς τὰς πανηγύρεις φοιτᾶν, αὐτοποδίᾳ βαδιζούσαις 
 πρότερον ἐς αὐτάς. τῷ δὲ Καμίλλῳ προσώχθισεν ὁ δῆμος καὶ ἐνεμέσησε,
τὸ μὲν ὅτι τὴν τῶν λαφύρων οὐκ ἐν τῷ διαρπάζεσθαι ταῦτα, ἀλλὰ καιροῦ παρελθόντος ἐξείλετο τῷ θεῷ, τὸ
δ' ὅτι τά τε ἄλλα σοβαρῶς ἐθριάμβευσε καὶ πρῶτος Ῥωμαίων μαίων λευκῷ τεθρίππῳ τὰ
ἐπινίκια ἔπεμψεν. Ἡ δὲ τῶν ἐπινικίων πομπή, ἣν καὶ θρίαμβον ἐκάλουν, τοιάδε τις ἐγίνετο. ὅτε τι
κατωρθώθη μέγα καὶ ἐπινικίων ἐπάξιον , αὐτοκράτωρ αὐτίκα ὁ στρα- 
 τηγὸς ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ὠνομάζετο , καὶ κλῶνας δάφνης περιέδει ταῖς ῥάβδοις καὶ τοῖς
δρομοκήρυξι τοῖς τὴν νίκην καταγγέλλουσι τῇ πόλει κομίζειν ἐδίδου. 
δοῦ. ἐλθὼν δὲ οἴκαδε τὴν γερουσίαν συνήθροιζε καὶ ᾔτει ψηφίσασθαί οἱ τὰ ἐπινίκια. καὶ εἰ
ἔτυχε ψήφου παρά τε τῆς βουλῇς καὶ τοῦ δήμου, ἐβεβαιοῦτο αὐτῷ καὶ ἡ ἐπωνυμία τοῦ αὐτοκράτορος. καὶ
εῖ μὲν ἐν τῇ ἀρχῇ ἦν ἔτι, ἐν ἡ τυγχάνων ἐνίκησε, ταύτῃ καὶ πανηγυρίζων ἐκέχρητο. εἰ δ' ὁ χρόνος
παρελήλυθε τῆς ἀρχῆς , ἄλλο τι πρόσφορον αὐτῇ ἐλάμβανεν ὄωομα· ἰδιώτῃ γὰρ νικητήρια
πέμψαι ἀπείρητο. ἐνσκευασάμενος δὲ τῇ ἐπινικίῳ σκευῇ, καὶ περιβραχιόνια λαβῶν στέφανόν τε δάφνης
ἀναδησάμενος καὶ κλάδον κρατῶν ἐν τῇ δεξιᾷ, τὸν δῆμον συνεκάλει · καὶ ἐπαινέσας τοὺς
συστρατευσαμένους αὐτῷ καὶ κοινῇ καὶ ἰδίᾳ τινάς, ἐδωρεῖτο μὲν σφίσι χρήματα , ἐτίμα δὲ καὶ κόσμῳ,
περιβραχιόνιά τέ τισι καὶ δόρατα ἀσίδηρα δηρὰ παρεῖχε, καὶ
στεφάνους τοῖς μὲν χρυσοῦς, τοῖς δὲ ἀργυροῦς ἐδίδου, τοὔνομά τε ἑκάστου καὶ τῆς 
ἀριστείας φέροντας τὸ ἐκτύπωμα. εἰ γὰρ τείχους τις πρῶτος ἐπέβη, καὶ τείχους ὁ στέφανος εἶδος
ἔφερεν· ἢ καὶ ἐξεπολιόρκησέ τι, καὶ τοῦτο κἀκεῖνο εἰκόνιστο. ἐναυκράτησέ τις, ναυσὶν ὁ στέφανος
ἐκεκόσμητο· ἱπποκράτησέ τις, ἱππικόν τι ἐξετετύπωτο. ὁ δὲ πολίτην λιτὴν τινὰ ἐκ μάχης ἢ
ἑτέρου κινδύνου ἤ ἐκ πολιορκίας σώσας μέγιστόν τε εἶχε τὸν ἔπαινον καὶ ἐλάμβανε στέφανον γινόμενον
ἐκ δρυός, ὃς πολὺ πάντων καὶ τῶν ἀργυρῶν καὶ τῶν χρυσῶν ὡς ἐντιμότερος προτετίμητο. καὶ οὐ κατ’
ἄνδρα μόνον ἀριστεύσαντα 
 ταύτα ἐδίδοτο, ἀλλὰ καὶ λόχοις καὶ στρατοπέδοις ὅλοις παρείχετο. καὶ τῶν λαφύρων πολλὰ
μὲν τοῖς στρατευσαμένοις διανενέμητο· ἤδη δέ τινες καὶ παντὶ τῶ δήμῳ διέδοσαν καὶ
ἐδαπάνων εἰς τὴν πανήγυριν καὶ ἐδημοσίευον, καὶ εἴ τι περιελέλειπτο , εἰς ναούς, εἰς στοὰς ἢ καί τι
ἕτερον δημόσιον ἔργον ἀνήλισκον. 
 Ταῦθ’ ὁ πομπεὺς ποιήσας εἰς τὸ ἅρμα ἀνέβαινε. τὸ δὲ δὴ ἄρμα οὔτ’ ἀγωνιστηρίῳ οὔτε
πολεμιστηρίῳ ἦν ἐμφερές, ἀλλ’ ἐς πύργου περιφεροῦς τρόπον ἐξείργαστο. καὶ οὐ μόνος ἦν ἐν τῷ ἅρματι, ἀλλ’ ἄν γε καὶ παῖδας ἤ συγγενεῖς τινας εἶχε, κἀκείνων τὰς μὲν κόρας καὶ τὰ ἄρρενα τὰ νεογνὰ ἐν αὐτῷ
ἀνεβίβαζε, τοὺς δὲ ἁδροτέρους ἐπὶ τοὺς ἵππους τούς τε ζυγίους καὶ τοὺς σειραφόρους
ἀνετίθετο · εἶ δὲ πλείους ἤσαν, ἐπὶ κελήτων τῷ πομπεῖ παριππεύοντες συνεπόμπευον. τῶν δ' ἄλλων
οὐδεὶς ὠχεῖτο, ἀλλ' ἐστεμμένοι δάφνη πάντες ἐβάδιζον. οἰκέτης μέντοι δημόσιος ἐπ’ αὐτοῦ παρωχεῖτο
τοῦ ἅρματος, τὸν στεφάνου τῶν λίθων τῶν χρυσοδέτων ὑπερανέχων αὐτοῦ, καὶ ἔλεγε πρὸς
αὐτόν “ὀπίσω βλέπε, ” τὸ κατόπιν δηλαδὴ καὶ τὰ ἐφεξῆς προσκόπει τοῦ βίου, μηδ’ ὑπὸ τῖόν παρόντων
ἐπαρθῇς καὶ ὑπερφρονήσῃς. καὶ κώδων ἀπήρτητο καὶ μάστιξ τοῦ ἅρματος ,
ἐνδεικτικὰ τοῦ καὶ δυστυχῆσαι αὐτὸν δύνασθαι , ὥστε καὶ αἰκισθῆναι ἢ καὶ δικαιωθῆναι
θανεῖν. τοὺς γὰρ ἐπί τινι ἀτοπήματι καταδικασθέντας θανεῖν νενόμιστο κωδωνοφορεῖν, ἕνα μηδεὶς
βαδίζουσιν αὐτοῖς ἐγχριπτόμενος μιάσματος ἀναπίμπληται. οὕτω δὲ σταλέντες εἰσῄεσαν εἰς 
τὴν πόλιν, ἔχοντες προπέμποντα σφῶν τὰ σκῦλά τε καὶ τὰ τρόπαια, καὶ ἐν εἰκόσι τά τε αἰχμάλωτα
φρούρια ἠσκημένα, πόλεις τε καὶ ὄρη καὶ ποταμούς, λίμνας, θαλάσσας, τά τε σύμπαντα ὅσα ἑαλώκεσαν.
καὶ εἰ μὲν μία ἡμέρα ἦν ἐξαρκοῦσα πρὸς τὴν τούτων πομπήν· εἶ δὲ μή, καὶ ἐν δευτέρᾳ καὶ
τρίτῃ ἐπέμπετο. προδιελθόντων δ’ ἐκείνων οὕτως ὁ πομπεὺς εἰς τὴν Ῥωμαίαν κομισθεὶς
ἀγοράν, καὶ τῶν αἰχμαλώτων λωτῶν τινὰς εἰς τὸ δεσμωτήριον
ἀπαχθῆναι καὶ θανατωθῆναι κελεύσας , ἀνήλαυνεν εἰς τὸ Καπιτώλιον, καί τινας ἐκεῖ τελετὰς πληρώσας,
καὶ προσαγαγὼν ἀναθήματα, καὶ παρὰ ταῖς ἐκεῖ δειπνήσας στοαῖς, πρὸς ἑσπέραν οἴκαδε μετ’
αὐλῶν καὶ συρίγγων ἀπήρχετο. τοιαῦτα μὲν ἤσαν πάλαι τὰ νικητήρια · αἱ δὲ στάσεις αἵ τε δυναστείαι
πλεῖστα ἐνεωτέρισαν ἐπ’ αὐτοῖς.

Εἰ δὲ καί, ὡς ἤδη ἱστόρηται) ὁ δῆμος ἐμίσει τὸν Κάμιλλον, ἀλλ’ ὁ πρὸς
Φαλίσκους πόλεμος ἠνάγκασε χιλίαρχον ψηφισθῆναι αὐτόν. καὶ αὐτοὺς μὲν ἐνίκησαν μαχεσάμενοι ,
πολιορκοῦντες δὲ πόλιν αὐτῶν ἐρυμνὴν Φαλερίους ὠνομασμένην οὐδὲν ἤνυον. οὕτω 
 γὰρ τῆς πολιορκίας οἱ τῆς πόλεως κατεφρόνουν ὡς καὶ τοὺς παῖδας αὐτῶν παρὰ τὰ τείχη
περιπατήσοντας μετὰ τοῦ διδασκάλου γαῖ γυμνασομένους φοιτᾶν. καὶ κἂν ἀπέστησαν τῆς πολιορκίας, εἰ μή
τι συμβέβηκεν. οὗτος γὰρ ὁ διδάσκαλος ἐπιβουλεύων τοῖς πολίταις ἢ δι’ ὀργήν τινα ἢ
κέρδους ἐλπίδι ἡμέρας ἑκάστης ἐξῆγε τοὺς παῖδας ἐπὶ τὸ τεῖχος, ἐγγὺς τὸ πρῶτον, καὶ εἰσῆγεν αὖθις
αὐτοὺς γυμνασαμένους εὐθύς· τέλος δ’ εἰς τοὺς προφύλακας τῶν Ῥωμαίων ἐνέβαλεν ἅπαντας καὶ ἄγειν
ἐκέλευσε πρὸς τὸν Κάμιλλον, καὶ παραστὰς αὐτῷ πᾶσαν εἶπε παραδιδόναι τὴν πόλιν διὰ τῶν
παίδων. ἐκεῖνος δὲ δεινὸν τὸ ἔργον ἡγησάμενος, καὶ ἀρετῇ φήσας ἰδίᾳ τὸν μέγαν στρατηγόν, ἀλλ’ οὐκ ἀλλοτρίᾳ κακίᾳ θαρροῦντα χρῆ- 
 
 ναι στρατεύειν, προσέταξε γυμνῶσαι μὲν τὸν διδάσκαλον καὶ δεσμῆσαι τὰς χεῖρας ὄπισθεν,
τοῖς δὲ παισὶ ῥάβδους δοῦναι καὶ μάστιγας, ἔνα ταύταις τὸν προδότην τύπτοντες εἰς τὴν πόλιν
ἐλαύνωσι. τῶν δὲ πολιτῶν ἄρτι γνόντων τὴν προδοσίαν δρόμος ἦν ἐπὶ τὰ τείχη καὶ θρῆνος
ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν. οὕτω δὲ διακειμένων αὐτῶν προσῆγον οἶ παῖδες γυμνὸν τὸν διδάσκαλον. ὅπερ
ἰδόντες οἱ Φαλίσκοι καὶ μαθόντες ὅπως ἐγένετο, φέροντες ἑαυτοὺς
ἐθελονταὶ τῷ Καμίλλῳ παρέδοσαν , τὴν ἧτταν ἀγαπήσαι πρὸ τῆς ἐλευθερίας διὰ τὴν
δικαιοσύνην αὐτοῦ λέγοντες. Χρήματα οὖν λαβὼν καὶ σπεισάμενος ἀνεχώρησεν. οἱ δὲ στρατιῶται ,
διαρπάσειν προσδοκήσαντες τοὺς Φαλερίους, ὡς μισοδήμου κατηγόρουν αὐτοῦ. φθονηθεὶς δ' ἐπὶ πλέον
κατηγορήθη ὡς μηδὲν τὸ δημόσιον ἐκ τῶν Τυρρηνικῶν ὠφελήσας χρημάτων, αὐτὸς δ’ ἐκ τούτων σφετερισάμενος. οὕτω δὲ ὠργίζοντο κατ’ αὐτοῦ ὡς μηδ’
οἶκτον αὐτοῦ τινα λαβεῖν ἐπὶ τῇ συμβάσῃ αὐτῷ συμφορᾷ· τέθνηκε γὰρ αὐτοῦ νοσήσας ὁ ἕτερος τῶν υἱῶν.
δεόμενος δὲ τῶν φίλων 
 μὴ περιιδεῖν αὐτὸν ἀδίκως κατακρινόμενον , ἐπείπερ ἐκεῖνοι πρὸς
μὲν τὴν ψῆφον αὐτῷ βοηθήσειν ἀπείπαντο, τὴν δὲ ζημίαν ὀφλόντι συνεκτίσειν ὑπέσχοντο, οὐκ ἀνασχόμενος
ἔγνω φυγεῖν ἐκ τῆς πόλεως. καὶ ἐξιὼν ηὔξατο, εἰ μὴ δικαίως, ὕβρει δὲ δήμου ἐκπίπτει καὶ
φθόνῳ , ταχὺ τοὺς αὐτοὺς πολίτας αὐτοῦ δεηθῆναι καὶ ζητῆσαι αὐτόν. Ἐκεῖνος μὲν οὐν πρὸς Ῥουτούλους
μετέστη , ἐρήμην δ' ἑάλω, καὶ ψῆφος ἠνέχθη κατ’ αὐτοῦ τίμημα μυρίων καὶ πεντακισχιλίων ἀσσαρίων
ἔχουσα , ὃ γί 
 
 νεται πρὸς ἀργυρίου λόγον δραχμαὶ χίλιαι πεντακόσιαι.

οἱ δ' Εὐρωπαῖοι Γαλάται , ὧν οἱ Ἀσιᾶται νομίζονται ἄποικοι, Κελτικὸν ὄντες γένος, λιπόντες
τὴν ἑαυτῶν ὡς οὐκ αὐτάρκη τρέφειν αὐτούς, οἱ μὲν ἐπὶ τὰ ὄρη τὰ Ῥιπαῖα ὡρμήκεσαν , οἶ δὲ
τῶν Ἄλπεων ἱδρυθέντες ἐγγὺς χρόνον ἐκεῖ διήγαγον πλείονα. τότε δὲ
οἴνου κομισθέντος ἐξ Ἰταλίας, τούτου γευσάμενοι καὶ ὑπερθαυμάσαντες , ἀράμενοι τὰ ὅπλα καὶ γονέας
ἐπαγόμενοι τὴν γῆν ἐκείνην ἐζήτουν, ἣ τοιοῦτον καρπὸν ἀναδίδωσι. καὶ πρὸς πόλιν
Τυρρηνίδα Κλούσιον καλουμένην στρατεύσαντες ἐπολιόρκουν αὐτήν. οἱ δὲ Κλουσῖνοι πρὸς τοὺς Ῥωμαίους
κατέφυγον αἰτοῦντες βοήθειαν. πρέσβεις δ' ἐκ Ῥώμης πρὸς ἐκείνους ἐπέμφθησαν· οὑς οἱ Γαλάται διὰ τὸ
 τῶν Ῥωμαίων ὄνομα ἐντίμως ἐδέξαντο , καὶ τοῦ τειχομαχεῖν παυσάμενοι εἰς λόγους
συνεληλύθασιν. ἐν τούτοις δὲ λοχήσαντες οἱ Κλουσῖνοι μετὰ τῶν ἐκ Ῥώμης πρέσβεων ἐπέθεντο τοῖς
Γαλάταις. ὁ δὲ τῶν Γαλατῶν βασιλεὺς Βρέννος ὀργισθεὶς ἐπὶ τούτῳ, τῶν
 Κλουσίνων ἀμελήσας εὐθὺς ὡς εἶχε τὸ στράτευμα κατὰ τῆς Ῥώμης ἐκίνησεν, ἐπεὶ μὴ ἐπὶ
τιμωρίᾳ οἱ πρέσβεις αὐτῷ ἐξεδίδοντο· καὶ τοσούτῳ τάχει ἐχρήσατο ὥστ’ ἐπελθεῖν αὐτοὺς τῇ πόλει μὴ
προμαθόντων Ῥωμαίων τὴν ἔφοδον. τὸ μέντοι δαιμόνιον προαγγεῖλαι αὐτοῖς τὴν ἔφοδον
λέγεται. Μάρκος γὰρ Καίδικος νυκτός ποι βαδίζων φωνῆς ἤκουσε λεγούσης “Γαλάται ἔρχονται.” εἰρηκότος
δὲ τοῦτο Μάρκου τῷ δήμω καὶ τῇ βουλῇ, ἐν παιδιᾷ τὸν λόγον 
 
 ἐποιοῦντο καὶ γέλωτι, ἕως αὐτάγγελοι οἶ Γαλάται σφῶν πλησίον ἐγένοντο. τότε δὲ σπουδῇ
ἐξελθόντες καὶ ἀτάκτως ἀγωνισάμενοι αἰσχρότατα ἥττηντο. καὶ πολλοὶ
μὲν ἐν τῇ μάχῃ πεπτώκασι, πολλοὶ δὲ φεύγοντες ἔθνησκον καταλαμβανόμενοι, πλεῖστοι δὲ καὶ εἰς ποταμὸν τὸν Τίβεριν συνωθήθησαν καὶ ἐφθάρησαν· οἱ δὲ λοιποὶ σκεδασθέντες οἱ μὲν εἰς τὴν
῾Ρώμην ἐλθεῖν ἠδυνήθησαν, οἶ δὲ ἀλλαχοῦ. 
 Οἱ δ᾿ ἐν τῇ ῾Ρώμῃ γνόντες τὸ γεγονὸς ἐν ἀμηχανίᾳ ἐγένοντο, καὶ ἀιΧογνόντες οὔτε τῶν τειχῶν
φυλακὴν ἔθεντο οὔτε τῆς πόλεως τὰς πύλας ἔκλεισαν, ἀλλ᾿ οἱ μὲν αὐτὴν ἐκλιμπάνοντες
ἔφευγον, οἱ δὲ σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις ἀνέδραμον εἰς τὸ Καπιτώλιον. μόνοι δὲ ὀγδοήκοντα ἄνδρες, οὓς
οἱ μὲν ἱερεῖς εἶναί φασιν, οἱ δὲ τοὺς πρώτους ῾Ρωμαίων καθ᾿ ἡλικίαν 
 καὶ πλοῦτον καὶ γένος, ἐνδύντες ἱερὰς ἢ πολυτελεστάτας στολάς,
ἐν ἀγορᾷ ἐπὶ τὴν ἐλεφαντίνων δίφρων ἐκάθηντο, τὴν ἐπιοῦσαν προσμένοντες τύχην. οἱ δὲ Γαλάται τῇ
ὑστεραίᾳ ἦλθον μὲν ἐπὶ τὴν ῾Ρώμην, ἰδόντες δὲ τὰς πύλας ἠνεῳγμένας καὶ τὸ τεῖχος 
ἀφύλακτον, ἐπέσχον καὶ οὐκ εἰσῄεσαν, ἐνέδραν ὑποτοπήσαντες. τῇ δὲ τρίτῃ θαρσήσαυτες εἰσεπήδησαν καὶ
εἷλον τὴν πόλιν. καὶ τῷ μὲν Καπιτωλίῳ φρουρὰν ὁ τῶν βαρβάρων ἐπέστησε βασιλεύς, αὐτὸς δὲ διιὼν τὴν
ἀγορὰν ἐθαύμαζε τοὺς προκαθημένους ἐκείνους ἄνδρας, ὁρῶν ἐν κόσμῳ αὐτοὺς ἀτρεμοῦντας
καὶ σιωπῇ. τοὺς δὲ Γαλάτας εἶχεν ἔκπληξις πρὸς 
 το ἄτοπον, ὤκνουν τε αὐτοῖς προσελθεῖν. ὀψὲ δὲ τολμήσας τις ἑνὶ
παρέστη, καὶ τῆς ὑπήνης ἁψάμενος τοῦ ἀνδρὸς κατῆγε ταύτην βαθεῖαν οὖσαν· ὁ δὲ τῇ 
βακτηρίᾳ τὴν κεφαλὴν ἐκείνου ἐπάταξε. καὶ ὁ βάρβαρος σπασάμενος τὴν μάχαιραν τὸν ἄνδρα κατέκτει-
 νεν. οὕτω δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς ἀνῄρουν προσπεσόντες οἱ βάρβαροι, καὶ τὰς οἰκίας
ἐπόρθουν καὶ κατεπίμπρασαν. εἶτα καὶ τῷ Καπιτωλίῳ προσέβαλον· ὡς δ’ ἐπὶ πολλὰς ἐπιχειροῦντες ἡμέρας
οὐδὲν ἤνυον , οἱ μὲν ἐφρούρουν τὸ Καπιτώλιον, οἱ δὲ τὴν χώραν κατέτρεχον τροφὰς τροφὰς
ποριζόμενοι, σκιδνάμενοι καὶ σποράδην ἐπιόντες, ἀλλ’ οὐχ ὁμοῦ, ἅτε μέγα φρονοῦντες τῷ εὐτυχήματι, καὶ ὑπὸ μέθης ἐσφάλλοντο· οἴνῳ γὰρ ἐντυχόντες πολλῷ
ἀκρατέστερον ἐχρῶντο αὐτῷ, μήπω πρότερον πόματος τοιούτου γευσάμενοι. 
 Οὕτω δ' ἔχοντας ὁρῶν τοὺς Γαλάτας ὁ Κάμιλλος, ἐπεὶ καὶ τὴν τῶν Ἀρδεατῶν ἐληίζοντο χώραν,
αὐτοὺς δὲ τοὺς Ἀρδεάτας πλήθει μὲν ἱκανοὺς ὄντας, τόλμης δὲ δεομένους δι’ ἀπειρίαν καὶ τὸ πρὸς μάχας
ἀνάσκητον, λόγον πρὸς τοὺς νεωτέρους ἐνέβαλεν ὡς οὐκ ἀνδρείᾳ τῶν βαρβάρων τὴν εὐπραγίαν
αὐτόν ἐπιγράφεσθαι δεῖ, ἀλλ’ ἀτυχίᾳ Ῥωμαίων, καὶ εἶ προθυμοῖντο καὶ θαρροῦσιν αὐτοί, ἀκινδύνως
νικήσειν τοὺς πολεμίους διισχυρίζετο. οὕτω πείσας τοὺς νέους, εἶτα καὶ τοὺς λοιπούς,
ὥπλισε τοὺς ἐν ἡλικίᾳ, καὶ νυκτὸς βαθείας μεθύουσιν αὐτὸς μετὰ τῶν
Αρδεατῶν τοῖς βαρβάροις προσέμιξε. καὶ τοὺς πλείονας ἐκεῖ κατέκοψεν, εἰ δέ τινες καὶ φυγεῖν
ἠδυνήθησαν ἐν τῷ σκότει, μεθ’ ἡμέραν διέφθειρον ἱππεῖς αὐτοὺς καταλαμβάνοντες. 
 Τῆς δὲ φήμης ταχὺ κηρυξάσης ἁπανταχοῦ τὸ κατόρθωμα, ὅσοι τῶν Ῥωμαίων φυγόντες ἑ τῆς πρώτης
πρὸς τοὺς Γαλάτας μάχης ἐσώζοντο, τὰ ὅπλα λαβόντες ἀπῄεσαν πρὸς τὸν Κάμιλλον, δέχεσθαι δεόμενοι μένοι τὴν ἀρχὴν αὐτῶν. ὁ δ' οὐκ ἔφη πεισθήσεσθαι, 
 μὴ πρότερον τῶν ἐν τῷ Καπιτωλίῳ σωζομένων ψηφισαμένων αὐτῷ τὴν ἀρχήν. ἢν δὲ ἀπορία τοῦ
ταῦταδιαγγελοῦντος τοῖς εἰς τὸ Καπιτώλιον. εἶς δέ τις τῶν νέων
Κομίνιος Πόντιος, δόξης ἐρῶν , ὑπέστη τὸν ἆθλον, καὶ λαθὼν διὰ μέσων διέβη τόν πολεμίων, 
καὶ τῷ λόφῳ τοῦ Καπιτωλίου προσπελάσας καὶ χαλεπῶς ἀνερπύσας μόλις τε ἀναρριχησάμενος πρὸς τοὺς ἐν
τέλει τῶν Ῥωμαίων παρὰ τῶν φυλαττόντων εἰσήχθη, καὶ τήν τε νίκην τοῦ Καμίλλου κατήγγειλε, καὶ τὰ
δόξαντα τοῖς στρατιώταις εἰπὼν βεβαιῶσαι τῷ Καμίλλῳ τὴν ἀρχὴν παρεκάλει. οἱ δὲ
δικτάτωρα τὸν Κάμιλλον ἐψηφίσαντο. καὶ ὃς τοὺς ἔξω ὄντας Ῥωμαίους περὶ δισμυρίους συναγαγὼν καὶ ἀπὸ
τῶν συμμάχων πολλούς , παρεσκευάζετο πρὸς ἐπίθεσιν. οἱ δὲ βάρβαροι
μεθ’ ἡμέραν διιόντες , καὶ καταμαθόντες ὅθεν ὁ Πόντιος προσέβη τῷ Καπιτωλίῳ, τοῦτο δ'
ὑπετόπασαν ἔκ τε τῶν ἀπερρωγότων τῆς πέτρας θραυσμάτων καὶ τῆς πόας , ἣ πολλὴ ἐπ’ αὐτῆς ἦν, τῆς μὲν
ἀνεσπασμένης, τῇς δὲ συμπεπιλημένης, ἐκεῖθεν ἀναβῆναι νυκτὸς καὶ αὐτοὶ ἐβουλεύσαντο. καὶ ἐπεχείρησαν τῷ ἔργῳ, καὶ δυσχερῶς μέν, ἀνῄεσαν δ ὅμως, καὶ ἔλαθον ἂν ἡμμένοι τοῦ προτειχίσματος
καὶ τοῖς φύλαξιν ἐπιθέμενοι, εἰ μὴ χῆνες ἤσαν περὶ τὸν νεὼν τῆς Ἥρας τρεφόμενοι, οἳ φύσει ὄντες
εὐαίσθητοι καὶ ψοφοδεεῖς, ταχὺ τῶν Γαλατῶν τὴν ἔφοδον ᾔσθοντο, καὶ ταραχώδει κλαγγῇ
φερόμενοι πρὸς τοὺς φύλακας ἐπήγειραν ἅπαντας. οὕτω δὲ τοῖς ἀνιοῦσιν
οἱ Ῥωμαῖοι προσμίξαντες τοὺς μὲν ἀπέκτειναν , τοὺς δὲ κατὰ τῆς πέτρας ἀπώσαντο, καὶ τὸν κίνδυνον
ἐκπεφευγασιν. 
 
 Ἐντεῦθεν ἦσαν οἱ Κελτοὶ ἀθυμότεροι , ἐφ’ ἑπτὰ μησὶ τῇ πολιορκίᾳ ταλαιπωρούμενοι. διὸ καὶ
περὶ συμβάσεων ὅ τε τῶν βαρβάρων βασιλεὺς Βρέννος καὶ ὁ τῶν ῾Ρωμαίων χιλίαρχος ὁ
Σουλπίκιος διειλέχθησαν. καὶ συνέδοξε χιλέας λίτρας χρυσίου 
Γαλάταις τοὺς ῾Ρωμαίους καταβαλεῖν, τοὺς δὲ τὸ χρυσίον λαβόντας αὐτίκα τῆς πόλεως καὶ
τῆς χώρας ἀπαναστῆναι. κομισθέντος δὲ τοῦ χρυσίου, καὶ τῶν βαρβάρων περὶ τὸν σταθμὸν κάκου ργούντ
ὢν λάθρᾳ, ὁ Βρέννος τὸ ξίφος ἅμα καὶ τὸν ζωστῆρα λύσας ἐπέθηκε τοῖς
σταθμοῖς. πυθομένου δὲ τοῦ χιλιάρχου τί τὸ γινόμενον, “τί ἄλλο” εἶπεν “ἢ τοῖς
νενικημένοις ὀδύνη;” ἐν τούτοις ὁ Κάμιλλος ἄγων τὸν στρατὸν ταῖς πύλαις ἐπέστη τῆς πόλεως· καὶ μαθὼν
τὰ γινόμενα πρὸς τοὺς ῾Ρωμαίους ἐπειγόμενος ἐπορεύετο. καὶ ἐλθὼν τὸ μὲν χρυσίον ἄρας ἀπὸ τοῦ ζυγοῦ
τοῖς ὑπηρέταις ἔδωκε, τὸν δὲ ζυγὸν καὶ τὰ σταθμὰ τοὺς Κελτούς λαβόντας ἀποχωρεῖν
ἐκέλευσεν, εἰπὼν ὡς σιδήρῳ πάτριόν ἐστι ῾Ρωμαίοις καὶ οὐ χρυσῷ τὴν πατρίδα σώζειν. τοῦ δὲ Βρέννου
ἀδικεῖσθαι φάσκοντος, λυομένης τῆς ὁμολογίας ἀντεῖπεν ὁ Κάμιλλος μὴ κυρίας εἶναι τὰς
συνθήκας αὐτοῦ μὴ συμπράξαντος, ἤδη δικτάτωρος ᾑρημένου.
ταραχθεὶς οὖν ὁ Βρέννος μέχρι ξιφουλκίας προῆλθεν, ὅμως δὲ εἰς τὸ στρατόπεδον ἀπήγαγε τοὺς Κελτούς·
εἶτ᾿ ἐκλιπὼν τὴν πόλιν καὶ σταδίους ἐξήκοντα προελθὼν ἐστρατοπέδευσεν. ἅμα δ᾿ ἡμέρᾳ
παρῆν ὁ Κάμιλλος ἐπ᾿ αὐτὸν τεθαρρηκότας ἤδη ἐπαγόμενος τοὺς ῾Ρωμαίους, καὶ τρέπεται τοὺς βαρβάρους
φόνῳ πολλῷ καὶ λαμβάνει σφῶν τὸ στρατόπεδον. 
 Οὕτως ἡ ῾Ρώμη παραλόγως ἥλω καὶ ἐσώθη παραλογώτερον· ραλογόέτερον· ὁ δὲ Κάμιλλος
ἐθριάμβευσε. τῆς οὖν πόλεως διεφθαρμένης παντάπασι τὸ πλῆθος ἀνοικοδομεῖν αὐτὴν οὐκ ἠβούλετο, οὔτε
χρήμασιν οὔτε σώ- μασιν ἐρρωμένοι , καὶ μικροῦ ἐξέλιπον ἂν αὐτήν. οὐδὲ γὰρ ἐπείθοντο οὔτε τοῖς ἐν τέλει οὔτε τῇ γερουσίᾳ παρακαλοῦσι καὶ
συμβουλεύουσι μὴ ἐκλιπεῖν τὸ ἄστυ, ὃ ἐκ τῶν πολεμίων ἤδη ἐσέσωστο, εἰ μὴ ἐν τῇ ἀγορᾷ πάντων περὶ
τούτου βουλευομένων ἑκατόνταρχος φρουρὰν ἄγων τινὰ καὶ παρ’ αὐτὴν τὴν ἐκκλησίαν διιὼν
τυχαίως “ ἐνταῦθα στῆτε πρὸς τοὺς ἑπομένους αὐτῷ ἐβόησεν· “ἐνταῦθα γὰρ δεῖ ὑμᾶς μεῖναι.” θείᾳ γὰρ
προνοίᾳ ἐνόμισαν ταύτ’ εἰρῆσθαι, καὶ τοῦ μεταναστεῦσαι ἀπέσχοντο , πρὸς δὲ τὸν ἀνακαινισμὸν τῆς Ῥώμης σὺν προθυμίᾳ ἐτράποντο , καὶ τά τε τείχη καὶ τὰς ἰδιωτικὰς οἰκίας ἐρτὸς ἐνιαυτοῦ
ἀνεκαίνισαν.

Οὔπω δὲ τῆς περὶ ταῦτα παυθεῖσιν ἀσχολίας πόλεμοι προσέπεσον
διαφόρων ἐθνῶν , Αἰκουῶν τε καὶ Οὐολούσκων καὶ Λατίνων. Τυρρηνοὶ δὲ Σούτριον
ἐπολιόρκουν συμμαχίδα Ῥωμαίων πόλιν. ἀποδείκνυται οὑν τὸ τρίτον δικτάτωρ ὁ Κάμιλλος· καὶ στρατεύσας
ἐπ’ αὐτοὺς κατετροπώσατο τοὺς λοιπούς, ἐπὶ δὲ τὸ Σούτριον ἦγε τὴν στρατιάν. οἱ δὲ Σουτρῖνοι, ἔτυχον γὰρ τὴν πόλιν τοῖς πολεμίοις ἐκδεδωκότες καὶ ταύτης ἀποχωρήσαντες, καθ’ ὁδὸν ἔτι
ὄντι τῷ Καμίλλῳ μετὰ γυναικῶν καὶ παίδων ὑπήντων. οὓς ἰδὼν ὁ Κάμιλλος, καὶ τὰ συμβεβηκότα πυθόμενος,
αὐτίκα πρὸς τὸ Σούτριον ὡς εἶχεν ἠπείγετο· καὶ ἀπροσδοκήτως αὐτῷ προσβαλών, ἀφύλακτόν
τε εὑρών, ἀπαθὲς κακῶν αὐθημερὸν τοῖς πολίταις αὐτὸ ἀνεσώσατο.
ἐθριάμβευσεν οὑν ἐπὶ τούτοις ἄγων τὰ ἐπινίκια καὶ ἐπὶ μέγα δόξης ᾔρετο. Μάρκος δὲ Μάλλιος ὁ πρῶτος
τοὺς Κελτοὺς τῷ 
 
 Καπιτωλίῳ προσβαλόντας ἐκ τῆς ἄκρας ὠσάμενος, ὅθεν καὶ Καπιτωλῖνος προσωνομάσθη ,
φθονῶν τῶ Καμίλλῳ μᾶλλον τῶν ἄλλων τυραννίδι ἐπέθετο, καὶ διὰ τοῦτο ᾠκειοῦτο τὸν ὅμιλον δημαγωγῶν
καὶ πάντα πράττων εἰς θεραπείαν αὐτοῦ. παραλαβὸν οὖν αὐτὸν τὸ πλῆθος ἀνήγαγεν εἰς τὸ
Καπιτώλιον · καὶ κατέσχον αὐτό. διὸ καὶ δικτάτωρ ᾑρέθη τὸ τέταρτον ὁ Κάμιλλος. τῶν δὲ τῆς γερουσίας
καὶ τῶν ἐν τέλει ἐς μέγα δέος ἐμπεπτωκότων καὶ ἀπορούντων τί ἂν πράξαιεν , δοῦλός τις
αὐτοῖς προσελθὼν ζῶντα τὸν Καπιτωλῖνον παραδοῦναι σφίσιν
υπέσχετο. λαβων οὑν ὁπλίτας καὶ τάξας αὐτοὺς ἀφανῶς ἐνεδρεύειν ὑπὸ τὸ Καπιτώλιον , ὡς αὐτόμολος τῷ
Καπιτωλίνῳ προσκεχωρήκει, ἐπῄνει τε αὐτὸν τῆς ἐπιχειρήσεως 
 βοήθειαν παρὰ τῶν ὁμοδούλων αὐτῷ ἐπηγγέλλετο. καὶ ταῦτά οἱ διαλεγόμενος ἀπήγαγε τὸν
ἄνδρα πόρρω τῶν περιεστηκότων , ὡς δή τι κοινολογούμενος μένος αὐτῷ ἰδιαίτατα, καὶ ἠρέμα κατ’ ἐκεῖνο
τοῦ Καπιτωλίου προσῄει καθ’ ὃ ἡ ἐνέδρα ἐλελόχιστο, κἀκεῖθεν αὐτὸν κάτω ἀπώσατο· ὃς καὶ
ληφθεὶς ἀποκεκόμιστο πρὸς τὸ δικαστήριον. ὁ δὲ τάς τε ἀριστείας κατέλεγε καὶ τὸ Καπιτώλιον τοῖς τε
δικάζουσι καὶ τοῖς περιεστῶσιν ἐδείκνυ, ἄποπτον ὄν ἐκεῖθεν, καὶ τῆς
σωτηρίας αὐτοῦ τε καὶ τῶν ἐν αὐτῷ προσπεφευγότων πολιτῶν ἀνεμίμνησκεν, ὡς ἐντεῦθεν
κατακλᾶσθαι τοὺς δικαστὰς καὶ ὑπερτίθεσθαι τὴν ψῆφον, μήτ’ ἀφιέντας μήτι. καταδικάζοντας. τοῦτο δὴ
νοήσας ὁ Κάμιλλος εἰς ἄλλον τόπον τὸ δικαστήριον συνεστήσατο, ὅθεν οὐκ ἦν τὸ Καπιτώλιον ἄποπτον. καὶ
καταψηφισθεὶς ὁ Καπιτωλῖνος ἐκεῖ ἀπήχθη τε εἰς τὸ Καπιτώλιον 
 καὶ κατὰ τῆς πέτρας ὠσθεὶς ἀπώλετο, καθ’ ἧς ἐκεῖνος τὸν Κελτὸν κατεκρήμνισεν. 
 Εἶτα πολλῶν πολέμων κατά τε τῆς Ῥώμης αὐτῆς καὶ τῶν ὑποκειμένων αὐτῇ πόλεων κινηθέντων,
ἐπεξελθόντες τοῖς ἐναντίοις οἱ Ῥωμαῖοι διά τε τοῦ 
 Καμίλλου καὶ δι’ ἑτέρων, ἤδη ἐκείνου ὑπεργηράσαντος, τούς τε πολέμους
κατέπαυσαν καὶ εἰρήνην βαθεῖαν ἔσχον πρὸς τοὺς ἐκτός, πρὸς ἀλλήλους δὲ ἐστασίαζον. Μάρκος γάρ τις
Φάβιος εὐπατρίδης , θυγατέρων δύο τυγχάνων πατήρ, τὴν μὲν πρεσβυτέραν Λικινίῳ τινὶ
Στόλωνι κατηγγύησε πολὺ αὐτοῦ καταδεεστέρῳ, τὴν δὲ νεωτέραν Σουλπικίῳ Ῥούφῳ, ἀνδρὶ ὁμοτίμῳ,
συνῴκισε. χιλιαρχοῦντος οὖν τοῦ Ρούφου καὶ ὄντος ἐν ἀγορᾷ, πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ ἡ ἀδελφὴ αὐτῆς
παραγέγονεν. ἀφικομένου δ' ἐκείνου τὴν θύραν ὁ ῥαβδοῦχος κατά τι ἔθος ἀρχαῖον ἔκρουσε.
διεπτοήθη δὲ πρὸς τὸν πάταγον ἡ γυνὴ οὔπω τούτου πεπειραμένη · καὶ γέλως ἐπὶ τούτῳ καὶ παρὰ τῆς ἀδελφῆς καὶ τῶν παρόντων ἐγένετο, καὶ ὡς ἰδιῶτις ἐσκώφθη. τῇ δ' ἐν
δεινῷ τὸ πρᾶγμα πεποίητο, καὶ τὸν ἄνδρα ἐς ἀρχὴν παραγγεῖλαι ἠρέθιζεν. ὁ γοῦν Στόλων
ὑπὸ τῆς γυναικὸς παρακινηθεὶς Λουκίῳ τινὶ Σεξτίῳ, ἀνδρὶ τῶν ὀμοίων, τὰ τοῦ πράγματος κοινωσάμενος ,
ἄμφω δημαρχῆσαι κατεβιάσαντο, καὶ τὸν κόσμον τῆς πολιτείας συνέχεον, ὡς καὶ ἐπὶ
τέσσαρσιν ἔτεσιν ἀναρχίαν γενέσθαι τῷ δήμῳτὰς γὰρ τῶν εὐπατριδῶν ἀρχαιρεσίας ἐνεπόδιζον. καὶ ἐπὶ
πλέον ἂν ἔτι τοῦτο ἐγένετο, εἰ μή τις ἀγγελία κεκόμιστο ἐπὶ τὴν Ῥώμην αὗθις ἐλαύνειν Κελτούς. ἅπαν
οὑν πρὸς ἀλλήλους ἀφέντες διάφορον , δικτά- 
 
 τωρα τὸ πέμπτον τὸν Κάμιλλον εἵλοντο καὶ πρὸς τοὺς βαρβάρους ἐστράτευσαν. οὐ μάχη
μέντοι κοινή , μονομαχία δὲ γέγονε πρότερον. Τίτος γάρ τις Μάλλιος, ἀνὴρ εὐπατρίδης. προσκεκρουκὼς
τῷ πατρὶ παρημελεῖτο καὶ διέτριβεν ἐν ἀγρῷ· εἶτα τῷ πατρὶ διηλλάγη, καὶ χιλίαρχος
στρατοπέδου γενόμενος τῷ τε προκαλουμένῳ Κελτῷ πρὸς μονομαχίαν ἀντέστη καὶ νικήσας αὐτὸν τὸν
στρεπτὸν αὐτοῦ χρυσοῦν ὄντα ἐσκύλευσε, καὶ Τουρκουάτος φορῶν αὐτὸν ἐπεκέκλητο. 
συμμιξάντων δὲ καὶ τῶν στρατευμάτων ἥττηντο οἶ Κελτοί, καὶ τῆς μὲν ἐπὶ τὴν Ῥώμην ὁρμῆς ἀπέσχοντο,
τὴν δ' Ἀλβανίδα ἐλεηλάτουν, ἐάσαντες οὖν αὐτοὺς οἷ Ῥωμαῖοι διαρπάσαι
τὴν χώραν, ὡς κατακορεῖς γενόμενοι βρωμάτων καὶ μέθης εὐεπιχειρητότεροι εἶεν, ἐπέθεντο
σφίσι, καὶ αὐτῶν τε πολλοὺς διέφθειραν καὶ τὸ σφῶν εἷλον στρατόπεδον. ὁ δὲ Κάμιλλος εἰς τὴν Ῥώμην
ἐπανελθὼν ἀπέθετο τὴν ἀρχήν. 
 Ἔκτοτε οὑν οἶ μὲν χιλίαρχοι, οἳ ἀντὶ τῶν ὑπάτων ἐγίνοντο, ἐσχολάκασιν, ὕπατοι
δὲ ἀπεδείκνυντο ἐνίοτε μὲν εὐπατρίδαι, ἐκ δὲ τοῦ πλήθους ἐνίοτε, ποτὲ δὲ καὶ ἐξ ἀμφοτέρων ὁμοῦ.
νόσου δ’ ἐνσκηψάσης τῇ Ῥώμῃ καὶ ὁ Κάμιλλος τέθνηκε, καὶ οἶ Ῥωμαῖοι πλεῖστα θανόντος τοῦ ἀνδρὸς ἠνιάθησαν.

Μετὰ δὲ ταῦτα καί τι συμβεβηκέναι πάθος περὶ τὴν Ῥώμην ἱστόρηται. διαστῆναι γὰρ λέγεται τὸ
πεδίον τὸ μεταξὺ τοῦ Παλατίου καὶ τοῦ Καπιτωλίου ἐξάπινα, μήτε σεισμοῦ προηγησαμένου μήτ’ ἄλλου τιτῷ
 
 
 νός, οἶα συμβαίνειν εἴωθε φυσικῶς ἐπὶ τοῖς τοιούτοις παθήμασι. καὶ ἦν τὸ χάσμα
διαμένον ἐπὶ μακρόν, οὔτε συνερχόμενον οἴως δή ποτε οὔτε μέντοι πληρούμενον, καὶ ταῦτα χοῦν τε τῶν
Ῥωμαίων ἐς αὐτὸ συμφορούντων πολὺν καὶ λίθους καὶ ἄλλην ὕλην παντοδαπήν. ἀποροῦσιν οὖν
τοῖς Ῥωμαίους χρησμὸς ἐδόθη μὴ ἄλλως τὸ διεστὸς συνελθεῖν, εἰ μὴ τὸ
κρεῖττον αὐτῶν καὶ δι’ οὗ μάλιστα πλεῖστον ἰσχύουσιν εἰς τὸ χάσμα ἐμβάλλουσιν · οὕτω γὰρ ἐκεῖνό τε
παύσεται καὶ τῇ πόλει ἔσται δύναμις ἀκατάλυτος. ἔμενεν οὖν καὶ πάλιν τὸ ἄπορον ἀπόρου
μένον , ἀσαφοῦς τυγχάνοντος τοῦ χρησμοῦ. Μάρκος δὲ Μάρκος ἀνὴρ εὐπατρίδης, νέος τὴν ἡλικίαν,
ὡραιότατος τὴν μορφήν, ῥωμαλεώτατος τὴν ἰσχύν , ἀνδρειότατος τὴν ψυχήν, φρονήσει διαπρεπής , τὸν
νοῦν συνεὶς τοῦ χρησμοῦ παρελθὼν εἰς μέσον ἐδημηγόρησε λέγων “τί τῶν λογίων ἀσάφειαν, ὦ
Ῥωμαῖοι, ἢ ἀμαθίαν ἡμῶν αὐτῶν καταψηφιζόμεθα; ἡμεῖς ἐσμεν τοῦτο δὴ τὸ ζητούμενόν τε καὶ ἀπορούμενον.
οὐ γάρ τι ἄψυχον ἐμψύχου λογισθήσεται βέλτιον, οὐδὲ τοῦ ἔννου καὶ ἔμφρονος 
 καὶ λόγῳ κεκοσμημένου τὸ ἄνουν ἄλογόν τε καὶ ἄφρον
προτιμηθήσεται. τί γὰρ ἄν τις ἀνθρώπου προκρίνειεν, ἵνα τοῦτο ἐς τὴν τῆς γῆς βαλόντες διάστασιν
αὐτὴν συναγάγοιμεν; οὐκ ἔστιν οὐδὲν ζῷον θνητὸν οὐδ’ ἄμεινον οὐδ’ ἰσχυρότερον ἀνθρώπου. 
εἰ γάρ τι δεῖ καὶ θρασυνόμενον εἰπεῖν, οὔτ’ ἄνθρωπος οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ θεὸς σῶμα θνητὸν ἔχων οὔτε
θεὸς ἄλλο τι ἢ ἄνθρωπος ἀσώματος κἀντεῦθεν ἀθάνατος, καὶ οὐ πόρρω τῆς θείας δυνάμεως ἀπηρτήμεθα.
ταῦτα ἐγὼ μὲν οὕτω φρονῶ, ἀξιῶ δὲ καὶ ὑμᾶς τῇ 
 
 γνώμῃ προσθέσθαι ταύτῃ. καὶ μή τις οἰήσαιτο ὅτι κλῆρον ποιήσομαι ἢ κόρην κελεύσω
θανεῖν ἢ μειράκιον· αὐτὸς γὰρ ἐγὼ ἑκὼν ἐμαυτόν ὑμίν ἐπιδίδωμι, ἵνα
σήμερον αὐτίκα κήρυκα πέμψητέ με καὶ πρεσβευτὴν τοῖς χθονίοις θεοῖς , ἐσόμενον ὑμίν ἀεὶ
προστάτην καὶ σύμμαχον.’ ταῦτα εἰπὼν ὁ Κούρτιος τὰ ὅπλα ἐνεδιδύσκετο, εἶτα καὶ τοῦ ἵππου ἐπέβη. οἱ
δ’ ἄλλοι περιαλγεῖς ἐγίνοντο καὶ περιχαρείς , καὶ κοσμήματά τινα συμφορήσαντες οἱ μὲν αὐτὸν ἐκεῖνον
 αὐτοῖς ἐκόσμουν ὡς ἥρωα, οἶ δέ τινα καὶ ἐς τὸ χάσμα , ἐνέβαλλον. ἄρτι δ' ἐς αὐτὸ
ἐνήλατο ὁ Κούρτιος ἔφιππος καὶ ἡ τῆς γῆς συνήχθη διάστασις, καὶ οὐδεὶς οὐκέτι οὔτε τὸ χάσμα οὔτε τὸν
Κούρτιον ἐθεάσατο. ταῦθ’ οὕτω Ῥωμαίοις ἱστόρηται· εἰ δέ τῳ μυθώδη κριθείη κριθείη καὶ μὴ πιστά, ἔξεστίν οἶ μὴ προσέχειν αὐτοῖς. 
 Τοῖς Ῥωμαίοις δὲ πόλεμοι αὖθις καὶ παρὰ Γαλατῶν καὶ ὑφ’ ἑτέρων ἐθνῶν ἐπηνέχθησαν , ἀλλ’
ἀπεκρούσαντο πάντας, πῇ μὲν ὑπάτους, πῇ δὲ δικτάτωρας ψηφιζόμενοι. ὅτε καί τι τοιοῦτον
συμβέβηκε. δικτάτωρ ἐλέχθη Λούκιος Κάμιλλος, Γαλατῶν κατατρεχόντων τὰ ὑπὸ Ῥώμην. ὃς ἐπὶ τοὺς
βαρβάρους ὁρμήσας γνώμην εἶχε τρίβειν τὸν καιρὸν καὶ μὴ διακινδυνεύειν πρὸς ἀνθρώπους ἀπονοίᾳ
χρωμένους ῥᾷον γὰρ αὐτοὺς καὶ ἀσφαλέστερον ἀπορίᾳ τροφῶν ἐκτρυχώσειν ἤλπισε. Γαλάτης δέ
τις εἰς μονομαχίαν τινὰ τῶν Ῥωμαίων προεκαλεῖτο. καὶ ἀντέστη αὐτῷ
Οὐαλέριος Μάρκος χιλιαρχῶν, ὁ τοῦ Μαξίμου ἐκείνου ἔγγονος. καὶ λαμπρὰ μὲν ἡ μάχη προέβη ἀμφοῖν· ὁ
 
 μὲν γὰρ τῇ σοφίᾳ καὶ τῇ περιτεχνήσει προέφερεν, ὁ δὲ 
 Γαλάτης τῇ ἰσχύι· καὶ τῇ τόλμῃ · ἐπὶ πλέον δ’ ἐθαυμαστώθη ὅτι τῷ τοῦ Οὐαλερίου κράνει
κόραξ ἐφιπτάμενος καὶ κρώζων εἰς τὸν βάρβαρον ἐνεχρίμπτετο, καὶ τήν τε ὄψιν αὐτοῦ ἐπετάρασσε καὶ τὴν
ὁρμὴν ἐνεπόδιζε, μέχρις οὗ κατειργάσθη. διὸ ἀγανακτήσαντες οἶ Γαλάται ὡς ὑπὸ ὄρνιθος
ἠλαττωμένοι, θυμῷ αὐτίκα συνέμιξαν τοῖς Ῥωμαίοις, καὶ κακῶς ἀπηλλάγησαν. ὁ δ’ Οὐαλέριος ὑπὸ τῆς τοῦ κόρακος συμμαχίας Κορουΐνος ἐπωνομάσθη. Εἰσέπειτα δὲ
τῶν στρατευμάτων στασιασάντων καὶ ἐμφυλίου πολέμου γενέσθαι μέλλοντος, κατηλλάγησαν οἱ
στασιάσαντες, νόμων τεθέντων μήτ’ ἄκοντά τινα τοῦ καταλόγου ἀπαλείφεσθαι μήτε τὸν χιλιαρχήσαντα
ἑκατονταρχεῖν , καὶ τοὺς ὑπάτους καὶ ἄμφω ἐξὸν εἶναι καὶ ἐκ τοῦ πλήθους καθίστασθαι καὶ τὸν αὐτὸν μήτε δύο ἄμα ἀρχὰς μήτε τὴν αὐτὴν δὶς ἐντὸς δέκα ἄρχειν ἐτῶν.

Λατῖνοι δὲ καίπερ ἔνσπονδοι τοῖς Ῥωμαίοις ὄντες Β ἀπέστησαν καὶ πόλεμον ἤραντο , ἐν
φρονήματι γεγονότες νότες ὅτι τε νεότητι ἤκμαζον καὶ τὰ πολεμικὰ ἐκ τῆς ἀεὶ σὺν αὐτοῖς
στρατείας ἀκριβῶς ἤσκηντο. οἱ δὲ τοῦτο γνόντες ἐξῆλθον, ὕπατον τόν τε Τουρκουάτον τὸ τρίτον ἑλόμενοι
καὶ τὸν Δέκιον, καὶ ἐμαχέσαντο αὐτοῖς κραταιὰν μάχην, κρίσιν τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἑκάτεροι νομίζοντες
ἀκριβῆ τῆς σφετέρας τύχης τε καὶ τῆς ἀρετῆς. ἔδοξε δὲ περιφανεστέρα ἡ μάχη καὶ διά τι
συμβεβηκός. τοὺς γὰρ Λατίνους οἶ ὕπατοι καὶ ὁμοσκεύους καὶ ὁμοφώνους τοῖς Ῥωμαίοις ὁρῶντες
ἐφοβήθησαν μὴ τῶν στρατιωτῶν τινες σφαλῶσι, τό 
 τε οἰκεῖον καὶ τὸ πολέμιον μὴ ῥᾷστα διαγινώσκοντες. καὶ διὰ τοῦτο προεῖπον σφίσι τά τε
ἄλλα παρατηρεῖν ἀκριβῶς, καὶ καθ’ ἑαυτὸν μηδένα μηδενὶ τῶν ἐναντίων
συμβαλεῖν. τοῦτο δὴ τὸ παράγγελμα οἱ μὲν ἐτήρησαν, ὁ δὲ Τουρκουάτου παῖς, στρατευόμενος
ἐν τοῖς ἱππεῦσι, καὶ πεμφθεὶς πρὸς κατασκοπὴν τῶν ἐναντίων, παρεῖδεν οὐκ αὐθαδείᾳ, ἀλλὰ μέντοι
φιλοτιμίᾳ. ἐπεὶ γὰρ ὁ ἵππαρχος τῶν Λατίνων ἰδὼν αὐτὸν προσιόντα πρὸς μονομαχίαν προεκαλέσατο , καὶ
μὴ δεξάμενον ταύτην διὰ τὴν πρόρρησιν , παρώξυνεν εἰπών “ οὐ σὺ μέντοι Τουρκουάτου υἱὸς
εἶ ; οὐ σεμνύνει τῷ στρεπτῷ τοῦ πατρός; ἢ πρὸς μὲν Γαλάτας ἀνθρώπους φθόρους ἔρρωσθε καὶ ἀνδρίζεσθε
, τοὺς δὲ δὴ Λατίνους ἡμᾶς φοβεῖσθε ; τί οὖν ἄρχειν ἡμῶν ἀξιοῦτε ;
 τί δ’ ὡς χείροσιν ὑμῶν ἐπιτάσσετε; ἔκφρων ἐγένετο ὑπὸ τοῦ θυμοῦ, καὶ τῆς παραγγέλσεως
ἑκὼν ἐπελάθετο, καὶ μονομαχήσας ἐνίκησε, καὶ τὰ σκῦλα μέγα φρονῶν ἐκόμισε τῷ πατρί. καὶ ὃς ἀθροίσας
τὸ στράτευμα “ γενναίως μέν’ ἔφη “ ὦ παῖ, ἐμαχέσω, καὶ διὰ τοῦτό σε στεφανώσω ὅτι δὲ τὸ
προσταχθὲν οὐ παρετήρησας, καίτοι καὶ ὡς υἷός πειθαρχεῖν καὶ ὡς στρατιώτης ἀναγκαζόμενος , διὰ τοῦτό
σε δικαιώσω, ἔνα καὶ τὸ τῆς ἀριστείας ἆθλον καὶ τὸ τῆς ἀνηκουστίας τίμημα λήψῃ. ” ταῦτ’ εἰπὼν ἅμα
τόν τε στέφα νον τῇ κεφαλῇ αὐτοῦ ἐπέθετο καὶ αὐτὴν ἐκείνην ἀπέτεμεν. 
 Εἶτα ὄναρ ἀμφοῖν τοῖς ὑπάτοις ἐν τῇ αὐτῇ νυκτὶ ὁμοίως φανὲν ἔδοξε λέγειν τῶν ἐναντίων
κρατήσειν, ὁ ἕτερος τῶν ὑπάτων ἑαυτὸν ἐπιδῷ. μεθ’ ἡμέραν οὑν ἀλλήλοις διηγησάμενοι τὸ ὄναρ συνέθεντο θεῖον εἶναι, καὶ πεισθῆναι δεῖν αὐτῷ
ὡμολόγησαν. καὶ ἠμφισβήτησαν δὲ πρὸς ἀλλήλους, οὐχ ὃς ἂν σωθείη, ἀλλ’ ὃς μᾶλλον μᾶλλον
ἑαυτὸν ἐπιδῷ · καὶ παρὰ τοῖς πρώτοις τοῦ στρατοπέδου ἐδικαιολογήσαντο. καὶ τέλος ἤρεσε σφίσι τὸν μὲν
ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ κέρως, τὸν δὲ ἐπὶ τοῦ λαιοῦ παρατάξασθαι , καὶ ὁπότερον ἂν έκείνων ἐλαττωθῇ, τὸν ἐπ’
αὐτῷ τεταγμένον ἀποθανεῖν. 
 
 τοσαύτη δ' ἦν φιλοτιμία αὐτοῖς περὶ τὴν ἐπίδοσιν ὡς εὔχεσθαι ἕκαστον
τῶν ὑπάτων ἡττηθῆναι , ἵνα τύχῃ τῆς ἐπιδόσεως καὶ τῆς εὐκλείας τῆς ἐξ αὐτῆς. συμβαλόντες δὲ τοῖς
Λατίνοις μέχρι μὲν πολλοῦ ἰσοπαλῶς ἠγωνίσαντο , εἶτα τὸ κατὰ τὸν Δέκιον κέρας μικρόν τι
τοῖς Λατίνοις ἐνέκλινεν. ὃ γνοὺς ὁ Δέκιος ἑαυτὸν ἐπιδέδωκε καὶ τὰ ὅπλα ἐκδὺς τὴν ἐσθῆτα ἐνέδυ τὴν
περιπόρφυρον. καὶ οἶ μὲν οὕτω φασὶν ἐφ’ ἀναπηδῆσαι ἀναπηδήσαι αὐτὸν καὶ εἰσελάσαι πρὸς τοὺς
πολεμίους καὶ ὑπ’ ἐκείνων ἀποθανεῖν, οἱ δὲ ὑπὸ συστρατιώτου πολιτικοῦ σφαγῆναι. τέως δὲ
τελευτήσαντος τοῦ Δεκίου τοῖς Ῥωμαίοις ἡ νίκη καθαρός συνηνέχθη, καὶ
οἱ Λατῖνοι πάντες ἐτράπησαν , οὐ πάντως δὲ διὰ τὸν θάνατον τοῦ Δεκίου πῶς γὰρ ἄν τις πιστεύσειεν ἐξ
ἑνὸς ἀνδρὸς τοιᾶσδε τελευτῆς τοσοῦτον πλῆθος ἀνθρώπων τὸ μὲν φθαρῆναι , τὸ δὲ σωθῆναι
καὶ νικῆσαι περιφανῶς ; οἱ μὲν οὑν Λατῖνοι οὕτως ἥττηντο, ὁ δέ γε Τουρκουάτος καὶ τὸν υἱὸν
ἀποκτείνας καὶ τοῦ συνάρχοντος τεθνηκότος ἑώρτασεν ὅμως τὰ ἐπινίκια. 
 
 Εἰτ' αὖθις αὐτούς τε τοὺς Λατίνους ἐπαναστάντας κατεπολέμησαν, καὶ ἕτερα ἔθνη μάχαις
ὑπέταξαν, ποτὲ μὲν ὑπάτοις κεχρημένοι, ποτὲ δὲ δικτάτωρσιν. ὧν εἶς ἦν
καὶ Λούκιος Παπείριος ὁ καὶ Κούρσωρ ὀνομαζόμενος διά τε τὴν ἔξιν, ἦν γὰρ δρομικώτατος, καὶ διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δρόμου. μετὰ δὲ ταῦτα δικτάτωρ ὁ Παπείριος ἐπὶ τοὺς Σαυνίτας ἐξεπέμφθη
μετὰ Φαβίου Ῥούλλου ἱππάρχου, καὶ ἡττήσας αὐτοὺς ἠνάγκασεν ἐπὶ συνθήκαις συμβῆναι αἷς
ἐκεῖνος ἐβούλετο. ἀποθεμένου δὲ τὴν ἡγεμονίαν αὐτοῦ ἐπανέστησαν αὖθις. ὑπὸ δὲ Κορνηλίου Αὔλου
δικτάτωρος καὶ πάλιν πολεμηθέντες καὶ ἡττηθέντες διεκηρυκεύσαντο πρὸς τοὺς ἐν τῇ Ῥώμῃ,
τοὺς αἰχμαλώτους τε ὅσους εἶχον πέμψαντες αὐτοῖς, καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ πολέμου Ῥουτούλῳ, ἀνδρὶ δυνατῷ
παρ’ αὐτοῖς, ἐπιγράφοντες· οὗ τὰ ὀστᾶ, ἐπεὶ φθάσας ἐκεῖνος διεχειρίσατο ἑαυτόν , διέρριψαν. οὐ μέντοι καὶ ἔτυχον τῆς εἰρήνης ὡς ἄπιστοι , ἀλλ’ ἄσπονδον σφίσιν ἐψηφίσαντο πόλεμον , καίτοι
τοὺς αἰχμαλώτους λαβόντες. ὑπεραυχήσαντες οὖν Ῥωμαῖοι καὶ
αὐτοβοεὶ πάντας αὐτοὺς αἱρήσειν ἐλπίσαντες, δεινῷ παθήματι περιέπεσον. ὑπερδείσαντες γὰρ οἶ Σαυνῖται καὶ ἐν συμφορᾷ ποιούμενοι τὸ μὴ σπείσασθαι, καὶ ὡς ἀπεγνωσμένοι μαχόμενοι, καὶ
λοχήσαντες ἴν τινι χώρᾳ κοιλοτέρᾳ καὶ στενῇ, τό τε στρατόπεδον εἷλον καὶ τοὺς Ῥωμαίους ἐζώγρησαν
πανσυδὶ καὶ πάντας ὑπήγαγον ὑπὸ τόν ζυγόν, τί δ ἦν τὸ τοῦ ζυγοῦ ἤδη μοι ἄνωθί που
ἱστόρηται , οὐδένα μέντοι ἀπέκτειναν, ἀλλὰ τά τε ὅπλα καὶ τοὺς ἵππους καὶ τὰ ἄλλα ὅσα εἶχον πλὴν
ἑνὸς ἱματίου ἀφείλοντο, καὶ γυμνοὺς σφᾶς ἀφῆκαν ἐπὶ συνθήκαις τοῦ τὴν χώραν αὐτῶν ἐκλιπεῖν καὶ
συμμάχους σφίσιν 
 ἀπὸ τῆς ἴσης εἶναι. ἔνα δὲ τὰ τῆς ὁμολογίας καὶ παρὰ τῆς γερουσίας βεβαιωθῶσι, τῶν
ἱππέων ἑξακοσίους εἰς ὁμηρείαν κατέσχον. 
 Οἶ’ δ' ὕπατοι Σπούριός τε Ποστούμιος καὶ Τιβέριος Καλουϊνος μετὰ τῆς στρατιάς εὐθὺς
ἀνεχώρησαν, καὶ νυκτὸς αὐτοί τε καὶ τῶν ἄλλων οἱ ἀξιολογώτατοι 
 εἰς τὴν ῥώμην εἰσήλθοσαν, οἱ δὲ λοιποὶ στρατιῶται κατὰ τοὺς ἀγροὺς ἐσκεδάσθησαν. οἱ δ᾿
ἐν τῇ πόλει τὰ πεπραγμένα μαθόντες οὔτεἡσθῆναι τῇ τῶν στρατιωτῶν σωτηρίᾳ οὔτ᾿ ἀχθεσθῆναι ἠδύναντο.
πρὸς μὲν γὰρ τὸ δεινὸν ὑπερήλγουν, καὶ ὅτι παρὰ τῶν Σαυνιτῶν 
 τοιαῦτα πεπόνθασι, μεῖζον σφίσι τὸ ἄλγος ἐγίνετο· λογιζόμενοι δὲ ὡς
εἰ πάντας ἀπολέσθαι συνέβη, καὶ περὶ πάντα ἂν ἐκινδύνευσαν, ἐπὶ τῇ σφῶν ἥδοντο σωτηρίᾳ.
ἐπικρύπτοντες δὲ τέως τὸ ἥδεσθαι, πένθος ἐπεποιήκεσαν, καὶ οὐδὲν ἐν τῷ καθεστηκότι τρόπῳ ἔπραξαν, οὔτ᾿ αὐτίκα οὔθ᾿ ὕστερον, ἕως ἀντεπεκράτησαν· τοὺς δ᾿ ὑπάτους μὲν παραχρῆμα ἔπαυσαν,
 ἑτἐρους δ᾿ ἀνθελόμενοι βουλὴν ἐποιήσαντο. καὶ ἐδόκει μὲν σφέσι
μὴ δέξασθαι τὴν σύμβασιν, ἐπεὶ δὲ ἀδύνατον ἦν τοῦτο δρᾶσαι μὴ οὐχὶ πρὸς τοὺς πράξαντας 
αὐτὴν τρέψαντας τὴν αἰτίαν, ὤκνουν μὲν τῶν ὑπάτων καταψηφίσασθαι καὶ τῶν ἄλλων, οἳ μετ᾿ αὐτῶν ὡς
ἀρχάς τινας ἄρχοντες τὰς σπονδὰς ἐποιήσαντο, ὤκνουν δὲ καὶ ἀφεῖναι,
ἴνα μὴ ἐφ᾿ ἑαυτοὺς τὸ παρασπόνδημα περιστήσωσιν. αὐτοῖς οὖν ἐκείνοις τοῖς ὑπάτοις
ἐπεκοινώσαντο, καὶ πρώτῳ γε τῷ Ποστουμίῳ τὴν ψῆφον ἐπήγαγον, ὅπως αὐτὸς καθ᾿ ἑαυτοῦ γνώμην
ἀποφήνηται, αἰσχύνῃ τοῦ μὴ πάντας ἀδοξίας ἀναπλῆσαι. ὁ δὲ παρελθὼν εἰς τὸ μέσον ἔφη μὴ δεῖν
κυρωθῆναι τὰ ὑπ᾿ αὐτῶν πεπραγμένα παρὰ τῆς γερουσίας καὶ τοῦ δήμου· μηδὲ γὰρ αὐτοὺς
ἑκουσίως πράξαι αὐτά, ἀλλ᾿ ἀνάγκῃ συνεχομένους, ἣν αὐτοῖς ἐπήγαγον οἶ πολέμιοι οὐκ ἐξ ἀρετῆς, ἀλλ᾿
ἐκ δόλου καὶ ἐξ ἐνέδρας. οἱ γοῦν ἀπατήσαντες, εἰ ἀντηπατήθησαν, οὐκ ἂν δύναιντο δικαίως ἐπεγκαλεῖν
τοῖς 
 ἀνταπατήσασι. ταῦτα τοίνυν εἰπόντος καὶ τοιαῦτα πολλά, ἐν
ἀμηχανίᾳ ἡ γερουσία ἐγένετο· τοῦ δὲ Πο- στουμίου καὶ τοῦ Καλουίνου εἰς ἑαυτοὺς τὴν
αἰτίαν ἀναδεχομένων, ἐψηφίσθη μήτε κυρωθῆναι τὰ ωμολογημένα ἐκείνους τε ἐκδοθῆναι. 
 Ἀπήχθησαν οὖν καὶ ἄμφω οἱ ὕπατοι καὶ οἱ λοιποὶ ἄρχοντες οἱ ἐπὶ τοῖς ὅρκοις
παρουσιάσαντες εἰς τὸ Σαύνιον. οὐ μέντοι αὐτοὺς οἱ Σαυνῖται ἐδέξαντο, ἀλλὰ τοὺς ἁλόντας ἀπῄτουν
ἅπαντας, καὶ τοὺς θεοὺς ἐπεβοῶντο καὶ ἐπεθείαζον, καὶ τέλος τοὺς ἐκδοθέντας ἀντέπεμψαν. οἱ δὲ
Ῥωμαῖοι ἐκείνους μὲν ἀσμένως ἀπέλαβον, τοῖς δὲ Σαυνίταις ὀργῇ τὴν μάχην ἐπήγαγον. καὶ κρατήσαντες τὰ ὅμοια σφίσιν ἐποίησαν, καὶ ὑπὸ τὸν ζυγὸν αὐτοὺς
ἀνθυπήγαγον , καὶ ἀφῆκαν, μηδὲν ἄλλο κακὸν δράσαντες. καὶ τοὺς σφετέρους ἱππεῖς, οὑς ὡς ὁμήρους
κατεῖχον οἱ Σαυνῖται, ἀπαθεῖς ἐκομίσαντο.

Μετὰ δὲ χρόνους πλείονας αὖθις τοῖς Σαυνίταις πολεμοῦντες οἱ Ῥωμαῖοι, Γαΐου Ἰουνίου
ἡγουμένου αὐτῶν, συμφορᾷ περιέπεσον. πορθοῦντος γὰρ τοῦ Ἰουνίου τὴν χώραν αὐτῶν, εἰς τὰς ὕλας τὰς
Ἀόρνους τὰ προσόντα οἱ Σαυνῖται ἀνεκομίσαντο, οὕτω καλουμένας ἀπὸ τοῦ μηδ’ ὄρνις
εἰσπέτεσθαι εἰς αὐτὰς τῇ τῶν δένδρων πυκνότητι. ἐκεῖ δὲ ὄντες,
ποίμνιά τινα ποιμένων ἢ φρουρῶν ἄνευ προκαθιστάντες καὶ ψευδαυτομόλους ὑποπέμποντες, ὡς ἐφ’ ἑτοίμην
λείαν αὐτοὺς ὑπηγάγοντο. εἴσω δὲ γενομένους τῆς ὕλης περιέσχον τε σφάς καὶ οὐ πρότερον
ἐπαύσαντο κτείνοντες πρὶν τέλεον ἐκκαμεῖν. καὶ ἄλλοτε δὲ πολλάκις τοῖς Ῥωμαίοις πολεμήσαντες οἱ
Σαυνῖται καὶ ἡττηθέντες οὐκ ἐφησύχασαν, ἀλλὰ καὶ συμμάχους ἄλλους τε προσλαβόμενοι καὶ
Γαλάτας, ὡς καὶ πρὸς τὴν 
 Ῥώμην αὐτὴν ἐλάσοντες ἡτοιμάζοντο. ὃ οἱ Ῥωμαῖοι 
μαθόντες ἐς δέος κατέστησαν, καὶ σημείων πολλῶν ἐς τοῦτο αὐτοὺς ἐναγόντων. ἐν γὰρ τῷ ἐκ τοῦ βωμοῦ
τοῦ Διὸς αἷμα τρισὶν ἡμέραις , μιᾷ δὲ μέλι καὶ ἐν ἑτέρᾳ γάλα θρυλεῖται ἀναδοθῆναι, εἴ τῳ
ταῦτα πιστά · καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ Νίκης τι ἄγαλμα χάλκεον ἱδρυμένον ἐπὶ βάθρου λιθίνου αὐτομάτως εὑρέθη
κάτω ἑστὸς ἐπὶ γῆς · ἐτύγχανε δὲ ἐκεῖ ἀποβλέπον ὅθεν οἱ Γαλάται ἤδη ἐπῄεσαν. ταῦτ’ οὖν καὶ ἄλλως
ἐξεφόβει τὸν δῆμον , πλέον δ' ὑπὸ τῶν μάντεων κεκριμένα ἀπαίσια. Μάνιος δέ τις Τυρσηνὸς
τὸ γένος ἐθάρσυνεν αὐτούς , εἰπὼν τήν τε Νίκην, εἰ καὶ κατέβη, ἀλλ’ εἰς τὸ πρόσθεν προχωρήσασαν καὶ
βεβαιότερον ἐπὶ τῆς γῆς ἱδρυθεῖσαν τὸ κράτος σφίσι προδηλοῦν τοῦ πολέμου · κἀκ τούτου καὶ θυσίας 
 πολλὰς γενήσεσθαι τοῖς θεοῖς· τοὺς γὰρ βωμούς, καὶ μάλιστα τοὺς
ἐν τῷ Καπιτωλίῳ , ἐν ᾠ τὰ νικητήρια θύουσιν, ἐν ταῖς εὐπραγίαις αὐτῶν, ἀλλ’ οὐκ ἐν ταῖς συμφοραῖς κατ’ ἔθος αἱμάττεσθαι. ἐκ μὲν οὖν τούτων ἀγαθόν τι σφᾶς ἔπειθε
προσδοκᾶν , ἐκ δὲ τοῦ μέλιτος νόσον, ὅτι αὐτοῦ οἱ κάμνοντες δέονται, ἐκ δὲ τοῦ γάλακτος
λιμόν· ἐς γὰρ τοσαύτην σιτοδείαν ἀφίξεσθαι ὥστε καὶ τὴν αὐτόφυτον τήν τε αὐτόνομον ζητῆσαι
τροφήν. 
 Ὁ μὲν οὖν Μάνιος οὕτω τὰ τῶν σημείων ἡρμήνευσε, νεῦσε, καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων
δ' ἐσύστερον τῆς αὐτοῦ μαντείας ἐκβάσης, σοφίας ἐκομίσατο δόξαν καὶ 
προγνώσεως · ὁ δὲ Οὐολούμνιος τοῖς Σαυνίταις πολεμεῖν ἐκελεύσθη, τοῖς δὲ Γαλάταις καὶ τοῖς ἄλλοις
τοῖς μετ’ αὐτῶν ἀντικαταστῆναι ὕπατοι αἱρεθέντες ἐπέμφθησαν ὅ τε Ῥωῦλλος ὁ Φάβιος ὁ
Μάξιμος καὶ ὁ Δέκιος ὁ Πούπλιος. οἳ πρὸς τὴν Τυρσηνίδα σπουδῇ ἀφικόμενοι, καὶ τὸ τοῦ
Ἀππίου στρατόπεδον ἰδόντες διπλῷ σταυρώματι κατωχυρωμένον , τοὺς σταυροὺς ἀνέσπασάν τε καὶ
διεφόρησαν , ἐν τοῖς ὅπλοις ποιεῖσθαι τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας τοὺς στρατιώτας 
διδάσκοντες. προσέβαλον οὖν τοῖς πολεμίοις · γᾶν τούτῳ λύκος ἔλαφον διώκων εἰς τὸ μεταίχμιον
εἰσπεσὼν αὐτὸς μὲν πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ὁρμήσας διεξῆλθε καὶ αὐτοὺς ἐπεθάρσυνε , προσήκειν αὐτὸν νομίζοντας ἑαυτοῖς ὡς λυκαίνης θρεψαμένης τὸν Ῥωμύλον, μύλον ,
καθάπερ ἱστόρηται · ἡ δ’ ἔλαφος πρὸς τοὺς ἑτέρους χωρήσασα κατεκόπη, καὶ τόν τε φόβον αὐτοῖς καὶ τὴν
συντυχίαν τοῦ πάθους κατέλιπε. συμπεσόντων οὖν τῶν στρατευμάτων ὁ μὲν Μάξιμος ῥᾷον τοὺς κατ’ αὐτὸν
ἐνίκησεν, ἥττητο δέ γε ὁ Δέκιος. ἐνθυμηθεὶς δὲ τὴν ἐπίδοσιν τοῦ πατρός , ἣν διὰ τὸ
ἐνύπνιον ἐποιήσατο, ἑαυτὸν ὁμοίως ἐπέδωκε, μή τινι περὶ τῆς πράξεως κοινωσάμενος. ἄρτι δὲ ἔσφακτο
καὶ οἱ συντεταγμένοι αὐτῷ τὸ μὲν ἐκείνου αἰδοῖ ὡς δι’ αὐτοὺς θανόντος ἐθελοντοῦ, τὸ δὲ καὶ ἐλπίδι
τοῦ πάντως ἐκ τούτου κρατήσειν , τῆς τε φυγῆς ἐπέσχον καὶ τοῖς διώκουσι σφὰς γενναίως
ἀντικατέστησαν. κἀν τούτῳ καὶ ὁ Μάξιμος κατὰ νώτου τε αἰτοῖς
προσέπεσε καὶ παμπόλλους ἐφόνευσεν· οἱ δὲ περιλειφθέντες ἀποδιδράσκοντες διεφθάρησαν. Μάξιμος δὲ Φάβιος τὸν μὲν τοῦ Δεκίου νεκρὸν κατέκαυσε σὺν τοῖς σκύλοις, τοῖς δὲ εἰρήνης δεηθεῖσι
σπονδὰς ἐποιήσατο. 
 Τῷ δ’ ἐξῆς ἔτει αὖθις τοῖς Σαυνίταις ἐπολέμησεν Ἀτίλιος Ῥήγουλος. καὶ μέχρι μέν τινος
ἰσορρόπως πὼς ἐμάχοντο · εἶτα κρατησάντων τῶν Σαυνιτῶν αὖθις οἱ Ῥωμαῖοι ἀντεπεκράτησαν
, καὶ ἑλόντες αὐτοὺς ὑπήγαγον ὑπὸ τὸν ζυγόν, καὶ οὕτως ἀφῆκαν. Σαυνῖται δὲ ἐπὶ τοῖς
γεγονόσιν ἀγανακτήσαντες πρὸς ἀπόνοιαν ὥρμησαν, ὡς ἢ κρατήσοντες ἢ παντελῶς ἀπολούμενοι, θάνατον ἀπειλήσαντες τῷ οἴκοι μενοῦντι. καὶ οἱ μὲν ἐς τὴν Καμπανίαν
ἐνέβαλον, οἱ δ᾿ ὕπατοι ἔρημον ὂν στρατιωτῶν τὸ Σαύνιον ἐπόρθοῦν καὶ πόλεις εἷλόν
τινας. ὅθεν οἶ Σαυνῖται τὴν Καμπανίαν λιπόντες εἰς τὴν οἰκείαν ἠπείχθησαν, καὶ τῷ ἐνὶ τῶν ὑπάτων
συμμίξαντες ἔκ τινος ἥττηντο στρατηγήματος, καὶ φυγόντες δεινῶς ἔπταισαν, καὶ τὸ στρατόπεδον
ἀπέβαλον, πρὸς δὲ καὶ τὸ πόλισμα, ᾧ ἐπεβοήθουν. ὁ δὲ ὕπατος τά τε ἐπινίκια ἔπεμψε καὶ
τὰ ἀθροισθέντα ἐκ τῶν λαφύρων ἐδημοσίωσεν. ὁ δ᾿ ἕτερος ὕπατος κατὰ τόν Τυρσηνῶν στρατεύσας, καὶ
καταστήσας αὐτοὺς δι᾿ ὀλίγου, σῖτόν τε καὶ χρήματα παρ᾿ αὐτῶν
εέσπράξας, τὰ μὲν τοῖς στρατιώταις διέδωκε, τὰ δ᾿ εἰσήνεγκεν εἰς τοὺς θησαυρούς. 
 Συμβεβηκότος δὲ λοιμοῦ ἰσχυροῦ, οἶ Σαυνῖται καὶ Φαλίσκοι καταφρονήσαντες τῶν ῾Ρωμαίων διά
τε τὴν νόσον καὶ ὅτι τοὺς ὑπάτους οὐ κατ᾿ ἀρετὴν ᾕρηντο, ὡς μὴ πολέμων ὄντων, παρεκίνησαν. μαθόντες
 οὖν τοῦθ᾿ οἱ ῾Ρωμαῖοι, Ἰουνίῳ μὲν Βρούτῳ τὸν Εαρουίλιον, Κυίντῳ δὲ Φαβίῳ τὸν πατέρα τὸν
῾Ροῦλλον τὸν Μάξιμον ὑποστρατήγους ἢ πρεσβευτὰς συνεξἐπεμψάν. ὁ μὲν οὑν Βροῦτος Φαλίσκους ἐνίκησε
καὶ τὰ τούτων καὶ τὰ τῶν ἄλλων Τυρσηνῶν ἐληίζετο, Φάβίος δὲ τῆς ῾Ρώμης πρὸ τοῦ πατρός ἐξελάσας, καὶ τοὺς Σαυνίτας
ληίζεσθαι τὴν Καμπανίδα πυθόμενος, ἠπείγετο. προσκόποις τέ τισιν αὐτῶν ἐντυχών, καὶ ταχέως
ἀποχωροῦντας σφᾶς θεασάμενος, πάντας τε πολεμίους τυγχάνειν ἐκεῖ ἐνόμισε καὶ φεύγειν ἐπίστευσε·
 κἀκ τούτου σπεύσας αὐτοῖς συμβαλεῖν πρὸ τοῦ τὸν πατέρα αὐτοῦ ἀφικέσθαι, ἵν᾿ αὐτοῦ τὸ
κατόρ- θῶμα, ἀλλὰ μὴ ἐκείνου δοκῇ, προεχώρησεν ἀσυντάκτως. καὶ περιπεσὼν ἀθρόοις τοῖς
πολεμίοις πανσυδὶ ἂν διεφθάρη, εἰ μὴ νὺξ ἐγένετο. πολλοὶ δ’ οὖν καὶ μετὰ ταῦτα τεθνήκασι, μήτ’
ἰατροῦ μήτ’ ἐπιτηδείου τινὸς παρόντος , διὰ τὸ πολὺ πρὸ τῶν σκευοφόρων αὐτοὺς ἐπειχθῆναι
ὡς αὐτίκα νικήσοντας· καὶ πάντως ἂν καὶ τῆς ὑστεραίας ἀπώλοντο , εἰ μὴ οἱ Σαυνῖται τὸν πατέρα αὐτοῦ ἐγγὺς εἶναι νομίσαντες ἔδεισάν τε καὶ ἀνεχώρησαν. 
 
 Πυθόμενοι δὲ ταῦθ' οἱ ἐν τῷ ἄστει δεινῶς ἠγανάκτησαν, καὶ μεταπεμψάμενοι τὸν ὕπατον
εὐθύνειν ἤθελον. ὁ δὲ γέρων ὁ τούτου πατὴρ καταριθμήσας τά τε οἰκεῖα καὶ τὰ τῶν προγόνων
ἀνδραγαθήματα, καὶ ὑποσχόμενος μηδὲν αὐτῶν πράξειν ἀνάξιον τὸν υἱόν, καὶ τὴν τούτου
νεότητα πρὸς τὸ ἀτύχημα προβαλόμενος, τῆς ὀργῆς αὐτοὺς αὐτίκα παρέλυσε. καί οἱ συνεξελθὼν μάχῃ τοὺς
Σαυνίτας ἐνίκησε καὶ τὸ στρατόπεδον αὐτῶν εἷλε τήν τε χώραν ἐπόρθησε καὶ λείαν πολλὴν ἤλασε· καὶ τὰ
μὲν αὐτῆς ἐδημοσίωσε, τὰ δὲ τοῖς στρατιώταις κατένειμε. διά τοι ταῦτα οἱ Ρωμαῖοι ἐκεῖνόν τε ἐμεγάλυνον καὶ τὸν υἱὸν καὶ εἰς τὸ ἔπειτα ἀντὶ ὑπάτου
ἄρξαι ἐκέλευσαν, ὑποστρατήγῳ καὶ τότε τῷ πατρὶ χρώμενον. καὶ ὃς πάντα μὲν αὐτὸς διῴκει καὶ διῆγε
μηδὲν τοῦ γήρως φειδόμενος, οὐ μέντοι καὶ ἔνδηλος ἦν δι’ ἑαυτοῦ τὰ πράγματα πράττων ,
ἀλλὰ τὴν δόξαν τῶν ἔργων τῷ παιδὶ προσῆπτε.

Μετὰ δὲ ταῦτα δημάρχων τινῶν χρεῶν ἀποκοπὴν εἰσηγησαμένων , ἐπεὶ μὴ καὶ παρὰ τῶν δανει-
 
 στῶν αὕτη ἐδίδοτο, ἐστασίασε τὸ πλῆθος · καὶ οὐ πρότερον τὰ τῆς στάσεως κατηυνάσθη ἕως
πολέμιοι τῇ πόλει ἐπήλθοσαν. ἦρξαν δὲ τῶν πολέμων οἶ Ταραντῖονι, Τυρσηνοὺς καὶ Γαλάτας καὶ Σαυνίτας
καὶ ἄλλους προσεταιρισάμενοι πλείονας. ἀλλὰ τοὺς μὲν ἄλλους οἱ Ῥωμαῖοι συμβαλόντες διαφόροις μάχαις ἐνίκησαν καὶ ὑπάτοις ἄλλοτε ἄλλοις· οἱ δὲ Ταραντῖνοι,
καίτοι αὐτοὶ τὸν πόλεμον παρασκευάσαντες , ὅμως οὔπω πρὸς μάχην ἀντικατέστησαν φανερῶς. ναυαρχοῦντος
δὲ Λουκίου Οὐαλερίου , καὶ τριήρεσι προσοπρμίσαι βουληθέντος ἐς Τάραντα) ἐπεὶ ἀπῄει ὅπῃ
σὺν αὐταῖς ἀπεστάλη, φίλιον τὴν χώραν ἡγούμενος, οἶ Ταραντῖνοι κατ’ αὐτῶν ὑποτοπήσαντες τὸν
Οὐαλέριον πλεῖν ἐκ τοῦ συνειδότος ὧν ἔδρων, μετ’ ὀργῆς ἀντανήχθησαν, καὶ προσπεσόντες αὐτῷ μηδὲν
πολέμιον ἐλπίσαντι κατέδυσαν ἐκεῖνόν τε καὶ ἄλλους 
πολλούς ’ καὶ τοὺς ἁλόντας τοὺς μὲν καθεῖρξαν, τοὺς δὲ καὶ ἀπέκτειναν. πυθόμενοι δὲ ταῦθ’ οἱ Ῥωμαῖοι
ἠγανάκτησαν μέν, πρέσβεις δ’ ὅμως ἀπέστειλαν ἐπεγκαλοῦντες αὐτοῖς καὶ δίκας ἀπαιτοῦντες. οἱ δὲ οὐ
 μόνον αὐτοῖς οὐδὲν ἐπιεικὲς ἀπεκρίθησαν , ἀλλὰ καὶ ἐτώθαζον, ὡς καὶ τὴν ἐσθῆτα τοὐ
Λουκίου Ποστουμίου τοῦ προέχοντος κηλιδῶσαι τῶν πρέσβεων. θορύβου δὲ ἐπὶ τούτῳ γενομένου, καὶ τῶν
Ταραντίνων ἐπικαγχαζόντων , ὁ Ποστούμιος “ γελᾶτε” ἔφη, “γελᾶτε ἕως ἔξεστιν ὑμῖν ·
κλαυσεῖσθε γὰρ ἐπὶ μακρότατον ὅταν τὴν ἐσθῆτα ταύτην τῷ αἵματι ὑμῶν ἀποπλύνητε.” 
 Ἐπανελθόντων οὖν τῶν πρέσβεων οἱ Ῥωμαῖοι τὰ πραχθέντα μαθόντες ἤλγησαν , καὶ στρατεῦσαι ἐπὶ
 
 τοὺς Ταραντίνους Λούκιον Αἰμίλιον τὸν ὕπατον ἐψηφίσαντο. ὃς εἰς
Τάραντα προσχωρήσας λόγους αὐτοῖς ἐπιτηδείους ἔπεμψε, νομίζων εἰρήνην ἐπί τισι
μετρίοις αἱρήσεσθαι. οἱ δὲ ταῖς γνώμαις ἀλλήλοις ἠναντιώθησαν· καὶ τῶν μὲν πρεσβυτέρων καὶ εύπόρων
 τὴν εἰρήνην σπευδόντων, τῶν δ᾿ ἐν ἡλικίᾳ καὶ ὀλίγα
ἢ μηδὲν ἐχόντων πόλεμον αἱρουμένων, ἐκράτησαν οἱ νεώτεροι. φοβούμενοι δὲ ὅμως, τὸν Πύρρὸν τὸν
Ἠπειρώτην εἰς συμμαχίαν ἐβουλεύσαντο προσκαλέσασθαι, καὶ πρέσβεις αὐτῷ καὶ δῶρα πεπόμφασιν. Αἰμίλιος
δὲ ταῦτα μαθὼν τὴν χώραν αὐτῶν ἐλεηλάτει καὶ ἔφθειρεν. οἱ δὲ ἐπεξῆλθον μέν, ἀλλ᾿
ἐτράπησαν, ὥστε τοὺς ῾Ρωμαίους τήν τε χώραν αὐτών ἀδεῶς
πορθῆσαι καί τινα χειρώσασθαι φρούρια. πολλὴν δὲ τῶν ἁλόντων τοῦ Αἰμιλίου πεποιηκότος πρόνοιαν, καί
τινας τῶν δυνατωτέρων ἐλευθερώσαντος, οἱ Ταραντῖνοι τήν τε φιλανθρωπίαν αὐτοῦ
θαυμάσαντες, καὶ εἰς ἐλπίδας προαχθέντες σπονδῶν, Ἆγιν τοῖς ῾Ρωμαίοις ἐπιτήδειον ὄντα εἴλοντο
στρατηγὸν αὐτοκράτορα. ἄρτι δ᾿ οὗτος κεχειροτόνητο καὶ Κινέας ὑπὸ τοῦ Πύρροῦ προπεμφθεὶς ἐμποδὼν
τοῖς πραττομένοις ἐγένετο. ὁ γὰρ Πύρρὸς τῆς καλουμένης βασιλεύων Ἠπείρου φύσεως τε
δεξιότητι καὶ παιδείας ἰσχύϊ καὶ ἐμπειρίᾳ πάντων προέφερε, καὶ τοῦ Ἑλλη- νικοῦ τὸ πλεῖστον τὸ μὲν
εὐποιίαις, τὸ δὲ φόβῳ, προσεπεποίητο. οὕτος τοίνυν τοῖς τῶν Ταραντίνων 
 πρέσβεσιν ἐντυχών, ἕρμαιον τὴν συμμαχίαν ἡγήσατο, ἐκ πλείονος τῆς Σικελίας καὶ τῆς
Καρχηδόνος καὶ τῆς Σαρδοῦς ἐφιέμενος, ὀκνῶν δ᾿ ὅμως ἔχθρας πρὸς ῾Ρωμαίους αὐτὸς προκατάρξασθαι· καὶ
βοηθήσειν μὲν αὐτοῖς ἐπηγγείλατο, ἵνα δὲ μὴ ὑποπτευθείη δι᾿ ἅπερ εἴρηται, οἴκαδε αὐτίκα
ἀνακομισθήσεσθαι ἔφη, καὶ ἐν ταῖς συνθήκαις προστεθῆναι πεποίηκε τὸ μὴ περαιτέρω τῆς χρείας ἐν τῇ
Ἰταλίᾳ παρ᾿ αὐτῶν κατα- σχεθῆναι. συνθέμενος δὲ ταῦτα, τοὺς μὲν πλείους τῶν πρέσβεων
ὡς τὰ στρατεύματα αὐτῷ συμπαρασκευάσοντας ἐν ὁμηρείᾳ κατέσχεν, ὀλίγους δ’ ἐξ αὐτῶν καὶ τὸν Κινέαν προέπεμψε σὺν στρατῷ. ἐλθόντων δ’ αὐτῶν οἱ Ταραντῖνοι
θαρσήσαντες τῶν τε καταλλαγῶν τῶν πρὸς Ῥωμαίους ἀπέσχοντο καὶ τὸν Ἄγιν παύσαντες τῆς
στρατηγίας ἕνα τῶν πρέσβεων ἐχειροτόνησαν στρατηγόν. μετ’ οὐ πολὺ δὲ Μίλων ὑπὸ τοῦ Πυρροῦ σὺν
δυνάμει πεμφθεὶς τήν τε ἀκρόπολιν αὐτῶν ἐς τὴν ἐκείνου ὑποδοχὴν κατειλήφει καὶ τὴν τοῦ
τείχους φρουρὰν ὑφ’ ἑαυτὸν ἐποιήσατο. καὶ οἱ Ταραντῖνοι ἐπὶ τούτοις ἔχαιρον, ὡς μήτε φρουρεῖν μήτ’
ἄλλο τι ἐπίπονον ὑπομένειν ἀναγκαζόμενοι, καὶ αὐτοῖς τροφὰς ἐχορήγουν καὶ τῷ Πυρρῷ χρήματα
ἔπεμπον. 
 
 Ὁ οὖν Αἰμίλιος τέως μὲν κατὰ χώραν ἔμενεν, ἐπεὶ δὲ τούς τε
Πυρρείους ἥκοντας ἔγνω, καὶ διὰ τὸν χειμῶνα προσκαρτερεῖν οὐχ οἶός τε ἦν, ἐς Ἀπουλίαν ὥρμησεν. οἱ δὲ
Ταραντῖνοι ἔν τινι στενοπόρῳ χωρίῳ, δι’ οὗ διελθεῖν ἀνάγκην εἶχε, λοχήσαντες, ἄπορον
αὐτῷ τὴν πορείαν ἐποίουν τοξεύμασιν ἀκοντίσμασί τε καὶ σφενδονήμασιν. ὁ δὲ τοὺς αἰχμαλώτους σφῶν,
οὓς ἐπήγετο, προήγαγε. φοβηθέντες δ οἱ Ταραντῖνοι μὴ τοὺς σφετέρους ἀντὶ Ῥωμάιων ἀπολέσωσιν,
ἐπαύσαντο. 
 
 Ὁ δὲ Πυρρὸς οὐδὲ τὸ ἔαρ ἀναμείνας ἀπῄει, στράτευμά τε πολὺ καὶ ἔκκριτον ἐπαγόμενος καὶ
ἐλέφαντας εἴκοσι, ζῷα μήπω πρότερον τοῖς ἐν τῇ Ἰταλίᾳ ὀφθέντα·
ὅθεν ἐξεπλήσσοντο καὶ ἐθαύμαζον. χειμῶνι δὲ περιπεσὼν τὸ Ἰόνιον περαιούμενος πολλοὺς 
ἀπώλεσε τοῦ στρατεύματος, οἶ δὲ λοιποὶ τῷ κλύδωνι ἐσκεθάσθησαν. μόλις μόλις δ’ οὖν πεζεύσας ἦλθεν
εἰς Τάραντα. καὶ αὐτίκα τοὺς μὲν ἀκμάζοντας τοῖς ἑαυτοῦ στρατιώταις συνέταξεν, ὅπως μὴ
καθ’ ἑαυτοὺς λελοχισμένοι νεωτερίσωσι , καὶ τὸ θέατρον ἔκλεισε, τάχα διὰ τὸν πόλεμον, ὅπως μὴ ἐς
αὐτὸ συνερχόμενοι νεοχμώσωσί τι, ἀπεῖπε δ' αὐτοῖς καὶ πρὸς συμπόσια καὶ κώμους
ἀθροίζεσθαι , καὶ τοὺς νεωτέρους ἐν τοῖς ὅπλοις ἀσκεῖσθαι ἐκέλευεν ἦι διημερεύειν κατὰ τὴν ἀγοράν. ὡς δέ τινες ἀχθόμενοι τούτοις ὑπεχώρησαν, φρουροὺς ἑκτῶν
οἰκείων κατέστησεν, ὥστε μηδένα ἐξιέναι τῆς πόλεως. οἶ δὲ τούτοις τε καὶ τῇ χορηγίᾳ τῶν
τροφῶν βαρυνόμενοι, καὶ τοὺς δορυφόρους εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν
ἀναγκαζόμενοι δέχεσθαι, μετεγίνωσκον, δεσπότου καὶ οὐχὶ συμμάχου του Πυρροῦ π·ειρώμενοι. ὁ δὲ διὰ
ταύτα μὴ πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ἀποκλίνασι φοβηθείς , τῶν τὰ πολιτικὰ δυναμένων πράττειν
καὶ προστατεῖν τοῦ ὁμίλου τοὺς μὲν εἰς Ἤπειρον πρὸς τὸν υἱὸν ἐπί τισι προφάσεσιν ἔπεμπε , τοὺς δἑ
καὶ ἀφανῶς διώλλυεν. Ἀρίσταρχον δέ τινα ἐν τοῖς ἀρίστοις τῶν Ταραντίνων ἐξεταζόμενον
καὶ εἰπεῖν πιθανώτατον προσηταιρίσατο , ἔν ὕποπτος τῷ δήμῳ ὡς τὰ τοῦ Πυρροῦ φρονῶν γένηται · ὡς δ’
ἔτι πιστεῦον ἐκείνω τὸ πλῆθος ἐώρα, ἔπεμπεν αὐτὸν εἰς τὴν Ἤπειρον· 
καὶ ὃς ἀντειπεῖν μὴ θαρρῶν ἐξέπλευσε μέν, ἐς δὲ τὴν Ῥώμην μὴν ἀφίκετο.

Καὶ τοιαῦτα μὲν ὁ Πυρρὸς τοῖς Ταραντίνοις ἐποίει· οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμῃ μαθόντες τὸν Πυρρὸν
ἐλθόντα εἰς Τάραντα κατέδεισαν τῷ τε ἐκπεπολεμῶσθαι τὰ ἐν τῇ Ἰταλίᾳ αὐτοῖς καὶ τῷ θρυλεῖσθαι ἐκεῖνον εὐπόλεμόν τε τυγχάνειν καὶ δύναμιν ἔχειν 
 ἀνανταγώνιστον. στρατιώτας τε οὖν κατέλεγον καὶ χρήματα ἤθροιζον φρουρούς τε ἐς τὰς
συμμαχίδας πόλεις διέπεμπον, ἵνα μὴ καὶ ἐκεῖναι ἀποστῶσι, καί τινας προαισθόμενοι νεωτεριοῦντας τοὺς
πρώτους αὐτῶν ἐκόλασαν. καί τινες τῶν Πραινεστίνων ἐς 
 τὴν Ῥώμην ἀχθέντες περὶ δείλην ὀψίαν εἰς τοὺς θησαυροὺς ἐπὶ φυλακῇ
ἐνεβλήθησαν , καί τις αὐτοῖς ἐκ τούτου χρησμὸς ἐπεπλήρωτο · ἐχρήσθη γὰρ αὐτοῖς ποτε ὅτι τοὺς τῶν
Ῥωμαίων καθέξουσι θησαυρούς. καὶ ὁ μὲν χρησμὸς εἰς τοῦτο ἀπέβη , ἐκεῖνοι δέ γε 
ἀπώλοντο. 
 Οὐαλέριον δὲ Λαουίνιον ἐπὶ τὸν Πυρρὸν καὶ τοὺς Ταραντίνους καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς σὺν αὐτοῖς
ἀπεστάλκασι, καί τι καὶ ἐν τῷ ἄστει τοῦ στρατεύματος κατέσχον. ὁ γοῦν Λαουίνιος εὐθὺς ἐξεστράτευσεν,
 ἵνα πορρωτάτω τὸν πόλεμον τῆς οἰκείας ποιήσηται · καὶ τὸν Πυρρὸν καταπλήξειν ἤλπισεν,
εἰ αὐτοῖς ἐθελονταὶ ἐπίοιεν, οὓς ἐκεῖνος πολιορκεῖν 
προσεδόκησε. καὶ ἀπιὼν χωρίον τι τῶν Λευκανῶν εἷλεν ἰσχυρὸν καὶ ἐπίκαιρον, καὶ δύναμίν τινα ἐν τῆ
 Λευκανίᾳ κατέλιπεν, εἴρξουσαν αὐτοὺς τοῦ ἐπαρῆξαι τοῖς ἐναντίοις. 
 Καὶ ὁ Πυρρὸς μαθὼν τὸν Λαουίνιον πλησιάζοντα προεξώρμησε , καὶ στρατοπεδευσάμενος τρίβειν
ἤθελε τὸν καιρόν , ἀναμένων τοὺς συμμαχήσοντας. καὶ τῷ Λαουινίῳ ἐπέστειλεν ὑπερηφάνως ,
ὡς καταπλήξων αὐτόν · εἶχε δὲ ἡ γραφὴ ὧδε. “ Βασιλεὺς Πυρρὸς Λαουινίῳ χαίρειν. πυνθάνομαί σε
στράτευμα ἐπὶ Ταραντίνους ἄγειν. τὸ μὲν οὖν ἀπίπεμψον, αὐτὸς δὲ μετ’ ὀλίγων ἧκε πρὸς ἐμέ· δικάσω γὰρ ὑμῖν ἐγὼ εἴ τι ἀλλήλοις ἐγκαλεῖτε , καὶ ἄκοντας τὰ
δίκαια ποιεῖν ἀναγκάσω.” Λαουίνιος δὲ τάδε τό Πυρρῷ ἀντέγραψε. “Πάνυ μοι δοκεῖς , ὦ
Πυρρὲ, τετυφῶσθαι, δικαστὴν ἡμῖν ἑαυτὸν καθιστὰς καὶ Ταραντίνοις πρὶν δίκην ἡμῖν ὑποσχεῖν ὅτι καὶ
τὴν ἀρχὴν εἰς Ἰταλίαν ἐπεραιώθης. ἥξω τε οὖν μετὰ παντὸς τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν προσήκουσαν
τιμωρίαν καὶ παρὰ Ταραντίνων καὶ παρὰ σοῦ λήψομαι. τί γὰρ δεῖ μοι λήρου καὶ φλυαρίας , ἐξὸν παρὰ τῷ
Ἄρει τό προπάτορι ἡμῶν κριθῆναι; τοιαῦτα ἀντεπιστείλας ἠπείγετο, καὶ ηὐλίσατο διὰ μέσου τὸ ῥεῦμα τοῦ
 ἐκεῖ ποταμοῦ ποιησάμενος. κατασκόπους τέ τινας συλλαβών, δείξας τὴν δύναμιν αὐτοῖς καὶ
ἐπειπὼν πολλαπλασίαν ἄλλην ἔχειν, ἀπέπεμψεν. καὶ ἐπὶ τούτοις ὁ Πυρρὸς καταπλαγεὶς οὐ μάχεσθαι ἤθελεν
, ὅτι καὶ τῶν συμμάχων οὔπω τινὲς συνῆλθον αὐτῷ , ἐπιλείψειν τε τοῖς Ῥωμαίοις τὰ ἐπιτήδεια ἤλπιζεν ἐν πολεμίᾳ
διάγουσι. ταῦτα δὲ καὶ ὁ Λαουίνιος λογιζόμενος ἔσπευδε συμμίξαι. τῶν δὲ στρατιωτῶν πρὸς τὴν τοῦ
Πυρροῦ φήμην καὶ διὰ τοὺς ἐλέφαντας ἐκπεπληγμένων, συγκαλέσας αὐτοὺς πολλὰ πρὸς θάρσος 
παρακαλοῦντα ἐδημηγόρησε, καὶ παρεσκευάζετο καὶ ἄκοντι τῷ Πυρρῷ συμμίξαι. ὁ δὲ γνώμην μὲν οὐκ εἶχε
μάχεσθαι, ὅπως δὲ μὴ δόξῃ τοὺς Ῥωμαίους φοβεῖσθαι , καὶ αὐτὸς τοῖς οἰκείοις διαλεχθεὶς ἐπώτρυνεν εἰς
τὸν πόλεμον. Λαουίνιος δὲ τὸν ποταμὸν πειρώμενος κατὰ τὸ στρατόπεδον διαβῆναι ἐκωλύθη.
ἐπαναγαγὼν οὖν αὐτὸς μὲν κατὰ χώραν μετὰ τοῦ πεζοῦ ἔμεινε, τοὺς δ’ ἱππεῖς ὡς ἐπὶ λείαν τάχα τινὰ
 ἔπεμψεν , ἐντειλάμενος πόρρω ποι βαδίσαντας περαιωθῆναι. καὶ οὕτως
ἐκεῖνοί τε κατὰ νώτου τοῖς πολεμίοις προσέπεσον ἀπροσδόκητοι, καὶ ὁ Λαουίνιος
ταραχθέντων αὐτῶν τόν τε ποταμὸν διέβη καὶ τῆς μάχης συνεπελάβετο. φεύγουσιν οὑν τοῖς ἑαυτοῦ ὁ Πυρρὸς ἐπικουρήσας τρωθέντα τὸν ἵππον ἀπέβαλε, καὶ ἔδοξεν αὐτοῖς τεθνηκέναι. κἀκ τούτου
τῶν μὲν ἀθυμησάντων , τῶν δὲ καταφρονῇς ἄντων , τὸ ἔργον ἠλλοίωτο. συνεὶς δὲ τοῦτο τὴν μὲν στολὴν
ἐκπρεπεστέραν τῶν ἄλλων οὖσαν ἔδωκε Μεγακλεῖ, κελεύσας ἐνδῦναι αὐτὴν καὶ πανταχόσε περιελαύνειν , ὅπως σώζεσθαι αὐτὸν νομίσαντες οἱ μὲν ἐναντίοι
πρὸς δέος, οἱ δ’ οἰκεῖοι πρὸς θάρσος ἀφίκωνται, αὐτὸς δὲ στειλάμενος ἰδιωτικῶς συνέμιξεν αὐτοῖς
παντὶ τῷ στρατῷ πλὴν ἐλεφάντων , καὶ τοῖς ἀεὶ πονουμένοις ἐπαμύνων πλεῖστον τοὺς
σφετέρους ὠφέλησε. τὰ μὲν οὖν πρῶτα ἐπὶ πολὺ τῆς ἡμέρας ἰσορρόπως ἐμάχοντο, ὡς δὲ τόν Μεγακλέα τις
ἀποκτείνας ᾠήθη τὸν Πύρρον ἀπεκτονέναι, καὶ τοῖς ἄλλοις δόκησιν τούτου παρέσχεν , οἴ τε Ῥωμαῖοι
ἐπερρώσθησαν καὶ οἱ ἐναντίοι ἐνέδοσαν. γνοὺς δὲ ὁ Πυρρὸς τὸ γινόμενον, τὸν πῖλον
ἀπέρριψε καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ περιῄει· γαῖ εἰς τοὐναντίον περιέστη ἡ μάχη. ἰδὼν δὲ τοῦτο ὁ Λαουίνιος, καὶ ἱππέας ἔχων ἐνεδρεύοντάς που τῆς μάχης ἐκτός, κατὰ νώτου
προσπεσεῖν αὐτοὺς τοῖς πολεμίοις ἐκέλευσε. πρὸς τοῦτο δὲ ἀντιστρατηγῶν ὁ Πυρρὸς τὸ
σημεῖον τοῖς ἐλέφασιν ἦρεν· ἔνθα ἔκ τε τῆς τῶν θηρίων θέας ἀλλοκότου οὔσης καὶ τῆς βοῆς φρικώδους ,
καὶ ἐκ τοῦ τῶν ὅπλων πατάγου , ὃν οἱ ἐπιβεβηκότες ἐποίουν ἐν τοῖς πύργοις φερόμενοι, 
αὐτοί τε Ῥωμαῖοι ἐξεπλάγησαν , καὶ οἱ σφῶν ἵπποι ἐκταραχθέντες οἱ μὲν ἀποσειόμενοι τοὺς ἀναβάτας, οἱ
δὲ καὶ φέροντες ἔφευγον. ἀθυμῆσαν οὑν ἐκ τούτων τὸ Ῥωμαϊκὸν ἐτράπετο στράτευμα , καὶ φεύγοντες
ἀνῃροῦντο οἱ μὲν παρὰ τῶν ἐν τοῖς πύργοις ἀνδρῶν τοῖς ἐπὶ τῶν ἐλεφάντων , οἱ δὲ καὶ
παρ’ αὐτῶν τῶν θηρίων ταῖς προβοσκίσι καὶ τοῖς κέρασιν 
ἢ καὶ ὀδοῦσι φθειρόντων πολλούς · καὶ τοῖς ποσὶ δὲ οὐ μείους κατηλόων συμπατουμένους. καὶ οἱ ἱππεῖς
δὲ ἐφεπόμενοι πολλοὺς ἔφθειρον· οὐδ’ ἂν ὑπελείφθη τις , εἰ μὴ ἐλέφας τρωθεὶς αὐτός τε ἐσφάδαζεν ἐκ τοῦ τραύματος καἰ οἱ ἄλλοι πρὸς τὰς ἐκείνου βοὰς ἐταράσσοντο. διὰ τοῦτο γὰρ ὁ Πυρρὸς
ἐπέσχε τὴν δίωξιν, καὶ οὕτως οἱ Ῥωμαῖοι διαβεβηκότες τὸν ποταμὸν εἰς Ἀπουλίδα πόλιν τινὰ ἀπεσώθησαν.
πολλοὶ δὲ καὶ τῶν τοῦ Πυρροῦ στρατιωτῶν καὶ τῶν ἡγεμόνων πεπτώκασιν , ὥστε συγχαιρόντων
αὐτῷ τῆς νίκης τινῶν “εἰ καὶ αὖθίς ποτε ὁμοίως” ἔφη “ κρατήσομεν , ἀπολούμεθα.” τοὺς μέντοι Ῥωμαίους
καὶ νικηθέντας ἐθαύμασεν , εἰπὼν ὅτι “τὴν οἴκου οἰκουμένην ἂν πᾶσαν
ἐχειρωσάμην, εἰ Ῥωμαίων ἐβασίλευον.”

Ὁ μὲν οὑν Πυρρὸς ἐπὶ τῆ νίκῃ μέγα ἔσχηκεν ὄνομα, καὶ πολλοὶ αὐτῷ προσεχώρησαν, οἵ τε
σύμμαχοι ἀφίκοντο πρὸς αὐτόν · οἶς ὀλίγα ἐπιτιμήσας διὰ τὴν μέλλησιν , τῶν σκύλων μετέδωκεν · οἱ δ’
ἐν 
 τῇ Ῥώμῃ ἤλγησαν ἐπὶ τῇ ἥττῃ , τῷ δέ γε Λαουινίῳ στράτευμα ἔπεμψαν, καὶ τὸν Τιβέριον ἐκ
τῶν Τυρσηνῶν μετεπέμψαντο , καὶ τὴν πόλιν διὰ φυλακῆς ἐποιήσαντο , πυνθανόμενοι ἐπ’ αὐτὴν τὸν Πυρρὸν
ἐπείγεσθαι. ὁ μέντοι Λαουίυιος τοὺς οἰκείους τε τραυματίας ἐξακεσάμενος , καὶ τοὺς
σκεδασθέντας συναγαγών, ἤδη καὶ τῶν ἐκ Ῥώμης πεμφθέντων 
ἀφικομένων, τὸν Πυρρὸν παρεπομένας ἐλύπει· καὶ τὴν Καπύην μαθὼν ἑλεῖν γλιχόμενον , προκατέλαβε καὶ
ἐφύλαξεν. ἁμαρτὼν δ’ ἐκείνης ὁ Πυρρὸς ἐπὶ τὴν Νεάπολιν ὥρμησεν. ὡς δ’ οὐδὲν οὐδ’ ἐν
αὐτῇ 
 δρᾶσαι ἴσχυσε, σπεύδων τὴν Ῥώμην καταλαβεῖν καὶ διὰ τῆς Τυρσηνίδος παριὼν ὡς κἀκείνους
προσλάβοι, ἐπεὶ ἔμαθεν αὐτούς τε τοῖς Ῥωμαίοις ὁμολογίας πεποιημένους καὶ τὸν Τιβέριον αὐτῷ
ἀντιπροσιόντα τόν τε Λαουίνιον ἐφεπόμενον , ἐφοβήθη μὴ ὑπ’ αὐτῶν πανταχόθεν ἐν χωρίοις
ἀγνώστοις ἀποληφθῇ, καὶ περαιτέρω οὐ προεχώρησεν. ὡς δὲ ἀναχωροῦντι
καὶ γενομένῳ περὶ Καμπανίαν ὁ Λαουίνιος ἐπεφάνη, καὶ τὸ στράτευμα αὐτοῦ πολλῷ πλείον’ τοῦ πρόσθεν
ἣν, ὕδρας ἔφη δίκην τὰ στρατόπεδα τῶν Ῥωμαίων κοπτόμενα ἀναφύεσθαι. καὶ ἀντιπαρετάξατο
μέν, οὐκ ἐμαχέσατο δέ, ὅτι ἐκέλευσεν , ὡς καταπλήξων πρὸ τῆς συμπλοκῆς τοὺς Ῥωμαίους, τοὺς ἑαυτοῦ
στρατιώτας τὰς ἀσπίδας τοῖς δόρασι πλήξαντας ἐκβοῆσαι καὶ τοὺς σαλπιγκτὰς καὶ τοὺς ἐλέφαντας συνηχῆσαι, ἐπεὶ δὲ κἀκεῖνοι πολὺ μείζον’ ἀντεβόησαν, ὡς ἐκπλαγῆναι τοὺς τοῦ Πυρροῦ , οὐκέτ’
ἠθέλησε συμμίξαι , ἀλλ’ ὡς δυσιερῶν ἐπανήγαγε. καὶ ἀφίκετο ἐς
Τάραντα. ἔνθα πρέσβεις τῶν Ῥωμαίων ὑπὲρ τῶν αἰχμαλώτων ἀφίκοντο ἄλλοι τε καὶ ὁ Φαβρίκιος. οὓς φιλοτίμως ἐξένισε καὶ ἐδεξιώσατο, ἐλπίσας αὐτοὺς σπείσασθαι καὶ ὁμολογίαν ὡς ἡττημένους
ποιήσασθαι. τοῦ δὲ Φαβρικίου τοὺς ἑαλωκότας ἐν τῇ μάχῃ κομίσασθαι αἰτοῦντος ἐπὶ λύτροις τοῖς ἀμφοῖν
συναρέσουσι , διηπορήθη ὅτι μὴ καὶ περὶ εἰρήνης πρεσβεύειν ἔφη, καὶ ἰδίᾳ μετὰ τῶν φίλων
ἐβουλεύετο, ὡς εἰώθει, περὶ τῆς τῶν αἰχμαλώτων ἀποδόσεως καὶ περὶ τοῦ πολέμου καὶ ὅπως τοῦτον
μεταχειρίσηται. ὁ μὲν οὖν Μίλων μήτε τοὺς αἰχμαλώτους ἀποδόσθαι μήτε σπείσασθαι συνεβούλευεν , ἀλλ’
 
 ἤδη τῶν Ῥωμαίων ἡττημένων καὶ τὰ λοιπὰ πολέμῳ προσκατεργάσασθαι, ὁ δὲ
Κινέας τοὐναντίον ἅπαν αὐτῷ συνεβούλευε· τούς τε γὰρ αἰχμαλώτους προῖκα ἀποδοῦναι
συνῄνει καὶ πρέσβεις εἰς Ῥώμην καὶ χρήματα πέμψαι τῆς εἰρήνης ἕνεκα καὶ σπονδῶν. οὑ τῇ γνώμῃ καὶ οἱ
λοιποὶ συνετίθεντο. οὕτω δὲ φρονῶν καὶ ὁ Πυρρὸς ἐτύγχανε. καλέσας οὑν τοὺς πρέσβεις
‘‘οὔτε πρῴην, ὦτ’ Ῥωμαῖοι”, ἔφη “ἑκὼν ὑμῖν ἐπολέμησα οὔτε νῦν πολεμήσαιμι · φίλος γὰρ ὑμῖν γενέσθαι
βεβούλημαι· διὸ καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ὑμῖν ἄνευ λύτρων ἀφίημι καὶ σπείσασθαι ἀξιῶ. 
 
 Ταῦτα μὲν πᾶσιν εἰρήκει τοῖς πρέσβεσι, καὶ χρήματα σφίσι τὰ μὲν δέδωκε, τὰ δὲ ἐπηγγείλατο,
 τῷ δὲ Φαβρικίῳ κατὰ μόνας διαλεχθεὶς “ φίλος’’ εἶπεν “ ἡδέως
καὶ πᾶσιν ἂν Ῥωμαίοις γενοίμην , μάλιστα δὲ σοί· ὁρῶ γάρ σε ἀγαθὸν ἄνδρα, καὶ τὴν 
εἰρήνην συμπρᾶξαί μοι ἀξιῶ.’ ταῦτα λέγων καὶ δῶρα αὐτῷ πολλὰ ἐδίδου. ὁ δέ “ ἐπαινῶ σε εἶπεν, “ὠ
Πυρρὲ, ὅτι τῆς εἰρήνης ἐπιθυμεῖς, καί · σοι αὐτήν, ἄν γε συμφέρῃ ἡμίν, καταπράξομαι. οὐ γὰρ κατὰ τῆς
πατρίδος τι πρᾶξαί με , ἀγαθόν, ὡς φής, ἄνδρα ὄντα, ἀξιώσεις. ἀλλ’ οὐδὲ τούτων ὧν δίδως
τι λάβοιμι ἄν. πυνθάνομαι γάρ σου, πότερον ἐλλόγιμόν με ὡς ἀληθῶς νομίζεις ἄνδρα ἢ οὐ ; εἰ μὲν γὰρ
φαῦλός εἰμι, πῶς με δώρων ἄξιον κρίνεις; εἰ δὲ 
 χρηστός , πῶς με λαβεῖν αὐτὰ κελεύεις ; ἴσθι γοῦν 
ὡς ἐγὼ καὶ πάνυ πολλὰ ἔχω , τοῖς παροῦσιν ἀρκούμενος, καὶ πλειόνων οὐ δέομαι· σὺ δ’ εἰ καὶ σφόδρα
πλουτεῖς, ἐν πενίᾳ μυρίᾳ καθέστηκας. οὐ γὰρ ἂν οὔτε Ἤπειρον οὔτε τὰ ἄλλα ἆ ἔχεις καταλιπὼν δεῦρο
ἐπεραιώθης, εἴ γε ἐκείνοις ἠρκοῦ καὶ μὴ πλειόνων ὠρέγου.” 
 Τούτων οὕτω λεχθέντων οἱ πρέσβεις τοὺς αἰχμαλώτους λαβόντες ἀπῄεσαν. καὶ ὁ Πυρρὸς τὸν
Κινέαν εἰς τὴν Ῥώμην ἀπέστειλε μετὰ χρυσίου πολλοῦ καὶ κόσμου γυναικείου παντοδαποῦ,
ἵνα εἰ καί τινες τῶν ἀνδρῶν ἀντίσχοιεν , ἀλλ’ αἱ γυναῖκες αὐτῶν τοῖς κόσμοις ἀναπεισθεῖσαι κἀκείνους
συνδιαφθείρωσιν. ἐλθὼν δὲ πρὸς τὴν πόλιν ὁ Κινέας οὐ προσῄει τῇ γερουσίᾳ, ἀλλὰ διῆγεν ἄλλοτε ἄλλην αἰτίαν σκηπτόμενος. περιφοιτῶν δὲ καὶ τὰς τῶν δυνατῶν
οἰκίας λόγοις τε σφᾶς καὶ δώροις ὑπήγετο · καὶ ἐπειδὴ πολλοὺς ᾠκειώσατο, εἰσῆλθεν εἰς τὸ συνέδριον
καὶ εἶπεν ὡς ‘‘Πύρρος ὁ βασιλεὺς ἀπολογεῖται ὅτι οὐχ ὡς πολεμήσων ὑμίν ἧκεν , ἀλλ' ὡς
καταλλάξων Ταραντίνους αὐτὸν ἱκετεύοντας· ἀμέλει καὶ τοὺς ἁλόντας ὑμόν λύτρων ἀφῆκεν ἄτερ, καὶ
δυνάμενος πορθῆσαι τὴν χώραν καὶ τῇ πόλει προσβαλεῖν, ἀξιοῖ τοῖς φίλοις καὶ τοῖς συμμάχοις ὑμῶν
ἐγγραφῆναι, πολλὰ μὲν ὠφελήσεσθαι ἀφ’ ὑμῶν ἐλπίζων, πλείω δ' ἔτι καὶ μείζω εὐεργετήσειν
ὑμᾶς.” 
 
 Ἐπὶ τούτοις οἱ πλείους τῶν βουλευτῶν ἠρέσκοντο διὰ τὰ δορὰ καὶ διὰ τοὺς αἰχμαλώτους· οὐ
μέντοι καὶ ἀπεκρίναντο , ἀλλ’ ἐσκόπουν ἔτι πλείους ἡμέρας ὅ,τι χρὴ πρᾶξαι. καὶ πολλὰ
μὲν ἐλέγετο, ἐπεκράτει δὲ ὅμως σπείσασθαι. μαθὼν δὲ τοῦτο Ἄππιος ὁ ἐκομίσθη ἐπὶ τὸ βουλευτήριον ,
ὑπὸ γὰρ τοῦ γήρως καὶ τοῦ πάθους οἰκουρῶν ἦν, καὶ εἶπε μὴ συμφέρειν τὰς πρὸς τὸν Πυρρὸν συμβάσεις τῇ
πολιτείᾳ, παρῄνεσε δὲ καὶ αὐτίκα τὸν Κινέαν ἐξελάσαι τῆς πόλεως, καὶ δι’ αὐτοῦ δηλῶσαι
τῷ Πυρρῷ οἴδαδε ἀναχωρήσαντα ἐκεῖθεν ἐπικηρυκεύσασθαι περὶ 
εἰρήνης αὐτοῖς ἢ καὶ περὶ ἑτέρου ὅτου δέοιτο. ταῦτα ὁ Ἄππιος συνεβούλευσεν· ἡ δὲ γερουσία οὐκέτι
ἐμέλλησεν, ἀλλ’ εὐθὺς ὁμοθυμαδὸν ἐψηφίσαντο αὐθημερὸν τὸν Κινέαν ἔξω τῶν ὅρων ἐκπέμψαι
καὶ τῷ Πυρρῷ πόλεμον ἀκήρυκτον, ἕως ἂν ἐν τῇ Ἰταλίᾳ διάγῃ , ποιήσασθαι. τοῖς δ'
αἰχμαλώτοις ἀτιμίαν τινὰ ἐν ταῖς στρατείαις ἐπέθεσαν, καὶ οὔτε πρὸς τὸν Πυρρὸν αὐτοῖς ἔτι ἐχρήσαντο
οὔτ’ ἄλλοσέ ποι ἀθρόοις, ἵνα μή τι ὁμοῦ ὄντες νεωτερίσωσιν , ἀλλ’ ἄλλους ἄλλῃ
φρουρήσοντας ἔπεμψαν.

Ἐν μὲν οὖν τῷ χειμῶνι παρεσκευάζοντο ἄμφω, ἔαρος δ’ ἤδη ἐφεστηκότος ὁ Πυρρὸς εἰς τὴν
Ἀπουλίαν ἐνέβαλε, καὶ πολλὰ μὲν βίᾳ, πολλὰ δὲ ὁμολογίᾳ 
προσεποιήσατο , μέχρις οὗ Ῥωμαῖοι πρὸς Ἀσκούλῳ πόλει ὄντι αὐτῷ ἐπελθόντες ἀντεστρατοπεδεύσαντο. ἐπὶ
πλείους δ’ ἡμέρας διέτριψαν ὀκνοῦντες ἀλλήλους οἱ μὲν γὰρ Ῥωμαῖοι τοὺς προνενικηκότας οὐκ ἐθάρρουν,
οἶ δὲ ὡς ἀπονενοημένους ἐδεδίεσαν τοὺς Ῥωμαίους. κἀν τούτῳ λογοποιούντων τινῶν ὅτι ὁ
Δέκιος ἐπιδοῦναι ἑαυτὸν κατὰ τὸν πατέρα καὶ τὸν πάππον ἑτοιμάζοιτο, καὶ τοὺς τοῦ Πυρροῦ δεινῶς
ἐκφοβούντων ὡς ἐκ τοῦ θανεῖν ἐκεῖνον πάντως ἀπολουμένους, συνήγαγε τοὺς στρατιώτας ὁ Πυρρὸς καὶ διειλέχθη περὶ τούτου, συμβουλεύων μήτ’ ἀθυμεῖν μήτ’ ἐκπλήττεσθαι τοιούτοις λόγοις · μήτε
γὰρ ἕνα ἄνθρωπον δύνασθαι θνήσκοντα πολλοὺς καταγωνίσασθαι μήτ’
ἐπῳδὴν ἢ μαγγανείαν τινὰ κρείττω τῶν ὅπλων καὶ τῶν ἀνδρῶν γενέσθαι. ταῦτ’ εἰπὼν καὶ 
λογισμοῖς ἐπικρατύνας τοὺς λόγους ὁ Πυρρὸς τὸ οἰκεῖον ἐθάρσυνε στράτευμα. καὶ πολυπραγμονήσας
 τὴν στολὴν ᾗ ἐχρήσαντο οἶ Δέκιοι ἐπιδιδόντες ἑαυτούς,
παρήγγειλε τοῖς οἰκείοις , ἄν τινα οὕτως ἐσκευασμένον ἔδωσι, μὴ κτεῖναι αὐτόν, ἀλλὰ ζωὸν συλλαβεῖν. τῷ δὲ Δεκίῳ πέμψας ἔφη οὔτε προχω- 
 ρήσειν αὐτῷ τοῦτο πρᾶξαι θελήσαντι γαῖ ζωγρηθέντα θέντα
κακῶς ἀπολεῖσθαι ἠπείλησε. πρὸς ἅπερ οἱ ὕπατοι ἀπεκρίναντο μηδενὸς τοιούτου ἔργου σφᾶς δεῖσθαι·
πάντως γὰρ αὐτοῦ καὶ ἄλλως κρατήσειν. ποταμοῦ δὲ διὰ μέσου τῶν στρατοπέδων οὐκ εὐδιαβάτου ῥέοντος , ἤροντο πότερον αὐτὸς περαιωθῆναι βούλεται ἀδεῶς, αὐτῶν ἀναχωρησάντων , ἢ ἐκείνοις
ἐπιτρέψαι τοῦτο ποιῆσαι, ἔν’ ἐξ ἀντιπάλου μάχης ἀκεραίων τῶν δυνάμεων εἰς χεῖρας ἐλθουσῶν ὁ τῆς
ἀνδρείας ἔλεγχος γένοιτο ἀκριβής. οἱ μὲν οὑν Ῥωμαῖοι πρὸς κατάπληξιν τὸν λόγον
ἐποίησαν, ὁ δὲ Πυρρὸς αὐτοῖς ἐφῆκε διαβῆναι τὸν ποταμόν ; μέγα φρονῶν ἐπὶ τοῖς ἐλέφασιν. οἶ δὲ
Ῥωμαῖοι τά τε ἄλλα παρεσκευάσαντο καὶ πρὸς τοὺς ἐλέφαντας
κεραίας ἐφ’ ἀμαξῶν σεσιδηρωμένας καὶ πανταχόθεν προεχούσας ἡτοίμασαν , ἵνα τοξεύοντες
ἀπ’ αὐτῶν ἄλλα τε καὶ πῦρ ἐμποδὼν σφίσι γίνωνται. προσμίξαντες δέ, χρόνῳ μὲν οἱ Ῥωμαῖοι τοὺς
Ἕλληνας, ἐώσαντο δ’ οὑν, μέχρις ὁ Πυρρὸς τοῖς ἐλέφασιν οὐ κατὰ τὰς ἁμάξας, ἀλλ’ ἐπὶ θάτερα
προσβοηθήσας αὐτοῖς τὴν ἵππον σφῶν καὶ πρὶν προσμίξαι φόβῳ τῶν θηρίων ἐτρέψατο. τῷ
μέντοι πεζῷ οὐδὲν μέγα ἐλυμήνατο. κἀν τούτω τῶν Ἀπούλων τινὲς ἐπὶ τὸ τόν Ἠπειρωτῶν ὡρμηκότες
στρατόπεδον τῆς νίκης αἴτιοι τοῖς Ῥωμαίοις ἐγένοντο. τινὰς γὰρ τῶν μαχομένων ἐπ’ 
 αὐτοὺς τοῦ Πυρροῦ πέμψαντος πάντες οἱ λοιποὶ ἐταράχθησαν, καὶ τάς τε
σκηνὰς ἑαλωκέναι καὶ ἐκείνους φεύγειν ὑποτοπήσαντες ἐνέδοσαν· καὶ συχνοὶ αὐτῶν ἔπεσον , ὅ τε Πυρρὸς
καὶ ἄλλοι τῶν ἐν τέλει πολλοὶ ἐτρώθησαν , καὶ μετὰ ταῦτα διά τε τὴν τῆς τροφῆς καὶ τὴν
τῶν ἐπιτηδείων πρὸς ἄκεσιν ἀπορίαν σφόδρα ἐκακώθησαν. ὅθεν ἀπῆρεν εἰς Τάραντα πρὶν 
τοὺς Ῥωμαίους αἰσθέσθαι. οἱ δ’ ὕπατοι διέβησαν μὲν τὸν ποταμὸν ἐπὶ μάχῃ , ὡς δὲ πάντας ἐσκεδάσθαι
ἐπύθοντο, εἰς τὰς οἰκείας ἀνεχώρησαν πόλεις · ἐπιδιῶξαι γὰρ διὰ τοὺς σφετέρους τραυματίας οὐκ
ἠδυνήθησαν. εἶτα οἱ μὲν εἰς τὴν Ἀπουλίαν ἐχείμασαν, ὁ δὲ
Πυρρὸς τἄλλα τε ἡτοιμάζετο καὶ οἴκοθεν στρατιώτας καὶ χρήματα μετεπέμψατο. μαθὼν δὲ τὸν Φαβρίκιον
καὶ τὸν Πάππον ὑπάτους ᾑρημένους καὶ εἰς τὸ στρατόπεδον ἀφιγμένους , οὐκ ἐπὶ τῆς αὐτῆς 
μεμένηκε γνώμης. 
 Ἤδη δὲ τῶν ῥηθέντων ὑπάτων ἐν τῷ στρατεύματι ὄντων , Νικίας τις τῶν Πυρρῷ πιστῶν δοκούντων
ἦλθε πρὸς τὸν Φαβρίκιον καὶ ὑπέσχετο αὐτῷ τὸν Πυρρὸν δολοφονήσειν. δυσχεράνας οὖν ἐπὶ 
τούτῳ ἐκεῖνος , ἀρετῇ γὰρ καὶ ταῖς δυνάμεσιν ἠξίου τῶν πολεμίων κρατεῖν ὡς ὁ Κάμιλλος, κατεμήνυσε τῷ
Πυρρῷ τὸ ἐπιβούλευμα · καὶ οὕτως αὐτὸν ἐκ τούτου κατέπληξεν ὥστε καὶ
τοὺς ἑαλωκότας τῶν Ρωμαίων προῖκα αὖθις ἀφεῖναι καὶ πρέσβεις πάλιν ὑπὲρ εἰρήνης
ἀποστεῖλαι. ἐπεὶ δὲ οἱ Ῥωμαῖοι περὶ τῆς εἰρήνης οὐδὲν ἀπεκρίναντο , ἀλλὰ καὶ τότε ἀπᾶραι τῆς Ἰταλίας
ἐκέλευον καὶ οὕτως αὐτοῖς διακηρυκεύεσθαι καὶ τὰς συμμαχίδας αὐτῷ πόλεις κατέτρεχον τε καὶ ᾕρουν, ἐν
ἀμηχανίᾳ ἐγένετο, πρὶν δὴ Συρακουσίων τινές , ἐτύγχανον δὲ ἐξ οὗ Ἀγαθοκλῆς ἐτελεύτησε
στασιάζοντες , ἐπεκαλέσαντο αὐτόν, παραδιδόντες οἱ καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὴν πόλιν. ἀναπνεύσας γὰρ ἐπὶ
τούτῳ καὶ προσελπίσας πᾶσαν τὴν Σικελίαν καταστρέψασθαι , τὸν μὲν Μίλωνα ἐν Ἰταλίᾳ 
 κατέλιπεν , ἐν φυλακῇ τόν τε Τάραντα καὶ τὰ 
 
 ἄλλα ποιησόμενον , αὐτὸς δὲ ὡς διὰ βραχέος ἐπανήξων ἀπέπλευσε. καὶ τῶν Συρακουσίων
δεξαμένων αὐτὸν καὶ πάντα αὐτῷ ἀναθεμένων μέγας ἐν βραχεῖ αὖθις ἐγένετο , ὥστε τοὺς Καρχηδονίους
φοβηθέντας μισθοφόρους ἐκ τῆς Ἰταλίας προσλαβεῖν. ἀλλὰ ταχὺ πρὸς τοὐναντίον αὐτῷ
περιέστη τὰ πράγματα τῷ τε πολλοὺς τῶν ἐν τέλει τοὺς μὲν ἐξελάσαι , τοὺς δὲ διαφθεῖραι
ὑποπτευομένους αὐτῷ. οἶ γὰρ Καρχηδόνιοι, ἰδόντες αὐτὸν μήτε ταῖς οἰκείαις δυνάμεσιν ἐρρωμένον μήτε
τοὺς ἐπιχωρίους δι’ εὐνοίας ἔχοντα, 
 τοῦ πολέμου προθύμως ἀντελάβοντο , καὶ τοὺς ἐκπίπτοντας τῶν
Συρακουσίων δεχόμενοι δεινὰ αὐτὸν εἰργάσαντο , ὥστε μὴ τὰς Συρακούσας μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν Σικελίαν
καταλιπεῖν.

Οἱ Ῥωμαῖοι δὲ τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ πυθόμενοι ἀνεθάρσησαν καὶ πρὸς ἄμυναν τῶν
ἐπικαλεσαμένων αὐτὸν ἐτράπησαν. καὶ τοὺς Ταραντίνους εἰς ἄλλον καιρὸν ὑπερθέμενοι εἰσέβαλον εἰς τὸ
Σαύνιον μετὰ καὶ ὑπάτων τοῦ Ῥουφίνου καὶ τοῦ Ἰουνίου , καὶ τήν τε χώραν ἐπόρθουν καὶ τείχη τινὰ
ἐκλειφθέντα ἔλαβον. 
 οἱ γὰρ Σαυνῖται εἰς τὰ ὄρη τὰ Κρανιτὰ λεγόμενα, ὅτι Κρανίαν πολλὴν
ἔχουσι, τά τε φίλτατα καὶ τὰ τιμιώτατα ἀνεκόμισαν. καταφρονήσαντες οὖν οἱ Ρωμαῖοι εἰς τὰ εἰρημένα
ὄρη ἀναβῆναι ἐτόλμησαν. λασίων οὖν αὐτῶν καὶ δυσπροσβάτων βάτων ὄντων, πολλοὶ μὲν
ἀπέθανον , πολλοὶ δὲ καὶ ἑάλωσαν. 
 Οἱ δ’ ὕπατοι οὐκέτι κοινῇ τὸν πόλεμον ἐποιήσαντο, ἀλλήλους αἰτιώμενοι διὰ τὸ ἀτύχημα, ἀλλ’
Ἰούνιος μὲν ἐδῄου μέρος τι τῆς Σαυνίτιδος, Ῥουφῖνος δὲ Λευκανοῖς καὶ Βρεττίοις ἐλυμήνατο. καὶ ἐπὶ
 
 
 Κρότωνα ὥρμησεν ἀποστάντα ῾Ρωμαίων, μεταπεμψαμένων αὐτὸν τῶν ἐπιτηδείων, φθασάντων δὲ
τῶν λοιπῶν ἐπαγαγέσθαι παρὰ τοῦ Μίλωνος φρουράν, ἧς ἦρχε Νικόμαχος.
ἀγνοήσας οὖν τοῦτο καὶ ἀμελῶς τοῖς τείχεσι προσιὼν ὡς πρὸς φίλους, ἔπταισεν, ἐξαίφυης
ἐπεκδραμόντων αὐτῷ. εἶτά τι ἐπινοήσας στρατήγημα τὴν πόλιν εἶλε· δύο γὰρ ἄνδρας αἰχμαλώτους
ψευδαυτομόλους ἐς τὸν Κρότωνα ἔπεμψε, τὸν μὲν εὐθὺς λέγοντα ὅτι ἀπεγνωκὼς τὴν ἅλωσιν αὐτῶν ἐς τὴν
 Λοκρίδα προδιδομένην αὐτῷ μέλλει ἀπαρεῖν, τὸν δ᾿ ἕτερον μετὰ τοῦτο ὡς ἐν ὁ δῷ ἐστι
διαβεβαιούμενον. καὶ γὰρ ἵνα πίστιν ὁ λόγος ἔχῃ, ἀνεσκευάσατο καὶ προσεποιεῖτο ἐπείγεσθαι. ὁ οὖν
Νικόμαχος πιστεύσας τούτοις, καὶ οἱ κατάσκοποι γὰρ τὰ αὐτὰ ἀνήγγελλον, 
 τὸν Κρότωνα λιπὼν ἐς τοὺς Λοκροὺς ἀπῄει σπουδῇ δι᾿ ἐπιτομωτέρας ὁδοῦ. καὶ ἐν τῇ Λοκρίδι
γενομένου αὐτοῦ ὁ ῾Ρουφῖνός ὑπέστρεψε πρὸς τὸν Κρότωνα, καὶ λαθὼν διά τε τὸ ἀπροσδόκητον καὶ δι᾿
ὁμίχλην τότε συμβᾶσαν εἷλε τὴν πόλιν. μαθὼν δὲ τοῦτο Νικόμαχος ἀπῄει εἰς Τάραντα· καὶ
ἐν ὁδῷ τῷ ῾Ρουφίνῳ περιπεσών πολλοὺς ἀπέβαλε. καὶ οἱ Λογροὶ τοῖς ᾿Ρωμαίοις προσεχώρησαν. 
 Τῷ δ᾿ ἑξῆς ἔτει ῾Pωμαῖοι ἐστράτευσαν εἰς τὸ Σαύνιον καὶ ἐς Λευκανίδα καὶ Βρεττίοις
ἐπολεέμησαν. ὁ δὲ Πύρρὸς τῆς Σικελίας ἐκπεσὼν καὶ ἐπανελθὼν ἤδη δεινῶς αὐτοὺς ἐλύπει,
καὶ τοὺς μὲν Λοκροὺς ἐκομίσατο, τὴν γὰρ φρουρὰν τῶν ῾Pωμαίων
ἀποκτείναντες μετέστησαν, ἐπὶ δὲ τὸ ῾Ρήγιον στρατεύσας ἀπεκρούσθη καὶ αὐτὸς ἐτρώθη καὶ πλείστους ἀπέβαλε. μεταστὰς δὲ εἰς τὴν Λοκρίδα, καὶ τῶν αὐτῷ ἐναντία φρονησάντων δικαιώσας τινάς,
παρὰ τῶν λοιπῶν σῖτον καὶ χρήματα ἔλαβε, καὶ εἰς Τά- ῥαντὰ ἀνεκομίσθη. κακῶς δὲ
πάσχοντες ὑπὸ Ῥωμαίων οἱ Σαυνῖται ἐξαναστῆναι αὐτὸν ἐποίησαν. 
ἐλθὼν δὲ εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν ἐτράπη. τρωθέντος γὰρ πώλου ἐλέφαντος καὶ ἀποσεισαμένου τοὺς ἀναβάτας
περιπλανωμένου τε κατὰ ζήτησιν τῆς μητρός, κἀκείνης ἐπὶ τούτῳ ταραχθείσης καὶ τῶν ἄλλων
 ἐλεφάντων θορυβηθέντων , φύρδην ἀνεμίχθησαν ἅπαντα. τέλος δὲ οἱ
Ῥωμαῖοι ἐπεκράτησαν , συχνοὺς ἀποκτείναντες καὶ ὀκτὼ ἑλόντες ἐλέφαντας, καὶ τὸ χαράκωμα κατέσχον
αὐτῶν. ὁ δὲ Πυρρὸς σὺν ὀλίγοις ἱππεῦσι διέφυγεν εἰς τὸν Τάραντα, ἐκεῖθεν δὲ εἶς τὴν
Ἤπειρον ἀπέπλευσεν ὡς αὖθις ἐπανήξων, τὸν Μίλωνα μετὰ φρουρᾶς εἰς Τάραντα καταλείψας, δοὺς αὐτοῖς
δίφρον ἱμᾶσιν ἐκ τοῦ δέρματος τοῦ Νικίου ἐνδεδεμένον, ὃν ἐπὶ τῇ προδοσίᾳ ἀπέκτεινεν. 
τὸν μὲν οὖν Νικίαν οὕτως ἐτιμωρήσατο, νεανίσκους δέ τινας ἐν συμποσίῳ σκώψαντας αὐτὸν τιμωρήσασθαι
ἔμελλεν , ἐρωτήσας δ’ αὐτοὺς διὰ τί ἔσκωπτον, ἐπεὶ ἀπεκρίθησαν ὅτι “ πολὺ πλείω καὶ χαλεπώτερα ἐιρήκειμεν ἂν εἰ μὴ ὁ οἶνος ἡμᾶς ἐπιλέλοιπε, γελάσας ἀφῆκεν
αὐτούς. 
 Πυρρὸς μὲν οὖν ἐπιφανέστατος ἐν στρατηγοῖς γενόμενος καὶ φόβον πολὺν τοῖς Ῥωμαίοις ἐμβαλὼν
καὶ πέμπτῳ ἔτει τὴν Ἰταλίαν λιπὼν καὶ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα στρατεύσας οὐ πολλῷ ὕστερον ἐν Ἄργει ἀπέθανε.
 γυνὴ γάρ τις, ὡς λόγος ἔχει, παριόντα αὐτὸν ἰδεῖν ἀπὸ τοῦ τέγους ἐπιθυμήσασα ἐσφάλη καὶ
ἐμπεσοῦσα διέφθειρεν αὐτόν. ἐν δὲ τῷ αὐτῷ ἔτει ὅ τε Φαβρίκιος καὶ ὁ Πάππος ἐτιμήτευσαν καὶ ἄλλους τε
τῶν ἰππέων ἀπήλειψαν καὶ τῶν βουλευτῶν καὶ 
 τὸν Ῥουφῖνον, καίπερ δικτατωρεύσαντα καὶ δὶς ὑπατεύσαντα.
αἴτιον δ’ ὅτι σκεύη ἀργυρᾶ λιτρῶν δέκα εἶχεν · οὕτως οἶ Ῥωμαῖοι πενίαν οὐ τὸ μὴ πολλὰ
κεκτῆσθαι, ἀλλὰ τὸ πολλῶν δεῖσθαι εἶναι ἐνόμιζον. καὶ διὰ τοῦτο τοῖς τε ἄρχουσι τοῖς ἐκδημοῦσι καὶ
τοῖς ἄλλοις τοῖς κατά τι πρᾶγμα τῆ πόλει διαφέρον ἐξιοῦσι τά τε ἄλλα τὰ ἀναγκαῖα καὶ
δακτύλιος ἐκ τοῦ δημοσίου ἐδίδοτο. 
 Τῶν Ταραντίνων . δέ τινες κακωθέντες ὑπὸ τοῦ Μίλωνος ἐπέθεντο αὐτῷ, Νίκωνα προστησάμενοι.
ὡς δ' οὐδὲν ἤνυσαν , τεῖχός τι τῆς σφετέρας χώρας κατέσχον, κἀκεῖθεν ὁρμώμενοι τῷ
Μίλωνι ἐπῄεσαν. ἐπεὶ δὲ ᾔσθοντο τοὺς Ῥωμαίους πολεμῆσαι σφίσι 
βουλομένους, πρέσβεις εἰς τὴν Ῥώμην ἔστειλαν· καὶ εἰρήνης ἔτυχον. 
 Καὶ Πτολεμαῖος δὲ ὁ Φιλάδελφος ὁ τῆς Αἰγύπτου βασιλεύς, τόν τε Πυρρὸν κακῶς
ἀπηλλαχότα μαθὼν καὶ τοὺς Ῥωμαίους αὐξανομένους, δῶρά τε αὐτοῖς ἔπεμψε καὶ ὁμολογίαν ἐποιήσατο. καὶ
οἶ Ῥωμαῖοι ἐπὶ τούτῳ ἡσθέντες πρέσβεις πρὸς αὐτὸν ἀνταπέστειλαν· οἳ μεγαλοπρεπῆ δῶρα παρ’ ἐκείνου
 λαβόντες εἰς τὸ δημόσιον ταῦτα εἰσῆγον. ἡ δὲ βουλὴ οὐ προσήκατο, ἀλλ’ εἴασεν αὐτοὺς
ταῦτα ἔχειν. Μετὰ δὲ ταῦτα τούς τε Σαυνίτας διὰ Καρουιλίου ὑπέταξαν, καὶ Λευκανῶν καὶ Βρεττίων διὰ
Παπειρίου ἐκράτησαν. καὶ τοὺς Ταραντίνους ὁ αὐτὸς τὸς Παπείριος ἐχειρώσατο. ἀχθόμενοι
γὰρ τῷ Μίλωνι, καὶ πρὸς τῶν σφετέρων κακούμενοι τῶν, ὡς εἴρηται,
ἐπιθεμένων τῷ Μίλωνι, Καρχηδονίους ἐπεκαλέσαντο, ἐπεὶ καὶ τὸν Πυρρὸν τεθνάναι ἔμαθον. ὁ δὲ Μίλων ἐν
στενῷ ἑαυτῷ τὰ πράγματα συνηγμένα ὁρῶν , τῶν Ῥωμαίων ἐκ τῆς ἠπείρου ἐφεδρευόντων, τῶν
δέ γε Καρχηδονίων ἐκ τῆς θαλάσσης, παρέδωκε τῷ Παπειρίῳ τὴν ἄκραν , ἐπὶ τῷ ἀβλαβὴς μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν καὶ τῶν χρημάτων ἀποχωρῆσαι. ἐντεῦθεν οἱ μὲν Καρχηδόνιοι ὡς ἔνσπονδοι Ῥωμαίοις
ἀπέπλευσαν, ἡ δὲ πόλις προσεχώρησε τῷ Παπειρίῳ· καὶ τὰ ὅπλα καὶ τὰς ναῦς αὐτῷ παρέδοσαν , καὶ τὰ
 τείχη καθεῖλον καὶ δασμοφορεῖν ὡμολόγησαν. 
 
 Οὕτω δὲ τοὺς Ταραντίνους ὑφ’ ἑαυτοὺς οἱ Ῥωμαῖοι ποιησάμενοι ἐτράποντο πρὸς τὸ Ῥήγιον, ὅτι
τὸν Κρότωνα προδοσίᾳ λαβόντες τήν τε πόλιν κατέσκαψαν καὶ τοὺς
ἐν αὐτῇ Ῥωμαίους διέφθειραν. τοὺς μὲν οὖν Μαμερτίνους τοὺς τὴν Μεσσήνην ἔχοντας, οὑς
συμμάχους οἶ ἐν τῷ Ῥηγίῳ προσεδέχοντο, ὁμολογίᾳ διεκρούσαντο , ἐκακοπάθησαν δὲ πολιορκοῦντες τὸ
Ῥήγιον σπάνει τε τροφῆς καὶ ἄλλοις τισίν, ἕως Ἱέρων ἐκ Σικελίας σῖτόν τε Ῥωμαίοις πέμψας καὶ
στρατιώτας ἐπέρρωσε σφὰς, καὶ τὴν πόλιν συνεῖλεν. ἣ τοῖς περιοῦσι τῶν ἀρχαίων πολιτῶν
ἀπεδόδη· οἱ δ’ ἐπιβουλεύσαντες αὐτῇ ἐκολάσθησαν. 
 Ὁ δέ γε Ἱέρων οὔτε πατρόθεν ἐν ἐπιφάνειαν ἔχων τινά, μητρόθεν δὲ καὶ δουλείᾳ προσήκων ,
Σικελίας ἁπάσης ἦρξε μικροῦ , καὶ φίλος Ῥωμαίοις ἐνομίσθη 
 καὶ σύμμαχος. οὗτος οὖν τῶν Συρακουσίων κρατήσας μετὰ τὴν τοῦ
Πυρροῦ φυγὴν καὶ τοὺς Καρχηδονίους εὐλαβηθεὶς ἐγκειμένους τῇ Σικελίᾳ, πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ἀπέκλινε,
καὶ πρώτην χάριν αὐτοῖς τὴν εἰρημένην συμμαχίαν καὶ τὴν σιτοπομπίαν ἀπένειμε. 
 
 Μετὰ ταῦτα δὲ χειμῶνος γεγονότος πολλοῦ, ὥστε τὸν Τίβεριν εἰς πολὺ τοῦ βάθους
κρυσταλλωθῆναι καὶ αὐανθῆναι τὰ δένδρα , οἱ ἐν τῇ Ῥώμῃ ἐταλαιπώρησαν, καὶ τὰ βοσκήματα τῆς πόας
ἐπιλιπούσης ἐφθάρησαν.

Τῶ δ’ ἐξῆς ἔτει Λόλιός τις ἀνὴρ Σαυνίτης ὁμηρεύων ἐν Ῥώμῃ καὶ ἐκδρὰς δύναμιν συνελέξατο,
καὶ χωρίον τι καρτερὸν ἐν τῇ οἰκείᾳ καταλαβὼν ἐλῄστευεν. ἐφ’ ὃν
Κύιντός τε Γάλλος καὶ Γάιος Φάβιος στρατεύσαντες αὐτὸν μὲν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ σύγκλυδας
καὶ ἀόπλους τοὺς πλείονας ὄντας συνέσχον, χωρήσαντες δ’ ἐπὶ Καρκίνους , παρ’ οἶς τὴν λείαν ἐκεῖνοι
ἀπετέθειντο, πράγματα ἔσχον. καὶ τέλος νυκτὸς ὑπ’ αὐτομόλων ὑπερβάντες πῃ τοῦ τείχους ἐκινδύνευσαν
 ἀπολέσθαι διὰ σκότος, οὐχ ὡς ἀσελήνου τῆς νυκτὸς οὔσης, ἀλλ’ ὅτι σφοδρότατα ἔνιφεν·
ἐκφανείσης δὲ τῆς σελήνης ἀθρόον ἐκράτησαν τοῦ χωρίου. 
 Πόλλα δὲ χρήματα τότε τῇ Ῥώμῃ ἐγένετο , ὥστε καὶ ἀργυραῖς δραχμαῖς χρήσασθαι. 
 
 Εἶτα εἰς τὴν νυν καλουμένην Καλαβρίαν ἐστράτευσαν, προφάσει μὲν ὅτι τὸν Πυρρὸν ὑπεδέξαντο
καὶ τὴν συμμαχίδα κατέτρεχον , τῇ δ’ ἀληθείᾳ ὅτι ἐβούλοντο
οἰκειώσασθαι τὸ Βρεντέσιον, ὡς εὐλίμενον καὶ προσβολὴν καὶ κάταρσιν ἐκ τῆς Ἰλλυρίδος καὶ τῆς Ἑλλάδος τοιαύτην ἔχον ὥσθ’ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ πνεύματος καὶ ἐξανάγεσθαί τινας καὶ καταίρειν. καὶ
εἷλον αὐτό , καὶ ἀποίκους ἔπεμψαν εἰς αὐτό τε καὶ εἰς ἕτερα. ταῦτα δ' ἀνύοντες καὶ ἐπὶ μείζον’
αἰρόμενοι οὐχ ὑπερεφρόνουν , ἀλλὰ Κύιντον Φάβιον βουλευτὴν Ἀπολλωνιάταις τοῖς ἐν τῶ
Ἰονίῳ κόλπω ἐξέδωκαν, ὅτι πρέσβεις αὐτῶν ὕβρισεν. οἷ δὲ λαβόντες 
αὐτὸν ἀπέπεμψαν οἴκαδε ἀπαθῆ. 
 Ἐπὶ δὲ Κθΐντου Φαβίου καὶ Αἰμιλίου ὑπάτων πρὸς Οὐλσινίους ἐστράτευσαν ἐπ’ ἐλευθερίᾳ αὐτῶν·
 ἔνσπονδοι γὰρ ἦσαν αὐτοῖς. οἱ ἀρχαιότατοι Τυρση- 
 νῶν ὄντες ἰσχύν τε περιεποιήσαντο καὶ τεῖχος κατεσκεύασαν ὀχυρώτατον , πολιτείᾳ τε
εὐνομουμένῃ ἐκέχρηντο, καὶ δι’ αὐτὰ πολεμοῦντές ποτε τοῖς Ῥωμαίοις ἐπὶ πλεῖστον ἀντέσχον. ὡς δ’
ἐχειρώθησαν, αὐτοὶ μὲν ἐξώκειλαν εἰς ἁβρότητα , τὴν δὲ διοίκησιν τῆς πόλεως τοῖς
οἰκέταις ἐπέτρεψαν , καὶ τὰς στρατείας δι’ ἐκείνων ὡς τὸ πολὺ ἐποιοῦντο · καὶ τέλος ἐς τοῦτο προήγαγον σφᾶς ὡς καὶ δύναμιν τοὺς οἰκέτας καὶ φρόνημα ἔχειν καὶ
ἐλευθερίας ἑαυτοὺς ἀξιοῦν. προἰ·όντος δὲ τοῦ χρόνου καὶ ἔτυχον ταύτης δι’ ἑαυτῶν, καὶ
τὰς σφῶν δεσποίνας ἠγάγοντο καὶ τοὺς δεσπότας διεδέχοντο , καὶ εἰς τὴν βουλὴν ἐνεγράφοντο καὶ τὰς
ἀρχὰς ἐλάμβανον καὶ αὐτοὶ τὸ σύμπαν κῦρος εἶχον, καὶ τά τε ἄλλα
καὶ τὰς ὕβρεις τὰς ὑπὸ τῶν δεσποτῶν αὐτοῖς γινομένας ἰταμώτερον εἰς αὐτοὺς ἐκείνους
ἀνταπεδείκνυντο. οὔτ’ οὖν φέρειν σφᾶς οἱ ἀρχαῖοι πολῖται οὔτε καθ’ ἑαυτοὺς δεδυνημένοι ἀμύνασθαι ,
λάθρᾳ πρέσβεις εἰς τὴν Ῥώμην ἀπέστειλαν. οἳ καὶ δι’ ἀπορρήτων νυκτὸς τὴν γερουσίαν εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν ἐλθεῖν, ἵνα μηδὲν ἐξαγγελθῇ, παρεκάλεσαν·
καὶ ἔτυχον. καὶ οἶ μὲν ὡς οὐδενὸς ἐπακούοντος ἐβουλεύοντο , Σαυνίτης δέ τις παρὰ τῷ κυρίῳ τῆς οἰκίας
ἐπιξενούμενος καὶ νοσῶν ἔλαθε κατὰ χώραν μείνας , καὶ ἔμαθεν ἃ ἐψηφίσαντο καὶ ἐμήνυσε τοῖς τὴν
αἰτίαν ἔχουσι. κἀκεῖνοι τοὺς πρέσβεις ἐπανιόντας κατέσχον καὶ ἐβασάνισαν· καὶ μαθόντες
τὰ δρώμενα αὐτούς τε ἀπέκτειναν καὶ τῶν ἄλλων τοὺς πρώτους. δι’ οὖν ταῦθ’ οἶ Ῥωμαῖοι τὸν Φάβιον ἐπ’
αὐτοὺς ἔστειλαν. καὶ ὃς τούς τε ἀπαντήσαντας αὐτῷ ἐξ ἐκείνων ἐτρέψατο καὶ πολλοὺς ἐν τῆ
φυγῇ φθείρας κατέκλεισε τοὺς λοιποὺς εἰς τὸ τεῖχος, καὶ πρόσ’ ἔβαλε τῇ πόλει. καὶ ὁ μὲν ἐνταῦθα τρωθεὶς ἀπέθανε, θαρσήσαντες δ’ ἐπὶ τούτῳ ἐπεξῆλθον. καὶ
ἡττηθέντες αὖθις ἀνεχώρησαν καὶ ἐπολιορκοῦντο· καὶ εἰς ἀνάγκην λιμοῦ ἐμπεσόντες παρέδωκαν ἑαυτούς. ὁ
δὲ ὕπατος τοὺς μὲν ἀφελομένους τὰς τῶν κυρίων τιμὰς αἰκισάμενος ἔκτεινε καὶ τὴν πόλιν
κατέσκαψε, τοὺς δὲ αὐθιγενεῖς, καἰ εἰ τινες τῶν οἰκετῶν χρηστοὶ περὶ τοὺς δεσπότας ἐγένοντο, ἐν
ἑτέρῳ κατῴκισε τόπῳ.

Ἐντεῦθεν ἤρξαντο οἱ Ῥωμαῖοι διαποντίων ἀγώνων· ναυτικῶν γὰρ οὔτι πάνυ
πεπείραντο · θαλαττουργοὶ δὲ γενόμενοι καὶ ἐπὶ τὰς νήσους τάς τε ἄλλας ἠπείρους ἐπεραιώθησαν.
Καρχηδονίοις δὲ πρώτοις ἐπολέμησαν , οὐδὲν αὐτῶν οὖσιν ἥττοσιν οὔτε πλούτῳ οὔτε ἀρετῇ χώρας, καὶ
ἠσκημένοις τὰ ναυτικὰ 
 πρὸς ἀκρίβειαν, καὶ παρεσκευασμένοις ἱππικαῖς τε δυνάμεσι καὶ πεζαῖς καὶ ἐλέφασι, καὶ
ἄρχουσι Λιβύων, τήν τε Σαρδῶ καὶ τῆς Σικελίας τὰ πλείω κατέχουσιν· ὅθεν καὶ τὴν Ἰταλίαν χειρώσασθαι
δι’ ἐλπίδων πεποίηντο. τά τε γὰρ ἄλλα σφᾶς φρονηματίζεσθαι ἔπειθον, καὶ τῷ αὐτονόμῳ
λίαν ἐτύγχανον ἐπαιρόμενοι, τὸν γὰρ βασιλέα ἑαυτοῖς κλῆσιν ἐτησίου ἀρχῆς, ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ χρονίῳ
δυναστείᾳ προυβάλλοντο, καὶ ὡς αὐτοῖς πονούμενοι προθυμότατα ὤργων. 
 
 Σκήψεις δὲ τοῦ πολέμου ἐγένοντο Ῥωμαίοις μὲν ὅτι Καρχηδόνιοι τοῖς Ταραντίνοις ἐβοήθησαν ,
Καρχηδονίοις δὲ ὅτι φιλίαν Ῥωμαῖοι συνέθεντο τῷ Ἱέρωνι· τὸ δ'
ἀληθές , ὅτι ἀλλήλους ὑφωρῶντο , καὶ μίαν σωτηρίαν τῶν οἰκείων ἑκάτεροι ᾤοντο εἰ τὰ τῶν
ἄλλων προσκτήσαιντο. οὕτω διανοουμένοις αὐ- 
 τοῖς συμπεσόν τι τὰς σπονδάς τε διέλυσε καὶ ἐς τὸν πόλεμον αὐτοὺς ἐξηρέθισε· τὸ δ’ ἦν
τοιοῦτον. 
 Οἱ Μαμερτῖνοι ἐκ Καμπανίας ποτὲ πρὸς Μεσσήνην ἀποικίαν στειλάμενοι , τότε δ’ ὑπὸ Ἱέρωνος
πολιορκούμενοι , ἐπεκαλέσαντο τοὺς Ῥωμαίους οἶα σφίσι προσήκοντας. κἀκεῖνοι ἑτοίμως
ἐπικουρῆσαι αὐτοῖς ἐψηφίσαντο, εἰδότες ὅτι, ἂν τῆς συμμαχίας αὐτῶν οἱ Μαμερτῖνοι μὴ τεύξωνται, πρὸς
τοὺς Καρχηδονίους τραπήσονται , κἀκεῖνοι τῆς τε Σικελίας ὅλης
κρατήσουσι καὶ ἐς τὴν Ἰταλίαν ἐξ αὐτῆς διαβήσονται. ἡ γὰρ νῆσος αὕτη βραχὺ τῆς ἠπείρου
διέχει, ὡς μυθεύεσθαι ὅτι ποτὲ καὶ αὐτὴ ἠπείρωτο. ἥ τε οὖν νῆσος οὕτω τῇ Ἰταλίᾳ ἐπικειμένη ἐδόκει
τοὺς Καρχηδονίους ἐκκαλέσασθαι καὶ τῶν ἀντιπέραν ἀντιποιήσασθαι, ἄν γε ταύτην κατάσχωσι , καὶ ἡ
Μεσσήνη παρεῖχε τοῖς κρατοῦσιν αὐτῆς καὶ τοῦ πορθμοῦ κυριεύειν. 
 Ψηφισάμενοι δὲ βοήθειαν οἱ Ῥωμαῖοι τοῖς Μαμερτίνοις, 
οὐ ταχέως αὐτοῖς ἐπεκούρησαν διά τινας ἐπισυμβάσας αἰτίας. ὅθεν ἀνάγκῃ πιεζόμενοι οἱ Μαμερτῖνοι 
 Καρχηδονίους ἐπεκαλέσαντο. οἱ δὲ καὶ ἑαυτοῖς καὶ τοῖς ἐπικαλεσαμένοις
εἰρήνην κατεπράξαντο πρὸς Ἱέρωνα , ἵνα μὴ οἶ Ῥωμαῖοι ἐς τὴν νῆσον περαιωθῶσι, καὶ τὸν πορθμὸν δὲ καὶ
τὴν πόλιν ἐφύλασσον, Ἄννωνος σφῶν ἡγουμένου. κἀν τούτῳ Γάιος Κλαύδιος χιλιαρχῶν ναυσὶν
ὀλίγαις ὑπὸ Ἀππίου Κλαυδίου προπεμφθεὶς εἰς τὸ Ῥήγιον ἀφίκετο. διαπλεῦσαι δὲ οὐκ ἐθάρρησε, πολὺ
πλεῖον τὸ τῶν Καρχηδονίων ὁρῶν ναυτικόν. ἀκατίῳ δ’ ἐμβὰς προσέσχε τῇ
Μεσσήνῃ καὶ διειλέχθη αὐτοῖς ὅσα ὁ καιρὸς ἐδίδου. ἀντειπόντων δὲ τῶν Καρχηδονίων, τότε
μὲν μηδὲν πράξας ἀνεκομίσθη, μετὰ ταῦτα δὲ γνοὺς τοὺς Μαμερτίνους ἐν στάσει ὄντας ,
οὔτε γὰρ τοῖς Ῥωμαίοις ὑπείκειν ἐβούλοντο καὶ τοὺς Καρχηδονίους ἐβαρύνοντο, ἔπλευσεν αὖθις, καὶ ἄλλα
τε εἶπεν ἐπαγωγὰ καὶ ὡς ἐπ’ ἐλευθερώσει τῆς πόλεως ἥκει, καὶ ἐπειδὰν κατασταῖεν τὰ
πράγματα, ἀποπλεύσει· καὶ τοὺς Καρχηδονίους ἢ ἀποχωρῆσαι ἐκέλευσεν ἤ , εἴ τι δίκαιον ἔχοιεν , τοῦτο
εἰπεῖν. ὡς δ’ οὔτε τῶν Μαμερτίνων τις ὑπὸ δέους ἐφθέγγετο, καὶ οἱ Καρχηδόνιοι βίᾳ τὴν πόλιν
κατέχοντες οὐδὲν 
 αὐτοῦ ἐφρόντιζον, αὔταρκες ἔφη “ μαρτύριον παρ’ ἀμφοτέρων ἡ σιωπή, τῶν μὲν ὅτι
ἀδικοῦσιν , εἰ γάρ τι ὑγιὲς ἐφρόνουν, ἐδικαιολογήσαντο ἄν, τῶν δὲ ὅτι τῆς ἐλευθερίας ἐφίενται·
ἐπαρρησιάσαντο γὰρ ἄν, εἰ τὰ τῶν Καρχηδονίων προῄρηντο.” καὶ ἐπηγγέλλετο βοηθήσειν
αὐτοῖς. θορύβου δὲ καὶ ἐπαίνου παρὰ τῶν Μαμερτίνων ἐπὶ τούτοις γενομένου εὐθὺς ἀνέπλευσε πρὸς τὸ
Ῥήγιον, καὶ μετ’ ὀλίγον παντὶ τό ναυτικῷ βιασάμενος τὸν διάπλουν, τὸ μέν τι ὑπὸ τοῦ πλήθους καὶ τῆς
τέχνης τῶν Καρχηδονίων, τὸ δὲ πλεῖστον διὰ τὴν τοὐ ῥοῦ χαλεπότητα καὶ χειμῶνα ἐξαίφνης
γενόμενον , τινάς τε τῶν τριήρων ἀπέβαλε καὶ ταῖς λοιπαῖς μόλις εἰς τὸ Ῥήγιον ἀπεσώθη.

Οὐ μέντοι τῆς θαλάσσης οἱ Ῥωμαῖοι διὰ τὴν ἧτταν ἀπέσχοντο , ἀλλ’ ὁ μὲν Κλαύδιος τὰς ναῦς
 ἐπεσκεύαζεν, Ἄννων δὲ τὴν αἰτίαν τῆς τῶν σπονδῶν διαλύσεως εἰς τοὺς Ῥωμαίους τρέψαι
βουλόμενος καὶ τὰς ἁλούσας τριήρεις τῷ Κλαυδίῳ ἔπεμψε καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ἀπεδίδου καὶ πρὸς τὴν
εἰρήνην προεκαλεῖτο αὐτόν. ἐπεὶ δ’ οὐδὲν ἐδέξατο , ἠπείλησε μηδ’ ἀπονίψασθαί ποτε τὰς
χεῖρας ἐν τῇ θαλάσσῃ 
 τοὺς ῾Ρωμαίους ἐάσαι. ὁ Κλαύδιος δὲ τὴν τοῦ πορθμοῦ φύσιν κατανοήσας ἐτήρησε τὸν ῥοῦν
καὶ τὸν ἄνεμον ἐκ τῆς Ἰταλίας εἰς τὴν Σικελίαν ἅμα φέροντας, καὶ
οὕτως ἔπλευσεν εἰς τὴν νῆσον, μηδενὸς ἐναντιωθέντος. εὑρὼν οὖν ἐν τῷ λιμένι τοὺς 
Μαμερτίνους, ὁ γὰρ Ἄννων προϋποπτεύσας αὐτοὺς ἐν τῇ ἀκροπόλει καθῆστο φυλάττων αὐτήν, ἐκκλησίαν
συνήγαγε, καὶ διαλεχθεὶς αὐτοῖς ἔπεισε μεταπέμψασθαι τὸν Ἄννωνα. ὁ δὲ καταβῆναι οὐκ ἤθελε φοβηθεὶς
δὲ μὴ οἱ Μαμερτῖνοι ὡς ἀδικοῦντος αὐτοῦ 10 νεωτερίσωσιν, ἦλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. καὶ πολλῶν ὑπ᾿
ἀμφοῖν μάτην λεχθέντων συνήρπασέ τις τῶν ῾Ρωμαίων αὐτὸν καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ δεσμωτήριον,
συνεπαινούντων τῶν Μαμερτίνων. 
 Καὶ ὁ μὲν οὕτως ὅλην ἀνάγκῃ τὴν Μεσσήνην ἐξέλιπεν, οἱ Καρχηδόνιοι δὲ ἐκόλασαν
μὲν τὸν Ἄννωνα, κήρυκα δὲ τοῖς ῾Ρωμαίοις ἔπεμψαν τήν τε Μεσσήνην ἐκλιπεῖν κελεύοντες καὶ ἐκ πάσης
ἀπελθεῖν Σικελίας ἐν ἡμέρᾳ ῥητῇ· καὶ στρατιὰν ἀπεστάλκασιν. ὡς δ᾿ οὐκ ἐπείθοντο οἱ ῾Ρωμαῖοι, τούς
τε 
 μισθοφοροῦντας παρ᾿ αὐτοῖς ἐξ Ἰταλίας ἀπέκτειναν καὶ τῇ Μεσσήνῃ
προσέβαλον, συνῆν δὲ καὶ ὁ Ἱέρων αὐτοῖς, καἰ τὴν πόλιν ἐπολιόρκουν καὶ τὸν πορθμὸν ἐφύλασσον, ὡς
μήτε στράτευμα μήτε σῖτος αὐτοῖς κομισθῇ. ὃ μαθὼν ὁ ὕπατος ἤδη πλησιάζων, ὡς εὗρε
συχνοὺς αὐτῶν πολλαχῇ κατὰ πρόφασιν ἐμπορίας ἐλλιμενίζοντας,
ἐξηπάτησε σφᾶς ὅπως διέλθῃ τὸν πορθμὸν ἀσφαλῶς, καὶ ἔλαθε νυκτὸς τῇ Σικελίᾳ προσορμισάμενος. καὶ
προσπλεύσας οὐ πόρρω τοῦ στρατοπέδου τοῦ Ἱέρωνος αὐτίκα συνέμιξε, νομίζων 30 φοβερώτατος αὐτοῖς ἐκ
τοῦ ἀθρόου φανήσεσθαι. ἀντεπεξελθόντων δ᾿ αὐτῶν τὸ μὲν τῶν ῾Ρω- μαίων ἱππικὸν
ἠλαττώθη , τὸ δ’ ὁπλιτικὸν ὑπερέσχε. καὶ ὁ Ἱέρων τότε μὲν εἰς τὰ ὄρη , ἐς δὲ τὰς Συρακούσας ὕστερον
ἀπεχώρησεν. 
 Ὁ οὖν Κλαύδιος, ἀποχωρήσαντος τοῦ Ἱέρωνος καὶ τῶν Μαμερτίνων διὰ τὴν παρουσίαν
αὐτοῦ ἀναθαρσησάντων, ἐπῆλθε τοῖς Καρχηδονίοις μονωθεῖσιν ἤδη , καὶ τῷ σφῶν προσέβαλε χαρακώματι ,
ὄντι οἶον ἐν χερρονήσῳ. ἐντεῦθεν μὲν γὰρ ἡ θάλασσα τοῦτο συνεῖχεν,
ἐντεῦθεν δ’ ἴλη τινὰ δυσδιάβατα· ἐπὶ δὲ τὸν αὐχένα , δι’ οὗπερ μόνου εἰσῄεσαν
στενοτάτου τυγχάνοντος , ἐπεποίητο διατείχισμα. βιαζόμενοι οὖν πρὸς ταῦτα οἱ Ῥωμαῖοι ἐταλαιπώρησαν
καὶ βαλλόμενοι ἀνεχώρησαν. οἱ δὲ Λίβυες θαρσήσαντες ἐπεξῆλθον, καὶ ὡς φεύγοντας ἐπιδιώκοντες ἔξω
προεληλύθεισαν τῶν στενῶν · κἀνταῦθα ἐπιστραφέντες οἱ Ῥωμαῖοι αὐτοὺς ἐτρέψαντο καὶ
πολλοὺς ἀπέκτειναν, ὥστε αὐτοὺς μηκέτι τοῦ στρατοπέδου προελθεῖν παρ’ ὅσον ἦν ἐν Μεσσήνῃ ὁ Κλαύδιος.
ὁ δὲ βιάσασθαι τὴν πρόσοδον μὴ τολμῶν, πρὸς τὰς Συρακούσας καὶ τὸν 
 Ἱέρωνα ἐτράπετο, φυλακὴν ἐν τῇ Μεσσήνῃ καταλιπών. καὶ προσέβαλλέ τε αὐτὸς τῷ ἄστει
κἀκεῖνοί ποτε ἐπεξῄεσαν· καὶ ὅτε μὲν ἐκράτουν , ὅτε δ’ ἐκρατοῦντο τοῦντο ἑκάτεροι. καί ποτε ἐν χωρίῳ
στενῷ ὁ ὕπατος γεγονὼς ἑάλω ἄν , εἰ μὴ πρὸ τοῦ περισχεθῆναι ἔπεμψε πρὸς τὸν Ἱέρωνα ,
εἰς συμβάσεις δή τινας αὐτὸν προκαλούμενος. οὕτω γὰρ ἐλθόντος τινὸς πρός ὃν ἔμελλε συμβήσεσθαι,
διελέγετό τε αὐτῷ καὶ ὑπαπῄει, μέχρις οὗ πρὸς τὸ ἀσφαλὲς ἀπεχώρησε. τῆς δὲ πόλεως ῥᾳδίως ἁλῶναι μὴ
δυναμένης, καὶ τῆς προσεδρείας ἀπόρου διὰ σπάνιν οὔσης σιτίων καὶ διὰ νόσον τῆς
στρατιὰς , ἀπανέστη · καὶ οἱ Συρακούσιοι εἵποντο καὶ ἐς λόγους τοῖς
σκεδαννυμένοις ᾔεσαν, καὶ ἐσπείσαντο ἄν, εἰ καὶ ὁ Ἱέρων συμβῆναι ἠθέλησεν. ὁ δὲ ὕπατος
φρουρὰν ἐν τῇ Μεσσήνῃ καταλιπὼν ἀπέπλευσεν εἰς τὸ Ῥήγιον. 
 Οἰ Ῥωμαῖοι δέ, ἐπεὶ τὰ Τυρσηνικὰ καθειστήκει καὶ τὰ ἐν τῇ Ἰταλίᾳ ἀκριβῶς εἰρήνουν, τὰ δὲ
τῶν Καρχηδονίων ἐπὶ πλέον συνίστατο, ἄμφω τοὺς ὑπάτους ἐς τὴν Σικελίαν ἐκστρατεῦσαι
ἐκέλευσαν. περαιωθέντες οὖν ὅ τε Μάξιμος Οὐαλέριος καὶ Ὁτακίλιος Κράσσος, καὶ διὰ τῆς νήσου ὁμοῦ τε
καὶ διχῆ πορευόμενοι, πολλοὺς ὁμολογίᾳ παρεστήσαντο. ὡς δὲ 
 τὰ πλείω ᾠκείωντο, πρὸς τὰς Συρακούσας ὥρμησαν. καὶ ὁ Ἱέρων
φοβηθεὶς διεκηρυκεύσατο σφίσι, τὰς πόλεις τε ἃς ἀφῄρηντο ἀποδιδοὺς καὶ χρήματα ὑπισ- χνούμενος καὶ
τοὺς αἰχμαλώτους ἐλευθερῶν. καὶ ἔτυχεν ἐπὶ τούτοις σπονδῶν· οἱ γὰρ ὕπατοι ῥᾷον μετ’
αὐτοῦ καταστρέψασθαι τοὺς Καρχηδονίους ἐνόμισαν. συμβάντες δ’ αὐτῷ πρός τὰς λοιπὰς πόλεις ὑπὸ
Καρχηδονίων φρουρουμένας ἐτράποντο. καὶ τῶν μὲν ἄλλων ἀπεκρούσθησαν, Ἔγεσταν δ’ ἑκουσίαν ἔλαβον. διὰ
γὰρ τὴν πρὸς Ῥωμαίους οἰκείωσιν οἱ ἐν αὐτῇ, ἀπὸ τοῦ Αἰνείου λέγοντες γεγονέναι,
προσεχὠρξσαν αὐτοῖς, τοὺς Καρχηδονίους.

Καὶ οἶ μὲν ὕπατοι διὰ τὸν χειμῶνα εἰς τὸ Ῥήγιον ἀπῆραν, Καρχηδόνιοι δὲ εἰς Σαρδῶ τὸ πλείον’
ἐκόμισαν τοῦ στρατοῦ, ἔν ἐκεῖθεν τῇ Ῥώμῃ ἐπίθωνται, καὶ ἢ τέλεον οὕτω τῆς Σικελίας
ἐκστήσωσιν ἢ διαπεραιωθέντας ἀσθενεστέρους ποιήσωσιν. ἀλλ’ οὔτε τούτου οὔτε μὴν ἐκείνου ἐπέτυχον· οἱ
γὰρ Ῥωμαῖοι τήν τε οἰκείαν ἐφύλαττον, καὶ ἀξιόμαχον εἰς Σικελίαν δύναμιν ἔπεμψαν μετὰ Ποστουμίου
Ἀλβίνου καὶ 
 μετὰ Αἰμιλίου Κυΐντου. ἐλθόντες δὲ εἰς οἱ ὕπατοι ἐπ’ Ἀκράγαντα ὥρμησαν, κἀνταῦθα
Ἀννίβαν τὸν Γίσγωνος ἐπολιόρκουν. ὃ οἶ ἐν Καρχηδόνι πυθόμενοι Ἄννωνα
αὐτῷ σὺν πολλῇ χειρὶ συμμαχήσοντα ἔπεμψαν. ὁ δὲ ἐς Ἡράκλειαν ἐλθὼν οὐ πόρρω οὖσαν
Ἀκράγαντος ἐπολέμει. καὶ μάχαι πλείους, οὐ μεγάλαι δ᾿ ἐγίνοντο· καὶ τὰ μὲν πρῶτα τοὺς ὑπάτους
προυκαλεῖτο εἰς πόλεμον, εἶθ’ ὕστερον ἐκεῖνον οἱ Ῥωμαῖοι προυκέκληντο. ἕως μὲν γὰρ 
ἄφθονον εἶχον οἱ Ῥωμαῖοι τροφήν, οὐκ ἐτόλμων μάχεσθαι, τῷ πλήθει ἐλαττούμενοι, λιμῷ δὲ τὴν πόλιν
αἱρήσειν ἤλπιζον· ἐπεὶ δὲ σίτου ἐσπάνιζον, αὐτοὶ μὲν ἀποκινδυνεύειν προεθυμοῦντο, ὁ Ἄννων δὲ ὤκνει, ὑποπτεύσας διὰ τὴν προθυμίαν ἐνεδρευθήσεσθαι. διὸ οἴ τε
ἄλλοι τὰ τῶν Ῥωμαίων θεραπεύειν ἠξίουν ὡς ἀκμὴν νενικηκότων, καὶ ὁ Ἱέρων, ἀπροθύμως αὐτοῖς
συναιρόμενος πρότερον, τότε σῖτον αὐτοῖς ἔπεμψεν, ὥστε καὶ τοὺς ὑπάτους ἀναθαρσῆσαι. 
 Ἄννων δὲ ἐπεχείρησε μάχην συνάψαι, ἐλπίσας καὶ τὸν ᾿Αννίβαν ἐκ τοῦ τείχους
κατὰ νώτου προσπεσεῖσθαι. ὃμαθόντες οἱ ὕπατοι ἡσύχαζον, ὥστε τὸν Ἄννωνα καταφρονήσαντα τῷ ταφρεύματι
προσελθεῖν. ἔπεμψαν δέ τινας κατόπιν αὐτοῦ ἐνεδρεύσοντας. ἐκείνου δὲ πρὸς ἐσπέραν ἀδεῶς καὶ καταφρονητικῶς ἐπανάγοντος, ἔκ τε τῆς ἐνέδρας καὶ ἐκ
τοῦ χαρακώματος αὐτῷ οἶ Ῥωμαῖοι προσέμιξαν, καὶ φόνον πολὺν καὶ αὐτῶν καὶ τῶν ἐλεφάντων εἰργάσαντο.
ὁ δ’ Ἀννίβας ἐν τούτῳ ταῖς σκηναῖς τῶν Ρωμαίων ἐπελθὼν ἐξεκρούσθη ὑπὸ τῶν φυλαττόντων 
τῶν αὐτάς. ὁ δ᾿ Ἄννων εἰς τὴν Ἡράκλειαν κατέφυγε, τὸ στρατόπεδον ἐκλιπών. καὶ ὁ Ἀννίβας νυκτὸς
ἐκδρᾶναι τοῦ Ἀκράγαντος βουλευσάμενος αὐτὸς μὲν ἔλαθεν, οἱ δ’ ἄλλοι γνωσθέντες οἱ μὲν
ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων, συχνοὶ δὲ καὶ ὑπὸ τῶν Ἀκραγαντίνων ἐκτάνθησαν. οὐ μέντοι συγγνώμης ἔτυχον οἱ
Ἀκραγαντῖνοι, ἀλλὰ καὶ τὰ χρήματα σφῶν διηρπάσθησαν καὶ αὐτοὶ ἐπράθησαν ἄπαντες. 
 
 
 Καὶ οἱ μὲν ὕπατοι πρὸς τὴν Μεσσήνην διὰ τὸν χειμῶνα ἀνεχώρησαν· ὠργίζοντο δ᾿ οἱ κατὰ
Ἄννωνος, καὶ Ἀμίλκαν ἀντ’ αὐτοῦ τὸν Βαρκίδην ἀπέστειλαν, ἄνδρα τῶν ὁμοφύλων πλὴν τοῦ Ἀννίβου τοῦ
υἱέος ἐν στρατηγίᾳ κρείττονα. καὶ αὐτὸς μὲν τὴν Σικελίαν ἐφύλαττεν, Ἀννίβαν δὲ
ναυαρχοῦντα ἐς Ἰταλίαν ἔπεμψε τὰ παράλια αὐτῆς κακουργήσοντα, ἵνα τοὺς ὑπάτους πρὸς ἑαυτὸν ἀλλ’ οὐκ
ἔτυχε τοῦ σκοποῦ· καταστήσαντες ἀντ’ ἐς γὰρ ἐκεῖνοι φρουρὰς ἑκασταχόθι τῆς παραλίας, 
εἰς Σικελίαν ἦλθον. οὐδὲν δὲ μνήμης ἔπραξαν ἄξιον. 
 
 ὁ δὲ Ἀμίλκας τοὺς Γαλάτας τοὺς μισθοφόρους, ὅτι μὴ ἐντελῆ δέδωκεν αὐτοῖς τὸν μισθὸν
ἀγανακτήσαντας, φοβηθείς μὴ προσχωρήσωσι τοῖς Ῥωμαίοις διέφθειρε, πέμψας αὐτοὺς εἴς τινα τῶν ὑπὸ
Ῥωμαίους πόλιν παραληψομένους αὐτὴν ὡς τάχα προδιδομένην καὶ διαρπάσαι αὐτὴν ἐπιτρέψας,
στείλας δὲ πρὸς τοὺς ὑπάτους ψευδαυτομόλους τὴν τῶν Γαλατῶν προμηνύοντας ἔλευσιν· ὅθεν οἱ Γαλάται
μὲν πάντες ἐνεδρευθέντες ἐφθάρησαν, πολλοὶ δὲ καὶ τόν Ῥωμαίων ἀπέθανον. 
 Ἀπελθόντων δὲ τῶν ὑπάτων οἴκαδε ὁ Ἀμίλκας καὶ τὴν
Ἰταλίαν ἐπόρθει προσπλέων καὶ ἐν τῇ Σικελίᾳ πόλεις τινὰς ὑπηγάγετο. πυθόμενοι δὲ ταῦτα οἶ Ρωμαῖοι
ναυτικὸν συνεστήσαντο, καὶ Γάιον αὐτῷ Δουί- 
 τὸν ἕτερον τῶν ὑπάτων ἐπέστησαν, τὸν δὲ τούτου συνάρχοντα Κορνήλιον
Γάιον εἰς Σικελίαν ἔπεμψαν. ὃς τοῦ κατὰ γῆν πολέμου ὃν ἐκεκλήρωτο ἀμελήσας ταῖς
προσούσαις αὐτῷ ναυσὶν ἐς Λιπάραν ἔπλευσεν ὡς προδιδομένην αὐτῷ· τοῦτο δ’ ἐκ δόλου τῶν Καρχηδονίων
ἐγένετο. ὡς οὖν ἐς τὴν Λιπάραν καθωρμίσατο, Βόδης αὐτὸν ὁ τοῦ Ἀννίβου περιεστοίχισεν
ὑποστράτηγος. παρασκευαζομένου δὲ τοῦ Γαΐου πρὸς ἄμυναν, δείσας ἐκεῖνος τὴν ἀπόνοιαν αὐτῶν
προεκαλέσατο αὐτοὺς εἰς σπονδάς· καὶ πείσας ἀνε- βίβασεν εἰς τὴν ἑαυτοῦ τριήρη τόν τε ὕπατον καὶ
 τοὺς χιλιάρχους ὡς τῷ ναυάρχῳ ἐντ’ εὐξομένους. καὶ τούτους μὲν εἰς Καρχηδόνα ἀπέπεμψαν,
τοὺς δὲ λοιποὺς

οὐδὲ ἀραμένους τὰ ὅπλα εἷλον. 
 Εἶτα Ἀννίβας μὲν Ἰταλίαν ἐπόρθει, Ἀμίλκας κἀς δὲ
Ἔγεσταν ἐστράτευσεν, ἐν ᾗ τὸ πλεῖστον τοὐ πεζοῦ τοῖς Ῥωμαίοις ἦνοἶς ἐπικουρῆσαι Γάϊον
Καικίλιον χιλίαρχον ἐθελήσαντα λοχήσας πολλοὺς ἐφόνευσε τῶν αὐτοῦ. ταῦτα δὲ μαθόντες οἶ ἐν Ῥώμῃ τὸν
μὲν ἀστυνόμον εὐθὺς ἐξέπεμψαν καὶ τὸν Δουίλιον ἐπέσπευσαν· ὁ δὲ ἐς τὴν Σικελίαν ἐλθών, καὶ καταμαθὼν τὰς ναῦς τῶν Καρχηδονίων τῆ μὲν παχύτητι καὶ τῷ μεγέθει τῶν σφῶν ἐλαττουμένας ,
τῷ τάχει δὲ τῆς εἰρεσίας καὶ τῇ ποικιλίᾳ τοῦ πλοῦ προεχούσας, μηχανὰς ἐπὶ τῶν τριήρων ἀγκύρας τε καὶ
χεῖρας περικόντους σιδηρᾶς καὶ ἄλλα τοιαῦτα Β κατεσκεύασεν , ὅπως ταῖς πολεμίαις ναυσὶν
ἐπιρριπτοῦντες αὐτὰ συνάπτοιντο σφίσι, καὶ μεταβαίνοντες εἰς αὐτὰς εἰς χεῖρας ἴοιεν τοῖς
Καρχηδονίοις καὶ ὡς ἐν πεζῇ μάχῃ τούτοις συρρήγνυνται. συμμίξαντες οὖν οἱ Καρχηδόνιοι ταῖς τῶν
Ρωμαίων ναυσὶ περιέπλεον σφᾶς, συντόνῳ χρώμενοι εἰρεσίᾳ, καὶ ἐκ 
 τοῦ αἰφνιδίου προσέβαλλον. χρόνον μὲν οὖν τινα ἰσοπαλὴς ἡ ναυμαχία ἐγίνετο, εἶθ᾿ οἶ
῾Ρωμαῖοι ἐπικρατέστεροι γεγονότες πολλοὺς μὲν κατέδυσαν, συνέσχον δὲ καὶ πολλούς. ὁ δ᾿ Ἀννίβας ἐπὶ
ἑπτήρους ναυμαχῶν, συσχεθείσης τῆς αὐτοῦ νηὸς τριήρει τινί, φοβηθεὶς μὴ ἁλῷ, τὴν ἐπτήρη
τε ἐγκατέλιπε καὶ μεταβὰς εἰς ἑτέραν διέφυγε. 
 C Τῆς μὲν οὖν ναυμαχίας τοῦτο τέλος ἐγένετο καὶ λάφυρα πολλὰ ἐλήφθη· τὸν δ᾿ Ἀννίβαν οἱ
Καρχηδόνιοι διὰ τὴν ἧτταν ἀπέκτειναν ἄν, εἰ μὴ εὐθὺς ἐπηρώτησε σφὰς, ὡς ἀκεραίων ἔτι
τῶν πραγμάτων ὄντων, εἰ ναυμαχῆσαι κελεύουσιν ἢ μή. συνθεμένων γὰρ αὐτῶν ναυμαχῆσαι, ὡς τῷ ναυτικῷ
προέχειν ἐπαιρομένων, ὑπεῖπεν ὅτι “οὐδὲν ἄρα ἠδίκηκα ὅτι τὰ αὐτὰ ὑμῖν ἐλπίσας συνέβαλον· τῆς γὰρ
γνώμης, ἀλλ᾿ οὐ τῆς τύχης ἐτύγχανον κύριος.” καὶ ὁ μὲν ἐσώθη, τὴν δὲ ἡγεμονίαν
ἀφῃρέθη· Δουίλιος δὲ τὸ πεζὸν προσλαβὼν τούς τε Ἐγεσταίους
ἐρρύσατο, μηδ᾿ εἰς χεῖρας αὐτῷ τοῦ Ἀμίλκου ἐλθεῖν ὑπομείναντος, καὶ τὰ φίλια τὰ ἄλλα ἐβεβαιώσατο,
καὶ εἰς τὴν ῾Ρώμὴν τοῦ θέρους παρελθόντος ἀνεκομίσθη. ἀπάραντος δ᾿ αὐτοῦ ὁ Ἀμίλκας τό
τε Δρέπανον κεκλημένον, ἔστι δὲ λιμὴν ἐπίκαιρος, ἐκρατύνατο καὶ ἐς αὐτὸν τὰ πλείστου κατέθετο ἄξια,
καὶ τοὺς Ἐρυκίνους ἅπαντας μετανέστησε, καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν κατέσκαψεν, ἵνα μὴ οἱ
῾Pωμαῖοι καρτερὰν αὐτὴν οὖσαν καταλαβόντες ὁρμητήριον τοῦ πολέμου ποιήσωνται, καὶ πόλεις εἷλε τὰς
μὲν βίᾳ, τὰς δὲ προδοσίᾳ· καὶ εἰ μὴ Γάιος Φλῶρος αὐτὸν ἐπέσχεν ἐκεῖ χειμάσας, τὴν Σικελίαν ἂν
κατεστρέψατο ἅπασαν. 
 
 Λούκιος δὲ Σκιπίων ὁ συνάρχων αὐτῷ ἐπὶ Σαρδὼ καὶ ἐπὶ
Κύρνον ἐστράτευσε, κεῖνται δὲ ἐν τῷ Τυρ- σηνικῷ πελάγει ἀλλήλων ὀλίγον ἀπέχουσαι, ὡς
μίαν αὐτὰς πόρρωθεν εἶναι δοκεῖν, καὶ προτέρᾳ τῇ Κύρνῳ
προσβαλὼν τὴν μὲν Οὐαλερίαν τὴν κρατίστην αὐτῆς πόλιν βίᾳ εἷλεν, ἀπόνως δὲ τὰ λοιπὰ ἐχειρώσατο. ἐς δὲ τὴν Σαρδῶ πλέων κατ’ εἶδέ τι ναυτικὸν Καρχηδόνιον, καὶ ἐπ’ αὐτὸ ἐτράπετο. καὶ οἱ μὲν
ἔφυγον πρὶν ἢ συμμίξαι, αὐτὸς δ’ ἐπὶ πόλιν Ὀλβίαν ἦλθεν· ἔνθα τῶν Καρχηδονίων μετὰ τῶν νεῶν
ἐπιφανέντων φοβηθείς, οὐ γὰρ εἶχε τὸ πεζὸν ἀξιόμαχον, ἐπ’ οἴκου ἀπῆρεν. 
 
 Ἐν δὲ τῷ τότε χρόνῳ ἄλλοι τε τῶν ἁλόντων καὶ ἐν τῷ ἄστει δουλευόντων , καὶ οἱ Σαυνῖται,
συχνοὶ γὰρ πρὸς τὴν τοῦ ναυτικοῦ παρασκευὴν ἀφίκοντο, συνέθεντο τῇ Ῥώμῃ ἐπιβουλεῦσαι. μαθὼν δὲ τοῦτο
 Ἑριος Ποτίλιος ὁ τῆς βοηθείας ἄρχων προσεποιήσατο συμφρονεῖν αὐτοῖς, ἵνα ἀκριβώσῃ πᾶν
τὸ δεδογμένον αὐτοῖς, καὶ ἐπεὶ μὴ οἷός τ' ἦν καταμηνῦσαι τὸ βού- λευμα, πάντες γὰρ περὶ αὐτὸν ἦσαν
οἱ Σαυνῖται, ἔπεισεν αὐτοὺς βουλῆς ἀγομένης εἰς τὴν ἀγορὰν ἀθροισθῆναι καὶ καταβοῆσαι
αὐτοῦ ὡς· περὶ τὸν σῖτον ἀδικουμένους ὅνπερ ἐλάμβανον. τῶν δὲ τοῦτο ποιησάντων μεταπεμφθεὶς ὡς
αἴτιος τοῦ θορύβου ἐξέφηνεν αὐτοῖς τὴν ἐπιβουλήν. καὶ τότε μὲν ἡσυχάσαντας ἀπέπεμψαν, νυκτὸς δὲ συνέλαβον συνέλαβον τῶν ἐχόντων δούλους τινὰς ἐξ αὐτῶν ’
καὶ οὕτως ἡ πάσα ἐλύθη συνωμοσία. 
 Τῷ δ’ ἐπιγενομένῳ θέρει ἴν τε τῇ Σικελίᾳ καὶ τῇ Σαρδοῖ ἅμα ἐπολέμησαν οἱ Ῥωμαῖοί τε καὶ οἱ
Καρχηδόνιοι. καὶ μετὰ τοῦτ' Ἀτίλιος Λατῖνος ἐς τὴν Σικελίαν ἐλθών, καὶ Μουτίστρατον
πόλιν ὑπὸ τοῦ Φλώρου πολιορκουμένην εὑρών , τῇ παρασκευῇ ἐκείνου ἐχρήσατο. καὶ προσβολὰς περὶ τὸ
τεῖχος αὐτοῦ ποιουμένου πρῶτον μὲν οἱ ἐπιχώριοι μετὰ τῶν Καρχηδονίων ἠμύνοντο
κραταιῶς, τῶν δὲ γυναικῶν καὶ τῶν παίδων ἐς δάκρυα καὶ ἐς οἰμωγὰς προαχθέντων οὐκ ἀντέσχον. ὑπεξελθόντων δὲ νυκτὸς τῶν Καρχηδονίων ἅμα τῇ ἕῳ τὰς πύλας ἐθελονταὶ οἶ ἐπιχώριοι ἀνεπέτασαν. εἰσιόντες δὲ οἱ Ρωμαῖοι πάντας ἐφόνευον, ἕως ἐκήρυξεν ὁ Ἀτίλιος τὴν
λοιπήν τε λείαν καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαβόντος εἶναι . ἔκτοτε γὰρ τοὺς λοιπούς τε ἐζώγρησαν καὶ τὴν
πόλιν προδιαρπάσαντες κατέπρησαν.

Ἐκεῖθεν δ’ ἐπὶ Καμάριναν ἀπερισκέπτως γενόμενοι ἐς χωρία προλελοχισμένα ἐνέπεσον· καὶ
πανσυδὶ ἂν ἐφθάρησαν, εἰ μὴ Μάρκος Καλπούρνιος χιλιαρχῶν σοφίᾳ μετῆλθε τὸ δυστύχημα. ἰδὼν γάρ τινα
τῶν πέριξ λόφων μόνον ὑπὸ τοῦ κρημνώδους 
 μὴ προκατειλημμένον, ὁπλίτας τριακοσίους παρὰ τοῦ ὑπάτου
ᾐτήσατο, καὶ σὺν αὐτοῖς ἐπ’ ἐκεῖνον ὥρμησεν, ἴν οἱ πολέμιοι πρὸς αὐτοὺς τράπωνται, κάντεῦθεν οἶ
λοιποὶ διαφύγωσι. καὶ ἔσχεν οὕτως· ὡς γὰρ τὴν ὁρμὴν αὐτῶν εἶδον οἱ ἐναντίοι, ἐκπλαγέντες τὸν μὲν ὕπατον καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν ὡς ἤδη ἑαλωκότας κατέλιπον , ἐπὶ δὲ τὸν Καλπούρνιον
συνέδραμον. καὶ μάχης ἰσχυρᾶς γεγονυίας πολλοὶ μὲν κἀκείνων, πάντες δ’ οἱ τριακόσιοι ἔπεσον· μόνος
δὲ περιεσέσωστο ὁ Καλπούρνιος, τρωθεὶς μέν, λαθὼν δ’ ἐν τοῖς νεκροῖς κείμενος ὑπὸ τῶν
τραυμάτων ὡς τευνηκώς, ἔνθα ζωὸς εὑρεθεὶς ἐσώθη. ἐν ᾧ δ' οἱ τριακόσιοι ἐμάχοντο , ὁ ὕπατος ἀπεχώρησε. διαφυγὼν δ’ οὕτως τήν τε Καμάριναν καὶ ἄλλας πόλεις τὰς μὲν
βίᾳ, τὰς δὲ καὶ ὁμολογίᾳ παρεστήσατο. ἐντεῦθεν 
 
 ἐπὶ τὴν Λιπάραν ὥρμησεν ὁ Ἀτίλιος. νυκτὸς δὲ λαθὼν προκατέσχεν αὐτὴν ὁ Ἀμίλκας, καὶ
ἐπεξελ- θὼν αἰφνιδίως πολλοὺς διέφθειρε. 
 Γάιος δὲ Σουλπίκιος τῆς τε Σαρδοῦς τὰ πλείστα κατέδραμε καὶ ὑπερφρονήσας ἐκ
τούτου ὧ́ρμησεν ἐπὶ τὴν Λιβύην. καὶ ἀπῆραν μὲν καὶ οἶ Καρχηδό-
νιοι σὺν τῷ Ἀννίβᾳ περὶ τοῖς οἴκοι δεδιότες, ἀντι- πνεύσαντος δὲ πνεύματος σφίσιν ἄμφω ἐπέστρεψαν.
καὶ μετὰ ταῦτα ἴσφηλε διά τινων ψευδ αὐτομόλων τὸν Ἀννίβαν ὁ Ἀτίλιος ὡς ἐς τὴν Λιβύην
αὖθις πλευσόμενος. σπουδῇ τε οὖν αὐτῷ ἐξαναχθέντι ἐπῖ- πλεύσας ὁ
Σουλπίκιος τὰς μὲν πλείους τῶν νεόν ἀγνοούσας ὑπὸ ὁμίχλης ἐπὶ πολὺ τὸ γινόμενον καὶ ταραττομένας
κατέδυσε, τὰς δὲ λοιπὰς καταφυγού— σὰς ἐς τὴν γῆν κενὰς εἷλεν. ὁ γὰρ Ἀννίβας οὐκ ἀσφαλῆ
τὸν λιμένα ὁρῶν, καταλιπὼν αὐτὰς ὑπεχό- ρησεν εἰς πόλιν Σουλκούς· ἔνθα στασιασάντων πρὸς αὐτὸν
Καρχηδονίων προῆλθέ τε ἐς αὐτοὺς μόνος καὶ ἀπώλετο. ἀδεέστερον δ’ ἐκ τούτου τὴν χώραν κατα- τρέχοντες οἱ Ῥωμαῖοι ἡττήθησαν ὑπὸ Ἄννωνος. ταῦτα ἐν τῷ ἴτει τούτῳ ἐγένετο. καὶ συνεχῶς
λίθοι ἐξ οὐρανοῦ ἐς τὴνῬώμην ἅμα πολλοί, ὡς καὶ χαλάζῃ ἐοικέναι, ἔπεσον ’ καὶ ἐς τὸ Ἀλβανὸν καὶ
ἄλλοθι λί- θους ὁμοίως συνέβη κατενεχθῆναι. 
 
 Οἱ δ’ ὕπατοι ἐπὶ Σικελίαν ἐλθόντες ἐπὶ Λιπά- ’ρᾶν ἐστράτευσαν. ἐπεὶ δ’ ὑπὸ τὴν ἄκραν τὴν
Τυν- δαρίδα καλουμένην ναυλοχοῦντας ᾔσθοντο τοὺς Καρ- χηδονίους, διχῇ τὸν πλοῦν ἐποιοῦντο. καὶ
θατέρου τῶν ὑπάτων τῷ ἡμίσει τοῦ ναυτικοῦ τὸ ἀκρωτήριον περιβαλόντος, νομίσας ὁ Ἀμίλκας
μόνους εἶναι, ἔξα- νήχθη- ὡς δὲ καὶ οἱ λοιποὶ ἐπεγένοντο, πρὸς φυγὴν ἐχώρησε καὶ τοῦ ναυτικοῦ
πλεῖστον ἀπέβαλεν. ἐπαρ- θέντες δ’ οἱ Ῥωμαῖοι Σικελίαν μὲν ὡς ἤδη σφετέραν οὖσαν κατέλιπον , τῇ δὲ Λιβύῃ τῇ τε Καρχηδόνι ἐπιχειρήσαι ἐτόλμησαν.
ἡγοῦντο δὲ αὐτῶν ὅ τε Ῥηγοῦλος ὁ Μάρκος καὶ Λούκιος Μάλλιος , ἐξ ἀρετῆς προκριθέντες. καὶ οἱ μὲν εἰς
τὴν Σικελίαν πλεύσαντες τὰ ἐκεῖ τε καθίστων καὶ τὸν ἐς τὴν Λιβύην ηὐτρέπιζον πλοῦν,
Καρχηδόνιοι δὲ οὐκ ἀνέμειναν αὐτοὺς ἐπιπλεῦσαι σφίσιν, ἀλλὰ παρασκευασάμενοι πρὸς Σικελίαν
ἠπείχθησαν. καὶ παρὰ τῇ Ἡρακλειώτιδι ἐς χεῖρας ἀλλήλοις ἦλθον. ἰσορρόπου δὲ τῆς
ναυμαχίας ἐπὶ πολὺ γινομένης, τέλος ὑπερέσχον Ῥωμαῖοι. Ἀμίλκας δὲ ἀντιστῆναι αὐτοῖς οὐκέτι ἐτόλμα,
Ἄννωνα δὲ πρὸς αὐτοὺς ἔπεμψεν ὡς ὑπὲρ εἰρήνης, βουλόμενος τόν καιρὸν
τρίβειν ’ ἤλπιζε γὰρ στράτευμά οἶ πεμφθήσεσθαι οἴκοθεν. Ἄννων δέ, βοώντων τινῶν
συλλαβεῖν αὐτὸν ὅτι καὶ Καρχηδό- νιοι ἀπάτῃ συνέλαβον τὸν Κορνήλιον, “ ἂν τοῦτο ποιήσητε” εἶπεν,
‘‘οὐδὲν ἔτι κρείττους τῶν Διβύων ἔσεσθε.” ἐκεῖνος μὲν οὖν εὐκαιρότατα θωπεύσας οὐδὲν ἔπαθεν, οἱ δὲ
καὶ αὖθις τοῦ πολέμου εἴχοντο. καὶ οἱ μὲν ὕπατοι ἐκ τῆς Μεσσήνης ἔπλεον, Ἀμίλκας δὲ καὶ
Ἄννων διαιρεθέντες ἀμφοτέρωθεν αὐτοὺς περισχεῖν ἐμελέτων. ἀλλ’ ὁ Ἄννων οὐχ ὑπέστη προσιόντας αὐτούς,
προκαταπλεύσας δ’ εἰς Καρχηδόνα ταύτην ἐφύλασσεν . ὁ δὲ Ἀμίλκας πυθόμενος τοῦτο κατὰ
χώραν ἔμενεν. ἐκβάντες δ’ εἰς τὴν γῆν οἶ Ῥωμαῖοι ἐπὶ τὴν Ἀσπίδα τὴν
πόλιν ἐχώρησαν. οὓς ἰδόντες προσιόντας οἱ ἐπιχώριοι προυπεξῆλθον· καὶ ἀμαχεὶ κατασχόντες αὐτὴν οἱ
Ῥωμαῖοι τοῦ πολέμου ὁρμητήριον ἐποιήσαντο, κἀντεῦθεν τήν τε γῆν ἐπόρθουν καὶ πόλεις τὰς
μὲν ἐθελουσίας , τὰς δὲ φόβῳ προσεκτῶντο, λείαν τε πολλὴν ἐλάμβανον καὶ αὐτομόλους
πλείστους ἐδέχοντο, καὶ τῶν οἰκείων συχνοὺς τῶν ἐν τοῖς πρὶν πολέμοις ἁλόντων ἐκομί- ζοντο.

Χειμῶνος δὲ ἐπιγενομένου Μάλλιος μὲν εἰς Ῥώμην σὺν τῇ λείᾳ ἀπέπλευσε, Ῥηγοῦλος
δ’ ἐν τῇ Λιβύῃ ὑπέμεινε. καὶ οἱ Καρχηδόνιοι ἐν παντὶ κακοῦ γεγόνασι, 
 τῆς χώρας τε πορθουμένης αὐτῶν καὶ τῶν περιοίκων ἀλλοτριουμένων
, καὶ κατειληθέντες εἰς τὸ τεῖχος ἡσύχαζον. Ῥηγούλῳ δὲ παρὰ τὸν Βαγράδαν ποταμὸν
στρατοπεδευομένῳ δράκων ἐπεφάνη ὑπερμεγέθης, οὐ τὸ μῆκος λέγεται εἶναι ποδῶν ἑκατὸν πρὸς τοῖς
εἴκοσι· καὶ γὰρ ἡ λεβηρὶς αὐτοῦ εἰς τὴν Ῥώμην κεκόμιστο δι’ ἐπίδειξιν· ἀνάλογον δὲ καὶ τὸν ἄλλον
ὄγκον εἶχε τοῦ σώματος. ὃς συχνοὺς τῶν στρατιωτῶν τοὺς μὲν πελάζοντας αὐτῷ , τοὺς δὲ
καὶ πίνοντας ἐκ τοῦ ποταμοῦ διέφθειρε. κατ’ εἶργ’ ἄσατο δ’ αὐτὸν ὁ Ῥηγοῦλος πλήθει στρατιωτῶν καὶ
μηχαναῖς λιθοβόλοις. καὶ τὸν μὲν οὕτως ἔφθειρεν, τῷ δέ Ἀμίλκᾳ
ἐπὶ μετεώρου καὶ ὑλώδους στρατοπεδευομένῳ χωρίου νύκτωρ προσέμιξε, καὶ πολλοὺς μὲν ἐν
ταῖς εὐναῖς, πολλοὺς δ’ ἐξεγερθέντας διώλεσεν· εἰ δέ τινες καὶ διέφυγον, τοῖς τὰς ὁδοὺς τηροῦσιν
ἐμπίπτοντες ὤλλυντο. καὶ οὕτω τῶν τε Καρχηδονίων μέρος ἀναλώθη πολ(??) καὶ πόλεις αὐτῶν συχναὶ πρὸς
 Ῥωμαίους μεθίσταντο. φοβηθέντες δ’ οἱ ἐν τῇ πόλει μὴ ἁλῶσι διεκηρυκεύσαντο πρὸς τὸν
ὕπατον, ὄπως ὁμολογίᾳ τινὶ ἐπιεικεῖ ἀποπέμψαντες αὐτὸν τὸ παραυτίκα δεινὸν ὑπεκφύγωσιν. ἐπεὶ δὲ
πολλὰ ἀπῃτοῦντο 
 
 καὶ φορτικά , ὡς ἅλωσιν αὐτῶν ἀκριβῆ νομίζεσθαι τὰς σπονδάς, πολεμεῖν
μᾶλλον εἵλοντο. 
 Ὁ μέντοι Ῥηγοῦλος μέχρι τότε εὐτυχῶν αὐχήμα- τος μεστὸς ἐγένετο καὶ φρονήματος, ὥστε καὶ
γράφειν εἰς τὴν Ῥώμην ὅτι κατεσφραγισμένας ἔχει τὰς τῶν Καρχηδονίων πύλας ὑπὸ τοῦ φόβου
’ τὰ ἴσα δὲ καὶ οἱ σὺν αὐτῶ καὶ οἶ ἐν τῇ Ῥώμῃ ἐφρόνουν. ὅθεν καὶ ἐσφάλησαν. ἦλθον μὲν γὰρ τοῖς
Καρχηδονίοις καὶ ἕτεροι σύμμαχοι, ἦλθε δὲ καὶ ἐκ Λακεδαίμονος Ξάνθιππος. οὗτος τὴν αὐτοκράτορα τῶν
Καρχηδονίων ἀρχὴν εἰληφάς. ὅ τε γὰρ δῆμος αὐτῷ τὰ πράγματα προθύμως ἐπέτρεψε καὶ ὁ Ἀμίλκας καὶ οἱ λοιποὶ οἶ ἐν τέλει ἑκουσίως ἐξέστησαν· τά τε ἄλλα
παρεσκεύασευ εὖ, καὶ ἀπὸ τῶν μετεώρων τοὺς Καρχηδονίους, ἐν οἶς ὑπὸ δέους ἦσαν, κατήγαγεν εἰς τὸ
ὁμαλόν, ἐν ᾧ ἥ τε ἱππεία αὐτῶν καὶ οἱ ἐλέφαντες πλεῖστον ἰσχύσειν ἔμελλον. καὶ τὸν μὲν
ἄλλον χρόνον ἡσύχαζε, τηρήσας δέ ποτε τοὺς Ρωμαίους καταφρονητικῶς αὐλιζομένους , μέγα γὰρ τῇ νίκῃ
φρονοῦντες καὶ τὸν Ξάνθιππον ὡς Γραικὸν ὑπερορῶντες . οὕτω γὰρ καλοῦσι τοὺς Ἕλληνας,
καὶ εἰς ὄνειδος δυσγενείας τῷ προσρήματι κατ’ αὐτῶν χρῶνται . τὰς στρατοπεδείας ἀπερισκέπτως
πεποίηντο , οὕτως οὖν τοῖς Ρωμαίοις διακειμένοις ὁ Ξάνθιππος ἐπελθών, καὶ τὸ ἱππικὸν αὐτῶν διὰ τῶν
ἐλεφάντων τρεψάμενος, πολλοὺς 
 μὲν κατέκοψε , πολλοὺς δὲ καὶ ἐζώγρησε καὶ αὐτὸν τὸν Ρηγοῦλον. καὶ ἐν
φρονήματι διὰ ταῦτα ἦσαν οἱ Καρχηδόνιοι . τοὺς δὲ ἁλόντας περιέσωσαν, ἕνα μὴ καὶ οἶ παρὰ τῶν Ῥωμαίων
πρότερον ἐξ αἰχμαλωτισθέντες κτανθῶσι. τοὺς μὲν οὖν ἄλλους 
 
 τῶν ἑαλωκότων Ῥωμαίων ἐν θεραπείᾳ εἶχον, τὸν δὲ Ῥηγοῦλον ἐν πάσῃ κακουχίᾳ πεποίηντο ,
τροφήν τε αὐτῷ ὅσον ἀποζῆν προσῆγον, καὶ ἐλέφαντα προσέφερον συνεχῶς, συνεχῶς, ὅπως ὑπ’ αὐτοῦ
δειματούμενος μήτε τῷ σώματι μήτε τῇ διανοίᾳ ἡσυχάζοι. ἐπὶ συχνὸν δὲ κακώσαντες οὕτως
αὐτὸν εἰς δεσμωτήριον ἔθεντο. 
 Τοὺς δὲ σφετέρους συμμάχους οἶ Καρχηδόνιοι δεινότατα μετεχειρίσαντο. οὐ γὰρ εὐποροῦντες
ἀποδοῦναι αὐτοῖς ἃ προυπέσχοντο , ἀπέπεμψαν αὐτοὺς 
 ὡς καὶ τὸν μισθὸν αὐτοῖς οὐκ ἐς μακρὰν ἀποδώσοντες. ἐκέλευσαν δὲ τοῖς κομίζουσι σφάς
εἰς ἐρήμην τινὰ νῆσον ἐκβιβάσαι καὶ λάθρᾳ ἀποπλεῦσαι. καὶ τὸν Ξάνθιππον δὲ οἱ μέν φασι καταποντίσαι
αὐτοὺς ἀποπλεύσαντι ἐπιπλεύσαντας, οἶ δὲ ναῦν αὐτῶ δοῦναι 
 παλαιὰν μηδὲν στέγουσαν , νέον καταπιττώσαντας ἔξωθεν , ἵν αὐτὴ ἐφ’ ἑαυτῆς
καταποντισθῇ· τὸν δὲ γνόντα τοῦτο εἰς ἑτέραν ἐμβῆναι καὶ οὕτω διασωθῆναι. ταῦτα δ’ ἐποίουν, ἵνα μὴ
δοκοῖεν πρὸς ἐκείνου σεσῶσθαι· ἐνόμισαν γὰρ ἀπολωλότος αὐτοῦ καὶ τὴν τῶν ἔργων δόξαν
συναπολέσθαι.

Οἱ δ’ ἐν τῇ Ρώμῃ ἤλγουν μὲν διὰ τὸ συμβάν, καὶ πλέον ὅτι τοὺς Καρχηδονίους ἐπὶ τὴν Ρώμην
αὐτὴν προσεδόκων πλευσεῖσθαι. διὰ ταῦτα τήν τε Ἰταλίαν ἐν φυλακῇ ἐποιήσαντο καὶ ἐπὶ τοὺς ἐν Σικελίᾳ
 τῇ τε Λιβύῃ ὄντας Ῥωμαίους σπουδῇ τοὺς ὑπάτους ἔπεμψαν, Μάρκον Αἰμίλιον καὶ Φούλβιον
Πλαίτινον. οἱ ἐς Σικελίαν πλεύσαντες, καὶ φρουρήσαντες τὰ ἐκεῖ, πρὸς Λιβύην ὡρμήκεσαν· καὶ χειμῶνι
λη- φθέντες κατηνέχθησαν ἐς Κόρσουραν. πορθήσαντες δὲ τὴν νῆσον καὶ φρουρᾷ παραδόντες
ἔπλεον αὖθις. 
 
 κἀν τούτῳ ἰσχυρὰ ναυμαχία πρὸς Καρχηδονίους ἐγένετο. ἠγωνίζοντο γὰρ οἱ μὲν παντελῶς
τοὺς Ῥωμαίους ἐκ τῆς οἰκείας ἐκβαλεῖν, Ῥωμαῖοι δὲ τοὺς ἐγκαταλειφθέντας σφῶν ἐν τῇ πολεμίᾳ
ἀνασώσασθαι. ἀγχωμάλως δὲ μαχομένων οἱ ἐν τῇ Ἀσπίδι ὄντες Ῥωμαῖοι κατὰ νώτου τοῖς
Καρχηδονίοις ἐξαίφνης ἐπέπλευσαν, καὶ ἀμφιβόλους αὐτοὺς καταλαβόντες ἐνίκησαν. καὶ μετὰ τοῦτο καὶ τῷ
πεζῷ οἱ Ρωμαῖοι ἐκράτησαν, καὶ εἷλον πολλούς . οὑς διὰ τὸν Ῥηγοῦλον καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ ἁλόντας
περιεσώσαντο. ἁρπαγὰς 
 δέ τινας ποιησάμενοι ἐς Σικελίαν ἔπλεον. χειμῶνι δὲ περιπεσόντες καὶ
πολλοὺς ἀποβαλόντες, οἴκοι ταῖς ναυσὶ ταῖς περισωθείσαις ἀπέπλευσαν. 
 Οἱ δὲ Καρχηδόνιοι καὶ τὴν όρσουραν ἔλαβον καὶ ἐς Σικελίαν ἐπεραιώθησαν . καὶ εἰ μὴ τὸν
Κολλατῖνον καὶ Γναῖον Κορνήλιον ἔμαθον πολλῷ προσπλέοντας ναυτικῷ, πᾶσαν ἄν αὐτὴν
ἐχειρώσαντο. οἱ γὰρ Ρωμαῖοι ναυτικόν τε ἄριστον ταχέως ἐξήρτυσαν καὶ καταλόγους βελτίστους
ἐπεποιήκεσαν , καὶ οὕτως ἐρρώσθησαν ὥστε τρίτῳ μηνὶ ἐς τὴν Σικελίαν ἐπανελθεῖν. 
πεντακοσιοστὸν δ’ ἦν ἔτος ἀφ’ οὗπερ ἡ Ρώμη συνέστη. καὶ τὴν μὲν κάτω τοῦ Πανόρμου πόλιν οὐ χαλεπῶς
εἷλον, τῇ δὲ ἄκρᾳ προσεδρεύοντες ἐκακοπάθησαν , μέχρις οὗ τοὺς ἐν αὐτῇ ἐπέλιπεν ἡ τροφή. τότε γὰρ προσεχώρησαν τοῖς ὑπάτοις. οἱ δὲ Καρχηδόνιοι
τὰς ναῦς αὐτῶν οἴκαδε πλεούσας τηρήσαντες εἷλον συχνὰς χρημάτων μεστάς. 
 Εἶτα Σερουίλιός τε Καιπίων καὶ Γάιος Σεμπρώνιος ὕπατοι τοῦ μὲν Λιλυβαίου πειράσαντες
ἀπεκρούσθησαν, ἐς δὲ τὴν Λιβύην ἐπεραιώθησαν , καὶ τὴν παραλίαν ἐπόρθουν. ὡς δ'
ἐκομίζοντο οἴκαδε, χειμῶνι ἐνέτυχον καὶ ἐβλάβησαν. διὸ νομίσας ὁ δῆμος ἐξ ἀπειρίας τῶν
ναυτικῶν βλάπτεσθαι, τῆς μὲν ἄλλης θαλάσσης ἀπέχεσθαι ἐψηφίσαντο, ναυσὶ δ’ ὀλίγαις τὴν Ίταλίαν
φρουρεῖν. 
 Τῷ δ' ἐπιγενομένῳ ἔτει Πούπλιος Γάιος καὶ Αὐρήλιος Σερουίλιος ἐς τὴν Σικελίαν
ἦλθον , καὶ ἄλλα τέ τινα κατεστρέψαντο καὶ Ἱμέραν ’ οὐ μέντοι τινὰ συνέσχον τῶν ἐν αὐτῇ· νυκτὸς γὰρ
αὐτοὺς οἱ Καρχηδόνιοι ἐξεκόμισαν. μετὰ δὲ τοῦτο Αὐρήλιος ναῦς τε παρὰ
Ἱέρωνος εἰληφὼς καὶ ὅσοι τῶν Ῥωμαίων ἦσαν ἐκεῖ συμπαραλαβὼν ἔπλευσεν εἰς Διπάραν, καὶ
ἐν αὐτῇ χιλίαρχον Κύιντον Κάσσιον καταλιπὼν προσεδρεύσοντα μάχης ἄνευ, ἀπῆρεν οἴκαδε. Κύιντος δὲ μὴ
φροντίσας τῆς ἐντολῆς προσέμιξε τῇ πόλει καὶ πολλοὺς ἀπέβαλεν. ὁ μέντοι Αύρήλιος μετὰ 
ταῦτα ἐκείνους ἐλῶν πάντας ἀπέκτεινε καὶ τὸν Κάσσιον τῆς ἀρχῆς ἔπαυσε. 
 Καρχηδόνιοι δὲ τὰ δόξαντα τοῖς Ῥωμαίοις περὶ τοῦ
ναυτικοῦ μαθόντες, ἔπεμψαν εἰς Σικελίαν, πᾶσαν ὑποτάξαι τότε ἐλπίσαντες. καὶ ἕως μὲν ἄμφω παρῆσαν
 ’σαν οἱ ὕπατοι Καικίλιος Μέτελλος καὶ Γάιος Φούριος, ἠρέμουν ὧς δὲ πρὸς τὴν Ῥώμην
ἀπῆρεν ὁ Φούριος, κατεφρόνησαν τοῦ Μετέλλου καὶ πρὸς τὸ Πάνορμον
ἦλθον. ὁ δὲ Μέτελλος κατασκόπους ἐλθεῖν μαθὼν ἐκ τῶν πολεμίων , ἤθροισε τοὺς ἐν τῇ πόλει πάντας , καὶ διαλεχθεὶς αὐτοῖς ἀλλήλων λαβέσθαι σφίσιν ἐκέλευσε ’ καὶ οὕτως ἕκαστον ἀνακρίνων
ὅστις τε εἴη καὶ ὅ,τι πράττοι, κατεφώρασε τοὺς πολεμίους. Καρχηδόνιοι δὲ παρετάξαντο ὡς μαχούμενοι,
καὶ Μέτελλος δεδιέναι προσεποιεῖτο. τούτου δ' ἐπὶ πλείΠούλιος 
 οὑς ἡμέρας γινομένου οἱ Καρχηδόνιοι ἐφρονηματίσθησαν καὶ προσέβαλλον θρασύτερον. καὶ
τότε ὁ Μέτελλος σημεῖον τοῖς Ῥωμαίοις ἦρε· κἀκ τούτου ἐξαπιναίως
ἐκεῖνοι κατὰ πάσας τὰς πύλας ἐπεκδραμόντες ῥᾳδίως ἐκράτησαν, καὶ ἐς στενὸν αὐτοὺς κατέκλεισαν, ὥστε μηκέτ’ ἀναχωρῆσαι δι’ αὐτοῦ δυνηθῆναι. στενοχωρούμενοι γάρ, ἅτε καὶ αὐτοὶ πολλοὶ ὄντες
καὶ πολλοὺς ἐλέφαντας ἔχοντες, ἐταράττοντο. κἀν τούτῳ τὸ ναυτικὸν τὸ Λιβυκὸν προσπλεῦσαν αὐτοῖς
ἐγένετο φθορᾶς αἰτιώτατον. ἰδόντες γὰρ τὰς ναῦς ὥρμησαν εἰς αὐτὰς καὶ ἐμβαίνειν
ἐξεβιάζοντο, καὶ οἱ μὲν εἰς τὴν θάλασσαν ἐνέπιπτον καὶ ἐφθείροντο, οἶ δὲ ὑπὸ τῶν ἐλεφάντων
ἐμπελαζομένων ἀλλήλοις τε καὶ τοῖς ἀνθρώποις ἀπώλλυντο , οἱ δὲ ὑπὸ τῶν Ρωμαίων ἐκτείνοντο , πολλοὶ
δὲ καὶ ζῶντες ἑάλωσαν ἄνδρες τε καὶ ἐλέφαντες. ἐπειδὴ γὰρ ἄνευ τῶν συνήθων σφίσιν ἀνδρῶν ὄντες ἠγριαίνοντο, κήρυγμα τοῖς αἰχμαλώτοις ὁ Μέτελλος
ἐποιήσατο σωτηρίαν καὶ ἄδειαν τοῖς συλλαβοῦσιν αὐτοὺς διδοῦν . καὶ οὕτως προσελθόντες τινὲς τοῖς
σφῶν πρᾳοτάτοις ἐκείνους τε διὰ τὴν συνήθειαν ἐχειρώσαντο καὶ τοὺς ἄλλους
προσεπεσπάσαντο. οὓς καὶ εἰς τὴν Ῥώμην ἐκόμισαν ἑκατὸν ὄντας καὶ εἴκοσιν, οὕτως αὐτοὺς τὸν πορθμὸν
περαιώσαντες. πίθους πολλοὺς συνδήσαντες ἀλλήλοις καὶ ξύλοις διαλαβόντες σφᾶς, ὥστε 
μήτ’ ἀπαρτᾶσθαι σφᾶς μήτε συμπίπτειν, δοκοὺς ἐπ’ αὐτῶν ἐπέτειναν καὶ ὕλην καὶ γῆν ἐπεφόρησαν,
φράξαντές τε πέριξ τὸ χωρίον, ὡς αὐλῇ τινι ἐοικέναι, εἰς τοῦτο αὐτοὺς ἐπεβίβασαν, καὶ διεπόρθμευσαν
 οὐδ’ αἰσθανομένους ὅτι πλέοιεν. ὁ μὲν οὖν Μέτελλος οὕτως
ἐνίκησεν, ὁ δ’ Ἀσδρούβας ὁ τῶν Καρχηδονίων στρατηγὸς σωθεὶς τότε ὕστερον ὑπὸ τῶν οἴκοι
Καρχηδονίων ἐκλήθη καὶ ἀνεσκολοπίσθη.

Οἱ Καρχηδόνιοι δὲ διεκηρυκεύσαντο τοῖς Ῥωμαίοις ὄις διά τε τἄλλα καὶ τὸ πλῆθος τῶν
αἰχμαλώτων, καὶ τοῖς πρέσβεσι καὶ αὐτὸν τὸν Ῥηγοῦλον συνέπεμψαν, πᾶν δι’ αὐτοῦ οἰηθέντες
κατωρθωκέναι διὰ τὴν ἀρετὴν καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀνδρός , ὥρκωσάν τε αὐτὸν ἧ μὴν ἐπανήξειν. καὶ ὃς τά
τε ἄλλα ὡς εἷς τῶν Καρχηδονίων ἔπραττε καὶ οὔτε τὴν γυναῖκα εἰς λόγους ἐδέξατο οὔτε τὴν
πόλιν εἰσῆλθε, καὶ ταύτα καλούμενος, μένος, ἀλλ’ ἔξω τοῦ τείχους τῆς
βουλῆς ἀθροισθείσης, ὡς ἔθος ἦν χρηματίζειν τῶν πολεμίων τοῖς πρέσβεσιν, εἰσαχθεὶς εἰς τὸ συνέδριον
εἶπεν “ ὦ πατέρες , πρὸς ὑμᾶς Καρχηδόνιοι ἔπεμψαν . ἐκεῖνοι γάρ με ἐστάλκασι, ἐπεὶ
δοῦλος αὐτῶν νόμῳ πολέμου γεγένημαι ’ καὶ ἀξιοῦσι μάλιστα μὲν καὶ τὸν πόλεμον λύσασθαι ἐπὶ συνθήκαις
ταῖς δοκούσαις ἀμφοῖν, εἰ δὲ μή, τῶν αἰχμαλώτων ποιήσασθαι ἄλλαγμα.” ταῦτα εἰπὼν μετέστη μετὰ τῶν
πρέσβεων, ὡς ἂν ’ ἑαυτοὺς τοὺς οἱ Ῥωμαῖοι βουλεύσωνται. κελευόντων δὲ αὐτὸν τῶν ὑπάτων
συμμετασχεῖν σφίσι τῆς διαγνώμης, οὐ πρὶν ἐπείσθη πρὸ τοῦ παρὰ τῶν Καρχηδονίων ἐπιτραπῆναι. ὁ δὲ
τέως μὲν ἐσιώπα· ἐπεὶ δ’ οἱ βουλευταὶ εἰπεῖν αὐτὸν γνώμην ἐκέλευον,
εἶπεν " εἰμὶ μὲν εἶς ἐξ ὑμῶν, ὠ πατέρες , κἂν μυριάκις ἀλῶ ’ τὸ μὲν γὰρ σῶμά μου
Καρχηδονίων , ἡ δὲ ψυχή μου ὑμετέρα ἐστίν· ἐκεῖνο μὲν γὰρ ὑμῶν
ἠλλοτρίωται, τᾶι, ταύτην δὲ οὐδεὶς δύναται μὴ οὐχὶ Ῥωμαίαν εἶναι ποιῆσαι· καὶ ὡς μὲν αἰχμάλωτος
Καρχηδονίοις 
 προσήκω, ἐπεὶ δ᾿ οὐκ ἐκ κακέας, ἀλλ᾿ ἐκ προθυμίας ἐδυστύχησα, καὶ ῾Ρωμαῖός εἰμι καὶ
φρονῶ τὰ ὑμέτερα. καὶ οὐδ᾿ ἐξ ἑνὸς τρόπου λυσιτελεῖν ὑμίν τὰς καταλλαγὰς νομίζω. 
 Ταῦτα ὁ ῾Ρηγοῦλος εἰπὼν καὶ τὰς αἰτίας προσέθῆκε δι᾿ ἃς τὰς συμβάσεις
ἀπηγόρευε, καὶ ἐπήγαγεν ὡς “οἶδα μὲν ὅτι προὖπτός μοι ὄλεθρος πρόκειται· ἀδύνατον γὰρ λαθεῖν αὐτοὺς ἃ συνεβούλευσα· ἀλλὰ καὶ οὕτως τῆς ἐμαυτοῦ σωτηρίας τὸ κοινῇ
συμφέρον προτίθημι. εἰ δέ τις φήσει, τί οὑν οὐκ ἐκδιδράσκεις ἢ ἐνταῦθα καταμένεις;
ἀκούσεται ὅτι ὀμώμοκα αὐτοῖς ἐπανήξειν, καὶ οὐκ ἀν᾿ παραβαίην τοὺς ὅρκους, οὐδ᾿ εἰ πρὸς πολεμέους
γεγόνασι, καὶ δι᾿ ἄλλα, μάλιστα δὲ ὅτι τὸ δεινὸν ἐμπεδορκήσας μὲν μόνος πείσομαι, ἂν δ᾿ ἐπιορκήσω,
πάσα ἡ πόλις ἀναπλησθήσεται.” 
 
 Ἡ γερουσία δὲ τῆς ἐκείνου σωτηρίας ἕνεκεν καὶ τὴν εἰρήνην ποιήσασθαι καὶ τοὺς αἰχμαλώτους
ἀντιδοῦναι προτεθύμητο. γνοὺς οὖν τοῦτο αὐτός, ἵνα μὴ τὸ συμφέρον δι᾿ αὐτὸν καταπρόωνται, ἐπλάσατο
πεπωκέναι φάρμακον δηλητήριον, καὶ μέλλειν πάντως 
 ὑπ᾿ αὐτοῦ ἀπολέσθαι. καὶ οὔτε ἡ σύμβασις γέγονεν οὔτε τῶν αἰχμαλώτων
ἡ ἀμοιβή. ἀπιόντος δ᾿ αὐτοῦ σὺν τοῖς πρέσβεσιν ἀντελάβοντο ἄλλοι τε καὶ οἱ παῖδες καὶ ἡ γυνή· οἱ δ᾿
ὕπατοι μήτ᾿ ἐθέλοντα καταμεῖναι αὐτὸν ἐκδώσειν ἔφασαν μήτ᾿ ἀπιόντα κατασχεῖν. καὶ οὕτω
προτιμήσας μὴ παραβῆναι τοὺς ὅρκους ἀνεκομίσθη. καὶ αἰκισθεὶς ὑπ᾿ αὐτῶν, ὡς ἡ φήμη λέγει, ἀπέθανε.
τὰ γὰρ βλέφαρα αὐτοῦ περιτεμόντες, καὶ χρόνον τινὰ ἐν σκότει καθείρξαντες, εἶτα εἰς σκεῦός τι
σύμπηκτον κέντρα πανταχόθεν ἔχον ἐμβαλόντες αὐτὸν καὶ τρἐψαντες πρὸς τὸν ἥλιον, οὕτως
ὑπὸ κακοπαθείας καὶ ἀγρυπνίας μὴ δυνάμε- νόν πῃ κλιθῆναι διὰ τά κέντρα διέφθειραν. ἃ
πυθόμενοι οἱ ῾Ρωμαῖοι τοὺς πρώτους τῶν παρ᾿ αὐτοῖς αἰχμαλώτων
παρέδοσαν τοῖς ἐκείνου παισὶ καὶ ἀνταικίσασθαι καὶ ἀνταποκτ εἶναι. 
 
 Τοὺς δ᾿ ὑπάτους ἐς τὴν Λιβύην στρατεύσασθαι ἐψηφέσαντο τόν τε Γάιον τὸν Ἀτίλιον τὸν τοῦ
Ῥηγού- λου ἀδελφὸν καὶ τὸν Μάλλιον τὸν Λούκιον. οἳ ἐς τὴν Σικελίαν ἐλθόντες τῷ Λιλυβαίῳ
προσέβαλον, καί τι μέρος τῆς τάφρου συγχῶσαι εἰς τὴν τῶν μηχανημάτων προσαγωγὴν
ἐπεχείρησαν. καὶ οἱ Καρχηδόνιοι ὑπορύσσοντες τὸν χοῦν ὑφεῖλκον ἐπεὶ δ᾿ ἠλαττοῦντο τῇ πολυχειρίᾳ,
τεῖχος ἕτερον ἔνδον μηνοειδὲς φ᾿ κοδόμησαν. καὶ οἱ μὲν ὑπονόμους ὑπὸ τὸν κύκλον εἰργάζοντο, ὅπως
κατὰ τὸ διάκενον αὐτῶν ἱζήσαντος τοῦ τείχους εἰσπέσωσιν· οἱ Καρχηδόνιοι δὲ ἀντορύσσοντες πολλοὺς μὲν ἀγνοοῦντας τὸ γινόμενον ἐκδεχόμενοι ἔκτεινον,
πολλοὺς δὲ καὶ πῦρ ἐν φρυγάνοις εἰς τὰ ὀρύγματα ἐμβάλλοντες ἔφθειρον. ἐπεὶ δέ τινες τῶν συμμάχων, τῇ
τε παρατάσει τῆς πολιορκιbς ἀχθόμενοι καὶ τῷ μὴ τὸν μισθὸν αὐτοῖς ἐντελῆ καταβάλλεσθαι
, προδοῦναι τὸ χωρίον τοῖς ῾Ρωμαίοις διεκηρυκεύοντο, ἐφρασεν ὁ Ἀμέλκας τὸ βουλευόμενον, οὐκ ἐξέφηνε
δέ, ἵνα μὴ πολεμώσῃ αὐτούς· χρήματα δὲ τοῖς ἀρχουσιν αὐτῶν παρασχὼν καὶ τῷ πλήθει
προσυποσχόμενος ἕτερα, οὕτως αὐτοὺς ᾠκειώσατο ὥστε μηδ᾿ ἀρνήσασθαι τὴν προδοσίαν, ἀλλὰ καὶ τοὺς
τελευταίους πρέσβεις ἐπανιόντας ἀπώσασθαι. οἲ πρὸς τοὺς ὑπάτους αὐτομολήσαντες γῆν τε ἐν Σικελέᾳ καὶ ἕτερ᾿ ἄττα ἔλαβον. Ἀκούσαντες δὲ ταῦτα οἱ
οἴκοι Καρχηδόνιοι πέμπουσιν Αρδέβαν σὺν ναυσὶ πλείσταις εἰς τὸ Λιλύβαιον σῖτον ἀγούσαις καὶ χρήματα. καὶ ὃς χειμῶνα ἐπιτη- ρήσας εἰσέπλευσε. κἀκ
τούτου καὶ ἄλλοι συχνοὶ καταίρειν ὁμοίως ἐτόλμων· καὶ οἱ μὲν ἐπετύγχανον , οἶ δὲ ἀπώλλυντο. 
 ως μὲν οὖν ἄμφω παρῆσαν οἱ ὕπατοι, ἰσοπαλεῖς οἱ ἀγῶνες ἐγίνοντο ’ νόσου δὲ καὶ λιμοῦ
τρυχόντων αὐτούς, καὶ τοῦ ἑτέρου οἴκαδε διὰ ταῦτα σὺν τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν στρατιώταις
ἀναχωρήσαντος , Ἀμίλκας θαρρήσας ἐπεξῄει καὶ τὰς μηχανὰς ἐνεπίμπρα καὶ τοὺς ἐπαμύνοντας αὐταῖς
ἔφθειρε, καὶ ἡ ἵππος αὐτοῦ ἐκ τοῦ Δρεπάνου ὁρμωμένη τά τε ἐπιτήδεια
κομίξεσθαι τοὺς Ῥωμαίους ἐκώλυε καὶ τὴν αὐτῶν συμμαχίδα κατέτρεχε , καὶ ὁ Ἀρδέβας ποτὲ
μὲν τῆς Σικελίας, ποτὲ δὲ τῆς Ἰταλίας τὰ παράλια ἔκειρεν· ὅθεν οἱ Ῥωμαῖοι ἐν ἀπορίᾳ κατέστησαν. τέως
μέντοι Δούκιος Ἰούνιος ἡτοίμαζε ναυτικόν , Κλαύδιος δὲ Ποῦλχρος εἰς τὸ Λιλύβαιον
ἐπειχθεὶς καὶ τριήρεις πληρώσας συνέλαβε δι’ αὐτῶν Ἄννωνα τὸν Καρχηδόνιον ἐκπλέοντα πεντήρει· καὶ
παράδειγμα τοῖς Ῥωμαίοις τῆς κατασκευῆς τῶν νηῶν ἐγένετο. 
 Πολλάκις δὲ τοῦ ναυτικοῦ κινδυνεύοντος ἐβαρύνοντο 
 οἶ Ῥωμαῖοι τῇ συνεχεῖ τῶν νεῶν φθορᾷ· ἄνδρας γὰρ συχνοὺς καὶ χρήματα
πλεῖστα ἐν ταύταις ἀπώλλυσαν· οὐ μέντοι γε καὶ ἐνέδοσαν, ἀλλὰ καί τινα φθεγξάμενον περὶ καταλλαγῶν
πρὸς Καρχηδονίους ἐν τῇ βουλῇ διεχρήσαντο , καὶ λεχθῆναι δικτάτωρα ἐψηφίσαντο. καὶ
δικτάτωρ μὲν ὁ Κολατῖνος ἐλέχθη, ἱππάρχησε δέ γε ὁ Μέτελλος· οὐδὲν δὲ μνήμης ἔπραξαν ἄξιον. ἐν ᾧ δ’
ὁ Κολλατῖνος δικτάτωρ ἐλέγετο, ἐν τούτῳ τόν Ἔρυκα παρεστήσατο ὁ Ἰούνιος, καὶ ὁ Καρθάλων κατέσχεν
Αίγίθαλλον καὶ ἐζώγρησε τὸν Ἰούνιον.

Τῷ δ’ ἐξῆς ἔτει Αὐρήλιος Γάιος καὶ Σερουίλιος Πούπλιος τὴν ἀρχὴν λαβόντες τό τε Λιλύβαιον
καὶ τὸ Δρέπανον ἐλύπουν καὶ τοὺς Καρχηδονίους τῆς γῆς ἀπεῖργον καὶ
τὴν αὐτῶν συμμαχίδα κατέκειρον. ὁ οὖν Καρθάλων πολυτρόπως ἐπιχειρήσας κατ’ αὐτόν, ὡς
οὐδὲν ἤνυσεν, εἰς Ἰταλίαν ὥρμησεν, ἵν οὕτω τοὺς ὑπάτους μεταγάγῃ ἐκεῖ ἢ τέως τὴν χώραν κακώσῃ καὶ
πόλεις αἱρήσῃ. ἀλλ’ οὐδ’ ἐνταῦθά τι αὐτῷ προ- εχώρησε· τὸν γὰρ στρατηγὸν τὸν ἀστυνόμον μαθὼν πλησιάζοντα , εἰς Σικελίαν ἀνέπλευσεν. ἔνθα τῶν μισθοφόρων στασιασάντων διὰ τὸν μισθόν,
συχνοὺς μὲν ἐς νήσους ἐρήμους ἐκβιβάσας κατέλιπε, πολλοὺς δὲ καὶ ἐς τὴν Καρχηδόνα ἀπέστειλεν. ὃ
γνόντες οἱ λοιποὶ ἠγανάκτησαν καὶ νεωτερίσειν ἔμελλον. ὧν Ἀμίλκας, διαδεξάμενος τὸν
Καρθάλωνα, πολλοὺς μένι νυκτὸς κατέκοψε, πολλοὺς δὲ καὶ
κατεπόντωσεν. ἐν τοσούτῳ δ’ οἶ Ῥωμαῖοι φιλίαν ἀίδιον πρὸς Ἱέρωνα διεπράξαντο , καὶ προσαφῆκαν ὅσα
παρ’ αὐτοῦ ἐπετείως ἐλάμβανον. 
 
 Τῷ δ’ ἐξῆς ἔτει τοῦ θαλαττίου πολέμου δημοσίᾳ μὲν οἶ Ῥωμαῖοι ἀπέσχοντο διὰ τὰς ἀτυχίας καὶ
διὰ τὰ ἀναλώματα , ἰδίᾳ δέ τινες νῆας αἰτήσαντες, ὥστ’ ἐκείνας μὲν ἀποκαταστῆσαι, τὴν λείαν δὲ
οἰκειώσασθαι, ἄλλα τε τοὺς πολεμίους ἐκάκωσαν, καὶ ἐς Ἱππῶνα Λιβυκὴν πόλιν
εἰσπλεύσαντες τά τε πλοῖα πάντα καὶ πολλὰ τῶν οἰκοδομημάτων κατέπρησαν. τῶν δ’ ἐπιχωρίων τὸ στόμα
τοῦ λιμένος διαλαβόντων ἁλύσεσιν, ἐν περιστάσει ἐγένοντο, σοφίᾳ δὲ καὶ τύχῃ περιεγένοντο. σπουδῇ γὰρ ταῖς ἁλύσεσι Προσπεόντες, ἐπεὶ προσάψασθαι αὐτῶν
ἔμελλον οἶ ἔμβολοι τῶν 
 νηόν, μετέστησαν ἐς τὰς πρύμνας οἶ τοῦ πληρώματος, καὶ οὕτως αἱ πρῷραι κουφισθεῖσαι
ὑπερῆραν τὰς ἁλύσεις, αὖθις δ’ ἐς τὰς πρῴρας αὐτῶν μεταπηδησάντων αἱ πρύμναι τῶν σκαφῶν
ἐμετεωρίσθησαν. καὶ διεξέδραμον , καὶ μετὰ τοῦτο περὶ τὸ Πάνορμον 
 ναυσὶ Καρχηδονίους ἐνίκησαν. 
 Οἱ δ’ ὕπατοι, Μέτελλος μὲν Καικίλιος περὶ τὸ Λιλύβαιον ἦν, Νουμέριος δὲ Φάβιος τῷ Δρεπάνῳ
προσήδρευε καὶ ἐπεβούλευσε τῇ νησῖδι τῇ Πελιάδι καλουμέηῃ, 
προκατειλημμένῃ παρὰ Καρχηδονίων, στρατιώτας πέμψας νυκτός, οἱ τοὺς φρουροὺς κτείναντες
τὴν νῆσον εἷλον. ὃ μαθὼν Ἀμίλκας ἕωθεν τοῖς διαβεβηκόσιν ἐπέθετο ’ οἶς οὐκ ἔχων ἀμῦναι ὁ Φάβιος τῷ
Δρεπάνῳ προσέμιξεν, ὡς ἢ τὴν πόλιν δι’ ἐρημίαν αἱρήσων ἢ τῆς νήσου τὸν Ἀμίλκαν ἀπάξων. καὶ ἠνύσθη
 τὸ ἔν· φοβηθεὶς γὰρ ὁ Ἀμίλκας ἀνεχώρησεν εἰς τὸ τεῖχος. καὶ ὁ Φάβιος τὴν Πελιάδα
κατέσχε, καὶ τὸ μεταξὺ ταύτης καὶ τῆς ἠπείρου στενὸν καὶ τεναγῶδες τυγχάνον συγχώσας ἠπείρωσε , καὶ
ῥᾷον προσεπολέμει τοῦ τείχους ἐκεῖ ὄντος ἀσθενεστέρου. καὶ οἱ Καρχηδόνιοι συχνὰ
παρελύπουν αὐτοὺς εἰς Σικελίαν λίαν τε περιπλέοντες καὶ εἰς τὴν
Ἰταλίαν περαιούμενοι. τοὺς δ’ αἰχμαλώτους ἀλλήλων ἄνδρα ἀντ’ ἀνδρὸς ἠλλάξαντο· τοὺς δὲ λοιπούς, ἐπεὶ
μὴ ἦσαν ἰσοπληθεῖς , ἀργυρίου οἱ Καρχηδόνιοι ἐκομίσαντο. 
 
 Ἔκτοτε δὲ διάφοροι μὲν ὑπάτευσαν, οὐδὲν δὲ ἱστορίας ἔπραξαν ἄξιον ’ μέγιστον γὰρ οἱ Ῥωμαῖοι
ἐσφάλλοντο ὅτι κατ’ ἐνιαυτὸν ἄλλους, εἶθ’ ἑτέρους ἄρχοντας ἔπεμπον, ἄρτι δὲ τὴν στρατηγίαν
μανθάνοντας τῆς ἀρχῆς ἔπαυον , ὥσπερ εἰς ἄσκησιν σφᾶς, ἀλλ’ οὐκ εἰς χρῆσιν
αἱρούμενοι. 
 Οἱ Γαλάται δὲ τοῖς Καρχηδονίοις συμμαχοῦντες, καὶ μισοῦντες αὐτοὺς ὅτι κακῶς
μετεχειρίζοντο σφᾶς, φρουρίου τινὸς φυλακὴν ἐμπιστευθέντες, τοῖς Ῥωμαίοις αὐτὸ προήκαντο ἐπὶ χρήμασι. μεταστάντας δὲ ἀπὸ τῶν Καρχηδονίων Γαλάτας καὶ ἄλλους τῶν
σφῶν συμμάχων τινὰς οἶ Ῥωμαῖοι ἐπὶ μισθοφορᾷ προσελάβοντο, μήπω πρότερον τρέφοντες
ξενικόν. τούτοις οὖν ἐπαιρόμενοι, καὶ ὅτι οἶ τὰς ναῦς ἔχοντες ἰδιῶται τὴν Λιβύην ἐπόρθησαν, οὐκέτι
ἀμελεῖν τῆς θαλάσσης ἤθελον, ἀλλὰ καὶ αὗθις ναυτικὸν συνεστήσαντο.

Καὶ Δουτάτιος Κατύλος ὕπατος ᾑρέθη, καὶ τούτῳ συνεξεπέμφθη Κύιντος Οὐαλέριος Φλάκκος
ἀστυνομῶν. οἳ ἐς Σικελίαν ἐλθόντες καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν τῷ Δρεπάνῳ προσέβαλον, καί τι τοῦ
τείχους κατήρειψαν. καὶ εἷλον ἂν αὐτό, εἰ μὴ τοῦ ὑπάτου τρωθέντος περὶ ἐκεῖνον οἱ
στρατιῶται ἀπησχολήθησαν. κἀν τούτῳ μαθόντες τοὺς πολεμίους οἴκοθεν
ἥκειν ναυτικῷ πλήθει, Ἄννωνος ναυαρχοῦντος, πρὸς ἐκείνους ἐτράποντο. καὶ ἀντιπαραταξαμένων αὐτῶν
ἄστρον τι λαμπαδῶδες ὕπερθεν τῶν Ῥωμαίων φανὲν ἐξ ἀριστερὰς εἰς τοὺς Καρχηδονίους ἀρθὲν
ἐγκατέσκηψεν. ἐγένετο δ’ ἡ ναυμαχία καὶ ἐπ’ ἀμφοῖν καρτερὰ δι’ ἄλλα τε καὶ ἵνα οἱ μὲν Καρχηδόνιοι ἐς
τελείαν ἀπόγνωσιν τοὺς Ῥωμαίους τοῦ ναυτικοῦ καταστήσωσιν, οἶ δ’ ἵνα καὶ τὰς προτέρας ἀνακαλέσωνται
 συμφοράς. ὅμως δ’ οὖν οἶ Ῥωμαῖοι τὴν νίκην ἤραντο ’ τὰ γὰρ τῶν Καρχηδονίων σκάφη, φορτία φέροντα πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ σῖτον καὶ χρήματα, ἐβαρύνοντο. 
 Ὁ δ’ Ἄννων διαφυγὼν εὐθὺς εἰς τὴν Καρχηδόνα ἠπείχθη. οἱ Καρχηδόνιοι δὲ θυμῷ
ληφθέντες καὶ 
 φόβῳ τὸν μὲν ἀνεσταύρωσαν, πρέσβεις δὲ πρὸς εἰρήνην τῷ Κατύλῳ πεπόμφασι. καὶ τῷ πρὸς
βουλῆς ἢν τὸν πόλεμον καταλύσασθαι, ὅτι ἐπ᾿ ἐξόδῳ οὔσης αὐτῷ τῆς ἀρχῆς οὔτε δι᾿ ὀλίγου ἐξαιρήσειν
τὴν Καρχηδόνα ἤλπιζεν οὔτε τοῖς διαδόχοις τὴν δόξαν τόν ἑαυτοῦ πόνων καταλιπεῖν ἤθελε.
διὸ ἀνακωχὴν ἐποιήσαντο, καὶ χρήματα καὶ σῖτον καὶ ὁμήρους αὐτῷ δόντες, ἵν᾿ 
 ἐς τὴν ῾Ρώμην πρεσβεύσωνται ἐπὶ τῷ τῆς Σικελίας τε αὐτοὺς πάσης
ἐκστῆναι ᾿Ρωμαίοις καὶ πάσας τὰς πέριξ νήσους ἐκλιπεῖν καὶ μήτε τῷ Ἱέρωνι πολεμεῖν καὶ
χρήματα τὰ μὲν ἅμα τῷ σπείσασθαι δοῦναι, τὰ δὲ καὶ ὕστερον, καὶ τοὺς μὲν ἐκείνων αὐτομόλους καὶ
αἰχμαλώτους προῖκα ἐκπέμψαι, τοὺς δ᾿ ἑαυτῶν πρίασθαι. 
 Τοιαύτη μὲν οὖν ἡ σύμβασις ὡμολόγητο· μόνην γὰρ τὴν τοῦ ζυγοῦ ἀτιμίαν ὁ
Ἀμίλκας παρῃτήσατο. καὶ ὁ μὲν ταῦτα συνθέμενος καὶ τοὺς στρατιώτας ἐκ τῶν τειχῶν ἐξαγαγὼν ἀπέπλευσεν
οἴκαδε πρὶν τοὺς ὅρκους ἐπενεχθῆναι, οἱ δ᾿ ἐν τῇ ῾Ρώμῃ τήν τε νίκην διὰ βραχέος ἔμαθον καὶ ἐπήρθησαν ὡς κεκρατηκότες. καὶ τῶν πρέσβεων
ἐλθόντων οὐκέτι κατέχειν ἑαυτοὺς ἠδύναντο, καὶ τὴν Λιβύην ἔχειν ἅπασαν ἤλπιζον. διὸ οὐδὲ ταῖς τοῦ
ὑπάτου ὁμολογίαις ἐν ἔμειναν, ἀλλὰ καὶ χρήματα αὐτοὺς πολλῷ πλείω τῶν ὑπεσχημένων ἐπράξαντο· καὶ
ἀπηγόρευσαν σφίσι μήτε τὴν Ἰταλίαν μήτε τὴν ἔξω συμμαχίδα σφῶν μακραῖς ναυσὶ παραπλεῖν
ἢ μισθοφόροις τισὶν ἀπ᾿ αὐτῶν κεχρῆσθαι. 
 Ὁ μὲν οὖν πρῶτος τοῖς Καρχηδονίοις πόλεμος τοῖς ῾Ρωμαίοις εἰς τοῦτο κατέληξε τετάρτῳ ἔτει
καὶ εἰκοστῷ, καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ ἤγαγεν ὁ Κατύλος τὰ ἐπινίκια, Εύιντος δὲ Λουτάτιος ὑπατεύσας
ἀπῆλθεν ἐς Σικε- λίαν καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ Κατύλου πάντα τὰ ἐκεῖ κατεστήσατο ’ καὶ τὰ
ὅπλα τῶν ἐν αὐτῇ ἀφείλοντο. Σικελία μὲν οὖν οὕτως ὑπὸ Ῥωμαίων
δεδούλωτο πλὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἱέρωνος, ἐκ δὲ τούτου πρὸς τοὺς Καρχηδονίους φιλία ἢν
αὐτοῖς. 
 Ἄμφω δ' αὖθις εἰς πολέμους ἑτέρους χωρὶς μετ’ ὀλίγον κατέστησαν. τοῖς γὰρ Καρχηδονίοις οἵ
τε περίλοιποι τῶν μισθοφορησάντων σφίσι καὶ τὸ δουλεῦον τὸ ἐν τῇ πόλει καὶ τόν ὁμορούντων πολλοὶ πρὸς τὰς συμφορὰς αὐτῶν συνεπέθεντο. οἵ γε μὴν Ρωμαῖοι, ἐπικαλεσαμένων αὐτοὺς τῶν
πολεμούντων ἐκείνοις , οὔθ’ ὑπήκουσαν , ἀλλὰ καὶ ἀντιπρεσβευσάμενοι καὶ μὴ δυνηθέντες καταλλάξαι
αὐτούς, καὶ τοὺς αἰχμαλώτους τόν Καρχηδονίων ὅσους εἶχον 
 ἀφῆκαν προῖκα, καὶ σῖτον ἔπεμψαν καὶ μισθοφόρους ἐκ τῆς οἰκείας συμμαχίδος αὐτοῖς
ἐπαγαγέσθαι ἐπέτρεψαν, δόξαν ἐπιεικείας θηρώμενοι μᾶλλον ἢ τοῦ συμφέροντος αὐτοῖς προμηθούμενοι.
ὅθεν πράγματα ἕψον εἰσέπειτα· ὁ γὰρ Ἀμίλκας ἐκεῖνος ὁ Βαρχίδης, ἐπεὶ τοὺς ἐναντίους
ἐνίκησεν, ἐπὶ μὲν τοὺς Ῥωμαίους, καίπερ κάρτα μισῶν αὐτούς, οὐκ ἐτόλμησε στρατεῦσαι, ἐς δὲ τὴν
Ἰβηρίαν παρὰ γνώμην τῶν οἴκοι τελῶν ἀπῆρεν.

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐγένετο ὕστερον, τότε δὲ καὶ οἱ Ῥωμαῖοι Φαλίσκοις ἐπολέμησαν, καὶ Μάλλιος
Τουρκουάτος τὴν χώραν αὐτῶν ἐδῄωσε. καὶ συμμίξας αὐτοῖς ἐσφάλη μὲν τῷ ὁπλιτικῷ, τοῖς δ' ἱππεῦσιν
 ἐκράτησε. καὶ αὖθις αὐτοῖς μαχεσάμενος ἐνίκησε, καὶ τά τε ὅπλα αὐτῶν
καὶ τὴν ἵππον καὶ τὰ ἔπιπλα καὶ τὸ δουλεῦον καὶ τὸ ἥμισυ τῆς χώρας ἀφείλετο. 
 ὕστερον δὲ ἡ μὲν ἀρχαία πόλις εἰς ὄρος ἐρυμνὸν ἱδρυμένη κατεσκάφη, ἑτέρα δ’ ᾠκοδομήθη
εὐέφοδος. μετὰ δὲ τοῦτο ἐπολέμησαν αὖθις πολέμους πρός τε Βοουίους καὶ πρὸς Γαλάτας ἐκείνοις
πλησιοχώρους καὶ πρὸς Λιγύων τινάς. τοὺς μὲν οὖν Λίγυας Σεμπρώνιος Γράκχος μάχῃ νικήσας
ἐκάκου, καὶ τοῖς Γαλάταις Πούπλιος Οὐαλέριος συμβαλὼν τὸ μὲν πρῶτον ἡττήθη, εἶτα πυθόμενος εἰς
ἐπικουρίαν αὐτοῦ τινας ἐκ τῆς Ῥώμης ἥκειν , ὁμόσε αὖθις τοῖς
Γαλάταις ἐχώρησεν, ἔν ἢ καθ’ ἑαυτὸν νικήσῃ ἢ ἀποθάνῃ· τοῦτο γὰρ μᾶλλον ἢ ζῶν αἰσχύνην
ὀφλεῖν προείλετο ’ καί πὼς κατὰ τύχην ἐκράτησε. 
 Τότε μὲν οὖν ταῦθ’ οὕτως τοῖς Ῥωμαίοις συνήντησαν, καὶ Σαρδῶ παρὰ τῶν Καρχηδονίων ἀμαχεὶ
 χρήματά τε αὖθις ἔλαβον, ἐγκαλέσαντες αὐτοῖς βλάπτειν σφῶν τοὺς πλέοντας· οὔπω γὰρ κρατυνθέντες οἱ Καρχηδόνιοι τὰς ἀπειλὰς αὐτῶν ἐδεδοίκεσαν ’ τῷ
δ' ἐξῆς ἔτει Λούκιος Λέντουλος καὶ Κύιντος Φλάκκος ἐπὶ τοὺς Γαλάτας στρατεύσαντες, ἕως μὲν ὁμοῦ
διῆγον, ἦσαν ἀνανταγώνιστοι, ἐπεὶ δὲ διχῇ πορθεῖν τινα 
 ἤρξαντο, ὡς οὕτω πλείω λείαν περιβαλούμενοι, ἐς κίνδυνον τὸ τοῦ
Φλάκκου κατέστη στρατόπεδον, νυκτὸς κυκλωθέν. ἀλλὰ τότε μὲν οἶ βάρβαροι ἀνεκόπησαν, προσλαβόμενοι δὲ
συμμάχους χειρὶ πολλῇ ἐπὶ τοὺς Ῥωμαίους αὖθις ἐχώρησαν. ἀπαντησάντων δὲ σφίσι Πουπλίου
τε Δεντούλου καὶ Λικινίου Οὐάρου ἤλπισαν αὐτοὺς διὰ τὸ πλῆθος τὸ σφέτερον καὶ ἄνευ μάχης κατ’ ἀπ’
λῆξε ἱν· καὶ πέμψαντες τήν τε χώραν τὴν περὶ τὸ Ἀρίμινον ἀπῄτουν καὶ τῆς πόλεως ὡς αὐτῶν οὔσης
ἐξοικισθῆναι ἐκέλευον. οἱ δ’ ὕπατοι μήτε συμβαλεῖν θαρροῦντες δι’ ὀλιγότητα μήτε τι
προέσθαι τολμῶντες ἀνοχὰς ἔπραξαν, ὡς ἐς τὴν Ῥώμην πρεσβεύσωνται. οἶ δ’ ἐπὶ τὴν βουλὴν
ἐλθόντες τὰ αὐτὰ εἶπον. ὡς δ’ οὐδενὸς οἱ πρέσβεις ὄν ᾔτουν ἐτύγχανον,
εἰς τὸ στρατόπεδον ἀνεχώρησαν. καὶ εὗρον ἐφθαρμένα σφίσι τὰ πράγματα ’ τινὲς γὰρ τῶν
συμμάχων αὐτῶν μεταγνόντες καὶ διὰ φόβου τοὺς Ῥωμαίους πεποιημένοι ἐτράποντο ἐπὶ τοὺς Βοουίους, καὶ
συχνοὶ ἀπώλοντο ἀμφοτέρωθεν, κἀντεῦθεν ἀπῆλθον οἴκαδε οἱ λοιποί , καὶ οἱ Βοούιοι σπονδὰς ἐπὶ μέρει
πολλῷ τῆς χώρας σφῶν ἐποιήσαντο. 
 
 Ἤδη δὲ τῶν Γαλατικῶν λυθέντων πολέμων ὁ Λέντουλος ἐστράτευσεν ἐπὶ Λίγυας, καὶ τοὺς
προσπίπτοντας ἠμύνετο καί τινα ἐρύματα παρεστήσατο. Οὔαρος δὲ ἐπὶ Κύρνον ὁρμήσας, καὶ μὴ δυνηθεὶς
 ἀπορίᾳ πλοίων περαιωθῆναι , Κλαύδιόν τινα Κλινέαν σὺν
δυνάμει προέπεμψε. κἀκεῖνος τοὺς Κυρνίους καταπλήξας ἐς λόγους ἦλθε , καὶ ὡς αὐτοκράτωρ τυγχάνων
ἐσπείσατο. Οὔαρος δὲ τῶν συνθηκῶν μὴ φροντίσας ἐπολέμησε τοῖς Κυρνίοις, ἕως αὐτοὺς ἐχειρώσατο. οἱ δὲ Ρωμαῖοι τὸ παρασπόνδημα ἀποπροσιούμενοι ἔπεμψαν αὐτοῖς ἐκδιδόντες τὸν Κλαύδιον. ὡς δ’
οὐκ ἐδέχθη, ἐξήλασαν αὐτόν. ἐπὶ δὲ Καρχηδονίους μέλλοντες στρατεύσειν, ὡς τοῖς σφόν ἐμπόροις
λυμαινομένους , τοῦτο μὲν οὐκ ἐποίησαν, χρήματα δ' ἐπιπραξάμενοι ἀνενεώσαντο τὰς
σπονδάς. ἔμελλον δὲ μηδ’ ὣς ἐς μακρὰν αἱ συνθῆκαι μένειν. τὰ μὲν οὖν τῶν Καρχηδονίων ἀνεβέβλητο, ἐπὶ
δὲ τοὺς Σαρδονίους μὴ πειθομένους αὐτοῖς ἐστράτευσαν. καὶ
ἐνίκησαν. μετὰ ταῦτα δὲ ἔπεισαν τοὺς Σαρδονίους οἱ Καρχηδόνιοι κρύφα τοῖς Ῥωμαίοις
ἐπαναστῆναι. καὶ τούτοις οἶ Κύρνιοι προσαπεστησαν καὶ οἶ Λίγυες οὐχ ἡσύχασαν. 

 
 Τῷ δ’ ἐπιγενομένῳ ἔτει τριχῇ τὰς δυνάμεις διελόμενοι Ῥωμαῖοι, ἔν ἅμα πολεμούμενοι πάντες μὴ
συμβοηθοῖεν ἀλλήλοις, Ποστούμιον μὲν Ἀλβῖνον εἰς τὴν Λιγυστικήν, Σπούριον δὲ Καρουίλιον ἐπὶ τοὺς
Κυρνίους , ἐς δὲ τὴν Σαρδῶ τὸν ἀστυνόμον Πούπλιον Κορνήλιον ἔπεμψαν. καὶ οἱ μὲν ὕπατοι
 οὐκ ἀπόνως μέν, οὐ βραδέως δὲ τὰ προσταχθέντα σφίσι κατέπραξαν ’ τοὺς
δὲ Σαρδονίους μή τι φρονοῦντας μέτριον ἰσχυρᾷ μάχῃ ὁ Καρουίλιος κατεστρέψατο· ὁ γὰρ Κορνήλιος καὶ
τῶν στρατιωτῶν πολλοὶ ὑπὸ νόσου ἐφθάρησαν. ἐπεὶ δ' οἶ Ῥωμαῖοι ἐκ τῆς χώρας αὐτῶν
ἀπηλλάγησαν , ἀπέστησαν αὐθις οἱ Σαρδόνιοι καὶ οἱ Λίγυες. Κύιντος μὲν οὖν Φάβιος Μάξιμος ἐπέμφθη
πρὸς Λίγυας , ἐς δέ γε τὴν Σαρδῶ Πομπώνιος Μάνιος. τούς γε μὴν Καρχηδονίους ὡς 
 αἰτίους αὐτοῖς τῶν πολέμων ὄντας πολεμίους ἔκριναν, καὶ
πέμψαντες πρὸς αὐτοὺς χρήματά τε ἀπῄτουν καὶ ἁπασῶν ἐκπλεῖν τῶν νήσων ἐπέταττον ὡς αὐτοῖς
διαφερουσῶν. ἐκφαίνοντες δὲ καὶ τὴν σφετέραν διάνοιαν δόρυ αὐτοῖς
ἐπέστειλαν καὶ κηρύκιον, ἓν ἑλέσθαι κελεύοντες ὁποῖον ἂν ἐθελήσωσιν. οἱ δὲ μηδὲν
ὑποπτήξαντες τά τε ἄλλα τραχύτερον ἀπεκρίναντο καὶ τόν πεμφθέντων σφίσιν αἱρεῖσθαι μὲν εἶπον οὐδ’
ἕτερον, δέχεσθαι δ’ ἑτοίμως ὁπότερον καταλείψουσιν. ἐντεῦθεν ἐμίσουν μὲν ἀλλήλους , ὤκνουν δὲ πολέμου κατάρξασθαι. 
 Κινηθέντων δ’ αὖθις τῶν Σαρδονίων ἐπ’ αὐτοὺς οἶ ὕπατοι ἄμφω ἐστρατεύσαντο Μάρκος τε
Μαλέολος καὶ Μάρκος Αἰμίλιος. καὶ πολλὰ μὲν λάφυρα ἔλαβον, παρὰ δὲ τόν Κυρνίων προσσχόντες αὐτοῖς
αὐτὰ ἀφῃρέθησαν. διὸ μετὰ ταῦτα ἐπ’ ἀμφοτέρους οἱ 
Ῥωμαῖοι ἐτράποντο. καὶ Μάρκος μὲν Πομπώνιος Σαρδόνας ἔφερε, καὶ μαθὼν τοὺς πλείονας
αὐτῶν ἐς σπήλαια ὑλώδη καὶ δυσεξεύρετα καταδύντας, μὴ δυνάμενός τε αὐτοὺς εὑρεῖν, κύνας ἐκ τῆς
Ἰταλίας μετεπέμψατο εὔρινας, καὶ δι’ ἐκείνων τὴν στίβον καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τόν
βοσκημάτων εὑρὼν πολλὰ ἀπετέμετο· Γάιος δὲ Παπείριος ἐκ μὲν τῶν πεδίων τοὺς Κυρνίους ἀπήλασε,
βιαζόμενος δὲ πρὸς τὰ ὄρη συχνοὺς ἐξ ἐνέδρας ἀπέβαλε, πλείους τε ἂν ὕδατος ἀπορίᾳ ἀπώλεσεν , εἰ μή
που "δωρ ὀψέ ἀνεφάνη καὶ ἔπεισε τοὺς Κυρνίους ὁμολογῆσαι.

Κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον καὶ Ἀμίλκας ὁ τῶν Καρχηδονίων στρατηγὸς πρὸς Ἰβήρων νικηθεὶς ἔθανεν.
ἀντιπαραταξαμένου γὰρ σφίσιν ἁμάξας δᾴδων καὶ πίσσης μεστὰς πρὸ τοῦ στρατοῦ τόν Καρχηδονίων
 
 προήγαγον , καὶ πλησιάσαντες ἀνῆψαν αὐτάς, καὶ τὰ ἕλκοντα αὐτὰς ὑποζύγια ἐπισπέρχοντες
οἴστρησαν. κἀκ τούτου συνταραχθέντων τῶν ἐναντίων διασπασθέντων τε καὶ τραπομένων ἑπόμενοι κἀκεῖνον
καὶ ἄλλους πλείστους ἐφόνευσαν. καὶ ὁ μὲν ἐπὶ πλεῖστον ἀνθήσας οὕτως ἐτελεύτησε ,
τελευτήσαντα δὲ αὐτὸν Ἀσδρούβας ὁ γαμβρὸς διεδέξατο. καὶ τῆς Ἰβηρίας πολλὰ προσεκτήσατο, πόλιν τε ἐν
αὐτῇ Καρχηδόνα ὁμώνυμον τῇ πατρίδι ἔκτισε. 
 Τῶν δέ γε Βοουίων καὶ τῶν ἄλλων Γαλατῶν πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα , πλείστους δὲ καὶ
αἰχμαλώτους πωλούντων , δείσαντες οἱ Ῥωμαῖοι μήποτε κατ’ αὐτῶν τοῖς
χρήμασι χρήσονται, ἀπεῖπον μηδένα ἀνδρὶ Γαλάτῃ μήτ’ ἀργύριον μήτε χρυσίον διδόναι. ἐντεῦθεν οἱ
Καρχηδόνιοι μαθόντες τοὺς ὑπάτους Μάρκον Αἰμίλιον καὶ Μάρκον Ἰούνιον εἰς τὴν Λιγυστικὴν
ἀπά- 
 ῥαντὰς, παρεσκευάζοντο εἰς τὴν Ῥώμην ἐλάσαι. γνόντων δὲ τοῦτο τῶν ὑπάτων , καὶ ἐπ’
αὐτοὺς ἀθρόον ὡρμηκότων, ἐξεπλάγησαν καὶ ἀπήντησαν αὐτοῖς ὡς φίλιοι. κἀκεῖνοι δὲ ὑπεκρίθησαν ὅτι οὐκ
ἐπ’ ἐκείνους ἀπῄεσαν , ἀλλὰ διὰ τῆς χώρας αὐτῶν ἐς τοὺς Λίγυας. 
 Ῥωμαῖοι δὲ τόν τε Ἰόνιον ἐπεραιώθησαν καὶ τῆς ἠπείρου τῆς Ἑλληνικῆς ἥψαντο· πρόφασις δ’
αὐτοῖς τοῦ πλοῦ ἐγένετο ἥδε. Ἴσσα νῆσός ἐστιν ἐν τῷ Ἱονίῳ κόλπῳ
κειμένη. οἶ γοῦν ταύτης κάτοικοι Ἱσσαῖοι καλούμενοι ἐθελονταὶ τοῖς Ῥωμαίοις
παραδεδώκασιν ἑαυτούς, τῷ σφῶν κρατοῦντι ἀχθόμενοι Ἄγρωνι τῷ τῶν Σαρδιαίων βασιλεῖ, γένους
Ἱλλυρικοῦ. πρὸς ὃν οἱ ὕπατοι πρέσβεις ἔπεμψαν. ἐκείνου δὲ τεθνεῶτος ἐπὶ υἱῷ διαδόχῳ παιδὶ ἔτι , ἡ
ἐκείνου γυνή, τοῦ δὲ παιδὸς μητρυιά, τὴν τῶν Σαρδιαίων διεῖπεν ἀρχήν. ἡ τοῖς πρέσβεσιν
οὐδὲν μέτριον ἐχρημάτισε, παρρησιασαμένους δὲ τοὺς μὲν ἔδησε, τοὺς δὲ ἀπέκτεινε. τῶν δὲ Ῥωμαίων
πόλεμον ψηφισαμένων αὐτῇ κατέπτηξε , καὶ τούς τε σωζομένους τῶν πρέσβεων ἀποδώσειν
ὑπέσχετο καὶ τοὺς θανόντας ἔλεγεν ὑπὸ λῃστῶν πεφονεῦσθαι. τῶν δὲ
Ῥωμαίων τοὺς αὐτόχειρας ἐξαιτησαμένων οὔτε τινὰ ἐκδώσειν ἔφη καὶ ἐπὶ τὴν Ἴσσαν ἔστειλε στράτευμα.
εἶτα αὖθις δείσασα Δημήτριόν τινα πρὸς τοὺς ὑπάτους ἔπεμψεν, ὡς ἑτοίμη πρὸς πᾶν ὑπακοῦσαι αὐτῶν. καὶ σπονδαὶ πρὸς τὸν πεμφθέντα ἐγένοντο, τὴν
Κέρκυραν αὐτοῖς παρασχόμενον. τῶν δὲ πρὸς τὴν νῆσον περαιωθέντων ἀνεθάρσησεν αὖθις, οἶα γυνὴ κούφην
ἔχουσα γνώμην καὶ εὐμετάβολον , καὶ πρὸς Ἐπίδαμνον καὶ Ἀπολλωνίαν ἐξέπεμψε στρατιάν.
τῶν δὲ Ρωμαίων τὰς πόλεις τε ῥυσαμένων καὶ πλοῖα αὐτῆς κατασχόντων μετὰ χρημάτων ἐκ
Πελοποννήσου προσπλέοντα, πλέοντα, καὶ τὰ χωρία πορθησάντων τὰ
πάραλα, καὶ τοῦ Δημητρίου διὰ τὴν ἐμπληξίαν ἐκείνης πρὸς Ρωμαίους μεθεστηκότος καὶ ἄλλους
αὐτομολῆσαι πεπεικότος, κατέδεισε καὶ ἀπέσχετο τῆς ἀρχῆς. καὶ τὴν μὲν ὁ Δημήτριος ὡς τῷ παιδὶ
ἐπιτροπεύσων εἰλήφει, οἶ δὲ Ῥωμαῖοι διὰ ταῦτα παρὰ Κορινθίων ἐπῃνέθησαν, καὶ τοῦ Ἰσθμικοῦ μετέσχον
ἀγῶνος, καὶ στάδιον ἐν αὐτῷ ὁ Πλαῦτος ἐνίκησε. καὶ πρὸς Ἀθηναίους δὲ φιλίαν
ἐπεποιήκεσαν καὶ τῆς πολιτείας σφῶν τῶν τε μυστηρίων μετέσχον. 
 Τὸ δ’ Ἰλλυρικὸν ὄνομα πάλαι μὲν ἐν ἄλλοις ἐπεκέκλητο, ὕστερον δὲ ἐς τὴν ἄνω μεταβέβηκεν
ἤπειρον καὶ ὑπὲρ τὴν Μακεδονίαν τήν τε Θρᾴκην τὴν 
 ἐντὸς του Αἵμου καὶ τὴν πρὸς τῇ Ῥοδόπῃ, καὶ ἔστιν ἐν τό μέσῳ τούτων τῶν ὀρῶν καὶ τῶν
Ἄλπεων τοῦ τε Αἴνου ποταμοῦ καὶ τοῦ Ἴστρου μέχρι τοῦ Εύξείνου πόντου καί πῃ καὶ ἐπέκεινα τοῦ Ἴστρου
νέμεται. 
 Λογίου δέ ποτε τοῖς Ῥωμαίοις ἐλθόντος Ἕλληνας καὶ Γαλάτας τὸ ἄστυ
καταλήψεσθαι, Γαλάται δύο καὶ Ἕλληνες ἕτεροι ἔκ τε τοῦ ἄρρενος καὶ τοῦ θήλεος γένους ζῶντες ἐν τῇ
ἀγορᾷ κατωρύγησαν, ἵν οὕτως ἐπιτελὲς τὸ πεπρωμένον γενέσθαι δοκῇ, καί τι κατέχειν τῆς πόλεως
κατορωρυγμένοι νομίζωνται. 
 
 Μετὰ δὲ τοῦτο Σαρδόνιοι ἐν δεινῷ ποιούμενοι ὅτι στρατηγὸς Ῥωμαίων ἀεὶ καθειστήκει αὐτοῖς,
ἐπανέστησαν· αὖθις δὲ ἐδουλώθησαν.

Ἱνσοῦβροι δὲ Γαλατικὸν γένος , συμμάχους ἐκ τῶν ὑπὲρ τὰς Ἄλπεις ὁμοφύλων προσειληφότες,
ὅπλα 
 
 τοῖς Ῥωμαίοις ἐπήνεγκαν . διό καὶ αὐτοὶ ηὐτρεπίζοντο. ληισαμένων δὲ τόν βαρβάρων τινά,
τελευταῖον χειμῶνος μεγάλου νυκτὸς συμβάντος ὑπετόπησαν τὸ θεῖον ἐναντιοῦσθαι αὐτοῖς καὶ ἠθύμησαν ,
καὶ καταπτήξαντες φυγῇ τὴν σωτηρίαν πορίσασθαι ἐπεχείρησαν. ’σαν. καὶ ὁ Ῥηγοῦλος αὐτοὺς
κατεδίωξε, καὶ τοῖς ὀπισθοφυλακοῦσι προσμίξας ἡττήθη τε καὶ ἀπέθανεν ’ Αἰμίλιος δὲ λόφον τινὰ
κατασχὼν ἡσύχαζεν. ἀντικατασχόντων δὲ καὶ τῶν Γαλατῶν ἕτερον, ἐπί τινας μὲν ἡμέρας ἠρέμουν , ἔπειτα
οἱ μὲν ὀργῇ τοῦ γεγονότος, 
 αὐχήματι δὲ τῆς νίκης οἱ βάρβαροι, καταδραμόντες ἀπὸ τῶν μετεώρων
συνέβαλον. καὶ ἐπὶ πολὺ μὲν ἰσορρόπως ἐμάχοντο , τέλος δ’ οἶ Ῥωμαῖοι τῷ ἱππικῷ περισχόντες αὐτοὺς
κατέκοψαν , καὶ τὸ στρατόπεδον αὐτῶν εἷλον καὶ τὰ λάφυρα ἐκομίσαντο. καὶ μετὰ ταῦτα
τοῖς τῶν Βοουίων ὁ Αἰμίλιος ἐλυμήνατο, καὶ τὰ ἐπινίκια ἤγαγε, τούς τε πρώτους τῶν ἁλόντων
ὡπλισμένους μένους ἐπὶ τὸ Καπιτώλιον ἀνεκόμισεν, ἐπισκώπτων αὐτοῖς ὡς ὀμωμοκόσι μὴ πρότερον τοὺς
θώρακας ἀποδύσασθαι πρὶν ἀνελθεῖν εἰς τὸ Καπιτώλιον. ἐκ δὲ τούτου τήν τε τῶν Βοουίων
ἅπασαν προσεκτήσαντο καὶ τὸν Ἠριδανὸν τότε πρῶτον ἐπὶ τοὺς
Ἰνσούβρους διέβησαν καὶ τὴν χώραν αὐτῶν ἐπόρθουν. 
 Τεράτων δ’ ἐν τούτῳ γενομένων ἐς μέγα δέος οἶ ἐν τῇ Ῥώμῃ κατέστησαν ’ ποταμός
τε γὰρ ἐν τῷ Πικηνῷ αἱματώδης ἐρρύη κἀν τῇ Τυρσηνίδι καίεσθαι τοῦ οὐρανοῦ πολὺ ἔδοξε, καὶ ἐν τῷ
Ἀριμίνῳ φῶς νύκτωρ ἡμέρᾳ προσεοικὸς ἔλαμψε, καὶ πολλαχόθι τῆς Ἰταλίας τρεῖς σελῆναι νυκτὸς
ἐφαντάσθησαν, κἀν τῇ ἀγορᾷ γὺψ ἐφ’ ἡμέρας πλείονας ἐνιδρύθη. διά τε γοῦν τὰ τέρατα ταῦτα καὶ ὅτι τινὲς παρανόμως ἔλεγον τοὺς
ὑπάτους αἱρεθῆναι, μετεπέμψαντο αὐτούς. δεξάμενοι δὲ τὰ γράμματα οἱ ὕπατοι οὐκ εὐθὺς αὐτὰ ἀνέγνων,
ἄρτι πρὸς πόλεμον καθιστάμενοι , ἀλλὰ προσυμβαλόντες ἐκράτησαν. μετὰ
δὲ τὴν μάχην ἀναγνωσθείσης. τῆς ἐπιστολῆς ὁ μὲν Φούριος ἑτοίμως ἐπείθετο , ὁ δέ γε
Φλαμίνιος ἐπαιρόμενος τῇ νίκῃ τήν τε αἵρεσιν αὐτῶν ἀπεδείκνυ δι’ αὐτῆς ὀρθῶς ἔχουσαν καὶ διὰ τὸν
πρὸς αὐτὸν φθόνον ἐνέκειτο καὶ τοῦ θείου τοὺς δυνατοὺς καταψεύδεσθαι. οὔτ’ οὖν 
ἀπαναστῆναι πρὶν τὸ πᾶν καταστήσασθαι ἤθελε καὶ διδάξειν καὶ τοὺς οἴκοι ἔφη μήτ’ ὄρνισι μήτ’ ἄλλῳ δή
τινι τοιούτῳ προσέχοντας ἀπατᾶσθαι. καὶ ὁ μὲν κατὰ χώραν μένειν ἤθελε καὶ τόν συνάρχοντα κατέχειν
ἐπειρᾶτο, ἐπειρᾶτο, Φούριος δ' οὐκ ἐπείθετο. τῶν δὲ μετὰ τοῦ Φλαμινίου μελλόντων
καταλειφθήσεσθαι φοβηθέντων μὴ μονωθέντες πάθωσί τι παρὰ τῶν
ἐναντίων, καὶ δεηθέντων ἡμέρας τινὰς προσμεῖναι, ἐπείσθη, οὐ μέντοι καὶ ἔργου ἥψατο. Φλαμίνιος δὲ
περινοστῶν τὴν χώραν ἔτεμνε καὶ ἐρύματά τινα κατεστρέψατο, τά τε λάφυρα πάντα τοῖς
στρατιώταις, θεραπεύων αὐτούς, ἐχαρίσατο. ὀψὲ δ' οἴκαδε ἐπανελθόντες ὑπὸ μὲν τῆς γερουσίας αἰτίαν
τῆς ἀπειθείας ἔσχον , διὰ γὰρ τὴν πρὸς τὸν Φλαμίνιον ὀργὴν ἠτίμασαν καὶ τὸν Φούριον, τὸ δὲ πλῆθος
ἀντιφιλονεικῆσαν ὑπὲρ τοῦ Φλαμινίου ἐψηφίσαντο τὰ νικητήρια. καὶ ἀγαγόντες αὐτὰ
ἐξέστησαν τῆς ἀρχῆς. 
 Ἕτεροι δὲ ὕπατοι Κλαύδιος Μάρκελλος καὶ Γναῖος Σκιπίων ἀνθαιρεθέντες ἐστράτευσαν ἐπὶ τοὺς
Ἰνσούβρους. εἰρήνην γὰρ αὐτοῖς αἰτήσασιν οὐκ ἐψηφίσαντο. 
καὶ ἄμφω μὲν πρῶτον πολεμοῦντες τὰ πλείω ἐκράτουν, ἔπειτα τὴν συμμαχίδα λεηλατουμένην μαθόντες
διῃρέθησαν. καὶ Μάρκελλος μὲν ἐπὶ τοὺς ληιζομένους τὴν σύμμαχον διὰ ταχέων ἐλθὼν οὐ
κατέλαβε σφᾶς ἐκεῖ, φεύγοντας δ’ ἐπεδίωξε καὶ ὑποστάντας ἐνίκησε, Σκιπίων δὲ κατὰ χώραν μείνας
Ἀκέρας ἐπολιόρκει , καὶ λαβὼν αὐτὰς ὁρμητήριον τοῦ πολέμου πεποίηκεν , οὔσας ἐπικαίρους καὶ
εὐερκεῖς. κἀντεῦθεν ὁρμώμενοι τό τε Μεδιόλανον καὶ κωμόπολιν ἑτέραν ἐχειρώσαντο. ἁλόντων
δὲ τούτων καὶ οἱ λοιποὶ Ἱνσοῦβροι ὡμολόγησαν αὐτοῖς, χρήματα
καὶ μέρος τῆς γῆς δόντες. 
 Εἶτα Πούπλιός τε Κορνήλιος καὶ Μάρκος Μινούκιος ἐπ’ Ἴστρου ἐστράτευσαν , καὶ
πολλὰ τῶν ἐκεῖ ἐθνῶν τὰ μὲν πολέμῳ , τὰ δὲ ὁμολογίαις ὑπέταξαν. Λούκιος δὲ Οὐετούριος καὶ Γάιος
Δουτάτιος ἦλθον μέχρι τῶν Ἄλπεων, ἄνευ δὲ μάχης πολλοὺς ᾠκειώσαντο. ὁ μέντοι τῶν Σαρδιαίων ἄρχων
Δημήτριος, ὡς ἄνω που εἴρηται, τοῖς ἐπιχωρίοις ἐπαχθὴς ἦν καὶ τὰ τῶν πλησιοίκων
ἐκακούργει καὶ ἐδόκει τῇ Ῥωμαίων φιλίᾳ ἀποχρώμενος ἀδικεῖν. αἰσθόμενοι δὲ τοῦτο οἱ ὕπατοι Αἰμίλιος
Παῦλος καὶ Μάρκος Διούιος μετεπέμψαντο αὐτόν. ὡς δ’ οὐχ ὑπήκουσεν,
ἀλλὰ καὶ τῆς συμμαχίδος σφῶν ἥπτετο, ἐστράτευσαν ἐπ’ αὐτὸν ἐν τῇ Ἴσσῃ ὄντα. καὶ
προμαθόντες ὅτι ὑφώρμει που τῶν κατάρσεων , μέρος τῶν νεῶν εἰς τὰ ἐπὶ θάτερα τῆς νήσου προσμίξαι
ἔπεμψαν. κἀκ τούτου τῶν Ἰλλυριῶν ἐπ’ ἐκείνους ὡς καὶ μόνους ὄντας τραπομένων, αὐτοὶ
κατὰ σχολὴν προσπλεύσαντες ἐν ἐπιτηδείῳ τε ἐστρατοπεδεύσαντο καὶ προσπεσόντας σφίσιν αὐθημερὸν τοὺς
ἐπιχωρίους ὀργῇ τῆς ἀπάτης ἀπεώσαντο. τοῦ δὲ Δημητρίου ἐς Φάρον ἑτέραν νῆσον διαφυγόντος, καὶ ἐπ’
ἐκείνην ἔπλευσαν καὶ 
 
 τῶν ἀντικαταστάντων ἐκράτησαν καὶ τὴν πόλιν ἐκ προδοσίας εἷλον , τοῦ Δημητρίου
διαδράντος. ὃς τότε μὲν εἰς Μακεδονίαν μετὰ πολλόν χρημάτων πρὸς
 Φίλιππον τὸν βασιλέα αὐτῆς ἐλθὼν ὑπ’ ἐκείνου μὲν 
οὐκ ἐξεδόθη , πρὸς δὲ τοὺς Ἰλλυριοὺς ἐπανελθὼν συνελήφθη ὑπὸ Ῥωμαίων καὶ ἐδικαιώθη.

Τῷ δ’ ἐχομένῳ ἔτει περιφανῶς οἱ Ῥωμαῖοι τοῖς Καρχηδονίοις ἐξεπολεμώθησαν , καὶ ὁ πόλεμος
οὗτος τῷ μὲν χρόνῳ πολὺ ἐλάσσων τοῦ προτέρου συμβέβηκε, τοῖς δ' ἔργοις τοῖς τε παθήμασι
καὶ μείζων καὶ χαλεπώτερος. ἐπῆρε δὲ τοῦτον μάλιστα ὁ Ἀννίβας στραταρχῶν τῶν Καρχηδονίων. ὁ δ’
Ἀννίβας οὕτος παῖς τοῦ Ἀμίλκου τοῦ Βαρχίδου ἐγένετο, καὶ ἐκ παίδων
εὐθὺς ἐπὶ τοὺς Ῥωμαίους ἠσκήθη. πάντας τὰς γὰρ τοὺς υἱεῖς ὁ Ἀμίλκας ὥσπερ τινὰς
σκύμνους ἐπ’ αὐτοὺς τρέφειν ἔλεγεν , ἐκεῖνον δὲ πολύ τῇ φύσει προφέροντα ὁρῶν καὶ ὥρκωσε πολεμήσειν
αὐτοῖς καὶ διὰ τοῦτο τά τε ἄλλα καὶ τὰ πολέμια ἔτι μᾶλλον αὐτὸν ἐξεδίδασκε , πεντεκαιδεκαέτη ὄντα .
ὅθεν οὐκ ἠδυνήθη θανόντος αὐτῷ τοῦ πατρὸς τὴν στρατηγίαν διαδέξασθαι. ἐπεὶ δὲ ὁ
Ἀσδρούβας ἐτελεύτησεν, οὐκέτι ἐμέλλησεν, ἒξ τότε καὶ εἴκοσιν ἐτῶν γεγονώς, ἀλλὰ τό τε στράτευμα ἐν
τῇ Ἰβηρίᾳ αὐτίκα προκατέλαβε καὶ στρατηγὸς ὑπ’ αὐτῶν ἀναδειχθεὶς διῳκήσατο καὶ παρὰ τῶν
οἴκοι τελῶν βεβαιωθῆναι αὐτῷ τὴν ἡγεμονίαν. πράξας δὲ ταῦτα
προφάσεως εὐπρεποῦς ἐδεῖτο εἰς τὴν κατὰ Ῥωμαίων ὁρμήν, καὶ ταύτην ἐποιήσατο τοὺς ἐν τῇ Ἰβηρίᾳ
Ζακυνθίους. οὗτοι γὰρ οὐ πόρρω τοῦ ποταμοῦ οἰκοῦντες τοῦ Ἴβηρος, ἄνω τῆς θαλάσσης
βραχύ, τοῖς Ῥωμαίοις προσέ- 
 κεῖντο, κἀκεῖνοι καὶ ἐτίμων αὐτοὺς καὶ ἐν ταῖς πρὸς τοὺς Καρχηδονίους συνθήκαις
ἐξαιρέτους ἐπεποιήκεσαν. διὰ ταῦτ᾿ οὖν ὁ Ἀννίβας πόλεμον ἤρατο πρός αὐτούς, εἰδὼς ὅτι ἢ
ἐπικουρήσουσιν οἶῬωμαῖοι τοῖς Ζακυνθίοις ἢ καί τι παθοῦσι τιμωρήσουσι. διά τε οὖν ταῦτα
καὶ ὅτι καὶ μέγαν πλοῦτον κεκτῆσθαι αὐτοὺς ἐγίνωσκεν, οὗ καὶ μάλιστα
ἔχρῃζε, καὶ δι᾿ ἕτερα αἴτια κατὰ ῾Ρωμαίων αὐτῷ συμβαλλόμενα τοῖς Ζακυνθίοις ἐπέθετο. 
 Ἡ δ᾿ Ἰβηρία, ἐν ᾗ οἱ Ζακύνθιοι οἰκοῦσι, καὶ ἡ 10 προσεχὴς αὐτῆ πᾶσα ἔν τε τῇ Εὐρώπῃ πρὸς
δυσμάς ἐστι καὶ ἐπὶ πολὺ μὲν παρὰ τὴν ἔσω θάλασσαν καὶ παρὰ τὰς Ἡρακλείους στήλας τόν τε Ὠκεανὸν
αὐτὸν προήκει, καὶ προσέτι καὶ τὴν ἤπειρον τὴν ἄνω διὰ πλείστου μέχρι τοῦ Πυρηναίου νέμεται. τὸ γὰρ
ὄρος τοῦτο ἐκ τῆς θαλάσσης τῆς πάλαι μὲν Βεβρύκων, ὕστερον δὲ Ναρβωνησίων, ἀρξάμενον ἐς
τὴν ἔξω τὴν μεγάλην διατεένει, πολλὰ μὲν ἐντὸς αὐτοῦ καὶ σύμμικτα ἔθνη ἔχον, πᾶσαν δὲ τὴν Ἰβηρίαν
ἀπὸ τῆς προσοίκου Γαλατίας ἀφορίζον. οὔτε δ᾿ ὁμόφωνοι 
ἦσαν οὔτε κοινῇ ἐπολιτεύοντο. ὅθεν οὐδὲ εἰς ἓν ὄνομα ἐτέλουν· οἱ μὲν γὰρ ῾Ρωμαῖοι Ἱσπανούς, οἱ δ᾿
Ἓλληνες Ἴβηρας ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ τοῦ Ἴβηρος αὐτοὺς ἐπεκάλεσαν. 
 Οἱ μὲν οὖν Ζακύνθιοι οὗτοι ἐπολιορκοῦντο, καὶ ἔπεμψαν πρὸς τοὺς περιοίκους καὶ
πρὸς τοὺς ῾Ρωμαίους ἐπικουρίας δεόμενοι. ἀλλὰ τοὺς μὲν ὁ Αννίβὰς ἐκώλυσεν, οἱ δὲ ῾Ρωμαῖοι πρέσβεις
πρὸς ἐκεῖνον πέμψαντες μὴ πελάζειν τοῖς Ζακυνθίοις ἐκέλευον, καὶ εἰ μὴ πείθοιτο, ἐς τὴν Καρχηδόνα
πλεῦσαι εὐθὺς καὶ κατηγορῆσαι αὐτοῦ ἐπηπείλησαν. ὁ δ᾿ Ἀννίβας ἐκ τῶν ἐπιχωρίων πέμψας
τινὰς ὡς εὔνοιαν τηροῦν- τας τοῖς πρέσβεσιν ἤδη πλησίον οὖσι παρεσκεύασε λέγειν αὐτοῖς μὴ παρεῖναι τὸν στρατηγόν, πόρρω που0 ἐς ἄγνωστα χωρία
ἀποδημήσαντα. καὶ παρῄνουν ἀπαλλαγῆναι ὡς τάχιστα, πρὶν καταγγελθεῖεν ὡς πάρεισιν, ἴνα
μὴ διὰ τὴν ἀναρχίαν, τοῦ στρατηγοῦ μὴ παρόντος, ἀπόλωνται. οἱ μὲν οὖν πιστεύσαντες αὐτοῖς εἰς τὴν
Καρχηδόνα ἀπῄεσαν· γενομένης δὲ ἐκκλησίας οἱ μὲν τῶν
Καρχηδονίων εἰρήνην ἄγειν πρὸς τοὺς ῾Ρωμαίους συνεβούλευον, οἱ δὲ τῷ Ἀννέβᾳ 
προσκείμενοι τοὺς μὲν Ζακυνθίους ἀδικεῖν, τοὺς δὲ Ῥωμαίους τὰ μηδὲν σφίσι προσήκοντα πολυπραγμονεῖν
ἔλεγον. καὶ τέλος ἐπεκράτησαν οἱ πολεμῆσαι σφᾶς
ἀναπείθοντες. 
 Ἐν τούτῳ δὲ ὁ Ἀννίβας σπουδῇ τὰς προσβολὰς τῆς τειχομαχίας ἐποιεῖτο. πολλῶν δὲ
πιπτόντων καὶ πλειόνων τιτρωσκομένων ἐκ τῶν τοῦ Ἀννίβου, καί ποτε τῶν Καρχηδονίων κατασεισάντων τι
τοῦ περιβόλου καὶ κατὰ τὸ ῥῆγμα εἰσελθεῖν τολμησάντων, ἐπεξέδραμον οἱ Ζακύνθιοι καὶ ἀπεσόβησαν σφᾶς·
 ὅθεν αὐτοὶ μὲν ἐπερρώσθησαν, οἱ Καρχηδόνιοι δὲ ἐνέδοσαν ἀθυμήσαντες. οὐκ ἀπέστησαν δὲ
πρὶν τὴν πόλιν ἑλεῖν, καίτοι ἐπ᾿ ὄγδοον μῆνα τῆς πολιορκίας παραταθείσης· ἐν οἷς ἄλλα τε πολλὰ
συνηνέχθη καὶ ἄτοπα καὶ ὁ Ἀννίβας δεινῶς ἐτρώθη. ἥλω δὲ οὕτως. μηχάνημα τῷ τείχει προσήγαγον πολύ τε αὐτοῦ ὑπεραῖρον καὶ ὁπλίτας τοὺς μὲν ἐμφανεῖς ἔχον,
τοὺς δὲ λανθάνοντας. τῶν οὖν Ζακυνθίων τοῖς ὁρωμένοις ὡς μόνοις οὖσι μαχομένων ἐρρωμενέστερον, οἱ
κεκρυμμένοι τὸ τεῖχος ὑπορύξαντες εἰσεβιάσαντο καὶ ἔνδον ἐγένοντο. τῷ γοῦν παραδόξῳ οἱ
Ζακύνθιοι ἐκπλαγέντες εἰς τὴν ἀκρόπολιν ἀνέδραμον, καὶ εἰς λόγους ἦλθον, εἴ πὼς ἐπιεικεῖ τινι
ὁμολογίᾳ περισω- θεῖεν. ὡς δ’ οὐδὲν ὁ Ἀννίβας προί·σχετο μέτριον οὐδέ τις αὐτοῖς ὠφέλεια πρὸς τῶν Ῥωμαίων ἐγίνετο, ἐπισχεθῆναι τὰς προσβολὰς ἐξῃτήσαντο ,
ὥς τι περὶ τῶν κατὰ σφὰς βουλευσόμενοι· κἀν τούτῳ τὰ τιμιώτατα συμφορήσαντες τῶν χρημάτων ἐς πῦρ
ἐνέβαλον, καὶ οἶ μὲν ἀπόμαχοι διεχειρίσαντο ἑαυτούς , οἱ δ ἐν ἡλικίᾳ ἀθρόοι πρὸς τοὺς
ἐναντίους ὡρμήκεσαν καὶ προθύμως ἀγωνιζόμενοι κατεκόπησαν.

Καὶ δι’ αὐτοὺς οἵ τε Ῥωμαῖοι καὶ οἱ Καρχηδόνιοι ἐπολέμησαν. ὁ γὰρ Ἀννίβας καὶ συμμάχους
συχνοὺς προσλαβὼν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἠπείγετο. πυθόμενοι δὲ ταῦθ’ οἱ Ῥωμαῖοι συνῆλθον εἰς
τὸ συνέδριον , καὶ ἐλέχθη μὲν πολλά , Λούκιος δὲ Κορνήλιος Λέντουλος 
ἐδημηγόρησε καὶ εἶπε μὴ μέλλειν, ἀλλὰ πόλεμον κατὰ τῶν Καρχηδονίων ψηφίσασθαι, καὶ διχῇ διελεῖν καὶ
 τοὺς ὑπάτους καὶ τὰ στρατεύματα , καὶ τοὺς μὲν εἰς τὴν Ἰβηρίαν , τοὺς δὲ εἰς τὴν Λιβύην
πέμψαι, ἴν’ ὑπὸ τὸν αὐτὸν χρόνον ἥ τε χώρα αὐτῶν πορθῆται καὶ οἶ σύμμαχοι κακουργῶνται καὶ μήτε τῇ
Ἰβηρίᾳ βοηθῆσαι δύνωνται μήτ’ ἐκεῖθεν αὐτοὶ ἐπικουρηθῶσι. πρὸς ταῦτα Κύιντος Φάβιος
Μάξιμος ἀντέθετο μὴ οὕτως ἐκ παντὸς τρόπου τὸν πόλεμον δεῖν ψηφίσασθαι, ἀλλὰ πρεσβείᾳ χρήσασθαι
πρότερον , κἂν μὲν πείσωσιν ὅτι οὐδὲν ἀδικοῦσιν, ἡσυχίαν ἄγειν, 
ἂν δ’ ἀδικοῦντες ἁλῶσι, τότε πολεμῆσαι αὐτοῖς, ἵνα καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ πολέμου ἐς αὐτοὺς
ἀπωσώμεθα. αἱ μὲν οὖν ἀμφοῖν δόξαι τοιαῦται ἦσαν ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰπεῖν , τῇ δὲ βουλῇ παρασκευάζεσθαι
μὲν ἔδοξε πρὸς τὴν μάχην , πρέσβεις δὲ εἰς τὴν Καρχηδόνα 
 στεῖλαι καὶ τοῦ Ἀννίβου κατηγορῆσαι, καὶ εἰ μὲν μὴ ἐπαινοῖεν τὰ πραχθέντα, δικάσαι, εἰ
δ᾿ εἰς ἐκεὶνον αὐτὰ ἀναφέροιεν, ἐξαιτήσασθαι αὐτόν, Κάιν μὴ ἐκδῶσι, τὸν πόλεμον ἐπαγγεῖλαι
αὐτοῖς. 
 
 Τῶν γοῦν πρέσβεων ἀπελθόντων οἱ Καρχηδόνιοι τὸ ποιητέον ἐσκόπουν. καί τις Ἀσδρούβας, εἷς
τῶν ὑπὸ τοῦ Ἀννίβου προπαρεσκευασ μένων, συνεβούλευσε σφίσι χρῆναι τήν τε ἀρχαίαν ἐλευθερίαν ἀνακτήσασθαι καὶ τὴν ἐκ τῆς εἰρήνης δουλείαν ἀποτρίψασθαι καὶ χρήμασι καὶ
δυνάμεσι καὶ συμμάχοις συγκεκροτημένοις, ἐπαγαγὼν ὅτι “κἂν τῷ Ἀννίβᾳ μόνῳ ὅσα βούλεται πρᾶξαι ἐπιτρέψητε, καὶ τὰ προσήκοντα ἔσται καὶ οὐδὲν αὐτοὶ πονήσετε.”
τοιαῦτα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος Ἄννων ὁ μέγας ἐναντιούμενος τοῖς τοῦ Ἀσδρούβου λόγοις γνώμην
εἰσήνεγκε μήτε ῥᾳδίως μήτε μικρῶν καὶ ἀλλοτρίων ἐγκλημάτων ἕνεκα τὸν πόλεμον ἐφ᾿ ἑαυτοὺς
ἐπισπάσασθαι, παρὸν τὰ μὲν λῦσαι, τὰ δὲ ἐς τοὺς δράσαντας αὐτὰ τρέψαι. καὶ ὁ μὲν ταῦτα εἰπὼν
ἐπαύσατο, τῶν δὲ Καρχηδονίων οἱ μὲν πρεσβύτεροι καὶ τοῦ πρὶν μεμνημένοι πολέμου αὐτῷ συνετίθεντο, οἱ δ᾿ ἐν ἡλικίᾳ καὶ μάλισθ᾿ ὅσοι τὰ τοῦ Ἀννίβου ἔπραττον
ἰσχυρῶς ἀντέλεγον. ὡς δ᾿ οὐδὲν σαφὲς ἀπεκρίναντο καὶ ἐν ὀλιγωρίᾳ τοὺς πρέσβεις εἶχον, ὁ Μάρκος ὁ
Φάβιος τὰς χεῖρας ὑπὸ τὰ ἱμάτια ὑποβαλὼν καὶ ὑπτιάσας αὐτὰς ἔφη “ἐγὼ μὲν ἐνταῦθ”, ὦ
Καρχηδόνιοι, καὶ τὸν πόλεμον καὶ τὴν εἰρήνην φέρω, ὑμεῖς δ᾿ ὁπότερον αὐτῶν βούλεσθε ἕλεσθε.”
ἀποκριθέντων δὲ μηδέτερον μὲν αἱρεῖσθαι, δέχεσθαι δ᾿ ἑτοίμως ὁπότερον καταλείψουσιν, ἐπήγγειλεν
 αὐτοῖς αὐτίκα τὸν πόλεμον. 
 Oὕτω μὲν οὖν καὶ διὰ ταῦτα οἵ τε ῾Ρωμαῖοι καὶ οἱ Καρχηδόνιοι τὸ δεύτερον ἐπολέμησαν. καὶ τὸ
δαι- 
 μονιὸν τὰ γενησόμενα προεσήμηνεν. ἐν γὰρ τῇ Ῥώμῃ ἀνθρωπίνως ἐλάλησε
βοῦς, καὶ ἕτερος ἐν τῇ τῶν Ῥωμαίων πανηγύρει ἐξ οἰκίας εἰς τὸν Τίβεριν ἑαυτὸν ἔρριψε καὶ ἐφθάρη ,
κεραυνοί τε πολλοὶ ἐφέροντο, καὶ αἷμα τὸ μὲν ἐξ ἀγαλμάτων ὤφθη, τὸ δὲ ἐξ ἀσπίδος δὸς
στρατιώτου ἐρρύη, ἑτέρου τε ξίφος ἐξ αὐτοῦ τοῦ στρατοπέδου λύκος ἥρπασε. τῷ δ’ Ἀννίβᾳ θηρία πολλὰ
καὶ ἄγνωστα τὸν Ἴβηρα διαβαίνοντι προκαθηγήσατο, καὶ ὄψις ὀνείρου ἐφάνη. ἔδοξε γάρ ποτε τοὺς θεοὺς
ἐν ἐκκλησίᾳ καθημένους μεταπέμψασθαί τε αὐτὸν καὶ στρατεῦσαι ὅτι τάχιστα εἰς τὴν
Ἰταλίαν προστάξαι καὶ λαβεῖν παρ’ αὐτῶν τῆς ὁδοῦ ἡγεμόνα, καὶ ἀμεταστρεπτὶ ὑπ’ αὐτοῦ κελευσθῆναι
ἕπεσθαι. μεταστραφῆναι δὲ καὶ ἰδεῖν χειμῶνα μέγαν χωροῦντα καὶ
δράκοντα αὐτῷ ἐπακολουθοῦντα ἀμήχανον, καὶ θαυμάσαι ἐρέσθαι τε τὸν ἀγωγὸν τί ταῦτα εἶεν
’ καὶ τὸν εἰπεῖν ὦ Ἀννίβα, ταῦτα συμπορθήσοντά σοι τὴν Ἰταλίαν ἔρχεται.”

Ταῦτα τῷ μὲν Ἀννίβᾳ χρηστὴν ἐλπίδα , τοῖς δὲ Ρωμαίοις δεινὴν ἐνεποίει ἐκφόβησιν. διχῇ δὲ
τὰς δυνάμεις οἶ Ῥωμαῖοι διελόντες καὶ τοὺς ὑπάτους, Σεμπρώνιον μὲν Λόγγον ἐς Σικελίαν
ἔπεμψαν , ἐς δὲ τὴν Ἰβηρίαν Σκιπίωνα Πούπλιον. ὁ δὲ Ἀννίβας εἰς τὴν Ἰταλίαν ὡς τάχιστα ἐπιθυμῶν
εἰσβαλεῖν , σπουδῇ ἐχώρει, καὶ πᾶσαν τὴν Γαλατίαν τὴν μεταξὺ τοῦ Πυρηναίου καὶ τοῦ Ῥοδανοῦ οὖσαν ἀμαχεὶ διῆλθε καὶ μέχρι μὲν τοῦ ποταμοῦ τοῦ Ῥοδανοῦ οὐδεὶς
εἰς χεῖρας ἧκεν αὐτό, ἐκεῖ δ’ ὁ Σκιπίων ἐπεφάνη, καίπερ μὴ παρούσης αὐτῷ τῆς δυνάμεως. ὅμως μετὰ τῶν
ἐπιχωρίων καὶ τῶν αὐτοῖς προσοίκων τά τε 
 
 πλοῖα τὰ ἐν τῷ ποταμῷ προδιέφθειρε καὶ τὸ ῥεῦμα αὐτοῦ διὰ φυλακῆς ἐποιήσατο. ὁ οὖν
Ἀννίβας ἔτριψε μέν τινα χρόνον καὶ σχεδίας καὶ σκάφη ἄλλα τε καὶ μονόξυλα κατασκευάζων, ἔφθη δ’ οὖν
ὑπὸ πολυχειρίας τὰ πρὸς περαίωσιν ἀναγκαῖα πάντα, πρὶν τῷ Σκιπίωνι τὸ οἰκεῖον ἀφικέσθαι
στράτευμα, προετοιμασάμενος. καὶ τὸν ἀδελφὸν Μάγωνα σὺν τοῖς ἱππευσι
καὶ ψιλοῖς τισιν, ᾗ σκεδάννυται ὁ ποταμὸς ἐπὶ πολὺ καὶ νήσοις διαλαμβάνεται, διαβησόμενον ἔπεμψεν, αὐτὸς δὲ κατὰ τὸν ἐμφανῆ πόρον ἐχώρει δῆθεν, ἴν οἱ Γαλάται ἀπατηθεῖεν, πρὸς αὐτὸν
ἀντιταττόμενοι, καὶ ἀμελέστερον ἐν ἄλλοις τοῦ ποταμοῦ τὴν φυλακὴν θῶνται· ὃ καὶ γέγονε. καὶ ὁ Μάγων
διέβη τὸν ποταμόν, ὁ δὲ Ἀννίβας καὶ οἱ περὶ αὐτὸν κατὰ τὸν πόρον ἐπεραιοῦντο. καὶ
γενόμενοι κατὰ τὸ μέσον ἠλάλαξαν, καὶ οἶ σαλπιγκταὶ δὲ συνήχησαν· καὶ ὁ Μάγων κατὰ νώτου τοῖς ἀνθεστηκόσι προσέπεσε· καὶ οὕτως οἵ τε ἄλλοι καὶ οἶ ἐλέφαντες
ἀκινδύνως ἐπεραιώθησαν. ἄρτι δὲ περαιωθέντων αὐτῶν καὶ
τῷ Σκιπίωνι ἡ οἰκεία ἀφίκετο δύναμις. πέμψαντες οὖν εἰς προσκοπὴν ἱππέας ἀμφότεροι τοιούτῳ τέλει τῆς
ἱππομαχίας ἐχρήσαντο ὁποῖον ὁ σύμπας ἔσχηκε πόλεμος· οἱ γὰρ Ῥωμαῖοι καὶ ἔλαττον τὴν πρώτην
ἐνεγκάμενοι καὶ συχνοὺς ἀποβαλόντες ἐνίκησαν. 
 Ἐντεῦθεν Ἀννίβας ἀπιέναι πρὸς Ἰταλίαν σπεύδων, ὑποπτεύων δὲ τὰς ἐπιτομωτέρας τῶν ὁδῶν,
ἐκείνας μὲν παρεξῆλθεν, ἑτέραν δὲ πορευθεὶς ἰσχυρῶς ἐπόνησε. τά τε γὰρ ὅρη ἐκεῖνα ἀποτομώτατά ἐστι καὶ ἡ χιὼν πολλὴ γενομένη καὶ τὰς φάραγγας ὑπ’ ἀνέμων πληρώσασα καὶ ὁ κρύσταλλος
ἰσχυρίτατα παγεὶς δεινῶς σφᾶς ἐταλαιπώρησε· καὶ πολλοὶ 
 τῶν αὐτοῦ στρατιωτῶν ὑπό τε τοῦ χειμῶνος καὶ ὑπὸ σιτοδείας ἀπώλοντο, πολλοὶ δὲ καὶ
οἴκαδε ἀνεχώρησαν. ἔχει δὲ λόγος ὅτι καὶ αὐτὸς ἀνέστρεψεν ἄν, εἰ μὴ πλείων καὶ ἀπορωτέρα ἡ
προδιηνυσμένη ὁδὸς τῆς λειπομένης ἐτύγχανε. διὰ μὲν δὴ τοῦτο οὐκ ἀπετράπετο, ἐξαπίνης δὲ
ἐκτὸς τόν Ἄλπεων ἐκφανεὶς θαῦμα καὶ δέος τοῖς Ῥωμαίοις ἐνέβαλε. 
 Καὶ ὁ μὲν προεχώρει τὰ ἐν ποσὶ προσποιούμενος, Σκιπίων δὲ τὸν μὲν ἀδελφὸν Γάιον Σκιπίωνα
ὑποστρατηγοῦντα αὐτῷ εἰς τὴν Ἰβηρίαν ἔπεμψεν ὡς 
 καταληψόμενον αὐτὴν ἢ τὸν Ἀννίβαν ἐπανάξοντα, αὐτὸς δ’ ἐπὶ τὸν
Ἀννίβαν ἤλασε. καὶ ἡμέρας μέν τινας ἐπέσχον, ἔπειτα ἄμφω πρὸς τὴν μάχην ὥρμησαν. πρὶν δὲ δὴ ἔργου
ἔχεσθαι, συγκαλέσας τοὺς στρατιώτας ὁ Ἀννίβας παρήγαγε τοὺς αἰχμαλώτους, οὓς κατὰ τὴν
ὁδὸν εἰλήφει, καὶ ἤρετο αὐτοὺς πότερον δεδέσθαι καὶ δουλεύειν κακῶς βούλοιντο ἢ μονομαχῆσαι
ἀλλήλοις, ὥστ’ ἀφεθῆναι προῖκα τοὺς νικήσαντας. καὶ ὡς τὸ δεύτερον εἵλοντο, συνέβαλεν αὐτούς. καὶ
μαχεσαμένων ἐδημηγόρησε, τοὺς οἰκείους στρατιώτας ἐπιρρωννὺς καὶ παραθήγων εἰς πόλεμον·
 τοῦτο δ’ ἑτέρωθεν καὶ ὁ Σκιπίων ἐποίησεν. εἶτα συνῆλθον μὲν ὡς ὅλοις
τοῖς στρατοπέδοις μαχούμενοι, ὁ Σκιπίων δέ, προσυμμίξας τῷ ἱππικῷ καὶ ἡττηθεὶς συχνούς τε ἀποβαλὼν
καὶ αὐτὸς τρωθείς, ἀποθανών τ’ ἄν, εἰ μή περ αὐτῷ Σκιπίων ὁ υἱὸς καίπερ ὢν
ἑπτακαιδεκαετὴς ἐπήμυνε, κατέδεισε μὴ καὶ τῷ πεζῷ σφαλῇ, καὶ αὐτίκα τε ἐπανήγαγε καὶ τῆς νυκτὸς
ὑπεχώρησεν.

Ἀννίβας δὲ μεθ’ ἡμέραν τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ 
 
 μαθὼν πρὸς τὸν Ἠριδανὸν ἦλθε, καὶ μήτε σχεδίας ἢ πλοῖα εὑρών, ἐνεπέπρηστο γὰρ παρὰ τοῦ
Σκιπίωνος, τὸν μὲν ἀδελφὸν Μάγωνα σὺν τοῖς ἱππεῦσι διανήξασθαι καὶ ἐπιδιῶξαι τοὺς Ῥωμαίους
ἐκέλευσεν, 
 αὐτὸς δὲ ἄνω πρὸς τὰς πηγὰς χωρήσας τοῦ ποταμοῦ τοὺς ἐλέφαντας βατὰ τὸν ἐπίρρουν
διαβῆναι προσέταξε. καὶ οὕτω τοῦ ὕδατος περὶ τοῖς ὄγκοις τῶν ζῴων ἐμποδιζομένου καὶ σκεδαννυμένου,
ῥᾴον’ κάτω σφῶν διεπεραιώθη. καταληφθεὶς οὖν ὁ Σκιπίων κατὰ χώραν ἔμεινε, καὶ ἐμαχέσατ’
ἄν, εἰ μὴ νυκτὸς οἱ Γαλάται οἱ μετ’ αὐτοῦ ηὐτομόλησαν. ὁ δ’ οὖν Σκιπίων ἐπὶ τούτῳ ταραχθεὶς καὶ ὑπὸ
τοῦ τραύματος ταλαιπωρήσας ὑπὸ νύκτα αὖθις ἐξανέστη καὶ ἐπὶ μετεώρου τὸ τάφρευμα ἐποιήσατο· δίωξις
δὲ αὐτοῦ οὐκ ἐγένετο. μετὰ δὲ τοῦτο ἀφίκοντο καὶ οἱ Καρχηδόνιοι, καὶ τὸν ποταμὸν
 διὰ μέσου ποιησάμενοι ἐστρατοπεδεύσαντο. 
 Ὁ μὲν οὖν Σκιπίων διά τε τὸ τραῦμα καὶ διὰ τὰ συμβεβηκότα ἀνεῖχε καὶ δύναμιν μετεπέμπετο,
Ἀννίβας δὲ πολλὰ πειράσας παρακινῆσαι πρὸς μάχην αὐτόν, ἐπεὶ οὔτε τοῦτ’ ἠδυνήθη καὶ
τροφῆς ἐσπάνισε, φρουρίῳ προσέβαλεν ἐν ᾧ σῖτος πολὺς τῶν 
Ῥωμαίων ἔκειτο. καὶ μηδὲν περαίνων, τὸν φρούραρχον διέφθειρε χρήμασι, κἀκεῖνό τε προδοθὲν ἔλαβε καὶ
τὰ ἄλλα σχεῖν τὰ μὲν ὅπλοις, τὰ δὲ χρυσίῳ ἐπήλπισε. κἀν τούτῳ ὁ Λόγγος τὴν Σικελίαν τῷ
ὑποστρατήγῳ πιστεύσας πρὸς τὸν Σκιπίωνα κεκλημένος ἀφίκετο. καὶ οὐ πολλῷ ὕστερον ὑπὸ ξιλοτιμίας, καὶ
ὅτι τινὰς κατατρέχοντας τὴν χώραν ἐκράτησεν, εἰς παράταξιν ὥρμησεν.
καὶ ἐσφάλη ἐνέδραις περιπεσών· καὶ τοῦ Ἀννίβου ἐπεξελθόντος μετὰ τῶν 
 πεζῶν καὶ τῶν ἐλεφάντων, οἱ μετ’ αὐτοῦ ἐτράπησαν εἰς φυγήν, καὶ πολλοὶ διεφθάρησαν
φόνῳ, πολλοὶ δὲ καὶ εἰς τὸν ποταμὸν ἀπερισκέπτως ἐμπεσόντες ἐπνίγησαν, ὡς ὀλίγους μετὰ τοῦ Λόγγου
περισωθῆναι. νικήσας μέντοι ὁ Ἀννίβας οὐκ ἔχαιρεν, ὅτι στρατιώτας τε πολλοὺς καὶ τοὺς
ἐλέφαντας πλὴν ἑνὸς ὑπὸ τοῦ χειμῶνος καὶ τῶν τραυμάτων ἀπέβαλεν. 
 Ἀνοχὴν οὖν ἄσπονδον ποιησάμενοι πρὸς τὴν συμμαχίδα σφῶν
ἑκάτεροι ἐχώρησαν, κἀν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν ἐχείμαζον. καὶ τοῖς μὲν Ῥωμαίοις ἄφθονα 
ἐφοίτα τὰ ἐπιτήδεια, ὁ δ’ Ἀννίβας οὐκ ἀρκούμενος τοῖς παρὰ τῶν συμμάχων διδομένοις ταῖς τε κώμαις
καὶ ταῖς πόλεσι τῶν Ῥωμαίων προσπίπτων τὰ μὲν ἐκράτει, τὰ δ’ ἀπεκρούετο. καί ποτε τῷ ἱππικῷ ὑπὸ τοῦ
Λόγγου νικηθεὶς ἐτρώθη. θαρσήσαντες οὖν ἐκ τούτου τινὲς τῶν Ῥωμαίων καὶ καθ’ ἑαυτοὺς
προσβάλλοντι αὐτοῖς ἐπεξῆλθον. κἀκείνους τε ἔφθειρε καὶ τοῦ χωρίου ὁμολογίᾳ ἐκράτησε· καὶ αὐτὸ μὲν
κατέσκαψε, τῶν δ’ αἰχμαλώτων τοὺς μὲν Ῥωμαίους ἀπέκτεινε, τοὺς δ’ ἄλλους ἀφῆκε. τοῦτο 
 δὲ καὶ ἐφ’ ἄπασι τοῖς ζωγρουμένοις ἐποίει, τὰς πόλεις δι’ αὐτῶν
οἰκειούμενος. ἀμέλει καὶ τῶν λοιπῶν Γαλατῶν πολλοὶ καὶ Λιγύων καὶ Τυρσηνῶν τοὺς Ῥωμαίους τοὺς παρ’
αὐτοῖς ὄντας οἱ μὲν φονεύσαντες, οἶ δὲ ἐκδόντες μετέστησαν. 
 
 Ἐς δὲ τὴν Τυρσηνίδα τῷ Ἀννίβᾳ πορευομένῳ ὁ Λόγγος ἐπέθετο, χειμῶνος πολλοῦ γενομένου.
πεσόντων δὲ ἀμφοτέροις πολλῶν ὁ Ἀννίβας ἐς τὴν Λιγυστικὴν ἐλθὼν ἐνδιέτριψεν. ὑποπτεύων δὲ καὶ τοὺς
σφετέρους, οὐδενὶ ῥᾳδίως ἐπίστευεν, ἀλλὰ τὴν ἐσθῆτά τε μεταβάλλων καὶ κόμαις χρώμενος
περιθέτοις τήν τε διάλεξιν ἄλλοτε ἄλλην ποιούμενος, ᾔδει γὰρ πλείους καὶ τὴν τῶν
Λατίνων, καὶ νύκτωρ καὶ μεθ’ ἡμέραν πολλὰ ἐπεσκόπει ἤκουέ τε πλεῖστα ὡς οὐκ Ἀννίβας καί τινα ὡς ἕτερός τις ἐφθέγγετο.

Ἐν μὲν οὖν τῇ Ἰταλίᾳ ταῦτα ἐγίνετο, ὁ δ’ ἕτερος Σκιπίων ὁ Γάιος εἰς τὴν Ἰβηρίαν
παρέπλευσε, καὶ τὰ παραθαλάσσια αὐτῆς μέχρι τοῦ Ἴβηρος πάντα καὶ τῶν ἄνω συχνὰ τὰ μὲν βίᾳ, τὰ δ’
ἑκόντα προσείληφε, καὶ τὸν Βάννωνα μάχῃ νικήσας ἐζώγρησεν. ὁ δὲ τοῦ Ἀννίβου ὁμαίμων Ἀσδρούβας μαθὼν
ταῦτα διέβη τὸν Ἴβηρα, καὶ τῶν μεταστάντων τινὰς ὑπηγάγετο· τοῦ δὲ Σκιπίωνος ἐπελθόντος
αὐτῷ ἀνεχώρησεν. 
 Οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμῃ τὸν Φλαμίνιον καὶ τὸν Γέμινον ὑπάτους αὖθις
εἵλοντο. Ἀννίβας δ’ ἄρτι τοῦ ἱαρὸς ἐπιστάντος ὡς ἔγνω τὸν Φλαμίνιον μετὰ Σερουιλίου
Γεμίνου χειρὶ πολλῇ ἐπ’ αὐτὸν ἰόντα, πρὸς ἐξαπάτην αὐτῶν ἐτράπη, καὶ πλαττόμενος ἐνδιατρίψειν ἐκεῖ
καὶ μάχην συνάψειν, ἐπεὶ νομίσαντες αὐτὸν οἱ Ῥωμαῖοι κατὰ χώραν μένειν ἀμελῶς τῶν ὁδῶν ἔσχον, ἐπὶ
τοῦ στρατοπέδου τοὺς ἱππέας κατέλιπεν, αὐτὸς δ’ ὑπὸ νύκτα ἄρας τά τε στενόπορα μεθ’
ἡσυχίας διῆλθε καὶ πρὸς Ἀρήτιον ἠπείγετο· καὶ οἱ ἱππεῖς δέ, ἐπεὶ πολὺ προῆλθεν, ἀπῄεσαν αὐτῷ
ἐφεπόμενοι. οἶ δ’ ὕπατοι γνόντες ἠπατημένοι, Γέμινος μὲν αὐτοῦ ὑπέμεινε τούς τ’ ἀφεστηκότας κακώσων
 
 καὶ κωλύσων ἐπικουρῆσαι Καρχηδονίοις, Φλαμίνιος δὲ
μόνος ἐδίωκεν, ἵν αὐτοῦ μόνου τὸ ἔργον τῆς νίκης, ὡς ᾤετο, γένηται. καὶ τὸ Ἀρήτιον προκατέλαβεν· ὁ
γὰρ Ἀννίβας συντομωτέραν τραπόμενος δυσόδοις ἐνέτυχε, καὶ ἀνθρώπους συχνοὺς καὶ πολλὰ 
ὑποζύγια καὶ τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν ἀπέβαλεν. 
 ὀψὲ δ’ οὖν πρὸς τὸ Ἀρήτιον ἐλθών, καὶ εὑρὼν ἐκεῖ τὸν Φλαμίνιον, κατεφρόνησεν αὐτοῦ,
καὶ μάχῃ μὲν οὐ συνέβαλε, τὸ γὰρ χωρίον ἀνεπιτήδειόν οἱ ἐδόκει, πείραν δὲ αὐτοῦ ποιούμενος ἔκειρε
τὴν χώραν. κἀν τούτῳ ἐπεκδραμόντων τῶν Ῥωμαίων ἐπανήγαγεν, ἔνα φοβεῖσθαι δόξῃ. τῆς δὲ νυκτὸς ἐξαναστάς, ἐπιτήδειόν τι χωρίον πρὸς τὴν μάχην εὑρὼν ἔμεινε.
καὶ του μὲν πεζοῦ τὸ πλεῖον κατὰ τὰ ὅρη λοχᾶν ἔταξε, τὸ δ’ ἱππικὸν σύμπαν ἔξω τῶν στενῶν ἀφανῶς
ἐφεδρεύειν ἐκέλευσε, καὶ αὐτὸς ἐπὶ τοῦ γηλόφου μετ’ ὀλίγων ἐστρατοπεδεύσατο. ὁ δὲ
Φλαμίνιος ἐν φρονήματι ὤν, καὶ ἐπὶ μετεώρου σὺν ὀλίγοις αὐτὸν ἰδών, τήν τε λοιπὴν στρατιὰν πόρρω ποι
πεπομφέναι νομίσας, ῥᾳδίως μεμονωμένον αἱρήσειν ἤλπισε, καὶ ἐς τὸ στενὸν ἀπερισκέπτως εἰσῆλθε,
κἀνταῦθα, ὀψὲ γὰρ ἦν, ηὐλίσατο. καὶ ὑπὸ μέσας νύκτας ὑπὸ καταφρονήσεως αὐτοὺς ἀφυλάκτως
καθεύδοντας πανταχόθεν ὁμοῦ περιέσχον οἱ Καρχηδόνιοι, καὶ
πόρρωθεν ἀκοντίοις καὶ σφενδόναις καὶ τοξεύμασι τοὺς μὲν εὐναζομένους ἔτι, τοὺς δὲ τὰ ὅπλα
λαμβάνοντας ἔκτεινον, αὐτοὶ μή τι δεινὸν ἀντιπάσχοντες. οἱ γὰρ Ῥωμαῖοι, μηδενός αὐτοῖς
συμπλεκομένου, σκότους τε καὶ ὁμίχλης οὔσης, οὐκ εἶχον τῇ σφετέρᾳ χρήσασθαι ἀρετῇ. τοσοῦτος δ’
ἐγένετο θόρυβος καὶ τοιαύτη ταραχώδης ἔκπληξις κατέσχεν αὐτοὺς ὡς μηδὲ τῶν σεισμῶν τῶν
τότε γενομένων αἰσθέσθαι, καίπερ πολλὰ μὲν οἰκοδομήματα κατερράγη, πολλὰ δὲ καὶ τῶν ὀρῶν τὰ μὲν
διέσχε, τὰ δὲ καὶ συνέπεσεν, ὡς καὶ τὰς φάραγγας ἐμφράξαι, καὶ ποταμοὶ δὲ τῆς ἀρχαίας ἐξόδου
ἀποκλεισθέντες ἄλλην ἐτράποντο. 
 τοιοῦτοι μὲν σεισμοὶ τὴν Τυρσηνίδα κατέσχον, οὐ μέντοι καὶ οἱ
μαχόμενοι ἐν ἐννοίᾳ σφῶν ἐγένοντο. αὐτός τε οὖν ὁ Φλαμίνιος καὶ ἄλλοι παμπληθεῖς
ἔπεσον, συχνοὶ δὲ ἐπί τινα λόφον ἀνέβησαν· ἐπεὶ δ’ ἡμέρα ἐγένετο, εἰς φυγὴν ὥρμησαν, καὶ
καταληφθέντες τά τε ὅπλα καὶ ἑαυτοὺς ἐπ’ ἀδείᾳ παρέδοσαν. ὅ γε μὴν Ἀννίβας βραχὺ τῶν
ὀμωμοσμένων ἐφρόντισε, πάντων δὲ τῶν ἐν τῷ στρατοπέδῳ ἁλόντων τὸ μὲν ὑπήκοον τό τε συμμαχικὸν τῶν
Ῥωμαίων ἀφῆκεν, αὐτοὺς δὲ ἐκείνους δήσας ἐφύλασσε. πράξας δὲ ταῦτα ἐπὶ τὴν Ῥώμην ἠπείγετο, καὶ μέχρι
μὲν Ναρνίας τήν τε γῆν τέμνων καὶ τὰς πόλεις προσαγόμενος πλὴν Σπωλητίου προῆλθε, Γάιόν
τε ἐνταῦθα Κεντήνιον στρατηγὸν ἐνεδρεύοντα περισχὼν ἔφθειρεν· ὡς δὲ
τῷ Σπωλητίῳ προσβαλὼν ἀπεκρούσθη, καὶ τὴν του Ναείρου γέφυραν καθῃρημένην εἶδε, καὶ 
περὶ τοὺς ἄλλους ποταμοὺς οὓς ἀναγκαῖον ἦν διελθεῖν τοῦτο γεγονὸς ἐπύθετο, τῆς μὲν ἐπὶ τὴν Ρώμην
ὁρμῆς ἐπέσχεν, ἐς δὲ τὴν Καμπανίαν ἐτράπετο, τήν τε χώραν ἀρίστην καὶ τὴν πόλιν τὴν Καπύην μεγίστην
οὖσαν ἀκούων, ἐνόμιζεν, εἰ σφᾶς προκαταλάβοι, καὶ τἄλλα δι’ ὀλίγου προσκτήσασθαι. 
 Οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμῃ πυθόμενοι περὶ τῆς ἥττης ἤλγησαν, καὶ δι’ ἐκείνους καὶ δι’ ἑαυτοὺς
ὀδυρόμενοι, καὶ ἐν ἀπόρῳ ἦσαν, τάς τε γεφύρας τοῦ Τιβέριδος πλὴν μιᾶς καθεῖλον καὶ τὰ τείχη πολλαχῇ
πεπονηκότα σπουδῇ ἐπεσκεύαζον. δικτάτωρά τε προχειρίσασθαι βουληθέντες αὐτοὶ ἐν ἐκκλησίᾳ αὐτὸν ἀνεῖπον. ἀγαπῶντες δὲ εἰ αὐτοὶ μόνοι σωθεῖεν, οὐκ
ἔστειλαν τοῖς συμμάχοις βοήθειαν. πυθόμενοι δὲ τὸν Ἀννίβαν ἐς Καμπανίαν ὁρμηθῆναι, τότε καὶ τοῖς συμμάχοις ἐπικουρῆσαι ἔγνωσαν. τῷ δ’ Ἀννίβᾳ τὸν δικτάτωρα τὸν Φάβιον καὶ τὸν ἵππαρχον τὸν
Μάρκον 
 
 τὸν Μινούκιον ἀντικατέστησαν. οἳ ἐπ’ ἐκεῖνον ἐλθόντες ἐς μὲν χεῖρας αὐτῷ οὐκ ᾔεσαν,
παρεπόμενοι δὲ ἐπετήρουν εἴ που καιρὸς μάχης παραπέσοι· ἀποκινδυνεῦσαι γὰρ ὁ Φάβιος κατεπτηχόσι
στρατιώταις καὶ ἡττημένοις πρὸς πλείους καὶ νενικηκότας οὐκ ἤθελε, καὶ ἅμα ὅσῳ μᾶλλον τὴν χώραν κακώσειαν, τοσούτῳ θᾶσσον ἀπορῆσαι τροφῆς αὐτοὺς ἤλπισε.
τοιούτοις χρώμενος λογισμοῖς οὔτ’ ἄλλῃ χώρᾳ ἐπήμυνεν οὔτε τῇ Καμπανίᾳ. κατέκλεισεν οὖν διὰ ταῦτα πᾶν
τὸ πολέμιον εἰς τὴν Καμπανίαν· περισχὼν γὰρ αὐτοὺς ἁπανταχόθεν οὐκ εἰδότας ἐν φυλακῇ
ἐποιήσατο. αὐτὸς μὲν γὰρ κἀκ τῆς θαλάσσης καὶ ἐκ τῆς συμμαχίδος τόν ἐπιτηδείων εὐπόρει, ἐκείνοις δὲ
μόνα τὰ ἐκ τῆς γῆς ἣν ἔκειρον ὑπάρχοντα ᾔδει. καὶ διὰ τοῦτο ἀνεῖχε καὶ τῆς μελλήσεως οὐκ ἐφρόντιζε.
 
 διὸ καὶ παρὰ τῶν πολιτῶν αἰτίαν εἶχεν, ὡς καὶ μελλητὴς
ἐπονομασθῆναι.

Ὁ δ’ Ἀννίβας, ἐπεὶ πρὸς χειμῶνα ἐγίνετο, καὶ οὔτε κατὰ χώραν χειμάσαι σπάνει τῶν ἀναγκαίων
ἠδύνατο καὶ πολλαχῇ πειράσας ἐξιέναι τῆς Καμπανίας κεκώλυτο, τοιοῦτόν τι ἐμηχανήσατο.
τοὺς αἰχμαλώτους πάντας, ἔνα μή τις αὐτῶν διαφύγῃ καὶ τὸ γινόμενον γνωρίσῃ τοῖς Ῥωμαίοις, κατέσφαξε·
καὶ τὰς ἐν τῷ στρατοπέδῳ βοῦς ἀθροίσας δᾷδας τοῖς αὐτῶν προσέδησε κέρασι, καὶ πρὸς τὰ κατὰ τοὺς Σαυνίτας ὄρη ὑπὸ νύκτα χωρήσας τάς τε δᾷδας ἀνῆψε καὶ τὰς βοῦς ἐπετάραξεν. οἰστρηθεῖσαι δ
 ἐκεῖναι διὰ τὸ πῦρ καὶ τὴν ἔλασιν πολλαχῇ τὴν ὕλην ἐνέπρησαν, κἀκ
τούτου ῥᾳδίαν παρέσχον αὐτῷ τὴν ὑπέρβασιν. οἱ γὰρ ἔν τῷ πεδίῳ Ῥωμαῖοι καὶ οἱ ἐν 
 τοῖς μετεώροις, ἐνέδρας πτοηθέντες, οὐκ ἐκινήθησαν. καὶ οὕτως ὁ Ἀννίβας διῆλθε καὶ ἐς
τὴν Σαυνίτιδα ἐκομίσθη. 
 Ὁ οὖν Φάβιος μεθ’ ἡμέραν τὸ γενόμενον γνοὺς κατεθίωξε, καὶ τούς τε
καταλελειμμένους ἐν τῇ ὁδῷ, ἔνα σφᾶς εἴρξωσι, τρεψάμενος, καὶ τοὺς βοηθήσαντας αὐτοῖς κρατήσας,
ἐστρατοπεδεύσατο μὲν οὐ πόρρω τῶν πολεμίων, οὐ μέντοι καὶ ἐς χεῖρας ἐκείνοις ἦλθεν, ἀλλ’
ἀποσκίδνασθαί τε αὐτοὺς καὶ προνομεύειν ἐκώλυεν· ὥστε τὸν Ἀννίβαν ἀπορήσαντα τὸ μὲν πρῶτον ἐπὶ τὴν Ῥώμην ὁρμήσαι· ὡς δ’ οὐκ ἐμάχετο, δι’ ἡσυχίας δὲ
παρηκολούθει ὁ Φάβιος, αὖθις ὑπέστρεψεν εἰς τὸ Σαύνιον. καὶ ὁ Φάβιος αὐτῷ ἐφεπόμενος δι’ ἀσφαλείας
προσήδρευε, προμηθούμενος μήτε τῶν οἰκείων ἀποβαλεῖν τινας, καὶ αὐτός μὲν τῶν ἀναγκαίων
ἐν εὐπορίᾳ τυγχάνων, ἐκείνῳ δὲ τῶν ὅπλων ἐκτὸς οὐδὲν προσεῖναι ὁρῶν, καὶ μηδ’ οἴκοθεν προσιοῦσαν
ἐπικουρίαν. οἶ γὰρ Καρχηδόνιοι καὶ ἐν γέλωτι αὐτόν ἐποιοῦντο, γράφοντα εὖ πράττειν καὶ
πολλὰ κατορθοῦν, καὶ στρατιώτας παρ’ αὐτῶν αἰτοῦντα καὶ χρήματα, λέγοντες μὴ συμφωνεῖν τὰς αἰτήσεις
ταῖς κατορθώσεσι. τοὺς γὰρ νικῶντας προσήκειν καὶ τῷ παρόντι ἀρκεῖσθαι στρατεύματι, καὶ χρήματα
στέλλειν οἴκαδε, ἀλλ’ οὐ 
 προσαιτεῖν. 
 Ἕως μὲν οὖν ἐνεδήμει ὁ Φάβιος, δεινὸν οὐδὲν τοῖς Ῥωμαίοις ἐγένετο, ὡς δ’ ἐκεῖνος εἰς τὴν
Ρώμην ἀπῆρε κατά τι δημόσιον, ἔπταισαν. ὁ γὰρ Ῥοῦφος ὁ ἵππαρχος, φρόνημα κενὸν ὑπὸ νεότητος ἔχων καὶ
 τῶν πολεμικῶν σφαλμάτων ἀπερίοπτος ὢν καὶ τῇ μελλήσει τοῦ Φαβίου ἀχθόμενος, ἐπεὶ τὴν
προστασίαν τῆς στρατιᾶς μόνος ἔσχε, τῶν μὲν ἐντολῶν τοῦ δικτάτωρος ὠλιγώρησεν, ὁρμήσας
δ᾿ εἰς παράταξιν τὸ μὲν πρῶτον νικᾶν ἔδοξεν, εἶτα ἡττήθη. κἂν πανσυδὶ διεφθάρη, εἰ μή τινες Σαυνιτῶν
κατὰ τύχην τοῖς ῾Ρωμαίοις ἐπίκουροι ἀφικνούμενοι δόξαν τοῖς
Καρχηδονίοις παρέσχον προσιέναι τὸν Φάβιον. ἀναχωρησάντων 
 οὖν διὰ τοῦτο κεκρατηκέναι ἐνόμισε, καὶ ἐς τὴν ῾Ρώμην τὸ ἔργον
μεγαλύνων καὶ τὸν δικτάτωρα προσδιαβάλλων ἐπέστειλεν, ὀκνηρὸν καὶ μελλητὴν αὐτὸν καλῶν καὶ τὰ τῶν
ἐναντίων φρονοῦντα. 
 
 Οἱ δ᾿ ἐν τῇ ῾Ρώμῃ νενικηκέναι τὸν ῾Ροῦφον ὄντως ἐνόμισαν, καὶ οἷα παρὰ δόξαν θαρσήσαντες
καὶ ἐπῄνουν αὐτὸν καὶ ἐτίμων, καὶ τὸν Φάβιον ἐν ὑποψίᾳ σχόντες διὰ ταῦτα καὶ ὅτι τὰ ἐν Καμπανία
χωρία αὐτοῦ οὐκ ἐδῄωσαν, μικροῦ καὶ τῆς ἀρχῆς ἂν παρέλῦσαν. ἀλλ᾿ ἐκεῖνον μὲν χρήσιμον
νομίζοντες εἶναι οὐκ ἔπαυσαν, τῷ δ᾿ ἱππάρχῳ τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν
προσένειμαν, ὥστ᾿ ἄμφω ἀπὸ τῆς ἴσης ἄρχειν. δοξάντων δὲ τούτων ὁ μὲν Φάβιος οὔτε τοῖς πολίταις οὔτε
τῷ ῾Ρούφῳ ἔσχεν ὀργήν, ὁ δὲ ῾Ροῦφος, οὐδὲ πρὶν ὀρθῶς φρονῶν, τότε μάλιστα ἐπεφύσητο καὶ
κατέχειν ἑαυτὸν οὐκ ἠδύνατο, ἀλλ᾿ ἡμέραν ἠξίου παρ᾿ ἡμέραν ἢ καὶ πλείους ἐφεξῆς ἐναλλὰξ μόνος
ἄρχειν. δείσας δ᾿ ὁ Φάβιος μή τι κακὸν ἐξεργάσηται, εἰ πάσης τῆς δυνάμεως γένοιτο ἐγκρατής, πρὸς
οὐδέτερον αὐτῷ συνῄνεσεν, ἀλλ᾿ ἐνείματο τὸ στρατόπεδον, ὥστε τοῖς ὑπάτοις ἐπ᾿ ἴσης ἰδίαν ἑκάτερον ἰσχὺν ἔχειν. καὶ παραχρῆμα ὁ ῾Ροῦφος ἀπεστρατοπεδεύσατο,
ἵνα διάδηλος ᾖ ὅτι καθ᾿ ἑαυτὸν ἄρχει, ἀλλ᾿ οὐχ ὑπὸ τῷ δικτάτωρι. ὁ οὖν Ἀννίβας τοῦτο αἰσθόμενος ἐς
μάχην αὐτὸν ὑπηγάγετο, ὡς ἐπὶ καταλήψει χωρίου προσελθών· καὶ περιστοιχισάμενος ἐξ
ἐνέδρας εἰς κίν- δυνον κατέστησεν ὡς πανστρατιᾷ ἐξελεῖν, εἰ μὴ ὁ Φάβιος κατὰ νώτου
αὐτῷ προσπεσὼν ἐκώλυσε. 
 Παθὼν οὖν τοῦτο ὁ ῾Ροῦφος μετεβάλετο, καὶ τὸ στράτευμά τε τὸ περίλοιπον ἐς τὸν Φάβιον εὐθὺς
 ἤγαγε, καὶ τὴν ἀρχὴν παραδέδωκεν, οὐδ᾿ ἀνέμεινε τὸν δῆμον ἀναψηφίσασθαι, ἀλλ᾿ ἐθελοντὴς
τὴν ἡγεμονίαν, ἣν παρ᾿ αὐτοῦ μόνος ἱππάρχων ἔλαβεν, ἀφῆκε. καὶ
αὐτὸν ἐπὶ τούτῳ πάντες ἐπῄνεσαν. καὶ ὁ Φάβιος αὐτίκα μηδὲν ἐνδοιάσας πᾶσαν ἐδέξατο, καὶ
ὁ δῆμος αὐτὸ ἀπεδέξατο. καὶ μετὰ ταῦτα αὐτός τε ἀσφαλέστατα προέστη τοῦ στρατεύματος, καὶ μέλμέλλων
ἀπαλλαγήσεσθαι τῆς ἀρχῆς τοὺς ὑπάτους μετεπέμψατο καὶ τὸ στράτευμα σφίσι παρέδωκε καὶ πάνθ᾿ ὅσα
πραχθῆναι ἐχρῆν παρῄνεσεν ἀφθονώτατα. κἀκεῖνοι θρασέως οὐδέν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὑποθήκην
τοῦ Φαβίου ἅπαντα ἔπραξαν, καίπερ ὁ Γέμινος καὶ προκατωρθώκει τι. τὸ γὰρ ναυτικὸν τῶν Καρχηδονίων
ἰδὼν ὁρμῆσαν μὲν ἐπὶ τὴν Ἰταλίαν, διὰ δὲ τὴν ἀντιπαρασκευὴν αὐτῶν μὴ προσμίξαν αὐτῇ, 
 ἐπεκπλεύσας τά τε τῶν Κυρνίων καὶ τὰ τῶν Σαρδονίων ἐν τῷ παράπλῳ ἐβεβαιώσατο, καὶ ἐς
την Λιβύην ἐκβὰς ἐλεηλάτησε τὴν παραλίαν αὐτῆς. ταῦτα μὲν ἔπραξεν, οὐ μέντοι δι᾿ αὐτὰ ἐπεφύσητο ὥστε
πρὸς τὸν Ἀννίβαν διακινδυνεῦσαι, ἀλλὰ ταῖς ἐντολαὶς τοῦ Φαβίου ἐνέμεινεν. ὅθενπερ καὶ
αἱ πόλεις οὐκέθ᾿ ὁμοίως τοῖς Καρχηδονίοις προσετίθεντο. ἐφοβοῦντο γὰρ μὴ ὁ Ἀννίβας τῆς Ἰταλίας
ἐκπέσῃ, καὶ κακόν τι αὐτοὶ ὑπὸ ῾Pωμαίων ἄτε προσοίκων πάθωσι. καὶ οἱ μὲν πλείους τό ἀποβησόμενον
ἐσκόπουν, ὀλίγοι δὲ πρὸς τοὺς ῾Ρωμαίους αὖθις μετέστησαν, καὶ ἀναθήματά τινες αὐτοῖς
ἔπεμψαν. καὶ τοῦ Ἱέρωνος C πολλὰ πεπομφότος, σῖτον καὶ Νίκης ἄγαλμα οἱ ῾Ρω- μαῖοι μόνα
ἔλαβον , καίπερ ἐν ἀχρηματίᾳ ὄντες, ὥστε τὸ ἀργυροῦν νόμισμα, ἀμιγὲς καὶ καθαρὸν γινόμενον πρότερον
, χαλκῷ προσμίξαι.

Ταῦτα ἐν τῇ Ἰταλίᾳ τότε ἐπράχθη· καί τινες δοῦλοι συνωμοσίαν ἐπὶ τῇ Ῥῳμῃ πεποιηκότες
προκατελήφθησαν· κατάσκοπός τέ τις ἁλοὺς ἐν αὐτῇ τὰς χεῖρας ἀπεκόπη καὶ ἀφείθη, ἵνα τοῖς
Καρχηδονίοις γένηται τοῦ πάθους αὐτάγγελος. ἐν δὲ τῇ Ἰβηρίᾳ ναυμαχίᾳ
πρὸς τῇ τοῦ Ἴβηρος ἐκβολῆ̣ ὁ Σκιπίων ἐνίκησεν· ἰσοπαλῶς γὰρ
ἀγωνιζομένων τὰ ἱστία τῶν νεῶν ὑπετέμετο, ὅπως ἀπογνόντες προθυμό- τερον ἀγωνίσωνται.
καὶ τήν τε χώραν ἐπόρθησε καὶ τείχη συχνὰ ἐχειρώσατο καὶ διὰ τοῦ ἀδελφοῦ Που- πλίου Σκιπίωνος πόλεις
τῶν Ἰβήρων προσεκτήσατο. Aβελος γάρ τις Ἴβηρ, δοκῶν μὲν τοῖς Καρχηδονίοις πιστός, τὰ τῶν Ῥωμαίων δὲ
θεραπεύων, ἀνέπεισε τὸν φρουροῦντα τοὺς τῶν Ἰβήρων ὁμήρους οἴκαδε αὐτοὺς ἀποπέμψαι, ἵν ἐς εὔνοιαν
τάχα ὑπ’ αὐτῶν αἱ πόλεις ὑπαχθῶσι· καὶ παραλαβὼν σφὰς, ἅτε καὶ τῆς ἐπινοίας εἰσηγητὴς γεγονώς, πρὸς τοὺς Σκιπίωνάς τε πρότερον πέμψας καὶ
κοινολογησάμενος περὶ ὣν ἠξίου , εἶτα νυκτὸς ὑπεκκομίζων αὐτοὺς ἑάλω δῆθεν. καὶ οὕτως ἐκείνων τε
ἐγκρατεῖς ἐγένοντο οἱ Ῥωμαῖοι καὶ τὰς πατρίδας αὐτῶν ἀνακομισθέντων οἴκαδε κατεκτήσαντο. 
 
 Ἐν μὲν οὖν τούτοις εὐτύχουν, συμφορᾷ δ' αὖ περιέπεσον ἧς οὔτε πρόσθεν οὔθ’ ὕστερον
δεινοτέρᾳ οὐδεμιᾷ. προηγήσατο δὲ ταύτης καί τινα τέρατα καὶ τὰ τῆς Σιβύλλης λόγια, ἥτις πρὸ τοσούτων
ἐτῶν τὴν 
 συμφορὰν αὐτοῖς ἐμαντεύσατο. θαυμαστὸν δὲ καὶ τὸ τοῦ Μάρκου προμάντευμα· χρησμολόγος
γάρ τις καὶ οὗτος γενόμενος ἐν τῷ Διομηδείῳ πεδίῳ πταίσειν αὐτούς,
ἅτε καὶ Τρῶας τὸ ἀρχαῖον ὄντας, ἐφοίβασε. τοῦτο δ᾿ ἐν Ἀπουλίᾳ τῇ Δαυνίων ἐστί, καὶ τὸ
ὄνομα ἀπὸ τῆς τοῦ Διομήδους κατοικήσεως, ἣν ἐκεῖ ἀλητεύσας ἐποιήσατο, ἔσχηκεν. ἐν γὰρ τῷ πεδίω
ἐκείνῳ καὶ αἱ Κάνναι, ἔνθα τότε ἐδυστύχησαν, παρά τε τῷ Ἰονίῳ κόλπῳ καὶ περὶ τὰς τοῦ Αὐφιδίου
ἐκβολάς εἰσιν. ἡ δὲ Σίβυλλα φυλάττεσθαι μὲν τὸ χωρίον παρῄνεσεν, οὐ μέντοι καὶ πλεῖόν
τι γενήσεσθαι ἔφη οὐδ᾿ εἰ διὰ πάσης αὐτὸ ποιήσαιντο φυλακῆς. 
 Τοιαῦτα μὲν οὖν ἤσαν τὰ χρησμῳδήματα, τὰ δὲ τοῖς ῾Ρωμαίοις συμβάντα οὕτως ἐγ ἔνετο. ἦρχον
μὲν Παῦλος Αἰμίλιος καὶ Τερέντιος Οὐάρρων, ἄνδρες οὐχ ὁμοιότροποι· ὁ μὲν γὰρ εὐπατρίδης
ἦν καὶ παιδεία κεκόσμητο καὶ τὸ ἀσφαλὲς προετίμα τοῦ προπετοῦς,
Τερέντιος δὲ ἐν τῷ ὁμίλῳ ἐτέθραπτο καὶ ἐν βαναυσικῇ θρασύτητι ἤσκητο καὶ τἄλλα τε ἐξεφρόνει καὶ τὴν ἡγεμονίαν μόνος ἔχειν ἡγεῖτο διὰ τὴν τοῦ συνάρχοντος ἐπιείκειαν. ἦλθον οὖν ἄμφω εἰς
τὸ στρατόπεδον εὐκαιρότατα· οὔτε γὰρ τροφὴ ἔτι ἦν τῷ Ἀννίβᾳ, καὶ τὰ τῶν Ἰβήρων κεκίνητο, τά τε τῶν
συμμάχων αὐτοῦ ἠλλοτριοῦτο· καὶ εἴ γε καὶ τὸ βραχύτατον ἐπεσχήκεσαν, ἀπόνως ἐκράτησαν
ἄν. νῦν δέ γε τοῦ Τερεντίου τὸ ἀπερίοπτον καὶ τὸ τοῦ Παύλου ἐπιεικὲς ἥττησεν αὐτούς. ὁ γὰρ Ἀννίβας
ἐπεχείρησε μὲν καὶ παραχρῆμα πρὸς μάχην αὐτοὺς ὑπαγαγέσθαι, καὶ σὺν ὀλίγοις προσπελάσας αὐτῶν τῷ
 
 ἐρύματι, ἐπεὶ ἐκδρομὴ ἐγένετο, ἑκὼν ὑπεχώρησεν, ὅπως δεδιέναι νομισθεὶς ἐπισπάσαιτο
μᾶλλον αὐτοὺς εἰς παράταξιν· τοῦ δὲ Παύλου τοῖς οἰκείοις στρα- τιώταις ἐπισχόντος τὴν
δίωξιν ὁ Ἀννίβας προσεποιήσατο φοβεῖσθαι, καὶ τῆς νυκτὸς ἀνασκευασάμενος ὡς ἀπιὼν σκεύη τε συχνὰ
κατέλιπεν ἐν τῷ χαρακώματι καὶ τὰ λοιπὰ ἀμελέστερον κομίζεσθαι ἐνετείλατο, ἵνα τῶν ῾Ρωμαίων ἐφ᾿
ἁρπαγὴν αὐτῶν τραπομένων ἐπίθηται σφίσι. καὶ εἰς ἔργον ἂν τὸ βούλευμα ἤγαγεν, εἰ μὴ ὁ
Παῦλος καὶ ἄκοντας κατεσχήκει τοὺς στρατιώτας καὶ τὸν Τερέντιον. 
 Ὁ οὖν Ἀννίβας καὶ τούτου διαμαρτὼν νυκτὸς πρὸς τὰς Κάννας ἀφίκετο. καὶ γνοὺς τὸ χωρίον καὶ
 
 ἐνέδρας καὶ πρὸς παράταξιν ἐπιτήδειον, ἐστρατοπεδεύσατο. καὶ
προήροσε πάντα τὸν τόπον ὑπόψαμμον ὄντα, ἴνα κονιορτὸς ἐν τῇ μάχῃ ἀρθῇ· τὸν γὰρ ἄνεμον, ὃς ἐν θέρει
ἐκεῖσε περὶ τὴν μεσημβρίαν εἰώθει γίνεσθαι, κατὰ νώτου ἔχειν ἐμηχανήσατο. οἱ 
 δ᾿ ὕπατοι ἕωθεν κενὸν ἀνδρῶν ἰδόντες αὐτοῦ τὸ χαράκωμα, πρῶτον
μὲν ἐπέσχον, ἐνεδρεύεσθαι δόξαντες, εἶτα μεθ᾿ ἡμέρας πρὸς τὰς Κάννας ἀφίκοντο. καὶ παρὰ τῷ ποταμῷ
ἑκάτερος ἰδίᾳ ηὐλίσατο· οὐκ ὄντες γὰρ ὁμοήθεις τὴν πρὸς ἀλλήλους συνουσίαν ἐξέκλινον.
καὶ ὁ μὲν Παῦλος ἡσύχαζεν, ὁ δέ γε Τερέντιος ἤθελε συμβαλεῖν· ἀμβλυτέρους δὲ τοὺς στρατιώτας ὁρῶν
ἀνεκόπτετο. ὁ δὲ Ἀννίβας καὶ ἄκοντας αὐτοὺς εἰς μάχην παρακινῶν τῆς τε ὑδρείας εἶργε καὶ ἀποσκεδάννυσθαι σφᾶς ἐκώλυε καὶ τὰ σώματα τῶν φονευομένων ἄνω πρὸ
τῶν ταφρευμάτων ἐνέβαλλεν, ὅπως σφίσι τὸ ποτὸν δυσχεραίνηται. κἀντεῦθεν καὶ οἱ ῾Ρωμαῖοι πρὸς
παράταξιν ὥρμησαν. τοῦτο δὲ προγνοὺς ὁ Ἀννίβας λόχους μὲν ὑπό τοὺς ὄχθους ἐκάθισε, τὴν δὲ λοιπὴν
στρατιὰν συνέταξε, καί τινας ψευδαυτομολῆσαι ὅταν σημήνῃ ἐκέλευσε, τὰς μὲν ἀσπίδας καὶ
τὰ δόρατα καὶ τὰ μείζω τῶν ξιφῶν ἀπορρίψαντας , τὰ δ’ ἐγχειρίδια κρύφα φέροντας, ἔνα
δεξαμένων αὐτοὺς τῶν ἀντικαθεστηκότων ὡς ἀόπλους ἐπίθωνται αὐτοῖς ἀπροσδοκήτως. 
 Οἱ δὲ δὴ Ῥωμαῖοι ἰδόντες πρωίθεν τοὺς περὶ τὸν Ἀννίβαν παρατεταγμένους
ὡπλίζοντό τε καὶ παρε- τάττοντο. καὶ οἱ σαλπιγκταὶ ἀμφοτέρους ἐξώτρυναν, καὶ τὰ σημεῖα ἤρθη, καὶ συμπεσόντες πολυτρόπως ἠγωνίσαντο. καὶ μέχρι τῆς μεσημβρίας
οὐδετέροις τὸ κράτος ἀπονενέμητο· ἐπεὶ δὲ τὸ πνεῦμα ἐπῆλθε, καὶ οἱ ψευδαυτόμολοι
δεχθέντες ὡς ὅπλων γυμνοὶ ὄπισθεν τῶν Ῥωμαίων ἐγένοντο, ἕνα μὴ σφίσιν ἐπι- τιθῶσι δῆθεν οἶ
Καρχηδόνιοι , τότε καὶ οἱ λόχοι ἑδατέρωθεν ἐπανέστησαν , καὶ ὁ Ἀννίβας κατὰ πρόσω- πον σὺν τοῖς
ἱππεῦσι προσέμιξε , καὶ οἴ τε πολέμιοι τοὺς Ῥωμαίους πανταχόθεν ἐθορύβουν , καὶ ὁ
ἄνεμος ὅ τε κονιορτὸς ἐς τὰς ὄψεις αὐτων βιαίως ἐμπίπτων ἐτάραττε καὶ τὸ ἄσθμα γινόμενον συνεχὲς ἐκ
τοῦ καμάτου ἀπέφραττεν, ὥστ’ ἀπεστερημένοι μὲν τῆς ὄψεως ,
ἀπεστερημένοι δὲ καὶ φωνῆς, φύρδην καὶ ἐν οὐδενὶ κόσμῳ ἐφθείροντο. καὶ τοσοῦτον ἔπεσε
πλῆ- θος ὥστε τὸν Ἀννίβαν τῶν μὲν ἐκ τοῦ ὁμίλου μηδὲ πειραθῆναι ἐξευρεῖν ἀριθμόν, περὶ δὲ τῶν
ἱππέων καὶ τῶν ἐκ τῆς βουλῆς ἀριθμὸν μὲν μὴ γράψαι τοῖς οἴκοι Καρχηδονίοις , διὰ δὲ τῶν δακτυλίων
ἐνδείξασθαι τοῦτον · χοίνιξι γὰρ σφᾶς ἀπομετρήσας ἀπέ- στειλε. μόνοι γὰρ οἱ βουλευταὶ
καὶ οἱ ἱππεῖς δακτυ- λίοις ἐκέχρηντο. συχνοὶ δ’ οὖν ὅμως καὶ τότε διέφυ- γον καὶ ὁ Τερέντιος· ὁ γὰρ
Παῦλος ἀπέθανεν. ὁ δ Ἀννίβας οὐκ ἐπεδίωξεν οὐδ’ εἰς τὴν Ῥώμην ἠπείχθη. 
 δυνάμενος γὰρ ἢ παντὶ τῷ στρατεύματι ἢ καὶ μέρει τούτου πρὸς τὴν Ῥώμην παραυτίκα
ὁρμῆσαι καὶ τα- χέως διαπολεμῆσαι , οὐκ ἐποίησε τοῦτο, καίτοι τοῦ Μαάρβου συναινοῦντος
τοῦτο ποιῆσαι. διὸ καὶ αἰτίαν ἔσχεν ὡς νικᾶν μὲν δυνάμενος, χρῆσθαι δὲ ταῖς νίκαις οὐκ ἐπιστάμενος.
ἐπεὶ δὲ τότε ἐμέλλησαν, οὐκέτι οὐδ’ αὖθις ἠπείχθησαν. διὸ καὶ ὁ Ἀννίβας ὡς ἁμαρτὼν μετεμέλετο,
συνεχῶς ἀναβοῶν ὦ Κάνναι Κάνναι.’’

Οἱ δὲ δὴ Ῥωμαῖοι παρὰ βραχὺ κινδυνεύσαντες ἀπολέσθαι ἀντεπεκράτησαν διὰ τοῦ Σκιπίωνος · ὃς
 υἱὸς μὲν ἦν τοῦ Πουπλίου τοῦ ἐν τῇ Ἰβηρίᾳ, καὶ τὸν πατέρα ὅτε ἐτρώθη
περιέσωσε, τότε δὲ στρατευόμενος εἰς τὸ Κανύσιον ἔφυγε, καὶ ὕστερον εὐδο- κίμησε. παρ’
ἑκόντων γὰρ τῶν συμφυγόντων εἰς τὸ Κανύσιον τὴν ἡγεμονίαν λαβὼν τά τε ἐκεῖ κατεστή- σατο καὶ τοῖς
πλησιοχώροις φρουρὰς ἔπεμψε καὶ πάντα καλῶς ἐβούλευσέ τε καὶ ἔπραξεν. 
 
 Οἱ δ' ἐν τῇ Ῥώμῃ τὴν ἧτταν μὲν ἤκουσαν , οὐ μὴν καὶ ἐπίστευον. πιστεύσαντες δ’ ἐπένθουν καὶ
συνιόντες εἰς τὸ συνέδριον μή τι πράσσοντες ἀπηλλάσσοντο. ὀψὲ δ’ οὖν ὁ Φάβιος γνώμην ἔδωκε
κατασκόπους πέμψαι τοὺς ἀγγελοῦντας τὸ γεγονὸς καὶ 
 
 τί ὁ Ἀννίβας πράττει, αὐτοὺς δὲ μὴ κλαίειν, σιγῇ δὲ βαδίζειν,
ἔν’ ἐν καιρῷ τὰ προσήκοντα γίνοιτο, δύναμίν τε συλλέξαι ὅσην ἂν δύναιντο καὶ τοὺς περιοίκους
ἐπικαλέσασθαι. μετὰ δὲ ταῦτα ὡς τὸν Ἀννίβαν ἐν τῇ Ἀπουλίᾳ ὄντα ἔμαθον , καὶ γράμματα 
παρὰ τοῦ Τερεντίου ἐδέξαντο ὅτι περιείη καὶ ὅσα πράττοι, μικρὸν ἀνεθάρσησαν. καὶ δικτάτωρ μὲν Μάρκος
Ἰούνιος , ἵππαρχος δὲ Τιβέριος Σεμπρώνιος Γράκχος ἐλέχθησαν. καὶ παραχρῆμα τόν τε πολιτῶν 
 οὐ τοὺς ἡβῶντας μόνον, ἀλλὰ καὶ παρηβηκότας ἤδη κατέλεξαν, καὶ δεσμώτας ἐπ᾿ ἀδείᾳ καὶ
δούλους ἐπ᾿ ἐλευθερίᾳ λῃστάς τέ τινας προσελάβοντο, καὶ τοὺς 
συμμάχους προσπαρεκάλουν, ἀναμιμνήσκοντες εἴ τί που εὐηργέτηντο καὶ προσυπισχνούμενοι
δώσειν τοῖς μὲν σῖτον, τοῖς δὲ ἀργύρια, ὅπερ οὔπω πρόσθεν ἐποίησαν· καὶ ἐς τὴν Ἑλλάδα πεπόμφασιν ἢ
πείσοντές τινας συμμαχῆσαι αὐτοῖς ἢ μισθωσόμενοι. 
 Ἀννίβας δὲ συνεστηκέναι τοὺς ῾Ρωμαίους καὶ παρασκευάζεσθαι μαθὼν ἐν ταῖς
Κάνναις διέτριβε, τὴν ἐξ ἐπιδρομῆς ἅλωσιν ἀπεγνωκώς· καὶ τῶν αἰχμαλώτων τὸ μὲν συμμαχικὸν ἄνευ
λύτρων ἀφῆκεν, ὡς καὶ πρότερον, τοὺς δὲ ῾Ρωμαίους ἐτήρει, ἀποδόσθαι ἐλπίζων αὐτούς, ἵν᾿ ἑαυτὸν εὐπορώτερον ἐντεῦθεν ποιήσῃ, τοὺς δὲ ῾Ρωμαίους
ἀπορωτέρους. ἐπεὶ δὲ μηδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀφίκετο τοὺς αἰχμαλώτους ζητῶν, ἐκέλευσεν αὐτοῖς πέμψαι τινὰς
οἴκαδε ἐπὶ λύτρα, προομόσαντας ἐπανήξειν. ὡς δὲ οὐδ᾿ οὕτω λύσασθαι σφᾶς ἠθέλησαν, τοὺς μὲν λόγου
τινὸς ἀξίους ἐς τὴν Καρχηδόνα ἀπέστειλε. τῶν δ᾿ ἄλλων τοὺς μὲν αἰκισάμενος ἀπέκτεινε,
τοὺς δὲ μονομαχῆσαι ἠνάγκασε, τοὺς φέλους καὶ τοὺς συγγενεῖς ἀλλήλοις συμβαλών. οἱ δὲ πεμφθέντες ἐπὶ
τὰ λύτρα, ἐπανελθόντες, ἵν᾿ εὐορκήσωσι, φυγόντες δὲ μετὰ τοῦτο, ἄτιμοι ὑπὸ τῶν τιμητῶν
ἐγένοντο, καὶ ἑαυτοὺς κατεχρήσαντο. 
 
 Μάγωνα δὲ τὸν ἀδελφὸν ὁ Ἀννίβας ἀγγελοῦντα τοῖς Καρχηδονίοις ἔπεμψε τὰ γενόμενα, καὶ
χρήματα παρ᾿ αὐτῶν καὶ δυνάμεις αἰτήσοντα. καὶ ὁ μὲν ἀπελθὼν τούς τε δακτυλίους ἠρίθμησε καὶ ἐπὶ
μεῖζον 30 ἐξῆρε δὴ τὸ κατόρθωμα, καὶ ἐψηφίσθη πάντα ὅσα ᾐτήσατο, τό γὰρ Ἄννωνι τἀναντία λέγοντι καὶ
κατα- λύσασθαι τὸν πόλεμον ἴως καθυπέρτεροι δοκοῦσι συμβουλεύοντι οὐκ ἐπείσθησαν , οὐ
μέντοι τὰ ψηφι- σθέντα καὶ εἰς ἔργον ἤγαγον, ἀλλ’ ἐμέλλησαν. Ἀννίβας δ’ ἐν τούτῳ εἰς τὴν Καμπανίαν
προυχώρησε, καὶ πόλισμά τι εἶλε Σαυνιτικόν, καὶ ἐπὶ Νέαν ὥρμησε πόλιν , προπέμψας μετὰ
τῆς λείας ὀλίγους τινάς. πρὸς οὑς ὡς μόνους ὄντας τῶν τῆς πόλεως
ἐκδρα- μόντων ἐπεφάνη αὐτὸς ἀπροσδόκητος καὶ συχνοὺς ἀπέκτεινε, τὴν δὲ πόλιν οὐχ εἷλεν, οὔτ’ ἐπὶ
πολὺ ταύτῃ προσήδρευσεν. οἱ γὰρ τὴν Καπύην οἰκοῦντες Καμπανοὶ οἱ μὲν τῇ Ῥωμαίων φιλίᾳ
ἐνέμειναν, οἱ δὲ πρὸς τὸν Ἀννίβαν ἀπέκλιναν. ἐπεὶ δ’ ἐν ταῖς Κάνναις εὐτύχησε, καί τινες ἄνδρες
αὐτῶν ἁλόντες ἀφείθησαν , τὸ μὲν πλῆθος ὥρμησε μεταστῆναι πρὸς τὸν Ἀννίβαν , οἱ δὲ δυνατοὶ χρόνον
μέν τινα ἐπέσχον, εἶτ’ ἐπ’ αὐτοὺς τὸ πλῆθος ὁρμῆσαν συνηγμένους ἐν τῷ βουλευτηρίῳ πάντας ἂν κατεχρήσατο , εἰ μή τις ἐκ τοῦ πλήθους τὸ μέγεθος
συνιδὼν τοῦ κακοῦ κα- τηγόρησε μὲν τῶν βουλευτῶν ὡς πάντως φθαρῆναι ἀξίων , ἔφη δὲ πρότερον ἄλλους
ἀντ’ ἐκείνων ἀνθελέσθαι προσήκειν· τὴν γὰρ πόλιν μὴ δύνασθαι μὴ προβουλευόντων τινῶν
σώζεσθαι. πεισθέντων δὲ τῶν ἐν τῇ Καπύῃ ἐκβάλλων ἴνα ἕκαστον ἐκ τοῦ συνεδρίνυ ἠρώτα τὸ πλῆθος ὅντινα αὐτοῦ ἀνθαιρεῖται· καὶ οὕτω , μὴ δυνηθέντων αὐτῶν
ἑτέρους δι’ ὀλίγου ἀνθελέσθαι , πάντας ἐκείνους ὡς ἀναγκαίους ἀφῆκε. καὶ καταλλαγέντες
ἀλλήλοις ἐσπείσαντο τῷ Ἀννίβᾳ. καὶ ὃς διὰ ταχέων ἀπαναστὰς ἐκ τῆς Νεαπόλεως ἦλθεν εἰς τὴν Καπύην,
καὶ διαλεχθεὶς αὐτοῖς ἄλλα τε πολλὰ εἶπεν ἐπαγωγὰ καὶ τὴν
ἡγεμονίαν σφίσι τῆς Ἰταλίας δώσειν ὑπέσχετο, ἵν’ ἐν ἐλπίσι γενόμενοι ὡς καὶ ἑαυτὸ ἲς
πονήσοντες προθυμότερον ἀγωνίσωνται. 

 
 Μεταστάσης δὲ τῆς Καπύης καὶ ἡ ἄλλη Καμπανία κεκίνητο· καὶ οἶ Ῥωμαῖοι τὴν ἀπόστασιν αὐτῆς
μαθόντες ἤχθοντο. ὅ γε μὴν Ἀννίβας ἐπὶ Νουκερίνους ἐστράτευσεν. οἱ δὲ πολιορκούμενοι τὴν ἄχρηστον
 σφῶν ἡλικίαν ἀπορίᾳ τροφῶν ἐξεώσαντο· οὕς ὁ Ἀννίβας οὐ προσήκατο, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πόλιν
ἀπιοῦσι μόνον ἀσφάλειαν ἔδωκε. διὸ καἰ οἶ λοιποὶ μεθ’ ἑνὸς ἱματίου ἐκχωρῆσαι τοῦ ἄστεος ὡμολόγησαν.
ἐπεὶ δ' ἐγκρατὴς αὐτῶν ἐγένετο , τοὺς μὲν βουλευτὰς 
 ἐς βαλανεῖα κατακλείσας ἀπέπνιξε, τοῖς δ’ ἄλλοις ἀπελθεῖν εἰπὼν ὅπῃ βούλοιντο , πολλοὺς
ἐν τῇ ὁδῷ κἀκείνων ἐφόνευσε. συχνοὶ δ' οὖν αὐτῶν καὶ πε- ριεγένοντο εἰς ὕλας προκαταφυγόντες. ἐκ
τούτου δὲ οἱ λοιποὶ φοβηθέντες οὐ συνέβαινον ἔτι αὐτό, ἀλλ’ ἀντεῖχον ἕως ἠδύναντο. καὶ
οἱ Νωλανοὶ βουλευόμενοι προσχωρῆσαι αὐτῷ, ἐπεὶ τὸ εἰς ἐκείνους εἶδον πραχθέν, ἐπηγάγοντο λάθρᾳ τὸν
Μάρκελλον , καὶ τὸν Ἀννίβαν προσβαλόντα τῇ πόλει μετὰ ταῦτα ἀπώ- σαντο. ἀποκρουσθεὶς δὲ τῆς Νώλης
Ἀκερανοὺς εἶλε λιμῷ ἐπὶ ταῖς αὐταῖς τοῖς Νουκερίνοις συνθήκαις, καὶ τὰ αὐτὰ εἰργάσατο
καὶ αὐτούς. εἶτα καὶ ἐπὶ Βασιλίνας ἐστράτευσεν , ἐν ᾧ Ῥωμαῖοί τε καὶ συμμάχων μάχων ὡσεὶ χίλιοι συγκατέφυγον. οἱ τοὺς μὲν ἐπιχωρίους προδοῦναι σφᾶς μελετήσαντας
ἀπέκτειναν, καὶ τὸν Ἀννίβαν πολλάκις ἀπώσαντο , καὶ πρὸς λιμὸν γενναίοις διεκαρτέρησαν
· ἐπιλιπούσης δὲ τῆς τροφῆς αὐτούς, ἐπ’ ἀσκοῦ τινα διὰ τοῦ ποταμοῦ πρὸς τὸν δικτάτωρα ἔπεμψαν · ὁ δὲ
πίθους ἀλεύρων πλήρεις ἐνέβαλλεν εἰς τὸν ποταμὸν νυκτός, ἐντειλάμενος αὐτοῖς παρατηρεῖν
ἐν τῷ σκότει τὸ ῥεῦμα. καὶ χρόνον μέν τινα ἐλάνθανεν οὕτως τὰς τροφὰς αὐτοῖς χορηγῶν, ἔπειτα πίθου
τινὸς προσραγέντος ποι καὶ συντριβέντος ἔγνων οἱ Καρχηδόνιοι τὸ γινόμενον, καὶ ἁλύσεσι
τὸν ποταμὸν διειλήφασιν. ὡς δὲ τῶ λιμῷ καὶ τοῖς τραύμασι συχνοὶ
διεφθάρησαν , τὸ ἕτερον τῆς πόλεως μέρος ἐξέλιπον κἀν τῷ λοιπῷ διεκαρτέρουν, τὴν γέφυραν
διακόψαντες. εἶτα σπέρμα γογγυλίδος ἀπὸ τοῦ τείχους εἴς τι χωρίον ἔξωθεν αὐτοῦ
κατέβαλον. ἐποίησαν δὲ τοῦτο ἵνα καταπλήξωσι τοὺς πολεμίους ὡς καὶ ἐπὶ πολὺ ἀνταρκέσοντες. ὅθεν ὁ
Ἀννίβας ἄφθονον αὐτοὺς ἔχειν τὴν τροφὴν οἰηθεὶς καὶ ἐπὶ τῇ καρτερίᾳ θαυμάσας εἰς ὁμολογίαν προεκαλέσατο, καὶ χρημάτων ἀπέδοτο σφᾶς. ἐλύσαντο γάρ αὐτοὺς οἱ ἔξω Ῥωμαῖοι ἀσμένως, ἀλλὰ
μὴν καὶ ἐτίμησαν.

Ἐν ᾧ δὲ ταῦτα ἐγένετο , καὶ ἐκ Δελφῶν οἱ πεμφθέντες ἀνεκομίσθησαν , λέγοντες τὴν Πυθίαν
χρῆσαι 
 αὐτοῖς παύσασθαι τῆς ῥᾳθυμίας καὶ τῷ πολέμῳ προσέχειν. ἐντεῦθεν
ἀνερρώσθησαν . καὶ κατέλαβον τὸν Ἀννίβαν καί οἱ παρεστρατοπεδεύσαντο , ὅπως τὰ πραττόμενα παρ’ αὐτοῦ
παρατηρῶσι. καὶ ὅ γε Ἰούνιος ὁ δικτάτωρ τὰ τοῖς Καρχηδονίοις παραγγελλόμενα καὶ τοὺς
Ῥωμαίους ποιεῖν ὁμοίως ἐκέλευε. καὶ σῖτα καὶ ὕπνον ἐν τῷ αὐτῷ καιρῷ ᾑροῦντο, καὶ τὰς φυλακὰς ὁμοίως
ἐπεσκόπουν , καὶ τἄλλα ἐπ’ ἴσης ἔπραττον. καταμαθὼν οὑν τοῦτο ὁ Ἀννίβας χειμέριον ῥίον ἐτήρησε νύκτα, καὶ τοῖς μὲν τῶν στρατιωτῶν ἐπέξοδον ἀφ’
ἑσπέρας ἀνεῖπε, τοῦ δὲ Ἰουνίου τὸ αὐτὸ ποιήσαντος ἐκ διαδοχῆς ἄλλοτε ἄλλους αὐτῷ προσβάλλειν
ἐκέλευσεν, ἔν ἐν συνεχεῖ πόνῳ ἐκ τῆς ἀγρυπνίας καὶ τοῦ χειμῶνος
εἴησαν· αὐτὸς δὲ μετὰ τῶν λοιπῶν ἀνεπαύετο. ἐπεὶ δ' ἡμέρα ἐπιλάμψειν 
 
 ἔμελλε , τὸ στράτευμά τε δῆθεν ἀνεκαλέσατο καὶ τῶν Ῥωμαίων τὰ ὅπλα ἀποθεμένων καὶ πρὸς
ἀνάπαυλαν τραπομένων ἐπῆλθεν αὐτοῖς ἄφνω καὶ συχνοὺς ἀπέκτεινε καὶ τὸ τάφρευμα ἐκλειφθὲν εἷλε. 
 
 Τὰ δ’ ἐν τῇ Σικελίᾳ καὶ τῇ Σαρδοῖ ἐκινεῖτο, οὐ μέντοι καὶ ἐπιστροφῆς τινος παρὰ τῶν Ῥωμαίων
ἔτυχον. ὕπατοι δὲ ὅ τε Γράκχος ὁ ἵππαρχος καὶ Ποστούμιος Ἀλβῖνος ᾑρέθησαν. καὶ ὁ μὲν Ἀλβῖνος μετὰ
παντὸς τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τῶν Βοουῒων ἐφθάρη, δι’ ὄρους ὑλώδους πορευόμενος καὶ
ἐνεδρευθείς· οὗ τὴν κεφαλὴν ἀποτεμόντες οἱ βάρβαροι καὶ ἐκκαθάραντες καὶ περιχρυσώσαντες πρὸς τὰ
ἱερὰ αὐτῶν ἀντὶ φιάλης ἐκέχρηντο. γεγόνασι δὲ τότε τέρατα · βοῦς τε
γὰρ ἵππον τέτοκε καὶ ἐν θαλάσσῃ ἐξέλαμψε πῦρ. οἷ δ’ ὕπατοι Γράκχος καὶ Φάβιος
στρατοπεθευσάμενοι τόν τε Ἀννίβαν ἐν Καπύῃ ὄντα ἐπετήρουν ὅ,τι πράσσει καὶ διεπέμποντο ἑκασταχόσε,
τοῖς τε συμμάχοις ἐπήμυνον, καὶ τοὺς ἀφεστηκότας οἰκειοῦσθαι ἐπειρῶντο , τά τε τῶν ἀνθισταμένων
ἐκάκουν. ὁ δ’ Ἀννίβας ἕως μὲν τῆς τροφῆς ἐνδεῶς ηὐπόρει καὶ διακινδυνεύων , σωφρόνως
μετὰ τοῦ στρατοῦ διῆγεν, ὡς δὲ τὴν Καπύην ἔλαβον καὶ πολλοῖς ἐπιτηδείοις ἐν ῥᾳστώνῃ διεχείμασαν ,
τήν τε ἰσχὺν τῶν σωμάτων μὴ πονούμενοι καὶ τὴν ῥώμην τῆς γνώμης ὑπὸ τῆς εὐθυμίας
ἠλαττώθησαν , καὶ τὴν πάτριον ἀμείψαντες δίαιταν μετέμαθον ἡττᾶσθαι
μαχόμενοι. ἐπεὶ δὲ ὁ πόλεμος ἤ δὴ ἐπέκειτο, ἐς ὄρη μετέστη καὶ ἐγύμναζε τὸ στράτευμα. οἱ δ' οὐχ οἶοί
τε δι’ ὀλίγου ῥωσθῆναι γεγόνασι. βοηθείας δὲ αὐτῷ οἴκοθεν ἄλλης τε καὶ ἐλεφάντων
ἐλθούσης ἀνεθάρσησε καὶ ἐπὶ Νῶλαν ὡς αἱρήσων αὐτὴν ἢ τόν γε Μάρκελλον τὴν Σαυνίτιδα πορθοῦντα ταύτης
ἀπάξων ὥρμησεν. ὡς δ’ οὐδὲν ἐπέραινε , τῆς μὲν πόλεως ἀπέστη, τὴν δὲ χώραν ἔκειρε,
μέχρις οὑ μάχῃ κατὰ τὸ ἰσχυρὸν ἡττήθη, ἐφ’ ᾧ καὶ ἤλγησε. πολλοὶ μὲν γὰρ Ἴβηρες, πολλοὶ δὲ καὶ τῶν
Λιβύων ἐγκατέλιπον αὐτὸν καὶ πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ηὐτομόλησαν , ὃ οὔπω πρῴην 
 ἔπαθε. καταγνοὺς δ' ἐκ τούτου καὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν στρατιωτῶν ,
πᾶσαν τὴν γῆν ἐκείνην ἐξέλιπε καὶ εἰς τὴν Καπύην ἀνεχώρησεν· εἶτα κἀκεῖθεν μετέστη. 
 Οἱ δὲ Σκιπίωνες τόν τε Ἴβηρα ποταμὸν διέβησαν καὶ τὴν χώραν ἐπόρθουν καὶ πόλεις προσήγοντο
 καὶ τὸν Ἀσδρούβαν διὰ ταῦτα σπουδῇ ἐπελθόντα μάχῃ ἐνίκησαν. οἱ Καρχηδόνιοι δὲ ταῦτα
μαθόντες, καὶ νομίσαντες πλείονος τὸν Ἀσδρούβαν ἢ τὸν Ἀννίβαν δεῖσθαι βοηθείας , καὶ φοβηθέντες μὴ
καὶ ἐς τὴν Λιβύην οἱ Σκιπίωνες διαβῆναι ἐπιχειρήσωσι, τῷ μὲν Ἀννίβᾳ βραχεῖαν δύναμιν
ἔπεμψαν, τὴν πλείστην δὲ μετὰ τοῦ Μάγωνος εἰς τὴν Ἰβηρίαν τάχιστα 
ἀπεστάλκασι, κελεύσαντες μετὰ τὴν τῆς Ἰβη- ρίας κατάστασιν τὸν μὲν ἐπὶ τῇ τῶν ἐκεῖ φυλακῇ
καταμεῖναι , τὸν δὲ Ἀσδρούβαν ἐπὶ τὴν Ἰταλίαν σὺν δυνάμει σταλῆναι. ὃ γνόντες οἱ
Σκιπίωνες οὐκέτ’ ἐμαχέσαντο, ἵνα μὴ κρατήσας ’ίσως ὁ Ἀσδρούβας εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐπειχθῇ. ὡς δὲ τὸ τῶν
Ῥωμαίων φίλιον ἐκάκουν οἱ Καρχηδόνιοι, Πούπλιος μὲν ὁμόσε τοῖς προσπεσοῦσιν αὐτῷ τῶν ἐναντίων
ἐχώρησέ τε καὶ ἐπεκράτησε, Γναῖος δὲ τοὺς ἀποχωροῦντας σφῶν ἐκ τῆς μάχης ὑπολαβὼν
προσδιέφθειρεν. ἐκ δὲ τῆς συμφορᾶς ταύτης , καὶ ὅτι καὶ πόλεις συχναὶ πρὸς τοὺς Ῥωμαίους μεθίσταντο καὶ τῶν Λιβύων τινὲς αὐτοῖς προσεχώρησαν , πλέον ἢ διενοεῖτο ὁ
Ἀσδρούβας 
 βὰς κατέμεινεν. οἱ δὲ Σκιπίωνες εἰς τὴν Ἰταλίαν εὐθὺς τοὺς
προσχωρήσαντας ἔστειλαν, αὐτοὶ δὲ τὰ ἐν τῇ Ἰβηρίᾳ καθίστων , καὶ τοὺς τῶν Ζακυνθίων
ὑπηκόους τοὺς καὶ τοῦ πολέμου καὶ τῆς συμφορᾶς αἰτίους αὐτοῖς γενομένους ἑλόντες τό τε πόλισμα
κατέσκαψαν καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἐπώλησαν καὶ τὴν Ζάκυνθον μετὰ τοῦτο κομισάμενοι τοῖς
ἀρχαίοις πολίταις ἀπέδοσαν. τοσαύτῃ τε ἀκριβείᾳ περὶ τὴν λείαν ἐχρήσαντο ὡς μηδὲν οἴκοι πέμψαι· τοῖς
μὲν γὰρ συστρατευομένοις ἐπέτρεπον τοῦτο ποιεῖν , αὐτοὶ δὲ ἀστραγάλους τοῖς τέκνοις ἔπεμψαν. ὅθεν ἡ
γερουσία, ποραιτουμἐνου τοῦ Γναίου ἵν ἀπελθὼν οἔκαδε προῖκα τῇ θυγατρὶ ἐρανίσῃ ὡραίᾳ
οὔσῃ ἀνδρός, ἐψηφίσαντο ἐκ τοῦ δημοσίου προῖκα δοθῆναι αὐτῇ.

Ἐν δὲ τῷ αὐτῷ καιρῷ καὶ ἡ Σικελία καὶ ἡ Σαρδῶ ἄντικρυς
ἐπολεμώθησαν. καὶ τὰ μὲν ἐν ταύταις δι’ ὀλίγου κατέστη , καὶ ὁ Ἀσδρούβας ἐπικουρῶν
αὐταῖς ἑάλω , καὶ τὴν νῆσον μικροῦ πᾶσαν ἀνεκτήσατο Μάλλιος Τορκουάτος. καὶ τότε μὲν τὰ ἐν τῇ
Σικελίᾳ ἡσύχασε, μετὰ δὲ ταῦτα ἐταράχθη. ὁ δὲ τῆς Μακε- δονίας βασιλεὺς Φίλιππος φανερώτατος τόν
Καρχηδονίων ἐγένετο σπουδαστής. τῆς γὰρ Ἑλλάδος προσεπάρξαι θέλων συνθήκας πρὸς τὸν
Ἀννίβαν ἔθετο ὥστε κοινῇ πολεμῆσαι, καὶ τὴν μὲν Ἰταλίαν τοὺς Καρχηδονίους λαβεῖν , τὴν δ’ Ἑλλάδα καὶ
τῆν’ Ἤπειρον μετὰ τῶν νήσων ἐκεῖνον. ἡ μὲν οὑν ὁμολογία ἐπὶ τούτοις ἐγένετο, τοῦ
κήρυκος δὲ τοῦ ὑπὸ Φιλίππου πεμφθέντος πρὸς τὸν Ἀννίβαν ἁλόντος
ἔμαθον οἱ Ῥωμαῖοι τὸ γινόμενον , καὶ παραχρῆμα στρατηγὸν ἐπ’ αὐτὸν Μάρκον Οὐαλέριον Λαουίνιον
ἔστειλαν, ὅπως περὶ τοῖς οἴκοι δείσας κατὰ χώραν μείνῃ. καὶ ἔσχεν οὕτως · προῆλθε μὲν
γὰρ μέχρι 
 τῆς Κερκύρας ὁ Φίλιππος ὡς ἐς τὴν Ἰταλίαν πλευσόμενος, μαθὼν δὲ τὸν Λαουίνιον ἐς τὸ
Βρεντέσιον ἤδη παρόντα οἴκαδε ἀνεκομίσθη. τοῦ Λαουινίου δὲ μέχρι τῆς Κερκύρας πλεύσαντος , εἰς τοὺς
τῶν Ῥωμαίων συμμάχους ὥρμησε, καὶ εἶλεν Ὤρικον, Ἀπολλωνίαν τ' ἐπολιόρκει. ἐπιστρατεύσας
δ’ αὖθις αὐτῶ Λαουίνιος καὶ Ὤρικον ἀνεκτήσατο καὶ τὴν Ἀπολλωνίαν
ἐρρύσατο. κἀντεῦθεν ὁ Φίλιππος τὰς ναῦς αἷς ἐκέχρητο καταπρήσας πεζῇ ἐπ’ οἴκου ἀνεχώρησεν. 
 Οἱ δ' ἐν τῇ Ῥώμῃ ὑπάτους εἵλοντο τὸν Φάβιον καὶ τὸν Μάρκελλον. οἱ τὸν μὲν
Ἀννίβαν τὴν νῦν Εαλαβρίαν καλουμένην καὶ τὰ περὶ αὐτὴν περιπορευόμενον τῷ Γράκχῳ τῷ πρὸ αὐτῶν
ἄρξαντι ἐπέταξαν· καὶ ὃς Ἄννωνα περὶ Βενεβεντὸν ἀπαντήσαντά οἱ ἐκ Βρεττίων ἐτρέψατο , κἀντεῦθεν
προιὼν τόν τε Ἀννίβαν παρεφύλαττε καὶ τὰ τῶν ἀφεστηκότων ἐπόρθει, πόλεις τέ τινας
ἀνεσώσατο· αὐτοὶ δὲ οἱ ὕπατοι πρὸς τὴν Καμπανίαν ἐτράποντο , ἵν αὐτὴν
χειρωσάμενοι μηδὲν κατόπιν πολέμιον ὑπολίπωσιν, οὕτω τε ἐπὶ τὸν Ἀννίβαν χωρήσωσιν. εἶτα 
διαιρεθέντες Φάβιος μὲν τά τε ἐκείνων τά τε τοῦ Σαυνίου κατ’ ἔτρεχε, Μάρκελλος δὲ εἰς τὴν Σικελίαν
ἐπεραιώθη καὶ τὰς Συρακούσας ἐπολιόρκει, προσχωρησάσας μὲν αὐτῷ, εἶτ’ ἀποστάσας δόλῳ τινῶν ὑπὸ
ψευδοῦς ἀγγελίας. καὶ δι’ ἐλαχίστου ἂν αὐτὰς ἐχειρώσατο καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν
ἅμα προσβαλὼν τῷ τείχει, εἰ μὴ ὁ Ἀρχιμήδης μηχαναῖς ἐπὶ πλεῖστον αὐτοὺς ἐποίησεν ἀντισχεῖν. καὶ
λίθους γὰρ καὶ ὁπλίτας μηχανήμασιν ἀπαρτῶν καθίει τε ἐξαπιναίως αὐτοὺς καὶ ἀνέσπα δι’ ὀλίγου. ταῖς
δὲ ναυσὶ καὶ ταῖς πυργοφόροις ἑτέρας ἐπιρρίπτων 
 ἀνεῖλκέ τε αὐτὰς καὶ μετεωρίζων ἀθρόως ἠφίει, ὥστε
ἐμπιπτούσας εἰς τὸ ὕδωρ ῥύμῃ βαπτίζεσθαι. καὶ τέλος σύμπαν τὸ ναυτικὸν τῶν Ῥωμαίων παραδόξως
κατέπρησε. κάτοπτρον γάρ τι πρὸς τὸν ἤλιον ἀνατείνας τήν τε ἀκτίνα αὐτοῦ ἐς αὐτὸ εἰσεδέξατο καὶ τὸν ἀέρα ἀπ’ αὐτῆς τῇ πυκνότητι καὶ τῇ λειότητι τοῦ κατόπτρου πυρώσας φλόγα τε μεγάλην
ἐξέκαυσε καὶ πάσαν αὐτὴν ἐς τὰς ναῦς ὑπὸ τὴν τοῦ πυρὸς ὁδὸν ὁρμούσας ἐνέβαλε καὶ πάσας κατέκαυσεν.
ἀπογνοὺς οὖν ὁ Μάρκελλος τὴν πόλιν αἱρήσειν διὰ τὸ τοῦ Ἀρχιμήδους εὐμήχανον , λιμῷ
αὐτοὺς κατασχεῖν ἐκ προσεδρείας διεμελέτησε. καὶ ταύτας μὲν τῷ Πούλχρῳ ἐπέτρεψεν, αὐτὸς δ’ ἐπὶ τοὺς
συναποστάντας σφίσιν ἐτράπετο · καὶ τοῖς μὲν γνωσιμαχοῦσι συγγνώμην ἔνεμε, τοὺς δ' ἀνθισταμένους
μετεχειρίζετο χαλεπῶς, καὶ συχνὰς μὲν τῶν πόλεων βίᾳ , τινὰς δὲ
καὶ προδοσίᾳ ᾕρει. ἐν τούτοις δ' Ἱμίλκων ἐκ Καρχηδόνος σὺν στρατῷ ἧκε , τὸν Ἀκράγαντά τε κατέσχε καὶ
τὴν Ἡράκλειαν , καὶ πρὸς Συρακούσας ἐλθὼν ἡττήθη τε καὶ ἀντεπεκράτησε, καὶ τοῦ Μαρκέλλου ἐξαπίνης αὐτῷ προσπεσόντος αὖθις ἐνικήθη.

Ἐντεῦθεν ὁ Μάρκελλος ταῖς Συρακούσαις ἐφήδρευεν. ὁ δ’ Ἀννίβας ἐν τῇ Καλαβρίᾳ διέτριβεν. οἱ
μέντοι Ῥωμαῖοι πολλὰ αὖθις καὶ δυσχερῆ πεπόνθασιν· οἵ τε γὰρ ὕπατοι πρὸς τῇ Καπύῃ ἔπταισαν, καὶ ὁ Γράκχος ἐν τῇ Λευκανίᾳ ἀπώλετο, καὶ οἱ Ταραντῖνοι καὶ ἄλλαι πόλεις ἀπέστησαν , καὶ ὁ
Ἀννίβας κατεπτηχὼς πρότερον ἐν τῇ Ἰταλίᾳ τε ἔμεινε καὶ ἐπὶ τὴν Ῥώμην ἐστράτευσε, καὶ οἱ Σκιπίωνες
ἄμφω διώλοντο. ἐπαρθεὶς οὖν ἐπὶ τούτοις ὁ Ἀννίβας ἐπεχείρησε τῇ Καπύῃ βοηθῆσαι. καὶ ἦλθε μέχρι 
 Βενεβεντοῦ· τὸν δὲ Κλαύδιον εἰς τὴν Λευκανίαν ἐκ τοῦ Σαυνίου διὰ τὸν τοῦ Γράκχου
θάνατον ἀπε- ληλυθέναι πυθόμενος , καὶ φοβηθεὶς μή τινα αὐτῆς σφετερίσηται, οὐκέτι περαιτέρω
προεχώρησεν, ἐπ’ ἐκεῖνον δ' ἐτράπετο τῶν Σκιπιώνων δὲ θανόντων πᾶσα ἡ Ἰβηρία τετάρακτο,
καὶ οἱ μὲν ἑκουσίως πρὸς τοὺς Καρχηδονίους ἀπέκλινον , οἱ δὲ καὶ ἀωαγκαζόμενοι, μένοι, εἰ καὶ ὕστερον αὖθις πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ἀπένευσαν. 
 Ὁ δὲ Μάρκελλος ἐπεὶ μηδὲν προσβάλλων ταῖς ία Συρακούσαις ἐπ’ ἐπέραινε, τοιοῦτόν τι
ἐπενόησεν. ἦν τι τοῖς Συρακουσίοις τοῦ τείχους ἐπίμαχον ὃ Γαλεά- γραν ὠνόμαζον, ὃ πρὶν μὲν ἐλάνθανε
τοιοῦτον ὄν, τότε δὲ ἐφωράθη. τηρήσας οὑν τοὺς Συρακουσίους παννυχίδα τῇ Ἀρτέμιδι ἄγοντας πανδημεί ,
ἐκέλευσε στρατιώταις τισὶ κατ’ ἐκεῖνο τὸ χωρίον ὑπερβῆναι τὸ τεῖχος. κἀκ τούτου πύλαι
τέ τινες ὑπ’ αὐτῶν ἀνεῴχθησαν καὶ εἰσελθόντων καὶ ἑτέρων ἅμα πάντες ἀπὸ σημείου καὶ οἱ ἔσω καὶ οἱ
ἔξω συνεβόησαν καὶ τοῖς δόρασι τὰς ἀσπίδας συνέκρουσαν καὶ οἱ σαλπιγκταὶ προσεπήχησαν ,
ὥστε ἀθρόαν τὴν ἔκπληξιν τοῖς Συρακουσίοις μηδ’ ἄλλως εὑ ἔχουσιν ὑπὸ
μέθης συμβῆναι, καὶ τὴν πόλιν ἁλῶναι πλὴν τῆς Ἀχραδινῆς καὶ τῆς Νήσου καλουμένης. ὁ οὑν Μάρκελλος τά
τε ἑαλωκότα διήρπασε καὶ τοῖς μὴ ἁλοῦσι προσέβαλε, καὶ σὺν πόνῳ μὲν καὶ χρόνῳ, ὅμως δ’
οὖν καὶ τῶν λοιπῶν τῆς Συρακούσης ἐκράτησεν. ἐγκρατεῖς δὲ τούτων οἱ Ῥωμαῖοι γενόμενοι ἄλλους τε
πολλοὺς καὶ τὸν Ἀρχιμήδην ἀπέκτειναν. διάγραμμα γάρ τι διαγράφων, καὶ ἀκούσας τοὺς 
πολεμίους ἐφίστασθαι , " πὰρ κεφαλάν " ἔφη καὶ μὴ παρὰ γραμμάν.’’ ἐπιστάντος δὲ αὐτῷ πολεμίου βραχύ
 τε ἐφρόντισε καὶ εἰπών " ἀπόστηθι , ἄνθρωπε , ἀπὸ τῆς γραμμῆς’’ παρώξυνέ τε αὐτὸν καὶ
κατεκόπη. 
 Ὁ μὲν οὖν Μάρκελλος τὰς Συρακούσας ἐλῶν καὶ τῆς ἄλλης Σικελίας τὰ πλείω προσαγαγόμενος καὶ
 
 
 ἐπῃνεῖτο μεγάλως καὶ ὕπατος ἀποδέδεικτο. προεβάλοντο μὲν γὰρ τὸν Τορκουάτον, ὅς ποτε τὸν
υἱὸν ἀπέκτεινεν· ἐπεὶ δ’ ἐκεῖνος ἀπηνήνατο, εἰπὼν ὡς οὔτ’ αν ἐγὼ τὰ ὑμέτερα ἁμαρτήματα οὔτ’ ἂν ὑμεῖς
τὴν ἐμὴν ἀκρίβειαν ἐνέγκοιτε,’ τὸν Μάρκελλον καὶ

Λαουίνιον τὸν Οὐαλέριον ἐχειροτόνησαν. ἀπελθόντος δὲ τοῦ Μαρκέλλου ἐκ
Σικελίας, δύναμιν ἱππέων ἐς αὐτὴν ὁ Ἀννίβας ἀπέστειλε, καὶ ἑτέραν οἱ Καρχηδόνιοι ἔπεμψαν · καὶ
μάχαις τισιν ἐνίκησαν καὶ πόλεις προσεποιήσαντο· καὶ εἴ γε μὴ Κορνήλιος 
 Δολοβέλλας στρατηγὸς ἐπελήλυθε , πᾶσαν τὴν Σικελίαν ἐχειρώσαντο ἄν. 
 Καὶ ἡ Καπύη δὲ τότε ἑάλω παρὰ Ῥωμαίων, καίτοι τοῦ Ἀννίβου ἐς τὴν Ῥώμην ὁρμήσαντος , ἔν ἀπὸ
τῆς Καπύης τοὺς πολιορκοῦντας αὐτὴν ἀπάξῃ, καὶ διὰ τῶν Λατίνων ἐλάσαντος καὶ πρὸς τὸν
Τίβεριν ἐλθόντος καὶ πορθοῦντος τὰ πρὸ τοῦ ἄστεος. οἱ γὰρ ἐν τῇ Ῥώμῃ ἐφοβήθησαν μέν, ἐψηφίσαντο δὲ
τὸν ἕτερον τῶν ὑπάτων ἐν Καπύῃ μείναι, τὸν δ' ἕτερον αὐτοῖς ἐπαμῦναι. καὶ Κλαύδιος μὲν ἐν τῇ Καπύῃ
 κατέμεινεν , ἐτέτρωτο γάρ, Φλάκκος δὲ πρὸς τὴν Ρώμην
ἠπείχθη. 
 Τοῦ δ’ Ἀννίβου τάς τε καταδρομὰς ἐν τοῖς ὀφθαλ- μοῖς αὐτῶν ἀεὶ ποιουμένου καὶ πολλὰ δεινὰ
δρῶντος, τὸν μὲν ἄλλον χρόνον ἠγάπων , εἰ τά γε ἐντὸς τῶν 
 τειχῶν περισώσαιντο , ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ πόλει καὶ τοῖς στρατοπέδοις ἅμα προσβαλεῖν
ἔμελλεν , ἀνερρίψαντο, τὸ τοῦ λόγου , κύβον, καὶ ἐπεξέδραμον. καὶ ἀκροβολιζομένων ἤδη χειμὼν ἐξ
αἰθρίας ἐξαίσιος ἐπεγένετο μετὰ πνεύματος ἀμηχάνου βροντῶν τε καὶ χαλάζης καὶ ἀστραπῶν ,
ὥστ’ ἄμφω ἀγαπητῶς ὡς ἐκ συνθήματος ἀναφυγεῖν ὅθεν ὥρμησαν. ἄρτι τε τὰ ὅπλα κατετίθεντο καὶ αἰθρία ἐγένετο. ὁ γοῦν Ἀννίβας, καίτοι οὐκ ἀθεεὶ λογισάμενος παρὰ τὸν
τῆς συν- όδου καιρὸν συνενεχθῆναι τὰ γεγονότα, ὅμως οὐκ ἀπέστη τῆς πολιορκίας, ἀλλὰ καὶ
αὖθις μετὰ τοῦτο συμβαλεῖν ἐπεχείρησεν. ὡς δὲ καὶ τότε τὰ αὐτὰ συνέβη, κατέδεισε. καὶ προσεκπλαγεὶς
ὅτι ἐν τηλικούτῳ κινδύνῳ ὄντες οὔτε τῆς Καπύης ἀπέστησαν καὶ ἐς τὴν Ἰβηρίαν καὶ στρατιώτας καὶ
στρατηγὸν πέμψειν ἔμελλον, καὶ ὅτι χρημάτων δεηθέντες ἐπώλησαν ἄλλα τε καὶ τὸ χωρίον ἐν
ᾧ ἐστρατοπεδεύετο δημόσιον ὄν, καὶ ἀπογνούς , ἀπανέστη, πολλάκις ἀναβοήσας " ὦ Κάνναι Κάνναι.’’ καὶ
οὐδὲ τῇ Καπύῃ ἔτ’ ἐπικουρῆσαι ἠθέλησεν. 
 
 
 Οἱ δὲ καίπερ ἐν ἀσθενεστάτοις ὄντες, ἅμως ἀπογνόντες ὡς οὐ τευξόμενοι συγγνώμης παρὰ
Ῥωμαίων ἀντεῖχον, καὶ τῷ Ἀννίβᾳ ἐπέστειλαν , βοηθήσειν αὐτοῖς ἀξιοῦντες. συλληφθέντες δὲ οἱ τῶν
ἐπιστολῶν κομισταὶ παρὰ τοῦ Φλάκκου , ὁ γὰρ Κλαύδιος ἔφθη τεθνηκὼς ἐκ τοῦ τραύματος,
τὰς χεῖρας ἀπετμήθησαν. οὓς ἰδόντες οἱ Καμπανοὶ δεινῶς κατεπλάγησαν καὶ ὅ,τι πράξουσιν ἐβουλεύοντο.
λεχθέντων δὲ πολλῶν, Ἰούβιός τις Οὀίριος ἐν τοῖς πρώτοις αὐτῶν ὢν καὶ τῆς ἀποστάσεως αἰτιώτατος "
μία ἡμῖν ἐστιν ἔφη ‘‘καταφυγὴ καὶ ἐλευθερία ὁ θάνατος. καί μοι ἀκολουθήσατε οἴκαδε· ἔχω
γάρ τι φάρμακον παρεσκευασμένον.’’ καὶ ὁ μὲν παραλαβὼν τοὺς αὐτῶ πεισθέντας ἑκούσιος ἀπέθανε σὺν αὐτοῖς, καὶ οἶ λοιποὶ τὰς πύλας τοῖς Ρωμαίοις ἀνέῳξαν · ὁ
δὲ Φλάκκος τά τε ὅπλα αὐτῶν καὶ τὰ χρήματα πάντα ἀφείλετο, καὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν κορυφαίων
τοὺς μὲν ἀπέκτεινε, τοὺς δὲ ἐς τὴν Ῥώμην ἔπεμψε, μόνων δ’ ἀπέσχετο τόν ἐκ τοῦ ὁμίλου περιλειφθέντων
ἐπὶ τῷ καὶ ἄρχοντα αὐτοὺς Ῥωμαῖον λαμβάνειν καὶ μήτε βουλὴν ἔχειν μήτε σύνοδον ποιεῖσθαι. 
 
 Ὕστερον δὲ καὶ ἄλλα τινὰ προσεπῶφλον , κατηγορῆσαι τοῦ Φλάκκου τολμήσαντες. ἐπεχείρησαν δὲ
 καὶ οἶ Καμπανοὶ τοῦ Φλάκκου κατηγορῆσαι , καὶ τοῦ Μαρκέλλου οἱ
Συρακούσιοι ὑπατεύοντος ἤδη. καὶ ἀπελογήσατο · οὐ γὰρ ἠθέλησε πρᾶξαί τι τῶν τῇ 
 ἀρχῇ προσηκόντων πρὶν ἀπολογήσασθαι. οἶ Συρακούσιοι δὲ καταστάντες εἰς λόγους
οἰκονομικώτερον τῇ διαλέξει ἐχρήσαντο , οὐκ εἰς κατηγορίαν τοῦ Μαρκέλλου, ἀλλ’ εἰς ἱκετείαν
τραπέντες καὶ ἀπολογίαν τοῦ μὴ ἑκόντες ἀποστῆναι Ῥωμαίων , καὶ συγγνώμης τυχεῖν
ἀξιοῦντες. καὶ ταῦτα λέγοντες εἰς τὴν γῆν πεσόντες ὠλοφύροντο. καὶ διαγνώμης γενομένης ἔδοξε τὸν
Μάρκελλον μὲν μηδὲν ἀδικεῖν, τοὺς μέντοι Συρακουσίους φιλανθρωπίας τινὸς ἀξίους εἶναι, οὐκ ἐξ ὧν
ἐποίησαν, ἀλλ’ ἐξ ὧν εἶπόν τε καὶ ἱκέτευσαν. τοῦ δὲ Μαρκέλλου παραιτησαμένου τὸ
ἀπελθεῖν εἰς Σικελίαν , τὸν Λαουίνιον ἔπεμψαν. καὶ οἶ μὲν Συρακούσιοι
οὕτως τινὸς συγγνώμης ἔτυχον, οἶ δὲ Καμπανοὶ ὑπ’ ἀπαιδευσίας θρασύτερον τῇ κατηγορίᾳ χρησάμενοι καὶ
ἐπετιμήθησαν, μηδὲ παρόντος τοῦ Φλάκκου, ἀλλά τινος τῶν ὑπεστρατηγηκότων αὐτῷ
ἀπολογησαμένου. 
 

 
 Ἁλούσης δὲ τῆς Καπύης καὶ τἄλλα τὰ πέριξ πο- λίσματα τοῖς Ῥωμαίοις προσκεχωρήκασι πλὴν
Ἀτελανῶν· οὗτοι γὰρ ἐκλιπόντες τὴν πόλιν αὐτῶν πανδημεὶ πρὸς τὸν Ἀννίβαν ἐχώρησαν. καὶ ἡ ἄλλη δὲ
Ἰταλία ἡ τὰ τῶν Καρχηδονίων φρονοῦσα ἠλλοιοῦτο, καὶ περιιόντες οἱ ὕπατοι προσεποιοῦντο
αὐτήν. Ταραντῖνοι δὲ φανερῶς μὲν οὐδέπω τὰ τῶν Ῥωμαίων ᾑροῦντο,
λάθρᾳ δὲ τοῖς Καρχηδονίοις ἤχθοντο. 
 Οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμῃ διεκηρυκεύσαντο τῷ Ἀννίβᾳ ἀνταπόδοσιν τῶν αἰχμαλώτων ποιήσασθαι. οὐ
κατηλλάξαντο δὲ αὐτούς , ἐπεὶ οὐκ ἐδέξαντο τὸν Καρθάλωνα τοῦ τείχους ἐντός, ὡς
πολέμιον· οὐδ’ ἐς λόγους γὰρ αὐτοῖς ἐλθεῖν ἠθέλησεν, εὐθὺς δὲ ὠργισμένος ἀνέστρεψε. 
 Τότε μέντοι καὶ ὁ Λαουίνιος τοὺς Αἰτωλοὺς συμμαχοῦντας Φιλίππῳ προσηταιρίσατο
, καὶ τὸν Φίλιππον μέχρι Κερκύρας προχωρήσαντα αὖθις ἐξεφόβησεν, ὥστε καὶ ἐς τὴν Μακεδονίαν τάχει
ἐπανελθεῖν.

Οἶ’ δὲ ἐν τῇ Ῥώμῃ Γάιον Κλαύδιον Νέρωνα εἰς τὴν Ἰβηρίαν μετὰ στρατιωτῶν ἔπεμψαν. καὶ ὃς
παρεκομίσθη 
 τῷ ναυτικῷ μέχρι τοῦ Ἴβηρος , ἔνθα καὶ τὰ λοιπὰ στρατεύματα εὑρηκὼς
ἐπῆλθε τῷ Ἀσδρούβᾳ πρὶν γνωσθῆναι ὅτι πάρεστι. καὶ περιστοιχισάμενος αὐτὸν ἠπατήθη. ἰδὼν γὰρ ὁ
Ἀσδρούβας ὡς ἀπείληπται, προεκηρυκεύσατο πρὸς τὸν Νέρωνα ὥστε τὴν Ἰβηρίαν πάσαν ἀφεθεὶς
ἐκλιπεῖν. ὡς δ’ ἐκεῖνος ἀσμένως τοὺς λόγους ἐδέξατο, ἀναβαλλόμενος ἵνα τὰς συνθήκας τῇ ὑστεραίᾳ
ποιήσηται, ὑπεξέπεμψε τῆς νυκτὸς ἄλλους ἄλλῃ τῶν ὀρῶν. διεξελθόντων 
 δ’ ἐκείνων, ἄτε μὴ φυλακῆς οὔσης παρὰ τῶν Ῥωμαίων διὰ τὰς τῶν σπονδῶν ἐλπίδας , ἦλθε
μὲν τῇ ἐπιούσῃ ἐς λόγους τῷ Νέρωνι, κατέτριψε δὲ πάσαν αὐτὴν πρίν τι ἐπικυρωθῆναι. καὶ ἄλλους αὖθις
τῆς νυκτὸς ὁμοίως ἀπέπεμψε. τοῦτο δὲ καὶ ἐν ἄλλαις τισὶν
ἡμέραις ὁμοίως πεποίηκεν, ἀμφισβητῶν τινα ἐν τῇ συμβάσει. προελθόντων δὲ τῶν πεζῶν ἁπάντων, τέλος
καὶ αὐτὸς σύν τοῖς ἱππεῦσι καὶ τοῖς ἐλέφασιν ὑπεξεχώρησε. καὶ διασωθεὶς φοβερὸς αὖθις 
τῷ Νέρωνι ἐγένετο. 
 Μαθόντες δὲ ταῦτα οἱ ἐν τῇ Ῥώμῃ τοῦ Νέρωνος μὲν κατέγνων , ἄλλῳ δέ τινι τὴν ἡγεμονίαν
ἐψηφίσαντο ἐγχειρίσαι. ἀπορούντων οὑν τίνα ἂν ἀποστείλωσιν, οὐ γὰρ τοῦ τυχόντος ἀνδρὸς ἐδεῖτο τὰ
πράγματα, καὶ πολλοὶ διὰ τὸ τῶν Σκιπιώνων πάθος ἐξίσταντο, ὁ Σκιπίων ἐκεῖνος ὁ Πούπλιος
ὁ τὸν πατέρα τρωθέντα σώσας ἑαυτὸν ἐθελοντὴς εἰς τὴν στρατείαν ἐπέδωκεν. ἦν δὲ καὶ ἀρετῇ κράτιστος
καὶ παιδείᾳ λογιμώτατος. καὶ παραχρῆμα μὲν ᾑρέρη· 
 μεταμέλον δὲ οὐ πολλῷ ὕστερον διά τε τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ, τέταρτον γὰρ καὶ εἰκοστὸν ἔτος
τῆς ζωῆς ἦγε, καὶ ὅτι καὶ ἡ οἰκία αὐτοῦ διὰ τὸν τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ θείου ὄλεθρον ἐπένθει, ἦλθεν
αὖθις εἰς τὸ κοινὸν καὶ ἐδημηγόρησε, καὶ οἶς εἶπε καταιδἐσας τοὺς τῆς βουλῆς, τὴν μὲν
ἀρχὴν οὐκ ἀφῃρέθη, Μάρκος δὲ Ἰούνιος ἀνὴρ γηραιὸς προσεπέμφθη αὐτῷ. 
 Tοῖς Ῥωμαίοις δὲ μετὰ ταῦτα τὰ πράγματα οὐκ ἀταλαιπώρως ἐχώρησεν εἰς τὸ βέλτιον. ὁ γὰρ
Μάρκελλος, ἐπειδὴ κατηγορηθεὶς ἀπελύθη, ὥρμησεν ἐπὶ τὸν Ἀννίβαν , καὶ τὰ μὲν πλείστα
δι’ ἀσφαλείας 
 
 ἐποιεῖτο , δεδιὼς πρὸς ἀπονενοημένους διακινδυνεῦσαι· εἰ δέ
ποτε ἠναγκάσθη προσμίξαι , κρείττων ἐκ φρονήσεως εὐτολμίᾳ κεκραμένης ἐγένετο. ὁ οὖν Ἀννίβας διά τε
ταῦτα καὶ ὅτι αἱ πόλεις αἶ συμμαχοῦσαι αὐτῶ αἱ μὲν ἐγκαταλελοίπεσαν αὐτόν, αἱ δὲ 
διενοοῦντο , καὶ δι’ ἕτερ' ἄττα, κακῶσαι τὰ χωρία ἃ μὴ κατέχειν οἷος ἦν ἐπεχείρησε. καὶ πολλοῖς
ἐλυμήνατο, καὶ πλείους διὰ τοῦτο ἀφίσταντο. 
 Περὶ δὲ Σαλπίαν πόλιν τοιόνδε τι συνέπεσε δν́ο ἄνδρες τὰ πράγματα αὐτῶν εἶχον, διάφοροί τε
ἀλλήλοις ἦσαν. καὶ Ἀλίνιος μὲν τὰ τῶν Καρχηδονίων 
ἐφρόνει, Πλαύτιος δὲ τὰ τῶν Ῥωμαίων, ὃς καὶ διειλέχθη τῷ Ἀλινίῳ περὶ προδοσίας τῆς εἰς Ῥωμαίους.
μηνύσαντός τε εὐθὺς ἐκείνου τῷ Ἀννίβᾳ ταῦτα, ἐς δίκην ὑπήχθη ὁ Πλαύτιος. βουλευομένου δὲ τοῦ Ἀννίβου μετὰ τῶν συνέδρων ὅπως αὐτὸν κολάσει, ἐτόλμησεν ἐπ’ ὄψει αὐτοῦ τῷ Ἀλινίῳ πέλας που
ὄντι περὶ προδοσίας αὖθις εἰπεῖν. ἀναβοήσαντος δ' ἐκείνου " ἴδε ἴδε, καὶ νῦν μοι περὶ αὐτοῦ τούτου
λαλεῖ, οὐκ ἐπίστευσεν ὁ Ἀννίβας διὰ τὸ ἄτοπον, ἀλλὰ καὶ ὡς συκοφαντούμενον αὐτὸν
ἀπέλυσεν. ἀφεθέντος δὲ ὡμονόησαν ἄμφω, καὶ στρατιώτας παρὰ τοῦ Μαρκέλλου ἐπαγαγόμενοι τήν τε φρουρὰν
τῶν Καρχηδονίων κατέκοψαν καὶ τὴν πόλιν τοῖς Ῥωμαίοις παρέδοσαν. 

 Καὶ οὕτω μὲν ἐν τῇ Ἰταλίᾳ ἔσχον τοῖς Καρχηδονίοις τὰ πράγματα· καὶ οὐδ’ ἡ
Σικελία ἦν εὐνοοῦσα αὐτοῖς, ἀλλὰ τῷ ὑπάτῳ τῷ Λαουινίῳ προσε- χώρουν. ἡγεῖτο μὲν γὰρ τῶν ἐν τῇ
Σικελίᾳ Καρχηδονίων Ἄννων , συνεστρατεύετο δὲ αὐτό καὶ Μουτίνας. τίνας. ὃς συνὼν τῶ
Ἀννίβᾳ πρῴην, καὶ φθονηθεὶς ὅτι μεγάλα ἔργα ἀρετῆς ἐπεδείκνυτο, ἐς Σικελίαν ἐπέμφθη.
ὡς οὗν κἀκεῖ λαμπρῶς ἱππάρχει, φθόνον καὶ πρὸς τοῦ Ἄννωνος ὦφλε, καὶ διὰ τοῦτο τῆς ἱππαρχίας ἐπαύθη.
περιαλγὴς γοῦν διὰ ταῦτα γενόμενος πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ἀπέκλινε. καὶ πρῶτον μὲν προδοσίαν
Ἀκράγαντος συνέπραξε σφίσιν , εἶτα καὶ τἄλλα συγκατειργάσατο , ὥστε
πᾶσαν αὖθις τὴν Σικελίαν ὑπ’ αὐτοὺς ἄνευ μεγάλου πόνου γενέσθαι.

Ὁ δὲ Φάβιος καὶ ὁ Φλάκκος ἄλλας τε πόλεις πολλὰς καὶ τὸν Τάραντα, τοῦ Ἀννίβου κατέχοντος
 αὐτόν, ἐχειρώσαντο. κελεύσαντες γάρ τισι τὴν Βρεττίαν κατατρέχειν , ἴν ὁ Ἀννίβας εἰς
ἐπικουρίαν αὐτῆς ἀπάρῃ ἐκ Τάραντος, ἐπεὶ τοῦτο ἐγένετο, Φλάκκος μὲν ἐκεῖνον ἐπετήρει, Φάβιος δὲ ἐν
τούτῳ νυκτὸς τῷ Τάραντι ταῖς τε ναυσὶν ἄμα καὶ τῷ πεζῷ προσβαλών, τῇ τε προσβολῇ καὶ τῇ
προδοσίᾳ εἶλε τὴν πόλιν. ὁ οὖν Ἀννίβας διὰ τὴν ἀπάτην ἀχθόμενος ἀντεπιβουλεῦσαι τῷ Φαβίῳ ἐσπούδασε καὶ ἐπιστολὴν αὐτῷ ἐκ Μεταποντίου ὡς παρὰ τῶν ἐπιχωρίων
ἐπὶ προδοσίᾳ τῆς πόλεως ἔπεμψεν , ἐλπίσας ἀπερισκέπτως αὐτὸν προσιόντα ἐνεδρεύσειν. καὶ
ὃς ὑπετόπησε τὸ πραττόμενον , καὶ παραβαλὼν τὰ γράμματα ταῖς 
ἐπιστολαῖς ἃς τοῖς Ταραντίνοις ποτὲ ἐγεγράφει, κατεφώρασεν ἐκ τῆς αὐτῶν ὁμοιότητος τὸ ἐπιβούλευμα.
Σκιπίων δὲ τὸν ἄλλον χρόνον, εἰ καὶ τιμωρῆσαι τῷ πατρὶ καὶ τῷ θείῳ ἐγλίχετο καὶ τῆς τοῦ
πολέμου δόξης ὠρέγετο , ἀλλ’ οὐκ ἠπείγετο , διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἐναντίων. ἐπεὶ δ' ᾔσθετο αὐτοὺς
χειμάζοντας πόρρω ποι , ἐκείνους μὲν εἴα , ἐς δὲ τὴν Καρχηδόνα τὴν
ταύτῃ ὥρμησεν· οὐ μέντοι τις τὸ παράπαν τὴν 
 ὁρμὴν αὐτοῦ ἔγνωκε πρὶν πρὸς αὐτῇ τῇ Καρχηδόνι γενέσθαι· καὶ ἔλαβε σὺν πόνῳ τὴν
πόλιν. 
 Ἁλούσης δὲ τῆς Καρχηδόνος στάσις μεγίστη μικροῦ τῶν στρατιωτῶν ἐγένετο ἄν. τοῦ γὰρ
Σκιπίωνος στέφανον ὑποσχομένου δώσειν τῷ πρώτῳ τοῦ τείχους ἐπιβάντι, δύο ἄνδρες, ὁ μὲν
Ῥωμαῖος , ὁ δ’ ἐκ τῶν συμμάχων, περὶ αὐτοῦ ἠμφισβήτησαν. διαφερομένων δ’ ἐκείνων καὶ τὸ ἄλλο πλῆθος
ἐθορυβήθη , καὶ ἐπὶ πλεῖστον ἐταράχθησαν , ὥστε καὶ δεινόν τι δρᾶσαι,
εἰ μὴ ὁ Σκιπίων καὶ ἄμφω ἐστεφάνωσε, καὶ συχνὰ μὲν τοῖς στρατιώταις διέδωκε, συχνὰ δὲ
καὶ τοῖς δημοσίοις προσένειμε, καὶ τοὺς ἐκεῖ κατεχομένους ὁμήρους προῖκα πάντας τοῖς οἰκείοις
ἀπέδωκεν. ὅθεν πολλοὶ μὲν δῆμοι , πολλοὶ δὲ καὶ δυνάσται αὐτῷ προσεχώρησαν , καὶ τὸ τῶν Κελτιβήρων
 ἔθνος πρὸς τοῖς λοιποῖς. παρθένον γὰρ ἐν τοῖς αἰχμαλώτοις λαβὼν κάλλει ἐπιφανῆ,
ἐνομίσθη μὲν ἔσεσθαι αὐτῆς ἐν ἔρωτι, μαθὼν δὲ ὅτι τινὶ τῶν ἐν τέλει Εελτιβήρων ἐγγεγύηται,
μετεπέμψατο αὐτὸν καὶ τὴν νεᾶνιν αὐτῷ παραδέδωκε, προσεπιδοὺς καὶ 
 τὰ λύτρα ἃ οἱ προσήκοντες αὐτῇ προσεκόμισαν. κἀκ τούτου καὶ ἐκείνους
καὶ τοὺς λοιποὺς ἀνηρτήσατο. 
 Μαθὼν δὲ τὸν Ἀσδρούβαν τὸν τοῦ Ἀννίβου ἀδελφὸν σπουδῇ ἐπιόντα καὶ ἀγνοοῦντα ἔτι τὴν τῆς
πόλεως ἅλωσιν καὶ μηδὲν προσδοκῶντα κατὰ τὴν πορείαν πολέμιον , προσαπήντησεν αὐτῷ, καὶ
ἐν τῷ στρατοπέδῳ αὐτοῦ κρατήσας ἐνηυλίσατο, καὶ πολλοὺς τῶν ἐκεῖ προσεποιήσατο. ἦν μὲν γὰρ ἐν ταῖς
στρατηγίαις δεινός , ἐν δὲ ταῖς ὁμιλίαις ἐπιεικής , καὶ ἐς μὲν τοὺς ἀνθισταμένους φοβερός, ἐς δὲ
τοὺς ὑπεί- 
 κοντας καὶ μάλα φιλάνθρωπος. μάλιστα δ’ ὅτι καὶ ἐθείασε, προειπὼν ὡς ἐν τῇ τῶν
πολεμίων στρατοπεδεύσοιτο, πάντες ἐτίμων αὐτόν · οἱ δ’ Ἴβηρες καὶ βασιλέα μέγαν ὠνόμαζον. 
 
 Ὁ δ’ Ἀσδρούβας ἀπελπίσας τὴν Ἰβηρίαν ἀπᾶραι πρὸς τὴν Ἰταλίαν ἐβούλετο. καὶ ἐν τῷ χειμῶνι
συσκευασάμενος ὁ μὲν ὥρμητο , οἱ δὲ συστράτηγοι αὐτοῦ κατὰ χώραν μείναντες ἀσχολίαν τῷ Σκιπίωνι
παρεῖχον, ὥστε μὴ τὸν Ἀσδρούβαν ἐπιδιῶξαι μήτε τοῖς ἐν τῇ Ἰταλίᾳ Ῥωμαίοις ἐπικουφίσαι
τὸν πόλεμον γενομένῳ ἐκεῖ, ἢ πρὸς τὴν Καρχηδόνα πλεῦσαι. ὁ δὲ Σκιπίων τὸν μὲν Ἀσδρούβαν οὐκ
ἐπεδίωξε, πέμψας δὲ δρομοκήρυκας τὴν πρόσοδον αὐτοῦ τοῖς ἐν τῇ Ῥώμῃ δι’ αὐτῶν προεκήρυξεν , αὐτὸς δὲ
τῶν ἐν χερσὶν εἴχετο. καὶ ὁρῶν τοὺς ἐναντίους πολλαχῇ τῆς χώρας ὄντας , ἐδεδίει μή
τισιν αὐτῶν προσμίξας εἰς ἕν ἅπαντας συναγάγῃ ἀλλήλοις
ἐπικουρήσοντας. αὐτὸς μὲν οὖν ἐστράτευσεν ἐπ’ Ἀσδρούβαν τὸν Γίσγωνος, Σιλανὸν δὲ ἐς Κελτιβηρίαν ἐπὶ
Μάγωνα, καὶ Λούκιον Σκιπίωνα τὸν ἀδελφὸν ἐς Βαστιτανίαν ἔπεμψεν. ὃς ἐκείνην τε πολέμῳ
κατέσχε, καὶ τὸν Μάγωνα ἐνίκησε, καὶ φεύγοντι αὐτῷ πρὸς τὸν ᾿Ασδρούβαν ἐπακολουθήσας ἦλθε πρὸς τὸν
Σκιπίωνα, μήπω μηδὲν διαπεπραγμένον. 
 
 Ἐλθόντων οὖν τοῦ τε Μάγωνος πρὸς τὸν ᾿Ασδρούβαν καὶ τοῦ Λουκίου πρὸς τὸν ἀδελφὸν τὸν
Σκιπίωνα, τὰ μὲν πρῶτα τῷ ἱππικῷ καταθέοντες εἰς τὰ πεδία διεμάχοντο , εἶτα καὶ ὅλῳ τῷ στρατεύματι
ἀντιπαρετάσσοντο, 
 οὐ μὴν καὶ ἐμάχοντο. καὶ ἐπὶ πλείους ἡμέρας τοῦτο
ἐγίνετο · συμβολῆς δέ ποτε γενομένης οἵ τε σύμμαχοι τῶν Καρχηδονίων καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι ἡττήθησαν .
καὶ τὸ ἔρυμα αὐτῶν παρὰ τῶν Ῥωμαίων ἑάλω, καὶ τοῖς ἐν αὐτῷ ἐπιτηδείοις οἱ ῾Ρωμαῖοι
ἐχρήσαντο· ὃ πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὁ Σκιπίων, ὡς λόγος ἐστίν, ἀπεφοίβασεν. ἐπιλιπόντων γὰρ αὐτοῖς τῶν
πρὸς τροφήν, προεῖπεν, ὅθεν δ᾿ ἠγνόηται, ὡς “κατὰ τήνδε τὴν ἡμέραν τοῖς τῶν πολεμίων χρησόμεθα.” μετὰ ταῦτα δὲ τοῖς περιλειφθεῖσι τῶν ἐναντίων τὸν Σιλανὸν καταλιπὼν αὐτὸς πρὸς τὰς ἄλλας
ἀπῄει πόλεις, καὶ πολλὰς προσηγάγετο. καταστήσας δὲ τὰ ἑαλωκότα
αὐτὸς μὲν ἐκεῖ διεχείμασε, τὸν δὲ Λούκιον τὸν ὁμαίμονα ἐπὶ ῾Ρώμην ἀπέστειλε καταγγελοῦντά τε τὰ γενόμενα καὶ τοὺς αἰχμαλώτους κομίσοντα καὶ ὅπως οἱ ἐν τῇ ῾Ρώμῃ φρονοῦσι περὶ αὐτοῦ
πολυπραγμονησοντα.

Οἱ δ᾿ ἐν τῇ Ἰταλίᾳ καὶ ἐκ νόσου ἐπόνησαν καὶ μάχαις ἐταλαιπώρησαν, Τυρσηνῶν νεωτερισάντων
 τινῶν. μείζον᾿ δὲ τόν ἄλλων αὐτοὺς ἐλύπησεν ὅτι τὸν Μάρκελλον ἀπέβαλον.
ἐπιστρατεύσαντες γὰρ κατὰ τοῦ Ἀννίβου τυγχάνοντος ἐν Λοκροῖς καὶ ἄμφω οἱ ὕπατοι περιστοιχισθέντας ἐξ
ἐνέδρας ὁ μὲν Μάρκελλος αὐτίκα ἀπώλετο, Κρισπῖνος δὲ τρωθεὶς ἀπέθανεν οὐ μετὰ πολύ.
εὑρηκὼς δὲ τὸ τοῦ Μαρκέλλου σῶμα ὁ Ἀννίβας, καὶ τὸν δακτύλιον
αὐτοῦ εἰληφὼς ᾧ ἐκεῖνος τὰς γραφὰς ἐπεσφράγιζε, γράμματα ἐς τὰς πόλεις ὡς παρ᾿ ἐκείνου στελλόμενα
ἔπεμπε, καὶ ὅσα ἐβούλετο διεπράττετο· μέχρις οὗ τοῦτο γνοὺς ὁ Κρισπῖνος ἀντιπαρήγγειλεν
αὐτοῖς φυλάσσεσθαι· ὅθεν ἀντιπεριέστη τῷ Ἀννίβᾳ τὸ πρᾶγμα. ἐπεὶ γὰρ τοῖς ἐν τῇ Σαλπίᾳ δι᾿ αὐτομόλου
δῆθεν ἦν ἐπιστείλας, ὡς ὁ Μάρκελλος νυκτὸς προσῄει τοῖς τείχεσι, τῇ τε τῶν Λατίνων κεχρημένος φωνῇ
σὺν ἄλλοις ἐπιστα- 
 
 μένοις αὐτήν, ἔνα Ῥωμαῖοι δόξωσιν εἶναι. μαθόντες δὲ οἱ Σαλπηνοὶ τὴν ἐπιτέχνησιν αὐτοῦ
ἀντετεχνήσαντο πιστεύειν ὄντως προσιέναι τὸν Μάρκελλον, καὶ ἀνασπάσαντες τόν καταρράκτην εἰσήγαγον
ὅσους 
 αὐτοῖς ἱκανοὺς ἔδοξεν εἶναι κατεργασθῆναι παρ’ αὐτῶν, καὶ πάντας ἀπέκτειναν. ὁ δὲ
Ἀννίβας ἀπῆρεν αὐτίκα , μαθὼν τοὺς Λοκροὺς πολιορκουμένους ὑπὸ Ῥωμαίων ἐκ Σικελίας
ἐπιπλευσάντων. 
 Καὶ Πόπλιος δὲ Σουλπίκιος μετὰ Αἰτωλῶν καὶ συμμάχων ἑτέρων πολλὰ τῆς Ἀχαί·ας
ἐπόρθησε. τοῦ δὲ Φιλίππου τοῦ Μακεδόνος τοῖς Ἀχαιοῖς συμμαχήσαντος παντελῶς ἂν τῆς Ἑλλάδος
ἐξηλάθησαν οἱ Ῥωμαῖοι, εἰ μὴ τοῦ κράνους τοῦ Φιλίππου περιρρυέντος οἱ Αἰτωλοὶ τοῦτο ἔσχον, καὶ φήμης
εἰς τοὺς Μακεδόνας γενομένης ὡς τέθνηκε , στάσις τε γέγονεν ἐκεῖ καὶ · ἐφοβήθη μὴ τῆς βασιλείας στερηθῇ , καὶ πρὸς Μακεδονίαν ἠπείχθη. ἐντεῦθεν οἱ
Ῥωμαῖοι τῇ Ἑλλάδι προσέμειναν καί τινων ἐκράτησαν πόλεων. 
 Τῷ δ’ ἐπιόντι ἔτει ὡς ὁ Ἀσδρούβας ἠγγέλλετο προσιών , οἶ ἐν τῇ Ῥώμῃ τὰς
δυνάμεις τε ἤθροιζον καὶ τοὺς συμμάχους σφῶν μετεπέμποντο , ὑπάτους Κλαύδιόν τε Νέρωνα καὶ Λιούιον
τὸν Μάρκον ἑλόμενοι. καὶ Νέρωνα μὲν ἐπὶ τὸν Ἀννίβαν, Λιούιον δὲ ἐπὶ τὸν Ἀσδρούβαν ἔπεμψαν. ὃς αὐτῷ
πρὸς τῇ Σένᾳ τῇ πόλει ἀπήντησεν · οὐ μέντοι καὶ εἰς χεῖρας εὐθὺς ἦλθον. ἐπὶ πολλὰς δὲ
ἡμέρας κατὰ χώραν ἔμεινεν· ἀλλ’ οὐδὲ ὁ Ἀσδρούβας τὴν μάχην κατήπειξεν, ἡσύχαζε δὲ τὸν ἀδελφὸν
ἀναμένων. ὁ Νέρων δὲ καὶ ὁ Ἀννίβας εἰς Λευκανίαν ἐστρατοπεδεύοντο,
 καὶ οὐδέτερος πρὸς παράταξιν ὥρμησεν , ἄλλως δὲ ἐς χεῖρας ἀλλήλοις ᾔεσαν. καὶ ὁ Ἀννίβας
πυκνὰ μετανίστατο, καὶ ὁ Νέρων ἀκριβῶς αὐτὸν παρετήρει. κρείττων οὖν ἀεὶ αὐτοῦ
γινόμενος, καὶ τὰ γράμματα τὰ παρὰ τοῦ Ἀσδρούβα αὐτῷ πεμφθέντα ἑλών, τοῦ μὲν Ἀννίβου κατεφρόνησε,
δείσας δὲ μὴ τὸν Λιούιον ὁ Ἀσδρούβας τῷ πλήθει καταβιάσηται, μέγα πρᾶγμα ἐτόλμησε. καὶ κατέλιπε μὲν μοῖραν ἐκεῖ ἀποχρῶσαν εἴργειν τὸν Ἀννίβαν, εἴ πῃ
κινηθείη, ἐντειλάμενος πάντα ποιεῖν ἵνα καὶ αὐτὸς νομίζοιτο ἐνδημεῖν, τὸ δὲ καθαρώτατον τοῦ στρατοῦ
ἀπολέξας ὥρμησεν ὡς πόλει τινὶ πλησιοχώρῳ προσμίξων, οὐδ᾿ ᾔδει
τις τὴν διάνοιαν αὐτοῦ. καὶ ἠπείχθη ἐπὶ τὸν Ἀσδρούβαν, 10 καὶ ἀφίκετο νυκτὸς πρὸς τὸν συνάρχοντα,
καὶ ἐν τῇ ταφρείᾳ τῇ αὐτοῦ κατεσκήνωσε. καὶ παρεσκευάζοντο ἄμφω ἵν᾿ αἰφνίδιον αὐτῷ συνεπίθωνται. οὐκ
ἔλαθον δέ, ἀλλ᾿ ἐτεκμήρατο τὸ γεγενημένον ὁ Ἀσδρούβας ἀπὸ τῶν παραγγέλσεων διττῶν γινομένων· ἰδίᾳ
γὰρ ἴκαστος τῶν ὑπάτων παρήγγελλέ τι τοῖς ἑαυτοῦ. ὑποπτεύσας οὖν ἡττῆσθαι τὸν Ἀννίβαν
καὶ ἀπολέσθαι, περιόντος γὰρ ἐκείνου οὐκ ἂν ἐπ᾿ αὐτὸν ὁρμῆσαι τὸν Νέρωνα ἐλογίζετο, ἔγνω πρὸς τοὺς
Γαλάτας ἀπαναχωρῆσαι καὶ ἐκεῖ τὰ περὶ τὸν ἀδελφὸν ἀκριβώσασθαι καὶ οὕτω κατὰ σχολὴν
πολεμῆσαι 
 
 Καὶ ὁ μὲν παραγγείλας τῷ στρατεύματι ἀναστῆναι νυκτὸς ἀπῆρεν, οἱ δ᾿ ὕπατοι ἐκ τοῦ θορύβου
ὑπώπτευσαν τὸ γινόμενον, οὐ μέντοι εὐθὺς ἐκινήθησαν διὰ τὸ σκότος. ἅμα δ᾿ ἠοῖ τούς τε ἱππέας
προέπεμψαν ἐπιδιῶξαι αὐτούς, καὶ αὐτοὶ εἵποντο. καὶ τοῦ Ἀσδρούβου τοῖς ἱππεῦσιν
ἀντιταξαμένου ὡς μόνοις οὖσιν, οἱ ὕπατοι ἐπελθόντες τροπὴν αὐτοῦ ἐποιήσαντο, καὶ φεύγουσιν
ἐπακολουθήσαντες πολλοὺς ἐφόνευσαν. καὶ οὐδ᾿ οἱ ἐλέφαντες αὐτοῖς ἐβοήθησαν· ὅτι γὰρ 
αὐτῶν τινες τραυματισθέντες κακὰ πλείω τοὺς ἐπιτεταγμένους σφίσιν ἔδρων ἢ οἱ πολέμιοι, παρήγγει-
 λεν ὁ Ἀσδρούβας τοῖς ἐπ’ αὐτῶν καθημένοις τοὺς τιτρωσκομένους τῶν θηρίων παραυτίκα
σφάζειν ῥᾷστα δὲ σιδηρίῳ τινὶ ὑπὸ τὸ οὖς νυττόμενοι ἐκτιννύοντο. καὶ
ἐκεῖνοι μὲν ὑπὸ τῶν Καρχηδονίων , οἱ ἄνδρες δὲ ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων ἐφθείροντο. ἔπεσον δὲ
τοσοῦτοι ὥστε τοὺς Ῥωμαίους διακορεῖς τοὐ φόνου γενομένους μὴ θελῆσαι τοὺς ἄλλους ἐπιδιῶξαι.
φθείραντές τε ἄλλους πολλοὺς καὶ Ἀσδρούβαν, καὶ λάφυρα πλεῖστα λαβόντες, καὶ Ῥωμαίους αἰχμαλώτους
 λωτοὺς ἐς τετρακισχιλίους ἐν τῷ στρατοπέδῳ εὑρόντες, ἱκανῶς τὴν Εαννηίδα συμφορὰν
ἀνειληφέναι ἐνόμισαν. 
 Πραχθέντων δὲ τούτων ὁ μὲν Λιούιος κατὰ χώραν ἔμεινεν , ὁ δὲ Νέρων ἑκταῖος εἰς τὴν Ἀπουλίαν
 ἐπανελήλυθε , λαθὼν μέχρι τότε ὡς ἀπεδήμησε. καὶ τῶν ἁλόντων τινὰς ἐς τὸ Ἀννίβου
στρατόπεδαν ἔπεμψε τὰ πεπραγμένα δηλώσοντας , καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ
Ἀσδρούβου πλησίον που ἀνεσταύρωσε. μαθὼν οὖν ἐκεῖνος τόν τε ἀδελφὸν ἡττημένον καὶ τεθνηκότα καὶ τὸν Νέρωνα νενικηκότα καὶ ἐπανήκοντα, πολλὰ μὲν ὠλοφύρατο, πολλάκις δὲ καὶ τὴν τύχην
καὶ τὰς Κάννας ἀνεκάλεσε. καὶ ἐς τὴν Βρεττίαν ἀνεχώρησε, κἀκεῖ διῆγεν ἡσυχάζων.

Ὁ δὲ Σκιπίων μέχρις ἂν πάντα τὰ ἐν τῇ Ἰβηρίᾳ καταστήσῃ ἄρχειν τῶν ἐκεῖ
προσετάχθη. καὶ πρῶτον μὲν ἐς τὴν Λιβύην δύο πεντήρεσιν ἔπλευσε, καὶ ὁ τοῦ Γίσγωνος Ἀσδρούβας ἐκεῖ
κατὰ τύχην αὐτῷ συγκατῆρε. δεξιουμένου οὖν καὶ ἄμφω τοῦ Σύφακος, ἔνσπονδος γὰρ τοῖς Καρχηδονίοις ἐγένετο, μέρους 
 τῆς Λιβύης βασιλεύων, καὶ καταλλάσσοντος σφᾶς, ὁ Σκιπίων οὐκ ἰδίαν ἔχθραν ἔχειν εἶπεν
οὔτε μὴν ὑπὲρ τῶν κοινῶν δύνασθαι καθ’ ἑαυτὸν καταλύσασθαι. 
 Ἐπανῆλθεν οὖν αὖθις · καὶ Ἰλιτεργίταις ἐπολέμησεν, ὅτι τοὺς πρὸς αὐτοὺς
καταφυγόντας‘ Ῥωμαίους μετὰ τὸν τῶν Σκιπιώνων θάνατον τοῖς Καρχηδονίοις ἐξέδωκαν. καὶ οὐ πρότερον
τῆς πόλεως αὐτῶν ἐκράτησε πρὶν αὐτὸς τοῦ τείχους ἐπιβῆναι ἐτόλμησε καὶ ἐτρώθη. αἰδεσθέντες γὰρ οἱ
στρατιῶται καὶ δείσαντες 
 περὶ ἐκείνῳ τότε προσέβαλον προθυμότατα. καὶ κρατήσαντες τοὺς μὲν
ἀνθρώπους πάντας ἀπέκτειναν, τὴν δὲ πόλιν κατέπρησαν ἅπασαν. καὶ τῷ φόβῳ τούτῳ πολλοὶ μὲν ἑκόντες αὐτῷ προσεχώρησαν, πολλοὶ δὲ καὶ βίᾳ κεχείρωντο · τινὲς δὲ
πολιορκούμενοι τάς τε πόλεις ἑαυτῶν ἔκαιον καὶ τοὺς οἰκείους ἐφόνευον, ἐπὶ δὲ τούτοις
καὶ ἑαυτούς. Τὰ πλείω δὲ καταστρεψάμενος ὁ Σκιπίων εἰς Καρχηδόνα ἀνέζευξεν· ἔνθα τῷ τε πατρὶ καὶ τῶ
θείῳ ἐπιταφίους ἀγῶνας ὁπλομαχίας ἔθετο. ὅτε πολλοὶ μὲν καὶ ἕτεροι ἠγωνίσαντο, καὶ
ἀδελφοὶ δὲ δύο περὶ βασιλείας διαφερόμενοι, καίτοι τοῦ Σκιπίωνος 
συναλλάξαι αὐτοὺς σπουδάσαντος · καὶ ὁ πρεσβύτερος τὸν νεώτερον καίτοι ἰσχυρότερον ὄντα
ἀπέκτεινεν. 
 
 Ἠρρώστησε δὲ μετέπειτα ὁ Σκιπίων , κὰν τούτῳ ἐνεωτέρισαν οἱ Ἴβηρες. στράτευμα γὰρ τοῦ
Σκιπίωνος περὶ Σογκρῶνα χειμάζον ἐκινήθη, καὶ πρῴην οὐκ εὐπειθὲς ὄν, οὐ μὴν φανερὰν ἀποστασίαν
ἐπιδειξάμενον· τότε δ’ αἰσθόμενον τὸν Σκιπίωνα κάμνοντα, ἐπεὶ καὶ ἡ μισθοφορὰ αὐτοῖς
ἐβραδύνθη, ἀναφανδὸν ἀπέστησαν , καὶ τοὺς χιλιάρχους σφῶν ἀπελάσαντες ὑπάτους ἑαυτοῖς
κεχειροτονήκασιν · ἦσαν δὲ ὡς ὀκτακισχίλιοι. γνόντες οὖν ταῦτα οἶ Ἴβηρες ἀφίσταντο προχειρότερον ,
καὶ τὴν συμμαχίδα τῶν Ῥωμαίων ἐκάκουν. καὶ ὁ Μάγων ἐκλιπεῖν ἤδη τὰ 
 Γάδειρα βουληθεὶς οὔτ’ ἐξέλιπε καὶ εἰς τὴν ἤπειρον διαβαίνων πολλὰ ἐκακούργει. 
 Μαθὼν δὲ ταῦθ’ ὁ Σκιπίων, πέμψας πρὸς τὸ ἀποστατῆσαν στρατόπεδον ἐπέστειλεν αὐτοῖς συγγνω-
μονῶν δῆθεν ὅτι διὰ ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων ἐνεωτέρισαν, καὶ μηδὲν ὑποπτεῦσαι διὰ τοῦτο
ἀξιῶν, ἐπαινῶν δὲ καὶ τοὺς τὴν ἀρχὴν ἀναδεξαμένους αὐτῶν ἔνα μηδὲν δεινὸν ἢ πάθωσιν ἢ δράσωσι διὰ
ἀναρχίαν. τοιαῦτα τοῦ Σκιπίωνος γράψαντος οἱ στρατιῶται μαθόντες ὅτι περιείη καὶ οὐδ’ ὀργέζοιτο
σφίσιν, οὐδὲν ἔτι διεκίνησαν. ὡς δ’ ἀνερρώσθη , τραχὺ μὲν οὐδὲ τότε αὐτοῖς ἐπηπείλησε,
πέμψας δὲ τήν τε τροφὴν ἀποδώσειν ὑπέσχετο, καὶ πάντας πρὸς
αὐτὸν ἀφικέσθαι ἐκάλεσεν ὡς ἂν βούλωνται, ἢ ἀθρόοι ἢ ἐν μέρει κατὰ διαδοχάς. οἶ δέ γε στρατιῶται
κατ’ ὀλίγους ἀπελθεῖν οὐκ ἐθάρσησαν, ὁμοῦ δ' ἀπῆλθον. καὶ ὁ Σκιπίων ἔξω τοῦ τείχους
αὐτοὺς αὐλίσασθαι, πρὸς ἑσπέραν γὰρ ἦν, διετάξατο, καὶ παρέσχεν αὐτοῖς ἀφθόνως τὰ ἐπιτήδεια. καὶ οἱ
μὲν ἐστρατοπεδεύοντο, αὐτὸς δὲ τοὺς θρασυτάτους αὐτῶν εἰς τὴν πόλιν εἰσελθεῖν 
κατεσκεύασε, καὶ τῆς νυκτὸς αὐτοὺς κατασχᾶν ἔδησε. ἅμα δ’ ἡμέρᾳ, ὡς ἔξω ποι στρατεύσων , πάντα τὸν
αὐτοῦ στρατὸν προεξέπεμψεν. εἶτα τοὺς ἄρτι ἐλθόντας εἴσω τοῦ τείχους ἄνευ τῶν ὅπλων ἐκάλεσεν, ἕν αὐτῷ συστρατεύσωνται, λαβόντες τὸ σιτηρέσιον. σίον. καὶ
οὕτως εἰσελθόντων αὐτῶν ἐσήμηνε τοῖς ἐκκεχωρηκόσιν ὥσπερ εἶχον ἐπανελθεῖν. καὶ περισχὼν αὐτοὺς πολλὰ
καὶ ὠνείδισε καὶ ἠπείλησε, καὶ τέλος " πάντες μέν ἔφη ‘θανεῖν ἐστε ἄξιοι, οὐ μέντοι
πάντας θανατώσω αὐτός, ἀλλ’ ὀλίγους οὓς καὶ ἤδη συνείληφα δικαιώσω, τοὺς δὲ ἄλλους ἀφίημι.’’ ταῦτα
εἰπὼν εἰς τὸ μέσον τοὺς δεδεμένους παρήγαγε, καὶ σταυροῖς προσδήσας καὶ αἰκισάμενος ἀπέκτεινεν. ὡς
 δέ τινες τῶν παρεστηκότων ἀγανακτήσαντες ἐθορύβησαν, συχνοὺς καὶ ἐκείνων ἐκόλασε. καὶ
μετὰ τοῦτο τὴν μισθοφορὰν τοῖς ἄλλοις δοὺς ἐπὶ τὸν Ἰνδίβιλιν καὶ ἐπὶ
τὸν Μανδόνιον ἐστράτευσε. καὶ μὴ τολμώντων ἐκείνων συμμίξαι αὐτῷ, αὐτὸς ἐπέθετο καὶ ἐνίκησεν. 
 
 Ὁμολογησάντων δ’ ἐκείνων, καὶ τῆς ἄλλης ᾿Ιβηρίας τὰ πλείω αὖθις ἐδουλώθη, καὶ ὁ Μάγων τὰ
Γάδειρα ἐξέλιπε, καὶ ὁ Μασινίσσας τοῖς Ῥωμαίοις προσεχώρησεν. οἶ Καρχηδόνιοι γάρ, τελευτήσαντος
Ἀσδρούβα τοῦ Ἀννίβου ὁμαίμονος , ἐψηφίσαντο τῆς μὲν Ἰβηρίας ἐκστῆναι , τὰ δὲ ἐν τῇ
Ἰταλίᾳ ἀνακτήσασθαι· καὶ ἔπεμψαν ἀργύριον τῷ Μάγωνι, ἔν ἐπικουρικὸν κουρικὸν ἀθροίσας στρατεύσηται ἐπ’ αὐτήν. καὶ ὃς πρὸς τὴν Ἰταλίαν αὖθις ὁρμήσας ἀφίκετο
πρὸς τὰς Γυμνησίας νήσους. καὶ τῆς μὲν μείζονος ἥμαρτε, μὴ δυνηθεὶς εἰς αὐτὴν κατᾶραι, οἱ γὰρ ἐπιχώριοι πόρρωθεν ἐς τὰς ναῦς ἐσφενδόνων, κράτιστοι τοῦτο
ποιεῖν ὄντες, εἰς δὲ τὴν μικροτέραν προσορμισάμενος ἐκεῖ διὰ τὸν χειμῶνα κατέμεινεν. αἱ νήσοι δ’
αὐται τῇ περὶ τὸν Ἴβηρα ἠπείρῳ ἐπίκεινται· εἰσὶ δὲ τρεῖς, ἃς Ἓλληνες μὲν καὶ Ῥωμαῖοι
κοινῇ Γυμνησίας καλοῦσιν, Οὐαλερίας δὲ καὶ Ὑασούσας οἱ Ἴβηρες, ἰδίᾳ δ’ ἑκάστην, τὴν μὲν Ἔβεσον, τὴν
δὲ μείζω, μικροτέραν δὲ τὴν τρίτην φερωνυμώτατα. τὰ Γάδειρα δὲ οἶ Ῥωμαῖοι κατέσχον.

Ὁ δὲ Μασινέσσας ἀνὴρ ἦν ἐν τοῖς κρατίστοις 
ἐξεταζόμενος καὶ χειρὶ γὰρ καὶ βουλεύμασιν ἄριστος ἐτύγχανε τὰ πολέμια. πρὸς δὲ τοὺς
Ῥωμαίους ἐκ τῶν Καρχηδονίων ἐξ αἰτίας τοιᾶσδε μετήνεκτο. ὁ ᾿Ασδρούβας ὁ τοῦ Γίσγωνος φίλος τε ἦν
αὐτῷ καὶ Σοφωνίδα τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα αὐτῷ ἐνηγγύησε. τῷ Σύφακι δὲ συγγενόμενος, καὶ τὰ
τῶν Ῥωμαίων αὐτὸν φρονοῦντα αἰσθόμενος, οὐκέτι τὰ ὡμολογημένα πρὸς τὸν Μασινίσσαν ἐφύλαξεν , ἀλλὰ
θέλων τοῖς Καρχηδονίοις τὸν Σύφακα προσποιήσασθαι , οὐκ ἐλαχίστης δυνάμεως ἄρχοντα, τήν τεἀρχὴν αὐτῷ
συγκατέπραξεν, ἣ τῷ Μασινίσσᾳ προσῆκε, τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τότε θανόντος , καὶ τὴν
Σοφωνίδα συνῴκισεν. ἡ δὲ τό τε κάλλος ἐπιφανὴς ἢν καὶ παιδείᾳ πολλῇ
καὶ γραμμάτων καὶ μουσικῆς ἤσκητο, ἀστεία τε καὶ αἱμύλος ἦν, καὶ οὕτως ἐπαφρόδιτος ὡς ὀφθεῖσα ἢ καὶ
ἀκουσθεῖσα μόνον καὶ τὸν πάνυ δυσέρωτα κατεργάσασθαι. 
 Ὁ μὲν οὖν Σύφαξ διὰ ταῦτα τοῖς Καρχηδονίοις προσέθετο , καὶ ὁ Μασινίσσας τὰ τῶν Ῥωμαίων
ἀν- θείλετο καὶ χρησιμώτατος αὐτοῖς διὰ πάντων ἐγένετο· Σκιπίων δὲ πάντα τὰ ἐντὸς τοῦ Πυρηναίου τὰ
μὲν βίᾳ, τὰ δὲ ὁμολογίᾳ προσποιησάμενος ἐς τὴν Λιβύην στείλασθαι ἡτοιμάζετο. οἱ δ’ ἐν
τῇ Ῥώμῃ τὰ μὲν φθόνῳ τῶν κατορθωμάτων αὐτοῦ , τὰ δὲ φόβῳ μὴ ὑπερφρονήσας τυραννήσῃ, ἀνεκαλέσαντο
αὐτόν, δύο τῶν στρατηγῶν διαδόχους αὐτῷ πέμψαντες. 
 
 
 Καὶ ὁ μὲν οὕτω τῆς ἀρχῆς ἐπαύθη, ὁ δέ γε Σουλπίκιος μετὰ τοῦ Ἀττάλου κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον
Ὠρεὸν μὲν προδοσίᾳ, Ὀποῦντα δὲ ἰσχύι κατέσχεν. ὁ γὰρ Φίλιππος οὐκ ἠδυνήθη αὐτοῖς ἐπαμῦναι διὰ
ταχέων, τὰς διόδους προκατασχόντων τῶν Αἰτωλῶν. 
 ὀψὲ δέ ποτε ἐπελθών , εἰς τὰς ναῦς αὐτοῦ τὸν Ἀτταλον καταφυγεῖν ἐβιάσατο. ὁ μέντοι
Φίλιππος σπείσασθαι τοῖς Ῥωμαίοις ἠθέλησε. καί τινων λόγων αὐτοῖς γενομένων τὰ μὲν τῆς εἰρήνης
ἀφείθη , τοὺς δ’ Αἰτωλοὺς ἀπὸ τοῦ συμμαχεῖν τοῖς Ῥωμαίοις μεταθέμενος φίλους ἑαυτοῦ
ἐποιήσατο. 
 Ὁ δ’ Ἀννίβας τέως ἡσυχίαν ἦγεν, ἀγαπῶν εἰ τὰ ὑπάρχοντά οἶ
διασώσαιτο. καὶ οἱ ὕπατοι νομίζοντες αὐτὸν καὶ ἄνευ μάχης ἐκτρυχωθῆναι , ἀνεῖχον. 
 Τῶ δ’ ἐπιόντι ἔτει ὅ τε Σκιπίων ὁ Πούπλιος καὶ Λικίνιος Κράσσος ὑπάτευσαν. καὶ
ὁ μὲν ἐν τῇ Ἰταλίᾳ ἔμεινεν , ὁ δὲ Σκιπίων ἐς Σικελίαν ἀπελθεῖν καὶ ἐς Λιβύην προσετέτακτο, ἵνα εἰ μὴ
τὴν Καρχηδόνα αἱρήσει, τόν γε Ἀννίβαν ἀπὸ τῆς Ἰταλίας τέως ἀνθελκύσῃ. οὔτε δὲ στράτευμα ἀξιόλογον
οὔτε πρὸς τριήρεις ἀνάλωμα ἔλαβε , διὰ τὰς ἀριστείας φθονούμενος· μόλις δὲ καὶ τὰ πάνυ
ἀναγκαῖα παρέσχον αὐτῷ. καὶ ὁ μὲν σὺν τῷ ναυτικῷ τόν συμμάχων καί τισιν ἐθελονταῖς ἐκ τοῦ δήμου
ἀπῇρεν, ὁ δὲ Μάγων ἐκ τῆς νήσου παραπλεύσας εἰς τὴν Λιγυστικὴν 
 ἀπέβη. ὁ Κράσσος δ’ ἐν τῇ Βρεττίᾳ τῷ Ἀννίβᾳ προσήδρευεν. ὁ
μέντοι Φίλιππος κατηλλάγη Ῥωμαίοις · Πούπλιον γὰρ Σεμπρώνιον εἰς Ἀπολλωνίαν ἐλθόντα σὺν πολλῇ
δυνάμει αἰσθόμενος ἀσμένως ἐσπείσατο. 
 Σκιπίων δ’ ὁ ὕπατος εἰς Σικελίαν κατάρας παρεσκευάζετο μὲν ὡς ἐς Λιβύην
πλεύσων, οὐκ ἠδυνήθη δέ, μήτε δύναμιν ἐντελῆ καὶ αὐτὴν ἀσυγκρότητον ἔχων. διὸ πάντα τὸν χειμῶνα ἐκεῖ διήγαγε, τοὺς σὺν αὐτῷ ἐξασκῶν καὶ ἄλλους
προσκαταλέγων. μέλλοντι δὲ περαιώσασθαι ἀγγελία αὐτῷ ἐκ Ῥηγίου ἧκε τὴν πόλιν τῶν Λοκρῶν
τινας προδώσειν. τοῦ γὰρ φρουράρχου καταβοήσαντες καὶ μηδεμιᾶς ἐκδικίας παρὰ τοῦ
Ἀννίβου τυχόντες πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ἀπέκλιναν. νᾶν. δύναμιν οὖν
πέμψας ἐκεῖ, πολλὰ τῆς πόλεως νυκτὸς μετὰ τῶν προδιδόντων κατέλαβε. τῶν δὲ Καρχηδονίων εἰς τὴν ἄκραν
συνειληθέντων καὶ τὸν Ἀννίβαν μετακαλεσαμένων , κατὰ τάχος ἐξανήχθη καὶ ὁ Σκιπίων , καὶ
πλησιάσαντα τῇ πόλει αἰφνιδίῳ ἐπεκδρομῇ ἀπεώσατο. εἶτα λαβὼν τὴν ἀκρόπολιν καὶ ἐπιτρέψας τὴν πάσαν
πόλιν δύο χιλιάρχοις ἀνέπλευσεν. οὐκ ἠδυνήθη μέντοι τῇ Λιβύῃ προσπλεῦσαι. οὕτω δ' οἱ
Καρχηδόνιοι τὴν ὁρμὴν αὐτοῦ ἔδεισαν, ὥστε χρήματα μὲν τῷ Φιλίππῳ στεῖλαι, ἵν εἰς τὴν ᾿Ιταλίαν
στρατεύσῃ, καὶ τῷ Ἀννίβᾳ καὶ σῖτον πέμψαι καὶ στρατιώτας , καὶ ναῦς τῷ Μάγωνι καὶ χρήματα , ἔνα
 τὸν Σκιπίωνα κωλύσῃ περαιωθῆναι. ἐκ δὲ σημείων τινῶν
νίκην οἶ Ῥωμαῖοι λαμπρὰν ἐλπίσαντες, τήν τε ἐν τῇ Λιβύῃ στρατιὰν τῷ Σκιπίωνι καὶ δύναμιν ἄλλην ὡς ἂν
ἐθελήσῃ καταλέξασθαί οἱ ἐπέτρεψαν. τῶν γὰρ ὑπάτων Μάρκον μὲν Εέθηγον τῷ Μάγωνι, Πούπλιον δὲ
Σεμπρώνιον τῷ Ἀννίβᾳ ἀντέταξαν.

Οἱ δέ γε Καρχηδόνιοι δείσαντες τὸν Μασινίσσαν μὴ Σκιπίωνι πρόσθηται , ἔπεισαν τὸν Σύφακα
τὴν ἀρχὴν αὐτῷ ἀποδοῦναι, ὡς καὶ αὖθις αὐτὴν ἀνακτησόμενον. ὁ οὖν Μασινίσσας ὑπώπτευε μὲντὸ
πραττόμενον, κατηλλάγη δὲ δῆθεν, ἵνα πιστὸς νομισθεὶς 
μέγα τι σφῆλαι αὐτοὺς δυνηθῇ · μᾶλλον γὰρ ὑπὲρ τῆς Σοφωνίδος ἢ τῆς βασιλείας ὠργίζετο. διὸ καὶ τοῖς
Ῥωμαίοις προσέκειτο , ὑποκρινόμενος τὰ τῶν Καρχηδονίων αἱρεῖσθαι. ὁ δέ γε Σύφαξ τὰ τῶν Λιβύων
πράττων ἐπλάττετο Ῥωμαίοις ἔνσπονδος εἶναι, καὶ στείλας πρὸς τὸν Σκιπίωνα παρῄνει μὴ
ποιήσα- 
 σθαι τὴν διάβασιν. ἀκούσας δὲ ταῦτα δι’ ἀπορρήτων ὁ Σκιπίων, ἵνα μὴ γνῶσιν οἶ
στρατιῶται, τόν τε κήρυκα αὐθημερόν ἀπέπεμψε μηδενὶ ἄλλῳ προσομιλήσαντα, καὶ τὸ στράτευμα συγκαλέσας
ἐπέσπευδε τὴν διάβασιν, ἔτι τοὺς Καρχηδονίους ἀπαρασκεύους
λέγων εἶναι, καὶ πρότερον μὲν τὸν Μασινίσσαν, τότε δὲ καὶ τὸν Σύφακα μετακαλεῖσθαι
αὐτοὺς καὶ χρονίζουσιν ἐγκαλεῖν. ταῦτα εἰπὼν μηδὲν ἔτι μελλήσας ἐξανήχθη· καὶ πρὸς τὸ ἀκρωτήριον τὸ
καλούμενον Ἀπολλώνιον προσορμίσας τὰς ναῦς ἐστρατοπεδεύσατο καὶ τὴν χώραν ἐπόρθει ,
προσέμισγέ τε ταῖς πόλεσι καὶ εἶλέ τινας. ἐγκειμένων δὲ τῶν Ῥωμαίων τῇ χώρᾳ, Ἄννων ὁ ἵππαρχος, υἱὸς
ἔν τοῦ Ἀσδρούβου τοῦ Γίσγωνος, ἀνεπείσθη πρὸς τοῦ Μασινίσσου ἐπιθέσθαι αὐτοῖς. ὁ οὑν Σκιπίων ἱππέας
πέμψας τινὰς χωρία πρὸς καταδρομὴν ἐπιτήδεια ἐληίζετο, ἵν ὑποφεύγοντες ἐπισπάσωνται
τοὺς ἐπιδιώκοντας. τῶν οὖν καρχηκοβίων ἐπισπομένων αὐτοῖς κατὰ τὰ
ξυγκείμενα τραπομένοις, ὁ Μασινίσσας τε κατὰ νώτου γενόμενος μετὰ τῶν ἀμφ’ αὐτὸν ἐπέθετο τοῖς
διώκουσι, καὶ ὁ Σκιπίων ἐκ τοῦ λόχου ἐπεκδραμὼν προσέμιξεν αὐτοῖς. καὶ πολλοὶ μὲν
ἐφθάρησαν , πολλοὶ δὲ καὶ ἑάλωσαν καὶ ὁ Ἄννων αὐτός. διὸ ο Ἀσδρούβας τὴν μητέρα τοῦ Μασινίσσου
συνέλαβε · καὶ ἀνταπεδόθησαν. ὁ δὲ Σύφαξ τῆς πρὸς Ῥωμαίους φιλίας τὴν δόκησιν ἀπειπὼν 
φανερῶς τοῖς Καρχηδονίοις συνήρατο. οἶ δὲ Ῥωμαῖοι καὶ ἐληίζοντο τὴν χώραν, καὶ συχνοὺς τῶν ἐκ τῆς
Ἰταλίας ὑπὸ τοῦ Ἀννίβου πρὸς τὴν Λιβύην πεμφθέντων ἀνεκομίσαντο, καὶ κατὰ χώραν ἐχείμασαν. 
 Μετὰ δὲ ταῦτα Γναίου Σκιπίωνος καὶ Γαί·ου 
 
 Σερουιλίου ὑπατευσάντων οἵ τε Καρχηδόνιοι ἐλαττωθέντες τῷ πολέμῳ
συμβῆναι ἠθέλησαν, καὶ ὁ Ἀννίβας καὶ ὁ Μάγων ἐκ τῆς Ἰταλίας ἐξέπεσον. οἱ μὲν γὰρ
ὕπατοι τό Ἀννίβᾳ καὶ τῷ Μάγωνι ἀντικαθίσταντο, Σκιπίων δὲ τήν τε Λιβύην ἐκάκου καὶ ταῖς πόλεσι
προσέβαλλε. κἀν τούτῳ ναῦν Καρχηδονίαν λαβὼν ἀφῆκεν , ἐπεὶ πρὸς αὐτὸν ἐπὶ πρεσβείᾳ
ἀφικνεῖσθαι ἐπλάσαντο. ᾔδει μὲν γὰρ τὸ πλάσμα, προετίμησε δὲ τὸ μὴ διαβληθῆναι ὡς πρέσβεις
κατεσχηκώς. καὶ τοῦ Σύφακος πράττοντος ἔτι διαλλαγάς, ὥστε ἐκ τῆς Λιβύης μὲν τὸν Σκιπίωνα, τὸν δ’
Ἀννίβαν ἐκ τῆς Ἰταλίας ἀπᾶραι, ἐδέξατο τὸν λόγον, οὐχ ὡς πιστεύων αὐτῷ, ἵνα δὲ σφήλῃ
αὐτόν. τῶν γὰρ στρατιωτῶν ἄλλοτε ἄλλους κατὰ τὴν τῶν σπονδῶν πρόφασιν ἐς τὸ στρατόπεδον τὸ τῶν
Καρχηδονίων πέμπων καὶ τὸ τοῦ Σύφακος, ἐπεὶ ἐκεῖνοι πάντα τὰ παρ’ αὐτοῖς κατεσκέψαντο, τὴν σύμβασιν ἀπ’ εὐλόγου δή τινος σκήψεως, ἄλλως τε καὶ ὅτι ὁ
Σύφαξ ἐπιβουλεύων ἐφωράθη τῷ Μασινίσσᾳ, διεκρούσατο. νυκτὸς δ' ἦλθεν εἰς τὰ στρατόπεδα αὐτῶν οὐ πάνυ
ἀλλήλων διέχοντα, καὶ πῦρ ἐς τὸ τοῦ Ἀσδρούβου πολλαχόθεν ἅμα ὑπέβαλε. καὶ ἐμπρησθέντος
ῥᾷστα αὐτοῦ , ἐκ γὰρ καλάμης καὶ ἐκ φυλλάδων ἐπεποίηντο αὐτοῖς αἱ σκηναί, οἴ τε Καρχηδόνιοι κακῶς
ἀπήλλαξαν, καὶ οἱ περὶ τὸν Σύφακα βοηθῆσαι αὐτοῖς ἐθελήσαντες τοῖς τε Ῥωμαίοις τοῖς περιέχουσιν
περιέπεσον καὶ αὐτοὶ ἀπώλοντο, καὶ τὸ στρατόπεδον προσενεπρήσθη αὐτῶν, καὶ ἐφθάρησαν πολλοὶ καὶ ἵπποι καὶ ἄνθρωποι. οἱ Ῥωμαῖοι δὲ ταῦτα πεποιηκότες
νυκτὸς μὲν οὐδὲν ἔπαθον, ἡμέρας δ’ ἐπιφαυσάσης Ἴβηρες ἄρτι Καρχηδονίοις ἐπὶ συμμαχίᾳ ἐλθόντες
προσέπεσον αὐτοῖς ἀπροσδόκητοι καὶ πολλοὺς ἀπέκτειναν. 
 Εὖθύς οὖν Ἀσδρούβας μὲν εἰς τὴν Καρχηδόνα, Σύφαξ δὲ οἴκαδε ἀπεχώρησεν. ὁ δέ γε Σκιπίων Σύφακι μὲν τὸν Μασινίσσαν καὶ Γάϊον ἀντέταξε Λαίλιον, αὐτὸς δ' ἐπὶ τοὺς Καρχηδονίους
ἤλασεν. οἶ δ’ αὖ Καρχηδόνιοι πρὸς τὸ ἔρυμα τῶν Ῥωμαίων, ᾧ χειμαδίῳ ἐχρῶντο καὶ ἐς ὃ ἀπετίθεντο
πάντα, ναῦς ἔπεμψαν, ἵνα ἢ αὐτὸ αἱρήσωσιν ἢ ἀφ’ ἑαυτῶν ἀπάξωσι 
 τὸν Σκιπίωνα. καὶ ἔσχεν οὕτως · μαθὼν γὰρ τὸ γινόμενον ἀπανέστη, καὶ
ἐπειχθεὶς πρὸς τὸν ναύσταθμον διὰ φυλακῆς αὐτὸν ἐποιήσατο. καὶ τῇ μὲν πρώτῃ ἡμέρᾳ ῥᾳδίως τοὺς
προσμίξαντας αὐτοῖς ἀπεώσαντο οἶ Ῥωμαῖοι, τῇ δ' ὑστεραίᾳ πολὺ ἠλαττώθησαν· καὶ ναῦς γὰρ
τῶν Ῥωμαίων χειρῶν σιδηρῶν ἐπιβολῇ ἀπέσπασαν. ἀποβῆναι δ’ ἐς τὴν γῆν οὐκ ἐτόλμησαν, ἀλλ’
ἀναπλεύσαντες οἴκαδε τὸν Ἀσδρούβαν ἀπ[εχειροτόνησαν, Ἄννωνα δέ τινα ἀνθείλοντο. κὰκ τούτου Ἄννων μὲν
στρατηγὸς ἦν , ἐκεῖνος δὲ καθ’ ἑαυτὸν δούλους τινὰς καὶ αὐτομόλους παραλαβὼν δύναμιν
οὐκ ἀσθενῆ συνεκρότησε, καί τινας τῶν Ἰβήρων τῶν συστρατευομένων τῷ
Σκιπίωνι κρύφα ἀναπείσας ἐπεχείρησε νυκτὸς ἐπιβουλεῦσαι τῷ στρατοπέδῳ αὐτοῦ. κἂν ἐξειργάσατό τι , εἰ
μὴ οἵ τε μάντεις ὑπὸ ὀρνίθων ἐκταραχθέντες καὶ ἡ τοῦ Μασινίσσου μήτηρ θειάσασα ζήτησιν
αὐτῶν γενέσθαι ἐποίησαν. καὶ οἶ μὲν προκαταληφθέντες ἐκολάσθησαν , καὶ ὁ Σκιπίων αὖθις ἐπὶ τὴν
Καρχηδόνα ἐστράτευσε καὶ τὴν

γῆν αὐτῶν ἐδῄου , Σύφαξ δὲ ἐπολέμει τοῖς περὶ τὸν Λαίλιον. καὶ χρόνον τινὰ
ἀντέσχον εἶτα ὑπερέσχον οἱ Ῥωμαῖοι, καὶ πολλοὺς μὲν ἐφόνευσαν, πολλοὺς δὲ ἐζώγρησαν , καὶ τὸν Σύφακα
εἷλον. καὶ τὴν Κίρταν τὰ βασίλεια αὐτοῦ παρέλαβον ἀμάχως, τοῖς ἔνδον 
δεδεμένον αὐτὸν ἐπιδείξαντες. 
 
 

 
 Ἠν δ’ ἐκεῖ καὶ ἡ Σοφωνίς. καὶ πρὸς αὐτὴν ὁ Μασινίσσας εὐθὺς εἰσεπήδησε, καὶ περιλαβὼν αὐτήν
 ἔχω μὲν Σύφακα’’ εἶπε τὸν ἀφαρπάσαντά σε, ἔχω δὲ καὶ σέ. ἀλλὰ
μὴ δέδιθι· οὐδὲ γὰρ αἰχμάλωτος γέγονας, ἐμὲ σύμμαχον ἔχουσα. " ταῦτ’ εἰπὼν ἔγημεν αὐτὴν
παραυτίκα , προκαταλαβὼν τούς Ῥωμαίους, μή πὼς αὐτῆς ἁμάρτῃ γενομένης ἐν τοῖς λαφύροις. εἶτα καὶ τὰς
ἄλλας πόλεις τοῦ Σύφακος προσεποιήσαντο. καὶ πρὸς τὸν Σκιπίωνα ἦλθον ἄγοντες τά τε λοιπὰ καὶ τὸν Σύφακα. καὶ ὃς ἰδὼν αὐτὸν δεδεμένον οὐκ ἤνεγκεν,
ἀλλὰ τῆς παρ’ αὐτῷ μνημονεύσας ξενίας καὶ τὰ ἀνθρώπεια ἀναλογισάμενος ἀνεπήδησεν ἐκ τοῦ δίφρου ἔλυσέ
τε αὐτὸν καὶ ἐδεξιώσατο καὶ ἐντίμως ἦγε. καί ποτε ἤρετο τί σοι δόξαν ἐπολέμησας ἡμῖν; ὁ
δὲ ἑαυτόν τε σοφῶς ἐξῃτήσατο ἅμα καὶ τὸν Μασινίσσαν ἠμύνατο, εἰπὼν αἰτίαν αὐτῷ τὴν Σοφωνίδα
γενέσθαι. τῷ γὰρ πατρὶ τῷ Ἀσδρούβᾳ χαριζομένην καταδῆσαι αὐτὸν μαγγανείαις , ὥστε καὶ ἄκοντα τὰ τῶν
Καρχηδονίων πρᾶξαι· " ἀλλ’ ὅτι ὑπὸ γυναικὸς ἠπάτημαι , ἀξίαν ἔδωκα δίκην · ἔχω δ' οὖν
τι ἐν κακοῖς παραμύθιον , ὅτι ὁ Μασινίσσας αὐτὴν ἔγημε · πάντως γὰρ
καὶ ἐκεῖνον ὁμοίως διολέσει. 
 Ὁ δὲ Σκιπίων ὑποπτεύσας ταῦτα περὶ τοῦ Μασινίσσου ἐκάλεσέ τε αὐτὸν καὶ ᾐτιάσατο ὅτι γυναῖκα
 πολεμίαν καὶ αἰχμάλωτον ἄνευ τῆς αὐτοῦ γνώμης οὕτω ταχέως ἔγημε, καὶ παραδοῦναι τοῖς
Ῥωμαίοις αὐτὴν ἐκέλευσεν. ὁ δὲ περιαλγήσας μέν, εἰσπηδήσας δ’ εἰς τὴν σκηνὴν ἔφη τῇ Σοφωνίδι " εἰ
μὲν οἶός τ ἢν τῷ ἑαυτοῦ θανάτῳ ἐλευθέραν φυλάξαι σε καὶ ἀνύβριστον , προθύμως ἄν σου
ὑπεραπέθανον · ἐπεὲ δὲ τοῦτο ἀδύνατον, προπέμπω σε ἔνθα κἀγὼ καὶ ἅπαντες ἀφιξόμεθα.’’ καὶ ταῦτα
εἰπὼν φάρμακον 
 αὐτῇ ὤρεξεν. ἡ δὲ οὔτ’ ἀνωλοφύρατο οὔτ’ ἐστέναξεν, ἀλλὰ καὶ πάνυ
γενναίως “ εἰ τοῦτό σοι,” ἔφη “ ἄνερ, δοκεῖ, κἀγὼ πείθομαι· τῆς γὰρ ψυχῆς μου μετὰ σὲ οὐδεὶς ἄλλος
κυριεύσει· εἰ δὲ τοῦ σώματός μου Σκιπίων δεῖται , νεκρὸν αὐτὸ λαβέτω.” καὶ ἡ μὲν οὕτως
ἀπέθανε, Σκιπίων δὲ τὸ ἔργον ἐθαύμασεν. 
 Οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμῃ, τοῦ Λαιλίου τὸν Σύφακα καὶ τὸν υἱὸν ἐκείνου Οὐερμίναν ἀγαγόντος ἐκεῖ καὶ
τῶν ἄλλων τινὰς τῶν πρώτων, τὸν μὲν Σύφακα εἰς τὴν Ἄλβαν κατέθεντο καὶ τελευτήσαντα δημοσίᾳ ἔθαψαν,
 τῷ δὲ Οὐερμίνᾳ τὴν βασιλείαν τοῦ πατρὸς ἐπεκύρωσαν καὶ τοὺς ζωγρηθέντας Νομάδας
ἐχαρίσαντο. 
 Οἱ δὲ Καρχηδόνιοι περὶ σπονδῶν ἐπικηρυκευ- σάμενοι τῷ
Σκιπίωνι χρήματά τε εὐθὺς ἔδοσαν καὶ τοὺς αἰχμαλώτους πάντας ἀπέδωκαν καὶ ὑπὲρ τῶν 
λοιπόν πρεσβείαν εἰς τὴν Ῥώμην ἀπέστειλαν. τοὺς δέ γε πρέσβεις οἱ Ῥωμαῖοι τότε οὐ προσεδέξαντο,
λέγοντες οὐκ εἶναι πάτριον σφίσι στρατοπέδων ἐν τῇ Ἰταλίᾳ ὄντων τισὶ πρεσβείαν προσίεσθαι ἐξ αὐτῶν
καὶ χρηματίζειν ὑπὲρ εἰρήνης. ὕστερον δέ, ἀπάραντος τοῦ τε Ἀννίβου καὶ τοῦ Μάγωνος,
λόγου σφίσι μετέδωκαν καὶ ἐψηφίσαντο τὰς σπονδάς. ἐξεχώρησαν δὲ τῆς Ἰταλίας ὅ τε Ἀννίβας καὶ ὁ Μάγων
οὐ διὰ τὴν σύμβασιν , ἀλλὰ πρὸς τὸν οἴκοι πόλεμον ἐπειγόμενοι. 
 
 Οἱ δ’ ἐν τῆ̣ Λιβύῃ Καρχηδόνιοι οὐδὲ πρότερον εἰρηναῖόν τι φρονοῦντες , καὶ
περὶ σπονδῶν ἐπὶ τῇ τοῦ χρόνου τριβῇ διὰ τὴν τοῦ Ἀννίβου παρουσίαν ἐπικηρυκευσάμενοι, ὡς τὸν Ἀννίβαν
πλησιάζοντα ἔμαθον, ἀνεθάρσησαν , καὶ ἐπέθεντο τῷ Σκιπίωνι κατὰ γῆν τε καὶ κατὰ θάλασσαν . κἀκείνου
περὶ τούτου 
 
 αὐτοῖς ἐγκαλέσαντος, οὔτε μέτριόν τι τοῖς πρέσβεσιν ἀπεκρίναντο καὶ ἐπεβούλευσαν
αὐτοῖς ἀποπλεύσασι· καὶ εἰ μὴ πνεῦμα τυχαίως συμβὰν αὐτοῖς ἐβοήθησεν, ἀπώλοντο ἄν. ὅθεν καὶ ὁ
Σκιπίων ἐν τοότῳ τῆς ψήφου τῆς περὶ τῆς εἰρήνης κομισθείσης οὐκέτι αὐτὴν ἐποιήσατο. οἶ
οὖν Καρχηδόνιοι τὸν μὲν Μάγωνα εἰς τὴν Ἰταλίαν ἀνέπεμψαν, τὸν
δ’ Ἀννίβαν αὐτοκράτορα στρατηγὸν ἀπέδειξαν , τὸν Ἄννωνα τῆς ἀρχῆς
παύσαντες. τὸν δ᾿ Ἀσδρούβαν καὶ ἀποκτεῖναι ἐψηφίσαντο, φαρμάκῳ δὲ ἑκουσίως φθαρέντα καὶ
νεκρὸν ᾐκίσαντο. Ἀννίβας μὲν οὖν πάσαν τὴν ἡγεμονίαν λαβὼν εἰς τὴν Μασινίσσου χώραν ἐνέβαλε καὶ
ἐκάκου αὐτὴν καὶ τοῖς Ῥωμαίοις μάχεσθαι ἡτοιμάζετο · ἀνθητοιμάζοντο δὲ καὶ οἱ τοῦ Σκιπίωνος.

Οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμᾐ μετεμέλοντο ὅτι μὴ ἐκώλυσαν τὸν Ἀννίβαν ἐκπλεῦσαι· ὡς μέντοι τὰ ἐν τῆ̣
Λιβύῃ συγκροτοῦντα αὐτὸν ἔμαθον, οὐ μετρίως αὖθις ἐδεδίεσαν. διὸ καὶ Κλαύδιον μὲν Νέρωνα τὸν ἕτερον
τῶν ὑπάτων ἐπ’ αὐτὸν ἔπεμψαν, Μάρκῳ δὲ Σερουιλίῳ 
 λίῳ τὴν τῆς Ἰταλίας φυλακὴν ἐπεκλήρωσαν. ἀλλ’ οὐκ ἠδυνήθη ὁ Νέρων εἰς τὴν Λιβύην ἐλθεῖν
, ὑπὸ χειμῶνος ἐν Ἰταλίᾳ χρονίσας καὶ ἐν Σαρδοῖ. εἶτα οὐδὲ περαιτέρω τῆς Σικελίας ἐχώρησε,
κεκρατηκότα μαθὼν τὸν Σκιπίωνα. ὁ γὰρ Σκιπίων, δείσας μὴ ἐπειχθείς ὁ Νέρων τῶν αὐτοῦ
πόνων τὴν εὔκλειαν σφετερίσηται, τοῦ ἔαρος ἐπιλάμψαντος ἐπὶ τὸν Ἀννίβαν ἐχώρησε, μαθὼν ὅττι τὸν
Μασινίσσαν ἐνίκησε. καὶ ὁ Ἀννίβας ὡς ᾔσθετο προσιόντα τὸν Σκιπίωνα, προαπήντησεν αὐτῷ. καὶ
ἀντιστρατοπεδευσάμενοι οὐκ 
 εὐθὺς εἰς χεῖρας ἦλθον, συχνὰς δ’ ἡμέρας φιέτριψαν, καὶ
ἕκαστος τῷ οἰκείῳ διειλέχθη στρατεύματι καὶ πρὸς τὴν μάχην αὐτὸ παρεθάρρυνεν. 
 Ὡς δ’ ἔδοξε τῷ Σκιπίωνι μὴ διατρίβειν ἔτι, ἀλλὰ καὶ ἄκοντα τὸν Ἀννίβαν εἰς τὸν ἀγῶνα
προαγαγεῖν, ἐπὶ τὴν Οὐτικὴν ὥρμησεν, ἔνα δεδιέναι καὶ φεύγειν δόξας σχοίη καιρὸν
ἐπιθέσεως · ὃ καὶ ἐγένετο. ὁ γὰρ Ἀννίβας φεύγειν αὐτὸν οἰηθεὶς καὶ ἐπὶ πλέον ἐντεῦθεν θαρσήσας
ἐπεδίωξε μόνοις τοῖς ἱππεῦσι. καὶ ὁ Σκιπίων ἀντέστη τε αὐτοῖς παρὰ δόξαν καὶ συμβαλὼν 
ἐνίκησε. τρέψας δ’ αὐτοὺς οὐκ ἐπὶ τὸ διώκειν σφᾶς, ἀλλὰ ἐπὶ τὰ σκευοφόρα αὐτῶν καθ’ ὁδὸν τυγχάνοντα
ὥρμησε, καὶ πάντα συνέλαβε. ταῦτα τὸν Ἀννί- ἐτάραξε, καὶ ἔτι
ὅτι κατασκόπους αὐτοῦ τρεῖς ἐν τῷ στρατοπέδῳ ὁ Σκιπίων εὑρὼν οὐδὲν δεινὸν αὐτοῖς 
πεποίηκεν. μαθὼν γὰρ παρ’ ἑνὸς αὐτῶν ὁ Ἀννίβας τὸ πεπραγμένον , οἶ γὰρ δύο παρὰ τοῖς Ῥωμαίοις μεῖναι
ἠθέλησαν, κατεπλάγη , καὶ διακινδυνεῦσαι οὐκέτι θαρρήσας σπείσασθαι ὅτι τάχιστα ἔγνω, ἔν εἰ μὴ τοῦτο
συμβαίη, τριβὴν τέως τινὰ πορίσηται καὶ διακωχήν. πέμψας οὑν πρὸς τὸν Μασινίσσαν, δι’
ἐκείνου ὡς ὁμοφύλου τὰς σπονδὰς ᾔτησε. καὶ ἦλθε μὲν ἐς λόγους τῷ Σκιπίωνι, ἔπραξε δὲ οὐδέν. ὁ γὰρ
Σκιπίων οὔτε τραχὺ οὔτε τι σαφὲς ἀπεκρίνατο , ἀλλὰ τὸ μὲν ὅλον ἐμέσευσεν, ἐπιεικέστερον δ’ ὅμως
διειλέχθη, 
 ὅπως αὐτὸν ὡς καὶ σπεισόμενος εἰς ἀμέλειαν προαγάγῃ ὃ καὶ συμβέβηκε.
μάχης μὲν γὰρ πέρι οὐδὲν ὁ Ἀννίβας ἐνενόησε, μεταστρατοπεδεύσασθαι δὲ εἰς χωρίον ἐπιτηδειότερόν τι
ἠθέλησεν. ἐξ αὐτομόλων δὲ τοῦτο μαθὼν ὁ Σκιπίων προεξανέστη νυκτὸς καὶ κατέσχε τὸν
τόπον εἰς ὃν ἐκεῖνος ἠπείγετο · ἐν χωρίῳ δέ τινι κοίλῳ καὶ ἀνεπιτηδείῳ πρὸς στρατοπέδευσιν γενομένοις τοῖς Καρχηδονίοις ἐπεφάνη αἰφνίδιον. ὁ δ’ Ἀννίβας συμβαλεῖν οὐκ ἠθέλησε,
στρατοπεδευόμενος δ’ ἐκεῖ καὶ φρεωρυχῶν ἐταλαιπώρησε διὰ πάσης τῆς νυκτός. καὶ οὕτως κακῶς αὐτοὺς
ἔχοντας ὑπὸ καμάτου καὶ δίψης κατηνάγκασε καὶ ἄκοντας ὁ Σκιπίων συμμίξαι αὐτῷ. 
 Συνέβαλον οὖν οἶ μὲν Ῥωμαῖοι συντεταγμένοι καὶ πρόθυμοι,
Ἀννίβας δὲ καὶ οἱ Καρχηδόνιοι ἀπρόθυμοί τε καὶ κατ’ ἀπ’ ἐπ’ ληγμένοι καὶ δι’ ἕτερα καὶ ὅτι καὶ ὁ ἥλιος σύμπας ἐξέλιπεν. ἐκ γὰρ τῶν ἄλλων καὶ τοῦτο οὐκ αἴσιόν τι σφίσι προμηνύειν ὁ
Ἀννίβας ὑπώπτευσεν. οὕτω δ’ ἔχοντες τοὺς ἐλέφαντας ἑαυτῶν προεβάλοντο. καὶ οἶ Ῥωμαῖοι μέγα ἐξαίφνης
καινοί καταπληκτικὸν ἀνεβόησαν , καὶ τὰς ἀσπίδας τοῖς δόρασι
 κρούσαντες θυμῷ καὶ δρόμῳ ἐπὶ τοὺς ἐλέφαντας ὥρμησαν. ὑφ’ ὧν ταραχθέντες ἐκεῖνοι οἶ μὲν
πλείους οὐκ ἐδέξαντο σφὰς, ἀλλ’ ἀπετράποντο καὶ τιτρωσκόμενοι μείζω τοῖς ἐπιτεταγμένοις ἐνεποίουν
τὸν θόρυβον, οἱ δὲ καὶ ὁμόσε σφίσι χωρήσαντες, τῶν Ῥωμαίων 
 διισταμένων διὰ μέσου αὐτῶν διεξέτρεχον , καὶ παριόντες ἐβάλλοντό τε καὶ ἐκ χειρὸς
ἐτιτρώσκοντο. καὶ ἐπί τινα μὲν χρόνον ἀντέσχον οἶ Καρχηδόνιοι, ἔπειτα τοῦ Μασινίσσου καὶ τοῦ Λαιλίου
τοῖς ἱππεῦσι κατὰ νώτου προσπεσόντων αὐτοῖς πάντες ἔφυγον. οἶ δὲ πλείους ἐφθάρησαν, καὶ
ὁ Ἀννίβας μικροῦ ἂν ἀπώλετο. φεύγοντα γὰρ αὐτὸν ὁ Μασινίσσας ἐπεδίωκεν ἀκρατῶς τῇ τοῦ ἵππου ῥύμῃ
ὑπενδιδούς. μεταστραφεὶς δ’ ὁ Ἀννίβας, καὶ ἰδὼν αὐτὸν οὕτω διώκοντα, ἠρέμα ἐξέκλινε καὶ τὸν δρόμον
ἐπέστησε καὶ οὕτω παρελάσαντα τὸν Μασινίσσαν κατὰ νώτου γενόμενος ἔτρωσε · κἀκ τούτου
μετ’ ὀλίγων ἐξέφυγε. Σκιπίων δὲ νικήσας ἐπὶ τὴν Καρχηδόνα ἠπείχθη, 
 καὶ ἐπολιόρκει αὐτὴν ἐκ γῆς ἄμα καὶ θαλάσσης. οἶ δὲ Καρχηδόνιοι πρῶτον μὲν ὡς τὴν
πολιορκίαν καρτερήσοντες ἡτοιμάζοντο, ἔπειτα ἐξαπορηθέντες πρὸς τὸν Σκιπίωνα διεκηρυκεύσαντο. καὶ ὁ
Σκιπίων τοὺς λόγους σφῶν προσεδέξατο καὶ περὶ τῶν συνθηκῶν διειλέχθη αὐτοῖς. ἦν δὲ τὰ
ὡμολογημένα ὁμήρους τε παρὰ τῶν Καρχηδονίων καὶ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ τοὺς αὐτομόλους δοθῆναι, καὶ
πάντας μὲν τοὺς ἐλέφαντας, τὰς δὲ τριήρεις πλὴν δέκα παρασχεθῆναι, καὶ τοῦ λοιποῦ μήτε ναῦς μακρὰς
πλείους ἔχειν τῶν δέκα μήτε πόλεμον παρὰ τὴν τῶν Ῥωμαίων γνώμην πρὸς μηδένα ποιεῖσθαι,
καί τίνα ἕτερα 
 Τοιούτων δὲ γενομένων τῶν ὁμολογιῶν πρέσβεις οἱ Καρχηδόνιοι
ἐπὶ Ῥώμην ἐστάλκασι. καὶ οἶ μὲν ἀπῆλθον, οὐ μέντοι καὶ ἡ γερουσία τὴν πρεσβείαν ἑτοίμως
ἐδέξατο, ἀλλ’ ἐπὶ πολὺ ἠμφισβήτησαν ἀλλήλοις ἐναντιούμενοι. ὁ δὲ δῆμος τήν εἰρήνην ὁμοθυμαδὸν
ἐψηφίσατο, καὶ τὰς ὁμολογίας ἐδέξαντο, καὶ ἔπεμψαν δέκα ἀνδρὰς, ἔνα μετὰ τοῦ Σκιπίωνος ἅπαντα
διοικήσωσι. καὶ αἱ συμβάσεις ἐπράχθησαν, καὶ αἷ τριήρεις ἐδόθησαν καὶ ἐκαύθησαν , καὶ
τῶν ἐλεφάντων οἱ μὲν πλείους εἰς τὴν Ῥώμην ἀπήχθησαν , τῷ Μασινίσσᾳ δὲ οἱ λοιποὶ ἐδωρήθησαν. καὶ
Ῥωμαῖοι μὲν τὴν Λιβύην ἐξέλιπον, τὴν δ᾿ Ἰταλίαν οἷ Καρχηδόνιοι. 
 
 
 Ὁ μὲν οὖν δεύτερος πόλεμος τῶν Καρχηδονίων ἔτει ἑκκαιδεκάτῳ ἐς τοῦτο κατήντησε· κἀντεῦθεν ὁ
Σκιπίων λελάμπρυστο καὶ Ἀφρικανὸς ἐπεκέκλητο· Ἀφρικὴ γὰρ ἥδε ἡ περὶ Καρχηδόνα Λιβύη ὠνόμαστο·
πολλοῖς δὲ καὶ ἐλευθερωτὴς προσηγόρευτο, πολλοὺς πολίτας κομίσας αἰχμαλώτους. καὶ ὁ μὲν
μέγας ἐκ τούτων ᾔρετο, Ἀννίβας δὲ κατηγόρητο παρὰ τοῖς οἰκείοις ὡς τήν τε Ῥώμην λαβεῖν
δυνηθεὶς καὶ μὴ θελήσας καὶ τὴν λείαν τὴν ἐκ τῆς Ἰταλίας σφετερισάμενος. οὐ μὴν καὶ ἑάλω, ἀλλὰ καὶ
τὴν μεγίστην τῶν Καρχηδονίων ἀρχὴν οὐκ εἰς μακρὰν ἐπετράπη.

Εἰς ἑτέρους δ’ αὖθις πολέμους οἱ Ῥωμαῖοι κατέστησαν, γενομένους πρὸς Φίλιππόν τε τὸν
Μακεδόνα καὶ τὸν Ἀντίοχον. μέχρι γὰρ ἡ πρὸς Καρχηδονίους ἤκμαζε μάχη,
κἂν μὴ φίλια σφίσι τὰ περὶ τὸν Φίλιππον ἦν, ἐθεράπευον αὐτόν, ἵνα μὴ τοῖς Καρχηδονίοις
 συνάροιτο ἢ εἰς τὴν Ἰταλίαν στρατεύσοιτο· ἐπεὶ δὲ τὰ κατ’
ἐκείνους ἠρέμησαν , οὐκέτ’ ἐμέλλησαν , ἀλλ’ ἐς πόλεμον αὐτῷ κατέστησαν φανερόν , πολλὰ ἐγκαλοῦντες
αὐτῷ. πρέσβεις οὖν οἶ Ῥωμαῖοι πρὸς αὐτὸν πέμψαντες , ἐπεὶ μηδὲν ὧν ἐπετάττετο ἔπραττε ,
τὸν πόλεμον ἐψηφίσαντο , χρώμενοι μὲν τῇ τῶν Ἑλλήνων ἐπιβασίᾳ λαβῇ, τὸ δ’ ἀληθὲς ἀγανακτοῦντες ἐφ’
οἶς ἐδεδράκει, καὶ προκαταλαμβάνοντες αὐτόν, ἵνα μὴ καταδουλωσάμενος ἐκείνους ἐπὶ τὴν Ἰταλίαν
στρα- 
 τεύσῃ κατὰ τὸν Πυρρὸν. ψηφισάμενοι δὲ τὸν πόλεμον τά τε ἄλλα παρεσκευάσαντο εὖ καὶ
στρατηγὸν ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ Λούκιον Ἀπούστιον Σουλπικίῳ Γάλβᾳ δεδώκασι. καὶ ὁ Γάλβας τὸν Ἰόνιον
κόλπον διαβαλὼν ἐπὶ πολὺ ἐνόσησε. παραλαβόντες οὖν τὴν δύναμιν πᾶσαν ὃ τε ῥηθεὶς
στρατηγὸς καὶ Κλαύδιος Κέντων ὁ ὑποστράτηγος , αὐτὸς μὲν τῷ ναυτικῷ τὰς Αθήνας ὑπὸ τῶν Μακεδόνων
πολιορκουμένας ἐρρύ- σατο καὶ Χαλκίδα κατεχομένην ὑπ’ αὐτῶν ἐπόρθησε, κἀν τούτῳ Φιλίππου ταῖς
Ἀθήναις ἐπιστρατεύσαντος ἐπανελθὼν τότε αὐτὸν ἀπεώσατο καὶ μετὰ τοῦτο 
 
 αὖθις προσβαλόντα ἀπεκρούσατο , Ἀπούστιος δ’ ἐς τὴν Μακεδονίαν ,
ἀσχόλου περὶ τὴν Ἑλλάδα τοῦ Φιλίππου ὄντος, ἐμβαλὼν τήν τε γῆν ἐληίζετο καὶ φρούρια καὶ πόλεις
ἐχειρώσατο. Φίλιππος δὲ διὰ ταῦτα ἐν ἀμηχανίᾳ γενόμενος τέως μὲν ἄνω καὶ κάτω περιέθει
ἄλλοτε ἄλλοις ἀμύνων, ὡς δὲ ὁ Ἀπούστιος τῇ χώρᾳ αὐτοῦ ἰσχυρῶς ἐνέκειτο καὶ οἱ Δάρδανοι τὴν πρόσορον
σφίσι Μακεδονίαν ἐκακούργουν, οἰ- κοῦσι δ’ οὗτοι ὑπέρ τε Ἰλλυριῶν καὶ ὑπὲρ Μακεδόνων, Ἰλλυριοί τέ
τινες καὶ Ἀμύνανδρος Ἀθαμανίας Θεσσαλικοῦ γένους βασιλεὺς ὤν , σύμμαχοι πρότερον ὄντες
αὐτοῦ , πρὸς τοὺς Ῥωμαίους μετέστησαν, ἐκ τούτου καὶ τὰ τῶν Αἰτωλῶν ὑπώπτευσε καὶ περὶ τοῖς οἴκοι ἔδεισε καὶ ἐκεῖ μετὰ τοῦ πλείονος στρατεύματος ἔσπευσε γνοὺς δὲ
τὴν πρόσοδον αὐτοῦ ὁ Ἀπούστιος ἀνεχώρησεν· ἤδη γὰρ καὶ χειμὼν ἦν. 
 Ῥαΐσας δ’ ἐκ τῆς νόσου ὁ Γάλβας πλείω παρεσκευάσατο δύναμιν καὶ ἅμα ἔαρι εἰς τὴν Μακεδονίαν
ἠπείγετο. ἐπεὶ δ’ ἐπλησίασαν ἀλλήλοις , ἀντεστρατοπεδεύσαντο, καὶ ἀκροβολισμοῖς ἐχρῶντο τῶν ἱππέων
 καὶ τῶν ψιλῶν. μεταστάντων δὲ τῶν Ῥωμαίων ἴς τι χωρίον ὅθεν ῥᾷον ἦν αὐτοῖς
ἐπισιτίσασθαι, νομίσας ὁ Φίλιππος ὡς φοβουμένους αὐτὸν μεταστῆναι, ἐπῆλθεν αὐτοῖς ποιουμένοις
ἁρπαγὰς ἀπροσδόκητος καί τινας διέφθειρε. καὶ ὁ Γάλβας τοῦτο αἰσθόμενος ἐπεξέδραμεν ἐκ
τοῦ στρατοπέδου καὶ προσπεσὼν αὐτῷ πολλῷ πλείους ἀνταπέκτεινεν. ὁ δέ
γε Φίλιππος ἡττηθεὶς καὶ τρωθεὶς ὑπὸ νύκτα ἀπανέστη. οὐ μέντοι αὐτὸν ὁ Γάλβας ἐπεδίωξεν, ἀλλ’ εἰς
τὴν Ἀπολλωνίαν ἀνεκομίσθη. καὶ ὁ Απού- 
 
 στιος δὲ μετὰ τῶν Ῥοδίων καὶ τοῦ Ἀττάλου περιπλέων νήσους συχνὰς ἐχειρώσατο. 
 Κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον καί τις Ἀμίλκας Καρχηδόνιος, τῷ Μάγωνι συστρατεύσας ἐν Ἰταλίᾳ
κἀκεῖ ὑπομείνας, τέως μὲν ἡσυχίαν ἦγεν, ὡς δ’ ὁ Μακεδονικὸς πόλεμος ἐνέστη , τούς τε
Γαλάτας τῶν Ῥωμαίων ἀπέστησε καὶ μετ’ αὐτῶν ἐπὶ Λίγυας στρατεύσας τινὰς κἀκείνων προσεποιήσατο.
Λουκίῳ δὲ Φουρίῳ στρατηγοῦντι πολεμηθέντες ἡττήθησαν καὶ περὶ σπονδῶν ἐπρεσβεύσαντο.
καὶ οἶ μὲν Λίγυες ἔτυχον αὐτῶν, τοῖς ἄλλοις δὲ οὐκ ἐδόθησαν, ἀλλ᾿ ἀντεστράτευσεν ἐπ’ αὐτοὺς Αὐρήλιος ὁ ὕπατος , φθονήσας τῆς νίκης τῷ στρατηγῷ. 
 Τῷ δ’ ἐξῆς ἔτει πρὸς τοῦ Ἀμίλκα καὶ τῶν Γαλατῶν συνηνέχθη πολλὰ καὶ δεινά.
Γναῖόν τε γὰρ Βαίβιον στρατηγὸν ἐνίκησαν , καὶ τὴν συμμαχίδα τῶν Ρωμαίων κατέτρεχον, καὶ Πλακεντίαν
ἐπολιόρκουν καὶ ἑλόντες κατέσκαψαν.

Ἐν δὲ τῇ Ἑλλάδι καὶ τῇ Μακεδονίᾳ Πούπλιος Οὐίλλιος ὁ ὕπατος ἀντεκάθητο τῷ
Φιλίππῳ 5 τὰ τῆς Ἠπείρου προκαταλαβόντι στενά, δι’ ὧν εἰς τὴν Μακεδονίαν εἰσὶν εἰσβολαί. μετὰ δὲ τὸν
χειμῶνα Τίτος Φλαμίνιος ὕπατος, τοῦ Φιλίππου πάν τὸ μεταξὺ τῶν ὀρῶν διατειχίσαντος καὶ ὄντος
δυσπολεμήτου, 
 διά τινος ἐκπεριῆλθε στενῆς ἀτραποῦ μετ’ ὀλίγων τὸ περιτείχισμα. καὶ φανεὶς ἐξ
ὑπερδεξίων αἰφνίδιον ἐφόβησε τὸν Φίλιππον, νομίσαντα πᾶν τὸ τοῦ Τίτου στράτευμα εἴσω τῶν στενῶν
παρελθεῖν · ὅθεν καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν ἀπῆρεν εὐθύς. ὁ δ’ 
 ὕπατος ἐκεῖνον μὲν οὐκ ἐδίωξε, τὰς δ’ ἐν τῇ Ἠπείρῳ πόλεις προσεποιήσατο. καὶ ἐς
Θεσσαλίαν ἐλθὼν πολλὰ παρεσπάσατο τοῦ Φιλίππου, καὶ εἰς τὴν Φωκίδα τὴν Βοιωτίαν τε ἀνεχώρησε. καὶ ὁ
μὲν Ἐλάτειαν ἐπολιόρκει, Λούκιος δὲ Φλαμίνιος ὁ ἀδελφός 
 αὐτοῦ μετὰ τοῦ Ἀττάλου καὶ τῶν Ῥοδίων τὰς νήσους ἐχειροῦτο. καὶ τέλος
Κέγχρειαν ἑλόντες , καὶ πυθόμενοι πρέσβεις πρὸς τοὺς Ἀχαιοὺς ἐπὶ συμμαχίᾳ πεπέμφθαι, ἀπέστειλαν καὶ
αὐτοί · καὶ Ἀθηναῖοι συνεπρεσβεύσαντο. καὶ πρότερον μὲν ἐμερίσθησαν αἶ ία γνῶμαι τῶν Ἀχαιῶν , τῶν
μὲν τῷ Φιλίππῳ τὴν συμμαχίαν ψηφιζομένων , τῶν δὲ τοῖς Ῥωμαίοις, ὀψὲ δ’ οὑν ποτε τὴν βοήθειαν αὐτοῖς
ἐψηφίσαντο. καὶ ἐπὶ τὴν Κόρινθον συνεστράτευσαν, καὶ τοῦ μὲν τείχους κατήρειψάν τινα , πονήσαντες δ’
ἐπεκδρομαῖς ἀπανέστησαν. 
 Εἶτα δείσας ὁ Φίλιππος μὴ πολλαὶ πόλεις ἀλῶσιν, ὑπὲρ εἰρήνης πρὸς τὸν ὕπατον
ἐπεκηρυκεύσατο. καὶ ὁ μὲν ἐδέξατο τοὺς λόγους αὐτοῦ , καὶ συνῆλθον
αὐτοὶ καὶ οἶ σύμμαχοι, ἐπράχθη δ’ οὐ ’δεν ἢ ὅτι πρέσβεις εἰς Ῥώμην πέμψαι τό Φιλίππῳ
ἐπετράπη. καὶ οὐδὲ ἐκεῖ τι ἐγένετο· τῶν γὰρ Ἑλλήνων ἀποστῆναι αὐτὸν ἀξιούντων τῆς Κορίνθου καὶ τῆς
Χαλκίδος τῆς τε Δημητριάδος τῆς Θεσσαλικῆς , οὐδὲν περὶ τούτων οἱ τοῦ Φιλίππου πρέσβεις ἐντετάλθαι
ἔφασαν, καὶ ἄπρακτοι ἀπηλλάγησαν. 
 Οἱ δ᾿ ἐν τῇ Ῥώμᾐ τῷ Φλαμινίῳ τὴν ἐν τῇ Ἑλλάδι ἡγεμονίαν καὶ εἰς τὸ ἐπιὸν ψηφισάμενοι ἔτος,
αὐτῶ ἀνέθεντο καὶ τὰ κατὰ Φίλιππον. ὁ δέ ὅτι. κατὰ χώραν ἔμελλε
μένειν, πρὸς πόλεμον ἡτοιμάζετο, καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ Νάβις ὁ τῶν Λακεδαιμονίων τύραννος
ραννος ἐσπείσατό οἶ, καίτοι φίλος ὢν τοῦ Φιλίππου καὶ τὸ Ἀργὸς λαβὼν παρ’ αὐτοῦ.
ἀδυνατῶν γὰρ ὁ Μακεδὼν πολλὰ διέπειν ὁμοῦ, καὶ δείσας μὴ τοῖς Ῥωμαίοις ἡ πόλις ληφθῇ , τῷ Νάβιδι
αὐτήν, ἔν αὖθις ἀποδοίη, παρακατέθετο. 
 
 Αἰλίου δὲ Πέτου τοῦ ὑπάτου στρατεύσαντος ἐπὶ τοὺς Γαλάτας, πολλοὶ ἀπ’ ἀμφοτέρων ἀπώλλυντο
προσμιγνύντες ἀλλήλοις, καίριον δέ τι ἐπράχθη οὐδέν. οἱ δ’ ὅμηροι τῶν Καρχηδονίων οἵ τε δοῦλοι οἱ
μετ’ αὐτῶν καὶ οἲ τισι πεπραμένοι αἰχμάλωτοι, κατασχεῖν τὰς πόλεις ἐν αἷς ἕκαστοι τὰς
διατριβὰς ἐποιοῦντο τολμήσαντες , καὶ πολλοὺς τόν ἐπιχωρίων φονεύσαντες, καθῃρέθησαν ὑπὸ Κορνηλίου Λεντούλου στρατηγοῦ πρὶν μεῖζόν τι ἐξεργάσασθαι. οἶ μέντοι
Γαλάται εὐτυχίαις τε ἐπαιρόμενοι καὶ τοὺς Ῥωμαίους ἐν παρέργῳ σφίσι πολεμοῦντας
αἰσθόμενοι παρεσκευάσαντο ὡς καὶ ἐπὶ τὴν Ῥώμην ἐλάσοντες. δείσαντες οὖν οἶ Ῥωμαῖοι ἄμφω τοὺς ὑπάτους
Κορνήλιον Κέθηγον καὶ Μινούκιον Ῥοῦφον ἐπὶ τοὺς Γαλάτας ἔπεμψαν οἱ διαιρεθέντες ἄλλος ἄλλην ἐπόρθουν
 χώραν. πρὸς οὖν τοὺς ὑπάτους καὶ οἱ πολέμιοι διῃρέθησαν , καὶ οἱ μὲν τῷ Κεθήγῳ μετὰ τοῦ
Ἀμίλκου συμβαλόντες ἡττήθησαν , οἱ λοιποὶ δὲ τοῦτο γνόντες ἀπεδειλίασαν καὶ οὐκέτι τῷ Ῥούφῳ
συνέβαλον, βάλον, ἀλλ’ ἀδεῶς ἐκεῖνος τὴν χώραν κατέτρεχε. καὶ
 
 οἱ μὲν τῷ Κεθήγω̣ πολεμήσαντες σπονδὰς ἐποιήσαντο, οἱ δ’ ἄλλοι ἐν τοῖς ὅπλοις ἔτι
ἐτύγχανον. 
 Τότε δὲ καὶ ὁ Φλαμίνιος μετὰ τοῦ Ἀττάλου τὴν Βοιωτίαν ἅπασαν ὑπηγάγετο. καὶ ὁ μὲν Ἄτταλος
ἐν τῷ δημηγορεῖν αὐτοῖς ὑπὸ γήρως ἀπέψυξεν , ὁ δέ γε Φλαμίνιος ἐς τὴν Θεσσαλίαν ἐλθὼν
τῷ Φιλίππω προσέμιξε. καὶ ἱππομαχίαν ἐποιήσαντο· τὸ γὰρ χωρίον οὐκ ἐπιτήδειον πρὸς μείζω μάχην ἦν·
διὸ καὶ ἄμφω ἀπανέστησαν. καὶ πρός τινα λόφον γενόμενοι, οὗ τὴν ἀκρωνυχίαν Κυνὸς
κεφαλὴν ὀνομάζουσιν , οἱ μὲν ἔνθεν οἱ δ᾿ ἐκεῖθεν ηὐλίσαντο. καὶ
μαχεσάμενοι τοῖς στρατεύμασιν ἅπασιν ἰσοπαλεῖς ἂν ἀπηλλάγησαν, εἰ μὴ οἶ Αἰτωλοὶ ἐπικρατεστέρους τοὺς
Ῥωμαίους ἐποίησαν. ἡττηθεὶς οὖν ὁ Φίλιππος καὶ φυγών, εἶτα μαθὼν τήν τε Λάρισαν καὶ τὰς
περὶ αὐτὴν πόλεις τὰ τοῦ νικήσαντος ᾑρημένας , ἐπεκηρυκεύσατο τῷ Φλαμινίῳ. καὶ ὃς ἐσπείσατο ,
χρήματά τε τοῦ Φιλίππου δόντος καὶ ὁμήρους ἄλλους τε καὶ τὸν οἰκεῖον υἱὸν Δημήτριον ,
καὶ πρέσβεις ὑπὲρ τῆς εἰρήνης εἰς τὴν Ῥώμην ἐκπέμψαντος. 
 Ἐν ᾧ δὲ ταῦτα ἐπράττετο, καὶ Ἀνδροσθένης ἐνικήθη ὑπὸ τῶν Ἀχαιῶν καὶ τὴν Κόρινθον ἀπέβαλε.
καὶ ὁ Φλαμίνιος ὁ Λούκιος ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ ὥν, 
 μὴ ἔπειθε τοὺς Ἀκαρνᾶνας μὴ συμμαχεῖν τῷ Φιλίππῳ, τήν τε
Λευκάδα πολιορκίᾳ εἶλε κἀκείνους μετὰ τοῦτο τὴν ἧτταν τοῦ Φιλίππου γνόντας ῥᾷον συμπαρεστησατο. 
 Οὕτω μὲν οὖν ὁ Μακεδονικὸς ἐλέλυτο πόλεμος, καὶ οἱ ἐν τῇ Ῥώμᾐ τῷ Φιλίππῳ
ἑτοιμότατα συνηλλάγησαν ἐπὶ τῷ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ τοὺς αὐτομό λους ἀποδοῦναι καὶ τοὺς ἐλέφαντας
τάς τε τριήρεις πλὴν πέντε καὶ τῆς στρατηγίδος αὐτῆς οὔσης ἑκκαιδεκήρους, καὶ χρήματα τὰ μὲν αὐτίκα
δοῦναι, τὰ δὲ καὶ ἐν τάξεσί τισι , καὶ μόνης τῆς Μακεδονίας βασιλεύειν, μὴ πλείους τ΄
ἔχειν στρατιώτας τῶν πεντακισκιλίων, κισχιλίων, μήτε πόλεμον ἔξω τῆς ἑαυτοῦ χώρας ποιεῖσθαί τινι. τὰς γὰρ ἄλλας πόλεις τάς τε ἐν τῆ̣ Ἀσίᾳ καὶ ἐν τῇ Εὐρώπῃ
τὰς πρὶν δουλευούσας αὐτῷ ἐλευθέρας ἀφῆκαν. 
 

 
 Οἱ δ’ ὕπατοι τοῖς Γαλάταις αὖθις οὐκ ἀταλαιπώρως ἐπολέμησαν , ὅμως μέντοι καὶ τούτους
ὑπέταξαν.

Πόρκιος δὲ Κάτων ὕπατος αἱρεθεὶς τὴν Ἰβηρίαν μικροῦ πᾶσαν ἀλλοτριωθεῖσαν
ἀνεκτήσατο , ἀνὴρ ἀρετῇ πάσῃ τοὺς τότε νικῶν. νόμου δὲ τεθέντος μετὰ τὴν ἐν Κάνναις τοῖς Ῥωμαίοις
συμβάσαν ἧτταν μήτε χρυσοφορεῖν τὰς γυναῖκας μήτε διφροφορεῖσθαι μήθ’ ὅλως ἐσθῆτι καταστίκτῳ
κεχρῆσθαι, ὁ δῆμος, εἰ χρὴ καταλῦσαι τὸν νόμον , βουλὴν ἐποιεῖτο. καὶ περὶ τούτου ὁ Κάτων ἐδημηγόρησε, δεῖν κατασκευάζων τὸν νόμον κρατεῖν, καὶ
τέλος ταῦτα ἐπήγαγε. ‘‘κοσμείσθωσαν οὖν αἱ γυναῖκες μὴ χρυσῷ μηδὲ λίθοις ἤ τισιν ἀνθηροῖς καὶ
ἀμοργίνοις ἐσθήμασιν, ἀλλὰ σωφροσύνῃ, φιλανδρίᾳ, φιλοτεκνίᾳ, πειθοῖ, μετριότητι , τοῖς
νόμοις τοῖς κειμένοις , τοῖς ὅπλοις τοῖς ἡμετέροις, ταῖς νίκαις, τοῖς τροπαίοις.” Λούκιος δὲ
Οὐαλέριος δήμαρχος ἀντιλέγων τῷ Εάτωνι διειλέχθη, ἀποδοθῆναι συμβουλεύων ταῖς γυναιξὶ τὸν κόσμον τὸν πάτριον. καὶ πολλὰ περὶ τούτου πρὸς τὸν δῆμον εἰπών , εἶτα πρὸς τὸν Κάτωνα τὸν λόγον
ἀπέτεινε καὶ ἔφη “σὺ δ’, ὦ Κάτων, εἰ ἄχθῃ τῷ κόσμῳ τῶν γυναικῶν καὶ
βούλει φιλόσοφόν τι ποιῆσαι καὶ μεγαλοπρεπές , ἀπόκειρον αὐτὰς περιτρόχαλα, καὶ 
χιτωνίσκους καὶ ἐξωμίδας ἔνδυσον, καὶ νὴ Δία σύ γε καὶ ὅπλισον ἐφ’ ἵππους τε ἀναβίβασον, καὶ εἰ
δοκεῖ σοι καὶ εἰς τὴν Ἰβηρίαν ἀνάγαγε · ὅπως τε καὶ τῶν ἐκκλησιῶν κοινωνῶσιν ἡμῖν , καὶ δεῦρο αὐτὰς
εἰσφερώμεθα.” καὶ ὁ μὲν Οὐαλέριος ταῦτα ἐπισκώ- 
 πτων εἶπεν , ἀκούσασαι δὲ αἱ γυναῖκες, ἐγγὺς γὰρ τῆς ἀγοράς πολλαὶ διέτριβον
πολυπραγμονοῦσαι τὸ 
 γενησόμενον, εἰσεπήδησαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καταβοῶσαι τοῦ νόμου, καὶ οὕτω σπουδῇ
λυθέντος αὐτοῦ ἀνεδήσαντο ἐκεῖ εὐθὺς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ κόσμον τινὰ καὶ ἐξῆλθον χορεύουσαι. 
 
 Ὁ δὲ Κάτων ἀποπλεύσας εἰς τὴν Ἰβηρίαν ἀφίκετο, καὶ μαθὼν πάντας τοὺς μέχρι τοῦ
Ἴβηρος οἰκοῦντας συνεστράφθαι, ἵνα καθ’ ἒν αὐτῷ πολεμήσωσι, συγκροτήσας τὸ στράτευμα προσέβαλε
σφίσι, καὶ ἡττήσας αὐτοὺς ἠνάγκασε προσχωρῆσαί οἱ, φοβηέντας ἵνα μὴ καὶ τὰς πόλεις αὐτοβοεὶ
ἀποβάλωσι. καὶ τότε μὲν δεινὸν αὐτοῖς οὐδὲν εἰργάσατο, ὕστερον δὲ ὑπόπτων τινῶν
γενομένων τά τε ὅπλα πάντων ἀφείλετο καὶ τὰ τείχη σφῶν δι’ αὐτόν τῶν ἐπιχωρίων κατέσκαψε. γράμματα
γὰρ ἑκασταχόσε διαπέμψας, καὶ ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἅπασιν αὐτὰ ἀποδοθῆναι κελεύσας,
προσέταξε τοὺς περιβόλους αὐθημερὸν καθελεῖν, θάνατον ἀπειλήσας τοῖς ἀπειθήσασιν. ἆ ἀναγνόντες οἱ ἐν ταῖς ἀρχαῖς ὄντες, καὶ νομίσαντες ἕκαστοι μόνοις αὐτοῖς
γεγράφθαι, καὶ μηδὲ καιρὸν λαβόντες βουλῆς, κατέβαλον πάντες τὰ τείχη. 
 
 Ὁ δὲ Κάτων διέβη τὸν Ἴβηρα, καὶ τοῖς Κελτίβηρσι συμμαχοῦσι τοῖς πολεμίοις αὐτοῦ διὰ τὸ
πλῆθος συμβαλεῖν μὴ θαρσήσας, μετεχειρίσατο θαυμασίως αὐτούς, ποτὲ μὲν μεταπείθων πρὸς αὐτὸν
μεταστῆναι δόσει μείζονος μισθοῦ, ποτὲ δὲ παραινῶν σφίσιν ἐπανελθεῖν οἴκαδε, ἔστι δ’
ὅτε καὶ μάχην αὐτοῖς ἐς ἡμέραν ἐπαγγέλλων ῥητήν. ἐκ γὰρ τούτου ἐστασίασαν πρὸς ἀλλήλους, καὶ
φοβηθέντες οὐκέτι αὐτῷ πολεμῆσαι ἐτόλμησαν.

Τότε δὲ καὶ Φλαμίνιος ἐπὶ τὸ Ἄργος ἐστράτευσε. 
 
 τὸν γὰρ Νάβιν οὔτε σφίσιν πιστὸν καὶ τοῖς Ἕλλησι 
φοβερὸν ὁρῶντες οἷ Ῥωμαῖοι πολέμιον ἐποιήσαντο. προσγενομένων δὲ καὶ συμμάχων ἐκ τοῦ Φιλίππου αὐτῷ,
ἐπὶ τὴν Σπάρτην ἤλασεν ὁ Φλαμίνιος, καὶ ἀπόνως τά Ταύγετά τε ὑπερέβη καὶ πρὸς τὴν πόλιν
προσῆλθε μηδενὸς ἐναντίουμένου. ὁ γὰρ Νάβις, τούς τε Ῥωμαίους δείσας καὶ τοὺς ἐπιχωρίους ὑποπτεύσας,
οὐκ ἐκινήθη ὥστε προαπαντῆσαι τῷ Θλαμινίῳ· πλησιάσαντι δὲ ἐπεξέδραμε, καταφρονήσας διά
τε τὸν κάματον τὸν ἐκ τῆς πορείας καὶ ὅτι περὶ τὴν στρατοπέδευσιν ἀπησχόλητο, καί τινας συνετάραξε.
τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἐπεξῆλθε τοῖς προσβάλλουσι, καὶ πολλοὺς ἀποβαλὼν οὐκέτι ἐπεξῆλθε. καταλιπὼν οὑν μέρος
τοῦ στρατοῦ ἐκεῖ ὁ Φλαμίνιος, ὅπως μηδαμοῦ 
 κινηθείη, τοῖς λοιποῖς ἐπὶ τὴν χώραν ἐτράπετο· κἀκεῖνός τε καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ καὶ οἱ
Ῥόδιοι καὶ ὁ τοῦ Ἀττάλου παῖς Εὐμένης ἐπόρθουν αὐτήν. ἀπογνοὺς οὖν διὰ ταῦτα ὁ Νάβις κήρυκα τῷ
Θλαμινίῳ ὑπὲρ εἰρήνης ἀπέστειλε. καὶ ὃς τοὺς μὲν λόγους αὐτοῦ προσήκατο, οὐκ αὐτίκα δὲ
κατελύσατο. τὰς γὰρ ὁμολογίας, ἃς ἀπῃτεῖτο ὁ Νάβις ποιήσασθαι, οὔτ’ ἀπαγορεῦσαι ἐθάρρει οὔτε ποιήσαι
συγκατετίθετο. τὸ δὲ πλῆθος ἐκώλυσαν αὐτὸν συμβῆναι. καὶ τότε μὲν οὐκ ἐσπείσατο, προσβαλόντων δὲ τῶν
Ῥωμαίων αὖθις καὶ τὴν Σπάρτην ὀλίγου πᾶσαν, καὶ γὰρ ἀτείχιστος ἦν ἐν μέρει, ἑλόντων
οὐκέτ’ ἐπέσχεν, ἀλλὰ πρός τε τὸν Φλαμίνιον σπονδὰς ἐποιήσατο
καὶ πρὸς τὴν Ῥώμην πρεσβευσάμενος συνηλλάγη. 
 Ὁ δὲ Φλαμίνιος τότε μὲν πάντας τοὺς Ἕλληνας ἐλευθέρους ἀφῆκεν, ὕστερον δὲ
συγκαλέσας αὐτοὺς καὶ ὑπομνήσας ὄν εὐηργέτηντο, παρῄνεσεν εὔνοιαν τῆ̣ Ῥώμῃ τηρεῖν, καὶ
τὰς φρουρὰς ἁπάσας ἐξήγαγε, καὶ ἀπῆρε μετὰ παντὸς τοῦ στρατοῦ. 
 Ἀφικομένου δ’ ἐς Ῥώμην τοῦ Φλαμινίου ὁ Νάβις ἐνεωτέρισε. κἀκ τούτου καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἅπαν
ὡς εἰπεῖν ἐταράχθη, τῶν Αἰτωλῶν σφᾶς ἐναγόντων· παρεσκευάζοντό τε ὡς πολεμήσοντες, καὶ
 πρὸς τὸν Φίλιππον καὶ τὸν Ἀντίοχον ἐπρεσβεύοντο. καὶ ἔπεισαν αὐτὸν ἐκπολεμωθῆναι Ῥωμαίοις, ὡς καὶ τῆς Ἑλλάδος τῆς Ἰταλίας τε
βασιλεύσοντα. τοῖς δὲ Ρωμαίοις τῶν πραγμάτων τεταραγμένων οὐχὶ περιγενέσθαι τοῦ
Ἀντιόχου ἐλπὶς ἦν, ἀλλ’ ἠγάπων εἴ γε τὰ ἑαυτῶν διασώσαιντο. ὁ γὰρ Ἀντίοχος μέγας μὲν καὶ ἐπὶ τῇ
οἰκείᾳ δυνάμει ἐδόκει δι’ ἄλλα τε καὶ ὅτι τὴν Μηδίαν κατεστρέψατο, πολλῷ δ’ ἔτι μείζων ἐγένετο ὅτι
τὸν Πτολεμαῖον τόν τῆς Αἰγύπτου βασιλέα καὶ τὸν Ἀριαράθην τὸν τῆς Καππαδοκίας κηδεστὴν
προσετέθειτο. 
 Τοιοῦτον τὸν Ἀντίοχον νομιζόμενον οἱ Ῥωμαῖοι, μέχρι μὲν τῷ Φιλίππῳ ἐπολέμουν, ἐθεράπευον,
φιλίως τε διὰ πρέσβεων ὁμιλοῦντες καὶ δῶρα πέμποντες· 
 ἐπεὶ δ’ ἐκεῖνον ἐνίκησαν, καὶ τούτου, ὃν πρόσθεν ἐδεδίεσαν,
κατεφρόνουν. ὁ δὲ ἐς τὴν Θρᾴκην ἐπεραιώθη καὶ ἄλλα τε παρεστήσατο καὶ τὴν Λυσιμαχίαν ἀνεστηκυῖαν
συνῴκισεν, ὡς ὁρμητηρίῳ ταύτῃ χρησόμενος· καὶ γὰρ αὐτὸν καὶ ὁ Φίλιππος καὶ ὁ Νάβις
ἐπηγάγοντο. ὅ τε Ἀννίβας αὐτῷ συγγενόμενος ἐλπίσαι πεποίηκεν ἐς τὴν Καρχηδόνα κἀκεῖθεν εἰς τὴν
Ἰταλίαν πλεῦσαι, καὶ τὰ τοῦ Ἰονίου κόλπου ἔθνη προσκαταστρέψασθαι, καὶ μετ’ αὐτῶν ἐπὶ τὴν Ῥώμην
ὁρμῆσαι. ἔφθη γοῦν ὁ Ἀντίοχος καὶ δὶς ἐς τὴν Εὐρώπην διαβὰς εἴς τε τὴν Ἑλλάδα
ἀφικόμενος. πυθόμενος δὲ τὸν Πτολεμαῖον τεθνηκέναι, καὶ
περὶ παντὸς τῆς Αἰγύπτου κρατῆσαι ποιούμενος, τὸν μὲν υἱὸν Σέλευκον ἐν τῇ Λυσιμαχίᾳ σὺν δυνάμει
κατέλιπεν, αὐτὸς δὲ ἀναζεύξας, καὶ ζῶντα τόν Πτολεμαῖον μαθών, τῆς μὲν Αἰγύπτου ἀπέσχετο, ἐπιχειρήσας δ’ ἐς Κύπρον πλεῦσαι ἔπταισεν ὑπὸ χειμῶνος, καὶ οἴκαδε ἀνεχώρησε. καὶ πρέσβεις οἱ
Ῥωμαῖοι κἀκεῖνος ἀντεπέστελλον ἀλλήλοις ἀντ’ ἀντεγκαλοῦντες, ὅπως πρόφασίν τε τοῦ πολέμου λάβωσι καὶ
ὅπως τὰ παρ’ ἀλλήλοις προκατασκέψωνται. 
 
 Ἀννίβας δὲ τὴν μεγίστην τῶν παρὰ Καρχηδονίοις ἀρχῶν εἰληφώς, καὶ προσκρούσας ἀπ’ αὐτῆς τοῖς
δυνατωτάτοις, ἐμισήθη τε ὑπ’ αὐτῶν καὶ πρὸς τοὺς Ῥωμαίους
διεβλήθη ὡς τά τε τῶν Καρχηδονίων νεωτερίζων καὶ τῷ Ἀντιόχῳ κοινολογούμενος. καὶ μαθών
τινας ἐκ τῆς Ῥώμης παρόντας, καὶ δείσας μὴ συλληφθῇ, ἀπέδρα νυκτὸς ἐκ τῆς Καρχηδόνος. καὶ πρὸς τὸν
Ἀντίοχον ἐλθὼν ἑαυτῷ τε τὴν εἰς τὴν πατρίδα κάθοδον καὶ τόν πρὸς τοὺς Ῥωμαίους πόλεμον ἔπραττεν,
ὑπισχνούμενος ἐκείνῳ περιποιήσειν τό τε τῆς Ἑλλάδος κράτος καὶ τὸ τῆς Ἰταλίας· μέχρις
οὗ σφίσιν ὁ Σκιπίων ὁ Ἀφρικανὸς συνεγένετο. οὗτος γὰρ δικαστὴς ἐς τὴν Λιβύην πεμφθεὶς τῷ τε
Μασινίσσᾳ καὶ τοῖς Καρχηδονίοις περὶ ὅρων γῆς διαφερομένοις, μετέωρον τὴν ἔχθραν αὐτῶν κατέλιπεν,
 
 ἵν ἀλλήλοις τε διαφέροιντο καὶ μηδεὶς αὐτῶν διὰ τὴν κρίσιν κατὰ Ῥωμαίων ὀργίζοιτο.
ἐντεῦθεν δ εἰς τὴν Ἀσίαν διέβη, λόγῳ μὲν ὡς πρεσβεύσων πρὸς τὸν Ἀντίοχον, ἔργῳ δὲ Μί’ κἀκεῖνον καὶ
τὸν Ἀννίβαν ἐπιφανεὶς καταπλήξῃ καὶ πράξῃ τὰ τοῖς Ῥωμαίοις συμφέροντα. ἀφικομένου δ’
αὐτοῦ οὐχ ὁμοίως ἔτι προσεῖχεν ὁ Ἀντίοχος τῷ Ἀννίβᾳ· ὑπώπτευσε γὰρ αὐτὸν δι’ ἀπορρήτων ὁμιλήσαντα τῷ
Σκιπίωνι, καὶ ἄλλως δὲ αὐτὸν ἐβαρύνετο, ὅτι ἅπαν βούλευμα τῶ Ἀννίβᾳ πᾶς ἐπεγράφετο καὶ
τὴν τοῦ πολέμου κατόρθωσιν ἐν τούτῳ πάντες ἐπήλπιζον. διὰ γοῦν ταῦτα
καὶ ἐφθόνησε τῷ Ἀννίβᾳ καὶ ἐφοβήθη αὐτὸν ἵνα μή τι δυνηθεὶς μεταβάληται· καὶ οὔτε στράτευμα παρέσχεν αὐτῷ οὔτ’ ἐς τὴν Καρχηδόνα ἔπεμψεν· οὐδ’ ἐν ταῖς συνουσίαις αὐτῷ κατακόρως
ἐκέχρητο, ἀλλὰ καὶ ἐπετήδευε μηδὲν τῶν πραττομένων αὐτοῦ
δοκεῖν εἶναι.

Ἡ δὲ περὶ τοῦ Ἀντιόχου φήμη πολλὴ τὴν Ῥώμην κατέσχε καὶ ἐς φροντίδα τοὺς
Ῥωμαίους οὐκ ἐλαχίστην κατέστησε. συχνῶν δὲ περὶ τοῦ Ἀντιόχου θρυλουμένων, καὶ τῶν μὲν ὅτι τὴν
Ἑλλάδα πάσαν ἤδη κατέχει, τῶν δ’ ὅτι ἐπὶ τὴν Ἰταλίαν ἐπείγεται λογοποιούντων, οἶ Ῥωμαῖοι πρέσβεις
εἰς τὴν Ἐλλάδα 
 ἄλλους τε καὶ Φλαμίνιον οἰκείως αὐτοῖς ἔχοντα ἔστειλαν, ὅπως τόν τε
Φίλιππον καὶ ἐκείνους ἐπίσχῃ μηδὲν νεοχμῶσαι, καὶ στρατηγοὺς Μάρκον μὲν Βαίβιον εἰς Ἀπολλωνίαν, εἰ
ταύτῃ ἐς τὴν Ἰταλίαν περαιωθῆναι τολμήσειεν ὁ Ἀντίοχος Ἀντίοχος, Αὖλον δὲ Ἀτίλιον ἐπὶ
τὸν Νάβιν. καὶ οὗτος μὲν οὐδὲν ἔπραξεν, ἔφθη γὰρ ὁ Νάβις ὑπὸ τῶν Αἰτωλῶν φθαρεὶς ἐξ ἐπιβουλῆς, καὶ ἡ
Σπάρτη ἥλω ὑπὸ τῶν Ἀχαιῶν, ὁ δὲ Βαίβιος καὶ ὁ Φίλιππος πολλὰ τῆς Θεσσαλίας ἐβεβαιώσαντο. ταῖς γὰρ
πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ὁμολοηίαισ ὁ Μακεδὼν ἐμμεμένηκε, διά τε ἄλλα καὶ ὅτι ὁ Ἀντίοχος
χωρία αὐτοῦ ἐν τῇ Θρᾴκῃ τινὰ ἐπεσπασατο. 
 
 Ὁ δέ γε Φλαμίνιος περιιὼν τὴν Ἐλλάδα τοὺς 
 μὲν μηδ’ ἀποστῆναι ἔπεισε, τοὺς δὲ καὶ ἀποστάντας ἤδη μετέστησε, πλὴν Αἰτωλῶν καὶ
ἑτέρων τινῶν. αὐτοί τε γὰρ τῷ Ἀντιόχῳ προσεχώρησαν καὶ ἄλλους τοὺς μὲν ἑκόντας συνίστων, ἐνίους δέ
γε καὶ ἄκοντας. καὶ ὁ Ἀντίοχος, καίτοι χειμῶνος ὄντος, ὅμως πρὸς τὰς τῶν Αἰτωλῶν ἐλπίδας
ἔσπευσε· διὸ οὐδὲ ἀξιόμαχον ἐπήγετο δύναμιν. τὴν μέντοι Χαλκίδα μετ’ αὐτῶν ἔλαβε, τήν τε ἄλλην
Εὔβοιαν προσεποιήστο. ποιήσατο. καὶ ἐν τοῖς αἰχμαλώτοις Ῥωμαίους τινὰς εὑρών, πάντας
αὐτοὺς ἀφῆκε. καὶ ἐς τὴν Χαλκίδα διεχείμασεν· ὅθεν αὐτός τε καὶ οἶ στρατηγοὶ οἵ τε στρατιῶται αὐτοῦ
τὰς γνώμας προδιεφθάρησαν. τῇ τε γὰρ ἄλλῃ ῥᾳστώνῃ καὶ ἔρωτι κόρης τινὸς ἐς τὸ ἁβροδίαιτον ἐξώκειλε, καὶ τοὺς ἄλλους ἀπολέμους ἐποίησεν. 
 Οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμῃ, μαθόντες αὐτὸν ἐς τὴν Ἑλλάδα παρόντα τὴν Χαλκίδα τε ᾑρηκότα, τόν πόλεμον
φανερῶς ἀνείλοντο· καὶ τῶν ὑπάτων Σκιπίωνα μὲν τὸν Νασικᾶν ἐπὶ φυλακῆ τῆς Ἰταλίας κατέσχον, Μάνιον δὲ Γλαβρίωνα μετὰ στρατοῦ πολλοῦ ἐς τὴν Ελλάδα πεπόμφασι. καὶ ὁ μὲν Νασικᾶς τοὺς
Βοουΐους προσεπολεμώσατο, ὁ δὲ Γλαβρίων τὸν Ἀντίοχον ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἐξήλασε. καὶ ἐς τὴν Θεσσαλίαν
ἐλθὼν πολλὰ τῶν ταύτῃ μετὰ τοῦ Βαιβίου καὶ τοῦ Θιλίππου παρεστήσατο. τόν τε γὰρ
Μεγαλοπολίτην Θίλιππον ἐλῶν εἰς τὴν Ῥώμην ἀπέστειλε, καὶ τὸν Ἀμύνανδρον ἐκ τῆς ἀρχῆς ἐκβαλὼν τῷ
Μακεδόνι αὐτὴν ἔδωκεν. 
 Ὁ δ’ Ἀντίοχος ἐν τούτοις ἡσυχίαν ἄγων ἐν τῇ Χαλκίδι διέτριβεν· εἶτα εἰς τὴν
Βοιωτίαν ἐλήλυθε 
 καὶ ἐν ταῖς Θερμοπύλαις ἀντιπροσιόντας οἱ τοὺς Ῥωμαίους ὑπέμεινε· πρὸς γὰρ τὴν τῶν
στρατιωτῶν ὀλιγότητα σύμμαχον τὴν τοῦ χωρίου φύσιν ἕξειν ἐνόμισε. καὶ ἵνα μή τι καὶ αὐτὸς πάθῃ οἶον
οἶ Ἕλληνες οἶ πρὸς τὸν Μῆδον ἀντιταχθέντες ἐκεῖ, μέρος τι τῶν Αἰτωλῶν ἐπὶ τὰ ἄκρα τῶν
ὀρόν ἀνεβίβασεν, ὥστε φρουρῆσαι αὐτά. ὁ δὲ Γλαβρίων βραχύ τε τῶν χωρίων ἐφρόντισε καὶ τὴν μάχην οὐκ
ἀνεβάλετο , ἀλλὰ Πόρκιον μὲν Κάτωνα καὶ Οὐαλέριον Φλάκκον ὑποστρατήγους νυκτὸς ἐπὶ τοὺς Αἰτωλοὺς τοὺς ἐν τοῖς ἄκροις ἀπέστειλεν , αὐτὸς δὲ τῷ Ἀντιόχῳ
ὑπὸ τὴν ἕω συνέμιξε. καὶ ἕως μὲν ἐν τῷ ὁμαλῷ ἐμάχετο, ἐπεκράτει, ἀναχωρήσαντος δὲ τοῦ Ἀντιόχου πρὸς
τὰ μετέωρα ἠλαττοῦτο , μέχρις ὁ Κάτων κατὰ νώτου οἱ ἐγένετο. τοῖς γὰρ Αἰτωλοῖς καθεύδουσιν ἐπελθὼν
 τοὺς μὲν πλείους ἀπέκτεινε καὶ τοὺς λοιποὺς διεσκέδασε, κἀντεῦθεν καταδραμὼν καὶ τῆς
κάτω μάχης μετέσχε. καὶ τόν τε Ἀντίοχον ἔτρεψαν καὶ τὸ στρατόπεδον αὐτοῦ εἷλον. καὶ ὁ μὲν ἐς τὴν Χαλκίδα εὐθὺς ἀπεχώρησε , μαθὼν δὲ τὸν ὕπατον προσιόντα,
 ἐς τὴν Ἀσίαν ἀνεκομίσθη λαθών. 
 Καὶ τὴν μὲν Βοιωτίαν καὶ τὴν Εὔβοιαν ὁ Γλαβρίων αὐτίκα κατέσχε, τῇ δ’ Ἡρακλείᾳ, μὴ
βουληθέντων αὐτῷ προσχωρῆσαι τῶν Αἰτωλῶν, προσβολὰς ἐποιεῖτο ·
καὶ τὴν μὲν κάτω πόλιν πολιορκίᾳ εἷλε, τοὺς δ’ ἐς τὴν ἀκρόπολιν ἀναφυγόντας ὁμολογίᾳ
παρεστήσατο. ἐν δὲ τοῖς τότε ζωγρηθεῖσι καὶ Δλμόκριτος ὁ στρατηγὸς τῶν Αἰτωλῶν ἐγένετο, ὃς τῷ
Φλαμινίῳ ποτὲ τὴν συμμαχίαν ἠρνήσατο , καὶ ψήφισμα ἐκείνου αἰτήσαντος , ἔν’ ἐς τὴν Ῥώμην πέμψῃ, ‘‘θάρρει ἔφη· “ἐγὼ γὰρ αὐτὸ κομιῶ μετὰ τοῦ στρατοῦ καὶ παρὰ τῷ Τιβέριδι ὑμῖν ἀναγνώσομαι.
τοῦ Φιλίππου δὲ τὴν Λάμιαν πολιορκοῦντος ἐπῆλθεν ἐπ’ αὐτὴν ὁ Γλαβρίων, καὶ τήν τε
νίκην καὶ τὴν λείαν ἐσφετερίσατο. τῶν μέντοι Αἰτωλῶν οἶ λοιποὶ συναλλαγῆναι μὲν ἠθέλησαν, οὐκ ἐσπείσαντο δέ, τοῦ Ἀντιόχου πρέσβεις αὐτοῖς καὶ χρήματα
πέμψαντος, ἀλλὰ πρὸς πόλεμον ἡτοιμάζοντο. καὶ ὁ Φίλιππος ὑπεκρί- νετο μὲν τὴν πρὸς τοὺς Ῥωμαίους
φιλίαν , τὰ δὲ τοῦ Ἀντιόχου ἐφρόνει. ἐν τούτῳ δὲ Ναύπακτον ὁ Γλαβρίων τῶν Αἰτωλῶν οὖσαν ἐπολιόρκει·
οὑς ἐλθὼν ὁ Φλαμίνιος ἔπεισε σπείσασθαι, γνωρίμως ἔχων. καὶ πρέσβεις εἰς τὴν Ῥώμην
ἐκεῖνοί τε καὶ οἶ Ἠπειρῶται ἐστάλκασι. καὶ ὁ Φίλιππος στέφανον νικητήριον τῷ Διὶ τῷ Καπιτωλίῳ πέμψας
ἄλλα τε ἀντειλήφει καὶ τὸν υἱὸν τὸν Δημήτριον ἐν Ῥώμῃ ὁμηρεύοντα. τοῖς δ’ Αἰτωλοῖς
σπονδαὶ οὐκ ἐγένοντο· οὐ γὰρ ἐλαττωθῆναί τι κατεδέξαντο.

Ἐπὶ δὲ τὸν Ἀντίοχον οἶ Ῥωμαῖοι τοὺς Σκιπίωνας ἔταξαν τόν τε Ἀφρικανὸν καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ
Λούκιον. οἱ τοῖς μὲν Αἰτωλοῖς ἀνοχὴν ἔδοσαν, ἵν ἐς τὴν Ῥώμην αὖθις ὑπὲρ τῆς εἰρήνης
πρεσβεύσωνται, ἠπείγοντο δ᾿ ἐπὶ τὸν Ἀντίοχον, καὶ ἐπὶ Μακεδονίαν ἐλθόντες, συμμάχους τε λαβόντες ἐκ
τοῦ Φιλίππου, ἐπὶ τὸν Ἑλλήσποντον ἤλασαν. καὶ ἐς τὴν Ἀσίαν περαιωθέντες τὰ πλείστα τῶν παραθαλασσίων
κατέλαβον προκατειλημμένα παρὰ τῶν ἐκεῖ προαπελθόντων Ῥωμαίων, πρὸς δὲ καὶ τοῦ Εὐμενοῦς
καὶ τῶν Ῥοδίων, οἳ καὶ τὸν Ἀννίβαν ναῦς τινας ἐκ Φοινίκης ἄγοντα περὶ
Παμφυλίαν ἐνίκησαν. καὶ Εὐμένης δὲ καὶ Ἄτταλος ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν χώραν ἐκάκουν τοῦ 
Ἀντιόζου, καὶ πόλεις αἶ μὲν βίᾳ, αἶ δ’ ἑκούσιαι πρὸς 
 τοὺς Ῥωμαίους μεθίσταντο, ὥστε ἐκ τούτων ἀναγκασθῆναι τὸν Ἀντίοχον τὴν Εὐρώπην τε
παντελῶς ἐκλιπεῖν καὶ τὸν υἱὸν Σέλευκον ἀπὸ τῆς Λυσιμαχίας ἀπαγαγεῖν. ὃν ἐπανελθόντα σύν δυνάμει ἐπὶ
τὴν Πέργαμον ἔπεμψεν. ὡς δὲ προσεδρεύσας τῆ̣ πόλει οὐδὲν ἐπέρανε, καὶ οἱ Σκιπίωνες
ἐπῆλθον , εὐθὺς αὐτοῖς ἐπεκηρυκεύσατο , προσδοκήσας τεύξεσθαι τῆς εἰρήνης, ὅτι τὸν Ἀφρικανοῦ υἱὸν
συλλαβὼν ἐν θερα- πείᾳ εἶχε πολλῇ · καὶ τέλος, καίπερ τῶν σπονδῶν ἁμαρτών , ἄν εὑ λύτρων ἀφῆκεν
αὐτόν. οὐκ ἐγένετο 
 δὲ ἡ εἰρήνη, τοῦ Ἀντιόχου ἃ οἶ Ῥωμαῖοι ἀπῄτουν μὴ συνθεμένου
ποιῆσαι. 
 Τέως μέντοι ἐπὶ πολύ ἡσύχασαν , εἶτα καὶ ἐπολέμησαν. ὁ δὲ ἀγὼν οὕτως ἐγένετο. πρῶτα τὰ
ἅρματα, εἶτα τοὺς ἐλέφαντας ὁ Ἀντίοχος ἔταξε, καὶ μετὰ ταῦτα τοὺς σφενδονήτας καὶ τοὺς
τοξότας. τὴν μὲν οὖν ἐκδρομὴν τῶν ἁρμάτων προεκδραμόντες οἱ Ῥωμαῖοι καὶ μετὰ κραυγῆς σφίσι πολλῆς
ἀντιμέτωποι προσπεσόντες ἀνέκοψαν, ὥστε τὰ πολλὰ αὐτῶν ἐς τοὺς ἐλέφαντας τραπόμενα πάλιν τὸ οἰκεῖον
συνετάραξαν, αὐτοί τε γὰρ ἐπλανῶντο καὶ τοὺς ἐπιτεταγμένους σφίσιν ἐκφοβήσαντες
διεσκέδασαν , τὴν δὲ τοξείαν καὶ τὴν σφενδόνησιν ὄμβρος πολὺς
ἐπιγενόμενος ἀσθενῆ ἐποίησεν· ὁμίχλη τε πλείστη καὶ βα- θεῖα
συμβᾶσα τοὺς μὲν Ῥωμαίους ἅτε κρατοῦντας καὶ ἀγχεμάχως ἐκ χειρὸς μαχομένους οὐδὲν
ἐνεπόδισε, τοὺς δ’ ἐναντίους , οἷα πεφοβημένους ἵππῳ τε καὶ τοξεία̣ τὸ πλεῖστον χρωμένους, τήν τε
πρόοψιν εἰς τὰ τοξεύματα ἀφείλετο, καὶ περὶ ἀλλήλους ὡς ἐν σκότῳ πλανωμένους ἔσφηλεν. ὅμως δ’ οὖν
ἴσχυσεν 
 
 ὁ Ἀντίοχος τοῖς καταφράκτοις ἱππεῦσι τοὺς ἀντιστάντας αὐτῷ τρεψάμενος μέχρι τοῦ
στρατοπέδου ἐλθεῖν ἐπιδιώκων αὐτούς. καί γε εἷλεν ἂν αὐτό, εἰ μὴ Μάρκος Αἰμίλιος Λέπιδος ὁ τὴν
φρουρὰν αὐτοῦ ἔχων τοὺς πρώτους προσιόντας τῶν Ῥωμαίων ἀπέκτεινεν, ἐπεὶ μὴ ἔπεισεν
αὐτοὺς τῆς φυγῆς ἐπισχεῖν. ἐκ γὰρ τούτου ἐκείνων τε οἱ λοιποὶ
ὑποστρέψαντες καὶ αὐτὸς ἀκραιφνέσιν ἐπεκδραμὼν τοῖς φρουροῖς ἀπεώσαντο τὸν Ἀντίοχον. ἐν ᾧ δὲ τοῦτ’
ἐγίνετο, Ζεῦξις καθ’ ἕτερον μέρος τῷ ταφρεύματι προσβαλὼν εἴσω τε αὐτοῦ εἰσῆλθε καὶ
ἁρπαγὴν ἐποιεῖτο, μέχρις οὗ ὁ Λέπιδος ᾔσθετο. τότε γὰρ κἀκεῖνος τὸ σφέτερον ἐρρύσατο, καὶ ὁ Σκιπίων
τὸ τοῦ Ἀντιόχου εἶλε, καὶ ἐν αὐτῷ πολλοὺς μὲν ἀνθρώπους, πολλοὺς δ᾿ ἵππους, ὑποζύγια,
ἀργύριον, χρυσίον, ἐλέφαντα ἄλλα τε πολλὰ καὶ πολυτελῆ εὗρε. καὶ ὁ μὲν Ἀντίοχος ἡττηθεὶς αὐτίκα ἐς
τὴν Συρίαν ἀνεχώρησεν , οἱ δ’ Ἕλληνες οἱ ἐν τῇ Ἀσίᾳ τοῖς Ῥωμαίοις προσέθεντο. 
 
 Μετὰ δὲ ταῦτα ἀνακωχή τις ἐπικηρυκευσαμένου τοῦ Ἀντιόχου ἐσπείσθη. ὅ τε γὰρ
Ἀφρικανὸς εὐνοι·κῶς οἱ διὰ τὸν υἱὸν εἶχε, καὶ ὁ ὕπατος οὐκ ἤθελε τὴν νίκην τῷ διαδόχῳ πλησιάζοντι
καταλελοιπέναι. οὔκουν οὐδὲ ἐπέταξαν τῷ Ἀντιόχῳ πλέον οὐδὲν ἢ ὅσα καὶ πρὸ τῆς μάχης ᾔτουν. διὸ καὶ
Γναῖος Μάλλιος ὁ τὴν ἀρχὴν σφῶν διαδεξάμενος οὐκ ἠρκέσθη τοῖς συγκειμένοις, ἀλλὰ πλείω
αὐτὸν ἀπῄτησε, πρὸς δὲ καὶ ὁμήρους δοῦναι ἐκέλευσεν ἄλλους τε καὶ τὸν υἱὸν Ἀντίοχον, καὶ τοὺς
αὐτομόλους πάντας ἐκδοῦναι, ἐν οἷς καὶ ὁ Ἀννίβας ἦν. καὶ ὁ Ἀντίοχος καὶ ἄκων πρὸς 
ἅπαντα ἐπειθάρχησεν. οὐ μέντοι καὶ τὸν Ἀννίβαν ἐκδοῦναι ἠδυνήθη· πρὸς γὰρ Προυσίαν τὸν βασιλέα τῶν
Βιθυνῶν προκατέφυγε. καὶ ὁ μὲν Ἀντίοχος 
 πρέσβεις ἐπὶ τούτοις εἰς τὴν Ῥώμην πέμψας ἐσπείσατο, Σκιπίων δὲ Λούκιος ἐπῃνεῖτο ἐπὶ
τῇ νίκῃ καὶ τὴν τοῦ Ἀσιατικοῦ ἐπωνυμίαν δι’ αὐτὴν ἔσχεν, ὥσπερ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Ἀφρικανὸς ἐπεκλήθη,
τῆς Καρχηδόνος κρατήσας μέγιστον ἐν τῇ Ἀφρικῇ δυνηθείσης. 
 
 Τοιοῦτοι δ’ οὖν ἄνδρες οὗτοι γενόμενοι καὶ ἐπὶ τοσοῦτον δόξης ἐλθόντες ἐξ ἀρετῆς,
δικαστηρίῳ καὶ τῷ δήμῳ οὐ πολλῷ ὕστερον παρεδόθησαν · καὶ ὁ μὲν Λούκιος κατεψηφίσθη ὡς τάχα πολλὰ ἐκ
τῆς λείας σφετερισάμενος , Ἀφρικανὸς δὲ ὡς ἐπιεικεστέρας τὰς 
 συνθήκας διὰ τὸν υἱὸν ποιησάμενος , τὸ δ᾿ ἀληθὲς διὰ φθόνον. ὅτι δ᾿
οὐδὲν ἠδίκουν δηλοῦται μὲν καὶ ἄλλοθεν, οὐχ ἥκιστα δὲ ὅτι καὶ τῆς οὐσίας τοῦ Ἀσιατικοῦ δημευθείσης
οὐδὲν πλέον τῶν αὐτῷ προϋπαρχόντων εὑρέθη, ὅτι δὲ τοῦ Ἀφρικανοῦ ἐς τὸ Λίτερνον πρὸ
ψήφου ἀναχωρήσαντος καὶ μέχρι τελευτῆς ἐκεῖ καταμείναντος οὐδεὶς αὐτοῦ ἔτι κατεψηφίσατο. 
 Ὁ δέ γε Μάλλιος τότε Πισιδίαν Λυκαονίαν τε καὶ Παμφυλίαν τῆς τε Γαλατίας τῆς Ἀσιανῆς πολλὰ
προσηγάγετο. ἔστι γάρ τι κἀνταῦθα γένος αὐτῶν, ἐκ τοῦ Εὐρωπαίου ἀποδάσμιον. Βρέννον γάρ
ποτε βασιλέα σφῶν προστησάμενοι τήν τε Ἑλλάδα καὶ τὴν Φρᾴκην
ἐπέδραμον, κἀκεῖθεν εἰς τὴν Βιθυνίαν διαβάντες μέρη τινὰ τῆς τε Φρυγίας καὶ τῆς Παφλαγονίας τῆς τε
Μυσίας τῆς πρὸς τῷ Ὀλύμπῳ καὶ Καππαδοκίας ἀπετέμοντο καὶ ἐν αὐτοῖς κατῴκησαν, καὶ νῦν
ἔθνος ἴδιόν εἰσι τὸ ὄνομα τῶν Γαλατῶν φέροντες. οὗτοι δὴ πράγματα τῷ Μαλλίῳ παρέσχον. ἀλλὰ καὶ
τούτων ἐκράτησε, τὴν μὲν Ἄγκυραν τὴν πόλιν ἑλὼν ἐξ ἐπιδρομῆς, τὰς δ’ ἄλλας ὁμολογίᾳ παραστη- 
 
 σάμενος. πράξας δὲ ταῦτα καὶ συχνὸν παρὰ Ἀρια- 
ράθους τοῦ Καππαδοκῶν βασιλέως ἀργύριον ἐπὶ εἰρήνῃ λαβῶν ἀπῆρεν οἴκαδε.

Οἱ δ’ Αἰτωλοὶ πρέσβεις τὸ δεύτερον ὑπὲρ εἰρήνης νῆς ἐς τὴν Ῥώμην πέμψαντες
αὐτοὶ αὖθις ἐνεωτέριζον. διὸ οἱ Ῥωμαῖοι τούς τε πρέσβεις εὐθὺς
ἀπεπέμψαντο καὶ Μάρκῳ Φουλουίῳ τὴν Ἑλλάδα ἀνέθεντο. ὁ δὲ ἐς Ἀμβρακίαν τὴν πόλιν πρῶτον ὥρμησε
μεγάλην οὖσαν, ἦν γάρ ποτε τοῦ Πυρροῦ βασίλειον , τότε δὲ κατείχετο πρὸς τῶν Αἰτωλῶν,
καὶ ἐπολιόρκει αὐτήν· οἶ οὖν Αἰτωλοὶ πρὸς αὐτὸν ὑπὲρ εἰρήνης διειλέχθησαν· ὡς δ’ οὐκ ἠθέλησε
σπείσασθαι, μέρος τι τοῦ στρατοῦ ἐς τὴν Ἀμβρακίαν εἰσέπεμψαν. οἱ δὲ Ῥωμαῖοι δι’ ὑπονόμου τινὸς
ἐπεχείρησαν τὴν πόλιν ἑλεῖν, καὶ διώρυσσον πόρρωθεν· καὶ τέως μὲν ἐλάνθανον τοὺς
πολιορκουμένους, ἐπεῖδ’ ὁ χοῦς ἠθροίσθη, ὑπετόπησαν τὸ γινόμενον. ἀγνοοῦντες δ’ ὅπῃ ὀρύσσοιτο χαλκῆν
ἀσπίδα κατὰ τὸν περίβολον πρὸς αὐτὸ ἐτίθουν τὸ δάπεδον· καὶ διὰ τῆς ἠχῆς τὸν τόπον 
 γνόντες καὶ αὐτοὶ ἀντώρυσσον ἔνδοθεν, καὶ πελάσαντες τοῖς Ῥωμαίοις ᾔεσαν εἰς μάχας
κρυπτάς. τέλος δέ τι τοιοῦτον ἀντετεχνήσαντο. πίθον μέγαν πτίλων πληρώσαντες πῦρ ἐς αὐτὸν ἐνῆκαν,
καὶ πῶμα χαλκοῦν αὐτῷ πολλαχῇ τετρημένον ἐνέθηκαν , καὶ εἰς τόν ὑπόνομον τὸν πίθον
κομίσαντες καὶ πρὸς τοὺς πολεμίους τρέψαντες τὸ στόμα αὐτοῦ ἀκροφύσιόν οἱ κατὰ τὸν πυθμένα ἐνέβαλον,
καὶ τούτῳ φύσας προσφέροντες πλεῖστον καὶ δυσχερῆ καπνὸν οἷα ἐκ πτίλων ἐκθορεῖν ἐποίουν, ὃν οὐδεὶς
τῶν Ῥωμαίων ὑπέμενεν. ὅθεν ἀπογνόντες οἱ Ῥωμαῖοι ἐσπείσαντο καὶ τὴν πο- 
 λιορκίαν κατέλυσαν. ὁμολογησάντων δ᾿ αὐτῶν καὶ οἶ 
Αἰτωλοὶ μετεβάλοντο · καὶ διεπράξαντο ἀνοχήν, εἶτα καὶ εἰρήνην παρὰ τοῦ δήμου, πολλὰ μὲν χρήματα,
πολλοὺς δὲ καὶ Ὁμήρους δόντες. καὶ ὁ Φουλούιος τὴν Κεφαλληνίαν ὁμολογίᾳ παρεστήσατο καὶ τὴν Πελοπόννησον στασιάζουσαν κατεστήσατο. 
 Γαίου δὲ Φλαμινίου καὶ Αἰμιλίου Λεπίδου ὑπατευόντων μετέπειτα ὁ Ἀντίοχος ἔθανε, καὶ αὐτὸν ὁ
υἱὸς ὁ Σέλευκος διεδέξατο· τελευτήσαντος δὲ κἀκείνου πολλῷ ὕστερον ὁ εἰς τὴν Ῥώμην ὁμηρεύων Ἀντίοχος ἐβασίλευσεν. ὁ δέ γε Φίλιππος ἐτόλμησε μὲν νεωτερίσαι ὅτι πόλεων τινων ἐστερήθη ἐν
Θεσ- σαλίᾳ καὶ πρὸς ταῖσδε καὶ Αἴνου καὶ Μαρωνείας, οὐκ ἠδυνήθη δὲ διὰ τὸ γῆρας καὶ διὰ τὰ περὶ τοὺς
παῖδας συνενεχθέντα αὐτῷ. καὶ Γαλάται τινὲς τὰς Ἄλπεις ὑπερβάντες πόλιν ἐντὸς αὐτῶν
κτίσαι ἠθέλη- σαν. ὧν ὁ Μάρκος ὁ Μάρκελλος τά τε ὅπλα ἀφείλετο καὶ
τἄλλα ὅσα ἐπεκομίζοντο· οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμᾐ πρεσβευσαμένοις σφίσιν ἐπὶ τῷ εὐθὺς ἀναχωρῆσαι πάντα
ἀπέδωκαν. 
 
 Τότε δὲ καὶ ὁ Ἀννίβας ἀπέθανε. πρέσβεων γὰρ πρὸς τὸν Προυσίαν τὸν τῆς Βιθυνίας κρατοῦντα
πεμφθέντων ἐκ Ῥώμης δι’ ἄλλα τέ τινα καὶ ὅπως καὶ τὸν Ἀννίβαν ἐκδοίη παρ’ αὐτῷ ὄντα, προμαθὼν τοῦτ’
ἐκεῖνος καὶ διαδρᾶναι μὴ οἶός τε ὢν ἑαυτὸν διεχρήσατο. χρησμοῦ δέ ποτε αὐτῷ γενομένου
ἐν γῇ Λιβύσσῃ τεθνήξεσθαι, ὁ μὲν ἐν τῇ πατρίδι τῇ Λιβύῃ προσεδόκα θανεῖν, ἔτυχε δὲ θνήσκων ἐν χωρίῳ
τινὶ τυγχάνων καλουμένῳ Λιβύσσῃ. καὶ ὁ Ἀφρικανὸς δὲ Σκιπίων τότε
μετήλλαξε.

Φίλιππος δὲ ὁ Μακεδόνων βασιλεύς, τὸν υἱὸν Δημήτριον ἀποκτείνας καὶ τὸν ἕτερον υἱὸν τὸν
Περσέα μελλήσας φονεύσειν , ἀπέθανεν. ἐπεὶ γὰρ προσ- φιλὴς τοῖς Ῥωμαίοις ἐκ τῆς ὁμηρείας ἐγένετο ὁ
Δημήτριος, καὶ αὐτός τε καὶ οἶ λοιποὶ τῶν Μακεδόνων ἤλπιζον ὅτι μετὰ τὸν Φίλιππον τὴν
βασιλείαν λήψεται, ἐφθόνησεν αὐτῷ ὁ Περσεύς, ἅτε καὶ πρεσβύτερος αὐτοῦ ὤν, καὶ διέβαλεν αὐτὸν ὡς
ἐπιβουλεύοντα τῷ πατρί. καὶ ὁ μὲν φάρμακον πιεῖν ἀναγκασθεὶς ἐτελεύτησεν, ὁ δὲ Φίλιππος
οὐ πολλῷ ὕστερον τὸ ἀληθὲς γνοὺς ἀμύνασθαι τὸν Περσέα ἠθέλησεν,
οὐ μέντοι καὶ ἴσχυσεν, ἀλλ’ αὐτός τε ἀπέθανε καὶ τὴν βασιλείαν ὁ Περσεὺς διεδέξατο. καὶ οἱ Ῥωμαῖοι
ταύτην τε αὐτῷ ἐβεβαίωσαν καὶ τὴν πατρῴαν φιλίαν 
ἀνενεώσαντο. 
 Ἐν δὲ τοῖς μετὰ ταῦτα χρόνοις συνηνέχθησαν μέν τινα, οὐ μέντοι καὶ ἀναγκαῖα πάνυ ὥστε καὶ
συγγραφῆς νομίζεσθαι ἄξια. ὕστερον δὲ ὁ Περσεὺς πολέμιον ἑαυτὸν τοῖς Ῥωμαίοις ἐποίησεν. ἵνα δὲ ἀναβολὴν τοῦ πολέμου σχοίη μέχρις ἂν παρασκευάσηται, πρέσβεις εἰς τὴν Ῥώμην ἔπεμψεν
ἀπολυγησομένους τάχα περὶ ὧν ἐνεκαλεῖτο. οὓς οἱ Ῥωμαῖοι οὔτ’ εἴσω τοῦ τείχους ἐδέξαντο , καὶ πρὸ τοῦ
ἄστεος αὐτοῖς χρηματίσαντες οὐδὲν ἀπεκρίναντο ἕτερον ἢ ὅτι ὕπατον πέμψουσι πρὸς ὃν ὅσα
βούλεται διαλεχθήσεται. καὶ αὐθημερὸν αὐτοὺς ἀπιέναι ἐποίησαν, δόντες
σφίσι καὶ ἀγωγοὺς ὥστε μή τινι συγγένωνται· καὶ τῷ Περσεῖ τῆς Ἰταλίας ἐπιβαίνειν τοῦ λοιποῦ
ἀπειρήκασιν. 
 
 ΟἹ μὲν οὑν Ῥωμαῖοι μετὰ ταῦτα Γναῖον Σικίνιον 
 στρατηγὸν μετὰ δυνάμεως ὀλίγης ἐξέπεμψαν, οὐ γάρ πω τὴν μείζω παρεσκευάσαντο , καὶ ὁ
Περσεὺς εἰς Θεσσαλίαν παρεμβάλλων τά γε πλεῖστα αὐτῆς ᾠκειώσατο· ἐπεὶ δὲ τὸ ἔαρ ἐπέστη, πέμπουσίν
ἐπ’ αὐτὸν Λικίνιον Κράσσον , καὶ στρατηγὸν ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ Γάιον Λουκρήτιον. συμμίξας
οὖν πρῶτον περὶ Λάρισαν τῷ Περσεῖ ἐν ἱππομαχίᾳ ἔπταισεν· ὕστερον μέντοι περιεγένετο , ὥστε καὶ
ἀναχωρῆσαι τὸν Περσέα εἰς τὴν Μακεδονίαν. ὁ Κράσσος δὲ ταῖς πόλεσι ταῖς Ἑλληνικαῖς ταῖς ὑπὸ τοῦ Φιλίππου κατεχομέναις πρόσ’ ἔβαλε, καὶ τῶν μὲν
πλειόνων ἀπεκρούσθη, ἔστι δ’ ἃς ἐχειρώσατο· καί τινας κατασκάψας τοὺς ἀλόντας ἀπέδοτο. ἅπερ οἱ ἐν τῇ
Ῥώμῃ πυθόμενοι ἠγανάκτησαν, καὶ τόν τε Κράσσον ὕστερον ἐζημίωσαν χρήμασι καὶ τὰς ἑαλωκυίας πόλεις
ἠλευθέρωσαν τοὺς πραθέντας ἐξ αὐτῶν καὶ εὑρεθέντας ἐν τῆ̣ Ἰταλίᾳ τότε παρὰ τόν
ἐωνημένων αὐτοὺς ἐξεπρίαντο. 
 Ταῦτα μὲν οὖν οὕτως ἔπραξαν οἶ Ῥωμαῖοι, ἐν δὲ τῷ πρὸς τὸν Περσέα πολέμῳ πολλὰ καὶ μεγάλα
ἠτύχησαν , καὶ πολλαχόθι ἐπόνησε τὰ αὐτῶν , καὶ ὁ Περσεὺς τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας
κατέσχε τὰ πλείονα. τήν τε γὰρ ἄλλην δύναμιν πολλὴν συνε- κρότησε,
καὶ πρὸς τοὺς ἐλέφαντας τῶν Ρωμαίων φάλαγγα ὁπλιτῶν ἠσκήκει, ὀξέσιν ἥλοις τὰς ἀσπίδας καὶ τὰ κράνη
σιδηρώσας αὐτῶν. ὅπως δὲ μήτε τοῖς ἵπποις φοβεροὶ εἶεν, εἴδωλα ἐλεφάντων σκευάσας
δεινὴν μὲν ὑπὸ χρίσματός τινος ὀσμὴν ἔχοντα, φοβερὰ δὲ καὶ ὀφθῆναι καὶ ἀκουσθῆναι ὄντα, βροντώδη γὰρ
ἠφίει ἠχήν τινα ἐξ ἐπιτηδεύσεως , πρὸς ἐκεῖνα προσῆγεν αὐτοὺς συνεχῶς , μέχρις οὗ καὶ ἐθάρσησαν. ὁ μὲν οὖν Περσεὺς μέγα ἐκ τούτων ἐκέκτητο φρόνημα καὶ τὸν Ἀλέξανδρον τῇ δόξῃ καὶ τῷ μεγέθει
 τῆς ἀρχῆς ὑπεροίσειν ἐπήλπισεν , οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμᾐ ταῦτα μαθόντες τὸν Μάρκιον Φίλιππον
ὑπατεύοντα σπουδῇ ἐξέπεμψαν. καὶ ὃς εἰς τὴν Θεσσαλίαν πρὸς τὸ
στρατόπεδον ἀφικόμενος τούς τε Ῥωμαίους καὶ τοὺς συμμάχους ἐξήσκει , ὥστε δείσαντα τὸν
Περσέα ἐν τό Δίῳ τῷ Μακεδονικῷ καὶ πρὸς τοῖς Τέμπεσιν ἡσυχίαν ἄγειν καὶ τὰ στενὰ τηρεῖν. θαρσήσας δὲ
διὰ ταῦτα ὁ Φίλιππος διὰ μέσων ὀρῶν ὑπερέβαλε καί τινα τοὐ Πέρσεως κατέσχε. προιὼν δ᾿ ἐπὶ τῆς Πύδνης τῶν ἐπιτηδείων ἐσπάνισε , καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἀνέστρεψε. καὶ αὖθις ὁ Περσεὺς
ἀνεθάρσησε καὶ ἆ κατέσχεν ὁ Φίλιππος ἀνεκτήσατο καὶ τῷ ναυτικῷ συχνὰ τοὺς Ῥωμαίους ἐλύπει, συμμάχους
τε προσηγάγετο καὶ πάντῃ τοὺς Ῥωμαίους ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἤλπισεν ἐκβαλεῖν. τῇ δὲ πολλῇ καὶ
ἀκαίρῳ φειδωλίᾳ καὶ τῇ δι’ αὐτὴν τῶν συμμάχων ὀλιγωρίᾳ ἀσθενὴς αὖθις
ἐγένετο. ὡς γὰρ τὰ τῶν Ῥωμαίων ὑπεδίδου , τὰ δ’ ἐκείνου ἐπηύξετο , κατεφρόνησεν ὡς οὐδὲν ἔτι τῶν
συμμάχων δεόμενος, καὶ οὐκ ἐδίδου χρήματα σφίσιν ἃ ἐπηγγείλατο. τῶν μὲν οὖν ἀμ-
 βλυνθέντων τὸ πρόθυμον, τόν δὲ καὶ τέλεον αὐτὸν ἐκλιπόντων,
τοσοῦτον ἀπέγνω ὥστε καὶ σπονδῶν δεηθῆναι. καὶ κἂν ἔτυχε τούτων διὰ τοῦ Εὐμένους, εἰ μὴ καὶ Ῥόδιοι
συνεπρέσβευσαν· ὑπερηφάνως γὰρ οὗτοι τοῖς Ῥωμαίοις διαλεχθέντες τυχεῖν αὐτὸν ἐκώλυσαν
τῶν σπονδῶν.

Ἐντεῦθεν ὁ κατ’ αὐτοῦ πόλεμος Παύλῳ ἀνετέθη τῷ Αἰμιλίῳ τὸ δεύτερον ὑπατεύοντι. ὃς σπουδῇ
 κομισθεὶς εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὰ τῶν στρατιωτῶν 
 προκαταστησάμενος, βιασάμενος διὰ τῶν Τεμπῶν, ὀλίγοι γὰρ ἐφρούρουν αὐτά, ἐπὶ τὸν
Περσέα ὥρμησεν. ἐπεὶ δ᾿ ἐκεῖνος τὸν Ἐλπιον ποταμὸν προσαπέφραξεν ὄντα ἐν μέσῳ, προκαταλαβὼν δὲ καὶ
πᾶν τὸ μεταξὺ τοῦ τε Ὀλύμπου καὶ τῆς θαλάσσης αἱμασιαῖς καὶ σταυρώμασι καὶ οἰκοδομήμασιν
ἄπορον ἀπειργάσατο, ἐθάρρει δὲ καὶ τῇ ἀνυδρίᾳ τοῦ τόπου, ἐπείρασε μὲν καὶ οὕτως ὁ ὕπατος
διελθεῖν, καὶ τῆς ἀνυδρίας ἐπορίσατο ἐπικούρημα. διαμησάμενος γὰρ τὴν ἐν τῇ ὑπωρείᾳ τοῦ Ὀλύμπου
ἄμμον ὕδωρ εὗρε 
 δαψιλές τε καὶ πότιμον. κἀν τούτῳ τῶν ῾Ροδίων πρέσβεις ἀφίκοντο πρὸς
αὐτὸν ἀπὸ τῆς αὐτῆς θρασύτητος ἀφ᾿ ἧς καὶ ἐς τὴν ῾Ρώμην πρὶν ἐπρεσβεύσαντο. ὁ δὲ οὐδὲν εἰπὼν πλέον
αὐτοῖς ἢ ὅτι μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας ἀπόκρισιν δώσει, ἀπέπεμψεν αὐτούς. ὡς δὲ προσβάλλων
οὐδὲν ἐπφ́αινεν, ἔμαθε δὲ τὰ ὄρη ὄντα που πορεύσιμα, μέρος τι τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τὴν δυσπροσοδωτέραν
αὐτῶν ὑπερβολὴν ἔπεμψε, καταληψόμενον τὰ ταύτῃ ἐπίκαιρα, διὰ γὰρ τὸ δυσπρόσιτον καὶ ἐλαχίστην εἶχε
φρουράν, αὐτὸς δὲ τῷ λοιπῷ τοῦ στρατεύματος προσέμιξε τῷ Περσεῖ, ἵνα μή τι ὑποτοπήσας
φυλακὴν τῶν ὀρῶν ἀκριβεστέραν ποιήσαιτο. καὶ μετὰ τοῦτο καταληφθ έντων τῶν ἄκρων νυκτὸς πρὸς τὰ ὄρη ὥρμησε, καὶ πῇ μὲν λαθὼν, πὴ δὲ βιασάμενος ὑπερέβαλεν
αὐτά. ὃ μαθὼν ὁ Περσεύς, καὶ δείσας μὴ κατὰ νώτου αὐτῷ προσπέσῃ ἢ καὶ τὴν Πύδναν
προκατάσχῃ, καὶ γὰρ τὸ ναυτικὸν ἅμα τὸ τῶν ῾Ρωμαίων παρέπλει, τό τε ἔρυμα τὸ πρὸς τῷ ποταμῷ ἐξέλιπε,
καὶ πρὸς τὴν Πύδναν ἐπειχθεὶς πρὸ τῆς πόλεως ἐστρατοπεδεύσατο. καὶ ἦλθε μὲν καὶ ὁ Παύλῃ ἐκεῖ, οὐ μέντοι καὶ παραχρῆμα προσέμιξαν, ἀλλὰ καὶ διέτριψαν οὐκ ὀλίγας
ἡμέρας. προ- μαθὼν δὲ ὁ Παῦλος ὡς ἡ σελήνη ἐκλείψειν μέλλει, συνηθροίκει πρός ἐσπέραν
τὸ στράτευμα, ὅτε τὴν ἔκλειψιν γενέσθαι ἐχρῆν, καὶ προεῖπε τό συμβησόμενον, καὶ μή τι διὰ τοῦτο
ταραχθῆναι παρῄνεσεν. 
 οἱ μὲν οὖν Ῥωμαῖοι τὴν ἔκλειψιν θεασάμενοι οὐδὲν κακὸν ἐξ αὐτῆς ὑπετόπησαν , οἱ δέ γε
Μακεδόνες δέος ἴσχον ἐκ τούτου καὶ ἐς τὸν Περσέα τὸ τέρας τείνειν ἐνόμισαν. οὕτω δ᾿ ἐκατέρων ἐχόυτων
συμβάν τι κατὰ τύχην τῇ ὑστεραίᾳ συνέρρηξεν αὐτοὺς εἰς μάχην ἀκήρυκτον καὶ τέλος τῷ
πολέμῳ ἐπέθηκεν. ἐπεὶ γὰρ ὑποζύγιόν τι τῶν Ῥωμαίων εἰς τὸ ὕδωρ εἰσέπεσεν ἐξ οὗπερ ὑδρεύοντο, καὶ οἵ
τε Μακεδόνες αὐτοῦ ἐπελάβοντο καὶ οἱ ὑδροφόροι ἀντείχοντο , τὸ μὲν πρῶτον οὗτοι καθ’ ἑαυτοὺς
ἐμαχέσαντο, ἔπειτα καὶ οἶ λοιποὶ ἐπικουροῦντες τοῖς οἰκείοις κατ’ ὀλίγους ἐκ τῶν στρατοπέδων ἐξῄεσαν, καὶ πάντες συνέμιξαν ἀπ’ ἀμφοῖν. καὶ μάχης
ἀσυντάκτου μέν, ὀξείας δὲ γενομένης, οἷ Ῥωμαῖοι ἐκράτησαν, καὶ καταδιώξαντες τοὺς Μακεδόνας μέχρι
τῆς θαλάσσης πολλοὺς μὲν αὐτοὶ ἐφόνευσαν , πολλοὺς δὲ τῷ ναυτικῷ προσπλεύσαντι
ἀποκτεῖναι παρέδοσαν. οὐδ’ ἄν τις ὑπελείφθη αὐτῶν, εἰ μὴ νὺξ αὐτοῖς ἐβοήθησε· περὶ δείλην γὰρ ὀψίαν
ἡ μάχη ἐγένετο. 
 Διαφυγὼν οὖν εἰς Ἀμφίπολιν ὁ Περσεὺς ὡς τούς τε περιλιπεῖς ἀναληψόμενος καὶ
συστήσων αὖ- θις τὰ πράγματα , ἐπεὶ οὔτ’ ἦλθόν τινες πρὸς αὐτὸν πλὴν μισθοφόρων Κρητῶν καὶ τὴν
Πύδναν ἄλλας τε πόλεις τὰ τῶν Ῥωμαίων ᾑρῆσθαι ἔμαθε, κἀκεῖθεν
 μετέστη καὶ εἰς πλοῖα τὰ χρήματα ὅσα ἐπήγετο θέμενος
νυκτὸς ἐς Σαμοθρᾴκην ἀπέπλευσε. καὶ πυθόμενος οὐ πολλῷ ὕστερον τὸν Ὀκταούιον, ὃς τοῦ ναυτικοῦ
προίστατο, προσπλέοντα, καὶ τὸν Παῦλον ἐς Ἀμφίπολιν παρόντα , ἐπέστειλεν αὐτῷ συμβῆναι
δεόμενος. καὶ ἐπεὶ βασιλέα ἑαυτὸν ἐν τῇ ἐπιστολῇ ὠνόμασεν, οὐδ’ ἀποκρίσεως ἔτυχεν. ὕστερον δὲ ἄνευ
τινὸς τοιαύτης προσρήσεως ἐπιστείλαντος προσεδέξατο μὲν τὸν ὑπὲρ τῶν σπονδῶν λόγον , οὐκ ἄλλως μέντοι συμβήσεσθαι ἔφη εἰ μὴ καὶ ἑαυτὸν καὶ τὰ ἑαυτοῦ πάντα τοῖς Ῥωμαίοις ἐπιτρέψειε. καὶ
διὰ ταῦτα οὐ συνέβησαν. μετὰ τοῦτο δὲ ἐξαιτηθεὶς παρὰ τῶν
Ῥωμαίων Εὔανδρόν τινα Κρήτα πολλὰ κατ’ αὐτῶν ὑπουργηκότα καὶ πιστότατον αὐτῷ, οὐκ ἐξέδωκε μέν, φοβηθεὶς μὴ κατείπῃ ὅσα αὐτῷ συνῄδει, λάθρᾳ δὲ αὐτὸν ἀποκτείνας ἑαυτὸν διαχειρίσασθαι
ἐφήμισε. τότε μὲν οὖν οἶ συνόντες αὐτῷ φοβηθέντες τὴν ἀπιστίαν αὐτοῦ , οὐ γὰρ ἠγνόησαν τὸ γενόμενον,
μεθίστασθαι ἤρξαντο. κἀκεῖνος δείσας μὴ τοῖς Ῥωμαίοις παραδοθῇ , ἐκδρᾶναι νυκτὸς
ἐπεχείρησε. καὶ ἔλαθεν ἂν πρὸς Κότυν Θρᾴκα δυνάστην κομισθείς, εἰ μὴ οἱ Κρῆτες αὐτὸν ἐγκατέλιπον ·
ἐνθέμενοι γὰρ τὰ χρήματα εἰς τὰ πλοῖα οἴκαδε ἀπῆραν. ὁ δὲ ἡμέρας μέν
τινας αὐτοῦ μετὰ Φιλίππου ἑνὸς τῶν υἱέων κρυπτόμενος ἔλαθεν, ἐπεὶ δὲ τοὺς ἄλλους παῖδας
καὶ τὴν θεραπείαν ἔγνω κατεσχηκότα τόν Ὀκταούιον, εὑρέθη ἐθελοντής. καὶ ἀχθέντα εἰς τὴν Ἀμφίπολιν
οὐδὲν ὁ Παῦλος ἐκάκωσεν , ἀλλὰ καὶ ἐδεξιώσατο καὶ ὁμόσιτον ἐποιήσατο καὶ ἐν ἀδέσμῳ φυλακῇ ἐτήρει καὶ ἐν θεραπείᾳ ἦγε. μετὰ δὲ ταῦτα εἰς τὴν Ἰταλίαν διὰ τῆς Ἠπείρου ἀνεκομίσθη. 
 Ὁ δὲ Πλούταρχος ἀχθῆναι λέγει τὸν Περσέα πρὸς τὸν Αἰμίλιον , καὶ τὸν δεδακρυμένον προσυ-
παντῆσαι αὐτῷ , ἐκεῖνον δ’ ἐπὶ στόμα καταβαλεῖν 
 
 ἑαυτὸν καὶ γονάτων δραξάμενον ἀφεῖναι φωνὰς ἀγεννεῖς. καὶ τὸν Αἰμίλιον ἀλγοῦντι
προσώπῳ προσιδόντα αὐτὸν εἰπεῖν “τί, ὦ ταλαίπωρε , ταῦτα πράττεις;
ἀφ’ ὧν δόξεις οὐκ ἀναξίως ἀτυχεῖν, οὐδὲ τοῦ νῦν , ἀλλὰ τοῦ πάλαι δαίμονος ἀνάξιος
γεγονέναι. τί δέ μου καταβάλλεις τὴν νίκην καὶ σμικρύνεις μου τὸ κατόρθωμα , ἐπιδείκνυ μένος ἑαυτὸν
οὐ γενναῖον οὐδὲ πρέποντα Ῥωμαίοις ἀνταγωνιστήν; ἀρετή τοι δυστυ- χοῦσι μεγάλην ἔχει μοῖραν καὶ παρὰ
πολεμίοις, δειλία δὲ Ῥωμαίοις, κἂν εὐποτμῇ, πάντῃ ἀτιμότατον.”

Κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον καὶ Λούκιος Ἀνίκιος στρατηγὸς πεμφθεὶς ἐπὶ τὸν Γέντιον τοὺ
προσμίξαντάς τε αὐτῷ ἐνίκησε καὶ τὸν Γέντιον φυγόντα ἐπιδιώξας ἐς
Σκόδραν κατέκλεισεν, ὅπου ἦν αὐτῷ τὰ βασίλεια. καὶ διακενῆς ἂν προσήδρευεν αὐτῇ, ἐπὶ
γὰρ ἀκρωνυχίας ὄρους πεπόλισται καὶ φάραγξι βαθείαις ποταμοὺς ῥοώδεις ἐχούσαις περιειλεῖται, τείχει
τε ὀχυρῷ περιέζωσται, εἰ μὴ ὁ Γέντιος μέγα ἐπὶ τῇ δυνάμει ἐλπίσας ἑκὼν εἰς μάχην ἐχώρησε. κἀκ τούτου τήν τε ἀρχὴν αὐτοῦ πάσαν ὁ Ἀνίκιος προσηγάγετο καὶ μέχρι τῆς Ἠπείρου προελθών, πρὶν
τὸν Παῦλον ἐλθεῖν, κἀκείνην ταραττομένην ἡμέρωσεν. 
 Οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμῃ ἔμαθον μὲν τὴν τοῦ Παύλου νίκην τετάρτῃ μετὰ τὴν μάχην ἡμέρᾳ ἔκ τινος
φήμης, οὐ μέντοι καὶ ἀκριβῶς ἐπίστευον. εἶτα γραμ- 
μάτων ὑπὲρ ταύτης κομισθέντων τοῦ Παύλου , ὑπερήσθησαν, καὶ οὐχ ὡς τὸν Περσέα νενικηκότες καὶ τὴν
Μακεδονίαν κτησάμενοι , ἀλλ’ ὡς τὸν Φίλιππον ἐκεῖνον τὸν πάνυ καὶ αὐτὸν τὸν Ἀλέξανδρον μετὰ
 
 πάσης τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, ἣν ἔσχηκε, νικήσαντες ἐσε- 
 μνύνοντο. ἐλθόντι δ’ ἐς Ῥώμην τῷ Παύλῳ πολλὰ ἐψηφίσθη , καὶ ἡ πομπὴ τῶν νικητηρίων
αὐτῷ λαμπροτάτη ἐγένετο. ἔπεμψε μὲν γὰρ καὶ τἄλλα ὅσα ἑαλώγ̣ει πάντα, ἔπεμψε δὲ καὶ Βίθυν τὸν τοῦ
Κότυος υἱόν, τόν τε Περσέα καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τούς τε παῖδας τρεῖς ὄντας ἐν τῷ τῶν
αἰχμαλώτων σχήματι. δείσας δὲ διὰ τὴν τῆς εὐτυχίας ὑπερβολὴν μή τι νεμεσήσῃ αὐτοῖς τὸ δαιμόνιον,
ηὔξατο καὶ οὗτος κατὰ τὸν Κάμιλλον μή τι κακὸν τῇ πόλει ἐκ τούτων,
ἀλλ’ ἑαυτῷ , εἴ τι δέοι , γενήσεσθαι · καὶ δύο υἱεῖς, τὸν μὲν πρὸ τοῦ θριάμβου μικρόν ,
τὸν δὲ ἐν αὐτῇ τῇ τῶν ἐπινικίων ἀπέβαλεν ἑορτῇ. ἦν δὲ οὐ στρατηγῆσαι μόνον ἀγαθός, ἀλλὰ καὶ
ὑπερόπτης χρημάτων. τεκμήριον δέ, δεύτερον τότε ὑπατεύσας καὶ λαφύρων ἀμυθήτων κρατήσας ἐν τοσαύτῃ
πενίᾳ διεβίω ὥστε χαλεπῶς τῇ γυναικὶ αὐτοῦ τὴν προῖκα τελευτήσαντος ἀποδοθῆναι. 
 Τῶν δ᾿ ἁλόντων τό πατρὶ μὲν ὁ Βίθυς προῖκα ἐδόθη, Περσεὺς δὲ εἰς Ἄλβαν σὺν τοῖς παισὶ καὶ
τῇ θεραπείᾳ κατετέθη · κἀκεῖ ἕως μὲν ἤλπιζε τὴν βασιλείαν κομίσασθαι ἀντεῖχεν, ἐπεὶ δ’ ἀπέγνω, ἑαυτὸν διεχειρίσατο. καὶ ὁ Φίλιππος ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἥ τε
θυγάτηρ αὐτοῦ οὐκ εἰς μακρὰν ἀπέθανον· μόνος δ’ ὁ νεώτατος τοῖς τῶν Ἀλβανῶν ἄρχουσιν ὑπογραμματεύων
ἐπί τινα χρόνον διήρκεσεν. οὕτως ὁ Περσεὺς ὁ δι’ εἴκοσι βασιλέων αὐχῶν γεγονέναι, καὶ
πολὺν μὲν τὸν Φίλιππον , πλείω δὲ θρυλῶν τὸν Ἀλέξανδρον καὶ τὴν βασιλείαν ἀπώλεσε καὶ αἰχμάλωτος
γέγονε καὶ ἐν τοῖς ἐπινικίοις ἐπόμπευσε, δεσμὰ μετὰ τοῦ διαδήματος περικείμενος. 
 
 

 
 Οἱ δέ γε Ῥόδιοι, μετὰ φρονήματος πρῴην τοῖς Ῥωμαίοις προσφερόμενοι, τότε μὴ μνησικακεῖν
αὐτοῖς ἠξίουν, καὶ σύμμαχοι πρόσθεν αὐτῶν καλεῖσθαι μὴ πρόσ’ δεχόμενοι, τότε καὶ πάνυ τούτου τυχεῖν
ἐσπούδαζον· 
 καὶ ἔτυχον τῆς σπουδῆς , ἀλλ’ ὀψέ. καὶ τοῖς Κρησὶν ὠργίζοντο μὲν οἱ Ῥωμαῖοι, ἱκετείαις
δὲ χρωμένοις πολλαῖς ἀφῆκάν ποτε τὴν ὀργήν. καὶ ὁ Προυσίας δὲ καὶ ὁ Εὐμένης, ὁ μὲν δι’ ἑαυτοῦ εἰς
τὴν πόλιν ἐλθὼν καὶ εἰς τὸ βουλευτήριον εἰσελθὼν καὶ τὸν οὐ δὸν φιλήσας καὶ προσκυνήσας
τοὺς βουλευτὰς ἠλεήθη τε καὶ ἠθώωτο, Εὐμένης δὲ δι’ Ἀττάλου τοῦ ἀδελφοῦ τὸ μή τι μνησικακεῖν αὐτῷ
εἴληφε. 
 Τότε δὲ καὶ τὰ τῆς Καππαδοκίας οὕτω διῳκήθη. Ἀριαράθης ὁ ταύτης κρατῶν παῖδα γνήσιον ἔσχεν
 Ἀριαράθην. πρὶν δ’ ἐσχηκέναι αὐτόν, ἐπεὶ πολὺν χρόνον ἡ γυνὴ αὐτοῦ οὐκ ἐκύισκε, παῖδα
προσεποιήσατο Ὀροφέρνην καλέσασα. γεννηθέντος δ’ ἔπειτα τοῦ
γνησίου φωραθεὶς ἐκεῖνος ἐξηλάθη. ὃς μετὰ τὸν Ἀριαράθου θάνατον τῷ ἀδελφῷ δῆθεν ἐπανέστη. καὶ συνεμάχουν Ἀριαράθῃ μὲν Εὐμένης, Ὀροφέρηῃ δὲ Δημήτριος ὁ τῶν Σύρων βασιλεύς. ἐλαττωθεὶς δὲ
Ἀριαράθης πρὸς τοὺς Ῥωμαίους κατέφυγε, καὶ κοινωνὸς τῷ Ὀροφέρνῃ τῆς βασιλείας ὑπ’ αὐτῶν ἀποδέδεικτο.
ὅτι δὲ ὁ Ἀριαράθης τοῖς Ῥωμαίοις φίλος καὶ σύμμαχος προσηγόρευτο , πᾶσαν ἐκεῖνος τὴν
ἀρχὴν ἐκ τούτου προσῳκειώσατο. καὶ ὁ Ἄτταλος δὲ τὸν Εὐμένη θανόντα διαδεξάμενος τόν τε Ὀροφέρνην καὶ
τὸν Δημήτριον παντελῶς ἐκ τῆς Καππαδοκίας ἀπήλασεν.

Ὁ δὲ τῆς Αἰγύπτου κρατῶν Πτολεμαῖος ἐπὶ δυσὶν 
 
 υἱέσι καὶ μιᾷ ἐξέλιπε θυγατρί. ὡς δὲ πρὸς ἀλλήλους οἶ ἀδελφοὶ περὶ τῆς ἀρχῆς
ἐστασίασαν , Ἀντίοχος ὁ τοῦ Ἀντιόχου τοῦ μεγάλου υἷός τὸν νεώτατον ἐκπεσόντα ἐδέξατο, ἵνα προφάσει
τοῦ αὐτῷ ἀμύνειν εἰς τὰ τῶν Αἰγυπτίων παρέλθοι. καὶ στρατεύσας ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον τῆς τε
πλείονος χώρας ἐκράτησε καὶ ἐπολιόρκει τὴν Ἀλεξάνδρειαν. καταφυγόντων δὲ τῶν ἄλλων πρὸς τοὺς
Ῥωμαίους, πεμφθεὶς πρὸς τὸν Ἀντίοχον ὁ Ποπίλιος ἀποσχέσθαι αὐτὸν τῆς Αἰγύπτου οἶ γὰρ ἀδελφοί συνέντες τὴν τοῦ Ἀντιόχου διάνοιαν
κατηλλάγησαν. ὡς δ’ ἐκεῖνος ὑπερέθετο τὴν ἀπόκρισιν , κύκλον ῥάβδῳ πέριξ αὐτοῦ περιέγραψε, κἀνταῦθα αὐτὸν ἑστηκότα ἀπῄτησε βουλεύσασθαί τε καὶ ἀποκρίνασθαι. ἐντεῦθεν
δείσας ὁ Ἀντίοχος τὴν πολιορκίαν κατέλυσεν. ἀπαλλαγέντες δὲ τοῦ ἔξωθεν φόβου οἱ
Πτολεμαῖοι, οὕτω γὰρ ἐκαλοῦντο ἀμφότεροι, αὖθις ἐστασίασαν. εἶτα συνηλλάγησαν αὖθις ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων
ἐφ’ ὧ τὸν μὲν πρεσβύτερον τὴν Αἴγυπτον καὶ τὴν Κύπρον, τὰ δὲ περὶ τὴν Κυρήνην ἔχειν τὸν ἕτερον · καὶ
ταῦτα γὰρ τότε τῶν Αἰγυπτίων ἦν. ἀγανακτῶν δ’ ὁ νεώτερος διὰ τὴν ἐλάττωσιν ἐς τὴν Ῥώμην
ἀφίκετο · καὶ εὕρατο παρ’ αὐτῶν καὶ τὴν Κύπρον. ὁ δὲ πρεσβύτερος συμβάσεις ἔθετο αὖθις πρὸς τὸν
νεώτερον, πόλεις τέ τινας ἀντὶ τῆς Κύπρου δοὺς καὶ χρήματα καὶ σῖτον ταξάμενος
συντελεῖν. 
 
 Τοῦ δ’ Ἀντιόχου τελευτῶντος μετὰ τοῦτο καὶ παιδὶ ὁμωνύμῳ τὴν βασιλείαν καταλιπόντος ,
ταύτην τε αὐτῷ ἐβεβαίωσαν καὶ τρεῖς ἄνδρας ἐπιτρόπους δῆθεν, μικρὸς γὰρ ἦν, ἔπεμψαν. οἳ παρὰ τὰς
συνθήκας εὑρόντες ἐλέφαντας καὶ τριήρεις , τούς τε ἐλέφαντας σφαγῆναι πάντας ἐκέλευσαν
καὶ τἄλλα πρὸς τὸ τῆ Ῥώμῃ συμφέρον διῴκουν. δι’ ἅπερ Λυσίας ὁ τοῦ βασιλέως τὴν
κηδεμονίαν ἐγκεχειρισμένος μένος παρώξυνε τὸ πλῆθος ἐκβαλεῖν τοὺς Ῥωμαίους, τὸν δὲ Γάιον τὸν
Ὀκτάβιον καὶ ἀποκτεῖναι. καὶ τούτων γενομένων ὁ μὲν πρέσβεις εὐθὺς εἰς τὴν Ῥώμην
ἀπέστειλεν ὑπὲρ τῶν πεπραγμένων ἀπολογούμενος, Δημήτριος δὲ ὁ Σελεύκου υἱὸς τοῦ παιδὸς Ἀντιόχου
ὁμηρεύων ἐν τῇ Ῥώμῃ κατὰ τὸν τοῦ πατρὸς θάνατον καὶ ὑπὸ
Ἀντιόχου τοῦ θείου τῆς βασιλείας ἐστερημένος, ὡς τὸν τοῦ Ἀντιόχου θάνατον ἔγνω , ᾔτει
μὲν τὴν πατρῴαν ἀρχήν , οἱ δὲ οὔτε ταύτην αὐτῷ συνέπραξαν οὔτ’ ἀπᾶραι τῆς Ῥώμης ἐπέτρεψαν. καὶ ὃς
καὶ δυσχεραίνων ὅμως ἡσύχαζεν. ἐπεὶ δὲ τὰ κατὰ τὸν Λυσίαν ἐγένετο, οὐκέτ’ ἐμέλλησεν, ἀλλ’ ἀπέδρα·
 καὶ ἐκ Λυκίας τῇ γερουσίᾳ ἐπέστειλε μὴ ἐπὶ τὸν ἀνεψιὸν τόν Ἀντίοχον , οὕτω γὰρ οἶ πάλαι
τοὺς ἐξαδέλφους ἐκάλουν, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν Λυσίαν τὴν ὁρμὴν ἔχειν, ὥστε τῷ Ὀκταβίῳ τιμωρήσειν. ἐς δὲ τῆς
Συρίας ἐπειχθεὶς καὶ ταύτην προσαγαγόμενος ὡς ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων ἐπὶ τὴν βασιλείαν
σταλείς, τὴν γὰρ ἀπόδρασιν αὐτοῦ οὐδεὶς ἐνενόει, καὶ Ἀπαμείας
κρατήσας δύναμίν τε συναγαγὼν ἐπὶ τὴν Ἀντιόχειαν ἤλασε, καὶ τό τε παιδίον καὶ τὸν Λυσίαν φιλικῶς
ἀπαντήσαντας αὐτῷ, δεδιότες γὰρ τοὺς Ῥωμαίους οὐκ ἀντῆραν, διέφθειρε , καὶ τὴν
βασιλείαν ἀνεκομίσατο, κἀν τῇ Ῥώμῃ στέφανον καὶ τοὺς τοῦ Ὀκταβίου αὐτοέντας ἀπέστειλεν. οἶ δὲ
χαλεπαίνοντες αὐτῷ οὐδέτερον ἐδέξαντο. 
 Μετὰ ταῦτα δ’ ἐπὶ Δαλμάτας οἶ Ῥωμαῖοι ἐστράτευσαν. τὸ δ᾿ ἔθνος τοῦτο ἔστι μὲν
Ἰλλυριῶν τῶν παρὰ τὸν Ἰόνιον κόλπον , ὧν τινας Ταυλαντίους ὠνόμαζον Ἕλληνες, ἔχονται δὲ τοῦ
Δυρραχίου ἐν μέρει. αἴτιον δὲ τοῦ πολέμου ὅτι τινὰς τῶν προσχώρων αὐτοῖς ἐν φιλίᾳ τοῖς Ῥωμαίοις ὄντας ἠδίκουν, συμπρεσβευσαμένοις τε ὑπὲρ αὐτῶν τοῖς
Ῥωμαίοις οὐδὲν μέτριον ἀπεκρίναντο , ἀλλὰ καὶ τοὺς τῶν ἄλλων πρέσβεις συλλαβόντες ἀπέκτειναν.
τούτους ὁ Σκιπίων ὁ Νασικᾶς ὑπέταξεν , ἐπ’ αὐτοὺς στρατεύσας· τάς τε γὰρ πόλεις αὐτῶν
εἷλε καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ἐπίπρασκε. καὶ ἄλλα δὲ κατ’ ἐκείνους συνέβη τοὺς χρόνους, οὐ μνήμης μέντοι
οὐδ’ ἱστορίας ἄξια.

Ἐντεῦθεν αὖθις ὁ πρὸς τοὺς Καρχηδονίους τὸ τρίτον ἀνερριπίζετο πόλεμος. οἱ μὲν
γὰρ οὐκ ἔφερον ἐλαττούμενοι , ἀλλὰ καὶ συμμαχικὰ καὶ ναυτικὸν ἐπὶ τῇ τοῦ Νομαδικοῦ πολέμου παρασκευῇ
παρὰ τὰς συνθήκας ἡτοίμαζον· οἶ δὲ Ῥωμαῖοι ὡς τὰ ἄλλα κατὰ γνώμην
ἔθεντο, οὐχ ἡσύχασαν , ἀλλὰ πέμψαντες 
 τὸν Σκιπίωνα τὸν Νασικᾶν ταῦτά τε αὐτοῖς ἐνεκάλουν καὶ τὴν
παρασκευὴν διαλῦσαι ἐκέλευον. καὶ ἐπεὶ τὸν Μασινίσσαν ᾐτιῶντο ἐκεῖνοι καὶ διὰ τὸν πρὸς ἐκεῖνον
πόλεμον ἀπειρήκασι ποιῆσαι τὸ κελευόμενον, σύμβασίν τινα πρὸς τὸν Μασινίσσαν αὐτοῖς 
ἔπραξαν καί τινος αὐτοῖς ἀποστῆναι χώρας αὐτὸν ἔπεισαν. ὡς δ’ οὐδὲν μᾶλλον εἰσήκουον, μικρὸν
ἐπισχόντες Ῥωμαῖοι, ἐπεὶ τάχιστα νικηθέντας σφὰς μεγάλῃ μάχῃ πρὸς τοῦ Μασινίσσου ἐπύθοντο , εὐθὺς
αὐτοῖς τὸν πόλεμον ἐψηφίσαντο. ὃ μαθόντες οἱ Καρχηδόνιοι, οὐκ εὖ ὑπὸ τῆς συμφορὰς
ἔχοντες, κατέδεισαν, καὶ πρέσβεις ἐς τὴν Ῥώμην διὰ συμμαχίαν ἐστάλκασι, καὶ ἄλλοι γὰρ τῶν προσχώρων
αὐτοῖς ἐπετίθεντο, καὶ ἐς πᾶν τοῖς Ῥωμαίοις ὑπείξειν ἐολάτ-
 
 τοντο. μὴ γὰρ ταῖς σπονδαῖς ἐμμένειν μέλλοντες, ῥᾷον ἅπαντα ἐπηγγέλλοντο. 
 Τῆς δὲ γερουσίας βουλὴν περὶ τούτου συναγαγούσης, ὁ μὲν Σκιπίων ὁ Νασικᾶς δέξασθαι τὴν τῶν
 Καρχηδονίων πρεσβείαν καὶ σπονδὰς αὐτοῖς ποιήσασθαι συνεβούλευεν, ὁ δὲ Εάτων ὁ Μάρκος
μήτε σπείσασθαι τούτοις δεῖν εἶπε μήτε λῦσαι τοῦ πολέμου τὸ ψήφισμα. οἱ δέ γε βουλευταὶ τήν τε τῶν
πρέσβεων ἱκετείαν ἐδέξαντο καὶ σπονδὰς αὐτοῖς ὑπέσχοντο παρασχεῖν καὶ ἐπὶ τούτοις
ὁμήρους ᾔτησαν. οὑς Λούκιος Μάρκιος καὶ Μάρκος Μανίλιος, εἰς τὴν Σικελίαν ἐλθόντες, ἐκεῖσε
πεμφθέντας ἔλαβον. καὶ τοὺς μὲν εἰς τὴν ῾Ρώμην ἔπεμψαν, αὐτοὶ δὲ σπουδῇ τὴν Ἀφρικὴν κατειλήφασι. καὶ
στρατοπεδευσάμενοι 
 τὰ τέλη τῶν Καρχηδονίων ἐκεῖ μετεπέμψαντο· καὶ ὡς ἀφίκοντο, οὐ πέντα ἅμα σφίσιν ὅσα
ᾔτουν ἐξέφηναν, δείσαντες μὴ ταῦτα προμαθόντες ἀκεραίοις τοῖς πράγμασι σφῶν καταστῶσιν εἰς πόλεμον.
καὶ τὸ μὲν πρῶτον σῖτον ᾔτησαν καὶ ἔλαβον, εἶτα τὰς τριήρεις καὶ ἐπὶ ταύταις τὰ
μηχανήματα, εἶτα τὰ ὅπλα προσῄτησαν. λαβόντες οὖν πάντα, οἱ γὰρ Καρχηδόνιοι πολλὴν ἑτέραν παρασκευὴν
κεκρυμμένην εἶχον, τέλος ἐκέλευον αὐτοὺς κατασκάψαι μὲν τὴν πόλιν αὐτῶν, ἑτέραν δ᾿ ἐν μεσογείῳ
οἰκοδομῆσαι ἀτείχιστον, ὀγδοήκοντα σταδίους τῆς θαλάσσης διέχουσαν. πρὸς τοῦτο δ᾿ οἱ Καρχηδόνιοι ἐς δάκρυα κατηνέχθησαν καὶ ὡς ἑαλωκότες
ἀνωλοφύροντο καὶ ἐδέοντο τῶν ὑπάτων μὴ καταναγκάσαι σφᾶς γενέσθαι τῆς πατρίδος αὐτόχειρας. ὡς δ᾿
οὐδὲν ἤνυον, ἀλλ᾿ ἢ πρᾶξαι τὸ προσταττόμενον ἐκελεύοντο ἢ ἀναρρῖψαι τὸν πόλεμον, συχνοὶ
μὲν αὐτοῦ παρὰ τοῖς ῾Ρωμαίοις ὡς ἤδη κεκρατηκόσι κατέμειναν, οἱ δὲ λοιποὶ ἀπαναχωρή- 
τῶν τε σφετέρων ἀρχόντων ἐνίους ἀπέκτειναν, ὅτι μὴ κατ’ ἀρχὰς τὸν πόλεμον εἴλοντο , καὶ τοὺς ἐντὸς
τοῦ τείχους εὑρεθέντας Ῥωμαίους διέφθειραν, καὶ πρὸς τὸν πόλεμον ὥρμησαν. διὸ τούς τε δούλους
ἅπαντας ἠλευθέρωσαν καὶ τοὺς φυγάδας 
 κατήγαγον, καὶ τόν Ἀσδρούβαν στρατηγὸν αὖθις εἵκοντο, καὶ ὅπλα καὶ
μηχανὰς τριήρεις τε ἡτοιμάσαντο. ὡς γὰρ τοῦ πολέμου ἐπικειμένου , καὶ περὶ ἀνδραποδισμοῦ
κινδυνεύοντες , δι’ ἐλαχίστου πάνθ’ ὅσων ἔχρῃζον κατεσκεύαζον. ἐφείδοντο γὰρ οὐδενός, 
ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀνδριάντας πρὸς τὴν χρείαν τοῦ χαλκοῦ συνεχώνευσαν καὶ ἐς τὰς σχοίνους τῶν γυναικῶν
ταῖς κόμαις ἐχρήσαντο. οἱ δ’ ὕπατοι τό μὲν πρῶτον αὐτοὺς ὡς ἀόπλους ταχέως αἱρήσειν ἐλπίσαντες μόνας
ἡτοιμάσαντο κλίμακας , ὡς δι’ αὐτῶν τοῦ τείχους εὐθὺς ἐπιβησόμενοι , ἔπειτα δὲ
προσβαλόντες καὶ ὡπλισμένους σφὰς καὶ τὰ πρὸς πολιορκίαν ἔχοντας ἰδόντες πρὸς μηχανῶν ἐργασίαν
ἐτράποντο, καὶ αὐτὰς ἐπικινδύνως κατασκευάσαντες, ὁ γὰρ
Ἀσδρούβας ὑλαγωγοῦντας ἐνεδρεύων ἐλύπει, προσέμισγον τῇ πόλει. καὶ Μανίλιος μὲν ἐκ τῆς
ἠπείρου αὐτῇ προσβαλὼν οὐδὲν αὐτοὺς ἔβλαψε , Μάρκιος δ᾿ ἐκ θαλάσσης κατὰ τὸ λιμνῶδες προσπεσὼν
κατέσεισε μέν τι τοῦ τείχους, οὐ μέντοι καὶ εἰσῆλθεν. οἱ γὰρ
Καρχηδόνιοι τούς τε βιαζομένους εἰσελθεῖν ἐξεκρούσαντο καὶ νύκτωρ διὰ τῶν ἐρειπίων
ἐπεξελθόντες ἀνθρώπους τε συχνοὺς ἔκτειναν καὶ μηχανήματα πλεῖστα κατέπρησαν. ἀλλ’ οὐδὲ ἐπὶ πολὺ τῆς
χώρας παρὰ τοῦ Ἀσδρούβου καὶ τῶν ἱππέων εἰῶντο σκεδάννυσθαι, οὔτε μὴν
ὁ Μασινίσσας αὐτοῖς ἐπε- 
 
 κούρησεν. οὐ γὰρ ἐν ἀρχῇ τοῦ πολέμου προσεκέκλητο, καὶ πρὸς τὸν Ἀσδρούβαν τότε
πολεμήσειν ὑποσχομένῳ οὐκ ἐπέτρεψαν.

Οἱ δ’ ὕπατοι διά τε τὰ συμβάντα καὶ ὅτι τό ναυτικὸν αὐτοῖς ἐκ τῆς ἐν τῇ λίμνῃ
διατριβῆς ἐνόσησεν ἔλυσαν τὴν πολιορκίαν. καὶ Μάρκιος μὲν ἐπιχειρήσας κατὰ θάλασσάν τι πρᾶξαι ἢ τὴν
παραλίαν κακῶσαι, ὡς οὐδὲν ἤνυεν, ἀπέπλευσεν οἴκαδε· καὶ ἀνθυποστρέψας Αἰγίμουρον ἐχειρώσατο·
Μανίλιος δὲ ὥρμησε μὲν εἰς τὴν μεσόγειον, κακούμενος δ’ ὑπὸ Ἱμίλκωνος τοῦ τῶν
Καρχηδονίων ἱππάρχου, ὃν καὶ Φαμέαν ἐκάλουν, πρὸς τὴν Καρχηδόνα
ἐπανελήλυθε. κἀκεῖ δὲ ἔξωθεν ὁ Ἀσδρούβας, ἔνδοθεν δ’ ἐπεξιόντες οἱ ἐν τῇ πόλει, καὶ νύκτωρ καὶ μεθ’
 ἡμέραν αὐτὸν ἐκάκουν. καταφρονήσαντες οὖν οἱ Καρχηδόνιοι καὶ μέχρι τοῦ στρατοπέδου
αὐτῶν ἐπῆλθον, καὶ συχνοὺς ἀποβαλόντες, ἄοπλοι γὰρ οἶ πλείους ἦσαν, εἰς τὸ τεῖχος αὖθις
συνεκλείσθησαν. ὁ δὲ Μανίλιος τῷ Ἀσδρούβᾳ συμμίξαι μάλιστα εἵλετο, καὶ εἰ ἐκεῖνον
νικήσει, ῥᾷον τοῖς λοιποῖς προσπολεμήσειν ἐνόμιζε. καί οἱ προσέμιξε · πρὸς δέ τι φρούριον
ἀναχωροῦντι ἐπακολουθήσας , ἔλαθεν εἴσω χώρας τραχείας καὶ στενοπόρου γενόμενος, καὶ δεινῶς ἐκακώθη. καὶ πανσυδὶ ἂν διεφθάρη , εἰ μὴ Σκιπίων ὁ τοῦ
Ἀφρικανοῦ χρησιμώτατος αὐτῷ ἐγένετο , ἀνὴρ ἄριστος μὲν νοῆσαι καὶ προβουλεῦσαι τὰ κράτιστα, ἄριστος
δὲ χειρουργῆσαι · καὶ γὰρ τῷ σώματι ἔρρωτο, ἐπιεικής τε καὶ μέτριος ἦν· δι’ ἃ καὶ τὸν φθόνον
ἐξέφυγεν. ἴσος μὲν γὰρ τοῖς ὑποδεεστέροις , οὐκ 
 ἀμείνων δὲ τῶν ὁμοτίμων, ἐχιλιάρχει γάρ, ἀσθενέστερος δὲ τῶν μειζόνων ἠξίου εἶναι. ὁ
οὖν Μανίλιος καὶ εἶπε τὰ περὶ αὐτοῦ καὶ ἐπέστειλε τοῖς ἐν τῇ Ῥώμῃ μή τι ἀποκρυψάμενος καὶ τἄλλα καὶ
τὰ κατὰ Μασινίσσαν καὶ τὸν Φαμέαν· ἃ ἴσχον οὕτως. 
 
 Θνήσκων ὁ Μασινίσσας ἠπόρει ὅπως περὶ τῆς βασιλείας
διάθηται, διά τε τὸ τῶν υἱέων πλῆθος καὶ τὸ διάφορον τοῦ κατὰ τὰς μητέρας γένους αὐτῶν. διὸ πρὸς
συμβουλίαν τὸν Σκιπίωνα μετεπέμψατο· ὃν ὁ ὕπατος ἔστειλεν. ἀλλ’ ὁ Μασινίσσας πρὶν ἐλθεῖν τὸν Σκιπίωνα ἐκλείπων τὸν μὲν δακτύλιον τῷ Μικίψᾳ τῷ υἱῷ ἔδωκε, τὰ δ’ ἄλλα πάντα τὰ τῇ ἀρχῇ
προσήκοντα τῷ Σκιπίωνι ἄρτι ἐλθόντι παρέσχεν καὶ ἐνετείλατο. ὁ οὖν Σκιπίων κατανοήσας τὰς
προαιρέσεις τῶν υἱέων αὐτοῦ, οὐδενὶ μὲν αὐτόν μόνῳ τὴν βασιλείαν ἀπένειμε, τριῶν δὲ τῶν
ἐλλογιμωτάτων ὄντων, πρεσβυτάτου μὲν Μικίψου, νεωτάτου δὲ Γουλούσσου, μέσου δὲ Μαστανάβου, τούτοις
τὰ πράγματα, μεμερισμένως μέντοι, κατένειμε. τῷ μὲν γὰρ πρεσβυτάτῳ
χρηματιστῇ τε ὄντι καὶ φιλοπλούτῳ τὴν διοίκησιν ἐνεχείρισε, τό δὲ μετ’ αὐτὸν τὰς
διαφορὰς κρίνειν ἐπέτρεψε δικαστῇ ὄντι, τῷ δὲ Γουλούσσᾳ πολεμικῷ τυγχάνοντι τὰς δυνάμεις παρέδωκε.
τοῖς δ᾿ ἀδελφοῖς αὐτῶν πολλοῖς οὖσι πόλεις τινὰς καὶ χώρας ἔνειμε. καὶ τὸν Γουλούσσαν παραλαβὼν πρὸς τὸν ὕπατον ἤγαγεν. 
 Ἀρχομένου δὲ τοῦ ἱαρὸς ἐπὶ τοὺς τῶν Καρχηδονίων συμμάχους ἐστράτευσαν, καὶ πολλοὺς μὲν
αὐτῶν βίᾳ, πολλοὺς δὲ ὁμολογίᾳ, καὶ μάλιστα ὁ Σκιπίων, παρεστήσαντο. ὡς δὲ ὁ Φαμέας ἀπογνοὺς 
 
 τὰ τῶν Καρχηδονίων πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ἀπέκλινε καὶ εἰς λόγους τῶ Σκιπίωνι ἦλθε, τότε
καὶ ἐπὶ τὸν Ἀσδρούβαν ἄπαντες ὥρμησαν. καὶ προσέμιξαν μὲν 
 τῷ φρουρίῳ συχναῖς ἡμέραις, ἐπιλιπόντων δὲ αὐτοὺς τῶν
ἀναγκαίων ἀνεχώρησαν εὐπρεπῶς. προσέβαλε γὰρ αὐτοῖς ὁ Φαμέας προσεδρεύουσιν ἔτι ὡς πολεμήσων καὶ ἐν
τῷ ἔργῳ μεθ’ ἰππέων τινῶν ηὐτομόλησε. κἀντεῦθεν Μανίλιος μὲν εἰς τὴν Οὐτικὴν ἐλθὼν ἡσύχαζε, Σκιπίων
δὲ τὸν Φαμέαν εἰς τὴν Ῥώμην ἀνήγαγε· καὶ αὐτός τε ἐπῃνεῖτο καὶ ὁ Φαμέας τετίμητο ὥστε
καὶ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ συγκαθῆσθαι τῇ γερουσίᾳ.

Τότε δὲ συνηνέχθη καὶ τὰ κατὰ τὸν Προυσίαν. ὃς γέρων ὢν καὶ τοὺς τρόπους τραχὺς ἐφοβήθη
τοὺς Βιθυνοὺς μὴ τῆς βασιλείας αὐτὸν ἐκβάλωσι, τὸν Νικομήδη τὸν υἱὸν ἀνθελόμενοι. καὶ
κατά τινα πρόφασιν ἔπεμψεν εἰς τὴν Ῥώμην αὐτὸν κἀκεῖ διάγειν 
ἐκέλευσεν. ὡς δὲ κἀν τῇ Ῥώμῃ διαιτωμένῳ τῷ υἱῷ ἐπεβούλευσε καὶ ἔσπευδε κτεῖναι αὐτόν, Βιθυνοί τινες εἰς Ῥώμην φοιτήσαντες ἐξήγαγον λάθρᾳ τὸν Νικομήδη , καὶ ἐς τὴν Βιθυνίαν κομίσαντες ,
τὸν μὲν γέροντα ἐφόνευσαν, βασιλέα δ’ ἐκεῖνον ἀπέδειξαν. ταῦτα ἠνίασε μὲν τοὺς Ῥωμαίους, οὐ μὴν καὶ
εἰς πόλεμον ἐξηρέθισε. 
 
 Τὴν δὲ Μακεδονίαν Ἀνδρίσκος τις ἐξ Ἀτραμυτίου φύς, τῷ Περσεῖ δ’ ἐμφερὴς τὸ εἶδος γενόμενος
καὶ παῖς εἶναι ἐκείνου πλαττόμενος καὶ Φίλιππον ἑαυτὸν ὀνομάζων, ἐπὶ πλεῖστον ἀπέστησε. τὸ μὲν γὰρ
πρῶτον ἐς τὴν Μακεδονίαν ἐλθὼν ταράττειν 
 αὐτὴν ἐπειρᾶτο, ὡς δὲ οὐδεὶς προσεῖχεν αὐτῷ, πρὸς 
 τὸν Δημήτριον εἰς τὴν Συρίαν ἐτράπετο, ὡς ἐξ ἐκείνου διὰ τὸ γένος βοηθείας
τευξόμενος. συλληφθεὶς δὲ παρ᾿ ἐκείνου καὶ εἰς τὴν Ρώμην πεμφθείς, ὅτι τε μὴ ὢν τοῦ Πέρσεως υἱὸς
ἠλέγχθη καὶ ὅτι οὐδέ τι ἕτερον εἶχεν ἄξιον λόγου, κατεφρονήθη. καὶ ἀφεθεὶς χεῖρά τε
συνήγαγεν ἀνθρώπων νεωτεροποιῶν καὶ πόλεις πολλὰς ἐπηγάγετο, καὶ τέλος βασιλικὴν στολὴν περιθέμενος
καὶ δύναμιν συγκροτήσας εἰς Θρᾴκην ἀφίκετο, καὶ συχνοὺς μὲν τῶν αὐτονόμων, συχνοὺς δὲ καὶ τῶν
δυναστῶν τοῖς ῾Ρωμαίοις ἀχθομένους 10 παραλαβὼν εἰς Μακεδονίαν ἐνέβαλε καὶ αὐτὴν κατέσχε, καὶ ἐπὶ τὴν Θεσσαλίαν ὁρμήσας οὐκ ὀλίγα ταύτης προσεποιήσατο. 
 Οἱ δὲ ῾Ρωμαῖοι κατεφρόνουν μὲν πρότερον τοῦ Ἀνδρίσκου, εἶτα τὸν Σκιπίωνα τὸν Νασικᾶν
ἔπεμψᾶν εἰρηνικῶς πὼς τὰ ἐκεῖ διοικήσοντα. ὃς εἰς τὴν Ἐλλάδα ἐλθὼν καὶ μαθὼν τὰ
γενόμενα, τοῖς μὲν ῾Ρωμαίοις δηλῶν ταῦτα ἐπέστειλε, δύναμιν δὲ παρὰ τῶν ἐκεῖ συμμάχων ἀθροίσας ἔργου
εἴχετο, καὶ προῆλθε μέχρι Μακεδονίας. οἱ δ᾿ ἐν τῇ ῾Ρώμῃ γνόντες τὰ κατὰ τὸν Ἀνδρίσκον,
στράτευμα ἔπεμψαν καὶ στρατηγὸν Πούπλιον Ἰουβέντιον. ᾧ περὶ Μακεδονίαν γενομένῳ συμβαλὼν ὁ Ἀνδρίσκος
ἐκεῖνόν τε ἀπέκτεινε καὶ τοὺς ἄλλους πάντας ἂν κατειργάσατο, εἰ μὴ
τῆς νυκτὸς ἀπεχώρησαν. καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν μετὰ ταῦτα εἰσέβαλε καὶ πλεῖστα αὐτῆς
ἐκάκωσε, καὶ τὰ τῶν Θρᾳκῶν προσηταιρίσατο. πάλιν οὖν διὰ ταῦτα οἱ ἐν τῇ ῾Ρώμῃ Κύιντον Καικίλιον
Μέτελλον στρατηγὸν σὺν δυνάμει πολλῇ ἔστειλαν. καὶ ὃς εἰς τὴν Μακεδονίαν ἦλθε, καί οἱ ὁ Ἄτταλος προσήμυνε ναυτικῷ. διὸ δείσας ὁ Ἀνδρίσκος περὶ τῶν παραθαλασσίων οὐκ ἐτόλμησε περαιτέρω
προελ- ὀλίγον δὲ τῆς Πύδνης ἔξω προχωρήσας ἱππομαχίᾳ μὲν ὑπερέσχε, φοβηθεὶς δὲ τὸ
πεζόν ἀνέστρεψε. καὶ ἐπαρθεὶς διχῇ τὸν στρατὸν διεῖλε, καὶ τοῖς μὲν αὐτὸς κατὰ χώραν προσήδρευε ,
τοὺς δὲ πορθῆσαι τὴν Θεσσαλίαν ἀπέστειλε. καταφρονήσας οὖν ὁ Μέτελλος τῶν παρόντων
συνέμιξε· καὶ τῶν πρῶτον αὐτῷ εἰς χεῖρας ἐλθόντων περιγενόμενος ῥᾷον
καὶ τοὺς λοιποὺς παρεστήσατο· ἑτοίμως γὰρ ὡς ἐξήμαρτον αὐτῷ ὡμολόγησαν. ὁ δὲ Ἀνδρίσκος 
εἰς τὴν Θρᾴκην ἀπέδρα, καὶ δύναμιν ἀθροίσας συνέβαλε τῷ Μετέλλω προιόντι οὗ προεχώρει. καὶ τῶν
προμάχων αὐτοῦ τραπέντων τό τε συμμαχικὸν αὐτοῦ ἐσκεδάσθη καὶ αὐτὸς ὑπὸ Βύζου Θρᾳκὸς δυνάστου
 προδοθεὶς ἐδικαιώθη. 
 
 Καὶ Ἀλέξανδρος δέ τις Περσέως καὶ αὐτὸς λέγων εἶναι υἱὸς καὶ χεῖρα συναγαγὼν κατέλαβε τὴν
περὶ τὸν Μεστὸν καλούμενον ποταμὸν χώραν ὃν ὁ Μέτελλος ἐπεδίωξεν ὑποφυγόντα μέχρι τῆς Δαρδανίας.

Ἐπὶ δὲ τοὺς Καρχηδονίους οἱ Ῥωμαῖοι Πείσωνα τὸν ὕπατον
ἔστειλαν. ὃς τῇ μὲν Καρχηδόνι καὶ τῷ Ἀσδρούβᾳ οὐ προσέμιξεν, ἐπὶ δὲ τὰς παραλίους πόλεις ἐτράπετο·
καὶ τῆς μὲν Ἀσπίδος ἀπεκρούσθη, τὴν δὲ Νέαν πόλιν ἐλῶν κατέσκαψεν ἐπὶ δὲ Ἱππῶνα πόλιν
ὁρμήσας κατ’ ἔτριψε τὸν καιρὸν μηδὲν περάνας. οἶ δὲ Καρχηδόνιοι ἀνεθάρσησαν διὰ ταῦτα καὶ ὅτι καί
τινες αὐτοῖς προσεγένοντο σύμμαχοι. μαθόντες οὖν ταῦτα οἶ Ῥωμαῖοι οἵ τε ἐν τῷ στρατοπέδῳ καὶ οἶ ἐν
τῇ πόλει, ἐπὶ τὸν Σκιπίωνα ὥρμησαν καὶ ὕπατον αὐτὸν ἐψηφίσαντο, καίτοι τῆς ἡλι- 
 κίας μὴ ἐφιείσης αὐτῷ τὴν ἀρχήν · ἀλλὰ τά τε ἔργα αὐτοῦ
καὶ ἡ ἀρετὴ τοῦ πατρὸς Παύλου καὶ τοῦ πάππου Ἀφρικανοῦ ἐλπίδα παρεῖχον ἅπασι βεβαίαν καὶ τῶν
πολεμίων δι’ αὐτοῦ κρατήσειν καὶ τὴν Καρχηδόνα παντελῶς ἐξαιρήσειν. 
 
 Ἐν ᾧ δ’ ὁ Σκιπίων εἰς τὴν Λιβύην ἐκομίζετο, Μαγκῖνος παραπλέων τὴν Καρχηδόνα χωρίον τι τοῦ
τείχους αὐτῆς ἐντὸς ὂν Μεγαλία ὀνομαζόμενον καὶ ἐπὶ πέτρας ἀποτόμου καθῆκον πρὸς θάλασσαν πολύ τε
τῆς ἄλλης πόλεως ἀπηρτημένον καὶ μηδὲ πολλοὺς φρουροὺς ἔχον ὡς τῇ φύσει ὃν ἐρυμνὸν
κατανοήσας, κλίμακας ἐξαπιναίως προσθεὶς ἀπὸ τῶν νεῶν ἐπανέβη. ἤδη δὲ ἀνελθόντος συνέδραμον μὲν τῶν
Καρχηδονίων τινές, οὐ μέντοι καὶ ἐκκροῦσαι αὐτὸν ἠδυνήθησαν. ὁ δὲ πέμψας πρὸς τὸν Πείσωνα τά τε 
 γεγονότα ἐδήλωσε καὶ αὐτῷ ἐπαμῦναι ἠξίωσε. πόρρω δ᾿ ὢν ἐν τῇ μεσογείῳ
οὐδὲν αὐτῷ χρήσιμος ὁ Πείσων ἐγένετο. ὁ δὲ Σκιπίων ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἀγγελίαν νυκτὸς κατὰ τύχην ἐλθὼν
εὐθὺς ἐβοήθησεν. εἷλον γὰρ ἂν τὸν Μαγκῖνον οἶ Καρχηδόνιοι ἢ καὶ διέφθειραν, εἰ μὴ
παραπλεούσας εἶδον τὰς ναῦς τοῦ Σκιπίωνος. τότε δ’ ἠθύμησαν μέν, οὐκ ἀπέστησαν δέ. αἰχμαλώτους οὖν
τινας ἔπεμψεν ὁ Σκιπίων ἐροῦντ’ ἃς ὅτι πάρεστι. καὶ τοῦτο γνόντες οὐχ ὑπέμειναν ἔτι, ἀλλ’ ἀνεχώρησαν
καὶ τὸν Ἀσδρούβαν μετεπέμψαντο καὶ ταφρεύμασι καὶ σταυρώμασι τὸ πρὸ τῶν οἰκιῶν
διατείχισμα διεφύλαξαν. ὁ μέντοι Σκιπίων τὰ μὲν Μεγαλία τὸν Μαγκῖνον φρουρεῖν κατέλιπεν, αὐτὸς δὲ
πρὸς τὸν Πείσωνα καὶ πρὸς τὰς δυνάμεις ἀπῆρεν, ὡς ἂν μετ’ αὐτῶν ἔργου
ἔχηται. καὶ ἐπανῆλθε ταχέως σὺν τῷ κουφοτάτῳ τῆς στρατιᾶς, καὶ κατέλαβε τὸν Ἀσδρούβαν
εἰς τὴν Καρχηδόνα εἰσελθόντα καὶ δεινῶς τῷ Μαγκίνῳ ἐπιτιθέμενον· καὶ ἐλθὼν ὁ Σκιπίων
τὴν ἐπίθεσιν ἔλυσεν. ἀφικομένου δὲ καὶ τοῦ Πείσωνος ἤδη, ἐκεῖνον μὲν ἔξω τοῦ τείχους αὐλίζεσθαι κατά
τινας πύλας ἐκέλευσε, καὶ στρατιώτας ἑτέρους πρὸς πυλίδα τινὰ πολὺ ἀφ’ ἑαυτῶν ἀπέχουσαν
περιέπεμψε , παραγγείλας αὐτοῖς ἄττα πράξειν ἐχρῆν, αὐτὸς δὲ τὸ κράτιστον τοῦ στρατοῦ κατὰ μέσας
νύκτας λαβὼν ἔνδον τοῦ περιβόλου ἐγένετο, αὐτομόλοις χρησάμενος ἄγουσι, καὶ ὑπὸ τὴν 
πυλίδα παραδραμὼν καὶ τὸν μοχλὸν διακόψας τούς τε ἔξωθεν ἐφ’
ἐφεδρεύοντας εἰσήγαγε καὶ τοὺς φύλακας ἔφθειρε. καὶ πρὸς τὰς πύλας ἠπείχθη καθ’ ἃς ὁ Πείσων
προσήδρευε, τοὺς φρουροὺς τοὺς τὰ μέσα φυλάττοντας ὀλίγους καθ’ ἑκάστους ὄντας τρέπων, 
ὥστε τὸν Ἀσδρούβαν ἄμα τε πυνθάνεσθαι τὰ γενόμενα καὶ ὁρᾶν τὴν τῶν Ῥωμαίων δύναμιν μικροῦ πᾶσαν
οὖσαν ἐντός. καὶ χρόνον μέν τινα ἀντέσχον, ἔπειτα τὴν μὲν ἄλλην πόλιν ἐξέλιπον , εἰς δὲ Κώθωνα τήν
τε Βύρσαν κατέφυγον. εἶτα ὁ Ἀσδρούβας πάντας τοὺς τῶν Ῥωμαίων αἰχμαλώτους ἀπέκτεινεν,
ὅπως ἀπόγνωσιν συγγνώμης σχόντες οἱ Καρχηδόνιοι προθυμότερον ἀντικαρτερήσωσι· πολλοὺς δὲ καὶ τῶν ἐπιχωρίων ὡς προδιδόντας ἑαυτοὺς διε- χρήσατο. καὶ ὁ Σκιπίων περιεσταύρωσε μὲν αὐτοὺς καὶ ἀπετείχισεν , οὐ μὴν
καὶ ταχέως εἶλε. τά τε γὰρ τείχη καρτερὰ ἦν καὶ οἱ ἐντὸς πολλοὶ ὄντες ἰσχυρῶς ἐν ὀλίγῳ χώρῳ ἠμύνοντο
καὶ σίτου ἀφθόνως εἶχον. ὁ γὰρ Βιθίας ὁλκάδας ἀπὸ τῆς ἀντικρὺ τῆς πόλεως ἠπείρου κατὰ κῦμα καὶ
ἄνεμον, ὁσάκις σφοδρῶς ἔπνει, ἐς τὸν λιμένα αὐτοῖς εἰσέπεμπε. πρὸς ὅπερ ὁ Σκιπίων μέγα
ἔργον καὶ ἐπενόησε καὶ ἐπετέλεσε τὸν γὰρ εἴσπλουν τοῦ λιμένος στενὸν ὄντα συνέχωσε, 
χαλεπῶς μὲν καὶ ἐπιπόνως, ὅμως μέντοι ὑπὸ πολυχειρίας τὸ ἔργον
ἐξείργαστο. εἴργειν μὲν γὰρ αὐτοὺς ἐπεχείρουν οἱ Καρχηδόνιοι, καὶ πολλαὶ μάχαι ἐν τούτῳ ἐγίνοντο, οὐ
μέντοι καὶ κωλῦσαι τὸ χῶσαι ἠδυνήθησαν.

Οἱ οὖν Καρχηδόνιοι, τοῦ στόματος τοῦ λιμένος χωσθέντος, τῇ τοῦ σίτου σπάνει δεινῶς
ἐπιέσθησαν· καὶ οἶ μὲν ηὐτομόλουν, οἶ δὲ ἐγκαρτεροῦντες ἔθνησκον, οἶ δὲ τῶν νεκρῶν ἐγεύοντο. ὅθεν
ἀθυμήσας Ἀσδρούβας πρέσβεις πρὸς τὸν Σκιπίωνα περὶ σπονδῶν ἔπεμψε · καὶ ἔτυχεν ἂν τῆς
ἀδείας, εἰ μὴ καὶ τοῖς λοιποῖς ἅπασι καὶ τὴν σωτηρίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν πρᾶξαι ἠθέλησε. διαμαρτὼν
οὖν αὐτῆς εἰς τὴν ἀκρόπολιν τὴν γυναῖκα κατέκλεισεν, ἐπεὶ τῷ Σκιπίωνι
ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ τῶν τέκνων διεκηρυκεύσατο· καὶ τἄλλα διῴκει τολμηρότερος γενόμενος διὰ
τὴν ἀπόγνωσιν. αὐτός τε οὖν καὶ ἄλλοι ἀπονοίᾳ κρατούμενοι καὶ νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐμάχοντο, καὶ τὰ μὲν
ἡττῶντο, τὰ δ’ ἐπεκράτουν , καἰ ἀντεμηχανῶντο πρὸς τὰς Ῥωμαϊκὰς μηχανάς. καὶ ὁ Βιθίας 
δὲ φρούριόν τι ἐρυμνὸν ἔχων καὶ ἐπὶ πολλὰ τῆς ἠπείρου προιὼν τούς τε Καρχηδονίους ὠφέλει καὶ τοὺς
Ῥωμαίους ἐκάκου. διὸ καὶ ὁ Σκιπίων τὸ στράτευμα διελὼν τὸ μὲν τῇ Καρχηδόνι προσεδρεύειν ἔταξε, τὸ δὲ
ἐπὶ τὸν Βιθίαν ἔπεμψεν, ἐπιστήσας αὐτῷ τὸν ὑποστράτηγον τὸν Γάιον Λαίλιον· καὶ αὐτὸς
ἑκατέρωσε διεφοίτα ἄμφω ἐπισκοπῶν. καὶ τὸ φρούριον. εἶτ᾿ αὖθις
πάσῃ τῇ στρατιᾷ ἐπολιορκεῖτο ἡ Καρχηδών. 
 Ἀπογνόντες οὖν οἱ Καρχηδόνιοι μηκέτι ἑκάτερον 
 
 τεῖχος διασώσασθαι δύνασθαι, εἰς τὸν τῆς Βύρσης περίβολον ἄτε καὶ ἐρυμνότερον
ἀνεσκευάσαντο, καὶ μετακομίσαντες ὅσα ἠδύναντο, κατέπρησαν νυκτὸς τὸ νεώριον καὶ τῶν ἄλλων τὰ πλείω,
ἵνα τῆς ἐξ αὐτῶν ὠφελείας τοὺς πολεμίους στερήσωσιν. ὡς δ’ ἔγνων τὸ ἔργον οἶ Ῥωμαῖοι,
τὸν λιμένα κατέσχον καὶ ἐπὶ τὴν Βύρσαν ἐχώρησαν , καὶ κατασχόντες τὰς ἑκατέρωθεν αὐτῆς οἰκίας οἶ μὲν
ἐπὶ τῶν τεγῶν αὐτῶν ἐπὶ τὰς ἀεὶ ἐχομένας ἐβάδιζον, οἱ δὲ τοὺς τοίχους διορύσσοντες
κάτωθεν διῄεσαν , ἕως πρὸς αὐτὴν τὴν ἄκραν ἀφίκοντο. ἐνταῦθα δὲ γενομένοις οὐκέτι ἀντῆραν οἶ Καρχηδόνιοι , ἀλλ’ ἐπεκηρυκεύσαντο, πλὴν τοῦ Ἀσδρούβου. ἐκεῖνος δὲ μετὰ
τῶν αὐτομόλων , ὁ γὰρ Σκιπίων οὐκ ἐσπείσατο αὐτοῖς, εἰς τὸ Ἀσκληπιεῖον ἀνειλήθη μετὰ
τῆς γυναικὸς καὶ τῶν παίδων , κἀντεῦθεν ἠμύνετο τοὺς προσβάλλοτας, μέχρις οὗ ἐμπρήσαντες τὸν νεὼν οἱ
αὐτόμολοι ἐπὶ τὸ τέγος αὐτοῦ ἀνέβησαν , τὴν ἐσχάτην τοῦ πυρὸς ἀνάγκην ἀναμένοντες· τότε γὰρ ἡσσηθεὶς
πρὸς τὸν Σκιπίωνα ἦλθεν ἱκετηρίαν ἔχων. ἰδοῦσα δὲ αὐτὸν ἡ γυνὴ ἀντιβολοῦντα ὀνομαστὶ
ἀνεκάλεσεν, καὶ ἐξο- νειδίσασα ὅτι ἑαυτῷ τὴν σωτηρίαν πράξας οὐκ ἐπέτρεψεν ἐκείνῃ σπείσασθαι, τὰ
τέκνα ἐνέβαλεν εἰς τὸ πῦρ καὶ ἑαυτὴν προσεπέρριψεν. 
 
 Ἑλῶν οὖν οὕτω τὴν Καρχηδόνα Σκιπίων τῇ γερουσίᾳ ἐπέστειλε τάδε “Καρχηδὼν ἑάλω· τί οὖν
κελεύετε;” ἀναγνωσθέντων οὖν τούτων βουλὴν ἔθεντο περὶ τοῦ τί δέον ποιεῖν. καὶ ὁ μὲν Κάτων
κατασκάψαι τὴν πόλιν καὶ τοὺς Καρχηδονίους ἐξαφανίσαι δεῖν ἐγνωμάτευσεν , ὁ δὲ Νασικᾶς
φείσασθαι τῶν Καρχηδονίων καὶ ἔτι συνεβούλευε. κἀντεῦθεν εἰς 
ἀντιλογίαν πολλὴν προήχθη καὶ ἀμφισβήτησιν τὸ συνέδριον, ἕως ἔφη τις ὅτι εἰ καὶ δι’ οὐ
’δεν ἕτερον, ἀλλά γε ἑαυτῶν ἕνεκα φείσασθαι αὐτῶν ἀναγκαῖον νομίζοιτο ἄν, ἴν ἀνταγωνιστὰς αὐτοὺς
ἔχοντες ἀρετὴν ἀσκῶσι, καὶ μὴ πρὸς ἡδονὰς καὶ τρυφὴν τῶν δυναμένων
αὐτοὺς καταναγκάζειν εἰς ἄσκησιν τόν πολεμικῶν περιαιρεθέντων , καὶ χείρους ὑπ’
ἀνασκησίας γένωνται, ἀξιοχρέους ἀντιπολέμους μὴ ἔχοντες. ἐκ τούτων οὖν τῶν λόγων πάντες κατα- σκάψαι
τὴν Καρχηδόνα ὡμογνωμόνησαν , μήποτε εἰρηνήσειν ἐκείνους πιστεύσαντες ἀκριβῶς. καὶ πάσα 
ἄρδην ἀνάστατος γέγονε, καὶ ἐπάρατον ἐψηφίσθη τὸ ἐπ’ αὐτὴν κατοικῆσαί τινα. καὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν
ἁλόντων οἱ μὲν πλείους εἰς τό δεσμωτήριον ἐνεβλήθησαν κἀκεῖ διεφθάρησαν , ὀλίγοι δέ τινες πλὴν τῶν
πάνυ πρώτων ἐπράθησαν· οὗτοι γὰρ οἴ τε ὅμηροι καὶ ὁ Ἀσδρούβας καὶ ὁ Βιθίας ἄλλοι ἄλλῃ
τῆς Ἰταλίας ἐν φρουραῖς ἀδέσμοις κατεβίωσαν. ὁ δὲ Σκιπίων δόξης
τε ἔτυχε καὶ τιμῆς, καὶ Ἀφρικανὸς οὐκ ἀπὸ τοῦ πάππου, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν οἰκείων ἐπεκέκλητο πράξεων. 
 
 
 Τότε δὲ καὶ ἡ Κόρινθος κατεσκάφη. ἐπεὶ γὰρ οἶ τῶν Ἑλλήνων Κορυφαιότατοι ὑπὸ Παύλου τοὐ
μετῳκίσθησαν εἰς τὴν Ἰταλίαν, οἶ λοιποὶ τὸ μὲν πρῶτον πρεσβείαις τοὺς ἄνδρας ἀπῄτουν, ὡς δ οὐκ
ἔτυχον, καί τινες ἐκείνων τὴν οἴκαδε ἀπογνόντες ἐπάνοδον ἑαυτοὺς διεχρήσαντο, χαλεπῶς
διέκειντο καὶ πένθος δημόσιον ἐποιήσαντο , τοῖς τε τὰ Ρωμαίων φρονοῦσι παρὰ σφίσιν ὠργίζοντο, οὐ
μέντοι καὶ πολέμιόν τι ἐπεδείξαντο , μέχρις οὗ τοὺς περιλιπεῖς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ἐκομίσαντο. τότε
δὲ 
 
 διενεχθέντες ἀλλήλοις οἵ τ᾿ ἠδικημένοι καὶ οἶ τὰ 
ἀλλότρια ἔχοντες ἐπολέμησαν. ἤρξαντο δὲ τῆς διαφορᾶς οἱ Ἀχαιοί, τοῖς Λακεδαιμονίοις ἐγκαλοῦντες ὡς
αἰτίοις τῶν συμβεβηκότων αὐτοῖς· καὶ τῶν Ῥωμαίων διαλλακτὰς αὐτοῖς στειλάντων οὐκ
ἐπείσθησαν, ἀλλὰ πρὸς πόλεμον ὥρμησαν, Κριτόλαον προστησάμενοι. δείσας οὖν ὁ Μέτελλος μὴ καὶ τῆς
Μακεδονίας ἅψωνται, ἤδη γὰρ εἰς τὴν Θεσσαλίαν παρῆλθον, προαπήντησεν αὐτοῖς καὶ ἐτρέψατο. 
 
 Καὶ τοῦ Κριτολάου πεσόντος διχῇ διῄρητο τὸ Ἑλληνικόν. οἱ μὲν γὰρ πρὸς εἰρήνην ἀπέκλιναν καὶ
τὰ ὅπλα κατέθεντο, οἱ δὲ καὶ ἔτι ἐστασίαζον τῷ Διαίω τὰ πράγματα ἐπιτρέψαντες. ἆ μαθόντες οἱ ἐν τῇ
Ῥώμῃ ἐπ’ αὐτοὺς τόν Μόμμιον ἔπεμψαν. ὅς 
 τὸν μὲν Μέτελλον ἀπήλλαξεν, αὐτὸς δὲ τοῦ πολέμου εἴχετο. καί τινα πληγὴν μέρει τῆς
στρατιᾶς λαβὼν ἐξ ἐνέδρας, τοῦ Διαίου καταδιώξαντος μέχρι τοῦ σφῶν στρατοπέδου τοὺς φεύγοντας,
ἀντεπεξῆλθε, καὶ τρεψάμενος αὐτὸν πρὸς τὸ τῶν Ἀχαιῶν ἦλθε χαράκωμα ἀθροίσας δὲ δύναμιν
ὁ Δίαιος πλείονα συμβαλεῖν αὐτοῖς ἐπεχείρησεν. ὡς δ’ οὐκ ἀντεξώρμησαν οἱ Ῥωμαῖοι, κατεφρόνησεν
αὐτῶν, καὶ εἰς τὸ μέσον τῶν στρατοπέδων κοῖλον ὂν προῆλθεν. ἰδὼν οὖν τοῦθ’ ὁ Μόμμιος, τόν ἱππέων
τινὰς λάθρᾳ ἔπεμψεν, ἵν᾿ ἐκ πλαγίου αὐτοῖς ἐπιγένωνται. καὶ ἐπεὶ ἐκεῖνοι προσβαλόντες
αὐτοὺς συνετάραξαν , ἐπήγαγε τὴν φάλαγγα κατὰ πρόσωπον , καὶ πολλοὺς
ἐφόνευσεν. ἐκ δὲ τούτου Δίαιος μὲν ἀπογνοὺς ἑαυτὸν ἀπέ- κτεινε, τῶν δ’ ἐκ τῆς μάχης περισωθέντων
οἱ μὲν Κορίνθιοι κατὰ τὴν χώραν ἐσκεδάσθησαν, οἶ δ’ ἄλλοι 
 οἴκαδε ἔφυγον. ὅθεν καὶ οἱ ἐν τῷ τείχει Κορίνθιοι πάντας ἀπολωλέναι νομίσαντες
ἐξέλιπον τὴν πόλιν· καὶ κενὴν αὐτὴν ἀνδρῶν ὁ Μόμμιος ἐλαβε. καὶ μετὰ ταῦτα κἀκείνους καὶ τοὺς ἄλλους
Ἕλληνας ἀπόνως προσεποιήσατο. καὶ τότε μὲν τά τε ὅπλα αὐτῶν καὶ ὅσα πρὸς τοῖς ἱεροῖς
ἀνέκειντο καὶ τοὺς ἀνδριάντας τάς τε γραφὰς καὶ εἴ τι ἄλλο πρὸς κόσμον εἶχον παρείλετο, πεμφθέντων δέ οἱ τοῦ τε πατρὸς καὶ ἄλλων ἐπὶ καταστάσει τῶν ἁλόντων, τείχη τέ τινων περιεῖλε καὶ ἐλευθέρους πάντας καὶ αὐτονόμους
πλὴν τῶν Κορινθίων ἀφῆκε. τῆς δὲ Κορίνθου τούς τε οἰκήτορας ἀπέδοτο καὶ τὴν χώραν
ἐδημοσίωσε, τά τε τείχη καὶ τὰ ἄλλα οἰκοδομήματα πάντα κατέσκαψε, φοβηθεὶς μὴ καὶ αὖθις τινὲς πρὸς
αὐτὴν οἷα μεγίστην συστῶσιν. ἔνα δὲ μήτε τις ἐκείνων λάθῃ μήτε τῶν λοιπῶν τις Ἑλλήνων
πραθῇ ὡς Κορίνθιος, συνεκάλεσε, πρὶν ἐκφῆναι τὸ ποιητέον, πάντας τοὺς παρόντας, καὶ αὐτοὺς ἀφανῶς
πὼς τοῖς στρατιώταις ἐγκυκλωσάμενος ἐκήρυξε τήν τε τῶν ἄλλων ἐλευθερίαν καὶ τὴν τῶν Κορινθίων
δούλωσιν. ἔπειτα προσέταξε πᾶσι τῶν παρεστηκότων σφίσι λαβέσθαι, καὶ οὕτω σαφῆ τὴν διάκρισιν αὐτῶν ἐποιήσατο. 
 Καὶ ἡ μὲν Κόρινθος οὕτως ἀνάστατος γέγονε, τὸ δ᾿ ἄλλο Ἑλληνικὸν παραχρῆμα μὲν καὶ σφαγαῖς
καὶ χρημάτων ἐκλογαῖς ἐκακώθη, ἔπειτα ἔν τε ἀδείᾳ καὶ ἐν εὐδαιμονίᾳ τοσαύτῃ ἐγένετο
ὥστε λέγειν ὅτι, εἰ μὴ θᾶττον ἑαλώκεισαν , οὐκ ἂν ἐσέσωντο. 
 Ἡ μὲν οὖν Καρχηδὼν ἥ τε Κόρινθος αἰ ἀρχαῖαι ἐκεῖναι τοῦτο τέλος ἅμα ἔσχον, χρόνῳ δὲ πολλῷ
ὕστερον ἀποικίαν Ῥωμαίων λαβοῦσαι ἤνθησαν αὖθις καὶ εἰς τὴν παλαιὰν ἐπανῆλθον
κατάστασιν. 
 Τὰ μὲν οὑν μέχρι τοῦδε πεπραγμένα Ῥωμαίοις, βίβλων τυχὼν τῶν πάλαι ταῦτα
ἱστορησάντων ἀρχαίων ἀνδρῶν, ἐκεῖθεν ἐξείληφα κατ’ ἐπιτομὴν καὶ τῷ
συγγράμματι τούτῳ ἐντέθεικα, ἐπὶ δὲ τοῖς ἑξῆς ἆ τοῖς ὑπάτοις καὶ τοῖς δικτάτωρσιν ἐπράχθη μέχρις ἂν ταῖς ἀρχαῖς ταύταις τοῖς ἐν τῇ Ῥώμῃ διῳκεῖτο τὰ πράγματα, μή μέ τις αἰτιῷτο ὡς ἢ
καταφρονήσει ἢ ῥᾳθυμίᾳ ἢ ὄκνῳ ταῦτα παρελθόντα καὶ ἀτελὲς οἶον εἰακότα τὸ σύγγραμμα. οὐ γὰρ ῥᾳστώνῃ
μοι τὰ λείποντα παρεώραται, οὐδ’ ἡμιτελὲς ἑκὼν τὸ πόνημα καταλέλοιπα , ἀλλ’ ἀπορίᾳ
βίβλων αἵπερ αὐτὰ διεξίασι, καὶ ταῦτα πολλάκις ζητήσαντί μοι ταύτας , μὴ εὑρηκότι δ’ ὅμως, οὐκ οἶδα
εἴθ’ ὅτι μὴ σώζοιντο, τοῦ χρόνου διεφθαρκότος αὐτάς, εἴθ’ ὅτι μὴ φροντιστικώτερον τὴν τούτων ἴσως
ζήτησιν ἐποιήσαντο 
 οἷς αὐτὴν ἀνεθέμην , αὐτὸς ὑπερόριος ὣν καὶ πόρρω τοῦ ἄστεος ἐν νησιδίῳ ἐνδιαιτώμενος.
ὅτι γοῦν μοι ταῖς βίβλοις ταύταις νῦν οὐκ ἐξεγένετο ἐντυχεῖν, ἡμίεργος ἐντεῦθεν ὅσον ἐπὶ τοῖς τόν
ὑπάτων ἔργοις, ἀλλὰ μέντοι καὶ τοῖς τῶν δικτατώρων ἡ ἱστορία γεγένηται. παρελθὼν οὖν
αὐτὰ καὶ ἄκων, τὰ τῶν αὐτοκρατόρων συγγράψομαι, μικρά τινα προδιηγησάμενος, ἵν ὅθεν εἰς αὐταρχίαν ἐξ
ἀριστοκρατίας ἢ καὶ δημοκρατίας οἶ Ῥωμαῖοι μετηνέχθησαν δῆλον εἴη τοῖς ἀναγνωσομένοις τὸ σύγγραμμα,
ἅμα τε πρὸς τούτῳ καὶ ἀκολουθίας ἔχοιτο ἡ γραφή.

ΒΙΒΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΖΩΝΑΡΑ. 
 ΕΠΙΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΣΥΛΛΕΓΕΙΣΑ ΚΑΓΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣΑ ΠΑΡΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟΥ ΖΩΝΑΡΑ. Η ΜΕΝ ΠΡΟΤΕΡΑ
ΒΙΒΛΟΣ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΑ ΕΒΡΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΩΝ ΥΠΑΤΕΙΩΝ, ΑΥΤΗ ΔΕ ΤΑΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ
ΙΣΤΟΡΙΑΣ. 
 
 Ἐξ ἀρχῆς μὲν οὖν, ὡς ἐν τῇ προτέρᾳ βίβλῳ μοι προιστόρηται, βασιλεῦσιν ἡ τῶν Ῥωμαίων ἀνεῖτο
ἀρχὴ μέχρι τῆς τῶν Ταρκυνίων τυραννίδος καὶ καταλύσεως, ἔκτοτε δὲ στρατηγοῖς καὶ δικτάτωρσιν ὑπά-
τοις τε καὶ χιλιάρχοις , ἀλλὰ μὴν καὶ δημάρχοις ἡ τῶν κοινῶν διοίκησις ἀνετίθετο, καὶ
τοιαύταις πολιτείαις τὰ Ῥωμαίων ἰθύνετο μέχρι Πομπηίου Μάγνου καὶ Γαίου Ἰουλίου τοῦ Καίσαρος. υἱὸς
δὲ ἢν ὁ Πομπήιος Στράβωνος , ἑνὸς τῶν ἐπισήμων Ῥωμαίων καὶ στρατηγίας ἠξιωμένου , τῷ Κίννᾳ τε
ἀντιτεταγμένου τυραννικώτερον τῇ ἀρχῇ χρωμένῳ. ἤδη γὰρ ἐνόσει Ῥωμαίοις τὰ πράγματα ,
καὶ ἐπὶ τυραννίδα οἱ σφῶν ἀπέκλινον ἄρχοντες , ἀλλ’ οὐ νομίμως ἄρχειν ἐβούλοντο. ὁ μὲν οὖν πατὴρ αὐτοῦ Στράβων διὰ φιλοχρηματίαν ὑπὸ Ῥωμαίων μεμίσητο , ὁ δὲ Πομπήιος ἐφιλεῖτο διά τε πίστιν ἤθους καὶ τὸ
εὐέντευκτον καὶ 
 τὸ σῶφρον τὸ περὶ δίαιταν καὶ τὴν ἐν ὅπλοις ἄσκησιν. καὶ τοσοῦτον ἢν τὸ πρὸς αὐτὸν
φίλτρον ὡς δείσαντος αὐτοῦ τὸν Κίνναν ἐκ διαβολῆς καὶ τοῦ στρατοπέδου λάθρᾳ διεκπεσόντος , ἐπεί τε
μὴ ἦν ἐμφανὴς λόγου διαδοθέντος ὅτι ἀνῄρηται παρὰ Κίννα, ὥρμησαν κατ’ αὐτοῦ οἱ μισοῦντες
καὶ ἄλλως αὐτόν, καὶ ἀνῃρέθη Κίννας φεύγων καταληφθεὶς ὑπό του τῶν λοχαγῶν. 
 Οὕτω δὲ Κίννα φθαρέντος Κάρβων τὰ πράγματα διεδέξατο , ἐμπληκτότερος ἐκείνου
τύραννος. τοῦ Σύλλᾳ δ’ ἀντικαθισταμένου τῷ Κάρβωνι , τούτῳ προσετέθη
καὶ ὁ Πομπήιος· οὐ πρότερον μέντοι προσῆλθε πρὶν ἄν τινος χάριτος πρὸς ἐκεῖνον κατήρξατο. ἦν μὲν οὗν
τότε εἴκοσι καὶ τρία γεγονὼς ἔτη, καὶ στρατιωτικὸν καταλέξας περιῄει τὰς πόλεις, τοὺς
τὰ Κάρβωνος φρονοῦντας ἐξελαύνων αὐτῶν , καὶ πρὸς Σύλλαν ἀπιών. ἐν δὲ τῷ ἀπιέναι τρεῖς αὐτὸν
στρατηγοὶ τῶν προσκειμένων τῷ Κάρβωνι ἐκυκλώσαντο. ὁ δὲ τούτους τρεψάμενος τὰς πόλεις αὐτῷ προσχωρούσας ἐδέχετο. εἶτ’ αὖθις Σκιπέωνος τοῦ ὑπάτου ἐπιόντος αὐτῷ τὸ Σκιπίωνος
στρατιωτικὸν ἀσπασάμενον τοὺς τοῦ Πομπηίου αὐτῷ προσερρύησαν, ὁ δὲ Σκιπέων ἔφυγε. καὶ Κάρβωνος δὲ
ἱππέων ἴλας συχνὰς πέμψαντος κατ’ αὐτοῦ , καὶ ταύτας 
 ἐτρέψατο , ὡς δι’ ἀπόγνωσιν σωτηρίας ἑαυτοὺς αὐτῷ ἐγχειρίσαι. οὕτω δὲ αὐτὸν ὁ Σύλλας
ἐδέξατο ὡς ἀποπηδῆσαι τοῦ ἵππου καὶ προσαγορευθεὶς αὐτοκράτωρ ὑπὸ Πομπηίου καὶ αὐτὸς ἀντιπροσερεῖν
αὐτοκράτορα τὸν Πομπήιον. καὶ τἄλλα δὲ ταῖς πρώταις φιλοφροσύναις συνέβαινεν ·
ὑπεξανίστατο γὰρ προσιόντι τῷ Πομπηίῳ καὶ ἄλλα πρὸς τιμὴν ἐκείνου ἐποίει ἃ πρὸς ἄλλους οὐκ ὦπτο
ῥᾳδίως ποιῶν. ἐπεὶ δ’ ἐκράτησε τῆς Ἰταλίας ὁ Σύλλας καὶ δικτάτωρ ἀνηγορεύθη,
 τοὺς μὲν ἄλλους ἡγεμόνας καὶ στρατηγοὺς ἠμείβετο πλουτίζων καὶ
ἐπ’ ἀρχὰς καθιστῶν, Πομπήιον δὲ οἰκειώσασθαι ἔσπευσεν ἑαυτῷ· καὶ πείθει αὐτὸν τὴν γαμετὴν ἣν εἶχεν
ἀποπεμψάμενον ἀγαγέσθαι τὴν ἑαυτοῦ πρόγονον Αἰμιλίαν, ἣν ἡ Μετέλλα, ἣ τῷ Σύλλα συνῴκει ,
ἐκ Σκαύρου ἐγείνατο τοῦ προτέρου ἀνδρός. ἦν δὲ τὰ τοῦ γάμου τυραννικά · ἀνδρὶ γὰρ ἡ Αἰμιλία ἤδη
ἐκδέδοτο καὶ ἐκύει. 
 Οὕτω δ’ ὁ Σύλλας οἰκειωσάμενος τὸν Πομπήιον εἰς Σικελίαν ἀπέστειλε μετὰ
βαρείας δυνάμεως· ἦν γὰρ ἡ νῆσος τοῖς τοῦ Κάρβωνος ὁρμητήριον. καὶ ἀπελθόντος ἐκεῖ Πομπηίου οἱ μὲν
ἐναντίοι τῆς νήσου ἐξέστησαν , αὐτὸς δὲ τὰς πόλεις ἀνελάμβανε τετρυχωμένας καὶ φιλανθρώπως ἐκέχρητο. κατασχὼν δὲ καὶ τὸν Κάρβωνα ἀνεῖλεν. ἀκούων μέντοι
τοὺς στρατιώτας ἐν ταῖς ὁδοιπορίαις ἀτακτεῖν , σφραγῖδας ταῖς αὐτῶν μαχαίραις ἐπέβαλεν, ἣν ὁ μὴ
φυλάξας ἐκολάζετο.

Ταῦτα δὲ πράττων ἐν Σικελίᾳ ἐδέξατο γράμματα τῆς συγκλήτου καὶ Σύλλα κελεύοντα
πλεῖν εἰς Λιβύην καὶ πολεμεῖν Δομιτίῳ. καὶ ὁ μὲν ἐξέπλει, ἑπτάκις δὲ δὲ αὐτῷ τῶν ὑπὸ τὸν Δομίτιον
προσεχώρησαν. ἀντιτεταγμένου δὲ Δομιτίου συρρήγνυνται τὰ στρατεύματα , καὶ νικῶσιν οἱ Πομπηίου , καὶ
 ὁ Δομίτιος κτείνεται. τόν δὲ πόλεων αἱ μὲν εὐθὺς προσεχώρησαν , αἱ δὲ κατὰ κράτος
ἑάλωσαν. καὶ εἰς τὴν Νομαδικὴν ἐμβαλών, καὶ πάντων κρατήσας οἶς
ἐνέτυχε τεσσαράκοντα ταῖς πάσαις ἡμέραις, γράμματα δέχεται Σύλλα, ἀφεῖναι μὲν τὴν ἄλλην στρα- 
 
 τιάν, αὐτὸν δὲ μεθ’ ἑνὸς τάγματος περιμένειν εἰς Ἰτύκην τὸν διαδεξόμενον στρατηγόν.
ἐπὶ τούτοις αὐτὸς μὲν καθ᾿ ἑαυτὸν ἤχθετο, ὁ δὲ στρατὸς εἰς τοὐμφανὲς ἠγανάκτει. καὶ θέλοντος
προελθεῖν Πομπηίου, τοῦ τε Σύλλα κακῶς ἐμνημόνευον κἀκεῖνον οὐκ εἴων πιστεύειν τῷ
τυράννῳ ἑαυτόν. καὶ ὁ μὲν ἐπειρᾶτο πραύνειν αὐτούς, οἱ δὲ
μένειν αὐτὸν καὶ ἄρχειν ἐκέλευον, ἄχρις οὗ προσλιπαρούντων καὶ καταβοώντων ὤμοσεν ἀναιρήσειν ἑαυτόν,
εἰ βιάζοιντο· καὶ μόλις οὕτως ἐπαύσαντο. 
 Πρῶτον μὲν οὖν ἠγγέλη τῷ Σύλλα ἀφεστάναι Πομπήιον , εἶτα
πυθόμενος τἀληθὲς ἀπήντησεν αὐτῷ προσιόντι καὶ δεξιωσάμενος Μάγνον προσεῖπε μεγάλῃ φωνῇ· σημαίνει δὲ
μέγαν ὁ Μάγνος. θρίαμβον δὲ Πομπηίου αἰτοῦντος ὁ Σύλλας ἀντέλεγεν ὡς ὑπάτῳ ἢ στρατηγῷ
θριαμβεύειν νενόμισται , ἄλλῳ δὲ οὐδενί· εἰ δὲ Πομπήιος οὔπω γενειῶν ἀκριβῶς θριαμβεύσει, εἰ, ᾧ
βουλῆς διὰ τὴν ἡλικίαν οὐ μέτεστιν, ἐπίφθονος ἔσται αὐτῷ ἡ τιμή. ταῦτα τοῦ Σύλλα 
λέγοντος ὁ Πομπήιος οὐχ ὑπέπτηξεν , ἀλλ’ ἐννοεῖν ἔφη δεῖν ὅτι τὸν ἥλιον ἀνατέλλοντα πλείονες ἢ
δυόμενον προσκυνοῦσι , δηλῶν ἐντεῦθεν ὡς αὐτῷ μὲν ἡ δύναμις αὔξεται , ἐκείνῳ δὲ μειοῦταί τε καὶ
μαραί- νεται. πρὸς ταῦτα ὁ Σύλλας καταπλαγείς , δὶς ἐφεξῆς 
 “θριαμβευσάτω” ἐβόησεν. ὡς δὲ οἱ στρατιῶται ἐνοχλεῖν ἐβούλοντο καὶ θορυβεῖν, μὴ
τυχόντες ἡλίκων προσεδόκησαν , ὁ Πομπήιος ἀφήσειν ἔφη μᾶλλον τὸν θρίαμβον ἦι κολακεύσειν τοὺς
στρατιώτας. πρὸς ὃ Σερουίλιος ἀνὴρ ἐπιφανὴς καὶ ἀντιλέγων πρὶν πρὸς τὸν θρίαμβον
“νῦν’’, ἔφη, “ Πομπήιος καὶ Μάγνος ἀληθῶς καὶ ἄξιος θριαμβεῦσαι”. 
 Σύλλας δὲ ἠνιᾶτο μὲν ὁρῶν εἰς ὅσον πρόεισι δόξης καὶ δυνάμεως ὁ Πομπήιος ,
αἰσχυνόμενος δὲ κωλύειν ἡσυχίαν ἦγε. Λέπιδος μέντοι σπουδῇ Πομπηίου ὑπατείας τυχών, εἰς τὴν Σύλλα
δύναμιν ἐκείνου τελευτήσαντος ἑαυτὸν εἰσεποίει, καὶ εὐθὺς ἔνοπλος ἦν,
τὰ τῶν στάσεων ἀνακινῶν ὑπολείθμματα. καὶ ὁ Πομπήιος ἡγεμὼν
στρατεύματος ἀπεδείχθη κατὰ Λεπίδου, ἤδη πολλὰ τῆς Ἰταλίας κεκινηκότος καὶ τὴν ἐντός Ἄλπεων Γαλατίαν
διὰ Βρούτου κατέχοντος. τῶν μὲν οὑν ἄλλων ῥᾳδίως ἐκράτησεν ὁ Πομπήιος, ἀντικαθήμενος δὲ τῷ Βρούτῳ
ἐχρόνισεν. εἶτα ἑαυτὸν ὁ Βροῦτος αὐτῷ ἐνεχείρισεν , ἢ μεταβαλλόμενος ἢ προδοθείς. καὶ ὁ
μὲν ἀνῃρέθη, οὗπερ υἱὸς ἢν ὁ τὸν Καίσαρα ὕστερον διαχειρισάμενος Βροῦτος, Λέπιδος δὲ τῆς Ἰταλίας
ἐκπεπτωκὼς νόσω ἀπέθανεν. 
 Ὁ μέντοι Σερτώριος τὴν Ἰβηρίαν ἔχων φοβερὸς ἣν. καὶ πρὸς τοῦτον οὖν ὁ Πομπήιος
ἐστάλη, συμμαχήσων C Ὀππίῳ Μετέλλῳ μαχομένῳ πρὸς τὸν Σερτώριον. εἰς Ἰβηρίαν δὲ ἀφικόμενος πρῶτον μὲν
δυσὶ στρατηγοῖς ἀντικατέστη τοῦ Σερτωρίου, καὶ νικήσας ὑπὲρ μυρίους ἀπέκτεινεν· εἶτα καὶ αὐτῷ
Σερτωρίῳ προσμίξας ἀμφίδοξον ἔσχηκε τὸν ἀγῶνα. ἐπελθόντος δὲ Πομπηίῳ ὄντι ἱππότῃ ἀνδρὸς
μεγάλου πεζοῦ, ὁ μὲν Πομπήιος ὑπ’ ἐκείνου ἐπλήγη τὴν χεῖρα, ἐκεῖνος δὲ ὑπὸ Πομπηίου αὐτὴν ἀπεκόπη.
ἑνωθεὶς δὲ τῷ Μετέλλω ἐτίμησε τὸν ἄνδρα καὶ ἐτιμήθη. 
 
 Ἀλλὰ τοῦ Σερτωρίου δολοφονηθέντος ὑπὸ τῶν φίλων, Περπέννας ὁ τῶν αὐτοῦ ἡγεμόνων
κορυφαιότατος ἐπεχείρησεν ἐκείνῳ ποιεῖν ὁμοίως, τὰς ἐκείνου δυνάμεις
περιβαλόμενος. ἀλλ’ ὁ Πομπήιος ἀντιταξάμενος αὐτῷ ἐκράτησε πάντων · καὶ διεφθάρησαν οἱ
πλεῖστοι τῶν ἡγεμόνων ἐν τῇ μάχῃ, αὐτὸν δὲ ’τον Περπένναν ἑαλωκότα ζωὸν ἀπέκτεινε. καὶ 
προσμείνας ἐκεῖ καὶ καταστήσας τὰ πράγματα καὶ κατασβέσας τὰς ταραχὰς εἰς Ἰταλίαν ἀπήγαγε τὸν
στρατόν. ἦν δ’ ὑποψία καὶ δέος ὡς οὐ προήσεται τὸ στράτευμα, δι’ ὅπλων δὲ βαδιεῖται μοναρχίας κατάρχων. κατάρχων. ὁ δὲ καὶ ταύτην ἀνεῖλε τὴν ὑπόνοιαν, ἀφήσειν τὸ στράτευμα φήσας μετὰ τὸν
θρίαμβον. ἕν δ’ ἔτι οἶ βασκαίνοντες αὐτὸν ᾐτιῶντο, ὅτι τῷ δήμῳ μᾶλλον ἢ τῇ βουλῇ προσένεμεν ἑαυτόν ·
ὅπερ ἦν ἀληθές. οὐ γὰρ ἔστιν οὗτινος ἐμμανέστερον ὁ Ῥωμαίων 
 ἠράσθη δῆμος. ἐψηφίσθη γοῦν αὐτῷ ὑπατεία καὶ δεύτερος θρίαμβος· συνυπατεύειν δὲ αὐτῷ
καὶ ὁ Κράσσος ἐψηφίσθη αὐτοῦ σπουδάσαντος. ἀλλ’ ἀποδειχθέντες ὕπατοι διεφέροντο, καὶ ἐν μὲν τῇ βουλῇ
ὁ Κράσσος ἴσχυε μᾶλλον, παρὰ δὲ τῷ δήμῳ ἐκράτει Πομπήιος. παρῃτήσατο δὲ καὶ τὴν στρατη-
γίαν· καὶ ἔθους ὄντος τοῖς Ῥωμαίοις ἱππεῦσιν, ὅταν στρατεύσωνται τὸν νόμιμον χρόνον, ἄγειν τὸν ἵππον
εἰς ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς τιμητάς, καταριθμεῖσθαί τε τῶν στρατηγῶν καὶ αὐτοκρατόρων ἕκαστον ὑφ’ οἶς
ἐστρατεύσαντο, καὶ εὐθύνας διδόναι τῆς στρατείας καὶ οὕτως ἀφίεσθαι, νεμομένης τιμῆς ἢ
ἀτιμίας προσηκούσης τοῖς βίοις ἑκάστων, τότε προεκάθηντο μὲν οἱ
τιμηταὶ καὶ οἶ ἱππεῖς παρῄεσαν ἐξεταζόμενοι, ὤφθη δὲ καὶ Πομπήιος εἰς τὴν ἀγορὰν τὰ μὲν ἄλλα
παράσημα τῆς ἀρχῆς ἔχων, αὐτὸς δ’ ἄγων τὸν ἵππον διὰ χειρός. ἦν δὲ τοῦ δήμου θαῦμα καὶ
σιωπή. εἶτα ὁ εἷς τῶν τιμητῶν “ πυνθάνομαί σου’’ εἶπεν “ὦ Πομπήιε Μάγνε, εἰ πάσας ἐστράτευσαι τὰς
κατὰ νόμον στρατείας.” ὁ δὲ μεγάλῃ φωνῇ “ ἐστράτευμαι ἀπεκρίνατο, “καὶ πάσας ὑπ’ ἐμαυτῷ
αὐτοκράτορι.’ πρὸς τοῦτο ὁ δῆμος ἐξέκραγε, καὶ οἱ τιμηταὶ τοῖς πολίταις χαριζόμενοι ἀναστάντες
προέπεμπον αὐτὸν οἴκαδε.

Ἤδη δὲ τῆς ἀρχῆς περανθείσης ἀπέθετο αὐτὴν C ὁ Πομπήιος. καὶ μετὰ ταῦτα ὁ πειρατικὸς αὐτῷ
ἀνετέθη πόλεμος. ὥρμητο μὲν γὰρ ἡ πειρατικὴ δύναμις ἐκ Κιλικίας , ἐν τῷ Μιθριδατικῷ πολέμῳ ταῖς
βασιλικαῖς ὑπηρεσίαις χρήσασα ἑαυτήν · εἶτα Ῥωμαίων ἐν τοῖς ἐμφυλίοις πολέμοις
συμπεσόντων ἀλλήλοις, ἀφύλακτος οὖσα ἡ θάλασσα κατ’ ὀλίγον αὐτοὺς ἐφειλκύσατο· καὶ δύναμιν σχόντες
οὐ τοῖς πλέουσιν ἐπετίθεντο μόνον, ἀλλὰ καὶ νήσους καὶ πόλεις παραλίους παρεσπῶντο. ἐγένοντο δ᾿ οὑν
αἱ μὲν λῃστρικαὶ νῆες ὑπὲρ χιλίας, αἱ δὲ ἁλοῦσαι ὑπ’ αὐτῶν πόλεις ὑπὲρ τετρακοσίας.
πολλὰ δὲ καὶ τῶν ἀβάτων ἐξέκοψαν ἱερῶν , ἐνύβριζον δὲ καὶ τοῖς Ῥωμαίοις. ὁπότε γάρ τις ἀλοῦς
ἀνεβόησε Ῥωμαῖος εἶναι, ἐκπεπλῆχθαι προσ- ποιούμενοι καὶ δεδιέναι,
τούς τε μηροὺς ἐπαίοντο καὶ προσέπιπτον αὐτῷ· καὶ οἱ μὲν ὑπέδουν αὐτὸν κάλτια, οἱ δὲ
τήβεννον περιέβαλλον , οὕτω τε κατειρωνευσάμενοι τέλος ἐν μέσῳ πελάγει κλίμακα προβαλόντες ἐκέλευον
ἐκβαίνειν καὶ ἀπιέναι χαίροντα· εἰ δὲ μὴ βούλοιτο , ὠθοῦντες αὐτὸν κατέδυον. 
 
 Πάσης δὲ θαλάσσης ἀπλώτου τοῖς ἐμπόροις οὔσης, σπάνις ἦν τῶν ἀναγκαίων ἐν τῇ ἀγορᾷ. δόξαν
δὲ τὸν Πομπήιον ἐκπέμψαι κατὰ τῶν πειρατῶν, Γαβίνιος εἷς τῶν Πομπηίου συνήθων ἔγραψε νόμον οὐ
ναυαρχίαν, ἄντικρυς δὲ μοναρχίαν αὐτῷ διδόντα. ἐδίδου γὰρ ὁ νόμος αὐτῷ ἀρχὴν τῆς ἐντὸς
Ἡρακλείων στηλῶν θαλάσσης , ἠπείρου δὲ πάσης ἀπὸ θαλάσσης ἐπὶ 
τετρακόσια στάδια, καὶ πεντεκαίδεκα πρεσβευτὰς ἐκ τῆς βουλῆς ἑλέσθαι ἐπὶ τὰς κατὰ μέρος ἡγεμονίας,
χρήματα δὲ λαμβάνειν ἐκ τῶν ταμιείων καὶ τῶν τελῶν 
 
 ὅσα βούλοιτο, καὶ ναῦς διακοσίας. ταῦτα ὁ μὲν δῆμος προθύμως ἐδέξατο· οἶ δὲ τῆς
συγκλήτου εροφαμέστεροι φόβου ἄξιον ἐνόμιζον τὸ τῆς ἐξουσίας ἀπερίληπτον καὶ ἀόριστον, καὶ
ἀντέλεγον, πλὴν Καίσαρος · οὗτος δὲ συνηγόρει τῷ νόμῳ, οὐ διὰ τὸν Πομπήιον, τὸν δῆμον δὲ
θεραπεύων καὶ οἰκειούμενος ἑαυτῷ. τέως μέντοι ἐκυρώθη τὸ ψήφισμα. καὶ ὁ Πομπήιος εἰς ἐκκλησίαν ἐλθὼν
διπλάσια τὰ ἐψηφισμένα λαβεῖν διεπράξατο. διελὼν οὑν τὰ πελάγη καὶ διαστήματα τῆς
θαλάσσης εἰς μέρη τρισκαίδεκα, καὶ νεῶν ἀριθμὸν ἐφ’ ἑκάστῳ καὶ
ἄρχοντα τάξας, ἐκάθηρε τῶν λῃστηρίων τὸ Τυρρηνικὸν πέλαγος, τὸ Λιβυκόν, τὸ περὶ Σαρδόνα καὶ Κύρνον
καὶ Σικελίαν, ἡμέραις τεσσαράκοντα. εἶτα παραπλέων τὰς πόλεις μετὰ σπουδῆς 
 οὐ παρῆλθε τὰς Ἀθήνας. ἀναβὰς δὲ καὶ θύσας καὶ προσαγορεύσας τὸν δῆμον, εὗρεν ἐπιγραφὰς
εἰς αὐτὸν πεποιημένας, ὧν ἡ μὲν ἐντὸς τῆς πύλης ἔλεγεν Ἐφ’ ὅσον ὢν ἄνθρωπος οἶδας, ἐπὶ τοσοῦτον εἶ
θεός · η δ ἐκτὸς Προσεδοκῶμεν , προσεκυνοῦμεν , εἴδομεν, προπέμπομεν.

Κατελύθη μὲν οὖν ὁ πειρατικὸς πόλεμος καὶ τὰ πανταχοῦ τῆς
θαλάσσης ἐξῃρέθη λῃστήρια οὐκ ἐν πλείονι χρόνῳ μηνῶν τριῶν τούτων δὲ εἰς Ῥώμην 
ἀπαγγελθέντων γράφει νόμον εἰς τῶν δημάρχων ὁ Μάλλιος , παραλαβόντα Πομπήιον πᾶσαν τὴν χώραν ὅσης ὁ
Λεύκολλος ἦρχε, προσλαβόντα δὲ καὶ Βιθυνίαν, πολεμεῖν Μιθριδάτῃ καὶ Τιγράνῃ τοῖς βασιλεῦσιν, ἔχοντα
καὶ τὴν ναυτικὴν δύναμιν καἰ τὸ κράτος τῆς θαλάσσης , ὡς ἤδη τοῦτο εἰλήφει· τοῦτο δὲ ἦν
ἐφ’ 
 ἑνὶ συλλήβδην γενέσθαι τὴν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν. τὸ μὲν οὖν ψήφισμα ἐκυρώθη φοβηθέντων
τὸν δῆμον τῶν ἀριστοκρατικῶν καὶ σιωπησάντων , Πομπήιος δὲ δεξάμενος τὰ γράμματα λέγεται τὰς ὀφρῦς
συναγαγεῖν καὶ τὸν μηρὸν πατάξαι ὡς δυσχεραίνων καὶ 
βαρυνόμενος τὴν ἀρχήν. τὴν δ’ εἰρωνείαν οὐδ’ οἶ πάνυ συνήθεις αὐτῷ ῥᾷον ἤνεγκαν. τέως δὲ τὴν μεταξὺ
Φοινίκης καὶ Βοσπόρου θάλασσαν ἐπὶ φρουρᾷ τῷ στόλῳ διαλαβὼν αὐτὸς ἐβάδιζεν ἐπὶ Μιθριδάτην. ἐκείνου
δ᾿ ἐκλιπόντος ὅρος δύσμαχον ὡς ἄνυδρον, ἐν ᾧ ἐστρατοπεδεύετο , ὁ Πομπήιος κατέσχεν
αὐτό, καὶ τῇ φύσει τῶν βλαστανόντων καὶ ταῖς συγκλινίαις τῶν τόπων τεκμαιρόμενος ἔχειν πηγὰς τὸ
χωρίον, ὀρύσσειν ἐκέλευσε φρέατα. καὶ ταχὺ μεστὸν ἦν ὕδατος τὸ στρατόπεδον. ἔπειτα
περιστρατοπεδεύσας ἀπετείχιζεν αὐτόν. ὁ δὲ πέντε καὶ τεσσαράκοντα πολιορκηθεὶς ἡμέρας ἔλαθεν ἀποδρὰς μετὰ τῆς ἐρρωμενεστέρας δυνάμεως,
ἀποκτείνας τοὺς ἀχρήστους καὶ τοὺς νοσοῦντας. καταλαβὼν δὲ αὐτὸν περὶ τὸν Εὐφράτην ὁ Πομπήιος , ἔνα
μὴ φθάσῃ περάσας τὸν ποταμόν, ἐκ μέσων νυκτῶν ἐπῆγε τὴν στρατιάν. ἢν οὑν ἀνάγκη ὑπὲρ
τοῦ χάρακος μάχεσθαι. σελήνη δ ἦν καταφερομένη , ὃ τοὺς βασιλικοὺς ἔσφηλεν · εἶχον μὲν γὰρ κατὰ
νώτου τὴν σελήνην Ῥωμαῖοι, ἤδη δὲ περὶ δύσιν οὔσης αἱ σκιαὶ τόν σωμάτων πρόσθεν 
προιοῦσαι πολὺ δόκησιν παρεῖχον τοῖς πολεμίοις ἐγγίζειν τοὺς ‘Pωμαίους αὐτοῖς, καὶ τοὺς ὑσσοὺς ἀφέντες ἐφίκοντο οὐδενός · ὃ συνιδόντες Ῥωμαῖοι μετὰ κραυγῆς ἐπέδραμον καὶ
φεύγοντας ἔκτεινον, ὡς πολὺ πλείους μυρίων ἀποθανεῖν. αὐτὸς δὲ Μιθριδάτης μετὰ πλειόνων
διέφυγε. 
 Πομπήιος δὲ εἰς Ἀρμενίαν ἐνέβαλε, τοῦ νέου Τιγράνου καλοῦντος αὐτόν ἤδη γὰρ
ἀφειστήκει τοῦ πατρός. ὁ δὲ βασιλεὺς Τιγράνης ὑπὸ Λευκόλλου συντετριμμένος, ἥμερον δὲ πυνθανόμενος
τὸν Πομπήιον, ἑαυτόν τε παρέδωκε καὶ φρουρὰν ἐδέξατο περὶ τὰ βασίλεια. προσιὼν δὲ τῷ
Πομπηίῳ τήν τε κίταριν ἀφεῖλε τῆς κεφαλῆς καὶ ὥρμησε πρὸ ποδῶν αὐτὴν ἐκείνου θεῖναι καἰ καταβαλεῖν
ἑαυτόν. ἀλλ’ ὁ Πομπήιος τῆς δεξιὰς αὐτοῦ λαβόμενος προσηγάγετο καὶ 
πλησίον ἱδρύσατο, τὸν δ᾿ ἐκείνου υἱὸν ἐπὶ θάτερα, καὶ εἷπε τῶν μὲν ἄλλων δεῖν αἰτιᾶσθαι
Λεύκολλον, ὑπ’ ἐκείνου γὰρ ἀφῃρῆσθαι Συρίαν, Φοινίκην, Κιλικίαν, Γαλατίαν , Σωφηνήν, ἃ δὲ ἄχρις
αὐτοῦ διατετήρηται ἕξειν, Σωφηνῆς δὲ βασιλεύσειν τὸν υἱόν ἐπὶ τούτοις ὁ μὲν Τιγράνης ἠγάπησεν, ὁ δὲ
υἱὸς ἐδυσφόρει, καὶ κληθεὶς ἐπὶ δεῖπνον οὐκ ἔφη Πομπηίου δεῖσθαι τοιαῦτα τιμῶντος· καὶ
γὰρ αὐτὸς ἄλλον εὑρήσειν Ῥωμαιον. ἐκ τούτου δεθεὶς εἰς τὸν θρίαμβον ἐφυλάττετο. 
 Kαταλιπὼν δὲ Πομπήιος φρουρὸν Ἀρμενίας Ἀφράνιον ἴον αὐτὸς διὰ τῶν
περιοικούντων τὸν Καύκασον 
 ἐθνῶν ἐπὶ Μιθριδάτην ἑ βάδιζε. μέγιστα δὲ αὐτῶν εἰσιν ἔθνη Ἀλβανοί τε
καὶ Ἴβηρες, οἶ μὲν ἐπὶ τὰ Μεσχικὰ ὅρη καὶ τὸν Πόντον καθήκοντες, Ἀλβανοὶ δ᾿ ἐπὶ τὴν ἴω καὶ τὴν
Κασπίαν θάλασσαν. οὗτοι πρῶτον μὲν αἰτήσαντι Πομπηίῳ δίοδον ἔδοσαν, εἶτα γενόμενοι
τετρακισμυρίων οὐκ ἐλάττους προσέβαλον αὐτῷ, καὶ τραπέντες ἐφθάρησαν παμπληθεῖς. τῷ δὲ βασιλεῖ αὐτῶν
πέμψαντι πρέσβεις σπεισάμενος ἀπῄει ἐπὶ τοὺς Ἴβηρας μαχιμωτέρους ὄντας τῶν Ἀλβανῶν καὶ
μήτε Μήδοις μήτε Πέρσαις ὑπεῖξαντας, διαφυγόντας δὲ καὶ τὴν Μακεδόνων δυναστείαν, Ἀλεξάνδρου ταχέως ἐκ τῆς Ὑρκανίας ἀπάραντος. ἀλλὰ καὶ
τούτους μεγάλῃ μάχῃ τρεψάμενος πολλοὺς ἀνεῖλε καὶ πλείους ἐζώγρησεν. ἐντεῦθεν εἰς τὴν Κόλχων
ἐνέβαλεν. αὖθις δὲ Ἀλβανῶν ἀποστάντων ἤλαυνεν ἐπ’ αὐτοὺς δι’ ἀνύδρου καὶ ἀργαλέας ὁδοῦ, ὕδωρ ἐν
ἀσκοῖς πολλοῖς ἐπικομιζόμενος. καὶ συμβαλὼν λῶν αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ σφῶν βασιλέως
στρατηγουμένοις ἐνίκησε· καὶ αὐτὸν ἐπελθόντα οἱ καὶ βαλόντα ἐκ χειρὸς διελάσας ἀπέκτεινεν. ὅτε καὶ
Ἀμαζόνες λέγονται συμμαχῆσαι τοῖς Ἀλβανοῖς. μετὰ γὰρ τὴν μάχην σκυλευομένων τῶν νεκρῶν, πέλταις Ἀμαζονικαῖς οἱ Ῥωμαῖοι καὶ κοθόρνοις ἐνέτυχον, σῶμα δὲ
γυναικεῖον οὐδὲν εὑρέθη. νέμονται δὲ αὗται τὰ καθήκοντα πρὸς Ὑρκανίαν θάλασσαν τοῦ Καυκάσου. μέσον
δὲ τῶν Ἀλβανῶν καὶ αὐτῶν οἰκοῦσι Γἐλλαι καὶ Λίγυες. οἶς ἔτους ἑκάστου περὶ τὸν
Θερμώδοντα ποταμὸν εἰς ταὐτὸν φοιτῶσαι ὁμιλοῦσιν ἐπὶ δύο μῆνας· εἶτα καθ’ ἑαυτὰς ἀπαλλαγεῖσαι
βιοῦσι· τεκοῦσαι δὲ τὰ μὲν ἄρρενα κομίσασαι περὶ τὴν τῶν πατέρων ἐκτίθενται γῆν, τὰ δέ γε θήλεα
τρέφουσι. 
 
 Τῶν δὲ τοῦ Μιθριδάτου παλλακῶν ἀναχθεισῶν

πρὸς αὐτὸν οὐδεμίαν ἔγνω Πομπήιος. Στρατονίκη δέ, ἣ καὶ μέγιστον παρὰ Μιθριδάτῃ ἔσχεν
ἀξίωμα καὶ τό πολυχρυσότατον τῶν φρουρίων ἐφύλαττε, C δῶρά τε πολλὰ τῷ Πομπηίῳ προσήγαγε καὶ τὸ
φρούριον παρεδίδου. ὁ δὲ τῶν προσαχθέντων ὅσα κόσμον ἱεροῖς καὶ λαμπρότητα τῷ θριάμβῳ
παρεῖχον λαβὼν μόνα, τὰ λοιπὰ τὴν Στρατονίκην ἔχειν ἐκέλευσε. καὶ τοῦ βασιλέως δὲ τῶν Ἰβήρων κλίνην
καὶ τράπεζαν καὶ θρόνον χρυσᾶ πάντα πεπομφότος αὐτῷ, καὶ ταῦτα 
 
 τοῖς ταμίαις εἰς τὸ δημόσιον παραδέδωκεν. ὡς δὲ τὸν Μιθριδάτην ἐώρα φεύγοντα
χαλεπώτερον ἢ μαχόμενον, τούτῳ μὲν εἶπεν ἰσχυρότερον ἑαυτοῦ πολέμιον τὸν λιμὸν ἀπολείψειν, αὐτὸς δὲ
προῆγε σὺν στρατιᾷ. χειρωσάμενος δὲ δι’ Ἀφρανίου τοὺς περὶ Ἀμανὸν Ἄραβας, καταβὰς εἰς
Συρίαν ταύτην μὲν ἐπαρχίαν καὶ κτῆμα Ῥωμαίων ἀπέφηνε, τὴν δὲ Ἰουδαίαν
ὑπέταξε καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς Ἀριστόβουλον συνέλαβεν, ὡς ἐν τοῖς Ἰουδαϊκοῖς ἤδη ἱστόρηται. μέγα δ’ ἦν ὄνομα τῆς αὐτοῦ δυνάμεως καὶ μεῖζον τῆς ἀρετῆς καὶ πρᾳότητος. ὁ δὲ τῶν περὶ τὴν
Πέτραν Ἀράβων βασιλεὺς δείσας ἔγραψε Πομπηίῳ πάντα πείθεσθαι. ἠγγέλη μέντοι αὐτῷ τεθνεὼς καὶ ὁ
Μιθριδάτης, Φαρνάκου τοῦ υἱοῦ διαχρησαμένου αὐτόν. εἰς Ἀμινσὸν οὖν ἀφικομένῳ Πομπηίῳ
πολλὰ μὲν δῶρα παρὰ Φαρνάκου κεκόμιστο, πολλὰ δέ γε προσήνεκτο σώματα, καὶ αὐτὸς ὁ Μιθριδάτου
νεκρός. 
 Ἐπανιὼν δὲ λυπηρὰν τὴν ἐπάνοδον ἔσχηκε διὰ τὴν γυναῖκα
Μουκίαν ἐξυβρίσασαν παρὰ τὴν ἀποδημίαν αὐτοῦ· καὶ πλησιάσας τῇ Ἰταλίᾳ ἔπεμψεν ἐκείνῃ
τὴν ἄφεσιν. εἰς δὲ τὴν Ῥώμην λόγοι περὶ αὐτοῦ ἐγίνοντο καὶ θόρυβος ἦν ὡς τὸ στράτευμα τῇ πόλει
ἐπάξοντός τε καὶ μοναρχήσοντος. ὁ δὲ τῆς Ἰταλίας τε ἅμα ἐπέβη καὶ ἐκκλησιάσας τοὺς στρατιώτας
ἐκέλευσεν 
 ἕκαστον ἕκαστον πρὸς τὰ οἰκεῖα τρέπεσθαι, αὖθις δὲ συναθροισθῆναι διὰ τὸν θρίαμβον.
σκεδασθείσης δ' οὕτω τῆς στρατιᾶς ἄνοπλον αἱ πόλεις ὁρῶσαι Πομπήιον καὶ μετ’ ὀλίγων ἀπιόντα, ὑφ’
ἡδονῆς ἐκεχεόμεναι καὶ προπέμπουσαι συγκατῆγον εἰς τὴν Ῥώμην 
 μετὰ δυνάμεως πλείονος. τοῦ δὲ νόμου μὴ 
 ροῦντος πρὸ τοῦ θριάμβου παρελθεῖν εἰς τὴν πόλιν, πέμψας ἠξίου τὴν βουλὴν ὑπερθέσθαι
τὰς τῶν ὑπά- τῶν ἀρχαιρεσίας. Κάτωνος δ ἐναντιωθέντος οὐκ ἔτυχε ’ διὸ καὶ οἰκειώσασθαι τὸν ἄνδρα
ἠθέλησε. δυεῖν οὖν ἀδελφιδῶν οὐσῶν ἐκείνῳ , τὴν μὲν αὐτὸς ἐζήτει λαβεῖν, τὴν δὲ τῷ υἱῷ
συνοικίσαι. παραιτου- μένου δὲ τὴν ἀγχιστείαν τοῦ Κάτωνος, ὡς διαφθορὰν ἐσομένην αὐτῷ τοῦ τρόπου, ἡ
ἀδελφὴ καὶ ἡ γυνὴ ἐχαλέπαινον. Ἀφρανίῳ δὲ Πομπηίου ὑπατείαν μετι· ὄντος, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τὰς
φυλὰς ἀργύριον ἀνα- λίσκοντος , καὶ κακῶς ἐντεῦθεν ἀκούοντος ὡς ὤνιον τὴν ἀρχὴν ποιουμένου τοῖς μὴ ταύτης ἀξίοις, ὁ Κάτων πρὸς τὰς γυναῖκας Γ
τούτων ἔφη τῶν ὀνειδῶν κοινω- κοινωνητέον ἡμῖν οἰκείοις γενομένοις πρὸς τὸν Πομπήιον. ’ 
 Τοῦ δὲ θριάμβου τῷ μεγέθει καίπερ εἰς δύο ἡμέρας μερισθέντος ὁ χρόνος οὐκ
ἐξήρκεσεν, ἀλλὰ τῶν παρεσκευασμένων πολλὰ τῆς θέας ἐξέπεσε. γράμμασι δὲ προηγουμένοις ἐδηλοῦτο τὰ
γένη καθ’ ὣν ἐθριάμβευεν. ἦν δὲ ταῦτα, Πόντος, Ἀρμένια, Παφλαγονία , Καππαδοκία, Μηδία, Κόλχοι,
Ἴβηρες, Ἀλβανοί, Συρία, Κιλικία, Μεσοποταμία, τὰ περὶ Φοινίκην καὶ Παλαιστίνην,
Ἰουδαία, Ἀραβία, τὸ πειρατικὸν ἅπαν ἐν γῇ καὶ θαλάττῃ καταπεπολεμη- 
μένον ’ ἐν δὲ τούτοις φρούρια μὲν ἡλωκότα χιλίων οὐκ ἐλάττω , πόλεις δὲ οὐ πολὺ τῶν ἐνακοσίων ἀπο-
 δέουσαι, πειρατικαὶ δὲ νῆες ὀκτακόσιαι, κατοικίαι δὲ πόλεων μιᾶς δἐουσοι τεσσαράκοντα.
πρὸς δὲ τούτοις ἔφραζε διὰ τῶν γραμμάτων ὅτι πεντακισχί- λιαι μὲν μυριάδες ἐκ τῶν τελῶν ὑπῆρχον, ἐκ
δὲ ὧν αὐτὸς προσεκτήσατο μυρίας ὀκτακισχιλίας πεντακο- σίας Ῥωμαῖοι λαμβάνουσιν ,
ἀναφέρεται δὲ εἰς τὸ δημόσιον ταμιεῖον ἐν νομίσματι καὶ κατασκευαῖς ἀρ- γυρίου καὶ
χρυσίου δισμύρια τάλαντα, πάρεξ τῶν τοῖς στρατιώταις δεδομένων. αἰχμάλωτοι δὲ ἐπομπεύθησαν ἄνευ τῶν
ἀρχιπειρατῶν υἷός Τιγράνου τοῦ Ἀρμενίου μετὰ γυναικὸς καὶ θυγατέρων, αὐτοῦ τε Τιγράνου
τοῦ βασιλέως γυνὴ Ζωσίμη καὶ βασιλεὺς Ἰουδαίων Ἀριστόβουλος,
καὶ συγγενεῖς Μιθριδάτου, ἄλλοι τε πλείους. μέγιστον δὲ ὑπῆρξε πρὸς δόξαν αὐτῷ ὅτι τρὶς
τεθριαμβευκώς, τὸν μὲν πρῶτον ἐκ Λιβύης, τὸν δὲ δεύτερον ἐξ Εὐρώπης, τὸν δὲ τελευταῖον
ἀπὸ τῆς Ἀσίας κατάγων, τρόπον τινὰ τὴν οἰκουμένην ἐδόκει τοῖς τρισὶν ἐπῆχθαι θριάμβοις. ἦν δὲ τότε
ἐτῶν τεσσαράκοντα. 
 Σιτοδείας δὲ μετὰ ταῦτα τὴν Ῥώμην καὶ τὰ περὶ αὐτὴν κατασχούσης πλεύσας εἰς Σικελίαν καὶ
 Σαρδῶ καὶ Λιβύην ἤθροισε σῖτον. καὶ ἀνάγεσθαι μέλλων, τῶν κυβερνητῶν ὀκνούντων διὰ
πνεύματα βίαια, πρῶτος αὐτὸς ἐμβὰς τὰς ἀγκύρας αἴρειν ἐκέλευσε καὶ ἀνεβόησε “πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν δὲ
οὐκ ἀνάγκη.” τοιαύτῃ δὲ τόλμῃ χρώμενος καὶ ἀγαθῇ τύχῃ ἐνέπλησε τὰ ἐμπόρια σίτου, πλοίων δέ γε τὴν θάλασσαν. καὶ ὤνητο μὲν ἂν ἐνταῦθα τοῦ βίου παυσάμενος·
ὁ δὲ ἐπέκεινα χρόνος αὐτῷ τὰς μὲν εὐτυχίας ἤνεγκεν ἐπιφθόνους, ἀνήκεστα δέ γε τὰ δυστυχήματα.
προστεθεὶς γὰρ Καίσαρι, καὶ διὰ τῆς οἰκείας δόξης τε καὶ δυνάμεως ἐξάρας αὐτόν, ὑπ’
ἐκείνου ἀνατέτραπτό τε καὶ καταβέβλητο. 
 Ἵνα δὲ μὴ δὶς τὰ αὐτὰ ἱστορῆται, ἐν τοῖς περὶ Καίσαρος τὰ λοιπὰ τοῦ Πομπηίου εἰρήσεται, τῇ
περὶ ἐκείνου συνεμπίπτοντα ἱστορίᾳ.

Εὐτυχὴς δὲ ὁ Καῖσαρ ἐν στρατηγίαις γενόμενος 
 
 καὶ πολλοὺς κατωρθωκὼς πολέμους, μνηστευόμενος δ’ ἑαυτῷ
τὴν ἐκτοῦ δήμου ῥοπὴν αὐτὸν ἐθεράπευε· καὶ μοναρχίας ἐρῶν, ἐπεὶ ἐώρα τινὰς ἐναντίου μένους αὐτῷ, καὶ
μάλιστα τὸν Πομπήιον μέγα τότε δυνάμενον, τῇ Ῥώμῃ ἐξ Ἰβηρίας ἐπιδεδήμηκεν. ἣν πρὸ τούτου
λαχών, ὡς ταύτης ἐπέβη, ἐπὶ Λυσιτανοὺς καὶ Καλαίκους ἐστράτευσε· καὶ κρατήσας τούτων ἄχρι τῆς ἔξω
προῆλθε θαλάσσης, τὰ μὴ πρὶν ὑπείκοντα Ῥωμαίοις ἔθνη καταστρεφόμενος. καὶ ἀπηλλάγη τῆς ἐπαρχίας
εὐδοκιμῶν αὐτός τε πλούσιος γεγονὼς καὶ τοὺς στρατιώτας ὠφεληκώς. θέλων δ’ ἐπὶ τῇ νίκῃ
 θριαμβεῦσαι, πρὸς αὐτάς τε τὰς ὑπατικὰς ἀφιγμένος ἀρχαιρεσίας, καὶ
μνώμενος ἑαυτῷ ὑπατείαν, ἐν ἀντινομίᾳ ἐγένετο. τοὺς μὲν γὰρ θριαμβεύειν μέλλοντας ἔξω νενόμιστο
διατρίβειν τῆς πόλεως, τοὺς δὲ μετιέναι θέλοντας ὑπατείαν δι’ ἑαυτῶν τοῦτο πράττειν,
τοῖς ἀρχαιρεσιάζουσιν ἐντυγχάνοντας. καταφρονεῖ τοίνυν τοῦ θριάμβου, καὶ παρελθὼν εἰς τὴν πόλιν εἰς
ὑπατείαν παρήγγειλε. 
 Τῶν δὲ μέγα δυναμένων ἐν τῇ βουλῇ καὶ ὁ Κράσσος ὤν, πρὸς ὃν ὁ Καῖσαρ ᾠκείωτο,
ἀντιπολιτευόμενος τῷ Πομπηίῳ ἐτύγχανε. τούτους ὁ Καῖσαρ ἐκ διαφορὰς εἰς φιλίαν μετήνεγκε, καὶ ὑπ’
ἀμφοῖν ὥσπερ δορυφορούμενος εἰς ὑπατείαν προήχθη· καὶ αὐτίκα νόμους εἰσέφερε δι’ ὧν ᾠκειοῦτο τὸν
δῆμον. 
 ἔτι δὲ τὴν Πομπηίου ἰσχὺν ὁ Καῖσαρ ἑαυτῷ προσάπτων, τὴν οἰκείαν
θυγατέρα Ἰουλίαν αὐτῶ κατηγγύησε. γήμας οὖν αὐτὴν ὁ Πομπήιος ὅπλων τὴν ἀγορὰν αὐτίκα ἐνέπλησε, καὶ
τούς τε νόμους τῷ δήμῳ συνεπεκύρου, καὶ Καίσαρι τὴν ἐντός Ἄλπεων καὶ τὴν ἐκτὸς ἅπασαν
Κελτικὴν καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν μετὰ ταγμάτων τεσσάρων εἰς πενταετίαν προσέθετο. τῶν δ’
ἀντειπόντων ἐκ τῆς βουλῆς πρὸς ταῦτα περιυβρισθέντων, ὀλίγοι παντάπασιν ὑπατεύοντι τῷ Καίσαρι
συνῄεσαν εἰς βουλήν. εἰπόντος δέ τινος τῶν σφόδρα γερόντων ὡς φόβῳ
τῶν ὅπλων καὶ τῶν στρατιωτῶν οὐ συνέρχονται, “τί οὖν’’ ἔφη ὁ Καῖσαρ “οὐ καὶ σὺ ταῦτα
δεδιὼς οἰκουρεῖς; ὁ δὲ “ὅτι με ποιεῖ μὴ φοβεῖσθαι τὸ γῆρας’’ εἶπε· ‘‘βράχιστος γὰρ ὁ βίος ὃς ἔτι μοι
λείπεται. 
 Τοὺς δὲ Κελτικοὺς πολέμους μαχόμενος Ἑλβητίους μὲν καὶ Τιγυρηνοὺς κατεπολέμησε
καὶ ὑπέταξε, Γερμανοῖς δὲ συμμίξαι μέλλων, ὁρῶν τοὺς ἡγεμόνας ἀποδειλιῶντας, καὶ μάλιστα ὅσοι τῶν
ἐπιφανῶν ἦσαν καὶ νέων, ἐκέλευσεν ἀπιέναι καὶ μὴ κινδυνεύειν παρὰ γνώμην οὕτως ἀνάνδρως καὶ μαλακῶς
ἔχοντας, αὐτὸς δὲ ἔφη τὸ δέκατον τάγμα παραλαβὼν ἐπὶ τοὺς βαρβάρους πορεύεσθαι, μήτε κρείττοσι μέλλων Κίμβρων μάχεσθαι πολεμίοις μήτε αὐτὸς
Μαρίου χείρων ὢν στρατηγός. ἐκ τούτου ὁρμῆς καὶ προθυμίας γενόμενοι πλήρεις ἄπαντες ἠκολούθουν, καὶ
μαχεσάμενοι λαμπρῶς τοὺς ἐναντίους ἐτρέψαντο, ὥστε νεκρῶν μυριάδας ὀκτὰ γενέσθαι. ὁ δὲ
τούτων βασιλεὺς Ἀριόυστος φθάσας μετ’ ὀλίγων διεπέρασε τὸν Ῥῆνον. 
 Ταῦτα διαπραξάμενος εἰς τὴν περὶ Πάδον Γαλατίαν κατέβη, ἔνθα διατρίβων ἐδημαγώγει πολλῶν
 ἀπὸ Ῥώμης πρὸς αὐτὸν ἀφικνουμένων, τοῖς ἀπὸ τῶν πολεμίων χρήμασι τοὺς πολίτας
χειρούμενος. ἐκεῖθεν δὲ ἄλλοις ἔθνεσιν ἐπελθών, καὶ νικήσας περιφανῶς, αὖθις ἐν τοῖς περὶ Πάδον χωρίοις διαχειμάσων ὑπέστρεψς, στρεψε, τοὺς περὶ τὴν Ῥώμην εὔνους
ἑαυτῷ τιθέμενος χρήμασιν, ἆ τοῖς τὰς ἀρχὰς ἑαυτοῖς μνωμένοις χορηγῶν ἐκεῖνος τὸν δῆμον
τούτοις διαφθείρειν ἐποίει καὶ τοῖς τὰ χρήματα διδοῦσι ψηφίζεσθαι τὰς 
 οἶ δὲ πᾶν ὃ τὴν ἐκείνου δύναμιν αὔξειν ἔμελλεν ἔπραττον. εἶτα καὶ ἕτερα Κελτικὰ
νικήσας ἔθνη καὶ τὸν Ῥῆνον γεφυρώσας στρατῷ διέβη. ἐκεῖθεν δ᾿ ἐπαναζεύξας τὴν τῆς παιδὸς αὐτοῦ
τελευτήν, ἣ τῷ Πομπηίῳ συνῴκει μεμάθηκε, καὶ ὅτι τίκτουσα τέθνηκε, καὶ ὡς μετ’ ὀλίγον
καὶ τὸ τεχθὲν ἐπαπῆλθε τῇ μητρί. ὁ μὲν οὖν Καῖσαρ καὶ ὁ Πομπήιος πένθος ἔσχον ἐπὶ τῇ συμφορᾷ, καὶ οἱ φίλοι δ’ ἀμφοῖν βαρέως τὸ πάθος ἤνεγκαν, ὡς τοῦ
συνδέσμου λελυμένου τῆς αὐτῶν οἰκειότητος.

Ἤδη δὲ μέγας ὁ Καῖσαρ γενόμενος καὶ τὴν οἰκείαν δόξαν ἐπάρας ἐκ τῶν κατορθωμάτων,
ἀνταγωνιστὴν Πομπηίῳ ἑαυτὸν κατεστήσατο. καὶ Κράσσου ἐν Πάρθοις ἀπολωλότος, ὃς ἔφεδρος αὐτῷ τε καὶ
Πομπηίῳ ἐλέλειπτο, καταλύειν ἐμελέτα Πομπήιον, κἀκεῖνος αὖθις τὸν Καίσαρα. τῆς δὲ
πολιτείας νοσούσης, καὶ τῶν ἀρχὰς μετιόντων ὠνουμένων αὐτάς, τοῦ δὲ δήμου ὑπὲρ τῶν δεδωκότων οὐ
ψήφοις χρωμένων, ἁλλ᾿ ὅπλοις, καὶ τῆς πόλεως ὡς ἀκυβερνήτου κακῶς
φερομένης, τοῖς νουνεχεστέροις ἀγαπητὸν ἐδόκει εἰ πρὸς μοναρχίαν ἐκ τοσούτου κλύδωνος
καὶ μή τι χεῖρον περισταίη τὸ τῆς Ῥώμης πολίτευμα, ὡς ἄλλως ἀνήκεστα σφίσιν εἶναι τὰ πράγματα·
χρῆναι δὲ τοῦ πρᾳοτάτου τῶν ἰατρῶν ἀνασχέσθαι τὸ πάθος τουτὶ φαρμακεύοντος, ὑποδηλοῦντες δὴ τὸν
Πομπήιον. κἀκεῖνος μέντοι, εἰ καὶ λόγῳ παραιτεῖσθαι τὴν ἀρχὴν ὑπεκρίνετο, ἀλλ’ οἶς
ἐποίει ἔσπευδε δικτάτωρ ἀναδειχθήσεσθαι. ἵνα γοῦν μὴ βιάσαιτο ψηφισθῆναι δικτάτωρ, ὕπατον αὐτὸν
μόνον ἡ γερουσία προυβάλετο, τῇ μοναρχίᾳ παρηγορουμένη τούτου τὴν ἔφεσιν.` 
 
 

 
 Ἐκ τούτου πέμπων ὁ Καῖσαρ καὶ αὐτὸς ἐπὶ ὑπατείαν παρήγελλεν.
ἐναντιουμένων δ’ ἑτέρων ἐσιώπα Πομπήιος. ὡς δ’ ὁ Καῖσαρ πολλοὺς τὰ αὐτοῦ φρονεῖν ἀνέπεισε χρήμασι,
δείσας τὴν σύστασιν ὁ Πομπηιος ἀναφανδὸν δι’ ἑαυτοῦ καὶ τῶν φίλων ἐπραγματεύετο παυθῆναι
τὸν Καίσαρα τῆς ἀρχῆς ψηφιζόμενος· ὧν ἐκεῖνος οὐδ’ ὅλως ἐφρόντιζεν. ἠξίου δὲ ὁ Καῖσαρ αὐτόν τε ἅμα
καὶ τὸν Πομπήιον καταθεμένους τὰ ὅπλα ἰδιωτεῦσαι καὶ ἄμφω· εἰ δ’ αὐτὸν μὲν ἀφαιροῦνται
τὴν ἀρχήν, ἐκείνῳ δὲ βεβαιοῦσι, τὸν ἕτερον κατασκευάζουσι τύραννον. λέγεται δέ τινα τῶν παρὰ
Καίσαρος σταλέντων ταξιαρχῶν, μαθόντα μὴ διδόναι τὴν γερουσίαν τῆς ἀρχῆς χρόνον τῷ Καίσαρι, “ἀλλ᾿ αὕτη” φάναι “δώσει”, κρούσαντα τῇ χειρὶ τὴν τοῦ ξίφους
λαβήν. εἶτα γνώμη εἰσήνεκτο, εἰ μὴ ἐν ὡρισμένῃ μένῃ ἡμέρᾳ Καῖσαρ τὰ ὅπλα κατάθηται, ἡγεῖσθαι τὸν
ἄνδρα πολέμιον. Ἀντωνίου δὲ καὶ τῶν πραττόντων τὰ Καίσαρος ἀξιούντων καὶ Καίσαρα καὶ Πομπήιον τὰς
ἀρχὰς ἀποθέσθαι, τῇ γνώμῃ πάντες συνέθεντο. ἐπεὶ δὲ παρὰ Καίσαρος ἧκον ἐπιστολαὶ τῶν
μὲν ἄλλων ἐξισταμένου, τὴν δ᾿ ἐντὸς Ἄλπεων ἐπαρχίαν καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν ἀξιοῦντος αὐτῷ δοθῆναι μετὰ
δυεῖν ταγμάτων, τἄλλα μὲν ἐδίδου Πομπήιος, τοὺς δέ γε στρατιώτας
ἀφῄρει. οἶ δ’ ὑπατεύοντες καὶ τῆς βουλῆς ἐξήλασαν τὸν Ἀντώνιον καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ. οἱ δὲ
διὰ φόβον ἐν δουλικαῖς ἐσθῆσι μετημφιεσμένοι ἐπὶ ζευγῶν μισθίων τῆς Ῥώμης ἐξῄεσαν. ὃ τοὺς στρατιώτας
παρώξυνεν, ἄνδρας ἐλλογίμους καὶ ἄρχοντας περιυβρισμένους ὁρῶντας. Καῖσαρ δὲ πολλοὺς
λογισμοὺς κινήσας καὶ διαφόρων γνωμῶν γεγονώς, τέλος τοῦτο δὴ τὸ κοινὸν ὑπειπὼν “ἐρρίφθω κύβος”
ὥρμησε, καὶ τὸν ποταμὸν Ῥουβίκον διέβη, καὶ τὸ Ἀρίμινον κατέσχε, μεγάλην πόλιν τῆς
Κελτικῆς. λέγεται δὲ τῇ πρὸ τῆς διαβάσεως νυκτὶ ὄναρ ἰδεῖν ἔκθεσμον·
ἐδόκει γὰρ αὐτὸς τῇ ἑαυτοῦ μητρὶ μίγνυσθαι τὴν ἄρρητον μίξιν. 
 Ἐπεὶ δὲ τὸ Ἀρίμινον κατελήφθη, ὡς ὑπὸ Πνευμάτων ἡ
Ῥώμη πιμπλαμένη σάλου καὶ κλύδωνος, μικροῦ αὐτὴ ὑφ’ ἑαυτῆς ἀνετέτραπτο. οἵ τε γὰρ ὕπατοι καὶ οἱ
πλείους τῶν βουλευτῶν ἔφευγον, καὶ αὐτὸν δὲ Πομπήιον ἔκπληξις εἶχε, καὶ ἄλλος ἀλλαχόθεν τόν ἄνδρα
ἐτάραττον αἰτιώμενοι ὡς καθ’ ἑαυτοῦ καὶ τῆς πολιτείας αὐξήσαντα Καίσαρα, καὶ οὐδεὶς εἴα
αὐτὸν τοῖς οἰκείοις χρήσασθαι λογισμοῖς. διὸ καὶ τὴν πόλιν ἐξέλιπεν, ἕπεσθαι τὴν γερουσίαν κελεύσας.
εἵποντο δ’ οἱ πλείους, τὴν μὲν φυγὴν ὡς πατρίδα αἱρούμενοι διὰ τὸν
Πομπήιον, τὴν δὲ Ῥώμην ὡς Καίσαρος στρατόπεδον φεύγοντες. ὅτε καὶ Λαβιηνός, ἀνὴρ τοῖς
φίλοις Καίσαρος ἀριθμούμενος καὶ συνηγωνισμένος ἐν πολέμοις αὐτῷ προθυμότατα, ἀφεὶς ἐκεῖνον ἀφίκετο
πρὸς Πομπήιον. ᾧ καὶ καταλιπόντι αὐτὸν ὁ Καῖσαρ τά τε χρήματα καὶ τὰς ἀποσκευὰς 
ἐξαπέστειλε. Δομίτιος δὲ κατέχων Κορφίνιον ἐπελθόντος αὐτῷ Καίσαρος ἀπογνοὺς τὰ καθ’ ἑαυτὸν φάρμακον
ἔπιεν ὡς θανούμενος· εἶτα θαυμαστῇ φιλανθρωπίᾳ μαθὼν πρὸς τοὺς ἁλισκομένους τὸν Καίσαρα χρώμενον,
ἑαυτὸν ἐθρήνει. ὑπνωτικὸν δ’ εἶναι 
 τὸ φάρμακον καὶ οὐ θανάσιμον εἰπόντος τοὐ ἰατροῦ, ἀπῄει πρὸς Καίσαρα,
καὶ λαβὼν δεξιὰν αὖθις διεξέπεσε πρὸς Πομπήιον.

Ταῦτα εἰς τὴν Ῥώμην ἀπαγγελλόμενα τοὺς ἀνθρώπους ἡδίους ἐποίει, καί τινες ἐπανέστρεφον. 
 
 πολὺς δὲ γεγονὼς ὁ Καῖσαρ ἤδη ἐπ’ αὐτὸν ἐχώρει Πομπήιον. ὁ δὲ φυγὼν εἰς Βρεντέσιον
ἐξέπλευσεν. ἀπορῶν δὲ νηῶν ὁ Καῖσαρ εἰς τὴν ῥώμην ἀνέστρεψε, καὶ πάσης τῆς Ἰταλίας ἀναιμωτὶ κύριος
γέγονεν ἡμέραις ἐξήκοντα. εὑρὼν δὲ καὶ τὴν πόλιν καθεστῶσαν, καὶ τῶν ἀπὸ τῆς βουλῆς
συχνοὺς ἐν αὐτῆ̣, τούτοις ἐπιεικῆ διειλέχθη, ἀξιῶν αὐτοὺς πρὸς Πομπήιον ἀποστέλλειν ἐπὶ συμβάσεσιν.
ἐπείσθη δ’ οὐδείς. τοῦ δὲ δημάρχου Μετέλλου κωλύοντος αὐτὸν ἐκ
τῶν ἀποθέτων χρημάτων λαμβάνειν, καὶ νόμους προσφέροντος, ἴφη μὴ τὸν αὐτὸν ὅπλων καὶ
νόμων εἶναι καιρόν· “δὲ νῦν μὲν ἐκποδὼν ἄπιθι· παρρησίας γὰρ οὐ δεῖται πόλεμος. ὅταν δὲ τὰ ὅπλα
κατάθωμαι, τότε δημαγωγήσεις. καὶ ταῦτα ἔφη ‘‘τῶν ἑαυτοῦ δικαίων ὑφιέμενος· ἐμὸς γὰρ εἶ
καὶ σὺ καὶ πάντες ὅσους τῶν πρὸς ἐμὲ στασιασάντων συνέλαβον.” μὴ φαινομένων δὲ τῶν κλειδῶν ἐκκόπτειν
ἐκέλευεν. αὖθις δὲ τοῦ Μετέλλου κωλύοντος, καί τινων ἐπαι- νούντων, ἠπείλησεν ἀποκτενεῖν αὐτόν, εἰ
μή παύσαιτο, εἰπών “μειράκιον, ἀγνοεῖς ὅτι δυσκολώτερόν 
ἐστί μοι εἰπεῖν ἢ πραξαι;” 
 Ἐστράτευσε δ’ εἰς Ἰβηρίαν, καὶ τὰς ἐκεῖ δυνάμεις καὶ τὰς ἐπαρχίας ὑφ’ ἑαυτὸν ποιησάμενος
οὕτως ἐπὶ Πομπήιον ἤλαυνεν. αἱρεθεὶς δὲ δικτάτωρ ὑπὸ τῆς βουλῆς φυγάδας τε κατήγαγε καὶ
ἄλλων ἥψατο πολιτευμάτων. ἐν ἡμέραις δὲ ἕνδεκα τὴν μὲν μοναρχίαν ἀπειπάμενος, ὕπατον δὲ ἀναδείξας
ἑαυτὸν καὶ Σερουίλιον Ἰσαυρικόν, εἴχετο τῆς στρατείας. καὶ διαβὰς τὸν Ἰόνιον Ὤρικον καὶ Ἀπολλωνίαν
αἴρει. ἐξ Ἀπολλωνίας δὲ κρύφα πάντων εἰς πλοῖον ἐμβὰς δωδεκάσκαλμον ἐν ἐσθῆτι
θεράποντος ἀναχθῆναι πρὸς τὸ Βρεντέσιον ἐβουλεύσατο, τοῦ πελάγους ὑπὸ 
 τῶν πολεμίων περιεχομένου στόλοις μεγάλοις. χειμῶνος δὲ ὄντος ὁ πλοῦς ἄπορος ἐδόκει τῷ
κυβερνήτῃ, καὶ μεταβαλεῖν ἐκέλευσε τοὺς ναύτας ὡς ἀποστρέψων τό πλοῖον. ὁ δὲ Καῖσαρ ἀναδείκνυσιν
ἑαυτόν. καὶ τοῦ κυβερνήτου πρὸς τὴν ὄψιν ἐκπεπληγμένου “τόλμα καὶ μὴ δέδιθι” ἔφη,
“Καίσαρα φέρεις καὶ τὴν Καίσαρος τύχην συμπλέουσαν.” 
 Κατέπλευσε δὲ καὶ Ἀντώνιος τὰς δυνάμεις ἄγων. καὶ θαρρήσας Καῖσαρ προυκαλεῖτο Πομπήιον. ἀεὶ
δέ τινες περὶ τοῖς ἐρύμασι Πομπηίου μάχαι σποράδες ἐγίνοντο, καὶ περιῆν ὁ Καῖσαρ πάσαις
πλὴν μιᾶς, ἐν ᾗ τροπῆς γενομένης μεγάλης ἐκινδύνευσε μὲν ἀπολέσαι τὸ στρατόπεδον, καὶ αὐτὸς δὲ παρὰ μικρὸν ἦλθεν ἀποθανεῖν.
φεύγοντι γὰρ ἀνδρὶ μεγάλῳ καὶ ῥωμαλέῳ τὴν χεῖρα ἐπιβαλὼν μένειν ἐκέλευε καὶ στρέφεσθαι
πρὸς τοὺς πολεμίους· ὁ δὲ μεστὸς ὣν ταραχῆς ἐπῆρε τὴν μάχαιραν ὡς πλήξων αὐτόν, καὶ ἔπληξεν ἄν, εἰ
μὴ ὁ τοῦ Καίσαρος ὑπασπιστὴς τὸν ὦμον ἐκείνου φθάσας ἀπέκοψεν. οὕτω δ’ ἀπέγνω τότε Καῖσαρ τὰ καθ’
ἑαυτὸν ὥστε τοῦ Πομπηίου ἔργῳ μεγάλῳ μὴ ἐπιθέντος τέλος, ἀλλὰ καθείρξαντος τοὺς
φεύγοντας εἰς τὸν χάρακα καὶ ἀναχωρήσαντος, εἷπεν ὁ Καῖσαρ ‘σήμερον ἡ νίκη παρὰ τοῖς πολεμίοις ἐγένετο ἄν, εἰ τὸν νικῶντα εἶχον. 
 Ἐκεῖθεν δὲ μεταστὰς τὸν στρατὸν εἰς Μακεδονίαν προῆγεν ἐπὶ Σκιπίωνα. τοῦτο τὴν
Πομπηίου στρατιὰν ἐπῆρε καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν ἡγεμόνας ὡς ἡττημένου καὶ φεύγοντος Καίσαρος διώκοντας
ἕπισθαι. εὐλαβῶς δ’ εἶχε πρὸς τοῦτο Πομπήιος, καὶ ἠξίου τρίβειν καὶ μαραίνειν τὴν τῶν πολεμίων
ἀκμήν. τὴν δὲ γνώμην μόνος ἐπῄνει Κάτων, φειδοῖ τῶν πολιτῶν. ὅς γε καὶ τοὺς πεσόντας
τῶν πολεμίων ὡς εἰς χιλίους ὄντας ἰδὼν ἀπῆλθεν ἐγκαλυψάμενος καὶ καταδακρύσας. οἶ δ’
ἄλλοι πάντες ἐκάκιζον φυγομαχοῦντα Πομπήιον. ἐντεῦθεν καὶ ἄκων εἰς μάχην ἐχώρει, διώκων τὸν Καίσαρα. ὡς δὲ εἰς τὴν Φαρσαλίαν ἐμβαλόντες ἀμφότεροι
ἐστρατοπεδεύσαντο, ὁ μὲν Πομπήιος αὖθις τῆς πρῴην εἴχετο γνώμης, φασμάτων οὐκ αἰσίων αὐτῷ γενομένων
καὶ καθ’ ὕπνον ὄψεως τινος, ἐδόκει γὰρ ἑαυτὸν ὁρᾶν ἐν τῷ θεάτρῳ ὑπὸ Ῥωμαίων κροτοῦ μένον, οἶ δὲ περὶ
αὐτὸν θρασεῖς ἦσαν καὶ τὴν νίκην ταῖς ἐλπίσι προειληφότες. 
 Ὁ δὲ Καῖσαρ ἠρώτα τοὺς οἰκείους στρατιώτας εἰ καθ’ ἑαυτοὺς αἱροῦνται μαχέσασθαι ἢ
περιμένειν καὶ ἑτέρους ἤδη ὄντας ἐγγύς· οἶ δὲ μὴ περιμένειν ἐδέοντο. θύσαντι δὲ τῷ Καίσαρι ὁ μάντις
ἐσήμαινε τριῶν ἡμερῶν πρὸς τοὺς πολεμίους κριθήσεσθαι. ἐρομένου δὲ Καίσαρος περὶ τοῦ
τέλους τί προορᾷ, μεγάλην εἶπεν ἐπὶ τὰ ἐναντία δηλοῦσθαι μεταβολὴν
καὶ μετάπτωσιν· “εἰ μὲν οὖν εὖ πράττεις ἐν τῷ παρόντι, τὴν χείρονα προσδόκα τύχην, εἰ δὲ κακῶς, τὴν ἀμείνονα.”

Τῇ’ δὲ πρὸ τῆς μάχης νυκτὶ τὰς φυλακὰς περιιόντος περιιόντος περὶ τό μεσονύκτιον Καίσαρος
ὤφθη λαμπὰς οὐρανίου πυρός, ἣν τὸ αὐτοῦ ὑπερενεχθεῖσαν στρατόπεδον ἔδοξε λαμπρὰν καὶ φλογώδη
γενομένην εἰς τὸ τοῦ Πομπηίου πεσεῖν. ἤδη δὲ διαλαμψάσης ἡμέρας οἶ σκοποὶ καταβαίνειν
ἀπήγγελλον ἐπὶ μάχῃ τοὺς πολεμίους. περιχαρὴς δὲ γενόμενος ὥρμησεν 
εἰς μάχην, καὶ συμβαλὼν τοῖς τοῦ Πομπηίου τρέπεται τούτους. Πομπήιος δὲ κατιδὼν τοὺς ἱππεῖς φυγῇ σκεδασθέντας οὐκέτι ἦν ὁ αὐτὸς οὐδ’ ἐμέμνητο Πομ- 
 πήιος ὢν Μάγνος, ἀλλ᾿ ὡς ὑπὸ θεοῦ βλαπτόμενος ᾤχετο ἄφθογγος ἀπιὼν ἐπὶ σκηνήν, καὶ
καθήμενος ἐκαραδόκει τὸ μέλλον. ὡς δὲ τοὐ χάρακος ἐπέβαινον οἱ πολέμιοι, φεύγοντι πρέπουσαν στολὴν
ἐνδὺς ὑπεξῆλθεν. 
 
 Ὁ δὲ Καῖσαρ καὶ τοῦ χάρακος τῶν πολεμίων ἐκράτησε καὶ τοὺς ἁλόντας ζώους τοῖς ἑαυτοῦ
κατέμιξε τάγμασι, πολλοῖς δὲ καὶ τῶν ἐπιφανῶν ἄδειαν ἐδωκεν· ὧν καὶ Βροῦτος ἦν ὁ κτείνας αὐτὸν
ὕστερον. ἐδίωκε δὲ τὸν Πομπήιον. ὁ δὲ πλοίου ἐπιβὰς φορτηγοῦ καὶ παραπλεύσας ἐπ᾿ Ἀμφιπόλεως εἰς Μιτυλήνην κατήχθη, βουλόμενος
τὴν γυναῖκα Κορνηλίαν ἀναλαβεῖν ἐκεῖθεν καὶ τὸν υἱόν. ἡ δὲ ἦν θυγάτηρ Μετέλλου Σκιπίωνος,
συνοικήσασα μὲν ἐκ παρθενίας Ποπλίῳ τῷ Κράσσου παιδί, ἐκείνου δὲ τεθνηκότος ἐν Πάρθοις
γαμηθεῖσα τῷ Πομπηίῳ. ἦν δὲ ἡ κόρη καὶ τὴν Sραν διαπρεπής, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ περὶ γράμματα καλῶς
ἤσκητο καὶ περὶ λύραν καὶ γεωμετρίαν, καὶ λόγων φιλοσόφων εἴθιστο χρησίμως ἀκούειν, καὶ προσῆν
τούτοις ἦθος περιεργίας καθαρόν. 
 ἀκούσασα τοίνυν ἥκειν Πομπήιον μετὰ νηὸς μιᾶς καὶ αὐτῆς ἀλλοτρίας φεύγουτα, κατέπεσε χαμᾶζε καὶ ἄναυδος ἔκειτο. μόλις δ᾿ οὖν εἰς
ἑαυτὴν ἐλθοῦσα ἐξέδραμεν ἐπὶ θάλασσαν. ἀπαντήσαντος δὲ τοῦ Πομπηίου καὶ ἐναγκαλισαμένου “ὁρῶ σε”
εἶπεν “ἄνερ, οὐ τῆς σῆς τύχης ἔργον, ἀλλὰ τῆς ἐμῆς, προσερριμμένον ἑνὶ σκάφει, τὸν πρὸ
τῶν τῆς Κορνηλίας γάμων πεντακοσίαις ναυσὶ ταύτην παραπλεύσαντα τὴν θάλασσαν. ὡς εὐτυχὴς μὲν ἂν
ἤμην γυνὴ πρὸ τοῦ Πόπλιον ἐν Πάρθοις ἀκοῦσαι τὸν παρθένιον ἄνδρα κείμενον ἀποθανοῦσα,
σώφρων δὲ μετ᾿ ἐκεῖνον, ὥσπερ ὥρμησα, τὸν ἑαυτῆς προεμένη βίον.
ἐσωζό- μὴν δὲ καὶ σοί, Πομπήιε Μάγνε, γενήσεσθαι συμφορά”. ὁ δὲ πρὸς ταῦτα “μίαν
ἄρα, Κορνηλία, τύχην ᾔδεις” ἔφη “τὴν ἀμείνονα, ἣ καὶ σὲ ἴσως ἐξηπάτησεν, ὅτι μοι πλέον τοῦ συνήθους
παρέμεινεν. ἀλλὰ καὶ ταῦτα δεῖ φέρειν ἀνθρώπους ὄντας, καὶ τῆς τύχης ἔτι πειρατέον. οὐ
γὰρ ἀνέλπιστον ἐκ τούτων εἰς ἐκεῖνα μεταπεσεῖν τὸν ἐξ ἐκείνων ἐν τούτοις γενόμενον.” 
 Ἀναλαβὼν δὲ τὴν γυναῖκα καὶ τοὺς φίλους ἐκομίζετο. καὶ εἰς Ἀττάλειαν ἐλθών, πόλιν τῆς
Παμφυλίας, εὗρε καὶ τριήρεις ἐκ Κιλικίας καὶ στρατιώτας, καὶ πολλοὶ τῶν συγκλητικῶν
περὶ αὐτὸν συνελέγησαν. πολλῶν δὲ γενόμενος λογισμῶν, ἐνίκησε
τελευταῖον φεύγειν εἰς Αἴγυπτον. καὶ μαθὼν Πτολεμαῖον διάγειν εἰς τὸ Πηλούσιον, ἐκεῖ κατηνέχθη. Πτολεμαίου δὲ ὄντος κομιδῇ νέου διεῖπε τὰ πράγματα Ποθεινὸς ὁ εὐνοῦχος. καὶ μαθὼν περὶ
Πομπηίου ἤθροισε βουλὴν τῶν παρ’ αὐτῷ δυναμένων τὰ μέγιστα. καὶ οἶ μὲν ἀπελαύνειν Πομπήιον
συνεβούλευον, οἱ δὲ δέχεσθαι· ὁ δὲ Χῖος Θεόδοτος ὁ ῥήτωρ γνώμην εἰσήνεγκεν ἀνελεῖν
αὐτόν, ἐπειπὼν ὅτι νεκρὸς οὐ δάκνει. ἐστάλησαν οὖν τινες τόν ἄνδρα μετακαλούμενοι. ὡς δ’ εἶδον οἱ
μετ’ αὐτοῦ οὐ βασιλικὴν οὐδὲ λαμπρὰν τὴν ὑποδοχήν, ἀλλ’ ἐπὶ μιᾶς ἁλιάδος προσπλέοντας ὀλίγους
ἀνθρώπους, ὑπώπτευσαν 
 τὴν ὀλιγωρίαν, καὶ τῷ Πομπηίῳ παρῄνουν τὴν ναῦν εἰς πέλαγος ἀνακρούεσθαι. πελαζούσης δὲ
τῆς ἁλιάδος μετελθεῖν εἰς αὐτὴν ἠξίουν αὐτὸν ἑλληνιστὶ ἀσπασάμενοι, τέναγος λέγοντες εἶναι πολύ, καὶ
βάθος οὐκ ἔχειν οὐδὲ πλώιμον εἶναι τριήρει τὴν θάλασσαν, ὑπόψαμμον οὖσαν. ἀσπασάμενος
οὖν τὴν Κορνηλίαν προαποθρηνοῦσαν αὐτοῦ τὸ τέλος, καὶ δύο ἑκατοντάρχους προσεμβῆναι κελεύσας καὶ τῶν
 ἀπελευθέρων ἔνα Φίλιππον καὶ θεράποντα Σκύθην ὄνομα, στραφεὶς πρὸς τὴν γυναῖκα καὶ τὸν
υἱὸν εἶπε Σοφοκλέους ἰαμβεῖα 
 ὅστις δὲ πρὸς τύραννον ἐμπορεύεται 
 κεινοὐστὶ δοῦλος, κἂν ἐλεύθερος μόλῃ. 
 
 ταῦτα φθεγξάμενος ἐνέβη. καὶ συχνοῦ διαστήματος ὄντος ἐπὶ τὴν γῆν, ὁ Πομπήιος ἔχων ἐν
βιβλίῳ μικρῷ λόγον ὑπ’ αὐτοῦ γεγραμμένον Ἑλληνικόν, ᾡ παρεσκεύαστο χρήσασθαι πρὸς τὸν Πτολεμαῖον,
ἀνεγίνωσκεν. ὡς δὲ τῇ γῇ προσεπέλαζον, ἡ μὲν Κορνηλία μετὰ τῶν φίλων ἐκ τῆς τριήρους
περιπαθὴς οὐσα τὸ μέλλον ἀπεσκόπει, ἐν τούτῳ δὲ τὸν Πομπήιον, τῆς τοῦ Φιλίππου λαμβανόμενον χειρὸς
ὡς ἐξανασταίη, Σεπτίμιος ὄπισθεν τῷ ξίφει διελαύνει πρῶτος, εἶτα καὶ
Ἀχιλλᾶς καὶ ἕτεροι. ὁ δὲ ταῖς χερσὶ τὴν τήβεννον ἐφελκυσάμενος κατὰ τοῦ προσώπου, μόνον
στενάξας, μηδὲν δ’ εἰπὼν ἀνάξιον ἑαυτοῦ, ἐνεκαρτέρησε ταῖς πληγαῖς, ἐξήκοντα ἑνὸς δέοντα βεβιωκὼς
ἴτη. 
 Οἱ δ᾿ ἀπὸ τῶν νεῶν ὡς ἐθεάσαντο τὴν σφαγήν, θρῆνον ἐξάκουστον ἄχρι τῆς γῆς
ἐκχέαντες ἔφυγον. τοῦ δὲ Πομπηίου τὴν μὲν κεφαλὴν ἀποτέμνουσι, τὸ δὲ ἄλλο σῶμα γυμνὸν ἐκβαλόντες ἀπὸ
τῆς ἁλιάδος τοῖς δεομένοις ἀπέλιπον τοιούτου θεάματος.
παρέμεινε δὲ αὐτῷ Φίλιππος ἕως ἐγένοντο μεστοὶ τῆς ὄψεως· εἶτα περιλούσας τῇ θαλάσσῃ τὸ
σῶμα καὶ χιτωνίῳ τινὶ τῶν ἑαυτοῦ περιστείλας, μικρᾶς ἁλιάδος εὑρὼν
λείψανα, τούτοις αὐτὸ κατέκαυσε, καί τινος ἀνδρὸς Ῥωμαίου γηραιοῦ ἤδη, τὰς δὲ πρώτας στρατείας ἔτι
νέῳ Πομπηίῳ συστρατευσαμένου, συνεπιλαβομένου αὐτῷ. ὃς ἐπιστὰς τῶ Φιλίππω εἶπε “τίς ὥν,
ὦ ἄνθρωπε, θάπτειν διανοῇ Μάγνον Πομπήιον;” ἐκείνου δὲ φήσαντος ὡς ἀπελεύθερος, “ἀλλ᾿
οὐ μόνῳ σοί” ἔφη “τοῦτο τὸ καλὸν ὑπάρξει, κἀμὲ δὲ ὥσπερ εὑρήματος εὐσεβοῦς δέξαι κοινωνόν, ἅψασθαι
καὶ περιστεῖλαι ταῖς ἐμαῖς χερσὶ τὸν μέγιστον αὐτοκράτορα Ῥωμαίων.”

Οὕτω μὲν ἐκηδεύθη Πομπήιος· οὐ πολλῷ δ’ ὕστερον Καῖσαρ ἐλθὼν εἰς Αἴγυπτον τὸν μὲν
προσφέροντα τὴν κεφαλὴν Πομπηίου ὡς παλαμναῖον ἀπεστράφη, τὴν δὲ σφραγῖδα τοῦ ἀνδρὸς δεξάμενος
 
 ἐδάκρυσεν, Ἀχιλλᾶν δὲ καὶ Ποθεινὸν ἔκτεινεν. αὐτὸς δὲ ὁ βασιλεὺς Πτολεμαῖος μάχῃ
λειφθεὶς παρὰ τὸν ποταμὸν ἠφανίσθη. Θεόδοτος δὲ ὁ σοφιστὴς τὴν μὲν ἐκ Καίσαρος δίκην διέφυγεν
ὑπεξελθὼν Αἴγυπτον καὶ ταπεινὰ πράττων καὶ μισούμενος, Βρούτῳ δὲ Μάρκῳ τῷ Καίσαρα
κτείναντι περιπεσὼν ἐν Ἀσίᾳ καὶ πᾶσαν αἰκίαν ὑπ’ αὐτοῦ αἰκισθεὶς ἀπεκτάνθη. ὅσοι δὲ τῶν Πομπηίου
φίλων ἑαλώκεσαν ὑπὸ τοῦ τῆς Αἰγύπτου κρατοῦντος, πάντας εὐηργέτησεν ὁ Καῖσαρ καὶ προσηγάγετο. 
 
 Κἀκεῖ δὲ πόλεμον συνεστήσατο, καὶ κρύφα τὴν Κλεοπάτραν ἀπὸ τῆς χώρας μετεπέμπετο,
ἐκβληθεῖσαν ἤδη τῆς βασιλείας τε καὶ τῆς πόλεως παρὰ τοῦ εὐνούχου
Ποθεινοῦ. ἣ σὺν μόνῳ τῷ Σικελιώτῃ Ἀπολλοδώρῳ εἰς ἀκάτιον μικρὸν ἐμβᾶσα τοῖς βασιλείοις 
προσέσχε, καὶ εἰς στρωματόδεσμον ἐνδῦσα προτείνει μακρὰν ἑαυτήν, ὁ δὲ Ἀπολλόδωρος ἱμάντι συνδήσας τὸ
στρωματόδεσμον εἰσκομίζει διὰ θυρῶν πρὸς τὸν Καίσαρα. καὶ διὰ τοῦτο τὸ τέχνημα λαμυρᾶς φανείσης, καὶ
τῆς ἄλλης ὁμιλίας καὶ χάριτος αὐτῆς ἡττηθείς, διήλλαξε πρὸς τὸν ἀδελφὸν ὡς
συμβασιλεύσουσαν. 
 

 
 Ἑστιωμένων δ᾿ ἐπὶ ταῖς διαλλαγαῖς, ἐπιβουλὴν φωράσας ὁ
Καῖσαρ τυρευομένην ὑπ᾿ Ἀχιλλᾶ τοῦ στρατηγοῦ καὶ Ποθεινοῦ τοῦ εὐνούχου, τὸν μὲν Ποθεινὸν ἀνεῖλεν,
Ἀχιλλᾶς δὲ φυγὼν εἰς τὸ στρατόπεδον βαρὺν αὐτῷ περιίστησι πόλεμον. ὅτε πῦρ ἐμβαλόντος
Καίσαρος τῷ στόλῳ καὶ ἡ μεγάλη βιβλιοθήκη ἐμπέπρηστο. μάχης δὲ συνεστώσης κατεπήδησε μὲν ἀπὸ τοῦ
χώματος εἰς ἀκάτιον, ἐπιπλεόντων δὲ πολλαχόθεν αὐτῷ τῶν Αἰγυπτίων ῥίψας ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν
ἀπενήξατο μόλις. ὅτε λέγεται καὶ 10 βιβλίδια κρατῶν πολλὰ μὴ προέσθαι νηχόμενος, ἀλλ᾿ ἀνέχειν αὐτὰ
ὑπὲρ τῆς θαλάσσης τῇ ἑτέρᾳ χειρί, καὶ ταῦτα βαλλόμενος. τέλος δὲ τοῦ βασιλέως πρὸς τοὺς πολεμίους
ἀποχωρήσαντος, ἐπελθὼν καὶ συνάψας μάχην ἐνίκησε, πολλῶν πεσόντων
καὶ τοῦ λέως ἀφανοῦς γενομένου. 
 Καταλιπὼν δὲ τὴν Κλεοπάτραν βασιλεύουσαν Αἰγύπτου καὶ μικρὸν ὕστερον ἐξ αὐτοῦ τεκοῦσαν
υἱόν, ὃν Ἀλεξανδρεῖς Καισαρίωνα προσηγόρευον, ὥρμησεν ἐπὶ Συρίαν. καὶ Φαρνάκῃ τῷ Μιθριδάτου παιδὶ πολεμήσας αὐτὸν μὲν τοῦ Πόντου ἐξέβαλε, τὴν δὲ στρατιὰν ἄρδην ἀνεῖλε. καὶ τῆς μάχης
ταύτῆς τό τάχος καὶ τὴν ὀξύτητα δηλῶν εἰς ῾Ρώμην ἔγραψε τρεῖς λέξεις “ἦλθον εἶδον ἐνίκησα.”
ἐντεῦθεν εἰς Ἰταλίαν ἀπελθὼν εἰς ῾Ρώμην ἀνέβαινε, τοῦ μὲν ἐνιαυτοῦ καταστρέφοντος εἰς
ὃν ᾕρητο δικτάτωρ τὸ δεύτερον, οὐδέποτε πρότερον τῆς ἀρχῆς ταύτης γενομἐνης ἐνιαυσίου· εἰς δὲ τὸ ἐπιὸν ἔτος ὕπατος ἀνεδείχθη. 
 Τῶν δὲ περὶ Κάτωνα καὶ Σκιπίωνα μετὰ τὴν ἐν 
 Φαρσάλῳ μάχην εἰς Λιβύην φυγόντων καὶ δυνάμεις ἠθροικότων
ἀξιολόγους, ἐπ᾿ αὐτοὺς ὁ Καῖσαρ ἐστρά- τευσε· καὶ μικρῷ μέρει μιᾶς ἡμέρας τριῶν
στρατοπέδων ἐκράτησε, καὶ πεντακισμυρίους τῶν πολεμίων ἀνῃρηκὼς οὐδὲ πεντήκοντα τῶν ἰδίων ἀπέβαλε.
τῶν δὲ πεφευγότων ἐκ τῆς μάχης ὑπατικῶν καὶ στρατηγικῶν ἀνδρῶν οἶ μὲν ἑαυτοὺς διέφθειραν
ἁλισκόμενοι, συχνοὺς δὲ Καῖσαρ ἔκτεινεν ἁλόντας. Κάτωνος δὲ ἑαυτὸν διεργασαμένου δῆλος ἣν δηχθείς·
οὑ δ’ ἕνεκα λελύπητο ἄδηλον· εἶπε δ’ οὖν “ὦ Κάτων, φθονῶ σοι τοῦ
θανάτου· καὶ γὰρ σύ μοι τῆς σωτηρίας ἐφθόνησας.” ἀλλὰ γὰρ ἐπανελθὼν εἰς Ῥώμην ἀπὸ
Λιβύης θριάμβους κατήγαγε καὶ θέας ἐτέλεσε ναυμάχων καὶ μονομάχων ἀνδρῶν. τιμήσεων δὲ γενομένων ἀντὶ
τῶν προτέρων δυεῖν καὶ τριάκοντα μυριάδων αἶ πάσαι πεντεκαίδεκα περισωθεῖσαι εὑρέθησαν· 
τηλικαύτην φθορὰν τοῦ δήμου ὁ ἐμφύλιος εἰργάσατο πόλεμος. 
 Εἶτα ὕπατος τὸ τέταρτον αἱρεθεὶς εἰς Ἰβηρίαν ἐστράτευσεν ἐπὶ τοὺς Πομπηίου υἱούς, νέους μὲν
ὄντας ἔτι, τόλμαν δ᾿ ἐπιδεικνυμένους ἀξιόχρεων πρὸς 
 ἡγεμονίαν. ὅτε καὶ εἰς κίνδυνον περιέστη ὁ Καῖσαρ, ὡς βοᾶν διὰ τῶν τάξεων περιθέων τῶν
ἑαυτοῦ, εἰ μὴ αἰδοῦνται λαβόντας αὐτὸν ἐγχειρίσαι τοῖς παιδαρίοις. πρὸς δὲ τοὺς φίλους μετὰ τὴν
μάχην εἶπεν ὡς πολλάκις μὲν ἀγωνίσαιτο περὶ νίκης, νῦν δὲ πρῶτον περὶ ψυχῆς. νικήσαντος
δὲ Καίσαρος ὁ μὲν νεώτερος τῶν Πομπηίου παίδων διέδρα, ἀνηνέχθη δ᾿ αὐτῷ μεθ’ ἡμέρας τοῦ πρεσβυτέρου
ἡ κεφαλή. τοῦτον ἔσχατον Καῖσαρ ἐπολέμησε πόλεμον.

Ἐπανελθὼν δ᾿ εἰς Ῥώμην δικτάτωρ διὰ βίου ἐψήφιστο, ὃ τυραννὶς ἐτύγχανεν
ἄντικρυς, τῷ ἀνυ- 
 
 πευθύνῳ τῆς μοναρχίας προσλαβοῦσα τό ἀδιάδοχον. οὕτω δὲ καταστὰς εἰς
μοναρχίαν πολλοὺς ἀφῆκε τῶν πεπολεμηκότων αὐτῷ, ἐνίοις δὲ καὶ ἀρχὰς καὶ τιμὰς ἔδωκεν, ὧν ἦσαν καὶ
Βροῦτος καὶ Κάσσιος, καὶ τὰς Πομπηίου δὲ στήλας καταβεβλημένας ἀνέστησεν. ἀξιούντων δὲ
τῶν φίλων δορυφορεῖσθαι αὐτὸν παρῃτήσατο “βέλτιόν ἐστιν εἰπών” “ἅπαξ ἀποθανεῖν ἢ ἀεὶ προσδοκᾶν.”
μειζόνων δ’ ἐρῶν πραγμάτων καὶ καινοτέρας δόξης, γνώμην ἔσχε στρατεύειν ἐπὶ Πάρθους καὶ δι’ Ὑρκανίας
εἰς τὴν Σκυθικὴν ἐμβαλεῖν. 
 
 Μῖσος μέντοι τοῖς ἀνθρώποις κατ’ αὐτοῦ καὶ ἕτερα ἐνεποίησαν, τὸ δέ γε μεῖζον ὁ τῆς
βασιλείας ἔρως εἰργάσατο, δι’ ὃν οἶ περὶ αὐτὸν καὶ λόγον εἰς
τὸν δῆμον ἐνέσπειραν ὡς ἐκ γραμμάτων Σιβυλλείων φαίνοιτο μὴ ἄλλως ἔσεσθαι τὰ Παρθῶν Ῥωμαίοις ἁλώσιμα, εἰ μὴ βασιλεὺς αὐτοῖς συστρατεύσοιτο. καὶ ἐκ τῆς Ἄλβης δὲ πρὸς τὴν Ῥώμην ἰόντα τὸν
Καίσαρα ἐτόλμησάν τινες προσειπεῖν βασιλέα. τοῦ δὲ δήμου θορυβηθέντος ἐκεῖνος οὐ βασιλεύς, ἀλλὰ
Καῖσαρ ἔφη καλεῖσθαι. 
 
 Ἐλέγετο δὲ Καῖσαρ, ὥς τινες οἴονται, οἶα δὴ τάχα τῆς μητρὸς αὐτοῦ ἐν τῷ τίκτειν θανούσης,
καὶ αὐτοῦ δι’ ἀνατομῆς προαχθέντος εἰς φῶς. οὐκ ἀληθὲς δὲ τοῦτό ἐστι· τὴν γὰρ μητέρα αὐτοῦ ζῆν οἱ
 περὶ αὐτοῦ συγγεγραφότες ἱστόρησαν καὶ αὐτοῦ ἀνδρωθέντος. τὸ δ’ ἐξ ἀνατομῆς εἰς τὸν βίον ἐλθεῖν οὐκ ἐπ’ αὐτῷ γέγονεν, ἀλλ’ ἐπί τινι τῶν αὐτοῦ προγόνων, καὶ
ἐξ ἐκείνου τὴν κλῆσιν ἔσχον οἱ ἐκείνου ἀπόγονοι. 
 Προσιόντων δέ ποτε τῶν ὑπάτων αὐτῷ καὶ τῶν στρατηγῶν καὶ τῆς βουλῆς ἁπάσης
ἑπομένης, ὅτι μὴ ἐξανέστη καθήμενος, οὐ μόνον ἐλύπησε τὴν βουλήν, ἀλλὰ καὶ τὸν δῆμον,
ὡς ἐν τῇ βουλῇ προπηλακιζομένης τῆς πόλεως, καὶ μετὰ κατηφείας οἶ πλείους ἀπῆλθον εὐθύς. ἐπιγίνεται
δὲ τοῖς προσκρούσμασι τούτοις καὶ ὁ τῶν δημάρχων προπηλακισμός. ἐτελεῖτο μὲν γὰρ τῇ
πόλει ἑορτή, Καῖσαρ δ’ ἐπὶ δίφρου χρυσέου καθήμενος κόσμῳ κατεκοσμεῖτο θριαμβικῷ· Ἀντώνιος δὲ ὑπατεύων εἰς ἀγορὰν ἐνέβαλε φέρων διάδημα στεφάνῳ δάφνης περιπεπλεγμένον, καὶ ἐδίδου τῷ Καίσαρι. καὶ γίνεται κρότος οὐ
λαμπρὸς ἐκ παρασκευῆς· ἀπωσαμένου δὲ τοῦ Καίσαρος ἅπας ὁ δῆμος ἀνεκρότησε· καὶ τούτου
δὶς γεγονότος ἡ πεῖρα ἐξηλέγχετο καὶ ὁ Κατῖσαρ ἀνέστη. ἐπεὶ δὲ καὶ ἀνδριάντες αὐτοῦ διαδήμασιν
ὤφθησαν ἀναδεδεμένοι βασιλικοῖς, ἀπέσπασαν ταῦτα οἱ δήμαρχοι, καὶ τοὺς προσειπόντας
βασιλέα τὸν Καίσαρα ἀπῆγον εἰς δεσμωτήριον. καὶ ὁ δῆμος ἐπὶ τούτοις ἐκρότει καὶ Βρούτους ἐκάλει τοὺς
ἄνδρας· Βροῦτος γὰρ ἦν, ὡς ἱστόρηται ἄνωθι, ὁ καταλύσας Ταρκύνιον καὶ τὸ κράτος εἰς τὸ κοινὸν
περιστήσας ἐκ μοναρχίας. ἐπὶ τούτοις 
 ὁ Καῖσαρ παροξυνθεὶς τὴν μὲν ἀρχὴν τοὺς δημάρχους ἀφείλετο, ἐν δὲ τῷ κατηγορεῖν αὐτῶν,
ἄμα καὶ τὸν δῆμον ἐφυβρίζων, πολλάκις Βρούτους ἀπεκάλει τοὺς ἄνδρας. 
 Ἐντεῦθεν πρὸς Μάρκον Βροῦτον τρέπονται οἱ πολλοί, ἐκ Βρούτου τοῦ πάλαι
δοκοῦντα τὸ γένος ἕλκειν· καὶ πρὸς μόνον ἐκεῖνον ἢ πρῶτον οἱ μεταβολῆς ἐφιέμενοι ἀποβλέποντες αὐτῷ
μὲν οὐκ ἐτόλμων προσομιλεῖν, νύκτωρ δὲ γράμματα περὶ τὸ βῆμα καὶ τὸν δίφρον ἐρρίπτουν ἐφ’ οὗ
στρατηγῶν ἐχρημάτιζε, λέγοντα ‘καθεύδεις, ὦ Βροῦτε” καί “οὐκ εἶ Βροῦτος.” καὶ Κάσσιος
δὲ παρώξυνεν αὐτόν. 
 


 
 Καὶ τῷ Καίσαρι δὲ πολλὰ λέγεται σημεῖα γενέσθαι δηλοῦντα τὸν ὄλεθρον, ὧν ἓν καὶ τοῦτό ἐστι.
 παριαύων τῇ γυναικὶ φωνὰς ἀσαφεῖς καὶ στεναγμοὺς ἀνάρθρους
ἐκείνην ἀναπέμπουσαν ᾔσθετο· ἐδόκει δὲ κλαίειν ἐκεῖνον ἐπὶ ταῖς ἀγκάλαις ἔχουσα κατεσφαγμένον. ἣ καὶ μεθ’ ἡμέραν ἐδεῖτο τοῦ ἀνδρὸς μὴ προελθεῖν εἰς τὴν σύγκλητον. ὧς δὲ καὶ θύσαντες οἱ
μάντεις δυσιερεῖν ἔλεγον, ἔγνω πέμψας Ἀντώνιον ἀφεῖναι τὴν σύγκλητον. Βροῦτος μέντοι Ἀλβῖνος,
πιστευόμενος μὲν ὑπὸ Καίσαρος, τοῖς δὲ περὶ Μάρκον Βροῦτον καὶ Κάσσιον μετέχων τῆς
συνωμοσίας, τούς τε μάντεις ἐχλεύαζε καὶ καθήπτετο Καίσαρος ὡς διαβολὰς ἑαυτῷ προστρίβοντος
καταφρονήσεως πρὸς τὴν σύγκλητον. ἥκειν γὰρ αὐτὴν ἐκείνου κελεύσαντος, καὶ πάντας ἑτοίμους εἶναι 
 ψηφίζεσθαι ὥστε τῶν ἐκτὸς Ἰταλίας ἐπαρχιῶν ἀναγορεύεσθαι βασιλέα καὶ
τὴν ἄλλην ἐπιόντα γῆν τε καὶ θάλασσαν ἑαυτῷ περιτιθέναι διάδημα. ταῦθ’ ἄμα λέγων ὁ Βροῦτος ἦγε τὸν
Καίσαρα λαβόμενος τῆς χειρός. οἰκέτης δέ τις ἀλλότριος ἐντυχεῖν αὐτῷ προθυμούμενος
ἀπιόντι μὴ δυνηθεὶς παρέδωκεν ἑαυτὸν τῇ τοῦ Καίσαρος γυναικὶ φυλάττειν, εἰπὼν ἔχειν μεγάλα πράγματα
ἐπανιόντι καταγγεῖλαι τό Καίσαρι. σοφιστὴς δέ τις Ἀρτεμίδωρος Κνίδιος βιβλίον περὶ τῆς συνωμοσίας
γράψας καὶ ἐγγίσας αὐτῷ ‘‘τοῦτο’’ ἴφη Καῖσαρ μόνος καὶ ταχέως ἀνάγνωθι· μεγάλα γάρ σοι
καταγγελεῖ καί σοι διαφέροντα.’’ ὃ δεξάμενος ἐκεῖνος ὥρμησε μὲν
ἀναγνῶναι, μὴ μέντοι δυνηθεὶς ὑπὸ τῶν ἐντυγχανόντων, κατεῖχε τῇ χειρί, καὶ παρῆλθεν οὕτω πρὸς τὴν
σύγκλητον. ἡ δὲ ὑπεξανέστη. τῶν δὲ περὶ Βροῦτον οἱ μὲν ἐξόπισθεν τοῦ δίφρου αὐτοῦ
περιέστησαν, οἶ δὲ ἀπήντησαν ὡς περί τινος φυγάδος δεόμενοι. τὸν δὲ Ἀντώνιον πιστὸν
ὄντα Καίσαρι καὶ ῥωμαλέον ἔξω παρακατεῖχε Βροῦτος Ἀλβῖνος. ὡς δὲ καθίσας ὁ Καῖσαρ διεκρούετο τὰς
δεήσεις, ξίφει παρὰ τοῦ Κάσκα πρώτου πλήττεται τὸν αὐχένα, πληγὴν οὐ θανατηφόρον. ὡς δὲ
καὶ τῶν συνωμοτῶν ἕκαστος τό ξίφος ἐγύμνωσε, λέγεται πρὸς μὲν τοὺς λοιποὺς ἀπομάχεσθαι ἐνειλούμενος
 καὶ κεκραγώς, ὅτε δὲ καὶ Βροῦτον εἶδεν ἐσπασμένον τὸ ξίφος,
ἐφελκύσασθαι κατὰ τῆς κεφαλῆς τὸ ἱμάτιον μηκέτι ἀπομαχόμενος. εἴκοσι μέντοι καὶ τρία
λαβὼν τραύματα, ἀνδριάντος ὄντος ἐκεῖ Πομπηίου, περὶ τὴν βάσιν
εὑρέθη κείμενος καὶ καθαιμάξας αὐτόν, ὡς δοκεῖν αὐτὸν ἐφεστάναι τῶ̣ φόνῳ τοῦ πολεμίου Πομπήιον.

Ὁ μὲν οὖν Γάιος Ἰούλιος Καῖσαρ οὕτως ὑπὸ φιλοτιμίας καὶ φιλαρχίας ἀπώλετο. οἷ γὰρ
θωπεύοντες αὐτὸν τὸ φιλόπρωτον αὐτοῦ καὶ φιλόδοξον κατανοοῦντες οὐκ ἐπαύοντο ἄλλα ἐπ’ ἄλλοις αὐτῷ
ψηφιζόμενοι. ἦσαν δὲ τοιαῦτα τὰ ψηφιζόμενα, τὴν 
 ἐπινίκιον στολὴν ἀεὶ φορεῖν, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ δίφρου καθέζεσθαι, τοῖς τε ῥαβδούχοις
δαφνηφοροῦσιν ἀεὶ κεχρῆσθαι, πατέρα τε αὐτὸν τῆς πατρίδος ἐπονομάζεσθαι, καὶ ἐς τὸ νόμισμα
ἐγχαράττεσθαι, δημοσίᾳ τε ἑορτάζειν αὐτοῦ τὰ γενέθλια, ἐν τοῖς ναοῖς τε τῆς Ῥώμης καὶ
ἐν πάσαις ταῖς πόλεσιν ἀνδριάντας αὐτοῦ ἑστάσθαι. ἐπὶ δέ γε τοῦ βήματος δύο αὐτοῦ ἀνδριάντας
ἱδρύσαντο, τὸν μὲν ὡς τοὺς πολίτας σεσωκότος, τὸν δ’ ὡς ἐκ πολιορκίας ῥυσαμένου τὴν πόλιν·
ἐστεφάνωντο δὲ καὶ ἄμφω στεφάνοις τοῖς ἐπὶ τοιούτοις νενομισμένοις. βουλευτήριόν τε
καινὸν οἰκοδομηθῆναι ἐπέταξαν, ἵν Ἰουλιανὸν B 
 ἐπὶ τῶ αὐτοῦ κληθείη ὀνόματι. τιμητήν τε καὶ διὰ βίου καὶ μόνον αὐτὸν ἐψηφίσαντο
εἶναι, ἔχειν δὲ καὶ τὰ τῶν δημάρχων προνόμια· καὶ εἴ τις αὐτὸν ἔργῳ ἢ λόγῳ ὑβρίσειεν, ἱερὸν εἶναι
ἐθέσπισαν καὶ τῷ ἄγει ἐνέχεσθαι. τί δὲ τὸ ἱερὸν εἶναι νενόμιστο ἤδη μοι προαφήγηται.
χαίροντα δὲ τούτοις ὁρῶντες αὐτόν, ἐπίχρυσόν τε δίφρον αὐτῷ ἔδοσαν καὶ στολὴν ᾗπερ οἶ βασιλεῖς πάλαι
ἐκέχρηντο καὶ φρουρὰν ἐκ τῶν ἰππέων καὶ ἐκ τῶν βουλευτῶν, εὔχεσθαί τε δημοσίᾳ ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τὴν
τύχην αὐτοῦ ὀμνύναι καὶ 
 τὰ πραχθησόμενα παρ’ αὐτοῦ πάντα κύρια τυγχάνειν ἐνομοθέτησαν, Δία τε
αὐτὸν Ἰούλιον προσηγόρευσαν, καὶ ἄλλα πλείονα, ἔνα μὴ τὸ καθ’ ἕκαστον ἀπαριθμοῦντες τὸν ἀκροατὴν
ἀποκναίωμεν, αὐτῷ ἐψηφίσαντο. ἐξ ὣν ἐπίφθονος ἔδοξεν ἢ μᾶλλον νεμεσητός, καὶ καθ’
ἑαυτοῦ πολλοὺς διηρέθισε, μέχρις ἂν εἰς τὸ ἐπελθὸν αὐτῷ κατηντήκει τέλος. 
 Καὶ ὁ μὲν ὄττω σφαγεὶς ἔκειτο, οἶ δὲ ἐκεῖ παρόντες ἄπαντες ἐταράττοντο, τὴν τῶν σφαγέων
ἀγνοοῦντες διάνοιαν, καὶ ὡς αὐτίκα κινδυνεύσοντες ἔφευγον, καὶ τοὺς συναντῶντας
ἐξέπλησσον, καὶ θρήνων τὴν πόλιν ἐπλήρουν. καὶ ἡ μὲν πόλις οὕτω διέκειτο, οἶ δὲ σφαγεῖς δεδιότες μή
τις σφίσιν ἐπίθηται, θηται, θῆται, γυμνοῖς καὶ ᾑμαγμένοις τοῖς ξίφεσι
διὰ τῆς ἀγορᾶς διελθόντες ἀνέδραμον εἰς τὸ Καπιτώλιον, ἐκεῖ τε τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα
διήγαγον. ὁ δὲ Λέπιδος ἐν τῷ στρατοπέδῳ μαθὼν τὰ γεγενημένα, νυκτὸς σὺν τοῖς στρατιώταις κατέλαβε,
καὶ κατὰ τῶν σφαγέων ἐδημηγόρει. Ἀντώνιος δὲ τοῦ Καίσαρος ἀναιρεθέντος φοβηθείς ἐκρύβη· τὸν δὲ
Λέπιδον ἐλθόντα 
 
 μαθὼν καὶ τοὺς φονεῖς εἰς τὸ Καπιτώλιον ὄντας, θαρρήσας ἐξῆλθε, καὶ τὴν γερουσίαν
ἀθροίσας ὡμίλει αὐτῇ, καὶ γνώμας εἰσῆγε πρὸς τὰ γενόμενα. ὁ δὲ Κικέρων δημηγορήσας ἔπεισε πάντας μὴ
μνησικακεῖν ἀλλήλοις, ἀλλὰ κἄν τισιν ἡμάρτηταί τι, παρόψεσθαι τοῦτο, ἵνα μὴ ἐμφύλιος καὶ
αὖθις γένηται πόλεμος καὶ τῶν πολιτῶν ὄλεθρος ὑπ’ ἀλλήλων
ὀλλυμένων, ὁμονοῆσαι δὲ ὁμοφύλους ὄντας καὶ συγγενεῖς. καὶ προσέθετο δεῖν καὶ τὰ παρὰ τοῦ Καίσαρος
πραχθέντα, εἴτε ἐν δωρεαῖς ἢ τιμαῖς εἶεν ἢ ἐν ἀρχαῖς, φυλάξαι, καὶ μή τι τούτων
πολυπραγμονῆσαι ἢ ἀνατρέψαι. πεισθέντες οὖν αὐτῷ μηδενὶ μνησικακεῖν ἐψηφίσαντο. καὶ οἱ σφαγεῖς δὲ
τοῖς στρατιώταις ὁμιλοῦντες ἐκ τοῦ Καπιτωλέου μηδὲν τῶν τῷ Καίσαρι πραχθέντων ἀκυρῶσαι
ὑπέσχοντο μήτ’ ἀφαιρήσεσθαί τινα μηδὲν τῶν ἑκάστῳ δεδομένων· καὶ οὕτως ἐς καταλλαγὰς ἧκον. οὐ
πρότερον δὲ οἱ ἐν τῷ Καπιτωλίῳ κατέβησαν ἢ τόν τε τοῦ Λεπίδου
παῖδα καὶ τὸν τοῦ Ἀντωνίου ὁμήρους λαβεῖν. 
 
 
 Μετὰ ταῦτα τῆς διαθήκης τοῦ Καίσαρος ἀναγνωσθείσης μαθὼν ὁ δῆμος ὅτι υἱὸν πεποίηται τὸν
Οκτάβιον, καὶ ὅτι τῇ τε πόλει δωρεὰς καὶ ἑκάστῳ δραχμάς, ὡς μὲν Ὀκτάβιος γράφει, τριάκοντα, ὡς δ᾿
ἕτεροι 9 πέντε κέ ἑβδομήκοντα καταλέλοιπεν, ἐταράχθησαν. καὶ ὁ Ἀντώνιος τὸν νεκρὸν εἰς
τὴν ἀγορὰν προθέμενος ᾑματωμένον καὶ λόγον ἐπὶ τῷ κειμένῳ εἰπὼν τὸ πλῆθος παρώξυνε πρὸς ὀργήν. εἶπε
γὰρ πολλὰ μὲν πρὸς ἔπαινον τοῦ ἀνδρὸς καὶ πρὸς ἔλεον τοῦ πάθους τοὺς ἀκροατὰς ἐρεθίζοντα, εἶτα καὶ τὰ ψηφισθέντα αὐτῷ καταλέξας ὀνόματα ἐπήγαγεν “ἀλλ’ οὗτος ὁ πατήρ, οὗτος ὁ ἀρχιερεύς, ὁ
 ἄσυλος, ὁ ἥρως, ὁ θεὸς τέθνηκεν, οἴμοι, οὐ νάσῳ 
βιασθεὶς οὐδὲ γήρᾳ μαρανθεὶς οὐδὲ ἔξω που ἐν πολέμῳ τρωθεὶς οὐδὲ ἐκ δαιμονίου τινὸς αὐτομάτως
ἁρπαχθείς, ἀλλ’ ἐνταῦθα τοῦ τείχους ἐντὸς ἐπιβουλευθεὶς ὁ καὶ εἰς Βρεττανίαν ἀσφαλῶς στρατεύσας, ἐν
τῇ πόλει ἐνεδρευθεὶς ὁ τὸ πωμήριον αὐτῆς ἐπαυξήσας, ἐν τῷ βουλευτηρίῳ κατασφαγεὶς ἄοπλος
ὁ εὐπόλεμος, γυμνὸς ὁ εἰρηνοποιός, πρὸς τοῖς δικαστηρίοις ὁ δικαστής, πρὸς ταῖς ἀρχαῖς ὁ ἄρχων, ὑπὸ
τῶν πολιτῶν ὃν μηδεὶς τῶν πολεμίων μηδ’ εἰς τὴν θάλασσαν ἐκπεσόντα κτείναι δεδύνητο, ὑπὸ τῶν ἑταίρων ὁ πολλάκις αὐτοὺς ἐλεήσας. ποῦ δῆτά σοι, Καῖσαρ, ἡ
φιλανθρωπία, ποῦ δ᾿ ἡ ἀσυλία, ποῦ δ’ οἱ νόμοι; ἀλλὰ σὺ μὲν ὅπως μηδ’ ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν τις φονεύηται
πολλὰ ἐνομοθέτησας, σὲ δὲ οὕτως οἰκτρῶς ἀπέκτειναν οἱ φίλοι· καὶ νῦν ἐν τῇ ἀγορᾷ 
πρόκεισαι ἐσφαγμένος, δι’ ἧς πολλάκις ἐπόμπευσας ἐστεφανωμένος· καὶ ἐπὶ τοῦ βήματος ἔρριψαι
κατατετρωμένος, ἀφ’ οὗ πολλάκις ἐδημηγόρησας. οἴμοι πολιῶν ᾑματωμένων· ὢ στολῆς ἐσπαραγμένης, ἣν ἐπὶ
τούτῳ μόνον, ὡς ἔοικεν, ἔλαβες, ἔνα ἐν ταύτῃ σφαγῇς.” 
 Ἐπὶ τούτοις ὁ δῆμος ἐξοργισθεὶς τοὺς μὲν σφαγεῖς ἐζήτει, τὸ δὲ σῶμα τοῦ Καίσαρος ἁρπάσαντες
 ἐν τῇ ἀγορᾷ ἔκαυσαν, καὶ ἐπὶ τὰς τῶν φονέων οἰκίας ὥρμησαν, καὶ
Ἕλβιον Κίνναν δημαρχοῦντα διεχειρίσαντο, πλανηθέντες τῇ ὁμωνυμίᾳ· οὐ γὰρ οὗτος τῷ
Καίσαρι ἐπεβούλευσεν, ὁ στρατηγὸς δὲ Κίννας Κορνήλιος. βωμὸν δὲ ἔνθα κατέκαυσαν τὸ σῶμα τοῦ Καίσαρος
ἤγειρε τὸ πλῆθος, ἵν ἐπ’ αὐτοῦ θύοιεν ὡς θεῷ τῷ Καίσαρι. οἱ δ’ ὕπατοι αὐτὸν ἀνέτρεψαν, ὤ καὶ νόμον
εἰσήνεγκαν μηδένα αὖθις γενέσθαι δικτάτωρα, θάνατον θέντες τὸ ἐπιτίμιον, εἴ τις εἰσηγήσεται τοῦτο καὶ εἴ τίς που δέξεται. Ἀντώνιος δὲ τότε πολλὰ ἐναυθεντῶν διεπράξατο, ἀρχάς τε
διδοὺς καὶ χώραν καὶ ἐλευθερίαν καὶ ἀτέλειαν, καὶ φυγάδας κατάγων, ὡς τῆς δυναστείας τοῦ Καίσαρος
τάχα διάδοχος, καὶ πολλὰ ἐκ τούτων ἠργυρολόγησε χρήματα.

Ὀκτάβιος δὲ Γάιος, ὃς Καιπίας ὠνόμαστο, ἀδελφῆς τοῦ Καίσαρος ἦν υἷός συνοικούσης Ὀκταβίῳ τῷ
ἐκ Βελιτρῶν τῶν Οὐολουσκίδων, ἐτράφη δὲ παρὰ τῇ μητρὶ καταλειφθεὶς ὀρφανός. αὐξηθεὶς δὲ διῆγε παρὰ τῷ Καίσαρι ἄπαιδι ὄντι. διὸ καὶ ἔστεργε τὸν ἀδελφιδοῦν καὶ μεγάλας εἶχεν ἐπ’ αὐτῷ τὰς
ἐλπίδας. ἥ τε γὰρ μήτηρ αὐτοῦ Ἀττία ἐγκυμονοῦσα αὐτὸν ἔδοξε κατ’ ὄναρ τὰ σπλάγχνα αὐτῆς εἰς τὸν
οὐρανὸν ἀναφέρεσθαι καὶ ἐπὶ πάσαν ἐκτετάσθαι τὴν γῆν, καὶ ὁ ἐκείνης ἀνὴρ κατὰ τὴν αὐτὴν
νύκτα ἐδόκει ὁρᾶν ἥλιον ἐκ τῆς νηδύος αὐτῆς ἀνατέλλοντα. ἄρτι δὲ τοῦ παιδὸς τεχθέντος, Νιγίδιος Φίγουλος βουλευτής, 
διαγινώσκειν τὰς τῶν ἀστέρων κινήσεις ἄριστα πιστευόμενος, βραδύτερον εἰς τὸ συνέδριον τοῦ Ὀκταβίου
 ἀπηντηκότος, ἤρετο αὐτὸν τὴν αἰτίαν τῆς βραδυτῆτος. ὡς δὲ διὰ τὸν τοῦ παιδὸς τόκον
ἐκεῖνος ἔφη, ἀνεβόησεν ὅτι δεσπότην ἡμῖν ἐγέννησας. τρεφομένου δὲ τοῦ παιδὸς ἐν ἀγρῷ, ἀετὸς ἐκ τῶν
χειρῶν αὐτοῦ ἐξαρπάσας ἄρτον, καὶ μετεωρισθείς, αὖθις ἀπέδωκεν αὐτὸν καταπτάς.
παιδίσκου τε αὐτοῦ ὄντος καὶ ἐν ῥώμῃ διατρίβοντος, ἔδοξεν ὁ Κικέρων καθ’ ὕπνους ὁρᾶν αὐτὸν ἀλύσεσι
χρυσαῖς ἐκ τοῦ πόλου πρὸς τὸ Καπιτώλιον καθιμώμενον καὶ παρὰ τοῦ Διὸς μαστιζόμενον. Κάτουλος δὲ καὶ
αὐτὸς ἐν ὕπνοις ἐδόκει 
 τὸν Δία τῆς Ῥώμης εἰκόνα εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ὀκτα- 
 βίου παιδὸς ἔτι ὄντος ἐμβεβληκέναι. ἐκ τούτων τοίνυν ὁ Καῖσαρ μεγάλα ἐπ’ αὐτῷ
ἐπελπίσας εἰσεποιήσατό τε τὸν παῖδα καὶ κληρονόμον κατέλιπε, καὶ ἐπιμελῶς ἐπαίδευε λόγοις ῥητορικοῖς
τῇ τε τῶν Λατίνων καὶ τῇ Ἑλληνίδι φωνῇ, καὶ ἤσκει πρός τε τὰς στρατείας καὶ πρὸς
πραγμάτων διοίκησιν πολιτικῶν τε καὶ ἀρχικῶν. 
 Οὗτος οὖν ὁ Ὀκτάβιος, ὅτε ὁ Καῖσαρ ἐσφάγη, ἐν Ἀπολλωνίᾳ ἔτυχεν ὤν, ἐπὶ παιδείᾳ σταλείς.
ἔνθα μαθὼν τὸ συμβεβηκὸς ἐπεραιώθη πρὸς τὸ Βρεντέσιον. καὶ τάς τε διαθήκας τοῦ Καίσαρος γνοὺς καὶ ὡς
ὁ δῆμος τετάρακται, τὸ ὄνομά τε τοῦ Καίσαρος ᾠκειώσατο καὶ τὸν κλῆρον ἐδέξατο καὶ τῶν
πραγμάτων εἴχετο, ὀκτωκαιδεκέτης ὤν. εἰσιόντος δὲ αὐτοῦ εἰς τὴν
Ῥώμην ἶρις πάντα τὸν ἥλιον ποικίλη καὶ πολλὴ περιέσχεν, ἣ προεδήλου τὴν μέλλουσαν ἔσεσθαι ταραχήν.
 εἰσελθὼν δὲ δημαρχῆσαι μὲν ἐπεχείρησεν, ἀλλ’ ἐκωλύθη ὑπὸ τόν περὶ τὸν Ἀντώνιον. ὁ δ’
οὐχ ἡσύχασεν, ἀλλὰ τὸν δήμαρχον ὑπελθὼν καὶ παρ’ αὐτοῦ ἐς τὸν δῆμον εἰσαχθεὶς ἐδημηγόρησέ τε καὶ τὴν
καταλειφθεῖσαν εῖς ἀν’ ὑπὸ τοῦ Καίσαρος δωρεὰν εὐθὺς ἐκτίσειν ὑπέσχετο, ἄλλων τέ τινων
αὐτοῖς ἐλπίδας ὑπέτεινε. καὶ οὕτω τὸν δῆμον ἐφελκυσάμενος, ἐπεί τις ἀστὴρ τότε ἐφάνη ἐξ ἄρκτου πρὸς
ἐσπέραν, ὃν οἱ μὲν κομήτην ἔλεγον προσημαίνοντα οἶά που εἴωθεν, οἶ δὲ
τῷ Καίσαρι αὐτόν ἀνετίθεσαν ὡς ἐς τὸν τῶν ἀστέρων ἀριθμὸν ἐγκατειλεγμένῳ, θαρσήσας ὁ
πρόην μὲν Ὀκτάβιος, ἤδη δὲ Καῖσαρ κληθείς, μετὰ ταῦτα μέντοι καὶ Αὔγουστος, χάλκεον ἀνδριάντα τοῦ
Καίσαρος ἀστέρα φέροντα ὑπὲρ κεφαλῆς εἰς τὸ Ἀφροδίσιον ἔστησεν. ὡς δὲ παρ’ οὐδενὸς τοῦτο κεκώλυτο,
 φόβῳ τοῦ δήμου, καὶ ἄλλα τινὰ εἰς τιμὴν τοῦ Καίσαρος διεπράξατο. 

 
 Ἀντώνιος δὲ τὸν νέον Καίσαρα τοῦτον περιύβριζέ τε καὶ ἀδικῶν ἢν. δι’ ἅ ποτε θροῦς πρὸς τοῦ
πλήθους ἐγένετο, καὶ σφόδρα πάντες σχεδὸν ἠγανάκτησαν. φοβηθεὶς οὖν ὁ Ἀντώνιος εἰς λόγους ἦλθεν αὐτῷ· καὶ ἔδοξαν κατηλλάχθαι, ἀλλ’ αὖθις ἐξ ὑποψίας τινὸς
διηνέχθησαν. ὁρῶν οὖν ὁ Ἀντώνιος τὸν Καίσαρα αὐξανόμενον, ἐπεχείρησεν εἰς ἑαυτὸν τὸν ὅμιλον
ἐπισπάσασθαι τινὰ αὐτοῖς χαριζόμενος. ἠδύνατο γὰρ αὐτὸς ὑπατεύων, θατέρου τῶν ἀδελφῶν 
αὐτοῦ δημαρχοῦντος, τοῦ Λουκίου δηλαδή, τοῦ δέ γε λοιποῦ τοῦ Γαΐου στρατηγοῦντος. τὰ δέ γε τῆς
πόλεως ἐν ἀκαταστασίᾳ ἦσαν. ἐδόκει δὲ ὁ Ἀντώνιος, ἄτε καὶ ὑπατεύων, πλεονεκτεῖν. ὁ δὲ Καῖσαρ ὑπὸ τοῦ
πλήθους μάλιστα ἐσπουδάζετο, καὶ διὰ τὸν πατέρα καὶ διὰ τὰς ὑποσχέσεις ἃς ἐποιεῖτο, τὸ
δὲ μεῖζον, ὅτι πολὺ δυναμένῳ τῷ Ἀντωνίῳ ἤχθοντο καὶ ταπεινῶσαι αὐτὸν ἐβούλοντο.

Ἀντωνίου δὲ εἰς τὸ Βρεντέσιον ἀπελθόντος πρὸς τοὺς ἐκ Μακεδονίας περαιωθέντας στρατιώτας,
ὁ 
 Καῖσαρ ἐκεῖ μὲν φίλους μετὰ χρημάτων, ἵνα σφᾶς σφετερίσωνται, προαπέστειλειν, αὐτὸς δὲ
μέχρι Καμπανίας ἐλθὼν πλῆθος συνέλεξεν ἐκ διαφόρων χωρῶν, τῷ πατρὶ τιμωρεῖν λέγων, χρήματα τὰ μὲν
διδούς, τὰ δὲ ὑπισχνοῦ μένος, καὶ σὺν αὐτοῖς εἰς Ῥώμην ἠπείχθη πρὶν ἐπανελθεῖν τὸν
Ἀντώνιον, καὶ τῷ δήμῳ ὁμιλήσας ἐπαίνων ἔτυχε, καὶ αὖθις ἀπεδήμησε δύναμιν ἀθροίσων. Ἀντώνιον δὲ οἱ
στρατιῶται ἐν Βρεντεσίῳ φιλοφρόνως ἐδέξαντο· εἶτα πικρῶς αὐτοῖς 
προσφερομένου, ὡς καὶ πολλοὺς αὐτῶν ἀποκτεῖναι, 
 ἐνεωτέρισαν, καὶ συχνοὶ μετέστησαν πρὸς τὸν Καίσαρα. 
 Ἀντώνιος δὲ ἐκ τῆς ῾Ρώμης εἰς τὴν Γαλατίαν ἐξώρμησε, φοβηθεὶς μὴ αὐτή τι νεοχμώσῃ· καὶ ὁ
Καῖσαρ δ᾿ ἐπηκολούθησεν. ἦρχε δὲ τότε τῆς Γαλατίας ὁ Βροῦτος ὁ Δέκιμος, εἷς ὢν τῶν
συνομοσάντων κατὰ τοῦ Καίσαρος· καὶ ὃς μίσει τῷ πρὸς Ἀντωινιον οὐχ ὑπεΤξεν αὐτῷ. τοῦτο μαθὼν ὁ
Καῖσαρ τὸν Βροῦτον προσηταιρίσατο· οὔπω γὰρ ἐώρα καιρὸν τοῦ τιμωρήσασθαι τοὺς φονεῖς τοῦ πατρός. ἐν
δὲ τῆ̣ ῾Ρώμῃ ἡ σύγκλητος ἐβουλεύετο θορυβουμένη διὰ τὸν πόλεμον. καὶ πολλοὶ μὲν γνώμας ἄλλας καὶ ἄλλας εἰσήνεγκαν, Κικέρων δὲ πολέμιον δεῖν εἶπε
ψηφίσασθαι τὸν Ἀντώνιον, τὸν Καίσαρα μέντοι καὶ τὸν Βροῦτον τὸν Δέκιμον αὐτῷ ἐναντιουμένους καὶ
ἐπαινέσαι ἐφ᾿ οἷς ἰδιογνωμονήσαντες πεποιήκασι, καὶ ἐπικουρῆσαι αὐτοῖς καὶ ἐξουσίαν
νεῖμαι πρὸς τὸ μέλλον, καὶ τοὺς ὑπάτους ἄμφω πρὸς τὸν πόλεμον πεπομφέναι καὶ πολεμῆσαι αὐτῷ μηδὲ
διατρίβειν καὶ μέλλειν. ταῦτα τοῦ Κικέρωνος συμβουλεύσαντος ὁ Καληνὸς ὁ Κύιντος 
ἐναντιούμενος αὐτῷ συνεβούλευε πέμψαι πρὸς ἅπαντας τὴν βουλὴν κελεύουσαν ὁμοίως αὐτοῖς καταθέσθαι τὰ
ὅπλα καὶ ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ ἑαυτοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας ποιήσασθαι, καὶ πεισθέντας μὲν ἐπαινέσαι, εἰ δ᾿ ἀπειθήσουσι πολεμῆσαι, τὸν πόλεμον τοῖς ὑπάτοις
πιστεύσασθαι. ὁ μὲν οὖν εἶπε ταῦτα, οἱ πράττοντες δὲ τὰ τοῦ Καίσαρος ἐπεκράτησαν. καί τινες πρὸς τὸν
Ἀντώνιον ἐκ τῆς βουλῆς ἀπεστάλησαν κελευούσης αὐτῷ τά τε στρατόπεδα καὶ τὴν Γαλατίαν ἀφεῖναι καὶ
ἀπελθεῖν εἰς Μακεδονίαν, τοῖς αὐτῷ τε συστρατευομένοις προσταττούσης οἴκαδε ἀναχωρῆσαι
ῥητῆς ἡμέρας ἐντός, ἢ γινώσκειν ὡς ἐν μοίρᾳ πολε- μίων αὐτοῖς λογισθήσονται. πρὸ δὲ
τοῦ τὴν γνώμην τοῦ Ἀντωνίου μαθεῖν τὸν πρὸς αὐτὸν πόλεμον τοῖς ὑπάτοις καὶ τῷ Καίσαρι, ἀρχὴν αὐτῷ
στρατηγοῦ δόντες, ἐμπεπιστεύκασι. 
 
 Ταῦτα μαθὼν ὁ Ἀντώνιος τοὺς μὲν πρὸς αὐτὸν σταλέντας ἐξωνείδισεν, ἀντιστείλας δ’ ἑτέρους
τὴν αἰτίαν τοῦ πολέμου δι’ ὣν προετείνετο εἰς τοὺς κατ’ αὐτοῦ
ψηφισαμένους ἀντιπεριίστα. οἶ δ’ ἐν τῆ̣ Ῥώμῃ πολέμιον αὖθις τὸν Ἀντώνιον ἐψηφίσαντο καὶ τοὺς αὐτῷ συστρατευομένους, εἰ μὴ αὐτὸν καταλίποιεν, ἑτέραν ἡμέραν εἰς τοῦτο αὐτοῖς ὁρισάμενοι.
ὁ δὲ ἐπολιόρκει τὸν Δέκιμον ἐν τῇ Μουτίνη, οὐ μέντοι λόγου τι κατώρθωσεν ἄξιον. ὁ Δέκιμος δὲ πρῶτον
μὲν ἰσχυρῶς ἠμύνετο τὸν Ἀντώνιον, ἔπειτα παντελῶς ἀπετειχίσθη. δείσας οὖν ὁ Καῖσαρ μὴ ἢ
ἁλῴη ἢ ἀπορίᾳ τῶν ἐπιτηδείων ἐνδοίη, σύν γε τῷ Ἱρτίῳ ἐπεστράτευσε πρὸς Μουτίνην. τὸν δὲ πρὸς αὐτῇ
ποταμὸν περαιωθῆναι οὐκ ἠδυνήθησαν διὰ τὴν ἐν αὐτῷ φρουράν· σπεύδοντες δὲ τὴν ἑαυτῶν παρουσίαν τῷ
 Δεκίμῳ γνωρίσαι, ἀπὸ τῶν ὑψηλοτάτων δένδρων 
ἐφρυκτώρουν. ὡς δ᾿ οὐ συνίει, μολίβδου λεπτὸν ἄγαν ποιήσαντες ἔλασμα ἔγραψαν ἐν αὐτῷ, καὶ ὡς χάρτην
τοῦτο ἑλίξαντες κολυμβητῇ διενεγκεῖν ἔδωκαν· καὶ οὕτως ὁ Δέκιμος τὴν παρουσίαν αὐτῶν 
μαθὼν ἀντεπέστειλε σφίσι τὸν αὐτὸν τρόπον. 
 
 Ὁ οὖν Ἀντώνιος ὁρῶν οὐκ ἐνδιδόντα τὸν Δέκιμον, ἐκείνῳ τὸν ἀδελφὸν κατέλιπε Λούκιον, αὐτὸς δ
ἐπὶ τὸν Καίσαρα καὶ τὸν Ἵρτιον ὥρμησε. καὶ πρότερον μὲν ἰσοπαλεῖς ἐγίνοντο μάχαι, ὑπερέσχε δ ὕστερον ὁ Ἀντώνιος. καὶ τὸν Ἰούνιον αἰσθόμενος πλησιάζοντα, ἀπῆρε λαθὼν νυκτὸς ἐπ’ αὐτόν,
καὶ ἐνεδρεύσας αὐτόν τε κατέτρωσε καὶ τῶν στρατιωτῶν τοὺς πλείους ἀπέκτεινε, τοὺς δέ
γε λοιποὺς εἰς τὰ ταφρεύματα κατέκλεισε· καὶ πρὸς τὸν Καίσαρα καὶ
τοὺς ἄλλους ἐτράπετο. καί οἶ ὁ Ἵρτιος κἀκ τῆς πορείας

καὶ τῆς μάχης πεπονηκότι ἀνελπίστως ἀπαντήσας πολὺ ἐκράτησε. τὴν δ’ ἧτταν τοῦ Ἀντωνίου μαθοῦσα ἡ βουλὴ αὐτοκράτορας τόν τε Ἵρτιον καὶ τὸν Ἰούνιον καὶ τὸν Καίσαρα ὠνόμασαν, καίτοι
τοῦ μὲν Ἰουνίου κακῶς ἀπαλλάξαντος, Καίσαρος δὲ μηδὲ μαχεσαμένου· ἐπὶ γὰρ τῇ τοῦ στρατοπέδου
κατέμεινε φυλακῇ, τοῦ Ἱρτίου κατὰ τοῦ Ἀντωνίου ὁρμήσαντος. 
 
 Οὕτω μὲν οὖν ὁ Ἀντώνιος ἥττητο καὶ Τίτος δὲ Μουνάτιος Πλάγκος, τῶν Ἀντωνίου ὢν καὶ Ποντίῳ
Ἀκύλᾳ τῷ Δεκίμῳ ὑποστρατηγοῦντι προσπολεμῶν, ἐνικήθη. κἀντεῦθεν οἵ τε τοῦ Ἀντωνίου στρατιῶται οὐχ ὡς πρῴην διέκειντο πρὸς αὐτόν, καί τινες τῶν αὐτῷ
προσκειμένων δήμων πρότερον ἐστασίαζον. ὁ δὲ τέως μὲν κατεπέπληκτο καὶ ἡσύχαζεν, ὡς δέ τις ἐκ τοῦ
Λεπίδου δύναμις αὐτῷ παρεγένετο, ἀνεθάρσησεν καὶ αἰφνιδίαν ἐπεκδρομὴν ἐποιήσατο· φόνου δὲ ἐξ ἀμφοῖν
τῶν στρατευμάτων γενομένου πολλοῦ τραπεὶς ἔφυγεν. ἡ δὲ γερουσία τὰ πραχθέντα μαθοῦσα,
τῇ μὲν ἥττῃ τοῦ Ἀντωνίου ἔχαιρε, τοὺς δὲ αὐτῷ συνεξετασθέντας πολεμίους πάντας ἀπέφηνε, καὶ τὰς
οὐσίας αὐτῶν καὶ τὴν ἐκείνου ἀφείλετο. τὸν δὲ Καίσαρα οὔτε τινὸς μεγάλου ἠξίωσαν καὶ καταλύειν προσεπεχείρησαν, πάντα ὅσα ἐκεῖνος ἤλπιζε λήψεσθαι τῷ Δεκίμῳ
δόντες. ἵνα δὲ μὴ δυνηθῇ τι δρᾶσαι κακόν, τοὺς ἐχθροὺς αὐτῷ ἐς ἀρχὰς ἐψησίσαντο, τῷ μὲν Πομπηίῳ
Σέξτῳ τὸ ναυτικόν ἀναθέμενοι, τῷ δὲ Βρούτῳ τῷ Μάρκῳ τὴν Μακεδονίαν, 
 
 Κασσίῳ δὲ τὴν Συρίαν καὶ τὸν πρὸς Δολοβέλλαν πόλεμον ἐπιτρέψαντες. τοὺς δὲ τοῦ
Καίσαρος στρατιώτας συγκρούσειν ἀλλήλοις αὐτοὺς μηχανώμενοι τοὺς μὲν ἐπῄνεσαν καὶ χρήματα καὶ
στεφάνους αὐτοῖς παρέσχον ἐξ ἐλαιῶν, τοῖς δ᾿ οὐδὲν ἐψηφίσαντο. ἀλλ᾿ ἐκεῖνοι καὶ οὕτως
ὡμονόουν, τοῦ Καίσαρος αὐτοὺς πρὸς τοῦτο ἐνάγοντος. μαθόντες οὖν οἱ ἐν τῇ πόλει ταῦτα, καὶ
φοβηθέντες, ὕπατον μὲν αὐτὸν οὐδ᾿ οὕτως ἀπέδειξαν, ἄλλας δέ οἱ τιμὰς ἐψηφίσαντο. ὡς δ᾿
ἐν οὐδενὶ λόγῳ ταύτας ἔσχε, στρατηγὸν τὸ πρῶτον καὶ μετὰ τοῦτο καὶ ὕπατον ἐψηφίσαντο. 
 
 Καὶ οἱ μὲν οὕτω τὸν Καίσαρα ἐδόκουν μεταχειρίζεσθαι ὡς παῖδα καὶ ὡς μειράκιον, ἅπερ καὶ
διεθρύλουν· ἐκεῖνος δὲ ἐπί τε τοῖς ἄλλοις καὶ ὅτι παῖς ἤκουε δεινῶς ἀγανακτῶν ἐπὶ τὰ
ὅπλα ἐτράπετο, καὶ πρός τε τὸν Ἀντώνιον λάθρᾳ διεκηρυκεύσατο, καὶ τοὺς διαφυγόντας ἐκ τῆς μάχης, οὓς
πολεμίους ἡ βουλὴ ἐψηφίσατο, συνήθροιζε, καὶ κατηγόρει παρ᾿ αὐτοῖς τῆς γερουσίας τε καὶ τοῦ δήμου.
ταῦτα δὲ οἱ ἐν τέλει τέως μὲν ἐν ὀλιγωρίᾳ πεποίηντο, ἐπεὶ δὲ συμπεφρονηκότας ἔμαθον τὸν
Ἀντώνιον καὶ τὸν Λέπιδον, θεραπεύειν τὸν Καίσαρα ἤρξαντο, καὶ τὸν 
πρὸς ἐκείνους αὐτῷ ἀνέθεντο πόλεμον, ἀγνοοῦντες τοὺς λόγους οὓς ἐπεποιήκει πρὸς τὸν Ἀντώνιον. ὁ δὲ
 τὸν πόλεμον ὑπεδέξατο, ὕπατος δι᾿ αὐτὸν ἀποδειχθῆναι πειρώμενος, πάνυ γὰρ ἦν αὐτῷ ἡ
ὑπατεία δι᾿ ἔρωτος, καὶ τὴν μάχην ἀναδεξάμενος ἡτοιμάζετο μὲν ὡς πολεμήσων, τοὺς στρατιώτας δὲ λάθρᾳ
παρεσκεύασεν ὀμόσαι δῆθεν ἀφ᾿ ἑαυτῶν πρὸς μηδὲν τῶν στρατοπέδων μαχέσασθαι τῶν ἐκείνου
γενομένων τοῦ Καίσαρος. τοῦτο δ᾿ ἦν μήτε πρὸς Ἀντώνιον μήτε
πρὸς Λέπιδον ἀντιτάξασθαι· πλεῖστοι γὰρ αὐ- τοῖς ἐξ ἐκείνων συνεστρατεύοντο. πρέσβεις
οὖν διὰ τοῦτο πρὸς τὴν βουλὴν ἐξ αὐτῶν τῶν στρατιωτῶν τετρακοσίους
ἐκπέπομφε τοῦτο δὲ σκηνὴ μὲν ἦν πρεσβείας, τὸ δὲ πᾶν τῶν ἐψηφισμένων αὐτοῖς εἴσπραξις καὶ σπουδὴ τοῦ
ἀποδειχθῆναι τὸν Καίσαρα ὕπατον. ἀναβαλλομένων δὲ αὐτῶν τὴν ἀπόκρισιν οἱ στρατιῶται
ὠργίζοντο· εἷς δέ τις αὐτῶν ἐξελθὼν τοῦ βουλευτηρίου καὶ τὸ ξίφος λαβών, ἄοπλοι γὰρ εἰσελθεῖν
ἐκελεύσθησαν, εἶπεν ‘ἂν ὑμεῖς τὴν ὑπατείαν μὴ δοίητε Καίσαρι, τοῦτο δώσει. ὁ Καῖσαρ 
μέντοι, ὅτι εἰς τὸ συνέδριον εἰσιόντες ἠναγκάσθησαν ἀποθέσθαι τὰ ὅπλα, καὶ ὅτι ἐπύθετό τις πότερον
παρὰ τῶν στρατοπέδων ἐπέμφθησαν ἢ πρὸς τοῦ Καίσαρος, ἔγκλημα ἐποιεῖτο, καὶ τὸν Ἀντώνιον καὶ τὸν Λέπιδον σπουδῇ μετεπέμψατο, καὶ αὐτὸς ἐπὶ τὴν Ῥώμην μετὰ
τῶν στρατιωτῶν, ὡς ὑπ’ αὐτῶν τάχα ἐκβιασθείς, ὥρμησε. καί τινας τῶν ἰππέων ἀπέκτειναν, ὡς
κατασκόπους αὐτῶν. οἱ δὲ τῆς βουλῆς τὴν ἔφοδον γνόντες αὐτῶν, τά τε χρήματα αὐτοῖς μήπω πλησιάσασιν
ἔπεμψαν καὶ ὕπατον τὸν Καίσαρα ἐψηφίσαντο. ἀλλ’ οἱ στρατιῶται ἀνάγκῃ ταῦτα πράξαντας
εἰδότες αὐτοὺς καὶ ἐξεφόβουν καὶ ἐθρασύνοντο. πρὸς δὲ ταῦτα ἡ γερουσία μεταβαλλομένη ἀπηγόρευσε τῇ
στρατιᾷ πλησιάσαι τῇ πόλει, καὶ τοῖς στρατηγοῖς τὴν φρουρὰν αὐτῆς ἐνεχείρισε. τῷ Καίσαρι δὲ σὺν τῇ
 στρατιᾷ πρὸ τοῦ ἄστεος γενομένῳ τῶν τε βουλευτόν τινες καὶ τῶν τοῦ δήμου πολλοὶ
προσεχώρησαν, καὶ οἱ στρατηγοὶ ἑαυτοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας ἐκείνῳ παρέδοσαν· καὶ οὕτω τὴν πόλιν ἀμαχεὶ κατασχὼν ὕπατος καὶ παρὰ τοῦ δήμου προυβέβλητο, μηδ’ ἀπαντήσας εἰς τὴν συνάθροισιν, ἵνα μὴ δοκῇ βιάζεσθαι τούτους. καὶ συνάρχων αὐτῷ ἐδόθη ὁ
Κύιντος ὁ Πέδιος, εἴγε οὕτω καλέσαι αὐτόν, ἀλλὰ μὴ ὕπαρχον δεῖ. 
 Οὕτω δ’ ὕπατος αἱρεθεὶς ὁ Καῖσαρ τά τε ἐν τῇ πόλει πρὸς τὸ δοκοῦν αὐτῷ κατεστήσατο καὶ
χρήματα τοῖς στρατιώταις παρέσχετο, λόγῳ μὲν οἴκοθεν, ἔργῳ δ᾿ ἐκ τῶν κοινῶν, καὶ τούτοις
χάριν ὡμολόγει. παρὰ δὲ τῆς βουλῆς αὐτῷ πολλὰ πρὸς τιμὴν ἐψηφίσθησαν, δοκήσει μὲν ἑκούσης, τῇ δ’
ἀληθείᾳ φόβῳ βιαζομένης. πρὸς δὲ τοῖς ἄλλοις καὶ εἰς τὸ τοῦ Καίσαρος γένος κατὰ τὰ
νομιζόμενα εἰσεποιήθη, καὶ τὴν ἐπίκλησιν εἴληφεν. ὠνόμαζε μὲν γὰρ καὶ πρότερον αὐτὸς ἑαυτὸν Καίσαρα, ὡς μετὰ τοῦ κλήρου καὶ τὴν προσηγορίαν διαδεξάμενος, οὐ μέντοι
βεβαίως αὐτὴν εἶχε πρὸ τοῦ ταύτην κατὰ τὰ πάτρια βεβαιώσασθαι. ἔκτοτε δὲ Γάιος Ἰούλιος
Καῖσαρ Ὀκταβιανὸς ἐπεκλήθη· νενόμισται γὰρ τοὺς υἱοθετουμένους τὴν μὲν ἄλλην πρόσρησιν ἀπὸ τοῦ
εἰσποιησαμένου λαμβάνειν, ἒν δέ τι τῶν προτέρων ὀνομάτων τηρεῖν.

Ἐπεὶ οὖν τούς τε στρατιώτας ᾠκειώσατο καὶ τὴν βουλὴν ἐδουλώσατο, τὴν τῶν
καταλειφθέντων τῷ δήμῳ διανομὴν παρὰ τοῦ πατρὸς ἐποιήσατο, ἵνα καὶ τούτους ἐφ’ ἑαυτὸν ἐπισπάσηται
καὶ μὴ ἐναντιουμένους ἔξει πρὸς τὴν τῶν φονέων τοῦ πατρὸς τιμωρίαν 
τραπόμενος. δικαστήρια μὲν οὖν ἐκάθισεν, ἔνα μὴ δοκῇ βιαίως τι πράττειν, καὶ ταύτα τῶν
πλειόνων ἀπόντων, τινῶν δὲ καὶ ἡγεμονίας ἐχόντων ἐθνῶν. εἰ δέ τινες καὶ παρῆσαν, οὔτε ἀπήντησαν
δεδιότες, ἀλλὰ καὶ λάθρᾳ που ἐξεχώρησαν. ἐρήμην οὖν οὐχ οἶ αὐτόχειρες οὐδ’ οἶ συνομόσαντες μόνον
ἥλωσαν, 
 ἀλλὰ καὶ συχνοὶ ἕτεροι μὴ μετασχόντες τῆς ἐπιβουλῆς, τινὲς δὲ μηδ᾿ ἐνδημοῦντες τότε
τῇ πόλει, ὧν εἷς ἦν καὶ ὁ Πομπήιος Σέξτος· οἳ πυρός τε καὶ ὕδατος εἴρχθησαν καὶ αἱ οὐσίαι σφῶν
ἐδημεύθησαν. 
 Ταῦτα τοίνυν πράξας ὁ Καῖσαρ ἐπὶ τὸν Λέπιδον 
 τὸν Ἀντώνιον δῆθεν ἐστράτευσεν· ἔργον δ᾿ οὐδὲν ἔπραξεν, οὐχ
ὅτι τῷ Ἀντωνίῳ κεκοινολόγητο καὶ δι᾿ ἐκείνου καὶ τῷ Λεπίδῳ, ἀλλ᾿ ὅτι ἰσχυροὺς αὐτοὺς ἐώρα καὶ
ὁμογνώμονας, καὶ ἤλπισε δι᾿ αὐτῶν τόν τε Κάσσιον καὶ τόν Βροῦτον μέγα δυνηθέντας ἤδη
καταγωνίσασθαι καὶ μετὰ τοῦτο κἀκείνους δι᾿ ἀλλήλων χειρώσασθαι. διὰ ταῦτα τὰς συνθήκας ὁ Καῖσαρ καὶ
ἄκων ἐτήρησε, καὶ καταλλαγὰς αὐτοῖς πρὸς τὴν βουλὴν καὶ πρὸς τὸν ὅμιλον ἐπρυτάνευσεν, οὐκ αὐτὸς
ταύτας εἰσηγησάμενος διὰ τὸ ἀνύποπτον, ἀλλὰ τὸν Κύιντον τοῦτο συμβουλεῦσαι
παρασκευάσὰς. αὐτὸς δὲ τῶν ἐν τῇ πόλει κοινωσαμένων αὐτῷ περὶ τούτου ἄκων προσεποιεῖτο τῇ πράξει
συγκατατίθεσθαι, παρὰ τῶν στρατιωτῶν βιαζόμενος. ψηφισθείσης
δὲ τῆς καταλλαγῆς αὐτοῖς, ὥρμησαν καὶ ἄμφω ἐπὶ τὸν Καίσαρα, τὸ πλεῖστον καὶ τὸ
κράτιστον τού στρατοῦ ἐπαγόμενοι. οὔτε γὰρ βεβαίως ἐπιστευον αὐτῷ οὔτε δι᾿ ἐκεῖνον ἤθελον δοκεῖν
τὴν ἄδειαν ψηφισθῆναι αὐτοῖς καὶ τὴν κάθοδον, δι᾿ ἐαυτοὺς δὲ καὶ τὴν σφετέραν ἰσχύν, καὶ τυχεῖν
ἤλπιζον ὧν ἐβούλοντο διὰ τὰ στρατόπεδα. καὶ ὁ Καῖσαρ δ᾿ αὐτοῖς μετὰ πλήθους στρατιωτῶν
προσυπήντησε. καὶ συνῆλθον εἰς ὁμιλίαν, διαλεξάμενοί τέ τινα ἡσυχῇ τὸ μὲν σύμπαν ἐπί τε τῇ δυναστείᾳ
καὶ κατὰ τῶν ἐχθρῶν συνώμοσαν, ἐς δὲ τὸ φανερὸν διωμολογήσαντο κοινῇ τοὺς τρεῖς
ἐπιμελητὰς καὶ διοικητὰς τῶν πραγμάτων γενέσθαι ἐπὶ πενταετίᾳ, ἵνα μὴ
ὀλι- γαρχίας· δοκῶσιν ἐφίεσθαι. ἰδίᾳ δὲ καὶ ἀρχὰς ἐθνῶν ἑαυτοῖς προσενείμαντο, ἔνα μὴ
πᾶσαν τὴν ἀρχὴν νομίζωνται σφετερίζεσθαι. καὶ τῶν ἐχθρῶν σφαγὰς ἀλλήλοις ἀντέδοσαν. καὶ Λεπίδῳ μὲν
τῆς τε Ῥώμης τὴν φυλακὴν καὶ τῆς λοιπῆς Ἰταλίας ἀνέθεσαν, Καῖσαρ δὲ καὶ Ἀντώνιος ἐπὶ τὸν
Μάρκον Βροῦτον στρατεύσασθαι συνέθεντο καὶ τὸν Κάσσιον. καὶ ὅρκοις τὰ δόξαντα ἐπιστώσαντο, καὶ τοὺς
στρατιώτας συγκαλέσαντες ἐδημηγόρησαν ὅσα ἐπὶ τούτοις εἰκός. οἱ δὲ τοῦ Ἀντωνίου
στρατιῶται ἐξ ὑποθήκης αὐτοῦ τὴν θυγατέρα τῆς γυναικὸς Ἀντωνίου Φουλβίας, ἣν εἶχεν ἐκ τοῦ Κλωδίου,
λαβεῖν ἠξίουν τὸν Καίσαρα. κἀκεῖνος οὐ παρῃτήσατο, καίτοι ἑτέρας αὐτῷ
προμεμνηστευμένης. 
 
 Ἐντεῦθεν εἰς τὴν Ῥώμην ἠπείγοντο. σημεῖα δέ τινα τῶ τε Ἀντωνίῳ καὶ τῷ Λεπίδῳ ἀπαίσια
συμβεβήκασι, τῷ Καίσαρι δὲ ἀετός ὑπὲρ τῆς σκηνῆς ἱδρυθεὶς δύο κόρακας προσπεσόντας αὐτῷ καὶ τίλλειν
τινὰ τῶν πτερῶν αὐτοῦ πειρωμένους ἀπέκτεινεν· ὃ τὴν νίκην κατ’ ἀμφοτέρων τῶν συνιόντων
αὐτῷ προεσήμαινε. καὶ οἱ μὲν οὕτως εἰς τὴν Ῥώμην ἤλθοσαν μετὰ τῶν στρατευμάτων, καὶ παραχρῆμα τὰ
σφίσι δόξαντα ἔπραττον· καὶ σφαγαὶ πολλῶν ἐποιήθησαν, ὡς πληρωθῆναι τὴν πόλιν νεκρῶν. οἱ μὲν γὰρ ἐν ταῖς οἰκίαις, οἶ δὲ ἐν ταῖς ὁδοῖς κἀν ταῖς ἀγοραῖς
καὶ πρός τοῖς ἱεροῖς ἀπεκτίννυντο, καὶ αἶ μὲν κεφαλαὶ αὐτῶν ἐπὶ τὸ βῆμα αὐτοῖς ἀνετίθεντο, τὰ δὲ
λοιπὰ σώματα τὰ μὲν αὐτοῦ που ἐρριπτεῖτο βορὰ κυσί τε καὶ ὄρνισι, τὰ δὲ εἰς τὸν ποταμὸν ἐνεβάλλετο.
 καὶ οὐχ οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ οἶ φίλοι ἀπώλλυντο. πάντας γὰρ τοὺς ἑκάστῳ τῶν τριῶν
συναραμένους ἢ συμπράξαντας ἐν πολεμίων μοίρᾳ οἱ ἄλλοι ἐτίθεντο. καὶ οὕτω συνέβαινε
τοὺς αὐτοὺς καὶ φίλους τινὶ αὐτῶν καὶ ἐχθροὺς τοῖς ἑτέροις εἶναι, ὥστε ἐν ᾧ ἰδίᾳ ἕκαστος τοὺς
ἐπιβουλεύσαντας αὐτῷ ἠμύνετο, καὶ τοὺς φιλτάτους κοινῇ συναπώλλυσαν. οὐ γάρ τις τὸν ἑαυτοῦ ἐχθρὸν τιμωρήσασθαι φίλον ἑτέρου ὄντα ἠδύνατο, μὴ
ἀντιδιδοὺς ἕτερον φίλον ἑαυτοῦ νομιζόμενον, ἢ καὶ πλείους, εἰ ὁ αἰτούμενος εἰς σφαγὴν ἔντιμος ἦν ἐξ
ἀρετῆς ἢ γένους ἢ ἀξιώμα- τος. καὶ τοὺς πλουσίους δέ, κἂν
μηδὲν εἶχον αὐτοῖς ἐγκαλεῖν, προσαπώλλυον, πολλῶν χρημάτων δεόμενοι, ἵνα τὰς ἐπιθυμίας
τῶν στρατιωτῶν ἀποπλήσωσι.

Ταῦτα δὲ ὑπὸ τοῦ Λεπίδου καὶ τοῦ Ἀντωνίου ἐπράττετο μάλιστα. τιμηθέντες γὰρ ὑπὸ τοῦ
προτέρου Καίσαρος, καὶ ἐπὶ πλεῖστον ἄρξαντες καὶ ἡγεμονεύσαντες, καὶ
πλείστους εἶχον ἐχθρούς. ἐδόκει δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ νέου Καίσαρος γίνεσθαι διὰ τὴν τῆς δυναστείας
κοινωνίαν. αὐτὸς γὰρ οὐ συχνοὺς ἀπέκτεινε, φύσει τε οὐκ ὠμὸς ὣν καὶ τεθραμμένος τοῖς ἤθεσι τοῦ
πατρός, καὶ μήτε πολλοῖς μῖσος τρέφων σφοδρὸν καὶ φιλεῖσθαι πραγματευόμενος. καὶ οὐ
μόνον οὐ πολλοὺς ἔφθειρεν, ἀλλὰ καὶ ἔσωσε πλείστους· καὶ τοῖς κρύψασί τινας ἐπιεικέστατα ἐχρήσατο,
ἐπεὶ θάνατος καὶ τούτοις προείρητο. 
 Ὁ δὲ Λέπιδος ἀπαραίτητος ἦν, καὶ ὁ Ἀντώνιος ὠμῶς καὶ ἀνηλεῶς ἔκτεινε καὶ τοὺς
ἐπικουρῆσαι τοῖς κτεινομένοις ἐπιχειροῦντας, καὶ τὰς κεφαλὰς τῶν 
σφαττομένων καὶ σιτούμενος ἐπεσκόπει, καὶ τῆς ἀνοσίου θέας αὐτῶν ἐνεπίμπλατο. καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἡ
Φουλβία πολλοὺς καὶ αὐτὴ καὶ δι’ ἔχθραν καὶ διὰ 
 
 χρήματα ἐθανάτωσεν, ἔστι δ᾿ οὓς οὐδὲ γινωσκομένους ὑπὸ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς. ποτὲ γοῦν καὶ
τῆς τοῦ Κικέρωνος κεφαλῆς κομισθείσης, φεύγων γὰρ κατελήφθη καὶ ἐσφάγη, ὁ μὲν Ἀντώνιος πολλὰ αὐτὸν
 βλασφημήσας ἐκέλευσεν αὐτὴν ἐκφανέστερον τῶν ἄλλων ἐν τῷ βήματι προτεθῆναι, ἵν᾿ ὅθεν
ἠκούετο δημηγορῶν κατ’ αὐτοῦ, ἐκεῖ μετὰ τῆς χειρὸς τῆς δεξιάς ὁρῷτο· οὕτως γὰρ ἀπετέτμητο. ἡ δὲ δὴ
Φουλβία ἔς τε τὰς χεῖρας αὐτὴν ἔλαβε, καὶ ἐμπικραναμένη 
 καὶ ἐμπτύσασα ἐπὶ τὰ γόνατα ἔθηκε, καὶ τὸ στόμα αὐτῆς διανοίξασα τὴν γλῶσσαν ἐξείλκυσε,
καὶ ταῖς βελόναις, αἷς εἰς τὴν κεφαλὴν ἐκέχρητο, κατεκέντησε, πολλὰ καὶ μιαρὰ ἐπισκώπτουσα. 
 Πολλοὶ μὲν οὖν ἀπώλοντο, τινὲς δὲ καὶ ἐσώθησαν. δοῦλοι γὰρ τὰς τῶν δεσποτῶν
ἐσθῆτας περιβαλλόμενοι, ἐκείνους κατακρύψαντες, ὡς οἱ δεσπόται ἐσφάγησαν. καί τις στιγματίας δοῦλος
οὐ μόνον οὐ προέδωκε τὸν στίξαντα αὐτὸν δεσπότην, ἀλλὰ καὶ περιέσωσεν. ὡς γὰρ συναπεδίδρασκε τῷ
δεσπότῃ καὶ διώκεσθαι ἔγνω, ἀπέκτεινέ τινα συναντήσαντα σφίσι, καὶ τὴν στολὴν ἐκείνου
τῷ δεσπότῃ δούς, ἀπιέναι ἀφῆκεν· αὐτὸς δὲ πυρὰν ἀνάψας τὸν νεκρὸν ἐπέθηκεν ἐπ’ αὐτήν, τὴν δ’ ἐσθῆτα τοῦ δεσπότου καὶ τὸν δακτύλιον φέρων ἀπήντησε τοῖς διώκουσι,
 καὶ εἰπὼν φεύγοντα τὸν δεσπότην ἀποκτεῖναι ἐπιστεύθη διὰ τὰ σκῦλά τε καὶ τὰ στίγματα,
καὶ ἐκεῖνον ἔσωσε, καὶ αὐτὸς ἐτιμήθη. Κύιντον δὲ Κικέρωνα τὸν τοῦ Μάρκου ἀδελφὸν ὁ παῖς ἐξέκλεψε,
καὶ στρεβλωθεὶς ἐπὶ τούτῳ οὐκ ἐξελάλησεν. ὁ δὲ πατὴρ αὐτοῦ μαθὼν τὸ γινόμενον καὶ
ἐλεήσας τὸν παῖδα ἐθελοντὴς αὐτὸς ἑαυτὸν τοῖς σφαγεῦσι παρέδωκε. πολλοὶ δὲ καὶ λανθάνοντες
ἀπεδίδρασκον καὶ πρὸς τὸν Βροῦτον ἀπῄεσαν καὶ τὸν Κάσσιον. οἶ δέ γε πλείους τῷ Σέξτῳ
προσεχώρουν. ναυαρχεῖν γὰρ πρότερον αἱρεθείς, καὶ χρόνον τινὰ ἐν τῇ
θαλάσσῃ δυνηθείς, ἰσχὺν οἰκείαν, καίτοι τῆς ἀρχῆς ὕστερον ὑπὸ τοῦ Καίσαρος στερηθείς, περιεβάλλετο,
καὶ τὴν Σικελίαν κατέσχεν. εἶτα, ὡς καὶ ἐκείνῳ ἐπεκηρύχθη αἵ τε ἄλλαι σφαγαὶ ἐγένοντο,
πλεῖστον τοῖς ὁμοίοις συνήρατο, ὑποδεχόμενος τοὺς ἐς αὐτὸν ἰόντας καὶ παντοίως ἐπικουρῶν· ὅθεν καὶ
συχνοὶ πρὸς αὐτὸν ἦλθον. 
 
 Τοιαῦτα μὲν περὶ τὰς σφαγὰς ἐγίνετο, πολλὰ δὲ καὶ ἄτοπα καὶ περὶ τὰς τῶν ἄλλων οὐ οὐσίας
σὺν ἔβαινε, καὶ αἱ τῶν εὐπόρων οἰκίαι ἐπορθοῦντο, καὶ ἐνοίκιον ἐνιαύσιον πασῶν τῶν ἐν τῶ ἄστει
οἰκιῶν καὶ τῶν ἐν τῇ λοιπῇ Ἰταλίᾳ ἐπράξαντο, τῶν μὲν
μισθωθεισῶν καθ’ ὁλόκληρον, ὧν δ’ οἶ δεσπόται ᾤκουν, ἐξ ἡμισείας, σείας, πρὸς τὴν τῆς καταγωγῆς ἀξίαν· καὶ τοὺς τῶν χωρίων κτήτορας τὸ ἥμισυ τῶν προσόδων
ἀφείλοντο, καὶ τὰ κτήματα τῶν κτεινομένων τοῖς στρατιώταις παρεῖχον, τὰ μὲν δῶρον, τὰ δὲ
ἐπευωνίζοντες· ἀπείρητο γὰρ μηδένα τῶν ἄλλων ἀπαντᾶν εἰς τὸ πρατήριον ὠνησόμενον·
θάνατον τάξαντες τῷ ἀπαντήσαντι ἐπιτίμιον. καὶ ἀρχὰς καὶ τιμὰς καὶ ἀρχιερωσύνας ἐδίδοσαν, καὶ νόμους
τοὺς μὲν ἀπήλειψαν, τοὺς δὲ ἀντενέγραψαν, καὶ πᾶν κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς ἔπρασσον, ὥστε
χρηστὴν τὴν τοῦ ἀνῃρημένου Καίσαρος μοναρχίαν νομίζεσθαι.

Τὸν μὲν οὖν ἐνιαυτὸν ἐκεῖνον ταῦτα ἐποίησαν· τοῦ δὲ Λεπίδου
τοῦ Μάρκου τοῦ τε Πλάγκου τοῦ Λουκίου τῷ ἐπιόντι ἔτει ὑπατευσάντων τέλη τε ἤδη 
 
 ἐσχολακότα ἀνενεώθησαν καὶ ἐκ καινῆς προσατέστησαν ἕτερα, καὶ πολλὰ μὲν ἐπὶ τῇ γῇ,
πολλὰ δὲ καὶ ἐπὶ τοῖς οἰκέταις ἐπράττοντο. ὅ δὲ πλέον τῶν ἄλλων πάντας ἠνίασεν, ἦν τὸ παντὸς οὐσίαν
δεκατευθῆναι ὁποσονοῦν εὐποροῦντος ἀνδρὸς ὁμοίως καὶ γυναικός. λόγῳ μὲν γὰρ τὸ δέκατον τῆς οὐσίας
παρ’ ἑκάστου σφόν εἰσεπράχθη, ἔργῳ μέντοι οὐδὲ τὸ δέκατον κατελείφθη τινί. καὶ ἕτερον δέ τι
ἐπινενόητο. τῷ γὰρ βουλομένῳ ἐνεδόθη πάσης τῆς οὐσίας ἐκστάντι τὸ τρίτον μετὰ ταῦτα
αὐτῆς ἀπαιτῆσαι, τουτέστι μήτε τι λαβεῖν καὶ πράγματα σχεῖν. οἱ γὰρ βίᾳ τὰ δύο μέρη συλώμενοι προφανῶς, πῶς ἂν τὸ τρίτον ἀπέλαβον; καὶ ἄλλα δὲ πλεῖστα τοῖς
ἀνθρώποις τότε πρὸς πενίαν αὐτοὺς συνελαύνοντα ἐπενήνεκτο, μόνοι δὲ οἱ τὰ ὅπλα ἔχοντες
ὑπερεπλούτησαν. 
 Οὕτως οἱ ἄνδρες οἶ τρεῖς ἐκεῖνοι ἐποίουν, καὶ ἅμα τὸν Καίσαρα ἐκεῖνον τὸν πρότερον
ἀπεσέμνυνον, καὶ τιμὰς ποικίλας τε καὶ πολλὰς αὐτῷ ἐψηφίσαντο. πράξαντες δὲ ταῦτα, Λέπιδος μὲν ἐν
Ῥώμῃ τήν τε πόλιν καὶ τὴν ἄλλην Ἰταλίαν διάξων ὑπέμεινε, Καῖσαρ δὲ καὶ Ἀντώνιος κατὰ
τοῦ Βρούτου καὶ τοῦ Κασσίου ἐστράτευσαν. ἐκεῖνοι γὰρ τὸν Καίσαρα τὸν Ὁκτάβιον μαθόντες τῶν πραγμάτων
ἀντιλαμβάνεσθαι καὶ τὸν ὅμιλον σφετερίζεσθαι, τήν τε δημοκρατίαν 
 ἀπέγνων καὶ ἐκεῖνον φοβηθέντες ἐν Ἀθήναις ἐγένοντο. καὶ οἱ Ἀθηναῖοι σφᾶς λαμπρῶς
ὑπεδέξαντο, καὶ εἰκόνας χαλκᾶς αὐτοῖς ἐψηφίσαντο, ὡς ζηλώσασι τοὺς παρ’ αὐτοῖς τυραννοκτόνους, τὸν
Ἁρμόδιον λέγω καὶ τὸν Ἀριστογείτονα. εἶτα πυθόμενοι ἐπὶ μεῖζον τὸν Καίσαρα αἴρεσθαι, ὁ
μὲν Κάσσιος πρὸς τοὺς Σύρους ὥρμησε συνήθεις ὄντας αὐτῷ, Βροῦτος δὲ τήν τε Ἑλλάδα καὶ τὴν Μακεδονίαν
συνίστη. καὶ προσεῖχον αὐτῷ ἔκ τε τῆς δόξης τῶν πεπραγμένων καὶ ὅτι καὶ στρατιώτας
συχνούς, τοὺς μὲν ἐκ τῆς πρὸς Φαρσάλῳ μάχης ἐκεῖ που περιπλανωμένους, 
τοὺς δὲ καὶ ἐκ τῶν τῷ Δολοβέλλᾳ σὺν ἐξελθόντων ὑπολειφθέντας, προσλαβὼν εἶχε, καὶ χρήματα δέ οἱ ἐκ τῆς Ἀσίας παρὰ τοῦ Τρεβωνίου ἀπέσταλτο. τὸ μὲν οὖν Ἑλληνικὸν ἀπόνως προσεποιήσατο, καὶ
τὴν Μακεδονίαν δὲ μετὰ τοῦτο πάσαν καὶ τὴν Ἤπειρον προσλαβὼν τῇ γερουσίᾳ ἐπέστειλε τὰ πεπραγμένα
δηλῶν. οἱ δέ, ἔτυχον γὰρ τότε ὑπόπτως πρὸς τὸν Καίσαρα ἔχοντες, καὶ ἐπῄνεσαν αὐτὸν καὶ
πάντων ἄρχειν τῶν ἐκεῖσε ἐκέλευσαν. κἀντεῦθεν αὐτός τε γέγονε προθυμότερος καὶ ὑπεῖκον ἀπροφασίστως
ἔσχηκε τὸ ὑπήκοον. ἐπεὶ δ’ ὁ Καῖσαρ ἐν τῇ Ῥώμῃ τε ἐνηυθέντησε καὶ τοὺς τοῦ πατρὸς ἐτιμωρεῖτο σφαγεῖς
 
 φανερῶς, ἐσκόπει ὅπῃ αὐτὸν ἐπιόντα ἀμύναιτο, καί τινας ἐπιβουλὰς πρός
τινων αὐτῷ γενομένας ἀπεκρούσατο. καὶ ἐς τὴν ἄνω Μακεδονίαν ἀνεχώρησεν, ἔχων τὸ ἰσχυρότατον τοῦ στρατοῦ, κἀκεῖθεν εἰς τὴν Ἀσίαν ἔπλευσεν, ἔνα μὴ τὰ ἐν τῇ Ῥώμᾐ
 πραττόμενα ἐπὶ τὸ φοβερώτερον ἀγγελλόμενα μαθόντες οἱ στρατιῶται μεταβάλωνται. εἶτ᾿
αὖθις εἰς τὴν Εὐρώπην ἠπείχθη, δείσας μή τι νεωτερισθῇ. 
 Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ καιρὸν καὶ ὁ Κάσσιος εἰς τὴν Ἀσίαν ἐπεραιώθη πρὸς τὸν Τρεβώνιον, καὶ
λαβὼν παρ’ αὐτοῦ χρήματα καὶ ἱππέας συχνοὺς καὶ ἑτέρους πολλοὺς τῶν τε Κιλίκων καὶ τῶν
Ἀσιανῶν, τοὺς Ταρσέας καὶ ἄκοντας εἰς τὸ συμμαχικὸν προσηγάγετο. καὶ εἰς τὴν Συρίαν ἐλθών, ἀμαχεὶ
πάντα τά τε τῶν δήμων καὶ τὰ τῶν στρατευμάτων προσε- 
 ποιήσατο. παραλαβὼν οὖν τὴν Συρίαν εἰς τὴν Ἰουδαίαν ὥρμησε,
πυθόμενος τοὺς στρατιώτας τοὺς ἐν τῇ Αἰγύπτῳ ὑπὸ τοῦ Καίσαρος καταλειφθέντας
προσιέναι. ἐκείνους τε οὖν ἑτοίμως καὶ τοὺς Ἰουδαίους παρεστήσατο. οὕτω δὴ καὶ ὁ Κάσσιος διὰ ταχέων
ἐγένετο ἰσχυρός, καὶ τῇ γερουσίᾳ τὰ ὅμοια τῷ Βρούτῳ ἐπέστειλε· καί οἱ τήν τε τῆς Συρίας
ἀρχὴν ἡ βουλὴ ἐβεβαίωσε καὶ τὸν κατὰ τοῦ Δολοβέλλου πόλεμον ἐψηφίσατο. οὗτος γὰρ ἐτέτακτο μὲν τῆς
Συρίας ἄρχειν, εἰς δὲ τὴν Ἀσίαν ἐνδιατρίβων τὸ δόγμα ἐμεμαθήκει, καὶ πρὸς μὲν τὴν Συρίαν οὐκ ἀπῆλθεν, αὐτοῦ δὲ καταμείνας τὸν Τρεβώνιον δόλῳ ἐν τῇ Σμύρνῃ ἀνεῖλε καὶ πάσαν τὴν Ἀσίαν
κατέσχεν. οὕτω δὲ τῆς Ἀσίας γενόμενος ἐγκρατὴς εἰς τὴν Κιλικίαν ἦλθε, τοῦ Κασσίου ἐν Παλαιστίνῃ
τυγχάνοντος, καὶ τοὺς μὲν Ταρσεῖς ἑκουσίους προσλαβών, φρουροὺς τοῦ Κασσίου ἐν Αἰγαῖς ὄντας ἐνίκησεν· ἐς δὲ τὴν Συρίαν ἐνέβαλε, καὶ τῆς μὲν Ἀντιοχείας
ἀπεκρούσθη, τὴν δὲ Λαοδίκειαν προσεποιήσατο. καὶ τὸ ναυτικὸν αὐτῷ προσῆλθε· κἀντεῦθεν ἰσχύσας εἰς
Ἄραδον ἀπελήλυθεν, ἔνθα μετ᾿ ὀλίγων ἀπολειφθεὶς ἐκινδύνευε. διαφυγὼν οὖν ἀπήντησε τῷ
Κασσίῳ, καὶ συμβαλὼν αὐτῷ ἡττήθη, καὶ εἰς τὴν Λαοδίκειαν ἐπολιορκεῖτο. ἐνδείᾳ δὲ τῶν ἐπιτηδείων
ἀναγκασθείς, καὶ φοβηθεὶς μὴ ζῶν ἁλῷ, ἑαυτὸν διεχρήσατο. ὅ καὶ ὁ ὑποστράτηγος αὐτοῦ Μάρκος Ὀκτάβιος
 ἔπραξε. 
 Κάσσιος δὲ ἐπεὶ τὰ ἐν τῇ Συρίᾳ καὶ τῇ Κιλικίᾳ κατεστήσατο, εἰς τὴν Ἀσίαν πρὸς τὸν Βροῦτον
ἀφέκετο. ὡς γὰρ τὴν συνωμοσίαν τῶν τριῶν ἀνδρῶν ἔμαθον, καθ᾿ ἑαυτῶν
εἰδότες ἐκείνους πάντα ποιεῖν, 30 προθυμότερον καὶ αὐτοὶ κοινῇ πάντα καὶ ἐβουλεύοντο καὶ ἔπραττον.
καὶ αὐτοί τε περιιόντες καὶ ἑτέρους διαπέμποντες τοὺς μὴ ἐκείνοις ὁμoφρονοῦν- τὰς
προσήγοντο καὶ χρήματα καὶ στρατιώτας συνήθροιζον, τινῶν δὲ μὴ συμμαχῆσαι πειθομένων αὐτοῖς, ἐπ’
ἐκείνους ἐτράπησαν. καὶ Κάσσιος μὲν ναυμαχίᾳ τοὺς Ῥοδίους ἐνίκησε καὶ τὰς ναῦς αὐτῶν ἀφείλετο καὶ τὰ
χρήματα, μετὰ δὲ ταῦτα καὶ τὸν Ἀριοβαρζάνην συλλαβὼν ἀπέκτεινε· Βροῦτος δὲ τῶν Λυκίων
ἐκράτησε, καὶ τῶν πόλεων τὰς μὲν πλείους ἀμαχεὶ προσηγάγετο, Ξανθὸν
δὲ εἰς πολιορκίαν κατέστησε, καὶ εἷλεν αὐτὴν καὶ κατέπρησεν. εἶτα πρὸς Πάταρα ἦλθε, καὶ προσεκαλεῖτο
αὐτοὺς ὡς φίλους· ὡς δ᾿ οὐχ ὑπήκουσαν, τοὺς αἰχμαλώτους τῶν Ξανθίων συγγενεῖς αὐτοῖς
ὄντας ἔπεμψεν, ἐλπίζων δι’ ἐκείνων αὐτοὺς προσαγαγέσθαι. οἱ δ’ οὐδ’ οὕτως ἐνέδοσαν. πωλήσας οὖν
τινας τῶν αἰχμαλώτων τοὺς λοιποὺς ἠλευθέρωσεν. ἰδόντες δὲ τοῦτο οἱ Παταρεῖς εὐθὺς αὐτῷ
ὡς ἀρετὴν ἔχοντι προσέθεντο. τοῦτο δὲ καὶ οἶ Μυρεῖς ἐποίησαν, ἐπειδὴ τὸν στρατηγὸν αὐτῶν ἐν τῷ
ἐπινείῳ λαβὼν ἀπέλυσε. καὶ τἄλλα δὲ δι’ ὀλίγου παρεστήσατο.

Ἐντεῦθεν ἄμφω εἰς τὴν Ἀσίαν ἦλθον, καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν ἠπείγοντο. Γάιος δὲ ὁ Νωρβανὸς καὶ Δεκίλλιος Σάξας παρὰ τοῦ Καίσαρος καὶ τοῦ
Ἀντωνίου εἰς Μακεδονίαν ἐστάλησαν, καὶ πρὸς τοῖς Φιλίπποις στρατοπεδευσάμενοι τὴν σύντομον ὁδὸν
 προκατέλαβον. διὸ ὁ Βροῦτός τε καὶ ὁ Κάσσιος ἑτέραν μακροτέραν περιελθόντες, καὶ βιασάμενοι τὴν ἐκεῖ φρουράν, πρὸς τὴν πόλιν κατὰ τὰ μετέωρα παρῆλθον
κἀκεῖ ἐστρατοπεδεύσαντο. ὑπερτεροῦντες ὑπερτεροῦντες δὲ τῷ πλήθει τῶν ἐναντίων τό τε ὄρος τὸ
Σύμβολον 
 κατέλαβον καὶ τὰ ἐπιτήδεια ἔκ τε τῆς θαλάσσης ἐπήγοντο καὶ ἐκ τοῦ πεδίου καταθέοντες
ἐλάμβανον. Νωρβανὸς δὲ καὶ Σάξας συμβαλεῖν αὐτοῖς οὐκ ἐτόλμων, τὸν Καίσαρα δὲ καὶ τὸν Ἀντώνιον
μετεπέμποντο. οἶ δὲ μέρος μέν τι τοῦ στρατοῦ πρὸς φυλακὴν τῆς Ἰταλίας
κατέλιπον, τῷ δὲ πλείονι ἐπεραιώθησαν τὸν Ἰόνιον. καὶ Καῖσαρ μὲν νοσήσας ἐν Δυρραχίῳ κατέμεινεν,
Ἀντώνιος δ’ ἐπὶ Φιλίππους ἤλασε, καί τινας τῶν ἐναντίων ἐνεδρεύσας σιταγωγοῦντας 
ἐσφάλη. ὁ δὲ Καῖσαρ καθ’ ἑκάτερον δείσας, εἴτε τι ἐλαττωθείη κατὰ μόνας συμβαλὼν Ἀντώνιος, εἴτε καὶ
κρατήσει, ἐκ μὲν γὰρ τοῦ τὸν Βροῦτόν τε καὶ τὸν Κάσσιον 9 ἐκ δὲ τοῦ τὸν Ἀντώνιον πάντως, ἐφ’ ἑαυτὸν
ἰσχύσειν ἐνόμισεν, ἠπείχθη καὶ ἔτι ἀρρωστῶν· καὶ οἱ περὶ τὸν Ἀντώνιον ἀνεθάρσησαν. 
 Ἀντικαθημένων δ᾿ ἀλλήλοις τῶν ἀντιπολέμων ἐκδρομαὶ μὲν παρ’ ἀμφοτέρων ἐγίνοντο, μάχη δὲ
οὐδεμία ἐκ παρατάξεως, καίτοι τοῦ τε Καίσαρος καὶ τοῦ Ἀντωνίου
συμβαλεῖν σπουδαζόντων. ὁ δὲ δὴ Κάσσιος καὶ ὁ Βροῦτος ἀνεβάλλοντο, οὐκ ὀκνοῦντες τὴν
μάχην, ἀλλ’ εἴ πὼς ἄνευ κινδύνων καὶ φθόρου τινῶν ἐπικρατήσειαν. ὡς δὲ τὰ στρατεύματα τῇ τε τριβῇ
βαρυνόμενα καὶ τῶν ἀντικειμένων καταφρονήσαντα, ὅτι τὸ καθάρσιον πρὸ τῶν ἀγώνων γινόμενον ἐντὸς τοῦ ἐρύματος ὡς δεδιότες ἐποιήσαντο οἱ περὶ Καίσαρα καὶ Ἀντώνιον, εἰς τὴν μάχην τε ὥρμησαν
οἱ Βρούτου καὶ διελάλουν ὅτι, ἂν ἐπὶ πλέον ὑπερτιθῇ, ἐκλιπόντες τὸ στρατόπεδον σκεδασθήσονται, οὕτω
δὴ καὶ ἄκοντες συνέμιξαν. 
 
 Μέγιστος δὲ Ῥωμαίοις διαφανῶς ὁ ἀγὼν οὗτος ἐγένετο. τοῦτο δὲ
καὶ ἐκ τόν γεγονότων σημείων ἔν τε τῇ Ῥώμῃ καἰ ἐν τῆ̣ Μακεδονίᾳ τεκμήραιτό τις. ἐν γὰρ
τῷ ἄστει ὁ ἥλιος τοτὲ μὲν ἠλαττοῦτο, τοτὲ δὲ μέγας ἐφαίνετο, ἐξέλαμψε δέ ποτε καὶ νυκτός, λαμπάδες
τε ἄλλοσέ πῃ καὶ ἄλλοσε ᾄττειν ἐδόκουν, καὶ σαλπίγγων ἠχαὶ καὶ ὅπλων κτύποι καὶ βοαὶ στρατο- πέδων
νυκτὸς ἐκ τῶν τοῦ Καίσαρος καὶ τῶν τοῦ Ἀντωνίου ὁμορούντων ἀλλήλοις παρὰ τῷ Τιβέριδι
ἐξηκούοντο, καί τι παιδάριον δεκαδακτύλους χεῖρας ἔχον ἐγεννήθη, ἡμίονός τε ἔτεκε τέρας · τὰ μὲν γὰρ
πρόσθια ἵππῳ, τὰ δὲ λοιπὰ ἡμιόνῳ ἐῴκει. ἐν μὲν οὖν τῇ Ῥώμῃ
ταῦτά τε καὶ ἄλλα ἐγένετο, ἐν δὲ τῇ Μακεδονίᾳ περὶ τὸ στρατόπεδον τοῦ Κασσίου μέλισσαί
τε πολλαὶ αὐτὸ περιέσχον, καὶ ἐν τῷ καθαρσίῳ τὸν στέφανον αὐτῷ κατεστραμμένον ὁ ῥαβδοῦχος
προσήνεγκε, καὶ ἐν πομπῇ τινι παῖς Νίκην φέρων χρυσῆν ὀλισθήσας ἔπεσε, καὶ γῦπες πολλοὶ καὶ ἄλλοι
 ὄρνιθες νεκροφάγοι εἰς τὰ ἐκείνων διεφοίτων στρατόπεδα ἔκλαζόν τε φρικῶδές τι καὶ
δεινόν. τοῦ δὲ νέου Καίσαρος ἰατρὸς ἔδοξε τὴν Ἀθηνᾶν ἐν ὕπνοις λέγειν αὐτῷ ἐκ τῆς σκηνῆς τὸν Καίσαρα
ἐξαγαγεῖν καὶ καταστῆσαι εἰς τὴν παράταξιν, καίτοι ἔτι κακῶς ἀρρωστοῦντα · ὃ καὶ
περιέσωσεν αὐτόν , ὡς εἰρήσεται. 
 Τὴν μὲν οὖν ἡμέραν τῆς μάχης οὐχ ὡρίσαντο, ὥσπερ δὲ ἀπὸ
συγκειμένου τινὸς ἔωθεν ἐξοπλισάμε- νοι προῆλθον, καὶ ἐν κόσμῳ καὶ ἡσυχῇ παρετάξαντο. εἶτα
συμμίξαντες πολλῷ μὲν ἐχρήσαντο ὠθισμῷ, πολλῷ δὲ ξιφισμῷ καὶ προθυμίᾳ πολλῇ· καὶ οὔθ’
ὑπαγωγαῖς οὔτε διώξεσιν οὐδένες ἐχρήσαντο, ἀλλ’ αὐτοῦ ὥσπερ εἶχον ἐτίτρωσκον, ἐτιτρώσκοντο,
ἐφόνευον, ἐφονεύοντο. καὶ ὁ μὲν Βροῦτος τοῖς περὶ τὸν Καίσαρα
ἀντιμαχόμενος ἐκράτει, Κάσσιος δὲ ἀντιτεταγμένος τοῖς περὶ τὸν Ἀντώνιον ἥττητο , καὶ τὰ στρατόπεδα
ἀμφοτέρωθεν ἑάλω. οὐκ ἔγνων μέντοι οὔτε τὴν νίκην τῶν ἑτέρων οἶ ἡττημένοι οὔτε τὴν
ἧτταν οἶ νενικηκότες· τά τε γὰρ στρατόπεδα πολὺ ἀφεστήκασι καὶ ἀπλέτου κονιορτοῦ γενομένου ἠγνόησαν
 τό τέλος τῆς μάχης. τέως δὲ τό τε τοῦ Καίσαρος τάφρευμα
καὶ τὸ τοῦ Ἀντωνίου ἐπορθήθη, καὶ τὰ ἐν αὐτῷ πάντα ἑάλω, ὥστ’ εἰ μὴ κατὰ τὸ ὄναρ τοῦ ἰατροῦ
ὑπεξῆλθεν ὁ Καῖσαρ τοῦ χαρακώματος, ἐν αὐτῷ ἂν καταληφθεὶς κεκινδύνευκεν. 
 Ὁ δὲ Κάσσιος ἐκ μὲν τῆς μάχης ἐσώθη, τοῦ δὲ ἐρύματος καὶ αὐτοῦ πορθηθέντος ἐπὶ λόφον
ἀνεχώρησεν ἔχοντα πρὸς τὸ πεδίον σκοπάς, ὑποτοπήσας δὲ καὶ τὸν Βροῦτον ἐσφάλθαι, ἔπεμψεν
ἑκατόνταρχον κατασκεψόμενον καὶ ἀγγελοῦντα αὐτῷ ὅπου τε ὁ Βροῦτος εἴη καὶ ὅ,τι πράττοι. ἐπεὶ δὲ ὁ
σταλεὶς συναντήσας ἱππεῦσιν, οὓς ἀπεστάλκει ὁ Βροῦτος μαθησομένους
περὶ τῶν κατὰ Κάσσιον, παρ’ αὐτῶν ἐκυκλώθη ἀσπαζομένων αὐτὸν καὶ δεξιουμένων, ἔδοξεν ὁ Κάσσιος
πολεμίους εἶναι τοὺς προσιόντας καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἐνσχεθῆναι τὸν ἑκατόνταρχον, καί τινι 
Πινδάρῳ ἐξελευθέρῳ τὸν ἑαυτοῦ φόνον προσέταξε. 
 Καὶ ὁ μὲν τοιοῦτον ἔσχε τέλος, καὶ ὁ ἑκατόνταρχος ἐπανελθὼν καὶ γνοὺς τὸ δρᾶμα κακίσας τε
διὰ τὴν βραδυτῆτα ἑαυτὸν ἐπαπέκτεινεν · ὁ δέ γε Βροῦτος τήν τε ἧτταν τοῦ Κασσίου μαθὼν καὶ τὸν
θάνατον ἐπεδάκρυσε, τοὺς δὲ περισωθέντας τῶν ἐκείνου στρατιωτῶν συναγαγών καὶ λόγοις
καὶ δόσει χρημάτων παρεμυθήσατο. ἔπεσον δ’ ἐν τῆ̣ μάχῃ τούτων μὲν περὶ ὀκτακισχιλίους, τῶν δὲ περὶ
Καίσαρα καὶ Ἀντώνιον πλείους ἢ διπλάσιοι. διὸ καὶ ἠθύμουν ἐκεῖνοι, πρὶν ἢ Δημήτριός τις
Κασσίου θεράπων ἑσπέρας ἀφίκετο πρὸς Ἀντώνιον, τὰς χλαμύδας καὶ
τὸ ξίφος ἐκείνου φέρων. ὧν κομισθέντων οὕτως ἀνεθάρσησαν, ὥστε ἄμ ἡμέρᾳ προάγειν
ὡπλισμένην ἐπὶ μάχῃ τὴν δύναμιν. Βροῦτος δ’ ἐκ παρατάξεως μαχέσασθαι οὐκ ἐβούλετο, θορυβεῖν δὲ καὶ
ταράττειν νύκτωρ ἐπειρᾶτο τοὺς πολεμίους. καί ποτε καὶ τὸν ποταμὸν παρατρέψας πολὺ τοῦ ἐρύματος
αὐτῶν κατέκλυσεν. ἐπεὶ δ’ ἔγνω τινὰς αὐτομολοῦντας τῶν αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐναντίους, δείσας
μὴ καὶ πλέον τι νεωτερισθῇ, συμμίξαι ἔγνω αὐτοῖς. πολλῶν δ’ αἰχμαλώτων ἐν τῷ στρατοπέδῳ αὐτοῦ ὄντων,
μὴ ἔχων ὅπως αὐτοὺς διάθηται κατὰ τὸν τῆς μάχης καιρόν, 
τὸ μὲν δουλικὸν πλῆθος ἀναιρεθῆναι κεκέλευκε, τῶν δ’ ἐλευθέρων τοὺς μὲν φανερῶς ἀπέλυσε, τοὺς δὲ
κρύπτων καὶ συνεκπέμπων ἔσωζεν, ὁρῶν τοὺς ἡγεμόνας ἀδιαλλάκτως ἔχοντας, καίτοι τῶν ἐναντίων τοὺς
ζωγρηθέντας τῶν αὐτοῦ στρατιωτῶν ἀποκτεινάντων.

Κατὰ δὲ τὴν ἐσπέραν, ὅτε τῇ ἐπιούσῃ μαχέσασθαι ἔμελλον, τὸ φάσμα ἐφάνη τῷ Βρούτῳ ὃ καὶ
πρῴην ἐξ Ἀσίας διαβαίνων νυκτὸς ἐθεάσατο· ἦν δὲ τοιοῦτον. νὺξ ἦν βαθεῖα καὶ φῶς οὐ πάνυ λαμπρὸν ἐν τῇ σκηνῇ αὐτοῦ ὑπαυῆπτο· ὁ δ' ἠγρύπνει σκοπῶν τι καὶ λογιζόμενος. ἔδοξεν οὖν εἰσιέναι
τινὰ τὴν σκηνήν, καὶ ἀπιδὼν πρὸς τὴν εἴσοδον ὁρᾷ δεινὴν καὶ ἀλλόκοτον
ὄψιν ἐκφύλου σώματος σιωπῇ παρε- στῶτος αὐτῷ. ἐρόμενος δέ ‘‘ τίς ποτ’ ὣν ἢ τί βουλόμενος μένος ἥκεις; ἤκουσεν ἐξ ἐκείνου ‘‘ὁ σός εἰμι, Βροῦτε, δαίμων κακός, ὄψει δέ με περὶ Φιλίππους.
καὶ ὁ Βροῦτος ἀπτοήτως ‘‘ὄψομαι’’ εἶπε. τοῦτο οὖν αὖθις τὸ φάσμα ἑώρακε τὴν αὐτὴν ἐπιδειξάμενον
 
 ὄψιν, οὐδὲν μέντοι φθεγξάμενον, ἀλλ’ οἰχόμενον. καὶ ἀετοὺς δύο φασὶν ἐν μεταιχμίῳ τῶν
στρατοπέδων συμπεσόντας ἀλλήλοις μάχεσθαι τότε, εἶξαι δὲ καὶ φυγεῖν τὸν κατὰ Βροῦτον. 
Συμβαλὼν οὖν τοῖς ἐναντίοις καὶ αὐτὸς ἡττήθη. τό τε γὰρ ὁπλιτικὸν
αὐτοῦ ἀγχώμαλα ἐπὶ πλεῖστον ἀγωνισάμενον ἐνέκλινε, κἀκ τούτου καὶ τὸ ἱππικὸν καίτοι γενναίως μαχόμενον ἐνέδωκεν. ἐνταῦθα καὶ Μάρκος ὁ Κάτωνος υἱὸς ἐν τοῖς ἀρίστοις
καὶ γενναιοτάτοις τῶν νέων ταττόμενος οὐκ εἶξε καταπονούμενος οὐδὲ ἔφυγεν, ἀλλὰ
χρώμενος τῇ χειρὶ καὶ φράζων ὅστις εἴη καὶ πατρόθεν ἑαυτὸν ὀνομάζων ἔπεσεν ἐπὶ πολλοῖς τῶν πολεμίων
νεκροῖς. ἔπιπτον δὲ καὶ τῶν ἄλλων οἱ κράτιστοι τοῦ Βρούτου προκινδυνεύοντες. 
 Λουκίλλιος δέ τις ἀνὴρ ἀγαθὸς ὁρῶν βαρβάρους τινὰς ἱππέας ἐλαύνοντας ῥύδην ἐπὶ τὸν Βροῦτον,
αὐτὸς ἔφη Βροῦτος εἶναι καὶ ἄγειν ἐδεῖτο ἐπὶ τὸν Ἀντώνιον, ὡς τάχα τὸν Καίσαρα δεδοικώς. οἱ
 
 ἦγον τὸν ἄνδρα, ἀγγέλους προπέμψαντες. ἐπεὶ δ’ ἐγγὺς ἦσαν, ὁ μὲν Ἀντώνιος διηπόρει ὅπως
χρὴ δέξασθαι τὸν Βροῦτον, ὁ δὲ Λουκίλλιος προσαχθείς ‘Μάρκον μέν’ εἶπε ‘‘Βροῦτον, Ἀντώνιε, οὐδεὶς
ᾕρηκεν οὐδ’ ἂν ἕλοι πολέμιος. μὴ τοσοῦτον κρατήσειεν σειεν ἡ τύχη τῆς ἀρετῆς.
εὑρεθήσεται δὲ ζῶν ἐκεῖνος ἤπου καὶ νεκρὸς ἀξίως κείμενος ἑαυτοῦ. θαυμάσας δὲ ὁ Ἀντώνιος τοῖς αὐτὸν
ἄγουσι στρατιώταις ἔφη ‘‘χαλεπῶς, ὦ συστρατιῶται, φέρετε τὴν ἀπάτην ἴσως· ἀλλ’ ἴστε κρείττονα τῆς
ζητουμένης ἄγρας ᾑρηκότες · πολέμιον γὰρ ζητοῦντες φίλον ἡμῖν κομίξετε. 
 Βροῦτος δὲ πρός τι χωρίον ὑλῶδες κατηντηκὼς ἤδη σκότους ὄντος, ὀλίγων περὶ
αὐτὸν ἡγεμόνων ὄντων, εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβλέψας ἀνεφθέγξατο 
 Ζεῦ, μὴ λάθῃ σε τῶνδ’ ὃς αἴτιος κακῶν. 
 τοῦτον τὸν στίχον εἰπεῖν αὐτὸν ὁ Πλούταρχος ἀναγράφει· ὁ δέ γε Δίων ταὐθ’ ἱστορεῖ τότε τὸν
Βροῦτον εἰπεῖν ‘‘ὦ τλᾶμον ἀρετά, ἄλλως ἄρ’ ἧσθα λόγος, 
ἐγὼ δέ σε ὡς ἔργον ἤσκουν, σὺ δ’ αὖ ἐδούλευες τύχῃ.’’ εἰπόντος δέ τινος ὡς δεῖ φεύγειν, ‘‘πάνυ μὲν
οὖν’’ ἴφη ‘‘φευκτέον, ἀλλὰ διὰ τῶν χειρῶν, οὐ διὰ τῶν ποδῶν.’’ καὶ τοῦτο εἰπὼν καὶ τῷ ξίφει ία γυμνῷ
ἐπιπεσὼν ἐτελεύτησε. τὸν δὲ τούτου νεκρὸν Ἀντώνιος ἀνευρὼν τῇ πολυτελεστάτῃ τῶν ἑαυτοῦ φοινικίδων
περιέβαλε. 
 Πορκία δὲ ἡ τοῦ Βρούτου γυνή, Κάτωνος δὲ θυγάτηρ, φυλαττομένη καὶ μὴ ἐωμένη ἑαυτὴν λεῖν, ἄνθρακας ἐκ τοῦ πυρὸς ἁρπάσασα καὶ καταπιοῦσα ἀπέθανε. περὶ ἧς ὁ Πλούταρχος ἔγραψεν
ὡς πρὸ τῆς τοῦ Καίσαρος τοῦ προτέρου σφαγῆς ὁρῶσα τὸν ἄνδρα σύννουν καὶ μεστὸν ταραχῆς ἀήθους, καί
 τι βούλευμα κατανοήσασα παρ’ ἑαυτῷ θάλποντα δυσεξέλικτον, οὐ πρότερον αὐτὸν περὶ τῶν ἀπορρήτων ἀνήρετο πρὶν ἢ λαβεῖν διάπειραν ἑαυτῆς. λαβοῦσα γάρ, φησί,
μαχαίριον, τομὴν βαθεῖαν λάθρᾳ ἐπήνεγκε τῷ μηρῷ, ὡς μετὰ μικρὸν ὀδύνας ἐπιγενέσθαι νεανικὰς καὶ
φρικώδεις ἀναφθῆναι πυρετοὺς ἐκ τοῦ τραύματος. ἀγωνιῶντος δὲ τοῦ Βρούτου ἐν ἀκμῇ τῆς
ἀλγηδόνος οὖσα ἴφη αὐτῷ ‘‘ἐγώ, Βροῦτε, οὐχ ὡς αἶ παλλακευόμεναι κοίτης μεθέξουσα καὶ τραπέζης μόνον
ἐδόθην σοι, ἀλλὰ κοινωνὸς εἶναι καὶ ἀγαθῶν καὶ ἀνιαρῶν. τὰ μὲν οὖν σὰ πάντα περὶ τὸν γάμον ἄμεμπτα, τῶν δὲ παρ’ ἐμοῦ τίς ἀπόδειξις ἢ χάρις εἰ 
 μήτε πάθος ἀπόρρητον συνδιοίσω σοι μήτε φροντίδα πίστεως δεομένην; οἶδ’ ὅτι γυναικεία
φύσις ἀσθενὴς δοκεῖ λόγον ἐνεγκεῖν ἀπόρρητον· ἀλλ' ἔστι τις καὶ
τροφῆς ἀγαθῆς καὶ ὁμιλίας χρηστῆς εἰς ἦθος ἰσχύς. ἐμοὶ δὲ τὸ Κάτωνος εἶναι θυγατέρα καὶ
τὸ Βρούτου γυναῖκα πρόσεστιν. οἶς πρότερον μὲν ἧττον ἐπεποίθειν, νῦν δ’ ἐμαυτὴν ἔγνωκα καὶ πρὸς
πόνον ἀήττητον εἶναι. ταῦτ’ εἰποῦσα δείκνυσιν αὐτῷ τὸ τραῦμα καὶ διηγεῖται τὴν πεῖραν. ὁ δ’
ἐκπλαγεὶς ἐπηύξατο δοῦναι τοὺς θεοὺς κατορθοῦντα τὴν πρᾶξιν ἄνδρα

φανῆναι. ἄξιον φανῆναι. 
 Τῷ μὲν οὖν Βρούτῳ ὃν εἴρηταί τρόπον ἐπέλιπε τὸ
βιώσιμον, τῶν δὲ μετ’ αὐτοῦ γενομένων ἐπισήμων ἀνδρῶν οἱ μὲν πλείους ἑαυτοὺς αὐτίκα ἀπέκτειναν ἢ
 
 ἁλόντες ἐφθάρησαν, οἶ δὲ λοιποὶ τότε διαφυγόντες ἐπὶ τὴν θάλασσαν μετὰ τοῦτο τῷ Σέξτῳ
προσέθεντο. 
 Καὶ ὁ μὲν Βροῦτος καὶ ὁ Κάσσιος οὕτως ἀπώλοντο τοῖς ξίφεσι σφαγέντες οἷς τὸν Καίσαρα
διεχρήσαντο, Καῖσαρ δὲ καὶ Ἀντώνιος αὐτίκα τὴν ἀρχὴν ἀνεδάσαντο· καὶ τῷ μὲν ἥ τε Ἰβηρία
καὶ ἡ Νουμιδία προσεκεκλήρωτο, Ἀντωνίῳ δὲ ἡ Γαλατία τε καὶ ἡ Ἀφρική, συνθεμένοις, εἰ ἐπὶ τούτοις
ἀγανακτοίη ὁ Λέπιδος, ἐκστῆναί οἷ τῆς Ἀφρικῆς. ταῦτα δὲ μόνα ἐδάσαντο, ὅτι Σαρδῶ μὲν καὶ Σικελίαν
Σέξτος κατεῖχε, τὰ δ’ ἔξω τῆς Ἰταλίας ἐν ταραχῇ ἔτι ἦν. καὶ ἐπὶ τούτοις Ἀντώνιος μὲν
εἰς τὴν Ἀσίαν, καταστήσων τοὺς αὐτοῖς ἀντιπολεμήσαντας καὶ
ἀργυρολοηήσων, ἀπῄει· Καῖσαρ δ’ εἰς τὴν Ἰταλίαν ὡρμήθη, τὸν Λέπιδον κωλύσων, ἄν τι παρακινῇ, καὶ τῷ
Σέξτῳ ἀντιταξόμενος. νοσῶν δὲ καὶ διὰ τοῦτο βραδύτερον ἰὼν εἰς τὴν Ῥώμην ἀφίκετο, καὶ
τὰ νενομισμένα ἐπὶ 
 τῇ νίκῃ τελέσας πρὸς τὴν τῶν πραγμάτων ἐτράπη διοίκησιν. ὁ γὰρ Λέπιδος φόβῳ καὶ νωθείᾳ
ἡσύχασεν, ἡ δὲ τοῦ Ἀντωνίου γυνὴ Φουλβία καὶ ὁ Λούκιος Ἀντώνιος ὑπατεύων τῶν πραγμάτων
ἀντελαμβάνοντο καὶ τῷ Καίσαρι διηνέχθησαν , ὥστε τὸν Καίσαρα τὴν τῆς Φουλβίας θυγατέρα
πέμψαι αὐτῇ, τὴν ἐκ τῆς ἐπιγαμίας συγγένειαν λύσαντα. 
 Καὶ διὰ ταῦτα οὖν καὶ διὰ τὸν λιμόν, ὃς τότε τοὺς Ῥωμαίους
ἐπίεζεν, ὁ Καῖσαρ ἐν ἀμηχανίᾳ ἐγένετο. ἡ μὲν γὰρ κατὰ Σικελίαν θάλασσα ὑπὸ τοῦ ία Σέξτου κατείχετο ,
ὁ δ’ Ἰόνιος κόλπος ὑπὸ Δομιτίου Γναίου, ὃς τῶν μὲν σφαγέων τοῦ Καίσαρος ἢν, ἐκ δὲ τῆς ἐν Φιλίπποις
μάχης διαφυγὼν ναυτικὸν συνεκρότησε, καὶ τοῦ τε κόλπου χρόνον τινὰ ἐκράτησε καὶ τὰ τῶν ἐναντίων
ἔφθειρε. διὰ γοῦν τὸν λιμὸν τοῦτον καὶ δι’ αἰτίας ἑτέρας καὶ ἐστασίασαν πρὸς ἀλλήλους ὅ
τε δῆμος καὶ τὸ στρατιωτικόν , καὶ εἰς μάχας ἡ στάσις περιέστη, ὥστε καὶ τιτρώσκεσθαι καὶ θνήσκειν
ἐξ ἀμφοτέρων καὶ οἰκίας καταπρησθῆναι συχνάς. ἐντεῦθεν δείσας ὁ Καῖσαρ καταλλαγῆναι τῇ
τε Φουλβίᾳ καὶ τῷ ὑπάτῳ τῷ Λουκίῳ ἠθέλησεν. ἐπεὶ δὲ διὰ πολλῶν ἄλλων καὶ τῶν ἐστρατευμένων
 πρεσβευσάμενος πρὸς αὐτοὺς οὐδὲν ἤνυεν, βουλευτὰς ἔστειλε, τάς
τε συνθήκας τὰς πρὸς τὸν Ἀντώνιον αὐτῷ γενομένας ἐκφήνας σφίσι καὶ δικαστὰς τῶν 
διαφορῶν αὐτοὺς ποιήσας. ὡς δ’ οὐδὲν οὐδ’ οὗτοι πράξαι ἴσχυσαν, πρὸς τὸ στρατιωτικὸν αὖθις ἀπέκλινε.
καὶ εἰς τὴν Ῥώμην οἶ στρατιῶται, ὡς καὶ τῷ δήμῳ καὶ τῇ βουλῇ κοινωσόμενοί τι, συνελθόντες, τούτων
μὲν οὐκ ἐφρόντισαν , ἐς δὲ τὸ Καπιτώλιον ἀθροισθέντες τάς τε συνθήκας ἃς ὁ Ἀντώνιος καὶ
ὁ Καῖσαρ ἔθεντο ἀναγνωσθῆναι σφίσιν ἐκέλευσαν καὶ ἐκείνας τε ἐπεκύρωσαν καὶ περὶ ὧν
διεφέροντο ἑαυτοὺς ἐκάθισαν δικαστάς. καὶ ἐπειδὴ ὁ μὲν Καῖσαρ ἕτοιμος δικασθῆναι κατὰ τὴν ὡρισμένην
ἡμέραν ἐγένετο , ἡ Φουλβία δὲ καὶ ὁ ὕπατος οὐ παρῆν , ὡς ἀδικούντων ἐκείνων
κατεψηφίσαντο, καὶ τὰ τοῦ Καίσαρος ἐπρέσβευσαν. καὶ μάχη μεταξὺ αὐτῶν
συγκεκρότητο, καθ’ ἣν ὑπερέσχεν ὁ Καῖσαρ, ὥστε πολλοὺς τῶν τε βουλευτῶν καὶ τῶν ἱππέων φθαρῆναι, καὶ
τὸν ὕπατον ἁλῶναι τὸν Λούκιον, ἀπολυθῆναι δέ. ἡ δὲ Φουλβία πρὸς τὸν Ἀντώνιον μετὰ τῶν
τέκνων ἀπέδρα. 
 Καῖσαρ δὲ τά τε ἐν τῇ Ἰταλίᾳ κατεργασάμενος καὶ τοῦ Ἰονίου κόλπου ἠλευθερωμένου, , ὁ γὰρ
Δομίτιος ἀπογνοὺς ἀπέπλευσε πρὸς Ἀντώνιον, μαρεσκευάζετο ὡς πρὸς τὸν Σέξτον ὁρμήσων.
διὰ δὲ τὴν δύναμιν αὐτοῦ, καὶ ὅτι τῷ Ἀντωνίῳ διὰ τῆς μητρὸς ἐκοινολογήσατο, ἔδεισε μὴ καὶ ἀμφοῖν ἅμα
πολεμήσῃ · καὶ τόν Σέξτον προτιμήσας , ἅτε τοῦ Ἀντωνίου πιστότερόν τε καὶ ἰσχυρότερον, τήν τε μητέρα
Μουκίαν 
 αὐτῷ ἔπεμψε καὶ τὴν τοῦ πενθεροῦ αὐτοῦ Λουκίου
Σκριβωνίου Λίβωνος ἀδελφὴν ἔγημεν, εἴ πὼς ἐκ τῆς εὐεργεσίας καὶ τῆς συγγενείας φίλον αὐτὸν
ποιήσαιτο. ὁ γὰρ Σέξτος τῆς ἀρχῆς ἧς εἶχεν ὑπὸ τοῦ Καίσαρος πρῴην παραλυθείς, τοῦ δὲ ναυτικοῦ ἀντεχόμενος , ἅτε μὴ τοῦ φόνου τοῦ Καίσαρος ἐκείνου μετεσχηκὼς ἤλπιζε καὶ καταχθήσεσθαι
πρὸς τοῦ νέου Καίσαρος. ὡς δ’ ἔγνω καὶ ἐπ’ αὐτῷ τὸν ἐκείνου φόνον ἐπικεκηρυγμένον , ἀπέγνω καὶ πρὸς
πόλεμον ἡτοιμάζετο, ναυπηγῶν τριήρεις καὶ τοὺς αὐτομολοῦντας δεχόμενος καὶ τοὺς
καταποντιστὰς προσεταιριζόμενος. καὶ ἐν ὀλίγῳ ἐγένετο ἰσχυρὸς καὶ τῆς πρὸς τῇ Ἰταλίᾳ θαλάσσης
ἐκράτησε. προχω- 
 ρούντων δ’ αὐτῷ τῶν πραγμάτων ἐς Σικελίαν ἔπλευσε, καὶ ταύτην
κατέσχε, καὶ στρατιώτας ἐκεῖθεν πλείους καὶ ναυτικὸν ἰσχυρότατον συνήγαγε. διὰ ταῦτά τε καὶ ἵνα μὴ
τῷ Ἀντωνίῳ φιλιωθῇ, καταλλαγῆναί οἶ ὁ Καῖσαρ ἱμείρετο. διαμαρτὼν δὲ τούτου, ἐκείνῳ μὲν
Μάρκον Ἀγρίππαν πολεμήσοντα ἔπεμψεν, αὐτὸς δ’ ἐς Γαλατίαν ἀπῆρε. μαθὼν οὖν ὁ Σέξτος ταῦτα ἐς τὴν
Ἰταλίαν ἀνέπλευσε καὶ ἐνέμεινεν αὐτὴν ληιζόμενος. ὁ δὲ δὴ Καῖσαρ τὴν Γαλατίαν κατέσχε, τόν μέντοι
Λέπιδον ἐς τὴν Ἀφρικὴν ἔπεμψεν, ἵν ὡς παρ’ αὐτοῦ ταύτην λαβών , καὶ οὐχὶ καὶ παρὰ τοῦ
Ἀντωνίου, αὐτῷ μόνῳ τὴν χάριν ὁμολογῇ.

Ἀντώνιος δὲ Μάρκος εἰς τὴν Ἀσίαν ἐλθών , τὰ μὲν αὐτὸς
περιιών, ἐς δέ τινα στέλλων ἑτέρους, τάς τε πόλεις ἠργυρολόγει καὶ τὰς δυναστείας ἐπίπρασκε. τῆς δέ γε Κλεοπάτρας ἐν Κιλικίᾳ ὀφθείσης αὐτῷ, ἔρωτι τῆς γυναικὸς οὐκέτ’ οὐδεμίαν φροντίδα
τοῦ καλοῦ ἐποιήσατο , ἀλλὰ τῇ Αἰγυπτίᾳ ἐδούλευε· καὶ ἄλλα τε διὰ τοῦτο ἔπραξεν ἄτοπα καὶ τοὺς
ἀδελφοὺς αὐτῆς ἀπέκτεινε · καὶ τέλος ἀπῆρεν εἰς Αἴγυπτον. ὅθεν οἶ Πάρθοι, καὶ πρὶν
κινούμενοι, τότε δὴ καὶ μᾶλλον τοῖς Ῥωμαίοις ἐπέθεντο, τοῦ Λαβιηνοῦ πρὸς τοῦτο σφᾶς ἐρεθίσαντος ὃς
τῷ Βρούτῳ μὲν καὶ τῷ Κασσίῳ συνεστρατεύετο , πεμφθεὶς δὲ παρ’ ἐκείνων 
εἰς Πάρθους συμμαχίαν αἰτουμένων, ὡς τὴν ἐκείνων ἥτταν ἔγνω, κατέμεινε παρὰ τοῖς
βαρβάροις, καὶ τότε τοῦ πολέμου τε ἡγεμὼν γενέσθαι ὑπέσχετο, καὶ πολλὰ μεταστήσειν τῶν ἐθνῶν
ἐπηγγείλατο. ὅθεν καὶ δύναμιν πολλὴν πρὸς τοῦ τῶν Παρθῶν βασιλέως Ὀρώδου ἔλαβε, καὶ τῷ υἱῷ αὐτοῦ τῷ
Πακόρῳ συνα- 
 
 πεστάλη. καὶ ὁ μὲν Πάκορος τὴν Συρίαν ἐχειρώσατο πλὴν Τυροῦ, καὶ εἰς Παλαιστίνην
εἰσέβαλεν, ὁ δὲ Λαβιηνὸς τήν τε Κιλικίαν κατέσχε καὶ τῆς Ἀσίας τὰς ἠπειρώτιδας πόλεις. 
 
 Ἀντώνιος δὲ ἐπυνθάνετο μὲν καὶ ταῦτα, ὥσπερ δὴ καὶ τἄλλα τὰ ἐν τῇ Ἰταλίᾳ δρώμενα , ὑπὸ δὲ
τοῦ ἔρωτος καὶ τῆς μέθης οὔτε τῶν πολιτῶν οὔτε τῶν συμμάχων
ἐφρόντιζε, τῇ Κλεοπάτρᾳ δὲ καὶ τοῖς Αἰγυπτίοις συνετρύφα , μέχρις οὗ παντελῶς κατελύθη. 
ὀψὲ δ’ οὖν ποτε ἐξαναστὰς ἔπλευσεν εἰς Τυρὸν · τὸν δὲ τοῦ Σέξτου προφασισάμενος πόλεμον ἀπέλιπεν
αὐτούς , καὶ παρὰ τὴν ἤπειρον μέχρι τῆς Ἀσίας παρακομισθεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα διῆλθεν. ἔνθα τῇ τε μητρὶ
καὶ τῇ γυναικὶ ἐντυχών, τόν τε Καίσαρα πολέμιον ἐποιήσατο καὶ τῷ Σέξτῳ ἐσπείσατο. εἶτα
εἰς τὴν Ἰταλίαν περαιωθείς, τινὰ μὲν ταύτης κατέσχε, τινὰ δ' ἐπολιόρκει. καὶ ὁ Καῖσαρ τὰς δυνάμεις
ἤθροιζε. συνερρωγότων οὖν αὐτῶν ἐς τὸν πόλεμον ἥ τε ἄλλη Ἰταλία ἐταράσσετο καὶ ἡ Ῥωμη δὲ μάλιστα.
 
 ἐν τούτοις ἡ Φουλβία ἐν Σικυῶνι διάγουσα ἐτελεύτησεν. τησεν. ὡς δὲ τοῦτο ἠγγέλθη, τά τε
ὅπλα κατέθεντο ἄμφω καὶ συνηλλάγησαν. καὶ Καῖσαρ μὲν Σαρδῶ τε καὶ Δαλματίαν τήν τε Ἰβηρίαν καὶ τὴν
Γαλατίαν ἐκληρώσατο, Ἀντωνίῳ δὲ πάντα τὰ ἄλλα τὰ ὑπὲρ τὸν Ἰόνιον τά τε ἐν τῇ Εὐρώπῃ καὶ
τὰ ἐν τῇ Ἀσίᾳ Ρωμαίοις ὄντα ἐπέλαχε· τὰ δ’ ἐν τῇ Λιβύῃ ἔθνη ὁ Λέπιδος καὶ τὴν Σικελίαν ὁ Σέξτος
εἶχον. 
 Τὴν μὲν οὖν ἀρχὴν οὕτως αὖθις ἐδάσαντο, τὸν δὲ πρὸς
τὸν Σέξτον πόλεμον ἐκοινώσαντο· καὶ ἐπὶ ταῖς καταλλαγαῖς εἱστίασαν ἀλλήλους ἐν τοῖς
περὶ τὸ Βρεντέσιον στρατοπέδοις, Καῖσαρ μὲν ῥωμαϊκῶς τε καὶ στρατιωτικῶς , Ἀντώνιος δὲ ἀσιανῶς τε
καὶ αἰ- 
 γυπτίως. κατηλλαγμένων δ’ αὐτῶν ὡς ἐδόκουν, περιστάντες τὸν Ἀντώνιον οἱ τότε συνόντες
τῷ Καίσαρι ἀπῄτουν παρ’ αὐτοῦ τὰ χρήματα ἆ ἀπὸ τῆς μάχης τῆς ἐν Φιλίπποις ὑπέσχοντο σφίσι, δι’ ἃ καὶ
ἐς τήν Ἀσίαν, ὅπως πλεῖστα ἀθροίσειεν, ἔσταλτο. κἄν ἐξειργάσαντό τι αὐτὸν μηδὲν διδόντα,
εἰ μὴ σφάς ὁ Καῖσαρ κατέσχεν, ἐλπίσι μετεωρίσας αὐτούς. καὶ μετὰ τοῦτο τοῦ πρὸς τὸν Σέξτον πολέμου
ἥπτοντο. λιμοῦ δὲ τοὺς ἐν τῇ‘ Ῥώμῃ τοῦ Σέξτου θαλασσοκρατοῦντος πιέζοντος, τελῶν τε πολλῶν καὶ
παντοίων ἐπιτασσομένων αὐτοῖς, δεινῶς ἤσχαλλον, καὶ οὐκέθ’ ἡσύχαζον, ἀλλὰ παρεκάλουν
σφὰς σπείσασθαι τῷ Σέξτῳ. ὡς δ’ οὐκ ἔπειθον, πρὸς τὸν Σέξτον
ἀπέκλιναν, καὶ τοὺς ἐν ταῖς ἀρχαῖς ὄντας λίθοις ἐξήλασαν ἐκ τῆς ἀγορᾶς, τάς τε τοῦ Καίσαρος καὶ τοῦ
Ἀντωνίου εἰκόνας κατέβαλον, καὶ ἐπ’ αὐτοὺς ὡς ἀποκτενοῦντες σφᾶς ὥρμησαν. ὅθεν
ἠναγκάσθησαν τῷ Σέξτῳ καὶ ἄκοντες ἐπικηρυκεύσασθαι. καὶ πρῶτον μὲν διὰ τῶν ἑταίρων αὐτῷ
διειλέχθησαν, ἔπειτα καὶ αὐτοὶ ἐς λόγους ἦλθον. καὶ ἐσπείσαντο ἐπὶ συνθήκαις, ὥστε τοὺς
αὐτομολήσαντας τῶν δούλων ἐλευθέρους εἶναι, καὶ τοὺς ἐκπεσόντας πλὴν τῶν σφαγέων κατελθεῖν, καί
τισιν αὐτῶν δημαρχίας τε καὶ στρατηγίας καὶ ἱερωσύνας εὐθὺς δοθῆναι, αὐτὸν δὲ τὸν Σέξτον ὕπατόν
 τε αἱρεθῆναι καὶ οἰωνιστὴν ἀποδειχθῆναι κἀκ τῆς πατρῴας
οὐσίας χιλίας πεντακοσίας πεντήκοντα μυριάδας δραχμῶν κομίσασθαι, καὶ Σικελίας καὶ Σαρδοῦς τῆς τε
Ἀχαΐας ἐπὶ πέντε ἔτη ἄρξαι, μὴ αὐτομόλους δεχόμενον, μὴ ναῦς ἐπικτώμενον, μή τινα ἐν τῆ Ἰταλίᾳ
ἔχοντα φρούρια, ἀλλὰ τήν τε εἰρήνην τὴν ἐν τῇ θαλάσσῃ αὐτῇ πρυτανεύοντα καὶ σῖτον τοῖς
ἐν τῇ πόλει τακτὸν πέμποντα. 

 
 Τὰς γοῦν συνθήκας ταύτας συγγραψάμενοι, καὶ τὰ γραμματεῖα ταῖς ἱερείαις ταῖς ἀειπαρθένοις
παραθέμενοι, δεξιάς τε σφίσιν ἔδοσαν καὶ ἀλλήλους ἐφίλησαν· καὶ ἐπὶ τούτοις ἄπλετος ἠγέρθη βοὴ κἀκ
τῆς ἠπείρου κἀκ τῶν νεῶν, ὥστε καὶ τὰ ὄρη συνηχῆσαι. μετὰ
ταῦτα μέντοι οἵ τε ἄλλοι ὑπεδέχοντο ἀλλήλους καὶ ἀνθειστίων καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, πρότερος μὲν ὁ Σέξτος
ἐν τῇ νηί, ἔπειτα καὶ ὁ Καῖσαρ ὅ τε Ἀντώνιος ἐν τῇ ἠπείρῳ. δυνηθεὶς δὲ ὁ Σέξτος ἄμφω σὺν ὀλίγοις ἐν τῷ σκάφει ὄντας κτανεῖν, ὡς καὶ ὁ ἐξελεύθερος αὐτῷ Μηνᾶς συνεβούλευσε, τεμεῖν εἰπὼν εἰ
βούλοιτο τὸ πρυμνήσιον καὶ ἀποπλεῦσαι, οὐκ ἠθέλησεν, ἀλλὰ καὶ τὴν θυγατέρα Μάρκῳ Μαρκέλλῳ τό τοῦ
Καίσαρος ἀδελφιδῷ ἐνηγγύησε.

Καὶ οὗτος μὲν ὁ πόλεμος ἀνεβέβλητο· ἐς τὴν Ἑλλάδα δὲ ὁ Ἀντώνιος ἀπὸ τῆς Ἰταλίας ἐπανελθὼν
ἐπὶ πλεῖστον ἐν ταύτῃ διέτριψε, τάς τε ἐπιθυμίας ἀποπιμπλὰς καὶ
τὰς πόλεις κακῶν, ὡς ἀσθενέσταται τῷ Σέξτῳ παραδοθῶσι, καὶ ἄλλα δὲ πολλὰ ἐξεδιῃτήθη 
παρὰ τὰ πάτρια, καὶ Διόνυσον νέον ἑαυτὸν ἐκάλει καὶ παρὰ τῶν ἄλλων ὀνομάζεσθαι ἤθελε. καὶ τῶν
Ἀθηναίων διὰ ταῦτα τὴν Ἀθηνᾶν αὐτῷ κατεγγυμένων, δέχεσθαί τε τὸν γάμον ἔφη καὶ προῖκα μυριάδας
ἑκατὸν ἐπράξατο παρ’ αὐτῶν. 
 
 Κἀκεῖνος μὲν περὶ ταῦτα εἶχε, τὸν δὲ Βεντίδιον τὸν Πούπλιον εἰς τὴν Ἀσίαν προέπεμψεν. ὃς τῷ
Λαβιηνῷ συμμίξας μετά τε τῶν περὶ αὐτὸν Ῥωμαίων καὶ τῶν Παρθῶν παραταξαμένῳ τρέπεται τούτους· καὶ
πολλοὶ μὲν τῶν Παρθῶν 
 παρὰ τόν πολεμίων ἐσφάγησαν, πλείους δὲ ὑπ’ 
 ἀλλήλων ἐφθάρησαν ἐν τῇ φυγῇ συμπατούμενοι, οἵ τε
περιλειφθέντες εἰς Κιλικίαν ἔφυγον. ὁ Λαβιηνὸς δὲ αὖθις ἡτοιμάζετο ἥξειν ἐς χεῖρας αὐτῷ. οἱ δὲ
στρατιῶται ἀθυμοῦντες διὰ τὴν τῶν βαρβάρων φυγήν, ἀποδρᾶναι νυκτὸς ἐπεχείρησαν. καὶ τοῦτο ἐξ αὐτομόλου προγνοὺς ὁ Βεντίδιος, πολλοὺς μὲν ἐν τῇ ἀποχωρήσει λοχήσας ἀπέκτεινε, τοὺς δὲ
λοιποὺς εἰς ἑαυτὸν ἐπεσπάσατο. ἐκεῖνος δὲ τότε μὲν διέφυγεν, ὕστερον δὲ ὑπὸ Δημητρίου ἑάλω, ὃς τοῦ
προτέρου Καίσαρος ἐξελεύθερος ὤν, τότε παρὰ τοῦ Ἀντωνίου 
εἰς Κύπρον ἀπέσταλτο. Βεντίδιος δὲ τὴν Κιλικίαν ἐκομίσατο καὶ Σίλωνα μεθ’ ἱππέων εἰς τὸν Ἀμανὸν
προέπεμψεν, ὄρος δὲ τοῦτό ἐστιν ἐν μεθορίοις Κιλικίας καὶ Συρίας κείμενον, κομιδῇ στενὴν ἔχον τὴν
δίοδον· ἔνθα καὶ ἐκινδύνευσεν ἂν ὑπὸ τῶν παρὰ τοῦ Πακόρου τεταγμένων φυλάττειν αὐτό, εἰ
μὴ κατὰ τύχην ὁ Βεντίδιος μαχομένῳ αὐτῷ ἐπιστὰς ἐβοήθησε. καὶ οὕτω τήν τε Συρίαν, πλὴν τῶν Ἀραδίων,
παρέλαβεν, εἶτα καὶ τὴν Παλαιστίνην κατέσχεν. Ἀππίου δὲ Κλαυδίου καὶ Γαίου Νωρβανοῦ ὑπατευόντων τὸ πλῆθος πρὸς τοὺς τελώνας βαρυνόμενον ταῖς εἰσπράξεσιν ἐστασίασε, κἀκείνοις καὶ τοῖς
ὐπηρέταις τοῖς τε στρατιώταις τοῖς συνεισπράττουσι σφίσι τὰ χρήματα ἐς χεῖρας ἤ̣εσαν. 
 
 Ὁ δὲ Καῖσαρ τὴν Λιβίαν ἔγημεν. ἦν δὲ θυγάτηρ μὲν Λιβίου Δρούσου, ὃς ἑαυτὸν
μετὰ τὴν ἐν Μακεδονίᾳ ἧτταν διεχειρίσατο, γυνὴ δὲ τοῦ Νέρωνος, καὶ ἔγκυος ἦν ἐξ ἐκείνου μῆνα ἔικτον.
διστάζοντος δὲ διὰ τοῦτο τοῦ Καίσαρος ἀγαγέσθαι αὐτὴν ἐν γαστρὶ ἔχουσαν, οἶ ἱερεῖς οἱ ποντίφικες, εἰ
μὴ ἀνόσιον εἴη τοῦτο, ἐρωτηθέντες εἶπον ὡς εἰ μὲν ἐν ἀμφιβόλῳ τὸ κύημα ἦν, ὑπερτεθῆναι
τὸν γάμον ἐχρῆν, ὁμολογουμένου δὲ αὐτοῦ οὐ ’δεν κωλύει αὐτὸν γενέσθαι, τάχα μὲν οὕτως
καὶ ἐν τοῖς πατρίοις τοῦτο εὑρόντες, εἰ δὲ καὶ μὴ εὗρον, οὕτως αὐτὸ εἰπόντες διὰ τὸν Καίσαρα.
ἐξέδωκε δὲ αὐτὴν αὐτός ὁ ἀνὴρ ὥσπερ τις πατήρ. συνοικοῦσα δὲ ἤδη ἡ γυνὴ τῷ Καίσαρι
τίκτει Κλαύδιον Δροῦσον Νέρωνα, καὶ αὐτὸν ὁ Καῖσαρ τῷ πατρὶ ἔπεμψεν· ὃς τελευτῶν πολλῷ ὕστερον τούτῳ τε καὶ τῷ Τιβερίῳ ἐπίτροπον αὐτὸν τὸν Καίσαρα
καταλέλοιπεν. 
 
 Ἐν δὲ τούτῳ ὁ Καῖσάρ τε καὶ ὁ Σέξτος ἐπολέμησαν· οὐ γὰρ ἐθελονταί, ἀλλ’ ἀναγκαστοὶ τὴν
ὁμολογίαν πεποιημένοι οὐδ’ ἐνέμειναν ταύτῃ. ἔμελλον μὲν γάρ, εἰ καὶ μὴ σκῆψις αὐτοῖς ἐγένετο,
μαχέσασθαι. τέως δ’ οὖν καί τινες αὐτοῖς αἰτίαι λαβὰς τῆς μάχης δεδώκασι. Μηνᾶς γὰρ
ἐξελεύθερος ὢν τοῦ Σέξτου καὶ ἐν τῇ Σαρδοῖ τῇ νήσῳ τυγχάνων ὑπωπτεύθη δι’ ἄλλα τε καὶ ὅτι τῷ Καίσαρι
ἐκεκοινολόγητο, καὶ μεταπεμφθεὶς ὑπὸ Σέξτου ὡς λόγους δώσων περὶ ὧν διῳκήκει, τοὺς μὲν πεμφθέντας
ἀπέκτεινε, τὴν δὲ νῆσον τῷ Καίσαρι καὶ τὸ ναυτικόν καὶ τὸ λοιπὸν στράτευμα καὶ ἑαυτὸν
παραδέδωκεν. ὁ δὲ αὐτὸν μεγάλως τετίμηκε· δακτυλίοις τε γὰρ χρυσοῖς
ἐκόσμησε καὶ τοῖς ἱππεῦσι συγκατηρίθμησε. τὸ δὲ τῶν δακτυλίων τοιοῦτόν ἐστιν. οὐδενὶ τῶν πάλαι Ῥωμαίων, οὐχ ὅτι τῶν ἀπελευθέρων, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν ἐλευθέρων, πλὴν τῶν βουλευτῶν καὶ ἱππέων,
δακτυλίοις χρυσοῖς κεχρῆσθαι ἐξῆν, εἰ μὴ ὁ τὸ κράτος ἔχων τοῦτο ἐπέτρεψε. τοῦτον οὖν τοῦ Σέξτου
ἐκδοθῆναί οἶ αἰτήσαντος ὁ Καῖσαρ οὐκ ἐξέδωκεν, ἀντεγκαλῶν τῷ Σέξτῳ τὸ τοὺς αὐτομόλους
τε ὑποδέχεσθαι τριήρεις τε ναυπηγεῖν παρὰ τὰ συγκείμενα καὶ ἕτερ’ ἄττα. ὁ δὲ δὴ Σέξτος διά τε τὸν Μηνᾶν καὶ δι’ ἄλλα τὸν Καίσαρα αἰτιώμενος, πέμψας πολλὰ τῆς Καμπανίας ἐπόρθησε. καὶ ὁ
Καῖσαρ τοῦτο μαθὼν τόν τε Λέπιδον καὶ τὸν Ἀντώνιον μετεπέμψατο. καὶ ὁ
μὲν Λέπιδος οὐκ εὐθὺς ὑπήκουσεν, Ἀντώνιος δὲ ἦλθε μὲν ἐκ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Βρεντέσιον,
πρὶν δὲ τῷ Καίσαρι συνελθεῖν, δείσας ὅτι λύκος εἰς τὸ στρατήγιον αὐτοῦ εἰσῆλθε καὶ στρατιώτας
ἔφθειρεν, εἰς τὴν Ἑλλάδα πάλιν ἀνέπλευσε, προφασισάμενος τὰ τῶν Παρθῶν ὡς κατεπείυοντα. 
 
 
 Ὁ δὲ Σέξτος προθυμότερον εἴχετο τῶν πραγμάτων, καὶ τῇ Ἰταλίᾳ ἐπέπλει, καὶ πολλὰ μὲν ἐκάκου,
οὐ μείω δὲ καὶ ἀντέπασχε. καὶ ναυμαχιῶν δὲ γεγονυιῶν οἱ τοῦ Σέξτου μᾶλλον ἐκράτουν, πολλῶν μὲν νηῶν
τοῦ Καίσαρος καὶ ἐν ταῖς ναυμαχίαις φθαρεισῶν, πολλῶν δὲ καὶ ὑπὸ βιαίων πνευμάτων
κινδυνευσασῶν, ὥστε τὸν Καίσαρα βουλόμενον εἰς Σικελίαν ἐμβαλεῖν
τοῦτο μὲν ἀπογνῶναι, τῆς δὲ παραθαλασσίας ἠπείρου τὴν φυλακὴν ποιεῖσθαι ἀγαπητῶς. ὁ Σέξτος δ’ ἔτι
μᾶλλον ἤρθη, καὶ αὐτὸς μὲν τὴν Ἰταλίαν ἐκάκου, εἰς δὲ τὴν Λιβύην τὸν Ἀπολλοφάνη
ἀπέστειλε. Καῖσαρ μέντοι πλοῖά τε πολλὰ ἐναυπήγει καὶ ἐρέτας παρά τε τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν ἰππέων
καὶ τῶν δημοτῶν συνέλεγεν, ὁπλίτας τε κατελέγετο καὶ χρήματα πανταχόθεν συνήθροιζε· καὶ
αὐτὸς μὲν τά τε ἐν τῇ Ἰταλίᾳ καὶ τὰ ἐν τῇ Γαλατίᾳ διέταττε, τῷ δ’ Ἀγρίππᾳ τὴν τοῦ ναυτικοῦ
παρασκευὴν ἐγχειρίσας ἐκπονῆσαι καὶ ἐξασκῆσαι τοῦτο ἐκέλευσε. καὶ ὃς τάς τε ναῦς καὶ τοὺς ἐρέτας
ἥθροισε, καὶ τὰς μὲν κατέφραττε, τοὺς δ’ ἐπ’ ἰκρίων ἐρέττειν ἤσκει. 
 Οἱ δ’ ἐν τῇ Ῥώμῃ ἐταράττοντο μὲν καὶ ταῖς τῶν ἀρχόντων πρὸς ἀλλήλους
στάσεσιν, ἔθραττον δὲ αὐτοὺς καὶ σημεῖα ἄλλα τε καὶ ὅτι λευκὴν
ὄρνιν κλώνιον δάφνης ἐγκάρπου φέρουσαν ἀετὸς ἁρπάσας εἰς τὸν κόλπον τῆς Λιβίας ἐνέβαλεν· ὃ οὐ μικρὸν
σημεῖον ἐδόκει. ἡ δὲ τῆς τε ὄρνιθος ἐπεμελήθη καὶ τὴν δάφνην ἐφύτευσε, καὶ ἡ μὲν
ῥιζωθεῖσα ηὔξησεν, ἡ δὲ Λιβία ἐγκολπώσασθαι τὴν τοῦ Καίσαρος ἰσχὺν καὶ ἐν πᾶσιν αὐτοῦ κρατήσειν
ἔμελλεν.

Ἐν δὲ τούτῳ τῷ χρόνῳ ἦλθε μὲν ὁ Ἀντώνιος ἐκ τῆς Συρίας εἰς Ἰταλίαν, ὡς τῷ
Καίσαρι διὰ τὰ συμβεβηκότα αὐτῷ τοῦ πρὸς τὸν Σέξτον μεθέξων πολεμου, οὐ μέντοι παρέμεινεν, ἀλλὰ ναῦς
δοὺς αὐτῷ καὶ ἑτέρας πέμψειν ἐπαγγειλάμενος ὁπλίτας ἀντείληφεν, αὐτὸς
δὲ ὡς ἐπὶ Πάρθους στρατεύσων ἀπῆρε. πρὶν δὲ ἀπιέναι αὐτόν ᾐτιάσαντο ἀλλήλους· εἶτα καὶ
διηλλάγησαν, τῆς Ὀκταβίας τὰς διαλλαγὰς πραττούσης. ἡ δὲ Ὀκταβία τοῦ Καίσαρος ἦν ἀδελφή, ἣ μετὰ
θάνατον τῆς Φουλβίας τῷ Ἀντωνίῳ συνήφθη παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ᾧ συνῴκει 
πρότερον τελευτήσαντος. καὶ ἐπειδὴ οὔπω παρῆκεν ὁ πένθιμος χρόνος, ψήφῳ τῆς συγκλήτου ἐλύθη τὸ
ἐπιτίμιον. καὶ τότε δέ, ἔνα πλείων αὐτοῖς ἐκ συγγενείας σύνδεσμος γένοιτο, Ἀντύλλῳ τῷ τοῦ Ἀντωνίου
υἱεῖ τὴν θυγατέρα ὁ Καῖσαρ τὴν ἑαυτοῦ κατηγγύησεν. ἐπλάττοντο δὲ ταῦτα καὶ ὑπεκρίνοντο
διὰ τὰ τότε σφίσιν ὑπάρχοντα πράγματα. τὸν δὲ Σέξτον τῆς τε ἱερωσύνης
ἔπαυσαν καὶ τῆς ὑπατείας, ἑαυτοῖς δὲ τὴν ἡγεμονίαν εἰς ἄλλην πενταετίαν ἐπέτρεψαν· ἡ γὰρ προτέρα ἤδη
ἐξεμετρήθη. 
 

 
 Καὶ Ἀντώνιος μὲν εἰς Συρίαν ἠπείγετο, Καῖσαρ δὲ εἰς τὸν πρὸς Σέξτον πόλεμον ἡτοιμάζετο. ὁ
δὲ Μηνὰς πρὸς τὸν Σέξτον αὖθις ἀπηυτομόλησεν, ἄπιστος ὢν καὶ θεραπεύων ἀεὶ τὰ τοῦ κρείττονος. Καῖσαρ
δὲ τοῦ ἔαρος ἐπιστάντος ὥρμησε κατὰ τῆς Σικελίας, περισχεῖν ἐλπίσας τῷ στόλῳ αὐτήν, καὶ
τῷ τε πλήθει τεθαρρηκὼς τῶν σκαφῶν καὶ τῷ μεγέθει καὶ τοῖς πύργοις οἷς ἔφερον, ἕν ἐξ αὐτῶν ὡς ἀπὸ
τείχους ἐξ ὑπερδεξίων ἀνταγωνίζωνται. ἀπιόντι δὲ χειμὼν συνέβη
βαρύτατος καὶ πολλὰς ναῦς ἔφθειρε, καὶ ὁ Μηνὰς ταῖς λοιπαῖς τεταραγμέναις ἐπενεχθεὶς
συχνὰς μὲν ἔκαυσε, τὰς δ’ ἀνεδήσατο. εἰ δὲ μὴ αὐθις τῷ Καίσαρι προσεχώρησε καὶ τὸ ναυτικὸν οὗ ἦρχε
προέδωκεν, εἰς κενὸν ἂν καὶ τότε τῷ Καίσαρι ὁ ἐπίπλους ἐγένετο. ηὐτομόλησε δ’ ὁ Μηνὰς πρὸς ἅπαν παρὰ τοῦ Σέξτου ὑποπτευόμενος· ἀλλ’ οὐδ’ ὁ Καῖσαρ ἔτι αὐτῷ ἐπίστευεν. ἐπεὶ δὲ τόν
στόλον ὁ Καῖσαρ αὖθις ἀνεκτήσατο, εἰς τὴν ἤπειρον ἀνεκομίσθη, ὡς τὸ πεζὸν τοῦ στρατεύματος εἰς τὴν
Σικελίαν, ὅτε καιρός, περαιώσων. ὁ δὲ Σέξτος ἐν Μεσσήνῃ 
 τὸν αὐτοῦ διάπλουν ἐτήρει. τῷ δ’ Ἀγρίππᾳ εἰς Λιπάραν σὺν ταῖς
ναυσὶ καταλειφθέντι παρὰ τοῦ Καίσαρος Δημόχαριν ἀνθορμεῖν ἐν Μυλαῖς ἐκέλευσε. καὶ διέτριψαν ἐκεῖσε
χρόνον ὑπόσυχνον, τέλος δὲ ὁ. Ἀγρίππας σὺν ταῖς ἀρίσταις τῶν
νεῶν ἐπὶ κατασκοπὴν τῶν ἐναντίων ἀπελήλυθε. καὶ ὡς οὔτε πάντας κατεῖδεν οὔτ’ ἀναχθῆναί
τις ἠθέλησεν, ἐπανῆλθε, καὶ παρεσκευάζετο ὡς πολεμήσων τῇ ἐπιούσῃ. τὰ δ αὐτὰ καὶ τῷ Δημοχάρει
συμβέβηκε, καὶ ἡτοιμάζετο κἀκεῖνος ὡς τοῖς πολεμίοις ἐπελευσόμενος, καὶ τὸν Σέξτον δὲ
μετεπέμψατο. ἡμέρα τε ἤδη ὑπέλαμπε καὶ ἄμφω τὰ ναυτικὰ ἐπ’ ἄλληλα ἔπλεον καὶ τῆς 
ναυμαχίας ἀπήρξαντο. καὶ ἐπὶ πλεῖστον μὲν ἀγχωμάλως ἠγωνίσαντο, ὀψὲ
δ’ οὑν ποτε καὶ πρὸς νύκτα ἤδη οἱ τοῦ Καίσαρος ἐκράτησαν, οὐ μέντοι καὶ ἐπεδίωξαν. 
 
 Καῖσαρ δὲ τοῦ Σέξτου ἐκ τῆς Μεσσήνης διὰ τὴν ναυμαχίαν ἀπάραντος ἀκινδύνως ἐπεραιώθη πρὸς
Ταυρομένιον. ἤδη δὲ τῆς ναυμαχίας παυθείσης σπουδῇ πρὸς τὴν Μεσσήνην ὁ Σέξτος ἀφίκετο, καὶ μαθὼν
περαιωθέντα τὸν Καίσαρα, προσέμιξεν αὐτῷ κατὰ γῆν. καὶ ὁ Καῖσαρ τοῦ τε ναυτικοῦ τό
πλεῖον ἀπέβαλε καὶ αὐτὸς ὀλίγου προσδιεφθάρη· τέως δ’ οὖν εἰς τὴν ἤπειρον διασέσωστο. ἤχθετο δὲ τοῦ
στρατεύματος ἐν τῇ νήσῳ ἀπειλημμένου, καὶ οὐ πρὶν ἀνεθάρσησεν ἴως ἰχθὺς ἀναθορὼν ἐκ τῆς θαλάσσης αὐτόματος πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ ἔπεσε· τοῦτο γὰρ οἶ μάντεις
δηλοῦν ἐξηγήσαντο ὅτι δουλώσεται τὴν θάλασσαν. ἡ δὲ τοῦ Καίσαρος στρατιὰ ἐπολιορκεῖτο, καὶ ἐπεὶ τὰ
ἐπιτήδεια ἐπέλιπον σφᾶς καὶ ὁ βοηθήσων οὐκ ἦν, ὁ ταύτης ἄρχων Κορνουφίκιος τά τε σκάφη
ὅσα ἐκ τῆς ναυμαχίας περισέσωστο ἔκαυσε καὶ αὐτὸς πρὸς τὰς Μυλὰς ἀπῆγε τὴν στρατιάν. καὶ πολλὰ
ἐκακώθησαν παρὰ τῶν ἐναντίων ἐφεπομένων αὐτοῖς ἔν τε τῇ ἄλλῃ πορείᾳ καὶ μᾶλλον ἐν ταῖς τῶν ποταμῶν
διαβάσεσι. καὶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἔπασχον οὕτως, τῇ δέ γε τελευταίᾳ πάντῃ αὐτοὺς
ἐκάκωσαν, προσγενομένου αὐτοῖς καὶ τοῦ Σέξτου. καὶ πάντες ἂν διεφθάρησαν, εἰ μὴ σφῶν καὶ ἄκοντες
ἀπέσχοντο οἱ πολέμιοι. ὁ γὰρ Ἀγρίππας νικήσας τὴν ναυμαχίαν ἐς Σικελίαν ἐπεραιώθη καὶ 
 σῖτόν τε τῷ στρατῷ καὶ βοήθειαν ἔπεμψε. καὶ ὁ Σέξτος αὐτὸν τὸν Ἀγρίππαν ἥξειν ἐκεῖ
προσδοκήσας καὶ φοβηθείς, σπουδῇ ἀνεχώρησεν, ὥστε σκεύη τινὰ καὶ ἐπιτήδεια καταλεῖψαι
ἐν τῷ ἐρύματι, ἐξ ὧν τραφέντες οἶ περὶ τὸν Κορνουφίκιον πρὸς τὸν Ἀγρίππαν ἀπῄεσαν· οὓς ὁ Καῖσαρ
ἐπαίνοις καὶ δωρεαῖς ἀνεκτήσατο.

Μετὰ τοῦτο δ’ ἐς τὴν Σικελίαν ἐλθόντι τῷ Καίσαρι περὶ τὸ Ἀρτεμίσιον ὁ Σέξτος
ἀντεστρατοπεδεύσατο. ἀντικαθημένων δ’ ἀλλήλοις καὶ ἀκροβολιζομένων τῷ μὲν Σέξτῳ ὁ Γάλλος, τῷ δὲ
Καίσαρι ὁ Λέπιδος σὺν ταῖς δυνάμεσι προσήνωντο. καὶ ὁ μὲν Γάλλος ἐπέρρωσε τὸν Σέξτον, ὁ δὲ Λέπιδος
διηνέχθη 
 τῷ Καίσαρι, αὐτὸς μὲν ἐκ τοῦ ἴσου συνδιοικεῖν αὐτῷ τὰ πάντα
βουλόμενος, ἐκείνου δὲ ὡς ὑποστρατήγῳ αὐτῷ χρωμένου ἐν ἅπασι. διὸ καὶ πρὸς τὸν Σέξτον ἀπέκλινε, καὶ
ἐκοινολογεῖτο δι’ ἀπορρήτων αὐτῷ. ὃ ὑπονοήσας ὁ Καῖσαρ ἔσπευσε πρὶν νεοχμωθῆναί τι διὰ
μάχης τῷ Σέξτῳ χωρήσαι. καὶ ναυμαχίας τε κατὰ θάλασσαν συρραγείσης, καὶ κατὰ γῆν τῶν πεζῶν ἀμφοῖν
παρατεταγμένων, ἐπὶ πολὺ μὲν τῆς ναυμαχίας γινομένης ἰσορρόπου τε καὶ ἰσοπαλοῦς τὰ πεζὰ καὶ ἄμφω
στρατεύματα ἐθεῶντο καὶ ἠγωνίων· ἐπεὶ δ’ οἶ τοῦ Σέξτου ἐτράποντο, οἱ μὲν ἐπαιάνισαν, οἶ
δ’ ὠλοφύροντο. καὶ οἱ μὲν τοὐ Σέξτου πεζοὶ πρὸς τὴν Μεσσήνην ἐχώρουν
ἄτε καὶ αὐτοὶ συνηττηθέντες τῷ ναυτικῷ, ὁ δὲ Καῖσαρ τοὺς ἐκπίπτοντας τῶν ἡττωμένων εἰς τὴν γῆν
ἐξεδέχετο καὶ τῶν σκαφῶν ὅσα προσώκειλον ἐνεπίμπρα. κἀν τούτῳ ὁ μὲν Δημόχαρις ἑαυτὸν
ἀπέσφαξεν, ὁ δ’ Ἀπολλόδωρος τῷ Καίσαρι προσεχώρησε. τοῦτο δὲ ἄλλοι τε καὶ ὁ Γάλλος καὶ οἱ ἱππεῖς οἶ
σὺν αὐτῶ πάντες καί τινες τῶν πεζῶν πεποιήκασιν. 
 
 

 
 Ὁ Σέξτος δ’ ἐντεῦθεν ἀπογνοὺς καὶ τὴν θυγατέρα καὶ ἄλλους παραλαβὼν τά τε χρήματα καὶ τῶν
ἄλλων τὰ τιμιώτερα εἰς τὰς ναῦς τὰς κρείττους τῶν σωθεισῶν ἐνθέμενος ἀπῆρε νυκτός· οὐδ’ ἐπεδίωξέ
 
 τις αὐτόν, ὅτι τε λάθρᾳ ἐξέπλευσε καὶ ὁ Καῖσαρ ἐν μεγάλῃ γέγονε ταραχῇ. ὁ γὰρ Λέπιδος τῇ
Μεσσήνῃ ἐπελθὼν καὶ εἰσδεχθεὶς εἰς αὐτὴν τὰ μὲν ἐνεπίμπρα, τὰ δ’
ἥρπαζεν· εἶτα φοβηθεὶς ἐπελθόντα τὸν Καίσαρα, ἐπὶ λόφον καρτερὸν στρατοπεδευσάμενος, 
πάντα τε ὅσα ἐλαττοῦσθαι ἐνόμιζεν ἐπενεκάλει αὐτῷ, καὶ ἀπῄτει ὅσα αὐτῷ κατὰ τὴν πρώτην συνωμοσίαν
ἐδέδοτο, καὶ τῆς Σικελίας ἀντεποιεῖτο ὡς αὐτὴν καταστρεψάμενος, καὶ ταῦτα πέμπων τινὰς ὡμίλει τῷ
Καίσαρι, ἔχων ἅς τ’ ἐκ τῆς Λιβύης ἐπῆκτο δυνάμεις καὶ τοὺς ἐγκαταλειφθέντας ἐν τῇ
Μεσσήνῃ πάντας. ὁ δὲ Καῖσαρ τοῖς ὅπλοις θαρρῶν εὐθὺς ἐπ’ αὐτὸν μετ’
ὀλίγων τινῶν ὥρμησε. δόξας δὲ διὰ τὴν τῶν συνεπομένων ὀλιγανδρίαν εἰρηνικόν τι πράξειν, ἐς τὸ
στρατόπεδον εἰσεδέχθη. ὡς δ’ οὐδὲν πρὸς τὴν καταλλαγὴν ἔλεγε, παρωξύνθησαν οἱ τοῦ
Δεπίδου καί τινας τῶν ἐκείνου ἀπέκτειναν, αὐτὸς δὲ βοηθείας τυχών ἐσώθη. καὶ μετὰ τοῦτο αὖθις
ἐπῆλθεν αὐτοῖς σὺν παντὶ τῷ στρατῷ καὶ ἐπολιόρκει κατακλείσας σφᾶς εἰς τὸ τάφρευμα. φοβηθέντες οὑν
τὴν ἅλωσιν ἀθρόοι μὲν αἰδούμενοι τόν Λέπιδον οὐ μετέστησαν πρὸς τὸν Καίσαρα, κατ’
ὀλίγους δὲ προσεχώρουν αὐτῶ. καὶ οὕτω κἀκεῖνος ἐθελοντὴς δῆθεν ἐν ἐσθῆτι φαιᾷ ἱκέτης αὐτῷ προσελήλυθε. καὶ ὁ μὲν τῆς ἐξουσίας τε παρελύθη καὶ ἐν τῇ Ἰταλίᾳ
δίαιταν ἐπεποίητο ἔμφρουρον. τῶν δὲ τὰ τοῦ Σέξτου πραξάντων τινὰς μὲν ἐκόλασεν, ἐνίους
δ’ ἀφῆκε· καὶ τῶν πόλεων τὰς μὲν ἑκουσίως προσχωρησάσας αὐτῷ συγγνώμης ἠξίωσε, τὰς δ᾿
ἀντιστάσας αὐτῷἐδικαίωσεν. 
 Οἱ στρατιῶται δὲ ἐστασίασάν τε καὶ ἐθρασύνοντο καὶ συλλεγόμενοι ᾔτουν ἕκαστος ὃ ἐπόθει. τοῦ
δὲ Καίσαρος ἐν ὀλιγωρίᾳ σφᾶς ποιουμένου, ὡς μή τινος πολεμίου παρόντος, ἐπηπείλουν. ὡς
δ᾿ οὐδὲν ἤνυον, τῆς στρατείας ἀφεθῆναι ἠξίουν θυμῷ καὶ βοῇ· λήψεσθαι
γὰρ ἤλπισαν ἃ ἀπῄτουν διὰ τὴν ἀπειλὴν τῆς ἐγκαταλείψεως. ὁ δὲ Καῖσαρ μὴ δεῖν νομίζων ἐξ ἀνάγκης τὸν
ἄρχοντα τοῖς ὑπηκόοις ὑπείκειν, εὔλογά τε αὐτοὺς ἀξιοῦν ἔφη καὶ διῆκε πρῶτον μὲν τοὺς
ἐπὶ τὸν Ἀντώνιον αὐτῷ συστρατεύσαντας, ὡς δὲ καὶ οἱ ἄλλοι ἐνέκειντο, καὶ τοὺς δέκατον ἔτος
στρατευσαμένους διαφῆκεν, εἰπὼν ὡς οὐδενὶ ἔτ᾿ αὐτῶν οὐδ᾿ ἂν τὰ μάλιστα ἐθελήσωσι χρήσεται. ὃ
ἀκούσαντες οὐδὲν ἔτι ἐφθέγξαντο, ἀλλὰ προσέχειν αὐτῷ ἤρξαντο. 
 Καὶ τότε μὲν τὰ ἐν τῇ Σικελίᾳ διῴκησε καὶ τὴν Λιβύην
ἑκατέραν πέμψας ἀμαχεὶ παρεστήσατο, καὶ οἱ ἐν τῇ ῾Ρώμᾐ πολλὰς αὐτῷ τιμὰς ἐψηφίσαντο· 
Σέξτος δὲ ἐκ τῆς Μεσσήνης ἀναχθείς, ὑποτοπήσας δὲ διωχθῆναι ἢ καὶ προδοθῆναι ὑπὸ τόν συνόντων,
προεῖπε μὲν διά τοῦ πελάγους πλεύσειν, ἀποσβέσας δὲ τὸν πυρσὸν ὃν αἱ στρατηγίδες τριήρεις ὡς καὶ αἱ
λοιπαὶ αὐταῖς ἐφέπωνται φαίνουσιν, εἰς Κεφαλληνίαν κατέπλευσεν· ἔνθα καὶ οἱ λοιποὶ κατὰ
τύχην ὑπὸ χειμῶνος ἐκπεσόντες αὖθις αὐτῷ συνεγένοντο. συγκαλέσας οὖν αὐτοὺς καὶ τὸ στρατιωτικὸν
ἀποδυσάμενος ἔνδυμα ἄλλα τε εἶπε καὶ ὅτι ἀθρόοι μὲν ὄντες οὐ λήσουσι, σκεδασθέντες δὲ ῥᾴω
ποιήσονται τὴν 
 διάφευξιν. κἀκ τούτου ἄλλων ἄλλοσε ἀποχωρησάντων αὐτὸς ἐς τὴν Ἀσίαν
ἐπεραιώθη, γνώμης ὢν ὁρ- μῆσαι πρὸς τὸν Ἀντώνιον. ἐν Λέσβῳ δὲ μαθὼν ἐκεῖνον μὲν ἐς
Μήδους στρατεῦσαι, πεπολεμῶσθαι δὲ τὸν Εαίσαρα καὶ τὸν Λέπιδον, καὶ ἐλπίσας τὴν τοῦ Ἀντωνίου ἀρχὴν
διαδέξασθαι, τό τε στρατηγικὸν ἀνέλαβε σχῆμα καὶ παρεσκευάζετο ὡς καὶ τὴν περαίαν
καταληψόμενος. κἀντεῦθεν τοῦ Ἀντωνίου τὰ πραττόμενα ὑπ’ αὐτοῦ γνόντος, ἄδειάν τε αὐτό καὶ εὔνοιαν,
ἂν τὰ ὅπλα κατάθηται, ὑποσχομένου, κατένευσε μέν, οὐκ ἐποίησε δέ γε ὡς ἐπηγγείλατο, ἀλλὰ καὶ τῶν πραγμάτων ὡς πρῴην εἴχετο καὶ πρὸς τοὺς Πάρθους διεκηρυκεύσατο. ταῦτα δὲ μαθὼν ὁ Ἀντώνιος
 
 τὸ ναυτικὸν μετὰ Μάρκου Τιτίου ἐπ’ αὐτὸν ἔπεμψε. καὶ ὃς
φοβηθεὶς διεπρεσβεύσατο πρὸς Ἀντώνιον. ὡς δ’ ἐκεῖνος οὐκ ἔφη σπείσασθαι, εἰ μὴ τάς τε
ναῦς καὶ τὴν λοιπὴν αὐτοῦ παραλήψοιτο δύναμιν, τὰ βαρύτερα τῶν σκευῶν εἰς τὰς ναῦς ἐμβαλὼν αὐτάς τε
κατέκαυσε καὶ εἰς τὴν μεσόγειαν ὥρμησε. καὶ οἶ τοῦ Ἀντωνίου ἐπιδιώξαντες αὐτὸν κατέλαβον καὶ
ἐζώγρησαν. ὃ μαθὼν ὁ Ἀντώνιος εὐθὺς μὲν ὑπ’ ὀργῆς ἐπέστειλε κτανθῆναι αὐτόν, ὕστερον δὲ
μεταμεληθεὶς ἔγραψε σωθῆναι αὐτόν. τοῦ οὖν δευτέρου γραμματοφόρου τὸν πρῶτον προφθάσαντος, ὕστερον
τὰ περὶ τοῦ θανεῖν αὐτὸν ὁ κατέχων κομισάμενος, καὶ ἢ νομίσας ὄντως δεύτερα εἶναι ἢ 
 ἄγνοιαν τοῦ ὄντος ὑποκρινάμενος, τὸν Σέξτον τὸν Πομπήιον ἐθανάτωσε.

Καὶ τῷ μὲν τοιοῦτον τὸ τέλος ἐγένετο, Ἀντώνιος δὲ διὰ τοῦ Βεντιδίου τοὺς Πάρθους ἐνίκησεν.
ὅ τε γὰρ βασιλεὺς ἐκείνων ὁ Πάκορος ἐν τῷ πολέμῳ ἔπεσε καὶ οἱ βάρβαροι οἶ μὲν
ἐκτάνθησαν ἐν τῇ 
 μάχῃ, οἱ δὲ ἔφυγον, καὶ τὰς τῆς Συρίας πόλεις ὁ Βεντίδιος ὑπηγάγετο. εἶτα κατὰ τοῦ
Ἀντιόχου τοῦ τῆς Κομαγηνῆς βασιλεύοντος ἐπεστράτευσεν. ἐνταῦθα δὲ ὄντι ἀθρόον ὁ Ἀντώνιος ἐπιστὰς οὐ
μόνον ἐπὶ τοῖς κατορθώμασιν οὐχ ἥσθη, ἀλλὰ καὶ ἐφθόνησε καὶ τῆς ἀρχῆς αὐτὸν ἔπαυσεν,
αὐτὸς δὲ τῷ Ἀντιόχῳ προσέβαλε καὶ κατέκλεισεν αὐτὸν εἰς Σαμόσατα. ὡς
δ’ οὐδὲν ἤνυε πολιορκῶν αὐτόν, συνθήκας σπονδῶν ἐποιήσατο καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ἀφώρμησεν. 
 Ὀρώδης μέντοι ὁ τῶν Παρθῶν βασιλεὺς ὑπέργηρως γεγονώς, καὶ τῷ τοῦ Πακόρου
πένθει τὴν βασιλείαν ἀπαγορεύσας, Φραάτῃ τῷ πρεσβυτέρῳ τῶν λοιπῶν αὐτοῦ παίδων τὴν ἀρχὴν
ἐνεχείρισεν. ὁ δὲ ἀνοσιώτατος γεγονὼς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐδολοφόνησε, καὶ αὐτὸν τὸν πατέρα
δυσανασχετοῦντα δι’ ἐκείνους ἀπέκτεινε, καὶ τῶν ἄλλων τοὺς ἀρίστους διέφθειρεν. 
 Ἀντώνιος δὲ πρέσβεις μὲν πρὸς τοὺς Πάρθους περὶ εἰρήνης ἐκπέπομφε, πρὸς δὲ πόλεμον
ἡτοιμάζετο, ἵνα ἀπαρασκεύοις αὐτοῖς ἐντύχῃ διὰ τὴν ἐλπίδα 
 τῆς συμβάσεως. καὶ μαθὼν τὸν Μῆδον ἐπὶ συμμα- χίαν τοῦ Πάρθου
χωρήσαντα, τὰ μὲν σκευοφόρα καὶ πολὺ τῆς στρατιὰς ὑπελίπετο μετὰ τοῦ Στατιανοῦ ἔν ἕποιντο, αὐτὸς δὲ
σὺν τοῖς ἱππεῦσι καὶ τῶν πεζῶν τοῖς εὐζώνοις ἠπείγετο, ὡς αὐτίκα τὰ τῶν Μήδων 
καταστρεψόμενος. ὁ μέντοι Πάρθος καὶ ὁ Μῆδος τῷ Στατιανῷ ἀπροσδοκήτως ἐπιπεσόντες καὶ τῇ μετ’ αὐτοῦ
στρατιᾷ, πάντας ἐφόνευσαν, τοῦ Ἀντωνίου σπεύσαντος μὲν βοηθῆσαι αὐτοῖς, πλὴν ὑστερίσαντος καὶ μόνους
τοὺς νεκροὺς εὑρηκότος. ὃς οὐ πολλῷ ὕστερον συμβαλὼν τοῖς βαρβάροις ἐτρέψατο μὲν
αὐτούς, οὐ μέντοι μέγα τι ἔβλαψε. πολιορκῶν δὲ τὰ τοῦ Μήδου βασίλεια ἐπολιορκεῖτο
μᾶλλον αὐτὸς ἐπιλιπόντων τῇ αὐτοῦ στρατιᾷ τῶν ἐπιτηδείων, καὶ
ἐπὶ συναγωγὴν αὐτῶν ἐξιόντων σφόδρα παρὰ τῶν βαρβάρων κακουμένων, ἐνεδρευόντων αὐτοῖς. 
 
 Ἐν τούτοις ὄντος τοῦ Ἀντωνίου ὁ Φραάτης ὑποβαλών τινας ἔπεισε δι’ ἐκείνων αὐτόν
ἐπικηρυκεύσασθαι συμβάσεων ἕνεκεν· καὶ ὁ Πάρθος τοὺς πεμφθέντας ἐξονειδίσας πολλὰ μὴ ἄλλως
σπείσασθαι εἶπεν, εἰ μὴ αὐτίκα ἀποστρατοπεδεύσονται. καὶ ὁ Ἀντώνιος ἀπανέστη. πρόσ’
δεχομένου δ’ αὐτοῦ τὰς σπονδὰς οἶ Μῆδοι τάς τε πολιορκητικὰς κατέκαυσαν μηχανὰς καὶ τὰ χώματα
διεσκέδασαν. οἱ δέ γε Πάρθοι πολλὰ καὶ δεινὰ αἰφνίδιον προσπεσόντες εἰργάσαντο. ὡς οὑν ἔγνω ὅτι
ἠπάτηται, ἐς τὴν Ἀρμενίαν ἀπελθεῖν ἐπεχείρησε. καὶ διὰ χωρίων ἀπιὼν ἀγνώστων, πολλαῖς δυσχερείαις ἐνέτυχε. καὶ κἂν ἀπώλοντο οἱ μετ’ αὐτοῦ ξύμπαντες εἰς
ἐνέδραν ἐμπεσόντες καὶ πυκνοῖς βαλλόμενοι τοῖς τοξεύμασιν, εἰ μὴ τὴν χελώνην ἐποίησαν
συνασπίσαντες. 
 
 Ἡ δὲ χελώνη γίνεται οὕτως. τὰ μὲν σκευοφόρα καὶ οἱ ψιλοὶ ἐν μέσῳ τοῦ στρατεύματος τέτακται,
τῶν δ’ ὁπλιτῶν οἱ μὲν ταῖς προμήκεσιν ἀσπίσι κοίλαις χρώμενοι
περὶ τὰ ἔσχατα τάσσονται καὶ τοὺς ἄλλους τὰ ὅπλα περιβεβλημένοι ἔξω τε βλέποντες 
περιέχουσιν, οἶ δὲ τὰς πλατείας ἀσπίδας φέροντες ἐν τῷ μέσῳ συσπειρῶνται, κἀκείνας ἄνω ἑαυτῶν τε καὶ
τῶν λοιπῶν ὑπεραίρουσιν, ὥστε μηδὲν ἕτερον ἢ ἀσπίδας ὁρᾶσθαι διὰ
πάσης τῆς φάλαγγος, καὶ ἐν σκέπῃ ἐκ τῶν βελῶν πάντας εἶναι αὐτοὺς ἐκ τῆς πυκνότητος τῆς
συντάξεως. οὕτω γάρ τοι πεπύκνωται ὡς καὶ βαδίζειν τινὰς ἐπάνω αὐτῆς δύνασθαι. τὸ μὲν οὑν σχῆμα τῆς
τάξεως ταύτης τοιοῦτόν ἐστι, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὴν χελώνης ἔλαχε κλῆσιν, διά τε τὸ
ἰσχυρὸν αὐτῆς καὶ τὸ εὐσκεπές· χρῶνται δὲ αὐτῇ διχῇ· ἢ γὰρ πρὸς φρούριόν τι προσμίσγοντες
προσπορεύονται καὶ τειχομαχοῦσιν, ἢ ὑπὸ τοξοτῶν περιστοιχισθέντες ποτὲ κυπτάζουσιν οὕτω πάντες ὡς
 δοκεῖν ὅτι κεκμήκασι, πελασάντων δὲ τῶν ἐναντίων ἐξαίφνης ἐγείρονται, κἀντεῦθεν σφὰς
ἐκπλήττουσι καὶ ταράττουσιν. ὃ καὶ τότε συμβέβηκε. πολλοῖς γάρ, ὡς
εἴρηται, βαλλόμενοι βέλεσι, τόν τε συνασπισμὸν τῆς χελώνης ἐποίησαν καὶ τὰ γόνατα πρὸς τὴν γῆν ἤρεισαν τὰ εὐώνυμα. νομίσαντες οὖν αὐτοὺς οἶ βάρβαροι ὑπὸ τῶν τραυμάτων καταπεσεῖν, τὰ
μὲν τόξα ἀπέθεντο, τὰ δὲ ξίφη σπασάμενοι ὡς συγκόψοντες ἐπῆλθον αὐτοῖς. ἐξαναστάντες δὲ οἶ Ῥωμαῖοι
καὶ αὐτοῖς προσπεσόντες, οἷα γυμνοὺς ὡπλισμένοι, ἀπροσδοκήτους παρεσκευασμένοι, τοξότας
ὁπλῖται, βαρβάρους Ῥωμαῖοι κατ’ ἔκοψαν. 
 Ἀντώνιος μὲν οὖν ὑπὸ τῶν πολεμίων οὐκέτι δεινὸν οὐδἐν ἔπαθεν, ὑπὸ δὲ ψύχους τεταλαιπώρητο.
χειμὼν γὰρ ἦν, καὶ τῆς Ἀρμενίας τὰ πρόσορα, δι’ ὧν ἐπορεύετο, κρυσταλλώδη ἀεί εἰσιν·
ὅθεν συχνοὶ τῶν αὐτοῦ διεφθείροντο. διὸ ὑπῆλθε τὸν Ἀρμένιον καὶ
ἐθώπευσε, καίτοι δι’ ὀργῆς ἐκεῖνον ποιούμενος. χρήματα δὲ τοῖς περιλειφθεῖσι διανείμας τῆς στρατιᾶς
ἀπῆρεν εἰς Αἴγυπτον πρὸς τὴν Κλεοπάτραν. δι’ ἣν μεγάλως ὑπὸ τῶν ὁμογενῶν διεβέβλητο,
ὅτι τε παῖδας ἐξ αὐτῆς ἔσχε καὶ ὅτι χώρας πολλὰς αὐτῇ ἐχαρίσατο. οὕτως γὰρ τῷ ἔρωτι αὐτῆς καὶ ταῖς
γοητείαις ἐδούλευσεν ὡς καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τὴν Ὀκταβίαν πρὸς αὐτὸν ἐκ Ῥώμης ἀφικνουμένην ἐπανελθεῖν κελεῦσαι καὶ μὴ αὐτῷ προσελθεῖν.

Ὁ δὲ Καῖσαρ ἦλθε μὲν εἰς τὴν Σικελίαν, χρονίσας δ’ ἐν αὐτῇ διὰ τὸν χειμῶνα, καὶ μαθὼν ὥς
τινα τῶν ἐθνῶν τῶν Ῥωμαίοις ὑποκειμένων διὰ τὴν ἀποδημίαν αὐτοῦ
ἐπανέστησαν, ἐπανῆλθε καὶ ἐπ’ ἐκείνους παρεσκευάζετο, καὶ τοὺς μὲν δι’ ἑαυτοῦ, τοὺς δὲ
δι’ ἑτέρων προσηγάγετο καὶ ὑπέταξεν. εἶτα καὶ ἐπὶ Παννονίους ἐστράτευσ’ ἐν, οἳ νέμονται μὲν πρὸς τῇ
Δαλματίᾳ παρ’ αὐτὸν τὸν Ἴστρον ἀπὸ Νωρικοῦ μέχρι τῆς ἐν τῇ Εὐρώπῃ Μυσίας, κακοβίωτοι μὲν ὄντες, ἄτε μὴ γῆς μηδ’ ἀέρων εὖ ἥκοντες, οὐκ οἶνον γεωργοῦντες, οὐκ ἔλαιον, τὰς δὲ κριθὰς καὶ τὰς
κέγχρους ἐσθίοντες ὁμοίως καὶ πίνοντες, νομίζονται δ’ οὖν ἀνδρειότατοι. οὓς καί τινες τῶν Ἑλλήνων
Παίονας προσηγόρευσαν, τὸ ἀληθὲς ἀγνοήσαντες· πρὸς γὰρ τῇ Ῥοδόπῃ καὶ πρὸς αὐτῇ τῇ
Μακεδονίᾳ τὸ τῶν Παιόνων ἔθνος ἐστί, τούτους δὲ Παννονίους καὶ οἶ
ἄλλοι καλοῦσι καὶ αὐτοὶ ἑαυτούς. ἐπὶ τούτους ὁ Καῖσαρ τότε στρατεύσας, καὶ διὰ μάχης αὐτοῖς πολλάκις
χωρήσας, ὁμολογίᾳ προσηγάγετο ὕστερον. Ἀντώνιος δὲ τὸν Ἀρμένιον τιμωρήσασθαι
μηχανώμενος οὐκ ἐνέλιπε πάντα λίθον κινῶν, τὸ τῆς παροιμίας, ἕως αὐτὸν ὑπηγάγετο εἰς τὸ στρατόπεδον
εἰσελθεῖν. εἰσελθόντα δὲ κατέσχε καὶ ἐν ἀδέσμῳ εἶχε φρουρᾷ, καὶ περιῆγεν αὐτὸν κατὰ τὰ φρούρια ἔνθα ἐκείνῳ οἶ θησαυροὶ ἐναπέκειντο, σπεύδων αὐτοὺς λαβεῖν. ὡς δ’ οὐδὲν ἤνυεν, οἶ γὰρ
Ἀρμένιοι τῶν παίδων αὐτοῦ τὸν πρεσβύτατον βασιλέα ἀνθεί- λοντο τόν Ἀρτάξην, ἔδησεν αὐτὸν ἁλύσεσιν
ἀργυραῖς, οἱονεὶ τιμὴν αὐτῷ ταύτην νέμων ὡς βασιλεῖ· καὶ 
 
 πάσαν τὴν Ἀρμενίαν κατέσχε, τοῦ Αρτάξου πρός τοὺς Πάρθους ἀποχωρήσαντος, ἐπείπερ
ἡττᾶτο μαχόμενος. 
 Ἀντώνιος δὲ τὰ μὲν στρατεύματα εἰς Ἀρμενίαν κατέλιπεν, αὐτὸς δ’ ἀνεκομίσθη πρὸς Αἴγυπτον,
 μετὰ τῆς γυναικὸς καὶ τῶν παίδων ἄγων ἐκεῖ τὸν Ἀρμένιον· καὶ τήν τε λείαν τῇ Κλεοπάτρᾳ
ἐχαρίσατο καὶ τὸν Ἀρμένιον μετὰ τῶν οἰκείων περιβαλὼν χρυσέοις δεσμοῖς ἐκείνῃ προσήγαγεν. οἱ δὲ οὔθ’
ἱκέτευσαν αὐτὴν οὔτε μὴν προσεκύνησαν, ἀλλ’ ὀνομαστὶ προσηγόρευσαν. 
 Μετὰ δὲ τοῦτο τὴν Κλεοπάτραν Ἀντώνιος βασιλίδα 
βασιλέων καλεῖσθαι ἐκέλευσε, καὶ τοῦ Καίσαρος αὐτὴν μὲν γυναῖκα ὠνόμαζε, τὸν δὲ υἱὸν αὐτῆς παῖδα
ἐκείνου ὡς ἀληθῶς, ἵνα τὸν Καίσαρα τὸν Ὀκτάβιον ὡς ποιητὸν ἐκείνου παῖδα καὶ μὴ γνήσιον
διαβάλῃ, καὶ χώρας αὐτοῖς ἔνειμε. τοῖς δ’ οἰκείοις παισὶ τοῖς ἐκ τῆς Κλεοπάτρας, κεκλημένοις
Πτολεμαίῳ καὶ Ἀλεξάνδρῳ, ἑτέρας πολλὰς προσκεκλήρωκε. τοιαῦτα δὲ πράττων ἐπέστελλε τῇ βουλῇ ὅτι τῆς ἀρχῆς τε παύσεται καὶ τὰ πράγματα ἐπ’ αὐτῇ καὶ τῷ δήμῳ ποιήσεται, οὐχ οὕτω φρονῶν,
ἀλλ’ ὅπως ταῖς παρ’ αὐτοῦ ἐλπίσιν ἢ ἀναγκάσωσι παρόντα τὸν Καίσαρα καταθέσθαι τὰ ὅπλα ἢ μισήσωσιν
ἀπειθήσαντα. 
 
 
 Ἄχρι δὲ τοῦ Ἀράξου ἐλθών, ὡς ἐπὶ τοὺς Πάρθους στρατεύων, ἠρκέσθη τῇ πρός τὸν Μῆδον
ὁμολογίᾳ. συμμαχήσειν γὰρ ἀλλήλοις συνέθεντο, ὁ μὲν κατὰ τῶν Παρθῶν, ὁ δέ γε κατὰ τοῦ Καίσαρος, καὶ
στρατιώτας ἀλλήλοις ἀντέδοσαν. καὶ ὁ μὲν Μῆδος τῆς Ἀρμενίας τῆς νεοκτήτου ἐξ Ἀντωνίου
εἰλήφει τινά, Ἀντώνιος δὲ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ Ἰωτάπην, ὡς τῷ Ἀλεξάνδρῳ τῷ υἱῷ αὐτοῦ
συνοικήσουσαν. καὶ ἐπὶ τούτοις ἐς τὴν Ἰωνίαν καὶ ἐς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τῶ πολέμῳ τοῦ Καίσαρος ὥρμησεν. ὁ
δέ γε Μῆδος συμμαχούμενος τοῖς Ῥωμαίοις ἐπελθόντας αὐτῷ τοὺς Πάρθους καὶ τὸν Ἀρτάξην
ἐνίκησε. τοὐ δ’ Ἀντωνίου τοὺς οἰκείους στρατιώτας μετακαλεσαμένου, τοὺς δ’ ἐκείνου κατεσχηκότος, ἀνθήττητο καὶ ἑάλω. καὶ οὕτως ἡ Ἀρμένια μετὰ τῆς Μηδίας ἀπώλετο. 
 Οἱ μέντοι Ῥωμαῖοι τὴν μὲν δημοκρατίαν ἀφῄρηντο, οὐ μὴν καὶ εἰς φανερὰν
μοναρχίαν κατώλισθον, ἕως ὅ τε Σέξτος ἀπώλετο καὶ τὰ ἐπαναστάντα ἔθνη δεδούλωτο καὶ ὁ Πάρθος οὐδὲν
παρεκίνει. τότε γὰρ φανερῶς ἐπ’ ἀλλήλους ὁ Ἀντώνιος καὶ ὁ Καῖσαρ ἐτράποντο, καὶ ὁ δῆμος ἀκριβῶς
ἐδουλώθη. αἰτίαι δὲ τοῦ πολέμου αἵδε σφίσιν ἐσκήπτοντο. Ἀντώνιος μὲν Καίσαρι ἐνεκάλει
ὅτι τὴν τοῦ Λεπίδου χώραν καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν τοῦ Σέξτου ἐσφετερίσατο, καὶ τούτων ἀπῄτει τὰ ἡμίση καὶ τῶν στρατιωτῶν οὓς ἐκ τῆς ἀνηκούσης αὐτῷ Ἰταλίας
ἐστράτευσεν ὁ δὲ Καῖσαρ ἐγείνω ὅτι τὴν Αἴγυπτον καὶ ἄλλα μὴ λαχὼν εἶχε, καὶ ὅτι τὸν
Σέξτον ἀπέκτεινεν, αὐτὸς γὰρ ἑκὼν ἐκείνου φείσασθαι ἔλεγε, καὶ ὅτι τὸν Ἀρμένιον ἀπάτῃ συνειληφὼς
ἔδησε κἀκ τούτου Ῥωμαίοις κακοδοξίαν προσέτριψε, καὶ τὰ ἡμίση τῶν λαφύρων καὶ αὐτὸς
ἀπῄτει, καὶ τὴν Κλεοπάτραν αὐτῶ καὶ τοὺς παῖδας τοὺς ἐξ αὐτῆς καὶ τὰ δωρηθέντα σφίσι πρὸς πάντας
ἐπέφερεν, ἐν τοῖς μάλιστα δ’ ᾐτιᾶτο ὅτι τὸν Καισαρίωνα ἐς τὸ γένος εἰσῆγε τοῦ

Καίσαρος. 
 
 Ταῦτ’ οὖν ἐπενεκάλουν ἀλλήλοις. καὶ τέως οὐκ 
 
 ἀναφανδὸν κατ᾿ ἀλλήλων ὡπλίζοντο, ἕως Δομίτιος Γναῖος καὶ Σόσσιος Γάιος, τῆς τοῦ
Ἀντωνίου μερίδος ὄντες, ὑπάτευσαν. τότε δὲ προδήλως ἐπολεμώθησάν. ὁ γὰρ Σόσσιος πολλὰ μὲν ἐν τῇ
νουμηνίᾳ ἐπῄνεσε τὸν Ἀντώνιον, πολλὰ δὲ κατεῖπε τοῦ Καίσαρὸς. καὶ τότε μὲν ὁ Καῖσαρ τῆς
πόλεως ἐξεχώρησεν, αἰτίαν ἄλλην πλασάμενος· μετὰ δὲ ταῦτα ἐπανελθών, καὶ φρουρὰν ἑαυτῷ περιστήσας
στρατιωτῶν, μέτρια μὲν ὑπὲρ ἑαυτοῦ διειλέχθη, τοῦ δὲ Ἀντωνίου καὶ τοῦ
Σοσσίου πολλὰ κατηγόρησε, καὶ τὸν Ἀντώmον διὰ γραμμάτων ἐξελέγχειν ὑπέσχετο. οἶ οὖν ὕπατοι μήτ᾿ ἀντειπεῖν θαρροῦντες μήτε σιωπᾶν ὑπομένοντες, τῆς
πόλεως ἐκχωρήσαντες ἀπῆλθον πρὸς τὸν Ἀντώνιον, καὶ τῶν ἄλλων βουλευτῶν οὐκ ὀλίγοι αὐτοῖς
συναπεληλύθασιν· καὶ αὖθις ἕτεροι τὸν Ἀντώνιον λιπόντες τῷ Καίσαρι πρoσεχώρησαν, ὅτι
τήν τε τῆς Ὀκταβίας συνοίκησιν ἀπείπατο καὶ ὅτι τῇ Κλεοπάτρᾳ ἤχθοντο. ἐξ ὧν μαθὼν ὁ Καῖσαρ τά τε
ἄλλα τοῦ Ἀντωνίου καὶ τὰς διαθήκας αὐτοῦ καὶ παρὰ τίνι ἐτύγχανον, ἔλαβέ τε αὐτὰς καὶ 
δημοσίᾳ ἀνέγνω, πρᾶγμα ποιήσας παρανομώτατον. τοσαύτην δὲ διὰ τὰ
γεγραμμένα ὀργὴν καὶ οἱ πάνυ ἐκείνῳ προσκείμενοι ἐνεδείξαντο, ὥστε τήν τε ὑπατείαν καὶ τὴν ἄλλην
ἅπασαν ἐξουσίαν ἀφείλοντο, καὶ τοῖς συνοῦσιν αὐτῷ ἄδειαν καὶ ἐπαίνους, ἐὰν 
ἐγκαταλίπωσιν αὐτόν, ἐψηφίσαντο· καὶ τῇ Κλεοπάτρᾳ πόλεμον ἐπήγγειλαν ἄντικρυς, ὃς μᾶλλον πρὸς τὸν
Ἀντώνιον ἔτεινεν· ᾔδεσαν γὰρ αὐτὸν ὑπὲρ ἐκείἐκείνης πάντα ὑποίσοντα. οὕτω γὰρ αὐτὸν ἐδουλώσατο
ὥστε βασιλίς τε καὶ δέσποινα ὑπ᾿ ἐκείνου καλεῖσθαι, στρατιώτας τε ῾Ρωμαίους ἐν τῷ
δορυφορικῷ αὐτῆς ἔχειν καὶ ταῖς ἀσπίσι πάντων τὸ ὄνομα αὐτῆς ἐπι- γράφεσθαι. καὶ εἰς
τὴν ἀγορὰν δὲ μετ᾿ αὐτοῦ εἰσεφοίτα καὶ τὰς πανηγύρεις συνδιετίθετο τάς τε δίκας συνεξήταζε, καὶ
συνίππευε, καὶ ἐν ταῖς πόλεσιν ἐκείνη μὲν ἐν δίφρῳ ἐφέρετο, ὁ δ᾿
Ἀντώνιος πεζῇ δ᾿ μετὰ τῶν εὐνούχων αὐτῆς ἠκολούθει· συνεγράφετό τε αὐτῇ καὶ συνεπλάττετο, αὐτὸς
Ὅσιρις καὶ Διόνυσος λεγόμενος, ἐκείνη δὲ Σελήνη καὶ Ἶσις. ὅθεν ἔκφρων ὑπ᾿ αὐτῆς ἐκ μαγγανείας ἔδοξε
γεγονέναι. καὶ οὐκ ἐκεῖνον μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς παρ᾿ αὐτῷ 10 δυναμένους καὶ ἐγοήτευσε καὶ κατέδησεν,
ὡς ἐλπίσαι καὶ τῶν ῾Ρωμαίων ἄρξειν, εὐχήν τε ποιεῖσθαι μεγίστην καὶ ὅρκον τὸ ἐν τῷ Καπιτωλίῳ
δικάσαι. ὁ δὲ Ἀντώνιος ἀκινάκην τε ἐνίοτε παρεζώννυτο καὶ ἐσθῆτι ἐχρῆτο παρὰ τὰ πάτρια. 
 
 Τούτῳ μὲν οὖν ὑπάτῳ ὅντι καὶ στρατηγῷ ῾Ρωμαίων εἰς αἰτίαμα ἐλογίσθη ἡ ἔξω τῶν πατρίων
στολή, τοὺς δὲ νῦν βασιλεῖς ῾Ρωμαίων πῶς ἄν ἐξαιρήσαιτο μώμων
καὶ αἰτιάσεως, μεταμφιεννυνους παρὰ τὰ πάτρια, καὶ οὐκ ἐνίοτε, ἀεὶ δὲ κεχρημένους 
ἐσθῆτι βαρβαρικῇ; 
 Οὕτω μὲν οὖν τῷ τε Καίσαρι καὶ τῷ Ἀντωνίῳ συνηνέχθη τὰ πράγματα· οἱ δὲ παρεσκευάζοντο πρὸς
τὸν πόλεμον, ἕκαστος πολλοὺς συμμάχους προσειληφώς. καὶ πολλὰ παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἐθρυλεῖτο, πολλὰ δὲ καὶ σημεῖα γεγόνασι. πίθηκός τε γὰρ ἐς τὸ Δημήτριον ἐν ἱερουργίᾳ τινὶ εἰσελθὼν
πάντα τὰ ἔνδον συνέχεε, καὶ παῖδες ἐν τῇ ῾Ρώμῃ πολλοὶ ἀθροισθἐντες κελεύσαντος μηδενὸς συνέμιξαν
ἀλλήλοις, οἱ μὲν ὡς Καισάρειοι, οἱ δὲ ὡς τοῦ Ἀντωνίου μαχόμενοι, καὶ ἡττήθησαν οἱ τὸ
τοῦ Ἀντωνίου ὄνομα φέροντες· εἰκών τε αὐτοῦ λιθίνη αἷμα ἀνῆκε, καὶ
πῦρ τό τε Δημήτριον καὶ ναὸν ἕτερον Ἐλπίδος διέ- φθεῖρε, καὶ ἄλλα τοιαῦτα συμβέβηκεν.
οὐδὲν δὲ τούτων αὐτοὺς ἐφόβησεν, ἀλλ’ ὁ μὲν Ἀντώνιος ὥρμησεν ὡς ἐν τῇ Ἰταλίᾳ ἀδοκήτως αὐτοῖς τὸν
πόλεμον ποιησόμενος, ἐλθὼν δὲ εἰς Κέρκυραν κἀκεῖθεν εἰς τὴν Πελοπόννησον ἀναπλεύσας αὐτὸς μὲν ἐν
Πάτραις παρεχείμασε, τοὺς δὲ στρατιώτας πανταχόσε διέπεμψεν· ὁ δὲ Καῖσαρ ἀνήχθη μὲν ἐκ
τοὐ Βρεντεσίου, χειμῶνι δὲ περιπεσὼν καὶ πονηθεὶς ἀνεχώρησεν.

Ἠργμένου δὲ ἔαρος ὁ μὲν Ἀντώνιος οὐδαμῇ ἐκινήθη· σύμμικτοι γὰρ ἐκ πολλῶν ἐθνῶν
ὄντες οἶ τριηρῖται αὐτοῦ καὶ πόρρω χειμάζοντες ἀπ’ αὐτοῦ οὔτ’
ἐγυμνάζοντο καὶ νόσῳ καὶ αὐτομολίαις ἠλάττωντο, καὶ ὁ Ἀγρίππας τὴν Μεθώνην ἐξ ἐφόδου κατασχὼν καὶ
τὰς κατάρσεις τῶν ὁλκάδων ἐπιτηρῶν καὶ ἀποβάσεις ἄλλοτε ἄλλῃ τῆς Ἑλλάδος ποιούμενος
ἰσχυρῶς αὐτὸν ἐθορύβει· ὁ δὲ Καῖσαρ πάντας μὲν τοὺς στρατιώτας, πάντας δὲ τοὺς δυναμένους τι τῶν
βουλευτῶν καὶ ἰππέων εἰς τὸ Βρεντέσιον συνήγαγε, τοὺς μὲν ὅπως
αὐτῷ τι συμπράξωσι, τοὺς δ’ ὅπως μὴ μονωθέντες τι νεοχμώσωσι, καὶ ἔν ἐνδείξηται ὅτι τὸ
πλεῖστον καὶ κρατιστεῦον τῶν Ῥωμαίων ὁμόγνωμον κέκτηται. καὶ σὺν
αὐτοῖς τὸν Ἰόνιον διαβέβηκε, καὶ τὴν Κέρκυραν ἐκλειφθεῖσαν ὑπὸ τῶν φρουρούντων λαβὼν εἰς τὸν λιμένα
τὸν Γλυκὺν κατῆρε, καλεῖται δὲ οὕτως ὅτι ἐκ τοῦ ποταμοῦ τοῦ εἰς αὐτὸν ἐμβάλλοντος
γλυκαίνεται, κἀκεῖθεν εἰς τὸ Ἄκτιον ἔπλει. ὡς δ’ οὐδεὶς οὔτε ἀντέπλει οὔτε ἐς λόγους ᾖ εἰ αὐτῷ ἢ
πρὸς μάχην ἢ πρὸς ὁμολογίαν 
 ἐκκαλουμένῳ τοὺς ἐναντίους, κατέλαβε τὸ χωρίον τοῦτο ἐν ᾧ νῦν ἐστιν ἡ Νικόπολις, κἀκ
τούτου ἐφήδρευε τῷ Ἀκτίῳ κατὰ γῆν τε καὶ θάλασσαν. τὸ δὲ Ἄκτιον οἱ τοῦ Ἀντωνίου προκατελάβοντο καὶ
πύργοις ὠχύρωσαν ἑκατέρωθεν. 
 Ἐπεὶ δὲ τὴν τοῦ Καίσαρος ἄφιξιν ἐπύθετο ὁ Ἀντώνιος, ἠπείχθη μετὰ τόν περὶ αὐτὸν εἰς τὸ
Ἄκτιον· οὐκ εὐθὺς μέντοι καὶ ἠγωνίσατο, καίτοι τοῦ Καίσαρος
παντὶ τρόπῳ εἰς ἀγῶνα τοῦτον ἐνάγοντος, ἀκροβολισμοῖς δ’ ἐπὶ πλείους ἡμέρας ἐχρήσατο,
μέχρι συνήθροισε τὰ στρατεύματα. ὁ δὲ Καῖσαρ εἰς τὴν Ἑλλάδα τήν τε Μακεδονίαν ἔπεμψε στρατιάν, ὅπως
πρὸς ἐκεῖνα μετενέγκῃ καὶ ἄκοντα τὸν Ἀντώνιον. καὶ ὁ Ἀγρίππας τῆς τε Λευκάδος καὶ τῶν
ἐν ταύτῃ σκαφῶν αἰφνιδίως ἐπιπλεύσας ἐκράτησε, καὶ Πάτρας εἶλε καὶ τὴν Κόρινθοι παρεστήσατο. καὶ ὁ
Τίτιος ὁ Μάρκος Ταῦρός τε ὁ Στατίλιος τὸ ἱππικὸν τοῦ Ἀντωνίου ἀθρόον ἐκδραμόντες συνέσχον καὶ
Φιλάδελφον βασιλέα Παφλαγονίας προσεποιήσαντο· καὶ ὁ Δομίτιος ὁ Γναῖος καὶ ἄλλοι τῷ Καίσαρι προσεχώρησαν. φοβηθεὶς οὖν ὁ Ἀντώνιος μὴ ὅσοι ἐς τὴν Μακεδονίαν
καὶ τὴν Θρᾴκην ἐπέμφθησαν παρ’ αὐτοῦ τῷ Καίσαρι πρόσθωνται, ὥρμησε πρὸς αὐτούς. 
 
 Κἀν τούτῳ ναυμαχία τις συνέστη, καὶ παρὰ μὲν τῇ πρώτῃ προσβολῇ ἐτρέψαντο οἱ τοῦ Ἀντωνίου
τοὺς τοῦ Καίσαρος ὀλίγους ὄντας, τοῦ δὲ Ἀγρίππου, ᾧ πᾶν ἀνεῖτο τὸ τοῦ Καίσαρος ναυτικόν, κατὰ τύχην
ἐπιδημήσαντος, οὐ μόνον οὐδὲν τῆς νίκης οἷ τοῦ Ἀντωνίου ἀπώναντο, ἀλλὰ καὶ ἀπώλοντο.
καὶ διὰ τοῦτο ἐπανελθὼν ὁ Ἀντώνιος ἱππομαχίᾳ τινὶ πρὸς τὴν τοῦ Καίσαρος προφυλακὴν ἡττήθη. καὶ
ἐπειδὴ καὶ 
 τὰ ἐπιτήδεια αὐτὸν ἤρξαντο ἐπιλείπειν, βουλὴν ἐποιήσατο πότερον κατὰ χώραν μείναντες
διακινδυνεύσουσιν ἢ μεταστάντες χρόνῳ τὸν πόλεμον διενέγκωσι. καὶ ἄλλοι μὲν ἄλλα συνεβούλευσαν, ἡ
δέ γε Κλεοπάτρα τὰ ἐπικαιρότατα τῶν χωρίων φρουραῖς παραδοθῆναι καὶ τοὺς λοιποὺς
συναπάραι αὐτοῖς εἰς τὴν Αἴγυπτον συμβουλεύσασα ἐνίκησε. εἰς δὲ ταύτην ἦλθε τὴν γνώμην ὑπὸ σημείων
θορυβηθεῖσα καὶ ἐκ τ̣ῆς τοῦ στρατεύματος ἀθυμίας καὶ ἀρρωστίας δείσασα. καὶ τὸν Ἀντώνιον
ἐξεφόβησεν. οὐ μέντοι 10 λάθρᾳ οὐδὲ μὴν φανερῶς ἐκπλεῦσαι ὡς φεύγοντες ἐβουλεύσαντο, ἵνα μὴ εἰς δέος
τοὺς συμμάχους ἐμβάλωσιν, ἀλλ᾿ ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν παρασκευαζόμενοι·
κἀντεῦθεν τὰ ἄριστα τῶν σκαφῶν ἐκλεξάμενοι, ὅτι ἐκ τῆς φθορᾶς τε καὶ τῆς αὐτομολίας οἱ ἐρέται
ἠλάττωντο, κατέπρησαν τὰ λοιπά, καὶ νύκτωρ πάντα τὰ τιμιώτατα λαθραίως ἐμβαλόντες
αὐτοῖς ἕτοιμα εἰς ἔκπλουν ἐποίησαν. καὶ τοὺς στρατιώτας παρεθάρρυνε πρὸς τὴν ναυμαχίαν διαλεχθεὶς
αὐτοῖς ὁ Ἀντώνιος. καὶ οὕτως πάντας μὲν τοὺς πρώτους τῶν συνόντων αὐτῷ εἰς τὰς ναῦς
ἐνεβίβασεν, ἴνα μή τι νεωτερίσωσιν ὡς ὁ Δέλλιος καὶ ἄλλοι τινὲς αὐτομολήσαντες, παμπληθεῖς δὲ καὶ
τοξότας καὶ σφενδονήτας καὶ ὁπλίτας ἐνεβιβάσατο. τριήρεις μὲν
γὰρ ὀλίγας εἶχεν, αἱ δὲ λοιπαὶ τετρήρεις καὶ δεκήρεις ἦσαν αὐτῷ. 
 Καῖσαρ δὲ καθεώρα μὲν καὶ τὴν παρασκευὴν αὐτῶν καὶ
ηὐτρεπίζετο, μαθὼν δὲ καὶ τὴν διάνοιαν σφῶν ἐξ ἄλλων τε κἀκ τοῦ Δελλίου, συνήγαγε τὸ στράτευμα καὶ
εἰς μάχην δι᾿ ὧν εἴρηκε παρεκάλεσε. κἀν τούτῳ ὑετοῦ γενομένου λάβρου καὶ ζάλης πολλῆς
εἰς τὸ τοῦ Ἀντωνίου ναυτικὸν ἐμπεσούσης ἀνε- θάρσησεν ὁ Καῖσαρ καὶ τὸν ἔκπλουν αὐτῶν
ἐπετήρει. ὡς δὲ παρετάξαντο μὲν οἱ τοῦ Ἀντωνίου, οὐ μέντοι προῄεσαν, ὥρμησε μὲν ὡς καὶ ἑστῶσι σφίσι
προσμίξων ἣ καὶ ἀναχωρήσαι ποιήσων, ὡς δ’ οὔτ’ ἐξώρμησαν οὔτ’ ἀνέστρεψαν, ἀλλὰ κατὰ
χώραν ἔμενον τῇ συντάξει τε ἐπεπύκνωντο, ἀνέσχε χρόνον τινά, εἶτα 
συμπεσόντες ἐναυμάχουν. 
 Ἀγχωμάλου δὲ τῆς ναυμαχίας οὔσης ἐπὶ πολὺ καὶ ἀκρίτου, αἱ Κλεοπάτρας ἑξήκοντα νῆες
συνθήματος παρ’ αὐτῆς δοθέντος πρὸς ἀπόπλουν ἤρκασι τὰ ἱστία καὶ πρὸς τὸ πέλαγος
ὥρμησαν. ὁ δ’ Ἀντώνιος τὴν Κλεοπάτρας ναῦν ἰδὼν ἀποπλέουσαν, πάντων ἐπιλαθόμενος εἰς πεντήρη μεταβὰς
ἐδίωκε τὴν ἀπολωλεκυῖαν αὐτὸν καὶ ἔτι προσαπολέσουσαν. ἐκείνη δὲ γνωρίσασα τὸ τῆς νεὼς
σημεῖον, ἀνέσχε· καὶ ἀναληφθεὶς εἰς τὴν ἐκείνης ναῦν, μόνος παρελθὼν ἐς πρῷραν ἐκάθητο σιωπῶν. καὶ
τρεῖς μὲν ἡμέρας οὕτως διήγαγεν, ἐν δὲ Ταινάρῳ γενομένους αἶ συνήθεις 
γυναῖκες καὶ συνήγαγον καὶ συνδειπνεῖν καὶ συγκαθεύδειν ἀνέπεισαν. τὸ δὲ τοῦ Ἀντωνίου
ναυτικὸν μετὰ τὴν αὐτοῦ ὑποχώρησιν ἀντισχὸν μέχρις ὥρας δεκάτης, πυρὸς ἐπενεχθέντος τοῖς σκάφεσι
κελεύσαντος Καίσαρος τὸ μὲν κατεφλέχθη, τὸ δὲ ἑάλω· λέγεται γὰρ περὶ τριακοσίας νῆας ἑαλωκέναι.

Τοιοῦτον μὲν οὖν τῇ ναυμαχίᾳ τέλος ἐγένετο κατὰ τὴν δευτέραν τοῦ Σεπτεμβρίου,
καὶ τότε μόνῳ τῷ Καίσαρι τὸ κράτος ἅπαν περιελήλυθεν, ὡς ἐκ τούτου δὴ τοῦ καιροῦ τὴν αὐτοῦ μοναρχίαν
ψηφίζεσθαι. πόλιν δ’ ἐν τῷ τοῦ στρατοπέδου τόπῳ συνῴ- 
 
 κισε, Νικόπολιν καλέσας αὐτήν. ἔστησε δὲ καὶ στήλας χαλκᾶς ἀνθρώπου καὶ ὄνου. λέγεται
γὰρ νυκτὸς ἔτι οὔσης, καθ’ ἣν ἡμέραν ἡ ναυμαχία συνέστη, ἀπὸ τῆς σκηνῆς αὐτῷ προελθόντι καὶ
περιιόντι τὰς ναῦς ἄνθρωπος συναντῆσαι ὄνον ἐλαύνων, πυθομένῳ δὲ τοὔνομα εἰπεῖν “ἐμοὶ
μὲν Εὔτυχος ὄνομα, τῷ δ’ ὄνῳ Νίκων.” αἱ στῆλαι δ’ αὗται ὕστερον ἀνακομισθεῖσαι εἰς τὸ Βυζάντιον
ἔστησαν ἐν τῷ τῆς ἱππηλασίας θεάτρῳ. 
 Ἡ δὲ πεζή τε καὶ ἱππικὴ δύναμις τοῦ Ἀντωνίου μετὰ τὴν ἐκείνου φυγήν ἡμέρας
ἑπτὰ συμμείνασα, τέλος τῷ κρατήσαντι προσεχώρησεν. τινὲς δὲ καὶ
μάλιστα τῶν Ῥωμαίων ἀπῆλθον πρὸς τὸν Ἀντώνιον, οἶ δέ γε σύμμαχοι οἴκαδε. ὁ μέντοι Καῖσαρ εἰς τὴν
Ἰταλίαν ἠπείχθη, μή τι στασιάσωσι φοβηθείς· ἐλθὼν δ’ ἐς τὸ Βρεντέσιον, οὐκέτι πορρωτέρω
προυχώρησεν· ἥ τε γὰρ γερουσία καὶ ἡ ἱππὰς τοῦ τε δήμου τὸ πλεῖον καὶ ἕτεροι συνῆλθον ἐκεῖ. ἔνθα τὰ
αὐτῷ δοκοῦντα καταπραξάμενος ἐς τὴν Ἑλλάδα αὖθις ἀπῆρε. καὶ διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Πελοποννήσου τὰς ναῦς
διὰ τὸν χειμῶνα διαγαγὼν ταχέως εἰς τὴν Ἀσίαν ἀνεκομίσθη. 
 
 Κλεοπάτρα δὲ φυγοῦσα καταλαβεῖν τὴν Αἴγυπτον ἔσπευσε, δεδοικυῖα μή τι νεωτερίσωσι. καὶ
γενομένη ἐν ταύτῃ πανταχόθεν συνέλεγε χρήματα ἤθροιζέ τε δυνάμεις. Ἀντώνιος δὲ εἰς
Λιβύην ἀπέπλευσεν. ἐπεὶ δὲ καὶ ὅπερ εἶχεν ἐκεῖ στράτευμα ἀπέστη αὐτοῦ, ὥρμησε μὲν ἑαυτὸν ἀνελεῖν,
ὑπὸ δὲ τῶν φίλων κε- 
 κώλυτο, καὶ ἀνεκομίσθη εἰς Ἀλεξάνδρειαν. καὶ παρεσκευάζοντο μὲν ὡς καὶ πολεμήσοντες,
ἔστειλαν δέ τινας καὶ πρὸς Καίσαρα λόγους ὑπὲρ εἰρήνης κομίζοντας, τοῖς δὲ συνοῦσιν αὐτῷ χρήματα.
καὶ ἡ Κλεοπάτρα κρύφα τοῦ Ἀντωνίου σκῆπτρον αὐτῷ χρυσοῦν καὶ στέφανον ὅμοιον καὶ δίφρον
βασίλειον ἔπεμψεν, ὡς καὶ τὴν ἀρχὴν αὐτῷ δι’ αὐτῶν διδοῦσα. ὁ δὲ τὰ
μὲν δῶρα ἔλαβεν, οἰωνὸν αὐτὰ ποιησάμενος, ἀπεκρίνατο δὲ τῷ μὲν
Ἀντωνίῳ οὐδέν, Κλεοπάτρᾳ δὲ ὅτι ἀποκτεινάσῃ τὸν Ἀντώνιον ἢ ἐκβαλούσῃ ἄδειαν αὐτῇ δώσει
καὶ τὴν ἀρχὴν ἐάσει ἀπαρεγχείρητον. ἐν τοσούτῳ δὲ τὰς ἐν τῷ Ἀραβικῷ κόλπῳ ναυπηγηθείσας τῇ Κλεοπάτρᾳ
τριήρεις κατέπρησαν οἶ Ἀράβιοι, καὶ τὰς ἐπικουρίας οἱ δῆμοι καὶ οἱ δυνάσται ξύμπαντες 
ἀπηρνήσαντο. Ἀντώνιος δὲ καὶ ἡ Κλεοπάτρα ἀκούσαντες τὰ παρὰ τοῦ Καίσαρος αὐτοῖς ἐπεσταλμένα ἔπεμψαν
αὖθις, ἡ μὲν χρήματα αὐτῷ πολλὰ δώσειν ὑπισχνουμένη, ὁ δὲ τῆς τε
φιλίας καὶ τῆς συγγενείας αὐτὸν ἀναμιμνήσκων· καὶ ἑαυτόν διαχειρίσασθαι ἐπηγγέλλετο, ἂν
διὰ τοῦτο ἡ Κλεοπάτρα σωθῇ. οὐδὲν μέντοι οὐδὲ τότε Ἀντωνίῳ ἀπεκρίθη, τῇ δὲ Κλεοπάτρᾳ πολλὰ καὶ τότε
ἠπείλησε καὶ ὑπέσχετο. φοβηθεὶς δὲ μὴ τὰ χρήματα παμπληθῆ ὄντα διαφθείρῃ ἡ Κλεοπάτρα, ἃ εἰς τὸ
μνημεῖον, ὃ ἐν τοῖς βασιλείοις κατεσκεύασεν, ἤθροισε, καὶ γὰρ πάντα κατακαύσειν ἠπείλει
μεθ’ ἑαυτῆς εἰ ὧν βούλοιτο διαμάρτῃ, Θύρσον οἰκεῖον ἔπεμψεν ἐξελεύθερον, πολλὰ ἐροῦντα αὐτῇ
φιλάνθρωπα καὶ ὅτι ἔρωτα τρέφει ὁ Καῖσαρ αὐτῆς. ὅθεν καὶ τὸ Πηλούσιον κατέσχεν ὁ
Καῖσαρ, δυνάμει μὲν τὸ φαινόμενον, λάθρᾳ δὲ προδοθὲν ὑπὸ
Κλεοπάτρας. ἐρᾶν γὰρ αὐτῆς ἐκεῖνον ἀκούσασα, καἲ τούτου ἐφιεμένη, εὐθὺς αὐτῷ προήκατο
τὸ Πηλούσιον. ὁ δ’ οὖν Ἀντώνιος ἀπών, καὶ τὴν τοῦ Πηλουσίου κατάληψιν γνούς, ἐπανελθὼν πρὸ τῆς
Ἀλεξανδρείας τῷ Καίσαρι προυπήντησε, καὶ συμβαλὼν τοῖς ἱππεῦσι κεκμηκόσιν ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐνίκησε.
κἀκ τούτου ἀναθαρσήσας, καὶ ὅτι τοξεύμασιν ἐς τὸ στρατόπεδον τοῦ Καίσαρος γραμμάτια
ἔπεμψε, πολλὰ χρήματα τοῖς στρατιώταις ἐπαγγελλόμενος, προσέμιξε καὶ τῷ πεζῷ, καὶ ἡττήθη. καὶ ὁ μὲν
ἐλαττωθεὶς ἀπέκλινε πρὸς τὸ ναυτικόν καὶ ὧς ναυμαχήσων παρεσκευάζετο
ἢ πρὸς Ἰβηρίαν πλευσούμενος, γνοῦσα δὲ τοῦτο ἡ Κλεοπάτρα τὰς μὲν ναῦς αὐτομολῆσαι
ἐποίησεν, αὐτὴ δὲ εἰς τὸ ἠρίον εἰσέδυ αἰφνίδιον, ὡς τάχα τὸν Ἀντώνιον φοβουμένη ὑπειληφότα
προδίδοσθαι παρ’ αὐτῆς. δύο δὲ ἦσαν ἐκεῖ σὺν αὐτῇ θεράπαιναι καὶ εὐνοῦχος εἷς. εἰσελθοῦσα δὲ τὰς μὲν θύρας κατέκλεισεν ἀσφαλῶς, πρὸς δὲ τὸν Ἀντώνιον τοὺς ἀπαγγελοῦντας ἔπεμψεν ὅτι
τέθνηκεν. πιστεύσας δ’ ἐκεῖνός τινι τῶν παρόντων ἐπέτρεψεν ἀποκτεῖναι αὐτόν. ὡς δ’ ἐκεῖνος
σπασάμενος τὸ ξίφος ἑαυτὸν κατειργάσατο, “εὐγε” εἶπεν ὢ Ἔρως τοῦτο γὰρ ἦν ὄνομα τῷ
ἀνθρώπῳ ὅτι με τί χρὴ ποιεῖν διδάσκεις, καὶ πλήξας ἑαυτὸν διὰ τῆς
κοιλίας εἰς τὴν κλίνην ἀφῆκεν. ἦν δὲ οὐκ εὐθυθάνατος ἡ πληγή. θορύβου δὲ γενομένου ᾔσθετο ἡ
Κλεοπάτρα. καὶ τὰς μὲν θύρας οὐκ ἀνέῳξεν, ἄνωθεν δὲ προκύψασα, οὔπω γὰρ τὰ πρὸς τῇ
ὀροφῇ ἐξείργαστο, καὶ μαθοῦσα τὸ γεγονός, κομίζειν αὐτὸν ἐς τὸν τάφον ἐκέλευσε. γνοὺς δὲ κἀκεῖνος
ἔτι ζῶσαν αὐτήν, παρεκάλει κομισθῆναι ἐκεῖ, καὶ κομισθεὶς σειραῖς καὶ καλῳδίοις ἀνείλκετο παρ’ αὐτῆς
καὶ δύο τῶν θεραπαινίδων αὐτῆς. δεξαμένη δὲ αὐτὸν αἵματι πεφυρμένον καὶ δυσθανατοῦντα,
τοὺς πέπλους περιερρήξατο ἐπ’ αὐτῷ καὶ τὰ στέρνα ἔτυπτε καὶ κατεσπάραττε ταῖς χερσίν.
ὁ δὲ οἶνον πιεῖν ᾔτησε, καὶ πιὼν καί τινα ὁμιλήσας τῇ Κλεοπάτρᾳ ἐξέλιπε. Καῖσαρ δὲ ἀγγελθέντος αὐτῷ τοῦ θανάτου τοῦ Ἀντωνίου ἀπεδάκρυσε, καὶ
τὰς ἐπιστολὰς ἐκείνου τοῖς φίλοις ἀναγινώσκων κατεγίνωσκεν ἑαυτοῦ, ὡς εὐγνώμονα αἰτοῦντος ἐκείνου
καὶ δίκαια, αὐτοῦ δὲ φορτικῶς καὶ ὑπερηφάνως πρὸς τὰς ἀποκρίσεις διακειμένου.

Εἰς δὲ τὴν Κλεοπάτραν ἔπεμψε τὸν Προκλήιον, ζώσης αὐτῆς κρατῆσαι θέλων, μέγα
πρὸς δόξαν ἡγούμενος διαγαγεῖν αὐτὴν εἰς τὸν θρίαμβον. ἡ δὲ ἐντὸς θυρῶν κεκλεισμένων ἰσχυρῶς στᾶσα
διειλέχθη αὐτῷ. ὡς δὲ καταμαθὼν τὸν τόπον ἀπήγγειλέ Καίσαρι, 
Γάλλος μὲν ἐπέμφθη αὐτῇ ἐντευξόμενος, ὃς ἐμήκυνε πρὸς ταῖς θύραις τὸν λόγον ἐπίτηδες,
Προκλήιος δὲ κλίμακι διὰ θυρίδος εἰσῆλθε λαθὼν μετὰ δύο
ὑπηρετῶν. τῆς δὲ μιᾶς τῶν αὐτῇ συγκαθειργμένων γυναικῶν ἀνακραγούσης ‘‘τάλαινα Κλεοπάτρα, ζωγρῇ,
ὥρμησε μὲν ἑαυτὴν πατάξαι, παρέζωστο γάρ τι ξιφίδιον, προσδραμὼν δὲ αὐτῇ ὁ Προκλήιος
συνέσχεν αὐτήν, καὶ ἀφείλετο τὸ ξιφίδιον, καὶ μή τι κρύπτῃ φάρμακον ἐξηρεύνησεν. ἔπεμψε δὲ Καῖσαρ
Ἐπαφρόδιτον ἀπελεύθερον, κελεύσας ζῶσαν τηρεῖν πάνυ ἐπιμελούμενον. αὐτὸς δὲ Καῖσαρ εἰσήλασεν εἰς τὴν
 πόλιν. καὶ ὁ Ἀντώνιος παρὰ τῆς Κλεοπάτρας ἐτάφη πολυτελῶς καὶ βασιλικῶς. πυρετῶν δὲ
αὐτῇ γενομένων, ἐφλέγμηνε γὰρ αὐτῆς τὰ στέρνα καὶ ἥλκωτο, τροφῆς
ἀπείχετο, ὡς ἐντεῦθεν λυθησομένη τοῦ ζῆν. ὃ ὑπονοήσας ὁ Καῖσαρ ἀπειλὰς αὐτῇ καὶ φόβους περὶ 
 τῶν τέκνων προσέβαλεν, οἶς ἐκείνη καθάπερ μηχανήμασιν ὑπηρείπετο, καὶ τροφήν τε καὶ
θεραπείαν προσίετο. ἧκε δὲ μετ’ ὀλίγον καὶ ὁ Καῖσαρ αὐτῇ ἐντευξόμενος. ἡ δὲ λιτῶς ἐν στιβάδι
κατακειμένη μονοχίτων ἀναπηδήσασα προσπίπτει προσπίπτει ὑπότρομος τῇ φωνῇ καὶ
συντετηκυῖα ταῖς ὄψεσι. κελεύσαντος δὲ τοῦ Καίσαρος ἀνακλιθῆναι καὶ αὐτοῦ παρακαθισαμένου ἐδεῖτο
αὐτοῦ ὡς μάλιστα τοῦ ζῆν περιεχομένη· τέλος δὲ τῶν χρημάτων ἀναγραφὴν αὐτῷ ἐνεχείρισεν. ὁ δὲ φιλοψυχεῖν αὐτὴν οἰόμενος ἥδετο, καὶ εἰπὼν ὅτι πάσης
ἐλπίδος αὐτῇ λαμπρότερον χρήσεται, ἠπατηκέναι μὲν αὐτὴν ᾤετο, μᾶλλον δ’ αὐτὸς ἐξηπάτητο. μαθοῦσα γὰρ
ὡς ὁ Καῖσαρ μὲν πεζὴ διὰ Συρίας ἔγνωκεν ἀπιέναι, αὐτὴν δ’ ἐς τὴν Ῥώμην στελεῖ μετὰ τρίτην ἡμέραν,
ἐδεήθη Καίσαρος ὅπως ἐπενέγκῃ τῷ Ἀντωνίῳ χοάς. καὶ ἐπιτρέψαντος, ἐπὶ τὸν τάφον
κομισθεῖσα πολλὰ ὠλοφύρατο, εἶτα στέψασα καὶ κατασπασαμένη τὴν σορόν, ἐκέλευσεν αὐτῇ λουτρὸν
γενέσθαι. λουσαμένη δὲ καὶ κατακλιθεῖσα ἄριστον ἠρίστα λαμπρόν. καί τις ἧκεν ἀπ’ 
 ἀγροῦ κομίζων ἀγγεῖον σύκων μεστόν. τῶν δὲ φυλάκων τί φέροι
ἀνακρινόντων, ἐκεῖνος τὰ σῦκα ὑπέδειξεν· οἱ δὲ εἰσάγειν ἐκέλευον. μετὰ δὲ τὸ ἄριστον ἡ Κλεοπάτρα
δέλτον κατασεσημασμένην τῷ Καίσαρι ἔστειλε. Καῖσαρ δὲ ὡς ἐνέτυχε λιταῖς δεομένης αὐτῆς 
συνταφῆναι τῷ Ἀντωνίῳ, ταχὺ συνῆκε τὸ πεπραγμένον, καὶ κατὰ τάχος τοὺς σκεψομένους τὸ γενόμενον
ἔπεμψεν. οἳ δρόμῳ καταλαβόντες εὗρον αὐτὴν τεθνηκυῖαν ἐν χρυσῇ κλίνῃ κεκοσμημένην βασιλικῶς. τῶν δὲ
γυναικῶν ἡ μὲν Εἴρας πρὸς τοῖς ποσὶν ἀπέθνησκεν, ἡ δὲ Χαρμόνιον ἤδη καρηβαροῦσα καὶ
σφαλλομένη κατεκόσμει τὸ περὶ τὴν κεφαλὴν ἐκείνης διάδημα. εἰπόντος δέ τινος “καλὰ
ταῦτα, Χαρμόνιον”, κάλλιστα μὲν οὖν” ἔφη “καὶ πρέποντα τῇ
τοσούτων ἀπογόνῳ βασιλέων.” καὶ ταῦτα εἰποῦσα παρὰ τὴν κλίνην ἔπεσε καὶ αὐτή. 
 
 Λέγεται δὲ ἀσπίδος δήγματι θανεῖν κομισθείσης μετὰ τῶν σύκων. οἶ δ’ ἐν ὑδρίᾳ τηρεῖσθαι τὴν
ἀσπίδα φασίν, ἠλακάτῃ δὲ χρυσῇ τῆς Κλεοπάτρας ἐκκαλουμένης αὐτὴν καὶ ἀγριαινούσης ὁρμήσασαν ἐμφῦναι
αὐτῆς τῷ βραχίονι. λέγεται δὲ καὶ φάρμακον αὐτὴν ἔχειν ἐν κνηστίδι κοίλῃ, καὶ τὴν
κνηστίδα κρύπτειν τῇ κόμῃ. ὁ δὲ Δίων βελόνην αὐτὴν εἶναί φησιν, ᾗ τὰς τρίχας ἀνεῖρεν, ἰῷ
περικεχρισμένην, δύναμιν ἔχοντι, ἂν αἵματος ἅψηται, ὡς τάχιστα καὶ 
ἀλυπότατα φθείρειν. ἡ μὲν οὖν ἀπώλετο, τὸ δ’ ἀληθὲς οὐκ ἐγνώσθη, ἢ ὅτι περὶ τὸν
βραχίονα δύο νυγμαὶ ὤφθησαν λεπταί τε καὶ ἀμυδραί, οὔτε δὲ φαρμάκου τι σημεῖον περὶ τὸ σῶμα ἐκείνης
ἐξήνθησεν οὔτε τὸ θηρίον εὑρέθη, εἰ μή τινας συρμοὺς αὐτοῦ παρὰ θάλασσαν, ᾗ τὸ δωμάτιον ἀφεώρα καὶ
 
 θυρίδες ἦσαν, ἰδεῖν ἔφασκον. εἴκασται δὲ ἐξ ἀσπίδος αὐτὴν θανεῖν, ὅτι πολλὰ πρῴην
συνῆγε θανάσιμα φάρμακα, καὶ ταῦτα τοῖς κατεψηφισμένοις θάνατον προύβαλλε· καὶ τὰ μὲν ὠκύμορα
κατελάμβανεν, ὀδυνηρὸν δ’ ἐπάγοντα θάνατον, τὰ δὲ πρᾳότερα μέν, διὰ χρόνου δέ γε κατεργαζόμενα· μόνον δ’ εὕρισκε τό δῆγμα τῆς ἀσπίδος ἄνευ σπασμοῦ κάρον
ὑπνώδη ἐφελκόμενον ἱδρῶτι μαλακῷ καὶ τῶν αἰσθητηρίων ἀμαυρώσει ῥᾳδίως ἀπονεκροῦν. Ἀκούσας δὲ ὁ
Καῖσαρ τὴν τελευτὴν αὐτῆς ἐξεπλάγη, καὶ φάρμακα τῷ σώματι καὶ ψύλλους ἐπήνεγ- 
 κεν. οἱ δὲ ψύλλοι ἄνδρες εἰσί, γυνὴ γάρ τὴν δύναμιν ταύτην ἔχειν οὐ πέφυκεν, δύνανται
δὲ πάντα ἰὸν παντὸς ἑρπετοῦ, πρὶν θανεῖν τὸν δεδηγμένον ἢ τετρωμένον, ἐκμυζᾶν, καὶ αὐτοί τε μὴ
βλάπτεσθαι καὶ τὸν πεφαρμαγμένον θεραπεύειν. φύονται δὲ ἐξ ἀλλήλων,
 καὶ δοκιμάζουσι τὰ γεννηθέντα ἢ μετὰ ὄφεων ἐμβληθέντα, ἢ καὶ τῶν σπαργάνων αὐτῶν
ἐπιβληθέντων ἰοβόλοις τισίν· οὔτε γὰρ τῷ παιδί τι λυμαίνονται καὶ ὑπὸ τῆς ἐσθῆτος αὐτοῦ
ναρκῶσιν. 
 Ὁ μὲν οὖν Καῖσαρ ἐπὶ τῇ τῆς γυναικὸς τελευτῇ καὶ ἠχθέσθη καὶ τὴν εὐγένειαν
αὐτῆς ἐθαύμαζε, καὶ συνταφῆναι τῷ Ἀντωνίῳ ἐκέλευσε πολυτελῶς καὶ βασιλικῶς. ἐντίμου δὲ καὶ αἱ
θεράπαιναι ταφῆς ἔτυχον ἐκείνου προστάξαντος. ἐτελεύτησε δὲ Κλεοπάτρα μὲν τεσσαρακοντοῦτις ἑνὸς
δέοντος, τούτων δύο καὶ εἴκοσι βασιλεύσασα, πλείω δὲ τῶν δεκατεσσάρων Ἀντωνίῳ
συνάρξασα· Ἀντώνιον δὲ οἱ μὲν ἔξ, οἱ δὲ τρισὶν ὑπερβαλεῖν φασι
τὰ πεντήκοντα. τὸν δὲ τοῦ Ἀντωνίου υἱὸν Ἄντυλλον τὸν ἐκ τῆς Φουλβίας καὶ τὸν τῆς Κλεοπάτρας τὸν
Καισαρίωνα ἀπέκτεινεν ὁ Καῖσαρ. 
 Ἀντώνιος μὲν οὖν καὶ Κλεοπάτρα οὕτως ἀπήλλαξαν· Καῖσαρ δὲ τὸν τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ βασιλέως
νεκρὸν εἶδε καὶ προσήψατο αὐτοῦ. τὰ δὲ τῶν Πτολεμαίων σώματα, καίτοι τῶν Ἀλεξανδρέων δεῖξαί οἶ καὶ ταῦτα βουληθέντων, ἰδεῖν οὐκ ἠθέλησεν, εἰπὼν ὅτι βασιλέα, ἀλλ’ οὐ νεκροὺς ἰδεῖν
ἐπεθύμησα.” οὐδὲ τῷ Ἄπιδι ἐντυχεῖν ἐπείσθη, λέγων ὅτι “θεούς, ἀλλ’ οὐχὶ βοῦς προσκυνεῖν εἴθισμαι.”
τὴν δ’ Αἴγυπτον ὑποτελῆ ἐποίησε, χρήματά τε πάμπολλα εὗρε 
 καὶ πάντα ἀφείλετο. καὶ τὰ ἐκεῖ ὡς αὐτῷ ἐδόκει διοικησάμενος εἰς τὴν
Ἀσίαν διὰ τῆς Συρίας ἀπῆλθε καὶ ἐκεῖ παρεχείμασεν. οἶ δὲ Ῥωμαῖοι καὶ τότε καὶ
πρότερον, ὅτε τὴν ναυμαχίαν ἐνίκησε, πολλὰ ἐς τιμὴν αὐτ’ ᾦ ἐψηφίσαντο. κατὰ δὲ τὸν τοῦ θέρους καιρὸν
ἐς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐς τὴν Ἰταλίαν ἐπεραιώθη. καὶ αὐτοῦ εἰς τὴν πόλιν εἰσελθόντος ἔθυσαν
οἱ Ῥωμαῖοι καὶ ὁ ὕπατος ἐβουθύτησεν, ὃ μήπω πρότερον ἐπ’ ἄλλῳ ἐγένετο. ἑώρτασε δὲ καὶ ἐπὶ τρισὶν
ἡμέραις τὰ νικητήρια. καὶ ἐπιφανεῖς αἶ πομπαὶ πᾶσαι γεγόνασι· τοσαῦτα γὰρ ἠθροίσθησαν λάφυρα ὥστε
πάσαις ἐπαρκέσαι. παρεκομίσθη δὲ καὶ στήλη τῆς 
Κλεοπάτρας ἐπὶ κλίνης, ἀσπίδα ἐμπεφυκυῖαν ἔχουσα τῷ βραχίονι, καὶ μετὰ τῶν ἄλλων αἰχμαλώτων καὶ οἱ
ἐκείνης παῖδες, ὅ τε Ἀλέξανδρος ὁ καὶ Ἥλιος καὶ Κλεοπάτρα ἡ καὶ Σελήνη. ἐφ’ ἅπασι δ’ ὁ Καῖσαρ ἐσήλασε. καὶ θεωρίαι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐγένοντο.

Καὶ ὁ Κράσσος ὁ Μάρκος κατὰ τούτους τοὺς χρόνους εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ εἰς τὴν Θρᾴκην καὶ
εἰς τὴν Ἐλλάδα πεμφθεὶς πολλοῖς ἐπολέμησεν ἔθνεσι, καὶ τὰ μὲν ἐνίκησε, τὰ δὲ προσηγάγετο. τὰ δ’ ἔθνη
 ταῦτα πάλαι μὲν Μυσοί τε καὶ Γέται ἐκέκληντο, πᾶσαν τὴν μεταξὺ τοῦ τε Αἵμου καὶ τοῦ
Ἴστρου οὖσαν νεμόμενοι, προἰ·όντος δὲ τοῦ χρόνου τινὲς αὐτῶν καὶ 
ἄλλοις ὀνόμασιν ἐπεκλήθησαν. καὶ μετὰ ταῦτα πάνθ’ ὅσα ὁ ποταμὸς ὁ Σαῦος εἰς τὸν Ἴστρον ἐμβάλλων ὑπὲρ τῆς Δαλματίας καὶ τῆς Μακεδονίας τῆς τε Θρᾴκης ἀπὸ τῆς Παννονίας ἀφορίζει, εἰς τὸ τῆς
Μυσίας προκεχώρηκεν ὄνομα. καὶ ἐν αὐτοῖς ἄλλα τε πολλά εἰσιν ἔθνη καὶ οἱ Τριβαλλοὶ προσαγορευθέντες
οἵ τε κεκλημένοι Δαρδάνιοι. 
 
 

 
 Ταῦτα μὲν οὑν ἔν τε τῇ βασιλείᾳ καὶ τῇ δημοκρατίᾳ ταῖς τε δυναστείαις πέντε καὶ εἴκοσι καὶ
ἑπτακοσίοις ἔτεσιν ἔπραξάν τε Ῥωμαῖοι καὶ ἔπαθον, ἐκ δὲ τούτου μοναρχεῖσθαι αὖθις ἀκριβῶς ἤρξαντο,
καίτοι τοῦ Καίσαρος τά τε ὅπλα καταθέσθαι βουλευομένου κα; τῇ γερουσίᾳ καὶ τῷ δήμῳ
ἐπιτρέψαι τὰ πράγματα. τὴν μέντοι γνώμην τῷ Ἀγρίππᾳ καὶ τῷ
Μαικήνᾳ, οἷς ἐπίστευε τὰ ἀπόρρητα, κοινωσάμενος, τὴν μὲν Ἀγρίππου γνώμην ἀποτρέπουσαν αὐτὸν τῆς
μοναρχίας εὕρηκεν· ὁ δὲ Μαικήνας τοὐναντίον συνεβούλευεν ἅπαν, εἰπὼν ἤδη τὴν μοναρχίαν
ἐπὶ πολὺ διοικῆσαι αὐτόν, καὶ ἀναγκαῖον εἶναι δυεῖν θάτερον, ἢ μεῖναι ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἦι ἀπολέσθαι
ταῦτα προέμενον. τοῖς γὰρ ἅπαξ μοναρχήσασιν ἀσφαλῶς ἰδιωτεῦσαι εἶναι ἀδύνατον. ὑπέθετο δὲ καὶ ὅπως
 ἀσφαλῶς τε καὶ δικαίως ἄρξει, πρὸς δὲ καὶ ἀνεπαχθῶς, πολὺν κατατείνας λόγον περὶ τῆς
ὑποθέσεως. ἐπὶ πάσι δὲ ταῦτα ἐπήγαγεν εἰ ὅσα ἕτερόν τινα ἄρξαντά σου
ποιεῖν ἐβούλου, ταῦτα αὐτὸς αὐτεπάγγελτος πράττεις, οὔτε τι ἁμαρτήσεις καὶ πάντα κατορθώσεις, ἥδιστά τε καὶ ἀκινδυνότατα ζήσεις.” 
 Οἱ μὲν οὑν ταῦτα τῷ Καίσαρι συνεβούλευσαν, ὁ δὲ ἄμφω μὲν καὶ ἐθαύμασε καὶ ἐπῄνεσεν, εἵλετο
δὲ τοῦ Μαικήνου τὴν συμβουλήν· καὶ οὔτε τὴν μοναρχίαν ἀπέθετο καὶ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος προσειλήφει
 ἐπίκλησιν, οὐ τὴν ἐπὶ νίκαις κατὰ τὸ ἀρχαῖον διδομένην τισί, ταύτην γὰρ πολλάκις
ἐπεκλήθη, ἀλλὰ τὴν τὸ κράτος σημαίνουσαν τὸ βασίλειον. τῷ δ’ ἑξῆς ἔτει ἕκτον ὑπάτευσεν, Ἀγρίππα οἱ
συνάρχοντος, ὃν ὑπερβαλλόντως ἐτίμα, καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῷ τὴν 
 Ὀκταβίαν συνῴκισε. καὶ τῆς γερουσίας πρόκριτος ἐπεκλήθη ὁ Καῖσαρ, ὡς
ἐν τῇ ἀκριβεῖ δημοκρατίᾳ νενόμιστο, ἄλλα τε πολλὰ πεποίηΚεν εἰς τιμὴν τῆς Ῥώμης καὶ
τῶν πολιτῶν καὶ χρήματα πολλοῖς τῶν βουλευτῶν ἐχαρίσατο λαμπρῶς πενητεύσασι, τά τε παλαιὰ συμβόλαια
τῶν εἰς τὸ κοινὸν ὀφειλόντων κατέκαυσε· καὶ ὅσα ἐπὶ Λεπίδου καὶ Ἀντωνίου ἀδίκως
ἐγένοντο, δι’ ἑνὸς προγράμματος κατέλυσεν ἅπαντα. καὶ ἐπὶ τούτοις ὑμνούμενος, ἕνα μᾶλλον τιμηθείη,
καὶ παρ’ ἑκόντων τὴν μοναρχίαν λαβεῖν ἐπεθύμησεν, ὡς μὴ δοκοίη ἀκόντων ἄρχειν. καὶ τοὺς αὐτῷ μάλιστα
 ἐπιτηδείους παρασκευάσας εἰς τὴν γερουσίαν εἰσῆλθεν
ἕβδομον ὑπατεύων· καὶ παραιτεῖσθαι λέγων τὴν μοναρχίαν καὶ πάντα ὑπὸ τοῖς ἀρίστοις ποιεῖν, ἐδέετο
τούτων δέξασθαι αὐτοῦ τὴν τῆς μοναρχίας ἀπόθεσιν. οἱ δὲ τῆς βουλῆς, οἱ μὲν εἰδότες τὴν
γνώμην αὐτοῦ, οἱ δ’ ὑποπτεύοντες, οἶ μὲν ἐλέγξαι αὐτὸν οὐκ ἐβούλοντο, οἶ δ’ ἐδεδοίκεσαν. ὅθεν καὶ
πιστεύειν αὐτῷ οἱ μὲν ἐπλάττοντο, οἱ δὲ ἠναγκάζοντο· καὶ ἐβίασαν δῆθεν αὐτὸν αὐταρχεῖν. καὶ τὴν μὲν
ἡγεμονίαν οὕτως παρά τε τῆς γερουσίας καὶ τοῦ δήμου ἐβεβαιώσατο, καὶ τὴν φροντίδα τῶν
κοινῶν πᾶσαν ὑπεδέξατο. τῶν δ’ ἐθνῶν τὰ μὲν ἀσθενέστερα ὡς εἰρηναῖά τε καὶ ἀπόλεμα ἀπέδωκε τῇ βουλῇ,
τὰ δ’ ἰσχυρότερα ὡς ἐπικίνδυνα τάχα καὶ σφαλερὰ κατέσχεν ἔσχεν αὐτός, δοκήσει μὲν ὅπως ἡ γερουσία τὰ
κάλλιστα 
 τῆς ἀρχῆς καρποῖτο, αὐτῷ δ’ οἱ πόνοι ἐπίκεινται, τῇ δ’ ἀληθείᾳ ἵνα ἐκεῖνοι μὲν καὶ
ἄοπλοι καὶ ἄμαχοι ὦσιν, αὐτὸς δὲ καὶ ὅπλα ἔχῃ καὶ στρατιώτας τρέφῃ. ἵνα δὲ μή τι μοναρχικὸν δοκοίη
φρονεῖν, ἐς δέκα ἔτη τὴν ἀρχὴν τῶν ἀπονεμηθέντων αὐτῷ κατεδέξατο. τοσούτῳ γὰρ χρόνῳ
αὐτὰ καταστήσειν ὑπέσχετο, λόγῳ ταῦτα ἐπαγγελλόμενος. τῆς γὰρ δεκαετίας περανθείσης ἕτερα πέντε ἴτη,
εἶτ’ αὖθις πέντε καὶ μετὰ τοῦτο δέκα καὶ ἕτερα πάλιν, πεντάκις αὐτῶ ἐψηφίσθη, ὥστε τῇ
τῶν δεκαετηρίδων διαδοχῇ διὰ βίου μοναρχῆσαι αὐτόν. κἀντεῦθεν καὶ οἶ
μετ’ αὐτὸν αὐτοκράτορες, καίτοι διὰ βίου ἀποδεικνύμενοι, ὅμως
διὰ τῶν δέκα ἐτῶν ἀεὶ ἑώρταζον, ὡς αὖθις τότε τὴν ἡγεμονίαν ἀνανεούμενοι. 
 Πόλλα δὲ καὶ τότε εἰς τιμὴν ἐψηφίσθη τῷ Καίσαρι, καὶ Αὔγουστος ἐπεκλήθη. ἐφίετο μὲν γὰρ
Ῥωμύλος ὀνομασθῆναι, αἰσθόμενος δὲ ὑποπτεύεσθαι ἐκ τούτου τῆς βασιλείας ἐπιθυμεῖν, οἱ γὰρ Ῥωμαῖοι
 πράγματι μὲν τὰ τῶν βασιλευομένων ὑπέμενον, τῷ δ’ ὀνόματι ἤχθοντο, ἀπέσχετο τοῦ
ὀνόματος, καὶ Αὔγουστος καλεῖσθαι ἠθέλησεν, ὡς καὶ πλεῖόν τι ἢ κατὰ ἀνθρώπους ὑπάρχων. πάντα γὰρ τὰ
ἱερώτατα καὶ σεβάσμια αὔγουστα προσαγορεύεται. ἐξ οὗπερ 
καὶ σεβαστὸν προσεῖπον αὐτόν, ἀπὸ τοῦ σεβάζεσθαι, ἐξελληνίζοντές πὼς, ὥσπερ τινὰ σεπτόν. ἡ δὲ τῶν
αὐτοκρατόρων κατοικία παλάτιον ὠνομάσθη, ὅ τι ἔν τε τῷ Παλατίῳ λεγομένῳ ὄρει, ἐν ᾧ Φαυστοῦλος ᾤκει ὁ
τὸν Ῥωμύλον θρεψάμενος, ὁ Καῖσαρ ᾤκει καὶ ἐκεῖ τὸ στρατήγιον εἶχε. καὶ διὰ τοῦτο κἂν
ἄλλοθί που ὁ αὐτοκράτωρ καταλύῃ, τὴν τοῦ παλατίου κλῆσιν ἡ καταγωγὴ αὐτοῦ ἔχει. πάσα δὲ ἐξουσία, ἥ
τε τοῖς ὑπάτοις τὸ παλαιὸν διδομένη καὶ ἡ τοῖς δημάρχοις καὶ ἡ τοῖς τιμηταῖς καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι,
τοῖς αὐτοκράτορσι δέδοται· καὶ προσέτι καὶ λελύσθαι τῶν
νόμων ἐδόθη αὐτοῖς, τοῦτ’ ἔστιν ἐλευθέρους ἀπὸ πάσης τῶν νόμων ἀνάγκης εἶναι καὶ μηδενὶ τούτων
ἐνέχεσθαι.

Ὅτε δὲ Αὔγουστος ἐπεκλήθη ὁ Καῖσαρ, σημεῖον οὐ μικρὸν τότε κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην ἐγένετο·
ὁ γὰρ Τίβερις πελαγίσας πᾶσαν τὴν πεδιάδα τῆς Ῥώμης κατέλαβεν ὥστε πλεῖσθαι. καὶ οἶ μάντεις ὅτι τε
 ἐπὶ μέγα αὐξήσει καὶ ὅτι πάσαν τὴν πόλιν ὑποχειρίαν ἵξει ἐκ τούτου προεῖπον. ὁ δὲ τά τε
ἄλλα τὰ τῇ ἀρχῇ προσήκοντα προθυμότερον ἔπραττεν, ὡς ἐθελόντων ἄρχων, καὶ ἐνομοθέτει. οὐ μέντοι
πάντα ἐθελογνωμονῶν ἐνομοθέτει, ἀλλ’ ἔστιν ἃ καὶ ἐς τὸ δημόσιον προετίθει, ὅπως, ἄν τι
μὴ ἀρέσῃ, ἐπανορρώσῃ· καὶ προετρέπετο πάντα συμβουλεύειν αὐτῷ 
εἴ τίς τι ἄμεινον γνοίη αὐτοῦ. καὶ τοὺς ὑπάτους, καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἀρχόντων ἴνα παρ’ ἑκάστων, καὶ ἐκ
τοῦ τῶν βουλευτῶν πλήθους πεντεκαίδεκα συμβούλους ἐς ἑξάμηνον παρελάμβανεν, ὥστε δι’
αὐτῶν καὶ πᾶσι κοινοῦσθαι τὰ βουλευόμενα. ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἐδίκαζε μετ’ αὐτῶν. ἔκρινε μὲν γὰρ καὶ
καθ’ ἑαυτὴν ἡ βουλή, καὶ πρεσβείαις καὶ κηρυκείαις ἐχρημάτιζεν. ὅ τε δῆμος εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας
συνελέγετο, οὐ μέντοι ἐπράττετό τι ὃ μὴ ἐκείνῳ ἤρεσκε. καὶ τοὺς ἄρξοντας τοὺς μὲν αὐτὸς
προεβάλλετο, τοὺς δὲ ἐς τὸ κοινὸν ἐποιεῖτο, ἐπιμελούμενος ὥστε μήτ’ ἀνεπιτήδειοι μήτ’ ἐκ
παρακελεύσεως ἢ καὶ ἐκ δεκασμοῦ ἀποδείκνυνται. καὶ ἔθνη τὰ μὲν δι’
ἑαυτοῦ, τὰ δὲ δι’ ἑτέρων τῇ Ῥωμαίων ἡγεμονίᾳ ὑπέταξεν. 
 Ὁ δὲ τῆς Αἰγύπτου ἄρχων Αἴλιος Γάλλος ἐπὶ Ἀραβίαν τὴν εὐδαίμονα καλουμένην, ἧς Σαβὸς
ἐβασίλευεν, ἐστράτευσε τότε. καὶ οὐδεὶς μὲν αὐτοῦ ἐνώπιον ἔστη τῶν πολεμίων, οὐ μὴν ἀπόνως
προυχώρει. ἥ τε γὰρ ἐρημία καὶ ὁ ἥλιος τά τε ὕδατα 
 φύσιν ἄτοπον ἔχοντα σφόδρα αὐτοὺς ἐταλαιπώρησεν, ὥστε τὸ πλεῖον φθαρῆναι τῆς στρατιάς.
τὸ δὲ νόσημα τῇ κεφαλῇ ἐνσκῆπτον ἐξήραινεν αὐτήν, καὶ πολλοὺς μὲν αὐτίκα ἀπώλλυε, τῶν δὲ
περιγενομένων ἐς τὰ σκέλη κατῄει, ἅπαν τὸ μεταξὺ τοῦ σώματος
ὑπερβαῖνον, καὶ αὐτοῖς ἐλυμαίνετο. ἴαμά τε οὐδὲν ἦν ἢ εἴ τις ἔλαιον οἴνῳ μεμιγμένον
ἠλείψατο· τὰ δὲ πάνυ ὀλίγοις ἦν· ἥ τε γὰρ χώρα οὐδέτερον αὐτόν φέρει, κἀκείνοις οὐκ ἄφθονα ταῦτα
προπαρεσκεύαστο. κἀν τῷ πόνῳ τούτῳ καὶ οἶ βάρβαροι σφίσιν ἐπιτιθέμενοι τὰ τε χωρία ἃ
πρὶν ἀφῄρηντο ἐκομίσαντο, καὶ τοὺς περιλειφθέντας ἐκ τῆς χώρας ἐξήλασαν. 
 Ὁ δ’ Αὔγουστος ἑνδέκατον ὑπατεύσας ἐνόσησεν ὥστε μηδ’ ἐλπίδα σχεῖν σωτηρίας, καὶ ὡς
τελευτήσων διέθετο, καὶ διάδοχον μὲν οὐδένα ἀπέδειξε, τῷ 
 Πείσωνι δὲ τάς τε δυνάμεις καὶ τὰς κοινὰς προσόδους εἰς βιβλίον
ἐγγράψας ἔδωκε, τῷ δ’ Ἀγρίππᾳ τὸν δακτύλιον ἐνεχείρισεν. Ἀντώνιος δέ τις Μούσας οὕτω κακῶς αὐτὸν
διακείμενον ψυχρολουσίαις καὶ ψυχροποσίαις ἀνέρρωσε. διὸ καὶ
χρήματα παρ’ αὐτοῦ τε καὶ παρὰ τῆς βουλῆς ἔλαβε, καὶ δακτυλίοις χρυσοῖς, ἀπελεύθερος
ὥν, ἐπετράπη κεχρῆσθαι, ἀτέλειάν τε αὐτῷ καὶ τοῖς ὁμοτέχνοις τοῖς οὖσί τε καὶ τοῖς ἐσομένοις
παρέσχοντο. οὕτω δὲ σωθεὶς εἰς τὸ συνέδριον τὰς διαθήκας εἰσήνεγκε, καὶ ἀναγνωσθῆναι 
ἐπέτρεπεν, ἐνδεικνύμενος μένος ὅτι οὐδένα τῆς ἀρχῆς διάδοχον καταλέλοιπεν· οὐ μέντοι καὶ ἀνέγνω
αὐτάς τις. 
 Λιμοῦ δὲ τῷ ἑξῆς ἔτει καὶ λοιμοῦ γενομένου ἐν πάσῃ τῆ
Ἰταλίᾳ, νομίσαντες οἶ Ῥωμαῖοι οὐκ ἄλλως ταῦτα συμβεβηκέναι ἢ ὅτι μὴ καὶ τότε ὑπατεύοντα
τὸν Αὔγουστον ἔσχον, δικτάτωρα αὐτὸν ἠθέλησαν προχειρίσασθαι, καὶ τὴν βουλὴν εἰς τὸ
συνέδριον κατακλείσαντες ἠνάγκασαν τοῦτο ψηφίσασθαι. καὶ αὐτῷ προσῆλθον δεόμενοι λεχθῆναι δικτάτωρα
καὶ τῆς τοῦ σίτου συναγωγῆς ἐπιμελητήν. καὶ ὅς τὴν μὲν τοὐ σίτου φροντίδα ἐδέξατο, τὴν
δικτατωρείαν δὲ οὐ προσήκατο, ἀλλ’ ἐπεὶ μήτε διαλεγόμενος αὐτοῖς μήτε δεόμενος ἔπειθε, τὴν ἐσθῆτα
διέρρηξεν· ὀρθῶς γὰρ καὶ συνετῶς τὸ μισητὸν τῆς ἐπικλήσεως ἐφυλάξατο καὶ ἐπίφθονον, ὑπὲρ τούς
δικτάτωρας ἔχων τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν τιμήν. ἐπιβουλὴν δὲ κατ’ αὐτοῦ συστησαμένων τινῶν, αὐτοί τε καὶ οἱ συνωμόται ἐρήμην ἥλωσαν ὡς φευξόμενοι, οὐ πολλῷ
δ’ ὕστερον ἀπεσφάγησαν.

Μετὰ ταῦτα δ’ εἰς Σικελίαν ἦλθε. κἀκεῖ ὄντος ὁ δῆμος τῶν Ῥωμαίων τοὺς ὑπάτους
χειροτονῶν ἐστασίασεν, ὡς κἀντεῦθεν δειχθῆναι ὅτι ἀδύνατον ἦν δημοκρατουμένους αὐτοὺς σωθῆναι. οὕτω
γὰρ ἐθορύβησαν καὶ ἅπαντα συνετάραξαν ὥστε καὶ τὸν Αὔγουστον ὑπὸ τῶν ἐμφρόνων ἀνακληθῆναι. καὶ ἀγανακτήσας ἐπὶ τούτῳ ὁ Αὔγουστος, καὶ μήτε ἀεὶ τῇ Ῥώμῃ σχολάζειν δυνάμενος μήτ’ αὖ ἄναρχον
αὐτὴνξ καταλείπειν τολμῶν, ἐζήτει αὐτῇ ἐπιστῆσαί τινα. καὶ ἔκρινε μὲν
τὸν Ἀγρίππαν πρὸς αὐτὸ ἐπιτηδειότατον, βουληθεὶς δὲ καὶ μείζον’ αὐτῷ περιθεῖναι ἀξίωμα,
ἵνα ἐκ τούτου ῥᾷον αὐτῶν ἄρχῃ, κατηνάγκασεν αὐτὸν τὴν γυναῖκα ἀφέντα τῇ αὐτοῦ θυγατρὶ συνοικῆσαι τῇ
Ἰουλίᾳ, καὶ ἐς τὴν Ῥώμην αὐτίκα ἐπί τε τῷ γάμῳ καὶ ἐπὶ τῇ μεταχειρίσει τῆς πόλεως ἔπεμψε, διά τε
τἄλλα καὶ ὅτι Μαικήνας εἶπε τῷ Καίσαρι ὡς “τηλικοῦτον αὐτὸν πεποίηκας ὥστε ἢ γαμ- 
 βρόν σου γενέσθαι χρῆναι ἦι φονευθῆναι. Ἀγρίππας οὖν οἰδοῦντα εὑρὼν ἐν τῇ Ῥώμῃ τὰ
πράγματα κατεστήσατο. στήσατο. στήσατο. ὁ δ’ Αὔγουστος τὰ ἐν τῇ
Σικελίᾳ διοικήσας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπεραιώθη, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν διαγαγὼν εἰς τὴν Σάμον ἔπλευσε, κἀκεῖ
χειμάσας εἰς τὴν Ἀσίαν ἐν τῷ ἔαρι ἐκομίσθη, καὶ τά τε ἐκεῖ καὶ τὰ ἐν τῇ Βιθυνίᾳ διέταξε,
καὶ τοὺς Κυζικηνοὺς ἐδουλώσατο, ὅτι Ῥωμαίους τινὰς μαστιγώσαντες ἔκτειναν· τὸ αὐτὸ δὲ καὶ τοῖς
Τυρίοις καὶ τοῖς Σιδωνίοις ἐποίησεν, ἐν τῇ Συρίφ γενόμενος. ἡ Ἰουλία δὲ τὸν Γάιον 
ἔτεκε. καὶ ὁ Αὔγουστος ἐθνῶν ἡγεμονίας τισὶ δεδωκὼς ἐπανῆλθεν εἰς Σάμον, κἀκεῖ καὶ αὖθις ἐχείμασε
καὶ πολλὰ διῴκησεν· ἀφίκοντο γὰρ ἐνταῦθα πρεσβεῖαι πλεῖσται· καὶ οἱ Ἰνδοὶ τότε φιλίαν ἐποιήσαντο,
δῶρα πέμψαντες ἄλλα τε καὶ τίγρεις, πρῶτον τότε 
 Ῥωμαίοις ὀφθείσας. αὖθίς τε στάσις ἐν τῇ Ῥώμῃ συνέβη καὶ σφαγαὶ
γεγόνασι διὰ τὰς τῶν ὑπάτων ἀρχαιρεσίας. μαθὼν οὖν ταῦθ’ ὁ Καῖσαρ, καὶ συνιδὼν ὅτι οὐδὲν πέρας
γενήσεται τοῦ κακοῦ, εἰς τὴν Ρώμην ἠπείχθη καὶ αὐτὸς ἀπέδειξεν ὕπατον. ἐπεὶ δὲ
ὑπαντῆσαι αὐτῷ πάντες παρεσκευάζοντο, νύκτωρ εἰς τὴν πόλιν ἀνεκομίσθη· ὃ καὶ πολλάκις ἐποίησε, καὶ
ἐξιὼν τοῦ ἄστεος καὶ ἐπανιών, ἴνα μηδενὶ ὀχληρὸς εἴη. εἶτα τῶν τρόπων ἐπιμελητὴς καὶ τιμητὴς εἰς
πενταετίαν παρακληθεὶς ἐχειροτονήθη, τὴν δὲ 
 τῶν ὑπάτων τιμὴν διὰ βίου ἔλαβε. τινῶν δ’ αἰτίας σχόντων ἐπιβουλεύειν αὐτῷ καὶ τῷ Ἀγρίππᾳ, ἄλλους μέν τινας ἐδικαίωσε, τὸν
δὲ Λέπιδον ἐμίσει μὲν καὶ δι’ ἄλλα καὶ ὅτι ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἐπεβούλευσεν αὐτῷ, οὐ μέντοι καὶ ἀποκτεῖναι
ἠθέλησεν, ἀλλ’ ἄλλοτε ἄλλως προεπηλάκιζε καὶ ἐχλεύαζεν. ἔθετό τε καὶ ἄλλους νόμους, καὶ
τὸ τοὺς δεκάσαντάς τινας ἐπὶ ταῖς ἀρχαῖς ἐς πέντε ἔτη αὐτῶν εἴργεσθαι· τοῖς τε ἀγάμοις
καὶ ταῖς ἀνάνδροις ἐπιτίμια ἔταξε, τοῦ δὲ γάμου καὶ τῆς παιδοποιίας ἆθλα ἔθηκε. κἀπειδὴ πολὺ πλεῖον
τὸ ἄρρεν τοῦ θήλεος τοῦ εὐγενοῦς ἦν, ἐπέτρεψε καὶ ἀπελευθέρας τοῖς ἐθέλουσι πλὴν τῶν
 βουλευτῶν ἄγεσθαι, ἔννομον τὴν τεκνοποιίαν αὐτῶν εἶναι κελεύσας. ἐπεὶ
δὲ βρέφη τινὲς μνηστευόμενοι τὰς μὲν τῶν γεγαμηκότων ἐκαρποῦντο τιμάς, τὸ δ’ ἔργον αὐτῶν οὐ
παρείχοντο, προσέταξε μηδεμίαν ἰσχύειν μνηστείαν μεθ’ ἣν οὐ δύο διελθόντων ἐτῶν γαμήσει
τις, τοῦτ’ ἔστι δεκέτιν πάντως ἐγγυᾶσθαι· δώδεκα δὲ ταῖς κόραις ἔτη εἰς τὴν τοῦ γάμου ὥραν πλήρη
νομίζεται. ὁ δὲ Ἀγρίππας καὶ ἕτερον υἱὸν ἐκ τῆς Ἰουλίας ἐγείνατο, Λούκιον ὀνομασθέντα· ὃν Αὔγουστος
 καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν Γάιον εἰσεποιήσατο, καὶ
διαδόχους τῆς ἀρχῆς αὐτόθεν ἀπέδειξεν, ἵν ἧττον ἐπιβουλεύηται. ἑστιώμενος δέ ποτε παρὰ Πωλίωνι,
ἀνδρὶ πλουσίῳ μὲν σφόδρα, ὠμῷ δὲ λίαν καὶ ἀπηνεῖ, ἐπεὶ ὁ οἰνοχόος ἐκείνου κύλικα κρυσταλλίνην κατέαξε καὶ ἐς τὰς μυραίνας ὡρίσθη παρὰ τοῦ δεσπότου ἐμβληθῆναι, ἔτρεφε γὰρ ἐν δεξαμεναῖς
τοιαύτας, ἀνθρώπους δεδιδαγμένας ἐσθίειν, καὶ τοὺς δούλους αὐταῖς οὓς ἐθανάτου παρέβαλλε, παρῃτεῖτο
τὴν τιμωρίαν ὁ Καῖσαρ τοῦ οἰνοχόου· ὡς δ’ οὐκ ἔπειθε τὸν Πωλίωνα, “φέρε” φησίν “ὅσα
τοιαῦτα ἔχεις ἐκπώματα ἢ καὶ ἕτερα ἔντιμα, ἔν αὐτοῖς χρήσωμαι.” κομισθέντα δὲ συνέτριψεν, εἰπὼν ἵνα
μὴ διὰ ταῦτα οὕτως κολάζοιντο ἄνθρωποι. ὁ δὲ Πωλίων πρὸς τὸ
πλῆθος τῶν ἀπολωλότων τῆς μιᾶς ἐπελάθετο κύλικος, καὶ τὸν οἰνοχόον τιμωρήσασθαι μὴ
δυνάμενος, ὅτι ἐπὶ πολλοῖς τὸ αὐτὸ ἐπεποιήκει ὁ Αὔγουστος, καὶ ἄκων ἡσύχασεν. 

 
 Ἀγρίππας δὲ νοσήσας ἐν Καμπανίᾳ ἀπέθανεν· οὗ ὁ Καῖσαρ παραγενόμενος τό τε σῶμα αὐτοῦ εἰς
τὴν ῾Ρώμην ἐκόμισε καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ προθέμενος λόγον ἐπ᾿ αὐτῷ ἀνέγνω καὶ τὴν ἐκφορὰν αὐτοῦ πολυτελῆ
ἐποιήσατο καὶ ἐν τῷ ἑαυτοῦ μνημείῳ ἔθαψεν. ὁ δὲ τοῦ Ἀγρίππου θάνατος κοινόν τι τοῖς
῾Ρωμαίοις πένθος ἐγένετο. τά τε γὰρ ἄλλα ἄριστος τῶν καθ᾿ ἑαυτὸν
ἀνθρώπων ἐγένετο καὶ τῇ τοῦ Αὐγούστου φιλίᾳ πρὸς τὸ ἐκείνου καὶ πρὸς τὸ κοινῇ συμφέρον ἐκέχρητο, καὶ
πάσαν τὴν ἑαυτοῦ σοφίαν καὶ ἀνδρείαν εἰς τὰ λυσιτελέστατα παρέχων τῷ Καίσαρι πᾶσαν τὴν
παρ᾿ ἐκείνου καὶ δύναμιν καὶ τιμὴν εἰς τὸ τοὺς ἄλλους εὐεργετεῖν ἀνήλισκεν· ὅθεν οὔτ᾿ αὐτῷ ἐπαχθὴς
οὔτε τοῖς ἄλλοις ἐπίφθονος ἐχρημάτισε. τούτου μεταλλάξαντος, ἐπεὶ συνεργοῦ πρὸς τὰ πράγματα
ἐδεῖτο τὸν Τιβέριον καὶ ἄκων προσείλετο· οἱ γὰρ τοῦ Ἀγρίππου υἱοί, ἔγγονοι δ᾿ αὐτοῦ, ἐν
παισὶν ἔτι ἐτέλουν. καὶ ἀποσπάσας ἐκείνου τὴν γυναῖκα, θυγατέρα οὖσαν Ἀγρίππου ἐξ ἄλλης γαμετῆς,
τὴν Ἰουλίαν αὐτῷ ἐνεγύησεν. εἶτα διά τε τούτου καὶ διὰ C τοῦ Δρούσου καὶ διὰ Πείσωνος
Λουκίου πολλὰ τῶν ἐθνῶν ὑπηγάγετο. ἀργύριον δὲ τῆς τε βουλῆς καὶ τοῦ δήμου εἰς εἰκόνας αὐτοῦ
συνενεγκόντων, ἑαυτοῦ μὲν οὐδεμίαν ἔστησεν, Ὑγιείας δὲ δημοσίας καὶ Ὁμονοίας καὶ Εἰρήνης εἰκόνας
εἰργάσατο. καὶ ἐν αὐτῇ τῇ πρώτῃ τοῦ ἔτους ἡμέρᾳ αὐτῷ ἐκείνῳ προσιόντες οἱ μὲν πλεῖον,
οἱ δ᾿ ἧττον ἐδίδοσαν, καὶ ὃς προστιθεὶς ἕτερον τοσοῦτον ἢ καὶ πλέον ἀντεδίδου, οὐ μόνοις τοῖς
βουλευταῖς, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις. τέθνηκε δὲ τότε καὶ ἡ ἀδελφὴ αὐτοῦ 
 Ὀκταβία, καὶ αὐτός τε ἐπ᾿ αὐτῇ δημοσίᾳ προτεθείσῃ ἐπιτάφιον
εἶπε καὶ ὁ Δροῦσος· καὶ οἱ βου- λευταὶ πενθήρεις χιτῶνας ἔλαβον, δημοσίᾳ τὸ πένθος
ποιήσαντες.

Τῷ δ’ ἐχομένῳ ἔτει ὁ Δροῦσος ὑπατεύσας κατ’ ἐθνῶν τινων
ἐξεστράτευσε. καί τινα χειρωσάμενος προσωτέρω χωρεῖν ἐπεχείρησε. καὶ γυναικί τινι
μείζονι ἢ κατὰ ἀνθρώπου φύσιν ἀπήντησεν ἀπιών, ἥ “ποί δῆτα ἐπείγῃ, Δροῦσε ἀκόρεστε” λέγειν αὐτῷ
ἔδοξεν· οὐ πάντα σοι ταῦτα ἰδεῖν πέπρωται. ἀλλ’ ἄπιθι· ἤδη γάρ σοι καὶ ἡ τοῦ βίου καὶ ἡ τῶν ἔργων
 πάρεστι τελευτή.” ὑποστρέφοντι δ’ ἐκεῖθεν αὐτῷ νόσος ἐνέσκηψεν, ἐξ ἧς ἐτελεύτησε.
πυθόμενος δ’ ὁ αὐτοκράτωρ ὅτι νοσεῖ, τόν Τιβέριον κατὰ τάχος ἔπεμψεν· ὃς ἔμπνουν τε αὐτὸν εὗρε καὶ
θανόντα ἐς τὴν Ῥώμην ἐκόμισε. καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ προτεθέντα ὅ τε Αὔγουστος καὶ ὁ Τιβέριος
ἐπιταφίοις ἐπῄνεσαν. Νόμους δὲ μετὰ ταῦτα ὁ Καῖσαρ εἰσήνεγκε,
καὶ τοῖς βουλευταῖς αὐτοὺς ἀναγνῶναι ἐπέτρεψεν, ὅπως, εἰ μή τι ἀρέσκει ἢ ἄμεινόν τι νοήσουσιν,
εἴπωσιν. οὕτω γὰρ δημοκρατικὸς ἠξίου εἶναι ὥστε τινὸς τῶν συστρατευσαμένων αὐτῷ
συνηγορήματος παρ’ αὐτοῦ δεηθέντος, τῶν φίλων τινὰ συνειπεῖν αὐτῷ ἔπεμψεν, ὡς αὐτὸς οὐκ ἄγων σχολήν,
ἐπεὶ δὲ ὁ τῆς συνηγορίας δεόμενος ἀχθεσθεὶς ἔφη ‘‘ἐγὼ δ’ ὁσάκις ἐπικουρίας ἐδεήθης οὐκ ἄλλον ἀντ’
ἐμαυτοῦ ἔπεμψα, ἀλλ’ αὐτός σου προεκινδύνευσα”, εἰς τὸ δικαστήριόν τε ἐφοίτησε καὶ αὐτῷ
συνηγόρησεν. αἰτιαθέντων δέ τινων ἀρχόντων ὡς ἐκ δεκασμοῦ τὰς ἀρχὰς
λαβόντων, οὔτ’ ἐξήλεγξε καὶ προσεποιήσατο μηδὲ γνῶναι τοῦτο· οὔτε γὰρ κολάσαι τινὰς διὰ τοῦτο οὔτε
συγγνῶναι ἐλεγ- 
 χθεἰσιν ἠθέλησε. τὴν δ᾿ ἡγεμονίαν καίπερ, ὡς ἔλεγεν, ἀφιείς, ἐπειδὴ καὶ τὰ δεύτερα
δέκα ἔτη παρῆλθον, ἄκων δῆθεν αὖθις ἐδέξατο, ὡς ἐπὶ τοὺς Κελτοὺς στρατεύσων. καὶ αὐτὸς μὲν οἴκοι
κατέμεινεν, ἐπ᾿ ἐκείνους δὲ τὸν Τιβέριον ἔπεμψεν. ὃν ἐπανελθόντα αὐτοκράτορά τε ἀνεῖπε
καὶ ὕπατον αὖθις ἀπέδειξε καὶ τοῖς ἐπινικίοις ἐσέμνυνrεν. αὐτὸς δὲ τὸν Σεξτίλιον καλούμενον μῆνα αὔγουστον ἀντωνόμασε. 
 Τοῦ δὲ Μαικήνου τελευτήσαντος ἤλγησε· πολλὰ μὲν γὰρ καὶ ἄλλα ὑπ᾿ αὐτοῦ ὤνητο, μάλιστα δὲ
τῆς ὀργῆς, ὅτε ἀκρατέστερον αὐτῇ ἐκέχρητο, παρελύετο καὶ μετήνεκτο πρὸς τὸ ἠπιώτερον.
τεκμήριον δέ, δικάζοντός ποτε καὶ πολλὰς ἀποφηναμένου ψήφους θανατικάς, ἐπεχείρησε μὲν ὁ Μαικήνας
διώσασθαι τοὺς περιεστῶτας καὶ ἐγγὺς αὐτῷ προσῖλθεῖν, μὴ δυνηθεὶς δὲ ἔγραψεν ἐν χάρτῃ
μικρῷ “ἀνάστα, δήμιέ, καὶ αὐτὸ εἰς τὸν κόλπον αὐτοῦ ἔρριψεν· ὃ ἐπελθὼν ἐκεῖνος εὐθὺς ἀνέστη καὶ τὰς
ψήφους ἠκύρωσεν ἃς τηνικαῦτα ἦν ψηφισάμενος. οὐ γὰρ ἠγανάκτει διορθούμενος θούμενος ὑπὸ τῶν φίλων,
ἀλλὰ ἔχαιρε. μέγιστον δὲ τῆς ἀρετῆς τοῦ Μαικήνου δεῖγμα, ὅτι τῷ τε Αὐγουστῳ πρὸς τὰς
ὁρμὰς αὐτοῦ ἀνθιστάμενος ᾠκείωτο καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν ἤρεσκε, καὶ ὅτι πλεῖστον παρ᾿ αὐτῷ δυνηθείς,
ὥστε πολλοῖς καὶ τιμὰς καὶ ἀρχὰς δοῦναι, αὐτὸς ἐν τῷ τῶν ἱππέων τέλει κατεβίω καὶ οὐχ
ὑπερεφρόνησεν. 
 Ὁρῶν δὲ ὁ Αὔγουστος τόν τε Γάιον καὶ τόν Λούκιον τοὺς ἐγγόνους αὐτοῦ, οὓς καὶ υἱοθετήσατο,
μὴ τὰ ἤθη ζηλοῦντας αὐτοῦ, οὐ γὰρ ἁβρότερον διῆγον μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐθρασύνοντο, καὶ βουληθεὶς
βοαὐτοὺς σωφρονεστέρους θέσθαι ὡς ἰδιώτας, τῷ Τιβερίῳ εἰς πέντε ἔτη τὴν δημαρχικὴν ἐξουσίαν ἀπἐ-
 νεῖμε καὶ τὴν Ἀρμενίαν ἀλλοτριουμένην μετὰ τὸν 
τοῦ Τιγράνου θάνατον προσεκλήρωσεν. οὐδὲν δ’ ἐκ τούτου ἀπώνατο. οἱ μὲν γὰρ παῖδες παρορᾶσθαι
δόξαντες ἤχθοντο, ὁ δὲ Τιβέριος τὴν ὀργὴν αὐτῶν ἐφοβήθη· διὸ οὐδ’ εἰς Ἀρμενίαν
ἀπεληλύθει, ἀλλ’ εἰς Ῥόδον ἀφίκετο. τῷ δ’ ἐφεξῆς ἔτει δωδέκατον ὑπατεύων ὁ Αὔγουστος εἰς τοὺς
ἐφήβους τὸν Γάιον ἔταξε καὶ ἐς τὸ βουλευτήριον ἄμα εἰσήγαγε καὶ πρόκριτον ἀπέφηνε τῆς νεότητος
ἴλαρχόν τε φυλῆς 
 γενέσθαι ἐπέτρεψε. καὶ μετ’ ἐνιαυτὸν καὶ ὁ Λούκιος τὰς τιμὰς ὅσαι τῷ Γαΐῳ τῷ ἀδελφῷ
αὐτοῦ ἐδέδοντο ἔλαβεν. ἀθροισθέντος δὲ τοῦ δήμου καὶ ἐπανορθωθῆναί 
τινα ἀξιοῦντος καὶ τοὺς δημάρχους διὰ τοῦτο πρὸς τὸν Αὔγουστον πέμψαντος, ἦλθεν ἐκεῖνος καὶ περὶ ὧν ἐδέοντο σφίσι συνδιεσκέψατο· καὶ ἐπὶ τούτῳ ἥσθησαν ἅπαντες. τὴν δὲ θυγατέρα Ἰουλίαν
ἀσελγαίνουσαν φωράσας ὑπερωργίσθη· καὶ ἐκείνην μὲν εἰς νῆσον ἀπήγαγεν ὑπερόριον, ᾗ καὶ ἡ μήτηρ ἡ
Σκριβωνία ἑκοῦσα συνεξέπλευσε, τῶν δὲ δὴ χρησαμένων αὐτῇ τὸν μὲν Ἰούλιον Ἀντώνιον
ἔκτεινεν ἄλλους τέ τινας ἐπιφανεῖς ἄνδρας ὡς τῆς μοναρχίας ἐφιεμένους, τοὺς δὲ λοιποὺς εἰς νήσους
τινὰς ὑπερώρισε.

Τῶν Ἀρμενίων δὲ νεωτερισάντων καὶ τῶν Πάρθων αὐτοῖς συνεργούντων ἀλγῶν ἐπὶ
τούτοις ὁ Αὔγουστος ἠπόρει τί ἂν πράξῃ. οὔτε γὰρ αὐτὸς στρατεῦσαι
οἷός τε ἦν διὰ γῆρας, ὅ τε Τιβέριος, ὡς εἴρηται, μετέστη ἤδη, ἄλλον δέ τινα πέμψαι τῶν δυνατῶν οὐκ
 
 ἐτόλμα· ὁ Γάιος δὲ καὶ ὁ Λούκιος νέοι καὶ πραγμάτων ἐτύγχανον ἄπειροι. ἀνάγκης δ’
ἐπικειμένης τὸν Γάιον εἵλετο, καὶ τήν τε ἐξουσίαν αὐτῷ τὴν ἀνθύπατον καὶ γυναῖκα ἔδωκεν, ἔνα κἀκ
τούτου τι προσλάβῃ ἀξίωμα, καί οἱ καὶ συμβούλους προσέταξε. καὶ ὁ μὲν ἀφωρμήθη ἐντίμως
παρὰ πάντων ὑποδεχόμενος οἷα τοῦ αὐτοκράτορος ἔγγονος ἢ καὶ παῖς νομιζόμενος, καὶ ὁ Τιβέριος δ’ ἐς Χίον ἐλθὼν αὐτὸν ἐθεράπευσε, τὰς ὑποψίας ἀποτριβόμενος, ὑποπίπτων τε
διὰ τοῦτο καὶ ταπεινούμενος· ἀπελθὼν δὲ εἰς τὴν Συρίαν καὶ μηδὲν μέγα κατωρθωκὼς
ἐτρώθη. Ἄδδων γάρ τις τὰ Ἀρτάγειρα κατέχων ὑπηγάγετο παρὰ τὸ τεῖχος τὸν Γάιον ὥς τι φράσων
ἀπόρρητον, καὶ αὐτὸν ἔτρωσεν. ὁ μὲν οὖν πολιορκηθεὶς ἥλω, ὁ δὲ Γάιος ἐνόσησεν ἐκ τοῦ τραύματος, καὶ
ἄλλως μέντοι μὴ ὢν ὑγιεινός, διὸ καὶ τὴν διάνοιαν ἐξελέλυτο, πολλῷ μᾶλλον ἀπημβλύνθη,
καὶ ἰδιωτεύειν ἠξίου· ὥστε τὸν Αὔγουστον περιαλγήσαντα προτρέψασθαι αὐτῷ ἐς τὴν Ἰταλίαν ἐλθόντι
πράττειν ὃ βούλοιτο. ὁ δὲ ἐς Λυκίαν ἐν ὁλκάδι παρέπλευσεν, 
 ἔνθα δὴ καὶ μετήλλαξεν. ὁ δὲ Λούκιος ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ προαπέσβη,
ἐξαίφνης νόσῳ ἀποθανών. ἥ τε οὖν Λιβία ἐπὶ τῷ θανάτῳ τούτων ὑπωπτεύθη καὶ ὁ Τιβέριος, οὐ πολλῷ
πρότερον ἐκ τῆς Ῥόδου πρὸς τὴν Ῥώμην ὑπονοστήσας. αὐτός τε γὰρ τῆς διὰ τῖόν ἄστρων
μαντικῆς ἐμπειρότατος ἦν καὶ Θράσυλλον εἶχεν ἄνδρα τὴν ἀστρολογίαν ἀκρότατον· ὅθεν καὶ τὰ ἑαυτῷ καὶ
τὰ ἐκείνοις μέλλοντα συμβαίνειν ἠπίστατο. λέγεται γοῦν ὅτι βουληθείς ποτε ὁ Τιβέριος ἐν τῇ Ῥόδῳ τὸν
Θράσυλλον ἀπὸ τοῦ τείχους ὤσειν, ὡς μόνον συνειδότα ὅσαπερ ἐνενόει, σκυθρωπάσαντά τε
ἰδὼν αὐτόν, ἤρετο δι’ ὅ,τι συννένοφε· τοῦ δὲ κίνδυνόν τινα προορᾶν ἐπηρτημένον αὐτῷ
φήσαντος ἐθαύμασεν ὁ Τιβέριος, καὶ φυλάξαι αὐτὸν ἑαυτῶ διὰ τὰς
ἐλπίδας ἠθέλησεν. 
 Ἀλλὰ ταύτα μὲν οὕτω ὁ δὲ Αὔγουστος δεσπότης ὑπὸ τοῦ δήμου ὀνομασθείς, καὶ
ἀπειπάμενος μηδένα πρὸς αὐτὸν κεχρῆσθαι τούτῳ δὴ τῷ προσρήματι, χιλίας τε καὶ πεντακοσίας μυριάδας
δραχμῶν ἀτόκους τοῖς δεομένοις δανείσας ἐπ’ ἴτη τρία, ἐπῃνεῖτο παρὰ πάντων καὶ ἐσεμνύνετο. δύνανται
δὲ παρὰ Ῥωμαίοις αἱ εἴκοσι καὶ πέντε δραχμαὶ χρυσοῦν νόμισμα ἕν, παρὰ δὲ τοῖς Ἕλλησιν
εἴκοσι δραχμῶν ὁ Δίων φησὶ τὸ χρυσοῦν ἀλλάσσεσθαι νόμισμα. 
 
 Μετὰ δὲ ταῦτα Κελτικοῦ πολέμου κεκινημένου, αὐτὸς ὑπό τε γήρους καὶ νόσου κεκμηκὸς ἔχων τὸ
 σῶμα καὶ ἐκστρατεῦσαι μὴ οἰός τε ὤν, τὸν Τιβέριον πῇ μὲν ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἀναγκασθείς,
πῇ δ’ ὑπὸ τῆς Ἰουλίας ἀναπεισθείς, ἤδη γὰρ καὶ αὕτη ἐκ τῆς ὑπερορίας κατήχθη, υἱοθετήσατο, καὶ τὴν
ἐπὶ τοὺς Κελτοὺς ἐκστρατείαν ἐπέτρεψεν. ὑποπτεύσας δὲ μή τι νεοχμώσῃ ὁ Τιβέριος
ὑπερφρονήσας, καὶ τὸν Γερμανικὸν τὸν Δρούσου παῖδα
εἰσεποιήσατο. πράσσοντι δὲ ταῦτα ἄλλοι τε καὶ Γναῖος Κορνήλιος τοῦ μεγάλου Πομπηίου θυγατριδοῦς
ἐπεβούλευσαν. μήτ’ οὖν ἀποκτεῖναι σφᾶς ἐθέλων, οὐδὲν γὰρ ἐκ τῶν ἀπολλυμένων ἐώρα πρὸς ἀσφάλειαν αὐτῷ κατορθούμενον, μήτ’ ἀπολῦσαι θαρρῶν, ἵνα μὴ καὶ ἄλλους
ἐκ τούτου ἐφ’ ἑαυτὸν ἐπισπάσηται, οὔθ’ ἡμέρας ἀφροντιστεῖν οὔτε νυκτὸς ἠδύνατο ἠρεμεῖν. ταῦθ’ ἡ
Λιβία 
 ὁρῶσα ἤρετο αὐτὸν τί ὅτι οὐ καθεύδει. ὁ δέ “τίς ἄν” εἶπεν “ὦ γύναι, κἂν ἐλάχιστον
ἀτρεμήσειε, τοσούτους ἔχων ἐχθροὺς καὶ οὕτω συνεχός ἐπιβουλευόμενός;” ἡ δὲ πολλὰ μὲν περὶ τούτου
διειλἐχθη αὐτῷ, τελευταῖον δὲ γνώμην ἔδωκε θανάτῳ μὲν μηδένα τῶν τοιούτων τιμωρεῖσθαι,
ἑτέρως δέ πὼς αὐτοὺς σωφρονίζειν, ὥστε μηκέτι τοιοῦτόν τι
ἐξαμαρτεῖν, καὶ μάλιστα συγγνώμῃ καὶ εὐποιίαις. “οὐ γὰρ πείθειν ἢ ἀναγκάζειν” ἔφη φιλεῖν τινα τὸ
ξίφος δεδύνηται, ἀλλὰ τὸν μὲν κολαζόμενον ἀπόλλυσι, τὰς δὲ 10 δὴ τῶν ἄλλων ψυχὰς ἀλλοτριοῖ τοῦ
κολάζοντος, ἐπεὶ μηδὲ φιλοῦσιν ὅτι ἐδικαιώθησαν ἕτεροι, ἀλλ᾿ ἀπεχθάνονται μᾶλλον ὅτι φόβος καὶ
αὐτοῖς ἐντεῦθεν ἐπήρτηται.” τοιαῦτα πολλὰ τῆς Λιβίας εἰπούσης ὁ Αὔγουστος ἐπείσθη αὐτῇ, καὶ πάντας
ἀφῆκε τοὺς ὑπαιτίους, λόγοις νουθετήσας αὐτούς· τὸν δέ γε Κορνήλιον καὶ ὕπατον
προσαπέδειξε. καὶ ὁ λοιπὸς δὲ τοῦ Αὐγούστου θυγατριδοῦς ὁ ἐκ τῆς
Ἰουλίας τῷ Ἀγρίππᾳ τεχθείς, ὃν καὶ Ἀγρίππαν ἐκάλεσεν, εἰς ἐφήβους ἐγράφη.

Ὁ δέ γε Τιβέριος τά τε τῶν πολέμων διῴκει καὶ εἰς τὴν ῾Ρώμην συνεχῶς εἰσεφοίτα, φοβούμενος
μὴ ὁ Αὔγουστος ἄλλον τινὰ ἀπόντος αὐτοῦ προτιμήσῃ. κινηθέντων δὲ τῶν Δακῶν καὶ Σαυροματῶν καὶ ἄλλων
Παννονικῶν ἐθνῶν, ὁ Τιβέριος πρὸς αὐτοὺς 25 ἀνέστρεψεν ἐκ τῆς Κελτικὴς. καὶ τὸν Γερμανικὸν δὲ ὁ
Αὔγουστος ἐκεῖ ἔπεμψεν, ὡς τάχα τοῦ Τιβερίου ταχέως αὐτῶν κρατῆσαι δεδυνημένου, ἑκουσίως δὲ τὸν
καιρὸν τρίβοντος, ἵν᾿ ἐν τοῖς ὅπλοις εἴη διὰ τὸν 
 πόλεμον. ἔπεμψε δὲ τὸν Γερμανικόν, ὅτι ὁ Ἀγρίππας 
ἀπεκηρύχθη ὡς μὴ σωφρονιζόμενος· καὶ ἥ τε οὐσία αὐτοῦ τῷ στρατιωτικῷ ταμείῳ ἀπενεμήθη, κἀκεῖνος εἰς
νῆσον περιωρίσθη. πολλὰ μέντοι καὶ ποιήσαντες οἶ Ῥωμαῖοι ἐν τοῖς τῶν ἐθνῶν τούτων
πολέμοις, οὐ μείω δὲ καὶ παθόντες, τέλος τὰ μὲν ὁμολογίᾳ ὑπηγάγοντο , τὰ δὲ μάχαις ἐνίκησαν. ὁ δὲ
Τιβέριος ἐς τὴν Ῥώμην ἐπανελήλυθε, καὶ αὖθις παρὰ τοῦ Αὐγούστου εἰς Δαλματίαν ἐστάλη ἀνταιρόντων ἐκεῖ τινων · οὓς μόλις μὲν καὶ σὺν κινδύνοις , τέως δ' οὖν ἐχειρώσατο, καὶ ὁ Γερμανικὸς
ὁμοίως ἑτέρους. 
 Καὶ ὁ μὲν πόλεμος οὗτος τοῦτο ἔσχηκε τέλος , ἐκ δὲ Γερμανίας ἀγγελία κομισθεῖσα ἑορτάσαι τὰ
νικητήρια τοὺς ἐν τῇ Ῥώμῃ ἐκώλυσεν. ἐν γὰρ τῆ Κελτικῇ 
εἶχον αὐτῆς τινα οἶ Ῥωμαῖοι, οὐχ ὁμοῦ συγκείμενα, ἀλλὰ σποράδην ὡς ἔτυχε χειρωθέντα. καὶ στρατιῶται
ἦσαν ἐκεῖ, καὶ πόλεις συνῳκίζοντο , καὶ οἱ βάρβαροι πρὸς ἔθη Ῥωμαϊκὰ καὶ εὐκοσμίαν μετερρυθμίζοντο.
ἴως μὲν οὖν κατὰ βραχὺ καὶ ὁδῷ τινι ἐκ τῶν πατρίων μετήγοντο, οὐκ ἤχθοντο τῇ τοῦ βίου
μεταβολῇ · ἐπεὶ δ’ ὁ Οὔαρος ὁ Κυντίλοις τὴν ἡγεμονιαν τῆς Γερμανίας λαβὼν ἔσπευσεν αὐτοὺς ἀθρόον
μεταστῆσαι , καὶ ὡς δουλεύουσι σφίσιν ἐπέταττε καὶ χρήματα ἔπραττεν, οὐκ ἠνέσχοντο, ἀλλὰ δεξάμενοι
 τὸν Οὔαρον, ὡς τὰ προσταττόμενα ποιήσοντες, πόρρω 
τοῦ Ῥήνου προήγαγον, καὶ πίστιν αὐτῷ παρέσχον ὡς καὶ ἄνευ στρατιωτῶν δουλεύσοντες. ὁ δὲ πιστεύσας
οὔτε τὰ στρατεύματα ὡς ἐν πολεμίᾳ συνεῖχε καὶ ἄλλους ἀλλαχοῦ ἔπεμπε. θαρροῦντος οὖν αὐτοῦ καὶ
 
 μή τι δεινὸν ὑποπτεύοντος ἐπανίστανται , καὶ ἀποκτείναντες τοὺς παρὰ σφίσι στρατιώτας
ἐπῆλθον αὐτῷ ἐν ὕλαις δυσεκβάτοις ὄντι μετὰ τῆς περὶ αὐτὸν στρατιᾶς, καὶ ἐξάπινα σφᾶς
διὰ τῶν λοχμωδεστάτων, ἔμπειροι τούτων ὄντες, περιεστοίχισαν. καὶ πλεῖστα μὲν καὶ πλειστάκις
ἐκάκωσαν, τέλος δὲ τῶν Ῥωμαίων ἀποβαλόντων πολλούς , τοῖς δὲ
βαρβάροις ἀεὶ προστιθεμένων ὁμογενῶν ἑτέρων , ῥᾷον οἱ Ῥωμαῖοι κυκλούμενοι ἐφονεύοντο,
ὥστε καὶ τὸν Οὔαρον καὶ τοὺς λοιποὺς τοὺς λογιμωτάτους τρωθῆναι· οἷ φοβηθέντες μὴ ζωγρηθῶσιν αὐτοὶ
ἑαυτοὺς ἀνεῖλον. τοῦτο δὲ γνόντες καὶ οἶ λοιποί, οἱ μὲν τὸν ἄρχοντα ἐμιμήσαντο , οἱ δὲ τὰ ὅπλα
τιθέντες ἐπέτρεπον τῷ βουλομένῳ φονεύειν αὐτούς. ἐκόπτοντο οὖν ἀδεῶς, καὶ τὰ ἐρύματα
πάντα κατέσχον οἱ βάρβαροι, ἄτερ ἑνός, περὶ ὃ ἀσχοληθέντες οὔτε τὸν Ῥῆνον διέβησαν οὔτ’ ἐς τὴν
Γαλατίαν εἰσέβαλον. ἀλλ’ οὐδ’ ἐκεῖνο χειρώσασθαι ἠδυνήθησαν, ἐπεὶ
μήτε πολιορκεῖν ἠπίσταντο καὶ τοξόταις οἱ Ῥωμαῖοι συχνοῖς ἐχρῶντο, ἐξ ὧν καὶ
ἀνεκόπτοντο καὶ πλεῖστοι ἀπώλλυντο. μετὰ δὲ τοῦτο πυθόμενοι φυλακὴν τοῦ Ῥήνου τοὺς Ρωμαίους
ποιήσασθαι καὶ τὸν Τιβέριον σὺν βαρεῖ προσελαύνειν στρατεύματι, οἱ μὲν πολλοὶ ἀπανέστησαν τοῦ ἐρύματος, οἱ δ’ ὑπολειφθέντες ἀποστάντες αὐτοῦ, ὥστε μὴ αἰφνιδίοις ἐπεξελεύσεσι τῶν ἐντὸς
κακοῦσθαι, τὰς ὁδοὺς ἐτήρουν, σπάνει σιτίων αἱρήσειν ἠλπικότες αὐτούς. οἶ δ’ ἐντὸς ὄντες Ῥωμαῖοι,
ἕως μὲν εὐπόρουν τροφῆς, κατὰ χώραν ἔμενον, βοήθειαν 
 πρόσ’ δεχόμενοι · ὡς δ’ οὔτε τίς ἐπεκούρει αὐτοῖς καὶ λιμῷ
συνείχοντο, ἐξῆλθον νύκτα τηρήσαντες χειμέριον, ἦσαν δὲ στρατιῶται μὲν ὀλίγοι, ἄοπλοι δὲ πολλοί, καὶ
τὸ μὲν πρωτον καὶ τὸ δεύτερον φυλακτήκαὶ 
 ριον τῶν βαρβάρων παρῆλθον, πρὸς δὲ τῷ τρίτῳ γενόμενοι ἐφωράθησαν. καὶ πάντες ἂν
ἀπώλοντο ἢ καὶ ἑάλωσαν, εἰ μὴ περὶ τὴν τῆς λείας ἁρπαγὴν οἱ βάρβαροι ἐτράποντο, καὶ οἱ σαλπιγκταὶ
τροχαῖόν τι συμβοήσαντες δόξαν παρέσχον ὡς ἐπικουρία τοῖς πολιορκουμένοις ἐλήλυθεν· εἶτα
καὶ ὡς ἀληθῶς ἐπεκουρήθησαν. ὁ δὲ Τιβέριος διαβῆναι τὸν ῾Ρῆνον οὐκ ἔκρινεν, ἀλλ᾿ ἠτρέμιζεν ἐπιτηρῶν
μὴ οἱ βάρβαροι τοῦτο ποιήσωσιν. ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἐκεῖνοι διαβῆναι ἐτόλμησαν, 
 γνόντες αὐτὸν παρόντα. μετὰ ταῦτα δὲ αὐτὸς καὶ ὁ Γερμανικὸς εἰσέβαλον εἰς τὴν Κελτικὴν
καί τινα ταύτης κατέδραμον, οὐ μέντοι καὶ μάχῃ ἐνίκησαν οὔτε ἔθνος τι ὑπηγάγοντο, ὅτι μηδ᾿ ᾔει τις
ἐς χεῖρας αὐτοῖς, καὶ οὐδ᾿ αὐτοὶ τοῦ ῾Ρήνου πόρρω προήλθοσαν, δεδιότες μὴ καὶ αὖθις
σφαλῶσιν, ἀλλ᾿ αὐτοῦ που μέχρι τοῦ μετοπώρου διατρίψαντες ἐπανῆλθον.

Ὁ Αὔγουστος δὲ τὰ τῆς μοναρχίας διοικῶν καὶ ὑπέργηρως ἤδη γενόμενος τὸν μὲν Γερμανικὸν
ὑπατεύσαντα πρὸ τοῦ στρατηγῆσαι παρακατέθετο τῇ βουλῇ, τὴν δὲ τῷ Τιβερίῳ. ἱπποδρομίας
δὲ τελουμένης ἐν τοῖς γενεθλίοις αὐτοῦ ἐμμανής τις ἀνὴρ ἐκάθισεν ἐς
τὸν δίφρον τὸν τῷ Ἰουλίῳ Καίσαρι ἀνακείμενον καὶ τὸν ἐκείνου στέφανον περιέθετο· ὃ 
πάντας ἐτάραξεν ὡς εἰς τὸν Αὔγουστόν τι σημαῖνον. ἀλλὰ καὶ τέρατα πρὸς τοῦτο φέροντα προσέπεσε
πλείονα. ὅ τε γὰρ ἥλιος ἅπας ἐξέλιπε καὶ τοῦ οὐρανοῦ πολὺ πυρῶδες φαινόμενον καίεσθαι ἔδοξε καὶ
ἀστέρες κομῆται καὶ αἱματώδεις ὤφθησαν· βουλῆς 
 τε ἐπὶ τῇ νόσῳ αὐτοῦ ἐπαγγελθείσης, ἵν εὐχὰς ποιήσωνται, κεκλεισμένον εὕρητο τὸ
συνέδριον· καὶ κεραυνὸς εἰς εἰκόνα αὐτοῦ ἐμπεσὼν τὸ πρῶτον γράμμα τοῦ ὀνόματος τοῦ Καίσαρος ἠφάνισε.
ταῦτα μὲν οὑν ζῶντος ἔτι αὐτοῦ προεφάνη · ὁ δὲ νοσήσας ἐν Νώλῃ 
 μετήλλαξε τῇ ἐννεακαιδεκάτῃ τοῦ Αὐγούστου μηνός, ζήσας ἕξ ἴτη
καὶ ἑβδομήκοντα, τριάκοντα καὶ τεσσάρων ἐνδεουσῶν ἡμερῶν , μοναρχήσας δὲ ἀφ’ οὑ πρὸς τῷ Ἀκτίῳ
ἐνίκησεν ἐνιαυτοὺς πρὸς τέσσαρσι τεσσαράκοντα. ὑπωπτεύθη μέντοι ἐπὶ τῷ θανάτῳ αὐτοῦ ἡ
Λιβία, ὅτι πρὸς τὸν Ἀγρίππαν ὁ Αὔγουστος λάθρᾳ ἐς τὴν νῆσον διέπλευσεν, ἔνθα μετὰ τῆς Ἰουλίας τῆς
μητρὸς πεφυγάδευτο. δείσασα γὰρ μὴ καταλλαγεὶς ἐπὶ τῇ μοναρχίᾳ αὐτὸν καταγάγῃ, σῦκά τινα ἐπὶ
δένδροις ἔτι ὄντα, ἐξ ὧν ὁ Αὔγουστος αὐτοχειρίᾳ συκάζειν εἰώθει, φαρμάξαι λέγεται, καὶ
αὐτὴ μὲν τὰ ἀφάρμακτα ἤσθιεν , ἐκείνῳ δὲ τὰ πεφαρμαγμένα προσέβαλεν.
εἶτ’ οὖν οὕτως εἴτ' ἄλλως ἀρρωστήσας τότε τοὺς ἑταίρους συνήθροισε καὶ ἃ ἠβούλετο τούτοις διαλεχθεὶς
τέλος ἔφη ὅτι “ τὴν Ῥώμην πηλίνην παραλαβὼν λιθίνην ὑμῖν καταλείπω,” τὸ τῆς ἀρχῆς
ἰσχυρὸν τοῦ λόγου ἐνδεικνυμένου. οὐ μέντοι τὸν θάνατον αὐτοῦ αὐτίκα ἡ Λιβία ἐξέφηνε, φοβηθεῖσα μή τι
νεωτερισθῇ, ἐν Δαλματίᾳ τοῦ Τιβερίου διάγοντος , ἀλλὰ συνέκρυψεν αὐτὸν μέχρις ἐκεῖνος 
ἀφίκετο. ἀνακομισθέντος δὲ τοῦ σώματος αὐτοῦ εἰς τὴν Ῥώμην, τὰς διαθήκας αὐτοῦ ὁ Δροῦσος ἐκ τόν
 ἀετπαρθένων τῶν τῆς Ἑστίας ἱερειῶν, αἷς παρετέθειντο, εἰληφὼς
εἰς τὸ συνέδριον εἰσήνεγκε , καὶ τὰς 
 σφραγῖδας οἱ κατασημηνάμενοι ἐπεσκέψαντο , καὶ ἀνεγνώσθησαν ἐν ἐπηκόῳ τοῦ συνεδρίου.
ἐκομίσθη δ’ εἰς τὸ συνέδριον καὶ βιβλία αὐτοῦ τέσσαρα, ὧν τὸ μὲν ἒν τὰ περὶ τῆς ταφῆς διετάττετο, τὸ
δ’ ἕτερον τὰς πράξεις ἃς εἴργαστο διεξῄει, τῷ δὲ τρίτῳ τὰ τῶν στρατιωτῶν καὶ τὰ τῶν
προσόδων καὶ τῶν ἀναλωμάτων τῶν δημοσίων συνέταξε καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐν τοῖς θησαυροῖς χρημάτων, τὸ
δέ γε τέταρτον ἐντολὰς περιεῖχε τῷ Τιβερίῳ καὶ τῷ κοινῷ ἐπισκήψεις. τούτων δ’
ἀναγνωσθέντων ἡ ἐκφορὰ γέγονε καὶ ἐπιτάφιοι ἐρρήθησαν παρά τε τοῦ Δρούσου καὶ παρὰ τοῦ Τιβερίου· εἶτα ἐκαύθη τὸ σῶμα αὐτοῦ. καὶ πένθος τότε μὲν οὐ πολλοί,
ὕστερον δὲ πάντες ἔσχον, μεμνημένοι ὅτι τε πᾶσιν εὐπρόσοδος ἦν καὶ πολλοῖς ἐπήρκει ἐς
χρήματα , καὶ ὅτι λίαν ἐτίμα τοὺς φίλους καὶ χάριτας ὡμολόγει τοῖς αὐτὸν διορθουμένοις ἐφ’ οἷς
ἐσφάλλετο· ὥσπερ καὶ τῷ Ἀθηνοδώρῳ ἀνδρὶ σοφῷ ἐπὶ τοιᾷδε αἰτίᾳ. 
 Εὐκατάφορος πρὸς τὰ ἀφροδίσια ἦν , καί οἱ γυναῖκες ἐκομίζοντο ἃς ἐβούλετο ἐν
καταστέγοις φορείοις καὶ οὕτως εἰς τὸν αὐτοῦ εἰσήγοντο θάλαμον, ἐκεῖνος δὲ ταύτας ἐξῆγέ τε καὶ
ἐκέχρητο. ἠράσθη γοῦν ποτε γυναικὸς καὶ ἔπεμψε λαβεῖν αὐτήν. ἐν τούτῳ δὲ ὁ Ἀθηνόδωρος , τῷ τῆς
γυναικὸς ἐκείνης 
 ἀνδρὶ συνήθης ὥν, ἔτυχεν ἀπελθὼν τὸν φίλον ὀψόμενος, καὶ ἀσχάλλοντα εὑρὼν κἀκεῖνον καὶ
τὴν γυναῖκα, οὐ γὰρ ἠδύναντο ἀντιστῆναι, τὴν αἰτίαν τῆς λύπης ἐπύθετο. καὶ μαθὼν ἠρεμεῖν αὐτοὺς
ἐκέλευσεν· αὐτὸς γὰρ ἀπελθεῖν ἔφη πρὸς τὸν Αὔγουστον καὶ τὴν αὐτοῦ ἀποστρέψαι ὁρμήν.
καὶ κομισθέντος τοῦ καταστέγου δίφρου ὡς τῆς γυναικὸς ἐν αὐτῷ εἰσελευσομένης, εἰσῆλθεν ὁ Ἀθηνόδωρος,
καὶ ξίφος λαβὼν καὶ κατακαλυφθῆναι τὸν δίφρον ἀκριβῶς ἐπιτάξας οὕτω πρὸς τὸν τοῦ
Αὐγούστου κεκόμιστο θάλαμον. ἐκείνου δὲ τὸν δίφρον ἀποκαλύπτοντος ξιφήρης ἐκπεπήδηκεν εἰπών εἶτα οὐ
φοβῇ μή τίς σε οὕτως εἰσελθὼν ἀποκτείνῃ ” ὁ δ' Αὔγουστος οὐ 
 μόνον οὐκ ὠργίσθη οὐδ’ ἐκάκισε τὸν Ἀθηνόδωρον, ἀλλὰ καὶ χάριν ἔγνω
αὐτό καὶ σωφρονέστερος γέγονε. διὰ ταῦτα τοίνυν καὶ ἄλλα δὲ πλείω ἐπόθουν αὐτόν, καὶ τοῦ τοῦ
Τιβερίου μετ’ αὐτὸν μοναρχήσαντος οὐχ ὁμοίου ἐπειράθησαν. 
 
 
 Ἐν δὲ τῷ τεσσαρακοστῷ δευτέρῳ ἔτει τῆς Αὐγούστου μοναρχίας ἐτέχθη ἐνανθρωπήσας ὁ κύριος
ἡμῶν καὶ θεὸς Ἰησοῦς Χριστὸς κατὰ τὸν Παμφίλου Εὐσέβιον, ὃς ἐν τῇ Ἐκκλησιαστικῇ ἱστορίᾳ καὶ
πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἔτη αὐτὸν ἱστορεῖ μοναρχῆσαι, τῶν ἄλλων τέσσαρα ἐπὶ τεσσαράκοντα τὰ
τῆς μοναρχίας αὐτοῦ ἀριθμούντων ἔτη. γένεται δὲ ἡ διαφωνία ἐντεῦθεν, ὅτι οἶ μὲν ἄλλοι τὴν μοναρχίαν
ἐλογίζοντο Καίσαρι ἐξότου ναυμαχίᾳ ἐνίκησε τὸν Ἀντώνιον ἐν Ἀκτίῳ, ὅτε καὶ ὡς ἀληθῶς ἐμονάρχησε, μόνος τῶν Ῥωμαϊκῶν πραγμάτων γενόμενος κύριος, ὁ
Εὐσέβιος δὲ καὶ τὸν χρόνον, ὃν συνῆρξε τῷ Ἀντωνίῳ τῇ μοναρχίᾳ προστίθησιν, ὡς καὶ τότε τοῦ Αὐγούστου
ὅσα ἐβούλετο πράττοντος, ἐκείνου τῇ Αἰγύπτῳ σχολάζοντος καὶ τῷ τῆς Κλεοπάτρας δουλεύοντος ἔρωτι, δι’
 ὃν καὶ ἀπώλετο. οὕτως οὖν καὶ ἐν τῷ τεσσαρακοστῷ δευτέρῳ ἔτει τῆς μοναρχίας τοῦ
Καίσαρος ἱστόρησεν ὁ Εὐσέβιος τὸν Χριστὸν γεννηθῆναι τὸ κατὰ σάρκα. εἰ γὰρ τεσσαράκοντα καὶ τέσσαρας
φαίημεν τοὺς τῆς 
 μοναρχίας ἐνιαυτοὺς γενέσθαι τοῦ Καίσαρος, οὐ κατὰ τὸ τεσσαρακοστὸν δεύτερον ἔτος ἡ
ἐπιφάνεια γέγονε τοῦ κυρίου καὶ σωτῆρος ἡμῶν, ἀλλὰ κατὰ τὸ εἰκοστὸν ἔνατον ἔτος συμβαίνει τεχθῆναι
τὸν κύριον. ὡς γὰρ ὁ θεσπέσιος εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἱστορεῖ, ἐν ἔτει πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος τὸν Χριστὸν ὁ Ἰωάννης
ἐβάπτισε· τριάκοντα δ’ ἦν ἐτῶν ὅτε ἐβαπτίσθη, κατὰ τὸν αὐτὸν εὐαγγελιστήν· ὥστε λοιπὸν τοὺς μὲν
πεντεκαίδεκα τῶν τριάκοντα ἐνιαυτῶν ἐκ τῶν τῆς αὐταρχίας τοῦ Τιβερίου χρόνων
λαμβάνεσθαι, τοὺς δέ γε λοιποὺς πεντεκαίδεκα ἐκ τῶν τοῦ Αὐγούστου τεσσαράκοντα καὶ τεσσάρων
καταλογίζεσθαι. συμβαίνει τοίνυν τοὺς ἐξ αὐτῶν περιλιμπανομένους ἐννέα εἶναι καὶ εἴκοσιν. ἐν γοῦν τῷ
 εἰκοστῷ ἐνάτῳ τῆς ἀκριβοῦς μοναρχίας τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου καταλαμβάνεται τεχθῆναι τὸ
κατὰ σάρκα ἐκ τῆς ἀειπαρθένου καὶ ἁγίας Μάριας τῆς θεοτόκου ’τον κύριον.

Ὁ μὲν οὖν Αὔγουστος ἀπεβίω ὡς εἴρηται, τὴν
δὲ μοναρχίαν ὁ Τιβέριος διεδέξατο. ὃς εὐπατρίδης 
μὲν ἦν καὶ πεπαίδευτο, τὴν δὲ γνώμην ἦν ποικιλώτατος,
ἐναντίους τῇ προαιρέσει τοὺς λόγους ποιούμενος.
 ὧν γὰρ ἐβούλετο τἀναντία ἔλεγεν, ἄλλα μὲν
κεύθων ἐνὶ φρεσίν, ἄλλα δὲ λέγων· καὶ ὀργίζεσθαι
προσποιοῦ μένος ἐν οἶς οὐκ ὠργίζετο, καὶ ἐν οἶς ἐθυμοῦτο
σχηματιζόμενος ἐπιείκειαν· καὶ ὡς οἰκειότατον
ἐώρα τὸν ἔχθιστον, καὶ ὡς ἀλλοτριωτάτῳ προσεφέρετο
 τῷ φιλτάτῳ. καὶ οὐκ ἠξίου τοῖς ἄλλοις ἄλλοις δῆλον
εἶναί οἱ τὸ φρόνημα, τοῦτο προ·σήκειν τῷ αὐταρχοῦντι
φρονῶν. καὶ εἴτε τις ἠναντιοῦτο οἶς ἔλεγεν εἴτε μὴν 
καὶ συνῄνει, μεμίσητο. 
 Τέως δ’ οὖν εἰς τὰ στρατόπεδα καὶ εἰς τὰ ἔθνη
 πάντα ὡς αὐτοκράτωρ αὐτίκα ἐπέστειλε, μὴ λέγων
αὐτοκράτωρ εἶναι· ψηφισθὲν γὰρ αὐτῷ καὶ τοῦτο
μετὰ τῶν ἄλλων ὀνομάτων οὐκ ἐδέξατο. καὶ τὰ τῆς
ἀρχῆς διοικῶν ἅπαντα, μηδὲν αὐτῆς δεῖσθαι ἔλεγε,
καὶ ταύτης ἐξίστασθαι ἐκομψεύετο καὶ διὰ τὴν ἡλικίαν,
 ἕξ γὰρ καὶ πεντήκοντα ἐτῶν ἦν, καὶ δι’ ἀμβλυωπίαν·
βλυωπίαν· πλεῖστον γὰρ ἐν σκότει βλέπων ἐλάχιστα
τὴν ἡμέραν ἑώρα. εἶτα κοινωνοὺς ᾔτει τῆς ἀρχῆς
καὶ συνάρχοντας, οὐδὲν τούτων ποιῆσαι μέλλων, ἀλλ’ 
 

 
ὅτι τε ὕπουλον εἶχεν ἦθος καὶ ὅτι καὶ τὰ στρατεύματα
 τά τε ἐν Παννονίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ ὑπώπτευε,
καὶ τὸν Γερμανικὸν ἐδεδίει τῆς Γερμανίας ἄρχοντα
τότε καὶ τοῖς στρατιώταις φιλούμενον. καὶ διὰ ταῦτα
οὐδὲν ὡς αὐτοκράτωρ ἔπραττε φανερῶς, ἀλλὰ καὶ 
νοσεῖν προσποιοῦ μένος οἰκουρῶν ἦν καὶ διέμελλεν,
ἕν ἐλπίδι τοῦ ἑκόντα τὴν ἀρχὴν ἀφήσειν αὐτὸν μή
τί τινες νεοχμώσωσι, μέχρις οὗ τῆς ἡγεμονίας ἐγκρατὴς
πάντων ἐγένετο. τὸν μὲν οὖν Ἀγρίππαν αὐτίκᾳ
πέμψας ἀπέκτεινε, τοῦ Αὐγούστου, ὡς εἴρηται, 
 ὄντα θυγατριδοῦν ἐξ Ἰουλίας καὶ τοῦ Ἀγρίππου · τὸν
δὲ Γερμανικὸν λίαν ἐφοβεῖτο. 
 Ἐθορύβησε δὲ καὶ τὸ ἐν τῆ Παννονίᾳ στράτευμα,
ὡς καὶ κατὰ τοῦ ἄρχοντος αὐτῶν ὁρμῆσαι. εἶτα τῶν
θρασυτέρων καὶ πρωταιτίων κολασθέντων κατέστησαν 
’σαν οἱ λοιποί. οἱ δὲ ἐν τῇ Γερμανίᾳ τόν τε Τιβέριον
ἐκακηγόρησαν καὶ τὸν Γερμανικὸν ἐπεκάλεσαν αὐτοκράτορα.
δὲ τὸ ξίφος σπασαμένου ὡς ἑαυτὸν
ἀναιρήσοντος, εἶς τις τῶν στρατιωτῶν τὸ ἑαυτοῦ ξίφος
ἀνατείνας “τοῦτο” ἔφη “λάβε· ὀξύτερον γάρ 
ἐστιν.” ὁ οὖν Γερμανικὸς τοῦ κτεῖναι μὲν ἑαυτὸν
ἀπέσχετο ἕνα μὴ μᾶλλον στασιάσωσι, γράμματα δὲ
ὡς ἐκ τοῦ Τιβερίου πεμφθέντα πλασάμενος δωρεὰς
αὐτοῖς διδόντα καὶ ἄλλα τινὰ ὑπισχνούμενα τὴν
 στάσιν τότε κατέπαυσεν. ὕστερον δὲ πρεσβευτῶν 
παρὰ τοῦ Τιβερίου πεμφθέντων γνόντες τὸ τοῦ Γερμανικοῦ
στρατήγημα καὶ ὑποπτεύσαντες τοὺς πρέσβεις
ἀνατρέψοντας ἥκειν τὰ ὑπ’ ἐκείνου ἐπηγγελμένα,
ἐθορύβησαν αὖθις καὶ κατὰ τῶν πρέσβεων ὥρμησαν.
καὶ τὴν τοῦ Γερμανικοῦ γυναῖκα τὴν Ἀγριππῖναν, 
τῆς τοῦ Καίσαρος θυγατρὸς τῆς Ἰουλίας καὶ τοῦ
Ἀγρίππου παῖδα γεγονυῖαν, συνέλαβον, καὶ τὸν υἱὸν

 
αὐτοῦ Γάιον· καὶ τὴν μὲν Ἀγριππῖναν ἐγκύμονα
οὖσαν ἀφῆκαν αὐτῷ, κατεῖχον δὲ τὸν υἱόν. ὡς δ’
οὐδὲν ἤνυον, ἡσύχασαν καὶ αὐτοί. καὶ ὁ μὲν δυνάμενος 
τὴν αὐτοκράτορα λαβεῖν ἀρχὴν οὐκ ἠθέλησεν,
 ὁ δὲ Τιβέριος κατὰ μὲν τὸ φαινόμενον ἐπῄνει αὐτὸν
παρὰ τῇ βουλῇ, παρ’ ἑαυτῷ δὲ καὶ λίαν ὑπώπτευε
καὶ ἐδεδίει αὐτὸν ὡς ἐγκεχειρισμένον στρατεύματα. 
 Ὡς δ’ οὐδὲν ἔτι νεώτερον ἠγγέλλετο, τὴν ἀρχὴν
οὐκέτι εἰρωνευόμενος ὑπεδέξατο. καὶ μέχρις ὁ Γερμανικὸς
 περιῆν, οὐδὲν καθ’ ἑαυτὸν ἔπραττεν, ἀλλὰ
πάντα εἰς τὴν γερουσίαν εἰσέφερε, καὶ οὐδὲ αὐτοκράτωρ
καλεῖσθαι παρά του ἢ μόνων τῶν στρατιωτῶν
ἠξίου, Καῖσαρ δὲ καὶ Γερμανικὸς καὶ πρόκριτος
τῆς γερουσίας ὠνομάζετο, ηὔχετό τε τοσοῦτον καὶ
 ζῆσαι καὶ ἄρξαι χρόνον ὅσον ἂν τῷ δημοσίῳ συμφέρῃ, 
καὶ διὰ πάντων δημοτικὸς δοκεῖν ἔσπευδε, καὶ
ἐλάχιστα εἰς ἑαυτὸν δαπανῶν πλεῖστα ἐς τὸ κοινὸν
ἀνήλισκε. τὰ πεπονηκότα τε ἀνορθῶν καὶ ἐπικοσμῶν,
τὰς τῶν ἀρχῆθεν οἰκοδομησάντων αὐτὰ κλήσεις σφίσιν
 σ’ ἱν ἐπέγραφε, καὶ πόλεσι καὶ ἰδιώταις ἐπήρκει, καὶ
τόν βουλευτῶν συχνοὺς πενομένους ἐπλούτισε, καὶ
τὰ δωρούμενα εὐθὺς ὁρῶντος αὐτοῦ ἠριθμεῖτο, ἵνα
μὴ οἶ δοτῆρες νοσφίζωνταί τι αὐτῶν, εἰδὼς τοῦτο
ἐπὶ τοῦ Αὐγούστου γινόμενον. καὶ οὔτε ἀπέκτεινέ
 τινα διὰ χρήματα οὔτ’ οὐσίαν τότε ἐδήμευσεν οὐδενός,
νὐδ’ ἔξω τι τῶν νενομισμένων ἠργυρολόγησεν. 
Αἰμιλίῳ γοῦν χρήματα πλείω παρὰ τὸ διατεταγμένον
πέμψαντι ἀντεπέστειλεν ὅτι “κείρεσθαί μου τὰ πρόβατα,
ἀλλ’ οὐκ ἀποξυρᾶσθαι βούλομαι.” καὶ εὐπρόσοδος
 καὶ εὐπροσήγορος ἦν, τούς τε ἄρχοντας ὡς ἐν
δημοκρατίᾳ ἐτίμα καὶ τοῖς ὑπάτοις ὑπανίστατο, καὶ
τοῖς ἑταίροις ὡς ἐν ἰδιωτείᾳ συνῆν, νοσοῦντάς τε

 
ἐπεσκέπτετο, μηδεμίαν φρουρὰν ἐπαγόμενος· καὶ
ἐπί τινι αὐτῶν τελευτήσαντι αὐτὸς ἀνέγνω τὸν ἐπιτάφιον. 
καὶ τὴν μητέρα τὴν Λιβίαν ὁμοίως προσφέρεσθαι
 πᾶσιν ἐκέλευεν. ἡ δὲ πάνυ ὤγκωτο, καὶ αἱ
C τοῦ Τιβερίου ἐπιστολαὶ χρόνον τινὰ καὶ τὸ ἐκείνης 
ὄνομα εἶχον, τά τε ἄλλα πάντα ὡς αὐταρχοῦσα διοικεῖν
ἐπεχείρει, καὶ οὐκ ἐξ ἴσου ἄρχειν, ἀλλὰ καὶ
πρεσβεύειν αὐτοῦ ἤθελεν, αὐτὴ ποιήσαι αὐχοῦσα
αὐτὸν αὐτοκράτορα. ὁ δὲ ἤχθετο πρῶτον αὐτῇ· εἶτα
τῶν μὲν δημοσίων αὐτὴν ἔπαυσε, τὰ δ’ οἴκοι διοικεῖν 
ἀφῆκεν· ὡς δὲ κἀν τούτοις ἦν ἐπαχθής, ἀπεδήμει
καὶ αὐτῆς ἐξίστατο. σωφρονέστατά τε χρόνον
τινὰ διῆγε, καὶ ἄλλους δ’ ἐκόλαζεν ἀσελγαίνοντας,
καὶ τῷ Δρούσῳ δὲ τῷ υἱῷ, ὃν ἐξ Ἀγριππίνης τῆς
προτέρας αὐτοῦ γυναικὸς ἔσχηκε, καὶ ἀσελγεῖ τυγχάνοντι 
 καὶ ὠμῷ, ἐπετίμα καὶ ἤχθετο. καί ποτε αὐτῶ
εἶπεν “ζῶντος ἐμοῦ οὔτε βίαιον οὔθ’ ὑβριστικόν τι
πράξεις· ἂν δέ τι καὶ τολμήσῃς, οὐδὲ τελευτήσαντος.”

Οὕτω ταῦτα καὶ τἄλλα μέχρις ὁ Γερμανικὸς ἔζη
ἐποίει· μετὰ δὲ τοῦτο συχνὰ τούτων μετήλλαξε. 
μήπω γὰρ τῶν παρὰ τοῦ Αὐγούστου τῷ δήμῳ καταλελειμμένων
δοθέντων, ἐπεὶ νεκρὸς διὰ τῆς ἀγορὰς
ἐξεφέρετο, καὶ προσελθών τις εἰς τὸ οὖς αὐτῷ ἐψιθύρισε,
καὶ ἐρωτηθεὶς ὅ,τι εἴρηκεν, ἐντετάλθαι ἔφη
τῷ Αὐγούστῳ εἰπεῖν ὅτι οὐδέπω οὐδὲν ἐκομίσαντο, 
 τὸν μὲν αὐτίκα ἀπέκτεινε, καὶ εἶπεν ὡς ἐπισκώπτων,
ἵν αὐτάγγελος αὐτῷ γένηται, τοῖς δ’ ἄλλοις τὰ καταλελειμμένα
διένειμε. τοὐ δ’ ἐγγόνου αὐτοῦ, ὃν ἐκ
τοῦ Δρούσου εἶχε, θανόντος, οὐδεμιᾶς τῶν συνήθων
 

 
ἀπέσχετο πράξεως, μὴ δεῖν διὰ τοὺς οἰχομένους τὰ
τῶν ζώντων λέγων προἵεσθαι. 
 Κλήμης δέ τις τοὐ Ἀγρίππου γεγονὼς δοῦλος
καὶ προσεοικὼς αὐτῷ ἐπλάσατο αὐτὸς ὁ Ἀγρίππας
 εἶναι· καὶ εἰς τὴν Γαλατίαν ἐλθὼν πολλοὺς μὲν ἐκεῖ,
πολλοὺς δὲ ἐν τῇ Ἰταλίᾳ προσεποιήσατο, καὶ τέλος
ἐπὶ τὴν Ῥώμην ὥρμησεν ὧς τὴν παππῴαν μοναρχίαν
ἀποληψόμενος. χειρωσάμενος δ’ ὅμως αὐτὸν ὁ Τιβέριος 
διά τινων τὰ ἐκείνου προσποιησαμένων φρονεῖν,
 καὶ βασανίσας, ἔνα περὶ συνιστόρων τι μάθῃ, ἐπεὶ
μηδὲν ἐξελάλησεν, ἤρετο αὐτόν “πῶς Ἀγρίππας ἐγένου;”
καὶ ὃς ἀπεκρίνατο ὅτι “οὕτως ὡς καὶ σὺ
Καῖσαρ.” 
 Τὴν δὲ γυναῖκα Ἰουλίαν οὔτε ἐπανήγαγεν ἐκ τῆς
 ὑπερορίας ἣν παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτῆς τοῦ Αὐγούστου
κατεδικάσθη δι’ ἀσέλγειαν, ἀλλὰ καὶ κατέκλεισεν
αὐτήν, ὥσθ’ ὑπὸ κακουχίας καὶ λιμοῦ φθαρῆναι.
πολλῶν τε αὐτὸν ἀξιούντων τὸν Νοέμβριον μῆνα, οὗ
τῇ ἕκτῃ ἐπὶ δεκάτῃ γεγέννητο, Τιβέριον ἐξ αὐτοῦ
 καλεῖσθαι, “καὶ τῖ’ ἴφη “ποιήσετε ἂν δεκατρεῖς Καίσαρες
γένωνται;” 
 Ἐν τούτοις ὁ Γερμανικὸς ἐτελεύτησεν ἐν ’Αντιοχείᾳ 
καταγοητευθείς τε καὶ φαρμαχθεὶς ὑπὸ Πείσωνος.
ὀστᾶ τε γὰρ εὑρέθη ἀνθρώπεια κατορωρυγμένα
 ἐν τῇ οἰκίᾳ ἐν ᾗ κατῴκει. καὶ μολίβδινοι ἐλασμοὶ
ἀράς τινας μετὰ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἔχοντες. ὅτι
δὲ καὶ φαρμάκῳ ἐφθάρη τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐξέφηνεν
εἰς τὴν ἀγορὰν κομισθὲν καὶ τοῖς παροῦσι δειχθέν.
θανόντος δὲ ὁ μὲν Τιβέριος καὶ ἡ Λιβία ἥσθησαν,
 οἱ δ’ ἄλλοι σφοδρότατα ἤλγησαν. κάλλιστος μὲν γὰρ
τὸ σῶμα, ἄριστος δὲ τὴν ψυχὴν ἔφυ, παιδείᾳ τε ἅμα
καὶ ἀνδρείᾳ ἐν πολέμοις εὐδοκιμῶν ἡμερώτατα τοῖς

 
ὑπ’ αὐτὸν προσεφέρετο, καὶ μέγα δυνάμενος, ἅτε
 Καῖσαρ, ἐξ ἴσου τοῖς ἀσθενεστάτοις ἐσωφρόνει, καὶ
οὔτε τι πρὸς τὸν Δροῦσον ἐπίφθονον οὔτε πρὸς τὸν
Τιβέριον ἐποίει ἐπίβουλον, καὶ δυνάμενος παρά τε
τῶν στρατιωτῶν ἑκόντων καὶ τῆς βουλῆς καὶ τοῦ 
δήμου τὴν ἀρχὴν τὴν αὐτοκράτορα λήψεσθαι οὐκ
ἠθέλησεν. ὁ δὲ Πείσων χρόνῳ ὕστερον εἰς τὴν ‘Ρώμην
ἀνακομισθείς, καὶ ἐπὶ τῷ φόνῳ τοῦ Γερμανικοῦ
εἰς τὸ βουλευτήριον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Τιβερίου εἰσαχθεὶς
διακρουομένου τὴν ὑποψίαν τὴν ἐπὶ τῇ φθορᾷ 
τοῦ Γερμανικοῦ, καὶ ἀναβολὴν αἰτήσας, ἑαυτὸν κατεχρήσατο.
ἐπὶ τρισὶ δὲ υἱοῖς ὁ Γερμανικὸς ἐτελεύτησεν,
οὓς ὁ Αὔγουστος ἐν ταῖς διαθήκαις αὐτοῦ
Καίσαρας ὠνόμασε. τούτων ὁ πρεσβύτατος Νέρων
κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τοῖς ἐφήβοις κατηριθμήθη. 
 μέχρι μὲν οὖν τοῦ χρόνου τούτου πλεῖστα χρηστὰ
ὁ Τιβέριος ἔπραξε καὶ βραχέα ἐξήμαρτεν, ἐπεὶ δ’
ὁ Γερμανικὸς ἐκποδών οἱ ἐγένετο, κατ’ ὀλίγον ἠλλοίωτο.
τά τε γὰρ ἄλλα ἀγρίως ἦρχε καὶ τοῖς εἰς
αὐτὸν ἢ τὴν μητέρα ἢ τὸν Αὔγουστον πράξασί τι ἢ 
εἰποῦσιν ἀνεπιτήδειον ἀπηνῶς ὡς ἀσεβήσασι προσεφέρετο,
καὶ εἰς τοὺς ὑπονοηθέντας ἐπιβουλεύειν
αὐτῷ ἀπαραίτητος ἦν. ἤδη δὲ καὶ ἐνδεικνύμενός
τισιν ὅτι βούλεται τεθνάναι τινάς, δι’ ἐκείνων σφᾶς
ἀπεκτίννυε, καὶ οὐκ ἐλάνθανε ταῦτα ποιῶν. ἐξήταζέ 
τ’ ἑ τῶν δυνατῶν ἑκάστου τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν
 έν ᾗ ἐγεγέννητο, καὶ οὕτω τὸ πεπρωμένον ἑκάστῳ
ἐξηρεύνα· ὥστε καὶ τῷ Γάλβᾳ τῷ μετὰ ταῦτα αὐταρχήσαντι
ἀπαντήσας ἔφη ‘καὶ σύ ποτε τῆς ἡγεμονίας
γεύσῃ.” ἐφείσατο δὲ αὐτοῦ, λέγων ὅτι ἐν γήρᾳ 
καὶ μετὰ πολὺ τῆς τελευτῆς αὐτοῦ ἄρξει. εἶτα μετὰ
τοῦ Δρούσου ὑπάτευσεν ὁ Τιβέριος, ὅθεν πολλοὶ τὸν

 
ὄλεθρον ἐκ τούτου τοῦ Δρούσου προεμαντεύσαντο·
οὐ γὰρ ἔστιν ὅστις τῶν συνυπατευσάντων αὐτῷ̣ οὐ
βιαίως ἀπέθανε. μετὰ ταῦτα γὰρ φαρμάκῳ διώλετο.
Σηιανὸς γάρ τις μέγα παρὰ τῷ Τιβερίῳ δυνηθεὶς
 καὶ ὑπέρογκος γεγονώς, πὺξ αὐτῷ ποτε ἐντείνας κἀκ
τούτου δείσας κἀκεῖνον καὶ τὸν Τιβέριον, ἅμα καὶ
προσδοκήσας, ἂν τὸν Δροῦσον κατεργάσηται, ῥᾷον 
μεταχειρίσασθαι τὸν Τιβέριον, φάρμακόν τι αὐτῷ διά
τινων θεραπόντων αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς γυναικός, ἣν
 Ἰουλίαν, ἕτεροι δὲ Λιβίαν γράφουσι, καὶ γὰρ ἐμοίχευεν
αὐτήν, ἔδωκεν. ὁ μὲν οὖν οὕτως διώλετο, ὁ δέ γε
Τιβέριος εἰς τὸ συνέδριον ἀφικόμενος ἐκεῖνόν τε
ἀπωδύρατο καὶ τὸν Νέρωνα τόν τε Δροῦσον τοὺς
τοῦ Γερμανικοῦ παῖδας τῇ γερουσίᾳ παρακατέθετο,
 καὶ τὸ σῶμα τοῦ Δρούσου προυτέθη ἐπὶ τοῦ βήματος·
καὶ ὁ Νέρων γαμβρὸς αὐτοῦ ὢν ἐπαίνους ἐπ’
αὐτῶ εἶπεν. ὁ δὲ δὴ θάνατος αὐτοῦ πολλοῖς αἴτιος
θανάτου ἐγένετο ὡς ἐφησθεῖσι τῇ ἀπωλείᾳ αὐτοῦ. 
πολλοί τε γὰρ καὶ ἄλλοι διώλοντο καὶ ἡ Ἀγριππῖνα
 μετὰ τῶν παίδων αὐτῆς, τοῦ νεωτάτου χωρίς. πολλὰ
γὰρ κατ’ αὐτῆς ὁ Σηιανὸς παρώξυνε τὸν Τιβέριον,
προσδοκήσας ἐκείνης μἱτὰ τῶν τέκνων ἀπολομένης
τῇ τε Λιβίᾳ συνοικήσειν τῇ τοῦ Δρούσου γυναικί,
ἧς ἤρα, καὶ τὸ κράτος ἕξειν, μηδενὸς τῷ Τιβερίῳ
 διαδόχου τυγχάνοντος· τὸν γὰρ υἱιδοῦν ἐμίσει ὡς
καὶ μοιχίδιον. καὶ ἄλλους δὲ πολλοὺς ἐπὶ ἄλλαις καὶ
ἄλλαις αἰτίαις, ταῖς δέ γε πλείοσι πεπλασμέναις, καὶ
ἐφυγάδευσε καὶ διέφθειρε, καί τινα ὅτι τὰ τοῦ Καίσαρος
καὶ τὰ τοῦ Αὐγούστου ἱστόρησε, καίτοι μή τι
 κατ’ ἐκείνων συγγεγραφότα, ἐκόλασε, καὶ τὸ σύγγράμμα 
 ὅπου δὴ καὶ εὑρέθη κατέκαυσεν, ὅτι μὴ
ἐκείνους ἐσέμνυνε. πλείονας δὲ ὡς αὐτὸν βλασφη-

 
μοῦντας διέφθειρε. καί τις Σαβῖνος ἐπὶ τοιαύτῃ
κατηγορηθεὶς αἰτίᾳ εἰς τὸ δεσμωτήριον καθείρχθη,
εἶτα καὶ ἐφονεύθη, καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ εἰς τὸν ποταμὸν 
ἐρρίφη. καὶ δεινὸν μὲν τοῦτο καὶ καθ’ ἑαυτὸ
ἅπασιν ἦν, ἐδείνωσε δ’ αὐτὸ ἐπὶ πλεῖον κύων τις 
τοῦ Σαβίνου, συνεισελθών τε αὐτῷ εἰς τὸ δεσμωτήριον
καὶ ἀποθανόντι παραμείνας καὶ εἰς τὸν ποταμὸν 
ῥιφέντι συνεισπεσών. ταῦτα ταύτῃ ἐγένετο, καὶ
ἐκ πολλῶν ὀλίγα ἱστόρηται. 
 Ἡ δὲ Λιβία ὑπέργηρως γεγονυῖα μετήλλαξεν , ἓξ 
ζήσασα ἔτη καὶ ὀγδοήκοντα. καὶ οὔτε νοσοῦσαν αὐτὴν
 ὁ Τιβέριος ἐπεσκέψατο οὔτ’ ἀποθανοῦσαν ἐτίμησε, 
πλὴν μόνης ἐκφορὰς καὶ εἰκόνων τινῶν. ἀλλὰ
πρὸς διαβολὴν τοῦ Τιβερίου πένθος ταῖς γυναιξὶν
ἡ βουλὴ παρ’ ὅλον ἐνιαυτὸν ἐπ’ αὐτῇ ἐψηφίσατο· 
καὶ ὅτι πολλοὺς αὐτῶν ἐσεσώκει καὶ παῖδας πολλῶν
ἐτετρόφει κόρας τε πλείοσιν ἐξεδεδώκει, καὶ ἄλλας
τιμὰς ἐκείνῃ ἀπένειμαν. οὐδὲν δὲ τῶν τισι καταλειφθέντων 
ὑπ’ ἐκείνης δέδωκεν ὁ Τιβέριος. ἀπομνημονευτἐον 
δὲ καὶ τῶν παρ’ ἐκείνης εἰρημένων ἐνίων. 
λέγεται ὅτι γυμνούς ποτε ἄνδρας αὐτῇ ἀπαντήσαντας,
καὶ μέλλοντας διὰ τοῦτο θανατωθῆναι, ἔσωσεν
εἰποῦσα ὅτι “οὐδὲν ἀνδριάντων ταῖς σωφρονούσαις
 οἱ τοιοῦτοι διαφέρουσιν.” ἐρομένου δέ τινος αὐτήν
“πῶς καὶ τί δρῶσα τοῦ Αὐγούστου κατεκράτησας;” 
ἀπεκρίνατο ὅτι “αὐτή τε ἀκριβῶς σωφρονοῦσα καὶ
πάντα τὰ δοκοῦντα αὐτῷ ἡδέως ποιοῦσα, καὶ μηδὲν
τῶν ἐκείνου πολυπραγμονοῦσα, καὶ τὰ ἀφροδίσια
αὐτοῦ ἀθύρματα μήτ’ ἀκούειν μήτ’ αἰσθάνεσθαι
προσποιουμένη.” 
 Τὸν δὲ Σηιανὸν ὁ Τιβέριος ἐπὶ μέγα δόξης ἐπάῥᾶς, 
καὶ κηδεστὴν ἐπὶ Ἰουλίᾳ τῇ τοῦ Δρούσου θυ-

 
γατρὶ ποιησάμενος, ὕστερον ἔκτεινε, τῆς γερουσίας
αὐτοῦ καταψηφισαμένης θάνατον σπουδῇ αὐτοῦ.
καὶ τῷ τι αὐτοῦ ἐπὶ τρισὶν ἡμέραις ἐρριμμένῳ
τὸ πλῆθος ἐνύβριζεν, εἶτα εἰς τὸν ποταμὸν ἐνέβαλε. 
 τά τε παιδία αὐτοῦ κατὰ δόγμα ἀπέθανε, καὶ ἡ γυνὴ
αὐτοῦ ἑαυτὴν διεχρήσατο. καὶ ἄλλοι δι’ ἐκεῖνον
ἀπώλοντο, οἶ μὲν ἑαυτοὺς ἀνελόντες, οἱ δὲ ὑφ’ ἑτέρων
ἀναιρεθέντες.

Τιβέριος δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ διὰ τοὺ ἔρωτας, οἶς ἀσελγῶς τε καὶ ἀναιδῶς ἐχρῆτο, τῶν εὐγενεστάτων
καὶ ἀρρένων καὶ θηλειῶν, διεβάλλετο, καὶ
διὰ τὸν τῆς Ἀγριππίνης τοῦ τε Δρούσου θάνατον ἐς
ὠμότητα ἐλοιδορεῖτο. δοκοῦντες γὰρ οἷ ἄνθρωποι
ὑπὸ τοῦ Σηιανοῦ πάντα τὰ κατ’ ἐκείνων πρότερον
 γίνεσθαι, ὡς κἀκείνους κτανθῆναι ἔμαθον μετὰ τὴν
ἐκείνου φθοράν, ὑπερήλγησαν. τὸν δὲ δὴ Γάιον τὸν
νεώτερον τῶν τοῦ Γερμανικοῦ παίδων ταμίαν ἀπέδειξε. 
τὸν γὰρ ἔγγονον τὸν Τιβέριον, ὅτι τε παιδίον
ἦν καὶ ὅτι μὴ εἶναι τοῦ Δρούσου παῖς ὑπωπτεύετο,
 παρεώρα, τῷ Γαΐῳ δὲ ὡς καὶ μοναρχήσοντι προσεῖχεν.
ἠγνόει γὰρ οὐδὲν τῶν κατὰ τὸν Γάιον, ἀλλὰ καὶ ἴφη
ποτὲ αὐτῷ διαφερομένῳ πρὸς τὸν Τιβέριον ὅτι “σύ
τε τοῦτον ἀποκτενεῖς καὶ σὲ ἄλλοι.” οὔτε δὲ ἕτερόν
τινα ὁμοίως προσήκοντα ἑαυτῷ ἔχων, καὶ ἐκεῖνον
 εἰδὼς ἐσόμενον κάκιστον, ἀσμένως τὴν ἀρχήν, ὥς
φασι, δέδωκεν αὐτῷ, ὅπως τῇ τοῦ Μου τῆς κακίας
ὑπερβολῇ τὰ ἑαυτοῦ κρυφθείη καὶ τὸ πλεῖστον καὶ
εὐγενέστατον τῆς βουλῆς φθαρῇ παρελθόντος αὐτοῦ. B
λέγεται δὲ καὶ πολλάκις ἀναφθέγξασθαι τοῦτο δὴ τὸ
 ἀρχαῖον
 

 
 ἐμοῦ θανόντος γαῖα μιχθήτω πυρί, 
καὶ τὸν Πρίαμον μακαρίζειν ὅτι ἄρδην μετὰ τῆς πατρίδος
καὶ τῆς βασιλείας ἀπώλετο. τοσοῦτον δὲ πλῆθος
τῶν τε βουλευτῶν καὶ τῶν ἄλλων διέφθαρτο,
ὥστε τοὺς τὰς ἡγεμονίας τῶν ἐθνῶν ἔχοντας ἀπορίᾳ 
τῶν αὐτοὺς διαδεξομένων ἀδιαδόχους εἶναι. οἶ μὲν
οὖν ἄλλοι δι’ ἄλλας αἰτίας καὶ ψευδεῖς καὶ ἀληθεῖς
ἐκτιννύοντο, Αἰμίλιος δὲ Σκαῦρος διὰ τραγῳδίαν
ἀπέθανεν. Ἀτρεὺς μὲν γὰρ τὸ ποίημα ἦν, παρῄνει
δὲ δὴ τῶν ἀρχομένων τινὶ τὴν τοῦ κρατοῦντος ἀβουλίαν 
 φέρειν. μαθὼν οὖν ταῦτα ὁ Τιβέριος ἐπ’ αὐτὸν
πεποιῆσθαι τὸ ἔπος ἐνόμισε, καὶ εἶπε “κἀγὼ οὖν
Αἴαντα αὐτὸν ποιήσω”, καὶ αὐτοεντίᾳ ἀπολέσθαι
αὐτὸν ἠνάγκασεν. ἐν τούτοις νεανίσκος τις Δροῦσος
εἶναι λέγων περί τε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἰωνίαν 
ὤφθη. καὶ ἐδέξαντο αὐτὸν ἀσμένως αἱ πόλεις, καὶ
κἂν ἐς τὴν Συρίαν προχωρήσας κατέσχε τὰ στρατόπεδα,
εἰ μὴ ἐπιγνούς τις αὐτὸν συνέλαβε καὶ πρὸς
τὸν Τιβέριον ἤγαγεν· ὁ δὲ ἐν Ἀντίῳ τοὺς τοῦ Γᾶ ἴου
γάμους ἑώρταζεν. 
 Ὁ Τίβερις δὲ τότε πολλὰ τῆς ‘Ρὠμης ἐπέκλυσεν
ὥστε πλευσθῆναι, καὶ πυρὶ μυρία ἐφθάρη. εἰ δέ τι
καὶ τὰ Αἰγυπτία πρὸς τοὺς Ῥωμαίους προσήκει, ὁ
 φοῖνιξ ἐκείνῳ τῷ ἔτει ὤφθη. καὶ ἔδοξε ταῦτα τὸν
θάνατον τῷ Τιβερίῳ προσημαίνειν. ὃς ἐνόσησε μὲν 
πρὸ πλείονος χρόνου, οὔτε δὲ τὴν δίαιταν παρήλλαξεν
οὔτε τοῖς ἰατροῖς ἐκέχρητο, διὰ τὸν τοῦ Θρασύλλου
λόγον, ὅς πάνυ μὲν ἀκριβῶς ᾔδει καὶ τὴν ἡμέραν
καὶ τὴν ὥραν καθ’ ἣν τεθνήξεσθαι ἔμελλεν ὁ Τιβέριος,
δὲ δέκα ἐνιαυτοὺς ἔτι βιώσεσθαι ἔλεγεν, 
ἔν ὡς ἐπὶ μακρότερον ζήσων μὴ ἐπειχθῇ πολλοὺς
ἀποκτεῖναι. οἷα δ’ ἐν γήρᾳ καὶ νόσῳ μὴ ὀξείᾳ τοτὲ

 
μὲν κατεπονεῖτο, τοτὲ δὲ ἀνερρώννυτο. κἀντεῦθεν
ἐνίοτε μὲν ἥδοντο οἵ τε λοιποὶ καὶ ὁ Γάιος ὡς τελευτήσοντος,
ἐνίοτε δὲ ὡς καὶ ζησομένου πεφόβηντο.
δείσας οὖν ὁ Γάιος μὴ καὶ ἀνασωθῇ, οὔτε φαγεῖν 
 αἰτήσαντι ἔδωκεν, ὡς τάχα βλαβησομένῳ, καὶ ἱμάτια
πολλὰ καὶ παχέα ὡς θερμασίας δεομένῳ προσέβαλε,
καὶ οὕτως ἀπέπνιξεν αὐτόν, ζήσαντα ἔτη ἑπτὰ πρὸς
τοῖς ἑβδομήκοντα καὶ μῆνας τέσσαρας καὶ ἡμέρας
ἐννέα, ἀφ’ ὧν δύο καὶ εἴκοσιν ἐνιαυτοὺς ἐμονάρχησε
 καὶ μῆνας ἑπτὰ καὶ ἡμέρας ἑπτά. μετήλλαξε δὲ τῇ
εἰκοστῇ τοῦ Μαρτίου ἡμέρᾳ. 
 Τούτου τῷ πεντεκαιδεκάτῳ ἔτει ἐβαπτίσθη ὁ
κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἐν δὲ τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ
παρεδόθη καὶ ἐσταυρώθη καὶ ἀνέστη. ἱστορεῖ
 δὲ ὁ Εὐσέβιος τὸν Πιλάτον τῆς Ἰουδαίας τηνικαῦτα 
ἐπιτροπεύοντα γράψαι τὰ περὶ τοῦ κυρίου τῷ Τιβερίῳ,
ἔθους ὄντος τοῖς τῶν ἐθνῶν ἄρχουσι τὰ παρὰ
σφίσι καινοτομούμενα δηλοῦν τῷ τὴν μοναρχίαν
ἰθύνοντι, ἵν’ αὐτῷ μηδὲν ἀγνοῆται τῶν παρ’ ἑκάστοις
 τῶν ἐθνῶν γινομένων. ἤδη γάρ φησι τῆς ἐκ νεκρῶν
ἀναστάσεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν εἰς ἅπαντας ἐν πάσῃ
τῇ Παλαιστίνῃ διαβεβοημένης, τὰ περὶ αὐτῆς ὁ Πιλάτος
ἐκοινώσατο Τιβερίῳ τῷ αὐτοκράτορι, ὃς τάς τε
ἄλλας αὐτοῦ πυθόμενος τερατείας καὶ ὡς μετὰ θάνατον
 ἐκ νεκρῶν ἀναστὰς θεὸς εἶναι παρὰ πλείστοις
ἤδη πεπίστευται, ἀνήνεγκε μὲν τῇ συγκλήτῳ ταῦτα·
ἐκείνη δὲ τὸν λόγον ἀπώσατο, ὅτι μὴ πρότερον αὐτὴ
τοῦτο δοκιμάσασα ἦν, παλαιοῦ νόμου κεκρατηκότος 
μὴ ἄλλως τινὰ παρὰ Ῥωμαίοις θεοποιεῖσθαι μὴ οὐχὶ
 

 
ψήφῳ τῆς συγκλήτου καὶ δόγματι. ταύτης δ’ οὖν
ἀπωσαμένης τὸν περὶ τοὐ σωτῆρος ἡμῶν λόγον, τὸν
Τιβέριον, ἣν καὶ πρῴην εἶχε γνώμην τηρήσαντα,
μηδὲν ἄτοπον κατὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ διδασκαλίας
ἐπινοῆσαι. μάρτυρα δ’ ἐπὶ τούτοις παράγει Τερτθλιανὸν 
ὁ Εὐσέβιος, ἄνδρα Ῥωμαῖον καὶ ἔνα τῶν ἐν
τῇ ῥώμῃ λαμπρῶν, ἐν συγγραφῇ τινι παρ’ αὐτοῦ
ἐκτεθείσῃ Ῥωμαϊκῇ διαλέκτῳ, μεταβληθείσῃ δ’ εἰς
τὴν Ἑλλάδα φωνήν, λέγοντα ταῦτα “παλαιὸν ἦν
δόγμα μηδένα θεὸν ὑπό του καθιεροῦσθαι πρὶν ὑπὸ 
 τῆς συγκλήτου δοκιμασθῇ. ὁ Τιβέριος οὖν, ἐφ’ οὗ
τὸ τῶν Χριστιανῶν ὄνομα εἰς τὸν κόσμον εἰσεληλύθει,
ἀγγελθέντος αὐτῷ ἐκ Παλαιστίνης τοῦ δόγματος
τούτου ἔνθα πρῶτον ἤρξατο, τῇ συγκλήτῳ ἀνεκοινώσατο,
δῆλος δῆλος ὡς τῷ δόγματι ἀρέσκεται. 
ἡ δὲ σύγκλητος, ἐπεὶ οὐκ αὐτὴ δεδοκιμάκει, τοῦτο
ἀπώσατο. ὁ δὲ ἐν τῇ αὐτοῦ γνώμῃ ἔμεινεν, ἀπειλήσας
θάνατον τοῖς τῶν Χριστιανῶν κατηγόροις.”
ταῦτα ὁ Εὐσέβιος ἱστορεῖ τὸν Τιβέριον ποιῆσαι μαθόντα
περὶ τῆς θεότητος τοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ τῆς 
ἐκ νεκρῶν αὐτοῦ ἀναστάσεως, ἐκ τῆς τοῦ Τερτυλιανοῦ
συγγραφῆς αὐτὰ ἐκλεξάμενος.

Καὶ ὁ μὲν Τιβέριος οὕτως ἀπεβίω, διεδέξατο δὲ
αὐτὸν ὁ Γάιος ὁ τοῦ Γερμανικοῦ καὶ τῆς Ἀγριππίνης
 παῖς, ὃν καὶ Γερμανικὸν καὶ Καλλιγόλαν ἐπωνόμαζον. 
εἰ γὰρ καὶ ὁ Τιβέριος καὶ τῷ ἰδίῳ ἐγγόνῳ τῷ
Τιβερίῳ τὴν αὐταρχίαν κατέλιπεν, ἀλλ’ ὁ Γάιος τὰς
διαθήκας αὐτοῦ εἰς τὸ συνέδριον πέμψας ἀκύρους
παρεσκεύασε γενέσθαι, ὡς παραφρονήσαντος, οἶα
 

 
παιδί, ᾧ μηδ’ εἰσελθεῖν ἐξῆν εἰς τὸ βουλευτήριον,
ἄρχειν τῶν ‘Ρωμαίων ἐπιτρέψαντος. τῆς μὲν οὖν
ἀρχῆς αὐτὸν οὕτως αὐτίκα παρέλυσε καὶ μετὰ τοῦτο
εἰσποιησάμενος ἀπέκτεινεν ὡς τελευτῆσαι αὐτὸν εὐξάμενον,
 χρήματα δὲ πολλὰ τοῖς στρατιώταις καὶ τῷ
δήμῳ διένειμε, τὰ μὲν ἐκ τῶν Τιβερίου διαθηκῶν,
τὰ δὲ ἐκ τῶν τῆς Λιβίας, ἃ ὁ Τιβέριος οὐ παρέσχε.
καὶ εἴπερ καὶ τὰ λοιπὰ δεόντως ἀνήλισκε, μεγαλόνους 
ἂν καὶ μεγαλοπρεπὴς ἔδοξε· νῦν δὲ καὶ εἰς ὀρχηστὰς
 καὶ ἵππους καὶ μονομάχους καὶ τοιουτότροπα
ἕτερα ἀπλήστως δαπανῶν, καὶ τοὺς θησαυροὺς μεγάλους
γεγονότας διὰ βραχέος ἐξεκένωσε καὶ ἑαυτὸν
προσεξήλεγξεν ὅτι εὐχερείᾳ καὶ ἀκρισίᾳ κἀκεῖνα πεποίηκε.
καὶ οὐδ’ ἐς τρίτον ἔτος μέρος αὐτῶν τι 
 διέσωσεν, ἀλλ’ εὐθὺς παμπόλλων προσεδεήθη. 
 Τῷ δ’ αὐτῷ τούτῳ τρόπῳ καὶ ἐς τὰ ἄλλα ἐκέχρητο.
μοιχικώτατός τε γὰρ ἀνδρῶν γεγενημένος,
καὶ γυναῖκα μίαν μὲν ἁρπάσας ἐκδιδομένην ἀνδρί,
ἄλλας δὲ ἤ δὴ ἐκδεδομένας καὶ συνοικούσας τισὶν
 ἀποσπάσας, πλὴν μιᾶς τὰς ἄλλας ἐμίσησε· πάντως 
δ’ ἂν κἀκείνην ἐμίσησεν, εἰ ἐπὶ πλέον ἐβεβιώκει.
καὶ ἐς τὴν μητέρα καὶ τὰς ἀδελφὰς τήν τε τήθην
τὴν Ἀντωνίαν πολλὰ εὐσεβῶς ἐνδειξάμενος, μετὰ
ταῦτα τὴν μὲν τήθην ἐπιτιμήσασάν τι αὐτῷ εἰς ἀνάγκην
 ἑκουσίου θανάτου κατέστησε, τὰς ἀδελφὰς δὲ
διαφθείρας ἁπάσας εἰς νῆσον τὰς δύο κατέκλεισεν·
ἡ γὰρ τρίτη προετεθνήκει. καὶ ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα
ἐποίησε. καὶ τὸν Τιβέριον ὡς ἀσελγῆ καὶ μιαιφόνον
διέβαλλεν, ὥστε καὶ ἄλλους ἐκ τούτου χαριεῖσθαί οἷ
 νομίσαντας προπετεστέρᾳ παρρησίᾳ χρήσασθαι· εἶτα
ἐπῄνει τε καὶ ἐσέμνυνεν, ὥστε καὶ κολάσαι τινὰς ἐφ’ 
οἶς κατ’ ἐκείνου εἰρήκεσαν· καὶ τοὺς βλασφημοῦντας

 
ἐκεῖνον ἐκάκιζεν, καὶ τοὺς ἐπαινοῦντας ὡς φίλους
ἐκείνου ἐμίσει· καὶ παμπληθεῖς ἀπέκτεινε τῶν κατὰ
τοῦ πατρὸς καὶ τῆς μητρὸς καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ
τὸν Τιβέριον ἐρεθισάντων, καίτοι τὴν ὀργὴν αὐτοῖς
ἀφεῖναι λέγων καὶ τὰ γράμματα καταφλέξαι αὐτῶν. 
καὶ ναοὺς δὲ ἑαυτῷ καὶ θυσίας ὡς θεῷ γίνεσθαι
ἐκέλευσεν. αἰτούμενός τέ τι ὠργίζετο, καὶ αὖθις
ἐμηνία ὡς μὴ αἰτούμενος· ὀξύς τ’ ἐπί τινας πράξεις
ἐφέρετο, καὶ νωθέστατα ἐνίας μετακεχείριστο· τά τε
χρήματα καὶ ἀφειδέστατα ἀνήλισκε, καὶ ῥυπαρώτατα 
 ἠργυρολόγει· τοῖς τε θωπεύουσιν αὐτὸν καὶ τοῖς
παρρησιαζομένοις καὶ ἤχθετο ὁμοίως καὶ ἥδετο. καὶ
πολλοὺς μὲν μεγάλα ἀδικήσαντας ἐκόλασε, πολλοὺς
δὲ μηδὲν ἠδικηκότας ἀπ’ ἔκτεινε. καὶ τῶν ἑταίρων
τοὺς μὲν ὑπερεκολάκευε, τοὺς δὲ ὑπερύβριζε. τοιούτῳ 
δὲ τὸ σύμπαν οἶ Ῥωμαῖοι τότε παρεδόθησαν
αὐτοκράτορι ὥστε τὰ τοῦ Τιβερίου ἔργα , καίτοι δο-
κοῦντα παγχάλεπα, τοσοῦτον τὰ τοῦ Γαίου παρενεγ-
κεῖν ὅσον κρείττω ἐκείνων τὰ τοῦ Αὐγούστου εἶναι
ἐδόκουν. Τιβέριος μὲν γὰρ ἦρχε καὶ τοῖς ἄλλοις 
ὑπηρέταις πρὸς τὸ αὐτοῦ ἐγέχρητο βούλημα, Γάιος
δὲ ἤρχετο μὲν ὑπὸ τῶν ἁρματηλατούντων καὶ ὑπὸ
 τῶν ὁπλομαχούντων, ἐδούλευε δὲ καὶ τοῖς ὀρχησταῖς
καὶ τοῖς λοιποῖς τοῖς περὶ τὴν σκηνήν. τὸν γοῦν
Ἀπελλῆν τῶν τότε τραγῳδῶν τὸν εὐδοκιμώτατον καὶ 
δημοσιεύων συνόντα αὐτῷ εἶχεν ἀεί, καὶ χωρὶς μὲν
ἐκεῖνος, χωρὶς δ’ οἱ λοιποὶ πάνθ’ ὅσα ἂν τοιοῦτοι
δυνηθέντες τολμήσειαν, ἐπ’ ἐξουσίας ἐποίουν. καὶ
αὐτῶν τὰ μὲν πρῶτα θεατὴς καὶ ἀκροατὴς ἐγίνετο,
συσπουδάζων καὶ ἀντιστασιάζων τισίν· εἶτα καὶ ἅρματα 
ἤλασε καὶ ἐμονομάχησεν, ὀρχήσει τε ἐκέχρητο
καὶ τραγῳδίαν ὑπεκρίνετο. ἅπαξ δὲ τοὺς πρώτους

 
τῆς γερουσίας νυκτὸς ὡς ἐπί τι ἀναγκαῖον μεταπεμ-
ψάμενος ὠρχήσατο. 
 Ἐν μὲν οὖν τῷ ἔτει, ἐν ᾧ ὁ Τιβέριος ἐτελεύτησε, 
τούς τε βουλευτὰς καὶ τοὺς ἱππέας καὶ τὸν δῆμον
 ἐκολάκευε, πέμπτον καὶ εἰκοστὸν ἀνύων ἐνιαυτόν,
καὶ τοὺς ἐν δεσμωτηρίοις ἀπέλυσε τά τε ἐγκλήματα
τῆς ἀσεβείας κατέλυσε καὶ τὰ περὶ αὐτῶν τοῦ ιβερίου
γράμματα, ὡς ἔλεγεν, ἔκαυσεν, ἐπῃνεῖτό τε ἐπὶ

τούτοις· εἶτα καὶ ὑπάτευσε, τὸν θεῖον τὸν Κλαύδιον προσλαβών. οὗτος γὰρ ἱππεὺς ὢν τότε πρῶτον καὶ
ὑπάτευσε καὶ ἐβούλευσεν, ἓξ καὶ τεσσαράκοντα ἐτῶν
γεγονώς. ὁ δὲ δὴ πενθερὸς αὐτοῦ Μάρκος Σιλανός,
ἐπειδὴ βαρὺς αὐτῷ ὑπό τε τῆς ἀρετῆς καὶ ὑπὸ τῆς
συγγενείας ἦν, προπηλακιζόμενός τε καὶ περιυβριζόμενος, 
 διεχειρίσατο ἑαυτόν, καίτοι παρὰ τοῦ Τιβερίου
σφόδρα τιμώμενος. ὁ δὲ καὶ τὴν θυγατέρα
αὐτοῦ ἐκβαλὼν ἔγημε Κορνηλίαν Ὀρεστίναν, ἣν καὶ 
ἐν αὐτοῖς τοῖς γάμοις ἀφήρπασεν οὓς συνεώρταζε
τῷ ἐγγεγυημένῳ αὐτὴν Γαΐῳ Καλπουρνίῳ Πείσωνι.
 καίτοι δὲ τοιοῦτος ὢν ἔπραξέ τινα καὶ ἐπαίνου ἄξια.
ἐμπρησμὸν γὰρ μετὰ τῶν στρατιωτῶν κατασβέσας
ἐπήρκεσε τοῖς ζημιωθεῖσι, τοῦ τε τῶν ἱππέων τέλους
ὀλιγανδροῦντος ἐξ ἁπάσης ἀρχῆς τοὺς πρώτους μεταπεμψάμενος
κατελέξατο, καὶ τὰς ἀρχαιρεσίας τῷ
 δήμῳ ἀπέδωκε, καὶ ἄλλα τινὰ τοιαῦτα ἐποίησεν.
ὑπαίτια δὲ εἰργάσατο πολλαπλάσια. καὶ πολλοὺς 
ἀπέκτεινεν· ἦν δὲ οὐ τὸ πλῆθος τῶν ἀπολλυμένων
οὕτω δεινόν, καίτοι δεινὸν ὄν, ἀλλ’ ὅτι τοῖς τε φόνοις
αὐτῶν ὑπερέχαιρε καὶ ἀπλήστως εἶχε τῆς θέας
 τοῦ αἵματος. ὑπὸ γοῦν ὠμότητος ἐπιλιπόντων ποτὲ
 

 
τῶν τοῖς θηρίοις ἐκ καταδίκης διδομένων, ἐκέλευσεν
ἐκ τοῦ ὄχλου τοῦ τοῖς ἰκρίοις προστετηκότος συναρ-
πασθῆναί τινας καὶ παραβληθῆναι αὐτοῖς. καὶ ὅπως
μήτε ἐπιβοήσασθαι μήτε τι αἰτιάσασθαι δυνηθῶσι,
τὰς γλώσσας αὐτῶν προαπέτεμον. πολλοὺς δὲ καὶ 
διὰ τὰς οὐσίας ἐφόνευεν, ἕτερ’ ἄττα σφίσιν ἐπεγκαλῶν.
 λῶν. καὶ ὁ τῆς Δρουσίλλης τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ θάνατος
οὐ μείους διέφθειρεν, ᾗ συνῴκει μὲν Μάρκος
Λέπιδος παιδικὰ ἅμα αὐτοῦ καὶ ἐραστὴς ὤν, συνῆν
δὲ καὶ ὁ Γάιος. ἀποθανοῦσαν οὖν πολλῶν μὲν καὶ 
ἄλλων ἠξίωσεν, εἶτα καὶ ἀπεθέωσε. μετ’ ὀλίγον δὲ
ἔγημε Λολλίαν Παυλῖναν, αὐτὸν τὸν ἄνδρα αὐτῆς
ἐγγυῆσαι αὐτῷ τὴν γυναῖκα βιάσας, ἔνα μὴ ἀνέγγυον
αὐτὴν λαβὼν παρανομήσῃ. 
 Ἐν στενωπῷ δέ ποτε πηλὸν πολὺν θεασάμενος, 
ἐκέλευσεν αὐτὸν εἰς τὰ τοῦ ἀγορανομοῦντος τότε καὶ
τῆς τῶν ὁδῶν καθάρσεως ἐπιμελουμένου ἱμάτια ἐμβληθῆναι.
βληθῆναι. Οὐεσπασιανὸς δὲ τότε ἦν ἀγορανομῶν·
 ὥστε ὕστερον ἐκείνου τὰ πράγματα τεταραγμένα καὶ
πεφυρμένα παραλαβόντος καὶ καταστήσαντος ἔδοξεν 
οὐκ ἀθεεὶ τὸ τότε συμβὰν γεγονέναι, ἀλλ’ ἄντικρυς
αὐτῷ τὴν πόλιν πρὸς ἐπανόρθωσιν παρὰ Γαίου ἐγχειρισθῆναι. 
 Διηνεκῶς δὲ πολλοὺς ὁ Γάιος ἐφόνευε, καὶ ἦν
ἔξω τῶν φόνων οὐδέν. καὶ οὐδὲ τῷ πλήθει τι ἐχαρίξετο, 
κἀκεῖνοι πάνυ αὐτῷ ἀπηχθάνοντο· πολλὰ
μὲν γὰρ καὶ ἄλλα αὐτῷ μὴ ἀρέσκοντα ἔλεγόν τε καὶ
ἔπραττον, πρὸς δὲ τοῖς ἠγανάκτει δεινῶς ὅτι μεγαλύνοντες
αὐτόν “νεανίσκε Αὔγουστε ἐπεβόων. οὐ
 γὰρ μακαρίζεσθαι ἡγεῖτο ὅτι νέος ὢν ἐμονάρχει, ἀλλ’ 
ἐγκαλεῖσθαι ὅτι ἐν ἡλικίᾳ τοιαύτῃ τηλικαύτην εἶχεν
ἀρχήν. ἐχρημάτιζε δὲ ἐκ τρόπου παντός, ἀργυρισμοῦ

 
ἄλλοτε ἄλλας ἐφευρίσκων λαβάς· καὶ ἀζήμιος τῶν
γέ τι ἐχόντων οὐδεὶς οὐκ ἀνήρ, οὐ γυνὴ καταλέλει-
πτο. κἄν τινας καὶ τῶν ἀφηλικεστέρων ζῆν πα,
ἀλλὰ πατέρας τε καὶ πάππους μητέρας τε ὀνομάζων
 καὶ τήθας καὶ ζῶντας ἐξεκαρποῦτο καὶ τελευτώντων
τὰς οὐσίας ἐκληρονόμει. 
 Ἐλάσαι δὲ διὰ τῆς θαλάσσης τρόπον τινὰ καὶ
διιππεῦσαι ἐπεθύμησε, καὶ ἐγεφύρωσε τὸ μεταξὺ τῶν
Ποτιόλων καὶ τῶν Βαύλων. τὸ δὲ χωρίον τοῦτο κατ’ 
 ἀντιπέραν τῆς πόλεως ἐστι, διέχον αὐτῆς σταδίους
ἕξ καὶ εἴκοσι. πλοῖα δὲ εἰς τὴν γέφυραν τὰ μὲν κα.
τεσκευάσθη, τὰ δὲ ἠθροίσθη. ἀφ’ οὑπερ καὶ λιμὸς
ἔν τε τῇ Ἰταλίᾳ καὶ ἐν τῇ Ρώμῃ μάλιστα ἰσχυρὸς
ἐγένετο. ὁ δὲ τὸν τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὧς ἔλεγε, θώρακα
 ἐνδυσάμενος καὶ ἐπ’ αὐτῷ χλαμύδα σηρικὴν
ἁλουργῆ πολὺ μὲν χρυσίον, πολλοὺς δὲ λίθους Ἰνδικαὺς
ἔχουσαν, καὶ ξίφος περιζωσάμενος καὶ ἀσπίδα
λαβὼν δρυί τε στεφανωσάμενος, σπουδῇ καθάπερ
ἐπὶ πολεμίαν εἰς τὴν πόλιν εἰσήλασε, παμπληθεῖς
 ἱππεῖς τε καὶ πεζοὺς ὡπλισμένους ἐπαγόμενος· καὶ
ἄλλα δέ τινα τοιαῦτα ποιήσας καὶ ἑαυτὸν ὰποσεμνύνας 
ἐν δημηγορίᾳ διὰ ταῦτα ἐς τὸν Δαρεῖον καὶ τὸν
Ξέρξην ἀπέσκωπτεν, ὡς πολλαπλάσιον ἢ ἐκεῖνοι τῆς
θαλάσσης μέτρον ζεύξας αὐτός. 
 Αἰτία δὲ θανάτου πολλοῖς καὶ αὕτη ἡ γέφυρα 
γέγονε. χρήματα γὰρ εἰς αὐτὴν ἀναλώσας ἀμύθητα
πολλῶ πλείοσι διὰ τὰς οὐσίας ἐπεβούλευσεν. ὥστε
Ἰούνιός τις Πρίσκος στρατηγὸς ᾐτιάθη μὲν ἐπ’ ἄλλοις
τισίν, ἀπέθανε δὲ ὡς πλούσιος· μαθὼν δὲ ὁ Γάιος
 ὅτι οὐδὲν ἄξιον τοῦ θανάτου ἐκέκτητο, εἷπεν ὅτι
“ἠπάτησέ με καὶ μάτην ἀπώλετο· ζῆν γὰρ ἡδύνατο.”
Ἆφρος δὲ Δομίτιος παρὰ μικρὸν κινδυνεύσας παρα- 

 
δόξως ἐσώθη. ἐπί τινι γὰρ αἰτίᾳ ἐς τὸ συνέδριον
ἀγαγὼν αὐτόν, λόγον κατ’ αὐτοῦ ἀνέγνω μακρόν,
νικᾶν γὰρ ἠξίου πάντας τοὺς ῥήτορας, καὶ τὸν Δομίτιον
δεινότατον ὄντα εἰπεῖν ὑπερβαλεῖν ἐσπούδασεν,
ὁ ὲν, ὁ δὲ οὔτε τι ἀντεῖπεν οὔτ’ ἀνταπελογήσατο, 
θαυμάζεν δὲ τὴν τοῦ Γαΐου δεινότητα προσεποιεῖτο
καὶ καταπλήττεσθαι, καὶ ἠντιβόλει τε καὶ ἱκέτευε,
τὸν ῥήτορα μᾶλλον ἢ τὸν Καίσαρα φοβεῖσθαι λέγων.
καὶ ἐπὶ τούτοις ἡσθεὶς ἐκεῖνος, καὶ πιστεύσας τῇ τῶν
λόγων δεινότητι κρατῆσαι αὐτοῦ, ἐπαύσατο τῆς ὀργῆς.

Εἶτα εἰς τὴν Γαλατίαν ἀφώρμησεν ὡς τάχα τῶν
Κελτῶν τι παρακινούντων, καὶ τοὺς μὲν πολεμίους
οὐδέν τι ἔβλαψε, τοὺς δ’ ὑπηκόους καὶ τοὺς συμμά-
χους καὶ τοὺς πολίτας πλεῖστα ἐκάκωσε. κυβεύων
δέ ποτε, καὶ γνοὺς ὡς οὐκ ἔχει ἀργύριον, ᾔτησε τὰς 
τῶν Γαλατῶν ἀπογραφάς. καὶ κελεύσας θανατωθῆναι
τοὺς πλουσιωτάτους αὐτῶν, ἐπανῆλθε πρὸς τοὺς
συγκυβευτὰς καὶ εἶπεν ὡς “ περὶ ὀλίγων δραχμῶν
ὑμεῖς ἀγωνίζεσθε, ἐγὼ δὲ μυρίας καὶ πεντακισχιλίας
ἤθροισα μυριάδας.” οὕτως ἀκρίτως πάντα ἐγίνετο. 
καὶ τὸν Λέπιδον δ’ ἐκεῖνον τὸν ἐραστήν, τὸν ἐρώμε-
νον, τὸν τῆς Δρουσίλλης ἄνδρα, ὃν ὑπερετίμησε καὶ
διάδοχον ἕξειν τῆς ἀρχῆς ἐπηγγέλλετο, ἔκτεινε· καὶ
τὰς ἀδελφὰς τὰς οἰκείας ὡς ἐκείνῳ συμφθαρείσας
 εἰς τἀς Ποντίους νήσους ἀπήγαγε· καὶ ἄλλα πολλὰ 
τοιαῦτα πεποίηκεν. εἶτα τὴν Παυλῖναν ἐκβαλών,
προφάσει μὲν ὡς μὴ τίκτουσαν, τὸ δ’ ἀληθὲς ὅτι
διακορὴς ἐκείνης ἐγένετο, Μιλωνίαν Καισωνίαν ἕγημεν,
ἣν πρότερον μὲν ἐμοίχευσε, τότε δὲ καὶ γαμετὴν
 

 
ἐσχηκέναι ἠθέλησεν, ἐπειδὴ ἐν γαστρὶ ἔσχεν, ἔν
αὐτῷ παιδίον τέκῃ τριακονθήμερον. 
 Οἶ’ δ’ ἐν τῇ Ῥώμῃ ἐταράττοντο μὲν ἐκ
ἐταράττοντο δὲ καὶ ὅτι δίκαι σφίσι πλεῖσται ἐπήγοντο
 ἐπὶ τῆ πρὸς τὰς ἀδελφὰς αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῇ
πρὸς τοὺς πεφονευμένους φιλίᾳ, προσεδόκων δὲ καὶ
ἐπὶ πλεῖον τήν τε ὠμότητα τοῦ Γαίου καὶ τὴν ἀσέλγειαν 
αὐξήσειν, αὐξήσειν, εἰ ὁ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ χρόνος πλείων
γένηται. καὶ οἶ μὲν οὕτω διέκειντο πρὸς αὐτόν, ὁ δὲ
 καὶ τὸν Πτολεμαῖον τὸν τοῦ Ἰόβα παῖδα μεταστειλάμενος
ὡς πλουτοῦντα κἀκεῖνον ἀπέκτεινε. 
 Τοῦτον δὲ τὸν τρόπον βιοὺς πάντως ἐπιβουλευθήσεσθαι
ἔμελλε. καὶ ἐφώρασε τὴν ἐπίθεσιν, καὶ
συλλαβὼν Ἀνίκιον Κερεάλιον καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ
 Σέξτον Παπίνιον ἐβασάνισε· καὶ ἐπεὶ μηδὲν ἐξελά-
λησεν, ἀνέπεισε τὸν Παπίνιον, σωτηρίαν αὐτῷ καὶ
ἄδειαν ὑποσχόμενος, κατ’ εἰπεῖν τινων ἢ ἀληθῶς ἢ
ψευδῶς, καὶ ἐκεῖνον αὐτίκα καὶ τοὺς ἄλλους ἐν
ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ ἀπέκτεινεν. ἑνὸς δὲ τῶν κατεεινομένων 
 καὶ τὸν πατέρα παρεῖναι κατηνάγκασε τοῦ υἱοῦ
φονευομένου· πυθόμενόν τε εἰ μύσαι αὐτῷ ἐ[οτρεπει,
καὶ ἐκεῖνον σφαγῆναι προσέταξεν. ὁ δὲ κινδυνεύων
προσεποιήσατο ἐκ τῶν ἐπιβεβουλευκότων εἶναι,
καὶ τοὺς λοιποὺς πάντας ἐκφῆναι ὑπέσχετο, καὶ
 ὠνόμασε τούς τε ἑταίρους τοὺς τοῦ Γαΐου καὶ τοὺς
συνεργοὺς τῆς ἀσελγείας καὶ τῆς ὠμότητος. καὶ
πολλοὺς ἂν ἀπώλεσεν, εἰ μὴ καὶ τοὺς ὑπάρχους καὶ
τὸν Κάλλιστον καὶ τὴν Καισωνίαν προσδιαβαλὼν
ἠπιστήθη.
 Καὶ ὁ μὲν ἀπέθανεν, τῷ δὲ Γαί·ῳ τὸν ὄλεθρον
 

 
αὐτὸ τοῦτο παρεσκεύασεν. ἰδίᾳ γὰρ τοὺς ὑπάρχους
τε καὶ τὸν Κάλλιστον προσκαλεσάμενος “εἶς εἰμι”
 ἔφη, “τρεῖς δὲ ὑμεῖς· καὶ γυμνὸς μὲν ἐγώ, ὡπλισμένοι
δ’ ὑμεῖς. εἰ οὖν μισεῖτέ με καὶ ἀποκτείνειν θέλετε,
 φονεύσατε.” ἐξ ἐκείνου δὲ μισεῖσθαι νομίσας 
καὶ ἄχθεσθαι τοῖς πραττομένοις ἐκείνους, ὑπώπτευε
σφᾶς, καὶ ξίφος κἀν τῆ πόλει παρεζώννυτο, καὶ συνέβαλλεν
αὐτοὺς ἀλλήλοις, ὅπως μὴ συμφρονῶσι κατὰ
μόνας ἑκάστῳ ὡς πιστοτάτῳ διαλεγόμενος περὶ τῶν
λοιπῶν, μέχρις οὗ συνέντες τὸ ἐπιχείρημα προήκαντο 
αὐτὸν τοῖς ἐπιβουλεύουσι. 
 Τῶν δὲ βουλευτῶν, ὅτι μὴ κατεψηφίσαντό τινων,
περιφόβων ὄντων, Πρωτογενὴς τις πρὸς τὰ χαλεπώτατα
τῷ Γαίῳ ὑπηρετῶν, ὥστε καὶ βιβλία δύο περιφέρειν
ὧν τὸ μὲν ξίφος, τὸ δ’ ὠνόμαζεν ἐγχειρίδιον, 
εἰσῆλθεν εἰς τὸ συνέδριον, καὶ πάντων δεξιουμένων
 αὐτόν, οἶα εἰκός, δριμύ τι προσέβλεψεν ἑνὶ Σκριβωνίῳ
Πρόκλῳ, εἰπών “καὶ σύ με ἀσπάζῃ, μισῶν οὕτω
τὸν αὐτοκράτορα;” ἀκούσαντες δὲ τοῦτο οἷ παρόντες
περιέσχον τὸν συμβουλευτὴν καὶ διέσπασαν· ἐφ’ 
ᾧπερ ἥσθη ὁ Γάιος καὶ ἔφη κατηλλάχθαι αὐτοῖς.

Θωπευόντων δ’ αὐτὸν καὶ τῶν μὲν ἥρωα, τῶν
δὲ θεὸν ἀποκαλούντων, δεινῶς ἐξεφρόνησεν. ἠξίου
μὲν γὰρ καὶ πρότερον ὑπὲρ ἄνθρωπον νομίζεσθαι,
καὶ τῆ Σελήνη συγγίνεσθαι καὶ Ζεὺς εἷναι ἐπλάττετο, 
καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα ταῖς ἀδελφαῖς προεφασί-
ζετο μίγνυσθαι, καὶ πάντας θεοὺς ὑπεκρίνετο, καὶ
 τὰς θηλείας αὐτάς, καὶ Ἥρα καὶ Ἄρτεμις καὶ Αφροδίτη
ἐγίνετο, καὶ πρὸς τὴν τῶν ὀνομάτων μετάθεσιν
 

 
καὶ πὰν τὸ σχῆμα μετήμειβεν, ὡς ποτὲ μὲν θηλυ-
δρίαν ὁρᾶσθαι αὐτὸν καὶ κρατῆρα καὶ θύρσον φέρειν,
ποτὲ δὲ ἀρρενωπὸν καὶ ῥόπαλον καὶ λεοντῆν ἐνημμένον,
καὶ αὖθις λειογένειον ἢ πωγωνίαν δείκνυσθαι.
 τρίαινάν τε ἐκράτει καὶ ἀνέτεινε κεραυνόν,
παρθένῳ τ’ ἑ κυνηγετικῇ ὡμοιοῦτο, καὶ ἐγυναίκιζεν
αὖθις, καὶ τῆ στολῇ καὶ τοῖς προσθέτοις καὶ περιθέτοις
ἀκριβῶς ἐποικίλλετο, καὶ πάντα μᾶλλον ἢ
ἄνθρωπος δοκεῖν αὐτοκράτωρ ἐβούλετο. καί ποτε
 ἰδών τις αὐτὸν ἀνὴρ Γαλάτης ἐπὶ δίφρου ὑψηλοῦ ἐν
εἴδει Δῖός χρηματίζοντα, ἐγέλασε. μαθὼν οὖν τοῦτο 
ἐκάλεσεν αὐτὸν καὶ ἤρετο “τί σοι δοκῶ εἶναι ” κἀκεῖνος
“μέγα παραλήρημα” ἔφη. καὶ οὐδὲν ἔπαθε δεινόν·
παρελογίσθη γὰρ σκυτοτόμος ὤν. ἠσπάζετό τε
 βραχεῖς, τοῖς δ’ ἄλλοις καὶ τῶν βουλευτῶν ἢ τὴν
χεῖρα ἢ τὸν πόδα προσκυνεῖν ὤρεγε. πάντες δὲ
αὐτὸν ἐκολάκευον. καί ποτε τὸν Λούκιον τὸν Οὐιτέλλιον
ἄνδρα εὐγενῆ καὶ φρονήσεως εὖ ἔχοντα ἤρετο,
τῇ Σελήνῃ μίγνυσθαι λέγων, εἰ ὁρῴη τὴν θεὸν συνοῦσαν
 αὐτῷ. ὁ δὲ κάτω νεύων, οἶα δὴ τεθηπώς,
καὶ μικρόν τι φθεγξάμενος καὶ ὑπότρομον “ὑμῖν 
ἔφη “τοῖς θεοῖς, δέσποτα, μόνοις ἀλλήλους ὁρᾶν
ἴξεστιν.” 
 Οὕτω δ’ ἐξεμάνη ὁ Γάιος ὡς καὶ τοῖς ἐν τῇ
 Ἀσίᾳ τέμενος ἑαυτῷ ἀνεγεῖραι κελεῦσαι κατὰ τὴν
Μίλητον. καὶ ἐν τῇ Ρώμῃ δύο ναοὶ αὐτῷ ἱδρύθησαν·
τὸν μὲν γὰρ αὐτὸς ἑαυτῷ ἐν τῷ παλατίῳ ἐτε-
κτήνατο, ὁ δ’ ὑπὸ τῆς βουλῆς αὐτῷ ἐψηφίσθη καὶ
ἐδομήθη. ἐπενεκάλει δὲ καὶ τῷ Διὶ ὅτι τὸ Καπιτώλιον
 προκατέλαβε. καὶ ἀγάλματα δ’ ἑαυτοῦ πανταχοῦ
 

 
τῆς οἰκουμένης ἀπέστειλε, προσκυνεῖσθαι ταῦτα κε-
λεύσας. τὸν δ’ ἐν Ἱεροσολύμοις ναὸν εἰς οἰκεῖον
ἱερὸν μεθηρμόζετο, ἵνα Δῖός ἐπιφανοῦς νέον χρη-
ματίζῃ Γαΐου, εἰ καὶ ὁ Ἰώσηπος τοῦτο παρεσιώπησεν
 ἀρχαιολογῶν. ὅθεν καὶ ἡ τῶν Ἰουδαίων ἀποστασία 
ἔσχηκε τὴν ἀρχήν. ἱερέας τε πολλοὺς ἑαυτῶ κατε-
στήσατο, καὶ αὐτὸς δ’ ἑαυτῷ ἱερᾶτο. ταῖς τε βρον-
ταῖς ἐκ μηχανῆς ἀντεβρόντα, ἀντήστραπτέ τε ταῖς
ἀστραπαῖς. καὶ ὁπότε κατήνεκτο κεραυνός, λίθους
ἀντηκόντιζεν, ἐπιλέγων ἐφ’ ἑκάστῳ τὸ τοῦ Ὁμήρου 
ἡ μ’ ἀνάειρ’ ἢ ἐγὼ σέ.
Ἐπὶ τούτου, ὡς Εὐσέβιος ἱστορεῖ, ἐκ τῶν τὰς
Ὀλυμπιάδας ἀναγραψάντων ἀναλέξασθαι ταῦτα λέγων,
τοσαύταις περιέπεσε συμφοραῖς ὁ Πιλάτος
 ὥστε ἀναγκασθῆναι ἑαυτοῦ γενέσθαι αὐτόχειρ, τῆς 
θείας δίκης μετελθούσης αὐτόν. 
 Ὡς οὖν πάντα τρόπον ἐξεμαίνετο, ἀπαριθμεῖν
γὰρ τὸ καθ’ ἕκαστον πολλῆς ἂν εἴη λέσχης καὶ ἀηδίας,
ἐπεβούλευσαν αὐτῷ Κάσσιός τε Χαιρέας καὶ Κορνήλιος
Σαβῖνος. συνώμοσαν μὲν γὰρ πλείονες καὶ 
συνῄδεισαν τὸ πραττόμενον καὶ οἶ περὶ αὐτὸν ὄντες·
καὶ ὅσοι δὲ οὐ συνώμοσον, γνόντες οὔτ’ ἐξέφηναν
καὶ ἄσμενοι εἶδον αὐτὸν ἐπιβουλευόμενον. ἐπεβουλεύθη
δὲ θέαν ἐπιτελῶν. ὁ γὰρ Χαιρέας καὶ ὁ Σαρῖνος
ἐπὶ τοῖς γινομένοις αἰσχροῖς ἀλγοῦντες, ὅμως 
ἐκαρτέρουν ἐπὶ πέντε ἡμέρας. ὡς δὲ καὶ αὐτὸς ὁ
Γάιος καὶ ὀρχήσασθαι καὶ τραγῳδίαν ἠθέλησεν ὑποκρίνασθαι,
 καὶ διὰ τοῦτο ἑτέρας τρεῖς ἡμέρας προήγτὸν
 

 
γειλε, τηρήσαντες αὐτὸν ἐκ τοῦ θεάτρου ἐξερχόμενον
ἐν στενωπῷ τινι περιστάντες ἀπέκτειναν, καὶ πε-
σόντος οὐδεὶς τῶν παρόντων ἀπέσχετο, ἀλλὰ καὶ
νεκρὸν αὐτὸν κατετίτρωσκον. καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ
 καὶ τὴν θυγατέρα αὐτίκα ἀπέσφαξαν. 
 Γάιος μὲν δὴ ταῦτα ἔν τ’ ἑ τρισὶν ἔτεσι καὶ μησὶν
ἐννέα καὶ ἡμέραις ὀκτὼ καὶ εἴκοσι πράξας ἔργοις αὐτοῖς
ὡς οὐκ ἦν θεὸς ἔγνωκεν. ὡς δὲ ὁ θάνατος αὐτοῦ
διηγγέλθη, πλὴν ὀλίγων τῶν συνησελγηκότων αὐτῷ
 πάντες ἔχαιρον, μεμνημένοι καὶ τοῦ λεχθέντος ποτὲ
ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτε ὀργισθεὶς τῷ δήμῳ ἔφη εἴθε ἴνα
αὐχένα εἴχετε”, καὶ ἐπιλέγοντες ὅτι “σὺ μὲν ἕνα 
ἔχεις αὐχένα, ἡμεῖς δὲ χεῖρας πολλάς.” διαθεόντων
δέ τινων ὀλίγων καὶ θορυβούντων βοώντων τε ‘τίς
 Γάιον ὰπέσφαξεν;” Οὀαλἐριος Ἀσιατικός, ἀνὴρ ὑπατευκώς,
ἀνῆλθεν εἰς ἄποπτόν τι χωρίον, καὶ ἐκβοήσας
ἔφη “εἴθε ἐγὼ αὐτὸν ἤμην ἀπεκτονώς.” καὶ
οὕτω καταπλαγέντες οἶ θορυβοῦντες ἡσύχασαν.

Γάιος μὲν οὕτως ἐφθάρη· τῆς δὲ βουλῆς ἐν τῷ Καπιτωλίῳ συναθροισθείσης τοῖς μὲν δημοκρατεῖ-
σθαι ἐδόκει, οἶ δὲ μοναρχεῖσθαι καὶ αὖθις ἔκρινον·
καὶ τούτων οἱ μὲν τόνδε, οἶ δὲ τόνδε ᾑροῦντο. κἀν
τούτῳ στρατιῶταί τινες εἰς τὸ παλάτιον, ἵνα τι διαρπάσωσιν, 
εἰσπηδήσαντες εὗρον ἐν σκοτεινῇ γωνίᾳ
 κατακρυπτόμενόν που τὸν Κλαύδιον, συνῆν γὰρ τῷ
Γαΐῳ τοῦ θεάτρου ἐξερχομένῳ, καὶ τὴν ταραχὴν
φοβηθεὶς κατεκρύβη, καὶ ἐξεῖλκον αὐτὸν μὴ εἰδότες
ὅστις ἦν· γνόντες δὲ αὐτοκράτορά τε προσηγόρευσαν
 

 
καὶ ἐς τὸ στρατόπεδον ἤγαγον, καὶ μή τινος ἐνδοιά-
σαντος ἅπαντες αὐτῷ τὸ κράτος δεδώκασιν, ὡς ἐκ
γένους ὄντι βασιλικοῦ καὶ νομιζομένῳ ἐπιεικεῖ. εἰ
γὰρ καὶ ἀνεδύετο καὶ ἀντέλεγεν, ἀλλ’ ὅσον ἐξίστατο
καὶ ἀντέκειτο, τοσοῦτον μᾶλλον ἀντεφιλονείκουν οἰ 
 στρατιῶται μὴ παρ’ ἑτέρων λαβεῖν αὐτοκράτορα,
ἀλλ’ αὐτοὶ δοῦναι πᾶσι. διὸ καὶ ἄκων, ὡς ἐδόκει,
ὑπέκυψε. μαθόντες δὲ καὶ οἱ ὕπατοι καὶ οἷ βουλευταὶ
ἤδη προκατειλῆφθαι τὴν ἀρχήν, καὶ αὐτοὶ ὡμο-
λόγησαν. 
 Καὶ οὕτω Τιβέριος Κλαύδιος Νέρων Γερμανικὸς
ὁ τοῦ Δρούσου τοῦ τῆς λῖ βίας υἱοῦ παῖς τῆς αὐτοκρατοῦς
ἀρχῆς ἔτυχεν, ἄγων ἔτος πεντηκοστόν.
ἐγένετο δὲ τὴν μὲν ψυχὴν οὐ φαῦλος, ἀλλὰ καὶ ἐν
παιδείᾳ ἤσκητο ἴ’. ὥστε καὶ συγγράψαι τινά· τὸ δὲ 
σῶμα νοσώδης. πάνυ δὲ ἐγυναικοκρατήθη ἅμα καὶ
ἐδουλοκρατήθη, ἅτε καὶ ἐκ παίδων ἴν τ’ ἑ νοσηλείᾳ
 καὶ ἐν φόβῳ πολλῷ τραφείς, κἀντεῦθεν καὶ ἐπὶ
πλεῖον τῆς ἀληθείας προσποιησάμενος εὐήθειαν καὶ
 ἤθους χαυνότητα, ὅπερ καὶ αὐτὸς ἐν τῇ βουλῇ ὡμολόγησε, 
καὶ πολὺν μὲν χρόνον τῇ τήθῃ Λιβίᾳ, πολὺν
δὲ τῇ μητρὶ Ἀντωνίᾳ τοῖς τ’ ἀπελευθέροις συνδιαι-
τηθείς, οὐδὲν ἐλευθεροπρεπὲς ἐπεδείκνυτο. ἐπετί-
θεντο δ’ αὐτῷ αἱ γυναῖκές τε καὶ οἶ ἀπελεύθεροι ἐν
τοῖς πότοις καὶ ἐν ταῖς μίξεσι· πάνυ γὰρ ἀπλήστως 
ἀμφοτέροις προσέκειτο. πρὸς δὲ καὶ δειλίαν εἶχε.
τοιοῦτος δὲ πεφυκώς, ὡς συνελόντι εἰπεῖν, ὅμως οὐκ
ὀλίγα καὶ δεόντως ἔπραττεν ὁσάκις τῶν εἰρημένων
 παθῶν ἔξω ἐγίνετο καὶ ἑαυτοῦ ἐκράτει. οὐκ εὐθὺς
μέντοι εἰς τὴν βουλὴν εἰσῆλθεν, ἀλλὰ μετὰ τριακοεἰ 
 

 
στῆν ἡμέραν, διά τε τὸν Γάιον οὕτως ἀπολωλότα
δεδιὼς καὶ ὅτι τινὲς ἑαυτοῦ βελτίους εἰς τὴν ἀρχὴν
παρὰ τῆς βουλῆς ὠνομάσθησαν. ἀλλὰ τά τε ἄλλα
ἀκριβῶς ἐφυλάσσετο καὶ πάντας τοὺς αὐτῷ προσιόντας
 ἐρευνᾶσθαι ἐποίει μή τι ξιφίδιον ἔχωσι, καὶ ἐν
τοῖς συμποσίοις στρατιώτας εἶχεν αὐτῷ συνόντας. ὃ
καὶ μετὰ ταῦτα ἐγίνετο· ἡ δὲ τῶν ξιφιδίων ἔρευνα
διὰ Οὐεσπασασιανοῦ ἐπαύσατο. 
 Τὸν μὲν οὖν Χαιρέαν καί τινας ἄλλους ἀπέκτεινεν,
 οὐ διὰ τὸν Γάιον, ἀλλ’ ἑαυτῷ ἀσφάλειαν προμηθούμενος·
μηθούμενος· καὶ ὁ Σαβῖνος δὲ ἑκὼν ἀπέθανε, μὴ
ἀξιώσας κολασθέντος τοῦ Χαιρέου αὐτὸς περιεῖναι·
τὰς δὲ τοῦ Γαί·ου ἀδελφὰς τήν τ’ ἑ Ἀγριππῖναν καὶ 
τὴν Ἰουλίαν καταγαγὼν ἐκ τῆς ὑπερορίας, καὶ τὰς
 οὐσίας αὐταῖς ἀπέδωκε, καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ἐκπε-
σόντας ὁμοίως κατήγαγε. καὶ τοὺς ἐν εἱρκταῖς δεδε-
μένους ἀκριβῶς ἐξετάσας, τοὺς μὲν συκοφαντουμένους
ἀφῆκε, τοὺς δὲ κάκουργήσαντάς τι ἐκόλασε.
καὶ τὰ φάρμακα, ἃ πολλὰ ἐν τοῖς τοῦ Γαΐου εὑρέθη,
 καὶ τὰ βιβλία τοῦ Πρωτογενοῦς, ὃν καὶ ἀπέκτεινεν,
ἔκαυσε. τά τε γράμματα ἃ ἔλεγε μὲν κατακαῦσαι ὁ
Γάιος, εὑρέθησαν δὲ ὄντα, τοῖς βουλευταῖς τε έπέδεειξε,
καὶ ἔδωκεν ἀναγνῶναι τοῖς τε γράψασιν αὐτὰ
καὶ τοῖς καθ’ ὧν ἐγέγραπτο, καὶ μετὰ τοῦτο κατέφλεξε.
 τῆς τε γερουσίας ἀτιμῶσαι βουληθείσης τὸν 
Γάιον, ψηφισθῆναι μὲν τοῦτο αὐτὸς ἐκώλυσε, νυκτὸς
δὲ τὰς εἰκόνας αὐτοῦ πάσας ἠφάνισε, καὶ τὰ ὑπὸ
τοῦ Γαΐου καὶ ὑφ’ ἑτέρων δι’ ἐκεῖνον οὐκ ὀρθῶς
γεγονότα ἀνέτρεψεν. ἀνδριάντων δὲ αὐτῷ ψηφισθέντων
 παρῃτήσατο· καὶ θύειν ἢ προσκυνεῖν ἐν ἀγάλμασιν
αὐτῷ ἀπηγόρευσε. καὶ ἄλλα δὲ τοιαῦτα πολλὰ
ἐποίει, μετριοφρονῶν καὶ κρίσει ταῦτα πράττων, ἀλλ’

 
οὐκ ἐπιτηδεύσει. τὰς γοῦν θυγατέρας κατηγγύησε
τὴν μὲν Λουκίῳ Ἰουνίῳ Σιλανῷ, τὴν δὲ Γναίῳ Πομπηίῳ
Μάγνῳ. καὶ οὐδὲν ὑπέρογκον ἔπραξεν, ἀλλὰ
καὶ αὐτὸς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐδίκασε καὶ ἡ
βουλὴ ἠθροίσθη. ταῦτά τε οὖν ἐπιεικῶς ἔπραττε, 
 καὶ τῶν ὑπάτων ἐν τῷ συνεδρίῳ καταβάντων ἀπὸ
τῶν δίφρων, ἔνα διαλεχθῶσιν αὐτῷ, προσεξαν ἔστη
τε καὶ ἀντιπροσῆλθε σφίσιν. ἰδιωτικῶς τε ἔζη ὧς
τὰ πολλὰ καὶ ἑλληνικῶς αὐτός τε καὶ οἱ περὶ αὐτὸν
διῃτῶντο. 
 Περὶ τὰ χρήματα δὲ θαυμαστὸς ἐγένετο. ἀπηγόρευσε
γὰρ ἀργύριον αὐτῷ προσφέρεσθαι, ὃ καὶ
ἐπὶ τοῦ Αὐγούστου ἐγίνετο. ἀπεῖπε δὲ μηδὲ κληροπαρά
τινος συγγενεῖς ἔχοντας καταλιμπάνεσθαι.
καὶ τῶν προδημευθέντων ἐπί τε τοῦ Τιβερίου 
καὶ τοῦ Γαΐου τὰ μὲν αὐτοῖς ἔτι περιοῦσι, τὰ δὲ τοῖς
τέκνοις αὐτῶν ἀπέδωκε· καὶ πολλοῖς παρὰ τοῦ Γαΐου
τὰς σφετέρας ἀρχὰς καὶ χώρας ἀφαιρεθεῖσιν αὐτὸς
 αὖθις ἐπανεσώσατο. καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἔργα εἰργάσατο,
δι’ ἃ ἐπῃνεῖτο. ὑπὸ δὲ τῶν ἐξελευθέρων αὐτοῦ 20
καὶ τῆς γυναικὸς Βαλερίας Μεσσαλίνης ἕτερα
ἐπράχθη οὐχ ὁμοιότροπα. λιμοῦ μέντοι ἰσχυροῦ γενομένου
οὐ μόνον τῆς τότε ἀφθονίας ἐφρόντισεν,
 ἀλλὰ καὶ τῆς εἰσέπειτα. ἐπεισάκτου γὰρ παντὸς
σχεδὸν τοῦ σίτου τοῖς Ῥωμαίοις ὄντος, ἡ χώρα ἡ 
πρὸς ταῖς ἐκβολαῖς τοῦ Τιβέριδος οὔτε κατάρσεις
ἀσφαλεῖς οὔτε λιμένας ἐπιτηδείους ἔχουσα ἀνωφελὲς
σφίσι τὸ κράτος τῆς θαλάσσης ἐποίει· οὐδὲν γὰρ
κατὰ τὴν χειμερινὴν ὥραν ἠδύνατο εἰσφοιτᾶν. τοῦτο
οὖν συνιδὼν λιμένας τε κατεσκεύασε καὶ ἀπετέλεσε 
πρᾶγμα καὶ τοῦ φρονήματος καὶ τοῦ μεγέθους τῆς
 Ῥώμης ἄξιον. ἐν πᾶσι δὲ μετριάζων, οὔτε γεννηθέν-

 
τος αὐτῷ υἱέος, ὃς τότε μὲν Κλαύδιος Τιβέριος Γερμανικός,
ὕστερον δὲ καὶ Βρεττανικὸς ἐπωνομάσθη,
ἄλλο τι ἐπιφανὲς ἔπραξεν, οὔτ’ Αὔγουστον αὐτὸν ἢ
τὴν Μεσσαλῖναν Αὐγούσταν ἐπικληθῆναι ἐφῆκε.

Συνεχῶς δὲ μονομαχίας ἀγῶνας ἐτίθει, πάνυ χαίρων αὐτοῖς, κἀντεῦθεν πολλοὶ ἀπώλλυντο ἄνθρωποι,
ἐπ’ αἰτίαις τισὶ καταψηφισθέντες. ἐθισθεὶς οὖν
οὕτως αἵματος καὶ φόνων ἀναπίμπλασθαι, προπεετέστερον
καὶ ταῖς ἄλλαις σφαγαῖς ἐχρήσατο. αἴτιοι δὲ
 τούτου οἵ τε Καισάρειοι καὶ ἡ Μεσσαλῖνα ἐγίνοντο.
εἰ γὰρ ἀποκτεῖναί τινα ἐθελήσειαν, ἐξεφόβουν αὐτόν, 
καὶ πάνθ’ ὅσα ἐβούλοντο ποιεῖν ἐπετρέποντο. καὶ
πολλάκις ἐξαπιναίως ἐκπλαγεὶς καὶ κελεύσας τινὰ ἐκ
τοὐ παραχρῆμα περιδεοῦς ἀπολέσθαι, ἔπειτα ἀνεενεγκὼν
 καὶ ἀναφρονήσας, μαθὼν τὸ γεγονὸς ἐλυπεῖτο
καὶ μετεγίνωσκε. 
 Τοιαῦτα δὲ ποιοῦντος αὐτοῦ οὐκέτι χρηστὴν ἐλπίδα 
ἐπὶ Κλαυδίῳ οἶ Ῥωμαῖοι ἐσχήκασι. διὸ καὶ
ἐπεβουλεύθη ὑφ’ ἑτέρων τε καὶ ὑπ’ Ἀννίου Βινικιανοῦ,
 ὃς πρὸς Φούριον Κάμιλλον Σκριβωνιανὸν τῆς
Δαλματίας ἄρχοντα ἔπεμψε καὶ ἀνέπεισεν αὐτὸν
ἐπαναστῆναι. τῶν δὲ στρατιωτῶν μὴ πεισθέντων
αὐτῷ, αὐτὸς μὲν ἀπέκτεινεν ἑαυτόν, Κλαύδιος δὲ
καίτοι πάνυ καταδείσας ὡς ἑτοίμως ἔχειν ἐκστῆναι
 αὐτῷ τοῦ κράτους ἐθελοντής, ὅμως τὸν θάνατον αὐτοῦ 
μαθὼν ἀνεθάρσησε, καὶ τοὺς μὲν στρατιώτας
ἄλλοις τέ τισι καὶ χρήμασιν ἀντημείψατο, τοὺς δὲ
συνεπιβουλεύσαντας ἀνεζήτησε καὶ πλείστους ἐκό-
λασε. συχνοὶ δὲ ἄλλοι τε καὶ ὁ Βινικιανὸς διεχειρί-
 

 
σαντο ἑαυτούς. ἡ γὰρ Μεσσαλῖνα καὶ ὁ τοῦ Κλαυδίου
ἀπελεύθερος Νάρκισσος οἷ τε συναπελεύθεροι αὐτοῦ,
τῆς ἀφορμῆς ταύτης λαβόμενοι, οὐδενὸς τῶν δεινοτάτων
ἀπέσχοντο. ἄνδρες τε οὖν πολλοὶ καὶ γυναῖκες
ἐκολάσθησαν· τινὲς δὲ καὶ τῶν πάνυ ὑπαιτίων 
ἐσώθησαν, οἶ μὲν χρήμασιν , ἔνιοι δέ γε καὶ χάρισι.
Γαλαῖσος δέ τις ἀπελεύθερος τοῦ Καμίλλου ἐν τῷ
βουλευτηρίῳ τοῦ Ναρκίσσου παρελθόντος εἰς τὸ
 μέσον καὶ εἰπόντος αὐτῷ “τί ἂν ἐποίησας, Γαλαῖσε,
εἰ Κάμιλλος ἐμονάρχησεν;” ἀπεκρίνατο ὅτι “εἱστήκειν 
ἂν ὄπισθεν αὐτοῦ καὶ ἐσιώπων.” Ἀρρία δὲ γυνὴ
Καικίνου ὑπάτου οὖσα, εἰ καὶ τῇ Μεσσαλίνῃ σφόδρα
ᾠκείωτο, οὐκ ἤνεγκε ζῆν τοῦ ἀνδρὸς θνήσκοντος,
ἀλλὰ καὶ τὸν ἄνδρα ἀποδειλιῶντα ἐπέρρωσε. τὸ
γὰρ ξίφος λαβοῦσα ἑαυτὴν ἔπληξε κἀκείνῳ ἐπέδωκεν 
εἰποῦσα “ἰδοὺ Παῖτε, οὐκ ἀλγῶ.” καὶ οἶ μὲν ἐπὶ
τούτοις ἐπῃνοῦντο, Κλαύδιος δὲ οὕτως πρὸς τὰς κολάσεις
ἔσχεν ὥστε καὶ σύνθημα τοῖς στρατιώταις τὸ
ἔπος τοῦτο συνεχῶς διδόναι, χρὴ 
 ἄνδρ’ ἀπαμύνασθαι, ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ. 
 ἡ δὲ Μεσσαλῖνα καὶ οἶ ἀπελεύθεροι αὐτοῦ οὕτως τὴν
πολιτείαν καὶ τὰς στρατείας καὶ τὰς ἐπιτροπὰς τάς
τε ἡγεμονίας καὶ τὰ ἄλλα πάντα ἐπώλουν καὶ ἐκαπή-
λευον ὥστε σπανίσαι πάντα τὰ ὤνια, κἀντεῦθεν
βιασθῆναι τὸν Κλαύδιον ἀπὸ βήματος τὰς τιμὰς αὐτῶν 
διατάξαι. Αὔλου δὲ Πλαυτίου ἐς τὴν Βρεττανίαν
 στρατεύσαντος, καὶ τὰ μὲν παθόντος, τὰ δὲ
δράσαντος, εἶτα τῷ Κλαυδίῳ τὰ συμβάντα γνωρίσαντος,
ἐκεῖνος τὰ οἴκοι Οὐιτελλίῳ Λουκίῳ τῷ συνυὑπάτου
 

 
πατευκότι ἐγχειρίσας ἐξεστράτευσε. καὶ πρὸς τὸν
Ὠκεανὸν ἀφικόμενος εἴς τε τὴν Βρεττανίαν περαιωθεὶς
μετὰ πλείονος παρασκευῆς καὶ ἐλεφάντων συνέμιξε 
μῖξε τοῖς στρατεύμασι. καὶ μετ’ αὐτῶν τοῖς βαρβάροις
 συμβαλὼν ἐνίκησε καὶ τὸ βασίλειον αὐτῶν εἷλε.
καὶ εἰς τὴν Ῥώμην ἐπανῆλθε, τὴν ἀγγελίαν τῆς
διὰ τῶν γαμβρῶν τοῦ τε Μάγνου καὶ τοῦ Σιλανοῦ
προπέμψας. μαθοῦσα δὲ ταῦτα ἡ γερουσία Βρεττανικὸν
καὶ αὐτὸν καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐπεκάλεσε, καὶ
 πολλὰ αὐτοῖς ἐψηφίσατο ἕτερα. 
 Ἡ δὲ Ηεσσαλῖνα ὀρχηστοῦ ἐρασθεῖσά τινος Μνηστῆρος
ὠνομασμένου, ἐπεὶ μήθ’ ὑποσχέσεσιν αὐτὸν
μήτ’ ἐκφοβήσεσιν ἀν’ ἔπειθε συγγενέσθαι αὐτῇ, τὸν
Κλαύδιον παρεσκεύασεν ἐπιτάξαι αὐτῷ πειθαρχεῖν
 αὐτῇ, ὡς ἐπ’ ἄλλο τι δεομένη αὐτοῦ· καὶ εἰπόντος
αὐτῷ τοῦ Κλαυδίου ὅσα προστάττεται παρὰ τῆς 
Μεσσαλίνης ποιεῖν, συνῆν αὐτῇ, ὡς καὶ τοῦτο ὑπ’
ἐκείνου κεκελευσμένος. τοῦτο δὲ καὶ πρὸς συχνοὺς
ἑτέρους ἐποίει. ὡς γὰρ εἰδότος τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς τὰ
 γινόμενα καὶ συγχωροῦντος ἀκολασταίνειν αὐτῇ ἐμοιχεύετο.
Βινίκιος δὲ ὅτι μὴ ἠθέλησεν αὐτῇ συμφθαρῆναι,
φαρμάκῳ ὑπ’ αὐτῆς διεφθάρη. ἤσχαλλον δὲ
οἶ Ῥωμαῖοι δουλεύοντα αὐτὸν τῇ γυναικὶ καὶ τοῖς
ἀπελευθέροις ὁρῶντες. 
 Τῷ δ’ ἑξῆς ἐνιαυτῷ ὀκτακοσιοστῷ ἔτει τῇ Ῥώμῃ
ὄντι τὸ τέταρτον ὑπάτευσε Κλαύδιος. ὅτε Γάλλον
τινά, βουλεῦσαι δυνάμενον, εἰς δὲ τὴν Καρχηδόνα
ἐξοικήσαντα, σπουδῇ μετεπέμψατο, εἰπὼν ὅτι ‘χρυ-
σαῖς σε πέδαις δήσω.” καὶ οὕτω τῷ ἀξιώματι πεδηθεὶς 
 κατὰ χώραν ἔμεινεν. ἐπιβουλῆς δέ τινος τῷ
Κλαυδίῳ μηνυθείσης κατεφρόνησε τοῦ μηνυθέντος
καὶ ἐν οὐδενὶ λόγῳ αὐτὸν ἐποιήσατο, εἰπὼν ὅτι ‘οὐχ

 
ὁμοίως δεῖ ψύλλαν καὶ θηρίον ἀμύνεσθαι.” ἄλλους
δὲ πολλοὺς διαβληθέντας ὑπὸ τῆς Μεσσαλίνης καὶ
τὸν Ἀσιατικὸν καὶ τὸν γαμβρὸν τὸν Μάγνον ἀπέκτεινε·
τὸν μὲν Ἀσιατικὸν διὰ τὴν οὐσίαν, τὸν δὲ
Μάγνον διὰ τὸ γένος καὶ τὸ κῆδος. ἑάλωσαν μέντοι 
ὡς ἐπ’ ἄλλοις τισίν. ἐπεὶ δὲ πολλοὺς δούλους νοσοῦντας
οὐδεμιᾶς θεραπείας οἶ δεσπόται ἠξίουν,
ἀλλὰ καὶ τῶν οἰκιῶν ἐξώθουν, ἐνομοθέτησε πάντας
τοὺς ἐκ τοὐ τοιούτου περιγενομένους ἐλευθέρους εἶναι.
γεννηθέντος δέ οἶ ἐγγόνου ἐκ τῆς Ἀντωνίας 
 τῆς θυγατρός, ἣν Κορνηλίῳ Φαύστῳ Σύλλα ἀδελφῶ
τῆς Μεσσαλίνης ὄντι μετὰ τὸν τοῦ Μάγνου συνῴκισε
θάνατον, οὐδὲν ἀφῆκε ψηφισθῆναι, μετριοφρονῶν.
ἡ δὲ Μεσσαλῖνα καὶ οἶ ἐξελεύθεροι αὐτοῦ ἐξώγκωντο.
ἦσαν δέ τρεῖς οἶ μάλιστα τὸ κράτος διειληφότες · ὅ 
τε Κάλλιστος, ὃς ἐπὶ ταῖς βίβλοις τῶν ἀξιώσεων ἐτέτακτο·
καὶ ὁ Νάρκισσος, ὃς τῶν ἐπιστολῶν ἐπεστάτει,
διὸ καὶ ἐγχειρίδιον παρεζώννυτο· καὶ ὁ Πάλλας,
ᾧ ἡ τῶν χρημάτων διοίκησις ἐμπεπίστευτο.

Ἡ δὲ Μεσσαλῖνα μὴ ἀρκουμένη ὅτι ἐμοιχεύετο, 
 ἐπεθύμησε καὶ ἄνδρας πολλοὺς ἔχειν· καὶ συνῴκησεν
ἂν πᾶσι τοῖς αὐτῇ χρωμένοις μετὰ συμβολαίων,
εἰ μὴ ἐν τῷ πρώτῳ φωραθεῖσα ἀπώλετο. ἴως μὲν
γὰρ οἷ Καισάρειοι πάντες ὡμονόουν αὐτῇ, οὐδὲν ἦν
ὃ οὐκ ἀπὸ κοινῆς γνώμης ἐποίουν· ἐπεὶ δὲ τὸν Πολύβιον, 
καίτοι κἀκείνῳ πλησιάζουσα, διέβαλε καὶ
 
 

 
ἀπέκτεινεν, οὐκέτ’ αὐτῇ ἐπίστευον, καὶ ἐρημωθεῖσα
τῆς παρ’ αὐτῶν εὐνοίας ἐφθάρη. τὸν γὰρ Σέλιον
τὸν Γάιον τὸν τοῦ Σιλίου τοὺ ὑπὸ Τιβερίου σφαγέντος
υἱὸν ἄνδρα ἐπεγράψατο, καὶ τούς τε γάμους
 πολυτελῶς εἱστίασε καὶ οἰκίαν αὐτῷ βασιλικὴν ἐχα-
ρίσατο, πάντα τὰ τιμιώτατα τῶν τοῦ Κλαυδίου κειμηλίων
συμφορήσασα εἰς αὐτήν· καὶ τέλος ὕπατον C
αὐτὸν ἀπέφηνε. ταῦτα δῆλα τοῖς ἄλλοις ὄντα τὸν
Κλαύδιον ἐλάνθανεν. ἀποδημήσαντι δέ ποτε αὐτῷ
 καὶ μονωθέντι ὁ Νάρκισσος μηνύει πάντα διὰ τῶν
παλλακῶν τὰ γινόμενα. ὅθεν εἰς τὴν Ρώμην τε 
ἐπανῆλθε καὶ ἄλλους τε πολλοὺς καὶ τὸν ὀρχηστὴν
τὸν νηστῆρα ἐφόνευσε, καὶ μετὰ τοῦτο καὶ αὐτὴν
τὴν Μεσσαλῖναν ἀπέσφαξεν. 
 Ἐκείνης δ’ οὕτω διαφθαρείσης τὴν Ἀγριππῖναν
τὴν ἀδελφιδῆν ἔγημε σπουδῇ τῶν ἀπελευθέρων, ὅτι
τὸν Δομίτιον ἐς προσήβους ἤδη τελοῦντα εἶχεν ὒ ἰόν,
ὅπως ἔφεδρον αὐτὸν ἐπὶ τῇ ἀρχῇ τρέφοντες μηδὲν
ὑπὸ τοῦ Βρεττανικοῦ δεινὸν πάθωσιν, ὡς τὴν αὐτοῦ
 μητέρα τὴν Μεσσαλῖναν ἀναιρεθῆναι ποιήσαντες.
δεδογμένου δὲ ἤδη τοῦ γάμου, δείσαντες τὸν Σιλανὸν 
ὑπὸ τοῦ Κλαυδίου τιμώμενον ὡς ἄνδρα ἀγαθόν,
ἅμα δὲ καὶ τὴν Ὀκταουίαν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ τῷ
τῆς Ἀγριππίνης υἱῷ τῷ Δομιτίῳ προμνώμενοι, ἐγγεγυμένην
 τῷ Σιλανῷ, πείθουσι τὸν Κλαύδιον ὡς
ἐπιβουλεύοντά οἱ τὸν Σιλανὸν ἀποκτεῖναι. γενομένου
δὲ τούτου λόγους ἐν τῇ βουλῇ ὁ Οὐιτέλλιος ἐποιήσατο
ὅτι συμφέρει τῷ κοινῷ γήμαι τὸν Κλαύδιον.
καὶ τὴν Ἀγριππἶναν ἐπιτηδείαν εἰς τοῦτο ἀπέφαινε,
 καὶ βιάσασθαι σφίσιν αὐτὸν ἐπὶ τὸν γάμον συνεβλού-
 

 
λεῦ ὲν. ἐντεῦθεν ὁρμηθέντες οἶ βουλευταὶ πρὸς τὸν
Κλαύδιον ἦλθον καὶ ἠνάγκασαν δῆθεν αὐτὸν γήμαι,
καὶ ψήφισμα ἐποιήσαντο ἐξεῖναι Ῥωμαίοις ἀδελφιδᾶς
 ἄγεσθαι· πρότερον γὰρ ἐκεκώλυτο. 
 Ὡς δ’ ὁ γάμος ἐτελέσθη, τόν τε Κλαύδιον ἐσφετερίσατο, 
δεινοτάτη οὖσα οὖσα χρῆσθαι, καὶ
πρὸς οὓς εὐνοικῶς ἐκεῖνος εἶχε, τοὺς μὲν φόβῳ, τοὺς
δὲ εὐεργεσίαις ᾠκειώσατο. καὶ τέλος τὸν μὲν Βρετ-
τανικὸν τὸν παῖδα αὐτοῦ ὡς τῶν τυχόντων τινὰ τρέ-
φεσθαι ἐποίει, ὁ γὰρ ἕτερος ἔθανε, τὸν δὲ Δομίτιον 
τότε μὲν γαμβρὸν τῷ Κλαυδίῳ ἀπέδειξεν, ὕστερον
δὲ καὶ εἰσεποίησε, καὶ εἰσποιήσασα τῷ Κλαυδίῳ αὐτὸν
καὶ πρὸς τὸ κράτος ἐξήσκει καὶ παρὰ τῷ Σενέκᾳ
ἐξεπαίδευεν. ἀμύθητόν τε πλοῦτον συνέλεγεν, οὐδὲ
τὴν τυχοῦσαν λαβὴν ἐπ’ ἀργυρισμῷ παραλείπουσα, 
 πολλοὺς δὲ καὶ φονεύουσα διὰ χρήματα. ἤδη δέ τινας
καὶ γυναῖκας ζηλοτυπήσασα ἔκτεινε. τὴν γοῦν
Παυλῖναν τὴν Λολλίαν ἀποκτείνασα καὶ τὴν κεφαλὴν
αὐτῆς κομισθεῖσαν μὴ γνωρίσασα, τό τε στόμα
αὐτῆς αὐτὴ ταῖς χερσὶν ἀνέῳξε καὶ τοὺς ὀδόντας 
ἐπεσκέψατο ἰδίως πως ἔχοντας. 
 Μετὰ ταῦτα δὲ καὶ Αὐγύσταν τὴν Ἀγριππῖναν
ὁ Κλαύδιος ἐπεκάλεσε, καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς σἰσποιησάμενος
μετωνόμασε Τιβέριον Κλαύδιον Νέρωνα
Δροῦσον Γερμανικὸν Καίσαρα, μηδὲν φροντίσας ὅτι 
καίεσθαι ὁ οὐρανὸς τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔδοξε. καὶ
μετὰ τοῦτο τὴν θυγατέρα τὴν Ὀκταουίαν εἰς ἕτερόν
 τι γένος εἰσαγαγών, ἵνα μὴ ἀδελφοὺς συνοικίζειν
δοκῇ, ἐνεγύησεν αὐτῷ. Ἀγριππῖνα δὲ καὶ Καλπουρκαὶ
 

 
νίαν γυναῖκα τῶν πρώτων ἐφυγάδευσεν, ἢ ὡς λέγεται
καὶ ἀπέκτεινεν, ἐπειδὴ τὸ κάλλος αὐτῆς ὁ Κλαύδιος
ἐθαύμασε καὶ ἐπῄνεσε. τοῦ δὲ Νέρωνος, τοῦτο
γὰρ τὸ ὄνομα ἐπ’ αὐτῷ ἐξενίκησεν, ἐς τοὺς ἐφήβους
 ἐγγραφέντος , κατὰ τὴν ἡμέραν , ἐν ᾗ ἐνεγράφη, τὸ
δαιμόνιον τήν τ’ ἑ γῆν ἐπὶ πολὺ ἔσεισε καὶ φόβον
νυκτὸς πᾶσιν ὁμοίως ἐνέβαλε. Νέρων μὲν οὖν ηὔξετο,
Βρεττανικὸς δὲ οὔτε τινὰ τιμὴν οὔτε ἐπιμέλειαν
εἶχεν· ἡ γὰρ Ἀγριππῖνα τοὺς περιέποντας αὐτὸν
 τοὺς μὲν ἐξήλασε, τοὺς δὲ καὶ ἀπέκτεινε· καὶ τὸν 
Σωσίβιον, ᾧ ἡ τροφὴ αὐτοῦ καὶ ἡ παιδεία προσετέ-
τακτο, κατέσφαξεν ὡς τῷ Νέρωνι ἐπιβουλεύοντα.
καὶ παραδοῦσα αὐτὸν οἷς ἤθελεν, οὔτε τῷ πατρὶ σθνεῖναι
οὔτε δημοσιεύειν εἴα. ἠδύνατο δὲ πάντα, τοῦ
 Κλαυδίου κρατοῦσα καὶ τὸν Νάρκισσον καὶ τὸν Πάλλαμτα
λαντα οἰκειωσαμένη· ὁ γὰρ Κάλλιστος ἐπὶ πολὺ προ-
χωρήσας δυνάμεως ἐτελεύτησεν. 
 Οἱ ἀστρολόγοι δὲ ἐξ ἁπάσης τῆς Ἰταλίας ἠλάθησαν,
καὶ οἶ αὐτοῖς συγγινόμενοι ἐκολάσθησαν. Καράτακος
 δέ τις βαρβάρων ἀρχηγὸς ἁλοὺς καὶ εἰς τὴν
'Ρώμην ἀχθείς, καὶ συγγνώμης παρὰ τοῦ Κλαυδίου 
τυχών, εἶτα περινοστήσας τὴν πόλιν μετὰ τὴν ἄφε-
σιν , καὶ ἰδὼν αὐτῆς τὴν λαμπρότητα καὶ τὸ μέγεθος 
“εἷτα” ἔφη “ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα κεκτημένοι τῶν
 σκηνιδίων ἡμῶν ἐπιθμεῖτε;” Ἰουλίῳ δέ τινι Γαλ-
λικῷ δίκην λέγοντι ἀχθεσθεὶς ὁ Κλαύδιος ἐκέλευσεν
αὐτὸν εἰς τὸν Τίβεριν ἐμβληθῆναι. ἐφ’ ᾧ δὴ Δομίτιος
Ἆφρος, πλεῖστον τῶν κατ’ αὐτὸν ἐν τῷ συνηγορεῖν
ἰσχύσας, κάλλιστα ἀπέσκωψε· δεηθέντος γάρ
 

 
τινος τῆς παρ’ αὐτοῦ βοηθείας, ἐπειδὴ ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ
ἐγκατελείφθη, ἔφη πρὸς αὐτόν “καὶ τίς σοι εἶπεν
ὅτι κρεῖσσον ἐκείνου νήχομαι;”

Νοσήσαντος δὲ μετὰ ταῦτα τοῦ Κλαυδίου εἰσῆλθεν
ὁ Νέρων εἰς τὸ συνέδριον , καὶ εἰ ἀναρρωσθείη 
 ὁ Κλαύδιος, ἱπποδρομίαν ὑπέσχετο. πάντα γὰρ τρόπον
ἡ Ἀγριππῖνα ἐκίνει ἔνα τῷ τε πλήθει χαρίζοιτο
καὶ μόνος ἔσεσθαι νομίζοιτο τῆς αὐταρχίας διάδοχος.
διὸ τόν τε ἱππικὸν ἀγῶνα, ᾧ προσέκειντο μάλιστα,
ἐποίησε τὸν Νέρωνα ὑποσχέσθαι ἐπὶ τῇ τοῦ Κλαυδίου 
ὑγείᾳ, ἣν καὶ πάνυ ἀπηύχετο· καὶ πρὸς τὴν
πρᾶσιν τῶν ἄρτων θόρυβόν τινα γενέσθαι παρασκευάσασα,
ἀνέπεισε τὸν Κλαύδιον τῷ τε δήμῳ ἐκ προγραφῆς
δηλῶσαι καὶ τῇ γερουσίᾳ ἐπιστεῖλαι ὅτι, κἂν
αὐτὸς ἀποθάνοι , ὁ Νέρων τὰ κοινὰ ἱκανὸς ἤδη ἐστὶ 
διοικεῖν. καὶ ὁ μὲν πολύς τε ἐκ τούτου ἦν καὶ διὰ
στόματος ἤγετο ἅπασι, τὸν δὲ Βρεττανικὸν συχνοὶ
 μὲν οὐδ’ εἰ ἔζη ἐγίνωσκον , οἶ λοιποὶ δὲ παραπλῆγα
καὶ ἐπίληπτον, ταῦτα κηρυττούσης τῆς Ἀγριππίνης,
ᾤοντο. ῥαίσαντος δὲ τοῦ Κλαυδίου τὴν ἱπποδρομίαν 
ὁ Νέρων μεγαλοπρεπῶς ἐπετέλεσε, καὶ τὴν Ὀκταουίαν
δὲ τότε ἔγημεν , ὥστε καὶ ἐκ τούτου ἀνὴρ ἤδη
δοκεῖν. οὐδὲν δὲ ἀρκοῦν τῇ Ἀγριππίνῃ ἐδόκει· καίτοι
ὅσα τε ἡ Λιβία ἔσχε κἀκείνῃ ἐδέδοτο, καὶ ἄλλ’
ἄττα πλείω ἐψήφιστο. ἡ δὲ καὶ ἰσοκρατὴς τῷ Κλαυδίῳ 
ἄντικρυς ὀνομάζεσθαι ἤθελε. καί ποτε πολλοῦ
τὴν πόλιν ἐπινεμομένου πυρός, πρὸς τὴν ἐπικουρίαν
ἐκείνῳ συμπαρεγένετο. 
 

 
 Ὁ γοῦν Κλαύδιος ἀχθόμενος τοῖς δρωμένοις τοῖςτέως εἰς γνῶσιν ἰοῦσιν αὐτῷ, καῖ τῷ Βρεττανικῷ 
ὁπότε ἐντύχοι φιλοφρόνως συγγινόμενος, οὐκ ἤνεγκε
τὰ γινόμενα, ἀλλ' ἐκείνην τε κταλῦσαι καὶ τὸν υἱὸν
 ἐς τοὺς ἐφήβους εἰσαγαγεῖν καὶ διάδοχον ἀποδεῖξαι
παρεσκευάζετο. γνοῦσα δὲ ταῦτα ἡ Ἀγριππῖνα προκαταλαβεῖν
αὐτὸν φαρμάκῳ πρίν τι τοιοῦτον πραχθῆναι
ἐσπούδασεν. ὡς δ' ἐκεῖνο οὐδὲν ὑπό τε τοῦ
οἴνου, ὃν πολὺν ἀεὶ ὁ Κλαύδιος ἔπινεν, ἐξειργάσατο,
 καὶ ὑπὸ τῆς ἄλλης διαίτης, ᾖ πάντες ἐπίπαν οἱ τὸ
κράτος ἔχοντες χρῶνται πρὸς φυλακὴν ἑαυτῶν, Λουκούσταν
φαρμακίδα τινὰ περιβόητον ἐπ' αὐτῷ τούτῳ
νέον ἑαλωκυῶαν μετεπέμψατο· καί τι φάρμακον ἕτερον
ἄφυκτον σκευάσασα δι' αὐτῆς, εἰς ἔνια τῶν καλουμένων
 μυκήτων ἐνέβαλε, καὶ αὐτὴ μὲν ἐκ τῶν 
ἄλλων ἤσθιεν, ἐκεῖνον δὲ ἐκ τοῦ τὸ φάρμακον ἔχοντος,
ἄντος μεγίστου τε καὶ καλλίστου, φαγεῖν παρεσκεύασε.
καὶ ὁ μὲν οὕτως ἐπιβουλευθείς, ὡς ὑπερκορὴς
σφόδρα τῇ μέθῃ γενόμενος, ὅπερ καὶ ἄλλοτε
 πολλάκις ἐγένετο, ἐκ τοῦ συμποσίου ἐξεκομίσθη·
κατεργασθεὶς δὲ τῷ φαρμάκῳ μετήλλαξε διὰ τῆς
νυκτὸς μήτ' εἰπεῖν μήτ' ἀκοῦσαί τι συνηθείς, ζήσας
ἔτη ἐπὶ τρισὶν ἑξήκοντα καὶ μῆνας δύο καὶ ἡμέρας
τρισκαίδεκα, αὐταρχήσας δ' ἐνιαυτοὺς δεκατρεῖς μῆνάς
 τε ὀκτὼ καὶ ἡμέρας εἴκοσι. 
 Ταῦτα δὲ ἡ Ἀγριππῖνα πεποίηκε τὸν Νάρκισσον
εἰς Καμπανίαν προπέμψασα, ὡς τοῖς ὕδασιν ἐκεῖ 
πρὸς τὴν ποδάγραν χρησόμενον· οὐ γάρ ποτε παρόντος
ἐκείνου τοιοῦτόν τι δεδρακέναι ἴσχυσεν ἄν·
 τοιοῦτος τοῦ δεσπότου φύλαξ ἐτύγχανε. θανόντος 
δὲ τοῦ Κλαυδίου καὶ αὐτὸς εὐθὺς διεφθάρη, μέγιστον
δυνηθείς. πρὸ δὲ τοῦ σφαγῆναι ἔργον λαμπρὸν

 
διεπράξατο. τὰ γὰρ γράμματα τοῦ Κλαυδίου ὅσα
ἀπόρρητα κατά τε τῆς Ἀγριππίνης καὶ καθ’ ἑτέρων
τινῶν ἔχων, οἷα τὰς ἐπιστολὰς αὐτοῦ διοικῶν, ἅπαντα
προκατέκαυσεν. ἐσφάγη δὲ παρὰ τῷ τῆς Μεσσαλίνης
μνημείῳ, ὅπερ ἐκ συντυχίας συνενεχθὲν ἔδοξεν εἰς 
τὴν ἐκείνης τιμωρίαν γενέσθαι. ὤφθη μέντοι κομήτης
ἀστὴρ ἐπὶ πλεῖστον , καὶ ψεκὰς αἱματώδης καὶ
 σκηπτὸς ἐς τὸ δορυφορικὸν σημεῖον ἐνέπεσε, καὶ ἕτερ’
ἄττα συνέπεσεν ἃ σημεῖα τῆς Κλαυδίου τελευτῆς
ἐλογίσθησαν. 
 Τούτου γοῦν βασιλεύοντος καὶ Θευδᾶς ἐγένετο,
οὗ καὶ ὁ θεῖος Λουκᾶς ἐν ταῖς Πράξεσι μέμνηται,
καὶ ὁ Ἰώσηπος ἐν τῷ ἐννεακαιδεκάτῳ λόγῳ τῆς ᾿Αρχαιολογίας
ἱστορεῖ γόητα αὐτὸν ὄντα πολλοὺς ἀπα-
τῆσαι, ἴως Φάδος ὁ τῆς Ἰουδαίας ἐπίτροπος ἴλην 
ἱππέων πέμψας πολλοὺς τῶν περὶ αὐτὸν ἀνεῖλε, πολλοὺς
δ’ ἐζώγρησε, καὶ αὐτοῦ δὲ τοῦ Θευδᾶ ζωγρηθέντος
τὴν κάραν ἀπέτεμε. 
 Καὶ Σίμων δ’ ὁ μάγος ἐπὶ τούτου τοῦ βασιλέως
τῇ ῾Ρώμῃ ἐπιδημήσας πολλοὺς τῶν τὴν ῾Ρώμην οἰκούντων 
γοητείαις ἠπάτησε καὶ ἐσφετερίσατο. δηλοῖ δὲ
τοῦτο Ἰουστῖνος ὁ φιλόσοφός τε καὶ μάρτυς ἐν τῇ
 πρὸς Ἀντωνῖνον ὑπὲρ τοῦ καθ’ ἡμᾶς δόγματος ἀπολογίᾳ
γράφων ταῦτα “καὶ μετὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ
κυρίου εἰς οὐρανὸν προεβάλλοντο οἱ δαίμονες ἀνθρώπους 
τινὰς λέγοντας ἑ εἶναι θεούς, οἳ οὐ
 

 
μόνον οὐκ ἐδιώχθησαν ὑφ’ ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ τιμῆς
ἠξιώθησαν· ὧν εἷς καὶ Σίμων ὁ Σαμαρεὺς ὁ ἀπὸ
κώμης Γιττῶν, ὃς ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος διὰ τῆς
τῶν δαιμόνων ἐνεργείας δυνάμεις μαγικὰς ποιήσας
 ἐν τῇ πόλει ὑμῶν τῇ βασιλίδι Ῥώμῃ θεὸς ἐνομίσθη
καὶ ἀνδριάντι παρ’ ὑμῖν τετίμηται έν τῷ Τιβέριδι
ποταμῷ μεταξὺ τῶν δύο γεφυρῶν ἱσταμένῳ, γράμμασιν
ἐπιγεγραμμένῳ Ῥωμαϊκοῖς Σίμωνι δέω σάγκτῳ”·
ὅπερ ἐξελληνιζόμενον Σίμωνι θεῷ ἁγίῳ δηλοῖ. 
 Καὶ ὁ Πέτρος δὲ ἐπὶ Κλαυδίου πρῶτον ἐπεδή- 
μησε τῇ Ῥώμῃ, τὸ σωτήριον κήρυγμα ἐγκατασπείρων
αὐτῇ καὶ τῷ φωτὶ τῆς ἀληθείας καταυγάζων τὰς
διανοίας τῶν ἐν αὐτῇ, ὡς καὶ πολλοὺς πιστεῦσαι
τῶν ῾Ρωμαίων καὶ οὕτως ἁλῶναι τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ
 κορυφαίου τῶν ἀποστόλων ὡς μηδὲ τοῖς λόγοις αὐτοῦ
ἀρκεσθῆναι μόνοις, παρακλήσεσι δὲ καὶ πρὸς
Μάρκον χρήσασθαι τὸν ἀπόστολον ὀπαδὸν ὄντα
Πέτρου, ἔγγραφον αὐτοῖς τῆς τοῦ κορυφαίου διδασκαλίας
ἐκθέσθαι ὑπόμνηνα, καὶ αὐτοὺς αἰτίους γενέσθαι
 τῆς τοῦ κατὰ Μάρκον εὐαγγελίου συγγραφῆς.
οὕτω ταῦτα ἱστορεῖ ὁ Εὐσέβιος.

Καὶ Κλαύδιος μὲν ὃν εἴρηται τρόπον ἐξ ἀνθρώπων ἐγένετο, τὴν δ’ ἡγεμονίαν ὁ Νέρων ἐσφετερίσατο 
τῆς Ἀγριππίνης σπουδῇ, υἱὸς αὐτῆς ὢν καὶ
 εἰσποιητὸς παῖς τῷ Κλαυδίῳ γενόμενος , τῶν τε
διαθηκῶν τοῦ Κλαυδίου ἀφανισθεισῶν καὶ τοῦ
Βρεττανικοῦ παρηγκωνισμένου , ὃς γνήσιος ἦν τοῦ
τεθνεῶτος υἱός, ἐν παιδικῇ ἔτι τυγχάνων τῇ ἡλικίᾳ.
τοῦ Νέρωνος δὲ αὐτοκράτορος καὶ Αὐγούστου ὑπό
 

 
τε τῆς βουλῆς καὶ τῆς στρατιὰς ἀναγορευθέντος ἡ
᾿Αγριππῖνα πάντα τὰ τῇ ἀρχῇ προσήκοντα διῴκει τῷ
ἐκείνου ὀνόματι καπηλεύουσα πάντα. προϊόντος δὲ
τοῦ χρόνου ὁ Σενέκας ἔπαρχος ὢν τοῦ δορυφορικοῦ
καὶ ὁ Βοῦρρος διδάσκαλος τοῦ Νέρωνος τὴν μὲν 
ἔπαυσαν, αὐτοὶ δὲ τὴν ἀρχὴν· ἤνυσαν ἄριστα ἐφ’
 ὅσονπερ ἠδυνήθησαν. ὁ γὰρ Νέρων νεώτατος τυγχάνων
ὅτ’ ἐμονάρχησεν , ἑπτακαιδέκατον ἕκατον γὰρ ἔτος
ἦγε τότε τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, καὶ μήτε φιλοπραγματίας
 ὤν, ἐτρύφα καὶ ἤρα καὶ ἐκώμαζε καὶ ἐμέθυε καὶ μονομαχίαις 
καὶ ἱπποδρομίαις ἐσχόλαζε. πολυδάπανος δὲ
καὶ οὐ μικρόφρων ἦν, ἀλλὰ μᾶλλον ἀσωτευόμενος. τεκμήριον
δέ, τινὶ τῶν περὶ αὐτὸν πεντήκοντα ἅμα καὶ
διακοσίας μυριάδας ἀργυρίου δοθῆναι κελεύσας,
ἐπειδὴ ἡ Ἀγριππῖνα ἀθροίσασα τὸ ἀργύριον ἐνώπιον 
αὐτοῦ τεθῆναι πεποίηκεν, ἔν ἀθρόον ἰδὼν αὐτὸ
μεταβάληται, συνεὶς ἐκεῖνος ἤρετο πόσον εἴη τὸ κείμενον,
καὶ μαθών “ἠγνόησα” εἶπεν “ὀλίγον οὕτω
 κεχαρισμένος”, καὶ διπλασιασθῆναι ἐκέλευσεν. οὕτω
δὲ ταχὺ τοὺς βασιλικοὺς ἐξήντλησε θησαυρούς, ταχὺ 
δὲ πόρων ἐδεήθη καινῶν καὶ τέλη οὐκ εἰθισμένα
πάντοθεν ἐξελέγετο. 
 Τῆς δ’ Ἀγριππίνης, ὅτι μὴ ἀργυρολογεῖν ἡδύνατο
φιλαργυρωτάτη οὖσα, περιθύμως ὀργισθείσης,
καὶ ἀπειλησαμένης τὸν Βρεττανικὸν αὐτοκράτορα 
καταστήσειν, φοβηθεὶς ὁ Νέρων ἀπέκτεινε φαρμάκῳ
αὐτόν. καὶ ὁ μὲν παραχρῆμα ἀπέψυξε καὶ φοράδην
ὡς ἐπίληπτος ἐκκεκόμιστο· ἐν δέ γε τῇ ἐκφορᾷ, ἐπεὶ
πελιδνὸς ὑπὸ τοῦ φαρμάκου γέγονε, γύψῳ χρισθεὶς
διὰ τῆς ἀγορᾶς ἤγετο· ὑετὸς δὲ πολὺς ὑγρᾶς ἔτι τῆς 
γύψου οὔσης ἐπιπεσὼν ἅπασαν αὐτὴν ἀπέκλυσεν,
 τὸ δεινὸν μόνον ἀκούεσθαι, ἀλλὰ καὶ ὁρᾶσθαι. 

 
 Ὕστερον δὲ καὶ τὴν μητέρα τὴν Ἀγριππῖναν,
τὸν ἀπελεύθερον Ἀνίκητον πέμψας, διεχειρίσατο.
ἣ τὸν πεμφθέντα ἰδοῦσα, καὶ γνοῦσα ἐφ’ ὅτῳ ἥκει,
τὴν ἐσθῆτα περιερρήξατο, καὶ τὴν γαστέρα ἀπογυμνώσασα
 μνώσασα “παῖε ταύτην” Ἀνίκητε, παῖε,
Νέρωνα ἔτεκε.” καὶ ἡ μὲν ἐσφάγη, ὁ δὲ Νέρων καὶ
αὐτόπτης τοῦ τολμήματος γέγονε καὶ πᾶσαν εἶδε
γυμνώσας καὶ τὰ τραύματα ἐξηρίθμησε. ταῖς δὲ
νυξὶν ἐξεταράττετο ὥστε καὶ ἐκ τῆς εὐνῆς ἀναπηδᾶν
 καὶ ἐκδειματοῦσθαι. ἐν δὲ τῇ Ῥώμᾐ πολλαχόθι
ἐγράφετο παρά τινων ἀφανῶς 
 Νέρων, Ὀρέστης, Ἀλκμαίων μητροκτόνοι. 
 Καὶ τὴν Αὐγούσταν Ὀκταουίαν τὴν τοῦ Κλαυδίου
θυγατέρα, τὴν τὴν γυναῖκα, ἀπεπέμψατο. 
 τῆς γὰρ Σαβίνης ἐρῶν, ἤθελεν αὐτῇ συνεῖναι ὡς
γαμετῇ. δείσασα δὲ ἡ Σαβίνα μήποτε ἡ Ὀκταουία
μετακληθῇ, κατηγόρους ἐπ’ αὐτῆ̣ καὶ μοιχείας καὶ
γοητείας ψευδοῦς παρεσκευάσατο. καὶ τὸ μὲν πρῶτον
φυγαδευθῆναι αὐτήν, ἔπειτα καὶ σφαγῆναι
 ἐποίησεν. εἶτα καὶ αὐτὴ ἡ Σαβίνα ἐκτάνθη ὑπὸ τοῦ
Νέρωνος· κυούσῃ γὰρ αὐτῇ λὰξ ἐνέθορεν. ἐπὶ πολὺ
δὲ θανοῦσαν ἐπένθησεν. οὕτως δ’ αὐτὴν ἐπόθησεν
ὥστε τὰ μὲν πρῶτα γυναῖκά τινα προσφερῆ ἐκείνῃ
μετεπέμψατο καὶ ἔσχεν, ἔπειτα παῖδα ἀπελεύθερον, 
 ὃν πόρον ὠνόμαζεν, ἐκτεμὼν ἔγημεν, ἐπειδὴ καὶ
αὐτὸς τῇ Σαβίνῃ ἐῴκει, καίπερ Πυθαγόρᾳ τινὶ ἐξ-
ελευθέρῳ γεγαμημένος. καὶ συνεγίνοντο ἅμα τῷ
Νέρωνι Πυθαγόρας μὲν ὡς ἀνήρ, Σπόρος δὲ ὡς
γυνή. καὶ ἐκιθαρῴδησε δὲ δημοσίᾳ, καίτοι βραχὺ
 

 
καὶ μέλαν φώνημα ἔχων, καὶ ἐν τῷ ἱπποδρομίῳ
ἡρματηλάτησεν. ἐπεραιώθη δὲ καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα,
οὔτοι γε ὡς οἶ πρόγονοι αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ ὀρχήσει καὶ
ἐπὶ κιθαρῳδήσει κηρύξει τ’ ἑ καὶ τραγῳδίας ὑπο-
κρίσει. οὐ γὰρ ἤρκει αὐτῷ ἡ Ῥώμη, ἀλλ’ ἐδεήθη
 καὶ ἐκστρατείας, ἵνα καὶ περιοδονίκης, ὡς ἔλεγε,
γένηται. 
 Ἀλλὰ τί ἄν τις καθ’ ἕκαστον λέγοι τῶν παρ’
ἐκείνου πραττομένων; πάντα γὰρ ἀπλῶς ὅσα οἱ τυχόντες
ὑποκρίνονται, κἀκεῖνος ἔλεγέ τε καὶ ἔπραττε 
καὶ ἔπασχε, πλὴν καθ’ ὅσον χρυσαῖς ἐδεῖτο ἀλύσεσιν ·
οὐ γὰρ ἔπρεπε Ῥωμαίων αὐτοκράτορα σιδηραῖς δεῖσθαι.
στρατιώτης δέ τις ἰδὼν αὐτὸν δεδεμένον
ἠγανάκτησε καὶ προσδραμὼν ἔλυσεν. ἕτερος δέ,
 ἐρομένου τινὸς τί ποιεῖ ὁ αὐτοκράτωρ, ἀπεκρίνατο 
ὅτι “τίκτει”· τοιοῦτον γάρ τι ὑπεκρίνετο τότε.
δὲ καὶ τὸν Ἰσθμὸν τῆς Πελοποννήσου διορύξαι,
 καίπερ τῶν ἀνθρώπων ὀκνούντων. λαβὼν οὖν αὐτὸς
δίκελλαν, καί τι καὶ ἀνασκάψας, ἔπεισε καὶ τοὺς
ἄλλους ἀνάγκῃ αὐτὸν μιμήσασθαι. αἷμα δὲ τοῖς 
πρώτοις ἁψαμένοις τῆς γῆς λέγεται ἀναβλύσαι καὶ
οἰμωγὰς καὶ μυκηθμοὺς ἐξακούεσθαι καὶ εἰδώλων
γενέσθαι φαντασίαν πολλῶν.

Οὗτος πρῶτος καὶ τοῦ κατὰ Χριστιανῶν ἤρξατο
διωγμοῦ, καὶ Πέτρον καὶ Παῦλον τοὺς κορυφαίους 
τῶν ἀποστόλων ἀπέκτεινε κατὰ τὸν αὐτὸν καιρόν, ὡς
Εὐσέβιος ἱστορεῖ, ἐκ παλαιοτέρων συγγραφέων μαρ-
 
 

 
τυρίας παράγων. ἕτεροι δὲ κατὰ τὴν αὐτὴν μὲν
ἡμέραν φασὶ τελειωθῆναι καὶ ἄμφω τοὺς ἀποστόλους,
ἐν ἄλλῳ δ’ ἔτει καὶ ἄλλῳ. μετὰ δὲ Πέτρον πρῶτος
ἀρχιερεὺς τῆς Ῥώμης ὁ Λίνος ἐγένετο. 
 Ἔτι δ’ ἐν τῆ Ἑλλάδι ὄντος τοῦ Νέρωνος Ἰουδαῖοι 
εἰς προῦπτον ἀπέστησαν· καὶ ἐπ’ αὐτοὺς τὸν Οὐεσπασιανὸν
ἔπεμψε. καὶ οἶ ἐν τῇ Βρεττανίᾳ δὲ καὶ οἱ
Γαλάται βαρυνόμενοι ταῖς εἰσφοραῖς ἤσχαλλον ἐκ
πλείονος καὶ ἐφλέγμαινον Γάιος δὲ Ἰούλιος Οὐίνδιξ,
 ἀνὴρ κατὰ τὸν πατέρα βουλευτὴς τῶν 'Ρωμαίων, ὁρῶν
τοὺς ὁμοφύλους Γαλάτας ὀργῶντας πρὸς ἀποστασίαν,
δι’ ὦν ἐδημηγόρησεν ἠρέθισεν αὐτούς, καὶ ὥρκωσε
πάντα ὑπὲρ τῆς βουλῆς καὶ τοῦ δήμου τῶν 'Ρωμαίων
ποιήσειν, καὶ ἑαυτόν, ἄν τι παρὰ ταῦτα πράξῃ, φονεύσειν.
 αὐτοκράτορα δὲ Γάλβαν τὸν Σερούιον τὸν
Σουλπίκιον προεχειρίσατο, γενόμενον ἐξ εὐπατριδῶν, 
καὶ τότε τῆς Ἰβηρίας ἄρχοντα. καὶ ὃς τὴν ἡγεμονίαν
ἐδέξατο, οὐκ ἠθέλησε δὲ τὰς τῆς αὐταρχίας ἐπικλήσεις
πρπσλαβεῖν τότε. τῆς δ’ ἀποστασίας παρατεινομένης
 ὁ Οὐίνδιξ ἑαυτὸν ἀπέσφαξε, τῶν μετ’ αὐτοῦ
στρατιωτῶν κινδυνευσάντων ὑπεραλγήσας, καὶ πρὸς
τὸ δαιμόνιον ἀγανακτήσας ὅτι τοιούτου πράγματος
ὀριγνηθείς, τοῦ τὸν Νέρωνα καταλῦσαι καὶ τοὺς
Ῥωμαίους ἐλευθερῶσαι, οὐκ ἐξετέλεσεν αὐτό. τοσαύτῃ
 γὰρ προθυμίᾳ πρὸς τοῦτο ἐχρήσατο ὥστε τοῦ Νέρωνος
διακοσίας καὶ πεντήκοντα μυριάδας ἐπικηρύ-
ξαντος τῷ τὴν κεφαλὴν τοῦ Οὐίνδικος κομίσοντι 
αὐτῷ, ἐκεῖνος ἔφη ὅτι “ὁ Νέρωνα ἀποκτείνας καὶ τὴν
ἐκείνου κομίσας μοι κεφαλήν, τὴν ἐμὴν ἀντιλήψεται.” 
 

 
 Ὁ δὲ Νέρων μαθὼν καὶ τὸν Πετρώνιον, ὃν κατὰ
τῶν ἐπαναστάντων μετὰ τοῦ πλείονος προεπεπόμφει
στρατεύματος, τὰ τοῦ Γάλβου φρονήσαντα, οὐκέτ’
οὐδεμίαν ἐλπίδα τῶν ὅπλων ἔσχεν, ἀλλ’ ἐβουλεύσατο
τούς τε βουλευτὰς ἀποκτεῖναι καὶ τὴν πόλιν καταπρῆσαι 
καὶ πλεῦσαι εἰς Ἀλεξάνδρειαν , ὑπειπὼν ὅτι
“ἂν καὶ τῆς ἀρχῆς ἐκπέσωμεν, ἀλλὰ τό γ’ ἑ τεχνίον
ἡμᾶς διαθρέψει ἐκεῖ.” μέλλοντος δὲ ταῦτα δράσειν
ἡ βουλὴ τὴν περὶ τὸν Νέρωνα φρουρὰν ἀποκαλέσασα
εἰσῆλθεν εἰς τὸ στρατόπεδον , καὶ τὸν μὲν πολέμιον 
ἀπέφηνε, τὸν δὲ Γάλβαν ἀνθείλετο αὐτοκράτορα.
 Νέρων δὲ ὡς ᾔσθετο ὅτι ὑπὸ τῶν φυλάκων ἐγκαταλέλειπται,
ἐσθῆτά τε φαύλην ἐνέδυ καὶ ἐπὶ ἵππον
οὐδὲν βελτίονα ἀνέβη, καὶ κατακεκαλυμμένος, ὅπως
διαλάθῃ, μετὰ Ἐπαφροδίτου καὶ τοῦ Σπόρου νυκτὸς 
ἔφυγε. γνωρισθεὶς δὲ ὡς καὶ παρά του τῶν ἀπαντησάντων
αὐτοκράτωρ προσαγορευθῆναι, τῆς ὁδοῦ
ἀπετράπετο καὶ εἰς καλαμώδη τόπον τινὰ κατεκρύφθη. 
 Ὁ δὲ δῆμος ἐν τῇ Ῥώμῃ, ἐπεὶ ἡμέρα ἐγένετο,
ὑπερέχαιρον καὶ τὴν πόλιν στεφανωμάτων ἐπλήρωσαν, 
καί τινες καὶ πιλία ὡς ἠλευθερωμένοι ἔφερον,
ἡ βουλὴ τῷ Γάλβᾳ τὰ τῇ ἀρχῇ προσήκοντα ἐψηφίσατο.
ὁ δὲ ὅμιλος εἴς τε τὸν Νέρωνα ἀπέσκωπτον καὶ
B συχνοὺς τῶν παρ’ αὐτῷ δυνηθέντων φονεύοντες
εἷλκον. ἐκείνου δὲ ζήτησιν οἱ στρατιῶται καὶ ἄλλοι 
πεποίηντο, καὶ γνόντες ὅπῃ ποτὲ ἦν, ἔπεμψαν ἐπ’
 αὐτὸν ἱππέας. ὁ δὲ προσιόντας αὐτοὺς αἰσθόμενος
προσέταξε τοῖς παροῦσι καὶ ἑαυτὸν καὶ σφᾶς ἀποκτεῖναι.
ὡς δ’ οὐχ ὑπήκουον, μέγα ἐστέναξεν. εἶτα
τὸν Σπόρον ἀνελεῖν θελήσας καὶ μὴ δυνηθείς, ἐγὼ 
μόνος” ἔφη “οὔτε φίλον οὔτε ἐχθρὸν ἔχω.” καὶ ἤδη
πελασάντων τῶν ἱππέων αὐτὸς ἑαυτὸν ἐπάταξεν,

 
εἰπόν “ὦ Ζεῦ, οἷος τεχνίτης ἀπόλλυμαι.” δυσθανατοῦντα
δ’ αὐτὸν ὁ Ἐπαφρόδιτος προσκατειμγάσατο. ἄσατο. 
 Ο μὲν οὖν οὕτω κατὰ τὸν Ἰούλιον ἐτελεύτησε
μῆνα, βιοὺς ἔτη τριάκοντα πρὸς μησὶν πέντε καὶ
 ἡμέραις εἴκοσιν, ἀφ’ ὧν ἦρξεν ἔτη τρισκαίδεκα καὶ 
μῆνας ὀκτὼ δυοῖν ἡμερῶν δέοντας. ἐν δὲ τῷ ὀγδόῳ
τῆς τούτου βασιλείας ἔτει πρῶτος ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας
μετὰ τὸν ἀπόστολον καὶ εὐαγγελιστὴν Μάρκον
Ἀνιανὸς γέγονεν.

Γάλβας δ’, ἐπεὶὅτε Νέρων διέφθαρτο καὶ ἡ βουλὴ τὴν ἀρχήν οἱ ἐψηφίσατο κὼ ὁ Ῥοῦφος αὐτῷ προσεχώρησεν,
εχώρησεν, ἀνεθάρσησεν, οὐ μέντοι καὶ τὸ Καίσαρος
ἀνέλαβεν ὄνομα πρὶν τοὺς τῆς βουλῆς πρεσβευτὰς
πρὸς αὐτὸν ἐλθεῖν· ἀλλ’ οὐδὲ τὸ τοῦ αὐτοκράτορος
 πρότερον εἰς οὐδὲν γράμμα ἐνεγεγράφει. τοὺς δὲ
συκοφαντήσαντάς τ’ ἴνας ἐπὶ τοῦ Νέρωνος ἢ ψευδομαρτυαρτυρήσαντας
ἐκόλασε. καὶ οἷ δοῦλοι οἱ κατὰ τῶν 
δεσποτῶν πράξαντές τι ἢ εἰπόντες αὐτοῖς ἐκείνοις
ἐπὶ τιμωρίᾳ παρεδόθησαν. καὶ τὰ χρήματα δὲ καὶ
 τά κτήματα ὅσα τινὲς παρὰ τοῦ Νέρωνος εἰλήφεσαν
ἀπῃτεῖτο. τούς γ’ ἑ μὴν ὑπ’ ἐκείνου φυγαδευθέντας
ὡς ἠσεβηκότας τι εἰς αὐτὸν κατήγαγε, καὶ τὰ ὀστᾶ
τῶν ἐκ τοῦ βασιλικοῦ γένους σφαγέντων εἰς τὸ τοῦ
Αὐγούστου μνημεῖον μετεκόμισε, καὶ τὰς εἰκόνας
 αὐτῶν ἀποκατέστησεν. 
 Οἱ δὲ ἐν ταῖς Γερμανίαις στρατιῶται προστησάμενοι
Αὖλον Οὐιτέλλιον ἐνανέστησαν. ὁ οὖν Γάλβας
τὴν ἐπανάστασιν πυθόμενος, Λούκιον Πείσωνα,
νεανίσκον εὐγενῆ, ἐπιεικῆ, φρόνιμον, υἱοθετήσατο
 

 
 καὶ ἀπέδειξε Καίσαρα. ὁ δὲ Ὄθων ὁ Μάρκος ὁ
Σαλούιος, ἀγανακτήσας ὅτι μὴ αὐτὸς ὑπὸ τοῦ Γάλβου
υἱοθετήθη, ἐπανέστη ἐπανέστη αὐτῷ, τριάκοντα μόνους
στρατιώτας ἑτοιμασάμενος. ἐπεὶ γὰρ θύοντι τῷ
Γάλβᾳ μόνος τῶν βουλευτῶν αὐτῷ παρέστη, καὶ τοῦ 
ἱερόπτου ἐπιβουλευθήσεσθαι αὐτὸν εἰπόντος ἤκουσε
καὶ παραινοῦντος οἴκοι μεῖναι καὶ μηδαμῇ προελθεῖν,
κατέδραμέ τε εὐθὺς ὡς ἐπ’ ἄλλο τι εἰς τὸ στρατόπεδον
ἀπιὼν καὶ ὑπὸ τῶν συνομωμοκότων αὐτῷ στρατιωτῶν
εἰς τὸ τεῖχος εἰσήχθη, καὶ τοὺς ἄλλους στρατιώτὰς 
προσαναπείσας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, ἐκπριάμενος
πολλαῖς ὑποσχέσεσι, παρ’ ἐκείνων τε παραχρῆμα καὶ
 τῶν ἄλλων ἔλαβε τὴν ἀρχήν 
 Ὁ Γάλβας δὲ μαθὼν τὰ πρασσόμενα ἔπεμψεν εἰς
τὸ στρατόπεδόν τινας ὡς μεταπεῖσαι τοὺς ἐν αὐτῷ 
δυνησόμενος. κἀν τούτῳ στρατιώτης τις γυμνὸν τὸ
ξίφος καὶ ᾑμαγμένον ἀνατείνων προσῆλθεν αὐτῷ,
φάσκων “θάρσει, αὐτοκράτορ · Ὄθωνα γὰρ ἀπἐκτεινα.”
πιστεύσας οὖν ὁ Γάλβας εἰς τὸ Καπιτώλιον ὡς θύσων
ὥρμησε. καὶ ἐν μέσῃ τῇ ἀγορᾷ ἀπαντήσαντες αὐτῷ 
ἱππεῖς καὶ πεζοὶ ἐκεῖ τὸν γέροντα, τὸν ὕπατον, τὸν
ἀρχιερέα, τὸν Καίσαρα, τὸν αὐτοκράτορα πολλῶν
ὁρώντων κατέκοψαν· καὶ τὴν κεφαλὴν ἀποκόψαντες
κοντῷ ἐνέπειραν. καὶ ὁ μὲν οὕτως ἐφονεύθη, τοῦτο
 μόνον εἰπών “καὶ τί κακὸν ἐποίησα;” ἀπέθανε δὲ 
καὶ ὁ Πείσων καὶ ἄλλοι συχνοί. πράξαντες δὲ ταῦτα
οἶ στρατιῶται, καὶ τὰς κεφαλὰς ἐκείνων ἀποτεμόντες,
πρός τε τὸν Ὄθωνα αὐτὰς ἐν τῷ στρατοπέδῳ καὶ
εἰς τὸ συνέδριον ἐκόμισαν, ὥστε τοὺς βουλευτὰς
καταπλαγέντας χαίρειν τε προσποιεῖσθαι καὶ τῷ 
Ὄθωνι πάντα τὰ πρὸς τὴν ἀρχὴν φέροντα ψηφίσασθαι.
 οὐκ ἐλάνθανε δὲ ὅτι αὐτὸς τὴν βουλὴν ἐβιάζετο

 
καὶ ὡς ἀσελγέστερον καὶ πικρότερον τοῦ Νέρωνος
ἄρξειν ἔμελλε. 
 Γάλβᾳ μὲν οὖν ζήσαντι ἔτη δύο καὶ ἑβδομήκοντα

καὶ ἡμέρας τρεῖς καὶ εἴκοσιν, ἄρξαντι δὲ μῆνας ἐννέα καὶ ἡμέρας τρισκαίδεκα, τοῦτο τέλος ἐγένετο· ὁ δὲ
Ὄθων μετέγνω μὲν ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις, τῶν D
ἰερ(??)ν αὐτῷ θύοντι πονηρῶν ὀφθέντων καὶ ἄλλων
σημείων αὐτῷ γενομένων, ἀλλ’ οὐκ εἶχεν εἰς τὴν
ἀρχὴν εἰσελθὼν ἀναδῦναι. καὶ ἐνέμεινεν αὐτῇ καὶ
 δίκην δέδωκεν. 
 Ἐν τούτοις δέ τις πλασάμενος Νέρων εἶναι ἐκ
τῆς πρὸς τὸν Νέρωνα οὔσης ἐμφερείας αὐτῷ τὴν
Ἑλλάδα ὀλίγου πᾶσαν ἐτάραξε, καὶ χεῖρα κακούργων
ἀνδρῶν ἀθροίσας πρὸς τὰ ἐν τῇ Συρίᾳ στρατόπεδα
 ὥρμησεν. ἐν Κύδνῳ δὲ περαιούμενον αὐτὸν ὁ Καλπούρνιος
συνέλαβε καὶ ἀπέκτεινεν. 
 Ὁ δὲ Ὄθων λάθρᾳ πολλοὺς πρὸς τὸν Οὐιτέλλιον
ἐπὶ καταλλαγῇ ἔπεμψεν. ὡς δ’ οὐκ ἐπείθετο,
πρεσβευτὰς ἀπέστειλε φανερῶς. οὔτε δὲ ἀπεκρίνατό
 τι αὐτοῖς Οὐιτέλλιος οὔτε ἀντέπεμψεν αὐτούς.
εἶτα ἔπεμψεν Ὄθων ἰσχὺν κατὰ γῆν τ’ ἑ καὶ
θάλασσαν, ἡττήθη δὲ διὰ πολυαρχίαν, οὐ δι’ 
ἀσθένειαν. κἀκ τῆς Ῥώμης δὲ ἐξωρμήθη καὶ
τοὺς πρώτους ἐξήγαγε. μέρος δέ τι τῆς δυνάμεως
 τῷ Πρόκλῳ δούς, αὐτὸς ἀνεχώρησε, λέγων
μὴ φέρειν μάχην ἀνδρῶν ὁμοφύλων ἰδεῖν. ὅθεν
μαλακίαν αὐτοῦ καταγνόντες οἶ στρατιῶται καὶ οἱ
στρατάρχαι οὐδὲν τῶν δεόντων ἔπραξαν, ἀλλ’ ἡττήθησαν
καὶ τοῖς τοῦ Οὐιτελλίου ἐπεκηρυκεύσαντο καὶ
 

 
ἀνεμίχθησαν σφίσι. τῷ δὲ Ὄθωνι ἤγγειλε ταῦτα
ἱππεύς, καὶ ἀπιστούμενος “εἴθε” ἔφη “ταῦτα ψευδῆ,
Καῖσαρ, ἦν”· καὶ εἰπὼν ἑαυτὸν διεχρήσατο. πιστευσάντων
δ’ ἐκ τούτου πάντων καὶ ἑτοίμως ἐχόντων
ἀναμαχέσασθαι, οἵ τε γὰρ δορυφόροι συχνοὶ ἦσαν, 
 καὶ ἕτεροι οὐκ ὀλίγοι παρῆσαν, καὶ ἱκετευόντων αὐτὸν
μήθ’ ἑαυτὸν μήτε σφὰς προδοῦναι, “πάντες γάρ’
ἔλεγον “ὑπὲρ σοῦ ἡδέως ἀποθανούμεθα”, ὁ Ὄθων
“πολὺ δικαιότερόν ἐστιν” εἶπεν “ἕνα ὑπὲρ πάντων
ἢ πολλοὺς ὑπὲρ ἑνὸς ἀπολέσθαι”, καὶ μὴ βούλεσθαι 
δι’ ἴνα ἄνδρα τὸν δῆμον τῶν Ῥωμαίων στασιάζειν
καὶ τοσοῦτον ὄχλον ἀνθρώπων φθείρεσθαι. ταῦτ’
εἰπὼν εἰς τὸ δωμάτιον ἀνεχώρησε, καί τινα τοῖς τε
οἰκείοις καὶ τῷ Οὐιτελλίῳ ὑπὲρ αὐτῶν ἐπιστείλας,
τά τε γράμματα ὅσα τινὲς αὐτῷ κατ’ ἐκείνου ἐγεγράφεσαν 
ἔκαυσεν, ὥστε μηδένα ἐξ αὐτόν φωραθέντα
κινδυνεῦσαι, καὶ καλῶν ἔνα ἕκαστον τῶν
παρόντων ἠσπάζετο αὐτοὺς καὶ ἐδίδου σφίσι χρήματα.
 κἀν τούτῳ ταραχῆς γενομένης στρατιωτῶν ἐξῆλθε,
καὶ καταστήσας αὐτοὺς οὐ πρότερον ἀνεχώρησε πρὶν 
ἐς τὸ ἀσφαλὲς ἄλλους ἀλλαχοῦ πέμψαι. καὶ οὕτως
ἐπεὶ μηδὲν ἔτι ταραχῶδες ἐγίνετο, ἑαυτὸν διεχρήσατο.
καὶ οἶ στρατιῶται τὸ σῶμα αὐτοῦ ἔθαψαν, καί
τινες αὐτῷ ἐπ’ ἔσφαξαν ἑαυτούς. 
 Τοῦτο τὸ τέλος τῷ Ὄθωνι γέγονε, ζήσαντι μὲν 
ἑπτὰ καὶ τριάκοντα ἔτη, ἄρξαντι δὲ ἡμέρας ἐνενήκοντα·
ὅθεν καὶ τὴν ἀσέβειαν καὶ τὴν πονηρίαν τοῦ
βίου συνεσκίασε· κάκιστα γὰρ ἀνθρώπων ζήσας
κάλλιστα ἀπέθανεν. οἶ δὲ στρατιῶται εὐθὺς μὲν
ἐταράχθησαν, καὶ ὑπ’ ἀλλήλων πολλοὶ ἀνῃρέθησαν· 
ἔπειτα ὡμονόησαν καὶ προσκεχωρήκεσαν τοῖς
κεκρατηκόσιν.

Οἶ’ δ’ ἐν τῇ Ῥώμῃ τὸ πάθος μ’ μαθόντες τοῦ Ὄθωνος, ἀπεδήμει γὰρ τοῦ ἄστεος, ὡς προείρηται,
αὐτοκράτορα τὸν Οὐιτέλλιον ἀνηγόρευον. ὄντι δ’ ἐν
τῆ Γαλατίᾳ ὁ θάνατος ἠγγέλθη τοῦ Ὄθωνος. ἦλθε
 δὲ πρὸς αὐτὸν καὶ ἡ γυνὴ καὶ τὸ παιδίον, ὃ καὶ ἐπὶ
βήματος Γερμανικόν τε καὶ αὐτοκράτορα ἐπωνόμασεν,
ἑξάετες ὄν. φιλόμαντις δὲ ὑπάρχων καὶ μηδὲ τὸ
βραχὺ πράσσων ἄνευ αὐτῶν, τότε μὲν τοὺς ἀστρονόμους,
ὕστερον δὲ καὶ τοὺς γόητας ἐξήλασε, προειπὼν
 σφίσιν ἐντὸς τῆσδε τῆς ἡμέρας ἐξ ἁπάσης
ἐκχωρῆσαι τῆς Ἰταλίας. κἀκεῖνοι νυκτὸς ἀντιπροθέντες
προγράμματα, ἀντιπαρήγγειλαν αὐτῷ ἀντιπροθέντες 
τοῦ βίου ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἐν ᾗ ἐτελεύτησεν. 
 Ἦν δὲ τρυφῇ τε καὶ ἀσελγείᾳ προσκείμενος. καὶ
 ἀπ’ ἀρχῆς τοιοῦτος ὢν οἷος περὶ τὰ καπηλεῖα καὶ τὰ
κυβευτήρια καὶ τοὺς ὀρχηστὰς καὶ τοὺς ἁρματηλάτας
ἐσπουδακέναι, καὶ ἀμύθητα ἐς τὰ τοιαῦτα ἀνήλισκε
καὶ διὰ τοῦτο καὶ δανειστὰς πολλοὺς εἶχε· τότε δὲ
καὶ μᾶλλον ὕβριζε, καὶ τῆς τε ἡμέρας τὸ πλεῖστον
 τῆς τε νυκτὸς ἐδαπάνα ἀπλήστως ἐμφορούμενος καὶ
συνεχῶς ἐξεμῶν, ὡς μόνῃ τῆ παρόδῳ τῶν σιτίων
τρέφεσθαι. ἀφ’ οὗπερ καὶ ἀνταρκεῖν ἠδύνατο. οἶ δὲ
συνδειπνοῦντες αὐτῶ πάνυ κακῶς ἀπηλλάσσοντο.
ὅθεν εἷς τις αὐτῶν νοσήσας καὶ διὰ τοῦτο ἡμέρας 
 τινὰς τοῦ συσσιτίου ἀπολειφθεὶς εἶπεν ὅτι εἰ μὴ
ἐνόσησα, πάντως ἂν ἀπολώλειν.” καὶ ἐγένετο ὁ
χρόνος ὁ τῆς αὐταρχίας αὐτοῦ σύμπας οὐδὲν ἄλλο ἢ
 

 
μέθαι τε καὶ κῶμοι. καὶ τί ἂν τις καθ’ ἕκαστον
αὐτῶν καταλέγοι, ὁπότε πρὸς πάντων ὡμολόγηται
δύο μυριάδας μυριάδων καὶ χιλίας πεντακοσίας ἐν
τῷ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ χρόνῳ ἐς τὰ δεῖπνα αὐτὸν δεδαπανηκέναι.
πολλάκις δὲ καὶ παρ’ ἄλλοις εἱστιᾶτο, 
καὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας ἄλλοι μὲν ἀκρατίσασθαι παρεῖχον
 αὐτῷ, ἄλλοι δὲ ἀριστῆσαι, ἕτεροι δὲ δεῖπνον,
ἕτεροι δὲ μεταδόρπιά τινα πλησμονῆς παραμύθια. 
 Οὕτω δὲ βιοὺς οὐκ ἄμοιρος ἦν παντάπασι καὶ
καλῶν ἔργων. τό τε γὰρ ἐπὶ Νέρωνος καὶ τὸ ἐπὶ 
Γάλβου τοῦ τε Ὄθωνος κοπὲν νόμισμα ἐτήρησεν, οὐκ
ἀγανακτῶν ταῖς εἰκόσιν αὐτῶν, καὶ ὅσα τισὶν ἐδεδώρηντο
ἐφύλαξε, μηδένα μηδὲν ἀφελόμενος· καὶ
οὔτε τὰ ἐκ τῶν συντελειῶν ἐποφληθέντα ἀπῄτησεν
οὔτε οὐσίαν τινὸς ἐδήμευσεν, ὀλίγους μὲν πάνυ τῶν 
τὰ Ὄθωνος πραξάντων ἀποκτείνας, μηδὲ τὰς ἐκείνων
μέντοι οὐσίας τοὺς προσήκοντας σφῶν ἀποστερήσας.
 καὶ τοῖς οἰκείοις δὲ τῶν πρότερόν ποτε θανατωθέντων
ἐδωρήσατο πάντα ὅσα ἔτι ἐν τῷ δημοσίῳ εὕρηντο.
ἀλλ’ οὐδὲ τὰς διαθήκας τῶν ἀντιπολεμησάντων 
αὐτῷ καὶ ἐν ταῖς μάχαις πεσόντων ᾐτιάσατο. ἀπηγόρευσε
δὲ καὶ τοῖς βουλευταῖς καὶ τοῖς ἱππεῦσι μονομαχεῖν
ἢ ἐν ὀρχήστρᾳ θέαν τινὰ παρέχειν. καὶ διὰ
ταῦτα ἐπῃνεῖτο. 
 Ἐπὶ τούτοις ἠγγέλθη αὐτῷ ἡ ἐν Ἰουδαίᾳ κατ’ 
αὐτοῦ ἐπανάστασις. καὶ δεινῶς κατέδεισε δι’ αὐτήν,
ἄλλων τε συμβάντων σημείων καὶ τῆς σελήνης παρὰ
τὸ καθεστηκὸς δὶς ἐκλελοιπέναι δοξάσης· καὶ γὰρ
τεταρταία καὶ ἑβδομαία ἐσκιάσθη. ἡλίους τε δύο
ἅμα τότε εἶδον ἔκ τ’ ἑ τῶν ἀνατολῶν καὶ ἐκ τῶν δυσμῶν,
 τὸν μὲν ἀσθενῆ καὶ ὠχρόν, τὸν δ’ ἐξ ἀνατολῶν
ἰσχυρόν. 

 
 Ἐπράχθη δὲ τὰ τῆς ἐπαναστάσεως ὧδε. Οὐεσπασιανὸς
ἐν Ἰουδαίᾳ διατρίβων, ὡς γὰρ ἤδη ἱστόρηται,
παρὰ Νέρωνος ἦν ἐκεῖσε σταλεὶς διὰ τὴν τῶν Ἰουδαίων
ἀποστασίαν, τῷ μὲν Γάλβᾳ αὐταρχήσαντι
 τὸν υἱὸν ἔπεμψε Τίτον προσεροῦντα αὐτόν· ἐπανελθόντος 
δὲ τοῦ Τίτου, ἐπεὶ καθ’ ὁδὸν ἐμεμαθήκει τὴν
τοῦ Οὐιτελλίου καὶ τοῦ Ὄθωνος ἐπανάστασιν, πρὸς
μοναρχίαν καὶ αὐτὸς ὡρμήθη, κατὰ τὸν Δίωνα. ὡς
δ’ ὁ Ἰώσηπος ἐν τῇ τῆς ἁλώσεως ἱστορία φησίν, οἱ
 μετ’ αὐτοῦ στρατιῶται μαθόντες τοὺς μὲν ἐν τῇ
Εὐρώπῃ Γαλάτας στασιάσαντας Γάλβαν προχειρίσασθαι
αὐτοκράτορα, τοὺς δ’ ἐν Γερμανίᾳ στρατευομένους
ἀνθελέσθαι τὸν Οὐιτέλλιον, τοὺς δ’ ἐν τῇ 
Ῥώμῃ προχειρίσασθαι Ὄθωνα, καὶ αὐτοὶ τὴν μοναρχίαν
 τῷ σφετέρῳ ἐψηφίσαντο στρατηγῷ, καὶ παρακραοτήσαντες
ἀλλήλους ἀνηγόρευσαν τὸν Οὐεσπασιανὸν
αὐτοκράτορα καὶ σώζειν τὴν τόν Ῥωμαίων
ἡγεμονίαν κινδυνεύουσαν παρεκάλουν. ἀρνουμένου
δ’ ἐκείνου οἶ μὲν ἡγεμόνες προσέκειντο, οἱ δὲ στρατιῶται
 περιχυθέντες ξιφήρεις ἀνελεῖν ἠπείλουν αὐτόν.
πείθεται οὖν, καὶ πρῶτον τῷ τὴν ἀρχὴν τῆς Αἰγύπτου
ἰθύνοντι ἐπιστέλλει περὶ τῶν κατ’ αὐτόν· καὶ
ὅς εὐθὺς ἀνηγόρευσεν αὐτὸν αὐτοκράτορα. Οὐεσπασιανὸς
δὲ τοῦτο μαθὼν τὸν μὲν τῆς Συρίας ἡγούμενον
 Μουκιανὸν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐπὶ τὸν Οὐιτέλλιον
ἔπεμψαν. ὅτε καὶ τὸν Ἑβραῖον Ἰώσηπον, ὃς αὐτὸν 
ἔτι ζῶντος τοῦ Νέρωνος αὐτοκράτορα προσειπεῖν
ἐθάρρησε, δεσμώτην ἔτι ὄντα παρ’ αὑτῷ καὶ αἰχμάΔίωνα]
 

 
λῶτον, τὴν ἀρχὴν καλέσας πρὸς ἑαυτόν, οἷα προμαντευσάμενον
αὐτῷ, λυθῆναι κελεύει. τοῦ δὲ Τίτου
τῷ πατρὶ Οὐεσπασιανῷ δίκαιον εἰπόντος εἷναι καὶ τὸ
ὄνειδος ἐξ Ἰωσήπου ἀφαιρεθῆναι σὺν τῷ σιδήρῳ,
τοῦτο δ’ ἔσεσθαι, εἰ μὴ λυθῶσι τὰ δεσμά, ἀλλὰ διακοπῶσιν, 
ὃ ἐπὶ τῶν μὴ δεόντως δεθέντων πράττεται,
συνευδοκεῖ καὶ ὁ Οὐεσπασιανός, καὶ παρελθών τις
διέκοψε πελέκει τὴν ἅλυσιν. 
 Ὁ γὰρ Ἰώσηπος, ὡς αὐτὸς ἐκεῖνος ἱστόρησε,
χρησμόν τινα ἐν γράμμασιν ἱεροῖς εὑρηκὼς δηλοῦντα 
ὡς ἄρξει τις ἀπὸ τῆς χώρας αὐτῶν τῆς οἰκουμένης,
διὰ τὰς ἐν τῇ Ῥώμῃ στάσεις καὶ τῶν ἐκεῖ βασιλέων
τὰς συνεχεῖς ἀλλαγὰς εἰς τὸν Οὐεσπασιανόν τείνειν
 ὑπείληφε τὸν χρησμόν, καί οἶ τὸ κράτος προεμαντεύσατο.
τούτου δὲ τοῦ χρησμοῦ μέμνηται καὶ 
Ἀππιανὸς ἐν τῷ εἰκοστῷ δευτέρῳ λόγῳ τῆς Ῥωμαïκῆς
ἱστορίας αὐτοῦ. δικαιότερον δ’ ἂν ἢ ἀληθὲς
μάλιστα νομισθείη τὸ ἐπὶ τὸν σωτῆρα τοῦ τῶν ἀνθρώπων
γένους τὸν κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν
χρησμὸν ἐκληφθῆναι· οὐ γὰρ τῆς οἰκουμένης πάσης 
Οὐεσπασιανὸς ἐβασίλευσε, κατὰ τὸν χρησμόν, ἀλλὰ
τῆς ὑπὸ Ῥωμαίους μόνης· πολὺ δὲ τῆς οἰκουμένης
ἦν ὃ τῆς Ῥωμαïκῆς ἀρχῆς ἦν ἐκτός· ὁ δὲ κύριος συμπάσης
τῆς οἰκουμένης ἐβασίλευσέ τε καὶ βασιλεύει,
ᾧ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐρρήθη “αἴτησαι παρ’ ἐμοῦ, καὶ 
δώσω σοι ἔθνη τὴν κληρονομίαν σου καὶ τὴν κατάσχεσίν
σου τὰ πέρατα τῆς γῆς.” 
 

 
 Οὐεσπασιανὸς δὲ πρὸς Ἀλεξάνδρειαν ὥρμησεν, 
ἔνθα καὶ ἀπὸ τῆς Ῥώμης εὐαγγέλια ἧκεν αὐτῷ, ὡς
Οὐιτέλλιος μὲν ἀπεσφάγη, αὐτὸς δὲ αὐτοκράτωρ τῷ
τε δήμῳ καὶ τῇ συγκλήτῳ ἀνηγορεύθη, καὶ ὁ υἱὸς
 αὐτοῦ Δομετιανὸς εἰς ἡγεμονίαν προήχθη μέχρι τῆς
αὐτοῦ πρὸς τὴν Ῥώμην ἀφίξεως. 
 Ὁ δὲ τοῦ Οὐιτελλίου θάνατος τοῦτον τὸν τρόπον
ἐγένετο. ἤδη οἶ Οὐεσπασιάνειοι στρατιῶται πεπλησιακότες
ἦσαν τῇ Ῥώμῃ, καὶ ἐς αὐτὴν ἐσβαλόντες
 οὐδὲν ὅ, τ’ ἴ’ τῶν δεινῶν οὐκ ἐποίησαν. τῆς δὲ πόλεως
πορθουμένης ὁ Οὐιτέλλιος φοβηθείς, χιτωνίσκον τε
ῥακώδη περιβαλόμενος, ἐς οἴκημα σκοτεινόν, ἐν ᾧ
κύνες ἐτρέφοντο, κατεκρύφθη, διανοούμενος νυκτὸς
ἐς τὴν Ταρακῖναν πρὸς τὸν ἀδελφὸν ἀποδρᾶναι. 
 ἀναζητήσαντες δὲ οἱ στρατιῶται αὐτὸν συνέλαβον
φορυτοῦ πεπλησμένον καὶ αἵματος, ὑπὸ γὰρ τῶν
κυνῶν ἐλελύμαντο, καὶ τὴν ἐσθῆτα περιρρήξαντες
αὐτοῦ καὶ εἰς τοὐπίσω τὼ χεῖρε δεσμήσαντες, σχοῖνόν
τε αὐτῷ περιθέντες περιαυχένιον, οἱ μὲν ἐρράπιζον,
 οἶ δὲ τοῦ γενείου ἔτιλλον, πάντες δὲ ἔσκωπτον
τά τε ἄλλα καὶ τὴν ἀσωτίαν αὐτοῦ. αἰσχυνομένου
δὲ ἐπὶ τούτοις καὶ κάτω βλέποντος, οἶ στρατιῶται 
ξιφιδίοις αὐτὸν ὑπὸ τὸ γένειον ὑπεκέντουν, ἵνα καὶ
ἄκων ἄνω βλέπῃ. Κελτὸς δέ τις ἐλεήσας αὐτόν “ἐγώ
 σοι ἔφη “βοηθήσω ὡς μόνος δύναμαι.” καὶ ὁ μὲν
ἐκεῖνον ἔτρωσε καὶ ἑαυτὸν ἀπέσφαξεν· οὐ μέντοι
καὶ ὁ Οὐιτέλλιος ἀπέθανεν ἐκ τοῦ τραύματος, ἀλλ’ 
ἐσύρετο εἰς τὸ δεσμωτήριον. περιαλγήσας δὲ οἷς τε
ἔπασχε καὶ οἷς ἤκουεν “ἀλλ’ ἔγωγε” ἔφη “αὐτοκρά-
 

 
τωρ ὑμῶν ἐγενόμην. ” ὀργισθέντες οὖν οἶ στρατιῶται
κατέκοψαν αὐτόν, καὶ τὴν κεφαλὴν ἀποτεμόντες αὐτοῦ
κατὰ πᾶσαν τὴν πόλιν περιήγαγον, ζήσαντος ἔτη
τέσσαρα καὶ πεντήκοντα καὶ ἡμέρας ἐννέα καὶ ὀγδοήκοντα,
ἄρξαντος δὲ ἐνιαυτὸν δέκα ἡμερῶν 
ἐπιδέοντα.

Πεπραγμένων δὲ τούτων ὁ Μουκιανὸς ἐπῆλθε
καὶ τῷ Δομετιανῷ συνδιῴκει· αὐτοκράτωρ τε ὁ
Οὐεσπασιανὸς καὶ πρὸς τῆς βουλῆς εὐφημήθη, καὶ
 Καίσαρες ὅ τε Τίτος καὶ ὁ Δομετιανὸς ἐπεκλήθησαν. 
ὁ δὲ Μουκιανὸς ἀδελφὸς παρὰ τοῦ Οὐεσπασιανοῦ
ὠνομάζετο, καὶ ἐξουσίαν εἴληφε πάνθ’ ὅσα ἐβούλετο
πράττειν καὶ γράφειν, τὸ ὄνομα τοῦ αὐτοκράτορος
μόνον ἐπιγραφόμενος· καὶ διὰ τοῦτο καὶ δακτύλιον
πεμφθέντα οἱ ἐφόρει, ἵνα τὸ αὐτοκρατορικὸν σφράγισμα 
λαμβάνῃ τὰ σημαινόμενα πολλοῖς γοῦν ἀρχάς
τε καὶ ἐπιτροπείας αὐτὸς καὶ ὁ Δομετιανὸς ἔδοσαν,
καὶ ἐπάρχους ἄλλους ἐπ’ ἄλλοις καὶ ὑπάτους ἀπέδειξαν,
ὡς αὐτοὶ αὐταρχοῦντες. ὥστε τὸν Οὐεσπασιανὸν
ἐπιστεῖλαι τῷ Δομετιανῷ ὅτι “χάριν ἔχω σοι, τέκνον, 
ὅτι με ἐᾷς ἄρχειν καὶ οὐδέπω με καταλέλυκας.” 
 Ἐς δὲ τὴν Ἀλεξάνδρειαν ὁ Οὐεσπασιανὸς ἀφικόμενος
 χρήματα πολλὰ ἐκεῖθεν ἠργυρολόγησε, χρηματιζόμενος
καὶ τέλη πολλὰ τὰ μὲν ἐκλελειμμένα
ἀνενεώσατο, τὰ δὲ καὶ νομιζόμενα προσεπηύξησε, 
καινά τε προσέθετο ἴτε. τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο καὶ ἐν
τῇ ἄλλῃ ὑπηκόῳ τῇ τε Ἰταλίᾳ καὶ αὐτῇ τῇ Ῥώμῃ μετὰ
ταῦτα ἐποίησε. τὴν μὲν οὖν Αἴγυπτον δι’ ὀλίγου
κατεστήσατο, καὶ σῖτον πολὺν εἰς τὴν Ῥώμην
 

 
ἔπεμψεν ἀπ’ αὐτῆς· τὸν δὲ υἱὸν αὐτοῦ Τίτον εἰς
τὰ Ἱεροσόλυμα καταλελοιπὼς πορθῆσαι αὐτά, τὴν
ἐκείνων ἀνέμενεν ἅλωσιν, ἵνα μετὰ τοῦ υἱέος ἐπανέλθῃ
πρὸς τὴν Ῥώμην. τριβομένου δὲ χρόνου ἐν
 τῇ πολιορκίᾳ, τὸν μὲν Τίτον ἐν τῇ Παλαιστίνῃ κατέλιπεν,
αὐτὸς δὲ ὁλκάδος ἐπιβὰς ἐς Λυκίαν ἔπλευσε,
κἀκεῖθεν τὰ μὲν πεζῇ, τὰ δὲ ναυτιλλόμενος εἰς τὸ
Βρεντέσιον ἐκομίσθη. 
 Ἐλθὼν δ’ ἐς τὴν Ῥώμην καὶ τοῖς στρατιώταις 
 καὶ τῷ δήμῳ παρέσχηκε δωρεάς, καὶ τὰ τεμένη καὶ
τὰ δημόσια ἔργα τὰ πεπονηκότα ἀνελάμβανε, καὶ τὰ
ἤδη ἐφθαρμένα ἐπανεσκεύαζε, καὶ συντελουμένοις
αὐτοῖς οὐ τὸ ἑαυτοῦ ἐπέγραφεν ὄνομα, ἀλλὰ τὸ τῶν
πρώτως δομησαμένων. τὰς δὲ οὐσίας τῶν ἐναντιωθέντων
 αὐτῶ καὶ ἐν ταῖς μάχαις πεσόντων τοῖς
παισὶν ἐκείνων ἢ τοῖς ἄλλως οἰκείοις ἀφῆκε, καὶ τὰ
συμβόλαια τὰ παλαιὰ τὰ τῷ δημοσίῳ προσήκοντα
προσδιέφθειρε. μεγαλοπρεπῶς δὲ εἰς τὸ κοινὸν
ἀναλίσκων, εὐτελέστατα διῃτᾶτο, καὶ οὐδὲν ἔξω τῶν
 ἀναγκαίων ἐδαπάνα. ἦν δὲ οὔτε ἐξ εὐγενῶν οὔτε
πλούσιος. πάντας δὲ τοὺς προσιόντας αὐτῷ προσεδέχετο.
τοῖς δὲ φίλοις καὶ πρὸ τῆς ἔω καὶ ἐπὶ τῆς
εὐνῆς κατακείμενος συνεγίνετο· καὶ αἶ θύραι τῶν
βασιλείων ἠνεῳγμέναι διὰ πάσης τῆς ἡμέρας ἦσαν, 
 καὶ φρουρὸς οὐκ ἦν ἐν αὐταῖς. τό τε σύμπαν, τῇ
μὲν προνοίᾳ τῶν κοινῶν αὐτοκράτωρ νενόμιστο,
εἰς τἄλλα δὲ πάντα κοινὸς καὶ ἰσοδίαιτος ἦν τοῖς
λοιποῖς. 
 Τῶν δ’ Ἱεροσολύμων ἁλόντων ὁ Τίτος εἰς τὴν
 Ἰταλίαν ἐπανελθὼν τὰ ἐπινίκια αὐτός τε καὶ ὁ
πατὴρ ἐφ’ ἅρματος ἔπεμψαν· συνέπεμπε δὲ σφίσιν
αὐτὰ καὶ ὁ Δομετιανὸς ὑπατεύων ἐπὶ κέλητος μετὰ

 
δὲ τοῦτο διδασκάλους ἐν τῇ Ῥώμῃ καὶ τῆς Λατίνων
καὶ τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας κατέστησε, μισθὸν ἐκ
τοῦ δημοσίου φέροντας. κατηγορίαν δὲ ὁ Μουκιανὸς
τῶν φιλοσόφων πολλὴν ποιησάμενος ἔπεισε τὸν
Οὐεσπασιανὸν ἐξελάσαι αὐτοὺς τῆς Ῥώμης· καὶ πλὴν 
 τοῦ Μουσωνίου ἅπαντες ἀπηλάθησαν. χρηματιστὴς
 δ’ ἐνομίζετο, ὅτι ἀνδριάντα στῆσαι αὐτῷ ψηφισαμένων
τινῶν, οὗ τὸ ἀνάλωμα μυριάδες ἦσαν πέντε
καὶ εἴκοσι, προέτεινε τὴν χεῖρα “δότε μοι τὸ ἀργύριον”
εἰπών· “ἡ γὰρ βάσις αὐτοῦ αὕτη ἐστί.” καὶ 
πρὸς τὸν Τίτον ἀγανακτοῦντα τέλει τινὶ ᾧ αὐτὸς
καταδεδείχει, εἶπεν, χρυσοῦς ἐξ αὐτοῦ πεπορισμένους
λαβών, “ἰδού, τέκνον, εἴ τι ὄζουσιν.“ ἐπεβουλεύθη
δὲ ὑπὸ Ἀλιηνοῦ καὶ ὑπὸ Μαρκέλλου. φωραθέντες
δὲ ὁ μὲν Ἀλιηνὸς ἐν τοῖς βασιλείοις ἐσφάγη, τοῦ 
Τίτου κελεύσαντος, Μάρκελλος δὲ κριθεὶς ἐν τῷ
συνεδρίῳ καὶ καταδικασθεὶς αὐτὸς ἑαυτὸν ἀνεῖλε
ξυρῷ τεμὼν τὸν λαιμόν. 
 Οὐεσπασιανὸς δὲ νοσήσας πυρετοῖς μετήλλαξεν·
ὡς δέ τινες ἔφασαν, τοῦ Τίτου καταψευδόμενοι, 
φάρμακον ἐν συμποσίῳ τινὶ πεπωκώς. ἐπιτιμώντων
 δὲ αὐτῷ νοσοῦντι τῶν ἰατρῶν ὅτι νοσῶν πάντα τὰ τῇ
ἀρχῇ προσήκοντα ἔπραττε, “τὸν αὐτοκράτορα” ἔφη
“ἑστῶτα δεῖ ἀποθνήσκειν.” ἀπεβίω δὲ ζήσας ἔτη
ἐννέα καὶ ἐξήκοντα καὶ μῆνας ὀκτὼ καὶ ἡμέρας ὀκτώ, 
μοναρχήσας δὲ ἔτη δέκα, ἕξ δέοντα ἡμερῶν.

Τούτου δὲ τελευτήσαντος ὁ Τίτος τὴν ἀρχὴν
διεδέξατο. ὃς μοναρχήσας οὔτε φονικόν τι οὔτε
 

 
ἐρωτικὸν ἔπραξεν, ἢ ὅτι μετεβάλλετο ἢ ὅτι ἐπὶ
βραχύτατον, ὥς γε ἐς ἡγεμονίαν εἰπεῖν, ἐπεβίω. δύο
γὰρ ἔτη μετὰ τὴν αὐταρχίαν καὶ μῆνας δύο ἡμέρας
τε εἴκοσιν ἔζησεν, ἐπ’ ἐννέα καὶ τριάκοντα ἔτεσι καὶ
 μησὶ πέντε καὶ ἡμέραις πέντε καὶ εἴκοσι. διὸ καὶ ἐξ
ἴσου αὐτὸν ἄγουσι τῇ τοῦ Αὐγούστου πολυετίᾳ, ὅτι 
οὔτ’ ἐκεῖνος ἐφιλήθη ἄν, εἰ ἐλάττω χρόνον ἐζήκει,
οὔτ’ ἂν οὗτος, εἰ πλείονα· ὁ μὲν ὅτι τραχύτερος κατ’
ἀρχὰς διὰ τὰς στάσεις καὶ τοὺς πολέμους γενόμενος
 ἠδυνήθη μετὰ ταῦτα εὐεργεσίαις ἐν τῷ πολυχρονίῳ
λαμπρύνεσθαι, ὁ δ’ ὅτι ἐπιεικῶς ἄρξας ἐν ἀκμῇ τῆς
δόξης ἀπέθανε, τάχ’ ἂν ἐλεγχθείς, εἴ γ’ ἑ ἐβίω ἐπὶ
μακρόν, ὅτι εὐτυχίᾳ πλείονι ἐχρήσατο ἢ ἀρετῇ. οὔτ’ ἑ
δέ τινα τῶν βουλευτῶν ἐν τῇ αὐτοῦ ἡγεμονίᾳ ἀπέκτεινε
 καὶ γράμματα ἐξέθηκε βεβαιῶν πάντα τὰ
ὑπὸ τῶν πρότερον αὐτοκρατόρων δοθέντα τισίν. ἦν
δὲ περὶ χρήματα ἀκριβὴς καὶ οὐ μάτην ἀνήλισκεν·
οὐδένα μέντοι ποτὲ διὰ ταῦτα ἐκόλασεν. 
 Ἐπὶ τούτου καὶ ὁ Ψευδονέρων ἐφάνη, ὃς Ἀσιανὸς 
 ἦν, ἐκαλεῖτο δὲ Τερέντιος Μάξιμος, προσεοικὼς
δὲ τῷ Νέρωνι καὶ τὸ εἶδος καὶ τὴν φωνήν· καὶ γὰρ
ἐκιθαρῴδει. ἔκ τε τῆς Ἀσίας τινὰς προσεποιήσατο,
καὶ ἐπὶ τὸν Εὐφράτην προχωρῶν πολλῷ πλείους
ἀνηρτήσατο, καὶ τέλος πρὸς Ἀρτάβανον τὸν τῶν
 Πάρθῶν κατέφυγεν ἀρχηγόν· ὃς καὶ δι’ ὀργῆς τὸν
Τίτον ποιούμενος ἐδέξατο τοῦτον καὶ καταγαγεῖν εἰς
Ρώμην παρεσκευάζετο. 
 Ἐν δὲ τῷ πρώτῳ τῆς ἡγεμονίας αὐτοῦ ἔτει πῦρ
ἐν Καμπανίᾳ πολὺ κατὰ τὸ φθινόπωρον ἀθρόον
 ἐξήνθησε. τὸ γὰρ ὄρος τὸ Βέσβιον, κατὰ Νέαν ὂν 
πόλιν, ἔχει πυρὸς ἀφθόνους πηγάς· μέσον δέ γε
μόνον πεπύρωται, τὰ δ’ ἔξωθεν εἰσὶν ἄπυρα. τῶν

 
οὖν ἐν τῷ μέσῳ κραυρουμένων καὶ τεφρουμένων, αἶ
μὲν πέριξ κορυφαὶ τὸ ἀρχαῖον σώζουσιν ὕψος, τὸ δὲ
μέσον δαπανηθὲν τῷ πυρὶ κοῖλον ἐκ τοῦ συνιζάνειν
ἐγένετο. καὶ ἀναδίδοται ἐξ αὐτοῦ τῆς μὲν νυκτὸς
φλόξ, τῆς δ’ ἡμέρας καπνὸς καὶ ποτὲ μὲν μᾶλλον, 
ποτὲ δὲ ἧττον· ἐνίοτε δὲ καὶ τέφραν ἀναβάλλει, ὅταν
ἀθρόον ὑφιζήσῃ, καὶ λίθους ἀναπέμπει, ὅταν ὑπὸ
πνεύματος ἐκβιασθῇ· ἠχεῖ τε καὶ βοᾷ, μὴ συμπεπιλημένας,
ἀλλ’ ἀραιὰς καὶ ἐλευθέρας τὰς ἀναπνοὰς
 ἔχον. τοιοῦτον μέν ἐστι τὸ Βέσβιον· τότε δὲ κτύπος 
ἐξαίσιος ἐξαπίνης ὡς τῶν ὀρῶν συμπιπτόντων ἐξηκούσθη,
 καὶ ἀνέθορον πρῶτον μὲν λίθοι ὑπερμεγέθεις,
μ εγέθεις, πῦρ πολὺ καὶ καπνὸς ἄπλετος, ὡς
καὶ τὸν ἥλιον συγκρυφθῆναι καὶ σκότος ἐκ φωτὸς
γενέσθαι. καὶ τέφρα δὲ ἀνεφυσήθη ἀμύθητος, ὡς 
τῆς τε γῆς καὶ τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ ἀέρος κατασκεδασθῆναι
παντὸς καὶ τοὺς ἰχθύας τά τε ὄρνεα διαφθαρῆναι,
καὶ δύο πόλεις, τό τε Ἑρκουλάνεον καὶ
τοὺς Πομπηίους, ἐν θεάτρῳ τοῦ δήμου αὐτῶν καθημένου,
καταχωσθῆναι. τοσαύτη δ’ ἦν ἡ τέφρα 
ὥστε τι αὐτῆς καὶ ἐς Ἀφρικὴν ἐλθεῖν καὶ εἰς Συρίαν
 καὶ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ῥώμην·
ἐξ ἧς ὕστερον λοιμώδης νόσος ἐνέσκηψεν. 
 Ὁ δ’ οὖν Τίτος τοῖς Καμπανοῖς καὶ οἰκιστὰς
ἔπεμψε καὶ χρήματα ἐδωρήσατο ἄλλα τε καὶ τὰ τῶν 
ἀκληρονομήτων. αὐτὸς δὲ οὐδὲν παρ’ οὐδενός, καίτοι
πολλῶν διδόντων, ἐδέξατο· πολλὰ δὲ τῶν δημοσίων
ἔργων ἀνέστησεν οἴκοθεν. καὶ ἀγῶνας ἐποίησε θαυμαστούς,
μαστούς, ἐν οἶς σφαιρία ξύλινα μικρὰ ἄνωθεν ἐρρίπτει,
σύμβολον ἔχοντα τὸ μὲν ἐδωδίμου τινός, τὸ 
δὲ ἐσθῆτος, ἄλλο χρυσοῦ, ἵππων, ὑποζυγίων, βοσκημάτων,
ἀνδραπόδων· ἃ οἶ ἁρπάζοντες πρὸς τοὺς

 
δοτῆρας αὐτῶν ἀπάγοντες τὸ ἐπιγεγραμμένον
ἐλάμβανον. 
 Τούτου ἐστὶ καὶ ἡ ἀοίδιμος ἐκείνη φωνὴ εἰπόντος 
“σήμερον οὐκ ἐβασίλευσα, ἐπεὶ οὐδένα
 εὐηργέτησα.” 
 Τούτου τῷ δευτέρῳ ἔτει Λίνος ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος
τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας τελευτῶν Ἀνεγκλήτῳ
τὴν ἀρχιερωσύνην παρέδωκε.

Τῷ δ’ ἐπιγενομένῳ ἔτει μετήλλαξεν ὁ Τίτος, ὡς μὲν φήμη κρατεῖ, πρὸς τοῦ ἀδελφοῦ ἐπιβουλευθείς,
ὡς δ’ ἔν ἴοι γράφουσι, νοσήσας. ἔμπνουν μέντοι αὐτὸν
ἔτι ὄντα καὶ τάχα περιγενέσθαι δυνάμενον ἐς
λάρνακα πλήρη χιόνος ὁ Δομετιανὸς ἐνέβαλεν, ὡς
δεομένης τῆς νόσου τάχα τινὸς περιψύξεως. ἀποψύχων
 δὲ εἰπεῖν λέγεται ὅτι “ἓν μόνον ἐπλημμέλησα”·
τί δὲ τοῦτο ἦν οὐ διεσάφησε. τινὲς μὲν οὖν
λέγουσιν ὅτι τὴν Δομιτίαν ἔσχε τὴν γυναῖκα τοῦ 
ἀδελφοῦ, ἕτεροι δὲ ὅτι τὸν Δομετιανὸν οὐκ ἀπέκτεινεν
ἐπιβουλεύοντά οἶ σαφῶς, ἀλλ’ αὐτός τε ὑπ’
ὢ ἐκείνου ἐφθάρη καὶ τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴν ἀνδρὶ
τοιούτω ἐξέδωκεν. 
 Ἔτι γοῦν τοῦ Τίτου ἐμπνέοντος ὁ Δομετιανὸς
εἴς τε τὴν Ῥώμην ἀφίππευσε καὶ εἰς τὸ στρατόπεδον
εἰσελήλυθε καὶ τὴν ἐπίκλησιν καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ
 αὐτοκράτορος ἔλαβεν. ἦν ’δε θρασὺς καὶ ὀργίλος καὶ
 
 

 
ἐπίβουλος καὶ κρυψίνους· ἄνθρωπον δὲ ἐφίλησε μὲν
ἀληθῶς οὐ δ’ ἔνα πλήν τινων γυναικῶν, ἐπλάττετο δὲ
ἀγαπᾶν ὃν μάλιστα κτεῖναι ἤθελεν. ἄπιστος γοῦν καὶ
 πρὸς τοὺς χαριζομένους αὐτῷ καὶ ὑπηρετοῦντας εἰς
τὰ δεινότατα ἦν. καὶ ὁπότε τινὲς αὐτῷ ἢ πλεῖστα 
πορίσειαν χρήματα ἢ πολλοὺς συκοφαντήσειαν, τούτους
ἐκτίννυεν, ἴν’ ὑπ’ αὐτῶν μόνων δοκῇ προβαίνειν
τὰ ἀδικήματα. κάκιστος δὲ ὢν καὶ τοὺς τοῦ
πατρὸς καὶ τοῦ ἀδελφοῦ φίλους ἀτίμως εἶχε, τοὺς δὲ
καὶ διώλεσε. καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ Δομιτίαν ὡς 
ἐπὶ μοιχείᾳ ἀπεπέμψατο, τὸν Πάριν τὸν ὀρχηστὴν
ἐν μέσῃ τῇ ὁδῷ δι’ αὐτὴν φονεύσας, καὶ τῆ ἀδελφιδῇ
Ἰουλίᾳ συνῆν ἀπαρακαλύπτως ὡς γαμετῇ. εἶτα
δεηθέντος τοῦ δήμου κατηλλάγη μὲν τῇ Δομιτίᾳ,
 ἐχρῆτο δ’ οὐ δ’ ὲν ἧττον τῇ Ἰουλίᾳ. 
 Καὶ μετὰ ταῦτα εἰς Γαλατίαν ἐξορμήσας, καὶ
λεηλατήσας τινὰ τῶν πέραν Ῥήνου τὸν ἐνσπόνδων,
ὠγκοῦτο ὥς τι μέγα κατωρθωκὼς καὶ τοῖς στρατιώ-
ταις ἐπηύξησε τὴν μισθοφοράν, τάχα διὰ τὴν νίκην.
πέντε γὰρ καὶ ἑβδομήκοντα δραχμὰς ἑκάστου λαμβάνοντος, 
ἑκατὸν ἐκέλευσε δίδοσθαι. μεταμεληθεὶς δὲ
τὴν μὲν ποσότητα οὐκ ἐμείωσε, τὸ δὲ πλῆθος τῶν
στρατευομένων συνέστειλε. καὶ ἑκατέρωθεν μεγάλα
τὸ δημόσιον ἔβλαψε, μήθ’ ἱκανοὺς τοὺς ἀμύνοντας
 αὐτῷ καὶ τούτους μεγαλομίσθους ποιήσας. καὶ 
C τοῖς θεραπεύουσι δὲ καὶ τοῖς μή, ἀμφοτέροις ὁμοίως
ἤχθετο, τοῖς μὲν ὡς θωπεύουσι, τοῖς δὲ ὡς καταφρονοῦσι.
νίκας δὲ ψευδεῖς προσποιούμενος, ὕπατος
μὲν ἐπ’ ἔτη δέκα, τιμητὴς δὲ διὰ βίου κεχει-
ροτόνητο. 
 Πολλοὶ δὲ τῶν ὑποτελῶν Ῥωμαίοις ἀφίσταντο,
χρήματα βιαίως πρασσόμενοι, ὡς καὶ οἱ Νασαμῶνες.

 
τούς τε γὰρ τῶν χρημάτων πράκτορας ἔφθειραν καὶ
τὸν Νουμιδίας ἄρχοντα Φλάκκον ἐπελθόντα σφίσιν
ἥττησαν οὕτως ὡς πορθῆσαι καὶ τὸ στρατόπεδον.
εὑρόντες δὲ ἐν αὐτῷ τἄλλα τε ἐπιτήδεια καὶ οἶνον,
 ἐμπλησθέντες ὕπνωσαν. καὶ γνοὺς ὁ Φλάκκος τοῦτο
ἐπέθετο αὐτοῖς καὶ πάντας ἀπώλεσε καὶ τοὺς ἀπομάχους 
διέφθειρεν ἅπαντας. ἐφ’ ᾧ ὁ Δομετιανὸς
ἐπαρθεὶς εἶπε πρὸς τὴν βουλὴν ὅτι “Νασαμῶνας
ἐκώλυσα εἶναι.” ἤδη γὰρ καὶ θεὸς ἠξίου νομίζεσθαι,
 καὶ δεσπότης καλούμενος καὶ θεὸς ὑπερηγάλλετο.
ταῦτα οὐ μόνον ἐλέγετο, ἀλλὰ καὶ ἐγράφετο. ἐν δὲ
θ’ ἐᾷ ὑετοῦ πολλοῦ καὶ χειμῶνος σφοδροῦ ἐξαίφνης
γενομένου οὐδένα εἴασεν ἐκ τῆς θέας ἀπαλλαγῆναι,
ἀλλ’ αὐτὸς μανδύας ἀλλασσόμενος ἐκείνοις οὐδὲν
 μεταμφιάσασθαι παρεχώρησε· κἀντεῦθεν πολλοὶ νοσήσαντες
ἐτελεύτησαν. τοὺς δ’ ὑπ’ αὐτοῦ κολασθέντας
ἐξαριθμήσασθαι οὐκ ἄν τις δύναιτο συχνοὶ δὲ
καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες τῶν πλουσίων ἐπὶ μοιχείᾳ 
ἐκολάσθησαν· ὄν ἔνιαι καὶ ὑέ αὐτοῦ ἐμοιχεύθησαν.
 καὶ ἄλλαις δ’ αἰτίαις πολλοὶ καὶ ἐζημιώθησαν καὶ
ἀπέθανον. γυνὴ γάρ τις ὅτι ἐναντίον εἰκόνος αὐτοῦ
ἀπεδύσατο ἐφονεύθη, καὶ ἕτερος ὡς ἀστρολόγοις
ὡμιληκώς. Μετιὸν δέ τινα, ὃν ἡ φήμη μοναρχῆσαι
μέλλειν ἐκήρυττεν, ἐξορίσας ἐφόνευσεν, ἐγκαλέσας
 αὐτῷ ὅτι ἐν τοῖς τοῦ κοιτῶνος τοίχοις εἶχε γεγραμμένην
τὴν οἰκουμένην. καὶ σοφιστήν τινα, ὅτι
ἀσκῶν μελέτην κατὰ τυράννων συνεγράψατο, θανάτῳ
ἐκόλασε. πολλοὶ δὲ καὶ ὡς φιλοσοφοῦντες
διώλοντο, καὶ οἶ λοιποὶ ἐξηλάθησαν. 
 Τοιαῦτα δὲ πράττων ἐπεβουλεύθη παρά τε Παρθενίου
καὶ Σιγηροῦ τῶν προκοίτων αὐτοῦ καὶ Ἐντέλλου
τοῦ τὰ τῆς ἀρχῆς βιβλία διέποντος καὶ

 
Στεφάνου ἀπελευθέρου. τὴν δ’ ἐπιβουλὴν οὔτε ἡ
γυνὴ αὐτοῦ Δομιτία ἠγνόησεν οὔτε ὁ ἔπαρχος Νωρβανὸς
οὔτε ὁ συνάρχων Πετρώνιος. ἥ τε γὰρ Δομιτία
ὑπ’ αὐτοῦ μισουμένη ἐδεδίει μὴ ἀποθάνῃ καὶ
οἶ ἄλλοι οὐκέτ’ αὐτὸν ἐφίλουν. λέγεται δὲ ὅτι πάντας 
τὰς ἅμα αὐτοὺς ὁ Δομετιανὸς ὑποπτεύων ἀποκτεῖναι
ἐμελέτα, καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἀπογραψάμενος ἐν
 τῇ κλίνῃ ὑπέθετο ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον· καί τι παιδίον
τὴν ἀπογραφὴν ἀφελόμενον ἔφερε, μὴ εἰδὸς τί
φέρει. ἐντυχοῦσα δὲ ἡ Δομιτία αὐτῷ, καὶ ἀναγνοῦσα 
τὰ γεγραμμένα, κἀκείνοις ἐμήνυσε· κὰκ τούτου
συνετάχυναν τὴν ἐπιβουλήν. 
 Καὶ πολλὰ δὲ σημεῖα ἐγένοντό οἶ οὐκ αἴσια.
Λαργῖνος δέ τις Πρόκλος, ἐν Γερμανίᾳ προειπὼν
ὅτι κατὰ τήνδε τὴν ἡμέραν τελευτήσει ὁ Δομετιανός, 
ἐπέμφθη διὰ τοῦτο συσχεθεὶς εἰς τὴν Ῥώμην· καὶ
ἐρωτηθεὶς παρ’ αὐτοῦ ἔφη καὶ τότε οὕτω γενήσεσθαι.
καταδικασθεὶς δὲ θανεῖν ἀνεβλήθη, ὅπως
μετὰ τὴν ἡμέραν ἐν ᾗ ἔφη ἀποθανεῖσθαι μέλλειν
τὸν Δομετιανὸν φονευθῇ· σφαγέντος δὲ τοῦ Δομετιανοῦ 
 κατ’ ἐκείνην, ἐσώθη. ἕτερος δέ τις εἰπὼν
αὐτῷ ὁπότε καὶ ὅπως φθαρήσεται, ἠρωτήθη ὁποίῳ
καὶ αὐτὸς τρόπῳ θανεῖται· καὶ φήσας ὡς ὑπὸ κυνῶν
ἀναλωθήσεται, ζῶν κατεκρίθη καυθῆναι καὶ τῷ
πυρὶ προσερρίφη. ὑετοῦ δὲ καταρραγέντος πολλοῦ 
ἡ μὲν πυρὰ ἐσβέσθη, ἐκεῖνον δὲ ὀπίσω τὼ χεῖρε δεδεμένον
καὶ ἐπικείμενον αὐτῇ κύνες εὑρόντες διε-
διεσπάραξαν. 
 Τῷ δὲ Δομετιανῷ τὸ μεσημβρινὸν ἀναπαυομένῳ
τὸν Στέφανον ὡς τῶν ἄλλων ἐρρωμενέστερον εἰσέπεμψεν 
ὁ Παρθένιος. καὶ ἐπλήγη μὲν ὁ Δομετιανός,
οὐ μὴν καιρίαν, ἀλλὰ καταβληθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ ἔκειτο·

 
εἶτ’ αὖθισὑπ’ ἐκείνου καὶ ἑτέρων προσκατειργάσθη. 
καὶ ὁ μὲν οὕτω κατεσφάγη, καὶ ὁ Στέφανος δὲ προσαπώλετο, 
συνδραμόντων ἑέ αὐτὸν τῶν οὐ μετεσχηκότων
τῆς συνωμοσίας. Ἀπολλώνιος δὲ ὁ Τυανεύς,
 φιλόσοφος δὲ ἦν οὗτος Πυθαγορικός, γόης δὲ μάλιστα,
ἐν Ἐφέσω τότε διάγων καὶ τῷ πλήθει διαλεγόμενος
κατὰ τὴν ὥραν καθ’ ἣν ὁ Δομετιανὸς
ἀνῃρεῖτο, ὡς ὕστερον ἐκ τῶν ἑκατέρωθεν γενομένων
ἠκριβώθη, ἐπί τινα ὥραν ἐνεὸς ἔστη, εἶτα ἐξεβόησεν
 “εὖγε, Στέφανε, παῖε τὸν ἀλιτήριον· ἔπληξας,
ἔτρωσας, ἀπέκτεινας.” τοῦτο δὲ καὶ ὁ Φιλόστρατος
τὸν τοῦ Ἀπολλωνίου βίον συγγεγραφὼς οὕτως
ἀνέγραψεν. 
 Ἔζησε δὲ Δομετιανὸς ἔτη πρὸς τέσσαρσι τεσσαράκοντα
 καὶ μῆνας δέκα καὶ ἡμέρας ἕξ καὶ εἴκοσιν,
ἐμονάρχησε δὲ πεντεκαίδεκα καὶ ἡμέρας πέντε. 
 Τῷ δὲ τετάρτῳ ἔτει τῆς αὐτοῦ βασιλείας ὁ τῆς
Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίας πρῶτος μετὰ Μάρκον τὸν
ἀπόστολον ἀρχιερεὺς γεγονὼς ἐτελεύτησε, καὶ Ἀβίλιος
 αὐτὸν διεδέξατο, δεύτερος ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας
γενόμενος. τῷ δωδεκάτῳ δ’ ἔτει τῆς ἡγεμονίας
αὐτοῦ τελευτήσαντος Ἀνεγκλήτου Κλήμης τὴν
ἀρχιερωσύνην τῆς Ῥώμης παρέλαβε, τρίτος ταύτης
χρηματίσας ἐπίσκοπος, κατὰ τὸν Εὐσέβιον. 
 Οὗτος ὁ ἔχθιστος αὐτοκράτωρ μετὰ Νέρωνα αὖθις
τὸν κατὰ τῶν Χριστιανῶν διωγμὸν ἀνεκίνησε,
τῆς ἐκείνου θεομαχίας διάδοχος γεγονός· ὃς καὶ τὸν
ἀπόστολον καὶ εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην ἐν Πάτμῳ τῇ 
νήσῳ διὰ τὸ κήρυγμα περιώρισε, καὶ τοὺς ἀπογόνους
 

 
Δαβὶδ ἀναιρεῖσθαι πρόσ’ ἔταξε. ταῦθ’ ἱστορῶν ὁ Εὐσέβιος
τὸν Ἡγήσιππον παράγει λέγοντα οὕτως. “ἔτι
δὲ περιῆσαν υἱωνοὶ Ἰούδα τοῦ κατὰ σάρκα λεγομένου
ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου, οὕς τινες προσήγγειλαν ὡς ἐκ
γένους ὄντας Δαβίδ. τούτους πρὸς αὐτὸν ἀχθέντας 
ὁ Δομετιανὸς ἤρετο εἰ ἐκ Δαβίδ εἰσι· καὶ κατέθεντο.
προσεπήρετο οὖν πόσας κέκτηνται κτήσεις καὶ πόσων
εὐποροῦσι χρημάτων· οἶ δ’ ἔφασαν ἐνακισχίλια
δηνάρια ὑπάρχειν αὐτοῖς μόνα, καὶ ταῦτα οὐκ έν
ἀργυρίοις ἔχειν, ἀλλ’ ἐν διατιμήσει γῆς ἐξ ἧς αὑτούς 
 τε διατρέφεσθαι αὐτουργοῦντας καὶ τοὺς φόρους
εἰσφέρειν· καὶ τὴν τῶν χειρῶν δὲ τραχύτητα ἐπεδείκνυον
τῆς αὐτουργίας μαρτύριον. ἐρωτηθέντες
δὲ καὶ περὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ βασιλείας, ὁποία τις
εἴη καὶ ποῖ καὶ πότε φανησομένη, οὐ κοσμικὴν αὐτὴν 
εἶναι οὐδ’ ἐπίγειον ἀπεκρίναντο, ἀλλ’ ἐπουράνιον,
ἐπὶ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος φανησομένην. ἐφ’
οἶς ὡς εὐτελῶν αὐτῶν καταφρονήσας ὁ Δομετιανὸς
ἐλευθέρους ἀφῆκε, καὶ τὸν διωγμὸν προστάγματι
ἔπαυσεν.”

Ὁ μὲν οὖν κάκιστος γεγονὼς βιαίως ἀπέρρηξε
τὴν ζωήν, ὡς εἴθε καὶ πρὸ τῆς μοναρχίας, ἡ δ’ ἡγεμονία
εἰς Νερούαν μετήνεκτο, ἄνδρα καὶ εὐγενέστατον
καὶ ἐπιεικέστατον. οἱ γὰρ τῷ Δομετιανῷ ἐπιβουλεύοντες
 οὐ πρότερον ἔργου ἥψαντο πρὶν τὸν 
διαδεξόμενον τὴν αὐταρχίαν ἐβεβαιώσαντο. ἦλθον
οὖν ἐπὶ τὸν Νερούαν· ὃς ἀστρολόγων ὅτι μοναρχή-
 

 
σεῖ φησάντων μικροῦ διώλετο ἄν. ὁ γὰρ Δομετιανὸς
πάντων τῶν πρώτων τάς τε ἡμέρας καὶ τὰς ὥρας ἐν
αἷς ἐγεγέννηντο διασκοπῶν, οὐκ ὀλίγους κἀκ τούτου
τῶν ἐλπιζομένων ἔν τινι δυνάμει ἔσεσθαι προανήλισκε.
 καὶ τοῦτον ἀπέκτεινεν ἂν, εἰ μή τις τῶν
ἀστρολόγων αὐτῷ εὐνοῶν ἔφη ὅτι δι’ ὀλίγων ἡμερῶν
τελευτήσει· πιστεύσας γὰρ ὄντως τοῦτ’ ἔσεσθαι,
οὐκ ἠθέλησε κἀκεῖνον πεφονευκέναι, ὡς πάντως
μετὰ μικρὸν τεθνηξόμενον. διὰ ταῦτα γοῦν ῥᾷον B
 ἔπεισαν αὐτὸν συνθέσθαι τῇ τῆς ἡγεμονίας καταδοχῇ.
καὶ φθαρέντος τοῦ Δομετιανοῦ εὐθὺς αὐτὸς
τὴν αὐταρχίαν ἐδέξατο. καὶ τοῖς ὑπ’ ἐκείνου ἐξελαθεῖσι 
δόγματι ἐπανελθεῖν ἐφῆκε καὶ τὰς οὐσίας
ἀπολαβεῖν. ἡ δέ γ’ ἑ σύγκλητος καθαιρεθῆναι τὰς
 Δομετιανοῦ τιμὰς ἐψηφίσατο. 
 Τότε τοίνυν καὶ τὸν μέγαν ἀπόστολον Ἰωάννην
ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Πάτμῳ ὑπερορίας λόγος ἔχει ἐπανελθεῖν
πρὸς τὴν Ἔφεσον. 
 Ἦν δὲ ὁ Νερούας φιλοδίκαιος καὶ χρημάτων οὐχ
ὁ ἥττητο. ἐκείνου γὰρ μοναρχοῦντος Ἀττικὸς ὁ τοῦ
σοφιστοῦ Ἡρώδου πατήρ, ὡς ὁ Φιλόστρατος ἐν τοῖς
βίοις τῶν σοφιστῶν ἀνεγράψατο, θησαυροῦ τι εὗρεν
ἐπὶ τῆς οἰκίας χρῆμα ἀμύθητον. καὶ φοβηθεὶς C
ἔγραψε τῷ Νερούᾳ ὡς “θησαυρὸς ἐπὶ τῆς οἰκίας
 εὑρέθη μοι· τί οὖν κελεύεις περὶ αὐτοῦ;” καὶ ὃς
ἀντέγραψεν “χρῶ τῷ εὑρήματι.” ὁ δ’ ἔτι εὐλαβηθεὶς
ἔγραψεν αὖθις “ἀλλ’ ὑπὲρ ἐμὲ τυγχάνει τὸ εὑρεθέν.”
καὶ ὁ αὐτοκράτωρ πρὸς τοῦτο “καὶ καταχρῶ”
ἀντεπέστειλε. 
 

 
 Τούτου βασιλεύοντος ὁ δεύτερος ἐπίσκοπος
Ἀλεξανδρείας Ἀβίλιος μετήλλαξε τὴν ζωήν, καὶ Κέρδων
τῆς ἐκεῖ ἐκκλησίας προέστη. τῆς δ’ ἐν Ἀντιοχείᾳ
ἐκκλησίας Ἰγνάτιος τότε ὁ θεόφορος προίστατο,
δεύτερος καὶ οὗτος ἐπίσκοπος ἐκεῖ μετὰ Εὐόδιον 
 γνωριζόμενος. ὁμοίως δὲ καὶ τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις
τῶν πιστῶν ἐκκλησίας Συμεὼν ἐξηγεῖτο, δεύτερος
καὶ οὗτος μετὰ τὸν συγγενῆ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν
τοὐ κυρίου λεγόμενον τὴν ἐπισκοπὴν λελογχώς. 
 Παρὰ τούτου τοῦ αὐτοκράτορος αἷ μονομαχίαι 
καὶ ἡ τούτων θέα ἀπηγορεύθησαν. ἔπραττε δὲ οὐδὲν
γνώμης ἄτερ τῶν ἐξόχων τῶν τῆς βουλῆς.
οὗτος ἐνομοθέτησε καὶ τὸ μή τινα τὰ παιδογόνα
μόρια παρὰ Ῥωμαίοις ἐκτέμνεσθαι μήτε μὴν ἄγεσθαι
πρὸς γάμον ἀδελφιδῆν. φωράσας δὲ τὸν Καλπούρνιον 
Κράσσον καὶ ἄλλους ἐπιβουλεύοντάς οἱ, ἔν
 τινι θέᾳ πλησίον αὐτοῦ καθίσας αὐτοὺς μήπω γνόντας
ὅτι πεφώρανται, ξίφη αὐτοῖς ἐνεχείρισεν, ἵνα
τάχα ἴδοιεν αὐτὰ εἰ εὖ ἐξείργασταί τε καὶ τέθηκται·
τῇ δ’ ἀληθείᾳ, ἵνα γνοῖεν ὡς καταπεφρόνηταί οἱ ὁ 
θάνατος. ἔλεγε δὲ ὅτι “οὕτως ἦρξα ὥστε δύνασθαι
καὶ τὴν ἀρχὴν ἀποθέσθαι καὶ ἀσφαλῶς ἰδιωτεῦσαι.”
διὰ δὲ τρόπων χρηστότητα καὶ γῆρας βαθὺ καταφρονούμενος,
ἀναβὰς εἰς τὸ Καπιτώλιον ἐξεβόησεν
‘ἀγαθῆ̣ τύχῃ τῆς τ’ ἑ βουλῆς καὶ τοῦ δήμου, Μάρκον 
Οὔλπιον Νερούαν Τραιανὸν εἰσποιοῦμαι.” εἶτα καὶ
Καίσαρα ἀνεῖπεν αὐτόν, καὶ αὐτοχείρως ἐπέστειλε τῷ
ἀνδρὶ τῆς Γερμανίας ἄρχοντι τότε
 “τίσειαν Δαναοὶ ἐμὰ δάκρυα σοῖσι βέλεσσιν.” 
 ἄρξας οὖν ὁ Νερούας ἐφ’ ἴνα ἐνιαυτὸν καὶ μηνῶν 
 

 
τετρακτύν, μετήλλαξε τὴν ζωὴν νοσήσας καὶ αὐτοκράτορα
τὸν Τραιανὸν προβαλόμενος.

Τραιανὸς δὲ τὸ γένος εἷλκεν ἐξ Ἰβηρίας, δεύτερον ἐπὶ τεσσαρακοστῷ ἔτος ἄγων ἀπὸ γενέσεως ὅτε τῆς
 αὐταρχίας τετύχηκεν, ὥστ’ ἐν ἀκμῇ αὐτὸν εἶναι καὶ
τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καὶ μήτε θράσους ὑπὸ
νεότητος πίμπλασθαι μήθ’ ὑπὸ γήρους ἀμβλύνεσθαι.
ἐτίμα δὲ τοὺς ἀγαθούς, καὶ εὖ πρὸς πάντας διατιθέμενος
οὔτ’ ἐδεδοίκει τινὰς οὔτε μὴν ἀπηχθάνετο
 οὔτε προσεῖχε τοῖς διαβάλλουσιν οὔτ’ ἦν ὀξύρροπος
πρὸς ὀργήν, τῶν τε χρημάτων τῶν ἀλλοτρίων ἴσα
καὶ φόνων τῶν ἀδίκων ἀπείχετο. καίτοι μεγαλόφρων 
καὶ μεγαλογνώμων γενόμενος καὶ ἐν ὁδοῖς καὶ ἐν
λιμέσι καὶ ἐν δημοσίοις οἰκοδομήμασιν ἐδαπάνα
 πολλά. καὶ ἐπειδὴ τὸν ἐν τῇ Ῥώμῃ ἱππόδρομον φθαρέντα
ἀνήγειρε μείζω τε καὶ περικαλλέστερον, ἐπέγραψεν
αὐτῷ ὅτι ἐξαρκοῦντα τῷ τῶν Ῥωμαίων δήμῳ
ἐποίησε. καὶ μᾶλλον ἔχαιρε φιλούμενος ἢ τιμώμενος,
καὶ ἀγαπητὸς ἤθελεν εἶναι τοῖς ὑπηκόοις, τοῖς πολεμίοις
 δὲ φοβερός. τῆς μὲν οὖν ἐν λόγοις παιδείας
οὐ μετέσχηκε, τὸ δ’ ἔργον αὐτῆς καὶ ἠπίστατο καὶ
εἰργάζετο. οἴνου δ’ ἡττώμενος νήφων ἦν, καὶ ἐπτοημένος
περὶ μειράκια οὐδένα ἐλύπησε. φιλοπόλεμος 
δὲ γεγονὼς καὶ πλεῖστα κατωρθωκὼς οὐκ εἴα τοὺς D
 στρατιώτας ὑπερφρονεῖν, οὕτως ἐγκρατῶς αὐτῶν
ἦρχεν. ἦν δ’ αὐτῷ γυνὴ Πλωτῖνα. 
 Ἐστράτευσε μέντοι ἐπὶ Δᾶκας, ἢ Δακοὺς κατὰ
 

 
Ἴωνας, ὡς ὁ Ἀππιανὸς ἐν τῷ εἰκοστῷ τρίτῳ λόγῳ
τῆς Ῥωμαïκῆς ἱστορίας φησί, μήτε χρήματα ἃ ἐπετείως
ἐλάμβανον διδόναι αὐτοῖς ἀνεχόμενος καὶ δίκας
εἰσπράξασθαι τῶν πεπραγμένων αὐτοῖς ἱμειρόμενος.
πυθόμενος οὖν ὁ Δεκέβαλος, ὃς ἦρχε Δακῶν, τὴν 
τοῦ Τραιανοῦ κατὰ τοὐ ἔθνους ὁρμήν, ἔδεισεν, εἰδὼς
τὸν ἄνδρα στρατηγικώτατον. καὶ πολέμου συρραγέντος
σφίσι πολλοὺς μὲν τῶν πολεμίων ἀπέκτειναν
 οἱ Ῥωμαῖοι, οὐ μείους δὲ καὶ αὐτῶν ἐτραυματίσθησαν.
τοσοῦτοι δ’ ἦσαν οἱ τραυματίαι ὡς ἐπιλιπόντων 
τῶν ἐπιδέσμων μηδὲ τῆς ἑαυτοῦ ἐσθῆτος φείσασθαι
τὸν Τραιανόν. ἐπεὶ δὲ τά τε ἄκρα, δυσχερῶς
μέν, κατέλαβε δέ, καὶ πέλας τῶν βασιλείων ἦλθεν
αὐτῶν, πρέσβεις ὁ Δεκέβαλος πέπομφε, συντιθέμενος
τά τε ὅπλα καὶ τὰ μηχανήματα καὶ τοὺς μηχανοποιοὺς 
παραδοῦναι, καὶ ἅπαν ἕτερον ὃ ἂν ἀπαιτοῖτο ποιῆσαι·
καὶ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐλθὼν ἐς οὖδας κα—τακλιθεὶς
αὐτῷ προσεκύνησεν. εἶτα εἰς τὴν Ἰταλίαν
ὁ Τραιανὸς ἀναζεύξας καὶ τοὺς τοῦ Δεκεβάλου πρέσβεις
ἐπήγετο. οἵπερ εἰσαχθέντες εἰς τὸ συνέδριον, 
 καὶ τὰ ὅπλα τε ἀποθέμενοι καὶ τὰς χεῖρας συνάψαντες
ἐν αἰχμαλώτων σχήματι πολλά τε εἶπον καὶ ἱκέτευσαν·
καὶ οὕτω σπονδῶν τυχόντες αὖθις τὰ ὅπλα
ἀπέλαβον. Τραιανὸς δὲ καὶ ἐθριάμβευσε καὶ Δακικὸς
ὠνομάσθη. οὐχ ὡς ἀρήιος δὲ τῶν ἄλλων ἠμέλει 
ἢ ἧττον ἐδίκαζεν, ἀλλὰ καὶ πολλαχοῦ καὶ πολλάκις
ἐπὶ βήματος ἔκρινεν. 
 Ὡς δὲ ἀπηγγέλλετο αὐτῷ ὁ Δεκέβαλος αὖθις
νεωτερίζων καὶ ταῖς συνθήκαις οὐκ ἐμμένων, αὐτὸς
 

 
καὶ πάλιν πρὸς ἐκεῖνον ἐστράτευσε. καὶ ὁ Δεκέβαλος
ἡττώμενος ἰσχύι; δόλῳ αὐτοῦ περιγενέσθαι διεμελέτησε.
καὶ εἰδὼς εὐπρόσιτον ὄντα Τραιανὸν καὶ τὸν
βουλόμενον εἰς ὁμιλίαν δεχόμενον, ψευδαυτομόλους
 ἀπέστειλεν, ἴν’, εἰ δυνηθεῖεν, αὐτὸν διαχρήσαιντο. 
εἶς δ’ ἐκείνων ὑποπτευθεὶς συνελήφθη, καὶ ἐτασθεὶς
ἐξέφηνε τὸ ἀπόρρητον. γεφυρώσας δὲ τὸν Ἴστρον ὁ
αὐτοκράτωρ, καὶ ἔργον τοῦτο διαπραξάμενος μήτε
θαυμασθῆναι ἀξίως μήτ’ ἐξηγηθῆναι δυνάμενον, διὰ
 τῆς γεφύρας τε ταύτης τὸν ποταμὸν περαιωθείς,
μόλις μὲν καὶ κινδυνωδῶς ἐκράτησε τῶν Δακῶν,
ἐκράτησε δ’ οὖν. καὶ ὁ Δεκέβαλος ἀπογνοὺς διεχειρίσατο
ἑαυτόν. κἀντεῦθεν τὸ ἔθνος τὸ τῶν Δακῶν
καὶ ἡ χώρα σφῶν Ῥωμαίοις ὑπήκοος γέγονε. καὶ
τοὺς θησαυροὺς δ’ εὗρε τοὺς Δεκεβάλου, καίτοι δυσχεροῦς
οὔσης τῆς τούτων εὑρέσεως. ποταμὸν γάρ,
ὃς τοῖς βασιλείοις αὐτοῦ παρέρρει, μετοχετεύσας ὁ 
βάρβαρος, τὴν γῆν ἐφ’ ἧς διῄει τὸ ὕδωρ ὤρυξεν εἰς
βάθος πολύ, καὶ πλεῖστον μὲν χρυσόν, πλείω δὲ ἄργυρον,
 καὶ ἄλλα τῶν τιμίων ὅσα μὴ πέφυκεν ἐξ
ὑγρότητος φθείρεσθαι, καταθέμενος τῷ ὀρύγματι,
πλαξί τε κατέστρωσε τὴν ἐκεῖ γῆν καὶ χοῦν ταύταις
ἐπήνεγκε, καὶ οὕτως αὖθις τὸ ὕδωρ εἰς τὴν πρώτην
μετέστρεψε δίοδον· καὶ ἐς σπήλαιον δὲ πολλὰ ἐναπέθετο.
 ταῦτα δ’ ἐποίει μή τινος ἄλλου παρόντος ἢ
αἰχμαλώτων οἳ περὶ ταῦτα ἐπόνουν· καὶ μετὰ τὴν
κατάκρυψιν τοὺς αἰχμαλώτους ἐκτίννυεν, ἵνα μὴ ἔκφορα
τὰ παρ’ αὐτῶν γεγονότα ποιήσωσιν. εἰς δέ τις
ἑταῖρος τοῦ Δεκεβάλου συνειδὼς τὰ τεθησαυρισμένα
 ὑπέδειξεν αὐτά. 
 Τὸν δὲ Λικίνιον Σούραν πλούσιον ἄνδρα φιλῶν, 
καὶ ὑπ’ ἐκείνου φιλούμενος, διαβαλόντων τινῶν τὸν

 
ἄνθρωπον ὡς ἐπιβουλεύοντα αὐτῷ, ἄκλητος πρὸς
ἐκεῖνον ἐπὶ δεῖπνον ἀπῆλθε, καὶ τοὺς δορυφόρους
ἀποπέμψας τὸν ἰατρὸν τοῦ Σούρα ἐκάλεσε, καὶ δι’
ἐκείνου τοὺς ὀφθαλμούς, διὰ δὲ τοῦ κουρέως ἐκείνου
 τὴν ὑπήνην ἐξύρατο· εἶτα καὶ ἐλούσατο καὶ ἐδείπνησε. 
καὶ τοῖς τὸν Σούραν διαβάλλουσιν ἔφη τῇ
ὑστεραίᾳ “εἰ ἤθελέ με Σούρας ἀποκτεῖναι, οὐδὲν
ἐκώλυε τὸν ἄνδρα χθὲς τοῦτο ποιῆσαι.” 
 Ἔπαρχον μέντοι τῶν δορυφόρων προχειριζόμενος,
καὶ ὀρέγων αὐτῷ τὸ ξίφος ὃ παραζώννυσθαι αὐτὸν 
 ἐχρῆν, “λάβε τοῦτο” ἔφη, “καὶ εἰ μὲν ἄρχω καλῶς,
ὑπὲρ ἐμοῦ τούτῳ χρῆσαι, εἰ δὲ κακῶς, κατ’ ἐμοῦ.”
ἐποίησε δὲ καὶ βιβλίων ἀποθήκας. καὶ μετὰ ταῦτα
κατὰ Παρθῶν καὶ Ἀρμενίων ἐστράτευσεν, ὅτι τὸ
διάδημα ὁ Ἀρμένιος οὐχ ὑπ’ αὐτοῦ ἔλαβεν, ἀλλὰ 
παρὰ τοῦ Παρθῶν βασιλέως. ἦν δὲ σκῆψις τοῦτο,
τὸ δ’ ὅλον φιλοτιμία καὶ δόξης ἔρως. ἐχειρώσατο
οὖν τὴν Ἀρμενίαν. καὶ αὐτῷ ἡ βουλὴ πολλὰ ἐψηφίσατο,
πρὸς δὲ τοῖς ἄλλοις καὶ Ὄπτιμον ἐπωνόμασεν,
ἄριστον δὲ τοῦτο δηλοῖ ἐξελληνιζόμενον, εἶτα καὶ 
Παρθικὸν αὐτῷ ἐπίκλησιν ἔθετο. ὁ δὲ μᾶλλον τῶν
ἄλλων τῇ τοῦ Ὀπτίμου προσηγορίᾳ ἦν σεμνυνόμενος,

ὅτι τοὺς τρόπους ὑπεδήλου αὐτοῦ. 
 Σεισμοῦ δὲ ἐπὶ τῆς αὐταρχίας αὐτοῦ σφοδροτάτου
συμβάντος, καὶ ἄλλαι μὲν ἔπαθον πόλεις, μᾶλλον 
δὲ τῶν ἄλλων ἡ πρὸς τῷ Ὀρόντῃ πέπονθεν Ἀντιόχεια.
ὅτε καὶ αὐτὸς ὁ Τραιανὸς ἐκεῖ διατρίβων μικροῦ
κεκινδύνευκεν ἄν· ἐπλήγη δὲ τέως ἐκ τοῦ τῆς
οἰκίας, ἐν ᾗ διῆγε, συμπτώματος. ἀριθμοῦ δὲ κρεῖττον
πλῆθος συγκέχωστο τοῖς συμπτώμασι. καὶ οἱ 
 

 
μὲν συντριβόμενοι τῷ βάρει τῶν καταπιπτόντων
ἀπώλλυντο, οἱ δὲ ἐν διακένοις τισὶ τυχαίως συμβαίνουσιν,
οὕτω τῶν ὑλῶν συμπιπιουσῶν, διασωζόμενοι,
ἐξελθεῖν δ’ ἐκεῖθεν οὐκ ἰσχύοντες, λιμῷ διεφθείροντο·
ἐπεκράτει γὰρ ὁ κλόνος τῆς γῆς ἐφ’
ἡμέρας πολλάς. ἤδη δὲ παυσαμένης τῆς συμφορᾶς
ἐπέβη τις ἀναθαρσήσας τῶν ἐρειπίων, καὶ ἤκουσε
βοώσης κάτωθεν γυναικός. ἀνορύξαντες οὑν τὴν ἄνθρωπον D
ἀνεσώσαντο, καὶ παιδίον φέρουσαν ὑπομάζιον,
 ὃ τῷ γάλακτι ἔτρεφεν, ἀλλὰ μέντοι καὶ ἑαυτήν.
ἐκ τούτου καὶ τὰ λοιπὰ ἀνεχώννυον· ἀλλ’ οὐχ εὗρον
ζῶντάς τινας πλὴν παιδίου ἑνός, τῷ λιμῷ δὲ φθαρέτας
πολλούς. 
 Ἔαρος δ’ ἐπιστάντος κατὰ τῶν Παρθῶν αὖθις
 ἐχώρησεν ὁ Τραιανός· καὶ τῆς τε Ἀδιαβηνῆς ἀπάσης
ἐκράτησεν, ἣ μέρος ἐστὶ τῆς Ἀσσυρίας τῆς περὶ Νίνον,
καὶ τῶν Γαυγαμήλων καὶ τῶν Ἀρβήλων, παρ’
οἷς Ἀλέξανδρος τὸν Δαρεῖον ἐνίκησε· καὶ μέχρι τῆς
Βαβυλῶνος προῆλθεν αὐτῆς. ἐπεραιώθη δὲ καὶ τὸν
 Τίγριν καὶ εἰς τὴν Κτησιφῶντα εἰσῆλθεν. ἱμείρετο
μέντοι καὶ τὴν Ἐρυθρὰν εἰσπλεῦσαι θάλασσαν, ἣ
μοῖρα μὲν τοῦ Ὠκεανοῦ λέγεται, κέκληται δ’ οὕτως
ἀπό τινος ἐν αὐτῇ δυναστεύσαντος. ἐνενόει δὲ καὶ 
Ἰνδούς, καὶ ἔλεγεν ὡς “εἰ νέος ἔτι ἦν, καὶ ἐπ’ αὐτοὺς
 ἂν ἐπεραιώθην.” ἐν ᾧ δὲ χρόνῳ ἐπὶ τὸν Ὠκεανὸν
κατέπλει καὶ αὖθις ἀνήγετο, ὅσα ἑάλωσαν πρότερον
ἀποστασίαν ἐνόσησαν. ὁ δὲ δείσας μὴ καὶ οἱ
Πάρθοι τὸ αὐτὸ δράσωσιν, ὁμογενῆ σφίσι βασιλέα
προεχειρίσατο, αὐτὸς αὐτῷ τὸ διάδημα ἐπιθέμενος.
 εἶτα καὶ τῶν Ἀράβων ἀφεστηκότων ὥρμησε κατ’ αὐτῶν·
καὶ μηδὲν ἀνύσας ὀλίγου δεῖν ἐτρώθη ἄν· κἀκεῖθεν
ἀπῆλθε νοσῶν. 

 
 Καὶ οἶ κατὰ Κυρήνην δὲ Ἰουδαῖοι ἀπέστησαν
καὶ ἔκτεινον καὶ Ῥωμαίους καὶ Ἕλληνας, καὶ οἱ
Αἰγύπτῳ καὶ οἱ ἐν Κύπρῳ οὐ χ’ ἥττους ὁμοίως διέφθειραν.
 φθεῖραν. κατεστρέψατο δὲ τούτους Τραιανός, στράτευμα
κατ’ αὐτῶν πεπομφώς. μέμνηται τῆς τῶν 
Ἰουδαίων ταύτης ἀποστασίας καὶ ὁ Εὐσέβιος ἐν τῶ
τετάρτῳ λόγῳ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. ἐκείνῳ
δ’ ἦν πρὸς Μεσοποταμίαν τὸ ὅρμημα, τῇ δὲ νόσῳ
καταπονούμενος ἤρξατο τοῦ πρὸς Ἰταλίαν πλοός,
Πόπλιον Αἴλιον Ἀδριανὸν ἄρχειν ἐπιστήσας τῶν 
στρατευμάτων ἐν τῇ Συρίᾳ. ἐλθὼν δ’ εἰς Σελινοῦντα
 τῆς Κιλικίας, ἣ καὶ Τραιανούπολις κέκληται, τὸν
βίον κατέλυσεν, ὡς μὲν ἐκεῖνος ᾠήθη, φαρμάκῳ διαφθαρείς,
ὡς δέ τινες λέγουσι, δι’ ἐπίσχεσιν αἵματος
 ἐτησίως αὐτῷ ἐκκρινομένου διὰ γαστρός. συνέβη δέ 
οἱ καὶ ἀποπληξία, ᾗ πάρεσις τοῦ σώματος ἐκ μέρους
ἐπηκολούθησεν. ὕδερος δ’ ἦν ὡς ἐπίπαν αὐτῷ τοῦ
θανάτου τὸ αἴτιον. ἦρξε δ’ ἔτη ἐννεακαίδεκα πρὸς
μησὶν ἔξ. 
 Τούτου κρατοῦντος Συμεὼν ὁ τοῦ Κλοπᾶ, δεύτερος 
ἀρχιερεὺς γεγονὼς Ἱεροσολύμων μετὰ τὸν θεῖον
Ἰάκωβον, ἐμαρτύρησεν, αἰκισθεὶς μὲν πρότερον ἐπὶ
πλείσταις ἡμέραις, εἶτα σταυρὸν καταδικασθείς, ἐτῶν
ὢν ἑκατόν τ’ ἑ καὶ εἴκοσι. μεθ’ ὂν τρίτος Ἱεροσολύμων
ἀρχιερεὺς Ἰοῦστος ἐκ περιτομῆς καὶ αὐτὸς ἐχρημάτισε. 
καὶ ἄλλους δὲ τότε πολλοὺς ἐν τόποις πλείοσι
μαρτυρικοῦ τέλους ἀξιωθῆναι ἱστόρησεν ὁ Εὐσέβιος·
D εἶτα τὸ πλῆθος τῶν κτεινομένων μαθόντα τὸν αὐτοκράτορα,
καὶ ὡς οὐδὲν ἀνόσιον πράττουσιν ἀλλ’ ἢ
 

 
πρωίθεν ἐξεγειρόμενοι τὸν Χριστὸν ὑμνοῦσιν ἴσα
θεῷ, μόνον δ’ εἰδώλοις θύειν οὐ πείθονται, θεσπίσαι
μὴ ἐκζητεῖσθαι τοὺς κεκλημένους ἐκ τοῦ Χριστοῦ,
ἐμπεσόντας δέ γε κολάζεσθαι· καὶ οὕτως γενέσθαι
 τὸν διωγμὸν μετριώτερον. τότε καὶ ὁ θεόφορος Ἰγνάτιος,
δεύτερος τῆς κατὰ Κοίλην Συρίαν Ἀντιοχείας
τυγχάνων ἀρχιερεύς, συλληφθεὶς εἰς Ῥώμην ἐπέμφθη
δέσμιος, ἔνθα θηριομαχήσας διήνυσε τὸ μαρτύριον.
καὶ μετ’ αὐτὸν τὴν ἱεραρχίαν διεδέξατο Ἥρως. τῷ
 τρίτῳ δ’ ἔτει τῆς αὐταρχίας Τραιανοῦ Κλήμεντος
ἐκλελοιπότος, ὃς τρίτος ἦν ἐν Ῥώμῃ ἀρχιερεὺς καὶ
ἔτεσιν ἐννέα τὴν ἐκκλησίαν ἴθυνε τῶν πιστῶν, τέταρτος 
ἀντεισήχθη Εὐάρεστος· ὃς ὄγδοον ἀρχιερατεύσας
ἐνιαυτὸν μετέθετο τὴν ζωήν, ὑπ’ Ἀλεξάνδρου
 διαδεχθεὶς πέμπτου γεγονότος τῆς Ῥωμαίων ἀρχιερέως.
καὶ ὁ τῆς Ἀλεξανδρέων κατὰ τρίτην τάξιν
ἐπίσκοπος γεγονὼς Κερδῶν μεταστὰς τῶν ἐνθένδε
διάδοχον ἔσχε Πρῖμον.

Ἄπαιδος δὲ Τραιανοῦ τελευτήσαντος Καίσαρά τε καὶ αὐτοκράτορα τὸν Ἀδριανὸν ἥ τε τοῦ Τραιανοῦ
σύζυγος Πλωτῖνα ἐξ ἐρωτικῆς φιλίας καὶ ὁ Τατιανὸς
ἐπίτροπος αὐτοῦ γεγονὼς ἀπέδειξαν, ἐν Ἀντιοχείᾳ
τῆς Συρίας διάγοντα, ἐπεὶ καὶ ἦρχεν αὐτῆς, προσγενῆ 
τε ὄντα τραιανοῦ καὶ συνοικοῦντα ἐκείνου ἀδελφιδῇ.
 ἦν δ’ οὗτος υἱὸς Ἄφρου Ἀδριανοῦ, φιλόλογος ἀνήρ,
ὃς καὶ ποιήματά τινα πεζά τε καὶ ἐν ἔπεσι καταλέλοιπεν·
ἀπλήστως δέ γε πρὸς φιλοτιμίαν ἔχων πάντα
τε ἐπετήδευε καὶ ηὔχει μηδὲν ἀγνοεῖν. ὅθεν καὶ τῶν
ἔν τισιν εὐδοκιμούντων καθεῖλε συχνοὺς καὶ οὐ
 μείους ἀπώλεσεν, ἵν αὐτὸς κρατεῖν ἐν πᾶσι δοκῇ.
 

 
ἐκακίζετο μὲν οὖν διά τε ταῦτα καὶ τὸ πάνυ ἀκριβὲς
καὶ τὸ περίεργον καὶ πολύτροπον, ἀνελάμβανε δὲ
 ταῦτα καὶ ἐθεράπευε τό τε προνοητικὸν αὐτοῦ καὶ
ἡ ἐπιμέλεια καὶ τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ ἡ δεξιότης, καὶ
τὸ μήτ’ ἄρξαι πολέμου καὶ τοὺς ἠργμένους καταπαῦσαι, 
καὶ ὅτι οὐδενὸς ἀδίκως ἀφείλετο χρήματα, ἀλλὰ
καὶ πολλοῖς παρέσχετο μάλιστα αὐθορμήτως καὶ μηδ’
αἰτούμενος, καὶ πόλεσι συμμαχίσι τε καὶ ὑποφόροις
πάσαις ὡς εἰπεῖν ἐπεκούρησε, ταῖς μὲν ὕδωρ καταγαγών,
ταῖς δὲ λιμένας οἰκοδομήσας, ταῖς δὲ σῖτον 
καὶ ἔργα καὶ χρήματα καὶ τιμὰς δούς. τῷ τε δήμῳ
 τῶν Ῥωμαίων οὐ θωπευτικῶς, ἀλλ’ ἐμβριθῶς προσεφέρετο·
καί ποτέ τι αἰτοῦντι θρασύτερον οὐκ ἔνειἔνειμεν,
ἀλλ’ εἰπεῖν ἐκέλευσε τῷ κήρυκι “σιωπήσατΓ”·
ὡς δ’ οὐδὲν εἰπόντος ἐκείνου, τὴν χεῖρα δὲ ἀνατείναντος, 
ἐσιώπησαν, οὐ μόνον κατὰ τοῦ κήρυκος οὐκ
ἐξώργιστο ὡς μὴ πεποιηκότος τὸ κελευσθέν, ἀλλὰ καὶ
τιμῆς τὸν ἄνδρα ἠξίωσεν ὅτι ὃ ἦν αὐτῷ βουλόμενον
 ἤνυσε, μὴ ἐκφήνας τὸ τραχὺ τοῦ κελεύσματος. οὐ
γὰρ ἠγανάκτει, εἴ τι καὶ παρὰ γνώμην αὐτοῦ πρός 
τινος ἐγίνετο, τὸ δ’ ἀφώρα πρὸς τὴν αὐτοῦ λυσιτέλειαν. παριόντος δ’ αὐτοῦ ποτε γυνή τις ἐδέετο,
καὶ εἰπόντος ὡς “οὐ σχολάζω”, ἀνέκραξεν ἡ γυνή
“καὶ μὴ βασίλευε.” ὁ δὲ αὐτίκα τε ἐπεστράφη καὶ
 προσέσχε τῇ δεομένῃ. καὶ πάντα δὲ τὰ μεγάλα καὶ 
ἀναγκαῖα οὐκ ἰδίᾳ, ἀλλὰ μετὰ τόν βουλευτῶν ἔπραττε,
καὶ μετὰ τῶν πρώτων ἐδίκαζεν ἀπὸ βήματος, ὥστε
δημοσιεύεσθαι τὰ γινόμενα, καὶ τοῖς ὑπάτοις συνδικάζουσι
παρεγίνετο· ἀεί τε περὶ αὐτὸν τοὺς ἀρίστους
εἶχε καὶ μετὰ τῶν πρώτων καὶ τῶν ἀρίστων συνεδείπνει, 
καὶ ἦν αὐτῷ πλῆρες λόγων παντοδαπῶν τὸ
συσσίτιον· τούς τε πάνυ νοσοῦντας τῶν φίλων ἐπε-

 
σκέπτετο καὶ συνδιῃτᾶτο τῶν συνήθων τοῖς
ἑορτάζουσιν. 
 Ἐπεὶ δ’ ἐς τὴν Ῥώμην ἧκε, χρεοκοπίαν ἐκήρυξε
τοῖς ὄφλουσι τῷ βασιλικῷ ταμείῳ καὶ τῷ δημοσίῳ τῷ
 τῶν Ῥωμαίων. εἶτα εἰς ἄλλην ἐξ ἄλλης φοιτῶν ἐπαρχίαν,
Χίαν, καὶ τὰς χώρας ἐπεσκέπτετο καὶ τὰς πόλεις, καὶ 
μετεσκεύαζεν ἕκαστον πρὸς τὸ βέλτιον. καὶ οὐ τὰ
κοινὰ τῶν στρατοπέδων μόνον ἐφώρα δι’ ἑαυτοῦ καὶ
ἐξήταζε, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ καθ’ ἕκαστον. καὶ ὅσους
 πρὸς τὸ ἁβρότερον εὕρισκεν ἐκδεδιῃτημένους, πρὸς
τὸ στρατιωτικώτερον μετῆγε καὶ μετερρύθμιζε, καὶ
πρὸς παντοίαν μάχην τοὺς στρατιώτας ἐγύμναζε καὶ
ἐδίδασκεν ἅπερ ἔδει ποιεῖν. καὶ τοὺς μὲν ἐτίμα, τοὺς
δὲ ἐνουθέτει, καὶ διῃτᾶτο σκληρότερον, ἵν ὁρῴη τὸ
 στρατιωτικὸν αὐτόν, καὶ οὕτω διαιτᾶσθαι κἀκεῖνο
ἐθίζοιτο. ἐντεῦθεν τοὺς στρατιώτας τοιούτους ἐποίησεν
ὡς καὶ ἱπποτῶν ἴλην σύν γε τοῖς ὅπλοις τὸν
Ἴστρον εὐμαρῶς διανήξασθαι, καὶ τοὺς βαρβάρους
ταῦθ’ ὁρῶντας ἐκπλήττεσθαι, ὥστε καὶ χρᾶσθαι
 διαλλακτῇ τούτῳ τῷ αὐτοκράτορι ἐφ’ οἷς ἀλλήλοις
ἐκπεπολέμωντο. ἐσπούδαζε δὲ καὶ περὶ θήρας, ὡς 
ἐν ταύταις καί τινά οἱ μέλη κατεαγῆναι· καὶ ἐν Μυσίᾳ
πόλιν ᾤκισεν Ἀδριανοῦ θήρας καλέσας αὐτήν.
εἰς Αἴγυπτον δὲ ἀπιὼν καὶ τῷ τάφῳ Πομπηίου
 Μάγνου διεφθαρμένῳ περιτυχών, καὶ ἐνήγισε τῷ
κειμένῳ καὶ τοῦτ’ εἶπε τὸ ἔπος
 τῷ ναοῖς βρίθοντι πόση σπάνις ἔπλετο τύμβου 
καὶ τὸ μνῆμα ἀνῳκοδόμησεν. 
 Ἐν δὲ Παλαιστίνῃ πόλιν οἰκοδομήσας ἀντὶ τῆς
 κατασκαφείσης Ἱερουσαλὴμ Αἰλίαν Καπιτωλῖναν
ὠνόμασε, καὶ ἔνθα πρῴην ὁ τοῦ θεοῦ νεὼς ἵδρυτο,
τῷ Διὶ τέμενος ἀνθιδρύσατο ἕτερον. Ἰουδαῖοι δὲ μὴ 

 
φέροντες τῆς σφῶν παραπολαύοντας μητροπόλεως
ἄλλους ὁρᾶν, Ἕλληνες γὰρ ἐν αὐτῇ κατῳκίσθησαν,
μηδὲ ξενικοὺς τιμᾶσθαι θεοὺς ἐν αὐτῇ ἀνεχόμενοι,
ἕως μὲν 'Αδριανὸς παρά τε τῇ Αἰγύπτῳ καὶ τῇ Συρἰᾳ
διἐτριβεν, ἠρέμουν διευλαβούμενοι ἐπεὶ δ’ ἐκεῖθεν 
ἀπῆλθε, τά τε τῆς χώρας ἐπίκαιρα κατελάμβανον,
ἵν ἔχοιεν αὐτὰ ὁρμητήρια, καὶ πολλὰ τοὺς ‘ρωμαίους
ἐκάκωσαν λάθρᾳ τε καὶ ἀναφανδόν, τῶν τε ἀπανταχοῦ
γῆς Ἰουδαίων συνιόντων ἐκεῖ καὶ πολλῶν ἀλλοφύλων
ἔρωτι κέρδους σὺνεπικούντων αὐτοῖς. ὁ 
μέντοι Ἀδριανὸς τοὺς ἐπιφανεστάτους τῶν στρατηγῶν
 τοῖς Ἰουδαίοις ἐπήγαγεν,
ὧν ἐπῆρχε Σευῆρος
Ἰούλιος. ὃς κατὰ συστάδην συμβαλεῖν τοῖς ἐναντίοις
οὐκ ἔκρινε σύμφορον, τὸ πλῆθος αὐτῶν καὶ τὴν ἀπόγνωσιν
εὐλαβούμενος, τροφῆς δὲ σφὰς ἀπείργων καὶ 
κατακλείων, ἔστι δ’ οὗ καὶ ὅπῃ παρήκοι τοὺς στρατιώτας
μοίραις αὐτῶν ἐπάγων, χρονιώτερον μέν,
ἀκινδυνότερον δὲ τὸ ἔθνος αὐτῶν ἐξέτριψέ τε καὶ
ἐξετρύχωσεν, ὡς κομιδῇ βραχίστους περιγενέσθαι.
φρούρια μὲν γὰρ αὐτῶν τὰ κρείττω πεντήκοντα κατεστράφησαν, 
κῶμαι δὲ πέντε καὶ ὀγδοήκοντα ἐπ’
ἐνακοσίαις ὀνομαστόταται κατεσκάφησαν· ἀνδρῶν
δὲ μυριάδες ὀκτὼ καὶ πεντήκοντα ἐν ταῖς καταδρομαῖς
 καὶ ταῖς μάχαις ἐσφάγησαν. τὸ δὲ πλῆθος τῶν
λιμῷ καὶ νόσοις καὶ πυρὶ φθαρέντων ἀνεξερεύνητον 
τυγχάνον οὐκ ἔγνωσται, ὥστε πάσαν σχεδὸν τὴν Ἰουδαίαν
ἐρημωθῆναι. ὅ καὶ πρὸ τοῦ πολέμου αὐτοῖς
 συμβόλοις τισὶ τὸ θεῖον
ἐνέφηνε. τό τε γὰρ μνημεῖον
τοῦ Σολομῶντος ἐξ οὐδεμιᾶς δήλης αἰτίας διελύθη
τε καὶ συνέπεσε, καὶ λύκοι καὶ ὕαιναι πλεῖσται 
εἰς τὰς πόλεις αὐτῶν εἰσέπιπτον ὠρυόμεναι. πολλοὶ
μέντοι καὶ Ῥωμαῖοι τότε ἀπώλοντο, ὥστε καὶ Ἀδρια-

 
νὸς γράφων πρὸς τὴν βουλὴν οὐ τῷ συνήθει προοιμίῳ
ἐχρήσατο. τὸ δ’ ἦν “εἰ καὶ αὐτοὶ καὶ οἶ παῖδες
ὑμῶν ὑγιαίνετε, εὖ ἂν ἔχοι· καὶ ἐγὼ δὲ καὶ τὰ στρατεύματα
ὑγιαίνομεν.” 
 Ὁ μὲν δὴ πρὸς Ἰουδαίους πόλεμος οὕτως ἤνυστο,

ὁ δὲ πρὸς Ἀλβανούς, εἰσὶ δὲ Μασσαγέται κατὰ τὸν Δίωνα, ὑπὸ Φαρασμάνου κεκίνητο· καὶ τὴν μὲν
Μηδίαν λίαν ἐλύπησε, τῆς δ’ Ἀρμενίας καὶ τῆς
Καππαδοκίας ἥψατο μέν, τῶν δ’ Ἀλβανῶν πῆ μὲν
δώροις πεισθέντων, πῇ δὲ δεισάντων ἐπαύσατο. 
 Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν Ῥώμην Ἀδριανὸς αἰτοῦντι τῷ
δήμῳ ἁρματηλάτην δοῦλον ἐλευθερίας τυχεῖν, ἀντεῖπεν
ὡς “οὐ προσήκει οὔτ’ ἐμοὶ ἀλλότριον ἐλευθερῶσαι
δοῦλον οὔθ’ ὑμῖν τὸν δεσπότην αὐτοῦ ποιῆσαι
 τοῦτο βιάζεσθαι.” νοσήσας δέ, αἵματος αὐτῷ διὰ
τῆς ῥινὸς κενουμένου, καὶ ἀπογνωσθείς, Κόμοδον 
Λούκιον Καίσαρα Ῥωμαίοις ἀνεῖπε. Σευηριανὸν δὲ
καὶ Φοῦσκον τὸν ἔγγονον ἀγανακτοῦντας ἐπὶ τούτῳ
ἐφόνευσεν· ἦν δὲ Σευηριανὸς ἐνενηκοντούτης. ὃς
 ἀποσφαγῆναι μέλλων πῦρ ᾔτησε καὶ θυμιῶν ἔφη
“ὑμεῖς, ὦ θεοί, ἴστε ὅτι οὐδὲν ἀδικῶ· εὔχομαι δὲ
τὸν Ἀδριανὸν ἐπιθυμῆσαι ἀποθανεῖν, μὴ δύνασθαι
δέ.” ὅθεν καὶ χρονίως νοσήσας Ἀδριανὸς ηὔξατο
πολλάκις ἀποσβῆναι, ὥστε καὶ ἑαυτὸν ἐθελῆσαι διαχειρίσασθαι.
 ὁ μέντοι Σευηριανὸς καὶ αὐτῷ τῷ
Ἀδριανῷ ἄξιος τῆς αὐταρχίας νενόμιστο. εἰπὼν γὰρ
τοῖς φίλοις ποτὲ ἵνα δέκα ἄνδρας δοκίμους εἰς αὐταρχίαν 
ταρχίαν ἐξονομάσωσι, μικρόν τι διαλιπὼν ἔφη ὡς
“ἐννέα θέλω μαθεῖν· τὸν γὰρ ἔνα γινώσκω τὸν
 Σευηριανόν.” 
 

 
 Ἦσαν δὲ καὶ Τούρβων καὶ Σίμιλις τῶν ἀρίστων
ἐπιφανέστατοι. καὶ ὁ μὲν Τούρβων, οἷα στρατηγικώτατος,
ἔπαρχος γεγονὼς εἴτ’ οὖν ἄρχων τοῦ δορυφορικοῦ,
ὡς εἰς τῶν πολλῶν διεβίω· ὃς οὔποτε ἡμέρας
οἴκοι ὦπτο οὐδὲ νοσήσας, ἀλλὰ πρὸς τὸν βασιλέα 
διέτριβε. καί ποτε νοσοῦντι ἀτρεμήσειν αὐτῷ τοῦ
αὐτοκράτορος συμβουλεύοντος, εἶπεν ὅτι τὸν ἔπαρχον
ἑστῶτα δεῖ τελευτᾶν. ὁ δὲ Σίμιλις ἡλικίᾳ καὶ τάξει
προήκων αὐτοῦ, καὶ ἑκατονταρχῶν ἐπὶ Τραιανοῦ,
 καὶ κληθεὶς παρ’ αὐτοῦ πρὸ τῶν ἐπάρχων, ἔφη αὐτῷ 
εἰσελθών “αἰσχρόν ἐστι, Καῖσαρ, τῶν ἐπάρχων ἑστώτων
ἔξω, ἑκατοντάρχῃ σε ὁμιλεῖν.” εἶτα καὶ τῆς τῶν
δορυφόρων ἀρχῆς ἄκων ἀξιωθεὶς ἔλαβε μέν, ἐξέστη
δ’ ἑκὼν καὶ ἐν ἀγρῷ διεβίω. ἔνθα καὶ τέθνηκεν,
ἐνιαυτοὺς ἐκεῖ διατρίψας ἑπτά, ἐπιγράψας τῷ μνήματι 
ὅτι Σίμιλις ἐνταῦθα κεῖται, βιοὺς μὲν ἔτη τόσα,
ζήσας δ’ ἑπτά. 
 Ἀδριανὸς δὲ φθόῃ τ’ ἐλήφθη ἐκ τῆς πολλῆς τοῦ
αἵματος ῥύσεως καὶ ὑδέρῳ. ὡς δὲ ὁ Καῖσαρ ὁ Λούκιος
Κόμοδος αἷμα ἐμῶν ἐκ πλείονος ἐξαίφνης ἐξέλιπεν 
ἀθρόον πλείστου αἵματος ἐκχυθέντος, συνεκάλεσε
τοὺς πρώτους τῶν βουλευτῶν καὶ εἶπεν “τὸν
 Λούκιον τὸ δαιμόνιον ἀφείλετο ἡμῶν, εὗρον δὲ αὐτοκράτορα
ὑμῖν εὐγενῆ, πρᾷον, εὔεικτον, φρόνιμον,
μήθ’ ὑπὸ νεότητος προπετὲς μήθ’ ὑπὸ γήρως ἀμελές 
τι ποιήσοντα, τὸν Ἀντωνῖνον Αὐρήλιον.” καὶ ὁ μὲν
οὕτως προκεχείριστο αὐτοκράτωρ· φροντίζων δὲ καὶ
περὶ τῶν μετὰ ταῦτα αὐταρχησόντων Ἀδριανός, ἐπεὶ
ἄρρενος ὁ Ἀντωνῖνος ἠμοίρει γονῆς, τὸν Κομόδου υἱὸν
Κόμοδον αὐτῷ εἰσεποίησε, καὶ Μάρκον Ἄννινον Βῆρον, 
ὃς Κατίλιος ὠνόμαστο πρότερον, Ἀννίνου Βήρου
τοῦ τρὶς ὑπατεύσαντος καὶ χιλιαρχήσαντος ἔγγονος ὤν. 

 
 Ὑδέρῳ δὲ περιπεσὼν ὁ Ἀδριανὸς μαγγανείαις 
μέν τισι καὶ γοητείαις ἐκένου ποτὲ τὸ ὑγρόν, δι’ ὀλίγου
δ’ αὖθις ἠθροίζετο ἕτερον· καὶ ὡς ἐπεδίδου
πρὸς τὸ χεῖρον ἀεί, ἀποθανεῖν ἐπεθύμει, οὐκ ἠδύνατο
 δέ, μηδενὸς αὐτῷ διδόντος μὴ ξίφος, μὴ φάρμακον.
καὶ τέλος, μὴ οἰός τε ὢν ἑαυτὸν διαχρήσασθαι,
τῆς κατὰ τὴν δίαιταν ἀκριβείας μεθῆκε, καὶ μὴ
προσήκουσιν ἐδωδίμοις καὶ ποτοῖς χρώμενος κατέλυσε
τὴν ζωήν, ζήσας ἔτη δύο καὶ ἑξήκοντα πρὸς
 μησὶ πέντε καὶ ἡμέραις ἐννεακαίδεκα, μοναρχήσας δὲ
ἐπὶ εἴκοσι καὶ ἴνα ἐνιαυτὸν μηνὸς ἑνὸς λείποντος. 
 Ἐπὶ δὲ τῆς ἡγεμονίας αὐτοῦ Ἀλέξανδρος ἀρχιερατεύσας
ἐν Ῥώμῃ δέκατον ἔτος εἰς τὴν ἀγήρω μετέβη 
τέβη ζωήν· ὃν διεδέξατο Ξυστὸς. καὶ Πρῖμος δὲ
 Ἀλεξανδρέων ἐπισκοπήσας δωδέκατον ἐνιαυτὸν καὶ
μεταλλάξας τὴν βιοτήν, Ἰοῦστον ἔσχε διάδοχον. τῶν
δ’ ἐν Ἱεροσολύμοις ἐπισκόπων τὸν ἀριθμὸν εἰς πεν-
τεκαίδεκα περιστῆναι μέχρι τῆς κατὰ Ἀδριανὸν Ἰουδαίων
ἀποστασίας, βραχυβίων, ὡς ἔοικε, γεγονότων,
 ὁ Εὐσέβιος ἱστορεῖ, πάντας δ’ ἐξ Ἰουδαίων πιστεύσαντας
εἶναι. ὧν πρῶτος ἦν Ἰάκωβος ὁ τοῦ κυρίου
λεγόμενος ἀδελφός, καὶ δεύτερος Συμεών, τρίτος
Ἰοῦστος, Ζακχαῖος τέταρτος, Τωβίας πέμπτος, ἕκτος
Βενιαμίν, ἕβδομος Ἰωάννης, ὄγδοος Ματθίας, ἔνατος
 Φίλιππος, δέκατος Σενεκᾶς, Ἰοῦστος ἄλλος ἑνδέκατος, 
Λευΐς δωδέκατος, Ἐφρῆς
τεσσαρεσκαιδέκατος Ἰωσήφ, καὶ Ἰούδας πεντεκαιδέκατος.
Ξυστὸν δὲ μετὰ χρόνον δεκαέτη τελευτήσαντα
ἕβδομος ἐν Ῥώμῃ διεδέξατο Τελεσφόρος. τῆς δὲ τῶν
ὢ Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίας τὴν προστασίαν ἕκτος Εὐμένης
ἐκληρώσατο, Ἰούστου μετὰ ἑνδέκατον θανόντος
ἐνιαυτόν. 

 
 Οὗτος ὁ αὐτοκράτωρ διὰ τὰς ἤδη ῥηθείσας στάσεις
μετὰ τὸν πολὺν τῶν Ἰουδαίων ὄλεθρον καὶ δόγμα
ἐξέθετο κωλῦον τὸ ἔθνος αὐτῶν ἐπιβαίνειν τῶν
Ἰεροσολύμων καὶ τῆς χώρας αὐτῶν ἀπάσης. καὶ λοιπὸν
 ἐξ ἐθνῶν τῆς πόλεως οἰκισθείσης καὶ Αἰλίας 
κληθείσης, ὡς ὁ Ἀδριανὸς ἐχρημάτιζε, πρῶτος ταύτης
ἀρχιερεὺς μετὰ τοὺς ἐκ περιτομῆς κατέστη μάρκος.
τότε καὶ Σατορνῖνος Ἀντιοχεὺς καὶ Βασιλείδης
Ἀλεξανδρεὺς καὶ Καρποκράτης αἱρέσεων διαφόρων
πατέρες καὶ ἀρχηγοὶ ἐγνωρίζοντο. καὶ Ἡγήσιππος ἵππος δὲ 
τότε τὴν τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος παράδοσιν έν
πέντε λόγοις συγγράψασθαι ἀναγράφεται. καὶ Ἰουστῖνος
ὁ φιλόσοφος, ὃς μετέπειτα καὶ μάρτυς ἐγένετο,
τότε πρὸς θεοσέβειαν ἐξ Ἑλληνικῶν σπουδασμάτων
μετέθετο. ὃς ἱστορεῖ ‘Eρἐννιον Γρανιανὸν τῆς Ἀσίας 
ἀνθυπατεύοντα ἐπιστεῖλαι Ἀδριανῷ, μὴ δίκαιον εἶναι
ἐπ’ ἐγκλήματι μηδενὶ κολάζεσθαι τοὺς χριστιανούς·
 καὶ τὸν θεσπίσαι μηδένα, εἰ μὴ ἐπ’ ἐγκλήματι
ἐκ κατηγορίας ἁλῷ, κτείνεσθαι.

Αὐταρχήσαντος δὲ Ἀντωνίνου, ὃς εἰσποιηθεὶς 
παρὰ τοῦ Ἀδριανοῦ Καῖσάρ τε καὶ αὐτοκράτωρ ἐγένετο,
ἡ γερουσία οὐκ ἤθελε τὰς ἡρωικὰς τιμὰς ψηφίσασθαι
τῷ Ἀδριανῷ, διὰ φόνους ἀνδρῶν ἐπιφανεστάτων
οὓς ἐκεῖνος εἰργάσατο. διὸ καὶ διειλἐχθη
αὐτοῖς ὁ Ἀντωνῖνος ἄλλα τε πλείω σὺν δάκρυσι καὶ 
ὅτι “οὐδὲ ἐγὼ ἄρα ἄρξω ὑμῶν· πάντα γὰρ τὰ ὑπ’
 

 
ἐκείνου γενόμενα, ὧν ἕν καὶ ἡ ἀνάρρησις ἡ ἐμή, ὡς 
ἐχθίστου ὑμῖν καὶ κακίστου ἀθετηθήσεται.” ταῦτα
δ’ ἡ γερουσία αἰδεσθεῖσα, οὐ μεῖον μέντοι καὶ τοὺς
στρατιώτας εὐλαβηθεῖσα, τῷ κειμένῳ τὰς τιμὰς ἐψηφίσατο.
 Εὐσεβὴς δ’ ἐπεκλήθη, ὅτι ἄρτι τῆς αὐταρχίας
ἡμμένου πολλοὶ γεγόνασιν ὑπ’ αἰτίασιν, καί
τινες ἐξ ὀνόματος εἰς σφαγὰς ἐξῃτήθησαν, ὁ δὲ 
οὐδένα ἐκόλασε, φάμενος ὡς “οὐ δεῖ με ἐκ τοιούτων
ἔργων τῆς προστασίας ὑμῶν ἄρξασθαι.” γέγονε δὲ
 καὶ δι’ ὅλης αὐτοῦ τῆς ἀρχῆς δίκαιός τε καὶ χρηστὸς
καὶ πᾶσι τοῖς ὑπηκόοις ἀνεπαχθής, καὶ αὐτοῖς δὲ
χριστιανοῖς. οὐ μόνον γὰρ οὐκ ἐκάκου αὐτούς, ἀλλὰ
μέντοι καὶ αἰδοῦς ἠξίου. λέγεται δὲ ζητητικὸς γενέσθαι 
καὶ περὶ μικρῶν ἀκριβολογούμενος· ὅθεν αὐτὸν
 κυμινοπρίστην ἐκάλουν οἱ σκώπτοντες. οὐ μὴν
διὰ τοῦτο ἐκ τῶν ὑπηκόων ἐχρηματίζετο, ἀλλ’ ἐν
ἀπορίᾳ ποτὲ γεγονὼς ἀργυρίων, πολέμων ἐπικειμένων
οὔτε τέλος καινὸν ἐπενόησεν οὔτ’ αἰτῆσαι παρά
του ἠνέσχετο χρήματα, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγορᾷ πάντα τὰ
 ἐν τοῖς βασιλείοις κειμήλια θέμενος, καὶ εἴ τι πρὸς
κόσμον ἦν τῇ αὐτοῦ γαμετῇ, ὠνεῖσθαι ταῦτα τὸν
βουλόμενον προετρέπετο· ὅθεν ἀθροίσας ἀργύρια
τοῖς στρατιώταις διέδωκε. καὶ νικήσας τὸν πόλεμον
ἐκτήσατο πολυπλάσια. καὶ κήρυγμα ἔθετο τὸν βουλόμενον
 ἐκ τῶν ὠνησαμένων τὰ κτήματα τὰ βασιλικὰ 
ἀναδιδόναι τὸ ὠνηθὲν καὶ λαμβάνειν τὸ τίμημα.
καί τινες μὲν τοῦτο ἐποίησαν, οἶ δὲ πλείους
ἀνένευσαν· καὶ οὐδένα ἀναδοῦναι τὸ κτηθὲν αὐτῷ
ἐβιάσατο. 
 Τούτου λέγεται νομοθέτημα εἶναι καὶ τὸ τῶν
τέκνων ἀδιαθέτων τελευτώντων κληρονόμους ἀναφαίνεσθαι
τοὺς γονεῖς, καὶ διατιθεμένοις τοῖς παισὶν

 
ἐν ἀπαιδίᾳ ἀνάγκην εἶναι τὸ νόμιμον μέρος τοῖς γονεῦσι
καταλιμπάνειν. 
 Ἐπὶ τούτου κλόνος τῆς γῆς συνέβη φρικώδης
περὶ τὴν Βιθυνίαν καὶ τὸν Ἑλλήσποντον, ἐξ οὗπερ
πλείους πόλεις κατέπεσον, μάλιστα δ’ ἡ Κύζικος 
ἔπαθεν. ὅτε καὶ ὁ ἐν αὐτῇ περιβόητος κατεπτώθη
 ναός, οὗ λέγονται τετράοργοι τὸ πάχος εἶναι οἱ κίονες,
τὸ δ’ ὕψος αἴρεσθαι μέχρι πεντήκοντα πήχεων,
ἐκ λίθου συνεστῶτες ἑνός, εἴ τῳ ταῦτα μὴ ἄπιστα
δόξαιεν, καὶ τἄλλα δὲ τοῦ ἔργου ἐκείνου θαυμάσια 
ξύμπαντα. 
 Περὶ τούτου τοῦ αὐτοκράτορος ᾄδεται ὅτι καὶ τὸ
τῆς συγκλήτου κατέκαυσε ψήφισμα, ὃ κατ’ ἐπιταγὴν
τοῦ Ἰουλίου γέγονε Καίσαρος, θεσπίζον μηδενὶ ἐφεῖσθαι
διαθήκην ποιεῖν, εἰ μὴ μέρος ὡρισμένον τῷ 
κοινῷ καταλείψει ταμείῳ. ὅθεν νομίζεται καὶ μέχρι
τοῦδε ταῖς διαθήκαις ἐγγράφεσθαι ὅτι καὶ τῷ βασιλικῷ
ταμείῳ καταλιμπάνω τόδε.” ἀπεβίω δὲ ὁ Εὐσεβὴς
Ἀντωνῖνος γηραιός, θανάτῳ ὕπνῳ ἐοικότι μαλακςτάτῳ,
μοναρχήσας ἐνιαυτοὺς σὺν τέσσαρσιν 
εἴκοσι. 
 Τούτου τῷ πρώτῳ ἔτει Τελεσφόρος ὁ Ῥώμης
ἐπίσκοπος ἑνδέκατον ἔτος ἀνύσας ἐπὶ τῇ λειτουργίᾳ
καὶ μαρτυρίῳ ταινιωθείς, ὡς Εἰρήναιος ἱστόρησε,
τέλος μακαριώτατον εὕρατο· καὶ ἀνθιδρύθη εἰς τὸν 
τῆς Ῥώμης θρόνον Ὑγῖνος. ἐφ’ οὗ Οὐαλεντῖνος αἱρεσιάρχης
ἐγένετο, καὶ Κερδῶν τῆς κατὰ Μαρκίωνα
αἱρέσεως ἀρχηγός. Ὑγίνου δὲ μετὰ τὸ τέταρτον ἔτος
τοὐ Ῥώμης ἀρχιερατεῦσαι ἐκλιπόντος τὸν βίον, Πίος
τῆς Ῥωμαίων ἐκκληόίας προέστη. τῆς δ’ Ἀλεξαν- 
 

 
δρέων Μάρκος ἡγήσατο μετὰ Εὐμένη τρισκαιδέκατον
ἔτος ἀνύσαντα ἐν τῇ ἀρχιερωσύνῃ. καὶ τοῦ Μάρκου
μετὰ δεκαετίαν μεταχωρήσαντος πρὸς ἑτέραν ζωήν,
Κελαδίων τὴν λειτουργίαν παρέλαβε. κἀν τῇ Ῥώμῃ 
 τοῦ Πίου ἐκλελοιπότος πεντεκαιδεκάτῳ ἐνιαυτῷ τῆς
ἐπισκοπῆς, ἀντικατέστη Ἀνίκητος. ὅτε καὶ ὁ φιλόσοφος
καὶ μάρτυς ἤκμαζεν Ἰουστῖνος, τοῦ ὀρθοῦ λόγου
ὑπεραγωνιζόμενος, ὃς καὶ κατὰ Μαρκίωνος ἐξέθετο
σύγγραμμα καὶ πρὸς τὸν εὐσεβῆ Ἀντωνῖνον
 ἀπολογίαν ὑπὲρ χριστιανῶν συνεγράψατο. ὅθεν ὁ
αὐτοκράτωρ οὗτος ὁρμηθεὶς δόγμα τῷ κοινῷ τῆς
Ἀσίας ἐπέστειλε μηδένα χριστιανὸν διὰ τὴν θρησκείαν
κολάζεσθαι, ἀλλὰ κἄν τις ὑπό του διὰ ταύτην
κατηγοροῖτο, τὸν μὲν κατηγοροῦ μ’ ἐνὸν ἀπολύεσθαι,
 τὸν δὲ κατήγορον δίκης ἔνοχον γίνεσθαι. ταῦτα συνέβη 
ἐπὶ τοῦ Εὐσεβοῦς.

Μετὰ δὲ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ Μάρκος Αὐρήλιος Ἀντωνῖνος εἰσποιητὸς αὐτῷ γεγονώς, ὡς ἱστόρηται,
τὴν αὐταρχίαν ἐδέξατο· καὶ αὐτίκα κοινωνὸν τοῦ
 κράτους πεποίηται Λούκιον Βῆρον Κόμοδον, τὸν
Λουκίου τοῦ Κομόδου υἱόν. ἦν μὲν γὰρ ὁ Μάρκος
καὶ ἀσθενὴς τὸ σαρκίον, ἐσχόλαζε δὲ καὶ λόγοις οὕτως
ὥστε καὶ αὐτοκράτωρ γενόμενος οὐκ ᾐδεῖτο ἐς
διδασκάλου φοιτᾶν, ἀλλὰ καὶ Σέξτῳ συνεφιλοσόφει
 τῷ Βοιωτῷ καὶ Ἑρμογένει τῷ ῥήτορι προσωμίλησε·
μᾶλλον δ’ ἀντεποιεῖτο τῶν Στωικῶν. ὁ δέ γε Λούκιος
νεώτερος ὢν καὶ πρὸς πόνους ἔρρωτο καὶ ἐπεφύκει
πρὸς στρατιωτικῶν μεταχείρισιν. ὅθεν τῇ
 
 

 
 θυγτρὶ Λουκίᾳ τοῦτον ὁ Μάρκος συνάψας αὐτῶ
τὸν πρὸς Πάρθους ἀνέθετο πόλεμον, τοῦ Οὐολογαίσου
πολλοὺς Ῥωμαίων κατατοξεύσαντος καὶ ὅλον τὸ
στρατόπεδον διαφθείραντος καὶ πολέμιον Ῥωμαίοις
ἑαυτὸν ἀποφήναντος καὶ φοβερὸν ἐπιόντα τῆς Συρίας 
ταῖς πόλεσιν. εἰς γοῦν Ἀντιόχειαν ὁ Λούκιος
γεγονὼς Κασσίῳ τὰ στρατεύματα ἔνειμεν· ὃς τῷ
Οὐολογαίσῳ συμβαλὼν ἥττησέ τε καὶ μέχρι Σελευκείας
ἐδίωξε, καὶ ταύτην ἐνέπρησε καὶ τὰ βασίλεια
αὐτοῦ τὰ ἐν Κτησιφῶντι κατέσκαψε. τῶ δὲ Λουκίῳ 
ταῦτα ὄγκον περιεποίει καὶ φρόνημα, ὥστε μετὰ
ταῦτα καὶ ἐπιβουλεῦσαι τῷ κηδεστῇ τε καὶ αὐτοκράτορι.
πρὶν δέ τι δρᾶσαι φαρμάκῳ διώλετο. 
 Ἐντεῦθεν ὁ Κάσσιος τῆς Ἀσίας ἁπάσης ἐπίτροπος
προκεχείριστο. ὁ δ’ αὐτοκράτωρ τοῖς περὶ τὸν 
Ἴστρον βαρβάροις, Ἰάζυξί τε καὶ Μαρκομάννοις καὶ
ἄλλοτε ἄλλοις χρόνον συχνὸν ἐπολέμησε, τῇ Παιονίᾳ
κεχρημένος ὁρμητηρίῳ. καὶ οἶ ὑπὲρ τὸν Ῥῆνον Κελτοὶ
ἴως Ἰταλίας ἐπήλασαν· ὧν ἐν τοῖς νεκροῖς καὶ
γυναικῶν σώματα ὡπλισμένα εὑρέθη. οὕτω δὲ καὶ 
σωφρόνως καὶ ἐγκρατῶς ἦρχεν ὥστε ἐν τηλικούτοις
πολέμοις μήτε τι θωπευτικὸν πρὸς τοὺ ’ς στρατιώτας
εἰπεῖν μήτε τι φόβῳ ποιῆσαι. ὅτε δὲ μὴ πολέμοις
ἐσχόλαζεν, ἐδίκαζε, καὶ τοῖς ῥήτορσι πρὸς ὕδωρ λέγουσι
πλεῖον ἐγχεῖσθαι τὸ ὕδωρ ἐκέλευεν, ἕν ἔχοι 
 πάντοθεν τὸ δίκαιον ἀκριβοῦν. ἦν δὲ καὶ φιλόπονος,
ὡς καὶ νυκτὸς δικάζειν. καὶ οὐδὲν ἐν παρέργῳ οὔτ’
ἐποίει οὔτ’ ἔγραφεν οὔτ’ ἔλεγε, μὴ δεῖν νομίζων τὸν
αὐτοκράτορα ἐν παρέργῳ τι πράττειν μηδὲ τοὐλάχιστον,
καὶ ταῦτα σώματος τυχὼν ἀσθενοῦς. 
 Μαρκομάννους μὲν οὖν καὶ Ἰάζυγας πολλοῖς καὶ
μεγάλοις ἀγῶσι καὶ κινδύνοις ὁ αὐτοκράτωρ οὗτος

 
ὑπέταξε· πρὸς δὲ τοὺς Κουάδους καὶ πόλεμος αὐτῷ
βαρὺς συγκεκρότητο, καὶ νίκην παράδοξον αὐτῷ τὸ
θεῖον παρέσχετο. κύκλῳ γὰρ τῶν Κουάδων τοὺς
Ῥωμαίους περισχόντων συνασπίσαντες οἶ Ῥωμαῖοι
 καρτερῶς ἀντημύνοντο· οἷ δὲ βάρβαροι ἀπέσχοντο
μὲν τοῦ μάχεσθαι, τὰ δὲ πέριξ ἀπέφραξαν, ὥστε μήποθεν
αὐτοὺς ὑδρεύσασθαι δύνασθαι, οἰόμενοι ῥᾷον 
αὐτῶν περιγενέσθαι, μὴ οἵων τε ἐσομένων πρὸς δίψαν
ψαν ἀντέχειν καὶ καύσωνα. τῶν οὖν Ῥωμαίων καὶ
 καμάτῳ κακουμένων καὶ καύματι καὶ δίψει καὶ τραύμασιν,
μασιν, νέφη ἀθρόον τὸν ἀέρα περιέσχον ἐκεῖνον, καὶ
ὗσέ γ’ ἑ πλεῖστα, οὐχ ὡς ὁ Δίων ἱστόρησεν, Αἰγυπτίου
μάγου τὸν Ἑρμῆν ἐπικαλεσαμένου καὶ γοητείαις δι’
αὐτοῦ τὸν ὑετὸν δυνηθέντος ἐπαγαγεῖν, ἀλλὰ τοῦ
 θείου χριστιανῶν παρακληθέντος ἐντεύξεσι καὶ ῥυσαμένου
τότε κἀκείνους παραδοξοποιίᾳ καὶ ἅπαν τὸ
στράτευμα. ἦν γάρ τις ἐν τῇ τότε Ῥωμαïκῇ στρατιᾷ
λεγεών, οἱ πάντες ἦσαν χριστιανοί. ἀμηχανοῦντι δὲ
τῷ αὐτοκράτορι καὶ δεδοικότι περὶ παντὶ τῷ στρατεύματι 
 λόγος ἐστὶ φάναι τὸν ἔπαρχον τοῦ δορυφορικοῦ
ὡς οὐκ ἔστιν ὃ μὴ δύναται τὸ γένος τῶν καλουμένων
χριστιανῶν· εἶναι δὲ παρὰ τῇ στρατιᾷ
ἀνδρῶν τοιούτων τάγμα ὁλόκληρον. τὸν δὲ ἀκούσαντα 
σαντα δεηθῆναι τούτων ἐπικαλέσασθαι τὸν οἰκεῖον
 θεόν. κἀκείνων εὐξαμένων κεραυνῷ μὲν βληθῆναι
τοὺς ἐναντίους, ὄμβρον δὲ Ῥωμαίοις καταρραγῆναι.
οἶς ἐκπλαγέντα τὸν Μάρκον τιμῆσαι μὲν τοὺς χριστιανοὺς
δόγματι, κεραυνοβόλον δ’ ἐκεῖνο καλέσαι
τὸ σύνταγμα. καὶ ὅτι μὲν οὕτως ὁ λεγεὼν ἐκεῖνος
 ἐκλήθη καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις Ἕλλησι καὶ παρὰ τῷ
Δίωνι ὡμολόγηται, τὴν δὲ αἰτίαν οὐ προστιθέασι.
μέμνηται δὲ τῆς παραδοξοποιίας ταύτης ἐν τῇ Ἐκ-

 
 κλησιαστικῇ ἱστορίᾳ καὶ ὁ Εὐσέβιος. ὅ γ’ ἑ μὴν Δίων
φησὶν ὅτι τοῦ ὄμβρου γινομένου οἱ Ῥωμαῖοι περὶ τὸ
πίνειν ἀσχοληθέντες ὀλίγου δεῖν ἀπολώλεισαν ἄν,
τῶν βαρβάρων ἐπιτιθεμένων τότε αὐτοῖς, εἰ μὴ χάλαζα
κατερράγη σφοδρὰ καὶ κεραυνοῖς πολλοῖς ἐβάλλοντο 
οἶ πολέμιοι.

Ὁ δὲ Κάσσιος ἐν τῇ Συρίᾳ διάγων ἐνεωτέρισεν·
ὃς Σύρος ἦν, ἀνὴρ δὲ ἄριστος καὶ οἶον ἄν τινες ἕξειν
εὔξαιντο αὐτοκράτορα. ἐκινήθη δὲ πρὸς ἀποστασίαν,
ἀγγελίας αὐτῷ ψευδοῦς κομισθείσης ὡς ὁ Μάρκος 
ἀπέθανεν. ἅπαξ δὲ πρὸς τὸ ἔργον ὁρμήσας οὐκ ἀπέστη,
 μετ’ ὀλίγον μαθὼν τὴν ἀγγελίαν εἶναι ψευδῆ·
ἡτοιμάζετο δὲ πολέμῳ τὴν ἐξουσίαν ἕξειν. ὁ δὲ Μάρκος
τοὺς στρατιώτας συγκαλεσάμενος ἐδημηγόρησε
καὶ παρεθάρρυνε σφᾶς πρὸς τὸν πόλεμον. παρασκευαζομένῳ 
δὲ νῖκαί τε πλεῖσται κατὰ βαρβάρων
διαφόρων ἠγγέλθησαν καὶ ἡ Κασσίου σφαγή, ὃν
ἑκατόνταρχός τις βαδίζοντι προσελθὼν ἔτρωσεν αἰφνίδιον,
οὐ μέντοι καιρίως, προσκατειργάσατο δὲ τὸν
φόνον ὁ δέκαρχος. καὶ ὁ μὲν οὕτως ἀπώλετο μῆνας 
τρεῖς καὶ ἡμέρας ἕξ τὴν ἀρχὴν ὀνειρώξας, καὶ ὁ υἱὸς
δὲ αὐτοῦ ἐφονεύθη τυγχάνων ἑτέρωθι· ὁ δ’ αὐτοκράτωρ
οὐδένα τῶν ἐκείνῳ συναποστάντων διεχρήσατο,
 ἀλλ’ ἐπιεικῶς ἐχρήσατο ξύμπασι. καὶ τῇ βουλῇ
δὲ ἐπέστειλε μηδένα τῶν Κασσίῳ συναραμένων τεθνάναι· 
“μὴ γὰρ γένοιτο” ἔφη “μηδένα ὑμῶν δι’ ἐμὲ
μήτε τῇ ἐμῇ μήτε τῇ ὑμετέρᾳ ψήφῳ σφαγῆναι. ἂν
δὲ μὴ τούτου τύχω, σπεύσω θανεῖν.” οὕτω διὰ
πάντων καὶ εὐσεβὴς ἐγένετο καὶ χρηστός. ἐνομοθε-
 
 

 
τήθη δὲ τότε μηδένα τοῦ ἔθνους ἄρχειν ὅθεν ἐγένετο,
ὅτι ὁ Κάσσιος ἐν τῇ Συρίᾳ ἡγεμονεύων, ὅπου καὶ ἡ
πατρὶς αὐτοῦ ἦν, ἐνεόχμωσεν. 
 Ἐλθὼν δ’ εἰς Ἀθήνας ὁ Μάρκος τιμάς τε τοῖς
 Ἀθηναίοις ἔνειμε καὶ διδασκάλους ἐπὶ πάσης παιδείας
ἔταξε, μισθὸν ἐτήσιον ἐκ τοῦ ταμείου κομιζομένους.
ἐς δὲ τὴν Ῥώμην ἐλθὼν τοῖς ὄφλουσι τῷ
βασιλικῷ ταμείῳ καὶ τῷ δημοσίῳ πᾶσιν ἀφῆκε τὰς 
ὀφειλάς. πόλεσί τε χρήματα δέδωκε, καὶ τὴν Σμύρναν
 ὑπὸ σεισμοῦ παθοῦσαν ἀνοικοδομηθῆναι προσέταξεν.
ὡς δ’ αὖθις τὰ Σκυθικὰ κεκίνητο, γυναῖκα
τῶ υἱῷ θᾶττον ἢ ἐβούλετο Κρισπῖναν συνῴκισέ, καὶ
κατ’ αὐτῶν ἐξεστράτευσε. καὶ χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου
ᾔτησε· πάντα γὰρ τῆς βουλῆς καὶ τοῦ δήμου
 ἔλεγεν εἶναι. καταπολεμηθέντων δὲ τῶν βαρβάρων
αὐτοκράτωρ προσηγορεύθη τὸ δέκατον. καὶ εἰ ἔτι
ἐζήκει, τὰ ἐκεῖ πάντα ὑπὸ Ῥωμαίους ἂν ἐποιήσατο·
ἀλλὰ μετήλλαξε, τῶν ἰατρῶν αὐτὸν κατεργασαμένων,
ὡς λέγεται, τῷ Κομόδῳ χαριζομένων. ἄρτι δὲ θνήσκων 
 τοῦτόν τε τοῖς στρατιώταις παρακατέθετο, ἵνα
μὴ δοκῆ ὑπ’ αὐτοῦ θνήσκειν, καὶ τῷ χιλιάρχῳ τὸ
σύνθημα αἰτοῦντι “πρὸς τόν ἀνατέλλοντα” εἷπεν
“ἄπιθι· ἐγὼ γὰρ δύομαι ἤδη.” ἄριστα οὖν ἄρξας
μετήλλαξε, ζήσας μὲν ἔτη πεντήκοντα καὶ ἐννέα,
 τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἐνδέοντα ἡμερῶν, αὐταρχήσας δὲ
ἔτη ἐννεακαίδεκα καὶ ἡμέρας ἕνδεκα. ἦν γὰρ καὶ
φύσει ἀγαθὸς ἀνήρ, πλεῖστα δὲ καὶ ὑπὸ παιδείας
βελτίων ἐγένετο. οὐ μέντοι ἀξίως τῆς ἀρετῆς εὐδαιμόνησεν.
ἐντεῦθεν δὲ μᾶλλον θαυμάσειεν ἄν τις
 αὐτόν, ὅτι καὶ ἀλλοκότοις καὶ ἐξαισίοις χρησάμενος
πράγμασιν αὐτός τε περιεγένετο καὶ τὴν ἀρχὴν
δεισώσατο. 

 
 Τούτου κρατοῦντος ὁ ἱερὸς Πολύκαρπος ὁ Σμύρἀρχιερεὺς 
τὸν μαρτυρικὸν ἀνεδήσατο στέφανον·
 καὶ ὁ μέγας ἐπὶ λόγοις καὶ μείζων ἐν ὁμολογίᾳ Ἰουστῖνος
ἐνήθλησεν, οὗ πολλὰ μέχρι τοῦδε συγγράμματα
σώζονται. τῷ δὲ ὀγδόῳ ἔτει τῆς Μάρκου Οὐήῥοῦ 
τοῦ Ἀντωνίνου τούτου ἀρχῆς Ἀνίκητος τελευτᾷ,
ἔτη ἓν ἐπὶ δέκα τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας προστάς·
καὶ τοῦτον Σωτὴρ διαδέχεται. καὶ Κελαδίωνος μετὰ
δέκα καὶ τέσσαρα ἔτη τὴν ζωὴν ἐκμετρήσαντος
Ἀγριππῖνος τὴν Ἀλεξανδρέων ἐπισκοπὴν ἐγκεχείριστο. 
καὶ τῆς Ἀντιοχέων ἐκκλησίας μετὰ Ἣρωνα
Κορνηλίου προστάντος τετάρτου, πέμπτος Ἔρως ὰὐτὸν
διεδέξατο, κἀκεῖνον ἕκτος Θεόφιλος, ὃς καὶ κατὰ
 Μαρκίωνος ἐγγράφως ὡπλίσατο· ὃν ἴβδομος διεδἐξατο
Μαξιμῖνος. τοῦ Ῥωμαίων δὲ ἀρχιερατεύσαντος 
Σωτῆρος μεταστάντος τῶν γηίνων, ἀντεισῆκτο Ἐλεύθερος.

Κόμοδος δὲ ὁ υἱὸς Ἀντωνίνου Μάρκου ἄριστα
παρὰ τοῦ πατρὸς τραφείς τε καὶ ἀναχθεὶς οὐ κατὰ
τὴν παιδείαν ἀποβεβήκει ἥνπερ πεπαίδευτο. ἀλλ’ 
ἄκακος μὲν ἦν καὶ πρὸς πανουργίαν ἀποπεφύκει,
δειλὸς δὲ ὢν καὶ τοῖς συνοῦσι πειθόμενος δι’ ἀπλότητα
τὰ ἤθη τε διεφθάρη καὶ εἰς ἀσέλγειαν καὶ μιαιφονίαν
προήχθη, ἐννεακαιδεκέτης τυγχάνων ὅτε τῆς
ἐξουσίας ἐκράτησεν. ὅθεν τὰς συμβουλίας τῶν ἀρίστῶν 
τῆς βουλῆς παρωσάμενος, οὓς ἐπιτρόπους αὐτῷ
 ἐπέστησεν ὁ πατήρ, σπένδεται τοῖς βαρβάροις καὶ
εἰς τὴν Ῥώμην ὑπονοστεῖ, οὔτε πονεῖν ἐθέλων καὶ
ἐρρᾳστωνευμένης ἐρῶν βιοτῆς. ὅθεν καὶ πλειστάκις
ἐπεβουλεύθη, καὶ συχνοὺς ἀπέκτεινεν οὐκ ἄνδρας 
 

 
μόνον, ἀλλὰ καὶ γυναῖκας, καὶ σχεδὸν πάντας τοὺς
τότε ἀνθήσαντας, ἄτερ Πομπηιανοῦ καὶ Περτίνακος
καὶ Βικτωρίνου, ὥστ’ ἄπορον λογίζεσθαι τοῖς ταῦτα
συγγραψαμένοις ὅπως ἐκεῖνοι τὸν φόνον τότε διέφυγον.
 εἰσιόντι δὲ αὐτῷ εἰς τὸ θέατρον τὸ κυνηγετικὸν
ἐπεβούλευσε Κλαύδιος Πομπηιανὸς. ξίφος γὰρ
ἐν τῇ τῆς εἰσόδου ἀνατείνας στενοχωρίᾳ ἔφη “τοῦτό
σοι πέπομφεν ἡ βουλή.” τούτῳ κατηγγύητο μὲν ἡ
θυγάτηρ Λουκίλλης τῆς τοῦ Κομόδου ὁμαίμονος,
 συνεφθείρετο δὲ καὶ αὐτὴ ἡ Λουκίλλα οὔτ’ ἐπιεικεστέρα 
οὔτε σωφρονεστέρα οὖσα τοῦ ἀδελφοῦ. διὸ
καὶ τὸν Πομπηιανὸν ἀνέπεισεν ἐπιθέσθαι τῷ Κομόδῳ,
καὶ ἐκεῖνον καὶ ἑαυτὴν προσαπώλεσεν. ἀνεῖλε
δὲ καὶ τὴν γυναῖκα Κρισπῖναν ὁ Κόμοδος, μοιχείαν
 ἐπεγκαλέσας αὐτῇ. καὶ εἴ τις ἕκαστον τῶν ὑπ’ ἐκείνου
κτανθέντων ἢ διὰ συκοφαντίας ψευδεῖς ἢ δι’
ὑποψίας εἰκαίας ἢ διὰ πλοῦτον βαθὺν ἢ διὰ γένους
λαμπρότητα ἢ διὰ παιδείας ὑπεροχὴν ἢ δι’ ἀρετῆς
εὐδοκίμησιν ἀκριβώσασθαι τῇ συγγραφῇ βουληθῇ,
 ὄχλον ἂν παρέξοι τοῖς ἐπιέναι τὸ σύγγραμμα
μέλλουσιν. 
 Ἐγένοντο δὲ καὶ πόλεμοι αὐταρχοῦντος αὐτοῦ 
πρός τε τοὺς ὑπὲρ τὴν Δακίαν βαρβάρους καὶ μέγιστος
ὁ Βρεττανικός, ἐφ’ ὃν Μάρκελλον Οὔλπιον
 ἔπεμψεν, ἄνδρα ἐγκρατῶς τε ζῶντα καὶ στρατιωτικῶς,
ἀδωρότατόν τε καὶ ἀυπνότατον φύσει καὶ ἔτι
μᾶλλον ἐξ ἐγκρατείας. ἔνα γὰρ μηδὲ ἄρτου κορέννυται,
πολυήμερόν τε καὶ παλαιότατον αὐτὸν ἤσθιεν,
ὥστε μηδὲ δύνασθαί τι φαγεῖν τοῦ ἀναγκαίου πάνυ
 ἐπέκεινα. οὗτος τοὺς ἐν Βρεττανίᾳ βαρβάρους σφόσυγγραψαμένοις]
 

 
δρᾶ ἐκάκωσεν. ὅθεν διὰ τὴν ἀρετὴν αὐτοῦ ὀλίγου
ἀπέκτεινεν ἂν τὸν ἄνδρα ὁ Κόμοδος. 
 Περέννιος δὲ· ὁ τοῦ δορυφορικοῦ ἄρχων, τοῦ Κομόδου
ἁρματηλασίαις καὶ ἀσελγείαις ἐσχολακότος,
ἠναγκάζετο τά τε στρατιωτικὰ καὶ τὰ τοῦ κοινοῦ 
διοικεῖν. εἴ τι γοῦν τοῖς στρατιώταις ἀπήντα που
δυσχερές, ἐπ’ ἐκεῖνον τοῦτο ἀνέφερον καὶ ἐμηνίων
αὐτῷ. οἶ ἐν Βρεττανίᾳ τοίνυν στρατιῶται στασιάζοντες
 καὶ διὰ τοῦτο ἐπιτιμηθέντες χιλίους ἐπὶ πεντακοσίοις
ἐξ ἑαυτῶν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἔπεμψαν· οἷς 
τῇ Ῥώμῃ πλησιάσασιν ὁ Κόμοδος προυπήντησε καὶ
εἶπεν “ὦ συστρατιῶται, τί βουλόμενοι πάρεστε;” οἱ
δέ “ἥκομεν” ἔφασαν “ἐπεί σοι ἐπιβουλεύει Περέννιος.”
καὶ ὅς ἐπείσθη καὶ τὸν ἄνδρα ἐξέδωκεν· καὶ
 οἶ στρατιῶται αὐτὸν καὶ ᾐκίσαντο καὶ κατ’ κατέκοψαν,
διαγαγόντα τὴν ἀρχὴν ἀδωρότατά τε καὶ σωφρονέστατα.
οὗπερ ἀπαλλαγέντες οἶ Καισάρειοι, ὧν ὁ
Κλέανδρος Κορυφαιότατος ἐτύγχανεν ὤν, ἅπαν ἔδρων
χείριστον ἀδεῶς· πάντα γὰρ ἐπώλουν καὶ ὕβριζον
καὶ ἠσέλγαινον. 
 Ὁ δὲ Κλέανδρος μέγα ὑπὸ τῆς τύχης ἀρθεὶς καὶ
ἐχαρίσατο καὶ ἐπώλησε βουλείας, στρατείας, ἐπιτροπείας,
ἡγεμονίας καὶ ἁπλῶς ξύμπαντα. καί τινες
πάντων ὧν εἶχον τὸ βουλευταὶ γενέσθαι ἐπρίαντο,
ὥστε καὶ λεχθῆναι ἐπὶ Ἰουλίῳ Σόλωνι ἀφανεστάτῳ 
 ἀνδρὶ ὅτι τὴν οὐσίαν ἀφαιρεθεὶς ἐξωρίσθη εἰς τὸ
συνέδριον. καὶ ὑπάτους εἰς ἴνα ἐνιαυτὸν εἴκοσι καὶ
πέντε ἀπέδειξεν, ὃ μήτε πρότερον μήτε ὕστερον ἐγένετο.
πάντοθεν οὖν ἀργυρολογῶν ἐκτήσατο πάμπολλα,
ἀφ’ ὧν πλεῖστα τῷ τε Κομόδῳ ἐδίδου καὶ 
ταῖς αὐτοῦ παλλακαῖς. καίτοι δ’ οὕτως ὑπὸ τῆς
τύχης ἀρθεὶς ἀτίμως ἀπώλετο. σιτοδείας γὰρ ἐν

 
Ῥώμῃ συμβάσης πλέον αὐτὴν Παπίριος Διονύσιος
ἐπὶ τοῦ σίτου τεταγμένος ἐπέτεινεν, ὡς ἂν τὸν Κλέανδρον
οἶ Ῥωμαῖοι μισήσωσί τε καὶ διαφθείρωσιν
ὡς αἴτιον τοῦ κακοῦ διὰ κλέμματα. ἤγετο τοίνυν 
 ἱπποδρομία· καὶ μελλόντων τῶν ἵππων ἀγωνιεῖσθαι
εἰσέδραμε παιδίων πλῆθος εἰς τὸν ἱππόδρομον· καὶ
τῶν παρθένος τις ἡγεῖτο μεγάλη καὶ βλοσυρά, ἣ δαίμων
ἐς ὕστερον ἐνομίσθη. καὶ συνεβόησαν μὲν τὰ
παιδία, καὶ ὁ δῆμος ἐκ τούτου ἐξέκραγε καὶ ὥρμησε
 πρὸς τὸν Κόμοδον ἐν προαστείῳ ὄντα, ἐκείνου μὲν
ὑπερευχόμενος, τοῦ Κλεάνδρου δὲ κατευχόμενος· ὁ
δὲ στρατιώτας ἔπεμψεν ἐπ’ αὐτούς, οἳ καὶ ἔτρωσάν
τινας καὶ ἀπέκτειναν, ἀνεῖρξαι δὲ τὸν δῆμον οὐκ
ἴσχυσαν, ἀλλὰ τῷ πλήθει θαρρῶν ἢ τῇ τῶν δορυφόρων
 ἰσχύι· ἐκεῖνος ἠπείχθη. πλησιαζόντων δὲ οὕτως
ὁ Κόμοδος ἔδεισε, δειλότατος ὤν, ὡς αὐτίκα τόν 
τε Κλέανδρον καὶ τὸ παιδίον αὐτοῦ σφαγῆναι κελεῦσαι.
τὸ μὲν οὖν παιδίον προσουδισθὲν διεφθάρη,
τὸ δὲ τοῦ Κλεάνδρου σῶμα λαβόντες οἶ Ῥωμαῖοι
ὢ ἔσυραν καὶ ᾐκίσαντο, καὶ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ δόρατος
περιήνεκτο. καί τινας ἑτέρους τῶν παρὰ τῷ αὐτοκράτορι
δυναμένων διέφθειραν.

Κόμοδος δὲ ἐφόνα καὶ τοὺς ἐπιφανεῖς ἄνδρας διεχειρίζετο καὶ ἦν Ῥωμαίοις ἅπασι χαλεπώτατος,
 ἀναγκάζων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης ψηφίζεσθαι ὅσα τῷ πατρὶ
αὐτοῦ ἑκόντες δι’ εὔνοιαν ἐψηφίζοντο. ἄλλα τε
οὖν αὐτῷ πάμπολλα ἐψηφίσθησαν καὶ χρυσοῦς ἀνδριὰς 
σταθμοῦ χιλίων λιτρῶν. καὶ τοὺς μῆνας πάντας
ἀπ’ αὐτοῦ κεκλῆσθαι τεθέσπικε· καὶ κατηρίθ-
 

 
μηντο ὧδε, Ἀμαζόνιος, Ἀνίκητος, Εὐτυχής, Εὐσεβής,
Λούκιος, Αἴλιος, Αὐρήλιος, Κόμοδος, Αὔγουστος, Ἡράκλειος,
Ῥωμαῖος, Ὑπεραίρων. πάντα γὰρ ταῦτα ἑαυτῷ
ἐπέγραφε τὰ ὀνόματα, καὶ τῇ βουλῇ οὕτως ἐπέστελλεν
“αὐτοκράτωρ Καῖσαρ Λούκιος Λούκιος Αὐρήλιος
Κόμοδος Αὔγουστος εὐσεβὴς εὐτυχὴς ἀνίκητος Ῥωμαῖος
Ἡρακλῆς ἀρχιερεὺς δημαρχικῆς ἐξουσίας τὸ
ὀκτωκαιδέκατον, αὐτοκράτωρ τὸ ὄγδοον, ὕπατος τὸ
ἕβδομον, πατὴρ πατρίδος, ὑπάτοις, στρατηγοῖς, δημαρχικοῖς,
 γερουσίᾳ Κομοδιανῇ εὐτυχεῖ χαίρειν.” καὶ 
πολλοὺς ἔστησαν αὐτῷ ἀνδριάντας ἐν Ἡρακλέους
σχήματι. καὶ τὸν αἰῶνα τὸν κατ’ αὐτὸν ἀπ’ αὐτοῦ
χρυσοῦν ὀνομάζεσθαι καὶ γράφεσθαι ἐψηφίσθη· ἐκαλεῖτο
γὰρ πρὸς τοῖς ἄλλοις ὀνόμασι καὶ χρυσοῦς καὶ
 θεός. πολλὰ δὲ δαπανῶντι αὐτῷ ἐπέλιπε τὰ χρήματα· 
ὅθεν ἐγκλήματα καὶ ἀνδράσιν ἐπιφέρων καὶ
γυναιξίν, οὓς μὲν ἐφόνευεν, οἶς δὲ τὴν σωτηρίαν
τῆς αὐτῶν οὐσίας ἐπίπρασκεν. 
 Ἡρματηλάτει δὲ οἴκοι, δημοσίᾳ γὰρ ᾐδεῖτο τοῦτο
ποιῆσαι, καὶ ἐμονομάχει, οἴκοι μὲν μέχρι φόνου, ἐν 
δέ γ’ ἑ τῷ θεάτρῳ ἀσιδήρως καὶ αἵματος ἀνθρωπίνου
χωρίς. οἴκοι δέ τινων τὰς τρίχας ξυρῶν τῶν μὲν
 τὰς ῥῖνας παρέτεμνε, τῶν δὲ τὰ ὦτα, ἐν ἴων δ’ ἕτερόν
τι. εἰσιὼν δ’ ἐς τὸ θέατρον τῷ τοῦ Ἑρμοῦ ἐκέχρητο
σχήματι, χρυσοῦν κηρύκειον μεταχειριζόμενος. 
ἐφρόνει δὲ μέγα καὶ ὅτι ἦν ἐπαρίστερος. κάμνων δ’
ἐν τῷ ἀγωνίζεσθαι ἔπινε, καὶ οἶ τῆς βουλῆς καὶ οἶ
τῶν ἱππέων παρόντες “ζήσειας” ἐξεβόων· καί “κύριος
εἶ” καί “πρῶτος εἶ” καί “πάντων εὐτυχεστάτας
νίκας νικήσεις” καί “Ἀμαζόνιε νικᾷς” κράζειν συνεχῶς 
ἐκελεύοντο. τοὺς δὲ ποδῶν ἐστερημένους ἢ τούτους
πεπηρωμένους ἐκ νόσου ἢ συμφορᾶς ἀθροίσας

 
ποτέ, καὶ δρακόντων εἴδη αὐτοῖς περιπλέξας περὶ τὰ
γόνατα, οἷα γίγαντας ὡς Ἡρακλῆς ῥοπάλῳ παίων
ἀπέκτεινε. 
 Μέλλων δ’ αὖθις μονομαχῆσαι ἐνετείλατο τοῖς 
 ἱππεῦσι καὶ τῇ βουλῇ ἐν τῇ στολῇ τῇ ἱππάδι καὶ
τοῖς μανδύαις εἰς τὸ θέατρον εἰσελθεῖν, ὃ οὐκ εἴθιστο
γίνεσθαι εἰ μή τις αὐτοκράτωρ ἔτυχε τεθνηκώς·
καὶ τὸ κράνος δ’ αὐτοῦ τῇ τελευταίᾳ τῶν ἀγώνων
ἡμέρᾳ διὰ τῶν πυλῶν ἐξεκομίσθη δι’ ὧν οἶ τελευτῶντες
 ἐξεφέροντο· καὶ ταῦτα τεκμήρια τοῦ μέλλειν
ἤδη ἀπαλλαγήσεσθαι τῆς αὐτοῦ τυραννίδος ἅπασιν
ἔδοξε. καὶ τοῦτο μετ’ ὀλίγον ἐγένετο· Αἰμίλιος γὰρ
Λαῖτος ὁ ἔπαρχος καὶ ὁ πρόκοιτος Ἔκλεκτος, τοῖς ὑπ’
αὐτοῦ γι·νομένοις ἀχθόμενοι, μὴ ταῦτα ποιεῖν παρῄνουν
 αὐτῷ· ὁ δέἠπείλει σγίσι καὶ ἐμηνία· κἀκεῖνοι κείσαντες
ἐπεβούλευσαν αὐτῷ, δόντες ἐν βοείοις κρέασι 
φάρμακον. μὴταχέως δὲ τῷ φαρμάκῳ κατεργασθέντα,
ἀλλὰ καὶ ἐξημεκότα ὑποτοπήσαντά τε τὸ γεγονὸς καὶ
ἀπειλοῦντα ἀπέπνιξαν αὐτὸν διά τινος Ναρκίσσου
 λουόμενον, ἔτη δώδεκα καὶ μῆνας ἐννέα καὶ ἡμέρας
τεσσαρεσκαίδεκα μοναρχήσαντα, βεβιωκότα δὲ τριάκοντα
ἐνιαυτοὺς ἐφ’ ἑνὶ καὶ μῆνας τέσσαρας. εἰς ὃν
ἡ οἰκία τῶν ὡς ἀληθῶς Αὐρηλίων τῆς αὐταρχίας
ἐπαύσατο. 
 Ἐν δέ γε τῷ πρώτῳ ἔτει τῆς μοναρχίας Κομόδου
Ἰουλιανὸς τὴν ἐπισκοπὴν Ἀλεξανδρείας ἐνεχειρίσθη,
Ἀγριππίνου ἐπὶ δώδεκα ἔτη ταύτην οἰκονομήσαντος
καὶ μεταστάντος τῶν τῇδε. τότε καὶ Κλήμης ὁ στρωματεὺς
ἐγνωρίζετο καὶ Πάνταινος ὁ φιλόσοφος σπουδαστής
τε καὶ κῆρυξ τοῦ καθ’ ἡμὰς μυστηρίου. 
ἀνωτέρω δὲ τῆς Ἱεροσολύμων ἐκκλησίας ὁ λόγος
 

 
ἱστόρησε Μάρκον μετὰ τοὺς ἐκ περιτομῆς καθηγήσασθαι,
τῆς πόλεως παρὰ Ἀδριανοῦ ἀνοικοδομηθείσης,
συνοικισθείσης τε ἐξ ἐθνῶν. ὃν Κασσιανὸς διεδέξατο,
καὶ τοῦτον Πούπλιος, καὶ Πούπλιον Ἰουλιανός,
κἀκεῖνον Γάιος, καὶ Γάιον Σύμμαχος. ὁ δ’ ἐφ’ 
ἑτέρῳ Γαΐῳ μετήλλαξε τὴν ζωήν. εἶθ’ ἕτερος Ἰουλιανὸς
τὴν ἐπισκοπὴν διεδέξατο, καὶ τούτου διάδοχος
Καπίτων ἐγένετο, καὶ Οὐάλης Καπίτωνος, Οὐάλεντος
δὲ Δολιχιανός, καὶ ἐπὶ πᾶσι Νάρκισσος τριακοστὸς
ἐπίσκοπος τῶν Ἱεροσολύμων ἀπὸ τῶν ἀποστόλων
ἐγένετο. δεκάτῳ δ’ ἔτει τῆς Κομόδου ἀρχῆς Ἐλεύθερος
 ὁ τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας ἐπισκοπήσας ἐπ’ ἔτη
τρισκαίδεκα τῶν τῇδε μετέστη, καὶ Βίκτωρ τῶν ἐκεῖ
προέστη πιστῶν. καὶ Ἰουλιανοῦ ἐπὶ δέκατον ἔτος
τὴν Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίαν ἰθύναντος, καὶ τὸ χρεὼν 
λειτουργήσαντος, Δημήτριος τὸ τῆς ἐπισκοπῆς ἐνεχειρίσθη
λειτούργημα. ἐν δὲ τῇ τῶν Ἀντιοχέων ἐκκλησίᾳ
μετὰ Μαξιμῖνον Σαραπίων ἐπεσκόπει τοὺς
χριστωνύμους, ὄγδοος ἀρχιερεὺς ἀπὸ τῶν ἀποστόλων
γενόμενος. τότε καὶ Ἀπολλώνιος, ἀνὴρ ἐπὶ παιδείᾳ
καὶ φιλοσοφίᾳ βεβοημένος, μαρτυρικῷ τέλει ἐν Ῥώμῃ
δόγματι τῆς συγκλήτου πρὸς τὰς αἰωνίους μετέστη
μονάς.

Ὁ μὲν οὖν Κόμοδος τὰ τῆς ἀρχῆς διαφθείρας,
 ὡς εἴρηται, κἀκεῖνος διέφθαρτο· οἶ δὲ περὶ τὸν 
Ἔκλεκτον καὶ τὸν Λαῖτον τὸν Περτίνακα εἰς τὴν αὐταρχίαν
διὰ τὴν ἀρετὴν καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ ἐπελέξαντο.
ὁ δέ, ὅτι τέθνηκε Κόμοδος ἀκριβωσάμενος,
ἐδέξατο τὴν ἀρχήν, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ στρατόπεδον,
καὶ τῇ τε παρουσίᾳ τοῦ Λαίτου καὶ ἁδραῖς ὑποσχἐ- 
 

 
σεσι τοὺς στρατιώτας προσεποιήσατο. εἶτα εἰς τὸ
συνέδριον ἀφικόμενος εἶπεν ὅτι “ὠνόμασμαι ὑπὸ τῆς
στρατιὰς αὐτοκράτωρ, ἐξίσταμαι δὲ τῆς ἀρχῆς διά τε
τὴν ἡλικίαν καὶ ἀρρωστίαν καὶ τὴν τῶν πραγμάτων
 δυσχἐρειαν.” ὡς δὲ καὶ παρὰ τῆς βουλῆς καὶ ἐπῃνεῖτο
καὶ ᾑρεῖτο, ὁ μὲν αὐτοκράτωρ ἀπεδείχθη, ὁ δὲ
Κόμοδος ἐψηφίσθη πολέμιος. καὶ ἡ βουλὴ καὶ ὁ δῆμος
εἰς ἐκεῖνον ἐξύβριζον καὶ τὰς εἰκόνας αὐτοῦ κατέσπων. 
ἤθελον δὲ καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ διασῦραι καὶ
 διασπάσαι· εἰπόντος δὲ τοῦ Περτίνακος ἤδη τῇ γῇ
κεκρύφθαι αὐτό, τοῦ μὲν ἀπέσχοντο, ἀλιτήριον δὲ
καὶ τύραννον ἀπεκάλουν αὐτὸν καὶ ἁρματηλάτην καὶ
μονομάχον καὶ πλείω ἕτερα. Λίβυς δ’ ἦν ὁ Περτίναξ
ἐξ Ἄλβης Πομπηίας, πατρὸς οὐκ εὐγενοῦς, ἐν
 τοῖς ἱππεῦσι χιλιαρχήσας. ἦν δ’ εὐπροσήγορος,
ἤκουέ τε ἑτοίμως καὶ ἀπεκρίνατο ὅσα οἱ ἐδόκει. 
 Οὕτω μὲν ὁ Περτίναξ τῆς ἀρχῆς ἐπελάβετο, καὶ
πρὸς ταῖς ἄλλαις ἐπικλήσεσι καὶ πρόκριτος τῆς γερουσίας
κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἐπωνομάσθη. ὅσα γοῦν
διέκειτο πλημμελῶς πρὸς τὸ κόσμιον μετεσκεύαστο
οἰκονομίᾳ καὶ προνοίᾳ τοῦ αὐτοκράτορος, καὶ ἡ ἀτιμία 
μία τῶν ἀδίκως πεφονευμένων ἐλύθη παρ’ αὐτοῦ.
τοσαύτη δὲ χρημάτων ἔνδεια κατὰ τὸ βασίλειον ἦν
ὡς πέντε καὶ εἴκοσι μυριάδας δραχμῶν εὑρεθῆναι
 μόνας. μόλις δ’ οὖν ὁ Περτίναξ ἐξ ἀνδριάντων καὶ
ὅπλων καὶ ἐπίπλων καὶ τῶν τοῦ Κομόδου παιδικῶν
ἀθροίσας ἀργύριον τοῖς τε δορυφόροις ἃ ὑπέσχετο
ἔδωκε καὶ τῷ δήμῳ καθ’ ἑκατὸν δραχμάς. ὅσοις γὰρ
ὁ Κόμοδος ἐς τρυφὴν καὶ ἐς ὁπλομαχίαν καὶ ἁρματηλασίαν
ἐκέχρητο, ξύμπαντα προὐτέθειτο εἰς τὸ
πωλητήριον. 
 Ὁ δὲ Λαῖτος εὐφήμει μὲν τὸν Περτίνακα, τὸν δὲ

 
 Κόμοδον ὕβριζε. καί τινας βαρβάρους, χρυσίον παρ’
ἐκείνου κομισαμένους ἐπ’ εἰρήνῃ πολύ, ἔτι τυγχάνοντας
ἐν ὁδῷ μετεπέμψατο καὶ τὸ χρυσίον ἀφείλετο,
φράσατε τοῖς οἴκοι” φήσας “ὅτι Περτίναξ ἄρχει”·
ᾔδεσαν γὰρ τὸ ὄνομα τοῦ ἀνδρὸς ἐξ ὧν ἐπεπόνθεισαν. 
καὶ ἄλλα δὲ τοιαῦτα ἐπὶ διαβολῇ τοῦ Κομόδου
ὁ Λαῖτος ἐποίησεν. ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ μακρὸν οὗτος ἔμεινε
πιστὸς τῷ Περτίνακι. ὧν γὰρ ἱμείρετο μὴ τυγχάνων,
τοὺς στρατιώτας παρέθηξε κατ’ αὐτοῦ. οἱ δὲ ἁρπαγῶν
εἰργόμενοι παρ’ αὐτοῦ, ἐμίσουν αὐτὸν καὶ ἐπεβούλευον 
 σὺν τῷ Λαίτῳ. διὸ τὸν ὕπατον Φάλκωνα,
γένει καὶ πλούτῳ λαμπρυνόμενον, αὐτοκράτορα ποιῆσαι
συνέθεντο. ὃ μαθὼν ὁ Περτίναξ ἐς θάλασσαν
διατρίβων διὰ τὴν τοῦ σίτου παρασκευήν, εἰς τὴν
πόλιν ἠπείχθη καὶ εἰς τὴν βουλὴν παρελθὼν διειλέχθη. 
μελλόντων δὲ τῶν βουλευτῶν καταψηφιεῖσθαι
τοῦ Φάλκωνος ὁ Περτίναξ ἀνακραγών “μὴ γένοιτο”
ἔφη “τινὰ βουλευτὴν ἐμοῦ ἄρχοντος μηδὲ δικαίως
θανατωθῆναι.” 
 Ὁ δὲ Λαῖτός τινας τῶν στρατιωτῶν ὡς ἐκείνου 
κελεύοντος ἔφθειρε· φοβηθέντες δὲ οἱ λοιποὶ ἐθορύβησαν.
διακόσιοι δὲ οἱ θρασύτεροι ἠρκότες τὰ ξίφη
πρὸς τὸ παλάτιον ὥρμησαν. ὡς δ’ ἐντὸς ἐγένοντο, ἡ
 γυνὴ αὐτῷ τὴν τούτων παρουσίαν ἐμήνυσεν· ὁ δέ,
καίτοι δυνάμενος ἀντιστῆναι καὶ διαφθεῖραι αὐτοὺς 
τῇ τε φυλακῇ τῇ νυκτερινῇ καὶ τοῖς ἱππεῦσιν, οὔτε
τοῦτ’ ἐποίησεν οὔτε κρυβῆναι καὶ διαφυγεῖν ᾑρετίσατο,
ἀλλ’ ἐλπίσας ἴσως καταπλήξειν αὐτοὺς ὀφθεὶς
 καὶ πείσειν διαλεχθείς, ἀπήντησε προσιοῦσιν. οἱ
δὲ τὸ μὲν πρῶτον αἰδοῖ ὑπεστάλησαν καὶ τοῖς κουλεοῖς 
τὰ ξίφη ἐνέθεντο, ὡς δ’ εἶς αὐτῶν προπηδήσας
“τοῦτό σοι” ἔφη τὸ ξίφος δείξας “οἱ στρατιῶται

 
πεπόμφασι”, καὶ αὐτὸν ἔπληξε, καὶ οἱ ἄλλοι συνεκι-
νήθησαν καὶ κατέκοψαν αὐτόν τε τὸν αὐτοκράτορα
καὶ τὸν Ἔκλεκτον. εἶτα τὴν τοῦ Περτίνακος κεφαλὴν
οἱ στρατιῶται δόρατι δόρατι περιπείραντες περιῆγον, τῷ 
 ἔργῳ ἐλλαμπρυνόμενοι. ἐβίω δὲ ὁ ἀνὴρ ἔτη ἑπτὰ
καὶ ἐξήκοντα δέοντα τεσσάρων μηνῶν, ἄρξας μόνας
ἡμέρας ὀγδοήκοντα καὶ ἑπτά.

Διαγγελθείσης δὲ τῆς σφαγῆς τοῦ Περτίνακος Σουλπικιανός, σταλεὶς εἰς τὸ στρατόπεδον παρ’ ἐκείνου
 ἵνα τὰ ἐκεῖ καταστήσηται, ἔμεινεν ἐν αὐτῷ καὶ
ἔπραττεν ὅπως ἂν αὐτοκράτωρ ἀποδειχθῇ. κἀν τούτῳ
Ἰουλιανὸς ὁ Δίδιος, χρηματιστής τε καὶ ἄπληστος,
νεωτέρων ἀεὶ πραγμάτων ἐπιθυμῶν καὶ πρὸς τοῦ
Κομόδου διὰ τοῦτο εἰς Μεδιόλανα τὴν ἑαυτοῦ πατρίδα
 ἐξελαθείς, μαθὼν τὴν τελευτὴν τοῦ Περτίνακος, 
σπεύσας εἰς τὸ στρατόπεδον παρεγένετο. καὶ
πρὸς ταῖς πύλαις ἑστὼς ὁ μὲν ἔξωθεν, ὁ δὲ Σουλπικιανὸς
ἔσωθεν, τὴν Ῥώμην καὶ τὴν ταύτης ἀρχὴν
ὠνητίων ἐκ τῶν στρατιωτῶν, διαγγελλόντων τινῶν
 καὶ λεγόντων ἑκατέρῳ ὅτι “τόσον οὗτος” καί “τόσον
ἐκεῖνος δίδωσι, τί οὖν σὺ προδτίθης;” ὅμως πολλῶν
ὑπεσχημένων τοῖς στρατιώταις παρὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ,
ἐκεῖνον προετιμήσαντο, φοβηθέντες μάλιστα τὸν
Σουλπικιανὸν ὡς τιμωρήσοντα τῷ Περτίνακι οἷα δὴ
 κηδεστῇ. 
 Εἰσδεχθεὶς δὲ εἰς τὸ στρατόπεδον Ἰουλιανὸς καὶ
αὐτοκράτωρ ἀποδειχθεὶς ἐκεῖθεν πρὸς τὴν ἀγορὰν
ἐφοίτησε καὶ τὸ βουλευτήριον, δορυφόρους παμπληθεῖς 
ἐπαγόμενος, ἕνα δι’ ἐκείνων καὶ τὴν γερουσίαν
καὶ τὸν δῆμον δεδίξηται. καὶ εἶπε πρὸς τὴν βουλὴν
 

 
ὅτι καὶ ὑμεῖς ἄρχοντος δέεσθε καὶ αὐτός, εἰ καί τις
ἄλλος, ἀξιώτατός εἰμι ἡγεμονεῦσαι ὑμῶν.” εἰ οὖν
καὶ ἐμισεῖτο διὰ τὴν μεγαλαυχίαν καὶ διὰ τοὺς τὸ
βουλευτήριον κυκλωσαμένους ὁπλίτας, ἀλλὰ διὰ τὸ
δέος κἀκ τῆς βουλῆς τὴν αὐταρχίαν ἐβεβαιώσατο· 
καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὸ παλάτιον. 
 Τῇ’ δ’ ὑστεραίᾳ οἷ μὲν τῆς βουλῆς προσῆλθον
αὐτῷ, ἵνα μὴ φωραθεῖεν ἀχθόμενοι ἐπ’ αὐτῷ, ὁ δὲ
δῆμος φανερῶς ἐσκυθρώπαζε· καὶ ἐς τὸ συνέδριον
ἐλθόντος τοῦ αὐτοκράτορος ἐξέκραγον ὡς ἐκ συνθήματος
ἅπαντες, πατροφόνον αὐτὸν καλοῦντες καὶ ἅρπαγα
 τῆς ἀρχῆς. ἐκείνου δὲ μὴ χαλεπαίνειν προσποιουμένου
καὶ ἀργύριόν τι σφίσιν ὑπισχνουμένου
ἠγανάκτησαν ὡς δεκαζόμενοι, καὶ ξύμπαντες ἐξεβόησαν
“οὐ θέλομεν, οὐ λαμβάνομεν.” ὁ δὲ Ἰουλιανὸς 
τοὺς ταῦτα λέγοντας ἐκέλευσε κτείνεσθαι. καὶ ὁ δῆμος
παρώξυντο, καὶ τοῦ τε Περτίνακος ἐμέμνηντο
καὶ ἐς τὸν Ἰουλιανὸν ἀπέσκωπτον. καὶ πολλοὶ πολλαχοῦ
τῆς πόλεως τιτρωσκόμενοι καὶ κτεινόμενοι ἀντεῖχον,
καὶ ὅπλα λαβόντες συνέδραμον εἰς τὸν ἱππόδρομον, 
ἔνθα νύκτα τε καὶ ἡμέραν διήγαγον ἄσιτοι
ἐπιβοώμενοι τοὺς λοιποὺς στρατιώτας, καὶ μᾶλλον
τὸν Νίγρον τὸν Πεσκέννιον καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ ἐν
τῇ Συρίᾳ ὄντας. εἶτα τῷ λιμῷ καὶ τῇ ἀγρυπνίᾳ κακωθέντες
 διελύθησαν καὶ ἡσύχαζον. Ἰουλιανὸς δὲ 
οὕτως τὴν ἀρχὴν ἁρπάσας ἀνελευθέρως αὐτῇ ἐχρῆτο,
θωπεύων τὴν βουλὴν καὶ τούς τι δυναμένους, καὶ
τὰ μὲν χαριζόμενος, τὰ δ’ ἐπαγγελλόμενος· καὶ πάντα
ἐπὶ θεραπείᾳ ἐποίει τῶν δυνατῶν, οὐ μέντοι καὶ
ἐπιστεύετο. 
 Καὶ ταῦτα μὲν κατὰ τὴν Ῥώμην ἐπράττετο· οἱ
δὲ τῶν στρατοπέδων ἡγεμόνες τρεῖς ὄντες, ὅ τε

 
Σευῆρος τῆς Παννονίας ἄρχων, τῆς Συρίας δ’ ὁ
Νίγρος, τῆς Βρεττανίας δὲ ὁ Ἀλβῖνος, εἰς καθαίρεσιν
τοῦ Ἰουλιανοῦ τὰ περὶ αὐτοῦ μαθόντες κεκίνηντο. 
τῶν ἄλλων δὲ ὁ Σευῆρος δεινότερος ὢν
 ἐλογίσατο ὡς, εἰ τὸν Ἰουλιανὸν καταλύσουσι, σφίσιν
αὐτοῖς οἱ τρεῖς ἀμφισβητήσουσι περὶ τῆς ἀρχῆς.
ἔγνω τοίνυν τὸν ἴνα προσοικειώσασθαι. ὅτι δὲ καὶ 
πορρωτέρω αὐτοῦ ὁ Νίγρος ἐτύγχανεν ὤν, καὶ μέγα
φρονεῖν αὐτὸν εἴκαζεν ἐπικεκλημένον ὑπὸ τοῦ δήμου,
 ὡς εἴρηται, πρὸς τὸν Ἀλβῖνον ἀπένευσε, καὶ δι’
ἀπορρήτων αὐτῷ ἔγραψε Καίσαρα ποιήσειν αὐτόν.
καὶ ὃς κατὰ χώραν ἔμεινεν, ὡς κοινωνήσει τῆς ἀρχῆς
τῷ Σευήρῳ τεθαρρηκώς. ὁ δὲ Σευῆρος ἐπὶ τὴν
Ῥώμην ἠπείγετο. 
 Καὶ ὁ Ἰουλιανὸς ταῦτα μαθὼν πολέμιόν τε ψηφίσασθαι
τὸν Σευῆρον τὴν βουλὴν παρεσκεύασε, καὶ
πρὸς πόλεμον ἡτοιμάζετο, καὶ τὸ παλάτιον κιγκλίσι
καὶ θύραις ἰσχυραῖς ἐκρατύνατο· ὅτι γὰρ ἐνόμιζε μὴ
ἄν ποτε ῥᾳδίως τοὺς στρατιώτας κτανεῖν τὸν Περτίνακα,
 εἴ γε δὴ συνεκέκλειστο, ᾤετο ὡς δυνήσεται 
κατακλεισθεὶς ἐν αὐτῷ περιγενέσθαι, ἂν ἡττηθῇ.
ἐφόνευσε δὲ καὶ τὸν Λαῖτον, καὶ ἐπὶ τὸν Σευῆρον
καθῆκε συχνοὺς ὡς τὸν ἄνδρα δολοφονήσοντας.
ἐπεὶ δ’ ἐκεῖνος εἰς τὴν Ἰταλίαν εἰσέβαλε καὶ τὴν
 Ῥάβενναν ᾠκειώσατο, καὶ οἱ πεμπόμενοι προσεχώρουν
αὐτῷ, καὶ οἶ δορυφόροι διὰ τὴν παρουσίαν
Σευήρου ἐδειλαίνοντο, συγκαλέσας τοὺς τῆς βουλῆς
ἐκέλευε κοινωνὸν αὐτῷ τῆς ἀρχῆς τὸν Σευῆρον
ψηφίσασθαι. τοῦ δὲ Σευήρου τοῖς στρατιώταις
 μηδὲν κακὸν πείσεσθαι γράψαντος ἐκδοῦσι τοὺς
σφαγεῖς τοῦ Περτίνακος, πεισθέντες ἐκείνους τε
συνέλαβον καὶ τῷ Σιλίῳ Μεσσάλᾳ ὑπατεύοντι ταῦτα

 
 ἐμήνυσαν. ὁ δὲ τὴν βουλὴν ἀθροίσας εἰς τὸ Ἀθήναιον,
οὕτω καλούμενον ὡς ἐν αὐτῷ τῶν παιδευομένων
ποιουμένων τὴν ἄσκησιν, τὰ παρὰ τῶν στρατιωτῶν
αὐτῇ ἐκοινώσατο. καὶ ἡ βουλὴ τοῦ μὲν
Ἰουλιανοῦ κατεψηφίσατο θάνατον, τὸν δὲ Σευῆρον 
ἀνεῖπεν εὐθὺς αὐτοκράτορα. κἀντεῦθεν ἐν τῷ παλατίῳ
ὁ Ἰουλιανός ἐφονεύθη, εἰπών “τί γὰρ δεινὸν
ἐποίησα, καὶ τίνα ἀπἐκτεινα;” ἐβίω δὲ ἔτη ἑξήκοντα
πρὸς μησὶ τέσσαρσι καὶ ἰσαρίθμοις ἡμέραις, ἄρξας
ἡμέρας ἐξήκοντα.

Σευῆρος μέντοι τὴν αὐταρχίαν λαβὼν τοὺς μὲν
αὐτόχειρας τοῦ Περτίνακος τῶν στρατιωτῶν θανάτῳ
 ἐδικαίωσε, τοὺς δ’ ἄλλους ὀνειδίσας πικρότατα τῶν
τε ὅπλων ἀπεῖρξε καὶ τοὺς ἵππους ἀφείλετο καὶ τῆς
Ῥώμης ἀπήλασε. καὶ οὕτως εἰς τὴν Ῥώμην εἰσήλασε 
βαδίζων· καί οἱ καὶ ὁ στρατὸς ὁπλίτης παρείπετο,
καὶ ἡ πόλις ἄνθεσί τε καὶ δάφναις ἅπασα ἐστεφάνωτο,
καὶ οἱ ἄνθρωποι λευχειμονοῦντες εὐφήμουν
αὐτὸν καὶ ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ θεάσασθαι λίαν ἐσφάδαζον.
δαζον. εἰσελθὼν δὲ ἐνεανιεύσατο, οἷα καὶ οἱ πρῴην 
ἀγαθοὶ αὐτοκράτορες, ὡς οὐδένα τῶν βουλευτῶν
ἀποκτενεῖ, καὶ ὤμοσε περὶ τούτου, καὶ ψηφίσματι
κοινῷ τοῦτο κυρωθῆναι προσετετάχει. ἀλλ’ οὐκ εἰς
μακρὰν τὸν νόμον τοῦτον παρέβη. αὐτὸν γὰρ τὸν
Ἰούλιον Σόλωνα τὸν καὶ τὸ δόγμα τοῦτο αὐτοῦ κελεύδαντος 
 συγγραψάμενον οὐ πολλῷ ὕστερον ἔκτεινε,
καὶ ἴλλους ἀνεῖλε πολλούς· καὶ τῆ βουλῇ οὐ καταθύμια
ἔπραττε. καὶ εἰθισμένου τοὺς σωματοφύλακας
ἐκ τῆς Ἰταλίας εἶναι καὶ ἄλλων ἐθνῶν ἐπιεικεστέρων
 

 
τοῖς εἴδεσι καὶ ἁπλουστέρων τοῖς ἤθεσιν, ἐκεῖνος
παρὰ τὸ ἔθος στρατιωτῶν τὴν πόλιν ἐνέπλησε καὶ
ἰδεῖν ἀγριωτάτων καὶ ἀκοῦσαι φοβερωτάτων καὶ
ὁμιλῆσαι ἀγροικοτάτων. 
 Ἐγένετο δὲ αὐτῷ τινα σημεῖα τὴν ἡγεμονίαν
προμαντευόμενα. ἔδοξέ ποτε ὄναρ λύκαιναν θηλάζειν,
ὡς περὶ Ῥωμύλου ἱστόρηται· καὶ ὕδωρ καθεύδοντος
δοντος ὥσπερ ἐκ πηγῆς ἀνεδόθη· καὶ καθ’ ὕπνους
αὐτῷ ἡ τῶν Ῥωμαίων σύμπασα βουλὴ καὶ ὁ δῆμος 
 προσῄει τε καὶ ἠσπάζετο. καὶ αὖθις ἐδόκει ἐν τῇ
ἀγορᾷ τῇ Ῥωμαίᾳ ἱππεύοντα τὸν Περτίνακα τοῦ C
ἵππου ἀπορριφῆναι, αὐτὸς δὲ τούτου ἑκόντος ἐπιλαβέσθαι.
ἔφηβος δὲ ὢν ἐς τὸν βασιλικὸν δίφρον
ἀγνοῶν, ἀλλ’ οὐκ ἐκ προνοίας ὕπαρ ἐκάθισεν. 
 Αὐταρχήσας δὲ διὰ πλείστων τρόπων ἐτίμησε
τὸν Περτίνακα, καὶ ταφὴν αὐτοῦ καίτοι πάλαι θανότος
πολυτελεστάτην ἐποίησεν. εἶτα κατὰ τοῦ
Νίγρου ἐστράτευσεν· ὃς Ἰταλὸς ἦν ἐξ ἱππέων, οὐ
τῶν πάνυ δ’ ἐπισήμων. καὶ διαφόρων πολέμων
 συγκροτηθέντων τέλος ἐν Ἰσσῷ τῆς Κιλικίας περὶ
τὰς καλουμένας Πύλας, αἳ διὰ τὴν τοῦ τόπου στενότητα
οὕτω κέκληνται, ἔνθεν μὲν γὰρ ὄρη ἀνατείνει D
ἀπότομα, κρημνοὶ δ’ ἐκεῖθεν βαθεῖς καθήκουσιν τὴν
θάλασσαν, μάχης καρτερᾶς γενομένης ἡττήθη ὁ Νίγρος·
 καὶ τὸ πλέον μὲν τῆς αὐτοῦ δυνάμεως ἐκεῖσε
διώλετο, ἐκεῖνος δὲ φεύγων κατελήφθη καὶ ἀνῃρέθη.
οὗ τμηθεῖσαν τὴν κεφαλὴν ὁ Σευῆρος πέμψας
εἰς τὸ Βυζάντιον ἀνεσταύρωσεν, ἵν’ ἰδόντες αὐτὴν
οἱ Βυζάντιοι προσχωρήσωσι. 
 Τοὺς δὲ τὰ Νίγρου φρονήσαντας δικαιοῦντος
Σευήρου, βουλευτής τις Κάσσιος Κλήμης κρινόμενος
παρ’ αὐτῷ ἐπαρρησιάσατο φήσας ὡς “ἐγὼ οὔτε σὲ

 
οὔτε Νίγρον ἠπιστάμην, καταληφθεὶς δὲ έν τῇ ἐκείνου
 μερίδι οὐ σοὶ πολεμήσειν ἤθελον, ἀλλ’ Ἰουλιανὸν
καταλύσειν· καὶ τὰ αὐτὰ σοὶ σπουδάσας οὐκ
ἠδίκησα. ἀλλ’ οὐδ’ ὅτι μὴ πρὸς σὲ ὕστερον μετέστην·
οὐδὲ γὰρ οὐδὲ σὺ ἂν ἠθέλησας οὐδένα τῶν 
σῶν ἑταίρων πρὸς ἐκεῖνον αὐτομολῆσαι. ἐξέταζε
οὖν μὴ τὰ σώματα ἡμῶν μηδὲ τὰ ὀνόματα , αὐτὰ δὲ
τὰ πράγματα· πᾶν γὰρ ὅ,τι ἂν ἡμῶν καταγνῷς, τοῦτο
καὶ σεαυτοῦ καὶ τῶν σῶν ἑταίρων καταψηφιεῖ.” τοῦτον
ὁ Σευῆρος τῆς παρρησίας θαυμάσας ἀφῆκεν 
ἔχειν τῆς οὐσίας τὸ ἥμισυ. 
 Οἱ δὲ Βυζάντιοι καὶ ζῶντος τοῦ Νίγρου καὶ θανόντος
πολλὰ καὶ θαυμαστὰ ἔδρασαν, ἐπὶ χρόνον
 πολιορκούμενοι τριετῆ. ᾕρουν μὲν γὰρ καὶ πλοῖά
τινα παραπλέοντα, ᾕρουν δὲ καὶ τριήρεις τῶν 
ἐν τῷ ὅρμῳ τῶν ἐναντίων οὐσῶν. τὰς γὰρ ἀγκύρας
αὐτῶν ὑφύδροις κολυμβηταῖς ἀποτέμνοντες καὶ ἥλους
ἐς τοὺς ταρσοὺς σφῶν πηγνύντες καὶ τούτων καλῴδια
ἐξάπτοντες ἐπεσπῶντο αὐτάς, αὐτομάτας προσπλέειν
δοκούσας. ἐπεὶ δὲ πάντα αὐτοῖς ἐξεδαπανήπθησαν, 
ὅμως ἀντεῖχον, καὶ ξύλοις ἐκ τῶν οἰκιῶν ἐς
τὰς ναῦς ἐχρῶντο καὶ σχοίνοις ἃς ἔπλεκον κείροντες
τὰς τρίχας τῶν γυναικῶν. καὶ ὅτε τοῖς τείχεσι προσέβαλλον
οἱ πολέμιοι, λιθίνους τε καὶ ἐκ χαλκοῦ
πεποιημένους καὶ ἀνδριάντας καὶ ἵππους ἠκόντιζον 
εἰς αὐτούς. ὡς δὲ καὶ πᾶν αὐτοὺς ἐπέλιπε νενομισμένον
ἐδώδιμον, βύρσας διαβρέχοντες ἤσθιον.
 καὶ τούτων δὲ ἀναλωθεισῶν καὶ ἐπ’ ἀλλήλους ἐτράποντο
καὶ σαρκῶν ἀνθρωπείων ἐγεύοντο. εἶτα καὶ
ἄκοντες τὴν πόλιν παρέδοσαν, καὶ οἱ Ῥωμαῖοι τοὺς 
στρατιώτας καὶ τοὺς ἐν τέλει σύμπαντας διεχρήσαντο.
ὁ δὲ Σευῆρος ἥσθη λίαν ἐπὶ τῇ ἁλώσει τοῦ Βυζαν-

 
τίου. ἀφείλετο δὲ τήν τε ἐλευθερίαν τῆς πόλεως καὶ
τὸ ἀξίωμα τὸ πολιτικόν, καὶ δασμοφόρον ἀποφήνας,
δημεύσας τε τὰς οὐσίας τῶν πολιτῶν, Περινθίοις
αὐτήν τε καὶ τὴν χώραν αὐτῆς ἐχαρίσατο. τὰ δὲ
 τείχη τῆς πόλεως καθελὼν ἐκείνους μὲν οὐδὲν πλέον
ἐλύπησεν ἢ τῆς δόξης αὐτοὺς ἐστέρησεν ἣν ἐκαρποῦντο
ἐκ τῆς αὐτῶν ἐπιδείξεως, τῶν δὲ Ῥωμαίων
μέγα καθεῖλεν ὁρμητήριον πρὸς τοὺς ἐκ Πόντου καὶ D
τῆς Ἀσίας βαρβάρους, ἀλλὰ μὴν καὶ κρησφύγετον·
 ἦν γὰρ τὰ τείχη τοῦ Βυζαντίου καρτερώτατα.

Σευῆρος δὲ δοξομανῶν κατὰ τῶν Ὀσροηνῶν βαρβάρων καὶ τῶν Ἀδιαβηνῶν καὶ τῶν Ἀραβίων
ἐστράτευσε, καὶ εἰς τὴν Νίσιβιν ἀφικόμενος ἐκεῖθεν
ἔπεμψε στρατηγούς τε καὶ τάγματα κατὰ τῶν εἰρημένων
 ἐθνῶν, οἳ τήν τε χώραν αὐτῶν ἐδῄουν καὶ 
τὰς πόλεις ἐλάμβανον. 
 Αὖθις δὲ πόλεμος συνηνέχθη τῷ Σευήρῳ ἐμφύλιος.
ὁ μὲν γὰρ τῷ Ἀλβίνῳ οὐδὲ τὴν τοῦ καίσαρος
ἐδίδου τιμήν, ὁ δ’ ᾔτει καὶ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος.
 συγκινουμένης δὲ διὰ ταῦτα τῆς οἰκουμένης, ὁ
δῆμος ἐν ἱπποδρομίᾳ συνειλεγμένος πολὺς ἐκφανέστατα
κατωδύρατο, ἁ μέχρι πότε τοιαῦτα πάσχομεν 
κράζοντες καί “μέχρι ποῦ πολεμούμεθα; καὶ ἄλλα
δέ τινα τοιαῦτα ὡς ἐκ θειοτέρας τινὸς ἐπιπνοίας
 ἐνθουσιῶντες ἐβόησαν. πῶς γὰρ τοσαῦται μυριάδες
ὡς ὑπὸ χορολέκτῃ ὁμοφώνως εἶπον καὶ ἀπταίστως ἃ
εἶπον; τέως μέντοι μάχης συγκροτηθείσης καὶ πολλὰς
ἰδέας τε καὶ τροπὰς καὶ μετακλίσεις τοῦ πολέμου
 

 
ἐσχηκότος ὁ Ἀλβῖνος ἡττήθη, πεσόντων μὲν ἀμφοτέρωθεν
Ῥωμαίων σχεδὸν ὑπερβαινόντων καὶ ἀριθμόν,
τοῦ δὲ Ἀλβίνου ἑαυτὸν ἀνελόντος. ᾧ κειμένῳ ἐπεντρυφήσας
ὁ Σευῆρος καὶ γλωσσαλγήσας τὸ μὲν ἄλλο
σῶμα ῥιφῆναι ἐκέλευσε, τὴν κεφαλὴν δ’ ἐς τὴν 
 Ῥώμην στείλας ἀνεσταύρωσε. καὶ πολλοὺς τῶν τῆς
γερουσίας ἀπέκτεινε, τινὰς δὲ καὶ ἀπέλυσε. 
 Μετὰ ταῦτα δὲ κατὰ τῶν Παρθῶν ἐστράτευσε
τὴν Μεσοποταμίαν ἑλόντων. καὶ πλοῖα κατασκευάσας
ἐν τῷ Εὐφράτῃ τήν τ’ ἑ Σελεύκειαν καὶ τὴν 
Βαβυλῶνα ἐκλειφθεῖσαν ἔλαβε. καὶ τὴν Κτησιφῶντα
ἑλὼν διαρπάσαι τοῖς στρατιώταις ἐφῆκε, πολλούς τε
ἀνεῖλε καὶ ζῶντας πλείονας εἷλεν. οὔτε δὲ τὸν Οὐολόγαισον
ἐπεδίωξε τὸν τῶν Παρθῶν ἡγεμονεύοντα
ἀναχωρήσαντα οἴκαδε, οὔτε τὴν Κτησιφῶντα κατέσχεν, 
ἀλλ’ ᾤχετο ὥσπερ ἔνα διαρπάσῃ ταύτην μόνον
ἐστρατευκώς. 
 Ἐν ᾧ δὲ ἐπολέμει, ἄνδρας δύο ἀπέκτεινε τῶν
 ἐπιφανῶν, τὸν μὲν Κρίσπον Ἰούλιον χιλιαρχοῦντα τῶν
δορυφόρων, ὅτι ἤχθετο τῇ τοῦ πολέμου κακώσει καί 
τι καὶ παρεφθέγξατο, καὶ τὸν κατηγορήσαντα αὐτοῦ
στρατιώτην χιλίαρχον ἀπέδειξεν ἀντ’ αὐτοῦ· τὸν δὲ
Λαῖτον, ὅτι φρόνημα εἶχε καὶ ὅτι ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν
ἠγαπᾶτο, καὶ οὐκ ἄλλως στρατεύσειν ἔλεγον εἰ
μὴ Λαῖτος αὐτῶν ἡγοῖτο. καὶ τὸν φόνον αὐτοῦ τοῖς 
στρατιώταις προσῆπτεν, ὅτι φθόνῳ αὐτὸν ἀνελὼν
οὐκ εἶχε λέγειν αἰτίαν. 
 Εἶτα ἐπὶ τὰ Ἄτρα ἐστράτευσε. πόλις δὲ ταῦτα
Ἀράβιος, ἐν ᾗ πολλά τε ἄλλα ἀπέκειντο χρήματα
καὶ τὰ τοῦ Ἡλίου δὲ ἀναθήματα, ᾧ ἡ πόλις ἀπέκειτο. 
οὐδὲν δὲ ἀνύσας, καίτοι τὸ ἐκτὸς τεῖχος καθῃρηκώς,
 καὶ πολλοὺς τῶν οἰκείων ἀποβαλών, ἀνεχώρησε· καὶ

 
εἰς τὴν Παλαιστίνην ἀφίκετο καὶ ἐς Αἴγυπτον, καὶ
πᾶσαν εἶδε καὶ τὰ κεκρυμμένα ἐπολυπραγμόνησεν.
ἦν γὰρ οἷος μήτε θεῖον μήτε τι ἀνθρώπινον καταλιπεῖν
ἀνερεύνητον. καὶ τὰ βιβλία ἅ τι εἶχον ἀπόρρητον
 ἐκ πάντων τῶν ἀδύτων ἀνείλετο, ὅσα τέως
εὑρεῖν δεδύνητο. 
 Ταῦτα μὲν οὕτως· εἰρήσθω δ’ ὡς ἐν παρόδῳ
καὶ ὅσα τὸν Δίωνα περὶ τοῦ Νείλου λέγοντα εὕρομεν,
ὅθεν τε ἀναδίδοται καὶ διὰ τί κατὰ τὸ θέρος
 πεποίηται τὴν ἀνάβασιν. λέγει τοίνυν ὅτι ἐκ τοῦ
Ἄτλαντος ἀναδίδοται τὸν δὲ Ἄτλαντα ὄρος εἶναι
ἐν τῇ Μακεννίτιδι παρ’ αὐτῷ τῷ Ὠκεανῷ πρὸς 
ἐσπέραν, καὶ ὀρῶν ἁπάντων ὑπερανίστασθαι, ὥστε
καὶ κίονα αὐτὸν διὰ τὸ ὕψος παρὰ τῶν ποιητῶν κληθῆναι
 θῆναι τοῦ οὐρανοῦ. μήτε γὰρ ἀναβῆναί τινά ποτε
εἰς ἄκρον αὐτοῦ μήτ’ ἰδέσθαι τὰς αὐτοῦ κορυφὰς
χιόνος ἀεὶ πληθούσας, ἐξ ἧς πολὺ καταρρεῖν τὸ
ὕδωρ ὑπὸ τὸ θέρος, καὶ διὰ τοῦτο τότε τὸν Νεῖλον
πληθύνεσθαι. λέγει δὲ ταῦτα Ῥωμαίοις ἀκριβωθῆναι
 ἐκ τῶν τῆς κάτω Μαυριτανίας ἀνθρώπων, προσοίκων
ὄντων τῇ Μακεννίτιδι, καὶ πολλοὺς τῶν ἐκεῖ
στρατευσαμένων Ῥωμαίων ἀφικέσθαι καὶ πρὸς τὸν
Ἄτλαντα. ταῦτα μὲν οὑν περὶ τοῦ Νείλου τῷ Δίωνι,
εἰ καὶ ἄλλοις οὐχ οὕτω τὰ περὶ αὐτοῦ
 δεδιηγηται.

Πλαυτιανὸς δὲ παραδυναστεύων τῷ Σευήρῳ καὶ τὴν ἐπαρχικὴν ἔχων ἐξουσίαν καὶ μέγιστα δυνηθεὶς
πολλοὺς τῶν ἐλλογίμων ἀνδρῶν καὶ ὁμοτίμων αὐτῶ
ἐθανάτωσεν. ἄπληστος δὲ ὢν παρὰ πάντων ᾔτει, 
 

 
καὶ οὔτε ἔθνος οὔτε πόλιν ἀφῆκεν ἀσύλητον, καὶ
πλείονα αὐτῷ πάντες ἢ τῷ Σευήρῳ ἐδίδουν. ἐξέτεμε
δὲ καὶ ἀνθρώπους Ῥωμαίους καὶ εὐγενεῖς ἑκατόν,
οὐ παῖδας μόνον οὐδὲ μέντοι μειράκια, ἀλλὰ καὶ
ἄνδρας γυναῖκας ἔχοντας, ὥσθ’ ὁρᾶσθαι τοὺς αὐτοὺς 
καὶ εὐνούχους καὶ ἄνδρας καὶ πατέρας ἀόρχεις καὶ
ἐκτομίας καὶ πωγωνίας. πρὸ δὲ τούτου κῆτος ὑπέρογκον
εἰς τὸν Αὐγούστου κεκλημένον λιμένα ἐξώκειλε
καὶ ἑάλω, καὶ μίμημα αὐτοῦ γεγονὸς καὶ εἰς τὸ
 κυνηγέσιον εἰσαχθὲν πεντήκοντα ἄρκτους εἴσω λέγεται 
τᾶι δέξασθαι. τὴν δὲ τοῦ Πλαυτιανοῦ θυγατέρα
Πλαυτίλλαν τοῦ Σευήρου τῷ υἱῷ Ἀντωνίνῳ συζεύξαντος,
τοσαῦτα τῆ θυγατρὶ ὁ Πλαυτιανὸς ἔδωκεν
ὅσα πολλαῖς βασιλίσσαις ἤρκεσεν ἄν. οὗτος ὑπέρμεγας
γεγονὼς καὶ πλεῖστον δυνηθείς, ἢ καὶ ὑπὲρ 
τὸν Σευῆρον αὐτόν, ὑπὸ τοῦ γαμβροῦ Ἀντωνίνου
ἐπιβουλευθεὶς ἐσφάγη καὶ ἄνωθεν εἰς ὁδόν τινα
ἐρρίφη. οἶ δὲ τοῦ Σευήρου παῖδες Ἀντωνῖνος καὶ
Γέτας ὥσπερ τινὰ παιδαγωγὸν τὸν Πλαυτιανὸν ἀποσεισάμενοι
ἅπαν μετῄεσαν χείριστον. 
 Τότε καὶ Βούλλας Φῆλιξ Ἰταλὸς ἀνὴρ λῃστήριον
 συστησάμενος ἑξακοσίων ἀνδρῶν ἐληίζετο τὴν Ἰταλίαν
ἐπ’ ἔτη δύο. πολλῶν δὲ φιλοτιμουμένων κατασχεῖν
αὐτὸν ὁ δὲ οὐχ ἡλίσκετο, εὐμεθόδως διὰ
τρόπων πολλῶν τοὺς αὐτὸν διώκοντας κατασοφιζόμενος· 
ὧν ἴνα εἰς ἔνδειγμα τῶν ἄλλων ἐροῦμεν.
ἑκατοντάρχου παρὰ Σευήρου κελευσθέντος λοχῆσαι
αὐτόν, αὐτὸς ἐκείνῳ προσῆλθε δι’ ἑαυτοῦ ὡς ἄλλος
τις, καὶ διεβεβαιώσατο, εἰ ἕψοιτο, παραδοῦναι αὐτῷ
τὸν λῃστήν. τοῦ δὲ πεισθέντος εἰς λοχμώδη τόπον 
ἀπαγαγὼν αὐτὸν ῥᾳδίως συνέλαβεν. εἶτα ἐπὶ βήματος
καθίσας, ὡς δῆθεν ἄρχων τοῦ λῃστηρίου,

 
μεταστειλάμενος τὸν ἑκατόνταρχον, τὰς τρίχας τῆς
κεφαλῆς αὐτοῦ ἀπεξύρησε καὶ ἀφῆκεν, εἰπών, ἄγγελλε
τῷ δεσπότῃ σου ὅτι “τοὺς δούλους ὑμῶν 
τρέφετε, ἵνα μὴ λῃστεύωσι.” πολλοὺς γὰρ τῶν Καισαρείων
 εἶχεν αὐτῷ προσχωρήσαντας. ὕστερον μέντοι
ἐλήφθη καὶ θηρίοις ἐδόθη. 
 Σευῆρος δὲ εἰς τὴν Βρεττανίαν ἐστράτευσεν,
ἔνα μήθ’ ὁἱ παῖδες ἐκδιαιτῶνται αὐτοῦ μήτε τὰ
στρατεύματα ὑέ ἀργίας ἐκλύωνται. δύο δὲ γένη
 τῶν Βρεττανῶν εἰσι μέγιστα, Καληδόνιοι καὶ Μαιᾶται·
καὶ νέμονται ἑκάτεροι ἄγρια ὄρη καὶ πεδία
ἔρημα καὶ ἑλώδη, μήτε πόλεις ἔχοντες μήτε γεωργοῦντες
τὴν γῆν, ἀλλ’ ἐκ νομῆς καὶ θήρας καὶ
ἀκροδρύων τὰ πρὸς τὸ ζῆν ποριζόμενοι· ἰχθῦς γὰρ
 καίτοι παμπληθεῖς παρὰ τῇ νήσῳ τυγχάνοντας οὐ 
σιτοῦνται. σκηνῖται δ’ εἰσί, γυμνοί τε ζῶσι καὶ
ἀνυπό δετοὶ, κοιναῖς κεχρημένοι ταῖς γυναιξί, καὶ τὰ
γεννώμενα πάντα ἐκτρέφοντες. δημοκρατοῦνταί τε
καὶ λῃστεύουσι· καὶ στρατεύονται ἐπὶ ἁρμάτων,
 ἵππους ἔχοντες μικροὺς καὶ ταχεῖς, καὶ πεζοί· τρέχουσί
τε ὀξύτατα. ὅπλοις δὲ κέχρηνται ἀσπίδι καὶ
βραχεῖ τινι δόρατι καὶ ἐγχειριδίῳ. λιμῷ δὲ καὶ
ψύχει ταλαιπωροῦ ία ἕνοι καὶ ἄλλαις κακώσεσι φέρουσι,
καὶ εἰς τὰ ἔλη καταδυόμενοι καρτεροῦσιν ἐπὶ
 πλείους ἡμέρας μόνην τὴν κεφαλὴν ἔξω τοῦ ὕδατος
ἔχοντες, καὶ ἐν ταῖς ὕλαις τρέφονται ταῖς ῥίζαις
καὶ τῷ φλοιῷ. σκευάζουσι δὲ καί τι βρῶμα ἐξ οὗ 
ὅσον κυάμου μέγεθος ἐμφαγόντες οὔτε πεινῶσιν οὔτε
διψῶσιν. 
 Ἡ μὲν οὖν Βρεττανία τοιαύτη τίς ἐστι νῆσος,
καὶ ὑπὸ τοιούτων ἡ μὴ Ῥωμαίοις τότε ὑποκειμένη
ᾠκεῖτο. εἶχον γὰρ ταύτης μοῖραν Ῥωμαῖοι οὐκ

 
ἐλαττουμένην πολλῷ τοῦ ἡμίσεος. καὶ τὸ μὲν μῆκος
τῆς ὅλης νήσου ἐς στάδια ἑπτακισχίλια ἑκατὸν τριάκοντα
δύο ἐκτείνεσθαι λέγεται, τὸ δὲ πλάτος ὡς
ἐπίπαν ἐς δισχίλιά που καὶ τριακόσια, ἔστι δ’ οὗ καὶ
 ἐλάττονα. ὁ δ’ οὖν Σευῆρος πάσης κρατῆσαι τῆς 
νήσου διανοούμενος εἰς τὴν Καληδονίαν εἰσέβαλε,
καὶ πράγματα ἔσχε μήτε μαχεσάμενος μήτ’ ἐν παρατάξει
 τάξει πολέμιον θεασάμενος, ἀλλ’ ὑλοτομῶν καὶ τὰ
μετέωρα κατασκάπτων. οἶ δὲ αὐτοῦ στρατιῶται σκιδνάμενοι
ἐκτιννύοντο ἐπιβουλευόμενοι, καὶ πολλαὶ 
χιλιάδες ἀπώλοντο. τέως μέντοι ἐς ὁμολογίαν τοὺς
Βρεττανοὺς ἐλθεῖν κατηνάγκασε. 
 Φρόντισι δὲ αὐτὸν ὁ Ἀντωνῖνος ὁ υἱὸς περιέβαλεν
ἀκολάστως βιοὺς καὶ δῆλος ὤν, εἰ δυνηθείη,
τὸν ἀδελφὸν διαχειρισόμενος. καὶ αὐτῷ δὲ τῷ πατρὶ 
ἐπεβούλευε, καὶ ἐπεφώρατο δίς. ἀλλ’ οὐδὲν δεινὸν
ἔπαθεν ὁ Ἀντωνῖνος πρὸς τοῦ πατρός· καλέσας δὲ
αὐτὸν καὶ τὸν Παπιανὸν καὶ τὸν Κάστορα, δοῦλος
 δ’ ἦν ὁ Κάστωρ αὐτοῦ, ἄριστος ἀνὴρ καὶ πιστότατος,
καὶ ξίφος εἰς τὸ μέσον θέμενος, ἔφη πρὸς τὸν 
υἱόν εἰ ἀποκτεῖναί με θέλεις, ἐνταῦθά με κατάχρησαι,
χρησαι, καὶ μὴ πάντων ὁρώντων· εἰ δ’ αὐτόχειρ μου
γενέσθαι ὀκνεῖς, κέλευσον παρόντι Παπιανῷ τῷ
ἐπάρχῳ ἵνα με ἐξεργάσηται· οὐ γὰρ ἀπειθήσει σοι
αὐτοκράτορι ὅντι.” 
 Ἀποστάντων δ’ αὖθις τῶν Βρεττανῶν ἡτοιμάζετο
ὡς πολεμήσων αὐτοῖς. ἐν δὲ τῷ μεταξὺ κατὰ τὴν
νῆσον διάγων ἀπήλλαξε νοσῶν, καὶ τοῦ Ἀντωνίνου
ὡς λέγεται συνεργασαμένου πρὸς τοῦτο. πρὶν οὖν
ἐκπνεῦσαι, λόγος αὐτὸν τοῖς παισὶν εἰπεῖν “ὁμονοεῖτε, 
τοὺς στρατιώτας πλουτίζετε, τῶν ἄλλων μὴ
 ἀμελεῖτε.” ἦρξε δὲ ἑπτακαίδεκα ἔτη καὶ μῆνας ὀκτὼ

 
ἐφ’ ἡμέραις τρισί, βιώσας τὸ σύμπαν ἔτη ἑξήκοντα
καὶ πέντε καὶ μῆνας ἐννέα καὶ ἡμέρας ἐννέα καὶ
εἴκοσι. 
 Τοιαύτη δ’ ἦν αὐτῷ ἡ διαγωγὴ ἐν εἰρήνης
καιρῷ. ἔπραττέ τι νυκτὸς ὑπὸ τὸν ὄρθρον, εἶτα
ἐβάδιζε λέγων καὶ ἀκούων τὰ τῇ ἀρχῇ πρόσφορα,
καὶ οὕτως ἐδίκαζεν ἴς μεσημβρίας, εἰ μή τις μεγάλη
ἦν ἑορτή, καὶ τοῖς συνδικάζουσι παρρησίαν ἐδίδου·
καὶ ἐπὶ τούτοις ἵππευεν, εἶτ’ ἐλούετο, ἠρίστα τε καὶ
ἐκάθευδε, καὶ ἀναστὰς τὰ λοιπὰ προσδιῴκει, καὶ
λόγοις ὡμίλει ἐν περιπάτῳ Λατίνοις τε καὶ Ἑλληνικοῖς,
καὶ πρὸς ἑσπέραν ἐλούετο αὖθις καὶ ἐδείπνει·
καὶ ἐν ταῖς πάνυ ἀναγκαίαις ἡμέραις τὰ πολυτελῆ 
δεῖπνα συνεκρότει.

Ἐπὶ τούτου διωγμοῦ κινηθέντος κατὰ τῶν εὐσεβῶν πολλοὶ μὲν ἠνδρίσαντο καὶ μαρτυρίου στεφάνους
ἤραντο, τότε δὲ καὶ Λεωνίδης ὁ πατὴρ Ὠριγένους
κατασχεθεὶς καὶ ἐφ’ ἑτέραις τιμωρίαις τέλος
τὴν κεφαλὴν ἐκτμηθεὶς νέον κομιδῇ καταλείπει τὸν
παῖδα. ὃς ἔτι παῖς ὢν ὤργα πρὸς τὸ μαρτύριον·
ἡ δέ γε μήτηρ αὐτοῦ λόγοις πρότερον ἐπειρᾶτο τὸν
υἱὸν ἀπάγειν τῆς ἐγχειρήσεως, ὡς δ’ οὐκ ἔπειθε,
τὴν ἐσθῆτα πᾶσαν ἀφείλετο καὶ οὕτως οἴκοι μένειν
καὶ ἄκοντα παρεσκεύασεν. ὁ δὲ ἀπρόιτος ὢν ἐπιστέλλει
τῷ πατρὶ καθειργμένῳ, ὑπαλείφων τὸν ἄνδρα
πρὸς τὸ μαρτύριον, πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ταῦτα 
γράψας πρὸς ῥῆμα “ἔπεχε μὴ δι’ ἡμᾶς ἄλλο τι φρο-
 

 
νήσῃς.” παῖς δ’ ἔτι τυγχάνων καὶ τὴν ἐγκύκλιον
μετιὼν παιδείαν καὶ ταῖς θείαις γραφαῖς ἐνησχόλητο,
τοῦτό οἱ τοῦ πατρὸς ἐπιτάσσοντος. ὁ δὲ οὐχ ὡς παῖς
τοῖς λόγοις τοῖς ἱεροῖς ἐξ ἐπιπολῆς ἐνετύγχανεν,
ἀλλὰ καὶ βαθυτέρας ἥπτετο θεωρίας, καὶ ἐρωτῶν 
συνεχῶς τὸν πατέρα πράγματα παρεῖχεν αὐτῷ.
ἐκεῖνος δὲ λόγῳ μὲν ἐπέπληττε τὸν παῖδα τῆς πολυπραγμοσύνης,
τῆ δ’ ἀληθείᾳ τὴν αὐτοῦ διάνοιαν
ἐξεπλήττετο· καὶ ὑπνοῦντι τῷ υἱῷ ἐφιστάμενος
ἐγύμνου τὰ στέρνα τούτου πολλάκις καὶ κατησπάζετο 
ὡς θείου πνεύματος οἰκητήρια, καὶ τῆς εὐτεκνίας
ἑαυτὸν ἐμακάριζε. τοῦ δὲ πατρὸς αὐτοῦ μαρτυρίῳ
 τελειωθέντος ἐσπάνιζε τῶν ἀναγκαίων ὁ Ὠριγένης.
προσληφθεὶς δὲ παρά τινος γυναικὸς τῶν ἐπιφανεστάτων
ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ᾗ καὶπλοῦτος ἦν δαψιλής, καίτις 
ἀνὴρ Ἀντιοχεὺς εἰς θετοῦ τάξιν υἱοῦ αὐτῇ εἰσπεποίητο
Παῦλος τὸ ὄνομα, εἶς τις τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ αἱρεσιωτῶν,
ἐφ’ ὃν πλήθους καθ’ ἑκάστην ἀθροιζομένου,
ἐδόκει γὰρ ἱκανὸς ἐν λόγοις, ἐξ ἀνάγκης συνὼν αὐτῷ
ὁ Ὠριγένης οὐδέποτε αὐτῷ συνίστατο κατὰ τὴν 
εὐχήν, ὡς ἱστόρηται, βδελυττόμενος τὸν ἄνδρα ὡς
μὴ ὀρθόδοξον. ὀκτωκαίδεκα δ’ ἐτῶν γεγονὼς τοῦ ἐν
Ἀλεξανδρείᾳ κατηχητικοῦ προέστη διδασκαλείου, καὶ
τοὺς τότε ἀθλοῦντας ἐπώτρυνε πρὸς τὴν ἄθλησιν,
καὶ ἀπιοῦσι τὴν ἐπὶ θάνατον παρωμάρτει καὶ ἐπεθάρρυνεν, 
Β ὡς καὶ πολλάκις αὐτῷ τοὺς δήμους ἐπιμανῆναι·
οὓς ἐκ θείας ἀρωγῆς διεδίδρασκεν. οὐ
λόγῳ δὲ μόνῳ μέγας ἦν ὁ ἀνήρ, ἀλλὰ καὶ βίον διεβίω
φιλόσοφον καὶ τῷ λόγῳ συνᾴδοντα. οὔτε γὰρ
δεύτερον ἔχειν χιτῶνα ἱστόρηται οὔθ’ ὑποδεῖσθαι 
τοὺς πόδας ἐπ’ ἔτεσι πλείοσιν οὔτ’ οἴνῳ κεχρῆσθαι
οὔτε τροφὴν παρὰ τὴν ἀναγκαίαν προσίεσθαι, ὡς δὲ ὁ

 
Εὐσέβιος ἱστορεῖ ὅτι ἔρωτι σωφροσύνης καὶ ἀπέκοψε
τὰ παιδογόνα μόρια αὐτὸς ἑαυτοῦ· ἄλλοι δέ φασι μὴ
ἐκτεμεῖν αὐτὸν ταῦτα, πόαν δέ τινα τούτοις ἐπενεγκεῖν,
ἐξ ἧς ναρκωθῆναι ταῦτα συνέβη τοσοῦτον ὡς
 καὶ νεκροῖς ἐοικέναι. ἀφίκετο δὲ καὶ εἰς Ῥώμην
Ζεφυρίνου τῆς ἐν αὐτῇ ἐκκλησίας προισταμένου·
εἶτ’ αὖθις ἐπανῆλθεν εἰς Ἀλεξάνδρειαν. ἐξηγεῖτο 
δὲ τὰ Ἑβραικά, καὶ τὴν Ἑβραίδα διάλεκτον ἐκμαθὼν
καὶ τὰς παρὰ τοῖς Ἰουδαίοις οὔσας γραφὰς Ἑβραϊκοῖς
 στοιχείοις κτησάμενός τε καὶ ἐπιών, καὶ τῶν ταύτας
ἡρμηνευκότων συναγαγὼν τὰ συγγράμματα, τῶν
ἑβδομήκοντα δύο δηλαδή, τοῦ τε Ἀκύλα καὶ τοῦ
Συμμάχου καὶ τοῦ Θεοδοτίωνος καὶ δύο ἄλλων
ἀνωνύμων ἑρμηνέων, ἠγνόηνται γὰρ τὰ ἐκείνων
 ὀνόματα, ἐφιλοπόνησε τὰ τῶν ἑξαπλῶν λεγομένων
συγγράμματα. ἐν δὲ τοῖς ψαλμοῖς καὶ ἑβδόμης
μέμνηται ἑρμηνείας ὡς ἐν Ἱεριχοῖ εὑρημένης. ἰδιαίτατα
δὲ τὴν Ἀκύλα καὶ Συμμάχου καὶ Θεοδοτίωνος
ἔκδοσιν μετά γε τῆς τῶν ἑβδομήκοντα καὶ δύο 
 παρατιθείς, τὰ λεγόμενα τετραπλᾶ παραδέδωκε. 
 Δημητρίου μέντοι, ὃν ἄνω παραδέδωκεν ὁ λόγος
τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐκκλησίας προστῆναι, θανόντος,
Ἡρακλᾶς τῆς ἐπισκοπῆς ἀξιοῦται, φοιτητὴς Ὠριγένους
γενόμενος. τῆς δ’ ἐν Ἱεροσολύμοις ἐκκλησίας
 προίστατο Νάρκισσος, ἀνὴρ θαυματοποιός, ὃς ψευδῶς
παρά τινων κατηγορηθείς, ἐραστὴς δὲ βίου ὢν
ἀναχωρητικοῦ, διέδρα λαθὼν καὶ ἐν ἐρημίαις ηὐλίζετο
ἀγνοούμενος. τοῦ δὲ ἀνακεχωρηκότος ἀντεισ-
 

 
ἄγεται Δῖος, μεθ’ ὃν προχειρίζεται Γερμανίων, εἶτα
Γόρδιος· ἐφ’ οὗ ἐπανελθὼν αὖθις ὁ Νάρκισσος ὑπὸ
 τῶν πιστῶν ἐπὶ τὴν προστασίαν παρακαλεῖται. μὴ
δυναμένου δὲ τοῦ Ναρκίσσου διὰ γῆρας βαθὺ λειτουργεῖν,
Ἀλέξανδρος διαπρέψας πρότερον τῇ διὰ 
Χριστὸν ὁμολογίᾳ, τότε δὲ ἐπισκοπῆς ἐν τῇ τῶν
Καππαδοκῶν χώρᾳ ἠξιωμένος, ἐξ ἀποκαλύψεως
προσελήφθη παρὰ τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις πιστῶν ἅμα
τῷ Ναρκίσσῳ διέπειν τὰ τῆς ἐκκλησίας. ἐν δὲ τῇ
Ἀντιοχέων ἐκκλησίᾳ Σαραπίωνος ἀναπαυσαμένου 
Ἀσκληπιάδης τὴν ἐπισκοπὴν παρειλήφει· οὗ καὶ
ὑπομνήματα σώζεσθαι φησὶν ὁ Εὐσέβιος.

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν οὕτως· Ἀντωνῖνος δὲ ἐδόκει
μὲν κοινωνὸν ποιεῖσθαι τῆς ἀρχῆς Γέταν τὸν ἀδελφόν,
 τῇ δ’ ἀληθείᾳ μόναρχος ἦν. καὶ τοῖς μὲν πολεμίοις 
τῶν Βρεττανῶν αὐτίκα ἐσπείσατο τῆς τε
χώρας αὐτοῖς καὶ τῶν φρουρίων ἐκστάς, τὸν δὲ
 ἔπαρχον τὸν Παπιανὸν μετέστησε τῆς ἀρχῆς· ἑτέρους
δ’ ἀπέκτεινε καὶ τὸν τροφέα αὐτοῦ Εὔοδον
τὸν καὶ Κάστορα καὶ τὴν ἰδίαν γυναῖκα τὴν Πλαυτίλλαν 
καὶ τὸν αὐτῆς ἀδελφὸν τὸν Πλαύτιον καὶ ἐπὶ
τούτοις τὸν οἰκεῖον ἀδελφόν. ἐπεβούλευε μὲν γὰρ
αὐτῷ πρὸ μακροῦ, οὐκ ἠδύνατο δὲ κτεῖναι αὐτὸν
φρουρούμενον ὑπὸ στρατιωτῶν καὶ ἄλλων συχνῶν. εἶτα
ἔπεισε τὴν μητέρα μόνους σφᾶς ἐπὶ καταλλαγῇ μεταπέμψα;σθαι. 
πέμψασθαι. καὶ ὁ Γέτας πιστεύσας εἰσῆλθε μετὰ
τοῦ Ἀντωνίνου εἰς τὸ δωμάτιον· καὶ ὀπίσω σφῶν
 ἑκατοντάρχαι πρὸς τοῦτο ἡτοιμασμένοι παρὰ τοῦ
 
 

 
Ἀντωνίνου εἰσωθήσαντες ἑαυτοὺς ἐκεῖ τὸν Γέταν
κατέκοψαν, τῷ τραχήλῳ τῆς μητρὸς προσφύντα καὶ
τοῖς μαστοῖς καὶ τοῖς στήθεσιν, ὥστε τοῦ αἵματος
αὐτοῦ ἀναπλησθῆναι αὐτήν, πληγῆναι δὲ καὶ τὴν
 χεῖρα. ἡ δ’ ἐκ τοῦ φόβου οὐδὲ τοῦ τραύματος ᾔσθετὸ.
καὶ οὐδὲ πενθῆσαι αὐτῇ τὸν υἱὸν ἐξεγένετο
οὕτως οἰκτρῶς καὶ ἀώρως ἀπολωλότα, δύο γὰρ καὶ
εἴκοσιν ἐτῶν ἦν καὶ ἐννέα μηνῶν, δεδοικυίᾳ μὴ καὶ
αὐτὴ συναπόληται. 
 Ὁ Ἀντωνῖνος δ' αὐτίκα καταλαβὼν τὸ στρατόπεδον
“χαίρετε” εἶπεν “ὦ ἄνδρες συστρατιῶται· καὶ
γὰρ ἤδη ἔξεστί μοι εὐεργετεῖν ὑμᾶς, ἐπεὶ εἷς ἐξ
ὑμῶν εἰμι, μεθ’ ὑμῶν δὲ καὶ δι' ὑμὰς ζῆν ἐθέλω, 
ἵν' ὑμῖν πολλὰ χαρίζωμαι. εἰ δὲ μή, ἀλλὰ μεθ’ ὑμῶν
 γε θανεῖν εὔχομαι.” πρὸς δὲ τὴν σύγκλητον τῇ
ὑστεραίᾳ πλεῖστα διαλεχθείς, τέλος εἶπεν “ἀκούσατέ
μου· ἔνα πᾶσα ἡ οἰκουμένη χαρῇ, πάντες οἶ φυγάδες
κατελθἐτωσαν.” τῶν δὲ Καισαρείων καὶ τῶν μετὰ
τοῦ Γέτᾳ στρατιωτῶν ἐς δύο μυριάδας ἀπέκτεινε,
 καὶ ἐκ τῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν παμπόλλους διέφθειρε,
καὶ πολλῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν τὴν Ῥώμην ἐστέρησε.
τὸ δὲ ξίφος δι’ οὗ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἀπεσφάγη ἀνάθημα
ἐποιήσατο. ἐκ δὲ τῶν φόνων εἰς παιδιὰς μετινὼν
καὶ ἐν ταύταις ἐφόνα. καὶ εἰς μὲν τοὺς στρατιότας
 φιλοδωρότατος ἦν, τοὺς δὲ λοιποὺς ἀνθρώπους
περιδύειν, ἀποσυλᾶν, ἐκτρύχειν ἐτίθετο σπούδασμα,
καὶ οὐχ ἥκιστα τοὺς συγκλητικούς. οὕτω δὲ
παρὰ πάντα τὸν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ χρόνον ἡ ὑπήκοος 
αὐτῷ γῆ ἐπορθήθη ὥστε ποτὲ τῆς Ἰουλίας εἰπούσης
 ὅτι “οὐκέθ' ἡμῖν οὔτε δίκαιος οὔτ’ ἄδικος πόρος
ὑπολείπεται” ἀπεκρίνατο τὸ ξίφος ἠρκώς “θάρσει,
μῆτερ· ἴως γὰρ ἂν τοῦτ’ ἔχωμεν, οὐδὲν ἡμᾶς ἐπι-

 
λείψει.’ ἦν δ’ ἐπὶ πᾶσι καὶ ἄπιστος. καλέσας γὰρ
τὸν τῆς Ὀσροηνῆς βασιλέα Αὔγαρον ἥκειν παρ’
αὐτὸν ὡς φίλον, ἐλθόντα ἔδησε καὶ οὕτω τὴν
Ὀσροηνὴν ἐχειρώσατο. καὶ τὸν τῶν Ἀρμενίων βασιλέα
σιλέα πρὸς τοὺς ἰδίους παῖδας διαφερόμενον γράμμασι 
φιλικοῖς ὡς εἰρηνεύσων αὐτοὺς μετεπέμψατο,
 τὰ δ’ αὐτὰ τῷ Αὐγάρῳ καὶ εἰς ἐκείνους ἐποίησεν.
ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῶν Ἀρμενίων ἐκράτησεν, εἰς ὅπλα δ’
ἐχώρησαν· καὶ οὐδεὶς ἔτι ἐκείνῳ ἐπίστευεν. ἐν μέντοι
ταῖς ἀνάγκαις καὶ ταῖς κατεπειγούσαις στρατείαις 
λιτὸς ἦν καὶ ἀπέριττος καὶ συνεβάδιζε τοῖς στρατιώταις
καὶ συνέτρεχε, μὴ λουόμενος, μὴ μεταμφιεννύμενος,
ἀλλὰ πᾶν ἔργον σὺν ἐργαζόμενος καὶ τὰ αὐτὰ
ἐκείνοις σιτούμενος. καὶ τοὺς προέχοντας δὲ τῶν
πολεμίων εἰς μονομαχίαν προεκαλεῖτο ἐνίοτε. τὰ μέντοι 
στρατηγικὰ οὐκ εὖ ἐκείνῳ μετεχειρίζετο. πάντα
δ’ ἦν αὐτῷ κίβδηλα, καὶ αὐτὸ τὸ νόμισμα. ἐνόσει δὲ
 καὶ ἐμφανέσι καὶ ἀρρήτοις ἀρρωστήμασι, καὶ πολλάκις
καὶ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὸν ἀδελφὸν ξιφήρεις
ἐδόκει ἐλαύνειν αὐτόν. διὸ λέγεται καὶ τὰς ψυχὰς 
ἐπῳδαῖς ἀναγαγεῖν τοῦ τε πατρὸς καὶ τοῦ Κομόδου
καὶ ἄλλων, μόνον δὲ τὸν Κόμοδον αὐτῷ φάναι
‘στεῖχε δίκης ἄσσον”, καὶ ἐπὶ τελευτῆς “κρυφίοισι
τόποις ἔχων δυσαλθέα νοῦσον.” εἶχε δὲ καὶ ὠτακουστὰς
καὶ διοπτεύοντας, καὶ πάντα αὐτῷ καὶ τὰ 
 βραχύτατα ἀνηγγέλλετο. καὶ ἐπήγγελλε μὲν ὡς
πρωιαίτερον δικάσων ἢ ἄλλο τι δημόσιον πράξων,
παρέτεινε δὲ καὶ ὑπὲρ τὴν μεσημβρίαν ἢ καὶ εἰς
ἑσπέραν αὐτήν, μηδὲ εἰς τὰ πρόθυρα εἰσδεχόμενος
 τοὺς συνειλεγμένους τῆς γερουσίας. ὁ δὲ καὶ ἐμιαιφόνει 
καὶ παρηνόμει καὶ τὰ χρήματα κατανήλισκεν,
οὐ ἐπείθετο τῇ μητρὶ καὶ περὶ τούτων καὶ τῶν

 
ἄλλων παραινούσῃ πολλὰ καὶ χρηστά. ἔχαιρε δὲ καὶ
μάγοις καὶ γόησι. κατὰ Παρθῶν δὲ στρατεύσας, καὶ
ἐν Ἀντιοχείᾳ γενόμενος καὶ τρυφῶν καὶ ἀγῶνας μονομαχίας
συνιστῶν, ὡς ἐν μεγάλοις πόνοις ἐγκινδυνεύων
 καὶ καρτερῶν ἀπωδύρετο, καὶ τὴν γερουσίαν
ὡς ἐν ῥᾳστώνῃ ζῶσαν ὠνείδιζε, καὶ τέλος ἔγραψεν
αὐτῇ ὡς “οἶδα ὅτι οὐκ ἀρέσκει ὑμῖν τὰ ἐμά· ἀλλὰ
διὰ τοῦτο καὶ ὅπλα καὶ στρατιώτας ἔχω, ἵνα μὴ τῶν
λογοποιούντων ἐπιστρέφωμαι.” 
 Αὖθις δὲ εἰς τοὺς Πάρθους στρατεύσας ὅτι ὁ 
Ἀρτάβανος τὴν θυγατέρα ἑαυτοῦ αὐτῷ μνηστευσάμενος
οὐ παρέσχε ταύτην αὐτῷ, ἠπίστατο γὰρ ὅτι
πρόφασιν τὸν γάμον τοῦ τὴν Παρθῶν σφετερίσασθαι
βασιλείαν πεποίητο, πολλὰ μὲν τῆς χώρας αὐτῶν
 ἐκάκωσε καὶ τὰ Ἄρβηλα παρεστήσατο καὶ τὰ μνημεῖα
τῶν βασιλέων τῶν Παρθῶν ἀναρρήξας διέρριψε τὰ
ὀστᾶ, πόλεμος δὲ αὐτῷ πρὸς τὸ ἔθνος οὐ συγκεκρότητο.
τἄλλα τ’ ἑ οὖν παρηνόμει ἐν ταῖς στρατείαις
καί τινα ἰδίαν ἔνδυσιν βαρβαρικῶς πως συγκόπτων
 καὶ συρράπτων ἐς μανδύα τρόπον προσεξεῦρε, καὶ
συνεχῶς αὐτὸν ἐνεδύετο, ὅθεν καὶ Καράκαλλος ἐπεκλήθη.
καὶ τοὺς στρατιώτας δὲ οὕτως ἐστολίσθαι
ἐκέλευεν. ἀνῃρέθη μέντοι ὑπὸ στρατιωτῶν. ὁ γὰρ 
Μακρῖνος ὁ ἔπαρχος ἐκ μάντεως τινος προειρημένον
 ἔχων αὐτῷ ὡς αὐταρχήσει, καὶ φοβηθεὶς μὴ διὰ
τοῦτο ὑπὸ τοῦ Ἀντωνίνου διαφθαρῇ, οὐκ ἀνεβάλετο,
ἀλλὰ δύο τινὰς χιλιαρχοῦντας ἐν τῷ δορυφορικῷ
παρασκευάσας ἐπεβούλευσεν αὐτῷ. καὶ ἐξ Ἐδέσσης
ἐς Κᾶρας ἀπιόντι καὶ ἀποβάντι τοῦ ἵππου δι’ ἀπόπατον
 προσῆλθέ τις στρατιώτης, τῶν χιλιάρχων ὑποπεμψάντων
αὐτόν, ὡς εἰπεῖν τι δεόμενος, καὶ προσελθὼν
ἐπάταξεν αὐτὸν ξιφιδίῳ μικρῷ. 

 
 Καὶ ὁ μὲν οὕτως ἐβίω καὶ οὕτως ἀπώλετο, ζήσὰς
ἔτη ἐννέα καὶ εἴκοσιν, αὐταρχήσας δ’ ἐκ τούτων
C ἐνιαυτοὺς ἕξ ἐπὶ δύο μησὶ καὶ ἡμέραις τισί. λέγεται
δὲ ἐν Ἀντιοχείᾳ τὸ τελευταῖον ὄντι αὐτῷ δόξαι κατ’
ὄναρ τὸν πατέρα ξιφήρη ἐπιστῆναι λέγοντα ὡς “σὺ 
τὸν ἀδελφὸν ἔκτεινας, καὶ ἐγὼ σὲ κτενῶ.” καὶ μάνδὲ
εἷπον αὐτῷ τὴν ἡμέραν ἐκείνην φυλάσσεσθαι,
καὶ ἄλλα δέ φασι τοῦ ὀλέθρου αὐτῷ συμβῆναι τεκμήρια.

Τοῦ δ’ Ἀντωνίνου διαφθαρέντος, ὃν καὶ Καράκαλλον 
ἐκάλουν, ὡς εἴρηται, ἀλλὰ μέντοι καὶ Τάραντα
ἐκ μονομάχου τινὸς εἰδεχθεστάτου καὶ μιαιφονωτάτου,
ὁ Μακρῖνος μετὰ τετάρτην ἡμέραν τὴν
ἡγεμονίαν εἰλήφει παρὰ τῆς στρατιᾶς, τὸ μὲν γένος
Μαυρὸς τυγχάνων ἐκ Σικελίας καὶ γονέων ἀσημοτάτῶν 
 ὅθεν κατὰ τὸ τῶν Μαύρων ἔθος τῶν ὤτων τὸ
ἴτερον διετέτρητο, ἐπιεικὴς δὲ καὶ τῶν νόμων φύλαξ
πιστότατος. ὃς καὶ ἔπαρχος γεγονὼς ἄριστα τὰ τῆς
ἀρχῆς διῳκήσατο, αὐταρχήσας δὲ οὐ πάντα καλῶς
ἔπραξεν. ἀναξίους γὰρ ἐφίστα ταῖς ἀρχαῖς, ὃ τὸ μἐγιστόν 
ἐστι μέρος τῆς βασιλικῆς διοικήσεως, καὶ
τρυφερωτέρᾳ ἐχρήσατο βιοτῇ, ἀλλὰ μέντοι καὶ σοβαρότητι. 
 Ἰουλία δὲ ἡ μήτηρ τοῦ Ἀντωνίνου ἐν Ἀντιοχείᾳ
διάγουσα καὶ τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ μαθοῦσα ἑαυτὴν 
διαχρήσασθαι ὥρμησεν, οὐ διὰ τὸν υἱόν, ἀλλὰ δεδοικυῖα
 περὶ ἑαυτῇ μὴ ἰδιωτεύσῃ. ἐπεὶ δὲ οὐδὲν ἠλλοίωτο
τῶν περὶ αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὴν θεραπείαν
 καὶ τοὺς δορυφόρους εἶχεν, ἐφιλοψύχησεν. εἶτα τοῦ
Μακρίνου λοιδορεῖσθαι παρ’ ἐκείνης ἀκούσαντος καὶ 
 

 
τῇ αὐταρχίᾳ αἰσθομένου ἐπιχειρούσης, ἐκελεύσθη
ἐκλελοιπέναι τὴν Ἀντιόχειαν καὶ ὅπῃ βούλοιτο ἀπελθεῖν.
ἡ δὲ τότε διέφθειρεν ἑαυτήν. 
 Τοῦ δ’ Ἀρταβάνου δυνάμεσι μεγάλαις φερομένου
 κατὰ Ῥωμαίων, συμβαλὼν αὐτῷ περὶ τὴν Νίσιβιν
ὁ Μακρῖνος δὶς ἡττήθη καὶ ἠναγκάσθη πολλῶν χρημάτων
τὴν εἰρήνην ἐκπρίασθαι. ὁ μὲν οὖν πρὸς
Ἀρτάβανον κατηύναστο πόλεμος, ἀνερράγη δὲ τοῖς
Ῥωμαίοις ἐμφύλιος ἕτερος. Εὐτυχιανὸς γάρ τις τῶν
 Καισαρείων, τὴν τῶν στρατιωτῶν εἰς τὸν Μακρῖνον
ἀπέχθειαν συνιδὼν ὅτι μὴ ἄπλετα ὡς ὁ Ἀντωνῖνος
αὐτοῖς ἐχαρίζετο, καὶ ὑπὸ μαντείων ἀναπεισθείς, 
ἐπαναστάσει κατὰ τοῦ Μακρίνου ἐπικεχείρηκε. Μαίσης
οὖν τῆς ὁμαίμονος τῆς Ἰουλίας τῆς βασιλίδος
 θυγατέρας ἐχούσης δύο, Σοαιμίδα καὶ Μαμαίαν, καὶ
δύο ἐγγόνους ἄρσενας ἐξ αὐτῶν, τὸν ἔνα τούτων λαβὼν
ὁ Εὐτυχιανός, καὶ υἱὸν εἶναι μοιχίδιον τοῦ Καρακάλλου
πλασάμενος, εἰς τὸ στρατόπεδον ὑπὸ νύκτα
εἰσήγαγε, καὶ τοὺς στρατιώτας λαβὴν ζητοῦντας ἐπαναστάσεως
 νεωτερίσαι ἀνέπεισεν. οἱ καὶ Ἀντωνῖνον
αὐτὸν ὀνομάσαντες αὐτοκράτορα αὐτίκα ἀνεῖπον,
καίτοι παιδίον τυγχάνοντα. καὶ τοῦτον παραλαβόντες
ἐπὶ τὸν Μακρῖνον ἤλασαν ἐν Ἀντιοχείᾳ διάγοντα·
καὶ συμβαλόντες αὐτῷ ἔν τινι χωρίῳ πολὺ τῆς Ἀντιοχείας
 ἡττήθησαν μέν· εἶτ’ αὖθις ἐπισυστάντας 
αὐτοὺς ὁ Μακρῖνος ἰδὼν εἰς φυγὴν ἐτράπη,
καὶ ἀπῄει εἰς Ἀντιόχειαν ὡς δῆθεν νενικηκώς, ἔνα
μὴ ἀποκλεισθείη τῆς πόλεως. τὸν δὲ υἱὸν πρὸς τὸν
Ἀρτάβανον ἔπεμψεν. ἀγγελθείσης δὲ τῆς ἥττης αὐ-
 τοῦ, καὶ φόνων γινομένων πολλῶν, ἀπέδρα νυκτός,
τὴν κεφαλὴν ξυράμενος καὶ τὸ γένειον, καὶ φαιὰν
ἐσθῆτα λαβών, ὡς ἂν μὴ ἐπιγινώσκοιτο· καὶ μετ’

 
ὀλίγων εἰς Αἰγὰς τῆς Κιλικίας παραγενόμενος, κὼ
διὰ Καππαδοκίας Γαλατίας τε καὶ Βιθυνίας ἐλθὼν
μέχρις ἐριβώλου τοῦ ἐπινείου κατ’ ἀντικρὺ κειμένου
Νικομηδείας, διέπλευσεν εἰς Χαλκηδόνα. καὶ πρός
 τινα στείλας τῶν ἐπιτρόπων ἀργύριον ᾔτησεν. ὅθεν 
γνωσθεὶς συνελήφθη παρὰ τῶν τὰ ψευδαντωνίνου
φρονούντων, καὶ ἤχθη μέχρι Καππαδοκίας. ἔνθα
μαθὼν ὡς ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἑαλώκει, ἐκ τοῦ ὀχήματος
ἑαυτὸν ἔρριψε καὶ τὸν ὦμον συντέτριπτο. μετ’ οὐ
πολὺ δὲ καὶ ἐσφάγη, ζήσας μὲν ἔτη τέσσαρα καὶ πεντήκοντα, 
αὐταρχήσας δὲ Ῥωμαίων ἴνα ἐνιαυτὸν καὶ
μῆνας δύο τριῶν δέοντας ἡμερῶν, καὶ καταλυθεὶς
ὑπὸ παιδαρίου. λέγεται δὲ τοῦτο τὸ ἔπος ἐν τῷ
χρησμῷ ῥηθῆναι αὐτῷ
 ὦ γέρον, ἦ μάλα δή σε νέοι τείρουσι μαχηταί, 
 σὴ δὲ βίη λέλυται, χαλεπὸν δέ σε γῆρας ἱκάνει.

Ἄβιτος δὲ ὁ ψευδαντωνῖνος ἢ Ἀσσύριός τε καὶ
Σαρδανάπαλος ἐς τὴν Ῥώμην ἐλθὼν ἔν τι χρηστοῦ
αὐτοκράτορος ἔργον ἐποίησε. πολλὰ γὰρ καὶ ἰδίᾳ
καὶ κοινῇ λόγῳ τε καὶ ἔργῳ ὑβρισθεὶς παρὰ τῶν ἐν 
τῇ Ῥώμῃ, τοῦ Μακρίνου περὶ αὐτοῦ αὐτοῖς ἐπιστείλαντος,
οὐδένα ἐκόλασεν. ἐς τἄλλα δὲ καὶ αἰσχρότατος
καὶ παρανομώτατος καὶ μιαιφονώτατος ἦν. ὁ
μὲν οὖν Εὐτυχιανὸς τῶν τ’ ἑ δορυφόρων ἦρξε καὶ
μετὰ τοῦτο καὶ ὑπάτευσε δὶς καὶ τρίς, οἱ δὲ ἄλλοι 
τῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν ἢ προφάσεων πλαττομένων ἢ
καὶ δίχα προφάσεως ἐφονεύοντο, ὅτι τοῖς πραττομένοις
 παρ’ αὐτοῦ οὐκ ἠρέσκοντο· οὐδὲ γὰρ ᾐσχύνθη
 τοῦτο τῇ βουλῇ γράψαι. ἐκεῖνος δὲ ἠνδρίζετό τε
 
 

 
καὶ ἐθηλύνετο, καὶ ἔδρα καὶ ἔπασχεν ἑκάτερα ἀσελγέτατα.
γέστατα. καὶ οὐ τοὺς ἄλλους ἔκτεινε μόνον, ἀλλὰ
καὶ τῶν πάνυ φιλτάτων τινάς, οἱ σωφρόνως αὐτὸν
παρῄνουν βιοῦν. καὶ θεὸν δέ τινα ξενικὸν εἰς τὴν
 Ῥώμην εἰσήνεγκεν Ἐλεαγάβαλον καλούμενον, καὶ τοῦ
Δῖός αὐτὸν προετίμησεν· ὅθεν κἀκεῖνος ἐπωνομάσθη
Ἐλεαγάβαλος. περιετμήθη τε τὸ αἰδοῖον καὶ κρεῶν
χοιρείων ἀπείχετο καὶ ἐσθῆτα βαρβαρικὴν δημοσιεύων
ἠμπίσχετο, οἵᾳ αἱ τῶν Σύρων κέχρηνται
 ἱερεῖς· ὅθεν καὶ ἐπεκλήθη Ἀσσύριος. ἔγημε δὲ πρὸς
ταῖς ἄλλαις καὶ ἱερωμένην τῇ Ἑστίᾳ παρθένον, ἀσεβήσας 
περὶ τὰ πάτρια ἀναιδέστατα. καὶ ἔλεγε διὰ
τοῦτο γῆμαι τὴν τῆς Ἑστίας ἱέρειαν, ἴν’ ἐξ ἐκείνου
ἀρχιερέως ὄντος τοῦ Ἐλεαγαβάλου καὶ τῆς ἱερείας
 παῖδες γένωνται θεοπρεπεῖς. οὐ μόνον δὲ βαρβαρικὰς
ᾠδὰς ἅμα τῇ μητρὶ καὶ τῇ τήθῃ τῷ ξένῳ θεῷ
αὐτοῦ ᾖδε, καὶ ἀπορρήτους προσῆγε θυσίας, παῖδας
σφαγιάζων καὶ γοητεύμασι χρώμενος καὶ περιάπτοις
μυρίοις ἑκάστοτε, ἀλλὰ καὶ γυναῖκα τῷ θεῷ αὐτοῦ
 ἐκείνῳ ἐμνήστευσεν ὡς καὶ παίδων δεομένῳ, καὶ τὴν
γυναῖκα ἐς τὸ παλάτιον καθιδρύσατο, καὶ ἕδνα αὐτῇ 
ἐκ τῶν ὑπηκόων ἐπράξατο. αὐτὸς δὲ ἀσελγέστατα
διεβίω. ἀλλ’ ἕκαστον τόν ἐκείνου καταριθμεῖν καὶ
τοῖς λέγουσι καὶ τοῖς ἀκούουσιν ἀηδέστατον· εἰήσθω
 δ’ ὀλίγα τινά. ἐς καπηλεῖα νυκτὸς εἰσῄει, κόμας
περιθέτους περιάπτων τῇ κεφαλῇ, καὶ ταῖς καπηλίσι
συνεξητάζετό τε καὶ συνειργάζετο. καὶ εἰς τὰ
περιβόητα τῶν πορνείων ἐφοίτα καὶ τὰς ἑταίρας ἐξελαύνων
ἐπόρνευε. καὶ ἐν τῷ παλατίῳ οἴκημά τι
 ἀποτάξας, γυμνός τε ἐπὶ τὰς θύρας τούτου ἑστὼς ὡς
αἱ πόρναι καὶ τὸ σινδόνιον διασείων, γυναικώδει
καὶ ἀβρᾶ καὶ κεκλασμένῃ φωνῇ τοὺς παριόντας προσ- 

 
ηταιρἰζετο, χρήματά τε συνέλεγε παρ’ αὐτῶν. καὶ
πρὸς τοὺς συνασχημονοῦντας αὐτῷ διεφέρετο, πλείους
αὐτῶν ἐραστὰς ἔχειν αὐχῶν καὶ μᾶλλον αὐτῶν
ἀργυρίζεσθαι. καὶ οὐχ οὕτω μόνον ἠσέλγαινεν, ἡρματηλάτει
τε καὶ ὠρχεῖτο, ἀλλὰ καὶ ἄνδρα σχεῖν 
ἤθελεν ἔνα ὥσπερ γαμέτην δή τινα νόμιμον, καὶ
Καίσαρα αὐτὸν ἐβούλετο προχειρίσασθαι, καὶ δέσποινα
καὶ βασιλὶς ὠνομάζετο, καὶ ἐφόρει κεκρύφαλον
καὶ ἐριούργει καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑπεγράφετο.
ἅπαξ τε τὸ γένειον ἀποκείρας μετέπειτα ἐψιλίζετο, 
ἵνα δοκοίη γυνή. ὁ δ’ ἀνὴρ αὐτῆς Καρικὸν ἦν ἀνδράποδον,
 ἐκαλεῖτο δ’ Ἱεροκλῆς. ἤθελε δὲ καὶ μοιχεύεσθαι
δοκεῖν, ἔνα τὰς ἀσελγεστάτας μιμῆται τῶν
γυναικῶν. καὶ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἑκουσίως ἡλίσκετο,
καὶ ἐλοιδορεῖτο πρὸς τοῦ ἀνδρός, ἐπλήττετό τε ὑπώπια. 
καί τις δ’ Αὐρήλιος καλὸς μὲν καὶ πᾶν τὸ
σῶμα, τὰ δ’ αἰδοῖα φέρων ὑπερμεγέθη, ἐμηνύθη
αὐτῷ, καὶ αὐτίκα ὑπὸ πομπῇ μεγαλοπρεπεῖ προσήχθη.
ᾧ προσειπόντι “χαῖρε, κύριε αὐτοκράτορ’ ἐκεῖνος
θρύψει γυναικώδει τὸν αὐχένα παρεγκλίνας καὶ ἐπιμύσας 
βραχύ τι τὰ ὄμματα “μή με λέγε κύριον” ἔφη·
“ἐγὼ γὰρ κυρία εἰμί.” ἐπεὶ δὲ συλλουσάμενος αὐτῷ
 εὗρε τὴν φήμην οὐ ψευσαμένην, ἔν τε τοῖς στέρνοις
αὐτοῦ κατεκλίθη καὶ ἐν τοῖς κόλποις ὡς ἐρωμένη
ἐδείπνησε. δείσας οὖν ὁ Ἱεροκλῆς μὴ ὑπὸ τοῦ Αὐρηλίου 
παρευδοκιμηθῇ, γοητείαις ἢ καὶ φαρμάκῳ τινὶ
ἐξεθήλυνεν αὐτὸν καὶ ἐνάρκωσεν, ὡς ἐπὶ πᾶσαν τὴν
νύκτα μείναι πρὸς μίξιν ἀκίνητον· διὸ καὶ ἐκ τοῦ παλατίου
ἐξηλάθη καὶ ἐκ τῆς Ῥώμης καὶ ἐκ τῆς Ἰταλίας
 αὐτῆς. ἐς τοσαύτην δὲ συνηλάθη ἀσέλγειαν ὡς καὶ 
 

 
τοὺς ἰατροὺς ἀξιοῦν αἰδῶ γυναικείαν δι’ ἀνατομῆς
αὐτῷ μηχανήσασθαι, μεγάλους ὑπὲρ τούτου μισθοὺς
αὐτοῖς προισχόμενος. 
 Διὰ ταῦτα ἐμισήθη ὑπὸ πάντων ὁ Σαρδανάπαλος,
 μὴ στεγόντων τὰς μιαρίας καὶ αἰσχροπαθείας
αὐτοῦ εἶτα Βασιανὸν τὸν υἱὸν Μαμαίας τῆς ἀδελφῆς
τῆς μητρὸς αὐτοῦ εἰς τὸ συνέδριον ἀγαγὼν
παῖδα ἔθετο, καὶ Ἀλέξανδρον αὐτὸν καλεῖσθαι ἐκέλευσεν.
μετ’ οὐ πολὺ μέντοι πάντας ὑποπτεύων,
 μανθάνων δὲ καὶ εὐνοεῖν ἐκείνῳ τοὺς πλείονας, μετέγνω,
καὶ τέλος ἀνελεῖν αὐτὸν ἐπεχείρει. ὁ δὲ ὑπὸ
τῶν στρατιωτῶν ἐπιμελῶς ἐφυλάσσετο, καὶ οἶ δορυφόροι
διὰ τοῦτο δεινῶς ἐθορύβησαν. ἐκεῖνος δὲ σὺν
τῷ Ἀλεξάνδρῳ εἰς τὸ στρατόπεδον εἰσελθὼν ἐπει-
 ρᾶτο καταπαῦσαι τὸν θόρυβον. ὡς δ’ ᾔσθετο παρὰ
τῶν στρατιωτῶν ἐπιβουλευόμενος, ὥρμησε μὲν ἐκδρᾶναι,
φωραθεὶς δὲ ἀνῃρέθη, καὶ ἡ μήτηρ περιπλακεῖσα 
αὐτῷ συναπώλετο. ὧν ἀμφοῖν γυμνωθέντα
τὰ σώματα ἐσύρησαν διὰ μέσης τῆς πόλεως· εἶτα τὸ
 τοῦ Σαρδαναπάλου εἰς τὸν Τίβεριν ἐνεβλήθη· διὸ
πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ Τιβερῖνος ἐπωνομάσθη. συγκατεσφάγη
δ’ αὐτῷ καὶ ὁ Ἱεροκλῆς καὶ ἄλλοι πολλοί,
ἄρξαντι ἔτη τρία ἐπὶ μησὶν ἐννέα ἡμέραις τε τέσσαρσιν,
ἐξ ὅτου τὸν Μακρῖνον νικήσας ἐν τῇ μάχῃ τῆς
 αὐταρχίας τετύχηκε. 
 Τούτου κρατοῦντος Ζεφυρῖνος ὁ τῆς Ῥωμαίων
ἐκκλησίας ἐπίσκοπος μεταλλάττει τὸν βίον, ἰθύνας
ταύτην ἔτεσιν ὀκτωκαίδεκα· μεθ’ ὃν Κάλλιστος
προέστη τῶν ἐκεῖσε πιστῶν ἐπὶ πέντε ἐνιαυτούς·
 καὶ τοῦτον Οὐρβανὸς διαδέχεται.

Τοῦ δὲ ψευδαντωνίνου ἀναιρεθέντος Ἀλέξαν- 

 
δρος ὁ Μαμαίας ὁ ἐκείνου ἀνεψιός, οὕτω γὰρ οἱ παλαιοὶ
τοὺς ἐξαδέλφους ὠνόμαζον, τὴν αὐταρχίαν
ἀπεκληρώσατο. ὃς αὐτίκα τὴν οἰκείαν μητέρα Μαμαίαν
Αὐγοῦσταν ἀνεῖπεν, ἣ τὴν τῶν πραγμάτων
οἰκονομίαν μετεκεχείριστο, καὶ περὶ τὸν υἱὸν σοφοὺς 
ἄνδρας συνήγαγεν, ἵνα δι’ ἐκείνων αὐτῷ τὰ ἤθη
ῥυθμίζοιτο, κἀκ τῆς γερουσίας τοὺς ἀμείνονας συμβούλους
προσείλετο, ἅπαν πρακτέον κοινουμένη αὐτοῖς.
Δομιτίῳ δέ γε Οὐλπιανῷ τῆς τῶν δορυφόρων
ἀνατεθείσης ἀρχῆς καὶ τῆς τῶν κοινῶν διοικήσεως, 
πολλὰ τῶν ὑπὸ Σαρδαναπάλου πραχθέντων παρ’
 ἐκείνου ἐπηνωρθώθη. ὃς τὸν Φλαβιανὸν καὶ τὸν
Χρῆστον ἀποκτείνας, ἔν αὐτοὺς διαδέξηται, καὶ αὐτὸς
οὐ πολλῷ ὕστερον ὑπὸ τῶν δορυφόρων νυκτὸς
ἐπιθεμένων αὐτῷ κατεσφάγη. ζῶντος δ’ ἔτι τοῦ 
Οὐλπιανοῦ στάσις ἔκ τινος βραχείας λαβῆς μέσον
τοῦ δήμου καὶ τῶν δορυφόρων ἐγένετο, καὶ ἐπὶ τρεῖς
ἡμέρας ἀλλήλοις ἐμάχοντο. ἡττωμένων δὲ τόν στρατιωτῶν
καὶ πῦρ ταῖς οἰκίαις ὑποβαλλόντων, δείσας
ὁ δῆμος περὶ τῆς πόλεως κατηλλάγη καὶ ἄκων αὐτοῖς. 
καὶ ἄλλαι δ’ ἐπαναστάσεις γενόμεναι κατεπαύθησαν. 
 Ἥττων δ’ οὖσα χρημάτων ἡ Ἀλεξάνδρου μήτηρ
ἐχρηματίζετο πάντοθεν. ἠγάγετο δὲ καὶ τῷ υἱῷ γαμετήν,
ἣν οὐ συνεχώρησεν ἀναρρηθῆναι Αὐγούσταν,
 ἀλλὰ καὶ μετά τινα χρόνον τοῦ υἱοῦ αὐτὴν ἀποσπάσασα 
εἰς Λιβύην ἀπήλασε, καίτοι στεργομένην παρ’

 
ἐκείνου. ὁ δὲ ἀντειπεῖν τῇ μητρὶ οὐκ ἠδύνατο) καταρχουσῃ
αὐτοῦ. 
 Ἀρταξέρξης μέντοι ὁ Πέρσης, ὃς ἐξ ἀφανῶν καὶ
ἀδόξων ἦν, τὴν τῶν Παρθῶν βασιλείαν Πέρσαις
 περιεποιήσατο καὶ αὐτῶν ἐβασίλευσεν. ἀφ’ οὗ λέγεται
καὶ τὸ Χοσρόου κατάγεσθαι γένος. μετὰ γὰρ τὴν
Ἀλεξάνδρου τοῦ Μακεδόνος τελευτὴν οἱ ἐκείνου διάδοχοι
Μακεδόνες ἐπὶ πλεῖστον μὲν Περσῶν τε καὶ
Παρθυαίων ἦρχον καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, κατ’ ἀλλήλων
 δέ γε χωρήσαντες ἀλλήλους κατέλυσαν. ἐκείνων 
δ’ οὕτως ἠσθενηκότων πρῶτος Ἀρσακίδης Παρθυαῖς
τῇ ἐξ αὐτῶν ἀποστασίᾳ ἐπικεχείρηκε, καὶ
Παρθυαίων ἐκράτησε, καὶ τοῖς ἑαυτοῦ ἀπογόνοις
κατέλιπε τὴν ἀρχήν· ὧν τελευταῖος γέγονεν ὁ Ἀρτά- 
 βανος. τὸν δὲ ὁ ῥηθεὶς Ἀρταξέρξης μάχαις νικήσας
τρισὶ συνέλαβε καὶ ἀπέκτεινεν. εἶτα καὶ ἐπὶ τὴν
Ἀρμενίαν ἐλάσας ἡττήθη τῶν Ἀρμενίων καὶ Μηδῶν
μετὰ τῶν παίδων τοῦ Ἀρταβάνου προσβαλόντων
αὐτῷ. ὁ δὲ αὖθις ἀνακτησάμενος ἑαυτὸν μετὰ δυνάμεως
 μείζονος τῇ Μεσοποταμίᾳ καὶ τῇ Συρίᾳ ἐφήδρευε,
καὶ ἠπείλει ἀνακτήσασθαι πάντα ὡς Πέρσαις
ἐκ προγόνων προσήκοντα. εἶτα Καππαδοκίαν ὁ Ἀρταξέρξης
οὗτος σὺν τοῖς Πέρσαις κατέτρεχε, καὶ ἐπολιόρκει
τὴν Νίσιβιν. ὁ μέντοι Ἀλέξανδρος οὗτος
 πρέσβεις ἔπεμψε πρὸς αὐτὸν εἰρήνην αἰτῶν. ὁ δὲ 
βάρβαρος τὴν πρεσβείαν μὲν οὐ προσήκατο, ἄνδρας
δὲ μεγίστους τετρακοσίους πολυτελέσιν ἀμφιέσας
στολαῖς καὶ ἵπποις τῶν ἐκκρίτων ἐπιβιβάσας καὶ
ὅπλοις κοσμήσας λαμπροῖς ἔπεμψε πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον,
 οὕτω καταπλήξειν αὐτόν τε καὶ τοὺς Ῥωμαίους
οἰόμενος. οἱ ἀφικόμενοι καὶ εἰς ὄψιν ἐλθόντες τῷ
Ἀλεξάνδρῳ “κελεύει ὁ μέγας βασιλεὺς Ἀρταξέρξης”

 
εἶπον ἀφίστασθαι Ῥωμαίους Συρίας καὶ τῆς ἀντικειμένης
τῇ Εὐρώπῃ Ἀσίας πάσης, καὶ παραχωρῆσαι
Πέρσαις ἄρχειν μέχρι θαλάσσης.” τούτους συλλαβὼν
ὁ Ἀλέξανδρος, καὶ περιδύσας τὰ ὅπλα καὶ τὰς στολάς,
ἀφελόμενός τε τοὺς ἵππους, εἰς κώμας πλείστας 
 διέσπειρε καὶ ἠνάγκαζε γεωργεῖν· κτεῖναι γὰρ αὐτοὺς
οὐκ ἔκρινεν ὅσιον. αὐτὸς δὲ τὰ οἰκεῖα στρατεύματα
εἰς τρεῖς διελὼν μοίρας τριχῇ τοῖς Πέρσαις
προσέβαλε. καὶ πολὺς μὲν τῶν Περσῶν συμβέβηκεν
ὄλεθρος, πλεῖστοι δὲ καὶ τῶν Ῥωμαίων ἐφθάρησαν, 
οὐ τοσοῦτον ὑπὸ τῶν πολεμίων ὅσον ἐν τῶ ἐπανιέναι
διὰ τῶν τῆς Ἀρμενίας ὀρῶν. δυσχειμέρων γὰρ ὄντων
τούτων οἶ τῶν ὁδοιπορούντων πόδες, ἐνίων δὲ
καὶ αἶ χεῖρες ἐκ τοῦ ψύχους ἠκρωτηριάσθησαν μελανθεῖσαι
καὶ νεκρωθεῖσαι. διὸ καὶ ἐν αἰτία Ῥωμαίοις 
γέγονεν ὁ Ἀλέξανδρος. ὅθεν ἐξ ἀθυμίας ἢ
καὶ ἀπὸ τῆς τῶν ἀέρων ἐναλλαγῆς σφόδρα ἐνόσησεν.
 ἀναρρωσθεὶς δὲ καὶ εἰς Γερμανοὺς ἐμβαλὼν δι’ ἀκοντιστῶν
καὶ τοξοτῶν ἐλύπει αὐτούς. στέλλει δὲ καὶ
πρὸς αὐτοὺς πρέσβεις περὶ συμβάσεων ἐπὶ χρήμασι. 
διὸ χαλεπήναντες οἱ στρατιῶται πρὸς ἀποστασίαν
ἀπεῖδον. καί τινα Μαξιμῖνον Θρᾷκα τὸ γένος, ἐκ
παίδων δὲ ποιμαίνειν λαχόντα καὶ μετὰ ταῦτα στρατιώτην
γενόμενον, ἄκοντα δῆθεν λαβόντες ὠνόμασαν
αὐτοκράτορα. ὁ δὲ τοὺς ἀνειπόντας αὐτὸν παραλαβὼν 
ἀπῄει εὐθὺς ὅπου διέτριβεν ὁ Ἀλέξανδρος.
ταῦτα δ’ ἐκεῖνος πυθόμενος τοὺς μετ’ αὐτοῦ στρατιώτας
εἰς ἀντίληψιν αὐτοῦ παρεκάλει· οἶ δὲ ἐπηγγέλλοντο.
καὶ ἐπιστάντος τοῦ Μαξιμίνου συνήγαγε
τὴν στρατιὰν ὁ Ἀλέξανδρος καὶ συμβαλεῖν τοῖς τοῦ ὢ
Μαξιμίνου ἐπέτρεπεν. οἶ δὲ τήν τ’ ἑ μητέρα αὐτοῦ
 ἐλοιδόρουν καὶ ἐπὶ φιλοχρηματίᾳ διέσυρον, καὶ εἰς

 
ἐκεῖνον ἐξύβριζον ὡς δειλόν· καὶ καταλιπόντες αὐτὸν
ἀνεχώρουν. ὁ δὲ ἔρημον βοηθείας ὁρῶν ἑαυτόν,
ἐπανῆλθεν εἰς τὴν σκηνήν, καὶ τῇ μητρὶ περιπλακεὶς
ὠλοφύρετο. καὶ ὁ Μαξιμῖνος ἑκατόνταρχον στείλας
 καὶ αὐτὸν ἀνεῖλε καὶ τὴν μητέρα καὶ τοὺς οἳ συνῆσαν
αὐτοῖς, καὶ τῆς βασιλείας γέγονεν ἐγκρατής. 
 Μαμαία δὲ ἡ Ἀλεξάνδρου μήτηρ ἀρετῆς ἦν ἀντιποιουμένη
καὶ βίου σεμνοῦ. ἣ ἐν Ἀντιοχείᾳ συνδιάγουσα
τῷ υἱῷ, καὶ περὶ Ὠριγένους πυθομένη,
11 μετεπέμψατο ἐξ Ἀλεξανδρείας αὐτόν· καὶ ὑπ’ αὐτοῦ
τὸν λόγον κατηχηθεῖσα τῆς πίστεως, θεοσεβεστάτη
γέγονεν, ὡς ὁ Εὐσεβιος ἱστορεῖ καὶ ἄλλοι δέ τινες 
τῶν συγγραφέων φασίν. ὅθεν οὐ μόνον ὁ κατὰ χριστιανῶν
ἠρέμησε διωγμὸς τότε, ἀλλὰ καὶ τιμῆς 
 ἠξίωντο μάλιστα οἱ σεβόμενοι τὸν Χριστόν. 
 Τότε Οὐρβανοῦ τῆς ἐπισκοπῆς τῆς Ῥωμαίων πόπροεστατος
καὶ Ἱππόλυτος ἤνθει, ἀνὴρ ἶερώἱερώτατος
καὶ σοφώτατος, ἐπίσκοπος τοῦ κατὰ Ῥώμην
πόρτου γενόμενος, ὃς καὶ πολλὰ συγγράμματα συνεγράψατο,
 διάφορα τῆς θείας γραφῆς ἐξηγησάμενος.
Ἀντιοχείας δὲ ἦν τηνικαῦτα προεστηκὼς καὶ τὴν ἐκεῖ
τῶν πιστῶν ἐκκλησίαν ἰθύνων Ἀσκληπιάδης· καὶ

Σαρδιανὸς Ἱεροσολύμων. Καὶ ὁ μὲν Ἀλέξανδρος ἔτη Ῥωμαίων ἡγεμονεύσας C
 δέκα, ὃν εἴρηται τρόπον ἀνῄρητο· ὁ δὲ Μαξιμῖνος
τὴν ἀρχὴν διεδέξατο. ὃς αὐτίκα καὶ διωγμὸν
 
 

 
κατὰ τῶν χριστωνύμων ἐπήγειρε, καὶ τοὺς τῶν ἐκκλησιῶν
προεστῶτας ἀναιρεῖσθαι κεκέλευκεν ὡς δισκάλους
τοῦ κατὰ Χριστὸν μυστηρίου καὶ κήρυκας.
λέγεται δὲ κατὰ μῆνιν τὴν πρὸς Ἀλέξανδρον κινῆσαι
τὸν διωγμόν, ὡς ἐκείνου τιμῶντος τοὺς σεβομένους 
Χριστόν. ἐμεμήνει γὰρ κατ’ ἐκείνου τοῦ αὐτοκράτορος,
ὅτι στρατηγὸς ὑπ’ ἐκείνου προχειρισθεὶς καὶ
κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύσας καὶ αἴσχιστα ἡττηθεὶς
ὀργῆς ἐπειράθη βασιλικῆς. ἦν δὲ τοῦ διωγμοῦ καὶ
δεύτερον αἴτιον, ὅτι πολλοὶ κατὰ τὸν Ἀλεξάνδρου 
 οἶκον ἦσαν τὸν Χριστὸν ἐπεγνωκότες θεόν. ὅτε καὶ
Ἀμβρόσιος φιλόλογος ἀνήρ, ὃς τὸν Ὠριγένην πρὸς
ἐξήγησιν ἠρέθισε τῆς θείας γραφῆς καὶ δαψιλῆ αὐτῷ
ἐχορήγει τὰ ἀναλώματα καὶ ταχυγράφους ἑπτὰ αὐτῷ
παρεστήσατο ἀμοιβαδὸν τῇ γραφῇ χρωμένους κατὰ 
τεταγμένους καιροὺς καὶ βιβλιογράφους οὐχ ἥττους
κόρας τε καλλιγραφεῖν ἠσκημένας, τῷ τοῦ μαρτυρίου
λέγεται κοσμηθῆναι στεφάνῳ, ἅμα Πρωτοκτήτῳ
Πρεσβυτέρῳ 
 Αὐταρχήσας δ’ οὗτος ὁ Μαξιμῖνος εὐθὺς ἐπέστειλε 
τῇ συγκλήτῳ, τὴν ἐκ τῶν στρατευμάτων ἀνάρρησιν
ταύτῃ δηλῶν ἑαυτοῦ. οὐ μόνοις δὲ χριστιανοῖς
βαρὺς ὑπῆρχε καὶ ἀπηνής, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ὑπηκόοις.
 ὑβριστής τε γὰρ ἦν καὶ ἐρασιχρήματος, κἀντεῦθεν
καὶ ἀδικώτατος καὶ φόνων ἐργάτης καὶ τύραννος 
ἄντικρυς, χωρήσας εἰς ἁρπαγὰς καὶ ἀναιρέσεις
ἀνθρώπων ἐξ οὐδεμιᾶς εὐλόγου λαβῆς. τοσοῦτον δ’
εἰς μιαιφονίας ἐξώκειλεν ὡς μηδὲ τῆς οἰκείας φείσασθαι
γυναικός· κἀκείνην γὰρ ἀνεῖλε. τὴν οἰκείαν
δ’ οἷον ἐπικαλύπτων δυσγένειαν, τοὺς μὲν εὐπατρίδας 
 ἠτίμου, προσῳκειοῦτο δὲ τοὺς ἐξ ἀφανῶν. διὰ
ταῦτα τοίνυν ὑπὸ πάντων μεμίσητο. ἐκστρατεύσας

 
δὲ κατὰ Γερμανῶν τὴν χώραν αὐτῶν ἐληίσατο, τῶν
βαρβάρων μηδενὸς ὑποφαινομένου. εἶτα περὶ τὰ ἔλη
καὶ τὰς συνεχεῖς ἀνεφάνησαν ὕλας· κἀκεῖ δὲ τῶν
Ῥωμαίων εἰσελασάντων πλήθη πολλὰ ἀνῃρέθησαν.
 καὶ οὕτω νικήσας ἐπανῆλθεν ὁ Μαξιμῖνος, αἰχμαλώτων 
πληθὺν ἐπαγόμενος. πάντα δὲ τὰ τῶν ὑπηκόων
σφετεριζόμενος καὶ χρηματιζόμενος πάντοθεν οὐδὲ
τῶν ἱερῶν ἀπέσχετο. αἰτιωμένων οὖν ξυμπάντων
τοὺς στρατιώτας τοὺς αὐτὸν βασιλεύσαντας, οἱ ἐν
 Λιβύῃ στρατευόμενοι ταῦτα μαθόντες πρὸς ἀποστασίαν
ἀπεῖδον, καί τινος ἑτέρας αἰτίας ἐρεθισάσης
αὐτούς. οἱ γὰρ τῶν τῆς Λιβύης πραγμάτων ἐπίτροποιτῶν
τῶν ἐν αὐτῇ εὐπορούντων τὰς οὐσίας ἐξ οὐδεμιᾶς
εὐλόγου ἀφῃροῦντο λαβῆς καὶ τοὺς κεκτημένους
15 αὐτὰς προσαπώλλυον. ἐντεῦθεν ἀγανακτήσαντες οἱ
ἐκεῖ ἐπανέστησαν, καί τινα τῶν ἐκ τῆς βουλῆς ἄνδρα
πρεσβύτην κεκλημένον Γορδιανὺν καὶ ἄκοντα κατασχόντες, 
διάδημά τε τούτῳ περιτιθέασι καὶ πορφύραν
ἐνδύουσι καὶ ἀναγορεύουσιν αὐτοκράτορά τε καὶ
Αὔγουστον. ὁ δὲ ἐν Καρθαγένῃ παραγίνεται· καὶ
αὐτὸν ἀσμένως τῷ πρὸς τὸν Μαξιμῖνον μίσει ἐδἐἐδέξαντο
σύμπαντες. ἐπιστέλλει οὖν τῇ βουλῇ, καὶ 
τοὺς ἀγγελοῦντας τὴν ἀνάρρησιν αὐτοῦ τοῖς ἐν τῇ
Ῥώμᾐ ἀπέστειλε. τῶν δὲ σταλέντων χρονισάντων
 κατὰ τὸν πλοῦν, καὶ οἱ ἐν τῇ Ῥώμᾐ μὴ φέροντες τὴν
τυραννίδα τοῦ Μαξιμίνου πρὸς ἀποστασίαν κεκίνηντο
καὶ τὰς ἐκείνου εἰκόνας καθῄρουν καὶ τῷ τυράννῳ
ἐλοιδοροῦντο εἶτα γνωσιμαχήσαντες, ὡς εἰ σώζοιτο 
Μαξιμῖνος, οὐκ ἔσται σφίσι σωτηρίας ἐλπίς, δύο προ
30 βάλλονται στρατηγοὺς Μάξιμον τε καὶ Ἀλβῖνον, καὶ
ἄμφω τῇ βουλῇ συναριθμουμένους. τινὲς δὲ Καίσαρας
αὐτοὺς πρὸς τῆς βουλῆς ἱστόρησαν ἀναγορευθῆ-

 
’ναι, μήπω μαθούσης τὴν ἀνάρρησιν τοῦ
Γορδιανοῦ. 
 Ὁ δέ γ’ ἑ Μαξιμῖνος ταῦτα μαθὼν ὥρμησεν ἐπὶ
Ἰταλίαν, πολλὰ τῇ συγκλήτῳ ἀπειλησάμενος. γνοὺς
δὲ τὸν Μάξιμον χωρήσαντα κατ’ αὐτοῦ, ὁ γὰρ Ἀλβῖνος 
εἰς φυλακὴν τῆς Ῥώμης ἔμεινεν ἐν αὐτῇ, ἐπὶ
Ἀκυληίαν ἀπένευσε, Μαυρουσίους ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ,
ταύτην σπεύδων προκατασχεῖν. Ἀκυληία δὲ ἡ
 νῦν Βενετία λέγεται εἶναι. ἀλλ’ ἀπεκρούσθη, τῶν
έν αὐτῇ ἀντιταξαμένων αὐτῷ γενναιότερον. ἀποκρουσθεὶς 
δὲ τῆς Ἀκυληίας καὶ προσβαλὼν τοῖς
περὶ τὸν Μάξιμον ἡττήθη. καὶ ἐς τὴν οἰκείαν σκηνὴν
ἀνεχώρησε· στασιασάντων δὲ τόν στρατιωτῶν
καὶ τῶν αὐτοῦ δορυφόρων προῆλθε τῆς σκηνῆς μετὰ
τοῦ οἰκείου παιδός, ὡς σφίσι διαλεξόμενος. οἱ δὲ 
αὐτίκα ἐπελθόντες ἀμφοῖν ἀνεῖλον αὐτούς. ἦν δὲ ὁ
Μαξιμῖνος ἐτῶν πέντε καὶ ἐξήκοντα, ἀφ’ ὧν ἐβασίλευδεν
ἴξ. αἱ κεφαλαὶ δὲ τῶν ἀναιρεθέντων τούτων
ἐκτμηθεῖσαι τοῖς τε ἐν Ἀκυληίᾳ ἐπεδείχθησαν καὶ
εἰς τὴν Ῥώμην ἐπέμφθησαν. οἶ δ’ ἐν τῇ Ῥώμᾐ κατὰ 
τὴν ἀγορὰν τὴν κεφαλὴν τοῦ Μαξιμίνου ἀνεσκολόπισαν,

ἴν εἴη πᾶσι περίοπτος. 
 Ἐντεῦθεν ὁ Μάξιμος εἰς τὴν Ῥώμην ἐπανελήλυθε,
καὶ ὁ Ἀλβῖνος ὑπηντήκει αὐτῷ, καὶ ὁ δῆμος
δὲ καὶ ἡ σύγκλητος σὺν εὐφημίαις καὶ κρότοις αὐτὸν 
ὑπεδέξαντο· καὶ συνῆρχον ἄμφω, καὶ ἦρχον καλῶς.
οἱ δέ γε στρατιῶται ἐδάκνοντο ὅτι οὐκ αὐτοί, ἀλλ’ ἡ
βουλὴ καὶ ὁ δῆμος τοὺς αὐτοκράτορας προεβάλοντο.
εἶτα καὶ αὐτοὶ οἶ βασιλεῖς πρὸς ἀλλήλους ἔσχον δια-
 

 
φοράς, καὶ τοῦτ’ αἴτιον αὐτοῖς ἀπωλείας ἐγένετο.
γνόντες γὰρ οἱ στρατιῶται ὡς διαφέρονται, ἐπῆλθον
αὐτοῖς, καὶ ἀμφοτέρους δεσμήσαντες διὰ πάσης τῆς
πόλεως αὐτοὺς περιήγαγον ἐμπαροινουμένους τε καὶ
 ἐμπαιζομένους, ἀλλὰ μὴν καὶ αἰκιζομένους. εἶτα πυἐμπαιζομένους,
άλλὰ μὴν καὶ αἰκιζομένους. εἰτα πυθόμενοι ὡς οἱ Γερμανοὶ ἀφελέσθαι αὐτοὺς καὶ περισῶσαι
βουλεύονται, ἵνα μὴ τοῦτο γένηται, ἀπέκτειναν
αὐτούς. ὦν ὁ μὲν Μάξιμος ἐτῶν ἦν ἑβδομήκοντα 
καὶ τεσσάρων, ὁ δὲ Ἀλβῖνος ἑξήκοντα· καὶ ἐβασίλευσαν
 κατὰ τινὰς μὲν ἡμέρας δύο καὶ εἴκοσι, καθ’
ἑτέρους δὲ οὐχ ὅλους μήνας τρεῖς. 
 Μετὰ δὲ τούτους οἱ μὲν Πομπηιανόν τινα συγγεγράφασι
τὴν Ῥωμαίων ἐσχηκέναι ἀρχήν, ταχύτατα δ’
ἐκπεπτωκέναι αὐτῆς, ὡς ἐν ὀνείρῳ τῆς ἐξουσίας ἀπολαύσαντα,
 οὔπω γὰρ δύο παρεληλυθέναι μήνας, καὶ
στερηθῆναι αὐτὸν πρὸς τῇ μοναρχίᾳ καὶ τῆς ζωῆς
ἀναιρεθέντα· παρὰ τίνων δὲ καὶ διὰ τίνα αἰτίαν, μὴ
εὑρηκώς, παρεσιώπησα καὶ αὐτός· οἱ δ’ ἴε τινα.
μεθ’ ὃν Πούπλιον ἀντεισαχθῆναι Βαλβῖνον ἱστόρησαν·
 καὶ μικρόν τι κἀκεῖνον τῆς αὐταρχίας ἀπογευσάμενον,
ἐπὶ τρισὶ γὰρ μησὶν αὐτῷ τὴν ἀρχὴν περιγράφουσιν,
ἀναιρεθῆναι κἀκεῖνον, ἄρτι καταλαβόντος
ἐκ Λιβύης Γορδιανοῦ, ὃς εῖ, ὡς ἤδη μοι ἐρρήθη, 
προανηγόρευτο. τὸν δὲ Γορδιανὸν τῆς Ῥώμης ἐπιβεβηκότα
 νοσήσαι, τὸ μὲν ὅτι ὑπέργηρως ἦν, ἑβδομήκοντα
γὰρ καὶ ἐννέα ἐβίω ἐνιαυτούς, τὸ δ’ ὅτι
χρονοτριβήσας ἐν τῇ θαλάσσῃ κατὰ τὸν πλοῦν πάνυ
τεταλαιπώρητο, καὶ ἐκ τῆς νόσου ταύτης ἐκλελοιπέναι,
μόνας εἴκοσι καὶ δύο ἡμέρας ἐν ταύτῃ διαγαγόντα·
διαγασῇ καὶ σχεῖν ἐπὶ τῇ βασιλείᾳ διάδοχον τὸν οἰκεῖον
υἱόν, Γορδιανὸν κἀκεῖνον καλούμενον καὶ 
ὁμωνυμοῦντα τῷ οἰκείῳ πατρί. 

 
 Οἶ’ μὲν οὖν οὕτω παρηκολουθηκέναι ταῦθ’ ἱστορήκασιν,
οἱ δὲ τῷ πρεσβύτῃ Γορδιανῷ ἀναρρηθέντι
κατὰ Λιβύην αὐτοκράτορι φασὶν ἐπαναστῆναί τινας,
 καὶ μάχης συγκροτηθείσης ἡττηθῆναι τοὺς τοῦ Γορδιανοῦ,
καὶ πολλοὺς αὐτῶν ἀλλὰ μὴν καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ 
ἀναιρεθῆναι· τὸν δὲ ὑπεραλγήσαντα διὰ τοῦτο
ἀπάγξασθαι καὶ οὕτως ἑαυτὸν τῆς ζωῆς ὑπεξαγαγεῖν. 
 Οἶ’ δὲ τῷ υἱῷ ἐκείνου τῷ νέῳ Γορδιανῷ τὴν τῶν
Ῥωμαίων ἡγεμονίαν μετὰ τὸν ἐκ νόσου θάνατον τοῦ
πρεσβυτέρου Γορδιανοῦ προσκληροῦντες, κατὰ Περσῶν 
αὐτὸν γεγράφασιν ἐκστρατεύσαντα καὶ συμβαλόντα
αὐτοῖς κἀν τῇ μάχῃ τὸν ἵππον ἐλαύνοντα καὶ
τοὺς οἰκείους παραθαρρύνοντα καὶ πρὸς ἀλκὴν ἐπαλείφοντα,
ὀλισθήσαντος δὲ τοῦ ἵππου καὶ συμπεσόντος
αὐτῷ, τὸν μηρὸν κατεαγῆναι, καὶ οὕτως ἀνακομισθῆναι 
εἰς Ῥώμην, καὶ ἐκ τοῦ κατάγματος τελευτῆσαι,
 ἐπὶ ἕξ ἐνιαυτοὺς αὐταρχήσαντα. 
 Οὐρβανὸς δὲ ὁ τῆς Ῥώμης ἀρχιερεὺς ἔτεσιν ἀρχιερατεύσας
ὀκτὼ τοῦ Μαξιμίνου βασιλεύοντος ἀπεβίω·
ὃν Ποντιανὸς διεδέξατο. τῆς δ’ Ἀντιοχέων 
ἐκκλησίας μετὰ Φιλητὸν προέστη Ζεβῖνος. ἐπὶ δέ γε
Γορδιανοῦ τοῦ νέου ὁ τῶν ἐν Ῥώμᾐ πιστῶν προεστηκὼς
Ποντιανὸς μεταλλάξας τὸν βίον ἔσχε διάδοχον
τὸν Ἀντέρωτα, ἐν ἕξ ἔτεσι τῇ λειτουργίᾳ ἐσχολακώς.
ὁ δέ γε Ἀντέρως ἐπὶ βράχιστον πάνυ καιρὸν τὴν 
ἐκκλησίαν ἰθύνας πρὸς ἄλλην ζωὴν μετελήλυθε.
μεθ’ ὃν Φλαβιανὸς θείᾳ ψήφῳ τῆς ἀρχιερωσύνης
τετύχηκεν, ὡς ἱστορεῖ ὁ Εὐσέβιος. λέγεται γὰρ τῶν
πιστῶν ἀθροισθέντων, ὥστε τὸν μέλλοντα τῆς ἐπισκοπῆς
προστῆναι παρ’ αὐτῶν ἐκλεγῆναι) παρεἶναι 
 

 
καὶ τὸν Φλαβιανὸν ἄρτι ἥκοντα ἐξ ἀγροῦ· μὴ μέντοι
παρά του λόγον γενέσθαι περὶ αὐτοῦ ὡς προστησομένου 
τῆς ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἑτέρους εἶναι περὶ ὧν ἦν
τοῖς συνειλεγμένοις φροντὶς τίς ἂν προκριθείη αὐτῶν
 τῶν. ἐν τοσούτῳ δὲ περιστερὰν καταπτῆναι καὶ
ἐφιζῆσαι τῇ τοῦ Φλαβιανοῦ κεφαλῇ· κἀντεῦθεν
ἅπαντας τοὺς ἠθροισμένους ἐκεῖ μιᾷ χρήσασθαι
φωνῇ ὥσπερ ἀπὸ συνθήματος, καί “ἄξιος” ἐπιβοῆσαι
αὐτῷ, καὶ τῷ τῆς ἀρχιερωσύνης θρόνῳ τὸν
 ἄνδρα προσενεγκεῖν μηδέν τι μελλήσαντας. τότε καὶ
ὁ τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ τῶν πιστῶν ἐκκλησίας προεστηκὼς
Ζεβῖνος τὸν βίον λιπὼν ὑπὸ Βαβύλα διαδέχεται.
Ὠριγένης δὲ κατὰ τὴν ἐν Παλαιστίνῃ διατρίβων
τηνικαῦτα Καισάρειαν πολλοὺς μὲν καὶ πολλαχόθεν
 ἐκέκτητο φοιτητάς, εἶχε δὲ καὶ τὸν μέγαν Γρηγόριον 
τὸν θαυματουργὸν καὶ τὸν τούτου ὁμαίμονα Ἀθηνόδωρον
τῶν ἑαυτοῦ λόγων ἀκροατάς. τότε δὲ καὶ
Ἀφρικανὸς ὁ συγγραφεὺς ἐγνωρίζετο.

Μετὰ δὲ τὸν νέον Γορδιανὸν ἕτερος αὖθις δορδιανὸς τῆς ἀρχῆς ἐπελάβετο, κατὰ γένος, ὡς λόγος,
προσήκων τοῖς ἀπελθοῦσι Γορδιανοῖς. ὃς ἐκστρατεύσας
εἰς Πέρσας καὶ πολεμήσας αὐτοῖς, Σαπώρου
τοῦ υἱοῦ Ἀρταξέρξου τοῦ ἔθνους ἡγεμονεύοντος,
ἥττησέ τ’ ἑ τοὺς ἐναντίους, καὶ Νίσιβιν καὶ Κᾶρας
 Ῥωμαίοις αὖθις ἐπανεσώσατο, ὑπὸ Περσῶν ἐπὶ
Μαξιμίνου ὑφαρπασθείσας, εἶτα πρὸς Κτησιφῶντα
γενόμενος ἐξ ἐπιβουλῆς Φιλίππου τοῦ ἐπάρχου τοῦ
δορυφορικοῦ ἀνῃρέθη. οὗτος γὰρ ὁ Γορδιανὸς ἄρξας
ἔπαρχον τὸν οἰκεῖον προεχειρίσατο πενθερὸν Τιμησοκέα
 καλοῦ μένον. μέχρι μὲν οὖν περιῆν ἐκεῖνος, 
 

 
καλῶς εἶχε τὰ τῆς ἐξουσίας τῷ αὐτοκράτορι καὶ κατὰ
ῥοῦν ἐφέρετό οἶ τὰ πράγματα, Τιμησοκλέους δὲ τελευτήσαντος
Φίλιππος προκεχείριστο ἔπαρχος. καὶ
στασιάσαι τοὺς στρατιώτας βουλόμενος τὰς αὐτῶν
σιτήσεις ἠλάττωσεν, ὡς τοῦτο τάχα κεκελευκότος τοῦ 
αὐτοκράτορος. οἶ δέ φασιν ὅτι τὸν σῖτον ἐπέσχε τὸν
εἰς τὸ στρατόπεδον κομιζόμενον, ὥστε τοὺς στρατιώτας
ἐνδείᾳ πιέζεσθαι, κἀντεῦθεν αὐτοὺς πρὸς στάσιν
ἐρεθισθῆναι. στασιάσαντες δὲ κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος
 ἐπανέστησαν ὡς αἰτίου αὐτοῖς γεγονότος λιμοῦ, 
καὶ ἐπελθόντες ἀπέκτειναν αὐτόν, ἐπὶ ἐνιαυτοὺς
ἡγεμονεύσαντα ἴξ. καὶ ὁ Φίλιππος αὐτίκα
ἐπεπήδησε τῇ ἀρχῇ. ὡς δ’ ἀπηγγέλη τῇ γερουσίᾳ ἡ
 τοῦ Γορδιανοῦ σφαγή, ἕτερον αὐτοκράτορα διήγειρεν
αὐτὴν προχειρίσασθαι. καὶ ἀνεῖπεν αὐτίκα Καίσαρα 
Μάρκον τινὰ φιλόσοφον. ὁ δὲ πρὶν ἐρεῖσαι τὸν πόδα
τῇ αὐταρχίᾳ θνήσκει αἰφνίδιον ἐν τῷ παλατίῳ διάγων.
τοῦ δὲ θανόντος κρατεῖ τῆς Ῥωμαίων ἡγεμονίας
Σευῆρος Ὁστιλιανός. ἀλλὰ καὶ οὗτος οὔπω
σχεδὸν ταύτης ἐπειλημμένος ἀπέτισε τὸ χρεών. νοσήσας 
γὰρ καὶ φλεβοτομηθεὶς ἐτελεύτησεν.

Ἐπανελθὼν οὖν ὁ Φίλιππος ἐγκρατὴς ἐγένετο
τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς. ἐν δὲ τῷ ἐπανιέναι τὸν
υἱὸν Φίλιππον κοινωνὸν τῆς βασιλείας προσείλετο.
σπονδὰς δὲ πρὸς Σαπώρην θέμενος τὸν τῶν Περσῶν 
 βασιλεύοντα, τὸν πρὸς Πέρσας κατέλυσε πόλεμον,
παραχωρήσας αὐτοῖς Μεσοποταμίας καὶ Ἀρμενίας.
γνοὺς δὲ Ῥωμαίους ἀχθομένους διὰ τὴν τῶν χωρῶν
τούτων παραχώρησιν, μετ’ ὀλίγον ἠθέτησε τὰς συν-
 

 
θήκας καὶ τῶν χωρῶν ἐπελάβετο. ἦν δὲ ὁ Σαπώρης,
ὡς ἱστόρηται, ὑπερμεγέθης τὸν ὄγκον τοῦ σώματος,
καὶ οἷος οὔπω τότε ὤφθη ἀνήρ. 
 Ἐπαναζεύξας δὲ ὁ Φίλιππος εὐμενὴς ἦν τοῖς
 χριστιανοῖς, μάλιστα δὲ κατὰ ἐνίους καὶ προσετέθη
τῇ πίστει Χριστοῦ, ὥστε καὶ εὐχῶν ἐπ’ ἐκκλησίας
κοινωνῆσαι χριστιανοῖς καὶ ἀσμένως ἐξαγορεῦσαι
ὅσα οἶ ἡμάρτητο. οὐ γὰρ ἄλλως εἰς κοινωνίαν παρὰ
τοῦ προεστῶτος τῆς ἐκκλησίας ἐδέχετο, εἰ μὴ ἐξομολογήσεται
 καὶ τοῖς αἰτοῦσι μετάνοιαν ἑαυτὸν καταλέξει·
κἀκεῖνον λέγεται πειθαρχῆσαι. φασὶ μέντοι 
τινὲς τοῦτον εἶναι τὸν πατέρα τῆς μάρτυρος ὐγενίας·
ἀλλὰ περὶ τὴν δόξαν ταύτην πεπλάνηνται.
ἔπαρχος μὲν γὰρ κἀκεῖνος γενέσθαι ἱστόρηται, ἀλλ’
 Αἰγύπτου, καὶ οὐ τοῦ δορυφορικοῦ· καὶ μετὰ τὴν
εἰς Χριστὸν πίστιν ἐκεῖνος παραιτησάμενος τὴν
ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς εἰς Χριστὸν ὁμολογίας ἠνδρίσατο
καὶ μαρτυρίῳ κεκόσμηται. 
 Οὗτος δ’ ὁ αὐτοκράτωρ Φίλιππος πρὸς Σκύθας
 ἀράμενος πόλεμον εἰς Ῥώμην ἐπανῆλθεν. ἐν δὲ Μυσοῖς
σοῖς Μαρῖνός τις ταξιάρχης ὢν παρὰ τῶν στρατιωτῶν
βασιλεύειν ᾑρέθη. καὶ διὰ τοῦτο ὁ Φίλιππος τεθορύβητο,
καὶ τῇ συγκλήτῳ διελέχθη περὶ τῆς στάσεως.
τῶν ἄλλων δὲ σιωπώντων ὁ Δέκιος μὴ δεῖν φροντί- 
 ζεῖν εἶπεν αὐτῷ περὶ τοῦ Μαρίνου, ὡς παρ’ αὐτῶν
ἀναιρεθησομένου τῶν στρατιωτῶν, οἷα ἀναξίου τῆς
βασιλείας τυγχάνοντος. ὃ μετ’ ὀλίγον κατὰ τὴν
ἐκείνου γέγονε πρόρρησιν. θαυμάσας οὖν ὁ Φίλιππος
διὰ τοῦτο τὸν Δέκιον, ἀπελθεῖν προετρέπετο εἰς
 Μυσίαν καὶ κολάσαι τοὺς αἰτίους τῆς στάσεως. ὁ δὲ
τὴν ἀποστολὴν παρῃτεῖτο, λέγων μήθ’ ἑαυτῷ μήτε
τῷ στέλλοντι συμφέρειν αὐτὸν ἐκεῖ ἀπελθεῖν. ὁ δὲ

 
Φίλιππος καὶ ἔτι ἐνέκειτο. κἀκεῖνος καὶ ἄκων ἀπῄει·
καὶ ἀπελθόντα εὐθὺς αὐτὸν οἶ στρατιῶται βασιλέα
εὐφήμησαν. τοῦ δὲ ἀπαναινομένου, τὰ ξίφη σπασάμενοι
δέξασθαι αὐτὸν ἠνάγκασαν τὴν ἀρχήν. γράφει
οὖν ἐκεῖθεν τῷ Φιλίππῳ μὴ ταραχθῆναι· εἰ γὰρ 
 ἐπισταίη τῇ Ῥώμῃ, ἀποθήσεται τὰ τῆς βασιλείας
παράσημα. ἀλλ’ ἀπιστήσας τούτῳ ὁ Φίλιππος ἐξεστράτευσε
εστράτευσε κατ’ αὐτοῦ· καὶ συμβαλὼν τοῖς τοῦ
Δεκίου ἔπεσεν ἐν πρώτοις ἀγωνιζόμενος· σὺν αὐτῷ
δὲ καὶ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἀνῄρητο Φίλιππος. ὧν θανόντων 
τῶν τῷ Δεκίῳ ξύμπαντες προσεχώρησαν. ἐβασίλευσε
δὲ κατὰ μέν τινας πέντε ἐνιαυτούς, καθ’ ἑτέρους
δὲ ἓξ ἐπὶ τοσούτοις μησίν. ὥρμητο δ’ ἐκ Βόστρων,
ὅπου καὶ πόλιν βασιλεύσας ἐπώνυμον ἑαυτῷ ἐδομήσατο,
Φιλιππούπολιν ὀνομάσας αὐτήν.

Ὅ γε μὴν Δέκιος πάντων, ὡς εἴρηται, τῶν στρατευμάτων
προσχωρησάντων αὐτῷ εἰς τὴν Ῥώμην ἐπανελήλυθε
καὶ τῆς ἡγεμονίας γέγονεν ἐγκρατής.
ἀποσκοπήσας δὲ πρὸς τὸν τῆς ἐξουσίας ὄγκον καὶ
 τὴν τῶν πραγμάτων οἰκονομίαν, ὡς ἔνιοι λέγουσι, 
τὸν Βαλεριανὸν ἐπὶ τῇ τῶν πραγμάτων διοικήσει
προσείλετο. καὶ αὐτίκα ἀλλήλους εἰς θεομαχίαν
παρακροτήσαντες, διωγμὸν ἐπήγειραν κατὰ τῶν
χριστωνύμων σφοδρότατον. εἰσὶ δ’ οἱ καὶ δι’ ἔχθος
τὸ πρὸς τὸν Φίλιππόν φασι τοῖς χριστιανοῖς ἐπιθέσθαι 
τὸν Δέκιον, οἷα παρ’ ἐκείνου σεβαζομένοις·
ἐμεμήνει γοῦν κατὰ τῶν πιστῶν. ὅτε καὶ Φλαβιανὸς
ὁ τῆς ἐν Ῥώμῃ προιστάμενος ἐκκλησίας ἔτυχε τέλους
μαρτυρικοῦ, καὶ Βαβύλας ὁ τῶν ἐν Ἀντιοχείᾳ πιστῶν
 

 
τὴν ἐκκλησίαν διέπων, καὶ Ἀλέξανδρος ὁ τῶν Ἱεροσολύμων
ἐπίσκοπος, ὃς οὐ τότε πρώτως ὑπερήθλησε
τῆς εἰς τὸν σωτῆρα κύριον πίστεως, ἀλλὰ καὶ πρῴην,
ὡς ἤδη προείρηται, καὶ τότε δὲ καθειρχθεὶς κατὰ τὸ 
 δεσμωτήριον τελευτᾷ. ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας Κυπριανὸς
τῆς Καρθαγένης ἐπίσκοπος ὢν τηνικαῦτα τῆς εἰς
Χριστὸν ὑπερήθλησε πίστεως. τῶν οὖν εἰρημένων
ἀρχιερέων μετηλλαχότων τὸν βίον, ἐν μὲν Ῥώμᾐ
ἀντὶ Φλαβιανοῦ Κορνήλιος ἐπεσκόπησεν, ἐν Ἀντιοχείᾳ
 δὲ ἀντὶ Βαβύλα Φλαβιανός, καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ
Διονύσιος, ἐν δ’ Ἱεροσολύμοις ἀντὶ Ἀλεξάνδρου Μαζαβάνης·
καὶ ἄλλοι δὲ πλεῖστοι τότε μαρτυρίου κατηξιώθησαν. 
 Τότε καὶ Ὠριγένης παρήχθη μὲν εἰς βῆμα
 ραννικὸν ὡς σεβόμενος τὸν Χριστόν, οὐκ ἔτυχε δὲ
τέλους μαρτυρικοῦ, οἶμαι τοῦ θεοῦ ταύτης αὐτὸν μὴ
κρίναντος ἄξιον διὰ τὸ περὶ τὰ ὀρθόδοξα δόγματα
τοῦ ἀθλίου ἐκείνου διάστροφον. λειποτακτεῖ γάρ,
καὶ ταῦτα μετὰ πεῖραν βασάνων. οὗτος, ὡς ἔμπρο- 
 σθεν εἴρηται, μέγας ἐν λόγοις γενόμενος κἀντεῦθεν
ὑπερφρονήσας καὶ ἀλαζονευσάμενος, οὐ τοῖς τῶν
πρὸ αὐτοῦ πατέρων ἱερῶν ἠκολούθησε δόγμασιν,
ἀλλ’ ἑαυτῷ θαρρήσας καινῶν δογμάτων εἰσαγωγεὺς
ἐχρημάτισε, καὶ βλασφημίας εἴς τε τὴν ἁγίαν τριάδα
 καὶ εἰς τὴν θείαν ἐνανθρώπησιν ἐκ τοῦ πονηροῦ
θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ ἐξηρεύξατο, καὶ πάσης
σχεδὸν αἱρέσεως ἐγένετο ἀρχηγός. τόν τε γὰρ μονογενῆ
τοῦ θεοῦ υἱὸν κτιστὸν ἐδογμάτισε καὶ τῆς
δόξης αὐτὸν ἠλλοτρίου καὶ τῆς οὐσίας τῆς πατρικῆς· 
 καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ὑπεβίβαζε τῆς τοῦ πατρὸς
ἀξίας καὶ τῆς τοῦ υἱοῦ, λέγων ὡς οὔτε τὸν πατέρα
δύναται ὁρᾶν ὁ υἱὸς οὔτε μὴν τὸν υἱὸν τὸ πνεῦμα,

 
ὥσπερ οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τὸ πνεῦμα οὔτε τοὺς ἀγγέλους
οἱ ἄνθρωποι. αὗται μὲν αἱ περὶ τῆς ἁγίας καὶ
ὁμοουσίου τριάδος βλασφημίαι τοῦ Ὠριγἐνους· περὶ
δέ γε τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ ἐβλασφήμει,
δυσσεβῶς εἰσάγων μὴ σάρκα ἐψυχωμένην ἐκ 
τῆς παρθένου τῆς ἁγίας λαβεῖν τὸν Χριστόν. ἡνῶσθαι
γὰρ ἐμυθεύετο τὸν μονογενῆ τοῦ θεοῦ υἱὸν πρὸ
καταβολῆς κόσμου τῷ νῷ, ὃν ἀνέπλαττεν ἐκεῖνος
 ἐκλελεγμένον καὶ κλόνον οὐχ ὑποστάντα, καὶ σὺν
τούτῳ ἐπ’ ἐσχάτων ἐνανθρωπῆσαι καὶ σάρκα προσεἰληφέναι l0
δίχα ψυχῆς λογικῆς τε καὶ νοερᾶς. καὶ
ἀποθέσθαι δὲ τὴν σάρκα πάλιν τὸν κύριον, καὶ τέλος
ἕξειν τὴν βασιλείαν αὐτοῦ ἐδογμάτιζε. καὶ τῶν δαιεἰμόνων
εἰσηγεῖτο ἔσεσ0θαι μέλλειν ἀποκατάστασιν, καὶ
τὴν κόλασιν χρονικήν, ἀλλ’ οὐκ αἰωνίζουσαν· πρὸς 
κάθαρσιν δὲ τῶν ἁμαρτημάτων γενήσεσθαι, μετὰ τὸ
 καθαρθῆναι δὲ πάντας εἰς τὴν ἑνάδα ἀποκαταστῆναι
καὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς δαίμονας. τὰ δὲ
περὶ τῆς ἑνάδος ταύτης, πολλῆς μακρηγορίας δεόμενα,
ἔν' ὁ ταύτης ὕθλος σαφηνισθείη, παρείθησαν, 
ὥσπερ καὶ ἄλλαι τῶν ἐκείνου βλασφημιῶν. 
 Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὸν Ὠριγένην, ὃν ἐκάλουν καὶ
Ἀδαμάντιον, ἐν τούτοις· τότε δὲ καὶ Ναυάτος τῆς
κατὰ Ῥώμην ἐκκλησίας· πρεσβύτερος αἱρεσιάρχης
ἐγένετο καὶ τῶν καλούντων ἑαυτοὺς Καθαροὺς 
ἀρχηγός, ἀρνούμενος τοῖς ἐν τῷ διωγμῷ ὑποκύψασι
καὶ θυσίαν τοῖς εἰδώλοις προσαγαγοῦσιν,εἶτ' ἐπιστρέφουσι
καὶ ἐξομολογουμένοις, τὴν μετάνοιαν, καὶ
προσπίπτοντας αὐτοὺς καὶ θεραπείαν ζητοῦντας τοῦ
σφάλματος ἐν μεταμελείᾳ καὶ συντριβῇ καρδίας μὴ 
προσιέμενος. καθ’ οὗ καὶ σύνοδος ἐνῬώμῃ συνέστη,
Κορνηλίου ταύτης προϊσταμένου. ἐν ᾗ προσδέχε-

 
σθαι μὲν τοὺς ἐν τῷ καιρῷ τοῦ διωγμοῦ παραπεπτωκότας
δεῖν ἔδοξεν, ἐπιστρέφοντας, καὶ μετανοίας 
φαρμάκοις θεραπεύειν αὐτούς· τὸν δὲ Ναυάτον τοῖς
τῇ συνόδῳ δόξασι μὴ πειθόμενον οἶ θεῖοι πατέρες
 ἐκεῖνοι τῆς ἐκκλησίας ἀπηλλοτρίωσαν καὶ ἀπεκήρυξαν
ὡς μισάδελφον. 
 Μέμνηται δέ τινος ὁ Εὐσέβιος ἱστορίας ἐξ ἐπιστολῆς
Διονυσίου τοῦ τῆς Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίας
ἐπισκοπήσαντος τοιαύτης. φησὶ γὰρ ταῦτ’ ἐπιστεῖλαι
 πρὸς ῥῆμα τὸν Διονύσιον “Σαραπίων τις ἦν παρ’
ἡμῖν πιστὸς γέρων, ἀμέμπτως μὲν βιούς, ἐν δὲ τῷ
πειρασμῷ πεσών. οὗτος πολλάκις ἐδεῖτο, καὶ οὐδεὶς
προσεῖχεν αὐτῷ· καὶ γὰρ ἐτεθύκει. νοσήσας δὲ τριῶν
ἑξῆς ἡμερῶν ἄφωνος διετέλεσε καὶ ἀναίσθητος· ἀνασφήλας
 δὲ τῇ τετάρτῃ βραχύ, προσεκαλέσατο τὸν
θυγατριδοῦν, καί σπεῦσον εἶπε, κάλεσόν μοι τῶν 
πρεσβυτέρων τινά· καὶ πάλιν ἦν ἄφωνος. ἔδραμεν
ὁ παῖς ἐπὶ τὸν πρεσβύτερον· ὁ δὲ ἀφικέσθαι μὲν οὐκ
ἠδυνήθη, καὶ γὰρ ἠσθένει, ἐντολῆς δὲ παρ’ ἐμοῦ
 δεδομένης, τοὺς ἀπαλλαττομένους τοῦ βίου, εἰ δέοιντο,
καὶ μάλιστα εἰ πρότερον ἱκετεύσαντες τύχοιεν,
ἀφίεσθαι, ἔν εὐέλπιδες ἀπαλλάττοιντο, βραχὺ τῆς
εὐχαριστίας δέδωκε τῷ παιδαρίῳ, ἀποβρέξαι κελεύσας
καὶ τῷ πρεσβύτῃ κατὰ τοῦ στόματος ἐπιστάξαι.
 ἐπανῆκεν ὁ παῖς φέρων. ἐγγὺς δὲ γενομένου, πρὶν
εἰσελθεῖν, ἀνενέγκας πάλιν ὁ Σαραπίων ‘ἧκες’ ἔφη
‘τέκνον; καὶ ὁ μὲν πρεσβύτερος ἐλθεῖν οὐκ ἠδυνήθη,
σὺ δὲ ποίησον ταχέως τὸ προσταχθὲν καὶ ἀπάλλαττέ 
με.’ ἀπέβρεξεν ὁ παῖς, καὶ ἄμα τε ἐνέχεε
 τῷ στόματι τοῦ πρεσβύτου, καὶ μικρὸν ἐκεῖνος καταβροχθίσας
βροχθίσας εὐθέως ἀπέδωκε τὸ πνεῦμα. ἆρ’ οὐκ
ἐναργῶς διετηρήθη καὶ παρέμεινεν ἕως λυθῇ καὶ τῆς

 
ἁμαρτίας λυθείσης ἐπὶ πολλοῖς οἶς ἔπραξε καλοῖς
ὁμολογηθῆναι δυνηθῇ;” ταῦτα ἡ τοῦ Διονυσίου διέξεισιν
ἐπιστολή. 
 Δέκιος δὲ οὕτω διατεθεὶς εἰς τοὺς τὸν χριστὸν
σεβομένους, οὐδὲ δύο ὅλους ἐνιαυτοὺς ἐπὶ τῇ τῶν 
Ῥωμαίων ἀνύσας ἀρχῇ αἴσχιστα διεφθάρη. βαρβάρων
γὰρ ληιζομένων τὸν Βόσπορον ὁ Δέκιος αὐτοῖς συνεπλέκετο
καὶ πολλοὺς ἀνῄρει· τῶν δὲ στενοχωρηθέντων
καὶ αἰτουμένων ἀφεῖναι τὴν λείαν πᾶσαν, εἰ
παραχωρηθεῖεν ἀναχωρῆσαι, ὁ Δέκιος οὐκ ἐνέδωκεν, 
ἀλλὰ Γάλλον ἕν ἁ τῶν τῆς συγκλήτου τῇ διόδῳ τῶν
 βαρβάρων ἐπέστησε, μὴ συγχωρῆσαι κελεύσας αὐτοῖς
παρελθεῖν. ὁ δὲ Γάλλος ὑπέθετο τοῖς βαρβάροις,
ἐπιβουλεύων Δεκίῳ, πλησίον τέλματος βαθέος ὄντος,
ἐκεῖ παρατάξασθαι. οὕτω δὲ παραταξαμένων τῶν 
βαρβάρων καὶ τὰ νῶτα τρεψάντων ὁ Δέκιος ἐπεδίωκε·
καὶ αὐτός τε σὺν τῷ υἱῷ καὶ πλῆθος τῶν Ῥωμαίων
ἐνεπεπτώκει τῷ τέλματι, καὶ πάντες ἐκεῖσε
 ἀπώλοντο, ὡς μηδὲ τὰ σώματα αὐτῶν εὑρεθῆναι,
καταχωσθέντα τῇ ἰλύι· τοῦ τέλματος.

Κρατεῖ οὖν ὁ Γάλλος, ὃν τινὲς μὲν τῶν συγγραφέων
καὶ Βολουσιανὸν κεκλῆσθαί φασιν ὡς διώνυμον,
ἄλλοι δὲ τὸν Βολουσιανὸν υἱὸν αὐτοῦ εἶναι
 γεγράφασι καὶ συνάρχειν αὐτῷ. κρατήσας τοίνυν
τῆς τῶν Ῥωμαίων ὁ Γάλλος ἀρχῆς, σπένδεται τοῖς 
βαρβάροις ἐπὶ συνθήκαις τοῦ λαμβάνειν ἐκείνους
παρὰ Ῥωμαίων δασμὸν ἐνιαύσιον καὶ μὴ τὰ Ῥωμαίων
ληίζεσθαι. καὶ σπεισάμενος οὕτως ἐπανῆλθεν εἰς
Ῥώμην, καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν Βολουσιανὸν ἀνηγόρευσε
Καίσαρα. βαρὺς δὲ καὶ οὗτος γέγονε τοῖς 
 

 
χριστιανοῖς, καὶ οὐχ ἧττον Δεκίου, διωγμὸν κατ’
αὐτῶν ἐγείρας καὶ πολλοὺς ἀνελών. ἤρξατο δ’ αὖθις
ἐπὶ τούτου ἡ κίνησις τῶν Περσῶν, καὶ κατεσχέθη
παρ’ αὐτῶν ἡ Ἀρμένια, τοῦ ταύτης βασιλέως
 Τιριδάτου φυγόντος, τῶν δὲ παίδων ἐκείνου προσρυέντων
τοῖς Πέρσαις. καὶ Σκύθαι δὲ εἰς τὴν Ἰταλίαν
εἰσέβαλον, πλῆθος ὄντες σχεδὸν ὑπερβαῖνον
καὶ ἀριθμόν, καὶ Μακεδονίαν καὶ Θεσσαλίαν καὶ
Ἑλλάδα κατέδραμον. λέγεται δὲ τούτων μοῖράν τινα 
 διὰ Βοσπόρου παρελθοῦσαν καὶ τὴν Μαιώτιδα λίμνην
ὑπερβάσαν ἐπὶ τὸν Εὔξεινον γενέσθαι πόντον
καὶ χώρας πορθῆσαι πολλάς. καὶ ἄλλα δὲ πολλὰ
τῶν ἐθνῶν τότε κατὰ τῆς ῬωμαΪΚῆς ἐπικρατείας
ὡρμήκεσαν. ἀλλὰ καὶ λοιμὸς τηνικαῦτα ταῖς χώραις
 ἐνέσκηψεν, ἐξ Αἰθιοπίας ἀρξάμενος καὶ πᾶσαν σχεδὸν
ἐπινεμηθεὶς χώραν ἑῴαν τε καὶ ἐσπέριον, καὶ
πολλὰς τῶν πόλεων τῶν οἰκητόρων ἐκένωσεν, ἐπὶ
πεντεκαίδεκα διαρκέσας ἐνιαυτούς. οἵ γε μὴν Σκύθαι
τεταγμένα παρὰ Ῥωμαίων κατὰ συνθήκας λαμβάνοντες
 ἐπετείως, ἥκασι ταῦτα ληψόμενοι, καὶ
ἥττονα λέγοντες εἶναι τῶν ὑπεσχημένων τὰ σφίσι
διδόμενα, ἀπῄεσαν ἀπειλούμενοι. Αἰμιλιανὸς δέ τις
Λίβυς ἀνήρ, ἄρχων τοῦ ἐν Μυσίᾳ στρατεύματος, 
τοῖς στρατιώταις δώσειν πάντα τὰ τοῖς Σκύθαις διδόμενα
 ἐπηγγείλατο, εἰ τοῖς βαρβάροις συνάψειαν
πόλεμον. οἷ δὲ ἀπροόπτως ἐπελθόντες τοῖς Σκύθαις,
ἄτερ ὀλίγων ἀπέκτειναν ἅπαντας, καὶ λάφυρα ἐξ
ἐκείνων πλεῖστα συνήγαγον, τὴν χώραν καταδρμόντες
αὐτῶν. ἐντεῦθεν ὁ Αἰμιλιανὸς ὑπερφρονήσας
 τῷ κατορθώματι, μέτεισι τοὺς ὑπ’ αὐτὸν στρατιώτας·
καὶ Ῥωμαίων αὐτὸν ἀναγορεύουσιν αὐτοκράτορα. ὃς
αὐτίκα τὰς δυνάμεις ἀγείρας ἔσπευδε τὴν Ἰταλίαν

 
καταλαβεῖν. ὡς γοῦν εἰς γνῶσιν ἦλθον ταῦτα τῶ
Γάλλῳ, κἀκεῖνος ἑτέρωθεν παρασκευασάμενος τῷ
Αἰμιλιανῷ ἀντιπαρετάξατο. καὶ συρραγέντων ἀλλήλοις
λοις τόν στρατευμάτων ἥττηντο οἱ τοῦ Γάλλου,
ἡττώμενοι δὲ ἐπέθεντο τῷ σφῶν αὐτοκράτορι· καὶ 
 ἀνελόντες κἀκεῖνον καὶ τὸν παῖδα αὐτοῦ, βασιλεύσαντας
λεύσαντας ἔτη δύο καὶ μήνας ὀκτώ, προστίθενται
τῷ Αἰμιλιανῷ, καὶ αὐτοὶ τὴν βασιλείαν αὐτῷ ψηφι-
ψηφισάμενοι.

Ἀναρρηθεὶς δὲ οὕτως αὐτοκράτωρ ὁ Αἰμιλιανὸς 
ἐπέστειλε τῇ συγκλήτῳ, ἐπαγγελλόμενος ὡς καὶ τὴν
Θρᾴκην ἀπαλλάξει βαρβάρων καὶ κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύσεται
καὶ πάντα πράξει καὶ ἀγωνίσεται ὡς
στρατηγὸς αὐτῶν, τὴν βασιλείαν τῇ γερουσίᾳ καταλιπών.
ἀλλ’ οὐ δ’ ὲν τούτων ἔφθη πεποιηκώς, Οὐαλεριανοῦ 
ἐπαναστάντος αὐτῷ· ὃς τῶν ὑπὲρ τὰς Ἄλπεις
ἄρχων δυνάμεων, τὰ κατὰ τὸν Αἰμιλιανὸν
μαθών, καὶ αὐτὸς τυραννεῖ. καὶ τὰς ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεις
 συναγαγὼν πρὸς τὴν Ῥώμην ἠπείγετο. οἱ
γοῦν τῷ Αἰμιλιανῷ συστρατευόμενοι, οὐκ ἀξιομάχους 
ἑαυτοὺς ἐγνωκότες πρὸς τὴν τοῦ Οὐαλεριανοῦ στρατιάν,
μηδὲ φθείρειν καὶ φθείρεσθαι Ῥωμαίους ὑπ’
ἀλλήλων ὅσιον κρίναντες καὶ πολέμους συγκροτεῖσθαι
ὁμογενῶν, καὶ ἄλλως δὲ τὸν μὲν Αἰμιλιανὸν
ἀνάξιον λογιζόμενοι βασιλείας ὡς ἄδοξόν τε καὶ καμερπῆ, 
τὸν Οὐαλεριανὸν δὲ οἰκειότερον ἡγούμενοι
τῇ ἀρχῇ οἶα δῆτα καὶ τῶν πραγμάτων ἐπιληψόμενον
ἀρχικώτερον, κτείνουσι τὸν Αἰμιλιανὸν οὔπω τέσσαρας
μῆνας ἡγεμονεύσαντα, ἄγοντα δὲ τῆς ἡλικίας
 

 
ἐνιαυτὸν τεσσαρακοστόν· καὶ προσίασιν Οὐαλεριανῷ
καὶ ἀμάχως αὐτῷ τὴν Ῥωμαίων ἀρχὴν
ἐγχειρίζουσι. 
 Φλαβιανοῦ δὲ ἐπὶ Δεκίου, ὡς εἴρηται, μαρτυρήσαντος, 
 Κορνήλιος τὴν τῆς Ῥώμης ποιμαντικὴν διεδέξατο,
καὶ ἐπὶ τρισὶν ἐμπρέψας ταύτῃ ἐνιαυτοῖς τὴν
ζωὴν ἐξεμέτρησε, καὶ Λούκιος ἐπὶ τὸν τῆς ἀρχιερωσύνης
ἀνήχθη θρόνον, ὃς οὐδ’ ὄγδοον ἐκπλήσας
ἐνιαυτὸν ἐν τῇ τῆς Ῥώμης ἐπισκοπῇ τελευτᾷ. καὶ
 Στέφανος τὸ τῆς ἐπισκοπῆς λειτούργημα διεδέξατο·
οὗπερ τυγχάνει διάταγμα τοὺς ἐξ αἱρέσεων ἐπιστρέφοντας
χριστιανοὺς μὴ βαπτίζειν, ἀλλὰ τῇ διὰ
χειρῶν ἐπιθέσεως εὐχῇ καθαίρειν αὐτούς. οὑ καὶ
ἐπιστολὴ περὶ τούτου πρὸς Κυπριανὸν τὸν ἱερομάρτυρα
 ἀναγράφεται. Στεφάνου δὲ κοιμηθέντος μετὰ
δύο ἐνιαυτούς, Ξυστὸς εἰς τὸν ἀρχιερατικὸν τῆς
Ῥώμης θρόνον ἐκάθισε. τότε καὶ ἡ κατὰ Σαβέλλιον
κεκίνητο αἵρεσις ἐν Πτολεμαΐδι τῆς Πενταπόλεως. 
 Ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ τοὺς τῆς Ῥώμης ἀρχιερεῖς

ἔσχον οὕτως· Οὐαλεριανὸς δὲ σὺν Γαλιήνῳ τῷ υἱῷ τῆς Ῥωμαίων ἡγεμονίας δραξάμενος, καὶ οὗτος σφοδρότατον
ἐκίνησε κατὰ χριστιανῶν διωγμόν· καὶ
πολλοὶ κατὰ διαφόρους χώρας γεγόνασι μάρτυρες,
ὑπὲρ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως πολυειδῶς ἐναθλήσαντες.
 ἐθνῶν οὖν καὶ ἐπὶ τούτου γενομένης ἐπσναστάδεως,
κακῶς εἶχον Ῥωμαίοις τὰ πράγματα. οἵ
τε γὰρ Σκύθαι τὸν Ἴστρον διαβάντες καὶ αὖθις τὴν
Θρᾳκῴαν χώραν ἠνδραποδίσαντο, καὶ πόλιν περιφανῆ
τὴν Θεσσαλονίκην ἐπολιόρκησαν μέν, οὐ μὴν
 

 
 καὶ εἷλον. εἰς δέος δὲ τοσοῦτον ἅπαντας περιέστησαν
 ὡς Ἀθηναίους μὲν ἀνοικοδομῆσαι τὸ τεῖος τῆς
ἑαυτῶν πόλεως, καθῃρημένον ἐκ τῶν τοῦ Σύλλαχρόνων,
Πελποννησίους δὲ διατειχίσαι τὸν Ἰσθμὸν
ἀπὸ θαλάσσης εἰς θάλασσαν. ἀλλὰ μὴν καὶ Πέρσαι, 
Σαπώρου σφῶν βασιλεύοντος, τὴν Συρίαν κατέδραμον
καὶ τὴν Καππαδοκίαν ἐδῄωσαν καὶ τὴν Ἔδεσαν
ἐπολιόρκουν. Οὐαλεριανὸς δὲ ὤκνει προσμίξαι τοῖς
πολεμίοις. μαθὼν δὲ ὡς οἱ ἐν Ἐδέσῃ στρατιῶται
ἐξιόντες τῆς πόλεως καὶ συμπλεκόμενοι τοῖς βαρβάροις 
πολλοὺς ἀναιροῦσι καὶ πλείστα σκῦλα λαμβάνουσιν
ἀνεθάρσησε, καὶ ἀπελθὼν μετὰ τῆς συνούσης
αὐτῷ στρατιᾶς συνεπλάκη τοῖς Πέρσαις. οἱ δὲ
 πολυπλασίους ὄντες τοὺς Ῥωμαίους ἐκύκλωσαν, καὶ
οἶ πλείους μὲν ἔπεσον, ἔνιοι δὲ καὶ διέφυγον, Οὐαλεριανὸς 
δὲ σὺν τοῖς περὶ αὐτὸν συνελήφθη τοῖς
πολεμίοις καὶ πρὸς τὸν Σαπώρην ἀπήχθη. ὁ δὲ τοῦ
βασιλέως κρατήσας πάντων ἤδη κρατεῖν ᾤετο· καὶ
ὠμὸς ὢν πρίν, πολλῷ χείρων εἰσέπειτα γέγονεν. 
 Οἱ μὲν οὖν οὕτως αἰχμάλωτον ἑαλωκέναι τὸν 
Οὐαλεριανὸν τοῖς Πέρσαις ἱστόρησαν· εἰσὶ δ’ οἳ
ἑκόντα φασὶ τὸν Οὐαλεριανὸν προσχωρῆσαι τοῖς
Πέρσαις, ὅτι ἐν ’Eδέσῃ διάγοντος αὐτοῦ λιμὸς ἐπῆκτο
τοῖς στρατιώταις, κἀντεῦθεν εἰς στάσιν κεκίνηντο
καὶ ἀνελεῖν ἐζήτουν τὸν αὐτοκράτορα. ὁ δὲ τὴν τῶν 
στρατιωτῶν δεδοικὼς ἐπανάστασιν πρὸς τὸν Σαπώρην
κατέφυγεν, ἵνα μὴ ὑπὸ τῶν οἰκείων ἀπόληται,
 τῷ πολεμίῳ προδεδωκὼς ἑαυτόν, ἀλλὰ μέντοι, ὅσον
τὸ ἐπ’ αὐτῷ, καὶ τὰ Ῥωμαίων στρατεύματα. οὐ μὴν
οἶ στρατιῶται ἀπώλοντο, ἀλλὰ γνόντες τὴν προδο- 
σίαν διέφυγον, ὀλίγων ἀναιρεθέντων. εἴτε δὲ
δορυάλωτος ἐλήφθη τοῖς Πέρσαις ὁ βασιλεὺς εἴ

 
ἑκὼν ἑαυτὸν αὐτοῖς ἐνεχείρισεν, ἀτίμως ἤγετο παρὰ
τοῦ Σαπώρου. 
 Οἶ’ Πέρσαι δὲ κατὰ πᾶσαν ἄδειαν ταῖς πόλεσιν
ἐπιόντες τήν τε πρὸς τῷ Ὀρόντῃ αἱροῦσιν Ἀντιόχειαν
 καὶ τὴν περιφανεστέραν τῶν τῆς Κιλικίας πόλεων
τὴν Ταρσὸν καὶ τὴν ἐν Καππαδοκίᾳ Καισάρειαν.
καὶ πλῆθος αἰχμαλώτων συναγαγόντες οὐδὲ τροφῆς
αὐτοῖς μετεδίδουν εἰ μὴ βραχίστης ὥστ’ ἀποζῆν,
οὔτε μὴν ὕδατος μετέχειν εἰς κόρον εἴων αὐτούς,
 ἀλλ’ ἅπαξ τῆς ἡμέρας οἶ τούτων φρουροὶ ἤλαυνον
αὐτοὺς ἐφ’ ὕδωρ ὥσπερ βοσκήματα. τὴν Καισάρειαν 
δὲ πολυάνθρωπον οὖσαν, περὶ τεσσαράκοντα
γὰρ μυριάδας ἀνθρώπων ἐν αὐτῇ λέγεται κατοικεῖν,
οὐ πρότερον εἷλον, γενναίως τῶν ἐν αὐτῇ τοῖς πολεμίοις
 ἀντικαθισταμένων καὶ στρατηγουμένων ὑπό
τινος Δημοσθένους, ἀνδρὸς καὶ ἀνδρείου καὶ συνετοῦ,
πρὶν ἤ τις δορυάλωτος κατασχεθεὶς ἰατρός, καὶ
τὰς ἐπαγομένας αὐτῷ μὴ φέρων αἰκίας, ὑπέδειξέ
τινα τόπον, ὅθεν νυκτὸς εἰσῆλθον οἶ Πέρσαι καὶ
 πάντας ἀνεῖλον. ὁ δέ γε τούτων στρατηγὸς Δημοσθένης
ὑπὸ πολλῶν κυκλωθεὶς Περσῶν κελευσθέντων
ζωὸν αὐτὸν συλλαβεῖν, τὸν ἵππον ἀναβὰς καὶ
γυμνὸν τὸ ξίφος ἠρκώς, εἰσώθησεν ἑαυτὸν μέδον 
τῶν πολεμίων· καὶ πλείστους καταβαλὼν διεξέπεσε
 τῆς πόλεως καὶ διαφυγεῖν ἴσχυσεν. 
 Οὕτω δὲ τῶν πραγμάτων τοῖς Πέρσαις συνενεχθέντων,
κατὰ πᾶσαν τὴν ὑποκειμένην Ῥωμαίοις
ἑῴαν διεσκεδάσθησαν χώραν καὶ ἐπόρθουν αὐτὴν
ἀδεῶς. οἶ μέντοι Ῥωμαῖοι φυγόντες, ὥς εἴρηται,
 στρατηγὸν ἑαυτοῖς ἐπέστησαν Κάλλιστόν τινα· ὃς
σκεδαννυμένους τοὺς Πέρσας ὁρῶν καὶ ἀπερισκέπτως 
ἐπιόντας ταῖς χώραις τῷ μή τινα οἴεσθαι αὐτοῖς

 
ἀντιτάξασθαι, ἐπιτίθεται ἀθρόον αὐτοῖς, καὶ φόνον
τῶν βαρβάρων πλεῖστον εἰργάσατο, καὶ παλλακὰς
εἷλε Σαπώρου σὺν πλούτῳ πολλῷ. οἶς ἐκεῖνος περιαλγήσας
 οἴκαδε σπουδαίως ἀνέστρεψε, καὶ τὸν Οὐαλεριανὸν
ἐπαγόμενος· ὃς καὶ ἐν Πέρσιδι κατέστρεψε 
τὴν ζωήν, ὡς αἰχμάλωτος ὀνειδιζόμενός τε καὶ ἐμπαι-
ἐμπαιζόμενος. 
 Οὐ μόνος δ’ ὁ Κάλλιστος ἠρίστευσε τότε κατὰ
Περσῶν, ἀλλὰ καί τις Παλμυρηνὸς ἀνὴρ κεκλημένος
Ὠδέναθος συμμαχῶν Ῥωμαίοις πολλοὺς διέφθειρε 
τῶν Περσῶν, ἀναστρέφουσιν αὐτοῖς κατὰ τὴν
Εὐφρατησίαν ἐπιθέμενος χώραν· ὃν Γαλιῆνος τοῦ
στρατηγήματος ἀμειβόμενος τῆς ἑῴας προεχειρίσατο
στρατηγόν. 
 Ἐν μέντοι τοῖς πεσοῦσιν ἐκ τοῦ Περσικοῦ στρατεύματος 
σκυλευομένοις λέγονται καὶ γυναῖκες εὑρεθῆναι
κατ’ ἄνδρας ἐσταλμέναι καὶ ὡπλισμέναι, ἀλλὰ
 καὶ ζῶσαι τοιαῦται κατασχεθῆναι ὑπὸ Ῥωμαίων. ἐν
δὲ τῇ ἐπανόδῳ φάραγγι βαθείᾳ περιτυχὼν ὁ Σαπώρης,
ἣν διελθεῖν τοῖς ὑποζυγίοις ἄπορον ἦν, αἰχμαλώτους 
ἐκέλευσεν ἀναιρεθῆναι καὶ ῥιφῆναι κατὰ τῆς
φάραγγος, ἔν οὕτως τοῦ βάθους αὐτῆς πληρωθέντος
διὰ τῶν νεκρῶν σωμάτων τὰ σφῶν διέλθωσιν
ὑποζύγια· καὶ οὕτω διελθεῖν ἱστορεῖται τὴν
φάραγγα. 
 Καὶ τὰ μὲν κατὰ τὸν Οὐαλεριανὸν ἐν τούτοις·
τῆς δὲ τῶν Ῥωμαίων ἐκκλησίας καθηγεῖτο Ξυστὸς,
τῆς δὲ τῶν Ἀντιοχέων Δημητριανὸς διαδεξάμενος
Φλαβιανόν, τῆς δὲ τῶν Ἱεροσολύμων Ὑμέναιος Μαζαβάνου
θανόντος, τῆς δ’ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ προίστατο 
Διονύσιος.

Μετὰ δὲ τὸν Οὐαλεριανὸν Γαλιῆνος ὁ ἐκείνου υἱὸς τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας γέγονεν ἐγκρατής,
ὃν ὁ πατὴρ κατὰ Περσῶν στρατευόμενος εἰς τὰ
ἑσπέρια εἴασε τοῖς ἐν τῇ Ἰταλίᾳ ἐφεδρεύουσι
 καὶ τοῖς τὴν Θρᾴκην ληιζομένοις ἀντικαθίστασθαι.
ὃς Ἀλαμαννοῖς περὶ τριάκοντα μυριάδας οὖσι περὶ
τὰ Μεδιόλανα συμβαλὼν μετὰ μυρίων ἐνίκησεν·
εἶτα καὶ Αἱρούλοις, Σκυθικῷ γένει καὶ Γοτθικῷ, ἐπεξελθὼν
ἐκράτησεν. ἐπολέμησε δὲ καὶ Φράγγοις. 
 Αὐρίολος δὲ ἐκ χώρας ὢν Γετικῆς τῆς ὕστερον
Δακίας ἐπικληθείσης καὶ γένους ἐκφὺς ἀσήμου,
ποιμὴν γὰρ ἐτύγχανε πρότερον, τῆς τύχης δὲ αὐτὸν
εἰς μέγα βουληθείσης ἐπᾶραι, ἐστρατεύσατο, καὶ
περιδέξιος γεγονώς, τῶν βασιλικῶν ἵππων φροντιστὴς
 προκεχείριστο. καὶ περὶ τούτους εὐδοκιμῶν, κεχαρισμένος 
ἔδοξε τῷ κρατοῦντι. τῶν δὲ ἐν τῇ Μυσίᾳ
στρατιωτῶν στασιασάντων καὶ Ἰγγενοῦον αὐτοκράτορα
ἀνειπόντων, καὶ τοῦ Γαλιήνου αὐτῷ ἀντιταξαμένου
περὶ τὸ Σίρμιον μετὰ τῶν ἄλλων καὶ μαυρουσίους
 ἐπαγομένου, οἳ ἀπὸ Μηδῶν κατάγεσθαι
λέγονται, ὁ Αὐρίολος ἱππαρχῶν γενναίως μετὰ τῶν
ἱππέων ἀγωνισάμενος πολλοὺς τῶν τὰ Ἰγγενούου 
φρονούντων διώλεσε καὶ τοὺς λοιποὺς ἐτρέψατο εἰς
φυγήν, ὡς καὶ αὐτὸν τὸν Ἰγγενοῦον φεύγειν ἀπεγνωκότα
 καὶ ἐν τῷ φεύγειν ἀναιρεθῆναι παρὰ τῶν
δορυφόρων αὐτοῦ. 
 Αὖθις οὖν Πόστουμος τῷ Γαλιήνῳ ἐπανίσταται.
 παῖδα γὰρ ἔχων ὁ αὐτοκράτωρ οὗτος ὁμώνυμον, 
δεξιόν τε καὶ εὐπρόσωπον, ὃν καὶ τῆς βασιλείας
 

 
εἶχε διάδοχον, ἐν Ἀγριππίνῃ τῇ πόλει κατέλιπε, τοῖς
Γάλλοις ὑπὸ Σκυθῶν πορθουμένοις ἐπικουρήσοντα.
ᾧ καί τινα Ἀλβανὸν κεκλημένον ἐπέστησε διὰ τὴν
νεότητα τοῦ υἱοῦ. Πόστουμος δὲ εἰς φυλακὴν τοῦ
Ῥήνου ποταμοῦ ἐαθείς, ὥστε κωλύειν τοῖς πέραν 
οἰκοῦσιν βαρβάροις τὴν εἰς τὴν Ῥωμαΐδα χώραν διάβασιν
λαθοῦσί τισι καὶ διαβᾶσι τὸν ποταμὸν καὶ
λείαν ἐπαγομένοις πολλὴν ἐν τῷ ἐπανιέναι ἐπέθετο,
καὶ πολλοὺς μὲν ἀνεῖλε, τὴν δὲ λείαν ἀφείλετο ξύμπασαν,
καὶ αὐτίκα ταύτην τοῖς στρατιώταις διένειμεν. 
ὃ μαθὼν ὁ Ἀλβανός, πέμψας ἀποκομισθῆναι
αὐτῷ καὶ τῷ νέῳ Γαλιήνῳ τὴν λείαν ἀπῄτει. καὶ ὁ
 Πόστουμος συγκαλέσας τοὺς στρατιώτας εἰσέπραττεν
ἐξ αὐτῶν τὰ τῆς λείας, εἰς ἀποστασίαν αὐτοὺς παρακινπῆσαι
μηχανώμενος· ὃ καὶ γέγονε· καὶ μετ’ αὐτῶν 
τῇ πόλει τῇ Ἀγριππίνῃ προσέβαλε, καὶ οἶ τῆς πόλεως
τόν τε παῖδα τοῦ βασιλέως καὶ τὸν Ἀλβανὸν
αὐτῷ ἐκδεδώκασιν, οὓς καὶ ἄμφω ἀπέκτεινε. 
 Ταῦτα γνοὺς ὁ Γαλιῆνος πρὸς τὸν Πόστουμον
ἀπῄει, καὶ συμμίξας αὐτῷ πρότερον μὲν ἡττήθη, 
εἶτα καὶ ἐπεκράτησεν, ὡς καὶ τὸν Πόστουμον φεύγειν.
στέλλεται οὖν ὁ Αὐρίολος καταδιώξαι αὐτόν.
ὁ δέ, καίτοι δυνάμενος καταλαβεῖν αὐτόν, οὐκ
ἠθέλησεν ἐπιδιῶξαι ἐπὶ πολύ, ἀλλ’ ἐπανελθὼν εἶπε
 μὴ δυνηθῆναι αὐτὸν καταλήψεσθαι. Πόστουμος δ’ 
οὕτω διαφυγὼν αὖθις συνίστα στρατόν. καὶ πάλιν
ὁ Γαλιῆνος ἤλαυνεν ἐπ’ αὐτόν, καὶ ἐν πόλει τῆς
Γαλλίας τινὶ κατακλείσας ἐπολιόρκει τὸν τύραννον.
ἐν δὲ τῇ πολιορκίᾳ πλήττεται βέλει ὁ βασιλεὺς
τὰ μετάφρενα, καὶ νοσήσας ἐκ τούτου τὴν πολιορκίαν 
διέλυσε. 
 Καὶ ἄλλος δὲ τῷ Γαλιήνῳ κεκίνητο πόλεμος

 
παρὰ Μακρίνου, ὃς δύο ἔχων υἱοὺς Μακριανὸν καὶ
Κύιντον τυραννίδι ἐπικεχείρηκε. καὶ αὐτὸς μέν,
ὅτι θάτερον πεπήρωτο τῶν σκελῶν, οὐκ ἐνέδυ τὴν
στολὴν τὴν βασίλειον, τοῖς δ’ υἱοῖς αὐτὴν περιέβαλε.
 καὶ οἶ ἐν τῇ Ἀσίᾳ ἀσμένως αὐτὸν προσεδέξαντο· ὁ δὲ
ὀλίγα πρὸς Πέρσας ἐνδιατρίψας ἐπὶ Γαλιῆνον παρεσκευάζετο,
καὶ τοῖς Πέρσαις Βαλλίσταν ἀντικατέστησεν, 
ὃν αὐτὸς προεχειρίσατο ἵππαρχον, καὶ σὺν
τούτω καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ καταλέλοιπε Κύιντον.
 πέμπει οὖν ὁ βασιλεὺς κατὰ Μακρίνου καὶ Μακριανοῦ
υἱοῦ αὐτοῦ τὸν Αὐρίολον μετὰ καὶ στρατηγῶν
ἑτέρων. καὶ προσμίξαντες αὐτοῖς ἐκύκλωσαν
σφὰς καί τινας ἀνεῖλον· ἐφείδοντο γὰρ αὐτῶν ὡς
ὁμογενῶν, καὶ ἤλπιζον προσρυῆναι αὐτοὺς τῷ βασιλεῖ.
 ἐκεῖνοι δ’ οὐκ ἐνεδίδουν. ἐκ δέ τινος τυχαίου
συμβάματος ἅπαντες τῷ βασιλεῖ προσερύησαν. βαδίζοντες
γὰρ οἶ περὶ τοὺς τυραννοῦντας ὀρθίας τὰς
σημαίας ἀνεῖχον, εἷς δὲ τῶν σημαίας φερόντων ἐν τῷ
βαδίζειν συμποδισθεὶς πέπτωκε, καὶ ἡ σημαία ἐκείνου
 πεσόντος κατήνεκτο ἰδόντες οὖν οἱ λοιποὶ ὅσοι τὰς σημαίας
ἔφερον τὴν κλιθεῖσαν σημαίαν, καὶ ἀγνοήσαντες 
ὅπως ἐκείνη ἐκέκλιτο, ὑπέλαβον ἑκόντα τὸν ταύτην
κατέχοντα ἐπικλῖναι αὐτὴν τῷ βασιλεῖμεταθέμενον. καὶ
αὐτίκα κἀκεῖνοι πάσας κεκλίκασι καὶ προσούδισαν καὶ
 τὸν Γαλιῆνον εὐφήμησαν, μόνον τῶν Παιόνων περιλειφθέντων
τοῖς περὶ τὸν Μακρῖνον. εἶτα κἀκείνων
μεταθέσθαι βουλομένων, ὁ Μακρῖνος σὺν τῷ υἱῷ
αὐτοῦ μὴ ἐκδοῦναι αὐτοὺς αὐτῶν ἐδεήθησαν, ἀλλ’ 
 

 
ἀνελεῖν πρότερον σφὰς καὶ οὕτω προσχωρῆσαι
τῷ βασιλεῖ· ὃ πεποιηκότες οἱ Παίονες παρέδωκαν
ἑαυτοὺς. 
 Κύιντός γε μὴν ὁ νεώτερος τοῦ Μακρίνου υἱὸς
ἐν τῇ ἑῴᾳ ἦν σὺν Βαλλίστᾳ, πᾶσαν αὐτὴν σχεδὸν 
πεποιημένος ὑφ’ ἑαυτόν. ἐφ’ οὓς ὁ Γαλιῆνος Ὠδέναθον
ἔπεμψεν, ἡγεμονεύοντα τῶν Παλμυρηνῶν.
 τῆς ἥττης δὲ τῶν Μακρίνων τῆς κατὰ Παιονίαν συμβάσης
ἀγγελθείσης τῷ Κυΐντῳ καὶ τῶ Βαλλίστᾳ,
πολλαὶ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ἀπέστησαν πόλεων. οἱ δ’ ἐν 
Ἐμέσῃ διῆγον. ἔνθα γενόμενος ὁ Ὠδέναθος καὶ
συμβαλὼν αὐτοῖς νικᾷ, καὶ τὸν μὲν Βαλλίσταν αὐτὸς
ἀναιρεῖ, τὸν δὲ Κύιντον οἱ τῆς πόλεως. Ὠδέναθον
δὲ τῆς ἀνδραγαθίας ὁ βασιλεὺς ἀμειβόμενος πάσης
ἀνατολῆς αὐτὸν προεχειρίσατο στρατηγόν. 
 Οὗτος ὁ Ὠδέναθος μέγας γενόμενος καὶ Ῥωμαίοις
πιστὸς καὶ ἐν πολλοῖς πολέμοις διαφόρων ἐθνῶν
καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν Περσῶν ἀριστεύσας, τελευταῖον
ὑπὸ τοῦ ἰδίου ἀδελφόπαιδος ἀνῃρέθη. ἐν γὰρ θήρᾳ
τῷ θείῳ συνὼν ἐκεῖνος, ἐπεὶ θηρίον ἐξέθορε, προε- 
 πεχείρησε καὶ τὸν θῆρα βαλὼν ἀνεῖλεν· ὁ δὲ Ὠδέναθος
ἠγανάκτησε καὶ ἠπείλησε τῶ ἀνεψιῷ. ‘δὲ
οὐκ ἐπαύσατο, ἀλλὰ καὶ δὶς καὶ τρὶς τοῦτο ἐποίησε.
καὶ ὀργισθεὶς ὁ Ὠδέναθος ἀφείλετο τὸν ἵππον αὐτοῦ·
τοῦτο δὲ εἰς μεγάλην ὕβριν τοῖς βαρβάροις λογίζεται. 
ἀχθόμενος τοίνυν ὁ νεανίας ἠπείλει τῷ θείῳ· ὁ δὲ
διὰ τοῦτο τοῦτον ἐδέσμησεν. εἶτα ὁ πρεσβύτερος
τῶν Ὠδενάθου υἱῶν λυθῆναι τὸν δέσμιον τὸν πατέρα
ᾐτήσατο· κἀκεῖνος λυθεὶς συμποσιάζοντι τῷ
 

 
Ὠδενάθῳ ἐπελθὼν μετὰ ξίφους κἀκεῖνον ἀνεῖλε καὶ
τὸν ἐκείνου υἱόν, δι’ οὗπερ ἐλέλυτο. ἀνῃρέθη δὲ
κἀκεῖνος, τινῶν ἐπιθεμένων αὐτῷ.

Αὖθις δὲ ἑτέρα κατὰ τοῦ Γαλιήνου ἐπανάστασις γέγονεν, ἣν Αὐρίολος συνεστήσατο, πάσης ἄρχων 
τῆς ἵππου καὶ μέγα δυνάμενος. ὃς τὴν πόλιν τὰ
Μεδιόλανα κατασχὼν ἑτοιμάζετο συμμίξαι τῷ βασιλεῖ.
ἐλθὼν δὲ κἀκεῖνος μετὰ δυνάμεως, καὶ τῷ τυραννοῦντι
ἀντιταξάμενος, πολλοὺς τῶν αὐτῷ συνόντων
 διέφθειρεν. ὅτε καὶ ὁ Αὐρίολος ἐτρώθη καὶ εἰς
Μεδιόλανα κατεκλείσθη, παρὰ τοῦ βασιλέως ἐκεῖσε
πολιορκούμενος. μένος. τοῦ δὲ Γαλιήνου ἐπεκδρομὰς ποιουμένου
κατά τινων τῶν πολεμίων, ἐν κινδύνῳ ποτὲ
γέγονεν ἡ βασίλισσα· συνῆν γὰρ αὐτῷ. ὡς γὰρ ὁ
 βασιλεὺς ἐπεξέδραμε μετὰ τῶν πλειόνων στρατιωτῶν,
ὀλίγοι πάνυ περιελείφθησαν περὶ τὸ χαράκωμα. ὅπερ
οἶ πολέμιοι θεασάμενοι ἐπῆλθον τῆ τοῦ βασιλέως
σκηνῇ, ἁρπάσαι διανοούμενοι τὴν βασίλισσαν. εἶς
δέ τις τῶν ἠμελημένων στρατιωτῶν πρὸ τῆς σκηνῆς
 καθήμενος καὶ τὸ οἰκεῖον ὑπόδημα τοῦ ποδὸς ἐκβα- 
λῶν συνέρραπτεν αὐτό. ὡς οὖν εἶδε τοὺς πολεμίους
ἐπερχομένους, ἁρπάσας ἀσπίδα καὶ ἐγχειρίδιον περιθύμως
ὥρμησε κατ’ αὐτῶν. καὶ πλήξας ἔνα καὶ δεύτερον,
ἀνέκοψε τοὺς λοιποὺς ἀποδεδειλιακότας πρὸς
 τὴν ἐκείνου ὁρμήν. καὶ οὕτω πλειόνων συνδραμόντων
στρατιωτῶν ἡ τοῦ βασιλέως διασέσωστο γαμετή. 
 Ἔτι δὲ πολιορκοῦντος τοῦ βασιλέως τὰ Μεδιόλανα
Αὐρηλιανὸς σὺν ἱππεῦσι προσῆλθεν αὐτῷ·
μεθ’ οὗ ἀνελεῖν αὐτὸν οἱ μεγιστᾶνες προεβουλεύ-
 

 
σαντο, ὑπερετίθεντο δὲ τὸ σκέμμα ἕως ἁλῷεν τὰ
Μεδιόλανα. μαθόντες δ’ ἐγνῶσθαι τὸ σφῶν διαβούλιον,
 ἐπετάχυναν τὴν ἐπιβουλήν. καὶ στέλλουσί τινᾶς,
πολεμίους ἐπιέναι τῷ Γαλιήνῳ ἀγγέλλοντας· ὁ
δὲ αὐτίκα ἐξώρμησε κατ’ αὐτῶν, ὥρας ἤδη ἐφεστώσης 
ἀρίστου, καὶ ὀλίγων σὺν ἐφ’ ἑπομένων αὐτῷ.
ἀπιόντι δὲ συναντῶσιν ἱππεῖς· ὧν οὐ πόρρω που
ἀφεστώτων αὐτοῦ, καὶ μήτε τῶν ἵππων ἀποβάντων
μήτε τι ἕτερον ποιούντων ἃ πρὸς βασιλεῖς νενόμιστο
γίνεσθαι, ἤρετο τοὺς παρόντας ἐκεῖνος “τί οὗτοι 
 βούλονται;” οἱ δέ “παῦσαί σε τῆς ἀρχῆς” ἀπεκρίθησαν.
καὶ ὃς αὐτίκα τῷ ἵππῳ τὸν χαλινὸν ἐνδοὺς
εἰς φυγὴν ἐτράπη. καὶ κἂν διέφυγε τοὺς ἐπιβουλεύοντας
τῇ ταχυτῆτι τοῦ ἵππου, εἰ μὴ ὕδατος ἐνέτυχεν
ὀχετῷ· παρελθεῖν γὰρ τοῦτον ὁ ἵππος ἀποδεδειλιακὼς 
 ἔστη, καὶ οὕτω κατέλαβον οἱ διώκοντες.
καί τις κατ’ αὐτοῦ τὸ δόρυ ἠκόντισεν. ὁ δὲ πληγεὶς
τοῦ ἵππου κατήνεκτο, καὶ ἐπὶ μικρὸν διαρκέσας ἐκ
τῆς τοῦ αἵματος ἐτελεύτησε ῥύσεως, βασιλεύσας
ἐνιαυτοὺς πεντεκαίδεκα σὺν τοῖς τοῦ πατρός. ἦν δὲ 
τὴν γνώμην φιλότιμος καὶ πᾶσι θέλων χαρίζεσθαι,
καὶ οὐδεὶς αἰτούμενος αὐτὸν διημάρτανεν. οὔτε μὴν
τοὺς ἐναντιωθέντας αὐτῷ ἢ προστεθέντας τοῖς τυραννήσασιν
ἐτιμωρήσατο. 
 Οἱ μὲν οὖν οὕτως ἱστόρησαν ἀναιρεθῆναι τὸν 25
Γαλιῆνον, οἱ δὲ παρὰ Ἠρακλειανοῦ τοῦ ἐπάρχου
σφαγῆναι τοῦτόν φασι. τοῦ γὰρ Αὐριόλου ἐν Κελτοῖς
στρατηγοῦντος καὶ ἐπαναστάντος αὐτῷ ἥκοντός
 τε ἐπὶ Ἰταλίαν σὺν ταῖς δυνάμεσι, καὶ ὁ Γαλιῆνος
κατ’ ἐκείνου ἐξώρμησε. νυκτὸς δὲ πρόσεισιν αὐτῷ 30
ἐν τῇ σκηνῇ καθεύδοντι ὁ Ἡρακλειανός, κεκοινωνηκὼς
τῆς ἐπιβουλῆς καὶ Κλαυδίῳ ἀνδρὶ στρατηγικω-

 
τάτῳ, ἀπαγγέλλων ὡς Αὐρίολος ἤδη ἔπεισι μετὰ
βαρείας δυνάμεως. ὁ δὲ πρὸς τὸ τῆς ἀγγελίας αἰφνίδιον
τεθορυβημένος, τῆς κλίνης ἀναθορὼν καὶ ἡμίγυμνος
ᾔτει τὰ ὅπλα. καὶ ὁ Ἡρ(??)λειανὸς πλήττει
 τοῦτον καιρίαν καὶ ἀποκτίννυσιν. 
 Ἐν τοῖς τούτου χρόνοις Ξυστὸς ὁ τῆς Ῥωμαίων
ἐκκλησίας προστὰς ἐπ’ ἔτη ἕνδεκα τελευτᾷ, καὶ Διονύσιος
αὐτὸν διαδέχεται. ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐν Ἀντιοχείᾳ
τὴν τοῦ Χριστοῦ ποιμαίνοντος ποίμνην Δημητριανοῦ
 τὴν ζωὴν ἐκμετρήσαντος Παῦλος ὁ Σαμοσατεὺς παραλαμβάνει
τὴν ἐκκλησίαν, ὃς ταπεινὰ περὶ Χριστοῦ
ἐδογμάτισεν, ὡς ἀνθρώπου κοινοῦ τὴν φύσιν γενομένου
καὶ οὐ θεοῦ. καθ’ οὗ σύνοδον οἱ τῶν λοιπῶν 
ἐκκλησιῶν ποιμένες συνηθροικότες, ἐν ᾗ παρῆν καὶ
 Γρηγόριος ὁ θαυματουργὸς καὶ ὁ τούτου αὐτάδελφος
Ἀθηνόδωρος, ἤλεγξαν αὐτὸν κακῶς φρονοῦντα περὶ
Χριστοῦ, καὶ ἀπεκήρυξαν. μὴ πειθομένου δ’ ἐκείνου
τῆς ἐκκλησίας ἐκστῆναι, Αὐρηλιανὸς τότε κρατῶν,
καὶ ἔντευξιν περὶ τούτου δεξάμενος παρὰ τῶν ὀρθοδόξων,
 διάταγμα ἔθετο, ἐκείνοις νεμηθῆναι τὴν ἐκκλησίαν
οἶς ἂν οἶ κατὰ τὴν Ῥώμην καὶ τὴν Ἰταλίαν
ἐπίσκοποι πρόσθοιντο. ἐντεῦθεν ἀτίμως ἐξηλάθη
τῆς ἐκκλησίας ὁ Παῦλος, καὶ ἀντεισήχθη Δόμνος.

Τοῦ μέντοι Γαλιήνου ἀνῃρημένου Κλαύδιος ἀνερρήθη Καῖσαρ. καὶ ὁ Αὐρίολος τὰ ὅπλα καταθέμενος 
αὐτῷ ὑπετάγη· ὃς αὖθις τυραννῆσαι ἐπιχειρῶν
τῶνστρατιωτῶν διεφθάρη. Κλαύδιος δὲ χρηστὸς
τυγχάνων ἀνὴρ καὶ δικαιοσύνῃ στοιχῶν, ἀπηγόρευσε
γόρευσε πᾶσι ζητεῖν ἐκ βασιλέως ἀλλότρια πράγματα.
 

 
νενόμιστο γὰρ τοὺς βασιλεῖς δύνασθαι δωρεῖσθαι
καὶ τὰ ἀλλότρια· ὅθεν καὶ οἶ ἔτι κείμενοι νόμοι
παρὰ τῇ πολιτείᾳ ἐσχήκασι τὴν ἀρχήν. προσῆλθεν
οὖν γυνή τις, ἧς χωρίον αὐτὸς πρὸ τῆς βασιλείας
εἰλήφει ἐκ βασιλικῆς δωρεᾶς, λέγουσα “Κλαύδιος ὁ 
 ἳππαρχος ἠδίκησέ με.” ὁ δέ “ὅπερ ὁ Κλαύδιος
ἰδιώτης ὢν ἀφείλετο εἶπεν “ἡνίκα μή τι αὐτῷ τῶν
νόμων ἔμελε, τοῦτο βασιλεύσας ἀποκαθίστησιν.” 
 Ἐν Ῥώμῃ δέ γε ἡ σύγκλητος μαθοῦσα τὴν τοῦ
Γαλιήνου ἀναίρεσιν, τὸν ἀδελφὸν ἐκείνου καὶ τὸν 
υἱὸν ἐθανάτωσαν. τοῦ μέντοι Ποστούμου τυραννοῦντος
ἔτι, καὶ βαρβάρων διὰ τῆς Μαιώτιδος διαβάντων
λίμνης εἰς Ἀσίαν τε καὶ Εὐρώπην καὶ ληιξομένων
αὐτάς, βουλῆς τε προτεθείσης τίνι πρότερον
ἐπιχειρητέον πολέμῳ, ὁ Κλαύδιος ἔφη ὡς “ὁ πρὸς 
τὸν τύραννον πόλεμος ἐμοὶ διαφέρει, ὁ δὲ πρὸς τοὺς
βαρβάρους τῇ πολιτείᾳ, καὶ χρὴ τὸν τῆς πολιτείας
προτιμηθῆναι.” 
 Οἱ βάρβαροι δὲ πολλὰς μὲν κατέδραμον χώρας,
τὴν δέ γε Θεσσαλονίκην ἐπολιόρκουν· ἣ πάλαι μὲν 
Ἠμαθία καλεῖσθαι λέγεται, Θεσσαλονίκη δὲ. μετονομασθῆναι
ἐκ τῆς Φιλίππου μὲν θυγατρός, Κασάνδρου
 δὲ γυναικὸς Θεσσαλονίκης. ἀλλ’ ἐκείνης μὲν τῆς
πόλεως ἀπεκρούσθησαν, ἐπελθόντες δὲ ταῖς Ἀθήναις
εἷλον αὐτάς. καὶ συναγαγόντες πάντα τὰ ἐν τῇ πόλει 
βιβλία καῦσαι ταῦτα ἠβούλοντο. εἷς δέ τις τῶν
συνετῶν παρ’ αὐτοῖς δοκούντων ἀπεῖρξε τοὺς ὁμοφύλους
τοῦ ἐγχειρήματος, φάμενος ὡς περὶ ταῦτα
οἶ Ἕλληνες ἀσχολούμενοι πολεμικῶν ἀμελοῦσιν ἔρ-
 

 
γῶν καὶ οὕτως εὐχείρωτοι γίνονται. Κλεόδημος δὲ
Ἀθηναῖος ἀνὴρ διαδρᾶναι ἰσχύσας, καὶ πλῆθος συναγαγών,
μετὰ πλοίων ἐκ θαλάσσης επῆλθεν αὐτοῖς,
καὶ πολλοὺς ἀνεῖλεν, ὡς καὶ τοὺς περιλειφθέντας
 ἐκεῖθεν φυγεῖν. Κλαύδιος δὲ κατὰ τούτων ὁρμήσας
ἐν πολλαῖς σκεδασθέντων χώραις, ποτὲ μὲν ναυμα- 
Χίαις, ποτὲ δὲ κατὰ γῆν συνισταμέναις μάχαις ἐνίκησε.
καὶ χειμῶνες δὲ αὐτοὺς ἐκάκωσαν καὶ λιμὸς
ἐπίεσε καὶ διέφθειρεν. ἐν δὲ τῷ Σιρμίῳ διατρίβων
 ὁ Κλαύδιος ἐνόσησε, καὶ συγκαλέσας τὸ λογιμώτατον
τοῦ στρατεύματος περὶ βασιλέως διειλέχθη αὐτοῖς,
καὶ τὸν Αὐρηλιανὸν ἄξιον τῆς βασιλείας εἶπε τυγχάνειν.
εἰσὶ δ’ οἳ λέγουσιν ὅτι καὶ αὐτίκα βασιλέα
ἀνεῖπεν αὐτόν. ἔνιοι δὲ τὴν σύγκλητον λέγουσιν ἐν
Ῥώμῃ μαθοῦσαν τοῦ Κλαυδίου τὸν θάνατον Κυντιλιανὸν
τὸν ἀδελφὸν ἐκείνου διὰ τὸν πρὸς Κλαύδιον
πόθον ἀξιῶσαι τῆς βασιλείας, τὸ δὲ στρατιωτικὸν
ἀναγορεῦσαι τὸν Αὐρηλιανόν. ἀφελὴς δὲ ἴ’ ’ν ὁ Κυντιλιανὸς
καὶ πρὸς πραγμάτων ἀποπεφυκὼς μεταχεί-
 ῥισὶν, μαθὼν τὴν ἀνάρρησιν τοῦ Αὐρηλιανοῦ, ἑαυτὸν 
ἀνεῖλε, τεμὼν τὴν φλέβα τῆς οἰκείας χειρὸς καὶ
τῇ ἐκεῖθεν τοῦ αἵματος ἐναποψύξας ῥοῇ, ἑπτακαίδεκα
μόνας ἡμέρας ὀνειρώξας ὥσπερ τὴν βασιλείαν. ἀλλ’ οὐδὲ
περὶ τοῦ χρόνου τῆς τοῦ Κλαυδίου ἀρχῆς ἀλλήλοις
 συμφωνοῦσιν οἶ συγγραφεῖς. οἱ μὲν γὰρ ἐφ’ ἴνα
ἄρξαι τοῦτον ἱστοροῦσιν ἐνιαυτόν, οἶ δὲ ἐπὶ δύο, ὧν
ἐστι καὶ Εὐσέβιος. 
 Τούτου τοῦ βασιλέως Κλαυδίου θυγατριδοῦς ’ν
 

 
Κώνστας ὁ Χλωρὸς ὁ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου
πατήρ.

Αὐρηλιανὸς δὲ τῆς ἡγεμονίας ἐπιβεβηκὼς Ῥωμαίων
ἤρετο τοὺς ἐν τέλει ὅπως βασιλεύειν χρεών.
ὧν εἶς εἶπεν αὐτῷ ὡς “ἐὰν βούλῃ βασιλεῦσαι καλῶς, 
χρυσῷ σε δεῖ καὶ σιδήρῳ περιφράξαι σαυτόν, κατὰ
 μὲν τῶν λυπούντων κεχρημένον σιδήρῳ, τοὺς δέ γε
θεραπεύοντας χρυσῷ ἀμειβόμενον.” ὃς πρῶτος, ὡς
λέγεται, τῆς οἰκείας ταύτης ἀπώνατο συμβουλῆς,
μετ’ οὐ πολὺ τοῦ σιδήρου πειραθείς. 
 Οὗτος ὁ αὐτοκράτωρ πρότερον μὲν τοῖς τὸν Χριστὸν
σεβομένοις ἐπιεικῶς προσεφέρετο, προϊόντος δέ
οἱ τοῦ χρόνου τῆς αὐταρχίας ἠλλοίωτο, καὶ διωγμὸν
ἐγεῖραι κατὰ τῶν πιστῶν καὶ αὐτὸς ἐβουλεύσατο,
καὶ ἤδη καὶ διατάγματα συνεγράφετο. ἀλλ’ ἐπέσχεν 
ἡ θεία δίκη τὴν κατὰ τῶν σεβομένων Ἰησοῦν τὸν
Χριστὸν ὁρμὴν τῆς κακίας αὐτοῦ, ὑποτεμοῦσα τὴν
ἐκείνου ζωήν. 
 Ἀλλὰ μήπω περὶ τοῦ τέλους αὐτοῦ, τὰ δ’ ἐν τῇ
αὐταρχίᾳ αὐτῷ πραχθέντα διηγητέον. στρατηγικώ- 
 τατος γὰρ ὢν πολλοὺς πολέμους ἐνίκησε. τούς τε
γὰρ Παλμυρηνοὺς ἐχειρώσατο, καὶ τὴν αὐτῶν βασίλισσαν
Ζηνοβίαν κρατήσασαν καὶ Αἰγύπτου καὶ τὸν
ἐκεῖ τότε στρατηγοῦντα Πρόβον ἑλοῦσαν αὐτὸς κατ’
αὐτῆς στρατεύσας κατεπολέμησε καὶ ὑπέταξεν. ἣν 
ἔνιοι μὲν εἰς Ῥώμην ἀπαχθῆναί φασι καὶ ἀνδρὶ συναφθῆναι
τῶν ἐπιφανεστέρων ἐνί, οἱ δὲ καθ’ ὁδὸν
 
 

 
θανεῖν αὐτὴν λέγουσι, περιαλγήσασαν διὰ τὴν τῆς
τύχης μεταβολήν· μίαν δὲ τῶν θυγατέρων αὐτῆς
λαβεῖν εἰς γυναῖκα τὸν Αὐρηλιανόν, τὰς δὲ λοιπὰς
ἐπισήμοις τῶν Ῥωμαίων συζεῦξαι. 
 Οὗτος καὶ τὰς Γαλλίας ἐπὶ πλείστοις ἔτεσι παρά
τινων τυραννούντων κατεχομένας τῇ Ῥωμαίων ἡγεμονίᾳ
αὖθις ἐπανεσώσατο, καὶ ἄρχοντας ταύταις ἐγκαταστήσας
αὐτὸς ἐπὶ Ῥώμην ἐπανελήλυθε, καὶ 
ἐθριάμβευσεν ἐπὶ ὀχήματος ἐλεφάντων τεσσάρων.
 ἀλλὰ καὶ Γάλλους τότε κινηθέντας κατηγωνίσατο.
ἐπεὶ δὲ καὶ ἐπὶ Σκύθας τὴν στρατείαν ἔθετο, ἀνῃρέθη,
γενόμενος κατὰ τὴν Θρᾳκῴαν Ἡράκλειαν.
Ἔρως γάρ τις καλούμενος καὶ τῶν ἔξωθεν φερομένων
ἀποκρίσεων ὢν μηνυτής, ὡς δέ τινες ἱστοροῦσιν,
 ὠτακουστὴς καὶ προσαγγέλλων τῷ βασιλεῖ τὰ παρά
τινων περὶ αὐτοῦ λεγόμενα, ὀργισθέντος αὐτῷ τοῦ
Αὐρηλιανοῦ, ἐπεβούλευσεν αὐτῷ. καὶ μιμησάμενος
τὰ ἐκείνου γράμματα γραφήν τινα συνέταξεν ὀνόματα
περιέχουσάν τινων δυνατῶν, κελεύουσαν τὴν
 ἐπὶ θάνατον ἐκείνους ἀχθήσεσθαι· ἣν ἐκείνοις ὑποδείξας
παρέθηξε τοὺς ἄνδρας πρὸς φόνον τοῦ αὐτοκράτορος.
δείσαντες γὰρ ἐκεῖνοι περὶ τῇ σφετέρᾳ
ζωῇ ἐπιτίθενται τῷ Αὐρηλιανῷ καὶ ἀναιροῦσιν αὐτόν, 
ἔξ ἐνιαυτοὺς ἠνυκότα παρὰ τῇ βασιλείᾳ μηνῶν
 ὀλίγων ἐνδέοντας.

Ὃν διεδέξατο Τάκιτος, πρεσβύτης ἀνήρ· πέντε γὰρ ἐτῶν εἶναι καὶ ἑβδομήκοντα ἀναγράφεται ὅτε
ᾑρέθη εἰς μοναρχίαν. τὸ στρατιωτικὸν δὲ αὐτὸν
ἀνηγόρευσε καὶ ἀπόντα· ἐν Καμπανίᾳ γὰρ τότε διέτριβεν.
 ἔνθα δεδεγμένος τὸ ψήφισμα, εἰς Ῥώμην
Cap. 28 Fortasse Dio continuatus.

 
εἰσήλασε μετὰ σχήματος ἰδιωτικοῦ, καὶ γνώμῃ τῆς
συγκλήτου τε καὶ τοῦ δήμου τὴν στολὴν περιεβάλετο
τὴν βασίλειον. Σκύθαι δὲ τὴν Μαιώτιδα λίμνην
καὶ τὸν Φᾶσιν ποταμὸν περαιωθέντες Πόντω καὶ
Καππαδοκίᾳ ἐπῆλθον καὶ Γαλατία καὶ Κιλικία. 
τούτοις ὁ Τάκιτος συμμίξας καὶ ὁ Φλωριανὸς ὕπαρχος
C ὢν πολλοὺς ἀνεῖλον, οἱ δὲ λοιποὶ φυγῇ τὴν σωτηρίαν
τηρίαν ἐπραγματεύσαντο. Μαξιμῖνον δέ τινα συγγενῆ
ἑαυτοῦ ἡγεμόνα τῆς Συρίας προεχειρίσατο
Τάκιτος· ὁ δὲ κακῶς τῇ ἀρχῇ χρώμενος ἀνῃρέθη 
παρὰ στρατιωτῶν. καὶ δείσαντες οἱ τοῦτον ἀνελόντες
ὡς οὐκ ἀτιμωρήτους αὐτοὺς ὁ αὐτοκράτωρ παρόψεται,
ἐπιδιώξαντες κἀκεῖνον ἀνεῖλον, οὔπω ἕβδομον
μῆνα παρὰ τῇ βασιλείᾳ ἀνύσαντα, κατὰ δέ τινας μὴ
ὅλους δύο ἐνιαυτούς.

Καὶ τούτου σφαγέντος ἔντος δύο κατὰ τ’ αὐτὸν ἀνερρήθησαν
βασιλεῖς, Πρόβος μὲν ἐν τῇ ἑῴᾳ παρὰ τῶν στρατιωτῶν,
έν δὲ Ῥώμῃ παρὰ τῆς συγκλήτου Φλωριανός.
καὶ ἦρχον ἄμφω, Πρόβος μὲν ἐν τῇ Αἰγύπτῳ καὶ
 Συρίᾳ καὶ Φοινίκῃ καὶ Παλαιστίνῃ, ὁ δέ γε Φλωριανὸς 
ἐκ Κιλικίας μέχρις Ἰταλίας καὶ τῶν Ἑσπερίων.
ἀλλ’ οὗτος οὐδ’ ὅλον τρίμηνον ἀνύσας ἐν τῇ ἀρχῇ
καὶ τῆς ζωῆς ἅμα καὶ τῆς ἐξουσίας ἐκπέπτωκεν ἀναιρεθεὶς
ὑπὸ στρατιωτῶν παρὰ Πρόβου λεγομένων
σταλῆναι. τοῦ δὲ θανόντος, ὡς εἴρηται, ὁ Πρόβος 
τὴν ὅλην ἐξουσίαν περιεζώσατο. ὃς ἐλλογιμώτατος
εἶναι ἱστόρηται, καὶ κατὰ πολλῶν ἐθνῶν τρόπαια
στήσασθαι, καὶ τοὺς στρατιώτας, οἱ τὸν Αὐρηλιανὸν
καὶ τὸν Τάκιτον ἀνῃρήκασι, συναγαγεῖν καὶ πολλὰ
ὀνειδίσαι καὶ ἀποκτεῖναι. 
 

 
 Σατορνίνου δὲ Μαυρουσίου τυραννίδι ἐπιχειρήσαντος,
 ὃς ἦν αὐτῷ φίλτατος, τὸν τοῦτο μεμηνυκότα 
ἐτιμωρήσατο, τῇ ἀγγελίᾳ διαπιστῶν· ὁ δὲ Σατορνῖνος
ὑπὸ στρατιωτῶν ἀνῃρέθη. ἕτερος δέ τις ἐν
 Βρεττανίαις ἀποστασίαν διεμελέτησεν, ὃν ἐπὶ τῆς
ἀρχῆς ὁ βασιλεὺς ἐποιήσατο, Βικτωρίνου Μαυρουσίου
ᾠκειωμένου αὐτῷ τοῦτο αἰτησαμένου. καὶ τοῦτο
μαθὼν ὁ Πρόβος ᾐτιᾶτο τὸν Βικτωρῖνον. καὶ ὃς
πεμφθῆναι πρὸς ἐκεῖνον ᾐτήσατο, καὶ ἀπῄει ὡς δῆθεν
 φεύγων τὸν αὐτοκράτορα, καὶ ἀσπασίως ὑπὸ
τοῦ τυραννήσαντος ὑπεδέδεκτο. ὁ δὲ διὰ τῆς νυκτὸς
ἀνελὼν αὐτὸν ἐπανῆλθε πρὸς Πρόβον. ἐφιλεῖτο δὲ
παρὰ πάντων ὁ Πρόβος ὡς πρᾷος καὶ εὐμενὴς καὶ
φιλόδωρος. 
 Οὗτος τῷ ἔθνει τῶν Γερμανῶν ἐπιτιθεμένων 
ταῖς ὑπὸ Ῥωμαίους πόλεσιν ἀντιταττόμενος, τοῦ πολέμου
πλείονα χρόνον ἐπικρατήσαντος ἐν περιστάσει
ἐγένετο, λιμοῦ συμβεβηκότος ἐπὶ τῇ αὐτοῦ στρατᾷ.
ὅτε λάβρος λέγεται καταρραγῆναι ὄμβρος ἐν τό
 αὐτοῦ στρατοπέδῳ, τῷ δ’ ὑετῷ καὶ σῖτον συγκατενεχθῆναι
πολύν, εἰ τισι τοῦτο πιστεύοιτο· καὶ τὴν
στρατιὰν συναγαγοῦσαν αὐτὸν δι’ αὐτοῦ τραφῆναι
καὶ διαπεφευγέναι τὸν κίνδυνον καὶ τοὺς ἐναντίους
κατατροπώσασθαι. 
 Γέγονε δὲ κατ’ αὐτοῦ καὶ ἄλλη τις ἐπανάστασις.
μέρους γὰρ τῆς Εὐρώπης ὁ κάρος ἄρχων ἔγνω τοὺς
ὑπ’ αὐτὸν στρατιώτας βουλευομένους ἀνειπεῖν αὐτὸν
αὐτοκράτορα, καὶ τοῦτο τῷ Πρόβῳ ἐδήλωσε,
δεόμενος ἐκεῖθεν ἀνακληθῆναι. ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν
 ἀφελέσθαι αὐτὸν τὴν ἀρχήν. περιστάντες οὖν οἱ
στρατιῶται τὸν κάρον καὶ ἄκοντα καταδέξασθαι τὴν C
τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴν ἐβιάσαντο, καὶ αὐτίκα σὺν

 
αὐτῷ ἐπὶ Ἰταλίαν ὡρμήκεσαν. καὶ ὁ Πρόβος τοῦτο
μαθὼν στράτευμα ἔπεμψε σὺν ἄρχοντι ἀντιστῆναι
αὐτῷ. ἤδη δὲ πλησιάσαντες οἶ πεμφθέντες τῷ Κάρῳ,
δεσμήσαντες τὸν ἄρχοντα ἑαυτῶν, κἀκεῖνον καὶ
ἑαυτοὺς τῷ Κάρῳ παραδεδώκασιν. ὁ δὲ Πρόβος 
ὑπὸ τῶν οἰκείων ἀνῄρητο δορυφόρων, μαθόντων
τὴν τῶν στρατιωτῶν πρὸς Κᾶρον προσχώρησιν. ὁ δὲ
χρόνος τῆς αὐταρχίας τοῦ Πρόβου οὐχ ὁλόκληροι
γεγόνασιν ἐνιαυτοὶ ἔξ.

Κάρος δὲ τῆς βασιλείας γενόμενος ἐγκρατὴς τοὺς 
οἰκείους υἱοὺς Καρινὸν καὶ Νουμεριανὸν ἐταινίωσε
βασιλικῷ διαδήματι. καὶ αὐτίκα κατὰ Περσῶν ἑξεστράτευσεν ἅμα τῷ ἑνὶ τῶν παίδων Νουμεριανῷ,
καὶ κατέσχε Κτησιφῶντά τε καὶ Σελεύκειαν. μικροῦ
δ’ ἂν ἐκινδύνευσε τὸ στράτευμα τῶν Ῥωμαίων. ἐν 
κοίλῳ γὰρ ἐστρατοπεδεύσατο τόπῳ· ὅ οἱ Πέρσαι
θεασάμενοι τὸν ἐκεῖ παραρρέοντα ποταμὸν εἰς τὸν
 κοῖλον ἐκεῖνον τόπον διὰ διώρυχος ἐπαφείκασι. τοῖς
Πέρσαις δὲ προσβαλὼν ὁ κάρος εὐτύχησε καὶ κατετροπώσατο
αὐτούς· καὶ ἐπανέζευξεν εἰς Ῥώμην ἄγων 
αἰχμαλώτων πληθὺν καὶ λείαν πολλήν. εἶτα τοῦ
ἔθνους ἐπαναστάντος τῶν Σαρμάτων κἀκείνοις
προσμίξας νικᾷ καὶ τὸ ἔθνος ὑπέταξεν. ὃς τὸ μὲν
γένος Γαλάτης ἦν, ἀνδρεῖος δὲ καὶ τὰ πολέμια
δεξιός. ὁ δὲ περὶ τῆς τελευτῆς αὐτοῦ λόγος οὐχ 
ὁμοίως τοῖς ἱστορήσασι συγγράφεται. οἶ μὲν γάρ
 φασι κατὰ οὕννων ἐστρατευκότα ἐκεῖσε ἀναιρεθῆναι,
οἶ δὲ παρὰ τῷ ποταμῷ Τίγρητι λέγουσι αὐτὸν
ἐσκηνῶσθαι, ἐκεῖ καὶ τῆς αὐτοῦ στρατιᾶς βαλομένης
τὸν χάρακα, ἔνθα κεραυνῷ τὴν ἐκείνου σκηνὴν
 

 
βληθῆναι καὶ συνδιαφθαρῆναι αὐτῇ κἀκεῖνον
ἶστόρησαν. 
 Ὦι ἐπεὶ τὸ βιώσιμον εἴθ’ οὕτως εἴτ’ ἄλλως ἐπιλελίπει,
λελοίπει, Νουμεριανὸς ὁ υἱὸς αὐτοῦ μόνος βασιλεὺς
 ἐν τῷ στρατοπέδῳ περιελέλειπτο. καὶ αὐτίκα κατὰ
Περσῶν ἐστρατεύσατο· καὶ συρραγέντος πολέμου,
ἐπικρατεστέρων τε τῶν Περσῶν γεγονότων καὶ κλι-
νάντων νῶτα Ῥωμαίων, οἶ μὲν αὐτὸν ἐν τῇ φυγῇ
συλληφθῆναι ἱστόρησαν καὶ ὅλου τοῦ σώματος τὴν
 δορὰν ἀποσυρῆναι δίκην ἀσκοῦ καὶ οὕτω διαφθαρῆναι,
οἷ δὲ ἐκ Πέρσιδος αὐτὸν ἐπανιόντα ὀφθαλμίᾳ
περιπεσεῖν συνεγράψαντο, καὶ παρὰ τοῦ οἰκείου
πενθεροῦ ἐπάρχοντος τοῦ στρατοπέδου ἀναιρεθῆναι, 
τῇ αὐταρχίᾳ ἐποφθαλμίσαντος, μὴ μέντοι καὶ τυχόντος
 αὐτῆς. ἡ γὰρ στρατιὰ τὸν Διοκλητιαν ’ν αὐτοκράτορα
εἵλετο, ἐκεῖ τότε παρόντα καὶ ἀνδρείας
ἔργα πολλὰ ἐν τῷ κατὰ Περσῶν πολέμῳ ἐπιδειξάμενον. 
 Θάτερος μέντοι τῶν Κάρου υἱῶν ὁ Καρῖνος εἰς
Ῥώμην διάγων χαλεπὸς τοῖς Ῥωμαίοις ἐτύγχανεν,
 ἀσελγὴς γενόμενος καὶ ὠμὸς καὶ μνησίκακος· ὃς ὑπὸ
Διοκλητιανοῦ εἰς Ῥώμην ἐπιδημήσαντος διεφθάρη.
ὁ δὲ τῆς τούτων ἀρχῆς χρόνος οὐ γέγονε καθ’ ὁλόκληρον
τριετής. 
 Ἐν τούτοις τοῖς χρόνοις Μάνης ὁ τρισκατάρατος
 ἐκ τῶν Περσῶν εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένην παρεισφθαρείς,
ἐν ταύτῃ τὸν οἰκεῖον ἰὸν ἐξήμεσεν. ἀφ’
οὗ τὸ τῶν Μανιχαίων ὄνομα μέχρι τοῦ νῦν οὐκ ἐπέλιπεν.
ὃς ποτὲ μὲν παράκλητον ἑαυτὸν καὶ πνεῦμα
ὠνόμαζεν ἅγιον, ᾧ τὸ τῆς πονηρίας πνεῦμα προφανῶς 
 ἐγκατῴκιστο, ποτὲ δὲ Χριστὸν ἑαυτὸν ἐκάλει,
 

 
ὁ ὑπὸ τῶν δαιμόνων εἰς λειτουργίαν ἐκείνοις χρισθείς,
καὶ μαθητὰς ἐπήγετο δώδεκα, τῆς αὐτοῦ
φλυαρίας κοινωνούς τε καὶ κήρυκας, ἣν ἐκ πολλῶν
ἀθέων δογμάτων τῶν ἤδη ἀπεσβηκυιῶν αἱρέσεων
συνεφόρησε. 
 Διονυσίου μέντοι τοῦ τοὺς ἐν Ῥώμῃ πιστοὺς
ποιμαίνοντος ἔτη ἐννέα ἐν ταύτῃ τῇ λειτουργίᾳ
ἠνυκότος καὶ μεταστάντος, Φῆλιξ τὸν τῆς Ῥώμης
ἱερατικὸν διεδέξατο θρόνων. τούτου δὲ μετὰ χρόνον
 θανόντος πενταετῆ, Εὐτυχιανὸς ἠξιώθη τῆς Ῥωμαίων 
ἐπισκοπῆς οὔπω δὲ μησὶ δέκα καὶ οὗτος ἐπισκοπήσας
μετήλλαξε τὴν ζωήν, καὶ ἀντεισήχθη εἰς τὸ τῆς
ποιμαντικῆς λειτούργημα Γάιος οὗπερ ἀμφὶ τὰ
πεντεκαίδεκα ἔτη προστάντος τῆς ἐκκλησίας Μαρκελλῖνος
διάδοχος γέγονεν. οὗτοι δ’ ἦσαν ἐν τοῖς 
χρόνοις τῶν διωγμῶν. ἐν δέ γε τῇ Ἀντιοχέων
ἐκκλησίᾳ μετὰ Δόμνον ἐπεσκόπησε Τιμαῖος, τὸν δὲ
Τιμαῖον διεδέξατο Κύριλλος, καὶ μετὰ Κύριλλον
Τύραννον ὁ θρόνος ἐδέξατο, καθ’ ὃν ἡ τῶν ἐκκλησιῶν
πολιορκία τὴν ἀκμὴν ἔσχηκε καὶ ἡ τυραννὶς 
ἀφόρητος γέγονε. τῆς δὲ τῶν Ἱεροσολύμων ἐκκλησίας
τὸν Ὑμέναιον προέστη Ζάβδας, οὗ κεκοιμηένου
μετ’ οὐ πολὺ Ἑρμῶν τὸν θρόνον τοῦτον
ἐκόσμησεν. ἐν δὲ τῇ Ἀλεξανδρείᾳ, Μαξίμου, τοῦ
μετὰ Διονύσιον ἔτεσιν ὀκτωκαίδεκα τὴν ἱερουργίαν 
ἀνύσαντος, τὸ χρεὼν λειτουργήσαντος, Θεωνᾶς ἐπεσκό-
 πησεν. ὃν διεδέξατο Πέτρος, ὃς καὶ τὸν τοῦ μαρτυρίου·
στέφανον ἤρατο, τὴν κεφαλὴν ἐκτμηθείς.

Αἱ μὲν οὖν τῶν ἀρχιερέων τούτων διαδοχαὶ
 ἔσχον οὓτως. Διοκλητιανὸς δὲ τὴν ἡγεμονίαν λαχών, 
 

 
ὃς Δαλμάτης μὲν ἦν τὸ γένος, πατέρων δ’ ἀσήμων,
τινὲς δὲ καὶ ἀπελεύθερον αὐτόν φασιν Ἀνουλίνου
συγκλητικοῦ, ἐξ εὐτελῶν στρατιωτῶν δοὺξ Μυσίας
ἐγένετο. ἄλλοι δὲ κόμητα δομεστίκων αὐτὸν γενέσθαι
 φασί· δομεστίκους δέ τινες τοὺς ἱππέας νομίξουσι.
διαλεγόμενος δὲ τοῖς στρατιώταις διεβεβαίου
μὴ κοινωνῆσαι τῷ φόνῳ τοῦ Νουμεριανοῦ· καὶ ἐν
τῷ ταῦτα λέγειν στραφεὶς πρὸς τὸν Ἂπρον ἔπαρχον
ὄντα τοῦ στρατεύματος “οὗτος” ἴφη “ὁ ἐκείνου φονεύς”, 
 καὶ αὐτίκα τῷ μετὰ χεῖρας ξίφει αὐτὸν ἀνεῖλεν.
ἐν δὲ τῇ Ῥώμῃ γενόμενος τῶν τῆς ἀρχῆς
πραγμάτων ἀντεποιεῖτο καὶ τῆς τούτων ἥψατο διοικήσεως.
ἀπιδὼν δὲ πρὸς τὸ τῆς βασιλείας ὑπέρογκον,
κοινωνὸν αὐτῆς προσλαμβάνεται κατὰ τὸ
 τέταρτον ἔτος τῆς ἡγεμονίας αὐτοῦ, ἢ καθ’ ἑτέροι
κατὰ τὸ δεύτερον, Μαξιμιανὸν τὸν Ἑρκούλιον, μὴ
ἑαυτὸν μόνον ἀρκοῦντα πρὸς τοσαύτης ἀρχῆς διοίκησιν
λογισάμενος. 
 Ἄμφω τοίνυν συμπνεύσαντες διωγμὸν ἐγείρουσι
 κατὰ χριστιανῶν, τῶν πρὶν γεγονότων ἀπάντων σφοδρότερόν
τε καὶ ἀγριώτερον. ἐκθύμως γὰρ ἢ μᾶλλον
περιμανῶς τὸ τοῦ θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
ἔσπευδον ἐκ πάσης γῆς ἐξαλεῖψαι σωτήριον ὄνομα.
ὅτε κατὰ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν τοσοῦτοι ὑπὲρ τῆς
 εἰς Χριστὸν ὁμολογίας ἠνδρίσαντο, ὡς μηδ’ ἀριθμῷ
σχεδὸν αὐτοὺς ὑπαχθῆναι ῥᾴδιον εἶναι· ἔργον
γὰρ τοῦτο τῶν ἄλλων ἁπάντων ἐτίθεντο σπουδαιότερον. 
 Βουσίρεως δὲ καὶ Κοπτοῦ πόλεων Αἰγυπτιακῶν
 περὶ τὰς ἐκεῖ Θήβας οἰκουμένων εἰς ἀποστασίαν
ἐκκλινασῶν, ὁ Διοκλητιανὸς ἐκστρατεύσας κατ’ αὐτῶν
εἷλέ τε αὐτὰς καὶ κατέσκαψεν. εἶτ’ αὖθις

 
Ἀλεξάνδρεια καὶ ἡ Αἴγυπτος ἀντῆραν χεῖρα Ῥωμαίοις,
Ἀχιλλέως τινὸς εἰς τοῦτο τοὺς Αἰγυπτίους ὑπαγαγόντος·
ἀλλὰ Ῥωμαίων αὐτοῖς ἐπελθόντων σὺν
D Διοκλητιανῷ, οὐκ ἀντέσχον ἐπὶ πολύ, καὶ πολλοὶ
τῶν αἰτίων τῆς στάσεως ἀνῃρέθησαν, καὶ αὐτὸς 
Ἀχιλλεύς. 
 Διοκλητιανὸς δὲ καὶ Μαξιμιανὸς Καίσαρας ἐχειροτόνησαν
τοὺς ἑαυτῶν κηδεστάς, ὁ μὲν Διοκλητιανὸς
Μαξιμῖνον τὸν Γαλέριον, τὴν οἰκείαν θυγατέρα
συζεύξας αὐτῷ Βαλερίαν· ὁ δ’ Ἑρκούλιος 
Μαξιμιανὸς Κώνσταντα, ὃς ἐπεκλήθη Χλωρὸς διὰ
τὴν ὠχρότητα, θυγατριδοῦν ὄντα Κλαυδίου τοῦ πρὸ
μικροῦ βασιλεύσαντος, ὡς ἤδη μοι εἴρηται, καὶ αὐ(??)τὸς
τούτῳ τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα Θεοδώραν κατεγκυήσας.
καὶ ἄμφω δὲ τὼ Καίσαρε τούτω γαμετὰς 
εἰχέτην, ἀλλὰ διὰ τὸ πρὸς τοὺς βασιλεῖς κῆδος τὰς
μὲν ἀπώσαντο, ταῖς δὲ τῶν βασιλέων θυγατράσι
συνῴκησαν. 
 Ἀμάνδου δέ τινος νεωτερίσαντος ἐν Γαλλίαις,
Μaξιμιανὸς ἐκεῖσε γενόμενος τὸν νεωτερισμὸν κατέστειλε. 
Κράσσον δὲ Βρεττανίαν κατεσχηκότα ἐπὶ
ἐνιαυτοὺς τρεῖς ὁ ἔπαρχος ἀνεῖλεν Ἀσκληπιόδοτος·
καὶ πέντε τινῶν Γεντιανῶν τὴν Ἀφρικὴν κατασχόντων
ὁ Ἑρκούλιος τούτους κατηγωνίσατο. 
 Ὁ δέ γε Καῖσαρ Κώνστας ἐν ταῖς Γαλλίαἰς πρὸς 
Ἀλαμαννοὺς μαχόμενος τῆς αὐτῆς ἡμέρας ἥττητο καὶ
νενίκηκε. πρότερον μὲν γὰρτῶν Ἀλαμαννῶν τῇ αὐτοῦ
στρατιᾷ μετὰ ῥύμης ἐφορμησάντων σφοδρᾶς, εἰς
φυγὴν ἐτράπησαν ἅπαντες οἶς καὶ αὐτὸς ὁ Κώνστας
συναποδιδράσκων ἑάλω ἂν παρὰ βραχύ. ὀπίσω γὰρ 
ἐρχόμενος κεκλεισμένας εὗρε τὰς πύλας τῆς πόλεως·
οἱ δὲ διώκοντες ἐγγίζοντες ἤδη ἕτοιμοι ἦσαν ἐκεῖνον

 
συλλήψεσθαι, καὶ κἂν ἀπήχθη δέσμιος, εἰ μὴ σχοίνους
ἐκ τοῦ τείχους ἄνωθεν καθιμήσαντες ταύταις
αὐτὸν ἀνιμήσαντο. οὕτω δὲ περισωθεὶς καὶ τῆς πόλεως
ἐντὸς γεγονώς, καὶ τὴν στρατιὰν ἀθροίσας αὐτίκα
 καὶ λόγοις αὐτὴν παρακλητικοῖς εἰς ἀλκὴν διεγείρας
 καὶ θάρσος οἷον ἐμπνεύσας αὐτῇ, ἔξεισιν 
εὐθὺς καὶ συμμίξας τοῖς πολεμίοις νικᾷ νίκην
περιφανῆ, ὥστε περὶ ἑξήκοντα χιλιάδας ἐκείνων
πεσεῖν. 
 Περσῶν δὲ Ναρσοῦ βασιλεύοντος, ὃς ἕβδομος
ἀναγράφεται βασιλεῦσαι Περσῶν ἀπὸ Ἀρταξέρξου,
οὗ πρόσθεν ἡ ἱστορία ἐμνημόνευσεν ὡς αὖθις Πέρσαις
ἀνανεωσαμένου τὴν βασιλείαν· μετὰ γὰρ τὸν 
Ἀρταξέρξην τοῦτον ἢ Ἀρταξάρην, διώνυμον ὄντα,
 Σαπώρης ἦρξε Περσῶν, καὶ μετ’ ἐκεῖνον Ὁρμίσδας,
εἶτα Οὐαραράνης, καὶ μετὰ τοῦτον Οὐαραράκης, καὶ
αὖθις ἄλλος Οὐαραράνης, καὶ ἐπὶ τούτοις Ναρσῆς·
τοῦ Ναρσοῦ τοίνυν τούτου τότε τὴν Συρίαν ληιζομένου,
τὸν ἴδιον γαμβρὸν τὸν Γαλέριον Μαξιμῖνον
 ὁ Διοκλητιανός, διὰ τῆς Αἰγύπτου ἐπὶ τοὺς Αἰθίοπας
ἀπιών, συμβαλεῖν αὐτῷ μετὰ δυνάμεως ἀξιομάχου
ἐξέπεμψεν. ὃς καὶ συμμίξας τοῖς Πέρσαις
ἡττήθη καὶ ἔφυγεν. αὖθις δὲ μετὰ πλείονος αὐτὸν
ὁ Διοκλητιανὸς ἐξέπεμψε στρατιᾶς. συμβαλὼν οὖν
 αὐτοῖς πάλιν, οὕτως ἐνίκησεν ὡς καὶ τὴν προτέραν
ἧτταν ἀνακαλέσασθαι. τούς τε γὰρ πλείονας ἀπέκτεινε 
τῶν Περσῶν καὶ τὸν Ναρσῆν τρωθέντα
μέχρι τῆς ἐνδοτέρας Πέρσιδος ἐδίωκε, καὶ τὰς τούτου
γυναῖκας καὶ τοὺς παῖδας καὶ ἀδελφὰς αἰχμαλώ-
 τους ἀπήγαγε, καὶ χρήματα ὅσα ἐπήγετο Ναρσῆς
στρατευόμενος ἐχειρώσατο, καὶ πολλοὺς τῶν ἐν Πέρσαις
ἐπιφανῶν. ἀναρρωσθεὶς δ’ ἐκ τοῦ τραύματος


 
ὁ Ναρσῆς πρεσβείαν πρὸς Διοκλητιανὸν καὶ Γαλέριον
ἐποιήσατο, τοὺς παῖδας καὶ τὰς γυναῖκας ἀποδοθῆναι
αὐτῷ ἀξιῶν σπονδὰς θέσθαι εἰρηνικάς. καὶ ἔτυχε
τῆς αἰτήσεως, ἐκστὰς τοῖς Ῥωμαίοις ὅσων ἐβούλοντο. 
 Καὶ ἄλλους δὲ πολλοὺς πολέμους κατώρθωσαν 
 Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανός, τοὺς μὲν δι’ ἑαυτῶν
ἢ τῶν Καισάρων, τοὺς δὲ διὰ στρατηγόν, καὶ τοὺς
ὅρους τῆς βασιλείας ἐπλάτυναν. οἶς ἐπαρθεὶς ὁ
Διοκλητιανὸς καὶ μέγα φρονήσας οὐκέτι προσαγορεύεσθαι
παρὰ τῆς γερουσίας ὡς πρῴην ἠνείχετο, ἀλλὰ 
προσκυνεῖσθαι ἐθέσπισε, καὶ τἀς ἐσθῆτας ἑαυτοῦ καὶ
τὰ ὑποδήματα χρυσῷ καὶ λίθοις καὶ μαργάροις ἐκόσμησε,
καὶ πλείονα πολυτέλειαν τοῖς βασιλικοῖς
παρασήμοις ἐνέθετο. οἶ πρῴην γὰρ βασιλεῖς κατὰ
τοὺς ὑπάτους τετίμηντο, καὶ τῆς βασιλείας παράσημον 
μόνον εἶχον πορφυροῦν περιβόλαιον.

Τοῦ διωγμοῦ δ’ ἐπιταθέντος, καὶ ἀναριθμήτων
 ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ὑπὲρ τῆς εἰς Χριστὸν ὁμολογίας
θνησκόντων, καὶ τῶν πιστῶν ἔτι πλεοναζόντων,
ἐκμανέντες οἶ τύραννοι οὗτοι περὶ τὸ πλεοναζόντων, 
’τον ἔτος τῆς Διοκλητιανοῦ βασιλείας θεσπίσματα
πανταχοῦ διεπέμψαντο καθαιρεῖσθαι καὶ κατασκάπτεσθαι
τὰς τῶν χριστιανῶν ἐκκλησίας κελεύοντα
καὶ τὰς βίβλους αὐτῶν κατακαίεσθαι καὶ τοὺς
ἱερεῖς αὐτῶν ὡς διδασκάλους καὶ κήρυκας τῆς 
πίστεως ἀσυμπαθῶς προσαπόλλυσθαι, τῶν δ’ ἄλλων
τοὺς ἀξίαις ἢ στρατείαις κατειλεγμένους ἀτίμως
ἐξελαύνεσθαι καὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς στρατείας, τοὺς
δὲ τύχης ἰδιώτιδος ὄντας δουλοῦσθαι. 
 

 
 Ἡδη δὲ εἰκοστὸν διανύσαντος ἐνιαυτὸν Διοκλητιανοῦ
παρὰ τῇ ἀρχῇ, ἐκ συμφώνου ἄμφω τὼ αὐτοκράτορε
τὴν βασιλείαν ἀπέθεντο, δημοσίᾳ μὲν τὸν 
ὄχλον τῶν πραγμάτων ἀποσκευάζεσθαι λέγοντες· οἶς
 δὲ τὰ τῆς καρδίας ἐξεκάλυπτον κρύφια, ἐξ ἀπονοίας
ὡμολόγουν ἀποτίθεσθαι τὴν ἀρχήν, ὅτι μὴ περιγενέσθαι
χριστιανῶν ἠδυνήθησαν μηδ’ ἀποσβέσαι τὸ
χριστώνυμον κήρυγμα, μηδὲ τῆς βασιλείας ἀπολαύειν
αἱρούμενοι. ἀποθέμενοι δὲ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν
 αὐτὴν ἡμέραν ἐκ συνθήματος ὁ μὲν ἐν Νικομηδείᾳ,
ὁ δὲ Μαξιμιανὸς ἐν Μεδιολάνῳ, καὶ ἰδιωτεύσαντες,
Διοκλητιανὸς μὲν ἐν Σάλωνι πόλει τῆς Δαλματίας
διῆγεν, ἥτις ἦν αὐτοῦ καὶ πατρίς, ὁ δ’ Ἑρκούλιος
ἐν Λουκανίᾳ. πρὸ δὲ τῆς ἀποθέσεως τῆς ἀρχῆς τὸν
 ἐπὶ τῇ νίκῃ τῶν Περσῶν ἐπανελθόντες ἐν Ῥώμῃ
κατήγαγον θρίαμβον, ἐν ᾧ τάς τε τοῦ Ναρσοῦ γαμετὰς
καὶ τὰ τέκνα καὶ τὰς ὁμαίμονας ἐθριάμβευσαν D
καὶ ἀρχηγοὺς ἑτέρων ἐθνῶν καὶ τὸν πλοῦτον ὅσον
ἐκ Περσῶν ἐληίσαντο. 
 Ἀλλ’ ἐνταῦθα δηλωθῆναι καλὸν ὅθεν τὸ τοῦ 
θριάμβου ἐξείληπται ὄνομα. φασὶν οὖν κληθῆναι
τοῦτον ἐκ τῶν θρίων, ἅ ἐστι τὰ τῆς συκῆς φύλλα.
πρὸ γὰρ τοῦ τὰ προσωπεῖα ἐπινοηθῆναι τοῖς σκηνικοῖς
συκῆς φύλλοις τὰ ἑαυτῶν καλύπτοντες πρόσωπα
 δι’ ἰάμβων ἐποιοῦντο τὰ σκώμματα· καὶ οἱ στρατιῶται
δὲ ἐν ταῖς ἐπινικίοις πομπαῖς φύλλα συκῆς
ταῖς ἑαυτῶν ἐπάγοντες ὄψεσιν εἰς τοὺς τὰς πομπὰς
ποιοῦντας ἀπέσκωπτον· κἀντεῦθεν ὀνομασθῆναι νομίξεται
θριάμβους τὰς ἐπινικίους πομπάς. ἕτεροι δέ
 

 
φασιν ὀνομασθῆναι τὸν θρίαμβον, ὅτι ἐκ τριῶν
 οἱ 643 οἶ τὴν πομπὴν πληροῦντες συνίσταντο τάξεων,
τῆς συγκλήτου, τοῦ δήμου, καὶ τῶν στρατιωτῶν, καὶ
ἐκ τοῦ βαίνειν ὁμοῦ τὰς τάξεις τὰς τρεῖς τρίαμβόν
τινα κληθῆναι, ἀντὶ δὲ τοῦ τݲ τὸ θݲ
διὰ τὸ εὐφωνότερον. 
 Μετὰ δὲ τὴν ἐπινίκιον ταύτην πομπὴν ἐκεῖνοι
μὲν τῆς ἐξουσίας ἀπέστησαν, τοὺς Καίσαρας δ’ ἀνέδειξαν
αὐτοκράτορας, μερίσαντες αὐτοῖς τὴν ἀρχήν,
καὶ τὴν μὲν ἑῴαν μοῖραν τῷ Γαλερίῳ προσκληρώσαντες 
Μαξιμίνῳ σὺν τῷ Ἰλλυρικῷ, τῷ Χλωρῷ δὲ
Κώνσταντι προσνείμαντες τὰ ἑσπέρια σὺν τῇ Ἀφρικῇ.
τούτων δὲ οὕτω γεγονότων οἱ στρατιῶται, οἳ
πραιτωριανοὶ ἐκαλοῦντο, τὸν υἱὸν τοῦ Ἑρκουλίου
Μαξιμιανοῦ τὸν Μαξέντιον βασιλέα ἐν τῇ Ῥώμῃ 
ἀνεῖπον. 
 Ἐκ τοίνυν τῶν τριῶν τούτων ὁ μὲν Κώνστας
ἐν Βρεττανίaις καὶ ταῖς Κοττίαις Ἄλπεσι καὶ ταῖς
Γαλλίαις κρατῶν τοῖς τὸν Χριστὸν σεβομένοις μάλα
ἐπιεικῶς προσεφέρετο, ἀλλὰ μέντοι καὶ πᾶσι τοῖς 
ὑπ’ αὐτόν, καὶ ὑπερόπτης χρημάτων ἐτύγχανε.
Μαξιμῖνος δὲ τῆς ἑῴας ἄρχων καὶ κατὰ χριστιανῶν
διωγμὸν κεκίνηκεν ἐπαχθέστατον καὶ τοῖς ἄλλοις
τῶν ὑπηκόων βαρύτατα προσεφέρετο. γυναικομανέστατος
γὰρ καὶ μοιχικώτατος ὢν οὐκ ἰδιώτιδας μόνον 
γυναῖκας ἀκούσας ἐλάμβανε καὶ ταύτας ἐμοίχευεν,
ἀλλὰ καὶ τὰς τῶν περιφανῶν ἀνδρῶν γαμετὰς
βίᾳ τῶν ἀνδρῶν ἀποσπῶν καὶ ἐνυβρίζων αὐταῖς
οὕτως πρὸς τοὺς ἰδίους ταύτας συνεύνους ἀνέπεμπε.
 μαντείαις δ’ ἦν προσεσχηκὼς τοσοῦτον ὡς μηδὲ 
τοὐλάχιστον ἄνευ ποιεῖν μαντειῶν, καὶ διὰ τιμῆς
αὐτῷ οἱ ποιοῦντες τὰ ἀπόρρητα ἤγοντο. οὗτος τῶν

 
εὐσεβῶν πανωλεθρίαν κατεψηφίσατο, καὶ τὰς ὑπάρξεις
δημεύεσθαι ἀπεφήνατο, οὐδὲν ἕτερον
τοῖς ἀναιτίοις προσάπτων αἰτίαμα ἢ τὴν θεογνωσίαν
καὶ τὴν πίστιν τὴν εἰς Χριστόν.

Μαξέντιος δ’ ἐν Ῥώμῃ οὐδέν τι τύραννος τοῖς ὑπηκόοις ἐτύγχανεν ὤν, ἀλλ’ ἐπ’ ἴσης
τῷ Μαξιμίνῳ διεῖπε τὰ τῆς ἀρχῆς, λυττῶν κἀκεῖνος
κατὰ τῶν ὑπὸ χεῖρα χριστιανῶν, καὶ πάσαις αὐτοὺς
ὑπάγων κακώσεσι, καὶ πρὸς πάντας δὲ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν
 πικρότατα διακείμενος. σφαγάς τε γὰρ πολλῶν 
περιφανῶν ἀνδρῶν ἐξ οὐδεμιᾶς ἐνδίκου δίκης ἐτίθετο,
καὶ μοιχείας ὁσημέραι εὐγενῶν ἐτόλμα γυναίων
καὶ παρθένων φθοράς, ἐνυβρίζων αὐταῖς ἀναιδέστατα,
καὶ οὐσιῶν ἀφαιρέσεις ἀδίκους τοῖς εὐποροῦσιν
 ἐπῆγε, καὶ καιναῖς εἰσπράξεσι καὶ βαρείαις ἐπίεζε τὸ
ὑπήκοον. 
 Οὗτος ἐν Ῥώμῃ εὐγενεστάτης τινὸς γυναικός,
ἀλλὰ μέντοι καὶ σώφρονος ἀνδρὶ συζώσης τῶν ἐν
Ῥώμῃ ἐπιφανῶν ἐρασθεὶς ἀκόλαστον ἔρωτα, ἔστειλε
 τοὺς τὰ τοιαῦτα διακόνου μένους αὐτῷ τὸ γύναιον
ἄξοντας. ὡς δ’ ἐκεῖνο ἐπιστάντας τῶ οἴκω τοὺς προαγωγοὺς
καὶ τὴν αἰτίαν τῆς αὐτῶν ἐπιδημίας
ἐμεμαθήκει, καὶ ἀπαραίτητον τὴν πρὸς τὸν τύραννον
ἀπέλευσιν ᾔσθετο, ὁ γὰρ ἀνὴρ αὐτῆς φόβῳ τοῦ θανεῖν 
 ὑποπτήσσων λαβεῖν τὴν γυναῖκα καὶ ἄγειν ἐπέτρεπεν,
ἑτέρωθεν δ’ οὐκ ἦν αὐτῇ ἐπικούρημα, ὥραν
αὐτῇ βραχεῖαν ἐνδοῦναι ᾐτήσατο, ἵν ἐπικοσμηθείη
καὶ οὕτω σὺν αὐτοῖς ἀπελεύσοιτο. ἦν δὲ καὶ τὸν
Χριστὸν ἡ γυνὴ σεβομένη καὶ τὸ θεῖον μεμυημένη
 μυστήριον εἰσῆλθεν οὖν εἰς τὸν ἑαυτῆς κοιτωνί-
 

 
σκον, καὶ μονωθεῖσα διεχειρίσατο ἑαυτήν, ἔν’ ἀνύβριστος
μείνῃ καὶ τὴν σωφροσύνην μὴ πρόοιτο,
ἑλομένη τὸν ἑκούσιον θάνατον, καὶ τὸ σῶμα νεκρὸν
τοῖς προαγωγοῖς καὶ τῷ ἐναγεῖ ἐραστῇ καταλείψασα. 
 Οἱ μὲν οὖν οὕτως ἦρχον, Διοκλητιανὸς δὲ καὶ 
Μαξιμιανὸς ἰδιωτεύοντες ἔθανον. περὶ δὲ τῆς σφῶν
τελευτῆς διαφωνοῦσιν οἶ συγγραφεῖς. ὁ μὲν γὰρ
 Εὐσέβιος ἐν τῷ ὀγδόῳ λόγῳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς
ἱστορίας ἔκστασιν τὸν Διοκλητιανὸν ὑποστῆναι λέγει
φρενῶν καὶ νόσῳ χρονίᾳ τὸ σῶμα κατασκελετευθέντα 
βιαίως τὴν ἀθλίαν αὐτοῦ ψυχὴν ἀπερεύξασθαι, τὸν δέ
γε ΜαξιμιανὸντὸνἙρκούλιον ἀγχόνῃ ἑαυτὸν τῆς ζωῆς
ὑπεξαγαγεῖν· ἕτεροι δ’ οὐχ οὕτως ἱστοροῦσι τούτους
θανεῖν, ἀλλὰ μεταμεληθέντας καὶ τῆς ἀρχῆς αὖθις
ἐπιλαβέσθαι βουλευομένους φωραθῆναι καὶ δόγματι 
τῆς συγκλήτου ἀναιρεθῆναι. 
 Εἰσὶ δὲ καὶ οἳ τὸν Ἑρκούλιον λέγουσι τῆς βασιλείας
αὐθις ἐφιέμενον τῷ Διοκλητιανῷ κοινώσασθαι
τὸ αὖθις πειραθῆναι τὴν βασιλείαν ἀναλαβεῖν· τὸν
δὲ παραιτήσασθαι. ἐκεῖνον δὲ πρὸς τὸ τῶν Ῥωμαί- 
 ὢν παρελθόντα συνέδριον φάναι μὴ ἀρκεῖν τὸν υἱὸν
αὐτοῦ εἰς τὴν τῶν κοινῶν πραγμάτων διοίκησιν.
κινηθέντων δὲ τῶν στρατιωτῶν πρὸς θυμὸν ἐπὶ τῷ
λόγῳ αὐτοῦ ὡς σφετεριζομένου τὴν ἀρχήν, τὸν Ἑρκούλιον
τὸν κίνδυνον δείσαντα μὴ οὕτω γνώμης 
ἔχειν εἰπεῖν, ἀλλὰ διάπειραν τῶν στρατευομένων
ποιούμενον, ὅπως ἔχουσι πρὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ διαθέσεως,
ταῦτα εἰπεῖν· καὶ οὕτω καταστεῖλαι τὸν
θόρυβον τῶν στρατιωτῶν. εἶτα εἰς Γαλλίας ἐλθεῖν
πρὸς τὸν μέγαν Κωνσταντῖνον, κηδεστὴν αὐτοῦ καὶ 
 

 
αὐτὸν ὄντα ἐπὶ Φαύστᾳ τῇ αὐτοῦ θυγατρί, κἀκείνῳ
ἐπιβουλεύοντα καὶ πειρώμενον τὴν ἐκείνου βασιλείαν
λαβεῖν· γνωσθῆναι δὲ κἀκεῖσε καὶ ἀποκρουσθῆναι
τοὐ ἐγχειρήματος, καὶ οὕτως ἀπάγξασθαι. 
 Ἀλλ’ οὗτοι μὲν ἑνί γέ τῳ τρόπῳ τῶν εἰρημένων 
τὴν ζωὴν ἐξεμέτρησαν, Κώνστας δὲ ἑνδέκατον ἠνυκὼς
ἐνιαυτὸν παρὰ τῇ ἀρχῇ ἐξ ὅτου Καῖσαρ ἀνηγορεύθη,
καὶ ἠπίως ἄρξας καὶ προσηνῶς, ἐν Βρεττανίαις
διάγων κατέλυσε τὴν ζωήν, πένθος ἑαυτοῦ
 τοῖς ὑπ’ αὐτὸν καταλελοιπὼς διὰ τὴν χρηστότητα,
πρότερον τὸν πρεσβύτερον τῶν οἰκείων υἱῶν τῆς
ἀρχῆς καταστήσας διάδοχον, τὸν μέγαν δηλαδὴ Κωνσταντῖνον,
ὃν ἐκ τῆς προτέρας αὐτοῦ ἐγείνατο γαμετῆς.
εἶχε δὲ κἀκ τῆς δευτέρας τῆς τοῦ Ἑρκουλίου
 θυγατρὸς Θεοδώρας ἑτέρους υἱούς, Κωνσταντῖνον,
Ἀναβαλλιανὸν καὶ Κωνστάντιον. προτετίμητο 
δὲ τούτων ὁ μέγας Κωνσταντῖνος, ὅτι ἐκεῖνοι τῷ
πατρὶ ἀνεπιτήδειοι πρὸς τὴν βασιλείαν ἐκρίθησαν.
τὸ δ’ ὅλον ἦν ἐκ θεοῦ οἰκονομηθὲν ὑπὲρ τοῦ θείου
ὢ κηρύγματος, ἢ μᾶλλον καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν τῇ
Ρωμαίων ὑποκειμένων ἀρχῇ, ἵνα δι’ αὐτοῦ καταλυθεῖεν
αἱ τυραννίδες. λέγεται γὰρ ὅτι νοσοῦντι τῷ
Εώνσταντι καὶ ἀθυμοῦντι διὰ τὴν ἐπὶ τοῖς ἄλλοις
παισὶν ἀποτυχίαν ἄγγελος ἐπέστη, τῷ Κωνσταντίνῳ
 κελεύων τὴν ἐξουσίαν καταλιπεῖν. 
 Τοῦτον δὴ τὸν Κωνσταντῖνον ὁ πατὴρ μειράκιον
ὄντα τῷ Γαλερίῳ εἰς ὁμηρείαν παρέσχετο, ἵν ὁμηρεύων
ἄμα καὶ πρὸς ἄσκησιν γυμνάζοιτο τῆς τέχνης
τῆς στρατιώτιδος. ὁ δὲ περιδέξιον τοῦτον ὁρῶν καὶ
 

 
 φθονῶν αὐτῷ ἐπεβούλευε. καὶ πρῶτον μὲν τοῖς
Σαρμάταις μαχόμενος τῷ ἐκείνων ἀρχηγῷ ἐκ τῆς
πανοπλίας ἐπισήμῳ τυγχάνοντι προσέταξεν ἐπελθεῖν.
ὁ δὲ καὶ ἐπῆλθε καὶ ἁρπάσας αὐτὸν ζῶντα τῷ Γαλερίῳ
ἐκόμισεν. εἶτα λέοντα φρικτόν τινα θῆρα καὶ 
παλαμναῖον ἐκέλευσε δέξασθαι. ὁ δὲ καὶ τοῦτον τὸν
ἄεθλον ἤνυσεν ἐπικινδύνως μέν, τῆς θείας δέ γε χάριτος
συντηρούσης αὐτόν. γνοὺς δ’ ἐντεῦθεν φθονούμενος
παρὰ τοῦ Γαλερίου καὶ ἐπιβουλευόμενος,
νυκτὸς μετά τινων οἷς ἐθάρρει ἀπέδρα καὶ πρὸς τὸν 
πατέρα ἐπανελήλυθε.

Καὶ ὁ μὲν οὕτως τόν τε κίνδυνον διαπέφευγε
 καὶ τῆς πατρῴας βασιλείας ἠξίωτο. Μαξιμῖνος δὲ
 κοινωνὸν τῆς ἀρχῆς τὸν Λικίνιον προσειλήφει, ἐκ
Δακῶν ἕλκοντα τὴν τοῦ γένους σειρὰν καὶ γαμβρὸν 
ὄντα ἐπ’ ἀδελφῇ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου. κοινωνὸν
δὲ τῆς βασιλείας αὐτὸν ποιησάμενος τὸν μὲν
ἐν τῷ Ἰλλυρικῷ καταλέλοιπεν, ἔν’ ἀμύνῃ τοῖς Θρᾳξὶν
ὑπὸ βαρβάρων ληιζομένοις, ἐκεῖνος δ’ εἰς Ῥώμην
ἀφίκετο μαχόμενος πρὸς Μαξέντιον. εἶτα τοὺς 
οἰκείους ὑπόπτους σχὼν στρατιώτας, καὶ φοβηθεὶς
μὴ πρόσθοιντο τῷ ἐχθρῷ, ἀπέστη τῆς μάχης καὶ ἀνεχώρησε.
μεταμεληθεὶς δ’ ἐπὶ τῇ προσλήψει τοῦ
 Λικινίου, πρότερον μὲν λαθραίως αὐτῷ ἐπεβούλευεν,
εἶτα καὶ μάχην κατ’ αὐτοῦ εἰς τοὐμφανὲς συνεστήσατο. 
καὶ συμβαλὼν αὐτῷ τρέπεται, καὶ ἡττώμενος
ἔφυγε, καὶ ἐν τῇ φυγῇ ἑαυτὸν διεχρήσατο. 
 Οἱ μὲν οὖν τοιούτῳ τέλει καταλῦσαι τὴν ζωὴν
 
 

 
τὸν Μαξιμῖνον ἱστόρησαν, οἱ δὲ κατὰ χριστιανῶν
ἐκμανέντα μετελθεῖν αὐτὸν τὴν θείαν παραδεδώκασι
δίκην. ἕλκος γὰρ ἐνσκῆψαν αὐτοῦ περὶ τὸν βουβῶνα
καὶ τὴν αἰδῶ χαλεπώτατον τὰ τῆς ἀκολασίας
αὐτοῦ ἐπιβόσκεσθαι ὄργανα. ἐκ δέ γε τῆς σήψεως
τούτων καὶ σκώληκας ἀναβράσσεσθαι, καὶ εἶναι τὸ
πάθος ἀνίατον. ἰατρῶν δὲ τοὺς μὲν αὐτόθεν ἀπαγορεύοντας
τὴν ἐγχείρησιν ὠμῶς ἀποσφάττεσθαι,
τοὺς δ’ ἐπιχειροῦντας μέν, μὴ δυναμένους δ’ ἀκέσασθαι, 
 κτείνεσθαι ἀπηνέστατα, ὅτι μὴ
ἀδύνατα. ὀψὲ δ’ οὑν ὑποτοπῆσαι τὸν τύραννον διὰ
τοὺς ἀδίκους φόνους τῶν τὸν Χριστὸν σεβομένων
τιννύναι δίκην, καὶ ἐκθέσθαι θεσπίσματα πανταχοῦ
κελεύοντα παυθῆναι τὸν κατὰ χριστιανῶν διωγμόν,
 καὶ ζῆν ἐκείνους καὶ θρησκεύειν ὡς βούλοιντο, εὔχεσθαί
τε ὑπὲρ αὐτοῦ. κἀνταῦθα δὲ διττοὶ λέγονται
λόγοι. ὁ μὲν γὰρ ἀπαλλαγῆναι τοῦ πάθους αὐτὸν
παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα φησίν, εἶτ’ αὖθις ἐπεγεῖραι τὸν
διωγμόν, καὶ ἀδιόρθωτον μεῖναι, ἕως οὗ τοὐ ἐν χειρὶ
 κυρίου ποτηρίου τὸν τρυγίαν ἐξέπιεν· ὁ δ’ ἕτερος
ἀρνεῖται τῷ ἀσεβεῖ τὴν ἀνάρρωσιν, ὡς ἐκ τῆς εἰρημένης Β
τελευτήσαντι νόσου καὶ ἀνενεγκόντι διὰ στόματος
σκώληκας. 
 Ὁ μὲν οὖν καθ’ ἴνα τρόπον τῶν ἱστορηθέντων
 βιαίως ἀπέρρηξε τὴν ζωήν.

Οὕτω μὲν οὖν, ὡς εἴρηται, τῆς τοῦ πατρὸς βασιλείας
 ὁ μέγας Κωνσταντῖνος διάδοχος γέγονεν, ὁ
ἐν βασιλεῦσιν ἀοίδιμος καὶ ἐν ὀρθοδόξοις ἐπισημότατος.
ὃς ἐκ τῆς μακαρίας Ἑλένης γεγένητο τῷ
πατρί, περὶ ἧς διαφωνοῦσιν οἱ συγγραφεῖς καὶ 
παρ’ αὐτοῖς τὰ περὶ ταύτης οὐχ ὡμολόγηται. οἱ
μὲν γὰρ τῷ Κώνσταντι νόμῳ γάμου φασὶν αὐτὴν
συνοικεῖν, ἀποπεμφθῆναι δέ, τοῦ Μαξιμιανοῦ Ἑρκουλίου,
ὡς ἔμπροσθεν εἴρηται, τὴν οἰκείαν παῖδα
τὴν Θεοδώραν τούτῳ κατεγγυήσαντος καὶ ἀναδείξαντος 
Καίσαρα· οἶ δὲ οὐ γαμετὴν αὐτὴν γενέσθαι
νόμιμον τοῦ Κώνσταντος ἱστόρησαν, ἀλλὰ πάρεργον
 ἐρωτικῶν ἐπιθυμιῶν, καὶ ἐξ ἐκείνου τοῦτον δὴ συλλαβέσθαι
τὸν μέγαν Κωνσταντῖνον. διαδεξάμενος δὲ
τὴν βασιλείαν τὴν πατρικὴν ἦρχε τῆς Βρετανίας τε καὶ 
τῶν Ἄλπεων καὶ ἐπὶ ταύταις τῶν Γαλλιῶν, ἔτι τῇ
τῶν Ἑλλήνων θρησκείᾳ προσκείμενος καὶ τοῖς χριστιανοῖς
ἀντικείμενος, παρὰ Φαύστας τῆς γαμετῆς
εἰς ζῆλον τῆς τῶν εἰδώλων τιμῆς ἐκκαλοῦ μένος.
θυγάτηρ δ’ ἦν ἡ Φαύστα τοῦ Μαξιμιανοῦ· αὐτὸς 
γὰρ καὶ ὁ πατὴρ ἀδελφαῖς συνῴκουν δυσί. τριῶν
δ’ ὄντων τῶν βασιλέων, αὐτοῦ Κωνσταντίνου καὶ
Λικινίου καὶ Μαξεντίου, ὃς ἐν τῇ Ῥώμῃ καὶ ἐν τῇ
Ἰταλίᾳ ἐκράτει, ὁ Μαξέντιος οὗτος, οὐχ ὡς βασιλεύς,
 ἀλλ’ ὡς τύραννος ἄντικρυς διῆγε, πλεῖστα δεινὰ καὶ 
ἄτοπα τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ τυραννουμένοις ἐπάγων, ὡς
ἤδη μοι ἀναγέγραπται. ἃ μὴ φέροντες οἶ ἐν τῇ
Ῥώμῃ διαπέμπονται πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον, ἀπαλλάξαι
σφᾶς τῆς τυραννίδος τοῦ Μαξεντίου δεόμενοι.
ἐντεῦθεν ἐντεῦθεν πρὸς καθαίρεσιν αὐτοῦ διανίσταται 
καὶ στρατεύει καὶ πρὸς τὴν Ῥώμην χωρεῖ. ὁ δέ γε
Μαξέντιος ἐπὶ πολὺ μὲν ἐντὸς καθῆστο τειχῶν, μὴ

 
ἀντεπεξιὼν τοῖς πολιορκοῦσιν αὐτόν, ὥστε καὶ σκώμματα
κατ’ αὐτοῦ πεποιῆσθαι ὑπό τινων. ὀψὲ δέ ποτε
ἀντιπαρετάξατο, γοητείαις κεχρημένος καὶ δι’ ἀνατομῆς
βρεφῶν μαντευόμενος καὶ ἄλλα πράττων ἀθέμιτα,
 ἃ δέος ἐνεποίει τῷ Κωνσταντίνῳ. ἀγωνιῶντι
γοῦν διὰ ταῦτα τύπος αὐτῷ σταυρικὸς μεσούσης
ἡμέρας δι’ ἀστέρων ἐφάνη κατ’ οὐρανὸν καὶ γραφὴ 
περὶ τὸν σταυρὸν Ῥωμαϊκοῖς στοιχείοις, δι’
καὶ αὐτοῖς τυπουμένοις καὶ φράζουσιν, ἐν τούτῳ νίκα.
 ἐκ χρυσοῦ τοίνυν αὐτίκα σχεδιάσας σταυρὸν κατὰ
τὸν φανέντα τύπον αὐτῷ, καὶ τοῦτον κελεύσας τῆς
στρατιᾶς αὐτοῦ προπορεύεσθαι, τοῖς τοῦ Μαξεντίου
συρρήγνυται καὶ ὑπερτερεῖ, ὡς τοὺς πλείους τῶν
ὑπ’ ἐκείνῳ στρατευομένων ἀναιρεθῆναι, τοὺς δὲ
 λοιποὺς εἰς φυγὴν ἀπιδεῖν. οἶς καὶ αὐτὸς ὁ Μαξέντιος
συναποδιδράσκων, καὶ ἐν τῇ γεφύρᾳ γενόμενος
τοῦ Τιβέριδος τῇ καλουμένῃ Βουλβίᾳ, σὺν τῷ ἵππῳ
κατὰ τοῦ ποταμοῦ ἐξωλίσθησε καὶ ἀπώλετο. καὶ ὁ
μὲν οὕτω διέφθαρτο. οἶ δέ γε Ῥωμαῖοι τῆς ἐκείνου
 τυραννίδος ἀπαλλαγέντες τὰς πύλας τῆς Ῥώμης
ἀναπετάσαντες εἰσεδέξαντο τὸν Κωνσταντῖνον λαμπρῶς, 
πρῶς, καὶ ὡς ἐλευθερωτὴν αὐτὸν τῆς πόλεως εὐφήμουν
καὶ ἀπεσέμνυνον, καὶ στήλην αὐτῷ ἐν τῇ τῆς
Ῥώμης ἀγορᾷ στῆσαι κοινῶς ἐψηφίσαντο. ὁ δὲ τὸ
 τοῦ σταυροῦ σημεῖον ἐγκεχαραγμένην τὴν στήλην
αὐτοῦ πλασθήσεσθαι διετάξατο· καὶ δόγματα δὲ μὴ
κολάζεσθαι διό τὴν θρησκείαν τοὺς τὸν Χριστὸν σεβομένους 
ὡς θεὰν ἐκπεφώνηκεν. οὕτω δὲ καὶ τῆς
τί καὶ τῆς Ῥώμης αὐτῆς προστεθείσης τῇ βασιλείᾳ
 αὐτοῦ, αὐτός τε καὶ Λικίνιος ὁ ἐπ’ ἀδελφῇ
γαμβρὸς αὐτοῦ κατελείφθησαν βασιλεῖς. ὁ γὰρ Λικίνιος
τόν τε τοῦ Μαξιμίνου υἱὸν καὶ τὴν θυγατέρα

 
ἀπέκτεινε καὶ λοιπὸν ἑκάτερος τούτων τὸν ἕτερον
 ὑπεβλέπετο· ᾤετο γὰρ ἕκαστος τοῦ ἑνὸς ἐπιλείποντος
αὐτὸς μόνος ἔσεσθαι μόναρχος, μὴ ὄντος τοῦ
ἀμφισβητήσοντος περὶ τῆς ἀρχῆς. οἶ μὲν οὖ ’ν οὕτω
τὸν Λικίνιόν φασιν ἐγκρατῆ γενέσθαι τῆς Ιαλερίου 
μερίδος, κοινωνὸν παρ’ ἐκείνου προσληφθέντα.
ὡς εἴρηται· οἶ δὲ τῆς τοῦ Κωνσταντίνου ἀδελφῆς
παρ’ αὐτοῦ συζυγείσης αὐτῷ, λέγουσι τοὺς στρατιώτας
τῷ Κωνσταντίνῳ χαριζομένους Καίσαρα αὐτὸν
ἀνειπεῖν, καὶ παρ’ ἐκείνου σταλῆναι αὐτὸν τῷ
Μαξιμίνῳ ἀντιπαραταξόμενον, νενικηκότι δ’ ἐκεῖνον
καὶ κατατροπωσαμένῳ ἐκχωρῆσαι τῆς βασιλείας
ἐκείνῳ, μὴ ἐνοχλεῖν χριστιανοῖς ἐπισκήψαντα, μὴ
μέντοι τὰς ἐντολὰς τηρῆσαι αὐτόν, ἀλλὰ λυττῆσαι
κατὰ χριστιανῶν, οὐδὲν ἧττον τῶν πρὸ αὐτοῦ, εἰ 
μὴ καὶ μᾶλλον. πᾶσαν γὰρ ὑπερβολὴν ὑπερελάσαι
 ὠμότητος· πρὸς ἄλλαις δ’ αἰτίαις τῶν πρὸς ἀλλήλους
διαφορῶν καὶ ταύτην γενέσθαι. κινήσας οὖν
κατὰ Λικινίου τὴν στρατιὰν ὁ Κωνσταντῖνος, καὶ
πολλάκις αὐτῷ συμβαλών, τέλος νικᾷ. εἶτα σπένδεται 
τούτῳ διὰ τὴν ἀδελφήν, καὶ τὴν ἀρχὴν αὐτὸν
οὐκ ἀφείλετο, ἀλλ’ ἐπὶ συνθήκαις αὖθις αὐτῆς
αὐτῷ παρεχώρησεν· ὁ δὲ ἄπιστος ὢν οὐκ ἐτήρησε
τὰς συμβάσεις. ὅθεν καὶ πάλιν αὐτῷ ὁ Κωνσταντῖνος
ἐπολέμησε· καὶ νικήσας εἶλε τότε τὸ Βυζάντιον 
καὶ τὴν Χρυσόπολιν. ὁ δέ γε Λικίνιος εἰς Νικομήδειαν
ἔφυγε, καὶ ἡ ἀδελφὴ τοῦ Κωνσταντίνου προσελθοῦσα
αὐτῷ ἐδέετο ὑπὲρ τοῦ ἀνδρὸς τηρηθῆναι
αὐτῷ τὴν ἀρχήν. ὡς δὲ πρὸς τοῦτο οὐκ ἔσχηκε τὸν
ἀδελφὸν κατανεύοντα, περὶ τῆς ἐκείνου σωτηρίας 
 προσῆγε τὴν δέησιν· καὶ ἔπεισε τὸν ὁμαίμονα. πρόσεισιν
αὐτῷ ὁ Λικίνιος ἐν σχήματι ἰδιωτικῷ, καὶ εἰς

 
Θεσσαλονίκην ἐνδιατρίβειν ἰδιωτεύων κελεύεται.
καὶ ὁ μὲν ἐκεῖσε διῆγεν· οἱ δέ γε στρατιῶται ᾐτιῶντο
τὸ σώζεσθαι τὸν Λικίνιον, ἄπιστον φανέντα πολλάκις
καὶ παραβάτην τῶν συνθηκῶν· διὸ καὶ τῇ συγκλήτῳ
 κλητῷ διὰ γραμμάτων τοῦ βασιλέως ἡ περὶ τούτου
ἀνετέθη βουλή. τινὲς μὲν οὖν τοῖς στρατιώταις ἐνδοθῆναι
παρὰ τῆς γερουσίας ἱστόρησαν ὃ σφίσι δοκεῖ
ἐπὶ τῷ Λικινίῳ διαπράξασθαι, κἀκείνους ἐν
Θεσσαλονίκῃ αὐτὸν ἀναιρῆσαι ἢ πλησίον Σερρῶν
 ἀπιόντα ποι. ἄλλοι δὲ οὐδὲ ἐν Θεσσαλονίκῃ αὐτόν
φασι διατρίβοντα ἠρεμῆσαι, τυραννίδα δὲ μελετᾶν·
καὶ τοῦτο γνόντα τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον στεῖλαι
τοὺς αὐτὸν ἀναιρήσοντας. λέγεται δὲ ἐν ταῖς πρὸς C
αὐτὸν μάχαις ἢ ταῖς πρὸς Μαξέντιον θεάσασθαί τινα
 τὸν Κωνσταντῖνον ἱππότην καὶ ὡπλισμένον τὸν τοῦ
σταυροῦ τύπον ἀντὶ σημαίας ἐπιφερόμενον καὶ τῆς
αὐτοῦ προπορευόμενον παρατάξεως. καὶ αὖθις ἐν
Ἀδριανουπόλει δύο ὤφθησαν αὐτῷ νεανίαι τὰς τῶν
ἐναντίων συγκόπτοντες φάλαγγας. καὶ περὶ τὸ Βυζάντιον
 δὲ νυκτὸς καθευδόντων ἁπάντων φῶς ὤφθη
αὐτῷ περιαστράψαν τὸν τοῦ οἰκείου στρατεύματος
χάρακα. ἐκ τούτων οὖν εἰς ἔννοιαν ἐνήγετο τοῦ
θεόθεν αὐτῷ τὰς εὐτυχίας καὶ τὰς νίκας προσγίνεσθαι.

Οὕτω δὲ μοναρχήσας ὁ Κωνσταντῖνος καὶ Φλάβιος ὠνομάσθη καὶ οὕτω πως ἐχρημάτιζε Φλάβιος
Κωνσταντῖνος, καὶ ἐν Ῥώμῃ διῆγε, τῆς μὲν τῶν εἰδώλων
θρησκείας οὐκ ἀποστάς, τὰ περὶ Χριστοῦ δὲ 
μυούμενος καὶ ἤδη παραδεχόμενος. σώματος δὲ νοσεροῦ
 καὶ πλεῖστα φύοντος ἐκ κακοχυμίας καὶ ὕλης
μοχθηρᾶς ἐξανθήματα τυχόν, ὡς λώβην ταῦτα παρὰ
τῶν ἰατρῶν ὀνομάζεσθαι καὶ λέπρᾳ παρεικάζεσθαι

 
καὶ τὴν τούτων θεραπείαν ἀπαγορεύεσθαι, εὗρε τοὺς
 ἱερεῖς τοῦ ἐν τῷ Καπιτωλίῳ Δῖός οὐκ ἄλλως λέγοντας
τεύξεσθαι θεραπείας αὐτὸν εἰ μὴ ἐν παίδων νηπίων
ἔτι ἀτμίζοντι λούσαιτο αἵματι. αὐτίκα τοίνυν ἐκ
πάσης τῆς ὑπ’ ἐκεῖνον χώρας συνῆκτο τὰ νήπια, καὶ 
ἡμέρα ὥριστο τῆς τούτων σφαγῆς. καὶ ὁ βασιλεὺς
ἀπῄει τότε τῷ αἵματι τῶν παίδων λουσόμενος εἰς τὸ
 Καπιτώλιον. αἶ δὲ τούτων μητέρες προἰ·όντος αὐτοῦ
γοερὰς ἠφίουν φωνὰς καὶ ὠλόλυζον. ὧν ἀκούσας
ἐκεῖνος ἤρετο τί τοῦ θρήνου τὸ αἴτιον, καὶ μαθὼν 
τὰς μητέρας θρηνεῖν τῶν βρεφῶν, ὥσπερ ἐκ μέθης
ἀνενεγκόν, “τὸ μὲν τῆς πράξεως” εἶπεν “ἀνόσιον
πρόδηλον, ἄδηλον δέ γε τὸ ἀποτέλεσμα· εἰ δὲ καὶ
τοῦτο ἦν ἀναμφίβολον, κρεῖσσον πάσχειν ἐμὲ ταῖς
νόσοις ταλαιπωροῦ μένον ἢ τοσούτων βρεφῶν καταψηφιεῖσθαι 
ἀπώλειαν καὶ ῥομφαίᾳ λύπης τὰς τῶν
μητέρων αὐτῶν διελάσαι ψυχάς.” καὶ ταῦτα εἰπὼν
ἐπανῆλθεν, ἀποδοθῆναι ταῖς μητράσι προστάξας τὰ
νήπια, καὶ χρήματα δὲ δοθῆναι αὐταῖς, ἔν’ ἀντίρροπον
ἕξουσιν ἤ καὶ διπλασίονα τὴν χαράν, ὅτι τε 
ζῶντα τὰ ἔκγονα ἀπειλήφασι καὶ ὅτι ἐπὶ τούτοις καὶ
 χρήματα προσειλήφασι. ταῦτα δὲ διαπραξαμένῳ
νυκτὸς αὐτῷ ἐδοξάτην ἄνδρε παρεστάναι διττώ,
Πέτρος εἶναι καὶ Παῦλος λέγοντες οἶ ἀπόστολοι τοῦ
Χριστοῦ, καὶ “εἰ σωματικῆς” ἔλεγον “καὶ ψυχικῆς, 
ὑγείας βούλει τυχεῖν, τὸν ἐπίσκοπον μετακάλεσαι
Σίλβεστρον, κἀκεῖνός σοι καὶ τὴν λύμην ἀκέσεται
τῆς σαρκὸς καὶ ζωῆς ἀνωλέθρου καταξιώσει δε.” ἐπὶ
τούτοις ὁ βασιλεὺς τοῦ ὕπνου ἀνενεγκὼν στέλλει
τοὺς μεταπεμψομένους σὺν αἰδοῖ τὸν ἐπίσκοπον. 
καὶ παραγενομένῳ τῷ ἱερῷ Σιλβέστρῳ “εἰπέ μοι”
ἔφη, “ἐπίσκοπε, θρησκεύονται παρ’ ὑμῖν θεοὶ Πέτρος

 
καὶ Παῦλος ὀνομαζόμενοι; ὁ δὲ “εἷς ἡμῖν θεὸς γινώσκεται”
ἀπεκρίνατο, “Πέτρος δὲ καὶ Παῦλος θεράποντες
καὶ ὑπηρέται εἰσίν.” ἑξῆς οὖν ὁ 
βασιλεὺς διηγεῖται αὐτῷ τὸ ἐνύπνιον, καὶ τὸ καθ’
 ἡμᾶς παρ’ αὐτοῦ μυεῖται μυστήριον καὶ βαπτίζεται.
καὶ ἄνεισιν ἐκ τῆς παναγοῦς κολυμβήθρας ὑγιὴς
ὅλος, καὶ αὐτίκα ἄδειάν τε κηρύττει χριστιανοῖς καὶ
τοὺς ναοὺς σφίσιν ἀναπετάννυσι καὶ νέους ἐφίησιν
ἀνεγείρεσθαι. κλείει δὲ τοὔμπαλιν τὰ τεμένη τῶν
 ψευδωνύμων θεῶν, ἀδεῶς τε θεσπίζει προσιέναι
τοὺς βουλομένους τῇ πίστει τοῦ Χριστοῦ. βιάζεσθαι
μὲν γὰρ οὐδένα ἔλεγε βούλεσθαι, τοὺς δ’ ἑκόντας
προστιθεμένους τῷ Χριστῷ ἀποδέχεσθαι. ὁ μὲν οὖν
οὕτω τῇ πίστει τοῦ Χριστοῦ προσελήλυθε· τὸ κήρυγμα
 δ’ ἐπλατύνετο καὶ παρρησία τοῖς χριστωνύμοις
ἐδίδοτο. προσίασιν οὖν τῇ τοῦ βασιλέως μητρὶ
Ἰουδαῖοι, ἠπατῆσθαι λέγοντες τὸν βασιλέα καὶ ἔργῳ 
θεοφιλεῖ ἔργον ἀναμίξαι θεομισές, θεοφιλὲς μὲν τὴν
τῶν εἰδώλων καθαίρεσιν ὀνομάζοντες, θεομισὲς δὲ
 τὴν πίστιν τὴν εἰς Χριστόν· μόνον γὰρ εἶναι θεὸν
ἀληθῆ τὸν παρ’ αὐτῶν θρησκευόμενον· τὸν Ἰησοῦν
δὲ ἄνθρωπον οἶ ἀλιτήριοι κακοῦργον ἀπεκάλουν καὶ
γόητα. ἀναφέρει ταῦτα ἡ μήτηρ τῷ βασιλεῖ καὶ υἱῷ·
ὁ δὲ διαλεχθῆναι δεῖν ἔκρινεν ἐπ’ ἀκροάσει αὐτοῦ
 καὶ τῶν τῆς γερουσίας λογάδων τοὺς ταῦτα λέγοντας
Ἰουδαίους τῷ Ῥώμης ἐπισκόπῳ Σιλβέστρῳ καὶ
τοῖς περὶ αὐτόν, ἔν’ οὕτω γνοίη τίνα τὰ παρὰ τῶν
Ἰουδαίων εἰσὶν εἰσαγόμενα. γέγονεν ἡ διάλεξις. 
ἔδοξαν οἶ λόγοι τοῦ ἱεροῦ Σιλβέστρου ἐπικρατέστεροι.
 ἐκ διαλεκτικῆς δυνάμεως ὑπερτερεῖν οἱ Ἰουδαῖοι
τὸν Σίλβεστρον ἔλεγον, σημείων ἐζήτουν ἐπίδειξιν.
μᾶλλον δέ τις παρ’ αὐτοῖς γόης ἀνὴρ Ζαμ-

 
βρῆς καλούμενος βοῦν ἐνεθῆνaι ἠξίου, διὰ τούτου
λέγων μέλλειν ἐνδείξασθαι τὴν δύναμιν τοῦ οἰκείου
θεοῦ. προσήχθη ὁ βοῦς, πεπλησίακεν αὐτῷ ὁ Ζαμβρῆς,
ὑπεψιθύρισέ τι αὐτῷ εἰς τὸ οὖς. κἀκεῖνος
μέγα τι καὶ γοερὸν μυκησάμενος καὶ τρόμῳ συνδινηθεὶς 
καταπέπτωκε καὶ νενέκρωτο. ηὔχουν ἐπὶ
 τούτῳ οἶ Ἰουδαῖοι, τὸ τοῦ σφετέρου θεοῦ ὄνομα μὴ
στέγειν λέγοντες τὸν ἀκούοντα. “τί δέ,” φησὶν ὁ
 Σίλβεστρος, “ὁ λέγων τοῦτο τῷ ζῴῳ πρὸς τὸ οὖς
οὐκ ἀκούει τοῦ λεγομένου; πῶς οὖν οὐ θνήσκει; κἀκεῖνος 
“οὐ λόγων” ἔφη “στροφῆς τε καὶ πιθανότητος
ἄρτι χρεία, ἀλλ’ ἔργων, ἐπίσκοπε.” “εἰ οὖν τὸν
παρὰ σοῦ νεκρωθέντα τοῦτον ταῦρον” ὁ Σίλβεστρος
εἶπε “ζωώσω αὐτὸς τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐπικλήσει, οὐκ
ἄν τι μεῖζον δόξω ποιεῖν καὶ μεγάλην ἀποδείξω τὴν 
δύναμιν τοῦ Χριστοῦ;” κἀκεῖνος κατέθετο καὶ κατὰ
τῆς σωτηρίας τοῦ βασιλέως εὐθὺς ἐξωμόσατο, εἰ τὸν
ταῦρον ἴδοι ἀναβιώσαντα, τὸν Χριστὸν ὁμολογῆσαι
θεόν. καὶ ὁ Σίλβεστρος εἰς οὐρανὸν ἀτενίσας καὶ
τὸν κύριον ἐπικαλεσάμενος ἔστη τοῦ ταύρου ἐγγύς, 
καὶ τὴν φωνὴν ἐπάρας ἐβόησεν “εἰ θεὸς ἀληθής
 ἐστιν ὃν ἐγὼ κηρύττω Χριστόν, ἔγειραι, ταῦρε, καὶ
στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου. αὐτίκα γοῦν κινηθεὶς
ὁ ταῦρος ἀνέθορε. καὶ οἱ παρόντες “μέγας ὁ τοῦ
Σιλβέστρου θεός” ἐξεβόησαν. Ἰουδαῖοι δὲ καταπλαγέντες 
τῷ θαύματι τοῖς ποσὶ τοῦ ἁγίου προσέπιπτον
καὶ ἱκέτευον ἱλεώσασθαι αὐτοῖς τὸν θεὸν καὶ τοῦ
θείου σφὰς ἀξιῶσαι βαπτίσματος· καὶ ἡ ἀοίδιμος δὲ
τοῦ βασιλέως μήτηρ, ἀμύητος οὖσα, ἠξίου καὶ μυηθῆναι
καὶ βαπτισθῆναι· τυχοῦσα τοίνυν τοῦ ἐφετοῦ, 
καὶ τὸν ἀληθῆ ἐπιγνοῦσα θεόν, τοὺς τόπους οὓς οἶ
ὡραῖοι πόδες Χριστοῦ, ὡς εἰρήνην εὐαγγελισαμένου,

 
διώδευσαν, θεάσασθαι ἐπεθύμησε. καὶ συμπαραλαβοῦσα
τὸν θεσπέσιον Σίλβεστρον εἰς Ἱεροσόλυμα
παραγέγονε· καὶ τὸ τοῦ κυρίου προσκυνήσασα μνῆμα 
καὶ τὸν θεῖον εὑρηκυῖα σταυρόν, ἐν ᾧ προσεπάγη
 σωματικῶς ὁ θεὸς ἡμῶν, ναούς τε δομησαμένη
πολυτελεῖς, πρὸς τὸν υἱὸν καὶ βασιλέα ἐπανελήλυθεν.
υἱοὺς δ’ ἐκ Φαύστας τῆς τοῦ Μαξιμιανοῦ
θυγατρὸς ὁ βασιλεὺς ἐγείνατο τρεῖς, Κωνσταντῖνον,
Κωνστάντιον καὶ Κώνσταντα; καὶ θυγατέρα Ἑλένην,
 ἣ τῷ Ἰουλιανῷ συνῴκησεν ὕστερον. εἶχε δὲ καὶ ἐκ
παλλακῆς υἱὸν ἕτερον, Κρίσπον καλούμενον, τῶν
ἄλλων αὐτοῦ υἱέων πρεσβύτερον, ὃς καὶ παρὰ τῷ
πρὸς Λικίνιον πολέμῳ πολλάκις ἠρίστευσε. τούτῳ
ἠ’ μητρυιὰ Φαύστα ἐπιμανεῖσα ἐρωτικῶς, ἐπεὶ μὴ 
 εὐπειθοῦς ἐκείνου ἐτύγχανε, κατεῖπε πρὸς τὸν πατέρα
ὡς ἐρῶντος αὐτῆς καὶ βιάσασθαι πολλάκις
ἐπιχειρήσαντος. διὸ καὶ θάνατον ὁ Κρίσπος παρὰ
τοῦ πατρὸς κατεδικάσθη, πεισθέντος τῇ γαμετῇ.
ὡς δ’ ἔγνω μετέπειτα ὁ αὐτοκράτωρ τὸ ἀληθές, καὶ
 τὴν γυναῖκα ἐκόλασε διά τε τὸ ταύτης ἀκόλαστον
καὶ τὸν φόνον τὸν τοῦ παιδός. εἰσαχθεῖσα γὰρ ἐν
λουτρῷ ἡ Φαύστα σφοδρῶς ἐκκαυθέντι ἐκεῖ τὴν
ζωὴν βιαίως ἀπέρρηξε. Σαρμάτων δὲ καὶ Γότθων
κατὰ τῆς Ῥωμαίοις ὑπηκόου κεκινημένων καὶ τὴν
 Θρᾳκῴαν μοῖραν ληιζομένων, διανίσταται κατ’ αὐτῶν
Κωνσταντῖνος ὁ μέγιστος· καὶ τὴν Θρᾴκην καταλβὼν
τοῖς βαρβάροις συρρήγνυται, καὶ κατ’ αὐτῶν
ἵστησι λαμπρότατον τρόπαιον.

Κατὰ δὲ θεῖον χρησμὸν βουληθεὶς ἀνεγεῖραι πόλιν, ὡς ἄν αὐτὴν ἐπὶ τῷ οἰκείῳ καλέσῃ ὀνόματι,
πρότερον μὲν ἐν Σαρδικῇ ταύτην κτίσαι προέθετο·
εἶτα ἐν Σιγείῳ, τὸ δὲ τῆς Τρῳάδος ἐστὶν ἀκρωτή-

 
ῥίον, ἔνθα καὶ θεμελίους αὐτὸν καταβαλέσθαι φασί.
καὶ αὖθις ἐν Χαλκηδόνι τὴν πόλιν ἤρξατο ἀνιστᾶν.
λέγεται δὲ καθίπτασθαι ἀετοὺς καὶ τὰ τῶν οἰκοδόμων
ἁρπάζειν σπαρτία· τὸν μεταξὺ δὲ διιπταμένους
πορθμὸν ῥίπτειν αὐτὰ κατὰ τὸ Βυζάντιον. τοῦτο 
γοῦν πολλάκις γενόμενον ἀπηγγέλη τῷ βασιλεῖ,
καὶ οὐκ ἐδόκει τυχαίως γίνεσθαι τὸ γινόμενον, ἀλλά
τι διὰ τούτου τὸ θεῖον παραδηλοῦν. ἐφίσταται γοῦν
αὐτὸς τῷ Βυζαντίῳ ὁ αὐτοκράτωρ, τὸν τόπον κατασκοπῶν
 ἀρέσκεται, μετατίθησι τὸν σκοπόν, μετάγει 
 τοὺς τεχνίτας ἐκ Χαλκηδόνος ἐκεῖ, τὴν πόλιν
οἰκοδομεῖ, Κωνσταντινούπολιν αὐτὴν ἐπὶ τῷ
ὀνόματι τῷ οἰκείῳ καλεῖ, καὶ ἀνατίθησιν αὐτὴν τῇ
παρθένῳ καὶ θεομήτορι. ἤδη δὲ ἀπαρτισθείσης τῆς
πόλεως κατὰ τὴν ἐνδεκάτην τοῦ Μαίου μηνὸς τελεῖ 
τὰ ταύτης γενέθλια εἴτουν ἐγκαίνια, ἔτους ἐνισταμένου
πεντακισχιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ τριακοστοῦ
ὀγδόου. ὅτε, ὥς τινες ἱστορήκασι, τὸν ἀστρονόμον
καλέσας Οὐάλεντα, τῶν τότε περὶ τὴν τέχνην ταύτην
ἐσχολακότων τὸν ἀκριβέστερον, ἐκέλευσεν ἐπὶ τῷ ἡ
γενεθλίῳ τῆς πόλεως συντάξαι θεμάτιον, ἴν ὁπόσους
μέλλοι διαμεῖναι αὕτη γνοίη ἐνιαυτούς. ὁ δὲ εἰς
ἑξακοσίους καὶ ἐνενήκοντα πρὸς τοῖς ἕξ ἐνιαυτοὺς
 διαρκέσαι αὐτὴν ἀπεφοίβασεν· οἵπερ ἤδη καὶ παρερρυήκεσαν
πρὸ πολλοῦ. ἤ γοῦν ἐψευσμένην ὑποληπτἐον 
τὴν τοῦ Οὐάλεντος πρόρρησιν καὶ διημαρτημένην
τὴν τέχνην ἢ ἐκεῖνα νομιστέον ἐκεῖνον εἰπεῖν
τὰ ἔτη, ἐν οἷς τὰ τῆς πολιτείας ἔθη ἐτηρεῖτο
καὶ ἡ κατάστασις καὶ ἡ γερουσία τετίμητο καὶ οἱ
ταύτης ἤνθουν πολῖται καὶ ἔννομος ἦν ἐπιστασία, 
τὸ κράτος δὴ τὸ βασίλειον, ἀλλ’ οὐκ ἄντικρυς τυραννίς,
ἴδια τὰ κοινὰ τῶν κρατούντων λογιζομένων

 
καὶ εἰς οἰκείας ἀπολαύσεις χρωμένων αὐτοῖς, καὶ
τούτων ἐνίας οὐκ εὐαγεῖς, καὶ δωρουμένων οἷς βούλονται
τὰ δημόσια καὶ οὐ ποιμένων τρόπον τοῖς
ὑπηκόοις προσφερομένων, κειρόντων τὸ περιττὸν
 τῆς τριχὸς καὶ πεφεισμένως ἐμφορουμένων τοῦ γάλακτος,
ἀλλὰ δίκην λῃστῶν αὐτὰ καταθυόντων τὰ 
πρόβατα καὶ τῶν σαρκῶν ἐμφορουμένων ἢ καὶ αὐτοὺς
ἐκμυζώντων τοὺ ’ς μυελούς. ἡ μὲν οὖν πόλις
οὕτω παρὰ τοῦ εὐσεβοῦς ἐκείνου βασιλέως ἀνῳκοδόμητο
 κατὰ τὸ πάλαι Βυζάντιον. τὸ δὲ Βυζάντιον
πόλις καὶ πρῴην ἐτύγχανεν οὐ τῶν ἀνωνύμων ἢ
τῶν ἀσήμων, ἀλλὰ καὶ πλήθεσι πολιτῶν εὐθηνουμένη
καὶ πλούτῳ καὶ ἀνδρῶν γενναιότητι καὶ τειχῶν
ἐρυμνότητι, καὶ τοσοῦτον ὡς ἐπὶ τρεῖς ἐνιαυτοὺς
 ἐπὶ Σευήρου τοῦ ἐν Ῥώμῃ τῇ παλαιᾷ βασιλεύσαντος
παρὰ ‘Ρωμαίων πολιορκεῖσθαι καὶ πολλὰ
παρὰ τῶν πολιορκου μένων ὑποστῆναι αὐτούς, ὡς ἐν
τοῖς περὶ Σευήρου μοι προιστόρηται. περὶ δὲ τῆς
τῶν Βυζαντίων δυνάμεως καὶ τῆς τῶν τειχῶν ὀχυρότητος
 ταῦτα ὁ Δίων ἴων ἐν τοῖς περὶ Σευήρου φησί· 
‘Τείχη δὲ τὸ Βυζάντιον καρτερώτατα εἶχεν· ὅ τε γὰρ
θώραξ αὐτῶν λίθοις τετραπέδοις παχέσι συνῳκοδόμητο,
πλαξὶ χαλκαῖς συνδουμένοις, καὶ τὰ ἐντὸς αὐτῶν
καὶ χώμασι καὶ οἰκοδομήμασιν ὠχύρωτο, ὥστε
 καὶ ἓν τεῖχος παχὺ τὸ πᾶν εἶναι δοκεῖν. πύργοι τε
πολλοὶ καὶ μεγάλοι ἔξω τε ἐκκείμενοι καὶ θυρίδας
πέριξ ἐπαλλήλους ἔχοντες ἦσαν. καὶ τὰ μὲν πρὸς
τὴν ἤπειρον τείχη ἐς μέγα ὕψος ἦρτο, τὰ δὲ πρὸς
θάλασσαν ἧττον ὑψοῦτο, οἵ τε λιμένες ἐντὸς τείχους
 ἀμφότεροι κλειστοὶ ἀλύσεσιν ἦσαν καὶ αἶ χηλαὶ αὐπροϊστόρηται]
 
 

 
τῶν πύργους ἐφ’ ἑκάτερα πολὺ προέχοντας ἔφερον.
πλοῖα δ’ ἦσαν τοῖς Βυζαντίοις πεντακόσια, τὰ μὲν
πλεῖστα μονήρη, ἔστι δ’ ἃ καὶ δίκροτα, καί τισιν
 αὐτῶν καὶ ἐκ τῆς πρῴρας καὶ ἐκ τῆς πρύμνης πηδάλια
ἤσκητο, καὶ κυβερνήτας ναύτας τε διπλοῦς 
εἶχον, ὅπως καὶ ἐπιπλέωσι καὶ ἀναχωρῶσι μὴ ἀναστρεφόμενοι
καὶ τοὺς ἐναντίους ἔν τε τῷ πρόσπλῳ
καὶ τῷ ἀπόπλῳ αὐτῶν σφάλλωσι.” πρὸς τούτοις ἐπάγει
ὁ Δίων ὡς ἑπτὰ ἀπὸ τῶν Θρᾳκίων πυλῶν πύργοι
καθεστηκότες πρὸς τὴν θάλασσαν ἦσαν· τούτων 
δ’ εἰ μέν τις ἄλλῳ τῳ προσέμιξεν, ἥσυχος ἦν· εἰ δὲ
δὴ τῷ πρώτῳ τι ἐνεβόησεν ἢ καὶ λίθον προσέρριψεν,
αὐτός τ’ ἑ ἐλάλει ἔκ τινος μηχανῆς καὶ τῷ δευτέρῳ
τὸ αὐτὸ παρεδίδου ποιεῖν, καὶ οὕτω διὰ πάντων
ὁμοίως ἐχώρει, οὐδὲ ἐπετάραττον ἀλλήλους, ἀλλ’ ἐν ἁ
τῷ μέρει πάντες παρὰ τοῦ πρὸ αὐτοῦ ὁ ἕτερος τήν
 τε φωνὴν καὶ τὴν ἠχὴν διεδέχοντο. τοιαύτη μὲν οὗν
τοῦ Βυζαντίου πάλαι ἡ πόλις ἐτύγχανεν· ὁ δὲ ἀοίδιμος
Κωνσταντῖνος πολλαπλασίαν αὐτὴν ἐξειργάσατο.
καὶ ναοὶ δὲ ἐν αὐτῇ παρ’ αὐτοῦ καθιδρύθησαν 
καὶ πολλὰ πρὸς κόσμον ταύτης γεγόνασιν.
ἐπὶ πᾶσι δὲ καὶ ὁ κυκλοτερὴς κίων ὁ πορφυροῦς, ὃν
ἐκ Ῥώμης, ὡς λόγος, κομισθέντα κατὰ τὴν ἀγορὰν
ἔστησεν, ἣ κατέστρωται λιθίναις πλαξίν, ἀφ’ ὧν
Πλακωτὸν παρωνόμασται, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ χάλκεον 
ἐνίδρυσεν ἄγαλμα, θαῦμα ἰδέσθαι διά τε τὴν τέχνην
διά τε τὸ μέγεθος. τὸ μὲν γὰρ πελώριον ἦν, ἡ δ’ ἑ
ἀκρίβειαν ἐδείκνυ χειρὸς ἀρχαίας μικροῦ πλαττούσης
καὶ ἔμπνοα· λέγεται δὲ τοῦ Ἀπόλλωνος εἶναι στήλην
 τὸ ἄγαλμα, καὶ μετενεχθῆναι ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Φρυγίᾳ 
πόλεως τοῦ Ἰλίου. ὁ δὲ θειότατος αὐτοκράτωρ ἐκεῖνος
εἰς οἰκεῖον ὄνομα τὸ ἄγαλμα ἔστησε, τῇ κεφαλῇ

 
τούτου τινὰς τῶν ἥλων ἐναρμοσάμενος, οἳ τὸ σῶμα
τοῦ κυρίου προσεπαττάλευσαν τῷ σωτηρίῳ σταυρῷ,
ὁ καὶ μέχρις ἡμῶν διήρκεσεν ἐπὶ τοῦ κίονος ἑστηκός.
πέπτωκε δὲ βασιλεύοντος Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ
 ἀνέμου πνεύσαντος βιαίου τε καὶ σφοδροῦ·
κἀκεῖνό τε συντέτριπτο καὶ πολλοὺς τῶν ἐκεῖ παρατυχόντων
σὺν ἔτριψε. καὶ τὸ Παλλάδιον δὲ ἀπὸ τῆς
Τροίας μετήνεγκε καὶ ἐν τῇ Πλακωτῇ καὶ τοῦτο
ἔστησεν ἀγορᾷ. ἄλλοις τε οὑν, ὡς εἴρηται, πολλοῖς
 τὴν πόλιν ὁ μέγας Κωνσταντῖνος ἐκόσμησε καὶ πρότερον
ἐπισκοπὴν ὂν τὸ Βυζάντιον τῆς Θρᾳκικῆς Ἡρακλείας, B
ὡς ὑπὸ Σευήρου τοῖς Πειρινθίοις ὑποτεθὲν
μετὰ τὴν ἅλωσιν, ὡς ἐν τοῖς περὶ Σευήρου ἱστόρηται,
εἰς τιμὴν ἀνήγαγε πατριαρχικήν, τῆ̣ πρεσβυτέρᾳ
 Ῥώμῃ τὰ πρεσβεῖα τηρήσας διὰ τὴν πρεσβυγένειαν
καὶ τὸ τὴν βασιλείαν ἐκεῖθεν ἐνταῦθα μετενεχθῆναι.
ἦν δὲ τότε τοῦ Βυζαντίου ἐπίσκοπος Μητροφάνης ὁ
ἱερώτατος, υἱὸς Δομετίου ἀδελφοῦ Πρόβου τοῦ βασιλέως
γενόμενος, ὅσπερ δὴ ὁ Δομέτιος ἐξ ἀπιστίας
 εἰς πίστιν μετενεχθείς, καὶ διὰ τοῦτο τὴν Ῥώμην
λιπών, εἰς τὸ Βυζάντιον παραγέγονε, καὶ εἰς τὴν τῆς
ἐπισκοπῆς ἀνήχθη περιωπήν. μεθ’ ὃν Πρόβος υἱὸς
αὐτοῦ ἕτερος εἰς τὸν ἀρχιερατικὸν τοῦτον ἱδρύεται
θρόνον, ὃν Μητροφάνης ὁ ἀδελφὸς διεδέξατο.

Ἐπὶ τούτου τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ὁ Ἄρειος τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐκκλησίας ἱερεὺς ἐγνωρίζετο, κτίσμα
τολμήσας εἰπεῖν τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ καὶ λόγον καὶ
οὐσίας ἑτέρας καὶ οὐ συναΐδιον τῷ πατρί, οὐκ αὐτὸς
γεννήτωρ τῆς αἱρέσεως γεγονώς. πρῶτος γὰρ
 Ὠριγένης πρὸς ἄλλαις πλείσταις δόξαις διεφθαρμέναις
καὶ τὸν μονογενῆ υἱὸν τοῦ θεοῦ κτιστὸν καὶ
ἀλλότριον εἶναι τῆς οὐσίας τῆς πατρικῆς εἰσηγήσατο.

 
καὶ μὴ δυνάμενον ὁρᾶν τὸν πατέρα, καὶ αὐτὸν δὲ
τὸν υἱὸν ἀόρατον εἰσῆγε τυγχάνειν τῷ πνεύματι, ἐκ
τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ ἐξερευγόμενος
 ταυτὶ τὰ ἀπόφημα, ἀλλ’ ἦσαν ἐν μόνοις γράμμασι
κείμενα σεσίγηντό τε καὶ οὔπω δεδημοσίευντο ὁ 
Ἄρειος δὲ εἰς προῦπτον ταῦτα προήνεγκε καὶ ἐπὶ τῶν
δωμάτων ἐκήρυξε καὶ πολλοὺς εἰς ἀσέβειαν ὑπεσκέλισε
θορύβων τ’ ἑ καὶ σχισμάτων τ’ ἃς ἐκκλησίας ἐνέπλησεν.
ὃ γνοὺς ὁ εὐσεβέστατος βασιλεὺς ἐκεῖνος ἐν
Νικαίᾳ τῇ Βιθυνῶν συνελθεῖν τοὺς τῶν ἐπαρχιῶν 
ἐπισκόπους ἐκέλευσε, καὶ ἀθροισθέντων τριακοσίων
δέκα καὶ ὀκτὼ ἁγίων πατέρων, έν οἷς ἦσαν καὶ ἱερεῖς
τινες καὶ διάκονοι, ἀλλὰ μέντοι καὶ μοναχοί, ὅτε
καὶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἐκεῖ παρῆν τῷ τῶν διακόνων
ἔτι κατειλεγμένος ὢν τάγματι, καὶ αὐτὸς ὁ χριστιανικώτατος 
 βασιλεὺς ἀφίκετο πρὸς τὴν Νικαίαν, καὶ
συγκαθίσας τοῖς ἱεροῖς πατράσιν ἐκείνοις ἐπέτρεπε
 ζητῆσαι τὰ παρὰ τοῦ Ἀρείου λεγόμενα καὶ διαγνῶναι
εἴ τι τῆς ὀρθῆς ἐκκλίνουσι δόξης. οἱ δὲ ζητήσαντες
καὶ ἀκριβῶς ἐξετάσαντες τὸν μὲν υἱὸν ὁμοούσιον 
ούσιον καὶ ὁμότιμον καὶ συναΐδιον ἐδογμάτισαν τῷ
πατρί, τὸν Ἄρειον δὲ καὶ τοὺς ἐκείνῳ ὁμόφρονας
τῆς τῶν ὀρθοδόξων ὁμηγύρεως ἐξεκήρυξαν. ἦν δὲ
τῶν τὰ Ἀρείου πρεσβευόντων καὶ ὁ Παμφίλου Εὐσέβιος,
τῆς ἐν Παλαιστίνῃ Καισαρείας τυγχάνων 
ἐπίσκοπος, ὃς μετέπειτα λέγεται ἀποστῆναι τῆς τοῦ
Ἀρείου δόξης καὶ ὁμογνωμονῆσαι τοῖς συναΐδιον
τὸν υἱὸν καὶ ὁμοούσιον τῷ πατρὶ δογματίζουσι καὶ
 δεχθῆναι παρὰ τῶν θείων πατέρων εἰς κοινωνίαν.
οὕτω μὲν οὖν ταῦθ’ ἱστορούμενα παρά τινων εὕρηται.
ἀμφίβολα δ’ ἐκεῖνος αὐτὰ δι’ ὧν ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ
ἱστορίᾳ εὕρηται συγγραψάμενος τίθησι.

 
πολλαχοῦ γὰρ ἐν τῷ εἰρημένῳ συγγράμματι ἀρειανίζων
καταλαμβάνεται, αὐτίκα περί που τὴν ἀρχὴν
τοῦ βιβλίου τὸν Δαβὶδ εἰσάγων λέγοντα “αὐτὸς
εἶπε, καὶ ἐγενήθησαν· αὐτὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν”,
 φησὶ τὸν μὲν πατέρα καὶ ποιητὴν ὡς πανηγεμόνα
νομίζεσθαι βασιλικῷ προστάττοντα νεύματι,
τὸν δὲ τούτου δευτερεύοντα θεῖον λόγον ταῖς πατρικαῖς
ὑπουργοῦντα ἑπιταγαῖς. καὶ μετά τινα λέγει 
τοῦτον ὡσανεὶ τοῦ πατρὸς ὑπάρχοντα δύναμιν καὶ
 σοφίαν καὶ τὰ δευτερεῖα τῆς κατὰ πάντων βασιλείας
καὶ ἀρχῆς ἐμπεπιστευμένον. καὶ αὖθις μετ’ ὀλίγα
καὶ ὅτι ἐστὶν οὐσία τις προκόσμιος ζῶσα καὶ ὑφεστῶσα
ἡ τῷ πατρὶ καὶ θεῷ τῶν ὅλων εἰς τὴν τῶν
γενητῶν δημιουργίαν ὑπηρετησαμένη, καὶ ὁ Σολομῶν
 λέγει προσώπῳ τῆς τοῦ θεοῦ σοφίας “κύριος
ἔκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ” καὶ ἐξῆς. καὶ μεθ’
ἕτερα πλείονα φάσκει “καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις, οἷα
θεοῦ λόγον προόντα καὶ πρὸ αἰώνων ἁπάντων οὐσιωμένον,
τὴν σεβάσμιον τιμὴν παρὰ τοῦ πατρὸς εἰληφότα,
 προσκυνεῖσθαι ὡς ἂν θεόν.” ταῦτα καὶ
ἕτερα τοῖς ἀρειανίζουσι δόγμασι δεικνύουσιν ὁμόφρονα 
τὸν Εὐσέβιον, εἰ μή τις φαίη πρὸ τῆς ἐπιστροφῆς
αὐτῷ πονηθῆναι τούτων τὴν συγγραφήν.
εὕρηται γὰρ ἐν τῷ πρακτικῷ τῆς πρώτης συνόδου
 ὑπερμαχῶν τοῦ ὀρθοῦ δόγματος. ἡ μὲν οὖν ἁγία
σύνοδος τὸ ὁμοούσιον καὶ συναΐδιον ἐπὶ τοῦ υἱοῦ
δογματίσασα καὶ τὸ θεῖον αὐτίκα τῆς πίστεως ἐξέθετο
σύμβολον περὶ τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ θεολο-
 
 
 

 
γήσασα ἐν αὐτῷ καὶ μέχρι τοῦ “οὗ τῆς βασιλείας
οὐκ ἔσται τέλος” τὸ τούτου τέλος ποιησαμένη. ἡ
γὰρ περὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος θεολογία μετέπειτα.
προσετέθη ἐν τῇ δευτέρᾳ συνόδῳ τῆς περὶ τούτου
γενομένης ζητήσεως, ἣ κατὰ Μακεδονίου συνῆκτο. 
 ὁ δ’ ἰσαπόστολος αὐτοκράτωρ ἐπὶ τῇ τῶν πατέρων
 ὁμονοίᾳ ἡσθείς, ἐδεξιοῦτο αὐτούς. καί τινων ὑπὲρ
τῆς τοῦ σωτῆρος ὁμολογίας φερόντων τὰ στίγματα
ἐν τοῖς σώμασιν, κατησπάζετο τὰ πεπηρωμένα τούτων
μέλη καὶ μόρια, καὶ αὐτοὺς διὰ τὰς πηρώσεις 
αὐτῶν ἐμακάριζε. δοθέντων δὲ λιβέλλων αὐτῷ κατὰ
τινων ἐπισκόπων, οὔτ’ ἀνέγνω τούτους οὔτ’ εἰς ζήτησιν
ἤνεγκεν, ἀλλ’ ἐνώπιον ἀπάντων πυρὶ αὐτοὺς
ἀπετέφρωσεν, ἐπειπὼν ὅτι “κἂν αὐτόπτης ἐγενόμην
ἀρχιερέως τινὸς ἁμαρτάνοντος, τῇ πορφυρίδι μου 
ἂν αὐτὸν συνεκάλυψα.” ἐκεῖθεν εἰς τὸ παρ’ αὐτοῦ
κτισθὲν βασίλειον ἄστυ τοὺς θείους ἐκείνους μεταγαγών
πατέρας καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν εὐλογίας ἀξιώσας
 αὐτὸ καὶ χειροτονηθῆναι παρασκευάσας ἐν αὐτῷ
δεύτερον πατριάρχην τὸν ἱερὸν Ἀλέξανδρον· ὁ γὰρ
ἀοίδιμος Μητροφάνης μετήλλαξε τὴν ζωήν· ἀφῆκεν
 ἕκαστον εἰς τὴν οἰκείαν ἀπελθεῖν παροικίαν, τιμαῖς
τε καὶ δωρεαῖς αὐτοὺς φιλοφρονησάμενος. 
 Ἡ δὲ τοῦ βασιλέως μήτηρ ἡ μακαρία Ἑλένη εἰς
γῆρας βαθὺ καταντήσασα· ὀγδοήκοντα γὰρ λέγεται
ζήσαι ἐνιαυτούς· πρὸς τὰς οὐρανίους ἀπῆρε μονάς,
ἣν ὁ υἱὸς ἐν τῷ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ναῷ βασιλικῶς
ἐθησαύρισεν. ἐκεῖνος δὲ κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύων
τριήρεσι κομίζεται εἰς τὴν Σωτηρόπολιν, ἣ νῦν
ὀνομάζεται Πύθια· καὶ τοῖς ἐκεῖ χρησάμενος θερμοῖς
 ὕδασιν, ἔνθα καὶ φάρμακόν τι πιεῖν δηλητήριον λέγεται
παρὰ τῶν ἑτεροθαλῶν αὐτῷ κερασθὲν ἀδελφῶν,

 
εἰς Νικομήδειαν παραγίνεται· ὅπου καὶ τετελεύτηκε,
νοσήσας ἐφ’ ἱκανόν, ἐτῶν γεγονὼς πέντε πρὸς τοῖς
ἐξήκοντα, βασιλεύσας δ’ ἐκ τούτων τριάκοντα πρὸς
δυσίν, ἐνδεόντων δύο μηνῶν. ὃν ὁ υἱὸς Κωνστάντιος
ἑ ἐξ Ἀντιοχείας παραγενόμενος· ἐκεῖ γὰρ ἦν τοῖς Πέρσαις
ἀντιμαχόμενος· ἔτι ζῶντα εὑρὼν ἐκήδευσε μεγαλοπρεπῶς,
καὶ ἐν τῷ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κατέθετο
ἱερῷ, ἐν ἰδιαζούσῃ μέντοι στοᾷ, ἣν ἐπὶ ταφῇ τοῦ
πατρὸς αὐτὸς ᾠκοδόμησεν. 
 Ἱστόρηται δὲ ὁ ἀοίδιμος ἐκεῖνος αὐτοκράτωρ
ἀφειδῶς τε τὰ χρήματα ἀναλίσκειν καὶ ταῦτα πορίζειν 
ἑαυτῷ ἀφειδέστερον, ὡς μὴ μεγαλοπρέπειαν κρίνεσθαι
τὸ περὶ τὰς δαπάνας φιλότιμον, ἄντικρυς δέ·
ἀλλὰ μή τι φαῦλον ἐρῶ περὶ τοῦ θείου ἐκείνου ἀνδρός.
 ὅθεν καὶ ὁ βέβηλος Ἰουλιανὸς ἐν τῷ περὶ τῶν
Καισάρων λόγῳ αὐτοῦ ἀποσκώπτων ὥσπερ εἰς τὸν
εὐσεβέστατον τουτονὶ βασιλέα διὰ τὸ πολυδάπανον
πλάττεται τὸν Ἑρμῆν διαλεγόμενόν οἶ καὶ τί ἂν εἴη
γνώρισμα βασιλέως ἀγαθοῦ πυνθανόμενον, κἀκεῖνον
ὢ πρὸς τὸ ἐρώτημα λέγοντα πολλὰ κεκτῆσθαι τὸν αὐτοκράτορα
χρῆναι καὶ ἀναλίσκειν πολλά. λέγεται δὲ
μηδὲ λόγοις ἀνομίλητος εἶναι, ἀλλὰ καὶ περὶ τούτους
ἐσπουδακέναι οὔτι μεῖον τῶν ὅπλων. κἀντεῦθεν
αὐτῷ τὴν γλῶτταν γενέσθαι πρὸς διάλεξιν εὔθικτον, 
 καί τινας ἴυγγας προσεῖναι αὐτῇ κατακηλούσας τὰς
τῶν ἀκροατῶν ἀκοάς. ἀναγέγραπται δὲ καὶ μισοπόνηρος
εἶναι καὶ εἰωθὼς λέγειν μηδενὸς τῶν ἀπάντων
τῆς τῶν κοινῶν πραγμάτων καταστάσεως ἕνεκεν τὸν
κρατοῦντα φείδεσθαι δεῖν, μηδ’ αὐτῶν τῶν οἰκείων
 μελῶν. τοῖς δὲ μεταβαλλομένοις ἐκ πονηρίας φιλαν-
 

 
θρώπως διατιθέμενος ἔλεγεν ὅτι τὸ νοσοῦν μέλος
ἀποκοπτέον καὶ σεσηπός, ἔνα μὴ καὶ τοῖς ὑγιαίνουσι
λυμανεῖται· οὐ μέντοι τὸ ὑγιείας ἤδη τυχὸν ἢ καὶ
ὑγιαζόμενον.

Καὶ ὁ μὲν τρισόλβιος βασιλεὺς ἐκεῖνος πρὸς 
τὰς αἰωνίους μετετέθη σκηνάς. ἡ δὲ τῶν Ῥωμαίων
ἡγεμονία εἰς. τοὺς τρεῖς ἐκείνου παῖδας μεμέριστο
 ξύμπασα, ὡς μέν τινες συνεγράψαντο, παρὰ τοῦ
πατρὸς σφίσι διανεμηθεῖσα, ὡς δ’ ἕτεροι, καθ’ ἑαυτοὺς
ταύτην αὐτῶν διελομένων μετὰ τὴν ἀποβίωσιν 
τοῦ πατρός. οὕτω δ’ ἱστόρηται προβῆναι παρὰ
σφίσιν ἡ διανέμησις· τῷ μὲν Κώνσταντι προσκληρωθῆναι
τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Ῥώμην αὐτὴν τὴν Ἀφρικήν
τε καὶ Σικελίαν καὶ τὰς λοιπὰς τῶν νήσων,
ἀλλὰ μέντοι καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν καὶ τὴν Μακεδονίαν 
καὶ σὺν τῇ Ἀχαί·ᾳ τὴν Πελοπόννησον· τῷ δὲ Κώνσταντίνῳ
τὰς Κοττίας Ἄλπεις σὺν ταῖς Γαλλίαις
προσνεμηθῆναι, Κοττίαι δὲ ὠνομάσθησαν ἀπὸ Κοττίου,
βασιλέως τῶν τόπων τούτων γενομένου· καὶ τὸ
Πυρηναῖον κλίμα μέχρι τῶν Μαύρων τῶν τῷ πορθμῷ 
 διωρισμένων τῷ τοῦ Ὠκεανοῦ· τοῦ Κωνσταντίου
 δὲ λάχος γενέσθαι ὅσα κατὰ τὴν ἑῴαν μοῖραν
ἦσαν Ῥωμαίοις ὑπήκοα, καὶ πρὸς τούτοις τὴν Θρᾴκην
σὺν τῇ πόλει τῇ πατρικῇ. οὕτω δὲ τοῦ μερισμοῦ
τῆς ἀρχῆς προβάντος, ὁ μὲν Κωνστάντιος εἰς τὴν 
ἑῴαν ἐχώρησεν, ἐκστρατεύων κατὰ Περσῶν. ὁ γὰρ
τούτων ἡγεμονεύων Σαπώρης, τὸν θάνατον τοῦ μεγάλου
γνοὺς Κωνσταντίνου, κατὰ τῶν ὑπὸ Ῥωμαίοις
τελούντων ἐπιὼν καὶ ληιζόμενος οὐκ ἐπαύετο. ὁ δὲ
Κωνσταντῖνος τῷ Κώνσταντι ἐπεφύετο, τὴν διανέμησιν 
τῶν χωρῶν αἰτιώμενος καὶ ἢ παραχωρῆσαι
μέρους αὐτῷ τῆς ἀρχῆς ἀπαιτῶν ἢ ἀναδάσασθαι τὰς

 
βασιλείας ἄμφω ζητῶν. ὡς δ’ ἐκεῖνος τῆς ἤδη γεγονίας 
γονυίας διανεμήσεως εἴχετο καὶ τῶν αὐτῷ προσκληρωθέντων
ἀντείχετο καὶ οὐ δ’ ἑ τοῦ βραχίστου παρεχώρει
τῷ ἀδελφῷ, ὅπλα κατ’ αὐτοῦ ἦρεν ὁ Κωνσταντῖνος
 καὶ ἐπῆλθε τῷ λάχει τοῦ Κώνσταντος. ὁ
δὲ ἐν Δακίᾳ ἀποδημῶν καὶ τὴν κίνησιν τοῦ Κωνσταντίνου
μαθών, στράτευμα κατ’ αὐτοῦ πέμπει καὶ
στρατηγούς, καὶ αὐτὸς ὅσον ἤδη μετὰ πλείονος στρατοῦ
ἐπιστῆναι ἐπαγγειλάμενος. οἱ γοῦν πεμφθέντες
 ἐγγὺς τοῦ Κωνσταντίνου γενόμενοι λόχους καθίζουσι,
καὶ συμβαλόντες αὐτῷ φεύγειν ὑπεκρίνοντο.
τῶν δὲ τοῦ Κωνσταντίνου διωκόντων αὐτούς, ἐξόπισθεν
αὐτῶν οἶ λοχῶντες γενόμενοι κατὰ νώτων αὖ -
τοῖς ἐπιτίθενται. καὶ οἱ φεύγοντες ἐπιστραφέντες 
 μέσον περιέσχον αὐτούς, καὶ πολὺ τῆς τοῦ Κωνσταντίνου
διέφθαρτο στρατιὰς κἀκεῖνος αὐτός. τοῦ
γὰρ ἵππου τρωθέντος αὐτῷ, καὶ διὰ τὸ τραῦμα
σφαδάζοντος καὶ ἀνασκιρτῶντος, ἐκπέπτωκε τῆς
ἕδρας ὁ Κωνσταντῖνος, καὶ ἀνῃρέθη πολλὰ δεξάμενος
 τραύματα, οὔτε τυχὼν τῆς ἐφέσεως καὶ αὐτὴν
προσζημιωθεὶς τὴν ζωήν, καὶ ὅτι ἀδίκων ἦρξε, καὶ
τὴν οἰκείαν τῆς ἀρχῆς μοῖραν ἀποβαλών. καὶ γέγονεν
ἡ τῆς ἑσπερίου λήξεως ἐπικράτεια ὑφ’ ἐνὶ τῷ
Κώνσταντι βασιλεῖ. εἶτα κἀκεῖνος εἰς ἀλλοκότους
 ἐκκυλισθεὶς ἔρωτας καὶ ἐκδεδιῃτημένην ζωήν, ὑπὸ
Μαγνεντίου ἐπεβουλεύθη, καὶ ἀθλίως ἀπώλετο,
Μαγνετίου, ὃν ἐκεῖνος ἐκ στάσεως στρατιωτικῆς
περιέσωσε κινδυνεύοντα, ἤδη τῶν στρατιωτῶν κατ’
ἐκείνου ἠρκότων τὰ ξίφη καὶ διαχειρίσασθαι αὐτὸν 
 ὡρμηκότων. 
 Ὁ Κωνστάντιος δὲ περὶ τὴν ἑῴαν διατρίβων τοῖς
Πέρσαις ἐμάχετο, Σαπώρου τοῦ ἔθνους, ὡς εἴρηται,

 
βασιλεύοντος· ὅς Ναρσῆ μὲν ἦν υἱός, οὐ μέντοι ἐξ
ἐπισήμου γυναικός. ἐκ γὰρ τῆς πρωτευούσης σὴς τῶν
αὐτοῦ γαμετῶν τρεῖς ἐγένοντο τῷ Ναρσῇ παῖδες,
Ἀδανάρσης καὶ Ὁρμίσδας καὶ τρίτος ἕτερος. τελευτήσαντος
δὲ Ναρσοῦ ὁ πρεσβύτερος τῶν τριῶν τούτων 
Ἀδανάρσης τῆς ἀρχῆς διάδοχος γέγονεν. ὠμὸς
δὲ λίαν τυγχάνων καὶ ἀπηνής, κἀντεῦθεν μισοῦ μισούμενος
ὑπὸ τῶν Περσῶν, τῆς βασιλείας ἐκπέπτωκεν.
εἰρήσθω δέ τι καὶ τῆς ἐκείνου γνωμικῆς ὠμότητος
γνώρισμα. σκηνή ποτε τῷ πατρὶ αὐτοῦ διεκομίσθη 
 ἐκ Βαβυλῶνος δέρμασιν ἐγχωρίοις ποικιλώτερον εἰργασμένη.
ταύτην ἐκταθεῖσαν ἄρτι θεώμενος ὁ Ναρσῆς,
ἠρώτησε τὸν Ἀδανάρσην, παιδίον ἔτι τυγχάνοντα,
εἰ ἀρέσκει αὐτῷ ἡ σκηνή. ὁ δὲ ἀπεκρίνατο, εἰ
κρατήσει τῆς βασιλείας, κρείττω ταύτης ποιήσειν ἐξ 
ἀνθρώπων δορᾶς. οὕτω νηπιόθεν ἐνέφαινε τὴν ὠμότητα.
τούτου τοίνυν οὕτω τῆς βασιλείας ἐκπεπτωκότος,
Σαπώρης εἰς τὴν ἀρχὴν ἀντεισῆκτο. καὶ ὃς
εὐθὺς τὸν μὲν ἕτερον τῶν ἀδελφῶν ἐξετύφλωσε, τὸν
Ὁρμίσδαν δὲ δεσμήσας ἔμφρουρον εἶχεν. ἡ δέ γε 
μήτηρ ἐκείνου καὶ ἡ γυνὴ χρήμασι δεξιωσάμεναι
τοὺς φρουρούς, εἰς ἐπίσκεψιν ἐκείνου παρεχωρήθησαν
εἰσελθεῖν. καὶ εἰσελθοῦσαι ῥίνην αὐτῷ παρέσχον,
ἵνα ταύτῃ τὰ σιδήρεα διακόψῃ δεσμά, ὑποθέμεναι
 καὶ ὅσα δέοι μετὰ ταῦτα ποιεῖν, ἵππους τε 
 αὐτῷ καὶ τοὺς συναποδράσοντας ἑτοιμάσασαι.
τοῖς φρουροῖς ἡ ἐκείνου σύνευνος δεῖπνον παρέθετο
δαψιλές· οἱ δὲ καὶ βρωμάτων ἐμφορηθέντες καὶ τοῦ
ἀκράτου σπάσαντες ἀκρατέστερον ἐλήφθησαν ὕπνῳ
βαρεῖ. ὁ δ’ Ὁρμίσδας κοιμωμένων ἐκείνων καὶ τὰ 
δεσμὰ τῇ ῥίνῃ διέκοψε καὶ τῆς φρουρᾶς ἐξελθὼν
ὤχετο καὶ πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ἀπέδρα, καὶ ὑπεδέχθη

 
φιλοτιμότατα. ὁ δὲ Σαπώρης ἐῴκει τῇ φυγῇ ἐκείνου
ἐφήδεσθαι οἷα τὸν ἐξ ἐκείνου ἀποσκευασάμενος φόβον,
οὐ μόνον ἐκδοθῆναί οἱ τὸν φυγάδα οὐκ ἐξεζήτησεν,
ἀλλὰ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτῷ ἐντίμως ἐξέπεμψεν.
 ἦν δὲ ὁ Ὁρμίσδας καὶ πολὺς τὴν ἰσχὺν καὶ 
ἀκοντιστὴς περιδέξιος, ὡς ἐν τῷ πάλλειν κατά τινος
τὸ ἀκόντιον προλέγειν ὅπου βαλεῖ τὸν πολέμιον.
οὗτος τοίνυν τῷ Κωνσταντίῳ κατὰ τῶν ὁμοφύλων
συνεστρατεύετο, ἄρχειν ταχθεὶς ἱππέων ἴλης πολλῆς.
 ὁ βασιλεὺς δὲ Κωνστάντιος πολλάκις τοῖς
συμβαλὼν τὴν ἥττονα μοῖραν εἶχε καὶ πολλοὺς τῶν
οἰκείων ἀπέβαλε. καὶ τῶν Περσῶν δὲ πλεῖστοι πεπιώκασι
καὶ αὐτὸς ὁ Σαπώρης ἐτέτρωτο.

Οὕτω μέντοι τῶν ἐπὶ Πέρσας πολέμων συνενεχθέντων τῷ βασιλεῖ Κωνσταντίῳ, μαθὼν ταῦτα
Μαγνέντιος, ὃς ἐκ πατρὸς μὲν γεγένητο Βρεττανοῦ,
ἐν τοῖς προτίκτορσι δ’ ἐστρατεύετο, εἶτα καὶ κόμης 
ὠνομάσθη ταγμάτων δύο Ῥωμαϊκῶν, τυραννῆσαί τε
καὶ πρῴην ἐπιθυμῶν τότε μᾶλλον ἔθετο τῷ σκοπῷ
 ὅτι ἀτυχοῦντα περὶ τὸν Περσικὸν πόλεμον ἤκουε τὸν
Κωνστάντιον. καὶ εὐκαιρίαν ἔκρινε τηνικαῦτα τοῦ
ἐπικεχειρηκέναι τῇ τυραννίδι· καὶ πλασάμενος τὰ
ἑαυτοῦ ἑορτάζειν γενέθλια ἐν Αὐγουστούλῳ τῇ πόλει
συνεκάλεσε τοὺς ἐξόχους τῆς πόλεως τοῦ συμποσίου
 ποσίου αὐτῷ συμμεθέξοντας, τοὺς μὲν καὶ συνίστορας
αὐτῷ τοῦ σκοποῦ, τοὺς δὲ καὶ ἀμετόχους τοῦ
σκέμματος. καὶ παρέτεινε τὸν πότον ἕως ἐσπέρας.
ἐξαναστὰς δὲ τοῦ συμποσίου αἴφνης εἰς τὸν κοιτῶνα
εἰσέδραμε, καὶ πρόεισιν ἐκεῖθεν μετὰ βραχὺ ἐν σχήματι
 βασιλείας σὺν δορυφόροις πολλοῖς, ὃ τοὺς μὴ 
συνειδότας αὐτῷ τὴν πρᾶξιν ἐτάραξεν. ἐκεῖνος δὲ διαλεχθεὶς
τοῖς παροῦσι, τοὺς μὲν ἔπεισε συνθέσθαι αὐτῷ,

 
ἐνίους δέ γε καὶ ἐβιάσατο. καὶ συμπαραλαβὼν αὐτοὺς
εὐθὺς εἰς τὰ βασίλεια ἄπεισι, καὶ διανομὰς
χρημάτων πεποίητο, ταῖς τε πύλαις τῆς πόλεως
ἐπέστησε φύλακας, ἐνταλθέντας τοῖς μὲν εἰσιοῦσι
τὴν εἴσοδον συγχωρεῖν, ἐξιέναι δὲ μηδένα παραχωρεῖν, 
ἵνα μὴ τέως τὸ τόλμημα κηρυχθῇ. καὶ αὐτίκα
στέλλει τοὺς τὸν Κώνσταντα ἀναιρήσοντας, πρὶν ἢ
γνοίη τὸ τόλμημα. ὁ δὲ περὶ θήραν ἠσχόλητο. καὶ
γὰρ ἐμεμήνει περὶ τὰ κυνηγέσια καὶ ταῦτα ἀρθρίτιδι
προσπαλαίων διηνεκεῖ, ἣν ἐξ ἡδονῶν ἁ μετρίας ἐνόσησεν 
 ἀκολάστως βιούς, ἢ καὶ ἐν προσχήματι θήρας
εἰς ὕλας ἐγκατεδύετο μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν μειρακίσκων
καὶ νεανίσκων, οἳ ἐκείνῳ διὰ κάλλος συνελέγοντο
καὶ ᾠκείωντο ἐκαλλωπίζοντό τε περιεργότερον
καὶ λίχνοις ἦσαν ὀφθαλμοῖς, ἀκολασίας ἐμπύρευμα, 
κἀκείνῳ ἐτύγχανον, ὡς λέγεται, παιδικά. ἀλλὰ
καὶ ἐπὶ πλέον ταῖς ὕλαις διέτριβεν, ἐκκλίνων τὴν μετὰ
τῶν κοσμίων ἀνδρῶν συνδιαγωγήν. παρὰ τὸν Ῥοδανὸν
τοίνυν ποταμὸν οἱ παρὰ Μαγνεντίου σταλέντες
γενόμενοι μετὰ τὴν θήραν ὑπνώττοντα τὸν Κώνσταντα 
στάντα διεχρήσαντο, καὶ τοὺς ἐκείνῳ δὲ συνόντας
 ὀλίγους ὄντας ἀπέκτειναν. οἱ δὲ μὴ οὕτω φασὶ γενέσθαι
τὴν ἐκείνου ἀναίρεσιν, γνῶναι δ’ ἐκεῖνον
τὴν κατ’ αὐτοῦ ἐπανάστασιν· καὶ μονωθέντα, καταλιπόντων
αὐτὸν τῶν περὶ αὐτόν, ναῷ προσφυγεῖν. 
κἀκεῖ τὰ τῆς βασιλείας παράσημα ἀπεκδύσασθαι, κἀκεῖθεν
ἐκβληθέντα ἀναιρεθῆναι, ἑπτακαιδέκατον ἔτος
 ἀνύσαντα παρὰ τῇ ἀρχῇ, τῆς δ’ ἡλικίας ἤδη παρεληλυθότα
τριακοστόν. λέγεται δὲ ἄρτι γεννηθέντος
αὐτοῦ ἐπιτρέψαι τοῖς ἀστρολόγοις τὸν πατέρα αὐτοῦ
ἐπὶ τῷ τούτου γενεθλίῳ ποιῆσαι θεμάτιον, κἀκείνους
πρὸς ἄλλοις οἷς περὶ αὐτοῦ προειρήκασι καὶ

 
τοῦτο εἰπεῖν ὡς ἐν ταῖς ἀγκάλαις τῆς αὐτοῦ μάμμης
ἀναιρεθήσεται. ὃ θανούσης ἐκείνης καὶ διέπαιζεν
ὁ Κώνστας· τὸ δ’ εἰς ἔργον ἀποβεβήκει, καὶ ἡ
τῶν ἀστρολόγων οὐ διήμαρτε πρόρρησις, κἂν ὑπῆρξε 
 λοξή. ἐν γὰρ πολίχνῃ Ἑλένῃ καλουμένῃ εἰς ὄνομα
τῆς βασιλίσσης ἐκείνης ὁ Κώνστας ἀνῄρητο. ὁ μὲν
οὖν οὕτω βεβιωκὼς ἀσελγῶς οὕτως οἰκτρῶς ἐστέρητο
τῆς ζωῆς. ὁ δὲ Μαγνέντιος κατὰ ῥοῦν αὐτῷ τῶν
τῆς τυραννίδος χωρησάντων πραγμάτων, ἐσπούδασε
 τῶν τὰς ἀρχὰς ἐχόντων τοὺς λογιμωτάτους ἐκ μέσου
ποιήσασθαι. καὶ γραφὰς πλασάμενος πρὸς αὐτοὺς
ὡς ἐκ τοῦ Κώνσταντος σταλείσας αὐτοῖς, μετακαλουμένου
τούτους δῆθεν πρὸς ἑαυτόν, καθ’ ὁδὸν
λοχήσας πλείστους ἀπέκτεινε, μηδὲ τῶν οἰκείων συνωμοτῶν
 φειδόμενος, ἀλλὰ καὶ τούτους διαφθείρων. 
 Καὶ ὁ μὲν ἐν τοιούτοις ἦν, ἑαυτῷ κρατύνων τὴν
τυραννίδα. τῷ δὲ Κωνσταντίῳ τὸν θάνατον πυθομένῳ
τοῦ ἀδελφοῦ ἐμερίζετο ἡ διάνοια ἐννοουμένῳ C
πότερον ἂν προτιμήσαιτο τὸ Πέρσαις ἀντικαθίστασθαι
 κείρουσι τὰ Ῥωμαίοις ὑπήκοα ἢ τούτων κατά
γε τὸ παρὸν ἀμελῆσαι καὶ χωρῆσαι κατὰ τοῦ τυραννήσαντος,
ἔνα καὶ τὸν τοῦ συγγόνου τίσαιτο φόνον
καὶ ἑαυτῷ προσποιήσαιτο τὰ ἑσπέρια.

Ταῦτα τοῦ Κωνσταντίου σκοποῦντος καὶ διαμέλλοντος, ὁ Σαπώρης, ἐπεὶ κἀκείνῳ πρὸς γνῶσιν
ἦλθον τὰ συμβεβηκότα περὶ τὸν Κώνσταντα, ἐπιτίθεται
τῷ καιρῷ, καὶ σὺν βαρεῖ στρατεύματι κατὰ
τῶν ὑποκειμένων Ῥωμαίοις ἔπεισι χωρῶν τε καὶ
πόλεων, καὶ πολλὴν μὲν ἐληίσατο χώραν, ἀλλὰ μέντοι
 καὶ φρούρια εἷλε καὶ τέλος ἐπολιόρκει τὴν Νίσιβιν,
ἣ πάλαι μὲν τῇ τῶν Ἀρμενίων διέφερε βασιλείᾳ, 
ἐπὶ δὲ Μιθριδάτου, ὃς Τιγράνου τοῦ τῶν Ἀρμενίων

 
τότε κρατοῦντος γαμβρὸς ἦν καὶ ἐξ ἐκείνου τὴν πόελιν
εἰλήφει, ὑπὸ ῾Ρωμαίων ἑάλω πολιορκίᾳ. ἐν ταύτῃ
γὰρ ὁ Σαπώρης ἐλθὼν πᾶσαν ἐκίνησε μηχανὴν ἵν’
αὐτῷ ἡ πόλις ἁλῷ· κριούς τε γὰρ προσῆγε τοῖς τείχεσι
καὶ διώρυχας ὑπογαίους πεποίητο, ἀλλὰ πρὸς 
πάντα γενναίως ἀντικαθίσταντο οἱ πολιορκούμενοι,
καὶ τὸν ποταμὸν δέ, ὃς διὰ μέσης ἔρρει τῆς πόλεως,
μετωχέτευσεν, ἵνα δίψει πιεζόμενοι οἱ τῆς πόλεως
προδοῖεν αὐτῷ τὴν πόλιν. τοῖς δὲ ἀφθονία ἦν ὑδάτων
καὶ ἐκ φρεάτων καὶ ἐκ πηγῶν. ὡς δ’ εἰς οὐδὲν 
αὐτῷ κατήντησαν ἀνύσιμον αἱ ἐπίνοιαι, ἕτερόν τι
 αὐτῷ μεμηχάνητο. ἀναδραμὼν τὸν ποταμόν, ὅς, ὡς
εἴρηται, διὰ τῆς πόλεως ἔρρει, καὶ πρὸς φάραγγας
γεγονώς, ἔνθα ὁ χῶρος δι’ οὗ διέρρει, ἐστένωτο,
ἀπέφραξε τὸν τόπον καὶ ἐπέσχε τὸ ῥεῦμα αὐτοῦ. 
τοῦ δ’ ὕδατος πλημμυρήσαντος, ἀθρόον τὰ φραγνύντα
τὴν τοῦ ὕδατος διέξοδον ἐξελὼν ἀφῆκε τὸ ῥεῦμα
κατὰ τῆς πόλεως· τὸ δὲ πολύ τ’ ἑ σεσωρευμένον καὶ
σὺν βίᾳ σφοδρᾷ τῷ τείχει προσπεσὸν μέρος ἐκείνου
κατήραξεν. οὐκ εὐθὺς δὲ ὁ βάρβαρος εἰσέδυ τὴν 
πόλιν, ἀλλ᾿ ὡς ἤδη ἁλωθείσης αὐτῆς, ἐπεὶ καὶ πρὸς
ἐσπέραν ἦν ὁ καιρός, εἰς αὔριον παραλήψεσθαι τὴν
πόλιν, μή τινος ἀντιβαίνοντος, ὑπερέθετο. οἱ δ᾿ ἐν
τῇ πόλει πρὸς μὲν τὸ ῥῆγμα τοῦ τείχους ἐθορυβή
θῆσαν, ὡς δ᾿ εἶδον τοὺς Πέρσας ὑπερθεμένους τὴν 
 εἴσοδον, ἄϋπνοι τὴν νύκτα διατελέσαντες πολυχειρίᾳ
τὸν τόπον ὠχύρωσαν, τεῖχος ἐντὸς ἀνεγείραντες ἕτερον.
ὅπερ ἕωθεν ὁ Σαπώρης ἰδών, ἀμελείᾳ οἰκείᾳ
τὸ ἀτύχημα ἐπεγράφετο. ἀλλ’ οὐδ’ οὕτω τῆς πολιορκίας
ἀφίστατο. πολλὰ δὲ καὶ ἕτερα κατὰ τῆς πόλεως 
 ἐπινοησάμενος, καὶ πλείστους τῶν οἰκείων ἀποβαλόν,
ὑπὲρ γὰρ τὰς εἴκοσι χιλιάδας κινδυνεῦσαι λέ-

 
γεται τοῦ Περσικοῦ στρατεύματος πολιορκουμένης
Νισίβεως, μετ’ αἰσχύνης ἀνεχώρησεν. ἤδη γὰρ καὶ
Μασαγέται τῇ Πέρσιδι ἐπήλθοσαν καὶ αὐτῇ ἐλυμαίνοντο.
Κωνστάντιος δὲ ὁ βασιλεὺς τὴν μὲν Νίσιβιν
 κατωχύρωσε καὶ τοὺς πολίτας αὐτῆς ἀνεκτήσατο,
αὐτὸς δέ, ἀνακωχῆς ἤδη τῇ ἑῴᾳ γενομένης ἐκ τῶν
Περσῶν, πρὸς τὰ ἑσπέρια ὥρμησε. καί οἱ ἀγγέλλε- 
τᾶι Βετρανίων κοινοπραγήσας τῷ Μαγνεντίῳ. τῶν
γὰρ παρ’ Ἰλλυριοῖς ἄρχων οὗτος στρατευμάτων τυγ-
 χανὼν, καὶ μαθὼν τοῦ Μαγνεντίου τὴν ἐπανάστασιν
καὶ τὸν φόνον τοῦ Κώνσταντος, οὐχ ὑπεῖξε τῷ τυραννήσαντι,
ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἑτέρωθεν τυραννίδι
ἐπικεχείρηκε. τῷ Κωνσταντίῳ δ’ ἐπιστέλλων ἔλεγε
τῷ τυράννῳ ἀντικαθίστασθαι, καὶ αὐτὸν ἀφικέσθαι
 εἰς τὴν ἐκείνου κατάλυσιν κατήπειγεν. ἐπὶ συνθήκαις
οὖν ὁ Βετρανίων καὶ ὁ Μαγνέντιος ἀλλήλοις
σπεισάμενοι, πρέσβεις ἄμφω κοινῶς πρὸς τὸν Κωνστάντιον
στέλλουσιν ἀξιοῦντες αὐτὸν καταθέσθαι
τὰ ὅπλα καὶ τὴν πρώτην ἔχειν τιμήν. περὶ γοῦν τὴν
 τῆς Θρᾴκης Ἡράκλειαν ἐντυχόντες οἶ πρέσβεις τῷ
αὐτοκράτορι τὰ μεμηνυμένα οἶ ἀπήγγειλαν. ὁ δὲ
ἐν φροντίδι διὰ ταῦτα γενόμενος, νυκτὸς ἐπιγενομένης 
ὄναρ ὁρᾷ τοιοῦτον. ἐδόκει τὸν πατέρα αὐτῷ
παρεστάναι, τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν Κώνσταντα κατέχοντα
 τῇ χειρί, καὶ λέγειν αὐτῷ, Κωνστάντιε, ἰδοὺ
Κώνστας ὁ σὸς ἀδελφός, πολλῶν δὲ βασιλέων ἀπόγονος,
ὡς ἐκ τυράννου διώλετο. χρή σε τοίνυν τούτῳ
τε τιμωρῆσαι καὶ τὴν ἀρχὴν μὴ παρόψεσθαι διακοπτομένην
μήτε τὴν πολιτείαν ἀνατρεπομένην, σπεῦσαι
 δὲ τὴν τυραννίδα καθελεῖν, καὶ μὴ περιιδεῖν
τὸν ἀδελφὸν ἀνεκδίκητον. ἐπὶ τούτοις διυπνισθεὶς
ὁ Κωνστάντιος τοὺς μὲν πρέσβεις κατέσχε καὶ

 
φρουρᾷ παραδέδωκε. αὐτὸς δ᾿ αὐτίκα μηδὲν μελλήσας
εἰς Σαρδικὴν παραγίνεται, καὶ ὁ Βετρανίων
 τὴν ἀνέλπιστον ἐπιδημίαν πτήξας τοῦ Κωνσταντίου,
ὡς δεσπότῃ προσυπηντήκει αὐτῷ, τάς τε προτέρας
καταλείψας βουλὰς καὶ τὰς συνθήκας ἀθετήσας τὰς 
πρὸς Μαγνέντιον. καὶ ὁ Κωνστάντιος δὲ αὐτὸν
γνησίως προσήκατο καὶ ὁμοδίαιτον ἐποιήσατο. τὰ
γὰρ τῆς βασιλείας ἀποδυσάμενος ὁ Βετρανίων γνωρίσματα
ἐν ἰδιώτου στολῇ τῶν τοῦ βασιλέως ποδῶν
ἐπελάβετο. ὁ δὲ περιεπτύξατό τε τὸν Βετρανίωνα 
καὶ πατέρα ὠνόμασε, καὶ χεῖρα ὀρέγων αὐτῷ καὶ
ὑποστηρίζων πρεσβύτην ὄντα σύνδειπνον ἐποιήσατο,
εἶτα ἡ Προῦσα αὐτῷ, πόλις δ᾿ αὕτη τῶν Βιθυνῶν,
εἰς κατοικίαν ἀφώριστο καὶ χωρία πρὸς χορηγίαν
τῶν ἐπιτηδείων ἀπονενέμητο. ἔνθα τρυφῶν ἐπὶ ἕξ 
ἐνιαυτοὺς τὴν ζωὴν ἐξεμέτρησε. καὶ τὰ μὲν περὶ
 Βετρανίωνα εἰς τοιοῦτον κατηντήκασι τέλος.

Ὁ δ᾿ αὐτοκράτωρ Κωνστάντιος πρὸς Μαγνέντιον
ὥρμητο. ὁ δὲ ἐν Μεδιολάνῳ διῆγε, τὸν ἀδελφὸν
Δεκέντιον ἀνειπὼν Καίσαρα καὶ στείλας αὐτὸν τὰς 
Γαλλίας φυλάξοντα. ἐν τούτοις δ᾿ αὖθις ὁ Σαπώρης
ἀδείας δραξάμενος, τὰ πρὸς ἵω ἐπόρθησε, καὶ
λείαν λαβὼν καὶ δοριαλώτους πολλοὺς ἐπανέζευξεν.
οὕτω δὲ ἑκατέρωθεν ὁ βασιλεὺς περιστοιχιζόμενος
ταῖς ἐκ τῶν πολέμων φροντίσι, Γάλλον τὸν οἰκεῖον 
ἐξάδελφον τιμήσας τῇ ἀξίᾳ τοῦ Καίσαρος καὶ τὴν
ἑαυτοῦ ἀδελφὴν Κωνσταντίαν κατεγγυήσας αὐτῷ εἰς
τὴν ἑῴαν ἐξέπεμψε, τὰς ἐφόδους τὰς Περσικὰς ἀνακόψοντα.
ὁ μὲν οὖν Γάλλος Καῖσαρ τὸν τρόπον
 τοῦτον ἀναρρηθεὶς ἐπὶ τὴν ἑῴαν ἀπῄει, καὶ τὴν 
σύζυγον ἐπαγόμενος. ὁ δέ γε Κωνστάντιος εἰς τὸν
κατὰ Μαγνεντίου ἀνεχώρησε πόλεμον. ἵνα δὲ μὴ μά-

 
χαις ἐμφυλίοις καὶ σφαγαῖς ἀλλήλων οἱ Ῥωμαῖοι
μιαίνοιντο, δεῖν ἔκρινεν εἰς συμβάσεις τὸν τύραννον
προκαλέσασθαι. στέλλει τοίνυν πρὸς αὐτὸν ἄνδρας 
τῶν ἐπιφανῶν, καὶ γράμματα δ’ ἐγχαράττει αὐτῷ,
 συγγνώμην διδοὺς ἐπὶ τῷ τολμήματι, εἰ τῶν ὅπλων
ἀπόσχοιτο, καὶ παραχωρῶν αὐτῷ τῶν Γαλλιῶν, ἔνα
τούτων ἄρχῃ καὶ ταύταις περιορίζηται. ὁ δὲ οὐδέν
τι φρονῶν μέτριον οὐ προσήκατο τὰ παρὰ τοῦ Κωνσταντίου,
ἀπραγμόνως αὐτῷ παρεχόμενα, ἀλλὰ τὸν
 πόλεμον εἵλετο, καὶ μᾶλλον σὺν τάχει πρὸς τοῦτον
ἐχώρησεν, ὅτι Σιλβανός, εἷς τις τῶν αὐτοῦ ταξιάρχων 
μετὰ πλήθους ὁπλιτῶν, ἐκεῖνον λιπὼν Κωνσταντίῳ
προσῆλθε τῷ αὐτοκράτορι. ἤδη δὲ πλησιασάντων
ἀλλήλοις καὶ ἀντιστρατοπεδευσαμένων, ὅ τε
 Κωνστάντιος τοὺς οἰκείους στρατιώτας λόγοις διήγειρεν
εἰς ἀλκὴν καὶ ὁ Μαγνέντιος τοὺς ἑαυτοῦ
παρεκάλει ἄνδρας φανῆναι πιστούς τε καὶ ἀγαθούς,
πολλὰ σφίσιν ἐπαγγελλόμενος. ἀντιπαραταξάμενοι
δὲ τὸ μὲν πλεῖστον τῆς ἡμέρας ἀπρακτοῦντες διήγαγον,
 μηδενὸς τῷ ἀντιπαρατεταγμένῳ μέρει ἐπεξιόντος.
ὁ δὲ Μαγνέντιος καὶ γοητείαις ἐχρήσατο. γυνὴ
γάρ τις μάγος παρθένον αὐτῷ σφαγιάσαι ὑπέθετο
καὶ οἴνῳ τὸ ταύτης αἷμα προσμίξαι καὶ δοῦναι τοῖς
στρατιώταις αὐτοῦ ἀπογεύσασθαι, ἐπὶ τούτοις ἐκείνης 
 ἐπῳδὰς εἰπούσης τινὰς καὶ δαιμόνων ἐπικαλουμένης
ἐπικουρίαν. ἄρτι δὲ τῆς ἡμέρας κλινάσης
ἀλλήλοις συνερράγησαν τὰ στρατεύματα, καὶ πολλὰς
τῆς μάχης σχούσης μεταβολὰς τέλος ἡ νίκη τῷ Κωνσταντίῳ
ἐπεμειδίασε, καὶ μέχρι βαθείας νυκτὸς
 συνεκόπτοντο οἶ τοῦ Μαγνεντίου καὶ ἀπώλλυντο ·
οὕτω δὲ τῆς τοῦ πολέμου ῥοπῆς τῷ τυράννῳ συνενεχθείσης,
εἰς φυγὴν ἐκεῖνος ἀπεῖδεν. ἴνα δὲ μὴ

 
τοῖς βασιλικοῖς παρασήμοις φεύγων γνωρίζοιτο, ἀποτίθεται
ταῦτα καὶ ἰδιωτικὴν ἀναλαμβάνει στολήν,
καὶ τῷ βασιλείῳ ἵππῳ τὰ παράσημα ἐπιθέμενος ἄνετον
ἀφῆκε τρέχειν αὐτόν, ἵνα νομίζοιτο πρὸς τῶν
ὁρώντων τὸν ἵππον θέοντα τοῦ ἐπιβάτου χωρὶς ἀνῃρημένος 
αὐτὸς καὶ μὴ καταδιώκοιτο πρός τινων. ὁ
 μὲν οὖν οὕτω διέδρα. ἕωθεν δὲ ὁ Κωνστάντιος ἐπί
τινος ἀναβὰς λόφου, καὶ τὴν παρακειμένην πεδιάδα,
ἀλλὰ μὴν καὶ τὸν παραρρέοντα ποταμὸν νεκρῶν
ἰδὼν γέμοντα, εἰς φανερὰ Κατήνεκτο δάκρυα, οὐ 
μᾶλλον διὰ τὴν νίκην ἡδόμενος ὅσον διὰ τὸν τῶν
πεσόντων δακνόμενος ὄλεθρον. λέγονται γὰρ ἐκ μὲν
τῶν ἐκείνου περὶ τριάκοντα πεσεῖν χιλιάδας, ἁπασῶν
ἀριθμουμένων εἰς ὀγδοήκοντα, ἐκ δὲ τῶν Μαγνεντίου
τριάκοντα καὶ ἕξ οὐσῶν χιλιάδων διαφθαρῆναι 
τὰς εἴκοσι πρὸς ταῖς τέσσαρσιν. αὐτίκα τοίνυν
τοὺς μὲν ἀνῃρημένους τῶν πεσόντων ταφῆς ἀξιωθῆναι
πάντας ἐκέλευσε, μὴ διακρινομένων τῶν οἱκείων
ἢ τῶν πολεμίων, τοὺς δ’ ἔτι ἐμπνέοντας ἐπιμελείας
 τυχεῖν καὶ ἰατρικῆς θεραπείας. διαδρὰς δέ, 
ὡς εἴρηται, Μαγνέντιος τούς τε περισωθέντας ἐκ
τῶν οἰκείων ἤθροιζε καὶ ἄλλους συνέλεγε καὶ αὖθις
ἐπαναλαμβάνειν ἑαυτὸν ἐπειρᾶτο. ἔστειλε δὲ καὶ
πρὸς τὸν Κωνστάντιον συγκλητικόν τινα πρεσβεύσοντα,
ὃν ὁ Κωνστάντιος οἰηθεὶς τῷ τῆς πρεσβείας 
ὀνόματι κατ’ κατασκοπήσοντα ὄντα ἥκειν καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν
περιεργασόμενον, περιώρισεν. ὁ δὲ Μαγνέντιος επισκόποις
αὖθις εἰς πρεσβείαν ἐχρήσατο, συγγνωμονηθῆναι
ζητῶν, ἔν ἐν στρατιώτου μοίρᾳ τῷ βασιλεῖ
συστρατεύοιτο. ἀλλ’ οὐδὲν πρὸς τὴν πρεσβείαν 
ταύτην ἀνταπεκρίνατο ὁ Κωνστάντιος. ἀφῆκε δὲ
τοὺς πρέσβεις ἀπράκτους ἀπελθεῖν. κἀκεῖνος

 
ἀπῄει κινήσας τὸ στράτευμα, καὶ πολλοὶ τῶν ὑπὸ
Μαγνέντιον αὐτῷ προσῄεσαν ἑαυτούς τε καὶ τὰ 
φρούρια ἐγχειρίζοντες. Μαγνέντιος δὲ ἀπογνοὺς
τοῦ συγγνώμης τυχεῖν, πρὸς πόλεμον ἡτοιμάζετο,
 καὶ ἐν Γαλλίαις, διάγων πλήθη συνήθροιζεν. ἔνα δὲ
φροντίσι περιβάλῃ τὸν αὐτοκράτορα καὶ ἐξ ἑαυτοῦ
ἀντιπερισπάσῃ πρὸς ἕτερα, ἔπεμψέ τινα τῶν ἑαυτῷ
οἰκείων εἰς Ἀντιόχειαν, ἀναιρήσοντα τὸν Γάλλον.
καὶ ὁ πεμφθεὶς διὰ τὸ ἀνύποπτον εἰς καλύβην τινὸς 
 κατέλυσε γραὸς παρὰ τῷ Ὀρόντῃ ποταμῷ πεπηγμένην,
ὃς Ὀφίτης πρῴην καλούμενος, ὥς τινες
ἱστοροῦσιν, Ὀρόντης ἐπεκλήθη μετέπειτα, τοῦ υἱοῦ
Καμβύσου τοῦ Περσῶν βασιλέως εἰς αὐτὸν ἐμπεσόντος,
καλουμένου Ὀρόντου. ἤδη γοῦν ὁ παρὰ
 τοῦ Μαγνεντίου σταλεὶς τὴν κατὰ τοῦ Γάλλου ἐξαρτύσας
ἐπιβουλήν, καὶ πολλοὺς τῶν ἐκεῖ προσποιησάμενος
ὁπλιτῶν, ἑσπέρας παρὰ τῇ τῆς γραὸς καλύβῃ
τῶν συνιστόρων τισὶ συνδειπνῶν, ἀδεέστερον αὐτοῖς 
ὡμίλει περὶ ὧν ἐβουλεύοντο, καταφρονῶν τῆς γραὸς
 ὡς ἀπράγμονος καὶ μηδὲ συνιείσης διὰ τὸ γῆρας τῶν
λεγομένων. ἡ δὲ φύσεως, ὡς ἔοικεν, ἐντρεχεστέρας
τυγχάνουσα, ἐῴκει μὲν μηδ’ ἀκούειν τῶν λεγομένων,
πάντα δὲ συνετήρει καθ’ ἑαυτήν. καὶ ἐπεὶ ὁ ξένος
αὐτῆς οἰνωθεὶς ὕπνωσεν, ἐκείνη λάθρᾳ τῆς καλύβης
 ὑπεξελθοῦσα παρὰ τὴν πόλιν ἀφίκετο, καὶ πάντα
καταγγέλλει τῷ Καίσαρι. παρ’ οὗ σταλέντες τινὲς
συνέσχον αὐτοῦ τὸν ἐπίβουλον, ὃς ἐν ἀνάγκῃ καταστὰς
τὸ ἅπαν δρᾶμα ἐξέφηνε. καὶ οὕτω τὴν ἐπιβουλὴν
ὁ Γάλλος διέφυγεν, ἐκεῖνον κολάσας καὶ τοὺς
 ἐκείνῳ συνίστορας.

Τούτων οὕτω συμβεβηκότων ὁ Μαγνέντιος αὖθις πρὸς μάχην ηὐτρέπιστο, καὶ συμβαλὼν τοῖς τοῦ 

 
Κωνσταντόυ ἡττᾶται καὶ φεύγει. οἱ γοῦν αὐτῶ
συμφυγόντες στρατιῶται, ἐπεὶ μηδαμόθεν ἑώρων
αὐτοῖς σωτηρίας ἐλπίδα περιλιπῆ, καὶ μάταιον κρίναντες
κινδυνεύειν ὑπὲρ ἀπεγνωσμένου ἀνδρός,
ἐκδοῦναι αὐτὸν τῷ βασιλεῖ ἐβουλεύσαντο. καὶ περιστάντες 
τὴν οἰκίαν, ἔνθα κατέκειτο, ἐν σχήματι
φρουρῶν ἐφρούρουν αὐτόν, ἴνα μὴ λάθῃ σφὰς ἐκφυγών.
ὡς δὲ τὴν αὐτῶν διάνοιαν ὁ Μαγνέντιος
καὶ ἐν ἀφύκτοις ἔγνω ἑαυτὸν περιειλημμένον, ἐξ
ἀπονοίας μεμηνότος ἔργον, ὡς λόγος, εἰργάσατο, 
τοὺς μεθ’ ἑαυτοῦ πάντας συγγενεῖς τε καὶ φίλους
ἀνῃρηκώς, εἶτα καὶ Δισιδερίῳ τῷ ἀδελφῷ πληγὰς
 πολλὰς διὰ ξίφους ἐπήνεγκεν, οὐ μέντοι τις αὐτῶν
θανάσιμος ἦν. καὶ ταῦτα πράξας καὶ ἑαυτὸν ἀνεῖλεν,
ἔνα μὴ παραδοθῇ πρὸς τῶν αὐτὸν φυλασσόντων 
Κωνσταντίῳ τῷ αὐτοκράτορι καὶ χρονιώτερον
κολασθῇ. καὶ Δεκέντιος δὲ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, ὃν
προεχειρίσατο Καίσαρα, ἐν Γαλλίαις ὢν καὶ πρὸς τὸν
ἀδελφὸν ἑτοιμαζόμενος ἀφίξεσθαι σύμμαχος, ὡς τὸν
ἐκείνου ἐπύθετο ὄλεθρον, ἀπογνούς, ἀγχόνῃ ἐχρήσατο. 
ὁ δὲ παρὰ τοῦ Μαγνεντίου πληγὰς δεξάμενος
ἐκείνου ὁμαίμων ὁ Δισιδέριος, τὸν θάνατον ἐκφυγὼν
καὶ ἀναρρωσθεὶς ἀπὸ τῶν πληγῶν, τῷ Κωνσταντίῳ
προσῆλθεν ἐθελοντής. οὕτω δὲ τῆς τοῦ
Μαγνεντίου τυραννίδος διαλυθείσης, ὅσα ἐκεῖνος 
 κατεῖχε, καὶ ταῦτα ὑπὸ τὸν Κωνστάντιον γέγονε,
καὶ ὁλοκλήρου τῆς πατρικῆς ἀρχῆς μόνος γέγονεν
ἐγκρατής. τὰ μὲν οὖν ἑσπέρια εἰρήνην ἦγον ἐντεῦθεν·
τὰ δὲ τῆς ἑῴας ἐταράττετο μοίρας. ὁ Γάλλος
γὰρ τῷ εὐτυχήματι ἐπαρθείς, ἐπεὶ ἐν Ἀντιοχείᾳ ἐγένετο, 
βαρὺς τοῖς ὑπ’ αὐτὸν προσεφέρετο, κακουμένοις
πολυειδῶς πρὸς αὐτοῦ, ἔχοντος καὶ τὴν ὁμόζυγα

 
πρὸς τοῦτο αὐτὸν ἐρεθίζουσαν. δείσας οὖν ὁ Κωνστάντιος
μή, εἰ κινηθεῖεν εἰς ἀποστασίαν οἶ ὑπ’
ἐκείνου κακούμενοι, ἐμφυλίου πολέμου δεήσῃ αὐτῷ,
Δομιτιανόν, ἄνδρα ἐπιφανῆ τε καὶ γηραιόν, ἔπαρχον
 πραιτωρίων, προχειρισάμενος εἰς Ἀντιόχειαν
ἔστειλεν, ἐντειλάμενος τῷ ἀνδρὶ ἐν ἀπορρήτοις εὐφυῶς
πως τὸν Γάλλον ὑπελθεῖν καὶ πεῖσαι ἀφίξεσθαι
πρὸς αὐτόν. ὁ δὲ εἰς Ἀντιόχειαν παραγεγονώς, 
καὶ πάνυ ἀδεξίως τὸ πρᾶγμα μετεχειρίσατο, ἀναφανδὸν
 ἐπιτάξας τῷ Καίσαρι πορεύεσθαι πρὸς τὸν
αὐτοκράτορα, καὶ ἀπειλήσας, εἰ μὴ πείθοιτο, τὰς
σιτήσεις τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἐπισχεῖν. τούτοις εἰς θυμὸν 
ἐκεῖνος παροξυνθείς, καὶ ἄλλως εὐκίνητος ὢν πρὸς
ὀργήν, συνέσχε τὸν ἔπαρχον καὶ φρουροὺς αὐτῷ
 στρατιώτας ἐπέστησε. Μοντίου δὲ τοῦ κοιαίστωρος
αἰτιωμένου τὴν πρᾶξιν καὶ εἰς σαφῆ τυραννίδα ταύτην
ἀνάγεσθαι λέγοντος, ἔτι χαλεπήνας ὁ Καῖσαρ,
ἀλλὰ καὶ πρὸς τῆς γυναικὸς ἐξαφθεὶς εἰς ὀργὴν ὡς
καταφρονούμενος, καὶ αὐτὸν ὑπὸ δεσμοῖς ἐποιήσατο
 τὸν κοιαίστωρα καὶ τοῖς στρατιώταις καὶ ἄμφω
παρέδωκεν. οἶ δὲ ἄμφω τὼ ἄνδρε συνδήσαντες
ἔσυραν διὰ τῆς ἀγορᾶς καὶ ᾐκίσαντο, καὶ τέλος 
ἐνέβαλον εἰς τὸν ποταμὸν καὶ διέφθειραν. ταῦτα
μαθὼν ὁ Κωνστάντιος ἔπεμψε τοὺς ἄξοντας τὸν
 Γάλλον ὡς ἑαυτόν. ὁ δὲ τὴν γυναῖκα προέπεμψεν
ἐξευμενισομένην τὸν ἀδελφόν· ἣν ὁδοιποροῦσαν ἔτι
τὸ τέλος ἐκ νόσου κατέλαβε τῆς ζωῆς. γνοὺς οὖν
τὸν τῆς ἀδελφῆς ὁ Κωνστάντιος θάνατον, αὐτίκα
στείλας γυμνοῖ τὸν Γάλλον τοῦ ἀξιώματος καὶ
 ὑπερόριον τίθησιν. εἶτα στέλλει καὶ τοὺς αὐτὸν
ἀναιρήσοντας, παρὰ τῶν περὶ αὐτὸν εἰς τοῦτο ἐρεθισθείς.
μεταμεληθεὶς δ’ αὖθις ἑτέρους στέλλει τοὺς

 
εἴρξοντας τὴν ἀναίρεσιν· οὓς ἀνέπεισαν οἱ τῶ Γάλλῳ
ἐχθραίνοντες, καὶ μᾶλλον ὁ εὐνοῦχος Εὐσέβιος, τὴν
 τοῦ πραιποσίτου διέπων ἀρχὴν καὶ μεγάλα παρὰ τῷ
Κωνσταντίῳ δυνάμενος, μὴ πρότερον ἀπαγγεῖλαι
τοῖς τὸν Γάλλον ἐνταλθεῖσι κτανεῖν τὴν βασιλικὴν 
μεταμέλειαν πρὶν ἂν γνοῖεν ἀνῃρημένον τὸν ἄνθρωπον.
ὁ μὲν οὖν ἀνῄρητο. 
 Τῶν πέραν δὲ τοῦ Ῥήνου βαρβάρων ταῖς Γαλλίαις
ἐπικειμένων, ἐκπέμπεται Σιλβανὸς ἀνακόψων
αὐτῶν τὰς ὁρμάς, ἀνὴρ στρατηγικώτατος καὶ ἄριστος 
τὰ πολέμια. διαβολαῖς δὲ κατ’ αὐτοῦ πιστεύσας ὁ
βασιλεύς, εἶχε γὰρ ἐπικλινεῖς τὰς ἀκοὰς πρὸς διαβολάς,
ἐβυσσοδόμευε δεινὰ κατὰ τοῦ ἀνδρός. ὁ γνοὺς
ἐκεῖνος, πρὸς ἀποστασίαν ἀπέκλινε, καὶ σχῆμα Καίσαρος
ἑαυτῷ περιέθετο· οὐκ ἐπὶ μακρὸν δὲ τῇ ἀποστασίᾳ 
 ἐχρήσατο. σταλεὶς γὰρ Οὐρσικῖνος ἐκεῖ, καὶ
χρήμασι τῶν ἐκείνου στρατιωτῶν τινας ὑποφθείρας,
δι’ ἐκείνων ἀνεῖλε τὸν Σιλβανὸν καὶ τὴν ἀποστασίαν
κατέπαυσε. τῷ μέντοι Κωνσταντίῳ ἀναζευγνύντι
ἀπὸ τῶν ἐσπερίων καὶ ἐπανιόντι πρὸς τὸ Βυζάντιον, 
ἐκ τῶν Περσῶν πρέσβεις περὶ τὸ Σίρμιον συνηντήκασιν,
ἐσταλμένοι παρὰ Σαπώρου, ἀπαιτοῦντος
ἀποδοθῆναι Πέρσαις τὴν Μεσοποταμίαν καὶ Ἀρμενίαν,
ἵν᾿ οὕτω παύσαιντο Ῥωμαίοις μαχόμενοι· ταύτας
γὰρ τὰς χώρας ἀνέκαθεν ἐκ προγόνων αὐτοῖς 
διαφέρειν· εἰ δ’ οὐ πείθοιτο, δηλοῦντος τῷ αὐτοκράτορι
ὑπὸ τῷ Ἄρει δικαστῇ ποιήσασθαι τὴν τῆς ὑποθέσεως
ζήτησιν. πρὸς ταῦτα ἀντεπέστειλεν αὐτῷ
ὁ Κωνστάντιος θαυμάζειν εἰ ἐπελάθετο ὅτι Πέρσαι
 Μακεδόσιν ἐδούλευσαν καὶ ὅτι Μακεδόνων Ῥωμαίοις 
ὑποταγέντων καὶ οἶ ἐκείνοις δουλεύοντες ὑπήκοοι
Ῥωμαίοις ἐγένοντο. τούτοις ὁ Σαπώρης παροξυνθεὶς

 
πρὸς πόλεμον ἀπεῖδε. καὶ αὖθις εἰς πολιορκίαν κατέστη
Νισίβεως. ὡς δ’ οὐδὲν ἐπέραινε κατ’ αὐτῆς,
ἀπέστη καὶ ἑτέρων ἀπεπειρᾶτο. ὡς δὲ κἀκείνων
ἀπεκρούσθη, εἰς Ἄμισαν κατηντήκει καὶ ταύτης
 ἐκράτησε.

Κωνστάντιος δὲ μὴ οἷός τε ὢν τὴν ὅλην διευθύνειν μόνος ἀρχήν, τοσαύτην οὖσαν ὡς ἐξ ἄκρων
σχεδὸν περάτων γῆς εἰς ἄκρα πέρατα καταντᾶν, ἐξ
Ἀθηνῶν τὸν τοῦ Γάλλου ὁμαίμονα τὰν Ἰουλιανὸν
 μετακαλεσάμενος, Καίσαρά τε ἀνεῖπε καὶ Ἑλένην
αὐτῷ τὴν οἰκείαν συνῴκισεν ἀδελφήν. λέγεται δὲ
τῇ μητρὶ αὐτοῦ κυούσῃ αὐτὸν ἐνύπνιον γενέσθαι 
καὶ δόξαι τὸν Ἀχιλλέα τεκεῖν. ἡ δὲ διυπνισθεῖσα
καὶ τὸ ὄναρ διηγουμένη τῷ ἀνδρὶ ἔτεκε τοῦτον μηδ’
 ὠδίνων σχεδὸν ἐπ’ αὐτῷ πειραθεῖσα καὶ τεκοῦσα 
πρὶν ἢ γνοίη ὡς μέλλει τίκτειν. ἐντεῦθεν μεγάλας
ἐπ’ αὐτῷ ἐσχηκότες ἐλπίδας οἱ τούτου γονεῖς, Εὐσεβίῳ
τῷ Νικομηδείας αὐτὸν παραδεδώκασι παρ’ αὐτοῦ
μυηθησόμενον τὴν θείαν γραφήν. Καίσαρα δὲ
 τοῦτον ἀναγορεύσας ὁ αὐτοκράτωρ Κωνστάντιος εἰς
Γαλλίας ἐξέπεμψε μετ’ ὀλίγων πάνυ στρατιωτῶν,
ὡς ὑπόνοιαν ἐντεῦθεν ἐγγίνεσθαι ὅτι οὐ κοινωνὸν
τῆς ἀρχῆς ὁ Κωνστάντιος εἴλετο τὸν Ἰουλιανόν, ἀλλ’
εἰς ἐπιβουλῆς αὐτῷ πρόφασιν τὸ σχῆμα περιέβαλε τὸ
 τοῦ Καίσαρος, ἔν’ ὑπὸ τῶν πολεμίων διαφθαρῇ, μὴ 
ἔχων δύναμιν πρὸς τὸν κατ’ ἐκείνων πόλεμον ἀξιόχρεων.
ὁ δὲ ἀπελθὼν καὶ ἀγαθῇ τύχῃ χρησάμενος
συμβάλλει τοῖς πολεμίοις, καὶ ἀνελπίστως νικᾷ. καὶ
αὖθις ἑαυτοὺς ἀνακτησαμένων τῶν πολεμίων, προσμίγνυται
 αὐτοῖς, καὶ τρόπαιον ἵστησι, πολλῶν
ἀναιρεθέντων, πολλῶν δ’ ἀπολομένων ἐν τῷ παραρρέοντι
ποταμῷ, καὶ ζωγρηθέντων οὐκ ἐλαττόνων.

 
ὅτε καὶ ἕνδεκα φασὶ χιλιάδας αἰχμαλώτων Ῥωμαίων,
τῶν τῆς αἰχμαλωσίας ἀπολυθῆναι δεσμῶν, ἡττηθέντων
τῶν πολεμίων. εἶτα καὶ Ἀλαμαννοῖς πολεμήσας, καὶ
κατὰ τούτων ηὐτύχησε, καὶ δεηθέντων αὐτοῦ τῷ
 ἔθνει ἐσπείσατο, λύσαντι τῆς δουλείας τοὺς παρ’ 
αὐτοῖς ὄντας δοριαλώτους Ῥωμαίους. 
 Τούτοις οὖν ὁ Καῖσαρ Ἰουλιανὸς ἐπαρθεὶς καὶ
ὑπερφρονήσας, ὡς δ’ ἔνιοι συνεγράψαντο, ὅτι καὶ
δεδιὼς τὸν Κωνστάντιον, βασκαίνοντά οἱ διὰ τὰ εὐτυχήματα,
μὴ κατὰ τὸν ἀδελφὸν Γάλλον καὶ αὐτὸν 
ὑπεξαγάγῃ τοῦ ζῆν, εἰς ἀποστασίαν ἀπεῖδε, καί τινας
τῶν ὑπ’ αὐτὸν ταξιάρχων ὑπελθών, δι’ ἐκείνων
τὸ στρατιωτικὸν παρεκίνησε, καὶ συστὰν ἀνεῖπεν
αὐτὸν Αὔγουστον. εἶτα ξιφήρεις ἐπιστάντες αὐτῷ,
ὡς δῆθεν μὴ προσιεμένῳ τὴν τῆς βασιλείας ἀνάρρησιν, 
ἠπείλουν διαχειρίσασθαι αὐτόν, εἰ μὴ πείθοιτο.
οὕτω δὲ τάχα καὶ ἄκων τῇ τοῦ στρατιωτικοῦ πλήθους
ὑπείξας ὁρμῇ, προσήκατο τὴν ἀρχήν. ζητουμένου
δὲ διαδήματος, ἵν αὐτίκα τούτῳ ταινιωθείη,
ἐκεῖνος μὲν μὴ ἔχειν ἐξώμνυτο· τινῶν δὲ κόσμον 
 αἰτούντων γυναικεῖόν τινα, ἵν ἐκ τούτου σχεδιασθείη
διάδημα, παρῃτήσατο τοῦτο ὁ Ἰουλιανὸς ὡς
ἀπαίσιον οἰωνόν. ἐπεὶ δέ τις τῶν ταξιάρχων χρύσεον
ἐφόρει στρεπτόν, λίθους ἔχοντα χρυσοδέτους,
τοῦτον λαβόντες τῇ ἐκείνου προσήρμοσαν κεφαλῇ. ὁ 
δὲ Πεντάδιον τὸν μάγιστρον τῶν βασιλικῶν τάξεων
σὺν ἑτέροις ἀπέστειλε πρὸς Κωνστάντιον, ἐπιστείλας
αὐτῷ καὶ ἀπολογούμενος ὡς οὐχ ἑκὼν προήχθη
πρὸς τὴν τῆς βασιλείας ἀνάρρησιν, βιασθεὶς δ’ ὑπὸ
τῶν στρατιωτῶν μὴ βουλομένων στρατεύεσθαι ὑπὸ 
Καίσαρι, ἀλλ’ ὑπὸ βασιλεῖ, καὶ ἔν’ ἔχοιεν ἐξ αὐτοῦ
ἀξίας τῶν πόνων τὰς ἀμοιβὰς ἀπαιτεῖν, καὶ ἀξιῶν

 
δέξασθαι τὴν τῆς ἀρχῆς κοινωνίαν, εἰς ὠφέλειαν
ἐσομένην τῇ πολιτείᾳ, ἐπαγγελλόμενος δὲ καὶ τοὺς
ἁμιλλητηρίους ἵππους ἐξ Ἱσπανίας, ὡς ἔθος, καὶ
τοὺς ἐπιλέκτους ἄνδρας ἐκ τῶν Γαλλιῶν ἐτησίως 
 στέλλειν αὐτῶ. ταῦτ’ ἐπιστείλας οὐ βασιλέα ἑαυτὸν
ἐν τῇ ἐπιγραφῇ προσεγράψατο, ἀλλὰ Καίσαρα, ἵνα
μὴ τῇ ἐπιγραφῇ προσοχθίσας ὁ Κωνστάντιος τὴν
ἐπιστολὴν ἀποπέμψηται. ταύτης τῷ βασιλεῖ Κωνσταντίῳ
κομισθείσης κατὰ τὴν ἐν Καππαδοκίᾳ Καισάρειαν
 διατρίβοντι, ἐκεῖνος οὐδὲν ὑπ’ ὀργῆς ἀπεκρίνατο.
ἀλλὰ τὴν μὲν στρατείαν κατὰ Περσῶν τοῖς
στρατιώταις ἐκήρυξε, πρὸς δὲ τὸν Ἰουλιανὸν Λεωνᾶν
τὸν κοιαίστωρα ἔστειλεν, ἐπιστείλας αὐτῷ καὶ αἰτιώμενος
ὅτι μὴ ἀνέμεινε τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ εἰς
 ὕβριν ἐκείνου μᾶλλον ἀνάγων ἤ ἑαυτοῦ τὸ μὴ κρίσει
τοῦ τὴν ἐξουσίαν ἔχοντος, ἀλλ’ ἀτάκτῳ θορύβῳ
στρατιωτῶν δέξασθαι αὐτὸν τὴν τοῦ Αὐγούστου
κλῆσιν καὶ συμβουλεύων ἀποσχέσθαι τοῦ μὴ προσηκόντως 
γενομένου καὶ εἰς τὸ πρότερον ἐπανελθεῖν
 σχῆμα, ὃ παρ’ αὐτοῦ εἴληφε. τῷ μέντοι κοιαίστωρι 
ἐπέτρεψε καὶ τοὺς τὰς ἀρχὰς ἐκεῖσε ἀνύοντας παραλῦσαι
τῆς ἐξουσίας, καὶ αὐτὸν τὸν πραιτωρίων ἔπαρχον,
ἑτέρους τε εἰς ταύτας ἐγκαταστῆσαι, οὓς ἐκεῖνος
εἰς ἑκάστην ὠνόμασεν. ἀπελθὼν οὖν ὁ κοιαίστωρ
 πρὸς τὸν Ἰουλιανὸν τοὺς λόγους αὐτῷ τοῦ Κωνσταντίου
ἀπήγγειλεν. οἶ δ’ ἦσαν ὅτι “ἔδει σε μεμνῆσθαι
ὅσων ὀφειλέτης μοι εἶ, οὐ μόνον ὅτι σε
Καίσαρα ἀνηγόρευσα, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὀρφανὸν ἐν παιδικῇ
γενόμενον ἡλικίᾳ ἀνεθρεψάμην, αὐτὸς προσλαβόμενος.
 ὁ δ’ ὑπολαβὼν τῷ κοιαίστωρι ἔφη “τίς δέ
μοι, ὦ βέλτιστε, ἐν τοιαύτῃ ἡλικίᾳ τὴν ὀρφανίαν 
ἐπήνεγκεν; ἢ οὐχὶ ὁ τῶν ἐμῶν γονέων φονεύς; εἶτα

 
οὐκ οἶδε τούτων ἀναμιμνήσκων με ἀναξαίνων τὸ
τραῦμα καὶ χαλεπώτερον ἐργαζόμενος” ἐπελθὼν δὲ
καὶ τὸ πρὸς αὐτὸν ἐπιστόλιον ὁ Ἰουλιανὸς πρὸς τὴν
συμβουλὴν τοῦ ἀποθέσθαι τὸ βασίλειον σχῆμα καὶ
αὖθις ἑλέσθαι τὸ Καίσαρος, ἔφη πρὸς τὸν κοιαίστωρα 
ὅτι ποιήσω τοῦτο, ἀλλὰ γνώμῃ τῶν στρατευμάτων.
ὁ δέ γε κοιαίστωρ φοβηθεὶς ὡς εἰ τοῖς στρατιώταις
τοῦτο ἐκφήνειεν ὁ Ἰουλιανὸς παρών, αὐτὸς διασπασθήσεται
παρ’ αὐτῶν, ἐδεῖτο μή τι τούτων τῷ στρατιωτικῷ
κοινώσασθαι ὄχλῳ. ἀπογνοὺς μέντοι δυνήσεσθαί
τι τῶν αὐτῷ προστεταγμένων ἀνύσαι, ὑπέστρεψε
μετὰ γραμμάτων τοῦ τυραννήσαντος, ἀναιδῶς
ὀνειδιζόντων τὸν αὐτοκράτορα καὶ ἐπιπληττόντων
 ὡς πλεῖστα ἐξαμαρτόντα κατὰ τοῦ γένους αὐτοῦ καὶ
ἀπειλούντων αὐτὸν γενήσεσθαι τιμωρὸν τῶν ἀδίκως
παθόντων. καὶ ὁ μὲν ἀπῄει πρὸς τὸν
Κωνστάντιον.

Ὁ τύραννος δὲ πολλοὺς εἰδὼς ἐν τοῖς αὐτῷ
συνοῦσι τὰ Κωνσταντόυ φρονοῦντας, πάντας ἐκεῖθεν
ἐξήλασεν, αὐτὸς δὲ πρὸς ἐμφύλιον ἡτοιμάζετο 
πόλεμον. ἐν τούτοις καὶ ἡ αὐτοῦ γυνὴ τελευτᾷ, ὡς
μέν τινές φασι, τίκτουσα παρ’ αὐτῷ, ὡς δ’ ἕτεροι,
ἤδη ἐκβεβλημένη. ἐκεῖνος δὲ τοὺς στρατιώτας συναγαγὼν
ἐπὶ τὸν ἐμφύλιον ἠρέθιζε πόλεμον, καὶ
συνεβούλευε δεῖν αὐτοὺς κατὰ τοῦ Κωνσταντίου 
 χωρήσαι καὶ μὴ μένειν ἐκεῖνον κατ’ αὐτῶν ἐπελθεῖν.
ἤδη δὲ τὴν εἰς Χριστὸν ἐξομοσάμενος πίστιν, ηὐλαβεῖτο
διὰ τοῦτο τοὺς στρατιώτας, εἰδὼς σχεδὸν ξύμπαντας
χριστιανοὺς ὄντας. διὸ συσκιάζων τὴν ἑαυτοῦ
κακίαν, ἕκαστον ἐκέλευε θρησκεύειν ὡς βούλοιτο. αὐτὸς 
δὲ τῆς γενεθλίου τοῦ Σωτῆρος ἡμέρας ἐφεστηκυίας,
εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, καὶ προσκυνήσας, ἵν᾿

 
ὁμόδοξος τοῖς στρατιώταις δοκῇ, ἀπῆλθεν. ἐπέστησε
δὲ καὶ ταῖς ἀρχαῖς οὓς ἐκεῖνος ἐβούλετο· καὶ οὕτως
ᾔει πρός τὸν ἐμφύλιον πόλεμον. ἔλεγε δὲ μὴ κατὰ
Κωνσταντίου χωρεῖν, ἀλλ’ ἐθέλειν εἰς ἔν συνελθεῖν
 τὰ ἑῷα στρατεύματα καὶ τὰ ἑσπέρια, ἵν ὁμοῦ γενόμενα
τὸν αὐτῶν ἐκλέξωνται βασιλεύσοντα. ηὔχει δὲ
καὶ προεγνωκέναι τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν τεθνήξεται ὁ
Κωνστάντιος, ἐν ὀνείρῳ αὐτὴν μυηθεὶς δι’ ἐπῶν
ταῦτα φραζόντων· [χόοιο,
 
 Ζεὺς ὅταν εἰς πλατὺ τέρμα μόλῃ κλυτοῦὑδροπαρθενικῆς 
 δὲ Κρόνος μοίρης βαίνῃ ἐπὶ πέμπτης 
 εἰκοστῆς, βασιλεὺς Κωνστάντιος Ἀσίδος αἴης 
 τέρμα φίλου βιότου στυγερὸν καὶ ἐπώδυνον ἔξει. 
τέθνηκε δὲ ὁ Κωνστάντιος τὰ μὲν τῶν Περσῶν λιπών,
 ἐπεὶ καὶ ὁ ἐκείνων βασιλεὺς ἐπ’ οἴκου
κατὰ δὲ τοῦ τυραννήσαντος ἐπιών. φροντίσι
γὰρ πολλαῖς συνεχόμενος, κἀντεῦθεν συνεχεῖ ληφθεὶς
πυρετῷ χολήν τε ἀναγαγὼν μέλαιναν, ἐτελεύτησεν
ἐν Μόψου κρήνῃ, κεῖται δὲ αὕτη κατὰ τὴν τοῦ Ταύρου
 ὑπώρειαν, ἐπὶ τρισίν, ὡς λέγεται, μεμφόμενος 
ἑαυτῷ, τῷ φόνῳ τῶν συγγενῶν· οὐ γὰρ τὸν Γάλλον
μόνον ἀπέκτεινεν, ὡς εἴρηται ἤδη, ἀλλὰ καὶ τοὺς
ἀδελφοὺς τοῦ οἰκείου πατρός· τῇ ἀναρρήσει τοῦ
Ἰουλιανοῦ καὶ τῇ καινοτομίᾳ τῆς πίστεως. ἦν δὲ ὁ
 αὐτοκράτωρ οὗτος εὐμενὴς μὲν τοῖς ὑπηκόοις, δικαιοσύνῃ
δὲ περὶ τὰς κρίσεις στοιχῶν, περὶ τὴν 
δίαιταν ἐγκρατής, καὶ ἐν ταῖς τῶν ἡγεμονιῶν καὶ
ταῖς τῶν ἀξιωμάτων διανομαῖς τοῦ προσήκοντος
στοχαζόμενος, μηδένα τῇ γερουσίᾳ συντάσσων ὃς οὐ
 παιδείας μετείληχεν οὐδὲ ἤσκητο πρὸς τὸ λέγειν καὶ
ᾔδει γράφειν ἐμμέτρως τε καὶ πεζῶς. περὶ δὲ τὴν
πίστιν ὑπῆρχεν οὐκ εὐαγής· οὐ γὰρ τῇ πατρικῇ

 
εὐσεβείᾳ ἐστοίχησεν, ἀλλὰ προσέθετο τοῖς ἀρειανίξουσι,
σπουδῇ τοῦ τῶν βασιλικῶν εὐνούχων πρωτεύοντος
 Εὐσεβίου, ὅθεν καὶ τὸν θεῖον Ἀλέξανδρον,
ὃς μετὰ τὸν ἱερὸν Μητροφάνην πατριάρχης τῆς νέας
Ῥώμης κεχειροτόνητο, ἠνάγκαζεν εἰς κοινωνίαν τὸν 
Ἄρειον δέξασθαι, ὁ δὲ οὐ κατένευε· διὸ καὶ σύνοδον
ὁ βασιλεὺς συγκροτηθῆναι προσέταξεν. ὥριστο οὖν
τῇ συνόδῳ ἡμέρα· καὶ ὁ Ἀλέξανδρος κατὰ τὴν
ἐσπέραν ἐκείνην εἰς τὸ θυσιαστήριον εἰσελθὼν καὶ
πρηνῆ καταβαλὼν ἑαυτὸν ἐδέετο τοῦ θεοῦ μὴ παραχωρῆσαι 
τὸν λύκον, τὸν Ἄρειον δηλαδή, εἰς τὴν
ποίμνην αὐτοῦ εἰσελθεῖν, ἢ ἐμὲ πρότερον τῆς ζωῆς
ἀπόλυσον, ἔλεγε. ταῦτα περιπαθῶς ἠντιβόλει σὺν
δάκρυσιν. ἕωθεν οὖν ἄρτι τῆς συνόδου συνισταμένης
ὁ Ἄρειος ἀπῄει μέγα φρονῶν. καὶ ἀπιὼν νύττεται 
τὴν γαστέρα πρὸς ἔκκρισιν κοιλίας καὶ κύστεως.
 παρεκκλίνας τ’ ἑ τῆς ὁδοῦ κεκάθικεν ἀποσκυβαλίσασθαι
τὸ περίττωμα· συνεξερρύη δὲ τῇ κόπρῳ
καὶ τὰ ἔγκατα τοῦ δειλαίου, βιαίως ἀπορρήξαντος
τὴν ζωήν. ὁ μέντοι πατριάρχης Ἀλέξανδρος εἴκοσι 
πρὸς τρισὶν ἀρχιερατεύσας ἐνιαυτοὺς μετήλλαξε τὴν
ζωήν, καὶ ἀντεισήχθη παρὰ τῶν ὀρθοδόξων εἰς τὸν
θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως Παῦλος ὁ ὁμολογητής.
ἐπανελθὼν δ’ ὁ Κωνστάντιος ἐξ Ἀντιοχείας
μεθίστησι τοῦ θρόνου αὐτὸν καὶ ἀντικαθίστησι τὸν 
Νικομηδείας Εὐσέβιον, αἱρεσιώτην Ἀρείου τυγχά-
νοντα. ὁ δὲ ἄγιος Παῦλος τῷ πάπα τῆς Ῥώμης
προσελθὼν Ἰουλίῳ, καὶ ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸν θρόνον
 καταστὰς Κωνσταντινουπόλεως αὖθις ὑπὸ Κωνσταντίου
διώκεται. καὶ σταλεὶς ὑπερόριος ὑπὸ Ἀρειανῶν 
ἀναιρεῖται. τοῦ δ’ Εὐσεβίου θανόντος, ὁ πνευματομάχος
παρὰ τῶν Ἀρειανῶν εἰς τὸν τῆς νέας

 
Ῥώμης θρόνον ἀνάγεται Μακεδόνιος, ὃς ὑπερφρονήσας
μετήνεγκε μετήνεγκε τὸ ἱερώτατον σῶμα τοῦ ἐν ἀγίοις
Κωνσταντίνου ἐκ τοῦ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ναοῦ
εἰς τὸ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ἀκακίου θεῖον τεμένισμα.
 διόπερ ἐξώργιστο ὁ Κωνστάντιος, καὶ πρὸς τὴν
πατρικὴν πόλιν ἐπανελθὼν τὸν μὲν Μακεδόνιον ἔτος
ἔν ἠνυκότα τοῦ θρόνου κατέσπασέ τε καὶ ὑπερώρισε,
καθίδρυσε δ’ ἐν αὐτῷ τὸν Εὐδόξιον, τὰ τοῦ
Ἀρείου πρεσβεύοντα, ἐπὶ δέκα ἐνιαυτοὺς ἀρχιερατεύσαντα.
 μετεκόμισε δ’ αὖθις τὸ σῶμα τοῦ οἰκείου 
πατρὸς εἰς τὸν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ναόν. οὗτος
δὴ οὖν ὁ Κωνστάντιος καὶ τὰ τῶν ἀγίων Ἀποστόλων
ἱερώτατα σώματα Ἀνδρέου τε καὶ Λουκᾶ διὰ
τοῦ δουκὸς Ἀλεξανδρείας, ὕστερον δὲ καὶ καλλινίκον
 μάρτυρος Ἀρτεμίου, εἰς τὸ πατρῷον ἀνεκόμισεν
ἄστυ· καὶ ἐν τῷ ναῷ τῶν ἀγίων Ἀποστόλων ἀπεθησαύρισε
τοῦ θυσιαστηρίου ἐντός. γαμετὴ δὲ αὐτῷ ἦν
Εὐσεβία, ἣ ἐπὶ κάλλει γέγονε περιβόητος. περὶ δὲ τὸν
γαμέτην ἠτύχησε, μαλθακὸν ὄντα καὶ τὰ πρὸς ἀφροδίτην
 νωθέστερον ἐκ νόσων τε καὶ ἐκ φύσεως. ὅθεν
κατὰ βραχὺ φθίνουσα τοῦ Κωνσταντίου προτέθνηκεν,
ἄπαις διὰ βίου μείνασα· ὡς δέ τινες λέγουσι,
καὶ μητρομανίας νοσήματι περιπεσοῦσα ἐξέλιπε. λέγεται
δὲ καὶ πρὸς τὸ ἱππεύειν καὶ ἀκοντίζειν περιδέξιος 
 ὁ Κωνστάντιος εἶναι καὶ λόγοις ὡμιληκέναι,
ὡς ἔπος δύνασθαι συντιθέναι.

Ἀγγελθείσης δὲ τῷ Ἰουλιανῷ τῆς τοῦ Κωνσταντίου τίου τελευτῆς τὰ μὲν στρατεύματα Αὔγουστον αὐτὸν
ἀνευφήμησαν, ἐκεῖνος δὲ τὸ βασιλικὸν ἀμείψας σχῆμα
 καὶ πενθῆρες ἐνδὺς σκυθρωπάζων ὦπτο. καὶ
δημόσιον ἐπὶ τῷ τελευτήσαντι βασιλεῖ κατ’ ἔθος πεποίηκε
πένθος. εἶτα ἐπὶ τὸ Βυζάντιον ὥρμησε· καί

 
οἱ προσυπήντησεν ἡ σύγκλητος καὶ ὁ δῆμος καὶ σὺν
εὐφήμοις φωναῖς προῆλθεν εἰς τὰ βασίλεια, καὶ τῆς
τῶν κοινῶν διοικήσεως ἥψατο. τὸ δὲ τοῦ Κωνσταντίου
σῶμα τὸ σὺν ἐκείνῳ στρατιωτικὸν καὶ οἱ ἄρχοντες
ἐπ᾿ ὀχήματος εἰς Κωνσταντινούπολιν διεκόμισαν· 
 ᾧ καὶ ὁ Ἰουλιανὸς προσυπήντησε καὶ προέ
πεμψε, περιελόμενος τῆς κεφαλῆς τὸ διάδημα. κατετέθη
δὲ ὁ τοῦ τελευτήσαντος νεκρὸς αὐτοκράτορος
ἐν τῷ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ναῶ. πολλοὺς δὲ τῶν
περὶ τὰ βασίλεια ὁ Ἰουλιανὸς τοὺς μὲν ἀνεῖλε, τοὺς 
δὲ ὑπερώρισε καὶ τῶν οὐσιῶν ἀπεστέρησε. ταῖς δὲ
λοιπαῖς τῆς βασιλείας διοικήσεσι καὶ τὸ δικάζειν
συνέταττε. ποτὲ γοῦν δικάζων τινὶ κεκλοφέναι κατηγορουμένῳ
δημόσια χρήματα καὶ τὴν κλοπὴν ἀρνουμένῳ,
νουμένῳ, ἐπεὶ ὁ κατήγορος “τίς” ἔφη “βασιλεῦ, ἐπ᾿ 
ἐγκλήματι δίκην ὑπόσχῃ, εἰ ἐξ ἀρνήσεως ὠφελοῖντο
οἱ αἰτιώμενοι”; ἐκεῖνος ἀνταπεκρίνατο “καὶ τίς ἔσται
ἀναίτιος, εἰ ἐλέγχων ἄνευ πιστεύοιντο οἱ κατήγοροι”;
 ἐχρημάτιζε δὲ καὶ πρέσβεσιν ἐκ διαφόρων ἐθνῶν
σταλεῖσι πρὸς τὸν Κωνστάντιον. καὶ τὰ στρατεύματα 
δὲ ἐπεσκέπτετο καὶ ἐξήταζε, τὸ πολύ τε τῆς βασιλικῆς
θεραπείας ἀπεπέμψατο. κουρέα τε ζητήσας, ὡς
προσῆλθεν αὐτῷ τῶν Κωνσταντίου κουρεὺς πολυ-
ἐσταλμένος, κουρέα ζητεῖν εἶπεν, ἀλλ᾿ οὐ συγκλητικόν,
καὶ αὐτὸν ἀπεπέμψατο. καὶ μάγειρον δὲ 
τῶν βασιλικῶν ἐν ἐσθῆτι λαμπροτέρᾳ τῆς ὑπουργίας
αὐτοῦ θεασάμενος, καὶ τὸν ἑαυτοῦ μετεπέμψατο μάγειρον
κατὰ μάγειρον ἐσταλμένον· καὶ ἤρετο τοὺς
παρόντας πότερον αὐτῶν κρίνοιεν μάγειρον. τῶν δὲ
 τὸν εὐτελῶς εἰπόντων ἐσκευασμένον, παρῃτήσατο 
τὸν λοιπόν. ταῦτα δ’ ἐποίει δόξαν θηρῶν ἐκ τοῦ
δοκεῖν ἀπέριττος καὶ ὄντως φιλόσοφος. τοῖς στρα-

 
τιώταις δὲ διανείμας χρήματα, εἰς τὸν κατὰ Περσῶν
ἡτοιμάζετο πόλεμον. αὐτοκράτωρ δὲ γεγονὼς καὶ
ἑαυτῷ τὴν ἀρχὴν κρατυνάμενος, αὐτίκα εἰς προῦπτον
ἐξερράγη ἑλληνισμόν. ἐξωμόσατο μὲν γὰρ καὶ
 πρότερον, ὡς εἴρηται, τὰ χριστιανῶν, οὐ μὴν εἰς
τοὐμφανὲς ἐκρῆξαι τὴν ὠδῖνα τῆς ἀσεβείας ἐτόλμησε.
λέγεται γὰρ ὅτι ἔρωτα τρέφων τῆς βασιλείας,
καὶ ὡς ὑπὸ σποδιᾷ τοῦτον κρύπτων ἐν τῇ ψυχῇ,
μάντεσι προσῄει καὶ γόησιν, εἰ τοῦ κράτους τεύξεται
 πυνθανόμενος, καὶ παρ’ ἐκείνων διέφθαρτο καὶ μετήνεκτο
εἰς ἑλληνισμόν. τυχὼν δὲ τοῦ κράτους τοῖς
ἀνεφίκτοις κρίμασι τοῦ θεοῦ πολλοὺς εἰργάσατο 
μάρτυρας· οὕτω γὰρ ἐξεμάνη κατὰ χριστιανῶν ὡς
καὶ κωλύειν αὐτοὺς μαθημάτων μετέχειν Ἑλληνικῶν,
 μὴ δεῖν λέγων μύθους αὐτὰ ὀνομάζοντάς τε καὶ διαβάλλοντας
τῆς ἐξ αὐτῶν ὠφελείας ἀπολαύειν καὶ
δι’ αὐτῶν ὁπλίζεσθαι κατ’ αὐτῶν. ὅθεν τῶν παίδων
τῶν χριστωνύμων εἱργομένων μετιέναι τοὺς
ποιητὰς ὁ Ἀπολλινάιος λέγεται εἰς τὴν τοῦ Ψαλῆρος
 ὁρμηθῆναι παράφρασιν καὶ ὁ μέγας ἐν θεολογίᾳ
Γρηγόριος εἰς τὴν ποίησιν τῶν ἐπῶν, ἴν ἀντὶ τῶν
Ἑλληνικῶν μαθημάτων ταῦθ᾿ οἱ νέοι μανθάνοντες
τήν τε γλῶσσαν ἐξελληνίζωνται καὶ τὰ μέτρα διδάσκωνται.
οὗτος καὶ τὸν ἐν Ἱεροσολύμοις ἀνεγεῖραι 
 ναὸν τοῖς Ἰουδαίοις ἐπέτρεψε. κἀκείνων σπουδῇ
πολλῇ καὶ μεγάλαις δαπάναις τῆς οἰκοδομῆς ἀρξαμένων 
καὶ ὀρύττειν τὴν γῆν εἰς καταβολὴν θεμελίων
ἐπιχειρούντων, πῦρ λέγεται τῶν ὀρυγμάτων ἀθρόον
ἀναδιδόμενον καταφλέγειν τοὺς σκάπτοντας, ὡς
 ἀναγκασθῆναι αὐτοὺς τῆς οἰκοδομῆς ἀποσχέσθαι.
Εὐσέβιον δὲ τὸν εὐνοῦχον, ὡς τὸν φόνον τοῦ ἀδελφοῦ
αὐτοῦ Γάλλου κατεργασάμενον, ἔκτεινε, καὶ

 
τοὺς ἄλλους πάντας εὐνούχους τοῦ παλατίου ἐξήλασε.
διιόντα δέ ποτε τὸν παραβάτην περὶ Χαλκηδόνα
ὁ ταύτης ἐπίσκοπος Μάρις ἀλάστορα καὶ ἀρνησίχριστον
ἐκάλει. ὁ δὲ τὸ ἀνεξίκακον προσποιούμενος
“ἄπιθι” εἶπε “ταλαίπωρε, καὶ ἀποκλαίου σοῦ 
τῶν ὀμμάτων τὴν πήρωσιν·” ἦν γὰρ πάσχων ταύτην
 ἐξ ἐπιχύσεως. ὁ δέ “εὐχαριστῶ τῷ σωτῆρί μου Χριστῷ”
ἀντεπήνεγκεν, “ὅτι μου προεμηθεύσατο μὴ ἰδεῖν
τὸ ἀναιδές σου καὶ ἀσεβέστατον πρόσωπον. κατὰ
Περσῶν δὲ τὴν στρατιὰν κινήσας κατήντησεν εἰς 
Ταρσὸν τῆς Κιλικίας πόλιν ἐπιφανῆ· ἔνθα γενομένῳ
Ἀρτέμιος προσῆλθεν ὁ τοῦ Ἀσκληπιοῦ ἱερεύς. ἦν
γὰρ ἐν Αἰγαῖς, πόλις δὲ καὶ αὗται τῆς Κιλικίας,
περίφημον Ἀσκληπιοῦ ἱερόν, καὶ ᾔτησεν αὐτὸν τοὺς
κίονας, οὑς ἔτυχεν ἀφελόμενος ἐκ τούτου τοῦ ἱεροῦ 
ὁ ἀρχιερεὺς τοῦ λαοῦ τῶν χριστιανῶν καὶ ἐποικοδομήσας
αὐτοῖς οἰκεῖον ναόν, ἀποκαταστῆσαι αὖθις
τῷ ἱερῷ τοῦ Ἀσκληπιοῦ. καὶ ὁ παραβάτης αὐτίκα
τοῦτο γενέσθαι προσέταξε δαπάναις τοῦ ἐπισκόπου.
 μόλις οὖν οἱ Ἕλληνες καὶ πόνοις πολλοῖς καὶ ἀναλώμασι 
λώμασι πλείστοις ἔνα τῶν κιόνων καθελόντες καὶ
μέχρι τῆς φλιᾶς τῆς πύλης τῆς ἐκκλησίας σὺν μηχανήμασιν
ἀγαγόντες, καὶ χρόνῳ συχνῷ περαιτέρω
προενεγκεῖν ἐκεῖνον οὐκ ἠδυνήθησαν· καὶ καταλιπόντες
αὐτὸν ἀνεχώρησαν. τοῦ δὲ Ἰουλιανοῦ θανόντος, 
αὖθις αὐτὸν ὁ ἐπίσκοπος ἀνορθώσας ῥᾷστα
εἰς τὸν τόπον τὸν ἑαυτοῦ ἐπανήγαγε. γενομένου δὲ
τοῦ Ἰουλιανοῦ εἰς Ἀντιόχειαν, καὶ συνεχῶς προϊόντος
εἰς τὸ τῆς Δάφνης χωρίον, ἐν ᾧ τοῦ Ἀπόλλωνος
ἄγαλμα, ἔργον τι πρὸς τέχνην θαυμάσιον, ἵδρυτο, 
καὶ θυσίας αὐτῷ ποιοῦντος, οἱ Ἀντιοχεῖς ἀποσκώπτοντες
εἰς αὐτὸν θύτην ἔλεγον καὶ οὐ βασιλέα

 
σφίσιν ἐπιδημῆσαι. καὶ διὰ τὸ καθειμένον ἔχειν
ἐκεῖνον τὸν πώγωνα τράγον αὐτὸν ὠνόμαζον οἱ
αὐτοὶ καὶ πρὸς σχοίνων πλοκὴν ἔλεγον αὐτὸν ἐπι- 
τήδειον. ὁ δὲ ἀντεπισκώπτων αὐτοῖς εῖς βλακείαν
 καὶ θρύψιν καὶ τρυφερότητα ἔλεγε “μὴ παρέχειν
τοῖς Ἀντιοχεῦσι τὸν πώγωνα εἰς σχοίνων πλοκήν,
ἔνα μὴ τῇ τούτου τραχύτητι θλιβεῖεν αἱ χεῖρες αὐτῶν·
πρὸς οὓς καὶ λόγον ἔγραψεν, ὃς ἐπιγέγραπται
Ἀντιοχικὸς ἢ Μισοπώγων. ἔθυε δὲ τῷ Δαφναίῳ
 Ἀπόλλωνι ἑκατόμβας ὅλας, χρησμὸν ζητῶν ἐξ αὐτοῦ.
ὡς δ’ ἦν τὸ εἴδωλον ἐκεῖνο κωφόν, οἶ νεωκόροι τὴν
αἰτίαν τῆς σιωπῆς ἀπαιτούμενοι διὰ τοὺς κειμένους
ἐκεῖ νεκροὺς σιωπᾶν τὸ ἄγαλμα ἔλεγον. ἦσαν γὰρ
ἐκεῖ ἑτέρων τε μαρτύρων κείμενα λείψανα καὶ τοῦ
 ἱερομάρτυρος δὲ Βαβύλα. πάντα τοίνυν μετατεθῆναι
ἐκεῖθεν προσέταξεν Ἰουλιανός. ὡς δὲ μετηνέχθησαν, 
σκηπτὸς ἐνσκήψας νυκτὸς τῇ Δάφνῃ καὶ
τὸν ναὸν καὶ τὸ ἄγαλμα ἀπετέφρωσεν. οἰηθεὶς οὖν
ἐξ ἐπιβουλῆς χριστιανῶν γενέσθαι τὸν ἐμπρησμὸν ὁ
 ἀλάστωρ ἐκεῖνος καὶ ἐκμανείς, τὰς τῶν πιστῶν ἐκκλησίας
ἀπέκλεισεν. ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὁ μέγας Ἀρτέμιος
ἐκολάσθη μὲν ὡς χριστιανός· ἐπήνεκτο δὲ αὐτῷ
ὁ τοῦ Γάλλου φόνος αἰτίαμα, καὶ οἶ πρεσβύτεροι
Εὐγένιος καὶ Μακάριος ὑπὸ τούτου κολασθέντες
 τῶν μαρτυρικῶν στεφάνων κατηξιώθησαν· καὶ οἰ ἐκ
Πέρσιδος πρὸς αὐτὸν σταλέντες πρεσβείας χάριν,
Μανουήλ, Σαβέλ, καὶ Ἰσμαὴλ καὶ πολλοὶ ἄλλοι.

Στρατεύσας δὲ κατὰ Περσῶν πρότερον μὲν ηὐτύχησε καὶ πόλεις εἷλέ τινας καὶ πολλοὺς ἀνεῖλε
 καὶ λείας πολλῆς καὶ αἰχμαλώτων ἐκράτησε καὶ 
Κτησιφῶντα ἐπολιόρκει. εἶτ’ ἀθρόον τῶν πραγμάτων
αὐτῷ εἰς τὸ χεῖρον περιτραπέντων, αὐτός τε καὶ

 
τοῦ στρατεύματος τὸ πλέον ἀπώλετο. οἶ γὰρ Πέρσαι
ἀπογνόντες καὶ εἰς ὄλεθρον ἑαυτοὺς εἰσωθεῖν
προφανῆ ἐβουλεύοντο, ἔνα τι κατεργάσωνται τοὺς
Ῥωμαίους δεινόν. δύο γοῦν ἐν σχήματι αὐτομόλων
τῷ βασιλεῖ προσερρύησαν, καὶ νίκην αὐτῶ κατὰ 
Περσῶν, εἰ ἕποιτο αὐτοῖς, ἐπηγγέλλοντο. ἐᾶσαι γὰρ
τὸν ποταμὸν αὐτῷ συνεβούλευον καὶ τὰς τριήρεις
ἃς ἐπήγετο κατακαῦσαι καὶ τὰ ἄλλα πλοῖα τὰ φορτηγά,
ἵνα μὴ τούτοις οἶ πολέμιοι χρήσαιντο, αὐτῶν
δ’ ἡγουμένων δι’ ἑτέρων ὁδῶν διαγαγεῖν τὰ στρατεύματα,
 ἀκινδύνως τε καὶ δι’ ὀλίγου τὰ τῆς
κατειληφέναι ἐνδότερα καὶ εὐμαρῶς κυριεῦσαι
αὐτῆς. τούτοις φρενοβλαβῶς ὁ ἀλιτήριος ἐκεῖνος
πεισθείς, καὶ ταῦτα πολλῶν λεγόντων αὐτῶ καὶ αὐτοῦ
τοῦ Ὁρμίσδου δόλον εἶναι τὸ πρᾶγμα, πῦρ 
ἐνέβαλε ταῖς ναυσί, καὶ πάσας κατέκαυσε πλὴν
δυοκαίδεκα. ἦσαν δὲ τριήρεις μὲν ἑπτακόσιαι, φορτηγοὶ
δὲ τετρακόσιαι. ἤδη δὲ ἐκείνων ἐκτεφρωθεισῶν,
ἐπεὶ πολλοὶ τῶν ταξιάρχων ἐνέδραν καὶ δόλον
ἐνίσταντο εἶναι τὰ παρὰ τῶν αὐτομόλων ἐκείνων λεγόμενα,
μόλις που κατένευσεν ἐτασθῆναι τοὺς ψευδαυτομόλους·
 οἱ ἐτασθέντες βασάνοις ἐξέφηναν τὸ
ἀπόρρητον. οἶ μὲν οὖν οὕτως ἀπατηθῆναί φασι τὸν
Ἰουλιανόν, οἱ δὲ ἀπειπάμενον λέγουσι πρὸς τὴν
Κτησιφῶντος πολιορκίαν δι’ ὀχυρότητα καὶ ὅτι 
καὶ τῷ στρατεύματι τὰ ἀναγκαῖα ἐπέλιπον, ἐπανόδου
μηνσθῆναι· ἀπιοῦσι δὲ ἐπιφανῆναι τοὺς Πέρσας
ὄπισθεν καὶ τοὺς οὐραγοῦντας ταράττειν· τοὺς Γάλλους
δ’ ὀπισθοφυλακοῦντας ἀντιτάξασθαι τοῖς πολεμίοις
γενναιότερον καὶ πολλοὺς αὐτῶν ἀνελεῖν, οὐ 
τῶν τυχόντων μόνον, ἀλλὰ καὶ τόν παρ’ ἐκείνοις
ἐπιφανῶν. ἐνδείᾳ δὲ τῶν ἐπιτηδείων οἶ Ῥωμαῖοι

 
σφοδρῶς ἐπιέζοντο. Ἰουλιανὸς δ’ ἐν ἀπορίᾳ τοῦ τί
δεῖ πράττειν καὶ ὅθεν ἐπανιέναι χρεὼν καταστάς,
εἵλετο διὰ τῆς ὀρεινῆς τὴν πορείαν ποιήσασθαι.
τοῦτο οἶ Πέρσαι κατανοήσαντες, καὶ εἰς ταὐτὸν
 ἀθροισθέντες τοῖς Ῥωμαίοις ἐπέθεντο, καὶ κατὰ μὲν 
τὸ εὐώνυμον κέρας ἐκράτουν Ῥωμαῖοι, κατὰ δέ γε
τὸ δεξιὸν ἠλαττοῦντο. ὃ γνοὺς Ἰουλιανὸς ἀμύνειν
τοῖς ἡττωμένοις ἠπείγετο. ἔτυχε δὲ διὰ βάρος καὶ
τὴν ἐκ τοῦ ἡλίου φλόγωσιν, θέρους γὰρ ἦν ὥρα,
 τὸν θώρακα ἐκδυσάμενος. ἐν μέσοις οὖν τοῖς πολεμίοις
γενόμενος δόρατι βάλλεται κατὰ τῆς πλευρὰς.
λέγεται δὲ ὅτι σφοδροῦ τότε πνεύσαντος πνεύματος
ἀχλὺς βαθεῖα τοῦ ἀέρος τοῦ ἐκεῖ κατεσκέδαστο· τὰ
γὰρ πλήθη τῶν στρατευμάτων πολὺν ἐκίνουν κονιορτόν,
 ὡς μηδὲ γινώσκειν οὔθ’ ὅποι εἰσὶν οὔθ’ ὅ,
τι πράττοιεν· ἄδηλον δ’ εἶναι ὅθεν ἡ αὐτὸν πλήξασα
αἰχμὴ κατ’ ἐκείνου ἐβέβλητο, εἴθ’ ὑπὸ πολεμίου
εἴθ’ ὑπό τινος τῶν αὐτοῦ εἴτ’ ἐκ θειοτέρας δυνάμεως· 
ᾄδεται γὰρ καὶ ταῦτα. διό φασιν αὐτὸν ἐκ
 τοῦ καταρρέοντος τοῦ τραύματος αἵματος κοίλῃ δεξάμενον
τῇ χειρὶ καὶ τοῦ ἀέρος τοῦτο κατασκεδάσαντα
εἰπεῖν “κορέσθητι, Ναζωραῖε.” καὶ ὁ μὲν οὕτως
ἀσεβῶς ζήσας βιαίως τὴν ψυχὴν ἐξηρεύξατο, βασιλεύσας
ἔτη δύο. τὸ δὲ σῶμα αὐτοῦ ἡ στρατιὰ εἰς
 Ταρσὸν τῆς Κιλικίας κομίσασα ἔθαψεν ἐν προαστείῳ
τῆς πόλεως· οὗ τῷ τάφῳ καὶ τόδε τὸ ἐπίγραμμα
ἐπεγράφη·
 Κύδνῳ ἐπ’ ἀργυρόεντι ἀπ’ Εὐφράταο ῥοάων 
 Πέρσιδος ἐκ γαίης ἀτελευτήτῳ ἐπὶ ἔργω 
 κινήσας στρατιὴν τόδ’ Ἰουλιανὸς λάχεσῆμα, 
 ἀμφότερον βασιλεύς τ’ ἀγαθὸς κρατερός τ’ 
αἰχμητής. 

 
ὕστερον δὲ ἀνεκομίσθη εἰς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων.
ἦν δ’ ἐκεῖνος περὶ δόξαν ἐπτοημένος καὶ ἐπὶ
τοῖς τυχοῦσιν ἐπαινεῖσθαι βουλόμενος, ἐφ’ οἶς δ’
ἐσφάλλετο διορθούμενος παρὰ τῶν φίλων οὐκ
ἤχθετο. ἦν καὶ παντοδαπῆς σοφίας μετειληχὼς καὶ 
μάλιστα τῆς περιττοτέρας, περὶ δὲ τὴν δίαιταν ἐγκρατής,
ὥστε καὶ τὰ φυσικὰ ταῦτα διαφυγγάνειν,
ἐρυγὰς καὶ τὰς ἐκκρίσεις τὰς διὰ στόματος. ἔλεγε
 δὲ χρῆναι τὸν φιλόσοφον, εἰ οἷόν τ’ ἑ, μηδὲ ἀναπνεῖν.
φασὶ δὲ αὐτὸν ἐν Ἀντιοχείᾳ ὄντα ὄναρ ἰδεῖν νεανίαν
ξανθὸν τὴν κόμην, εἰρηκότα αὐτῷ ὡς “ἐν
Φρυγίᾳ τελευτῆσαί σε δεῖ.” ὅτε γοῦν ἐπλήγη, ἤρετο
τοὺς παρόντας ὅπως ὁ τόπος καλοῖτο· ὡς δ’ ἤκουσε
Φρυγίαν καλεῖσθαι αὐτόν, ἀνέκραξεν “ὦ ἥλιε, ἀπώλεσας
Ἰουλιανόν”. λέγεται δὲ κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν
καθ’ ἣν ἐτελεύτησεν ἐν Ἀντιοχείᾳ γνωσθῆναι
τὸν θάνατον αὐτοῦ. τινὰ γὰρ τῶν τῆς τάξεως τοῦ
ἐκεῖσε δικαστηρίου, Ἕλληνα κἀκεῖνον καὶ τῆς αὐτῆς
θρησκείας τῷ παραβάτῃ, διανυκτερεύοντα περὶ τὴν
φυλακὴν τοῦ ἀρχείου συνθήκην ἀστέρων ἐν οὐρανῷ 
θεάσασθαι γράμματα ἐκτυποῦσαν λέγοντα "σήμερον
 ἐν Περσίδι Ἰουλιανὸς ἀναιρεῖται.” σημειωθείσης
οὖν τῆς ἡμέρας, μετὰ ταῦτα ἐγνώσθη ὅτι κατ’ ἐκείνην
τὴν ἡμέραν ἀνῄρητο. καὶ ὁ μὲν τριάκοντα πρὸς
ἐνὶ βιώσας ἐνιαυτοὺς οὕτως ὡς εἴρηται ἀπεβίω. ὁ 
δὲ διὰ τῶν ἀστέρων τὴν ἐκείνου προμυηθεὶς τελευτὴν
ἀφορμὴν ἔσχε πρὸς εὐπιστίαν τὸ ὅραμα.

Τελευτήσαντος δὲ Ἰουλιανοῦ ψήφῳ κοινῇ Ἰοβιανὸς
εἰς τὴν αὐταρχίαν προυκέκριτο, τότε χιλιαρχῶν,
ἀνὴρ εὐσεβής, υἱὸς Βαρωνιανοῦ χρηματίσαντος κόμητος.
ὁ δ’ ἦν τὴν βασιλείαν ἀπαναινόμενος· καὶ
τὴν αἰτίαν ἐρωτηθεὶς ἐξεβόησε χριστιανὸς εἶναι καὶ

 
μὴ ἀνέχεσθαι βασιλεύειν στρατοῦ ἑλληνίζοντος. καὶ
εὐθὺς ὁμοφώνως ὡς ἐκ συνθήματος ἄπαντες ἀντεβόησαν
εἶναι χριστιανοί. καὶ οὕτως ἐκεῖνος δεξάμενος 
τὴν ἀρχὴν τοῖς Πέρσαις ἐσπείσατο, οὐ προσηκούσας
Ῥωμαίοις σπονδὰς ἐξ ἀνάγκης πεποιηκός. τῆς γὰρ
Νισίβεως καὶ Σιγγάρας πόλεων περιφανῶν ἐξέστη
αὐτοῖς, μετοικίσας τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων· ὑφ’
ὧν θρηνούντων καὶ ἀνέδην ἐβλασφημεῖτο. ἀλλὰ καὶ
χωρῶν αὐτοῖς πολλῶν παρεχώρησε καὶ δικαίων Ῥωμαίοις
 μαίοις ἀνηκόντων ἀνέκαθεν. καὶ ὁμήρων δοθέντων
ἑκατέρωθεν, οὕτως ἐβεβαιώθησαν αἶ σπονδαί. ἐντεῦθεν
ἀναζευγνύντες οἱ Ῥωμαῖοι, σπάνει τῶν ἀναγκαίων
περιπεπτώκασιν, ὡς μηδὲ ὕδατος εὐπορεῖν.
μόλις γοῦν εἰς τὴν τῆς Κοίλης Συρίας Ἀντιόχειαν
 ὁ Ἰοβιανὸς καταντήσας τοὺς τῶν χριστιανῶν ἱερεῖς,
ὅσοι τε ἐπὶ Κωνσταντίου καὶ ὅσοι ἐπὶ τοῦ παραβάτου 
τῶν ἐκκλησιῶν ἐξηλάθησαν, εἰς αὐτὰς ἐπανήγαγε
καὶ πρὸ τῶν ἄλλων τὸν μέγαν Ἀθανάσιον ἐπὶ Ἀλεξάνδρειαν.
ἐξ Ἀντιοχείας δὲ εἰς Θαρσὸν γεγονὼς
 καὶ τὸ μνῆμα κοσμήσας τοῦ Ἰουλιανοῦ, ἐπανῄει· καὶ
εἰς Ἄγκυραν τῆς Γαλατίας γενόμενος κἀκεῖθεν
ἀπάρας καὶ σταθμὸν προελθών, εἰς Δαδάστανά τε
καταλύσας, αἰφνίδιον τετελεύτηκεν, ὡς μὲν ἔνιοι
συνεγράψαντο, ἀρτιφυεῖς μύκητας δηλητηρίους φαγέων·
 ἦν γὰρ λιτὸς περὶ δίαιταν· ὡς δ’ ἕτεροι, χειμῶνος 
ὄντος ἐν οἰκήματι κατέδαρθε νέον ἐμπεπλασμένῳ
κονίᾳ, καὶ διὰ τὸ τοῦ ψύχους πολὺ ἀνθράκων 
ἀναφθέντων ἐντός, ἀτμὶς ἐκ τῆς κονίας πυρουμένης
ἀνεδόθη πολλή, καὶ δι’ αὐτῆς ἀπεπνίγη κοιμώμενος,
 μηδ’ αἰσθόμενος τῆς πνιγμονῆς, ἐξ οἴνου
καρηβαρῶν· πολλῷ γὰρ λέγεται κεχρῆσθαι ἀκράτῳ.
καὶ οὐδὲ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἔφθη τοῦτον θεάσασθαι, καὶ

 
ταῦτα εἰς ὑπαντὴν αὐτοῦ προελθοῦσα μετὰ βασιλικῆς
πομπῆς σὺν τῷ υἱῷ αὐτοῦ Βαρωνιανῷ. θανόντος
μέντοι τοῦ Ἰοβιανοῦ οἱ στρατιῶται σκυθρωπάζοντες
τὴν Νίκαιαν κατειλήφασι, καὶ γεγονότες ἐκεῖ περὶ
βασιλέως ἐβουλεύοντο. καὶ οἱ μὲν τόνδε, οἱ δὲ τόνδε 
ὠνόμαζον, οἱ πλείους δ’ ἐπὶ τῷ Σαλουστίῳ ὑπάρχῳ
τῶν πραιτωρίων τυγχάνοντι ὡμοφώνησαν. ὁ δ᾿
 ἀπηνήνατο, τὸ γῆρας εἰς παραίτησιν προβαλλόμενος.
αἰτουμένων δὲ τὸν τούτου υἱόν, οὐ κατένευσε, διὰ
νεότητα καὶ γνώμης ἀφέλειαν κρίνας ἐκεῖνον πρὸς 
ἀρχὴν τοιαύτην ἀνεπιτήδειον. διὸ μετὰ τῶν ἄλλων
καὶ αὐτὸς ὁ Σαλούστιος βασιλέα καὶ ἀπόντα τὸν
Οὐαλεντινιανὸν ἐψηφίσατο. ὁ μέντοι Ἰοβιανὸς εὐσεβὴς
ἦν περὶ τὸ δόγμα καὶ ἀγαθοθελής. οἴνου δ᾿
ἥττητο καὶ ἀφροδισίων, καὶ τὴν τοῦ σώματος ἀναδρομὴν 
εὐμήκης ἐτύγχανε καὶ γραμμάτων οὐκ ἄπειρος.
ὃς ὀπίσω ποτὲ τοῦ Ἰουλιανοῦ πορευόμενος ὡς
χιλίαρχος, ἐν τόπῳ κατάντει προϊόντος, ἐπάτησε τὸ
κράσπεδον τῆς πορφυρίδος αὐτοῦ. ὁ δέ, εἴτ᾿ ἐκ τοὐτου
διάδοχον αὐτοῦ τὸν Ἰοβιανὸν ἐτεκμήρατο εἴτ᾿ ἐκ 
 μαντείας ἔγνω τοῦτό τινος, εἶπεν
“αἴθε κἂν ἄνθρωπος”.
ἦρξε δὲ οὐδ᾿ ὃλους μῆνας ὀκτώ. ὁ μέντοι
νεκρὸς αὐτοῦ εἰς τὸ Βυζάντιον ἀνακομισθεὶς ἐν τῷ
τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἐτάφη ναῷ, ὅπου μετὰ ταῦτα
συνετάφη καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ Χαριτώ. ἔθανε δὲ Ἰοβιανὸς 
τρίτον ἄγων τῆς ἡλικίας ἔτος ἐπὶ τριακοστῷ.

Οὕτω μὲν οὖν, ὡς εἴρηται, Οὐαλεντινιανὸς
ἐψήφιστο βασιλεύς. ἀχθεὶς δὲ καὶ ἀναρρηθεὶς καὶ
τὰ βασιλικὰ περιέθετο σύμβολα. ὁ δὲ Σαλούστιος,
ὅτι σπουδὴν ἐνεδείξατο ἀναρρηθῆναι αὐτόν, ἀμοιβὴν 
ᾔτει τῶν τῆς ἐπαρχότητος ἀνεθῆναι φροντίδων. καὶ
ὁ βασιλεύς “διὰ τοῦτο” εἶπε “τοσούτων μοι πραγμά-

 
τῶν ἐπεφόρτισας ὄγκον, ἔν αὐτὸς μηδ’ ἐφάπτοιο
τούτου”; ὥρμητο δὲ Οὐαλεντινιανὸς ἐκ Παιονίας. 
ἦν δ’ εὐσεβὴς τὰ πρὸς τὸν θεόν· διὸ καὶ ὑπερορίᾳ
αὐτὸν ὁ Ἰουλιανὸς κατεδίκασεν· εἶτα τριβοῦνον ἀριθμοῦ
 τῆς ὑπερορίας ἀνακληθέντα ἐποίησεν. οὗτος
καὶ τὴν ἰσχὺν γενναιότατος καὶ τὴν γνώμην ἦν δικαιότατος.
διὸ καὶ τῶν ἀρχὰς τότε μετιόντων πολλοὺς
ὡς ἀδικοῦντας ἐτιμωρήσατο, τὸν κρατοῦντα
λέγων ἀπαιτεῖσθαι δικαιοσύνης πρὸ τῶν ἄλλων
 φροντίζειν. οὗτος κοινωνὸν τῆς βασιλείας Οὐάλεντα
τὸν ἀδελφὸν προσελάβετο καὶ τὴν ἑῴαν μοῖραν αὐτῷ
πιστεύσας, αὐτὸς ἐν τοῖς ἑσπερίοις διέτριβε καὶ
πολέμους κατὰ βαρβάρων συγκροτήσας πολλοὺς τρόπαια
κατ’ ἐκείνων ἐστήσατο. εἶχε δὲ πρὸ τῆς βασιλείας 
 υἱὸν κεκλημένον Γρατιανόν, ὃς αὐτῷ ἐκ τῆς
γαμετῆς Σευήρας ἐγένετο· ὃν καὶ ἀνηγόρευσεν αὐτοκράτορα.
ἔγημε δὲ καὶ δευτέραν γυναῖκα, ἔτι περιούσης
καὶ τῆς προτέρας. Ἰουστῖνα ἦν ἡ δευτέρα,
ἐξ ἧς καὶ τὸν νέον ἐγείνατο Οὐαλεντινιανὸν καὶ
 θυγατέρας Ἰούσταν, Γράταν, καὶ Γάλλαν. ἐπὶ τούτου
τελευτήσαντος Εὐδοξίου τοῦ κακοδόξου τῆς νέας
Ρώμης ἀρχιερέως, ἀντεισήχθη Δημόφιλος ὁμόδοξος 
τυγχάνων τῷ πρὸ αὐτοῦ· ὃς ἐπ’ ἔτεσι δώδεκα τῆς
ἐκκλησίας ἐκράτησεν. οὗτος ὁ βασιλεύς, καὶ τὸν μέγαν
 Ἀμβρόσιον ἐπίσκοπον τῆς Μεδιολανῶν προεχειρίσατο
πόλεως. μαθὼν δὲ περὶ τοῦ ἀδελφοῦ Οὐάλεντος
ὅτι τῆς Ἀρειανικῆς ἀντιποιεῖται αἱρέσεως καὶ
πάντας βιάζει ταύτῃ συντίθεσθαι, διὰ γραμμάτων 
ἐπιπλήττει αὐτὸν καὶ ἀποστῆναι παραινεῖ τῆς αἱρέσεως.
 ὁ δὲ τοῦ οἰκείου θελήματος οὐκ ἀφίστατο
καὶ μᾶλλον κατὰ τῶν ὀρθοδόξων ἐξηγριαίνετο. Ῥοδανὸς
δέ τις πραιπόσιτος παρὰ Οὐαλεντινιανῷ μέγα

 
ἠδύνατο. κατ᾿ αὐτοῦ προσῆλθε γυνή τις Βερνίκη
καλουμένη τῷ βασιλεῖ Οὐαλεντινιανῷ ἀδικίαν ἐπεγκαλοῦσα
τῷ πραιποσίτῳ. ἐρευνήσας γοῦν ὁ αὐτοκράτωρ,
καὶ γνοὺς μὴ ψεύδεσθαι τὴν γυναῖκα, προσκαλεσάμενος
τὸν πραιπόσιτον, θεραπεῦσαι κεκέλευκε 
τῇ γυναικὶ τὸ ἀδίκημα. κἀκεῖνος τῇ παρρησίᾳ
τῇ πρὸς τὸν βασιλέα θαρρῶν, οὐδένα λόγον ἔθετο
τῆς ἀδικουμένης. προσῆλθεν οὖν καὶ αὖθις τῷ βασιλεῖ
ἡ γυνή· καὶ ὃς μαθὼν μήτινα θέσθαι φροντίδα
 τῆς γυναικὸς τὸν πραιπόσιτον, αὐτίκα γυμνοῖ μὲν 
ἐκεῖνον τοῦ ἀξιώματος, κελεύει δὲ δεθέντα ἐν τῷ
θεάτρῳ περιαχθῆναι, ἀγῶνος ἱππικοῦ ἀγομένου,
κηρύκων αὐτοῦ προαγόντων καὶ τὸ εἰς τὴν γυναῖκα
βοώντων ἀδίκημα καὶ τοῦ βασιλικοῦ κελεύσματος
τὴν παρακοήν· καὶ μετὰ τὴν περιαγωγὴν καὶ τὸ κήρυγμα 
ἐκεῖ παρευθὺ καυθῆναι αὐτόν. καὶ ὁ μὲν
τοιοῦτον εὕρατο τέλος· ἡ δὲ πᾶσα ἐκείνου περιουσία
τῇ γυναικὶ διὰ βασιλείου παρακεχώρητο γράμματος.
ἐξέλιπε δὲ ὁ βασιλεὺς οὗτος ἐν Γαλλίαις διάγων,
ἀπολαύσας χρόνου μακροῦ· ἐβίω γὰρ ἔτη πρὸς τέσσαρσιν 
ὀγδοήκοντα, ἕνδεκα τούτων βασιλεύσας ἐνιαυτούς.
καὶ τὸν υἱὸν Γρατιανὸν τῆς βασιλείας τῶν
 ἐσπερίων διάδοχον καταλελοιπώς.

Οὐάλης δὲ τῶν ἀρειανιζόντων ὑπερμαχῶν ὡς
ὁμογνώμων αὐτοῖς, τοὺς ὀρθοδόξους ἐδίωκε καὶ 
πολλὰ ἐπήνεγκεν αὐτοῖς τὰ δεινά, τῇ οἰκείᾳ συζύγῳ
Δομνίνᾳ πειθόμενος. καί ποτε ἐν Νικομηδείᾳ διάγοντι,
προσῆλθον αὐτῷ εἰς πρεσβείαν ἐκ τοῦ τῶν
ὀρθοδόξων συστήματος ἄνδρες ἱερατικοὶ ὀγδοήκοντα,
οὓς ἅπαντας σὺν τῷ πλοίῳ, δι᾿ οὗ ἐκομίζοντο, 
καυθῆναι προσέταξε. καὶ κατεφλέχθησαν πάντες ἐν
μέσῃ τῇ θαλάσσῃ σὺν τῇ νηὶ ἄχρι Δακυβίζης διαρ-

 
κεσάσῃ. ὧν καὶ ὁ μέγας ἐν θεολογίᾳ Γρηγόριος
μέμνηται, λέγων, Πρεσβυτέρων ἐμπρησμοὶ θαλάττιοι.
οὐ μόνον δὲ τοὺς ὀρθοδόξους ἐκόλαζεν, ἀλλὰ καὶ 
τὰς ἐκκλησίας ἁπάσας ἀπένεμε τοῖς Ἀρειανοῖς, τοὺς
 ὀρθοδόξους ἐπισκόπους ἐκδιώκων αὐτῶν. λέγεται
γοῦν καὶ τῆς ἐν Νικαίᾳ καθολικῆς ἐκκλησίας ἐκδιωχθέντας
τοὺς τοῦ ὀρθοῦ δόγματος τῷ μεγάλῳ προσελθεῖν
Βασιλείῳ, κἀκεῖνον πρεσβεῦσαι περὶ τούτου
πρὸς τὸν Οὐάλεντα, τὸν δὲ μὴ πείθεσθαι, καὶ τὸν
 μέγαν φάναι Βασίλειον ὡς ἐπιτρεπτέον, ὦ βασιλεῦ,
τὴν περὶ τούτου κρίσιν τῷ θεῷ, καὶ κλεισθήτω μὲν
ἀσφαλῶς ὁ ναός, ἐκτὸς δ’ ἑστῶτες οἱ τὰ Ἀρείου
φρονοῦντες δείσθωσαν τοῦ θεοῦ. καὶ εἰ μὲν αὐτομάτως
αὐτοῖς ἀνοιχθῇ ὁ ναός, ἐχέτωσαν αὐτόν· εἰ
 δὲ μὴ ἀνοιγῇ, ἐπιτρεπτέον καὶ ἡμῖν δεηθῆναι τοῦ
θεοῦ. καὶ εἰ μὲν αὐτομάτως ἀναπετασθῶσιν αἶ πύ- 
λᾶι, νομιστέον ἐκ θεοῦ προσκληρωθῆναι ἡμῖν τὸ
θεῖον τεμένισμα· εἰ δὲ οὐδ’ ἡμῖν τὸ ἱερὸν ἀνοιγῇ,
καὶ οὕτως ἀνείσθω αὐτὸ τοῖς ἀρειανίζουσιν. ἤρεσε
 ταῦτα τῶ βασιλεῖ, καὶ γενέσθαι οὕτως ἐπέτρεψεν.
ἐκλείσθη οὖν πάντοθεν ὁ ἐν Νικαίᾳ ναός. ἐδέοντο
οἱ ἀρειανίζοντες καὶ ἠδολέσχουν ἐφ’ ἱκανόν, ὁ δὲ
ναὸς οὐκ ἠνέῳκτο. ὀψὲ δέ ποτε τῶν αἱρετικῶν μεταστάντων,
οἱ ὀρθόδοξοι τοῦ μεγάλου Βασιλείου
 προισταμένου αὐτῶν τῆς δεήσεως ἤρξαντο· καὶ αὐτίκα 
τῶν κλείθρων διαρραγέντων καὶ τῶν μοχλῶν,
αἱ πύλαι διέστησαν ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ τῶν εἰσόδου
τοῖς πιστοῖς παρεχώρησαν. οὗτος ὁ βασιλεὺς Ἕλλησι
μὲν ἐδίδου θυσίας ποιεῖν, Ἰουδαίοις προσέκειτο·
 τοῖς δ’ ὀρθοδόξοις μόνοις ἀντέκειτο. Σκυθῶν δὲ τὴν C
Θρᾳκῴαν καὶ Μακεδονικὴν κατατρεχόντων χώραν,
ἐξῄει τούτοις ἀντιταξόμενος. ὅτε καὶ ὁ μέγας πατὴρ

 
Ἰσαάκιος ἐφίππῳ αὐτῷ ἐντυχών “ἀπόδος” ἔφη “τὰς
ἐκκλησίας τοῖς ὀρθοδόξοις, ὦ βασιλεῦ, καὶ ἴσθι ὡς
ἐπανήξεις νενικηκώς· εἰ δὲ κατὰ θεοῦ στρατεύῃ, οὐκ
ἐπανήξεις ἐκεῖθεν.” ὠργίσθη ἐπὶ τούτοις ὁ δυσσεβέστατος
βασιλεύς, καὶ φρουρεῖσθαι προστάττει τὸν 
ἅγιον, ἴως ἐπανελεύσεται. ὁ δὲ “εἰ σὺ ὑποστρέψεις”
ἴφη “οὐ λελάληκεν ἐν ἐμοὶ ὁ θεός”. καὶ ἐν ὀνείρῳ
δὲ ἐθεάσατο ὁ Οὐάλης ἄνδρα τινὰ λέγοντα αὐτῷ,
 τάχος βάδιζε πρὸς Μίμαντα τὸν μέγαν, 
 ἔνθα μόρος σε δεινὸς ἁρπάζει, τάλαν. 
διυπνισθεὶς οὖν ἐπυνθάνετο τίς ἂν εἴη ὁ Μιμὰς.
καί τις τῶν λόγοις ἐσχολακότων, τοιοῦτοι γὰρ τοῖς
βασιλεῦσι συμπαρωμάρτουν τε καὶ ᾠκείωντο, ὡς εἴθε
καὶ νῦν, ἴφη αὐτῷ ὄρος εἶναι τῆς Ἀσίας τὸν Μίμαντα
πρὸς τῇ θαλάσσῃ κείμενον. τούτου δὲ καὶ 
τὸν Ὅμηρον ἐν Ὀδυσσείᾳ μεμνῆσθαι λέγοντα “παρ
ἠνεμόεντα Μίμαντα”. καὶ ὃς ἔφη “τίς οὖν μοι ἀνάγκη
τὸ ὄρος τοῦτο καταλαβεῖν κἀκεῖσε θανεῖν;” στρατεύσας
οὖν κατὰ Σκυθῶν καὶ περὶ τὴν Θρᾴκην
αὐτοῖς συμβαλών, αἰσχρῶς ἡττήθη καὶ φεύγων ἐν 
οἰκήματι κατεκρύφθη· παρ’ ᾧ ἀχυρώδης σεσώρευτο
συρφετός. τῶν οὖν Σκυθῶν μετὰ τὴν ἧτταν τοῦ
 βασιλέως τὴν χώραν ἐκείνην ληιζομένων καὶ ἐμπιπρώντων
καὶ τὰς οἰκίας, κἀκεῖνο τὸ οἴκημα καταπέπρηστο,
καὶ ὁ Οὐάλης διέφθαρτο ἐν αὐτῷ. ὁ μέντοι 
ἅγιος Ἰσαάκιος καθειργμένος μένος τὴν κατάφλεξιν τοῦ
Οὐάλεντος ἐγνώκει τῷ πνεύματι, καὶ εἶπε τοῖς παρατυχοῦσιν
ἐκεῖ ὡς Οὐάλης ἄρτι θνήσκει διὰ πυρός.
σημειωθείσης οὖν τῆς ἡμέρας, ἐγνώσθη μετὰ ταῦτα
μὴ πλανηθῆναι τὸν ἅγιον. μετὰ δὲ τὴν τῶν βαρβάρων 
ἐκεῖθεν ὑπαναχώρησιν τὸ σῶμα τοῦ βασιλέως
ἀναζητούντων τινῶν, εὑρέθη τάφος ἐν τῇ οἰκίᾳ, ἐν

 
ᾗπερ ἐκεῖνος ἐκέκαυτο, παλαιοῦ τινος ἔχων ἐπίγραμμα
 “ἐνταῦθα Μιμὰς Μακεδὼν στρατηγέτης.” 
τούτῳ τῷ βασιλεῖ ἐπανέστη Προκόπιος ὁ ἀνεψιὸς Ἰουλιανοῦ, 
καὶ ἐκράτησε τοῦ Βυζαντίου. προδοθεὶς δὲ
 παρὰ τῶν οἰκείων, καὶ προσδεθεὶς ἐκ τῶν σκελῶν
δύο δένδροις βίᾳ κλιθεῖσι, τῶν δένδρων ἀνεθέντων
διεσπάσθη ὁ δείλαιος. καθῃρέθη δὲ τότε καὶ τὰ τείχη
τῆς πόλεως Χαλκηδόνος, ὡς τῶν αὐτῆς πολιτῶν τὰ
Προκοπίου φρονούντων· ὧν καθαιρουμένων εὑρέθη
 πλὰξ ἐν τοῖς θεμελίοις αὐτῶν ἔχουσα γεγραμμένα
ταυτί·
 ἀλλ’ ὅτε δὴ Νύμφαι ἱερὸν κατὰ ἄστυ χορείην 
 τερπόμεναι στήσονται ἐϋστεφέας κατ’ ἀγυιάς, 
 καὶ τεῖχος λουτροῖσι πολύστονον ἔσσεται ἄλκαρ, 
 δὴ τότε μυρία φῦλα πολυσπερέων ἀνθρώπων 
 ἄγρια, μαργαίνοντα, κακὴν ἐπιειμένα ἀλκήν, 
 Ἴστρου Κιμμερίοιο πόρον διαβάντα σὺν αἰχμῇ 
 καὶ Σκυθικὴν ὀλέσει χώραν καὶ Μυσίδα γαῖαν. 
 Θρηικίης δ’ ἐπιβάντα σὺν ἐλπίσι μαινομένῃσιν 
 αὐτοῦ κεν βιότοιο τέλος καὶ πότμον ἐπίσποι. 
ὁ μὲν οὖν Οὐάλης τῇ τῶν τειχῶν τῆς Χαλκηδόνος
ὕλῃ εἰς οἰκοδομὴν ὁλκοῦ ἐχρήσατο ὕδατος, ὃν ἀγωγὸν
ἡ δημώδης ὀνομάζει φωνή, καὶ τοῦτον Οὐάλεντα
ἐπωνόμασε, δι’ οὗ πεποίηκεν εἰς τὴν πόλιν ὕδωρ
 εἰσάγεσθαι, ἔν’ ἀφθονία ὕδατος εἴη αὐτῇ καὶ πρὸς
ἄλλην χρῆσιν καὶ πρὸς λουτρά. ὁ δὲ τῆς πόλεως
ἔπαρχος Νύμφαιον ἐν τῷ καλουμένῳ Ταύρῳ κατεσκευάκει,
τὰς ἐκ τοῦ τῶν ὑδάτων ὁλκοῦ χάριτας ἐκ
τούτου παραδεικνύς. οἶς εἵπετο καὶ ἡ τῶν βαρβάρων 
 ἐπέλευσις, κατὰ τὰ γεγραμμένα ἐν τῇ πλακί, οἳ
ἐληίσαντο μὲν τὴν Θρᾴκην, περὶ δὲ αὐτὴν κατηναλώθησαν 
ὕστερον. ἐπὶ τούτου δὴ τοῦ Οὐάλεντος

 
λέγεται Λιβάνιος ὁ σοφιστὴς καὶ Ἰάμβλιχος ὁ Πρόκλου
διδάσκαλος, ἀλεκτορομαντείαν ποιῆσαι, ζητοῦντες
γνῶναι τὸν μετὰ τὸν Οὐάλεντα βασιλεύσοντα.
ἡ δὲ τοιαύτη, ὡς λόγος, ἐστίν. ἐν κόνει τὰ εἴκοσι
τέσσαρα γράφονται γράμματα, καὶ τούτων ἑκάστῳ 
σίτου κόκκος ἢ κριθῆς ἐπιτίθεται. εἶτ’ ἀλέκτωρ
ἀφίεται, ἐπᾳδομένων ἐπὶ τούτοις τινῶν ἐπῳδῶν, καὶ
κατασκοπεῖται ἐκ τίνων στοιχείων λαμβάνει κόκκους.
 καὶ ταῦτα συντιθέμενα δήλωσιν ποιεῖσθαι τοῦ ζητουμένου
δοξάζεται. τοῦτο τοίνυν κἀκεῖνοι τότε 
ποιήσαντες εἶδον λαβόντα τὸν ἀλέκτορα τὸν ἐν τῷ
θῆτα κόκκον καὶ τὸν έν τῷ ε,ݲ τὸν ἐν τῷ οݲ καὶ
τῷ δ.ݲ ἔδοξεν οὖν ἀμφίβολον τὸ δηλούμενον. ἤ
Θεόδωρον ἐδόκει δηλοῦν ἢ Θεοδόσιον ἤ Θεόδοτον.
τοῦτο μαθὼν ὁ Οὐάλης πολλοὺς τῶν τοιούτοις κεκλημένων
ὀνόμασιν ὑποπτεύσας ἀπώλεσεν. ἐζήτει
δὲ καὶ αὐτοὺς τοὺς τὴν μαντείαν ποιήσαντας. ὅθεν
τὴν ἐκείνου δείσας ὠμότητα ὁ Ἰάμβλιχος, φάρμακον
δηλητήριον πεπωκώς, ὥς τινες ἱστορήκασιν, ἑαυτὸν
τοῦ ζῆν ὑπεξήγαγεν. ἦν γὰρ δυσπαραίτητος τὰς 
ὀργὰς ὁ Οὐάλης· ὅθεν καὶ ἔλεγεν ὡς ὁ ταχὺ μεταθέμενος
 τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ δικαίου ἂν μετάθοιτο
τάχιστα. οὗτος ἔτη βεβασίλευκε δέκα ἐπὶ τρισὶ καὶ
μῆνας τέσσαρας καὶ ἀξίως τῆς οἰκείας δυσσεβείας
διφέθαρτο.

Γρατιανὸς δὲ ὁ υἱὸς Οὐαλεντινιανοῦ καὶ Οὐαλεντινιανὸς
ὁ νέος ὁ τούτου ἀδελφὸς τῆς Ῥωμαϊκῆς
ἀρχῆς γεγόνασιν ἐγκρατεῖς· μόνος μὲν γὰρ ὁ Γρατιανὸς
παρὰ τοῦ πατρὸς ἀνερρήθη, ὥσπερ ἤδη ἱστόρηται.
ὅτε δὲ ὁ Οὐαλεντινιανὸς ἐτελεύτησεν, οὐ 
παρῆν οὗτος ἐπὶ τῷ θανάτῳ τῷ τοῦ πατρός. ἡ
γοῦν στρατιὰ τηνικαῦτα τὸν νέον Οὐαλεντινιανὸν

 
βασιλέα ἀνεῖπε τετραέτη τότε τυγχάνοντα. ἐπανελθὼν
δ’ ἐκ τῆς ἀποδημίας Γρατιανὸς τοὺς μὲν στρατιώτας
ἐκάκισε καί τινας αὐτῶν καὶ ἐκάκωσε, κολάσας 
τοὺς τῆς τοῦ ἀδελφοῦ πρωτουργοὺς ἀναρρήσεως,
 ὡς ἄτερ γνώμης αὐτοῦ βασιλέως ὄντος ἄλλον
ἀναγορεύσαντας. τὸν δὲ ἀδελφὸν αὐτὸν συνάρχειν
οὐ παρῃτήσατο, ἀλλὰ κοινωνὸν τῆς βασιλείας προσείλετο.
οὗτος ὁ βασιλεὺς τὸν πατέρα ἐζήλωσεν εἰς
εὐσέβειαν. ὅθεν καὶ τῷ θείῳ Οὐάλεντι συμμαχίαν
 αἰτήσαντί ποτε κατὰ τῶν Σκυθῶν ἐξ αὐτοῦ, οὐ
παρέσχετο, γράψας αὐτῷ ὡς οὐ δεῖ τῷ ἐχθρῷ τοῦ
θεοῦ συμμαχεῖν. τοῖς δ’ ἐξελαθεῖσι ποιμέσι τῶν οἰκείων
ἐκκλησιῶν διὰ δόγματος ἐφῆκε τὴν εἰς αὐτὰς
ὑπονόστησιν. τῶν δὲ Σκυθῶν μετὰ τὴν Οὐάλεντος
 ἧτταν ἐξογκωθέντων τὸ φρόνημα, καὶ τήν τε
Θρᾴκην ληιζομένων καὶ τὰ περὶ αὐτὴν καὶ ἀκαθέκτων 
ὄντων, τὸν ἐξ Ἱσπανίας μετεκαλέσατο Θεοδόσιον,
ἡ δὲ Ἱσπανία τῆς Εὐρωπαίας Ἰβηρίας ἐστὶ
πόλις ἡ διαφορωτάτη τῶν ἐν αὐτῇ, ἄνδρα γενναιότατόν
 τε καὶ εὐσεβέστατον. τοῦτον οὖν
στρατηγὸν μετὰ στρατιᾶς κατὰ τῶν βαρβάρων
ἐκπέπομφεν· ὃς συμβαλὼν αὐτοῖς καὶ νικήσας τρόπαιον
ἤρατο, πλήθους μὲν Σκυθικοῦ κατασφαγέντος
ἐν τῷ πολέμῳ πολλοῦ, τῶν δὲ λοιπῶν εἰς φυγὴν
 τραπέντων, καὶ τῶν μὲν ἀπολλυμένων ἐν τῷ καταλαμβάνεσθαι,
τῶν δ’ ὑπ’ ἀλλήλων διαφθαρέντων ἐν
τῇ φυγῇ. πάντων τοίνυν σχεδὸν τῶν βαρβάρων
ἐκείνων ἀπολωλότων, τὴν στρατιὰν ἐκεῖ καταλείψας
ὁ Θεοδόσιος, αὐτὸς πρὸς τὸν Γρατιανὸν τῆς νίκης
 ἧκεν αὐτάγγελος ἐν Παιονίᾳ τότε διάγοντα. ἀπαγγείλας
δὲ τὴν νίκην τῷ βασιλεῖ καὶ τὸν τῶν βαρβάρων 
εὐαγγελισάμενος ὄλεθρον, ἠπιστεῖτο διά τε τὸ

 
 τοῦ ἔργου ταχὺ καὶ τὸ δυσμαχώτατον τῶν Σκυθῶν.
ἐπεὶ δ’ ἔγνω τὸ ἀληθὲς καὶ τὴν τῶν βαρβάρων
φθορὰν ὁ αὐτοκράτωρ πεπληροφόρητο, καὶ ἐθαύμασε
τὸν ἄνδρα τῆς τε ταχυτῆτος καὶ τοῦ ἀριστεύματος
ἕνεκα καὶ ἐπῄνεσεν. ἤδη δὲ καὶ τῆς Οὐάλεντος μοίρας
προσκτηθείσης αὐτῷ μετὰ τὴν ἐκείνου φθορὰν
ἀπιδὼν πρὸς τὸ ἄπειρον σχεδὸν τῆς ἀρχῆς καὶ συνιδὼν
ὡς οὐχ ὁ ἰός τ’ ἂν εἴη αὐτὸς μόνος τὴν τοσαύτην
ἰθύνειν ἀρχήν, βασιλέα τῆς νέας Ῥώμης ἀναγορεύει
τὸν Θεοδόσιον, ἅμα μὲν τῆς ἀριστείας αὐτὸν 
ἀμειβόμενος, ἅμα δὲ καὶ μηδένα κρίνας ἕτερον εἰς
 κοινωνίαν τῆς ἀρχῆς τούτου κρείττω ἐσόμενον. τὴν
γοῦν ἑῴαν ἅπασαν καὶ τὴν Θρᾴκην αὐτῷ ἀναθέμενος,
ἐκεῖνος ἑαυτῷ ἀπεκλήρωσε τὰ ἑσπέρια. καὶ ἐπὶ
τὰς Γαλλίας γενόμενος ἀνῃρέθη δόλῳ ὑπ’ Ἀνδραγαθίου 
τοῦ στρατηγοῦ, βασιλεύσας μετὰ τὴν τοῦ
πατρὸς αὐτοῦ τελευτὴν ἐπὶ ἐνιαυτοὺς ἕξ.

Τοῦ δὲ Γρατιανοῦ τελευτήσαντος κατελείφθη
βασιλεὺς αὐτοκράτωρ τῶν ἑσπερίων ὁ νέος Οὐαλεντινιανός,
μήπω δὲ πρόσηβος γεγονώς. ὃς ὑποφθαρεὶς 
παρὰ τῆς μητρὸς Ἰουστίνης ἀρειανιζούσης
τῷ τῶν ἀρειανῶν συνέθετο δόγματι καὶ τοῖς ὀρθοδόξοις
ἀντέκειτο. ἐπαναστάντος οὖν αὐτῶ τοῦ Μαξίμου
καὶ τυραννίδι ἐπιχειρήσαντος καὶ ἐν μάχαις
 ὑπερτερήσαντος, ἔγραψε πρὸς τὸν βασιλέα Θεοδόσιον 
τὰ συμβάντα, συμμαχίαν αἰτούμενος. κἀκεῖνος μὴ
δεῖν θαυμάζειν ἀντέγραψεν εἰ ὁ δοῦλος ὑπερτερεῖ
δεσπότου κατεξαναστὰς τοῦ τὸν οἰκεῖον ἀθετοῦντος
δεσπότην καὶ κτίσμα καὶ δοῦλον καλοῦντος τὸν
κτίστην, καὶ τῷ πατρὶ ὁμοούσιον καὶ ὁμότιμον. ἀπελθὼν 
δὲ εἰς συμμαχίαν αὐτοῦ τόν τε Μάξιμον συλλαβὼν
ἀνεῖλε καὶ τὸν στρατηγὸν Ἀνδραγάθιον, ὃς

 
ἐδολοφόνησε τὸν Γρατιανόν. εἶτ’ αὖθις Εὐγένιος
ἐπανέστη κατὰ τοῦ νέου Οὐαλεντινιανοῦ καὶ τυραννίδι
ἐπέθετο. φοβηθεὶς οὖν Οὐαλεντινιανὸς ἀγχόνῃ
τοῦ βίου ἑαυτὸν ὑπεξήγαγε. καὶ μαθὼν τὴν Εὐγενίου
 τυραννίδα Θεοδόσιος ἐξεστράτευσε κατ’ αὐτοῦ.
καὶ εἰς Θεσσαλονίκην ἐλθὼν μετὰ τοῦ στρατεύματος, 
ἐκεῖνος μὲν ὑβρίσθη ὑπὸ τῶν Θεσσαλονικέων,
ὁ δὲ ἔπαρχος ἐφονεύθη, στασιάσαντος τοῦ
δήμου δι’ αἰτίας τινάς. τότε μὲν οὖν ἐπὶ τῇ τοῦ
 λαοῦ κινήσει ἔδοξεν ἀνεξικακῆσαι ὁ βασιλεύς· μετὰ
δὲ ταῦτα ἱππικὸν ἀγῶνα ἐκήρυξε, καὶ τοῦ λαοῦ
ἀθροισθέντος ἐπὶ τὸ θέατρον περιέστησεν αὐτοῖς τὰ
στρατεύματα, καὶ κατετόξευσαν τὸν δῆμον καὶ κατηκόντισαν,
ὥστε θανεῖν ἐξ αὐτῶν ἄχρι τῶν πεντεκαίδεκα
 χιλιάδων. καὶ οὕτως ἐκπλήσας ὁ Θεοδόσιος
τὸν θυμόν, ἐκεῖθεν ἀπάρας εἰς τὴν πόλιν τῶν Μεδιολάνων
ἀφίκετο. ὅπου καὶ ἠλέγχθη παρὰ τοῦ μεγάλου
Ἀμβροσίου καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν ἐκκλησίαν
οὐ συγκεχώρητο. καὶ οὐ πρότερον ἐφῆκεν αὐτῷ τὴν 
 εἰς τὸ θεῖον θέμενος εἴσοδον, εἰ μὴ νόμον ἔθετο τὰς
ψήφους τὰς φονικὰς μὴ πρότερον ἐκβιβάζεσθαι, πρὶν
ἂν παρέλθοιεν μετὰ τὴν ψῆφον ἡμέραι τριάκοντα.
τοῦτο δ’ ἐποίησε διὰ τὸ τοῦ βασιλέως ὀξύρροπον εἰς
θυμόν, ἔνα διὰ τῶν τριάκοντα ἡμερῶν τοῦ θυμοῦ καταστορεννυμένου
 ἀπαθῶς ἐπισκέπτηται τἀς ψήφους
καὶ τὰς μὲν ἐννόμους κυροῖ, τῶν δὲ δι’ ὀργὴν ἴσως
ἐψηφισμένων ἀργίαν καταψηφίζηται. τῷ δὲ τυράννῳ
Εὐγενίῳ συμμίξας ἐν ταῖς Γαλλίαις ὁ Θεοδόσιος νικᾷ
αὐτὸν καὶ συλλαμβάνει καὶ ἀναιρεῖ. οὗτος ὁ βασιλεὺς
 ἰδιωτεύων εἶχε γυναῖκα εὐσεβῆ τε καὶ σώφρονα
καὶ φιλόπτωχον τὴν Πλακίλλαν, ἐξ ἧς αὐτῷ
ἐγεννήθησαν Ὁνώριος καὶ Ἀρκάδιος· ἣν καὶ Αὐγού-

 
στὰν ἐποίησε. μετὰ δὲ τὴν βασιλείαν θανούσης αὐτῆς,
 ἔγημε Γάλλαν τὴν Οὐαλεντινιανοῦ τοῦ μεγάλου
 θυγατέρα. ἀποδημοῦντος δὲ τοῦ βασιλέως
τὰ ἑσπέρια οἱ Ἰουδαῖοι τὸν τῆς πόλεως ἔπαρχον
Ὁνώρατον δεξιωσάμενοι κτίζουσι συναγωγὴν ἐν τοῖς 
Χαλκοπρατείοις πολυτελῆ, ἐκείνου παραχωρήσαντος·
ἦν γὰρ τὰ Ἑλλήνων πρεσβεύων. ὁ δὲ τῆς πόλεως
δῆμος ἀγανακτήσας ἐπὶ τούτῳ ἐβλασφήμει τὸν ἔπαρχον·
καὶ ὃς ἐν οὐδενὶ λόγῳ τὰς βλασφημίας πεποίητο.
μὴ φέρων οὖν ὁ λαὸς πῦρ ἐνίησι νυκτὸς τῇ 
συναγωγῇ καὶ ταύτην ἐμπίπρησι. γράφει οὖν περὶ
τούτου τῷ βασιλεῖ Θεοδοσίῳ ὁ ἔπαρχος. κἀκεῖνος
ἐπιτιμᾷ τοῖς τολμήσασι τὸν ἐμπρησμὸν τῆς συναγωγῆς
ἔκτισιν τῶν ἀναλωμάτων τῶν εἰς αὐτήν, καὶ
 ἐφίησιν αὖθις κτισθῆναι αὐτήν. τοῦτο μαθὼν ὁ μέγας 
Ἀμβρόσιος, τοῦ βασιλέως τῇ πόλει τῶν Μεδιολανῶν
ἐνδημοῦντος καὶ κατά τινα τῶν δεσποτικῶν ἑορτῶν
εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἀφικομένου, ἤρξατο λέγειν “ἴνα τί,
βασιλεῦ, τὸν ἐξ ἰδιώτου σε βασιλέα ποιήσαντα καὶ
τὴν οἰκείαν ἐγχειρίσαντα ποίμνην, ἣν τῷ ἑαυτοῦ 
ἐκτήσατο αἵματι, καὶ ταινιώσαντά σου τὴν κεφαλὴν
αὐχμῶσαν πρῴην, αὐτὸς ὑβρίζεις, τοὺς ἀθετοῦντας
αὐτὸν τῶν ἐπεγνωκότων προτιμοτέρους τιθέμενος
καὶ δίκας εἰσπράττων ὑπὲρ Ἰουδαίων χριστιανοὺς
καὶ βίαν αὐτοῖς ἐπάγων ἐν μέσῃ τῇ πόλει, ἐν ᾗ κηρύττεται 
ὁ Χριστὸς καὶ προσκυνεῖται σταυρός, συναγωγὴν
οἰκοδομῆσαι τοῖς χριστοκτόνοις;” καὶ ὁ βασιλεὺς
 πρὸς τὸν ἔλεγχον αἰδεσθεὶς ἔφη “καὶ δώσομεν, ὦ
ἐπίσκοπε, τοῖς δήμοις ἀτάκτως καὶ ἀναιδῶς ἐν εὐνομουμέναις
πόλεσιν ὅσα βούλονται δρᾶν;” “ἀλλ’ οὐδὲ 
τοῦτο δοτέον, ὧ βασιλεῦ,” ὁ ἱερὸς Ἀμβρόσιος ἀντεπήνεγκε
“τὸ συναγωγὰς ἔχειν τοὺς Ἰουδαίους ἐν

 
μέσῳ πόλεως εὐσεβοῦς καὶ βλασφήμους εὐχὰς ἀναπέμπειν
ἐπ’ ἀκροάσει θεοσεβῶν.” μὴ σύγε τοῦτο
θεσπίσαις, ὀρθοδοξότατε Αὔγουστε. τούτοις ὁ Θεοδόσιος
μαλαχθεὶς τοῖς Βυζαντίοις τε ἀνῆκε τὸ ἐπιτίμιον
 καὶ συναγωγὴν ἐντὸς τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων
τοὺ ’ς Ἰουδαίους ἔχειν ἀπείρηκε. τοῖς Ἀντιοχεῦσι δὲ
φόρων ἐπιταχθέντων νέων, κινηθεὶς ὁ δῆμος εἰς
ἀγανάκτησιν διὰ τὸ καινὸν τῆς εἰσπράξεως εἰκόνας
τῆς προτέρας γαμετῆς τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου ἐν
 τῇ ἀγορᾷ τῆς πόλεως αὐτῶν ἱσταμένας κατέσπασε
καὶ ἔσυρεν ἐν ταῖς δημοσίαις ὁδοῖς. διόπερ ὀργισθεὶς
ἐκεῖνος, τά τε δίκαια τῆς πόλεως ἀφείλετο καὶ 
τῇ ἐκ γειτόνων Λαοδικείᾳ ταύτην ὑπέταξε καὶ τοὺς
αὐτῆς πολίτας διαθήσειν ἠπείλει κακῶς, καὶ διέθετο
 ἄν, εἰ μὴ Φλαβιανὸς ὁ τότε τῆς Ἀντιοχείας ἀρχιερεὺς
τῷ βασιλεῖ προσελθὼν ἐπρέσβευσε καὶ ἐνδοῦναι αὐτὸν
πεποίηκε τοῦ θυμοῦ. ὅτε καὶ ὁ μέγας πατὴρ
ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης τοὺς Ἀνδριάντας ἐπιγραφομένους
λόγους συνέγραψε, τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ ἐκκλησίας
 τυγχάνων πρεσβύτερος.

Τότε καὶ ὁ πολὺς ἐν θεολογίᾳ Γρηγόριος, κεκρυμμένως πρῴην διδάσκων τοὺς ὀρθοδόξους ἐν
τῆς ἁγίας Ἀναστασίας ναῷ διὰ τὴν τῶν αἱρετικῶν
ἀναίδειαν καὶ θρασύτητα τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου
 τὰς ἐκκλησίας τοῖς ὀρθοδόξοις ἀνεικότος καὶ τοὺς 
ἀρειανίζοντας ἐκδιώξαντος, παρρησίᾳ τόν τε υἱὸν
ὁμοούσιον ἐκήρυττε τῷ πατρὶ καὶ τὸ ἅγιον πνεῦμα
θεὸν ἀμφοῖν συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον.
ὁ γὰρ Μακεδόνιος, ὃς καὶ πατριάρχης ἐπ’ ὀλίγον,
 ὡς ἤδη ἱστόρηται, τῆς Κωνσταντινουπόλεως
γέγονε, θεὸν αὐτὸ λέγεσθαι οὐκ ἠνείχετο, ἀλλ’ οὐδ’
ἰσοσθενὲς τῷ πατρὶ καὶ τῷ υἱῷ οὔτε μὴν ὁμοούσιον.

 
διὸ καὶ ἡ δευτέρα τότε συγκεκρότητο σύνοδος, τοῦ
βασιλέως προστάξαντος, ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα σὐναθροισθέντων
θεοφόρων πατέρων ἐν τῆ βασιλευούσῃ
τῶν πόλεων, ὧν προεξῆρχον ἐν τοῖς ἀγῶσιν ὁ θεολόγος
 καὶ ὁ μέγας Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἐπίσκοπος 
καὶ ὁ ἱερὸς Ἀμφιλόχιος, τῆς Ἰκονιέων προεστὼς ἐκκλησίας,
οἳ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ θεὸν ἐδογμάτισαν
καὶ τῷ πατρὶ καὶ τῷ υἱῷ ὁμοούσιόν τε καὶ
ὁμοδύναμον καὶ τὸν Μακεδόνιον καὶ τοὺς ὁμοδοξοῦντας
αὐτῷ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐξέκοψαν, 
 καὶ εἰς τὸ ἅγιον σύμβολον τὴν περὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος
προσέθεντο συγγραφήν, ἀπὸ τοῦ καὶ εἰς τὸ
πνεῦμα τὸ ἅγιον μέχρι τέλους, καὶ τὰ ἐν τῇ πρώτῃ
συνόδῳ δογματισθέντα ἐπεβεβαίωσαν. ὅτε καί τινες
τῶν ἐπισκόπων βασκήναντες τῷ θεολόγῳ τοῦ θρόνοῦ 
 χάριν τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὐ κανονικῶς
εἶπον αὐτὸν ἐπιβεβηκέναι τοῦ θρόνου, ὡς ἑτέρῳ
πρότερον ἐπικηρυχθέντα. διὸ καὶ τὸν συντακτήριον
ὁ ἅγιος συγγραψάμενος καὶ δημοσίᾳ ἀνεγνωκὼς ἐξέστη
τοῦ θρόνου καὶ εἰς τὴν οἰκείαν πατρίδα τὴν 
Ναζιανζὸν ἐπανῆλθε. κεχειροτόνητο δὲ τῆς Κωνσταντινουπόλεως
πατριάρχης Νεκτάριος, συγκλητικὸς
ἀνὴρ καὶ πολιτικὰς ἀρχὰς ἠνυκώς. τότε καὶ ὁ
θρόνος τῆς νέας ῾Ρώμης δευτέραν τάξιν ἔλαχε, μετὰ
τὴν πρεσβυτέραν ῾Ρώμην ταχθείς, τῶν ἑτέρων 
δὲ προκριθείς. ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας Ἀμφιλόχιος τότε
ἠξίου τὸν βασιλέα ἐξελαθῆναι τῆς πόλεως τοὺς
Ἀρειανούς, οἷα τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ βλασφημοῦντας,
ἢ τέως μὴ παραχωρεῖσθαι συνάξεις ποιεῖν. ὡς δὲ
 νωθῆ πρὸς τοῦτο ἑώρα τὸν Θεοδόσιον, φυλάξας καιρόν, 
ὅτε καὶ ὁ Ἀρκάδιος συνεδριάζων ἦν τῷ πατρί,
εἰσῆλθε καὶ τῷ μὲν βασιλεῖ τὴν προσήκουσαν ἀπένει-

 
με καὶ πρόσρησιν καὶ προσκύνησιν, πρὸς δὲ τὸν
Ἀρκάδιον ἀμελῶς οὕτως ἔφη “χαίροις καὶ σύ, παιδίον.”
χαλεπήναντος δὲ τοῦ βασιλέως ἐπὶ τῆ καταφρονήσει
τοῦ υἱοῦ, εἶτά φησιν ὁ ἅγιος “σὺ μὲν ἄνθρωλπος
 ὢν τὴν τοῦ παιδὸς ἀτιμίαν τοῦ σοῦ πρᾴως
οὐκ ἤνεγκας. οἴει δὲ τὸν θεὸν τοὺς τὸν ἐκείνου
μονογενῆ παῖδα βλασφημοῦντας μὴ βδελύττεσθαί τε
καὶ ἀπεχθάνεσθαι, μηδ’ ὀργίζεσθαι κατὰ τῶν ἐκχωρούντων
ἐκείνοις τοῖς ὀρθοδόξοις συναναστρέφεσθαι
 καὶ διαφθείρειν πολλούς;” θαυμάσας οὖν ἐπὶ τῇ μεθόδῳ
τοῦ ἁγίου ὁ βασιλεὺς δόγματι τοὺς τῶν αἱρετικῶν
συλλόγους κεκώλυκε. τὸν τελευταῖον δὲ τυραννήσαντα 
ραννήσαντα καθελόντι Εὐγένιον τούτῳ τῷ βασιλεῖ
ἡ τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴ περιελήλυθε ξύμπασα, καὶ
 ἀναγορεύει τοὺς δύο υἱοὺς αὐτοῦ βασιλεῖς. θέλων
δὲ καὶ τῆς ἐν λόγοις μετασχεῖν αὐτοὺς παιδείας καὶ
τῆς ἐν ἤθεσιν, ἐκ Ῥώμης ἤγαγε τὸν μέγαν Ἀρσένιον
διάκονον ὄντα τῆς ἐκεῖ ἐκκλησίας, ἐπὶ σοφίᾳ τε καὶ
ἀρετῇ περιβόητον· καὶ αὐτῷ τοὺς παῖδας παρ’ ἔδωκε,
 μὴ ὡς βασιλεῦσιν αὐτοῖς, ἀλλ’ ὡς ἰδιώταις καὶ τοῖς
τυχοῦσι προσφέρεσθαι ἐντειλάμενος, καὶ μαστίζειν,
εἰ ἀμελοῦντας ὁρῴη ἤ παρεξιόντας τι τοῦ καθήκοντος,
καὶ ὡς οἰκείοις τούτοις κεχρῆσθαι παισί. τιμῆς
δὲ μεγάλης ἠξίωσε τὸν Ἀρσένιον καὶ χρήμασι κατεπλούτισεν.
 ὁ δὲ τοὺς παῖδας παραλαβών, ἐκείνους
μὲν ἐπὶ θρόνων ἐκάθιζεν, αὐτὸς δ’ ἑστὼς ἐπλήρου
τὴν διδασκαλίαν αὐτοῖς. καί ποτε ἀθρόον αὐτοῖς ὁ 
βασιλεὺς ἐπιστάς, καὶ τοὺς μὲν καθημένους εὑρών,
ἱστάμενον δὲ τὸν Ἀρσένιον, ἠγανάκτησε, καὶ τοὺς
 μὲν παῖδας τῶν θρόνων ἐξαναστήσας, καθίσας δὲ
τὸν Ἀρσένιον, οὕτω διδάσκειν αὐτοὺς διετάξατο.
καὶ ἦσαν ἔκτοτε οἱ μὲν παρεστῶτες τῷ διδασκάλῳ,

 
ὁ δὲ διδάσκων καθήμενος. ποτὲ τοίνυν παρασφαλέντι
τῷ Ἀρκαδίῳ μάστιγας ἐνέτεινεν ὁ διδάσκαλος.
ὁ δὲ μηνιῶν διὰ ταύτας αὐτῷ ἐπιβουλὴν συντίθησι
κατ᾿ αὐτοῦ καὶ κτεῖναι τὸν ἄνδρα διεμελέτησε, καὶ
τὸν σφαγέα ἡτοίμαζε. γνοὺς δὲ τὸ μελετώμενον ὁ 
Ἀρσένιος λάθρᾳ τῶν βασιλείων ὑπανεχώρησε, καὶ
εἰς τὴν Σκῆτιν ἀπελθὼν τὴν μονήρη ζωὴν ὑπῆλθε
 καὶ ἰσάγγελος γέγονε. πολλὴν δὲ αὐτοῦ θέμενος ζήτησιν
ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος οὐκ ἔγνω ὅποι γῆς ἦν.
νοσήσας δ᾿ ὁ βασιλεὺς οὗτος ἐν Μεδιολάνοις μετήλλαξε 
τὴν ζωήν, ἑπτακαίδεκα ἔτη τὴν βασιλείαν ἰθύνας
ἐπὶ πέντε μησί, μερίσας δὲ ταύτην τοῖς δυσὶν
υἱέσιν αὐτοῦ, καὶ τῷ μὲν Ἀρκαδίῳ τὴν νέαν ἀπονείμας
῾Ρώμην καὶ τὸ ἑῷον τμῆμα, τῷ Ὁνωρίῳ δὲ τὴν
πρεσβυτέραν ῾Ρώμην προσκληρώσας καὶ τὰ ἑσπέρια.

Ἦρχεν μὲν οὖν ἑκάτερος τούτων τῆς ἀπονεμηθείσης
μοίρας αὐτῷ, καὶ γνόντες ὡς ἐν τῇ Σκήτει μονάζων
ὁ μέγας Ἀρσένιος ἦν, πλειστάκις αὐτῷ ἐπεστάλκασιν
 εὔχεσθαι ἀξιοῦντες ὑπὲρ αὐτῶν. ὁ δέ γε Ἀρκάδιος
καὶ ἰδίᾳ τῷν ἁγίῳ ἐπέστειλε, παρακαλῶν συγγνώμην 
νεῖμαι αὐτῷ διὰ τὴν κατ᾿ αὐτοῦ ἐπιβουλήν, καὶ
ἐπέτρεπε λαβεῖν αὐτὸν τὸν τῆς Αἰγύπτου πάσης δασμὸν
τοῦ ἔτους ἐκείνου καὶ χρήσασθαι ὡς αὐτῷ πρὸς βουλῆς.
ὁ δὲ μέγας᾿ Ἀρσένιος ἀντεπιστεῖλαι μὲν τοῖς αὐτοκράτορσιν
οὐκ ἠθέλησε, τοῖς δ’ εἰς αὐτὸν ἀποσταλεῖσιν 
εἰπεῖν αὐτοῖς ἐνετείλατο ὅτι ὁ θεὸς συγχωρήσει ὑμῖν
καὶ τὰ αὐτοῦ πράττειν ποιήσει θελήματα· ἐμοὶ δὲ
ἤδη νεκρωθέντι τῷ κόσμῳ τὰ χρήματα ἄχρηστα. οὗτος
 ὁ βασιλεὺς Ἀρκάδιος ἐν τῇ Θρᾴκῃ πόλιν οἰκοδομήσας
Ἀρκαδιούπολιν αὐτὴν ἐπωνόμασε, καὶ τὸν ἐν 
Ξηρολόφῳ ἀνήγειρε κίονα, καὶ ἐπ᾿ αὐτοῦ ἀνδριάντα
οἰκεῖον ἐνίδρυσε. τοῦ πατριάρχου δὲ Κωνσταντινου-

 
πόλεως Νεκταρίου θανόντος, τὸν χρυσοῦν τὴν γλῶτταν
Ἰωάννην ἐξ Ἀντιοχείας ἀγαγὼν τῆς μεγάλης
πατριάρχην τῆς νέας ῾Ρώμης προβάλλεται. νωθὴς δὲ
ὢν καὶ τὴν γνώμην πέρα τοῦ δέοντος μαλθακὸς ὑπὸ
 τῆς γαμετῆς κατήρχετο Εὐδοξίας. ἡ δὲ ἦν γύναιον
ἰταμὸν καὶ χρημάτων ἡττώμενον ἔρωτος, κἀντεῦθεν
καὶ ἀδικώτατον. ὅθεν καὶ παρὰ τοῦ μεγάλου πατρὸς
ἀνακοπτόμενον τῆς ὁρμῆς, ἔστι δ᾿ οὗ καὶ ἐπιτιμώμενον,
ἠρέθιστο εἰς ὀργὴν καὶ ἀμύνασθαι τὸν ἅγιον
 ἔσπευδεν. εὑροῦσα δὲ καὶ τὸν Ἀλεξανδρείας Θεόφιλον
τῆς κακίας αὐτῆς συνεργόν, πείθει τὸν Ἀρκάδιον 
ὑπερορίαν τοῦ ἁγίου καταψηφίσασθαι. καὶ ὁ
μὲν τῆς ἐκκλησίας ἐκβέβλητο καὶ ἀπήγετο ὑπερόριος.
ὁ δὲ τῆς πόλεως δῆμος, οἱ μὲν ἐθρήνουν, οἱ δὲ ἐστασίαζον.
 ὃ γνοὺς ὁ νωθὴς Ἀρκάδιος, στέλλει κατὰ
τάχος τὸν Ἰωάννην ἀνακαλούμενος, καὶ ἐπαναχθεὶς
αὖθις ἀπεδόθη τῇ ἐκκλησίᾳ. ὁ δὲ ἀδούλωτος ὤν,
οὐκ ἐπαύετο κατὰ τῶν ἀδικούντων τὴν γλῶτταν κινῶν.
ἡ δὲ βασιλὶς Εὐδοξία ἑαυτῇ τὰς περὶ ἀδικίας
 διδασκαλίας προσαρμόττουσα, ἤλεγχε γὰρ αὐτὴν ἡ
συνείδησις τοιαύτην οὖσαν, ἐμηνία, καὶ τοὺς θυμοὺς
ἐξέκαιε κατὰ τοῦ μεγάλου πατρός. καὶ πάλιν, ἔνα
τὰ ἐν μέσῳ παρῶ, πείθει τὸν γαμέτην, ἕλκουσα τοότον 
ὥσπερ ἐκ φορβειᾶς, ὑπερορίαν τοῦ ἁγίου καταψηφίσασθαι.
 καὶ ὁ μὲν τῆς ἐκκλησίας ἐξώσθη τυραννικῶς
καὶ εἰς χώρας ἀπήγετο ἐπικινδύνους καὶ
εἰς πορρωτάτω κειμένας ἐσχατιάς, πολλῶν πειραθεὶς
κατὰ τὴν ὁδὸν δυσχερῶν, ἃ τῆς ἐκείνου χρυσέας
γλώττης ἐν ἐπιστολαῖς ἔξεστιν ἀκούειν διηγουμένης.
 καταντήσας δ᾿ εἰς Κοὐκουσόν, κἀκεῖθεν εἰς Πιτυοῦντα
ἀπαγόμενος, ἐν Κομάνοις γενόμενος, ἐκεῖ τὴν
ζωὴν ἐξεμέτρησεν, ἐτῶν γεγονὼς δύο τε καὶ πεντή-

 
κοντα, ἀρχιερατεύσας δὲ τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων
ἔτη πέντε πρὸς τῷ ἡμίσει. οὐκ ἐπενύσταξε μέντοι ἡ
θεία δίκη, ἀλλὰ ταχέως μετῆλθε τὴν τριτάλαιναν
 ἐκείνην βασίλισσαν. οὔπω γὰρ τρεῖς παρῆλθον μῆνες
μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Χρυσοστόμου πατρὸς καὶ 
βιαίῳ περιπέπτωκε μόρῳ. κυούσης γὰρ τὸ ἔμβρυον
τέθνηκε, καὶ ὠδῖνες ἐκείνην συνεῖχον δριμεῖαι· σαπέντος
δ᾿ ἔνδον ἐκείνου καὶ ἡ νηδὺς τῆς βασιλίσσης
μετέσχε τῆς σήψεως, καὶ οὕτως ἀθλίως μετήλλαξε
τὴν ζωήν. τοῦ μέντοι χρυσορρήμονος ἐκείνου πατρὸς 
ἐκβληθέντος τῆς ἐκκλησίας ἀντεισάγεταί τις Ἀρσάκιος,
καὶ ἐπὶ δύο ἐπισκοπήσας ἐνιαυτοὺς θνήσκει·
 μεθ᾿ ὃν κεχειροτόνητο Ἀττικός. τῆς δ᾿ Εὐδοξίας
προτεθνηκυίας τοῦ ὁμευνέτου καὶ αὐτοκράτορος, καὶ
αὐτὸς οὐ μετὰ μακρὸν ἐπαπῆλθεν αὐτῇ ὁ Ἀρκάδιος, 
βασιλεύσας μετὰ τὸν θάνατον Θεοδοσίου τοῦ οἰκείου
πατρὸς ἔτη τεσσαρεσκαίδεκα καὶ μῆνας τρεῖς πρὸς
 ἡμέραις τρισί. λέγεται δὲ τῆς Εὐδοξίας τυγχάνειν
ὁ εἰς τὰ λεγόμενα Πιττάκια ἑστὼς κίων. θνήσκων
δὲ ὁ Ἀρκάδιος τὸν υἱὸν ἑαυτοῦ τῆς βασιλείας διάδοχον 
κατέλιπε Θεοδόσιον τὸν μικρὸν λεγόμενον πρὸς
ἀντιδιαστολὴν τοῦ πάππου αὐτοῦ ἢ ὅτι ἐν παιδικῇ
πάνυ ἐτύγχανεν ἡλικίᾳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τελευτήσαντος·
ἑπτὰ γὰρ ἦν τότε μόνον ἐνιαυτῶν. ἀλλ’
ἀναβεβλήσθω τὰ περὶ τούτου· τὰ δὲ κατὰ τὸν Ὁνώριον 
ὁ λόγος ἐν ἐπιτομῇ διεξίτω.

Οὗτος βασιλεὺς τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης καταλειφθεὶς
παρὰ τοῦ πατρὸς ἐν νεωτάτῃ τῇ ἡλικίᾳ, δεκαέτης
γὰρ ἦν, ὑπὸ ἐπίτροπον ἐτέλει γνώμῃ τοῦ
πατρὸς τὸν Στιλίχωνα, ἄνδρα τῶν ἐν τῇ Ῥώμᾐ πρωτεύοντα 
καὶ τὴν τῶν κοινῶν πραγμάτων ἐγκεχειρισμένον
διοίκησιν. ἄγεται τοίνυν τὴν τούτου θυγα-

 
τέρα Μαρίαν εἰς γαμετήν. ἧς θανούσης λέγεται τὴν 
ἀδελφὴν αὐτῆς Θερμαντίαν γῆμαι ἐν ἀτελεῖ τυγχά
νουσαν ἡλικίᾳ. κἀκείνη δὲ ταχὺ ἐτελεύτησεν. οὗτος
ἀβέλτερος ὢν παρὰ τῶν ἐν τῇ Ῥώμᾐ μεμίσητο δυνατῶν
 καὶ γνοὺς ἐπιβουλευόμενος εἰς Ῥάβενναν τε
μεταναστεύσας λέγεται διαπέμψασθαι πρὸς Ἀλλάριχον
τὸν ἄρχοντα τοῦ τῶν Οὐανδήλων ἢ Γότθων
ἔθνους, ἀξιῶν αὐτὸν κατὰ τῆς Ῥώμης στρατεύσασθαι,
ἀμύνασθαι θέλων οὕτως τοὺς τῆς Ῥώμης πολίτας
 διὰ τὸ μῖσος τὸ πρὸς αὐτόν. καὶ ἐπελθεῖν μὲν
τῇ Ῥώμῃ τὸν Ἀλλάριχον, μὴ μέντοι πορθῆσαι αὐτήν,
ἀλλὰ σπείσασθαι τοῖς Ῥωμαίοις, λαβόντα ὅσα
ἐν τοῖς βασιλείοις εὑρέθησαν χρήματα καὶ τὴν ἀδελφὴν
Ὁνωρίου τὴν Πλακιδίαν, καὶ ὑπονοστῆσαι. παραδοῦναι 
 δὲ τὴν κόρην Κωνσταντίῳ τινὶ κόμητι ἐπὶ
τῷ φυλάττεσθαι· τὸν δὲ προσειληφότα αὐτὴν ἀποδρᾶναι,
καὶ κομίσαι τῷ ἀδελφῷ αὐτῆς, κἀκεῖνον συζεῦξαι
ταύτην αὐτῷ, τετιμηκότα συγκλητικόν, εἶτα
καὶ βασιλέα ἀναγορεῦσαι· γονῆς γὰρ οἰκείας ἄμοιρος
 ἦν Ὁνώριος. σφαγῆναι δὲ μετὰ μικρὸν τὸν Κωνστάντιον,
γειναμένης αὐτῷ παῖδας τῆς Πλακιδίας,
Οὐαλεντινιανὸν καὶ Ὁνωριάδα. οἱ μὲν οὖν οὕτω
ταῦθ᾿ ἱστοροῦσιν· ἕτεροι δὲ σφαγῆναι μὲν λέγουσι
τὸν Στιλίχωνα, ἀπεχθάνεσθαι δὲ τοὺς ἐν τῇ ῥώμῃ
 τῷ Ὁνωρίῳ, καὶ τὸν εἰς Ῥάβενναν μετοικήσασθαι.
τὸν δὲ Ἀλλάριχον τῆς ἀβελτερίας ἐκείνου καταφρονήσαντα
ἐπιστρατεῦσαι τῇ Ῥώμῃ, καὶ ταύτην πολιορκίᾳ
ἑλεῖν· ἁλούσης δὲ ἐπιστῆναι τῷ Ὁνωρίῳ τινὰ
δεδακρυμένον, ἀπαγγέλλοντα ὡς ἑάλω ὑπὸ Ἀλλαρίχου 
 ἡ Ῥώμη. τὸν δὲ πρὸς τὴν ἀγγελίαν συγκλονηθέντα
σπασμῷ τὸ σῶμα καὶ τὼ μηρὼ πατάξαντα ταῖν
χεροῖν φάναι “ἕως ἄρτι ὧδε ἦν ἡ Ῥώμη. πῶς οὖν ἐά-

 
λω;” συνέντα δὲ τὸν ἀγγελέα, καὶ μέγα στενάξαντα,
εἰπεῖν ὡς “περὶ τῆς πόλεως λέγω καὶ οὐ περὶ τῆς ὄρνιθος.”
ἦν γὰρ τῷ βασιλεῖ τούτῳ ἀλεκτορὶς ὑπερμεγέθης,
ᾗ ἐγεγήθει, ἣν ὠνόμαζε Ῥώμην, δι’ ἣν καὶ ἀνῴ
μωξεν, ἐκείνην νομίσας ἑαλωκέναι. ὑδέρῳ δὲ περιπεπτωκὼς
πτωκὼς ὁ Ὁνώριος θνήσκει, ζήσας μὲν ἐνιαυτοὺς τεσσαράκοντα,
βασιλεύσας δὲ δυσκλεῶς ἐκ τούτων τριάκοντα.
Ἰωάννης δέ τις τυραννήσας ἐν Ῥώμῃ τὴν ἐκείνου
 ἀδελφὴν Πλακιδίαν μετὰ τῶν δύο τέκνων αὐτῆς,
Οὐαλεντινιανοῦ τε καὶ Ὁνωριάδος, ἐκεῖθεν ἐξήλασεν.

Ὁ δὲ μικρὸς Θεοδόσιος ἐν Κωνσταντινουπόλει
διάγων παρὰ τῆς οἰκείας ἀνήγετο ἀδελφῆς τῆς Πουλχερίας
ἐπιμελῶς τρεφόμενός τε καὶ παιδευόμενος.
μηδενὸς ἐπὰν ἱσταμένου αὐτοῖς, φόβῳ τοῦ τῶν Περσῶν
βασιλεύοντος Ἰσδιγέρδου. ὁ γὰρ Ἀρκάδιος τελευτῶν 
ἐπίτροπον τοῦ οἰκείου ὒ ἰοῦ, παιδὸς ἔτι, ὡς
εἴρηται, ὄντος, ἔγραψεν ἐν διαθήκαις τὸν Ἰσδιγέρδην·
ὅς τῆς διαθήκης κομισθείσης αὐτῷ, ἔστειλεν
 Ἀντίοχον τῶν παρ’ αὐτῷ εὐνούχων τόν ἐντιμότερον,
φύλακα τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου καὶ κηδεμόνα 
ἐσόμενον, παραινέσας διὰ γραμμάτων τοὺς ἄρχοντας
 ὑπείκειν τῷ σφετέρῳ βασιλεῖ· εἰ δὲ μὴ οὕτω ποιοῖεν,
ἀπειλήσας αὐτοῖς αὐτὸς ἐπιστῆναι εἰς ἐκδίκησιν τοῦ
παιδός. τούτῳ τοίνυν ἤδη τελεῖν ἠργμένῳ εἰς μείρακας
ἡ ἀδελφὴ Πουλχερία μνηστεύεται τὴν ἐξ Ἀθηνῶν
Εὐδοκίαν, κάλλους μὲν ἔχουσαν περιττός, σοφίας
δὲ μετασχοῦσαν παντοδαπῆς. ἣ θυγάτηρ μὲν ἦν
Λεοντίου τινὸς φιλοσόφου Ἀθήνηθεν ὡρμημένου,
Ἀθηναῒς Ἀθηναὶς δ’ ὠνομάζετο. ὃς γνοὺς ἐξ ἐπιστήμης εὐτυχῆσαι
μέλλουσαν τὴν θυγατέρα λαμπρῶς, διατιθέμενος
τὴν μὲν περιουσίαν αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς καταλέλοιπε·
δύο δ’ ἦσαν Οὐαλέριος καὶ Γενέσιος· τῇ

 
δὲ θυγατρὶ ἑκατόν χρυσίνους μόνους δοθῆναι ἐπέσκηψε,
γράψας ἀρκεῖν αὐτῇ τὴν τύχην αὐτῆς. τῶν 
γοῦν συγγόνων αὐτῆς σφετερισαμένων τὴν πατρικὴν
οὐσίαν, ἡ Ἀθηναΐς νόμιμον τὸ οἰκεῖον ἀπῄτει λάχος·
 καὶ ἠξίου τοὺς ἀδελφοὺς μὴ κατὰ τὰς τοῦ πατρὸς
διαθήκας ἀδίκους οὔσας ποιεῖν. οἱ δὲ καὶ τῆς οἰκίας
αὐτὴν ἐξῶσαν τῆς πατρικῆς. δεξαμένη τοίνυν αὐτὴν
ἡ πρὸς μητρὸς θεία ἀνελήλυθεν εἰς Κωνσταντινούπολιν,
καὶ τῆς Πουλχερίας ἐδέοντο, διηγούμεναι τὴν
 ὑπόθεσιν. ἰδοῦσα δ᾿ ἐκείνη τὴν κόρην περικαλλῆ
καὶ νεάζουσαν, ἤρετο εἰ ἀπείρατος ἔτι ἀνδρός ἐστι·
καὶ γνοῦσα τοῦτο, βαπτίζει αὐτὴν ἔτι οὖσαν ἀμύητον,
καὶ Εὐδοκίαν μετονομάσασα τῷ ἀδελφῷ ταύτην
Θεοδοσίῳ συζεύγνυσι καὶ διαδήματι ταινιοῖ καὶ Αὐγούσταν
 καλεῖ. γήμας δὲ ταύτην ὁ Θεοδόσιος τὸν
Ἀντίοχον, ὃς τῶν βασιλικῶν εὐνούχων ὑπῆρχεν ὁ 
κράτιστος, καὶ πάντα συνεκύκα δυναστεύων, οὐ
παραδυναστεύων, ἀποσκευάζεται. καὶ οὕτως παραλύεται
ὁ Ἀντίοχος τῆς τοῦ πραιποσίτου τιμῆς· ἀφαιρεῖται
 δὲ καὶ πᾶσαν τὴν ὕπαρξιν, αὐτὸς δὲ κείρεται
κληρικὸς εἰς τὸν ἐν Χαλκηδόνι ναὸν τῆς πανευφήμου
μάρτυρος Εὐφημίας, καὶ θνήσκει μετ᾿ οὐ πολύ.
ἡ δὲ βασιλὶς Εὐδοκία μετακαλεῖται τοὺς ἀδελφούς,
καὶ μηδὲν αὐτοῖς μηνίσασα, ἀλλὰ χάριτας μᾶλλον
 ὁμολογήσασα, ὡς οὐκ ἂν τυχοῦσα τῆς βασιλείας, εἰ
μὴ παρ᾿ αὐτῶν ἐξώσθη, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν
πεπόρευτο, τὸν μὲν 1 ενέσιον ἔπαρχον
τῶν Ἰλλυριῶν διὰ τοῦ βασιλέως πεποίηκε, τὸν δὲ
Οὐαλέριον ἐτίμησε μάγιστρον. ὁ μέντοι πατριάρχης 
 Ἀττικὸς Ἰουδαῖόν τινα παράλυτον εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ
Χριστοῦ διὰ παραινέσεων ἀγαγών, τοῦ θείου λουτροῦ
κατηξίωσε καὶ ὑγιῆ ἐκ τῆς κολυμβήθρας ἐξή-

 
γαγεν. οὗτος καὶ τὸ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ὄνομα
ἐν τοῖς τῆς ἐκκλησίας διπτύχοις ἐνέγραψε, μὴ πρότερον
ἐγγραφέν· Ὠριγενιαστὴς γὰρ ὁ εὐσεβέστατος
ἐκεῖνος πατὴρ καὶ ἐκαλεῖτο καὶ ἐνομίζετο. θανόντος
δὲ Ἀττικοῦ, ὃς εἴκοσιν ἔτη τοῦ τῶν πιστῶν προέστη 
συστήματος, χειροτονεῖται Σισίννιος, καὶ ἐπὶ δύο ἔτη
τὴν ἀρχιερωσύνην κατεσχηκώς, τὴν ζωὴν ἐξεμέτρησε,
 κατὰ τὸ εἰκοστὸν δεύτερον ἔτος τῆς βασιλείας Θεοδοσίου.
καὶ ἀντεισήχθη Νεστόριος, ὃς ἐπὶ τρισὶν
ἀρχιερατεύσας ἐνιαυτοῖς ἐδίδασκε τὴν ἁγίαν παρθένον
Μαρίαν θεοτόκον μὴ λέγειν, ψιλὸν ἄνθρωπον
τὸν Χριστὸν δογματίζων καὶ αὐτῷ ἐνοικῆσαι τὸν
υἱὸν τοῦ θεοῦ φλυαρῶν ὡς ἐνὶ τῶν προφητῶν, καὶ
εἰς δύο διαιρῶν αὐτόν, οὐ σάρκα λαβεῖν ἐκ τῶν
ἁγνῶν αἱμάτων τῆς θεομήτορος τὸν τοῦ θεοῦ λόγον 
ἀπισχυρίζετο, ἀλλὰ ἄλλον μὲν εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ
θεοῦ καὶ λόγον, ἄλλον δὲ τὸν Χριστὸν θέσει υἱοποιηθέντα
καὶ χάριτι Θεωθέντα. ταῦτα δὲ μαθόντες οἱ
 τῶν λοιπῶν πατριαρχικῶν προεστῶτες θρόνων, ὁ τῆς
Ρώμης Κελεστῖνος, Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας, Ἰωάννης
Ἀντιοχείας, Ἰουβενάλιος Ἱεροσολύμων, ἀναφέρουσι
πρὸς τὸν ἄνακτα Θεοδόσιον καὶ τὴν Πουλχερίαν,
αἰτούμενοι σύνοδον ἀθροισθῆναι καὶ γυμνασθῆναι
 τὰ παρὰ τοῦ Νεστορίου δογματιζόμενα.
συγκροτηθείσης οὖν ἐν Ἐφέσω συνόδου διακοσίων 
πατέρων, ἧς ἐξῆρχεν ὁ ἁγιώτατος Κύριλλος, ἐπέχων
καὶ τὸν τόπον Κελεστίνου τοῦ Ῥώμης, μὴ δυνηθέντος
συνελθεῖν δι’ ἀσθένειαν, τὰ τοῦ Νεστορίου κατεξητάσθησαν
δόγματα, καὶ ἀπεβλήθησαν ὡς κακόδοξα·
ἡ δὲ ἁγία παρθένος θεοτόκος ἀπεδείχθη καὶ 
φρονεῖσθαι καὶ λέγεσθαι, καὶ ὁ ἐξ αὐτῆς σαρκωθεὶς
 ἀνάνδρως υἱὸς τοῦ θεοῦ καὶ θεὸς παρὰ τῶν ἱερῶν

 
ἐκείνων πατέρων κεκήρυκτο. πρὸς τρανοτέραν δὲ
τῆς πίστεως ὁμολογίαν καὶ τῆς δυσσεβείας τοῦ Νεστορίου
σαφέστερον ἔλεγχον καὶ δώδεκα συντάξας
κεφάλαια ὁ ἱερώτατος Κύριλλος τῆς ὀρθῆς δόξης
 ὑπομνήματα τῇ ἐκκλησίᾳ παρέδωκεν. ὁ δὲ Νεστόριος
ἀπεβλήθη καὶ τοῦ τῶν ὀρθὰ φρονούντων ἀρχιερέων
ἀπεκινήθη χοροῦ. μετὰ τρίτην δὲ τῆς συνόδου
ἡμέραν ἐφίστανται τῇ Ἐφέσῳ ὅ τε Ἀντιοχείας Ἰωκάννης
καὶ ὁ Κύρου ἐπίσκοπος Θεοδώρητος καὶ ὁ
 Ἐδέσσης Ἴβας καὶ ἕτεροι, καὶ ὅτι μὴ καὶ τὴν αὐτῶν
παρουσίαν ἀνέμειναν οἱ τῆς συνόδου, ὀργισθέντες
κατὰ τοῦ μεγάλου Κυρίλλου ὡς τῶν ἄλλων ἐξάρχοντος,
τήν τε τοῦ Νεστορίου καθαίρεσιν ᾐτιάσαντο,
καὶ ἐκείνῳ θέμενοι τοῦ τε θείου Κυρίλλου καὶ Μέμνονος
 τοῦ Ἐφέσου καθαίρεσιν ἐψηφίσαντο. ὁ Θεοδώρητος 
δὲ καὶ κατὰ τῶν δώδεκα κεφαλαίων τῶν
τοῦ Κυρίλλου ἐχώρησε, καὶ εἰς ἀνατροπὴν αὐτῶν
συνέταξεν ἕτερα, πρὸς ἃ πάλιν ὁ μέγας ἀντηγωνίσατο
Κύριλλος, οὐκ ὀρθῶς δογματίζειν ἐλέγχων τὸν
 Θεοδώρητον. κατεγνώσθησαν δὲ παρὰ τῆς συνόδου
ὅ τε Ἀντιοχείας καὶ οἱ λοιποί, καὶ τῶν ὀρθοδόξων
ἠλλοτριώθησαν. οὕτως οὖν τούτων ἐχόντων καὶ
κατ’ ἀλλήλων γενομένων τῶν ἐπισκόπων, καὶ σχίσματος
ὄντος μέσον αὐτῶν, ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος
 ἀφικέσθαι πάντας ἐκέλευσεν εἰς Κωνσταντινούπολιν·
καὶ παραγενομένων ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἡ ζήτησις
γέγονε, καὶ καθῃρέθη Νεστόριος καὶ εἰς τὴν ἑῴαν
ὑπερωρίσθη, τοῦ Ἀντιοχείας καὶ τοῦ Θεοδωρήτου
συμφρονησάντων τῇ ἱερᾷ συνόδῳ, ὡς διὰ λύπην καὶ 
 ἔριν ἀντικαθισταμένων τὸ πρότερον. τοῦ δὲ Νεστορίου
πολλοὺς διαστρέφοντος, ὁ Ἀντιοχείας Ἰωάννης
ἀναφορὰν περὶ τούτου πρὸς τὸν αὐτοκράτορα έποιή-

 
σατο, ἀξιῶν μετενεχθῆναι αὐτὸν ἀλλαχοῦ. καὶ ἀπηνέχθη
ὁ δείλαιος εἰς Ὄασιν, χώραν οὖσαν τῆς Αραβίας
λυπρὰν καὶ ὑπ’ ἀνέμων καταπνεομένην φθοροποιῶν.
ἀντεισήχθη δὲ εἰς τὴν τῆς νέας Ῥώμης ποιμαντικὴν
Μαξιμιανὸς τῆς ἐκκλησίας πρεσβύτερος. 
καὶ μετὰ τοῦτον ἐπὶ διετίαν ἀρχιερατεύσαντα Πρόκλος
ὁ τοῦ Χρυσοστόμου μαθητὴς πατριάρχης προεχειρίσθη,
ὑπὸ Σισιννίου τοῦ πατριάρχου πρῴην
ἐπίσκοπος χειροτονηθεὶς Κυζίκου, μὴ δεχθεὶς δὲ
παρὰ τῶν ἐκεῖ, ἕτερον ἑλομένων ἀρχιερέα, καὶ τὸν 
 μεταξὺ χρόνον σχολάζων. οὗτος τοίνυν τῷ θρόνῳ
τῆς Κωνσταντίνου ἐνθρονισθεὶς ἀξιοῖ τὸν βασιλέα
τὸ σῶμα τοῦ Χρυσοστόμου ἐκ Πιτυοῦντος ἀνακομισθῆναι,
καὶ μὴ μένειν καὶ θανόντα τὸν ἄγιον ὑπερόριον.
πείθεται τούτω ὁ βασιλεύς, καὶ ἀνακομίζεται 
ὁ τοῦ ἁγίου νεκρός, καὶ ὑποδέχεται μεθ’ ὑπερβαλλούσης
τιμῆς, καὶ κατατίθεται ἐντὸς τοῦ θυσιαστηρίου
τοῦ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων περιωνύμου ναοῦ.
βουληθεὶς δὲ ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος τὰ τείχη μεταθεῖναι
τῆς πόλεως καὶ μείζονα τὴν ταύτης θέσθαι 
περιοχήν, Κύρῳ τῷ ἐπάρχῳ τὸ ἔργον ἀνέθετο· καὶ
ὃς σπουδῇ πολλῇ καὶ προθυμίᾳ χρησάμενος ἀνήγειρε
τὸ χερσαῖον τεῖχος ἀπὸ θαλάσσης ἕως θαλάσσης δι’
 ἐξήκοντα ἡμερῶν. ὁ γοῦν δῆμος τῆς πόλεως ἐπί τε
τῷ ἔργῳ ἡσθεὶς καὶ τῆς ταχυτῆτος ὑπερθαυμάσας 
τὸν ἔπαρχον, ἐξεβόησε δημοσίᾳ, ὑπερθαυμάσας
 ἔκτισε, Κῦρος ἀνενέωσε.” διὸ φθονηθεὶς παρὰ τοῦ
βασιλέως καὶ ὑποπτευθείς, καὶ ἄκων κείρεται κληρικός,
εἶτα καὶ Σμύρνης ἐπίσκοπος γίνεται.

Τοῦ πατριάρχου δὲ Πρόκλου θανόντος μετὰ 
δωδέκατον ἔτος ἐξ ὅτου προέστη τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει
ὀρθοδόξου λαοῦ, ὁ θεῖος Φλαβιανὸς εἰς

 
τὸν ἐκείνου θρόνον ἐγκαθιδρύεται. ὅτε καὶ ὁ Εὐτυχὴς
ἀρχιμανδρίτης ὢν ἐδογμάτιζε τὸν κύριον ἡμῶν
Ἰησοῦν Χριστὸν μὴ τὰ ’ς δύο φύσεις τηρῆσαι μετὰ
τὴν ἐνανθρώπησιν, ἀλλ’ εἰς μίαν φύσιν ἄμφω συγκραθῆναι
 καὶ συμφυρθῆναι. τοῦτον ἀδιόρθωτον 
μένοντα ὁ Φλαβιανὸς τοῦ τῆς ἐκκλησίας ἐξέκοψε σώματος,
ἵνα μὴ τῆς λύμης καὶ τῷ ὑγιαίνοντι μεταδῷ.
πρόσεισιν οὖν ὁ Εὐτυχὴς Χρυσαφίῳ τῷ ἐκτομίᾳ ὁμοδοξοῦντι
αὐτῷ καὶ πλεῖστα δυναμένῳ παρὰ τῷ βασιλεῖ·
 καὶ ὃς πείθει τὸν Θεοδόσιον ἐπιτρέψαι τῷ
μετὰ τὴν τοῦ ἁγίου Κυρίλλου μετάστασιν τῆς Ἀλεξανδρείας
τὸν θρόνον διέποντι Διοσκόρῳ παραγενέσθαι
εἰς Ἔφεσον μεθ’ ἑτέρων ἐπισκόπων καὶ τὰ
κατὰ τὸν Εὐτυχῆ γυμνάσαι, παρόντος καὶ τοῦ Φλαβιανοῦ.
 οὗτος οὖν ὁ Διοσκόρος τοῦ Εὐτυχοῦς τυγχάνων
ὁμόδοξος, καὶ ἄλλους ἐπισκόπους προσειληφὼς
ὁμογνώμονας, εἰς Ἔφεσον παραγίνεται καὶ κυροῖ τὰ 
παρὰ τοῦ Εὐτυχοῦς εἰσαγόμενα. ἀντιλέγοντος δὲ
τοῦ ἱερωτάτου Φλαβιανοῦ, οἷά τις ἄγριος ὄνος ἀναθορὼν
 ὁ Διοσκόρος λὰξ τῷ στέρνῳ ἐνέθορε τοῦ εὐσεβοῦς
ἐκείνου ἀνδρὸς καὶ πὺξ αὐτὸν κατὰ κόρρης
τύπτων οὐκ ἀνῆκεν ἕως τοῦ συνεδρίου ἐξώθησε.
καὶ ὁ μὲν ἅγιος μετὰ τρίτην ἡμέραν ἐκ τῆς τοῦ
στέρνου πληγῆς μετήλλαξε τὴν ζωήν, ἐν δύο ἐνιαυτοῖς
 τὸν ἀρχιερατικὸν κοσμήσας θρόνον τῆς νεωτέρας
Ῥώμης. ὁ δὲ Διοσκόρος τοὺς ἐκεῖ παρόντας
ἐπισκόπους ὑποσημήνασθαι ἐβιάσατο τῷ παρ’ αὐτοῦ
ἐκτεθέντι ὅρῳ. ἡ γὰρ τοῦ δηλωθέντος εὐνούχου
δυναστεία στρατιώτας ἐνόπλους ἐκεῖ παρεῖναι ἐποίησε
 καὶ τοὺς ἀντιλέγοντας ἐκφοβεῖν. Δόμνος δὲ ὁ 
τῆς Ἀντιόχου ὑπεσημήνατο μὲν καὶ αὐτὸς συναρπαγείς,
εἶτα κατεβόα τοῦ Διοσκόρου, καὶ τὸν ὅρον

 
διέβαλλεν ὡς ἀσεβείας μεστόν. ταῦτα μαθὼν ὁ βασιλεὺς
Θεοδόσιος καὶ τὰ κατὰ τὸν Φλιαβιανὸν γνούς,
ἐν αἰτίαις πεποίητο τὸν Χρυσάφιον καὶ ὠργίζετο.
δείσας δὲ ὁ Διοσκόρος, ὑποτίθησιν αὐτῷ πεῖσαι τὸν
βασιλέα πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως προχειρίσασθαι 
Ἀνατόλιον τὸν αὐτοῦ ἀποκρισιάριον, ἔνα καὶ
τὸν Εὐτυχῆ δέξηται πρὸς κοινωνίαν καὶ τὰ κατὰ τὸν
 μακάριον Φλαβιανὸν μείνῃ ἀνεξερεύνητα. πείθει
τοίνυν ὁ ἐκτομίας τὸν βασιλέα, εὐάγωγον ὄντα, καὶ
χειροτονεῖται πατριάρχης ὁ Ἀνατόλιος. οὗτος ὁ εἰρημένος 
ρημένος Χρυσάφιος τῆς εὐκολίας τοῦ κρατοῦντος
κατατρυφῶν ἔπεισεν αὐτόν, καὶ τὴν βασίλισσαν
Εὐδοκίαν προσειληφὼς συνεργόν, τὴν Πουλχερίαν
τῆς τῶν πραγμάτων μετενεγκεῖν διοικήσεως. καὶ ἡ
μὲν τῶν ἀνακτόρων ὑποχωρήσασα καθ’ ἑαυτὴν ἔζη 
τ’ ἑ καὶ ἐν τῷ Ἑβδόμῳ ἡσύχαζεν. ὁ δὲ βασιλεὺς εἰς
ἑαυτὸν ὀψὲ καὶ μόλις ἐλθών, καὶ τὴν κατὰ τοῦ μακαρίου
Φλαβιανοῦ μιαιφονίαν ἀναλογισάμενος καὶ
τὰ κατὰ τὴν Πουλχερίαν, καὶ πάντων αἴτιον τὸν
βέβηλον ἐκεῖνον εὐνοῦχον εὑρών, εἰς δίκαιον κατ’ 
αὐτοῦ κινεῖται θυμόν, καὶ τοῦ μὲν ὑπερορίαν καταψηφίζεται
καὶ δημεύει τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, τὴν δὲ
 ἀδελφὴν μετακαλεσάμενος συγγνώμην ᾔτει, καὶ τὴν
τῶν πραγμάτων διοίκησιν αὖθις αὐτῇ ἐνεχείρισεν.
ἦν δὲ ἡ Πουλχερία συνετωτάτη, καὶ πολλὰ τῶν ἐλαττωμάτων
τωμάτων τοῦ ἀδελφοῦ τὰ μὲν ἐπηνώρθου, τὰ δὲ
συνεκάλυπτε. λέγεται γοῦν ἀπροσέκτως τὸν βασιλέα
τοῦτον ὑποσημαίνεσθαι τὰς γραφάς ἡ δὲ παρῄνει
αὐτῷ μὴ πᾶν τὸ προσαγόμενον βεβαιοῦν, ἀλλὰ τὰ
 γεγραμμένα προεπισκέπτεσθαι. ὁ δὲ διεβεβαιοῦτο 
μήτι παρά του κακουργεῖσθαι· εἰδέναι γὰρ αὐτὸς τὰ
γραφόμενα ἀπισχυρίζετο. εἰς ἔλεγχον τοίνυν τῆς

 
νωθρᾶς γνώμης τοῦ ἀδελφοῦ τοιόνδε τι τῆ Πουλχερίᾳ
ἐπινενόηται. ἔγγραφον ἐξ ἐκείνου συντίθησι
πράσεως, ὡς αὐτῇ τὴν Αὐγούσταν Εὐδοκίαν πωλήσαντος,
καὶ ὡς ἕτερόν τι αὐτῷ προσαγαγοῦσα τὸ 
 ὠνητήριον ἔπεισε βεβαιῶσαι τῇ οἰκείᾳ ὑπογραφῇ,
εἶτα μετακαλουμένην παρ’ ἐκείνου τὴν Εὐδοκίαν
ἀπιέναι οὐκ εἴα. ἐρομένου δὲ τὴν αἰτίαν τοῦ αὐτοκράτορος,
τὸ πρατήριον ἡ Πουλχερία αὐτῷ ἐνεφάνισε,
καὶ οὕτως ἤλεγξεν αὐτὸν πολλὰ ὑποσημαίνεσθαι,
 ἃ οὔτ’ οἶδεν οὔτ’ ἴσως βούλεται γίνεσθαι. τότε μὲν
οὖν τῆς πεπλασμένης ἐκείνης πράσεως σχολασάσης,
ἡ βασιλὶς ἀποκατέστη τῷ αὐτοκράτορι. μετέπειτα δ’
αἰτίας συμβάσης τινός, ἀπέστερξε τὴν Αὐγούσταν ὁ
βασιλεύς· ἡ δ’ αἰτία, μῆλον ὑπερφυὲς εἰς ὄγκον ἐκομίσθη
 τῷ βασιλεῖ. ὁ δὲ τοῦτο θαυμάσας τῇ βασιλίδι
ἀπέστειλε, κἀκείνη τῷ Παυλίνῳ τὸ μῆλον δέδωκεν.
ἦν δὲ λόγιος ὁ ἀνήρ, κἀντεῦθεν τῇ βασιλίσσῃ ᾠκείω 
τὸ. ὁ δὲ τὸ τοῦ μήλου μέγεθος ἀγασθεὶς καὶ ἀγνοῶν
περὶ αὐτοῦ προσάγει τοῦτο τῷ βασιλεῖ. ἐκεῖνος δ’
 ἐπέγνω τὸ προσαχθέν, καὶ κρύψας αὐτὸ τὴν γυναῖκα
ἠρώτησε ποῖ δῆτα τὸ σταλὲν αὐτῇ μῆλόν ἐστιν. ἡ
δὲ φαγεῖν εἶπε τοῦτο, δείσασα μὴ ὁ ἀνὴρ ὑποπτεύσῃ
ὃ ἐκεῖνος ἤδη ὑπώπτευσεν. ὁ δ’ ἔτι προσήρετο ἐπιτατικώτερον·
ἡ δ’ αὖθις μεθ’ ὅρκου φαγεῖν τὸ μῆλον
 ἀπισχυρίζετο. ἐξάγει τοῦτο μεστὸς ὁ αὐτοκράτωρ
ὀργῆς. καὶ ἡ μὲν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἑάλω μὴ ἀληθεύουσα.
τῷ δὲ τὰ τῆς ὑπονοίας ἐστήρικτο. κἀντεῦθεν
κτείνεται μὲν ὁ Παυλῖνος ἐξ ὑπονοίας ψευδοῦς, ἡ
δ’ Εὐδοκία μεμίσητο. καὶ ᾔτησεν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα,
ἔνθα δὴ ἀπελθοῦσα σὺν πλούτῳ βαθεῖ
ναούς τε ἐδείματο καὶ πολλὰ τοῖς πενομένοις καὶ 
τοῖς ἐκεῖ μοναστηρίοις δέδωκεν. ἐκεῖθεν δὲ ἐπανελ-

 
θοῦσα αὖθις μετὰ θάνατον τοῦ ἀνδρὸς ἐκεῖσε ἀφίκετο,
κἀκεῖ τετελεύτηκεν. οἵα δὲ περὶ λόγους ἦν
αὕτη δηλοῦσι τὰ λεγόμενα Ὁμηρόκεντρα. Πατρικίου
γάρ τινος ἐπιχειρήσαντος τῷ σπουδάσματι, ἀτελὲς
δὲ καταλιπόντος αὐτὸ καὶ οἷον εἰπεῖν ἀνοργάνωτον, 
ἐκείνη καὶ εἰς τέλος ἤγαγε καὶ ὠργάνωσεν, ὡς καὶ
ἡ παρ’ ἐκείνης διὰ στίχων ἡρωικῶν τῷ πονήματι
γενομένη ἐπιγραφὴ τοῖς ταύτην ἐπιοῦσι παρίστησι.
θνήσκει δὲ ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος πεντηκοντούτης
γενόμενος καὶ σχεδὸν ἅπαντας οὓς ἐβίω ἐνιαυτοὺς 
βασιλεύσας, βραχεῖς μὲν πάνυ σὺν τῷ πατρί, τοὺς
 δ’ ἄλλους καθ’ ἑαυτόν. τὴν δ’ αἰτίαν τῆς αὐτοῦ
τελευτῆς οἶ μὲν νόσον γεγονέναι φασίν, οἱ δ’ ἐν
θήρᾳ οἱ ἐλαύνοντι συμπεσεῖν τὸν ἵππον ἱστόρησαν,
καὶ πληγέντων αὐτῷ καιρίων μερῶν μετ’ ὀλίγον 
θανεῖν. ἦν δὲ λογικῆς παιδείας οὐκ ἀνομίλητος,
ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων μετεσχηκὼς μαθηματικῶν βίβλων
καὶ τῆς ἀστρονομίας αὐτῆς ἀπεγεύσατο· ἱππεύειν
δὲ καὶ τοξεύειν εἰς ἄκρον ἤσκητο, καὶ πρὸς
τὴν γραφικὴν καὶ τὴν πλαστικὴν δεξιῶς εἶχεν. 
ἐπιεικὴς δὲ τὸν τρόπον γενόμενος μαλθακῶς πρὸς
μεταχείρισιν πραγμάτων διέκειτο· ὅθεν καὶ οἱ παρ’
αὐτῷ δυνηθέντες ἐκτομίαι πολλὰ τῶν οὐ δεόντων
εἰργάσαντο, ὁ Ἀντίοχος καὶ μετ’ ἐκεῖνον Ἀμάντιος,
καὶ τελευταῖος Χρυσάφιος. ἐν τοῖς χρόνοις δὲ τούτου 
 τοῦ βασιλέως, Πρόκλου τοῦ πατριάρχου λιτανεύοντος
σὺν τῷ κλήρῳ καὶ πλείστῳ μέρει τοῦ πλήθους
τῆς πόλεως, ἄφνω παιδίον αἴρεται ἐναέριον.
τοῦ δὲ λαοῦ θαμβουμένου καὶ ἐπὶ πλεῖστον βοῶντος
τὸ Κύριε ἐλέησον, αὖθις κατάγεται τὸ παιδίον, λέγον 
 μυηθῆναι μὴ δεῖν προστίθεσθαι τῷ Τρισαγίῳ
τὸ “ὃ σταυρωθεὶς δι’ ἡμᾶς”.

Ὁ μὲν οὖν Θεοδόσιος τέθνηκε. Πουλχερία δὲ μήπω πολλοῖς γνωσθείσης τῆς τοῦ αὐτοκράτορος τελευτῆς
τὸν Μαρκιανὸν μετεπέμψατο, ἄνδρα γηραιὸν
ἤδη, χρηστὸν δὲ τοὺς τρόπους καὶ σώφρονα, καὶ
 ἀπαγγέλλει αὐτῷ τοῦ βασιλέως τὸν θάνατον, καί
φησιν ὡς “σὲ παρὰ πάντας εἰς βασιλέα προκέκρικα,
εἴ μοι δῴης πληροφορίαν τηρῆσαί μου τὴν παρθενίαν
ἀνέπαφον, ἣν τῷ θεῷ ἀνατέθεικα. τοῦ δὲ συνθεμένου, 
θεμένου, μετακαλεῖται τὸν πατριάρχην καὶ τὴν βουλήν,
 καὶ ἀναγορεύει τοῦτον καὶ ταινιοῖ διαδήματι.
ἦν δὲ ὁ Μαρκιανὸς οὔτε τῶν ἐπιφανῶν πρῴην οὔτε
τῶν ἐκ γένους λαμπροῦ, ἀλλὰ στρατιώτης ἁπλῶς·
ὅς ποτε εἰς ἐκστρατείαν σὺν τῷ οἰκείῳ τάγματι
ἀπιὼν κατὰ τὴν Λυκίων ἐπαρχίαν ἐνόσησε καὶ τῶν
 ὁμοταγῶν ἀπελείφθη. ξενισθεὶς οὖν ἐκεῖ παρά τισι
δυσὶν ἀδελφοῖς, ὧν τῷ μὲν ἡ κλῆσις Ἰούλιος, τῷ δ’
ἑτέρῳ Τατιανός, καὶ τῆς νόσου ῥαίσας, θηρεύσων
ἔξεισι σὺν τοῖς ξενισταῖς. ἐν δὲ τῷ θηρεύειν γεγονότες
κατάκοποι κατὰ γῆς ἀνεκλίθησαν, ἑαυτοὺς
 ἀναπαύσοντες, καὶ ὕπνωσαν περὶ μεσημβρίαν. τὸν 
ὕπνον δὲ πρὸ τῶν ἄλλων ὁ Τατιανὸς ἀποτιναξάμενος,
ἀετὸν ὁρᾷ διαπεπετασμέναις ταῖς πτέρυξι κατα-
σκιάζοντα τὸν Μαρκιανὸν καὶ τὸν ἐκ τῆς ἡλιακῆς
ἀκτῖνος ἀφαιρούμενον καύσωνα. θαυμάσας οὖν
 ἠρέμα διυπνίζει τὸν ἀδελφὸν καὶ τὸ καινὸν ὑποδείκνυσι·
κἀκεῖνος οὖν ἐξεπέπληκτο. ἐδοξάτην οὖν καὶ
ἄμφω τὼ ἄνδρε βασιλείας εἶναι σημαντικὸν τὸ ὑπὸ
τοῦ ἀετοῦ γεγονὸς εἰς Μαρκιανόν, καὶ διεγερθέντι
τοῦ ὕπνου αὐτῷ τὴν βασιλείαν προκαταγγέλλουσι,
 καὶ μεμνῆσθαι αὐτῶν ἀξιοῦσιν ὅτε τεύξεται τῆς ἀρχῆς·
καὶ δόντες αὐτῷ νομίσματα διακόσια ἀπιέναι
ἀφῆκαν. αὖθις οὖν σὺν Ἄσπαρι στρατευόμενος κατὰ

 
Οὐανδήλων πόλεμον ἀραμένῳ, αἰχμάλωτος σὺν ἑτέ-
 ροις πλείστοις ἑαλωκός, ἐν αὐλῇ τινι μετὰ τῶν συναιχμαλώτων
πεφρούρητο. ἄνωθεν δὲ ὁ τῶν Οὐανδήλων
ἀρχηγὸς προκύψας ἐπεσκόπει τοὺς αἰχμαλώτους,
καὶ ὁρᾷ κἀκεῖνος κοιμώμενον τὸν Μαρκιανόν, 
καὶ ἀετὸν ἄνωθεν αὐτοῦ διηρμέναις ταῖς πτέρυξι
σκιὰν αὐτῷ ἐργαζόμενον. κἀκεῖνος τοίνυν εἰς βασιλείαν
τείνειν τὸ ὅραμα οἰωνίσατο, καὶ μεταπεμψάμενος
τὸν Μαρκιανὸν ἀπῄτησεν αὐτόν, εἰ βασιλεύσειε,
μὴ πολεμεῖν Οὐανδήλοις· τοῦ δὲ συνθεμένου 
ἀπέλυσεν αὐτὸν τῆς εἱρκτῆς. οὕτω μὲν οὖν πρὸ
μακροῦ τὴν βασιλείαν αὐτῷ προεσήμαινεν ὁ θεός.
τότε δ’ εἰς ἔργον ἐκβεβήκασι τὰ προσημαινόμενα,
καὶ αὐτίκα μετακαλεῖται τοὺς ξενίσαντας αὐτὸν
ἀδελφοὺς καὶ εὐαγγελισαμένους αὐτῷ τὴν ἀρχήν, 
 καὶ τὸν μὲν Τατιανὸν ἔπαρχον τῆς πόλεως ἀναδείκνυσιν,
Ἰουλίῳ δὲ τὴν τῶν Ἰλλυριῶν ἀρχὴν ἐνεχείρισε.
γέγονε δὲ περὶ πάντας χρηστός. κατὰ τοὺς
χρόνους τούτους τὸν ἐν Βλαχέρναις ναὸν τῆς θεοτόκου
ἡ Πουλχερία ἀνήγειρε, καὶ ἡ τετάρτη γέγονε 
σύνοδος, Λέοντος τοῦ πάπα Ῥώμης καὶ Ἀνατολίου
τοῦ πατριάρχου τῆς νέας Ῥώμης αἰτησαμένων τὸν
βασιλέα Μαρκιανὸν μὴ μεῖναι ἀζήτητα τὰ κατὰ τὸν
Ἀλεξανδρείας Διόσκορον καὶ τὸν Εὐτυχῆ καὶ ὅσα
παρ’ αὐτῶν εἰς τὸν ἱερώτατον ἐτολμήθη Φλαβιανόν. 
ὡρίσθη τοίνυν σύνοδον γενέσθαι, καὶ συνηθροίσθησαν
εἰς τὸν ἐν Χαλκηδόνι ναὸν τῆς ἁγίας μάρτυρος
Εὐφημίας θεοφόροι πατέρες ἑξακόσιοι καὶ τριάκοντα.
ἐξῆρχον δὲ τούτων Λέων ὁ πάπας Ῥώμης καὶ ὁ Κων-
 σταντινουπόλεως Ἀνατόλιος καὶ Ἰουβενάλιος Ἱεροσολύμων. 
συνήθροιστο δὲ τὸ τῶν πατέρων πλῆθος κατὰ
Διοσκόρου καὶ Εὐτυχοῦς, ἑτεροούσιον ἡμῖν τὴν σάρκα

 
τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν φορέσαι μυθολογούντων
καὶ μίαν φύσιν αὐτὸν ὑπάρχειν, ὡς ἐντεῦθεν
τῇ θεότητι τὰ παθήματα προσαρμόττεσθαι. οὓς 
καθεῖλόν τε καὶ ἀνεθεμάτισαν οἱ θεῖοι πατέρες, τὴν
 ἑαυτῶν κακοδοξίαν παραιτήσασθαι μὴ θελήσαντας.
ἐδέξαντο δὲ τόν τε Θεοδώρητον καὶ τὸν Ἴβαν, ἀναθεματίσαντας
τὸν Νεστόριον καὶ ἅπερ αὐτοὶ ἐκδεδώκασι
πρὸς ἔριν κεφάλαια, ἐκύρωσαν δὲ καὶ τὰς
προτέρας τρεῖς συνόδους καὶ τὸ ἅγιον σύμβολον
 ἐπεκράτυναν, ἀναθέματι καθυπαγαγοντες τούς τε
υἱῶν δυάδα εἰσάγοντας καὶ τοὺς παθητὴν δογματίζοντας 
τὴν θεότητα καὶ τοὺς κρᾶσιν καὶ σύγχυσιν
ἐπὶ τῶν δύο φύσεων φρονεῖν καὶ λέγειν τολμῶντας,
ἤ δύο μὲν εἶναι φύσεις πρὸ τῆς ἑνώσεως ἐπὶ Χριστοῦ
 μίαν δὲ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἀναπλάττοντας καὶ
τοὺς οὐράνιον ἥ τινος ἑτέρας οὐσίας μυθεύοντας τὴν
προσληφθεῖσαν ἐξ ἡμῶν τῷ κυρίῳ μορφήν. ἐδογμάτισαν
δὲ τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τέλειον
ἐν θεότητι καὶ τέλειον ἐν ἀνθρωπότητι καὶ θεὸν
 ἀληθῶς καὶ ἄνθρωπον ἀληθῶς, ἐκ ψυχῆς λογικῆς
καὶ σώματος, ὁμοούσιον τῷ πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα,
καὶ ἡμῖν ὁμοούσιον κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ
ὅμοιον κατὰ πάντα, χωρὶς ἁμαρτίας, ἕνα τὸν αὐτὸν
ἐν δύο φύσεσιν, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως,
 ἀχωρίστως γνωριζόμενον, σωζομένων τῶν ἰδιωμάτων 
φύσεως ἑκατέρας καὶ εἰς ἕν πρόσωπον συντρεχόντων
καὶ μίαν ὑπόστασιν.

Τούτων οὖν πᾶσι τοῖς θεοφορήτοις ἐκείνοις δεδογμένων πατράσι, παρόντος καὶ τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέωςσιλέως
 Μαρκιανοῦ, ὁ Διόσκόρος προστάξει βασιλικῇ
εἰς Γάγγραν ὑπερόριος στέλλεται· ὁ γὰρ Εὐτυχὴς
προτέθνηκε δυστυχῶς. ἀντὶ δὲ Διοσκόρου τῆς Αλε-

 
ξανδρείας ἐπίσκοπος ἐχειροτονήθη Προτέριος, ἀνὴρ
ἱερώτατος καὶ ὀρθοδοξότατος. τῶν δὲ τοῦ Εὐτυχοῦς
καὶ Διοσκόρου τῶν αἱρεσιωτῶν ἀνὰ τὴν πόλιν στρεφομένων
καὶ διαχλευαζόντων τὰ ὑπὸ τῆς συνόδου
 δογματισθέντα, κἀκ τῆς βασιλικῆς δυναστείας λεγόντων
τῶν τὸ κράτος τῇ συνόδῳ περιεῖναι, καὶ οὐκ ἐκ τῆς
ἀληθείας, καὶ τὴν οἰκείαν συνιστᾶν πειρωμένων ἔτι
κακοδοξίαν, ὁ πατριάρχης Ἀνατόλιος ἐκκλησιάσας
τούς τε αὐτῷ ὁμογνώμονας καὶ τοὺς ἀντιδοξοῦντας
ἔφη πρὸς τοὺς ἐναντίους “ἐπεὶ ἔτι τῆς οἰκείας δόξης 
ἀντέχεσθε καὶ οὐ πείθεσθε μὴ δοξάζειν ὀρθῶς, ἀλλ’
αἰτιᾶσθε ἡμᾶς ὡς τὸ Νεστορίου παραδεχομένους δόγμα,
δύο φύσεις ἐπὶ τοῦ σωτῆρος κηρύττοντας, ἑκατέρας
τηρούσης ἀσυγχύτους τὰς ἰδιότητας, ἐπιτρεπτέον,
εἰ δοκεῖ, τῷ θεῷ τὴν περὶ τούτου διάκρισιν, 
καὶ γραφήτω μὲν παρ’ ὑμῶν ἐν τόμῳ τὸ ὑμέτερον
περὶ τῆς πίστεως φρόνημα, γραφήσεται δὲ καὶ παρ’
 ἡμῶν τὸ ἡμέτερον· καὶ ἄμφω τὼ τόμω ἐν τῇ λάρνακι
τεθήτων τῆς πὰν εὐφήμου μάρτυρος Εὐφημίας, καὶ
ταύτῃ τὴν κρίσιν δοτέον τῶν ὀρθῶν καὶ διαστρόφων 
δογματιστῶν”. ἤρεσε ταῦτα καὶ τοῖς αἱρετικοῖς, καὶ
οἱ τόμοι γεγράφαται καὶ ὁ κλείων λίθος τὴν λάρνακα
αἴρεται καὶ οἱ χάρται τῷ στήθει τῆς μάρτυρος ἐπιτίθενται
καὶ ὁ λίθος αὖθις τῇ λάρνακι ἐπενήνεκται
καὶ σφραγίζεται ὑπ’ ἀμφοῖν τοῖν μεροῖν. τὸ δ’ ἐντεῦθεν 
ἱκεσίαι πρὸς θεὸν καὶ δεήσεις παννύχιοι
ἀποκαλύψαι τίς αὐτῷ τῶν δοξῶν καταθύμιος καὶ τίς
ἀποβλητέα δοκεῖ. καὶ μετὰ τρίτην ἡμέραν συνέρχον-
 ται, μηδὲ τοῦ βασιλέως ἀπολειφθέντος, καὶ ἀνοιγείσης
τῆς λάρνακος, τῶν θαυμασίων σου, κύριε, εὑρέθη 
ὁ μὲν τῶν αἱρετικῶν τόμος ἐν τοῖς ποσὶ τῆς μάρτυρος
κείμενος, ὁ δέ γε λοιπὸς τῇ δεξιᾷ ταύτης χειρὶ

 
κατεχόμενος, ἣν ἐκτεῖναι λέγεται πρὸς τὸν βασιλέα
καὶ τὸν πατριάρχην, τὸν τόμον αὐτοῖς ἐγχειρίζουσα.
οἶ μὲν οὖν τὸ ὀρθὸν πρεσβεύοντες δόγμα ἦσαν ἐν
κρότοις, οἱ δὲ τούτοις ἑτερογνώμονες κατηφιῶντες 
 καὶ σκότος ὑπ’ αἰσχύνης περιχυθέντες ἀπήλθοσαν·
τινὲς δ’ ἐκ τούτων καὶ πρὸς τὸ ὀρθόδοξον μετεβάλοντο.
κατὰ τὸν τότε χρόνον καὶ ἡ βασιλὶς Πουλχερία
θνήσκει εὐσεβῶς τε καὶ εὐκλεῶς καὶ ἐπ’ ἐλπίσι
χρησταῖς. πάντα γὰρ τὸν πλοῦτον αὐτῆς διένειμε
 πένησι καὶ τῷ πρὸς τούτους ἐλέῳ τὸν τοῦ θεοῦ
ἐκτήσατο ἔλεον. Οὐαλεντινιανὸς δὲ ὁ ἀνεψιὸς Ὁνωρίου, 
οὗ ἄνω που ἐπεμνήσθημεν ὡς ἐκ τῆς ἀδελφῆς
αὐτοῦ γεννηθέντος τῆς Πλακιδίας, βασιλεύων ἐν τῇ
πρεσβυτέρᾳ Ῥώμῃ, ἄγεται εἰς γυναῖκα Εὐδοξίαν τὴν
 παῖδα τοῦ νέου Θεοδοσίου. ἐκδεδιῃτημένως δὲ βιώσκων
καὶ ἀσελγῶς, τὴν μὲν οἰκείαν γαμετὴν εἴα, καίτοι
κάλλους εὖ ἔχουσαν, ἀλλοτρίαις δὲ συνεφθείρετο·
ἐκέχρητο δὲ καὶ μαντείαις καὶ γοητείαις. οὕτω δὲ
βιώσκων οὐκ εὐαγῶς, ἀποβιώσκει ἐλεεινῶς. Μάξιμος
 γὰρ εἶς τῶν ἐν τῇ Ῥώμᾐ πατρικίων, ἔγγονος δὲ
τοῦ πάλαι τυραννήσαντος Μαξίμου, ὃν ὁ μέγας κατεπολέμησε
Θεοδόσιος, ἔνδον τῶν βασιλείων γενόμενος,
ἐν αὐτοῖς τὸν Οὐαλεντινιανὸν ἀποσφάττει, καὶ
τῇ Εὐδοξίᾳ βίᾳ συμμίγνυται, καὶ τῆς βασιλείας κρατεῖ.
 ἡ δὲ τοῦ πατρὸς αὐτῆς Θεοδοσίου θανόντος 
καὶ τῆς Πουλχερίας ἐκμετρησάσης τὸ ζῆν ἐκδίκησιν
ἑτέρωθεν μὴ ἐλπίζουσα, διαπέμπεται πρὸς Γιζέριχον
τῶν Οὐανδήλων ῥῆγα καλούμενον καὶ τῆς τοὶ Μαξίμου
τυραννίδος ἀπαλλαγῆναι ἐκλιπαρεῖ· καὶ ὃς
 ἔπεισι τῇ Ῥώμῃ σὺν στόλῳ καὶ δυνάμει πολλῇ. καὶ ὁ
Μάξιμος ἀπέδρα ταύτης, καὶ κτείνεται παρὰ τῶν
συνόντων αὐτῷ. ὁ δὲ Γιξέριχος ἀπόνως τῆς Ῥώμης

 
κρατεῖ, καὶ τὸν πλοῦτον αὐτῆς συγκομισάμενος
ἅπαντα, καὶ τὰ τῶν θείων ναῶν ἀναθήματα ἐκ χρυσοῦ
πεποιημένα καὶ λίθοις κοσμούμενα, καί τινα τῶν
παρὰ Τίτου κομισθέντων ἐξ Ἱεροσολύμων σκευῶν
τοῦ ἐκεῖσε ναοῦ, εἰργασμένα καὶ αὐτὰ ἐκ χρυσοῦ, 
λαβὼν καὶ τὴν Εὐδοξίαν σὺν ταῖς δύο θυγατράσιν
αὐτῆς, ἐπανῆλθεν εἰς Ἀφρικήν. καὶ τὴν μὲν τῶν
 θυγατέρων αὐτῆς, τὴν Εὐδοκίαν, τῷ πρεσβυτέρῳ τῶν
οἰκείων υἱῶν Ὁνωρίχῳ συνέζευξε, τὴν δέ γε Πλακιδίαν
μαθὼν ἀνδρὶ κατηγγυῆσθαι τῷ πατρικίῳ Ὀλυβρίῳ, 
ἐτήρει σὺν τῇ μητρὶ Εὐδοξίᾳ, ἔνθα δύο διαγαγοῦσα
ἐνιαυτοὺς ἡ βασιλὶς Εὐδοξία ἐπανῆλθεν
εἰς τὸ Βυζάντιον μετὰ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς Πλακιδίας,
Μαρκιανοῦ βασιλεύοντος. ἡ γὰρ Εὐδοκία σὺν
τῷ ἀνδρὶ κατελείφθη, ᾧ συμβιώσασα ἔτη ἑκκαίδεκα, 
καὶ παῖδα τεκοῦσα Ἰλδέριχον, ὅτι τοῖς Ἀρειανοῖς
ὁμόδοξος ἦν ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, ἤχθετο τὴν μετ’ ἐκείνου
συμβίωσιν. καὶ λαβομένη καιροῦ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν
Κωνσταντινούπολιν μεταχωρεῖ, ἤδη τῆς μητρὸς αὐ-
 τῆς θανούσης· εἶτα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἄπεισι, κἀκεῖ
τελευτᾷ. Μαρκιανὸς δὲ θνήσκει ἕξ βασιλεύσας
ἔτη καὶ μῆνάς τινας, ὡς μέν τινες λέγουσιν, νοσήσας,
ὡς δ’ ἕτεροι, φαρμαχθεὶς νεύσει τοῦ πατρικίου
Ἄσπαρος, πρεσβύτης γενόμενος καὶ ζήσας ἐπὶ μακρόν.
ἐπιεικὴς δὲ τὴν γνώμην ὢν καὶ πρὸς τοὺς 
ὑπηκόους χρηστὸς ἔλεγε μὴ δεῖν ὅπλα βασιλέα κινεῖν,
ἕως εἰρηνεύειν ἐξόν. μέγα δὲ τότε δυνάμενος ὁ πατρίκιος
Ἄσπαρ οὐ χ’ ᾑρετίσθη βασιλεῦσαι παρὰ τοῦ
δήμου τῆς πόλεως, ὅτι τῆς Ἀρείου ἦν μετέχων αἱρέσεως.
διὸ τὸν Λέοντα αὐτὸς ἐβασίλευσεν, ὡς μέν 
τινες ἱστόρησαν, αὐτοβούλως, ὡς δ’ ἕτεροι, παρὰ τοῦ
δήμου τὴν ἐξουσίαν λαβών, ὃν κτήσεων αὐτοῦ, ὡς

 
λέγεται, προνοούμενον ἀπῄτησε Καίσαρα στέψαι θάτερον
τῶν υἱῶν αὐτοῦ. καὶ τοῦτο ἐπαγγειλάμενον B
εἰς τὴν τῆς βασιλείας περιωπὴν ἀνεκόμισεν. ἔνιοι
δὲ τριβοῦνον εἶναι αὐτόν φασι καὶ τῶν ἐν Σηλυβρίᾳ
 τελῶν ἄρχοντα. καὶ οἱ μὲν ἐκ Θρᾳκῶν τὸ γένος
ἕλκειν αὐτὸν λέγουσιν, ἄλλοι δὲ ἐκ Δακῶν τῶν ἐν
Ἰλλυριοῖς.

Ἄρτι δὲ καταστάντος τοῦ Λέοντος αὐτοκράτορος 
 ὁ Ἄσπαρ ἐπέκειτο βιάζων αὐτὸν Καίσαρα ποιῆσαι
θάτερον τῶν υἱῶν αὐτοῦ κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν. ἀναβαλλομένου
δ’ αὐτοῦ ὁ Ἄσπαρ τῆς βασιλικῆς ἁλουργίδος
ἁψάμενος ἔφη “βασιλεῦ, τὸν ταύτην ἀμπεχόμενον
ψεύδεσθαι οὐ χρεών”· καὶ ὃς ἀνθυπήνεγκεν
 “ἀλλ᾿ οὐδὲ βιάζεσθαι καὶ ἄγεσθαι ὡς ἀνδράποδον.”
μέχρι δὲ τέλους ἀντέχειν μὴ οἶός τε ὤν, εἴκων ἀνάγκῃ 
Καίσαρα ποιεῖ ἀπὸ πατρικίου τὸν τοῦ Ἄσπαρος
παῖδα, Ἀρδαβουρίου δὲ ἀδελφόν. τοῦτο καὶ τῇ συγκλήτῳ
ἔδοξεν ἀποθύμιον καὶ τὸν δῆμον τῆς πόλεως
 εἰς στάσιν ἐκίνησεν. ἐδεδίεσαν γὰρ μὴ εἰς τὸ γένος
τοῦ Ἄσπαρος περιστάντος τοῦ κράτους παρρησίας
αὖθις λαβόμενοι οἱ Ἀρειανοὶ πλείονα κακὰ τῶν προτέρων
εἰς τοὺς ὀρθοδόξους ἐνδείξωνται. συνελθόντες
οὖν οἱ τοῦ κλήρου καὶ οἱ μονάζοντες καὶ τοῦ
 δήμου τῆς πόλεως ὅσον ὑγιῶς ἐφρόνει περὶ τὴν 
πίστιν, ἐδέοντο τοῦ βασιλέως ὁμόφρονα σφίσι Καίσαρα
προχειρίσασθαι. ὁ δὲ τότε μὲν οἷς τε εἶπε καὶ
οἷς ἐποίησε τὴν στάσιν κατηύνασε. μεταξὺ δὲ παραρρυέντος
καιροῦ, ἐπιβουλεύοντας αὐτῷ γνοὺς τοὺς
 περὶ Ἄσπαρα, κἀκεῖνον καὶ τὸν Ἀρδαβούριον
ἔκτεινε. Ἰσοκάσιον δὲ τὸν κοιαίστωρα λόγιον ἄνδρα,
διαβληθέντα ἐπ’ ἄλλοις τέ τισι καὶ ἐπὶ ἑλληνισμῷ,

 
τῆς ἀξίας γυμνώσας τῷ ἐπάρχῳ παρέδωκεν εἰς ἐξέτασιν·
εἰσαγομένῳ δ’ εἰς τὸ δικαστήριον ἐν σχήματι
κατακρίτου ἔφη αὐτῷ ὁ ἔπαρχος “ὁρᾷς, Ἰσοκάσιε, ἐν
οἵᾳ εἰ καταστάσει”; ὁ δὲ ὁρῶ εἶπεν καὶ οὐ ξε-
 νίζομαι ὅτι ἄνθρωπος ὢν ἀνθρωπίναις περιπέπτωκα 
συμφοραῖς· σὺ δὲ δίκασον ἐπ’ ἐμοί, ὡς ἐδίκαζες σὺν
ἐμοί.” τούτων ἀκούσας ὁ δῆμος, τὸν μὲν βασιλέα
εὐφήμησε, τὸν δ’ Ἰσοκάσιον ἐξαρπάσαντες εἰς τὴν
ἐκκλησίαν ἀπήγαγον· βαπτισθέντα δὲ τοῦτον μαθὼν
ὁ κρατῶν ἥσθη. οὗτος ὁ βασιλεὺς εἶχε γυναῖκα κεκλημένην
Bηρίναν, ἐξ ἧς ἐγένοντο αὐτῷ θυγατέρες
δύο, Ἀριάδνη καὶ Λεοντία· ὧν τὴν μὲν τῷ Ζήνωνι
κατηγγύησε, τὴν δὲ Λεοντίαν συνέζευξε τῷ πατρικίῳ
Μαρκιανῷ, υἱῷ Ἀνθεμίου τοῦ βασιλεύσαντος ἐν
τῇ Ῥώμῃ. ἐπὶ τούτου τοῦ βασιλέως γέγονεν ἐν τῇ νέᾳ 
Ρώμῃ φρικωδέστατος ἐμπρησμός, ὃς ἀπὸ
ἴως θαλάσσης, ἀπὸ τοῦ ἀρκτῴου δηλαδὴ μέρους ἕως
 τοῦ μεσημβρινοῦ, τὴν πόλιν διέζωσεν, εἰς μῆκος δὲ
διεξῆλθεν ἀπὸ τοῦ Βοοσπορίου μέχρι τοῦ ναοῦ τοῦ
ἁγίου Ἰωάννου τοῦ καλυβίτου, πρὸς δὲ νότον ἀπὸ 
τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θωμᾶ μέχρι τοῦ ναοῦ
τῶν μεγάλων μαρτύρων Σεργίου καὶ Βάκχου· ἐν δὲ
τῷ μέσῳ τῆς πόλεως ἀπὸ τῶν Λαύσου ἕως τοῦ Ταύρου
τὰ ἐν μέσῳ πάντα κατέκαυσε. ὅτε λέγεται καὶ
ὁ Ἄσπαρ διαθέειν τὰς ἀγυιὰς ἀγγεῖον ὕδατος πλῆρες 
ἐπὶ τῶν ὤμων φέρων καὶ τὸν δῆμον παρακαλῶν
ὁμοίως ποιεῖν, ἔνα τὸ πῦρ κατασβέσωσι, καὶ διδοὺς
ἑκάστῳ ὑπὲρ μισθοῦ νόμισμα ἀργυροῦν. διήρκεσε
δὲ τὸ πῦρ ἐκεῖνο τὴν πόλιν νεμόμενον ἐφ’ ἡμερῶν
τετρακτύν, καὶ κατέκαυσε πρὸς τοῖς ἄλλοις τόν τε ἐν 
 τῷ Σενάτῳ καλουμένῳ μέγιστον οἶκον, εἰς ὃν ἥ τε
γερουσία καὶ οἱ λογάδες συνερχόμενοι ἐβουλεύοντο,

 
καὶ αὐτὸς ὁ βασιλεύων, ὅτε στολὴν ὑπατικὴν ἀνελάμβανεν,
ἔργον περιφανὲς καὶ ὑπέρλαμπρον, καὶ
τὸ καλούμενον Νύμφαιον, οἶκον ἕτερον ἀντικρὺ κείμενον
τοῦ προρρηθέντος οἴκου, εἰς τὸ τοὺς γάμους
 γίνεσθαι ἐν αὐτῷ χρηματίζοντα τῶν μὴ κεκτημένων
οἴκους, χωροῦντας πλῆθος ἐν ἑαυτοῖς· καὶ ἕτερον
οἶκον ἐν τῷ Ταύρῳ βασιλικὸν πολυτελῆ τε καὶ μέγιστον· 
καὶ ἐπὶ τούτοις ναοὺς περιφανεστάτους καὶ
ἰδιωτικὰς οἰκίας τῶν λαμπροτέρων πολλάς. τούτου
 κρατοῦντος λέγεται καὶ σεισμὸν γενέσθαι σφοδρότατον
ἐν Ἀντιοχείᾳ, ὡς μικροῦ τὴν πόλιν ἐκείνην πᾶσαν
καταπεσεῖν. ὑσθῆναι δὲ καὶ σποδὸν ἐν τῇ Βυζαντίδι 
πολλήν, ὥστε καὶ εἰς παλαιστὴν αὐτὴν ὑψωθῆναι.
ἐκ τούτου δὲ δεδειλιακότα τὸν βασιλέα τῆς
 πόλεως ἐξελθεῖν καὶ διατρίβειν ἐπὶ πολὺ κατὰ τὸν
ἅγιον Μάμαντα. οὗτος βασιλεύσας στρατοπεδάρχην
προεχειρίσατο Ῥουστίκιον, ἄνδρα γενναῖόν τε καὶ
στρατηγικώτατον· θανόντος δ’ ἐκείνου τὸν τῆς βασιλίσσης
Βηρίνης ὁμαίμονα Βασιλίσκον ἀνθείλετο.
 ὃς σὺν στόλῳ πολλῷ κατὰ Γιζερίχου στρατεύσας ἐν
Ἀφρικῇ ἡττήθη λίαν αἰσχρῶς καὶ τὸ πλεῖον
στόλου ἀπέβαλε, ὡς μέν τινες ἱστοροῦσιν, ἐκ κακοβουλίας
καὶ τοῦ μὴ στρατηγικῶς διαθεῖναι τὸν πόλεμον,
ὡς δ’ ἕτεροι, ἐκ προδοσίας· χρήματα γὰρ
 αὐτὸν λαβεῖν πλεῖστά φασι παρὰ Γιζερίχου, καὶ τοῦ
πολέμου συρραγέντος στρέψαι τὴν στρατηγίδα τριήρη, 
καὶ πρύμναν κρουσάμενον εἰς φυγὴν τραπέσθαι, A
κἀντεῦθεν θάρσος μὲν ἐνεικέναι τοῖς ἐναντίοις, τῶν
δ’ οἰκείων καταβαλεῖν τὰ φρονήματα, καὶ τὸν μὲν
 ἐπανελθεῖν δυσκλεῶς μετ’ ὀλίγων, τοὺς δὲ λοιποὺς
ἐν τῇ ναυμαχίᾳ πεσεῖν. τούτῳ τῷ βασιλεῖ ἔγγονος
ἐξ Ἀριάδνης τῆς θυγατρὸς ἐγεννήθη καὶ Ζήνωνος,

 
ὃν Λέοντα ὀνομάσας ἐκεῖνος βασιλικῷ ταινιοῖ διαδήματι
ἐπὶ πάνυ νηπίᾳ τῇ ἡλικίᾳ. τὸν γὰρ Ζήνωνα
τῇ βασιλείᾳ μὴ προσήκοντα ἔκρινεν, ὅτι μήτε τὴν
γνώμην εἶχε βασιλικὴν μήτε μὴν εἶδος ἄξιον τυραννίδος,
ἀλλὰ καὶ τὴν ὄψιν ἦν εἰδεχθέστατος καὶ τὴν 
ψυχὴν εἶχε τῆς ὄψεως χείρονα. διὰ τοῦτό τινες
ἱστοροῦσιν ἀναιρεθῆναι τὸν Ἄσπαρα καὶ τὸν Ἀρδαβούριον
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος, θέλοντος
 τὸν θυγατριδοῦν αὐτοῦ τὸν μικρὸν Λέοντα βασιλεύειν,
φοβουμένου δ᾿ ἐκείνους ὡς μέγα δεδυνημένους, 
μήποτε τῆς νηπιότητος ἐκείνου καταφρονήσαντες
τὴν ἀρχὴν σφετερίσωνται. ἐπὶ τούτου τοῦ βασιλέως
καὶ ἡ τιμία τῆς ὑπεραγίας θεοτόκου ἐσθὴς εἰς
Κωνσταντινούπολιν ἐκομίσθη ἐκ Παλαιστίνης, καὶ
ἀπετέθη ἐν τῷ παρ’ αὐτοῦ δομηθέντι ναῷ ἐν Βλαχέρναις 
ἐν ἀργυρέᾳ σορῷ· δι’ ἣν καὶ ὁ ναὸς Ἀγία
σορὸς κατωνόμασται. τοῦ πατριάρχου δὲ θανόντος
Ἀνατολίου, ὃς ἐπ’ ἔτη τῆς ἐκκλησίας προέστη ὀκτώ,
Γεννάδιος χειροτονεῖται. τούτου δὲ ἐνιαυτοῖς τὴν
ἐκκλησίαν ἰθύναντος δέκα ἐπὶ τρισί, καὶ τὴν ζωὴν 
 ἐκμετρήσαντος, ἀντεισήχθη Ἀκάκιος. καὶ ὁ βασιλεὺς
δὲ Λέων νοσήσας ἐξέλιπεν, ὀκτωκαίδεκα βασιλεύσας
ἐνιαυτούς, τὸν μικρὸν Λέοντα διάδοχον τῆς
βασιλείας καταλιπών. κεκόσμητο δὲ καὶ ἄλλαις μὲν
ἀρεταῖς, ἐπέλαμπε δ’ ἐκείνῳ μάλιστα τὸ φιλοίκτιστον, 
εἰωθότι λέγειν ὅτι ὥσπερ ὁ ἥλιος οἶς ἐπιλάμπει,
τῆς θέρμης αὐτοῦ μεταδίδωσιν, οὕτω δεῖ καὶ
τὸν βασιλέα, οἶς ἂν ἐπιβλέψῃ, οἴκτου αὐτοὺς ἀξιοῦν.

Καταλειφθεὶς οὖν ὁ μικρὸς Δέων νηπιάζων ἔτι,
ἐφ’ ἔνα ἐνιαυτὸν ἐπεβίω τῇ βασιλείᾳ, καὶ νήπιος 
ἐπαπῆλθε τῷ πάππῳ τὸν ἑαυτοῦ πατέρα τὸν Ζήνωνα
βασιλέα καταλιπών, αὐτὸς ταῖς ἑαυτοῦ χερσὶ τῇ

 
ἐκείνου κεφαλῇ περιθεὶς τὸ διάδημα. ἦν δὲ ὁ Ζήνων 
ἐξ ἔθνους αἰσχίστου τοῦ τῶν Ἰσαύρων, αἴσχιστος
καὶ αὐτὸς καὶ τὴν μορφὴν καὶ τὴν ψυχὴν γεγονώς.
καὶ οὐχ ὡς βασιλεὺς τὴν ἀρχὴν ἀνύων, ἀλλ’ ὡς ἄντικρυς 
 τύραννος. ἦν δὲ τούτῳ καὶ ἀδελφὸς Κόνων
καλούμενος καὶ τὸν ἀδελφὸν εἰς κακίαν ὑπερβαλλόμενος,
αἵμασι χαίρων καὶ σφαγαῖς ἀνθρώπων ἡδόμενος.
κατὰ τούτου τοῦ Ζήνωνος ἐν Θρᾴκῃ διατρίβων
ὁ τῆς βασιλίσσης Βηρίνης ὁμαίμων ὁ δηλωθεὶς
 Βασιλίσκος ἀνταίρει χεῖρα, τῆς Βηρίνης συναιρομένης
αὐτῷ κἀκ τῆς συγκλήτου τινῶν. δειλὸς δὲ ὢν
ὁ Ζήνων καὶ ἄνανδρος, φεύγει αὐτίκα σὺν Ἀριάδνῃ
τῇ γυναικὶ ἐν Ἰσαυρίᾳ πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς. 
 Καὶ ὁ Βασιλίσκος ἐν τῷ κάμπῳ ἀναγορεύεται βασιλεύς,
 καὶ τὴν οἰκείαν γαμετὴν Ζηνωνίδα Αὐγούσταν 
ἔστεψε, καὶ Μάρκον τὸν υἱὸν προεχειρίσατο Καίσαρα.
ἦν δὲ καὶ οὗτος τούς τε τρόπους οὐδὲν βελτίων τοῦ
Ζήνωνος καὶ περὶ τὸ σέβας οὐκ ὀρθῶς διακείμενος.
τῆς γὰρ Εὐτυχοῦς καὶ Διοσκόρου μετεῖχε καὶ οὗτος
 αἱρέσεως, παρὰ τῆς γαμετῆς εἰς ταύτην προβιβασθείς,
καὶ σφόδρα τὰς τῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησίας
ἐκάκωσε, καὶ τὴν ἐν Χαλκηδόνι σύνοδον τυραννικῷ
γράμματι ἄκυρον εἶναι τεθέσπικε. καὶ τὸν πατριάρχην
τῆς νέας Ῥώμης Ἀκάκιον τοῦτο ψηφίσασθαι
 συνοδικῶς ἐβιάζετο. ἀλλὰ τὸ ὀρθόδοξον πλῆθος τῆς
πόλεως συνελθὸν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ τὸν Βασιλίσκον
ἐκακηγόρησε καὶ τὴν ἐν Χαλκηδόνι σύνοδον
ἁγίαν ἐκάλεσε. διὰ ταῦτα τοίνυν ὁ Βασιλίσκος παρὰ
τοῦ δήμου καὶ τῆς γερουσίας μεμίσητο. ἔπεμψε δὲ 
 κατὰ Ζήνωνος μετὰ δυνάμεως Ἴλλον καὶ Τροκοῦνδον·
οἱ ἐπελθόντες ἐπολιόρκουν αὐτόν. ὅτι δὲ πολλὰ
αὐτοῖς ὁ Βασιλίσκος ἐπαγγειλάμενος οὐκ ἐπιτελεῖς

 
τὰς ὑποσχέσεις πεποίητο, καὶ ἡ σύγκλητος δὲ βαρυνομένη
τὸν Βασιλίσκον διὰ τὴν κακίαν αὐτοῦ ἔγραψε
τοῖς εἰρημένοις ἀνδράσι τὰ παρ’ ἐκείνου δρώμενα,
προσέθεντο τῷ Ζήνωνι, καὶ ἀντὶ πολεμίων φίλοι
αὐτῷ γεγόνασι καὶ συνέριθοι· καὶ λαβόντες αὐτὸν 
ἐπανῄεσαν. ὁ δὲ Βασιλίσκος Ἁρμάτιον τὸν οἰκεῖον
ἀνεψιὸν μετὰ τῶν Θρᾳκικῶν ταγμάτων στέλλει κατὰ
τοῦ Ζήνωνος· καὶ ὃς συναντήσας αὐτῷ περὶ Νίκαιαν,
καὶ χρήμασιν ὑποφθαρείς, πρὸς δὲ τοῖς καὶ
ὑποσχέσει τοῦ Καίσαρα στεφθῆναι τὸν υἱὸν αὐτοῦ 
 Βασιλίσκον, τῷ Ζήνωνι προσχωρεῖ. κἀντεῦθεν ἐλθὼν
εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὁ Ζήνων ἐδέχθη
ὑπό τε τῆς συγκλήτου καὶ τοῦ λαοῦ. καὶ ὁ Βασιλισκος
τῇ ἐκκλησίᾳ προσπέφευγε μετὰ τῆς γυναικὸς
καὶ τῶν παίδων, ὅθεν ἐξῆλθε πληροφορίαν λαβὼν 
ὡς οὐ στερηθήσεται τῆς ζωῆς. καὶ ἀπήχθησαν εἴς
τι φρούριον, ἔνθα λέγεται εἰς πύργον κατακλεισθῆναι
σὺν τοῖς φιλτάτοις καὶ διαφθαρῆναι λιμῷ. ἕτεροι
δὲ ἀναιρεθῆναι αὐτοὺς ἐν τῷ ἀπάγεσθαι λέγουσιν.
ὁ Ζήνων δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ πενθερὰν τὴν βασιλίδα 
Βηρίναν ἐξώρισεν. ὁ γοῦν Βασιλίσκος εἴτε ὡς εἴρηται
εἴτ’ ἄλλως ἐπὶ δύο τυραννήσας ἐνιαυτοὺς διώλετο.
οὑ κρατοῦντος ἐμπρησμὸς ἐν Κωνσταντινου-
 πόλει ἐγένετο μέγιστος, ἐκ τῶν Χαλκοπρατείων ἀρξάμενος
καὶ πάντα τὰ προσεχῆ τούτοις νεμηθεὶς καὶ 
ἀποτεφρώσας, τάς τε τῶν δημοσίων πλατειῶν στοὰς
καὶ τὰς αὐταῖς ἐπικειμένας οἰκοδομάς, ἀλλὰ μὴν καὶ
αὐτὴν τὴν κεκλημένην Βασιλικήν, καθ’ ἣν καὶ βιβλιοθήκη
ἐτύγχανε δώδεκα μυριάδας βιβλίων ἀποκειμένων
ἐν αὐτῇ ἔχουσα· ἐν οἷς ἀναγράφεται εἶναι
καὶ δράκοντος ἔντερον, μήκους ὄν ποδῶν ἑκατὸν εἴκοσιν,
ἔχον ἐγγεγραμμένα χρυσοῖς γράμμασι τὰ τοῦ

 
Ὁμήρου ποιήματα, τήν τε Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσειαν,
οὗ καὶ ὁ Μάλχος τὰ περὶ τούτων τῶν βασιλέων συγγραφόμενος 
μέμνηται. διέφθειρε δὲ τὸ πῦρ ἐκεῖνο
καὶ τὴν ἐν τοῖς Λαύσου τῆς πόλεως ἀγλαίαν καὶ
 τὰ ἐκεῖ ἐνιδρυμένα ἀγάλματα τῆς τε Σαμίας Ἥρας 
καὶ τῆς Λινδίας Ἀθηνᾶς καὶ τῆς Κνιδίας Ἀφροδίτης
τὰ κατὰ τέχνην περιβόητα ἀφιδρύματα, καὶ μέχρι
τοῦ Φόρου ἐπέδραμε. Ζήνων δὲ αὖθις τῆς ἐξουσίας
δραξάμενος τὸν μὲν τοῦ Ἀρματίου υἱὸν προεχειρίσατο
 Καίσαρα, πληρῶν τὴν ὑπόσχεσιν, αὐτὸν δὲ τὸν
Ἁρμάτιον στρατηλάτην· καὶ μετ’ ὀλίγον τὸν μὲν Ἁρμάτιον
ἔκτεινε, λέγων ὅτι ὥσπερ εἰς τὸν Βασιλίσκον
οὐκ ἐφύλαξε πίστιν, οὐδ’ εἰς ἐμὲ πάντως φυλάξει
αὐτήν. τὸν δὲ υἱὸν ἐκείνου τὸν Καίσαρα πεποίηκε
 κληρικόν. ἀνεῖλε δὲ καὶ τὸν Ἴλλον τὸν μάγιστρον,
τυραννίδι ἐπιχειρήσαντα, ὅτι ἔγνω ἐπιβουλευόμενος
παρὰ τῆς βασιλίσσης Ἀριάδνης, εἰδότος καὶ Ζήνωνος,
ἀλλὰ μὴν καὶ Πελάγιον τὸν πατρίκιον, ἄνδρα 
λογιώτατόν τε καὶ δικαιότατον, τῷ μὲν δοκεῖν, ἑλληνισμὸν
 αὐτῷ ἐγκαλῶν, τῇ δ’ ἀληθείᾳ τοὺς ἐλέγχους
ἐκκλίνων αὐτοῦ· γνώμης γὰρ ὢν ἐλευθέρας ἤλεγχε
τὰς ἀνοσίους πράξεις αὐτοῦ. καὶ ἄλλους δὲ πλείστους
ἄνδρας τῶν περιφανῶν ὁ ἔχθιστος Ζήνων ἀπώλεσε,
καὶ εἰς αἱρέσεις ἀπέκλινε καὶ ἀθεμίτους πράξεις
 καὶ διεφθαρμένην ζωήν· καὶ οὕτω βιοὺς βιαίως
ἀπερράγη τοῦ ζῆν. ὁ δὲ τρόπος τῆς τούτου τελευτῆς
ἀντιλέγεται· οἶ μὲν γὰρ γαστριζόμενον αὐτόν
φασι καὶ μεθύοντα τῶν τε φρενῶν ἐξίστασθαι καὶ
καταπίπτοντα μηδὲν διαφέρειν νεκροῦ. μισούμενον
ὢ δὲ καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς γαμετῆς αὐτοῦ Ἀριάδνης, οὕτως
οἴνωθέντα ποτὲ ὡς ἤδη θανόντα λάρνακι τῶν 
βασιλικῶν ἐντεθῆναι παρ’ ἐκείνης, καὶ αὐτίκα τὸν

 
ἐπιπωματίζοντα ταύτην μέγιστον λίθον ἐπιτεθῆναι
αὐτῇ· τὸν δὲ ἀνανήψαντα βοᾶν μὲν καὶ ὀλοφύρεσθαι
ἔνδοθεν, μήτινος δ’ ἐπιστρεφομένου, οἰκτρῶς
ἐκεῖσε θανεῖν. οἱ δὲ νοσήσαντά φασι καὶ περιωδυνίαις
βαλλόμενον σφοδροτάταις δόκησιν τοῖς ὁρῶσιν 
ὡς τέθνηκε παρασχεῖν, καὶ οὕτως ἐντεθῆναι τῷ τάφῳ,
καὶ ἐν αὐτῷ τεθνάναι γοώμενον καὶ τοὺς οἰκείους
ἀνακαλούμενον, τῆς Ἀριάδνης μήτινι συγχωρούσης
ἀνοῖξαι τὸ μνῆμα ἢ ὅλως ἐπιστροφὴν
ἐκείνου ποιήσασθαι. 
 Οὕτω δὲ θανόντος οἰκτρότατα Ζήνωνος, ἡ Ἀριάδνη
τὸν Δίκορον Ἀναστάσιον σελεντιάριον ὄντα, τῶν
χαμαιζήλων δὲ τοῦτο ἀξιωμάτων, εἰς τὴν βασιλείαν
ἀνήγαγε, γνώμῃ καὶ τῆς γερουσίας καὶ τοῦ στρατεύματος,
Οὐρβικίου τοῦ ἐκτομίου, μέγα τότε δυναμένοῦ, 
σπουδάσαντος εἰς τὴν τούτου ἀνάρρησιν. Δίκορος
δ᾿ ἐκαλεῖτο ὁ Ἀναστάσιος, ὅτι ἀνομοίας ὰλλήλαις
τὰς κόρας εἶχε τῶν ὀφθαλμῶν· τῆ μὲν γὰρ ἦν
τὸ χρῶμα μελάντερον, ἡ δὲ λαιὰ πρὸς τὸ γλαυκότερον
ἐχρωμάτιστο. μέλλοντα δὲ στεφθῆναι αὐτὸν 
ἀπῄτησεν ἔγγραφον ὁμολογίαν τῆς πίστεως καὶ τοῦ
μήτι παρακινῆσαι τῶν τῆς ἐκκλησίας δογμάτων ὁ
πατριάρχης Εὐφήμιος. μετὰ γὰρ Ἀκάκιον, κάκιστον
 τοῖς ὀρθοδοξοῦσι γενόμενον, καὶ τὴν ἐκκλησίαν ἔτη
κατεσχηκότα δέκα πρὸς τοῖς ἑπτά, καὶ θανόντα, 
Φραβίτας κεχειροτόνητο πατριάρχης, ὁμόδοξος Ἀκακίῳ
καὶ Ζήνωνι. μετὰ δὲ τρεῖς μῆνας πρὸς τῷ ἡμίσει
καὶ οὗτος μετήλλαξε τὴν ζωήν, καὶ προέστη τῆς
ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ὁ Εὐφήμιος, ὅσιος
ἀνὴρ καὶ ὀρθοδοξότατος. ὃς τοῦ Μογγοῦ Πέτρου 
ὄνομα τὸν θρόνον τῆς μεγάλης Ἀντιοχείας ἁρπάσαντος
λῃστρικῶς τῶν διπτύχων ἀπήλειψεν ὡς αἱρετι-

 
κοῦ. ἀντ’ ὲν ἔγραψε δὲ τὴν Φήλικος κλῆσιν τοῦ πάπα 
Ρώμης, ἀνδρὸς ὀρθοδόξου καὶ καθαψαμένου
γραμμάτων τοῦ τε Ζήνωνος καὶ τοῦ Ἀκακίου, ὅτι
τῷ Μογγῷ ἐκοινώνουν Πέτρῳ, τῆς Εὐτυχοῦς καὶ
 Διοσκόρου ὄντι αἱρέσεως, μάλιστα δὲ καὶ καθαιρέσεως
λίβελλον στείλαντος Ἀκακίῳ, διὸ καὶ τὸ ὄνομα 
αὐτοῦ ὁ Ἀκάκιος ἐκ τῶν διπτύχων ἀπήλειψεν. οὗτος
τοίνυν ὁ πατριάρχης Εὐφήμιος, ἔγγραφον ἰδιόχειρον
τοῦ Ἀναστασίου δεξάμενος ὡς δέχεται τὰ
 τῆς ἐκκλησίας δόγματα καὶ τὰ παρὰ τῆς ἐν Χαλκηδόνι
συνόδου ὁρισθέντα φυλάξει πάντα, στέφει αὐτόν.
ὁ δὲ αὐτίκα τὴν Ἀριάδνην μνηστεύεται, καὶ
γραφὴν ποιεῖται βασίλειον ἀφιεῖσαν τὰ μέχρι τότε
τῷ δημοσίῳ παρά τινων ὀφειλόμενα. ἤδη δὲ τεσσαρακοστῆς
 παραρρυείσης ἡμέρας μετὰ τὴν ταφὴν Ζήνωνος,
καὶ τοὺς γάμους ἐτέλεσε. δασμοῦ δὲ τοὺς
ὑπηκόους πιέζοντος τοῦ λεγομένου χρυσαργύρου, καὶ
τοῦτον ἐξέκοψεν.

ἦν δὲ ὁ τοῦ χρυσαργύρου δασμὸς τοιοῦτος· ἅπαντες καὶ προσαῖται καὶ πένητες καὶ 
 πᾶσα πόρνη καὶ ξύμπαντες ἀπελεύθεροι ἐν ἀγροῖς
τε καὶ πόλεσι διατρίβοντες εἰσφέρειν ἠναγκάζοντο
τῷ δημοσίῳ τέλος ἐτήσιον. καὶ ὑπὲρ ἵππων καὶ
ἡμιόνων καὶ βοῶν ὄνων τε καὶ κυνῶν ἐπράττετο
φορολόγημα, ὑπὲρ ἀνθρώπων μὲν ἑκάστου νόμισμα
 ἀργυροῦν, τὸ δ’ αὐτὸ καὶ ὑπὲρ ἵππου, ἡμιόνου τε
καὶ βοός, ὑπὲρ ὄνου δὲ φόλλεις ἴξ, ὁμοίως δὲ καὶ
ὑπὲρ κυνός. καὶ ἦν διὰ ταῦτα συντριβὴ τῶν ἀνθρώπων
καὶ ὀδυρμὸς πανταχοῦ. ἀλλὰ ταύτην ἐκκόψας
τὴν εἰσφορὰν ὁ βασιλεὺς Ἀναστάσιος καὶ
 αὐτὰς τὰς περὶ ταύτης ἀπογραφὰς ἐναντίον τοῦ δήμου
κατέκαυσεν ἐν τῷ Ἱππικῷ· καὶ ἦν μὲν ἐν τούτοις
φιλότιμος καὶ τὴν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων 

 
διοίκησιν καλῶς μετερχόμενος. τὰς γὰρ πολιτικὰς
ἀρχὰς ὠνίους παρεχομένας τὸ πρὶν ἐκεῖνος ἀμίσθους
ἐδίδου. περὶ δὲ τὴν εἰς τὸ θεῖον δόξαν οὐκ ἀγαθὸς
ἦν· ἀποκλίνας γὰρ εἰς τὴν τῶν Συγχυτικῶν αἵρεσιν
τῶν μίαν φύσιν δοξαζόντων ἐπὶ τοῦ σωτῆρος 
μετὰ τὴν ἕνωσιν τῶν διττῶν φύσεων, πολλὰ τὰς
τῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησίας ἐκάκωσε καὶ ἀδυσώπητος
ἦν τοῖς τούτων προισταμένοις. τόν τε γὰρ πατριάρχην
Εὐφήμιον ἐξώρισε, μὴ ·πειθόμενον ἀναθεματίσαι
τὴν ἐν Χαλκηδόνι σύνοδον, πρότερον μετὰ δόλου 
τὸ οἰκεῖον ἔγγραφον ἀφελόμενος, ἢ βίᾳ, ὡς
 ἕτεροι λέγουσι, καὶ τὸν μετ’ ἐκεῖνον Μακεδόνιον,
ἱερὸν ἄνδρα, μὴ καταδεξάμενον συνθέσθαι αὐτῷ, εἰς
Εὐχάϊτα ὑπερώρισε. μεθ’ ὃν ἀντεισήχθη Τιμόθεος
ὁμόφρων τῷ βασιλεῖ. Λογγῖνος δὲ ὁ ἀδελφὸς Ζήνωνος, 
τυραννίδι ἐπιθέμενος, ἐχειρώθη παρὰ Ἀναστασίου,
καὶ περιωρίσθη εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ἔνθα καὶ
πρεσβύτερος χειροτονηθεὶς ἔθανε. καὶ τοὺς Ἰσαύρους
δὲ πολλοὺς ἐν τῇ βασιλίδι τῶν πόλεων διατρίβοντας
ταύτης ἐξήλασεν· οὓς προσλαβόμενος ὁ 
μάγιστρος Λογγῖνος, οὐχ ὁ τοῦ Ζήνωνος ἀδελφός,
ἀλλ’ ἕτερος, καταστασιάζει, καὶ πολλὰ τῆς ἑῴας ἐληίσατο·
κατεπολεμήθη δέ, καὶ οἶ μετ’ αὐτοῦ διεφθάρησαν
βάρβαροι. τότε λέγεται καὶ Θευδέριχος ὁ τῆς
Ἀφρικῆς ἡγεμών, Ἀρειανὸς ὤν διάκονόν τινα ὀρ- 
B θόδοξον αὐτῷ πάνυ ᾠκειωμένον καὶ διὰ θεραπείαν
αὐτοῦ εἰς ἀρειανισμὸν μεταθέμενον ἀποκτεῖναι, εἰπὼν
ὡς “ἐπεὶ τῷ θεῷ οὐκ ἐτήρησας πίστιν, μᾶλλον
οὐ τηρήσεις ταύτην ἐμοί”. Ἀναστασίου δὲ τοῦ τῆς
πρεσβυτέρας Ῥώμης πάπα θανόντος, καὶ τοῦ λαοῦ 
μερισθέντος, καὶ τῶν μὲν Λαυρέντιόν τινα ψηφισαμένων,
τῶν ὀρθοδόξων δὲ σύμμαχον, κἀντεῦθεν πρὸς

 
ἀλλήλους στασιαζόντων, ὁ εἰρημένος Θευδέριχος, τῆς
Ῥώμης τότε κρατῶν, ἀφίκετο πρὸς αὐτὴν καὶ σύνοδον
ἀθροίσας τὸν μὲν Σύμμαχον ἐπίσκοπον τῆς 
Ρώμης εἷναι ἐκύρωσεν, ἀπήλασε δὲ τὸν Λαυρέντιον.
 κατὰ τούτους τοὺς χρόνους ἱστορεῖται τὸ τῶν Βουλγάρων
ἔθνος τὸ Ἰλλυρικὸν καὶ τὴν Θρᾴκην καταδραμεῖν, 
μήπω πρὶν γινωσκόμενον. τῶν δέ Ἀγαρηνῶν
τὴν ἑῴαν ληιζομένων, σπονδὰς πρὸς αὐτοὺς
ἐποιήσατο Ἀναστάσιος. τοῦ μέντοι Θρᾳκὸς Βιταλιανοῦ
 τυραννίδι ἐπικεχειρηκότος, Μυσούς τε καὶ Σκύθας
προσεταιρισαμένου, καὶ ἅμα τούτοις τὰ περὶ τὴν
βασιλίδα ληιζομένου τῶν πόλεων, ἀλλὰ μὴν καἰ
στόλῳ κατ’ αὐτῆς ἐπελθόντος, ἀντικατέστη τούτῳ
διὰ Μαριανοῦ τοῦ ὑπάρχου ὁ Ἀναστάσιος, καὶ ναυμαχίας
 γενομένης ἔκ τινος μηχανῆς παρὰ Πρόκλου
τοῦ πάνυ γεγενημένης, τότε γὰρ ἤνθει ἐπὶ φιλοσοφίᾳ
καὶ ἐν τοῖς μηχανήμασι, τά τε τοῦ περιβοήτου
ἐν τούτοις Ἀρχιμήδους ἅπαντα διελθὼν καὶ αὐτὸς 
ἐκείνοις προσεξευρών, τὸ ναυτικὸν τῶν ἐναντίων
 κατεπολεμήθη. κάτοπτρα γὰρ ᾄδεται χαλκεῦσαι πυρφόρα
ὁ Πρόκλος, καὶ ταῦτα ἐκ τοῦ τείχους τῶν πολεμίων
νεῶν ἀπαιωρῆσαι κατέναντι, τούτοις δὲ τῶν
τοῦ ἡλίου ἀκτίνων προσβαλουσῶν πῦρ ἐκεῖθεν ἐκκεραυνοῦσθαι
καταφλέγον τὸν νηίτην τῶν ἐναντίων
 στρατόν, καὶ τὰς νῆας αὐτάς, ὃ πάλαι τὸν Ἀρχιμήδην
ἐπινοῆσαι ὁ Δίων ἱστόρησε, τῶν Ῥωμαίων τότε
πολιορκούντων Συράκουσαν. Ἀναστάσιος δὲ σπουδαστὴς
τῆς Εὐτυχοῦς αἱρέσεως ὤν, ἐβουλήθη προσθεῖναι
εἰς τὸ Τρισάγιον τὸ “ὁ σταυρωθεὶς δι᾿ ἡμᾶς”.
 ἔστειλεν οὖν διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἐκκλησίαν τὸν
 

 
λογοθέτην τε καὶ τὸν ἔπαρχον· οἱ ἐν τῷ ἄμβωνι ὡς
 ἐπ’ ὀκρίβαντος στάντες διαγγέλλειν ἤρξαντο τὸ πρόσταγμα
τὸ βασιλικόν. κινεῖται τοίνυν ὅσον τοῦ πλήθους
ὀρθόδοξον, καὶ διασπάσαι τοὺς ἄνδρας ὡρμήκεσαν.
ἀλλ’ οἱ μὲν μόλις τὴν δημοτικὴν μανίαν 
ἐξέφυγον, τὸ δέ γε πλῆθος εἰς θυμὸν ἐκκαυθὲν
κατὰ τῶν οἰκιῶν ἐπῆλθον τῶν εἰρημένων ἀνδρῶν.
καὶ τὰς μὲν καθῃρήκασι, τὰ δ’ ἐν αὐταῖς διηρπάδασι
καὶ πολλοὺς ἀνεῖλον, καὶ εἰς τὸν βασιλέα ἐξύβριζον,
τὸν δὲ Βιταλιανὸν ὡς βασιλέα εὐφήμουν, καὶ 
πολλοὺς οἴκους ἐνέπρησαν καὶ πλείστους ἐφόνευσαν,
καί τινα μοναχὸν πλησίον ὄντα τῆς παρὰ τοῦ Ἀναστασίου
κτισθείσης κινστέρνης τῆς Μωκισίας καλουμένης,
καὶ διὰ τιμῆς τῷ βασιλεῖ τούτῳ ἀγόμενον,
κτείναντες, ἀλλὰ μὴν καί τινα μονάζουσαν ἐγκεκλει- 
 σμένην ἐγγὺς τῆς πόρτης τῆς Ξυλοκέρκου ἀνελόντες,
ὡς πίστιν καὶ εἰς αὐτὴν κεκτημένου τοῦ βασιλέως,
καὶ συνδήσαντες ἄμφω τὰ σώματα ἔσυραν, εἶτα
κατέκαυσαν.

Ἐν τοῖς χρόνοις τούτου τοῦ βασιλέως Ἀλαμούνδαρος
δαρὸς ὁ τῶν Ἀγαρηνῶν φύλαρχος κατηχηθεὶς παρὰ
ὀρθοδόξων ἐπίστευσέ τε καὶ ἐβαπτίσατο. πρὸς ὃν
ὁ Σευῆρος ἐπισκόπους ἔστειλε δύο, σπεύδων εἰς τὴν
ἰδίαν αἵρεσιν ἑλκύσαι αὐτόν. τῶν γοῦν ἐπισκόπων
διδασκόντων αὐτὸν εἰς μίαν φύσιν τὰς δύο τοῦ 
Χριστοῦ συγχυθῆναι φύσεις, κἀντεῦθεν συναγομένου
τοῦ συμπαθεῖν τῇ σαρκὶ τοῦ κυρίου καὶ τὴν
θεότητα, ἐκεῖνος ἐλέγξαι θέλων αὐτοὺς ἄτοπα λέγον-
 τας καὶ διδάσκοντας ἄπιστα, παρεσκεύασέ τινα τῶν
οἰκείων παρόντων τῶν ἀνιέρων ἐπισκόπων ἐκείνων 
πρὸς οὖς τι αὐτῷ ἀπαγγεῖλαι. τοῦ δὲ ποιήσαντος
τὸ ἐπιταχθὲν ὁ Ἀλαμούνδαρος ἐσκυθρώπασε καὶ

 
λυπεῖσθαι ὑπεκρίθη. ἐρομένων δὲ τῶν ἐπισκόπων
ὅτου χάριν συγκέχυται καὶ τί ἂν εἴη τὸ ἀγγελθέν,
ἐκεῖνος ἔφη ἀγγελθῆναι αὐτῷ τὸν ἀρχάγγελον θανεῖν
Μιχαὴλ. τῶν δὲ ψευδῆ τὴν ἀγγελίαν διατεινομένων
τυγχάνειν, ἀδύνατον γὰρ εἶναι θανεῖν τὸν
ἀρχάγγελον, ὑπολαβὼν ὁ φύλαρχος εἶπεν “εἰ οὖν
ἄγγελος οὐ θνήσκει, πῶς καθ’ ὑμᾶς ἡ θεότης ἔπαθέ
τε καὶ ἔθανε τῇ σαρκὶ συγκραθεῖσα καὶ εἰς μίαν 
φύσιν ἀποτελεσθεῖσα;” τούτοις οἶ ἐπίσκοποι ἐκεῖνον 
 μὲν ἐθαύμασαν τῆς συνέσεως· αὐτοὶ δ’ ἀπογνόντες
ὡς οὐκ ἄν ποτε μετενεγκεῖν αὐτὸν δυνηθεῖεν εἰς
τὶν δόξαν αὐτῶν, ὑπεχώρησαν. τῶν δὲ Βουλγάρων
αὖθις τὸ Ἰλλυρικὸν καταδραμόντων ἀντετάξαντο
τούτοις τινὲς τῶν Ῥωμαίων ταξιάρχων μετὰ τῶν ὑπ’
 αὐτοὺς ταγμάτων. ἐκείνων δὲ ἐπῳδαῖς χρησαμένων
καὶ γοητείαις, ἡττήθησαν αἰσχρῶς οἱ Ῥωμαῖοι, καὶ
πλὴν ὀλίγων ἅπαντες διεφθάρησαν. ὧν τὴν φθορὰν
κομήτης ἀστὴρ προεμήνυσε καὶ κόρακες πορευομένων
αὐτῶν ὑπεριπτάμενοί τε καὶ προηγούμενοι καὶ
 οἱ σαλπιγκταὶ ἀντὶ ἐνυαλίου ἠχῆς περιπαθές τι καὶ
θρηνῶδες ἠχήσαντες. τοῦ δ’ ἄνωθεν ῥηθέντος Τιμοθέου
πολλὰ τοῖς ὀρθοδόξοις ἐνδειξαμένου κακὰ 
καὶ τελευτήσαντος Ἰωάννης ὁ Καππαδόκης τῆς ἐκκλησίας
ἐνεχειρίσθη τὴν προστασίαν, ἔτη δύο ταύτης
 προστάς. τέθνηκε δὲ καὶ ἡ βασιλὶς Ἀριάδνη. λέγεται
δὲ ἐν τοῖς χρόνοις τῆς βασιλείας Ἀναστασίου ἄγαλμα
τῆς Τύχης τῆς πόλεως ἐν εἴδει γυναικὸς ἐκ χαλκοῦ
πεποιημένον, θάτερον τῶν ποδῶν ἐντὸς νηὸς ἐχούσης
πρὸ αὐτῆς ἑστώσης καὶ ὁμοίας ὕλης ἐξειργασμένης,
 ἵστασθαί που τῆς πόλεως. τούτου δῆτα τοῦ
τῆς νηὸς εἰκονίσματος ἢ τῷ χρόνῳ μογήσαντος ἢ ἐξ
ἐπιβουλῆς μέρη τινὰ θραυσθέντα ἀφῄρηντο. οὐκέτι

 
γοῦν φορτηγοὶ νῆες προσώρμουν εἰς τὸ Βυζάντιον,
ἀλλὰ πλησίον ἰοῦσαι βίαις πνευμάτων ἀνείργοντο,
καὶ εἰ μὴ νῆες μακραὶ καὶ πολλοῖς ἐρέταις κινούμεναι
 τοὺς φόρτους ἐκείνων εἰς τὴν πόλιν ἐκόμιζον,
τάχ᾿ ἂν λιμῷ οἱ ἐν αὐτῇ κατηνάλωντο. τοῦτο ἐπὶ 
καιρὸν κρατῆσαν τοῖς τῶν κοινῶν φροντισταῖς διὰ
φροντίδος ἐγένετο. ὑπετοπάσθη τοίνυν παρά του
τὸ αἴτιον, καὶ προσήγγελτο τοῖς οἷς ἡ τῶν τῆς πόλεως
ἀνεῖτο φροντίς· καὶ τὰ θραύσματα τῆς νηὸς
ἐκείνης ζητηθέντα εὑρέθησαν, καὶ ταύτῃ ἀποκατέστησάν 
τε καὶ συνηρμόσθησαν, καὶ ὁ πλοῦς ἦν τοῖς
πλοίοις ἀκώλυτος καὶ μεστὴ τούτων εἰσπλεόντων ἡ
θάλασσα. ἵνα δὲ γνοῖεν εἰ τοῦτο τοῦ τῶν πλοίων
εἴσπλου κώλυμα ἦν, ἀφῄρηντο αὖθις τὰ μέρη τῆς
νηὸς ἐκείνης· καὶ ὅσαι τῶν νεῶν ἔτι ἦσαν εἰσπλέουσαι, 
 πνεύματος αὖθις βίᾳ γεγόνασιν ὀπισθόρμητοι.
ἐντεῦθεν ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ θραυσθῆναι τὴν χαλκῆν
νῆα ἐκείνην τὴν κωλύμην γίνεσθαι τοῦ εἰς τὴν
πόλιν εἴσπλου τῶν πλοίων τῶν φορτηγῶν, καὶ τὴν
ναῦν ἐκείνην ἐπιμελείας ἀξιώσαντες ἀνεκαίνισαν. 
πρὸ μικροῦ δὲ τῆς τελευτῆς αὐτοῦ Ἀναστάσιος, ἐπιβουλῆς
αὐτῷ μηνυθείσης, συνέσχε πολλούς, σὺν οἷς
καὶ Ἰουστῖνον καὶ Ἰουστινιανόν, καὶ ἦν γνώμης ἀπολἐσαι
αὐτούς· ἐκωλύθη δὲ κατ᾿ ὄναρ φοβεροῦ τινος
ἀνδρὸς δόξαντος παραστῆναι αὐτῷ καὶ εἰπεῖν 
“Ἰουστίνῳ καὶ Ἰουστινιανῷ μηδὲν ἐργάσῃ κακόν·
μέλλει γὰρ ἕκαστος αὐτῶν ὑπουργῆσαι τῷ θεῷ ἐν
καιροῖς ἰδίοις”. ὅθεν ἀφῆκεν αὐτοῖς τὸ τῆς καθοσιώσεως
 ἔγκλημα. καὶ αὖθις δὲ ὄναρ ἰδεῖν λέγεται
ὁ βασιλεὺς Ἀναστάσιος ἄνδρα τινὰ φοβερὸν τόμον 
κατέχοντα καὶ λέγοντα πρὸς αὐτόν “ἰδοὺ διὰ τὴν
κακοπιστίαν σου ἀπαλείφω τῆς ζωῆς σου ἔτη τεσσα-

 
ρεσκαίδεκα.” ἔχων δὲ κεχρησμοδοτημένον ὁ Ἀναστιάσιος
ὅτι ἐκ κεραυνοῦ θανεῖται, τὸ λεγόμενον Θολωτὸν
ἐδομήσατο, καὶ ἐν αὐτῷ διῆγεν, ἀλλ᾿ οὐδέν
τι τούτου ἀπώνατο. βροντῶν γάρ ποτε καταρρηγνυμένων
 φρικωδεστάτων καὶ ἀστραπῶν ἐκτριβομένων
ἐκεῖθεν πολλῶν, ἐκεῖνος δειμαίνων εἰς δίαιταν ἐκ
διαίτης μετέβαινε καὶ ἐκ θαλάμου εἰς θάλαμον ὑπεδύετο. 
καὶ οὕτως έν ἑνὶ τῶν βασιλικῶν κοιτώνων
εὑρέθη κείμενος τεθνεώς, ζήσας μὲν ἔτη ὀγδοήκοντα
 καὶ ὀκτώ, βασιλεύσας δ᾿ ἐξ αὐτῶν εἴκοσι καὶ ἑπτὰ
ἐπὶ μησὶ τρισίν. ἐν τοῖς χρόνοις τούτοις γέγονε
σεισμὸς φοβερώτατος, καὶ ἐν μὲν τῷ Βυζαντίῳ ἐν 
διαφόροις τόποις συμπτώματα συμβεβήκασιν· ἡ μεγάλη
δὲ Ἀντιόχεια σχεδὸν ἅπασα κατεπτώθη, καὶ οἱ
 ταύτης οἰκήτορες τοῖς συμπτώμασι κατεχώσθησαν.
οὗτος ὁ Ἀναστάσιος ἔκτισε τὸ Μακρὸν τεῖχος οὕτω
λεγόμενον καὶ ἀπὸ τῆς μεγάλης θαλάσσης διῆκον
ἄχρι τῆς Σηλυβρίας διὰ τὰς ἐφόδους τῶν τε Μυσῶν
ἤγουν Βουλγάρων καὶ τῶν Σκυθῶν. ἔστησε δὲ καὶ
 στήλην οἰκείαν ἐν τῷ τοῦ Ταύρου κίονι ἐκ χαλκοῦ,
τῆς πρῴην ἐν αὐτῷ ἱσταμένης πεσούσης, ἣ τοῦ μεγάλου
Θεοδοσίου ἐτύγχανε. καὶ ὁ μὲν ὧδε βασιλεύσας
ὧδε κατέλυσε τὴν ζωήν.

Ἀνερρήθη δὲ βασιλεὺς Ἰουστῖνος ὁ Θρᾷξ, γονέων μὲν ἐκφὺς ἀσήμων καὶ ἀφανῶν, καὶ αὐτὸς τὸ
πρότερον αὐτουργῶν ἤ βουκόλος τυγχάνων καὶ συφορβός· 
εἶτα εἰς τύχην μεταταξάμενος στρατιωτικὴν
καὶ φθάσας μέχρι ταγματαρχίας καὶ κόμης γενόμενος.
μετὰ δέ γε τὴν τελευτὴν Ἀναστασίου, βουλῆς
 προτεθείσης περὶ προχειρίσεως βασιλέως ὁ εὐνοῦχος
Ἀμάντιος, ὃς καὶ πραιπόσιτος ἦν καὶ μέγα δεδύνητο,
θέλων Θεοκριτιανόν τινα οἰκεῖον ὄντα αὐτῷ βασι-

 
λεῦσαι, χρήματα τῷ Ἰουστίνῳ παρέσχε διανέμειν
τοῖς στρατιώταις, ἵν᾿ ἐκεῖνον ἕλωνται βασιλέα. ὁ δὲ
τὰ χρήματα διανείμας ἑαυτῷ τὴν βασιλείαν προεμνηστεύσατο
καὶ παρὰ τῶν στρατιωτῶν καὶ τοῦ δήμου
εἰς τὴν τῆς αὐταρχίας ἀνήχθη περιωπήν. Ἀμάντιος 
 δὲ ἐν δεινῷ πεποίητο τοῦ Ἰουστίνου τὸ σόφισμα καὶ
αὐτῷ ἐπεβούλευε σὺν ἑτέροις τῶν ἐπιφανεστέρων,
ὃν γνωσθέντα ὁ Ἰουστῖνος ἀνεῖλε σὺν Ἀνδρέᾳ 
κουβικουλαρίῳ καὶ τῷ Θεοκριτιανῷ. οὗτος ὁ Ἀμάντιος,
ὅτε ὁ Ἀναστάσιος καθ’ ὕπνους ἐθεάσατο τὸν
ἄνδρα τὸν τόμον φέροντα καὶ ἀπαλείψαντά τινας
τῶν τῆς ζωῆς αὐτοῦ χρόνων, ὄναρ εἶδεν ὅτι ἐνώπιον
τοῦ βασιλέως ἱσταμένῳ αὐτῷ χοῖρος ἐπῆλθε
μέγας καὶ εἰς γῆν κατήραξεν αὐτὸν καὶ ἀνάλωσεν.
οὗτος τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θωμᾶ ἐδομήσατο· 
διὸ καὶ τὴν κλῆσιν ἐκείνου σώζει, τοῦ Ἀμαντίου
καλούμενος. ὀρθοδοξότατος δ’ ὢν Ἰουστῖνος,
δόγμα ἐξέθετο τὴν ἐν Χαλκηδόνι πάντας σέβεσθαι
 σύνοδον καὶ τοὺς αὐτὴν συστησαμένους ἑξακοσίους
τριάκοντα ἁγίους πατέρας, τοῖς ἱεροῖς ἐγγραφῆναι 
διπτύχοις πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν. γαμετὴν δ’ ἔχων
Λουπικίαν κεκλημένην ἔστεψεν αὐτὴν καὶ Αὐγούσταν
ἀνηγόρευσεν, Εὐφημίαν μετονομάσας. τούτῳ
Βιταλιανός, ὃς ἐστασίασεν ἐπὶ Ἀναστασίου, πάνυ
ᾠκείωτο, καὶ στρατηλάτης προεχειρίσθη, ἀλλὰ μὴν 
καὶ ὑπάτευσε, καὶ μέγα τι παρὰ τῷ Ἰουστίνῳ ἠδύνατο.
ὀρθόδοξος δ’ ὢν τὸν Σευῆρον ἐκδιωχθῆναι
τοῦ θρόνου τῆς Ἀντιοχείας καὶ ἀναιρεθῆναι προσέταξεν·
ὃ γνοὺς ἐκεῖνος ἀπέδρα εἰς Αἴγυπτον μεθ’
ἑτέρων ὁμογνωμόνων, καὶ ταύτην ἐτάραξαν, τὸν 
 περὶ φθαρτοῦ καὶ ἀφθάρτου λόγον εἰσαγαγόντες.
Σευήρου δὲ διαδράντος, Παῦλος ὁ ξενοδόχος τῶν

 
Εὐβούλου Ἀντιοχείας προεχειρίσθη ἐπίσκοπος· καὶ
πάντας δὲ τοὺς ἄδικον ὑπερορίαν ὑποστάντας ἐπὶ
Ἀναστασίου ὁ Ἰουστῖνος κατήγαγεν. ἐν τοῖς τούτου
χρόνοις ἀστὴρ ἐφάνη κομήτης ἐν τῇ ἀνατολῇ, κάτω
 τὰς ἀκτῖνας ἀφιείς, ὃν πωγωνίαν οἱ μετεωρολογοῦ ντές 
τές φασι, καὶ ὁ Βιταλιανὸς ἐδολοφονήθη παρὰ τῶν
Βυζαντίων, μηνιώντων αὐτῷ ὡς πολλοὺς ἀνελόντι,
ὅτ᾿ ἐπανέστη κατὰ Ἀναστασίου. οἱ δὲ προστάξει
τοῦ βασιλέως Ἰουστίνου καὶ Ἰουστινιανοῦ φασιν
 ἀναιρεθῆναι αὐτὸν ἐν τῷ Παλατίῳ, θέλοντα καὶ
αὐτοῦ τοῦ κρατοῦντος κατάρχειν· στρατηλάτης δὲ
τῶν στρατευμάτων Ἰουστινιανὸς προκεχείριστο. Ἰωάννου 
άννου δὲ τοῦ Καππαδόκου θανόντος, ὃς πατριάρχης
ἦν Κωνσταντινουπόλεως, κεχειροτόνητο Ἐπιφάνιος
 τῆς ἐκκλησίας ταύτης πρεσβύτερος· καὶ Ὁρμίσδα τοῦ
πάπα Ῥώμης μετηλλαχότος τὸ ζῆν, Ἰωάννης τοὺς
τῆς ἐκκλησίας Ῥωμαίων διεδέξατο οἴακας. ἔχθρας
δὲ Ῥωμαίοις πρὸς Πέρσας οὔσης, ὁ βασιλεὺς Ἰου
στῖνος πρὸς τὸν ῥῆγα τῶν οὔννων ἔστειλε πρέσβεις
 καὶ δῶρα, συμμαχίαν αἰτῶν κατὰ τῶν Περσῶν· καὶ
ὃς συνέθετο. καὶ τοῦ Περσῶν δὲ βασιλέως Κουάδου
τὸν αὐτὸν ῥῆγα περὶ συμμαχίας ἀξιώσαντος, ἐκεῖνος
συμμαχῆσαι αὐτῷ ἐπηγγείλατο· καὶ ἀπῆλθε πρὸς
Πέρσας μετὰ λαοῦ, κατὰ Ῥωμαίων ἀντιταξόμενος. ὁ
 μέντοι βασιλεὺς Ἰουστῖνος περὶ εἰρήνης πρεσβείαν 
στείλας πρὸς τὸν τῶν Περσῶν βασιλέα, μὴ πιστεύειν
τοῖς Οὔννοις αὐτῷ ἔγραψεν, ὡς ὅρκους μετὰ Ῥωμαίων
περὶ συμμαχίας ποιησαμένοις, καὶ χρήματα
λαβοῦσι πολλά, καὶ βουλομένοις προδοῦναι αὐτοὺς
 ἐν πολέμου καιρῷ. ὁ δὲ Κουάδης τὸν ῥῆγα εἰ χρήματα
παρὰ Ῥωμαίων εἴληφεν ἤρετο· τοῦ δὲ καταθεμένου
ἀληθεύειν τὸν Ἰουστῖνον ὑπέλαβε καὶ αὐ-

 
τίκα τὸν μὲν ἀνεῖλεν, καὶ τοὺς οὕννους σχεδὸν
ἅπαντας, εἰ μή τινες ὀλίγοι διαδράντες ἐσώθησαν.
τοῖς δὲ Ῥωμαίοις ἐσπείσατο καὶ τὸν Ἰουστῖνον ἐπίτροπον
Χοσρόου τοῦ νεωτέρου τῶν υἱῶν αὐτοῦ
ἐποιήσατο. τούτῳ γὰρ τὴν τῶν Περσῶν κατελίμ- 
 πανε βασιλείαν, τοὺς πρεσβυτέρους παραβλεπόμενος.
ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν ἐπιτροπὴν παρῃτήσατο. ὁ μέντοι
Λαζῶν ἀρχηγὸς Τζάθος ἀποστατήσας Περσῶν, προσερρύη
τῷ Ἰουστίνῳ καὶ βαπτισθείς, υἱός τε τοῦ
βασιλέως ὀνομασθεὶς καὶ βασιλεὺς Λαζῶν ἀναγορευθείς, 
γυναικί τε συζευχθεὶς ἑνὸς τῶν συγκλητικῶν
θυγατρί, εἰς τὴν ἑαυτοῦ χώραν ἐπανελήλυθε. τοῦτο
αἴτιον αὖθις μάχης Ῥωμαίοις καὶ Πέρσαις ἐγένετο,
ὡς τοῦ βασιλέως Ῥωμαίων τοὺς αὐτοῖς ὑπείκοντας
σφετεριζομένου. τότε καὶ τὰ κατὰ τὸν ἅγιον Ἀρέθαν 
ἐν Νεγρᾷ τῇ πόλει συμβέβηκε. Κουάδης δὲ τοὺς ἐν
τῇ αὐτοῦ ἀρχῇ τύγ’ χανόντας Μανιχαίους ἐφόνευσεν
ἅπαντας καὶ τὸν αὐτῶν ἐπίσκοπον καὶ τὰς βίβλους
 κατέκαυσεν, ὅτι ἔνα τῶν υἱῶν αὐτοῦ τὴν
αὐτῶν διδάξαντες αἵρεσιν τὰ αὐτῶν φρονεῖν παρεσκεύασαν. 
ἡ δὲ πόλις Ἀνάζαρβος ἢ Ἀνάζαρβα, τῆς
δευτέρας Κιλικίας οὖσα μητρόπολις, τότε ὑπὸ σεισμοῦ
συνεπτώθη· καὶ ἡ Ἔδεσσα, πόλις οὖσα περιφανὴς
τῆς Ὀσροηνῶν ἐπαρχίας, κατεκλύσθη, τοῦ μέσον
αὐτῆς ῥέοντος ποταμοῦ πλημμυρήσαντος, κεκλημένου 
Σκίρτου, καὶ τούς τε τῆς πόλεως οἴκους καταβαλόντος
καὶ παρασύραντος καὶ τοὺς αὐτῆς ἐνοικοῦντας
οὓς μὲν συγχώσαντος τοῖς συμπτώμασιν,
οὑς δὲ καταποντίσαντος. μεθ’ ἡμέρας δὲ τοῦ ὕδατος
ἐλαττωθέντος, εὑρέθη ἐν τῇ ὄχθῃ τοῦ ποταμοῦ 
πλὰξ λιθίνη ἐν ἱερογλυφικοῖς γράμμασιν αὐτῇ ἐγκεκολαμμένοις
λέγουσα ταῦτα, Σκίρτος ποταμὸς

 
σκιρτήσει κακὰ σκιρτήματα πολίταις. καὶ τῆς Πομπηιουπόλεως 
τὸ ἥμισυ κατεπόθη, μέσον ῥαγείσης
τῆς πόλεως, καὶ τῶν ἀνθρώπων πολλοὶ ἐν τῷ χάσματι
ἔτι ζῶντες ἀπωλοφύροντο καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο
 ἀνελέσθαι αὐτούς. καὶ γυνή τις ἐκ Κιλικίας τότε
ἐγένετο γιγαντώδης καὶ τὴν ἀναδρομὴν τοῦ σώματος
καὶ τὴν λοιπὴν διαρτίαν· παντὸς γὰρ εὐμήκους ἀνδρὸς 
εἰς πῆχυν ὅλον ὑπερανίστατο· ηὐρύνετο δὲ
τοὺς ὤμους τε καὶ τὰ στέρνα ἐπὶ πολύ, καὶ τἄλλα
 δ’ εἶχε τῷ μήκει τε καὶ τῷ πλάτει ἀνάλογα, τὸ εἶδος
λέγω καὶ τὴν φωνὴν καὶ τῶν βραχιόνων καὶ τῶν
πήχεων τὴν στερρότητα καὶ τὸ μέγεθος καὶ τὸ τῶν
δακτύλων ἁδρὸν καὶ ὅσα τούτοις ἑπόμενα. Ἰουστινιανοῦ
δὲ στρατηλάτου, ὡς εἴρηται, μετὰ θάνατον 
 Βιταλιανοῦ προβληθέντος, ἐκείνῳ ἀνεῖτο ἡ πάσα
διοίκησις. καί ποτε τῶν τὰς ἡγεμονίας ἐχόντων δεομένων
τοῦ βασιλέως κοινωνὸν τῆς βασιλείας ἑλέσθαι
τὸν στρατηλάτην, ἐκεῖνος τῆς ἁλουργίδος ἁψάμενος
δι’ εὐχῆς ὑμῖν ἤτω, φησί, μὴ νεώτερον ταύτην περιβαλέσθαι.
 καὶ τότε μὲν οὕτω τὴν ἐκείνων δέησιν
διεκρούσατο. οἱ δ’ αὖθις μετ’ οὐ πολὺ ψήφισμα
ἔθεντο τὴν τοῦ νωβελισσίμου ἀξίαν τῷ Ἰουστινιανῷ
ἐπιψηφιζόμενον καὶ τὸν βασιλέα ᾐτοῦντο κυρῶσαι
τὸ ψηφισθέν· καὶ ὃς εἴξας γράμμασιν οἰκείοις τοῦτο
 ἐκύρωσε. τραύματος δέ οἶ γενομένου περὶ τὴν κνήμην
κλινήρης ἦν. ὡς δ’ ἡ νόσος ἐκραταιοῦτο καὶ
ἀμφίβολον ἦν αὐτῷ τὸ βιώσιμον, μετακαλεῖται τὸν 
πατριάρχην Ἐπιφάνιον, μεταπέμπεται δὲ καὶ τοὺς ἐν
τέλει, καὶ βασιλέα τὸν ἀδελφιδοῦν Ἰουστινιανὸν ἀναδείκνυσιν,
 αὐτὸς τῇ ἐκείνου κεφαλῇ περιθεὶς τὸ
διάδημα. καὶ εἰς τὸ τῆς ἱππηλασίας θέατρον τοῦ
δήμου τῆς πόλεως ἀθροισθέντος, ἔξεισι πρὸς αὐτοὺς

 
ἐστεμμένος ὁ Ἰουστινιανός, καὶ παρὰ πάντων εὐφημισθεὶς
ἐπανῆκεν εἰς τὰ βασίλεια, τεσσαράκοντα καὶ
πέντε τότε τυγχάνων ἐνιαυτῶν. αὐτίκα δὲ καὶ ἡ
γαμετὴ αὐτοῦ Θεοδώρα ἀνερρήθη Αὐγούστα, καὶ
μετ’ ὀλίγον τῷ Ἰουστίνῳ ἐπέλιπεν ἡ ζωή, βασιλεύσαντι
ἔτη ἐννέα ἐφ’ ἡμέραις εἴκοσιν.

Καὶ ὁ μὲν εὐσεβῶς βασιλεύσας ἀπῆλθεν· ἄρξαν-
 τος δὲ Ἰουστινιανοῦ οὐκ εἰς μοναρχίαν ἡ βασιλεία
κατέστη, ἀλλ’ εἰς διπλοῦν τὸ κράτος μεμέριστο· οὐδὲν
γὰρ ἧττον τοῦ κρατοῦντος, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον, ἡ 
κοινωνὸς αὐτῷ τοῦ βίου δεδύνητο. ἦν δὲ ὁ βασιλεὺς
οὗτος ῥᾷστος μὲν πρὸς ἔντευξιν καὶ ἀναπεπταμένας
εἶχε τὰς ἀκοὰς πρὸς διαβολήν, ὀξὺς δὲ πρὸς
ἄμυναν, ἀφειδὴς πρὸς χρημάτων ἐξάντλησιν καὶ
πρὸς συλλογὴν αὐτῶν ἀφειδέστερος. τὰ μὲν γὰρ 
ἀνήλισκεν εἰς οἰκοδομάς, τὰ δὲ ἵν’ αὐτῷ κατορθοῖντο
ὅσα οἱ ἐτύγχανε πρὸς βουλῆς, τὰ δὲ εἰς πολέμους
καὶ τὰς πρὸς τοὺς ἀνθισταμένους ταῖς ἑαυτοῦ θελήσεσιν
ἔριδας. ὅθεν ἀεὶ χρημάτων δεόμενος ἐξελέγετο
ταῦτα ἐκ τρόπων οὐκ εὐαγῶν καὶ χάριτας ᾔδει 
 τοῖς προφάσεις αὐτῷ τοῦ ἀργυρολογεῖν ἐφευρίσκουσι.
καὶ οὐχ ὁ μὲν οὕτω διέκειτο, ἡ δὲ βασιλὶς ἠλαττοῦτο
κατά τι τοῦ αὐτοκράτορος ἤ πρὸς ἐξουσίαν ἢ
πρὸς χρημάτων κτῆσιν ἐκ τρόπου παντός. ἐδύνατο
μὲν γὰρ πολλῷ τῷ μέσῳ τοῦ ξυνευνέτου ἐπέκεινα, 
ἦν δὲ καὶ ποριμωτάτη πρὸς εὕρεσιν καινοτέρων καὶ
πολυτρόπων ἐπινοιῶν. ἐντεῦθεν τοῖς ὑπηκόοις διχόθεν 
αἱ συμφοραί· οἵ τε γὰρ ἐτήσιοι δασμοὶ ἐπὶ μεῖζον
ἐξῄροντο καὶ καινοὶ προσεπινενόηντο. καὶ οἱ
μὲν ὡς μὴ περὶ τὴν εἰς τὸ θεῖον δόξαν ὀρθῶς διακείμενοι,
οἱ δὲ ὡς ἀκολάστως βιοῦντες ἐκολάζοντο
καὶ τὰς περιουσίας ἀφῄρηντο, οἱ δὲ διὰ τὰς πρὸς

 
ἀλλήλους διαφοράς, καὶ ἄλλοι ἐξ ἄλλων τρόπων καὶ
ἕτεροι ἐξ ἑτέρων. πάντας γὰρ ἀπαριθμεῖν μακρᾶς
ἂν δέοιτο συγγραφῆς. κατὰ δὲ τὸ πέμπτον ἔτος τῆς
βασιλείας αὐτοῦ ἀστέρος ὤφθη φαῦσις κομήτου, ὅς
 λαμπαδίας ὠνόμασται, ὡς ἄνω τὰς ἀκτῖνας ἱείς , ὅς
ἐφ᾿ ἡμέρας εἴκοσι φαίνων διήρκεσεν. ἔθετο δὲ καὶ
πρὸς τοὺς Πέρσας σπονδάς. καὶ τὰ μὲν κατὰ τὴν 
ἑῴαν εἰρήνευον, τὴν δὲ πόλιν κατέτρυχον ἐμφύλιοι
πόλεμοι, καὶ τὸ κάλλος αὐτῆς καὶ τὴν ἀγλαΐαν, ὅση
 περιελέλειπτο ἀπὸ τοῦ ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Λέοντος
γεγονότος ἐμπρησμοῦ, διεφθάρκασι. μίσους γὰρ
ἐμφύντος τοῖς δήμοις κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος καὶ
τῆς βασιλίσσης δι᾿ ἅπερ εἴρηται, ὡμονόησαν ἄμφω 
τὰ μέρη, τό τε Βένετον καὶ τὸ Πράσινον, καίτοι ἀεὶ
 ἀλλήλοις ἐναντιούμενα, καὶ στάσεως ἤρξαντο. ὁ δέ
γε κρατῶν μοῖράν τινα βαρβάρων τῶν καλουμένων
Αἰλούρων αὐτοῖς ἐπαφεὶς στῆσαι τὴν στάσιν οὕτως
ἐπικεχείρηκεν. ἡ δ᾿ ἀνῆπτο μᾶλλον· μάχης γὰρ συρραγείσης
μέσον τῶν δήμων καὶ τῶν βαρβάρων κατὰ
 τὸ λεγόμενον Μίλιον, καὶ πιπτόντων πολλῶν ἑκατέρωθεν,
οἱ τῆς ἐκκλησίας καταπαῦσαι τὴν στάσιν καὶ
τὸν πόλεμον σπεύδοντες τὰς παναγεῖς τῶν θείων
εὐαγγελίων βίβλους ἀράμενοι καὶ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν
σεβάσμια ἐκτυπώματα εἰς μέσους τοὺς μαχομένους
συνώθησαν ἑαυτούς, οἰόμενοι αἰδεσθέντας ἐκείνους
τὰ ἅγια καταθέσθαι τὰ ὅπλα καὶ ἀποσχέσθαι τοῦ 
μάχεσθαι· ἀλλ᾿ οἱ βάρβαροι τῶν ἁγίων φροντίσαντες
οὐδ᾿ ὁπωστιοῦν τούς τε δήμους συνέκοπτον καὶ οὐδὲ
τῶν ἱερῶν ἢ τῶν ταῦτα φερόντων ἐφείδοντο. τοῦτο
 τοῖς τῆς πόλεως εἰς ἐρεθισμὸν τῆς στάσεως γέγονε,
καὶ ὥσπερ αὐτῷ τῷ θείῳ ἀμύνοντες, εἰς ἀπόνοιαν
ἐξήφθησαν πλείονα, καὶ οὐκ ἄνδρες μόνον, ἀλλὰ καὶ

 
γυναῖκες ἐκ τῶν ὑπερῴων ἐμάχοντο, λίθοις καὶ κεράμοις
καὶ παντὶ τῷ προστυχόντι βάλλουσαι ἄνωθεν
τὴν βάρβαρον ἐκείνην πληθύν. οἱ δὲ μανίᾳ ληφθέντες,
καὶ ἀμύνασθαι τὰ γύναια θέλοντες, πῦρ ἐνιᾶσι
τοῖς οἴκοις, ἐξ ὧνπερ ἐβάλλοντο. πνεύματος δὲ σφοδροῦ 
 πνέοντος τηνικαῦτα, ἡ φλὸξ ἦρτο ταχέως ἀέριος
καὶ πολλὰς μεγίστας τε καὶ καλλίστας οἰκοδομὰς
κατῃθάλωσε καὶ ἀγάλματα κατέφλεξεν ἀρχαίων ἀνδρῶν
ἐπισήμων ἐπὶ σοφίᾳ καὶ ἐπ᾿ ἀνδρείᾳ καὶ τοῖς
διὰ χειρῶν καὶ συνετῶν βουλευμάτων ἀνδραγαθήμασι, 
καὶ ἐπὶ πᾶσιν αὐτὸ τὸ θεῖον τέμενος τοῦ μεγάλου
ναοῦ, ὃν βασιλεὺς Κωνστάντιος ἐδομήσατο,
καὶ τὸ τῆς ἁγίας Εἰρήνης, καὶ τὸν τοῦ Εὐβούλου
ξενῶνα καὶ τὴν τοῦ Παλατίου Χαλκόστεγον, ἥτις ἦν
ἡ νῦν καλουμένη Χαλκῆ, καὶ εἱρκτὴν χρηματίζουσαν 
καὶ τὸ τοῦ Σευήρου λουτρὸν τὸ λεγόμενον Ζεύξιππον
καὶ ἄλλα πολλὰ κόσμον καὶ θαῦμα τῇ πόλει καὶ
 τῇ βασιλείᾳ περιποιούμενα. τότε τοίνυν ὁ βασιλεὺς
ἑτέρως καταστορέσαι τὴν στάσιν διανενόητο· καὶ
ἀνελθὼν εἰς τὸ θέατρον διαλεχθῆναι τοῖς δήμοις 
βεβούλευτο, καὶ πέμψας ἐκεῖ τὸ δημοτικὸν μετεστέλλετο.
τὸ δ᾿ οὐκ ἠνείχετο προσελθεῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλήλοις
παρεκελεύοντο φυλάξασθαι τὸ ἱππήλατον
θέατρον, ἵνα μὴ ὡς ἐν εἱρκτῇ συγκλεισθεῖεν αὐτῷ
καὶ τοῦ θυμοῦ τῶν κρατούντων γένωνται παρανάλωμα. 
ἐντεῦθεν εἰς τὴν Ἀγορὰν διαθέοντες, ἴτερον
βασιλέα ἑαυτοῖς ἐβουλεύσαντο προχειρίσασθαι καί
τινα συγγενῆ τοῦ βασιλέως Ἀναστασίου περισχόντες
 Ὑπάτιον, πῇ μὲν ἄκοντα, πῇ δέ γε πεπεισμένον,
εἰς τὸν τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου Φόρον ἀπάγουσι, 
καὶ ἐπὶ ἀσπίδος αὐτὸν μετάρσιον ἄραντες ἀναγορεύουσι
βασιλέα καὶ τὸ τῶν ἵππων ἐκεῖθεν ἁμιλ-

 
λητήριον καταλαμβάνουσι θέατρον, εὐφημοῦντες αὐτόν,
καὶ πορφυρίδα ἐζήτουν καὶ στέφος. ἐν τούτοις
τῶν δήμων ἀσχολουμένων, ἴσχυσαν οἶ περὶ τὸν βασιλέα
πλείστων χρημάτων διανομαῖς ὑποσῦραι τῶν
 Βενέτων πολλούς, καὶ οὕτως τὴν τῶν δήμων ὁμόνοιαν
διαστήσαντες χωρήσαι κατ’ ἀλλήλων αὐτοὺς
πεποιήκασι. τότε τοίνυν ἀθρόον ἐκ τῶν βασιλείων 
οἱ προκοιτοῦντες τῶν κρατούντων ἐξέθορον ἔνοπλοι,
κἀκ τῆς πόλεως ἕτεροι στρατιῶται, καὶ οἶ βάρβαροι 
 ἐπεισέφρησαν, καὶ τὰ πλήθη ὡς χόρτον ἄνευ φειδοῦς
ἐξεθέριζον, ἤδη καὶ πρὸς ἄλληλα στασιάσαντα· μεστὸν
γὰρ ἦν ἀνθρώπων τὸ θέατρον, τῶν μὲν τῆς τῶν
στασιαζόντων μοίρας, τῶν δέ γε πλειόνων κατὰ θέαν
τῶν γινομένων καὶ τῆς τοῦ Ὑπατίου ἀναρρήσεως
 ἠθροισμένων. τὸν δὲ Ὑπάτιον συλλαβόντες καὶ
Πομπήιον τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τῷ βασιλεῖ προσήγαγον,
οἳ καὶ ἀνῃρέθησαν καὶ αἶ περιουσίαι αὐτῶν
ἐδημεύθησαν. τῶν δ’ ἐκ τοῦ δήμου ἀναιρεθέντων
εἰκάσθη εἶναι ὁ ἀριθμὸς ὡσεὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες.
 οὐχὶ τῶν εἰρημένων δὲ δύο ἀνδρῶν μόνον ἐδημεύθησαν
αἶ οὐσίαι, ἀλλὰ καὶ ἑτέρων πλειόνων συγκλητικῶν·
κἀκεῖνοι δὲ πολυειδῶς ἐκολάσθησαν. ἐν
δὲ τῇ στάσει ταύτῃ, ὡς εἴρηται, τῆς μεγάλης ἐκκλησίας 
καυθείσης, ἧς δομήτωρ ἦν ὁ Κωνστάντιος, ἑτέραν
 πολλῷ μείζω καὶ περιφανεστέραν ὁ βασιλεὺς
Ἰουστινιανὸς ἀπήρξατο καινουργεῖν, τῆς οἰκοδομῆς
αὐτῆς ἀρχθείσης κατὰ τὸ ἑξακισχιλιοστὸν τεσσαρακοστὸν
ἔτος, ἰνδικτιῶνος πεντεκαιδεκάτης ἐνισταμένης
ἐν Φευρουαρίῳ μηνί. οὐ μόνον δὲ τοῦ ἱεροῦ
 τούτου δόμου τῆς δομήσεως ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ἀπήρξατο,
ἀλλὰ καὶ ἑτέρων πλειόνων, ἐν οἷς ἀπείρων
χρημάτων δεόμενος τὰς τυπωθείσας ἀνέκαθεν ἐν

 
ἑκάστη τῶν πόλεων δίδοσθαι σιτήσεις τοῖς ἐν αὐταῖς
διδασκάλοις τῶν λογικῶν τεχνῶν ὑποθήκαις τοῦ
ἐπάρχου ἐξέκοψε, καὶ οὕτω τῶν ἐν ταῖς πόλεσι διδασκαλείων
ἐσχολακότων ἀγροικία τῶν ἐν αὐταῖς
 κατεκράτησε. κατά γε μὴν τὸ ἑπτακαιδέκατον ἔτος 
τῆς βασιλείας αὐτοῦ καὶ ὁ κίων ὁ μέγας, ὃς ἐν τῷ
προαυλίῳ τοῦ μεγάλου ναοῦ καθίδρυται, τετελείωται,
ἐφ’ οὗπερ οἰκεῖον ἀνδριάντα ἔφιππον οὗτος ὁ
βασιλεὺς ἀνεστήλωσεν, ἔνθαπερ πρὶν ἕτερος ἔστατο
κίων τοῦ μεγάλου Θεοδοσίου φέρων στήλην ἐξ ἀργύρου
γύρου πεποιημένην παρὰ τοῦ ἐκείνου παιδὸς Ἀρκαδίου,
ἕλκουσαν σταθμὸν λιτρῶν ἑπτακισχιλίων τετρακοσίων,
ἣν καθελὼν ἐκεῖνος μετὰ τοῦ κίονος καὶ τὸν
ἄργυρον ἀφελόμενος τὸν νῦν ὁρώμενον μετὰ τῆς
οἰκείας στήλης ἀνήγειρε κίονα. ἀλλὰ καὶ ὁλκὸν μέγιστον
ἐκ μολίβδου ἐξειργασμένον, δι’ οὗ τὸ ὕδωρ
εἰς τὴν πόλιν εἰσήγετο, καταλέλυκε, πολλῆς ἐν ταῖς
 οἰκοδομαῖς τῆς ὕλης ταύτης δεόμενος. καὶ κλόνος
δὲ τότε τῆς γῆς συνέβη σφοδρότατος, ἐξ οὗ συνεπτώθη
τῆς Κυζίκου τὸ ἥμισυ. ἱστορεῖται δέ τις τότε τῷ 
Βυζαντίῳ ἐπιδημῆσαι ἕλκων κύνα τερατουργόν·
πολλῶν γὰρ εἰς θέαν αὐτοῦ συνηγμένων, ἐδίδουν
πλείους ἐκ τούτων τοὺς ἑαυτῶν δακτυλίους, καὶ
πάντες ὁμοῦ πρὸ τοῦ κυνὸς κατετίθεντο. ὁ δ’ ἐκέλεύετο
πρὸς τοῦ κυρίου αὐτοῦ ἑκάστῳ παρεσχηκέναι 
τὸν ἴδιον, καὶ τῷ στόματι λαμβάνων αὐτοὺς καθ’
ἔν ἁ ἀπλανῶς ἑκάστῳ τὸν οἰκεῖον προσένειμε. καὶ
αὖθις προσετάττετο δεῖξαι τίς μὲν εὔπορος ἦν, τίς
δὲ πένης ἢ τίς πόρνη τῶν γυναικῶν ἢ ποία χήρα,
τίς δὲ συνεζευγμένη ἀνδρί, καὶ ἕτερα τοιαῦτα, καὶ
 πάντα ἐδείκνυεν ἀνεπισφαλῶς, ἑκάστου πρὸς τὸ
ἐρώτημα τὸ ἱμάτιον κατέχων τῷ στόματι.

Τῷ μέντοι δεκάτῳ ἔτει τῆς ἀρχῆς Ἰουστινιανοῦ τοῦ πατριάρχου Ἐπιφανίου θανόντος ὁ Τραπεζοῦντος
Ἄνθιμος εἰς τὸν ἱερατικὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως
μετατίθεται. οὗτος ὁ βασιλεὺς καὶ κατὰ
 τῶν ἀνδρομανῶν πολὺς ἔπνευσε, καὶ πλείστους διὰ
ταύτην τὴν αἰτίαν ἐκόλασε, τὴν αἰδῶ τούτων ἐκτέμνων.
καὶ πρὸς τὸν ἐρόμενον διὰ τί ταύτῃ τοὺς
ἀρρενοφθόρους κολάζεις; ἔφη “εἰ δ’ ἄρα ἱεροσυλήκασιν,
οὐκ ἂν τὴν χεῖρα τούτων ἀπέτεμον”; οὗτος
 καὶ τὸν μέγαν ἐν τῇ Πηγῇ ναὸν τῆς Θεοτόκου ἀνήγειρε
καὶ τὸ τῶν σεπτῶν μαρτύρων ἱερὸν Σεργίου
καὶ Βάκχου καὶ ἄλλας οἰκοδομὰς πολλὰς ἐποιήσατο, 
καὶ γέφυραν ἔκτισε κατὰ τὸν Σάγγαριν ποταμόν, ἐν
ᾗ καὶ ἐπίγραμμα παρὰ Ἀγαθίου ἐγένετο τόδε·
 καὶ σὺ μεθ’ ἑσπερίην ὑψαύχενα καὶ μετὰ Μήδων 
 ἔθνεα καὶ πᾶσαν βαρβαρικὴν ἀγέλην, 
 Σαγγάριε, κρατερῇσι ῥοὰς ἁψῖσι πεδηθείς, 
 οὕτω ἐδουλώθης κοιρανικῇ παλάμῃ, 
 ὁ πρὶν δὲ σκαφέεσσιν ἀνέμβατος, ὁ πρὶν ἀτειρής, 
 κεῖσαι λαινέῃ σφιγκτὸς ἀλυκτοπέδῃ. 
καὶ ἡ βασιλὶς Θεοδώρα τότε τὸν τῶν ἀγίων Ἀποστόλων
περιώνυμον ναὸν ἐδομήσατο. ἦν μὲν γὰρ καὶ
πρῴην τοῖς Ἀποστόλοις ἐκεῖσε ναός, παρὰ Κωνσταντίου
τοῦ υἱοῦ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου δεδομημένος, 
 οὐχ οἷος δὲ ὁ νῦν ἐστι, πολλῷ δὲ τούτου καὶ
πρὸς κάλλος καὶ πρὸς ὄγκον λειπόμενος. Ὁνωρίου
δέ ποτε τῆς πρεσβυτέρας βασιλεύοντος Ῥώμης, μεταναστὰν
τὸ τῶν Οὐανδήλων ἔθνος καὶ εἰς Ἱσπανίαν
ἐλθόν, κἀκεῖθεν εἰς Λιβύην περαιωθέν, σὺν
 τῷ οἰκείῳ ῥηγὶ Γονδιγίσγλῳ κατέσχε ταύτην. ἐφ’
υἱοῖς δὲ δυσὶ τούτου θανόντος, ὧν ἅτερος Γόνδαρις,
ὁ δὲ λοιπὸς ἐκαλεῖτο Γιζἐριχος, εἰς μόνον τὸν Γιζἐρι-

 
χον ἡ ἀρχὴ περιέστη, τοῦ Γόνδαρι τελευτήσαντος.
οὗτος οὖν ὁ Γιζέριχος τήν τε Καρτάγεναν παρειλήφει
καὶ τὴν Ῥώμην αὐτήν, καὶ ἐπὶ τριάκοντα καὶ
 ἐννέα τῶν Οὐανδήλων ἡγεμονεύσας ἐνιαυτοὺς ἀπέτισε
τὸ χρεών. ὃν Ὁνώριχος ὁ υἱὸς διεδέξατο, ὑφ’ 
οὗ πλεῖστα δεινὰ τοῖς ὀρθοδόξοις ἐπήχθησαν, ἀρειανίζειν
πάντας καταναγκάζοντος. ὃς ἐπ’ ἔτη ἄρξας
ὀκτὼ ἐπὶ διαδόχῳ Γουνδαμούνδῳ τῷ υἱωνῷ τελευτᾷ.
καὶ οὗτος δὲ βαρὺς τοῖς ὀρθοδόξοις γενόμενος,
κατέλυσε τὴν ζωὴν ἐπὶ ἐνιαυτοὺς τὴν ἀρχὴν κατασχὼν 
δυοκαίδεκα. εἶτα Τρασαμοῦνδος τῶν Οὐανδήλων
γέγονεν ἡγεμών, καὶ οὗτος Ἀρειανός, οὐ κολάζων
τοὺς ὀρθοδόξους, μόνον μέντοι ἀποστρεφόμενος,
καὶ τούτου δὲ ἔτη εἴκοσι καὶ ἑπτὰ διαγαγόντος
ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ τὸ βιώσιμον ἐκμετρήσαντος εἰς Ἰλδέριχον 
ἡ ἡγεμονία μετέπεσεν) ὃς Γιζερίχου ἦν υἱωνὸς
 ἐξ Ὁνωρίχου τοῦ ἐκείνου παιδός. οὔτε δὲ χριστιανοῖς
χαλεπῶς προσεφέρετο καὶ πᾶσι πρᾷος ἐτύγχανεν,
ἅτε καὶ μαλθακοῦ τυχὼν ἤθους ἐκ φύσεως,
ὅθεν ἦν καὶ πρὸς πολέμους νωθέστερος. οὗτος δὴ 
ὁ Ἰλδέριχος συνήθης γέγονε τῷ Ἰουστινιανῷ ἔτι
ἰδιωτεύοντι. Γελίμερ δέ τις ὁμογενὴς Ἰλδερίχου,
ἀνὴρ κακοήθης, δραστήριος δὲ καὶ νεωτερίσαι δεινότατος,
ἐπέθετο τυραννίδι· καὶ τὸν οἰκεῖον κατασχὼν
δεσπότην εἱρκτῇ παραδίδωσι καὶ τοὺς ὅσοι ἐκείνῳ 
ᾠκείωντο. ἀποτριβόμενος δ’ οἷον τὸ τῆς τυραννίδος
αἰτίαμα, γράφει πρὸς Ἰουστινιανὸν ὡς οὐ τῆς ἀρχῆς
ἐρῶν ταύτης ἐδράξατο, ἀλλ’ ὅτι Ἰλδέριχος ἀποπεφύκει
πρὸς τὴν ταύτης διοίκησιν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἀντε-
B πέστειλε τῷ Γελίμερι ὡς οὐκ ἀνέξεται, εἰ μὴ τῷ τυραννηθέντι 
μὲν βοηθήσει, τὸν δὲ τυραννήσαντα
τιμωρήσεται. διὸ τὸν πατρίκιον Βελισάριον ἐκ τῆς

 
ἑῴας μεταστειλάμενος, ἐκεῖ γὰρ ἦν ὁ ἀνὴρ τοῖς Πέρσαις
μαχόμενος, εἰς Λιβύην μετὰ χειρὸς βαρείας καὶ
στόλου πέμπει πολλοῦ, ταῖς δυνάμεσιν ἀπάσαις ἐπιστήσας
αὐτὸν ἀρχιστράτηγον αὐτοκράτορα, ᾧ καὶ ὁ
 Καισαρεὺς συμπαρωμάρτει Προκόπιος, ὃς τὰ περὶ τῶν
ἐκεῖ πολέμων ἱστόρησε πλατυκώτερον. καταπλεύσας
οὖν εἰς Λιβύην ὁ Βελισάριος χάρακα βάλλεται. ὁ δὲ
Γελίμερ τοῦτο μαθών, ἐντέλλεται τῷ ἀδελφῷ Ἀματᾷ
τόν τε Ἰλδέριχον καὶ τοὺς αὐτοῦ συγγενεῖς, οὓς ἐμφρούρους
 κατεῖχεν, αὐτίκα κτεῖναι. καὶ οἶ μὲν ἀνῄρηντο. 
Γελίμερ δὲ συμβαλὼν τῷ Βελισαρίῳ καὶ
τραπεὶς τῆς τε Καρχηδόνος ἐξέπεσε καὶ τῶν ἄλλων
καὶ πάσης τῆς Λιβύης ἐκράτησε Βελισάριος καὶ τῇ
βασιλείᾳ Ῥωμαίων ὑπέταξεν, ἐνενήκοντα καὶ πέντε
 ἐνιαυτοὺς τῶν Οὐανδήλων κυριευσάντων αὐτῆς.
συνέσχε δὲ ζωὸν καὶ αὐτὸν τὸν Γελίμερα σὺν γαμετῇ
καὶ τέκνοις αὐτοῦ. λέγεται δὲ πολιορκουμένῳ 
αὐτῷ μετὰ τῶν οἰκείων ἐν χώρᾳ λυπρᾷ τῇ τῶν
Μαυρουσίων ἐπιλεῖψαι τὰ ζωαρκῆ, τὸν δὲ ἐπιστεῖλαι
 τῷ ταγματάρχῃ, ὃν ὁ Βελισάριος τῇ πολιορκίᾳ
ἐπέστησεν, ἀξιοῦντα στεῖλαί οἶ ἄρτον ἔνα καὶ κιθάραν
καὶ σπόγγον. καὶ ὃς συνιδεῖν οὐκ ἔχων ὅτου
χάριν αἰτοῦνται παρὰ τοῦ Γελίμερος τὰ αἰτούμενα, 
τὸν τῆς γραφὴς ἠρώτησε κομιστήν· ὁ δὲ τὸν μὲν
 ἄρτον εἶπεν αἰτεῖν ἐπιθυμῶν τοῦτον ἰδεῖν, ἐπεὶ μὴ
εἶδεν ἐξότου τῆς Καρχηδόνος ἐκπέπτωκε, τῶν βαρβάρων,
παρ’ οἶς ἦν, κακοβίων ὄντων, τὸν δὲ σπόγγον,
ἵνα τούτῳ τῶν ὀμμάτων ἐκμάσσῃ τὰ δάκρυα,
τὴν δὲ κιθάραν, ἔνα ταύτῃ τὰς οἰκείας συμφορὰς
 ἀποκλαύσηται. ἑαυτὸν δὲ ὅμως παραδοὺς τοῖς πο-
 Προκόπιος] In bello Vandalico.

 
λιορκοῦσι μετὰ τῶν συνόντων ἤχθη πρὸς Βελισάριον,
καὶ ἐγέλα πρὸς αὐτὸν εἰσαγόμενος, ὡς τοῖς ὁρῶσιν
ἐξεστηκέναι δοκεῖν αὐτὸν διὰ τὴν τοῦ πάθους ὑπερβολήν.
ἦν δ᾿ ἑτεροῖόν τι τὸ γινόμενον. ἀναλογιζόμενος
 γὰρ εἰς οἵαν τύχην ἐξ οἵας κατήντησε, καὶ 
γέλωτος ἄξια κεκρικὼς τὰ ἀνθρώπινα, ἐγέλα ταῦτα.
Βελισάριος δὲ καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς τῶν Οὐανδήλων
ἄρχοντας ἐντίμως ἐφύλαττε, κομισθησομένους τῷ
βασιλεῖ. παρειλήφει δὲ καὶ Σικελίαν καὶ τὴν Σαρδώ,
νῆσος δὲ καὶ αὐτή, καὶ τὰ μέχρι Γαδείρων ὑφ᾿ 
ἑαυτὸν ἐποιήσατο, καὶ οὕτως ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Βυζάντιον
καὶ τιμῆς μεγάλης παρὰ τοῦ βασιλέως ἠξίωτο,
ἄγων αὐτόν τε τὸν Γελίμερα σὺν γυναικὶ καὶ
τέκνοις καὶ συγγενέσι καὶ πᾶσαν τὴν θεραπείαν αὐτοῦ.
εἶτα καὶ θρίαμβον ἐπὶ τῇ νίκῃ κατήγαγε, τελουμένῃς 
ἁμίλλης ἵππων ἐν τῷ θεάτρῳ, αὐτοῦ τε τοῦ
κρατοῦντος, ὡς ἔθος, προκαθημένου καὶ τῆς γερουσίας
παρούσης καὶ τοῦ δήμου παντός. καὶ προῄει
 μὲν ἐκ τῆς τῶν ἵππων ἀφετηρίας ὁ ἀρχιστράτηγος
τῆς πορφυρίδος τοῦ Γελίμερος παρεπομένου ἐχόμενος 
τῇ χειρί· συμπαρωμάρτουν δ᾿ αὐτῷ καὶ οἱ τῶν
τάξεων στρατηγοὶ καὶ ταγματάρχαι καὶ λοχαγοὶ καὶ
οἱ τοῦ Γελίμερος συγγενεῖς. ἤδη δ᾿ ἐφθακὼς ἔναντι
τοῦ κρατοῦντος ὁ Βελισάριος πείθει τὸν Γελίμερα
εἰς τοὔδαφος καταβαλεῖν ἑαυτὸν καὶ οὕτως ἀπονειῖμαι 
τῷ βασιλεῖ τὴν προσκύνησιν. ὁ δ᾿ ἐποίει τὸ
προσταττόμενον, καταχεόμενος δάκρυσι. καὶ αὐτὸς
δὲ ὁ Βελισάριος προσούδισεν ἑαυτόν, ἐνδεικνύμενος
τῷ Γελίμερι ὅτι οὐχ ὡς αἰχμάλωτος ἐκεῖνος τοῦτο
ποιῆσαι ἀπῄτητο, ἀλλ᾿ ὅτι οὕτω νενόμισται προσκυνεῖσθαι 
τῶν Ῥωμαίων τοὺς βασιλεῖς, καὶ οἱονεὶ κουφίζων
 αὐτῷ τὸ δυστύχημα. καὶ τὴν ἴσην δὲ τῇ βα-

 
σιλίσσῃ προσκύνησιν ἀπονείμαντα τὸν Γελίμερα καταγωγὴ 
δέχεται λαμπρὰ καὶ θεραπεία βασιλικὴ προετοιμασθεῖσα
αὐτῷ. μεθ’ ἡμέρας δέ τινας αὖθις ἱππηλασίας
ἀγομένης κατὰ τὸ θέατρον, τὰ λάφυρα τοῦ
 πολέμου διὰ μέσης τῆς πόλεως κομιζόμενα εἰσήγοντο
εἰς τὸ Στάδιον, ἀκόντια καὶ θρόνοι καὶ φορεῖα καταστεγῆ
γυναικεῖα, χρυσοῦ τὰ πάντα πεποιημένα καὶ
λίθοις τιμαλφέσιν ἐπικοσμούμενα, καὶ κλίνη ὁμοία
καὶ χρυσόπαστοι τάπητες καὶ σκεύη τὰ ταῖς τραπέξαις
 ὑπηρετούμενα, τὰ μὲν ἐκ χρυσοῦ εἰργασμένα,
τὰ δ’ ἐξ ἀργύρου πεποιημένα, καὶ ἐκπώματα χρύσεα
τε καὶ λιθοκόλλητα καὶ ἁλουργεῖς ἐσθῆτες καὶ πέπλοι
παρόμοιοι καὶ βασίλειοι στέφανοι καὶ κόσμοι 
γυναικῶν διάλιθοί τε καὶ περιμάργαροι καὶ ἄλλα
 πλεῖστα καὶ ἀριθμὸν σχεδὸν ὑπερβαίνοντα, καὶ ἐπὶ
πᾶσι λάρνακες ἑπτὰ χρυσίου μεσταὶ καὶ βίβλοι τῶν
θείων εὐαγγελίων, χρυσῷ περιλαμπόμεναι πάντοθεν
καὶ λίθων παντοίοις γένεσι ποικιλλόμεναι. τὰ μὲν
οὖν τοῦ θριάμβου ἦσαν ἐν τούτοις. Βελισάριος δὲ
 καὶ ὑπατείας ἠξίωτο.

Ἤδη δὲ τοῦ τῶν Οὐανδήλων πολέμου καταλυθέντος στέλλεται παρὰ τοῦ βασιλέως εἰς Ῥώμην, 
ταύτην τε καὶ πᾶσαν αὐτῷ τὴν Ἰταλίαν παραστησό
μένος, ὑπὸ Γότθων κατεχομένην, ὧν Θευδᾶτος ἦν
 ἡγεμών. τοῦτο μαθὼν ὁ Θευδᾶτος, Ἀγαπητὸν τὸν
Ῥώμης μέγαν ἀρχιερέα, ἄνδρα θεσπέσιον, στέλλει 
τῷ βασιλεῖ πρεσβευσόμενον. ὁ δὲ καταλαβὼν τὸ
Βυζάντιον καὶ τῷ Ἰουστινιανῷ ἐντυχών, πρῶτον
περὶ θεοῦ καὶ τῆς εἰς αὐτὸν διαλέγεται πίστεως, καὶ
 τὴν εἰς τὸν θρόνον τῆς νέας Ῥώμης ἀναγωγὴν Ἀνθίμου
ὑπ’ αἰτίαν πεποίητο, ὅτι τε μὴ κανονικῶς ἐκ
Τραπεζοῦντος, ἣ τῶν εἰς τὸν Πολεμωνιακὸν πόντον

 
κειμένων πόλεων τυγχάνει μητρόπολις, εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν
μετήνεκτο, καὶ ὅτι καὶ τῆς Σευήρου
κακοδοξίας μετέσχηκεν. ὁ δ’ αὐτοκράτωρ σπουδῇ
τῆς βασιλίδος τὸν Ἄνθιμον τῆς ἀρχιερατικῆς ἀξιώσας
καθέδρας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς οἰκείας 
ἀντείχετο πράξεως. ἐνισταμένου δ’ ἔτι τοῦ θείου
 Ἀγαπητοῦ, καὶ ἠπείλει αὐτῷ, κύριος εἶναι λέγων
πράττειν ὃ βούλοιτο. ὡς δ’ ἐπεγέλα ἀπειλοῦντι τῷ
βασιλεῖ ὁ ἀρχιερεύς, καὶ ἡδέως ἂν δέξασθαι τὴν
σφαγὴν ἀντεπῆγε καὶ μακάριος εἶναι, εἰ τοιούτου 
τέλους ἀξιωθείη, ᾐδέσθη ὁ αὐτοκράτωρ, καὶ μεταβαλὼν
ὑπὸ ζήτησιν τὴν πρᾶξιν καθίστησι. καὶ ἀντεῖπον
μέν τινες τῶν ἀρχιερέων τῷ πάπα Ῥώμης Ἀγαπητῷ,
τῇ βασιλίσσῃ χαριζόμενοι, παρ’ ἧς καὶ χρήμασιν
ὑπεφθάρησαν. πάντων δ’ ἐκεῖνος τῇ ἀληθείᾳ 
συνηγορῶν ὑπερτέρησε, καὶ ὁ Ἄνθιμος τοῦ θρόνου
τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκβέβλητο, ἔτος ἒν ἀπολαύσας,
αὐτοῦ τοῦ βασιλέως αἰδεσθέντος τὸν ἱερώ-
 τατὸν πάπαν καὶ τὴν ἀλήθειαν. ἀντεισήχθη δὲ Μηνᾶς,
ἀνὴρ εὐσεβέστατος, αὐχῶν μὲν πατρίδα τὴν 
κατ’ Αἴγυπτον Ἀλεξάνδρειαν, ἐκφὺς δ’ ἑνὸς τῶν ἐν
ταύτῃ ἐπιφανῶν, καὶ λόγων οὐκ ὢν ἀνομίλητος, καὶ
μάλιστά γε τῶν θειοτέρων. οὕτω δὲ τῆς ἀρχιερωσύνης
Μηνὰς ὁ θεῖος τυχὼν ἣ μᾶλλον ἐκείνης εὐτυχησάσης
αὐτόν, σύνοδον μερικὴν συγκροτεῖ σὺν 
τῷ πάπᾳ Ἀγαπητῷ, καὶ ἀναθέματι περιβάλλει Σευῆρον
καὶ Εὐτυχῆ καὶ Πέτρον καὶ τὸν Ἁλικαρνασσέα
Ἰουλιανὸν καὶ τὸν Ἄνθιμον ὡς ἐκείνοις ὁμόφρονα.
ἔτι δ’ ἐν τῷ Βυζαντίῳ διάγων ὁ ἱερώτατος
πάπας Ἀγαπητὸς μετήλλαξε τὴν ζωήν. ὁ μέντοι 
Μηνᾶς ἐπὶ δέκα καὶ ἕξ τὴν ἐκκλησίαν εὐσεβῶς
 ἰθύνας ἔτη τὸν βίον κατέλυσε· καὶ ἀνήχθη εἰς τὴν

 
ἀρχιερατικὴν καθέδραν τῆς νέας Ῥώμης Εὐτύχιος,
προστὰς ὀρθοφρόνως τῆς ἐκκλησίας ἐνιαυτοὺς δυοκαίδεκα.
ἐφ᾿ οὗ καὶ ἡ πέμπτη συνήθροιστο σύνοδος
τῶν ἑκατὸν ἑξήκοντα καὶ πέντε ἁγίων πατέρων, ὧν
 ἐξῆρχε Βιγίλιος πάπας Ῥώμης καὶ ὁ εἰρημένος Εὐτύχιος
καὶ ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀπολλινάριος. συνήθροιστο
δὲ κατὰ Ὠριγένους καὶ τῶν ἀλλοκότων ἐκείνου
δοξῶν καὶ τῶν τὰ ἐκείνου πρεσβευσάντων Διδύμου
καὶ Εὐαγρίου, οἵτινες τῶν ψυχῶν προΰπαρξιν ἐδογμάτιζον
 καὶ τέλος τῆς κολάσεως ἔλεγον καὶ τῶν δαιμόνων
εὶς τὸ ἀρχαῖον ἀποκατάστασιν καὶ ἕτερα 
πλείονα, οὓς καὶ ἀναθέματι σὺν τοῖς αὐτῶν ὑπέβαλε
δόγμασιν, ἀλλὰ καὶ τὸν Μοψουεστίας Θεόδωρον τὰ
Νεστορίου φρονοῦντα, ἢ μᾶλλον ἐκείνου γεγονότα
 διδάσκαλον, καὶ τοῦ βασιλέως Ἰουστινιανοῦ παρόντος
ἐν τῇ συνόδῳ, καὶ συνευδοκοῦντος οἶς οἱ θεῖοι
πατέρες ἐκεῖνοι θεοφιλῶς ᾠκονόμησαν. ἀλλὰ ταῦτα
μὲν ταύτῃ συνήνεκτο. ὁ Βελισάριος δὲ εἰς Ἰταλίαν
ἐκπλεύσας πρῶτον μὲν πολιορκίᾳ λαμβάνει Νεάπολιν,
 εἶτα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ῥώμην ἐπιδημήσας, ὁμοῦ
μὲν δυνάμει, ὁμοῦ δὲ καὶ τῇ τῶν ἀστῶν εὐνοίᾳ, γέγονε
καὶ ταύτης ἐντός· ὁ γὰρ τῶν Γότθων ἄρχων Θευδᾶτος 
ἐν Ῥαβέννῃ διάγων ἐτύγχανε. καὶ Μεδιόλανα δὲ
ἡ πόλις κατεσχέθη παρὰ Ῥωμαίων. τῶν δὲ Γότθων 
 αὖθις πολιορκούντων αὐτὴν ὁ βασιλεὺς τὸν Ναρσῆν
μετὰ δυνάμεως ἐπαρῆξαι τῷ Βελισαρίῳ ἀπέστειλεν.
ἦν δὲ ὁ Ναρσῆς ἐκτομίας, ἄλλως μέντοι γενναῖός τε
καὶ στρατηγικώτατος καὶ τοῖς κρατοῦσιν ᾠκειωμένος.
ἀλλήλοιν οὖν μὴ συμφωνοῦντε τούτω τὼ διττὼ στρατηγώ,
 ὁ μὲν γὰρ Βελισάριος ἑαυτῷ τῶν κατορθωμάτων
ἤθελε τὸ πᾶν ἐπιγράφεσθαι, ὁ δέ γε Ναρσῆς
οὐκ ἠνείχετο ὑπ᾿ ἐκεῖνον τετάχθαι δοκεῖν, διῃρέθη-

 
σαν, καὶ ὁ μὲν ἄλλῃ, ὁ δ’ ἄλλῃ διετίθουν τὸν πόλεμον,
διὸ καὶ ἐσφάλησαν ἴν τισι. τῶν γὰρ Μεδιολάνων
οἱ ταῦτα φρουροῦντες βασιλικοὶ τῶν ἀναγκαίων
ἔνδειαν προβαλλόμενοι τοῖς Γότθοις ἐξέστησαν, καὶ
 τάχα καὶ εἰς μεῖζόν τι κακὸν ἐτελεύτησεν ἂν ἡ ἔρις 
ἀμφοῖν, εἰ μὴ ὁ βασιλεὺς τὸν Ναρσῆν διὰ γραμμάτων
πρὸς ἑαυτὸν μετεστείλατο.

Ἐντεῦθεν μόνος αὖθις ὁ Βελισάριος στρατηγῶν
πᾶσαν τὴν Ἰταλίαν καὶ τὰς αὐτῆς πόλεις ὑφ’ ἑαυτὸν
ἐποιήσατο καὶ τοσοῦτον τοῖς βαρβάροις καὶ φοβερὸς 
καὶ ἐράσμιος γέγονεν ὡς τῆς σφῶν ἀρχῆς αὐτὸν
ἀξιοῦν καὶ βασιλέα ἱκετεύειν αὐτὸν γενέσθαι
σφῶν καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὰ σφέτερα πάντα ἀνατιθεμένων
αὐτῶ. ὁ δὲ “οὐκ ἄν ποτε ζῶντος Ἰουστινιανοῦ”
ἔφη “βασιλεὺς αὐτὸς κληθῆναι ἀνέξομαι”, ὡς περὶ 
τούτων ὁ Καισαρεὺς Προκόπιος, αὐτῷ τότε συστρατευόμενος,
ἔγραψεν. ἐντεῦθεν τοίνυν ἐπίφθονος
 γεγονὼς διαβάλλεται πρὸς τὸν βασιλέα ὡς βασιλείας
ἐρῶν, καὶ ὃς αὐτὸν ἐκεῖθεν μετεκαλέσατο ὡς εἰς τὴν
ἑῴαν στρατεύσοντα καὶ τὸν Μηδικὸν ἐμπιστευθησόμενον 
μένον πόλεμον. τελευτᾷ μέντοι καὶ ἡ Αὐγοῦστα
Θεοδώρα, ἐπιβιοῦσα τῇ βασιλείᾳ ἔτη εἴκοσι πρὸς ἑνὶ
καὶ μησὶ τρισί. τῆς δὲ μεγάλης ἐκκλησίας ἀπαρτισθείσης
ἤδη καὶ καθιερωθείσης, συνέβη πεσεῖν ἐκ
σεισμοῦ τὴν πρὸς ἀνατολὴν μεγάλην σφαῖραν τοῦ 
τοιούτου ναοῦ, ἣ πεσοῦσα τό τε κιβώριον τῆς ἁγίας
τραπέζης καὶ αὐτὴν ἐκείνην τὴν παναγῆ τράπεζαν
καὶ τὸν ἄμβωνα συνέτριψεν, ὅθεν λέγεται καὶ τὸν
τροῦλον προστάξει τοῦ βασιλέως καθαιρεθῆναι, καὶ
 αὖθις ἀνεγερθῆναι ἐπὶ πόδας εἴκοσι καὶ πέντε με- 
 

 
τεωρότερον καὶ καθιερωθῆναι παρὰ Εὐτυχίου πατριάρχου
τὸ δεύτερον. ἐπὶ τούτου τοῦ βασιλέως καὶ
τὸ κῆτος ἑάλω, ὃ εἰς πεντήκοντα καὶ ἐπέκεινα Βυζαντίοις
ἠνώχλει ἐνιαυτούς, ὃ πορφύριον ἐκάλουν,
 οὐκ ἀεὶ μὲν φαινόμενον, ἀλλ᾿ ἐκ διαλειμμάτων.
δ’ ἐφαίνετο, πολλὰς μὲν τῶν νηῶν ὑποβρυχίους ἐτίθει,
πολλοῖς δὲ φθορᾶς αἴτιον ἀνθρώποις ἐγίνετο,
καθ’ οὗ πολλαῖς μὲν ἐχρήσαντο μηχαναῖς, πᾶσαι δ’
ἔμενον ἄπρακτοι, ἑάλω μέντοι δελφῖνας διῶκον. οἱ
 μὲν γὰρ ἐκεῖνο φεύγοντες τῇ γῇ προσεπέλαζον, τὸ
δὲ τὴν κατ’ ἐκείνων ὁρμὴν οὐκ ἀνέκοπτεν, ἕως ἄγχιστά
πῃ τῆς γῆς γεγονὸς ἰλύι βαθείᾳ καὶ τελματώδει
ἐμπέπτωκεν. ἔνθα δὴ τῷ πηλῷ προσεπέπλαστο
καὶ τοῦ τέλματος οὔπως ἔτι ἀναδῦναι δεδύνητο. ὃ 
 τοῖς περιοίκοις γνωσθὲν ὥπλισεν αὐτοὺς κατὰ τοῦ
θαλαττίου τούτου θηρός, καὶ ἀξίναις αὐτὸ συγκόψαντες
καὶ πελέκεσιν ἀπέκτειναν. εἶτα σχοίνους τῶν
ἁδροτέρων τούτου ἐξάψαντες ζεύγεσι βοῶν αὐτὸ τῆς
θαλάσσης ἐξείλκυσαν. ἦν δὲ τὸ μῆκος μὲν αὐτοῦ
 τριάκοντα πήχεων, ἐς δέκα δ’ ηὐρύνετο, ὡς ὁ Καισαρεὺς
Προκόπιος καὶ περὶ τούτου ἱστόρησεν. ἐν
τοῖς χρόνοις τούτου τοῦ βασιλέως κατὰ τὸν αὐτὸν
συγγραφέα καὶ τὰ τῶν Σηρῶν νήματα, ἡ μέταξα
δηλαδή, παρὰ Ῥωμαίοις γίνεσθαι ἤρξατο. ἤγετο μὲν
 γὰρ ἐκ Περσῶν ὠνούμενον δι’ ἐμπόρων παρὰ Ῥωμαίους
τὸ τῆς μετάξης χρῆμα, οὐκ ᾔδεισαν μέντοι
οὔθ’ ὅπως γίνοιτο οὔθ’ ὅτι νήματα σκωλήκων ἐστί.
μοναχοὶ δὲ δύο τινὲς πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐξ Ἰνδίας 
ἀφικόμενοι τὴν ταύτης γένεσιν ἀφηγήσαντο, καὶ 
 ὑπισχνοῦντο κομίσαι τῶν σκωλήκων ἐκείνων γόνον
 

 
ᾠά, ὄντα τὸν ὄγκον βραχύτατα, καὶ δεῖξαι Ῥωμαίοις
ὅπως ἐκεῖνα ζωογονοῦνται θαλπόμενα καὶ εἰς σκώληκας
μεταμείβονται, καὶ ὅπως δημιουργοῦσι τὴν
μέταξαν, τὴν φύσιν σχόντα διδάσκαλον. τούτους
τοίνυν τοὺς μοναχοὺς ὁ βασιλεὺς Ἰουστινιανὸς δωρεαῖς
τε πρὸς τὸ παρὸν καὶ πρὸς τὸ μέλλον λαμπραῖς
ὑποσχέσεσι πρὸς τὸ ἔργον ἐπέρρωσεν. οἱ δὲ
τά τε τῶν Σηρῶν ᾠὰ μετεκόμισαν ἐς Βυζάντιον καὶ
εἰς σκώληκας ταῦτα μετήμειψαν κόπρῳ ἐνθέμενοι
καὶ ταύτῃ θερμήναντες καὶ συκαμίνων ἔθρεψαν 
φύλλοις καὶ μέταξαν εἰργάσαντο δι’ αὐτῶν, κἀντεῦθεν
τοῦ λοιποῦ τοῖς Ῥωμαίοις ἐγνώσθη ὅπως ἐργά-
 ζοιτο μέταξα. ἐπιβουλῆς δὲ παρὰ πολλῶν μελετωμένης
μηνυθείσης τῷ βασιλεῖ, καὶ ὁ πατρίκιος Βελισάριος
κατηγορήθη μετέχειν αὐτῆς, καὶ ἀφείλετο μὲν 
ὁ βασιλεὺς τοὺς δορυφόρους αὐτοῦ ξύμπαντας, ἐκεῖνον
δ’ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ ἀφῆκε τηρούμενον· τελευτήσαντος
δὲ ἡ τούτου περιουσία τοῖς βασιλικοῖς ἀπονενέμητο
θησαυροῖς. Ἰουστινιανὸς δὲ περὶ τὰ τελευταῖα
αἱρέσει ἁλώσιμος γεγονὼς τῇ τῶν Ἀφθαρτοδοκητῶν,
οἳ οὐ φθαρτὴν τὴν σάρκα προσλαβεῖν
τὸν κύριον, ἀλλ’ ἄφθαρτον ἅμα τῇ προσλήψει εἶναι
αὐτὴν δογματίζουσιν, οὕτω πιστεύειν ἅπαντας ἔσπευδεν,
ἀντιλέγοντα δ’ αὐτῷ καὶ ἀντιδιατιθέμενον τὸν
 πατριάρχην Εὐτύχιον ὑπερόριον ἔθετο εἰς Ἀμάσειαν, 
Α καὶ προεχειρίσθη πατριάρχης ὁ ἀπὸ σχολαστικῶν
Ἰωάννης, Ἀντιοχείας ὢν ἀποκρισιάριος, ἐτελεύτησε
δ’ οὕτω φρονῶν Ἰουστινιανός, βασιλεύσας ἴτη τριάκοντα
καὶ ὀκτώ, μῆνας ἑπτά, ἡμέρας τρισκαίδεκα,
τῷ ἀνεψιῷ αὐτοῦ Ἰουστίνῳ τὴν βασιλείαν καταλιπών,
ὃς κουροπαλάτης τετίμητο.

Ἦν δὲ οὗτος τὸ γένος Ἰλλυριός, τὴν φύσιν εἰς

 
ἅπαντα περιδέξιος, τὴν γνώμην δὲ μεγαλόψυχος· ὃς
εὐσεβὴς ὢν τοὺς παρὰ τοῦ Ἰουστινιανοῦ δομηθέντας
ἐπεκόσμει ναοὺς καὶ τὰς ἀψῖδας ἄμφω τῷ ναῷ τῷ
ἐν Βλαχέρναις προσέθετο ἐκ καινῆς, ὡς εἶναι
 σταυροειδῆ· καὶ τὸν ἐν τῷ Ὀρφανοτροφείῳ ναὸν 
τῶν κορυφαίων Ἀποστόλων πολυτελῶς ἐδομήσατο,
καὶ τὸν τῶν θείων Ἀναργύρων ναὸν ἐν τοῖς Βασιλίσκου,
καὶ τὸν τῆς ἁγίας καὶ πρωτομάρτυρος Θέκλης,
καὶ τὸν τοῦ Παλατίου Χρυσοτρίκλινον, καὶ τὸν
 μέγαν ἀγωγὸν τοῦ Οὐάλεντος ἀνεκαίνισε, καὶ πλείονα
δ’ ἕτερα. ἦν δὲ τούτου γαμετὴ Σοφία, ἣν καὶ
Αὐγούσταν ἔστεψεν, ἧς ὀνόματι καὶ τὸν λιμένα τῶν
Σοφιῶν ᾠκοδόμησε καὶ βασίλεια πρὸ τῆς πόλεως,
Σοφιανὰς δι’ ἐκείνην καὶ ταῦτα καὶ τὸν τόπον κατονομάσας,
 ἐν οἷς καὶ ἐπίγραμμα παρὰ Ἀγαθίου ἐγένετο
τόδε·
 ὁππόθι τεμνομένης χθονὸς ἄνδιχα πόντον ἀνοίγει 
 πλαγκτὸς ἁλικλύστων πορθμὸς ἐπ’ ἠιόνων, 
 χρύσεα συλλέκτρῳ τάδ’ ἀνάκτορα θῆκεν ἀνάσσῃ 
 τῇ πολυκυδίστῃ θεῖος ἄναξ Σοφίῃ. 
 ἄξιον, ὦ Ῥώμη μεγαλοκρατὲς, ἀντία σεῖο 
 κάλλος ἀπ’ Εὐρώπης δέρκεται εἰς Ἀσίην. 
αὕτη ἡ βασιλὶς Σοφία ἀκριβωσαμένη πάντας τοὺς
δανειστὰς καὶ ὅσα τινὲς αὐτοῖς ὤφειλον εἴτε δι᾿ ἐγγράφων
 ἢ καὶ δι’ ἐνεχύρων, κατέβαλε μὲν αὐτοῖς τὰ
δάνεια οἴκοθεν, ἔλαβε δὲ τὰ ἐνέχυρα καὶ τὰ ἔγγραφα, 
καὶ τὰ μὲν ἐνέχυρα τοῖς δεσπόταις ἀπέδωκε, τὰ
δ’ ἔγγραφα ἐξηφάνισε. νοσεροῦ δὲ τυχὼν σώματος 
ὁ βασιλεὺς οὗτος, καὶ διὰ τοῦτο μὴ συνεχῶς προιών,
 τοὺς ἀδικεῖν βουλομένους, ὡς μηδενὸς ὄντος τοῦ
 

 
ἐκδικοῦντος, ἀδεεστέρους ἐποίησε. καί ποτε προελθὼν
ἠνωχλήθη παρὰ πολλῶν ὡς ἀδικουμένων. γέγονεν
οὖν ἡ τῶν ἀδικουμένων ἐκδίκησις διὰ φροντίδος
αὐτῷ. φροντίζοντι δὲ περὶ τούτου πρόσεισί
τις ἐπαγγελλόμενος, εἰ ἔπαρχος γένοιτο καὶ κατὰ 
πάντων αὐτῷ ἐξουσία δοθείη δι’ ὡρισμένου καιροῦ,
μήτινα εὑρεθῆναι τὸν ἀδικούμενον. ἡσθεὶς οὖν τῇ
 ὑποσχέσει ταύτῃ ὁ βασιλεὺς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον
προεχειρίσατο ἔπαρχον. ὁ δὲ προκαθίσας, προσελθόντος
αὐτῷ τινος καὶ αἰτιωμένου τῶν ἐπισημοτέρων 
συγκλητικῶν ἕνα, μετεκαλέσατο τὸν αἰτιώμενον· ἀλλ’
οὐκ ἀπήντησεν ἐκεῖνος. εἶτα καὶ δεύτερον ἔθετο
μήνυμα πρὸς αὐτόν· ὁ δὲ καὶ τούτου καταφρονήσας
εἰς τὸ βασιλικὸν ἀπῄει συμπόσιον· ἔτυχε γὰρ κεκλημένος
πρὸς τοῦτο. ὡς δὲ τοῦτο ἔγνω ὁ ἔπαρχος, 
ἀπῆλθε κἀκεῖνος εἰς τὰ ἀνάκτορα, καὶ εὗρεν ἤδη
συνιστάμενον τὸ συσσίτιον, καί φησι πρὸς τὸν βασιλέα
“ὑπεσχόμην σοι, βασιλεῦ, διὰ τόσου καιροῦ μηδένα
καταλιπεῖν ἀδικούμενον· τοῦτο δὲ πάντως μοι
ἀνυσθήσεται, εἰ καὶ τὴν ἐκ τοῦ κράτους σου ἐπικου- 
 ρίαν ἔχω καὶ τὴν ῥοπήν· εἰ δὲ μᾶλλον αὐτὸς τῶν
ἀδικούντων ἀντιποιῇ καὶ φιλίως αὐτοῖς διακείμενος
συνεστιωμένους ἔχεις, οὐδέν μοι ἔσται ἀνύσιμον· ἢ
γοῦν μὴ μεταδίδου παρρησίας αὐτοῖς ἢ παῦσόν με
τῆς ἀρχῆς. καὶ ὁ βασιλεύς, “εἰ αὐτὸς ἐγώ εἰμι” φησίν
“ἀδικῶν, ἐξανάστησόν με ἐντεῦθεν.” αὐτίκα
τοίνυν ὁ ἔπαρχος τὸν αἰτιώμενον ἐκεῖνον ἐκ τῆς
πανδαισίας ἐξαναστήσας καὶ εἰς τὸ δικαστήριον καταστήσας
καὶ τῷ κατ’ αὐτοῦ λέγοντι συνδικάσας
αὐτόν, καὶ γνοὺς ἀδικοῦντα, ἐκεῖνον μὲν ἐκόλασε 
ταῖς εἰς σῶμα πληγαῖς, τῷ δὲ ἀδικουμένῳ ἐκ τῆς
ἐκείνου ὑπάρξεως πολλαπλάσιον ἀποκατέστησε τὸ

 
ἀδίκημα. ὅθεν δείσαντες οἷς ἦν προαίρεσις πλεονεκτική,
τοῦ ἀδικεῖν ἀνεστάλησαν, καὶ τοῖς ἠδικημένοις
εἰς συμβάσεις ἐχώρησαν. αἶ δὲ πρὸς Πέρσας 
σπονδαὶ ἐπὶ τούτου τοῦ βασιλέως ἐλύθησαν· δασμὸν
 γὰρ ἐνιαύσιον λίτρας πεντακοσίας τῶν Ῥωμαίων
διδόντων αὐτοῖς, ἵνα τὰ σφίσιν ἀγχίθυρα τῆς Ῥωμαϊκῆς
ἡγεμονίας ἀβλαβῆ φυλάσσωνται φρούρια, ὁ
Ἰουστῖνος οὗτος ἐπονείδιστον εἶναι τὸ φορολογεῖσθαι
παρὰ Περσῶν Ῥωμαίους λέγων, ἐπέσχε τὸ χρυσίον.
 διαπρεσβευσάμενος δὲ πρὸς Ἀρέθαν τὸν Αἰθιόπων
βασιλέα ἔπεισεν αὐτὸν τὰ πλησιάζοντα τοῖς Αἰθίοψι
τῆς τῶν Περσῶν ἐπικρατείας καταδραμεῖν καὶ ληίσασθαι·
διὸ καὶ αὖθις μέσον Περσῶν καὶ Ῥωμαίων
ἀνερρίπιστο πόλεμος. στρατηγὸν οὖν τῆς ἀνατολῆς
 ὁ βασιλεὺς τὸν πατρίκιον Μαρτῖνον προχειρισάμενος
ἔπεμψε κατ’ αὐτῶν, καὶ τῷ τετάρτῳ ἔτει τῆς βασιλείας 
λείας αὐτοῦ συνέστη πόλεμος, καὶ πολλοὶ μὲν ἀμφοτέρωθεν
ἔπεσον, νικῶσι δ’ ὅμως Ῥωμαῖοι. ὁ δὲ
τῶν Περσῶν κρατῶν Ὁρμίσδας Ἀρδαμάνην ἔπεμψε
 μετὰ βαρείας δυνάμεως τὰ ὑπὸ Ῥωμαίους ληίσασθαι·
ὃς πολλὴν ἐπελθὼν χώραν Ῥωμαϊκὴν καὶ
λείαν πλείστην ἐξ αὐτῆς ἡρπακώς, ἐπανῆλθε, τοῦ
πατρικίου Μαρτίνου μὴ τολμήσαντος αὐτῷ ἀντεπεξελθεῖν.
ἃ μαθὼν ὁ βασιλεὺς ἐν συμφορᾷ ἐποιήσατο,
 καὶ τὸν μὲν Μαρτῖνον τὴν στρατηγίαν ἀφείλετο,
Ἀρχελάῳ δὲ αὐτὴν ἐνεπίστευσε, καὶ πρὸς Ὁρμίσδαν
σπονδὰς ἔθετο αὖθις. ἐκ δὲ τῆς διὰ ταῦτα
λύπης νόσῳ φρενίτιδι περιπέπτωκεν, ἤλγει δὲ καὶ 
τοὺς πόδας. ἀμοιρῶν μέντοι γονῆς οἰκείας, ἔφθη
 τὸν κόμητα τῶν ἐξκουβίτων Τιβέριον υἱοποιησάμενος
καὶ Καίσαρα ἀνειπών. ἀνεθεὶς δὲ τῆς νόσου,
προσεκαλέσατο τὸν πατριάρχην Εὐτύχιον, θανόντος

 
γὰρ τοῦ ἀπὸ σχολαστικῶν Ἰωάννου, πάλιν οὗτος
ἐπανήχθη καὶ εἰς τὸν θρόνον ἀποκατέστη τὸν ἀρχιερατικόν,
συναθροίσας δὲ καὶ τὴν σύγκλητον καὶ τὸν
 κλῆρον τῆς ἐκκλησίας, βασιλέα τὸν Τιβέριον ἀνηγόρευσεν,
ἐπ᾿ ἀκροάσει πάντων αὐτῷ ἐντειλάμενος τὰ 
πρὸς θεὸν εὐσεβεῖν, τοὺς ὑπηκόους εὐεργετεῖν, τοὺς
ἀδικουμένους ἐκδικεῖν, τοῖς στρατιώταις μὴ ἐνδιδόναι
πλεονεκτεῖν, μὴ μέγα ἐπὶ τῇ ἁλουργίδι φρονεῖν,
 τοῖς εὐποροῦσιν ἀπολαύειν τῶν οἰκείων ἀνεπιφθόνως
παραχωρεῖν, τοῖς μὴ ἔχουσιν ὡς δύναμις ἐπαρκεῖν, 
τὴν βασιλίδα καὶ πρῴην κυρίαν αὐτοῦ προσηκόντως
τιμᾶν. ταῦτα παραινέσας καὶ συμβουλεύσας
ὁ Ἰουστῖνος τῷ Τιβερίῳ ὁ μὲν ἐξέλιπε, βασιλεύσας
ἔτη τρισκαίδεκα.

Τῷ δ᾿ ἡ βασιλεία περιελέλειπτο, στεφθέντι ὑπὸ 
Εὐτυχίου τοῦ πατριάρχου. ἔχων δὲ γαμετὴν ὁ Τιβέριος
Ἀναστασίαν Αὐγοῦσταν αὐτὴν ἀνηγόρευσεν, ἣ
δύο αὐτῷ θυγατέρας ἐγείνατο, Χαριτὼ καὶ Κωνσταντῖναν.
Σοφία δὲ ἡ πρῴην βασίλισσα τῶν ἀνακτόρων
ὑπαπελθοῦσα εἰς τὰ ὁμώνυμα ἑαυτῇ κατῳκίσθη βασίλεια, 
 βασιλικὴν αὐτῇ τοῦ Τιβερίου δόντος ὑπηρείαν,
ὡς οἰκείᾳ μητρί. οὗτος ὁ αὐτοκράτωρ καὶ
πρὸς Ὁρμίσδαν πρεσβείαν ἐποιήσατο, ἀνανεῶν τὰς
σπονδάς. ὁ δὲ τὴν ἀνανέωσιν οὐ προσήκατο· διὸ
καὶ ὁ Τιβέριος πρὸς τὸν κατὰ Περσῶν πόλεμον πολλὴν 
ἡτοίμαζε στρατιὰν καὶ Ἰουστινιανὸν τῶν ἐπισήμων
τινὰ τῆς ἀνατολῆς προυβάλετο στρατηγόν, ὃς
ἐπὶ Πέρσας χωρήσας, ἐπεὶ πλησίον αὐτῶν ἐστρατοπεδεύσατο,
εἰς λόγους ἧκε πρὸ παρατάξεως, καὶ
ἔπεισεν αὐτοὺς σπείσασθαι Ῥωμαίοις ἐπὶ τριετίᾳ. 
ἤδη δὲ τοῦ τρίτου παραρρυϊσκομένου ἐνιαυτοῦ Ὁρμίσδας
ὁ τῶν Περσῶν ἀρχηγὸς σὺν ταῖς αὐτοῦ δυ-

 
νάμεσιν ἐπὶ τὴν Ἀρμενίαν χωρεῖ. τοῦτο εἰς δειλίαν 
ἐνέβαλε τὰ ἐκεῖ Ῥωμαίων στρατεύματα. διαλεχθεὶς
δὲ τούτοις ὁ σφέτερος στρατηγὸς θάρσος ἅπασιν ἐνεποίησε,
καὶ τὴν πρὸς Ὁρμίσδαν μάχην ὑπέστησαν,
 καὶ μέχρι μέν τινος ταῖς ἐκ τόξων κεχρημένοι βολαῖς
ἐδόκουν ὑπερτερεῖν τῶν Ῥωμαίων ταῖς ἀσπίσι καταφραγνύντων
ἑαυτοὺς καὶ μὴ ἀντεπεξιόντων. ἐπεὶ
δ’ ἔγνωσαν οἶ Ῥωμαῖοι ἤδη κεκενῶσθαι τὰς φαρέτρας
τοῖς ἐναντίοις, συνησπικότες ἀλλήλοις καὶ ἀλαλάξαντες
 ἐνυάλιον ἐπῆλθον τοῖς Πέρσαις κατὰ συστάδην,
ἀγχεμάχοις ὅπλοις αὐτοὺς ἀμυνόμενοι. οἱ
οὐδὲ πρὸς βραχὺ τὴν ὁρμὴν αὐτῶν ὑπομείναντες
τρέπονται, καὶ ἀναιροῦνται μὲν οἱ πλείους· τὸ δὲ
στρατόπεδον αὐτῶν διαρπάζεται· καὶ ἡ μὲν βασιλικὴ
 τοῦ Ὁρμίσδου σκηνὴ καὶ ἡ ἀποσκευὴ ἐκείνου πᾶσα 
καὶ οἱ ἐλέφαντες τῷ βασιλεῖ ὑπεξῄρηντο, τὰ δ’ ἄλλα
τοῖς στρατιώταις εἰάθησαν. οἶ δὲ Ῥωμαῖοι πρὸς τὰ
ἐνδότερα τῆς Πέρσιδος ἐχώρησαν, καὶ χώραν πολλὴν
αὐτῆς ἐληίσαντο. τότε καὶ τὸ τῶν Βλαχερνῶν λοετρὸν
 οἰκοδομεῖν ὁ Τιβέριος ἤρξατο καὶ πολλοὺς
ναοὺς καὶ δημοσίους οἴκους, ξενῶνάς φημι καὶ γηροκομεῖα,
ἀνενεώσατο, καὶ τὸν Χρυσοτρίκλινον παρὰ
Ἰουστίνου δομηθέντα προσεπεκόσμησεν. Εὐτυχίου
δὲ τοῦ πατριάρχου ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς τὸ δεύτερον
 τὸν θρόνον τῆς Βυζαντίδος κοσμήσαντος καὶ
ἐκλελοιπότος, χειροτονεῖται πατριάρχης διάκονος τῆς
μεγάλης ἐκκλησίας Ἰωάννης ὁ νηστευτής, ἀνὴρ ἱερώτατος.
τοὺς δ’ εἰς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων εἰσαχθέντας
δοριαλώτους Πέρσας ἅπαντας μεταμφιάσας
 ὁ βασιλεὺς μεγαλοπρεπῶς εἰς τὰ οἰκεῖα ἀφῆκεν ἐπανελθεῖν· 
οὓς ἀνελπίστως οἱ προσήκοντες θεασάμενοι
ὑπερεθαύμασαν καὶ δι’ ἐπαίνων τὸν βασιλέα πε-

 
ποίηντο. ἐπὶ τούτου τοῦ βασιλέως ὁ Χαγάνος ὁ τῶν
Ἀβάρων ἀρχηγὸς ᾐτήσατο σταλῆναι αὐτῷ οἰκοδόμους,
ἵνα αὐτῷ δομήσωνται λοετρόν. σταλέντων δὲ
γέφυραν παρὰ τὸν Δάνουβιν ᾠκοδόμησε, βιασάμενος
πρὸς τοῦτο αὐτούς, ἔνα δι’ αὐτῆς ἀπόνως περαιούμενος
τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους ληίζηται. ἐξ ἐθνικῶν δὲ
πλῆθος ἐς χιλιάδας δώδεκα συνιστάμενον ἀθροίσας
 νέων καὶ σφριγώντων ἀνδρῶν, ἐπὶ τῷ ἑαυτοῦ ὀνόματι
τούτους συνεκρότησε στράτευμα, καὶ στρατηγὸν
αὐτοῖς ἐπιστήσας Μαυρίκιον τὸν κόμητα τῶν φοιδε- 
 ράτων καὶ ὑποστράτηγον Ναρσῆν τὸν κουβικουλάριον
ἐκπέπομφε κατὰ τῶν Περσῶν. πολέμου δὲ
συρραγέντος, τὸ Ῥωμαϊκὸν ὑπερτέρησε στράτευμα
καὶ πόλεις τῶν βαρβάρων καὶ πολλὴν χώραν ἀφείλετο.
ὑποστρέψαντα δὲ τὸν Μαυρίκιον μετὰ τιμῆς 
ὁ βασιλεὺς ὑπεδέξατο, καὶ κηδεστὴν ἐπὶ τῇ θυγατρὶ
Κωνσταντίνᾳ αὐτὸν ἐποιήσατο. τὴν δ’ ἑτέραν τὴν
Χαριτὼ τῷ στρατηγῷ συνέζευξε Γερμανῷ, καὶ ἄμφω
δὲ τετίμηκε Καίσαρε. νόσῳ δὲ φθινάδι περιπεσών,
ἐν τῷ τριβουναλίῳ φοράδην ἐκκομισθεὶς ἐκεῖ τὸν 
οἰκεῖον γαμβρὸν Μαυρίκιον ἀναρρηθῆναι βασιλέα
πεποίηκε παρουσίᾳ τοῦ πατριάρχου Ἰωάννου καὶ τῆς
συγκλήτου βουλῆς. οὕτω δ’ ὑπὸ τῆς νόσου κατείρ-
 γαστο ὡς μηδὲ δύνασθαι τοῖς συνειλεγμένοις ὁμιλῆσαι·
διὸ καὶ διὰ γραφῆς τούτοις τὸ ἑαυτοῦ παρέστησε
ἔστησε βούλημα. ὑποστρέψας δ’ ἐκεῖθεν εἰς τὰ βασίλεια
τὴν ζωὴν ἐξεμέτρησε, βασιλεύσας ἔτη τρία,
μῆνας δέκα καὶ ἡμέρας ὀκτώ.

Ὁ δέ· γε Μαυρίκιος τῆς τῶν κοινῶν διοικήσεως
εἴχετο, στεφθεὶς ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ 
νηστευτοῦ. ἦν δέ, ὅτε τῆς αὐταρχίας ἐπέβη, ἐτῶν
τεσσαράκοντα πρὸς τρισίν. ἐγράφετο δ’ ἐν τοῖς

 
συμβολαίοις Μαυρίκιος ὁ καὶ Τιβέριος. Χαγάνος δὲ
ὁ τῶν Ἀβάρων ἀρχηγὸς τὸ Σίρμιον χειρωσάμενος
ἐζήτησε προστεθῆναι ταῖς ὀγδοήκοντα χιλιάσι ταῖς
ἐτησίως αὐτῷ παρεχομέναις καὶ ἑτέρας εἴκοσι· καὶ
 ὁ βασιλεὺς εἰρηνεύειν ἐθέλων τὴν προσθήκην ταύτην 
ἐποίησεν. ὁ δὲ καὶ ἐλέφαντα ᾔτησε, μήπω τὸ
ζῷον ἰδόν. τὸν μείζονα τοίνυν ὧν εἶχεν ὁ βασιλεὺς
αὐτῷ πέπομφεν. ὁ δὲ Χαγάνος ἀπληστευόμενος ἢ
προφάσεις τοῦ μὴ εἰρηνεύειν ζητῶν, ἑτέρας εἴκοσι
 χιλιάδας ταῖς ἑκατὸν προστεθῆναι ἀπῄτησε. μὴ καταδεξαμένου
δὲ καὶ ταύτην τὴν προσθήκην τοῦ βασιλέως
ἐστράτευσε κατὰ Ῥωμαίων ἐκεῖνος, καὶ πόλεις
πολλὰς τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἐχειρώσατο· ἠπείλει δὲ
καὶ τὸ Μάκρον καταστρέψαι τεῖχος. στείλας οὖν
 πρέσβεις πρὸς τὸν βάρβαρον ὁ Μαυρίκιος σπονδὰς
ἔθετο. ὁ μέντοι Χαγάνος ἄπληστος καὶ ἄπιστος ὤν,
δόλῳ κατὰ Ῥωμαίων ἐγίνετο, αὐτὸς μὲν ἡσυχάζων,
ἔθνη δέ τινα τῶν Σκλαβηνῶν παρασκευάσας τὴν 
ὑπὸ Ῥωμαίους ληίζεσθαι, οἱ καὶ μέχρι τοῦ Μακροῦ
 τείχους πεφθάκασιν. ὁ βασιλεὺς δὲ Κομεντίολον
στρατηγὸν προβαλόμενος, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῖς βαρβάροις
ἀθρόως ἐπεξελθὼν τῶν Ῥωμαϊκῶν αὐτοὺς ὁρίων
ἀπήλασεν, ἀναιρεθέντων πολλῶν, καὶ τὴν λείαν ὅσην
ἔλαβον καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ἐπανεσώσατο. Φιλιππικῷ
 δὲ τὴν ἰδίαν συζεύξας ἀδελφὴν κατὰ Περσῶν
αὐτὸν σὺν βαρεῖ στρατεύματι ἐξαπέστειλεν. ὁ δὲ
ἄγχιστα τῇ Νισίβει γενόμενος κἀκεῖθεν ἐμβαλὼν τῇ
Πέρσιδι, ἤλασεν ἐκεῖθεν λείαν πολλήν, καὶ ἐπανελθὼν
τῇ τῶν Μηδῶν χώρᾳ προσέβαλε, καὶ ταύτης
 οὐ μείω τινὰ ληισάμενος ἐπανῆκεν εἰς τὰ Ῥωμαίων.
καὶ αὖθις δὲ τοῖς Περσικοῖς ἐπελθὼν ὁρίοις ὁμοίως 
εὐτύχησε. νοσήσας μέντοι εἰς Μαρτυρόπολιν παρα-

 
γίνεται, κἀκεῖθεν ἐπανῆκεν εἰς τὸ Βυζάντιον. ἐτέχθη
δὲ τῷ Μαυρικίῳ υἱός, ὃν ὠνόμασε Θεοδόσιον.
Φιλιππικὸς δὲ καὶ πάλιν κατὰ Περσῶν ἐξεστράτευσε,
 καὶ τὸ περὶ αὐτὸν στρατιωτικὸν ἠρώτησεν εἰ πρόθυμοι
τοῖς Πέρσαις εἶεν μαχέσασθαι. οἶ δὲ καὶ ὅρκοις 
τὸ πρόθυμον αὐτῶν ἐβεβαίουν. ὡς οὖν συνέβαλον
τοῖς ἐναντίοις, μέχρι μέν τινος ἀντεῖχον οἱ βάρβαροι
ἐπεὶ δὲ τοὺς ἵππους πλήττειν αὐτῶν ὁ στρατηγὸς
τοῖς οἰκείοις παρεκελεύσατο, καὶ πολλοὶ τῶν ἵππων
 πληττόμενοι ἔπιπτον, ἐτράπη τὸ Περσικόν, καὶ τὸ 
μὲν ἥττητο κραταιῶς καὶ πολὺ τούτου μέρος διέφθαρτο·
οἶ Ῥωμαῖοι δὲ λαμπρῶς νενικήκασι καὶ ζῶντας
τῶν πολεμίων περὶ δισχιλίους συνέλαβον. Ὁρμίσδας
δὲ ὁ τῶν Περσῶν ἀρχηγὸς Βαρὰμ προχειρισάμενος
στρατηγὸν συμβαλεῖν Ῥωμαίοις ἐκέλευσεν. 
ὁ δὲ συμβαλὼν ἡττᾶται· ὃ γνοὺς Ὁρμίσδας γυναικείαν
ἐσθῆτα στέλλει αὐτῷ καὶ τὴν στρατηγίαν
ἀφείλετο καὶ τῷ ὑποστρατήγῳ αὐτοῦ διὰ γραφῆς
ἐνετείλατο τὸν Βαρὰμ ἀνελεῖν. ὁ δὲ οἷ κακοῦ γέγονεν
ἐννοήσας, γράμματα ὡς ἐξ Ὁρμίσδου αὐτῷ 
σταλέντα ἐπλάσατο, ὀργὴν ἐμφαίνοντα κατὰ παντὸς
τοῦ στρατεύματος, καὶ συναθροίσας αὐτὸ τά τε γράμ-
 ματα εἰς ἐπήκοον ἀναγνωσθῆναι πεποίηκε καὶ αὐτὸς
 

 
αὐτοὺς ἀνεμίμνησκε τῆς ἀπηνείας Ὁρμίσδου καὶ τῆς
ὠμότητος, καὶ διὰ τούτων ἀντᾶραι χεῖρας ἠρέθισε
κατὰ τοῦ σφῶν ἀρχηγοῦ. ἐπελθόντες οὖν ἀθρόον
αὐτῷ κατέσχον καὶ ἐνέβαλον εἰς εἱρκτήν. ὁ δὲ
 ὑποθέσθαι αὐτοῖς περὶ τῆς τῶν Περσῶν ἀρχῆς ἠξίου
ἅττα τῷ ἔθνει γινώσκει συμφέροντα, καὶ συνεβούλευε
μὴ τὸν Χοσρόην υἱὸν αὐτοῦ ὄντα προκριθῆναι
εἰς τὴν ἀρχήν, ἄπληστον ὄντα καὶ ἄδικον, ὑβριστήν
τε καὶ ἀλαζονικώτατον, ἀλλ’ ἕτερον υἱὸν αὐτοῦ προχειρισθῆναι
 τοῦ ἔθνους ἄρχειν. ἀντιπεσόντων δὲ
τοῖς λόγοις τούτου ἐνίων τῶν ἐν ὑπεροχαῖς καὶ κατ’
αὐτοῦ τοὺς Πέρσας ἐκμηνάντων, ὁ μὲν υἱὸς αὐτοῦ,
ὅν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκεῖνος προέκρινε, καὶ ἡ μήτηρ
ἐκείνου ἐνώπιον αὐτοῦ ἀνῃρέθη παρὰ τοῦ πλήθους,
 καὶ αὐτὸς δὲ ἐξεκόπη τὰ ὄμματα, καὶ οὕτω καθείρχθη. 
ὁ δέ γε Χοσρόης εἰς τὴν ἀρχὴν ᾑρέθη παρὰ
τοῦ ἔθνους παντός. καὶ μέχρι μέν τινος φιλοφρόνως
πρὸς τὸν πατέρα διέκειτο, τῆς μὲν φρουρᾶς οὐ λύσας
αὐτόν, πᾶσαν δὲ θεραπείαν αὐτοῦ ἐκεῖσε ποιούμενος.
 ὁ δὲ οὐδὲν τῶν παρὰ τοῦ υἱοῦ αὐτῶ στελλομένων
προσίετο, ἀλλὰ καὶ ὕβρεσι μᾶλλον τὰς φιλοφροσύνας
ἠμείβετο. θυμῷ οὖν διὰ ταῦτα ληφθεὶς
ὁ Χοσρόης, ῥοπάλοις ἐκέλευσε κατὰ τῶν λαγόνων
τυπτόμενον τὸν πατέρα θανεῖν. τοῦτο μῖσος ἐγγενέσθαι
 τοῖς Πέρσαις κατὰ Χοσρόου ἐποίησε. ὁ δὲ
κατὰ Βαρὰμ ἐξεστράτευσε, καὶ ὑποπτεύσας τινὰς
τῶν παρ’ αὐτῷ μεγιστάνων τῷ Βαρὰμ προσκεῖσθαι,
ἀνεῖλεν αὐτούς. τοῦ δὲ στρατεύματος κατ’ αὐτοῦ 
στασιάσαντος, δείσας ἐκεῖνος μετά τινων ὀλίγων
 ἀποδιδράσκει, καὶ πρὸς Ῥωμαίους ἀφίκετο. ὃ μαθὼν
ὁ Μαυρίκιος κελεύει τό στρατηγοῦντι τῆς χώρας
ὑποδέξασθαι τὸν Χοσρόην βασιλικαῖς θεραπείαις καὶ

 
δεξιώσεσι. στέλλει δὲ Ναρσῆν μετὰ στρατευμάτων
συμμαχῆσαι Χοσρόη καὶ ἀποκαταστῆσαι αὐτὸν εἰς
τὴν οἰκείαν ἀρχήν. συμβαλὼν τοίνυν ὁ Ναρσῆς τῷ
Βαρὰμ νίκην ἤρατο περιφανῆ, πολλοὺς μὲν τῶν
Περσῶν ἀνελών, ζωγρήσας δὲ περὶ ἑξακισχιλίους, 
οὓς τῷ Χοσρόῃ προσήγαγεν· ὁ δὲ κατηκόντισεν
ἅπαντας. ὅσοι δ’ ἐν τοῖς ζωγρηθεῖσιν ἦσαν τοῦ
Τούρκων ἔθνους τῷ Βαρὰμ συμμαχοῦντες, τούτους
 ἀνέπεμψεν εἰς Μαυρίκιον, ὧν πολλοὶ ἐπὶ τῶν μετώπων
σταυροὺς ἔφερον, καταστιχθέντων αὐτοῖς τῶν 
ἐπισκυνίων εἰς τύπον σταυροῦ, καὶ μέλανος ἐγχεθέντος
τοῖς στίγμασιν. οἱ περὶ τούτου ἐρωτώμενοι ἔλεγον
πρὸ καιροῦ ἱκανοῦ λοιμῷ τὸ γένος αὐτῶν διαφθείρεσθαι,
τινὰς δὲ τῶν παρ’ αὐτοῖς χριστιανῶν
ὑποθέσθαι τοῦτο αὐτοῖς, καὶ μηδένα τῶν τοῦτο πεποιηκότων
κινδυνεῦσαι ἐκ τοῦ λοιμοῦ. ὁ μὲν οὖν
Βαρὰμ ἡττηθεὶς φυγῇ τὴν σωτηρίαν ἐπραγματεύσα-
 το. ὁ δὲ Χοσρόης εἰς τὴν ἰδίαν ἀρχὴν καὶ χώραν
ἐπανελήλυθε. λέγεται δὲ πρὸ τῆς νίκης, τοῦ στρατηγοῦ
τῶν Ῥωμαίων ἄλλως διατιθέναι σκεπτομένου 
τὸν πόλεμον, τὸν Χοσρόην ἐνίστασθαι μὴ κατὰ τὸ
δοκοῦν ἐκείνῳ συγκροτῆσαι τὴν μάχην, ἀλλ’ ἄλλον
 ὑποτιθέναι τρόπον· τὸν δὲ στρατηγὸν ἀσύμφορον
εἶναι λέγειν τὸ οὕτω μαχέσασθαι, καὶ τὸν Χοσρόην
τοῦ σκοποῦ μὴ μεθίεσθαι, ὥστε παροξυνθέντα τὸν 
στρατηγὸν ἀποσκῶψαι πρὸς τὸν Χοσρόην, ἀστρατήγητον
αὐτὸν εἰπόντα καὶ ἀδαῆ πολεμικῶν παρατάξεων.
τὸν δὲ δηχθέντα ἐπὶ τοῖς σκώμμασιν, ὄντα δὲ
καὶ ἐν γνώσει τῆς κατὰ τοὺς ἀστέρας κινήσεως, κἀντεῦθεν
αὐχοῦντα γινώσκειν τὰ μέλλοντα, φάναι “εἰ
μὴ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐτυραννούμεθα, οὐκ ἂν
ἐθάρσησας, στρατηγέ, τὸν μέγαν βασιλέα βάλλειν

 
τοῖς σκώμμασιν. ὅτι δὲ τοῖς παροῦσι μέγα φρονεῖς,
ἄκουσον τί δῆτα τοῖς θεοῖς ἐς ὕστερον μεμελέτηται.
ἀντικαταρρεύσει, εὖ ἴσθι, εἰς τοὺς Ῥωμαίους ὑμᾶς
δεινά. ἕξεται δὲ τὸ Βαβυλώνιον φῦλον τῆς Ῥωμαϊκῆς
 χώρας τριττὴν κυκλοφορικὴν ἑβδομάδα ἐτῶν. 
μετὰ δὲ τοῦτο πεμπταίαν ἑβδομάδα ἐτῶν Ῥωμαῖοι
Πέρσας δουλαγωγήσετε.·’ τούτων δὲ διηνυσμένων
τὴν ἀνέσπερον ἡμέραν ἐνδημῆσαι ἀνθρώποις. ἀλλὰ
ταῦτα μὲν ταύτῃ. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ Μαυρίκιος τὸν
 υἱὸν Θεοδόσιον ἀνηγόρευσε βασιλέα, κατὰ τὸ πάσχα
στεφθέντα ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἰωάννου. καὶ τὸν
ναὸν τῶν ἁγίων τεσσαράκοντα μαρτύρων πρῴην
ἀρχθέντα κτίζεσθαι παρὰ Τιβερίου, ἀτελῆ δὲ καταλειφθέντα,
αὐτὸς ἀνεπλήρωσεν. εἰρήνης δὲ γεγονυίας
 πρὸς Πέρσας, τὰς δυνάμεις ἐξ ἑῴας ἐπὶ τὴν
Θρᾴκην μετήνεγκε, καὶ αὐτὸς ἐξῆλθε τῆς Βυζαντίδος
τὰ ὑπὸ τῶν βαρβάρων κατεστραμμένα θεάσασθαι.
ὅτε καὶ ὁ ἥλιος ἐσκιάσθη, καὶ γυνή τις ἐν τῇ 
Θράκῃ παιδίον ἔτεκεν οὔτε ὀφθαλμοὺς οὔτε βλέφαρα
 ἔχον οὔτε χεῖρας οὔτε βραχίονας, ἰχθύος δὲ
οὐραῖον πρὸς τῷ ἰσχίῳ προβεβλημένον. τοῦ μέντοι
Χαγάνου τῇ Θρᾴκῃ ἐπελθόντος μετὰ πλήθους ἀπείρου
ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγὸς Πρίσκος δείσας εἰς
τὸ φρούριον Τζουρουλοῦ συνέκλεισεν ἑαυτόν. ὁ δὲ
 βάρβαρος πολιορκεῖν αὐτὸ ἡτοιμάζετο. τότε κατεστρατήγησεν
ἐκείνου Μαυρίκιος τρόπω τοιούτῳ·
γράμμα πρὸς Πρίσκον συντίθησιν ἀντέχειν αὐτὸν
παραινοῦν· μικρὸν γὰρ ὅσον τοὺς βαρβάρους μετ’
αἰσχύνης ἀναχωρῆσαι. στέλλεσθαι γὰρ πλοῖα εἰς
 τὴν χώραν αὐτῶν σὺν στρατεύματι ληίσασθαι τὰς 
οἰκίας αὐτῶν καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τοὺς παῖδας
αὐτῶν δοριαλώτους ἑλεῖν. τοῦτο τὸ γράμμα δίδωσί

 
τινι, ἐπισκήψας αὐτῷ περιπεσεῖν τοῖς βαρβάροις ἐν
τῷ πρὸς Πρίσκον δῆθεν πορεύεσθαι. οὗ γενομένου,
τὴν ἐπιστολὴν ὁ βάρβαρος ἀναγνούς, καὶ δείσας
περὶ τοῖς οἰκείοις, σπένδεται πρὸς Πρίσκον ἐπὶ δώροις
ὀλίγοις, καὶ ἄπεισιν. ἔκτισε δὲ Φιλιππικὸς ἐν 
Χρυσοπόλει μονὴν ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Θεοτόκου, καὶ
οἶκον ἐν ταύτῃ λαμπρότατον, ἵν᾿ ἐν αὐτῷ τὸν Μαυρέκιον
ὑποδέχοιτο.

Ὁ δέ γε Κωνσταντινουπόλεως πατριάρχης Ἰωἀννης
ὁ νηστευτὴς τὸν βίον λιπὼν πρὸς τὰς ἀιδίους 
μετέστη μονάς, κοσμήσας τὸν ἀρχιερατικὸν θρόνον
 ἐπὶ ἔτη τρισκαίδεκα καὶ ἐπέκεινα. προεχειρίσθη οὖν
πατριάρχης Κυριακός, ἱερεὺς καὶ οἰκονόμος τῆς ἐκκλησίας
τῆς μεγάλης. ὑφ᾿ οὗ ὁ τῆς ὑπεραγίας θεοναός,
ὃς τῆς διακονίσσης λέγεται, ᾠκοδόμηται. 
καὶ Πέτρος ὁ τοῦ Μαυρικίου ὁμαίμων τὸν ναόν, ὃς
τοῦ Ἀρεοβίνδου καλεῖται, τῇ θεοτόκῳ ἀνήγειρε.
Σοφία δὲ ἡ βασιλὶς καὶ ἡ Αὐγοῦστα Κωνσταντῖνα
 στέμμα προσήνεγκαν τῷ βασιλεῖ λίθοις ὑετίοις
καὶ μαργάροις ὑπερφυέσι κεκοσμημένον. ὁ δὲ τοῦτο 
λαβὼν ἀνέθετο τῷ θεῷ, τῇ ἐκκλησίᾳ προσαγαγών.
ὁ Χαγάνος μέντοι καὶ αὖθις πρὸς τὰ Ῥωμαίων ἐχώρησε.
καὶ τούτῳ τῶν Ῥωμαϊκῶν στρατευμάτων ἀντιταττομένων,
ποτὲ μὲν ἐκράτει, ἐνίοτε δ᾿ ἥττητο.
ἐν μιᾷ δὲ ἡμέρᾳ υἱοὶ αὐτοῦ ἑπτὰ ἐκ νόσου λοιμικῆς 
 καὶ πυρετοῦ ἐτελεύτησαν. Κομεντίολον δὲ στείλας ὁ
βασιλεὺς κατὰ Χαγάνου μετὰ πολυπληθοῦς στρατιᾶς
λέγεται ἐντείλασθαι αὐτῷ προδοῦναι τοῖς ἐναντίοις
τὸ στρατιωτικὸν διά τινας στάσεις καὶ ἀταξίας
τούτοις μνησικακῶν. καὶ συμβαλὼν τοῖς βαρβάροις 
ἀσυντάκτως ὁ Κομεντίολος, αὐτὸς μὲν μετὰ τῶν
περὶ αὐτὸν εἰς φυγὴν ἐτράπη, πρὸς τοῦτο προπαρα-

 
σκευασάμενος. τῶν δὲ λοιπῶν οἱ μὲν ἔπεσον, οἱ δ᾿
ἐζωγρήθησαν. εἶναι δὲ τοὺς ζωγρηθέντας φασὶ περὶ
δώδεκα χιλιάδας. καὶ ὁ Χαγάνος τῇ νίκῃ ταύτῃ
ἐξογκωθείς, ἄχρι τοῦ Μακροῦ τείχους ἀφίκετο. συλλέξας
 δὲ ὁ βασιλεὺς λαὸν εἰς φυλακὴν τοῦ τείχους
τούτους ἐκπέπομφεν. ἐκ δὲ τῆς λοιμικῆς νόσου οὐ 
μόνον οἱ τοῦ Χαγάνου υἱοί, ὡς εἴρηται, ἔθανον,
ἀλλὰ καὶ πλῆθος τῶν Ἀβαρῶν πολύ· ὅθεν ἀθυμήσας
ὁ βάρβαρος ἔσπευδεν εἰς τὰ οἰκεῖα ἐπαναζεῦξαι.
 δηλοῖ οὖν τῷ Μαυρικίῳ ἐξωνήσασθαι τοὺς αἰχμααἰχμαλώτους,
ἓν ἐφ᾿ ἑκάστῳ διδόντι νόμισμα. ὁ δὲ βασιλεὺς
οὐ κατένευσε. καὶ ὁ Χαγάνος ᾔτησε λαβεῖν εἰς
ἕκαστον τῶν αἰχμαλώτων ἀνὰ ἥμισυ τοῦ νομίσματος.
ὁ δὲ οὐδὲ οὕτως τοὺς ἁλόντας ἠθέλησε
 πρίασθαι, τὸ μέν τι ἐκ φειδωλίας, ἥττητο γὰρ χρημάτων,
τὸ δέ τι τοῖς στρατιώταις μνησικακῶν. ἐκμανεὶς
οὖν ὁ βάρβαρος πάντας ξίφεσιν ἐξεθέρισε,
καὶ ἀνέζευξεν. ἐντεῦθεν πᾶσι μῖσος κατὰ τοῦ βασιλέως
ἐφύετο καὶ πρὸς πάντων ἐλοιδορεῖτο. ὁ δὲ 
 στρατὸς κατὰ Κομεντιόλου ἀναφορὰν ἐποιήσατο, ὡς
προδόντος ἐν τῷ πολέμῳ τὸ στρατιωτικόν. τοῖς δὲ
τὴν ἀναφορὰν ταύτην ποιουμένοις συνῆν καὶ ὁ στρατιώτης
Φωκᾶς, καὶ ἀναιδῶς τῷ βασιλεῖ διελέγετο,
ὡς τυπτηθῆναι παρά τινων. ὁ δὲ βασιλεὺς μὴ προσχὼν
 τοῖς κατὰ τοῦ Κομεντιόλου αἰτιάμασιν ἀπράκτους
τοὺς αὐτὸν αἰτιωμένους ἀπέπεμψε. λιτανεύοντος
οὖν τοῦ βασιλέως στάσις ἠγέρθη παρὰ τοῦ
δήμου, καὶ λίθοι κατ᾿ αὐτοῦ παρά τινων ἠκοντίσθησαν·
ὧν ζήτησιν ὁ βασιλεὺς ποιησάμενος, καί τινας
 εὑρηκώς, ἐκόλασε. τῷ γε μὴν υἱῷ αὐτοῦ Θεοδοσίῳ
κατηγγύησε τὴν θυγατέρα Γερμανοῦ πατρικίου, τοῦ
πατριάρχου Κυριακοῦ τὴν ἐπὶ τῷ γάμῳ πληρώσαν-

 
 τος τελετήν. μοναχὸς δέ τις ξίφος κατέχων γυμνὸν
ἀπὸ τοῦ Φόρου μέχρι τῆς Χαλκῆς προελήλυθεν, ἐν
φόνῳ μαχαίρας λέγων τεθνήξεσθαι τὸν Μαυρίκιον.
ὁ δὲ βασιλεὺς τὸ ἐπὶ τοῖς αἰχμαλώτοις ἀνόμημα ἀναλογισάμενος,
ἱκέτευε τὸν θεὸν ἐν τῆ̣ παρούσῃ ζωῇ 
τὴν ὑπὲρ τούτου δίκην ἐκτῖσαι, καὶ πανταχοῦ διεπέμψατο,
ἀξιῶν πάντας τοῦτο αἰτεῖν τὸν. θεόν. φήμης
δὲ κρατούσης ὅτι τοῦ μέλλοντος αὐτὸν διαδέξασθαι
ἐκ τοῦ φῖ στοιχείου τὸ ὄνομα ἄρχεται, τὸν
γαμβρὸν αὐτοῦ Φιλιππικὸν τοῦτον ᾤετο εἶναι. καὶ 
ἦν αὐτῷ δι’ ἐποψίας ὁ ἄνθρωπος, καὶ διομνύμενος
μήποτέ τι κατὰ νοῦν τοιοῦτον βαλέσθαι, οὐκ ἔπειθεν,
ὄναρ δέ ποτε τῷ βασιλεῖ θεαθὲν τὴν κατὰ τοῦ
 Φιλιππικοῦ ἔλυσεν ὑποψίαν. τὸ δ’ ὄναρ, ἐδόκει
πλῆθος παρεστάναι πολὺ τῷ ἄνωθεν τῆς Χαλκῆς 
πύλης τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ ἐκτυπώματι καὶ καταβοᾶν
τοῦ βασιλέως, φωνὴν δ’ ἐκ τῆς εἰκόνος γενέσθαι,
παραστῆναι καὶ τὸν Μαυρίκιον, καὶ τὸν αὐτίκα
 ἀχθῆναι, καὶ ἐρωτᾶσθαι ὅποι βούλεται τὴν ἔκτισιν
ἀποδοῦναι τοῦ ἀνομήματος οὗ καὶ εἰς τοὺς 
αἰχμαλώτους εἰργάσατο, ἐν τῷ νῦν αἰῶνι ἢ ἐν τῷ
μέλλοντι. τὸν δὲ “ἐνταῦθα” φάναι, “φιλάνθρωπε δέσποτα”.
καὶ ἀκοῦσαι φωνῆς λεγούσης “παράδοτε
γοῦν αὐτὸν παγγενῆ Φωκᾷ τῷ στρατιώτῃ”. διυπνισθεὶς
τοίνυν ἐκ τῆς ἀγωνίας ὁ βασιλεύς, καὶ τὸν 
Φιλιππικὸν μετακαλεσάμενος, πρῶτα μὲν συγγνώμην
 ᾔτει, ὡς μάτην ὑπονοῶν κατ’ αὐτοῦ, εἶτα ἤρετο εἰ
ἐν τοῖς Ῥωμαϊκοῖς τάγμασιν οἶδε στρατιώτην φωκᾶν.
ὁ δὲ εἰδέναι ἀνταπεκρίνατο, καὶ τοῦτον εἶναι
τὸν πρὸ μικροῦ σταλέντα παρὰ τῆς στρατιᾶς, “ ὅς σοι 
καὶ ἰταμώτερον διελέγετο”. καὶ ὁ βασιλεὺς οἶός ἐστιν
ὁ ἀνὴρ τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ ἦθος προσήρετο· καὶ ὁ

 
Φιλιππικὸς νέον εἶναι τὸν Φωκᾶν εἶπε, τὸν δὲ τρόπον
θρασὺν καὶ δειλόν. πρὸς τοῦτο δὲ ὁ βασιλεὺς
ἀντεφθέγξατο “εἰ δειλὸς καὶ φονεύς”, καὶ διηγήσατο
τὸ ὄναρ αὐτῷ. ἐφάνη δὲ τότε καὶ κομήτης ἀστὴρ ὁ
 λεγόμενος ξιφίας. τῷ γοῦν ἀδελφῷ αὐτοῦ Πέτρῳ
στρατηγοῦντι τότε ἐπιστέλλει ὁ βασιλεύς διαβάντι
τὸν Ἴστρον μετὰ τῆς στρατιᾶς ἐκεῖθεν αὐτῇ τὰ πρὸς 
τὴν χρείαν πορίζεσθαι. ἦν δὲ τοῦτο διὰ φιλαργυρίαν
οἰκονομούμενον, ἵνα ληιζόμενον τὸ
 ἀποτρέφοιτο καὶ αὐτὸς κερδήσοι τὸ στρατιωτικὸν
σιτηρέσιον. τοῦτο στάσιν τῇ στρατιᾷ ἐνεποίησε, καὶ
αὐτίκα βασιλεὺς παρ’ αὐτῶν ὁ Φωκᾶς ἀνηγόρευτο·
ἐτύγχανε δ’ ὢν ἑκατόνταρχος. ὁ δὲ στρατηγὸς Πέτρος
τοῦτο μαθών, ἔφυγε, καὶ τῷ βασιλεῖ αὐτάγγελος
 τοῦ γεγονότος ἐγένετο. ὁ δὲ καὶ τῶν ἐν τῇ πόλει
στασιαζόντων ὑπεξῆλθε τῶν ἀνακτόρων, καὶ
δρόμωνι ἐμβεβηκὼς μετὰ τῆς γυναικὸς καὶ τῶν
τέκνων ἀπέδρα· τὸν δὲ υἱὸν αὐτοῦ Θεοδόσιον πρὸς
Χοσρόην ἀπέστειλεν, ἔνα ἀπομνημονεύσας ἃς ἐκεῖνος
 τῶν παρὰ Μαυρικίου γενομένων αὐτῷ κἀκεῖνος εἰς
αὐτὸν τὰ ἴσα ἐνδείξηται. ὡς δ’ ἐγνώσθη τῷ πλήθει 
ἡ τοῦ βασιλεύοντος ὑποχώρησις, καὶ τὴν στάσιν ἐπὶ
μεῖζον ἦρε καὶ τὸν Μαυρίκιον δυσφημεῖσθαι διὰ τῆς
ἀγορᾶς παρεσκεύασεν.

Ἤδη δὲ τοῦ Φώκα μὴ πόρρω τῆς Βυζαντίδος τυγχάνοντος, οἱ τοῦ δήμου τῶν Πρασίνων ἐξῄεσαν
εὐφημοῦντες αὐτόν. ὃς σὺν αὐτοῖς ἐν τῷ Ἑβδόμῳ
παραγενόμενος ἐκεῖ παρὰ τοῦ πατριάρχου ταινιοῦται
τὴν κεφαλήν · καὶ εἰσελθὼν εἰς τὰ βασίλεια καὶ
 τὴν γυναῖκα Λεοντίαν Αὐγούσταν εὐθὺς ἀνηγόρευσε
τῶν δήμων παρόντων · ὅτε διὰ τόπους, ἐν οἷς
ἵσταντο, ἀμφιβολίας γενομένης τοῖς Πρασίνοις καὶ

 
τοῖς Βενέτοις, στασιάζειν ἤρξαντο κατ’ ἀλλήλων.
 πέμψας δέ τινας ὁ Φωκᾶς κατευνάζειν αὐτοῖς τὴν
στάσιν ἐπεχείρει. ἑνὸς οὖν τῶν σταλέντων τὸν τῶν
βενέτων ὑβρίσαντος δήμαρχον καὶ τοῦτον ὠθήσαυτος,
μὴ ἐνεγκόντες οἶ τοῦ δήμου τοῦτο ἔκραζον 
“ἄπιθι, μάθε κατάστασιν, ὁ Μαυρίκιος ζῆ.” ἐντεῦθεν
ὁ τύραννος εἰς τὸν τοῦ Μαυρικίου φόνον ἠρέθιστο,
καὶ ἀχθέντος εἰς τὸν ἐν Χαλκηδόνι τοῦ Εὐτροπίου
λιμένα, προανῃρέθησαν ἐπ’ ὄψεσιν αὐτοῦ οἱ παῖδες
αὐτοῦ. ὁ δὲ “δίκαιος εἶ, κύριε, καὶ εὐθεῖς αἱ κρίσεις 
σου”, ἐφ’ ἑκάστῳ ἐφθέγγετο, γενναίως φέρων
τὴν συμφοράν. ἔδειξε δὲ μᾶλλον τὴν τοῦ ἀνδρὸς
γενναιότητα καὶ τὸ φέρειν εὐγνωμόνως τὸν πειρασμὸν
 ὕστατον αὐτοῦ παιδίον καὶ ὑπομάζιον · τῆς
γὰρ αὐτὸ τιθηνούσης, ἔνα μὴ πάντῃ τὸ γένος τοῦ 
Μαυρικίου ἐξόληται, ὑποκλεψάσης τὸ τιθηνούμενον,
ἀντιδούσης δὲ τὸ οἰκεῖον πρὸς τὴν σφαγήν, ὁ Μαυρίκιος
τὸ ἑαυτοῦ ἐνεχθῆναι ἐζήτησεν. εἶτα καὶ αὐτὸς
 μεγαλοψύχως ἐδέξατο τὴν σφαγήν. λέγεται δὲ
καὶ τὸν ὒ ἰὸν αὐτοῦ Θεοδόσιον ἀπ’ ἰόντα πρὸς Χοσρόην 
κατασχεθῆναι, καὶ ἀχθέντα πρὸς Φωκᾶν ἀναι-
ρεθῆναι καὶ τὴν βασίλισσαν Κωνσταντῖναν καὶ τὰς
τρεῖς θυγατέρας αὐτῆς καὶ ταφῆναι ἐν τῷ ναῷ τοῦ
ἁγίου Μάμαντος, τῷ πλησίον τοῦ τείχους, ὅν ἔκτισε
Φαρασμάνης ἐκτομίας, ἐπὶ τοῦ κοιτῶνος γεγονὼς 
 Ἰουστινιανοῦ. ἐπεγράφησαν δὲ τῷ τάφῳ αὐτῆς τὰ
ἡρωελεγεῖα ταῦτα·
 ἅδ’ ἐγὼ ἡ τριτάλαινα καὶ ἀμφοτέρων βασιλήων 
 Τιβερίου θυγάτηρ, Μαυρικίου δὲ δάμαρ, 
 ἡ πολύπαις βασίλεια καὶ ἡ δόξαν λελαχοῦσα 
 ὡς ἀγαθὸν τελέθει καὶ πολυκοιρανίη, 
 κεῖμαι σὺν τεκέεσσι καὶ ἡμετέρῳ παρακοίτῃ 

 
 δήμου ἀτασθαλίῃ καὶ μανίῃ στρατιῆς. 
 τῆς Ἑκάβης ἔτλην πολὺ χείρονα τῆς τ’ Ἰοκάστης, 
 αἰαῖ τῆς Νιόβης ἔμπνοος εἰμι νέκυς, 
 ναὶ ναὶ τὸν γενέτην, τί μάτην τὰ νεογνὰ ἔκτειναν 
 ἀνθρώπων κακίης μηδὲν ἐπιστάμενα. 
 ἁμετέροις πετάλοισι κατάσκιος οὐ νέα Ῥώμη· 
 ῥίζα γὰρ ἐκλάσθη Θρηικίοις ἀνέμοις. 
ἔθανε δὲ Μαυρίκιος ἐτῶν ἐξήκοντα καὶ τριῶν, εἴκοσι 
βασιλεύσας ἐνιαυτούς. Φώκα δὲ κρατήσαντος, ὁ
 Ναρσῆς ἀπεστάτησε καὶ κατέσχε τὴν Ἔδεσσαν. προστάξει
δὲ Φωκᾶ Γερμανὸς τῷ Ναρσῇ
συμμαχουμένῳ παρὰ Χοσρόου ἡττήθη· καὶ πληγεὶς
μεθ’ ἡμέρας τέθνηκε. μετὰ δὲ ταῦτα καταφυὼν
εἰς τὴν Ἱερὰν πόλιν Ναρσῆς, καὶ παρὰ τοῦ
 ἀδελφοῦ τοῦ Φώκα τοῦ μαγίστρου Δομεντζιόλου
πίστεις ἐνόρκους λαβών, πρὸς Φωκᾶν ἀπεστάλη. ὁ
δὲ μηδὲν τοὺς ὅρκους ὑποσταλεὶς πυρὶ αὐτὸν παραδέδωκεν.
οὗτος ὁ Ναρσῆς τὸν τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος
ναὸν ἐδομήσατο καὶ τὸν τῶν ἁγίων μαρτύρων
 Πρόβου, Ταράχου, καὶ Ἀνδρονίκου, καὶ τὸν
ἐκεῖ ξενῶνα. οὐ τοῦτον δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν 
ἀδελφὸν Μαυρικίου Πέτρον ἀνεῖλε, καὶ Γερμανὸν
τὸν πενθερὸν Θεοδοσίου τοῦ υἱοῦ Μαυρικίου καὶ
τὴν θυγατέρα τοῦ Γερμανοῦ καὶ πάσαν τὴν Μαυρικίου
 συγγένειαν. Φιλιππικὸς δὲ κείρεται κληρικός,
καὶ εἰς τὴν αὐτοῦ μονὴν ἐν Χρυσοπόλει διέτριβε.
καὶ ἄλλους δὲ πολλοὺς ἔκτεινεν ὁ Φωκᾶς καὶ ποιναῖς
ἀπηνέσιν ἐκόλαζε. Κυριακοῦ δὲ τοῦ πατριάρχου
ἐκλιπόντος μετὰ ἐνιαυτοὺς ἕνδεκα ἐξότου προεχειρίσθη,
 πατριάρχης ἐγένετο Θωμᾶς σακελλάριος καὶ
τῆς μεγάλης ἐκκλησίας διάκονος. πολυειδῆ μέντοι
τότε κακὰ τοὺς Ῥωμαίους κατέλαβεν. ἐν μὲν γὰρ

 
τῇ ἑῴᾳ Πέρσαι τὴν Συρίαν καὶ Παλαιστίνην καὶ
 Φοινίκην ὑφ’ ἑαυτοὺς ἐποιήσαντο. τὴν Ἀρμενίαν
δὲ καὶ Καππαδοκίαν καὶ τὴν Παφλαγονίαν καὶ Γαλατίαν
κατέδραμον, καὶ μέχρι Χαλκηδόνος προήλθοσαν,
ἅπαντα ληιζόμενοι. ἐν δὲ τῇ Εὐρώπῃ Ἄβαροι 
τὴν Θρᾴκην ἐδῄωσαν καὶ τὰ Ῥωμαϊκὰ στρατόπεδα,
ἃ ἐν ἀμφοτέροις ἦσαν τοῖς τμήμασι, διεφθάρησαν,
καὶ ἄλλως δὲ πολλὴ τῶν ἀνθρώπων θνῆσις
ἐγένετο καὶ ἀφορία καρπῶν καὶ ζῴων φθορὰ ἐκ
βαρυτάτων χειμώνων. ἐπὶ πᾶσι δὲ ὁ ἀλάστωρ Φωκᾶς 
ἐν ἵππων ἁμίλλῃ τῶν δήμων πρὸς αὐτόν τι
ἀποσκωψάντων ἐκμανείς, πολλοὺς μὲν ἀνεῖλε, πολλοὺς
δὲ ἠκρωτηρίασεν, ἐνίους μέντοι καὶ κατεπόντωςσε,
 πλείστους δὲ καὶ τῷ ἐπάρχῳ παρέδωκεν,
κολάσῃ αὐτούς, οἱ ἐν τῷ πραιτωρίῳ καθείρχθησαν. 
οἶ δὲ ὄχλοι ὁμοῦ γενόμενοι ἐνέπρησαν τὸ πραιτώριον,
καὶ οἱ καθειργμένοι διέφυγον. Ἑβραῖοι δὲ στασιάσαντες
 ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ χριστιανῶν ἀνεῖλον τῶν
Ἀντιοχέων πολλούς, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν πατριάρχην
τῆς πόλεως Ἀναστάσιον, καὶ τὸν νεκρὸν αὐτοῦ 
κατέκαυσαν ἐν τῇ ἀγορᾷ. στείλας δὲ ὁ Φωκᾶς οὓς
μὲν ἀνεῖλεν, οὓς δὲ ἠκρωτηρίασε καὶ τῆς πόλεως
ἐξεδίωξεν. ὁ μέντοι πατριάρχης ἐπὶ τρία ἔτη καὶ
μῆνας δύο τῆς ἐκκλησίας προστὰς ἐτελεύτησε, καὶ
ἀντεισήχθη Σέργιος, τῆς μεγάλης ἐκκλησίας διάκονος. 
τὴν θυγατέρα δὲ ὁ Φωκᾶς Δομνεντίαν Πρίσκῳ
 τῷ στρατηλάτῃ συνέζευξε, καὶ μετὰ τοὺς γάμους
ἱππικὸν ἀγῶνα ἄγων ἐθεάσατο σὺν ταῖς αὐτοῦ εἰκόσι
καὶ τοῦ Πρίσκου καὶ τῆς αὐτοῦ γυναικὸς Δομνεντίας
ἱσταμένας εἰκόνας, καὶ ἐκμανὴς γεγονὼς ἁ
ἐκτμηθῆναι τοὺς δημάρχους ἐκέλευσε. δεηθέντων
δὲ τῶν δήμων, μόλις ἀφῆκεν αὐτούς. ἐκ ταύτης οὖν

 
τῆς αἰτίας ὁ Πρίσκος δεδοικὼς περὶ τῇ ζωῇ, ἅμα δὲ
καὶ τὴν κατὰ πάντων τοῦ Φώκα τυραννίδα μισῶν,
ἐζήτει καταλῦσαι τὸν τύραννον. ὢν δὲ ὁ Φωκᾶς
γυναικομανής τε καὶ μέθυσος καὶ ὠμὸς καὶ αἱμοχαρής,
 ἐμισήθη παρὰ πάντων. καὶ στρατηγοῦντος ἐν
Ἀφρικῇ καὶ Λιβύῃ Ἡρακλείου τοῦ πατρὸς τοῦ βασιλεύσαντος
μετέπειτα Ἡρακλείου οἶ τῆς συγκλήτου
καὶ αὐτὸς ὁ Πρίσκος ὁ στρατηλάτης διεπέμποντο
πρὸς αὐτόν, δεόμενοι ἀπαλλαγῆναι τῆς τυραννίδος
 Φώκα. ἦν δὲ τῷ εἰρημένῳ στρατηγῷ Ἡρακλείῳ 
ὑποστράτηγος Γρηγορᾶς τις τῶν ἐπισήμων. οὗτοι
γοῦν ἄμφω συμπνεύσαντες, στέλλουσι κατὰ τοῦ τυράννου
τοὺς ἰδίους υἱούς, ὁ μὲν Ἡράκλειος τὸν
Ἡράκλειον πολλαῖς ναυσὶ καὶ πλῆθος στρατιωτῶν
 πλοϊςόμενον, ὁ δὲ πατρίκιος Γρηγορᾶς τὸν
πεζοποροῦντα σὺν ἱππόταις πολλοῖς καὶ πεζῇ στρατιᾷ,
ἐπὶ συνθήκαις τοῦ τὸν προκαταλαβόντα τὴν
ὑπερκειμένην τῶν πόλεων καὶ καθελόντα τὸν τύραννον
τῆς βασιλείας ἀξιωθήσεσθαι. ταῦτα μαθὼν
 ὁ Φωκᾶς τὴν τοῦ Ἡρακλείου μητέρα καὶ τὴν μνηστὴν
Εὐδοκίαν, ἣν ἐξ Ἀφρικῆς ἐμνηστεύσατο, θυγατέρα
’σαν τοῦ τῆς χώρας ἐκείνης πρωτεύοντος,
κατασχὼν κατέκλεισεν ἐν μονῇ. προκατέλαβε τοίνυν 
Ἡράκλειος καὶ προσώρμισε τῷ λιμένι τῶν Σοφιῶν,
 καὶ μάχης συγκροτηθείσης ἴσης ὑπερέσχε τῶν τοῦ Φώκα.
συνήργητο γὰρ καὶ ὑπὸ τοῦ Κρίσπου τὴν τοῦ ἐπάρχου
μετιόντος ἀρχήν. Φώτιος δὲ τῶν ἐπιφανῶν
ὑπάρχων, οὗ τὴν γυναῖκα ὁ τύραννος βίᾳ ἐμοίχευσε,
σὺν πλήθει στρατιωτῶν καταλαβὼν τὰ βασίλεια,
 κατ’ ἔσπασε τοῦ θρόνου τὸν τύραννον· οἱ γὰρ περὶ
αὐτὸν ἀπογνόντες τῶν βασιλείων ὑπανεχώρησαν,
καὶ ἀποδύσας τὴν πορφυρίδα φαιὰν ἐσθῆτα ἐνέδυσε

 
καὶ δέσμιον τῷ Ἡρακλείῳ παρέστησεν. ὁ δὲ ἰδὼν
αὐτὸν ἔφη “οὕτως, ἄθλιε, τὰ τῆς πόλεως διῴκησας
 πράγματα”; καὶ ὁ Φωκᾶς ἀπονοίᾳ κάτοχος ὢν ἀπεκρίνατο
“σὺ δὲ κρειττόνως μᾶλλον διοικήσεις αὐτά;”
ὀργισθεὶς δὲ ὁ Ἡράκλειος λὰξ ἐκείνῳ ἐνέθορε καὶ 
ἐκτμηθῆναι προσέταξεν. οἱ μὲν οὖν αὐτίκα αὐτὸν
ἀναιρεθῆναι ἱστόρησαν, οἱ δὲ πρότερον αὐτοῦ τὰς
χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ἐκκοπῆναί φασιν, εἶτα καὶ
τὰ αἰδοῖα διὰ τὴν ἐκείνου ἀσέλγειαν καὶ ὅτι πολλῶν
ᾔσχυνε γαμετάς, καὶ οὕτως αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν 
ἐκκοπῆναι, τὸ δὲ δύστηνον σῶμα καυθῆναι κατὰ τὸν
Βοῦν, ἔνθα κάμινος ἦν, ὡς λέγεται, ἐκ χαλκοῦ καεσκευασμένη,
σχῆμα βοὸς ἔχουσα, ἥπερ ἐκ Περγάμου
κεκόμιστο, ἐξ ἧς καὶ ὁ τόπος ὠνόμαστο. καὶ οἱ
ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ ἄλλοι τῶν ᾠκειωμένων αὐτῷ 
ἀνῃρέθησαν. τῷ μὲν οὖν κακίστῳ Φωκᾷ τοιοῦτον
 τέλος τῆς τυραννίδος ἐγένετο, ἔτη κατορχησαμένῳ
τῆς βασιλείας ὀκτώ.

Ἡράκλειος δὲ ὑπὸ Σεργίου τοῦ πατριάρχου στεφθεὶς
αὐτίκα καὶ τὴν Εὐδοκίαν τὴν μνηστὴν ταινιοῖ, 
καὶ ἅμα τά τε βασίλεια στέφη καὶ τοὺς γαμηλίους
στεφάνους ἐδέξαντο, ὥστε κατὰ τὴν αὐτὴν
ἡμέραν καὶ βασιλεῖς ἄμφω χρηματίσαι αὐτοὺς καὶ
νυμφίους. οἱ δέ γε Πέρσαι τὴν ἑῴαν κατέτρεχον,
καὶ τὰς μὲν τῶν χωρῶν ὑφ᾿ ἑαυτοὺς ἐποιοῦντο, τὰς
δὲ ἐληίζοντο, καὶ ἡ Ῥωμαϊκὴ στρατιὰ προσβάλλουσα
τούτοις ἥττητο καὶ διώλλυτο βραχέων τινῶν περισωθέντων
φυγῇ. καὶ τὴν Εὐρώπην οἱ Ἄβαροι καὶ
οἱ Σκύθαι ἠρήμωσαν. διὸ καὶ ἠπόρει ὁ βασιλεὺς
Ἡράκλειος ὅ,τι καὶ δράσει. ἐπισκεψάμενος γὰρ τοὺς 
στρατιωτικοὺς καταλόγους πάνυ τούτους εὗρε βραχεῖς,
 ἁπάντων σχεδὸν ἐν τοῖς πολέμοις ἀναλωθέν-

 
τῶν. ἐκ γὰρ τῶν ἐπὶ Μαυρικίου τὸν Φωκᾶν ἀναγορευσάντων
εἰς πολλὰς χιλιάδας ἀριθμουμένων δύο
μόνοι στρατιῶται περιλειφθέντες εὑρέθησαν. στρατολογήσας
οὖν Κρίσπον στρατηγὸν Καππαδοκίας
 προβάλλεται, καὶ στέλλει τοῦτον ἐκεῖ. γίνεται δὲ
αὐτῷ ἐκ τῆς Αὐγούστης Εὐδοκίας, ἣν καὶ Φαβίαν
ὠνόμασε, θυγάτηρ Ἐπιφανία. εἶτα καὶ υἱὸς ἐτέχθη
ὁ μικρὸς Ἡράκλειος καὶ νέος Κωνσταντῖνος κληθείς,
καὶ ἄμφω δὲ τὼ παῖδε βασιλικῷ διαδήματι τεταινίωκε.
 καὶ μετ’ ὀλίγον ἡ γαμετὴ αὐτοῦ ἡ Αὐγούστα
Εὐδοκία τὸν βίον ἀπέλιπεν. ἐκφερομένου δὲ τοῦ
ταύτης νεκροῦ βασιλικῶς διὰ τῆς ἀγορᾶς κόρη τις
προκύπτουσα βάρβαρος τυχαίως ἀπέπτυσε, καὶ τὸ 
πτύσμα εἰς τὴν κλίνην, δι’ ἧς ἐξεφέρετο ἡ Αὐγούστα,
 κατήνεκτο, καὶ συλληφθεῖσα ἡ κόρη ἐκαύθη,
προσενεχθεῖσα τῇ θανούσῃ λίαν οἰκτρὸν ἐπιτάφιον.
ὁ δέ γ’ ἑ Ἡράκλειος ἔγημε Μαρτῖναν τὴν ἀδελφόπαιδα
καὶ Αὐγούσταν αὐτὴν ἀνηγόρευσε. τοῦ μέντοι
Χοσρόου καὶ τῶν Περσῶν ἀκρατῶς φερομένων καὶ
 πάντα λεηλατούντων, πρέσβεις ὁ βασιλεὺς πρὸς αὐτὸν
ἔστειλε, κόρον λαβεῖν ποτε τῆς τῶν ἀνθρώπων
φθορᾶς ἀξιῶν καὶ σπείσασθαι ἐπὶ συνθήκαις ἐτησίων
δασμῶν. ὁ δὲ τὴν πρεσβείαν οὐ προσήκατο. πάλιν
οὖν ἑτέρα πρεσβεία πρὸς αὐτὸν εἰρήνην ἐξαιτουμένη.
 ὁ δὲ Πέρσης ὑπερηφάνους καὶ βλασφήμους 
τὰς ἀποκρίσεις πεποίηκε, λέγων μὴ ἄν ποτε φείσασθαι
τῶν χριστιανῶν, εἰ μὴ τὸν ἐσταυρωμένον ἀρνήσαιντο
καὶ σεβασθῶσι τὸν ἥλιον. ἀπογνοὺς οὖν
τὴν εἰρήνην ὁ βασιλεὺς ἐπιστρατεῦσαι διενοεῖτο κατὰ
 Περσῶν · διὸ καὶ ἔσπευδε θέσθαι πρὸς τὸν Χαγάνον
σπονδάς, μὴ ἀφιστάμενον τοῦ τὴν Θρᾴκην ληίζεσθαι.
στείλας τοίνυν πρὸς αὐτὸν εἰρήνην ᾔτει· καὶ ὁ βάρ-

 
βάρος οὐκ ἀνένευσεν. ἡσθεὶς οὖν ὁ βασιλεὺς ἐξῆλθε
τῆς πόλεως, καὶ ἔξω τοῦ Μακροῦ τείχους ηὐλίσατο
μετὰ τῆς βασιλικῆς πολυτελείας καὶ δορυφορίας καὶ
χρημάτων πολλῶν, ἃ τῷ Χαγάνῳ δῶρα ἐκόμιζεν. ὁδὲ βάρβαρος ἀλογήσας τῶν ὅρκων τ᾿ ἑ καὶ τῶν συνθηκῶν 
 θηκῶν ὥρμησε τὸν βασιλέα συσχεῖν. ἀλλὰ τούτου
μὲν οὐκ ἐπέτυχεν, ἔφθη γὰρ διαδράς, τὴν μέντοι
βασιλικὴν ἀποσκευὴν καὶ τὴν δορυφορίαν, ἀλλὰ μὴν
καὶ τὰ χρήματα καὶ δοριαλώτων χιλιάδας πολλὰς
κατὰ πᾶσαν ἄδειαν εἰληφώς, ὑπέστρεψεν. αὗθις οὖν 
ὁ Ἡράκλειος πρεσβείαν ἔθετο πρὸς αὐτόν, ἐπεγκαλῶν
αὐτῷ ἀπιστίαν καὶ πρὸς εἰρήνην αὐτὸν ἐφελκόμενος·
ὁ δὲ σπένδεται. καὶ ὁ βασιλεὺς τῆς βασιλευούσης
ἀπάρας τῶν πόλεων ἀφίκετο εἰς Καισάρειαν,
ἔνθα καὶ ὁ Κρίσπος ἦν στρατηγῶν· οὗ 
νοσοῦντος ἢ τοῦτο προσποιουμένου πρὸς αὐτὸν
ἀπῄει ὁ βασιλεύς, ἐπισκεψόμενος καὶ βουλευσόμενος
 περὶ τῶν πρακτέων. ὁ δὲ αὐτὸν ὀλιγώρως ἐδέχετο,
μήτε προσυπαντῶν μήτε μὴν τῆς κλίνης ἐξανιστάμενος
 κἀν ταῖς ὁμιλίαις ἀλαζονικώτερόν πως διατιθέμενος. 
μένος. Ἡράκλειος δὲ συνίει μὲν τὸ γινόμενον, καὶ
καταφρονού μένος ἤχθετο, ὑπεκρίνετο δὲ μήτ᾿ ἄχθεσθαι
μήτε συνιέναι τῆς ὀλιγωρίας τοῦ Κρίσπου τῆς
κατ᾿ αὐτοῦ. ἐν τούτῳ ἀγγέλλεται αὐτῷ ἡ Αὐγοῦστα
τεκοῦσα ὒ ἰόν. καὶ τὰ μὲν στρατεύματα τῷ Κρίσπῳ 
καταλελοίπει, αὐτὸς δ᾿ ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Βυζάντιον.
τοῦ Νικητὰ μέντοι τοῦ υἱοῦ τοῦ πατρικίου Γρηγορᾶ
εἰσεληλυθότος εἰς τὴν τῶν πόλεων βασιλεύουσαν, ὁ
βασιλεὺς αὐτὸν ἐν τιμῇ μεγάλῃ πεποίητο, ἀδελφὸν
αὐτὸν ὀνομάζων. ἐπανέζευξε δὲ καὶ ὁ Κρίσπος ἐκ 
τῆς στρατείας. συλλόγου τοίνυν τῆς συγκλήτου γενομένου,
καὶ τοῦ πατριάρχου παρόντος, ὡς μέλλον-

 
τος βαπτίσαι τὸν τοῦ βασιλέως υἱόν, φησὶ πρὸς τοὺς
παρόντας ὁ βασιλεὺς “ὁ ὑβρίζων τὸν βασιλέα τίνος 
ἐστὶν ἄξιος”; οἱ δὲ ἀπεκρίνατο “οὐ ζῆν ἐστιν ἄξιος·
πάσης γὰρ φιλανθρωπίας ἑαυτὸν ἀνάξιον ἔθετο”. καὶ
ὁ βασιλεὺς τὰ περὶ τοῦ Κρίσπου κἀκείνου παρόντος
κατέλεγεν· εἶτα πρὸς ἐκεῖνον ἐπιστραφεὶς ἔφη
‘ὃς γαμβρὸν οὐκ ἐποίησας, οὐδὲ φίλον ἂν ποιήσεις
ποτέ” . ἐκέλευσεν οὖν αὐτὸν κληρικὸν γενέσθαι, ἐκ
δὲ Μαρτίνης τῆς ἀνεψιᾶς αὐτοῦ ἔσχε δύο υἱούς,
 Φάβιον, ὃν καὶ Ἡρακλωνᾶν ὠνόμασε, καὶ Δαβὶδ τὸν
λοιπόν. τοῦ δὲ Χοσρόου πάντα ληιζομένου καὶ
ἀφανίζοντος, ὑφ’ ἑαυτὸν δὲ καὶ τὴν Παλαιστίνην
πεποιηκότος καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ πολιορκίᾳ
λέγεται ἄπειρόν τι πλῆθος ἀναιρεθῆναι χριστιανῶν.
 ἐξωνούμενοι γὰρ αὐτοὺς εὐώνως οἱ Ἰουδαῖοι ἐφόσθαι 
ὧν περὶ μυριάδας ἐννέα φασὶ συγκορυφοῦσθαι
τὸν ἀριθμόν. τὸν δέ γε πατριάρχην τῆς ἁγίας
πόλεως Ἱερουσαλὴμ καὶ τὰ τίμια τοῦ σταυροῦ
οἱ Πέρσαι λαβόντες εἰς Πέρσιδα ἤγαγον. ἀπορῶν
 οὖν ὁ βασιλεὺς ἀναλόγου τοῖς ἐναντίοις στρατεύματος,
πρὸς δὲ καὶ χρημάτων, ἄργυρον μὲν καὶ χρυσὸν
ἐδανείσατο ἔκ τε τῆς μεγάλης ἐκκλησίας καὶ
τῶν λοιπῶν εὐαγῶν οἴκων, καὶ διὰ τούτων ἔκοψε
νόμισμα. λαὸν δ’ ἐκ τόν θεμάτων συνέλεγε, καὶ
 τούτους πρὸς πολεμικὴν ἐμπειρίαν ἐγύμναζε, καὶ
συμμάχους προσεκαλέσατο. ἐξελθὼν οὖν μετὰ τὴν
ἑορτὴν τοῦ πάσχα τῆς πόλεως, καὶ προσβαλὼν Σαρβάρῳ 
τῷ τοῦ Χοσρόου ἀρχισατράπῃ μετὰ βαρείας
δυνάμεως κατὰ Ῥωμαίων σταλέντι, τρέπεται τοῦτον
 καὶ τὰ στρατεύματα αὐτοῦ συγκόπτει καὶ μαχαίρας
ἔργον ποιεῖ.

Ἐν τούτοις παρασπονδήσας ὁ Χαγάνος ἐπῆλθε 
 
τῇ Βυζαντίδι, καὶ πρὸς τοῦ τείχους αἱ δυνάμεις αὐτοῦ
ἐστρατοπεδεύσαντο, δῃοῦσαι σύμπαντα τὰ ἐκτός.
ὅθεν οἴ τε τῆς πόλεως καὶ ὁ πατριάρχης καὶ ὁ
πατρίκιος Βῶνος, τούτους γὰρ ἄμφω κηδεμόνας τοῦ
υἱοῦ αὐτοῦ Κωνσταντίνου καταλελοίπει καὶ τῶν κοινῶν 
πραγμάτων διοικητὰς ἀποδημῶν ὁ Ἡράκλειος,
ἑτοιμασάμενοι πλῆθος ἀνδρῶν γενναίων κατὰ τῶν
βαρβάρων ἀφροντιστούντων, ὡς μὴ παρόντος στρατεύματος,
ἀπροσδοκήτως ἐξέπεμψαν, καὶ πολλὰς αὐτῶν
 χιλιάδας διέφθειραν. οἶ δέ γε περιλειφθέντες 
αἰσχρῶς φεύγοντες εἰς ἤθη τὰ ἑαυτῶν ὑπενόστησαν.
Ἡράκλειος δὲ πάλιν ἑτέρῳ σατράπῃ μετὰ τριάκοντα
χιλιάδων κατ’ αὐτοῦ πεμφθέντι παρὰ Χοσρόου συμμίξας,
καὶ τοῦτον ἐτρέψατο, καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ
 σχεδόν τι πάντας Ἀΐδι προίαψεν. οἱ δέ γε περιλειφθέντες 
ὑποστρέψαντες καὶ τὰ συμβεβηκότα τοῖς ὁμο-
γενέσιν ἀπηγγελκότες, καὶ πρῴην διὰ μίσους ἄγοντας
τὸν Χοσρόην μᾶλλον αὐτοὺς μισεῖν αὐτὸν ἐξηρέθισαν.
Ἡράκλειος δὲ καὶ εἰς τὴν ἐνδοτέρω Πέρσιδα
εἰσέβαλε, καὶ τάς τε πόλεις καθῄρει καὶ τὰ τεμένη τοῦ 
πυρὸς αὐτῷ ἐκείνῳ τῷ τιμωμένῳ παρ’ αὐτοῖς συνδιέφθειρε.
μαθὼν δὲ ἀνῃρημένους οὓς ἔστειλε πρεσβευτάς,
 ὠργίσθη, καὶ οὐκ ἐφείδετο ἀναιρῶν τε καὶ
πυρπολῶν καὶ καταστρέφων τὰ ἐν ποσίν. ὁ μέντοι
Χοσρόης, τοῦ βασιλέως τὴν Πέρσιδα ληιζομένου καὶ 
κατ’ ἆτ’ ῥ’ ἔχοντος, εἰς Κτησιφῶντα κατέφυγε. διαβληθέντος
δὲ πρὸς αὐτὸν τοῦ ἀρχισατράπου Σαρβάρου
ὡς τὰ τῶν Ῥωμαίων φρονοῦντος, αὐτῷ δὲ λοιδορουμένου,
ἐπιστέλλει τῷ ὑποστρατήγῳ αὐτοῦ τὸν Σάρβαρον
ἀνελεῖν. τοῦ δὲ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην κομίζοντος 
ἐν τῷ ἀπιέναι συλληφθέντος παρὰ Ῥωμαίων
καὶ ἀπαχθέντος εἰς τὸ Βυζάντιον, γνόντες τὰ ἐν

 
αὐτῇ γεγραμμένα οἶ τῶν κοινῶν πραγμάτων διοικηταὶ
στέλλουσι ταύτην καὶ τὸν αὐτῆς κομιστὴν πρὸς τὸν
Σάρβαρον· καὶ ὃς τὰ γεγραμμένα ἀναγνούς, καὶ τοῦ
γραμματοφόρου πυθόμενος καὶ μαθὼν τὴν γνώμην 
 Χοσρόου, ἑτέραν πλάττει ἐπιστολήν, κελεύουσαν σὐτόν
τε καὶ πολλοὺς σατράπας ἀναιρεθῆναι καὶ τοὺς
τοῦ στρατεύματος προύχοντας. πείθει δὲ καὶ τὸν
τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Χοσρόου κομίσαντα λέγειν ὅτι
παρὰ Χοσρόου ταύτην ἔλαβε τὴν ἐπιστολήν. συναγαγὼν
 οὖν τοὺς τῶν ταγμάτων ἡγεμονεύοντας ἐν
ἐπηκόῳ πάντων τὴν ἐπιστολὴν ἀναγνωσθῆναι πεποίηκε.
θυμοῦ τοίνυν πλησθέντες οἱ τῶν ταγμάτων
ἐξάρχοντες κοινῇ συνέθεντο τῷ βασιλεῖ προσελθεῖν.
ἐπὶ τούτοις καὶ ἕτερόν τι συμβέβηκεν, ὁ τὸν Χοσρόην
 διώλεσε· παῖδας γὰρ ἔχων πολλούς, τὸν
ἁπάντων πρεσβύτερον Σιρόην παραγκωνιζόμενος
ἠβουλήθη διάδοχον τῆς ἀρχῆς ἕτερον ποιήσασθαι,
καλοῦ μένον Μερδασάν. ὃ γνοὺς ὁ Σιρόης, καί τινας
τῶν σατραπῶν ὑποποιησάμενος, ἐπιτίθεται τῷ πατρί,
 δεσμεῖ τε τοῦτον καὶ χρυσὸν αὐτῷ πολὺν παρατίθησι
καὶ λίθων τῶν πολυτίμων σωρούς, “διὰ 
ταῦτα” λέγων “Ῥωμαίοις τοὺς Πέρσας ἐξεπολέμωσας A
καὶ ἀλλήλοις μάχεσθαι καὶ διαφθείρεσθαι κατηνάγκαζες·
ἀπόλαυε τοίνυν τόν ἐφετῶν σοι.” εἶτα τὸν
 υἱὸν αὐτοῦ Μερδασάν, ᾧ τὴν τῶν Περσῶν ἀνετίθει
ἀρχήν, ἀνεῖλε πρὸ ὀφθαλμῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ μὴν καὶ
τοὺς ἄλλους παῖδας αὐτοῦ καὶ ἐπὶ πᾶσι κἀκεῖνον.
ἐγκρατὴς οὖν τῆς τῶν Περσῶν ἀρχῆς γεγονώς, διαπέμπεται
πρὸς Ἡράκλειον, τὸν τοῦ Χοσρόου ὄλεθρον
 αὐτῷ εὐαγγελιζόμενος, καὶ σπεισάμενος αὐτῷ πάντας
τοὺς ἐν Πέρσιδι αἰχμαλώτους Ῥωμαίους ἐλευθέρους
ἀφῆκε καὶ τὰ τίμια ξύλα τοῦ σωτηρίου σταυροῦ

 
αὐτῷ ἀποδέδωκε καὶ τὸν πατριάρχην τῆς Ἱερουσαλὴμ
 Ζαχαρίαν. καὶ ὁ βασιλεὺς αὖθις πάντας τοὺς
παρὰ Ῥωμαίων κατεχομένους Πέρσας ἀπελθεῖν ἀφῆκε
πρὸ ’ς τοὺς οἰκείους. ταῦτα ἐν ἕξ ἔτεσιν ἀνύσας Ἡράκλειος,
καὶ ἀποκαταστήσας τῇ Ἱερουσαλὴμ τὰ τίμια 
ξύλα καὶ τὸν πατριάρχην αὐτόν, τι) ἑβδόμῳ ἐπανῆλθεν
εἰς τὰ βασίλεια, μετ’ εὐφημίας καὶ κρότων δεχθεὶς
καὶ λαμπρότητος παρά τε τῆς γερουσίας καὶ
τοῦ πλήθους τῆς πόλεως.

Γενομένῳ δὲ τῷ βασιλεῖ Ἡρακλείῳ κατὰ τὴν 
Ἱερουσαλὴμ ὁ τῶν Ἰακωβιτῶν καθολικὸς
ὃν ἐκεῖνοι πατριάρχην ὠνόμαζον. τούτῳ τοίνυν
ὁ βασιλεὺς αἰτίαν προσῆπτεν, ὅτι τὴν ἐν Χαλκηδόνι
 μὴ δέχοιτο σύνοδον μηδὲ δύο φύσεις ἐν Χριστῷ ἡνωμένας
ὁμολογεῖ, λέγων ὡς εἴ γε τὴν σύνοδον δέξοιτο
 καὶ δύο φύσεις ἀσυγχύτους ἐπὶ τοῦ σωτῆρος
Χριστοῦ ὁμολογήσει, ὁμόδοξον αὐτὸν ἡγήσοιτο καὶ
τῆς Ἀντιοχέων ἐκκλησίας πατριάρχην προβάλοιτο. ὁ
δὲ δεινὸς ὢν καὶ πονηρίας μεστός, ἔνα μὴ ἀτευκτήσῃ
τῆς βασιλικῆς ὑποσχέσεως, τήν τε σύνοδον ὑποκεκριμένως 
ἐδέξατο καὶ δύο φύσεις ἐπὶ Χριστοῦ λέγειν
ἡνωμένας κατέθετο. περὶ δέ γε τῶν θελημάτων καὶ
τῶν ἐνεργειῶν ἐπυνθάνετο, εἶ διττὰ ταῦτα λέγειν
 χρεὼν ἢ ἑνιαία τε καὶ μοναδικά; ὁ δ’ αὐτοκράτωρ
γράφει περὶ τούτου δὴ τοῦ ζητήματος πρὸς τὸν 
Κωνσταντινουπόλεως Σέργιον. κἀκεῖνος πάλαι τὰ
τῆς Μονοθελητῶν πρεσβεύων αἱρέσεως, μίαν φυσικὴν
θέλησιν καὶ μίαν ἐνέργειαν δεῖν δογματίζειν
ἐπὶ Χριστοῦ τῷ βασιλεῖ ἀνταπέστειλεν. ἀλλὰ καὶ
Κῦρον ἐρωτήσας τὸν Φάσιδος τῷ Σεργίῳ εὕρηκεν 
ὁμογνώμονα. τούτοις καὶ αὐτὸς ὑπαχθεὶς ὁ Ἡράκλειος
τῆς δόξης γίνεται ταύτης, καὶ ἀνατροπὴν

 
ποτίζεται θολερὰν παρὰ τῶν μισθωτῶν, ἀλλ’ οὐ
ποιμένων ἐκείνων. τοῦ Σωφρονίου μέντοι τοῦ ἱεροῦ
τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις ἀρχιερατεύοντος τοὺς ὑφ’ ἑαυτὸν
ἀρχιερεῖς συναθροίσαντος καὶ συνοδικῶς ἀποδείξαντος
 τοὺς μίαν λέγοντας θέλησιν καὶ ἐνέργειαν
ἐπὶ τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ μίαν ἄντικρυς καὶ 
φύσιν κηρύττειν, σύμψηφον δὲ σχόντος ἐπὶ τούτῳ
καὶ τὸν τὸν θρόνον τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης διέποντα
Ἰωάννην, ὁ βασιλεὺς προέθετο πρόγραμμα
 ἑνιαίαν ἐνέργειαν μήτε διττὴν ἐν χριστῷ δογματίζεσθαι·
ὃ καταγέλαστον οὐ τοῖς ὀρθόφροσιν ἐδόκει
μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῖς Σεβήρου ὁμόφροσι. Σεργίου
δὲ τοῦ τὸν θρόνον ἔχοντος Κωνσταντινουπόλεως τὴν
ζωὴν καταστρέψαντος, Πυρρὸς αὐτὸν διεδέξατο, τὰ
 αὐτὰ ἐκείνῳ δοξάζων καὶ τὰ Σεβήρου καὶ Κύρου
σέβων τ’ ἑ καὶ κυρῶν. ὑποστρέφοντι δὲ τῷ βασιλεῖ
τούτῳ ἐκ τῆς Πέρσιδος τροπαιοφόρῳ πρόσεισι Μωάμεθ
ὁ τῶν Σαρακηνῶν φύλαρχος, οὐκ ἐκ γένους
φυλαρχεῖν κληρωσάμενος, τῶν γὰρ ἀσήμων ἐτύγχανεν
 ὤν, ἀλλὰ πονηρίᾳ τοῦτο κτησάμενος. πένης γὰρ 
ὢν παρά τινι γυναικὶ πλουσίᾳ χήρᾳ ἐθήτευεν, ἣν
ἔγημε, γοητείαις ὑπαγαγὼν εἰς ἔρωτα ἑαυτοῦ. ἐπιληψίας
δὲ νοσήματι συνεχόμενος, καὶ κατὰ καιροὺς
αὐτῷ τοῦ πάθους προσβαλόντος πίπτων καὶ τῶν
 φρενῶν ἐξιστάμενος, ἀθυμίας αἴτιος τῇ ἑαυτοῦ κυρίᾳ
καὶ γαμετῇ καὶ αἰσχύνης ἐγίνετο. ὁ δὲ αὐτός τε
πονηρὸς ὢν καί τινι δὲ μοναχῷ πονηροτέρῳ ἑαυτοῦ
ἐντετυχηκὼς διὰ κακοπιδτίαν φυγαδευθέντι τῆς Βυζανίδος,
καὶ παρ’ αὐτοῦ διδαχθείς, ἔλεγε τῇ γυναικὶ
 τὸν Γαβριὴλ τὸν ἀρχάγγελον οὐρανόθεν αὐτῷ
φοιτῶντα θεῖά τινα μυεῖν καὶ ἀπόρρητα, μὴ φέρειν
δὲ τὴν τούτου θέαν καὶ διὰ τοῦτο ἰλιγγιᾶν καὶ φόβῳ 

 
συνέχεσθαι καὶ πρὸς γῆν κατακλίνεσθαι. ταῦτα δ’
εἶχεν αὐτῷ συμμαρτυροῦντα καὶ τὸν μοναχὸν ἐκεῖνον
τὸν δόλιον καὶ τῇ γυναικὶ λέγοντα ὅτι ὡς ἀληθῶς
πᾶσι τοῖς προφήταις οὗτος ὁ Γαβριὴλ ἐπιπέμπεται.
ἐντεῦθεν ἡ γυνὴ ἀποσκευαζομένη τὸ ὄνειδος, 
ἐγκαυχωμένη δὲ μᾶλλον ὡς συνοικοῦσα προφήτῃ,
τὸν λόγον τοῦτον εἰς τὰς λοιπὰς γυναῖκας προήνεγκε,
καὶ οὕτως ὄνομα προφήτου παρὰ τοῖς ὁμοφύλοις
ὁ μυσαρὸς ἐκεῖνος ἐκτήσατο. θανούσης δὲ τῆς
γυναικὸς ἐκείνης, τῶν ἐκείνης κληρονόμος γενόμενος 
καὶ φύλαρχος καὶ διδάσκαλος καὶ νομοθέτης τοῦ
 ἔθνους τῶν Ἰσμαηλιτῶν ἐχρημάτισε, τοὺς μὲν
ἀπατῶν, τοῖς δὲ μὴ εὐχερῶς αὐτῷ πειθομένοις τὸ
ξίφος ἀνατεινόμενος καὶ ὑποκλίνεσθαι οἱ ἐκβιαζόμενος.
ἤδη γὰρ καὶ χεῖρα περὶ ἑαυτὸν συνήγαγεν 
ἱκανήν. οὗτος οὖν ἐκ τῆς Αἰθρίβου προιὼν προσῇλθε
τῷ βασιλεῖ, χώραν αἰτῶν εἰς κατοίκησιν, καὶ
 ἔλαβεν. ὃν δ’ εἴρηται τρόπον τὸ ἔθνος ἅπαν κατασοφισάμενος
καὶ ὑφ’ ἑαυτὸν ποιησάμενος, τὴν Συρίαν
κατέδραμε καὶ ἐληίσατο καὶ τῶν Ῥωμαϊκῶν 
χωρῶν πολλὰς ἐξεπόρθησε, καὶ ἔκτοτε οὐκ ἐπαύσατο
τὸ τῶν Ἰσμαηλιτῶν γένος τὴν Ῥωμαίων ἅπασαν γῆν
κατατρέχον καὶ ληιζόμενον. Ἡράκλειος δέ, ὡς εἴρηται,
εἰς τὴν τῶν Μονοθελητῶν ἐκκυλισθεὶς αἵρεσιν,
 νόσῳ περιπίπτει ὑδερικῇ. λέγεται δὲ καὶ τὸ αἰδοῖον 
A αὐτοῦ στρεφόμενον ἄνω τὸ οὖρον πέμπειν, καὶ εἰ
μὴ σανὶς ἐν τῷ ἤτρῳ αὐτοῦ ἐτίθετο, κατὰ τοῦ προσώπου
αὐτοῦ τὸ ἐκκρινόμενον ἀνεδίδοτο· ὃ συμβαίνειν
ἐδόκει διὰ τὴν ἔκθεσμον μίξιν τῆς ἀδελφόπαισος.
θνήσκει οὖν ὁ βασιλεὺς οὗτος κατὰ τὸν 
τριακοστὸν πρῶτον χρόνον τῆς βασιλείας αὐτοῦ.

Καὶ μεταβαίνει ἡ αὐταρχία πρὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ

 
Κωνσταντῖνον, ἧς βραχύ τι ἀπώνατο. ἔν ἁ γὰρ μοναρχήσας
ἐνιαυτὸν φαρμάκῳ διώλετο παρὰ Μαρτίνης
αὐτῷ κερασθέντι τῆς μητρυιᾶς τε ὁμοῦ καὶ
ἐξαδέλφης αὐτοῦ· ᾧ γυνὴ συνῴκιστο Γρηγορία, θυγάτηρ
 τοῦ πατρικίου Νικητὰ, ἐξ ἧς υἱὸς αὐτῷ Κώνστας
ἐγένετο. ἦν δὲ ὁ Κωνσταντῖνος περὶ τὴν πίστιν
ὀρθός, τὴν βασιλείαν πατρόθεν διαδεξάμενος, οὐ 
μέντοι καὶ τὸ κακόδοξον. διὸ λέγεται τῆς κατ’ ἐκείνου
ἐπιβουλῆς καὶ τὸν Πυρρὸν συμμετέχειν τὸν τῆς
 Κωνσταντινουπόλεως πρόεδρον. τούτου δὲ οὕτω
τὸν βίον καταλύσαντος Μαρτῖνα σὺν τῷ Ἡρακλωνᾷ
τῷ παιδὶ τῆς βασιλείας ἀντέσχοντο, ἀλλὰ καὶ οὗτοι
ταχέως τῆς ἀρχῆς ἐκπεπτώκασι. μισηθεῖσα γὰρ ἡ
Μαρτῖνα παρὰ τῆς γερουσίας διὰ τὸν φόνον τοῦ
 Κωνσταντίνου, κατασπᾶται μὲν τῶν βασιλείων, ἐπαναστάσης
αὐτῇ τῆς συγκλήτου, ἐκτέμνεται δὲ τὴν
γλῶτταν αὐτή, τὴν ῥῖνα δὲ ὁ Ἡρακλωνᾶς ἔτι δεκέτης
ὤν, καὶ ἀμφοῖν ὑπερορία καταψηφίζεται. καὶ
ὁ Πυρρὸς τῆς ἐκκλησίας ἐκβάλλεται καὶ φυγὴν
 κατακρίνεται.

Καὶ εἰς μὲν τὸν βασίλειον θρόνον Κώνστας ὁ ἔγγονος Ἡρακλείου, υἱὸς δὲ Κωνσταντίνου καθίζεται
παρὰ τῆς συγκλήτου, εἰς δὲ τὸν ἀρχιερατικὸν
Παῦλος ἀντικαθίσταται. καὶ οὗτος δὲ ὡμογνωμόνει
 τοῖς πρὸ αὐτοῦ, Σεργίῳ καὶ Πυρρῷ δηλαδή. ὁ γοῦν
αὐτοκράτωρ Κώνστας, τἄλλα μὲν οὐκ ἀχρεῖος γέγονε
βασιλεύς, περὶ δὲ τὸ σέβας τῷ πάππῳ ὡμοίωτο. καὶ
οὗτος γὰρ τὴν τῶν Μονοθελητῶν ἐδόξασεν αἵρεσιν.
διὸ τόν τε σοφώτατον ἄνδρα τὸν θειότατον Μάξιμον
 καὶ τοὺς αὐτοῦ φοιτητὰς καὶ ἄμφω ἐκόλασεν ἀπηνέστατα
καὶ Μαρτῖνον τὸν ἁγιώτατον πάπαν τῆς Ῥώμης
ὑπερορίᾳ κατέκρινεν, ἐν ᾗ καὶ ἀπέθανεν. ὃς 

 
σὺ ’ν τῷ ἀοιδίμῳ πατρὶ Μαξίμῳ παραγενομένῳ ἐν
Ῥώμῃ σύνοδον ἀθροίσας ἀρχιερέων ἀναθέματι
τὰ Μονοθελητῶν φρονοῦντας ὑπέβαλε, καὶ ἄλλους
δὲ πολλοὺς τῶν ὀρθοδόξων ὁ Κώνστας ἐτιμωρήσατο
μὴ θελήσαντας ὑποκύψαι τῷ αὐτοῦ μονοθελήτῳ
 θελήματι. ἤδη δὲ τῶν Σαρακηνῶν μέγα
δεδυνημένων καὶ πολλὰς τῶν Ῥωμαίοις ὑποφόρων
χώρας καὶ νήσους σφετερισαμένων, ὁ τούτων ἀρχηγὸς
Μαυίας πολεμιστηρίους νῆας πλείστας πηξάμενος,
ἐπιθέσθαι διεμελέτα τῇ Ῥωμαίων ἡγεμονίᾳ. 
ὅπερ ὁ Κώνστας μαθών, καὶ αὐτὸς στόλον ἑτοιμάσας
 εἰς τὸ τῆς Λυκίας κατῆρε νεώριον, ὀνομαζόμενον
Φοίνικα· οὗ γενομένων καὶ τῶν Ἀγαρηνῶν ναυμαχία
τῇ ἐξῆς γενήσεσθαι ἔμελλεν. ὁρᾷ οὖν ὁ βασιλεὺς
κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην ἐνύπνιον ὅτι ἐν 
Θεσσαλονίκῃ ἦν. ὃ τῶν λογίων τινὶ κοινωσάμενος
ἤκουσεν ἥττης εἶναι τὸ ὄναρ δηλωτικόν, “ἄλλῳ θὲς
τὴν νίκην” δηλοῦν· ὃ καὶ γέγονε. ναυμαχίας γὰρ
γενομένης ὑπερέσχον οἶ ἀντιπόλεμοι, καὶ τοσοῦτος
γέγονε φόνος Ῥωμαίων ὡς ἐκ τοῦ αἵματος πορφυρωθῆναι 
τὴν θάλασσαν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἐσθῆτα φαύλην
ἐνδὺς καὶ εἰς πλοῖον ἐμβεβηκὼς τὸ παρατυχὸν μετά
τινων ὀλίγων διέδρα, καὶ εἰς τὸ Βυζάντιον διασέσωστο.
οἱ Ἀγαρηνοὶ δὲ μηδενὸς ἔτι αὐτοῖς ἐναντιουμένου
ὁμόσε κατὰ πάντων ἐχώρουν. τότε καὶ 
 τὴν νῆσον ῥόδον ὑφ’ ἑαυτοὺς ποιησάμενοι τὸν ἐν
αὐτῇ περίπυστον κολοσσὸν καθῃρήκασιν, οὗ τὸν
χαλκὸν Ἰουδαῖος πριάμενος ἔμπορος ἐνακοσίαις καμήλοις
λέγεται τοῦτον μετενεγκεῖν. ἀλλ’ ἐπί τινα
καιρὸν ἡ τῶν Ἀγαρηνῶν κατὰ Ῥωμαίων
ἀνεστάλη ποσῶς· γεγόνασι γὰρ κατ’ ἀλλήλων διαφερόμενοι
περὶ ἀρχηγοῦ. οἱ μὲν γὰρ τὸν Μαυίαν

 
ᾑροῦντο, οἱ δὲ τὸν Ἀλήμ, γαμβρὸν τοῦ Μουχούμετ
γενόμενον. εἶτα καὶ σπονδὰς ἔθεντο ἐπὶ δύο ἐνιαυτοὺς
πρὸς Ῥωμαίους, καταδεξαμένους φόρους τελεῖν.
γέγονε δὲ αὐταρχοῦντος τοῦ Κώνστα κλόνος τῆς γῆς
 καὶ πολλαὶ χῶραι τῆς Ῥωμαίων ἡγεμονίας κακὰς
ἔπαθον καὶ πνεῦμα βίαιον ἔπνευσεν ἄλλοτε καὶ
πολλὰ τῶν οἰκοδομημάτων κατέβαλε. τοῦ πατριάρχου
δὲ Παύλου δώδεκα ἐνιαυτοὺς ἀνοσίως προστάντος 
τῆς ἐκκλησίας, εἶτα θανόντος, εἰσάγεται πάλιν ὁ
 Πυρρὸς εἰς τὴν ποιμαντικὴν τοῦ λαοῦ Κωνσταντινουπόλεως,
τῷ δωδεκάτῳ ἔτει τῆς βασιλείας τοῦ
Κώνσταντος. οὗτος γὰρ ὁ Πυρρὸς ἐξωσθείς, ὡς εἴρηται,
παρὰ τῆς ἐκκλησίας εἰς Ῥώμην ἀφίκετο, καὶ ἐλεγχθεὶς
παρὰ τοῦ ἁγίου Μαξίμου κακῶς δοξάζων,
 ὑπεκρίθη μετατεθῆναι τῆς δόξης τῶν Μονοθελητῶν.
καὶ ἀπαιτηθεὶς παρὰ τοῦ τότε πάπα λίβελλον περὶ
πίστεως δέδωκε καὶ ἐδέχθη. εἶτα τῆς Ῥώμης ὑποχωρήσας
καὶ εἰς Ῥάβενναν ἀπελθών, ἐγνώσθη τῆς
αἱρέσεως μὴ ἐκστάς. ὅθεν ὁ πάπας τοῦτο μαθών.
 καὶ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν ἐπισκόπους ἀθροίσας, καθαίρεσιν
αὐτοῦ τελείαν κατεψηφίσατο. οὗτος οὖν τὸ δεύτερον
μῆνας τέσσαρας τὸν θρόνον τῆς Κωνσταντίνου 
κατεσχηκὼς τέθνηκε, καὶ προεχειρίσθη πατριάρχης
Πέτρος, ὁμόδοξος καὶ οὗτος τοῖς πρὸ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ
 δώδεκα τῆς ἐκκλησίας ἄρξας ἐνιαυτοὺς θνήσκει.
μεθ᾿ ὃν προέστη τῶν ὀρθοδόξων Θωμᾶς, τῆς ὀρθῆς
ἐχόμενος δόξης, ὃς μετὰ δύο ἔτη καὶ μῆνας ἑπτὰ τὸν
βίον μετηλλαχὼς Ἰωάννην ἔσχε διάδοχον. οὗτος ὁβασιλεὺς
Κόνστας τὸν ἴδιον ἀνεῖλεν ὁμαίμονα Θεοδόσιον,
 καὶ ἐμισήθη ὑπὸ τῶν τῆς πόλεως διά τε
τοῦτο καὶ διὰ τὰ εἰς τὸν πάπαν Μαρτῖνον καὶ τὸν
μέγαν γενόμενα Μάξιμον. ἀπῆρεν οὖν τοῦ Βυζαν-

 
τίου καὶ εἰς Σικελίαν κατῆρε, διάγων περὶ Συράκουσαν,
βουλόμενος καὶ τὴν βασιλείαν εἰς τὴν πρεσβυτέραν
 Ῥώμην μετενεγκεῖν. ἔλεγε γὰρ δεῖν μᾶλλον
τὰς μητέρας ἢ τὰς θυγατέρας τιμᾶν. διὸ καὶ
τὴν βασίλισσαν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ, τρεῖς δ’ ἦσαν, 
Κωνσταντῖνος, Ἡράκλειος, καὶ Τιβέριος, μετεκαλεῖτο
πρὸς ἑαυτόν. ἀλλὰ τοῦτο μέν τινες τῶν ᾠκειωμένων
αὐτῷ διεκώλυσαν. ἄλλοι δέ φασι τὸ πλῆθος τῆς
πόλεως μὴ παραχωρῆσαι αὐτοῖς τῆς πρὸς ἐκεῖνον
 ἀφίξεως. ὁ δέ γε Κώνστας ἕξ ἐν Σικελίᾳ διαγαγὼν 
ἔτη, ἐκεῖθεν οὐκ ἐπανῆλθεν· ἐπιβουλευθεὶς γὰρ
παρὰ τῶν περὶ αὐτὸν λουόμενος ἐπλήγη καιρίως
τὴν κεφαλὴν μετὰ τοῦ ἀντλήματος, ᾧ αὐτοῦ κατεχεῖτο
τὸ ζέον ὕδωρ, καὶ ἀπέθανεν, ἄρξας Ῥωμαίων
ἐνιαυτοὺς ἑπτά τε καὶ εἴκοσι.

Τούτου δὲ θανόντος τὸ μετ’ αὐτοῦ στρατιωτικὸν
 εὐθὺς Ἀρμένιόν τινα, Μιζίζιον ὄνομα, ἀγαλματίαν
ὄντα καὶ ὡραιότατον, βασιλέα προεχειρίσαντο.
ὅπερ ἀκούσας ὁ τῶν Κώνσταντος υἱέων πρεσβύτερος
ὁ Πωγωνάτος κληθείς, ὃς καὶ τῶ τῆς βασιλείας κακόσμητο 
διαδήματι, στεφθεὶς παρὰ τοῦ πατρός, μετὰ
στόλου μεγάλου τὴν Σικελίαν κατέλαβε, καὶ τόν τε
Μιζίζιον χειρωσάμενος ἀνεῖλε καὶ τοὺς τὸν φόνον
κατεργασαμένους αὐτῷ τοῦ πατρὸς καὶ πρὸς τοῖς
ἄλλοις καὶ τὸν πατρίκιον Ἰουστινιανὸν τὸν πατέρα 
Γερμανοῦ τοῦ πατριάρχου, αὐτὸν δὲ τὸν Γερμαὸν
ἐκτομίαν ἐποίησεν, ἤδη παρηβηκότα καὶ ὑπερβεβηκότα
τὴν ἡλικίαν, καθ’ ἣν εὐνουχίζεσθαι δεδοκίμα-
σται. λειοπώγων δ᾿ ὢν ὅτ’ ἀπεδήμησεν οὗτος ὁ
 βασιλεύς , ἐκδικήσων τὸν φόνον τὸν τοῦ πατρός, 
καθειμένον ἔχων ἐπανῆκε τὸν πώγωνα· διὸ ἐξ ἐκείνου
πωγωνάτος παρὰ τῶν πολιτῶν ἐπεκέκλητο. οἶ

 
δὲ τοῦ θέματος τῶν Ἀνατολικῶν εἰς Χρυσόπολιν
ἀφικόμενοι ἐβόων δεῖν καὶ τοὺς λοιποὺς δύο συγγόνους
τοῦ Κωνσταντίνου στεφθῆναι, λέγοντες ὅτι
“ὥσπερ εἰς Τριάδα πιστεύομεν, οὕτω καὶ παρὰ τῶν
ὒ τριῶν ἡμᾶς χρεὼν βασιλεύεσθαι.” ὁ γοῦν Κωνσταντῖνος
στείλας πρὸς αὐτοὺς πληροῦν τὴν αἴτησιν αὐτῶν
ἐπηγγέλλετο καὶ τοὺς τοῦ λαοῦ προεξάρχοντας
μετεκαλεῖτο, ἔν’ αὐτῶν ἐνώπιον ἡ τῶν αὐτοῦ ἀδελφῶν
ἀνάρρησις γένηται. ἐλθόντας δ’ εἰς τὸ Βυζάντιον
 ἀνεῖλεν ὡς στασιώδεις αὐτούς· ὃ γνόντες οἱ
ἄλλοι μεστοὶ δέους ὑπενόστησαν εἰς τὰ ἑαυτῶν. καὶ 
ἀμφοῖν δὲ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ τὰς ῥῖνας ἀπέτεμεν.
οἶ δὲ τῆς Ἄγαρ ἀπόγονοι οὐ διέλιπον τὴν ὑπὸ
ἅπασαν καὶ πεζῇ καὶ πλοιζόμενοι δῃοῦντες
 καὶ ληιζόμενοι. εἶτα στόλῳ βαρεῖ καὶ κατ’ αὐτῆς
ἐπῆλθον τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, καὶ ναύσταθμον
τοῦ σφετέρου στόλου πεποίηντο ἀπὸ τοῦ πρὸς δύσιν
ἀκρωτηρίου τοῦ κατὰ τὸ Ἔβδομον μέχρι τοῦ Κυκλοβίου.
στόλῳ δὲ ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἀνθοπλισάμενος
 καθ’ ἑκάστην αὐτοῖς ἀντετάσσετο, καὶ ναυμαχίαι
μαχίαι ἐγίνοντο ἐξ ὥρας ἐαρινῆς μέχρι δὴ φθινοπωρινῆς.
ὡς δ’ οὐδὲν οἶ βάρβαροι ἤνυον, ἀπάραντες
τὴν Κύζικον κατειλήφασι, καὶ ταύτην ἑλόντες ἐν 
αὐτῇ τὸν χειμῶνα διήγαγον. ἅμα δ’ ἔαρι αὖθις τὴν
 Κωνσταντίνου κατέλαβον, καὶ αὖθις ναυμαχίαι συχναί.
τριβομένου δὲ τοῦ καιροῦ, ἐπεὶ κατέλαβε τὸ
μετόπωρον, τῇ Κυζίκῳ καὶ πάλιν τὸν οἰκεῖον στόλον
οἶ τῆς Ἄγαρ ἐνώρμισαν · καὶ τοῦτο οὕτως εἰς
ἐποίουν ἐνιαυτόν. ἀπογνόντες οὖν, μᾶλλον
 μέντοι καὶ πλῆθος ἀποβαλόντες πολύ, καὶ τῶν νηῶν
ζημιωθέντες τὰς πλείονας, τότε γὰρ καὶ τὸ ὑγρὸν
ἐπινενόητο πῦρ, Καλλινίκου τινὸς ἀρχιτέκτονος ἀπὸ

 
Συρίας ἐλθόντος καὶ τοῦτο κατασκευάσαντος, μετ᾿
αἰσχύνης καὶ λύπης πολλῆς ἀνθυπέστρεφον. ἤδη δὲ
τοῦ περιλειφθέντος βαρβαρικοῦ στόλου γενομένου
κατὰ τὸ Σύλαιον, καταιγὶς πνευμάτων σκληρὰ τούτῳ
προσπεσοῦσα τὸν μὲν κατέδυσε, τὸν δὲ συνέτριψεν,
 ἀκταῖς προσαράξασα. ἐπιθεμένου δὲ αὐτῷ καὶ
 τοῦ τῶν Κιβυρραιωτῶν στρατηγοῦ, ἅπας διώλετο.
κατὰ γῆν δ᾿ αὖθις ἑτέρα στρίτιὰ τῶν Ἀράβων
Ῥωμαϊκῷ προσβαλοῦσα στρατεύματι ἥττητο, ὥστε
πεσεῖν, ὡς λέγεται, τριάκοντα χιλιάδων οὐ μείονας. 
ἐντεῦθεν οἱ Σαρακηνοὶ γνόντες ὡς οὐδὲν σφίσι τῶν
ἐν ἐλπίσιν ἀνύσιμον, μᾶλλον μέντοι καὶ δείσαντες
μὴ αὐτοῖς οἱ Ῥωμαῖοι ἐπέλθωσι, σπείσασθαι ἐβουλήθησαν,
καὶ στέλλει πρέσβεις ὁ Μαυίας πρὸς βασιλέα,
εἰρήνην αἰτούμενος. καὶ ὁ βασιλεὺς πρὸς ταύτην
κατένευσεν, καὶ τὸν πατρίκιον Ἰωάννην τὸν
Πιτζιγαύδην καλούμενον ἔπεμψεν, ὡς συνετὸν ἄνδρα
καὶ γλῶτταν περὶ τὸ λέγειν ἔχοντα εὔστροφον, τὰς
 τῶν σπονδῶν συνθήκας πληρώσοντα. ὅς ἀπελθὼν
πρὸς τοὺς Ἄραβας, δεχθείς τε φιλοτιμότατα, τὰ τῆς 
εἰρήνης ἔθετο σύμφωνα, καὶ δι᾿ ἐγγράφων αὐτὴν
ἐπὶ τριάκοντα ἐνιαυτοὺς ἐβεβαίωσε, τῶν Ἀράβων
καταθεμένων διδόναι τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων δασμὸν
ἐνιαύσιον χρυσίου χιλιάδας τρεῖς, καὶ δούλους ὀκτώ,
καὶ ἵππους τῶν παρ᾿ αὐτοῖς δοκίμων τοσούτους. οἱ 
μὲν οὖν τῆς Ἅγαρ οὕτω τῆς εἰρήνης ἔτυχον. οἱ δὲ
κατὰ τὴν ἐσπέραν τῶν Ῥωμαίων πολέμιοι ταῦτα μαθόντες,
κἀκεῖνοι καταλῦσαι τοὺς πολέμους σπουδὴν
ἔθεντο, καὶ πρέσβεις πρὸς τὸν βασιλέα μετὰ δώρων
ἐστάλκασι, καὶ πρὸς αὐτοὺς ἡ εἰρήνη κεκύρωτο.

Καὶ ἠρεμία πολέμων ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν ἑῴαν
λῆξιν καὶ κατὰ τὴν ἑσπέριον. θανόντος δὲ τοῦ πατριάρ-

 
χοῦ Ἰωάννου προκεχείριστο Κωνσταντῖνος, καὶ μετὰ
δύο ἔτη ἐξέλιπε, καὶ ἀνάγεται εἰς τὸν ἀρχιερατικὸν 
τοῦτον θρόνον Θεόδωρος. ὅς μετὰ δύο ἐνιαυτοὺς
ἐκβληθεὶς διάδοχον ἔσχε Γεώργιον. ὀρθόδοξος δὲ ὄν
 ὁ Κωνσταντῖνος ἐσπούδασεν ἑνῶσαι τὰς ἐκκλησίας
διεσχισμένας διὰ τὴν τῶν Μονοθελητῶν αἵρεσιν ἀπὸ
τῶν χρόνων τῆς βασιλείας Ἡρακλείου τοῦ προπάππου
αὐτοῦ. διὸ καὶ σύνοδον οἰκουμενικὴ ’ν ἀθροισθῆναι
κελεύει ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἧς ἡγοῦντο
 τοῦ μὲν πάπα Ῥώμης Ἀγάθωνος τοποτηρηταί, Γεώργιος
δὲ Κωνσταντινουπόλεως καὶ Θεοφάνης Ἀντιοχείας.
Ἀλεξανδρείας γὰρ οὐκ ἦν πατριάρχης οὐδ’
Ἱεροσολύμων, ὅτι ὑπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς αἱ πόλεις
αὗται ἐτύγχανον. ἕκτη δὲ οὖ σὰ ἡ σύνοδος αὕτη
 ἐκύρωσε δύο θελήσεις καὶ δύο ἐνεργείας ἐπὶ τοῦ 
σωτῆρος Χριστοῦ καὶ λέγεσθαι καὶ πιστεύεσθαι,
παρουσιάζοντος καὶ τοῦ αὐτοκράτορος, ἀναθεματισθέντων
τῶν τὴν μίαν φρονούντων θέλησιν καὶ
ἐνέργειαν Θεοδώρου τοῦ τῆς Φαρᾶν ἐπισκόπου,
 Κύρου Ἀλεξανδρείας, Σεργίου, Πυρροῦ, Παύλου
καὶ Πέτρου Κωνσταντινουπόλεως, Μακαρίου Ἀντιοχείας
καὶ Στεφάνου τοῦ φοιτητοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ
χρονίου τὴν κακίαν καὶ νηπιόφρονος γέροντος. τὸ
δὲ τῶν Βουλγάρων ἔθνος εἰς τὰς Ῥωμαϊκὰς χώρας
 τὰς πέραν τοῦ Ἴστρου γενόμενον ταύταις ἀκρατῶς
ἐλυμαίνετο. ἐκστρατεύει τοίνυν κατ’ αὐτῶν ὁ βασιλεὺς
Κωνσταντῖνος κατὰ γῆν τε καὶ κατὰ θάλασσαν,
στόλον πολὺν ἐκ τῆς θαλάσσης εἰσαγαγὼν εἰς τὸν
Δάνουβιν. οἱ δὲ βάρβαροι τὴν τῶν Ῥωμαίων ἴδόντες 
 παρασκευὴν ἐδειλίασαν, καὶ εἰς ὀχύρωμά τι ποταμοῖς
στεφανούμενον καὶ τενάγεσι κατακλείσαντες
ἑαυτοὺς ἠρέμουν · ἀλλ’ οὐδ’ ἡ Ῥωμαϊκὴ στρατιὰ

 
τούτοις προσέβαλεν. ἐφ’ ἡμέραις οὖν τισιν οὕτω
διατιθεμένων τῶν ἐναντίων ἀμφοῖν, μαλακίαν οἱ
βάρβαροι τῶν Ῥωμαίων κατέγνων. ἐπισυμβέβηκε δὲ
καί τι ὃ θάρσος ἐκείνοις ἐνῆκε τῆς προτέρας δειλίας
ἀντίθετον. ὁ γὰρ βασιλεὺς ἐκ ποδαλγίας νοσήσας 
καὶ δριμυτέραις ἀλγηδόσι βαλλόμενος, λουτροῖς χρησόμενος
σὺν πέντε δρόμωσι μετὰ τῆς θεραπείας εἰς
Μεσημβρίαν, χώρα δ’ ὑπὸ Ῥωμαίους τελοῦσα αὕτη
ἐστί, τὸν ἔκπλουν πεποίητο, τὴν στρατιὰν καὶ τοὺς
στρατάρχας ἐκεῖσε καταλιπὼν καὶ ἐπισκήψας πρὸς 
 τοὺς βαρβάρους ἀκροβολίζεσθαι, ἔν’ οὕτως αὐτοὺς
εἰς πόλεμον ἐπισπάσωνται. φήμης δὲ γενομένης εἰς
τὸ στρατόπεδον φόβῳ τῶν πολεμίων διαδιδράσκειν
τὸν αὐτοκράτορα, αἰσχρῶς ἅπαντες μηδενὸς διώκοντος
ἔφευγον. τοῦτο τοῖς Βουλγάροις ἀπροσδοκήτως 
γενόμενον μένος ἐνέπνευσε καὶ παρέθηξεν εἰς ἀλκήν,
 καὶ ὀπίσω διώκοντες πολλοὺς μὲν ἀνῄρουν,
οὐ μείους δ’ ἐζώγρησαν, καὶ Ἴστρον περαιωθέντες
ἐν τῇ Ῥωμαίων ἐπήξαντο τὰς σκηνάς, καὶ οὐ
διέλιπον ἐξ ἐκείνου τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους ἅπασαν ληιζόμενοι. 
ὅθεν βιασθεὶς ὁ κρατῶν σπονδὰς ἔθετο
πρὸς αὐτοὺς ἐπὶ συνθήκαις τοῦ δασμὸν αὐτοῖς καταβάλλειν
ἐτήσιον, εἰς αἰσχύνην τῆς τῶν Ῥωμαίων
ἀρχῆς. καὶ ἦν οὕτω πάντοθεν εἰρηνεύοντα τοῖς Ῥωμαίοις
 τὰ πράγματα, ἕως τῆς τελευτῆς τοῦδε τοῦ 
αὐτοκράτορος. ἐτελεύτησε δ’ ἐπὶ διαδόχῳ τῷ υἱῷ
Ἰουστινιανῷ, βασιλεύσας ἐνιαυτοὺς ἑπτακαίδεκα.

Ἦν δὲ Ἰουστινιανός, ὅτε τῆς ἀρχῆς ἐπέβη, μειρακίσκος
ἓξ ἐπὶ δέκα ἐνιαυτοῖς. αὐτοβούλως οὖν τῇ
διοικήσει κεχρημένος τῆς βασιλείας πολλοῖς τὴν 
Ῥωμαίων ἡγεμονίαν κακοῖς περιέβαλεν. οἱ γὰρ Μαρδαῖται
τὰς τοῦ Λιβάνου καταλαβόντες περιωπὰς τοῦ

 
Πωγωνάτου κρατοῦντος φοβεροὶ τοῖς Ἄραψιν
διὸ καὶ σπονδὰς ἐκεῖνοι πρὸς Ῥωμαίους ᾐτήσαντο,
καὶ τούτων, ὡς εἴρηται, τετυχήκασι. τούτου δὲ τοῦ
αὐτοκράτορος ἄρτι τῶν σκήπτρων ἐπειλημμένου ὁ 
 τότε τῶν Ἀράβων ἡγεμονεύων Ἀβιμέλεχ, ὁ γὰρ
Μαυίας ἔφθη θανών, πέμψας προσκυρωθῆναι τὴν
εἰρήνην ἐζήτησεν, ἀξιῶν τοὺς Μαρδαΐτας μεταστῆναι
ἐκ τοῦ Λιβάνου, καὶ ὑπισχνούμενος τούτου γενομένου
διδόναι Ῥωμαίοις ἡμερήσιον φόρον χρυσοῦ νομίσματα
 χίλια καὶ δοῦλον καὶ ἵππον τῶν παρ’ αὐτοῖς
ἐκκρίτων. ἐπὶ τούτοις οὖν ἀνανεωθεισῶν τῶν
σπονδῶν, καὶ τῶν Μαρδαϊτῶν εἰς δώδεκα χιλιάδας
ἀνδρῶν μαχίμων ἀριθμουμένων μεταστάντων ἐκ
τοῦ Λιβάνου, τὸ τῶν Ἀράβων ἔθνος τοῦ ἐξ ἐκείνων
 δέους ἀπαλλαγὲν πολλῶν τὴν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν
ἐνέπλησε συμφορῶν. στείλας δὲ τὸν στρατηγὸν
Λεόντιον ὁ Ἰουστινιανὸς ὑπέταξε δι’ αὐτοῦ τὴν
Ἰβηρίαν καὶ τὴν Ἀλβανίαν καὶ χώρας ἑτέρας. οὗτος 
ὁ βασιλεὺς ἔλυσε καὶ τὰς πρὸς τοὺς Βουλγάρους
 σπονδάς, μὴ ἀνεχόμενος δασμοὺς παρέχειν αὐτοῖς.
ἐκστρατεύσας δὲ κατὰ τὰ ἑσπέρια πολλὰ τῶν Σθλαβικῶν
ἐθνῶν ὑπηγάγετο, τὰ μὲν ἑκόντα, ἔνια δὲ
πολέμου νόμῳ · ἐξ ὧν καὶ νέον συνεστήσατο σύνταγμα.
κατ’ ἐκλογὴν γὰρ εἰληφὼς ἐκ τούτων ἄνδρας
 γενναίους τε καὶ νεάζοντας εἰς χιλιάδας τριάκοντα,
λαὸν αὐτοὺς ἐκάλεσε περιούσιον. οἶς γεγηθώς τε
καὶ πεπονθὼς καὶ τὰς πρὸς τοὺς Ἄραβας συνθήκας
παρέλυσεν, αἰτίαν ἐσχηκὼς ὅτι σταλὲν τὸ τοῦ ἐτησίου
φόρου χάραγμα οὐ Ῥωμαϊκὸν εἶχε σφράγισμα,
 ἀλλὰ νέον Ἀράβιον. οὐδὲ γὰρ ἐξῆν ἐν χρυσῷ νομίσματι 
χαρακτῆρα χαρακτῆρα ἕτερον ἐντυποῦσθαι ἢ τὸν τοῦ βασιλέως
Ῥωμαίων. ἐστράτευσεν οὗν κατ’ αὐτῶν οὐ

 
τοσοῦτον ταῖς Ῥωμαϊκαῖς συντάξεσι τεθαρρηκὼς
ὅσον τῷ νέῳ τούτῳ καὶ περιουσίῳ λαῷ. τῶν δὲ
Ἀράβων τὰς σπονδὰς αἰτουμένων μὴ ἀθετῆσαι μηδὲ
τὰς ἐγγράφους παραβῆναι συνθήκας καὶ τὸν θεὸν
ἐπιμαρτυρομένων, ὅς μέσος παραληφθεὶς αὐτὰς 
ἐμπεπἐδωκε, καὶ ἐκδικητὴν καλούντων αὐτὸν κατὰ
τῶν τῆς μάχης αἰτίων, ὁ βασιλεὺς τὰ ὦτα πρὸς ταῦτα
βύσας πρὸς μάχην ἡτοίμαστο. οἱ γοῦν Ἄραβες
δόρατι τὸ τῶν σπονδῶν προσδήσαντες ἔγγραφον, καὶ
ὥσπερ σημαίαν ἄραντες τοῦτο τοῦ σφῶν στρατεύματος 
 προερχόμενον, συρρήγνυνται τοῖς Ῥωμαίοις·
καὶ αὐτίκα ἐκ τοῦ περιουσίου λαοῦ αἱ εἴκοσι χιλιάδες
 πρὸς τοὺς Ἄραβας ηὐτομόλησαν, ὃ τοῖς Ῥωμαίοις
δειλίας γέγονεν αἴτιον, τοῖς δ᾿ ἐναντίοις ἐνῆκε θάρσος,
καὶ ἥττηντο μὲν οἱ Ῥωμαῖοι, ἡ νίκη δ᾿ ἐπεμειδία 
δία τοῖς Ἄραψιν· οἳ τοῖς φεύγουσιν ἐφεπόμενοι ἀνῄρουν
οὓς κατελάμβανον, ὡς καὶ ἀριθμοῦ κρείττους
σχεδὸν ἐκ τῶν Ῥωμαϊκῶν στρατευμάτων πεσεῖν. αἰσχρῶς
δὲ διαφυγὼν ὁ βασιλεὺς μετ᾿ ὀλίγων τὸν ὄλεθρον,
ἐπεὶ κατὰ τὸν Λευκάτην ἐγένετο, τοὺς περιλειφθέντας 
ἐκ τοῦ περιουσίου λαοῦ τῶν Σθλαβικῶν
ἀναιρεθῆναι πάντας προσέταξε. καὶ ὁ μὲν εἰς τὸ
Βυζάντιον παραγεγονὼς οἰκοδομαῖς προσησχόλητο.
 οὗτος γὰρ τὸν μέγιστον τῶν πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον
βασιλείων ᾠκοδόμησε Τρίκλινον, ὃς καὶ τῇ αὐτοῦ 
καλεῖται κλήσει μέχρι τοῦ νῦν λεγόμενος Ἰουστινιάνειος.
οἱ δὲ τῆς Ἅγαρ ἀδεῶς ἐξ ἐκείνου ταῖς τῶν
Ῥωμαίων χώραις ἐπέβαινον, καὶ ὁ τῆς Ἀρμενίας ἐπιστατῶν
Σαββάτιος ὁ πατρίκιος τὴν ἧτταν τοῦ βασιλέως
μαθών, τοῖς Ἄραψι προσεχώρησε καὶ τὴν Ἀρμενίαν 
αὐτοῖς παραδ ἔδωκε. καὶ οὐκ ἐπαύοντο ἅπασαν
τὴν ἑῴαν δῃοῦντες καὶ τοὺς χριστωνύμους

 
αἰχμαλωτίζοντες. ἦν δὲ τῷ βασιλεῖ τούτῳ ἐκτομίας
Στέφανος, τὸ μὲν γένος ἐκ βαρβάρων ἕλκων, ἀπηνὴς
δὲ καὶ ὑπὲρ βαρβάρους καὶ λίαν ὠμότατος. οὗτος
παρ’ αὐτῷ πλεῖστα δεδυνημένος καὶ σακελλάριος
 προεβλήθη, καὶ βαρὺς ἦν ἅπασιν οὐκ έν εἰσπράξεσι 
μόνον, ἀλλὰ μέντοι καὶ ἐν κολάσεσι, καὶ οὐ τοὺς τυχόνντας
μόνον ἐκόλαζεν, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπερλίαν
ἥπτετο, ὡς καὶ αὐτὴν τυπτῆσαι ποτε τὴν μητέρα
τοῦ βασιλεύοντος. καί τινα δὲ μοναχὸν Θεοδόσιον,
 ἔγκλειστον πρὶν ὄντα, γενικὸν ὁ βασιλεὺς προεβάλετο,
καὶ ἦν οὐδ’ οὗτος ἥττων εἰς κακίαν τοῦ ἐκτομίου
Στεφάνου. πολλῶν οὖν παρ’ αὐτῶν δεινῶν
ἐπενενηγμένων τῷ πολιτεύματι, μισητὸς ἅπασιν ὁ
Ἰουστινιανὸς ἔδοξε. τὸν γοῦν στρατηγὸν Λεόντιον
 ἐξ ὑπονοίας τοῦ τῆς βασιλείας ἐφίεσθαι καθείρξας
ἐπὶ δύο ἐνιαυτούς, ὕστερον ἐκβαλὼν στρατηγὸν Ἑλλάδος
ἐποίησεν. ὁ δὲ Παύλῳ τινὶ μοναχῷ ἀστρολογίαν
μετιόντι καὶ τὴν βασιλείαν χρησμοδοτοῦντι αὐτῷ
φησιν ὡς “ἐγὼ ἤδη ἄπειμι πρὸς Ἑλλάδα· οἶδα δὲ ὅτι 
,0 ὁ βασιλεὺς στελεῖ τοὺς ἀναιρήσοντάς με ὀπίσω μου.
ἃ δὲ σύ μοι προύλεγες, οἴχονται.” ὁ δὲ “μὴ δειλανδρήσῃς”
ἔφη, “ἀλλ’ ἐπιχείρησον τῇ πράξει, καὶ οὐκ
ἀστοχήσεις τοῦ ἐφετοῦ”. παραλαβὼν οὖν ὁ Λεόντιος
τοὺς οἶς ἐθάρρει καὶ τὰς δημοσίας διαρρήξας εἱρκτὰς
,.5 τοὺς καθειργμένους ἐξήγαγεν, εἰς πλῆθος περιισταμένους
πολύ, οἷ καὶ εἰς τὸ μέγα παρελθόντες τέμενος
τοῦ θεοῦ, πολλῶν καὶ ἄλλων συνεισρυέντων,
ὕβριζον μὲν τὸν Ἰουστινιανόν, εὐφήμουν δὲ τὸν Λεόντιον,
συνεργοῦντος καὶ Καλλινίκου τοῦ πατριάρχου.
 ἐκεῖθεν δ’ εἰς τὸ ἱππήλατον μεταχωρήσαντες
θέατρον τὰ ὅμοια διεπράττοντο, καὶ τὸν Ἰουστινιανὸν 
τῶν ἀνακτόρων ἐξαγαγόντες κατὰ τὴν Σφενδό-

 
νῆν ἐρρινοτόμησαν, καὶ εἰς Χερσῶνα ἔθεντο ὑπερόριον,
ἐνιαυτοὺς ἐνιαυτοὺς ἑκκαίδεκα τῆς βασιλείας κρατήσαυτα.
τὸν δ’ ἐκτομίαν Στέφανον, τὸν σακελλάριου δηλαδή,
καὶ τὸν μοναχὸν Θεοδόσιον τὸν γενικὸν συλλαβόμενοι,
καὶ σχοίνους ἐξάψαντες τῶν ποδῶν 
αὐτῶν, σύροντες διὰ τῆς Ἀγορᾶς εἰς τὸν Βοῦν ἀπήγαγον
καὶ κατέκαυσαν.

Τούτων δὲ γενομένων ὁ Λεόντιος τῆς βασιλείας
ἐκράτησεν, ἐφ’ οὗ οἱ Ἄραβες τὰς Ῥωμαϊκὰς κατατρέχοντες
 πολλοὺς αἰχμαλώτους ἐλάμβανον, εἶτα 
καὶ τὴν Ἀφρικὴν ὑφ’ ἑαυτοὺς ἐποιήσαντο. στέλλει
τοίνυν τοῦτο μαθὼν ὁ βασιλεὺς Λεόντιος ἴνα τῶν
πατρικίων Ἰωάννην, ἄνδρα δραστήριον, μετὰ τοῦ
στόλου παντὸς τῇ ‘Ρωμαίων ἡγεμονίᾳ τὴν Ἀφρικὴν
 ἀνασώσασθαι· ὃς καὶ πολέμῳ τοὺς ἐκεῖ τρεψάμενος 
Ἀραβας τὴν Ἀφρικὴν αὐτῶν ἠλευθέρωσε,
παρεχείμασε, γράψας τὰ πεπραγμένα τῷ βασιλεῖ καὶ
τὸ ποιητέον ἀναμένων ἐπιταγῆναι αὐτῷ. ὁ δὲ τῶν
Ἀγαρηνῶν πρωτοσύμβουλος, οὕτω γὰρ ἐκάλουν τοὺς
σφῶν προεξάρχοντας, τὰ κατὰ τὴν Ἀφρικὴν συμβεβηκότα 
μαθών, καὶ ἐν δεινῷ τὴν ἐκ ταύτης ποιούμενος
ἔκπτωσιν, στόλον ἑτοιμάζει βαρύτατον, καὶ
στέλλει αὖθις τὴν Ἀφρικὴν ἀνακαλεσόμενος. πρὸς
 ὅν ὁ ῥηθεὶς πατρίκιος Ἰωάννης ναυμαχῆσαι μὴ ἐξαρκῶν,
τοῦ λιμένος ἐξέστη, καὶ ἐπανήρχετο πρὸς τὸν 
βασιλέα, αἰτήσων πλείονα δύναμιν. γενομένου δὲ
κατὰ τὴν Κρήτην τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στόλου, οἱ τοῦ λαοῦ
προἱστάμενοι, πῇ μὲν δι’ αἰσχύνης ποιούμενοι τὸ
ὑποχωρῆσαι τῆς Ἀφρικῆς τοῖς πολεμίοις ταύτης
παραχωρήσαντες, πῇ δὲ καὶ δεδοικότες τὴν τοῦ βασιλέως 
ὀργήν, πείθουσι τὸ ναυτικὸν εἰς ἀποστασίαν
ἐκκλίναι, καὶ δυσφημῆσαι τὸν Λεόντιον, εὐφημῆσαι

 
δὲ βασιλικῶς τὸν Ἀψίμαρον τῶν Κιβυρραιωτῶν ὄντα
δρουγγάριον, ὃν αὐτίκα καὶ Τιβέριον μετωνόμασαν.
οὗτος οὖν ἅμα τῷ στόλῳ καταλαβὼν τὸ Βυζάντιον
ἐν Συκαῖς τὰ σκάφη προσώρμισεν. ὁ δέ γε Λεόντιος
 τὴν τῆς πόλεως φυλακὴν διὰ φροντίδος πεποίητο. 
ἀλλά τινες τῶν ἐπαρχεωτῶν ἀρχόντων τὸ κατὰ Βλαχέρνας
τεῖχος φυλάσσειν λαχόντες, ἐκεῖθεν εἰσήγαγον
τὸν Ἀψίμαρον, καὶ ταῦτα μεθ᾿ ὅρκων φρικτῶν
τὰς κλεῖς ἐμπιστευθέντες τῶν τοῦ τείχους ἐκείνου
 πυλῶν. εἰσελθόντες οὖν οὕτως οἱ τοῦ στόλου τὰς
οἰκίας τῶν πολιτῶν ἐληίσαντο. ὁ δὲ Ἀψίμαρος τὸν
μὲν Λεόντιον ἀφείλετο τῆς ῥινὸς καὶ ὑπὸ φυλακὴν
ἐποιήσατο, βασιλεύσαντα ἔτη τρία, τοὺς δὲ αὐτῷ
συναιρομένους ἐκ τῶν ἀρχόντων τυπτήσας καὶ τῶν
 ὑπαρχόντων στερήσας ὑπερορίους ἐποίησεν.

Καὶ ὁ μὲν Ἀψίμαρος ἢ Τιβέριος οὕτω τῆς βασιλείας λείας ἐκράτησεν, αὐτίκα δὲ τὸν ἴδιον ἀδελφὸν Ἡράκλειον
πάντων τῶν ἱππικῶν καὶ πεζῶν στρατευμάτων
στρατηγὸν μονώτατον προβαλόμενος στέλλει
 πρὸς ἕω τοῖς Ἀγαρηνοῖς ἀντιτάττεσθαι. κατέδραμον
οὖν τὴν Συρίαν Ῥωμαῖοι, καὶ μέχρι Σαμοσάτων
ἀφίκοντο, τὰ πέριξ ἅπαντα προνομεύσαντες καὶ πολλοὺς
σφόδρα τῶν Ἀγαρηνῶν διεχρήσαντο, καὶ δοριαλώτους
ἑλόντες πλείστους καὶ λείαν ἄλλην ἀμύθητον
 φόβον μέγαν τοῖς Ἄραψιν ἐνεποίησαν. Βαάνης
δέ, ᾧ ἑπταδαίμων ἐπίκλησις, τὴν τετάρτην Ἀρμενίαν
τοῖς Ἄραψι προύδωκεν. εἶτα οἱ ἄρχοντες Ἀρμενίας
κατὰ τῶν Ἀγαρηνῶν στασιάσαντες ἐκείνους μὲν
ἔκτειναν, πρὸς δὲ τὸν Ἀψίμαρον διεπέμψαντο καὶ Ῥωμαίους
 αὖθις εἰς τὴν χώραν ἐδέξαντο. ἀλλ᾿ ὁ Μοάμεδ 
κατ᾿ αὐτῶν ἐπελθὼν ὑπὸ τοὺς Ἀγαρηνοὺς καὶ
πάλιν τὴν Ἀρμενίαν πεποίηκε καὶ τοὺς τῶν Ἀρμε-

 
νίων προέχοντας ζῶντας κατέκαυσε. τότε καὶ κατὰ
τῆς Κιλικίας Ἀγαρηνοὶ ἐπεστράτευσαν. οἷς συμβαλὼν
ὁ τοῦ βασιλέως ὁμαίμων Ἡράκλειος τοὺς μὲν πλείονας
μαχαίρας ἔργον εἰργάσατο, τοὺς δὲ λοιποὺς ζωγρήσας
δεσμίους τῷ κρατοῦντι ἐξέπεμψε. Φιλιππικὸν 
δὲ τὸν υἱὸν τοῦ πατρικίου Νικηφόρου βασιλειῶντα,
ὅτι κατ᾿ ὄναρ ἔδοξε τὴν αὐτοῦ κεφαλὴν σκιάζεσθαι
ὑπὸ ἀετοῦ, εἰς Κεφαλληνίαν ἐξώρισεν.
Ἰουστινιανὸς δὲ ἐν Χερσῶνι, ὡς εἴρηται, περιορισθεές
 ἠδυνήθη διαδρᾶναί ἐκεῖθεν καὶ τῷ Χαζάρων 
ἀρχηγῷ Χαγάνῳ προσελθεῖν καὶ δεχθεὶς παρ᾿ ἐκείνου
φιλοτιμότατα τὴν ἀδελφὴν αὐτοῦ ἔγημε Θεοδώραν,
καὶ μετ᾿ ὀλίγον ἐκεῖθεν ἀπελθὼν εἰς ἄλλην
χώραν μετὰ τῆς αὐτοῦ διέτριβε γυναικός, καὶ ὁ
Ἀψίμαρος διεπέμψατο πρὸς τὸν Χαγάνον, χρήματα 
 δώσειν αὐτῷ πολλὰ ὑπισχνούμενος, εἰ στείλειεν αὐτῷ
τὴν τοῦ Ἰουστινιανοῦ κεφαλήν. καὶ ὃς συνέθετο,
καὶ δύο τινὰς τῶν ᾠκειωμένων αὐτῷ στείλας ἐν
ἀπορρήτοις ἐνετείλατο τὸν Ἰουστινιανὸν ἀνελεῖν· ὃ
διὰ δούλου μαθοῦσα ἡ Θεοδώρα τῷ ἀνδρὶ καταγγέλλει. 
ὁ δὲ τοὺς ἐνταλιθἐντας αὐτὸν ἀνελεῖν ἰδίᾳ προσκαλεσάμενος
 ἕκαστον ἀγχόνῃ στερίσκει τοῦ ζῆν, καὶ
τὴν μὲν Θεοδώραν εἰς Χαζαρίαν ἐξέπεμψεν, αὐτὸς
δὲ εἰς ἁλιάδα ἐμβεβηκὼς ἀπέπλευσε, πρὸς Τέρβελιν
ἀπιὼν τὸν τῶν Βουλγάρων ἐξάρχοντα. κλύδωνος δὲ 
μεγάλου κατειληφότος αὐτὸν ἐν τῷ πλέειν, καταδῦναι
τὸ πλοιάριον ἐκινδύνευσε. τῶν δὲ συμπλεόντων
ἐπαγγείλασθαι τῷ θεῷ συμβουλευόντων αὐτῷ, εἰ
περισωθείη καὶ τὴν ἀρχὴν ἀπολήψοιτο, μή τι κακὸν
τοῖς κατ᾿ αὐτοῦ γενομένοις ἐπενεγκεῖν, ἐκεῖνος, “εὶ 
φείσομαι τούτων” ἔφη “τινός, αὐτίκα καταποντισθείην
ὡδί.” περισωθεὶς οὖν καὶ τῷ τῶν Βουλγά-

 
ρων ἄρχοντι προσελθὼν καὶ πλεῖστα παρασχών, ἄλλα
μέντοι καὶ παρέχειν ἐπαγγειλάμενος, εἰ παρ’ αὐτοῦ 
καταχθείη πρὸς τὴν προγονικὴν βασιλείαν, καὶ τὴν
θυγατέρα αὐτῷ συζεῦξαι καθυποσχόμενος, σὺν ἐκείνῳ
 μετὰ βαρβαρικῆς βαρείας δυνάμεως τὴν ὑπερκειμένην
κατειλήφει τόν πόλεων καὶ πρὸ τῶν τειχῶν
στρατοπεδευσάμενος ἀπεπειρᾶτο τῶν πολιτῶν,
αὐτοῖς ἐκ τοῦ τείχους προκύπτουσιν ὁμιλῶν. οἶ δὲ
οὐ μόνον αὐτὸν οὐ προσίεντο, ἀλλὰ καὶ ὕβρεις αὐτοῦ
 κατέχεον πλημμελεῖς. νυκτὸς οὖν διὰ τοῦ ἀγωγοῦ
εἰσδὺς ἐντὸς ἀνέδυ τῆς πόλεως καὶ ταύτης ἐγένετο
ἐγκρατής. ὁ δὲ Ἀψίμαρος εἰς Ἀπολλωνιάδα
φυγὼν κατελήφθη.

Τῷ μὲν οὖν τῶν Βουλγάρων ἄρχοντι δῶρα πολλὰ παρασχὼν καὶ συνθήκας εἰρήνης μετ’ αὐτοῦ
ποιησάμενος ἀπελθεῖν αὐτὸν παρεσκεύασεν. τοῦ δὲ
Ἀψιμάρου καὶ Ἡρακλείου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ πρὸς
αὐτὸν ἀχθέντων, ἀλλὰ μὴν καὶ τοῦ Λεοντίου, τὸν
Ἡράκλειον σὺν ἄλλοις πλείοσιν ἐν ξύλοις παρὰ τοῖς
 τείχεσιν ἀπῃώρησε, τὸν Ἀψίμαρον δέ γε καὶ τὸν
Λεόντιον δεσμίους διὰ τῆς Ἀγορᾶς περιαγαγὼν καὶ
θεατρίσας ἱππικοῦ ἀγομένου, ῥιφέντας ὑπὸ τοὺς
πόδας αὐτοῦ κατὰ τῶν τραχήλων πεπάτηκε, καὶ οὕτως
ἐκτμηθῆναι τὰς αὐτῶν κεφαλὰς ἐν τῷ κυνηγίῳ
 προσέταξεν, ἑπτὰ τοῦ Ἀψιμάρου ἐνιαυτοὺς βασιλεύσαυτος.
τὸν δὲ πατριάρχην Καλλίνικον πρότερον
αὐτοῦ πηρώσας τὰ ὄμματα εἰς Ῥώμην ἔθετο ὑπερόριον.
Κῦρον δέ τινα μοναχὸν ἔγκλειστον πατριάρχην
προυβάλετο, ὃς αὐτῷ τὴν εἰς τὴν βασιλείαν ἀποκατάστασιν 
 προεφοίβασε. πολὺ δὲ πλῆθος ἔκ τε τοῦ
δημοτικοῦ καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ τότε διέφθειρεν οὗτος
ὁ βασιλεύς, τοὺς μὲν φανερῶς, ἐνίους μέντοι καὶ

 
ἀφανῶς. στείλας δ’ εἰς Χαζαρίαν ἤγαγε τὴν γυναῖκα
αὐτοῦ ἔ, ἤδη αὐτῷ τεκοῦσαν υἱόν, ὃν Τιβέριον
κατωνόμασε, κἀκείνην δὲ καὶ τὸ παιδίον τοῦ
τῆς βασιλείας ἀξιώσας ὀνόματος καὶ ἄμφω ἔστεψε.
λύσας δὲ τὰς πρὸς τοὺς Βουλγάρους σπονδὰς κατ’ 
αὐτῶν ἐξεστράτευσε σὺν ἱππικαῖς τε καὶ πεζικαῖς
δυνάμεσι καὶ σὺν στόλῳ πολλῷ, καὶ ἀπῆλθε πρὸς
τὴν Ἀγχίαλον. τὸ μὲν οὖν πρῶτον δείσαντες οἱ
Βούλγαροι εἰς τὰ ὅρη ἀνέδραμον, ἐκεῖθεν δὲ ἀσυντάκτως
 ὁρῶντες τὴν τῶν Ῥωμαίων στρατιὰν σκηνουμένην 
καὶ ἀπροσέκτως εἰς χορτασμάτων συλλογὴν
σκιδναμένην, ἀνεθάρσησαν, καὶ ἐπελθόντες αὐτοῖς
πολλοὺς μὲν ἀνεῖλον, οὐ μείους δὲ ᾐχμαλώτευσαν
καὶ ἵππον συνέσχον πολλήν. ὁ μέντοι βασιλεὺς σὺν
τοῖς περιλειφθεῖσιν εἰς τὸ ἐκεῖ συνεκλείσθησαν φρούριον. 
εἶτα τοὺς ἵππους πάντας νευροκοπήσαντες,
ἔνα μὴ τούτους λάβοιεν οἱ πολέμιοι, τοῖς τοῦ στόλου
 σκάφεσιν ἐμβεβηκότες ἐπανῆλθον εἰς τὸ Βυζάντιον
σὺν αἰσχύνῃ πολλῇ. μηνιῶν δὲ τοῖς ἐν Χερσῶνι,
ὅτι ἐκεῖ περιωρισμένον αὐτὸν γνόντες νεωτερίζοντα 
ἠβουλήθησαν ἀνελεῖν, στέλλει τριήρεις καὶ δρόμωνας
καὶ νῆας ἑτέρας τῶν φορτηγῶν σὺν στρατεύματι
 πλείστῳ καὶ δυσὶ στρατηγοῖς, ἐντειλάμενος αὐτοῖς
μὴ φείσασθαί τινος τῶν ἐκεῖ, ἀλλὰ πάντας συγκόψαι
τοῖς ξίφεσιν. οἱ σὺν οὐδενὶ πόνῳ, οὐ γὰρ ἀντέστησαν 
οἱ τῶν ἐν Χερσῶνι πόλεων κάτοικοι, παραλαβόντες
αὐτοὺς ἅπαντας σχεδὸν ἀνῃρήκασι, μόνης
τῆς νεαζούσης ἡλικίας μέχρι μειρακίων φεισάμενοι.
ὁ μαθὼν Ἰουστινιανός, ὅτι μὴ καὶ τούτους
ἀνεῖλον, ἐξώργιστο, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀποσταλῆναι 
παρεκελεύσατο. ἀποσταλέντας δὲ καταποντισθῆναι
ἐν τῇ θαλάσσῃ συνέβη τοὺς πλείονας, καὶ ἔδοξε

 
τοῦτο τῷ βασιλεῖ καταθύμιον. καὶ οὐδ᾿ οὕτω τῆς
κατ᾿ ἐκείνων μανίας ἐμπέπληστο, ἀλλ᾿ ἠπείλει καὶ
αὖθις στελεῖν καὶ οὕτω τὴν χώραν ἐξερημῶσαι ὡς
καὶ τὰς πόλεις καθελεῖν καὶ ἀροτριᾶσαι. διὰ ταῦτα 
 οἱ ἔτι περιλειφθέντες ἐν Χερσῶνι καὶ οἱ τούτων περίοικοι
ἀποστατήσαντες Φιλιππικὸν τὸν τοῦ Βαρδάνη,
ὃν ὁ λόγος ἱστόρησε παρὰ τοῦ Ἀψιμάρου εἰς
Κεφαλληνίαν περιορισθῆναι, ἄρτι ἀνακληθέντα ἐκ
τῆς ὑπερορίας καὶ ἐπανιόντα πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν,
 κἀκεῖ γενόμενον βασιλέα ἀναγορεύουσι,
καὶ τοῦ σφῶν ἄρχοντος Ἡλία συμπράττοντος. ἃ
μαθὼν Ἰουστινιανὸς τοὺς μὲν τοῦ Ἡλία παῖδας ἐν
τῷ κόλπῳ κατέσφαξε τῆς μητρός, ἐκείνην δὲ δούλῳ
αὐτῆς Ἱνδῷ μαγείρῳ συνέζευξεν. εἶτα στόλον ἐτοιμασάμενος
 στέλλει κατὰ Χερσῶνος, ἐντειλάμενος τῷ
τοῦ στόλου κατάρχοντι ἡβηδὸν ξύμπαντας ἀνελεῖν.
ἤδη δὲ καταλαβόντος τὴν Χερσῶνα τοῦ ναυτικοῦ καὶ 
πολιορκοῦντος αὐτὴν ἧκον Χάζαροι τοῖς Χερσωνίταις
ἐπικουρήσοντες. ἐντεῦθεν ἡ μὲν πολιορκία ἐλέλυτο,
 οἱ δὲ τοῦ στόλου μὴ τολμῶντες πρὸς τὸν βασιλέα
ἐπανελθεῖν, τοῦ μὲν βλασφημίας κατέχεον, τὸν δὲ
Βαρδάνην ὡς βασιλέα εὐφήμησαν. καιροῦ δὲ πα αρρυἐντος
συχνοῦ, ὅτι μηδὲν αὐτῷ ἐκ τοῦ στόλου μεμήνυτο,
ὁ βασιλεὺς ὑποτοπήσας συμβῆναί τι φερόμενον
 κατ᾿ αὐτοῦ, ἐξώρμησε τῆς Βυζαντίδος, καὶ
ἕως Σινώπης ἐλθὼν ὁρᾷ τὸν στόλον εὐθὺ τῆς πόλεως
πλοῖζόμενον· αὐτίκα τοίνυν γέγονε καὶ αὐτὸς
ὀπισθόρμητος. τοῦ δὲ Φιλιππικοῦ εὐπλοήσαντος,
καὶ προκαταλαβόντος τὴν μεγαλόπολιν, ἐκεῖνος ἐν 
 τῷ Δαματρύϊ ἐσκήνωσε. πρὸς ὃν ὁ εἰρημένος Ἡλίας
σταλεὶς ἠδυνήθη πεῖσαι τὸ μετὰ Ἰουστινιανοῦ στρατιωτικὸν
ἀποστῆναι αὐτοῦ καὶ προσρυῆναι Φιλιππι-

 
κῶ. κατ’ ἀλειφθεὶς τοίνυν παρὰ τῶν στρατιωτῶν
Ἰουστινιανὸς χειροῦται καὶ χερσὶν οἰκείαις εὐθὺς ὁ
Ἡλίας ἀφεῖλε τὴν αὐτοῦ κεφαλήν. ὁ δ’ ἑ τούτου παῖς
ὁ Τιβέριος μετὰ τῆς πρὸς μητρὸς μάμμης Ἀναστασίας,
ἡ γὰρ μήτηρ αὐτοῦ Θεοδώρα ἔφθη θανεῖν, τῷ 
ἐν Βλαχέρναις ναῷ προσφυγὼν εἰσέδυ τὸ θεῖον θυσιαστήριον,
καὶ ὑπὸ τὴν παναγῆ γενόμενος τράπεζαν,
ἑνὸς τῶν ταύτην ἀνεχόντων στυλίσκων δεδραγμένος
 ἱκέτευε μὴ θανεῖν. ἀλλ’ οἱ σταλέντες εἰς
ζήτησιν αὐτοῦ ἐξελκύσαντες τοῦ θυσιαστηρίου τὸν 
παῖδα μαχαίρᾳ τούτου τὸν λαιμὸν ὡς βοσκήματος
ἀπέτεμον ἀπηνῶς.

Ἥδη δὲ τῆς βασιλείας τυχὼν ὁ Φιλιππικὸς κατὰ
τῆς ἕκτης οἰκουμενικῆς συνόδου ὡπλίσατο, καὶ σύνοδον
ἀθροίσας ὁ μάταιος ἠκύρωσεν ὅσον τὸ κατ’ αὐτὸν 
 δι’ αὐτῆς τὴν ἁγίαν ἐκείνην σύνοδον. λέγεται
γὰρ ἄρτι τοῦ Λεοντίου τῶν σκήπτρων ἐπειλημμένου
χρησμοδοτῆσαι τούτῳ δὴ τῷ Φιλιππικῷ τὴν εἰς τὸν
βασίλειον θρόνον ἀναγωγὴν μοναχόν τινα ἔγκλειστον
 ὄντα ἐν τῇ τοῦ Καλλιστράτου μονῇ, καὶ τῆς προρρήσεως 
αἰτῆσαι μισθὸν τὴν τῆς ἕκτης συνόδου ἀθέτησιν,
ἦν γὰρ τῆς τῶν μονοθελητῶν ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος
 αἱρέσεως, καὶ τὸν ὑποσχέσθαι. τὴν μὲν οὖν οἰκουμενικὴν
ἕκτην ἕκτην σύνοδον ἠκύρωσεν, ὡς ἐδόκει. αὐτὸς
δὲ σωροὺς χρημάτων ἐκ παλαιοτέρων θησαυρισθέντας 
αὐτοκρατόρων ἐν τοῖς βασιλείοις εὑρὼν εἰς οὐδὲν
δέον τούτοις χρησάμενος τὰ πλείω διεσκόρπισε
διὰ βραχέος καιροῦ· καὶ τάχα καὶ ἅπαντα κατηνάλωσεν
ἄν, εἰ ἐπὶ πλέον τῇ βασιλείᾳ προσέμεινεν. ἐν
μὲν γὰρ τῷ λέγειν ἐδόκει ῥητορικώτατος μὴ ἀμοιρῶν 
τε συνέσεως, ἐν δὲ τῷ πράττειν ἦν ξυμπάντων
ἀσυνετώτερος καὶ πάμπαν ἀδέξιος. Κῦρον δὲ τὸν

 
πατριάρχην ἐξωθήσας τῆς ἐκκλησίας, ἐπὶ ἓξ ἔτη ἐν
ταύτῃ διαγαγόντα, Ἰωάννην ὁμόδοξον αὐτῷ προεβάλετο.
οἱ μέντοι Βούλγαροι τὴν Θρᾴκην ἅπασαν ληισάμενοι
μέχρι τῆς πόλεως κατέδραμον ἅπαντα καὶ
 λείαν πολλὴν καὶ αἰχμαλώτους λαβόντες σχεδὸν ὑπὲρ 
ἀριθμὸν ὑπενόστησαν. ἀλλὰ μὴν καὶ τὰ πρὸς ἀνίσχοντα
ἥλιον ὁμοίως οἱ τῆς Ἄγαρ διέθεντο. δύο δὲ
παρελθόντων ἐνιαυτῶν καὶ μηνῶν τινων, ἐξότου τῆς
βασιλείας ἐκράτησεν, ἱππήλατον ἐπιτελέσας ἀγῶνα,
 καὶ ἐν τῷ τοῦ Ζευξίππου μετὰ τὸν ἀγῶνα λουσάμενος
λοετρῷ, συσσίτους τινὰς τῶν τῆς συγκλήτου
πεποίητο, ὡς δ᾿ ἔνιοι λέγουσι, τοὺς ἐν τῇ τῶν ἵππων
ἁμίλλῃ νικήσαντας. κατακείμενος οὖν ἐν τῷ
συμποσίῳ παρά τινων τῶν τῆς γερουσίας κατασχεσθεὶς
 τυφλοῦται. ταῦτα δ᾿ ἐπράχθη κατὰ τὸ σάββατον
τῆς πεντηκοστῆς. τῇ δ᾿ ἐξῆς κατ᾿ αὐτὴν δηλαδὴ
τὴν πεντηκοστὴν ἀθροισθέντες οἵ τε τῆς συγκλήτου
βουλῆς καὶ ὁ δημώδης ὄχλος Ἀρτέμιον τὸν πρωτοασηκρὴτις 
προχειρίζονται αὐτοκράτορα, μετονομάσαντες
 Ἀναστάσιον.

Ἦν δὲ οὗτος ὁ βασιλεὺς καὶ λόγοις παντοίοις ὡμιληκὼς καὶ πραγμάτων διοικήσεσιν ἐντριβέστατος.
οὗτος τὸν πατριάρχην Ἰωάννην τοῦ ἀρχιερατικοῦ
κατασπάσας θρόνου, ὡς μὴ ὀρθόδοξον, ἔτη τρία τῆς
 ἐκκλησίας κρατήσαντα, μετατίθησιν ἐκ Κυζίκου ἐπὶ
τὴν ἱερὰν καθέδραν τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων Γερμανόν,
ὃν ἄνωθέ που ὁ λόγος ἱστόρησε παρὰ Κωνσταντίνου
τοῦ Πωγωνάτου τῶν παιδογόνων ἀφαιρεθῆναι
μορίων. μαθὼν δὲ ὅτι ἐξ Ἀλεξανδρείας ἐπὶ
 Φοινίκην πλοῖα προσώρμισαν, ἵνα ξύλα ἐκεῖθεν κομίσωνται 
ναυπηγήσιμα, στόλον ἑτοιμάσας ἀπέστειλε
κατ᾿ αὐτῶν, κελεύσας καὶ τοὺς τῶν θεμάτων στό-

 
λους εἰς τὴν νῆσον κατᾶραι Ῥόδον, κἀκεῖ ἑνωθῆναι,
καὶ οὕτως ἐκπλεῦσαι κατὰ τῶν ἐναντίων, προβαλόμενος
ἄρχοντα τοῦ στόλου παντὸς Ἰωάννην τῆς τοῦ
θεοῦ μεγάλης ἐκκλησίας διάκονον καὶ γενικὸν λογοθέτην.
πάντων οὖν εἰς τὴν Ῥόδον συναθροισθέντων 
ὁ διάκονος Ἰωάννης πρὸς ἔκπλουν ἡτοίμαστο, οἶ δὲ
τοῦ στόλου, καὶ μᾶλλον οἱ τοῦ θέματος τοῦ Ὀψικίου,
οὐκ ἦσαν πειθήνιοι, οὐ γὰρ καλῶς πρὸς τὸν κρατοῦντα
διέκειντο, ἐπεὶ μηδ’ ἐκεῖνος τῇ πλευστικῇ
στρατιᾷ κεχρημένος ’ν δεξιῶς. ὡς δὲ πρὸς τὴν ἐκείνων 
ἀπείθειαν ὁ διάκονος ἀρχικώτερον διετέθη καὶ
δριμύτερον αὐτοῖς προσεφέρετο, εἰς στάσιν τούτους
 ἠρέθισε καὶ τὸν βασιλέα δυσφημήσαντες αὐτὸν ἀνεῖλον
εὐθύς. καὶ τοῦ πρόσω χωρεῖν ἀφέμενοι οἱ μὲν
ἀπῄεσαν οἴκαδε, οἶ δὲ πρὸς τὸ Βυζάντιον ὥρμησαν · 
καὶ ἐν τῷ Ἀτραμυτίῳ γενόμενοι Θεοδόσιόν τινα
πράκτορα τῶν δημοσίων τελῶν, ἰδιώτην ἄνδρα,
 ἄκοντα ἄκοντα λαβόντες, ἀνηγόρευσαν αὐτοκράτορα. ταῦτα
μαθὼν ὁ Ἀρτέμιος στόλον ἡτοίμασε καὶ τῇ πόλει
ἐπέστησε φυλακήν, αὐτὸς δ’ ἐν Νικαίᾳ διῆγε τῇ 
μητροπόλει τῶν Βιθυνῶν. οἱ δὲ στασιασταὶ διά τε
γῆς καὶ θαλάσσης ἀφίκοντο εἰς Χρυσόπολιν, καὶ
μέχρι μέν τινος ναυμαχίαι ἐγίνοντο, εἶτα περαιωθεὶς
εἰς Θρᾴκην ὁ Θεοδόσιος διὰ τοῦ τείχους τῶν βλαχερνῶν
ἐκ προδοσίας εἰς τὴν μεγαλόπολιν εἰσελήλυθε, 
 καὶ τοῦ σὺν αὐτῷ ναυτικοῦ τε καὶ στρατοωτοῦ
εἰσρυέντος ἐν ταύτῃ πολλὰ τῶν ἐν ταῖς οἰκίαις
χρημάτων ἡρπάγησαν. τοὺς δὲ ὑπὲρ Ἀρτεμίου ἀντεχομένους
τῶν ἀρχόντων συλλαβόμενοι καὶ τὸν
πατριάρχην Γερμανὸν παραλαβόντες, ἀπῆλθον εἰς 
Νικαίαν, δεικνύντες τῷ Ἀρτεμίῳ ὅτι ἡ πόλις ἤδη
παρελήφθη καὶ τὰ βασίλεια. καὶ ὃς τὸ μοναδικὸν

 
μεταμφιασάμενος σχῆμα, καὶ πίστεις λαβὼν μή τι
περαιτέρω παθεῖν, παρέδωκεν αὐτοῖς ἑαυτόν, καὶ ἐν
Θεσσαλονίκῃ περιωρίσθη, βασιλεύσας ἕνα ἐνιαυτὸν
ἐπὶ μησὶ τρισίν. 
 Ἦν δὲ Θεοδόσιος ἤθους μὲν χρηστοῦ καὶ βίου 
σεμνοῦ, ἀπράγμων δ’ ἀνὴρ καὶ πρὸς πραγμάτων
διοίκησιν καὶ ταῦτα βασιλείας σφόδρα ἀποπεφυκώς.
Δέων δὲ ὁ καὶ Κόνων, παρὰ τοῦ Ἀρτεμίου στρατηγὸς
τῶν Ἀνατολικῶν προβληθείς, ὑπὲρ τοῦ Ἀρτεμίου
 δῆθεν φρονῶν, οὐχ ὑπεῖξε Θεοδοσίῳ, σύμπνουν ἔχων
καὶ τὸν τῶν Ἀρμενιακῶν στρατηγὸν Ἀρτάβασδον τὸν
Ἀρμένιον. ἄρας οὖν ἐκεῖθεν, μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν
ταγμάτων εἰς Νικομήδειαν ἔρχεται, ἔνθα τὸν τοῦ
βασιλέως Θεοδοσίου υἱὸν εὑρηκώς, καὶ αὐτὸν μετὰ
 τῆς βασιλικῆς ἀποσκευῆς χειρωσάμενος, ἀφίκετο εἰς 
Χρυσόπολιν. ὁ Θεοδόσιος δὲ ἀπραγμόνως τῆς βασιλείας
ἐξέστη αὐτῷ εἰς κληρικὸν καρεὶς μετὰ τοῦ
υἱοῦ, καὶ πληροφορίαν λαβὼν μή τι ἕτερον ὑποστῆναι
ὁ μὲν ἡσύχως ἐβίω τὸ λοιπὸν τῆς ζωῆς, βασιλεύσας
 δύο ἐνιαυτούς.

Λέων δὲ τοῦ τῆς βασιλείας ὀνόματος ἀναξίως 
ἠξίωτο· ᾧ πατρὶς μὲν ἦν Ἰσαυρία, ἐκεῖθεν δὲ μετοικισθεὶς
μετὰ τῶν τεκόντων παρὰ τοῦ βασιλέως Ἰουστινιανοῦ,
μῄπω τῆς ἀρχῆς ἐξωσθέντος, ἐν Μεσημβρίᾳ 
 τῇ Θρᾳκικῇ πεποίητο τὰς διατριβάς. καθαιρεθέντος
δὲ τοῦ Ἰουστινιανοῦ τῆς ἀρχῆς, εἶτα ἐπανερχομένου
μετὰ Βουλγάρων εἰς τὸ τὴν βασιλείαν αὖθις
ἀναλαβεῖν, ὁ Λέων ὑπαντήσας αὐτῷ δῶρα προσή-
νεγκε. καὶ ὁ Ἰουστινιανὸς σπαθάριον αὐτὸν αὐτίκα
 ἐτίμησεν, καὶ βασιλεύσας τὸ δεύτερον αὐτὸν ᾠκειώ-
σατο. εἶτα ἔσταλτο παρ’ αὐτοῦ πρὸς τοὺς Ἀλανοὺς,
συγκινήσων αὐτοὺς κατὰ τῶν Ἀβασγῶν, ἀποστάντων

 
τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς. οἱ γὰρ Ἀβασγοί, ὡς ὁ Καισαρεὺς
Προκόπιος ἱστορεῖ, δυοῖν ὁμοφύλοιν ἦσαν ὑπήκοοι,
τῷ μὲν κρατοῦντι τῆς πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον
μοίρας αὐτῶν, τῷ δὲ τῆς τετραμμένης πρὸς δύνοντα.
 καὶ ἄμφω δὲ τούτω τὼ ἄρχοντε ὑπὸ φιλοχρηματίας 
κακῶς ἐχρῶντο τῷ ἔθνει· ὅσους γὰρ ἂν παῖδας
εὕρισκον ὡραίους καὶ τὸ εἶδος καλοὺς καὶ τὴν ἄλλην
τοῦ σώματος φύσιν δεξιούς, βίᾳ τῶν τοκέων ἀφέλκοντες
καὶ τῶν παιδογόνων μορίων σιδήρῳ στερίσκουτες,
ἐκείνους μὲν πολλῶν χρημάτων Ῥωμαίοις 
 ἐπίπρασκον, περὶ τοὺς ἐκτομίας ἐπτοημένοις ἀεί,
τοὺς δὲ τούτων πατέρας εὐθὺς ἔκτεινον, ἵνα μή
ποτε μηνιῶντες διὰ τοὺς παῖδας βουλεύσωνται κατ’
αὐτῶν ἐπανάστασιν. καὶ ἦν παρ’ αὐτοῖς τὸ παῖδα
τεκεῖν ἀγαθὸν τὴν ὄψιν δυστύχημα μέγιστον, τῆς 
τῶν παίδων εὐπρεπείας ἀλλασσομένοις τὸν θάνατον.
καὶ οὕτω μὲν τοῖς Ἀβασγοῖς οἱ σφῶν προσεφέροντο
 ἄρχοντες. Ἰουστινιανὸς δὲ ὁ πρῶτος στείλας παρ’
ἔνα τῶν ἐν τοῖς βασιλείοις εὐνούχων σφίσιν
ὁμογενῆ, πολλοὶ γὰρ περὶ τὰ Ῥωμαίων ἀρχεῖα τοιοῦτοι 
ἐστρέφοντο, ἀπεῖπε τοῖς ἡγεμόσι τῶν Ἀβασγῶν μηκέτι
μηδένα τὴν ἀρρενωπίαν ἐκτέμνεσθαι βιαζόμενον
τελευτήσειν γὰρ τὴν πρᾶξιν αὐτοῖς εἰς κενόν, μηδενὸς
Ῥωμαίων πρίασθαι βουλησομένου τοὺς ἐκτομίας
αὐτῶν. τοῦτο τοῖς Ἀβασγοῖς ἀσμενέστατα προσεδέδεκτο, 
καὶ τῇ ἐπιταγῇ τοῦ βασιλέως Ῥωμαίων θαρρήσαντες
τοῦ λοιποῦ πρὸς τοὔργον τοῦτο τοῖς ἄρχουσιν
αὐτῶν οὐχ ὑπέκυπτον, κἀκεῖνοι δὲ πρὸς τὴν
πρᾶξιν ἤσαν νωθέστεροι. εἶτα καὶ ἄμφω τοὺς αὐτῶν
ἀρχηγοὺς καθελόντες ἤθελον βιοτεύειν αὐτόνο- 
 

 
μοι. μέχρι μέντοι τότε καὶ τῆς τῶν χριστιανῶν
ἦσαν ἀμύητοι, ἄλση δὲ καὶ ὕλας ἐσέβοντο καὶ 
τὰ δένδρα τούτοις ἐξ ἀφελείας βαρβαρικῆς εἰς θεοὺς
ἐνομίζοντο. Ἰουστινιανὸς δὲ μεταθεῖναι σφᾶς πρὸς
εὐσέβειαν σπούδασμα ἔθετο, καὶ στείλας παρ’ αὐτοῖς
ἱεροὺς ἄνδρας δι’ αὐτῶν εἰς ἐπίγνωσιν αὐτοὺς μετήνεγκε
τοῦ θεοῦ. εἶτα καὶ θεῖον ἐν Ἀβασγοῖς τῆς
θεοτόκου ἐδείματο τέμενος καὶ ἱερεῖς ἐγκατέστησε,
καὶ οὕτως εἰς ἤθη τὰ τῶν χριστιανῶν αὐσοὺς μετήγαγεν
 ἐκ τῶν πάνυ βαρβαρικῶν. ἐντεῦθεν ὑπ’ οὐδενὸς
ἀρχομένων τῶν Ἀβασγῶν οἱ βασιλεῖς Ῥωμαίων
ἔστελλον ἄρχοντας, καὶ ὑπ’ ἐκείνων αὐτοῖς διῃτῶντο
τὰ πράγματα. χωρησάντων δὲ τῶν στελλομένων εἰς
ἀδικίας καὶ τυραννικώτερον χρωμένων αὐτοῖς, δείσαντες
 μὴ πάντῃ δουλωθῶσι Ῥωμαίοις, ἀφίστανται 
καὶ οὐκέτι δέχεσθαι ἄρχοντα Ῥωμαῖον ἐβούλοντο.
διὰ τοῦτο τίσασθαι θέλων αὐτοὺς ὁ ῥινότμητος Ἰουστινιανός,
στέλλει τὸν σπαθάριον Λέοντα πρὸς τοὺς
Ἀλανούς, οὑς Ἀλβανοὺς ὁ Προκόπιος γράφει,
 πλείστοις κατὰ τῶν Ἀβασγῶν ὁμόρων ὄντων
αὐτοῖς, ὁπλίσαι τούτους βουλόμενος. ἐκεῖ τοίνυν ὁ
Λέων γενόμενος, καὶ συχνοὺς διατρίψας ἐνιαυτούς,
ὀψὲ καὶ μόλις ἐπανελήλυθε, μήτε τὸν Ἰουστινιανὸν
εὑρηκώς, ἀνῄρητο γάρ, μήτε μὴν τὸν Φιλιππικόν,
 καθῄρητο γὰρ πηρωθείς, ὡς εἴρηται, καὶ τὰ ὄμματα,
πρόσεισιν οὖν Ἀρτεμίῳ βασιλεύοντι τότε. ὁ δὲ καὶ
προσήκατο αὐτὸν εὐμενῶς καὶ στρατηγὸν τοῦ τῶν
Ἀνατολικῶν προεχειρίσατο θέματος. τούτῳ γοῦν, 
ὡς εἴρηται, δῆθεν ἀμύνων, ἀντῆρε χεῖρα κατὰ Θεοδοσίου,
 δοσίου, καὶ τῶν σκήπτρων γέγονεν ἐγκρατής, ὢ
 

 
θεοῦ κριμάτων ἄβυσσος ἀκατάληπτος, καὶ αὐτίκα
τὴν θυγατέρα τῷ Ἀρταβάσδῳ συνῴκισε, κουροπαλάτην
αὐτὸν τιμήσας. Μασάλμας δὲ ὁ τῶν Ἀράβων
ἀρχηγὸς ἐξ Ἀβύδου σὺν μεγάλῳ στρατεύματι πρὸς
Θρᾴκην περαιωθεὶς πολὺ μὲν τῆς Θρᾳκῴας ἐληίσατο 
χώρας, τῇ δὲ βασιλευούσῃ τῶν πόλεων προσβαλὼν
χάρακα παρὰ τοῖς κατὰ χέρσον αὐτῆς ἐπήξατο τείχεσι,
καὶ ἦν αὐτὸς μὲν ἐντεῦθεν ταύτην πολιορκῶν,
ἐκ δὲ θαλάσσης σὺν στόλῳ μεγάλῳ ὁ ἀρχισατράπης
 Σολιμᾶς. ἀλλὰ τὰς μὲν νῆας αὐτῶν τάς τε πολεμιστηρίους 
τάς τε μὴν φορτηγοὺς τῷ ὑγρῷ πυρὶ Ῥωμαῖοι
κατετροπώσαντο, ὥστε πολλοὺς τῶν ναυάρχων,
ὧν οὔπω ταῖς ναυσὶ τὸ ὑγρὸν τοῦτο προσήγγισε
πῦρ, ἀπογνόντας προσρυῆναι τῷ βασιλεῖ. τὸ μὲν
οὖν πλεῖστον τοῦ ναυτικοῦ τῶν Ἀράβων οὕτω διώλετο. 
τοῖς δὲ κατὰ Βιθυνίαν αὐτῶν ληιζομένοις ἐντυχόντα
στρατεύματα Ῥωμαίων πεζὰ πολλοὺς διεφθάρκασιν
 ὥστε κἀκείνους δείσαντας ἀποδρᾶναι.
τοὺς δὲ κατὰ Θρᾴκην τυγχάνοντας Ἄραβας λιμὸς
ἐπίεζε κραταιός, ὅθεν οὐδενὸς τῶν θνησκόντων 
ζῴων ἀπείχοντο. λέγεται δὲ καὶ σαρκῶν ἀνθρωπείων
αὐτοὺς ἅψασθαι. ἀλλὰ καὶ νόσος αὐτοῖς ἐνέσκηψε
 λοιμικὴ καὶ διέφθειρε παμπληθεῖς. καὶ Βούλγαροι
δὲ τούτοις ἐπελθόντες πολλὰς χιλιοστύας αὐτῶν, ὥς
τινες ἀναγράφουσι, μαχαίρας ἔθεντο παρανάλωμα.

Ὁ δὲ τῆς Σικελίας στρατηγὸς Σέργιος τὴν τῶν
Ἀράβων κατὰ τῆς πόλεως ἐπέλευσιν γνοὺς καὶ ὡς
ἐν ἀκαταστασίᾳ τὰ Ῥωμαίων τυγχάνουσι, τυραννίδι
καὶ αὐτὸς ἐπεχείρησε, καὶ οὐχ ἑαυτὸν τῆς βασιλείου
ἠξίωσε κλήσεως, ἀλλά τινα Γρηγόριον τῶν ὑπηρετουμένων 
αὐτῷ ἀναρρηθῆναι παρὰ τοῦ λαοῦ βασιλέα
πεποίηκε, μετονομάσας τὸν ἄνδρα Τιβέριον, ὃς γνώ-

 
’μῇ τοῦ Σεργίου καί τινας εἰς ἀρχὰς προεβίβασε.
ταῦτ’ ἀγγελθέντα τῶ Λέοντι διανέστησαν αὐτὸν τῷ 
τυραννήσαντι ἀντιτάξασθαι, καὶ Παῦλον τὸν τῶν
βασιλικῶν ἱπποκόμων ἐπιστατοῦντα, χαρτουλάριον ἡ
 Ῥωμαίων οἶδε τοῦτον λέγειν φωνή, πατρίκιον τιμήσας
καὶ στρατηγὸν Σικελίας ὀνομάσας, στέλλει κατὰ
τοῦ ἀποστάτου, προστάγματα πρὸς τοὺ ’ς τῶν χωρῶν
ἄρχοντας ἐγχειρίσας αὐτῷ συναίρεσθαι τῷ Παύλῳ
κελεύοντα, καὶ πρὸς τὴν ἐν Σικελίᾳ δὲ στρατιὰν γραφὴν
 ἐγχαράξας δηλοῦσαν καλῶς ἔχειν Ῥωμαίοις τὰ
πράγματα, ἤδη τῶν Ἀράβων ἡττημένων καὶ κατατροπωθέντων,
διὰ τοῦ Παύλου καὶ ταύτην τοῖς
στρατιώταις ἐκπέπομφε. καταλαβόντα τοίνυν τὴν
Σικελίαν τοῦτον ἀνωιστὶ καὶ εἰσελθόντα εἰς τὴν
 Συράκουσαν μαθὼν ὁ Σέργιος, εὐθὺς ἀπέδρα καὶ 
πρὸς Λογγιβαρκίαν ἐφοίτησε. τοῦ δὲ Παύλου προσομιλήσαντος
τῷ στρατιωτικῷ καὶ τὸ γράμμα τὸ βασίλειον
ἀναγνόντος αὐτῶν εἰς ἐπήκοον, εὐθὺς ἐκεῖνοι
τὸν μὲν βασιλέα εὐφήμησαν, τὸν δὲ Γρηγόριον
 καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν δεσμίους τῷ Παύλῳ παρέδοσαν.
καὶ ὃς τὸν μὲν Γρηγόριον ἀνεῖλε, τοὺς δ’ ἐκείνου
ὑπασπιστὰς μαστίξας καὶ τὴν κόμην ἀποθρίξας αὐτοῖς
ὑπερορίᾳ κατέκρινεν. ὁ δὲ Σέργιος πληροφορίαν
λαβὼν μή τινος πειραθῆναι κακοῦ, πρὸς τὸν
 Παῦλον ἐκ Καλαβρίας ἀφίκετο. καὶ τὰ μὲν κατὰ
τὴν Σικελίαν οὕτως ἠρέμησαν. οἶ δὲ τὴν πόλιν
πολιορκοῦντες Ἄραβες, παθόντες μᾶλλον ἤ δράσαντες, 
ἐπανελθεῖν εἰς τὰ οἰκεῖα ὡρμήκεσαν καὶ εἰς τὰς
περιλειφθείσας ἐμβάντες νῆας ἀπῄεσαν. λαίλαπι
 δὲ περιπεσόντες σφοδρῷ πάντες ἀπώλοντο σὺν ταῖς
οἰκείαις τριήρεσι, δέκα μόνων νηῶν περιλειφθεισῶν,
ὧν αἶ μὲν πέντε παρὰ Ῥωμαίων ἑάλωσαν, αἱ δὲ λοι-

 
παὶ διαφυγοῦσαι τῆς συμφορᾶς ἀπήλθοσαν ἄγγελοι.
ἐτέχθη δὲ τῷ Λέοντι σκύμνος ὠμότερος τοῦ πατρὸς
καὶ τήν τε μητέρα τούτου κεκλημένην Μαρίαν ἔστεψεν
ὁ Λέων καὶ τὸν υἱὸν ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ
ἐβάπτισε, Κωνσταντῖνον ὀνομάσας αὐτόν. ὅτε λἐγεται 
κόπρον αὐτὸν ἐκκρῖναι τῇ θείᾳ κολυμβήθρᾳ
 καταδυόμενον, κἀντεῦθεν ἐπονομασθῆναι Κοπρώνυμον,
καὶ τὸν ἁγιώτατον πατριάρχην Γερμανόν εἰπεῖν
ὅτι σημεῖον τοῦτό ἐστι τοῦ τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ τοῖς εὐσεβεῖν
ᾑρημένοις μέγα τὸ παιδίον τοῦτο χρηματίσαι 
κακόν. ὁ δὲ μάγιστρος Νικήτας ὁ ξυλινίτης τῶν
ὑπερλίαν τυγχάνων ὑπέθετο τῷ Ἀρτεμίῳ έν Θεσσαλονίκῃ
τυγχάνοντι τοῖς Βουλγάροις προσελθεῖν, καὶ
συνεργίᾳ τούτων ἀπολήψεσθαι πάλιν τὴν βασιλείαν.
καὶ ὃς πείθεται, καὶ μετὰ πλήθους Βουλγάρων ἧκεν 
εἰς τὸ Βυζάντιον, οἰόμενος παρὰ τοῦ λαοῦ προσδε-
χθήσεσθαι. τῶν δὲ τῆς πόλεως μὴ ἐπιστρεφομένων
αὐτοῦ, οἱ Βούλγαροι τοῦτον πολλῶν χρημάτων τῷ
Λέοντι προύδωκαν. καὶ οἱ μὲν ἀπῆλθον· ὁ δὲ σὺν
 τῷ ξυλινίτῃ ἀνῄρητο, καὶ ἡ τοῦ ξυλινίτου κτῆσις 
 οὖσα πολλὴ δεδήμευτο ξύμπασα. καὶ ἄλλοι δὲ τῶν
συνωμοτῶν τοῦ Ἀρτεμίου ἐκτάνθησαν, πρὸς οἷς καὶ
ὁ τῆς Θεσσαλονίκης ἀρχιερεύς. εἶτα τὸν υἱὸν αὐτοῦ
Κωνσταντῖνον ὁ Λέων βασιλέα πεποίηκε, παρὰ τοῦ
ὁσιωτάτου Γερμανοῦ τῆς ἐπὶ τῇ ταινιώσει τελετῆς 
τελεσθείσης. ἐντεῦθεν ὁ Λέων ἄρχεται τοῦ θεομαχεῖν
καὶ κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἐλύττησε. καὶ
τὸν πατριάρχην μεταπεμψάμενος Γερμανόν μὴ δεῖν
ἔλεγε τὰς εἰκόνας τιμᾶσθαι· εἰδωλολατρίαν γὰρ τὴν
τούτων ἀπεκάλει προσκύνησιν. ὁ δὲ θεῖος ἐκεῖνος 
ἀνήρ “εὐφήμει, βασιλεy”, ἔφη “καὶ μὴ οὕτω φρόνει·
ἀσεβὲς γὰρ ἄντικρυς τὸ ἐννόημα, καὶ οἶδα μὲν ᾀδό-

 
μένον τὸ μέλλειν κινηθῆναι ταύτην τὴν αἵρεσιν.
ἀλλὰ μὴ σύγε εἴης ὁ ταύτης εἰσαγωγεύς · Κόνων
γάρ τις ὀνομαζόμενος ταύτης μέλλειν κατάρχεσθαι
λέγεται.” καὶ ὃς ὑπολαβὼν αὐτίκα φησίν
 ἐγώ εἰμι· Κόνων γὰρ παρὰ τῶν γονέων νηπιόθεν
ὠνόμασμαι.” τὸν μὲν οὖν ἀοίδιμον Γερμανὸν μὴ
πεισθέντα συνθέσθαι τῇ γνώμῃ αὐτοῦ, μᾶλλον μὲν
οὖν καὶ γενναιότατα ἀντιλέγοντα καὶ τὴν αὐτοῦ κακοδοξίαν
ἐλέγχοντα τῆς ἐκκλησίας ἐξώθησεν, ἔτη
 ταύτην ἰθύναντα πεντεκαίδεκα, Ἀναστάσιον δέ τινα
εἰς πατριάρχην ἑαυτῷ ὁμόφρονα προχειρίζεται. τοῦ
δ’ οὖν οὕτω φρονῆσαι τὸν Λέοντα καὶ εἰς τοῦτο
προελθεῖν ἀσεβείας ἥκω τὴν αἰτίαν ἐρῶν.

Ἰζὶθ τῶν Ἀράβων ἄρτι γέγονεν ἀρχηγός · καὶ τούτῳ προσίασιν Ἑβραῖοι δύο τὸ ἐπιτήδευμα γόητες,
οἱ δὲ ἀστρολογίαν ἔλεγον μετιέναι, κἀντεῦθεν εἰδέναι 
τὰ μέλλοντα, καὶ τῷ Ἄραβι τὴν ἀρχὴν ἐπηγγέλλοντο
καὶ τὴν ζωὴν πολυχρόνιον, εἰ τῶν ἐκκλησιῶν
τῶν χριστωνύμων τὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς αὐτὸν
 τεκούσης ἐκβαλεῖ τὰ ἐκτυπώματα. καὶ ὁ βάρβαρος οὐκ
ἐμέλλησεν, ἀλλ’ ἐκ πάντων τῶν ἐν τῇ ὑπ’ αὐτὸν
τελούσῃ χώρᾳ ναῶν τὰς σεπτὰς εἰκόνας ἠφάνισε.
καὶ ἡ θεία δίκη τοῦτον μετῆλθεν οὐκ εἰς μακράν.
οὔπω γὰρ παρῆλθεν ἐνιαυτὸς καὶ ὁ δείλαιος τὴν
 ζωὴν ἐζημίωτο. ὁ δὲ τούτου παῖς τῆς ἀρχῆς δοἀδοχος
γεγονὼς τοὺ ’ς ψευδομάντεις ἐκείνους ἐζήτει, τῆς
εἰς τὸν τεκόντα ἀπάτης τίσασθαι προθυμοῦ μένος.
ἀλλ’ ἔφθησαν ἐκεῖνοι φυγεῖν ἐκεῖθεν, καὶ εἰς Ἰσαυρίαν
κατήντησαν. ἔνθα περιτυχόντες τούτῳ τῷ 
 Λέοντι, νεανίᾳ τυγχάνοντι, βαναύσῳ τὸ ἐπιτήσευμα,
τὴν τῶν Ῥωμαίων προμαντεύονται βασιλείαν.
τοῦ δὲ πρὸς τὴν οἰκείαν ἀφορῶντος τύχην, ἀφεστη-

 
κυῖαν πάνυ που πόρρω τοιαύτης ἀρχῆς, καὶ τοῖς
ἐκείνων διαπιστοῦντος χρησμοῖς, ἐκεῖνοι συμβήσεσθαι
τὴν πρόρρησιν ἀπισχυρίζοντο κραταιῶς, καὶ
ἀπῄτουν αὐτὸν δι᾿ ὅρκου πληροφορῆσαι αὐτούς, ὅτε
τύχοι τῆς βασιλείας, δοῦναι σφίσιν ὃ ἂν αἰτήσωνται. 
καὶ ὃς ὄμνυσιν ἦ μὴν τῆς βασιλείας τυχὼν ἐντελῆ
αὐτῶν ποιῆσαι τὴν αἴτησιν. ὁ μὲν οὖν ὃν εἴρηται
τρόπον τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας ἐκράτησεν. οἱ
δὲ τούτῳ ταύτην προμαντευσάμενοι ἔνατον ἤδη ἔτος
 τῆς αὐταρχίας ἀνύοντι προσῆλθον αὐτῷ, καὶ ᾔτουν 
ἀποδοῦναι αὐτοῖς τῆς προρρήσεως τὸν μισθόν. καὶ
ὁ Λέων ἕτοιμος ἦν πρὸς τοῦτο, καὶ λέγειν ἠξίου τί
τὸ αἰτούμενον. καὶ ἡ βέβηλος ἐκείνη τῶν Ἰουδαίων
δυὰς “οὔτε πλοῦτον” εἶπε “δοθῆναι ἡμῖν ἐξαιτούμεθα
οὔτε πρὸς δόξης ἀναχθῆναι περιωπὴν οὔθ᾿ 
ἕτερόν τι τῶν τῆς βασιλείας λαμπρῶν, ἀλλ᾿ ἢ μόνον
τὸ τὰ τοῦ Ναζωραίου καὶ τῆς αὐτὸν τεκούσης περιαιρεθῆναι
πάντοθεν ἐκτυπώματα.” καὶ ὃς ἀβέβαιος
 ὤν περὶ τὴν πίστιν, ὥσπερ τι τῶν εἰκαίων καὶ ῥᾴστων
τοῦτο ποιήσαι συνέθετο, καὶ τοῦ δεκάτου ἄρτι 
ἐνιαυτοῦ τῆς αὐτοῦ τυραννίδος ἀρξάμενος καὶ τοῦ
θεομαχεῖν ἤρξατο καὶ μετὰ φρικώδους βρυχήματος
κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἐχώρησε, καὶ διωγμὸν
 βαρύτατον ἤγειρε, πολλούς τε ἀνθεστηκότας τῇ ἐξαγίστῳ
γνώμῃ αὐτοῦ ἐκόλασε καὶ μάρτυρας ἀπειργάσατο. 
πρὸς δὲ τοῖς ἄλλοις οἶς κατὰ τῶν εὐσεβούντων
εἰργάσατο καὶ τοῦτο πεποίηκεν. οἶκος ἦν ἐν
τῇ καλουμένῃ βασιλικῇ ἔγγιστα τῶν Χαλκοπρατείων
βασίλειος, ἐν ᾧ καὶ βίβλοι τῆς τε θύραθεν σοφίας
καὶ τῆς εὐγενεστέρας καὶ θειοτέρας πολλαὶ ἐναπέ κεῖντο. 
ἦν δ᾿ οὗτος ἀνέκαθεν τοῦ προύχοντος ἐν
λόγοις κατοικητήριον, ὃν οἰκουμενικὸν ἐκάλουν δι-

 
δάσκαλον, ὃς καὶ δώδεκα εἶχεν ἑτέρους συνοικοῦντας
αὐτῷ, κἀκείνους τῆς λογικῆς παιδείας μετέχοντας
τὸ ἀκρότατον. τούτοις καὶ σιτήσεις ἀνεῖντο
δημόσιαι, καὶ παρ’ αὐτοῖς ἐφοίτων οἷς ἔμελε λογικῆς
 παιδείας καὶ γνώσεως, οὑς καὶ ὁ βασιλεύων συμβούλους 
ἐν τοῖς πρακτέοις πεποίητο. τούτους οὖν εἰ
ἕλοι καὶ τῆς ἑαυτοῦ ποιήσαιτο γνώμης, ἔκρινε τὸ
πὰν κατεργάσασθαι. καὶ τοὺς ἄνδρας μεταστελάμενος
τὴν περὶ τῶν σεβαστῶν εἰκόνων γνώμην αὐτοῦ
 τὴν πονηρὰν αὐτοῖς ἐκοινώσατο. οἶ δὲ οὐχ ὅσον οὐχ
ὡμοδόξουν αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν μεταστῆσαι τῆς
γνώμης ταύτης ἐπεχείρουν ὁλοσχερῶς, πῇ μὲν καταψῶντες
τὸν θῆρα τὸν λεοντώνυμον καὶ κατεπᾴδοντες
αὐτοῦ τὰ σωτήρια, πῇ δὲ γενναιότερον ἀντιβαίνοντες
 καὶ διελέγχοντες τὴν ἀσέβειαν. ὁ δὲ ὡσεὶ
ἀσπὶς ἔβυε τὰ ὦτα καὶ φωνῆς ἐπᾳδόντων οὐκ ἤκουεν
οὐδ’ ἐφαρμακεύετο παρὰ τῶν σοφῶν. πολλάκις οὖν 
αὐτοῖς προσωμιληκὼς καὶ τὴν αὐτῶν μετάθεσιν ἀπογνούς,
τοὺς μὲν ἀφῆκεν εἰς τὴν σφετέραν πορευθῆναι
 διατριβήν, τὸν οἶκον ἐκεῖνον δηλαδὴ τὸν βασίλειον,
αὐτὸς δὲ κελεύσας εὔπρηστον ὕλην συναχθῆναι
πολλὴν καὶ πέριξ τοῦ οἴκου τεθεῖσαν ἀναφθῆναι
νυκτός, οὕτω τόν τε οἶκον σὺν ταῖς βίβλοις καὶ
τοὺς σοφοὺς ἐκείνους ἄνδρας καὶ σεβασμίους
 κατέκαυσε.

Διὰ ταῦτα ὁ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης τότε τὴν ἐκκλησίαν ἰθύνων Γρηγόριος τῆς πρὸς τὸν τῆς νέας
Ῥώμης προεδρεύοντα καὶ τοὺς ἐκείνῳ ὁμόφρονας
ἀποστὰς κοινωνίας, ἐκείνους μὲν σὺν τῶ βασιλεῖ 
 συνοδικῷ καθυπέβαλεν ἀναθέματι, τοὺς δὲ μέχρι
τότε τῇ βασιλείᾳ κομιζομένους ἐκεῖθεν φόρους ἐπέσχε,
τοῖς Φράγγοις σπεισάμενος· οὐ γὰρ τοῦ τῶν Ῥωμαίων

 
γένους οἱ Φράγγοι, ἀλλὰ Γερμανικὸν ἔθνος τούτους
εἶναί φησι τὴν ποικίλην ἱστορίαν ὁ Καισαρεὺς Προκόπιος
συνταξάμενος, περὶ τὸν Ῥῆνον ποταμὸν καὶ
τὸν Ῥοδανὸν καὶ τὰς ἐκεῖσε λίμνας πάλαι λατῳκημένον.
τοῦ δὲ Βελισαρίου στρατηγοῦντος Ῥωμαίων 
ἐπὶ τοῦ προτέρου Ἰουστινιανοῦ καὶ Γότθοις ἀντιπαλαμωμένου
περὶ Ἰταλίας καὶ τῶν ἐν ταύτῃ πόλεων
καὶ τῆς Ῥώμης αὐτῆς, παρὰ γὰρ τῶν Γότθων κατείχουτο,
τότε καὶ τούτους ἱστορεῖ τῇ Ἰταλίᾳ ἐπεμβαλεῖν.
 τοὺς μέντοι Γότθους μὴ οἵους τε ὄντας καὶ 
Ῥωμαίοις καὶ Φράγγοις ἀντικαθίστασθαι πρὸς τοὺς
Φράγγους θέσθαι σπονδὰς καὶ τὸν πρὸς ἐκείνους
διαλύσασθαι πόλεμον, παρακεχωρηκότας αὐτοῖς τῶν
Γαλλιῶν, ὅσαιπερ αὐτοῖς προσεγένοντο. καὶ τὴν
πρᾶξιν ταύτην καὶ αὐτὸν ἐπιρρῶσαι τὸν Ἰουστινιανόν, Ἰουστινια 
δεηθέντων τῶν Φράγγων, πραγματευόμενον τὸ
μὴ Ῥωμαίοις πολεμοῦσι πρὸς Γότθους ἐναντιοῦσθαι
 τοὺς Φράγγους, ἀλλ’ εἶναι τὰ πρὸς Ῥωμαίους τοὐτοις
διὰ τὴν ἐπίρρωσιν φίλια. κἀντεῦθεν τοὺς Γερμανοὺς
Μασσαλίαν τε τὴν Φωκαέων ἀποικίαν καὶ 
 τὰ ἐπὶ θαλάσσῃ χωρία σχεῖν ἅπαντα καὶ τῆς ἐκεῖ
κρατήσαι θαλάσσης, πολλὰ δὲ καὶ τῶν Βενετιῶν κατασχεῖν.
οὕτως οὖ ’ν οἱ Φράγγοι πεπλησιακότες τοῖς
Ἰταλοῖς οὐ διέλιπον ἔκτοτε ἐπιόντες τοῖς ἐκεῖσε ’Ρωμαίοις
καὶ τὰ ὑπ’ αὐτοὺς ληιζόμενοι. ἀποστατήσας 
οὖν, ὡς εἴρηται, τῆς τοῦ βασιλέως ὑπακοῆς ὁ πάπας
Γρηγόριος διὰ τὴν ἐκείνου κακοδοξίαν τοῖς Φράγγοις
ἐσπείσατο, πρότερον πολλάκις σπεύσας διὰ
γραμμάτων τὸν Λέοντα τῆς μισοθεΐας μετενεγκεῖν
καὶ μεταπεῖσαι τὰς ἱερὰς εἰκόνας σεβάζεσθαι· ἀλλ’ 
 

 
ἐδόκει σμήχειν Αἰθίοπα. οὐ μόνον γὰρ ὀρθὸν οὐδέν
τι ἐφρόνησεν, ἀλλὰ καὶ ἐκμανεὶς κατὰ τῶν ὀρθοδόξων
πολλοὺς ἐκόλασε καὶ ὁμολογίας στεφάνων ἠξίωσε. 
τούς τ’ ἑ Καλαβροὺς καὶ τοὺς Σικελοὺς φόροις
 νέοις ἐβάρυνε, κεφαλητίωνα τελεῖν κατὰ τοὺς Ἰουδαίους
δογματίσας αὐτοὺς καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς τικτόμενα
ἄρρενα ἀπογράφεσθαι. ἤδη δὲ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ
Κωνσταντίνου τελοῦντος εἰς μείρακας, ζεύγνυσιν
αὐτῷ γαμετὴν θυγατέρα Χαγάνου τοῦ τῶν Σιυθῶν
 ἡγεμονεύοντος, βαπτίσας αὐτὴν καὶ ὀνομάσας Εἰρήνην.
ἥτις οὐ συνυπήχθη τῇ τοῦ ἀνδρὸς κακοδοξίᾳ,
ἀλλὰ μυηθεῖσα τὸ δόγμα τὸ εὐσεβὲς ἔμεινεν ἀμετάτρεπτος.
σεισμοῦ δὲ συμβεβηκότος σφοδροῦ κατὰ
τὸ Βυζάντιον ναοί τε πολλοὶ καὶ οἰκίαι συνέπεσον
 καὶ πλῆθος ἀνθρώπων συγκέχωστο τοῖς συμπτώμασιν. 
ὅτε καὶ ἡ τοῦ Ἀρκαδίου στήλη ἐν τῷ τοῦ Ξηρολόφου Α
κίονι ἱδρυμένη κατέπεσε καὶ ὁ ἐν τῇ Χρυσῇ
πόρτῃ ἀνδριὰς τοῦ μεγάλου Θεοδοσίου, ἀλλὰ μὴν καὶ
τὰ κατὰ τὴν χέρσον τείχη τῆς πόλεως, ἥ τε τοῦ Νικομήδους
 πόλις καὶ πρὸς ταύτῃ ἡ Νίκαια αἱ μητροπόλεις
αἱ Βιθυνικαί. τὴν γοῦν τῶν τειχῶν κατάπρωσιν
ὁ τύραννος Λέων κέρδους μελετήσας θέσθαι
λαβήν, διεκηρυκεύσατο πρὸς τὸν δῆμον τῆς πόλεως ὡς
“ὑμεῖς οὐκ ἂν δυνηθείητε ταχέως ἀνεγεῖραι τὰ τείχη·
 ἀσύμφορον δ’ ὑμῖν ἐπὶ πολὺ μένειν τὴν πόλιν ἀτείχιστον.
διὸ προστέτακται παρ’ ἡμῶν προσθήκην ἐν
τοῖς δημοσίοις φόροις γενέσθαι φόλλεις εἴκοσι καὶ
τέσσαρας ἐφ’ ἑκάστῳ νομίσματι, ἵνα τούτων τῷ βασιλικῷ
ταμείῳ παρεχομένων τὰ ὑποκλάσαντα τῶν B
 τειχῶν ἀνακαινισθῶσιν ἐξ ἀναλωμάτων βασιλικῶν.”
ἔκτοτε τοίνυν καὶ μέχρι τοῦδε ἡ εἴσπραξις ἐπεκράτησεν
αὕτη. οὕτως οὖν ἐπὶ κακῷ τῆς πολιτείας ὁ

 
δείλαιος Λέων βασιλεύσας ἔτη τέσσαρα πρὸς τοῖς
εἴκοσι δυσεντερίᾳ νοσήσας ἀθλίως τὴν ψυχὴν
ἐξηρεύξατο.

Διεδέξατο δὲ τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴν μετὰ τῆς
πατρικῆς δυσσεβείας ὁ δυσώνυμος ἐκείνου υἱός, οὐ 
κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων λυττήσας μόνον, ἀλλὰ καὶ
γοητείαις προσκείμενος καὶ ἱερείων ἀνατομαῖς καὶ
 νεκυομαντείαις καὶ ἀρρητοποιίαις καὶ ὅλως οὐδενὸς
κακοῦ ἀπεχόμενος, καὶ ποικίλος ὢν τὴν κακίαν καὶ
οὐ μονοειδής. οὐ γὰρ χριστιανός, οὐχ Ἕλλην, οὐκ 
Ἰουδαῖος ἐτύγχανεν ὤν, ἀλλ’ ἀσεβείας τις κυκεὼν
 καὶ οἷα τὰ Λιβυκὰ θηρία ἱστόρηται φύεσθαι ἐκ μίξεως
ἑτερογενῶν, πολυειδῆ καὶ σύμμικτα τὴν ἰδέαν
καὶ τὴν θηριωδίαν γεννώμενα · διὰ ταῦτα πρὸς πάντων
μεμίσητο. καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς τυραννίδος 
αὐτοῦ, οὐ γὰρ φαίην ἂν βασιλείας, ἐκστρατεύσας
κατὰ Ἀράβων καὶ ἐν τῷ θέματι τοῦ Ὀψικίου
γενόμενος, οὗ δὴ θέματος τὴν ἀρχὴν ὁ γαμβρὸς αὐτοῦ
περιέζωστο ὁ κουροπαλάτης Ἀρτάβασδος, ἐπεβούλευε
 τούτῳ δὴ τῷ οἰκείῳ γαμβρῷ. οἵ τε γὰρ τοῦ 
δήμου καὶ οἱ τῆς γερουσίας, ἀλλὰ μέντοι καὶ τὸ
στρατιωτικόν, ἀπεχθανόμενοι τῷ Κωνσταντίνῳ, ὡς
εἴρηται, τῷ Ἀρταβάσδῳ ὀρθοδόξῳ τυγχάνοντι τὴν
βασιλείαν ἐπεψηφίζοντο. γνοὺς τοίνυν τὴν ἐπιβουλὴν
ὁ Ἀρτάβασδος, καὶ διαλεχθεὶς τῷ λαῷ, ἐπιτίθεται 
τῷ Κωνσταντίνῳ. ἀλλ’ ἔφθη διαφυγεῖν ὁ Κοπρώνυμος
καὶ εἰς τὸ Ἀμόριον προσφυγεῖν, καὶ διαπεμψάμενος
πρὸς τὸν τοῦ ἀνατολικοῦ στρατηγὸν τὸν
Λαγκηνὸν καὶ πρὸς τὸν τοῦ Θρᾳκησίου τὸν Σισινάκιον,
λαμπραῖς ὑποσχέσεσι πέπεικεν αὐτοὺς συμμαχῆσαι 
αὐτῷ. ἐντεῦθεν ἐμφύλιοι πόλεμοι καὶ ὑπ’
ἀλλήλων οἱ Ῥωμαῖοι ἐφθείροντο. ἕκαστοι γὰρ τοῦ

 
σφετέρου βασιλέως ἀντείχοντο, ἐπείπερ ἀνερρήθη 
ἤδη καὶ ὁ Ἀρτάβασδος βασιλεύς. κατὰ δὲ τὴν τῶν
πόλεων βασιλεύουσαν τῶν δημοσίων οἰκονόμος πραγμάτων
τοῦ Κωνσταντίνου ὁ μάγιστρος Θεοφάνης
 εἰάθη, ὃς τῷ Ἀρταβάσδῳ προσκείμενος καὶ γραφὴν
ἐξ ἐκείνου δεξάμενος δημοσίᾳ θανεῖν τὸν Κωνσταντῖνον
ἐκήρυξε καὶ τὸν Ἁρτάβασδον ὑπὸ τῶν
στρατευμάτων αἱρεθῆναι εἰς βασιλέα. καὶ οὕτως ὁ
δῆμος τῆς πόλεως εἰς τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν συναθροισθεὶς
 τὸν μὲν Κωνσταντῖνον ἀναθέματι καθυπέβαλον,
εὐφήμουν δὲ τὸν Ἀρτάβασδον, τούτοις
συνευδοκοῦντος καὶ τοῦ πατριάρχου Ἀναστασίου.
δεχθεὶς δὲ ὁ Ἀρτάβασδος καὶ παρὰ πάντων βασιλεὺς
ἀναγορευθείς, αὐτίκα τὰς σεβασμίας εἰκόνας πανταχοῦ
 ἀνεστήλωσεν. ὁ δὲ πατριάρχης Ἀναστάσιος 
διώμνυτο λέγειν αὐτῷ τὸν Κοπρώνυμον ὅτι ὁ Χριστὸς
οὐχ υἱός ἐστι τοῦ θεοῦ, ἄνθρωπος δὲ ψιλὸς
γεννηθεὶς ἐκ τῆς Μάριας, ὡς ἐγὼ ἐκ τῆς ἐμῆς μητρὸς
ἐτέχθην Μάριας. ἐξελθόντος οὖν τῆς μεγαλοπόλεως
 τοῦ Ἀρταβάσδου, μάχαι πάλιν ἐγίνοντο. ὁ δὲ Κωνσταντῖνος
ἐκ Χαλκηδόνος περαιωθεὶς τὴν πόλιν
ἐπολιόρκει, περὶ τὰ χερσαῖα τείχη βαλόμενος χάρακα.
προσβαλὼν δὲ τούτῳ καὶ ἡττηθεὶς ὁ Ἀρτάβασδος
τῆς πόλεως ἐντὸς συνέκλεισεν ἑαυτὸν καὶ τοῦ ταύτην
 φρουρεῖσθαι ἀσφαλῶς ἐπεμέλετο. τοῦ δὲ Κοπρωνύμου
θαλασσοκρατοῦντος καὶ μὴ ἐῶντος τὰς
φορτηγοὺς ὁλκάδας ἐν τῇ πόλει καταίρειν, λιμὸς τοὺ ’ς
ἐν ταύτῃ ἐπίεζεν, ὥστε πολλοὺς ἐκ τούτου διόλλυσθαι. 
καὶ τὸν τοῦ Ἀρταβάσδου υἱὸν Νικητᾶν συνέσχε
 καὶ πεδήσας ἐδείκνυεν αὐτὸν τῷ πατρί. εἶτα
προσβαλὼν αὖθις τῇ πόλει ταύτης ἐκράτησεν. ὁ δὲ
Ἀρτάβασδος ἀποδρὰς εἰς φρούριόν τι τοῦ θέματος

 
τοῦ Ὀψικίου συνέκλεισεν ἑαυτόν, καὶ κατασχεθείς,
πηροῦται τοὺς ὀφθαλμοὺς σὺν τοῖς δυσὶν υἱέσιν
αὐτοῦ. τῶν δὲ τῷ Ἀρταβάσοδῳ συμμαχησάντων
πολλοὶ ἀνῃρέθησαν παρὰ τοῦ Κοπρωνύμου, καὶ πρὸ
τῶν ἄλλων Βακτάγγιος ὁ πατρίκιος, τῶν ἐπισήμων 
ἀνήρ, οὗ τὴν γυναῖκα μετὰ πλείστους ἐνιαυτοὺς
 ἐβίασεν ὁ τύραννος ἀπελθεῖν εἰς τὴν Χώραν, ἔνθα
ἐκεῖνος ἐτέθαπτο, καὶ ἀνασκάψαι τὰ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς
ὀστᾶ καὶ δι’ ἑαυτῆς ἀπενεγκεῖν αὐτὰ καὶ ῥῖψαι
εἰς τὰ Πελαγίου, ἔνθα ἐρρίπτοντο οἱ κατάκριτοι. 
ἁμίλλης δὲ τελουμένης ἵππων, τὸν Ἀρτάβασδον καὶ
 τοὺς παῖδας αὐτοῦ ἐν μέσῳ τῷ θεάτρῳ διαγαγὼν
ἐθριάμβευσεν. ἀλλὰ μὴν καὶ τὸν πατριάρχην Ἀναστάσιον
ἀπὸ τοῦ Διιππίου εἰσαχθῆναι κελεύσας ὄνῳ
ἐφεζόμενον ἀντιστρόφως, ἔν’ ὁρᾷ πρὸς οὐράν, ἀτίμως 
οὕτω καὶ αὐτὸν ἐθριάμβευσεν, πρότερον δημοσίως
τυφθέντα, ὥστε τὴν πρόρρησιν τοῦ ἀοιδίμου
πατριάρχου Γερμανοῦ εἰς ἔργον ἐκβῆναι. ὄπισθεν
γάρ ποτε τοῦ εἰρημένου πατριάρχου βαδίζοντος τοῦ
 Ἀναστασίου, καὶ πατήσαντος τὸ ἐκείνου ὠμοφόρον, 
στραφεὶς ὁ ἱερὸς Γερμανὸς ἔφη “μὴ σπεῦδε· τὸ
Διίππιόν σε ἐκδέχεται”. ὃν καὶ μετὰ τὴν ἄτιμον
περιαγωγὴν ὡς ὁμόφρονά οἱ τῆς ἐκκλησίας αὖθις
κρατεῖν καὶ ἱερᾶσθαι παρακεχώρηκε.

Τῶν Ἀράβων δὲ διαφερομένων ἀλλήλοις καὶ 
μάχαις ἐμφυλίοις ἀσχολουμένων, ἀδείας λαβόμενος
ὁ Κοπρώνυμος ἐκστρατεύει κατὰ Συρίας καὶ λαμβάνει
τὴν Γερμανίκειαν. σεισμοῦ δὲ γενομένου κατὰ
Παλαιστίνην καὶ Συρίαν μεγίστου, πολλαὶ καὶ ἐκκλησίαι
καὶ μοναστῶν κατέπεσον καταγώγια καὶ οἰκίαι 
καὶ μυριάδες ἀνθρώπων ἀπώλοντο. ἀλλὰ καὶ
 ἐκ νόσων φθορὰ πολλὴ τῶν ἀνθρώπων συμβέβηκε

 
κατά τε Σικελίαν καὶ Καλαβρίαν καὶ καθ᾿ Ἑλλάδα
καὶ χώρας ἑτέρας, ἣ καὶ ἕως αὐτοῦ τοῦ Βυζαντίου
κατήντησε· καὶ τοσοῦτον ἦν τὸ τῶν θνησκόντων
πλῆθος ὡς μὴ οἷόν τε εἶναι τοὺς θνήσκοντας ἐκκομίζεσθαι·
 διὸ ἀμάξαις αὐτοὺς κατὰ πλείονας ἐπιτιθέντες
ἐξέφερον. τῷ μέντοι Κοπρωνύμῳ ἡ τοῦ Χαγάνου
θυγάτηρ ἔτεκε παῖδα, ὃν ὠνόμασε Λέοντα καὶ
ἀνηγόρευσε βασιλέα, στεφθέντα δι᾿ Ἀναστασίου τοῦ
ὁμοδοξοῦντος αὐτῷ πατριάρχου. ἐκράτησε δὲ ὁ Κωνσταντῖνος
 τῆς Θεοδοσιουπόλεως καὶ τῆς Μελιτηνῆς,
ὅθεν ὑπερφρονήσας σφοδρότερον κατὰ τῆς ἐκκλησίας
καὶ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἔπνευσε, δόγματα ἐκτιθέμενος,
δι᾿ ὧν τὸν συρφετώδη ὄχλον ὑπέσυρεν 
ἕπεσθαι τῷ αὐτοῦ ἀσεβεστάτῳ φρονήματι. τότε καὶ
 ὁ πατριάρχης Ἀναστάσιος ἀσεβῶς τῆς ἐκκλησίας κατορχησάμενος
ἐπὶ χρόνους εἴκοσι πρὸς τοῖς τέτταρσι
κατέστρεψε τὴν ζωήν. ὁ δὲ Κοπρώνυμος ἐπισκόπων
ὁμοφρόνων αὐτῷ πολλῶν συναγωγὴν ποιησάμενος,
ὧν κατῆρχε Θεοδόσιος ὁ Ἐφέσου καὶ Παστιλᾶς ὁ
 Πέργης, δι᾿ αὐτῶν ἃ ἐβούλετο ἐδογμάτισε, μή τινος
ἢ ἐκ Ῥώμης τῆς πρεσβυτέρας ἢ ἐκ τῶν ἄλλων παρόντος
καὶ τὴν τοιαύτην συνδρομὴν τῶν
ἀνιέρων ἐκείνων σύνοδον οἰκουμενικὴν καλέσαι οὐκ
ἀπενάρκησε. μεθ᾿ ὧν εἰς τὸν ἐν Βλαχέρναις τῆς θεοἀπενάρκησε. 
 τόκου ναὸν ἀφικόμενος καὶ ἐν τῷ ἄμβωνι ἀναβεβηκὼς
Κωνσταντῖνόν τινα μοναχόν, ἐπίσκοπον Συλαίου
γενόμενον, ἀναβιβάσας ἐκεῖ, ἐξεφώνησε “Κωνσταντίνου
οἰκουμενικοῦ πατριάρχου πολλὰ τὰ ἔτη”. καὶ
μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας ἐν τῷ Φόρῳ παραγενόμενος ὁ
 τύραννος οὗτος μετὰ τοῦ πατριάρχου αὐτοῦ καὶ τῶν
ὁμογνωμονούντων αὐτῷ ἐπισκόπων, ἐνώπιον παντὸς
τοῦ λαοῦ τὴν τῶν σεπτῶν εἰκόνων προσκύνησιν

 
ἀπηγόρευσαν, εἰδωλο λάτρας τοὺς ταύτας σεβομένους
καλέσαντες, καὶ ἀναθέματι καθυπέβαλον τόν τε ἀοίδιμον
Γερμανόν καὶ τὸν ἐκ Κύπρου Γεώργιον πατριάρχην
τῆς Κωνσταντίνου γενόμενον καὶ τὸν μέγαν
 ἐπὶ σοφίᾳ καὶ ἀρετῇ Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνόν, 
ὃς πολλάκις τὸν θεομάχον ἤλεγξε τοῦτον καὶ τὸν
αὐτοῦ πατέρα δι᾿ ἐπιστολῶν ἀσεβεῖν. ἐκστρατεύσας
δὲ κατὰ Βουλγάρων ὁ Κωνσταντῖνος, καὶ συμβαλὼν
αὐτοῖς, καὶ πολλοὺς ἀποβαλὼν οὐ τῶν τυχόντων
μόνον στρατιωτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπισήμων καὶ στραταρχῶν, 
 μεθ᾿ ἥττης ἐπανέζευξεν. ἀνέκαθεν δὲ χριστιανοὶ
παρὰ τοῖς Ἀγαρηνοῖς τοὺς τῶν δασμῶν μεταχειριζόμενοι
κώδικας, οὐ γὰρ οἴδασιν ἀριθμεῖν
ἐκεῖνοι, ἀλλ᾿ οὐδὲ γράφειν ψήφους λεπτάς, τρίτα
φημὶ καὶ τέταρτα καὶ ὄγδοα καὶ δωδέκατα καὶ τὰ 
τούτων ἔτι λεπτότερα, φθόνῳ τότε τὴν τούτων μεταχείρισιν 
ἐκωλύθησαν. μὴ δυνηθέντων δὲ τῶν τῆς
Ἅγαρ δι᾿ ἑαυτῶν τὸ τοιοῦτον ἀνύειν ἔργον, αὖθις
 τὴν τῶν γραφῶν τούτων οἰκονομίαν ἐνεχειρίσθησαν.
ὁ μέντοι δυσώνυμος τύραννος Ἀνδρέαν τινὰ μοναχόν,
καλυβίτην λεγόμενον, ὅσιον ἄνδρα, ἐλέγχοντα
αὐτὸν καὶ ἀσεβῆ καλοῦντα, καὶ ἄλλον Ἰουλιανὸν καὶ
Οὐάλεντα μαστιζόμενον ἔκτεινεν. οἱ Βούλγαροι δὲ
τοὺς αὐτῶν ἀρχηγούς, οἳ ἐκ σειρᾶς κατήγοντο ὴγεἀνελόντες
ἕτερον εἵλοντο μὴ τῇ ἡγεμονίᾳ 
προσήκοντα, Τελέτζην καλούμενον. ἐπιστρατεύσας
δὲ κατ᾿ αὐτῶν ὁ βασιλεὺς διά τε γῆς καὶ θαλάσσης,
καὶ γενόμενος κατὰ τὴν Ἀγχίαλον, κἀκεῖ συμβαλὼν
αὐτοῖς, τοῦ πολέμου ἐξ ὥρας πέμπτης τῆς ἡμέρας
ἕως ἐσπέρας ἐπικρατήσαντος, καὶ πεσόντων πολλῶν 
ἑκατέρωθεν, ὅμως μέντοι νικᾷ· καὶ ὁ μὲν τῶν Βουλγάρων
 ἀρχηγὸς ἀπέδρα, φόνος δὲ πολὺς τῶν βαρ-

 
βάρων ἐγένετο, καὶ οὐ μείους ἐλήφθησαν δοριάλωτοι,
πολλοὶ δὲ καὶ τῷ βασιλεῖ προσεχώρησαν. κἀντεῦθεν
ἐπαρθεὶς θρίαμβον ἐπὶ τῇ νίκῃ κατήγαγεν,
αὐτὸς μὲν πανοπλίτης διιὼν μεθ᾿ ὡπλισμένης τῆς
 στρατιάς, τοὺς δ᾿ αἰχμαλώτους δεσμίους ἄγων, τοῖς
ὅπλοις αὐτοῦ τὴν νίκην, ἀλλ᾿ οὐ τῇ θείᾳ δυνάμει
ἐπιγραφόμενος. καὶ μετὰ τὸν θρίαμβον τοὺς αἰχμαλώτους
πάντας ἀναιρεθῆναι προσέταξεν.

Γέγονε δὲ χειμὼν ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς αὐταρχίας αὐτοῦ μέγας, ὥστε μὴ μόνον τοὺς ποταμοὺς ἐκ τοῦ
ψύχους κρυσταλλωθῆναι διόλου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν
θάλασσαν τὴν ἀρκτῴαν ἐπὶ στάδια πάνυ πολλὰ καὶ 
τὸν τοῦ Στενοῦ πορθμὸν καὶ τὸν ἐκ τῆς πόλεως
πρὸς Χρυσόπολιν. εἶτ᾿ αὖθις τῷ κρυστάλλῳ χιόνος
 ἐπιπεσούσης, κἀκείνης ἐκ τοῦ κρύους συμπιληθείσης
καὶ κρυσταλλωθείσης, πεζοποροῦντες οἱ ἄνθρωποι
διῄεσαν τὸν πορθμὸν τοῦ Στενοῦ καὶ τὸν ἐκ τῆς
πόλεως πρὸς Χρυσόπολιν, ἀχθοφοροῦντά τε ὑποζύγια
καὶ βόες ἁμάξας ἕλκοντες σὺν φόρτῳ πολλῷ.
 τοῦτο δὲ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις θαλάσσαις τότε γενέσθαι
λέγεται. εἶτα τοῦ ἀέρος θαλφθέντος διῄρητο
τῶν κρυστάλλων τὸ συνεχὲς καὶ εἰς τμήματα διακέκοπτο.
πνεῦμα δὲ πνεῦσαν ἀθρόον σφοδρόν τε
καὶ βίαιον ἤλαυνε διὰ τῆς θαλάσσης τὰ τμήματα
 οὐδὲν ἀπεοικότα βουνῶν μεγάλων ἢ νήσων πολυπλέθρων 
τινῶν· οἷς καὶ ζῷα ἄγριά τε καὶ χειροήθη
συνεπεπήγεσαν πεδηθέντα τῷ κρυστάλλῳ καὶ ἀποψύξαντα.
τούτων τῶν κρυστάλλων τινὰ τοῖς παράλοις
τείχεσι τῆς πόλεως τῇ βίᾳ τῶν ἀνέμων καθ᾿
 ὑδάτων μετὰ ῥύμης σφοδρᾶς κυλινδούμενα ὡς προσήραττον,
κατέβαλον εὐθὺς τὰ προσαραττόμενα, καὶ
οὐ τὰ τείχη μόνον ἠρίπωντο, ἀλλὰ καὶ οἰκίαι τού-

 
τοῖς πλεῖσται συγκατεσείοντο. καὶ αὐχμὸς δ’ ἐπὶ
τούτου πολὺς συνέβη, ὡς καὶ τοὺς ἀενάους ποταμοὺς
ξηρανθῆναι καὶ τὰς πηγὰς τελείως ἐπιλιπεῖν.
οὐ δ’ ὲν δ’ ἐκ τούτων ἐβελτιώθη ἡ ἀσύνετος ἐκείνου
ψυχή, ἀλλὰ τὸν πατριάρχην αὐτοῦ προσκαλεσάμενος 
 ἔφη ἐν ἀπορρήτοις αὐτῷ “εἰπέ μοι, εἰ χριστοτόκον
τὴν Μαρέαν καλοῦμεν, τίς ἐκ τούτου ἔσται βλάβη;”
ὁ δὲ αὐτίκα εἰς ἱκετείαν ἐτράπετο λέγων “μὴ τοῦτο
ἄλλοτε ἢ πρὸς ἄλλον ἐκφήνῃς, ὦ βασιλεῦ· τοῦ Νεστορίου
γάρ ἐστι τὸ ἐννόημα. ἤ οὐκ οἶας ὅπως 
ἐκεῖνος παρὰ πάσης στηλιτεύεται ἐκκλησίας πιστῶν
καὶ ἀναθέματι κατακέκριται;” ὁ δὲ ἀνταπεκρίθη αὐτῷ
ὅτι “οὐχ ὡς οὕτω φρονῶν εἶπον τοῦτο, ἀλλὰ
μαθεῖν ἐθέλων ἠρώτησα”. ἐς τοσοῦτον δ’ ἐξηνέχθη
 θεομαχίας ὡς καὶ τὰ τῶν ἁγίων λείψανα παραδιδόναι 
πυρὶ καὶ τὸ ἄγιος κελεῦσαι μήτε ἐπὶ τῆς θεοτόκου
λέγεσθαι μήτε μὴν ἐπί τινος τῶν εὐαρεστησάντων
θεῷ, ἀλλ’ ὁ ἀπόστολος Πέτρος καὶ Παῦλος λέ-
 γειν καὶ ὁ μάρτυς Γεώργιος ἢ Θεόδωρος, καὶ ἐπὶ τῶν
λοιπῶν ὁμοίως. τῆς δὲ τῶν ἀνιέρων ἀρχιερέων 
συναγωγῆς, περὶ ἧς ἤδη μοι εἴρηται, γραφῇ τὰ παρ’
αὐτῶν ἀσεβῶς δογματισθέντα παραδιδόντων, τόμον
συνοδικὸν αὐτὰ καλέσας ὁ ἀσεβέστατος ἀπῄτει ἀρχιερεῖς
τε πάντας καὶ τῶν μοναζόντων τοὺς διαβοήτους
ἐπ’ ἀρετῇ ταῦτα ὑποσημήνασθαι. εἰ γὰρ καὶ 
διωγμὸν κατὰ τῶν μοναχῶν βαρύτατον ἔθετο, ὡς
μή τινα σχεδὸν ἐν τῇ πόλει περιλειφθῆναι ἢ τέως
δημοσιεύειν μονάζοντα, ἀλλ’ ἔτι ἦσαν πολλοὶ κρυπτόμενοι
καὶ ἕτεροι τῆς πόλεως ἐκτὸς πεποιημένοι
τὴν ἴν. ὅσοι μὲν οὖ ’ν φόβῳ, τῆς ἐκείνου θη- 
 ριωδίας ὑπέκυπτον καὶ τὴν ἄθεον ἐκείνην ἐβεβαίουν
γραφήν, ζῆν εἰῶντο καὶ ἀπαθεῖς ἀφεῖντο, ὅσοι δὲ μὴ

 
ἐπείθοντο, πικραῖς κολάσεσι καὶ βιαίοις θανάτοις
τοῦ ζῆν ἐστερίσκοντο. ὅτε καὶ ὁ μέγας ἐν ἀσκηταῖς
καὶ ἐν ἀθληταῖς περιβόητος Στέφανος, μὴ πεισθεὶς
ὃν ἐκεῖνος ἐκάλει τόμον δέξασθαί τε καὶ βεβαιῶσαι,
 πολλὰ παθὼν τέλος ἀνῄρητο ἀπηνῶς, καὶ συρόμενος
ἐκ τῆς τοῦ πραιτωρίου εἱρκτῆς ἄχρι τῶν Πελαγίου
ἐκεῖ μετὰ τῶν κατακρίτων ἐρρίφη, ὅπου τέμενος ἦν
τοῦ μάρτυρος Πελαγίου, ὃ καθελὼν ὁ μισόθεος καὶ
βόθρον ὀρύξας βαθύτατον ἐκεῖ τοὺς καταδίκους
 ῥιπτεῖσθαι πρόσ’ ἔταξε. πολλοὺς δὲ καὶ τῶν ἐν τέλει
καὶ τῶν τῆς συγκλήτου βουλῆς διὰ τὴν τιμὴν τῶν
ἁγίων εἰκόνων ἐτιμωρήσατο, καὶ ὅρκον ἐκ πάντων 
ἀπῄτησε μή τινα σέβας νέμειν ταῖς θείαις εἰκόσιν,
ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Κωνσταντίνου, ὃν αὐτὸς τῆς
 ἐκκλησίας προέστησε, τὸν ὅρκον τοῦτον ἀπῄτησε,
καὶ ὃς ἐν τῷ ἄμβωνι ἀναβὰς ὤμοσε. κατὰ Βουλγάρων
δὲ μετὰ στόλου πολλοῦ ἐξελθὼν εἰς Ἀγχίαλον
τὰς νῆας προσώρμισε, καὶ πνεύσαντος ἀνέμου σφοδροῦ
συνετρίβησαν σχεδὸν ἅπασαι, καὶ πλήθη πολλὰ
 τοῦ τε ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀπώλοντο ἐν
τοῖς ὕδασιν· ὅθεν ἄπρακτος ἐπανῆλθεν. ἐκμαινόμενος
μέντοι κατὰ τῶν μοναχῶν, ἱππηλασίας ἀγομένης
ἐν τῷ θεάτρῳ, πολλοὺς αὐτῶν κατασχὼν ἐθριάμβευσε
διὰ τοῦ θεάτρου περιαγαγών, ἄσεμνα ἐν ταῖς
 χερσὶν κατέχοντας γύναια. καί τινας τῶν ἐπισήμων
ἀρχόντων τοὺς μὲν φθόνῳ δι’ ὡραιότητα καὶ ῥωμα- 
λεότητα, τοὺς δὲ ὅτι τὰς ἀρρητοποιίας αὐτοῦ μοναχοῖς
ἐξηγόρευον, συκοφαντήσας ὡς κατ’ αὐτοῦ βουλευομένους,
δύο μὲν τῶν ἐπισημοτέρων τὰς κεφαλὰς
 ἐξέτεμε, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐκκόψας τὰ ὄμματα περιγραπτοῖς
αὐτοὺς ὁρίοις συνέκλεισεν, ἔνθα κατ’ ἐνιαυτὸν
τὸν πέμπων ἑκατὸν βουνεύροις ᾔκιζεν ἕκαστον. ἀλλὰ

 
καὶ τὸν παρ᾿ αὐτοῦ προβληθέντα πατριάρχην τὸν
Κωνσταντῖνον ἑνὶ τῶν ἀρχόντων τούτων συνομιλεῖν
εἰπὼν καὶ λέγειν κατ᾿ αὐτοῦ καὶ κατηγόρους τινὰς
εἰς ἔλεγχον αὐτοῦ παρεσκεύασε· καὶ ἀρνουμένου
 ἐκείνου ὀμόσαι τοὺς κατηγόρους πεποίηκε. τούτων 
δὲ γεγονότων ὑπερόριος ὁ πατριάρχης ἐγ ἔνετο. ἵτερον
δὲ προεβάλετο πατριάρχην ὁ τύραννος ἐκτομίαν
τινὰ Νικητᾶν, οὐδ᾿ ἐξ ἐλευθέρων, ἀλλ᾿ ἐκ δούλων
ἕλκοντα τὴν τοῦ γένους σειρὰν οὐδ᾿ ἀναγνῶναι δυνάμενον·
ἦν γὰρ περὶ τὴν γυναικωνῖτιν ἐσχολακώς.
 εἶτα ἐκ τῆς ὑπερορίας ἀχθέντα τὸν Κωνσταντῖνον
καὶ ἀπηνέστατα αἰκισθέντα, ὡς μηδὲ βαδίζειν δύνασθαι,
εἰς τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν ὡς ἄχθος τι βασταζόμενον
ὁ τύραννος μετακομισθῆναι κεκέλευκε. καί
τινος τὰ κατ᾿ αὐτοῦ ἀναγινώσκοντος αἰτιάματα, παρουσίᾳ
πλήθους πολλοῦ ἐπὶ τούτῳ συναθροισθέντος,
καὶ τοῦ νέου πατριάρχου Νικητὰ ἐν τῷ συνθρόνῳ
 καθημένου καὶ ἀκροωμένου αὐτῶν, ἐκεῖνος κατὰ
κόρρης ἐπαίετο καὶ οὕτως ἐπὶ πολὺ ἐμπαροινηθεὶς
τέλος ἀναθεματίζεται καὶ ψιλωθεὶς τὴν κεφαλὴν καὶ 
τὸν πώγωνα, ἀλλὰ μέντοι καὶ τὰς ὀφρύας, καὶ ὄνῳ
ἐποχηθείς, ἱπποδρομίας τελουμένης εἰσάγεται εἰς τὸ
θέατρον, ἀτίμως θριαμβευόμενος καὶ ἐμπτυόμενος
καὶ κόνει παττόμενος. ἐπὶ τούτοις τινὰς τῶν ἀρχόντων
στείλας ὁ τύραννος ἠρώτησεν αὐτὸν τί δοκεῖ 
αὐτῷ περὶ τῆς αὐτοῦ πίστεως καὶ περὶ τῆς συνόδου.
ὁ δὲ ἐκμειλισσόμενος τὴν ἐκείνου ὠμότητα ἀπεκρίθη
καὶ καλῶς πιστεύειν αὐτὸν καὶ ἀκριβῶς δογματίσαι
τὴν σύνοδον· καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ τρισάθλιος εἰς τὸ
Κυνήγιον ἀπαχθεὶς ἀπετμήθη τὴν κεφαλήν.

Καθ᾿ ἑκάστην δὲ τῇ κατὰ τῶν ἐκκλησιῶν καὶ
 τῶν μοναστηρίων μανίᾳ προσετίθει ὁ βέβηλος. ἀκό-

 
λαστος δὲ ὢν καὶ τρεῖς γυναῖκας ἠγάγετο, καὶ ἐκ
μὲν τῆς πρώτης ἔσχε παῖδα τὸν Λέοντα, ὃν καὶ τοῦ
τῆς βασιλείας ὀνόματος κατηξίωσεν, ἐκ δὲ τῶν ἄλλων
Χριστοφόρον, Νικηφόρον τε καὶ Νικητᾶν. καὶ τοὺς
 μὲν δύο Καίσαρας ἔστεψε, τὸν δὲ Νικητᾶν ἐτίμησε
νωβελίσσιμον. καὶ τῷ πρώτῳ υἱῷ αὐτοῦ καὶ βασιλεῖ
ἠγάγετο γυναῖκα ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ ἐμνηστεύσατο
ταύτην αὐτῷ, στέψας αὐτὴν Αὐγούσταν καὶ καλέσας
Εἰρήνην, ἐξ ἧς ἐτέχθη τῷ Λέοντι παῖς Κωνσταντῖ-
 νος ὀνομασθείς. αὖθις δὲ ὁ Κοπρώνυμος μετὰ σφόδρα
πολλῶν τριήρων καὶ δρομώνων κατὰ Βουλγάρων
ἐξώρμησε, βουλόμενος διὰ τοῦ Ἴστρου εἰς Βουλγα- 
ρίαν ἐμβαλεῖν. εἶτα δεδειλιακὼς ἀναζεῦξαι διεμελέτα.
οἶ Βούλγαροι δὲ δείσαντες πέμψαντες πρὸς αὐ-
 τὸν σπονδὰς θέσθαι πρὸς εἰρήνην ἐζήτησαν, καὶ
ἐσπείσαντο ἐπὶ συνθήκαις τοῦ μήτε Βουλγάρους τὰ
Ῥωμαίων ληίζεσθαι μήτε μὴν Ῥωμαίους ἐπιέναι κατὰ
Βουλγάρων. καὶ ἐπὶ τούτοις ἐπανελήλυθε. τινὲς δὲ
τῶν Βουλγάρων δώροις ὑποσυρέντες παρὰ τούτου
 τοῦ αὐτοκράτορος ἐν ἀπορρήτοις ἐδήλουν αὐτῷ τὰ
τῷ ἄρχοντι σφῶν βουλευόμενα· οἳ μεμηνύκασι τῷ
Κωνσταντίνῳ ὅτι βούλεται ὁ σφέτερος ἀρχηγὸς λαὸν
ἐκπέμψαι κατά τινος τῶν Ῥωμαίων χωρῶν, ἵν ἐκεῖθεν
λείαν κομίσαιτο. καὶ ὃς κατασκόπους στείλας, 
 ὅτε ὅρμησαν ἐκ Βουλγαρίας οἶ ληισόμενοι, ἕτοιμος
ὢν αἰφνίδιον ἐπεκδραμὼν κατ’ αὐτῶν τοὺς μὲν διέφθειρε,
τοὺς δὲ καὶ ἐζώγρησε, καὶ μετ’ αἰχμαλωσίας
πολλῆς ἐπανέστρεψε, καὶ πάλιν ἔνοπλος ἐθριάμβευσεν.
εἶτα πολλὰς τριήρεις ἑτοιμασάμενος κατὰ Βουλ-
 γάρων ἐκπέπομφε, καὶ κατὰ Μεσημβρίαν γενομέναις
αὐταῖς κλύδων ἐκ πνευμάτων βιαίων ἐμπεσὼν σχεδὸν
ἁπάσας κατέδυσεν. ὁ τῶν Βουλγάρων δὲ ἀρχη-


 
γὸς Τελέριχος ὑποπτεύσας ὑπὸ τῶν οἰκείων μεμηνῦ-
σθαι τῷ βασιλεῖ τὰ αὐτῷ βουλευόμενα, μὴ εἰδὼς δὲ
 τίνες Dὗτοι, κατασοφίζεται τὴν τοῦ ἀγνοούμενον.
κουφότητα, καὶ ἐξ αὐτοῦ μανθάνει τὸ ἀγνοούμενον.
γράφει γὰρ δι’ ἀπορρήτων βούλεσθαι προσελθεῖν 
αὐτῷ, καὶ ἠξίου δηλῶσαί οἱ εἴ τινας ἔχει φίλους ἐκ
τῶν παρὰ Βουλγάροις ἐξόχων , ἴν’ ἐκείνοις θαρρή-
σειε τὸ ἀπόρρητον καὶ σὺν ἐκείνοις ἀφίκοιτο πρὸς
 αὐτόν. ὁ δὲ παχύς, ὡς ἔοικεν, ὢν οὐ συνῆκε τὸ
σκέμμα τὸ βάρβαρον, ἀλλ’ ἀνοήτως τοὺς αὐτῷ προσ- 
κειμένους εὐθὺς ἐξεκάλυψε. καὶ ὁ βάρβαρος συλ-
λαβὼν αὐτοὺς ὠμῶς ἁπαξάπαντας καὶ ἀπηνῶς διε-
χρήσατο. καὶ αὗθις δὲ κατὰ Βουλγάρων ὁ αὐτ0κρά-
οὗτος τὸ λοίσθιον ἐξεστράτευσε, καὶ κατὰ τὴν
ἐν Θρᾴκῃ ἀπηνθράκωντο, στρατοπεδευομένου οἱ πό- 
 δες αὐτοῦ ἀπηνθράκωντο, ὅθεν αὐτὸν λάβροι πυρε-
τοὶ καὶ φλογώδεις ἐξέκαιον, ὡς μηδὲν τούτων μηδὲ
παρ’ ἰατρῶν ἐπινοεῖσθαι ἀλέξημα. ἐκεῖθεν ἐπὶ κλέ-
φερόμενος μέχρι Σηλυβρίας κατήντησεν, ὅθεν
διὰ τριήρους κεκόμιστο, βοῶν ὡς “ζῶν ἔτι τῷ πυρὶ 
παραδἐδομαι”. ἄρτι δὲ φθάσας εἰς τὸ Στρογγύ-
λον τοῦ μεμεθυσμένου θείου ξυροῦ ὁ δείλαιος
ἐπειράθη, καὶ βιαίως ἐκεῖ τὸν βίον κατέστρεψε,
χιλιάδας τῶν ὀρθοδόξων πολλὰς ἀνελών, καὶ μάλι-
στα μοναστῶν, καὶ τὰ τούτων ἀσκητήρια τὰ 
πυρὸς θέμενος παρανάλωμα, τὰ δὲ καθελών, τὰ δὲ
κοινώσας, ὥσπερ καὶ τὴν τοῦ Δαλμάτου λεγομένην
μονήν , ἀρχαίαν οὖσαν καὶ τῶν ἐν Κωνσταντινου-
πόλει πρεσβυτέραν πασῶν, ἀφ’ ἧς ἀπελάσας τοὺς
μοναχοὺς στρατιωτῶν αὐτὴν πεποίηκε καταγώγιον. 
 οὐ μόνον δὲ κατὰ τῶν ζώντων ἐλύττησεν, ἀλλὰ καὶ
εἰς τοὺς τοῦ Χριστοῦ μάρτυρας καὶ τοὺς ἄλλους αὐ-

 
τῷ εὐαρεστήσαντας ἐμπαροινῶν οὐκ ἐπαύετο, μηδὲν
αὐτοὺς δύνασθαι λέγων καὶ συκίνην ἐπικουρίαν τὰς
τούτων πρεσβείας ἀποκαλῶν, καὶ τὰ τούτων ἅγια
λείψανα τὰ μὲν ἀτίμως καταχωννύς, τὰ δὲ ποιῶν
 ὑποβρύχια, ἔνια δὲ καὶ ἀποτεφρῶν, ὥσπερ καὶ τὸ
τῆς πανευφήμου μάρτυρος Εὐφημίας ἄγιον σῶμα.
διττοὶ δὲ περὶ τούτου φέρονται λόγοι· ὁ μὲν γὰρ
πυρίκαυστον αὐτὸ λέγειν δόξαι ποιήσασθαι τὸν μιαρὸν
ἐκεῖνον Κοπρώνυμον, κύνας καὶ ὄνους αὐτῷ
 συνεμπρήσαντα καὶ τὴν τέφραν λικμήσαντα, μὴ μέντοι
αὐτῷ εἰς ἔργον ἐκβῆναι τὸ βούλευμα· φθῆναι 
γὰρ τοὺς ὀρθοδόξους μαθόντας τὸ βουλευόμενον
ἀφελέσθαι τὸ τῆς μάρτυρος σῶμα ἐκ τῆς σοροῦ καὶ
μεταθεῖναι αὐτό, ἕτερον δὲ νεκρὸν ἐνθεῖναι αὐτῇ,
 κἀκεῖνον παρὰ τοῦ ἀλιτηρίου ἐκείνου παραδοθῆναι
πυρί· ὁ δ’ ἕτερος οὐ καυθῆναι, καταποντωθῆναι δὲ
λέγει τὸ σῶμα τῆς μάρτυρος σὺν τῇ λάρνακι· τὴν δὲ
χάριτι θείᾳ κυβερνωμένην προσοκεῖλαι τῇ νήσῳ
Λήμνῳ, καὶ ὑπὸ τῶν ἐν τῇ νήσῳ πιστῶν γνωσθεῖ-
 ’σαν κατατεθῆναι ἐκεῖ, ἐπὶ δὲ Εἰρήνης καὶ Κωνσταντίνου
αὖθις ἀνακομισθῆναι εἰς τὴν ὑπερκειμένην
τόν πόλεων ἐντίμως καὶ μεγαλοπρεπῶς. ὁ μὲν
οὖν οὕτως αἰσχρῶς βιώσας οὕτως ἀπεβίω βιαιότατα,
ὡς ἱστόρηται, μοναρχήσας ἔτη τριάκοντα ἐπὶ τέσ- 
 σαρσι καὶ μησὶ τρισί, τούτοις καὶ τῶν δύο ἐνιαυτῶν
συναρίθμουμένων, οὓς ὁ Ἀρτάβασδος ἦρξε τούτου
περιγενόμένος.

Ἐκράτησε δὲ τῆς βασιλείας ὁ τούτου υἱὸς Λέων ὁ ἐκ τῆς Χαζάρας τεχθείς, νοσῶν τὴν αὐτὴν κἀκεῖ-
 νος ἀσέβειαν, εἰ καὶ κατ’ ἀρχὰς εὐσεβεῖν ὑπεκρίνετο
καὶ τοὺς μοναχοὺς τιμᾶν, ὥστε καί τινας τῶν μοναστῶν
ἀρχιερεῖς τότε γενέσθαι ἐν ταῖς προβαθμιωτέ-


 
ραις τῶν μητροπόλεων. πολλὰ δὲ χρήματα ἐν τοῖς
δημοσίοις εὑρὼν θησαυροῖς, ἃ ὁ πατὴρ αὐτοῦ κακῶς
συνήγαγε καὶ ἀπεθησαύρισε, τούτοις καταχρησάμενος
ἐξευμενίσατο τὸ ὑπήκοον καὶ τῇ ἐπιπλάστῳ
 θεοσεβείᾳ. ἀθροισθέντες οὖν οἱ τῆς πόλεως, κἀκ 
 τῶν θεμάτων πολλοὶ ᾐτοῦντο χαριζόμενοι δῆθεν αὐτῷ
ἀναγορευθῆναι τὸν υἱὸν αὐτοῦ Κωνσταντῖνον.
ὁ δέ, εἰ τοῦτο βούλονται, ὀμόσαι αὐτοὺς ἀπῄτησεν
ὡς οὐ δέξονταί ποτε ἄτερ αὐτοῦ καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ
καὶ τοῦ σπέρματος αὐτῶν ἕτερον βασιλέα. καὶ ὥμο- 
’σαν ἅπαντες, οὐχ οἱ τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ
οἱ τοῦ στρατεύματος, ἀλλὰ καὶ ὁ δημώδης ὄχλος
καὶ ἔμποροι καὶ οἱ τῶν ἐργαστηρίων προεστήκεσαν
καὶ ἔγγραφα περὶ τούτων ἐξέθεντο. ταῦτα μὲν οὖν
κατὰ τὴν ἕκτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος τοῦ σωτηρίου 
πάθους τοῦ σωτῆρος γεγόνασι. τῷ δὲ μεγάλῳ σαββάτῳ
τὸν ἑαυτοῦ ἀδελφὸν Εὐδόκιμον νωβελίσσιμον
ὁ βασιλεὺς προεβάλετο, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν τοῦ
 πάσχα κυριακὴν ἔστεψε τὸν υἱὸν αὐτοῦ, τοῦ πατριάρχου
τὴν κατ’ ἔθος πεποιηκότος εὐχήν. τεθνη- 
κότος δὲ τοῦ πατριάρχου Νικητὰ τοῦ ἐκτομίου, ὃς
ἦν προεδρεύσας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔτη τεσσαρεσκαίδεκα,
χειροτονεῖται πατριάρχης Παῦλος ὁ
Κύπριος, ἀναγνώστης ὢν καὶ ὀρθόδοξος. 
 Εὔρων δέ τινας τῶν ἐπισήμων τοῦ παλατίου 
ταῖς θείαις εἰκόσι προσκύνησιν ἀπονέμοντας, τὴν
ἀλωπεκῆν ἀποδὺς τὸν ἐντὸς κρυπτόμενον ἐδημοσίευσε
λέοντα) ὠμότατά τε αὐτοὺς αἰκισάμενος καὶ
διὰ τῆς ἀγορᾶς ἐν ἀτίμῳ πομπῇ περιαγαγών, πρότερον
ψιλώσας αὐτοὺς τῶν τριχῶν, οὕτως εἰς τὸ 
πραιτώριον ἐναπέθετο, ὅπου τινὲς αὐτῶν καὶ τὴν
ψυχὴν τῷ κυρίῳ παρέθεντο. πέμπτον δ’ ἀνύσας

 
τῆς αὐταρχίας ἐνιαυτὸν ἐτελεύτησεν. ἐρασθεὶς γὰρ
τοῦ στέμματος, ὅπερ ὁ Μαυρίκιος τῷ θεῷ ἐν τῇ
μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ ἀνέθετο, καὶ τοῦτο λαβὼν καὶ τῇ
κεφαλῇ περιθέμενος, εὐθὺς ἐλήφθη σφοδρῷ πυρετῷ,
 καὶ οὗτος αὐτὸν τῆς ζωῆς ὑπεξήγαγε.

Τοῦ δὲ θανόντος ἡ Αὐγοῦστα Εἰρήνη σὺν τῷ υἱῷ Κωνσταντίνῳ δέκατον ἐνιαυτὸν τῆς ἡλικίας
ἀνύοντι τὴν βασίλειον ἀρχὴν διεδέξαντο. ἦσαν δὲ
ἄμφω τῶν σεβασμίων εἰκόνων προσκυνηταί, ἀλλ᾿
 οὔπω τοὺς πόδας τῇ βασιλείᾳ βεβαίως ἐρείσασί τινες
αὐτοῖς ἐπεβούλευσαν, ἵνα τὸν Καίσαρα Νικηφόρον
τὸν τοῦ θανόντος βασιλέως Λέοντος ἀδελφὸν
βασιλεύσωσι. γνωσθείσης δὲ τῆς συνωμοσίας, τοὺς 
μὲν τῆς ἐπιβουλῆς μετασχόντας αἰκισαμένη ἡ βασιλις
 καὶ τὴν τρίχωσιν αὐτοῖς ἀποθρίξασα ὑπερορίαν
τούτων κατεψηφίσατο, τοὺς δὲ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς
ἀδελφοὺς τούς τε Καίσαρας καὶ τοὺς νωβελισσίμους
καρῆναι παρασκευάσασα καὶ ἱερωσύνης ἀξιωθῆναι
καὶ μεταδοῦναι τῷ λαῷ τῶν ἁγιασμάτων ἐποίησε
 κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς τοῦ σωτῆρος γεννήσεως. ἐκείνη
δὲ σὺν τῷ υἱῷ προελήλυθε μετὰ τῆς συνήθους
τοῖς βασιλεῦσι δορυφορίας καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ
γενομένη τὸ στέμμα, ὃ ἐκεῖθεν ἀφείλετο ὁ ἀνὴρ
αὐτῆς, προσήνεγκε, κόσμῳ πλείονι τοῦτο εbπικοσμήσασα.
 ἔστειλε δὲ καὶ κατὰ τῶν Ἀράβων στράτευμα, 
ἵνα ἀνακόπτῃ τὰς ἐκείνων ἐπιδρομάς. ἐξελθόντες
οὖν ἐπὶ λεηλασίαν Ἀγαρηνοὶ συναντῶνται παρὰ τῆς
σταλείσης Ῥωμαϊκῆς στρατιὰς, καὶ τρέπονται καὶ
ἀναιροῦνται πολλοί. ἐν δέ γε τῇ Θρᾴκῃ κατὰ τὸ
 Μάκρον τεῖχος τότε τις ὀρύττων λάρνακι ἐντυγχάνει
λιθίνῃ ἀνθρώπου φερούσῃ νεκρὸν καὶ γράμματα
ἐγκεκολαμμένα ἐχούσῃ λέγοντα “Χριστὸς μέλλει γεν-

 
νᾶσθαι ἐκ παρθένου, καὶ πιστεύω εἰς αὐτόν· ἐπὶ δὲ
Κωνσταντίνου καὶ Εἰρήνης τῶν βασιλέων πάλιν,
ἥλιε, ὄψει με.” βουληθεῖσα μέντοι ἡ βασιλὶς Εἰρήνη
γυναῖκα μνηστεύσασθαι τῷ υἱῷ, ἔπεμψε πρὸς Κάρουλον
τὸν ῥῆγα τῶν Φράγγων, τὴν ἐκείνου παῖδα 
 τῷ οἰκείῳ μνωμένη παιδί. εἶτα τὸ τοιοῦτον
 καταλιποῦσα διὰ φόβον καὶ φιλαρχίαν, ἔνα μὴ δύναμιν
ὁ υἱὸς αὐτῆς περιβάληται τὴν τῶν Φράγγων
διὰ τὴν ἀγχιστείαν, ἐξ ἑῴας ἤνεγκε κόρην· ἣν οἶ
μὲν ἐκ τοῦ τῶν Ἀρμενιακῶν θέματος λέγουσιν, ἔτε- 
ροι δ’ ἐκ Παφλαγόνων, οὖσαν τοῦ ἐπὶ ἐλεημοσύνῃ
διαβοήτου Φιλαρέτου θυγάτριον, καὶ ταύτην τῶ
Κωνσταντίνῳ συνέζευξεν ἄκοντι καὶ τὸν γάμον αὐτῆς
ἀποστέργοντι, ὅτι τὴν τοῦ Καρούλου παῖδα ἐκτόπως
ἀγαγέσθαι ἐβούλετο. Ἀαρὼν δὲ ὁ τῶν Ἀρά- 
βῶν ἀρχηγὸς κατὰ Ῥωμαίων στρατεύσας μέχρι Χρυσοπόλεως
ἦλθεν. ὁ δὲ Κωνσταντῖνος στράτευμα
πέμψας τὴν λίμνην Βανῆς δι’ αὐτοῦ κατέσχε· καὶ
τοῦτο μαθόντες οἱ Ἄραβες σπείσασθαι Ῥωμαίοις
ᾐτήσαντο. ἀπελθόντες οὖν οἱ τῶν κοινῶν διοικηταὶ 
 πρὸς τὸν Ἀαρών, ἴνα συνθήκας ποιήσωσι, καὶ μὴ
φροντίσαντες πρότερον ὁμήρους τῶν παρ’ ἐκείνοις
ἀναγκαίων λαβεῖν, κατεσχέθησαν παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐν
πέδαις καθείρχθησαν. ὅθεν βιασθέντες οἱ κρατοῦντες
διὰ τοὺς ἄρχοντας ἐσπείσαντο, συνθέμενοι φό- 
ῥοῦς διδόναι τοῖς Ἄραψιν. οἱ μὲν οὖν ἐπὶ τοιαύταις
συνθήκαις ἀνέζευξαν. ἡ δὲ βασίλισσα Ἐλπίδιον τὸν
πατρίκιον στρατηγὸν Σικελίας προεχειρίσατο· εἶτα
μαθοῦσα ὅτι τὰ τῶν Καισάρων φρονεῖ, ἔστειλε τοὺς
ἄξοντας ἐκεῖθεν αὐτόν. τῶν δὲ Σικελιωτῶν μὴ πα- 
ραχωρησάντων τοῖς σταλεῖσι λαβεῖν τὸν Ἐλπίδιον,
ἡ Εἰρήνη θυμῷ ληφθεῖσα τὴν ἐκείνου γυναῖκα καὶ

 
τοὺς παῖδας μαστίξασα καὶ τῶν τριχῶν ἀφελομένη
ἐν τῷ πραιτωρίῳ καθεῖρξε· κατ’ ἐκείνου δ’ ἐκπέ- 
πομφε στράτευμα, εὐνοῦχον αὐτοῖς ἐπιστήσασα τῶν
πιστοτάτων αὐτῇ. πολέμων δὲ συνεχῶν γενομένων,
 τρέπεται ὁ Ἐλπίδιος καὶ ἀπέδρα εἰς Ἀφρικὴν καὶ
τοῖς Ἄραψι προσεχώρησεν. οἱ δὲ τοῦτον δεξάμενοι
βασιλικὴν ταινίαν αὐτῷ περιέθεντο, καὶ ὡς βασιλεὺς
αὐτοῖς ἀνηγόρευτο, εἰ καὶ μηδὲν αὐτῷ κατὰ
σκοπὸν προεχώρησε. τῆς δὲ περὶ τῶν Ἀράβων φρον-
 τίδος ἀπαλλαγεῖσα διὰ τὴν εἰρήνην ἡ βασιλὶς ἐξῆλθε
σὺν τῷ υἱῷ κατὰ Θρᾴκην, δύναμίν τ’ ἑ πολλὴν ἐπισυρομένη
καὶ ὄργανα μουσικά, καὶ ἀπελθοῦσα εἰς
Βερόην καὶ τὸ ἐν αὐτῇ φρούριον ἀνοικοδομήσασα
καὶ Εἰρηνόπολιν αὐτὸ ὀνομάσασα, ἀλλὰ μὴν καὶ τὴν
 Ἀγχίαλον δειμαμένη καὶ ἕως Φιλιππουπόλεως προ- 
ἐλθοῦσα, ὑπέστρεψε.

Τοῦ δὲ πατριάρχου Παύλου νοσήσαντος καὶ τῆς ἐκκλησίας ὑποχωρήσαντος καὶ ἀποκαρέντος, ἡ βασιλὶς
μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτῆς προσῆλθεν αὐτῷ, αἰτιώμε-
 νοὶ αὐτὸν τῆς ὑποχωρήσεως. ὁ δὲ “εἴθε” εἶπε “μηδὲ
τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς ἀρχιερωσύνης
ἐκάθισα, τῆς ἐκκλησίας τυραννουμένης καὶ σχίσματος
ὄντος μέσον αὐτῆς καὶ τῶν ἄλλων καθολικῶν
θρόνων.” εἶτ’ αὖθις ἐκ τῆς συγκλήτου λογάδας ἀπἐ-
 στειλεν, ἐρωτῶσα ὅ,τι ἄν εἰς δέον οἰκονομηθείη. ὁ
δὲ ἀπεκρίνατο ὡς “εἰ μὴ διὰ συνόδου καθολικῆς τὸ
σφάλμα διορθωθῇ καὶ τῶν ἐκκλησιῶν προβαίη ἕνωσις,
οὐκ ἔστιν ἡμῖν σωτηρία. καὶ οἶ συγκλητικοί, 
διὰ τί οὖν” εἶπον “αὐτὸς ἐν τῷ χειροτονεῖσθαι
 συνέθου τὰς εἰκόνας μὴ προσκυνεῖν;” ὁ δὲ ἀντεπήγαγε
“διὰ τὴν τῶν κρατούντων μανίαν καὶ τὴν ὑμετέραν
ἀπήνειαν. ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο θρηνῶ καὶ διὰ

 
μετανοίας πρὸς τοὺς οἰκτιρμοὺς κατέφυγον τοῦ θεοῦ,
δεόμενος μὴ ὡς ἀρχιερεὺς κρναι.” ὁ μὲν οὖν ἐν
τούτοις τὸν βίον κατέλυσεν. οἱ δὲ κρατοῦντες τὸν
ἀοίδιμον Ταράσιον ἀσηκρῆτις ὄντα πατριάρχην προεχειρίζοντο,
 καὶ ὁ λαὸς ἅπας ἐπεψηφίζετο. ὁ δὲ 
ἀνένευε, μὴ δύνασθαι λέγων προστῆναι τῆς ἐκκλησιας
ἀπεσχισμένης τῶν λοιπῶν τυγχανούσης ἐκκλησιῶν
 καὶ ὑπ᾿ ἐκείνων ὑποβαλλομένης τῷ ἀναθέματι.
ἐγκειμένων δὲ καὶ τῶν βασιλέων καὶ τοῦ λαοῦ, “εἰ
συντίθεσθ” εἶπε “σύνοδον οἰκουμενικὴν ἀθροισθῆναι 
καὶ τῶν ἐκκλησιῶν γενήσεσθαι ἕνωσιν, δέξομαι
καὶ αὐτὸς τὴν προχείρισιν.” συνθεμένων δὲ πρὸς
τοῦτο πάντων, ἐχειροτονήθη ὁ θεῖος Ταράσιος, καὶ
στέλλει αὐτός τε καὶ οἱ κρατοῦντες εἴς τε τὴν πρεσβυτέραν
Ῥώμην, Ἀδριανοῦ ἐν αὐτῇ προεδρεύοντος, 
καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς πατριάρχας, ζητοῦντες σταλῆναί
τινας παρ᾿ αὐτῶν τοὺς ἐπὶ τῇ συνόδῳ παρουσιάσοντας·
καὶ παρὰ πάντων ἐστάλησαν. ἀθροισθέντων δὲ
καὶ τῶν λοιπῶν ἀρχιερέων καὶ μοναχῶν ἐν Νικαίᾳ
 τῆς Βιθυνίας καὶ ὁ πατριάρχης ἐξῆλθε Ταράσιος, 
καὶ συνέστη ἐκεῖ οἰκουμενικὴ σύνοδος ἑβδόμη, καὶ
ἐκυρώθη τὰς σεπτὰς εἰκόνας καὶ προσκυνεῖσθαι καὶ
σεβάζεσθαι, ἀναθέματι δὲ κατεκρίθησαν καὶ οἱ τρεῖς
οἱ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει προεδρεύσαντες ἐκκλησίας,
ὅ τε Ἀναστάσιος καὶ ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ 
Νικήτας, καὶ τόμῳ τὰ τῇ ἱερᾷ συνόδῳ δόξαντα
ἐνεγράφησαν. ἐκ δὲ Νικαίας εἰς τὴν τῶν πόλεων
βασιλεύουσαν ἐνδημήσαντες οἱ τῆς συνόδου καὶ ἐν
τοῖς βασιλείοις γενόμενοι, προκαθημένων καὶ τῶν
βασιλευόντων, εἰς ἐπήκοον πάντων τὸν τόμον ἀνέγνωσαν· 
ὃς καὶ παρὰ τῶν κρατούντων κεκύρωτο
ὑποσημηναμένων αὐτόν, καὶ οὕτω τὰ ἱερὰ ἐκτυπώ-

 
μάτα ἐν τοῖς θείοις ναοῖς ἀνεστήλωντο, καὶ αἱ ἐκκλησίαι
ἅπασαι ἥνωντο. τὰ μὲν οὖν μέχρι τοῦδε 
παρὰ τῆς βασιλίσσης καὶ τόν αὐτῇ προσῳκειωμένων
τὰ τῆς βασιλείας ἰθύνοντο. ἤδη δὲ τὸν μείρακα
 παρελάσας ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος καὶ εἰς νεανίαν
τελεῖν ἠργμένος, εἰκοσαέτης γὰρ ἦν, καὶ ὁρῶν ἅπαντα
παρὰ τῆς μητρὸς οἰκονομούμενα, καὶ Σταυράκιον
τὸν πατρίκιον καὶ λογοθέτην τὰ πάντα δυνάμενον,
ἑαυτὸν δὲ μηδενὸς ἀξιούμενον λόγου, ἤχθετο, καὶ
 μετά τινων τῶν τε τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ τῶν
ὑπηρετουμένων αὐτῷ ἐμελέτησε τὸν Σταυράκιον τῆς
ἀρχῆς καθελεῖν καὶ ποιήσασθαι ὑπερόριον. γνωσθέντος
δὲ τοῦ βουλεύματος, τοὺς μὲν τοῦ βασιλέως
θεράποντας τοὺς αὐτῷ συμμετέχοντας τύψασα πάντας
 καὶ ψιλώσασα τῶν τριχῶν ἡ βασίλισσα ἄλλους
ἄλλῃ ἐξώρισε, τοὺς δ᾿ ἐκ τῆς συγκλήτου ἀτιμίᾳ περιβαλοῦσα 
τοὺς μὲν ἀπροϊτους τῶν ἰδίων οἴκων εἷναι
κεκέλευκε, τῶν δὲ καὶ ὑπερορίαν κατεψηφίσατο.
ἀλλὰ μὴν καὶ τὸν υἱὸν αἰκισαμένη καὶ λοιδορησαμένη
 προϊέναι κεκώλυκε. τὰ δὲ στρατεύματα ὀμνύειν
ἠνάγκαζε μὴ δέξασθαι τὸν υἱὸν αὐτῆς εἰς αὐταρΧίαν,
ζώσης ἐκείνης. καὶ οἱ μὲν ἄλλοι καὶ ἄκοντες
ὤμνυον, οἱ δὲ τοῦ θέματος τῶν Ἀρμενιακῶν οὐχ
ὑπέκυψαν, ἀλλὰ καὶ βασιλέα γινώσκειν εἷπον τὸν
 Κωνσταντῖνον, καὶ πρὸ τῆς μητρὸς ἐξ ἀρχῆς ἀνηγορευμένον,
καὶ οὕτως αὖθις αὐτὸν ἤθελον εὐφημεῖσθαι.
ταῦτα ἡ Εἰρήνη μαθοῦσα ἔστειλε τὸν σπαθάριον
Ἀλέξιον καὶ δρουγγάριον τῆς βίγλας τὸν Μωσηλέ,
ἵν᾿ αὐτοὺς εἰς τὸ αὐτῆς μετάθηται θέλημα. οἱ 
 δὲ τὸν μὲν στρατηγὸν ἑαυτῶν συνέσχον ὑπὸ φρουράν,
τὸν δὲ Μωσῃλὲ ἄρχοντα τοῦ θέματος εἵλοντο
καὶ μόνον τὸν Κωνσταντῖνον εὐφήμησαν αὐτοκρά-

 
τορα. ἐντεῦθεν ὁρμηθέντες καὶ οἱ τῶν ἄλλων θεμάτων
μόνον τὸν Κωνσταντῖνον ἀνηγόρευον βασιλέα,
καὶ ἀθροισθέντες κοινῇ ἐκεῖνον μόνον ἀνεκήρυττον
αὐτοκράτορα. δείσασα δὲ τὴν τῶν ταγμάτων
ὁμόνοιαν ἡ Εἰρήνη προήνεγκε τὸν θἰόν. ὁ δὲ αὐτίκα 
 τὸν Σταυράκιον αἰκισάμενος καὶ τοὺς ἐντιμοτέθους
τῶν θεραπόντων τῶν μητρικῶν ὑπερώρισεν,
αὐτὴν δὲ τὴν μητέρα τῶν βασιλείων ἐντίμως καταγαγὼν
 εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς, ὃν ἐν τοῖς Ἐλευθερίου
ἐδείματο, διάγειν ἐκέλευσε.

Καὶ τὰ μὲν οὕτως ἔσχον. ἐμπρησμοῦ δὲ συμβάντος,
ὁ μέγας τρίκλινος τῶν ἱερῶν ἀνακτόρων ὁ
Θωμαΐτης λεγόμενος ἔργον γέγονε τοῦ πυρός, ὅτε
λέγεται καυθῆναι καὶ τὰ σχεδιάσματα τῆς ἐξηγήσεως
τῆς θείας γραφῆς, ἃ ὁ χρυσοῦς τὴν γλῶτταν συνεγράψατο 
Ἰωάννης, ἐκεῖσέ που ἀποκείμενα. ὁ δέ γε.
βασιλεὺς Κωνσταντῖνος κατὰ Βουλγάρων ἐξεστράτευσε,
τοῦ Καρδάμου τοῦ ἔθνους ἀρχηγετοῦντος·
μικρᾶς δὲ προσβολῆς γενομένης ἀμφοῖν τοῖν ἀντιθέτοιν
μεροῖν δειλία ἐνέσκηψε. καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς 
ἐπανέζευξεν εἰς τὴν μεγαλόπολιν, οἱ δὲ Βούλγαροι
 εἰς τὰ ἤθη τὰ ἑαυτῶν. ἀλλὰ καὶ κατὰ Ἀράβων ὁρμήσας
οὐδέν τι λόγου ἄξιον ἤνυσε. παρακληθεὶς δὲ
ὑπὸ τῆς μητρὸς καὶ τῶν ἐν τέλει τινῶν αὖθις ἀνάγει
ταύτην εἰς τὰ βασίλεια, καὶ ἑαυτῷ συνευφημεῖσθαι 
σθαι παραχωρεῖ, καὶ πάντα μὲν τὰ τῶν θεμάτων
τάγματα ἐδέξαντο τὴν τῆς Εἰρήνης αὖθις ἀνάρρησιν,
οἱ δὲ τοῦ θέματος τῶν Ἀρμενιακῶν ἀντέπιπτόν τε
καὶ ἐστασίαζον, καὶ ἐπεκαλοῦντο τὸν πρῴην αὐτῶν,
ὡς εἴρηται, στρατηγήσαντα Ἀλέξιον τὸν Μωσηλέ. 
ἔφθη γὰρ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖθεν μεταπεμψάμενος, καὶ
τιμήσας πατρίκιον εἶχε μεθ᾿ ἑαυτοῦ, φήμης ἐπικρα-

 
τούσης μέλλειν βασιλεῦσαι τὸν ἄνα. διὰ ταύτην
τοίνυν, καὶ ὅτι παρὰ τῶν στασιαζόντων ἐπεκαλεῖτο,
δείσας ὁ βασιλεύς, καθεῖρξεν ἐν τῷ πραιτωρίῳ αὐτόν,
τύψας πρότερον καὶ τὴν κόμην περιελών. τοῦ 
 δὲ τῶν Βουλγάρων ἀρχηγετοῦντος ὡρμηκότος κατὰ
τῆς ῬωμαΪκῆς ἐπικρατείας, ἀσυντάκτως ὁ βασιλεὺς
αὐτῷ ἐπελθὼν ἡττᾶται, καὶ πλῆθος πολὺ στρατευομένων
ἀπόλλυσιν, ἀλλὰ μὴν καὶ τῶν μεγιστάνων
πολλούς. αἱ δὲ στρατιωτικαὶ συντάξεις ἀθροισθεῖσαι
 κατὰ τὴν μεγαλόπολιν ἐβουλεύοντο βασιλεῦσαι τὸν
ἀπὸ Καισάρων Νικηφόρον τὸν τοῦ Κωνσταντίνου
πατράδελφον. ἀλλὰ τὸ σκέμμα οὐκ ἔλαθε· διὸ αὐτὸς
μὲν ὁ Νικηφόρος ἐξεκόπη τὰ ὄμματα· ὁ δέ γε
Χριστοφόρος καὶ ὁ Νικητὰς ὁ Ἀυθιμός τε καὶ ὁ
 Εὐδόκιμος τῶν γλωσσῶν ὑπέστησαν ἐκτομήν. ἀλλὰ
καὶ τὸν Μωσηλὲ τὸν Ἀλέξιον ὁ βασιλεὺς ἐξετύφλωσεν,
ὑποθήκαις ταῦτα μητρικαῖς ἐργασάμενος. οἱ δὲ 
τοῦ θέματος τῶν Ἀρμενιακῶν τὴν τοῦ Ἀλεξίου μαθόντες
τύφλωσιν, τὸν σφέτερον στρατηγὸν ἐποίησαν
 ἔμφρουρον. ἦν δ’ οὗτος ὁ Καμουλιανὸς ὁ πατρίκιος.
ὡς οὖν ἀνηνέχθη τοῦτο τῷ βασιλεῖ, στέλλει
κατ’ αὐτῶν σὺν δυνάμει Κωνσταντῖνον τὸν Ἀρτασήραν
καὶ τὸν Χρυσόχειρα, στρατηγὸν τῶν Βουκελλαρίων
τυγχάνοντα. καὶ κροτηθέντος πολέμου πολλοὶ
 μὲν ἔπεσον ἀμφοτέρωθεν, τρέπονται δὲ οἱ βασιλικοί,
καὶ ἀμφοῖν ζωγρηθέντων τῶν στρατηγῶν, οὓς
οἱ Ἀρμενιακοὶ αὐτίκα ἐτύφλωσαν. εἶτα ὁ κρατῶν
αὐτὸς κατ’ αὐτῶν ἐξεστράτευσε καὶ χειροῦται αὐτούς,
καὶ τοὺς μὲν προύχοντας ἀναιρεῖ, τοῖς δὲ λοίποῖς
 δημεύσει τῶν ὑπαρχόντων ἐπιτετίμηκε. χιλίους
δὲ τῶν ἐκ τῆς αὐτῶν μητροπόλεως δεσμήσας καὶ ἐς
τὴν μεγαλόπολιν ἐνεγκών, τὰς ὄψεις τε σφῶν καταστί- 

 
κτους ποιήσας ἐν γράμμασι, μέλανος ἐγχεομένου τοῖς
στίγμασιν· ἔλεγε δὲ ἡ γραφὴ “Ἀρμενιακὸς ἐπίβουλος
διέσπειρε τούτους ἐν Σικελίᾳ καὶ ἐν ἄλλαις νήσοις.”
τὴν δ’ ἑαυτοῦ γυναῖκα Μαρίαν ἀποστέρξας ὁ
βασιλεὺς ἀποκαρῆναι ταύτην ἐξεβιάσατο, συμβουλῇ, 
ὡς λέγεται, τῆς μητρὸς αὐτοῦ, ἵν’ ὑπὸ πάντων μισηθείη
καὶ εἰς αὐτὴν ἡ τῆς βασιλείας ἀντιπεριενεχθείη
διοίκησις. κἂν γὰρ συνῆν τῷ υἱῷ περὶ τὰ
ἀνάκτορα, ἀλλ’ οὐ συμμετεῖχε τῆς ἐξουσίας, μόνης
δέ γε τῆς εὐφημίας, λίαν δ’ ἐνόσει τὸ φίλαρχον. 
 μεταμφιασαμένης οὖν τῆς τοῦ κρατοῦντος συμβίου
καὶ περιβαλομένης ἀκούσης ἀντὶ τῆς βασιλείου στο-
 λῆς μοναζούσης ἀμφία μέλανα, Θεοδότην τινὰ κου-
βικουλαρέαν ἐκεῖνος ἠγάγετο, Αὐγούσταν στὰν στέψας
αὐτήν. καὶ κατὰ τῆς Ἀράβων ἐπιστρατεύσας τρόπαιον 
ἵστησι. τοὐ μέντοι Καρδάμου, ὃν ὁ λόγος τῶν
Βουλγάρων ἐγνώρισεν ἀρχηγόν, φόρους ἀπαιτοῦντος
αὐτῷ τελεῖσθαι παρὰ Ῥωμαίων, καὶ περὶ τούτων
διαπεμψαμένου πρὸς τὸν κρατοῦντα, ἢ τὴν Θρᾴκην
ἄχρι τῆς πόλεως ἀπειλοῦντος ληίσασθαι, ἐκεῖνος κόπρον 
ὑποζυγίων τῷ βαρβάρῳ ἀπέστειλεν, ἐπιστείλας
αὐτῷ ὅτι “γέρων εἷ καὶ μὴ κοπιάσῃς ἐνταῦθα ἐρχόμενος·
ἐγὼ δὲ μᾶλλον ἐλεύσομαι ἐπὶ σέ.” καὶ αὐτίκα
τὰς Ῥωμαϊκὰς ἀθροίσας δυνάμεις ἀπῄει κατὰ
Βουλγάρων, καὶ ἤδη πλησίον ἀλλήλων γενομένων 
τῶν στρατευμάτων, καὶ τοῦ βασιλέως εἰς μάχην προ-
 καλουμένου τοὺς βαρβάρους, ὁ Κάρδαμος σὺν τοῖς
οἰκείοις ἀποδειλιάσας στρατεύμασι φυγὰς ᾤχετο.
ἀλλὰ καὶ οἶ Ἄραβες κατὰ τοῦ Ἀμορίου χωρήσαντες
οὐδέν τι ἴσχον πρὸς τὴν πόλιν ἀνύσιμον, λείαν δὲ 
λαβόντες ὑπέστρεψαν.

Πλάτων’ δὲ ὁ καθηγητὴς τῆς τοῦ Σακκουδίωνος

 
μονῆς τῷ πατριάρχῃ Ταρασίῳ κοινωνεῖν οὐκ ἠνείχετο,
ὅτι ἐκεῖνος τὸν βασιλέα εἰς κοινωνίαν ἐδέξατο
τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα καταλιπόντα καὶ ἑτέρᾳ παρὰ
τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμοὺς συνοικήσαντα· μοιχείαν
 γὰρ ὠνόμαζε τὸ γενόμενον. ὃν ὁ βασιλεὺς
ἀγαγὼν ἐν τῷ παλατίῳ καθεῖρξεν· ἡ δὲ τούτου μήτηρ
ἀντεποιεῖτο τοῦ Πλάτωνος, ὅτι κατῄσχυνε τὸν
υἱὸν αὐτῆς. ἐκδημήσας δὲ τῆς πόλεως ὁ κρατῶν 
μετὰ τῆς οἰκείας μητρὸς εἰς Προῦσάν τε γεγονώς,
 καὶ μαθὼν τεχθῆναί οἱ παιδίον ἄρρεν, ἐκεῖ τὴν μητέρα
καταλιπὼν σπουδαίως ὑπέστρεψεν. ἡ δὲ λαβομένη
ἀδείας τοὺς τῶν ταγμάτων ἄρχοντας δωρεαῖς
τε καἰ ὑποσχέσεσιν ὑποποιησαμένη πέπεικε συνθέσθαι
καθελεῖν μὲν τὸν υἱὸν αὐτῆς, αὐτῇ δὲ μόνῃ
 τὴν αὐταρχίαν περιποιήσασθαι. καὶ συνθεμένων
εὐκαιρίαν ἐζήτει. τέθνηκε δὲ τὸ τεχθὲν παιδίον τῷ
βασιλεῖ, ὅπερ ὠνόμασε Λέοντα, καὶ ἐθρηνήθη παρὰ
τοῦ πατρός. οἶ δὲ τῆς κατ’ αὐτοῦ ἐπιβουλῆς συνίστορες
τῇ μητρὶ αὐτοῦ δείσαντες μὴ τοῦ καιροῦ τριβομένου
 καὶ ὑπερτιθεμένης τῆς πράξεως γνωσθῶσι
καὶ κατασχεθέντες ἀπόλωνται, σπεύσαντες συνέσχον 
ἐν τῷ παλατίῳ τὸν βασιλέα, καὶ περὶ ὥραν ἐνάτην
τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ὠμότατα ἐξορύττουσι, προνοούμενοι
μὴ μόνον τοῦ φωτὸς στερηθῆναι αὐτόν,
 ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς. ὅτε συνέβη ἐφ’ ἡμέρας
ἑπτακαίδεκα μὴ λάμψαι τὸν ἥλιον, ἀλλ’ ἀλαμπεῖς
εἶναι καὶ σκοτώδεις τὰς ἡμέρας ἐκείνας, οὐκ οἶδα
εἴτε τυχαίως οὕτω συμβὰν εἴτε καὶ διὰ τὴν τοῦ
Κωνσταντίνου τύφλωσιν, ὡς τηνικαῦτα τοῖς ἀνθρώποις
 ἐδόκει, οἶα τῆς θείας προνοίας νεμεσησάσης τῷ
πάθει, ὡς ἐκ μητρὸς εἰς υἱὸν γενομένῳ. καὶ ὁ μὲν
οὕτω τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξωρώρυκτο κατ’ αὐτὴν τὴν

 
ἡμέραν καθ’ ἣν ἐκεῖνος τὸν θεῖον αὐτοῦ Νικηφόρον
καὶ τὸν Μωσηλὲ ἐξετύφλωσε καὶ τῶν λοιπῶν, ὡς
 εἴρηται, τὰς γλώσσας ἀπέτεμε, πέντε μεταξὺ παρε-
ληλυθότων ἐνιαυτῶν. ἡ δὲ Εἰρήνη καὶ αὖθις τῆς
μοναρχίας ἐπείληπτο. καὶ ἐν τῇ πρεσβυτέρᾳ Ῥώμῃ 
τοῦ πάπα θανόντος Ἀδριανοῦ Λέων κεχειροτόνητο,
ἀνὴρ αἰδοῖος καὶ τιμιώτατος. οἶ δὲ τῷ θανόντι
Ἀδριανῷ προσήκοντες στασιάσαι τὸν λαὸν ἠρέθισαν
κατ’ αὐτοῦ, καὶ συσχόντες αὐτὸν ἐλωβήσαντό οἱ τὰ
ὄμματα, ἀλλ’ οὐκ ἐξετύφλωσαν. οἱ γὰρ ἐπιτραπέντες 
τὴν τύφλωσιν ἐφείσαντο τοῦ ἀνδρὸς αὐτὸν κατοικτείραντες,
καὶ ἔξωθεν ἐλυμήναντο τοῖς αὐτοῦ
ὀφθαλμοῖς, τοῦ δὲ φωτὸς αὐτὸν οὐκ ἐστέρησαν. ὃς
μετέπειτα τῷ τῶν Φράγγων ῥηγὶ προσρυεὶς Καρούλῳ
παρ’ ἐκείνου εἰς τὸν τῆς Ῥώμης ἀποκατέστη 
θρόνον, καὶ τοὺς ἐχθροὺς ἀντημύνατο, ἐξότου καὶ
 ἡ Ῥώμη ὑπὸ τοὺς Φράγγους ἐγένετο, τοῦ Καρούλου
 ταινιωθέντος ὑπὸ τοῦ Λέοντος καὶ βασιλέως‘ Ῥωμαίων
ὀνομασθέντος. ἐπὶ γὰρ τοῦ προτέρου Ἰουστινιανοῦ
τῇ Ἰταλίᾳ ἐπῆλθον οἱ Φράγγοι, ἐκ γένους ὄντες τῶν 
Γερμανῶν, ὡς ἄνω που εἴρηται, καὶ ἦσαν τοῖς Ῥωμαίοις
πολέμιοι. ἐπὶ δὲ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου ὁ τότε
πάπας Γρηγόριος διὰ τὴν ἐκείνου κακοδοξίαν ἀποστὰς
τοῦ ὑπείκειν τῷ ἀσεβεῖ βασιλεῖ ἐκείνω
καὶ δασμοφορεῖν καὶ τοῦ κοινωνεῖν τοῖς ἀσεβῶς 
προεστῶσι τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως,
ἐσπείσατο τοῖς Φράγγοις καὶ τὰς πρὸς ἐκείνους μάχας
κατέλυσεν. ἐπὶ δὲ Κωνσταντίνου καὶ Εἰρήνης
 ὁ πάπας Λέων καὶ εἰς τὴν Ῥώμην αὐτοῦ ’ς εἰσεδέξατο,
καὶ οὕτω τῆς Ἰταλίας πάσης καὶ τῆς Ῥώμης αὐἄνω ] 
 

 
τῆς ἐκυρίευσαν. τῆς Εἰρήνης δὲ μοναρχησάσης, ὡς
λέλεκται, οἱ ἀνδράδελφοι αὐτῆς καθειργμένοι τυγχάνοντες
ἠδυνήθησαν τῇ μεγάλῃ προσελθεῖν ἐκκλησίᾳ,
παρά τινων νεωτεριστῶν πρὸς τοῦτο ἀναπεισθέντες.
 Ἀέτιος οὖν ὁ εὐνοῦχος, μέγα τότε παρὰ τῇ
βασιλίσσῃ δυνάμενος, ἀπελθὼν καὶ πίστεις αὐτοῖς
παρασχὼν ὡς οὐδὲν δεινὸν πείσονται, ἐξήνεγκε τῆς
ἐκκλησίας αὐτοὺς καὶ εἰς Ἀθήνας ἀπήχθησαν ὑπερόριοι.
κἀκεῖ διαγόντων αὐτῶν, τινὲς τῶν τῆς Ἑλλάδὸς
 προσῆλθον τῷ ἄρχοντι τῶν Σθλαβικῶν ἐθνῶν,
δεόμενοι αὐτοῦ ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς καὶ ἔνα προχειρίσασθαι 
βασιλέα καὶ ἀναγαγεῖν αὐτὸν εἰς τὴν βασιλίδα
τῶν πόλεων. μηνυθέντος δὲ τούτου τῇ βασιλίδι,
προστάξει ἐκείνης ἀπετυφλώθησαν ἅπαντες. ὁ δὲ
 τῶν Φράγγων ἀρχηγὸς Κάρουλος βασιλεὺς Ῥωμαίων
παρὰ τοῦ πάπα Λέοντος, ὡς εἴρηται, ἀναγορευθεὶς
πρέσβεις ἔπεμψε πρὸς τὴν Εἰρήνην, ζητῶν συζευσυζευχθῆναι
αὐτῇ κατὰ συμβίωσιν γαμικήν. καὶ οὐδ᾿
ἐκείνη τοῦτο ἀβούλητον ἔδοξε, καὶ γέγονεν ἄν, εἰ
 μὴ ὁ ἐκτομίας Ἀέτιος παραδυναστεύων πᾶσαν ἐκίνησε
μηχανὴν εἰς τὸ μὴ ἀποτελεσθῆναι τὴν συζυγίαν.
οὗτος γὰρ μέγα δυνάμενος ἐν τοῖς βασιλείοις
τὸν οἰκεῖον ὁμαίμονα Λέοντα ἀξιῶσαι τῆς βασιλείας
διὰ μελέτης πεποίητο, ὃς δὴ Δέων διὰ σπουδῆς τοῦ 
 Ἀετίου μόνος αὐτὸς στρατηγὸς Θρᾴκης καὶ Μακεδονίας
προυβέβλητο· ὁ δέ γε Ἀέτιος τῶν ἑῴων ἦρχε
θεμάτων τοῦ Ὀψικίου καὶ τῶν Ἀνατολικῶν, κἀντεῦθεν
ὑπερφρονήσας τῶν ἐν τέλει περιεφρόνει καὶ
ἀλαζονικῶς αὐτοῖς προσεφέρετο. οἱ δὲ τούτοις ἀχθόμενοι
 βούλευμα κατὰ τῆς βασιλίσσης συνέθεντο, καὶ
τὸν πατρίκιον Νικηφόρον καὶ γενικὸν Λογοθέτην
παραλαβόντες βαθείας νυκτὸς ἦλθον εἰς τὴν Χαλ-

 
κῆν’, τῆς βασιλίσσης Εἰρήνης νοσούσης καὶ ἐν τῷ
οἴκῳ αὐτῆς τῷ ἐν τοῖς Ἐλευθερίου κειμένης· εἷπον
οὖν τοῖς ἐκεῖσε φυλάττουσι παρὰ τῆς βασιλίσσης
σταλῆναι, ἵνα βασιλέα τὸν Νικηφόρον ἀναγορεύσω-
 σιν, ὡς ἂν οὕτω παύσηται ὁ πατρίκιος Ἀέτιος βιαζόμενος 
αὐτὴν τὸν ἑαυτοῦ σύγγονον προχειρίσασθαι
βασιλέα. πιστεύσαντες οὖν τοῖς ταῦτα λέγουσι πατρικίοις
τῶν περιφανῶν οὖσι, καὶ αὐτοὶ τὸν Νικηφόρον
σὺν ἐκείνοις εἰς βασιλέα εὐφήμησαν, καὶ οὕτω
παραχωρηθέντες εἰς τὸ μέγα εἰσῆλθον ἀνάκτορον. 
εἶτα δι’ αὐτῆς τῆς νυκτὸς ὄχλον ἀθροίσαντες σύγκλυδα
διὰ πάσης τῆς Ἀγορᾶς πρὸ τῆς ἡμέρας τὴν
τοῦ Νικηφόρου πεποίηντο ἀναγόρευσιν, καὶ τῷ τῆς
Εἰρήνης οἴκῳ, καθ’ ὃν διῆγε τότε, φρουρὰν περιέστησαν.
ἡμέρας δὲ ἤδη ἐπιφαυούσης εἰς τὰ πρὸς ἔω 
βασίλεια μεταγαγόντες αὐτὴν καὶ κατακλείσαντες εἰς
τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν ἀφίκοντο, ἔν ἐκεῖ ταινιωθείη
 ὁ Νικηφόρος καὶ αὐτοκράτωρ ἀναρρηθείη· ὃ δὴ καὶ
γέγονε.

Τῇ’ γοῦν ἐξῆς ἡμέρᾳ πρὸς τὴν βασίλισσαν ἧκεν, 
 οὖσαν ὑπὸ φρουρούς, ἄκων προαχθῆναι λέγων εἰς
τὴν ἀρχὴν τὴν βασίλειον, μηδὲ γὰρ εἶναι αὐτῷ πρὸς
βουλῆς, καὶ θαρρεῖν αὐτὴν ἀναπείθων, ὡς οὐ δ’ ἑνὸς
ἀτυχήσουσαν τῶν παρὰ δούλου ὀφειλομένων πρὸς
δέσποιναν γίνεσθαι. ἠξίου δὲ τοὺς βασιλικοὺς ὑποδεῖξαι 
πάντας αὐτῷ θησαυρούς. ἡ δὲ “τὰ κατ’ ἐμέ”
φησὶ πρὸς αὐτὸν” ἀναθεμένη θεῷ τὴν μὲν ἔκπτωσιν
τῆς βασιλείας ἐπιγράφω ταῖς ἁμαρτίαις μου, τὴν δὲ
 σὴν ἀνάρρησιν λογιζομένη ἀπὸ θεοῦ ὡς ἐξ ἐκείνου
προβληθέντα σε προσκυνῶ, καὶ ἀξιῶ φείσασθαί μου 
τῆς ἀσθενείας καὶ ἐᾶσαι διάγειν με ἐν τῷ οἴκῳ μου.
κἀκεῖνος “εἰ μή τι ἀποκρύψεις τῶν τεθησαυρισμένων

 
ἐν ἀποκρύφοις, ἔσται σοι καὶ τοῦτο” φησί “καὶ εἴ τι
σοί ἐστι πρὸς ἀρέσκειαν ἕτερον, καὶ ὅρκον ἐξ αὐτῆς
περὶ τούτου ἀπᾑτησεν.” ἡ δὲ ὤμοσε, καὶ πλεῖστα
ὑπέδειξε. καὶ ὅς αὐτίκα εἰς τὴν νῆσον αὐτὴν ὑπερώρισεν,
 ἣ τοῦ Πρίγκιπος ἐπωνόμασται, ἐν ᾗ μονὴν
ὑπῆρχε δομησαμένη. ἦν γὰρ ὁ Νικηφόρος φιλοχρηματώτατος
λίαν ἀπληστότατός τε καὶ ἀπιστότατος,
καὶ κακίας πάσης, ὡς εἰπεῖν, καταγώγιον. καὶ οὐδ' 
ὑποκριθῆναι πρὸς βραχὺ τέως ἠνέσχετο πρὸς τοὺς
 ὑπηκόους χρηστότητα, ἀλλ’ αὐτίκα πάσης ἀδικίας τὰ
πάντα ἐπλήρωσε. καὶ οὐδὲ τῶν συναραμένων αὐτῷ
εἰς τὸ βασιλεῦσαι ἐφείσατο, ἀλλὰ τὸν μὲν Τριφύλλιον
φαρμάκῳ ἀνεῖλε, τὸν δὲ πατρίκιον Βαρδάνην καὶ
στρατηγὸν τῶν Ἀνατολικῶν, ᾧ Τοῦρκος ἦν ἐπίκλησις,
 ἀναγορευθέντα εἰς βασιλέα παρὰ τῶν ἑᾡων ταγμάτων
εἴτε θέλοντα εἴτε ἄκοντα, λέγεται γὰρ ἀμφότερα,
εἶτα μεταμεληθέντα καὶ πίστεις ἀπαθείας
παρ’ αὐτοῦ εἰληφότα, μοναχόν τε γενόμενον, καὶ εἰς
τὴν νῆσον τὴν λεγομένην πρώτην διαπεραιωθέντα,
 ὅπου ἦν δειμάμενος μοναστήριον, στείλας κρυφίως
τινάς, ὡς δοκεῖν ἀγνοοῦντος αὐτοῦ πεπρᾶχθαι τὸ
ἔργον, ἐστέρησε τοῦ φωτός, καὶ λυπεῖσθαι ἐσχηματίζετο 
καὶ ἐξώμνυτο ἀμέθεκτος εἶναι τοῦ τοιούτου
τολμήματος. τὸν δὲ τῆς Εἰρήνης υἱὸν τὸν Κωνσταντῖνον
 προσελάβετο καὶ ὑπεποιεῖτο, ἔν αὐτῷ ὑποδείξῃ
κρυπτόμενα χρήματα. κἀκεῖνος ὑπέδειξεν ἐν
τοίχῳ συνεκτισμένα πολλά. συνεὶς δὲ ὁ βασιλεὺς
Νικηφόρος ἀχθομένους αὐτῷ ἅπαντας, καὶ δείσας
μὴ τὴν Εἰρήνην αὖθις ἐγγὺς οὖσαν λαβόντες εἰς
 τὴν βασιλείαν ἐπαναγάγωσιν, εἰς Λέσβον αὐτὴν
ὑπερόριον ἔθετο, καὶ φρουροὺς ἐπιστήσας αὐτῇ,
ἔνθα τῇ λύπῃ καταποθεῖσα τὴν ζωὴν ἐξεμέτρησεν.

 
ἔστεψε δὲ καὶ τόν υἱὸν αὐτοῦ Σταυράκιον ὁ Νικηφόρος,
εἰδεχθῆ τε λίαν ὄντα καὶ ἀφελῆ καὶ μήτε εἶ-
 δος μήτε μὴν γενναιότητα μήτε σύνεσιν ἔχοντα τυραννίδος
ἐπάξια. τοῦ μέντοι πατριάρχου Ταρασίου
τὸν βίον μετηλλαχότος κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα 
τῶν νηστειῶν, Νικηφόρος ὁ ἀοίδιμος ψήφῳ κοινῇ
κατὰ τὴν τοῦ πάσχα κυριακὴν πατριάρχης κεχειροτόνητο,
ἀσηκρῆτις τυγχάνων, Πλάτωνος καὶ Θεοδώρου
τοῦ γεγονότος ἡγουμένου τῆς τοῦ Στουδίου μονῆς
στασιασάντων διὰ τὴν τοῦ μάκαρος ἐκείνου 
χειροτονίαν, ὅτι ἀθρόως ἐκ λαικῶν εἰς τὴν ἐπισκοπὴν
προκεχείριστο, καίτοι τούτου πολλάκις πραχθέντος.
οὕς καὶ ἀπελάσαι τῆς πόλεως ὁ βασιλεὺς ἐβουλεύσατο,
οὐ μὴν καὶ εἰς ἔργον τὸ βούλευμα ἤνεγκεν.
εἰσὶ δ’ οἱ λέγουσι σκῆψιν εἶναι τὸ στασιάσαι αὐτοὺς 
 διὰ τὸ ἐκ λαικῶν γενέσθαι πατριάρχην τὸν ἱερὸν
Νικηφόρον, τὸ δ’ ἀληθὲς αἴτιον φιλαρχίαν εἶναι.
ἠβούλοντο γὰρ τῆς ἐκκλησίας ἐγκρατεῖς γενέσθαι καὶ
τοῦ ἀρχιερατικοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπιβῆναι
 θρόνου περὶ πλείστου πεποίηντο. τῷ δὲ υἱῷ αὐτοῦ 
Σταυρακίῳ ἀγαγέσθαι γυναῖκα ὁ βασιλεὺς βουληθεὶς
Θεοφανὼ τὴν Ἀθηναίαν, προσγενῆ τῆς βασιλίσσης
Εἰρήνης οὖσαν καὶ ἤδη κατηγγυημένην ἀνδρί, διαζεύξας
αὐτοῦ ἀθέσμως τῷ Σταυρακίῳ συνέζευξε.
πανσπερμία δὲ παντοδαπῆς κακίας οὗτος τυγχάνων 
ὁ αὐτοκράτωρ οὐ διέλιπεν ἄλλα ἐπ’ ἄλλοις εἰς συντριβὴν
τῶν ὑπηκόων ἐπινοούμενος. ὀλίγων δ’ ἐπιμνησθήσομαι,
τὰ πολλὰ παρεῶν, ἔν’ ὡς ἐκ πλήρους
 πίθου γεῦμα ταῦτα τοῖς τῇ ἱστορίᾳ ἐντυγχάνουσιν
ἔσοιντο. στρατεύεσθαι τοὺς ἀπόρους ἐκ τῶν θεμάτων 
ἐθέσπισε καὶ παρὰ τῶν ὁμοχώρων ὅπλα τε αὐτοῖς
χορηγεῖσθαι καὶ ἀναλώματα καὶ τὰ τῶν ἀπόρων

 
τέλη τοὺς εὐποροῦντας εἰσπράττεσθαι, ὃ ἀλληλέγγυον
ὠνομάσθη. ἐπόπτας προυβάλλετο, ἐπισκήπτων
ἐπαύξειν σφᾶς τὰ δημόσια, ἀπαιτεῖσθαι δὲ καὶ ὑπὲρ
χαρτιατικοῦ ἐπὶ τῷ νομίσματι δύο κεράτια. οἱ καὶ
 τὰ κρείττω τῶν ἀκινήτων ἐκ τῶν δεσποτῶν ἀφαιρούμενοι
τῷ δημοσίῳ ἀφώριζον. τούτου καὶ ἡ τοῦ καπνικοῦ
ἐπίθεσις ἐννόημα κάκιστον, ἐπαχθέντος τοῖς
τῶν ἐκκλησιῶν καὶ πιωχείων γηροκομείων τε καὶ
μοναστηρίων παροίκοις καὶ παντὶ μήτε γῆν ἔχοντι
 μήτε τέλος, καὶ τὸ τοὺς ἐξ ἀπόρων ὅπως δήποτε εἰς 
εὐπορίαν μετενεχθέντας χρήματα ἀπαιτεῖσθαι, ὡς
εὑρετὰς θησαυρῶν, καὶ τὸ τοὺς τῶν νηῶν κτήτορας
ἀναγκάζεσθαι γῆν ὠνεῖσθαι ἀπὸ τοῦ δημοσίου, ἀνθρώπους
οὐδ’ ὅ,τι ἐστὶ γεωργία γινώσκοντας, καὶ
 τοῦτο ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς θέμασιν οἰκούντων ναυκλήρων
ἐγίνετο. τοῖς δ’ ἐν Κωνσταντινουπόλει νηῶν κτήτορσι
προσερρίπτει ἀνὰ δώδεκα λίτρας ἑκάστης χρυσίου,
ἔνα τόκον καταβάλοι τῷ δημοσίῳ, τῶν ἄλλων
βαρῶν τῶν τοῖς πλοίοις ἐπικειμένων ἐπέκεινα. καὶ
 οὓς δ’ ἂν ἔμαθε τῶν ἐμπόρων ἢ ἐργαστηρίων προϊσταμένων
πολλῶν εὐπορεῖν, στέλλων ἀφῃρεῖτο τὰ
χρήματα, πολλοστόν τι μέρος ἐκείνοις ἐῶν, οἷον καὶ
ἐπί τινι πράτῃ κηρίων εἶργ’ ἄσατο. μαθὼν γὰρ τὸν 
ἄνδρα ἐκεῖνον κύριον εἶναι χρημάτων πολλῶν μεταπέμεται
 αὐτόν, καὶ “ἐπίθες σου” φησί “τὴν χεῖρα
τῇ κεφαλῇ μου, καὶ ὄμοσον κατ’ αὐτῆς πόσον σοι
χρυσίον ἐστί.” τοῦ δὲ βιασθέντος τοῦτο ποιῆσαι, καὶ
ὀμόσαντος ἑκατὸν ἔχειν λίτρας, ἐνεχθῆναι ταύτας
παρεκελεύσατο. ὡς οὖν ἐκομίσθησαν, “οὐ χρεία σοι
 τοσούτου” εἶπε “χρυσοῦ.” δέκα γοῦν λίτρας αὐτῷ
ἐπιτρέψας λαβεῖν τὰς λοιπὰς αὐτὸς ᾠκειώσατο, ὁμοδίαιτον
αὐτὸν τηνικαῦτα πεποιηκώς, ἐνενήκοντα χρυ-

 
σίου λιτρῶν τὸ συναριστῆσαι τῷ βασιλεῖ οὐχ ἑκόντα
πριάμενον.

Τοιαῦτα πολλὰ ὁ Νικηφόρος κατὰ τῶν ὑπηκόων
ἐπινοῶν, ἦν γὰρ ποριμώτατος ἐν τοιούτοις, πᾶσαν
αὐτοῖς ἐπήνεγκε κάκωσιν καὶ ὑπὸ πάντων μεμίσητο. 
ὅθεν ἄγνωστός τις ἀνὴρ ξίφος ποτὲ λαβὼν ἐν χεροῖν
εἰσέδραμε τὰ βασίλεια, ἀνελεῖν τὸν βασιλέα τοῦτον
ζητῶν. τινῶν δ’ ἐπιδραμόντων αὐτῷ, τοὺς μὲν
ἔπληξε τῷ ξίφει, αὐτὸς δὲ συσχεθεὶς καὶ βασάνοις
ἐκδοθεὶς οὐδέν τι κατά του ἐξέφηνεν, ἀλλὰ παρακεκόφθαι 
τὰς φρένας ὑποκριθεὶς κατάκλειστος γέγονε.
ανιχαίοις δὲ καὶ τοῖς καλουμένοις Ἀθιγγάνοις ἐν
 χρημοῖς τε καὶ οἰωνίσμασι καὶ τελεταῖς ἀπορρήτοις
ἐκέχρητο. κἀντεῦθεν εἰς τὰς χώρας τὰς Ῥωμαϊκὰς
εἰσεφθάρησαν, καὶ πολλοὶ τῶν ἀβελτέρων εἰς τὴν 
πίστιν ὑπ’ αὐτῶν διεφθάρησαν. οἱ δὲ τῆς Ἄγαρ
πολλάκις ἐπιστρατεύοντες κατὰ Ῥωμαίων ἐκάκουν
τὰς χώρας, εἷλον δὲ σὺν ἄλλοις καὶ τὴν Εὐχάϊταν.
καὶ οὗτοι μὲν τὰ πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον ἐληίζοντο,
οἱ δὲ Βούλγαροι τὰ ἑσπέρια. ἐπιστρατεῦσαι 
τοίνυν κατὰ Βουλγάρων ὁ βασιλεὺς ἐβουλεύσατο·
καί τινος τῶν οἰκειοτάτων αὐτῷ συμβουλεύοντος
αὐτῷ ἐνδοῦναι τοῖς ὑπηκόοις τὴν κάκωσιν, “πάντες
 γάρ” ἔφη “καταβοῶσιν ἡμῶν, καὶ εἴ τι τῶν ἀπαισίων
συμβαίη ἡμῖν, πάντες ἐπιχαρήσονται τῇ πτώσει 
ἡμῶν”, ἐκεῖνος ἔφη ὡς ὁ θεὸς ἐσκλήρυνε τὴν καρ-
 δίαν μου κατὰ τὴν τοῦ Φαραώ· μὴ οὖν ἐκδέχου τι
ἀγαθὸν τοῖς ὑπὸ χεῖρά μου ἐξ ἐμοῦ. συναθροίσας
οὖν τὰ τάγματα πάντοθεν καὶ εἰς Βουλγαρίαν παραγενόμενος,
τοῦ Κρούμου τοῦ ἔθνους ἀρχηγετοῦντος, 
τὸ μὲν πρῶτον εὐτύχησεν, ὥστε καὶ τὴν τοῦ Κρούμου
παρειληφέναι αὐλήν, οὕτω γὰρ τὴν τοῦ σφῶν

 
ἀρχηγοῦ οἶ Βούλγαροι ἐκάλουν κατοίκησιν, καὶ τοῖς
ἐκείνου ταμείοις σφραγῖδας ἐπιβαλεῖν, ὡς ἤδη γενομένοις
αὐτοῦ, καὶ πολλοὺς τῶν οἰκείων διὰ σκύλων
ἁρπαγὴν τιμωρήσασθαι. τοῦ δὲ Κρούμου ἀποδεδειλιακότος,
 καὶ ἱκετεύοντος φείσασθαι τοῦ ἔθνους καὶ
ἐφ’ οἴαις ἂν βούλοιτο συνθήκαις σπείσασθαι αὐτῷ,
ὀγκωθεὶς ἐκεῖνος τῷ εὐτυχήματι τὰς σπονδὰς οὐ 
προσήκατο. ἀπογνοὺς οὖν ὁ Κροῦμος, καὶ τὸν περὶ
ψυχῆς ἤδη λογιζόμενος θέειν, τὰς ἑαυτοῦ δυνάμεις
 συναγαγὼν καὶ λόγοις παρακλητικοῖς παρακροτήσας
αὐτούς, ἔπεισι νυκτὸς ἔτι οὔσης κατὰ τῆς τῶν Ῥωμαίων
παρεμβολῆς ἀφυλάκτως κοιμωμένων ἁπάντων·
μὴ γὰρ ἄν ποτε τολμῆσαι συμμίξαι αὐτοῖς τοὺς βαρβάρους
ἐξ ἀπονοίας πολλῆς ᾤοντο, καὶ αὐτίκα κατὰ
 τῆς βασιλείου σκηνῆς ὡρμήκεσαν, καὶ ἀναιρεῖται μὲν
ὁ Νικηφόρος, τὸ δ’ ὅπως ἠγνόηται. λέγεται δὲ καὶ
παρὰ τῶν οἰκείων ἀναιρεθῆναι ἢ πρωτουργησάντων
τὴν ἐκείνου σφαγὴν ἣ τῶν μὲν βαρβάρων 
καταρξαμένων, τῶν δὲ Ρωμαίων ἐπεξεργασαμένων
 τὸν φόνον τὸν τοῦ ἀλάστορος. τιτρώσκεται δὲ
καὶ ὁ Σταυράκιος μεταξὺ τοῦ ὤμου τοῦ δεξιοῦ
καὶ τοῦ τ’ ἐνόντος, καὶ ἀναιροῦνται πολλοὶ μὲν τῶν
ἐν ὑπεροχαῖς, τῶν ἐν τέλει, τῶν ἐν στρατηγίαις,
τῶν ἐν ἀξιώμασι, τῶν δ’ ἄλλως στρατευομένων, καὶ
 τῶν τῆς βασιλικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν λοιπῶν θεραπόντων
οὐδὲ ἀριθμητοί. διαρπάζεται δὲ ξύμπασα ἡ
τοῦ βασιλέως ἀποσκευὴ καὶ ἅπαν τὸ τῶν Ῥωμαίων
χαράκωμα, καὶ περιγίνεται τοῖς βαρβάροις καὶ πλαοῦτος
συχνὸς καὶ ὅπλα πολλὰ καὶ ἵππος μυρία. μόλις
 δ’ οὖν ὁ Σταυράκιος περισώζεται, καὶ ὅσοις ἡ νὺξ
παρέσχε λαθεῖν λόχμας ὑποδῦσι καὶ ἴλη καὶ τοιαῦτά 
τινα. τὸν δὲ τοῦ βασιλέως Νικηφόρου νεκρὸν λαβὼν

 
ὁ Κροῦμος καὶ τὴν κεφαλὴν ἐκτεμών, ἐφ᾿ ἡμέρας μέν
τινας ἐφ᾿ ὕψους ἀνήρτησε, θεατρίζων ταύτην καὶ
ἐμπομπεύων τῷ κατορθώματι. εἶτα τὸ τῆς κορυφῆς
ὀστοῦν ἀποδιελὼν καὶ γυμνώσας τοῦ δέρματος ἀργύρῳ
τε περιδήσας, ὡς κύλικι τούτῳ ἐκέχρητο, οἶνόν 
τ᾿ ἐγχέων αὐτῷ πίνειν ἐδίδου τοῖς ὑπ᾿ αὐτόν. ἀγγελθέντος
δ᾿ ἐν Βυζαντίῳ τοῦ τῶν Ῥωμαίων ὀλέθρου
καὶ τῆς τοῦ βασιλέως σφαγῆς, θρῆνος μὲν ἦν πανταχόσε
πολὺς καὶ ὠλόλυζον οἱ τοῖς ἀνῃρημένοις
προσήκοντες· κουφισμὸν δ᾿ ἐποίει τῆς συμφορᾶς ἡ 
τοῦ κρατοῦντος ἀπώλεια, ἐφηδομένων πάντων αὐτῇ.

Ὁ μὲν οὖν Νικηφόρος κάκιστος γεγονὼς ἀπώλετο
αἴσχιστα. ὁ δέ γε Σταυράκιος πεπληγμένος
φυγὼν εἰς Ἀδριανούπολιν διασώζεται, ἔνθα καὶ
ἀνερρήθη αὐτοκράτωρ τόν ἐν ἀρχαῖς ἐνίων σπουδῇ, 
καὶ κακῶς ἐκ τοῦ τραύματος διακείμενος εἰς τὴν
μεγαλόπολιν εἰσελήλυθεν. ἐπεβούλευε δὲ τῷ κουροπαλάτῃ
Μιχαὴλ, ᾧ Ῥαγγαβὲ τὸ ἐπώνυμον, γαμβρῷ
αὐτοῦ ὄντι ἐπὶ Προκοπία τῇ ἀδελφῇ, βουλόμενος
τὴν βασιλείαν τῇ ἑαυτοῦ συμβίῳ καταλιπεῖν. γνόντες 
δὲ τὴν τοῦ Σταυρακίου μελέτην οἱ τῆς συγκλήτου
βουλῆς, καὶ τοὺς περιλειφθέντας ἐκ τῶν ταγμάτων
 ἀθροίσαντες, κατ᾿ ὄρθρον ἤδη τῆς νυκτὸς οὔσης
ἀναγορεύουσι τὸν Κουροπαλάτην Μιχαὴλ αὐτοκρά τορα·
 καὶ αὐτίκα τὴν κόμην κειράμενος ὁ Σταυράκιος 
περιβολὴν ἑαυτῷ μοναχικὴν περιέθετο.

Ὁ δὲ Μιχαὴλ μεθ᾿ ἡμέραν εἰς τὴν μεγάλην
ἐκκλησίαν παραγενόμενος ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Νιτεταινίωτο
βασιλικῷ διαδήματι, ἀπαιτηθεὶς
παρ᾿ αὐτοῦ πρότερον ἔγγραφον ἐπαγγελίαν τοῦ μή τι 
παρακινῆσαι τῶν τῆς ἐκκλησίας θεσμῶν μηδ᾿ ἐν

 
αἵμασι χρανθῆναι χριστιανῶν. μετὰ δέ τινας ἡμέρας
καὶ τὴν τοῦ βίου κοινωνὸν Προκοπίαν Αὐγούσταν
ἀνηγόρευσέ τε καὶ ἔστεψεν, εὐσεβής τε τυγχάνων
τὴν γνώμην τ’ ἑ ἐλευθέριος. τούς τε πρὸς τοῦ Νικηφόρου
 ἠδικημένους καὶ τὰς συζύγους τῶν ἐν τῷ
πολέμῳ πεσόντων στρατιωτῶν παρεμυθήσατο χρημάτων
διανομαῖς. καὶ τὴν γαμετὴν δὲ Σταυβακίου 
Θεοφανὼ καρεῖσαν τὴν κόμην καὶ μέλαιναν ἐνδυσαμένην
στολὴν χρήμασι πολλοῖς ἐδωρήσατο, καὶ οἶκον
 εἰς κατοικίαν αὐτῇ προσαπένειμεν, ὃν εἰς μοναζουσὼν
μετεποίησε καταγώγιον, ἔνθα καὶ ὁ Σταυράκιος
τέθαπται) θανὼν ἐκ τῆς πληγῆς ἣν ὁ λόγος ἐδήλωσε,
δύο μῆνας μόνους αὐταρχήσας ἐπὶ ἡμέραις ἴξ. ἥτις
μονὴ ἐξ ἐκείνου ἐκλήθη τοῦ Σταυρακίου ὠνομασμένη,
 βαρβαριζομένου δὲ τοῦ ὀνόματος παρὰ τοῦ συρφετέδους
ὄχλου λέγεται τὰ βράκα, παρά τινων δὲ
τὴν ἀληθῆ κλῆσιν ἀγνοησάντων, μεταγόντων δὲ δῆδεν
ταύτην πρὸς τὸ ἑλληνικώτερον, ὀνομάζεται τὰ
Ἑβραικά. καθειργμένους δ’ εὑρὼν τοὺς τῆς μονῆς
 τοῦ Στουδίου ἡγεμονεύσαντας, τὸν Πλάτωνα λέγω 
καὶ τὸν Θεόδωρον, ἀλλὰ μὴν καὶ τὸν τούτου ὁμαίμονα
μόνα Ἰωσὴφ τὸν τῆς Θεσσαλονίκης ἀρχιεπίσκοπον
καὶ τῶν τῆς εἰρημένης μονῆς μοναχῶν τοὺς λογίμω
τέρους, ὡς μὴ κοινωνοῦντας, καθώσπερ ἱστόρηται,
 τῷ πατριάρχῃ καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ, ἔσπευσεν ἑνῶσαι
αὐτοὺς καὶ μέντοι καὶ ἥνωσε. καὶ τὸν υἱὸν δὲ Θεοφύλακτον
ὁ βασιλεὺς οὗτος τῆς βασιλικῆς ἠξίωσε
κλήσεως καί οἱ διὰ τοῦ πατριάρχου διάδημα περιέθετο.
εἶτα κατὰ Βουλγάρων ληιζομένων τὴν Θρᾳκᾡαν
 μοῖραν ἐκστρατεύσας στασιάσαντα κατ’ αὐτοῦ
τῶν ταγμάτων τινά, ὡς καὶ ὕβρεις χωρῆσαι κατὰ τὸ
προφανές, λόγοις μειλιχίοις καὶ δώροις φιλοτίμοις 

 
κατηύνασε καὶ εἰς τὰ βασίλεια ἐπανέζευξεν. ἀνακαινίσαι
δὲ ζητούντων πολλῶν τὴν κατὰ τῶν σεπτῶν
εἰκόνων μανίαν, τινὰς συλλαβὼν καὶ μετρίως πως
αἰκισάμενος, δι’ αὐτῶν καὶ τοὺς λοιποὺς κατεπτόησε
καὶ παύσασθαι παρεσκεύασε. μοναχὸν δέ τινα εὐλαβείας 
τάχα σκηνὴν ἐνδεικνύμενον εὑρηκώς, εἰκόνα τῆς
θεομήτορος ἀποξέσαντα τῆς γλώσσης ἀφείλετο. τῶν
Ἀγαρηνῶν δὲ τὴν ἑῴαν αὖθις ληιζομένων, ὁ τῶν
Ἀνατολικῶν στρατηγὸς ὁ Ἀρμένιος Λέων τούτοις
συμβαλὼν ἀνεῖλέ τε περὶ δισχιλίους καὶ ἵππους καὶ 
ὅπλα εἰς πλῆθος ἐξ αὐτῶν ἐλαφυραγώγησε. Κροῦ-
 μος δὲ ὁ τῶν Βουλγάρων ἄρχων διεπρεσβεύσατο
πρὸς τὸν βασιλέα, εἰρήνην ζητῶν ἐπὶ συνθήκαις
ταῖς ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Ἀτραμυττηνοῦ καὶ Γερμανοῦ
πατριάρχου. καὶ εἰ μὴ οὕτω τὴν εἰρήνην ὁ αὐτοκράτωρ 
αἱρήσεται, ἠπείλει κατὰ Μεσημβρίας χωρῆσαι,
καὶ τοῦ τῶν χριστωνύμων ὀλέθρου αἴτιον
εἶναι τὸν μὴ τὴν εἰρήνην αἱρούμενον. ἀλλὰ συμβουλῇ
τῶν περὶ αὐτὸν τὰς σπονδὰς ἐπὶ ταῖς συνθήκαις
ἐκείναις ὁ βασιλεὺς οὐ προσήκατο, καὶ ὁ 
Κροῦμος κατὰ Μεσημβρίας ἐχώρησεν, ἑλεπόλεις
ἐπαγόμενος. Ἄραψ γάρ τις μηχανικὸς καὶ περὶ ταύτας
δεξιὸς προσῆλθε τῷ Νικηφόρῳ ποτὲ καὶ τῷ θείῳ
 βαπτίσματι τελεσθείς, μὴ τυχὼν δὲ προνοίας ἀξιο-
 λόγου διὰ τὴν ἐκείνου γλισχρότητα, εἶτα καὶ ἐπεγκαλέσας 
ἐκείνῳ διὰ τὸ ἀπρονόητον, ἐτύφθη σφοδρότατα.
ἐξ ἀπονοίας οὖν τοῖς Βουλγάροις προσκεχωρήκει,
καὶ δι’ αὐτοῦ πᾶσαν οἱ βάρβαροι μηχανὴν
ἐργάζεσθαι μεμαθήκασιν. οὕτως οὖν εὐπορήσαντες
ἑλεπόλεων, οὐκ ἐχρόνισαν εἰς τὴν τοῦ κατὰ Μεσημβρίαν 
ἄστεος πόρθησιν. τοῦ δὲ βασιλέως τὸν πατριάρχην
μετακαλεσαμένου καὶ τῶν ἀρχιερέων τινὰς

 
καὶ προθεμένου βουλὴν περὶ τῶν μετὰ Βουλγάρων
σπονδῶν καὶ εἰ χρὴ ἐκδοῦναι τῷ Κρούμῳ τοὺς ἐκεῖθεν
Ῥωμαίοις προσπεφευγότας, καὶ τοῦτο γὰρ πρὸς
τοῖς ἄλλοις ἐπὶ ταῖς σπονδαῖς ἐζήτει ὁ βάρβαρος, ὁ
 μὲν πατριάρχης καὶ οἱ ἀρχιερεῖς συνεβούλευον ἐκδοθῆναι 
τοὺς πρόσφυγας, κρεῖσσον κρίνοντες εἶναι
παθεῖν μετρίους τινὰς ἢ πλήθη πάσχειν ἀνάριθμα.
οἱ δὲ περὶ τὸν βασιλέα καὶ ὁ Στουδίτης Θεόδωρος
τὰς σπονδὰς ἀπηγόρευον, λέγοντες μὴ δεῖν ἐκδιδόναι
 τοὺς πρόσφυγας. αἱ μὲν οὑν πρὸς τοὺς Βουλγάρους
σπονδαὶ ἐντεῦθεν κεκώλυντο. ἦν γὰρ ὁ
αὐτοκράτωρ οὗτος τὸν μὲν τρόπον χρηστὸς καὶ τὴν
πίστιν ὀρθός, περὶ δὲ πραγμάτων οἰκονομίαν νωθὴς
καὶ τοῖς ὑπερέχουσι τῶν ἀρχόντων ὅπῃ ἂν ἄγοιτο
 ῥᾳδίως ἑπόμενος.

Κομήτης δὲ ἀστὴρ ἐφάνη τότε σχηματισθεὶς εἰς εἴδη διάφορα, ὧν λέγεται εἷναι καὶ ἀνθρώπου
σχῆμα χωρὶς κεφαλῆς. οἱ Βούλγαροι μέντοι τῆς Μεσημβρίας
κρατήσαντες πολλὰ ἐν ταύτῃ εὑρήκασι, B
 μετὰ τῶν ἄλλων δὲ καὶ τοῦ ὑγροῦ πυρὸς οὐκ ἐλάχιστον.
αἰχμαλώτων δ’ ἐπανελθόντων τινῶν, μαθὼν
ἐκ τούτων ὁ βασιλεὺς βούλεσθαι τὸν Κροῦμον τὴν
Θρᾴκην ληίσασθαι, ἐξῆλθε τῆς πόλεως. ὅθεν οὐδὲν
ὧν ἐμελέτα δράσας ὁ βάρβαρος, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς
 τῶν οἰκείων ἀποβαλὼν ὑπενόστησε· καὶ ὁ βασιλεὺς
τὰς Ῥωμαϊκὰς δυνάμεις πάντοθεν συναθροίσας εἰς
Θρᾁκην αὖθις ἐξῆλθε, σὺν ἑπομένης αὐτῷ καὶ τῆς
Αὐγούστας ἄχρι τῶν Κιδόκτου. ὅθεν δυσχερᾶναν
τὸ στρατιωτικὸν ἐλοιδορεῖτο τῷ αὐτοκράτορι. εἶτα ἡ
 μὲν Αὐγουστα ἐπανελήλυθεν, ὁ δὲ Μιχαὴλ περιεπόλει
τὴν Θρᾴκην, μηδέν τι πράττων στρατηγικὸν ἤ
τι κατὰ τῶν ἐναντίων οἰκονομούμενος· καὶ ἦσαν τοῖς 

 
τῆς χώρας οἰκήτορσι τὰ στρατεύματα οὐχ ἧττον τῶν
βαρβάρων εἰς προνομήν. καὶ ὁ Κροῦμος δὲ τῶν οἰκείων
ἀπάρας ἠθῶν ταῖς βασιλικαῖς παρεστρατοπεδεύσατο
τάξεσι. μάχης οὖν συγκροτηθείσης ἡττῶνται
Ῥωμαῖοι, τοῦ στρατηγοῦ τῶν Ἀνατολικῶν Λένοτος 
τοῦ ἐξ Ἀρμενίων αἰτίου τῆς ἥττης γεγενημένου.
οὗτος γὰρ τῆς βασιλείας ἐρῶν καὶ πρὸς τὴν στρατιὰν
διαβάλλων τὸν Μιχαὴλ ὡς ἄνανδρόν τε καὶ ἀστρατήγητον,
ἄρτι τοῦ πολέμου συγκροτηθέντος, τὰ ὑπ’ αὐτὸν
τάγματα ἕπεσθαί οἱ ἐγκελευσάμενος λιποτακτήσας 
ἀπῄει φυγάς. τοῦτο καὶ τοὺς ἄλλους ἔτρεψεν εἰς
φυγήν, ὥστε τὸν Κροῦμον μηδὲ πιστεύειν τῷ γινο-
 μένω διὰ τὸ λίαν παράλογον, ἀλλὰ λόχον ἡγεῖσθαι
τοῦτο καὶ τοὺς ἀμφ’ αὐτὸν ἐπισχεῖν. ὡς δὲ ἐώρα
τοὺς Ῥωμαίους φεύγοντας ἀκόσμως καὶ ἀκρατῶς, 
τότε τοῖς οἰκείοις διώκειν ἐγκελευσάμενος φόνον
πλεῖστον εἰργάσατο στρατιωτῶν τε καὶ στρατηγῶν.
μόλις δ’ ὁ βασιλεὺς εἰς τὴν Κωνσταντίνου μετ’ ὀλίγων
τινῶν φυγῇ διασώζεται, τοῦ χάρακος καὶ τῆς
σκηνῆς τῆς βασιλικῆς γεγονότων τοῖς βαρβάροις 
διάρπαγμα. ἐντεῦθεν ὁ Λέων ἀδείας δραξάμενος,
καὶ τοὺς κοινωνοὺς τῶν βουλευμάτων αὐτῷ διασπείρας
εἰς τὰ περιλειφθέντα τῶν στρατευμάτων
λέγοντας ἐξ ἀφελείας τῶν κρατούντων ἡττᾶσθαι Ῥωμαίους
καὶ δεῖσθαι τὰ πράγματα γενναίου ἀνδρός, 
οἷος ὁ τῶν Ἀνατολικῶν στρατηγὸς Λέων ἐστίν, εἰς
στάσιν τοὺς στρατιώτας ἠρέθισε, καὶ τὸν μὲν βασι-
 λέα κακῶς ἔλεγον, τὸν Λέοντα δὲ βασιλικῆς εὐφη-
A μιᾶς ἠξίουν, τὴν ἐκείνου περιστάντες σκηνήν. ἀκ-
 κιζομένου δ’ αὐτοῦ καὶ παραιτουμένου δῆθεν τὴν 
αὐταρχίαν, ὁ τραυλὸς Μιχαὴλ τάγματος ἄρχων, τὸ
ξίφος σπασάμενος, τοῦτο δὲ καὶ ἄλλοις ποιεῖν ὑπο-

 
θέμενος τῆς συνωμοσίας μετέχουσι, πείθουσι τάχα
καὶ ἄκοντα τὴν ἀνάρρησιν τὸν Λέοντα δέξασθαι. ὡς
οὖν ἠγγέλη ταῦτα τῷ Μιχαήλ, εὐθὺς οὔτε πρὸς ἀντικατάστασιν
ὥρμησεν οὔτε τῆς βασιλείας ἀντιποιήσασθαι
 ἐδοκίμασεν, ἀλλὰ τὰ τῆς βασιλείας παράσημα
τῶ Λέοντι ἐξαπέστειλεν. ἐλθόντος δ’ ἐκείνου εἰς τὰ
βασίλεια, ὁ Μιχαὴλ ἅμα τῇ συζύγῳ καὶ τοῖς παισὶ
πρὸς τὸν ἐν τῷ Φάρῳ ναὸν ἱκέτης εἰσέδραμεν. ἀποσπασθέντες
δ’ ἐκεῖθεν, ὁ μὲν Μιχαὴλ εἰς τὴν Πρώτην 
 λεγομένην νῆσον ἀπάγεται, καὶ μοναχὸς γεγονὼς
ἐκεῖ κατεβίω. τὸν δὲ παῖδα τούτου τὸν Θεοφύλακτον,
ὃς καὶ ἀναρρήσεως, ὡς ἔφημεν, κατηξίωτο, τῶν παιδογόνων
μορίων ἀφείλετο καὶ σὺν τῇ μητρὶ καὶ τοῖς
ἀδελφοῖς ὑπερορίους ἐποίησε.

Τῷ μὲν οὖν Μιχαὴλ ἐς τοῦτο τὰ τῆς ἀρχῆς ἐτελεύτησεν, ἐνιαυτοὺς βασιλεύσαντι δύο. ὁ δὲ Λέων
εἰς τὰ βασίλεια εἰσελθὼν αὐτίκα ἐκδυσάμενος ὃ
περιέκειτο φάρος τῷ τραυλῷ Μιχαὴλ ἐνεχείρισε, κὰκεῖνος
εὐθὺς αὐτὸ ἠμφιάσατο, ὃ πολλοῖς σημεῖον
 ἐκρίθη τοῦτον μέλλειν ἔσεσθαι τῷ Λέοντι τῆς βασιλείας
διάδοχον. οὐ τοῦτο δὲ μόνον τῆς διαδοχῆς
σημαντικὸν τοῦ κράτους συνέβη τῷ Μιχαήλ, ἀλλὰ 
καὶ ὄπισθεν τοῦ Λέοντος πορευόμενος βασιλικὴν
ἐσθῆτα μεταμφιασαμένου, τὸ ταύτης πεπάτηκε κράσπεδον·
 τοῦτο καὶ τῷ Λέοντι οὐκ ἀγαθὸν οἰώνισμα
ἔδοξε. τούτοις δὲ καὶ ἀμφοῖν ἡ βασιλεία προείρητο.
ὁ γὰρ ἄνωθι ῥηθεὶς Βαρδάνιος ὁ στρατηγὸς καὶ πατρίκιος
πρὸ τοῦ τυραννίδι ἐπικεχειρηκέναι, στρέφων
αὐτὴν κατὰ νοῦν, εἴς τινα μοναχὸν ἐν τῷ Φιλομηλίῷ
 ἀσκούμενον καὶ προλέγειν τὰ μέλλοντα πιστευόμενον
ἀπελθών, ἐκείνῳ τὸ ἀπόρρητον ἀνεκάλυψε,
καὶ εἰ ἔσται αὐτῷ ἐπιτελὲς τὸ βούλευμα ἐπυνθάνετο.

 
ὁ δὲ ἀπηγόρευσεν αὐτῷ τὴν ἐγχείρησιν, φάμενος ὡς
οὔτε τεύξῃ τοῦ ἐφετοῦ καὶ στερηθήσῃ καὶ τῆς περι-
 οὐσίας καὶ τοῦ φωτός. ἐπὶ τούτοις ὁ μὲν ἀπῄει περίλυπος.
ὁ Λέων δ’ οὗτος καὶ ὁ τραυλὸς Μιχαὴλ
καί τις ἕτερος Θωμᾶς αὐτῷ τὸν ἵππον παρέστησαν. 
ἄνωθεν δὲ προκύψας ὁ μοναχὸς καὶ τούτους ἰδών,
μετακαλεῖται τὸν στρατηγὸν καί φησι “σοὶ μέν, ὡς
εἴρηκά σοι, οὐ δίδωσιν ὁ θεὸς τῆς βασιλείας τυχεῖν·
τῶν δὲ τὸν ἵππον σοι παραστησάντων τοὺ ’ς δύο, τὸν
Λέοντα καὶ τὸν Μιχαήλ, ἴσθι καὶ ἄμφω τῆς βασιλείας 
κρατήσοντας. ὁ δ’ ἕτερος ἐπιχειρήσει μὲν καὶ
ἑαυτῷ περιθήσει διάδημα, οὐ τεύξεται δὲ τῶν κατὰ
σκοπόν, ἀλλ’ ἀπολεῖται κακῶς.” ὁ μὲν οὖν ταῦτα
προείρηκεν. ὁ δὲ Βαρδάνιος ἀπιστήσας αὐτῷ τυραννίδι
ἐπικεχείρηκε· τὸ δ’ ὅπως οὐκ ἔτυχε τῆς βα- 
 διλείας, ἀλλὰ καὶ ἐξεκόπη τὰ ὄμματα καὶ τοῦ πλού-
του ἐστέρητο, ἤδη μοι προιστόρηται. βασιλεύσας δὲ ὁ
Λέων τὸν Μιχαὴλ μὲν τὸν τραυλὸν πατρίκιον ἐτίμησε
καὶ κόμητα τῆς τῶν ἐξκουβίτων σχολῆς, τὸν δέ γε
Θωμᾶν, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν εἶς τῶν τῷ Βαρδανίῳ τότε 
τὸν ἵππον· παραστησαμένων, τουρμάρχην τοῦ τάγματος
τῶν φοιδεράτων προεχειρίσατο. τῶν μέντοι Βουλγάρων
τὴν Θρᾴκην ληιζομένων, διεπρεσβεύσατο πρὸς 
τὸν αὐτῶν ἀρχηγὸν ὁ Λέων περὶ σπονδῶν. ὁ δὲ τῇ
νίκῃ τῇ ἔναγχος ὀγκωθεὶς τὴν πρεσβείαν τὴν περὶ
τῶν σπονδῶν οὐ προσήκατο. οὐκοῦν ἐξεστράτευσεν
ὁ βασιλεὺς κατ’ αὐτοῦ, καὶ αὖθις ἡ νίκη τοῖς βαρβάροις
ἐπεμειδία, καὶ εἰς φυγὴν ἀπιδόντων Ῥωμαίων,
ἐδίωκον οἶ βάρβαροι ὄπισθεν καὶ καταφρονητικῶς
διακείμενοι οὐ κατὰ κόσμον οὐδ’ εὐσυντάκτως ἐδίω- 
 κον, ἀλλὰ ἄλλοσ’ ἑ ποι ἄλλοι σκεδαννύμενοι. τοῦτο
κατανοήσας ὁ βασιλεύς, ἔτυχε γὰρ ἐπὶ μετεώρου

 
τόπου ἑστώς, καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν λόγοις παραθήξας
παρακλητικοῖς καὶ παρορμήσας εἰς πόλεμον ἐπεισέφρησε
κατὰ τῶν βαρβάρων μετὰ γενναίου ψυχῆς
παραστήματος, καὶ τῇ ἀθρόᾳ μεταβολῇ δείματι τοὺς
 πολεμίους ἐνέβαλε πανικῷ, καὶ ἀνῄρηντο μὲν πλείους,
ᾐχμαλώτιστο δὲ καὶ πλῆθος πολύ, μικροῦ δὲ
καὶ αὐτὸς ὁ Κροῦμος ἀνῄρητο ἂν βληθεὶς καὶ τοῦ
ἵππου ἐκπεπτωκώς, εἰ μὴ περιστάντες αὐτὸν οἱ περὶ
αὐτὸν καὶ συνησπικότες εἰς ἵππον ἀνέβαλον ἕτερον,
 καὶ οὕτως ᾤχετο ἀποδράς. ἐντεῦθεν ὁ βασιλεὺς
τροπαιοφόρος κατέλαβε τὰ βασίλεια, καὶ λείαν ἄγων
πολλὴν οὐ πολὺ τὸ ἐν μέσῳ καὶ τῆς κατὰ τῶν σεβασμίων
εἰκόνων λύττης ἀπήρξατο· ὅθεν δὲ τῇ μανίᾳ 
ταύτῃ γέγονε κάτοχος αὐτίκα δὴ διηγήσομαι. τῷ
 ἤδη ῥηθέντι μοι μοναχῷ, ὃς περὶ ἑαυτοῦ ὡς μέλλει
τῆς βασιλείας ἔσεσθαι ἐγκρατὴς προηγόρευσε, τῆς
προρρήσεως ἀποτιννὺς ἀμοιβήν, δῶρα ἐκπέμπει διά
τινος τῶν οἰκειοτάτων αὐτῷ. ὁ δὲ πεμφθεὶς οὐκ
ἐκείνῳ ἐνέτυχεν, ἔφθη γὰρ ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος τὴν
 ζωὴν μεταθέμενος, ἕτερον δ᾿ εὑρηκὼς τῇ ἐκείνου
κοτοικίᾳ σκηνούμενον, ὡς ἐκείνῳ, μὴ γινώσκων τὸν
ἄνδρα, τούτῳ προσεληλύθει. ὁ δέ, ἦν γὰρ τὰ τῶν
εἰκονομάχων πρεσβεύων καὶ τῆς αἱρέσεως διάπυρος
ἐραστής, οὔτε τὰ δῶρα προσήκατο καὶ τὴν τούτων
 κομιστὴν ἀπεπέμψατο, ἐξ εἰδώλων προσκυνητοῦ μή
τι λαβεῖν ἀνέχεσθαι φάμενος καὶ τῆς βασιλείας καὶ 
τῆς ζωῆς διὰ βραχέος ἐπαπειλῶν τῷ βασιλεῖ στέρησιν,
εἰ μὴ τοῦ προσκυνεῖν τοῖς εἰδώλοις ἀπόσχοιτο,
τὰς σεπτὰς εἰκόνας οὕτω καλῶν. ταῦτα παρὰ τοῦ
 σταλέντος ἀγγελθέντα τῷ Λέοντι ἔμφροντιν αὐτὸν
πεποιήκασι, καὶ κοινοῦται τὰ μηνυθέντα τῶν οἱ συνήθων
τινὶ τῷ Μελισσηνῷ Θεοδότῳ, ὅς τοῖς εἱκονο-

 
μάχοις αἱρεσιώτης ἐτύγχανεν ὤν. δόλῳ τοίνυν ἐκεῖνος
τὸν Λέοντα μέτεισι, καί τινα μοναχὸν ἑαυτῷ
γινώσκων ὁμόδοξον, τούτῳ συνεβούλευε κοινώσασθαι
τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ὃ ἂν ἐκεῖνος ὑπόθηται, τοῦτο
ποιῆσαι· εἶναι γὰρ τὸν ἄνδρα μεστὸν χαρίτων 
πνευματικῶν καὶ προορῶντα τὰ μέλλοντα καὶ προλέγοντα.
ὡς οὖν εἶδε τὸν Λέοντα βασιλέα συνθέμενον
τοῖς λόγοις αὐτοῦ, ἄπεισι πρὸς τὸν μοναχὸν ὁ
 Θεόδοτος, καὶ προλέγει αὐτῷ τὴν ὡς αὐτὸν τοῦ βασιλεύοντος
ἐν ἰδιώτου σχήματι ἄφιξιν, καὶ ὅτου χάριν 
ῥὶν ἐλεύσεται, καὶ μυσταγωγεῖ τοῦτον ὅσα τῷ βασιλεῖ
διαλέξεται. διαλέξεται. εἶτα νυκτὸς ἄπεισιν ὁ βασιλεὺς πρὸς
τὸν μοναχὸν μεταμφιασάμενος, ἔνα μὴ διαγνωσθείη
ὢν βασιλεύς· συμπαρῆν δέ οἶ καὶ ὁ Θεόδοτος. ὁ δὲ
μοναχὸς ἐκεῖνος, οἷα δῆθεν προμυηθεὶς ἐκ τοῦ πνεύματος 
τὸ πλαττόμενον, ὡς βασιλέα προσεῖπε τὸν
Λέοντα, καὶ “μὴ κρύπτε σου” φησί ‘τὸ ἀξίωμα
μηδ’ ἀπατᾶν θέλε τὴν ἡμῶν οὐθενότητα. ἴσθι δὲ
μὴ περὶ τὸ σέβας ὀρθῶς διακείμενος, ἀλλ’ ἄντικρυς
εἰδωλολατρῶν καὶ αὐτὸς καὶ ἅπαν σοι τὸ ὑπήκοον. 
B εἰ μὲν οὖν περιαιρήσεις τὰ εἴδωλα τῶν ἐκκλησιῶν,
ἔσται σοι καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ βασιλεία πολυετής τε καὶ
εὐτυχής· εἰ δὲ μὴ τοῦτο, ἀλλ’ ἔλπιζε ταχεῖαν τὴν
στέρησιν καὶ ἀμφοῖν, καὶ πρὸς ταύτῃ σε κολάσεις
αἰώνιοι διαδέξοντα.” καὶ ὁ μὲν εἴρηκε ταῦτα. ὁ δὲ 
Λέων θαυμάσας τὸν μοναχὸν τῆς δῆθεν προγνώσεως,
οὐδὲ γὰρ ἔγνω τοῦ Θεοδότου τὸ τύρευμα, ἥλω
τοῖς ἐκείνου λόγοις καὶ κατὰ τῶν θείων ἐκτυπωμάτων
σφοδρότατα ἔπνευσε, δόγματι τούτων πάντοθεν
καθαίρεσιν καταψηφισάμενος. ἤθελε μέντοι καὶ τὸν 
πατριάρχην ἔχειν ὁμόψηφον. ὁ δὲ καὶ ἀντέλεγεν
ἰσχυρῶς, καὶ ἀσεβὲς ἐξήλεγχε τὸ δόγμα καὶ λόγοις

 
καὶ γράμμασιν· ὁ θειότατος οὗτος ἦν Νικηφόρος. 
διὸ καὶ ὑπερορίαν αὐτοῦ κατακρίνει. λέγεται δὲ προαισθέσθαι
τοῦ Λέοντος τὸ κακότροπον ὁ ἀοίδιμος
Νικηφόρος, καὶ ὡς ἔσται τοῖς ὀρθοδόξοις σκόλοψ
 καὶ κυδοιμοῦ ταῖς ἐκκλησίαις λαβή. ἐν γὰρ τῷ περιτιθέναι 
τῇ αὐτοῦ κεφαλῇ τὸ διάδημα δόξαι ἀκάνθας
ἐμπαγήναι αὐτοῦ τῇ χειρί. ὁ μὲν οὖν ἀπήγετο
πρὸς Προικόννησον ὑπερόριος. ὁ δὲ τοῦ μεγάλου
ἀγροῦ καθηγούμενος ὁ ὁμολογητὴς Θεοφάνης τῷ
 πνεύματι τὴν ἐκείνου δίοδον ἐγνωκός, οὐ γὰρ ἐώρα
τὸν ἅγιον, κηροὺς ἀνάψας καὶ θυμιῶν ἐδεξιοῦτο
αὐτόν· κἀκεῖνος αὖθις ἐκ τῆς νηὸς προσκυνήμασιν 
ἠμείβετο τὸν προπέμποντα, μήθ᾿ ὁρῶν μήτε μέντοι
ὁρώμενος. θαυμαζόντων δὲ τῶν σύμπλων τῷ πατριάρχη
 καὶ πυθομένων τίνι τὰς προσκυνήσεις
ἀφοσιοῖ, ἐκεῖνος ἔφη τῷ ὁμολογητῇ Θεοφάνει τῷ
τοῦ Μεγάλου ἀγροῦ καθηγητῇ, προειπὼν τὴν ὁμολογίαν·
οὔπω γὰρ ἔφθη τότε ταύτης ἀξιωθείς.

Ἐκβληθέντος δ᾿ οὕτω τῆς ἐκκλησίας τοῦ σεπτοῦ Νικηφόρου ὁ Μελισσηνὸς ἀντεισήχθη Θεόδοτος, ᾧ
διώνυμον τὸ ἐπώνυμον· ἐλέγετο γὰρ καὶ Κασσιτηρᾶς.
ὅθεν δὲ γνωστὸς τῷ Λέοντι γέγονεν οὐ χρεὼν
καταλιπεῖν ἀνιστόρητον. τοῦ Μιχαὴλ τοῦ Ῥαγγαβὲ
βασιλεύοντος γύναιόν τι τῶν περὶ τὴν γυναικωνἰτιν 
 τῶν βασιλείων, κάτοχον μανίᾳ γινόμενον κατὰ τὰς
σεληνιακὰς περιόδους, ἐβόα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
“κάτελθε, τῶν ἀλλοτρίων ἐξίστασο”. τοῦτο δ᾿ οὐχ
ἅπαξ, ἀλλὰ πλειστάκις ἐγίνετο, καὶ τὸν βασιλέα ἐτάραττε.
συνήθει δὲ ὄντι τῷ Θεοδότῳ τούτῳ κοινοῦται
 τὰς τοῦ γυναίου βοάς, καὶ ὅς “ὅταν ληφθῇ” φησίν
“ἡ γυνὴ τῇ μανίᾳ καὶ βοᾷ τὰ συνήθη, χρὴ ἐρωτᾶσθαι
παρά του τίνι προσήκουσι τὰ βασίλεια καὶ

 
ὅπως ἐκεῖνος καλοῖτο ἤ οἷός ἐστι τὴν μορφὴν καὶ
εἴ τι ἄλλο ἐκείνῳ πρόσεστι γνώρισμα.” ἔδοξεν οὖν
συμβουλεύειν καλῶς· καὶ αὐτὸς πιστεύεται τὴν ἐρώτησιν·
καὶ ἡ παιδίσκη μανεῖσα πάλιν ἐβόα κατὰ τὸ
 σύνηθες. ὁ δὲ ἠρώτα. κἀκείνη καὶ τοὔνομα τοῦ 
Λέοντος ἀπεφοίβασε καὶ τὴν ἰδέαν καὶ ὅτι εἰ ἄρτι
κατὰ τὴν ἀκρόπολιν ἀπελεύσῃ, ἄνδρε σοὶ διττὼ συναντήσονται,
καὶ θατέρῳ τούτων, ὃν ἡμίονος φέρει,
προσήκουσι τὰ βασίλεια. τούτων ἀκούσας ὁ Θεόδοτος
οὐδὲν μὲν τῷ βασιλεῖ πεποίηκεν ἔκπυστον, ἀλλὰ 
μανίας ἔλεγεν εἶναι ῥήματα τὰ τῆς παιδίσκης, μή τι
σαφὲς προμηνύοντα. αὐτὸς δὲ πορευθεὶς κατὰ τὴν 
ἀκρόπολιν, καὶ τῷ Λέοντι ἐντυχὼν καὶ τὰ γνωρίσματα,
ἃ τὸ γύναιον εἰρήκει, φωράσας, ἰδίᾳ τὸν ἄνδρα
παραλαβὼν καὶ πίστεις δεδωκώς τε καὶ εἰληφώς, 
προμηνύει τὴν βασιλείαν αὐτῷ, ὡς ἐξ ἐπιπνοίας
θειοτέρας αὐτὴν μυηθείς, καὶ ᾔτει μετὰ τὴν ἔκβασιν
 κείσεσθαί οἱ μισθὸν τῆς προρρήσεως. οὗτος ὁ τρόπος
ἐγνώρισε καὶ ᾠκείωσε τῷ Λέοντι τὸν Θεόδοτον,
καὶ ἔσχεν εἰς ἀντάμειψιν τῆς προρρήσεως μετὰ τὸν ὢ
ἱερὸν Νικηφόρον τὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
ὢ θεοῦ κριμάτων ἄβυσσος ἀκατάληπτος. μετὰ
τίνα τίς; ἄρτι δ’ ἀναξίως τῆς ἱερὰς καθέδρας ἐπιβὰς
ὁ ἀνόσιος, ἐπεὶ σύμπνουν καὶ τὸν κρατοῦντα
ἐκέκτητο, πεπαρρησιασμένως τὴν κατὰ τῶν ἁγίων 
εἰκόνων τόλμαν μετεχειρίζετο. καὶ ὁ Λέων δὲ ὡς
θηρίον τοῖς τὰς σεπτὰς στηλογραφίας τιμὰν ἐθέλουσι
προσεφέρετο. ἠγρίαινε γὰρ τοῦτον αὐτός τε ὁ Θεόδοτος
καὶ ὁ τῶν τῷ βασιλικῷ κοιτῶνι κεκληρωμένων
 τηνικαῦτα ὢν χορολέκτης, ὃν πρωτοψάλτην καλεῖν 
παρέλαβεν ἡ συνήθεια. οὕτως γὰρ τῆς τῶν εἰκονομάχων
αἱρέσεως τὴν θολερὰν ἀνατροπὴν εἰς κόρον

 
πιὼν ἠρέθιζε τὸν βασιλέα πανταχόθεν τὰς εἰκόνας
περιελεῖν. καί ποτε τῶν τοῦ Ἠσαίου θείων φωνῶν
ἀναγινωσκομένων ἐπ’ ἐκκλησίας, αἳ λέγουσι “τίνι
ὡμοιώσατε κύριον; μὴ εἰκόνα ἐποίησε τέκτων ἢ
χρυσοχόος ὁμοίωμα κατεσκεύασεν αὐτῷ” καὶ τὰ
ἐφεξῆς, προσελθὼν τῷ βασιλεῖ πρὸς οὖς ἔφη “πρόσχες
τῷ προφήτῃ, ὦ δέσποτα, καὶ τούτῳ πείθου.”
ἐντεῦθεν ἀπηρυθριασμένως ὁ Λέων τῆς αἱρέσεως
εἴχετο, καὶ τοὺς μὴ τῇ ἀσεβείᾳ αὐτοῦ ὑποκύπτοντας
 διασπαράσσειν καὶ λαφύσσειν ἠπείγετο· βαρὺς δὲ 
καὶ ἄλλως καὶ ἀπαραίτητος τὴν ὀργὴν τοῖς πταίουσιν
 
ἦν καὶ ἐπὶ μετρίοις πταίσμασι βαρείας κολάσεις
ἀποφαινόμενος. τοιοῦτος μὲν ἦν ὁ Λέων περὶ τοὺς
εὐσεβεῖς καὶ τοὺς ἄλλως προσκεκρουκότας αὐτῷ.
 τέως δ’ οὖν περὶ τὴν τῶν κοινῶν διοίκησιν οὐ νωθὴς
ἦν, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐγρήγορε καὶ τοὺς ἀδικοῦντας
ἀνέστελλε. δεηθέντος γοῦν τινος, ὡς τοῦ γυναίου
αὐτοῦ παρά του τῶν τῆς συγκλήτου ἁρπαγέντος,
προσθεμένου δὲ καὶ τῷ ἐπάρχῳ προσελθεῖν, μὴ μέντοι
 τυχεῖν ἐκδικήσεως, ἐπεὶ τὸ ἔγκλημα ἀποδέδεικτο,
τὸν μὲν ἔπαρχον ἔπαυσεν εὐθὺς τῆς ἀρχῆς, τὸν δὲ τὴν
ἁρπαγὴν πλημμελήσαντα ἐξέδοτο νομίμως κολασθησόμενον.
ἄρχοντας δὲ καὶ στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς 
ἀριστίνδην προεχειρίζετο, καὶ τὰς τῶν ὑπὸ
 Ῥωμαίους ἐθνῶν ἡγεμονίας οὔτε χρημάτων ὠνίους
προυτίθει οὔτε πρὸς χάριν ἐδίδου μὴ πρὸς ἀρχὰς
πεφυκόσιν ἀνδράσιν ἢ χρημάτων ἥττοσι, καὶ τούτοις
προδιδοῦσι τὸ δίκαιον.

Μιχαὴλ δὲ ὁ τραυλὸς ὁ ἐξ Ἀμορίου ἐπὶ μέγα τύχης ἀρθείς, πρὸς δὲ ταῖς ἄλλαις κακίαις καὶ γλῶσσαν
ἔχων ἀκόλαστον, διεβλήθη τῷ βασιλεῖ ὡς κακὰ
κατ’ αὐτοῦ βυσσοδομεύων καὶ τεκταινόμενος. καὶ ἡ 

 
διαβολὴ πρὸ τῆς ἡμέρας ἐγένετο, ἐν ᾗ τὴν ἐν σαρκὶ
τοῦ κυρίου γένναν ἑορτάζειν ἡ ἐκκλησία παρέλαβεν.
αὐτίκα τοίνυν ὁ μὲν συνελήφθη· ὁ δὲ βασιλεὺς τῶν
κατ’ αὐτοῦ μηνυθέντων ἐξεταστὴς προεκάθισεν.
ἐλέγχεται παρὰ τῶν κατηγορούντων ὁ Μιχαήλ, συντίθεται 
καὶ αὐτός, κατακρίνεται θάνατον, καὶ θάνατον
τὸν διὰ πυρός. ἀπήγετο καυθησόμενος, καὶ τόπος
τῆς τιμωρίας ἀφώριστο ἡ τοῦ ἐν τοῖς βασιλείοις
λουτροῦ κάμινος. εἵπετο καὶ ὁ βασιλεύς, ἤ μὴ πιστεύων
ἑτέρῳ τὴν κατὰ τοῦ Μιχαὴλ ἐπεξέλευσιν ἤ 
ἐφηδόμενος τῷ ὀλέθρῳ αὐτοῦ. ἡ δέ γε βασίλισσα
 τοῦτο γνοῦσα τὴν πρᾶξιν ἐκώλυσε, πῇ μὲν δεομένη
τοῦ ξυνευνέτου ὑπερθέσθαι διὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ κατακρίτου
τὴν κόλασιν, πῇ δὲ καὶ θρασύτερον προσφερομένη
αὐτῷ καὶ ἄθεον λέγουσα, ὅτι μὴ ὑποστέλλεται 
τὴν τοῦ φρικώδους μυστηρίου ἡμέραν τῆς
τοῦ σωτῆρος γεννήσεως. τούτοις τὸ σκληρὸν ἐκείνου
μαλάξασα πέπεικεν ἀνεῖναι τότε τῷ Μιχαὴλ τὴν
ἀπώλειαν. ὁ δὲ πρὸς τὴν εὐνέτειραν ἔφη “ἰδοὺ
πέπεισμαί σοι, ἀλλά γε σὺ γνώσῃ καὶ τὰ τέκνα τὰ 
σὰ ὅσα ὑμῖν ἐκ τούτου συμβήσονται.” ὁ μὲν οὖν
Μιχαὴλ οὕτω τὸν ὄλεθρον ὑπεξέφυγε. θαυμάσαι δ’
ἄν τις ὅθεν ὁ Λέων προεῖπε τὸ γενησόμενον· οὐ
γὰρ πάντως αὐτὸ ἐκ θειοτέρας ἐπιπνοίας προέγνωκε.
 πῶς γὰρ θεομαχῶν ἐκεῖνος, καὶ ἄλλως ἀνὴρ ὢν αἱμάτων 
καὶ βίου μὴ παθῶν καθαρεύοντος ; λέγεται
προεγνῶσθαι αὐτῷ παρά του χρησμοδοτηθὲν ὅτι
κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ
τῆς ἀρχῆς ἐκπεσεῖται καὶ τῆς ζωῆς. ἀλλὰ καί τί
φασι τῇ τῶν ἀνακτόρων βιβλιοθήκῃ βιβλίον ἐναποκεῖσθαι, 
ἐν ᾧ καὶ χρησμοὶ περὶ τῶν βασιλέων ἦσαν
καὶ μορφαὶ ἐνεγράφοντο ἀνθρώπων τε καὶ θηρῶν,

 
καὶ μετὰ τῶν ἄλλων ἐκεῖ καὶ λέων θὴρ ἐχρωμάτιστο,
ᾧ κατὰ νώτου τὸ στοιχεῖον τὸ χ’ ἐγκεχάρακτο· ἀνὴρ
δ’ ἦν ἐξόπισθεν τοῦ θηρὸς δόρατι διὰ τοῦ χ’ διελαύνων
τὸν λέοντα. ἡ μὲν οὖν βίβλος εἶχε ταυτί, καὶ
 ἦσαν, ὡς ἐδόκει, Σιβύλλεια χρησμῳδήματα. τὸ δὲ
τῆς εἰρημένης χρωματουργίας δυσερμήνευτον ὂν ὁ
τότε κοιαίστωρ, ὡς λέγεται, διεσάφησεν, εἰπὼν κατὰ
τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ βασιλέα 
μέλλειν ἀναιρεθῆναι. τὸ μὲν γὰρ θηρίον βασιλέα
 δηλοῦν, τὸ δὲ χ’ τὴν εἰρημένην ἡμέραν αἰνίττεσθαι,
τὸ δὲ διὰ μέσου τοῦ χ’ τῷ λέοντι τὸ δόρυ ἐμπήγνυσθαι
τὸ κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τὸν βασιλέα
κτανθήσεσθαι. ταῦτα τὸν βασιλέα ἐτάραττεν,
ἀλλὰ μὴν αὐτὸν καὶ τὸ τῆς μητρὸς ἐξεδειμάτου 
Γ’ ἐνύπνιον. ἔδοξε γὰρ ἐκείνῃ ἐν τῷ ναῷ τῆς θεομήτορος
εἶναι τῷ ἐν Βλαχέρναις καὶ ὁρᾶν γυναῖκά τινα
προπεμπομένην ἀνδράσι λευχείμοσι καὶ πλῆρες αἱμάτων
τὸ δάπεδον τοῦ ναοῦ, ἀκοῦσαί τε τῆς δορυφορουμένης
ἐκείνης κελευούσης αἵματος ἄγγος τι
πλησθῆναι καὶ δοθῆναι τῇ τοῦ βασιλέως μητρί. τῆς 
 δὲ μὴ προσιεμένης τὸ προσφερόμενον, φάναι τὴν
περιφανῆ γυναῖκα ἐκείνην “ὁ δὲ σὸς υἱὸς τοὺς ἐμὲ 
τιμῶντας αἱμάτων ἐμπίπλησι, καὶ τὸν θεὸν καὶ ὒ ἰόν
μου εἰς ὀργὴν κινῶν οὐ συνίησι.” ταῦτα εἶδεν ἡ μήτηρ
 τοῦ Λέοντος, καὶ τῷ υἱῷ ἀπήγγειλε τὸ ἐνύπνιον,
καὶ ἐδέετο παύσασθαι τοῦ κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων
τολμήματος, ἀλλ’ ἐξεκεκώφει ὁ δείλαιος καὶ θεομαχῶν
οὐκ ἐπαύετο. ὦπτο δὲ καὶ ὁ θεῖος πατριάρχης
Ταράσιος καθ’ ὕπνους τινὶ ἤδη τῆς ἐπικήρου ταύτης
 ζωῆς μεταστάς, ἐπιβοώμενός τινα Μιχαὴλ καὶ ἐπελθεῖν
τό Λέοντι καὶ κτεῖναι τοῦτον ἐγκελευόμενος.
ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν τῷ Φιλομηλίῳ μοναχοῦ προαγόρευσις

 
καὶ ἄλλ’ ἄττα ὑπέθραττε τὸν Λέοντα καὶ ἐδείμαινε.
τέως δ’ οὖν κλοιοῖς τοὺς πόδας τοῦ Μιχαὴλ ἐνδη-
 σάμενος τὸν μὲν τῷ Παπίᾳ φρουρηθησόμενον παραδέδωκεν,
αὐτὸς δὲ τὴν κλεῖδα κατεῖχε τοῦ σιδηρέου
δεσμοῦ. ἔμφροντις δὲ τὴν νύκτα διάγων οὐκ εἶχε 
τὸν ὕπνον τοῖς ὄμμασιν αὐτοῦ ἐφιζάνοντα. διὸ καὶ
ἀπῄει πρὸς τὸ τοῦ Παπίου διαιτητήριον, καὶ ὁρᾷ τὸν
μὲν Μιχαὴλ ἐπὶ κλίνης καθεύδοντα, τὸν δὲ Παπίαν
ἐπ’ ἐδάφους κατακλ·ινόμενον. ἢ γὰρ τιμῶν τὸν Μιχαὴλ
ὁ Παπίας τοῦτο πεποίηκεν ἤ καὶ συνίστωρ ὤν, 
ὡς ἐδόκει, τῆς κατὰ τοῦ βασιλέως βουλῆς. ὡς οὖν
εἶδε ταῦτα καὶ τὸν Μιχαὴλ ὕπνον ὑπνώττοντα βαθύν
τε καὶ νήδυμον καὶ οἷος ἀφρόντιδι ἔοικεν, ὑπ-
 ἐστρεφε μηνιῶν καὶ τὴν ὀργὴν ὑπεδήλου τῇ κινήσει
τῇ τῆς χειρός. τῶν μὲν οὖν ἄλλων οὐδεὶς τὴν παρουσίαν 
τοῦ βασιλέως ᾔσθετο, εἶς δέ τις τῶν τοῦ
Παπίου καὶ ἔγνω τοῦτον ἐλθόντα καὶ ὑπνώττειν
προσποιησάμενος ἐώρα ὅσα ἐποίησε καὶ ὡς ὠργίσθη
καὶ ὡς ἠπείλησε, καὶ πάντα σφίσιν ἀπήγγειλεν. οἱ
δὲ φόβῳ ληφθέντες ὅπως ἂν ἐκφύγοιεν τὸ μήνιμα 
τοῦ βασιλέως ἐφρόντιζον. καὶ ὁ Μιχαὴλ τῷ Παπίᾳ
φησὶν ὡς εἰ βούλει αὐτός, οὐ τὸν κίνδυνον ἐχφευξόμεθα
μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ μελετώμενα ἡμῖν εἰς ἔργον
ἐκρήσεται. καὶ ὃς “τὸ παριστάμενόν σοι πρᾶττε”
φησίν, “ἐμὲ δ’ ἕξεις ὅπῃ βούλει ἑπόμενον. ἐγχαράττει 
τοίνυν αὐτίκα γραφὴν πρὸς τούς οἶ τῶν βουλευμά-
 τῶν μετέχοντας, ἀπειλῶν ὡς εἰ μὴ τάχος ἐλεύσονται
καὶ τὰ βεβουλευμένα θῶνται ἐπιτελῆ, εἶναι γὰρ τοῦτο
ῥᾁδιον, ὡς αὐτὸς ᾠκονόμησε, πάντας ἀνακαλύψει
τῷ βασιλεῖ, καὶ οὐκ αὐτὸς μόνος τοῦ κινδύνου μεθέξει. 
ταύτην τὴν ἐπιστολὴν ἐγχειρήσας τῷ Παπίᾳ
ἐνετείλατο στεῖλαι τινα ἐξ αὐτῆς τὸν τὴν ἐπιστολὴν

 
ὑποδείξοντα τοῖς συνίστορσιν ἀπέστειλεν, ἕκαστον
εἰπὼν ἐξ ὀνόματος, καὶ ὑποθησόμενον νυκτὸς φολτῆσαι
πρὸς τὰ ἀνάκτορα μεταμφιασαμένους ἐν σχήματι
κγηρικῶν καὶ ξιφίδια κεκρυμμένα βαστάζοντας.
 οἶ μὲν οὖν ἧκον ὡς ἐνετάλθησαν· ἄρτι δὲ περὶ ὄρθρον
τῆς νυκτὸς γενομένης ἧκον οἱ βασιλικοὶ ψάλται,
τὰς ᾠδὰς ᾄσοντες τὰς ἑωθινάς. τούτοις ὁ Παπίας
καὶ τοὺς τοῦ Μιχαὴλ συνίστορας συνεισήγαγε,
καὶ οἶ μὲν ἐν γωνίᾳ τινὶ καὶ σκότῳ συνεκρύπτοντο· 
 οἶ ψάλται δὲ τοὺς ὕμνους ᾖδον. ἤδη δὲ τούτων
ὑπερμεσούντων· καὶ ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν ναὸν ἐπεδήμησε,
καὶ διάτορον ἔχων φθόγγον, βαρύτατον δὲ καὶ
σὺν τραχύτητι ταῖς ἀκοαῖς εἰσδυόμενον, ᾤετο εὐφωνεῖν
καὶ εἶναι μελῳδικώτατος καὶ κατάρχεσθαι τῶν
 ὕμνων εἰώθει. τότε τοίνυν στὰς ἐξεφώνησε,
 τῷ παντάνακτος ἐξεφαύλισαν πόθῳ. 
καὶ αὐτίκα τῆς γωνίας οἱ κατ’ αὐτοῦ μελετήσαντες 
καὶ τοῦ σκότους ἐξέθορον, τὰ ξίφη σπασάμενοι. ὁ
δὲ συνεὶς τὸ δρώμενον εἰσέδραμε τὸ θυσιαστήριον,
 καὶ οἱ αὐτοῦ δὲ ἀναιρέται ἐφείποντο, κἀκεῖ πρὸς
αὐτῶν πολλαῖς κατατρωθεὶς ταῖς πληγαῖς καὶ τὴν D
χεῖρα ἀποτμηθεὶς τέλος ἀφῄρητο καὶ τὴν κεφαλήν,
βασιλεύσας ὠμῶς τε καὶ ἀσεβῶς ἐπὶ ἔτη ἑπτὰ καὶ
μῆνας πέντε. καὶ ὁ μὲν ἐκείνου νεκρὸς εἰς τὸν
 Ἱππόδρομον συρόμενος ἔρριπτο. ὁ δὲ Μιχαὴλ ἔτι
τοὺς πόδας ὢν σιδηρόδετος, ἡ κλεὶς γὰρ οὐχ εὕρητο
τῶν δεσμῶν, αὐτίκα τοῦ Λέοντος αὐτὴν
ἐγκόλπιον φέροντος, εὐφημήθη καὶ προσεκυνήθη

ὡς βασιλεύς. εἶτα τῶν σιδήρων θραυσθέντων εἰς τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν ἀφίκετο, ταινιωθησόμενος
διαδήματι, τὴν μιαιφονίαν παρ’ οὐδὲν λογισάμενος.
τὴν δὲ τοῦ Λέοντος γαμετὴν καὶ τοὺς παῖ- 

 
δᾴς, τέσσαρες δ’ ἦσαν, Σαββάτιος, ὃς ἐν τῷ ἀναγορεύεσθαι
μετωνόμαστο Κωνσταντῖνος, Βασίλειός τε
καὶ Γρηγόριος, καὶ τέταρτος Θεοδόσιος, τῶν βασιλείων
καταγαγών, τὴν μὲν ἐν τῇ μονῇ καθεῖρξε τῶν
Δεσποτῶν, τοὺς δὲ εἰς τὴν Πρώτην καλουμένην νῆσον 
περιορίσας ἅπαντας τῆς ἀρρενωπίας ἐστέρησε.
καὶ ὁ μὲν Θεοδόσιος ἔθανεν, ὁ δὲ Κωνσταντῖνος
ἀφωνίᾳ κάτοχος γέγονε· δι’ ἣν ἐδέετο θερμότατα
τοῦ θεοῦ, ἀλλὰ μὴν καὶ τοῦ μεγάλου πατρὸς Γρηγορίου
τοῦ θεολόγου, ἐνδελεχῶς τῷ αὐτοῦ 
 προσφοιτῶν ἐκτυπώματι, περιαιρεθῆναι τὴν ἀφωνίαν αὐτοῦ·
τῇ γὰρ ἐκπτώσει τῆς βασιλείας καὶ τῆς πατρικῆς
 κακοδοξίας οἱ παῖδες τοῦ Λέοντος συνεξέπεσον. ἔδοξεν
οὖν ποτε ὁ ἅγιος ἐπιστῆναι αὐτῷ, κελεύων ἀναστῆναι
καὶ ἀναγνῶναι τὸ “πάλιν Ἰησοῦς ὁ ἐμός”. ὁ 
δὲ πεπιστευκὼς τῷ ῥήματι εἰσῆλθεν ἐπ’ ἐκκλησίας,
καὶ ἀνέγνω μή τινος αὐτοῦ παρεμποδίζοντος τῇ φωνῇ.
εἰ δὲ καὶ περιγραπτοῖς ὁρίοις τὴν σύζυγον, ὡς
εἴρηται, καὶ τοὺς παῖδας τοῦ Λέοντος περιέγραψεν,
ἀλλ’ οὐκ ἀχορηγήτους κατέλιπε, τινὰς δὲ τῶν κτήσεων 
αὐτῶν αὐτοῖς προσαπένειμεν, ἔν ἐκ τούτων
τὰ πρὸς χρείαν πορίζοιντο· καί τινας δὲ πρὸς ὑπηρεσίαν
αὐτοῖς ἐδωρήσατο. ὥρμητο δὲ ὁ Μιχαὴλ οὗτος
ἐξ Ἀμορίου, πόλεως τῆς ἄνω Φρυγίας, ἐν ᾗ
Ἰουδαῖοί τε καὶ Ἀθίγγανοι καὶ ἀσεβῶν ἑτέρων πληθὺς 
ἐγκατῴκιστο, καί τις ἐκ τούτων ἦν ἐκεῖσε σύμ-
 μικτὸς ἵει, ἧς συμμετέχειν καὶ οὗτος ὁ Μιχαὴλ
λέγεται. καὶ ἡ αἵρεσις τὸ μὲν θεῖον βάπτισμα δέχεται,
τὴν δὲ Μωσαϊκὴν διαταγὴν διδάσκει τηρεῖν,
ἐκτὸς τοῦ περιτέμνεσθαι τὴν ἀκροβυστίαν. εἶχε δὲ 
 

 
καὶ Ἰουδαῖόν τινα κατ’ οἶκον παιδοτριβοῦντα αὐτόν.
ὅθεν οὐκ ἦν τι παρ’ αὐτῷ εὑρεῖν ἀκραιφνές, ἀλλ’
ἦν, ὡς εἰπεῖν, ὁ ἄνθρωπος πανσπερμία αἱρέσεως.
διὸ καὶ τῷ λόγῳ ἀπήχθετο, ὡς εἰς ἀνατροπὴν ὄντι
 τῆς κακοδοξίας αὐτοῦ. ἀπορίᾳ δὲ συζῶν ἐκ νέτητος
ἐστρατεύετο. ποτὲ τοίνυν τῷ ταγματάρχῃ προσελθὼν
περί του ἐδέετο. τῷ δὲ ἔτυχέ τις Ἀθίγγανος
παρεστώς, καί φησι πρὸς τὸν στρατηγὸν ἐν ἀπορρήτοις
τὸν λόγον ποιούμενος ὡς βασιλεύσει Ῥωμαίων
 οὗτος, ὅς σου δέεται νῦν. καὶ ὃς αὐτίκα τῷ μαντεύματι 
θέμενος οἰκειοῦται τὸν Μιχαὴλ καὶ κηδεστὴν
ποιεῖται ἐπὶ τῇ θυγατρί. ἄρτι δὲ τῇ αὐταρχίᾳ ἐπιπηδήσαντος
τοῦ Μιχαήλ, ὡς ἱστόρηται, ὁ ἱερώτατος
Νικηφόρος ὑπερόριος ὄν ἐπιστέλλει αὐτῷ, ἀξιῶν τὴν
 τῶν εἰκόνων γενέσθαι ἀναστήλωσιν. ὁ δὲ μήτε τι
καινοτομήσειν ἔφη περὶ τὴν πίστιν μήτε τὴν τῆς ἐκκλησίας
ἀλλοιῶσαι κατάστασιν, ἀλλὰ μηδὲ βιάσασθαί
τινα. περὶ τοῦ θείου δοξάζειν παρ’ ὃ βούλεται. ἐν
λόγοις δ’ ἔμεινε ταῦτα. οὐ μετὰ πολὺ γὰρ τὴν γνώμην 
 ἔδειξε τὴν οἰκείαν καὶ κατὰ τῶν ὀρθοδόξων
ἐχώρησε, καὶ πολλοὺς καὶ ἄλλους δεινοῖς περιέβαλε, 
πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲ καὶ τὸν θεῖον Μεθόδιον καὶ τὸν
τῆς Σαρδέων ἀρχιερατεύοντα τὸν Εὐθύμιον ἐξορίᾳ
παρέπεμψε διὰ τὴν τῶν ἀγίων εἰκόνων τιμήν. εἶτα
 τὸν μὲν Μεθόδιον καθείργνυσι κατὰ τὸν Ἀκρίταν Ἀκρίταν·
τὸν ἀοίδιμον δ’ Εύθύμιον μαρτυρικῷ τελειοῖ θανάτῳ,
ἀφειδῶς μαστιζόμενον διὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Θεοφίλου.
ἐζήλου δ’ ἐν ἅπασι τὸν Κοπρώνυμον καὶ
τοῖς Ἰουδαίοις προσέκειτο, τά τε σάββατα νηστεύειν
 προσέταττε. τῇ ἀναστάσει τε ἀπιστῶν διετώθαζε
 

 
τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ καὶ τοὺς προφήτας διέσυρε καὶ
δαίμονας οὐκ εἶναι διεβεβαιοῦτο· πορνείαν τε οὐχ
ἁμάρτημα ἥγητο καὶ τὸν ἐπὶ πᾶσι θεὸν ὀμνύειν διεκελεύετο.
τῷ τε Ἰούδᾳ σωτηρίαν ἐπεφήμιζε καὶ τὸ
 πάσχα οὐ κατὰ καιρὸν ἑορτάζεσθαι ἐδογμάτιζε. ταῦτα 
μὲν οὑν ἐκ πολλῶν ὀλίγα τῆς ἐκείνου κακίας ἢ καὶ
ἀνοίας γνωρίσματα ξυγγεγράφαται. ὁ δὲ λόγος τὰ
τότε ξυμβεβηκότα διδότω τῇ ἱστορίᾳ· τὰ δ’ ἦσαν ἐμφύλιοι
πόλεμοι. ὁ δὲ τούτων κατάρξας Θωμᾶς ἦν,
εἷς τῶν τριῶν τυγχάνων ἀνδρῶν, περὶ ὧν ἐν τῷ 
Φιλομηλίῳ μοναχὸς τῷ Βαρδανίῳ προέφησεν τοὺς
μὲν δύο ἐπιβήσεσθαι τῆς βασιλείου ἀρχῆς, τὸν δέ γε
τρίτον, ὃς οὗτος ἦν ὁ Θωμᾶς, ἐπιχειρῆσαι μὲν τυραννίδι
καὶ ἑαυτῷ περιθέσθαι διάδημα, μὴ μέντοι
καὶ τῆς βασιλείας τυχεῖν. οὗτος τοίνυν, ὡς ἤδη μοι 
εἴρηται, ἄν καταστὰς τοῦ τάγματος τῶν φοιδεράτων
παρὰ τοῦ Λέοντος, ὡς ἔγνω τὸν εὐεργέτην
 ἀναιρεθέντα παρὰ τοῦ Μιχαήλ, τῷ μὲν δοκεῖν τιμωρῶν
ἐκείνῳ, τῷ δ’ ὄντι τὴν βασιλείαν καραδοκῶν
ἀνταίρει τῷ Μιχαήλ, καὶ συναλίσας δύναμιν οὐκ 
εὐκαταφρόνητον ἅπασαν σχεδὸν τὴν ἑῴαν μοῖραν
ἐσφετερίσατο καὶ τοὺς δημοσίους φόρους αὐτῷ κομίζεσθαι
παρεσκεύαζε. καὶ πολὺς ἐντεῦθεν γενόμενος
ἐπῆλθε καὶ τοῖς Ἀγαρηνοῖς, ἀδεέστερον τότε
πάσαν ληιζομένοις χώραν καὶ τὰς νήσους αὐτὰς διὰ 
τὸν ἐμφύλιον πόλεμον. καὶ ἐπελθὼν ἀνέκοψε τῆς
φορᾶς, καὶ ἀνακόψας παρεστρατοπεδεύσατο, καὶ ἐς
λόγους ἦλθεν αὐτοῖς, καὶ ἥκων εἰς λόγους ἐσπείσατο
ἐπὶ συνθήκαις τοῦ Ῥωμαϊκῶν ὁρίων παραχωρῆσαι
 αὐτοῖς, εἰ τῆς βασιλείας ἐγκρατὴς γένοιτο. οὕτω δὲ 
ταῦτα διοικησάμενος καὶ τὴν κεφαλὴν ἀνεδήσατο
ταινίᾳ βασιλικῇ καὶ αὐτοκράτωρ ἀνερρήθη κατὰ τὴν

 
Ἀντόχειαν παρὰ τοῦ τότε τὸν θρόνον αὐτῆς τὸν
πατριαρχικὸν ἔχοντος· Ἰὼβ δ’ ἐκεῖνος ἐκέκλητο.
κἀκεῖθεν ὁρμηθεὶς σὺν μεγάλῳ στρατεύματι, ἔτυχε
γὰρ συμμάχων οὐκ Ἀγαρηνῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐξ
 ἑτέρων ἐθνῶν πλειόνων, τῇ τυραννίδι κραταιότερον
ἐπεχείρησεν. ἢν δὲ ὁ Θωμᾶς οὗτος οὐ τῶν εὐπατριδῶν,
ἀλλὰ καὶ τῶν λίαν ἀσήμων, καὶ τούτων βαρβάρων,
καὶ ἀπορίᾳ σύντροφος τῇ ἐσχάτῃ, ὥστε καὶ
δουλεύειν μισθοῦ. ἀναχθεὶς δ’ ὑπὸ τῆς τύχης, ὡς
 εἴρηται, καὶ τυραννίδι ἐπιχειρήσας, τήν τε κλῆσιν
μετέθετο, Κωνσταντῖνον ἑαυτὸν ὀνομάσας καὶ κοινωνὸν
τῆς βασιλείας, ὡς ᾤετο, προσελάβετο υἱόν, 
εἰσποιητὸν οἰκειωσάμενός τινα. τοῦ δὲ Μιχαὴλ στρατιὰν A
κατ’ αὐτοῦ ἐσταλκότος, συμβαλὼν ἐκεῖνος αὐτῇ
 τοὺς μὲν ἀνεῖλε, τοὺς δὲ φυγάδας ἀπέφηνεν. ἐντεῦθεν
κραταιότερον τῆς τυραννίδος ἐπείληπτο, καὶ
στόλον ἐξαρτυσάμενος, ἀλλὰ μὴν καὶ τὸ βασιλικὸν
ναυτικὸν ὑφ’ ἑὸ ποιησάμενος, ἐξ Ἀβύδου πρὸς
τὴν Θρᾴκην ἐπεραιώθη, καὶ τὰ τῆς ἑῴας ἅπαντα
 σχεδὸν ὑπηγάγετο, ἄνευ μέντοι τοῦ θέματος τοῦ
Ὀψικίου, οὗ ὁ Κατάκυλας ἐστρατήγει, καὶ τοῦ τῶν
Ἀρμενιακῶν· ὁ Ὀλβιανὸς δὲ τὴν στρατηγίδα τούτου
εἶχεν ἀρχήν, ὁ ’ς δὴ λοχήσας καὶ τὸν τῷ τυράννῳ
εἰσποιηθέντα υἱὸν κατασχὼν ἀνεῖλεν εὐθύς.

Γενόμενος δ’ ἐν τῆ Θρᾴκῃ, ὡς εἴρηται, ὁ Θωμᾶς, προστιθεμένους αὐτῷ τοὺς ξύμπαντας ἔσχηκεν.
αὖθις οὖν τοῦ βασιλέως κατά τε γῆν αὐτῷ συμμίξαντος 
καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ ἄμφω τὰς στρατιὰς
ὁ τύραννος ἐτρέψατό τε καὶ διεσκέδασεν, υἱοθετήσατο
 δ’ ἕτερον, τοῦ πρώτου κτανθέντος, ὡς εἴρηται,
Ἀναστάσιον μὲν καλούμενον, μοναχὸν δ’ ὄντα, καὶ
τὸ μὲν σχῆμα τὸ θεῖον ἀποδυσάμενον, στολὴν δὲ

 
κοσμικὴν μεταμφιασάμενον. ἐς τοῦτο δ’ ἧκεν ἀπορίας
ὁ Μιχαὴλ ὡς σιδηρᾶν ἐκτεῖναι σειρὰν ἐξ ἀκροπόλεως
εἰς τὸ κατ’ ἀντιπέραν πολίχνιον, ἔν’ ἄβατα
τοῖς τοῦ τυράννου φυλάττοιτο τὰ ἐντός. ἀλλ’ ὁ Θωμᾶς
ὁμοῦ τῇ πόλει προσέβαλε κατὰ γῆν τε καὶ θάλασσαν, 
τὴν σιδηρᾶν ἐκείνην ῥᾷστα διαρρήξας σειράν,
καὶ ᾤετο, εἰ μόνον φανείη, τοὺς ἐν τῇ πόλει
διὰ τὴν πρὸς τὸν κρατοῦντα ἀπέχθειαν εὐχερῆ τὴν
 εἴσοδον αὐτῷ παρασχεῖν. ἐπεὶ δ’ ἐρρωμένους εὕρηκε
τοὺς ἐντὸς πρὸς τὴν τῆς πόλεως φυλακὴν καὶ τῶν 
ἐλπίδων ἐψεύσθη, τότε μὲν ἀνεχώρησε, καὶ βάλλεται
χάρακα κατὰ τὸ τῶν θείων Ἀναργύρων ἱερώτατον
τέμενος· ὁ τόπος δὲ τὰ Παυλίνου ὠνόμαστο.
ἡμερῶν δέ τινων διαγενομένων καὶ κατὰ χέρσον αὖθις
καὶ κατὰ θάλασσαν ἐπήνεγκε τῇ πόλει τὸν πόλεμον, 
ἑλεπόλεις τε καὶ κλίμακας ἐπαγόμενος. ὡς
δ’ ἐώρα τὰ τῆς σπουδῆς αὐτῷ πανταχόθεν ἀνήνυτα,
τότε μὲν τὴν ψυχρὰν ἐκτρεπόμενος Θρᾴκην, χειμὼν
γὰρ ἦν, τὴν στρατιὰν αὐτοῦ ταῖς χώραις διένειμεν,
ἐν ταύταις σχολάσουσαν καὶ τὴν τοῦ χειμῶνος ἐκφευξομένην 
δριμύτητα. ἄρτι δὲ τοῦ ἔαρος ἐφεστῶτος
καὶ πάλιν προσῆγε καὶ ἀμφοτέρωθεν τῇ πόλει
 τὴν στρατιὰν καὶ περιεκύκλου τὰ τείχη τῷ τε πεζῷ
στρατεύματι καὶ τῷ ναυτικῷ. ἤδη δὲ καὶ τῷ Μιχαὴλ
ἡτοίμαστο καὶ στόλος καὶ στράτευμα. λόγοις οὖν 
παρακλητικοῖς τοὺς οἰκείους παραθαρρύνας ὁ βασιλεὺς
ἀθρόον ἐκ πλειόνων πυλῶν ἐξάγει τούτους,
καὶ συρρήγνυται τῷ τοῦ τυράννου λαῷ. οἱ δὲ τῷ
αἰφνιδίῳ καὶ τῷ θράσει τῶν ἐπιόντων ἀποδεδειλιακότες
τὰ νῶτα μετέβαλον καὶ ἔπεσον πολλοί, καὶ ἡ 
νίκη τῶν ἐκ τῆς πόλεως ἦν. τὰ μὲν οὖν κατὰ χέρσον
οὕτω συνηνέχθη τῷ ἀποστάτῃ· οὐ μὴν ἀλλ’

 
οὐδὲ τὰ κατὰ θάλασσαν κάλλιον ἔσχεν αὐτῶ. τὰς
γὰρ βασιλικὰς τριήρεις τὸ τοῦ τυράννου ναυτικὸν
θεασάμενον ἐπιούσας αὐτῷ οὐχ ὑπήνεγκεν, ἀλλ’ εὐθὺς
τὴν συμπλοκὴν μὴ θαρρῆσαν εἰρεσίᾳ συχνῇ
 πρὸς τὴν χέρσον κατήγοντο, καὶ οἶ μὲν ἀπεδίδρασκον,
οἶ δὲ τῷ Μιχαὴλ αὐτομολοῦντες προσῄεσαν.
ὁ δ’ ἀποστάτης ἔτι τῆς τυραννίδος ἀντείχετο, καὶ 
οὔτε τὸν χάρακα ἔλυσε καὶ τὸ ἐν Ἑλλάδι ἑτοιμασθὲν
αὐτῷ ναυτικὸν μετεπέμψατο, καὶ τόδε παρῆν κατὰ
 Βυριδας νεωλκησάμενον. ὃ γνόντες οἱ τοῦ στόλου
τοῦ Μιχαὴλ νυκτὸς αὐτοῖς ἐπιτίθενται, καί τινας
μὲν ᾑρήκασι τῶν πολεμίων νεῶν, ἑτέρας δὲ τῷ
ὑγρῷ πυρὶ κατενέπρησαν. κατὰ γῆν δὲ συχναὶ μὲν
ἐγίνοντο προσβολαί, Θεοφίλου τοῦ υἱοῦ τοῦ βασιλέως
 τοῦ λαοῦ προεξάρχοντος· ἀγχώμαλα δὲ τοῖς
ἐναντίοις ἦσαν τὰ πράγματα καὶ οὐδενὶ μέρει καθαρῶς
ἡ νίκη ἐπεμειδίασεν. ἐν τοσούτῳ δέ τι συμβὰν
τῷ Θωμᾷ τὰ πράγματα ἔσφηλε· τῆς γὰρ φήμης πανταχοῦ
τὴν τοῦ Θωμᾶ κηρυξάσης ἀποστασίαν καὶ τὴν
 πολιορκίαν τῆς πόλεως, Μορτάγων ὁ τῶν Βουλγάρων
κατάρχων σπονδὰς ἐπὶ τοῦ Λέοντος τριακοντούτεις 
θέμενος, καὶ φιλίως τότε Ῥωμαίοις ἔχων, αὐτεπάγγελτος
ἧκε συμμαχήσων τῷ βασιλεῖ καὶ στρατοπεδεύεται
κατὰ τὰ Κιδόκτου. τοῦτο τὸν ἀποστάτην
 ἐθρόησε. κρίνας δὲ ἀσύμφορον ἑαυτῷ ἅμα τε πολιορκεῖν
καὶ τοῖς Βουλγάροις ἀντιστρατεύσασθαι,
μερισθείσης γὰρ αὐτῷ τῆς δυνάμεως οὐκ ἀξιόμαχον
ἑαυτὸν οὐδετέρῳ τυγχάνειν ᾤετο, κατὰ τῶν Βουλγάρων 
ἐχώρησε παντὶ τῷ στρατεύματι, καὶ συμβαλὼν
 ἡττᾶται, καὶ πολλοὺς ἀποβάλλει τῶν ἑαυτοῦ,
τοὺς μὲν φθαρέντας, τοὺς δὲ καὶ ἁλόντας. ὅσοι
δὲ τόν τ’ ἑ βαρβαρικὸν ἀκινάκην ἐξέφυγον καὶ τὴν

 
 αἰχμαλωσίαν διέφυγον, τὸ μέλλον καραδοκοῦντες
ἡσύχαζον. οἱ Βούλγαροι δὲ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ
λείαν πολλὴν ἐπαγόμενοι ἀνεζεύγνυον τῇ νίκῃ γαυρούμενοι.
ταύτην τὴν ἧτταν τοῦ ἀποστάτου ὅσον ἐκ
τοῦ στόλου αὐτοῦ περιελέλειπτο ἐγνωκὸς πρὸς τὸν 
Μιχαὴλ ηὐτομόλησεν. ἐν τοιούτοις δὲ ὁ τύραννος
γεγονὼς καὶ πάντῃ ἐξασθενήσας, ὅμως ἔτι τοῦ πολιορκεῖν
οὐκ ἀφίστατο, ἀλλὰ μηδὲν ἀνύων ἀπανίσταται
μὲν τῆς προσεδρείας τῆς πόλεως, ἄπεισι δὲ
πορρωτέρω, καί τινα τόπον εὑρὼν ἐπιτήδειον ἐν 
τούτῳ βάλλεται χάρακα, κἀκεῖθεν ὁρμώμενος ἐληίζετο
τῆς πόλεως τὰ προάστεια καὶ τὰς τούτων ἐκεράιζε
χάριτας. ἐπῆλθε τοίνυν τούτῳ ὁ Μιχαὴλ, καὶ
 μάχης συγκροτηθείσης οἱ τοῦ Θωμᾶ ἑκόντες ἐτράπησαν
εἰς φυγήν, καὶ οἱ μὲν τῷ βασιλεῖ προσερρύησαν, 
οἱ δ᾿ ἐπὶ τὰ ἑαυτῶν ἀπῄεσαν ἕκαστοι. ὁ δέ γε
τύραννος μετὰ βραχίστων εἰς Ἀδριανούπολιν ἄπεισι,
καὶ ὁ Μιχαὴλ αὐτῷ κατ᾿ ἴχνος ἀκολουθεῖ, καὶ πολιορκεῖ
τὴν πόλιν οὐχ ἑλεπόλεσιν, ἀλλὰ σπάνει τῶν
ἀναγκαίων. καὶ οἱ τῆς πόλεως τῷ λιμῷ πιεζόμενοι 
ἀμνηστίαν τῶν ἐπταισμένων ἐκ τοῦ βασιλέως ᾐτήσαντο,
καὶ ταύτης τυχόντες δεσμοῦσι τὸν Θωμᾶν καὶ
παραδιδόασι τῷ Μιχαὴλ. ὁ δὲ ἀφαιρεῖται αὐτοῦ
χεῖρας καὶ πόδας, καὶ ὄνῳ ἐπιβιβάσας θριαμβεύει
τὸν ἄτιμον θρίαμβον. εἶτα περὶ συνιστόρων πυνθάνεται, 
 καὶ πολλούς ἂν ἐκεῖνος ἐξέφηνεν, εἰ μὴ ὁ
Ἑξαβούλιος ὁ πατρίκιος τὴν ὁρμὴν τοῦ βασιλέως
ἀνέκοψε, φάμενος μὴ χρῆναι πιστεύειν κατὰ τῶν
φίλων ἐχθροῖς. ὁ δέ γε Θωμᾶς ἄλλοτε ἄλλαις τιμωρίαις
ὑποβαλλόμενος βιαιότατα κατέλυσε τὴν ζωήν. 
καὶ ὁ τούτου δὲ εἰσποιητὸς υἱὸς εἰς τὸ τῆς Βιζύης
πολίχνιον προσφυγών, παρὰ τῶν οἰκούντων τὸ φρού-

 
ῥίον δεθεὶς προσήχθη τῷ βασιλεῖ, καὶ ὁμοίως τῷ
πεπλασμένῳ πατρὶ κολασθεὶς βιαίως καὶ αὐτὸς ἀπέρρηξε
τὴν ψυχήν. ἡ μὲν οὖν τοῦ Θωμᾶ ἐπανάστασις
τοῦτον τὸν τρόπον κατηύναστο. αἶ δὲ Θρᾳκικαὶ
 πόλεις αἶ πάραλοι κἀκείνου παρελθόντος ἔτι τῆς
στάσεως εἴχοντο, καὶ μᾶλλον τῶν ἄλλων τὸ Πάνιον
καὶ ἡ Πείρινθος, οὕτω γὰρ πάλαι ὠνόμαστο ἡ Ἡράκλεια,
μίσει τῷ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ἀλλὰ τὸ μὲν 
Πάνιον σεισμῷ τοῦ τείχους αὖ τοῦ πεσόντος ἑάλω, ἡ
 δ’ Ἡράκλεια διὰ τῆς θαλάσσης γέγονεν ἁλωτή. ταῦτα
τοίνυν κατορθώσας ὁ Μιχαὴλ ἐπάνεισι τροπαιοφορῶν,
καὶ ἱππικοῦ τελουμένου ἀγῶνος τοὺς τῷ
Θωμᾷ τὴν τυραννίδα συμπράξαντας ὄνοις ἐφεξομένους
εἰσαγαγὼν εἰσαγαγὼν εἰς τὸ θέατρον ὑπερορίαν αὐτῶν
 κατεδίκασε, μή τι πλέον κολάσας αὐτούς, εἰ μὴ δύο
τινὰς τὸν Χοιρέαν καὶ τὸν Ζαγορηνόν, μὴ πειθομένους
μηδὲ μετὰ τὴν κατάλυσιν τοῦ Θωμᾶ παραδοῦναι
τὰ φρούρια, ἃ κατεῖχον, ἑλὼν καὶ ἀνασκολοπίσας
ἀπ’ ἔκτεινε.

Τῇ γοῦν ἀποστασίᾳ τῇ τοῦ Θωμᾶ καὶ τοῖς ἐμφυλίοις πολέμοις τῶν Ῥωμαϊκῶν ἀσχολουμένων δυνάμεων C
ἄδειαν εὑρηκότες πᾶσαν οἶ πρὸς ἐσπέραν
Ἀγαρηνοί, οἱ τὸν τῆς Ἰβηρίας οἰκοῦσι κόλπον καὶ
λέγονται Ἱσπανοί, τῷ σφετέρῳ προσίασιν ἀρχηγῷ,
 ὂν αὐτοὶ καλοῦσιν Ἀμερμουμνὴν, καὶ ᾐτοῦντο ἀποικίαν
στείλασθαι, διὰ πλῆθος στενοχωρούμενοι. κἀκεῖνος
κατένευσε, καὶ τούτους παραλαβὼν σὺν τριήρεσιν
ἀπέπλευσε, τὰς ὑπὸ Ῥωμαίους νήσους περιιών
τε καὶ ληιζόμενος. ὡς δ’ ἧκε καὶ εἰς τὴν Κρήτην
 καὶ τὸ ταύτης ἔγνωκε πάμφορον, τοὺς μὲν πλείστους 
εἰς λείαν ἐκπέπομφεν, αὐτὸς δὲ μετ’ ὀλίγων
εἰς φυλακὴν δῆθεν παραλειφθεὶς τῶν νηῶν πῦρ

 
 ἐν ἔβαλε κατ’ αὐτῶν καὶ πάσας ἐνέπρησε. τεθορυβημένων
δὲ τῶν Ἀγαρηνῶν διὰ τοῦτο καὶ τὴν αἰτίαν
ζητούντων, ὁ Ἀπόχαψ, οὕτω γὰρ ὁ σφῶν ὠνόμαστο
ἀρχηγός, “ἀποικίαν ᾐτεῖσθε” φησίν· “ἰδοὺ τοίνυν
χώρα ῥέουσα μέλι καὶ γάλα καὶ ταύτην κατασχόντες 
οἰκήσατε”. ἐκείνων δὲ εἰπόντων “καὶ τὰ φίλτατα
ποῦ”; ὁ Ἀπόχαψ “ἐνταῦθα γυναῖκές εἰσιν” ἀνθυπήνεγκεν,
“ἐξ ὧν γενήσονται καὶ παῖδες ὑμῖν οὐ
μετὰ μακρόν.” τούτοις πεισθέντες οἱ ἐκ τῆς Ἄγαρτήν
τε νῆσον ὑφ’ ἑαυτοὺς ἐποιήσαντο καὶ τοὺς αὐθιγενεῖς 
ἐδουλώσαντο. ὅτε καὶ Κύριλλος ὁ Γορτύνης
ἐπίσκοπος ἀθλήσας ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρίου κεκόμιστο
στέφανον. θανούσης δὲ τῆς συζύγου τῷ βα-
 σιλεῖ ἐκεῖνος ὑπεκρίνετο μὲν εἰς τὸ προφανὲς δευτέροις
ὁμιλῆσαι γάμοις μὴ βούλεσθαι, κρύβδην δὲ 
πρὸς τοὺς ἐξόχους τῆς γερουσίας διεπέμπετο ἀξιοῦσθαι
παρ’ αὐ‘ῶν ἑτέραν τοῦ βίου κοινωνὸν εἰσοικίσασθαι.
καὶ ἡ σκῆψις ὡς εὐπρεπής· δεινὸν γὰρ
ἔφασαν εἶναι ἡμὰς μὲν βασιλεύεσθαι παρὰ σοῦ, τὰς
δ’ ἡμῶν συνοίκους βασιλίδος στερίσκεσθαι. ὁ δὲ 
πρότερον μὲν ἀκκιζόμενος τὴν ἀξίωσιν οὐ προσίεται·
λιπαρούντων δ’ ἐκείνων πίστεις ἐξ αὐτῶν
ἀπῄτει, εἰ βούλοιντο ἀγαγέσθαι αὐτὸν βασιλίδα, ὡς
καὶ μετὰ θάνατον αὐτοῦ βασίλισσαν ταύτην ἕξουσι
καὶ τὰ ἐκ ταύτης αὐτῷ φυησόμενα ὡς βασιλέας τιμήσουσι. 
ταῦτα δὲ τῶν τῆς συγκλήτου ἐγγράφως
αὐτῷ ἐπαγγειλαμένων, κἀκεῖνος αὐτοῖς προσεποιή-
 σατο πείθεσθαι καὶ εἰσοικίζεται γυναῖκά τινα, θυγατέρα
λεγομένην γενέσθαι τοῦ βασιλεύσαντος Κωνσταντίνου,
ὃν ἡ μήτηρ, ὡς ἤδη ἔμπροσθεν εἴρηται, 
 

 
ἐξετύφλωσεν. ἦν δ᾿ αὕτη κεκαρμένη πρὸ πλείονος
καὶ ἐν τῇ νήσῳ τῇ Πρίγκιπος ταῖς ἀσκουμέναις
ἐκεῖ μοναχαῖς ἐκ πρώτης τριχὸς συγκατείλεκτο,
καὶ ἡ κλῆσις τῇ γυναικὶ Εὐφροσύνη. τοῦ
 πατριάρχου δὲ Θεοδότου θανόντος, ὃς ἔξ ἔτη ἀσεβῶς
τῆς ἐκκλησίας ἐκράτησεν, Ἀντώνιος προεχειρίσθη,
ᾧ Κασσιματᾶς τὸ ἐπώνυμον, καὶ οὗτος δὲ τὴν περὶ
τὴν πίστιν δόξαν διέστραπτο. ὁ μέντοι βασιλεὺς
στόλον ἐκπέμπει κατὰ τῶν τὴν Κρήτην κατασχόντων
 Ἀγαρηνῶν. ἥττητο δέ, καὶ οἱ περιλειφθέντες ἐπαν
ῆλθον τῆς ἥττης αὐτάγγελοι. εἶτ᾿ αὖθις ἕτερον πολὺ 
ναυτικὸν ἑτοιμασάμενος ἔστειλε, τούτῳ στρατηγὸν
ἐπιστήσας τὸν Κρατερόν, ὃς συμβαλὼν τοῖς ἐν Κρήτη
Ἀγαρηνοῖς πρότερον μὲν εὐτύχησε, πολλοὺς ἐκείνων
 καὶ ζωγρήσας καὶ ἀνελών. εἶτα τῇ νίκῃ τεθαρρηκὼς
κἀκεῖνος καὶ ὁ ὑπ᾿ ἐκεῖνον λαός, ὡς ἤδη τῶν ἐναντίων
ἐκνενευρισμένων καὶ μὴ ἄν ποτε προσβαλεῖν
αὐτοῖς τολμησόντων, ἀνέσει ἑαυτοὺς καὶ πότοις ἐξέδωκαν
ἀφυλάκτως καὶ ὕπνωττον κατὰ τὴν νύκτα
 ἐκείνην σὺν ῥᾳστώνῃ πολλῇ. ἅπερ κατανοήσαντες.
οἱ πολέμιοι νυκτὸς αὐτοῖς ἐπῆλθον μετὰ μεγίστου
ἀλαλαγμοῦ καὶ πάντας διέφθειραν, ὡς μικροῦ μηδ᾿
ἄγγελον περιλειφθῆναι τῆς συμφορᾶς. καὶ αὐτὸς
γὰρ ὁ τοῦ στόλου ἐξάρχων ὁ Κρατερὸς ἐν πλοίῳ ἐμπορικῷ 
 φυγὰς ἀπιὼν κατελήφθη καὶ ἀνεσκολοπίσθη.
ἕτερος δέ τις αὖθις Ὠορύφας καλούμενος ναυτικὸν
πιστευθεὶς ἕτερον ἐπῄει τὰς νήσους, καὶ ταῖς
πειρατικαῖς ναυσὶ τῶν Ἀγαρηνῶν συνεπλέκετο, καὶ
τὴν τούτων ῥύμην τὴν πρὸς προνομὴν ἀνέκοπτε, καὶ
 τοὺς ἐν τῇ Κρήτῃ τοῦ προτέρου θράσους ἀνέστειλε.
καὶ κατὰ Σικελίαη δὲ στάσις ἑτέρα κεκίνητο. ἀνὴρ
γάρ τις Εὐφήμιος καοῦ κατάρχων τινὸς ἔρωτι περι-

 
μανεῖ μοναζούσης ἐλήφθη τινός, καὶ ταύτην ἅρπαγ-
 μὰ τίθεται. ἐξήτει εἰ τοίνυν τοῦτον ὁ στρατηγός, διὰ
τὸ ἁμάρτημα κολασθησόμενον. ὁ δὲ διὰ τοῦτο τῶ
τῆς Ἀφρικῆς ἀμηρᾷ φυγὼν προσελήλυθε, καί οἱ
προδοῦναι τὴν Σικελίαν ὑπισχνεῖτο καὶ φόρους αὐ- 
 τῷ παρέχειν πολλούς, εἰ βασιλεὺς ἀναρρηθείη ‘ρω-
μαίων. καὶ ὁ μὲν τὴν ἔφεσιν ἐκείνου πληροῖ καὶ
δύναμιν αὐτῷ δίδωσι βαρεῖαν. ὁ δ’ Εὐφήμιος αὐτῶ
τὴν Σικελίαν προδίδωσι. καὶ ἡ μὲν ὑπὸ τοὺς Ἀγαρηνοὺς
τὸν τρόπον τοῦτον ἐγένετο. ὁ δ’ Εὐφήμιος 
οὐ μετὰ μακρὸν δίκην ἐκτίνει τῆς οἰκείας παρανομίας
καὶ ἀπονοίας, καὶ στερίσκεται τῆς ζωῆς, ἀναιρεθεὶς
βιαιότατα. ὁ βασιλεὺς δὲ Μιχαὴλ ἐπὶ ἔτη
ὀκτὼ καὶ μῆνας ἐννέα ἀπολαύσας τῆς βασιλείας, νεφρίτιδι
νόσῳ καὶ ἐπισχέσει τῶν οὔρων ἢ δυσεντερίᾳ, 
λέγεται γὰρ καὶ ἄμφω, κατέστρεψε τὴν ζωήν, τῷ υἱῷ
Θεοφίλῳ τὴν βασιλείαν καταλιπών. ἐπ’ ἐκείνου δὲ
καὶ ἡ Δαλματία τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς ἀφηνίασε.
λέγεται δὲ καὶ ἀρχαῖον εἶναι χρησμὸν οὑτωσί πως
περιέχοντα· 
 
 ἀρχὴ κακῶν γε προσπεσεῖται τῇ χθονί, 
 ὅταν κατάρξῃ τῆς Βαβυλῶνος δράκων 
 δύσγλωττος οὗτος καὶ φιλόχρυσος λίαν. 
καὶ ἦν ὡς ἀληθῶς ἐκεῖνος λίαν φιλοχρυσότατος.

Αὐταρχήσας δὲ ὁ Θεόφιλος πρῶτον
ἔργον τὴν κόλασιν τῶν τῷ πατρὶ αὐτοῦ συναραμένων
εἰς τὸ τῆς βασιλείας τυχεῖν καὶ ἀνελόντων τὸν
Λέοντα. καὶ ἴνα μή τις αὐτῶν διαλάθοι, ἀθροίσας
τὴν γερουσίαν ἅπασαν περὶ τὰ βασίλεια, ἐντολὴν
ἔφη πληροῦν πατρικήν. ἐκεῖνον γὰρ βούλεσθαι μὲν 
ἀξίως ἀμείψασθαι τοὺς συνεργοὺς καὶ συμπράκτορας
τῆς βασιλείας αὐτῷ, μὴ μέντοι καιρὸν ἐσχηκέναι

 
ἐπιτελὲς ποιῆσαι τὸ βούλευμα, πρότερον μὲν πολέμοις 
ἀπασχολουμένῳ, εἶτα νοσήσαντι καὶ τὸν βίον
ἐκλελοιπότι. ἐντείλασθαι δέ οἱ τὴν ὀφειλὴν αὐτοῖς
ἀποδοῦναι φιλότιμον. καὶ προετρέπετο τοῖς τῷ πατρὶ
 ἐπὶ τῇ καθαιρέσει τοῦ Λέοντος συμπονήσασι τῶν
ἄλλων διακριθῆναι. οἱ δὲ μὴ συνέντες τὸ σκαιωρούμενον
ἰδίᾳ στάντες “ἡμεῖς “ἡμεῖς εἶπον “οἱ τῷ πατρὶ
τῷ σῷ συμμαχήσαντες”. καὶ ὃς αὐτίκα τὸ τῆς
ὑποκρίσεως περιελὼν προσωπεῖον καὶ “ἱνατί τῷ
 χριστῷ κυρίου φονίους ἐπηνέγκατε χεῖρας” ἔφη “καὶ
οὐ μόνον ἀνθρωποκτόνοι γεγόνατε, ἀλλὰ καὶ βασιλέως
αὐτόχειρες”; αὐτίκα τοίνυν ἐπιστραφεὶς πρὸς
τὸν ἔπαρχον “τούrους” εἶπε “παραλαβὼν ἀπόδος
αὐτοῖς ἀξίας ἀμοιβὰς τοῦ τολμήματος”. καὶ οἱ μὲν 
 παρὰ τοῦ ἐπάρχου κολασθέντες ἀνδροφόνων ἔδοσαν
δίκας. ὁ Θεόφιλος δὲ καὶ τὴν μητρυιὰν ἀπελάσας
τῶν βασιλείων εἰς τὴν προτέραν αὐτῆς μονὴν ἐν τῇ
τοῦ Πρίγκιπος νήσῳ ἀπήγαγε, μηδὲν ἀποναμένην
τῶν ὅρκων, οὓς ὁ Μιχαὴλ περὶ αὐτῆς ἐκ τῆς συγκλήτου
 ἀπῄτησε. γυναῖκα δ’ ἑαυτῷ εἰσοικίσασθαι
βουληθεὶς ὁ Θεόφιλος, πολλὰς πολλαχόθεν ὡραίας
κόρας συνήγαγεν, ἐν αἷς ἦν καὶ ἡ Εἰκασία, παρθένος
καὶ τὸ εἶδος καλὴ καὶ τῶν λοιπῶν ὑπερφέρουσα
καὶ λόγοις ὡμιληκῦα καὶ τὸ γένος ἐπίσημος. περιῄει
 γοῦν ταύτας θεώμενος καὶ μῆλον κατέχων χρυσοῦν, 
ἴν αὐτὸ ἐπιδῶ τῇ δοξάσῃ αὐτῷ ἀρεστῇ· ἐπεὶ δ’ A
ἦλθε κατὰ τὴν Εἰκασίαν περιιών, θαυμάσας ἐκείνην
τῆς ὡραιότητος ἔφη “ἐκ γυναικὸς ἐρρύη τὰ
φαῦλα”. ἡ δ’ ἠρέμα καὶ μετὰ σεμνοῦ ἐρυθήματος
 εὐστόχως πως ἀπεκρίνατο “ἀλλὰ καὶ διὰ γυναικὸς
πηγάζει τὰ κρείττω”. ὁ δὲ καταβροντηθεὶς ὥσπερ 
τῷ τῆς παρθένου λόγῳ τὴν μὲν παρῆλθε, τὸ μῆλον

 
δὲ τὸ χρυσοῦν τῇ ἐκ Παφλαγονίας Θεοδώρᾳ παρἐσχετο.
ἡ δ᾿ Εἰκασία τῆς βασιλείας ἀποτυχοῦσα
μονὴν ἐδείματο, ἣ τὴν ἐκείνης ἔσχε κλῆσιν ἐπίκλησιν,
καὶ ἐν αὐτῇ μονάσασα ἑαυτῇ ἔζη καὶ τῷ θεῷ,
τῆς λογικῆς παιδείας μὴ ἀλογήσασα. ὅθεν καὶ συγγράμματα 
ἐκείνης εὑρίσκονται εὐπαιδευσίας χαρίτων
 οὐκ ἄμοιρα. καὶ ἡ μὲν οὕτω διέθετο τὰ καθ᾿ ἑαυτήν,
καὶ ἀτευκτήσασα βασιλέως φθαρτοῦ τῷ παμβασιλεῖ
ἑαυτὴν ἐμνηστεύσατο καὶ ἀντὶ γεηρᾶς βασιλείας τὴν
ἐπουράνιον ἐκληρώσατο. ὁ βασιλεὺς δὲ Θεόφιλος τὴν 
Θεοδώραν ἑαυτῷ συνοικίζει, καὶ ὁμοῦ ταύτην καὶ
τῷ γαμηλίῳ στεφάνῳ καὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῖ διαδήματι
καὶ τοὺς γάμους τελεῖ. δικαιοσύνην δὲ μετιὼν
τοῖς ἀδικοῦσιν ἦν ἐπαχθὴς καὶ κολαστὴς αὐτῶν
ἀπαραίτητος. ἑκάστης οὖν ἑβδομάδος ἀπῄει διὰ 
τῆς ἀγορὰς ἔφιππος μετὰ δορυφορίας βασιλικῆς εἰς
τὸν ἐν Βλαχέρναις τῆς θεοτόκου ναόν. εἰ γὰρ καὶ
ταῖς θείαις εἰκόσιν τιμὴν οὐκ ἔνεμεν, ἀλλά γε τῷ
 σωτῆρι Χριστῷ καὶ τῇ θεομήτορι πίστιν ἐτήρει, ὡς
ἔλεγεν. ἀπιὼν οὖν καὶ οὕτω δημοσιεύων παρεῖχεν 
ἑαυτὸν τοῖς προσιοῦσιν εὐπρόσιτον, καὶ περὶ τῶν
ὠνίων ἐφρόντιζε καὶ ὅπως ἕκαστον τούτων πιπράσκεται
ἐπολυπραγμόνει καὶ ἐπυνθάνετο. καὶ εἰ πολλοῦ
τινα πιπρασκόμενα εὕρισκε, τὸν ἔπαρχον περὶ τούτου
ἀνέκρινε, καὶ ἢ καταγινώσκων αὐτοῦ ἔπαυε τῆς 
ἀρχῆς ἢ ἐπιπλήττων διώρθου. οὕτω γοῦν ποτε διιόντι
αὐτῷ προσῆλθε γυνὴ ἀδικεῖσθαι λέγουσα παρὰ τοῦ
δρουγγαρίου τῆς βἱγλας, οὗτος δ᾿ ἦν σύγγονος τῆς
Αὐγούστης, καλούμενος Πετρωνᾶς, οἰκεῖν γὰρ αὐτῷ
ἐν γειτόνων, τὸν δὲ τὰς ἑαυτοῦ διαίτας ὑψοῦντα
τῇ αὐτῆς οἰκίᾳ ἐπισκοτεῖν. ἡ μὲν οὖν ταῦτα ἐπενεκάλει
 τῷ Πετρωνᾷ. ὁ δὲ πρὸς τοῦ βασιλέως μεIα-

 
κληθεὶς καὶ τί ἂν λέγοι τὸ γύναιον ἐρωτώμενος, ματαιάζειν
ἔφη αὐτό. καὶ ὁ βασιλεύς “μηκέτι μου δεηθείη
περὶ τούτου” φησί “καὶ οὐκ ἔσται σοι πρὸς
καλοῦ.” καὶ τῇ γυναικὶ ἐνετείλατο πρὸς τὸν Πετρωνᾶν
 ἀφικέσθαι, καὶ εἰ μὴ τὴν βλάβην θεραπευθείη,
αὖθις αὐτῷ προσελθεῖν. προσῄει τῷ Πετρωνᾷ ἡ
γυνή· ὁ δὲ οὐδὲν αὐτῇ τοῦ κακοῦ θεράπευμα ἔθετο.
ἡ δ᾿ ἀπογνοῦσα δι᾿ ὄχλου γέγονε καὶ αὖθις τῷ βασιλεῖ·
καὶ ὃς αὐτίκα τῶν τῆς συγκλήτου τισὶν ἀπελθεῖν
 ἐπέταξε καὶ κατασκοπῆσαι εἰ βλάπτοιτο ἡ γυνή.
οἱ δὲ ἀπῆλθον εὐθὺς καὶ τὴν βλάβην ἔγνων, καὶ 
ταύτην ἀπήγγειλαν. καὶ ὁ βασιλεὺς ἔτι ἐπ᾿ ἀγορᾶς
προϊών, αὐτοῦ που στάς, γυμνωθῆναι τὸν Πετρωνᾶν
καὶ τυφθῆναι καὶ στέρνα καὶ νῶτα προσέταξε,
 τὰ δ᾿ ὑπ᾿ αὐτοῦ δομηθέντα πρὸς βλάβην τῆς γυναικὸς
καθαιρεθῆναι καὶ ταύτῃ προσκληρωθῆναι καὶ
τὰς ὕλας καὶ τὸν τόπον αὐτόν. τοῦτο μὲν οὑν τοῦ
περὶ τὸ δίκαιον ζήλου τοῦ Θεοφίλου εἴρηται γνώρισμα.
εἰρήσθω δέ τι καὶ ἕτερον τῆς τε δικαιοπραγίας
 ἐκείνου καὶ τῆς περὶ τὸ ὑπήκοον προνοίας σημαντικόν.
προσώpμιδἐ ποτε τῷ περὶ τὰ ἀνάκτορα λιμένι
φορτὶς βμάρει τῶν ἀγωγίμων πεφορτισμένη καὶ τουτῳ
μέχρις ἐσχάτου ζωστῆρος καταβεβαπτισμένη· ἴτυχε
δὲ προκύψας ὁ βασιλεὺς ἄνωθεν, καὶ θαυμάσας τὴν 
 ναῦν, διά τινος τῶν αὐτῷ ἑπομένων τίνοις ἄν εἴη
ἐπύθετο. ὡς δὲ τῆς Αὐγούστης εἶναι μεμάθηκε καὶ
ὧς ἄρτι ἀνήχθη ἐξ ἐμπορίας, ἣν ἐν τοῖς τῆς Συρίας
οἱ πρὸς τῆς βασιλίσσης σταλέντες ἐποιήσαντό μερεσιν,
μέρεσιν, εἴ τι μὲν τοῖς τοῦ πληρώματος τῆς νηὸς πρόσε 
 ἐξενεγκεῖν αὐτοῖς αὐτίκα ἐκέλευσε, τῶν δὲ τῆς
Αὐγούστης ἅψασθαι μηδενός. ὡς δὲ τοῦτο γέγονε
καὶ τοὺς ἄνδρας ἐκεῖθεν ἀπήλασεν, ὑγρὸν κατ᾿ αυ-

 
τῆς ἐπήνεγκε πῦρ καὶ αὐτόφορτον κατενέπρησεν, καὶ
τῇ βασιλίσσῃ ἐλοιδορήσατο, “βασιλέα με” λέγων
“ἀναδείξαντος τοῦ θεοῦ σὺ βιάζῃ ποιῆσαί με ναύκληρον.
ἴσθι δὲ ὅτι τοῖς ἰδιώταις τὸ ἐμπορεύεσθαι
 προσκεκλήρωται, ἔν᾿ ἐκεῖθεν τὰς πρὸς τὸ ζῆν πορίζοιντο 
ἀφορμάς. εἰ δ᾿ ἡμεῖς μετὰ τῆς βασιλικῆς
εὐετηρίας καὶ τὰ ἐξ ἐμπορίας ἑαυτοῖς περιποιεῖσθαι
πειρώμεθα, πόθεν ἂν οἱ τῆς τύχης τῆς ἰδιώτιδος τὰ
ζωαρκῆ συμπορίσαιντο.”

Τῇ᾿ δὲ βασιλίσσῃ πατρὶς ἦν ἡ χώρα τῶν Παφλαγόνων, 
πατέρες δ᾿ αὐτῇ Μαρῖνος καὶ Θεοκτίστη τῶν
εὖ γεγονότων ἐν τῇ χώρᾳ τῇ κατ᾿ αὐτούς, εὐσεβεῖς
δὲ ἄμφω καὶ τῶν σεβασμίων εἰκόνων προσκυνηταί.
τῆς δὲ Θεοδόρας τῷ βασιλεῖ συζυγείσης καὶ ἡ μήτηρ
αὐτῆς Θεοκτίστη, ἣ καὶ Φλωρῖνα ἐπωνομάζετο, ζωστὴ 
καὶ πατρικία τετίμητο. ᾤκει δὲ κατὰ τὴν μονὴν τῶν
 Γαστριῶν, ὡς δέ τινες λέγουσι καὶ τὴν μονὴν αὐτὴν
ἐκείνη ἐδείματο. ὡς γοῦν πρὸς μάμμην ἀπήγοντό
ποτε πρὸς αὐτὴν τὰ τοῦ βασιλέως θυγάτρια, ἦσαν
δὲ πέντε, καὶ αἱ κλήσεις ἐκείνων αὗται, Θέκλα καὶ 
Ἄννα, Ἀναστασία τε καὶ σὺν Πουλχερίᾳ Μαρία. ἡ
δὲ δωρήμασι τὰς παῖδας ἐδεξιοῦτο, καὶ ἰδίᾳ παραλαμβάνουσα
παρῄνει τὰς ἁγίας εἰκόνας σεβάζεσθαι,
καὶ ἐκ κιβωτίου σεβάσμια ἐκφέρουσα ἐκτυπώματα
προσκυνεῖν αὐτὰ παρεσκεύαζε τὰς θυγατριδᾶς καὶ 
ἀσπάζεσθαι, καὶ ταῖς κεφαλαῖς αὐτῶν ἐπετίθει καὶ
ταῖς προσόψεσι. καί ποτε ἐκεῖθεν ἐπανηκούσας τὰς
παῖδας ἠρώτα ὁ βασιλεὺς τί παρὰ τῆς μάμμης αὐταῖς
 γἐνοιτο καὶ τίνα παρ᾿ ἐκείνης αὐταῖς λέγοιντο. αἱ
μὲν οὖν λοιπαὶ ἐσιώπων, ἡ Πουλχερία δὲ νηπιάζουσα 
ἔτι τἄλλα τε διηγεῖτο ψελλιζούσῃ φωνῇ καὶ προσεπῆγεν
ὡς εἴη τῇ μάμμῃ νινία ἐν κιβωτίῳ, τὰς εἰκό-

 
νᾶς οὕτω καλοῦσα, καὶ ταῦτα τῇ κεφαλῇ καὶ τοῖς
προσώποις ἡμῶν ἐπιτίθησι καὶ ἀσπάζεσθαι δίδωσιν.
ἐντεῦθεν τὰς σεπτὰς εἰκόνας γνοὺς διδάσκεσθαι
προσκυνεῖν τὰς αὐτοῦ θυγατέρας παρὰ τῆς μάμμης,
 οὐκέτι πρὸς αὐτὴν ἀπάγεσθαι τὰς παῖδας παρακεχώρηκεν,
ἕτερον δὲ οὐδὲν λυπηρὸν εἰς τὴν Θεοκτίστην
εἰργάσατο, αἰδούμενος ἐκείνην διὰ τὸ κῆδος καὶ
πλέον διὰ τὴν ἀρετήν, ἣ καὶ πολλάκις ἤλεγχε τοῦτον,
ὅτι τοὺ ’ς ὀρθοδόξους ἐκόλαζε καὶ ταῖς ἱεραῖς εἰκόσιν
 ἐνύβριζε, καὶ διὰ ταῦτα ἀπεχθῶς διακεῖσθαι πρὸς 
αὐτὸν ἐπληροφόρει πᾶν τὸ ὑπήκοον. τοιοῦτον δή τι
καὶ περὶ τὴν βασιλίδα ἐγένετο. ἦν τι παρὰ τοῖς
ἀνακτόροις ἀνθρώπιον καὶ τοῦ νοῦ πάσχον καὶ τῆς
γλώσσης παρακοπήν, καὶ ἦν οἷον ἄθυρμά τι τῷ βασιλεῖ·
 τῷ δὲ τοιούτῳ τυγχάνοντι ἦν καὶ ἡ γυναικωνῖτις
βατή. καί ποτε τὸν τῆς Αὐγούστης εἴσεισι
θάλαμον· ἡ δ’ ἔτυχε τότε ἁγίας εἰκόνας ἀσπαζομένη
καὶ προσκυνοῦσα, ἐτίμα γὰρ διαφερόντως ἀγνοίᾳ
τοῦ ξυνευνέτου, τὸ δ’ ἀνθρωπάριον ἐκεῖνο τὰ θεῖα
 θεασάμενον ἐκτυπώματα, “τί ταῦτα;” ἤρετο τὴν βασίλισσαν.
ἡ δὲ ἀφελῶς πως πρὸς ἐκεῖνο “ταῦτα” εἷπε 
“τὰ καλά μου νινία.” ἐκεῖθεν οὖν ἐξελθὸν τὸ παράφορον
ἐκεῖνο ἀνδράριον εὗρε τὸν Θεόφιλον ἑστιώμενον.
ἤρετο οὖν ὁ βασιλεὺς αὐτὸν ὅθεν ἥκει. ὁ δὲ
 παρὰ τῇ Μάννᾳ πορευθῆναι ἀντέφησεν, οὕτω γὰρ
ἐκάλει τὴν δέσποιναν, καὶ ἔχειν αὐτὴν ἔλεγε νινία
καλά. εἰκόνας οὖν εἶναι τὰ νινία ὑποτοπήσας ὁ βασιλεύς,
ἐξώργιστο καὶ πρὸς τὴν βασιλίδα πνέων θυμοῦ
καὶ ὕβρεις ὕβρεις ἐκείνης κατέχεε καὶ εἰδωλολάτριν 
 ὠνόμαζε, τὰ εἰρημένα παρὰ τοῦ Δένδερι διηγούμενος·
οὕτω γὰρ τό παρακεκομμένον ἐκεῖνο ἐκαλεῖτο
ἀνθρώπιον. ἡ δὲ σοφῶς τὸν ἄνδρα κατεσοφίσατο·

 
 “οὐ γὰρ εἰκόνας εἶδεν ὁ Δένδερις” ἔλεγεν, “ἀλλὰ τῶ
κατόπτρῳ μου ἐνατενιζούσης τὰς ἐκεῖθεν ἀντανακλωμένας
ἐώρα μορφὰς καὶ ταύτας ωιωία ὠνόμασεν.”
οὕτω πιθανῶς τὸν λόγον συμπλάσασα τὴν ὀργὴν τοῦ
βασιλέως ἐμάλαξε καὶ τὸν θυμὸν κατεστόρεσεν. ἦν 
δὲ τοῖς εὐσεβέσι λίαν βαρύς, σπεύδων πάντας τῆς
οἰκείας δυσσεβείας ποιήσασθαι κοινωνούς, καὶ ὥσπερ
τοῦ δικαίου διάπυρος ἦν ζηλωτής, οὕτω καὶ τῆς εὐσεβείας,
ὡς ἐκείνῳ ἐδόκει, καὶ ἀποστῆσαι τῆς τῶν
εἰκόνων τιμῆς ἐφιλονείκει περιμανῶς τὸ ὑπήκοον. 
ἐντεῦθεν ἐκόλαζε πλείστους, τῆς εἰδωλομανίας, ὡς
ἔλεγεν ἀκολάστῳ γλώσσῃ, αὐτοὺς ἀφιστῶν, καὶ πολλοὺς
εἰργάσατο ὁμολογητάς. Ἰωάννην δὲ τὸν σύγκελλον,
ὃς αὐτοῦ διδάσκαλος γέγονε καὶ τῆς δυσσε-
 ἦν κοινωνός, πρὸς τοὺς Ἀγαρηνοὺς ἐξαπέστειλεν, 
ἐπιδείξασθαι σφίσι τὸν πλοῦτον τῆς βασιλείας
Ρωμαίων βουλόμενος. στέλλει δ’ αὐτὸν σὺν χρήμασι
μάλα πολλοῖς, ὧν τὰ μὲν δῶρα πέπομφε τῷ τῶν
Ἀγαρηνῶν ἀρχηγῷ, τὰ δὲ εἰς ὑπηρεσίαν τῷ πεμφθέντι
ἀπένειμεν, ἐν οἷς καὶ διττὰ ἐτύγχανον χερνιβόξεστα 
χρύσεα τε καὶ διάλιθα καὶ τέχνης ἀκριβοῦς
ἐνδεικνύμενα χάριτας. τούτων δὲ πάντων ἐπέκεινα
λέγεται δοῦναι αὐτῷ καὶ χρυσοῦ χαράγματα κεντηνάρια
τεσσαράκοντα, ἔν ἔχοι δωρεῖσθαι τῶν Ἀγαρηνῶν
οἶς βούλοιτο φιλοτίμως τε καὶ δαψιλῶς, κἀντεῦθεν 
τοὺς βαρβάρους ἐκπλήττοι, λογιζομένους ὡς εἰ
τοσοῦτον οἶ τοῦ ἄνακτος εὐποροῖεν, αὐτὸς ἐκεῖνος
 πόσου ἄν εἴη κύριος πλούτου. ἀφικόμενος οὖν εἰς
τὴν τοῦ Βαγδᾶ πόλιν ὁ σύγκελλος, αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ
παλαιὰ Βαβυλών, καὶ τῷ τῶν Ἀγαρηνῶν ἀρχηγῷ 
εἰς θέαν ἐλθὼν καἰ διαλεχθεὶς καὶ τὰ ἐκ βασιλέως
δῶρα προσαγαγών, καὶ διὰ ταῦτα καὶ διὰ τὴν τοῦ

 
λόγου δύναμιν, ἦν γὰρ εἰς διάλεξιν περιδέξιος, καὶ
ἐτιμᾶτο καὶ ἐθαυμάζετο. πλέον δ’ ἐξεθάμβησε τοὺς
βαρβάρους φιλοτιμότατα πρὸς αὐτοὺς διακείμενος.
εἰ γάρ τινες ἐκείνῳ προσῄεσαν ἢ παρὰ τοῦ σφετέρου
 στελλόμενοι ἄρχοντος ἢ κατά τινα χρείαν ἄλλην,
χρήμασιν αὐτοὺς ἐδεξιοῦτο μεγάλοις, ὡς καὶ χαίρειν
καὶ τεθηπέναι τοὺς ταῦτα λαμβάνοντας. ὁμέστιον 
δέ ποτε τοῦτον τοῦ Ἀμερμουμνῆ ποιουμένου, τὸ ἴν
τῶν χρυσῶν ἐκείνων χερνιβοξέστων εἶχεν ἐκεῖ, ὕδωρ
 αὐτῷ ἐπιχέων κατὰ χειρός· τοῦτο γοῦν ἀμελῶς κείμενον,
οὕτω γὰρ ποιῆσαι τοῖς αὐτοῦ θεράπουσιν
ἐνετείλατο, ἔν’ ἀπόληται, παρά του ἐκλάπη. ὡς δὲ
ζητοῦ μένον οὐκ ἦν, οἶ βάρβαροι θροῦν ἤγειραν, καὶ
τὸ πολύτιμον ἐκείνου καὶ τὸ κάλλος θαυμάζοντες. ὁ
 δὲ μὴ μέλειν αὐτῷ περὶ τοῦ ἀπολομένου εἰπὼν τοῖς
μὲν βαρβάροις ἔκπληξιν ἐνεποίησε, τοιούτου χρήματος
καὶ ἀφροντιστοῦντα ὁρῶσιν αὐτόν, τοῖς δ’ ἑαυτοῦ
θεράπουσι τὸ ἕτερον ἐνεγκεῖν προετρέπετο, ὃ
κομισθὲν εἰς πλέον θάμβος τοὺς βαρβάρους ἐνῆκεν. 
 ἀντιφιλοτιμούμενος δὲ καὶ ὁ τῶν Ἀγαρηνῶν ἀρχηγὸς
πολλοῖς τὸν Ἰωάννην ἐδεξιοῦτο δωρήμασι, καὶ
ἐπὶ πᾶσιν αὐτῷ αἰχμαλώτους παρ’ ἔσχετο· ἑκατόν, ἀμφιάσας
αὐτοὺς λαμπροτέροις ἐσθήμασιν. ἐπανελθὼν
οὖν ἐκεῖθεν ὁ Ἰωάννης καὶ τῷ βασιλεῖ τὰ ἐκεῖ διη- 
 γούμενος καὶ τῶν ἀρχικῶν οἰκιῶν σχήματά τε καὶ
ποικιλίαν, εἰς ἔρωτα κεκίνηκε τοιαῦτα δομήσασθαι.
καὶ μέντοι ἐπέταξεν ἐν τῷ Βρύαντι δείμασθαί οἶ
ἀνάκτορα τοῖς ἐν Συρίᾳ ἐοικότα ἐν ἅπασι· καὶ ὃς
ἐπιστατῶν τοῖς τούτων δομήτορσι, καὶ σχήματα διδάσκων
 καὶ μέτρα εὔρους τε καὶ μήκους καὶ ὕψους, 
ταχὺ τὰς οἰκοδομὰς ἐξεπέρανεν.

Οὗτος ὁ βασιλεὺς καὶ τὰ πάραλα τείχη τῆς πό- 
 
λέως πεπονηκότα τότε καὶ ἐκ τῆς τοῦ χρόνου παραρροῆς
καὶ ἔκ τινων συμπτωμάτων ἑτέρων ἀνεκαίνισε
μεγαλοπρεπῶς, εἰς ὕψος πλέον ἤ πρότερον ἦσαν
ἐπάρας αὐτά, καὶ ξενῶνα μέγιστον εἰς ὄνομα οἰκεῖον
ἀνήγειρεν, ἐν τόπῳ οὗ πρότερον ἦν ἑταιρουσῶν γυναικῶν 
καταγώγιον. ἦν δὲ καὶ περὶ τὰ ἀφροδίσια
ἐγκρατής, ὡς ἅπαξ ποτὲ ἔρωτι παιδίσκης ἁλῶναι
ὑπηρετουμένης τῇ βασιλίδι, τὴν ὥραν διαπρεποῦς.
τῆς Θεοδώρας δὲ διὰ τοῦτο ἀλγούσης, ἐπόμνυσθαί
φασιν ἐκεῖνον μὴ ἄλλοτε μηδ’ ἑτέρας πεῖραν λαβεῖν 
 γυναικός, καὶ ἐπὶ τῷ ὀλισθήματι δάκνεσθαι καὶ συγγνώμην
ἐξ ἐκείνης αἰτεῖν. ἀλλὰ ταῦτα ἡ περὶ τὰς
σεπτὰς εἰκόνας αὐτοῦ μανία εἰς οὐδὲν ἐποίει λογίζεσθαι.
ἐλύττα γὰρ ἄντικρυς καὶ πλέον ἐμεμήνει
τῶν πρὸ αὐτοῦ, καὶ ὠμότερος τῶν τιμητῶν τῶν 
ἱερῶν ἐκτυπωμάτων ἦν κολαστής, ἀλλὰ μὴν καὶ τῶν
γραφαῖς τυπούντων αὐτά. ὅθεν καί τινα μοναχὸν
Λάζαρον, περιβόητον ὄντα τηνικαῦτα περὶ τὴν γραφικήν,
ἀπηνῶς αἰκισάμενος καθεῖρξεν εἰς δεσμωτήριου·
ὡς δ’ ἐκ τῶν πληγῶν ἐκεῖνος ῥαίσας αὖθις 
τὰς χεῖρας ἁγίων εἰκόνων ἐδίδου γραφαῖς, πέταλα
ὁ τύραννος ἐκέλευσεν ἐκπυρωθέντα σιδήρεα τοῖς
 τοῦ Λαξάρου ἐπιτεθῆναι καρποῖς, ἔνα μὴ τοὺς πόνους
τῶν καρπῶν αὐτοῦ οἱ εὐσεβοῦντες ἔχοιεν
προσκυνεῖν. ὁ μὲν οὖ ’ν ὑπέστη ταύτην ὑπὲρ τῶν 
σεβαστῶν εἰκόνων τὴν κόλασιν, ἐψεύσθη δὲ τῶν ἐλπίδων
ὁ τύραννος. λέγεται γὰρ μετὰ τὴν κόλασιν
τῆς εἱρκτῆς ἐκβληθεὶς ὁ ὁμολογητὴς ἐκεῖνος,
ἔτι τὰς πληγὰς φέρων ἐν ταῖς χερσί, τῆς θείας χάριτος
συνεφαπτομένης αὐτῷ εἰκόνας διαχαράξαι 
σεπτάς, μετὰ δὲ τὴν τοῦ τυράννου κατάλυσιν τὸ ἐν
τῇ Χαλκῇ τοῦ σωτῆρος ἐκτύπωμα γράψαι, καὶ οἷον

 
ἄρτι ὁρᾶται, ἀναστηλῶσαι αὐτό, τῆς πρῴην οὔσης
θείας εἰκόνος ἐκεῖ πάλαι ἀποξεσθείσης. οὗτος καὶ
τοὺς αὐταδέλφους ἄμφω καὶ ὀμολογητὰς τὸν Θεοφάνη
καὶ τὸν Θεόδωρον, ἐλέγξαντας τὴν ἐκείνου 
 δυσσέβειαν, ἐκ χρήσεων προφητικῶν τε καὶ γραφμ
πρῶτον μὲν σφοδρῶς κατῃκίσατο, εἶτα καὶ τὰς
ὄψεις αὐτῶν κατέστιξε, καὶ ταῖς στιγμαῖς μέλαν
ἐπέχεε, γράμματα δ᾿ ἐτύπουν τὰ στίγματα· τὰ δ᾿
ἦσαν ἴαμβοι οὗτοι·
 πάντων ποθούντων προστρέχειν πρὸς τὴν πόλιν, 
 ὅπου πάναγνοι τοῦ θεοῦ λόγου πόδες 
 ἔστησαν εὶς σύστασιν τῆς οἰκουμένης 
 ὤφθησαν οὗτοι τῷ σεβασμίῳ τόπῳ 
 σκεύη πονηρὰ δεισιδαίμονος πλάνης 
 ἐκεῖσε πολλὰ λοιπὸν ἐξ ἀπιστίας 
 πράξαντες αἰσχρὰ δεινὰ δυσσεβοφρόνως. 
 ἐκεῖθεν ἠλάθησαν ὡς ἀποστάται, 
 πρὸς τὴν πόλιν δὲ τοῦ κράτους πεφευγότες 
 οὐκ ἐξαφῆκαν τὰς ἀθέσμους μωρίας 
 ὅθεν γραφέντες ὡς κακοῦργοι τὴν θέαν 
 κατακρίνονται καὶ διώκονται πάλιν. 
πολλοὺς δὲ καὶ ἄλλους ὁ διώκτης οὗτος ἀνέδειξεν
ὁμολογητὰς καὶ τέλει μαρτυρικῷ παραδέδωκεν, οὓς
ἀπαριθμεῖν ἑτέρας ἂν εἴη πραγματείας καὶ ἄλλου
 καιροῦ. ἐφιλοτιμεῖτο δὲ καὶ μελῳδεῖν· λέγονται μὲν 
οὖν καὶ ἕτερα ἐκείνου ποιήματα, πρὸς τοῖς ἄλλοις
δὲ καὶ τὸ κατὰ βαῖοφόρον ἑορτὴν ᾀδόμενον στιχερὸν
τὸ “ἐξέλθετε, ἔθνη, ἐξέλθετε καὶ λαοί.” πέντε δὲ γατέρων 
πατὴρ γεγονὼς παιδὸς ἔτι οὐκ ἔτυχεν ἄρρενος·
 ρενος· τῶν δὲ θυγατέρων ὑπερηγάπα τὴν νεωτέραν
Μαρίαν ὠνομασμένην, ἐφ᾿ ἧ καὶ κηδεστὴν ἐποιήσατο
Ἀλέξιον τὸν λεγόμενον Μωσηλέ, ἄνδρα ἐξ Ἀρμε-

 
νίων τοῦ γένους τῶν Κρινιτῶν, ἐν ἀκμῇ τῆς ἡλικίας
καὶ τὴν ὄψιν χαρίτων μεστόν, ὃν πρότερον μὲν ἄλλοις
ἐτίμησεν ἀξιώμασιν, εἶτα ἀνεῖπε καὶ Καίσαρα.
συνάψας δ’ ἐκεῖνον τῇ θυγατρὶ καὶ οὕτω τιμήσας
σὺν στρατεύμασι πρὸς Λογγιβαρδίαν ἐξέπεμψεν. οὕτω 
δὲ ὑψωθεὶς οὐκ ἔμελλε τὸν φθόνον φυγεῖν. διεβέβλητο
γοῦν πρὸς τῶν βασκαινόντων ὡς τῆς βασι-
 λείας ἐρῶν· οὐκ ἔδρα δὲ κατὰ τοῦ Καίσαρος ἡ διαβολή,
ἕως ἡ τοῦ βασιλέως θυγάτηρ τοῖς ζῶσιν ἡρίθμητο.
ἐπεὶ δ’ υἱὸς ὁ Μιχαὴλ ἐτέχθη τῷ βασιλεῖ, καὶ 
ἡ τοῦ Καίσαρος ἐτεθνήκει εὐνέτειρα, ἐκεῖνος εὐθὺς
μετετάξατο, καὶ κείρεται μὲν τὴν τρίχα ἑκών, ἀμφιέννυται
δὲ τριβώνιον καὶ τοῖς μονάζουσι κατατάττεται,
καὶ τὸ τοῦ Ἀνθεμίου λεγόμενον ἐδείματο
ἀσκητήριον, ἐν ᾧ διάγων τὸν βίον κατέλυσε καὶ 
ἐτάφη ἐκεῖ. τῶν δὲ Ἀράβων ταῖς Ῥωμαϊκαῖς ἐπελόντων
χώραις ὁ Θεόφιλος ἐξεστράτευσε κατ’ αὐτῶν,
ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ τὸν Θεόφοβον καὶ τὸν Μανουήλ.
τὼ δ’ ἤστην ἄνδρε καὶ γενναίω καὶ ἀγαθὼ τὰ πο-
 λεμικά, ὧν ὁ μὲν Μανουὴλ δῆλος ἅπασιν ἦν καὶ τοῖς 
ἐναντίοις αὐτοῖς πολλάκις τε στρατηγήσας καὶ ἀριστεύσας
καὶ πρωτοστράτωρ τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ
τοῦ Ῥαγγαβὲ γεγονώς. ὁ δὲ Θεόφοβος γένους μὲν
κατήγετο Περσικοῦ, ἐτράφη δ’ ἐν τῇ βασιλίδι τῶν
πόλεων καὶ παρ’ αὐτῇ διῆγεν, ἀφανὴς ὢν καὶ μηδὲ 
γινωσκόμενος. λέγεται δὲ τὸν πατέρα αὐτοῦ ἐκ τῆς
παρὰ Πέρσαις βασιλικῆς ἐκφῦναι φυλῆς. έκλελοιπότων
δὲ τοῖς Πέρσαις τῶν ἐκ τοῦ βασιλείου γένους,
μαθεῖν αὐτοὺς ὡς ἔστι παρὰ Ῥωμαίοις ἀνὴρ ἐκ γένους
ἕλκων βασιλικοῦ τὴν σειράν, καὶ ἀφικέσθαι 
ζήτησιν ποιουμένους αὐτοῦ. ὡς δ’ εὑρέθη ζητούμενος,
γέγονεν ἐντεῦθεν γνωστὸς καὶ τῷ βασιλεῖ καὶ

 
εἰς μέγα τύχης ἀνήχθη, πατρίκιος τιμηθεὶς καὶ τῇ
τοῦ βασιλέως συνοικισθεὶς ἀδελφῇ. τούτοις οὖν τοῖς 
εἰρημένοις ἀμφοῖν ἀνδράσι πεποιθὼς ὁ Θεόφιλος
ἀντεπῆλθε τοῖς ἐναντίοις. ὡς οὖν ἀλλήλων ἄγχιστα
 ἐπήξαντο τοὺς χάρακας τὰ στρατεύματα, ὁ τῶν Σαρακηνῶν
ἀρχηγὸς Ἰμβραήλ, ἕνα τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν
στρατηγῶν μετὰ λαοῦ μυριάδων ὀκτὼ εἰς ἀντιπαράταξιν
τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος καταλελοιπός,
αὐτὸς μετὰ τῶν ἄλλων ἀνεχώρησεν, ἤ δειλαινόμενος
 ἣ ἀλαζονευόμενος. συμβαλόντων δὲ τῶν στρατευμάτων,
πολλοὶ μὲν ἑκατέρωθεν ἔπιπτον, τέλος δὲ πρὸς
ὑπαγωγὴν ἐκλίθησαν αἱ σχολαί, καὶ κἂν ἥλω καὶ ὁ
βασιλεὺς αὐτός, εἰ μὴ Θεόφοβος μετὰ τοῦ περὶ αὐτὸν
στρατεύματος Περσικοῦ καὶ χειρὶ ἐβοήθησε καὶ
 στρατηγήμασι τοὺς τῆς Ἅγαρ κατεσοφίσατο. τότε 
μὲν οὖν ἐπανέζευξεν εἰς τὴν κατεσοφίσατο. ὁ βασιλεύς.

Τῷ δ᾿ ἐφεξῆς αὖθις ἔτει στρατεύει, καὶ συμμίξας τοῖς ἐκ τῆς Ἅγαρ ἐπικρατέστερος γίνεται, καὶ
 πολὺ μὲν πλῆθος αὐτῶν πέπτωκε, πλείους δ᾿ ἐάλωσαν
δοριάλωτοι, ἐν οἶς ἦν καί τις ἀνὴρ τῷ τῶν σχολῶν
δομεστίκῳ γνώριμος καὶ μαρτυρούμενος ὑπ᾿
αὐτοῦ ὡς καὶ τὴν χεῖρα γενναῖος καὶ περιδέξιος καὶ
εὐφυῶς ἱππαζόμενος καὶ δύο μεταχειριζόμενος δόρατα.
 θριάμβου τοίνυν ἐπὶ τῇ νίκῃ καταγομένου ἐν 
ἱππηλασίας ἀγῶνι, τὸν ἐπαινούμενον ἐκεῖνον Ἀγαρηνὸν 
ἱππάσασθαι καὶ τὰ δύο μεταχειρίσασθαι δόρατα
ἐκέλευσεν ὁ κρατῶν. καὶ ὃς ἐπεδείκνυτο κατὰ
τὸ κέλευσμα τοῖς ὁρῶσι τὸ ἀμφοτεροδέξιον. καὶ ὁ
 βασιλεὺς τοῦτον ἐπῄνει τε καὶ ἐθαύμασεν. ὁ γοῦν
Κρατερὸς Θεόδωρος, ὃς μετ᾿ ὀλίγον τῷ μαρτυρικῷ
κατεκοσμήθη στεφάνῳ, τῶν τεσσαράκοντα δύο μαρ-

 
τυρῶν εἶς ὤν, παρεστὼς τότε τῷ Θεοφίλῳ ἐχλεύαζε
τὸν ἀγαρηνόν. ὀργῆς δ’ ἐπὶ τῇ χλεύῃ πλησθεὶς ὁ
κρατῶν ‘σὺ δ᾿ ” ἴφη “ὦ θηλυδρία, ἐκτομίας γὰρ ὁ
Κρατερὸς ἐτύγχανεν ὤν, ἐνδείξῃ τοιοῦτόν τι;” καὶ
ὁ Κρατερὸς “δύο μέν’ ἴφη “δόρατα στρέφειν οὐκ 
 ἤσκησα, ὅτι μηδὲ δεῖ τῇ μάχῃ παιγνίων, ἀλλὰ σπουδῆς,
ἔν δὲ μεταχειριζόμενος, σὺν θεῷ δ’ εἰρήσθω,
τοῦτον καταβαλῶ.” ἐκμανεὶς δ’ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὁ βασιλεὺς
καὶ ὀμόσας καθ’ ἑαυτοῦ “ἦ μῆν’ ἔφη “τεθνήξῃ,
εἰ μὴ αὐτίκα τοῦτον καταβαλεῖς.” ὁ δὲ μὴ 
ὑπερθέμενος καὶ συνεμαχέσατο τῷ Ἀγαρηνῷ καὶ τοῦ
ἵππου κατέβαλε. πάλιν οὖν τῷ βασιλεῖ στρατεία κατὰ
τῶν Ἀγαρηνῶν, καὶ πάλιν μάχη, καὶ τό τῆς μάχης
τέλος τοῖς Ῥωμαίοις οὐκ ἀγαθόν. μικροῦ γὰρ
ἀπήχθη ἂν καὶ ὁ βασιλεὺς δοριάλωτος παρὰ τῶν 
Ἰσμαηλιτῶν κυκλωθείς. ὡς δ’ ἔγνω τοῦτο ὁ Μανουήλ,
ἐμβοησάμενος τοὺς περὶ αὐτὸν μέσον εἰσελαύνει
τῶν πολεμίων, καὶ τῷ βασιλεῖ φησίν “ἀκολούθει
μοι”· ἵστατο γὰρ ἐκ δειλίας ἀπεγνωκώς. ὁ δὲ
 δειλίαν ἐπιχρωννύς, μὴ βούλεσθαι φυγεῖν ἔφη 
καταλιπὼν τὸν λαόν. ἐπεὶ δὲ πολλάκις ἐξελθεῖν τῆς
μάχης παρακαλούμενος, ὥσπερ πεπεδημένος τῇ πτοίᾳ
εἱστήκει, ὁ Μανουὴλ τὸ ξίφος σπασάμενος “εἰ μὴ
ἕποιό μοι” φησίν, “αὐτίκα σε ἀνελῶ· κρεῖσσον γάρ
σε θανεῖν ἢ ληφθῆναι τοῖς ἐναντίοις αἰχμάλωτον καὶ 
τοιοῦτον αἶσχος τῇ πολιτείᾳ ‘Ρωμαίων περιποιήσασθαι.”
ταύταις οὖν ταῖς τοῦ Μανουὴλ ἀπειλαῖς μόλις
τῆς ἐκ τοῦ φόβου νάρκης λυθεὶς καὶ ἀκολουθήσας
αὐτῷ, διεσώθη· ὅθεν σωτῆρα τὸν ἄνδρα ἐκάλει καί
οἶ τὰ σῶστρα δαψιλῶς ἀπετίννυεν. οὐκ εἰς μακρὰν 
δ’ αἶ τῶν βασκάνων γλῶσσαι τὴν γνώμην τοῦ βασι-
 λέως κατὰ τοῦ Μανουὴλ εἰς τοὐναντίον ἐτρέψαντο.

 
διέβαλον γὰρ αὐτὸν ὡς τυραννίδι ἐπιχειροῦντα, καὶ
ἤδη ταῖς διαβολαῖς ἐπέπειστο ὁ Θεόφιλος καὶ τὸν
Μανουὴλ ἐκτυφλῶσαι διανενόητο. γνοὺς δ’ ἐκεῖνος
τὸ μελετώμενον ἀπέδρα, καὶ ἀγχοῦ που γενόμενος
 τοῖς Ἀγαρηνοῖς δηλοῖ τῷ αὐτῶν ἀρχηγῷ ὅστις ἐστί,
καὶ ὡς εἰ λήψεται πίστεις μὴ βιασθῆναι τὴν οἰκείαν
θρησκείαν ἐξομόσασθαι, προσελεύσεταί οἶ. ὁ δὲ αὐτίκα
πίστεις τε δίδωσι καὶ περιχαρῶς αὐτὸν ὑποδέχεται.
καὶ ὁ Μανουὴλ ἐκεῖσε γενόμενος καὶ στράτευμα
 πιστευθείς, πολλὰς ἀριστείας κατὰ Περσῶν
εἰργάσατο καὶ μεγάλα τρόπαια ἔστησε, καὶ ἐφιλεῖτο
παρὰ τῶν τῆς γα καὶ ἐθαυμάζετο. ὁ δὲ Θεόφιλος
καὶ ἐλυπεῖτο διὰ τὸν Μανουὴλ καὶ ἐφρόντιζεν ὅπως 
αὐτὸν ἐκεῖθεν μετακαλέσεται. πίστεις οὖν αὐτῷ καὶ
 δι’ ὅρκου καὶ δι’ ἐγγράφου χρυσοσημάντου μετά
τινος μοναχοῦ στείλας ἐπανελεῖν προετρέπετο. καὶ
ὃς ἐπανῆλθε, τὸ δ’ ὅπως διηγητέον· ἔστι γὰρ οὐκ
ἄχαρι πρὸς διήγησιν. ἐντυχὼν τῷ τὰς πίστεις ἐκ
βασιλέως αὐτῷ κομίζοντι μοναχῷ, καὶ συνθέμενος
 ὑποστρέψαι, πρόσεισι τῷ τῶν Ἰσμαηλιτῶν ἀρχηγῷ
καὶ αἰτεῖται στράτευμά οἱ δοθῆναι, ἵνα κατὰ τὴν
Καππαδοκίαν γενόμενος ἀνταποδοίη τοῖς εἰς τὸν
βασιλέα κατειποῦσιν αὐτοῦ, ἐκεῖ γὰρ ἔλεγεν οἰκεῖν
τοὺς κατηγόρους αὐτοῦ, ἠξίου δὲ τὸν ἀρχηγὸν τὸν
 Ἀγαρηνῶν καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ συνεκπέμψαι αὐτῷ,
“ἵνα σοι τοῦτον” λέγων “γυμνάσω πρὸς τὰ πολέμια.
ὁ δὲ πείθεται καὶ τὸν οἰκεῖον αὐτῷ σὺν ἐκπέμπει 
υἱόν· ἐθάρρει γὰρ τῷ Μανουὴλ καὶ ἐπίστευε. κἀκεῖνος
ἀπῄει, καὶ ἤδη τοῖς Ῥωμαϊκοῖς ἐγγίσας ὁρίοις
 τοῦ ἄρχοντος τὸν ἐκ τῆς Ἄγαρ υἱὸν συμπαραλαβὼν 
μετ’ ὀλίγων Σαρακηνῶν ἐξῄει δῆθεν πρὸς κυνηγέσιον,
πολλῶν αὐτῷ θεραπόντων συνεπομένων. ὡς

 
γοῦν ἐντὸς χώρας Ῥωμαίων ἐγένετο, τῷ υἱῷ τοῦ
Ἰσμαηλίτου περιπλακείς, “σὺ μέν” ἔφη “τέκνον,
ὑπόστρεφε πρὸς τὰ σά, ἐγὼ δὲ πρὸς Ῥωμαίους πορεύσομαι.”
ἐπανελθὼν δ’ εἰς τὴν μεγαλόπολιν, περιχαρῶς
ἐδέχθη παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος καὶ μάγιστρος 
 αὐτίκα τετίμητο, καὶ ἐκ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος
τὸν τοῦ βασιλέως υἱὸν Μιχαὴλ ἐδέξατο, ὃν ὁ
πατὴρ καὶ διαδήματι ἔστεψε καὶ βασιλέα Ῥωμαίων
ἀνεῖπε. τοῦ πατριάρχου δὲ Ἀντωνίου τὴν ζωὴν καταστρέψαντος,
ὃς ἔτη τῆς ἐκκλησίας ἐκράτησε δεκα- 
Ἰωάννης, ὃν ὁ λόγος ἤδη προείρηκε διδάσκαλον
γενέσθαι τοῦ Θεοφίλου καὶ συναιρεσιώτην, προχειρίζεται
πατριάρχης, ὃν καὶ Ἰάννην ἐκάλουν οἶ
τότε, καὶ διὰ τὴν αἵρεσιν καὶ διὰ γοητείας· ἢν γὰρ
αὐταῖς ἐντριβής. τὸν δὲ ἱερώτατον Μεθόδιον, ὃς 
ὕστερον καὶ τὸν πατριαρχικὸν ἐκόσμησε θρόνον,
 μὴ πειθόμενον συνθέσθαι τῇ κακοδοξίᾳ αὐτοῦ, μετὰ
μαστίξεις πολλὰς καὶ τῶν σιαγόνων αὐτοῦ σύνθλασιν
καὶ τῶν ὀδόντων ἐκρίζωσιν, εἰς τὴν Πάνορμον νῆσον,
ἣ νῦν τοῦ Ἀντιγόνου καλεῖται, ὁ δυσσεβὴς 
ὑπερορίζει Θεόφιλος, καὶ ἐντὸς καθείργνυσι μνήματος
μετὰ δύο λῃστῶν· ὧν τοῦ ἑνὸς θανόντος, ὅσην
ὁ ἅγιος ἐκ τῆς δυσώδους τοῦ τεθνεῶτος ἀποφορᾶς
ὑπήνεγκε βίαν καὶ ἀηδίαν οὐκ ἄν τις λόγος ἱκανῶς
διαγράψαιτο. ἐκεῖ τοίνυν ἐγκεκλεισμένου τοῦ ἀοιδίμου 
ἐκείνου πατρός, καὶ οἱ αὐτάδελφοι, ὅ τε Θεοφάνης
καὶ ὁ Θεόδωρος, μετὰ τὴν τῶν προσώπων κατάστιξιν
ὑπεροριζόμενοι καὶ κατὰ τὸν Κάρτα λιμένα
 καταλύσαντες διά τινος ἁλιέως συνήθους τῷ Μεθοδίῳ
ἐπιστέλλουσι ταῦτα, 
 τῷ ζῶντι νεκρῷ καὶ νεκρῷ ζωηφόρῳ, 
 ναίοντι τὴν γῆν καὶ πολοῦντι τὸν πόλον, 

 
 γραπτοὶ γράφουσι δέσμιοι τῷ δεσμίῳ. 
οἷς πάλιν διὰ τοῦ αὐτοῦ ἁλιέως ὁ ὅσιος
ἀνταπέστειλε,
 τοὺ ’ς ταῖς βίβλοισιν οὐρανοῦ κλησιγράφους 
 καὶ πρὸς μέτωπα σωφρόνως ἐστιγμένους 
 προσεῖπεν ὁ ζώθαπτος ὡς συνδεσμίους. 
ἕβδομον δ’ ἔτος διανύσας ἐν τῷ τάφῳ ὁ ἅγιος, εἶτα
ἐκβληθεὶς ἐκεῖθεν, ἐν τοῖς ἀνακτόροις κατεκέκλειστο, 
μηδενὸς αὐτὸν ὁρῶντος ἢ μόνου τοῦ ὑπηρετοῦντος
 αὐτῷ καὶ τοῦ βασιλέως. φιλοπονῶν γὰρ ὁ Θεόφιλος
καὶ ἀναγινώσκων ἠρώτα τὸν ἱερὸν Μεθόδιον περὶ
ὧν ἀμφιβάλλων ἦν· διὸ καὶ ἐν ταῖς ἀποδημίαις ἀεὶ
συνόντα εἶχεν αὐτόν.

Ἐαρος δ’ ἐπιστάντος κατὰ τῶν Ἀγαρηνῶν ὁ βασιλεὺς καὶ πάλιν ἦρε τὰ ὅπλα, καὶ πολλὰ τῆς Συρίας
ἐξεπόρθησε καὶ πόλεων ἐκράτησε, καὶ αὐτῆς τῆς
Σωζοπέτρας, ἣ πατρὶς ἐτύγχανε τοῦ Ἀμερμουμνῆ,
καὶ ταῦτα πολλὰ δεομένου ἐκείνου φείσασθαι τῆς 
πατρίδος αὐτοῦ. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς ἀνέζευξεν εὐτυχῶς.
 ὁ Θεόφοβος δὲ καταλειφθείς, ὥστε τὰ τῶν
στρατευμάτων οἰκονομήσασθαι, ἐπεὶ τὸ τῶν Περσῶν
ὑστέρησε σιτηρέσιον, στράτευμα γὰρ ἦν τῷ βασιλεῖ
Περσικόν, περιαλγησάντων διὰ τοῦτο τῶν Περσῶν,
βασιλεὺς παρ’ αὐτῶν ἀνερρήθη καὶ ἄκων, μᾶλλον
 δὲ καὶ παρακαλῶν αὐτοῦ ’ς μεθεῖναι τῆς ἀπονοίας,
μὴ καὶ ἑαυτοὺς καὶ ἑαυτὸν ἐσχάτοις κακοῖς περιβάλωσιν·
ἀλλ’ οὐκ ἔπειθε. στέλλει γοῦν πρὸς τὸν βασιλέα,
τοῦτο τοὺ ’ς Πέρσας ἀποκρυψάμενος, γνωρίζων
τὸ γεγονὸς καὶ μηδέν τι κατ’ αὐτοῦ ὑποπτεύειν πληροφορῶν.
 καὶ ἐπανελθὼν πρόσεισι τῷ βασιλεῖ, αὐ- 
τὸς μὲν ἀποδεχθεὶς εὐμενέστατα καὶ τὴν προτέραν
εὐετηρίαν ἀπειληφώς. καὶ οἱ Πέρσαι δὲ συγγνώμης 

 
πάντες ἠξίωντο καὶ οὐδέν τι αὐτοῖς ἐπήνεκτο ἕτερον
ἢ ὅτι οὐχ ὁμοῦ πάντες εἶναι εἰάθησαν, ἀλλ’ ἐς μυριάδας
συναγόμενοι τρεῖς διῃρέθησαν, καὶ ἑκάστω
θέματι χιλιάδες δύο ἀπενεμήθησαν, ὥστε τοῖς τῶν
θεμάτων στρατηγοῖς καὶ ὑποκεῖσθαι καὶ πείθεσθαι. 
τὰ μὲν οὖν περὶ τοὺς Πέρσας καὶ τὸν Θεόφοβον
ἦσαν ἐν τούτοις. τοῦ δὲ Ἀμερμουμνῆ τοσοῦτον καθήψατο
ἡ τῆς αὐτοῦ πατρίδος ἐκπόρθησις ὡς μὴ
ἀνεκτὴν εἶναι αὐτῷ τὴν ζωήν, εἰ μὴ ἀμύνοιτο δι’
αὐτὴν τὸν Θεόφιλον. μαθὼν οὖν πατρίδα εἶναι αὐτοῦ 
τὸ Ἀμόριον, ἐπ’ αὐτὸ στρατεύσασθαι ἔγνωκε.
 καὶ ὁ βασιλεὺς τοῦτο γνούς, αὐτὸ κατωχύρωσεν
ἄλλως τε καὶ στρατευμάτων ἀποστολῇ, ὧν ἦρχον
Θεόδωρος ὁ Κράτερός, οὗ πρὸ μικροῦ ἡ ἱστορία
ἐμνήσθη, καὶ οἱ λοιποί, οἱ καὶ τὸν τοῦ μαρτυρίου 
δρόμον ἐξήνυσαν παρὰ Ἀγαρηνοῖς, τεσσαράκοντα
καὶ δύο πάντες τυγχάνοντες. ἐξῆλθε δὲ καὶ ὁ
βασιλεὺς ὑπαντιάσων τοῖς ἐκ τῆς Ἅγαρ, καὶ ὁ μὲν
τῷ τοῦ Ἀμερμουμνῆ υἱῷ συμβαλὼν μετὰ στρατιᾶς
ἀξιομάχου ἥκοντι τρέπεται. νυκτὸς δ’ ἐπιγενομένης 
ὁ Μανουὴλ τὰς φυλακὰς τοῦ στρατοπέδου περιιών,
ἤκουσέ τινων τῶν Περσῶν περὶ προδοσίας τοῖς
Ἀγαρηνοῖς διαλεγομένων, συνίει γὰρ τὴν τούτων
διάλεκτον, καὶ τοῦτο τῷ βασιλεῖ ἀπηγγέλκει, καὶ
 πέπεικεν ἐξαναστῆναι τοῦ στρατοπέδου κατὰ τὸ 
περίορθρον. καὶ ὁ μὲν ἀπῄει ὅλον ἐνδοὺς τῷ ἵππῳ
τὸν χαλινόν. ὁ δ’ Ἀμερμουμνῆς ἐξ ἐκείνου ἀμερίμνως
τῇ τοῦ Ἀμορίου ἐπικεχειρήκει πολιορκίᾳ, καὶ
ἐνδελεχέστατα τὰς προσβολὰς τῇ πόλει πεποίητο·
ἤνυε δ’ οὐδέν, τῶν ἔνδον εὐρώστως ἀνταγωνιζομένων, 
ὥστε καὶ ἀπελπίσαι τὴν ταύτης ἅλωσιν τοὺς
Ἀγαρηνούς, καὶ ἀπηλλάγησαν ἂν καὶ ἡ πόλις οὐκ

 
ἂν ἐπεπόρθητο, εἰ μή τις τῶν ἔνδον δι᾿ ἔριν τινὰ
ἐκμανεὶς προδότης ταύτης ἐγένετο, ᾧ Βοϊδίτζης ἦν
τὸ ἐπώνυμον. ἁλόντος δὲ τοῦ ἄστεος, ὅσος οὖν
ἀνῃρέθη λαὸς οὐκ ἔστιν εἰπεῖν. γυναῖκες δὲ καὶ
 παῖδες καὶ μειρακίσκοι εἰς πολλὰς χιλιάδας συναριθμούμενοι
ἀπήχθησαν δοριάλωτοι καὶ οἶ τῶν ἐκεῖ
στρατηγούντων ἔξοχοι, Κάλλιστός τε καὶ Κωνσταντῖνος
καὶ ὁ Κρατερὸς Θεόδωρος οἱ πατρίκιοι, καὶ 
ἄλλοι πολλοὶ τῶν έν στρατηγίαις διαπρεπόντων καὶ A
 περιφανῶν ἐξ ἀξιωμάτων τιμῆς. ταῦτα μαθὼν ὁ
Θεόφιλος, ἐν γὰρ τῷ Δορυλαίῳ διῆγε, πρέσβεις πρὸς
τὸν τῶν Ἰσμαηλιτῶν ἐκπέπομφεν ἀρχηγόν, ἀποδοθῆναι
αὐτῷ τοὺς ἐπιφανεῖς τῶν ἁλόντων αὐτῶν καὶ
τοὺς αὐτῷ κατὰ γένος προσήκοντας κεντηναρίων πρὸς
 τέτταρσιν εἴκοσιν. ὁ δὲ τοὺς πρέσβεις ἰταμῶς ἀπεπέμψατο,
“ἀνόητος ἂν εἴην” εἰπών, “εἰ περὶ χίλιά
μοι τῆς ἐν τῇ στρατείᾳ δαπάνης κεντηνάρια γεγονυίας
αὐτὸς τοσαῦτα λαβὼν ἀποδοίην τοὺς αἰχμαλώτους.”
ὡς δ’ ἐπανῆλθον οἱ πρέσβεις ἄπρακτοι,
 οὕτως ἡ συμφορὰ καθίκετο τῆς τοῦ Θεοφίλου ψυχῆς
ὡς μηδὲν αὐτῷ πρὸς ταύτην εὑρίσκεσθαι παρηγόρημα, 
ἀλλὰ καὶ τροφῆς ἀποσχέσθαι καὶ μή τι πόμα
προσίεσθαι ἠ’ μόνον ὕδωρ ψυχρότατον καὶ οἶον τὸ
ἐκ χιόνος· τούτῳ δὲ χρώμενος συνεχῶς ἐπέπληκτο τὰ
 ἐντὸς καί οἶ δυσεντερίας νόσος ἐνέσκηψε. καταλαβὼν
δὲ τὰ βασίλεια, καὶ ἤδη γνοὺς ἑαυτῷ τὴν σωτηρίαν
ἀνέλπιστον, μετακαλεῖται τὴν σύγκλητον, καὶ
ἠξίου πίστιν εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὸν παῖδα ἐνδείξασθαι
καὶ διατηρῆσαι σφίσι τὴν ἀρχὴν τὴν βασίλειον·
οἱ δὲ κατετίθεντο. τούτων δὲ γεγονότων οὕ-

ὁ βασιλεύς, καὶ πρῴην ἐξ ὅτουπερ ἀνερρήθη
παρὰ τῶν Περσῶν βασιλεὺς ὁ Θεόφοβος, ὕποπτον

 
αὐτὸν ἡγούμενος, ἔθετο μᾶλλον τῇ ὑπονοίᾳ καὶ διὰ
 τὴν προδοσίαν, ἣν ἐμελέτων οἱ Πέρσαι ποιήσασθαι,
 ὡς ἤδη μοι γέγραπται, τῶν ἐνδιαβαλόντων τὸν ἄνδρα,
ὑποθήκαις ἐκείνου ταῦτα τοὺς Πέρσας δρᾶν
ἰσχυριζομένων. ὡς ἤδη τῆ̣ νόσῳ τὸ σῶμα τοῦ 
αὐτοκράτορος δεδαπάνητο καὶ ἐξέλιπεν ἡ ἰσχύς,
δείσας μὴ αὐτοῦ θανόντος ἐπίθοιτο τυραννίδι, καθείρηνυσιν
αὐτὸν περὶ τὰ βασίλεια, καὶ ἐπεὶ τὴν
ζωὴν ἑαυτοῦ ἐκ λεπτοῦ μίτου ἠρτῆσθαι διέγνωκε
καὶ ἄρτι ἐκλείπειν, ἀναιρεθῆναι κεκέλευκε τὸν Θεόφοβον 
καὶ κομισθῆναί οἱ τὴν αὐτοῦ κεφαλήν· ἧς
κομισθείσης ἐπιθεῖναι λόγος αὐτῇ τὴν χεῖρα τὸν
βασιλέα καὶ ἁψάμενον τῶν ταύτης τριχῶν ἐπειπεῖν,
Γ’ ὡς ἀπὸ τοῦδε οὔτ’ ἐγὼ Θεόφιλος οὔτε σὺ Θεόφο-
 βος·” καὶ ἐπὶ τούτοις ἐξηρεύξατο τὴν ψυχήν, βασιλεύσας 
ἐνιαυτοὺς δυοκαίδεκα ἐπὶ μησὶ τρισί, πολλὰ
τὴν σύμβιον καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ Κανικλείου Θεόκτιστον
παραδυναστεύοντα τότε ἀξιώσας μὴ παραχωρῆσαι
τὰς σεπτὰς ἀναστηλωθῆναι εἰκόνας, μηδὲ τὸν πατριάρχην
Ἰωάννην τῆς ἐκκλησίας διωχθῆναι.

Ο μὲν οὖν Θεόφιλος ἐπὶ τούτοις ἀπεβίω, ἡ δὲ 
τῆς βασιλείας ἀρχὴ πρὸς τὸν ἐκείνου μετεβιβάσθη 
παῖδα τὸν Μιχαήλ, ἔτι παιδίον τυγχάνοντα, ᾧ καὶ
ἐπιτρόπους ὁ πατὴρ καταλέλοιπε τὸν μάγιστρον
 Μανουὴλ καὶ τὸν πατρίκιον Θεόκτιστον. τὴν δὲ τῶν
πραγμάτων διοίκησιν ἡ βασιλὶς Θεοδώρα μετεχειρίζετο,
καὶ πρῶτον αὐτῇ γέγονε σπούδασμα ἡ τοῦ 
διωγμοῦ τῶν ὀρθοδόξων διὰ τὰ σεπτᾲ ἐκτυπώματα
λώφησις, καὶ τοῦ πατρικίου Θεοκτίστου συνευδοκοῦντος.
 ὁ γὰρ Μανουὴλ οὐκ ἦν τῇ τῆς αἱρέσεως
καθαιρέσει συγκάταινος· διὸ καὶ ἀνεβάλλετο ἡ πρᾶξις.
ἀλλὰ γὰρ θραύει νόσῳ τοῦτον ἡ πρόνοια, καὶ ἡ
νόσος ἦν κραταιὰ καὶ ἀπέγνωστο αὐτῷ ἡ ζωή. μοναχῶν
δέ τινων εἰς ἐπίσκεψιν ἀφικομένων αὐτοῦ καὶ
 ὅπως ἔχει πυνθανομένων ἐκεῖνος λεπτῇ καὶ ἀδρανεῖ
τῆ φωνῇ ὅσον ἤδη ἐκλείπειν ἀνταπεκρίνατο. οἱ δὲ
‘‘εἰ σύνθοιο” ἔφησαν ‘‘τῇ τῶν εἰκόνων συνευδοκῆσαι
τιμῇ καὶ τὴν βασίλισσαν εἰς τοῦτο παρακροτῆσαι,
οὐκ εἰς μακρὰν ἔσται σοι καὶ ῥῶσις σώματος καὶ σωτηρία 
 φυχῆς. καὶ ὁ μὲν ἐπηγγείλατο , καὶ ἡ νόσος
ἠσθένει καὶ ὁ Μανουὴλ ἀνερρώννυτο. ἤδη δὲ τὴν
ὑγίειαν ἀπολαβὼν πρόσεισι τῇ βασιλίσσῃ , καὶ περὶ
τῶν σεβαστῶν εἰκόνων ὡμίλει καὶ τὴν αὐτῶν κατήπειγεν
ἀναστήλωσιν, ταῦτα καὶ τῆς μητρὸς αὐτῆς
 καὶ τῶν συγγόνων πρεσβευόντων τῶν πατρικίων.
ἡ δὲ ξυρὸς ἦν εἰς ἀκόνην. καὶ πρότερον μὲν τοὺ ’ς

 
ἐν ὑπερορίαις παραπεμφθέντας παρὰ τοῦ Θεοφίλου
καὶ τοὺς καθειργμένους καὶ τοὺς ἄλλαις κακώσεσι
προσπαλαίοντας πάντας ἀνῆκεν. εἶτα καὶ ζήτησιν
 γενέσθαι προσέταξε περὶ τῆς αἱρέσεως, καὶ γενομένης
ἡ τῶν ὀρθοδόξων ὑπερέσχε πληθύς. πρὸ τῆς 
ζητήσεως δὲ τὸν ψευδώνυμον πατριάρχην τὸν γόητα
Ἰωάννην τοῦ ἀρχιερατικοῦ κατασπᾷ θρόνου , ἀθέσμως
ἐπιβεβηκότα τούτου ἐπὶ ἐνιαυτοὺς ἴξ , ἀντεισάγει
δὲ τὸν ἱερὸν καὶ θεῖον Μεθόδιον. καὶ αὐτοῦ
προεστῶτος τοῦ τῶν ὀρθοδόξων πληρώματος ἡ ζήτησις 
γέγονε καὶ ἡ τῶν ἀγίων ἐκτυπωμάτων εἰς
τοὐμφανὲς προσκύνησίς τε καὶ ἀναστήλωσις. ὅτε
φασὶ καὶ τὴν βασίλισσαν θερμότατα δεηθῆναι τοῦ τε
πατριάρχου καὶ τῶν ἄλλων ἀρχιερέων καὶ μοναχῶν
κοινὴν προσενεγκεῖν δέησιν τῷ θεῷ ὥστε σωτηρίας 
 τυχεῖν τὸν βασιλέα καὶ ξυνευνέτην αὐτῆς· καὶ μέντοι
 καὶ θερμότατα δεηθῆναι αὐτοὺς τοῦ θεοῦ, καὶ
τὸν μὴ παριδεῖν τὴν αἴτησιν τῶν θεραπόντων αὐτοῦ,
ἀλλ’ ἀξιῶσαι συγγνώμης τὸν βασιλέα Θεόφιλον.
ᾄδεται ταῦτα καὶ τοῖς ἀφορῶσι πρὸς τὸ φιλάνθρωπον 
τοῦ θεοῦ καὶ δέχεται καὶ πιστεύεται. ἀπιστήσει
γὰρ οὐδεὶς ἢ ὅστις οὐ μέγα οἴεται δύνασθαι τὰς τῶν
ἁγίων ἐντεύξεις τὰς πρὸς θεόν, οὐδ’ ἀντιμετρεῖν
οἶδε τὴν τοῦ θεοῦ ἀγαθότητα πρὸς τὰ ἀνθρώπινα
ἀγνοήματα. ἡ μὲν οὖν τῶν ἁγίων εἰκόνων οὕτω 
γέγονεν ἀναστήλωσις. ὁ δὲ καθαιρεθεὶς πατριάρχης
Ἰωάννης ἤ Ἰάννης, ἐν μονῇ τινι περιορισθεὶς καὶ εὑρηκὼς
 ἐκεῖ εἰκόνα τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ καὶ τῆς
αὐτὸν ἀσπόρως τεκούσης, τὰ ὄμματα τῶν σεβασμίων
ἐκτυπωμάτων ἐξώρυξεν. ὃ μαθοῦσα ἡ βασιλίς, καὶ 
ζῆλον θεῖον ζηλώσασα, τοὺς τοῦ ἀσεβοῦς ἐκείνου
ἐκκοπῆναι προσέταξεν ὀφθαλμούς · ἀλλ’ οὐκ εἰς

 
ἔργον ἐξέβη τὸ πρόσταγμα, τῇ βασιλίδι τὴν δικαίαν
ὀργὴν καταπραυ·νάντων τινῶν. πέμψασα δὲ σκυτάλῃ
τοῦτον ᾐκίσατο, τῶν αἰκισμῶν παραταθέντων μέχρις
ἑκατοντάδος διπλῆς. ἀλλὰ καὶ οὕτως ἔχων ὁ γόης
 καὶ οἶ ὁμοδοξοῦντες αὐτῷ καὶ τῇ αὐτῇ καθαιρέσει
ὑποβληθέντες ἠρεμεῖν οὐκ ἠνείχοντο. συσκευάζουσι
δὲ κατὰ τοῦ ἱεροῦ Μεθοδίου σκαιώρημα, τῆς αὐτῶν
ἀπονοίας ἢ κακονοίας μᾶλλον ἐπάξιον. γύναιον γάρ 
τι αἰσχρὸν χρυσίου δόσει πολλοῦ ὑποφθείραντες κατηγορῆσαι
 πεπείκασι τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου ἀνδρὸς
ὡς συμφθαρέντος αὐτῷ. καὶ τῆς κατηγορίας οἶ
προύχοντες τῆς συγκλήτου παρῆσαν ἐξετασταί. καὶ
παρῆκτο τὸ γύναιον, λέγον ὅσα παρὰ τῶν ἀσεβῶν
ἐκείνων συκοφαντῶν προκατήχητο καὶ εἰς πρόσωπον
 ἐλέγχον δῆθεν τὸν ἅγιον. ὁ δὲ τέως μὲν ἡσυχίαν
ἦγεν· ὡς δὲ σκυθρωπάζον ἑώρα τῆς ἐκκλησίας τὸ
πλήρωμα, καὶ πρὸ τῶν ἄλλων τὸν μάγιστρον Μανουήλ,
ἀνίσταται μέν, αἴρει δ’ ἐπ’ ὄψει πάντων ταῖς
χερσὶ τὸ κράσπεδον τῆς περιβολῆς καὶ ἀπογυμνοῖ
 τὴν αἰδῶ · ἡ δὲ ἦν κατεψυγμένη πάντῃ καὶ μαρασμὸν
ἀπό τινος συμβάματος ὑπομείνασα, ὡς δῆλον 
εἶναι μὴ δύνασθαι ταύτην πρὸς ἀφροδίσια ἐνεργεῖν.
τοῦτο τοῖς μὲν ὀρθόφροσι χαρμονῆς καὶ θάμβους
ἐγένετο αἴτιον, τοῖς δὲ συκοφάνταις αἰσχύνης καὶ
 ἀθυμίας πολλῆς. ὡς δ’ ἠρωτᾶτο ὁ ἅγιος ὅθεν ὁ τῶν
αἰδοίων αὐτῷ συμβέβηκε μαρασμός , ὁ αἰδοῖος ὄντως
ἐκεῖνος “ἐστάλην” εἶπε ‘‘ποτὲ κατά τινα χρείαν εἰς
Ῥώμην, κἀν ταύτῃ διάγοντι πύρωσίν μοι τῆς σαρκὸς
ὁ δαίμων ἐπήνεγκε, καὶ ἦν τὸ πάθος σφοδρότατον
 καὶ ἡ τοῦ ἔρωτος οὐκ ἔληγε φλεγμονή, ἀλλ’ ὁσημέραι
ἀκμαιότερον ἐξεκάετο. δείσας οὖν περὶ τῷ σώφρονι

 
 πρόσειμι τῇ κορυφαίᾳ τῶν ἀποστόλων δυάδι Πέτρῳ
καὶ Παύλῳ, καὶ τούτοις ἐδεόμην ἀμῦναί μοι κινδυνεύοντι.
ὑπνώττων τοίνυν νυκτὸς ὁρῶ τὼ ἄνδρε
μοι ἐφεστῶτε, καὶ ὁ Πέτρος ἔδοξε τοῖς δακτύλοις
ἅψασθαι τῆς αἰδοῦς καὶ λέγειν μοι μὴ πτοεῖσθαι, 
πῦρ δέ μοι ἐδόκει τὰ παιδογόνα μόρια βόσκεσθαι,
ὡς ἐκ τῆς ἀλγηδόνος καὶ τὸν ὕπνον ἀνεῖναί με.
ἔκτοτε οὖν μοι τὰ μόρια ταῦτα νενέκρωται καὶ πύρωσις
οὐκέτι μοι παρηνώχλησε. ταῦτα ὁ μάγιστρος
Μανουἢλ καὶ θεασάμενος καὶ πυθόμενος , αὐτίκα 
 τὴν γυναῖκα παραστησάμενος ἠρώτα ὅθεν εἰς τὴν
κατὰ τοῦ ἁγίου συκοφαντίαν ὥρμητο, καὶ ἠπείλει,
εἰ μὴ πᾶσι θεῖτο τὴν ἀλήθειαν ἔκδηλον, αὐτίκα βασάνοις
 αὐτὴν παραδοῦναι, δι’ ὧν ἂν ἐκβιασθείη ἐκκαλύφαι
λαμπρῶς τὸ σκαιώρημα. ἡ δὲ οὐδὲν ἀπεκρύφατο, 
ἀλλὰ καὶ τοὺς τοῦ δράματος ἀπήγγειλε
πρωτουργοὺς καὶ τὴν ἑαυτῆς ἀπάτην καὶ τοῦ χρυσίου
τοῦ μὲν τὴν δόσιν , τοῦ δὲ τὴν ὑπόσχεσιν. ἔμελλον
οὖν οἱ κακοῦργοι ταῖς τῶν συκοφαντῶν ὑποβληθῆναι
ποιναῖς, ἀλλ’ ὁ μέγας Μεθόδιος αὐτοὺς τῆς τιμωρίας 
ἐρρύσατο · καὶ ταῦτα μὲν οὕτω γέγονεν.

Ὁ δὲ τῶν Βουλγάρων ἄρχων γυναικὶ τὴν τόν
Ῥωμαίων βασιλείαν καὶ παιδὶ νεαρῷ κυβερνωμένην
μαθών, στέλλει τινὰς τῶν αὐτοῦ ἀπειλῶν ἀφίστασθαι
τῶν σπονδῶν καὶ ἆραι ὅπλα κατὰ τῆς τῶν 
Ῥωμαίων ἀρχῆς. πρὸς ταῦτα τοίνυν δηλοῖ αὐτῷ ἡ
 βασίλισσα ὡς “ ἀντιτάξομαί σοι πάντως κἀγώ, καὶ εἰ
μὲν θεοῦ διδόντος ὑπερέξω, ἔσῃ νικηθεὶς ὑπὸ γυναικός,
καὶ ὅσον σοι τὸ τῆς αἰσχύνης ὑπόγυον λόγισαι·
εἰ δὲ νικήσεις ἴσως αὐτός, οὐκ ἔσται σοι σεμνὸν 
τὸ εὐτύχημα γυναῖκα νικήσαντι.” ὡς οὖν ταῦτα τῷ
βαρβάρῳ ἠγγέλθησαν , ἀνέστειλαν αὐτῷ τὴν ὁρμήν,

 
καί οἶ συμφέρον ἔκρινεν ἀνανεώσασθαι τὰς σπονδάς,
καὶ αὗται ἀνεκαινίσθησαν. ἀδελφὴ δὲ τοῦ ἄρχοντος
Βουλγαρίας αἰχμαλωτισθεῖσά ποτε, καὶ ἐν τοῖς βασιλείοις
διάγουσα, τῷ θείῳ τε ἐτελέσθη βαπτίσματι
 καὶ γραμμάτων ἐν μυήσει ἐγένετο. ἔνετο. ταύτην ὁ ἀδελξὸς
ἀναδοθῆναί οἶ ἠξίωσε, καὶ ἡ μὲν ἐδόθη αὐτῷ· 
ὁ δ’ ἀντέδωκεν ἄνδρα τῶν λογίμων Θεόδωρον τὸν
Κουφαρᾶν. ἡ δὲ τοῦ τῶν Βουλγάρων ἄρχοντος
ἀδελφὴ ἀφικομένη πρὸς τὸν ὁμαίμονα ἐνῆγεν αὐτὸν
 εἰς τὴν τῶν χριστιανῶν θρησκείαν διὰ παντὸς αὐτῷ
περὶ αὐτῆς διαλεγομένη καὶ τὰ χριστιανῶν μυστήρια
ἐκθειάζουσα. ὁ δὲ ταῦτα καὶ παρὰ τοῦ Κουφαρᾶ προκατήχητο,
ἀλλ’ οὔπω ἐπέπειστο τῶν πατρίων ἀποστῆναι
ἐθῶν. λιμὸς δὲ τοῖς Βουλγάροις συμβὰς καὶ
 αὐτὸν καὶ τὸ ἔθνος εἰς θεοσέβειαν μετερρύθμισεν.
ὁ μὲν γὰρ τὸ ἔθνος ἅπαν ἐπίεζε, καὶ οὐκ ἦν ἀποφυγὴ
τοῦ κακοῦ, φθορὰ δὲ τοῦ ἔθνους ἐγίνετο, καὶ
ὁ σφῶν ἀρχηγὸς ἦν διὰ τοῦτο περιαλγής , καὶ ἀπορήσας 
εἰς τὸν παρὰ τῆς ἀδελφῆς αὐτῷ καταγγελλόμενον
 καταφεύγει θεόν, καὶ τοῦτον τοῦ λιμοῦ λυτῆρα
καὶ τῆς τοῦ ἔθνους φθορᾶς ἐπεκέκλητο. ὡς δ’
ἐνεργὴς ἦν ἡ ἐπίκλησις καὶ τῶν κακῶν ἀπηλλάγησαν,
ἔγνω τοῦ ἐπικληθέντος τὴν δύναμιν, καὶ ἀξιοῖ
σταλῆναι αὐτῷ τινα τὸν τὸ μυστήριον αὐτὸν μυήσοντα
 τῶν χριστιανῶν καὶ τελέσοντα τῷ θείῳ βαπτί-
σματι. καὶ ἀπεστάλη μὲν ἀρχιερεὺς πρὸς αὐτόν · ὁ
δὲ καὶ ἐμυήθη καὶ ἐβαπτίσθη. οἱ Βούλγαροι δὲ ὡς
τῆς πατρίου δόξης ἀποστάντος κατ’ ἐξανίστανται τοῦ
σφῶν ἀρχηγοῦ καὶ ἐζήτουν αὐτὸν ἀνελεῖν. ὁ δὲ τῷ
 τοῦ σταυροῦ σημείῳ θαρρήσας προπορευομένῳ αὐτοῦ
νικᾷ τοὺς ἀντιστάντας αὐτῷ, καὶ οὕτω πάντες
εἵλοντο τὰ τῶν χριστιανῶν. εἶτα διεπρεσβεύσατο ὁ 

 
τούτων ἐξάρχων πρὸς τὴν βασίλισσαν , αἰτῶν γῆς
αὐτῷ παραχωρηθῆναι Ῥωμαϊκῆς, στενοχωρεῖσθαι
γὰρ τὸ ἔθνος αὐτοῦ, καὶ ἀιδίους σπονδὰς πρὸς Ῥωμαίους
καὶ ὁμαιχμίαν ἐπαγγελλόμενος, καὶ ἡ βασιλὶς
τὴν αἴτησιν ἐξεπλήρωσε , καί οἶ τῆς ἀπὸ τῆς λεγομένης 
Σιδηρᾶς παρεχώρησε χώρας, ἣ τὰ Ῥωμαίων
καὶ Βουλγάρων διόριζε πρίν, μέχρι τῆς Δεβελτοῦ·
 ἤν λαχόντες οἱ Βούλγαροι κέκληκας ἴ’ Ζαγορᾶν. κἀντεῦθεν
εἰρήνη γέγονε περὶ τὰ ἑσπέρια. κατὰ δὲ τὴν
ἑῴαν τὸ τῶν Μανιχαίων γένος ἦν παμπληθές, οἳ 
καὶ Παυλικιανοὶ ἀγροικότερον πρὸς τοῦ δημώδους
 ὄχλου καλοῦνται , ἐκ Παύλου καὶ Ἰωάννου τῆς κλήσεως
συγκειμένης αὐτοῖς· τὼ δ’ ἄνδρε τούτω παρὰ
Μανιχαίοις ἐγενέσθην ὀνομαστώ, εἰ καὶ μὴ τι
αἱρεσιάρχα καὶ τῆς κακοδοξίας γεννήτορε, ζηλωτὰ δὲ 
ταύτης καὶ σπουδαστὰ διαφερόντως καὶ κήρυκε. καὶ
τούτους τοίνυν ἡ βασιλὶς εἰς νοῦν ἐβάλετο μεταγαγεῖν
εἰς ὀρθοδοξίαν ἐκ τῆς αἱρέσεως, καὶ στέλλει
τοὺς τοῦτο σπεύσοντας ἄνδρας τῶν ἐπιφανεστέρων.
οἱ δὲ ἀδεξίως τὸ πρᾶγμα καὶ ἀφυῶς ἐπιφανεστέρων. 
νοὶ οὐ μόνον ἀνήνυτον ἔθεντο τὴν σπουδήν, ἀλλὰ
καὶ εἰς ἀποστασίαν ὁρμῆσαι τὸ γένος ὅλον εἰς μυρεάδας
πολλὰς ἀριθμούμενον ἐβιάσαντο. ὃ καὶ τοῖς
 ἐξ Ἰσμαὴλ συμμιγνύμενον κατὰ Ῥωμαίων σὺν αὐτοῖς
ἐστρατεύετο, καὶ πολλῶν γέγονεν αὐτοῖς αἴτιον συμφορῶν. 
ὁ δέ γε βασιλεὺς Μιχαὴλ τὸν μείρακα παρελάσας
καὶ νεανίσκοις ἄρτι καταλεγόμενος ἴε
παρ’ ἄλλοις τὴν τῆς βασιλείας βλέπων διοίκησιν,
ἠρέθιστο δὲ καὶ πρὸς τοῦ πρὸς μητρὸς θείου τοῦ
Βάρδα τῆς αὐταρχίας πρὸς ἔρωτα · εἶς δ’ ἦν καὶ 
οὗτος τῶν ἐπιτρόπων τοῦ Μιχαήλ. διαφορᾶς δέ
ποτε τῷ μαγίστρῳ Μανουὴλ γενομένης πρὸς τὸν

 
λογοθέτην τοῦ δρόμου Θεόκτιστον , καὶ ἄμφω δὲ
συνεπιτρόπω τοῦ βασιλέως ἐτυγχανέτην, ὁ Μανουὴλ
τῶν ἀνακτόρων ὑποχωρεῖ, ἦν γὰρ ἐκεῖ διαιτώμενος, 
καὶ εἰς τὸν οἰκεῖον οἶκον μεταχωρεῖ, κἀκεῖθεν εἰς τὰ
 βασίλεια ἀπιὼν τῶν διοικήσεων εἴχετο. τοῦτο τῷ
Βάρδᾳ θυμηρέστατον ἔδοξεν· ἀποσκευάσασθαι γοῦν
καὶ τὸν Θεόκτιστον διὰ σπουδῆς αὐτῷ ἦν· βασιλειῶν
γὰρ ἐδεδοίκει τοῦτον ὥς οἱ πρὸς τοὔργον ἀντιστησόμενον.
τῷ βασιλεῖ τοίνυν παιδαγωγὸς ἦν,
 ἀνδράριόν τι φαῦλον καὶ πονηρόν, ὅν δι’ ἐφέσεως
εἶχεν ὁ βασιλεὺς ἀξιώματι τῶν λαμπροτέρων τιμῆσαί
τινι, καὶ ἐποιεῖτο περὶ τούτου πρὸς τὴν μητέρα
ἀξίωσιν. ὁ δὲ Θεόκτιστος μὴ δεῖν ἔλεγε μείζονι
τὸν παιδαγωγὸν τῆς ἑαυτοῦ καταστάσεως τιμηθῆναι
 τιμῇ, ἔνα μὴ ἀτιμοῖντο τὰ ἀξιώματα. ἐντεῦθεν
δι’ ἔχθρας ἦν τῷ παιδαγωγῷ ὁ Θεόκτιστος. τοῦτο
τοίνυν ὁ Βάρδας τῆς οἰκείας σπουδῆς προυστήσατο 
σύστασιν, καὶ διὰ τοῦ παιδαγωγοῦ ποικίλας διαβολὰς
ἐνήχει τοῖς τοῦ βασιλέως ὠσί, καὶ τὴν ἐλαφρίαν αὐτοῦ
 κατὰ τοῦ Θεοκτίστου ὑπέκνιζε, καὶ τέλος ἐκ μέσου
αὐτὸν ποιήσασθαι ὑποτίθησι. τοῦτο δὲ μὴ ἄν
ἄλλως γενήσεσθαι ἀνυστόν, εἰ μὴ ἀναιρεθείη ὁ ἄνθρωπος·
ζῶντος γὰρ ἀνθέξεσθαί τε αὐτοῦ τὴν βασιλίδα
καὶ περιέξεσθαι. ὡς γοῦν ὁ τοῦ ἀνδρὸς κεκύρωτο
 θάνατος , ἐπιτετήρητο ἐκ τῶν τῆς βασιλίδος
ἐξιὼν θαλάμων · ἦν γὰρ ἀναφέρων αὐτῇ περὶ ἀναφορῶν
καὶ διοικήσεων · κἀκεῖθεν ἐξιόντι καθιᾶσιν
αὐτῷ τὸν σφαγέα. ὁ δὲ γυμνὸν ἰδὼν τὸ ξίφος
ἠρμένον καθ’ ἑαυτοῦ, σκάμνον εἰσέδυ, καὶ ὁ σφαγεὺς
 κατὰ τῆς αὐτοῦ γαστρὸς τὸ ξίφος ὠθεῖ καὶ τοῦ 
Βάρδα ξίφος ἐσπασμένου καὶ ἀνασείοντος, καὶ ἀπειλοῦντος
πλήξειν αὐτῷ τὸν ἀμυνοῦντα τῷ θνήξοντι.

 .
ὁ μὲν οὖν Θεόκτιστος ἀνῄρητο ὥσπερ εἴρηται. ἡ δέ
γε βασιλὶς ὡς ἔγνω τὸ γεγονός , ἐξέθορε τοῦ θαλάμου
γοωμένη καὶ τῷ υἱῷ λοιδορουμένη καὶ τῷ ὁμαίμονι,
ἐπαρωμένη τε καὶ ἀμφοῖν τοιούτῳ τέλει τὸν
 βίον ὑπεξελθεῖν. ὁ δὲ Βάρδας ἐπισυνάπτων κακὸν 
τῷ κακῷ καὶ τὰ πρὸς τὴν οἰκείαν μελέτην οἰκονομούμενος,
καὶ αὐτὴν τὴν βασιλίδα Θεοδώραν συνεβούλευσε
τῶν ἀνακτόρων κατενεγκεῖν. ἡ δὲ συνεῖσα
τὸ βουλευόμενον, ἀντιστῆναι οὐχ ᾑρετίσατο , ἵναμὴ
σφαγαὶ ἀνθρώπων συμβῶσι. μεταπεμψαμένη δέ γε 
 τοὺς τῆς βουλῆς , ‘‘αὐτὴ μέν” ἔφη ‘‘τῶν βασιλείων
ἐξίσταμαι· ἵνα δὲ μὴ ἔχῃ λέγειν ὁ βασιλεὺς ὡς
κενὰ θησαυρῶν τὰ ταμιεῖα εὕρηκε τὰ βασίλεια, διὰ
τοῦτο ὑμῖν τὰ τεθησαυρισμένα δηλῶ·” καὶ αὐτίκα
τοὺς ταμίας εἰπεῖν ἐκέλευε τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου 
τὸν ἀριθμόν. οἶ δὲ χίλια μὲν καὶ ἐνενήκοντα
χρυσίου ἔχειν κεντηνάρια κατετίθεντο, ἀργύρου δὲ
ὡσεὶ τρισχίλια κεντηνάρια. ἡ δὲ βασιλὶς ‘‘πρὸς τούτοις”
‘‘καὶ ἄλλος πλοῦτος πολὺς καὶ παντοδαπὸς
τεθησαύρισται·” καὶ ταῦτα εἰποῦσα τῶν ἀνακτόρων 
ἀπῆλθεν.

Ὁ δέ γε Μιχαὴλ τῆς αὐταρχίας ἐγκρατὴς γεγονὼς
 ταχὺ τὸν τοσοῦτον διεσκόρπισε πλοῦτον, μίμοις
καὶ κόλαξι καὶ ἡνιόχοις τοῦτον καταπροέμενος καὶ
ὅλαις ἁμάξαις, τὸ τοῦ λόγου, αὐτὸν ἐκκενῶν. ὃς ἐπεὶ 
τὰ ταμιεῖα κεκένωτο , ὁ δὲ καιρὸς ἐφίστατο τῆς τοῖς
ἀξιώμασιν ἀνηκούσης διανομῆς, καὶ οὐκ εἶχεν ὅθεν
ταύτην ποιήσεται, τὴν πλάτανον τὴν χρυσῆν καὶ
τοὺς διττοὺς λέοντας καὶ τοὺς τοσούτους γρῦπας
καὶ τὰ ὄργανα , ἐκ χρυσοῦ ἅπαντα εἰργασμένα , εἰς 
κόσμον ὄντα τῆς βασιλείας, ἔκπληξιν δὲ ἐμποιοῦντα
τοῖς ἐξ ἐθνῶν, χωνεύσας , δέδωκεν εἰς τὸ κοπῆναι

 
νομίσματα δι’ αὐτῶν. ἀλλὰ μέντοι καὶ ἐπὶ βασιλικαὶς
στολαῖς τοῦτο ἐποίησεν, ὧν τινα ἐκείνου φθαρέντος
ἔτι περισωζόμενα ὁ μετ’ αὐτὸν βασιλεύσας 
Βασίλειος ἀνεκομίσατο, τρία μόνα κεντηνάρια εὑρηκὼς
 ἐκ τῆς ἀπηριθμημένης ποσότητος. τὴν ἑαυτοῦ
δὲ μητέρα ὁ Μιχαὴλ τῶν βασιλείων ὑποχωρήσασαν
οὐκ εἴασεν ἠρεμεῖν , ἀλλ’ ὑποθήκαις τοῦ Βάρδα
πέμψας ἀποκείρει καὶ αὐτὴν καὶ τὰς ἀδελφὰς καὶ ἐν
τῷ οἴκῳ τοῦ Καριανοῦ περιορίζει καὶ ὅσα προσῆν
 ἀφαιρεῖται. τούτοις ἡ Θεοδώρα πληγεῖσα τὴν ψυχὴν
μεταχωρεῖ πρὸς τὰς ἐκεῖθεν μονάς , ὀλίγον τῇ συμφορᾷ
ἐπιζήσασα. αἶ δὲ θυγατέρες αὐτῆς καὶ τοῦ
βασιλέως ὁμαίμονες ἤντλουν τὰ αὐταῖς ἐπενηνεγμένα
κακά, ἃς ὁ Μακεδὼν μετὰ ταῦτα Βασίλειος τῆς βασιλείας
 ἐπιλαβόμενος πρὸς τὴν τῆς πρὸς μητρὸς αὐταῖς 
μάμμης μονήν, ἣ Γαστρία καλεῖται, ἀπήγαγε.
τῆς δὲ τοῦ βασιλέως μητρός, ὡς εἴρηται, τῶν ἀνακτόρων
ἐκστάσης, ἡ πᾶσα τῆς βασιλείας διοίκησις
ὑπὸ τὸν Βάρδαν ἐγένετο, τιμηθέντα καουροπαλάτην
 πρὸς τοῦ ἀνεψιοῦ. εἶτα ἐκστρατεύει ὁ Μιχαὴλ κατὰ
τῶν Ἀγαρηνῶν, ἄρτι πρώτως ὑπηνήτης γινόμενος,
καὶ πόλιν αὐτῶν τὰ Σαμόσατα, αὕτη δὲ τῶν παρευφρατιδίων
ἐστί, πολιορκεῖν ἐπεχείρησεν. οἶ δ’ Ἰσμαηλῖται
τῆς πόλεως τὰς πύλας τοῖς πολιορκοῦσιν ἐπιζυγώσαντες
 ἐντὸς ἔμενον, δόκησιν διδόντες αὐτοῖς
ὡς δειλαινόμενοι ἔνδον τοῦ περιβόλου συνέκλεισαν
ἑαυτούς. τοῦτο τοὺς Ῥωμαίους εἰς θράσος ἤνεγκε, καὶ 
ἀπερισκέπτως ἐσκήνωντο καὶ ἀφυλάκτως ἐσκίδναντο.
ἐπὶ τρισὶ δ’ ἡμέραις ὑποκριθέντες δειλίαν οἶ ἐκ τῆς
 Ἄγαρ ἀθρόον τὰς πύλας ἀναπετάσαντες μετὰ ῥύμης
σφοδρᾶς καὶ ἀλαλαγμοῦ τῷ τῶν Ῥωμαίων ἐπίασι
χάρακι, καὶ οὐδεὶς ὑπέστη τὴν τούτων ὁρμήν, πρὸς

 
δρασμὸν δ’ οἱ πάντες ἀπεῖδον, καὶ καταλαμβανόμε-
 νοι οἱ μὲν ἀνῃροῦντο, οἱ δ’ ἐζωγροῦντο. ὅτε καὶ οἱ
Μανιχαῖοι τοῖς Ἰσμαηλίταις συμμαχοῦντες πολλοὺς
τῶν ἐπιφανῶν ἐζώγρησαν στρατηγῶν, καὶ χρημάτων
αὐτοὺς μεγάλων ἀπέδοντο. τότε τοίνυν μικροῦ καὶ 
ὁ βασιλεὺς ἂν ἐλήφθη αὐτός, εἰ μὴ τῇ ταχυτῆτι
 τοῦ ἵππου τοὺς πολεμίους ὑπεκδραμὼν διασέσωστο.
ἐλήφθη δὲ τὸ στρατόπεδον καὶ ἡ βασιλικὴ σκηνὴ καὶ
ἡ πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ βασιλέως ἀποσκευὴ καὶ τἄλλα
πάντα διήρπαστο. τότε μὲν οὗν ὑπέστρεψεν ὁ Μι- 
χαήλ. αὖθις δὲ τοὺς Ἀγαρηνοὺς ἐπιόντας ταῖς τῶν
Ῥωμαίων χώραις μαθὼν ἔξεισι κατ’ αὐτῶν μετὰ βαρυτέρας
δυνάμεως. οἳ διὰ δυσόδων τόπων, ἐπιτόμων
δέ, διελθόντες ἀπροσδόκητοι τῷ ‘ Ρωμαίων έπὴλθον
στρατῷ, καὶ τρέπονται τοῦτον. ἥλω δ’ ἂν καὶ 
ὁ βασιλεύς, εἰ μὴ ὁ μάγιστρος Μανουὴλ τῶν σχολῶν
τυγχάνων δομέστικος αὐτὸν διεσώσατο. οἱ δ’ ἐναντίοι
κακοῦντες τὰ Ῥωμαίων οὐκ ἔληγον. στέλλεται
γοῦν κατ’ αὐτῶν ὁ τοῦ βασιλέως μητράδελφος ὁ
Πετρωνᾶς μετὰ Ῥωμαϊκῶν δυνάμεων αὐτοῖς ἀντι- 
 τάξασθαι. ὁ δὲ οὐκ ἐθάρρει συμβολήν, ἀλλ’ ἐδειλία
τὸν πόλεμον. μαθὼν οὖν ἐν ὄρει τινὶ μοναχὸν
ἀσκούμενον τὴν ἀρετὴν διαβόητον καὶ προορῶντα τὰ
μέλλοντα, ἄπεισι πρὸς αὐτὸν καὶ ἐρωτᾷ εἰ τῷ πολέμῳ
ἐπιχειρήσειε· καὶ ὃς ἐπιτρέπει καὶ νίκην αὐτῷ 
ἐπαγγέλλεται. ἀπῆλθε τοίνυν ὁ Πετρωνᾶς καὶ τοῖς
ἐναντίοις προσέβαλε , καὶ ἡττᾶται μὲν ἡ τῶν Ἀγαρηνῶν
στρατιά, πίπτει δὲ ὁ ταύτης κατάρχων Ἄμερ.
ὁ δὲ τούτου υἱὸς ἐκ τοῦ πολέμου ἀπών, εἰς γὰρ
λείαν ἐτύγχανεν ἀποδεδημηκώς , τὴν ἧτταν καὶ τὴν 
φθορὰν μαθὼν τοῦ πατρὸς ἀπεδίδρασκεν, ἀλλὰ καὶ
οὗτος ἐν τῷ δρασμῷ συλληφθεὶς παρεδόθη τῷ στρα-

 
τηγῷ. λέγεται δὲ πρὸ τοῦ πολέμου τούτου ὁ Ἄμερτῶν
αἰχμαλώτων πυθέσθαι τινὸς ὅπως ὁ τόπος ἐν 
ᾧ ἐστιν ἡμῖν ἡ παρεμβολὴ καλοῖτο καὶ ὅπως ὁ παραρρέων
λέγεται ποταμὸς καὶ τίνος ἡ ὅλη ἐκείνη χώρα
 ἔτυχε κλήσεως. ὡς δὲ τὴν μὲν χώραν Λαλακάωνα
εἶπεν ἐκεῖνος κεκλῆσθαι, Πτώσαντα δὲ τὸν τόπον
τοῦ χάρακος καὶ Γυρὴν τὸν ποταμόν , ἐκεῖνος ἐκ
τῶν ὀνομάτων τούτων οἰωνισάμενος ἔφη τ’ ἃς κλήσεις
ταύτας οὐκ αἴσιον αὐτῷ τὸ τοῦ πολέμου τέλος
 παραδηλοῦν. λαοῦ μὲν γὰρ κάκωσιν ἐκάλει τὸν Λαλακάωνα,
πτῶσιν δὲ σημαίνειν τὸν Πτώσαντα, γυρωθῆναι
δὲ μέλλειν ὑπὸ τῶν ἐναντίων αὐτοῦ ’ς ἐκ
τῆς τοῦ ποταμοῦ κλήσεως ἐμαντεύετο. τὰ μὲν οὖν
τῆς νίκης οὕτως εἶχον τῷ Πετρωνᾷ · ὁ δὲ τροπαιοφόρος
 ἐπανῆκεν εἰς τὸ Βυζάντιον, καὶ ὑπεδέχθη μετὰ 
τιμῆς , καὶ τῶν σχολῶν προεβλήθη δομέστικος. ἤδη
γὰρ ὁ Μανουὴλ ἀπεβίω. ἀπεβίω. μετὰ βραχὺ δὲ
καὶ αὐτὸς ἀπέτισε τὸ χρεών.

Τούτους δὲ πάντας ὁ Βάρδας ἀποσεισάμενος τὴν μὲν τῶν πραγμάτων διοίκησιν , ὡς ἠβούλετο,
διετίθετο. ὁ γὰρ Μιχαὴλ οὐδενὸς ἐπεστρέφετο, μόνοις
δὲ θεάτροις καὶ ἱππηλασίαις ἐσχόλαζεν, οὐκ
ἄλλων ἡνιοχούντων, αὐτοῦ δ’ ἐκείνου τοῦ αὐτοκράτορος
καὶ ἁρματηλατοῦντος τοῦ Αὐγούστου, καὶ
 ἀγωνιζομένου τοῦ βασιλέως καὶ ἀντὶ τῆς βασιλείου
στολῆς ἐνδεδυκότος ἡνιόχου στολήν. οὐ τοῦτο δὲ
μόνον ἦν τὸ δεινόν, ἀλλ’ ὅτι καὶ τοὺς ἐν ἀξιώμασι
καὶ τιμαῖς ὑπερέχοντας τοὺς μὲν αὐτῷ συναγωνίζεσθαι, 
τοὺς δ’ ἀνταγωνίζεσθαι ἐν ταῖς τῶν ἵππων
 ἁμίλλαις καὶ ἁρματηλατεῖν κατηνάγκαζε. ποτὲ τοίνυν
αὐτὸς μὲν ἠμφίεστο τὸ χρῶμα τὸ βένετον , ὁ δὲ
τοῦ δρόμου λογοθέτης τὸ πράσινον , καὶ ἕτεροι τῶν

 
ἐπιφανεστέρων τὰ ἕτερα· καὶ ἤδη τῶν ἁρμάτων ἐπέβησαν.
ἐν τούτῳ δὲγράμματα τῷ πρωτονοταρίῳ
 τοῦ δρόμου παρά του πεφθακότος ἄρτι ἐνεχειρίσθησαν,
ὡς ἐν τοῖς Μελαγγείοις ἐστρατοπεδεύσαντο οἱ
Σαρακηνοὶ διαγγέλοντα· ταῦτα δ᾿ εἰσὶν ἃ νῦν 
ἀγροικότερον καλεῖται Μαλάγινα. ὁ γοῦν πρωτονοτάριος
σκυθρωπάσας ἐπὶ τῇ ἀγγελίᾳ προσῆλθε τῷ
βασιλεῖ, καὶ ταῦτα ἐδίδασκε καὶ ὑπεδείκνυ τὰ γράμματα.
 ὁ δὲ ὀργίλον τι καὶ μανικὸν αὐτῷ ἐνιδὼν “ἐν
Τοιούτῳ μοι” ἔφη “ἀγῶνι ὄντο καὶ τὸν μέσον εὐώνυμον 
Καταστήσασθαι σπεύδοντι αὐτός, μάταιε, περὶ
Σαρακηνῶν ἐπιδρομῆς διαλέγῃ μοι;” Τοιοῦτος ὁ
Θαυμάσιος ἐκεῖνος ἦν βασιλεὺς καὶ οὕτω περὶ τῶν
κοινῶν πραγμάτων καὶ τῆς βασιλείας ἐφρόντιζεν.
ἐκείνου δὲ τοῦτον διακειμένου τὸν τρόπον, ὁ Βάρδας 
ἔστρεφε τὰ πάντα και ἦγεν ὅπῃ ἦν αὐτῷ πρὸς βουλῆς,
καὶ εἰς τὴν τοῦ Καίσαρος ἀναβεβήκει τιμὴν καὶ
ἑαυτῷ τὴν βασιλείαν ἐμνᾶτο, καὶ εὐκαιρίαν ἐζήτει,
ἵν᾿ αὐτῆς ἐπιτεύξοιτο. Οὐδὲν δέ οἱ εἴργαστο ἀγαθὸν
ἢ τὸ τῶν λόγων φροντίδα θέσθαι πολλήν. 
ἠμέλητο γὰρ τὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ ἀπέσβη σχεδὸν
εἰς τὸ παντελές, ὡς μηδ᾿ ἔναυσμά τι περιλειφθῆναι
αὐτῆς. Τοῦτο δὲ ἡ τῶν κρατούντων εἴργαστο ἀλογίας. ὁ δὲ καὶ διατριβὰς ἑκάστῃ ἀφώρισε τῶν ἐπιστημῶν
καὶ διδασκάλους προυστήσατο καὶ σιτήσεις 
 δημοςίας τούτων ἑκάστῳ ἀπένειμεν· ἐπὶ πᾶσι δὲ
διδάσκαλον ἐγκατέστησε τὸν φιλόσοφον Λέοντα, οὗ
κλέος ἐπὶ σοφίᾳ πολύ, ὃς καὶ τῷ βασιλεῖ Θεοφίλῳ
γέγονεν ἔντιμος ἐκ τρόπου τοιοῦδε. Πολλῶν αὐτῷ
φοιτητῶν ὄντων, ἕνα συνέβη τούτων τοῖς Σαρακηνοῖς 
γενέσθαι ἁλώσιμον, ᾧ τὰ τῆς γεωμετρίας μεμύητο
ἀκριβῶς, καὶ οὗτος τῶν παρὰ τοῖς βαρβάροις

 
ἐπισήμων τινὶ δουλεύειν ἀπονενέμητο. ἦν δ’ ὁ τότε 
τῶν ἐκ τῆς Ἄγαρ προεστηκὼς φιλολογῶν καὶ φιλοσόφων
θεωρημάτων ἐπιμελῶς ἀκροώμενος, πλέον δὲ
τῶν ἄλλων ταῖς γεωμετρικαῖς μεθόδοις προσκείμενος.
 ἐφοίτα δὲ καὶ ὁ τοῦ αἰχμαλώτου δεσπότης παρὰ τὸ
ἀκροατήριον, καί ποτε αὐτῷ καὶ ὁ αἰχμάλωτος εἵπετο,
καὶ τῶν διδασκόντων ἀκούσας καὶ σχήματα τούτους
ἰδὼν διαχαράττοντας γεωμετρικὰ ἀρχήν τε τὸ τρίγωνον
παντὸς εἶναι διδάσκοντας σχήματος, ὥστ’ ἐξ
 αὐτοῦ ἅπαν σχῆμα συνίστασθαι καὶ εἰς αὐτὸ ἀναλύεσθαι,
καὶ ὡς πάντων ὁ κύκλος τῶν ἰσοπεριμέτρων
αὐτῷκαὶ ἰσοπλεύρων ἐστὶ πολυχωρητότερος, καὶ ἄλλα
τοιαῦτα, ἤρετο τὸν ἑαυτοῦ κύριον ὁ αἰχμάλωτος εἰ 
πύθοιτο τῶν διδασκάλων περὶ ὧν διδάσκουσι· καὶ
 ὃς ἐπέτρεψεν. ὁ δὲ τοὺς λόγους τῶν διδασκομένων
ἐζήτει σαφηνίσαι αὐτούς. οἶ δ’ ἠπόρουν πρὸς τοῦτο,
καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἀγαρηνῶν προσκαλεσάμενος τὸν
αἰχμάλωτον , “ σὺ δ' ” ἔφη ‘‘δύναιο ἂν ἀποδοῦναι
τοὺς λόγους τούτους;” κἀκεῖνος κατέθετο. ‘‘οὐκοῦν
 λέξον εἶπε. καὶ ἀρξάμενος ὁ αἰχμάλωτος ἐσαφήνιζεν
ἕκαστον καὶ λόγους ἀπεδίδου καὶ τὰς αἰτίας
κατέλεγε. καὶ οἶ ἀκούοντες ἐν συνέσει τῶν λεγομένων
ἐγίνοντο καὶ ὀξύτερον ἐπέβαλλον τοῖς θεωρήμασι,
καὶ σφίσιν ηὐρύνετο ἡ διάνοια καὶ τὸν ἄνδρα
 ἐθαύμαζον ἤροντό τε εἰ καὶ ἄλλους ἔχει τοιοίτουσ 
ἡ Κωνσταντίνου. ὁ δὲ “πολλούς” ἔφη “ κρείττους
ἐμοῦ κέκτηται, ἴνα δὲ τῶν ἁπάντων διδάσκαλον,
ἄνδρα ἐν τοῖς τῆς φιλοσοφίας λόγοις παντὶ ἀπαράμιλλον.”
ἔρωτι τοίνυν ἀκούσας ταῦτα ὁ τῶν Ἀγαρηνῶν
 ἀρχηγὸς ἑάλω τοῦ διδασκάλου ἐκείνου, καὶ
ἤθελεν ἐλθεῖν εἰς θέαν τούτου καὶ εἰς ἀκρόασιν, καὶ
ἐγχαράξας ἐπιστολὴν πρὸς τὸν ἄνδρα παρακαλοῦσαν 

 
ἀφικέσθαι καὶ μεταδοῦναι αὐτῷ τῆς σοφίας αὐτοῦ,
διὰ τοῦ αἰχμαλώτου στέλλει αὐτήν, φιλοτίμως τοῦτον
δεξιωσάμενος. ὡς δέ οἶ ἐκεκόμιστο ἡ γραφή,
δείσας μὴ αἰτιαθείη ὡς γράμμα δεξάμενος ἐξ ἐχθρῶν,
τῷ λογοθέτῃ τοῦ δρόμου ἐγχειρίζει τὸ ἐπιστόλιον 
 καὶ παρίστησι τὸν αἰχμάλωτον, κἀκεῖνος τὴν ὑπόθεσιν
διηγήσατο. ἐντεῦθεν γνώριμος ὁ φιλόσοφος
Λέων τῷ Θεοφίλῳ ἐγένετο καὶ εὐεργετεῖται καὶ δημοσίᾳ
διδάσκειν προτρέπεται, εἶτα καὶ ἀρχιερεὺς
χειροτονεῖται Θεσσαλονίκης. θανόντος μέντοι τοῦ 
Θεοφίλου , καὶ τῶν εἰκονομάχων ἀρχιερέων καθαιρέσει
ὑποβληθέντων, καὶ ὁ Λέων οὑτωσὶ συγκαθῄρητο,
ὅτι μὴ τιμὴν ταῖς θείαις εἰκόσιν ἀπένεμε.
τοῦτον οὖν ὁ Βάρδας σχολάζοντα εὑρηκὼς τῶν λοιπῶν
διδασκάλων ἐπέκεινα ἔταξε, καὶ οὕτως ἀναθηλῆσαι 
τοὺς λόγους ἐποίησε, καὶ εἰς ἐπίδοσιν προήωεγκεν
οὐ διὰ μακροῦ. καὶ τοὺς νόμους δὲ τοὺς πο-
 λιτικοὺς ἀνηβῆσαι πεποίηκε, φοιτῶν αὐτὸς εἰς τὰ
δικαστήρια, ἤδη καὶ τῆς τούτων γνώσεως σχεδὸν
ἐκλελοιπυίας παντάπασιν. ἡ μὲν οὖν περὶ τὰς ἐπιστήμας 
καὶ τὰ μαθήματα τοῦ Βάρδα σπουδὴ ἀξιἐπαινος,
τὰ δ’ ἄλλα καὶ λίαν ψεκτὰ καὶ κατάπτυστα.
τοῦ γὰρ ἱεροῦ Μεθοδίου ἔτη τὴν ἐκκλησίαν ἰθυναντος
τέσσαρα καὶ πρὸς τὰς ἀιδίους μεταστάντος μονάς,
ὁ μοναχὸς Ἰγνάτιος τῆς ἐκκλησίας προέστη, ὃς 
θυγατριδῆς μὲν ἦν Νικηφόρου τοῦ βασιλέως τοῦ
ἀπὸ γενικῶν, υἱὸς δὲ Μιχαὴλ βασιλέως τοῦ Ῥαγγαβἐ,
καὶ μετὰ τὴν ἐκ τῆς βασιλείας ἀπόπτωσιν τοῦ πατρὸς
αὐτοῦ, παρὰ τοῦ Λέοντος ἐκτομίας γενόμενος, ἐκείρατό
τε τὴν τρίχα καὶ ἐπὶ μακρὸν ἀσκητικοῖς ἱδρῶσι 
τὸ σαρκίον ἐδάμασεν , ὃν ἡ βασιλὶς Θεοδώρα τὰ τῆς
 βασιλείας ἰθύνουσα εἰς τὸν ἀρχιερατικὸν τῆς Κων-

 
σταντινουπόλεως ἀνήγαγε θρόνον. οὗτος τοίνυν ὁ
θεῖος τὸν Καίσαρα Βάρδαν, τὴν γαμετὴν ἀναιτίως
ἀποπεμψάμενον , συμφθείρεσθαι δὲ λεγόμενον
τ’ῇ νύμφῃ τῆ ἑαυτοῦ, τῶν ἱερῶν ἐπιβῆναι περιβόλων
 ἐκώλυεν. ὁ δὲ διὰ τοῦτο τῆς ἐκκλησίας μεθίστησι
τὸν ἀρχιερέα, καὶ πολλὰ κακώσας τέλος ἐγκλείει
τάφῳ. εἶτ’ ἐκεῖθεν ἐξενεγκὼν εἰς Μιτυλήνην
τὴν νῆσον ὑπερορίζει. καὶ οὐ τοῦτον μόνον οὕτω
διέθετο, ἀλλὰ καὶ πλείους ἄλλους τῶν ἀρχιερέων,
 ὅσοι τῷ Ἰγνατίῳ γεγόνασι σύμψηφοι αὐτὸν ἀφορίσαντι·
προχειρίζεται δὲ πατριάρχην τὸν Φώτιον,
ἄνδρα τῶν ἐπισήμων ὀνομαστότατον. τότε τυγχάνοντα
καὶ ἐν λόγοις ὀνομαστότατον. ὡς δ’ ἔτυχε 
παρεῖναι καὶ τοποτηρητὰς τοῦ πάπα Ῥώμης κατὰ
 τῶν εἰκονομάχων σταλέντας , κἀκείνους ὁ Βάρδας
πείθει τῆς ἑαυτοῦ γενέσθαι γνώμης. ἐν γοῦν τῷ
τῶν ἁγίων ἀποστόλων ναῷ ἀθροισθέντες ἄγουσι καὶ
τὸν ἱερώτατον Ἰγνάτιον ἐκ τῆς ὑπερορίας, καὶ ποι
τοῦτον ὑπὸ καθαίρεσιν. καὶ ταῦτα μὲν ὧδέ
 πῃ συμβέβηκε.

Τὸ δ’ ἔθνος τῶν Ῥὼς Σκυθικὸν ὂν τῶν περὶ τὸν Ταῦρον ἐθνῶν στόλῳ τὰ τοῦ Εὐξείνου πόντου
κατέτρεχε καὶ αὐτῇ τῇ Βυζαντίδι ἐπιέναι διεμελέτα.
ἀλλ’ οὐκ εἰς ἔργον ἤχθη σφίσι τὸ βούλευμα, κωλυσάσης
 τοῦτο τῆς προνοίας τῆς ἄνωθεν, ἣ καὶ ἄκοντας
αὐτοὺς ἀπράκτους, μᾶλλον δὲ καὶ θείου πειραθέντας
μηνίματος, ἀπελθεῖν ᾠκονόμησεν. ἀλλὰ καὶ 
οἱ ἐκ Κρήτης Ἀγαρηνοὶ τὰς Κυκλάδας νήσους καὶ
τὰ παράλια ἐληίζοντο. καὶ κλόνοι δὲ σφοδρότατοι
 τῆς γῆς συμβεβήκασιν , ὧν ὁ φρικωδέστατος κατὰ
τὴν ἡμέραν τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν τὴν γῆν συνέσεισεν
ἀναλήψεως. τούτων δ’ οὐδὲν τῶν ἱππηλάτων

 
ἀγώνων ἀπήγαγε τὸν Μιχαὴλ καὶ τῆς περὶ τούτους
σπουδῆς, ἐν τῇ κατὰ τὸ Στενὸν τοποθεσίᾳ τῇ τοῦ
 ἁγίου Μάμαντος καλουμένῃ αὐτοῦ ἐκείνου αὐτουργοῦντος
τὰ ἱππηλάσια. ὅθεν καὶ τοὺς φρυκτοὺς
ἔπαυσεν, οὓς οἱ πάλαι βασιλεῖς ἐπενόησαν , ἵνα μὴ 
ἀθρόον οἱ ἐκ τῆς Ἄγαρ ταῖς χώραις τῶν Ῥωμαίων
 εἰσβάλλοντες ληίζωνται τὰ ἐν ποσὶ καὶ τοὺς ἀνθρώπους
αἰχμαλωτίζωσι. διὰ ταῦτα ἐν τῇ Ταρσῷ ἐπὶ
λόφου μετεώρου τινὸς ἐδομήσαντο φρούριον , Λοῦλον
κεκλημένον , καὶ οἱ ἐν τούτῳ πυρσὸν ἀνῆπτον, 
ἡνίκα ἔγνων ἐπιδρομὴν Ἰσμαηλιτῶν, , ὃν ὁρῶντες οἱ
ἐν τῷ Ἀργαίῳ βουνῷ ἄλλον ἐποίουν πυρσόν, καὶ οἱ
κατὰ τὸν Ἴσαμον ἕτερον, τοῖς δὲ κατὰ τὸν Αἰγιαλὸν
ἰδοῦσι τοῦτον ᾔρετο ἄλλος, καὶ τοῖς κατὰ τὸν Μίμαντα
ἕτερος, καὶ οἱ κατὰ τὸν Κύριζον αὖθις ἐφρυκτώρουν, 
καὶ οἱ κατὰ τὸν Μώκιλον ὁμοίως ἐπύρσευον,
καὶ ἐπὶ πᾶσιν ἐν τῷ τοῦ ἁγίου Αὐξεντίου
βουνῷ πυρσὸς ᾔρετο. οὓς ὁρῶντες οἶ ἐν ταῖς χώραις
διὰ βραχέος εἰ ὀχυρώματα συνέκλειον ἑαυτοὺς
 καὶ τὰς τῶν βαρβάρων λεηλασίας ἐξέκλινον. ἐκ δὲ 
τοῦ βουνοῦ τοῦ ἁγίου Αὐξεντίου τῷ βασιλεύοντι
τῆς τῶν δυσμενῶν ἐπιδρομῆς ἐδίδοτο γνῶσις. ἔνα
τοίνυν μὴ ἀνακόπτοιτο τῶν ἱππηλάτων ἀγώνων, ἐν
καιρῷ τούτων πολλάκις τῶν πυρσῶν αἰρομένων,
τῶν τῇ βασιλίδι γειτονούντων πυρσῶν σχολὴν κατεψηφίσατο. 
κατεγίνωσκε δὲ καὶ τῶν πρότερον βασιλευσάντων,
ὅτι μὴ λιτότητι ἔχαιρον, σοβαρότητος δ’
ἀντεποιοῦντο καὶ ὄγκου βασιλικοῦ. ὅθεν αὐτὸς μετριότητα
δοκῶν μετιέναι, συνήντησέ ποτε γυναικὶ
ἄρτι λουσαμένῃ καὶ οἴκαδε ὑπονοστούσῃ , καὶ τοῦ 
ἵππου ἀποβὰς ἀπῄει μετὰ τῆς γυναικὸς σὺν ὀλίγοις
τισὶ νεανίαις, οἱ τῶν ἀπορρήτων συμμετεῖχον αὐτῷ,

 
καὶ ἐν τῆ οἰκίᾳ αὐτῆς γεγονὼς καὶ συμμετασχὼν 
τραπέζης αὐτῇ πεζοπορῶν ἀπῄει πρὸς τὰ ἀνάκτορα.
καὶ ὁ μὲν ἐν τοῖς τοιούτοις ὡς μέγα τι κατορθῶν
ἐβρενθύετο, τοῖς δ’ ἄλλοις ἀνοηταίνειν ἐκρίνετο καὶ
 μῖσος ὑπέτρεφον κατ’ αὐτοῦ. οὐχ ἥκιστα δὲ μισητὸς
ἐδόκει διὰ τοὺς παρατρεφομένους αὐτῷ ἐναγεῖς νεανίας,
οἱ πρὸς ἅπαν κακὸν αὐτὸν ὑπεξέκαιον , οἱ καὶ
ἀρχιερεῖς ἔπλαττον ἑαυτοὺς καὶ τὴν ἀναίμακτον ἱερουργίαν
τελεῖν ὑπεκρίνοντο, καὶ αὐτὸν τὸν Μιχαὴλ
 συνιερουργοῦντα δῆθεν ἔχοντες ἑαυτοῖς, παίζοντες
ἐν οὐ παικτοῖς, ἢ ὄξος τε μιγνύντες καὶ σίνηπι καὶ
σκεύεσι χρυσέοις καὶ λιθοκολλήτοις παρ’ αὐτοῦ χορηγουμένοις
τὸ κρᾶμα ἐγχέοντες μετεδίδουν τούτου
τοῖς συμμύσταις αὐτῶν καὶ συμπαίστορσιν. ἀλλὰ
 πάντα καταλέγειν τὰ τοῦ τοιούτου χοροῦ, οἷς συνθιασώτης 
καὶ αὐτὸς ὁ βασιλεὺς ἐτύγχανεν ὤν, πολλῆς
ἂν εἴη λέσχης καὶ ἀηδίας οὐχ ἥκιστα. ἥκει δ’
ὁ λόγος τὴν τοῦ Βάρδα διηγησόμενος ἀποβίωσιν καὶ
τὴν τοῦ κρατοῦντος αὐτοῦ καὶ πρὸ τούτων τὴν τοῦ
 Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος οἰκείωσιν πρὸς τὸν Μιχαήλ,

ὃς ἐκ Μακεδονίας μὲν ἦν, ἔφυ δὲ πατέρων ἀσήμων καὶ ἀφανῶν, εἰ καί τις τῶν τὰ περὶ αὐτοῦ
ἐξιστορησάντων ἐκ τοῦ τῶν Ἀρσακιδῶν αὐτὸν γένους
κατάγεσθαι τερατεύεται. τοῦ Κρούμου δέ, τῶν
 Βουλγάρων δ’ ἦν οὗτος ἀρχηγός, τὴν Ἀδριανούπολιν
κατασχόντος , καὶ οἶ τούτου γεννήτορες αἰχμάλωτοι
γεγονότες εἰς τὴν ἐκείνων χώραν μετήχθησαν,
ἀρτιγενὲς τοῦτον καὶ ὑπομάζιον φέροντες. τοῦ Κρούμου 
δὲ ἀποβεβιωκότος ἤδη ἕτερος τῆς ἀρχῆς τῶν
 Βουλγάρων ἐπείληπτο, ὃς πολλάκις ἐν πολέμοις τοῖς
πρὸς Ῥωμαίους θραυσθεὶς σπονδὰς πρὸς τὸν τότε
κρατοῦντα Ῥωμαίων πεποίητο, καὶ τοὺς αἰχμαλώ-

 
τοὺς ἐλευθερῶσαι συνέθετο, καὶ μέντοι καὶ κατὰ τὰς
συνθήκας πεποίηκεν. ἐφήβου δ’ ἦν ἡλικίας τότε
ἁψάμενος ὁ Βασίλειος. νηπιόθεν μέντοι πολλὰ σημεῖα
γενέσθαι φασὶ τὴν βασιλείαν αὐτῷ προσημαίνοντα,
ὧν ἓν ἦν καὶ τὸ ῥηθησόμενον. νήπιος μὲν 
ἦν ὁ Βασίλειος, οἱ δὲ τούτου γονεῖς περὶ θέρος ἠσχόληντο
καὶ τὸ νήπιον ὑπνῶττον ὑπὸ τὸν ἥλιον ἔκειτο ·
 δὲ πετόμενος πρόσγειος ἡπλωμέναις ταῖς πτέρυξι
 τῷ βρέφει σκιὰν ἐσχεδίαζεν. ἡ δὲ μήτηρ ὡς
εἶδε τὸν ἀετὸν τῷ παιδὶ προσεγγίζοντα, ἦρέ τε τὴν 
φωνὴν καὶ προσέδραμε τῷ υἱῷ καὶ λίθοις τὸν ἀετὸν
ἀπεδίωκε. τῆς δὲ πρὸς τὸ ἔργον χωρησάσης αὖθις
ὁ ἀετὸς προσῄει τῷ βρέφει κοιμωμένῳ , ἐπιτελῶν τὸ
λειτούργημα. καὶ ἡ μήτηρ πάλιν τε τεθορύβητο καὶ
αὐτὸν ἀπεδίωκεν. ὡς δὲ πολλάκις τοῦτο ἐγένετο, 
εἰς συναίσθησιν ἧκε καὶ χρηστὸν ὑπείληφε τὸ πρᾶγμα
οἰώνισμα. ἤδη δὲ αὐτοῦ ὑπερβεβηκότος τὸν
μείρακα, ὁ πατὴρ μὲν κατέλυσε τὴν ζωήν , ἡ δὲ μήτηρ
αὐτοῦ πρὸς τῇ πενίᾳ καὶ τοῖς τῆς χηρείας κακοῖς
ἐπιέζετο. ὁ δὲ τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων μὴ 
εὐπορῶν, ἔγνω μισθῷ πρὸς ὑπηρεσίαν ἑαυτὸν ἐκσοῦναί
τινι· καὶ ἄρας ἔρχεται πρὸς τὴν μεγαλόπολιν.
ὀψίας δὲ τὴν τῆς πόλεως εἰσελθὼν πύλην, ἣ καλεῖται
 Χρυσεία, παρὰ τῷ ναῷ τοῦ ἁγίου Διομήδους
κατέλυσεν οὔπω μονῇ τότε τυγχάνοντι· καὶ πεσὼν 
ἔξω τοῦ τεμένους κατέδαρθε. νυκτὸς δὲ τῷ τοῦ
ναοῦ νεωκόρῳ ὄναρ ὁ μάρτυς ἐφίσταται, καὶ τὸν
βασιλέα ἐντὸς εἰσαγαγεῖν ἐγκελεύεται. ὁ δὲ ἐξελθὼν
καὶ τὸν Βασίλειον εὑρὼν ἐπὶ ψιλοῦ τοῦ ἐδάφους
ὑπνώττοντα, φάντασμα εἶναι τὸν ὄνειρον ὑπείληφε 
μάταιον. ὡς δὲ καὶ αὖθις τὸ αὐτὸ ἐδόκει ὁ ἅγιος
ἐγκελεύεσθαι, ὁ δὲ καὶ πάλιν ἐξελθὼν οὐχ ἕτερον

 
εὗρεν ἢ τὸν Βασίλειον , ὑπέστρεψεν ὑπειληφὼς τὰ
αὐτά. ἐκ τρίτου τοίνυν ὁ μάρτυς τῷ νεωκόρῳ ἐφίσταται
καὶ προτρέπεται αὐτὸν εἰσαγαγεῖν τὸν ἐκτὸς
κατακείμενον· ‘‘οὗτος γάρ ἐστιν” ἔφη ‘‘ὁ βασιλεύς.”
 ἐξελθὼν οὖν ὁ νεωκόρος ἀνίστησι τὸν Βασίλειον,
καὶ ξενίζει τοῦτον παρὰ τῇ κατοικίᾳ αὐτοῦ, καὶ μεταδέδωσιν 
ὧν εὐπόρει. ἦν δὲ τῷ νεωκόρῳ ὁμαίμων
τὴν ἰατρικὴν μετιὼν καὶ τῷ Θεοφιλίτζῃ ὑπηρετῶν.
ὁ δὲ Θεοφιλίτζης οὗτος τῷ Καίσαρι Βάρδᾳ καὶ τῷ
 βασιλεῖ Μιχαὴλ κατὰ γένος ᾠκείωτο , διὰ τὸ τῆς
ἡλικίας βράχιστον ὑποκοριζόμενος καὶ Θεοφιλίτζης
καλούμενος. τούτῳ τοίνυν τῷ ἀδελφῷ ὁ νεωκόρος
τὸ ἀπόρρητον ἐκκαλύψας ἐνύπνιον ἠξίωσε συστῆσαι
τοῦτόν τινι τῶν ἀρχόντων εἰς ὑπηρέτησιν. ὁ δὲ τῷ
 οἰκείῳ κυρίῳ τοῦτον συνίστησι. πρότερον δὲ τὸ περὶ
τῆς βασιλείας δι’ ὀνειράτων χρησμῴδημα τῷ Βασιλείῳ
ἀνεκάλυψαν ἄμφω τὼ ἀδελφὼ καὶ μεμνῆσθαι
σφῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ ὅρκοις αὐτὸν προκατέλαβον. 
ἡσθεὶς οὗν ὁ Θεοφιλίτζης ἐπὶ τῷ Βασιλείῳ,
 ἦν γὰρ εὐειδής τε καὶ εὐμήκης καὶ τὴν χεῖρα γενναῖος
καὶ περιδέξιος, βαθεῖάν τε τρέφων κόμην καὶ
ταύτην οὔλην, τοῖς οἰκείοις ἱπποκόμοις τοῦτον ἐπέστησε·
πρωτοστράτορα τοῦτον οἶδεν ὀνομάζειν ἡ
διάλεκτος ἡ κοινή. ἐζητήθη δὲ καὶ τῷ βασιλεῖ γενναῖός
 τις ἱπποκόμος καὶ περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην
εὐφυῶς διακείμενος. κεκόμιστο γάρ ποθεν ἵππος
τῷ βασιλεῖ Μιχαήλ, εἰς πᾶσαν μὲν ἀρετὴν ἵππῳ
πρέπουσαν ἐπιτήδειος, σκληραύχην δὲ καὶ μὴ ῥᾳδίως
ἀναβαινόμενος. μένος. τούτου εἰς θέαν ἥκων ὁ βασιλεὺς
 ἀναβῆναί τινι τοῦτον ἐπέτρεπεν. πλειόνων δ’
ἐπικεχειρηκότων, ἐκεῖνος ἐθρασύνετό τε καἰ ἐγαυρία 
καὶ τὸν ἀναβαίνοντα ἀπεσείετο. ἐχαλέπηνεν ἐπὶ

 
τούτοις ὁ βασιλεὺς καὶ ὅτι μὴ ἔχοι ἱπποκόμον περιδέξιον
ἤσχαλλε. παρὼν δὲ ὁ Θεοφιλίτζης ἔχειν εἶπεν
αὐτὸς τοιοῦτον, καί ‘‘εἰ βούλει” φησί, ‘‘βασιλεῦ,
παρίτω.” καὶ ὃς ἐπέτρεψε, καὶ ὁ Βασίλειος μετεκέκλητο
καὶ τοῦ χαλινοῦ τοῦ ἵππου λαβόμενος καὶ 
περιποππύσας καὶ καταψήσας αὐτὸν κούφως τε
μετεωρίσας ἑαυτὸν ἐπιβέβηκε καὶ περικαλπάσας μικρόν,
εἶτα καὶ ὅλον αὐτῷ τὸν ῥυτῆρα ἐνδέδωκέ τε
καὶ ἐξιππάσατο. ἥσθη τούτοις ὁ βασιλεὺς καὶ τὸν
Βασίλειον προσελάβετο καὶ τοῖς βασιλικοῖς ἱπποκόμοις 
συνέταξε καὶ προιὼν καὶ πρωτοστράτορα τὸν
ἄνδρα ἐτίμησεν· ἡ ἀξία δὲ τῶν ἐπισήμων καὶ τῶν
ᾠκειωμένων τῷ βασιλεῖ· καὶ ἐπεδίδου καθ’ ἑκάστην
ἡ περὶ τὸν Βασίλειον τοῦ βασιλέως διάθεσις, καὶ
τοσοῦτον ὡς καὶ εἰς φθόνον κινήσαι τὸν Καίσαρα.

Ποτὲ δετῆς τοῦ βασιλέως μητρὸς συνεστιωμένης
 τῷ βασιλεῖ ὁ πρωτοστράτωρ εἰσεκλήθη Βασίλειος
τοῦτο τοῦ βασιλέως κελεύσαντος. καὶ ἡ βασίλισσα
συνεχῶς αὐτῷ ἐνητένιζε, καὶ ἐώρα τὸν ἄνδρα περιεργότερον,
εἶτα καὶ ἀπεφοίβασε τοῦτον εἶναι τὸν 
ὀλετῆρα τοῦ γένους αὐτῆς, ἔκ τινων σημείων τοῦτο
γνοῦσα, ὡς ἔλεγε, πάλαι αὐτῇ γνωρισθέντων ἐκ τοῦ
οἰκείου ἀνδρός. ἀλλὰ τῷ Μιχαὴλ ταῦτα λῆρος ἐδόκει,
καὶ οὐδὲν ἀπῆγεν αὐτὸν τῆς εὐνοίας τῆς περὶ
τὸν Βασίλειον , ἤδη δὲ καὶ παρακοιμώμενον αὐτὸν 
προεβάλετο. καὶ τοῦτο δὲ τῆς κατὰ τοῦ Βασιλείου
βασκανίας ἐπίδοσις τῷ Καίσαρι γέγονε, καὶ ἐπεβούλευε
τῷ ἀνδρὶ καὶ παρ’ αὐτοῦ ἀντεπεβουλεύετο.
ἐκστρατείας δὲ κατὰ τῶν τὴν Κρήτην ἐχόντων Ἀγαρηνῶν
 κηρυχθείσης τῷ Μιχαήλ, ὁ Καῖσαρ πρὸς τὸν 
τῆς θεοτόκου ναὸν τὸν τῶν Ὁδηγῶν κεκλημένον
ἀπῆλθε, τῇ θεομήτορι συνταξόμενος, ἀξόμενος , καὶ ἤδη τῷ

 
θυσιαστηρίῳ αὐτοῦ προσεγγίσαντος ἐξ οὐδεμιᾶς
ἐμφανοῦς αἰτίας ἡ χλαμὺς τῶν ὤμων αὐτοῦ ἐξωλίσθησεν.
ὅπερ σημεῖον καὶ τῷ Καίσαρι καὶ τοῖς
ἰδοῦσιν ἀπαίσιον ἔδοξε. πολλῶν δὲ τὸν βασιλέα
 κακιζόντων, ὅτι πᾶσαν ἐνέδωκε τὴν ἐξουσίαν τῷ
Καίσαρι, ὥστε ἐκεῖνον ἅττα βούλεται πράττειν καὶ
πολλὰ παρὰ τὸ δέον ποιεῖν, τῇ τῶν ὀνειδῶν ἐνδελεχείᾳ
ἔδοξέ ποτε μικρὸν ἀνανῆψαι τοῦ βαθυτάτου
κάρου ἐκεῖνος ὁ ἀβέλτερος ἄνθρωπος , καί τινα τῶν 
 ᾠκονομημένων τῷ Καίσαρι καὶ διωρθοῦτο καὶ ἀνεσκεύαζεν·
ὁ τῷ Βάρδᾳ οὐκ ἦν ἀνεκτόν, ἀλλ’ ἐπὶ τούτῳ
καὶ ἐβαρυθύμει. ἐκστρατεύσαντος δὲ τοῦ βασιλέως,
ὡς εἴρηται, καὶ ὁ Καῖσαρ ἐκείνῳ συνεξεστράτευσε,
καὶ πυκνὰς κατ’ αὐτοῦ τῷ Μιχαὴλ ὁ Βασίλειος καὶ οἷ
 περὶ ἐκεῖνον πεποίηντο τὰς διαβολάς, καὶ κεκύρωτο
διὰ ταύτας ἡ κατ’ ἐκείνου ἐπιβουλή. πολλὴν δὲ δύναμιν
περιβεβλημένου τοῦ Καίσαρος, οἶ τὴν ἐπιβουλὴν
ἀρτύοντες ἐδειλαίνοντο. πρωίας δέ ποτε τοῦ
Βᾶ ἐκ τῆς οἰκείας σκηνῆς προελθόντος μετὰ λαμπρότητος
 καὶ δορυφορίας πολλῆς, καὶ τῷ βασιλεῖ 
προσελθόντος, συγκαθίσαντός τε καὶ συνομιλοῦντος
αὐτῷ, ὁ Βασίλειος ὄπισθεν αὐτοῦ ἑστηκὼς τὴν χεῖρα
ἐπέσειεν, ἀπειλῶν ὥσπερ τῷ Καίσαρι. ὁ δὲ κατά
τινα χρείαν ἑτέραν ἀθρόον ἐπιστραφεὶς καὶ ἰδὼν
 τὴν χεῖρα τοῦ Βασιλείου, καὶ συνεὶς τὸ δηλούμενον,
τοῖς ποσὶ τοῦ βασιλέως ἐπέρριψεν ἑαυτόν. ὤκνουν
δ’ οἶ κατ’ αὐτοῦ συνομοσάμενοι τὴν ἐγχείρησιν,
μέχρις αὐτὸς ὁ Βασίλειος πρῶτος αὐτῷ τὸ ξίφος
ἐπήνεγκεν. οὕτω γὰρ καὶ οἶ ἄλλοι ἀναθαρσήσαντες
ὢ μεληδὸν τὸν Βάρδαν περιστάντες συνέκοψαν, καὶ
τῷ μὲν τοιοῦτον τὸ τέλος τῆς βιοτῆς συνεκύρησεν.
ὁ δέ γε βασιλεὺς τῆς ἐκστρατείας ἀφέμενος, εἰς τὸ

 
Βυζάντιον ἐπανέζευξε , καὶ ζεύγνυσι τῶ Βασιλείῳ
Εὐδοκίαν τὴν θυγατέρα τοῦ Ἵγκηρος, ἥτις αὐτῷ τῷ
 κρατοῦντι πρῴην ἐπαλλακεύετο · εἶτα καὶ βασιλέα
τοῦτον ἀνεῖπεν αὐτὸς ἐν τῇ μεγάλῃ παραγενόμενος
ἐκκλησίᾳ καὶ διὰ τοῦ πατριάρχου Φωτίου περιθεὶς 
αὐτῷ τὸ διάδημα. τίκτεται δὲ τῷ Βασιλείῳ ἐκ τῆς
Εὐδοκίας παιδίον ἄρρεν ὁ Λέων, ὃ τοῦ Μιχαὴλ
μᾶλλον εἶναι ἐλέγετο, ὡς ἐγκύου τῆς Εὐδοκίας οὔσης
ὅτε τῷ Βασιλείῳ συνῴκιστο. ἱππηλασίαις δὲ
καὶ συμποσίοις ἁ εἰ σχολάζων ὁ Μιχαὴλ καὶ συνεχῶς 
μεθυσκόμενος καὶ τόν φρενῶν ἐξιστάμενος, ἃς οὐ δ’ ἑ
νήφων ἔρρωτο, εἰς φόνον ἑαυτοῦ τὸν Βασίλειον ἐξηρέθισεν.
ἐκ γὰρ ἵππων ἀγῶνος ἐν τῷ ἁγίῳ Μάμαντι
τελεσθέντος, ἐν ᾧ αὐτὸς ἡνιόχησε καὶ οἱ
 μεγιστᾶνες αὐτοῦ καὶ νενίκηκεν, ἐπὶ δεῖπνον 
ἀνακλιθέντος συνανεκλίνετο καὶ ὁ Βασίλειος καὶ ἡ
 Εὐδοκία. Βασιλικῖνος δέ τις τῆς βασιλείου τριήρους
πρῴην ἐρέτης ὤν, διὰ δὲ σώματος ὡραιότητα πρόσ’
ληφθεὶς παρὰ τοῦ κρατοῦντος καὶ τούτῳ οἰκειωθείς,
παρεστὼς τότε δειπνοῦντι τῷ βασιλεῖ ἐξεθείαζεν 
αὐτόν, ὡς εὐφυῶς ἄγαν καὶ ἐντέχνως ἡνιοχήσαντα.
ὁ δέ, ἤδη γὰρ ἠκρατίσατο καὶ τὸν νοῦν ἐκτεθόλωτο,
ἡσθεὶς τοῖς ἐπαίνοις , ἐδίδου αὐτῷ τὰ φοινικόχροα
πέδιλα καὶ προσέταττεν ὑποδήσασθαι καὶ βασιλέα
ἀνεῖπε. τοῦ δὲ εὐλαβουμένου καὶ πρὸς τὸν Βασίλειον 
ἐνορῶντος, ὁ βασιλεὺς ἐχαλέπαινεν. ὁ δὲ Βασίλειος
ἐνένευσεν αὐτῷ πεισθῆναι καὶ ὑποδήσασθαι·
καὶ ὃς λαβὼν ὑπεδήσατο. ὁ δὲ βασιλεὺς τῷ Βασιλείῳ
 ἔφη χολούμενος τούτῳ μᾶλλον ἢ σοὶ τὰ τῆς
βασιλείας παράσημα ἐπεοίκασιν. ἢ οὐκ ἔξεστί μοι, 
ὡς σὲ βασιλέα πεποίηκα, ποιῆσαι καὶ ἕτερον;” ἐντεῦθεν
δεδοικὼς ὁ Βασίλειος καὶ περὶ τῆ βασιλείᾳ

 
καὶ τῇ ζωῇ δρᾶσαι πρὸ τοῦ παθεῖν ἐμελέτησεν, ἐτέροις
τε τὸ μελέτημα κοινωσάμενος, ἐπεὶ αὖθις ἐν
δείπνῳ ἀκρατοποσίαις χρησάμενος ὁ Μιχαὴλ ἤδη
κεκάρωτο, καὶ τῷ ἑαυτοῦ κοιτῶνι ἐν τοῖς κατὰ τὸν
 ἅγιον Μάμαντα βασιλείοις χειραγωγούμενος ἀνεκέκλιτο
καὶ ὕπνῳ βαθυτάτῳ κατείληπτο, πρῶτον μὲν
ἐξιὼν ὁ Βασίλειος τὰ κλεῖθρα τοῦ βασιλικοῦ κοίτῶνος
κατέαξεν, ἵνα μὴ κλεῖσαι τὰς θύρας οἱ περὶ τὸν
κοιτῶνα στρεφόμενοι δύναιντο, εἶτα καὶ τοὺς συνωμότας
 παραλαβὼν ἄπεισι. τῶν δὲ προκοιτούντων 
ὀλίγων ὄντων καὶ κωλύειν ἐπιχειρούντων , θόρυβος
ἤρθη, καὶ διυπνίσθη ὁ βασιλεύς. εἰσελθόντος δέ
τινος τῶν σὺν τῷ Βασιλείῳ καὶ τὸ ξίφος ἠρκότος
κατὰ τοῦ Μιχαὴλ, ἐκεῖνος τὰς χεῖρας ἦρε, καὶ ἄμφω
 ταύτας ὁ ξιφηφόρος πλήξας ἀπέκοψε, καὶ ὑπέστρεψε
πρὸς τοὺς ἄλλους. ὁ δὲ μὴ φυγεῖν οἷός τε ὢν
ἀκροσφαλῶς ἐκ τοῦ οἴνου βαίνων καὶ τῇ μέθῃ συμποδιζόμενος,
ἔκειτο δεινῶς ἀπολοφυρόμενος, καί τις
ἕτερος τῶν περὶ τὸν Βασίλειον ἔτι ζῶντα τοῦτον
 ἰδὼν εἰσεπήδησε, καὶ κατὰ τῶν στέρνων αὐτοῦ τὸ
ξίφος ὠθήσας ἐπὶ τὴν γαστέρα τοῦτο προήνεγκεν,
ὡς ἐκπεσεῖν αὐτῆς καὶ τὰ ἔγκατα.

Τῷ μὲν οὑν Μιχαὴλ οὕτως ἐπιλέλοιπε τὸ βιώδιμον ἀξίως τῆς αὐτοῦ βιοτῆς. ὁ δὲ Βασίλειος αὐτίκα 
 εἰς τὰ βασίλεια παρεγένετο, καὶ τούτων γενόνενος
ἐγκρατὴς ἔπεμψε τῶν τοῦ κοιτῶνός τινα κηδεπῦσαι
τὸν Μιχαὴλ. ὃς ἀπελθὼν εὗρε τὸν δείλαιον
ἵππου ἐγκεκορδυλημένον σαγίσματι, καὶ ἀπαγαγὼν
αὐτὸν ἐν τῇ μονῇ τῆς Χρυσοπόλεως ἔθαψεν. ὃς σὺν
 τῇ μητρὶ μὲν ἐβασίλευσεν ἔτη δέκα καὶ τέσσαρα , ἕν
δ’ ἐπὶ δέκα ἦρξε μόνος αὐτός. ἤδη δὲ τῆς βασιλείας
δραξάμενος ὁ Βασίλειος καὶ παρὰ πάντων αὐτοκρά-

 
τωρ ἀναρρηθείς, τοὺς βασιλικοὺς παρόντων τῶν τῆς
συγκλήτου λογάδων ἀνέῳξε θησαυρούς, ἐν οἷς οὐδὲν
ἕτερον εὕρητο ἤ μόνα χρυσίου κεντηνάρια τρία.
 βουλῆς οὖν προτεθείσης ἐψήφιστο παρὰ πάντων τοὺς
ἐξ οὐδεμιᾶς χρήματα λαβόντας εὐλόγου λαβῆς ἀναδιδόναι 
ταῦτα ἢ τό γε δὴ μετριώτερον τὰ ἡμίση. καὶ
ἀκολούθως τῇ ψήφῳ τὰ ἡμίση ἐπράττετο, καὶ οὐ
μείω τριακοσίων ἐντεῦθεν κεντηναρίων τὸ ταμεῖον
τὸ βασιλικὸν εἰσωδίασεν. εἰς δὲ τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν
ἐν ἑορτῇ ἀπελθὼν ὁ Βασίλειος καὶ τῆς ἀναιμάκτου 
θυσίας μετασχεῖν βουληθείς, ἐκωλύθη παρὰ
τοῦ πατριάρχου Φωτίου, ἀνδροφόνον ἀποκαλοῦντος
αὐτόν. ὀργισθεὶς οὖν διὰ τοῦτο σύνοδον συνήθροισε
καὶ τὸν Φώτιον τῆς ἐκκλησίας ἐξώθησεν, ὡς τάχα
παρανόμως τοῦ Ἰγνατίου κατασπασθέντος τοῦ θρόνου 
τοῦ ἀρχιερατικοῦ παρὰ Βάρδα τοῦ Καίσαρος,
 καὶ αὐτοῦ μὴ κανονικῶς ἐκείνου ζῶντος τοῦ θώκου
 τοῦ θείου ἐπιβατεύσαντος , Πάτροκλον τοῦτο πρόφασιν
προβαλλόμενος. ἀνάγει γοῦν πάλιν εἰς τὴν
τῆς ἀρχιερωσύνης περιωπὴν τὸν θεῖον Ἰγνάτιον. 
ἄρτι δὲ τῶν σκήπτρων ἐπειλημμένου αὐτοῦ ἀνταίρουσιν
αὐτῷ χεῖρα τῶν πατρικίων τινὲς Γεώργιος καὶ
Συμβάτιος, οἱ καὶ ληφθέντες ταῖς εἰς σῶμα ποιναῖς
ἐκολάσθησαν. ἔστεψε δὲ βασιλεῖς Κωνσταντῖνον καὶ
Λέοντα τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ, μετέπειτα δὲ καὶ τὸν τρίτον 
Ἀλέξανδρον. τὸν δὲ τέταρτον Στέφανον πατριάρχην
βουλόμενος προχειρίσασθαι , νεώτατον ὄντα
τότε, τῷ κλήρῳ τῆς τοῦ θεοῦ ἐκκλησίας καταριθμεῖ.
τὰς δέ γε θυγατέρας αὐτοῦ τέσσαρας οὔσας τῇ βασιλικῇ
μονῇ τῆς ἁγίας Εὐφημίας κατέταξε. κατὰ δὲ 
 τῶν ἐν τῇ Κρήτῃ Ἀγαρηνῶν ἐκστρατεύσας ἡττήθη,
καὶ πολλοὶ μὲν ἔπεσον, καὶ ἑάλω δ’ ἂν καὶ αὐτός, εἰ

 
μὴ ὁ Ἀβάστακτος Θεοφύλακτος ὁ πατὴρ τοῦ μετὰ
ταῦτα βασιλεύσαντος τοῦ Ῥωμανοῦ τοῦ Λακαπηνοῦ
αὐτὸν διεσώσατο. ἐπανελθὼν δὲ εἰς τὴν μεγαλόπολιν
τὸν γαμβρὸν αὐτοῦ Χριστοφόρον κατὰ τῶν Ἀγαρηνῶν
 εἰς τὴν Κρήτην ἐκπέπομφεν· ὃς συμβαλὼν
αὐτοῖς καὶ τρεψάμενος τὸ θράσος σφῶν ἐταπείνωσεν.
ἐξεστράτευσε δὲ καὶ κατὰ τῶν ἐν τῇ ἑῴᾳ μοίρᾳ
Ἀγαρηνῶν ὁ αὐτοκράτωρ Βασίλειος καὶ κατὰ τῶν
Μανιχαίων ὧν ἐξῆρχεν ὁ Χρυσόχειρ καλούμενος,
 καὶ φρούριά τινα κατασχὼν καὶ λείαν ἐλάσας ἐπεχείρησε
μὲν πολιορκῆσαι καὶ τὴν Τεφρικὴν τὴν αὐτῶν
μητρόπολιν, γνοὺς δὲ ταύτην καὶ προσεδρείας
δεομένην πολλῆς καὶ ἄλλως δυσάλωτον , ἄρας ἐκεῖθεν 
ἀπῄει· καὶ τὸν Εὐφράτην εὑρὼν πολὺν ῥέοντα,
 ζεύξας τοῦτον ναυσὶ διεπέρασε, καὶ πολλὰ τῶν ἐκεῖ
ληισάμενος, καὶ φρούρια ἑλὼν ἕτερα, καὶ τοῖς μὲν τῶν
βαρβάρων σπεισάμενος , τοὺς δὲ προσκεχωρηκότας
αὐτῷ δεξάμενος, εἰς τὴν τῶν πόλεων προκαθημένην
ἐπανελήλυθε , καὶ διὰ μέσης θριαμβεύσας τῆς
 πόλεως εἰς τὰ βασίλεια ἐπανῆκεν. ὁ δὲ τῶν Μανιχαίων
προεστηκὼς ὁ Χρυσόχειρ κατὰ τῶν Ῥωμαϊκῶν
ἐπῄει χωρῶν, καὶ αὐτὰς ἐληίζετο. στέλλει τοίνυν
ὁ βασιλεὺς κατ’ αὐτοῦ τὸν δομέστικον τῶν σχολῶν.
ὅτι δὲ μὴ ἀξιόχρεων ἐπήγετο δύναμιν, κατὰ συστάδην
 αὐτῷ συμβαλεῖν οὐκ ἔκρινε δείν’. ὅπῃ δὲ παρείκοι,
τοῖς αὐτοῦ συμπλεκόμενος σκιδναμένοις καὶ
ποιουμένοις καταδρομὰς ἐκάκου αὐτοὺς καὶ οὐκ 
ἀδεῶς εἴα ποιεῖσθαι τὰς ἐκδρομὰς καὶ τὰς λεηλασίας.
διὸ καὶ ἣν ἤδη ἴσχυσε λαβεῖν λείαν ὁ Χρυσόχειρ
 ἐπαγόμενος , οἴκαδε ἐπανέστρεφεν. ὁ δὲ δομέστικος
τῶν σχολῶν δύο στρατηγοῖς ἐνετείλατο παρέπεσθαί
οἶ μετὰ τῶν περὶ αὐτοὺς ταγμάτων καὶ μὴ ἐᾶν τοὺς

 
βαρβάρους σκίδνασθαι καὶ λεηλατεῖν. ἑσπέρας δὲ
τοῦ μὲν Χρυσόχειρος καὶ τῶν περὶ αὐτὸν αὐλισαμένων
έν ὑπωρείᾳ, τῶν δὲ Ῥωμαίων τὰ μετέωρα προκατειληφότων,
ἔρις ἐνέπεσε περὶ πρωτείων καὶ τοῦ
τίνες ἂν εἶεν ἀγαθοὶ μᾶλλον τὴν ἰσχὺν τοῖς ἀμφοῖν 
τῶν στρατηγῶν στρατιώταις. ὡς δ’ ἕκαστοι ἑαυτοὺς
κρειττονεύειν τῶν ἄλλων ἐμεγαλαύχουν, εἶς τις λῦσαι
τὴν ἔριν σφίσι βουλόμενος ‘‘ἔνα τί μάτην” φησί
 ‘‘συστρατιῶται θρασυνόμεθα, ἐνὸν μὴ λόγοις, ἀλλ’
ἔργοις ἄρτι φανῆναι τίνες ἄνδρες εἰσὶν ἀγαθοὶ τῶν 
πολεμίων παρόντων; ἔδοξεν οὖν ἡ βουλὴ τοῦ ἀνδρὸς
ἀγαθὴ καὶ αὐτίκα τοῖς πολεμίοις ἐπέθεντο. οἱ
δὲ τῷ αἰφνιδίῳ καταπλαγέντες νῶτα τοῖς βάλλουσιν
ἔτρεψαν, καὶ τῆς διώξεως ἐπὶ πολὺ γενομένης κατεστρώθη
τὸ μεταξὺ πεδίον νεκροῖς, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ 
Χρυσόχειρ ἔπεσε τότε, καὶ πολλοὶ δ’ ἐζωγρήθησαν,
καὶ τῷ βασιλεῖ ἐστάλησαν δέσμιοι, καὶ αὐτὴ δ’ ἡ
κεφαλὴ τοῦ Χρυσόχειρος. Ἰγνατίου δὲ τοῦ πατριάρχου
μεταστάντος εἰς τὰς ἐκεῖθεν μονάς, ὃς ἕνδεκα
ἔτη τὰ πάντα τοὺς τῆς ἐκκλησίας ἴθυνεν οἴακας, ὁ 
Φώτιος τὸ δεύτερον παρὰ τοῦ Βασιλείου εἰς τὸν τῆς
 ἀρχιερωσύνης θρόνον ἀνάγεται. ἐπιβουλὴ δὲ συσκευαζομένη
 κατὰ τοῦ βασιλέως οὐκ ἔλαθεν. ὅθεν ὁ
μὲν ἐξάρχων αὐτῆς Ῥωμανὸς ὁ Κουρκούας ἐξεκόπη
τὰ ὄμματα , οἶ δὲ τούτῳ συνομοσάμενοι αἰκισθέντες 
καὶ καρέντες τὴν τρίχωσιν ὑπερορίαν κατεδικάσθησαν.

Ἤδη δὲ τοῦ ἔαρος ἀναλάμποντος ἐκστρατεύει
κατὰ τῆς Συρίας τὸν ἔνα τῶν υἱῶν τὸν Κωνσταντῖνον
ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ, καὶ εἷλε τῶν φρουρίων 
τινά, ἔνιοι δὲ προσεχώρησαν αὐτῷ διὰ τὴν τῶν
ἄλλων ἅλωσιν δειλιάσαντες. εἶτα τῇ Γερμανικείᾳ

 
προσβάλλει, καὶ τὰ προάστεια δῃώσας αὐτῆς ἀφίκετο
πρὸς πόλιν τὴν Ἄδαταν, καὶ ταύτην ἐπολιόρκει.
ὀλιγώρως δὲ πρὸς τὴν πολιορκίαν διακειμένων τῶν
πολιτῶν αὐτῆς ἤρετο αὐτοὺς ὁ Βασίλειος ὅτῳ πεποιθότες
 οὐ προσέρχονταί οἶ, ἤδη τῆς πόλεως ἁλισκομένης. 
καί τις τῶν χρόνῳ προβεβηκότων φησὶν ἀκριβῶς
εἰδέναι ὡς οὐχ ὑπὸ σοῦ πέπρωται τὴν πόλιν
ἁλῶναι νυνί, ἀλλ’ ὑφ’ ἑτέρου τῶν ἐξ ὀσφύος καταγομένων
τῆς σῆς Κωνσταντίνου τὴν κλῆσιν. τοῦ
 δὲ βασιλέως τὸν υἱὸν ἐπιδείξαντος, καί ‘‘οὗτος ὁ
Κωνσταντῖνός ἐστι” φήσαντος, ὁ γηραιὸς ἐκεῖνος
‘οὐχ οὗτος” εἶπεν ‘‘ὁ Κωνσταντῖνός ἐστιν, ὑφ’ οὗ
ἡμῶν ἡ πόλις ἀλώσεται, ἕτερος δέ τις τῶν ἀπογόνων
τῶν σῶν. μηνίσας οὖν ἐπὶ τοῖς τοῦ πρεσβύτου προμαντεύμασιν
 ὁ Βασίλειος, κραταιότερον τῇ πολιορκίᾳ
ἐπέθετο. ἐπεὶ δὲ οὐδὲν ἤνυε, καὶ ψῦχος δὲ γεγονὸς
ἐλύπει σφόδρα τὸ στράτευμα, τὴν πολιορκίαν λιπὼν
ἐπανόδου ἐμέμνητο, τοὺς αἰχμαλώτους ἀναιρεθῆναι
προστάξας, ἵνα μὴ φυλακῆς δέωνται ἤ τι νεωτερίσωσιν 
 ἀδείας λαβόμενοι. οἱ δ’ ἐκ Ταρσοῦ καὶ Μελιτηνῆς
Ἀγαρηνοὶ τὰς Ῥωμαϊκὰς κατέτρεχον χώρας,
οἶς ἀντεπιὼν ὁ στρατηλάτης Ἀνδρέας τὰς ὁρμὰς
αὐτῶν ἀνέκοπτεν. ἐπιστείλαντος δὲ αὐτῷ τοῦ ἀμηρᾶ
τῆς Ταρσοῦ ὡς “ οὐδέν σε ὁ τῆς Μάριας υἱὸς ὀνήσει
 κατὰ σοῦ ἐπιόντος μου”, ἐκεῖνος τὴν βλάσφημον
ἐπιστολὴν εἰκόνος τῆς θεομήτορος ἐξηρτήσατο,
‘ ἀνταπόδος τῷ ἀλαζόνι” λέγων ‘‘ὦ δέσποινα, τοῦ
φρυάγματος τὰ ἐπίχειρα.” καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐχώρει
κατὰ τοῦ βλασφημήσαντος , καὶ μάχης κροτηθείσης
 τρέπονται οἱ πολέμιοι, καὶ γίνεται τούτων φόνος
πολύς, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἀμηρᾶς ἀποσφάττεται , μετρίων
διαφυγόντων τινῶν. φθονηθεὶς δὲ ὁ στρα- 

 
τηλάτης διεβέβλητο ὣ ’ς δυνάμενος καὶ τὴν Ταρσὸν
ἐξελεῖν οὐκ ἠθέλησε. διὸ ἀφαιρεῖται μὲν τὴν ἀρχὴν
ὁ βασιλεὺς ἀπ’ αὐτοῦ, δίδωσι δὲ ταύτην τῷ
Στυππετώτῃ, ἐπαγγελλομένῳ καὶ τὴν Ταρσὸν ἐκποορθῆσαι
καὶ ἄλλα πλείω κατωρθωκέναι νεανιευομένῳ· 
μένω· ὃς οὐ μόνον ὧν ηὔχει οὐδὲν κατωρθώκει,
ἀλλὰ καὶ δυστυχήματι περιπέπτωκεν ἐξ ἀμελείας
καὶ ἀπερισκέπτου σκηνώσεως. γνόντες γὰρ οἶ βάρβαροι
τὸ ἐκείνου στρατόπεδον ἀφυλάκτως ἔχον,
νυκτὸς αὐτῷ ἐπιτίθενται καὶ ἀναιροῦσι πολλούς, οἶ 
πλείους δὲ ὑπ’ ἀλλήλων συμπατούμενοι διεφθείροντο,
καὶ οὕτως ὑπερέσχον οἶ ἐκ τῆς Ἄγαρ. ἀλλὰ
 τὰ μὲν ἑῷα τοῦτον ἔσχε τὸν τρόπον, χειρόνως δὲ
διέκειντο τὰ ἑσπέρια. ἥ τε γὰρ τοῖς Ῥωμαίων βασιλεῦσιν
ὑπήκοος Ἰταλία καὶ τὰ πλεῖστα τῆς Σικελίας 
ὑπόφορα τοῖς Καρχηδονίοις ἐπὶ τῆς βασιλείας
τοῦ Μιχαὴλ γεγόνασιν, ἀλλὰ μὴν καὶ ἄλλα τῶν
ἐθνῶν πλείονα. στόλον γὰρ ἐξαρτύσαντες οἶ ἐκ
Καρχηδόνος Ἀγαρηνοὶ πολλὰ μὲν εἷλον πολίσματα,
τέλος δ’ ἐπολιόρκουν καὶ τὸ Ῥαούσιον. στέλλουσιν 
οὖν οἱ Ῥαούσιοι πρεσβείαν πρὸς τὸν βασιλέα Βασίλειον,
ἐπικουρίαν παρ’ αὐτοῦ ἐξαιτούμενοι , καὶ
ὃς ἑκατὸν αὐτοῖς πολεμιστηρίους νῆας ἐκπέπομφεν,
ἃς ἐπιέναι σφίσι μαθόντες οἶ πολιορκοῦντες Ἀγαρηνοὶ
λύσαντες τὴν πολιορκίαν τοῦ Ῥαουσίου τῇ 
Λογγιβαρδίᾳ προσέβαλον , καὶ τὸ ἄστυ τῆς Βάρεως
 εἷλον, καὶ τούτῳ κεχρημένοι ὁρμητηρίῳ πάσης τῆς
Λογγιβαρδίας ἐκράτησαν. γνόντα δὲ καὶ τὰ λοιπὰ
ἔθνη, τὰ παρὰ τῶν Ἀγαρηνῶν τούτων, ὡς εἴρηται,
 πιεζόμενα, τὸ γεγονὸς κατὰ τὸ Ῥωούσιον, καὶ ὅτι 
τὴν ἐκ βασιλέως συμμαχίαν δείσαντες οἱ πολέμιοι
τῆς π‘ολιορκίας ἀπέστησαν, πρεσβεύουσι καὶ αὐτοὶ

 
συμμαχίαν αἰτοῦντες καὶ ἑαυτοὺς τῇ τῶν Ῥωμαίων
ἡγεμονίᾳ ὑποτιθέμενοι. καὶ ὁ βασιλεὺς τὴν πρεσβείαν
προσήκατο καὶ ἐπεκούρησε τοῖς αἰτήσασι διά
τε τοῦ προειρημένου στόλου καὶ διὰ τοῦ τῶν Φράγγων
 ῥῆγός. ἐπέστειλε γὰρ ἐκείνῳ συλλαβέσθαι τοῦ
κατὰ τῶν Ἀγαρηνῶν πολέμου τῷ τῶν Ῥωμαίων
στρατεύματι, ὑφ’ ὧν ἡ τῶν Ἀγαρηνῶν κατεπολεμήθη
στρατιὰ καὶ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῶν ἑάλω Σουλδάνος
καλούμενος, ὃν ὁ ῥῆξ’ τῶν Φράγγων ἐν Καπύη
 ἀπήγαγεν. ὅπῃ δύο διατρίψας ἐνιαυτοὺς οὐκ ὤφθη 
παρά του μειδιάσας οὐδέποτε , ὥστε τὸν ῥῆγα θαυμάζειν
καὶ εἴ τις ἀπαγγείλει ὲν αὐτῷ γελῶντα τὸν
βάρβαρον, δώσειν τι ἐπαγἐλλεσθαι τῆς ἀγγελίας
μισθόν. εἶπεν οὖν τίς ποτε ἰδεῖν τὸν Σουλδάνον
 γελάσαντα. καλέσας οὖν τὸν βάρβαρον ὁ ῥῆξ’ τὴν
αἰτίαν τοῦ γέλωτος ἤρετο. ὁ δὲ τροχὸν εἶπεν ἀμάξης
ὁρᾶν, οὗ τὸ μὲν πρόσγειον ἦν, τὸ δ’ ἦρτο με-
τέωρον, εἶτα τὸ μὲν μετέωρον κατῆκτο πρὸς γῆν,
τὸ δὲ πρόσγειον μετεώριστο. ‘‘οὕτω δ’ εἰκάσας καὶ
 τὰ ἀνθρώπινα πράγματα κινεῖσθαι καὶ μεταφέρεσθαι
ἐξεγέλασα, λογισάμενος ὡς οὐκ ἀδύνατον οὕτω
διατεθῆναι καὶ τὰ κατ’ ἐμαυτόν, καὶ ὥσπερ ἐξ ὕψους
κατηνέχθην εἰς ταπεινότητα, οὕτως αὖθις ἴσως ἐκ
χθαμαλότητος εἰς ὕψος ἐπαρθῆναι καὶ γενέσθαι 
 μετάρσιος.’’ ταῦτα μὲν εἶπεν ἐκεῖνος. ὁ δὲ ῥῆξ’ καὶ
τὴν τῶν λόγων ἀλήθειαν εἰς νοῦν εἰληφὼς καὶ τὸν
Σουλδάνον τῆς μεταβολῆς κατοικτείρας ᾠκειώσατό
τε αὐτὸν καὶ παρρησίας μετέδωκε, καὶ συνετὸν τὸν
ἄνδρα οἰόμενος, ἐκοινώνει καὶ βουλευμάτων αὐτῷ.
 ὁ δὲ περίεργος ὢν δόλῳ τὸν ῥῆγα μετέρχεται. ὁ μὲν
γὰρ ῥὴξ τήν τε Καπύην καὶ τὴν Βενεβενδὸν τὰς
πόλεις νέον κτησάμενος, ἐδεδοίκει περὶ αὐταῖς μή-

 
ποτε τῆς ἐλευθερίας ἀντιποιήσωνται. ὁ δὲ βάρβαρος
ἐκεῖνος τοῦτ’ ἐγνωκὼς πρόσεισι τῷ ῥηγὶ καί
φησιν ‘‘εἰ βούλει σοι τὴν τῶν πόλεων τούτων ἀρχὴν
βεβαίαν προσεῖναι, τοὺς λογιμωτέρους τῶν ἐν
 αὐταῖς μετάγαγε ἀλλαχοῦ καὶ οὐκέτι τὸ πλῆθος 
καθ’ ἑαυτὸ γεγονὸς οὐδὲν φρονήσει νεώτερον.” συνοίσουσαν
οὖν τὴν συμβουλὴν ὁ ῥῆξ’ οἰηθεὶς ἔθετο
τῷ σκοπῷ, καὶ ἀσυμφανῶς δεσμὰ ἐχαλκεύοντο. εἶτα
καὶ τοῖς ἐξόχοις τῶν ἐν ταῖς πόλεσιν ὡμίλει ὁ πονηρὸς
ἐκεῖνος ἀνήρ, καὶ ὥσπερ φιλικώτερον προσεφέρετο 
καὶ ἐν ἀπορρήτοις λέγει αὐτοῖς ὡς ὁ ῥῆξ’
βούλεται τοὺς ἀξιολογωτέρους τῶν πολιτῶν ὑπὸ
δεσμοῖς ποιησάμενος εἰς τὴν ἑαυτοῦ χώραν μεταγαγεῖν,
καὶ πίστεις, ἔφη, τῶν λόγων τὸ τὰς σιδηρέας
ἀλύσεις χαλκεύειν καὶ χειροπέδας καὶ ἄλλα 
δεσμά. τοῦτο τοίνυν ἐκεῖνοι ἀληθὲς εὑρηκότες, εὐνοεῖν
αὐτοῖς αὐτὸν ὑπειλήφασι, καὶ ἐξελθόντι πρὸς
 κυνηγέσιον τῷ ῥηγὶ τὰς πύλας τῶν πόλεων ἐπεζύγωσαν,
καὶ οὐκέτι τοῦτον ἐντὸς εἰσεδέξαντο. καὶ ὁ
μὲν ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτόν, ὁ δὲ Σουλδάνος παρὰ 
τῶν πολιτῶν ἐκείνων ἀντιμισθίαν εὕρατο τὴν ἐλευθερίαν.
ἀπελθὼν οὖν καὶ τὴν προτέραν ἀρχὴν αὖθις
κατακτησάμενος, ἐκστρατεύει κατὰ τῶν εἰρημένων
πόλεων τῆς τε Καπύης καὶ τῆς Βενεβενδου.
οἶ δὲ τῇ πολιορκίᾳ πιεζόμενοι στέλλουσι πρὸς τὸν 
ῥῆγα, συγγνωμονῆσαι σφίσι καὶ συμμαχῆσαι θερμῶς
ἐξαιτούμενοι. ὡς δ’ ἐκεῖνος τὴν πρεσβείαν οὐ
προσήκατο, ἐπιχαίρειν εἰπὼν τῇ ἀπωλείᾳ αὐτῶν,
πρὸς τὸν βασιλέα Βασίλειον ἑτέραν πρεσβείαν ἐστάλκασι,
κασι, παρακαλοῦντες ἐπαρῆξαι αὐτοῖς κινδυνεύουσι.
 καὶ ὃς ὑπέσχετο, καὶ ὁ πρεσβευτὴς ἐπανῄει, θαρρεῖν
παρεγγυήσων τοῖς συμπολίταις αὐτοῦ. ἑάλω δ’

 
ὑπὸ τῶν πολεμίων, καὶ μαθὼν ὁ Σουλδάνος ὅπῃ 
τε ἦν καὶ οἶα κομίζει τοῖς ἀστοῖς εὐαγγέλια, φησὶ
πρὸς αὐτόν ‘‘εἰ ζῆν ἐθέλεις, ἀπαγορεῦσαι τὸν βασιλέα
τὴν συμμαχίαν τοῖς πέμψασί σ’ ἑ ἀπάγγειλον ἐκ
 τοῦ τείχους προκύπτουσιν· εἰ γὰρ μὴ οὕτω ποιήσεις,
ἴσθι αὐτίκα δὴ τεθνηξόμενος. ὁ δὲ συνέθετο
ποιήσειν ὡς ἐνετέλλετο , καὶ στὰς πρὸ τοῦ τείχους
δέσμιος κατεχόμενος ἔφη καὶ τὴν πρεσβείαν ἀνύσαι
καὶ ἥξειν ὅσον ἤδη ἐκ βασιλέως βοήθειαν· καὶ ὁ
 μὲν ταῦτα λέγων τοῖς ξίφεσι κατετέτμητο. ὁ δὲ
Σουλδάνος τὴν τῆς πόλεως ἀπελπίσας ἅλωσιν, ὐπεχώρησε.
καὶ ὁ τῆς Ταρσοῦ δὲ ἀμηρᾶς Ἐσμὰν μετὰ
πλοίων μεγάλων, ἃ κουμπάρια τοῖς ἐκ τῆς Ἄγαρ 
ὠνόμασται, τῇ πόλει τοῦ Εὐρίπου προσέβαλεν·
 ἤνυσε δὲ οὐδέν, ἀλλ’ αὐτός τε ἀπώλετο καιρίως
πληγεὶς καὶ τὸ πλέον τῆς στρατιᾶς αὐτοῦ. ἀλλὰ
μέντοι καὶ ὁ τῆς Κρήτης κρατῶν Σαὴτ ὁ Ἀπόχαψ
ἕτερον στόλον ἑτοιμασάμενος Φώτιόν τινα δραστήριον
ἄνδρα τούτῳ ἐπέστησεν, ὃς τά τε παράλια τοῦ
 Αἰγαίου καὶ τὰς νήσους ἐκάκου. ᾧ συναντήσας ὁ
τῶν Ῥωμαίων στόλος, οὗ ναύαρχος ἦν ὁ τῶν πλωίμων
δρουγγάριος ὁ πατρίκιος Νικητὰς ὁ Ὠορύφας,
πολλὰς μὲν τῶν πολεμίων νεῶν τῷ ὑγρῷ πυρὶ ἀπετέφρωσε
καὶ τοὺς ταύταις ἐμπλέοντας, πολλοὺς δὲ
 μαχαίρας ἔθετο ἔργον καὶ πλείους ὑποβρυχίους
ἐποίησεν. ὅσοι δὲ τὸν πολὺ εἰδῇ τοῦτον ἔφυγον
κίνδυνον, αἰσχρῶς ἀποδράντες ἐσώθησαν. οὐκ ἠγάμων 
μέντοι σωζόμενοι· πειρατικὰς δὲ νῆας ἑτοιμασάμενοι
τὴν Πελοπόννησον καὶ τὰς ἐκεῖ κατέτρεχον
 νήσους. ἀλλ’ αὖθις αὐτοῖς ὁ ῥηθεὶς τοῦ στόλου
δρουγγάριος ἔπεισι · τῷ γὰρ λιμένι προσορμίσας τῶν
Κεγχρεῶν, καὶ τὰ πολέμια πλοῖα περὶ Μεθώνην καὶ

 
Πύλον καὶ Πάτρας ἐμφιλοχωρεῖν ἐγνωκώς, διὰ τοῦ
κατὰ Κόρινθον ἰσθμοῦ ταχέως διαγαγὼν τὰς τριήρεις
ἐν τῇ ξηρᾷ ἐπιτίθεται τοῖς πολεμίοις ἀνωιστί,
καὶ τῷ ἀνελπίστῳ ἐκπεπληγμένων αὐτῶν τὰς μὲν
τῶν λῃστρικῶν νηῶν ἐπυρπόλησε ἴ’ τὰς δὲ καὶ αὐτάνδρους 
κατέδυσε, καὶ αὐτοῦ τῶν πολεμίων ἐξηγουμένου
Φωτίου ἀναιρεθέντος. οὕτω μὲν οὖν καὶ
ὁ τῶν Κρητῶν ἀπώλετο στόλος.

Ἐξ Ἀφρίκης δ’ ἕτεραι νῆες αὖθις ἐξήκοντα παμ-
 μεγέθεις ἐξώρμησαν, καὶ τῇ ὑπὸ Ῥωμαίους καὶ αὗται 
ἐλυμαίνοντο, καὶ μέχρι Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου
προήλθοσαν. στέλλεται τοίνυν ναυτικὸν κατ’
αὐτῶν, ναυαρχοῦντα τὸν Νάσαρ ἔχον. πολλῶν δ’
ἐκ τῶν περὶ τὴν εἰρεσίαν πονούντων ὰποδρασάντων,
αἱ τριήρεις ἦσαν ἡμίκενοι· διὸ καὶ ὁ ναύαρχος 
οὐκ ἔκρινε δεῖν οὕτω συμμίξαι τοῖς πολεμίοις,
ἀλλ’ ἀναφέρει τῷ βασιλεῖ τὸ συμβάν, καὶ οἱ λιποτάκται
ζητηθέντες ταχὺ κατεσχέθησαν. ἕνα δὲ καὶ
φόβον ἐμποιήσῃ τῷ ναυτικῷ καὶ μηδένα κολάσῃ
χριστιανόν, τριάκοντα τῶν ἐν εἱρκταῖς φρουρουμἐνων 
Ἀγαρηνῶν ἐκβληθῆναι κελεύει νυκτός, καὶ πε-
 ριχρἴσαι μὲν ἀσβόλῃ τὰς ὄψεις αὐτῶν, ὡς ἂν μὴ
ἐπιγινώσκοιντο , εἶτα καὶ αἰκίσασθαι σφᾶς καὶ διὰ
τῆς ἀγορᾶς περιαγαγεῖν, ἀνασκολοπισθῆναί τε ἀπαχθέντας
εἰς Πελοπόννησον. οὗ γενομένου οἱ τοῦ 
στόλου ναυτικοὶ ἐξεδειματώθησαν , καὶ οὕτω τοῖς
ἐναντίοις ἐπῆλθον νυκτὸς καὶ τρόπαιον ἤραντο, τῶν
μὲν ἀπολομένων, τῶν δὲ ἑαλωκότων. εἶτα καὶ εἰς
Σικελίαν διέβησαν, καὶ τὰς ἐκεῖ πόλεις, ὅσαι τοῖς
Καρχηδονίοις διέφερον, ἐκάκωσάν τε καὶ ἐξεπόρθησαν. 
καὶ οἶ ἐκ Μεσημβρίας δὲ Ἄραβες, ἐσχολακέναι
τὸν Ῥωμαϊκὸν μαθόντες στόλον, τὰ τῆς Φοι-

 
νίκης καὶ τῆς Συρίας ναυσὶ προσπλέοντες ἐκάκουν
παράλια. ὁ γὰρ βασιλεύς, ὅτι Μιχαὴλ ἀνεῖλε
τὸν πρὸ αὐτοῦ βασιλεύοντα, οἷον ἐξιλασκόμενος 
τὸν θεόν, πολλαχοῦ τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων τῷ
 ἀρχιστρατήγῳ Μιχαὴλ ναοὺς ἐδείματο ἐκ καινῆς·
καὶ ἐν αὐτοῖς δὲ τοῖς ἀνακτόροις ἐδομήσατο τούτῳ
πολυτελές τε καὶ πολυδάπανον τέμενος, ὃ καὶ Νέαν
ἐκκλησίαν ἐκάλεσεν. ἐν τούτοις οὖν τοῖς δομήμασι 
τῶν πλωίμων ἀσχολουμένων , καὶ τῶν νώτων αὐτῶν
 οὐκ ἀφισταμένων ἀπὸ τῶν ἄρσεων, τῶν τε χειρῶν
αὐτῶν ἐν τοῖς κοφίνοις δουλευουσῶν, ὁ στόλος
ἐσχόλασε· διὸ καὶ οἱ Ἀγαρηνοὶ ἀδεῶς, ὡς εἴρηται,
τὰ παράλια ἐληίζοντο, καὶ οὐ μόνα ταῦτα ἐκάκουν,
ἀλλὰ καὶ τὴν Συράκουσαν ἐξεπόρθησαν. ὁ δὲ βασιθλεὺς
 ταῖς οἰκοδομαῖς τὸ ναυτικὸν τοῦ στόλου κατέτρυχε,
καὶ τῷ προφήτῃ Ἠλιοῦ τῷ Θεσβίτῃ ναὸν 
ἀνεγείρας· ἐτίμα γὰρ τοῦτον διαφερόντως, καὶ ᾤετο
προσληφθήσεσθαί ποτε παρ’ αὐτοῦ καὶ τῷ πυρίνῳ
συνεπαρθήσεσθαι ἄρματι. ὅμως μέντοι τὴν ἅλωσιν
 καὶ κατασκαφὴν τῆς Συρακούσης μαθών , ἔστειλε
τοὺς ἀντικαταστησομένους τοῖς ἀλιτηρίοις Ἀγαρηνοῖς·
ἀλλ’ οὐδὲν ἤνυστο. εἶτα τὸν Φωκᾶν Νικηφόρον
μετὰ δυνάμεως ἀξιομάχου ἐκπέπομφεν , ἄνδρα
γενναιότατον ὁμοῦ καὶ στρατηγικώτατον, ὃς καὶ πολλὰ
 κατὰ τῶν τῆς Ἄγαρ ἐκγόνων ἐστήσατο τρόπαια. ὅτε
δὲ τῷ Θεοφιλίτζῃ, ὡς εἴρηται, ἐξυπηρέτει, οὗτος ὁ
βασιλεὺς συγκατῆλθεν ἐκείνῳ εἰς Πελοπόννησον,
καὶ εἰς τὸν τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνδρονίκου ναὸν
εἰσῆλθε σὺν τῷ κυρίῳ αὐτοῦ. ἦν δ’ ἐκεῖσε Προσμένων 
μοναχός τις, ἀντιποιούμενος ἀρετῆς, ὃς τοῦ
μὲν Θεοφιλίτζη οὐδεμίαν φροντίδα πεποίητο , τὸν
δὲ Βασίλειον θεασάμενος καὶ ἐξυπανέστη καὶ προσε-

 
κύνησε καὶ φιλοφρόνως ἐδεξιώσατο. γυνὴ δέ τις
χήρα ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ τυγχάνουσα καὶ τῶν ἐγχωρίων
πρωτεύουσα, πλούτῳ τε περιρρεομένη πολλῷ,
συνήθης οὔσα τῷ μοναχῷ καὶ μαθοῦσα τὸ γεγονός,
μετεπέμψατο τοῦτον καὶ ἤρετο πῶς τὸν μὲν 
Θεοφιλίτζην ἄρχοντα περιφανῆ καὶ τοῖς βασιλεῦσι
κατὰ γένος προσήκοντα οὔτε προσρήσεως οὔτε δεξιώσεώς
τινος κατηξίωσε, τῷ δ’ ἐκείνῳ ὑπηρετοῦντι
καὶ προσεφώνησε καὶ τιμῆς μετέδωκεν οὐκ ἀναλολούσης
 τῇ καταστάσει αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ λίαν ὑπερβαλλούσης 
αὐτήν. εἴκαζε γάρ, εἰδυῖα τὸν μοναχόν,
μὴ ἀλόγως ποιῆσαι τὸ γεγονός. ὁ δὲ ‘‘τὸν μὲν Θεοφιλίτζην
ἰδιώτην” εἶπεν ‘‘ἑώρων, βασιλέα δὲ τὸν
Βασίλειον, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὡς βασιλέα τὸν ἄνδρα
τετίμηκα. ἴσθι γὰρ ὡς πρὸς τοῦ θεοῦ βασιλεὺς 
ἐκεῖνος ἀφώρισται.” ταῦτα ἀκούσασα ἡ γυνή,
ἐπεὶ νοσήσας ἐκεῖ κατελείφθη ὁ Βασίλειος, ἀπάραντος
ἐκεῖθεν τοῦ κυρίου αὐτοῦ, προσελάβετό τε αὐτὸν
εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς καὶ θεραπείας ἠξίωσε, καὶ
ἀναρρωσθέντα εἰσποιητὸν ἀδελφὸν τῷ υἱῷ αὐτῆς 
γενέσθαι πέπεικε, καὶ χρήματα παρέσχεν, εἶτα καὶ
τὴν βασιλείαν αὐτῷ προαγορεύει, καὶ ὅτε τεύξεται
τῆς ἀρχῆς, μή ἐπιλαθέσθαι τοῦ παιδὸς αὐτῆς ἀξιοῖ
μήτ’ αὐτῆς, εἰ τοῖς ζῶσιν ἔτι συγκαταλέγοιτο. ὁ μὲν
οὖν Βασίλειος ἐπὶ τούτοις ἀπῆλθεν. ἐκείνη δὲ βασιλεύσαντος 
 ἄρτι πρὸς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων
μετὰ τοῦ υἱοῦ παρεγένετο, δῶρα προσαγαγοῦσα πο-
λυτελῆ καὶ πολλά · ἣν ἐντίμως ὁ βασιλεὺς προσεδέξατο
καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς, ὃν ἀδελφὸν ἐκ πνευματικῆς
διαθέσεως, ὡς εἴρηται, ἔσχηκε, πρωτοσπαθάριον 
τετίμηκε. σεισμῶν δὲ διαφόρων συμβάντων,
ἐξ ὧν πολλοὶ ναοὶ διερράγησαν, ὁ βασιλεὺς αὖθις

 
αὐτοὺς ἀνωρθώσατο· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὴν δυτικὴ ’ν
μεγάλην ἁψῖδα τῆς τοῦ θεοῦ λόγου Σοφίας ῥαγεῖσαν
καὶ πεσεῖν τυγχάνουσαν προσδοκήσιμον μηχαναῖς
τεχνιτῶν συνέσφιγξέ τε καὶ ἥδρασε. καὶ τῶν
 Ἰουδαίων πολλοὺς δόσεσι χρημάτων καὶ ὑποσχέσεσι
χριστιανοὺς γενέσθαι πέπεικε, καὶ τῷ ἔθνει τῶν Ῥὼςσπεισάμενος
εἰς ἐπίγνωσιν ἐλθεῖν τοῦ καθ’ ἡμᾶς 
μυστηρίου πεποίηκε. συνθεμένοις γὰρ βαπτισθῆναι
ἀρχιερεὺς αὐτοῖς ἐστάλη παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος.
 οἶ δὲ μεταθέσθαι μέλλοντες ἐκ τῆς οἰκείας θρησκείας
εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς ὤκνουν τε καὶ ἐδίσταζον,
καί ‘‘εἰ μή τι θαῦμα ἴδοιμεν” εἶπον πρὸς τὸν ἀρχιερέα
“ οἷα πολλὰ διδάσκεις αὐτὸς γενέσθαι πρὸς 
τοῦ Χριστοῦ, οὐκ ἄν ποτε δέξασθαι πεισθείημεν
 τὸ δόγμα τὸ σόν.” καὶ ὅς‘‘ “αἰτήσασθε” εἶπεν “ὃ βούλεσθε.”
κἀκεῖνοι ‘‘τὴν βίβλον” εἶπον ‘‘ἡ τὰ περὶ τοῦ
Χριστοῦ διδάσκει, βλητέον εἰς πῦρ· καὶ εἰ διαμείνῃ
ἀνάλωτος, πίστις ἔσται ταῦτα ἡμῖν ἀληθῶς εἶναι
θεὸν τὸν παρὰ σοῦ κηρυττόμενον.” συνέθετο ποιῆσαι
 τουτὶ ὁ ἐπίσκοπος· ἀνήφθη πυρκαιά, ἦρε πρὸς 
οὐρανὸν ὁ ἀρχιερεὺς τὰς χεῖράς τε καὶ τὰ ὄμματα ·
‘‘δόξασόν σου” εἶπε “ τὸ ὄνομα, Χριστὲ ὁ θεός.”
ἐνέθετο τῇ πυρκαιᾷ τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον · τὸ δὲ χρονίσαν
ἐν τῇ φλογὶ ἀδιαλώβητον ἔμεινεν. οἶ βάρβαροι
 ἐξεπλάγησαν, ἐπίστευσαν τῷ κηρύγματι καὶ τελεσθῆναι
κατήπειγον τῷ θείῳ βαπτίσματι. ταῦτα
μὲν οὖν ταύτῃ συμβέβηκεν.

Ὁ δ’ εἶς τῶν τοῦ βασιλέως υἱῶν ὁ Κωνσταντῖνος, ὃν καὶ μᾶλλον τῶν ἄλλων ἐφίλει, νοσήσας ἐξέλιπε,
 καὶ ὁ αὐτοκράτωρ βαρέως τὸν ἐκείνου ἤνεγκε
θάνατον καὶ ἦν ἀπαράκλητος, καὶ ἐζήτει ζῶντα τοῦτον
ἐμφανισθῆναι αὐτῷ. ἦν δέ τις μοναχὸς Θεόδω-


 
ρος, ᾧ Σανταβαρηνὸς τὸ ἐπώνυμον· οὗτος βασιλεῖ
 προσῳκείωτο , εἰς ἄκρον ἐναρέτου βίου αὐτὸν
ἐφθακέναι πιστεύοντι, ὡς ἐντεῦθεν καὶ σημεῖα ἐργάζεσθαι·
οὗτος τοίνυν ὁ Σανταβαρηνός, ὃς καὶ
τῆς μητροπόλεως Εὐχαΐτων ἐχρημάτισε πρόεδρος, 
λέγεται δεῖξαι τῷ βασιλεῖ τὸν τεθνηκότα υἱὸν αὐτοῦ
ζῶντα δῆθεν. ἐν γὰρ λόχμη τινὶ φαντάσαι τὸν
Κωνσταντῖνον ἔφιππον τῷ οἰκείῳ συναντῆσαι πατρί·
ᾧ καὶ περιπλακῆναι δόξας ὁ βασιλεὺς καὶ καταφιλῆσαι,
οὐκέτι τοῦτον ἑώρακε. καὶ ἄλλα δὲ τοιαῦτα 
ποιήσας ὁ Σανταβαρηνός, καὶ τούτοις ἐκπλήξας
τὸν βασιλέα, ὅλον εἰς ἑαυτὸν περιήγαγεν, ὡς πίστιν
εἰς αὐτὸν κεκτῆσθαι καὶ κατὰ μηδὲν αὐτῷ ἀπιστεῖν.
καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς οὕτω διέκειτο πρὸς τὸν Σανταβαρηνόν.
 ὁ δὲ Λέων ὁ δεύτερος τῶν τοῦ βασιλέως 
υἱῶν, ἤδη νεανίας γενόμενος καὶ γυναικὶ συζυγεὶς
τῇ θυγατρὶ τοῦ Μαρτινακίου καὶ ἀναρρηθεὶς βασιλεὺς
παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, τῷ Σανταβαρηνῷ
οὐκ ἠρέσκετο, ἀλλὰ φαρμακὸν ἀπεκάλει καὶ γόητα
καὶ ἀπατῶντα τὸν αὐτοκράτορα. τούτοις ἐκεῖνος ὥς 
τισι κέντροις πληττόμενος εἰς ἄμυναν διανίσταται.
καὶ πλασάμενος εὔνοιαν πρὸς τὸν Λέοντα ‘‘νεανίαν
ὄντα σε” λέγει ‘‘ὦ βασιλεῦ, καὶ τῷ πατρὶ συνθηρῶντα
καὶ συνιππεύοντα δεῖ σε καὶ ἐγχειρίδιον
ἐπιφέρεσθαι, ἵνα τούτῳ καὶ κατὰ θηρίου χρήσῃ 
ὁπότε δέοι καὶ τῷ πατρί σου ἴσως ὀρέξῃ κατὰ καιρὸν
ἢ τυχὸν καὶ ἐπιβουλεύοντας ἀμυνῇ.” ὁ δὲ μὴ
 φωράσας τὸν δόλον, ξιφίδιον ἔνδον φέρειν τοῦ ὑποδήματος
ἐπείσθη κατὰ τὴν συμβουλήν. τούτῳ τοίνυν
τῷ ξιφιδίῳ ὁ Σανταβαρηνὸς κατὰ τοῦ Λέοντος 
χρᾶται εἰς ἄμυναν, καὶ τῷ βασιλεῖ “ ἐπιβουλεύει σοι’’
φησίν “ὁ υἱός σου, καὶ τούτου δεῖγμα τὸ φέρειν,

 
ὅτε σοι συνθηρᾷ, κεκρυμμένον ξιφίδιον.” ἐξῆλθεν
οὖν εἰς κυνηγέσιον ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Λέων παρείπετο
τῷ πατρί, εὑρέθη τὸ ἐγχειρίδιον κεκρυμμένον
ὑπὸ τὸ πέδιλον. ἔδοξεν ἀληθεύειν ὁ κατειπών.
 ἀπολογούμενος ὁ κατηγορούμενος οὐ προσίετο , ἐξώργιστο
κατὰ τοῦ υἱοῦ ὁ πατήρ, ἐγκλείει τοῦτον
τῶν βασιλικῶν θαλάμων ἑνὶ καὶ τὰ τοῦ κράτους 
ἀφαιρεῖται παράσημα, ὡς δέ τινες ἱστοροῦσι, καὶ τὰ
ὄμματα τῷ υἱῷ πηρῶσαι διεμελέτα, παρὰ τοῦ Σανταβαρηνοῦ
 πρὸς τοῦτο ἐρεθιζόμενος· καὶ ἔργον ἂν
ἐγένετο τὸ μελέτημα, εἰ μὴ ὁ πατριάρχης καὶ τῆς
συγκλήτου οἶ προύχοντες πολλὰ δεηθέντες τοῦ βουλεύματος
τὸν βασιλέα μετέστησαν. τέως δ’ οὖν ἐπέμενεν 
ἡ ὀργή, καὶ ὁ Λέων ἔμφρουρος ἦν, καὶ χρόνος
 ἐτρίβη συχνός, συνευωχεῖτο δ’ ὁ βασιλεὺς τῶν
τῆς συγκλήτου τισί· τοῦτο δὲ κατὰ καιροὺς ὡρισμένους
ἐκ συνηθείας ἐγίνετο παλαιᾶς. ἦν δ’ ἐν τῷ
οἴκῳ, καθ’ ὃν ἐγίνετο τὸ συμπόσιον, ζῷον ἐν κλωβῷ
ᾐωρημένον τῶν μιμηλῶν, καλούμενον ψιττακός·
 τοῦτό τινος ὀδυρομένου καὶ ἀνακαλουμένου τὸν 
Λέοντα συνεχῶς ἀκοῦον ἐμιμήσατο τὴν φωνὴν καὶ
‘‘Λέον Λέον” ἐβόα πυκνά. τὰς γοῦν φωνὰς ταύτας
τοῦ ὄρνιθος οἶ τῷ βασιλεῖ συνεστιώμενοι λαβὴν
εὑρόντες τῆς ὑπὲρ τοῦ Λέοντος παρακλήσεως ἀνέστησάν
 τε τοῦ συμποσίου καὶ δακρύων πλησθέντες
“εἶτα” φασίν “οὐκ εἰς κατηγορίαν ἔσται ἡμῖν τὸ ζῷον
τοῦτο, ὦ βασιλεῦ, ὅτι αὐτὸ μὲν τὸν οἰκεῖον ἀνακαλεῖται
δεσπότην, ἡμεῖς δὲ τῆς μετὰ τοῦ κράτους
σου πανδαισίας ἐπαπολαύοντες ἀμνημονοῦμεν ἐκείνου,
 ἐπὶ χρόνον ἤδη καθειργμένου πολύν. ἄνες,
δέσποτα, τὴν κατ’ ἐκείνου ὀργὴν καὶ λῦσον αὐτῷ
τὴν φρουρὰν καὶ πρόσβλεψον εὐμενὲς ἡ μᾶλλον

 
 πρόσιδε ὡς πατήρ.” τούτοις ὁ βασιλεὺς ἐχάλασε
τὴν κατὰ τοῦ υἱέος ὀργήν, καί οἶ ἐσπείσατο καὶ
τὴν τιμὴν ἀπέδωκε τὴν βασίλειον. εἰς θήραν δὲ
ἀπελθὼν ἐλάφῳ ἐντυγχάνει τὸ μέγεθος ὑπερφυεῖ
καὶ εἰς ὕψος ἠρμένα κέρατα φέροντι, καὶ τοῦτον 
ἐδίωκε, καὶ πλησιάσας αὐτῷ ἦρε τὴν χεῖρα ξιφήρη
πλῆξαι τὸ ζῷον βουλόμενος. τὸ δὲ τοῖς κέρασιν
ἠμύνετο τὸν διώκοντα, καί τινος τῶν αὐτοῖς παραφυομένων
ὄζων ἐμβληθέντος τῇ ζώνῃ τοῦ βασιλέως
μετέωρος ἐκεῖνος ἐφέρετο , ᾐωρημένος τοῦ ζῴου τοῖς 
κέρασι· καὶ τάχα ἂν ἠνάλωτο, εἰ μή τις φθάσας
καὶ ξίφει τεμὼν τὴν ζώνην αὐτὸν διεσώσατο, ᾧ καὶ
 σῶστρα καλὰ δέδωκεν ὁ ὑπ’ ἐκείνου σωθεὶς τὴν
τῆς κεφαλῆς ἐκτομήν , καὶ ἡ σκῆψις ὡς εὐπρεπής,
ὅτι ξίφος, ἔφη, ἐπὶ βασιλέα γυμνώσειε, μὴ λογισάμενος 
ὅτι ὑπὲρ βασιλέως ἦρκε τὸ ξίφος ὁ ἄνθρωπος
καὶ ἀμοιβῆς μᾶλλον ἦν ἄξιος καὶ δωρημάτων
βασιλικῶν. καὶ ὁ μὲν οὕτως ἀπώνατο τῆς ὑπὲρ τοῦ
βασιλέως σπουδῆς. ὁ δὲ πληγεὶς καὶ τὸ σῶμα τῷ
κέρατι καὶ περιδινηθεὶς τὰ σπλάγχνα, ἐπεβίω μέν, 
ἀλλ’ οὐκ εἰς μακρόν· ἀπεβίω δ’ ἐντεῦθεν, συμβασιλεύσας
μὲν τῷ Μιχαὴλ ἔτος ἔν, αὐταρχήσας δ’
ἐννεακαίδεκα, τῷ υἱῷ Λέοντι τὴν βασιλείαν λιπών,
ὄντι πρεσβυτέρῳ τῶν περιόντων υἱῶν.

Αὐτοκράτωρ δὲ γεγονὼς ὁ Λέων αὐτίκα πρὸς 
ἄμυναν διανέστη τοῦ Σανταβαρηνοῦ. ὑποπτεύων
δὲ ὡς ἀντιλήψεται τούτου ὁ πατριάρχης Φώτιος,
 φιλίως πρὸς αὐτὸν διακείμενος, αἰτίας πλάττει κατὰ
τοῦ πατριάρχου, καὶ ἐξωθεῖ τῆς ἐκκλησίας αὐτόν,
καὶ ἐν τῇ τῶν Ἀρμενιακῶν περιορίζει μονῇ, πατριάρχην 
δὲ Στέφανον προεχειρίσατο , τὸν οἰκεῖον ὁμαίμονα,
καὶ ὅτι μὴ ἦν Ἡρακλείας ἀρχιερεύς, ὑπὸ τοῦ

 
πρωτοθρόνου κεχειροτόνητο. ἀχθῆναι δ’ ἐξ Εὐχαΐτων
ἐκέλευσε τὸν Σανταβαρηνόν· τῆς ἐκεῖ γὰρ ἐκ-
κλησίας προήδρευε. πέμψας δὲ εἰς τήν ἐν Χρυσο-
πόλει μονὴν τοῦ Φιλιππικοῦ, ὅπου ὁ βασιλεὺς
 Μιχαὴλ ἐτέθαπτο, ἐξάγει τὸ σῶμα τούτου ἐκ
σοροῦ, καὶ μετὰ προπομπῆς πολλῆς καὶ βασιλείου
τιμῆς εἰς τὸν τῶν ἀγίων Ἀποστόλων ναὸν κατατίθησιν
ἐν λάρνακι μαρμαρίνῃ, καὶ τῶν ἀδελφῶν
αὐτοῦ παρόντων ἐπὶ τῇ προπομπῇ, τοῦ τε Ἀλεξάνδρου 
 καὶ τοῦ πατριάρχου. τῇ δὲ τοῦ Ζαούτζη
θυγατρὶ συμφθειρόμενος ἔτι ζώσης Θεοφανοῦς
τῆς αὐτοῦ γαμετῆς τὸν πατέρα ταύτης μάγιστρον 
ἐτίμησε καὶ λογοθέτην τοῦ δρόμου, μετέπειτα μέντοι
καὶ βασιλεοπάτορα, αὐτὸς τὸ ὄνομα ἐφευρών.
 ἐξ ἐμπρησμοῦ δὲ μετὰ τῶν ἄλλων καὶ τοῦ ναοῦ τοῦ
ἁγίου ἀποστόλου Θωμᾶ πυρποληθέντος, ὁ βασιλεὺς
οὗτος αὐτὸν ἀνεκαίνισεν. ἤδη δὲ καὶ ὁ Σανταβαρηνὸς
ἤχθη καὶ εἰς τὰ ἐν ταῖς Πηγαῖς ἐφρουρεῖτο
βασίλεια, ἔνθα πέμψας ὁ βασιλεὺς καὶ ἀφειδῶς αὐτὸν
 αἰκισάμενος, ἐν Ἀθήναις ὑπερόριον ἔθετο. οὐ
πολὺ τὸ ἐν μέσῳ καὶ πέμψας ἐκεῖ ἐξέκοψε τὰ ὄμματα
μετὰ δὲ πλείους ἐνιαυτοὺς τῆς ὑπερ-
ορίας τε τὸν ἄνθρωπον ἐπανήγαγε καὶ προνοίας 
ἠξίωσε. ὁ δὲ Λογγιβαρδίας δοὺξ Ἁγίων, τοῦ ῥῆγός
 Φραγγίας τυγχάνων γαμβρός, ἐπεὶ τὸν θάνατον τοῦ
Βασιλείου ἐπύθετο, τὰς πρὸς Ῥωμαίους συνθήκας
ἠθέτησε καὶ τήν χώραν ἅπασαν ᾠκειώσατο. διὸ τὸν
ἐπὶ τῆς τραπέζης ἔπεμψεν ὁ βασιλεὺς κατ’ αὐτοῦ
μετὰ τῶν δυτικῶν ταγμάτων, ὃς συμμίξας αὐτῷ
 ἡττήθη· καὶ πάντας σχεδὸν οὓς ἐπήγετο ἀπεβάλετο,
μόλις αὐτὸς διαδράς. τοῦ δὲ πατριάρχου Στεφάνου
ἐκλελοιπότος Ἀντώνιος προκεχείριστο πατριάρχης,

 
ὃς Καυλέας ὠνόμαστο. τῶν δὲ Βουλγάρων ἐνσπόνδων
ὄντων καὶ ἐμπορίας ποιουμένων μετὰ 'Ρωμαίων,
οἱ τοῖς τελωνήμασιν ἐφεστῶτες ἄδικα αὐτοὺς εἰσέ—
 πρᾶττον τέλη. τοῦτο τῷ αὐτῶν ἄρχοντι Συμεὼν
λαβὰς ζητοῦντι τοῦ κατὰ Ῥωμαίων πόλεμον ἄρασθαι 
εἰς πρόφασιν ἤρκεσε. καὶ μέντοι καὶ ἤρατο, καὶ
Ῥωμαϊκὸν αὐτῷ ἀνθοπλισάμενον στράτευμα
καὶ πολλοὶ μὲν ἔπεσον τῶν Ῥωμαίων καὶ ὁ
αὐτός· πολλοὶ δ’ ἑάλωσαν, ὧν τὰς ῥῖνας ὁ
Συμεὼν ἐκτεμὼν ἐπανελθεῖν ἀφῆκε πρὸς τὸ Βυζάντιον.
τούτοις περιαλγήσας ὁ βασιλεύς, δώροις
τοὺς Τούρκους ἔπεισε τοὺς περὶ τὸν Ἴστρον, οἱ καὶ
Οὖγγροι καλοῦνται, τοῖς Βουλγάροις ἐπεξελθεῖν καὶ
ὅση δύναμις κακῶσαι αὐτούς, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ βασιλεὺς
διά τε θαλάσσης καὶ διὰ γῆς ἡτοίμαστο ὅπλα 
κινῆσαι κατὰ τῶν Βουλγάρων, τῷ πατρικίῳ Νικη-
φόρῳ τῷ Φωκᾷ τὸν κατ’ αὐτῶν ἀναθέμενος πόλεμον,
 δομέστικον τῶν σχολῶν αὐτὸν προβαλόμενος.
πρὸ τοῦ πολέμου δὲ τὸν κοιαίστωρα στέλλει ὁ αὐτοκράτωρ
πρὸς Συμεὼν περὶ εἰρήνης πρεσβεύσοντα.
ὁ δὲ βάρβαρος δόλῳ τοῦτον ὑποτοπήσας ἐλθεῖν κα-
θείργνυσι καὶ δεσμεῖ καὶ τῷ Φωκᾷ ἀντεμάχετο.
ἐκείνου δὲ περὶ τοῦτον ἀσχολουμένου οἱ Οὖγγροι
τὴν χώραν αὐτοῦ ἐληίσαντο. διὸ τὸν Φωκᾶν λιπὼν
κατ’ ἐκείνων ἐξώρμησε, καὶ συμβαλὼν αὐτοῖς ἥττητο, 
πολλῶν μὲν σφαγέντων Βουλγάρων, πλειόνων
δ’ ἁλόντων, αὐτοῦ δὲ τοῦ Συμεὼν μόλις ἐν Δοροστόλῳ
φυγόντος· τοῦτο δ’ ἡ Δρίστρα ἐστί. τοὺς δ’
αἰχμαλώτους Βουλγάρους ὁ βασιλεὺς παρὰ
 Οὔγγρων ἐπρίατο καὶ ὁ Συμεὼν περὶ εἰρήνης ἱκέτευε. 
καὶ πιστεύσας τοῖς λόγοις ἐκείνου ὁ βασιλεὺς
τὸν Χοιροσφάκτην ἀπέστειλε σπονδὰς ποιησόμενον,

 
ὃν ὁ βάρβαρος κατέσχε τε καὶ ἐδέσμησεν. αὐτὸς δὲ
τοῖς Τούρκοις ἐπῆλθε, καὶ ἐτρέψατό τε αὐτοὺς
τῇ χώρᾳ σφῶν ἐλυμήνατο. εἶτα ἐπέστειλε τῷ Λέοντι
μὴ ἄν ποτε σπείσασθαι, εἰ μὴ τοὺς αἰχμαλώτους
 Βουλγάρους λήψοιτο πρότερον· καὶ τούτους λαβὼν
οὐκ ἐσπείσατο. ὁ γοῦν βασιλεὺς τοῖς τ’ δ’ τάγμασι
τοῖς ἑῴοις καἰ τοῖς ἑσπερίοις ὁμοῦ συνελθοῦσι κατὰ
τῶν Βουλγάρων ἐχρήσατο, ἀλλ’ ἡττήθησαν ἅπαντα
τῷ Συμεὼν προσβαλόντα. καὶ τὰ μὲν τῶν Βουλγάρων
 τοῦτον εἶχε τὸν τρόπον. ὁ δὲ βασιλεὺς έν
ἀγροῖς τισι τῇ τοῦ Ζαούτζη συνὼν θυγατρὶ τῇ Ζωῇ 
ἐπεβουλεύθη παρά τινων. αἰσθομένης δὲ τῆς Ζωῆς
ἐκ θροῦ τὴν ἐπιβουλὴν καὶ διυπνισάσης τὸν βασιλέα
κοιμώμενον, αὐτίκα ἐκεῖνος ἐπανῆλθεν εἰς τὰ
 βασίλεια, καὶ οὕτω διέφυγε τὴν ἐπιβουλήν. ἄρτι
δὲ τῆς βασιλίδος θανούσης Θεοφανοῦς τὴν εἰρημένην
Ζωὴν ὁ βασιλεὺς Αὐγούσταν ἀνηγόρευσε καὶ 
νόμιμον ἔθετο γαμετήν τὴν πρὶν αὐτοῦ παλλακήν,
ἡ ἐπ’ ὀλίγον τῆς εὐτυχίας ἀπώνατο· ἐνιαυτὸν γὰρ
 ἴνα ἐπὶ μησὶν ὀκτὼ τῇ βασιλείᾳ ἐπιβιώσασα τέθνη-
κεν. ἑτέρα δ’ αὖθις ἐπιβουλὴ μηνύεται τῷ βασι-
λεῖ, ἣν ἐμελέτα ὁ πηκτῆς Βασίλειος, τοῦ Ζαούτζη
τυγχάνων ἀνεψιός. ὃς τὸ ἀπόρρητον τῷ ἐκτομίᾳ
Σαμωνᾷ ἐκοινώσατο, ὅρκοις πρότερον βεβαιώσαντι 
 ὡς ἀνέκφορον τηρήσει τὸ λεχθησόμενον. ἦν δὲ ὁ
Σαμωνᾶς ἐξ Ἀγαρηνῶν, καὶ μαθὼν τὸ κατὰ τοῦ
κρατοῦντος μελέτημα, εὐθὺς ἐκφέρει πρὸς αὐτὸν τὸ
μυστήριον. καὶ κατεσχέθη μὲν ὁ Βασίλειος καὶ οἶ
συνίστορες τοὐ βουλεύματος, ὁ δὲ Σαμωνᾶς ἐτιμήθη
 πρωτοσπαθάριος καὶ ᾠκειώθη τῷ βασιλεῖ.

Ἠγάγετο δὲ καὶ τρίτην ὁ Λέων εὐνέτειραν, ἡ Εὐδοκία μὲν ἐκαλεῖτο, ἐκ δὲ τοῦ Ὀψικίου τὸ γένος

 
εἷλκε καὶ τὴν ὥραν ἦν περιττή. ἀλλὰ καὶ αὕτη
βραχύ τι συνεζήκει τῷ βασιλεῖ. συλλαβοῦσα γὰρ
καὶ πρὸς τῷ τεκεῖν γενομένη σὺν τῷ τεχθέντι ἀπέ-
θανεν. ἔχων δὲ δι’ ἐφέσεως οὗτος ὁ αὐτοκράτωρ
 παῖδα ἐσχηκέναι, μᾶλλον μέντοι καὶ κεχρηματισμένον
ἐσχηκὼς τοῦτο· ἦν γὰρ ἐραστὴς σοφίας παντοδαπῆς
καὶ αὐτῆς δῆτα τῆς ἀπορρήτου, ἡ δι’ ἐπῳδῶν
μαντεύεται τὰ ἐσόμενα, καὶ περὶ τὰς τῶν
δ’ ἐσχολάκει κινήσεις καὶ τὴν ἐκ τούτων ἀποτελεσματικὴν
ἐπιστήμην μετήρχετο, καὶ εὕρισκεν ὡς ἔξει 
παῖδα τῆς βασιλείας διάδοχον· καὶ τετάρτην ἄγεται
γαμετὴν τὴν Καρβωνοψίναν Ζωήν. οὐκ εὐθὺς μέντοι
αὐτῇ τοῦ τῆς βασιλείας μετέδωκεν ἀξιώματος, ἀλλ’
ἐφ’ ἱκανὸν αὐτῷ συμβιοῦσα ἦν ἀταινίωτος, μέχρις
οὗ παιδίον ἐξ αὐτῆς ἐτέχθη τῷ βασιλεῖ, ὃ παρὰ τοῦ 
πατριάρχου Νικολάου τοῦ θείου κατηξιώθη βαπτίσματος.
τοῦ γὰρ Ἀντωνίου τῷ θρόνῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως
 ἐπιζήσαντος ἔτη * καὶ μεταθεμένου
τὴν ζωήν, ὁ μυστικὸς Νικόλαος πατριάρχης
κεχειροτόνητο. μετὰ δὲ τὸν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τοκετόν, 
τόν, ὃν Κωνσταντῖνον ὠνόμασεν ὁ βασιλεύς, καὶ
τὴν σύνευνον αὐτοῦ ἀνηγόρευσε. διὰ γοῦν τὸν
τέταρτον γάμον ἀφώριστο παρὰ τοῦ πατριάρχου ὁ
Λέων. τιμῶν δὲ τὴν πρώτην αὐτοῦ γαμετὴν τὴν
μακαρίαν Θεοφανὼ τέμενος ἀνήγειρεν εἰς ὄνομα 
ἐκείνης ἔγγιστα τοῦ τῶν ἀγίων Ἀποστόλων ναοῦ,
ἐν ᾧ καὶ τὸν νεκρὸν ἐκείνης κατέθετο. καὶ ἐπ’
ὀνόματι τοῦ ἁγίου Λαζάρου ναὸν ἐδείματο ἕτερον,
εἰς ὃν καὶ τὸ ἱερὸν ἐκείνου σῶμα ἀπεθησαύρισεν
ἐκ τῆς Κύπρου μετενεχθέν, ἀλλὰ μὴν καὶ τὸ τῆς 
 Μαγδαληνῆς Μαρίας. ἀσχολουμένων δὲ ταῖς οἰκοδομαῖς
τῶν πλωίμων καὶ τοῦ στόλου μὴ πλέοντος,

 
τὸ τῶν Ἀγαρηνῶν ναυτικὸν τὸ Ταυρομένιον ἐξεπόρθησε
καὶ τὴν νῆσον κατέσχε Λῆμνον, καὶ πολλὴ
τῶν ἀνθρώπων ἐν αὐτοῖς συνέβη φθορά. προόδου
δὲ κατὰ τὴν πεντηκοστὴν γινομένης τοῦ βασιλεύοντος
 εἰς τὸν τοῦ ἁγίου Μωκίου ναὸν κατὰ τὸ ἔθος
ὁ βασιλεὺς οὗτος ἐποιήσατο τὴν προέλευσιν, καί τις
ἤδη ταῖς κιγκλίσι τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ αὐτοκράτορος
πλησιάζοντος ἐξώρμησεν ἐκ τοῦ ἄμβωνος βάκτρον
μετὰ χεῖρας ἔχων βαρύτατον καὶ κατὰ τῆς
 βασιλικῆς ἐπήνεγκεν αὐτὸ κεφαλῆς, καὶ συνέτριψεν
ἂν αὐτήν, εἰ μή τῇ ᾐωρημένῃ λυχνίᾳ προσαράξαν
τὸ βάκτρον ἀφῄρητο ταύτῃ τῆς καταφορᾶς τὴν σφοδρότητα. 
τέως δ’ οὖν αἷμα τῆς τοῦ βασιλέως κεφαλῆς
καταρρένον θόρυβον τοῖς ἄρχουσιν ἐνεποίησεν·
 ὅτι δ’ οὐ παρῆν ἐκεῖ Ἀλέξανδρος ὁ τοῦ βασιλέως
αὐτάδελφος, ὑπόληψις παρὰ τοῖς πλείοσιν
ἐπεκράτησε τῆς ἐπιβουλῆς αὐτὸν μὴ εἶναι ἀμέθεκτον.
ὁ δὲ τὸ τόλμημα ποιήσας βασάνοις ὑποβληθείς,
καὶ μηδένα μηνύσας συνίστορα, χεῖρας ἀπετμήθη
 καὶ πόδας, καὶ τέλος παρεδόθη πυρί. ὁ δὲ 
μοναχὸς Μάρκος ὁ τὸ τετραῴδιον τοῦ μεγάλου
ἀναπληρώσας ἔφη παρὼν πρὸς τὸν βασιλέα
‘‘τοῦτο προείρητο παρὰ τοῦ Δαβὶδ εἰρηκότος, Ὅσα
ἐπονηρεύσατο ὁ ἐχθρὸς ἐν τῷ ἁγίῳ σου, καὶ ἐνεκαυχήσαντο
 οἱ μισοῦντές σε ἐν μέσῳ τῆς ἑορτῆς
σου. ἴσθι οὖν, βασιλεῦ, ὡς ἀπὸ τοῦδε χρόνον βασιλεύσεις 
δεκαετῆ.·’ καὶ ὁ λόγος ἔργον ἐγένετο .
ἔθανε γὰρ ὁ Λέων μετὰ δέκα ἐνιαυτοὺς κατ’ αὐτὴν
ἡμέραν καθ’ ἣν ἐπλήγη τότε τὴν κεφαλήν.
 ὁ ἤδη δὲ ῥηθεὶς Σαμωνᾶς παρὰ τῷ βασιλεῖ μεγάλα
δυνάμενος πλοῦτόν τε δαψιλῆ περιβαλόμενος, καὶ
τοῦτον λαβών, εἰς τοὺς Ἀγαρηνούς, ὅθεν ὥρμητο,

 
ἀπεδίδρασκεν. ἀλλ’ ἑάλω τὸν Ἅλυν διαπερῶν· ὁ
δὲ εἰς τὸν ἐν Σιριχᾶ σταυρὸν ἔλεγεν ἀπιέναι, τούτῳ
εὐχὴν ποιησάμενος· ὃν λαβὼν Κωνσταντῖνος ὁ
τοῦ δουκὸς Ἀνδρονίκου υἱὸς εἰς τὸ Βυζάντιον ἐπανήγαγεν.
ὁ δὲ βασιλεὺς ἔτι τηρῶν τῷ Σαμωνᾷ τὴν 
πρῴην διάθεσιν ἐνετείλατο τῷ Κωνσταντίνῳ, εἰ
 ἐρωτηθείη ἐνώπιον τῆς συγκλήτου περὶ τοῦ Σαμωνᾶ,
μὴ εἰπεῖν ὅτι ἀπεδίδρασκεν, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὸν
ἐν Σιριχᾶ ἀπῄει σταυρόν. τῇ δ’ ἑξῆς τῆς συγκλή-
του παρούσης ἤρετο μεθ’ ὅρκων ἐπαγωγῆς τὸν Κωνσταντῖνον 
ὁ βασιλεὺς εἰ ἔφευγεν ὁ Σαμωνᾶς· ὁ δὲ
διὰ τοὺς ὅρκους ψεύσασθαι μὴ θελήσας, εἶπεν ὅτι
εἰς τὴν οἰκείαν πατρίδα τὴν Μελιτηνὴν ἀπῄει. ὁ
βασιλεὺς δὲ τὸν μὲν Κωνσταντῖνον μετ’ ὀργῆς ἀπεπέμψατο,
τὸν δὲ Σαμωνᾶν μετὰ ταῦτα τῆς προτέρας 
ἠξίωσεν οἰκειώσεως, εἶτα καὶ πατρίκιον ἐτίμησε
καὶ παρακοιμώμενον προεβάλετο, ὃς εἰς πολλὰ τῶν
οὐ καθηκόντων τὸν αὐτοκράτορα προεβίβαζεν, ὧν
έν καὶ τὸ βιάσασθαι τὸν πατριάρχην δέξασθαι αὐτὸν
 καὶ τοῦ ἀφορισμοῦ ἀπολῦσαι. μεταπεμψάμενος 
οὖν τὸν ἀρχιερέα ὁ βασιλεὺς ἐδεῖτο δεχθῆναι. ὡς
δ’ ἐκεῖνος ἦν ἀδυσώπητος, ἐκ τῶν βασιλείων αὐτίκα
διαπερᾶται πρὸς τὴν Ἰρίαν, κἀκεῖθεν πεζοποροῦντα
εἰς τὸ ἐν Γαλακρήναις ἄγουσιν αὐτὸν μοναστήριον,
ὃ αὐτὸς ἐδομήσατο, ἔτη προστάντα τῆς 
ἐκκλησίας ἕνδεκα. προεχειρίσθη δὲ πατριάρχης ὁ
σύγκελλος Εὐθύμιος, ἀνὴρ ἱερός, ὃς καὶ βουλόμενον
τὸν βασιλέα νόμῳ θεσπίσαι ἄγεσθαι κατὰ ταὐτὸν τὸν
βουλόμενον γυναῖκας δύο ἡ καὶ τρεῖς ἄχρι τεττάρων
πάσῃ σπουδῇ διεκώλυσε.

Τῶν δὲ Ἀγαρηνῶν ναυσὶ τὰς τῶν Ῥωμαίων ληιζομένων
 χώρας, ὁ βασιλεὺς Ἱμέριον τὸν λογοθέτην

 
τοῦ δρόμου τοῦ στόλου προβαλόμενος ἀρχηγὸν κατὰ
τῶν ἐκ τῆς Ἄγαρ ἀπέστειλεν, ἐντειλάμενος αὐτῷ
καὶ τὸν δοῦκα προσλαβέσθαι Ἀνδρόνικον. ὁ δὲ δόλιος
Σαμωνᾶς ἄσπονδον ἔχων ἔχθραν κατὰ τοῦ γένους
 τοῦ δουκικοῦ, ὑποτίθησί τινι τῶν φίλων τοῦ
Ἀνδρονίκου δηλῶσαι αὐτῷ μὴ συμπλεῦσαι τῷ Ἱμε-
ρίῳ, ἐκκόψαι οἶ τὰ ὄμματα μέλλοντι κατὰ βασίλειον
πρόσταγμα. διὸ οὐκ ἐπείσθη τῷ Ἱμερίῳ συνελθεῖν
ὁ Ἀνδρόνικος, ὅθεν καὶ μόνος ἐκεῖνος ναυμαχήσας
 ἐκράτησε καὶ τοῦ τῶν πολεμίων περιεγένετο ναυτικοῦ.
ἐντεῦθεν ἀπεγνωκὼς ὁ Ἀνδρόνικος συγγε-
νεῖς τε καὶ δούλους αὐτοῦ προσλαβόμενος κατέσχε
τὴν Κάβαλαν, ὀχυρόν τι φρούριον τοῦ Ἰκονίου οὐ 
πάνυ τι διακείμενον μηκόθεν. ὁ δὲ Σαμωνᾶς οὐ
 διέλιπε τὸν βασιλέα ἐρεθίζων καὶ εἰς ὀργὴν παρακινῶν
κατὰ τοῦ ἀνδρός. μαθὼν δ’ ἐκεῖνος καὶ τὴν
τοῦ πατριάρχου Νικολάου ἐκ τῆς ἐκκλησίας ἐξώθησιν,
καὶ πάντοθεν ἀπογνούς, πανοικεσίᾳ τοῖς
Ἀγαρηνοῖς προσελήλυθεν. ὁ δὲ βασιλεὺς τοῦτο
 γνοὺς ὑπερήλγησεν, ἐναντίον ἕξειν τὸν ἄνδρα ἀνθ’
ὑπερμάχου πτοούμενος. γραφὴν τοίνυν ἐγχαράσσει
βασίλειον, δι’ ἧς τῷ Ἀνδρονίκῳ καὶ ἀμνηστία τῶν 
πραχθέντων ἐπρυτανεύετο καὶ ὑπονόστησις ἐπετρέπετο
καὶ πολλῶν δόσις ἐπήγγελτο ἀγαθῶν. ταύτην
 ἐμβαλόντες κηρῷ τὴν γραφὴν καὶ λαμπάδι τὸν κηρὸν
ἀπεικάσαντες Σαρακηνῷ τῶν αἰχμαλώτων ἑνὶ τῆς 
εἱρκτῆς ἐκβληθέντι ἐγχειρίζουσιν, ἐντειλάμενοι τῷ
Ἀνδρονίκῳ δοῦναι αὐτήν. τοῦτον δὴ τὸν Ἀγαρηνὸν
ὁ Σαμωνᾶς μετακαλεσάμενος ἐν ἀπορρήτοις
 φησὶ πρὸς αὐτὸν ‘‘οἶδας ὅτι τὸν ὄλεθρον τῆς Συρίας
ὅλης φέρεις ἐν ταῖς χερσί σου; ἕνα γοῦν καὶ
τὴν πατρίδα σώσῃς καὶ τοὺς ὁμογενεῖς, τὸν κηρὸν

 
τοῦτον ἐγχείρισον τῷ Οὐζήρ.’’ ὁ δὲ πεποίηκεν ὡς
παρήγγελτο, καὶ γνόντες οἱ τῆς Ἄγαρ τὴν δύναμιν
τῆς γραφῆς, καὶ τὸν Ἀνδρόνικον δεσμοῦσι καὶ πάντας
τοὺς σὺν αὐτῷ. ὁ μὲν οὖν Ἀνδρόνικος ἐν τοῖς
δεσμοῖς τὸν βίον κατέλυσε, τινὲς δὲ τῶν σὺν αὐτῷ 
 τὴν ἐκ τῶν δεσμῶν μὴ στέγοντες κάκωσιν τὴν πί-
στιν ἑαυτῶν ἐξωμόσαντο. ὁ Κωνσταντῖνος δὲ καί
τινες τῶν σὺν αὐτῷ τῆς εἱρκτῆς ἐκφυγόντες πρὸς
τὰ Ῥωμαίων ἀπῄεσαν, καὶ τοὺς καταδιώκοντας αὐτοὺς
Ἀγαρηνοὺς γενναίως τρεψάμενοι διεσώθησαν. 
ὃν ὁ βασιλεὺς ἐδέξατό τε περιχαρῶς καὶ ἐδεξιώσατο
μεγαλοπρεπῶς καὶ διαφερόντως ἐτίμησεν· εἶτα
καὶ πρὸς αὐτὸν ἔφη ‘‘μὴ ἀπατάτω σε, Κωνσταντῖνε,
τὸ ὄνομα, μηδ’ οἴου τῆς βασιλείας τυχεῖν, ὡς Κωνσταντίνου
Ῥωμαίων μέλλοντος ἄρξειν· ἴσθι γὰρ ἀκριβῶς 
τοῦτον εἶναι τὸν υἱὸν τὸν ἐμόν· σὺ δὲ εἰ μὲν
ἣν ἔλαχες σπάρταν κοσμεῖς, ἔσται σοι εὖ· εἰ δὲ
νεωτερίσεις καὶ τυραννίδι ἐπιχειρήσεις, ἕσο βεβαίως
εἰδὼς ὡς διὰ τῆσδε τῆς πύλης, τὴν πρὸς δύσιν
 οὖσαν τοῦ Χρυσοτρικλίνου δείξας αὐτῷ, ἡ κεφαλή 
σου τοῦ λοιποῦ σώματος χωρὶς εἰσαχθήσεται·” ὃ
καὶ γέγονεν ὕστερον. ἐκ δὲ Μελιτηνῆς ἐλθόντων
τινῶν, ἐν οἶς ἦν καὶ ὁ τοῦ Σαμωνᾶ πατήρ, ὑπεδέξατο
τούτους ἐντίμως ὁ βασιλεύς, καὶ εἰς τὴν μεγάλην
ἐκκλησίαν μὴ δεόντως ἀπίστους ὄντας εἰσήγαγεν. 
ἰδὼν δὲ ὁ τοῦ Σαμωνᾶ πατὴρ ἣν εἶχεν ὁ
υἱὸς αὐτοῦ τιμὴν ἐν τοῖς βασιλείοις, καὶ τὸν πλοῦτον
· ὃν περιέκειτο, ἤθελε συνδιάγειν αὐτῷ. ἐκωλύθη
δὲ παρ’ ἐκείνου, τὴν οἰκείαν θρησκείαν τηρεῖν
συμβουλεύοντος καὶ εἰς τὴν πατρίδα ἐπανελθεῖν· 
‘‘ εἰ δὲ καὶ αὐτός” ἔφη ‘‘τύχω καιροῦ, ὑπονοστήσω
πρὸς σέ.” τῆς δ’ ἑορτῆς τῆς πεντηκοστῆς ἐνστάσης

 
ἔστεψε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ὁ βασιλεὺς καὶ ἀνηγόρευσε
βασιλέα. ἐκτομίαν δ’ ἔχων θεράποντα ὁ μυσαρὸς 
Σαμωνᾶς Κωνσταντῖνον ὀνομαζόμενον, ἐκ δὲ Παφλαγονίας
γενόμενον, τῇ δεσποίνῃ τοῦτον δέδωκεν
 εἰς ὑπηρεσίαν. ἐπεὶ δὲ τῇ βασιλίσσῃ καὶ αὐτῷ τῷ
κρατοῦντι λίαν ὁ Κωνσταντῖνος ᾠκείωτο, εἰς βασκανίαν
ὁ βέβηλος ἠρέθιστο Σαμωνᾶς καὶ πρὸς τὸν
βασιλέα κατεῖπεν αὐτοῦ ὡς ἐρωμένου τῇ βασιλίσσῃ.
ζηλοτυπήσας οὖν ὁ Λέων ἀποκαρῆναι τοῦτον προσέταξε
 μοναχόν, καὶ μετ’ οὐ πολὺ ἄγει τοῦτον , καὶ
’ποδυθῆναι κελεύσας τὰ μοναχικὰ ἀμφία καὶ κοσμικὴν
περιβαλέσθαι στολὴν μᾶλλον ἢ πρότερον
αὐτὸν ᾠκειώσατο. οὐκ ἀνεκτὰ δ’ ἦσαν ταῦτα τῷ
Σαμωνᾷ. γράφει τοίνυν λοίδορόν τι γραμμάτιον
l5 διά τινος τῶν αὐτοῦ, καὶ ῥιπτεῖ ἔνθα ὁ βασιλεὺς 
διελεύσεσθαι ἔμελλεν· ὅπερ εὑρὼν ἐκεῖνος καὶ ἀναγνοὺς
ἤλγησέ τε καὶ τὸν πεποιηκότα τοῦτο ἐζήτει.
εἷς οὖν τις τῶν συνειδότων τὴν πρᾶξιν ταύτην τῷ
Σαμωνᾷ τοῦτον εἶναι τὸν ἐργάτην τοῦ λοιδόρου
 βιβλίου τῷ κρατοῦντι ἐδήλωσεν. ἐκλείψεως μέντοι
τότε τῆς σελήνης συμβάσης, τὸν μητροπολίτην Συνάδων
ὁ βασιλεὺς μετεπέμψατο, περὶ ταύτης πευσόμενος.
ὃν ὁ Σαμωνᾶς ἰδίᾳ παραλαβὼν ἤρετο περὶ
τῆς ἐκλείψεως· κἀκεῖνος ἔφη ὅτι ‘‘σὸν τὸ τῆς σελήνης
 πάθημα σημαίνει δυστύχημα· εἰ δὲ τοῦ Ἰουλίου
τρισκαιδεκάτη παρελεύσεται πρὸ τοῦ παθεῖν, ἐκφεύξῃ 
καὶ σὺ τὸ δυστύχημα. εἶτα καὶ πρὸς τοῦ 
βασιλέως ὁ Συνᾴδων ἐρωτηθεὶς ἀπεκρίνατο ὡς εἰς
τὸ δεύτερον μετὰ σὲ πρόσωπον ἐνσκήψει ἡ κάκωσις.
δεύτερον δὲ πρόσωπον ὁ βασιλεὺς τὸν ἀδελφὸν
αὐτοῦ τὸν Ἀλέξανδρον ἔκρινεν, ἀλλ’ ἐσφάλη
περὶ τὴν κρίσιν· ἔδει γάρ ποτε τῷ κακίστῳ Σα-

 
μώνᾳ γενέσθαι κακῶς. μαθὼν οὖν ὡς ἐκεῖνος ἦν
ὁ τοῦ λοιδόρου βιβλίου πατήρ, ἐξωθεῖ μὲν τῶν
βασιλείων αὐτὸν καὶ ἀποκείρει καὶ περιγραπτοῖς
ὁρίοις καθείργνυσι. καὶ ταῦτα γέγονε, μήπω τῆς
τρισκαιδεκάτης τοῦ Ἰουλίου παραρρυείσης. παρακοιμώμενος 
δὲ ἀντὶ τοῦ Σαμωνᾶ ὁ παρ’ ἐκείνου
βασκαινόμενος μένος Κωνσταντῖνος καὶ
 προκεχείριστο, ᾧ καὶ μονὴν ὁ βασιλεὺς ἐδομήσατο
ἐν ταῖς Νοσσιαῖς. νοσήσας δὲ ὁ Λέων κοιλιακὸν
νόσημα τοσοῦτον κατειργάσθη τὴν δύναμιν ὡς μηδὲ 
δυνηθῆναι διαλεχθῆναι τῇ συγκλήτῳ περὶ νηστείας
τὴν συνήθη διάλεξιν, ἡ καλεῖται σελέντιον. ὅμως
ὀλίγα τινὰ ταύτῃ διαλεχθεὶς καὶ ἀξιώσας αὐτοῦ μεμνῆσθαι
καὶ πίστιν εἰς τὴν αὐτοῦ σύμβιον τηρεῖν
καὶ εἰς τὸν υἱόν, καὶ τελευταίαν ταύτην προσλαλιὰν
πρὸς αὐτὴν ποιεῖσθαι εἰπὼν ‘‘οὐκ αὐτίκα ἐξέλιπεν,
ἀλλὰ μέχρι τοῦ Μαΐου διήρκεσε.’’ τότε δὲ
τελευτῶν τὴν αὐταρχίαν τῷ ἀδελφῷ κατέλιπεν
καὶ τὸν υἱὸν αὐτῷ παραδέδωκεν, ἀξιώσας
ἐπιμελεῖσθαι αὐτοῦ καὶ ἀνάγειν βασιλικῶς καὶ αὐτοκράτορα 
καταλιπεῖν· ὅν, φασί, βλέπων ἐρχόμενον
 πρὸς αὐτὸν ἤδη ἐκλείπων, φάναι ‘‘ἴδε ὁ κακὸς
μετὰ τοῦς δεκατρεῖς μῆνας.’’ ἐβασίλευσε δὲ ὁ
Λέων ἔτη εἴκοσι καὶ πέντε ἐπὶ μησὶ τρισίν.

Ἀλέξανδρος δὲ ἅμα τε τοὺς πόδας ἤρεισε τῇ 
ἀρχῇ καὶ ἄμα τὸν πατριάρχην Νικόλαον ἐκ Γαλακρηνῶν
ἀγαγὼν εἰς τὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως
θρόνον ἀνήγαγε, τὸ δεύτερον καταγαγὼν τὸν Εὐθύμιον,
καὶ ἐπὶ βήματος τὴν τούτου ποιήσας καθαίρεσιν,
ἐνυβρισάντων εἰς τὸν ἄνδρα πολλὰ τῶν 
προσκειμένων τῷ Νικολάῳ, εἶτα καὶ ὑπερόριον ποιήσας
αὐταρχήσας δὲ ὁ βασιλεὺς οὑτοσὶ οὐδὲν

 
ἐοικὸς εἰργάσατο βασιλεῖ, ἀλλὰ τρυφαῖς καὶ θήραις
καὶ ἀσελγείαις ἐξέδωκεν ἑαυτόν, τὰ δὲ τῆς 
βασιλείας καὶ κοινὰ πράγματα ἀνθρώποις ἀνέθετο
ἀγύρταις καὶ τοῖς ἐκ τριόδων, οὓς πρὸ τῆς
 μοναρχίας ἐπιρρήτων εἶχε πράξεων κοινωνούς, ὧν
ἕνα Βασιλίτζην λεγόμενον καὶ διάδοχον τῶν σκήπ-
τρων διενοεῖτο ποιήσασθαι· τὸν γὰρ ἀδελφόπαιδα
Κωνσταντῖνον καὶ ἰδιωτεῦσαι ἐβούλετο καὶ τῶν παι-
δογόνων ἀφελέσθαι μορίων. καὶ εἰ μὴ ταχὺ τὸ τέλος
 αὐτῷ τῆς ζωῆς ἐπελήλυθε καὶ οὕτως αὐτῷ παρὰ
τῆς ἄνω προνοίας ἐσφάλησαν τὰ βουλεύματα, τάχ’
ἄν ὅσον τὸ ἐπ’ ἐκείνῳ καὶ εἰς ἔργον ἐξέβησαν. γοήτων
δὲ πυνθανόμενος εἰ ἐς μῆκος αὐτῷ τὰ τῆς ζωῆς
προελεύσεται, ἤκουσεν ἐξ ἐκείνων ὡς ἔσται αὐτῷ
 μακροχρόνιον τὸ βιώσιμον, εἰ τῷ ἐν θεάτρῳ συί; 
ὃς ἐκ χαλκοῦ πέπλασται, ὀδόντας καὶ αἰδοῖα περίθοιτο.
‘‘σὸν γὰρ οὗτος’’ ἔλεγον ‘‘στοιχεῖόν ἐστιν,
ἀντίος ἱστάμενος Λέοντι τῷ σῷ ἀδελφῷ,” οὐδὲν
κρίνοντες ὑγιὲς ἢ τὸ συὶ· τοῦτον ἀπεικάσαι τὸν
 αὐτοκράτορα, διὰ τὸ περὶ γαστέρα κεχηνέναι τε καὶ
συσσίτια καὶ ἀκολασίαις προσκεῖσθαι διηνεκῶς. πιστεύσας
οὖν τοῖς λόγοις ἐκείνων ὁ καὶ χοίρων ἀνοητότερος
τὰ λείποντα ταῦτα τῷ χαλκουργήματι ἐξειργάσατο.
τοῦ μέντοι τῶν Βουλγάρων ἀρχηγετοῦντος
 τοῦ Συμεὼν εἰ τὴν εἰρήνην ἀσπάζοιτο ἐρωτῶντος
διά τινων ὑπ’ αὐτοῦ πεμφθέντων, ὁ Ἀλέξανδρος
ἀτίμως τε τοὺς πεμφθέντας ἐδέξατο καὶ ὑπερηφάνως
ὡμίλησε καὶ ὑπερόγκως ἠπείλησεν. ὅθεν ὁ 
Συμεὼν τὴν ὕβριν μὴ ἐνεγκὼν κατὰ Ῥωμαίων ὡπλισατο. 
 συμποσίοις δὲ καὶ μέθαις διόλου προστετη-
κὼς ὁ Ἀλέξανδρος, ἅπαξ ἀριστήσας μετὰ λουτρὸν
καὶ κοίλῃ χρησάμενος τῇ γαστρὶ καὶ ἀπλήστως ἀκρα-

 
τισάμενος σφαιρίσαι προέθετο, καὶ κατατείνας τὸ
σῶμα τῇ ἱππασίᾳ καὶ ταῖς τῆς σφαίρας ἐκτραχηλίσεσι
ῥῆξιν ὑπέστη , καὶ αἷμα διά τε τῆς ῥινὸς κενώσας
καὶ τῆς αἰδοῦς μετὰ μίαν ἡμέραν ἐξέλιπεν, ἐπιτρόπους
τῷ ἀνεψιῷ καὶ τῆς βασιλείας διοικητὰς γράψας 
τόν τε πατριάρχην Νικόλαον καὶ τὸν μάγιστρον
Στέφανον καὶ τὸν μάγιστρον Ἰωάννην τὸν Ἐλαδᾶν
τόν τε ῥαίκτωρα Ἰωάννην καὶ δύο τῶν ὑπ’ αὐτοῦ
προαχθέντων ἐκ τύχης ἀνυρτίδος εἰς συγκλητικὴν
 ἀξίαν καὶ εἰς πατρικιότητα, τὸν Βασιλίτζην καὶ τὸν 
Γαβριηλόπουλον.

Ὁ οὖν Ἀλέξανδρος ἐνιαυτὸν ἴνα καὶ μῆνα τὴν
βασίλειον διαπεττεύσας ἀρχὴν κατέλυσε τὴν ζωήν·
τὸ δὲ κράτος ἐς Κωνσταντῖνον τὸν υἱὸν τοῦ Λέοντος
περιέστη, παῖδα ἔτι τυγχάνοντα κομιδῇ· ἕβδομον 
γὰρ ἔτος αὐτῷ τῆς ἡλικίας ἠνύετο. ὁ μέντοι
τοῦ δουκὸς Ἀνδρονίκου υἱὸς ὁ Κωνσταντῖνος, δομέστικος
ὢν τῶν σχολῶν καὶ τὴν τοῦ Ἀλεξάνδρου
ἐνωτισάμενος τελευτήν, ἀπεδήμει γὰρ τῆς βασιλίδος
τῶν πόλεων, τὸ μέν τι ὃ ’ν ἔκρυπτεν ὑπὸ σποδιᾷ 
σπινθῆρα τοῦ ἔρωτος τῆς βασιλείου ἀρχῆς ἀνακαλύπτων
 τε καὶ ἀναρριπίζων, τὸ δὲ καὶ ὑπ’ ἄλλων
πρὸς τοῦτο ἐρεθιζόμενος, ὧν εἰς εἶναι λέγεται καὶ
ὁ πατριάρχης Νικόλαος, μήπω γὰρ τῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου
διαθήκης ἀναγνωσθείσης οὐκ ᾔδει καὶ αὐτὸς 
καταλελειμμένος ἐπίτροπος, τυραννίδι ἐπικεχείρηκε,
καὶ τοὺς ἐκκρίτους τῶν στρατευμάτων παραλαβὼν
τῶ Βυζαντίῳ ἐπιδεδήμηκε, καὶ διά τινος πυλίδος
νυκτὸς εἰσελθὼν τὴν τοῦ Ἱπποδρόμου πύλην μετὰ
λαμπάδων καταλαμβάνει, καί τινας καὶ τῶν συγκλητικῶν
προσεταιρισάμενος, πολλοῦ καὶ δημώδους
ὄχλου συναθροισθέντος, οἱ καὶ ὡς βασιλέα αὐτὸν

 
εὐφήμουν καὶ ἀνηγόρευον. τῶν δ’ ἐντὸς τὰς πύλας
μὴ ἀνοιγνύντων, ὁ πρωτοστράτωρ τοῦ Κωνσταντίνου 
ταῖς χερσὶ πεποιθὼς καὶ θρασύτερον προσαράξαι
τὰς πύλας καὶ καταβαλεῖν βιαζόμενος νύττεται
 λόγχῃ παρά του τῶν ἔνδον διά τινος ἀμυχῆς. καὶ
ὁ μὲν ἦν αὐτίκα νεκρός. ὁ δέ γ’ ἑ Κωνσταντῖνος
ἐκεῖθεν εἰς τὸ τῶν ἵππων ἄπεισιν ἁμιλλητήριον
θέατρον, εἶτα εἰς τήν λεγομένην ἦλθε Χαλκῆν, καὶ
ἄχρι τῶν Ἐξκουβίτων προῆλθεν. ὁ δὲ τῶν ἐπιτρόπων
 εἶς ὁ μάγιστρος Ἰωάννης ὁ Ἐλαδᾶς ἐκ τῶν ἑταιρειῶν
καὶ τῶν πλωίμων συλλέξας τινὰς ἀντικαταστῆναι
τῷ τυραννοῦντι αὐτοὺς ἐξαπέστειλε. καὶ
συμπλοκῆς γενομένης πολλοὶ πεπτώκασιν ἑκατέρωθεν·
ἔσφακτο δὲ καὶ Γρηγορᾶς ὁ τοῦ δούκα υἱὸς
 καὶ ὁ ἀνεψιὸς αὐτοῦ Μιχαὴλ καὶ Κουρτίκιος ὁ Ἀρμένιος. 
τούτοις οὖν περιαλγήσας ὁ Κωνσταντῖνος
καὶ τὸ οἰκεῖον ἐπιρρῶσαι προθυμούμενος σύνταγμα
τὸν ἵππον ἤλαυνε, συμμίξαι θέλων τοῖς ἔμπροσθεν·
ἐστρωμένου δὲ τοῦ ἐδάφους πλαξὶν ὑπολισθήσας ὁ
 ἵππος ἔπεσε καὶ τὸν ἀναβάτην κατήνεγκε, καί
αὐτῷ εὐθὺς ἐπελθὼν ἐξέτεμε τὴν αὐτοῦ κεφαλὴν
καὶ τῷ βασιλεῖ Κωνσταντίνῳ προσήνεγκε, διὰ τῆς
δυτικῆς τοῦ Χρυσοτρικλίνου πύλης εἰσελθών,
τὴν πρόρρησιν τοῦ βασιλεύσαντος Λέοντος. ὅτι δὲ
 οὐ τεύξεται τῆς βασιλείας ὁ δοὺξ Κωνσταντῖνος καὶ
ἑτέρωθεν τοῖς περὶ τὸν βασιλέα ἐπέγνωστο. ἦ ’ν γάρ
τις τελώνης Νικόλαος, ὃς χρεώστης πολλῶν χρημάτων
τῷ δημοσίῳ γενόμενος πρὸς τοὺς Ἰσμαηλίτας
κατέφυγε καὶ τὴν πίστιν ἐξομοσάμενος ἀστρολογίαν
 μετῄει. οὗτος τῷ λογοθέτῃ τοῦ δρόμου ἀπεστάλκει 
γραμμάτιον· ἡ δὲ τούτου περίληψις ἦν τοιαύτη· ἀμὴ
φοβηθῆτε ἀπὸ τοῦ δουκός· νεωτερίσει γὰρ ἀφρό- 

 
νως καὶ εὐθέως ὀλοθρευθήσεται. καὶ ἡ μὲν ἀποστασία
ἐπέπαυτο. ὁ δὲ τοῦ Κωνσταντίνου πενθερὸς
ὁ μάγιστρος Γρηγορᾶς καὶ Λέων ὁ χοιροσφάκτης
τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ προσπεφοιτήκασιν, οὓς
ἐκβαλόντες τοῦ θείου τεμένους μοναχοὺς ἀπέκειραν 
οἱ ἐπίτροποι ἐν τῇ τοῦ Στουδίου μονῇ. ἄλλους δ’
αἰκισάμενοι ἐθριάμβευσαν, ἑτέροις τὰ ὄμματα ἐξεπήρωσαν,
ἐνίων δὲ τὰς κεφαλὰς ἀπέτεμον, καὶ ἄλλους
 ἐκ Χρυσοπόλεως μέχρι τοῦ Λευκάτου ἀνεσκολόπισαν.
καὶ ἄλλοι δὲ πλείους τῆς τῶν ἐπιτρόπων 
ἐξουσίας γεγόνασιν ἂν παρανάλωμα, εἰ μή τινες
τῶν δικαστῶν τῆς πρὸς τὰς τιμωρίας ῥοπῆς αὐτοὺς
ἀνεχαίτισαν, εἰπόντες ‘‘πῶς ταῦτα ποιεῖτε ὑμεῖς κελεύσεως
ἄτερ βασιλικῆς, ἐπεὶ παῖς ὄν ὁ βασιλεὺς
τοῖς πραττομένοις οὐ συναινεἴ;’’ ἀποκείραντες δὲ οἱ 
ἐπίτροποι καὶ τὴν τοῦ Κωνσταντίνου γυναῖκα καὶ
τὸν υἱὸν Στέφανον ἐκτομίαν ποιήσαντες εἰς τὸν ἐν
Παφλαγονίᾳ οἶκον αὐτῶν ἀπεστάλκασι τούτους. οἱ
δὲ τοῦ βασιλέως ἐπίτροποι, ὅ τε πατριάρχης καὶ οἱ
λοιποί, ἐναυθεντοῦντες τοῖς πράγμασι πολλὰ τῶν 
οὐ δεόντων ἐποίουν, καὶ πρὸς ἀλλήλους δὲ διεφέροντο,
 τῶν μὲν τάδ’ εἰσαγόντων, τῶν δὲ τὰ ἀντίθετα,
καὶ ἦν ἡ τούτων διοίκησις πολυαρχία τίς,
ἀλλ’ οὐ μοναρχία. ὁ δὲ Βούλγαρος Συμεών, ὡς
μὴ βασιλέως ἐπιστατοῦντος τοῖς πράγμασι, ῥᾳδίως 
ἐλπίσας κρατῆσαι τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, ἔπεισι
κατὰ ταύτης μετὰ πλείστης δυνάμεως, καὶ ἔξω στρατοπεδεύεται
τῶν ταύτης τειχῶν, καὶ πολιορκῆσαι
ταύτην διανενόητο. ἰδὼν δὲ τὸ τῶν τειχῶν κρατερὸν
καὶ τὸ πλῆθος τὸ ἐπ’ αὐτῶν καὶ τῶν ἐν τοῖς 
τείχεσι μηχανημάτων τὸ δαψιλές, ἰλιγγιάσας μετέπεσεν
εἰς τὸ Ἕβδομον, ζητῶν σπείσασθαι. ὁ γοῦν

 
πατριάρχης καὶ οἱ λοιποὶ τῶν ἐπιτρόπων λαβόντες
τὸν βασιλέα εἰς τὰ ἐν Βλαχέρναις ἦλθον
ὅπου καὶ ὁ Συμεὼν παρεγένετο, ὁμήρους δοὺς καὶ 
λαβών, καὶ τῷ πατριάρχῃ κλίνας τὴν κεφαλὴν ηὐλογήθη
 παρ’ ἐκείνου καὶ συνειστιάθη τῷ βασιλεῖ. εἶτα
μὴ ἀρεσθεὶς ταῖς συνθήκαις ἐπανῆλθεν ἀσύμβατος,
δώροις δεξιωθεὶς καὶ αὐτὸς καὶ οἱ παῖδες αὐτοῦ.
ἀνακαλουμένου δὲ διόλου τὴν ἑαυτοῦ μητέρα τοῦ
βασιλέως καὶ ἐπὶ ταύτῃ δακρύοντος, ἔφθη γὰρ
 ταύτην τῶν ἀνακτόρων καταγαγεῖν ὁ Ἀλέξανδρος,
ἠναγκάσθησαν αὐτὴν ἀναγαγεῖν οἱ ἐπίτροποι. ἡ δὲ
ἀνελθοῦσα τῆς διοικήσεως εἴχετο, προσλαβοῦσα καὶ
τὸν παρακοιμώμενον Κωνσταντῖνον καὶ τοὺς αὐταδέλφους
ἄμφω τοὺς Γογγυλίους, καὶ πρῶτον μὲν
 τὸν πατριάρχην ἀπάγει τῶν βασιλείων, εἶτα καὶ
τοὺς τοῦ Ἀλεξάνδρου θεράποντας ἐξωθεῖ, τὸν
ῥαίκτωρα τὸν Βασιλίτξην καὶ τὸν Γαβριηλόπωλον, 
ἀλλὰ μέντοι καὶ τοὺς λοιπούς. Κωνσταντῖνος δὲ
παρακοιμώμενος τὰ πάντα ἠδύνατο. ὁ μέντοι Βούλγαρος
 Συμεὼν τὴν Θρᾴκην κατέτρεχέ τε καὶ ἐληί-
ζετο, καὶ ἐν τῇ Ἀδριανουπόλει βάλλεται χάρακα,
πολιορκίᾳ ταύτην ἐλπίζων ἑλεῖν. ὡς δ’ ἐώρα ἑαυτῷ
πόλεως μέτεισι. χρήμασι γάρ τινας τῶν φυλάκων
κενόσπουδον τὸ ἐγχείρημα, ἑτέρως τὴν ἅλωσιν τῆς
 αὐτῆς ὑποφθείρας ἐκ προδοσίας αὐτὴν ἐξεπόρθησεν.
ἀλλὰ ταύτην μετέπειτα πάλιν ὑπὸ Ῥωμαίους ἡ
βασιλίσσης σπουδὴ ἐποιήσατο. μὴ φέρουσα δὲ τὰς
κατὰ τῆς Θρᾶκῴας χώρας πυκνὰς ἐπελεύσεις
Συμεών, σπένδεται τοῖς ἐξ Ἰσμαὴλ καὶ τά τε ἑῷα
 τάγματα καὶ τὰ ἑσπέρια συναθροίσασα τῷ μαγίστρῳ B
Λέοντι τῷ Φωκᾷ τόν σχολῶν δομεστίκῳ τυγχάνοντι
τὸν κατὰ τοῦ Συμεὼν ἀνέθετο πόλεμον. ὃς καὶ 

 
μάχην συνάψας ἡττᾷ τοὺς Βουλγάρους περιφανῶς
καὶ φόνον αὐτῶν ποιεῖται πολύν. κατάκοπος δὲ γεγονὼς
καὶ ἱδρῶτι διάβροχος κἀντεῦθεν λιποθυμῶν,
ἐπί τινι πηγῇ τοῦ ἵππου ἀποβὰς ἀνέψυχεν ἑαυτόν.
ἐν τούτῳ δὲ ὁ ἵππος αὐτοῦ τὰς τοῦ κατέχοντος αὐτὸν
χεῖρας διαφυγὼν ἐν τῷ τοῦ στρατοπέδου πεδίῳ
ἐκρόαινεν ἀναβάτου χωρίς. ἐπίσημος δὲ τυγχάνων
εἰς δειλίαν ἐνέβαλε τὰ στρατεύματα, οἰηθέντα πεσεῖν
 τὸν δομέστικον, καὶ τοῦ μὲν πολέμου ἀπέσχοντο καὶ
τῆς διώξεως ἔστησαν, θόρυβος δ’ ἔσχεν αὐτούς. ὁ 
δέ γ’ ἑ Συμεὼν ἐκ περιωπῆς τινος ὁρῶν τὸ συμβεβηκὸς
περὶ τὰ στρατεύματα, τοῖς περὶ αὐτὸν ἐγκελεύεται
καὶ κατὰ Ῥωμαίων ἐξώρμησε καὶ τεθορυβημένοις
αὐτοῖς ἐμβαλὼν εἰς φυγὴν ἅπαντας ἀθρόον ἐτρέ-
ψατο, καὶ τοὺς μὲν οἱ Βούλγαροι διώκοντες ἔκτεινον, 
οἶ δ’ ὑπ’ ἀλλήλων ἀπώλλυντο συμπατούμενοι. ὁ δὲ
τῶν σχολῶν δομέστικος μόλις εἰς Μεσημβρίαν διαδρᾶναι
δεδύνητο· πολλοὶ δὲ καὶ τῶν στρατηγῶν καὶ
ταγματάρχαι τότε ἐφθάρησαν.

Ἰωάννης δὲ ὁ Βογᾶς ἐστάλη Πατζινάκους εἰς 
συμμαχίαν ἀγαγεῖν κατὰ τῶν Βουλγάρων, καὶ ὁ
πατρίκιος Ῥωμανὸς ὁ Λακαπηνός, δρουγγάριος
 τῶν πλωίμων, ὡρίσθη μετὰ τοῦ στόλου παραπλεῖν,
ἅμα μὲν εἰς συνεργίαν τοῦ τῶν σχολῶν δομεστίκου,
ἅμα δὲ καί, εἰ ἀχθεῖεν σύμμαχοι παρὰ τοῦ Βογᾶ,
διαπεραιώσασθαι σφᾶς. ἧκεν οὖν ὁ Βογᾶς μετὰ τῶν
συμμάχων. στάσεως δ’ ἐμπεσούσης αὐτῷ τε καὶ τῷ
Λακαπηνῷ, ὁρῶντες οἱ Πατζινάκοι αὐτοὺς πρὸς ἀλλήλους
διαπληκτιζομένους καὶ ἀμελῶς περὶ τὴν αὐτῶν
διακειμένους διάβασιν, εἰς τὰ ἑαυτῶν ἐπανήλθοσαν. 
οἱ μὲν οὖν οὕτω ταῦτά φασ καὶ τὴν ἧτταν
τῶν Ῥωμαίων ἐντεῦθεν συμβῆνα(??) ἡ τυχόντων τῆς

 
συμμαχίας, οἶ δὲ ἀλλοίως τὸ πρᾶγμα ἱστόρησαν·
ἡττήσαντος γάρ φασι τοῦ Φώκα τοὺς βαρβάρους
καὶ διώκοντος φήμην γενέσθαι ὡς ὁ δρουγγάριος τῶν
πλωίμων ἄπεισι σὺν τῷ στόλῳ, τὴν βασιλείαν παραληψόμενος·
 τοῦτο δὲ τῷ δομεστίκῳ πεσὸν εἰς 
ἐκταράξαι αὐτόν, ὡς ἀποσχέσθαι μὲν τῆς διώξεως,
ἐπανελθεῖν δ’ εἰς τὸν χάρακα, τὰ τῆς φήμης ἀκριβωσόμενον,
κἀντεῦθεν παλίντροπον γενέσθαι τὸν
πόλεμον· φυγεῖν μὲν γὰρ τοὺς Ῥωμαίους,
 τῆς μάχης οἰηθέντας τὴν εἰς τὸν χάρακα τοῦ
δομεστίκου ἀπέλευσιν , τοὺς δὲ Βουλγάρους ἐκ τῆς
φυγῆς ἐπαναστραφέντας διώκειν αὐτούς. τὴν δὲ
πρὸς τὸν χάρακα τοῦ δομεστίκου ὑποστροφὴν τῆς
βασιλείας ἐπιθυμίᾳ πεποίηκεν. ἐρῶν γὰρ αὐτῆς
 ἔσπευδεν, εἰ ἀληθὲς ἦν τὸ τὸν δρουγγάριουν ἀπιέναι,
προκαταλαβεῖν αὐτὸς καὶ οἰκειώσασθαι τὴν ἀρχήν.
μετὰ δὲ τὴν ἧτταν ἐπανελθόντων τοῦ τ’ ἑ Λακαπηνοῦ
καὶ τοῦ Βογᾶ, ἐζητήθη τὰ μέσον αὐτῶν, 
καὶ κατεκρίθη ὁ Ῥωμανὸς πηρωθῆναι τὰ
 ὡς αἴτιος τῆς ἥττης ἢ κακούργως ἢ ῥᾳθύμως γενόμενος,
ἀλλ’ ἐκεῖνον μὲν τῆς ψήφου ταύτης ἐξήρπασάν
τινες μέγα παρὰ τῇ βασιλίσσῃ δυνάμενοι. ὁ δὲ
Βούλγαρος Συμεὼν τῇ νίκῃ ἐξογκωθεὶς ἐπῄει κατὰ
τῆς βασιλευούσης τῶν πόλεων. ἀντικατέστη δὲ αὐτῷ
 πάλιν ὁ τῶν σχολῶν δομέστικος ὁ Φωκᾶς, καὶ μάχης
συγκροτηθείσης ἐν Κατασύρταις οἱ βάρβαροι
ἥττηντο. πολλῶν δὲ καὶ τούτων περιφανῶν ἔρωτα
τρεφόντων τῆς βασιλείας, μᾶλλον τῶν ἄλλων περὶ
τὸν ταύτης ἐφλέγμαινεν ἔρωτα ὁ τῶν σχολῶν δομέστικος
 ὁ Φωκᾶς, πεποιθὼς μὲν καὶ ἑαυτῷ διὰ τὸ
γένος καὶ διὰ τὴν ἰσχύν, οὐχ ἥκιστα δὲ τῷ παρακοιμωμένῳ 
Κωνσταντίνῳ τῷ ἐκτομίᾳ, τὰ πάντα τότε

 
παρὰ τοῖς ἀνακτόροις ἰσχύοντι, οὗ ἐπ᾿ ἀδελφῇ κηδεστῆς
έτύγχανεν ὤν. ταῦτα τοίνυν ὁρῶν ὁ τοῦ
βασιλέως Κωνσταντίνου παιδαγωγός, καὶ δείσας
περὶ αὐτῷ, πείθει τοῦτον τὸν τοῦ στόλου δρουγγάριον
τὸν εἰρημένου ῾Ρωμανὸν οἰκειώσασθαι καὶ φύλακα 
 λακα προσλαβέσθαι. ἐγχαράττει τοίνυν βιβλίον ὁ
Βασιλεὺς οἰκειόγραφον, καὶ στέλλει τῷ δρουγγαρίῳ.
ὁ δὲ τοῦτο δεξάμενος ὑπέσχετο την τοῦ παρακοιμωμένου
δυναστείαν, εἰ οἷόν τε, καθελεῖν. καί ποτε
τοῦ παρακοιμωμένου, ἔνθα ὁ στόλος ὥρμιστο, παραγενομένου 
 καὶ ἐπισπέρχοντος ἐκπλεῦσαι αὐτόν, ὁ
Δρουγγάριος δουλικώτερον αὐτῷ προσυπήντησε, καὶ
μεθ᾿ ὑποστολῆς ὡμίλει καὶ περὶ τὰς τριήρεις ἠρέμα
πως προεβίβαζεν. ὡς δὲ τῇ ναυαρχίδι προςήγγισεν
ἑτοίμους ἔχων ἄνδρας παρεπομενους αὐτῷ γενναίους 
τε καὶ πολλούς, “ἄρατε τοῦτον” εἶπεν. οἱ δὲ
συσχόντες αὐτὸν εἰς τὴν τριήρη ἐνέθεντο, τῶν περὶ
αὐτὸν αὐτίκα διασπαρέντων. τοῦτο τῇ βασιλίδι ἐνωτισθὲν
εἰς θόρυβον αὐτὴν καὶ τοὺς ἐν τέλει ἐνέβαλε.
πέμπει τοίνυν πρὸς τὸν ῾Ρωμανὸν ἐρωτῶσα τί ἂν 
εἴη τὸ γεγονός. ἀλλὰ τὸ ναυτικὸν λίθοις τοὺς πεμφθέντας
ἐδίωξαν. τῇ δ᾿ ἑξῆς τὸν πατριάρχην ὁ βασιλεὺς
μετακαλεςάμενος καὶ τὸν μάγιστρον Στέφανον
 ἔπεμψε τοὺς ἐκ τῶν βασιλείων τὴν αὐτοῦ μητέρα
Κατάξοντας. τῆς δὲ τῷν υἱῷ προσφυείσης μετὰ δακρύων, 
εἰς οἶκτον ἐκεῖνος ἐκλίθη καὶ ἀφῆκεν αὐτήν,
εἰς ἑαυτὸν δὲ τὴν ἐξουςίαν μετήνεγκε, καὶ προεχειρίσατο
δομέστικον τῶν σχολῶν τὸν Γαριδᾶν ᾿Ιωάννην
τὸν μάγιστρον. ὁ δὲ δρουγγάριος ὁ Λακαπηνός,
ἐξαρτύσας τὸν στόλον ὥσπερ εἰς ναυμαχίαν κατὰ 
τὴν ἡμέραν τοῦ εὐαγγελισμοῦ τοῖς βασιλείοις προςέπλευσεν
εἰς τὸν Βουκολέοντα. καὶ ὁ μὲν πατριάρ-


 
χης καὶ ὁ μάγιστρος Στέφανος εὐθὺς ἐκ τῶν ἀνακτόρων
ἐξέστησαν, ὁ δὲ Ῥωμανὸς ὅρκους
τελέσας φρικωδεστάτου ’ς μήποτε κατὰ τοῦ βασιλέως
φρονῆσαι μηδ’ ἐπιθέσθαι τῇ βασιλείᾳ , ἀνῆλθεν εἰς 
 τὰ βασίλεια, καὶ εἰς τὸν ἐν τῷ Φάρῳ ναὸν τῷ Κωνσταντίνῳ
συνεισελθὼν συνεισελθὼν καὶ πίστεις δούς τε καὶ
μέγας ἑταιρειάρχης προβάλλεται.
δὲ τῷ Φωκᾷ ὁ βασιλεὺς μὴ ἀθυμῆσαι μηδ’ ἀπογνῶναι,
προσμεῖναι δὲ μικρόν, ὡς μελλούσης αὐτῷ γενέσθαι
 προνοίας μετὰ βραχύ. ὁ δὲ Ῥωμανὸς
ἑαυτοῦ θυγατέρα Ἑλένην μνηστεύεται τῷ
Κωνσταντίνῳ, καὶ τῇ τρίτῃ τοῦ πάσχα τετέλεστο τὰ
γαμήλια, τοῦ πατριάρχου Νικολάου τὴν ἱερολογίαν
ποιήσαντος, καὶ αὐτίκα τετίμηται βασιλεοπάτωρ ὁ
 Ῥωμανός, μέγας δ’ ἑταιρειάρχης Χριστοφόρος
υἱός. ταῦτα δὲ μαθὼν ὁ Φωκᾶς τυραννίδι ἐπέθετο,
Κωνσταντῖνον τὸν παρακοιμώμενον προσλαβόμενος 
καὶ ἑτέρους τῶν ἀρχόντων, καὶ διαβεβαιούμενος
ὑπὲρ τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου πράττειν
 πράττει. ὁ Ῥωμανὸς δὲ γραφὴν γεγραφὼς
περιέχουσαν τῆς τοῦ Φώκα προφάσεως, καὶ
ταύτην τῇ τοῦ βασιλέως ὑποσημασίᾳ καὶ χρυσῇ
σφραγῖδι βεβαιωσάμενος, πέμπει ταύτην παρὰ τὸ
μετὰ τοῦ Φώκα στράτευμα μετά τινος γυναίου ἑταιρικοῦ.
 κἀκεῖνο πολλοῖς τὴν χρυσοσήμαντον ὑποδεικνύον
λάθρᾳ γραφὴν πολλοὺς καταλιπεῖν πεποίηκε
τὸν Φωκᾶν καὶ προσχωρῆσαι τῷ βασιλεῖ. ὁ δὲ Φωκᾶς
ἐν Χρυσοπόλει γενόμενος, καὶ καταλειφθεὶς
ὑπὸ τοῦ μετ’ αὐτοῦ πλήθους τῷ βασιλεῖ προσφοιτήσαντος, 
 ἐτράπετο εἰς φυγήν, καὶ ἔν τινι χωρίῳ γενόμενος,
ὅπερ παρὰ τῶν ἐγχωρίων Γοηλέων
συλλαμβάνεται, καὶ τυφλωθεὶς εἰσάγεται εἰς

 
τὴν βασιλεύουσαν · καὶ τοῦτο τέλος τῇ αὐτοῦ τυραννίδι
ἐγένετο. ἀλλὰ μὴν καὶ ἑτέρα ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ
βασιλέως συνέστη· νεανίας γάρ τινες καθῆκαν κατ’
αὐτοῦ θηρῶντος, ἵν᾿ αὐτῷ ἐν τῇ θήρᾳ ἐπίθωνται.
 ἀλλ’ ἐγνώσθη τὸ βούλευμα, καὶ οἱ πρωτουργοὶ ἐκολάσδησαν. 
ἐξεβλήθη δὲ τῶν βασιλείων καὶ ἡ τοῦ
βασιλέως μήτηρ Ζωή, ὡς ἐπιβουλεύουσα δῆθεν τῷ
βασιλεοπάτορι, καὶ ἀπεκάρη ἐν τῇ τῆς ἁγίας Εὐφη-
 μίας μονῇ. τῇ δὲ εἰκοστῇ τετάρτῃ τοῦ Σεπτεμβρίου
μηνὸς εἰς τὴν τοῦ Καίσαρος ἀξίαν ἀνήχθη ὁ Ῥωμανὸς 
καὶ κατὰ τὸν Δεκέμβριον τῷ τῆς βασιλείας διαδήματι
τεταινίωτο παρὰ τοῦ πατριάρχου Νικολάου
τοῦ Κωνσταντίνου δῆθεν ἐπιτροπῇ.

Καὶ ὁ μὲν Λακαπηνὸς Ῥωμᾶνος οὕτω τῆς ἀναρρήσεως
ἔτυχεν, οὐκ ἠγάπα δὲ ταύτης τυχὼν αὐτός, 
ἀλλὰ μετὰ βραχὺ καὶ τὴν οἰκείαν ὁμευνέτιν τὴν
Θεοδόραν ταινιοῖ, εἶτα καὶ τὸν ὒ ἰὸν Χριστοφόρον,
προαιρέσει μὲν τῷ δοκεῖν τοῦ Κωνσταντίνου , τῇ δ’
ἀληθείᾳ βιαζομένου ἀσχάλλοντός τε πρὸς οὓς έθάρρει
καὶ ἐν συμφορᾷ τιθεμένου τὰ πραττόμενα, μὴ 
θαρροῦντος δὲ ἀνταίρειν. ἐπιβουλῆς δὲ κατὰ τοῦ
 ‘Pωμανοῦ γενομένης, ἧς ὁ σακελλάριος πρωτουργὸς
ἦν Ἀναστάσιος, ὡς τῷ Κωνσταντίνῳ δῆθεν ἀμύνων,
ἐγνώσθη τὰ κατ’ αὐτήν, καὶ οἱ μὲν συνίστορες, ὡς
ἔδοξε τῷ Ῥωμανῷ, ἐκολάσθησαν, ὁ δὲ σακελλάριος 
ἀπεκάρη. ἣν δὴ πρόφασιν ἔσχεν ὁ Ῥωμᾶνος τοῦ
ὑποβιβάσαι τὸν Κωνσταντῖνον ἑαυτοῦ, μέχρι τότε
πρῶτον εὐφημούμενον ἐν ταῖς ἀναρρήσεσιν. ὁ Συμεὼν
δὲ κατὰ τῆς πόλεως ἐκπέμπει στρατόν· ἔνα δὲ
μὴ ἐλθόντες τὰς πρὸ τῆς πόλεως διαφθείρωσιν 
ἀγλαίας, ἔπεμψε καὶ ὁ ‘Pωμανὸς τοὺς ἀντιταξομένους
αὐτοῖς καὶ τῶν Βουλγάρων ἐπελθόντων αὐ-

 
τοῖς πίπτουσι μὲν καὶ τῶν ἀρχόντων πολλοί, τῶν
δέ γε στρατιωτῶν οἱ μὲν εἰς τὰς τριήρεις σπεύδοντες
ἐμβῆναι παραπλεούσας εἰς τὴν θάλασσαν ἐξωλίσθαινον,
καὶ ὑπὸ κυμάτων ἐφέροντο, οἱ δὲ ὑπὸ 
 τῶν πολεμίων διώλλυντο, οἱ δὲ καὶ ζῶντες συνελαμβάνοντο.
οὕτω δὲ διατεθείσης τῆς Ῥωμαϊκῆς
στρατιᾶς κατὰ τὰς Πηγάς, τά τε ἐκεῖ ὄντα ἀνάκτορα
οἱ Βούλγαροι ἐπυρπόλησαν καὶ τἄλλα ὅσα ἐν τῷ
αἰγιαλῷ τοῦ κατ’ ἀντικρὺ τῆς πόλεως ἦσαν διακειμένου
 πορθμοῦ. θανούσης δὲ τῆς τοῦ Ῥωμανου συμβίου
τῆς Αὐγοῦ στῆς Θεοδώρας ἡ τοῦ βασιλέως
Χριστοφόρου γυνὴ Σοφία τοῦ τῆς Αὐγούστης ἠξιώθη
ὀνόματος. ὁ τῶν Βουλγάρων δ’ ἐξηγούμενος
Συμεὼν τῇ Ἀδριανουπόλει προσέβαλε καὶ ταύτην
 ἐπολιόρκει. ἤνυσε δ’ ἂν οὐδέν, εἰ μὴ τοῖς ἔνδον
ἐπιλελοίπει τὰ ἐπιτήδεια· βιαζόμενοι γὰρ τῷ λιμῷ
καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὴν πόλιν τοῖς πολεμίοις παρέδωκαν.
τότε μέντοι καὶ ὁ ἐκ Τριπόλεως Λέων μετὰ 
δυνάμεως ναυτικῆς κατὰ Ῥωμαίων ἐχώρησεν· ἀλλὰ
 τούτῳ περὶ τὴν νῆσον Λῆμνον τριήρεις ἐπελθοῦσαι
Ῥωμαϊκαὶ τοὺς μὲν Ἀγαρηνοὺς σχεδόν τι ξύμπαντας
διεφθάρκασι, τὰς δὲ νῆας αὐτῶν ὑποβρυχίους
ἐποίησαν, μόλις τοῦ Τριπολίτου φυγεῖν ἐξισχύσαντος.
καὶ ὁ Βούλγαρος δὲ Συμεὼν τά τε κατὰ Μακεδονίαν
 καὶ τἀπὶ Θρᾴκης σὺν βαρεῖ στρατεύματι
ἐληίζετο, καὶ παρὰ τὴν πόλιν ἐλθὼν ἀγχοῦ τῶν
Βλαχερνῶν πεποίητο τὴν παρεμβολήν, καὶ τῷ βασιλεῖ
Ῥωμανῷ ἐζήτησεν ἐντυχεῖν, καὶ τὴν ἔντευξιν
ὁ βασιλεὺς ᾑρετίσατο, καὶ κατὰ τὸν τοῦ Κοσμιδίου
 αἰγιαλὸν ὁ μὲν βασιλεὺς σὺν τῷ στόλῳ ἀφίκετο, ὁ
δέ γε Συμεὼν μετὰ τῆς οἰκείας παρεγένετο στρατιᾶς, 
καὶ ὡμίλησαν καὶ ὁ βασιλεὺς μεγαλοπρεπῶς τῷ Συ-

 
μεὼν ἐδωρήσατο. ἀσύμβατοι δὲ ἀπ’ ἀλλήλων διέστησαν,
ὃ καὶ δυὰς ἔδοξε δηλῶσαι ἀετῶν. φασὶ γὰρ
ἄνωθεν αὐτῶν διαπτῆναι τούτους καὶ ἀλλήλοις συμμίξαι
 μετὰ κλαγγῆς, εἶτ’ εὐθὺς διαστῆναι
τοῦ μὲν ἐπὶ τὴν πόλιν ἀποπτάντος, τοῦ δ’ ἐπὶ Θρᾴκην
κινήσαντος τὸ πτερόν. ὁ βασιλεὺς δὲ Ῥωμανὸς
ἀπληστευσάμενος ἐπὶ τῇ τῆς βασιλείας ἀρχῇ, καὶ
ὥσπερ ἐπιλελησμένος τῶν ὅρκων, οὓς ὠμωμόκει
καθ’ ἱερῶν, καὶ μὴ ἀρκούμενος ὅτι ἑαυτὸν καὶ τὸν
τῶν υἱέων πρεσβύτερον ἠξίωσε διαδήματος, καὶ τοὺς 
λοιποὺς δύο τῶν παίδων αὐτοῦ βασιλικῶς τεταινίωκεν,
εἶτα καὶ τὸν ἐκ τοῦ Χριστοφόρου γενόμενον
 αὐτῷ υἱωνόν, καὶ τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴν ἀντὶ Βασιλείας
εἰς πολυαρχίαν μετήνεγκε. τῷ τελευταίῳ δὲ
τῶν υἱῶν αὐτοῦ Θεοφυλάκτῳ τὸν θρόνον τὸν ἀρχιερατικὸν
τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων μνηστευόμενος
ἀπέκειρε κληρικόν, διὰ τοῦ πατριάρχου προχειρισθέντα
καὶ σύγκελλον. τοῦ πατριάρχου δὲ Νικολάου
ἔτη τρισκαίδεκα τὸ δεύτερον τῆς ἐκκλησίας
κρατήσαντος καὶ μεταθεμένου τὴν βιοτήν, ὁ μητροπολίτης 
πολίτης Ἀμασείας Στέφανος εἰς τὸν θρόνον τῆς
Κωνσταντινουπόλεως μετήνεκτο. ὁ μέντοι τῶν
ἄρχων ὁ Συμεών, ἀνὴρ ὢν αἱμάτων, ἡσυχίαν
ἄγειν οὔποτε ὅλως προῄρητο, ὅθεν κατὰ τοῦ ἔθνους
τῶν Χροβάτων ἐστράτευσεν, ἀλλ’ ἥττητο ὑπ’ ἐκείνων,
κἀν ταῖς τῶν ὀρῶν δυσχωρίαις τὸ οἰκεῖον ἀπέβαλε
στράτευμα. ἐν τούτῳ δὲ πρόσεισί τις τῷ βασιλεῖ
 Ῥωμανῷ, λέγων τὴν ἄνωθεν τῆς ἐν τῷ Ξηρολόφῳ
ἁψῖδος καθιδρυμένην στήλην καὶ πρὸς τὰ
ἑσπέρια ἀποβλέπουσαν εἰς τὸν Συμεὼν ἐστοιχειῶ- 
σθαι τὸν Βούλγαρον, καὶ εἰ τὴν ταύτης ἀποτέμῃ τις
κεφαλήν, ἕψεται τῇ ἐκτομῇ τοῦ Συμεὼν ἡ φθορά.

 
ὁ μὲν οὖν εἶπε ταῦτα, καὶ ἡ κεφαλὴ τῆς στήλης οὐκ
εἰς μακρὰν ἐξετέτμητο, καὶ τῷ Συμεῶν αὐθωρὸν
ἐπέλιπε τὸ βιώσιμον, ληφθέντι καρδιωγμῷ, ὡς μετὰ
ταῦτα ἐγνώσθη τῷ βασιλεῖ, ἀκριβωσαμένῳ τῆς ἐκείνου
 τελευτῆς τὸν καιρόν. ὡς δ’ ἐξ ἀνθρώπων ὁ
Συμεὼν ἀπελήλυθεν , ἡ τῶν Βουλγάρων ἀρχὴ πρὸς
Πέτρον τὸν ἐκ τῆς δευτέρας αὐτοῦ γυναικὸς αὐτῷ 
τεχθέντα περιελήλυθεν, ὅς, ἐπεὶ καὶ λιμῷ τὸ τῶν
Βουλγάρων ἔθνος ἦν πιεζόμενον καὶ τὰ πέριξ ἔθνη
 μὴ κατ’ αὐτοῦ ὁρμήσαιεν ἐδεδίει καὶ πρὸ τῶν ἄλλων
Ῥωμαίους, στέλλει πρὸς τὸν βασιλέα, σπονδὰς
ποιησόμενος, εἰ δ’ αἱροῖτο, καὶ κῆδος εἰς ἑαυτόν.
ὡς δὲ τῷ βασιλεῖ καὶ ἄμφω καταθύμια ἔδοξε τὰ αἰτούμενα
καὶ αὐτὸς ὁ Πέτρος ἀφίκετο, καὶ γεγόνασι
 μὲν συνθῆκαι περὶ σπονδῶν, συνήφθη δὲ αὐτῷ
πρὸς συμβίωσιν γαμικὴν καὶ ἡ τοῦ βασιλέως ἐγγόνη,
ἣ ἐκ τοῦ πρεσβυτέρου τῶν υἱῶν αὐτοῦ τοῦ Χριστο-
φόρου γεγέννητο.

Ὁ δὲ βασιλεὺς Ῥωμανὸς οὐκ ἀρκοῦν ἡγούμενος ὅτι ἑαυτοῦ τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον ὑπεβίβασε, λαβὴν
ἐζήτει καὶ τὸν Χριστοφόρον προθεῖναι αὐτοῦ, καὶ παρεσκεύασε
τὴν τῶν Βουλγάρων πληθὺν ἐν τῷ τοῦ γάμου
καιρῷ στασιάσαι, ζητοῦσαν τὸν Χριστοφόρον πρὸ 
τοῦ Κωνσταντίνου ἀναγορεύεσθαι, καὶ διὰ τὴν
 δῆθεν οἰκονομῶν τι παρεχώρησε τὸ αἰτούμενον γίνεσθαι.
εἶτα μήτε τὸ θεῖον δείσας, ὃ τὰς ὁμολογίας αὐτῷ
ἐμπεπέδωκε, μήτ’ αἰδεσθεὶς τὸ ὑπήκοον, καὶ ἄμφω
τοὺς ἄλλους υἱεῖς αὐτοῦ τοῦ Κωνσταντίνου προτέρους
εὐφημεῖσθαι πεποίηκε, καὶ ὁ πρῶτος πέμπτος
 ἐγένετο, καὶ εἰ μὴ ὁ μικρὸς Ῥωμανὸς ὁ τοῦ
υἱὸς ἔφθη θανών, κἀκεῖνος ἂν αὐτοῦ προτετίμητο.
ἦν οὖν ὁ αὐθιγενὴς βασιλεὺς καὶ ᾧ κατὰ

 
κλῆρον ἡ βασιλεία διέφερεν ὥσπερ παρέγγραπτος.
ἀλλ’ ἐπὶ τούτοις ἡ δίκη οὐκ ἐπενύσταξεν· ἀναβεβλήσθω
δ’ ἡ περὶ τούτων διήγησις. ὁ Ἀμασείας δὲ
 Στέφανος ἔτη τρία διαγαγὼν ἐν τῷ θρόνῳ τῆς ὑπερκειμένης
τῶν πόλεων ἐτελεύτησε, καὶ ἐχειροτονήθη 
Τρύφων τις μοναχὸς ἐπὶ συνθήκαις τοῦ μετὰ χρόνον
ὡρισμένον ἑκὼν ἐκστῆναι τοῦ θρόνου τῷ τοῦ βασιλέως
 υἱῷ τῷ Θεοφυλάκτῳ· ἦν γὰρ ἔτι μειράκιον. γέγονε
δ’ ἐν τοῖς χρόνοις τούτοις χειμών τε ἀφόρητος λιμός
τε σφοδρότατος καὶ ἐμπρησμὸς φρικωδέστατος. ὅτε 
καὶ ὁ βασιλεὺς Χριστοφόρος τὴν ζωὴν ἐξεμέτρησεν.
ἤδη δε τοῦ ὡρισμένου καιροῦ παραρρυέντος ὁ πατριάρχης
Τρύφων οὐ μεθίετο τοῦ θρόνου τοῦ ἀρχιερατι-
 κοῦ κατὰτὰ συγκείμενα, ἀλλ’ ὅλαις χερσὶτῆς ἀρχιερωσύνης
ἀντείχετο. καὶ ὁ βασιλεὺς ἠνιᾶτο διὰ τὴν ἀπάτην, 
ὡς ἐμπαιχθείς. ὁ γοῦν Καισαρείας χαρίσασθαι
τῷ βασιλεῖ προθυμούμενος , δόλῳ μέτεισι τὴν τοῦ
πατριάρχου ἀφέλειαν , καὶ φίλου προσωπεῖον ἑαυτῷ
περιθέμενος τῷ πατριάρχῃ φησίν “ἡ μὲν κατὰ σοῦ
τοῦ κρατοῦντος ἐπίθεσις σφοδρά, ἀλλ’ ἐπιλείπουσιν 
αὐτῷ αἰτιάματα ὑπὸ καθαίρεσίν σε τιθέμενα, καὶ
λοιπὸν εἰς τὸ μηδὲ ὅλως εἰδέναι σε γράμματα οἱ
κατὰ σοῦ περιίστανται. ἀλλὰ σπεῦσον καὶ τούτου
τοὺς μελετῶντας κατὰ σοῦ ἀποκρούσαΓ,θαι. διαλύσεις
δὲ τούτοις τὸ σπούδασμα, εἰ ἐνώπιον πολλῶν 
χάρτην λαβὼν τὸ ὄνομα ἐγχαράξεις τὸ σὸν καὶ τὸ
 τῆς ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα. καὶ τούτου ἀποκομισθέντος
τῷ βασιλεῖ οὐκέτι κατὰ σοῦ αἰτίαμα περιλέλειπται.”
ὁ μὲν οὖν συνεβούλευσε ταῦτα, ὁ δὲ ἐπείθετο,
καὶ πολλῶν παρόντων ἀγράφῳ χάρτῃ ταῦτ’ 
ἐγεγράφει· ‘‘Τρύφων ἐλέῳ θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
νέας Pώμης.’’ καὶ λαβὼν τὸν χάρ-

 
τὴν ὁ Καισαρείας ἀπῄει ἐμφανίσων τοῦτον τῷ βασιλεῖ.
ἔγγραφον οὖν ἐν αὐτῷ παραιτήσεως ὡς ἐκ
τοῦ πατριάρχου ἄνωθι τῆς ὑπογραφῆς ἐξυφαίνεται,
καὶ ὡς παραιτησάμενος τῆς ἐκκλησίας ἐκβάλλεται, καὶ
 ὁ τοῦ βασιλέως υἱὸς πατριάρχης κεχειροτόνηται. στόλος
δὲ Ῥωσικὸς ἐπῆλθε κατὰ τῆς πόλεως, καὶ ὁ στόλος
οὐ χιλιόναυς, ὡς λέγεται, ἦν, ἀλλ’ εἰς πεντεκαίδεκα 
χιλιάδας τὰ τούτου πλοῖα ἠρίθμηντο. τούτοις
περὶ τὸν Φάρον προσορμισθεῖσιν ἀντίπρῳρος ἔστη
 στόλος Ῥωμαϊκός, καὶ ἀθρόον αὐτοῖς
ἐτρέψατο τοὺς βαρβάρους, καὶ πολλὰ τῶν πλοίων
τῷ ὑγρῷ πυρὶ ἀπετέφρωσεν. ὅσα δέ γε περιελέλειπτο
πρὸς ἴω περαιωθέντα, τῷ πατρικίῳ Βάρδᾳ ἐνέκυρσε
τῷ Φωκᾷ, στρατιωτικοῦ στρατηγοῦντι συντάγματος,
 τάγματος, ὃς πρὸς συλλογὴν τῶν ἀναγκαίων πολλοὺς
ἐξιόντας τῶν πλοίων καταλαμβάνων ἀνῄρει. ἀλλὰ
καὶ ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν ὁ Κουρκούας ἑτέροις
ἐντυγχάνων κατὰ ζήτησιν τῶν ἐπιτηδείων ἐκβαίνουσι
τῶν νηῶν, καὶ ἐζώγρει καὶ μαχαίρας ἔργον
 ἐτίθετο. οὕτω δὲ καὶ διὰ θαλάσσης καὶ διὰ γῆς
παθόντες κακῶς οὐκέτι τῶν πλοίων ἐξώρμουν. ὡς
δὲ τὰ πρὸς τροφὴν αὐτοῖς παντάπασιν ἐπιλέλοιπεν, 
ἐπανελθεῖν ἐς τὰ οἰκεῖα διανενόηνται καὶ ἤδη τοῦ
ἔκπλου κατήρξαντο. ἀλλ’ αὖθις αὐτοῖς αἱ τριήρεις
 ἐπέθεντο, καὶ δὶς οἱ βάρβαροι κατεναυμαχήθησαν,
ὡς ὀλίγας πάνυ τῶν σφετέρων νηῶν ἐκφυγεῖν καὶ
ἀνθυπονοστῆσαι πρὸς τοὺς οἰκείους, ἀγγέλους γενομένας
ἐκείνοις τῆς συμφορᾶς. καὶ οἱ μὲν Ῥὼς
παθόντες πλέον κακῶς ἢ δεδρακότες τῆς κατὰ Ῥωμαίων
 ἀπέσχοντο ἐπιθέσεως.

Καὶ οἱ Ἀγαρηνοὶ δὲ διὰ τοῦ δομεστίκου τῶν σχολῶν Ἰωάννου τοῦ κουρκούα καὶ τοῦ ἀδελφοῦ

 
Θεοφίλου, πάππος δὲ ὁ Θεόφιλος τοῦ μετέπειτα τῆς
βασιλείας κρατήσαντος Ἰωάννου, ἥττηντό τε πολλά-
 κὶς καὶ τεταπείνωντο καὶ πόλεις οὐκ ἐλαχίστας ὧν
κατεῖχον ἀφῄρηντο. ὁ δὲ βασιλεὺς Ῥωμᾶνος εἰς
συναίσθησιν τάχα δόξας ἐλθεῖν τῆς ἐπιορκίας καὶ 
τῆς τῶν συνθηκῶν παραβάσεως, ἃς πρὸς τὸν βασιλέα
Κωνσταντῖνον πεποίητο, δι’ εὐποιιῶν ἔσπευδεν
ἐξιλεώσασθαι τὸν θεόν. καὶ διαδόσεις μὲν καὶ ἀλλοίας
ἐτίθετο, ἐπὶ δὲ ταύταις καὶ τὰ παρὰ τῶν ἐν
τῇ πόλει χρεωστούμενα τοῖς δανεισταῖς ἀποδοῖς 
τοὺς ὀφειλέτας ἀπέλυσε τοῦ βάρους τῆς ὀφειλῆς,
καὶ τὰ γραμματεῖα λαβὼν ἐν μέσῃ τῇ ἀγορᾷ πυρὶ
κατῃθάλωσεν· εἰς ἐννεακαίδεκα δὲ κεντηνάρια τὰ
τῶν ὀφειλῶν ἠριθμήθησαν. παρέσχε καὶ τὰ ἐνοίκια
τῶν κατὰ τὴν μεγάλην πόλιν οἰκούντων μισθωτικῶς. 
 τοὺς μὲν οὖν ὀφειλέτας ὠφέλουν ταῦτα, τῷ δέ γε 
 Ῥωμανῷ μικρὸν ἢ οὐδὲν οἶμαι λυσιτελεῖν, ὅτι τε
ἀλλότρια ἐτύγχανον τὰ διδόμενα, δημόσια γάρ, καὶ
ὅτι τὴν βασιλείαν ἁρπάσας καὶ ταύτην κατέχων καὶ
ἀπολαύων αὐτῆς καὶ τὸν ᾧ προσῆκε ταύτης ἀποστε- 
ρῶν, ἑαυτΓιο μὲν ἀπεκλήρου τῆς βασιλικῆς εὐκληρίας
τὰ ξύ μπαντα, ταῖς δ’ εὐποιίαις ῥανίδα μικρὰν ἀπερῶν,
τοιοῦτόν τι πράττων οἷον ἄν τις, εἰ βοῦν
ἀπελάσας τοὺ γείτονος καὶ καταθύσας αὐτὸν τοὺς
μὲν πόδας ἄκρους διένειμε πένησι, τὸ σῶμα δ’ ὅλον 
αὐτὸς ἐθοινήσατο. ἀλλὰ ταῦτα κατ’ ἀνθρωπίνην
 κρίσιν· εἰ δέ τις πρὸς τὴν θείαν ἀποβλέψειεν ἀγαθότητα,
οὐδὲ ταῦτ’ ἂν ἴσως εἴποι ἀσυντελῆ. τούτου
τῶν σκήπτρων κρατοῦντος καὶ τὸ ἀχειρότευκτον
ἐκτύπωμα τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ τὸ θεῖον χειρόμακτρον
 ἐκομίσθη πρὸς τὴν προκαθημένην τῶν πόλεων.
εἶχε μὲν γὰρ τέως τοῦτο ἡ Ἔδεσσα· ἡ δὲ ἁλῶ-

 
’ναι παρὰ Ῥωμαίων πολιορκούντων αὐτὴν
ἵν᾿ οὖν φύγοιεν οἶ Ἐδεσσηνοὶ τὴν ἐκπόρθησιν,
λύτρον ταύτης τὸ θεῖον παρέσχον ἐκτύπωμα.
ἀφίκετο δὲ τότε καὶ ἐξ Ἀρμενίας μειρακίσκων δυὰς
 συμφυῶν, τοῦ ἑνὸς δὲ θανόντος ἐτμήθη ἡ συμφυία
παρ’ ἰατρῶν· ἀλλ’ οὐδὲν τὸν περίλοιπον ὤνησε,
μικρὸν δ’ ἐπιβιώσας τῷ ἀδελφῷ κἀκεῖνος ἐξέπνευ-
σεν. ὅπως μὲν οὖν μηδὲν αὐτῷ προσήκουσαν τὴν
βασιλείαν ὁ Ῥωμανὸς ἐσφετερίσατο καὶ τοὺς
 παῖδας τῆς βασιλικῆς ἠξίωσε τιμῆς τε καὶ κλήσεως
καὶ ὅπως ἑαυτὸν καὶ τοὺς παῖδας τῶν πρωτείων
ἠξίωσε, τὸν δ’ ἐγγενῆ τῆς βασιλείας διάδοχον Κωνσταντῖνον 
πολλοστὸν πολλοστὸν ἔθετο πάντων ὑποβιβάσας,
ἤδη μοι προιστόρηται. ἥκει δὲ νῦν ὁ λόγος προσθήσων
 καὶ τὰ ἑξῆς καὶ δείξων ὡς κἂν βραδύτερον
ἴσως μέτεισι τοὺς ἀδικοῦντας ἡ πρόνοια, μετανοίας
αὐτοῖς ἐπιμετροῦσα καιρόν, ἀλλά γε τοῦ κακοῦ μὴ
ἀπεχομένους μέτεισι σχολαίῳ ποδὶ καὶ δίκας εἰσπράττεται.
ἤνυε μὲν οὖν ὁ Ῥωμανὸς αὐταρχῶν
 καὶ ἕκτον ἐνιαυτόν. ὁ δὲ Κωνσταντῖνος, ὅπως ἑαυτῷ 
τὴν βασιλείαν ἐπανασώσηται, διὰ παντὸς ἔστρεφε
κατὰ νοῦν, καὶ ἔνα τὸ ἐφετὸν αὐτῷ διαπράξηται, δι’
ἑτέρων ἐπεγείρει τῷ πατρὶ τοὺς υἱοὺς ἢ μᾶλλον τὸν
ἕνα τὸν Στέφανον. ὁ γὰρ Κωνσταντῖνος σταθηροτέρας
 τυγχάνων φρενὸς τὴν προσβολὴν οὐ προσήκατο.
ὁ δὲ προσεταιρισάμενος καὶ ἄλλους ἐπέθετο
τῷ πατρί, καὶ κατασχὼν αὐτὸν ἐν τῇ νήσῳ τῇ
Πρωτῇ περιώρισε καὶ ἀπέκειρεν, αὐτὸς δὲ τῆς βασιλικῆς
ἀντεποιήσατο διοικήσεως σὺν τῷ γαμβρῷ καὶ
 , τῷ ἀδελφῷ· ἀλλ’ οὐκ ἦν ὁμοφωνῆσαι τοὺς τρεῖς.
ἔν τισιν οὖν διεφέροντο καὶ ἀλλήλοις ἀντέλεγον· 
κἀντεῦθεν ἀλλήλους ὑπώπτευον καὶ κατασπάσαι τῆς

 
βασιλείας τὸν Κωνσταντῖνον ὁ Στέφανος διὰ φροντίδος
ἐτίθετο καὶ ὁ Κωνσταντῖνος αὖθις τὸν Στέφανον.
ἀλλ’ ἦν ὁ Κωνσταντῖνος πρὸς τὸ ἔργον ὀξύτερος
πάνυ, πρὸς τοῦτο καὶ τῆς συζύγου Ἑλένης
ἐπισπερχούσης αὐτόν. προσλαβόμενος τοίνυν καί 
τινας τῶν στρατιωτικῶν ἀρχόντων κατέσχε καὶ ἄμφω
τοὺς ἀδελφοὺς συναριστοῦντας αὐτῷ, καὶ αὐτίκα
τὸν μὲν εἰς τὴν νῆσον τὴν Πάνορμον ἐξαπέστειλεν·
ἡ τοῦ Ἀντιγόνου αὕτη ἐστίν· τὸν δὲ εἰς τὴν καλουμένην
Τερέβινθον, καὶ κληρικοὺς καὶ ἄμφω 
 ἀπέκειρεν. εἶτ’ ἐκεῖθεν μεταχθῆναι μέλλοντες
εἰς ὄψιν ἐλθεῖν τῷ πατρί, οὓς ἰδὼν ἐκεῖνος
εἶπεν ‘υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν.”
ἐκεῖθεν οὖν ὁ μὲν Στέφανος ἐν Προικονήσῳ
 περιωρίσθη, κἀκεῖθεν εἰς Ῥόδον κἀκ ταύτης εἰς
Μιτυλήνην μετετέθη· τῷ δὲ Κωνσταντίνῳ ἡ Σαμοθρᾴκη
περιγραπτὸν ἐγένετο ὅριον. ὃς ἀποδρᾶναι
δοκιμάσας πολλάκις, καὶ διὰ τοῦτο φαρμάκῳ τὸν
πρωτεύοντα τῶν φυλάκων αὐτοῦ ἀνελών, ἀνῃρέθη
παρὰ τῶν ἄλλων. ὁ δὲ Στέφανος ἐν Λέσβῳ ἀπεβίω, 
ἐννεακαίδεκα διαγαγὼν ἐνιαυτοὺς παρ’ αὐτῇ. ὁ δὲ
τούτων πατὴρ ἐν τῇ Πρωτῇ τὴν ζωὴν ἐξεμέτρησε,
καὶ οὕτω τούτων ἕκαστον ἡ δίκη μετῆλθεν.

Ἄρτι δὲ τῆς μοναρχίας ὁ Κωνσταντῖνος τυχὼν
 καὶ τῷ υἱῷ ‘Pωμανῷ διάδημα περιέθετο, τοῖς τε 
συναραμένοις αὐτῷ εἰς τὴν τῶν βασιλευόντων καθαίρεσιν
ἀμοιβὰς ἐκτιννὺς τὸν μὲν Φωκᾶν Βάρδαν
μάγιστρον ἐτίμησε καὶ δομέστικον προεχειρίσατο
σχολῶν τῆς Ἀνατολῆς. ἀμφοῖν δὲ τῶν τοῦ Βάρδα
υἱῶν τὸν μὲν Νικηφόρον τὸν ὕστερον βασιλεύσαντα 
τῶν Ἀνατολικῶν προεβάλετο στρατηγόν, τὸν δὲ
Λέοντα τῆς Καππαδοκίας καὶ τοὺς ἄλλους ἄλλως

 
ἠμείψατο. τὸν δὲ τοῦ Στεφάνου τοῦ βασιλέως υἱὸν
Ῥωμανὸν ἐκτομίαν ἐποίησεν, ἀλλὰ μὴν καὶ Βασίλειον
τὸν νόθον υἱὸν τοῦ γέροντος Ῥωμανοῦ, ὃν
ἐγείνατο δούλῃ τινὶ συμφθαρείς. τὸν δὲ τοῦ Χριστοφόρου
 υἱὸν Μιχαὴλ ἀπέκειρε κληρικόν. ἦν δὲ ὁ
προσκείμενος, τὰ πρὸς θεὸν εὐσεβὴς καὶ λόγοις
προσκείμενος, ὡς ἔστι καταμαθεῖν ἐκ συγγραμμάτων
αὐτοῦ, ἀλλὰ μέντοι καὶ ἐξ ἐπιστολῶν, ἃ κἂν μὴ πρὸς
τέχνην ἠκρίβωντο τὴν ῥητορικήν, ἀλλά γε σχήμασι
 ταύτης καί τισιν ἰδέαις ποικίλλονται. ἐδίδου δὲ καὶ
ῥυθμοῖς ἑαυτὸν καὶ μέτροις παντοδαποῖς· γνοίη δέ
τις τοῦτο ἐξ ὧν ἐπὶ θανούσῃ αὐτῷ τῇ κοινωνῷ τοῦ
βίου ἐμμέτρως ἐθρήνησεν. ἐπεμελήθη δὲ καὶ τῆς
φιλοσοφίας αὐτῆς, ἐπιλελησμένης ἤδη σχεδόν, ἀλλὰ 
 μέντοι καὶ τῶν ἐπιστημῶν διδασκάλους ἐπιστήσας
καὶ ἀναζωπυρήσας ἐκλειπούσας αὐτάς. καὶ ταῦτα
μὲν τῆς κρείττονος μοίρας ἐκείνῳ προσῆν. περὶ δὲ
τὴν τῆς βασιλείας διοίκησιν διέκειτο μαλθακώτερον,
δύσοργός τε καὶ βαρύμηνις τοῖς πταίουσιν ἦν καὶ
 κολαστὴς ἀπαραίτητος, οἴνῳ τε τοῦ αὐτάρκους ἐκέχρητο
πλείονι. καὶ ἀρχαιρεσιάζων οὐ τοὺς ἀξίους
ἐφίστα ταῖς στρατηγίαις ἢ ταῖς τῆς πολιτείας ἀρχαῖς,
ἀλλὰ τοὺς μοχθηροτέρους καὶ ἀδοκίμους, καὶ οὓς ἡ
βασιλὶς καὶ ὁ παρακοιμώμενος εἰσῆγον Βασίλειος,
 ὠνίους χρημάτων τιθέμενοι τὰς ἀρχάς. ἀλλ’ οὕτω
μὲν τὰ τῆς βασιλείας, εἰ καὶ μὴ ἐν πᾶσι καλῶς,
ᾠκονόμητο. ἐπιβουλαὶ δὲ κατὰ τοῦ κρατοῦντος ἐμελετήθησαν, 
ἡ μὲν παρὰ τοῦ παρακοιμωμένου Θεοφάνους,
πολλοὺς καὶ ἄλλους συνίστορας ἔχοντος
 καὶ βουλομένου τὸν Ῥωμανὸν ἐπαναγαγεῖν ἐκ
Πρωτῆς εἰς τὰ βασίλεια· ἡ δὲ παρ’ ἑτέρων, τὸν
Στέφανον ἐκ Λέσβου λαβεῖν μελετησάντων καὶ ἀπο-

 
καταστῆσαι τῇ βασιλείᾳ. ἀλλὰ καὶ ἄμφω τὰς ἐπιβουλὰς
ὁ Κωνσταντῖνος ἐφώρασε, καὶ τοὺς μὲν
συνωμότας ἐκόλασε, τοὺς δὲ βασιλειῶντας ὑπ’ ἀσφαλεστέραν
ἔθετο τήρησιν. τῶν Τούρκων δέ, τοὺς δ’
Οὔγγρους οὕτω καλεῖσθαι καὶ πρῴην εἰρήκαμεν, 
τὰ Ῥωμαίων ληιζομένων ἐπί τινα καιρὸν ἠρεμῆσαι
τὸ ἔθνος συμβέβηκεν. ὁ γὰρ τούτων ἀρχηγετῶν
 Βολοσουδὴς κεκλημένος, καὶ ἕτερος δ’ αὖθις Γυλᾶς,
καὶ αὐτὸς μέρους ἄρχων, προσηλθέτην τῷ βασιλεῖ·
καὶ ἕκαστος αὐτῶν τοὺ θείου τῆς παλιγγενεσίας 
ἠξιώθη λουτροῦ καὶ τὸ καθ’ ἡμᾶς ἐμυήθη μυστήριον,
 ῥίον, καὶ πατρίκιος ἐτιμήθη ἑκάτερος, καὶ κατηντλήθησαν
χρήμασι, καὶ οὕτως ἐπανῆλθον εἰς τὰ ἤθη τὰ
ἑαυτῶν, λαβόντες καὶ ἀρχιερέα, δι’ οὗ πολλοὶ πρὸς
ἐπίγνωσιν τοῦ θεοῦ μετηνέχθησαν. ἀλλ’ ὁ μὲν Γυλᾶς
λᾶς καὶ τῇ πίστει ἐνέμεινε καὶ τὴν εἰρήνην ἐτήρησεν.
ὁ δὲ λοιπὸς τὰς πρὸς θεὸν συνθήκας ἠθετηκὼς
αὖθις κατὰ Ῥωμαίων ὡπλίζετο, τοῦτο δὲ καὶ
Φράγγων ποιῆσαι ἐπιχειρήσας ἑάλω καὶ ἀνεσταύρωτο.
καὶ ἡ τοῦ κατὰ Ῥωμαίων ἐκπλεύσαντος Ῥὼς 
 γαμετὴ Ἔλγα, τοῦ ξυνευνέτου αὐτῆς τελευτήσαντος,
προσῆλθε τῷ βασιλεῖ, καὶ βαπτισθεῖσα τιμηθεῖσά τε
ὡς ἐχρῆν, ὑπενόστησεν. ἐφρόντιζε δὲ ὁ αὐτοκράτωρ,
ἤδη θανούσης τῆς τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ῥωμανῷ συξυγείσης
θυγατρὸς τοῦ τῶν Φράγγων ῥῆγός Οὔγωνος, 
ἑτέραν ἀγαγέσθαι αὐτῷ γαμετήν, καὶ συνοικίζει
αὐτῷ κόρην, τύχης μὲν χαμερποῦς ἢ καὶ χυδαίας,
εἴποιεν ἄν τινες, καπήλων γὰρ ἐκφῦναι ταύτην φασί,
τὸ δὲ εἶδος εὐπρεπεστάτην, ἄντικρυς ἄγαλμα πλασθεῖσαν
ὑπὸ τῆς φύσεως, ἥτις Ἀναστασὼ καλουμένη 
Θεοφανὼ μετωνόμαστο.

Ἔτει δὲ δωδεκάτῳ τῆς Κωνσταντίνου αὐταρχίας ὁ πατριάρχης Θεοφύλακτος ἀπεβίω, ἐπὶ ἔτη 
τρία καὶ εἴκοσιν ἀρχιερατεύσας· ὲξκαίδεκα δὲ ἦν
ἐνιαυτῶν, ὅτε τῆς ἀρχιερωσύνης ἀθέσμως ἠξίωτο.
 ὅθεν καὶ ὑπὸ παιδαγωγοὺς ἐτέλει ὁ πατριάρχης,
ἕως αὐτῷ ὁ πατὴρ ἐβασίλευεν· εἶτα τούτους ἀποσειδάμενος
πολλὰ τῶν οὐ δεόντων ἢ τῶν ἀπειρημένων,
εἰπεῖν οἰκειότερον, διεπράττετο, ἱππομανῶν
τε καὶ κυνοτροφῶν καὶ θήραις προσκείμενος καὶ
 τὰ τούτοις πράττων ἀκόλουθα. ἔτρεφε δὲ καὶ ἵππων
σφοδρότατον ἔρωτα, καὶ εἶχε θηλείας ἵππους
πάνυ πολλάς. μία τοίνυν αὐτῶν ἡ τῶν λοιπῶν ἐπισημοτέρα
κατὰ γαστρὸς ἔχουσα ἔτυχε τεκοῦσα κατὰ
τὴν ἱερὰν τῆς μεγάλης πέμπτης ἡμέραν, καὶ λειτουργοῦντι
 τότε τῷ πατριάρχῃ ἧκέ τις κομίζων περὶ
τοῦ τοκετοῦ εὐαγγέλια · ὁ δὲ ὑπερήσθη καὶ τὴν
θείαν ἱερουργίαν συντεμὼν σπουδῇ πρὸς τὸ Κοσμίδιον
 ἀπελήλυθεν, ἐκεῖ γὰρ εἶχον αἱ ἵπποι αὐτοῦ τὰς 
διατριβάς, καὶ τὸν νεογνὸν πῶλον ἑωρακὼς ὑπενόστησεν
 εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ τὴν τῶν ἁγίων παθῶν
τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ ἐτέλεσε τελετήν. κατέστρεψε
δὲ τὴν ζωὴν ἐξ ἱππασίας· θρασύτατα γὰρ
ἱππαζόμενος καὶ πρὸς τεῖχός τι τῶν παραθαλασσίων
προσαραχθεὶς αἷμα διὰ στόματος ἀνήγαγε, κὰντεῦθεν
 ἐπὶ δύο ἔτη νοσήσας, εἶθ’ ὑδέρῳ περιπεσών,
ἀπεβίω. καὶ προεχειρίσθη πατριάρχης Πολύευκτος
μοναχὸς ἐκτομίας, καὶ λόγῳ διαπρέπων καὶ ἀρετῇ,
ὃς παρὰ τοῦ Καισαρείας κεχειροτόνητο. ὁ γὰρ Ἡρακλείας
προσκεκρουκὼς κατά τι τῷ βασιλεῖ ἐκωλύθη
 τοῦ προνομίου αὐτοῦ · καὶ τοῦτο τοῖς φιλοσκώμμοσιν
εὕ ρητο κατὰ τοῦ πατριάρχου αἰτίαμα. ἐπεὶ δ’ ἐχειροτονήθη, 
τῷ βασιλεῖ ἐντυχὼν καταδρομὴν ἐποιή-

 
σατο τῶν συγγενῶν τοῦ γέροντος Ῥωμανοῦ καὶ
ἀναστεῖλαι τὴν τούτων πλεονεξίαν παρῄνει. ὅπερ
οὔτ’ αὐτὸς ἀν’ ἐπαχθῶς ἤκουσε καὶ ἡ βασιλὶς Ἑλένη,
παρὰ τοῦ ἐκτομίου Βασιλείου, ὃς μετέπειτα παρα-
γέγονε, προβιβασθεῖσα, ἠρέθισε κατὰ 
τοῦ πατριάρχου τὸν αὐτοκράτορα, καὶ ἐζήτει λαβήν,
δι’ ἧς αὐτὸν τὴν ἀρχιερωσύνην ἀφέληται. τότε δὲ
καὶ ἡ τιμία χεὶρ τοῦ προδρόμου εἰς τὴν ὑπερκειμένην
ἀπεκομίσθη τῶν πόλεων ἐξ Ἀντιοχείας διά τινος
διακόνου Ἰώβ. τῶν δ’ ἐν τῇ Κρήτῃ Ἀγαρηνῶν τὰ 
παράλια τῆς ‘Pωμαίων ἡγεμονίας ληιζομένων ὁ βασιλεὺς
στόλον ἑτοιμασάμενος, ὃν πλεῖσται συνίστων
 νῆες πολεμιστήριοι, κατ’ ἐκείνων ἐκπέπομφεν. ἀλλ’
ἐσφάλησαν τὰ τοῦ στόλου τῇ τοῦ ναυαρχοῦντος ἀπειρίᾳ
καὶ ἀμελείᾳ. καὶ τὸ μὲν πλεῖον τοῦ πληρώματος 
τῶν νηῶν ἀπώλετο, τὸ μὲν ἑαλωκός, τὸ δὲ μαχαίρας
ἔργον γενόμενον, πολλοστὸν δὲ διασέσωστο. καὶ
αὐτὸς δ’ ἂν ἑάλω ὁ ναύαρχος, εἰ μὴ περὶ αὐτὸν συστάντες
οἱ αὐτοῦ θεράποντες καὶ συνασπισμῷ τοὺς
Ἀγαρηνοὺς ἀπωσάμενοι ἄδειαν παρέσχον τῷ στρατηγῷ 
ἐμβῆναι εἰς τὴν στρατηγίδα τριήρη καὶ οὕτω
φυγεῖν. ἀλλ’ οὐχ οὕτω καὶ τῷ Βάρδᾳ Φωκᾷ τῷ
 τῶν σχολῶν δομεστίκῳ συνηντήκει τὰ πρὸς τοὺς
ἑῴους Ἀγαρηνούς, στρατηγικῇ δὲ τέχνῃ καὶ ἐμπειρίᾳ
τοὺς πρὸς ἐκείνους πολέμους διατιθέμενος ἄστεα 
 τε πολλὰ ἐκείνων ἀφείλετο καὶ τὰ προστυχόντα
λείαν ἐτίθετο. ὅ γε μὴν τοῦ βασιλέως υἱὸς Ῥωμανός,
εἰς ἄνδρας ἤδη τελεῖν ἠργμένος ἐξ ἀγενείων
καὶ εἰς ἑαυτὸν τὴν ἐξουσίαν περιαγαγεῖν ἱμειρόμενος,
ἐπιβουλεύει τῇ ζωῇ τοῦ πατρός, συμπραττούσης 
αὐτῷ καὶ τῆς γαμετῆς, καὶ φαρμάκῳ δηλητηρίῳ τὴν
ἐπιβουλὴν συνεσκεύασαν, ὃ λαθόντες καθαρτηρίῳ

 
πόματι συνεκέρασαν, ὅπερ ἔμελλεν ὁ αὐτοκράτωρ
πιεῖν. ἄρτι δὲ δοθῆναι μέλλον εἰς πόσιν τῷ βασιλεῖ,
εἴτ’ ἐκ προνοίας εἴτε τυχαίως τὸ πλέον ἐκκέχυτο, τὸ
δὲ περιλειφθὲν ὀλίγον ὄν καὶ παρὰ τοῦ βασιλέως
 ποθὲν ὀδύναις μὲν αὐτὸν καὶ κινδύνου φόβοις οὐ
μικροῖς περιέβαλεν, οὐ μέντοι καὶ κίνδυνον ἐποίησεν
αὐτῷ περὶ τὴν ζωήν. τέως δ’ οὖν αὐτὸν δυσχερῶς
διαπέφευγε. τῷ πεντεκαιδεκάτῳ δ’ ἐνιαυτῷ 
τῆς αὐτοῦ βασιλείας ἐν τῷ τοῦ Ὀλύμπου ὄρει οὗτος
 ἐξῆλθεν ὁ βασιλεύς, λόγῳ μὲν ἔνα ταῖς τῶν ἐκεῖ
ἀσκουμένων εὐχαῖς καθοπλισθείη κατὰ τῶν Ἀγαρηνῶν,
τῷ δ’ ὄντι, ὡς λέγεται, ἵνα τῷ Κυζίκου Θεοδώρῳ
συγγένηται καὶ ὅπως τὸν Πολύευκτον ἐξωθήσει τῆς
ἐκκλησίας σκέψηται μετ’ αὐτοῦ. ἔνθα δὴ γεγονός,
 κακῶς ἔχων ἐπανῆλθεν εἰς τὰ βασίλεια, καὶ μετ’
ὀλίγον τὴν ζωὴν ἐξεμέτρησεν, ὡς μέν τισι δοκεῖ, ἐκ
δυσκρασίας σωματικῆς, ὡς δ’ ἑτέροις δοξάζεται, καὶ
αὖθις ὑπὸ τοῦ υἱοῦ ἐπιβουλευθείς. ἦν δ’ ὁ σύμπας
πας τῆς βιοτῆς αὐτοῦ χρόνος ἐνιαυτοὶ πεντήκοντα
 τέσσαρες καὶ μῆνες δύο, συμβασιλεύσαντος τῷ πατρὶ
Λέοντι καὶ Ἀλεξάνδρῳ τῷ θείῳ καὶ τῇ μητρὶ ἔτη
τρισκαίδεκα καὶ τῷ Ῥωμανῷ τὴν βασιλείαν ἁρπάσαντι
ἔτη ἓξ ἐπὶ εἴκοσι, μοναρχήσαντος δὲ τελευταῖον
ἐνιαυτοὺς πεντεκαίδεκα. ἦν δὲ καὶ μέχρις ἀποβιώσεως
 ἐν πολλῇ φροντίδι τὴν τοῦ ἀρχιποίμενος
καθαίρεσιν τοῦ Πολυεύκτου τιθέμενος. λέγεται δὲ
πρό τινων ἡμερῶν τῆς αὐτοῦ τελευτῆς λίθους νυκτὸς
φέρεσθαι μετὰ ῥοίζου πολλοῦ κατὰ τῶν αὐτοῦ
θαλάμων, καὶ τοῦτο συμβαίνειν ἐπὶ πλείους
 νύκτας, καὶ νομίσαι μὲν τὸν βασιλέα παρά τινων
ἀνθρώπων λιθολευστεῖσθαι, καὶ πολλοὺς περιστῆσαι
τοῖς βασιλείοις, οἷς ἐπιτετήρητο τὸ γινόμενον·

 
οὐδεὶς ὤφθη τῶν λίθων πομπεύς· ὅθεν οὐδ’ ἐξ
ἀνθρώπων τὸ ἔργον νενόμιστο πράττεσθαι.

Καὶ ὁ μὲν Κωνσταντῖνος τοῦ ἐπικλωσθέντος
 αὐτῷ μίτου ῥαγέντος τοῦ ὁρισθέντος αὐτῷ χρόνου
τῆς βιοτῆς ἀπεβίω, ὁ υἱὸς δὲ αὐτοῦ ‘Ρωμανός, ὅς 
καὶ παιδίον ἐλέγετο, τῆς αὐταρχίας ἐπείληπτο. παιδίον
δ’ ἐλέγετο, οὐχ ὅτι παιδικῆς ὢν ἡλικίας τῆς
βασιλείας ἐκράτησεν, ἤδη γὰρ ἀνδράσι συντέτακτο,
ἀλλ’ ἀντιδιαστελλόμενος πρὸς τὸν μητροπάτορα 'Ρωμανόν,
ὄντα πρεσβύτην καὶ ὑπερήλικα. εἰ δέ τις εἴποι 
παιδίον αὐτὸν καλεῖσθαι, ὅτι καὶ παιδαριώδης
ἦν αὐτῷ ἡ ζωή, καὶ τοῦτο τῷ ἐκείνου ἤθει ἁρμοδιώτατον.
ἄρτι δὲ τῶν σκήπτρων γενόμενος ἐγκρατής,
τὸν υἰὸν αὐτοῦ Βασίλειον ταινιοῖ καὶ κλήσεως
βασιλικῆς ἀξιοῖ. εἶτα καὶ δεύτερος αὐτῷ 
 ἐτέχθη υἱός, ἐπὶ τῷ πάππῳ Κωνσταντίνῳ τὴν κλῆσιν
λαχών. αὐτὸς μὲν οὖν ὁ Ῥωμανὸς τρυφαῖς
ἡδυπαθείαις ἐξέδωκεν ἑαυτὸν καὶ ἐκδεδιῃτημένῃ
ζωῇ καὶ ἀνδράσι συνῆν διεφθαρμένοις τε καὶ λοιμοῖς,
τὴν δὲ τῆς βασιλείας διοίκησιν ὑπὸ τὸν πραιπόσιτον 
καὶ παρακοιμώμενον τὸν Βρίγγαν Ἰωσὴφ
ἐποιήσατο. πέμπεται τοίνυν Νικηφόρος μάγιστρος
ὁ Φωκᾶς ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν κατὰ τῶν ἐν
Κρήτῃ Σαρακηνῶν σὺν ἀξιομάχῳ στρατῷ, καὶ δι’
ἑπτὰ μηνῶν πολλάκις τοῖς βαρβάροις συμπλακεὶς 
καὶ πᾶσαν πολιορκητικὴν τοῖς αὐτῶν ἄστεσιν ἐπαγαγὼν
μηχανήν, ὑφ’ ἑαυτόν αὐτὰ ἐποιήσατο, εἶτα
καὶ τὴν αὐτῶν μητρόπολιν τὸν Χάνδακα ἐξεπόρθησε
καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῶν ἐν Κρήτῃ Σαρακηνῶν,
Κουρούπην καλούμενον, ἐχειρώσατο καὶ τὸν μετ’ 
 αὐτὸν τῶν ἄλλων πρωτεύοντα, ὠνομασμένον δὲ
 Ἀνεμᾶν. καὶ εἰ μὴ διὰ φήμην κρατοῦσαν ὡς ὁ

 
Κρήτης τοὺς Σαρακηνοὺς ἐξελάσων Ῥωμαῖος τῶν
Ῥωμαϊκῶν ἐκ τρόπου παντὸς ἐπιλήψεται σκήπτρων
ἐκεῖθεν ὁ Φωκᾶς μετεκέκλητο, τάχα τέλεον ἂν ἡ
νῆσος δεδούλωτο καὶ οἶ Σαρακηνοὶ ταύτης ἂν ἀπηλάθησαν.
 καὶ τὸν Λέοντα δὲ τὸν Φωκᾶν τὸν του
Νικηφόρου ὁμαίμονα κατὰ τοῦ Χαμδάν, ὃς τοῦ
χαλεπ’ ἐκράτει, ὁ ῾Ρωμᾶνος σὺν δυνάμει ἀπέστειλε,
καὶ οὗτος δὲ τῷ Χαμδὰν συμμίξας ἡττᾷ κατὰ κράτος
τὸν βάρβαρον, ὡς τὸ πολὺ μὲν τῆς αὐτοῦ
 στρατιᾶς ἐν τῇ μάχῃ πεσεῖν, τὸ δ’ ἄλλο γενέσθαι
ἁλώσιμον, αὐτὸν δὲ τὸν στρατάρχην μόλις σὺν εὐαριθμήτοις
δυνηθῆναι φυγεῖν. καὶ ὁ μὲν Λέων
ἐπανελθὼν καὶ μεγαλοπρεπῶς ὑπεδέχθη καὶ ἐπινικίῳ
θριάμβῳ τετίμητο. μελέτη δέ τινων κατὰ τοῦ 
 αὐτοκράτορος ἐφωράθη καὶ οἶ ταύτην συρράψαντες
καὶ οἶ τούτων συνίστορες συνεσχέθησαν, πλὴν οὐκ
ἀπηνῶς ἐκολάσθησαν. ὁ μάγιστρος δὲ Νικηφόρος
ὁ Φωκᾶς ἐκ τῆς Κρήτης μετακληθεὶς οὐκ εἰάθη
πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπαναδραμεῖν, ἀλλ’ ἐκελεύσθη
 πρὸς τὴν ἑῴαν μετὰ πάσης χωρῆσαι τῆς στρατιᾶς·
ὁ γὰρ Χαμδὰν αὖθις κατὰ ῾Ρωμαίων χωρήσειν ἠλπίζετο.
ἐν γοῦν Συρίᾳ γενόμενος ὁ Φωκᾶς, καὶ
τούτῳ κατὰ συστάδην μαχεσάμενος, καὶ ἥττησε περιφανῶς
καὶ τὴν Βέρροιαν ἄτερ τῆς ἀκροπόλεως
 ἐξεπόρθησε καὶ πλοῦτον ἐκεῖθεν πλεῖστον συνήγαγε
καὶ δοριαλώτους ἤλασεν οὐκ εὐαριθμήτους
καὶ πολλοὺς δεσμίους χριστιανοὺς τῆς αἰχμαλωσίας 
ἀπέλυσε. λέγεται γοῦν ἐν ἀρχῇ τῆς αὐταρχίας
τοῦ Ῥωμανοῦ τῶν Ἀγαρηνῶν πᾶσαν χώραν λεηλατούντων
εἰς ἀπορίαν περιστῆναι τὸν αὐτοκράτορα,
καὶ τὸν Φωκᾶν Νικηφόρον προσκαλεσάμενον ἐρέσθαι
τοῦτον πῶς εἰς τὸ κατόπιν ῾Ρωμαίοις περιη-

 
νέχθη τὰ πράγματα. τὸν δὲ μηδὲν ὑποστειλάμενον
ἐλευθέρῳ φάναι “διότι σὺ μὲν βασιλεύεις,
ὁ δ’ ἐμὸς πατὴρ στραταρχεῖ, σὺ μὲν τῆς ἀρχῆς
οὐχ ὡς δέον ἐπειλημμένος, ἐκεῖνος δὲ φιλοχρηματῶν.
εἰ βούλοιο δέ, μεταβληθήσονται Ῥωμαίοις καὶ 
τὰ φρονήματα καὶ τὰ πράγματα, πλήν μὴ ἀθρόαν
 οἴου ἔσεσθαι τὴν μεταβολήν.” ὁ δὲ βασιλεὺς τούτων
ἀκούσας ἐπέτρεπεν αὐτῷ μεταχειρίσασθαι τὴν
πρᾶξιν ὡς βούλεται, καὶ ὃς αὐτίκα ἐπεμελεῖτο τοῦ
ὁπλιτικοῦ τό τε ὄν διατάσσων καὶ ἄλλο ἐγκαταλέγων 
καὶ γυμνάζων εἰς ἅπαν στρατιωτικὸν ἐπιτήδευμα.
καὶ οὕτω τὰς τάξεις ἀναπληρώσας καὶ καθοπλίσας
τοὺς βωλοκόπους καὶ τὸ προφητικὸν αὐτοῖς
ἀντίρροπον θέμενος, εἰς μαχαίρας αὐτοῖς δηλαδή
συγκόψας τὰ δρέπανα καὶ εἰς ζιβύνας τὰ ἄροτρα 
σὺν αὐτοῖς τὰ θρυλούμενα ῥᾳδίως ἔστησε τρόπαια.
τρισὶ δ’ ἔτεσι διαπεττεύσας τὴν βασιλείαν ὁ Ῥωμανὸς
καὶ μικρὸν ἐπέκεινα μετέστη τῆς ἐνταῦθα
ζωῆς, ἢ φαρμάκῳ δηλητηρίῳ κατά τινας ἠ’ φιληδονίαις
καὶ μίξεσιν ἑαυτὸν κατατείνας καὶ ταύταις 
δαπανήσας τὴν ἰσχὺν τοῦ σαρκίου, τὴν βασιλείαν
λιπὼν τοῖς υἱοῖς ἀμφοῖν καὶ τῇ τούτων μητρὶ Θεοφανοῖ.
τοῦ δὲ Ῥωμανοῦ θανόντος ὁ Φωκᾶς
 κελεύσει τῆς βασιλίσσης ἧκεν εἰς τὸ Βυζάντιον
καὶ κατήγαγε θρίαμβον ἐπὶ τοῖς ἐκ Βερροίας 
κεκομισμένοις λαφύροις, ὅθεν καί τι μέρος τῆς τιμίας
ἐσθῆτος τοῦ βαπτιστοῦ Ἰωάννου ἐκόμισε. τὸν
Βρίγγαν δὲ αὐτὸν ὑφορώμενον ὡς βασιλειῶντα κατεσοφίσατο
οὕτω. σὺν ἐνὶ τῶν θεραπόντων ἐσπέρας
κατέλαβε τὴν κατοικίαν αὐτοῦ καὶ ἰδιαίτατα τὸν 
Βρίγγαν παραλαβών, δι’ ἔρωτος εἶναι αὐτῷ πρὸ
μακροῦ τὴν μοναδικὴν βιοτὴν ὅρκοις ἐβεβαίου καὶ

 
παλαμναιοτάταις ἀραῖς. καὶ ‘‘πάλαι ἄν’ ἔλεγε ‘‘πρὸς
ταύτην ὡρμήκειν, εἰ μή με τῶν βᾶσ’ βασιλέων ἡ χρηστὴ
ἐπέσχε διάθεσις. μὴ οὖν μάτην ὑπόπτευε κατ’ ἐμοῦ
ὡς τῆς βασιλείας ἔρωτα τρέφοντος· ἐγὼ γὰρ ὅσον
 ἤδη καὶ τῶν πραγμάτων ἐκστήσομαι.” καὶ τοῖς λόγοις 
πίστιν ἐδίδου, δείξας αὐτῷ ῥάκος τι τρίχινον, 
ὃ ἐν χρῷ περιέκειτο, τῇ ἔξωθεν αὐτοῦ περιβολῇ
καλυπτόμενον. τούτοις τοῖς λόγοις καὶ τῷ τριχίνῳ
ἐσθήματι τὸν παρακοιμώμενον συναρπάσας ἔσχε τῶν
 ποδῶν αὐτοῦ προκυλινδούμενον ὁ Φωκᾶς καὶ συγγνώμην
αἰτοῦντα. καὶ ὁ βασιλεὺς δὲ Στέφανος ὁ
τοῦ Λακαπηνοῦ ἐν Λέσβῳ τηρούμενος κατὰ Μήθυμναν
ὕποπτος ἦν· αἰφνίδιον δὲ καὶ ἐξ οὐδεμιᾶς φανερᾶς
αἰτίας θανὼν ὑποψίαν δέδωκε παρὰ τῆς βασιλίσσης
 κατεργασθῆναι Θεοφανοῦς. ὁ μέντοι τῶν
Βουλγάρων ἀρχηγετῶν Πέτρος, τῆς γυναικὸς αὐτοῦ
θανούσης, τὰς πρὸς Ῥωμαίους ἀνακαινίζων σπονδὰς
ὁμήρους παρέσχε δύο οἰκείους υἱοὺς Βορίσην καὶ
Ῥωμανόν, καὶ ὁ μὲν ἀπεβίω, οἶ δ’ ἐκείνου παῖδες
 ἀπελθεῖν εἰάθησαν εἰς τὰ οἰκεῖα καὶ τὴν πατρῴαν
ἀρχὴν κατακτήσασθαι. ἑνὸς γὰρ τῶν κομήτων τῶν 
ἐν Βουλγάροις τέσσαρες παῖδες, Δαβίδ, Μώσης,
Ἀαρών, Σαμουήλ, ἀποστατήσαντες τοὺς Βουλγάρους
ἀνέσειον. τοῦ Φώκα δὲ Νικηφόρου εἰς τὸν οἶκον
 ἑαυτοῦ τὸν ἐν Καππαδοκίᾳ ἀποδημήσαντος ὁ παρακοιμώμενος
ὅτι παρεχώρησεν αὐτῷ τῆς
ἐπ’ οἶκον ἀποδημίας· καὶ ἦν αὐτῷ διὰ φροντίδος
ὅτι πολλῆς τὸν ἄνδρα ἀποσκευάσασθαι. γράφει τοί-
νυν πρὸς Ἰωάννην μάγιστρον τὸν Τζιμισκῆν, ἄνδρα
 γενναῖον καὶ ἐν ἀριστεύμασι διαβόητον, στρατηγοῦντα
τότε τοῦ θέματος τῶν Ἀνατολικῶν, καὶ πρὸς τὸν
μάγιστρον Ῥωμανόν τὸν Κουρκούαν, ἐπίσημον ὄντα

 
κἀκεῖνον ἐν στρατηγήμασι καὶ τῆς Ἀνατολῆς τότε
στρατηλατοῦντα, ὡς εἰ τὸν Φωκᾶν κατασχόντες ἢ
 μοναχὸν ἀποκείρουσιν ἢ ἄλλως ἐκ μέσου ποιήσουσι,
τὴν μὲν τῶν σχολῶν τῆς Ἀνατολῆς ἀρχὴν λήψεται ὁ
Ἰωάννης καὶ δομέστικος ἔσται τῶν ἑῴων δυνάμεων, 
ὁ Ῥωμανὸς δὲ τῆς δύσεως κληθήσεται
ἐπεὶ δὲ τὰ γράμματα καὶ ἀμφοῖν ἐκομίσθησαν, καὶ
ἄμφω ταῦτα δεικνύουσι τῷ Φωκᾷ, καὶ πρὸς ἀποστασίαν
ἠρέθιζον. τοῦ δὲ ἀναδυομένου πρὸς τὴν
ἐγχείρησιν, εἴτε πλαττομένου εἴτε καὶ ἀληθεύοντος, ὢ
ἐκεῖνοι τὰ ξίφη γυμνώσαντες ἀνελεῖν ἠπείλουν αὐτόν,
εἰ μὴ πείθοιτο. καὶ ὃς τῇ βίᾳ τάχα νικώμενος
ἐδέξατο τὴν ἀνάρρησιν, καὶ ὑπὸ πάντων τῶν ἑῴων
 ταγμάτων αὐτοκράτωρ εὐφημήθη Ῥωμαίων.
δὲ ὅτι οὐ μόνον ἤρα τῆς βασιλείας, ἀλλ’ οὐχ ἥκιστα 
καὶ τῆς Θεοφανοῦς, καὶ ὡς ἐνέτυχε ταύτῃ
κατὰ τὴν μεγαλόπολιν.

Ἄρτι δὲ τῆς φήμης εἰς τὸ Βυζάντιον κηρυξάσης
τὰ κατὰ τὸν Φωκᾶν, ὁ παρακοιμώμενος Ἰωσὴφ ἠγωνία.
νία. ὁ μέντοι τοῦ τυραννοῦντος πατὴρ ὁ Φωκᾶς 
Βάρδας τῇ μεγάλῃ τοῦ θεοῦ ἐκκλησίᾳ προσπέφευγεν.
ὁ δὲ τοῦ Νικηφόρου σύγγονος Λέων ἴσχυσεν
ἀποδρᾶναι καὶ ἑνωθῆναι τῷ ἀδελφῷ. τοῦτο τὸν
παρακοιμώμενον εἰς ἀμηχανίαν πολλὴν περιέστησε·
δυσέντευκτος δὲ ὢν πᾶσιν ἦν μισητός, ὅθεν ἅπαντες 
 ἔχαιρον, εἰ τὰ τῆς βασιλείας περισταίη εἰς ἕτερον
καὶ περιαιρεθείη οὗτος ἐκ μέσου· διὸ καὶ συνέτρεχον
ἅπαντες εἰς τὸ μέγα τέμενος τοῦ θεοῦ. ὅπερ μαθὼν
ὁ Βρίγγας, δέον ἐπιεικέσι λόγοις τὸ πλῆθος μετελθόντα
τὴν τούτου καταμαλάξαι ὁρμήν, ὁ δὲ ἀπειλαῖς 
μᾶλλον αὐτὸ ἐξετράχυνεν, εἰπὼν ὡς ‘‘ἐγὼ καταπαύσω
αὐτοῖς τὰ ὁρμήματα, οἰκονομήσας ὠνουμένους

 
αὐτοὺς σῖτον εἰς τὸν ἑαυτοῦ κόλπον φέρειν τὸν τοῦ
νομίσματος ἴκαστον.” τοῦτο τὸ πλῆθος ἀκουσθὲν
ἐξέμηνεν. ἀπεχθῶς δὲ πρὸς τοῦτον τὸν Βρίγγαν
ἔχων ὁ πρῴην παρακοιμώμενος ὁ Βασίλειος καὶ θεραπείαν
 ἔχων περὶ ἑαυτὸν δαψιλῆ, ἐσπέρας ἤδη 
καταλαβούσης, τοὺς ἑαυτοῦ θεράποντας καθοπλίσας
εἰς διάφορα μέρη τῆς πόλεως ἐξαπέστειλε, καὶ πολλὰς
οἰκίας ἐκεῖνοι πλήθει ἀστικῶν ἑνωθέντες τῶν
ἀντιπραττόντων κατέστρεψαν, καὶ αὐτοῦ δῆτα τοῦ
ο Βρίγγα, καὶ ἄνθρωποι δὲ πολλοὶ ἀνῃρέθησαν. ταῦτα 
δ’ ἐποίουν, καὶ ἅμα Νικηφόρον εὐφήμουν πανταχοῦ
αὐτοκράτορα. ἐντεῦθεν ἀμείβονται τὰ τῆς τύχης τῷ
Βάρδᾳ Φωκᾷ καὶ τῷ Βρίγγᾳ. ὁ μὲν γὰρ τεθαρρηκὼς
κὼς ἐξῄει τῆς ἐκκλησίας, ὁ δὲ Βρίγγας εἰς αὐτὴν
εἰσῄει ἱκέτης ἐλεεινός. ὁ δὲ παρακοιμώμενος Βασίλειος
καὶ οἱ περὶ αὐτὸν τριήρεις ἑτοιμάσαντες, καὶ
αὐτὴν τὴν βασέͅλειον, καὶ σὺν αὐταῖς ἐν Χρυσοπόλει
γενόμενοι, τὸν Νικηφόρον ἐκεῖθεν εἰς τὸ Ἕβδομον
ἄγουσι, κἀκεῖθεν σὺν προόδῳ δημοτελεῖ εἰς τὴν μεγάλην 
ἐκκλησίαν ἀφίκοντο, καὶ· ταινιοῖ τὸν ἄνδρα ὁ
πατριάρχης Πολύευκτος. ἡ δὲ βασιλὶς Θεοφανὼ αὐτίκα
τῶν ἀνακτόρων ἐξωθηθεῖσα εἰς τὸ Πετρίον ἀπάγεται·
ὁ δὲ παρακοιμώμενος Ἰωσὴφ εἰς Παφλαγονίαν
περιορίζεται καὶ μετὰ δύο ἐνιαυτοὺς ἀπεβίω. Βάρδας
δὲ ὁ τοῦ Νικηφόρου πατὴρ Καῖσαρ τετίμητο.
μετ’ ὀλίγας δὲ ἡμέρας ἑαυτῷ τὴν Θεοφανὼ συνοικίζει
ὁ βασιλεύς, καὶ κρεῶν ἀπεχόμενος, ἐξότου Βάρδας
ὁ παῖς αὐτοῦ τῷ οἰκείῳ ἀνεψιῷ τῷ Πλεύσῃ
προσπαίζων δόρατι παρ’ ἐκείνου βληθεὶς ἄκοντος
τέθνηκεν, ἔκτοτε καὶ τούτοις ἐτρέφετο. ἐν δὲ τῇ 
κατὰ τὰ βασίλεια Νέᾳ ἐκκλησίᾳ τῆς ἱερολογίας τῆς
γαμικῆς τελουμένης παρὰ Πολυεύκτου τοῦ πατριάρ-

 
χοῦ ἐν τῇ εἰσόδῳ τῇ πρὸς τὸ θυσιαστήριον ἤδη ταῖς
κιγκλίσιν ἐγγίσας ὁ βασιλεὺς ἐκωλύθη παρὰ τοῦ
πατριάρχου συνεισελθεῖν, ὡς ἔθος αὐτῷ, φήσαντος
εἰ μὴ πρότερον ἐπιτιμίοις δουλεύσει τῶν δευτερογαμούντων,
μὴ δεῖν αὐτὸν τῆς πρὸς τὸ θυσιαστήριον
εἰσόδου κατατολμᾶν. τοῦτο δυσφόρως ἤνεγκεν
ὁ κρατῶν, καὶ ἐμηνία τῷ πατριάρχῃ. ἐγένετο δέ τις
καὶ λόγος, δι’ ὃν οὐδ’ ἐπιβῆναι αὐτὸν ὅλως τοῦ ἱεροῦ
δαπέδου συνεχώρει ὁ πατριάρχης. ἐλέγετο γὰρ
ἀνάδοχος γενέσθαι ὁ Νικηφόρος τῶν τῆς Θεοφανοῦς 
παίδων ἐκ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, καὶ ἀπῄτει ὁ πατριάρχης
 ἢ διαζυγῆναι τῆς βασιλίσσης ἢ πόρρω εἶναι
τῶν ἱερῶν. ἀλλ’ ἐκεῖνος τῆς Θεοφανοῦς
ἀπείχετο· ἔτι γὰρ ὁ ταύτης ἔρως ἐφλέγμαινε, κοινοῦται
τοίνυν τοῖς παροῦσι τῶν ἀρχιερέων καὶ τοῖς 
τῆς γερουσίας λογιωτέροις τὸ ζήτημα. οἱ δὲ τὸν περὶ
τούτου κανόνα τῷ Κοπρωνύμῳ ἐπιγραφόμενοι μὴ
δεῖν ἔλεγον ἐνεργὸν λογίζεσθαι τοιοῦδε ἀνδρὸς νομοθέτημα,
καὶ πάντες αὐτῷ ἔγγραφον παρέσχον τὴν
περὶ τούτου συγχώρησιν. ὁ δέ γ’ ἑ πατριάρχης ἔτι 
τῆς οἰκείας ἐνστάσεως εἴχετο, μέχρις οὗ ὁ τοῦ βασιλέως
πατὴρ ὁ Καῖσαρ Βάρδας ἐνόρκους αὐτῷ πίστεις
παρέσχετο ὡς οὐ γέγονεν ὁ βασιλεὺς τῶν τῆς
Θεοφανοῦς παίδων ἀνάδοχος, καὶ ὁ πρωτοπαπᾶς δὲ
τῶν βασιλείων Στυλιανός, ὃς ἐλέγετο πρῶτος κῆρυξ 
 τῆς φήμης ταύτης γενέσθαι, ἐπὶ συνόδου μήτ’ ἰδεῖν
μήτ’ εἰπεῖν περὶ τούτου πρός τινας ἐξωμόσατο.
τούτων δὲ γενομένων ἐδέξατο τὸν Νικηφόρον ὁ πατριάρχης.
τῶν δ’ ἐν Σικελίᾳ Σαρακηνῶν δασμὸν
πραττόντων ἐκ τῶν Ῥωμαίων ἐκ παλαιῶν συνθηκῶν, 
ὁ βασιλεὺς οὗτος οὐκ ἀνασχετὸν ᾤετο αὐτοῦ βασιλεύοντος
τοῖς Ἀγαρηνοῖς Ῥωμαίους φορολογεῖσθαι·

 
διὸ κατ’ αὐτῶν ἐκπέμπει Μανουὴλ πατρίκιον, νόθον
ὄντα παῖδα τοῦ πατραδέλφου αὐτοῦ Λέοντος, ὃς
δομέστικος γεγονὼς τῶν σχολῶν ἐπὶ Ῥωμανοῦ τοῦ
γέροντος τυραννίδι ἐπιχειρήσας ἐπηρώθη τοὺς
 ὀφθαλμούς. οὗτος τοίνυν ὁ Μανουὴλ σὺν ναυτικῷ
περιφανεῖ τῇ Σικελίᾳ προσορμισάμενος οὐ
μόνον οὐδέν τι κατώρθωσεν , ἀλλὰ καὶ λίαν ἐσφάλη 
ἐξ ἀπειρίας καὶ νεωτερικῆς ἀγερωχίας ἤ μᾶλλον
ἀτασθαλίας· αὐτός τε γὰρ διώλετο καὶ ἅπαν τὸ σὺν
αὐτῷ στρατιωτικόν. καὶ τὰ μὲν κατὰ Σικελίαν συνεκύρησεν
οὕτω. κατὰ Κιλικίας δέ, καὶ ταύτης δὲ οἱ
Ἀγαρηνοὶ ἐκράτουν , ἐκπέμπει ὁ βασιλεὺς Ἰωάννην
μάγιστρον τὸν Τζιμισκήν, τῆς Ἀνατολῆς προκεχειριμένον
δομέστικον. ὁ δὲ πρὸς Ἄδαναν ἀφικόμενος
15 τοῖς ἐν ταύτῃ τε συνεπλάκη Ἀγαρηνοἴς καὶ κατ’ αὐτῶν
ἐστήσατο τρόπαιον. κἀντεῦθεν μέγαν αὐτὸν ἢ 
πρότερον ἐν στρατηγίαις ἡ φήμη ἐκήρυττεν.

Ἤδη δὲ δεύτερον ἐνιαυτὸν ἀνύων ὁ Νικηφόρος ἐν τῇ ἀρχῇ αὐτὸς ἔξεισι κατὰ Κιλικίας μετὰ βαρείας
 χειρός, καὶ τὴν Θεοφανὼ μετὰ τῶν παίδων αὐτῆς 
ἐπαγόμενος. καὶ τὴν μὲν πρὸ τῆς Κιλικίας κατὰ τὸ
Δριζίον, φρούριον δὲ τοῦτο, κατέλιπεν, ἐκεῖνος δὲ
τῇ Κιλικίᾳ προσβαλὼν αἱρεῖ τὴν Ἀνάβαρζον ῾Ρωσόν
τε καὶ Ἄδαναν, πόλεις δ’ αὗται Κιλίκων, ἀλλὰ μέντοι
 καὶ φρούρια πλείονα. τῇ δέ γε Ταρσῷ καὶ τῇ
Μοψουεστίᾳ οὐκ ἔκρινε προσβαλεῖν διὰ τὸν χειμῶνα
ἢ τοῦ ἔρωτος αὐτὸν τῆς Θεοφάνους πρὸς ἐκείνην
ἀνθέλκοντος· ἀπῄει γὰρ σὺν αὐτῇ πρὸς Καππαδοκίαν.
κἀκεῖθεν τοῦ ἔαρος ἠργμένου εἰς Κιλικίαν
30 ἀνθυπενόστησε, καὶ αὐτὸς τὴν Μοψουεσ1ίαν ἐπολιόρκει,
τῇ Ταρσῷ δὲ τὸν ἀδελφὸν ἐπέστησε Λέοντα.
τῆς δὲ Μοψουεστίας μέσον ποταμῷ τῷ Σάρῳ διαι-

 
 ρουμένης, τὸ μὲν ἓν μέρος ταύτης ἑάλω πολιορκούμενον,
οἱ δ’ ἐν τούτῳ Ἀγαρηνοὶ πρὸς τὸ λοιπὸν
μετεχώρησαν, τῷ καταλελειμμένῳ πῦρ ἐμβαλόντες·
εἶτα καὶ τὸ ἕτερον ἑαλώκει, καὶ οὐδεὶς ἐκεῖθεν διέδρα.
τὴν δὲ τῆς Μοψουεστίας ἐκπόρθησιν οἱ ἐν τῇ 5
Ταρσ ῷ μαθόντες τὸν βασιλέα ἐπεκαλέσαντο καὶ τὴν
πόλιν παραδεδ ώκασιν. ἡμερῶν δὲ τριῶν διελθουσῶν
στόλος ἐξ Αἰγύπτου τῇ Ταρσῷ βοηθήσων ἐξέπλευσε,
προσοκεῖλαι δὲ τῇ χέρσῳ οὐ συγκεχώρητο· διὸ καὶ
αὖθις ἀπέπλευσεν· ἀνέμων δὲ πνοαῖς βιαίαις περιπεπτωκὼς
καὶ τριήρεσι ῾Ρωμαϊκαῖς ὁ πλείων ἀπώλετο.
ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπανέζευξεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν
τὰς τῆς Ταρσοῦ πύλας καὶ τὰς τῆς Μοψουεστίας
ἐπαγόμενος ἐκ χαλκοῦ πεποιημένας καὶ
 τέχνης δεικνυούσας ἀκρίβειαν, ἃς κἀκεῖνος ἐπικοσμήσας
τὰς μὲν τῷ κατὰ τὴν ἀκρόπολιν ἑῴῳ τείχει προσήρμοσε,
τὰς δὲ τῷ τείχει τῷ δυτικῷ. καὶ τῷ θεῷ δὲ
ἀπαρχὰς οἶον τῆς ἑαυτοῦ στρατείας ἀποδιδοὺς τοὺς
τιμίους σταυρούς , οὓς οἱ βάρβαροι ἔλαβον, ὁπηνίκα
ὁ Στυππειότης τῶν σχολῶν δομἐστικος ὢν καὶ πολιορκῶν
τὴν Ταρσὸν ἐκ κακοβουλίας δυστυχήματι
περιέπεσε, τῷ θείῳ τεμένει τῆς τοῦ θεοῦ λόγου Σοφίας
ἀνέθετο. καὶ τὴν Κύπρον δέ, παρὰ Ἀγαρηνῶν
κατεχομένην, δι’ αὐτοῦ ἡ ῾Ρωμαίων ἀρχὴ προσεκτήσατο.
εἶτα τῇ Συρίᾳ ἐπῆλθε, καὶ πόλεις ἐκπορθήσας
καὶ χώρας ἑλὼν πρὸς τῷ Λιβάνῳ καὶ τῇ παραλίᾳ
κειμένας ἦλθεν εἰς Ἀντιόχειαν. τῶν δ’ Ἀντιοχέων
ἀντικαθισταμένων ἐρρωμενέστερον, ἤδη δὲ καὶ τῶν
 ἐπιτηδείων ἐπιλιπόντων τοῖς στρατιώταις καὶ τέλματος
ἐξ ὑετοῦ γεγονότος πολλοῦ, ἀπέστη τῆς πολιορκίας,
καὶ πρὸς τὴν τῶν πόλεων ὑπερκειμένην ἐπανελήλυθεν,
ἐπηγμένος καὶ τὸ τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ

 
ἱερὸν καὶ θεῖον ἐκτύπωμα, ὃ ἐν κεράμῳ εὗρε κατὰ
τὴν Ἱεράπολιν τὴν τῶν Σύρων, καὶ βόστρυχον τοῦ
βαπτιστοῦ Ἰωάννου αἵματι πεφυρμένον. ἐν μὲν οὖν
στρατηγίαις τοιοῦτος οὗτος ἐγεγόνει ὁ αὐτοκράτωρ,
 καὶ ἐπὶ μακρὸν ηὐξήκει Ῥωμαίοις τὰ ὅρια καὶ
αὐτῶν ἡγεμονίας ἐξέτεινε τὰ σχοινίσματα. ἀλλὰ δι’
αἰτίας τινὰς πᾶσιν ἦν στυγητός· αἱ δ’ αἰτίαι ὅτι
τῶν σὺν αὐτῷ τῇ ἀποστασίᾳ ἐπιχειρησάντων στρατιωτῶν
κακῶς διατιθεμένων τοὺς οἷς ἂν ἐντύχοιεν
 τῶν κακουμένων οὐκ ἐπεστρέφετο, καὶ οἰκιῶν πολλῶν 
περιφανῶν τε ἀνδρῶν καὶ δημοτικῶν διαρπα-
ὡς οὐδενὸς κακοῦ γεγονότος διέκειτο, μᾶλλον
μὲν οὖν καὶ ἐνετρύφα ταῖς εἰς τοὺς ἀστοὺς
παροινίαις, καὶ ταῦτα συναραμένους αὐτῷ πρὸς τὸ
 τῆς βασιλείας τυχεῖν, καὶ ὅτι προφάσει τῶν συνεχῶν
πολέμων καιναῖς εἰσφοραῖς καὶ τῶν ἀρχαίων
αὐξήσεσι καὶ εἰδῶν εἰσπράξει παντοδαπῶν ἐξέτρυχε
τὸ ὑπήκοον, καὶ οὐδὲν ἄμεινον πολεμίων τὸ στρατιωτικὸν
διετίθετο τοῖς πρὸς οὓς ἂν τῶν ὑπηκόων
 ἐπεχωρίασεν. ἐπὶ τούτοις διὰ τὰς πυκνὰς ἐκστρατείας
ἔνδειαν ἔχειν χρημάτων προφασιζόμενος, τὰς
μὲν διανεμομένας τῇ γερουσίᾳ βασιλικὰς δωρεὰς
κατὰ μέρος ἠλάττωσε, τὰς δ’ ἀπονενεμημένας ἀνέκαθεν
τεμένεσιν ἱεροῖς καὶ εὐαγέσιν οἴκοις ἐπετείους 
 δόσεις ἐσχόλασε τέλεον. εἶτα καὶ ψήφισμα βασίλειον 
ἔθετο ἐν ἀκινήτοις τὰς ἐκκλησίας μὴ ἐμπλατύνεσθαι,
καὶ ἡ πρόφασις, ὅτι κατ’ ἐκεῖνον ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων
οὐκ εἰς δέον τὰ τῶν ἐκκλησιῶν ἀναλίσκονται. εἶτα
τῶν τότε ἀρχιερέων καὶ τοῦ ἀρχιποίμενος Πολυεύκτου
 διαφερομένων περὶ τῶν ψήφων, καὶ τῶν μὲν
εἰς ἑαυτοὺς ἑλκόντων τὴν ἄδειαν τοῦ ψηφίζεσθαι
οὓς ἂν ἐγκρίνοιεν, τοῦ δὲ τὰς ψήφους αἰτιωμένου,

 
ὡς οὐκ ἀπαθῶς γινομένας οὐδὲ κατὰ γνώμης εὐθύτητα,
καὶ σπεύδοντος κοινοῦσθαι αὐτῷ τοὺς ἀρχιε-
 ρεῖς περὶ τῶν μελλόντων ψηφίζεσθαι, ὁ βασιλεὺς
ἀφορμῆς ἐκ τούτου δραξάμενος εἰς οἰκείαν ἐξουσίαν
τὸ πᾶν τῆς τῶν ἐπισκόπων μετήνεγκε προχειρίσεως, 
μηδένα κελεύσας γνώμης ἄτερ αὐτοῦ εἰς ἐκκλησίαν
οἵαν δή τινα στέλλεσθαι, ἀλλὰ κἂν ἐτεθνήκει ἐπίσκοπος,
βασιλικὸν ὑπηρέτην εἰς τὴν χηρεύσασαν ἐκκλησίαν
ἐξέπεμπε, καὶ γλίσχρως παρ’ ἐκείνου τῶν
ἀναγκαίων γινομένων ἀναλωμάτων αὐτὸς ᾠκειοῦτο 
τὰ περιττεύοντα. οὐ διέλιπον δ’ ἐν ταῖς χώραις
ἁπάσαις αὐτοῦ βασιλεύοντος ἀπογραφεῖς στελλόμενοι
ἐπόπται τε καὶ στρατευταὶ καὶ οἱ κεκλημένοι
πρωτονοτάριοι, οἵ παντοίαις κακώσεσιν ἐξεπίεζον τὸ
 ὑπήκοον καὶ εἰς ἐσχάτην ἀπορίαν συνήλασαν, οὐδὲ 
τῶν παντάπασιν ἀπόρων φειδόμενοι, ἀλλὰ τούτους
μὲν ταῖς δρομικαῖς στρατείαις ἐγγράφοντες, τοὺς δὲ
πρῴην ταύταις ὑποκειμένους εἰς τὰς πλευστικὰς μετεγγράφοντες,
τοὺς δὲ πλωίμους μετατιθέντες εἰς
στρατιώτας πεζούς, τοὺς δὲ πρὶν τοιούτους τοῖς ἱππόταις 
ἐγκαταλέγοντες καὶ τοὺς ἱππότας εἰς καταφράκτους
ἀμείβοντες καὶ ἑκάστῳ βαρύτερον στρατιωτικὸν
ἐπιτιθέντες λειτούργημα. ἐῴκει γὰρ τὸ
πᾶν τῇ στρατιώτιδι μεταχειρίσει ἐπιγραφόμενος·
ὅθεν καὶ δόγμα ὅσον τὸ κατ’ ἐκεῖνον ἐθέσπισε τοὺς 
ἐν πολέμοις ἀνῃρημένους στρατιώτας ἐπ’ ἴσης τιμᾶσθαι
τοῖς μάρτυσι καὶ ὕμνων ὁμοίων τυγχάνειν καὶ
παραπλησίως γεραίρεσθαι. καὶ εἰ μὴ ὁ πατριάρχης
 καί τινες τῶν ἀρχιερέων, ἀλλὰ μὴν καὶ ἔνιοι τῶν λογάδων
τῆς γερουσίας γενναίως ἀντέστησαν, λέγοντες 
“πῶς ἂν οἱ ἐν πολέμοις ἀναιροῦντες καὶ ἀναιρούμενοι
λογίζοιντό τισι μάρτυρες ἢ τοῖς μάρτυσιν ἰσο-

 
στάσιοι, οὓς οἱ θεῖοι κανόνες ὑπὸ ἐπιτίμιον ἄγουσιν,
ἐπὶ τριετίαν τῆς φρικώδους καὶ ἱερᾶς αὐτοὺς
ἀπείργοντες μεταλήψεως’’, τάχ’ ἂν τὸ θεσπέσιον
ἐκεῖνο κεκύρωτο θέσπισμα. ἦν δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις
 καὶ χρημάτων ἥττων, ὡς ἔοικε· μέχρι γὰρ ἐκείνου
παντὸς νομίσματος ἐξαγίου σταθμὸν ἕλκοντος ἐκεῖνος
τὸ τεταρτερὸν ἐπενόησε , κολοβώσας αὐτὸ κατὰ
τὸν σταθμόν, καὶ τὰς μὲν εἰσπράξεις διὰ τοῦ βαρυτέρου,
τὰς δὲ δόσεις καὶ πάντα τὰ ἀναλώματα διὰ 
 τοῦ κεκολοβωμένου πεποίητο. ἔθους δ’ ἐπικρατήσαντος
παλαιοῦ στατῆρα πάντα βασιλικὸν ἐκτύπωμα
φέροντα ἰσότιμον εἶναι τῷ ἄρτι κοπτομένῳ παρὰ
τοῦ βασιλεύοντος, ἐκεῖνος τὸ ἑαυτοῦ προτιμᾶσθαι
κεκέλευκε νόμισμα. ἕνα τί γένηται; ἵν’ ἐκεῖνο μόνον
 τοῖς ἐμπόροις ζητούμενον κέρδος αὐτῷ πορίζῃ
ὑπὲρ ἑκάστου νομίσματος ἁδρὰ πραττομένῳ ἀλλάγια.
οὕτω δὲ τούτοις κακουμένων τῶν πολιτῶν οὐδέ
τις παρὰ τῶν ἀγορανόμων ἦν ἐπὶ τοῖς ὠνίοις προμήθεια,
ἕκαστος τῶν ἐμπόρων νόμον εἶχε τὸ
 ἑαυτοῦ θέλημα· οἶ δὲ ὠνούμενοι τὰ χρειώδη ἐγίνοντο 
καθ’ ἑκάστην πενέστεροι.

Ταῦτα καὶ πλείονα ἕτερα, πάντα γὰρ ἀπαριθμήσασθαι δυσχερές, ἐξέμηνε πάντας κατὰ τοῦ Νικηφόρου,
καὶ πᾶσιν ἦν δι’ εὐχῆς τῆς τούτου τυραννίδος
 ἀπαλλαγῆναι. οὐχ ἥκιστα δ’ ἐλύπησε τοὺς ἀνθρώπους
καὶ ἡ τῶν βασιλείων τῷ τείχει περιβολή. κεχρησμοδοτημένον 
γὰρ ἔχων τὸ ἐν τοῖς βασιλείοις
μέλλειν ἀναιρεθήσεσθαι ἔδοξεν ἑαυτῷ περιποιεῖσθαι
διὰ τοῦ τείχους ἀσφάλειαν, δέον λογίσασθαι ὡς εἰ
 μὲν ἀληθὲς εἴη τὸ χρησμοδότημα, εἴη ἂν καὶ τὸ πεπρωμένον, 
ἵν’ οὕτως εἴποιμι, τὸ ἐκ θεοῦ ὡρισμένον
ἄφυκτόν τε καὶ ἀμετάθετον· εἰ δὲ δύναται κωλυ-

 
θῆναι δι’ ἐπινοίας τινός, οὐ πάντως ἀληθὲς καὶ τὰ
ἐπινοούμενα περιττά. ὁ δὲ τούτων οὐ δ’ ὲν λογισάμε-
νος μεγάλαις δαπάναις τῷ νῦν ὁρωμένῳ τείχει τὰ
βασίλεια ἐστεφάνωσεν· ἀκρόπολιν δ’ οἶ πολῖται τοῦτο
καὶ τυραννεῖον καθ’ ἑαυτόν γινόμενον ἔκρινον. ὅτε 
τοίνυν ἀπήρτισε τὸ ὀχύρωμα καὶ ἔδοξεν ἑαυτῷ ἀσφαλῆ
περιποιήσασθαι φυλακήν, τότ’ ἔγνω μηδὲν αὐτῷ λυ-
σιτελῆσαν τὸ ἐπινόημα, ὑποστὰς ἐντὸς ἐκείνου τὸν
ὄλεθρον. ἀλλὰ μήπω περὶ τούτου, ἔτι δ’ ὁ λόγος πράξεις
 διεξίτω ἐκείνου. ὑπονοστῶν ἐξ Ἀντιοχείας τῆς 
πρὸς Ὀρόντῃ οὗτος ὁ βασιλεὺς φρούριον ἐν τῷ ὄρει
τοῦ Ταύρου ἐδείματο, Μαυρὸν δὲ ὄρος ἐκεῖνο λέγει
νῦν ὁ πολὺς ἄνθρωπος, ἐν ᾧ Μιχαὴλ τὸν Βούρτζην
κατέλιπε, πατρίκιον τιμήσας καὶ τοῦ Μαύρου ὅρους
στρατηγὸν ὀνομάσας αὐτόν, τοὺς Ἀντιοχεῖς κακοῦν 
ἐντειλάμενος. καὶ Πέτρον δ’ ἔνα τῶν ἑαυτοῦ θεραπόντων,
ἐκτομίαν μέν, δραστήριον δέ γε καὶ ἐμβριθῆ
καὶ ἄρχειν εἰδότα στρατιωτῶν, στρατοπεδάρχην
ὀνομάσας κατέλιπεν, ἔν ἐν Κιλικίᾳ δοίη χώραν
τῆ στρατιᾷ τὸν χειμῶνα διαγαγεῖν. καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς 
ἧκεν εἰς τὸ Βυζάντιον, ὁ δὲ Βούρτζης συνεχῶς
ἐξελαύνων ἐκάκου τοὺς ἐν Ἀντιοχείᾳ Ἀγαρηνοὺς
 καὶ διεσκόπει ὅπως ἕλοι τὴν πόλιν, εἰ δύναιτο, καὶ
κλέος ἔξει. ἔλαθεν οὖν ποτε μέτρον τοῦ ὕψους ἑνὸς
τῶν πύργων λαβών, καὶ πρὸς τόσον ὕψος ἀναλόγους 
ἡτοιμάσατο κλίμακας. φυλάξας οὖν νύκτα μίαν χειμέριον
ἀσέληνόν τε καὶ νιφετώδη, πρόσεισιν ἠρέμα
τῷ τείχει τῆς πόλεως, καὶ τὰς κλίμακας ἐρείσας αὐτῷ
ἀνέβη μετὰ τριακοσίων, τοσούτους γὰρ ἐπήγετο,
μηδενὸς αἰσθομένου, καὶ τοὺς μὲν τοῦ πύργου ἐκείνου 
νοῦ φύλακας ἀνεῖλε, καὶ ἑτέρων πλησιαζόντων, στέλλει
δ’ αὐτίκα πρὸς τὸν στρατοπεδάρχην , δηλῶν

 
αὐτῷ τὸ γενόμενον καὶ πρὸς βοήθειαν ἐκκαλούμενος.
ὁ δὲ ἀνεδύετο· λέγεται γὰρ ἐντείλασθαί οἶ τὸν βασιλέα
μὴ προσβαλεῖν τῇ Ἀντιοχείᾳ, ὅτι παρὰ πᾶσι
πεφήμιστο τῇ τῆς Ἀντιοχείας ἁλώσει ἕψεσθαι καὶ 
 τοῦ κρατοῦντος τὸν ὄλεθρον. οἱ δὲ Ἀντιοχεῖς γνόντες
τῶν πύργων τὴν ἅλωσιν ἐκεῖ συνηθροίσθησαν,
ἐξελάσαι τοὺς Ῥωμαίους αὐτῶν προθυμούμενοι. πρὸς
δύο τοίνυν ἐναντία μαχόμενον ἔχων ὁ στρατοπεδάρχης
τὸν λογισμόν, τήν τε βασιλικὴν ἐντολὴν καὶ τὸν
 ὄλεθρον τοῦ Βούρτζη καὶ τῶν σὺν αὐτῷ τριακοσίων
ἀνδρῶν, ἔθετο μὴ ἐᾶσαι τοσούτους ἄνδρας ἀπολέ-
σθαι, καὶ ἄρας σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι προσβάλλει
τῇ Ἀντιόχου. καὶ αὐτίκα οἱ μὲν πολέμιοι παρείθησαν
τὰς χεῖρας καὶ τὰς ψυχάς, οἶ δὲ περὶ τὸν
 Βούρτξην καὶ αὐτὸς ἐκεῖνος ἤδη ἀπειρηκότες ἀνεζωώθησαν
ζωώθησαν καὶ τὰ κλεῖθρα τῶν πυλῶν ὁ Βούρτζης
πελέκει διακόψας ἄνετον παρέσχε τῷ στρατοπεδάρχῃ 
τὴν εἴσοδον καὶ ἡ περιφανὴς Ἀντιόχεια ῥᾷον οὕτως
ὑπὸ Ῥωμαίους ἐγένετο. ὅ τῷ βασιλεῖ ἀγγελθὲν ἄλγος,
 οὐ χαρμονὴν ἐνεποίησεν, ἐμηνία τε τῷ στρατοπεδάρχῃ
τοπεδάρχῃ καὶ τῷ Βούρτζῃ τῆς σπουδῆς καὶ τοῦ
ἀνδραγαθήματος ἀμοιβὴν παρέσχεν ὕβρεις καὶ ἀπει-
λάς, ἀφείλετό τε αὐτοῦ τὴν ἀρχὴν καὶ παρὰ τῷ
οἴκῳ μένειν ἀπρόïτον διωρίσατο.

Συνέβη δέ τι καὶ ἕτερον, ὃ τὸν δῆμον κατὰ τοῦ βασιλέως ἐξέμηνε καὶ κατὰ τοῦ δήμου τὸν αὐτοκρά-
τορα. κατά τι παλαιὸν ἔθος ἐν μιᾷ τῶν δεσποτικῶν
ἑορτῶν εἰς τὸν ἐν τῇ Πηγῇ θεῖον ναὸν πρόοδον 
ἐποιεῖτο ὁ βασιλεύς, καὶ συνέβη μέσον Ἀρμενίων καὶ 
ὢ πλωίμων φιλονεικίαν προβῆναι, κἀκ ταύτης συμβο-
Λὴν ἀλλήλων καὶ θροῦν καὶ κρότον πολὺν καὶ φό-
νον ἀνδρῶν ἑκατέρωθεν. τῆς δὲ φήμης τὸ γεγονὸς

 
τοῖς ἐν τῇ πόλει πρὸ τῆς ἐπανόδου τοῦ βασιλέως
καταγγειλάσης, οἱ τοῦ δήμου ἀτάσθαλοι κατὰ συμμορίας
γενόμενοι πολλαχοῦ καὶ τοῖς Ἀρμενίοις ἐπανιοῦσιν
ὑπαντιάζοντες ξύλοις ἐκείνους συνέκοπτον.
ὡς δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς ἐφθάκει κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν 
Ἀρτοπρατείων, ὕβρεις κἀκείνου κατέχεον καὶ θόρυβος
ἦρτο καὶ βοαί τε καὶ συνδρομαί, καὶ οἱ μὲν λίθους
ἠφίουν κατὰ τοῦ βασιλέως, οἱ δὲ κόνιν ἔπαττον
 κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐδυσφήμουν αὐτὸν μέχρι τῆς
ἀγορᾶς, ἥτις ἔστρωται ταῖς πλαξὶ καὶ τὸν κίονα 
φέρει τὸν κυκλοτερῆ τε καὶ πορφυροῦν. καὶ εἰ μή
τινες τῶν ἐντιμοτέρων πολιτῶν ἐκεῖσε τὸν βασιλέα
δεξάμενοι τοὺς μὲν ἐφεπομένους αὐτῷ καὶ δυσφημοῦντας
ἄλλως τε ἀτακτοῦντας ἀνεχαίτισαν, ἐκεῖνον
δὲ κύκλῳ περιλαβόντες εὐφήμουν καὶ οὕτως 
αὐτὸν εἰς τὰ βασίλεια διεσώσαντο, τάχα ἄν τι μέγα
συνέβη κακόν. ἐντεῦθεν διαδέδοτο λόγος ὡς ἐν
ἱπποδρομίᾳ ὁ βασιλεὺς ἐγκοτῶν τῷ δήμῳ μέλλει
αὐτὸν ἀμύνασθαι. ἁμίλλης οὖν τελουμένης ἵππων
μετὰ καιρὸν στρατιώτας ὁ βασιλεὺς ἐνόπλους προήγαγεν 
εἰς μέσον τὸ θέατρον, ἐπιδειξομένους τάχα
 τῴ δήμῳ ὡς ἐν τύπῳ πολέμων οἴα τῆς μάχης ἡ
συμβολή, ὡς δῆθεν κἀντεῦθεν αὐτῷ περιποιούμενος
ἡδονὴν ἢ καὶ φόβον αὐτῷ ἐπισεῖσαι θέλων. ὡς οὖν
οἶ στρατιῶται τὰ ξίφη ἐγύμνωσαν, ὁ ἐν τῷ θεάτρῳ 
λαὸς τοῦτ’ ἐκεῖνο τὸ φημιζόμενον εἷναι νομίσαντες
ἀποδιδράσκειν ἐκ τοῦ θεάτρου ὡρμήκεσαν,
καὶ περὶ τὰς ἐξόδους στενοχωρούμενοι ὑπ’ ἀλλήλων
τε συμπατούμενοι ἀπώλοντο οὐ βραχεῖς. τάχα
δ’ ἂν καὶ πολλῷ πλείους ἐκινδύνευσαν, εἰ μὴ ὁ 
βασιλεὺς ἀμετακίνητος ἐπὶ τῆς ἰδίας ὦπτο καθέδρας.
ἰδὼν γὰρ ὁ δῆμος ἐκεῖνον μηδόλως τῆς

 
ἔδρας μεταχωρήσαντα ἔστησαν τῆς φυγῆς. οἶ δὲ
τοῖς θανοῦσι τότε προσήκοντες τοὺς οἰκείους θρηνοῦντες
δημοσίᾳ πρὸς τὸν βασιλέα ἀπέσκωπτον. 
διὰ ταῦτα τοίνυν μισεῖσθαι παρὰ τῶν πολιτῶν ἐπιστάμενος,
 τείχει περιέζωσε τὰ βασίλεια· ἀλλ’ ὅτε
τοῦτο ἀπήρτιστο καί οἶ τῶν πυλῶν αἱ κλεῖδες ἀπεκομίσθησαν,
τότε ὃν ἐφοβεῖτο φόβον ἦλθεν αὐτῷ
καὶ οὐδὲν τῆς ἐπινενοημένης αὐτῷ ἀσφαλείας ἀπώνατο.
τῶν δὲ Τούρκων, τῶν Οὔγγρων δηλαδή, τὰ
 Θρᾳκῷα ληιζομένων ἴ’ τῷ Βουλγαρίας ἔγραψεν ἄρχοντι
ὁ βασιλεὺς Νικηφόρος μὴ παραχωρεῖν αὐτοῖς
διαβαίνειν τὸν Ἴστρον καὶ τῇ Ῥωμαίων λυμαίνεσθαι.
ὁ δὲ οὐχ ὑπήκουσε, λέγων ὡς ‘‘ὅτε καθ’
ἡμῶν οὔτοι ἐστράτευον, παρακαλούμενος
 ἡμῖν οὐκ ἠθέλησας. καὶ νῦν ὅτε βιασθέντες
σπονδὰς ἐθέμεθα πρὸς αὐτούς, ἀξιοῖς ἡμᾶς παρασπονδῆσαι 
ὅπλα τε κατ’ ἐκείνων ἄρασθαι καὶ κινῆσαι
πόλεμον ἀπροφάσιστον.’’ ἀποκρουσθεὶς τοίνυν
ἐντεῦθεν εἰς τὸν ἄρχοντα Ῥωσίας τὸν Σφενδοσθλάβον
 διεπρεσβεύσατο, ἐξορμῶν κατὰ Βουλγάρων
αὐτόν· διὸ καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἐν Χερσῶνι πρωτεύοντος
τὸν Καλοκυρὸν πρὸς Ῥωσίαν
ἐπιστρατεύει τοίνυν κατὰ Βουλγάρων σύνταγμα Ῥωσικόν,
καὶ χώραν αὐτῶν πολλὴν ἐληίσατο καὶ λείαν
 οὐκ εὐαρίθμητον ἐκεῖθεν ἀπήλασε. καὶ τῷ ἐπιόντι
δ’ ἐνιαυτῷ οὐχ ἧττον τῶν προτέρων οἶ Ῥὼς τὰ
Βουλγάρων ἐκάκωσαν.

Γέγονε δὲ τοῦ Φώκα βασιλεύοντος καὶ κλόνος τῆς γῆς φοβερώτατος, ἐξ οὗπερ ἡ μὲν Κωνσταντίνου
 οὐ πάνυ τι πέπονθε, πόλεις δ’ ἕτεραι καὶ σφό-
δρα πεπόνθασιν. ἔπνευσαν δέ γε καὶ ἄνεμοι κατὰ 
Μαῖον μῆνα, δι’ ὧν ἐφθάρησαν οἶ καρποὶ καὶ γέγονε

 
λιμὸς ἰσχυρός, ὅν εἰς οἰκεῖον κέρδος ὁ Νικηφόρος
μετήνεγκε, τιμιουλκῶν τὸν σῖτον καὶ πολλοῦ τοῦτον
ἀποδιδόμενος τοῖς λιμώττουσι, μηδὲ φροντίζων
 ὅτι δημοκατάρατος ἦν, ἀλλ’ αὐχῶν μᾶλλον ὡς εὐεργετῶν
τὸ ὑπήκοον, ὅτι δύο μεδίμνους ἐπίπρασκε 
τῷ νομίσματι, καὶ ταῦτα παράδειγμα ἔχων τὸν Μακεδόνα
Βασίλειον, οὔπω πάνυ πρῴην μεγαλοπρέπειαν
πρὸς τοιαύτην ἔνδειαν ἐνδειξάμενον. ἀπῄει γάρ
ποτε ὁ αὐτοκράτωρ ἐκεῖνος, συνήθη ποιούμενος
πρόοδον εἰς τὸν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ναόν, καί 
 τινας τῶν τῆς πόλεως ἄνδρας ὑπόσεμνον δεικνύντας
κατάστημα θεασάμενος σκυθρωπάζοντας, ἤρετο
τὴν αἰτίαν τῆς σκυθρωπότητος. οἷ δέ ‘‘καὶ πῶς οὐκ
ἂν σκυθρωπάζοιμεν” ἔφασαν ‘‘δέσποτα, ἐπηρτημένον
ἡμῖν ὁρῶντες τὸν θάνατον, οἴ γε δύο μεδίμνους 
σίτου εἰς νόμισμα χρυσοῦν ἐξωνούμεθα ” τοῦτο
ἀκούσας ἐκεῖνος ἀνῴμωξε, καὶ τοῖς μὲν χρήμασι
τὴν κατήφειαν ἔλυσε, τοῖς δὲ τὰς πολιτικὰς ἐγκεχειρισμένοις
ἀρχὰς ἐλοιδορήσατό τε καὶ ἐπηράσατο,
ὅτι μὴ αὐτὸν τὰ τῆς ἐνδείας ἐδίδαξαν, καὶ εὐθὺς 
τοὺς βασιλικοὺς σιτῶνας ἀνοιγῆναι ἐκέλευσε, καὶ
δώδεκα μεδίμνους σίτου νομίσματος ἑνὸς ἀποδίδοσθαι.
 ἀλλ’ ἐκείνῳ μὲν ἡ πρᾶξις αὕτη βασιλική,
τῷ δ’ ἱστορουμένῳ νῦν βασιλεῖ καὶ λίαν καπηλική,
ὃς τῷ λιμῷ τὸ ὑπήκοον ὁρῶν πιεζόμενον οὐκ ἐπήμυνεν, 
ἀλλὰ μέντοι καὶ ἐνετρύφα ταῖς αὐτοῦ συμφοραῖς
καὶ τοῖς τοῦ λιμοῦ τραυματίαις ἐπιξαίνων
ὑπῆρχε τὰ τραύματα. καὶ ὁ τοῦ βασιλέως δὲ ἀδελφὸς
ὁ Λέων οὐχ ἧττον ἔθλιβε τόν τε δῆμον τῆς
πόλεως καὶ τοὺς οἰκήτορας τῶν χωρῶν, καπηλείας ὒ
καὶ αὐτὸς μετιών. οἱ μὲν οὖν οὕτω διέκειντο πρὸς
τοὺς πάσχοντας, οἶ δὲ πρὸς τὸν κρατοῦντα διὰ ταῦτα

 
ἀπέσκωπτον. ποτὲ γὰρ νεολέκτους στρατιώτας ὁρῶντος
τοῦ βασιλέως , ἐπεὶ καί τις τούτοις συνηρίθμητο
πολιός, ἔφη πρὸς ἐκεῖνον ὁ αὐτοκράτωρ ‘‘πῶς
τοῖς στρατιώταις , ἄνθρωπε, γέρων ὢν συγκαταλέεις
 σαυτόν;” ὁ δ’ αὐτίκα εὐφυῶς ἀντεφθέγξατο ὡς
“πολὺ δυνατώτερος νῦν εἰμι ἢ ὅτε ἤκμαζον ἴ’ δἐ— 
σποτα. τότε γὰρ οὐδ’ ἡμίσεος ἂν ἐπωμισάμην σῖτον
νομίσματος, νῦν δὲ ῥᾷον καὶ δύο νομισμάτων
σῖτον ἐπὶ τῶν ὤμων ἀρῶ.” συνῆκε μὲν οὖν τὴν
 εἰρωνείαν ὁ βασιλεύς, ἀταράχως δὲ ταύτην ἐνεγκὼν
μετέστη πρὸς ἕτερον. ἐρωτικῶς δὲ σφόδρα πρὶν
διακείμενος ὁ Νικηφόρος πρὸς τὴν Θεοφανὼ μετέπειτα
τῆς πρὸς αὐτὴν συνουσίας ἀπείχετο, ἢ κορεσθεὶς
ταύτης ἢ καὶ δι’ ἐγκράτειαν μίξεως ἀπεχόμενος.
 οὐδὲ γὰρ πάνυ τι καὶ νέος ὢν πρὸς ἔρωτας
ἐτύγχανεν εὐκατάφορος. ἡ δὲ μισήσασα τὸν ἄνδρα
διὰ τὸ ἀνομίλητον ἢ καὶ περὶ τοῖς υἱέσι δείσασα,
ἢν γάρ τισιν ὑποτονθορυζόμενον βούλεσθαι τὸν
Νικηφόρον τὰ βασιλείδια τῶν παιδογόνων στερῆσαι 
 μορίων καὶ τὸν ἀδελφὸν βασιλεῦσαι τὸν Λέοντα,
εἰς λόγους ἦλθε λάθρᾳ τῷ τξιμισκῇ, ἡ ἔρωτι του
ἀνδρὸς ἁλοῦσα, ἦν γὰρ τῷ κάλλει διαπρεπὴς καὶ
τοῦ εἴδους χάριτας ἀφιείς, ἤ καὶ ἀξιόχρεων τοῦτον
τῷ Νικηφόρῳ λογισαμένη ἀντίρροπον , ὡς δέ τινές
 φασι, καὶ εἰς συνουσίαν ἐλήλυθε τῷ ἀνδρὶ καὶ κατὰ
τοῦ Νικηφόρου ἠρέθισε καὶ τὸ τῆς παροιμίας σφαῖραν
ἀφῆκε κατὰ πρανοῦς. ἦν γὰρ καὶ ἄλλως ὁ
Ἰωάννης τῷ βασιλεῖ μηνιῶν, ὅτι τῷ ἀδελφῷ πειθόμενος
ἐκεῖνος βασκαίνοντι τούτῳ ὕποπτόν τε τὸν
 ἄνδρα ἐνόμιζε καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς παύσας
αὐτὸν εἰς πολιτικὴν μετατίθησι, λογοθέτην τοῦ δρόμου 
μου προχειρισάμενος , ὃ οὐκ εἰς δυναστείαν, ἀλλ’

 
εἰς τιμωρίαν καὶ ταύτην βαρεῖαν ἐκείνῳ λελόγιστο.
εἶτα τῇ κακώσει τοῦ ἀνδρὸς προστιθεὶς καὶ οἴκοι
μένειν αὐτὸν ἐκέλευσε· διὰ ταῦτα ἐμηνία ὁ Ἰωάννης.
ὡς δὲ καὶ τὴν μαχλάδα ἐκείνην εὕρηκεν αὐτὸν
παραθήγουσαν, διαπραξαμένην δέ οἱ καὶ κάθοδον 
κελεύσει βασιλικῇ) τῇ τυραννίδι ἐπέθετο, συμπράτ-
τουσαν ἔχων καὶ τὴν βασίλισσαν, καὶ ἅμα τε οἷς
 ἐθάρρει τὸ ἀπόρρητον ἐξεκάλυψε καὶ ἅμα τῷ ἔργῳ
ἐπικεχείρηκε καὶ προσλαβόμενος αὐτοὺς ἀωρὶ τῶν
νυκτῶν ἐπὶ τὴν νοτίαν θάλασσαν τῶν βασιλείων 
 ἀφίκετο· Βουκολέων ὁ τόπος ὠνόμασται, ὅτι λίθινος
λέων ἐστὶν ἐν αὐτῷ βοὸς ἐπιβεβηκὼς ὁμοίου
καὶ τῷ εὐωνύμῳ ποδὶ κατέχοντι τὸ κέρας αὐτοῦ
περιστρέφων τὸν αὐχένα τὸν τοῦ βοός. ἔνθα γενόμενος
σαργάνην τε καθειμένην ἄνωθεν καθορᾷ καὶ 
δι’ αὐτῆς ἀνιμᾶται παρὰ θεραπαινῶν τῆς Θεοφανοῦς
καὶ αὐτὸς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ. ἦσαν δὲ ὁ Βούρτξης
Μιχαὴλ ἐγκοτῶν τῷ βασιλεῖ καὶ αὐτὸς διὰ τὴν
ὀργήν, ὡς εἴρηται, τὴν ἀλόγιστον, καὶ Λέων ὁ Ἀβαλάντης
καὶ ὁ μελάγχρους Θεόδωρος, ὃν διὰ τὸ τοῦ 
εἴδους μελάντερον ἐκάλουν Ἀτξυποθεόδωρον, καὶ
ἕτεροι δύο. ἀψοφητὶ τοίνυν ὑποδύντες τὸν κοιτῶνα
τὸν βασίλειον, καὶ τοῦτο γὰρ αὐτοῖς ἡ Θεοφανὼ
κατεπράξατο, εὗρον τὸν Νικηφόρον χαμαιεύνην
 ὐπνώττοντα, καί τις αὐτῷ λὰξ ἐνθορὼν καὶ ἐνυβρίσας 
διύπνισεν. ὡς δὲ τὴν κεφαλὴν ἐκεῖνος διυπνισθεὶς
ἀνεκούφισε, δέχεται κατ’ αὐτῆς εὐθὺς καιρίαν πληγήν,
ἥτις αὐτῷ δεινῶς διέσεισε καὶ τὸ σῶμα καὶ τήν
ψυχήν. εἶτα ὁ μὲν Τξιμισκῆς ἐπὶ τῆς βασιλείου
κλίνης κεκάθικε, τὸν δὲ Φωκᾶν ἤδη παρειμένον 
ἑκατέρωθεν ὑπερειδόμενον αὐτῷ παρεστήσαντο. ὁ
δὲ τὰς αἰτίας αὐτὸν ἠρώτα δι’ ἃς κεκάκωτο παρ’

 
αὐτοῦ. ὡς δ’ ἐκεῖνος πρὸς οὐδὲν ἀπεκρίνατο , μόνον
δὲ τὸ ‘‘κύριε, βοήθει” ἐφθέγγετο, ἐγκελεύεται
τοῖς περὶ αὐτὸν ταῖς λαβαῖς τῶν ξιφῶν τὰς γνάθους
αὐτοῦ παίοντας συνθραῦσαι ἢ διασεῖσαι τοὺς
 ὀδόντας αὐτῷ. εἶτά τις ἐξόπισθεν δόρατι βάλλει κατὰ
νῶτον αὐτόν, καὶ τὸ δόρυ διὰ τῶν στέρνων ἐξέπεσε.
καὶ θορύβου παρὰ τῶν προκοιτούντων γεγενημένου,
ἤδη γὰρ εἰς αἴσθησιν ἧκον τῆς ἐπιβουλῆς, 
καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐκπεπνευκότος
 ἄρτι ἐκτέμνουσι, καὶ διὰ θυρίδος τοῖς σωματοφυλακοῦσι
δεικνύουσι, καὶ οὕτω τὴν ἐκείνων ὁρμὴν
καταπαύουσι. λέγεται δ’ ὅτι πρὸ ἡμερῶν ὀλίγων
ἔγγραφον εὗρεν ἐν τῷ κοιτῶνι ὁ Νικηφόρος δηλοῦν
τήν ἐπιβουλήν. ὁ δὲ τοῦ βασιλέως Νικηφόρου
 αὐτάδελφος ὁ Λέων τὸ γεγονὸς ἐγνωκὼς σὺν
τῷ υἱῷ Νικηφόρῳ τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ προσπέφευγεν.
ἦν δὲ ὁ ἀναιρεθεὶς βασιλεὺς ἐτῶν πεντήκοντα
καὶ ἑπτά , ἐξ ὧν ἓξ καὶ μῆνας τοσούτους τῶν σκήπτρων
ἐκράτησε τῶν Ρωμαϊκῶν. καὶ ὁ μὲν οὕτως
 τὼς ἀπέτισε τὸ χρεών.

Ὁ δὲ Τξιμισκῆς τῆς βασιλείας γενόμενος ἐγκρατὴς 
καὶ τοὺς τοῦ Ῥωμανοῦ παῖδας κοινωνοὺς πεποίητο 
τῆς ἀρχῆς παῖδας ἔτι τυγχάνοντας, τόν δὲ
παρακοιμώμενον Βασίλειον, ὃν ὁ Φωκᾶς τετίμηκε
 πρόεδρον, μήπω πρῴην ὄντος τοῦ ἀξιώματος, προσλαβόμενος
ὡς ἐντριβῆ περὶ τὴν τῶν κοινῶν πραγμάτων
αὐτῷ τὴν πᾶσαν οἰκονομίαν ἀνέθετο.
καὶ ὃς τοὺς τῷ Νικηφόρῳ προσήκοντας ἤ καὶ
ἄλλως εὔνοιαν ἐκείνῳ τηρεῖν ὑποπτευομένους ἐκ μέσου
 πεποίηκε , τὸν μὲν κουροπαλάτην Λέοντα καὶ
τὸν υἱὸν αὐτοῦ Νικηφόρον ἐν Λέσβῳ περιορίσας,
τῷ δ’ ἑτέρῳ τοῦ Λέοντος υἱῷ τῷ Βάρδᾳ ὅριον θέ- 

 
μένος περιγραπτὸν τὴν Ἀμάσειαν καὶ ἄλλους ἄλλως
μετελθὼν καὶ οἰκονομησάμενος. τοὺς δὲ παρὰ
τοῦ Νικηφόρου φυγαδευθέντας κατήγαγεν , οἷς καὶ
ἀρχιερεῖς συνηρίθμηντο, ὅσοι μὴ ὑπογράψαι ἐν τῳ
τόμῳ ὑπέκυψαν , δι’ οὗ τεθέσπιστο μὴ ἄνευ ἐκείνου 
ἀρχιερέα τινὰ προχειρίζεσθαι. εἶτα ἄπεισιν ὁ
Ἰωάννης εἰς τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν ταινιωθησόμενος.
ἀλλ’ οὐκ εἰάθη παρὰ τοῦ Πολυεύκτου εἰς τὸν
 αὸν εἰσελθεῖν, ὡς φόνῳ μεμιασμένος. πρᾴως δὲ
τὴν ἐπιτίμησιν ὁ Τξιμισκῆς ἐνεγκὼν ἀπελογεῖτο μὴ 
αὐτὸς αὐτόχειρ γενέσθαι τοῦ φόνου, ἔλεγε δὲ τὸν
Ἀβαλάντην καὶ τὸν Ἀιξυποθεόδωρον ἐπιτροπῇ τῆς
 Θεοφανοῦς τὸν Νικηφόρον διαχειρίσασθαι. τὴν μὲν
οὖν Θεοφανὼ ὁ πατριάρχης ἀπῄτησε τῶν βασιλείων
ἀπελαθῆναι καὶ περιορισθῆναι καὶ τοὺς αὐτόχειρας 
τοῦ Νικηφόρου ἐκδιωχθῆναι, τὸν δὲ τόμον, οὗπερ
ἐμνήσθημεν , διαρραγῆναι καὶ αὐτὸν τὸν Ἰωάννην
δέξασθαι ἐπιτίμια. ὁ δὲ πάντα ποιῆσαι ὑπέσχετο,
καὶ αὐτίκα στέλλει καὶ κατάγει τὴν βασιλίδα τῶν
ἀνακτόρων καὶ τὸν τόμον ἐκεῖ κομισθέντα διέρρηξε, 
καὶ ἣν ἐν ἰδιώταις τελῶν εἶχε περιουσίαν,
διανεῖμαι πένησιν ἐπηγγείλατο. τούτων δὲ γενομένων
κατὰ τὴν γενέθλιον τοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ
θεοῦ ἑορτήν, ἄμα τε τὴν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἐπιτρέπεται
εἴσοδον καὶ ἅμα τῷ διαδήματι στέφεται, τὴν 
δὲ Θεοφανὼ εἰς Προικόνησον περιώρισεν. οὕτω
 μέντοι ἀναρρηθείς, ἐπεὶ ἀρχιερέως ἡ μεγάλη Ἀντιόχεια
χηρεύουσα ἦν, προχειρίζεταί τινα μοναχὸν
Θεόδωρον, ὃς αὐτῷ προέφη τῆς βασιλείας τυχεῖν,
καὶ μή σπεῦσαι μηδ’ ἁρπάσαι αὐτήν, ἀλλὰ μεῖναι 
ὥσπερ τὴν ἐκ τοῦ θείου προχείρισιν. ὅσπερ τὴν ἀρχιερωσύνην
καταδεξάμενος ἀξίωσιν ἔθετο πρὸς τὸν

 
Ἰωάννην τοὺς Μανιχαίους ἐκ τῆς ἑῴας μετοικίσαι πρὸς
τὰ ἑσπέρια, πολλοὺς τῇ αὐτῶν μυσαρᾷ αἱρέσει διαφθείροντας.
οὗ τὴν ἀξίωσιν πληρῶν εἰς Φιλιππούπολιν
μετήγαγε τὸ γένος τῶν Μανιχαίων. ὁ δὲ
 πατριάρχης Πολύευκτος τῇ τοῦ Τζιμισκῆ ἀναρρήσει
τριάκοντα καὶ πέντε ἡμέρας ἐπιβιοὺς τὸν βίον μετήλλαξε,
καὶ ἀντεισήχθη εἰς τὸν ἀρχιερατικὸν θρόνον
τῆς βασιλευούσης τῶν πόλεων ὁ μοναχὸς Βασίλειος
ὁ Σκaμανδρηνός. οἶ δ’ ἐκ τῆς Ἅγαρ, μὴ 
 ἀνεκτὸν ἡγούμενοι στερεῖσθαι τῶν πόλεων ἃς ἤδη
ἀφῄρηντο, συνελέγησαν πανταχόθεν καὶ συνθήκας
περὶ ὁμαιχμίας πεποιηκότες καὶ τοῖς Καρχηδονίοις τὴν
σφῶν ἡγεμονίαν προσνείμαντες ἐξεστράτευσαν κατὰ
τῆς ἐν Δάφνῃ Ἀντιοχείας καὶ ταύτην ἐπολιόρκουν.
 τῶν δ’ ἐν τῇ πόλει ἀνθισταμένων αὐτοῖς κραταιότερον
ἠγγέλθη τῷ βασιλεῖ τῶν ἐθνῶν ἡ συνέλευσις.
ὁ δὲ κελεύει τῷ στρατηγῷ Μεσοποταμίας ἐπικουρῆσαι
τοῖς πολιορκουμένοις· καὶ πολέμου πρὸς
τοὺς Ἀγαρηνοὺς συρραγέντος οἱ βάρβαροι, καίτοι
πολλαπλάσιοι πρὸς τοὺς Ῥωμαίους ὄντες, τρέπονταί
τε καὶ σκίδνανται. οἱ δέ γε ῾Ρώς, τὸ τῶν Βουλγάρων
ἔθνος καὶ τὴν χώραν αὐτῶν ὑφ’ ἑαυτοὺς ποιησάμενοι
καὶ τοὺς ἡγεμόνας τοῦ ἔθνους τὸν Βορίσην 
τε καὶ τὸν Ῥωμανόν, οὐκέτι τῶν οἴκοι ἐμέμνηντο,
ἀλλ’ ἤθελον αὐτοῦ που μένειν τὴν χώραν κατέχοντες.
πρὸς τοῦτο δ’ αὐτοὺς καὶ ὁ Καλοκυρὸς ἀνηρέθιζεν·
‘‘εἰ γὰρ βασιλεὺς ‘ρωμαίων ἀναρρηθήσομαι
παρ’ ὑμῶν”, ἔλεγε “τῆς τε τῶν Βουλγάρων χώρας
παραχωρήσω ὑμῖν καὶ διαθήσομαι πρὸς ὑμᾶς εἰρήνην
διαιωνίζουσαν καὶ τὰ ὑπεσχημένα παρέξω κατὰ
τὸ πολλαπλάσιον.” οἱ δὲ τῇ τε τῶν χωρῶν ἀρετῇ
θελχθέντες καὶ τοῖς λόγοις τοῦ Καλοκυροῦ χαυνω-

 
θέντες οὔτε τῷ βασιλεῖ πάντα ποιήσειν ἐπιτελῆ τὰ
παρὰ τοῦ Νικηφόρου σφίσιν ὑπεσχημένα ἐπείθοντο
γράφοντι καὶ τοῖς πρέσβεσιν ὡμίλησαν ἀλαξονικώτερον.
 ἐντεῦθεν ἄρασθαι κατ’ αὐτῶν ὅπλα ἠνάγκαστο,
καὶ ταῖς Ῥωμαϊκαῖς δυνάμεσιν ἐπιστήσας 
στρατάρχην, ὃν στρατηλάτην ὠνόμασε, Βάρδαν μάγιστρον
τὸν Σκληρόν, τῆς ἤδη θανούσης αὐτοῦ γαμετῆς
αὐτάδελφον ὄντα, ὁρμῆσαί οἱ κατὰ τῶν Ῥὼς
ἐνετείλατο. καὶ ὁ μὲν ἀπῄει· οἶ βάρβαροι δὲ τοῦτο
μαθόντες καὶ ὁ τούτων. ἔξαρχος ὁ Σφενδοσθλάβος, 
τούς τε Βουλγάρους ὁπλίσαντες καὶ συμμάχους
προσειληφότες Σκύθας, οἷ Πατξινάκαι κικλήσκονται,
καὶ τοὺς τὴν Παννονίαν οἰκοῦντας Τούρκους,
καὶ στρατιὰν εἰς τριάκοντα μυριάδας ἀριθμουμένην
συστησάμενοι, τὴν Θρᾴκην ἅπασαν ἐληίζοντο. τούτοις 
 τοῖς οὖν μὴ θαρρῶν ὁ ληὸς συμμίξαι καὶ
κατὰ συστάδην μαχέσασθαι, πολλοστὸν γὰρ ἦν πρὸς
τὸ πλῆθος ἐκείνων τὸ μετ’ αὐτοῦ στρατιωτικόν,
 στρατηγικαῖς μεθόδοις τοὺς βαρβάρους κατηγωνίσατο.
καὶ πρῶτον μὲν λόχους καθίσας καὶ μόνοις 
τοῖς Πατξινάκαις ἐπελθὼν καὶ εὐφυῶς αὐτοὺς περιαγαγὼν
εἰς τοὺς λόχους, τοὺς μὲν ἀνεῖλε, τοὺς δ’
εἶλε ζῶντας · εἶτα καὶ τοῖς ἄλλοις συμμίξαντι μέχρι
μέν τινος ἰσόρροπος ἦν ἡ μάχη αὐτῷ · ὡς δέ τις τῶν
Σκυθῶν καὶ ὄγκῳ σώματος καὶ ψυχῆς παραστήματι 
γενναῖος εἶναι δοκῶν καὶ τῶν ὁμογενῶν ἁπάντων
ὑπερτερεῖν, ὁρῶν τὸν Σκληρὸν ἔφιππον διιόντα τὰς
ὑφ’ ἑαυτὸν τάξεις καὶ ταύτας εἰς ἀλκὴν διεγείροντα,
ὥρμησε κατ’ ἐκείνου, καὶ κατήνεγκε τό ξίφος
κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀνδρός · τὸ δὲ τῇ τοῦ 
κράνους ἰσχύΪ καὶ τῇ λειότητι οὐχ ἥψατο αὐτοῦ. ὁ
δὲ Σκληρὸς αὖθις κατὰ τῆς κεφαλῆς τὸν Σκύθην

 
ἀντέπληξε , καὶ ἡ τοῦ ξίφους καταφορὰ εἰς τοσοῦτον
γέγονεν ἐνεργὸς ὡς διχῇ τμηθῆναι τὸν βάρβαρον
ρον καὶ ἡμίτομα τοῦ ἵππου τὰ μέρη αὐτοῦ ἐκπεσεῖν. 
οἶ βάρβαροι δὲ τὸ ἔργον ἐκπλαγέντες εἰς
 δειλίαν ἐνέπεσον καὶ εἰς φυγὴν αὐτίκα ἐτράπησαν,
οἷς οἶ Ῥωμαῖοι κατόπιν ἐλαύνοντες πολλοὺς μὲν
ἀνῄρουν, πολλοὺς δ’ ἐζώγρουν. ἔπαυσε δὲ τῆς διώξεως
τοὺς περὶ τὸν Σκληρὸν ἐπελθοῦσα ἡ νύξ · τέως
δὲ καὶ ὅσοι περιελείφθησαν τραυματίαι ἤσαν.

Καὶ τὰ μὲν κατὰ τοὺς Ῥὼς ἐν τούτοις ἦσαν. Βάρδαι δὲ ὁ Φωκᾶς ὁ τοῦ Λέοντος παῖς, ἐξ Ἀμασείας
φυγών, ἐν ᾗ περιώριστο, τὴν τῶν Καππαδοκῶν
κατειλήφει Καισάρειαν, πολλοὺς προσεταιρισάμενος,
καὶ τυραννίδι ἐπικεχείρηκεν , ἑαυτῷ περιθέμενος
 τὰ τῆς βασιλείας παράσημα. καὶ ὁ πατὴρ δὲ
τούτου ὁ Λέων σὺν τῷ ἑτέρῳ υἱῷ τῷ Νικηφόρῳ ἐκ
Λέσβου πρὸς Θρᾴκην ἐβουλεύσατο διαβῆναι, ἔχων
συμπράττοντά οἶ καὶ τὸν Ἀβύδου ἀρχιεπίσκοπον· 
γνωσθεὶς δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς πηρωθῆναι καταδικάζεται
 σὺν τῷ υἱῷ Νικηφόρῳ. λέγεται δὲ τὸν βασιλέα
κατὰ τὸ λεληθὸς ἐντείλασθαι τοῖς ἐπιτραπεῖσι
τὴν πήρωσιν τῶν ἀνδρῶν μὴ ἐκκόψαι τούτοις τὰ
ὄμματα, ἀλλὰ δόκησιν μὲν παρασχεῖν ἐκτυφλώσεως,
παραφυλάξαι δὲ τοῖς ἀνθρώποις ἀλώβητον τὸ ὁρᾶν.
 τούτων οὖν οὕτω συνενεχθέντων ἴ’ γραφὴ καταλαμβάνει
βασίλειος τὸν Σκληρὸν ἄρτι τοὺς Σκύθας
τρεψάμενον διαπεραιωθῆναι πρὸς τὴν ἑ ᾤαν καὶ
τῷ Βάρδᾳ τῷ Φωκᾷ ἀντικαταστῆναι. ἀστὴν αἰ. καὶ αὐτίκα
ἀπῄει καὶ πρὸς Καισάρειαν γέγονε, καὶ οἶ περὶ τὸν
 Φωκᾶν ἐκεῖνον λιπόντες τῷ Σκληρῷ προσερρύησαν,
μόνος δὲ μετὰ τῶν θεραπόντων περιλειφθεὶς
πρὸς τὸ φρούριον κατέφυγε τὸ Τυροποιόν. ἤδη δ' 

 
ἐγγὺς ὄντα τοῦ εἰρημένου φρουρίου καταλαμβάνουσιν
αὐτὸν ἱππεῖς πεμφθέντες πρὸς τοῦ Σκληροῦ,
ὧν εἷς Κωνσταντῖνος ὁ Χάρωνι θρασύτερος
τῶν ἄλλων, ὡς ἔοικεν , ὤν, προφθάσας τοὺς συστρατιώτας
μεθ’ ὁρμῆς συντονωτέρας ἐπήρχετο τῷ
Φωκᾷ· ὁ δὲ οὐράγει καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ περιεῖπε,
καὶ ὁ Χάρων ὕβρεσι τοῦτον ἔβαλλε. καὶ ὁ Φωκᾶς
‘‘οὐκ ἔδει σε’’ εἶπεν ‘‘ ἄνθρωπον ἐν συμφοραῖς τοιαύταις
γενόμενον ἐπιπλήσσειν.” τοῦ δὲ Χάρωνος ἐν
τούτοις ἐγγίσαντος τῷ Βάρδᾳ καὶ βαλεῖν ἐπιχειροῦντος 
αὐτόν, ἐκεῖνος τὴν κορύνην ἀνατείνας παίει
τὸν Κωνσταντῖνον κατὰ τῆς κόρυθος, καὶ ταύτην
συνέτριψε μετὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀνδρός, καὶ εὐθὺς
 εἷλε τὸν πεπληγμένον πορφύρεος θάνατος, μιᾷ θανατωθέντα
πληγῇ. οἶ δὲ κατόπιν ἐλαύνοντες ὁρῶντες 
τὸν πεσόντα ἀφίστανται τῆς διώξεως, καὶ ὁ
Φωκᾶς εἰσέδυ τὸ φρούριον. εἶτα καὶ ὁ Σκληρὸς
παρεγένετο, καὶ πέπεικεν αὐτὸν προσχωρῆσαι τῷ
βασιλεῖ· καὶ προσελθόντα κληρικόν τ’ ἑ γενόμενον
εἰς τὴν Χίον περιορίζει ὁ Τξιμισκῆς. καὶ ὁ Σκληρὸς 
αὖθις προστάττεται μεταβῆναι εἰς τὰ ἑσπέρια.
νυμφεύεται δ’ ἑαυτῷ γυναῖκα ὁ βασιλεὺς σπουδῇ
 Βασιλείου τοῦ παρακοιμωμένου Θεοδώραν θυγατέρα
Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογενήτου. ἔτει
δὲ δευτέρῳ τῆς αὐτοῦ βασιλείας ἔαρος ἀναλάμψαντος 
ἐκστρατεύει κατὰ τῶν Ῥὼς σὺν στρατεύμασι
πλείοσι καὶ στόλῳ περιφανεῖ, καὶ ἀπιόντι συναντῶσιν
αὐτῷ πρεσβευταὶ δῆθεν τῶν Σκυθῶν· οἱ δὲ
 κατοπτῆρες ἦσαν καὶ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἰσχύος κατάσκοποι,
ὃ οὐδὲ τὸν βασιλέα διέλαθε. προστάξας 
οὑν περιαχθῆναι αὐτοὺς κατὰ πᾶν τὸ στρατόπεδον
καὶ τοῦτο καταμαθεῖν, ἐκέλευσεν ἀπαλλάττεσθαι.

 
ἐκείνων δὲ ἀπιόντων καὶ αὐτὸς εὐζώνους παραλαβὼν
πεξοὺς ἐς χιλιάδας πέντε καὶ ἱππότας τετρακισχιλίους
ὀπίσω τῶν πρέσβεων ἀπῄει, καὶ ἀθρόον
ἐγγὺς τῆς μεγάλης Περσθλάβας γίνεται, καὶ βάλλεται
 χάρακα, ὃ τοὺς Ταυροσκύθας εἰς ἀμηχανίαν
ἐνέβαλε. Καλοκύρης δὲ ὁ τῶν κακῶν πρωτουργὸς
ἐκεῖ τότε παρών, καὶ γνοὺς τὸν βασιλέα παραγενόμενον,
πρὸς τὴν τῶν Ῥὼς ἀπέδρα παρεμβολήν,
ἀφ’ οὗ τὴν τοῦ βασιλέως παρουσίαν μαθόντες ἐτεθορύβηντο,
 ὅμως μέντοι παραστρατοπεδεύονται τοῖς
Ῥωμαίοις. οἱ δὲ περὶ τὸν βασιλέα ἐλθόντες εἰς τὸ
τῆς Περσθλάβας ἄστυ , ὡς εἴρηται, καταλαμβάνουσιν 
ἐκτὸς γυμναζομένους ὡς ὀκτακισχιλίους, κἀκείνοις
συνέμιξαν. οἱ δὲ πρὸς μὲν ὀλίγον ἀντέσχον,
 εἶτα νῶτα τρέψαντες ἔφευγον. καὶ οἱ ἐντός, ὡς
ἕκαστος ἠδύνατο ὁπλισάμενοι ἴ’ ἐπικουρήσοντες τοῖς
ὁμοφύλοις ἐξῄεσαν, καὶ ἀσυντάκτως αὐτοῖς χωροῦςσιν
ὑπαντιάζοντες οἱ Ῥωμαῖοι ἀνῄρουν πολλούς, οἱ
δὲ εἰς τήν πόλιν αὖθις ἀνθυπενόστουν. ἀλλ’ ἱππέων
 τινῶν ἐξιππασαμένων καὶ τὴν εἰς τὴν πόλιν
ἀπάγουσαν ἀτραπὸν ἐπιτειχισάντων , οἱ βάρβαροι
ἀνὰ τὸν ἐκτὸς τοῦ ἄστεος χῶρον ἐσκίδναντο · ἔνθα
οἱ μὲν ἐζωγροῦντο, οἱ δὲ καὶ ἐκτείνοντο, οἱ δ’ ἐν
τῇ πόλει τὰς πύλας κλείσαντες ἐπολιορκοῦντο. τῇ
 δ’ ἐξῆς τοῦ παρακοιμωμένου Βασιλείου μετὰ πάσης 
τῆς στρατιᾶς ἐλθόντος, ἐρρωμενέστερον ὁ βασιλεὺς
τῇ πολιορκίᾳ ἐπικεχείρηκε, καί τινες διὰ κλιμάκων
εἰς τὸ τεῖχος ἀναβεβήκασι, καὶ τοὺς ἐκεῖ τῶν βαρβάρων
καταληφθέντας συγκόψαντες ξίφεσι τὰς πύλας
 ἠνέῳξαν καὶ τῇ Ῥωμαϊκῇ στρατιᾷ πάση ῥᾳδίαν
παρέσχον τὴν εἴσοδον. καὶ οὕτω μὲν τὸ τῆς Περσθλάβας
ἄστυ Ῥωμαίοις κατέστη ἁλώσιμον , ἔνθα

 
καὶ ὁ τῶν Βουλγάρων βασιλεὺς ὁ Βορίσης ἑάλω, ᾦ
καὶ πᾶσι δὲ τοῖς Βουλγάροις ἐπιεικῶς ὁ αὐτοκράτωρ
ἐχρήσατο, ἀνέτους αὐτοὺς ἀφιείς, οὐ κατὰ Βουλγάρων
λέγων ἄρασθαι ὅπλα, κατὰ δέ γ’ ἑ τῶν Ῥώς.
πολλῶν δὲ Σκυθῶν εἰς ὀχύρωμά τι προσπεφευγότων, 
τῶν, ἐξελεῖν καὶ τοῦτο ὁ βασιλεὺς ἐκέλευσεν. οἵδε
 στρατιῶται διὰ τὸ τοῦ τόπου δυσάλωτον ἦ σ’ ἀν’ ἀπρόθυμοι.
ὅ γνοὺς ὁ Ἰωάννης αὐτὸς πρὸ τῶν ἄλλων
πεζὸς ἀπῄει πρὸς τὸ ὀχύρωμα, κἀντεῦθεν ἐκεῖ συνέθεον
ἅπαντες· καὶ ἥλω κἀκείνων σπουδῇ τὸ ὁχύρψμα 
καὶ τῶν ἐν αὐτῷ οἱ μὲν διεφθάρησαν, ἔνιοι
δὲ καὶ ἁλωτοὶ Ῥωμαίοις ἐγένοντο. τούτῳ μὲν οὖν
τῷ ἄστει φρουρὰν ἐγκατέστησεν ὁ βασιλεὺς ἀξιόμαχον,
ἐκεῖνος δὲ ἀπῄει πρὸς τὸ Δορόστολον, ὃ καὶ
Δρίστρα καλεῖται, καί τινας πόλεις ἑλὼν κατὰ πάροδον 
καὶ φρούρια ἐκπορθήσας ἐφθάκει πρὸς τὸ
Δορόστολον. ἦν δὲ πρὸ τῆς πόλεως ταύτης ἐστρατοπεδευκὼς
ὁ τῶν Ῥὼς ἀρχηγὸς ὁ Σφενδοσθλάβος.
ὡς οὖν εἶδον ἀλλήλας αἱ στρατιαί, συνερράγησαν ἐπ’
ἀλλήλας εὐθύς, καὶ τὸ μὲν πολὺ τῆς ἡμέρας ἄγχω 
 μάλως ἐμάχοντο, περὶ δὲ δείλην ὀψίαν ἀπειρηκότες
οἱ Ῥὼς ἐνέκλιναν πρὸς φυγήν, καὶ οἱ Ῥωμαῖοι ἐδίωκον,
πλεῖστοι μὲν οὖν τῶν βαρβάρων ἀπώλοντο,
οὐ μείους δὲ ἐζωγρήθησαν , οἱ δ’ εἰς τὸ Δορόστολον
ἐπᾶνήλθοσαν. καὶ ὁ βασιλεὺς πρὸ τῆς πόλεως 
πηξάμενος χάρακα τὰς τριήρεις τὸν Ἴστρον φυλαξούσας
προσέμενεν, ἵνα μὴ οἱ Ῥὼς ἀποδράσαιεν. ὁ
δὲ Σφενδοσθλάβος οὓς κατεῖχε Βουλγάρους, εἰς εἴκοσι
χιλιάδας ὄντας, ὡς λέγεται, πάντας ὑπὸ δεσμοῖς
 ἐποιήσατο, δείσας μὴ ἐπανασταῖεν αὐτῷ ἤ τῷ βασιλεῖ 
προσχωρήσωσιν. ὡς δὲ καὶ ὁ στόλος παρῆν,
ἐπολιόρκει τὴν πόλιν ὁ βασιλεύς. ἐκ Κωνσταντείας

 
δὲ καὶ φρουρίων ἑτέρων πρέσβεις πρὸς τὸν βασιλέα
ἀφίκοντο αἰτοῦντες συγγνώμην καὶ ἑαυτοὺς
παραδιδόντες αὐτῷ καὶ τὰ φρούρια. καὶ ταῦτα μὲν 
οἶ Ῥωμαῖοι παρέλαβον, ἡ δὲ τοῦ Δοροστόλου πολιορκία
 ἐφ’ ἡμέρας διήρκεσε πλείονας, τῶν βαρβάρων
εὐψύχως ἀνταγωνιζομένων. ὡς δ’ ἐκ τῶν πολέμων
τῶν συνεχῶν πολλοὶ τραυματίαι γεγόνασιν,
ἤδη δὲ αὐτοὺς καὶ τὰ ξωαρκῆ ἐπιλέλοιπεν , ἤρξαντο
σφίσι θραύεσθαι τὰ φρονήματα. ἀλλ’ ὁ Σφενδοσθλάβος
 νύκτα φυλαξάμενος ἀσέληνον καὶ χειμέριον,
ἐν μονοξύλοις ἄνδρας ἐμβιβάσας ὡσεὶ δισχιλίους,
καὶ αὐτὸς ἐκείνοις συνεμβεβηκώς, ἀπῆλθεν
ἐπισιτίσασθαι, καὶ συλλέξαντες τὰ χρειώδη εἰς τὸ
Δορόστολον ἐπανῄεσαν. καί τινας τῶν Ῥωμαίων
 θεράποντας περὶ τὸν ποταμὸν ἐσκεδασμένους κατ’
ἄλλας καὶ ἄλλας χρείας ἰδόντες, ἐκβάντες τῶν πλοίων
ἐνίους ἀπέκτειναν , καὶ λαθόντες αὖθις εἰς τὸ Δορόστολον
ἐπανήλθοσαν. τοῦτο πάνυ τὸν βασιλέα 
ἐλύπησε, καὶ τοῖς τοῦ στόλου κατάρχουσιν ἐπιχόλως
 εἶχε, καὶ εἰ ἔτι λάθοιεν αὐτοὺς οἱ βάρβαροι
ἀποπλεύσαντες, ἠπείλησε θάνατον εἶναι σφίσι τὸ
ἐπιτίμιον. ἐφ’ ὅλαις δὲ ἡμέραις ἐξήκοντα πολιορκήσας
τὴν πόλιν, καὶ μήπω ταύτην ἑλών, ἔγνω λιμῷ
τοὺς ἔνδον καταγωνίσασθαι , καὶ περικάθηται ταύτην,
 ἐπιτηρῶ ’ν ἀκριβῶς ἵνα μήποθεν αὐτοῖς χρειῶδές
τι κομισθῇ. οἶ δὲ βάρβαροι πολλάκις ἐκδρομὰς
ποιησάμενοι ἥττηντο· ἐπεὶ δὲ καὶ τῷ λιμῷ
ἐπιέζοντο, καὶ οὔτε τῆς τῶν ἀναγκαίων ἦν αὐτοῖς
χορηγίας ἐλπίς, οὐδὲ μέντοι γε συμμαχίας , οἱ μὲν
 ἀποδρᾶναι νυκτὸς συνεβούλευον , οἶ δὲ Ρωμαίοις
ἑαυτοὺς πιστεῦσαι, καὶ οὕτως ἐπανελθεῖν εἰς τά
ἴδια, οἶ δ’ ἄλλο τι ὑπετίθουν.

Ὁ δέ γ’ ἑ Σφενδοσθλάβος ἔτι ἅπαξ Ῥωμαίοις παρᾐνει
 μαχέσασθαι, καὶ ἤ περιγενέσθαι τε καὶ σωθήσεσθαι
ἢ προτιμῆσαι θάνατον εὐκλεᾶ ζωῆς δυστυχοῦς.
ταῦτα ὁ μὲν εἶπε , τὸ δὲ πλῆθος ἐπῄνεσε, καὶ
τῇ ἑξῆς θανατῶντες τοῖς Ῥωμαίοις προσπλέκονται, 
καὶ μέχρι πολλοῦ ποτὲ μὲν οἱ Ῥωμαῖοι περιεγίνοντο
τῶν Σκυθῶν, ποτὲ δὲ τῶν Ῥωμαίων οἱ βάρβαροι.
ὡς δ’ ἐφράσατο τὴν τοῦ τόπου στενοχωρίαν ὁ βασιλεὺς
τοῖς ἐναντίοις εἶναι πρὸς λυσιτέλειαν, μὴ
οἵων τε ὄντων τῶν Ῥωμαίων ἐπιέναι αὐτοῖς ἀθρόων, 
τοῖς στρατηγοῖς ὑπέθετο τὰ τάγματα πρὸς τὸ πεδίον
ἡρέμα ὑπάγειν χωροῦντα κατὰ βραχύ τοῦτο
γενόμενον τοῖς βαρβάροις δειλίας τῶν Ῥωμαίων καὶ
 φυγῆς παρέσχετο δόκησιν , καὶ εἴποντο ἀλαλάξαντες.
ὡς δὲ πρὸς εὐρύτερον πεδίον ἐγένοντο, σύνθημα 
τοῖς Ῥωμαίοις ὁ βασιλεὺς ἐπιστροφῆς δέδωκε,
καὶ ἀναστρέψαντες προσβάλλουσι τοῖς βαρβάροις,
καὶ γίνεται φρικώδης ὁ πόλεμος. ὁ βασιλεὺς δὲ
τὸν μάγιστρον Βάρδαν τὸν Σκληρὸν μετὰ τῶν ὑπ’
αὐτὸν ταγμάτων ἀποκλεῖσαι τὴν πρὸς τὴν πόλιν 
εἴσοδον τοῖς βαρβάροις ἐκπέπομφεν. ἡ δὲ μάχη
μέχρι πολλοῦ ἰσόρροπος ἢν. λέγεται δὲ θειοτέρας
ἐπικουρίας τότε τοὺς Ῥωμαίους τυχεῖν. θύελλα γὰρ
κατὰ πρόσωπον τοῖς Σκύθαις προσέβαλλε καί τις
ἔφιππος ὡρᾶτο πολλοῖς τῶν Ῥωμαίων ὑπεραγωνιξόμενος 
καὶ συγκλονῶν τῶν βαρβάρων τὰς φάλαγγας.
 ἦ ’ν δὲ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς μάχης ἐκείνης ἡ
τοῦ στρατηλάτου Θεοδώρου τοῦ περιωνύμου ἐν
μάρτυσι τελουμένη μνήμη τρέπονται οὑν οἱ Σκύθαι,
καὶ πρὸς τὴν πόλιν ὡρμήκεσαν · ἀλλ’ ἦν ἐκείνη 
αὐτοῖς οὐκ εἰσιτητή, ἤδη γὰρ παρὰ τοῦ Σκληροῦ
ἀπεκέκλειστο ἡ εἰς ταύτην εἰσέλευσις, καὶ λοιπὸν

 
ἐπὶ τὰ ταύτης προάστεια διεσκίδναντο καὶ καταλαμβανόμενοι
διεφθείροντο καὶ ὑπ’ ἀλλήλων ἀπώλλυντο
συνωθούμενοί τε καὶ συμπατούμενοι, ὡς δυσαρίθμους
τοὺς ἀνῃρημένους εἶναι. οἶ δὲ περιλειφθέντες
 τραυματίαι γεγόνασι ξύμπαντες. ἐγνώσθη
δὲ ὅτι ὁ στρατηλάτης Θεόδωρος ἦν, ὃς τοῖς Ῥωμαίοις
τότε κατὰ τῶν βαρβάρων ἐπεκούρησέ τε καὶ συνεμάχησεν. 
ἐντεῦθεν γύναιόν τι εὐλαβείᾳ συνεξηκὸς
καὶ σεμνότητι κατὰ τὸ Βυζάντιον μιᾷ πρὸ τῆς μάχης
 ταύτης ἡμέρᾳ ἔδοξε καθ’ ὕπνους τὴν ἁγίαν
θεοτόκον ὁρᾶν προιοῦσαν καὶ προπεμπομένην ὑπό 
πολλῶν, ἀκοῦσαί τε τῆς θεομήτορος λεγούσης πρὸς
ἕνα τῶν προιόντων αὐτῆς ‘‘κύριε Θεόδωρε, ὁ ἐμὸς
καὶ σὸς Ἰωάννης ἀγῶνας ἔχει βαρεῖς· σπεῦσον οὖν,
 αὐτῷ ἐπικούρησον.” ἐξέφηνεν οὖν τισιν ἡ γυνὴ τὸ
ἐνύπνιον. οἱ δὲ τὴν ἡμέραν ἐσημειώσαντο, καὶ ἤν
ἡ πρὸ τῆς τελευταίας μάχης. τὸν μάρτυρα δ’ ὁ
βασιλεὺς τῆς βοηθείας ἀνταμειβόμενος ναὸν αὐτῷ
κατὰ τὴν Εὐχάνειαν ἢ Εὐχάϊτα περικαλλῆ ἐδομήσατο,
 τὸν πρῴην καταβαλών , ἐν ᾧ τὸ πολύαθλον
ἐκείνου σῶμα κατέθετο, καὶ τὴν πόλιν ἀντὶ τῆς
προτέρας αὐτῆς κλήσεως Θεοδωρόπολιν ἐπωνόμασεν.
ὁ δὲ βάρβαρος Σφενδοσθλάβος πάντοθεν ἀπογνοὺς
διεπρεσβεύσατο πρὸς τὸν βασιλέα, συγγνώμην
 αἰτῶν καὶ εἰς τὰ οἰκεῖα ἐπανελθεῖν ἐξαιτούμενος 
καὶ τοῖς συμμάχοις Ῥωμαίων συντάττεσθαι καὶ
τὸν βουλόμενον Σκύθην ἰέναι πρὸς τὰ Ῥωμαίων ἤθη
καὶ ἐν αὐτοῖς ἐμπορεύεσθαι. καὶ ὁ βασιλεὺς τὰς αἰτήσεις
προσήκατο καὶ πάσας ἐπλήρωσεν· εἶτα καὶ
 αὐτὸς ὁ Σφενδοσθλάβος ἀφίκετο πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
καὶ αὐτῷ συνωμίλησεν, ᾐτήσατό τ’ ἑ τοῖς
Πατξινάκαις δηλῶσαι μὴ κωλῦσαι τοῖς Ῥὼς οἴκαδε

 
ἀπιοῦσι διὰ τῆς σφετέρας χώρας τὴν δίοδον. καὶ ὁ
βασιλεὺς τοῦτ’ ἐκείνους ποιῆσαι ἠξίωσε καὶ συμμάχους
ἔχειν αὐτούς, μηδὲ διαβαίνειν τὸν Ἴστρον
καὶ τὴν Βουλγαρίαν ληίζεσθαι. οἱ δὲ τοῖς μὲν ἄλ-
 λοις συνέθεντο, πρὸς δὲ τὴν δίοδον τῶν ῾Ρὼς ἀπηγόρευσαν.

Τοιούτῳ δὲ τέλει τοῦ πρὸς τοὺς ῾Ρὼς πολέμου
καταλυθέντος ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπανέζευξε,
καὶ ὑπεδέχθη λαμπρῶς ὑφ’ ὅλου τοῦ πολιτεύματος.
ὅ τε γὰρ πατριάρχης προυπηντήκει αὐτῷ 
μετὰ τοῦ κλήρου παντὸς καὶ οἱ τῆς γερουσίας καὶ
οἱ τοῦ δήμου, στεφάνους προσάγοντες καὶ τέθριππον
ἅρμα, οἱ δ’ ἵπποι τούτου λευκοί, ἐδέοντό τε
τοῦ ἅρματος ἐπιβεβηκότα τελέσαι τὸν θρίαμβον. ὁ
δὲ τοὺς μὲν στεφάνους ἐδέξατο, ἵππῳ τε κέλητι καὶ 
τούτῳ λευκῷ ἐθριάμβευσε, τῷ δέ γε τεθρίππῳ τὰς
βασιλικὰς στολὰς τῶν Βουλγάρων βασιλέων ἐπέθετο,
 καὶ τούτων ἄνωθεν εἰκόνα τῆς θεομήτορος,
καὶ προῄει τὸ ἅρμα. κατὰ δὲ τὴν Πλακωτὴν λεγομένην
γενόμενος ἀγορὰν ἀπέδυσε τόν Βορίσην τὰ 
τῆς παρὰ τοῖς Βουλγάροις βασιλείας παράσημα καἰ
τῷ τῶν μαγίστρων ἐτίμησεν ἀξιώματι. ὁ μέντοι
Σφενδοσθλάβος μετὰ τῶν ῾Ρὼς ἐπ’ οἴκου ἀναζευγνὺς
λόχοις περιπίπτει τῶν Πατξινάκων, καὶ πάντες ἀθρόοι
ἀπώλοντο. οὗτος ὁ βασιλεὺς τὸν ἐν τῇ Χαλκῇ ναόν 
τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ μεγαλοπρεπῶς ἐδομήσατο. τοῦ
δὲ πατριάρχου Βασιλείου ἐπί τισι κατηγορηθέντος
ἐγκλήμασι, καὶ καθαιρεθέντος συνοδικῶς μετὰ τέσσαρας
ἐνιαυτοὺς τῆς αὐτοῦ προχειρίσεως, ἐχειροτονήθη
πατριάρχης ὁ Στουδίτης Ἀντώνιος. ὅτι δὲ αἱ 
 προσκτηθεῖσαι ῾Ρωμαίοις πόλεις κατὰ τὴν ἕω πρὸς
ἀποστασίαν ἀπεῖδον καὶ τὸν τῆς δουλείας ζυγὸν

 
ἀπεσείσαντο καὶ τοὺς δεσμοὺς διέρρηξαν τῆς τῶν
῾Ρωμαίων ἀρχῆς, ἐξεστράτευσεν ὁ βασιλεὺς κατ’ αὐτῶν,
καὶ οὓς μὲν ἀπραγμόνως ὑποκύψαντας αὖθις,
οὓς δὲ σιδήρῳ καὶ ἀνάγκῃ πολλῇ τῷ ζυγῷ τῆς τῶν
 ῾Ρωμαίων ἀρχῆς ὑπηγάγετο. ἀναζευγνὺς δ’ ἐκεῖθεν,
καὶ γενόμενος κατὰ τὴν Ἀνάβαρζαν καὶ τὸ Ποδανδόν,
ὁρῶν τε κἀνταῦθα καὶ ἐν ἄλλαις χώραις πολλαῖς
χωρία πολυάνθρωπά τε καὶ πάμφορα, ἠρώτα
οὗ εἶεν. καὶ μανθάνων ὅτι τοῦ παρακοιμωμένου
 εἰσὶ Βασιλείου, τὰ μὲν παρὰ τοῦ βασιλέως Νικηφόρου
τοῦ Φώκα, τὰ δὲ παρ’ αὐτοῦ δομεστίκου τυγχάνοντος
τῶν σχολῶν, τὰ δὲ παρ’ ἑτέρων προσκτηθέντα
τῇ βασιλείᾳ καὶ δωρηθέντα αὐτῷ, ἤλγησέ τε 
καὶ δεινὸν εἶπεν εἰ τῶν δημοσίων κτημάτων καὶ ἐφ’
 οἷς πολλοὶ μὲν ἔπεσον ἀγαθοὶ ἄνδρες, πολλοὶ δὲ 
ἐκακουχήθησαν, εἷς ἐκτομίας καταπολαύει. ταῦτα
παρά του τῷ παρακοιμωμένῳ iκαταγγελθέντα πρὸς
ἐπιβουλὴν τοῦ βασιλέως αὐτὸν ἀνηρέθισαν, καί τι δηλητήριον
κερασάμενος φάρμακον, οὐ δραστήριον οὐδ’ 
 ὠκύμορον, ἀβληχρὸν δὲ καὶ χρόνῳ τὸν πεπωκότα
κατεργαζόμενον, καὶ ὑπελθὼν δώροις τὸν οἰνοχοεύειν
εἰωθότα τῷ βασιλεῖ, ἐγχεῖ τοῦτο τοῦ κρατοῦντος τῇ
κύλικι, ὅ ποθὲν κατὰ βραχὺ τὴν τοῦ πιόντος ἐσίνετο
δύναμιν καὶ διέφθειρε τὴν ἕξιν τοῦ σώματος,
 ἕως συνήλασε καὶ εἰς τὸν μόρον τὸν αὐτοκράτορα.
οὕτως οὖν τῶν τῇδε μεταστὰς ὁ Τζιμισκῆς Ἰωάννης
καταλείπει τὴν βασιλείαν τοῖς κληρονόμοις αὐτῆς 
τῷ Βασιλείῳ δηλαδὴ καὶ τφ͂ Κωνσταντίνῳ τοῖς
υἱέσι τοῦ ῾Ρωμανοῦ, βασιλεύσας ἔξ πρὸς τῷ ἡμίσει
 ἐνιαυτούς. ὃ δέ γε μικροῦ διέλαθεν ἄν, ἥκω διηγησόμενος.
ὅπως μὲν οὖν ὁ κουροπαλάτης Λέων ὁ
Φωκᾶς καὶ ὁ ἐκείνου υἱὸς ὁ Νικηφόρος κατακρι-

 
θέντες ἐκτύφλωσιν οὐκ ἐστερήθησαν τοῦ φωτός, λάθρᾳ
τοῦτο τοῦ βασιλέως περὶ αὐτῶν ἐπισκήψαντος,
ἤδη ἱστόρηται. ἔχοντες δ’ ἔτι τὰ ἑαυτῶν ἀλώβητα
ὄμματα οὐκ ἠγάπων σωζόμενοι, ἀλλὰ τῇ βασιλείᾳ
καὶ πάλιν ἐπιθέσθαι διεμελέτων, πολλοὺς τῶν περὶ 
τὴν πόλιν καὶ τὰ βασίλεια ἑαυτοῖς ὁμοφρονοῦντας
κτησάμενοι. ἀΠ’ ἐφωράθησάν τ’ ἑ καὶ συνεσχέθησαν,
ἑνὸς τῶν συνωμοτῶν τὸ μελέτημα συνεσχέθηλαντος,
 οὐκέτι γοῦν φιλανθρωπίας ἠξίωντο , ἀλλ’
ἀσυμπαθῶς τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξωρύχθησαν, καὶ τοῦτο 
τέλος αὐτοῖς τῆς εὐτυχίας καὶ τοῦ περὶ τὴν βασιλείαν
ἐγένετο ἔρωτος.

Ἁποκατέστη τοίνυν τὸ τῶν Ῥωμαίων σκῆπτρον
τοῖς τούτῳ κατὰ γένος προσήκουσι, τῷ Βασιλείῳ καὶ
τῷ Κωνσταντίνῳ φημί, ὧν ὁ μὲν εἰκοστὸν ἤνυε 
τῆς ἡλικίας ἐνιαυτόν, ὁ δέ γε Κωνσταντῖνος ἑπτακαιδέκατον.
ἀλλ’ οὗτοι μὲν τὰ τῆς βασιλείας περιέκειντο
σύμβολα, τὴν δ’ ἐξουσίαν ὁ πρόεδρος Βασίλειος
περιέξωστο ἀτεχνῶς. ἠνείχετο δὲ ὁ Βασίλειος
μήπω πεποιθὼς ἑαυτῷ, καὶ οἶον παιδοτρίβῃ τῷ παρακοιμωμένῳ 
προσεῖχε καὶ ἑαυτὸν ἐρρύθμιζε πρὸς
τὴν ἐκείνου τῶν δημοσίων πραγμάτων μεταχείρισιν
καὶ διοίκησιν, ὡς ἂν καιροῦ καλοῦντος οὕτω
 καὶ αὐτὸς τὰ περὶ τοὺς στρατιωτικοὺς καταλόγους
καὶ τὰ τῆς πολιτικῆς εὐνομίας μεταχειρίσηται. ἦν 
γὰρ τὸ ἦθος ἐγρηγορὼς καὶ δραστήριος, ἀλλ’ οὐκ
ἀνειμένος κατὰ τὸν ἀδελφὸν καὶ περὶ τὸν ἀργὸν
βίον ἐσχολακώς. ἄρτι γοῦν εἰς τοὺς ὁμαίμονας τούτους
περιέστη περιέστη τὸ κράτος καὶ αὐτίκα ἐκ τῆς ὑπερορίας
τὴν τούτους κατάγει τεκοῦσαν ὁ πρόεδρος καὶ 
τοῖς υἱοῖς ἀποδίδωσιν. ὑποπτεύων δὲ τὸν μάγιστρον
Βάρδαν τὸν Σκληρόν, στρατηλάτην ὄντα καὶ πάσας

 
ὑφ’ ἑαυτὸν ἔχοντα τὰς ἑῴας δυνάμεις, ἀφαιρεῖται
μὲν αὐτοῦ τὴν τοῦ στρατηλάτου ἀρχήν, δοῦκα δὲ
Μεσοποταμίας αὐτὸν προχειρίζεται. τοῦτο σφόδρα
ἠνίασε τὸν Σκληρόν, καὶ ἄλλως ἀεὶ τρέφοντα παρ’
 ἑαυτῷ τῆς βασιλείας τὸν ἔρωτα πρὸς ἀποστασίαν
ἠρέθισε. καταλαβὼν οὖν τὴν ἀρχὴν εἰς ἣν προεβέβλητο 
πολλοῖς ἀνεκάλυψε τὸ ἀπόρρητον. φιλούμενος
δὲ διὰ τὰς ἀριστείας ὑπὸ παντὸς τοῦ στρατεύματος
πειθηνίους εἶχε σχεδὸν ἅπαντας. ὅτι δ’
 ἦν ἐν τῇ βασιλίδι τῶν πόλεων ὁ παῖς αὐτοῦ ῾Ρωμανός,
ἔσπευσε σχεῖν κἀκεῖνον παρ’ ἑαυτῷ, καὶ
στείλας λάθρᾳ τινὰ ἠδυνήθη καὶ τὸν υἱὸν λαθόντα
ὑπαγαγέσθαι, καὶ αὐτίκα τῇ τυραννίδι ἐπικεχείρηκε,
ταινίᾳ τε βασιλείῳ τὴν κεφαλὴν ἀναδεῖται καὶ φοινικοῖς
πεδίλοις τοὺς πόδας ὑποδεῖται, καὶ εὐφημεῖται
ὡς βασιλεύς, καὶ χρήματα συλλέξαι ποιεῖται
σπουδήν, καὶ συμμάχους προσειλήφει, τόν τε τῆς
Ἀμίδης ἀμηρᾶν, οὕτω γὰρ τὸ Ἐμὲτ καλεῖται, καὶ 
τὸν τῆς Μαρτυρουπόλεως, ἡ δὲ Μιεφερκεὶμ ὀνομάζεται,
ἀλλὰ μέντοι καὶ Ἄραβας. τούτους οὖν 
συμπαραλαβὼν ἠπείγετο πρὸς τὴν Κωνσταντίνου,
ἐλπίσι χρησταῖς αἰωρούμενος, ἃς καὶ ἄλλοθεν ἔθαλπε,
μᾶλλον μέντοι ἐξ ὀνείρου τινὸς μοναχοῦ ἀρετὴν
μετιόντος. ἔδοξε γὰρ ἐκεῖνος ὁρᾶν τὸν Σκληρὸν
γυναικί τινι ἐφ’ ὑψηλῆς καθημένῃ περιωπῆς προσελθειν,
τὴν δὲ μάστιγα αὐτῷ ἐγχειρίσαι βασιλικήν.
ἡ μάστιξ δ’, ὡς ἔοικεν, ἦν σύμβολον τῆς
θείας ὀργῆς καὶ τῆς ἐκ τῶν ἐμφυλίων πολέμων
τῶν ῾Ρωμαίων φθορὰς, ἣν ὁ Σκληρὸς δηλοῦν τὴν
βασιλείαν ἐνόμιζε, πρὸς τὴν οἰκείαν ἔφεσιν κρίνων
τὸ ὅραμα. τῆς δὲ περὶ τῆς τυραννίδος τοῦ Σκληροῦ 
φήμης φθασάσης πρὸς τοὺς κρατοῦντας ἡτοι-

 
μάζετο τὸ περιλειφθὲν στρατιωτικὸν ἀντικαταστῆναι
τῷ ἀποστάτῃ. ἐν τοσούτῳ δὲ στέλλεται πρὸς
ἐκεῖνον ὁ Νικομηδείας ἀρχιερεὺς πρεσβεύσων, καὶ
πολλὰ μὲν ἐπαγωγὰ πρὸς εἰρήνην διειλέχθη αὐτῷ,
ἀλλ’ οὐκ ἔπεισε. δείξας γὰρ αὐτῷ ὁ Σκληρὸς τὸ 
κοκκοβαφὲς πέδιλον ἀδύνατον εἶπε τὸν ἅπαξ τοῦτο
ὑποδησάμενον ῥᾷον ἀποβαλεῖν. ἱͅταύτην τὴν ἀπόκρισιν
ὡς ἔγνων οἱ περὶ τὰ βασίλεια, ἐξ ἀνάγκης πρὸς
μάχην ὡρμήκεσαν. ἦν δὲ τῆς βασιλικῆς δυνάμεως
στρατοπεδάρχης ὁ ἐκτομίας Πέτρος ὁ τοῦ Φώκα, 
οὗ καὶ πρῴην ἐμνήσθημεν. ὡς γοῦν ἀλλήλοις ἀντεστρατοπεδεύσαντο
τὰ στρατεύματα παρὰ Λιπάραν,
ἣ καὶ Λυκανδὀν ὠνομάζετο, καὶ πρὸς ἄλληλα συνερράγησαν,
ἐπὶ μέν τινα καιρὸν ἀντεῖχον οἱ βασιλικοὶ
γενναίως, ἔπειτα τρέπονται καὶ ἀναιροῦνται 
πολλοί, καὶ τὸ στρατόπεδον ὑπὸ τοὺς ἐναντίους
 γενόμενον διαρπάζεται. εἶτα καὶ τὴν Τζαμανδὸν
πολυπληθῆ πόλιν ἐκ προσελεύσεως τῶν οἰκούντων
αὐτὴν εἰληφὼς χρημάτων ἐσμὸν ἐξ αὐτῆς συνηθροίκει.
οὕτω δὲ περιγενόμενος τοῦ στρατεύματος 
τοῦ βασιλικοῦ πολλοὺς ἐκ τούτου πρὸς ἑαυτὸν ἐπεσπάσατο,
ἀπεγνωκότας ἤδη τὰς σωζούσας ἐλπίδας
περὶ τοῖς βασιλεῦσι, καὶ αὐτῷ προσερρύησαν οὐ
τῶν ἀνωνύμων μόνον στρατιωτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν
περιωνύμων πολλοί. ὡς δὲ ταῦτα τῷ παρακοιμωμένῳ 
ἠγγέλθησαν, στέλλεται αὖθις Λέων ὁ πρωτοβεστιάτιος,
ἄκρατον ἐξουσίαν ἐμπιστευθεὶς καὶ πάντα
πράττειν ὅσα καὶ βασιλεῦσιν ἀνεῖται ἄδειαν εἰληφώς,
εἶπεν ἄν τις τῇ Λατίνων φωνῇ τόν ἄνδρα
 δικτάτωρα, καὶ συνελθὼν τῷ στρατοπεδάρχῃ ὁ πρωτοβεστιάριος 30
ἐπειράθη μὲν ὑποσχέσεσι καὶ τιμαῖς
τοὺς περὶ τὸν Σκληρὸν ἐπισπάσασθαι· ὡς δ’ ἀνη-

 
νύτοις ἔγνω ἐπιχειρεῖν, παρελάσας νυκτὸς τὸν Σκλη-
ρὸν ἐχώρει πρὸς τὴν Ἀνατολήν. ἐντεῦθεν δέος τοὺς
περὶ τὸν Σκληρὸν εἶλε περὶ τῶν φιλτάτων αὐτῶν,
καὶ τὸν ἀποστάτην καταλιμπάνοντες τῷ πρωτοβεστιαρίῳ
προσῄεσαν. κὰκ τούτου δείσας ὁ Σκληρὸς
τὸν μάγιστρον Μιχαὴλ τὸν Βούρτξην(??) προσκεχωρηκότα
αὐτῷ καὶ Ῥωμανὸν πατρίκιον τὸν Ταρωνίτην
μετὰ στρατιᾶς ἔπεμψε κατὰ τοῦ πρωτοβεστιαρίου.
οἳ προσβαλόντες ἐκείνῳ ἡττήθησαν. ὡς δ’ ἐγνώσθη
τῷ Σκληρῷ ἡ τῶν πεμφθέντων ἧττα, αὐτὸς
σὺν παντὶ τῷ ὑπ’ αὐτὸν στρατεύματι κατὰ τοῦ
πρωτοβεστιαρίου χωρεῖ, καὶ συρρήγνυται τῇ μετ’ 
αὐτοῦ στρατιᾷ καὶ νικᾷ. καὶ ὁ μὲν στρατοπεδάρχης
Πέτρος ἂν ᾖ ρητο, ὁ δὲ πρωτοβεστιάριος ἑαλώκει.
αὕτη ἡ νίκη ἐπὶ μέγα μὲν ἦρε τὰ τοῦ Σκληροῦ,
τὰ δὲ τῶν βασιλέων εἰς ἀπόγνωσιν ἤνεγκε,
καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ ἐθαλασσοκράτει ὁ ἀποστάτης.
στόλον οὖν ὁ παρακοιμώμενος ἑτοιμάσας ἐκπέμπει
κατὰ τοῦ στόλου τοῦ ἀποστάτου, καὶ ναυμαχίας
γενομένης ὁ στόλος ὁ τοῦ Σκληροῦ κατεναυμαχήθη
καὶ διεσκέδαστο. ὡς οὖν ἠρέμει τὰ κατὰ τὴν θάλασσαν,
τὰ κατὰ τὴν ἤπειρον ὁ παρακοιμώμενος
διετίθετο, καὶ τὸν Ἐρωτικὸν εἰς Νικαίαν ἔπεμψε
τὴν τῆς Βιθυνίας μητρόπολιν, ταύτην φρουρήσοντα,
ᾗ προσβαλὼν ὁ Σκληρὸς ἀπεκρούσθη, καὶ λιμῷ τοὺς
ἐν αὐτῇ προδοῦναι ταύτην ἠλπίκει, καὶ μέντοι ἐχρονοτριβήθη 
ἐκεῖ, σιτοδείᾳ τοὺς ἔνδον πιέζεσθαι παρεσκεύασεν
ἔγνω γοῦν ὁ Ἐρωτικὸς ἀπάτῃ καταστρατηγῆσαι 
στρατηγῆσαι τὸν ἐναντίον, καὶ τοὺς σιτῶνας ψάμμου
ἐπλήρωσε, καὶ τὴν ψάμμον σίτῳ ἐπέχρωσεν, ὡς δοκεῖν
τὸν ὄγκον ἅπαντα σῖτον εἶναι. ἔχων οὖν τινας
ἁλωτοὺς ἐκ τοῦ στρατοπέδου τῶν ἐναντίων, αὐτοῖς

 
τοὺς σιτῶνας οὐδ’ ἡμιδεεῖς ὄντας ὑπέδειξε, καὶ δι’
αὐτῶν ἐδήλωσε τῷ Σκληρῷ μὴ δεδιέναι τὴν πολιορκίαν
τήν ἐκ λιμοῦ. ‘’εἰ δέ μοι” ἔφη ‘‘πίστεις
δοίης μεθ’ ὧν βούλομαι παραχωρῆσαί μοι ἀπελ-
θεῖν, ὑπεκστήσομαί σοι τῆς πόλεως τὰ σὰ φρονῶν.”
περιχαρῶς τούτων ἤκουσεν ὁ Σκληρὸς καὶ πίστεις
αὐτῷ παρέσχε, κἀκεῖνος τούς τ’ ἑ πλείους τῆς πόλεως
καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ στρατιώτας παρειληφὼς
τῆς πόλεως ἔξεισι, καὶ πρὸς τὴν μεγαλόπολιν ἄπεισι,
 καὶ ὁ Σκληρὸς εἴσεισιν εἰς τὴν Νικαίαν, καὶ τότε
ἔγνω καταστρατηγηθείς. ὁ δέ γε παρακοιμώμενος,
τοῦ Σκληροῦ ἐκεῖθεν ἀπάραντος καὶ τῇ βασιλευούσῃ
τῶν πόλεων πλησιάζοντος, ἀμηχανῶν ἦν. γνωσιμαχήσας
οὖν τὸν Φωκᾶν Βάρδαν ἐκ τῆς ὑπερορίας
ἀνεκαλέσατο, καὶ ὅρκοις αὐτὸν φρικώδεσιν
ἐνδησάμενος καὶ παλαμναιοτάταις ἀραῖς μὴ ἄν ποτε
τῇ βασιλείᾳ ἐπιθέσθαι μηδὲ κατὰ τῶν βασιλευόντων
βουλεύσασθαι, ταῖς περιλοίποις δυνάμεσι τὸν
ἄνδρα ἐφίστησι, μάγιστρόν τε τιμήσας καὶ χρήματα
δαψιλῆ παρασχόμενος καὶ τὴν κατὰ τοῦ Σκληροῦ ἑ
μάχην αὐτῷ ἀναθέμενος. ἄπεισιν οὖν ὁ Φωκᾶς. ὁ
Σκληρὸς δὲ τοῦτο μαθὼν τότ’ ἔγνω μέλλων μαχέσασθαι
 πρὸς ἀνταγωνιστὴν ἀξιόμαχον, καὶ ἄρας ἀπῄει,
καὶ περὶ τὸ Ἀμόριον συμπλέκεται τῷ Φωκᾷ, καὶ γίνεται
μάχη τῶν στρατευμάτων, καὶ ἤσαν ὑπερτεροῦντες
οἶ τοῦ Σκληροῦ, οἱ δὲ περὶ τὸν Φωκᾶν τὰ νῶτα
ἔτρεψαν. καὶ οὕτω μὲν τὰ τῆς μάχης ταύτης συμβέβηκε.
τῇ δ’ ἑξῆς οἱ τῶν στρατευμάτων ἐξάρχοντες
αὐτοὶ πρὸς ἀλλήλους μαχέσασθαι εἴλοντο καὶ
τὸν ἀγῶνα τὸν ὑπὲρ τοῦ παντὸς ἀναδέξασθαι. ἐπῆλθον 3
οὖν ἀλλήλοις, καὶ πρῶτος ἔφθη παίσας τὸν Φωκᾶν
Σκληρός, ὡς μὲν ἔ ἔνιοι λέγουσι, κορύνη κατὰ

 
τῆς κεφαλῆς, ὡς δ’ ἕτεροι, ξίφος ἐπανετείνετο κατ’
αὐτοῦ, τοῦ δὲ κλιθέντος πρὸς θάτερον μέρος καὶ
τὴν πληγὴν ἐκκλίναντος, ἔφθασε τὸ τοῦ ξίφους
ἄκρον τὸ οὖς ἐκτεμεῖν τοῦ ἵππου τοῦ τοῦ Φώκα. ὁ 
δέ γε Φωκᾶς ἀντέπληξε τὸν Σκληρὸν κορύνῃ κατὰ
τῆς κεφαλῆς, καὶ ὁ πληγεὶς σκοτοδινιάσας τῷ τοῦ
ἵππου τραχήλῳ ἐπέπεσεν, ὃν οἱ περὶ αὐτὸν κακῶς
ἔχοντα θεασάμενοι καὶ τῷ ἐκ τῆς πληγῆς αἵματι πεφυρμένον,
περιστάντες συνέσχον καὶ ἀπήγαγον εἰς
ἴ’ πηγήν , ἀνακτησόμενοί τε λειποψυχοῦντα τὸν ἄνδρα
τῶ ὕδατι καὶ τὸ καταρρεῦσαν τοῦ αἵματος ἀπορρύψοντες,
καὶ τοῦ ἵππου ἐκεῖνον ἀποβιβάσαντες ἐποίουν
τὰ εἰρημένα. ἐν τούτῳ δ’ ὁ ἵππος ὁ τοῦ Σκληροῦ
τὸν κατέχοντα ἐκφυγὼν καὶ ἀποσκιρτήσας ἐπιβάτου
χωρὶς ἐκρόαινεν ἀνὰ τὸ στρατόπεδον αἵματι τὴν
χαίτην διάβροχος, ὃν ἰδόντα τὰ τοῦ Σκληροῦ στρατεύματα,
ἐπίσημος γὰρ ἦν ὁ ἵππος, κεκλημένος Αἰγύπτιος, 
καὶ οἰηθέντα πεσεῖν τὸν ἑαυτῶν ἡγεμόνα,
ἀκρατῶς ὡρμήκεσαν πρὸς φυγήν. κατανοήσας δὲ
τὸ γινόμενον ὁ Φωκᾶς ἔπεισι τοῖς φεύγουσι τοὺς
οἰκείους παραθαρρύνας , καὶ πολλοὶ μὲν ἀνῄρηντο
ὑπὸ τῶν ἀντιπολέμων, πολλοὶ δὲ καὶ ἡλίσκοντο,
πλείους δ’ ὑέ ἀλλήλων ἐκτείνοντο συμπατούμενοι.
ἐντεῦθεν ἐντεῦθεν ὁ Σκληρὸς ἐξαπορηθεὶς μετὰ τῶν
περιλειφθέντων καταφεύγει πρὸς Χοσρόην τὸν Βαβυλώνιον.
τοῦτο μαθὼν ὁ βασιλεὺς ἔπεμψε πρὸς
Χοσρόην, ἀξιῶν μὴ προσδέξασθαι τὸν τυραννήσαντα
καὶ κατὰ τοῦ οἰκείου δεσπότου γενόμενον,
ἵνα μὴ καὶ καθ’ ἑαυτοῦ ὑπόδειγμα δοίη οὐκ ἀγαθόν.
ἔφερε δ’ ὁ πεμφθεὶς καὶ πρὸς τὸν Σκληρὸν
καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ ἔγγραφα τῇ βασιλικῇ βεβαιωθέντα
χειρί, ἀμνηστίαν αὐτοῖς τῶν πεπραγμένων

 
εύοντα, εἰ ἀποσταῖεν τῆς ἐγχειρήσεως καὶ τῷ
βασιλεῖ ὑποκύψαιεν. ταῦτα τὰ πρὸς τὸν Σκληρὸν
καὶ τοὺς μετ’ ἐκείνου βασίλεια γράμματα ὡς ἔγνω
 ὁ Βαβυλώνιος, αὐτόν τε τὸν τὴν πρεσβείαν πληροῦντα
καὶ τὸν Σκληρὸν καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ στρατιώτας
καθείργνυσιν. ἐνταῦθα μὲν οὖν τότε τὰ
τῆς ἀποστασίας ἔληξε τῷ Σκληρῷ.

Ἀντωνίου δὲ τοῦ πατριάρχου τὴν ἱερωσύνην
ἀπειπαμένου, ἣν ἐπὶ ἔτη ἥνυσεν ἔξ. καὶ μετὰ μικρὸν
τελευτήσαντος τέσσαρσι πρὸς τῷ ἡμίσεί ἐνιαυτοὺς
 ἀρχιερέως ἡ ἐκκλησία ἐχήρευεν, εἶτα ὁ
Χρυσοβέργης Νικόλαος προκεχείριστο. τὰ δὲ Βουλγάρων
αὖθις κεκίνητο· ὡς γὰρ ἡ τοῦ Τζιμισκῆ καγήγγελτο
τελευτή, τέσσαρσιν ἀδελφοῖς ἀνατιθέασι
τὴν σφετέραν ἀρχήν, Δαβέδ, Μωυσῇ, Ἀαρών τε
καὶ Σαμουὴλ, οἳ κομητόπωλοι ὠνομάζοντο, ὅτι υἱοὶ
γεγόνασιν ἑνὸς τῶν παρ’ αὐτοῖς ἐπισήμων καὶ λε-
 γομἐνων κομήτων. οἱ γὰρ ἐκ τοῦ βασιλείου γένους
σφίσιν ἐπιλελοίπασι, μόνου περιλειφθέντος ἑνὸς τῶν
παίδων τοῦ Πέτρου, φημὶ δῆτα τοῦ ῾Ρωμανοῦ , ὃς 
ἐκτομίας ἦν, τῶν δὲ τεσσάρων συγγόνων τῶν κομητοπώλων
ὁ μὲν Δαβὶδ τάχιστα τὴν ζωὴν ἐξεμέτρησεν,
ὁ δέ γε Μωυσῆς τὰς Σέρρας πολιορκῶν
λίθῳ βάλλεται, καὶ θνήσκει εὐθύς. τὸν δ’ Ἀαρὼν
παγγενῆ τοῦ βίου ἐξήγαγεν ὁ ἀδελφὸς Σαμουὴλ, 
ἢ τὴν ἀρχὴν ἑαυτῷ μόνῳ περιποιούμενον ἢ τὰ ῾Ρωμαίων
αἱρούμενον, λέγεται γὰρ καὶ ἀμφότερα, ἑνὸς
μόνου τῶν παίδων ἐκείνου περισωθέντος, ὃς Σφεν-
 δοσθλάβος καὶ Ἰωάννης διωνύμως ἐκέκλητο. καὶ ἡ
 τῆς Βουλγαρίας ἀρχὴ εἰς μόνον περιέστη τὸν Σαμουήλ, 
ὃς τῶν ῾Ρωμαϊκῶν στρατευμάτων τοῖς ἐμφυλίοις
ἀσχολουμένων ἄδειαν εὑρηκός τὰ τῆς ῾Ρω-

 
μαϊκῆς ἡγεμονίας ἑσπέρια ξύμπαντα περιῄει, οὐ
ληιζόμενος μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς χώρας ἄμα καὶ τὰς
πόλεις περιποιοῦ μένος ἑαυτῷ. ἐπεὶ δέ, ὡς ἱστόρηται,
τὴν τοῦ Σκληροῦ τυραννίδα ὁ βασιλεὺς ἀπεσείσατο,
ὤργα πρὸς ἄμυναν τοῦ βαρβάρου, καὶ δι’
ἑαυτοῦ ἔδοξεν αὐτῷ τὴν ἐκστρατείαν ποιήσασθαι.
ἔξεισιν οὖν μήτε τῷ μαγίστρῳ Βάρδᾳ τῷ Φωκᾷ,
καίτοι δομεστίκῳ ὄντι τῶν σχολῶν τῆς ἀνατολῆς,
περὶ τῆς πράξεως κοινωσάμενος μήτε μὴν ἑτέρῳ
 τῶν ἑῴων στραταρχούντων δυνάμεων. ἤδη δὲ πρὸς
τὰ τὰ Βουλγάρων εἰσιὼν τὸν μάγιστρον Λέοντα τὸν 
Μελισσηνὸν κατόπιν ἐκέλευσεν εἶναι καὶ τὰς δυσχωρίας
τηρεῖν· αὐτὸς δ’ εἰσελθὼν τῇ πολιορκίᾳ τῆς
Σαρδικῆς, αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ Τριαδίτξα, ἐπιχειρεῖν ἡτοιμάξετο.
 τῶν δυτικῶν δὲ ταγμάτων δομέστικος ὢν
ὁ Κοντοστέφανος Στέφανος, καὶ λογισάμενος ὡς εἰ
εὐτυχηθείη τὰ τῆς στρατείας τῷ βασιλεῖ, οὐκ ἄν
ποτε παύσαιτο δι’ ἑαυτοῦ τοὺς πολέμους διατιθέμενος,
καὶ οὔτ’ αὐτὸς οὔθ’ οἶ λοιποὶ στρατιάρχαι
ὢ ἔτι αὐτῷ λόγου πολλοῦ νομισθήσονται ἄξιοι, σφῆλαί
οἶ διεμελέτησε τὴν ἐπιχείρησιν καὶ τὴν ὁρμὴν
ἀνακόψαι. προσελθὼν οὖν φησι τὸν Μελισσηνὸν
τυραννίδι ἐπιχειρεῖν καὶ ἀπιέναι σὺν ταχυτῆτι πρὸς
τὸ Βυζάντιον τὴν βασιλείαν καθέξοντα, καὶ ἠξίου
 μὴ μέλλειν, ἀναζευγνύειν δὲ καὶ μὴ ὑπερτίθεσθαι.
τοῦτο τὸν βασιλέα ἐτάραξε καὶ ἐπάνοδον ἐσήμανε
τῷ λαῷ. ὁ δέ γ’ ἑ Σαμουὴλ ταῖς τῶν ὀρέων ἐμφιλοχωρῶν 
κορυφαῖς, οὐ γὰρ ἐθάρρει κατὰ συστάδην
μαχέσασθαι, καὶ τὴν ἀθρόαν ἀναζυγὴν ἰδών, δειλίαν
 ἔκρινε τὸ πραττόμενον , καὶ ἔπεισι τοῖς Ῥωμαίοις,
καὶ τῷ ἀνελπίστῳ ἅπαντας κατεθρόησε καὶ
εἰς φυγὴν ἔτρεψε, καὶ τῆς τ’ ἑ παρεμβολῆς ἐκράτησε

 
καὶ τῆς σκηνῆς τῆς βασιλικῆς καὶ τῶν παρασήμων
τῆς βασιλείας. ὁ δὲ βασιλεὺς μόλις εἰς Φιλιππούπολιν
διασέσωστο, κἀκεῖ τὸν Μελισσηνὀν εὑρηκὼς
κατὰ τοῦ Κοντοστεφάνου ἐξώργιστο καὶ ὕβρεις κατέχεε
τοῦ ἀνδρός. ὁ δὲ δυσανασχετῶν ἐτραχύνετο, 
καὶ ἀναζέσας ὁ βασιλεὺς τῷ θυμῷ ἀνέθορέ τε τοῦ
θρόνου καὶ τῆς κόμης τοῦ Κοντοστεφάνου δραξάμενος
καὶ τοῦ πώγωνος προσήραξε τὸν ἄνδρα τῇ
 γῇ. ἐντεῦθεν οἱ τῶν δυνάμεων τῶν Ῥωμαϊκῶν προεξάρχοντες
μηνιῶντες τῷ βασιλεῖ, ὁ μὲν Φωκᾶς, ὅτι 
αὐτῷ αἱ ἐλπίδες ὑπέρρεον καὶ τὸ τῆς παροιμίας ἐπὶ
τὰ Μανδραβόλου ἐχώρουν, οἱ δὲ ὅτι ὑπερηφάνως
αὐτοῖς προσεφέρετο καἰ οὐκ ἐκοινώνει σφίσι τῶν
βουλευμάτων, οἱ δὲ δι’ ἕτερ’ ἄττα, ἐν τῷ Χαρσιανῷ
συναθροίζονται, καὶ τῷ Φωκᾲ Βάρδᾳ διάδημα περέθεντο 
καὶ τῆς βασιλείας ἠξίωσαν. καὶ οἱ μὲν τὰ
 τῆς ἀποστασίας, ὡς αὐτοῖς ἐδόκει, εὑ διετίθεντο.
ὁ δέ γε Σκληρὸς ἐν Βαβυλῶνι φρουρούμενος ἀνελπίστως
ἐξάγεται τῆς φρουρᾶς. τῆς γὰρ τῶν Περσῶν
ἀρχῆς καταλυθείσης ὑπὸ Σαρακηνῶν, ἀνήρ 
τις Πέρσης, Ἰναργος ὄνομα, λόγοις παρακινήσας τὸ
 Περσικὸν πείθει ἀποστατῆσαι τῆς τῶν Σαρακηνῶν
δουλείας καὶ ὅπλα ἄρασθαι κατ’ αὐτῶν, αὐτοῦ τοῦ
Ἰνάργου στρατηγοῦντος αὐτῶν. πολλάκις μὲν οὖν
ὁ Χοσρόης τοῖς Πέρσαις ἀντηγωνίσατο, τοσαυτάκις 
δ’ ἡττήθη ὁσάκις σφίσι προσέμιξε, καὶ ἀπογνοὺς
πρὸς τοὺς ἐμφρούρους καταφεύγει Ῥωμαίους καὶ
ἀνίησι μὲν αὐτοὺς τῆς εἱρκτῆς, διαλέγεται δὲ τῷ
Σκληρῷ περὶ τοῦ πολέμου καὶ μὴ μνησικακῆσαι
τῆς κακώσεως αὐτῷ ἀξιοῖ. ὁ δὲ πρότερον μὲν παρῃτεῖτο 
τεῖτο τὸν πόλεμον, εἶτ’ ἐγκειμένου τοῦ Βαβυλωνίου
κατανεύει μέν, σὺν μόνοις δὲ τοῖς ῾Ρωμαίοις ὑπέσ-

 
χετο τὸν πόλεμον ὑπελθεῖν. καὶ ἠρευνῶντο τοίνυν
τὰ δεσμωτήρια, καὶ ὅσοι εὕρηντο ἐν αὐτοῖς
Ῥωμαῖοι, ἐξήγοντο καὶ ὡπλίζοντο ἴ’ καὶ ὡσεὶ τρισχίλιοι 
συνηθροίσθησαν, οὓς παρειληφὼς ἐχώρησε κατὰ
 τῶν Περσῶν, καὶ συμβαλὼν νικᾷ· ἀναζεῦξαι δὲ πρὸς
τὸν Χοσρόην οὐκέτ’ ἔκρινεν οὔτ’ αὐτὸς οὔθ’ οἱ μετ’
αὐτοῦ· ἐδεδοίκεσαν γὰρ μὴ καὶ αὖθις αὐτοὺς καθείρξει
ὁ βάρβαρος, καὶ μᾶλλον ὅτι ἐν πείρᾳ γέγονε
τῆς αὐτῶν γενναιότητος. εἴχοντο γοῦν τῆς
ὢ φυγῆς, καὶ ὁ Χοσρόης πλῆθος εἰς αὐτῶν ἐπιδίωξιν
ἔστειλε, καὶ οἱ σταλέντες κατειληφότες τοὺς φεύγοντας,
ἐκείνων ὑπάρχοντες πολλαπλάσιοι, μείους
τῶν φευγόντων ἀποδρᾶναι δεδύνηντο , τῶν ἄλλων
ἐκεῖ πεσόντων καὶ Ῥωμαϊκαῖς δαμέντων χερσίν.

Ὁ μὲν οὖν Σκληρὸς καὶ οἶ σὺν αὐτῷ εἰς τὰ Ῥωμαίων ἐπανεληλύθεσαν ὅρια. μαθὼν δὲ καὶ τὸν
Φωκᾶν ἤδη βασιλειῶντα καὶ τυραννίδος ἁρξάμενον, 
ἀπονενεύκει πρὸς τὸν Φωκᾶν, κοινωνὸς ἀξιῶν εἶναι
καὶ τοῦ πολέμου καὶ τῆς βασιλείας αὐτῆς. ὁ δὲ
 τὴν κοινοπραγίαν ἐδέξατο, καὶ εἰ τῶν ἐφέσεων τύχοιεν,
ἑαυτῷ μὲν τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων ἀπένεμε
καὶ τῶν πλειόνων ἐθνῶν καὶ χωρῶν τὸ κράτος,
τῷ δὲ Σκληρῷ προσεκλήρου τὴν Ἀντιόχειαν
τήν τε Κοίλην Συρίαν καὶ Φοινίκην καὶ Παλαιστίνην
 καὶ Μεσοποταμίαν , καὶ τὰς συνθήκας
ὅρκοις καθ’ ἱερῶν ἐμπεπέδωκεν. ἐπὶ τούτοις τεθαρρηκὼς
ὁ Σκληρὸς πρόσεισι τῷ Φωκᾷ. ὁ δ’ ἐντὸς
ἀρκύων τοῦτον λαβὼν ἀφαιρεῖται μὲν αὐτοῦ τὸ
σχῆμα δὴ τὸ βασίλειον ἴ’ καθείργνυσι δὲ καὶ φρουρὰν
 ’ρᾶν αὐτῷ περιίστησιν. ὑφ’ ἑαυτὸν δὲ καὶ τὴν σὺν
ἐκείνῳ στρατιὰν ποιησάμενος τοῦ τυραννεύειν εἴχετο 
κραταιότερον. ὁ μέντοι Σκληρὸς προμηθευό-

 
μένος ἑαυτῷ πρὸς τὸ μέλλον ἐξ ἀποτυχίας σωτηρίαν
τινά, πρό τοῦ κατασχεθῆναι πρὸς τοῦ ὦκά
τὸν ὒ ἰὸν Ῥωμανὸν λάθρᾳ φυγεῖν παρεσκεύασεν, ὡς
αὐτομολοῦντα τῷ βασιλεῖ, ὃς καὶ περιχαρῶς παρὰ
τοῦ κρατοῦντος ἐδέχθη καὶ μάγιστρος ἐτιμήθη εὐθύς. 
ὁ Φωκᾶς δὲ ἀπόμοιράν τινα τῆς στρατιᾶς ὑπὸ
τὸν πατρίκιον τάξας τὸν Δελφινᾶν εἰς τὴν ἀντικρὺ
τῆς βασιλίδος ἐκπέμπει Χρυσόπολιν , αὐτὸς δὲ σὺν
τῇ λοιπῇ δυνάμει ἀφίκετο πρὸς τὴν Ἄβυδον. τῷ
μέντοι Δελφινᾷ ἐστρατοπεδευκότι κατὰ χρυσόπολιν 
λῖν αἰφνίδιον ἐπῆλθεν ὁ βασιλεὺς μετὰ λαοῦ Ῥωσικοῦ,
κῆδος γὰρ πρὸς Βλαδιμηρὸν τὸν ἄρχοντα
 τούτων ἐπὶ Ἄννῃ τῇ ἀδελφῇ αὐτοῦ θέμενος συμμαχικὸν
ἐκεῖθεν ἐδέξατο, καὶ ῥᾷον τῶν ἐναντίων
ἐκράτησε , καὶ αὐτὸν τὸν Δελφινᾶν χειρωσάμενος 
ἁνεσκολόπισεν. εἶτα πρὸς τὴν Ἄβυδον ἄπεισι μετὰ
τοῦ ἀδελφοῦ Κωνσταντίνου. καὶ ἤδη ἀντιμέτωπα
ἔστησαν τὰ ἐναντία στρατεύματα, καὶ τοῦ μὲν οἰκείου
προετέτακτο ὁ Φωκᾶς, τὸ δ’ ἀντίμαχον ὁ βασιλεὺς
Βασίλειος ἔφιππος περιιὼν παρεθάρρυνεν, 
 ὃν ὁ Φωκᾶς θεασάμενος κατ’ αὐτοῦ τὸν ἵππον ἐλαύνει,
ὅλην ἐκείνῳ τὴν ἡνίαν ἐνδεδωκώς, κρίνας, ὡς
εἰ ἐκεῖνον καταβαλεῖ, ἔσται τὸν ἀγῶνα νενικηκός.
ἀλλ’ οὔπω τῶν οἰκείων προεληλύθει πολύ, καὶ οἶ
μὲν αὐτὸν ἐκκυλισθῆναι τοῦ ἵππου φασίν, οἶ δὲ 
 εἴς τινα λόφον ἐκκλῖναι , καὶ ἀποβάντα τοῦ ἵππου
ἐκταθῆναι κατὰ γῆς καὶ εὐθὺς αὐτὸν τὸ πνεῦμα
λιπεῖν. οἱ μὲν οὖν πληγῆναι παρά του καιρίαν τὸν
ἄνδρα ἔλεγον. καὶ ὁ βασιλεὺς δὲ Κωνσταντῖνος
ἑαυτῷ τὴν ἀναίρεσιν ἐκείνου ἐπεφήμιζε · τοῦτο δ’ 
ἦν λόγος ἄλλως· οὐδὲ γὰρ τετρωμένον αὐτοῦ τὸ
σῶμα εὕρητο οὐδαμῇ. οἱ δὲ φαρμάκῳ δηλητηρίῳ

 
ἐδόξαζον κατεργασθῆναι αὐτόν, ὃ καὶ μᾶλλον ἔδοξε
πιθανώτερον· τό γέ τοι φάρμακον ἡτοιμάσατο μὲν
ὁ Βασίλειος, προσέφερε δὲ τῷ Φωκᾷ ὁ τούτῳ οἰνοχοεύων,
παρὰ τοῦ βασιλέως ὑποκλαπείς. πεσόντος
 δὲ τοῦ Βάρδα τὸ μετ’ αὐτοῦ στράτευμα διεσκέδαστο,
καὶ οἶ μὲν ἐκτείνοντο καταλαρβανόμενοι, οἱ δ’
ἐζωγροῦντο, καὶ συσχεθέντες κατὰ τὸ δόξαν τῷ βασιλεῖ
ἐκολάσθησαν. ὁ δὲ ἀλλοιότερος ἦν ἡ τὸ πρότερον. 
σοβαρός τε γὰρ ἐγεγόνει καὶ τὸ ἦθος ὑποκαθήμενος
 καὶ πάντας ὑπώπτευε , καὶ τὴν ὀργὴν
ἐτύγχανεν ἀπαραίτητος, καὶ οὐ τοῖς ἄλλοις μόνον
τὸ σοβαρὸν ἐπεδείκνυτο, ἀλλὰ μὴν καὶ τῷ παρακοιμωμένῳ
αὐτῶι ἤχθετό τε τἀνδρὶ καὶ εἰς ἑαυτὸν
ἔσπευδε μετενεγκεῖν τὴν τῶν πραγμάτων διοίκησιν,
 καὶ μέντοι καὶ μεθίστησι τῆς τῶν κοινῶν οίκονομίας
αὐτόν, οἴκοι μένειν ἀπρόιτον ἐπιστείλας αὐτῷ,
εἶτα μετὰ μικρὸν καὶ ὑπερόριον τίθησι καὶ τῶν
ἐκείνῳ πεπραγμένων ἕκαστον ἀνακρίνων ἀπραξίαν
τῶν πλειόνων κατεψηφίζετο καὶ τοῦ παρ’ ἐκείνου
 δομηθέντος σεμνείου τὰ πλείω ὑφείλετο , καὶ οὐκ 
ἀγρῶν ἥψατο μόνον ἢ χωρίων καὶ οἰκιῶν, ἀλλὰ καὶ
ἀναθημάτων τε καὶ πλακῶν καὶ κιόνων πολυτελῶν.
ὅθεν ἐκεῖνος διὰ ταῦτα νέφει περισχεθεὶς ἀθυμίας
παρεῖτο τὰ μέλη καὶ ἔμπνους ὦπτο νεκρός, καὶ βραχύ
 τι διαλιπὼν οἰκτρῶς τὸν βίον ἐξέλιπεν. ὁ δὲ τότε
πρῶτον γέγονεν αὐτοκράτωρ ὡς ἀληθῶς, καὶ γνοὺς
πηλίκων δεῖται φροντίδων ἡ τῆς βασιλείας διοίκησις
τῆς τε βασιλικῆς ἁβρότητος κατεφρόνησε καὶ
τῶν λαμπρῶν ἐπιβλημάτων ἀπέσχετο καὶ γλυκυθυμίαν
 ἅπασαν ἀπεσείσατο, καίτοι πρῴην μὴ οὕτω
βιούς, ἀλλὰ καὶ ἐρώτων ἡττώμενος καὶ κώμοις καὶ
τρυφαῖς ἑαυτὸν ἐκδιδοὺς καὶ βασιλείοις περιττότη-


 
σιν ἐνηδόμενος. ἑαυτῷ δὲ μόνῳ προσκληρώσας τὴν
ἐξουσίαν τοῦ ὀνόματος μόνου τῆς βασιλείας καὶ τοῦ
ἐπισήμου χρώματος μετεδίδου τῷ ἀδελφῷ, καί τινα
δορυφορίαν ἐκείνῳ ἀπέταξε, βραχεῖαν μέντοι καὶ
 οὐχ ὑπέρογκον. ὁ δὲ ἔφερε καὶ οὐκ ἠμφισβήτει τῷ 
ἀδελφῷ, ἤθους ἀνειμένου τυχών, οἶμαι, καὶ χαίρων
ὑγροτέρᾳ ζωῇ καὶ διαγωγῇ τρυφερᾷ , καὶ θήραις καὶ
ἡλικιωτῶν συνουσίαις οἶς συνετρέφετο. τὼ μὲν οὖν
ἀδελφὼ καὶ ἄμφω εἰχέτην οὕτως. ὁ δέ γε Σκληρὸς
τοῦ Φώκα θανόντος λυθεὶς τῆς εἱρκτῆς εἴχετο καὶ 
αὖθις τοῦ πρὶν ἐγχειρήματος καὶ τυραννεῖν καὶ πάλιν
οὐκ ἀνεβάλλετο. ὁ δὲ βασιλεὺς γράμμασι πρὸς
αὐτὸν ἐγχαραχθεῖσι παρῄνει τὸν ἄνδρα παύσασθαι
τῆς ἀπονοίας ποτὲ καὶ μὴ ἀεὶ βούλεσθαι αἴτιον εἶναι
πολέμων ὁμογενέσι καὶ τὴν γῆν αἔμασι χραίνειν, καὶ 
 τούτοις χριστιανῶν. ὁ δὲ τῷ τε γήρᾳ τρυχόμενος
ἤδη καὶ πρὸς τὸ μέλλον ἰλιγγιάσας σπένδεται καὶ
πρόσεισι τῷ κρατοῦντι. κἀκεῖνος ὑπὸ σκηνὴν καθῆστο
βασίλειον, καὶ ὁ Σκληρὸς βάδην ᾔει πρὸς τὴν
σκηνήν, ὑπερειδόμενος ἑκατέρωθεν , τὸ μέν τι διὰ 
τὸ γῆρας, τὸ δὲ διὰ τὸν ὄγκον τοῦ σώματος· ἦν γὰρ
εὐμεγέθης· ὅτε καὶ τὸ ᾀδόμενον εἰπεῖν ὁ βασιλεὺς
Βασίλειος λέγεται “ὃν ἐδεδοίκειν προσάγεταί μοι
 χειραγωγοτ’́μενος.” οἱ δὲ ἀορασίᾳ πληγῆναί φασι
τὸν Σκληρὸν ἐν τῷ ἀπιέναι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, 
καὶ διὰ τοῦτο χειραγωγεῖσθαι. έγγίσαντος δὲ τοῦ
 223ἀνδρὸς τῇ σκηνῇ, κατανοήσας ὁ βασιλεὺς ἔτι τοὺς
πόδας αὐτοῦ ὑποδουμένους ὑποδήμασι φοινικοῖς, τὰ
μὲν γὰρ ἄλλα τῆς βασιλείας γνωρίσματα ὁ Σκληρὸς
ἀπεδύσατο, τὰ δέ γε πέδιλα οὐκ ἀπέθετο, ἢ γὰρ λάθετ᾿ 
ἢ οὐκ ἐνόησεν, ἀπέστρεψε τὰς ὄψεις εὐθύς,
μὴ ἄλλως αὐτῷ ἐντυχεῖν ἀνεχόμενος εἰ μὴ ἐν ἰδιώ-

 
του στολῇ. ὁ δὲ πρὸ τῆς σκηνῆς ἀπορρίψας τὰ
ἐπίφθονα πέδιλα οὕτως ὑπέδυ αὐτήν, καὶ ὁ βασιλεὺς
ἐξανέστη καὶ τὸν ἄνδρα ἐδεξιώσατο, καὶ ὡμιλησάτην
ἀλλήλοιν καὶ ἐκοινωνησάτην τραπέζης καὶ
 ἐπιέτην ἐκ τῆς αὐτῆς κύλικος. τοῦτον μὲν οὖν τὸν
τρόπον καὶ ἡ τοῦ Σκληροῦ τυραννὶς καταλέλυτο,
αὐτοῦ μὲν κουροπαλάτου τιμηθέντος, τῶν δὲ συναραμένων
αὐτῷ παραχωρηθέντων ἔχειν ὃ ἂν ἕκαστος 
ἐξ ἐκείνου τυραννοῦντος εἰλήφει, εἴτ’ ἐν ἀξίαις ἦν
 εἴτ’ ἐν ἀρχαῖς εἴτε μέντοι ἐν κτήσεσιν. ὁ δὲ βασιλεὺς
τὰς τῶν ἀποστασιῶν φροντίδας Θεσσαλονίκην
νος ἐπὶ τὴν Θρᾴκην ἐξῄει, καὶ εἰς Θεσσαλονίκην
ἐφοίτησε, τῷ περιωνύμῳ μάρτυρι ἀνθομολογούμενος
καταλείψας δ’ ἐκεῖ στρατάρχην τῶν ἐπισήμων
 μετὰ βαρείας δυνάμεως, ἵνα κωλύῃ τὰς τοῦ Σαμουὴλ
ἐκδρομάς, ἐπάνεισι πρὸς τὴν Βύζαντος, καὶ
εἰς Ἰβηρίαν ἀπῄει, κληρονόμος καταλειφθεὶς παρὰ
τοῦ κουροπαλάτου Δαβὶδ θανόντος τῆς ἐκείνῳ διαφερούσης
ἀρχῆς. ἔνθαπερ γεγονὼς καὶ τῆς καταλειφθείσης
 αὐτῷ χώρας ἐπιλαβόμενος, καὶ τὸν τοῦ
Δαβὶδ ἀδελφὸν τὸν Γεώργιον τῆς ἐνδοτέρας Ἰβηρίας
ἡγεμονεύοντα παρασκευάσας ἡσυχίαν ἄγειν καὶ τοῖς 
ἰδίοις ἀρκεῖσθαι καὶ ὅμηρον τὸν ἐκείνου παῖδα λαβών,
ἐπὶ Φοινίκην ἐχώρησε, καὶ τόν τε τῆς Τριπόλεως
 ἄρχοντα καὶ τὸν τῆς Δαμάσκου καὶ τὸν τῆς
Τύρου καὶ Βηρυτοῦ, κατὰ συνθήκας τῇ πρὸς τῇ
Δάφνῃ Ἀντιοχείᾳ ἐπιόντας καὶ κακοῦντας τὰ ὑπ’
αὐτήν, ἀνέστειλε καὶ δούλωσιν Ῥωμαίοις τηρεῖν ἀνέπεισε,
καὶ ὁμήρους κἀκ τούτων λαβὼν ἐπανέζευξεν.
 ἀλλὰ ταῦτα μὲν εἶχον οὕτω.

Τοῦ δὲ πατριάρχου Νικολάου τοῦ Χρυσοβἐργη ἐπ’ ἔτεσι δυοκαίδεκα καὶ μησὶν ὀκτὼ τῇ ἀρχιερω-

 
σύνῃ ἐνδιαπρέψαντος, εἶτα τὸν βίον ἐκλελοιπότος, ὁ
μάγιστρος Σισίννιος, ἀνὴρ λόγοις ἐντεθραμμένος,
 προχειρίζεται πατριάρχης. καὶ τούτου δὲ ἐπὶ τρεῖς
ἐνιαυτοὺς τὴν ἐκκλησίαν ἰθύναντος καὶ θανόντος,
Σέργιος κεχειροτόνητο πατριάρχης, ὃς καθηγεῖτο μὲν 
τῆς τοῦ Μανουὴλ μονῆς , τῷ πατριάρχῃ δὲ Φωτίῳ
κατὰ γένος προσήκων ἐτύγχανε. τοῦ Σαμουὴλ δὲ
τοῦ τῶν Βουλγάρων ἐξάρχοντος οὐ τὰ Θρᾳκῶν οὐδὲ
τὰ κατὰ Μακεδονίαν μόνα ληιζομένου , ἀλλὰ καὶ
τὴν Ἑλλάδα καὶ αὐτὴν δέ γε τὴν Πελοπόννησον, 
τὸν μάγιστρον Νικηφόρον τὸν Οὐρανὸν ἐκπέμπει ὁ
βασιλεύς, τῆς δύσεως ἄρχοντα, ὃς παρὰ τῷ Σπερχειῷ
ποταμῷ τοῦ Σαμουὴλ κατεσκηνωμένου παρὰ
τῇ ἄντικρυς ἠπείρῳ ηὐλίσατο. ὅτι δ’ ὗσε τότε
πολλὰ καὶ ὁ ποταμὸς ἐντεῦθεν ἄπλωτος ἦν , ἀνέλπιστος 
 ἐδόκει τῷ Σαμουὴλ ἡ τῶν Ῥωμαίων ἐπέλευσις.
ὁ Οὐρανὸς δὲ νυκτὸς ἀνερευνήσας, καὶ κατά
τινα τόπον βατὸν ’ν κατανοήσας τὸν ποταμόν, διαβαίνει
τοῦτον ἡσύχως μετὰ τῆς στρατιᾶς, καὶ ἀφροντιστοῦσιν
ἐμβάλλει τοῖς περὶ τὸν Σαμουήλ, καὶ τῷ 
ἀδοκήτῳ καταπλαγέντες οἱ βάρβαροι ἔπιπτον μηδὲ
χεῖρας ἀνταίροντες, καὶ τῷ Σαμουὴλ δὲ καὶ τῷ ἐκείνου
υἱῷ Ῥωμανῷ πληγαὶ ἐπηνέχθησαν, καὶ ἑάλωσαν
ἄν, εἰ μὴ τοῖς νεκροῖς συνανεμίχθησαν σώμασι, καὶ
οὕτω λαθόντες διέφυγον. εἶτα καὶ ὁ βασιλεὺς ἐξεστράτευσε 
στράτευσε κατὰ τῶν Βουλγάρων, , καὶ τῶν ἐν Σαρδικῇ
φρουρίων καταστρεψάμενος ἔνια ἐπανῆλθεν
 εἰς Μοσυνούπολιν. εἷλε δὲ καὶ τὴν μεγάλην Περσθλάβαν
 καὶ τὴν μικρὰν καὶ τὴν Πλίσκοβαν διὰ
στρατηγῶν. καὶ ἡ Βέρροια δὲ παρεδόθη αὐτῷ παρὰ 
τοῦ Δοβρομηροῦ, προσχωρήσαντος τοῖς Ῥωμαίοις.
τὰ μέντοι Σέρβια πολιορκίᾳ ἑάλω καὶ ὁ τὴν αὐτῶν

 
φυλακὴν ἐμπεπιστευμένος Νικόλαος, ὃν Νικολίτξαν
ὡς βραχὺν τὴν ἡλικίαν ὠνόμαζον, ὃς καίτοι πατρίκιος
τιμηθεὶς ἀπέδρα πάλιν καὶ πρὸς τὸν Σαμουὴλ
ἀπελήλυθεν. εἶτ' αὖθις κατὰ Βιδίνης ὁ βασιλεὺς
 ἐξεστράτευσε, καὶ τὴν πόλιν αἱρεῖ. ἐν ὅσῳ δὲ ταύτην
ἐπολιόρκει ὁ βασιλεύς, ἔπεισιν ὁ Σαμουὴλ τῇ
Ἁδριανουπόλει ἀθρόον, καὶ πανηγύρεως ἐκτὸς τελουμένης
τάς τε ἐμπορίας λείαν πεποίητο καὶ αἰχμαλώτων
πλῆθος λαβὼν ὑπενόστησε. τὴν Βιδίνην
 δὲ ὑφ’ ἑαυτὸν ὁ βασιλεὺς ποιησάμενος καὶ ἐπανερχόμενος 
κατέλαβε παρὰ τῷ Ἀξιῷ ποταμῷ τὸν Σαμουὴλ
αὐλιξόμενον. ὁ Βαρδάριος οὕτω παρὰ τοῖς
παλαιοῖς ἀνομάξετο. πολλοῦ δὲ τοῦ ποταμοῦ ῥέον
τος ἀμελῶς οἱ βάρβαροι κατεσκήνωντο· οὐ γὰρ ἄν
 ποτε δυνηθῆναι διαβῆναι τὸν ποταμὸν ἤλπιζον τὸ
Ῥωμαϊκὸν σύνταγμα. πόρου δὲ γνωσθέντος δι’ αὐτοῦ
ὁ βασιλεὺς διέβη καὶ τὸ στρατόπεδον , καὶ πολλοὶ
μὲν τῶν Βουλγάρων ἀπώλοντο, ὁ δὲ Σαμουὴλ
διέδρα, τῆς τούτου σκηνῆς καὶ τῆς παρεμβολῆς ἀπάσης
 σὴς διαρπαγείσης. καὶ τὴν πόλιν δὲ τῶν Σκοπίων
ὁ βασιλεὺς παρειλήφει, δοθεῖσαν αὐτῷ παρὰ Ῥωμανοῦ
τοῦ τοῦ υἱοῦ Πέτρου τοῦ ἄρξαντος τῶν Βουλγάρων,
ᾧ ἡ ταύτης φυλακὴ παρὰ τοῦ Σαμουὴλ ἐμπεπί-
στευτο. εἶτα εἰς τὴν Κωνσταντίνου ἐπανελθὼν 
 ἐδογμάτισε τὰς τῶν ἀπολωλότων ταπεινῶν συντελείας
λείας εἰσπράττεσθαι ἐκ τῶν δυνατῶν · τοῦτο δ’
ἐκλήθη ἀλληλέγγυον. πολλῶν δὲ περὶ τούτου δεηθέντων
καὶ αὐτοῦ τοῦ πατριάρχου Σεργίου, ὡς ἂν
ἡ ἄδικος αὕτη σχολάσῃ καὶ παράλογος εἴσπραξις, ἦν
 ὁ βασιλεὺς ἀμετάπειστος. τῷ χρόνῳ γὰρ καὶ ταῖς
νίκαις ἁπάντων κατεπαρθεὶς ὑπεροπτικὸς πρὸς πάντας
ἐδείκνυτο, ἐδείκνυτο, καὶ οὐκ εὐνοεῖν αὐτῷ, φοβεῖσθαι δ’

 
ἐβούλετο τὸ ὑπήκοον, καὶ τό τε στρατιωτικὸν τό τε
πολιτικὸν οὐ πρὸς τὸ κρατῆσαν ἔθος, ὃ καὶ νόμον
δοκεῖν τοῖς νομοθέταις τεθέσπισται, διεξάγειν ἤθελεν,
ἀλλὰ πρὸς τὴν οἰκείαν κρίσιν καὶ τὸ θέλημα
 ἑαυτοῦ. διὸ οὐδὲ τῶν λογίων ἀνδρῶν ἐπεστρέφετο, 
ἀλλὰ καὶ τοὺς λόγους ἥγητο περιττόν τι χρῆμα καὶ
οὐκ ὀνήσιμον· ὅθεν ἄνδρας ἀπολεξάμενος ἑαυτῷ
οὔτε τῷ γένει οὔτε μέντοι ἐν λόγῳ τὸ ἐπίσημον
ἔχοντας ἐκείνοις τάς τε βασιλείους ἐπιστολὰς ἐνεχείρισε
καὶ ἐκοινώνει τῶν βουλευμάτων, καὶ αὐτὸς 
ἐκείνοις ἀφελῶς τὰς γραφὰς ὡς ἔτυχεν ὑπηγόρευεν.
ἀλλὰ καὶ τοῖς ταμείοις ἀποφράξας τὰς διεξόδους
χρημάτων ταῦτα πλήρη πεποίηκε. φασὶ γοῦν ἐς
εἴκοσι μυριάδας ταλάντων χρυσοῦ ἐναποτεθησαυρίσθαι
αὐτῷ. τὸν γὰρ ἄλλον χρηματισμὸν οὐκ ἄν τις 
ὑπ’ ἀριθμὸν δύναιτο ἀγαγεῖν, ὁ ’ς τῶν ταμείων αὐτῷ
πληρωθέντων ὑπὸ γῆν τὰ λοιπὰ ἐθησαύρισεν, ἕλικας
 κἀς ὀρύξας λαβυρινθώδεις. καὶ ὑπερχειλῆ μὲν ἦσαν
λίθων πολυτελῶν, τῶν τε ἄλλων καὶ τῶν λευκῶν,
οἷς ἰδιάζουσα κλῆσις οἶ μάργαροι, τὰ κιβώτια. τῷ δὲ 
εἰς χρῆσιν οὐκ ἦσαν, ἀλλὰ βραχεῖς τινες αὐτῷ τὴν
πορφύραν ἐκόσμουν, ἔν’ ἔχοι τοὐπίσημον ᾗπερ ἐν
προόδοις ἐκέχρητο, καὶ ὅτ’ ἐχρημάτιζε πρέσβεσι καὶ
ὅτε τινὰ ἄλλην δημοτελῆ ἐτέλει πανήγυριν. οἱ δ’
ἄλλοι τοῖς ταμείοις ἐναποκείμενοι ἄχθος ἦσαν ἐτώσιον. 
ἦν δ’ ἐν μὲν πολέμων καιροῖς ποικίλος τις
καὶ τὴν γνώμην πρὸς τοὺς ὑπὸ χεῖρα πολυειδής,
ἐν δ’ ἠρεμίαις καὶ εἰρηνικαῖς καταστάσεσιν ἀρχικώτερος
καὶ τὰς ὀργὰς ἐταμίευε καὶ ταύτας συνέχων
παρ’ ἑαυτῷ ἐδημοσίευεν ἐν καιροῖς καὶ ἀνταπεδίδου 
 τοῖς ἁμαρτήσασιν. ὢν δὲ τὴν γνώμην στερρὸς
οὐ ῥᾳδίως ἠλλοίου τὰ δόξαντα. διὸ καὶ πρὸς οὓς

 
ἂν ἔτυχε μήνιμά τι τρέφων, οὐ ταχὺ μετήλλαττε τὸ
ἦθος αὐτοῖς. ἀλλὰ ταῦτα μὲν παραστατικὰ τοῦ
ἤθους τούτου τοῦ αὐτοκράτορος , ἡ δ’ ἱστορία ἐχέσθω
τῶν ἐπ’ αὐτοῦ πεπραγμένων καὶ διηγείσθω τὰ
 ἐφεξῆς.

Ὁ τῆς Αἰγύπτου κατάρχων τὰς πρὸς Ῥωμαίους λύσας σπονδὰς τόν τε έν Ἱεροσολύμοις ναόν , ἐν ᾧ
τὸ τοῦ κυρίου μνῆμα, κατηρείπωσε καὶ τὰ ἐκεῖ μοωαστήρια.
ὁ δὲ βασιλεὺς συνεχῶς τῇ Βουλγαρίᾳ
 προσβάλλων ἐκάκου ταύτην καὶ ἐκεράιζε. μὴ δυνάμενος
δέ γ’ ἑ ὁ Σαμουήλ ἀντιπαρατάξασθαι τῷ τῶν
Ῥωμαίων στρατεύματι, τάφροις τὰς εἰσόδους ἀποκλεῖσαι
αὐτῷ ἐπεχείρησε, τὰς δυσχωρίας ἀποφράξας
οἰκοδομαῖς καὶ φύλακας ἐπιστήσας αὐταῖς. ἧκεν 
 οὖ ’ν ὁ βασιλεὺς αὖθις, καὶ ἐβιάσατο μὲν τὴν πάροδον,
ἀπεκρούσθη δὲ τῶν φυλάκων ἀνθισταμένων
ἐρρωμενέστερον, πλὴν οὐκ ἀπέστη τῆς ἐγχειρήσεως,
ἀλλ’ αὐτὸς μὲν προσέμενεν ἔτι πειρώμενος τοῦ
ἐρύματος, ἐκπέπομφε δὲ τῶν στρατηγῶν ἕνα μετὰ
 τοῦ ὑπ’ αὐτὸν τάγματος ἑτέρωθέν ποθεν, εἰ δύναιτο
περιελθεῖν καὶ μηχανήσασθαί τι πρὸς τὴν διέλευσιν.
ὁ δὲ δι’ ὀρῶν καὶ δυσχωριῶν πολλῶν διελθὼν καὶ
τοὺς Βουλγάρους λαθὼν ἐμπίπτει κατὰ νώτου τοῖς
τοῦ ἐρύματος φύλαξιν, οἱ τῷ ἀθρόῳ περιδεεῖς γεγονότες
 οὐκέτι τῆς φυλακῆς ἐφρόντιζον τοῦ φραγμοῦ,
ἀλλ’ ὅπως αὐτοὶ τὸν ὄλεθρον φυλάξωνται περὶ πλείστου
ἐτίθεντο. τότε δὴ ἀδείας τὸ Ῥωμαϊκὸν δραξάμενον
στράτευμα ῥήγνυσι τὸν φραγμόν, καὶ δίεισι
καὶ διώκει, καὶ πολλοὺς μὲν ἀναιρεῖ, πλείονας δέ 
 γε ζωγρεῖ μόλις διαδράντος τοῦ Σαμουήλ. ὅ γε μὴν
βασιλεὺς τοῖς δοριαλώτοις εἰς πεντεκαίδεκα χιλιάδας
ἀριθμοῦ μένοις ἐξέκοψε πᾶσι τὰ ὄμματα, ἐφ’ ἑκάστῃ

 
ἑκατοστύι ἕνα καταλιπὼν ἑτερόφθαλμον , ἴν’ εἴη
τούτοις χειραγωγός , καὶ οὕτως αὐτοὺς ἀπιέναι κελεύει
πρὸς τὸν σφέτερον ἀρχηγόν. οὑς ἐκεῖνος ἰδὼν
καὶ τὸ πάθος μὴ ἐνεγκόν, ἰλιγγιᾷ τ’ ὁ καὶ εἰς γῆν
λειποθυμῶν καταβάλλεται, μικρὸν δέ τι ἀν’ ἐνεγκὼν 
χαρδιωγμω περιπίπτει καί θνήσκει. η δε των Βουλ-
γάρων ηγεμονία τω υ φ αυτού τω Γαβριήλ τω χαί
Ρωμανω περιήλθεν, ο ν ούπω ένιαντόν αρξαντα ό
νιος τού πατραδέλφον αυτού Ααρών ό Β λάδια Σλά-
βος 'Ιωάννης, διώνυμος γαρ χαϊ ούτος ην, άπέχτεινε. 
 διελθών δε τό έν ταΐς δυΰχωρίαις έρνμα ό αυτοκρά-
τωρ, ώς είρηται, άλλα τε φρούρια ε'χειρώΰατο έρυ-
μνά και τους εν αντοίς Βουλγάρους, χαϊ ηχεν εις
Μοσυνούπολιν, οπον αν τ ω η τού Σαμουήλ τελεντη
άπηγγελη. άρας ονν αντίκα προσβάλλει τη Βονλ- 
γαρία, και πόλεις τε αυτής αίρει χαί φρούρια, ό δε
γε τού Σαμονήλ ν ίο ς ό 'Ρωμανός τε χαϊ Γαβριήλ,
ονπω γαρ άνήρητο, π ία φας προς τον βαβιλία δον-
λωβιν νπιβχνεΐται' μετα δε τινα καιρόν τού τον
Γαβριήλ άνελ.όντος 'Ιωάννου τού Βλαδισθλάβον 
ράπων αφίκετο, εναγγελιξό μένος την άναίρεαιν τού
νίού τού Σαμονήλ καϊ γράμματα κομίζων ίπαγγελ-
 λόμενα τω βαΰιλεΐ δονλωαιν, προαερρύηΰαν δε αύτω
και πολλοί των ίπιαήμων παρά Βουλγάροις. γνούς
μέντοι τον Βλαδιαθλάβον ό βαΰιλενς ου κατά τάς 
ἐπαγγελίας διανοονμενον, έπήλθεν αὗθις τη Βουλ-
γαρία, καὶ πολλάς μίν αυτής έληίαατο χώρας, την
δε της 'Αχρίδος πάλιν, έν η τα βαβίλεια τοις των
Βουλγάρων ωκοδόμηντο άρχηγοΐς, πολιορκία λαβών
καὶ ετερα φρούρια δια ατρατηγών, έπανε'ξενξεν εἰς 
την Κωνΰταντίνον. καὶ αὗθις δε κατά Βονλγάρων
έοτράτενσε, χαί αὖθις φρούρια τε και πολλούς των

 
βαρβάρων τοὺς μὲν διέφθειρε, τοὺς δὲ συνέσχε ξωούς.
ὁ δὲ τῶν Βουλγάρων ἄρχων ὁ Ἰωάννης καὶ
Βλαδισθλάβος κατὰ τοῦ Δυρραχίου ἐξώρμησε, καὶ
πολιορκῶν αὐτὸ πίπτει , ἄρξας ἔτη δύο καὶ μῆνας 
 πέντε. ὃ μαθὼν ὁ βασιλεὺς εὐθὺς ἔξεισι, καὶ περὶ
τὴν Ἀδριανούπολιν γενομένῳ προσίασιν αὐτῷ τῶν 
Βουλγάρων ἐπιφανεῖς τινες, παραδιδόντες αὐτῷ τὸν
Πέρνικον καὶ ἕτερα φρούρια πέντε καὶ τριάκοντα,
καὶ ἄλλοι δὲ πολλοὶ τῶν βαρβάρων τούτων αὐτῷ
 προσερρύησαν. καὶ ἡ γυνὴ δὲ τοῦ Ἰωάννου καὶ
προσερρύησαν. Μαρία ἔπεμψε πρὸς τὸν βασιλέα τὸν
ἀρχιεπίσκοπον Βουλγαρίας Δαβίδ μετὰ γραμμάτων
ἐκστῆναι τῆς Βουλγαρίας ὑπισχνουμένη , εἰ ὥνπερ
βούλεται τεύξεται. καὶ μετὰ μικρὸν ἧκεν ἡ γυνὴ
 πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, υἱοὺς ἐπαγομένη τρεῖς καὶ
θυγάτρια ἴξ, καὶ ἕτεροι δὲ τρεῖς ταύτης υἱοὶ φυγάδες
ἐγένοντο ἐν τοῖς ὄρεσιν, ἀλλὰ κἀκεῖνοι τῶν
ὀρῶν φυλαττομένων βιασθέντες προσῆλθον τῷ βασιλεῖ.
ἦσαν δ’ οὗτοι ὁ Προυσιανὸς καὶ ἄμφω οἱ
 ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ὧν τὸν μὲν Προυσιανὸν ἐτίμησε
μάγιστρον, πατρικίους δὲ τοὺς λοιπούς. ὑφ’ ἑαυτὸν 
οὖν τὴν ἅπασαν Βουλγαρίαν πεποιηκὼς καὶ τὰ μὲν
τῶν φρουρίων καταστρεψάμενος , τὰ δὲ κατοχυρώσας
καὶ φρουρὰς αὐτοῖς ἀρκούσας καταλιπών, αὐτὸς
 εἰς Ἀθήνας ἀφίκετο, θύσων τῇ θεοτόκῳ τὰ χαριστήρια,
καὶ ἀναθέμενος τῷ ναῷ πολλὰ καὶ πολυτελῆ
ἐπανέξευξεν εἰς τὴν ὑπερκειμένην τῶν πόλεων
καὶ κατήγαγε θρίαμβον, τιάρᾳ ταινιωθεὶς ὀρθίᾳ, ἣν
τούφαν καλεῖ ὁ δημώδης καὶ πολὺς ἄνθρωπος, τῦφον,
 οἶμαι, ὠνομασμένην, ὡς τετυφῶσθαι ποιοῦσαν
τοὺς ταύτῃ ἀναδουμένους , καὶ οὕτως ἄχρι τῆς τοῦ
θεοῦ λόγου Σοφίας ἀφίκετο, ἀποδοὺς ἐν ταύτῃ τῷ

 
κυρίῳ τὰ χαριστήρια. ἔνθα γενόμενον ὁ πατριάρχης
πολλὰ ἱκετεύσας ἐκκόψαι τὸ ἀλληλέγγυον οὐ
 κατεδυσώπησε , καὶ ταῦτα ὑποσχόμενον τοῦτο ποιήσειν,
εἰ τῶν Βουλγάρων κρατήσειεν. οὗτος ὁ πατριάρχης
Σέργιος τὴν ἐκκλησίαν ἐπὶ εἴκοσι ποιμάνας 
νᾶς ἔτη, μετέθετο τὴν ζωήν , καὶ προεχειρίσθη τῆς
ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκκλησίας ἀρχιερεὺς Εὐστάθιος,
ὃς τοῦ ἐν τῷ παλατίῳ ναοῦ ἱερέων ἐπρώτευε.
τῆς Βουλγαρίας δὲ δουλωθείσης τῇ τῶν Ῥωμαίων
ἡγεμονίᾳ καὶ τὰ τῶν χορβάτων ἔθνη ὑπέκυψαν, 
ἀλλὰ μὴν καὶ τὸ Σίρμιον. εἶτα κατὰ Ἀβασγίας ἐκστρατεύει
ὁ βασιλεύς, τοῦ ταύτης κρατοῦντος παρασπονδήσαντος.
ἐκεῖ δὲ τούτου γεγονότος, ὄπισθεν
ἀποστατοῦσιν ὅ τε Ξιφίας καὶ Νικηφόρος ὁ υἱὸς
Βάρδα τοῦ Φώκα οἱ πατρίκιοι, ἀλλὰ ταχέως ἡ τούτων 
 τῶν ἐσβέσθη ἀποστασία , τοῦ μὲν Ξιφία τὸν Φωκᾶν
ἀνελόντος, αὐτοῦ δὲ συλληφθέντος καὶ δεσμίου
ἀπαχθέντος εἰς τὴν τῶν πόλεων βασιλεύουσαν. ἄρτι
δὲ τὰς περὶ τῆς τυραννίδος ταύτης φροντίδας ὁ βασιλεὺς
ἀποσκευασάμενος συρρήγνυται τοῖς ἀβασγοῖς, 
καὶ μάχης ἰσχυρᾶς γενομένης ἔπεσον πολλοὶ ἀμφοτέρωθεν
καὶ ἦν ἰσόρροπος ὁ ἀγόν, εἶτ’ αὖθις κροτηθέντος
πολέμου νικῶσι Ῥωμαῖοι, καὶ ὁ τῶν Ἀβασγῶν
ἡγεμὼν Γεώργιος εἰς τὰ τῆς Ἰβηρίας ἀπέδρα
βαθύτερα, καὶ μετὰ βραχὺ σπονδὰς αἰτήσας ἐξέστη 
τῷ βασιλεῖ χώρας ὁπόσης ὁ αὐτοκράτωρ ἐβούλετο,
εἰς ὁμηρείαν παρασχὼν Παγκράτιον τὸν υἱὸν αὐτοῦ,
καὶ ταῦτα διανύσας ὁ βασιλεὺς ἐπανέζευξεν.
 ἦν δὲ διὰ μελέτης αὐτῷ καὶ πρὸς Σικελίαν ἀπᾶραι,
ἀλλ’ οὐκ εἰς ἔργον αὐτῷ προέβη τὸ βούλευμα · ἤδη 
γὰρ αὐτῷ πρὸς τέλος κατήντησε τὸ βιώσιμον καὶ
ἐνοσηλεύετο. πρὸ βραχέος δὲ τοῦ αὐτὸν ἐκλιπεῖν ὁ

 
πατριάρχης Εὐστάθιος θνήσκει, προστὰς τῆς ἐκκλησίας
τῶν ὀρθοδόξων ἐπ’ ἔτεσιν ὀκτώ. τοῦ βασιλέως
δὲ νοσοῦντος Ἀλέξιος ὁ τότε τὴν προστασίαν ἔχων
τῆς τοῦ Στουδίου μονῆς πρὸς τὸν βασιλέα ἀφίκετο,
 τὴν ἱερὰν κάραν τοῦ τιμίου Προδρόμου κομίζων
αὐτῷ, καὶ αὐτίκα τοῦτον ὁ βασιλεὺς πατριάρχην
προεχειρίσατο , κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην καὶ τὴν
ζωὴν ἐκλιπών, ζήσας μὲν καὶ βασιλεύσας χρόνους
ἑβδομήκοντα ἐπὶ δυσίν , αὐταρχήσας δὲ ἐπὶ πεντήκοντα
 καὶ πρὸς ἔτεσι · τοὺς γὰρ ἄλλους συνεβασίλευσε
τῷ πατρί, εἶτα τῷ Φωκᾷ, καὶ μετ’ ἐκεῖνον
τῷ τξιμισκῇ.

Τέθνηκε μὲν οὖν γηραιὸς ὁ Βασίλειος, τῆς δ’ ἐξουσίας εὐθὺς ὁ ἐκείνου σύγγονος ἐπελάβετο, τὸν
 Κωνσταντῖνόν φημι , μικρόν τι ἐκείνου κατὰ τὸν 
χρόνον τῆς ζωῆς ἐλαττούμενος. ῥᾳθύμου δὲ πεφυκὼς
ἤθους καὶ ἀνειμένου ἢ καὶ εἰς ἕξιν ἐλθὼν βίου
ἀργοῦ , οὐδὲ γὰρ ἐκοινώνει αὐτῷ βασιλείου τινὸς ὁ
σύγγονος πράξεως, καὶ αὐταρχήσας τοιαύτην εἶχε
διαγωγήν , ὑπ’ ἄλλοις μὲν τὴν τῶν κοινῶν διοίκησιν
θέμενος, καὶ τούτοις οὐ τοῖς ἑαυτῶν ἤδη παρασχομένοις
δοκίμιον, ἀλλ’ ἀνδράσιν οὐχ ὅτι τῶν εὖ
γεγονότων, ἀλλ’ οὐδ’ ἐλευθέρας τύχης τυγχάνουσιν,
ἐθνικοῖς δὲ καὶ μὴ δυναμένοις ὀρθοεπεῖν, ἀλλ’ ἀκριβῶς
 βαρβαρίζουσιν. ἐκεῖνος δὲ τρυφαῖς ἐξέδωκεν
ἑαυτόν· ἥττητο γὰρ γαστρὸς καὶ ἀφροδισίων καὶ
ἐμεμήνει περὶ τοὺς κύβους τε καὶ τὰ θέατρα, ἀλλὰ
μέντοι καὶ περὶ τὰ κυνηγέσια. ἦν δ’ εὐμεγέθης μὲν
τὸν ὄγκον τοῦ σώματος καὶ τὴν ἀλκὴν γενναιότατος, 
 δειλὸς δὲ τὴν ἔξιν τὴν ψυχικήν, ὅθεν οὐδὲ πολέμοις
κατευνάζειν ἔκρινε τὰς τῶν βαρβάρων ὁρμάς,
δωρεαῖς δὲ μᾶλλον καὶ ἀξιώμασι. τοὺς δ’ ὑπηκόους

 
καὶ ἐκ ψιλῆς ὑπονοίας ἐκόλαζε, καὶ διαβολαῖς ῥᾳδίως
ὑπεῖχε τὸ οὖς, καὶ πρὸς θυμὸν ὑπῆρχεν ὀξύρροπος,
οὐ κατὰ τὸν ἀδελφὸν δ’ ἐμηνία, οὐδ’ ἐνέμενε τῇ
ὀργῇ, ἀλλὰ ῥᾷον εἰς τὴν ἀντίρροπον διάθεσιν μετε-
τίθετο καὶ ἠνιᾶτο κακῶς τινα διαθέμενος. πολλοὺς 
δὲ τιμωρούμενος τοῦ φωτὸς ἐστέρει τοὺς πλείονας,
ἐκκόπτων σφίσι τὰ ὄμματα καὶ κουφοτέραν τῶν ἄλ-
ταύτην τὴν κόλασιν ἔκρινε, καὶ ταύτῃ ἐκέχρητο
μᾶλλον, ὡς ἀπράκτους ποιούσῃ τοὺς καταδικαζομέ-
 νοῦς αὐτῇ. γυναικὶ δὲ νέος ὢν συζυγεὶς Ἑλένῃ τῇ 
θυγατρὶ Ἀλυπίου, ἀνδρὸς τῶν ὑπὲρ λίαν τότε τυγ-
χάνοντος, τρία ἐξ ἐκείνης ἔσχε θυγάτρια, καὶ τὴν
μὲν θανάτῳ ἀπέβαλεν, αἱ δὲ παῖδες αὐτῷ ἐν τοῖς
βασιλείοις ἦσαν τρεφόμεναι. ὧν ἡ μὲν πρεσβυτέρα
Εὐδοκία λοιμικῷ τὸ κάλλος λωβηθεῖσα νοσήματι, 
θελήματι τῷ θεῷ καθιέρωτο· αἱ δέ γε λοιπαὶ ἦσαν
παρὰ τῷ πατρὶ αὐταρχήσαντι, μηδέν τι περὶ αὐτῶν
πατρὶ προσῆκον λογισαμένῳ. τὴν χεῖρα δ’ ὢν ἐλευ-
οὐκ ὀρθῶς ἐχρῆτο τῇ ἀρετῇ , ὅθεν καὶ εἰς
τὰς ἀντιθέτους κακίας ἐξέπιπτε. τοῖς μὲν γὰρ περὶ 
αὐτόν, οἳ βάρβαροι ἦσαν, ἀνδράποδα, ἅπερ αὐτὸς
ἐκτήσατο καὶ ἐξέτεμε καὶ θαλαμηπόλους καὶ κατευνα-
 στῆρας ἐκέκτητο , ὃς καὶ τιμῶν καὶ ἀρχῶν τῶν πρώ-
ἠξίωσεν, ἁμάξαις ὅλαις ἐχορήγει τὰ χρήματα,
τοῖς δ’ ἄλλοις πεφεισμένως ἄγαν τὴν χεῖρα προἐ- 
τεῖνε. τὰ μὲν οὖν τῆς γνώμης οὕτως εἶχε τούτῳ τῷ
αὐτοκράτορι. τὰ δ’ ἐκτὸς συμπεσόντα διεξίτω ὁ
λόγος. οἱ Πατζινάκαι, Σκύθαι δ’ οὗτοι ὡς ἔμπρο-
εἴρηται, διαβάντες τὸν Ἴστρον , τῇ χώρᾳ τῆς
ἀντεπελθὼν οὐ μικρῶς ἐλυμήναντο. ἀλλὰ τούτοις 
ἀντεπελθὼν Κωνσταντῖνος ὁ Διογενὴς ὁ τοῦ Σιρ-
μίου κρατῶν, ὃς καὶ δοὺξ ὠνομάσθη τῆς Βουλγα-

 
ρίας, ἐτρέψατό τε αὐτοὺς καὶ ἠρεμεῖν ἠνάγκασε τὸν
Ἴστρον διαπεράσαντας. τοῦ βασιλέως δὲ Βασιλείου
θανόντος δύο ἐνιαυτῶν ἦσαν φόροι ἀνείσπρακτοι·
ἐδίδου γὰρ ἐκεῖνος ὑπέρθεσιν ταῖς εἰσπράξεσι, φειδόμενος
 τῶν ὑποτελῶν, οὗτος δὲ τὰ τῶν παρελθόντων
ἐνιαυτῶν καὶ τὰ τῶν ἐφ’ οἶς αὐτὸς ἦρξε τριῶν
ὄντων ἀσυμπαθῶς εἰσεπράξατο , καὶ ταῦτα αὐχμοῦ 
συμβάντος πολλοῦ ἐφ’ ὅλῳ τῷ χρόνῳ τῆς βασιλείας
αὐτοῦ. ὅθεν οἱ πένητες ἐξετρίβησαν. στόλον
 δὲ τῶν Ἀγαρηνῶν κατὰ τῶν λεγομένων Κυκλάδων
νήσων ἐκπεπλευκότα ὁ τῆς Σάμου στρατηγὸς κατηγωνίσατο,
δώδεκα μὲν νῆας αὐτάνδρους ἐλῶν, τὰς
δὲ λοιπὰς σκεδασθῆναι πεποιηκώς. ἤδη δ’ ἐς γήρας
ἐλάσας ὁ αὐτοκράτωρ βαθύ, καὶ τῷ ἐκ τούτου μαρασμῷ
 καὶ νόσον τινὰ συνεισπεσοῦσαν τῷ σώματι ἐσχηκώς, περὶ τοῦ διαδεξομένου τὸ κράτος ἐσκέπτετο.
ἔγνω τοίνυν τὸν πατρίκιον Κωνσταντῖνον τὸν Δαλασσηνὸν
ἐπὶ μιᾷ τῶν θυγατέρων κηδεστὴν ποιήσασθαι
καὶ τῆς βασιλείας διάδοχον, καὶ στέλλει τὸν
 αὐτὸν ἄξοντα, ἐν τῷ τῶν Ἀρμενιακῶν θέματι τὴν
κατοικίαν ποιούμενον · ἀλλὰ μήπω τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου 
ἀφικομένου ἑτέρας γίνεται γνώμης ὁ Κωνσταντῖνος,
καί τινα τῶν ἐν τέλει ἄνδρα εὐγενέτην τε τὰ
ἐξ αἵματος καὶ ἀνηγμένον εἰς τὴν τοῦ ἐπάρχου ἀρχὴν
 αἴρει πρὸς τὴν διαδοχὴν καὶ πρὸς κῆδος
τῶν θυγατέρων μιᾶς. ἀλλ’ εἶχέ τι πρὸς ἔκβασιν ἡ
αἵρεσις πρόσαντες· γυναικὶ γὰρ ὁ λαμπρὸς ἐκεῖνος
συνεβίου ἀνήρ· ἦν δ’ οὗτος ὁ κατὰ τοὺς Ἀργυροὺς
῾Ρωμανός. τί γοῦν πρὸς τοῦτο μηχανᾶται ὁ βασιλεύς;
 σκήπτεται κατὰ τοῦ ἀνθρώπου χόλον καὶ τοῦτον
ἐπαχθῆ τε καὶ βίαιον, καὶ στέλλει τοὺς ἐκεῖνον
μὲν ἐπὶ κολάσει ἀπάξοντας, τῇ δ’ αὐτῷ συνοικούσῃ

 
κεροῦντας τὴν τρίχα καὶ ἐφ’ ἑτέραν ζωὴν μεταστήσον-
 τὰς. ἡ δὲ τὸ σκηνουργούμενον ἀγνοήσασα ἑτοίμως
ἑαυτὴν παρέσχε πρὸς τὴν τοῦ βίου ἀπαλλαγήν· ἡ μὲν
οὖν τὴν κόμην τε ἀπετμήθη καὶ μέλανα μετημφίαστο,
ὁ δὲ μετήχθη πρὸς τὰ βασίλεια, καὶ ἡ δευτέρα τῶν 
θυγατέρων τοῦ Κωνσταντίνου συζεύγνυται αὐτῶ
πρὸς συμβίωσιν. ἡ γὰρ τρίτη διὰ τὸ τὴν ἐκείνου
εὐνἐτειραν ἄκουσαν διαζυγῆναι αὐτοῦ παραιτήσασθαι
τὴν μετ’ αὐτοῦ συμβίωσιν λέγεται. καὶ ὁ μὲν συνήρμοστο
τῇ Ζωῇ, ὁ δὲ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος τρεῖς ἐπιβιοὺς 
βιοὺς ἡμέρας τῇ συνοικήσει αὐτῶν ἀπέτισε τὸ χρεών,
ἑβδομηκοντούτης καὶ πρὸς γεγονώς, ἐνιαυτοὺς δὲ τρεῖς
ἑνός ἐνδέοντος μηνὸς τῆς βασιλείας κατορχησάạενος.

῾Ρωμανὸς δὲ λοιπόν, ὃς Ἀργυρόπωλος ἐκαλεῖτο,
 τῶν σκήπτρων ἐπιλαμβάνεται καὶ αὐτίκα τὸ ἀλληλέγγυον 
φορολόγημα ῥιζόθεν ἐξέκοψε, καὶ τοῖς τοῦ
θεοῦ ὑμνῳδοῖς τοῖς τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ κεκληρωμένοις
τὴν ἐκ τῶν βασιλείων ταμείων χορηγουμένην
τῶν χρυσίνων διανομὴν προσθήκῃ ἐπηύξησεν,
εἰδὼς ἐνδεῶς αὐτοῖς ἔχειν τὰ χορηγούμενα. γέγονε 
γάρ ποτε τῆς τοῦ θεοῦ λόγου ἐπωνύμου Σοφίας
μέγας οἰκονόμος, ἐπεὶ τῷ βασιλεῖ ἀνεῖτο πρόσθεν
οἰκονόμον τῆς ἐκκλησίας ταυτησὶ προχειρίζεσθαι,
καὶ τοὺς διὰ χρέα δημόσια καθειργμένους ἤ καὶ
ἰδιωτικὰ ἠλευθέρωσε, τὰ μὲν ἀποτιννύς, τὰ δὲ δημόσια 
ἀφιείς, καὶ χρημάτων πολλῶν διάδοσιν ἐποιήσατο
ὑπὲρ τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ πενθε-
 ροῦ αὐτοῦ καὶ αἰχμαλώτους πλείστους ἐπρίατο, καὶ
ὅσοι τῶν ἐπισκόπων ἐκ τοῦ ἀλληλεγγύου φορολογήματος
εἰς ἔνδειαν συνηλάθησαν, παρ’ αὐτοῦ ἀνεκτήθησαν, 
καὶ τοὺς κακωθέντας παρὰ τοῦ τελευτήσαντος
 βασιλέως ἢ ἐν πηρώσεσι μελῶν ἢ ἐν δημεύ-

 
σεσιν οὐσιῶν ἢ ἀλλοίως παρεμυθήσατο. ὑποπτευθεὶς
δὲ ὁ μάγιστρος προυσιανὸς ὁ Βούλγαρος λάθρᾳ
τῇ τῆς Αὐγούστης Ζωῆς ἀδελφῇ τῆ Θεοδώρᾳ κοινολογεῖσθαι
καὶ τῇ βασιλείᾳ ἐποφθαλμεῖν , συλλαμβάνεται
 καὶ φρουρεῖται, εἶτα καὶ πηροῦται τοὺς
ὀφθαλμούς, καὶ ἡ Θεοδώρα εἰς τὸ Πετρίον περιορίξεται,
καὶ ὁ ἐπ’ ἀδελφιδῇ δὲ τοῦ βασιλέως γαμβρὸς
κατηγορηθείς, ὁ Διογενὴς , ὡς τυραννίδα μελετῶν 
κατηγορηθείς, δεσμευθεὶς ἐν πύργῳ καθείργνυται.
 τοῦ μέντοι τῆς Ἀβασγίας ἡγεμονεύοντος Γεωργίου
θανόντος ἡ τούτου σύζυγος σπονδὰς ἐζήτησε καὶ
σύνοικον τῷ υἱῶ. καὶ ὁ βασιλεὺς τάς τε σπονδὰς
ἀνεκαίνισε καὶ τὴν παῖδα Βασιλείου τοῦ ἀδελφοῦ
αὐτοῦ τὴν Ἑλένην νύμφην εἰς Ἀβασγίαν ἀπέστειλε,
 τὸν νυμφίον Παγκράτιον κουροπαλάτην τετιμηκώς.
ὁ δὲ βασιλεὺς κατὰ τοῦ χαλεπ’ ὁρμῆσαι, ὃ καὶ Βέρροια 
λέγεται, ἠβούλετό τε καὶ ἡτοιμάζετο. πολλὰς
γὰρ τῶν πόλεων τῆς τε Φοινίκης καὶ τῆς Συρίας
τοῦ Νικηφόρου καὶ τοῦ Ἰωάννου τῶν βασιλέων
 ὑπαγαγόντων τῇ τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίᾳ, ὁ μετ’
ἐκείνους Βασίλειος σχολάζων ταῖς κατὰ Βουλγάρων 
μάχαις καιρὸν οὐκ ἔσχε τὰς ἑαλωκυίας ἀσφαλίσασθαι
πόλεις · αἶ δ’ ὅμως, μέχρι μὲν περιῆν ἐκεῖνος,
οὐκ ἐτόλμων εἰς προῦπτον τὸν τῆς δουλείας ζυγὸν
 ἀποσείσασθαι. τοῦ δὲ Κωνσταντίνου τῶν σκήπτρων
ἐπειλημμένου καὶ ἀνειμένως τὴν βασιλείαι· ἰθύνουτος,
οἱ τῆς Ἄγαρ ἀπόγονοι τοῦτον εἶναι τὸν καιρὸν
γνόντες πρὸς τὸ μελετώμενον αὐτοῖς ἐπιτήδειον,
τοῖς τῶν πόλεων φρουροῖς ἐπιτίθενται , καὶ τούτους
ὢ διαχειρισάμενοι αὐτοὶ τῶν πόλεων γεγόνασιν ἐγκρατεῖς.
ὁ δὲ τοῦ χαλεπ’ ἀρχηγὸς καὶ ἐκδρομὰς ποτούμενος
συνεχεῖς αὐτήν τ’ ἑ τὴν Ἀντιόχειαν καὶ ὅσα

 
πρόσοικα ἔθνη τῇ Σύρων γῇ καὶ τοῖς Ῥωμαίοις
 ὑπήκοα ἐληίζετο. ᾧ ἀντιπαραταξάμενος ὁ τῆς Ἀντιοχείας
δούξ, ἔτι περιόντος τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου,
αἰσχρῶς ἡττήθη, καὶ τοὺς πλείους τῶν
σὺν αὐτῷ ἀποβεβληκὼς μόλις ἠδυνήθη φυγεῖν ἐκεῖνος. 
τοῦτον ὁ Ῥωμανὸς ἀφελόμενος τὴν ἀρχὴν
προεχειρίσατο ἕτερον · ἐξώρμησε δὲ κἀκεῖνος, καὶ
ἀπιόντι προσίασι πρέσβεις μετὰ δώρων πολυτελῶν
πρὸς τοῦ Χαλεπίτου ἀπεσταλμένοι, αἰτούμενοι συγγνώμης
τυχεῖν καὶ τὴν δουλείαν ἀνανεώσασθαι καὶ 
ἀποδοῦναι τὰς εἰσφοράς, αἵπερ ἔτυχον ὑστερήσασαι,
καὶ ταύτας ἐτησίως εἰσφέρειν μετ’ εὐγνωμοσύνης
εἰς τὸ ἐπιόν. ὁ δέ, καίτοι πολλῶν καὶ στρατηγίαις
ἐπιφανῶν ἀποτρεπόντων αὐτῷ τὴν εἰς τὰ
πρόσω φορὰν ὡς ἀσύμφορον καὶ σπείσασθαι συμβουλευόντων, 
βουλευόντων, οὐκ ἀνείργετο τῆς ὁρμῆς, ἀλλὰ ῥᾷον
 κρατῆσαι τῶν Ἀγαρηνῶν ἐφαντάζετο, καὶ τοῦτο κατωρθωκὼς
μέγα τι καὶ ὑπέρογκον ᾤετο ἑαυτῷ περιποιήσασθαι
σεμνολόγημα. ἄπεισιν οὖν ἐν Συρίᾳ
καὶ βάλλεται χάρακα. Ἄραβες δέ, αὐτόσκευοί τινες 
ἄνθρωποι καὶ τολμητίαι κέλητες, ἐφ’ ἵππων ὠκυπόδων
γυμνοὶ ἑκατέρωθεν ἐλόχων τοῦ χάρακος, καὶ
τοὺς εἰς συλλογὴν ἀπιόντας χιλοῦ ὕδατός τε ἀρδείαν
ἐκθορόντες ἀνῄρουν ἢ καὶ συνήρπαζον, ὡς
τούς τε στρατιώτας καὶ τὴν ἵππον αὐτῶν ἀπειρηκέναι 
’ναι τῷ δίψει. εἶτα συνηθέστεροι γεγονότες ταῖς ἐκδρομαῖς
πρὸς τοὺς Ῥωμαίους οἱ Ἄραβες καὶ οἷον
καταγνόντες δειλίαν αὐτῶν, ἀθρόον ἀπὸ τῶν μετεώρων
ἐξωρμηκότες καὶ βαρβαρικὸν ἀλαλάξαντες, καὶ
πλήθους φαντασίαν ἀπεργασάμενοι τῷ μὴ συνασπισμὸν 
 τηρεῖν , ἀλλὰ διεσπασμένως ἐκτρέχειν καὶ
ἐπιέναι ἀσυντάκτως τῷ χάρακι, ἐκδειματοῦσιν ἅπαν

 
τὸ στρατιωτικὸν καὶ εἰς φυγὴν τρέπουσι, καὶ κἂν
ἑάλω καὶ ὁ αὐτοκράτωρ αὐτός , τῆς περὶ αὐτὸν ἐκταραχθείσης
φρουρᾶς καὶ λελοιπυίας ἀφρούρητον
τὸν φρουρούμενον , εἰ μή τις αὐτὸν ἐπὶ τὸν ἵππον
 ἀνέβαλε καὶ φεύγειν ἐπέρρωσεν ἐκπεπνευκότα τῷ
δέει μικροῦ. ἀπῄεσαν μὲν οὖν οἶ Ῥωμαῖοι ἀτάκτως
ὡς ἕκαστος ἔτυχε θέοντες. οἱ δὲ βάρβαροι τὸ παράλογον
τῆς τροπῆς τεθηπότες , κατὰ τῶν ἀποδιδρασκόντων
οὐκ ἐπεξέθεον , ἀλλὰ κατὰ τοῦ χάρακος
 ἔθεον, ὀλίγους τῶν ἐπιφανεστέρων ζωγρήσαντες,
καὶ τήν τε σκηνὴν διηρπάκασι τὴν βασίλειον, μεστὴν 
οὖσαν πλούτου παντοδαποῦ καὶ πολυτελείας βασιλικῆς,
καὶ τὴν ἄλλην ἀποσκευὴν ἐφ’ ἑαυτοὺς ἀναθέμενοι
ἐπανέξευξαν.

Ὁ δὲ βασιλεὺς εἰς Ἀντιόχειαν διασέσωστο σπουδῇ τῶν περὶ αὐτόν, κἀκεῖθεν ἐπὶ τὴν Κωνσταντίνου
ἀνέδραμεν, οὐκέτι τὴν πρόσθεν τῆς ψυχῆς δεικνύων
διάθεσιν, ἀλλ’ ἀλλοιωθεὶς τὴν ἐπὶ τὸ χεῖρον
ἀλλοίωσιν. ἵνα γὰρ τῶν ἀπολωλότων ἰσοστάσια
κτήσηται, πράκτωρ ἀντὶ κρατοῦντος ἐγένετο καὶ πικρὸς
λογιστής, παῖδας πατέρων γεγηρακότα χρέα
πραττόμενος καὶ πυρκαιὰς ἀνάπτων κατὰ τῶν ὑπηκόων,
ἅσπερ ὁ χρόνος ἤδη πολὺς πρεσβεύσας κατέσβεσεν 
ἢ τέως κατέχωσεν ὑπὸ σποδιᾷ. ἐντεῦθεν 
πολλοὶ πατρῴων οἰκιῶν καὶ ἀγρῶν ἀπηλαύνοντο καὶ
τὴν πρὶν εὐκληρίαν ἐκδιδυσκόμενοι εἰς πενίαν λαμπρὰν
συνηλαύνοντο. τῶν δ’ οὕτως εἰσπραττομένων
οὐδὲν εἰς τὸ δημόσιον εἰσεφέρετο, ἀλλὰ σεμνεῖον
οἰκοδομὴ σ’ αἰ καὶ ναὸν τῇ θεομήτορι προθέμενος καθιδρύσασθαι
ἐκεῖ καὶ ταῦτα κατεδαπάνα καὶ ἐκ
τῶν βασιλικῶν θησαυρῶν ἀνήλισκεν ἕτερα, ἄρτι μὲν
ἀνεγείρων , ἄρτι δὲ καταστρέφων τὸ ἤδη ἀνεγερθὲν

 
καὶ ἤ μετεωρότερον ἀνοικοδομῶν αὖθις αὐτὸ ἢ εὐρύτερον
ἡ· τὸν σχηματισμὸν ποικίλλων ἤ τρόπον ἄλλον
τὸ καινιζόμενον ἀλλοιῶν. ἀπένειμε δὲ καὶ προςόδους
τοῖς μονασταῖς, οὐκ ἀναλόγους μονάζουσιν,
ἀλλὰ τρυφῶσι προσηκούσας καὶ βίον ἕλκουσιν ἀνειμένον 
 καὶ ἁβροδίαιτον , χώρας ὅλας τῶν δημοσίων,
καὶ ταύτας τὰς πιοτάτας καὶ παμφόρους, ἀφοσιώσας
αὐτοῖς. ἀλλὰ μὴ πλείω περὶ τούτων. κατέλαβε δὲ
τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων Ἄμερ ὁ τοῦ Χαλεπίτου
υἱὸς σὺν δώροις πολλοῖς , τὴν εἰρήνην ἀνανεούμενος, 
καὶ ὁ βασιλεὺς ἐπὶ ταύτῃ ἐπένευσεν. ἡ βασιλὶς
δὲ Ζωὴ ἀφικομένη εἰς τὸ Πετρίον τὴν ἑαυτῆς ἀδελφὴν
Θεοδώραν ἀπέκειρε μοναχήν. ἐκδημήσαντος δὲ
τοῦ βασιλέως τῆς πόλεως ὁ Διογενὴς Κωνσταντῖνος
ὡς τυραννίδα μελετῶν καὶ ἀποδρᾶναι μέλλων εἰς τὸ 
Ἰλλυρικὸν κατεσχέθη, καὶ ἐταζόμενος ἑαυτὸν κατεκρήμνιδε
καὶ ἀπέθανεν , ἔνα μὴ τοὺς συνειδότας
ἐκφανίσῃ τῇ βίᾳ νικώμενος. τότε μέντοι Ἄραβες
 μὲν τὴν Μεσοποταμίαν κατέδραμον, οἱ δέ γε Πατξινάκοι
τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὴν τοῦ Ἰλλυρικοῦ παράλιον 
οἱ ἀγαρηνοί. τούτοις δὲ μόνοις στόλος Ῥωμαϊκὸς
προσβαλὼν τὰ πλείω τῶν σκαφῶν ἐνέπρησε
καὶ κατέκαυσεν· οἱ δ’ ἐκ τῆς ναυμαχίας ἀποδιδράσκοντες
κλύδωνι περὶ τὸ Σικελικὸν διεφθάρησαν
πέλαγος. καὶ αὖθις ἐξ Ἀφρικῆς περί που τὰς χιλίας 
νῆες ἐξέπλευσαν, καὶ πολλὰς τῶν νήσων ἔνιά τε
τῶν παραλίων ἐδῄωσαν. ἀλλὰ τῇ τούτων μοίρᾳ
περιτυχοῦσαι νῆες Ρωμαϊκαὶ πολλοὺς ἀνεῖλον καὶ
πεντακοσίους εἷλον ζώους, οἷ τῶ βασιλεῖ ὑπὸ δεσμοῖς
ἐκομίσθησαν. ἀλλὰ καὶ ὁ πρωτοσπαθάριος 
Γεώργιος ὁ Μανιάκης τῶν παρευφρατιδίων πόλεων
 note> στρατηγῶν τῆς Ἐδέσσης ἐκράτησεν , ἔνθα καὶ τὴν

 
αὐτόγραφον ἐπιστολὴν τοῦ θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ εὑρηκὼς τῷ βασιλεῖ ἐξαπέστειλε.
λιμοῦ δὲ τὴν Καππαδοκίαν καὶ τὸ Ἀρμενιακὸν καὶ
τὴν Παφλαγονίαν πιέζοντος , καὶ αὖθις ἀκρίδος τὴν
 ἑῴαν κεραιζούσης, πολλοὶ μεταναστεῦσαι τῶν πατρίδων
αὐτῶν ἠναγκάσθησαν , οὓς χρυσίου διανομαῖς
ἀνακτησάμενος ὁ κρατῶν πέπεικεν αὖθις τὰς
ἐνεγκούσας καταλαβεῖν. σεισμῶν δὲ γενομένων ξενῶνές
τε κακῶς διετέθησαν καὶ οἱ ἀντίπορθμοι τῆς
 Βυξαντίδος ἀνδρῶνες , οἳ διαιτητήριον ἔκπαλαι τοῖς
τὰ σώματα λελωβημένοις ἐκ τῆς νόσου τῆς ἱερὰς
καὶ τοῖς λελεπρωμένοις τετάχαται. ἀλλὰ καὶ τούτους
ὁ βασιλεὺς ἀνεκαίνισε καὶ τοῦ τὸ ὕδωρ εἰς τὴν μεγαλόπολιν 
εἰσάγοντος ὁλκοῦ διαρρηχθέντος ἐπεμελήσατο.
 λήσατο.

Ἤδη δέ οἱ πρὸς τέλος ἤγγικε τὸ βιώσιμον, τὸ δ’ ὅπως ἀπεβίω διηγητέον. ἄρτι τῆς βασιλείας ἐπιτυχὼν
χρόνους ἑαυτῷ καὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀρχῆς
ἐπεμέτρει μακρούς, καὶ ταῦτα ἑξηκοντούτης ὢν ὅτε
 τῶν σκήπτρων ἐπείληπτο, καὶ διαδοχὴν τῇ βασιλείᾳ
καταλιπεῖν ἐκ τῆς ὀσφύος αὐτοῦ ἐφαντάζετο, μηδ’
ὅτιπερ ἡ βασιλὶς ᾗ συνῴκιστο πεντηκοντοῦτις ἦν
καὶ ὑπέρακμος καὶ ἄνικμος τὴν νηδὺν πρὸς σπερμάτων
ὑποδοχὴν δυνάμενος συνιδεῖν. πρότερον μέν 
 οὖν ἐσπουδάκει περὶ τὰ ἀφροδίσια καὶ κατέτεινεν
ἑαυτὸν καὶ χρίσμασί τισιν ἐκέχρητο καὶ τῇ συνοίκῳ
προσήρτα λιθίδια, ὡς δή τι ἐνεργοῦντα περὶ τὴν
κύησιν. ἡ δὲ καὶ ἁμμάτων καὶ ἐπᾳσμάτων ἠνείχετο 
καὶ προσίετο ἐπῳδάς. ἐπεὶ δ’ ἐγνώκει μάτην πάντα
ὢ γινόμενα ὁ κρατῶν καὶ ἀπεγνώκει τὸ σπουδαζόμενον,
οὐκέθ’ ὁμοίως διέκειτο περὶ τὴν εὐνέτειραν,
ἀλλ’ ἧττον αὐτῇ προσῄει. ἦν γὰρ καὶ φύσει νωθὴς

 
πρὸς μίξιν καὶ μαλθακώτερος, ἤδη δὲ καὶ ὁ χρόνος
αὐτῷ τὴν κίνησιν ἤμβλυνεν. ὡς δέ τινες αὐτῷ ἐπὶ
τῇ βασιλείᾳ ἐξεμετρήθησαν ἐνιαυτοί, καὶ ἀποδτρόφως
 εἶχε πρὸς τὴν βασίλισσαν, ἡ δὲ καὶ καταφρονουμένη
πρὸς μῖσος ἠρέθιστο καὶ πλέον δι’ ὁμιλίαν 
ἀνδρός. ἦν δέ τις καὶ πρὸ τῆς βασιλείας ἐκτομίας
ὑπηρέτης τῷ βασιλεῖ , τούτῳ δὲ ὁμαίμονες ἦσαν, ὧν
εἶς ἦν καὶ ὁ Μιχαήλ, ἀνὴρ ᾧ τὴν ὄψιν ἡ φύσις
ἀπέξεσεν εἰς ἀκριβῆ ὡραιότητα. τοῦτον ὁ ἀδελφὸς
μετὰ τὴν βασιλείαν παρέστησε τῷ Ῥωμανῷ προσληφθησόμενον 
ὑπ’ αὐτοῦ· ὁ δὲ τοῖς θαλαμηπόλου σί’
τὸν νεανίαν κατέταξε. τούτου τῷ ἔρωτι ἁλοῦσα ἡ
βασιλὶς ἐπυρπολεῖτο τὴν ψυχὴν καὶ τὸ πῦρ τὸ ἐκείνου
κάλλος καθ’ ἑκάστην ὁρώμενον ὑπανέφλεγε.
μισούμενος δ’ αὐτῇ πρῴην ὁ ἐκτομίας τότε καὶ 
προσεκαλεῖτο καὶ ὁμιλίας ἠξίωτο γνησιώτερον , εἶτα
καὶ περὶ τοῦ ΜΙχαὴλ ἠρωτᾶτο τοῦ ἀδελφοῦ. πολλάκις
 λακὶς δὲ τούτου γενομένου , δεινὸς ὢν ἐκεῖνος συνῆκε
τὸν ἔρωτα καὶ τῷ ἀδελφῷ ὑπέθετο καὶ προσιέναι
τῇ βασιλίσσῃ, καὶ εἰ πειρῷτο ἐκείνη αὐτοῦ , μὴ 
ὑποσταλῆναι , ἀλλὰ καὶ ἅψασθαι καὶ φιλῆσαι καὶ
προσφῦναι αὐτῇ. καὶ τί δεῖ πολλὰ λέγειν ; μέχρι
καὶ συνουσιασμοῦ τὰ τοῦ ἔρωτος κατηντήκεσαν καὶ
προἰόντος τοῦ χρόνου εἰς προῦπτον σχεδὸν τὸ περὶ
τὸν Μιχαὴλ ἐξερράγη φίλτρον, καὶ ἦν ὑποψιθυριξόμενον 
οὐ τοῖς περὶ τὰ βασίλεια μόνον, ἀλλὰ καὶ
τοῖς ἐν ταῖς τριόδοις, μόνῳ δ’ ἠγνοεῖτο τῷ αὐτοκράτορι·
ὅθεν καὶ συγκειμένῳ τῇ βασιλίσσῃ αὐτῷ ἐπὶ
τῆς εὐνῆς ὁ Μιχαὴλ εἰσκαλούμενος ἀνατρίβειν οἱ
τοὺς πόδας κεκέλευστο. τί οὖν ἄν τις οἰήσαιτο ἢ 
ὅτι καὶ τῶν ἐκείνης ἥπτετο ποδῶν; καὶ οἷον προαγωγὸς
 ἀμφοῖν ὁ βασιλεὺς καὶ ὁμευνέτης ἐγίνετο.

 
ὧς δὲ καὶ ἡ ἀδελφὴ Πουλχερία καὶ ἕτεροι περὶ τοῦ
δράματος αὐτὸν ἀνεδίδαξαν καὶ φυλάττεσθαι παρηγγύησαν,
οὐδὲν ἐποίησεν ἕτερον ἀλλ’ ἢ τὸν ὑποπτευόμενον
αὐτῷ καλέσας εἰ ἐρῷτο πρὸς τῆς βασιλίσσης
 ἠρώτα. ὁ δὲ ἀπηγόρευσε , καὶ ἀνηνάμενος πίστεις
τοῦ λόγου καὶ ὅρκους ἀπῃτήθη καθ’ ἱερῶν. ἐπεὶ δ’
ἐκεῖνος ἐπιορκήσας τοὺς ὅρκους ἐτέλεσε, διαβολὴν
τοὺς τῶν ἄλλων ἥγητο λόγους. λέγεται μέντοι διὰ
τὴν ἐπιορκίαν νόσημά τι δεινὸν ἐνσκῆψαι τῷ ΜΙχαήλ.
 τὸ δ’ ἦν κατά τινας περιόδους αὐτῷ παρακοπὴ τοῦ
νοὸς τῶν ὀφθαλμῶν τε διαστροφὴ καὶ κλόνος τοῦ 
σώματος καὶ κατάπτωσις ἐπὶ γῆς, εἶτ’ ἐπανῄει εἰς
ἑαυτὸν καὶ ἀποκαθίστατο. τοῦτο πολλάκις καὶ τοῦ
βασιλέως ἐνώπιον ἔπαθεν· ὁ δὲ τοῦ πάθους οἰκτείρας
 ῥᾶς τὸν Μιχαὴλ ἔτι μᾶλλον ψευδῆ ᾤετο τὰ λεγόμενα
καὶ μήτ’ ἐρᾶν μήτ’ ἐρᾶσθαι τοῦτον οὕτως
ἔχοντα ἔθετο. εἰσὶ δ’ οἱ λέγουσι μὴ ἀγνοῆσαι τὸν
βασιλέα τὸν ἔρωτα , .... δ’ ὅτι σφριγᾷ ἡ βασίλισσα
καὶ περὶ τὰ ἀφροδίσια μέμηνε, τῆς πρὸς τὸν
 Μιχαὴλ αὐτῆς ῥοπῆς ἠνείχετο, ὑποκρινόμενος ἄγνοιαν,
ἵνα μὴ πλείοσιν ὁμιλοίη. τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων
ὁ αὐτοκράτωρ ἐνόσησε , καί οἱ διῳδήκει τὸ 
πρόσωπον καὶ τὸ ἄσθμα ἦν συνεχὲς καὶ ἡ ὄψις
αὐτῷ ἐῴκει νεκροῦ καὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὸ πλέον
 ἐψίλωτο · αἱ γὰρ τρίχες αὐτῆς ἀπερρύησαν. λέγεται
γοῦν φαρμάκοις περιεργασθῆναι ὁ ἄνθρωπος. οὕτω
δ’ ἔχων ἀπῄει πρὸς βαλανεῖον τῶν ἐν τοῖς βασιλείιος
λουσόμενος, καὶ ἀπῄει οὔτε χειραγωγούμενος
οὔτ’ αὐτίκα τεθνήξεσθαι προσδοκώμενος. ὡς δὲ τὸ
 σῶμα ἐκάθηρεν, εἰσέδυ τὴν ἐκεῖ κολυμβήθραν, ἔνθα 
δὴ τὸ πᾶν ᾄδεται γενέσθαι τοῦ δράματος· συμπιέσαι
γάρ τινας αὐτό τὴν κεφαλήν φασιν ἐπὶ τὸ ὕδωρ

 
ἐφ’ ἱκανόν, καὶ οὕτως ἐκεῖθεν ἄπνουν ἀνιμηθῆναι
σχεδὸν καὶ ἀνακλιθῆναι πρὸς τὴν στρωμνήν. θροῦ
 δ’ ἐπὶ τούτῳ συμβάντος παρῆλθε καὶ ἡ βασιλίς, ὡς
δή τι τῷ πάθει ἐπιστενάζουσα, καὶ πληροφορηθεῖσα
τοῦ βασιλέως τὴν τελευτὴν ἀπῆλθεν εὐθύς. ὁ δὲ 
βραχύ τι ἐπιβιοὺς ἄναυδος, εἶτα καὶ μελάντερόν τι
ἀναγαγὼν διὰ τοῦ στόματος, ἀφῆκε τὸ πνεῦμα, ἔτη
βασιλεύσας πέντε πρὸς τῷ ἡμίσει, λόγοις μὲν ἐντραφεὶς
ἑλληνικῆς τε παιδείας μετεσχηκὼς καὶ τῶν τῆς
πολιτείας νόμων οὐκ ἀδαής, πλείω δ’ εἰδέναι ὧν 
ᾔδει ὡς ἀληθῶς οἰόμενός τε καὶ σεμνυνόμενος.

Τοῦτον μὲν οὑν τοιοῦτον κατειλήφει τὸ τέρμα
τῆς βιοτῆς. ἡ δὲ βασιλὶς ὅλη τοῦ τὸν Μιχαὴλ ἐγκαθιδρῦσαι
τῷ θρόνῳ τῆς βασιλείας ἐγένετο, καὶ
 τῶν περὶ αὐτὴν τῶν πατρῴων δηλαδὴ θεραπόντων 
αὐτῆς ἀναβολῇ τὸ πρᾶγμα δοῦναι καὶ σκέψει συμβουλευέντων,
ἡ δὲ οὐκ ἠνείχετο, κατεπειγομένη πρὸς
τὴν τελεσιουργίαν καὶ παρὰ τοῦ ἐκτομίου Ἰωάννου
τοῦ συγγόνου τοῦ Μιχαήλ, λάθρᾳ πρὸς αὐτὴν ὑποψιθυρίσαντος
ὡς “ ἀπολούμεθα αὐτίκα, εἰ βραχεῖ τινι 
καιρῷ τὸ ἀποτέλεσμα βραδυνεῖ.” λαβοῦσα τοίνυν εὐθὴς
τὸν Μιχαήλ, καὶ στολὴν αὐτῷ περιθεμένη βασίλειον
καὶ διαδήματι τὴν ἐκείνου κεφαλὴν αὐτὴ ἀναδήσασα
καὶ ἐπὶ θώκου βασιλικοῦ καθιδρύσασα, καὶ
αὐτὴ παρακαθισαμένη , πᾶσι τοῖς τότε παροῦσι καὶ 
εὐφημεῖν καὶ προσκυνεῖν προετρέπετο. οἱ δὲ καὶ
 τότε αὐτίκα νυκτὸς τὴν ἱεροτελεστίαν τὴν γαμικὴν
ἐπ’ αὐτοῖς γενέσθαι ἱστόρησαν, τοῦ πατριάρχου
Ἀλεξίου ἀφικομένου πρὸς τὰ βασίλεια, καὶ τὸν μὲν
Ῥωμανὸν τεθνεῶτα καταλαβόντος, τὸν δέ γε Μιχαὴλ 
ἔτι τὰ ἐπὶ τῇ βασιλείᾳ τελούμενον. ἤδη δὲ καὶ τοῖς
ἔξω διαδοθέντος τοῦ γεγονότος, καὶ πάσα ἡ πόλις

 
τὸν νέον ἀνηγόρευεν αὐτοκράτορα, τὸ μὲν αὐτῷ
χαριζόμενοι , τὸ δ’ ὅτι τὸν ἀπιόντα ἀπεφορτίσαντο
χαίροντες. ἡ μὲν οὖν βασιλὶς ᾤετο βουλεύσασθαι
ἄριστα καὶ ἑαυτῇ τὴν πᾶσαν ἐξουσίαν περιποιήσασθαι
 καὶ τὸν Μιχαὴλ ὑπηρέτην ἕξειν· τὸ δέ τι ἑτεροῖον
συμβέβηκε. μέχρι μὲν γάρ τινος ἐσχηματίζετο
τηρεῖν τὴν πρὸς τὴν βασιλίδα διάθεσιν καὶ ταύτῃ 
χαρίζεσθαι καὶ τὰ ἐκείνῃ θυμήρη ποιεῖν , εἶτα οὐκ
εἰς μακρὰν ἐκτεῖναι τὴν προσποίησιν ἀνασχόμενος
 μεθαρμόττεται, καὶ ὑποπτεύει αὐτὴν καὶ δείσας περὶ
ἑαυτῷ μεθίστησι μὲν τῶν βασιλείων τοὺς ἐκτομίας
τοὺς αὐτῆς πατρῴους θεράποντας καὶ τὰς αὐτῇ
συνήθεις θεραπαίνας αὐτῆς διαιρεῖ, ἑτέρας δ’ αὐτῇ
πρὸς θεραπείαν ἀντικαθίστησι. καὶ ἐπὶ τούτοις τὴν
 γυναικωνῖτιν αὐτῇ ἀποφράγνυσι καὶ φρουρὰν περιίστησι,
καὶ οὐδενὶ προσιέναι ταύτῃ παρακεχώρητο, εἰ
μὴ τὸν προσιόντα ὁ φρούραρχος κατεξήτασεν ὅθεν
ἥκοι καὶ τίνος δεόμενος παραγένοιτο. ἐδεδίει γὰρ
οἴκοθεν ἔχων τοῦ δέους τὰς ἀφορμάς. εἰς ταῦτα δ’
 ἐνάγεσθαι πλέον ὁ Μιχαὴλ λέγεται παρὰ τοῦ συμγόνου 
γόνου αὐτοῦ Ἰωάννου τοῦ ἐκτομίου. ἦν γὰρ καὶ
δεινὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ δραστήριος καὶ τὸ ἦθος
ὑποκαθήμενος καὶ πρὸς τοὺς ἐντυγχάνοντας ποικιλλόμενος,
περισπερχής τε καὶ πρὸς φροντίδων ὄγκον
 ἀκάματος, καὶ οὐδὲ γαστριζόμενος οὐδὲ περὶ τὸν
ἄκρατον λιχνευόμενος οὐδὲ ἡττώμενος οἴνου τῆς
περὶ τὰς δημοσίας διοικήσεις καθυφίει σπουδῆς. τὰ
μὲν οὖν περὶ τὴν βασίλισσαν ᾠκονόμητο οὑτωσί, ὁ
δὲ Μιχαὴλ τῆς τῶν κοινῶν πραγμάτων οἰκονομίας
 ἀντείχετο. εἶτα τῷ μὲν ἐκραταιοῦτο ἡ νόσος , ἣν οἶ
μὲν ἐκάλουν δαιμόνιον μήνιμα διὰ τὴν ἐπιορκίαν
ἐνσκῆψαν αὐτῷ καὶ συμπνῖγον τὸν ἄνθρωπον , ὡς 

 
 πάλαι δὴ τὸν Σαούλ, οἱ δὲ μανίαν τε καὶ παραφοράν·
ὁ δ’ ἐκτομίας Ἰωάννης τὴν ὅλην ἀνεδέξατο
τῆς βασιλείας κυβέρνησιν, μοναχικὸν μὲν πάλαι
σχῆμα ἐπενδυθείς, τοῦτο δὲ τηρῶν ἄχρι μόνου τοῦ
σχήματος. Κωνσταντῖνος δὲ πατρίκιος ὁ Δαλασσηνός, 
οἴκοι διατρίβων καὶ περὶ τοῦ νέου βασιλέως
πυθόμενος, δυσανασχετῶν ἦν ὅτι εἰς ἄνδρα τοιοῦτον
ἡ βασιλεία περιέστη ῾Ρωμαίων. τοῦτο θορύβου
τοὺς περὶ τὸν βασιλέα ἐμέστωσε, πτοηθέντας μήποτε
ὁ Δαλασσηνὸς τυραννίδι ἐπίθηται. καὶ στέλλει 
ὁ Ἰωάννης τὸν ὅρκοις αὐτὸν βεβαιώσοντα ὡς
οὐδενὸς ἀνιαροῦ πειραθήσεται καὶ πείσοντα τὸν ἄν-
 δρα τῷ βασιλεῖ προσελθεῖν. καὶ ὁ μὲν προσῆλθε,
καὶ ὁ βασιλεὺς αὐτὸν ἀσπασίως προσήκατο καὶ ἐδεξιώσατο
δωρεαῖς καὶ μείζονι ἀξίᾳ τετίμηκε καὶ ἐν τῇ 
πόλει διάγειν ἐκέλευσε. Νικητὰς δὲ ὁ τοῦ βασιλέως
ὁμαίμων, δοὺξ τῆς ἐπὶ τῇ Δάφνῃ Ἀντιοχείας προχειρισθείς,
εἴρχθη παρὰ τῶν Ἀντιοχέων τῆς εἰς τὴν
πόλιν εἰσόδου. πράκτορα γάρ τινα τῶν δημοσίων
τελῶν, ὡς αὐτοῖς φορτικῶς προσενηνεγμένον, ἀνελόντες 
οἱ τῆς Ἀντιοχείας πολῖται, καὶ δεδοικότες μὴ
δίκας τῷ δουκὶ τοῦ τολμήματος τίσωσιν, ἐπεζύγωσαν
αὐτῷ τὰς πύλας τῆς πόλεως. ὁ δὲ ὅρκοις αὐτοῖς
παρασχόμενος πίστεις ὡς οὐδὲν διὰ τὸν φόνον ὑποσταῖεν
κακόν, παραχωρεῖται τὴν εἴσοδον· εἶτα τοὺς 
 ὅρκους οὐδὲν λογισάμενος πολλοὺς μὲν ἀποκτίννυσιν,
ἐνίους δὲ τῶν παρ’ αὐτοῖς ἐπισήμων δεσμίους
ἔστειλε πρὸς τὴν μεγαλόπολιν, γράψας τῷ ἀδελφῷ
Ἰωάννῃ διὰ τὴν πρὸς τὸν Δαλασσηνὸν εὔνοιαν
ἀπεῖρξαι αὐτῷ τὴν εἴσοδον τοὺς Ἀντιοχεῖς. ἐντεῦθεν 30
ὁ Δαλασσηνὸς εἰς τὴν νῆσον τὴν Πλάτην περιορίζεται,
καὶ ὁ ἐπὶ θυγατρὶ κηδεστὴς αὐτοῦ Κων-

 
σταντῖνος ὁ δούκας, τὴν ἀδικίαν ἐπιβοώμενος καὶ
τὴν ἐπιορκίαν οὐ σιωπῶν, πύργῳ τινὶ κατακλείεται.
εἶτα μετάγεται ὁ Δαλασσηνὸς ἐκ τῆς Πλάτης
καὶ πύργῳ καθείργνυται. ἑάλω δὲ τότε τοῖ μὲν ἐκ
 τῆς Ἄγαρ τὰ Μύρα καὶ τοῖς Πατξινάκαις λεία γ’ γέγονε
τὰ Μυσῶν. τοῦ δὲ δουκὸς Ἀντιοχείας Νικητὰ
καταστρέψαντος τὴν ζωήν, ὁ Κωνσταντῖνος, ἀδελφὸς 
ὢν καὶ οὗτος τοῦ βασιλέως, ἐπὶ τῆ Ἀντιοχείᾳ τὸν
τελευτήσαντα διεδέξατο, καὶ ὁ ἕτερος αὐτοῦ ἀδελφὸς
 πρωτοβεστιάριος προκεχείριστο. ἐξ Ἀφρικῆς
μέντοι καὶ Σικελίας στόλος ἀποπλέων Ἀγαρηνῶν
ἐκάκου τάς τε νήσους καὶ τὰ παράλια· ἀλλὰ τούτοις
στόλος ἐπιπλέων Ῥωμαϊκὸς πολλὰ μὲν τῶν σκαφῶν
κατέδυσεν αὔτανδρα, πολλοὺς δ’ ἐζώγρησε, καὶ τοὺς
 μὲν πρὸς τὸν βασιλέα ἐκπέπομφεν, οἱ δὲ ἀνεσκολοπίσθησαν
κατὰ τὴν παράλιον. Παγκράτιος δὲ ὁ
ἄρχων Ἀβασγίας, ᾧ τὴν οἰκείαν ἀνεψιὰν ὁ βασιλεὺς
ἡρμόσατο Ῥωμανός, τάς τε πρὸς Ῥωμαίους σπονδὰς
ἔλυσε καὶ ὧν παρεχώρησε πρὶν Ῥωμαίοις φρουρίων
 καὶ πόλεων ἐπελάβετο πάλιν, ὡς τάχα δίκας Ῥωμαίους 
πραττόμενος ὑπὲρ τοῦ βασιλέως καὶ θείου τῆς
αὐτοῦ ὁμευνέτιδος. πολλάκις δ’ οἱ Πατξινάκαι τὸν
Ἴστρον διαβαίνοντες τὰ Ῥωμαίων κακῶς διετίθεντο,
τοὺς ἁλισκομένους ἡβηδὸν ἀναιροῦντες. καὶ Ἄραβες
 τὴν Ἔδεσσαν ἐπολιόρκησαν, καὶ ἥλω ἂν ἡ πόλις,
εἰ μὴ ὁ δοὺξ Ἀντιοχείας ὁ Κωνσταντῖνος ὁ τοῦ αὐτοκράτορος
ἀδελφὸς αὐτῇ ἐπεκούρησεν, ὃν ὁ βασιλεὺς
τῆς σπουδῆς ἀμειβόμενος τῶν ἑῴων ταγμάτων
δομέστικον προεβάλετο.

Τοῦ δὲ τῆς Αἰγύπτου κρατοῦντος Ἄμερ θανόντος ἡ ἐκείνου γυνή, χριστιανὴ οὖσα, σπείσασθαι
σὺν τῷ υἱῷ μετὰ Ῥωμαίων ἐζήτησε· καὶ ὁ βασιλεὺς 

 
ἐκύρωσε μετ’ αὐτῆς τριακοντούτεις σπονδάς. ἀδελφοὶ
δὲ δύο Σαρακηνοὶ τῆς Σικελίας κρατοῦντες
πρὸς ἀλλήλους ἔσχον διαφοράς, ὧν θάτερος τῷ βασιλεῖ
Ῥωμαίων προσπέφευγε, συμμαχίαν αἰτῶν.
 στέλλεται τοίνυν ὁ πατρίκιος Γεώργιος ὁ Μανιάκης 
ἐπικουρήσων αὐτῷ, Λογγιβαρδίας προχειρισθεὶς
στρατηγός. μήπω δὲ τὴν Σικελίαν λίαν καταλαβόντος
τοῦ Μανιάκη οἱ ταύτης ἄρχοντες σύγγονοι πρὸς
ἀλλήλους ἐσπείσαντο καὶ καταλαβόντα τὸν Μανιάκην
ἀπελάσαι τῆς νήσου διεμελέτων, καὶ συμμαχίαν 
ἐξ Ἀφρικῆς μετεπέμψαντο. συρραγέντος δὲ πολέμου
τὸ Ῥωμαϊκὸν ἐκράτησε στράτευμα, καὶ φόνου
πολλοῦ τῶν Καρχηδονίων γεγονότος πόλεις μὲν
 πρότερον ἐξεπόρθησαν δέκα ἐπὶ τρισίν, εἶτα κατὰ
μικρὸν προβαίνων ὁ Μανιάκης καὶ πᾶσαν τὴν Σικελίαν 
τῇ Ῥωμαίων ἡγεμονίᾳ προσήγαγε. μικροῦ δ’
ἂν ἑάλω ἡ Ἔδεσσα, δόλῳ τ’ αὐτὴν τῶν Ἀράβων μελετησάντων
χειρώσασθαι. δώδεκα γὰρ αὐτῶν ἄρχοντες
ἐπαγόμενοι καμήλους πεντακοσίας, ὧν ἑκάστη
κιβώτια δύο ἐπήχθιστο, ἧκον εἰς Ἔδεσσαν· ἕκαστον 
δὲ τῶν κιβωτίων ὁπλίτην εἶχεν ἐντός· ἔλεγον δὲ
ἀπιέναι πρὸς βασιλέα δῶρα κομίζοντες, καὶ ἐβούλοντο,
εἰ παραχωρηθεῖεν ἔνδον εἰσαγαγεῖν τὰ κιβώτια,
νυκτὸς τοὺς ἐν αὐτοῖς ὁπλίτας ἐξαγαγεῖν καὶ
τὴν πόλιν ἑλεῖν. εἰσελθόντας οὖν πρὸς τὸν τῆς 
πόλεως στρατηγὸν τοὺς ἄρχοντας φιλοτίμως ἐκεῖνος
 ἐδέξατο. οἱ δ’ ἐκείνοις ὑπηρετοῦντες μετὰ τῶν καμήλων
ἔτι τῆς πόλεως ἦσαν ἔξω. προσαίτης δέ τις
Ἀρμένιος, εἰδὼς καὶ τὴν Ἀράβων διάλεκτον, προσῆλθε
τοῖς ἐκτὸς αὐλιζομένοις Ἄραψι μεταιτήσων. 
ἤκουσεν οὖν ἐκ κιβωτίου τινὸς ὅποι εἰσὶν ἐρωτῶντος
καὶ εἰς τὴν πόλιν ἐλθὼν ἀπήγγειλε τὸ δρᾶμα

 
τῷ στρατηγῷ. ὁ δὲ τοὺς μὲν ἄρχοντας τῶν Ἀράβων
εὐωχουμένους ἐν τῇ πόλει κατέλιπεν, αὐτὸς δὲ
μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν ἐξελθὼν καὶ τὰ κιβώτια διαρρήξας
τοὺς ἐν αὐτοῖς ὁπλίτας ἀπέκτεινεν ἅπαντας,
 καὶ εἰς τὴν πόλιν αὖθις ὑπονοστήσας τοὺς μὲν λοιποὺς
τῶν ἀρχόντων αὐτῶν μαχαίρας ἔθετο ἔργον,
ἑνὸς δὲ τὰς χεῖρας ἀποτεμὼν τὰ ὦτά τε καὶ τὴν
ῥῖνα ἀφῆκεν, ἔνα τοῖς οἴκοι τὴν συμφορὰν καταγγείλειεν. 
ὁ δὲ Καρχηδόνιος τὸν ὄλεθρον τῶν ὑπ’
 αὐτοῦ πεμφθέντων εἰς Σικελίαν μαθών, καὶ αὐτὸς
εἰς τὴν νῆσον ἐστράτευσε μετὰ δυνάμεως πλείονος.
καὶ ὁ Μανιάκης ἀντιστρατοπεδεύεται τοῖς Ἀγαρηνοῖς,
καὶ τῷ τοῦ στόλου κατάρχοντι τῷ πατρικίῳ
Στεφάνῳ τῷ τοῦ βασιλέως γαμβρῷ, συνέσταλτο γὰρ
 καὶ οὗτος αὐτῷ μετὰ τοῦ στόλου, ἀσφαλῶς τηρεῖν ἐνετείλατο
τὴν παράλιον, ἴνα μὴ ἡττηθεὶς ὁ Καρχηδόνιος
ἀποδρᾶναι δυνήσεται. μάχης τοίνυν συστάσης, πλῆθος
μὲν τῶν Ἄφρων ἀνῄρητο σχεδόν τι κρεῖττον καὶ
ἀριθμοῦ, ὁ δ’ αὐτῶν ἀρχηγός, διαδρὰς ἐκ τῆς μάχης
 καὶ κελητίῳ ἐμβεβηκὼς λαθών τε τοὺς ἐν τῶ
στόλῳ, οἴκαδε διασέσωστο. τοῦτο τῷ Μανιάκῃ ἐν συμφορᾶς
ἥγητο μέρει, καὶ τῷ τοῦ στόλου ἄρχοντι ἐλοιδορεῖτο.
τοῦ δὲ τῇ συγγενείᾳ τῇ βασιλικῇ πεποι - 
καὶ δυσχεράναντος πρὸς τὰς ὕβρεις, θυμῷ
ληφθεὶς ὁ Μανιάκης καὶ πληγὰς ἐντείνει αὐτῷ. ὁ
δὲ αὐτίκα γράφει τῷ ἀδελφῷ Ἰωάννῃ τῷ ἐκτομίᾳ,
ὀρφανοτρόφῳ ὀνομασθέντι, ἀποστασίᾳ ἐπιχειρεῖν
τὸν Μανιάκην. ἐντεῦθεν ὁ μὲν Μανιάκης δέσμιος
ἐκεῖθεν ἀχθεὶς φυλακῇ παρεδόθη, ἡ πᾶσα δὲ ἀρχὴ
ὑπὸ τὸν Στέφανον γέγονε. καὶ ἡ νῆσος οὐκ εἰς μακρὰν
περιελήλυθε τοῖς Ἀγαρηνοῖς ἀπειρίᾳ καὶ ῥᾳθυμίᾳ
τοῦ ἄρχοντος καὶ πρὸ τούτων αἰσχροκερδείᾳ, μόνης

 
τῆς Μεσσήνης, πόλις δὲ αὕτη τῶν Σικελικῶν, περιλειφθείσης
Ῥωμαίοις, καὶ ταύτης τοῦ ἐν αὐτῇ ἄρχοντος
στρατηγίᾳ· οὗτος δ’ ἦν ὁ Κεκαυμένος Κατακαλών·
 οὐ γὰρ τὴν πόλιν μόνον περιεφύλαξεν, ἀλλὰ
καὶ χιλιάδας ἀνεῖλε τῶν ἐναντίων. ὁ δὲ τοῦ βασιλέως 
ἀδελφὸς ὁ ἐκτομίας Ἰωάννης, δριμύτατον τρέφων
ἔρωτα τοῦ προστῆναι τῆς ἐκκλησίας, ἐνίους τῶν
ἀρχιερέων προσηταιρίσατο· καὶ οἱ αὐτῷ ἐπηγγέλλοντο
καθαιρῆσαι τὸν πατριάρχην Ἀλέξιον, ὡς οὐ
 ψήφῳ κοινῇ προχειρισθέντα, ἀλλ’ ἐξουσίᾳ βασιλικῇ. 
ὁ δὲ “εἰ οὐ κανονικῶς, ὥς φατε, γέγονα πατριάρχης”
ἀντέθετο, ‘‘καὶ ὅσοι παρ’ ἐμοῦ ἐχειροτονήθησαν, καθαιρεθήτωσαν
σὺν ἐμοί.” τοῦτο τοὺ ’ς λοιποὺς τῶν
ἀρχιερέων στασιάσαι κατὰ τῶν τοῦ πατριάρχου κατηγορούντων
ἠρέθισε, καὶ ἔμεινεν ἀτέλεστος ἡ τοῦ 
 ὀρφανοτρόφου ἔφεσις. πολλαῖς δὲ καὶ ἀσυνήθεσιν
εἰσπράξεσιν οὗτος ἐξέτρυχε τὸ ὑπήκοον, ποριμώτατος
ἐν τοιούτοις γενόμενος. τῆς γοῦν ἀδελφῆς αὐτοῦ
Μαρίας, ἡ μήτηρ ἢν τοῦ ὕστερον βασιλεύσαντος
Μιχαὴλ τοῦ Καλαφάτου, δι’ εὐχὴν εἰς Ἔφεσον 
ἀπελθούσης, κἀκεῖθεν ἐπανελθούσης καὶ διηγουμένης
ὅσα πάσχοιεν οἱ πένητες τὰς καινὰς δασμοφορίας
πραττόμενοι, καὶ ἀξιούσης ἀνεθῆναι τοῖ ὑπηκόοις
τὸ τοῦ ἄχθους πολύ, ὁ ὀρφανοτρόφος ἐπικαγχάσας
“ὡς γυνὴ φρονεῖς” ἀνταπεκρίθη αὐτῇ ‘‘μὴ εἰδυῖα 
ὅσων ἡ πολιτεία δεῖται ἀναλωμάτων.” οὗτος
ἐπιβουλευθῆναι λέγεται παρὰ τῆς βασιλίσσης Ζωῆς.
φαρμακεῦσαι γὰρ αὐτὸν καθαρσίῳ τοῦ ἰατροῦ μέλλοντος,
ἀναπεῖσαι τὸν φαρμακεύοντα δώροις καὶ
 ὑποσχέσεσι διά τινων τὴν βασίλισσαν ἀντὶ σωτηρίου 
προσενεγκεῖν αὐτῷ δηλητήριον· γνωσθέντος δὲ τοῦ
ἐπιχειρήματος διαδρᾶναι τὸν κίνδυνον. ἀλλ’ οὕτω

 
μὲν παρὰ τοῦ ὀρφανοτρόφου Ἰωάννου τὰ κοινὰ ᾠκονόμητο·
οὐ μεῖον δ’ ἐκείνου οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ
μέντοι καὶ μᾶλλον ἐκάκουν ξύμπαντας, ἀδικώτατοι
ὄντες καὶ φιλοχρηματώτατοι, οἶς διὰ ταῦτα καὶ ὁ
 βασιλεὺς ἀπηχθάνετο, ἀναστεῖλαι δὲ τὴν κακίαν αὐτοῖς
οὐ συνεχωρεῖτο παρὰ τοῦ μείζονος ἀδελφοῦ τοῦ
ἐκτομίου Ἰωάννου, ποτὲ μὲν παραιτουμένου αὐτοὺς
ποτὲ δὲ τὰς αὐτῶν πράξεις περικαλύπτοντος καὶ οὐκ
ἐῶντος εἰς γνῶσιν ἥκειν τῷ αὐτοκράτορι.

Ἤδη δὲ τῆς νόσου νεανιευομένης τῶ βασιλεῖ καὶ θαμὰ τῆς του λογιζομένου παραφορὰς αὐτῷ 
ἐπιούσης, οὔτε προόδοις ἐκέχρητο συνεχῶς οὔτε βασιλείοις
πομπαῖς οὔτ’ ἐν βήμασιν ἐχρημάτιζε τῷ βασιλείῳ
θρόνῳ ἄνετος ἐφεζόμενος, ἀλλὰ παραπετάσματα
 περὶ αὐτὸν ἀπῃώρηντο, καί τινες ἐπιτηρεῖν
τεταγμένοι αὐτὸν περιίσταντο, οἱ ὁπηνίκα τι σημεῖον
εἶδον τῆς τοῦ νοῦ παρατροπῆς, πολλὰ δὲ ταύτην
αὐτῷ προεμήνυον , εἷλκον ἐπ’ ἐκεῖνον εὐθὺς τὰ
παραπετάσματα, καὶ τούτοις τὸν πάσχοντα συγκαλύπτοντες
 ἐξιέναι τοῖς παρεστῶσιν ἐνεκελεύοντο. τῷ
δὲ ἀθρόον τε τὸ πάθος ἐπῄει καὶ ἀθρόον ἀφίστατο.
οὕτως οὖν ἔχων ὁ Μιχαὴλ κατὰ βραχὺ καὶ τοῦ ὁρᾶν
τὴν βασίλισσαν καὶ τοῦ προσιέναι ἀπείχετο, ἢ αἰδούμενος 
ὅτι οἷα ἀνθ’ οἵων αὐτῇ ἀνταπέδωκεν, ἢ
 ὅτι θαμὰ καὶ ἑτοιμότατα τοῦ πάθους αὐτῷ ἐπιγινομένου
ᾐσχύνετο πάσχων οὕτω παρ’ ἐκείνης ὁρᾶσθαι,
ἢ διὰ τὸ τὴν ἔξιν τοῦ σώματος διεφθάρθαι οἶ καὶ
πρὸς μίξιν μὴ πεφυκέναι. ἔνιοι δέ φασιν ὡς ἀνδράσι
πνευματικοῖς ἐξομολογησάμενος τὸ τῆς μοιχείας
 καὶ τοῦ φόνου τοῦ βασιλέως ἁμάρτημα παρ’
ἐκείνων ἄλλας τ’ ἑ ἐδέξατο ἐντολὰς καὶ τοῦ ἀφροδισίων
ἀπέχεσθαι· ἔνθεν τοι καὶ διαδόσεις ἐποιεῖτο

 
χρημάτων πολλῶν καὶ σεμνεῖα ᾠκοδόμει καὶ εἰς Θεσσαλονίκην
ἀπῆλθε, τοῦ καλλινίκου μάρτυρος Δημητρίου
δεόμενος ἔνα τι τοῦ πάθους εὕρῃ ἀλέξημα·
 τῷ δὲ καὶ νόσος ὑδερικὴ προσεγένετο. ὡς οὖν οὕτως
ἔχοντα τὸν ἀδελφὸν ἐώρα ὁ Ἰωάννης, δείσας 
περὶ τῇ βασιλείᾳ μὴ ἀθρόον θανόντος τοῦ αὐτοκράτορος
ἐπὶ τῇ Ζωῇ γένηται ὡς κληρονόμῳ αὐτῆς,
κἀντεῦθεν αὐτός τε καὶ τὸ γένος ὅλον εἰς ἐξολόθρευσιν
γένηται, μέτεισι τὸν αὐτοκράτορα πιθανότησι,
καὶ πείθει τὸν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ τὸν Μιχαὴλ 
προχειρίσασθαι Καίσαρα, ἔν ἔφεδρος εἴη τῇ τῆς βασιλείας
ἀρχῇ. ἐπεὶ δὲ τῆς βασιλείας, ὡς εἴρηται,
κληρονόμον τὴν Ζωὴν ᾔδει, μέτεισι κἀκείνην, καὶ
μητέρα τὴν εὐγενῆ τοῦ δυσγενοῦς ἀναπλάττουσιν.
ἄμφω γὰρ τὼ ἀδελφὼ διαλεχθέντε αὐτῇ περὶ τούτου 
εἰσποιητὸν ταύτης τὸν Μιχαὴλ υἱὸν ὀνομάζου-
 ἡ δὲ μήτ’ ἀντειπεῖν θαρροῦσα τοῖς ἐκείνων
 θελήμασι καὶ ἄλλως εὔκολος οὖ σὰ καὶ τὴν γνώμην
εὐάγωγος, κατένευσε. καὶ συνήθροιστο μὲν εἰς τὸν
ἐν Βλαχέρναις θεῖον ναὸν ἡ γερουσία ἐκ προκηρύγματος, 
καὶ οἱ πληροῦντες τὴν τάξιν δὴ τὴν βασίλειον,
ἐν δὲ μέσοις τούτοις ἡ βασιλὶς προαχθεῖσα
κἀν ταῖς κιγκλίσι γενομένη τοῦ θυσιαστηρίου ἐκεῖθεν
εἰσποιεῖται τὸν Μιχαὴλ καὶ ὡς υἱὸν ἀγκαλίζεται.
ὁ δ’ αὐτοκράτωρ αὐτίκα τοῦτον προχειρίζεται
Καίσαρα καὶ τὸ ἄθροισμα ἐπευφήμησεν. ἔδοξε μὲν
οὖν ὁ Ἰωάννης ἤδη τὸ πὰν κατεργάσασθαι καὶ τὸ
 κράτος τῷ οἰκείῳ γένει περιποιήσασθαι· τὸ δ’ ἦν
ἀνατροπὴ τοῦ παντὸς αὐτῷ τε καὶ τοῖς προσήκουσιν
ἅπασιν· ὅπως δὲ ὁ λόγος δηλώσει κατὰ καιρόν.

Τῶν δὲ Βουλγάρων, ὡς ἤδη ἱστόρηται, ὑπὸ Βασιλείου
τοῦ βασιλέως καταπολεμηθέντων καὶ τῆς

 
αὐτῶν βασιλείας καθαιρεθείσης, μέχρι μέν τινος
ἔφερον οἱ βάρβαροι τὸν τῆς δουλείας ζυγόν. εἶτα
τοῦτον ἀποσείσασθαι διανενόηντο καὶ ἐσφάδαζον,
ἀλλὰ σφίσι τὸ ἄναρχον ἐκώλυε τὸ ἐννόημα. ἀνὴρ
 δέ τις ἄσημος μὲν τὸ γένος, Δολιάνος καλούμενος,
δόλου δὲ μεστὸς καὶ δεινότητος, υἱὸν ἑαυτὸν ἐπιφημίσας
τοῦ Ἀαρών, ὃς τοῦ Σαμουὴλ τοῦ ἄρξαντος
τοῦ ἔθνους ἦν ἀδελφός, ἐκ Βυζαντίου, ὡς λέγεται,
ἀποδράς, καὶ πείσας τὸ ἔθνος παῖς εἶναι τοῦ Ἀαρών,
 ἐξ ἡμιγάμου ἐκείνῳ γενόμενος, ἀλλ’ οὐκ ἐξ ἐννόμου 
εὐνῆς, εἰς βασιλέα τοῖς βαρβάροις ᾑρέθη. ἐντεῦθεν
εἰς φανερὰν ἀποστασίαν ἐξερράγη τὸ ἔθνος καὶ εἰς
λῃστείας κεκίνητο καὶ τὰ Ῥωμαίων κατέτρεχε. στέλλεται
τοίνυν στρατηγός τις μετὰ δυνάμεως, ἔν’ ἀνακόπτῃ
 τὰς ἐπιδρομὰς τοῖς λῃστεύουσιν. ὁ δὲ κακῶς
τοῖς ὑπ’ αὐτὸν προσφερόμενος ἐξηρέθισε τούτους
καθ’ ἑαυτοῦ, καὶ ἀπώλετο ἄν, εἰ μὴ ἀπέδρα νυκτός.
ἡ γοῦν ὑπ’ αὐτὸν στρατιὰ δείσασα πρὸς ἀποστασίαν
ἐχώρησε, καί τινα ἐξ ἑαυτῶν Τειχομηρὸν κεκλημένον,
 ἐκ δὲ γένους φύντα Βουλγαρικοῦ, ἀρχηγὸν
ἑαυτοῖς προχειρίζονται καὶ βασιλέα Βουλγαρίας αὐτὸν 
ὀνομάζουσι. καὶ τὰ τῶν Βουλγάρων διῄρητο,
τῶν μὲν τῷ Δολιάνῳ, τῶν δὲ τῷ Τειχομηρῷ προσρυϊσκομένων.
ἀλλὰ δόλῳ μετῆλθεν ὁ Δολιάνος τὸν
 ἀντικαθιστάμενον. μετακαλεῖται γὰρ αὐτὸν ἐπὶ κοινωνίᾳ
τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς πρὸς Ῥωμαίους μάχης·
καὶ ὃς πείθεται. ἐπεὶ οὖν ἡνώθησαν ἄμφω οἱ ἀρχηγοὶ
καὶ τὸ πλῆθος τῶν Βουλγάρων συνήθροιστο,
ὁ Δολιάνος πρὸς τοὺς συνειλεγμένους ἔφη μὴ ἄν
 ποτε σωθήσεσθαι τὸ τῶν Βουλγάρων ἔθνος ὑπ’ ἀρχηγῶν
δυοῖν κυβερνώμενον, καί ‘‘εἰ τὴν σωτηρίαν
ὑμῶν βούλεσθε, τὸν ἕνα ἐξ ἡμῶν ποιήσατε ἐκποδών·

 
εἰ μὲν οὖν ἐμὲ τοῦ γένους εἶναι τοῦ Σαμουὴλ οἴ-
δατε, ἀποσκευάσασθε τὸν Τειχομηρόν· εἰ δ’ οὐ
τοῦτο, αὐτῷ μὲν ἑαυτοὺς ὑποτάξατε , ἐμὲ δ’ ἐκ μέ-
σου ποιήσατε.’’ ἐπὶ τούτοις θροῦς ἤρθη, καί οἱ τὴν
βασιλείαν ξύμπαντες ἐπευφήμησαν, καὶ ὁ Τειχομηρὸς 
κατελεύσθη. ὁ δὲ Δολιάνος αὐτοκράτωρ γενόμενος
εἷλέ τε τὸ Δυρράχιον καὶ κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐχώ-
ρησε, καὶ τὴν Νικόπολιν καὶ τὰ ὑπ’ αὐτὴν προσε-
ποιήσατο , τῶν ἐν αὐτοῖς ἑκόντων προσχωρησάντων
αὐτῷ, ἐπεὶ μὴ ἔφερον τὴν τοῦ ὀρφανοτρόφου ἀπλη- 
στίαν καὶ τὸ ἀκόρεστον. καὶ ὁ μὲν οὕτω λείαν Μυ-
σῶν τὸ τοῦ λόγου τὰ ‘ρωμαίων ἐτίθετο. ὁ δὲ βασι-
λεὺς τῆς ἀγγελίας κομισθείσης αὐτῷ αὐτίκα ὥρμα
καταλαβεῖν τὸν ἀποστατήσαντα, δεινὸν ἡγεῖσθαι λέ-
εἰ μηδὲν αὐτὸς τῇ βασιλείᾳ προσενεγκὼν μοῖ- 
’ρᾶν ταύτης ἀφαιρεθεῖσάν τινα παραβλέψεται. ὅτι
δέ οἱ ἀπέγνωστο τὸ βιώσιμον, ἤδη γὰρ ὁ ὕδερος αὐ-
τοῦ κατεκράτησε καὶ αὐτοῦ τὸ σῶμα ἐξώγκωτο, τό
τε συγγενὲς ἀπεῖργε τὴν ἐκστρατείαν αὐτῷ παρα-
 κλήσεσι καὶ οἱ προύχοντες τῆς βουλῆς οὐκ ἐπῄνουν 
τὸ βούλευμα. ἀλλ’ ἐκεῖνος, ζήλῳ ῥωννύμενος καὶ
ἀντεπάγων τῇ ἀσθενείᾳ τὸ πρόθυμον , ἐπὶ τοὺς
Σκύθας χωρεῖ, καὶ ἦν τὸ πρᾶγμα θαύματος ἄξιον.
νυκτὸς γὰρ τῇ νόσῳ κατ’ ἀπόνου ạενος, καὶ οὐκ ἂν ἐς
αὔριον ἀναστήσεσθαι προσδοκώμενος , ὁ δὲ ἡμέρας 
 ἄρτι φαυούσης ἔφιππός τε ὡρᾶτο καὶ προῄει τῆς
στρατιᾶς. ὡς δ’ ἐν τοῖς τῶν Σκυθῶν τούτοις ὁρί-
ὁρίοις ἐγένετο, ἡτοιμάζετο πρὸς ἀντιπαράταξιν. οὔπω
δ’ ἀλλήλοις τὰ τάγματα συνερρώγεσαν καί τι συμ-
βὰν ἀπόνως τάχα τῷ βασιλεῖ τὴν νίκην προσένειμεν. 
 ὁ γάρ τοι τοῦ Ἀαρὼν ἐκείνου υἱός , ὁ πατρίκιος
Ἀλουσιάνος, παρὰ Ῥωμαίοις ὢν ἔτι, προσκεκρου-

 
κὼς τῷ κρατοῦντι, ἐπ’ οἴκου μένειν καταδεδίκαστο
καὶ μήτε προσιέναι πρὸς τὰ ἀνάκτορα μήθ’ ὅλως
εἰσιέναι πρὸς τὸ Βυζάντιον, εἰ μὴ ἐπιτραπείη τὴν
εἴσοδον. ἠθύμει γοῦν διὰ ταῦτα· ἐπεὶ δ’ ἐγνώκει τὴν
 τοῦ ἔθνους ἀποστασίαν καὶ τὴν τοῦ Δολιάνου αἵρεσιν
εἰς τὸ ἄρχειν αὐτοῦ, ἀποδιδράσκει μὲν τῆς οἰκίας
αὐτοῦ καὶ μεταμφιέννυται, Ἀρμενίου τε στολὴν
περιθέμενος ἑαυτῷ καὶ θεράπων εἶναι τοῦ
Θεοδωροκάνου πλαττόμενος καὶ ἀπιέναι πρὸς τὸ 
 στρατόπεδον, ἔλαθε πάντας, καὶ πρὸς Βουλγαρίαν
κατήντησεν. ἀλλ’ οὐκ αὐτίκα δῆλον ἔθετο ἑαυτόν,
προσομιλῶν δέ τισι τοῦ Ἀαρὼν ἀνεμίμνησκε καί
“ἆρα” ἔλεγεν ‘‘εἴ τις τῶν ἐκείνου παίδων παρῆν,
ἔδοξεν ἂν ὑμῖν εἰς τὴν ἔθνους ἀρχὴν προτιμότερος
 τοῦ νόθου ὁ γνήσιος;” ὡς δὲ πάντες πεποίηντο δι’
εὐχῆς τὸ ὑπὸ γνησίου παιδὸς ἄρχεσθαι τοῦ Ἀαρὼν
καὶ τὴν βασιλείαν αὖθις εἰς ἀναμφίβολον περιστῆναι
ἄνδρα καὶ τῷ πάλαι βασιλείῳ γένει προσήκοντα
καθαρῶς, πιστεύει τινὶ τὸ ἀπόρρητον τῶν μᾶλλον
ὢ εἰδότων τὸ γένος τοῦ Ἀαρών. ὁ δὲ περιεργότερον 
αὐτῷ ἀνιχνεύσας τὸ εἶδος τοῖς ὀφθαλμοῖς, εἶτα καί τι
σημεῖον ἑ ἰδῶ ’ς προσὸν αὐτῷ ἀναμφίβολον, καὶ τοῦτο
ἰδεῖν ἀπαιτεῖ. τὸ δ’ ἦν περὶ τὸν δεξιὸν ἀγκῶνα
χρῶμά τι μέλαν καὶ θρὶξ δασεῖα περὶ αὐτό. ἰδὼν
 οὖν καὶ τοῦτο, καὶ οὐκέτι ἔχων ἐνδοιαστῶς, καταβάλλει
μὲν ἑαυτὸν ἐνώπιον τοῦ ἀνδρὸς καὶ τοὺς
πόδας αὐτοῦ περιπτύσσεται. διδάσκει δὲ καὶ τοὺς
ἄλλους τὸν ἐκ τοῦ βασιλείου γένους αὐτοῖς ἀφικόμενον.
καὶ πολλοὶ τοῦ ἀμφιβόλου ἀπορραγέντες τῷ
 γνησίῳ προσέθεντο, καὶ μεμέριστο ἡ ἀρχή· ὡς δ’ οὐ
πάντως τῆς βασιλείας αὐτῆς στησομένης, εἰ πρὸς
ἀλλήλους οἶ ἀρχηγοὶ διαφέροιντο, κοινοπραγοῦσι καὶ


 
σπένδονται, ἀλλήλους δὲ καὶ ὑπώπτευον καὶ ἐνήδρευον.
 ἀλλ’ ὀξύτερος εὑρέθη ὁ Ἀλουσιάνος πρὸς
τὴν ἐπιβουλὴν καὶ τὴν τοῦ Δολιάνου προέφθασε
δολιότητα. καὶ πότον ἑτοιμασάμενος, καὶ συμπότην
παραλαβὼν τὸν συνάρχοντα, ἐπιτίθεταί οἱ συμποσιάζοντι 
καὶ ἐξορύττει τῷ ἀθλίῳ τὰ ὄμματα, καὶ εἰς
μίαν ἐντεῦθεν ἀρχὴν τὸ Σκυθικὸν περιίσταται. εἶτα
δι’ ἀπορρήτων μηνύει τῷ βασιλεῖ βούλεσθαι προσχωρῆσαι
αὐτῷ, εἰ εὐμενοῦς αὐτοῦ τεύξεται καὶ
ἀναλόγων οὐκ ἀμοιρήσει τῶν ἀμοιβῶν. ὁ δὲ τὴν 
ἔντευξίν τε προσήκατο καὶ ἀξίως ἀμείψασθαι αὐτὸν
ἐπηγγείλατο. καὶ ὃς αὐτίκα προσεληλύθει καὶ τετίμητο
μάγιστρος. ὁ δὲ βασιλεὺς ἔπεισι τῷ ἔθνει εὐθύς,
τὸ δὲ ἄναρχον ὂν καὶ διεσπαρμένον οὐ δυσέργως
καταπολεμηθὲν αὖθις τῇ τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίᾳ 
 ὑπέκυψε, καὶ ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπανέζευξε
καὶ κατήγαγε θρίαμβον, αἰχμαλώτους τε πολλοὺς
διαγαγὼν ἐν αὐτῷ καὶ τόν Δολιάνον αὐτὸν
πεπηρωμένον τὰ ὄμματα. εἶχε δ’ ὁ αὐτοκράτωρ
κακῶς καὶ ἤδη τῇ λύσει προσήγγισε τῆς συνθέσεως. 
καταφρονεῖ γοῦν τῆς ἀρχῆς καὶ ἐκ τῶν βασιλείων
μεταχωρεῖ καὶ ἄπεισιν εἰς ὅπερ αὐτὸς πρὸ τῶν τειχῶν
τῆς πόλεως ἱδρύσατο ἀσκητήριον, ὅ ἐπὶ τῇ κλήσει
τῶν θαυματουργῶν Ἀναργύρων ὠνόμασεν. ἔνθα
δὴ γεγονὼς ἐκδιδύσκεται μὲν τὴν ἁλουργίδα καὶ 
τἄλλα πάντα τῆς βασιλείας γνωρίσματα, κείρεται δὲ
 τῆ ’ν τρίχα καὶ τελεῖται τὴν ἱερὰν τελετήν, ἐνδύεται
δὲ τὸ ῥάκος τῆς ἐν Χριστῷ ταπεινώσεως καὶ περιζώννυται
τὸ θεῖον δέρας τὸ τῆς ἑκουσίου νεκρώσεως
 σύμβολον ὁ ἤδη καὶ ἄκων νεκρούμενος. ὡς οὖν ἠγγέλθη 
τῇ βασιλίσσῃ τὸ γεγονός, πεζὴ τῶν βασιλείων
ὑπέξεισι, καὶ πρὸς ἐκεῖνον ἀφίκετο. ὁ δὲ ταύτῃ τὰς

 
θύρας ἐπιζυγοῖ καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ἀπείργνυσιν εἴσοδον,
οὐκ οἶδα εἴτ’ αἰδούμενος ἀνθ’ ὧν πρὸς αὐτὴν
ἐνεδείξατο εἴθ’ ὅλος τῆς μετανοίας γενόμενος
καὶ μὴ θέλων εἰς μνήμην ἐλθεῖν τῆς πρὸς ἐκείνην
 παλαιὰς διαθέσεως. ἡ μὲν οὑν μὴ ἐντυχοῦσα τῷ
Μιχαὴλ ὑπενόστησεν. ὁ δὲ βραχύ τι τῇ μεταθέσει
τῆς βιοτῆς ἐπιβιώσας πρὸς τὰς ἀιδίους μονὰς μετέθετο
τὴν ζωήν, μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς τὸ πρὸς
τὸν βασιλέα Ῥωμανὸν αὐτῷ τολμηθὲν ἀπολοφυρόμενος,
 βασιλεὺς γεγονὼς ἐπιεικὴς καὶ χρηστός, ὅσον
τὸ εἰς αὐτόν, τὸ συγγενὲς δέ οἱ ὥσπερ τις κηλὶς 
προσεπεφύκει αὐτῷ ῥυπαίνουσά πως τὴν ἐκείνου
χρηστότητα. ἱστόρηται δὲ τοῖς μὲν ἐπ’ ἔτος ἕβδομον
τὸ σκῆπτρον κατασχεῖν τὸ Ῥωμαϊκόν, τοῖς δὲ καί τι
 τούτου ἐπέκεινα.

Ἧκε δ’ ἡ τῆς βασιλείας ἀρχὴ πρὸς τὸν Καίσαρα, πάντα τοῦ μητραδέλφου αὐτοῦ τοῦ Ἰωάννου ἀνύοντος.
ὁ μὲν γὰρ βασιλεὺς Μιχαὴλ Καίσαρα τοῦτον ἐτίμησεν,
ὡς προγέγραπται, εἶτα ὥσπερ μεταμελόμενος, οὐ χρηστὴν
 πρὸς ἐκεῖνον ἐτήρει διάθεσιν. ὅθεν καὶ ἔξω
που τῆς πόλεως ὥριστο αὐτό ἡ καταγωγή, καὶ οὐδ’
ἐφεῖτο τούτῳ, εἰ μὴ κελευσθείη, πρὸς τὸν βασιλέα
φοιτᾶν. ἐπεὶ δὲ τῶν βασιλείων ὑπεξῆλθεν ὁ αὐτοκράτωρ,
ὡς εἴρηται, οἶ ἐκείνου αὐτάδελφοι, βασίλειον
 πλάττονται γράμμα, ἐπιτρέπον ἐκείνῳ τὴν 
πρὸς τὰ ἀνάκτορα πάροδον. καὶ ὁ μὲν εἰσελήλυθεν·
ὁ δὲ πρῶτος τῶν ἀδελφῶν ὁ ὀρφανοτρόφος μὴ δεῖν
συνεβούλευσεν ἐπιχειρῆσαι πράξει τινὶ γνώμης τῆς
βασιλίδος χωρίς. προσίασι τοίνυν αὐτῇ καὶ τοῖς
ὢ ἐκείνης ποσὶ τὸν Καίσαρα καταβάλλουσι καὶ προΐσχονται
τὴν εἰσποίησιν καὶ πίστεις διδόασι καὶ φρικώδεις
ὅρκους ὀμνύουσιν ἦ μὴν τοῦ ὀνόματος μόνου

 
τῆς βασιλείας μετέχειν τὸν Μιχαὴλ, ἐκείνης δ’ εἶναι
τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὡς ἀργυρωνήτῳ, εἰ βούλεται, κεχρῆσθαι
αὐτῷ. τούτοις ἐκείνην καὶ ἄλλως εὐάγωγον
οὖσαν καταγοητεύσαντες καὶ καταθέλξαντες τοῖς
 μειλίγμασι συλῶσι καὶ τοῦ ἑαυτῶν ποιοῦσι θελήματος. 
καὶ ἐγχειρίζεται τὸ σκῆπτρον τῷ Μιχαὴλ καὶ
ἀναδεῖται τῇ βασιλικῇ στεφάνῃ ὁ ταύτης ἀνάξιος,
οὐ μᾶλλον ἐκ γένους, καίτοι τούτου τυχὼν δυσγενεστάτου
καὶ ἀφανοῦς, τῶν γὰρ τὰς νῆας καταπιττούντων
ἦν αὐτῷ ὁ πατήρ, ὅσον ἐκ τρόπων κακότητος. 
ἦν γὰρ ὕπουλος τὴν γνώμην, ἀγνώμων δὲ
τὴν ψυχὴν καὶ ἀχάριστος καὶ μήτε συγγενείας θεσμοὺς
μήτε φιλίας αἰδούμενος. ἦν δέ οἱ καὶ ἡ
γλῶττα πρὸς τὰ βουλεύματα τῆς ψυχῆς ἀσύμφωνος
καὶ ἀσύμβατος , ἄλλα μὲν ἐνὶ φρεσὶ κεύθοντι, ἄλλα 
δὲ λέγοντι, καὶ ἐπὶ τούτοις, εἴπερ τις ἄλλος, βάσκα-
 νος ὁ ἀνήρ, δουλοπρεπής τε παρὰ τὰς τόν καιρῶν
δυσκολίας καὶ ἀνελεύθερος, δύσοργός τε καὶ εὐμετάβολος,
οὐκ ἐξ ὀργῆς ῥᾷον μεταβαλλόμενος εἰς
πρᾳότητα, ἀλλ’ ἐκ χρηστοτέρας διαθέσεως ἐς μῖσος 
ἐκ τοῦ τυχόντος μεταφερόμενος. ὁ μὲν οὖν τοιοῦτος
ὢν ἐπὶ τὸν ἄξονα τῆς βασιλείας ἀνάγεται, τῷ δὲ
ὀρφανοτρόφῳ καὶ θείῳ αὐτοῦ καὶ τῷ συγγενικῷ
ξύμπαντι ὁ κολοφὼν ἐντεῦθεν ἐπῆκτο τῶν συμφορῶν.
οὐ γὰρ ἐπὶ μακρὸν ἐτήρησε τὴν σκηνήν τε καὶ 
τὴν προσποίησιν , ἀλλ’ ἐπί τινας βραχίστας ἡμέρας
 δεσπότην τὸν θεῖον ὀνομάζων καὶ συνθωκοῦν αὐτῷ
ἀξιῶν καὶ πάντα ἐπ’ ἐκείνῳ τιθέμενος εἶτα ὑφῄρει
 τι τῆς τιμῆς, εἶτα οὐκ ἦν αὐτῷ πειθήνιος ἐν τοῖς
πλείοσι, καὶ ἄλλοτε ἄλλο τι πρὸς τὸν θεῖον ὑποκνίζον 
αὐτὸν ἐνεδείκνυτο. τῷ δὲ μετέμελε τῆς εἰς τὸν
ἀνεψιὸν τοῦτον σπουδῆς, οὐκ εἶχε δ’ ὅτι καὶ δρά-

 
σειεν ἐξ ἑτοίμου, ἀλλ’ ἐβυσσοδόμευε τὸ ἐγχείρημα,
τέως δὲ οὐ συνεχῶς προσῄει τῷ βασιλεῖ. διαφορᾶς
δὲ πρὸς Κωνσταντῖνον τὸν ἀδελφὸν αὐτῷ γενομένης,
ᾧ μόνῳ ἐξ ἁπάσης τῆς συγγενείας ὁ Μιχαὴλ
 προσέκειτο καὶ ἐτίμησε νωβελίσσιμον, καὶ τραχυνθέντος
ἐκείνου κατὰ τοῦ Ἰωάννου τοῦ βασιλέως
ἐνώπιον, ὁ Ἰωάννης τοῖς λόγοις δηχθεὶς καὶ μᾶλλον
ὅτι μὴ πρὸς τοῦ βασιλέως διὰ τὰς πρὸς αὐτὸν λοιδορίας
ἐπιτετίμητο, ἀπεδυσπέτησέ τε καὶ πόρρω ποι
 τοῦ ἄστεος γέγονε. τοῦτο δὲ γνωσθὲν πολύ τι τῆς 
γερουσίας μέρος συνεπεσπάσατο, ὥστε αὐτῷ προσφοιτᾶν,
οὐκ εὐνοίᾳ, ἀλλ’ ἵν ἐφ’ ἑαυτοὺς τὴν αὐτοῦ
εὐμένειαν ἐφελκύσωνται. ἀλλὰ διὰ γραμμάτων,
αὐτῷ τὴν ὑπεροψίαν ὁ βασιλεὺς προσωνείδισε, τὴν
 πρὸς ἐκεῖνον συνέλευσιν εὐλαβηθεὶς τῶν πολλῶν
καὶ κακοήθως ἠξίου ἀφίξεσθαι. καὶ ὁ μὲν ᾔει· ὁ δὲ
μὴ ἀναμείνας τοῦ θείου τὴν ἄφιξιν πεπόρευτο πρὸς
τὸ θέατρον· ἦν γὰρ ἡμέρα ἵπποις ἁμιλλητήριος. ὡς
δ’ ἐλθὼν ὁ θεῖος οὐχ εὗρε τὸν βασιλεύοντα, ἔτι τῷ
 θυμῷ ὑπερζέσας, ὡς περιυβρισμένος, ἐπάνεισι. καὶ
ὁ βασιλεὺς αὐτῷ τὴν δυσμένειαν εἰς προῦπτον ἐκρήγνυσι,
καὶ στέλλει νῆα κελεύων αὐτῷ δι’ αὐτῆς ἥξειν, 
δώσοντι λόγους τῆς εἰς ἐκεῖνον ὑπεροψίας. καὶ ὁ
μὲν ἔπλει πρὸς τὰ βασίλεια. ὁ δὲ βασιλεὺς ἄνωθεν
 διά τινος συνθήματος, ὃ τοῖς ἄγουσι τὸν Ἰωάννην
προέγνωστο, ἐπέχει τῇ νηὶ τὴν εἰς τὰ βασίλεια πάροδον,
αὐτίκα αὐτίκα δὲ τριήρης ἐπελθοῦσα λαμβάνει τοῦτον
καὶ ὑπερόριον τίθησι. τοιούτοις ἠμείψατο τὸν
εὐεργέτην ὁ δι’ ἐκείνου Καῖσαρ, εἶτα καὶ βασιλεὺς
 γεγονός. ἐπεὶ δ’ ἐκεῖνον ἐκ μέσου πεποίηκε, μέτεισι
τὸ συγγενὲς καὶ ἄνδρας οὐχὶ τῇ τῆς φύσεως μόνῃ
δηλωτικῇ σημασίᾳ, ἀλλὰ καὶ τῇ σημαινούσῃ τοὺς

 
γήμαντας καὶ τοὺς εἰς ἀνδρῶν ἡλικίαν ἐλάσαντας
ὑπηνήτας ἤδη καὶ παίδων γεγονότας πατέρας τῶν
παιδογόνων μορίων ἀποστερεῖ καὶ ἐκτομίας ἐργάζεται.

Ὡς δὲ κατὰ τοῦ ὁμογενοῦς αἔματος τοιοῦτον 
ἤρατο τρόπαιον, ἕνα ἔτι περιλελεῖφθαι αὐτῷ ἐνόμιζεν
Ἡράκλειον ἄεθλον τὸ καὶ τὴν βασιλίδα ἀποσκευάσασθαι,
καὶ πρὸς τοῦτον λοιπὸν ἀποδύεται,
ἐνάγοντα πρὸς τοὔργον καὶ τὸν θεῖον ἔχων Κωνσταντῖνον
καὶ παραθήγοντα. λογοποιεῖ τοίνυν ὁ 
δυσγενέστατος παῖς κατὰ τῆς εὐγενεστάτης μητρὸς
καὶ συμπλάττει κατ’ αὐτῆς αἰτιάματα , φαρμακόν τε
καλεῖ καὶ ἐπιβουλεύειν αὐτοῦ τῇ ζωῇ τῆς ἀθῴου
κατηγορεῖ. καὶ τί δεῖ κύκλους ἑλίττειν; ἐξωθεῖ τῶν
βασιλείων αὐτὴν καὶ περιορίζει τῇ νήσῳ τῇ λεγονίας 
τοῦ Πρίγκιπος, καὶ τέλος ἀποκείρει τὴν εὐεργέτιν
καὶ μεταμφιέννυσι καὶ ἀντὶ τῆς ἐκ πενταγονίας
προσηκούσης αὐτῇ πορφύρας ἐνδιδύσκει τρι-
 βώνιον. καὶ ὁ μὲν ὡς ἤδη τὸ πᾶν ἠνυκὼς ἔχαιρέ τε
καὶ γαῦρος ὦπτο, καὶ παιδιαῖς ἑαυτὸν ἐπέδωκε καὶ 
τρυφαῖς. ἡ δὲ δίκη οὐκ ἐπενύσταξεν, ἀλλ’ αὐτίκα
μετῆλθε τὸν ἀλιτήριον. ὡς γὰρ τὸ περὶ τὴν βασιλίδα
τοῖς ἐν τῇ πόλει κεκήρυκτο, κατήφειαν
ἦν ὁρᾶν παρὰ πᾶσι καὶ σκυθρωπότητα, καὶ ὡς ἐν
οἰκείᾳ συμφορᾷ διετίθετο ἕκαστος, εἶτα καὶ φανερῶς 
ἐλοιδοροῦντο τῷ τυραννήσαντι. αἱ δὲ γυναῖκες
καὶ θρήνους συνίστων, ἀνακαλούμεναι τὴν βασίλισσαν.
καὶ τέλος εἰς στάσιν φανερὰν ἀνερράγησαν οἱ
τῆς πόλεως ξύμπαντες. καὶ ἵνα τὸν τολμητίαν τιμωρήσωνται,
οὐδεὶς ἐφείδετο τῆς οἰκείας ζωῆς, ἀλλ’ 
 ὲ́καστος τῷ προστυχόντι τὴν δεξιὰν ὁπλίσας συνέ-
 θεον ἐπὶ τὰ ἀνάκτορα. τὸν δὲ πρῶτον μὲν οὐ πάνυ

 
τι τὸ τοῦ πλήθους συγκίνημα ἐθορύβησεν, εἶτα τὸν
δῆμον ὁρῶν ἐκμαινόμενον εἰς λόχους τε συνιστάμενον
καὶ τὸν λαὸν ἐπιρρέοντα, τοὺς δὲ περὶ αὐτὸν
ἀμφιβόλους ταῖς γνώμαις κατανοῶν, κἀκείνοις γὰρ
 τὸ περὶ τὴν βασίλισσαν μεμίσητο τόλμημα, περιδεής
τις καὶ ἐναγώνιος γέγονεν. ἀλλά τι μικρὸν τὴν ἀγωνίαν
αὐτῷ ὁ νωβελίσσιμος ἐπεκούφισεν. οἴκοι γὰρ
ὢν καὶ τὴν στάσιν μεμαθηκώς, τοὺς περὶ αὐτὸν
ὁπλίσας, πολλοὶ δ’ αὐτῷ παρετρέφοντο, διὰ μέσης
 τῆς Ἀγορὰς παριὼν ἀπῆλθεν εἰς τὰ βασίλεια, καὶ
αὐτίκα στέλλουσι τοὺς ἐπανάξοντας τὴν βασίλισσαν,
τοῖς δὲ στασιώταις ἀντέστησάν τινας ἐκ τἀφανοῦς
βέλη κατ’ αὐτῶν ἀφιέντας, καὶ λίθους ἐσφενδόνων, 
ἐξ ὧν οὐ βράχιστοι ἀνῃρέθησαν. ἤδη δὲ τὴν βασιλίδα
 ἀνακομισθεῖσαν στήσαντες ἐπὶ μετεώρου ἐν τῷ
θεάτρῳ τοῖς στασιάζουσιν ἐπεδείκνυον, ἴνα δῆθεν
αὐτοῖς κατευνασθῇ ὁ θυμός, ἀνακληθείσης τῆς σφετέρας
δεσπότιδος. τοῖς δὲ τοῦτο μᾶλλον ἀνῆψε τὸν
θυμὸν καὶ ἐξέκαυσε τὴν ὀργήν. ὡς γὰρ μετημφιεσμένην
 αὐτὴν ἑωράκεισαν, ἐπὶ πλέον ἀνερρώγεσαν
εἰς τὸν πόλεμον, καὶ τῆς κακοηθείας τὸν τυραννοῦντα
μισήσαντες ἀφίστανται μὲν τῆς βασιλίδος
Ζωῆς, πρὸς δὲ τὴν Θεοδώραν τὴν ταύτης σύγγονον
τρέπονται, ἤδη προμετασχηματισθεῖσαν κἀκείνην παρὰ
 τῆς ἀδελφῆς, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδίδαξε, καί
τινα τῶν αὐτῆς θεραπόντων παραλαβόντες πατρῴων,
ἀφίκοντο ἐπ’ αὐτήν, καὶ ταύτην τῆς κατοικίας 
ἐξαγαγόντες καὶ οἷον περὶ αὐτὴν συνασπίσαντες, εἰς
τὸ μέγα τέμενος ἄγουσι τῆς τοῦ θεοῦ λόγου Σοφίας,
καὶ παρὰ πάντων τῶν τε τῆς βουλῆς καὶ τῶν τοῦ
δήμου καὶ αὐτῶν τῶν τῆς ἐκκλησίας ἡ Θεοδώρα βασιλὶς
ἀνηγόρευτο. τοῦτο πᾶσαν ἐλπίδα τῷ Μιχαὴλ

 
καὶ τοῖς περὶ ἐκεῖνον ἀπέσβεσε, καὶ δεδιὼς περὶ τῇ
ζωῇ τῶν βασιλείων μεθίσταται, καὶ νηὶ τῶν βασιλικῶν
ἐμβεβηκὼς αὐτὸς καὶ ὁ νωβελίσσιμος εἰς τὴν
περιώνυμον ἀπῆλθον τοῦ Στουδίου μονήν, τὰ μὲν
τῆς βασιλείας γνωρίσματα ἀποθέμενος, μοναστοῦ δ’ 
ἑαυτῷ περιθέμενος ἀμφία. ἐπεὶ δ’ ἐγνώσθη τοῦτο
τῷ δήμῳ, οὐκ εἶχον ὅπως ἐκ τῆς χαρᾶς κατάσχωσιν
 ἑαυτούς, καὶ ἐπ’ ἐκεῖνον συνέθεον. ἤδη δὲ κλινούσης
ἡμέρας, οἱ περὶ τὴν Θεοδώραν δείσαντες μὴ ἡ
βασιλὶς Ζωὴ αὖθις τὸν ἐκβεβλημένον ἀνακαλέσηται, 
ἵνα μὴ ἡ ἀδελφὴ αὐτῇ συγκοινωνήσῃ τῆς βασιλείας,
στέλλουσι τοὺς τὰ ὄμματα καὶ ἀμφοῖν ἐξορύξοντας.
οἱ μὲν οὖν ἐξ αὐτοῦ τοῦ θυσιαστηρίου τῆς τοῦ Στουδίου
μονῆς ἐκσπασθέντες ἀπήγοντο. τὸ δὲ πλῆθος
συρρεῦσαν περὶ αὐτοὺς ἐνύβριζόν τε καὶ ἐπετώραζον, 
καὶ μέλη συντιθέντες ἐπετραγῴδουν αὐτοῖς. ὡς
δ’ ἧκον ἐπὶ τὸ Σίγμα, τόπος δ’ ἐστὶ κεκλημένος
τουτί, ἐκεῖ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξεκόπησαν, ὁ μὲν Κωνσταντῖνος
γενναίως φέρων τὴν συμφοράν, ὁ δὲ Μιχαὴλ
 θεοκλυτῶν τε καὶ ὀδυρόμενος. ἐπεὶ δὲ ἄμφω 
σκότος ἐκάλυψε, πρὸς τὴν Θεοδώραν οἱ τὴν πήρωσιν
ἐκείνοις σχεδιάσαντες ἐπανήλθοσαν, ἔτι τῷ μεγάλῳ
τεμένει προσμένουσαν. ἡ δὲ Ζωὴ ἐτύγχανε περὶ τὰ
βασίλεια. ἦν μὲν οὖν αὐτῇ τὸ βουλόμενον μὴ προσήσεσθαι
τοῦ κράτους κοινωνὸν τὴν ὁμαίμονα· ἐζηλοτύπει 
γὰρ ἐκτόπως. ἀλλ’ οἱ τῆς γερουσίας καὶ
ἄμφω σεβόμενοι, τὴν μὲν ὡς βασιλίδα σφῶν ἐκ μακροῦ,
τὴν δέ, ὡς ἄρτι ἀναρρηθεῖσαν καὶ τοῦ καταλυθῆναι
τὴν τυραννίδα γενομένην αἰτίαν, πείθουσι
τὴν πρεσβυτέραν κοινωνὸν τοῦ κράτους προσειληφέναι 
τὴν ἀδελφήν. ἥκει τοίνυν καὶ ἡ Θεοδώρα
πρὸς τὰ βασίλεια καὶ συμμετέχει τοῦ κράτους τῇ

 
ἀδελφῇ, ἐντεῦθεν ὑπερορίαν οἶ πηρωθέντες τοὺς 
ὀφθαλμοὺς κατακρίνονται, τῆς βασιλείας αὐτοῖς ἐπὶ
μήνας τέσσαρας καὶ πέντε ἡμέρας συσταλείσης, ὡς
εἴθε γε καὶ ἐπὶ βραχύτερον. 
 Κατηντήκει τοίνυν περὶ τὴν γυναικωνῖτιν ἡ τῶν

Ῥωμαίων ἀρχή, καὶ οὐδέν τι περὶ ταύτας νενεωτέριστο, ἀλλὰ πάντες αὐταῖς ὑπεῖκον, τό τε τῆς γερουσίας
ἔξοχον καὶ τὸ τοῦ στρατηγίου ἐπισημότατον. αἶ
δ’ ἄμφω ἐκάθηντο ἐπὶ βήματος καὶ πᾶσα περὶ αὐτὰς
 ἐτελεῖτο ἡ τελετὴ ἡ βασίλειος καὶ τῇ δορυφορίᾳ
τὸ ἐπὶ τῶν βασιλέων σχῆμα τετήρητο, καὶ οἶ τῆς
πρώτης βουλῆς καὶ οἱ ἐν τέλει σὺν αἰδοῖ παρειστήκεισαν
ξύμπαντες. καὶ ζητήσεις δικῶν καὶ λύσεις
δημοσίων ἀμφὶς ἀμφισβητήσεων, ἐντυχίαι τε πρεσβευτῶν 
 καὶ ἀρχαιρεσίαι καὶ τἄλλα τὰ τῇ βασιλείᾳ προσήκοντα
ἐγίνοντο παρ’ αὐταῖς. ἀλλ’ εἴτε φόβος μὴ τῇ
ἀδελφῇ μόνῃ περισταίη τὰ τῆς ἀρχῆς, ὑπεψιθυρίζετο
γάρ τισιν αὐτῇ μᾶλλον προσήκειν τὰ τῆς ἀρχῆς,
ἅτε καὶ τῆς τοῦ τυραννήσαντος καθαιρέσεως αἰτίᾳ,
 εἴτ’ ἀνδρὸς ἐπιθυμία καὶ μίξεως ἀνέπεισαν τὴν
Ζωὴν ἐπεισαγαγεῖν τοῖς βασιλείοις τὸν βασιλεύσοντα
καὶ αὐτῇ συμβιώσοντα. καὶ ἤχθη μὲν ὁ Δαλασσηνὸς
Κωνσταντῖνος, ὡς ἐπ’ ἄλλο τι μετακεκλημένος.
ἀποτομώτερον δὲ τοῖς λόγοις χρησάμενος καὶ τὸ
 ἦθος φορτικός τις δόξας καὶ δυσχερής, ἀπεδοκιμάσθη.
εἶτα ἐπ’ ἄλλον ἀπένευσεν οὔτε τῶν ἄγαν ὄντα
εὐπατριδῶν οὔτε τῶν ἐν ἀξίαις λαμπροτέραις ἐξητασμένων 
οὔτε τῶν ἐν περιφανέσιν ἀρχαῖς, τὸ δὲ εἶδος
ἄξιον τυραννίδος καὶ οἶον πρὸς ἔρωτας ἐφελκύσασθαι
 καὶ μὴ μαχλοσύνῃ προσκειμένην ψυχήν. ἐπ’
ἐκεῖνον οὖν ὅλοις ἱστίοις ἔπνευσεν ἡ βασίλισσα, ἀλλ’
ἠκύρωσε τὰς ψήφους αὐτῇ νόσος ἀθρόον τὸν ἄνδρα

 
τῆς ζωῆς ἐξαρπάσασα. ὑπωπτεύθη δὲ καὶ ἡ συνοικοῦσα
τούτῳ τὸν θάνατον αὐτῷ σχεδιάσασα καὶ
φάρμακον αὐτῷ διὰ ζηλοτυπίαν κεράσασα δηλητήριον,
ἵνα μὴ ἔτι ζῶντος στερήσοιτο τοῦ ἀνδρὸς καὶ
ὁρῴη ἑτέραν αὐτῷ παριαύουσαν. ὁ μὲν οὖν οὕτω 
τῶν ἐλπίδων ἐκπέπτωκε καὶ τῆς ὁρμῆς ἡ βασίλισσα.
 αἶ δὲ ψῆφοι πρὸς τὸν Μονομάχον Κωνσταντἴνον
ἀπέκλιναν, ἄνδρα καὶ εὐγενέτην καὶ τῶν ἐπισήμων
καὶ κηδεστὴν τῷ βασιλεῖ ῾Ρωμανῷ ἐπ’ ὰδελφόπαιδι
χρηματίσαντα, ταύτῃ γὰρ κατὰ δευτέρους γάμους 
ὡμίλησε, καὶ τὴν ὥραν ὑπέρλαμπρον. τούτῳ οὔπω
μὲν μεγαλοπρεπές τι ὁ βασιλεὺς ῾Ρωμανὸς ἐνεδείξατο,
διὰ δέ γε τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγχιστείαν περὶ τὰς βασιλείους
αὐλὰς ἀνεστρέφετο, κἀντεῦθεν συνήθης τῇ
βασιλίδι ἐγένετο, κἀκείνη φιλίως πρὸς τὸν ἄνδρα ἢ
διέκειτο καὶ ᾠκειοῦτο αὐτόν, καὶ χάρισιν ἐδεξιοῦτο
πολυταλάντοις, οἷα ἐκείνη τὴν χεῖρά τε ἀφειδὴς καὶ
βασιλικὴ τὴν προαίρεσιν, ὥστε ταῦτα τοῖς κακοήθεσι
καὶ λοιδορίας κατ’ αὐτῶν ἐγένετο ἀφορμή.
ὅθεν ὁ μετὰ τὸν ῾Ρωμανόν αὐτοκράτωρ ὁ Μιχαὴλ, 20
οὐκ ὢν τῶν λεγομένων ἀνήκοος, βασιλεύσας εἰς
 Λέσβον περιορίζει τὸν ἄνδρα ἐπ’ αἰτίαις δή τισι πεπλασμέναις,
τὸ δ’ ὅλον ἦν τὸ ζηλότυπον. καὶ ἦν
τὸν ἅπαντα χρόνον τῆς βασιλείας τοῦ Μιχαὴλ ὑπερόριος,
καὶ οὐδὲ τοῦ δευτέρου Μιχαὴλ εὐμενεστέρου
τετύχηκεν. ἐπεὶ δὲ τὸ ὶ κράτος ἐπανῆλθεν εἰς τὴν
Ζωήν, λύεται μὲν τῆς ὑπερορίας ὁ ἄνθρωπος, καὶ
ἤγετο πρὸς τὴν τῶν πόλεων βασιλεύουσαν. ὡς δ’
ἐγγὺς ἐγεγόνει, ἐπεσχέθη τοῦ πρόσω, καί τις ἐκ τῶν
βασιλείων πεμφθεὶς καὶ περὶ τὸν ἐν Δαμοκρανείᾳ 30
τοῦ ἀρχιστρατήγου ναὸν αὐτῷ ἐντετυχηκὼς στολὴν
αὐτῷ ἐνδιδύσκει βασίλειον , καὶ σὺν δορυφορίᾳ βα-

 
σιλικῇ ἐκεῖθεν ἀπάρας εἰσεληλύθει τὴν βασιλεύουσαν.
καὶ τελεῖται μὲν τοῖς βασιλεῦσι παρά του τῶν
ἱερέων ἡ ἱεροτελεστία ἡ γαμική· ὁ γὰρ πατριάρχης
Ἀλέξιος διὰ τὴν τριγαμίαν ηὐλαβήθη τὴν ἐπὶ τῇ 
συναφείᾳ τελετὴν αὐτουργῆσαι αὐτοῖς. τῇ δ’ ἑξῆς
τὴν ἐπὶ τῷ βασιλείῳ στέφει μεταχειρίζεται τελετήν,
καὶ ἀναδεῖται ὁ Μονομάχος καὶ τὸ σκῆπτρον τὸ ῥωμαϊκὸν
ἐγχειρίζεται. 
 Ἐντεῦθεν ἡ μὲν τῶν αὐταδέλφων ἀρχὴ τέλος

ἔσχεν, ἐπὶ τρίτον διαρκέσασα μῆνα, ἡ δὲ τόν κοινῶν διοίκησις πρὸς τὸν Μονομάχον μετέπεσε· καὶ ὃς
αὐτίκα οὐ σὺν λόγῳ οὐδὲ μετά τινος ἔμφρονος οἰκονομίας
οὔτε τὰς τῶν ἀξιωμάτων ἐποιεῖτο τιμὰς οὔτε
τὰς τῶν χρημάτων διανομάς, ἀλλὰ καὶ τὰς τιμὰς
χύδην παρεῖχε καὶ οἷς μὴ προσῆκεν αὐτὰς ἐχαρίζετο,
καὶ τοὺς βασιλικοὺς θησαυροὺς εἰ αὐθημερὸν ἐκκενωθῆναι
συμβέβηκεν, οὐδὲν αὐτῷ τι πρᾶγμα λελόγιστο.
τοῖς γε μὴν ἰδιωτεύοντι προσκεκρουκόσιν 
αὐτῷ ἀφῆκεν ἅπασι τὰς αἰτίας, καὶ ἐμηνία τούτων
οὐδέ τινι· ἡδυπαθείαις δ’ ἑαυτὸν ἐκδέδωκε καὶ τρυφαῖς,
τὸ μὲν τὴν ἐκ τοῦ σάλου τῶν συμφορῶν ἀηδίαν
ἀποπτύσαι πειρώμενος, ἄρτι πρὸς ἄκλυστον
τάχα λιμένα κατάρας τὴν ἀρχὴν τὴν βασίλειον, τὸ
δέ τι ταῖς βασιλίσσαις χαριζόμενος καὶ γλυκυθυμίας
αὐταῖς μνώμενος ἀνειμένων οὔσαις ἠθῶν. λόγοις
δὲ προσεῖχεν ἢ μᾶλλον τοῖς λόγους μετιοῦσι καὶ δό-
ξαν ἔχουσι λογιότητος, αὐτὸς τῶν λόγων ἄκρῳ μόνον
δακτύλῳ τὸ τοῦ λόγου γευσάμενος. τὰ μὲν οὖν
περὶ τὰ βασίλεια οὕτως εἶχε, τὰ δ’ ἐκτὸς οὐκ εὐ-
τυχῶς τοῖς Ῥωμαίοις ἐφέρετο. ἀποδρὰς γάρ τις ἐκ
Βυζαντίου Σκύθης ἀνήρ, Βοϊσθλάβος ὀνομαζόμενος, 
καὶ χεῖρα περὶ αὐτὸν συλλέξας, κἀν τοῖς ὄρεσι τοῖς

 
Ἰλλυρικοῖς ἐμφωλεύων ὥς τις ἄγριος θήρ, τὰ πρόσοικα
τοῖς ὄρεσι τούτοις ἔθνη καὶ Ῥωμαίοις ὑπήκοα
ἐληίζετο, Τριβαλλούς τε καὶ Σέρβους, καὶ ὅσοι τούτοις
ὁμογενεῖς. ὡς δ’ οὖν ἠγγέλη τοῦτο τῷ βασιλεῖ,
γράφει τῷ εἰς τὸ Δυρράχιον ἄρχοντι τῷ Στεφάνῳ 
συμβαλεῖν· καὶ τοῦτο γὰρ ὁ Βοϊσθλάβος ὠνόμαστο.
ὁ δὲ ἀτέχνως ἐγχειρήσας τῇ πρὸς ἐκεῖνον μάχῃ, ἦν
γὰρ στρατηγικῆς ἐμπειρίας ἀμέθεκτος, μεγάλης τοῖς
μετ’ αὐτοῦ στρατευομένοις ἐγένετο παραίτιος συμφορᾶς,
αὐτὸς μὲν μόλις μετὰ βραχέων σωθείς, τὸ δ’ 
ἄλλο στράτευμα σύμπαν καταστρώσας ἐκεῖ, μηδὲ
χειρὶ δυνάμενον χρήσασθαι καὶ τοὺς ἀναιρέτας ἀμύνασθαι.
 τὰ μὲν οὖν κατὰ τὸ Ἰλλυρικὸν τοῦτον ἔσχε
τὸν τρόπον. ὁ δὲ Μονομάχος, εἰς τὰ κατ’ οἶκον γὰρ
αὐτῷ πάλιν ὁ λόγος ἐμφιλοχωρησάτω, ἐπεὶ καὶ ἡ 
δευτέρα σύνοικος αὐτῷ ἐτεθνήκει, εἰς τρίτον μὲν
γάμον ἀποκλῖναι οὐκ ἔκρινεν, ἀνεψιᾷ δὲ τῆς αὐτοῦ
γαμετῆς χηρείᾳ συζώσῃ, λάθρᾳ μὲν πρῴην, εἶτα
καὶ εἰς τοὐμφανὲς συνεφθείρετο. ἡ δὲ καὶ νέας ἢν
ἡλικίας καὶ κάλλους εἶχε τοῦ σώματος περιττῶς καὶ 
γένους ἐπιφανῶς· ἐξέφυ γὰρ τοῦ σπέρματος τῶν
Σκληρῶν. οὕτω δ’ ἀλλήλοις ἐνετετήκεσαν καὶ οὕτω
σφίσιν ὁ ἔρως ἐγκέκαυτο ὡς εἰ μὴ συνεῖεν ἀλλήλοις,
μηδὲ ζῆν δοκεῖν μηδ’ ἀνέχεσθαι. διὸ καὶ ὑπερορίαν,
ὡς εἴρηται, καταδικασθέντι τούτῳ τῷ βασιλεῖ κἀκείνη 
 τῶν ἁπάντων ἑαυτὴν ὑπερώρισεν, ἕν ὁρῴη
τὸν ἐρῶντά τε καὶ ἐρώμενον καὶ μὴ εἴη αὐτοῦ
ὑπερόριος, καὶ συναπῄει τἀνδρί, πάντα γινομένη
αὐτῷ καὶ τὴν συμφορὰν ὡς οἷόν τε συνεπικουφίζουσα
κἀκ τῶν οἰκείων χορηγοῦσα τούτῳ, ἔνα μὴ 
πρὸς τοῖς ἄλλοις λυπηροῖς ἐνδείᾳ πιέζοιτο· ἔτρεφε
γὰρ κἀκείνην ἡγεμονίας ἐλπίς. ἐπεὶ δ’ ἐκεῖνος εἰς

 
τὴν τῆς βασιλείας ἤρθη περιωπήν, τῇ δὲ αἱ ἐλπίδες
οὐκ ἐκβεβήκεσαν, οὐκ ἠμνημόνησε τῆς γυναικὸς οὐδ’
ἐν τῇ εὐκαιρίᾳ ὁ βασιλεύς, ἀλλὰ προσάγει λόγους
τῇ βασιλίδι περὶ αὐτῆς, καὶ ἀξιοῖ ἀνακληθῆναί τε
 τὴν γυναῖκα καὶ τυχεῖν εὐετηρίας τινός. ἡ δὲ οὐκ
ἀνένευσεν· ὁ γὰρ χρόνος αὐτῇ παρήνεγκεν τὸ ζηλότυπον, 
τύπον, ἤδη τυγχανούσῃ παρήλικι, καὶ οἱ συμβεβηκότες 
τες αὐτῇ πειρασμοὶ μετριωτέραν εἰργάσαντο. ἀνάγεται
τοίνυν ἐκ Μιτυλήνης ἡ Σκλήραινα, καὶ οὐκ
 εὐθὺς αὐτῇ περιφανὴς κατοικία ἡτοίμαστο, ἀλλ’ οὐδὲ
θεραπεία ἁβρά. τοῦ χρόνου δὲ προἰ·όντος καὶ βασίλειος
αὐτῇ δορυφορία νενέμητο καὶ ὁ οἶκος αὐτῇ
μετεσχημάτιστο εἰς ἀνάκτορον. οἶκον γὰρ οἰκεῖον
οἰκοδομεῖν ὁ Μονομάχος ἐσχηματίσατο τὴν ἐκείνης
 καταγωγήν, ἵνα θαμὰ πρὸς ἐκείνην ἀπίοι, ὡς δή
τι τῶν δομουμένων ὀψόμενος. μέχρι μὲν οὖν τινος
ἐσκηνοποίει τὸν ἔρωτα, καὶ ὥσπερ ἠρυθρία πρὸς τὸ
γινόμενον. εἶτα καὶ τὴν αἰδῶ καὶ τὴν σκηνὴν ἀποτίθεται, 
καὶ τῇ γυναικὶ συνῆν οὐχ ὡς παλλακῇ οὐδ’
 ὡς ἡμιγάμῳ, ἀλλ’ ὡς ἐμφανῶς ξυνευνέτιδι, καὶ
αὐτῇ ἐκ τῶν βασιλικῶν ταμείων καθ’ ἑκάστην ἐπέρρει
τὰ χρήματα κατὰ ποταμοὺς καὶ φλέβες ἀνεστομοῦντο
χρυσίτιδες, καὶ ἀπαρακαλύπτως αὐτῇ προσεφοίτα
ὁ βασιλεύς. ἀλλὰ δεινὸν ἡγούμενος εἰ μὴ καὶ
 συμβιῴη αὐτῇ καὶ συνοικοίη διὰ παντός, μετάγει
ἐκεῖθεν τὴν γυναῖκα πρὸς τὰ βασίλεια, τῇ βασιλίδι
περὶ τούτου πρότερον κοινολογησά μένος καὶ πείσας
μὴ δυσχερᾶναι πρὸς τὸ γινόμενον. μᾶλλον μέντοι
καὶ φιλίας ὅρκια λέγεται παρὰ τοῖν γυναίοιν ἀμφοῖν
τελεσθήσεσθαι, τοῦτο τοῦ αὐτοκράτορος ἀξιώσαντος.
τετίμητο δὲ ἡ γυνὴ Σεβαστή, αὐτῇ πρώτῃ τῆς 
πρῴην βασιλικῆς ἀπονεμηθείσης τιμῆς· καὶ ὠνομά-

 
ζετο δέσποινα. καὶ ἡ βασιλὶς ἐπὶ τούτοις οὔτ’ ἐμηνία
οὔτ’ ἤχθετο, μέσον δὲ σκηνοῦντος τοῦ βασιλέως
ἑκατέρωθεν ᾤκουν παραλλὰξ ἡ βασιλὶς καὶ ἡ Σεβαστή.
οὔποτε ἡ Αὐγοῦστα προσῄει τῷ βασιλεῖ, εἰ
μὴ τῆς ἐρωμένης μεμονῶσθαι τοῦτον ἀπηκριβώσατο. 
ἀλλ’ οὕτως ἔχουσα καὶ εἰς τόσον εὐκληρίας
ἀρθεῖσα, καὶ μείζονας δ’ ἐλπίδας παρ’ ἑαυτῇ θάλπουσα,
ἀθρόον ἀναρπάζεται νόσῳ, καὶ θνήσκει μέγα
πένθος καταλιποῦσα τῷ βασιλεῖ.

Καὶ ἡ μὲν ἀπῆλθεν, τῷ δὲ βασιλεῖ πόλεμος 
 ἐπῆλθεν ἐμφύλιος. ὁ γάρ τοι Μανιάκης Γεώργιος,
ἀνὴρ καὶ τὴν ψυχὴν ἀνδρειότατος τὴν χεῖρά τε γενναιότατος
καὶ στρατηγεῖν δεξιώτατος, παρὰ ταῖν βασιλίδαιν,
ὅτ’ ἐκεῖναι τοῖς τῆς βασιλείας πράγμασιν
ἐφειστήκεσαν, εἰς Ἰταλίαν πεμφθεὶς πολεμησείων 
τοῖς αὐτῇ ἐπεμβαίνουσι καὶ ταύτης οἰκειωσαμένοις
ἔνια, καὶ τῇ τῶν Ῥωμαίων αὖθις ἡγεμονίᾳ ἐπανασώσων
αὐτά, τοῖς τῶν Ῥωμαίων ἀντιπολέμοις ἀντικαθίστατο.
ἐπεὶ δὲ εἰς τὸν Μονομάχον ὁ τῆς βασιλείας
ἄξων μετακεκύλιστο καὶ ὁ Σκληρὸς Ῥωμᾶνος, 
ἀδελφὸς δ’ ἦν ὁ ἀνὴρ τῆς ἐρωμένης τῷ βασιλεῖ,
μέγα δεδύνητο διὰ τὴν ὁμαίμονα καὶ μάγιστρος καὶ
 πρωτοστράτωρ τετίμητο, τῷ κατὰ τὸ θέμα τῶν Ἀνατολικῶν
οἴκῳ τοῦ Μανιάκη ἀγχιτερμονῶν, κακῶς
διετίθει τὰ τοῦ ἀνδρός, μνησικακῶν ὅτι πρῴην διαφερόμενος 
ἐκείνῳ κατεπονεῖτο. λέγεται δὲ καὶ τῆς
εὐνῆς ἐπιβῆναι τοῦ Μανιάκη. ταῦτα τῷ ἀνδρὶ ἀγγελλόμενα
εἰς θυμὸν ἐκίνει αὐτὸν καὶ ἄχος ἐνεποίει
πολύ· εἶτα καὶ τὴν ἀρχὴν ἀφαιρεῖται, καὶ τοῦτο
κατεργασαμένου τοῦ ῾Ρωμανοῦ. ἐννοῶν τοιγαροῦν 
ὡς εἰ πρὸς τὴν Κωνσταντίνου ἐπανελεύσεται, οὐ
χρηστῶς αὐτῷ διατεθήσεται ὁ κρατῶν διὰ τὸν Σκλη-

 
ρόν, τυραννίδι ἐπιχειρεῖ. καί οἱ ὡς Κορυφαιοτάτῳ
τῶν στρατηγῶν καὶ ἀρηίῳ ἀνδρὶ πολὺ τοῦ στρατιωτικοῦ
προσεχώρησεν. ὁ δὲ ἐξ Ἰταλίας πρὸς τὴν ἀντικρὺ >
ταύτης ἤπειρον πλοίοις ἐμβιβάσας τὸ στράτευμα
 γίνεται. τοῦτο εἰς θόρυβον τὸν βασιλέα ἐνέβαλε, καὶ
γραφὴν ἐγχαράττει τῷ Μανιάκῃ, παντὸς μὲν δείματος
αὐτὸν ἀπολύουσαν, εἰ τὰ ὅπλα κατάθοιτο, ἐπαγγελλομένην
δὲ τὰ χρηστότερα. ὡς δ’ ἐκεῖνος ἅπαξ 
κύβον ἀναρρίψας οὐκέτι τῶν ὅπλων μεθίετο, ἀντιστρατεύει
 κατ’ αὐτοῦ ὁ βασιλεύς. ἐφιστᾷ δὲ τῷ
στρατεύματι οὔτινα τῶν γενναίων ἀνδρῶν ἤ τῶν
ἐν στρατηγίαις ἐξητασμένων, δεδιὼς μὴ κἀκεῖνος
τολμήσειε τὰ αὐτά, ἀλλ’ ἐκτομίαν τῶν θαλαμηπολούντων,
πιστὸν μέντοι αὐτῷ. ὁ δὲ τὰς δυνάμεις
 ἀναλαβὼν ἀπῄει, καὶ ὁ Μανιάκης ἔσπευδεν ἀσυντάκτους
τοὺς περὶ τὸν ἐκτομίαν καταλαβεῖν. ἐπεὶ δὲ
προσέβαλλον ἀλλήλαις αἱ στρατιαί, τὸ μὲν ἐπὶ τῷ 
πρωταγωνιστῇ, τῷ Μανιάκῃ φημί, τροποῦται τὸ
τῶν ἐναντίων στρατόπεδον, τὸ δ’ ἐπὶ τῇ τὰ ἡμέτερα
 διεξαγούσῃ προνοίᾳ ἀθρόον ἀντέστραπτο τὰ
τῆς μάχης, καὶ ἥττηντο οἱ περὶ τὸν Μανιάκην. ὡς
γὰρ ἐκεῖνος ἐπιὼν τὰς τάξεις διεκλόνει τὰς φάλαγγας
καὶ οἷς ἂν ἐνεβόησεν εὐθὺς ἀνεχάζοντο καὶ ὁ
συνασπισμὸς διελύετο, αἴφνης πεπληγμένος εὑρέθη,
 καὶ πληγὴν καιρίαν, ἐξ ἧς τὸ αἷμα καταρρέον πολύ,
ἀχλὺν αὐτοῦ κατεσκέδασε καὶ πάρεσιν τοῖς μέλεσιν
ἐνεποίησεν, ὥστε καὶ τὸν χαλινὸν διεκπεσεῖν τῆς
χειρὸς αὐτοῦ, κἀκεῖνον καταβληθῆναι εἰς γῆν ἐκ
τοῦ ἵππου, τῆς ἕδρας ἀπολισθήσαντα. ἔκειτο τοίνυν
 αὐτίκα θανὼν ἔξω τι τοῦ μεταιχμίου βραχύ, καὶ οἱ
βασιλικοὶ ἐπελθεῖν τέως αὐτῶ ἐδεδίεσαν. ὡς δ’ οἶ
ἐκείνου τὸν σφέτερον ἔγνων ἀρχηγὸν πεσόντα, πτοίᾳ 

 
ληφθέντες διεσκεδάσθησαν. τότε τῷ κειμένῳ ἐπέδραμον
οἶ τῆς ἑτέρας μοίρας, καὶ τὴν τοῦ δειλαίου
κεφαλὴν ἐκτεμόντες τῷ σφῶν προσήγαγον στρατηγῷ.
ὁ δὲ ταύτην αὐτίκα τῷ αὐτοκράτορι πέπομφε,
κἀκεῖνος μετέωρον ταύτην ἦρε κατὰ τὸ θέατρον, 
εἶτα καὶ τοῦ τὸν πόλεμον κατωρθωκέναι δόξαντος
ἐκτομίου ἐπανελθόντος μετὰ τῆς στρατιᾶς, θρίαμβος
γίνεται, τοῦ βασιλέως ἐν τῷ πρὸς τὴν ἀγορὰν ἐπεστραμμένῳ
προτεμενίσματι τοῦ ἐν τῇ Χαλκῇ λεγομένῃ
τοῦ Σωτῆρος ναοῦ προκαθημένου μετὰ πολλῆς 
τῆς λαμπρότητος, ἑκατέρωθεν αὐτοῦ καὶ τῶν βασιλίδων
συγκαθημένων. ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ τὸν Μανιάκην
 ἐν τούτοις τετελευτήκασιν. ἄλλη δ’ αὖθις
κεκίνητο τυραννίς, ἧς ἦν ἐργάτης Θεόφιλος ὁ Ἐρωτικός.
ὃς τὰ κατὰ τὸν δεύτερον Μιχαὴλ, τὸν τοῦ 
πρώτου ἀδελφιδοῦν, μαθών, καὶ ὡς γυναιξὶν ἡ βασιλεία
πεπίστευται, τοὺς Κυπρίους ὑπελθών, τούτων
γὰρ ἔτυχεν ἄρχων τότε, ἀποστασίᾳ ἐπιχειρεῖ.
οὐ μέντοι τριβῆς τῷ Μονομάχῳ ἐδέησε πρὸς τὴν
τούτου καθαίρεσιν. στόλον γὰρ στείλας δι’ αὐτοῦ 
τὸν Ἐρωτικὸν ἐχειρώσατο καὶ τὴν νῆσον ῥᾷον εἰς
δούλωσιν ὑπηγάγετο. θνήσκει δὲ ὁ πατριάρχης
Ἀλέξιος, ἐπ’ ἴτη δέκα πρὸς τοῖς ὀκτὼ καταπολαύσας
τοῦ θρόνου τοῦ πατριαρχικοῦ, καὶ Μιχαὴλ ὁ
λεγόμενος Κηρουλάριος πρὸς αὐτὸν ἀνθιδρύεται.
χρυσίου δὲ κεντηνάρια πέντε καὶ εἴκοσι ἐκ τῆς τοῦ
πατριάρχου Ἀλεξίου μονῆς ὁ Μονομάχος ἀφείλετο,
παρ’ ἐκείνου τοῦ πατριάρχου θησαυρισθέντα ἐκεῖ.
 ὅ γε μὴν ἐκτομίας Ἰωάννης, ὁ γεγονὼς ὀρφανοτρόφος,
ὁ τοῦ βασιλεύσαντος Μιχαὴλ τοῦ Παφλαγόνος 
αὐτάδελφος, εἰς Μιτυλήνην τοῦ Μονομάχου κρατήσαντος
μεταχθεὶς ἐκεῖ πηροῦται τοὺς ὀφθαλμούς,

 
ὡς μέν τισι δοκεῖ, παρὰ τῆς βασιλίδος Θεοδώρας,
γνώμης ἄτερ τοῦ αὐτοκράτορος, ὡς δ’ ἐνίοις, αὐτοῦ
τοῦ κρατοῦντος τοῦτο κελεύσαντος, μηνιῶντος αὐτῷ
διὰ τὸ τῆς ὑπερορίας πολυετὲς καὶ ἀναίτιον. ὃς
 βραχείας ἡμέρας τῇ πηρώσει ἐπιβιώσας τὴν ζωὴν
ἐξεμέτρησεν.

Ἄλλη δ’ αὖθις τυραννὶς τῷ Μονομάχῳ δεινοτέρα ἐξυπανέστη. ἡ τοῦ Τορνικίου δ’ ἦν αὕτη Λέοντος,
ὃς μητρόθεν κατὰ γένος προσῆκε τῷ αὐτοκράτορι. 
 οὗτος τοίνυν τὴν Ὀρεστιάδα οἰκῶν, οὕτω
δὲ πάλαι ἡ πόλις ἐκαλεῖτο τοῦ βασιλέως Ἀδριανοῦ,
τοὺς Μακεδόνας εἶχε προσέχοντας αὐτῷ, ὡς δή τινι
κρείττονι. ἦν γὰρ ὁ ἀνὴρ οὔτε τὸ εἶδος φαῦλος
οὔτε τὸ φρόνημα. εἶχε δέ τι καὶ ἕτερον ᾧ πρὸς
 ἑαυτὸν τοὺς πλείστους ἐφείλκετο. ἐχρησμολόγει γὰρ
ἡ φήμη περὶ αὐτοῦ, οἷα καὶ περὶ ἄλλων λέγεται μάτην,
ὡς τῶν Ῥωμαϊκῶν σκήπτρων ἔσοιτό ποτε ἐγκρατής.
πρὸς ὃν ὁ βασιλεὺς οὔτε ὡς αὐτῷ προσήκοντα
διετέθειτο, ἀλλὰ μέντοι καὶ ἀπηχθάνετο τῷ
 ἀνδρί. ἡ δὲ τοῦ κρατοῦντος ὁμαίμων ἡ Εὐπρεπία
ᾠκειοῦτό τε καὶ ἐδεξιοῦτο αὐτόν, γυνὴ γενναία τε 
καὶ σταθηροτάτη τὸ φρόνημα καὶ εἰς τύχης ἐλάσασα 
περιφάνειαν καὶ εἰς πλούτου δαψίλειαν, ἣ τῷ ἀδελφῷ
στερκτέα οὐκ ἦν, ηὐλαβεῖτο δ’ αὐτὴν διὰ τὸ
 περιὸν τῆς φρονήσεως. ἡ δὲ μή τινος ἐξ ἐκείνου
τυγχάνουσα τῶν μειζόνων οὔτε συχνάκις αὐτῷ προσῄει
καὶ ὑπερηφάνως ὅτε προσελήλυθε προσεφέρετο,
διελέγχουσά τε καὶ ὀνειδίζουσα. εἰ δ’ ἐπὶ τούτοις
ἑωράκει τὸν ἀδελφὸν ὀργιζόμενον, ἀπεδυσπέτει καταφρονητικῶς.
 ὁρῶν οὖν τὴν πρὸς τὸν Τορνίκην
τῆς ἀδελφῆς ὁ βασιλεὺς γνησιότητα ὑπώπτευέ τε καὶ
ἐμηνία, καὶ ἔνα πόρρω ἀλλήλων θεῖτο αὐτούς, τῶν

 
 ἐνἸβηρσι τῇ ῾Ρωμαίων ἡγεμονίᾳ διαφερόντων αὐτῷ
τὴν ἀρχὴν ἀνατίθησι, κατεσχηματισμένην εὐπροσώπως
ὑπερορίαν αὐτοῦ καταψηφισάμενος. καὶ ὁ μὲν
ἀπῆλθεν. ἡ δέ γε φήμη, ἣ πρὸς μέγα τύχης αὐτὸν
ἐξῆρεν ἐν ἐλπίσιν, οὐκ ἔληγε. καί τινες ἐκ τούτου 
τὸν ἄνδρα πρὸς τὸν βασιλέα διέβαλλον. ὁ δὲ τοῖς
λόγοις τούτοις τὴν γνώμην διασεισθεὶς στέλλει καὶ
κείρει μὲν τὴν κόμην τῷ Τορνίκῃ, συγκείρειν αὐτῷ
ταῖς θριξὶ καὶ τὰς ἐλπίδας οἰόμενος, ῥάκος δὲ μέλαν
αὐτὸν ἀμφιέννυσι, ζοφοῦν αὐτῷ νομίζων ἐντεῦθεν 
τὴν προσδοκωμένην τῆς τύχης λαμπρότητα, οὕτω δ’
ἐπανελθόντα μήτ’ οἰκτείρας, ἀλλὰ καὶ ἐπικαγχάσας
ἀφῆκεν. οἱ δέ γε Μακεδόνες καὶ πρῴην, ὡς εἴρηται,
προσκείμενοι τῷ ἀνδρὶ καὶ χρηστὰς ἐλπίδας
 ἐπ’ αὐτῷ θάλποντες, νυκτὸς αὐτὸν ὑπεξαγαγόντες 
τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἐς τὴν αὐτῶν μητρόπολιν
ἄγουσι τὴν Ἀδριανούπολιν, καὶ σπουδῇ τῶν
προστεθειμένων αὐτῷ ταχὺ τὰ πλείω τῶν στρατευμάτων
ἐκεῖ συνηθροίσθησαν ἢ καὶ μίσει τῷ πρὸς
τὸν αὐτοκράτορα. διά τινας γὰρ αἰτίας οὔτ’ ἐκεῖνος 
καλῶς τοῖς στρατιώταις ἐκέχρητο, ἀλλὰ καὶ ὑποψίας
ὑπέτρεφε κατ’ αὐτῶν, κἀκεῖνοι διὰ ταῦτα πρὸς
ἔχθος κατ’ αὐτοῦ ἠρεθίζοντο. ὡς δ’ οὖν συνελέγησαν,
εὐφημίας αὐτὸν αὐτίκα βασιλικῆς καὶ ἀναρρήσεως
κατηξίωσαν. ὁ δὲ σὺν αὐτοῖς εὐθὺς ἔργου 
εἴχετο, καὶ ἀθρόον τῇ βασιλευούσῃ ἐπιφοιτᾷ, καί οἱ
 προσιόντι προσεφοίτων πολλοὶ καὶ στρατιῶται καὶ
ἀστικοί, κἀκεῖνος ταῖς ἐλπίσιν ᾐώρητο, ὡς οὔτινος
αὐτῷ ἀντιστησομένου, ἀλλὰ μᾶλλον ἀναπετασόντων
αὐτῷ εὐπετῶς καὶ τὰς πύλας τῆς πόλεως, ὅτι τε τὰ 
ἑῷα στρατεύματα πολέμοις ἐκεῖ προσησχόλητο καὶ
ὅτι καὶ οἱτῆς πόλεως δι’ ὀργῆς ἐποιοῦντο τὸν αὐτο-

 
κράτορα, ὡς δή τι μὴ κατὰ γνώμην αὐτοῖς προσφερόμενον.
τοιαύταις οὖν αἰωρούμενος ταῖς ἐλπίσι
στρατοπεδεύεται πρὸ τῆς πόλεως, πολιορκήσων αὐτήν,
εἰ μὴ δέχοιτο αὐτὸν ἑτοιμότατα. ἔωθεν οὖν
 παραταξάμενος, καὶ ἀγχοῦ τοῦ περιβόλου τῆς πόλεως
γεγονὼς περὶ τὰς Βλαχέρνας, ἀνοῖξαί οἱ τὰς
πύλας ἠξίου τοὺς ἔνδον, ὑποσχέσεσι τούτους πρὸς 
τὴν πρᾶξιν παραθαρρύνων λαμπραῖς. τῶν δὲ μηδ’
ἐπιστρεφομένων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ χλευαζόντων καὶ
 πρὸς ἐκεῖνον ἀποσκωπτόντων , ἐπεχείρει τῇ προσβολῇ
ἀντιπαρετάττετο δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς στρατιώταις
ὀλίγοις καὶ ὄχλῳ δημοτικῷ καί τισιν ἄλλοις
ἀνδράσιν ἐνίων τῶν τῆς γερουσίας θεράπουσι, τῶν
πάντων οὐδ’ εἰς ἀκριβῆ σὺν ἀριθμοῦ μέν ὢν χιλιοστύν·
 καὶ τούτους πρὸ τοῦ περιβόλου στήσας τῆς πόλεως
ἀντιμετώπους τοῖς τοῦ τυράννου ᾤετο καταπλήξειν
αὐτοῖς τὸ ἀντίπαλον. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ αὐτοκράτωρ
ἔν τινι τῶν βασιλικῶν θαλάμων προβεβλημένῳ τῶν
ἄλλων καὶ ἐπὶ τὸ πρὸ τῆς πόλεως ἐστραμμένῳ πεδίν 
 καθῆστο βασιλικῶς, ἔν ὁρῴη τοὺς ἐναντίους
καὶ ὁρῷτο αὐτοῖς. οἱ δὲ Μακεδόνες βωμολοχίας ὄντες
ἐθάδες, ἰδόντες τὸν βασιλέα, οἱ μὲν ἄντικρυς
ἐξύβριζον εἰς αὐτόν, οἱ δὲ καὶ χοροὺς συνιστῶντες
μέλη τέ τινα σχεδιάζοντες κωμῳδίας ὠρχοῦντο καὶ 
 ᾖδον ταῦτα, τοῖς ποσὶν ἐπικροτοῦντες τὴν γῆν. εἶτα
τοῖς ἔξω τοῦ τείχους προβεβλημένοις βασιλικοῖς μοίρας
ἐπελθούσης τῶν ἐναντίων, οἱ μὲν ἐπὶ τὰς
πύλας ὥρμησαν, οἱ δ’ ἐπὶ τὴν τάφρον ἐνέπιπτον
καὶ ἀπώλλυντο. τοσοῦτον δ’ ἅπασι τὸ δέος ἐγένετο
 ὥστε τούς τε τοῖς τείχεσιν ἐφεστῶτας ἑαυτοὺς ἐκ
τούτου καταβάλλοντας φεύγειν καὶ τοὺς τὰς εἰσόδους
φρουροῦντας τῆς πόλεως φρούδους αὐτίκα γε-

 
νέσθαι, μηδὲ τὰς πύλας ἐπιζυγώσαντας. εἰ οὖν εἶχεν ὁ
 τότε πόλεμος τὸν εἰδότα νικᾶν, οὐδὲν ἦν τὸ κωλῦον
εὐθὺς τὸν Τορνίκην ἐντὸς γενέσθαι τοῦ ἄστεος καὶ
τέλος ἐπιθεῖναι τῷ ἐγχειρήματι. ἀλλὰ τοῦτο μέν,
ἐπεὶ μὴ τῇ ἄνωθεν ἐδέδοκτο διοικήσει, τὸν τυραννοῦντα 
διέφυγεν. ὁ δέ γε βασιλεὺς μικροῦ ἂν ἐκινδύνευσε·
τῶν γάρ τις ἐναντίων τόνδ’ ἐπιτοξάζεται
καὶ βέλος ἀφίησι κατ’ αὐτοῦ, τὸ δ’ ἀτευκτῆσαν τοῦ
βασιλέως βάλλει μειράκιόν τι τῶν θαλαμηπολούντων.
ἀλλ’ οὐδ’ ἐκείνῳ καιρία γέγονεν ἡ ἐκ τοῦ βέλους 
πληγή· οἵ γε μὴν περὶ τὸν βασιλέα δείσαντες
αὐτίκα μετέστησαν, κἀκεῖνος αὐτὸς ἄλλοσ’ ἑ πῃ τῷ
θώκῳ μετήνεκτο. ὃν δ’ εἴρηται τρόπον διαφυγὸν
τὸν Τορνίκην τὸ εὐτύχημα εἰς τοὐναντίον αὐτῷ τὰ
 πράγματα περιέτρεψεν. ἥ τε γὰρ πόλις αὖθις ὑπὸ 
φρουρὰν ἐγεγόνει καὶ ὁ τύραννος αὖθις ἴωθεν
προσβαλὼν καὶ ἀποκρουσθεὶς παρὰ βραχὺ καὶ ἀπώλετο
ἄν. λίθων γὰρ ἐκ μηχανῆς ταλαντιαίων σφενδονουμένων
κατὰ τῶν ἐναντίων, εἶς ἐπὶ τὸν τύραννον
ἵετο, καὶ τοῦ μὲν οὐ καθίκετο, δειλίαν δὲ κἀκείνῳ 
καὶ τοῖς περὶ αὐτὸν ἐνεποίησε, καὶ λύσαντες τὴν
παράταξιν ὑπενόστησαν εἰς τὴν σφετέραν παρεμβολήν,
καὶ οὐκέτι τῇ πολιορκίᾳ ἐπικεχειρήκασιν. ἀλλά
τινας βραχείας ἡμέρας προσμείνας ὁ τυραννῶν, ἐπεὶ
ἑώρα τοὺ ’ς μὲν τῶν οἰκείων προσχωροῦντας τῷ βασιλεῖ, 
τοὺς δὲ σκιδναμένους καὶ ἐκδιδράσκοντας,
ἀπανίσταται μὲν τῆς περὶ τὸ ἄστυ προσεδρείας, ἀπῄει
δὲ ὡς εὐπετῶς τῶν Θρᾳκῴων κρατήσων φρουρίων,
 ἀλλ’ ἀπεκρούσθη κἀκείνων. ἐν τοσούτῳ δὲ παρῆσαν
αἶ τῆς ἑῴας δυνάμεις ἀνακεκλημέναι παρὰ τοῦ 
αὐτοκράτορος, καὶ κατὰ τοῦ τυραννοῦντος ἀφείθησαν.
οἶ δ’ αὐτῷ τὴν ἀποστασίαν συγκροτοῦντες ὡς

 
ἔγνων τοῦτο, δείσαντες περὶ σφίσιν, ἀλλὰ καὶ τοῦ
τῶν ἑῴων ταγμάτων ἐξάρχονΤος παραστρατοπεδευσαμένου
τοῖς ἀποστάταις, καὶ τοὺς μὲν ὁμιλίαις,
τοὺς δὲ καὶ γράμμασι πείθοντος αὐτομολῆσαι τῷ
 αὐτοκράτορι, πάντες σχεδὸν λιπόντες τὸν τυραννήσαντα
προσήνωντο τοῖς βασιλικοῖς, καὶ οὐ τῶν
ἀσήμων μόνον ἦσαν οὗτοι στρατιωτῶν, ἀλλὰ καὶ
τῶν ἐπιφανῶν καὶ ἐστρατηγηκότων καὶ λαμπρυνθέντων
ἀρχαῖς, ἑνὸς μόνου τῶν ἐπισήμων ἐγκατελείφθη
 κότος αὐτῷ τοὐ Βατάτζη. ὡς δ’ οὖν ἐγκατελείφθη 
πρὸς τῶν λοιπῶν ὁ Τορνίκης, καὶ πάντοθεν αὐτῷ
ἄφυκτος ἦν ἡ κατάληψις, θείῳ ναῷ προσπεφεύγασιν
αὐτός τε καὶ ὁ Βατάτζης. ἐκεῖθεν δὲ πεδῆται
τῷ Μονομάχῳ προσήχθησαν· ὁ δὲ στέρησιν ἀμφοῖν
 καταψηφίζεται τοῦ φωτός, καὶ τοῖς μὲν ἐσβέσθησαν
εὐθὺς οἱ λύχνοι τοῦσώματος, ἡ δ’ ἀποστασία διελέλυτο
τέλεον.

Μέχρι μὲν οὖν τοῦδε μάχας ἐμφυλίους ὁ λόγος διηγησάμενος μεταβήσεται νῦν πρὸς μάχας βαρβαρικάς.
 προκείσθω δὲ τῶν ἄλλων τῶν ῾Ρὼς ἡ ἐπέλευσις.
τοῦτο τὸ ἔθνος καὶ ἄλλοτε πλειστάκις κατὰ
Ῥωμαίων ἐγένετο, ἡττηθὲν δὲ τέλος καὶ σπονδὰς
πεποίητο πρὸς Ῥωμαίους καὶ κῆδος, ἵνα διὰ τὴν
ἀγχιστείαν πρὸς ὁμόνοιαν τὰ γένη συνδέοιτο, καὶ
 παρ’ ἀλλήλους ἐφοίτων ἐμπορευόμενοι. ἦσαν γοῦν 
καὶ τότε Ταυροσκύθαι πολλοὶ παρὰ τῆ, Κωνσταντίνου,
τὰ ἑαυτῶν ἀποδιδόμενοι, καὶ τὰ παρ’ ἡμῖν ἐξωνούμενοι.
συνέβη δέ τισι τῶν Σκυθῶν ἔριν γενέσθαι
πρὸς ῾Ρωμαιbυς τινάς, πληγαὶ δ’ ἐπηκολούθουν
30 ταύτῃ καὶ τραύματα, τοῖς δὲ παρείποντο θάνατοι 
καὶ τοῖς θανοῦσι καὶ εἷς τις τῶν ἐπισήμων παρ’ αὐτοῖς
συνηρίθμητο. τοῦτο τῷ τῆς χώρας ἄρχοντι πρό-

 
φασις τῆς καθ’ ἡμῶν συγκινήσεως γέγονε, καὶ αὐτίκα
πλοῖα συμπηξάδ.ενος, ἃ παρ’ αὐτοῖς μονόξυλα
λέγονται, σφόδρα πολλά, καὶ τούτοις ἐμβιβάσας πλῆθος
ὑπερεκπῖπτον σχεδόν τι καὶ ἀριθμόν, ἀκήρυκτον
῾Ρωμαίοις ἐπέσεισε πόλεμον, καὶ γίνεται τῆς Προποντίδος 
ἐντός. ὡς δ’ ἔγνω τὴν ἐπέλευσιν ὁ κρατῶν,
στέλλει παρ’ αὐτοῖς τοὺς πρεσβεύσοντας κα-
 ταθέσθαι τὰ ὅπλα σφᾶς, ὡς ἑτοίμως τοῦ βασιλέως,
εἴ τι γέγονεν αὐτοῖς πρὸς λύπην, ἐξιασομένου καὶ
θεραπεύσοντος. ὁ δὲ βάρβαρος ὑπερηφάνως τε τοὺς 
πρέσβεις ἐδέξατο καὶ λόγους μεγαλαύχους καὶ σοβαροὺς
ἐξηρεύξατο, καὶ ἀτίμως αὐτοὺς ἀπεπέμψατο.
ἀπογνοὺς τοίνυν τὰς σπονδὰς ὁ κρατῶν καὶ αὐτὸς
πρὸς ναυμαχίαν παρεσκευάζετο, καὶ ἐπεὶ μὴ ἔτυχε
τὸ ναυτικὸν ἐνδημοῦν, πορρωτάτω δ’ ὄν, φυλακαῖς 
χωρῶν προσησχόλητο, τριήρεις τινὰς καὶ ὁλκάδας
ἄλλας ἑτοιμασάμενος, καὶ ταύταις τὸ πῦρ τὸ ὑγρὸν
ἐνθέμενος ἄφθονον ἀντέταξε ταύτας τοῖς σκάφεσι
τοῖς βαρβαρικοῖς, καὶ αὐτὸς ὁ κρατῶν παρὼν καὶ
ἄνω που τοῦ λιμένος καθήμενος. ὡς δὲ τὸ πολὺ 
 τῆς ἡμέρας παρῆλθε καὶ ἠρέμουν οἱ βάρβαροι καὶ
τὴν σύνταξιν οὐ διέλυον, τρεῖς τῶν τριήρων ἐκἐλευσεν
ὁ βασιλεὺς τῷ Θεοδωροκάνῳ λαβεῖν καὶ ἀκροβολίσασθαι
κατὰ τῶν βαρβάρων, ἵν’ αὐτοὺς εἰς πόλεμον
ἐπισπάσηται. ὁ δ’ οὐκ ἀκροβολισμοῖς ἐπεχείρησεν, 
ἀλλὰ καθαρᾷ ναυμαχίᾳ, καὶ τινὰ μὲν σκάφη
βαρβαρικὰ κατέφλεξε τῷ διύγρῳ πυρί, τινὰ δὲ κατέδυσεν
αὔτανδρα, ἓν δὲ κατέσχεν ἔνδον αὐτὸς εἰσπεπηδηκώς,
καὶ οὓς μὲν τῷ ξίφει συγκόψας, οὓς
δὲ καταπλήξας καὶ δεσμίους ὥσπερ τῷ δέει παρειληφώς. 
ὡς δ’ οὕτω ταῖς τρισὶ τριήρεσι κατευτυχήθη
ἡ κατὰ τῶν ἐναντίων ἐπέλευσις καὶ ἄλλαις τῶν ὁλ-

 
κάδων σύνθημα παρέσχεν ὁ βασιλεύς, καὶ ἀνήγοντο
πλείονες· ἃς ὁρῶντες ἐπιούσας οἱ βάρβαροι οὐκέτι 
μάχης ἐμέμνηντο, ἀλλὰ τὴν σύνταξιν διαλύσαντες
πρύμναν ἐκρούσαντο καὶ ὡρμήκεσαν εἰς φυγήν.
 συνεμάχησε δὲ Ῥωμαίοις τότε καὶ ἄνωθέν τις ῥοπή·
πνεῦμα γὰρ ἐξαίφνης σκληρὸν πνεῦσαν ἐξ ἑῴας
πρὸς τὰ ἑσπέρια καὶ καταιγίδα κινῆσαν τοῖς τῶν
βαρβάρων ἐπήνεκτο σκάφεσι, καὶ πολλὰ μὲν ἐπέκλυσε
καὶ τῷ βυθῷ παραδέδωκε, πολλὰ δ’ ὑφάλοις
 πέτραις καὶ σκοπέλοις προσήραξε καὶ συνέτριψε. τὰ
δέ γε τούτων πληρώματα, τοὺς μὲν τὸ ὕδωρ ἐκάλυψε,
τοὺς δὲ σύνταγμα στρατιωτικὸν ἐφεδρεῦον
ταῖς ᾐόσι διέφθειρεν. οὕτω δὲ καταπολεμηθέντος
τοῦ τῶν βαρβάρων πλήθους ὁ βασιλεὺς τροπαιοφορῶν
 εἰς τὰ ἀνάκτορα ἐπανέζευξεν.

Εἷς μὲν δὴ πόλεμος βαρβαρικὸς οὑτοσὶ δεδιήγηται, εἰρήσθω δὲ καὶ ἑτέρα τις συγκίνησις ἔθνους, >
ἢ τότε τὴν ἑῴαν διέλαβε, καὶ μέχρι τοῦ νῦν αὐτὴν
ἐπιβόσκεται, τοὺ ’ς Τούρκους φημί. εἰσὶ μὲν οὖν οὗτοι
 γένος τι Οὑννικὸν οἰκοῦν τὰ προσάρκτια τῶν
Καυκασίων ὀρῶν, πολυπληθὲς καὶ αὐτόνομον. ἐπεὶ
δ’ ἡ Περσῶν ἀρχὴ ἢ μᾶλλον ἡ Μακεδόνων, ἣ τὴν
Περσῶν βασιλείαν καθεῖλεν, ὑπὸ Σαρακηνῶν καθῄρητο,
εἶτα καὶ οὗτοι πρὸς ἀλλήλους στασιάσαντες
 εἰς ἀντιπάλους μοίρας διῄρηντο καὶ ἀλλήλοις ἐμάχοντο,
Μουχούμετ ὁ τοῦ Ἰμβραήλ, Πέρσιδος ἄρχων 
καὶ Χορασμίων καὶ Μηδίας καί τινων ἄλλων, πόλεμον
ἤρατο κατὰ τοὺς χρόνους Βασιλείου τοῦ βασιλέως
κατὰ Βαβυλωνίων τε καὶ Ἰνδῶν, ἡττώμενος δὲ
 συμμαχικὸν ἐκ Τούρκων μετεπέμψατο· ἦν δὲ τοῖς 
εἰς συμμαχίαν ἐλθοῦσι τῷ Μουχούμετ στρατηγὸς

 
Ταγγρολίπιξ Μουκάλετ. σὺν τούτοις ὁ Μουχούμετ τοῖς
ἀντιθέτοις προσβαλὼν τροποῦται αὐτούς, καὶ ἀναζεύξας
εἰς τὰ οἰκεῖα οὐκ εἴα τοὺς Τούρκους εἰς τὴν
ἑαυτῶν ὑποστρέψαι, ἀλλ’ ἤθελε παρακατέχειν αὐτούς,
ἵνα καὶ ἐφ’ ἑτέρους χρῷτο συμμάχοις αὐτοῖς. 
οἱ δὲ μὴ οἷοί τε ὄντες ἀπιέναι πρὸς τὴν σφετέραν,
 εἰ μὴ αὐτοῖς ἀνεθείη ἡ τοῦ Ἀράξιδος γέφυρα, ποταμὸς
δ’ οὗτος ἐστὶν εἰ μὴ διὰ τῆς γεφύρας οὐ πεατός,
ἡ γέφυρα δ’ ἐπεπύργωτο ἑκατέρωθεν, καὶ
τοῖς πύργοις φρουροὶ ἐφειστήκεισαν ἀποστατοῦσι, 
καὶ εἰς ὄρη καταφυγόντες, οὐ γὰρ ἐθάρρουν ὄντες
τρισχίλιοι πρὸς πολλὰς κατὰ συστάδην μαχέσασθαι
μυριάδας, ἐκτρέχοντες ἐκεῖθεν τὰ τῶν Σαρακηνῶν
ἐληίζοντο. ἐκπέμπει τοίνυν κατ’ αὐτῶν ὁ ουχούμετ
στρατεύματα περί που τὰς εἴκοσι χιλιάδας, δέκα 
τῶν ὁμογενῶν ἀνδράσι τὴν αὐτῶν ἐγχειρίσας ἡγεμονίαν.
οἷς οἱ Τοῦρκοι νυκτὸς ἐπιθέμενοι ῥᾷστα
τοὺς πλείους κατέκοψαν. οἶ δὲ περισωθέντες σὺν
 τοῖς αὐτῶν στρατηγοῖς εἰς τὸν Μουχούμετ ἀνθυπενόστησν.
ὁ δὲ τοὺς μὲν δέκα τῆς στρατιᾶς ἡγεμόνας 
ἐξετύφλωσε, κατὰ δὲ τῶν περισωθέντων στρατιωτῶν
ἠπείλει διαθήσειν αὐτοὺς τὰ χείριστα. οἱ δὲ
δείσαντες τοῖς Τούρκοις προσέθεντο· ἤδη δὲ καὶ
ἄλλων αὐτοῖς προσρυέντων συχνῶν, δούλων τε καὶ
κακούργων λεηλασίαις χαιρόντων καὶ ἁρπαγαῖς, 
πολυπληθὲς ἐγένοντο στράτευμα, καὶ τῷ Μουχούμετ
περὶ τὸ Ἀσπαχὰν συρρήγνυνται, καὶ πολλῶν
πεσόντων Σαρακηνῶν καὶ αὐτὸς ὁ ουχούμετ ἀπέθανεν.
ὁμονοησάντων οὖν τῶν στρατευμάτων, παρὰ
πάντων ὁ Ταγγρολίπιξ τὴν ἀρχὴν τῶν ὑπὸ τὸν Μουχούμετ 
ἐνεχειρίσθη χωρῶν. αἱρεθεὶς δ’ εἰς ἡγδμονίαν,
πέμψας τοὺς ἐν τῇ γεφύρᾳ τοῦ Ἀράξιδος πύρ-

 
γους κατέβαλεν. οὕτω δ’ ἀνεθείσης τοῖς Τούρκοις
τῆς διόδου τοῦ ποταμοῦ πολὺ τῶν βαρβάρων τού - 
πλῆθος προσερρύη τῷ Ταγγρολίπικι, καὶ χεῖρα
βαρεῖαν ἐκ τούτων ὁ τῶν Τούρκων κτησάμενος ἀρχηγὸς
 ἀφαιρεῖται μὲν πάντοθεν τοὺς Σαρακηνοὺς
τὴν ἀρχήν, ἑαυτῷ δὲ ταύτην καὶ τοῖς ὁμογενέσιν
ἀπένειμε, καὶ εἰς ὑπηκόους τοὺς ἐκ τῆς Ἄγαρ κατέστησεν.
εἶτα αὐτὸς μὲν μάχῃ τοὺς Βαβυλωνίους
προσεκτήσατο, τὸν δὲ ἀδελφόπαιδα Βαβυλωνίους
 σὺν στρατιᾷ κατὰ τῶν Ἀράβων ἐξέπεμψεν· ὁ δὲ ἡττηθεὶς
ὑπέστρεφε, καὶ διαπρεσβεύεται πρὸς τὸν τῆς
Μηδίας ἄρχοντα, οὕτω δ’ ἐκαλεῖτο πάλαι τὸ Βαασπαρκᾶν,
αἰτῶν παραχωρηθῆναι διὰ τῆς χώρας αὐτοῦ
διελθεῖν. ὁ δὲ τῆς χώρας ταύτης ἐκ βασιλέως
 ἄρχειν προχειρισθεὶς οὐ μόνον οὐκ ἀνῆκε τούτῳ τὴν
δίοδον, ἀλλὰ καὶ ἀντετάξατο κατ’ αὐτοῦ, καὶ συμβαλὼν
ἡττᾶται, καὶ πολλοὺς μὲν τῶν οἰκείων ἀπέβαλεν,
ἥλω δ’ αὐτός. ὁ γοῦν Κουτλουμοὺς πρὸς 
τὸν ταγγρολίπικα ἐπανελθὼν τὰ περὶ τοῦ κατὰ τὴν
 Μηδίαν διηγεῖτο πολέμου καὶ τῆς χώρας ἐξύμνει τὸ
πάμφορον, καὶ προσετίθει εὐάλωτον εἶναι ταύτην,
παρὰ γυναικῶν κάρπουμένην, οὕτω καλῶν τοὺς
μαχεσαμένους αὐτῷ. ὁ δὲ Ταγγρολίπιξ αὐτῷ μὲν
διὰ τὴν ἧτταν ἐμηνία, ἐκεῖνος δὲ κατὰ τῶν Ἀράβων
 ἐχώρει. καὶ ὁ Κουτλουμοὺς δείσας ἀπέδρα μετὰ
τῶν σὺν αὐτῷ, καὶ τὸ Πασὰρ. πόλις δ’ ἐστὶ τῶν
Χορασμίων, τουτὶ κατασχών, ἀφίσταται τοῦ Σουλτάν,
οὕτω γὰρ ὁ Ταγγρολίπιξ ὠνόμαστο, καὶ ἐπὶ
πολὺ πρὸς τὸν θεῖον ἀντικαθίστατο, πολιορκοῦντα
 αὐτόν, διὰ δὲ τὴν τῆς πόλεως ὀχυρότητα μηδὲν ἀνύσαι
δυνάμενον. καὶ ὁ μὲν Σουλτὰν τῇ πολιορκίᾳ
τοῦ Πασὰρ προσησχόλητο· στέλλει δὲ κατὰ Μηδίας 

 
Ἄσαν σὺν ἀξιομάχῳ δυνάμει. ὁ δὲ προσβαλὼν τῇ
χώρᾳ καὶ συμμίξας Ῥωμαίοις, πίπτει μὲν αὐτός,
ἡττᾶται δὲ τὸ σὺν αὐτῷ στρατιωτικόν, καὶ βραχίστων
ἄτερ τὸ πᾶν ἀπόλλυται. ὃ μαθὼν ὁ Σουλτὰν
ἠθύμησε μέν, ἐπαναλαβεῖν δ’ αὖθις ἔσπευδε τὸ δυστύχημα, 
καὶ Ἀλὶμ Αβραμίῳ ἑτεροθαλεῖ ἑαυτοῦ
ἀδελφῷ στρατιὰν ἐγχειρίσας εἰς ἑκατὸν ἀριθμοῦ μ’ ἔνην
 χιλιοστύας κατὰ Ῥωμαίων ἐξέπεμψεν. ὁ δὲ τοῦ
Βαασπαρκᾶν στρατηγὸς τῷ βασιλεῖ περὶ τούτων διὰ
γραμμάτων δεδήλωκε, συμμαχίαν αἰτῶν. καὶ ὃς τῷ 
Λιπαρίτῃ δυνάστῃ μοίρας τῶν Ἰβήρων τυγχάνοντι
ἐπέστειλε συνελθεῖν τοῖς Ῥωμαίοις καὶ ἐπαρῆξαι
κατὰ τῶν Τούρκων. τῶν Τούρκων δὲ ἐπιστάντων
 ἤδη, οἶ Ῥωμαῖοι πολεμῆσαι σφίσιν οὐκ ἔκριναν, εἰ
μὴ ἑνωθεῖεν κατὰ τὴν βασιλικὴν ἐντολὴν καὶ τοῖς 
Ἴβηρσιν. ἀτρεμούντων δὲ τῶν στρατιωτῶν, μὴ δυνάμενος
ὁ Ἀλὶμ συμβαλεῖν εἰς ὀχύρωμά τι
προσκαθημένοις, ἔπεισι τῷ Ἄρτζε, κωμόπολις δ’ ἦν
τοῦτο, πληθὺς δ’ ἐνῴκει αὐτῷ, ἔν’ οὕτως εἴποιμι,
καὶ ἀριθμὸν ὑπερβαίνουσα, ἔμποροι δ’ ἦσαν οἱ ἄνθρωποι, 
καὶ πλοῦτος ἦν αὐτοῖς περιττός. ὡς γοῦν
ἀτείχιστον τὴν κωμόπολιν ἐξ ἐφόδου ἑλεῖν αὐτὴν
οἱ βάρβαροι ἤλπιζον, ἀλλ’ ἔγνωσαν παραβουκολούμενοι
ταῖς ἐλπίσιν, ἐπείπερ ταύτῃ προσέβαλον. ταῖς
γὰρ διόδοις ὕλας ἐπαγαγόντες οἱ ταύτης κάτοικοι, 
καὶ ταύταις αὐτὰ ’ς ἀποφράξαντες, ἐκ τῶν δωμάτων
ἔβαλλον τοὺς ἐναντίους καὶ ἀνῄρουν πολλούς, καὶ
τοῦτο ἐφ’ ἡμέραις ἐγίνετο ἔξ. ὣ ’ς δ’ ἔγνω ὁ τῶν
Τούρκων στρατηγὸς ὁ Ἀλὶμ ἐρρωμενέστατα τοὺς
 Ἀρτζηνοὺς ἀντεχομένους καὶ πολιορκίᾳ ῥᾷστα μὴ 
ἁλωτούς, πυρὶ τῶν ἀνδρῶν περιγενέσθαι διέγνωκεν·
αὐτίκα τοίνυν ἀνῆπτο τοῦτο καὶ τοῖς οἰκήμασιν

 
ὑπεβάλλετο. ὡς δ’ ἐξήφθη πανταχόθεν πυρκαιά,
τρέπονται μὲν οἱ ἐγχώριοι, οἱ δὲ βάρβαροι κρατοῦσι
τῆς κωμοπόλεως καὶ πολὺν ἐν αὐτῇ χρυσὸν καὶ ἄλλον
πλοῦτον εὑρήκασιν, ὅσος μὴ κατηνάλωτο πυρί.
 ἐντεῦθεν αὖθις κατὰ τῆς ῾Ρωμαϊκῆς ὡρμήκασι στρατιᾶς.
ἤδη δὲ καὶ τοῦ Λιπαρίτου σὺν τοῖς Ἴβηρσι
παραγεγονότος, συμβολὴ τῶν στρατευμάτων ἐγένετο
περὶ βουλυτόν. ὁ μὲν οὗν Ἀλὶμ καὶ ὁ Χοροσάνης,
ἕτερος δ’ οὗτος ἦν στρατηγὸς τῶν βαρβάρων, μετὰ
 τῶν ὑπ’ αὐτοὺς τραπέντες ἐν ἔκλιναν εἰς φυγήν,
καὶ σφᾶς οἱ ἀντιτεταγμένοι ῾Ρωμαῖοι μέχρι πόρρω 
νυκτῶν κατεδίωκον. ὁ δὲ Λιπαρίτης κατ’ ἄλλο κέρας
μαχόμενος ἑάλω τοῖς ἐναντίοις. ὡς δ’ ἐπαύσαντο
τῆς διώξεως οἱ ῾Ρωμαῖοι, τὸν Λιπαρίτην προσέμενον,
 μὴ εἰδότες ὃ περὶ ἐκεῖνον συμβέβηκεν. ἐν
τοσούτῳ δέ τις αὐτοῖς ἀγγέλλει τοῦ Λιπαρίτου τὴν
ἅλωσιν, καὶ ὅτι λαβόντες αὐτὸν οἱ ἑλόντες ἀπίασι
σὺν σπουδῇ. οἱ μὲν οὖν ῾Ρωμαῖοι ταῦτα μαθόντες
ἐν ἀθυμίαις ἦσαν. οἱ βάρβαροι δὲ τῷ Σουλτὰν τὸν
 Λιπαρίτην ἐκόμισαν. ὁ μέντοι βασιλεὺς μαθὼν τοῦ
Λιπαρίτου τὴν ἅλωσιν, πέμπει πρὸς τὸν Σουλτάν,
ἐλευθερίας ἀξιῶσαι τὸν Λιπαρίτην ζητῶν, καὶ λύτρα
τούτου πέμψας πολλὰ καὶ δῶρα δὲ τῷ Σουλτάν,
καὶ σπονδὰς μέσον Ῥωμαίων καὶ Τούρκων ζητῶν
 γενέσθαι. ὁ δὲ Σουλτὰν τὸν μὲν Λιπαρίτην δῶρον
στέλλει, τὰ δέ γε λύτρα πάντα τῷ ὑπὲρ οὗ ἐπεπόμμεισαν
δέδωκε, καὶ μηκέτι ὅπλα κατὰ Τούρκων
ἄρασθαι παρηγγύησεν. ἐκπέπομφε δὲ κἀκεῖνος πρέσβυν 
πρὸς βασιλέα, ὃν ἐκάλουν ἐκεῖνοι σερίφην.
οὗτος δ’ ἐστὶ παρ’ αὐτοῖς ὅπερ πάλαι ἦν παρ’ ἡμῖν
ὁ λεγόμενος σύγκελλος· ὡς γὰρ ὁ σύγκελλος τοῦ
πατριάρχου θανόντος εἰς τὸν ἐκείνου τόπον ἀντι-

 
καθίστατο, οὕτω καὶ ὁ σερίφης τοῦ Χαλιφᾶ φθαρέντος
ἐκεῖνος τὸν τελευτήσαντα διεδέχετο. εἰσελθὼν
οὖν εἰς τὴν μεγαλόπολιν ὁ σερίφης καὶ εἰς ὁμιλίαν
τῷ κρατοῦντι ἐλθὼν καὶ ὁμιλήσας ὑπερηφάνως φόρους
τε τελεῖν ἀπαιτῶν τῷ Σουλτάν, ἀπεπέμφθη. 
ἐντεῦθεν βαρυθυμήσας ὁ Σουλτὰν αὐτὸς κατὰ Ῥωμαίων
ἐχώρησε, καὶ ἔκτοτε προχωροῦν τὸ τῶν Τούρκων
ἔθνος τῆς ἑῴας πάσης ἐκράτησε καὶ μέχρι τῆς
ἀντιπόρθμου τῇ Βυζαντίδι ἠπείρου κατήντησε. τὰ
μὲν οὖν τῶν Τούρκων τοῦτον ἔσχε τὸν τρόπον.

Τὸ δὲ τῶν Πατζινάκων ἔθνος αὖθις κατὰ τὴν
 Εὐρωπαίαν μοῖραν κεκίνητο· Σκυθικὸν δὲ τὸ ἔθνος
καὶ πολυάνθρωπον, πέραν Ἴστρου νεμόμενον. ἦν
δὲ τότε τοῦ ἔθνους ἄρχων Τυράχ, ἀνὴρ τὸ μὲν
γένος παρὰ τὸ ἔθνος λαμπρός, τὸ δὲ ἦθος νωθής. 
ἕτερος δέ τις Κεγένης καλούμενος, ἄσημος μὲν ὅσον
εἰς γένους ἀναφοράν, ἀνὴρ δὲ ῥέκτης τ’ ἑ καὶ δραστήριος
καὶ πολλάκις ἐν πολέμοις ἀνδραγαθήσας,
παρὰ τοῦ ἔθνους πεφίλητο. διὸ καὶ παρὰ τοῦ Τυρὰχ
 ἐλοχᾶτο, ζητοῦντος αὐτὸν ἀνελεῖν. ὃ γνοὺς 
ἐκεῖνος, καὶ δύο τῶν φυλῶν προσεταιρισάμενος,
οὐσῶν πασῶν δέκα ἐπὶ τρισί, σὺν αὐταῖς διέβη τὸν
 Ἴστρον, καὶ ἐπὶ τὰ Ῥωμαίων ὅρια γέγονεν, αὐτόμολος
ἥκειν λέγων τῷ βασιλεῖ καὶ οὐκ ἔσεσθαί οἶ
ἀσυντελής. ἐμηνύθη ταῦτα τῷ Μονομάχῳ, καὶ ὁ 
τῆς χώρας ἄρχων κελεύεται δέξασθαι τοὺς Σκύθας.
ὁ δὲ Κεγένης εἰς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων φοιτήσας
ἐς ὄψιν ἦλθε τῷ βασιλεῖ, καὶ τὸ σωτήριον δεξάμενος
βάπτισμα, ἐτιμήθη πατρίκιος. ἔπεισε μέντοι
καὶ τοὺς σὺν αὐτῶ Σκύθας τοῦ θείου τούτου 
λουτροῦ μετασχεῖν. ποιούμενος δὲ τὰς διατριβὰς
κατὰ τὰ παρίστρια, καὶ διαβαίνων τὸν ποταμὸν

 
ἀθρόον, ἐκάκου τοὺς τοὐ Τυράχ, ἀναιρῶν τε καὶ
ληιζόμενος. πρεσβείαν τοίνυν ὁ Τυρὰχ πρὸς τὸν
βασιλέα ἀπεσταλκὼς ᾐτιᾶτο ὅτι τὸν ἀποστάτην τοῦ
ἔθνους ἐδέξατο, καὶ εἰ μὴ κωλύσει κακοῦν τὸ ἔθνος
 τὸν πρόσφυγα, τὸ ἔθνος ὅλον ἔξει πολέμιον. πρὸς 
ταῦτα δ’ ὁ αὐτοκράτωρ “οὔτε προδότης” ἔφη “τοῦ
προσελθόντος γενήσομαι οὔτε κωλύσω μὴ ἀμύνασθαι
τοὺς ἐπιβουλεύσαντας.” τούτων τῶν μηνυμάτων
τῷ Τυρὰχ κομισθέντων, ἐπεὶ χειμὼν ἐπέστη
 καὶ ὁ Ἴστρος ἐξ ὄχθης εἰς τὴν ἑτέραν τῷ κρύει πηγνύμενος
κεκρυστάλλωτο, πεζῇ διέβη τὸν ποταμὸν
σὺν τῷ ἔθνει παντὶ καὶ τὴν Ῥωμαἱδα χώραν καταλαβὼν
τὰ ἐν ποσὶν ἐκεράιζεν. ὁ δέ γε βασιλεὺς
τοῦτο μαθὼν στρατιὰν αὐτίκα τῷ τῆς χώρας ἄρχοντι
 καὶ τῷ Κεγένῃ ἐπίκουρον ἔπεμψεν. οἱ μέντοι
Πατζινάκαι τροφῶν ἀφθονίαν εὑρόντες καὶ οἴνου 
καὶ ἄλλων πομάτων ἐσκευασμένων ἐκ μέλιτος,
καὶ περὶ ταῦτα ἀπληστευσάμενοι, νοσήματι κοιλιακῷ
περιέπεσον. καὶ τοῦτο ἐξ αὐτομόλου γνοὺς ὁ
 Κεγένης ἀναπείθει καὶ τὰς Ῥωμαϊκὰς δυνάμεις
ἐπιθέσθαι τοῖς ἐναντίοις. ὡς γοῦν εἶδον οἱ βάρβαροι
τὴν κατ’ αὐτῶν τῶν Ῥωμαίων ἐπέλευσιν,
κατειργασμένοι τῇ νόσῳ τυγχάνοντες ἰλιγγίασαν καὶ
ἀποδειλιάσαντες μεθῆκαν τὰ ὅπλα καὶ ἱκέται γεγόθησαν.
 καὶ τοῖς ἐχθροῖς παρέδωκαν ἑαυτούς. τούτων
ὅσοι μὲν ὑπὸ τὸν Κεγένην γεγόνασιν, οἱ μὲν ξίφεσι
παρεδόθησαν, οἱ δὲ πρὸς δουλείαν χρυσοῦ ἀπεδόθησαν.
τὸ πλῆθος δὲ τὸ λοιπὸν χρήσιμον ἐνομίσθη
γενέσθαι ῾Ρωμαίοις, εἰ τὰ ὅπλα ἀφαιρεθὲν εἰς
τὴν τῶν Βουλγάρων χώραν κατοικισθείη, ἔρημον 
οὖσαν τὴν πλείονα, πρὸ μικροῦ τοῦ ἔθνους ἐκείνου
καταλυθέντος. ὃ καὶ γέγονε τοῦ βασιλέως κε-

 
λεύσαντος. ὁ δέ γε Τυρὰχ σὺν τοῖς ἐξόχοις τοῦ
ἔθνους ἤχθη πρὸς τὸν κρατοῦντα, καὶ τοῦ θείου
καταξιωθέντες βαπτίσματος, ἀξιώμασι λαμπροῖς ἐτιμήθησαν.
ὡς δὲ μάχαι Ῥωμαίοις μετὰ τῶν τούρκων
ἦσαν κατὰ τὴν ἑῴαν, πεντεκαίδεκα χιλιάδας Πατζινάκων 
ὁ αὐτοκράτωρ ἐπιλεξάμενος, καὶ καθοπλίσας
αὐτούς, ἵππους τε παρασχόμενος, ἐπιστήσας στρατάρχας
αὐτοῖς ἐκ τῶν ὁμογενῶν, ἐν Χρυσοπόλει διεπέρασεν,
εἰς Ἰβηρίαν κελεύσας ἀπελθεῖν, τάξας αὐτοῖς
καὶ προηγήτορα τῆς ὁδοῦ. ὡς δ’ οὖν περὶ τὸν Δαματρὺν 
ἥκασιν, ἔστησαν, καὶ πρόσω βαίνειν οὐκ ἤθελον·
εἰς τοὐπίσω δὲ χωρήσαντες καὶ ἄχρι τοῦ πορθμοῦ
ἐφθακότες σὺν τοῖς ἵπποις τὴν θάλασσαν διαπορθμευσάμενοι
κατὰ τὴν τοῦ ἁγίου ταρασίου
 μονήν, αὐτίκα συντεταμένην ποιησάμενοι τὴν ὁδοιπορίαν, 
τοῖς ὁμογενέσι προσήνωντο, καὶ ἐπεὶ ὁμοῦ
συνηθροίσθησαν, ἀπῆλθον καὶ ἐν τοῖς παριστρίοις
πεδίοις ἐπήξαντο τὰς σκηνάς, ἐκεῖθεν δ’ ὁρμώμενοι
τὰ Θρᾳκῷα κατέτρεχον. πολλάκις δὲ τοῦ βασιλέως
κατ’ αὐτῶν στρατεύματα πέμψαντος, ἐπικρατέστεροι
ἦσαν οἱ βάρβαροι, ὥστε καὶ ἀδεῶς κατὰ πάσης τῆς
Θρᾴκης καὶ Μακεδονίας σκεδάννυσθαι καὶ λείαν
ἅπαντα τίθεσθαι, καὶ οὐ τὰ πόρρω μόνον, ἀλλὰ
μέντοι καὶ τὰ τῇ πόλει ἀγχίθυρα. τέλος δὲ σπένδονται
Ῥωμαίοις τριακοντούτεις σπονδάς. καὶ οὕτως
ὁ τῶν Πατζινάκων ἔληξε πόλεμος.

Ὁ δὲ Σουλτὰν οὐκ ἔληγεν ἐπιὼν τὰς ὑπὸ Ῥωμαίους
χώρας καὶ πόλεις καὶ τὰς μὲν ληιζόμενος,
 τὰς δ’ ἐκπορθῶν τε καὶ οἰκειούμενος. κατὰ τούτους
 τοὺς χρόνους καὶ ἐπιβουλὴν ὁ αὐτοκράτωρ
ἐφώρασεν, ἣν ῥωμανὸς ὁ Βοΐλας συνεστήσατο. ἦν
δ’ οὗτος τῶν ἀσήμων ἀνὴρ καὶ τὴν γλῶσσαν εἶχεν

 
ἡμίφωνον μηδ’ οἵαν ὀρθοεπεῖν, ὀλισθαίνουσαν δ᾿
ἐν ταῖς ὁμιλίαις καὶ ἀνεπαίσθητα τοῖς ἀκροαταῖς
φθεγγομένην. τοῦτο δ’ ἦν τὸ μὲν ἐλάττωμα φυσικόν,
τὸ δὲ προσποίησις καὶ σκηνὴ τὴν τῆς φύσεως
 διαμαρτίαν τῇ ὑποκρίσει τοῦ σκηνουργοῦ ἐπιτείνοντος.
τῷ τοιούτῳ τοίνυν ἀνδρὶ ὡς οὐδενί τῳ
ὁ βασιλεὺς ἥδετο, καὶ εἰ διημαρτημένα καὶ ἀδιάρθρωτα
ἤκουε φθεγγομένου αὐτοῦ, ὑπὲρ πᾶσαν
ἡγεῖτο τὰς ἐκείνου φλυαρίας γλυκυθυμίαν. καὶ
 οὕτω διὰ ταῦτα τῷ βασιλεῖ προσῳκείωτο ὡς πάντα 
καιρὸν εἶναι αὐτῷ τῆς πρὸς ἐκεῖνον εἰσόδου καὶ
τῆς ἐντεύξεως. καὶ οὐχ οὕτως αὐτῷ τὰ περὶ τὸν
ἀνδρῶνα διέκειτο, ἡ δὲ γυναικωνῖτίς οἶ ἀπεκέκλειστο,
ἀλλ’ ἄνετος ἦν αὐτῷ κἀκείνη καὶ ὅτ’ ἐβούλετο
 βάσιμος, καὶ ὁ πλοῦτος ἐπέρρει τῷ ἀνδρὶ ἑκατέρωθεν,
καὶ ἐκ τῶν τριόδων ἀναρπασθεὶς εἰς αὐτὴν
ἀνήχθη τὴν συγκλητικὴν κορυφήν. ὁ δὲ οὐκ ἠγάπα
τοῦτον εὐδαιμονήσας τὸν τρόπον, ἀλλὰ καὶ τῆς βασιλείας
ἐρᾷ, καὶ μελετᾷ ταύτην ἑαυτῷ προσνεῖμαι,
 κτείνας τὸν αὐτοκράτορα. καὶ οὓς ᾔδει δύσνους
τῷ βασιλεῖ, τούτοις τὸ ἀπόρρητον ἀνεκάλυπτε. καὶ
τοὺς μὲν τὸν λόγον προσιεμένους μεγάλαις ἐλπίσιν
ἐξαίρων πρὸς τοὔργον ἐρρώννυεν. εἰ δέ τινες καὶ
πρὸς τὴν προσβολὴν ἐδυσχέραινον, ὁ δὲ πεῖραν ἔλεγε 
 τὸν λόγον προσαγαγεῖν, ἔνα γνῷ τὴν ἐκείνων πίστιν
τὴν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, καὶ ἐπῄνει τοὺς
ἄνδρας τῆς διαθέσεως, καὶ γνωρίσαι τῷ βασιλεῖ
εὔνους αὐτῷ τυγχάνειν διώμνυτο. ὁ μὲν οὖν οὕτω
μετῄει τοὺς πλείονας, καὶ οἱ ἐκείνῳ συνομοσάμενοι
 ῥᾷστα τὸ βούλευμα ᾤοντο γενέσθαι ἀνύσιμον. οὐ
μόνον γὰρ ἡ πρὸς τὸν βασιλικὸν κοιτωνίσκον πάροδος
ἐκείνῳ ἄνετος ἦν, κἂν ἔτυχεν ὑπνώττων ὁ

 
βασιλεὺς κἂν τῇ βασιλίδι συνίαυεν, ἀλλὰ καὶ τὰς
τῶν ἀπορρήτων εἰσόδων κλεῖς ἐμπεπίστευτο. καὶ
ἤχθη ἂν εἰς ἔργον τὸ διαβούλιον, εἰ μή τις αὐτὸ
τῷ βασιλεῖ κατεμήνυσε τῶν κοινωνησάντων τοῦ
σκέμματος. ἥλω τοίνυν ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ τὸ ξίφος 
 αὐτὸ κατέχων ᾧ τὸν αὐτοκράτορα ἔμελλεν αὐτίκα
διαχειρίσασθαι. ἀλλ’ ὁ μὲν διὰ τὸ τοῦ κρατοῦντος
ἀβέλτερον οὐδὲν ὑπέστη ἀνιαρόν, οἶ δὲ τῆς ἐπιβουλῆς
ἐκείνῳ συνίστορες οὐκ ἔμειναν ἀτιμώρητοι. οὗτος
ὁ βασιλεὺς φιλότιμος δοκεῖν ἐθέλων καὶ ἐλευθέριος, 
μὴ μετιὼν δὲ τὴν ἀρετὴν ὡς ἐχρῆν, εἰς κακίαν
ταύτην μετήνεγκεν. ἀντὶ γὰρ μεγαλοπρεπείας
εἰς ἀσωτίαν μετακεκύλιστο, οὔτε οἷς ἔδει παρέχων
τὰ δημόσια χρήματα οὔτε ὅσαπερ ἔδει οὔθ’ ὅτε
χρεών. καὶ τὴν μονὴν δὲ τὴν τῶν Μαγγάνων οἰκοδομῶν, 
λέγεται δὲ τῆς οἰκοδομῆς ἄρξασθαι διὰ
τὴν ἐρωμένην αὐτῷ, τὴν Σκλήραιναν λέγω, ἔν’
ἐκείνῃ προσφοιτᾷ συνεχῶς, ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Κυνηγίου
 ἐχούσῃ τότε δὴ τὴν κατοίκησιν, πρόφασιν
ἔχων τοῦ σεμνείου τὴν δόμησιν, ἐξήντλησε τοὺς
βασιλείους ἢ κοινοὺς θησαυρούς, ὅθεν χρημάτων
δεόμενος οὐδὲ τῶν ἀπειρημένων πορισμάτων ἀπείχετο.
ἀλλὰ καὶ χωρῶν οὐσῶν, αἱ τοῖς βασιλεῦσιν
οὐ δασμοὺς συνεισέφερον, ἀλλ’ ἀντὶ πάσης δασμοφορίας
δυσχωρίας ἐφρούρουν καὶ τοῖς βαρβάροις
τὴν εἰς τὰς Ῥωμαίοις ὑποκειμένας χώρας ἀπετείχιζον
πάροδον, ἐκεῖνος φόρους ταῖς χώραις ἐπιτάξας
ἐσχόλασε τὰς φρουράς. κἀντεῦθεν ἡ πρὸς τὰς Ῥωμαΐδας
χώρας ῥᾴστη τοῖς βαρβάροις ἐγένετο πάροδος.
ἐκεῖνος τοίνυν ὁ ἀνὴρ αἴτιος τοῖς ἀπαθῶς
λογιζομένοις κριθήσεται τοῦ τὴν ἑῴαν μοῖραν δουρὶ
 κυριευθῆναι βαρβαρικῷ.

Τῆς δὲ βασιλίδος Ζωῆς ἐν γήρᾳ βαθεῖ, ὑπὲρ γὰρ τὰ ἑβδομήκοντα ἔτη παρεξετάθη αὐτῇ τὸ βιώσιμον,
καταλυσάσης τὴν ζωήν, οὐκ ἀνδρικῶς ἐκεῖνος
ἐθρήνησεν, ἀλλὰ μέντοι γε μειρακιωδῶς. λέγεται 
 δὲ καὶ ἀγγέλοις αὐτὴν παρεξισοῦν, ἐπειδή που
τοῦ μνήματος ἐκείνης μύκης ἔκ τινος ὑγρότητος
ἀνεβλάστησε, καὶ τοῦτο καλεῖν σημεῖον ἄνωθεν οἰκονομηθέν,
ἕνα μὴ ἀγνοῆται ἡ βασιλὶς ταῖς νοεραῖς
συντεταγμένη δυνάμεσι. τῆς δ’, ὡς εἴρηται, θανούσης,
 ὁ βασιλεὺς ἔτι φλεγμαίνων περὶ τοὺς ἔρωτας
ἐπεισάγει τοῖς βασιλείοις μείρακά τινα, ὅμηρα
δοθεῖσαν Ῥωμαίοις ἐξ Ἀλανῶν, παῖδά τινος τῶν
παρ’ ἐκείνοις ἀρχηγετούντων, καὶ ταύτην Σεβαστὴν 
ὀνομάσας βασίλειον αὐτῇ θεραπείαν καὶ πλούτου
 χορηγίαν ἀπέταξε. καὶ εἰ μὴ τὴν βασιλίδα Θεοδώραν
πεποίητο δι’ αἰδοῦς ἤ μᾶλλον τὸ τῆς τετραγαμίας
ᾐσχύνετο ἄθεσμον, καὶ βασίλισσαν ἂν τὴν
ἐρωμένην ταύτην ἂν εἶπε καὶ διαδήματι κατεκόσμησεν.
ἐκείνου δὲ θανόντος, οὐ παρέμεινε τῇ Σεβαστῇ
 τὸ εὐτύχημα, ἀλλ’ εἰς τὴν προτέραν τῆς ὁμηρείας
τύχην ἐπανελήλυθεν. ἄρτι δὲ καὶ περὶ τοῦ
τέλους ἱστορητέον τούτου τοῦ αὐτοκράτορος. οὐ
μακρὸς ἐξεμετρήθη χρόνος, ἐξ ὅτου τῆς ἡγεμονίας
τῶν Ῥωμαίων γέγονεν ἐγκρατής, καί οἶ νόσος ἀρθρῖτις
 ἐνέσκηψεν, ἡ πρότερον τοῖς ποσὶν ἐκείνου 
τοῦ ῥεύματος ἐπήνεγκε τὴν φοράν, ὥστε τὰς βάσεις
αὐτῷ πρὸς πορείαν καὶ στάσιν ἀδυνατεῖν. εἰ
δέ ποτε κινήσεως ἀνάγκην ἔσχηκεν, ἣ πρός τινων
ἐπιστηριζόμενος προέβαινε δυσχερῶς ἢ καὶ πάμπαν
 ἑτεροκίνητος ἦν. τοῦ χρόνου δὲ προἰόντος καὶ ταῖς
χερσὶν ἐπερρύη τὸ αἴτιον· εἶτα καὶ τοῖς ὤμοις ἐπήνεκτο,
καὶ τέλος ὅλον αὐτῷ τὸ σῶμα τῷ ῥεύματι


 
κατεκλύζετο καὶ παρεῖτο καὶ ἐξηρθροῦτο, τοῖς τῶν
ἄρθρων κοιλώμασιν ἐγκλειομένου τοῦ ῥεύματος.
ἔκαμνεν οὖν οὕτω πρὸ μακροῦ τὸ σῶμα τῷ βασιλεῖ.
εἶτα καί τι ἕτερον ἐπισυμβεβηκός, τὸ δ’ ἦν ἐκ
πνεύματος νυγμὸς περὶ τὴν πλευράν, προσδοκήσιμον 
ἐκείνῳ καὶ τοῖς αὐτῷ παραδυναστεύουσιν ἔθετο
 τὸ τέλος τῆς βιοτῆς, ὣν τὰ πρῶτα ὁ λογοθέτης ἦν
Ἰωάννης, ἐκτετμημένον ἀνδράριον, ἄσημον μὲν ἐκ
γένους ἢ δυσγενέστατον, πρὸς δὲ πραγμάτων μεταχείρισιν
ἀφυέστατον, γραμματικῆς δὲ τέχνης τοσοῦτον 
μετεσχηκὸς ὥστε μήτ’ ὀρθοεπεῖν ἀκριβῶς μήτ’ ἀπταίστως
ὀρθογραφεῖν. ἐφ’ ᾧ δὴ τὴν τῶν κοινῶν πραγμάτων
διοίκησιν ὁ βασιλεὺς ἐποιήσατο καὶ τῶν τῆς
βουλῆς ἀπέδειξεν ἀπάντων Κορυφαιότατον. ἢν γὰρ
ἐπὶ τῶν βασιλικῶν διοικήσεων πρῴην ἀνὴρ τούτῳ 
τὰ πάντα ἀντίρροπος καὶ γένος καὶ λόγον καὶ τὴν
περὶ τὰς πολιτικὰς οἰκονομίας ἀκρίβειαν. τοιοῦτος
δ’ ὤν, ὁπηνίκα τι παρὰ τό καθῆκον ἐπέταττεν αὐτῷ
ποιῆσαι ὁ βασιλεύς, οὐκ ἦν τῇ προαιρέσει τοῦ κρατοῦντος
 ἐπικλινής, ἀλλ’ ἀντέλεγέ τε καὶ ἀνεῖργε 
τοῦ μὴ προσήκοντος. ὁ δὲ ἐχαλέπαινε, καὶ πολλάκις
τούτου γινομένου ἐμηνία τῇ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου
ἐλευθερίᾳ, καὶ ἔνα τὸ ἀντίξουν ἀποφορτίσαιτο,
μεθιστᾷ μὲν ἐκεῖνον τῆς τῶν κοινῶν διοικήσεως,
ὁ Λειχούδης ἦν οὗτος, ἀντεισάγει δὲ τὸν Ἰωάννην, 
καὶ τούτῳ τὴν τῶν πολιτικῶν ἐγχειρίζει κυβέρνησιν,
ἔνα μὴ πρός τινος ἐφ’ οἷς ὁρμήσει ἀνείργοιτο.
οὗτος τοίνυν ὁ Ἰωάννης καὶ ἕτεροι, μέγα κἀκεῖνοι
δεδυνημένοι παρὰ τῷ βασιλεῖ, ἀπεγνωκότες αὐτῷ
τὸ βιώσιμον πείθουσι τὸν κάμνοντα φροντίσαι περὶ 
διαδοχῆς, καὶ ὑποτιθέασιν αὐτῷ εἶναι πρὸς τὴν
ἀρχήν ἐπιτήδειον τὸν Πρωτεύοντα· ὁ δὲ τὴν τῆς

 
Βουλγαρίας ἀρχὴν περιέζωστο, καὶ ἀπεδήμει τῆς 
βασιλίδος τῶν πόλεων. ἔσταλτο τοίνυν ὁ τὸν ἄνδρα
μετακαλεσόμενος· ἐκ δὲ τῆς βασιλίδος Θεοδώρας
ἡ βουλὴ ἀπεκέκρυπτο. ἀλλ’ οὐκ εἰς τέλος τὸ
 βούλευμα τὴν βασιλίδα διέλαθε. γνοῦσα δὲ ὡς οὐκ
ἐπ’ αὐτῇ ποιεῖται τὸ κράτος ὁ τελευτῶν, τὸν μὲν
ἐᾷ δυσθανατοῦντα κατὰ τὰ ἐν τοῖς Μαγγάνοις βασίλεια·
ἐκείνη δὲ σπουδῇ τῶν ὑπηρετουμένων αὐτῇ
ἐμβεβηκυῖα νηὶ εἰς τὸ μέγα προσωρμίσθη ἀνάκτορον.
 καὶ αὐτῇ ἥ τε βασιλικὴ δορυφορία προσερρύη
αὐτίκα καὶ τῆς γερουσίας τὸ ἔκκριτον, καὶ αὐτοκράτωρ 
πρὸς πάντων ἀνερρήθη, ὡς αὐτῇ κατὰ
κλῆρον τῆς ἀρχῆς προσηκούσης. τοῦτο τῷ Μονομάχῳ
γνωσθὲν προστίθησιν ἄλγημα, καὶ βραχύ τι
 ἐπιβιούς, ὅσον ἐπιστενάξαι τοῖς γενομένοις καὶ ἀθυμῆσαι, 
ἐξέλιπε, βασιλεύσας ἔτη δώδεκα καὶ μῆνας
ὀκτώ. καὶ κατετέθη εἰς τὴν παρ’ αὐτοῦ δομηθεῖσαν
μονὴν τῶν Μαγγάνων.

Ἡ δὲ βασιλὶς Θεοδώρα ἔξωρος τῆς αὐταρχίας κρατήσασα βασιλέα τοῖς πράγμασιν ἐπιστῆσαι οὐκ
ἤθελεν, ἀλλ’ ἡδυνθεῖσα τῇ ἐξουσίᾳ, παρ’ ὅσον ἐπεβίω
τῇ βασιλείᾳ καιρόν, αὐτὴ τῶν ὅλων ἦν ἐγκρατής,
πρὸς τοῦτο καὶ παρὰ τῶν αὐτῆς θεραπόντων
ἐμβιβασθεῖσα, οὓς καὶ ταῖς μεγίσταις ἐπέστησε τῶν
 ἀρχῶν. τὴν δὲ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων διοίκησιν
τῷ συγκέλλῳ Λέοντι, ὃς Παρασπόνδυλος ὠνόμαστο,
ἐνεχείρισε, τὸ πάλαι τῷ βασιλεῖ Μιχαὴλ
ὑπηρετήσαντι. ἡ δὲ προυκάθητο ἐπὶ βήματος, καὶ 
ἐχρημάτιζε πρέσβεσι καὶ ἦν ἀρχαιρεσιάζουσα καὶ
 δίκαις ἐνθεμιστεύουσα καὶ ψήφους ἐκφέρουσα καὶ
διαιτῶσα δημοσίαις καὶ κοιναῖς ὑποθέσεσι, καὶ εὔδαιμον
ὑπῆρξεν αὐτῇ τὸ αὐτοκρατές. οὔτε γάρ τις

 
ἀντῆρε χεῖρα αὐτῇ οὔτ’ ὀλιγώρως πρὸς τὰ ἐκείνῃ
δεδογμένα ὤφθη διατεθὲν τὸ ὑπήκοον οὔτ’ ἔθνος
τότε κατὰ Ῥωμαίων κεκίνητο, ἀλλὰ καὶ εὐκρασία
γέγονε τῶν ὡρῶν καὶ ἡ γῆ τοὺς καρποὺς ἀφθόνους
ἐξήνεγκεν. ἔξωρος δέ, ὡς εἴρηται, καὶ πλήρης ἡμερῶν 
ἡ βασιλὶς αὕτη τῶν σκήπτρων κρατήσασα
ὅμως μακροὺς ἔτι τῆς ζωῆς ἑαυτῇ ἐπεμέτρει ἐνιαυτούς.
εἶχε δὲ καὶ τὸ σῶμα ἐρρωμενέστερον καὶ μὴ
 ῥᾷστα πόνοις καμπτόμενον. ἐπεὶ δὲ καὶ ταύτην
κατήπειγε τὸ χρεών, εἰ καί τινες αὐτῇ μοναχοὶ 
αἰῶνας ἔτι ζωῆς ἐπηγγέλλοντο, καὶ νόσῳ περιεπεπτώκει
δεινῇ, ἡ τοῖς Ἀσκληπιάδαις ὠνόμασται εἰλεός,
καὶ τοῖς περὶ αὐτὴν αἶ ἐλπίδες αἱ περὶ αὐτῆς
ἀπεγνώσθησαν, συλλεγέντες βουλεύονται τίνα
ἂν εἰς τὴν ἀρχὴν ἀντεισάξωσιν, ὃς αὐτοῖς τὴν εὐετηρίαν 
τηρήσει καὶ τὸ εὐτύχημα. ἔδοξεν οὖν πρὸς
τοὺτο σφίσι κατάλληλος ὁ στρατιωτικὸς Μιχαὴλ,
ἀνὴρ ἐκ Βυζαντίου μὲν γεγονώς, πρὸς πραγμάτων
δὲ καὶ τοσαύτης ἡγεμονίας μεταχείρισιν ἀποπεφυκὼς
ἔκ τε φυσικῆς νωθείας καὶ ἀφελείας καὶ διὰ 
χρόνου μῆκος, ὃ τῇ ἐκείνου παρεξετάθη ζωῇ. ἤδη
 γὰρ οὐ γέρων ἦν, ὡς παρὰ τοῦ δημώδους πλήθους
ὠνόμαστο, ἀλλὰ πρεσβύτης. τοῦτον οὖν πείθουσι
τὴν Θεοδώραν ἀντικαταστῆσαι τῇ βασιλείᾳ. ἡ δὲ
αὐτίκα ταινιοῖ τῷ βασιλείῳ τὸν Μιχαὴλ διαδήματι, 
πρότερον ὁρκίοις προκαταληφθέντα φρικώδεσι μήτι
τῆς ἐκείνων γνώμης χωρὶς ἐπὶ ταῖς τῆς βασιλείας
οἰκονομήσασθαι διοικήσεσιν. ἐπὶ τούτοις τὴν βασιλίδα
τὸ πνεῦμα ἐπέλιπε, μοναρχήσασαν ἔτος ἔν
ἐπὶ ἐννέα μησίν.

Ὃν οὖν εἴρηται τρόπον ὁ πρεσβύτης Μιχαὴλ
 αὐτοκράτωρ ἀναρρηθεὶς τοῖς μὲν τῆς γερουσίας καὶ

 
τῷ δημώδει πλήθει καὶ παρὰ τὸ προσῆκον ὦπτο
φιλοτιμότατος, ἕκαστον τούτων εἰς βαθμοὺς προβιβάζων
ἀξιωμάτων καὶ τιμὰς προσνέμων ἀκαταλλήλους
τοῖς πλείοσι. τοῖς δὲ στρατιωτικοῖς καταλόγοις,
 καὶ μάλιστα τοῖς τούτων ἐξόχοις , οἷς στραταρχεῖν
τε καὶ ἰλαρχεῖν ἀπονενέμητο πρὸ πολλοῦ,
καὶ λίαν ἀντιρρόπως τοῖς ἄλλοις ἐκέχρητο. οὔτε
γὰρ φιλότιμόν τι πρὸς αὐτοὺς ἐνεδείξατο ἄρτι καταλαβόντας
τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων, οὔτε μὴν
 πραέσιν αὐτοὺς ἐδεξιώσατο ῥήμασιν. ἤστην δὲ τούτων
πρωτεύοντε ἄνδρε διττώ, μαγίστρω μὲν ὅντε 
καὶ ἄμφω, λαμπρὼ δὲ τὰ γένη, καὶ οὐχ ἧττον στρατηγικῇ
συνέσει καὶ κράτει χειρῶν καὶ θάρσει ψυχῶν
εἰχέτην τὴν περιφάνειαν. τούτων ἅτερος ἦν ὁ
 Κομνηνὸς Ἰσαάκιος, ὁ δὲ λοιπὸς ὁ Κεκαυμένος Κατακαλών,
ᾧ Κολώνεια ἡ πατρίς, ὃν καὶ δοῦκα Ἀντιοχείας
τυγχάνοντα ἅμα τῇ ἀναρρήσει παρέλυσε
τῆς ἀρχῆς, τὸν οἰκεῖον ἀνεψιὸν Μιχαὴλ μάγιστρόν
τε καὶ δοῦκα τῆς Ἀντιοχείας προχειρισάμενος, καὶ
 Οὐρανὸν ἐκείνῳ θέμενος τὸ ἐπώνυμον, ἕνα πρὸς
τὸν ἀρχαῖον Οὐρανὸν ἀναφέρειν τὸ γένος δοκῇ.
τοῦτον τοίνυν τὸν Κεκαυμένον, ὡς δῆθεν μὴ καλῶς
χρησάμενον τῇ ἀρχῇ, ἀλλὰ τάς τε δυνάμεις
καταλελυκότα καὶ φορτικὸν τοῖς ὑπὸ χεῖρα γενόμενον 
 καὶ ἐπέπληξεν ἰταμώτερον καὶ ὀνείδεσιν ἔβαλε
καὶ οὐδ’ ἐφείσατο ὕβρεων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων
λαμπροτάτων ἀνδρῶν καὶ συνταγματαρχούντων ἐκεῖ
νῷ ὑπεραπολογήσασθαί τοῦ ἀνδρὸς ὡρμηκότων,
οὐδ’ ἐπ’ ἐκείνους τῆς γλώττης οὔτε μὴν αὐτὸν ᾐδέσθη
 τὸν Κομνηνόν. ταῦτα τοὺς στρατιώτας εἰς ἀθυμίαν
ἐνέβαλε, τοῖς μὲν ἄλλοις φιλοτιμότατον ὁρῶντας τὸν
Μιχαὴλ , αὐτοῖς δὲ μηδ’ ἐν λόγοις τὸ εὐμενὲς ἐνδει-

 
κνύμενον, ὅμως μέντοι ἐπέσχον μηδέν τι νεωτερίσαι,
ἀλλὰ καὶ δευτέραν πεῖραν ἐπαγαγεῖν ἐβουλεύσαντο.
 ἀλλ’ ἑτέραν κατὰ τοῦ βασιλέως προτέραν
τούτων ὁ λόγος διηγησάσθω νῦν ἐπανάστασιν. ὁ
γὰρ τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου 
ἐξάδελφος ὁ πρόεδρος Θεοδόσιος, ἄρτι τοῦ Μιχαὴλ
ἀναρρηθέντος, ἐν δεινῷ ποιησάμενος τὴν ἐκείνου
ἀνάρρησιν, τοὺς οἰκείους θεράποντας προσλαβόμενος
καί τινας ἄλλους ὅσοι κατ’ ἐκεῖνον ἐλαφρίαν
ἐνόσουν φρενῶν, περὶ δείλην ὀψίαν διὰ τῆς ἀγορᾶς 
ἀπῄει, τούτοις δορυφορούμενος, ἑαυτῷ προσήκειν
τὸ κράτος λέγων διὰ τὴν πρὸς τὸν Μονομάχον
συγγένειαν, καὶ ἀδικεῖσθαι ἐπιβοώμενος. γενόμενος
 δὲ κατὰ τὴν δημοσίαν εἱρκτήν, ἣ πραιτώριον
κέκληται, τὰ κλεῖθρα διαρρήξας τοῖς ἐν αὐτῇ καθειργμένοις 
ἄνετον παρέσχε τὴν ἔξοδον. τὸ δ’ αὐτὸ
καὶ ἐν τῇ τῆς Χαλκῆς εἰργάσατο φυλακῇ ἴ’ ἐλπίσας
διὰ τούτων τοῦ κατὰ σκοπὸν ἐπιτεύξεσθαι. ὡς δ’
ἔμαθε στρατιωτικὴν ἀθροίζεσθαι περὶ τὰ βασίλεια
δύναμιν καὶ ἤδη στέλλεσθαι κατ’ αὐτοῦ, πρὸς τὴν 
μεγάλην τρέπεται ἐκκλησίαν, καὶ μόνος σὺν τῷ υἱῷ
περιλειφθείς, τῶν ἑπομένων αὐτῷ διασκεδασθέντων,
τῇ ἐκκλησίᾳ προσπέφευγεν· ὅθεν ληφθεὶς ὑπερορίαν
κατεδικάσθη. εἰς τοῦτο δὲ τέλους τοῦ ἐπιχειρήματος
αὐτῷ καταντήσαντος, ὁ δημώδης ὄχλος 
ἐπεγγελῶντες αὐτῷ ῥήματά τινα συνθέντες ἐπῇ δὸν
αὐτῷ· τὰ δ’ ἦσαν, 
 ὁ μωρὸς ὁ Μονομάχος, εἴ τι ἐφρόνει, ἐποίησε.
καὶ ταῦτα μὲν ἔσχον οὕτως.

Οἱ δ’ ἐμπαροινηθέντες τῶν ἑῴων ἀρχόντων καὶ 
αὖθις πεῖραν προσάγουσι, καὶ προσίασι τῷ τὰ κοινὰ
διοικοῦντι τῷ πρωτοσυγκέλλῳ Λέοντι καὶ ἱκετεύειν

 
δι’ ἐκείνου ἐπεχείρουν τὸν βασιλέα, μὴ μόνοι αὐτοὶ 
καταλειφθῆναι ἀγέραστοι, πάντων τοῦ φιλοτίμου
καταπολαυσάντων τοῦ αὐτοκράτορος, καὶ ταῦτα
τῶν ἄλλων εὐπαθούντων αὐτοὶ καὶ παρ’ ἀσπίδα
 ἱστάμενοι καὶ προπολεμοῦντες τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς.
ὁ δὲ οὐδὲν ἧττον τοῦ Βασιλέως ἀδέξιος ὢν
μεταχειρίσασθαι λυπουμένους ἄνδρας καὶ καταστεῖλαι
τὸ ἐκ τῆς λύπης αὐτοῖς γενόμενον οἴδημα, οὐ
μόνον οὐκ ἐλέανε λόγοις τῶν ἀνδρῶν τὴν τραχύτητα, 
 ἀλλὰ καὶ μᾶλλον αὐτοὺς ἐξετράχυνεν, ἐκφαυλίσας
ἕκαστον καὶ ἀτίμως πάντας ἀποπεμψάμενος.
οὕτως οὑν καὶ τῆς δευτέρας πειραθέντες πείρας
οὐκέτι μέλλειν ἔκριναν, ἀλλ’ ἕκαστος τὸν πλησίον
παρακροτήσαντες ἔσπευδον εἰς προῦπτον ἐκφῆναι τὸ
 μελετώμενον. ἔδοξεν αὐτοῖς καὶ τὸν Βρυέννιον
σχεῖν συνίστορα καὶ συλλήπτορα τοῦ ἐπιχειρήματος,
ὄντα τε τῶν ἐπιφανῶν καὶ στρατηγοῦντα τῶν ἐκ
Μακεδονίας δυνάμεων καὶ τὴν τῆς Καππαδοκίας
περιεζωσμένον ἀρχήν, λύπης τ’ αἰτίας κἀκεῖνον
 ἐσχηκότα κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος. ὡς δ’ οὖν κάκεῖνον
ἕτοιμον εὗρον πρὸς τὸ σφέτερον βούλευμα,
ἐζήτουν τὸν ἐξ αὐτῶν βασιλεύσοντα, καὶ πᾶσιν ὁ
Κομνηνὸς ἁπάντων προυκέκριτο. ἐπεὶ δὲ ταῦτα 
συνέθεντο, ἐπ’ οἴκου ξύμπαντες ἀνεχώρησαν, τῷ
 βασιλεῖ προσειπόντες τὰ ἐξιτήρια. ἀπῄει δὲ καὶ ὁ
Βρυέννιος μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ταγμάτων, καὶ ἐν
τῷ θέματι τῶν Ἀνατολικῶν γεγονὼς τὴν τῶν στρατιωτικῶν
ὀψωνίων διανομὴν ἐκεῖ διετίθετο· συνῆν
γὰρ αὐτῷ καὶ ὁ πατρίκιος Ἰωάννης ὁ Ὀψαρᾶς χρυσίον
 ἐπιφερόμενος. ἤδη δὲ τῆς διανομῆς ἠργμένης
ὁ Βρυέννιος προσετίθει τοῖς στρατιώταις τὰ
σιτηρέσια καὶ ηὔξει τὸ ἑκάστῳ νενεμημένον ποσόν.

 
ὁ δὲ τοῦ χρυσοῦ ταμίας ὁ εἰρημένος ἀνὴρ μὴ τοῦτο
ἔλεγεν ἐντετάλθαι οἶ πρὸς τοῦ αὐτοκράτορος. καὶ
ὁ Βρυέννιος σιωπᾶν αὐτῷ καὶ ποιεῖν τὸ ἐπιτασσόμενον
ἐνεκελεύετο ἐνεκελεύετο ἰταμώτερον. ὡς δ’ ἔτι ὁ Ὀψαρᾶς
οὐκ ἐπείθετο, ἀλλὰ καὶ θρασύτερον ἐκείνῳ 
 ἀντέλεγεν, ὁ Βρυέννιος θυμῷ ληφθεὶς ἀνέθορέ τε
τῆς καθέδρας καὶ τῶν τριχῶν τῆς τε ὑπήνης λαβόμενος
τοῦ ἀνδρὸς προσαράσσει τῇ γῇ καὶ περιβάλλει
δεσμοῖς. ἐγγὺς δέ που στρατοπεδεύων ὁ
τῶν Πισιδῶν καὶ Λυκαόνων στρατάρχης καὶ τὰ 
περὶ τοῦ Ὀψαρᾶ μαθών, καὶ τυραννίδος ταῦτα κρίνας
ἀρχήν, ἀθρόον ἔπεισι μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ταγμάτων
τῇ τοῦ Βρυεννίου σκηνῇ. καὶ δεσμεῖ μὲν
ἐκεῖνον, λύει δὲ τὸν Ὀψαρᾶν τῶν δεσμῶν καὶ αὐτῷ
τὸν Βρυέννιον παραδίδωσιν· ὁ δὲ αὐτίκα τοὺς ὀφθαλμοὺς 
ἐκκόπτει ἐκείνου, καὶ οὕτω τὸν ἄνδρα τῷ βασιλεῖ
ἐξαπέστειλεν, ἐπιστείλας αὐτῶ καὶ ὅσα τετόλμηκε.
καὶ ταῦτα μὲν συνεκύρησεν οὑτωσί· ὁ δέ γε
 Κομνηνὸς καὶ οἶ ἐκείνῳ συνομοσάμενοι συνελθόντες
ἔργου ἥπτοντο, τῶν στρατιωτικῶν καταλόγων 
ἄλλοθεν ἄλλου προσρυϊσκομένων αὐτῷ. ἢν μὲν γὰρ
τῷ στρατιωτικῷ παντὶ ἔφεσις στρατιώτην τὴν βασίλειον
ἀρχὴν περιζώσασθαι. ἤχθετο γὰρ ὑπὸ τοῦ
πολιτικοῦ μέρους ἀρχόμενον, ἀλλ’ οὐκ ἐθάρρει τὸν
πόθον εἰς προῦπτον ἐξενεγκεῖν, ἔκρυπτε δὲ τὸν 
ἔρωτα καὶ ὤδινε τὸν περὶ τούτου σκοπόν. ἐπεὶ δὲ
τὸν Κομνηνόν τυραννίδι ἐπιχειρήσαντα μεμαθήκεσαν,
καὶ αὐτὸν μὲν κορυφαῖον εἶναι τοῦ δράματος,
τὰ δὲ κράτιστα τῶν γενῶν τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῷ
συλλαμβάνεσθαι, τοῦτ’ εἶναι τὸ ὑπ’ αὐτῶν μελετώμενον 
 δόξαντες, ἁρπάζουσι τὸν καιρόν, καὶ ἕκαστος
τὸν πέλας προφθάσαι ἠπείγετο. ἐντεῦθεν τῷ

 
Κομνηνῷ βαρεῖα συνέστηκε δύναμις· στείλας οὖν
κατὰ ξύμπασαν τὴν ἑῴαν τοὺς φόρους ἐπράττετο,
ἀποδεκτῆρας τούτων τάξας καὶ τῶν προσαγομένων
ἀπογραφεῖς. εἶτα ἄρας ἀπῄει πρὸς Νικαίαν ἤδη
 βασιλεὺς πρὸς πάντων τῶν σὺν αὐτῷ στρατευομένων 
ἀναρρηθείς, ταύτης ἐγκρατὴς γενέσθαι βουλόμενος,
ἴν’ ἔχοι τὴν πόλιν ὁρμητήριον ἡ κρησφύγετον,
ὁποτέρως ἂν ῥέψῃ τὰ τῆς τύχης αὐτῷ, καὶ τὴν
μὲν λαμβάνει, αὐτὸς δὲ φρουρὰν ἀρκοῦσαν ἐγκαταστήσας
 αὐτῇ πρὸ δώδεκα σταδίων ταύτης στρατοπεδεύεται.
καὶ ὁ βασιλεὺς δὲ Μιχαὴλ τὰς δυτικὰς
ἀγείρας δυνάμεις, καὶ εἴ τινές που τῶν ἑῴων 
περιελείφθησαν, μὴ συναπαχθεῖσαι τῷ Κομνηνῷ,
ἐφιστᾷ τούτοις στρατηγὸν τὸν δομέστικον τῆς Ἀνατολῆς
 ἐκτομίαν Θεόδωρον, τὸν τῆς βασιλίσσης
Θεοδώρας θεράποντα, συζεύξας αὐτῷ συνάρχοντα
καὶ τὸν μάγιστρον Ἀαρών, σύγγονον ὄντα τῆς συνοικούσης
τῷ Κομνηνῷ. οἳ τοῖς ἐναντίοις ἀντιστρατοπεδευσάμενοι
συγκροτοῦσι καὶ πόλεμον κατά τινα
 τόπον, ᾅδην τοῖς ἐγχωρίοις καλούμενον, καὶ τὸ μὲν
εὐώνυμον κέρας τῶν βασιλικῶν ἥττησε τὸ δεξιὸν
κέρας τὸ περὶ τὸν Κομνηνόν, καὶ τὸν ἐφεστηκότα
τούτῳ Ῥωμανὸν τὸν Σκληρὸν συνέσχε ζῶντα. τὸ
δέ γε τῶν ἐναντίων εὐώνυμον, οὗ κατῆρχεν ὁ Κεκαυμένος,
 τὸ δεξιὸν ἐτρέψατο τῶν βασιλικῶν, καὶ
εἰς αὐτὸ τὸ στρατόπεδον εἰσῆλθεν αὐτῶν καὶ τὰς 
σκηνὰς διέρρηξε καὶ ἔρριψε κατὰ γῆς. τοῦτο τοῖς
περὶ τὸν Κομνηνὸν θάρσος ὡς μάλιστα ἐνεποίησε,
τοῖς δ’ ἀντιπολεμοῦσι κατέβαλε τὰ φρονήματα καὶ
 φεύγειν ἀνέπεισε. γίνεται τοίνυν τῶν βασιλικῶν
φόνος πολύς, οὐ κοινῶν μόνον στρατιωτῶν, ἀλλὰ

 
καὶ στραταρχῶν, καὶ πλείους δὲ ἐζωγρήθησαν. καὶ
ἡ νίκη ἀναφανδὸν τῷ Κομνηνῷ ἐπεμειδία.

Τοῦτο μαθὼν ὁ βασιλεὺς Μιχαὴλ ἀπεγνώκει τὰ
τοῦ πολέμου καὶ τὴν ἀρχὴν ἀποθέσθαι ἠβούλετο,
ἀλλὰ τοῖς περὶ ἐκεῖνον τοῦτο ἀβούλητον ἦν, ὅθεν 
οὐδ’ εἰς ἔργον ἀγαγεῖν συνεχωρήθη τὸ βούλημα.
στέλλονται τοίνυν πρὸς τὸν Κομνηνὸν πρεσβεύσοντες
ἄνδρες τῶν ἐκκρίτων τῆς συγκλήτου βουλῆς· οἱ
 δ’ ἦσαν ὁ πρόεδρος Κωνσταντῖνος ὁ Λειχούδης, ὁ
πρόεδρος Λέων ὁ Ἀλωπός, καὶ Μιχαὴλ ὁ mλλός, 
τῶν φιλοσόφων ὢν ὕπατος. τὰ δὲ παρὰ τούτων
καταγγελλόμενα υἶοθέτησις ἦν τοῦ Κομνηνοῦ, εἰσποιηθησομένου
τῷ βασιλεῖ, καὶ ἀναγωγὴ πρὸς τὴν
τιμήν τὴν τοῦ Καίσαρος, καὶ τοῖς τὴν τυραννίδα
συμμελετήσασιν ἄφεσίς τε καὶ ἀμνηστία τοῦ πλημμελήματος. 
οἱ μὲν οὖν ταῦτα τῷ Κομνηνῷ ἀπηγγέλκασιν
ἐν ἐπηκόῳ τοῦ πλήθους, τό δὲ ἐθορύβει,
μὴ βούλεσθαι λέγον ἐν ἄλλῳ σχήματι τὸν αὐτῶν
προεστηκότα θεάσασθαι μηδ’ ἀποδύσασθαι ἀνασχέσθαι
αὐτὸν τὴν στολὴν τὴν βασίλειον, ἣν ἤδη 
ἐνδέδυται. ἔλεγον δὲ ταῦτα οἶ πλείους οὐχ οὕτω
 φρονοῦντες, ἀλλὰ τὸν τυραννοῦντα θωπεύοντες.
ἐπεὶ δὲ διελύθη ὁ σύλλογος, ἰδίᾳ τοὺς πρέσβεις
ὁ Κομνηνὁς προσλαβόμενος “εἴ τινά μοι” φησίν
“ἀπόρρητα διαπορθμεῦσαι πληροφορήσετε πρὸς τὸν 
αὐτοκράτορα, ἐρῶ ὑμῖν ὅσα μοι κατὰ τὴν καρδίαν
αὐτοκράτορα, τῶν δὲ καταθεμένων ἀνέκφορον τηρήσειν
ἅπαν ἀπόρρητον, ἔφη ἀρκεῖσθαι νῦν τῷ
σχήματι τῷ τοῦ Καίσαρος καὶ μὴ ζητεῖν τὸ βασίλειον,
αἰτεῖν δὲ πληροφορίαν ἐκ τοῦ κρατοῦντος, 
ὡς οὐχ ἑτέρῳ δώσει τὴν αὐταρχίαν ποτέ, καὶ ὡς
συντηρήσει ἑκάστῳ τῶν σὺν ἐμοί, εἴ τι τούτοις πε-

 
φιλοτιμῆται παρ’ ἐμοῦ , καὶ ὡς καί τινος μεταδώσει
μοι νῦν ἐξουσίας βασιλικῆς, ἵν’ ἔχω τινὰς τιμᾶν
τοῖς τῶν ἀξιωμάτων ἐλάττοσι καὶ εἰς ἀρχὰς
ἐνίους στρατηγικὰς προχειρίζεσθαι, καὶ εἴ μοι ταῦτα
 ἐπιτελῆ γίνοιτο , σπείσομαι καὶ ἀφέξομαι. ὅτι δὲ 
τοῖς πλήθεσι ταῦτα δὴ ἀπαρέσκουσι, διττὰς πρὸς
τὸν κρατοῦντα ἐγχαράξω ἐπιστολάς, καὶ τῇ μὲν
καταδημαγωγήσω τὸ στρατιωτικόν, τῇ δ’ ἐγγράψομαι
τὰ ὰπόρρητα.’’ ἐπὶ τούτοις καὶ τὸν τὰ κοινὰ
 μεταχειριζόμενον ᾔτει μεταστῆναι τῆς διοικήσεως,
ὡς δύσνουν αὐτῷ καὶ τοῖς μετ’ αὐτοῦ. ὁ μὲν οὖν 
ταῦτα εἰπὼν καὶ τὰς ἐπιστολὰς αὐτοῖς ἐγχειρίσας,
ἀπελθεῖν προετρέπετο. οἶ δ’ ἐπανῆλθον ἐπὶ τὸν
γηραιὸν αὐτοκράτορα, τὰς ἐπιστολάς τε φέροντες
 καὶ ὅσα ὁ Κομνηνὸς αὐτοῖς ἐν ἀπορρήτοις ἔφη διὰ
ζώσης φωνῆς ἀπαγγέλλοντες. ἡσθεὶς οὖν ἐπὶ τούτοις
ὁ βασιλεὺς πάντα πληρῶσαι ὅσα ἐκεῖνος ᾕτησεν
ἐπηγγείλατο, καὶ προσεπήγαγεν ὅτι “ὥσπερ 
ἐκεῖνος ἀπορρήτους μοι γνώμας ἐδήλωσε δι’ ὑμῶν,
 οὕτως αὖθις κἀγὼ μυστικώτερά τινα ἐκείνῳ διὰ
τῶν αὐτῶν ὑμῶν ἀνατίθεμαι. διόμνυσθε τοίνυν
τῷ ἀνδρὶ ὅτι οὐ μακρὸν ἂν εἴη τὸ μέσον διάστημα
καὶ συμμέτοχον αὐτὸν τοῦ κράτους ποιήσομαι, νῦν
δ’ ἀναβάλλομαι τοῦτο διά τινα αἴτια.’’ ἐπὶ τούτοις
 ἀπῆλθον αὖθις οἶ πρεσβευταί, καὶ ὁ Κομνηνὸς
ἄσμενος τὰς ἀγγελίας ἐδέξατο, καὶ τοῖς ἄλλοις οὐκ
ἀποθύμια τὰ μηνύματα ἔδοξαν καὶ μᾶλλον, ὅτι μεταστῆναι
τῶν διοικήσεων τὸν ἐγκεχειρισμένον αὐτὰς
μεμαθήκεσαν, καὶ ἤδη καταθεῖναι τὰ ὅπλα
ἔδοξεν ἅπασι καὶ τῆς τυραννίδος ἀφέξεσθαι. ὁ πρεσβύτης
δὲ βασιλεὺς πρὸ τοῦ τὰς συμβάσεις αὐτῷ
πρὸς τὸν Κομνηνὸν γενέσθαι , τὴν τῆς πολιτικῆς 

 
μοίρας εὔνοιαν περιποιούμενος ἑαυτῷ, ὥσπερ ᾤετο,
ἔγγραφόν τι συγγεγραφώς, ὅρκοις καταδεσμοῦν καὶ
ἀραῖς ἕκαστον ὥστε μήτε βασιλέα καλέσαι τὸν
Κομνηνὸν μήτε τιμὴν αὐτῷ προσοίσειν βασίλειον,
τοὺς μὲν τῶν συγκλητικῶν χρήμασι, τοὺς δ’ ἀξιωμάτων 
διανομαῖς, καὶ ἄλλους ἄλλοις θελκτηρίοις
ἀνέπειθε τῷ ἐγγράφῳ ὑποσημαίνεσθαι καὶ τὰ ἐν
αὐτῷ βεβαιοῦν. ἐπεὶ δ’ ἥκειν τὸν Κομνηνὀν ἠκηκόεισαν,
ὡς κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν εἰσελευσόμενον,
στασιώδεις τινὲς τῶν τῆς συγκλήτου βουλῆς ἔωθεν 
τῷ τεμένει τῆς τοῦ θεοῦ λόγου Σοφίας προσεληλύθεσαν,
οἷς καὶ οἱ τῶν ἑταιρειῶν συνῄεσαν ἄρχοντες,
καὶ κραυγαῖς προεκαλοῦντο τὸν πατριάρ-
 χην εἰς θέαν σφίσιν ἐλθεῖν. ὁ δὲ τὰς θύρας αὐτοῖς
ἁπανταχόθεν ἐπιζυγώσας τοὺς ἀδελφιδοῦς αὐτοῖς 
ἐκπέπομφε πυνθανομένους ὅ,τι φασίν. οἱ δὲ θορυβοῦντες
εἰς πλῆθος ἤδη συστάντες, πολλῶν συρρευσάντων
ἐκεῖ, συνέσχον τοὺς τοῦ πατριάρχου
ἀδελφιδοῦς, καὶ εἰ μὴ αὐτίκα πρὸς αὐτοὺς ἐξελεύσεται
ὁ ἀρχιερεύς, διαθήσειν ἐκείνους ἠπείλουν 
κακῶς. λέγεται δὲ ταῦτα σκήψεις εἶναι καὶ προβουλεύματα,
ἔν ἄκων δοκοίη συνελθεῖν ὁ πατριάρχης
στασιάζουσι. κατῆλθεν οὑν ἐκ τῶν
ὑπερῴων τὴν ἱερατικὴν ἐνδεδυμένος στολήν, ἐπεγκαλῶν
δῆθεν τοῖς παροῦσιν ὡς βιαζόμενος. οἱ δὲ 25
τῶν στασιαζόντων θρασύτεροι ἢ μᾶλλον δι’ ὧν ἡ
στάσις συνίστατο μέσον ἀπειληφότες αὐτὸν πρε-
 σβευτὴν ἠξίουν γενέσθαι πρὸς τὸν βασιλέα, ἵν’ αὐτοῖς
ἀποδοθείη τὸ ἔγγραφον, ὃ βιασθέντες ὑπογεγράφασιν,
ἐπεὶ τῷ Κομνηνῷ ἐκεῖνος ἐσπείσατο.
δὲ πληρώσειν αὐτῶν τὸ αἴτημα κατετίθετο· ἀλλ’
ἦσαν προσποίησις ἅπαντα. βραχείας γὰρ παρελ-

 
θούσης ὥρας βασιλέα καὶ αὐτοκράτορα φανερῶς
ἀνεῖπον τὸν Κομνηνόν, αὐτοῦ τοῦ πατριάρχου συνευδοκοῦτός
τε καὶ συμπράττοντος, καὶ τῷ μὲν
Κομνηνῷ μὴ μέλλειν δηλώσαντος, ἀλλὰ σπεύδειν,
 καὶ ἀμοιβὰς αἰτοῦντος τῆς ἀναρρήσεως, τῷ δ’ ἴως
τότε βασιλεύοντι κατιέναι τῶν ἀνακτόρων ἰταμώτερον
ἐπιτάττοντος. ἀρχιερέων δὲ τῷ γέροντι Μιχαὴλ
τὰ τοῦ πατριάρχου κομισάντων μηνύματα,
ἐκεῖνος ἔφη ‘‘τί δέ μοι ἀντὶ τῆς βασιλείας παρἐξετε’’ ; 
 οἶ δὲ ‘‘τὴν οὐράνιον βασιλείαν’’ ἀπεκρίθησαν. αὐτίκα
τοίνυν ἀπορρίψας τὰ τῆς βασιλείας παράσημα
ἀπῆλθε τῶν βασιλείων. ὁ δέ γε Κομνηνὸς κουροπαλάτην
τιμήσας τὸν Κεκαυμένον στέλλει τὸν ἄνδρα
μετά τινος δυνάμεως παραληψόμενον τὰ ἀνάκτορα.
 τὸ μέντοι πλῆθος τῆς πόλεως εἰς ὑπάντην
τοῦ νέου βασιλέως ἐκκέχυτο λαμπρότατά οἶ ποιοῦν
τὰ εἰς τὴν βασιλεύουσαν εἰσιτήρια. 
 Ἕνα μὲν οὖν ὁ Μιχαὴλ αὐταρχήσας ἐνιαυτὸν

τῆς βασιλείας ἐκπέπτωκε, καὶ οὐ πολὺ ἐν ἰδιωτικῷ σχήματι βιώσας ἀπέτισε τὸ χρεών. ὁ δὲ Κομνηνὸς 
τῇ βασιλείᾳ ἐγκαταστὰς ἑαυτῷ τὴν ταύτης ἐπιτυχίαν
καὶ οὐ τῷ θεῷ ἐπεγράψατο , καὶ τοῦτο δῆλον
ὅτι τῷ νομίσματι ξιφήρη ἑαυτὸν ἐνεχάραξε , μόνον
οὐχὶ βοῶν ὅτι ‘‘τοῦτό μοι τὴν βασιλείαν καὶ οὐχ
 ἕτερόν τι προυξένησε.’’ τοὺς δὲ συναραμένους αὐτῷ
φιλοτιμότατα ἀντημείψατο, καὶ ἔσπευσεν ἑκάστῳ τὰς
ἀμοιβὰς ἀποδοὺς οἴκαδε παρασκευάσαι ἀποχωρεῖν,
ἵνα μή τι θορυβήσωσιν ἢ τοῦ δήμου κατεξαναστῶσιν
ἀστυπολοῦντες. τὸν πατριάρχην δὲ δι’ αἰδοῦς
ἦγεν ὅτι πολλῆς, καὶ τοὺς αὐτῷ ἀδελφόπαισας δι’
ἐκεῖνον καὶ τιμαῖς ἐτίμησε μείζοσι καὶ ἀρχαῖς περιφανέσιν
ἐπέστησε. χαριζόμενος δ’ ἔτι τῷ πατρι- 

 
ἄρχῃ καὶ τὴν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων οἰκονομίαν
τῇ ἐκκλησίᾳ ἀπένειμε, μέχρι τότε τοῦ μεγάλου
οἰκονόμου προχειριζομένου παρὰ τοῦ βασιλεύοντος,
ἀλλὰ μὴν καὶ τοῦ σκευοφύλακος, ἐκεῖνος
δὲ καὶ ἄμφω ὑπὸ τὴν τοῦ πατριάρχου ἔθετο ἐξουσίαν, 
ἀποξενώσας ἀμφοῖν τὸ δημόσιον. εἶτα τὴν
μὲν τοῦ βίου αὐτῷ κοινωνὸν Αὐγοῦσταν ἀνγηόρευσε,
τὸν δ’ ἀδελφὸν Ἰωάννην κουροπαλάτην τετίμηκε
καὶ ὠνόμασε μέγαν δομέστικον. τῶν δὲ πρὸ
αὐτοῦ βασιλέων, ὅσοι μετὰ τὸν πορφυρογἐννητον 
ἐκεῖνον Βασίλειον τῆς βασιλείας ἐπέβησαν, οὐ καλῶς
χρησαμένων τοῖς δημοσίοις καὶ κοινοῖς πράγμασιν,
 ἀλλὰ τὰ μὲν εἰς οἰκείας ἀπολαύσεις καὶ εἰς ἀσκητηρίων
κατασπαθησάντων οἰκοδομάς, τὰ δὲ δωρουμένων
οἶς ἔτυχεν ἡ τέως οἷσπερ ἐβούλοντο, οἱ βασιλικοὶ 
θησαυροὶ ἐκκεκένωντο καὶ τὰ δημόσια πρυτανεῖα
χρημάτων ἐσπάνιζον. τοῦτο τοίνυν ὁ Κομνηνὸς
προθέμενος διορθώσασθαι, οὐκ ἠρέμα οὐδὲ κατὰ
βραχὺ τῇ διορθώσει ἐπικεχείρηκεν, ἀλλ’ ὡς τῷ στατῆρι
ἑαυτὸν ἀνεστήλωσεν ἀνατεταμένον τὴν χεῖρα, 
φέρουσαν τό ξίφος γυμνόν, οὕτω καὶ τοῖς πράγμασιν
ἐπήνεγκεν ἑαυτὸν καὶ τέμνειν αὐτίκα παρεσκεύαστο
τὰ οἰδήματα, ἀλλ’ οὐ μαλάσσειν οὐδ’ ἐμπλάττειν
τὰ ὕπουλα. ὅθεν οὐδὲ ἐξ οὗπερ τοῦ κράτους
 ἐπἐβη καὶ εἰς ἔννομον ἀρχὴν τὴν πρὶν αὐτοῦ τυραννίδα 
μετήνεγκεν , ἀναποδίσας τὴν τοῦ πρὸ αὐτοῦ
πρᾶξιν ἀνέτρεψε, καὶ εἰ τι ἐκεῖνός τισιν ἐδωρήσατο,
ἀφῃρεῖτο καὶ ἀπεστέρει τοὺς εἰληφότας , ἀλλὰ
καὶ τῶν πρὸ ἐκείνου πολλὰ καθῄρησε καὶ ἠθέτησε,
καὶ οὐ μόνον ταῦτα πρὸς τὸ δημῶδες ἐποίει, ἀλλ’ 
οὐδὲ τῶν τῆς γερουσίας ἐφείδετο. εἶτα προβαίνων
καὶ κατὰ τοῦ θείου ἐχώρησε καὶ πολλὰ τῶν τοῖς

 
παρ’ ἐκείνων δομηθεῖσι φροντιστηρίοις ἀφιερωμένων
ἠκρωτηρίασεν, ἢ μᾶλλον ἐκλογισμοῖς ὑποβάλλων τοὺς
ἐν αὐτοῖς ἀσκουμένους καὶ τὴν ἀποχρῶσαν αὐτοῖς
δαπάνην ἀπονέμων τὰ λοιπὰ τῷ δημοσίῳ ἀφωσίου
 καὶ ἀνελάμβανε , καὶ ἄλλο ἐπ’ ἄλλῳ καθ’ ἑκάστην
ἐνεόχμου τοιοῦτον. ἐντ’ ἐντεῦθεν ἅπασι μισητὸς ἦν, τῷ 
τε δημοτικῷ πλήθει τῇ τε συγκλήτῳ βουλῇ, ἀλλὰ
μέντοι καὶ τῷ στρατιωτικῷ· οὐδὲ γὰρ οὐδ’ ἐκείνου
ἀπείχετο, ἀλλὰ κἀκείνοις ἀπεμείου τὰς εὐπορίας
 καὶ τῶν ἄλλων μᾶλλον τοῖς ἐν σεμνείοις τὴν ζωὴν
διανύουσι. τὸν δὲ οὐδὲν ἀπῆγε τῶν ἐγχειρήσεων,
οὐ λόγος, οὐ δέος, οὐ μῖσος, οὐ ψόγος· οὕτως
ἐπῆρτο τὸ φρόνημα καὶ οἰδοῦσαν ἐκέκτητο τὴν
ψυχήν.

Ἀλλ’ οὐδ’ ὁ πατριάρχης ἧττον ἐκείνου πεφρονημάτιστο. ἤθελεν οὖν ἐπιτάσσειν αὐτῷ, καὶ εἴ ποτε
πρὸς τὰ αἰτούμενα ἀπετύγχανεν , ὁ δὲ ἐδυσχέραινε
καὶ ἠπείλει καὶ ἐπετίμα, εἶτα καὶ ὡς αὐτὸς αὐτῷ τὴν 
βασιλείαν ἀπονενεμηκώς, αὐτὸς καὶ ἀφελέσθαι ταύ- 
 τὴν αὐτὸν εἰσαῦθις ἠπείλησε. ταῦτα οὐκ ἦν οἴσειν
τὸν βασιλέα ἐπιεικῶς· διὸ καὶ δρᾶσαι πρίν τι πάθοι
προεμηθεύσατο. τοῦ γοῦν πατριάρχου εἰς τὴν οἰ-
κείαν ἀπελθόντος μονήν, ἤδη τῆς πανηγύρεως ἐφε-
στώσης τῶν ἐν αὐτῇ τιμωμένων οὐρανίων δυνάμεων,
 ἔν ἑορτάσῃ λαμπρότερον , πέμψας ἐκεῖ χεῖρα στρατιωτικὴν
ὁ κρατῶν, οὐ γὰρ ἤθελεν ἐκ τῆς τοῦ θεοῦ
λόγου Σοφίας τὸν ἄνδρα καταγαγεῖν , ἵνα μὴ παρὰ
τῷ κλήρῳ ἤ καὶ τῷ δήμῳ θόρυβος γένηται, ἐκεῖνόν
τε καὶ τοὺ ’ς ἐκείνου ἀνεψιοὺς συνόντας αὐτῷ ὑπερορίους
 ποιεῖ. εἶτα καὶ καθαιρέσει ὑποβαλεῖν αὐτὸν
διὰ φροντίδος ἐτίθετο, καί τισι τῶν ἀρχιερέων συνεργοῖς 
πρὸς τοῦτο ἐκέχρητο, δηλοῖ τε δι’ αὐτῶν τῷ

 
ἀνδρὶ ἀπείπασθαι τὴν ποιμαντικήν, ἕν ἑκὼν δοκῇ
αὐτὴν παραιτεῖσθαι, ὡς εἰ μὴ τοῦτο, καὶ ἄκων αὐτὴν
ἀφαιρεθήσεται, εἰς μέσον κατ’ αὐτοῦ προτιθεμένων
αἰτιαμάτων. ὡς δ’ ἐκεῖνος οὐκ ἦν ὑπείκων
τῷ τοῦ βασιλέως θελήματι, φροντὶς ἦν τῷ κρατοῦντι 
περὶ τῆς αὐτοῦ καθαιρέσεως. ἀλλ’ ἔφθη λύσας τὴν
φροντίδα τοῦ πατριάρχου ὁ θάνατος. μετ’ ὀλίγον
γὰρ μεθίσταται τῶν ἐνθένδε ὁ πατριάρχης, καί τις
 oτῷ Κομνηνῷ τὴν ἐκείνου εὐηγγελέσατο τελευτήν,
ὡς φροντίδων αὐτὸν ἀπαλλάττουσαν. ὁ δ’ εὐθὺς 
μετεγνώκει καὶ ἀνωλόλυξε, καὶ τὸν ἐκείνου νεκρὸν
μετ’ ἐντίμου τῆς προπομπῆς ἐκ τῆς ὑπερορίας ἀναγαγὼν
εἰς τὴν αὐτοῦ μονὴν ἐναπέθετο, καὶ τοὺς
ἐκείνου ἀδελφιδοῦς αὖθις ἀποκατέστησε πρὸς τὰς
προτέρας τιμάς. τῇ δ’ ἐκκλησίᾳ τὸν πρόεδρον καὶ 
πρωτοβεστιάριον ΚωνσταντΤνον τὸν Λειχούδην ἀντικατέστησε,
ἄνδρα ταῖς τῶν κοινῶν πραγμάτων ἐπὶ
μακρὸν ἐμπρέψαντα διοικήσεσι καὶ ἀνέγκλητον διαμείναντα,
ᾧπερ ὁ Μονομάχος καὶ τὴν τῶν Μαγγά-
 νων ἀνέθετο πρόνοιαν καὶ τὰ περὶ τῆς ἐλευθερίας 
αὐτῶν ἐνεπίστευσεν ἔγγραφα. ἅπερ ὑφ’ ἑαυτὸν ὁ
Κομνηνὸς ἐθέλων ποιήσασθαι σκέμμα τι μηχανᾶται
πονηρίας ἀνάμεστον καὶ τόκον νοὸς κακοδαίμονος.
ἐπεὶ γὰρ ὁ Λειχούδης ἐψήφιστό τε καὶ προκεχείριστο
καὶ ἱερεὺς ἤδη κεχειροτόνητο, δι’ ἀπορρήτων αὐτῷ 
μηνύει λέγεσθαί τινα κατ’ αὐτοῦ ἀπείργοντα τοῦ
ἱερᾶσθαι αὐτόν, καὶ εἰ μὴ ταῦτα λαληθεῖεν συνοδικῶς,
μὴ οἷόν τε εἶναι τοῦ χρίσματος αὐτὸν τῆς ἀρχιερωσύνης
τυχεῖν. “εἰ δὲ δοίης μοι” ἔφη “τῶν Μαγγάνων
τὰ δικαιώματα, παραβλέψομαι τὰ λεγόμενα 
καὶ παραχωρήσω χρισθῆναί σε.” συνιδὼν οὖν ὁ
Λειχούδης ὡς οὐκέτι αὐτῷ εἰς τὴν προτέραν ἐπα-

 
νελθεῖν κατάστασιν ἔξεστιν, οὕτω δὲ μένειν δι’ αἰσχύνης 
ποιούμενος, φέρων δίδωσι τὰ αἰτούμενα,
καὶ οὕτω παραχωρεῖται τελεσθῆναι τὴν ἀρχιερατικὴν
τελετήν.

Ὁ δὲ Κομνηνὸς κατὰ τῶν Οὔγγρων καὶ τῶν Σκυθῶν, οἳ Πατζινάκαι λέγονται, ἐκστρατεύσας τοῖς
μὲν Οὔγγροις εἰρήνην αἰτησαμένοις ἐσπείσατο. κατὰ
δὲ τῶν Σκυθῶν ὁρμήσαντι οἶ μὲν ἄλλοι ὐπέκυψαν
καὶ εἰρήνευσαν , οὐ γὰρ ὑφ’ ἔνα πάντες ἡγεμόνα
 μόνα ἐτάττοντο , εἶς δ’ αὐτῶν ὁ Σελτὲ θρασυνθεὶς
καὶ μοίρᾳ τινὶ τῆς τῶν Ῥωμαίων δυνάμεως συμβαλών,
ἥττητο καὶ τὸ πολὺ τῶν οἰκείων ἀποβαλὼν
μετὰ τῶν περιλειφθέντων ἀπέδρα. ἀναζευγνὺς δ’
ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς ἐσκήνωσεν έν τῷ Δυβιστῷ, ἤλη 
 τοῦ τέλους ὄντος ἐγγὺς τοῦ Σεπτεβρίου μηνός. ὄμβρου
δὲ ῥαγδαίου καταρραγέντος καὶ χιόνος πεδσούσης
πρὸ ὥρας πολλῆς, τῆς ἵππου τε τὸ πλέον διέ— 
φθαρτο καὶ στρατιῶται πολλοὶ τῷ ψύχει κεκινδυνεύκασι,
καὶ ποταμοὶ δ’ ὑπερχειλεῖς γεγονότες καὶ
ὢ πελαγίσαντες τὰ ἐπιτήδεια σφῶν ἀθρόον παρέσυραν,
ὡς καὶ τῷ στρατιωτικῷ καὶ τοῖς ὑποζυγίοις αὐτοῦ
τὰ ἀναγκαῖα ἐπιλιπεῖν. εἶτα τοῦ ὕειν τε καὶ τοῦ
νίφειν ἐπὶ μικρὸν παυθέντων τῆς βασιλείου σκηνῆς
προῆλθεν ὁ βασιλεύς, καὶ ὑπὸ δρῦν ἔστη παμμε- 
 γἐθη, ἐκεῖ που ἑστῶσαν · καί τινες τόν ἐν ὑπεροχαῖς
αὐτὸν περιίστανται. βοῆς δ’ ἐν τῷ τόπῳ συμβάσης,
μετέστησαν τῆς δρυὸς ὁ βασιλεύς τε καὶ οἱ περὶ αὐτόν,
ἡ δ’ αὐτίκα ῥιζόθεν ἐκσπασθεῖσα κατέπεσεν.
ὁ δ’ αὐτοκράτωρ ἐπανελθὼν εἰς τὴν μεγαλόπολιν,
 καὶ ὰποτἰννὺς ὑπὲρ τῆς σωτηρίας ταύτης τὰ χαριστήρια
τῷ θεῷ ναὸν ἐντὸς τῶν βασιλείων ἀνήγειρε
τῇ πρωτομάρτυρι Θέκλᾳ · κατὰ τὴν ἡμέραν γάρ, ἐν

 
ᾗ τελεῖται ἡ μνήμη ταύτης, τὸν ἐκ τῆς δρυὸς ἐξέ-
φυγε κίνδυνον.

Ἀλλ' ἤδη ῥητέον καὶ ὅπως τὴν βασιλείαν ἀπέθετο,
 εἰ καὶ μὴ συμφρονοῦσιν οἶ συγγεγραφότες
περὶ αὐτοῦ. ὁ μὲν γὰρ πολὺς τὴν γλῶτταν ἐλλὸς 
ἐν θήραις ἐκεῖνον λέγει τὸν βασιλέα σχολάζοντα καὶ
συχνάκις τὴν δεξιὰν λογχοφόρον ἐπ’ ἄρκτους καὶ
σύας ἐπανατείνοντα βληθῆναι πνεύματι ψυχρῷ τὴν
πλευράν, κἀντεῦθεν φρίκην ἐπισυμβῆναι αὐτῷ καὶ
πυρετὸν ἐκ τοῦ βάθους ἀναφλεγῆναι , εἰς δὲ τὴν 
ἐπιοῦσαν νύττεσθαι τὴν πλευρὰν καὶ τὸ ἄσθμα μὴ
ἐρρῶσθαι αὐτῷ, κἀκ τούτων ἀμφισβητήσιμον γενόμενον
 εἰ βιώσεται ἤ καὶ ἀπεγνωκότα τέλεον τὴν
ζωήν, καὶ τὸν Δούκαν Κωασταντῖνον τῇ βασιλείᾳ
ἐγκαταστήσαντα , πρὸς τὴν κρείττω μετατάξασθαι 
βιοτήν. ὁ δέ γε Θρᾳκήσιος θηρᾶν κἀκεῖνος τὸν βασιλέα
περὶ τὴν Νεάπολιν , σῦν δ’ ἐπιφανῆναί
ποθεν τὴν θέαν φρικτόν , καὶ τὸν Κομνηνὸν
ἐνδεδωκότα τῷ ἵππῳ τὸν χαλινὸν διώκειν τὸν σῦν,
τὸν δὲ εἰσδῦναι τὴν θάλασσαν γενέσθαι τε ἀφανῆ, 
ἐν τοσούτῳ δ’ ὡς ἐξ ἀστραπῆς ἐνσκῆψαι λαμπηδόνα
τῷ βασιλεῖ, καὶ τῇ ταύτης βολῇ διαταραχθέντα ἐντ’ ἁ τὸν
αὐτοκράτορα τοῦ ἵππου τε ἐκπεσεῖν καὶ κεῖσθαι
παρὰ τῆ γῇ ἀφρὸν τοῦ στόματος ἀποπτύοντα καὶ
 μηδὲν τῶν κατ’ αὐτὸν αἰσθανόμενον , ἀκατίῳ δ’ 
ἐκεῖθεν ἐμβιβασθέντα κομισθῆναι εἰς τὰ βασίλεια,
καὶ νοσήσαντά τι βραχύ, εἶτα δὴ καὶ ἀπογνωσθέντα,
κείρασθαί τε τὴν τρίχα καὶ ἀντὶ τῆς πορφύρας
τραχὺ τριβώνιον ἀμφιέσασθαι, τὸν δοῦκα Κωνσταντῖνον
βασιλέα προχειρισάμενον , καὶ οὕτω τῇ τοῦ 
Στουδίου προσορμίσαι μονῇ , κἀκεῖ τὸ λοιπὸν καταβιῶναι
τῆς βιοτῆς ἀναρρωσθέντα ἐκ τοῦ νοσήματος.

 
ἐβασίλευσε δὲ δύο ἐνιαυτοὺς καὶ μήνας τρεῖς δραστήριος
ὢν καὶ τὸ ἦθος σοβαρὸν ἐνδεικνύ μένος,
πρὸς πράξεις ὀξύτατος, στρατηγικώτατος τὰ πολέμια,
λόγοις μὲν οὐχ ὡμιληκώς, προσέχων δ’ αὐτοῖς
 καὶ τοὺς τούτων τροφίμους ἀποδεχόμενος. αἰτιώμε- 
νος δὲ ὅτι τυραννίδι ἐπικεχείρηκεν “ὤκνουν” ἔλεγε
“τῷ συνδούλῳ δουλεύειν καὶ τῶν εἰκότων μὴ τυγ-
χάνειν.” 
 Ὁ δὲ πρόεδρος Κωνσταντἴνος ὁ Δούκας τῆς

βασιλείας τυχὼν ἀπραγμόνως, ὡς εἴρηται, πολλοὺς τῶν τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ τοῦ δημώδους πλήθους
εἰς μείζονας ἀξιωμάτων βαθμοὺς προεβίβασε.
καὶ ὅσους δ’ ὁ Κομνηνὸς ἀφείλετο τὰς οἰκείας τιμάς,
πολλοὶ δ’ ἦσαν καὶ οὗτοι, εἰς ταύτας αὖθις
 αὐτὸς ἐκείνους ἀποκατέστησεν. ἐπιβουλῆς δὲ κατ’
αὐτοῦ συσκευασθ ἐίσης, μικροῦ δεῖν ἐγένετο ἂν ὑποβρύχιος. 
ἦν μὲν γὰρ ἐν τοῖς βασιλείοις τῶν Μαγγάνων,
 ἐσκέψαντο δὲ οἱ συνομοσάμενοι ὡς εἰ θόρυβος
ἐν τῇ τῆς πόλεως γεγονὼς ἀγγελθείη αὐτῷ
 ἀγορᾷ, αὐτίκα διὰ τῆς θαλάσσης ἐκεῖνος ἀπελεύσεται
πρὸς τὸ μέγα Ἀνάκτορον. προῳκονόμητο δ’ αὐτοῖς
μὴ εἶναι τὴν βασιλικὴν τριήρη ἐκεῖ καὶ τοὺς
ἐκείνης οἰακοστρόφους, οὓς πρωτοκαράβους ἡ δημώδης
λέγει φωνή. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς ὡς τὸν θόρυβον
 ἠνωτίσατο, ἀπιέναι δεῖν ἔκρινε τῶν Ἀνακτόρων
εὐθύ. ἐπεὶ δ’ οὐχ εὕρηται ἡ βασιλικὴ τριήρης
ἐκεῖ, εἰς τὸ τυχὸν ἐμβεβήκει ἀκάτιον· ἀπιόντος δὲ
ἀνεφάνη καὶ ἡ ναῦς ἡ βασίλειος, καὶ εἰρεσίᾳ πολλῇ
σὺν ῥύμῃ σφοδρᾷ τὸ ῥόθιον τέμνουσα πρὸς τὸ 
30 πλοιάριον, ὅπερ ὁ βασιλεὺς ἐμβεβήκει, πρὸς τῶν πηδαλιούχων
ἰθύνετο. ἦν δ’ αὐτοῖς τὸ βουλόμενον
ἐπιβιβάσαι τὴν τριήρη τοῦ πλοιαρίου, ἵν’ αὐτὸ κατα-

 
δύσῃ καὶ σὺν τῷ βασιλεῖ ποιήσηται ὑποβρύχιον. ὡς
δ’ εἶδον τὴν τῆς τριήρους ἐπιφορὰν οἴτῳ κρατοῦντι
συμπλέοντες , ἀνέκραξάν τε καὶ ἐπέχειν θρασύτερον
ἐξεβόησαν καὶ μετατρέπειν τοὺς οἴακας. ταῖς γοῦν
ἐκείνων βοαῖς ὥσπερ ἐμβροντηθέντες οἱ ἐπὶ τῶν 
οἰάκων, θείας δ’ ἦν τὸ ξύμπαν προμηθείας, ἀπεδειλίασαν.
λίασαν. καὶ οὕτω τὸν κίνδυνον ὁ βασιλεὺς ἐκφυγὼν
ὅπως τ’ ἑ καὶ παρ’ ὧν ἡ ἐπιβουλὴ σὺν συνεσκεύαστο
ἔγνω, καὶ τοὺς αἰτίους ἠμύνατο στερήσει μόνῃ
τῶν οὐσιῶν. οὗτος ὁ βασιλεὺς ηὔχει μὲν ὡς ἐπὶ 
 προγόνοις τοῖς πάλαι τῇ τῶν δουκῶν κεκλημένοις
ἐπωνυμίᾳ, τῷ Ἀνδρονίκῳ δηλαδὴ καὶ τῷ Πανθηρίῳ
καὶ ἐπὶ τούτοις τῷ Κωνσταντίνῳ. ἀλλὰ τοῦ γένους
ἐκείνων πάλαι πανοικὶ ἐξολοθρευθέντος , ὅτε Κωνσταντῖνος
τυραννίδι ἐπικεχείρηκεν , ὡς ἔμπροσθεν 
εἴρηται, τοῦ πορφυρογεννήτου Κωνσταντίνου τοῦ
παιδὸς τοῦ ἄνακτος Λέοντος, τοῦ φιλοσόφου φημί,
βασιλεύοντος, καὶ ὑπὸ ἐπιτρόπους τελοῦντος ἔτι διὰ
τὴν νηπιότητα, καὶ μηδενὸς. ἄρρενος περιλειφθέντος,
ἐκ θηλείας τινός , ὡς λόγος , οἱ τούτου κατήγοντο 
πρόγονοι, ὅθεν οὐδὲ δούκας λελόγιστο καθαρός,
ἀλλ’ ἐπίμικτος καὶ κεκιβδηλευμένην ἔχων τὴν πρὸς
 τοὺς δούκας συγγένειαν. ἦν δὲ ὁ ἀνὴρ τὰ πρὸς
θεὸν εὐσεβής, τὸ ἦθος ἐπιεικής, δικαιοσύνης ἐρατοῖς,
τὴν γνώμην δὲ νωθρὸς καὶ ἀμβλύς , χαίρων 
τοῖς ἐπὶ βίου μαρτυρουμένοις σεμνότητι, ἐκτόπως δ’
ἐρασιχρήματος καὶ πόρους ἐπινοῶν ὅπως αὐτῷ γένοιντο
πολλοὶ θησαυροί. ὅθεν καὶ πρὸ πάντων εἰς
δύο ταῦτα κατέτεινε τὴν σπουδήν , εἴς τε τὴν τῶν
δημοσίων φόρων ἐπαύξησιν , διὸ καὶ τὰ ἀρχεῖα τὰ 
τοὺς φορολόγους λογοπραγοῦντα ὠνητὰ παρεῖχε
τοῖς βουλομένοις καὶ τελῶν αἷς τὴν συλλογὴν τῶν

 
φόρων ἐπὶ συνθήκαις ἐπίστευε, καὶ εἰς ἀκροάσεις 
δικῶν. οὐ πάνυ δὲ τῇ ἀκριβείᾳ προσεῖχε δικάζων,
ἀλλ’ ἐνιαχοῦ καὶ ἐνηυθέντει καὶ τὰς ψήφους ὑπήλλαττε,
πρὸς τὰ πρόσωπα τὰς ἀποφάσεις τιθέμενος. 
 γλίσχρος δὲ τυγχάνων καὶ φειδωλὸς ἔθετο παρ’
ἑαυτῷ μὴ μάχαις πρὸς τὰ ἔθνη συρρήγνυσθαι, ἀλλὰ
δώροις καὶ φιλοφροσύναις ἄλλαις αὐτὰ οἰκειοῦσθαι
καὶ καταλλάττειν τῇ Ῥωμαίων ἀρχῇ, δύο ταῦτα ἐντεῦθεν
μνώμενος ἑαυτῷ, τό τε μὴ πλείω δαπανᾶν ἐν
 ἐκστρατείαις καὶ τὸ αὐτὸς ἠρεμεῖν καὶ σχολάζειν ὡς
ἐπίπαν τῇ τῶν χρημάτων συλλογῇ· διὸ καὶ τῶν
στρατιωτικῶν καταλόγων ἠμέλησεν ἢ μᾶλλον πολλοὺς
καὶ τοὺς γενναιοτέρους τῶν ἀπογραφῶν ἀπήλειψε 
λεῖψε διὰ τὸ βαρύμισθον · ὥστε συμβαίνειν θρασύνεσθαι
 μὲν τὸ βαρβαρικόν, συστέλλεσθαι δὲ καὶ ταπεινοῦσθαι
τὰ τῶν Ῥωμαίων στρατεύματα καὶ μειοῦσθαι
τὴν ἡγεμονίαν τὴν Ῥωμαϊκήν. πολλαὶ γὰρ τότε τῶν
ἑῴων χωρῶν αἱ μὲν ἐληίζοντο καὶ εἰς ἀφανισμὸν
προυχώρουν, αἶ δὲ καὶ ὑπὸ τοὺς πολεμίους ἐγίνοντο.

Καὶ τὰ μὲν πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον οὕτως εἶχον κακῶς, τὰ δ’ ἑσπέρια καὶ ταῦτα κακῶς ἔπασχε διὰ
στρατιωτῶν καὶ σπάνιν καὶ ἀχρειότητα. τοῦ γὰρ
τῶν Οὔζων ἔθνους, Σκύθαι δὲ τοῦτό ἐστι τῶν
Πατζινάκων καὶ κατὰ γένους ὑπεροχὴν καὶ κατὰ 
 πλήθους ὑπερβολὴν παρὰ τοῖς Σκυθικοῖς προτιμῶ -
μένον ἔθνεσι, τὸν Ἴστρον παγγενῆ διαβαίνοντος,
ἐπειράθησαν μὲν οἱ τῶν παριστρίων πόλεων ἄρχοντες,
ἦσαν δ’ οὗτοι ὁ μάγιστρος Νικηφόρος ὁ Βοτανειάτης
καὶ ὁ μάγιστρος Βασίλειος ὁ Ἀποκάπης,
 ἀπεῖρξαι αὐτοῖς τὴν διάβασιν , οὐ μέντοι γε ἠδυνήθησαν.
ἀλλὰ συμμίξαν σφίσι τὸ βάρβαρον τήν τε
συνοῦσαν αὐτοῖς κατηγωνίσατο στρατιὰν καὶ τοὺς

 
εἰρημένους ἄνδρας καὶ ἄμφω δοριαλώτους ἀπήγαγον,
καὶ διαβάντες τὸν Δάνουβιν τὴν περὶ αὐτὸν
χώραν ἐπλήρωσαν ἅπασαν. ἦσαν γάρ, ὡς λόγος,
ὑπὸ ἑξήκοντα χιλιάδας οἶ αἴρειν ὅπλα δυνάμενοι.
 ὅθεν ὁρμώμενοι τήν τε Μακεδονίαν ἐληίζοντο καὶ 
μέχρις Ἑλλάδος προῄεσαν. ταῦτα ἀθυμίαν ἐνεποίει
τῷ βασιλεῖ, συλλέξαι δὲ δυνάμεις ὤκνει καὶ ἀνεβάλλετο,
ἵνα μὴ πρόηται ὀβολόν. ἐκεῖνος δ’ ἔλεγεν ὅτι
ἀκαταγώνιστον τὸ ἔθνος ἐστί. πρέσβεις δὲ πρὸς
τοὺς αὐτῶν ἡγεμονεύοντας ἐσταλκὼς μετὰ δώρων 
ἐπειρᾶτο τούτοις πεῖσαι τὸ βάρβαρον σπείσασθαι.
πάντων δὲ ἀναφανδὸν λοιδορουμένων τῷ βασιλεῖ ὡς
διὰ φειδωλίαν μὴ κατὰ τῶν βαρβάρων ἐπεξιόντι,
τῆς μὲν πόλεως ἐξεδήμησε, περὶ δὲ Χοιροβάκχους
ἐσκήνωσεν, οὐ πλείους, ὡς λέγεται, τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα 
τήκοντα μεθ’ ἑαυτοῦ ἐπαγόμενος , φροντίζων δὲ
περὶ στρατεύματος συλλογῆς. ἐν τούτοις δ’ ἠγγέλη
 αὐτῷ ἡ τοῦ ἔθνους καταστροφή. ἐνσκήψαντος γὰρ
ἐκείνῳ λοιμοῦ, καὶ κακωθέντι σφοδρῶς ἐξ αὐτοῦ οἴ
τε Πατζινάκαι καὶ οἱ παρακείμενοι Βούλγαροι ἠσθενηκότι 
νηκότι ἐπέθεντο, καὶ ἄρδην αὐτὸ διεφθάρκασι , μόλις
τῶν ἡγεμόνων μετ’ ὀλίγων δυνηθέντων διαβῆναι
τὸν Ἴστρον. ἦν δὲ τὸ σύμπαν τοῦ στρατηγήματος
τῆς θείας δυνάμεως. ἀπογνοὺς γὰρ ὁ βασιλεὺς
πάντοθεν πρὸς τὸ θεῖον κατέφυγε, δάκρυσι καὶ 
συντριβῇ καρδίας τούτου δεόμενος καὶ τὴν ἐκεῖθεν
ἐκκαλούμενος ἀρωγήν. ταῦτα δ’ ἐν τῷ ἕκτῳ ἔτει
ἐπράχθη τῆς βασιλείας τούτου τοῦ αὐτοκράτορος.
πρὸ δὲ τούτου σεισμὸς ἐγένετο μέγας κατὰ τὴν εἰκοστὴν
 τρίτην τοῦ Σεπτεβρίου μηνός, ὑφ’ οὗ καὶ 
ναοὶ καὶ οἰκίαι πολλαχοῦ ἠρειπώθησαν. ὅτε καὶ τὸ
κατὰ Κύζικον ‘Eλληνικὸν κατέπεσε τέμενος, ἔργον

 
κάλλιστόν τε καὶ θαύματος ἄξιον , καὶ ὁ ἐν Νικαίᾳ
τῶν ἁγίων πατέρων μέγιστός τε καὶ περιώνυμος κατεσείθη
ναός. κατὰ δὲ τὸν Μάι·ον μῆνα τῆς τετάρτης
ἰνδικτιῶνος κομήτης ὦπτο ἀστὴρ κατόπιν τοῦ
 ἡλίου πρὸς δύσιν ἰόντος. ἦν δὲ πρότερον μὲν κατὰ
σελήνην πλήρη τὸ μέγεθος, εἶτα κόμην ὥσπερ ἐκφύων
ἐμειοῦτο, καὶ καθ’ ὅσον τὰ τῆς κόμης ηὐξάνετο,
ἠλαττονοῦτο τὸ μέγεθος. πρὸς δὲ τὴν ἀνατο— 
Λὴν τὰς ἀκτῖνας ἀπέτεινεν, ἐφ’ ἡμέρας φαινόμενος 
 τεσσαράκοντα. τοῦ πατριάρχου δὲ Κωνσταντίνου
τοῦ Λειχούδη ἐπ’ ἔτη τέσσαρα καὶ μῆνας ἒξ τὴν ἐκκλσιαν
ἰθύναντος καὶ μεταθεμένου πρὸς ἑτέραν
ζωήν, Ἰωάννης ὁ Ξιφιλῖνος εἰς τὸν ἀρχιερατικὸν
τῆς Κωνσταντίνου θρόνον ἀνάγεται , ὃς ἐκ Τραπεξοῦντος
 ζοῦντος μὲν ὥρμητο, πεπαίδευτο δὲ παιδείαν λόγων
παντοδαπῶν καὶ τοῖς ἐξόχοις τῆς συγκλήτου συνηρίθμητο.
πάντα δὲ ἑκουσίως λιπών, τοῖς κατὰ τὸν
Ὄλυμπον προσφοιτήσας σεμνείοις κείρεταί τε τὴν
κόμην καὶ τὸν μοναχικὸν ὑπέρχεται βίον, ἔνθα καὶ
 συχνὸν διανύσας χρόνον ἄξιος ἐκρίθη τοῦ θρόνου
τοῦ πατριαρχικοῦ. ὁ δέ γε βασιλεὺς νόσῳ ληφθεὶς
καὶ ταύτῃ κάμνων ἐπὶ μακρὸν καὶ ταλαιπωροῦ μένος
καὶ ἤδη κατεργασθείς, καὶ ἀπαραίτητον αὐτῷ γνοὺς 
ἐπιέναι τὴν τελευτήν, τὴν μὲν βασιλείαν τοῖς υἱοῖς
 αὐτοῦ καταλέλοιπε τρισὶν οὖσιν, οὑς αὐτῷ ἡ σύνοικος
Εὐδοκία ἐγείνατο, τοὺς μὲν δύο τὸν Μιχαὴλ τε καὶ
τὸν Ἀνδρόνικον ἰδιωτεύοντι ἔτι, τὸν δὲ Κωνσταντῖνον
βασιλεύσαντι, καὶ αὐτὴ Αὐγοῦστα ἀναρρηθεῖσα.
ὅθεν οὗτος καὶ πορφυρογεννήτης ἦν, ὃν αὐτίκα καὶ
πρὸ τῶν ἄλλων τοῖς βασιλικοῖς παρασήμοις ἐκόσμησεν,
εἶτα καὶ τοὺς λοιποὺς ἀνηγόρευσε. τούτους
μὲν οὖν ἐπέστησε τῇ ἀρχῇ, αὐτοῖς δὲ τὴν μητέρα

 
βασιλίδα τε καὶ τροφὸν καὶ κυρίαν, τὸ ξύμπαν εἰπεῖν,
καταλέλοιπε, ἐπ’ αὐτῇ τὴν τῆς βασιλείας μεταχείρισιν
 ποιησάμενος , δοκούσῃ αὐτῷ σώφρονί τε
καὶ πρὸς παίδων ἀγωγὴν δεξιᾷ καὶ πεφυκυίᾳ πρὸς
πραγμάτων διοίκησιν , πρότερον ὅρκον ἐξ αὐτῆς 
ἀπαιτήσας ἔγγραφον ὡς οὐ πρὸς γάμον ἐλεύσεται
δεύτερον. τὸ δ’ ἔγγραφον παρ’ ἐκείνης βεβαιωθὲν
τῷ πατριάρχῃ ἐδόθη φυλαχθησόμενον · ἀλλὰ καὶ οἱ
τῆς συγκλήτου βουλῆς ἅπαντες ἐγγράφως κατέθεντο
μὴ ἄν ποτε βασιλέα ἕτερον ἀνειπεῖν, εἰ μὴ τοὺς 
παῖδας αὐτοῦ. ἐπὶ τούτοις ὁ μὲν ἐξέλιπε, βασιλεύσας
ἑπτὰ πρὸς τῷ ἡμίσει ἐνιαυτούς, ζήσας δ’ ἐξήκοντα
ἢ καί τι τούτων ἐπέκεινα. τὸν μέντοι ἀδελφὸν αὐτοῦ
 Καίσαρα βασιλεύσας ἐτίμησε καὶ σύμβουλον
εἶχε καὶ τῶν μυστηρίων συνίστορα. λόγοις δὲ οὐχ 
ὡμιληκὼς ἠγάπα τούτους καὶ τοὺς λογίους ἐσέβετο,
καὶ ἔλεγε βούλεσθαι μᾶλλον ἐκ λόγων ἢ τῆς βασιλείας
γνωρίζεσθαι. τοὺς δ’ ἐπιβούλους αὐτοῦ μὴ
ἄλλως κακῶς διαθήσειν ἔφασκεν ἢ μόνον ὡς ὠνη-
τοῖς κεχρῆσθαι αὐτοῖς , ὡς τῶν νόμων αὐτῶν τὴν 2(
ἐλευθερίαν ἀφελομένων.

Κατὰ γοῦν τὰς τοῦ τελευτήσαντος βασιλέως
διαταγὰς ἥ τε βασιλὶς Εὐδοκία καὶ οἱ παῖδες ἐκείνου
τῆς βασιλείας ἦσαν διάδοχοι καὶ ἡ βασίλισσα
 τὴν τῶν κοινῶν μετακεχείριστο πρόνοιαν τῶν υἱέων ἁ
κατάρχουσα καὶ ἐπὶ βήματος σὺν ἐκείνοις προυκάθητο,
μεσεύουσα μὲν αὐτή, ἐκείνους δὲ παρακαθίζουσα
ἑκατέρωθεν, οὕτως ἐν ἀρχαιρεσίαις, οὕτως ἐν
ζητήσεσι πολιτικῶν ὑποθέσεων , οὕτως ἐχρημάτιζον
πρέσβεσιν , οὕτως ἐν συνήθεσι προόδοις προῄεσαν. 
οἱ δὲ τὴν ἑῴαν ληιζόμενοι βάρβαροι οὐκ ἐπαύοντο
τὰς ὑπὸ Ῥωμαίους κατατρέχοντες χώρας καὶ ταύτας

 
ὁσημέραι σινόμενοι. οἱ γὰρ στρατιῶται, ὡς ἤδη μοι
εἴρηται, διὰ τὴν τοῦ βασιλέως γλισχρότητα ὠλιγώθησάν
τε καὶ ἐκακώθησαν. καὶ εἴ τινες δ’ ἦσαν ἔτι 
στρατείας ἐχόμενοι, κἀκεῖνοι ἀντεπεξιέναι τοῖς πολεμίοις
 ἦσαν ἀπρόθυμοι, τῶν συνήθων ὀψωνίων στερούμενοι.
ὅθεν οἱ βάρβαροι ποτὲ μὲν τῇ Μεσοποταμίᾳ
ἐφήδρευον, ποτὲ δὲ τὰ περὶ τὴν Μελιτηνὴν 
ἐπόρθουν, ποτὲ δὲ τὴν Κιλικίαν ἐσίνοντο, καὶ ἄλλοτε
τοῖς Καππαδόκαις ἐπῄεσαν, καὶ τοῖς κατὰ Κοίλην
 Συρίαν ἐνίοτε. ταῦτα τῇ βασιλίσσῃ καταγγελλόμενα
θόρυβον ἐνεποίει, καὶ βασιλέως πολλῶν λεγόντων
δεῖσθαι τὰ πράγματα, δείσασα ἐκείνη μὴ τὸ κοινὸν
βασιλέα τινὰ προστήσηται ἑαυτοῦ, καὶ οὕτως αὐτὴ
καὶ οἱ παῖδες τῆς βασιλείας ἐκπέσωσιν, ἔκρινεν αὐτή
 τινα ἐπαγαγεῖν τῇ ἀρχῇ, ἔνα καὶ ἑαυτῇ καὶ τοῖς τέκνοις
διατηρήσῃ τὸ κράτος καὶ μείνῃ αὐτοῖς ἀναφαίρετον.
οὐ γὰρ δι’ ἀκολασίαν αὐτήν φασιν οὐδ’
ἡττηθεῖσαν ἡδονῆς ἑαυτῇ προσαρμόσαι τὸν Διογενῆ,
ἀλλ’ ὡς ἄνδρα δραστήριον καὶ τὰ πολέμια δόκιμον B
 καὶ τὴν ἰσχὺν ἀπαράμιλλον, ἐπιστῆσαι αὐτὸν τῇ
ἀρχῇ, ἵν’ ἡ βαρβαρικὴ φορὰ ἐπισχεθείη ποσῶς, αὐτοῦ
τούτοις ἀντερείσαντος τοὺς βραχίονας. ἦν δ’ ὁ
ἀνὴρ οὗτος καὶ τῶν ἐκ γένους λαμπροῦ καὶ τῶν
διαβοήτων ἐπὶ τοῖς ἀνδραγαθήμασιν. οὗ ὁ πατὴρ
 ἐπ’ ἀδελφόπαιδι τοῦ βασιλεύσαντος πάλαι τοῦ κατὰ
τοὺς Ἀργυροῦς Ῥωμανοῦ κηδεστὴς γεγονὼς καὶ ἐπὶ
τυραννίδι ἁλούς, ἑαυτὸν κατεκρήμνισε. τετίμητο δὲ
τῷ τῶν βεσταρχῶν ἀξιώματι. δοὺξ γὰρ παρὰ τοῦ
Δούκα τῆς Σαρδικῆς γεγονὼς καὶ Πατζινάκοις ἐκεῖ
 που περιτυχὼν καὶ τούτοις συμβαλών, πολλούς τε 
διώλεσε καὶ οὐ μείους ἐζώγρησεν, ὧν τοὺς μὲν ἑαλωκότας
ζωούς, τῶν δ’ ἐσφαγμένων τὰς κεφαλὰς στεί-

 
λας τῷ βασιλεῖ βεστάρχης τετίμητο, γράψαντος τοῦ
κρατοῦντος αὐτῷ ὡς “οὐ δῶρον, ὦ Διογενὲς, τὸ
ἀξίωμα, τοῦ δ’ ἀνδραγαθήματος ἀμοιβή.’’ διατρίβων
οὖν ἐκεῖ τυραννῆσαι παρεσκευάζετο , ἐπεὶ ἔγνω
τεθνάναι τὸν αὐτοκράτορα. ὡς δ’ ἐμηνύθη τῇ βασιλίσσῃ 
τὸ βούλευμα τοῦ ἀνδρός, στείλασα συνέσχεν
αὐτόν, καὶ ἤχθη δεσμώτης εἰς τὸ Βυζάντιον, καὶ
ἐλεγχθεὶς ὡς ἐπίβουλος, κατεκρίθη, καὶ τέως ὁρί-
 οις κατεκλείσθη περιγραπτοῖς. εἶτ’ αὖθις ὡς κατάκριτος
εἰσῆκτο πρὸς βῆμα δὴ τὸ βασίλειον, ἔν’ 
ἡ ψῆφος κυρωθείη ἡ κατ’ αὐτοῦ. ἔλεος οὖν τοῦ
ἀνδρὸς εἰσῄει τοὺς παρεστῶτας καὶ πᾶσιν ἐπαθαίνετο
ἡ ψυχή. ἦν γὰρ οὐ μόνον τὴν ἰσχὺν ἀπαράμιλλος,
ἀλλὰ καὶ ἰδέσθαι καλός. συνέπαθεν οὖν
μετὰ τῶν ἄλλων καὶ ἡ βασιλὶς ἐπ’ αὐτῷ καὶ οἶκτος 
τοῦ ἀνδρὸς εἰσῄει καὶ αὐτήν, εἰ δὲ καὶ ἔρως, οὐκ
ἔχω λέγειν, καὶ ἀντὶ τῆς ψήφου τῆς ὁριζούσης ἐκείνῳ
τὴν κόλασιν τῆς κολάσεως ἐλευθεροῦν αὐτὸν
ἐξήνεκτο ψήφισμα. καὶ ὁ μὲν λυθεὶς τοῦ ἐγκλήμα-
 τος ἐξῄει πρὸς τὴν Καππαδοκῶν, αὕτη γὰρ ἐκείνῳ 
πατρίς, ἡ δὲ βασιλὶς μεταπεμψαμένη αὐτὸν μάγιστρον
καὶ στρατηλάτην προεχειρίσατο ἤδη καὶ βασιλέα
τοῦτον ἀν’ εἰπεῖν, ὡς ἄνδρα κρίνασα παρ’
ἑαυτῇ γενναιότατον. ἀνεκόπτετο μέντοι διὰ τὰ ὅρκια
καὶ τὸ ἔγγραφον, ὃ παρὰ τοῦ πατριάρχου τετήρητο. 25
καὶ ἦν αὐτῇ μέλημα ὅπως τοῦτο ἀφέλοιτο. σκέπτεται
τοίνυν περὶ τούτου βουλὴν πονηράν τε καὶ βαθυγνώμονα,
καὶ ταύτην ἐνί τῳ τῶν περὶ αὐτὴν ἐκτομιῶν
κοινοῦται καὶ οἷον προαγωγῷ τῷ θεράποντι
κέχρηται, ὑποθεμένη ὁπόσα ἂν καὶ οἶα τῷ πατριάρχῃ 
προσομιλήσει. ὁ δὲ τῷ ἀρχιερεῖ προσελθὼν “ἰσθι”
φησίν “ὦ δέσποτα, ὡς ἐρῴη τοῦ ἀνεψιοῦ σου ἡ βα-

 
σιλίς,’’ ἦν γὰρ ἀνεψιὸς αὐτῷ Βάρδας, νέος τε καὶ 
σφριγῶν καὶ ἀφροδισίων ἡττώμενος, καὶ προσεπῆγεν 
ὡς ‘‘εἰ σὺ ἐπινεύσειας τὸ τοῦ ὅρκου χειρόγραφον
ἀποδοῦναι τῇ βασιλίσσῃ καὶ πεῖσαι μή τινα κίνδν
 νον ἐκ τούτου ἐπηρτῆσθαι αὐτῇ , αὐτίκα συνοικίσει
μὲν ἑαυτῇ τὸν σὸν ἀδελφόπαιδα, καί οἶ τὸ κράτος
ἴψεται τὸ βασίλειον. ὡς δὲ τούτοις ὁ πατριάρχης
παραβουκοληθεὶς ὅλον ἐνέδωκεν ἑαυτόν, καὶ τῶν
τῆς συγκλήτου βουλῆς ἀπῄτητο θέσθαι ἀπόπειραν.
 ὁ δὲ τούτων ἕκαστον προσκαλούμενος τὰ πράγματα
ζητεῖν ἔλεγε βασιλέα τὸν τούτων ἀντιληψόμενον. εἰ
γὰρ ἔτι γυναικὶ μόνῃ καὶ παιδαρίοις ταῦτα διοικηθήσεται,
οἰχήσεται πάντως οὐκ εἰς μακρὰν τῇ τῶν 
Ῥωμαίων ἡγεμονίᾳ οὐ τὰ πόρρω μόνον καὶ τοῖ
 ἐχθροῖς ἀγχιτέρμονα , ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἀγχίθυρα.
καὶ ἐπὶ τούτοις τῶν ὅρκων καὶ τοῦ ἐγγράφου πολλὴν
ἐποιεῖτο καταδρομὴν καὶ τὸν τεθνεῶτα βασιλέα
ἐκακηγόρει, ὡς μηδὲ τοῦ κοινῇ συμφέροντος θέμενον
πρόνοιαν, ἀλλ’ ἐκζηλοτυπίας ἐκθέσμους ὅρκους ἀπῃτηκότα
 καὶ παράνομα ἔγγραφα. τούτοις τοὺς πλείους
συντιθεμένους ἐσχηκὼς ἐκεῖνος, εἰ δέ τινες καὶ ἀν-
τέλεγον , τοὺς μὲν δώροις, τοὺς δ’ ὑποσχέσεσι συμψἠφους
πείσας αὐτῷ γενέσθαι, στέλλει τῇ βασιλίσσῃ
τὸ τῶν ὅρκων χειρόγραφον. ἡ δὲ τούτου λαβομένη
 εἰς ἔργον τὸ βούλευμα ἀπετέλεσε , καὶ ἄγεται μὲν
τὸν Διογενῆ καὶ τούτῳ συζεύγνυται, κοινοῦται δὲ 
τὴν πρᾶξιν τῷ πρεσβυτέρῳ τ’ ἑ τῶν υἱῶν καὶ τῷ
Καίσαρι μετακληθέντι πρὸς τὰ βασίλεια καὶ μετασχοντι
σχόντι τῶν ὑμεναίων καὶ τῶν ἐπιγαμίων ἀπογενσα
 μένω κρατήρων, καὶ ὁ Διογενὴς βασιλεὺς ἀνηγόρευτο
τῆς βασιλίδος Εὐδοκίας μετὰ τῶν υἱέων
ἀρξάσης ἐπὶ μῆνας ἑπτὰ καὶ ἡμέρας τινάς.

Ῥωμᾶνος δὲ ὁ Διογενὴς τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴς
γενόμενος ἐγκρατὴς οὐ κατὰ τὰς ἐλπίδας τῆς
βασιλευσάσης αὐτὸν Εὐδοκίας ἀποβεβήκει. ἡ μὲν
 γὰρ ἐκ κατακρίτου καὶ ἤδη τὸν δήμιον ἐφεστηκότα
ὁρῶντος αὐτῷ, οὐ μόνον κινδύνου προφανοῦς έξαρπάσασα, 
ἀλλὰ καὶ τηλικαύτης ἀρχῆς ἀξιώσασα ᾤετο
ἐν πᾶσιν ἔχειν τοῦτον ὑπείκοντα καὶ αὐτὴ κατάρχειν
τοῦ βασιλεύοντος. ὁ δὲ καὶ ἄλλως ὢν ἀλαζονικὸς
καὶ ἀδούλωτος, ἐπ’ ὀλίγον μὲν βιασάμενος τὸ
ἦθος ὑπέπιπτε ταῖς τῆς Αὐγούστης θελήσεσι καὶ 
ὑπεκρίνετο τὴν ὑπόπτωσιν , εἶτα μὴ στέγων τὴν
βίαν ταχὺ πρὸς τὸν οἰκεῖον τρόπον ἐπανελήλυθε
καὶ τὴν ὑπακοὴν ἐδυσχέραινε καὶ ἤθελεν αὐτὸς τὸ
κράτος καθαρῶς ἀναδήσασθαι. κακῶς δὲ τῶν ἑώων
διακειμένων, καὶ τῶν μὲν ἤδη ἀπεγνωσμένων, τῶν 
 δὲ πρὸς αὐτὸ χωρούντων, ἐκστρατείαν κηρύττει, καὶ
πήγνυσι τὴν σκηνὴν τὴν βασίλειον κατὰ τὸ τῆς ἑῴας
τμῆμα τὸ τῇ Βθζαντίδι ἀντίπορθμον , δύο ταῦτα
πραγματευόμενος, ἀποτειχίσαι τε τοῖς βαρβάροις τὴν
ἔφοδον καὶ σωτηρίαν ὡς ἐνὸν πρυτανεῦσαι τῷ 
ὑπηκόῳ καὶ ἑαυτῷ γαυρίαμά τι περιποιήσασθαι καὶ
μὴ πάντα ὑπείκειν τῇ βασιλίδι, ἀλλ’ αὐτὸς αὐταρ-
χεῖν. ἄρας οὖν ἐκ τῶν βασιλείων πανοπλίτης ἐπεπανοπος
ραιώθη πρὸς τὴν ἑῴαν , οὔτ’ ἀξιόμαχον ἐπαγόμενες
στράτευμα , καὶ ὃ ἐπήγετο , ἀπορίᾳ καὶ ὅπλων καὶ 
 ἵππων καὶ τῶν ἀναγκαίων αὐτῷ ἐτετρύχωτο. ἐκ
 μακροῦ γὰρ κατολιγωρηθεῖσαν τὴν στρατιάν, ὥσπερ
εἴρηται, ἀθρόον ἀνακτηθῆναι οὐκ ἦν εὐχερές. ἀθροι-
σθέντων οὖν τῶν οὕτως ἐχόντων στρατιωτῶν κατὰ
τὸ θέμα τῶν Ἀνατολικῶν , ὁ τῆς Φρυγίας ἐστιν , οἱ m
ἐναντίοι μαθόντες τὸν βασιλέα ἐπιέναι σφίσιν αὐτόν,
καὶ τοιοῦτον εἶναι ὡς ἑτοίμως προκινδυνεύειν

 
τῶν ὑπηκόων, ἀρήιόν τε καὶ τὴν ὁρμὴν ἀνυπόστατον,
τὰ γὰρ τῆς στρατιᾶς ὅπως διέκειτο οὐκ ἠκρίβουν
οἱ βάρβαροι, εὐλαβῶς εἶχον καὶ ὤκνουν κατὰ
συστάδην μαχέσασθαι. ἔνθεν τοι ὁ μὲν Σουλτὰν εἰς
 τοὐπίσω πεποίητο τὴν ὁρμήν, δύο δὲ μοίρας τῆς
βαρβαρικῆς διελὼν στρατιᾶς τὴν μὲν εἰς τὴν νοτιωτέραν 
Ἀσίαν τὴν ἄνω, τὴν δὲ πρὸς τὴν βορειοτέραν
ὁρμῆσαι τοῖς προεστῶσιν αὐτῶν ἐνετείλατο. οἱ δὲ
ἐπιόντες τὰ προστυχόντα τε ληιζόμενοι τὴν Νεοκαισάρειαν
 αἰφνίδιον ἐπεισπεσόντες αὐτῇ ἐξεπόρθησαν
καὶ λαφύρων ἐμπλησθέντες ἐκεῖθεν ἀπῄεσαν.
τοῦτο τῷ βασιλεῖ ἀγγελθὲν ἀθυμίαν ἐνέσταξε, καὶ
τοὺς εὐζωνοτέρους ἀναλαβὼν τοῦ στρατεύματος
ἀπῄει διὰ δυσβάτων ὁδῶν καὶ ὀρῶν, φθάσαι τοὺς
 ἐχθροὺς ἐπειγόμενος. ὡς οὖν αὐτοῖς ἐπῆλθεν ἀδόκητος,
εἰς πτοίαν ἐνέβαλεν ἅπαντας, καὶ πρὸς δρασμὸν
ἀπεῖδον εὐθύς, αὐτοῦ που καταλιπόντες καὶ
τὴν λείαν καὶ τὴν ἀποσκευήν. φθορὰ μὲν οὖν τῶν
βαρβάρων οὐ πάνυ τι γέγονε, τῶν περὶ τὸν βασιλέα 
 κεκοπιακότων ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καὶ μὴ οἵων τε ὄντων
διώκειν ἐπὶ πολύ. οἱ μέντοι ληφθέντες αἰχμάλωτοι
καὶ εἴ τι ἕτερον ἐπλήρου τὴν λείαν, ξύμπαντα
ἠλευθέρωτο. ἐκεῖθεν τῆς πρὸς Συρίαν ἥψατο ἀπαγούσης,
καὶ φάλαγγα μὲν εἰς Μελιτηνὴν ἐξαπέστειλεν,
 αὐτὸς δὲ εἰς τὸ Χάλεπ ὁρμήσας πολλὴν ἀπήγαγε
λείαν ἀνθρώπων καὶ ζῴων ἄλλων. κἀκεῖθεν
εἰς Ἱεράπολιν τῆς Συρίας ἐγένετο. καὶ πολιορκεῖν
ἐπιχειρήσας αὐτὴν ὁμολογίᾳ τὴν πόλιν παρέλαβεν.
εἶτα τῶν βαρβάρων ἐπιθεμένων μέρει τῆς Ῥωμαῖκῆς
 στρατιᾶς καὶ ἡττησάντων αὐτό, οὐδεὶς τῶν ἄλλων
εἰς ἐπικοῦ ρίαν τῶν ἡττωμένων γενέσθαι προεθυμήθη.
ὁ δέ γε βασιλεὺς ἔνδον τῆς ἑαλωκυίας πό-

 
 λέως ὢν καὶ τὸ συμβὰν ἐγνωκώς, ταχύτατα μετὰ
τῶν περὶ αὐτὸν εἰς ἀρωγὴν τῶν ἡττημένων ἐξώρφμσε.
μαθὼν δὲ ὁ τοῦ χαλεπ’ ἡγεμονεύων τὴν τῶν
Ῥωμαίων ἧτταν προσέθετο καὶ αὐτὸς τοῖς ἄλλοις
βαρβάροις μετὰ τῆς οἰκείας πάσης δυνάμεως, αὐτίκα 
τὸν βασιλέα προσδοκῶν ἀπαγαγεῖν δοριάλωτον.
καὶ τὸ ῾Ρωμαϊκὸν κύκλῳ στρατόπεδον περιέλαβον. ὁ
μέντοι βασιλεὺς ἀκήρυκτον αὐτοῖς τὴν μάχην ἐπεωεγκών,
ἐξῄει γὰρ τοῦ χάρακος καὶ τὸ στράτευμα
συνεξήγαγε, μήτε σαλπίγγων γενομένης ἠχῆς μήθ’ 
ἑτέρου διαδήλου συνθήματος, ἐτρέψατο τοὺς ἐναντίους
καὶ εἰς φυγὴν ἠνάγκασεν ἀπιδεῖν. εἰ οὖν ἐπὶ
πολὺ τὸ ῾Ρωμαϊκὸν ἐπεδίωξε στράτευμα, νίκην ἂν
 ἤρατο μεγίστην καὶ περιβόητον. οἱ γὰρ ἔπποι τοῖς
Ἄραψι ταχεῖς μέν εἰσι τὴν πρώτην ὁρμὴν καὶ τῶν 
λοιπῶν ποδωκέστατοι, οὐκ ἐπὶ πολὺ δὲ τὸν δρόμον
ἐκτείνουσιν, ἀλλ’ ἀποκναίουσι τάχιστα. ἀνακληθέντες
δὲ καὶ τῆς διώξεως ἀποσχόμενοι τοὺς ἐναντίους
μὲν περιέσωσαν, ἑαυτοὺς δὲ μεγάλου κατορθώματος
καὶ εὐκλείας ἐστέρησαν. ὅμως τῷ βασιλεἶ, 
ὅτι ὅλως οἱ ῾Ρωμαῖοι ἀντεπιέναι τοῖς ἐχθροῖς ἀπεθάρρησαν
καὶ τὸ πολὺ τῆς πρῴην δειλίας ἀπέθεντο,
ἀρκοῦν ἐδόκει εὐτύχημα. ἐνῴκιστο δὲ τῆς Ἱεραπόλεως
ἡ ἀκρόπολις, τοῦ βασιλέως προστάξαντος.
ἑτέροις δὲ πολίσμασιν ἐπελθών, καὶ τὰ μὲν διὰ τὸ 
ἀνάλωτον παρελθών, τὰ δὲ κατασχών, εἰς πόλιν τῆς
Κιλικίας τὴν Ἀλέξανδρον λεγομένην κατήντησε. κἀ-
 κεῖθεν ἀπιόντι λαφυραγωγηθῆναι τὸ Ἀμόριον διαγγέλλεται
καὶ κτανθῆναι πολλούς. ἐδυσφόρησε μὲν
οὖν πρὸς ταῦτα ὁ βασιλεύς, μὴ δυνάμενος δ’ ἐπαμῦναι 
τοῖς πεπονθόσι, τὰ περὶ τὸν οἰκεῖον στρατὸν
 οἰκονομησάμενος, ἔνα τὴν τοῦ χειμῶνος ὥραν ἀνεν-

 
δεῶς τῶν ἀναγκαίων παρέλθωσιν, αὐτὸς ἐπὶ τὴν
βασιλίδα τῶν πόλεων ἐπανῆλθεν , ἀλαζονικώτερον
διακείμενος, ὡς τάχα κατωρθωκὼς πλείω, οὐ μόνον
πρὸς τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν βασίλισσαν.
 ἡ δὲ πρὸς τοὐναντίον αὐτῇ τὰς ἐλπίδας
τραπείσας κατανοοῦσα ἐδυσχέραινε καὶ τὴν καρδίαν
εἶχεν οἰδαίνουσαν, τὰς ἐπιπλήξεις μὴ στέγουσα.

Ἄρτι δ’ ἀναλάμπειν ἠργμένου τοῦ ἔαρος αὖθις ὁ βασιλεὺς ἑτέρας ἐκστρατείας ἐμέμνητο. ἐκδημήσας
 τοίνυν τῆς Βυζαντίδος καὶ γενόμενος εἰς Καισάρειαν,
ἔμαθε Τούρκων πλῆθος πολὺ κατατρέχειν τὴν 
’ρᾶν, καὶ τούτοις πῇ μὲν μέρος τῆς στρατιᾶς ἐπαφιείς,
πῇ δὲ καὶ αὐτὸς συμβαλών , ἐτρέψατο τοὺς
ἐχθρούς, καὶ τοὺς ζωγρηθέντας τῷ ξίφει πάντας
 ὑπαγαγὼν πρὸς τὸν Εὐφράτην ἐτίθει τὸ ὅρμημα.
τὸν μέντοι Φ,λάρετον στρατηγὸν προβαλόμενος , ἦν
δὲ τοῦ Βραχαμίων γένους ὁ ἀνήρ, δοκῶν μὲν πρὸς
στρατιωτικὴν ἐμπειρίαν ἱκανῶς ἔχειν , βίου δὲ τυγχάνων
χανὼν οὐκ ἀγαθοῦ, ἀλλ’ ἀντιρρόπου πάνυ πρὸς τὴν
ὢ κλῆσιν αὐτοῦ, τούτῳ τὸ ἥμισυ παραδίδωσι τοῦ στρατεύματος,
αὐτὸς δ' ἀπένευσε πρὸς τὰ βορειότερα.
τοῖς δὲ μετὰ τοῦ Φιλαρέτου ἐπιφανέντες οἱ ἐναντίοι
πτοίαν ἐνέβαλον, καὶ τοὺς τόπους καταλιποῦσιν,
οὓς φυλάττειν ὡρίσθησαν , καὶ εἰς φυγὴν τραπεῖσιν 
 εἵποντο οἱ πολέμιοι, καὶ εἷλον ἅπασαν τὴν ἐκείνων
ἀποσκευήν. τοῦτο ἐλθὸν εἰς γνῶσιν τῷ βασιλεῖ
σκυθρωπάσαι πεποίηκεν , οἱ δ’ ἐναντίοι κατὰ τῆς
Καππαδοκίας τὸ ὅρμημα θέμενοι αὐτήν τε ἐπόρθουν
καὶ πρὸς τὸ Ἰκόνιον ἵεντο, ἀνθρώπων τε πολυπλήθειαν
 ἔχον καὶ πᾶσι τοῖς δοκοῦσιν ἀγαθοῖς εὐθηνούμενον.
ὁ δὲ βασιλεὺς εἰς Σεβάστειαν ἀφικόμενος,
καὶ μαθὼν τὴν κατὰ τοῦ Ἰκονίου τῶν Τούρκων

 
ἐπέλασιν συνέτεινε καὶ αὐτὸς τὴν πορείαν ὀπίσω
αὐτῶν. γνοὺς δὲ ἤδη ἐκπεπορθηκότας αὐτοὺς τὸ
Ἰκόνιον καὶ τὴν αὐτοῦ εὑ λάβου μένους κατάληψιν
ἀπᾶραι, τῷ τῆς μεγάλης Ἀντιοχείας δουκὶ τῷ Xατατουρίῳ
μοῖραν ἐκπέμψας τινὰ τῶν Ρωμαϊκῶν δυνάμεων 
 ἐνετείλατο εἰς Μοψουεστίαν ἀφίξεσθαι καὶ
τοῖς Τούρκοις ἐκεῖ διιοῦσι συμμίξαι. ἀλλ’ οἶ πολέμιοι
εἰς τὴν τῆς Ταρσοῦ πεδιάδα γενόμενοι τοῖς Ἀρμενίοις
ἐνέπεσον, καὶ πᾶσαν σχεδὸν τὴν λείαν ἀπέβαλον.
ἐνωτισθέντες δὲ καὶ τὴν ἐν Μοψοπίᾳ 
τῶν Ῥωμαίων ἐφέδρευσιν , ᾤχοντο διὰ τῆς νυκτὸς
καὶ διέφυγον. ὃ τῷ βασιλεῖ λύπης ὑπόθεσις γέγονε,
καὶ ἀπογνοὺς ὡρμήκει πρὸς τὸ Βυζάντιον· ἤδη γὰρ
ἐπέστη καὶ τὸ μετόπωρον. ὅτε καὶ ὁ μέγας τόν
Βλαχερνῶν ἐπυρπολήθη ναός, ἔτους ἐνισταμένου ἑξακισχιλοστῦ 
ἐφισταμένου πεντακοσιοστοῦ ἑβδομηκοστοῦ ὀγδόου.
ἐφισταμένου δέ γε τοῦ ἔαρος Μανουὴλ πρωτοπρόεδρον
τὸν Κομνηνόν, τὸν τοῦ βεβασιλευκότος ἤδη
 Ἰσαακίου ἀδελφιδοῦν, κουροπαλάτην τιμήσας ἐφίστησι
τοῖς στρατεύμασιν. ὁ δὲ νέος μὲν ἐτύγχανεν 
ὤν, ἦρχε δὲ κατὰ γέροντας, καὶ βαρβάρων ἐντυχὼν
στρατιᾷ προσμίγνυσι καὶ νικᾷ. τοῦτο λέγεται τῷ
Διογενεῖ φθόνον κινῆσαι, καὶ διὰ τοῦτο τῆς περὶ
ἐκεῖνον στρατιᾶς μοῖραν οὐκ ἐλαχίστην ἀποδιελεῖν
καὶ στεῖλαι κατὰ Συρίας. εἶτα τοῦ Κομνηνοῦ μετὰ 
τῶν ὑπολελειμμένων γενομένου κατὰ Σεβάστειαν,
Τούρκων ἀνεφάνη πληθύς, καὶ ἐπῄει τούτοις ἐκεῖνος.
οἱ δὲ φυγὴν ὑπεκρίθησαν, καὶ οἶ περὶ τὸν Κομνηνὸν
τοὺς φεύγοντας ἐπεδίωκον. ἐκ δέ γε συνθήματος
μεταστρέψαντες τὰ νῶτα οἶ βάρβαροι ἐσκεδασμένοις 
τοῖς Ῥωμαίοις ἐπέθεντο, καὶ πολλοὺς μὲν ἀνεῖλον,
καὶ εἷλον οὐ μείονας καὶ αὐτὸν τὸν στρατάρχην

 
τὸν Μανουὴλ καὶ τὸ στρατόπεδον διηρπάκασιν. ἡ
δὲ περὶ τούτων ἀγγελία τὸν αὐτοκράτορα 
καὶ ἔτι φήμη τις γενομένη ὡς ἡ ἐν Χώναις πολιτεία
καὶ τὸ ἐκεῖ τοῦ ἀρχιστρατήγου περίπυστον τέμενος
 τοῖς βαρβάροις παρείληπται. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς
ὅλος ἦν τοῦ αὐτίκα χωρῆσαι κατὰ τῶν πολεμίων καὶ
ἐπαρῆξαι τοῖς κινδυνεύουσιν, ἀλλά τινες αὐτῷ συν- 
ἐβούλευον ἐπέχειν τέως. ἐν τούτοις δὲ ἧκεν ὁ Κομηνὸς
Μανουὴλ μετὰ καὶ τοῦ ἑλόντος αὐτὸν Τούρκου,
προσελθόντος τῷ βασιλεῖ. ἐκ γάρ τινος αἰτίας
 δυσμένειαν ὁ Σουλτὰν ἐσχηκὼς κατὰ τοῦ ἀνδρὸς
στρατιὰν ἐξαπέστειλε κατ’ αὐτοῦ συλληψομένην αὐτόν.
διὸ δείσας ἐκεῖνος εἵλετο τῷ βασιλεῖ προσφυγεῖν,
ὃν αὐτίκα τετίμηκε πρόεδρον. ἦν δὲ τὴν ἡλικίαν
 κίαν βραχύτατος, τὴν δὲ μορφὴν εἰδεχθέστατος.

Ἐπεὶ δὲ τὸ ἔαρ ὑπέλαμπεν , ἐμβεβήκει μὲν τῇ τριήρει τῇ αὐτοκρατορικῇ · διαπεραιουμένου δ’ ἄρτι
- περιστερὰ οὐ πάνυ μὲν μέλαινα τὴν χροιάν, πρὸς δὲ
τὸ μελάντερον ἀποκλίνουσα, τὴν τριήρη αὐτοῦ περιίπτατο
 καὶ οὐκ ἀπέστη πτερυσσομένη περὶ αὐτόν,
ἴως ἐκεῖνος ταῖς χερσὶν αὐτῆς ἐπελάβετο. ὁ δὲ ταύτην
τῇ βασιλίσσῃ ἐκπέπομφεν, ἐκρίθη δὲ τὸ τῆς περιστερᾶς
οὐκ ἀγαθόν τι τεκμήριον οὔτε τῷ ταύτην
ἑλόντι οὔτε μὴν τῇ πρὸς ἣν ἔσταλτο. ἀλλὰ καὶ τοῦ
 ξύλου, ᾧ μέσον ἱσταμένῳ ἡ βασίλειος σκηνὴ ἐπερείδεται,
δεται, αὐτομάτως κατεαγότος , κατέπεσεν ἡ σκηνή·
καὶ τοῦτο δὲ σύμβολον ἐνομίσθη ἀπαίσιον. ὅμως 
οὐδὲν τὸν βασιλέα τῆς προθυμίας ἀνέκοψεν , ἀλλὰ
προῄει ἕως τοῦ θέματος τῶν Ἀνατολικῶν, φειδωλίας
 ἐχόμενος παρὰ τὸ εἰωθός. ἐσκηνωμένῳ δέ που ἐν
δωματίοις πῦρ ποθεν ἐνεχθὲν αὐτά τ’ ἑ κατ’ ἔφλεξε
τὰ δωμάτια καὶ ἵππους ἡμιφλέκτους εἰργάσατο τῶν

 
βασιλικῶν καὶ χαλινὰ καὶ ὀχήματα, ὃ καὶ τούτῳ κακὸν
οἰώνισμα ἔδοξεν. ἐκεῖθεν μετελθὼν καὶ τὸν
Ἅλυν διαπεράσας καὶ παρελθὼν τὴν Καισάρειαν
εἰς τὴν λεγομένην Κρύαν πηγὴν τὸν χάρακα ἔθετο,
ἔνθα τισὶ τῶν Νεμίτζων ἀπηνέστερον προσηνέχθη 
δι’ ἀδικήματα. τοῦ δὲ τάγματος τούτων ἀποστατήσαντος,
ἱππότης αὐτὸς αὐτίκα ἐπιφανεὶς καὶ τὸ στρα-
 τιωτικὸν ἐπαγόμενος κατέπληξέ τ’ ἑ τὸ ἀποστατῆσαν
καὶ αὖθις συμμαχικὸν αὐτῷ ἐποιήσατο. εἶτα ἄπεισιν
εἰς Θεοδοσιόπολιν, κἀκεῖ δύο μηνῶν ἕκαστον 
ἐπάγεσθαι κελεύσας τροφήν, ὡς διὰ ἀοικήτου μέλλων
πορεύεσθαι, διεῖλε τὸ στράτευμα καὶ μοῖραν
μὲν τῷ Ρουσελίῳ παρέσχεν, ἀνὴρ δ’ οὗτος Λατῖνος
πολεμικώτατος, καὶ κατὰ τοῦ Χλιὰτ αὐτὸν ἐξαπέστειλεν.
ἑτέραν δὲ μοῖραν ἑτέρῳ προσένειμε, προστάξας 
αὐτῷ πορθῆσαι τὸ Μανζικίερτ· αὐτὸς δὲ ὁ βασιλεὺς
μετὰ τῶν λοιπῶν οὐκ ἀξιομάχων ὄντων περιελέλειιπτο.
τὸ μὲν οὖν Μανζικίερτ δι’ ὁμολογίας
τῷ βασιλεῖ παραδέδοτο, ἀποδεδειλιακότων τῶν Τούρκων
καὶ πίστιν αἰτησαμένων, καὶ τούτου ἐκστάντων. 
 στρατιώταις δὲ εἰς συλλογὴν ἐξελθοῦσι τῶν χρειωδῶν
πολέμιοι ἀθρόον ἐπήλθοσαν. ὃ γνοὺς ὁ βασιλεὺς
τὸν μάγιστρον Νικηφόρον τὸν Βρυέννιον ἐπ’
αὐτοὺς ἐξαπέστειλε μετά τινος συντάγματος, ὃς τοῖ
Τούρκοις προσβαλὼν καὶ κάμνουσαν βλέπων τὴν 
μετ’ αὐτοῦ δύναμιν, στείλας ᾔτει ἐπικουρίαν. ὁ δὲ
βασιλεὺς ἀγνοῶν τῶν ἐναντίων τὴν δύναμιν, δειλίαν
κατέγνω τοῦ Βρυεννίου καὶ κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ἐτρχύνετο.
ἔτυχε δὲ τότε ὁ ἱερεὺς ἀναγινώσκων τὸ εὐαγγέλιον
καὶ λέγων “εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὒ μᾶς διώξουσιν.” 30
ὅμως ἔστειλε καὶ τὸν μάγιστρον Νικηφόρον
τὸν Βασιλάκι0ν μετὰ μοίρας στρατιωτῶν, ὧν προσ-

 
τεθέντων τῷ Βρυεννίῳ μέχρι, μέν τινος ἰσοπαλὴς
ἦν ὁ ἀγών. εἶτα τοῦ Βασιλακίου ὁρμήσαντος ἐν 
προμάχοις κατὰ τῶν ἐναντίων μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν
τὰ νῶτα ἔτρεψαν οἱ πολέμιοι, ὁ δὲ ἐδίωκε, τοῦ Βρυεννἰου
 σὺν τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν μὴ διώκοντος. ὡς δὲ
περὶ τὸν χάρακα τῶν ἐναντίων ἐγένετο, πληγέντος
αὐτῷ τοῦ ἵππου ἀπέβη αὐτοῦ , καὶ διὰ τὸ τῶν ὅπλων
βάρος οὐκ εὐκίνητος ὢν κυκλοῦται παρὰ τῶν πολεμίων,
καὶ ζωγρηθεὶς τῷ Σουλτάνῳ προσάγεται · οὔτε
 δ’ ἐκεῖνος δουλικώτερον αὐτῷ προσῄει οὔτε μὴν ὁ 
Σουλτὰν ὡς αἰχμαλώτῳ αὐτῷ προσήνεκτο, συχνάκις
δὲ τὸν ἄνδρα μετακαλοῦ μένος περὶ τοῦ βασιλέως
διεπυνθάνετο καὶ τὰς οἰκείας δυνάμεις ἐδείκνυεν. ὁ
δὲ καὶ ἐπῄνει τὰ τοῦ Σουλτὰν καὶ ἐθαύμαζεν , οὐ
 μέντοι συμφέρειν αὐτῷ ἔλεγεν ἀντιπαρατάξασθαι τῷ
βασιλεῖ. ὁ δέ γε βασιλεὺς μετὰ τῶν περιλοίπων ἐξῆλθε 
τοῦ χάρακος κατασκοπήσων τί τὸ γινόμενον,
ἑστὼς δ’ ἐπὶ γεωλόφων μέχρις ἐσπέρας ὑπέστρεψε.
καὶ οἱ Τοῦρκοι δ’ εὐθὺς ἐκύκλωσαν τὸ στρατόπεδον,
 καὶ τοῦτο περιιππεύοντες βέλη ἔβαλλον καὶ βοαῖς
ἀσήμοις καὶ ὑλακαῖς περιήχουν τὴν στρατιάν. οὕτω
μὲν οὖν ἡ νὺξ ἐκείνη παρῆλθεν. ἔωθεν δὲ Οὔζων
τι σύνταγμα πρὸς τοὺς πολεμίους ἀπηυτομόλησε.
καὶ τοῦτο ὕποπτον καὶ τὸ μεῖναν ἔτι πλῆθος τῶν
 Οὔζων ἐποίησεν.

Ὁ δὲ βασιλεὺς ὀξύτατα πέμψας εἰς τὸ Χλιὰτ μετεκαλεῖτο τὰ ἐκεῖσε στρατεύματα. ὡς δ’ οὐκ ἀφίκοντο,
κοντο, ὁ γὰρ Ταρχανειώτης , οὗτος γὰρ ἦν ὁ εἷς
τῶν ἐκεῖ στραταρχῶν, μαθὼν τοῦ Σουλτάνου τὴν
 ἄφιξιν, παρέπεισε καὶ τὸν Ῥουσέλιον , καὶ μετὰ τῶν 
ὑπ’ αὐτοὺς δυνάμεων ἄραντες φυγῇ πρὸς τὰ Ῥωμαίων
ἐχώρησαν ὅρια, ἔγνω ὁ Διογενὴς μετὰ τῶν

 
συνόντων αὐτῷ διαγωνίσασθαι ἐς τὴν αὔριον καὶ
ἅμα πρωὶ πρὸς τὸν πόλεμον ἐξηρτύετο. ἐν τούτω
δὲ πρέσβεις ἧκον ἐκ τοῦ Σουλτάνου περὶ εἰρήνης
διαλεξόμενοι. ὁ δὲ βασιλεὺς οὐ πάνυ φιλανθρώπως
τοὺς πρέσβεις ἐδέξατο, ὅμως μέντοι καὶ λόγων σφίσι 
μετέδωκε καὶ ἀπελθεῖν πρὸς τὸν κύριον αὐτῶν
προετρέψατο καὶ ἀπαγγεῖλαι ὡς ‘‘εἰ βούλοιτο περὶ
συμβάσεων διαλέξασθαι, καταλιπέτω τὸν τόπον ἐν
ᾧπερ ἐστρατοπέδευται καὶ πόρρω ποι μετασκηνωσάτω,
ὥστε με μετὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς στρατιᾶς τὸν χά-
 ρακα 
πήξασθαι, ὅπου νῦν ἐστιν ἡ τῶν βαρβάρων
παρεμβολή.’’ ταῦτα τοῖς πρέσβεσι διαλεχθεὶς ἀλαξονικώτερον
συντόμως ἐπανελθεῖν ἐνετείλατο. οἶ μὲν
οὖν τῷ Σουλτὰν τοὺς τοῦ βασιλέως λόγους ἀπήγγελλον,
κἀκεῖνος μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν περὶ τῶν τῆς 
εἰρήνης συνθηκῶν ἐβουλεύετο. ὁ δέ γε βασιλεὺς
ὑπερφρονήσας καί τισι πεπεισμένος τῶν ᾠκειωμένων
αὐτῷ δεδειλιακέναι λέγουσι τὸν Σουλτάν, ὡς μὴ
ἀξιόμαχον ἐπαγόμενον δύναμιν, καὶ διὰ τοῦτο τὴν
εἰρήνην ζητεῖν, ἵνα τῆς μάχης ὑπερτεθείσης καὶ ἄλλην 
δύναμιν προσαγάγηται, μήτε τὴν τῶν πρέσβεων
ἀναμείνας ὑποστροφὴν μήθ’ ἕτερόν τι σκοπήσας
τοῖς σαλπιγκταῖς ἐκέλευσεν ἠχῆσαι τὸ ἐνυάλιον.
 τοὺς δὲ βαρβάρους τὸ αἰφνίδιον διεθρόησεν, ἀλλὰ
καὶ οὕτως εἰς ἀντιπαράταξιν ἔστησαν, καὶ ἐπιόντων 
αὐτοῖς τῶν Ῥωμαίων οὐκ ἀντεπῄεσαν, ἀλλ’ ἀνεχάξοντο,
μήτε τὰ νῶτα τ’ ῥέποντες μήτε μέντοι μαχόμενοι.
ὡς δὲ περὶ δείλην ὀψίαν ἡ ἡμέρα ἐγένετο, εἰδὼς
ὁ βασιλεὺς ὅτι φυλακὴ περὶ τὸ στρατόπεδον οὐκ
ἦν ἀξιόλογος, καὶ δείσας μὴ ἐπελθόντων τῶν ἐναντίων 
αὐτῷ διαρπαγῇ, ἔγνω τὴν μάχην λῦσαι καὶ
ἐπαναζεῦξαι περὶ τὸν χάρακα. ἐπιστρέψας οὖν τὴν

 
βασιλικὴν σημαίαν αὐτός τ’ ἐπανῄει καὶ τῇ στρατιᾷ
ταὐτὸ ποιεῖν διεσήμαινεν. οἶ μὲν οὖν περὶ αὐτὸν
ὄντες ἀθορύβως ἐποίουν τὸ κελευσθέν. ὅσοι
δὲ πόρρω ποι τὰς τάξεις ἐκέκτηντο, φυγὴν τοῦ
 βασιλέως τὴν ὑποστροφὴν ὑπετόπασαν, Ἀνδρονίκου 
τοῦ υἱοῦ τοῦ Καίσαρος τὸν λόγον ὑποβαλόντος ταῖς
φάλαγξιν. ἀεὶ γὰρ ὅ τε Καῖσαρ καὶ οἶ τούτου υἱεῖς
ἐφήδρευον τῷ βασιλεῖ καὶ ἀφανῶς ἐπεβούλευον.
ἄρας οὖν αὐτίκα μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν ὁ Ἀνδρόνικος,
 ἐξῆρχε γὰρ οὐκ ἐλαχίστης μοίρας στρατιωτῶν,
ἀπὸ ῥυτῆρος ἐπανελήλυθεν εἰς τὸν χάρακα. τοῦτο
καὶ τοὺς λοιποὺς ἐτρέψατο εἰς φυγήν, οὓς οὕτως
ἀκόσμως ἐπανιόντας ὁ βασιλεὺς θεασάμενος ἔστη,
στῆναι δὲ καὶ τοῖς ἀπιοῦσιν ἐνεκελεύετο. ἀλλ’ ἐξεκεκώφεισαν 15
ἅπαντες καὶ τῆς φυγῆς οὐ μεθίεντο. 
ὡς δὲ τὸ παράλογον τῆς φυγῆς δυστύχημα τῶν ῾Ρωμαίων
καὶ μήνιμα θεῖον ἔγνωσαν οἱ πολέμιοι, εὐθὺς
ἐπῆλθον τῷ βασιλεῖ. ὁ δὲ μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν τὴν 
μάχην ἐδέξατο, καὶ μέχρι μέν τινος ἐρρωμένως ἀντεῖχον, 20
εἶτα τῶν μὲν πεσόντων , ἑαλωκότων δ’ ἐτέρων,
περιεστοιχίσθη πρὸς τῶν βαρβάρων ὁ βασιλεύς.
ἀλλ’ οὐδὲ οὕτως ἐνέδωκε. πολλοὺς δὲ πλήξας καὶ
ἀνελὼν ἐπλήγη κἀκεῖνος τὴν χεῖρα, καὶ οὕτως ἀποκαμὼν
καὶ μηκέτι ἀμύνεσθαι τοὺς ἐπιόντας δυνάμενος
 μήτε μέντοι φυγεῖν, ἤδη τοῦ ἵππου αὐτῷ πεπτωκότος
ἐκ τῶν βελῶν, ἑάλω καὶ ἀπῆκτο τοῖς βαρβάροις
ὁ βασιλεὺς Ῥωμαίων αἰχμάλωτος. ἀγγελθεῖσα
δὲ ἡ τοῦ βασιλέως ἅλωσις τῷ Σουλτάνῳ χαρὰν μέν,
ὡς εἰκός, ἐνεποίησεν, οὐ μέντοι ἐπῆρεν αὐτὸν ὥστε 
30 καὶ ὑψηλοφρονῆσαι· Ἄξαν ἐκεῖνος ὠνόμαστο, οὗ
πολλὰ ἐπὶ δικαιοσύνῃ καὶ μετριοφροσύνῃ ᾄδονται
διηγήματα. ὅθεν ἠπίστει καὶ τῇ τοῦ βασιλέως ἁλώ-

 
σει διὰ τὸ τοῦ εὐτυχήματος ἄκρατον. καὶ ἰδὼν αὐτὸν
οὐ πρότερον πιστὸν τὸ πρᾶγμα ἐδέξατο, ἕως
καὶ οἱ παρ’ αὐτοῦ σταλέντες πρέσβεις αὐτὸν ἀνεγνώρισαν
καὶ ὁ Βασιλάκης ἐκεῖ κατεχόμενος καὶ
ἰδὼν αὐτὸν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ θρηνῶν κατέβαλεν 
ἑαυτόν. τότε δὲ τοῦ θρόνου τε ἀνεπήδησεν
ὥσπερ ἔνθους, καὶ τεθέντα κατὰ γῆς, ὡς ἔθος, πατήσας
αὐτὸν ἀνέστησε καὶ περιεπτύξατο, καὶ “μὴ
 λυποῦ, βασιλεῦ” ἔφη· “τοιαῦτα γὰρ τὰ ἀνθρώπινα·
ἐγὼ δὲ οὐχ ὡς αἰχμαλώτῳ, ἀλλ’ ὡς βασιλεῖ σοι 
προσενεχθήσομαι.” καὶ αὐτίκα σκηνὴν αὐτῷ ἀποτάττει
καὶ θεραπείαν βασίλειον, κοινωνεῖ τε τραπέζης,
ὁμόθρονον ἑαυτῷ ποίησά μένος, λύει τε τῶν
αἰχμαλώτων αὐτῷ ὁπόσους ᾔτησε, καὶ οὕτως ἐφ’
ἡμέραις τισὶ συνομιλήσας καὶ συνδιαιτηθεὶς τῷ ἀνδρὶ 
δρὶ καὶ τιμήσας ὑπερβαλλόντως, εἶτα καὶ συνθήκας
θέμενος ἐπὶ εἰρήνῃ διηνεκεῖ καὶ κήδους ὑπόσχεσιν
ἐπὶ παισὶ ποιησάμενος, ἀφῆκε τὸν Διογένην ἀπιέναι
μεθ’ ὅσης οὐκ ἄν τις ἤλπισε δορυφορίας καὶ τιμῆς.
ὁ δὲ εἰς Θεοδοσιόπολιν ἀπελθὼν ἐσταλμένος βαρβαρικῶς 
ρικῶς, ὁ γὰρ Σουλτὰν οἰκείας αὐτῷ παρέσχε στολάς,
 τήν τε χεῖρα ἐκεῖ προσμείνας ἐθεραπεύετο καὶ τὴν
ἀμφίασιν πρὸς τὸ ῥωμαῖκώτερον μεθηρμόζετο. ἐκεῖδεν
δὲ προῄει ἐπανιών, ἄγων μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ πρέσβεις
τοῦ Σουλτάν. ἀλλ’ ὁ μὲν οὕτως ἐπανῄει. τῆς 
δ’ ἁλώσεως αὐτοῦ ἀγγελθείσης εἰς τὰ βασίλεια ἐν
διχονοίᾳ οἱ περὶ ταῦτα γεγόνασιν. ὁ ἱ μὲν γὰρ τῇ
βασιλίσσῃ καὶ αὖθις τὴν ἐξουσίαν ἐδίδοσαν , οἶ δὲ
τῷ πρεσβυτέρῳ τῶν ταύτης υἱέων τὸ ξύμπαν ἐπε-
ψηφίζοντο , οἶ δὲ κοινοπραξίαν τῇ τε μητρὶ καὶ τῷ 
υἱέι· ἀπένεμον.

Ἐν τούτοις δὲ λυθεὶς τῆς αἰχμαλωσίας ὁ Διογέ-

 
νης ἀγγέλλεται· κομίζεται δὲ καὶ ἰδιόγραφος ἐκείνου 
ἐπιστολὴ τὰ αὐτῷ συμβεβηκότα διδάσκουσα.
τοῦτο μείζονα θροῦν ἦρε, καὶ ἀπορία πάντας εἶλε
τοῦ τί ἂν δέοι δρᾶν. ὁ γοῦν Καῖσαρ Ἰωάννης καὶ οἱ
 ἐκείνου υἱοί, ἀεί, ὡς εἴρηται, ἐγκοτοῦντες τῷ Διογένει,
ἁρπάζουσι τὸν καιρόν, καὶ προσλαβόμενοι τῶν
τῆς συγκλήτου ἐνίους, ὅσοι ὡμοφρόνουν αὐτοῖς, ὧν
ἐξῆρχεν ὁ ὑπέρτιμος ὁ Ψελλός, δύσνους καὶ αὐτὸς
τῷ Διογένει τυγχάνων, τὴν βασίλισσαν Εὐδοκίαν
 εἰς τὴν παρ’ αὐτῆς δομηθεῖσαν μονὴν κατὰ τὸν ἐν
τῇ Προποντίδι πορθμὸν περιορίζουσι, τὸν δὲ Μιχαὴλ
ἀνακηρύττουσιν αὐτοκράτορα. εἶτα πανταχοῦ διαπέμπονται
βασίλεια γράμματα μήθ’ ὑποδέχεσθαι
μήτε τιμῆς βασιλικῆς ἀξιοῦν ἐπανιόντα τὸν Διογένην 
 κελεύοντα. τούτου δὲ τοῦ βουλεύματος εἰσηγητὴς 
γῄτης ὁ Ψελλὸς γέγονεν, ὡς καὶ αὐτὸς ἐν τῇ περὶ
τούτου φησὶ συγγραφῇ. ὅπερ ὁ Διογενὴς μαθών,
τὴν Δόκειαν κατασχών , φρούριον δ’ αὕτη, παρ’
αὐτῇ ἐστρατοπεδεύσατο. καὶ ὁ Καῖσαρ τῶν σφετἐρων
 ρων υἱέων τὸν νεώτερον τὸν πρόεδρον Κωνσταντἴ-
νον στέλλει κατὰ τοῦ Διογενοῦς μετὰ δυνάμεως. ὁ
δὲ Διογενὴς εἰς Καππαδοκίαν ἀφίκετο. προσγενομένου
δὲ τοῦ Κρισπίνου, Φράγγος δ’ οὗτος, σὺν
ὁμοφύλοις τῷ Κωνσταντίνῳ, ὁ Διογενὴς Θεόδωρον
 τὸν Ἀλυάττην κατ’ αὐτῶν ἐξαπέστειλεν. ὁ δὲ συμμίξας
αὐτοῖς ἡττήθη, καὶ ἁλοὺς ἐξεκόπη τὰ ὄμματα.
τοῦτο τὸν Διογενῆ λίαν ἠνίασεν. ὄντι δ’ ἐν τῷ 
Τυροποιῷ, τοῦτο δ’ ἐστὶ φρούριον ἐρυμνότατον,
πρόσεισιν αὐτῷ τῆς Ἀντιοχείας ὁ δούξ· οὗτος δ’ ἦν
 ὁ ἐξ Ἀρμενίων ὁ Χατατούριος, στρατιώτας συχνοὺς
ἐπαγόμενος. παραλαβὼν οὖν τὸν Διογένην οὗτος
καὶ εἰς Κιλικίαν ἀπαγαγὼν ἐκ τοῦ Σουλτὰν ἐκαρα-

 
δόκει βοήθειαν, καὶ αὐτὸς δὲ συνήθροιζε στράτευμα.
στέλλεται οὖν αὖθις κατ’ αὐτῶν ὁ πρεσβύτερος τῶν
παίδων τοῦ Καίσαρος ὁ πρόεδρος Ἀνδρόνικος, καὶ
εἰς Κιλικίαν γενόμενος τῷ Χατατουρίῳ συρρήγνυται,
καὶ ἀναιρεῖται μὲν ὁ Χατατούριος, οἱ δὲ περὶ 
ἐκεῖνον εἰςἈδαναν συμπεφεύγασιν, ἔνθα ὁ Διογένης
διέτριβε. περικαθίσας δὲ τὴν πόλιν ὁ Ἀνδρό-
 νῖκος ἐπολιόρκει αὐτήν. εἶτα ἐπὶ συνθήκαις ἑαυτόν
ὁ Διογενὴς παρέδωκεν· αἱ δὲ συνθῆκαι, ἀποθέσθαι
μὲν τὴν βασιλείαν αὐτὸν καὶ ἰδιωτεύειν τὴν τρίχα 
κειράμενον. ἐπὶ ταύταις γὰρ καὶ ἀρχιερεῖς ἐστάλησαν
πρὸς τοῦ βασιλεύοντος, πληροφορίαν ἔνορκον
διδόντες αὐτῷ ὡς οὐδέν τι πείσεται ἄχαρι. θαρρήσας
οὖν τούτοις ὁ Διογενὴς ἔξεισι μελανείμων, καὶ
ἑαυτὸν ἐγχειρίζει τῷ Ἀνδρονίκῳ. ὁ δὲ τοῦτον λαβὼν 
ἐπανῄει, καὶ εἰς τὸ Κοτυάειον ἀφικόμενος προσέμενεν
ἐν αὐτῷ, ἕως ἂν αὐτῷ κελευσθείη τὸ ποιητέον,
τοῦ Διογενοῦς νοσηλευομένου ἐκ πόσεως φαρμάκου
δηλητηρίου ἐπιβούλως κερασθέντος αὐτῷ.
ἐκεῖ τοίνυν ἐπέμφθη βασίλειος ψῆφος, τοῦ φωτὸς 
στερηθῆναι τὸν μηδὲν ἠδικηκότα κελεύουσα. καὶ
αὐτίκα τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξορώρυκτο, παρόντων καὶ
 τῶν ἀρχιερέων καὶ ἐν δεινῷ ποιουμένων τὴν εἰς
τὸν ἄνθρωπον συμφοράν, μηδεμιᾶς μέντοι ἀξιουμένων
ἐπιστροφῆς. ὠμότατα δὲ τὰ ὄμματα ἐκκοπεὶς 
καὶ μηδ’ ἐπιμελείας τῆς δεούσης τυχών, διῳδήκει
τὴν κεφαλήν, καὶ αἱ πληγαί οἱ ἐξέζεσαν σκώληκας
καὶ ὁ ἀὴρ ὁ περὶ ἐκεῖνον δυσωδίας μεμέστωτο ἐκ
τῆς σήψεως. οὕτως οὖν κακῶς διακείμενος εἰς τὴν
καλουμένην Πρώτην νῆσον ἀπάγεται, ἐν ᾗ σεμνεῖον 
ἀνήγειρε περὶ τὸ τῆς νήσου μετεωρότερον. βραχύ
τι τοίνυν ἐπιβιώσας ἐκεῖ τὸν χοῦν ἀποτίθεται ἐν

 
αὐτῇ, παρὰ τῆς βασιλίδος Εὐδοκίας λαμπρότατα
κηδευθείς, βασιλεύσας ἔτη τρία καὶ μῆνας ὀκτώ.
λέγεται δὲ τὰ εἰς τὸν ἄνδρα τοῦτον γενόμενα πάντα
τοῦ Καίσαρος εἶναι διαταγάς, μηδὲν εἰδότος τοῦ αὐτοκράτορος
 τοκράτορος Μιχαὴλ. ἦν γὰρ χαῦνος ἄγαν τὸ ἦθος 
ὁ βασιλεὺς καὶ ἀνειμένος καὶ πρὸς μεταχείρισιν
πραγμάτων καὶ τῶν τυχόντων ἀδέξιος, πολλοῦ γε
δεῖ πρὸς βασιλείας διοίκησιν. κἀντεῦθεν τῆς εὐηθείας
ἐκείνου κατατρυφῶν ὁ θεῖος αὐτοῦ καὶ Καῖσαρ
 πάντα τὰ εἰς τὸν Διογένην ἐτύρευσεν ἐγκοτῶν
τῷ ἀνδρί. 
 Ἀποπεφυκὼς δὲ ὁ βασιλεὺς Μιχαὴλ πρὸς πρὸς τὴν

τῆς βασιλείας διοίκησιν τὸν μητροπολίτην Σίδης Ἰωάννην, ἐκτομίαν ὄντα, δραστήριον δέ, τοῖς πράγμασιν
 ἐφιστᾷ. εἶθ’ ἕτερον ἐκτομίαν τὸν Νικηφόρον,
ὃς νέος προσληφθεὶς παρὰ τοῦ Μονομάχου εἰς τὰ
βασίλεια ὑποκοριζόμενος διὰ τὴν νεότητα Νικηφορίτζης
ὠνόμαστο καὶ ὥσπερ ἐπωνυμίαν ἔσχηκε τοῦτο, 
ἐξ Ἑλλάδος καὶ Πελοποννήσου τὰς κρίσεις τούτων
ὢ διέποντα μετεπέμψατο. ἔφθασε γὰρ ὁ ἀνὴρ οὗτος
καὶ τῷ πατρὶ τοῦ βασιλέως τῷ βασιλεῖ Κωνσταντίνῳ
τῷ Δούκᾳ ὑπηρετήσασθαι. ἦν δὲ περὶ πραγμάτων
μεταχείρισιν δεξιὸς καὶ λόγοις ὡμιληκώς, τὸ δὲ
ἦθος ἔχων ὑποκαθήμενον καὶ γέμον δεινότητος.
 τούτῳ γοῦν ἐγχειρίζει τὰς ἡνίας τῆς βασιλείας, λογοθέτην
ὀνομάσας αὐτόν. ἐντεῦθεν ὁ Σίδης παραγκωνίζεται,
καὶ ὁ Καῖσαρ καθίσταται ὕποπτος, καὶ
πᾶσα ἡ τῆς βασιλείας διοίκησις ὑπὸ τὸν λογοθέτην
ἐγένετο, καὶ ὁ βασιλεὺς ὑπ’ αὐτοῦ ὡς ἀνδράποδον
 ἤγετο. καὶ οὐκ ἦν ὃ μὴ διὰ τοῦ λογοθέτου ἐγίνετο, 
καὶ πολλοὶ τῶν περιουσιῶν ἐστερήθησαν, ἄλλοις ἄλλων
ἐπενηνεγμένων λαβῶν, καὶ ἦν τῶν ἀνθρώπων

 
σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία καὶ ὁ τούτων ἐπιστρεφόμενος
οὐδαμοῦ. ὁ γὰρ βασιλεὺς παιδαριώδεσιν
ἐσχόλαζε πράξεσι, τοῦ ὑπάτου τῶν φιλοσόφων καὶ
ὑπερτίμου Μιχαὴλ τοῦ Ψελλοῦ λόγοις τῷ δοκεῖν
αὐτὸν ἐμβιβάζοντος καὶ διδάσκοντος νῦν μὲν τὴν 
γραμματικὴν τέχνην καὶ μέτρα καὶ διαλέκτους , νῦν
δ’ ἵνα κατὰ ῥήτορας διαλέγοιτο, νῦν δ’ ἱστορίαις
αὐτὸν προσεθίζοντος, ἄλλοτε δὲ φιλοσόφων θεωρημάτων
ἀκροᾶσθαι παρασκευάζοντος. ὁ δὲ πρὸς οὐδὲν
ἐπεφύκει. τούτοις οὖν ὁ Ῥωμαίων αὐτοκράτωρ 
 προστετηκὼς ὑφ’ ἕτερον , καὶ τοῦτον ἔνα, τὴν τῶν
κοινῶν κυβέρνησιν ἐποιήσατο , καὶ νόμος ἦν τὸ τῷ
λογοθέτῃ δοκοῦν. τὰ μὲν οὖν τῆς πολιτείας οὕτως
εἶχον κακῶς , τὰ δὲ κατὰ τὴν ἕω χεῖρον ἔσχον ἢ
πρότερον. ὁ γὰρ Σουλτὰν τὰ κατὰ τὸν Διογενῆ μαθὼν 
θῶν καὶ ὅτι ὃν ἐκεῖνος λαβὼν δοριάλωτον ἐτίμησε
καὶ ἀφῆκεν εἰς τὴν οἰκείαν ἀπελευσόμενον βασιλείαν,
τοῦτον οἱ συμφυλέται ἀπηνῶς οἰκτίστῳ θανάτῳ παρέδωκαν,
καὶ αἱ πρὸς ἐκεῖνον περὶ σπονδῶν συνθῆκαι
ἄπρακτοι μεμενήκασιν , ὑπερήλγησε , καὶ τὰς οἰκείας 
δυνάμεις κατὰ τῶν Ῥωμαϊκῶν χωρῶν χωρεῖν
 ἐξηρέθισεν· οὐκέτι τοίνυν ὡς ληιζόμενοι ταῖς χώραις
ἐπῄεσαν, ἀλλ’ ὡς ταύτας καθέξοντές τε καὶ κυριεύσοντες,
τοῦ σφᾶς ἀνείργοντος μὴ παρόντος. καὶ οἱ
μὲν ταῦτα ἐποίουν · ὁ δὲ βασιλεὺς δύναμιν ἀγείρας 
στρατάρχην ταύτης τὸν Κομνηνὸν προβάλλεται Ἰσαάκιον,
συζεύξας αὐτῷ καὶ τὸν Λατῖνον Ῥουσέλιον,
ὁμογενῶν ἄρχοντα τετρακοσίων ἀνδρῶν. ἐπεὶ δὲ
περὶ τὸ Ἰκόνιον ἐγεγόνει τὸ στράτευμα, ἐξ αἰτίας
τινὸς ἀποστατεῖ ὁ Ρουσέλιος καὶ τοὺς ὁμοφύλους
παραλαβὼν καθ’ ἑαυτὸν ἦν, καὶ πῇ μὲν τοῖς Τούρκοις
προσέμισγε, πῇ δὲ τὰς χώρας τὰς Ρωμαϊκὰς

 
ἐκεράιζεν. ὁ δὲ Κομνηνὸς Ἰσαάκιος μετὰ τοῦ περιλοίπου
στρατεύματος τοῖς Τούρκοις προσβαλὼν ἥττητο,
τητο, καὶ ἔπεσον μὲν πολλοὶ καὶ ἐζωγρήθησαν ἕτεροι
καὶ αὐτὸς ὁ στρατάρχης , καὶ διήρπαστο ἡ παρεμβολή. 
 ἐμβολή. ὁ μὲν οὖν Κομνηνὸς πολλῶν χρημάτων
τὴν ἐλευθερίαν ὠνήσατο. ὁ δὲ βασιλεὺς τὸν θεῖον
τὸν Καίσαρα τῷ πολέμῳ στρατάρχην ἐφίστησι. τοῦτο
μαθὼν ὁ Ρουσέλιος, πρὸ τοῦ τὸν Σαγγάριον τὸν
Καίσαρα διαβῆναι καταλαβών, ἀντεστρατοπεδεύσατο
 αὐτῷ, καὶ ὁ Καῖσαρ ἀμνηστίαν αὐτῷ τοῦ πταίσματος
ἐπηγγέλλετο, εἰ προσχωρήσει τῷ βασιλεῖ. ἀλλ’ ἐκεῖ— 
νος βαρβαρικῶς φρυαττόμενος οὐδὲν ἐφρόνει ἐνδόσιμον.
συρρήγνυται τοίνυν πόλεμος, καὶ ἡττήθησαν
οἱ περὶ τὸν Καίσαρα καὶ αὐτὸς ἑάλω σὺν πλείοσιν
 ἄλλοις, τοῦ Βοτανειάτου, ὃς συνεστρατήγει τῷ Καίσαρι,
μετ’ ὀλίγων φυγόντος. ὁ μέντοι Ρουσέλιος
πρὸς τὸ Βυζάντιον ἵετο ἄγων τὸν Καίσαρα δέσμιον
καὶ τὸν Μαλέσην Βασίλειον, ἄρτι τῆς μετὰ τοῦ Διογένους
λελυμένον αἰχμαλωσίας , καὶ ἡ Χρυσόπολις 
ὢ εἶχε τὸν ἀποστάτην, καὶ αὐτίκα πῦρ ταῖς ἐκεῖσε οἰκίαις
ἐνῆκεν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἀξίωμά τε κουροπαλάτου
αὐτῷ ἐπηγγέλλετο, εἰ τὰ ὅπλα κατάθοιτο, καὶ
τὴν γυναῖκα αὐτοῦ μετὰ τῶν τέκνων ἐξέπεμψεν·
ἀλλ’ ὁ βάρβαρος ἀτίθασος ἦν. μετεπέμψατο τοίνυν
 ὁ βασιλεὺς κατὰ τοῦ Ῥουσελίου Τούρκους ἐπὶ μισθῷ·
ὁ δὲ μὴ ἀξιόχρεως ὢν πρὸς τὸν πόλεμον λύει
τὸν Καίσαρα τῶν δεσμῶν καὶ εὐφημίαις ἀναγορεύει
βασιλικαῖς) οἰόμενος προσθήσεσθαί οἱ πολλούς. αἴφνης
δὲ Τούρκων ἀναφᾶνἐντων ὁ Ῥουσέλιος κατ’
 αὐτῶν βαρβαρικῇ θρασύτητι ἀπερισκέπτως ἐχώρησε,
καὶ πολλοὺς μὲν οἱ Φράγγοι τῶν Τούρκων κατέβαλον,
τοὺ ’ς δ’ ἄλλους ἐτρέψαντο εἰς φυγὴν καὶ ἀκρα- 

 
τὼς ἐδίωκον. οἶ μὲν οὖν πλείους ὀπίσω που ἀπελείφθησαν,
τῶν ἵππων σφίσι μὴ εὐτονούντων πρὸς
τὸ πολὺ τῆς διώξεως. ὁ Ρουσέλιος δὲ μετὰ τοῦ Καίσαρος
σὺν ὀλίγοις ἐπήλαυνον. ἤδη δὲ τῶν οἰκείων
ἐκμηκυνθεῖσι πολὺ ἑτέρα πληθὺς ἀνεφάνη Τούρκων 
εἰς πολλὰς πάνυ χιλιάδας ἀριθμουμένη· ὡς δ’ ἐπῆλθον
αὐτοῖς οἱ φανέντες καὶ ἄκοντες αὐτοῖς συνερράγησαν.
περιειληθέντες δ’ ὑπὸ τοῦ πλήθους καὶ
τοὺ ’ς ἵππους ἀποβαλόντες ἑάλωσαν ὅ τ’ ἑ Καῖσαρ
καὶ ὁ Ῥουσέλιος. ἀλλὰ τὸν μὲν Ῥουσέλιον ἡ σύνευνος 
προλαβοῦσα ἐπρίατο, τὸν δὲ Καίσαρα ὁ βασιλεὺς
ἐλυτρώσατο. ὁ δὲ ἀπαγόμενος πρὸς τὸν βασιλέα,
καὶ ἐν τῇ Προποντίδι γενόμενος, κείρεται τὴν τρίχα
 καὶ μεταμφιέννυται τὴν στολήν, ῥάκος μοναχικὸν
περιθέμενος· ηὐλαβεῖτο γὰρ μή τι πάθοι πρὸς τοῦ γ’
ἀνεψιοῦ διὰ τὴν ἀνάρρησιν. ὁ δέ γ’ ἑ Ῥουσέλιος λυδθείς,
ὡς εἴρηται, τῆς αἰχμαλωσίας , τὴν γυναῖκα
μετὰ τῶν περιλειφθέντων Φράγγων λαβὼν εἰς τὸ
τῶν Ἀρμενιακῶν θέμα ἐγένετο, ἐν ᾧ διῆγε καὶ πρότερον.
στέλλει τοίνυν ὁ βασιλεὺς κατ’ αὐτοῦ τὸν
πρόεδρον Ἀλέξιον τὸν Κομνηνόν, νέον μὲν ὄντα,
ἄνδρα δὲ συνετὸν καὶ δραστήριον. ὃς γενόμενος
κατὰ τὴν Ἀμάσειαν δι’ ἀπορρήτων δηλοῖ τοῖς Τούρκοις
ὡς εἰ κατασχόντες τὸν Ῥουσέλιον παραδοῖεν
τοῦτον αὐτῷ, πολλῶν αὐτοὺς ἐμπλήσει χρημάτων. 
φιλίαν γοῦν ὑποκριθέντες ἐκεῖνοι πρὸς τὸν Ρουσέλιον
 κατέσχον τὸν ἄνδρα, καὶ πολλῶν αὐτὸν χρημάτων
ἠλλάξαντο, ὃς αὐτίκα παρὰ τοῦ Ἀλεξίου δέσμιος
ἀπήχθη πρὸς τὸ Βυζάντιον, καὶ σφοδρῶς αἰκισθεὶς
εἰς πύργον δέσμιος κατεκέκλειστο. σίτου δὲ γενομένης 
ἐνδείας ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ βασιλέως τούτου,
ὥστε μὴ ὅλον μέδιμνον εἰς νόμισμα ἀποδίδοσθαι,

 
ἀλλὰ παρὰ πινάκιον, εἰς ἐπώνυμον τῷ βασιλεῖ τὸ
κοινὸν δυστύχημα ἐχρημάτισε, ὡς καὶ μέχρι τοῦδε
οὕτω καλεῖσθαι τοῦτον τὸν ἄνακτα· οὐ γάρ τις ἄλλως
γνωριεῖ τοῦτον εἰ μὴ τὸν Παραπινάκιον εἴποι.

Τῷ τρίτῳ δ’ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ τὸ τῶν Χροβάτων ἔθνος, οὓς δὴ καὶ Σέρβους τινὲς καλοῦσι,
κεκίνητο, τὴν τῶν Βουλγάρων χώραν ἐπικεχειρηκὸς 
κατασχεῖν. ἀλλὰ μὴν καί τινα ταύτης κατεσχηκός,
πολλαῖς δὲ μάχαις καὶ φθορᾷ πολλῶν ἑκατέρωθεν,
 τῶν τε κατεσχημένων ἐκπέπτωκε καὶ καταπολεμηθὲν
τῶν ῾Ρωμαϊκῶν ὁρίων ἐξώσθη καὶ εἰς τὰ σφέτερα
ἤθη μένειν ἠνάγκαστο. δοῦλος δέ τις τοῦ πατρὸς
τούτου τοῦ αὐτοκράτορος Νέστωρ ὄνομα, βεστάρχης
δὲ τὸ ἀξίωμα, δοὺξ τῶν παριστρίων προχειρισθείς, 
 ἦρεν ὅπλα κατὰ τοῦ βασιλέως. ὁμαιχμίαν γὰρ θέμενος
μετά τινος ἀρχηγοῦ Πατζινάκων, ὃς ἐκαλεῖτο
Τατούς, εἰς τὴν τῶν πόλεων βασιλεύουσαν παρεγένοντο,
καὶ παρενέβαλον πρὸ αὐτῆς. καταθέσθαι δὲ
τὰ ὅπλα τοῦ βασιλέως δηλοῦντος αὐτῷ, ἐκεῖνος ἕτοιμος
 εἶναι ποιῆσαι τοῦτο ἔλεγεν, εἰ αὐτῷ ὁ λογοθέτης 
Νικηφόρος ἐκδοθείη ἢ τέως ἐκ μέσου γένηται, ὡς
κοινὴ συμφορὰ καὶ κακὸν ἐπιδήμιον. τοῦτο δὲ τοῦ
βασιλέως μὴ ποιοῦντος, ἀπανίσταται μὲν τῆς πόλεως,
τὰ τῶν Θρᾳκῶν δὲ καὶ τὰ Μακεδόνων ληίζεται καὶ
 ὅσ’ ἁ τούτοις τῆς Βουλγαρίας παράκεινται καὶ εἰς
τὴν τῶν Πατζινάκων μεταχωρεῖ. υἱοῦ δὲ τεχθέντος
αὐτῷ ἐκ τῆς ἐξ Ἀλανῶν Μάριας, ἣν βασίλισσαν
ἔστεψε, Κωνσταντῖνον αὐτὸν ὠνόμασεν ἐπὶ τῷ πατρὶ
καὶ βασιλικῶς ἐταινίωσε, καὶ στείλας πρὸς τὸν
 30 Λογγιβαρδίας ἡγεμονεύοντα Ῥομπέρτον τὴν ἐκείνου
θυγατέρα τῷ υἱῷ ἐμνηστεύσατο, ἣν καὶ ἀχθεῖσαν
Ἑλένην μετωνόμασεν. ἐτέχθη δὲ τότε ἐν τῷ Βυζαν-

 
 τίῳ παιδίον, ἔνα ἔχον κατὰ τὸ μέτωπον ὀφθαλμὸν
καὶ τραγοσκελές. τῶν μέντοι βαρβάρων τὴν ἑῴαν
ληιζομένων καὶ οἷς ἐντύχοιεν ἔργον τιθεμένων μαχάιρας,
φεύγοντες οἱ Ἀσιανοὶ τῇ Κωνσταντίνου
προσῄεσαν. μή τινος δὲ προνοουμένου τῶν κοινῇ 
συμφερόντων, ὁ γὰρ βασιλεὺς περὶ λόγους ἠσχόλητο
καὶ ἰάμβους συντιθέναι πρὸς τοῦ Ψελλοῦ ἐδιδάσκετο,
σιτοδεία τοὺς ἐν τῇ πόλει ἐπίεζεν. ἵνα δ’
ἐκφαντικώτερον τὸ πάθος ἐκτραγῳδήσαιμι, λιμὸς ἦν
ἄντικρυς τὸ κακόν, τῷ δὲ παρείπετο καὶ λοιμός, κἀκ 
τούτου συνέβαινον θάνατοι, καὶ οὗτοι συχνοί τε καὶ
ἀλλεπάλληλοι, ὥστε ἀδυνατεῖν τοὺς ζῶντας ταφῇ
παραδιδόναι τοὺς θνήσκοντας. τοσοῦτοι γὰρ ἦσαν
 ὡς πολλάκις πολλοὺς έν μιᾷ κλίνῃ ἐκφέρεσθαι, κἀν
ταῖς ἀμφόδοις δὲ ἀτάφους κεῖσθαι πολλούς. ἐντεῦθεν
πάντα κατηφείας μεμέστωτο διά τε ταῦτα καὶ
ὅτι καὶ ἀδίκοις εἰσπράξεσιν ἐπιέζετο τὸ ὑπήκοον.
οὕτω δὲ τῶν πραγμάτων ἐχόντων, οἱ τῶν ἑῴων ἀρχόντων
προέχοντες συνελθόντες ἀποστασίαν ὠδίνησαν,
καὶ τὸν κουροπαλάτην Νικηφόρον τὸν Βοτανειάτην
εἰς βασιλέα προείλοντο καὶ ἀνηγόρευσαν
αὐτοκράτορα. τοῦτο τὸν βασιλέα θορύβου καὶ δέους
ἐνέπλησεν. ᾔδετο γὰρ ὡς ὑπερτερήσει ποτὲ τοῦ
Μ στοιχείου τὸ Ν. ἦν δὲ τῶν εὐπατριδῶν ὁ Βοτανειάτης,
ἐκ τοῦ Φώκα τὴν τοῦ γένους ἕλκειν σειρὰν 
νομιζόμενος. διακηρυκεύεται τοίνυν πρός τοὺς Τούρκους
 ὁ βασιλεύς, ἁδρὰς αὐτοῖς ἐπαγγελλόμενος δωρεάς,
εἰ τοὺς ἀποστατήσαντας συσχόντες παραδοῖεν
αὐτῷ. ὁ μὲν οὖν Βοτανειάτης ἐξ ἑῴας, ὡς εἴρηται,
βασιλείας ἑαυτῷ περιθέμενος σχῆμα καὶ ὄνομα 
ἐφοίτα πρὸς τὸ Βυζάντιον. ἐξ ἐσπέρας δ’ αὖθις
ἑτέρας ἀποστασίας ἐπεκυμάνθη κλυδώνιον. ὁ γὰρ

 
πρόεδρος Νικηφόρος ὁ Βρυέννιος δοὺξ Δυρραχίου
τυγχάνων, ἐπεὶ μεμαθήκει ἀφαιρεθεὶς τὴν ἀρχήν,
ἀφίσταται καὶ αὐτός , καὶ περιβάλλεται τὰ τῆς βασιλείας
παράσημα καὶ τοῖς ἐκεῖ παροῦσι δορυφορούμενος
 μένος τάγμασιν εἰς τὴν Ἀβρούπολιν ἀπῄει, ἀφ’
ἧσπερ καὶ ὥρμητο, καὶ τῷ ἀδελφῷ Ἰωάννῃ ἐκεῖ
ἑνωθεὶς πλῆθός τε στρατιωτῶν ἐκεῖθεν ἐθνικῶν τε
καὶ Μακεδόνων πείσας συνάρασθαί οἱ τῆς τυραννίδος 
ἀπήρξατο. τισὶ δὲ τῶν τοῦ Βρυεννίου ὁ Θεοδωροκᾶνος
 συμμίξας ἡττᾶταί τε καὶ ἁλίσκεται.
προσερρύησαν δὲ τῷ Βρυεννίῳ καὶ οἱ Ῥαιδεστηνοί,
ἀλλὰ μέντοι καὶ οἱ οἰκοῦντες τὸ Πάνιον. εἴχετο τοίνυν
τῆς ἀποστασίας ὁ Βρυέννιος κραταιῶς , τὸν
ἀδελφὸν κουροπαλάτην τιμήσας καὶ στείλας σὺν
 δυνάμει πρὸς τὸ Βυζάντιον, ὡς αὐτίκα τοῦτο παραληψόμενον.
ᾐώρητο γὰρ ἐλπίσιν ὡς ὑπτίαις τὸ τοῦ
λόγου χερσὶν οἱ τῆς συγκλήτου βουλῆς αὐτὸν ὑποδέξονται
διὰ τὴν πρὸς τὸν λογοθέτην Νικηφόρον 
ἀπέχθειαν καὶ τὴν τοῦ βασιλέως ἀφέλειαν· ἀλλ’ οὐ
 κατὰ τὸν σκοπὸν αὐτῷ καὶ τὰ πράγματα ἀπηντή- 
κάσιν. ἐπελθόντες γὰρ οἱ σταλέντες τῷ τείχει τῶν
Βλαχερνῶν ἠκροβολίσαντο μέν, ἤνυσαν δὲ οὐδέν.
ὅθεν διὰ τῆς γεφύρας διαβάντες εἰς τὴν ἀντικρὺ
τῆς πόλεως ἤπειρον τὰς ἐκεῖ τυγχανούσας οἰκοδομὰς
 παρέδοσαν τῷ πυρί, κἀκεῖθεν εἰς τὸν Ἀθύραν
ὑπέστρεψαν. οὕτω δ’ ὁ βασιλεὺς περιστατούμένος
πάντοθεν τὸν Ῥουσἐλιον λύει τε τῶν δεσμῶν καὶ
ῥήμασι καὶ χρήμασι τὸν ἄνδρα ἐκμειλιξάμενος ἐπελθεῖν
πείθει τῷ τοῦ Βρυεννίου ὁμαίμονι μετὰ τοῦ
 προέδρου Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ , στραταρχοῦντος
τῆς τῷ βασιλεῖ κατὰ τὸ Βυζάντιον προσούσης δυνάμεως.
ὃ μαθὼν ὁ τοῦ Βρυεννίου ἀδελφὸς ἴφθη 

 
διαδράς. τῶν Μακεδόνων μέντοι καταληφθέντες
πολλοὶ οἱ μὲν ἔπεσον, οἱ δ’ ἑάλωσαν.

Ἐν τοσούτῳ δὲ καὶ Πατζινάκων πλῆθος ἐπῆλθε
κατὰ Ἀδριανουπόλεως, καὶ περὶ ταύτην παρεμβαλόντες
τὴν πέριξ αὐτῶν ἐληίζοντο χώραν, οὓς ὁ Βρυέννιος
δεξιωσάμενος χρήμασι μεταναστῆναι τῆς πόλεως
ἔπεισε. περὶ δέ γε τὴν Κύζικον τῷ ἀδελφῷ
αὐτοῦ ἀπελθόντι καὶ πειρωμένῳ ὑπαγαγέσθαι τοὺς
ἐκεῖ ὁ ῾Ρουσέλιος ἐντυχὼν ἐτρέψατο κατὰ κράτος αὐτόν.
ἄρτι δὲ τοῦ πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ Ξιφιλίνου 
πρὸς τὰς αἰωνίους μεταθεμένου μονὰς ἐπὶ δέκα
ἐνιαυτοὺς ἐφ’ ἑνὶ καὶ μησὶν ἑπτὰ τὴν ἐκκλησίαν ποι-
μάναντος προεχειρίσθη πατριάρχης Κοσμᾶς μοναχός,
λόγοις μὲν οὐχ ὡμιληκώς, ἀρεταῖς δὲ παντοίαις κοσμούμενος,
καὶ διὰ τοῦτο καὶ πρὸς τοῦ βασιλέως 
ἐξόχως τιμώμενος. ὁ μέντοι Βοτανειάτης ἐκ διαφόρων
γενῶν ἑαυτῷ περιποιησάμενος τάγματα καὶ
Τούρκους προσηταιρίσατο , ὧν ἐξῆρχεν ὁ Κουτλουμούς,
τῶν παρὰ Πέρσαις τυγχάνων περιφανῶν, ὃς
τῷ Σουλτάνῳ κατὰ γένος προσήκων περὶ τῆς ἀρχῆς 
αὐτῷ διεφέρετο, καὶ πρὸς πολέμους ἤδη χωρεῖν ἡτοιμάζοντο.
τοῦτο τῷ Χαλιφᾷ ἀγγελθέν, οὗτος δὲ
παρ’ αὐτοῖς ὑπερβαλλόντως τετίμηται, ὡς ἐκ τοῦ
γένους τοῦ Μουχούμετ κατάγεσθαι νομιζόμενος, εἰς
ἀγωνίαν ἐνέβαλεν ἵνα μὴ παρ’ αὐτοῖς ἐμφύλιος γἐνηται 
πόλεμος. αὐτίκα τοίνυν εἰ καὶ τῆς οἰκείας
 διατριβῆς μὴ ἐξιέναι τῷ Χαλιφᾷ μηδὲ δημοσιεύειν
νενόμισται, ἐκεῖνος τοῦ ἔθους καταφρονήσας ἔξεισι
καὶ ἄπεισι πρὸς τοὺς περὶ τῆς ἀρχῆς ἀντερίζοντας,
καὶ πείθει τούτους τῆς μὲν μάχης ἀφέξεσθαι, τὸν δὲ 
Σουλτὰν ἔχειν μὲν τὴν οἰκείαν ἀρχὴν ἀνακρωτηρίαστον,
συνάρασθαι δὲ τῷ συγγενεῖ παντοίως, ἐν κα-

 
τασχέσει γενέσθαι χώρας Ρωμαϊκῆς καὶ ταύτης ἄρχειν.
ἐπὶ τούτοις γενομένων ἐκείνοις συμβάσεων , ὁ
Κουτλουμοὺς εἰς τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους ἐγένετο καὶ
τότε τῷ Βοτανειάτῃ συνεστρατεύετο. ἔχων οὖν στρατιὰν
 ἀξιόλογον ὁ Βοτανειάτης μεθ’ ἑαυτοῦ ἔσπευδε
τὴν Νικαίαν καταλήψεσθαι. ἤδη γὰρ προὐδέδοτό οἶ
ἡ πόλις αὕτη παρὰ τῶν τεταγμένων αὐτῆς ἐπὶ φυλακῇ,
κἀκεῖνοι αὐτό ἐθελονταὶ προσεχώρησαν, κἀκ
τῆς μεγαλοπόλεως δὲ πολλοὶ καθ’ ἑκάστην προσεφοίτων 
 αὐτῷ. οὕτω μὲν οὖ ’ν τῷ Βοτανειάτῃ κατὰ
ῥοῦν ἐχώρουν τὰ πράγματα. ἐν δὲ τῇ τῶν πόλεων
ὑπερκειμένῃ παμπληθεὶ συνελθόντες τό τ’ ἑ ταύτης
δημοτικὸν καὶ τὸ ὑπερέχον ἐν ἄρχουσιν, οὐ μὴν
ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ κεκληρωμένων τὸ ἔκκριτον,
 κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς τοῦ εὐαγγελισμοῦ
πανηγύρεως αὐτοκράτορα τὸν Βοτανειάτην ἀναγορεύουσι,
προεξάρχοντος τοῦ τοιούτου συλλόγου τοῦ
πατριάρχου Ἀντιοχείας, τοῦ καλουμένου Αἰμιλιανοῦ,
καὶ τοῦ μητροπολίτου Ἰκονίου. διαιρεθέντες οὖν
 κατὰ φατρίας τῆς πολιτείας οἶ ἔξοχοι, καὶ κατὰ φάλαγγας
συνασπίσαντες, ἐπίασι τῶν ἀνακτόρων τοῖς
πρὸς τὸν ἀνίσχοντα ἥλιον, καὶ τούτων κρατήσαντες
στρατιώτας οἰκείους ἐφιστῶσιν εἰς αὐτῶν φυλακήν. 
τὸν δὲ βασιλέα σὺν τῇ βασιλίσσῃ Μαρίᾳ καὶ τῷ υἱῷ εἰς
 τὰ ἐν Βλαχἐρναις καταπεφευγότα ἀνάκτορα καθαιροῦσι
τῆς βασιλείας καὶ ῥάκος ἀμφιεννύουσι μοναχοῦ
καὶ πρὸς τὴν μονὴν τοῦ Στουδίου ἀπάγουσιν,
ἀπολελαυκότα τῆς βασιλείας ἐν ἔτεσιν ἓξ καὶ τοσούτοις
μησί. ταῦτα κατὰ τὸ σάββατον γέγονεν, ἐν ᾧ
 τὴν ἐπὶ τῇ ἐκ νεκρῶν ἐγέρσει τοῦ Λαζάρου θαυματοποιίαν
τοῦ κυρίου καὶ σωτῆρος ἡμῶν πανηγυρίζειν
ἡ ἐκκλησία παρείληφε. τοῦ γὰρ Μιχαὴλ οὕτω τῆς

 
βασιλείας ἐκπεπτωκότος, ἀπραγμάτευτον εὗρεν ὁ οτανειάτης
τὴν αὐταρχίαν καὶ ᾔει πρὸς τὴν βασιλίδα
τῶν πόλεων. ὁ μέντοι Νικηφόρος ὁ λογοθέτης τῷ
Ρουσελίῳ ἐν Ἡρακλείᾳ σκηνουμένῳ τῆς πόλεως
 ὑπεξελθὼν προσεχώρησεν. οἱ δ’ ἐν τῇ πόλει τὸν 
Μιχαὴλ κατασπάσαντες, ἐπὶ τρισὶν ἡμέραις βασιλέως
χηρεύοντα συντηρήσαντες τὰ βασίλεια τῷ Βοτανειάτῃ
ἐπισπεῦσαι καὶ ἐλθεῖν ἐπιστέλλουσιν. ὁ δὲ ἔνα τῶν
οἰκείων δούλων προπέμψας, τὸν Βορίλαν φημί, καὶ
δι’ αὐτοῦ κατασχὼν τὰ ἀνάκτορα, ἐπικατέλαβε κἀκεῖνος 
μετ’ οὐ πολύ.

Ἐπεὶ δ’ ἐν τοῖς βασιλείοις ὁ Βοτανειάτης ἐγένετο,
ἀναδεῖται κατὰ τὴν μεγάλην τρίτην παρὰ τοῦ
πατριάρχου βασιλικῇ ταινίᾳ, καὶ πρῶτον ἅπασι
παρέσχε τὸ φιλοτίμημα τὰς εἰς τὸ δημόσιον ἁπάντων 
κοινῶς ὀφειλὰς ἐκτεμὼν ἀπροσδιορίστως καὶ
 χρεοκοπίαν τούτων θεσπίσματι μεγαλοπρεπῶς ἐργασάμενος.
ἔτι δὲ τῷ Βρυεννίῳ κατὰ τὴν ἑσπέραν
ἐχομένῳ τῆς τυραννίδος στέλλει τοὺς ἀπαγγέλλοντας
τὴν τοῦ Καίσαρος ἀξίαν αὐτῷ διδόναι, εἰ τῆς 
τυραννίδος ἀπόσχοιτο, καὶ τοῖς αὐτῷ συναραμένοις
τὰς τιμὰς ἐπιβεβαιῶσαι , αἷς αὐτοῦ ’ς ἐκεῖνος ἐτίμησεν.
ὁ δὲ σφόδρα τῆς βασιλείας ἐφίετο καὶ άνένδοτος
ἦν. πάλιν οὖν ἑτέρα πρεσβεία καὶ ἐπὶ ταύτῃ
τρίτη. ὁ δ’ ὑπερηφανεύετο , καὶ οὐδὲ κατὰ τὰ τῶν 
πρέσβεων νόμιμα τοὺς πρέσβεις ἐδέχετο, ἀλλ’ ἀτίμως
αὐτοὺς ἀπεπέμπετο. ὡς οὐδὲν οὖν εἰρηνικῶς
ἀνύειν ἔγνω ὁ βασιλεύς, καὶ ἄκων πρὸς μάχην ἀπένευσε,
καὶ τὸν Κομνηνὸν Ἀλέξιον τετιμηκὼς νωβελίσσιμον,
 καὶ προχειρισάμενος μέγαν δομέστικον καὶ 
τῶν Ῥωμαϊκῶν αὐτὸν δυνάμεων προστησάμενος, κατὰ
τοῦ Βρυεννίου ἐξέπεμψεν· ὃς τούτῳ συμβαλὼν κατά

 
τι χωρίον Καλαβρύην λεγόμενον διὰ τὸ κατάρρυτον
εἶναι τὸν τόπον βρύσεσιν ὑδάτων πολλαῖς τε καὶ
ἀγαθαῖς ῥᾳδίως τῆς ἐκείνου περιεγένετο στρατιᾶς,
καὶ τῶν μὲν πεσόντων , τῶν δὲ φυγόντων, εἷλε μονωθέντα
 τὸν τυραννήσαντα, καὶ τοῦ φωτὸς τὸν δείλαιον
ἀπεστέρησε καὶ εἰσήγαγε τυφλὸν εἰς τὴν βασιλεύουσαν.
σιλεύουσαν. καὶ ἡ μὲν τοῦ Βρυεννίου εἰς τοῦτο
τέλους κατήντησεν ἐπανάστασις. ἐπανέστησαν δὲ
καὶ οἶ Βάραγγοι κατὰ τοῦ βασιλέως , ἀνελεῖν αὐτὸν
 μελετήσαντες. ἀντιταξαμένης δ’ αὐτοῖς χειρὸς ἑτέρας
Ῥωμαϊκῆς , εἰς ἱκεσίαν ἐτράποντο , καὶ συγγνώ-
μης ἐπέτυχον. τῷ δὲ βασιλεῖ τούτῳ τῆς ὁμοζύγου 
τελευτησάσης, πολλαὶ μὲν ἐμνηστεύοντο παρθένοι,
καὶ πρὸ τῶν ἄλλων ἡ τοῦ βασιλέως τοῦ Δούκα θυγάτηρ
 Ζωή. ὁ δὲ ἢ τὴν βασιλίδα Εὐδοκίαν ἤθελεν
ἀγαγέσθαι ἤ τὴν ἐξ Ἀλανῶν Μαρίαν, τὴν τῷ πρὸ
αὐτοῦ συνοικήσασαν. στέλλει γοῦν τὴν Εὐδοκίαν
μετακαλοῦ μένος. ἡ δέ, ὡς λόγος, οὐκ ἀπηνήνατο,
ἐκωλύθη δὲ πρὸς τοῦτο ὁ βασιλεὺς παρά τινων μοναχῶν.
 ἀχῶν. καὶ ἄγεται τὴν βασιλίδα Μαρίαν , οὐδὲν
ἧττον παρανομήσας ἢ εἰ τὴν Εὐδοκίαν ἠγάγετο· 
μοιχεία γὰρ ἦν ἀπηρυθριασμἐνη τὸ τολμηθέν. διὸ
καὶ ὁ τὴν ἱερολογίαν τετελεκὼς ἐπ’ αὐτοῖς τῆς ἱερω-
σύνης ἐκπέπτωκεν. ὁ μέντοι προβεβασιλευκὼς Μιχαήλ, 
 ὡς εἴρηται, τὴν τρίχα καρείς, ψήφῳ συνοδικῇ
μητροπολίτης Ἐφέσου κεχειροτόνητο , καὶ ἅπαξ φοιτήσας
ἐκεῖ ἐπανῆλθε, καὶ ἐν τῇ τοῦ Μανουὴλ μονῇ
ἐποιεῖτο τὴν δίαιταν. μετὰ δὲ τὸ τὸν Βοτανειάτην
τῆς βασιλείας ἐκπεπτωκέναι θνήσκων οὗτος ὁ Μιχαήλ,
 , πολλὰ δεηθείσης αὐτοῦ τῆς βασιλίσσης Μαρίας,
ἤδη κἀκείνης μοναχῆς γεγονυίας, συγγνώμην
ἔνειμε ταύτῃ καὶ συγχώρησιν ἐπηύξατο ἐκ θεοῦ. ὁ

 
δὲ πρωτοπρόεδρος Νικηφόρος ὁ Βασιλάκιος, τοῦ
Βρυεννίου γενόμενος ἐπὶ τῷ Δυρραχίῳ διάδοχος,
καὶ αὐτὸς ἔρωτα τῆς βασιλείας ἐνεκυμόνησε, καὶ
στρατιὰν ἀθροίσας σὺν αὐτῇ πρὸς Θεσσαλονίκην
 ἀνῄει. ἔνθα μαθὼν ὡς ὁ Βοτανειάτης βεβασιλεύκει, 
ἐκείνῳ μὲν ἐπέστειλε δουλικῶς, λάθρᾳ δὲ τὰ τῆς
ἀποστασίας ἐτύρευε καὶ πρὸς συμμαχίαν μετεπέμπετο
Πατζινάκας. ὃ γνοὺς ὁ Βοτανειάτης χρυσόβουλλον
αὐτῷ στέλλει γραφήν, ἅμα μὲν περιποιοῦσαν
αὐτῷ ἐφ’ οἷς ἐτόλμησε τὸ ἀμέριμνον, ἅμα δὲ καὶ 
τιμὴν αὐτῷ νωβελισσίμου βραβεύουσαν· ἀλλ’ ἐκεῖνος
ἄτεγκτος ἦν. ὅθεν καὶ κατ’ αὐτοῦ ὁ Κομνηνὀς
Ἀλέξιος στέλλεται, τιμηθεὶς σεβαστός, καὶ κατὰ
Θεσσαλονίκην γενόμενος καὶ τῷ Βασιλακίῳ συμμίξας
τοὺς περὶ ἐκεῖνον κατετροπώσατο, κἀκεῖνον εἰς 
τὴν τῆς Θεσσαλονίκης συμφυγόντα ἀκρόπολιν πολιορκίᾳ
ἐζώγρησε, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξέκοψε τοῦ
ἀνδρὸς κελεύσει βασιλικῇ. καὶ ἄλλοι δὲ ἀντάραντες
 ᾖσαν χεῖρας τούτῳ τῷ βασιλεῖ, ἀλλ’ ἐκ τῶν περὶ
τὸν Βρυέννιον συμβάντων καὶ τῶν περὶ τὸν Βασιλάκιον 
σωφρονισθέντες τὰ ὅπλα κατέθεντο. τῶν
Τούρκων δὲ τὴν ἑῴαν κατατρεχόντων,στέλλει κατ’
αὐτῶν ὁ βασιλεὺς σὺν ἀξιομάχῳ στρατεύματι Κωνσταντῖνον
τὸν υἱὸν τοῦ προβεβασιλευκότος Κωνσταντίνου
τοῦ Δούκα, ἐκεῖνον στρατάρχην τῆς κατὰ 
τῶν Τούρκων στρατιᾶς προστησάμενος. ὁ δὲ πρὸς
τὴν καλουμένην Χρυσόπολιν διαπεραιωθεὶς νεωτε-
εὐθύς, καὶ παρὰ τῆς ἐκεῖσε οὔσης στρατιωτικῆς
πληθύος ἀναγορεύεται βασιλεύς. ἀλλὰ τοὺς μὲν
τῶν στρατιωτῶν δώροις ὁ βασιλεὺς ὑπηγάγετο, τοὺς 
δ’ ἀξιωμάτων τιμαῖς ᾠκειώσατο, ἄλλους δ’ ἄλλως
μετεχειρίσατο, καὶ παρ’ αὐτῶν συσχεθεὶς ὁ Κων-

 
σταντῖνος παρεδόθη τῷ βασιλεῖ. κείρεται τοίνυν ὁ 
νεανίας καὶ εἰς νῆσον περιορίζεται. λόγος δ’ ἔχει καὶ
ἱερέα χρισθῆναι τὸν ἄνθρωπον. τοῦ πατριάρχου δὲ
Ἀντιοχείας τοῦ Αἰμιλιανοῦ τὸν βίον μετηλλαχότος
 προκεχείριστο ἕτερος Νικηφόρος ὁ Μαυρὸς λεγόμενος.
οὗτος τοίνυν ὁ βασιλεὺς τὸ μέν τι καὶ διὰ γῆρας
βαθύ, τὸ δέ τι καὶ διὰ φυσικὴν χαύνωσιν , οὐ
πάνυ τι τῆς τῶν πραγμάτων ἥπτετο διοικήσεως,
ἀλλὰ τὸν Σίδης μητροπολίτην καὶ οὗτος προσλαβόμενος
 ἐκείνῳ τὴν τῶν κοινῶν ἀνέθετο πρόνοιαν.
ἦσαν δὲ τῷ βασιλεῖ τούτῳ καὶ δύο δοῦλοι, ὧν ὁ μὲν
Βορίλος, ἅτερος δὲ Γερμανὸς ὠνομάζοντο· οὗτοι
τοίνυν ἦγον τὰ πάντα καὶ ἔφερον ὡς ἐβούλοντο,
καὶ αὐτὸν τὸν κρατοῦντα καὶ κύριον ἑαυτῶν, δι’
 οὓς καὶ μισεῖσθαι τοῦτον παρὰ τῶν ἐν τέλει συνέβαινε,
προσφερομένων τῶν δούλων ἐκείνοις ἀλαζονικώτερον
καὶ θρασύτερον. ὡς ἤδη δὲ εἴρηται, ὁ 
λογοθέτης Νικηφόρος προσχωρήσας τῷ Ῥουσελίῳ
ὑπὸ δεσμοῖς παρ’ ἐκείνου τετήρητο. ἀλλ’ αἰφνίδιον
 θανὼν ὁ Ῥουσέλιος ὑποψίαν παρέσχεν ὡς παρὰ τοῦ
λογοθέτου φαρμάκῳ ἀνῄρηται. διὸ καὶ παρὰ τῶν
τῷ Ῥουσελίῳ προσηκόντων τῷ Βοτανειάτῃ παραδοθεὶς
εἰς μίαν τῶν πρὸ τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων
κειμένων νήσων περιορίζεται. οἶ δέ γ’ ἑ περὶ τὸν βασιλέα
 δεδοικότες ὡς εἰ εἰς ὄψιν ἐλεύσεται τῷ βασιλεῖ, 
προσληφθήσεται καὶ πάντας παραγκωνίσεται,
ὑποτιθέασι τῷ Βοτανειάτῃ ἀμυθήτων εὐπορεῖν χρημάτων
τὸν λογοθέτην , καὶ ταῦτα τῷ βασιλικῷ χρῆναι
προσενεχθῆναι ταμείῳ. στέλλεται τοίνυν ὁ Στραβορωμανός,
 μέγας ἐταιρειάρχης τότε γενόμενος, ἐρωτήσων 
τὸν ἄνθρωπον ὅπῃ αὐτῷ τὰ χρήματα κέκρυπται.
οἱ δὲ περὶ τὸν βασιλέα, οὓς καὶ δεδοικέναι

 
τὴν τοῦ λογοθέτου παρουσίαν ὁ λόγος προδιηγήσατο,
πείθουσι τὸν Στραβορωμανὸν ἀνελεῖν τὸν ἄνθρωπον
ἐκ τρόπου παντός. ὃς καὶ γενόμενος κατὰ τὴν
νῆσον, ἐν ᾗ περιώριστο, ἐτάζει τὸν ἄνδρα οὕτω σφοδρῶς
ὡς ἐν αὐταῖς ταῖς βασάνοις ἐναποψύξαι, καὶ 
ταῦτα ὑπισχνούμενον ὡς πάντα δοίη ἐν ἀπογράφοις,
εἰ τὸν ἐτασμὸν διαφεύξοιτο. ὁ μὲν οὖν οὕτως ἀπό-
λωλεν.

Οἱ δὲ Κομνηνοὶ ὁ Ἰσαάκιος καὶ ὁ Ἀλέξιος ὑπερβαλλόντως
πρὸς τοῦ βασιλέως καὶ τετίμηντο καὶ 
 ἐστέργοντο, καὶ διαδόχους αὐτοὺς τῆς βασιλείας
ὠνόμαζε. διὸ καὶ παρὰ τῶν περὶ τὸν Βοτανειάτην
σφοδρῶς ἐβασκαίνοντο, καὶ μᾶλλον παρὰ τῶν εἰρημένων
δύο δούλων αὐτοῦ, οἳ καὶ πρὸς ἐκεῖνον τοὺς
ἄνδρας διέβαλλον ὡς τυραννίδα μελετῶντας καὶ τὴν 
εἰς αὐτοὺς τοῦ βασιλέως διάθεσιν ὑπώρυττόν τε καὶ
παρεσάλευον. ἃ γνόντες οὗτοι, καὶ μή τι πάθωσι
πτοηθέντες, ὡς δὲ λόγος, καὶ πάλαι παρ’ ἑαυτοῖς
τὸν τῆς βασιλείας τρέφοντες ἔρωτα, καὶ ἄλλοις οἷς
ἐθάρρουν τὸ βούλευμα κοινωσάμενοι, ἐξῆλθον τῆς 
πόλεως, καὶ τὴν πόλιν Ἀδριανοῦ κατειληφότες εἰς
ἑαυτοὺς τὸ στρατιωτικὸν ξύμπαν σχεδὸν ἐπεσπάσαντο.
καὶ ἀναγορεύεται βασιλεὺς ὁ Ἀλέξιος, τοῦ
 μείζονος προτιμηθεὶς ἀδελφοῦ, ὅτι τε προσέκειντο
τούτῳ οἶ στρατιῶται μᾶλλον ὡς στρατηγικωτέρῳ καὶ 
ὅτι σπουδῇ τε καὶ ὑποσχέσεσι παρὰ τῶν περὶ αὐτὸν
μεθειλκύσθησαν. οὕτως οὖν ἀναρρηθεὶς ὁ Ἀλέξιος
καὶ τοῦ Ἰσαακίου μὴ πάνυ τι πρὸς τὴν ἀνάρρησιν
δυσχεράναντος, τὴν βασιλίδα καταλαμβάνει καὶ πρὸς
πολιορκίαν ἡτοίμαστο. ὁ δὲ Βοτανειάτης τοῖς τεί- 
χεσιν ἐπέστησε φύλακας. ἦσαν δὲ περί τινα πύργον
πρὸς τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, ἣ Χαρσίου καλεῖται, φυ-

 
οὗτοι λάθρᾳ τοῖς περὶ τοὺς Κομνηνοὺς ἐκοινολογήσαντο
περὶ προδοσίας τῆς πόλεως. ἕωθεν οὖν
κατὰ τὴν μεγάλην πέμπτην τῆς ἑβδομάδος τοῦ σωτηρίου 
 πάθους τοῦ σωτῆρος ἡμῶν οἶ μὲν περὶ τοὺς
Κομνηνοὺς τῷ κατ’ ἀντικρὺ τοῦ παρὰ τῶν Νεμίτζων
κατεχομένου πύργου ἐξωτέρῳ τείχει προσέβαλλον
κατὰ σύνθημα, οἶ δὲ ἐφεστῶτες αὐτῷ τοὺς προσβάλλοντας
ἔβαλλον καὶ ἀπεῖργον τοῦ προσιέναι ἀγχοῦ.
 ὡς δ’ ὑπὸ τῶν Νεμίτζων ἐκ τοῦ πύργου οἱ ἐν
τῷ τείχει ἐβάλλοντο, μὴ οἷοί τε ὄντες καὶ πρὸς τοὺς
ἐκτὸς ἀνθίστασθαι καὶ πρὸς τοὺς ἐντὸς ἀπομάχεσθαι,
ἐξ ὑπερδεξίων εἰς αὐτοὺς ἀκοντίζοντας, ἐνέδωκαν
τῆς ὁρμῆς. οἱ δὲ τειχομαχοῦντες κλίμαξιν
 αὐτίκα πρὸς τὸ τεῖχος ἀνῄεσαν, καὶ τὰ κλεῖθρα τῶν
πυλῶν διατεμόντες πελέκεσιν ἄνετον τοῖς συνωμόταις 
παρέσχον τὴν εἴσοδον. ὅπερ ἰδόντες οἱ τὸν ἐντὸς
τηροῦντες περίβολον , σύγκλυδες ἄνθρωποι καὶ
πολέμων οἱ πλείονες ἀδαεῖς ἢ μᾶλλον ἐξ ἀγοραίων
ἀθροισθέντες καὶ πληθύος δημότιδος, οἶ μὲν κατιόντες
ᾤχοντο , οἱ δὲ καὶ ἑαυτοὺς ἐπισφαλῶς κατακρημνίζοντες
ἔφευγον. ὅθεν κατὰ πολλὴν τοῦ κωλύσοντος
ἐρημίαν καὶ τὸν ἐντὸς περίβολον οἶ περὶ τοὺς
Κομνηνοὺς παρειλήφασι, καὶ τὰς τούτου πύλας ὁμοίως
 ἀναπετάσαντες βατὴν τὴν πόλιν παντί που παρέσχοντο,
καὶ αὐτίκα πρὸς διαρπαγὴν χρημάτων οἶ
εἰσελθόντες ὡρμήκασι, σύμμικτον πλῆθος ἐκ Θρᾳκῶν
τε καὶ Μακεδόνων καὶ Ῥωμαίων ἄλλων καὶ βαρβάρωβ 
συνεστηκός, οὐδὲν ἄμεινον πολεμίων πρὸς τοὺς
ὁμοφύλους διατιθέμενοι. καὶ μέχρι γὰρ ἐκχύσεως 
αἱμάτων προυχώρησε τὸ κακόν, καὶ παρθένοι δὲ τῷ
θεῷ καθιερωμέναι ἀσεβῶς ἐμιάνθησαν, καὶ γυναῖκες

 
ἀνδράσι συνεζευγμέναι πρὸς βίαν ὑβρίσθησαν , καὶ
θεῖοι ναοὶ τὸν κόσμον αὐτῶν ἐσυλήθησαν, καὶ οὐδὲ
τῶν ἁγίων κρατήρων ἀπέσχοντο , ἀλλὰ καὶ τούτους
οἱ πάντολμοι καὶ τὰς ἱερὰς φιάλας τῆς ἀναιμάκτου
καὶ φρικώδους θυσίας πλήρεις διήρπαζον, ἐκχέοντες 
τὰ ἅγια κατὰ γῆς. καὶ ὅσοις δὲ τῆς γερουσίας συνήντων,
κατασπῶντες τῶν ἡμιόνων αὐτούς, ἐνίους δέ
γε καὶ ἀποδύοντες, ἐν μέσαις ταῖς ἀγυιαῖς εἴων ἡμιγ;ύμνους
τε καὶ πεζούς. καὶ ταῦτα καθ’ ὅλην τὴν
ἡμέραν ἐπράττετο, καὶ τὸ δεινὸν ἄχρι τοῦ Βοὸς 
ἐπεφθάκει γινόμενον κοινόν τε καὶ πάνδημον, ἤδη
δέ τινες καὶ μέχρι τοῦ Φιλαδελφίου ἢ καὶ προσωτέρω
 ἐπέδραμον. οἱ δὲ Κομνηνοὶ εἰς τὴν προνομὴν
σκεδασθέντων πάντων μόνοι σὺν εὐαριθμήτοις σφόδρα
τοῖς περὶ αὐτοὺς κατελείφθησαν , καὶ ἕως 
τοῦ Ταύρου γενόμενοι προσωτέρω ἀπιέναι οὐκ ἐπεθάρρουν.
τοσοῦτον γὰρ ἐψίλωντο ἀξιομάχου δυνάμεως
ὡς εἰ τότε τούτοις ἐπῆλθόν τινες, ῥᾷον ἂν
εἷλον αὐτοὺς καὶ δεσμίους τῷ Βοτανειάτῃ προσήγαγον.
ἀλλὰ τὸ δόξαν ἤδη θεῷ μετατραπῆναι οὐκ 
ἦν. ἔνθεν τοι ὁ μὲν Βοτανειάτης μαθὼν τῶν Κομηνηῶν
τὴν εἰσέλευσιν, ἄπεισιν αὐτίκα τῶν βασιλείων,
αὐτοῦ που ῥίψας ἃ ὑπεδεῖτο φοινικόχροα
πέδιλα, καὶ εἰς τὴν τῆς Περιβλέπτου μονὴν ἀπελ-
θών, ἧς ἐκεῖνος μετὰ τὸν κατὰ τοὺς Ἀργυροῦς 
Ῥωμανόν ἐκεῖνον τὸν αὐτοκράτορα κτήτωρ δεύτερος
ἐχρημάτισε, κείρεταί τε τὴν τρίχα καὶ μεταμφιένυται
 τὴν στολήν, τριβῶν ἴον κατὰ μονάζοντας ἐνδυσάμενος.
δυσάμενος. ἔνθα καὶ χρόνον ἐπιβιούς τινα τὸν χοῦν
ἀπέθετο τῷ χοἴ, ταφεὶς παρ’ αὐτῇ. 
 Οἱ δὲ Κομνηνοὶ μηδενὸς αὐτοῖς ἀντιβαίνοντος
τοῖς ἀνακτόροις προσπεφοιτήκασιν , ἀταλαιπώρως

 
τούτοις ἐπιβάντες καὶ ὁμαλῶς μετὰ πολλῆς τῆς λειότητος.
τοιαῦτα σφίσι τὰ προσόδια γέγονε, τοιαῦτα
τὰ εἰς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων εἰσιτήρια, τοιαῦτα

τὰ τῆς βασιλείας ἐπιβατήρια. ἤδη δ’ ἐν ἀσφαλεῖ γεγονότες οἱ Κομνηνοὶ καὶ τὴν μητέρα σφῶν καὶ
τὰς ὁμευνέτιδας ἐκ τῆς μονῆς τοῦ Κανικλείου πρὸς
τὰ βασίλεια μετεστείλαντο. ἐκείνων γὰρ ἐπικεχειρηκότων
 ἀποστασίᾳ, εὐθὺς αἶ γυναῖκες εἰς τὸ μέγα 
τέμενος τῆς τοῦ θεοῦ λόγου Σοφίας προσπεφοιτήκασιν.
 ὅθεν παρὰ τοῦ Βοτανειάτου εἰς τὴν ῥηθεῖσαν
μονὴν μετηνέχθησαν, ἔνα μὴ ἔχοιεν πρὸς τοὺς
ἀποστατήσαντας διαπέμπεσθαι, οὐδὲν δ’ ἕτερον ἀνιαρὸν
ἐκείναις ἐπήνεγκε. μήπω δὲ σχεδὸν τοὺς πόδας
τῇ βασιλείᾳ ἐρείσαντες αὐτίκα πολλῶν τοῦ
Βοτανεἰάτου πράξεων σχολὴν κατεψηφίσαντο, καὶ
οὐδ’ ἐξότου ἦσαν ἐπικεχειρηκότες τῇ τυραννίδι τὴν
ἀθέτησιν τοῖς παρ’ ἐκείνου πραχθεῖσιν ἐπήνεγκαν,
ἀλλὰ καὶ τοῦτον ὑπερήλαντο τὸν καιρόν, καὶ πολλὰ
τῶν ἐκείνῳ πεπραγμένων βασιλικῶς ἀνῃρήκασιν
 οὗτοι ῥήματι βραχυσυλλάβῳ τυραννικῶς. εἶτα ὁ μὲν
Ἀλέξιος βασιλικὸν ἀναδεῖται διάδημα, τῷ δ’ Ἰσαακίῳ
τὰ δευτερεῖα νενέμηνται τῆς τιμῆς, καινοῦ αὐτῷ 
ἐπιφημισθέντος ὀνόματος · σεβαστοκράτωρ γὰρ ἐπεκλήθη
καὶ ὑπερεῖχε τοῦ Καίσαρος. ἡ δὲ μήτηρ
 τούτων, παρασήμων μὴ μετασχοῦσα βασιλικῶν διὰ
τὸ ἔνδυμα τὸ μοναχικὸν μήτε μὴν εὐφημίας καὶ
ἀναρρήσεως, μόνου μετεῖχε τοῦ τῆς βασιλείας ὀνόματος,
αὐτὴ δὲ τὴν τῶν πραγμάτων πᾶσαν διοίκησιν 
ἀνεζώσατο. οὕτω μὲν οὖν τὰ τῆς βασιλείας παρὰ
30 τῇ μητρὶ νενέμηντο καὶ ἀμφοῖν τοῖς ὁμαίμοσιν.
ἤστην δὲ τῷ βασιλεῖ καὶ ἑτέρω διττὼ ἀδελφὼ νεωτέρω
τὴν ἡλικίαν, ὧν τὸν μὲν πρωτοσέβαστον ἐτί-

 
μησε καὶ μέγαν δομέστικον, τὸν Ἀδριανόν, τὸν ἲκηφόρον
δὲ σεβαστὸν καὶ τοῦ στόλου δρουγγάριον.
 εἶχε δὲ καὶ ἐπ’ ἀδελφαῖς κηδεστὰς τὸν Μελισσηνὸν
Νικηφόρον καὶ Μιχαὴλ τὸν Ταρωνίτην. τὸν μὲν
οὖν Ταρωνίτην τῇ πρώτῃ συνεζευγμένον τῶν ἀδελφῶν 
πάνυ στεργομένῃ πρὸς τῆς μητρὸς καὶ πρὸς
αὐτῶν τιμωμένῃ, πανυπερσέβαστον ὠνόμασαν , καὶ
τοῦτο καινίσαντες τὸ ἀξίωμα. τὸν δέ γε Μελισσηνόν,
ἀποστασίαν κἀκεῖνον κατὰ τοῦ Βοτανειάτου έν
τῇ ἑῴᾳ φρονήσαντα καὶ ἔτι ταύτης ἐχόμενον , ἐπὶ 
συμβάσει τετιμήκασι Καίσαρα καὶ τὴν πόλιν αὐτῷ
Θεσσαλονίκην εἰς κατοικίαν ἀπένειμαν, καὶ χορηγίαν
χρημάτων καὶ τούτῳ καὶ πᾶσι τοῖς αὐτοῖς κατὰ γένος
προσήκουσι τύχῃ τοιᾷδε καὶ ἀξιωμάτων ὄγκῳ
τηλικῷδε ἀνάλογον προσαφώρισαν. ἐντεῦθεν τῶν ὒ
 βασιλείων προσόδων, μᾶλλον δ’ εἰπεῖν τῶν κοινῶν
καὶ δημοσίων, οὕτω διανεμηθεισῶν τὸ βασιλικὸν
ταμιεῖον ἢ τὸ κοινὸν πρυτανεῖον ἐστένωτο. καὶ ὁ
κρατῶν σπανίζων χρημάτων τάς τ’ ἑ τοῖς ἀξιώμασιν
ἀνηκούσας ἀνέκαθεν ἐτησίας δόσεις ἐξέκοψε καὶ τὰς 
τόν συγκλητικῶν οὐσίας προσαφῃρεῖτο. ἔστεψε δὲ
καὶ τὴν κοινωνὸν αὐτῷ τοῦ βίου Εἰρήνην καὶ Αὐγο;νσταν
ὠνόμασεν· ἡ δ’ ἦν ἐγγόνη τοῦ Καίσαρος
Ἰωάννου τοῦ Δούκα. ἡ δὲ πρῴην βασίλισσα ἡ ἐξ
Ἀλανῶν Μαρία σὺν τῷ ἰδίῳ υἱῷ Κωνσταντίνῳ, ὃν 
τῷ Δούκᾳ Μιχαὴλ ἐν τῆ πορφύρᾳ ἐγείνατο, στεφθένιτι
παρὰ τοῦ οἰκείου πατρὸς ἔτι βρεφυλλίῳ τυγχάνοντι
καὶ πεδίλοις φοινικοῖς ὑποδουμένῳ, τῶν
 ἀνακτόρων μεθίσταται καὶ εἰς τὰ ἐν τῇ μονῇ τῶν
Μαγγάνων βασίλεια ἄπεισιν. ἤδη γὰρ εἰλήφει ταῦτα 
καὶ τὴν μονήν , ἀλλὰ μέντοι καὶ τὴν τοῦ Ἑβδόμου
διὰ χρυσοσημἐντου τοῦ Βοτανειάτου γραφῆς, ἔνθα

 
διῆγε σὺν τῷ υἱῷ, βασιλικὴν ὑπηρεσίαν ἑαυτῇ καὶ
τῷ υἱῷ ἀποτάξασα. ἔτι γὰρ ὁ παῖς αὐτῇ περιέκειτο
τὰ τῆς βασιλείας γνωρίσματα καὶ εὐφημεῖτο μετὰ
τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὰς χρυσοβούλλους γραφὰς
 μετ’ ἐκεῖνον ὑπεσημαίνετο. μετὰ δέ τινα χρόνον
καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ μετημφιάσθη , μέλαν ἐνδῦσα
χρῶμα κατὰ τοὺς μοναχούς, τὸ μὲν ἑκοῦσα, τὸ δέ τι
τυράννου μένη, καὶ ὁ παῖς ἀφῃρέθη τὰ περιπόρφυρα
πέδιλα καὶ μόνῳ τῷ Κομνηνῷ ἡ τῆς αὐταρχίας κλῆσις
 καὶ ἡ βασιλεία περιελέλειπτο. οὕτω μὲν οὖν 
ταῦτα. ὁ δὲ τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἀρχιερα-
τεύων ὁ θεσπέσιος ἐκεῖνος Κοσμᾶς, τῇ τῶν κοινῶν
πραγμάτων μεταχειρίσει ἀπαρεσκόμενος καὶ ἀπε-
γνωκὼς τὴν διόρθωσιν, τῷ ὑπηρέτῃ ‘‘ὰ͂ρον’’ εἰπὼν
‘‘τὸ ψαλτήριον καὶ συνέπου μοι’’ τῆς ἐκκλησίας
ὑπανεχώρησε, καὶ πολλὰ παρὰ τῶν κρατούντων παρακληθεὶς
ὑποστρέψαι οὐχ ὑπενόστησεν, ἔτη πέντε
καὶ μῆνας ἐννέα τὸν πιστὸν ποιμάνας λαόν. διὸ καὶ
ἄλλον τινὰ ἀρχιερέα τῆ ἐκκλησίᾳ ἀντικατέστησαν,
ἐκτομίαν τινὰ μοναχόν , κεκλημένον Εὐστράτιον,
οὔτε λόγοις ὡμιληκότα οὔτε πραγμάτων ἐγγεγυμνασμένον
μεταχειρίσεσιν, ἀφελῆ δὲ ἄνθρωπον καὶ ἡσυ-
χίᾳ ἢ γωνίᾳ μᾶλλον προσήκοντα. ἤδη δὲ τρεῖς οὔτως
ἐνιαυτοὺς τῷ θρόνῳ ἐνσεμνυνάμενος κατηνέχθη 
τῶν ἱερῶν ἀνακτόρων παρὰ τῶν κρατούντων·
ἡ δ’ αἰτία οὐκ ἔγνωσται ἀκριβῶς. καὶ λοιπὸν λιοιπιενκεχείριστο
πατριάρχης ἀνὴρ μοναχός, ὁ γραρμματκὸς 
ὀνομαζόμενος Νικόλαος, ἐν ἀσκήσει τὸν βίον διηνυκὼς
καὶ οὐδὲ τῆς ἐν λόγοις παιδείας ἀμέθεκτος ὤν,
κἂν μὴ κατακόρως ταύτης μετέσχηκεν.

Ἄρτι δὲ τῆς βασιλείας ἐπιβεβηκότι τῷ Κομνηνῷ ἠγγέλη ὁ Φράγγος Ῥομπέρτος εἰς τὴν Ἐπίδαμνον

 
διαπεραιούμενος , ἀνὴρ πανοῦργός τε καὶ πολεμικώτατος.
αὐτίκα τοίνυν ὁ βασιλεὺς ἐξεστράτευσε,
 καὶ γενόμενος κατὰ τὸ Δυρράχιον προσβάλλει τοῖς
πολεμίοις, καὶ ἡττηθεὶς ἀκλεῶς ἔφυγε, πολλῶν ἐκεῖ
πεσόντων οὐ τῶν τυχόντων μόνον στρατιωτῶν, ἀλλὰ 
καὶ τῶν ἐν ὑπεροχαῖς καὶ βασιλείου ’τύγχαν’ ὄντων
ἐξ αἵματος, καὶ ἡ παρεμβολὴ ξύμπασα ἑάλω τοῖς
πολεμίοις. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς ἡττημένος ἐπανῆλθεν
εἰς τὸ Βυζάντιον. οἱ δὲ βάρβαροι τῇ νίκῃ πεφυσημένοι
ὁμόσε κατὰ πάντων ἐχώρουν, καὶ εἷλον τῶν 
πολισμάτων τινά, ὧν ἦσαν ἡ Καστορία τε καὶ ἡ Λάρισα.
ὠνειροπόλουν δὲ καὶ αὐτὴν τὴν βασιλίδα
τῶν πόλεων καταλήψεσθαι, ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς καὶ
πάλιν ἐκστρατεύει, καὶ ἀπελαύνει μὲν τῆς Καστορίας
τοὺς αὐτὴν φρουροῦντας βαρβάρους, ἄπεισι δὲ κατὰ 
 τοῦ Ῥομπέρτου καὶ στρατηγήματι τὴν ἐκείνου δεινότητα
μέτεισι. τῷ γὰρ ἀδελφῷ Ἀδριανῷ τὸ σκήμα
τὸ βασιλικὸν περιτίθησι, καὶ στράτευμα δοὺς
αὐτῷ ἐναντίον τοῦ Ῥομπέρτου στῆναι διακελεύεται·
εἰ δ’ ἐκεῖνος ὁρμήσει μαχέσασθαι, στρέψαι τὰ νῶτα 
καὶ αὐτίκα φυγεῖν. ταῦτα μὲν οὖν τῷ ἐσχημασι
σμένῳ βασιλεῖ ἐνετείλατο· ἐκεῖνος δὲ μετὰ τῆς λοιπὴς
στρατιᾶς δι’ ὁδῶν ἀδήλων περιοδεύσας καὶ τῷ
τῶν Φράγγων ἐμβαλὼν χάρακι τάς τε σκηνὰς αὐτῶν
καὶ τὰ ἐν αὐταῖς ἐληίσατο καὶ φόνον πολὺν 
ἐποιήσατο. τοῦ Ῥομπέρτου δὲ κατὰ τοῦ ἐσχηματισμένου
βασιλέως ὁρμήσαντος, κἀκεῖνος καὶ ἡ σὺν
αὐτῷ στρατιὰ τὰ χαλινὰ χαλάσαντες ἔφυγον. ὁ δὲ
βάρβαρος ἐγαυρία μᾶλλον καὶ ἐπῆρτο, ὡς ἀπροσμάχητος.
χῆτος. ἐν τούτῳ δ’ ἀγγέλλεται αὐτῷ τοῦ χάρακος ἡ 
 ἐκπόρθησις καὶ ἡ φθορὰ τῶν ἐκεῖ, καὶ εὐθὺς παρκεῖο
εῖτο καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὴν ψυχὴν καὶ ἀπιὼν ᾤχετο.

 
ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπανελθὼν εἰς τὴν Κωνσταντίνου,
μηνυθείσης ἐπιβουλῆς αὐτῷ, τούς τε ταύτης πρωτουργοὺς
συνέσχεν ἐκ τῶν ταγματικῶν ὄντας ἀρχόντων
πολλοὺς τῶν ἐγχωρίων καὶ τῆς συγκλήτου
 βουλῆς, ὡς τάχα συνίστορας τοὺς πλείους, ὥς
φασιν, οὐδὲ πρὸς ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἔνα σφᾶς γυμνώσῃ
τῶν ὑπαρχόντων. ἡ μὲν οὖν τοῦ Ῥομπέρτου ἐπίθεσις
πέπαυτο, ἑτέρωθεν δ’ αὖθις τῇ Ρωμαίων ἡγεμονίᾳ
ἐχθροὶ ἐπανίστανται. οἶ γὰρ Τοῦσκοι τὴν
ἑῴαν ὑφ’ ἑαυτοὺς ποιησάμενοι οὐδὲ τῶν νήσων
ἀπέσχοντο. ἀλλ’ ὁ Τζαχᾶς, Τοῦρκος δὲ καὶ οὗτος
οὐ τῶν ἐπιφανῶν, δεινὸς δὲ καὶ τὴν πονηρίαν πολύς,
διὰ πλοιαρίων ὀλίγων ἀνωιστὶ τῇ νήσῳ Χίῳ
προσορμισθεὶς κατέσχε ταύτην, καὶ στόλον ἐν αὐτῇ 
 ναυπηγεῖ, δι’ οὗ τήν τε Λέσβον ἀνήρπασε καὶ τὴν
Σάμον τήν τε Ῥόδον ὑφ’ ἑαυτὸν ἐποιήσατο καὶ πλείους
ἄλλας τῶν νήσων. ἐξηλάθη δ’ αὖθις αὐτῶν,
στόλου Ῥωμαϊκοῦ ἐπελθόντος ταῖς ἐκείνου τριήρεσι.
καὶ ἡ νῆσος δ’ ἡ Κρήτη, πρὸς δὲ τῇ καὶ ἡ Κύπρος
 ἀποστασίαν ἐνόσησαν, τὴν μὲν τοῦ Καρικὴ κατεσχηκότος
καὶ ἀντάραντος χεῖρα τῷ βασιλεῖ, τὴν Κύπρον
δέ γε τοῦ Ῥαψομμάτου. ἀλλὰ καὶ αὗται τῇ
Ῥωμαίων αὖθις οὐκ εἰς μακρὰν ἐπανεσώθησαν ἡλεμονίᾳ.
ἐντεῦθεν ὁ βασιλεὺς ἀναλωμάτων δεόμενος
 τρόπους ἀποτροπαίους συλλογῆς χρημάτων ἐξεύρισκε,
καὶ ὀφειλὰς ἀδίκους εἰσῆγον κατὰ τόν ἀνθρώπων
οἶ ἐπ’ αὐτῷ τεταγμένοι, καὶ ἀφῃροῦντο 
τὰς οἰκείας οὐσίας οἱ μηδὲν δικαίως ὀφείλοντες.
ἐντεῦθεν ἀπογραφεῖς πανταχοῦ τῶν ἐν ἀγροῖς καὶ
ὁ χωρίοις διαφερουσῶν τοῖς ὑπηκόοις ἐστέλλοντο κτήσεων,
καὶ τὰ καινὰ τῶν ὀνομάτων ἐπινενόητο, τὰ 
ὑπἐρτιμα λέγω καὶ τὰ ὑπέρπλεα, καὶ ἄλλοτε ἄλλοι

 
τρόποι ἐπηρειῶν κατὰ τῶν ὑπηκόων εἰσήγοντο, καὶ
ἱερὰ δ’ ἀφῄρηντο ἐκ θείων ναῶν. οὗτος ὁ βασιλεὺς
καὶ τὸ νόμισμα κεκιβδηλευμένον παρὰ τῶν πρὸ αὐτοῦ
εὑρηκὼς χάλκεον ἔθετο, ᾧ εἰς τὰ τῆς βασιλείας
ἐκέχρητο ἀναλώματα, τοὺς δέ γε φόρους διὰ χρυσίνων 
δοκίμων εἰσ’ ἔπραττε, πῇ δέ γε καὶ δι’ ἑτέρων,
χρυσίνων μὲν κἀκείνων, ἀλλ’ ἡμιχρύσων, ἔστι δ’
 οὗ καὶ διὰ τῶν χαλκέων ἐδασμοφόρει. ὅθεν χαλκοῦ
δεόμενος πλείονος τοὺς ὀβολοὺς εἰς νόμισμα μετετύπωσε,
καί τινα τῶν δημοσίων ἔργων, τῶν χαλκουρλγμάτων 
φημί, κατασπάσας εἰς στατῆρας συνέκοψε
καὶ νέας δεκάτας ἐκαίνισεν. ἐγείνατο δὲ
θυγάτριον ἡ Αὐγούστω τῷ βασιλεῖ, ὅπερ Ἄννα ὠνομάσθη
διὰ τὴν πατρομήτορα, ἐφ’ ᾗ τὸν τῆς βασιλίσσης
Μάριας υἱὸν Κωνσταντῖνον τῆς ἐξ Ἀλανῶν 
ὁ βασιλεὺς ἐμνηστεύσατο· ἐκείνου δ’ ἐπὶ τῇ μνηστείᾳ
τὴν ζωὴν καταλύσαντος, ὡς ὡραία γάμου ἡ
θυγάτηρ ἐγεγόνει τῷ ἄνακτι, νυμφίον ἕτερον ἐπ’
αὐτῷ εἰσῳκίσατο τὸν μείζω τῶν υἱῶν Νικηφόρου
τοῦ Βρυεννίου, ὃν ὁ λόγος προέφηνε τῇ τυραννίδι 
ἐπιχειρήσαντα καὶ ἁλόντα καὶ πηρωθέντα τοὺς
ὀφθαλμούς. τούτῳ τὴν θυγατέρα ταύτην κατεγγυή-
 σας τετίμηκε τὸν ἄνδρα πανυπερσέβαστον.
δὲ τῷ βασιλεῖ καὶ υἱός, ὃν ἐν τῷ θείῳ τεμένει τῆς
τοῦ θεοῦ λόγου Σοφίας παρὰ τοῦ πατριάρχου καταξιωθέντα 
τοῦ θείου βαπτίσματος καὶ Ἰωάννην κληθέντα
αὐτίκα ὁ πατὴρ καὶ διαδήματι ταινιοῖ. γεγόνασι
δὲ τῷ βασιλεῖ καὶ ἕτεροι δύο υἱοί, Ἀνδρόνικός
τε καὶ Ἰσαάκιος, καὶ θυγατέρες ἕτεραι τρεῖς, Μαρία,
Εὐδοκία, καὶ Θεοδώρα. τῇ μὲν οὖν Μαρίᾳ τὸν τοῦ 
Γαβρᾶ ἐκείνου Θεοδώρου τοῦ σεβαστοῦ καὶ μάρτυρος
υἱὸν τὸν Γρηγόριον ἐμνηστεύσατο. εἶτα τὴν

 
μνηστείαν ταύτην λύσας, οὕτω δόξαν αὐτῷ, κἀκεῖνον
ἀποπεμψάμενος ἕτερον μνηστῆρα τῇ θυγατρὶ
ταύτῃ τὸν τοῦ Φορβηνοῦ υἱὸν τοῦ κατακαλῶν τὸν
Νικηφόρον εἰσεποιήσατο. τῇ δ’ Εὐδοκίᾳ τὸν τοῦ 
 Ἰασίτου Κωνσταντίνου παῖδα συνέζευξεν. ὃς τῇ τε
συνεύνῳ οὐχ ὡς βασιλέως ἐκέχρητο θυγατρί, ἀλλ’
ἐκ τοῦ κρείττονος ὡμίλει ταύτῃ καὶ προσεφέρετο,
καὶ τῇ βασιλίσσῃ δὲ πλειστάκις προσκεκρούκει καὶ
πενθερᾷ, ἥπερ αὐτῷ προσοχθίσασα τὴν θυγατέρα
 νοσήσασαν εὐθὺς ἀποκείρει καὶ τὸν Ἰασίτην ἀπελαύνει
τῶν βασιλείων. τῇ δέ γε τελευταίᾳ τῶν
θυγατέρων συνῴκισεν ὁ πατὴρ νεανίαν τὸ μὲν
εἶδος ἀγαλματίαν, τὸ δὲ γένος οὐ τῶν ἐπιφανῶν.
γέγονε δ’ ἐπὶ τῆς βασιλείας τούτου κλόνος τῆς γῆς
 φρικωδέστατος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς μνήμης τοῦ ἐν
θαύμασι περιωνύμου ἁγίου Νικολάου, ὑφ’ οὗ πολλαί 
τε οἰκίαι καὶ ναοὶ κατηρείπωντο καὶ στοαί, δι’
ὧν αἱ τῆς πόλεως ὠρόφωνται ἀτραποὶ καὶ πλεῖστοι
ἐν τοῖς συμπτώμασι συνεχώσθησαν καὶ ἀπέθανον.

Κατὰ τούτους τοὺς χρόνους καὶ τοῦ τῶν Πατξινάκων ἔθνους ἡ συγκίνησις γέγονεν, ἐκ τῶν σφετέρων
ἠθῶν μεταναστεύσαντος εἰς χώραν Ρωμαϊκὴν
καὶ τὴν Θρᾴκην πᾶσαν καὶ τὴν Μακεδονίαν ληιζομένου.
κατὰ τούτων ἐκστρατεύσας ὁ βασιλεύς, τῶν
 στρατιωτῶν ἀλαζονευομένων, αἰσχρῶς ἥττητο. εἶτ’
αὖθις ἄπεισι κατὰ τῶν βαρβάρων, ταπεινωθείσης
τῆς στρατιᾶς καὶ τὸ πᾶν τῆς θείας ἐξαρτώσης ῥοπῆς,
καὶ προσβάλλει τοῖς πολεμίοις. οἱ δὲ οὐδὲ τὴν 
ἔφοδον ὑπομείναντες τὰ ὅπλα κατὰ γῆς ἐρρίπτουν
 καὶ οἰμωγαῖς τοὺς Ῥωμαίους ἐξεκαλοῦντο πρὸς ἔλεον.
ὤλετο μὲν οὖν πολύ τι τοῦ Σκυθικοῦ, οἱ λοιποὶ δὲ
σὺν ἐλαμβάνοντο καὶ ἦσαν ὑπὸ δεσμοῖς, καὶ εἰς δου-

 
λείαν οἱ αἰχμαλωτεύσαντες αὐτοὺς ἀπεδίδοντο. ὁ δ’
αὐτοκράτωρ πλῆθος ἀπολεξάμενος σφριγώντων καὶ
ῥωμαλέων Σκυθῶν εἰς τὸ τῶν Μογλένων θέμα τούτους
σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις κατῴκισε, καὶ τάγμα τούτους
κατέστησεν ἰδιαίτατον, οἵ καὶ μέχρι τοῦ δεῦρο κατὰ 
διαδοχὰς· διαμένουσιν, εἰς ἐπίθετον σχόντες τὸν τό-
 πον, ἐν ᾧ κατῳκίσθησαν, καὶ Πατζινάκοι Μογλενῖται
καλούμενοι. ἐπιβουλῆς δὲ μηνυθείσης αὐτῷ,
πρωτουργοὺς ἐχούσης τὸν Οὐμπερτόπωλον καὶ τὸν
Ἀριέβην, ὧν ὁ μὲν ἐκ Φράγγων εἷλκε τὸ γένος, ὁ δ’ 
 Ἀριέβης ἐξ Ἀρμενίων, καὶ ἄμφω δὲ τῶν ἐπιφανεστέρων
καὶ στρατηγίαις ἐφεστηκότων , ἐκεῖνοί τε
συνεσχέθησαν καὶ ὅσοι συμμετεῖχον αὐτοῖς τοῦ
βουλεύματος. τοὺς οὖν τῆς μελέτης ἐξάρχοντας δύο
ἄνδρας δημεύσει καταδικάσας καὶ ἀτίμῳ θριάμβῳ 
καὶ ἐπὶ τούτοις ὑπερορίᾳ ἐν τούτοις περιώρισεν αὐτοῖς
τὴν ποινήν· ὅτε καὶ τὸ τῶν Μανιχαίων τάγμα
τῆς στρατείας ἀπήλασεν, ἐκθέσμως μέχρι τότε δὴ
στρατευόμενον· στρατεύεσθαι γὰρ τοὺς Μανιχαίους
ἀρχαῖος νόμος καθάπαξ ἀπείργει. αὖθις δ’ ἑτέρα 
κατὰ τοῦ βασιλέως τούτου συνέστη ἐπιβουλή, ἧς
ἐξῆρχεν ὁ τοῦ βασιλεύσαντος ἐκείνου Διογενοῦς
υἱὸς ὁ Νικηφόρος ὁ τῆς πορφύρας βλαστός, ἀνὴρ
τὴν μὲν ἰσχὺν ἀπαράμιλλος, τὴν δὲ τῆς γνώμης ἕξιν
καὶ τὴν τῆς ψυχῆς γενναιότητα οὐ κατὰ τὴν σωμα- 
 τικὴν πλουτήσας ἰσχύν. οὗτος τὸ μὲν δρᾶμα συνθέμενος,
τὴν δὲ πρᾶξιν ὑπερτιθέμενος, ἔλαθε παθὼν
ἢ δράσας ὡς ἐβουλεύσατο. ἑάλω γάρ, καὶ
ἐτασμῶν ἀνάγκαις παραδοθείς, ἵν’ ἐκκαλύψῃ τοὺς
συνωμότας, τέλος ἐξεκόπη τὰ ὄμματα καὶ τὴν περιουσίαν 
ἀφῄρητο. εἶτα τὸ τῶν Φράγγων ἔθνος ἐκ
τῶν ἑσπερίων συγκινηθὲν ἀνῄει πρὸς τὴν βασι-

 
λίδα των πόλεων, ώς έκ ταύτης είς την εωαν δια-
περαιωθησόμενον' ων τὴν συνγκίνηβιν θεοσηαία τις
προεμήννσεν. ακριδών γαρ άπειρον τι πλήθος, έκ
της 'Εσπέρας την γένεαιν έσχηκός καΐ τοσούτον ως
 νέφεαιν ιπτάμενου άπεικάζεβθαι καὶ σνσκιάξειν τὸν
ηλιον, δια της μεγίστης των πόλεων και των ταύτης
ορίων την πτήσιν ποιούμενου προς την εωαν ωρμητο,
κάκεΐβε κατε'πανε. περαιωθέντες ονν και τή κατά 
Βιθυνίαν προσβαλόντες Νίκαια, παρά των Τούρ-
 κων κατεχόμενη, οὖν χρόνω μεν καϊ φθορά πολλή
εκατέρωθεν, τέως μέντοι την πάλιν ·ηρήκασι. καϊ
ταύτην μεν πολλών άπέδοντο χρημάτων τω βαΰιλεϊ,
οί δ' είς τό πρόσω προνχώρονν. καϊ ο[ μεν την
προς τω Ὀρόντη εἶλον σύν μόχθω και φάνω πολλώ
 Ἀντιόχειαν, οί δε της Ιεροσολύμων μεγάλοις άγώ-
αιν έκράτήσαν πόλεως, άλλ' οντω μεν τά τον ἔθνονς
έσχον των Φράγγων αυντετμημένως ειπείν, αἵρεσις
δέ τις κατά τους χρόνους τούτους άναπέφηνε μυ-
σαρά η των Βογομίλων. της δε τοιαύτης αίρέαεως
 κήρυξ ην καϊ μέγας διδάσκαλος και προβολεύς των
παρ' αὐτοῖς ἀποστόλων Βασίλειος τις λεγόμενος 
ιατρός, σχημα μίν περικείμενος μοναχού, αυτόν δ᾿
εκείνον ενδεδυμένος τον σατανάν, ος εν έτεσι μεν
πεντεχαίδεκα τά της πλάνης μαθών ολέθρια δόγματα,
 έν δε δυσὶ καὶ τῇ πεντήκοντα διδάξας αυτά, πάσαν
σχεδόν την οίκονμένην της οίκείας λύμης ένέπλη-
οεν. είτα και τ ή τών πόλεων βαβιλίδι έπεχωρίασε ν,
άλλ' έάλω ίπ' αυτοφώρω ὁ τῆς αληθείας έχθρός.
γνονς γάρ την εκείνον άσέβειαν ό κρατών υπεκρίθη
 πίοτιν έχειν εις έκεϊνον τον κακοδαίμονα, καϊ διδά-
σκαλου έκάλει καϊ σωτήρα πλανωμένων ψνχών. τού-
τοις ονν και πλείοσιν άλλοις μόλις μεν καὶ σὺν χρόνω,

 
ἴσχυσε δέ ποτε πεῖσαι τὸν ὀλέθριον ἐκεῖνον ἐξεμέσαι
τὸν ἰὸν τῆς πονηρίας αὐτοῦ. ἐπεὶ δ’ ἦν ἐντὸς
 ἀρκύων τὸ θήραμα, ἐδημοσίευσε μὲν τὴν ἐκείνου διδασκαλίαν
καὶ τὰ δόγματα ἐξεφαύλισε, κοινῇ δὲ
ψήφῳ πυρὸς αὐτὸν ἐν τῷ τῆς ἱππηλασίας θεάτρῳ 
παρανάλωμα ἔθετο. αὖθις δ’ ἐπανάστασις ἑτέρα
κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος γέγονε, καὶ ὁ ταύτην συστησάμενος
υἱὸν ἔλεγεν ἑαυτὸν εἶναι τοῦ βασιλεύσαντος
Διογενοῦς, ὃς Κομάνων πλῆθος προσεταιρισάμενος
εἰς τἀπὶ Θρᾴκης τε χωρία γενόμενος καὶ τὴν 
χώραν κεραίζων καὶ ληιζόμενος ἀπῄτει τοὺς ἐν ταῖς
πόλεσι δέχεσθαί τε αὐτὸν καὶ ἀξιοῦν βασιλικῆς
ἀναρρήσεως. εἶτα εἴς τι πολίχνιον τῶν Θρᾳκικῶν
ἀπελθών, ἀπατηθείς τε παρὰ τῶν ἐν αὐτῷ καὶ
ἀναρρηθείς, εἰσελθών τε μετ’ ὀλίγων ἐντός, συνε- 
 σχέθη καὶ ἐξεκόπη τοὺς ὀφθαλμούς. καὶ οὕτως ἡ
 ἐπιχειρηθεῖσα παρ’ αὐτοῦ τυραννὶς διελέλυτο, τῶν
Κομάνων, ὅσοι μὴ διεφθάρησαν, εἰς τὰ ἤθη παλινοστησάντων
τὰ σφέτερα.

Οὗτος ὁ βασιλεύς, τοῦ ὀρφανοτροφείου ἐσχολακότος, 
ἀλλὰ μὴν καὶ ἄλλων γηροκομείων πολλῶν,
τὰς πάντων κτήσεις τῷ ὀρφανοτροφείῳ προσνείμας
καὶ αὐτὸς ἑτέρας προσαφορίσας, ἀνεκαίνισέ τε αὐτὸ
καὶ ἀνενέωσε πολλοῖς ἀναλώμασι καὶ πλῆθος γηροκομουμένων
αὐτῷ ἐγκατέστησεν. ἀλλὰ μὴν καὶ μοναζόντων 
καὶ μοναζουσῶν ἐν αὐτῷ ἐδείματο καταγώγια·
πρὸς δὲ τοῖς καὶ διδασκαλεῖον γραμματικῶν,
ἵν᾿ἐν αὐτῷ διδάσκοιντο παῖδες ὀρφανοὶ ἢ γονέων
ἀπόρων, διδασκάλους ἐντάξας αὐτῷ καὶ παιδαγωγοὺς
καὶ σιτήσεις ἀποτάξας τοῖς διδάσκουσί τε καὶ 
τοῖς μανθάνουσι. καὶ τὰ μὲν οὕτως ἔσχε καὶ μέχρι
 τοῦδε διατετήρηται. ἄλλο δ’ αὖθις κατὰ τοῦ αὐτο-

 
κράτορος συνεστήσαντό τινες διαβούλιον, οὑ κορυφαῖος
μὲν ἦν ὁ Ἀνεμᾶς Μιχαὴλ, συνίστορες δὲ πολλοὶ
τῶν τὰ πρῶτα πραττομένων ἐν τῇ μοίρᾳ τῇ
στρατιώτιδι. ἀλλὰ μήπω τῷ ἔργῳ ἐπιχειρήσαντες
 ἐγνώσθησάν τε καὶ συνελήφθησαν, καὶ τοῖς μὲν
συνωμόταις ψίλωσις ἐπήχθη τῶν τριχῶν καὶ τοῦ
πώγωνος, οὐ ξυρῷ, ἀλλὰ δρώπακι. τῷ δ’ Ἀνεμᾷ
ἄψαυστος μὲν ἡ κεφαλὴ καὶ ὁ πώγων τετήρητο, πή-
ρωσις δὲ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ κατεψήφιστο. ἔτι δὲ
 θριαμβευομένων αὐτῶν ἐπικαταλαμβάνει βασίλειον
θέσπισμα, τῆς ποινῆς τὸν Ἀνεμᾶν ἐξαιρούμενον
καί οἱ συγχωροῦν τῶν ὀμμάτων τὴν ἐκκοπήν. ἀφαιρεθέντες
δὲ τὰς οὐσίας ὑπερορίαν ἄλλος ἀλλαχόθι
κατεδικάσθησαν. ἡ μήτηρ δὲ τοῦ αὐτοκράτορος τούτου
 του τῶν τῆς βασιλείας πραγμάτων ἀναδεξαμένη, ὡς 
εἴρηται, τὴν διοίκησιν, μέχρι πολλοῦ ταύτην μετεχειρίζετο,
ὅθεν καὶ τὰ πρὸς κάκωσιν τῶν ὑπηκόων
τότε γινόμενα ἐκείνῃ οἱ πλείονες ἐπεγράφοντο.
ἤχθετο μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς ὡς ἐν μόνῳ σχεδὸν τῆς
 βασιλείας ἀπολαύων ὀνόματι, ᾐδεῖτο δὲ τὴν μητέρα
καὶ ἀκούσης ἐκείνης ἀφελέσθαι τὴν ἐξουσίαν οὐκ
ἤθελεν. ἐπεὶ δ’ ἐκείνῃ συνῆκεν ἀχθόμενον τὸν υἱόν,
πτοηθεῖσα μὴ βιασθείη καὶ ἀθέλητον δόξῃ ποιήσασθαι
τὴν μετάστασιν, παρακεχωρήκει πάντων τῷ
 υἱῷ τε καὶ αὐτοκράτορι καὶ τῶν βασιλείων ὑπανεχώρησε,
τὴν τοῦ Παντεπόπτου μονήν, ἣν ἐκείνη
ἐδείματο, κατοικίαν ποιησαμένη, παρ’ ᾗ καί τινας
ἐνιαυτοὺς παροικήσασα ἐντίμως τε καὶ βασιλικῶς, ἐς 
γῆράς τε βαθὺ καταντήσασα, μετήλλαξε τὴν ζωήν.
 ἴνα δ’ ἐνιαυτὸν καὶ μικρόν τι πρὸς ὁ σεβαστοκράτωρ
ἐπιβιοὺς τῇ μητρὶ κἀκεῖνος ἀπέτισε τὸ χρεών,
κειράμενος τὴν τρίχα καὶ μεταμφιασάμενος κατὰ

 
μοναχούς, ὡς ἔγνω ἐπιλείπειν αὐτῷ τὸ βιώσιμον.
ἀπεβίω δ’ ἐπὶ παισὶ πολλοῖς, οὕς, ἐπεὶ καὶ ἡ μήτηρ
αὐτῶν οὐδ’ ὅλον ἐνιαυτὸν ἐπιζήσασα τῷ ἀνδρὶ μετέστη
τῶν γεηρῶν, ὁ βασιλεὺς προσελάβετο, καὶ τοὺς
μὲν ἄρρενας συνῴκισε γυναιξί, τὰς δέ γε θηλείας 
ἀνδράσιν ἐξέδοτο καὶ ἔστεργε καὶ εὐηργέτει τοὺς
ἀδελφόπαιδας. πρὸς δὲ τὴν κοινωνὸν τοῦ βίου ὁ
βασιλεὺς οὗτος οὔτ’ ἀποστρόφως εἶχε τὸ πρότερον
 οὔτε λίαν ἐκείνῃ προσέκειτο, ἀφροδισίων δ’ ἡττώμενος
οὐ πάνυ τὰ ἐς εὐνὴν ἐτύγχανε δίκαιος, ὅθεν 
καὶ βέλεσιν ἡ Αὐγούστω ζηλοτυπίας ἐβέβλητο. ἐπεὶ
δ’ ὁ χρόνος προήκων τῷ αὐτοκράτορι τὰ πυρφόρα
βέλη τοῦ ἔρωτος ἤμβλυνε, τότε πρὸς τὴν Αὐγούστων
τρέψας τὸν ἔρωτα ὅλος ἢν τῆς πρὸς ἐκείνην στοργῆς,
καὶ ἤθελεν εἶναι σχεδὸν αὐτῆς ἀδιάσπαστος. 
τοιαύτη μὲν οὖν τῇ βασιλίσσῃ ἐσύστερον ἡ διάθεσις,
καὶ μεγάλα τότε ἠδύνατο, καὶ εἶχεν οὕτω μέχρις
ἂν ἔρρωτο τὸ σῶμα τῷ βασιλεῖ. ἐπεὶ δ’ ἐκεῖνος τοὺς
 πόδας ἤλγει καὶ τὰς βάσεις ἐβέβλαπτο καὶ περὶ τὰ
ἄρθρα τούτῳ μοχθηρᾶς ὕλης συνερρυήκεσαν ῥεύματα 
 μάτα καὶ ἦν ἐντεῦθεν κλινοπετής, κατῆρχεν ἡ βασιλίς,
καὶ τῷ ταύτης ἦν ὡς ἐπίπαν τιθέμενος ὁ
αὐτοκράτωρ θελήματι, καὶ πᾶσα ἡ ἐξουσία καὶ ἡ τῆς
βασιλείας διοίκησις ἀνατεθῆναι αὐτῇ μετὰ παρέλευσιν
τοῦ ἀνδρὸς μεμελέτητο, ὡς καὶ τὸν υἱὸν καὶ βασιλέα 
ὑποκεῖσθαι αὐτῇ. τῷ δὲ τὸ σκέμμα οὐκ ἀνεκτὸν
ἐς ἄνδρας ἤδη τελοῦντι καὶ γυναικὶ πρὸ
πολλοῦ συναφθέντι τοῦ ἔθνους τῶν Οὔγγρων ἀρχηγοῦ
θυγατρὶ καὶ παίδων γεγονότι πατρί. ἐδε-
δοίκει γὰρ περὶ τῇ ἀρχῇ ἤ καὶ περὶ αὐτῇ τῇ ζωῇ, 
ὁρῶν τὴν μητέρα πολλὴν περὶ τὴν πρεσβυτέραν τῶν
θυγατέρων ἐνδεικνυμένην σχέσιν καὶ περὶ τὸν ἐπ’

 
αὐτῇ κηδεστὴν τὸν Βρυέννιον. ὅθεν μετῄει τὸ συγενές,
ἀλλὰ μέντοι καὶ ξύμπαντας, καὶ τὰ καθ’ ἐαυτὸν 
πρὸς ἕκαστον λαθραίως ἀποκλαιό μένος ἀνεμίμνησκε
τῶν ὅρκων τοὺς ἄνδρας, οὑς οἶ πλείονες
 αὐτῶν ἦσαν ὀμωμοκότες, ὡς οὐχ ἕτερον ἂν παρὰ
τοῦτον μετὰ τὸν πατέρα δέξαιντο αὐτοκράτορα. οἱ
δ’ αὐτὸν ἐπεθάρρυνον, καὶ ἐπαρῆξαί οἱ καιροῦ καλοῦντος
προθυμότατα ἐπηγγέλλοντο, ὅρκοις ἐμπεδοῦντες
τὰς ὑποσχέσεις. ταῦτα δὲ τὴν βασιλίδα οὐκ
 ἐλελήθεισαν, δι’ ἃ καὶ προσώχθισε τῷ υἱῷ. ἐντεῦθεν
παντί που καθάπαξ προσιέναι οἱ ἀπείρητο, καὶ
πάντοθεν σκοποί τε καὶ κατοπτῆρες ἦσαν αὐτοῦ. ὁ
δὲ καὶ οὕτως οὐκ ἐπαύετο πρὸς ἑαυτὸν σχεδὸν τοὺς
σύμπαντας ἐφελκόμενος, τοὺς μὲν δι’ ἑαυτοῦ, τοὺς
 δὲ διὰ τῶν προσκειμένων αὐτῷ. πρόσ’ ἔκειτο δ’ αὐτῷ 
καὶ τῶν ἀδελφῶν ὁ νεώτερος· θάτερος δέ γε, δηλαδὴ
ὁ Ἀνδρόνικος, τῷ συγγόνῳ καὶ βασιλεῖ ἠναντίωτο.
ἤδη γὰρ καὶ οὗτοι ἀνδρωθέντες γυναιξὶ
συνεζεύχθησαν. καὶ ὁ μὲν Ἀνδρόνικος σεβαστοκράτωρ
 τετίμητο, ὁ δ’ Ἰσαάκιος καὶ ὁ Βρυέννιος Καίσαρες,
ὁ δ’ ἐπὶ τῇ δευτέρᾳ τῶν θυγατέρων τοῦ βασιλέως
ὁ Φορβηνὸς πανυπερσέβαστος. εἶχον
μὲν οὖν οὕτω ταῦτα, εἰ καὶ προδραμὼν ὁ λόγος τὰ
ὕστερον διηγήσατο.

Εἷς δὲ τῶν εἰς τὴν ἑῴαν διαβάντων Λατίνων καὶ ὁ τοῦ Ῥομπέρτου ἐκείνου, οὗπερ ἤδη ἡ ἱστορία
ἐμνήσθη, ὑπῆρχεν υἱός, Βαὶ·μοῦνδος ὀνομαζόμενος,
ὃς ἐκ τῶν ἐσπερίων μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἀνιὼν
δούλωσίν τε τῷ βασιλεῖ ἐπηγγείλατο καὶ συνθήκας 
 θέμενος πρὸς αὐτὸν ὅρκοις αὐτὰς ἐμπεπέδωκε, καὶ
χρήματα λαβὼν σχεδὸν ὑπὲρ ἀριθμὸν τῇ κατὰ Κοίλην
Συρίαν Ἀντιοχείᾳ ἐπιδεδήμηκε καὶ ταύτην πο-

 
λιορκίᾳ ἐλῶν οὐ μόνον τῶν ὡμολογημένων παραβάτης
ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ πόλεμον κατὰ ῾Ρωμαίων ἄρααθαι
μεμελέτηκεν. ἐπανιέναι δὲ φροντίζων ἐκ τῶν
ἑῴων εἰς τὰ ἑσπέρια ἐδεδίει μὴ ἐν τῇ ἐπανόδῳ χώρας
῾Ρωμαϊκὰς διιὼν κατασχεθείη παρά του τῶν χωρῶν 
ρῶν ἐκείνων τὰς ἀρχὰς ἐμπεπιστ εὑ μένων καὶ ἀπαχθείη
δεσμώτης, ὡς παραβάτης ὧν ἔθετο συνθηκῶν.
τί γοῦν μηχανᾶται; ἑαυτοῦ καταψεύδεται θάνατον,
καὶ λάρνακι ἐμβεβήκει, ἐντειλάμενος τοῖς θεράπουσι
 λέγειν ὡς ἐτεθνήκει καὶ ὁ νεκρὸς ἐκείνου κομίζεται 
οἴκαδε. οὕτω λαθὼν εἰς τὴν χώραν αὐτοῦ διασέσωστο·
ἔνθα πολλὰ κατειπὼν τοῦ βασιλέως πολλοὺς
τῶν ὁμοεθνῶν ἆραι κατὰ Ῥωμαίων ὅπλα ἠρέθισεν,
ὧν στραταρχῶν ἐκεῖνος διεπεραιώθη πρὸς τὴν Ἐπίδαμνον,
καὶ πολλὴν ἔθετο σπουδὴν ἐκπορθῆσαι τὸ 
ἄστυ αὐτῆς. χρόνον δὲ διατρίψας ἐν τῇ πολιορκίᾳ
μακρόν, καὶ κακώσας μὲν τοὺς ἐν τῇ πόλει, οὐ μείω
δὲ καὶ αὐτὸς κακωθείς, ἀπέγνω μὲν τοῦ Δυρραχίου
τὴν ἅλωσιν, προέβη δ’ εἰς ἕτερα, ἀλλὰ κἀκείνων διήμαρτεν·
ὅθεν διαπρεσβεύεται πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, 
συμβάσεις ζητῶν. ὁ δὲ τῇ Θεσσαλονίκῃ ἦν ἐνδη-
 μῶν, καὶ ἀπάρας ἐκεῖθεν κατὰ τὴν Εὐρωπαίαν Κολώνειαν
τὸν χάρακα ἔθετο, ἔνθα καὶ προσωμίλησε
τῷ βαρβάρῳ, καὶ τὰς συνθήκας τῶν σπονδῶν ἐποιή-
 σατο. ἡ μὲν οὖν τοῦ Βαϊμούνδου μάχη οὕτω πως 
διελέλυτο. ὁ δὲ πατριάρχης Νικόλαος ἐπὶ εἴκοσι
πρὸς ἑπτὰ ἐνιαυτοὺς τὴν ἐκκλησίαν ἰθύνας καὶ ἐς
γῆρας ἐλάσας βαθύ, νοσήσας ἀπεβίω· οὗ τὴν ἐκφορὰν
μεγαλοπρεπῶς ὁ αὐτοκράτωρ ἐτίμησεν, εἶτα
ἕτερον εἰς τὸν θρόνον τὸν πατριαρχικὸν ἐγκαθίδρυσεν, 
ἔνα μὲν τοῦ κλήρου τῆς ἐκκλησίας, τοῦ τῶν
διακόνων δέ γε βαθμοῦ καὶ τοῖς πατριαρχικοῖς συν-

 
ταττόμενον ἄρχουσιν, ἀδελφιδοῦν δὲ τοῦ τῆς ἐν
Χαλκηδόνι τότε προεδρεύοντος ἐκκλησίας, λόγοις
ἐντεθραμμένον τοῖς τε θύραθεν καὶ τοῖς καθ’ ἡμᾶς, 
αὐτὸς ὁ βασιλεὺς τῇ ἐκκλησίᾳ ἐπιδεδημηκὼς καὶ
αὐτὸν ἐν ταύτῃ προχειρισάμενος. μετὰ δέ τινα χρόνον
νοσεῖ ὁ κρατῶν, καὶ οὕτως ἡ νόσος ἐκείνου κατίσχυσεν
ὡς ἐκλελοιπέναι δοκεῖν. ἐν τούτῳ δὲ τοῦ
σωτηρίου τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐκτυπώματος, ὃ ἐν τῇ
Χαλκῇ ἀνεστήλωται, τὸ θεῖον πέπλον, ὃ πρὸ τῆς
10 εἰκόνος ᾐώρηται, κομισθὲν ἐφηπλώθη τῇ κλίνῃ ἐφ’
ἧς ὁ κάμνων κατέκειτο, καὶ αὐτοῦ τὸ σῶμα περιεκάλψε,
καὶ ἡ τῆς νόσου σφοδρότης ὑπεδίδου εὐθύς.
ὁ δὲ κεκίνητό τε καὶ ἀνεκάθισε καὶ ἐφώνησε
καὶ ᾔτησεν ὕδωρ κατὰ χειρὸς καὶ τροφῆς ἀπεγεύσατο,
15 καὶ ὁ μὲν ἀνερρώννυτο, ἡ δὲ νόσος ὑπέληγε.
τοῖς δὲ πολλοῖς ἄπιστος ἦν ἡ ἀνάρρωσις. ἔνα γοῦν 
πληροφορηθῶσι περὶ ταύτης οἱ ἀμφιβάλλοντες, ἔφιππος
μετ’ ὀλίγον διῆλθε τὴν ἀγοράν. ἀλλ’ οὕτω μὲν
τῆς νόσου ὁ αὐτοκράτωρ ἀπήλλακτο. αὖθις δὲ τὸν
 ἀστυπολοῦντα λαὸν δέος ὑπεισῄει ἀναίτιον· φήμη
γὰρ περιῄει ἁπανταχοῦ τεθνάναι μέλλειν κατὰ τὸ
μέγα σάββατον τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου τὸν αὐτοκράτορα,
καὶ οὐ τοῦ δημώδους μόνον πλήθους ἡ φήμη
κατεκράτησεν αὕτη, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν τέλει καὶ τῶν
 περὶ τὸν κρατοῦντα, καὶ αὐτοῦ δὲ τοῦ βασιλέως
διέσεισε τὴν ψυχήν, καὶ ταῦτα μηδὲ νοσοῦντος μηδέ
τι τὸ ἐνοχλοῦν ἔχοντος. ἐπιστάσης δὲ τῆς λεγομένης
ἡμέρας ἠλέγχθη τὸ φημιζόμενον μάταιον καὶ τῶν 
πονηρῶν προσδοκιῶν ἀπηλλάγησαν ξύμπαντες.

Οὐ πολὺς ἐπὶ τούτοις παρῆλθε καιρὸς καὶ τῆς Βυζαντίδος ὁ αὐτοκράτωρ ἀποδημεῖ, καὶ τὴν γυναικωνῖτιν
συνεπαγόμενος, καὶ ταῦτα καθ’ ὥραν χει-

 
μέριον, καὶ σκηνοῖ κατὰ τὴν Θρᾳκῴαν Χερρόνησον.
τοῦ δὲ χειμῶνος παρελθόντος καὶ τοῦ ἔαρος ἀναλάμψαντος,
ἤδη καὶ τὸ θέρος ἐφίστατο, κἀκεῖθεν ὁ
κρατῶν οὐ μεθίστατο, ἕως νόσος τῇ βασιλίσσῃ ἐνέσκηψε·
τότε δὲ προεπέμφθη μὲν ἡ Αὐγούστα τριήρει 
βασιλικῇ, ὁ βασιλεὺς δ’ ἔτι ἔμενε διάγων ἐκεῖ
καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς καταλόγους ἐπισκεπτόμενος,
μέχρις ἂν ἐμεμαθήκει ὡς ἡ βασιλὶς κατηντήκει πρὸς
 τὰ βασίλεια. εἶτ’ ἐκεῖθεν ἀπάρας διὰ μιᾶς ἡμέρας
κατειλήφει τὴν μεγαλόπολιν. καὶ ἡ μὲν ἀνερρώννυτο, 
ὁ δὲ τῶν διοικήσεων εἴχετο, ὡς τὰ πολλὰ κατὰ τὸ
Φιλοπάτιον ποιούμενος τὰς διατριβάς. καί οἱ τοιοῦτόν
τι ἐπιτετήδευτο· τεταγμένας ἡμέρας ὡρίσατο,
καθ’ ἃς ἐκεῖσε δημοσίᾳ προυκάθητο ἀφορῶν πρὸς
πεδιάδα πλατεῖαν. τῷ βουλομένῳ δὲ ἡ εἰς ἐκεῖνον 
πάροδος συγκεχώρητο, καὶ ἕκαστος τῶν δεομένων
ἐπανετείνετο δεητήριον διδακτικὸν ὅτου δέοιτο. καὶ
ταῦτα ἐνώπιον αὐτοῦ τιθέμενα ἐπέταττε τοῖς ὑπογραμματεύουσιν
ἐπιέναι καὶ γνωρίζειν αὐτῷ τὰς
ἑκάστων αἰτήσεις, καὶ αὐτίκα τὴν ἐφ’ ἑκάστῳ ἀντιγραφὴν 
προσέταττε γίνεσθαι καὶ βεβαιουμένην τοῖς
δεομένοις παρέχεσθαι. καὶ τοῦτ’ ἐπὶ χρόνον ἱκανὸν
ἐτηρεῖτο τῷ αὐτοκράτορι. εἶτ’ αὖθις ἀποδημεῖ τῆς
Βυζαντίδος, φθίνοντος ἤδη τοῦ μετοπώρου. συνῆν
δὲ ἐκείνῳ καὶ ἡ βασίλισσα καὶ ἡ γυναικωνῖτις συνείπετο, 
καὶ περὶ τοὺς πρόποδας τοῦ ὄρους τοῦ Παπυκίου
κατασκηνοῖ, ἔνθα τὸ τῆς ὥρας χειμέριον
 διαγαγὼν παγγενῆ. ἄρτι ἠργμένου τοῦ ἔαρος ἐκεῖθεν
ἀπάρας τὴν Φιλιππούπολιν κατέλαβε. περὶ ταύτης
οὖν τὰ ὅρια ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος σκηνωσάμενος 
ἐκεῖ τὸν ἐαρινόν τε καιρὸν καὶ τὸν θέρειον, ἤδη δὲ
καὶ πολὺ τοῦ μετοπώρου διέτριβε, καὶ ἦν ἔργον

 
αὐτῷ τῆς ἐκεῖσε διατριβῆς ἡ μετὰ τῶν Μανιχαίων
διάλεξις, οὓς Παυλικιανοὺς ἡ δημώδης ὀνομάζει
φωνή· πολὺ γὰρ τοῦτο τὸ γένος ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ
κατῴκισται, τοῦ βασιλέως Ἰωάννου τοῦ ξιμισκῆ
 μεταγαγόντος ἐκ τῆς ἑῴας αὐτὸ κἀν ταύτῃ ἐγκατοικίσαντος· 
οἷς διαλεγόμενος πολλοὺς πρὸς τὴν ὀρθόδοξον
πίστιν μετήνεγκεν. ἤδη δὲ μεσοῦντος τοῦ μετπώρου
ἐπανῆλθεν εἰς τὰ βασίλεια. τῆς δὲ βασιλίσσης
μέγα δεδυνημένης, καὶ τῷ κηδεστῇ τῷ βρυεννίῳ 
 τῷ Καίσαρι πολλή τις ἦν ἰσχὺς καὶ δι’ ἐκείνου
πᾶν ἐν τοῖς ἀνακτόροις οἰκονομούμενον ἐκπεφώνητο.
διὸ καὶ πάντες ἐκείνῳ προσῄεσαν καὶ δικάζειν αὐτῷ
ἐπετέτραπτο καὶ βασιλικῶς ἐθεμίστευεν. ἦν γὰρ καὶ
λόγοις προσκείμενος ὁ ἀνήρ, καὶ ἡ σύνοικος δέ οἱ οὐδὲν
 ἧττον, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον ἐκείνου, τῆς ἐν λόγοις
παιδείας ἀντείχετο καὶ τὴν γλῶτταν εἶχεν ἀκριβῶς
ἀττικίζουσαν καὶ τὸν νοῦν πρὸς ὕψος θεωρημάτων
ὀξύτατον. ταῦτα δ’ αὐτῇ προσεγένετο φύσεως ὀξύτητι
καὶ σπουδῇ. προσετετήκει γὰρ ταῖς βίβλοις καὶ
 λογίοις ἀνδράσι καὶ οὐ παρέργως ὡμίλει αὐτοῖς.
οὕτω δ’ ὡς εἴρηται τῷ Καίσαρι τῶν πραγμάτων 
συνενεχθέντων, διὰ πάσης ἦν γλώττης ᾀδόμενος ὁ
ἀνήρ. ταῦτα δὲ τῷ βασιλέως υἱῷ τε καὶ βασιλεῖ
πολλὴν τὴν ἀθυμίαν ἐνέσταζον καὶ εἰς ἀγωνίαν
 ἐνέβαλλον· ὁ δὲ καὶ οὕτως ἔχων ἐκαρτέρει. ἀλλὰ τὰ
μὲν περὶ τούτων προϊὼν ὁ λόγος ἐκθήσεται, ἄρτι δὲ
διηγησάσθω ἃ παραλέλοιπε. πολλοὶ κατὰ τοὺς τῆς
αὐταρχίας χρόνους τοῦ βασιλέως τούτου γεγόνασιν
ἐμπρησμοὶ ἐν διαφόροις τῆς πόλεως μέρεσι, καὶ
 πολλὰ ταύτης κατενεμήθη τὸ πῦρ καὶ ἠρείπωσεν.
ἔπνευσε δέ ποτε τούτου κρατοῦντος καὶ ἄνεμος
σφοδρός τε καὶ βιαιότατος ὥρας οὔσης ἐαρινῆς, ὑφ’

 
οὗ πολλά τε ἄλλα συνέβη συμπτώματα καὶ ἡ ἐν τῷ
κυκλοτερεῖ καὶ μεγίστῳ πορφυρέῳ κίονι τῷ κατὰ τὸ
 λεγόμενον Πλακωτὸν ἑστῶτι ἱδρυμένη στήλη κατήνεκτο
καὶ πολλοὺς ἀνεῖλε τῶν παρατυχόντων ἐκεῖ.
ἦν δὲ τὸ ἄγαλμα μεγέθει μὲν πάμμεγα, κάλλει δὲ 
θαυμάσιον, ὃ καὶ πεσὸν συντέθραυστό τε καὶ εἰς
πολλὰ διετέτμητο. καὶ ὑετὸς δ’ ἐν ἄλλῳ χρόνῳ κατερράγη
σφοδρότατος, κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς
μνήμης τῶν κορυφαίων τοῦ Χριστοῦ μαθητῶν Πέτρου
καὶ Παύλου, ὃς περὶ δείλην ὀψίαν ἠργμένος
διήρκεσεν ἄχρι τῆς αὐτῆς ὥρας τῆς ἐπιούσης ἡμέρας
ἀνένδοτος γεγονώς. ὅτε πολλαί τε τῇ φορᾷ τῶν
ὑδάτων οἰκίαι κατέπεσον, καὶ αἶ κοιλάδες ὑδάτων
πλησθεῖσαι οὐδὲν διέφερον θαλασσῶν, καὶ ἀνθρώπων
οὐκ ὀλίγων καὶ ζῴων πολλῶν συμβεβήκει ἀπώλεια.
ταῦτα μὲν οὕτω συνήνεκτο.

Ἀπηγγέλη δέ ποτε τῷ βασιλεῖ Τούρκων ἀθροίζεσθαι
 στρατιάν, βουλομένην ἐπελθεῖν ταῖς ὑπὸ Ῥωμαίους
χώραις καὶ ταύτας ληίσασθαι. ἔτυχε δὲ τότε
τοὺς πόδας ἀλγῶν, τοῦ ῥεύματος σφοδρότερον ἐπιρρεύσαντος
καὶ περιωδυνίαις αὐτὸν καὶ ἀλγηδόσιν
ὀξυτάταις πιέζοντος. ἐπεὶ γοῦν οὐκ εἶχε δι’ ἑαυτοῦ
κατὰ τῶν βαρβάρων στρατεύσασθαι, φάλαγγα κατ’
αὐτῶν ἐκπέμπει στρατιωτῶν, φαλαγγάρχην ἐπιστήσας
αὐτοῖς τὸν Καμμύτξην Εὐστάθιον, ἄνδρα τοῖς 
πρώτοις τεταγμένον τῶν στρατηγῶν. ὁ δὲ οὐκ ἐλαχίστῃ
τῶν πολεμίων μοίρᾳ περιτυχὼν προσβάλλει
τούτοις, ἡττήθη δὲ προσβαλών, καὶ αὐτὸς μὲν ἑάλω,
οἶ δ’ ὑπ’ αὐτὸν οἱ μὲν ἔπεσον, οἱ δὲ φυγόντες ἐσώθησαν.
ὡς δὲ ταῦτα τῷ βασιλεῖ κατηγγέλθησαν, 
 οὐκέτι καθεκτὸς ἦν ἐκεῖνος, ἀλλ’ ἔξεισι, καὶ Τούρκοις
μὲν ἐνέτυχεν οὐδαμοῦ, μαθόντες γὰρ τὴν κατ’

 
αὐτῶν τοῦ βασιλέως ὁρμὴν τοῖς ἵπποις ἐνδόντες
τοὺ ’ς χαλινοὺς ἔφυγον ἀμεταστρεπτί, ἴσχυσε δὲ καὶ
ὁ Καμμύτξης τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐκφυγεῖν, τοὺς αὐτὸν
φρουροῦντας μεγάλαις ὑποσχέσεσι πείσας συναποδρᾶναι
 αὐτῷ καὶ προσεληλυθέναι τῷ βασιλεῖ.
καὶ ὁ μὲν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἦλθε προσάγων
καὶ τοὺς αὐτοῦ φύλακας αὐτομόλους. ὁ δὲ κρατῶν
ἐκεῖνον μὲν ἡδέως εἶδε, τοὺς δ’ ἐκεῖνον λελυκότας
ἐδεξιώσατο χρήμασι, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὸ βυξάντιον. 
 οὐ πολὺς παρερρύη καιρὸς καὶ ἔξεισιν αὖθις
κατὰ τῶν βαρβάρων τούτων ὁ αὐτοκράτωρ, καὶ
ἄπεισιν εἰς τὸ Φιλομήλιον· εὗρε δὲ τὸ ἄστυ τοῦτο
κενὸν ὁπλιτῶν· πάντες γὰρ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος
ἐγνωκότες κατ’ αὐτῶν ἔφοδον τὰ μὲν φίλτατα 
μετέθεντο, ἐκεῖνοι δ’ ἀνεχώρησαν. τὸ μὲν οὖν
ἄστυ ἀπόνως ἐλήφθη. ἀλλὰ μέντοι καί τινα φρούρια
καὶ σπήλαια, ἃ καταφύγια τοῖς ἐγχωρίοις ὠνό-
μασται, παρὰ τῶν κατεχόντων αὐτὰ τῷ βασιλεῖ
παρεδόθησαν, καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς μετφοικίσθησαν, τοῦτο
συμφέρον τοῦ αὐτοκράτορος κρίναντος. οὓς μεθ’
ἑαυτοῦ λαβὼν ἐκεῖνος ἐπανῄει, ἐπεὶ μὴ πολεμίοις
ἐνέτυχε. τῶν δὲ μετοικιζομένων ὅσοι μὲν ἀκμάξοντες
ἦσαν ἢ καὶ νεάζοντες, δι’ ἑαυτῶν τὴν πορείαν
πεποίηντο. οἷς δὲ τὸ γῆρας βραδεῖς ἐτίθει τοὺς
πόδας εἰς βάδισιν, τούτοις παρεῖχεν ὁ κρατῶν ὑποξύγια.
εἰ δέ τινες ἢ νόσοις ἢ πάθεσιν ἄλλοις εἶχον
παρειμένα τὰ σώματα ἢ γήρᾳ μακροχρονίῳ τε καὶ
λυγρῷ, τούτους ἀσπίσιν ἐπετίθει μακραῖς, καὶ τὰς 
ἀσπίδας νέους φέρειν ἐπέταττε σθεναρούς, δεδυνημένους
ἀχθοφορεῖν, αὐτὸς δὲ περιιών, εἴ τινα τῶν
οὕτω κομιζομένων ἢ δίψει κάμνοντα εὕρισκεν ἢ
τροφῆς ὀρεγόμενον ἢ ἄλλως ταλαιπωροῦ μένον, ὡς

 
ἐνὸν ἀνεκτᾶτο τὸν κάμνοντα. οὕτω δὲ ὁδοιπορήσαντί
τε καὶ καταλύσαντι καὶ Τοῦρκοι πρὸς ἐσπέραν
ἀνεφάνησαν, σπονδὰς πρὸς Ῥωμαίους λέγοντες
ἐθέλειν θέσθαι τὸν σφέτερον ἀρχηγόν. τοῦτο δὲ
οὐδὲ τῷ βασιλεῖ ἔδοξεν ἀποθύμιον. ἔωθεν οὖν ἧκεν 5
ὁ τῶν βαρβάρων κρατῶν· ὁ δὲ ἦν οὐ σατράπης,
ἀλλ’ ἐκ τοῦ γένους τοῦ σουλτανικοῦ καταγόμενος
καὶ Σουλτὰν ὑπὸ τῶν οἰκείων ὀνομαζόμενος, ὃς
ἐφίππῳ τῷ βασιλεῖ ἐντυχὼν πόρρωθεν αὐτὸς ἀποβὰς
 τοῦ ἵππου καὶ πεζὸς προσεληλυθώς, καὶ οὕτω τὴν
προσκύνησιν αὐτοῦ ἀφοσιωσάμενος συνθήκας τε
ἔθετο καὶ χρήμασι πολλοῖς φιλοτιμηθεὶς ἐκεῖνός τε
καὶ ὅσοι σὺν αὐτῷ ἐληλύθασιν, ὁ μὲν ἐπανῄει πρὸς
τὰ ἤθη τὰ ἑαυτοῦ, ὁ δ’ αὐτοκράτωρ ἐπανῆλθεν εἰς
τὰ βασίλεια. ἐντεῦθεν ηὔξητο τὸ τῶν ποδῶν ἄλγος 10
αὐτῷ καὶ ἦν κλινήρης ὡς τὰ πολλά, κατῆρχε δ’ ἡ
βασιλὶς καὶ ἦν ἐπίδοξος τὴν αὐταρχίαν σφετερίσασθαι.
ὁ δὲ ταύτης υἱὸς καὶ βασιλεὺς οὐκ ἠρέμει,
παντοίως πρὸς τὴν δοκοῦσαν τῆς μητρὸς ἐπιχείρησιν
ἀντιστρατευόμενος.

Ὡς δὲ τῇ νόσῳ κατεπονεῖτο ὁ αὐτοκράτωρ, εἰς
 τὸ μέγα τὸ πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον μετεκομίσθη ἀνάκτορον
καὶ ἦν νοσοκόμου μένος, καὶ τῶν Ἀσκληπιαδῶν
περὶ ἐκεῖνον καθ’ ἑκάστην ἐγίνετο ἀθροισμός.
οὐκ ἦν δὲ μία πᾶσι διάγνωσις, μόλις δ’ οὖν εἰς 25
μίαν γνώμην ἦλθόν ποτε· ἡ δ’ ἦν σιδήρῳ τὸν στόμαχον
καυτηριάσαι τοῦ αὐτοκράτορος. σίδηρον οὖν
ὁ βασιλεὺς κατὰ τοῦ στομάχου φλογόεντα δέχεται.
οὐκ εὔκρατος μέντοι ἐδόκει τοῖς ἰατροῖς ὁ τῶν ἀνακτόρων
ἀήρ, οἷα δὴ νοτιώτερος. διὸ καὶ εἰς τὰ τῶν 30
Μαγγάνων ἀνάκτορα μετακεκόμιστο ὁ κρατῶν, εἴτε
τυχαίως οὕτω συμβὰν εἴτε τοῦ χρεὼν τόν θνή-

 
σκοντα συνελαύνοντος ἐκεῖ τὴν ψυχὴν ἐρυγεῖν. τὸ
γὰρ ‘‘ἐν ἀκεσωδύνοις πεσεῖται’’ περὶ ἐκείνου γεγράφθαι
λέγοντες οἶ περὶ ταῦτα ἐπτοημένοι ἀκεσώδυνα
τὴν τῶν Μαγγάνων κατοικίαν ἐξηγοῦντό τε καὶ 
ὠνόμαζον διὰ τὸ ἰατρεῖον τὸ ἐν αὐτοῖς, ὡς ἄκος
ταῖς περιωδυνίαις περιποιούμενον, καὶ οὐδὲ τὸ καυτηριάσαι
τὸν βασιλέα γενέσθαι μάτην ἐλέγετο τοῖς
περὶ ταῦτα κομψοῖς, ἀλλὰ κατὰ παλαιγενῆ καὶ τοῦτο
πρόρρησίν τε καὶ πρόγνωσιν. γεγράφθαι γάρ που
 περὶ αὐτοῦ τοῖς πονήσασι τὰς περὶ τῶν βασιλέων
αἰνιγματώδεις γραφὰς ὡς ἀγκῆρι καυθεὶς ’π’ πεσεῖται, 
ἀγκῆρι λέγοντες τοὺς συγγραφεῖς ἐκείνους τὸ σιδήριον
ἀπεικάσαι, δι’ οὗ τὸν στόμαχον καυτηριάζεσθαι
εἴθισται, διὰ τὸ κεκάμφθαι πρὸς τὸ ἄκρον αὐτό.
 ἀλλ’ οὔθ’ ἡ καυτήρια οὔτε μὴν ἡ τοῦ ἀέρος ἐναλλαγὴ
τῷ κάμνοντί τι ἐλυσιτέλησαν, ἠρέμα δὲ πρὸς 
τὸ τέλος ἐχώρει, οὔτε δὲ οἶ ἰατροὶ ἀπεγνῶσθαι αὐτῷ
τὸ βιώσιμον ἔλεγον· καί τινες μοναχοὶ προύλεγον
αὐτῷ μὴ ἄλλως ἐκλιπεῖν εἰ μὴ πρότερον πρὸς ‘Ιερουσαλὴμ
 ἀφίκηται εἰς προσκύνησιν τοῦ ζωηφόρου
τάφου τοῦ κυρίου καὶ σωτῆρος ἡμῶν, ὅπου καὶ τὸ
διάδημα αὐτὸν ἀποθέσθαι μέλλειν ἐχρησμολόγουν.
καὶ οἶ μὲν ταῦτα αὐτῷ ἐπηγγέλλοντο, ὁ δὲ τοῖς λεγομένοις
ἐπίστευεν. ὃ γὰρ ἡμῖν πρὸς βουλῆς, τοῦτο
 ῥᾴδιον εἰς πίστιν καταγγελλόμενον. οὕτω δὲ κλεπτόμενος
ἔλαθε τῷ τέλει προσεγγίσας τῆς βιοτῆς
καὶ πρὸ τῆς εἰς Ἰερουσαλὴμ ἀφίξεως, ἀποθέμενος,
ἀλλ’ οὐχ ἑκών, τὸ διάδημα, εἴη δ’ εἰπεῖν πρὸς 
ἄνω Ἰερουσαλὴμ ἐκδημήσας, τὴν τῶν πρωτοτόκων
 μητρόπολιν, τῶν ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς. πεντεκαιδεκάτην
μὲν ὁ Αὔγουστος ἦγε τῆς ἑνδεκάτης
ἐπινεμήσεως καὶ τὰ τελευταῖα ἔπνει ὁ Αὔγουστος,

 
καὶ ὁ μὲν ἔκειτο ἀναφέρων τὸ ἄσθμα πυκνόν τι καὶ
ἀδρανές, ἡ δέ γε βασίλισσα ὅλη τοῦ πάθους ἦν καὶ·
συνῆκτο περὶ αὐτὴν τὰ θυγάτρια. ἤδη μὲν οὖν τῆς
ἡμέρας παρεληλύθει τὸ πλέον καὶ ὁ ἥλιος οὐχ ὑπὲρ
κεφαλῆς ἦν ἑστώς, οὐδ’ οἶον εἰπεῖν κατὰ κάθετον, 
ἀλλ’ ἐκλίνθη βραχύ τι κατιὼν πρὸς δυσμάς, καὶ δηλοῦται
τῷ τοῦ βασιλέως υἱῷ καὶ βασιλεῖ ἐκλείπειν
ἄρτι τὸν πατέρα. ὁ δ’ εἰσῄει τὸν οἶκον, ἔνθαπερ ὁ
 θνήσκων κατέκειτο, οὔτι τὸν ἀπιόντα θρηνήσων, τὸ
δὲ πιστὸν τοῦ θνήσκειν ἐκεῖνον τῇ ὄψει ληψόμενος. 
καὶ ἰδὼν αὐτίκα ἐξῆλθε, καὶ ἀναβὰς τὸν ἵππον
ἐξῄει τῶν Μαγγάνων σὺν τοῖς περὶ αὐτόν, ἐξιόντι
δὲ πολλοὶ συνυπήχθησαν. ἄρτι δ’ ἐξελθόντι τὸν
τῶν Μαγγάνων περίβολον προσυπαντῶσιν οἱ Ἀβασγοί·
οὗτοι δ’ ἦσαν οἱ τῇ ἐξ Ἀβασγίας κομισθείσῃ 
παιδὶ καὶ νυμφευομένῃ τῷ μείζονι τῶν υἱέων τοῦ
Καίσαρος ἐκεῖθεν συναπεστάλησαν, καὶ ὑπηντηκότες
ἐπηλάλαξάν τ’ ἑ καὶ προσεκύνησαν. τότε φασὶ τὴν
βασιλίδα τῷ θνήσκοντι βασιλεῖ περιπαθῶς ἀπαγγεῖ-
λαι τὴν τοῦ υἱέος ἀπέλευσιν, τὸν δὲ φθέγξασθαι 
μὲν πρὸς τοῦτο μηδέν, ἢ μὴ βουλόμενον ἢ μὴ δυνάμενον
 μενον, δὲ τὰς χεῖρας ὑψοῦ, οὐκ οἶδ’ εἴθ’
ὑπερευχόμενον τοῦ υἱοῦ εἴτε μὴν κατευχόμενον.
ἕτεροι δέ φασι μὴ τὰς χεῖρας διᾶραι τὸν θνήσκοντα,
μηδὲ γὰρ οἷόν τ’ εἶναι ἤδη ἐκλείποντα, τῆς δὲ βασιλίδος 
πολλάκις ἀνακραγούσης ὡς ἄπεισιν ὁ υἱός
σου ἔτι ζῶντά σε τὴν βασιλείαν ἀφαιρησόμενος’’ ἐκεῖνον
ὑπομειδιᾶσαι βραχύ τι καὶ ἀμυδρόν, ἢ τῶν λεγομένων
καταγελῶντα, εἰ νομίζοιτο περὶ τῆς βασιλείας
φροντίζειν ἐκπνέων ἤδη καὶ τῶν γεηρῶν 
ἀφιστάμενος, ἢ τὴν τῆς ψυχῆς ἐπὶ τῷ πραττομένῳ
διάθεσιν ὑπεμφαίνοντα. ἐλέγετο γάρ τοι καὶ παρ’

 
ἄλλων καὶ παρ’ ἐκείνου τοῦ πορφυρογενοῦς αὐτοκράτορος
μὴ γνώμης ἄτερ πατρικῆς θέσθαι τὴν εἰς
τὰ βασίλεια πάροδον, ἀλλὰ παρ’ ἐκείνου ἐπιτετράφθαι 
οἱ τὴν ἔξοδον καὶ σύνθημα ταύτης ἐκ τοῦ πατρὸς
 λαβεῖν τὸν ἐκείνου δακτύλιον· ταῦτα δὲ μὴ
παρούσης γενέσθαι τῆς βασιλίδος καὶ ἀγνοούσης
ὅτι γεγόνασιν. ὁ μὲν οὖν ἀπῄει. τῆς φήμης δὲ κηρυξάσης
ταχὺ τὸ πραχθέν, τῷ βασιλεῖ τούτῳ καὶ τὸ
συγγενὲς προσῄει καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχόντων 
 πολλοὶ καὶ τῶν τῆς συγκλήτου βουλῆς.

Τῷ δ’ ἦν ἡ ὁρμὴ πρὸς τὸ μέγα ἀνάκτορον· ἀπιόντι δὲ ἀγγέλλεται ὡς οἱ Βάραγγοι τὴν ἐν τοῖς
ἐξκουβίτοις διειληφότες ὁδόν, ἔνθαπερ τούτοις καὶ
ἡ κατοίκησις, ἀπελθεῖν δι’ ἐκείνης οὐ παραχωροῦσί
 τινι οὐδὲ μὴν πλησιάσαι τοῖς βασιλείοις. τοῦτο εἰς 
ἀγωνίαν τὸν βασιλέα ἐνέβαλε. καὶ στέλλει πρὸς ἐκείνους
τινὰ ἐρωτῶντα τί τὸ σφίσι βουλόμενον. στέλλει
δὲ καὶ πρὸς τὴν ἐκκλησίαν, τεθνάναι λέγων τὸν
αὐτοκράτορα, καὶ ζητῶν αὐτὸς εὐφημηθῆναι ὡς αὐτοκράτωρ.
 καὶ τοῦτο μὲν ἤνυστο καὶ αὐτοκράτορα
αὐτὸν ὁ κλῆρος τῆς ἐκκλησίας γνώμῃ καὶ τοῦ ἀρχιποίμενος
ἀνηγόρευσεν. ὁ δὲ πρὸς τοὺ ’ς Βαράγγους
ἐσταλμένος ἠρώτα ἐκείνους ὅτου χάριν κωλύουσι
τῷ βασιλεῖ τὴν εἰς τὰ βασίλεια πάροδον. οἱ δὲ μήποτε
 ποτε παραχωρῆσαι τῶν βασιλείων ἑτέρῳ, ζῶντος τοῦ
αὐτοκράτορος, ἔφασαν. ἐκεῖνος δὲ τεθνηκέναι διεβεβαιοῦτο
τὸν αὐτοκράτορα. καὶ οἱ Βάραγγοι ὅρκῳ
τοῦτο πληροφορῆσαι αὐτοὺς ἀπῄτησαν. καὶ ὅς ὤμοσεν 
ἦ μὴν τεθνάναι τὸν βασιλέα, κἀκεῖνοι ἐωέδοσαν
 ’σαν καὶ τῆς παρόδου τῷ βασιλεῖ παρεχώρησαν. ὁ
δὲ ἀπῄει πρὸς τὰ βασίλεια, καὶ τούτων ἐντὸς γεγονὼς
πῶς ἂν χρήσαιτο τῇ μητρὶ καὶ τοῖς ὁμογνίοις

 
καὶ τῷ τῶν κηδεστῶν ἑνὶ τῷ Βρυεννίῳ μετὰ τῶν
περὶ αὐτὸν ἐβουλεύετο. ἔτι γὰρ ἐδεδοίκει τούτους
καί οἱ ἦσαν ἐν ὑποψίαις ἐλπίζοντι νεωτερίσειν ἴσως
αὐτούς. ὁ δὲ τούτου πατὴρ παρ’ ὅλην μὲν τὴν ἡμέραν
ἐμπνέων ἦν καὶ δυσθανατῶν, περὶ δὲ τὴν ἑσπέραν 
ἐξέλιπε, ζήσας μὲν ἔτη ἑβδομήκοντά που τὰ πάντα
ἢ ὅ, τι ἐγγυτάτω, βασιλεύσας δ’ ἐκ τούτων ἐνιαυτοὺς
ἑπτὰ καὶ τριάκοντα ἐπὶ μησὶ τέσσαρσι καὶ ἡμέραις
τισίν. ἔθανε δὲ κατὰ τὸ ἑξακισχιλιοστὸν ἑξακοσιοστὸν
εἰκοστὸν ἕκτον ἔτος, τὴν μὲν βασιλείαν διηνυκὼς 
 εὐτυχῶς, τὸ δέ γε τέλος οὐχ ὅμοιον ἐσχηκώς. καταλέλειπτο
γὰρ πρὸς τῶν θεραπόντων σχεδὸν ἁπάντων
ὡς μηδ’ εἶναι τάχα τινὰς τοὺς τὸν ἐκείνου νεκρὸν
τοῖς λοισθίοις λουτροῖς ἀπορρύψοντας, καὶ
οὔτε κόσμος βασίλειος προσῆν τοῖς περὶ αὐτόν, ἔν 
αὐτῷ τό σῶμα κοσμηθείη βασιλικῶς, οὔτε μὴν ἐκφορᾶς
ἔτυχε βασιλεῖ καταλλήλου, καὶ ταῦτα οὐκ ἀλλοτρίου,
ἀλλ’ υἱέος διαδεξαμένου τὴν βασιλείαν αὐτῷ,
καὶ υἱέος, ὃν ἐκεῖνος τῆς βασιλείας ἠξίωσεν. οὕτως
οὐδὲν τῶν ἀνθρωπίνων μόνιμον οὐδὲ πάγιον οὐδὲ 
πιστόν τ’ ἑ καὶ βέβαιον, ἀλλ’ ἄπιστα πάντα καὶ κύβου
μᾶλλον ῥᾷον μετατιθέμενα καὶ μεταρριπτούμενα.
ἦν δ’ ὁ ἀνήρ, ἵνα καὶ τὸν τρόπον ἐκείνου δῆλον
 θείημεν τοῖς μετέπειτα καὶ τὸ ἦθος τοῖς ὀψιγόνοις
χαρακτηρίσαιμεν, οὔθ’ ὑπεροπτικός τε καὶ ἀλαζὼν 
οὔτε μὴν ὀξὺς εἰς θυμόν, ἀλλ’ οὐδὲ χρημάτων ἥττων
οὐδ’ ἄγαν ἐρασιχρήματος, ὥστε βούλεσθαι κα-
ταχωννύειν αὐτὰ καὶ ταμιεύειν, ἔν εἶεν αὐτῷ θη-
σαυροὶ κεκρυμμένοι καὶ ὑπόγαια χρήματα, ὅθεν οὐδὲ
θανόντος πλεῖστα παρὰ τοῖς ταμείοις εὑρέθησαν, 
πρὸς ἔλεον εὐκατάφορος, πρὸς κόλασιν οὐκ ὀξύρροπος,
μέτριος τὸ ἦθος, εὐπρόσιτος, περὶ τὴν δίαιταν

 
οὐκ ἀκόλαστος, οὐκ οἴνου ἡττώμενος, τοῖς ἐναρέτως
βιοῦσι προσέχων καὶ ἀπονέμων τιμήν, λόγους οὐχ
ὡς ἔδει τιμῶν, τέως δέ γε τιμῶν, ἐπιεικής τε 
τοῖς περὶ αὐτὸν οὐ σοβαρῶς προσφερόμενος, ἀλλ’
 ἐκ τοῦ ἴσου σχεδὸν ὁμιλῶν τε καὶ χαριεντιζόμενος.
ὅθεν κἀκείνοις θαρρεῖν ἐπῄει καὶ οὐ μετὰ δέους
αὐτῷ παρεστάναι, καὶ μᾶλλον ὅτ’ ἀπῆν ἡ βασίλισσα·
ὑπεστέλλοντο γὰρ ἐκείνης παρούσης ἀρχικόν
τε καὶ ἐμβριθὲς ἐνδεικνυμένης ἰδίωμα καὶ τοῖς ἀτακτοῦσιν
ἐπιτιμώσης σφοδρότερον. ὁ μὲν οὖν τοιοῦτος
ἦν. ταῦτα δὲ καλὰ μὲν καὶ πῶς γὰρ οὔ;
ἰδιώτῃ δ’ ἀποχρῶντα πρὸς ἔπαινον, οὐ μήν γ’ ἑ καὶ 
βασιλέα δεικνύντα τὰ πάντα χρηστόν. οὐ γὰρ αἱ
αὐταὶ βασιλέως καὶ ἰδιώτου γένοιντ’ ἂν ἀρεταί.
ἰδιώτῃ μὲν γὰρ ἀπόχρη καὶ μέτριον ἦθος καὶ ἐπιείκεια 
καὶ τὸ πρὸς θυμὸν οὐκ εὐκίνητον καὶ τὸ σῶφρον
τὸ πρὸς τὴν δίαιταν. βασιλεῖ δὲ πρὸς τούτοις
καὶ ἡ τῆς δικαιοσύνης φροντὶς καὶ ἡ τῶν ὑπηκόων
προμήθεια καὶ ἡ τῶν παλαιῶν ἐθῶν τοῦ
πολιτεύματος τήρησις. τῷ δὲ μέλημα μᾶλλον ἡ
τῶν ἀρχαίων ἐθῶν γέγονε τῆς πολιτείας ἀλλοίωσις,
καὶ τὸ μεταλλάξαι ταῦτα ἔργον ἦν αὐτῷ σπουδαιότατον,
καὶ τοῖς πράγμασιν οὐχ ὡς κοινοῖς οὐδ’
ὡς δημοσίοις ἐκέχρητο καὶ ἑαυτὸν οὐκ οἰκονόμον
ἥγητο τούτων, ἀλλὰ δεσπότην, καὶ οἶκον οἰκεῖον
ἐνόμιζε καὶ ὠνόμαζε τὰ βασίλεια. καὶ τοὺς τῆς
συγκλήτου βουλῆς οὔτε τιμῆς ἧς ἐχρῆν ἠξίου οὔτε 
πρόνοιαν αὐτῶν ἐτίθετο κατὰ τὸ ἀνάλογον, μᾶλλον
μέντοι καὶ ἔσπευσε ταπεινῶσαι τούτους. ἀλλ’
οὐδ’ ἐν ἅπασι τὴν τῆς δικαιοσύνης ἦν τηρῶν ἀρετήν.
ταύτης γὰρ ἴδιον τὸ τοῦ κατ’ ἀξίαν ἑκάστῳ
διανεμητικόν· ὁ δὲ τοῖς μὲν συγγενέσι καὶ τῶν θε-

 
ραπόντων τισὶν ἁμάξαις ὅλαις παρεῖχε τὰ δημόσια
χρήματα καὶ χορηγίας ἐκείνοις ἁδρὰς ἐτησίους ἀπένειμε,
ὡς καὶ πλοῦτον περιβαλέσθαι βαθὺν καὶ ὑπηρεσίαν
ἑαυτοῖς ἀποτάξαι, οὐκ ἰδιώταις, ἀλλὰ βασιλεῦσι
κατάλληλον, καὶ οἴκους προσκτήσασθαι, μεγέθει 
μὲν πόλεσιν ἐοικότας, πολυτελείᾳ δὲ βασιλείων ἀπεοικότας
 οὐδέν· τοῖς δὲ λοιποῖς τῶν εὗ γεγονότων
οὐχ ὁμοίαν ἐνεδείκνυτο τὴν προαίρεσιν, ἔνα μή τι
ἕτερον φαῦλον ἐρῶ, φειδόμενος τοῦ ἀνδρός. βασιλέα
μὲν οὖν, οἶον τὸ ἀκριβὲς ἀπαιτεῖ, οὐκ ἐῶσι τὰ 
εἰρημένα ἐκεῖνον νομίζεσθαι· ἀλλ’ οὐδὲ μέντοι φαῦλον
εἴποι τις τὸν Κομνηνὸν αὐτοκράτορα. εἰ δὲ τὴν
ἄγαν ἀκρίβειαν ζητοίη τις ἐν τοῖς αὐτοκράτορσιν,
οὐκ οἶμαί τινα τῶν ἀνέκαθεν τῆς ‘Ρωμαίων ἐπιβεβηκότων
ἡγεμονίας ἐν πᾶσιν εὐδοκιμηκότα κριθήσεσθαι,
ἀλλ’ ἐκ τοῦ πλεονάζοντος ἐν τοῖς ἤθεσι σφῶν
καὶ ταῖς πράξεσιν ἑκάστῳ ἡ πολιτεία κεχαρακτήρισται.
 ἀνέγκλητος γὰρ οὐδεὶς ἄν ποτε δόξαι οὐδ’
ἀμιγὴς τῆς χείρονος ἕξεως· θειοτέρας γὰρ τοῦτο
μοίρας, ἀλλ’ οὐκ ἀνθρωπίνης εἴη ἄν ποτε φύσεως. 
 Ἐνταῦθά μοι τὸ πέρας ἤτω τῆς συγγραφῆς καὶ ὁ
δρόμος στήτω τῆς ἱστορίας, ὅς μοι πρὸς μακρὸν ἐκμεμήκισται.
δοῦναι γὰρ γραφῇ καὶ τὰ λείποντα οὔ
μοι λυσιτελὲς οὐδ’ εὔκαιρον κέκριται. εἰ μὲν οὖν
ὀνήσιμόν τισι δόξει τὸ πόνημα, τῷ θεῷ χάρις, ᾧπερ
ἅπαν κατορθοῦται καλόν· εἰ δὲ ἀσυντελές, εἴη ἄν
ἡμέτερον τὸ αἰτίαμα καὶ ἐπιστρεφέτω πρός με τὸν τεκόντα
τὸ ἀποκύημα, ἐσόμενόν μοι μνήμης ἐμπύρευμα.