Hiob 9, 2. Δύναται, φησί, γενέσθαι δίκαιος συγκρίσει ἀνθρώπων·
ὡς δὲ πρὸς τὸν τῶν ὅλων κύριον »πῶς ἔσται δίκαιος βροτός;«
— Οὐ γὰρ τυραννεῖ κρίνων ὁ θεός, ἀλλὰ πείθει τὸν κρινόμενον
καὶ ποιεῖ αὐτὸν θελῆσαι παραδέξασθαι τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. μέλλομεν
 γοῦν οἱ κρινόμενοι βλέπειν τὸν κύριον μεθ' ἡμῶν συνδικαζόμενον
ἐπὶ τοῦ πατρὸς καὶ λέγοντα· ὠ ἄνθρωπε, »τίς ἡ ὠφέλεια ἐν τῷ
αἵματί μου, ἐν τῷ καταβῆναί με εἰς διαφθοράν;« φέρε τί τούτου ἢ
τῶν λοιπῶν πεποίηκας ἄξιον.

Hiob 9. 5. »Ὄρη« Μωϋσῆς καὶ οἱ προφῆται. »ἠρα τοὺς
 ψαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη.« Χριστὸς δὲ παλαιοῖ τὴν πρώτην
διαθήκην, »καὶ οὐκ οἴδασιν« Ἰουδαῖοι, πρὸς οὓς εἴρηται· »εἰ ἐπιστεύετε
Μωυσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί.« ὁ αὐτὸς δὲ καὶ κατέστρεψε τὰ
μέχρι γράμματος ὄρη τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸ ἁγίασμα. ὁ αὐτὸς καὶ
τὸν ἥλιον ἀμαυροῖ τῇ ἑαυτοῦ λαμπρότητι κα.ὶ τοὺς ἀστέρας.

Hiob 9. 7. Ὁ ἀριθμῶν πλήθη ἄστρων· φέρεται δὲ ὅτι ταῖς
τρισὶν ὥραις, ἐν αἷς ὁ ἥλιος ἐξέλιπεν, ἀστέρες ἐφάνησαν ὡς ἐν νυκτί.

Hiob 9, 10. Ἅ γὰρ προείρηκα, φησίν, οὔπω μεγάλα, οὔπω
ἀνεξιχνίαστα ὁρατὰ ὅντα.

Hiob 25, 1. Οὐκ εἶπεν »ἢ φόβος αὐτοῦ«, ἀλλ’ ἢ φόβος
παρ' αὐτοῦ«. ὁ οὐν αὐτοῦ φόβος ἔργον ἡμέτερον ἐκ τοῦ ἐφ’ ἡμῖν
 ἐρχόμενος· ὁ δὲ παρ' αὐτοῦ »χάρις καὶ δωρεά« ἐστιν αὐτοῦ τὸ λεῖπον
ἡμῖν ἀναπληροῦσα. ὁμοίως ἔχει καὶ τό »Πρόσθες ἡμῖν πίστιν‘.
λείπει γὰρ ἡμῖν φησίν, τὸ ἀπὸ τῆς σῆς δωρεᾶς, ἀλλ’ οὐ τὸ ἐφ’ ἡμῖν.

Hiob 25, 3. Μὴ γάρ τις ἐννοείτω , φησίν, ὡς εἰς
τέλος ὑπερτιθέμενος διαμένει θεὸς τὰς κατὰ τῶν ἀδίκων τιμωρίας,
 εἰ καὶ τέως μακροθυμῇ, ἀλλ' ωσπερ οἱ ἐνεδρεύοντες, οὕτως ἀδοκήτως
αὐτοῖς ἐπέρχεται· καὶ οὐκ ἔστι τινὰ τῶν ἀσεβῶν τὴν θείαν διαδρᾶναι
δίκην.

Hiob 25, 4. Ἀπολογεῖται περὶ τοῦ θεοῦ, διὰ τί τοὺς
πειρατὰς ἀφῆκεν πειράζειν ἡμᾶς· καὶ φησίν, ὅτι οὐκ ἠδύνατο δίκαιος
 εἶναι ἄνθρωπος, μὴ ὄντος αὐτῷ ἀνταγωνιστοῦ.

Hiob 25, 6. Μεθόδιος ὁ Σίδης εἰς τὸν Χριστὸν ἐκλαμβάνει,
καὶ φησίν· Αὐτοῦ ἄκουε λέγοντος· »ἐγὼ δέ εἰμι σκώληξ καὶ
οὐκ ἄνθρωπος«. σκώληκα οὖν λέγει, οὐ διὰ κακίαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ταπεινοφροσύνην
ἢ καὶ ὅτι φησὶν ὁ σκώληξ οὐκ ἐκ συνδυασμοῦ γίνεται,
 ἀλλ’ ἐκ παρακειμένης ὕλης.

Hiob 27, 2, Κρίσει θεοῦ πάσχειν πεπεισμένος ὁ Ἰώβ,
καὶ φήσας· »Ζῇ κύριος ὃς οὕτω με κέκρικεν‘ , τὴν περὶ τῶν.
κριμάτων τοῦ θεοῦ σοφίαν ἄληπτον εἶναι ὸμολογεῖ, οὐ μόνον αὐτῷ,
ἀλλὰ καὶ παντὶ ἀνθρώπῳ, καὶ τὴν ἐπιστήμην τῆς βουλῆς τοῦ θεοῦ
 μὴ ἱκανὸν εἶναι παραδέξασθαι τὸν ἐπίγειον τόπον μεμολυσμένον
ἁμαρτίαις. ταῦτα ὡς ὡς πρὸς τοὺς φίλους λέγει, τοὺς οἰομένους
κατειληφέναι τὴν αἰτίαν δι' ἣν ταῦτα ἔπασχεν.

Hiob 27, 3. »Πνεῦμα θεῖον« ὁ Μεθόδιος πᾶσιν ἀνθρώποις
ὑπὸ θεοῦ δοθὲν εἴτε δικαίοις εἴτε ἀδίκοις τὸ συνειδὸς ἐκλαμβάνει
 κεντοῦν ἐπὶ τοῖς ἁμαρτήμασι τὴν ψυχὴν καὶ μὴ συνευδοκοῦν
τοῖς παρὰ τὸν ὀρθὸν λόγον γινομένοις· περὶ οὑ φησι καὶ τὸν
Ἰωάννην ἐν τῇ ἐπιστολῇ λέγειν· Πὰν ἡ συνείδησις μὴ καταγινώσκῃ
 
 


 
ἡμῶν παρρησίαν ἔχομεν πρὸς τὸν θεόν«· τί οὖν, φησί, τὸ καταγινωσκόμενον;
οὐ γὰρ ἑαυτῆς ἡ συνείδησις καταγινώσκει, ἀλλὰ τῆς
ψυχῆς ὰμαρτανούσης. περὶ τούτου καὶ ὁ Σολομὼν ἔφασκε »τὸ γὰρ
ἄφθαρτόν σου πνεῦμά ἐστιν ἐν πᾶσιν‘.

Hiob 28, 14. Ὁ κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἡ τοῦ πατρὸς
σοφία καταβέβηκεν εἰς τὴν ἄβυσσον καὶ καταβὰς οὐ κεκράτηται.
»ἄβυσσος« οὖν »εἶπεν· Οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοί«, ἔστιν γὰρ ἐν οὐρανῷ. καὶ
θάλασσα εἶπεν· Οὐκ ἔστι μετ' ἐμοῦ«. αὕτη ἡ θάλασσα ὁ τῶν ἀνθρώπων
βίος, ἐν ᾧ τὰ περὶ τὴν ἀρετὴν ναυάγια. ἐὰν οὖν θέλῃς, ἴνα
 μετὰ σοῦ ἡ σοφία ᾐ, κἂν ᾖς ἐπὶ θαλάσσης πάτει τὰ κύματα, ἐπίδος
σου τὴν χεῖρα τῇ σοφίᾳ, καὶ ποιήσει σε περιπατεῖν ἐπάνω τῶν κυμάτων.

Hiob 29, 3. Τουτέστιν ὑπὲρ σωτηρίας τῆς »κεφαλῆς μου«,
ἤτοι τοῦ νοῦ· ὡς γὰρ ἡ κεφαλὴ τὸ κυριώτατον μέρος ἐστὶν ἐν τῷ
 σώματι, οὕτω τῆς φυχῆς ὴμῶν τὸ κυριώτατόν ἐστιν ὁ νοῦς.

Hiob 29, 5. Ὅτε εἶχον ἐγώ, δίκαιος ὤν, φησίν, τὴν χρήσιμον
ἐμοὶ ὕλην, πεποίηκα ἀρετήν. πᾶσι γὰρ καλῶς ἐχρώμην.

Hiob 38, 1. Ὁ κύριος ἀρχῆθεν ἀνθρώποις οὐ λαλεῖ·
ἀλλ' ἐπὰν παρασκευάσηται ψυχὴ διὰ πλειόνων, καὶ ὠφεληθῇ διά τε
 ἀνθρώπων καὶ διὰ τῆς ἰδίας προσευχῆς καὶ ἐπιμελείας, καὶ ἐκγυμνάσηται,
καὶ ἀναβῇ εἰς ὕφος καθ’ ὅσον δυνατὸν ἀνθρωπίνῃ φύσει, τότε
ὁ κύριος λαλεῖ, καὶ τοὺς ἑαυτοῦ λόγους ἀποκαλύπτει τοῖς εἰς τοσοῦ-
 
 


 
τον ἀναβεβηκόσιν. οὕτω τοιγαροῦν καὶ τῷ Ἰὼβ πεποίηκε· διετήρει
γὰρ αὐτῷ τὸν λόγον ὡς στέφανον. 
 Ζητήσωμεν δὲ καὶ τό Διὰ λαίλαπος καὶ νεφῶν‘. οὐ γὰρ
φαίνεταί ποτέ τινι τῶν πρότερον διὰ λαίλαπος λελαληκὼς ὁ θεός.
 ἡ οὖν λαιλαψ χειμῶνός ἐστι ποιητική· τῷ δὲ Ἰὼβ μέγιστος χειμὼν
ἐληλύθει, ὅλος ὁ διάβολος ἐνέσκηψεν αὐτῷ, τοῦτο αἰτήσας ἀπὸ θεοῦ.
χειμὼν ἦν τῷ Ἰὼβ καὶ ὁ λόγος τῶν φίλων. ἐν τῷ τοιούτῳ χειμῶνι
ὑπέστη κοὶ ἐκαρτέρησεν· ὡς δὲ νοήμων, κυβέρνησιν κτησάμενος,
»περὶ τὴν πίστιν« οὐκ ἐναυάγησεν. διὰ τοῦτο ὁ χρηματίζων αὐτῷ
 πρὸς σύμβολον τοῦ καταλαβόντος αὐτὸν χειμῶνος, ἐν ᾡ καὶ
διέλαμψεν, διὰ λαίλαπος χρηματίζει, καὶ εἰ μὲν ἔμεινε τὰ τοῦ Ἰὼβ ἐν
τῇ περιστάσει ταύτῃ , ὥστε αὐτὸν καταλειφθῆναι ταῦτα πάσχοντα
καὶ ἐξελθεῖν τὸν βίον, ἐλάλησεν ἂν αὐτῷ ὁ κύριος διὰ λαίλαπος μόνον.
νῦν δὲ ἐπειδὴ μεταβάλλει αὐτῷ τὰ πράγματα ἀπὸ χειμῶνος εἰς
 εὐδίαν, καὶ ἐπειδὴ ἀπείληφε τὴν ὑγείαν τοῦ σώματος, διὰ τοῦτο ὁ
χρηματίζων αὐτῷ οὐ μόνον διὰ λαίλαπος, ἀλλὰ καὶ διὰ νεφῶν λαλεῖ.

Hiob 38, 2. Ἐπειδὴ νενίκηται ὁ πειράζων μεγαλοφρονεῖ
ὁ ἀγωνοθέτης ἐπὶ τῷ ἰδίῳ ἀθλητῇ καὶ φησὶν ὡς πρὸς τὸν ωενικημένον·
»Τίς οὗτος ὁ κρύπτων;« τίνι γὰρ ἐφαρμόζει λέγεσθαι τοῦτο;
 ὁ Ἰὼβ οὐκ ἔκρυπτεν, εὐσεβὴς ὑπάρχων καὶ ὅσιος. οὑτος δέ ᾧ ἐπιπλήσσει,
κρύπτειν ἐθέλει καὶ ὑπολαμβάνει τὴν »βουλὴν« αὐτοῦκρυπτομένην
ἀπὸ τοῦ θεοῦ. πλὴν αὐτὸς ταῦτα ποιεῖ ὡς κρύπτων. καὶ
γὰρ ὁ Ἀδὰμ ὅτε ἥμαρτεν ᾤετο κρύπτεσθαι ἀπὸ προσώπου κυρίου.

Hiob 38, 3. Ὡς πρὸς τὸν διάβολον· Γενναῖος εἶ, »ζῶσαι
 ὥσπερ ἀνὴρ τὴν ὀσφύν σου, καὶ ἐρωτήσω σε«. οὐ πιστεύ-
 
 

 
εις με εἶναί σου σοφώτερον, ἀλλ’ οἴει μέγας εἶναι νοῦς; οὕτω γὰρ
καὶ ὑπὸ τοῦ Ἡσαίου λέλεκται ὁ διάβολος· »ἐπάξω ἐπὶ τὸν νοῦν
τὸν μέγαν, τὸν ἄρχ·οντα τῶν Ἀσσυρίων«. λέγει οὖν αὐτῷ·
»Ζῶσαι ὥσπερ ἀνὴρ τὴν ὀσφύν σου«. οὐ ζώννυται δέ. »ἐρωτήσω
 δέ σε, σὺ δέ μοι ἀποκρίθητι.« — ὁ δὲ οὐ δύνατι αὐτῷ
ἀποκριθῆναι, »τίς γὰρ ἔγνω νοῦν κυρίου; ἢ τίς σύμβουλος αὐτῷ
εγενετο;«

Hiob 38, 4. Ἐμοὶ φιλονεικεῖς; καὶ πρὸς ἐμὲ ἵστασαι;
καὶ τοῖς ἐμοῖς ἀθληταῖς ἀνταγωνίζῃ; »ποῦ« δὲ »ἦς«, ὅτε ἐγὼ »τὴν
 γῆν« εἰργαζόμν; τίς ἠς τότε; ἤδη, φησίν, ἐπεπτώκεις. καὶ γὰρ ἐν
τῇ ἀρχῇ τῆς κοσμοποιίας σκότος ἠν«, φησίν, ἐπάνω τῆς ἀβύσσου«.
σκότος τοῦςο, τοῦτο, οὐ κτισθὲν σκότος, ἀλλὰ προαιρετικῶς ἀρξάμενον
εἶναι σκότος τῇ τοῦ φωτὸς στερήσει.

Hiob 38, 5, Οὐχὶ τὸ μέτρον, ἀλλὰ »τὰ μέτρα«, ἵνα
 τὰς διαφορὰς τῆς γῆς παραστήσῃ τῆς τόδε τι τυχὸν φερούσης καὶ
τῆς ἕτερόν τι. καὶ ἄλλης ἄλλο.

Hiob 38, 6. Μέχρι τούτου ἐλθὼν ὁ μακάριος πατὴρ
οὺτος, καὶ καταπαύει τὸ ὑπόμνημα, ὥστε γοῦν εὑρεῖν »λίθον γωνιαῖον«.
τοῦτο δύναται καὶ εἰς τὸν μονογενῆ τοῦ θεοῦ υἱόν, δι
 ὴμᾶς σαρκωθέντα νοεῖσθαι, κατὰ τὸ ἐν ψαλμοῖς· »λίθον ὅν άπεδοκίμασαν
οἱ οἰκοδομοῦντες‘, οἱ τῶν Ἰουδαῖων διδάσκαλοι, » οὑτος
ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας«. εὐδοκίᾳ γὰρ τοῦ πατρὸς
ἐλθὼν ἐπὶ γῆς συνῆψεν ἐν ἑαυτῷ τοὺς δύο λαοὺς τῶν Ἰουδαίων τε καὶ
ἐθνῶν, ὥσπερ ἀμέλει καὶ ὁ γωνιαῖος λίθος ἀμφοτέρους συνδεῖ τοὺς
 τοίχους.

Hiob 38, 7. Φωνὴ δὲ μεγάλη, ἡ μεγαλεῖα φθεγγομένη,
ὡς τὸ ἀποστολικόν· »ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασι ἔγραψα«
τοῖς τὰ τηλικαῦτα δηλονότι σημαίνουσιν.

Hiob 38, 16. [Πάλιν ἐπὶ τὴν θάλασσαν τὸν λόγον μετήγαγεν.
 οὐχ ὡς πηγὴν τῆς θαλάσσης ἐχούσης, ἀλλ' ὡς μὴ ἐκλειπούσης,
καθάπερ πηγὴν ἐχούσης.] εἰς ἄβυσσον πολλοὶ καταβεβήκασιν·
καταβεβήκασι δέ, ὥστε δέσμιοι εἶναι, οὐχ ὥστε περιπατεῖν ἐν αὐτῇ.
Ἰησοῦς μόνος ἐν ἀβύσσῳ περιεπάτησεν ὡς ἐλεύθερος. ὅπου ἴχνη περιπατούντων
οὐκ ἔνι [εἵλετο γὰρ θάνατον, οὐχ ὑπεύθυνος ὤν, ἵνα
 τοὺς ὑποκειμένους θανάτῶ λυτρώσηται]. καὶ λέγει τοῖς ἐν δεσμοῖς·
ἐξέλθατε [καὶ τοῖς ἐν σκότει· ἀνακαλύφθητε«, ᾧ καὶ τὰ ἑξῆς
συμφωνοῦσιν].

Hiob 40, 3. [Ταῦτα ἅπερ ὑπέμεινας, μὴ οἴου ἀλόγως
κεκρίσθαι μοι, μηδὲ ἀποποιοῦ μου τὸ κρίμα. τούτου τοῦ ῥητοῦ
 ὡς χρησίμου μνημονεύωμεν, ὅταν κρίνῃ ὁ θεὸς παθεῖν τι ἡμᾶς, τέκνον
ἀποβαλεῖν, ἀρχὴν ἀπολέσι, νοσῆσαι κατὰ τὸ σῶμα, ὅ τι δήποτε
τούτων ὑποστῆναι· οὐδὲν τούτων οἷόν τε ἐστὶ παθεῖν ἡμᾶς, μὴ
κρίνοντος τοῦ θεοῦ. ἐπεὶ οὐν οὐδὲν τούτων γίνεται χωρὶς κρίματος
θεοῦ, λέγεται πρὸς τὸν παθόντα· μὴ ἀποποιοῦ μου τὸ κρίμα, τουτέστι
 μὴ ἀπαρνοῦ ὅπερ ἔκρινα περὶ σοῦ.] μὴ νομίσῃς, φησίν, ταῦτα
ἅπερ ὑπέμεινας, ἀλόγως κεκρίσθαι μοι, ἀλλὰ προεισομένου μου τὸ
συμφέρον σοι· προσέθηκα γὰρ τοῖς πειρασμοῖς τὸν χρηματισμὸν οὐκ
 
 

 
ἄλλου τινὸς ἕνεκεν, ἢ ἵνα δίκαιος ἀναφανῇς, ὅ ἐστι δειχθῇς
ὅπερ ἠς.

Hiob 40, 10. Ὡς ἀθλητής, μάνθανε τὰ περὶ τοῦ δράνοντος,
τοῦ ἀνταγωνιστοῦ. (»θηρία« αἱ ἀντικείμεναι δυνάμεις ἐστίν,
 περὶ ὡν ηὔξατο ὁ προφήτης λέγων· »μὴ παραδῷ ς τοῖς θηρίοις
ψυχὴν ἐξομολογουμένην σοι«. — »θηρία« εἰσὶν αἱ ἀντικείμεναι
δυνάμεις, ὡν ειληφας, ὠ ἄνθρωπε, τὴν ἐξουσίαν ἐὰν θεῷ δουλεύσῃς,
ἐπὶ ἀσπίδων καὶ βασιλίσκων ἐπιβαίνειν.]

Hiob 40, 16 f. [Ταῦτα ὕλη καὶ τροφὴ πυρὸς τυγχάνει·
 αὐλίζεται δὲ μάλιστα παρὰ τοῖς ἄξίοις τοῦ πυρὸς, ὑπὸ τὰς ὑγρὰς καὶ
ἀτόνους καὶ ἀκάρπους ψυχάς, αἳ πυρός εἰσιν ὑλαι. . . ἢ τοῦτο λέγει,
ὅτι συνδιαιτῶνται αὐτῷ καὶ μεγάλοι τινὲς δαίμονες καὶ ὑποβεβηκότες
τῇ κακίᾳ, ἢ ὅτι μικροὺς καὶ μεγάλους ἄνδρας ἐπέρχεται, πάντας
ὁμοίως ὑποτρέχων. ῥάδαμνοι γὰρ αἱ παραφυάδες· λέγει οὖν ὡς
 ὑΠὸ σκιαῖς δένδρων. οὕτω παρὰ τούτοις ἐπαναπάυεται.
»καὶ κλῶνες ἀγνοῦ«.
ἐπειδὴ πολλοὶ πολλάκις καὶ ἁγνείαν ἀσκήσαντες τῆς αὐτοῦ μερίδος
γεγόνασιν, ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι· εἰσὶ γὰρ καὶ παρ' αὐτῷ
ἁγνεύοντες.]

Hiob 40, 21. 22. Ἵνα μηκέτι συρίζῃ ὁ δράκων. [τοῦτό
φησι διὰ τὸ παρακληθῆναι ὑπὸ τῶν δαιμόνων μὴ βαλεῖν αὐτοὺς εἰς
 
 


 
τὴν ἄβυσσον. ἢ τοῦτο λέγει διὰ τὸ εἰρηκέναι αὐτὸν τῷ κυρίῳ
ταῦτά σοι πάντα σώσω« . . Ἣ ὅτι μὴ δύνασαι οὕτως ὑποτάξαι
αὐτὸν ὡς αἱρεῖσθαι μηκέτι σοι πολεμεῖν.] — [τὸ »ψέλλιον« κόσμος
ἐστὶ τῆς χειρός, τοῦτό ἐστι τὸ ἔργον ἀγαθόν. ὁ οὐν ἔχων τὸ τοιοῦτον
 ψέλλιον τρυπήσει τὸ χεῖλος τοῦ δράκοντος τοῦ ἐξ ἐναντίας τοῦ
διαβόλου ἐντρεπομένου, μὴ ἔχοντός τι λαλῆσαι κατ' αὐτοῦ.]