Ὁ μὲν Ἰθακήσιος γέρων κατὰ τὸν τῶν Ἑλλήνων μῦθον, τῆς
Σειρήνων βουλόμενος ἀκοῦσαι ᾠδῆς διὰ τὴν τῆς φωνῆς ἀκόλαστον
 ἡδονήν, δεσμώτης ἔπλει εἰς τὴν Σικελίαν καὶ τὰς τῶν ἑταίρων
ἐνέφραττεν ἀκοάς, οὐκ ἐκείνοις ἕνεκα τῆς ἀκροάσεως φθονῶν, οὐδὲ
ἑαυτὸν δεσμῷ περιβάλλειν ἐπιθυμῶν, ἀλλ' ὅτι τέλος τῆς ἐκείνων
ᾠδῆς τοῖς ἀκούουσι θάνατος ἦν· τοιαῦται γάρ > παρ’ Ἕλλησιν
ᾖδον αἱ Σειρῆνες.

ἐγὼ δὲ τοιαύτης μὲν ᾠδῆς ἀκροατὴς οὐ γίνομαι, 
 
 

 
οὐδὲ ἀκούειν ἐπιθυμῶ Σειρήνων ἐπιτάφιον ἀνθρώπων ᾀδουσῶν, ὧν
ἡ σιγὴ τῆς φωνῆς τοῖς ἀνθρώποις χρησιμωτέρα γίνεται· θείας δέ
τινος ἀπολαύειν φωνῆς εὔχομαι, ἡς κἄν πολλάκις ἀκούσω, πάλιν
ἀκούειν ἐπιθυμῶ, οὐκ ἀκολαστῳ <τινὶ> φωνῆς ἡδονῇ
 ἀλλὰ θεῖα διδασκόμενος μυστήρια καὶ τὸ τέλος οὐ θάνατον, ἀλλ'
αἰώνιον ἀπεκδεχόμενος σωτηρίαν.

ᾄδουσι γὰρ τὴν ᾠδὴν οὐχ αἱ θανατηφόροι Σειρῆνες Ἑλλήνων, ἀλλὰ θεῖός τις χορὸς προφητῶν,
ἐφ' ὡν οὐκ ἔστιν ἀποφράττειν τῶν ἑταίρων τὰς ἀκοάς, οὐδὲ ἑαυτόν
τινα δεσμῷ περιβάλλειν, δεδοικότα τὴν ἐκ τῆς ἀκροάσεως τιμωρίαν.
 τῶν μὲν γὰρ μετὰ τῆς φωνῆς ὁ ἀκροατὴς τοῦ ζῆν παύεται, τῶν δὲ
ἐπὶ πλεῖον ἀκούων τοῦ κρείττονος ἀπολαύσει βίου, ὑπὸ Μου πνεύματος
χειραγωγούμενος.

ἡκέτω ἡκέτω σύμπας καὶ ἀκουέτω τῆς θείας ᾠδῆς, μηδὲν πεφοβημένος. οὐκ εἰσὶν παρ’ ἡμῖν αἱ παρὰ Σικελίαν
Σειρῆνες, οὐδὲ τὰ Ὀδυσσέως δεσμά, οὐ κηρὸς τηκόμενος εἰς ἀνθρώπων
 ἀκοάς, ἀλλὰ δεσμῶν μὲν ἄνεσις πᾶσα, ἀλευθέρα δ' ἀκοὴ παρ’
ἑκάστῳ τῶν προσιόντων. τοιαύτης γὰρ ᾠδῆς ἀκούειν ἄξιον, τοιούτους
τοὺς ᾄδοντας ἔχειν εὐκτέον εἶναί μοι δοκεῖ.

εἰ δἐ τις καὶ τοῦ τῶν ἀποστόλων χοροῦ ἀκούειν ἐθέλοι, εὑρήσει τὴν αὐτὴν τῆς ᾠδῆς
συμφωνίαν. οἱ μὲν γὰρ προῇδον μυστικῶς τὴν θείαν οἰκονομίαν, οἱ
 
 

 
δ’ ᾄδουσιν ἑρμηνεύοντες τὰ ὑπ’ ἐκείνων μυστικῶς ἀπηγγελμένα.
ὠ συμφώνου ἁρμονίας ὑπὸ θείου πνεύματος συγκειμένης· ὠ καλοῦ
χοροῦ τῶν ᾀδόντων τὰ μυστήρια. τούτοις κἀγὼ συνᾴδειν εὔχομαι.

ᾄσωμεν τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς τὴν ὁμοίαν ᾠδήν, καὶ τὸν ὕμνον ἀναπέμψωμεν τῷ ἁγίῳ πατρί, πνεύματι δοξάζοντες Ἰησοῦν τὸν ἐν
κόλποις αὐτοῦ‘. μὴ φύγῃς, ἄνθρωπε, ὕμνον πνευματικόν, μηδὲ
ἀπεχθῶς πρὸς τὴν ἀκρόασιν διαθῇς. θάνατον οὐκ ἔχει· σωτηρίας
ἐστὶν διήγημα ἡ παρ' ἡμῖν ᾠδή.

ἐγὼ μὲν οὖν ἤδη καὶ τῶν χρειττόνων ἀπολαύειν δοκῶ περὶ τοιούτων διαλεγόμενος, καὶ μάλιστα ὅτε
 ὁ τοιοῦτός μοι πάρεστιν ἀνθέων λειμών, τουτέστιν ἡ ὑμετέρα σύνοδος
τῶν ἅμα τε καὶ ἀκουόντων καὶ συνᾳδόντων τὰ θεῖα μυστήρια.

ἀφ' ὧν καὶ τὸ λέγειν θαρρῶ, ὅτι μοι παντὸς φθόνου καθαρὰς παρέχετε
τὰς ἀκοάς, οὐ τὸν ζῆλον τὸν τοῦ Κάϊν μιμούμενοι, οὐχ ὁμοίως τῷ
Ἠσαῦ διώκοντες τὸν ἀδελφόν, οὐ <τοὺς> τοῦ Ἰωσὴφ
 ἀδελφούς, ὅτι ἐφ’ οἷς ἔλεγεν ἐμίσουν τὸν ἀδελφόν. ἀλλὰ τούτων
ἁπάντων μακρὰν ἀφεστῶτες, διόπερ ἕκαστος ὑμῶν τὰ τοῦ πλησίον
νομίζει λέγειν. καὶ διὰ τοῦτο ζῆλος πονηρὸς οὐκ ἔστιν ἐν ὑμῖν, τὰ
λείποντα τῷ ἀδελφῷ ἀναπληροῦν δεδιδαγμένοις.

cb ἀκροατηρίου καλοῦ καὶ συμποσίου σεμνοῦ καὶ πνευματικῶν ἐδεσμάτων. τοιούτοις
 ἀεὶ συνεῖναι δικαίως <ἂν> εὐξαίμην.

<ΟΥΑΛ.> Χθὲς τὸ δειλινὸν περιπατῶν, ὡ φίλε, παρὰ τὸν
τῆς θαλάσσης αἰγιαλὸν καὶ ὀξέως πως ἀτενίζων εἰς αὐτήν, ἑώρων
ὑπερβολήν τινα θείας δυνάμεως καὶ σοφῆς ἐπιστήμης τέχνην, εἴ γε
 
 

 
κοὶ τέχνην τὸ τοιοῦτο καλεῖν χρή. ὥσπερ γὰρ ὁ Ὁμηρικὸς στίος
φθέγγεται ἐκεῖνος, 
 
 ὠς δ' ἄνεμοι δύο πόντον ὀρίνετον ἰχθυόεντα, 
 Βορέης καὶ Ζέφυρος, τώ τε Θρᾐκηθεν ἄητον, 
 ἐλθόντ’ ἐξαπίνης· ἄμυδις δέ τε κῦμα κελαινὸν 
 κορθύεται, πολλὸν δὲ παρὲξ ἅλα φῦκος ἔχευαν·

οὕτω μοι καὶ χθὲς γεγονέναι δοκεῖ. κορυφαῖς γὰρ ὀρέων παραπλήσια ἑώρων κύματα, καὶ ὡς λόγον εἰπεῖν αὐτοῦ ἐφικνούμενα τοῦ οὐρανοῦ.
τὸ δ' ἐντεῦθεν οὐδὲν ἕτερον προσεδόκων ἢ ἅπασαν ἐπικλυσθήσεσθαι
 τὴν γῆν, καί μοι φυγῆς ἐν τῷ νοὶ ἀνέπλαττον τόπον καὶ τὴν τοῦ
Νῶε ἀνέπλαττον κιβωτόν. τὸ δ' οὐκ ἦν ὅ ἐνόμιζον.

ἀλλ’ ὅπου ἀνεκυρτώθη ἡ θάλασσα πάλιν ἀνελύετο εἰς ἑαυτήν, οὐχ ὑπερβαίνουσα
τὸν οἰκεῖον τόπον, ὡς ἔπος εἰπεῖν θεῖόν τι πρόσταγμα πεφοβημένη.

καὶ καθάπερ πολλάκις τῶν οἰκετῶν τις, ἄκων τι πρὸς τοῦ δεσπότου πράττειν ἀναγκαζόμενος, < μὲν προστάγματι διὰ τὸν φόβον πείθεται,
ὅ δὲ πάσχει, πράττειν μὴ θέλων, λέγειν [ὅτι] οὐ τολμᾷ,
δὲ ἐν ἑαυτῷ, θυμοῦ τινος πληρούμενος, οὕτω μοί πως ἐφαίνετο καὶ
τὴν θάλασσαν, ὡσπερεὶ θυμουμένην καὶ ἐν ἑαυτῇ φράττουσαν τὴν
ὀργήν, κρατοῦσάν τε ἑαυτῆς, οὐ βουλομένην τῷ δεσπότῃ φανερὸν
 
 

 
ποιῆσαι τὸν θυμόν.

ταῦτα οὕτως γινόμενα σκοπῶν ἀτενίζειν ἠρχόμην, καὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὸν κύκλον αὐτοῦ τῷ νοῒ καταμετρεῖν ἤθελον,
πόθεν τε ἄρχεται καὶ ποῦ καταπαύει ἀνεζήτουν ἐγώ, ποίαν τε κίνησιν
ἔχει, πότερον τὴν μεταβατικήν, τουτέστιν τὴν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον,
 ἤ τὴν κύκλῳ φοράν, πῶς δὲ καὶ τὴν ἐπίμονον βάσιν ἔχει.

ἀλλά μοι καὶ περὶ τοῦ ἡλίου ζητεῖν ἐδόκει, τίς τε ὁ τρόπος αὐτοῦ τῆς ἐν
οὐρανῷ θέσεως, τίς δὲ καὶ ἡ περίοδος τοῦ δρόμου, ποῦ δὲ καὶ μετ’
ἀλίγον χωρεῖ, καὶ ὅτι μηδὲ οὗτος παρέρχεται τὸν οἰκεῖον δρόμον,
ἀλλὰ καὶ αὐτός, ὡς ἔνεστιν εἰπεῖν. ἐντολήν τινα φυλάττει χρείττονος,
 καὶ φαίνει μὲν τότε παρ' ἡμῖν ὅτε ἔξεστιν αὑτῷ, ἀπέρχεται δὲ ὡς
καλούμενος.

καὶ τούτων τοίνυν τὴν ἐξέτασιν ποιούμενος ἑώρων παυόμενον μὲν τὸ τοῦ ἡλίου φέγγος, ἐπιλεῖπον δὲ καὶ τῆς ἡμέρας τὸ
φῶς, εὐθέως δὲ γινόμενον σκότος, καὶ σελήνην διαδεχομένην τὸν
ἥλιον, καὶ τὰ μὲν πρῶτα ἀνιοῦσαν μείονα, μετέπειτα δέ, προκόπτουσαν
 τῷ δρόμῳ, φαντασίαν παρέχουσαν μείζονος. οὐκ ἐπαυόμην δὲ καὶ
περὶ ταύτης ζητῶν, καὶ τὴν αἰτίαν τῆς ἀφαιρέσεως καὶ τῆς προσθέσεως
ἐνηρεύνων, ὅτι τε καὶ αὐτὴ τηρεῖ τὸν κύκλον τῶν ἡμερῶν.

καί μοι ἐδόκει τὸ ἐντεῦθεν ὡς θεία τις ὑπάρχει οἰκονομία καὶ δύναμις κρειττόνων ἡ συνέχουσα τὰ ὅλα, ἥν καὶ θεὸν δικαίως ὄν
 εἴποιμεν. καὶ τὸ λοιπὸν τὸν δημιουργὸν ἐπαινεῖν ἠρχόμην, τήν τε
γῆν πεπηγυῖαν ὁρῶν καὶ ζῴων διαφορὰς καὶ ποικίλα φυτῶν τὰ
ἐξανθήματα.

οὐχ ἵστατο δέ μοι ἐπὶ τούτοις καὶ μόνοις ὁ νοῦς, ἀλλὰ τὸ λοιπὸν ὅθεν ταῦτα τὴν σύστασιν ἔχει ζητεῖν ἠρχόμην, πότερον
ἒκ τινος συνόντος ἀεὶ τῷ θεῷ ἢ ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου, συνυπάρχοντος
 

 
αὐτῷ οὐδενός. τὸ γὰρ ἐξ οὐκ ὄντων <τι> γεγονέναι οὐδὲ
μοι καλῶς ἐδόκει, μὴ τέλεον ἀπιθάνου τοῖς <τοῖς πολλοῖς> ὑπάρχοντος
τοῦ λόγου· τὰ γὰρ γινόμενα ἐξ ὄντων πέφυκε τὴν σύστασιν ἔχειν.
καὶ ὁμοίως ἀληθῶς ἐδόκει μηδὲν λέγειν ἀεὶ συνεῖναι τῷ θεῷ ἕτερόν
 τι παρ' αὐτόν, ἀλλ' ἐξ αὐτοῦ <μόνου> τὰ ὄντα γεγονέναι· καὶ
πως ἔπειθέ με τὸ εὔτακτον τῶν στοιχείων καὶ ἡ περὶ αὐτὰ τῆς
φύσεως εύκοσμέα.

Οὑτωσὶ δέ πως εὖ διατεθεῖσθαι νομίζων ἐπὶ τὴν οἰκίαν
ἀνεχώρουν τὴν ἐμήν. τῇ δ' ἐπιούσῃ, τουτέστιν σήμερον, ἐλθὼν
 ἑώρων δύο τινὰς ὁμογενεῖς (ἀνθρώπους δὲ λέγω)
καὶ διαλοιδορουμένους ἀλλήλοις, ἕτερον δ’ αὖ πάλιν ἀφιματῶσαι
πειρώμενον τὸν πλησίον. ἤδη δέ τινες καὶ δεινότερα τολμᾶν ἤρχοντο.

ὅς μὲν γὰρ ἐσκύλευσε νεκρόν, καὶ τὸ κρυφθὲν ἤδη σῶμα τῇ γῇ πάλιν
ἐδείκνυεν ἡλίῳ, καὶ τὴν ὁμοίαν αὐτῷ ὕβριζεν εἰκόνα, βορὰν κυσὶ
 
 

 
καταλείπων τὸν νεκρόν.

ὁ δὲ ξίφος ἐγύμνου καὶ ἐπὶ τὸν ὅμοιον ἄνθρωπον . . ἐχώρει. καὶ ὁ μὲν φυγῇ τὴν σωτηρίαν πορίζειν ἥθελεν,
ὁ δὲ διώκειν οὐκ ἐπαύετο, οὐδὲ τοῦ θυμοῦ κρατεῖν ἤθελε. καὶ τί
δεῖ πλείονα λέγειν, ἀλλ’ ὅτι χωρήσας ἐπ’ αὐτὸν εὐθέως ἔπαιεν τῷ
 ξίφει; ὁ δ’ ἱκέτης τῷ πλησίον ἐγίνετο καὶ χεῖρας ἱκεσίας ὤρεγεν, καὶ
τὴν μὲν ἐσθῆτα διδόναι ἤθελεν, μόνον δὲ τὸ ζῆν ἔχειν ἠξίου. ὁ δ’
οὐκ ἔθραυεν τὸν θυμόν, οὐδ’ ἠλέει τὸν ὁμογενῆ, οὐδὲ ἑαυτὸν διὰ
τῆς εἰκόνος ἐν ἐκείνῳ βλέπειν ἤθελεν, ἀλλ’ ὡς ἄγριος θὴρ τῷ ξίφει
τῆς βορᾶς ἤρχετο, ἤδη δὲ καὶ τὸ στόμα τῷ ὁμοίῳ προσέφερε σώματι·
 τοσοῦτος γὰρ ἠν τῷ θυμῷ. καὶ ἠν ἰδεῖν τὸν μὲν ἤδη κείμενον, τὸν
δὲ λοιπὸν σκυλεύοντα καὶ μηδὲ γῇ σκεπάζοντα τὸ οῶμα, ὅ τῆς
ἐσθῆτος ἐγύμνωσεν.

πρὸς δὲ τούτοις ἕτερος προσῆν, ὅς τοῦ πλησίον γυναῖκα παίζειν ἤθελε, λῃστεύων γάμον ἀλλότριον καὶ ἐπὶ παράνο-
 

 
μον κοίτην τραπῆναι παρορμῶν, τὸν γεγαμηκότα γνήσιον πατέρα
γίωεσθαι μὴ θέλων.

ἐντεῦθεν καὶ ταῖς πραγῳδίαις πιστεύειν ἠρχόμην, καὶ τὸ Θυέστειον δεῖπνον αληθῶς ἐδόδει μοι γεγωνέναι , πιστεύω δὲ
καὶ τῇ Οἰδιπόδαο παρανόμῳ ἐπιμξέᾳ, καὶ τῇ τῶν ἀδελφῶν διὰ ξίφους
 φιλονεικίᾳ οὐκ ἀπιστῶ.

τοσούτων τοίνυν καὶ τοιούτων θεατὴς γενόμενος ἐγώ, πόθεν ταῦτα ἀναζητεῖν ἠρχόμην, τίς δὲ καὶ ἡ τῆς
κινήσεως αὐτῶν ἀρχὴ καὶ τίς ὁ τοσαῦτα κακὰ ἀνθρώποις μηχανησάμενος,
πόθεν τε ἠ εὕρεσις αὐτῶν καὶ τίς ὁ τούτων διδάσκαλος.
καὶ τὸν μὲν θεὸν ποιητὴν τούτων λέγειν τολμᾶν οὐχ οἶός τε ἦν,
 ἀλλὰ μὴν οὐδὲ ἐξ αὐτοῦ τὴν ὑπόστασιν ἔχειν, οὐδὲ τὴν τοῦ εἷναι
σύστασιν. πῶς γὰρ οἶόν τε ἠν ταῦτα περὶ θεοῦ ἐννοεῖν;

ὅς μὲν γάρ ἐστιν ἀγαθὸς καὶ τῶν κρειττόνων ποιητής, τῶν δὲ φαύλων αὐτῷ
 
 
 

 
πρόσεστιν οὐδέν· ἀλλ’ οὐδὲ τοῖς τοιούτοις χαίρειν πἐφυκεν, ἀπαγορεύει
δὲ καὶ τὴν γένεσιν αὐτῶν, καὶ τοὺς μὲν χαίροντας τούτοις ἀποβάλ-
λεται, τοὺς δὲ φεύγοντας αὐτὰ προσίεται. καὶ πῶς οὐκ ἄτοπον ἠν
τὸν θεὸν τούτων λέγειν εἶναι δημιουργόν, τὸν ταῦτα παραιτούμενον;
 οὐδὲ γὰρ ἂν ἐβούλετο μὴ εἶναι αὐτά, εἰ πρῶτος αὐτῶν ποιητὴς
ὑπῆρχεν αὐτός· τοὺς γὰρ προσιόντας αὐτῷ μιμητὰς αὐτοῦ γίνεσθαι
θέλει.

ὅθεν ἄλογον ἔδοξεν εἶναί μοι ταῦτα προσάπτειν αὐτῷ, ἢ ὡς ἐξ αὐτοῦ γεγονότα ἤ (εἰ καὶ τὰ μάλιστα συγχωρῆσαι δεῖ ἐξ οὐκ ὄντων
δυνατὸν εἶναί τι γίνεσθαι) ὅτι καὶ τὰ κακὰ ἐποίησεν αὐτός. ὁ γὰρ
 »ἐκ τοῦ« οὐκ εἶναι εἰς τὸ εἶναι« αὐτὰ ποιήσας‘ οὐκ ἄν ἐκ τοῦ εἶναι εἰς
τὸ μηκέτι εἶναι αὐτὰ ἀνῄρει πάλιν. ἤ τοῦτο τοῦτο λέγειν ὡς ἦν
ποτε καιρός, ὅτε τοῖς κακοῖς ἔχαιρεν ὁ θεός, νῦν δὲ οὐκέτι; ὄπερ
ἀδύνατον εἷναί μοι δοκεῖ, λέγειν τοῦτο περὶ θεοῦ· ἀνοίκειον γὰρ τῆς
φύσεως αὐτοῦ τοῦτο προσαρμόζειν αὐτῷ.

διόπερ ἔδοξέν μοι συν- 
 
 

 
υπάρχειν τι αὐτῷ, ᾧ τοὔνομα ὕλη, ἐξ ἠς τὰ ὅντα ἐδημιούργησεν, τέχνῃ
σοφῇ διακρίνας καὶ διακοσμήσας καλῶς· ἐξ ἡς καὶ τὰ κακὰ εἶναι
δοκεῖ. ἀποίου τε γὰρ καὶ ἀσχηματίστου οὔσης αὐτῆς, πρὸς δὲ τούτοις
καὶ ἀτάκτως φερομένης, δεομένης τε τῆς τοῦ θεοῦ τέχνης, οὐκ
 ἐφθόνησεν οὑτος ὥστε διὰ παντὸς καταλιπεῖν αὐτὴν οὕτως φέρεσθαι,
ἀλλὰ δημιουργεῖν ἤρχετο καὶ ἀπὸ τῶν χειρίστων αὐτῆς τὰ κάλλιστα
διακρίνειν ἤθελεν, καὶ οὕτως γοῦν ἐδημιούργησεν ὅσα ἐξ αὐτῆς
ἥρμοζεν θεῷ δημιουργεῖν. τὰ δ' ὅσα αὐτῆς ὡς ἔπος εἰπεῖν πρυγώδη
ἐτύγχανεν, ταῦτα ἀνάρμοστα ὄντα πρὸς δημιουργίαν ὡς εἶχεν κατέλιπεν,
 κατ' οὐδὲν αὐτῷ προσήκονα· ἐξ ὧν δοκεῖ μοι νῦν παρὰ ἀνθρώποις
ἐπιρρεῖν τὰ κακά. οὕτως ἔδοξέν μοι εὖ ἔχειν φρονεῖν.

σὺ δέ, ὦ φίλε, 
 

 
εἴ τινά σοι δοκεῖ μὴ καλῶς εἰρῆσθαι πρὸς ἐμοῦ, ἀναρέρων λέγε· καὶ
yag πάνυ περὶ τοιούτων άκούειν ποθῶ.

ΟΡΘΟΔ. Τὴν μὲν προθυμίαν ἀποδέχομαι τὴν σήν, ὦ φίλε,
καί σου τὴν περὶ τὸν λόγον σπουδὴν ἐπαινῶ· ὄτι δὲ περὶ τῶν ὄντων
 οὕτως διετέθης, ὡς ἄρα ἐξ ὑποκειμένης τινὸς οὐσίας ταῦτα ἐδημιούργησεν
ὁ θεός, οὐ πάνυ τι μέμφομαι. ὡς ἀληθῶς γὰρ ἡ τῶν κακῶν
γένεσις οὕτω τοὺς πολλοὺς διατεθῆναι ποιεῖ.

καὶ γὰρ πρὸ σοῦ τε καὶ ἐμοῦ πολλοί τινες ἄνδρες ἱκανοὶ περὶ τούτου τὴν μεγίστην ζήτησιν
ἐποιήσαντο. καὶ οἱ μὲν ὁμοίως διετέθησάν σοι, οἱ δ' αὖ πάλιν τὸν
 θεὸν τούτων δημιοργὸν ἀπεφήναντο, σύγχρονον αὐτῷ ὑπόστασιν
δοῦναι πεφοβημένοι· κάκεῖνοι ἐκ τοῦ φοβηθῆναι τῶν κακῶν ποιητὴν
εἰπεῖν τὸν θεὸν σὐγχρονον αὐτῷ δοῦναι τὴν ὕλην ἔδοξαν. καὶ συνέβη
ἑκατέροις ἐκ τοῦ μὴ κατ’ ἐπιστήμην τοῦ ἀληθοῦς φοβηθῆναι τὸν
θεὸν τὸ μὴ καλῶς εἰπεῖν.

ἔτεροι δὲ τὴν ἀρχὴν καὶ] περὶ τοῦ τοιούτου ζητεῖν παρῃτήσαντο, ὡς οὐκ ἔχοντος τέλος τοῦ τοιούτου ζητήματος. 
 
 
 

 
 ἐμὲ δὲ τὰ κοινὰ τῆς πρὸς σὲ φιλίας παραιτεῖσθαι τὸ ζητούμενον
οὐκ ἐᾷ· καὶ μάλιστα ὅτε τὴν προαίρεσιν ἀπαγγέλλεις τὴν σὴν, ὡς οὐ
προλήψει κρατούμενος εἰ καὶ τὰ μάλιστα οὕτω πως ἐξ ὡν ὑπενόησας
ἔδοξας ἔχειν τὰ πράγματα), ἀλλ’ ἐν ἐπιθυμίᾳ τῆς τοῦ ἀληθοῦς γνώσεως
 καθεστάναι λέγεις. λέγεις. ὅθεν προθύμως κἀγὼ ἐπὶ τὸν τῆς ζητήσεως
τραπήσομαι λόγον.

βούλομαι δὲ καὶ τουτονὶ τὸν ἑταῖρον ἀκροατὴν γενέσθαι τῶν ἡμετέρων λόγων· κaὶ γὰρ δοκεῖ πως κατά τι περὶ
τούτων ὁμοίως σοὶ δοξάζειν καὶ αὐτός. διὸ κοινὸν κοινὸν πρὸς ἀμφοτέρους
τὸν λόγον ποιεῖσθαι βούλομαι· ἅ γὰρ ἂν εἴποιμι πρὸς σὲ οὕτως
 ἔχοντα, ταῦτα καὶ πρὸς τοῦτον ὁμοίως λέξω. εἴ σοι τοίνυν ἀληθῶς
περὶ τοῦ κρείττονος λέγειν εὐγνωμόνως δοκεῖ, πρὸς ἔκαστον ἀπό-
κριναι ὡν ἐρωτῶ· ἐκ γὰρ τούτων γενήσεται καὶ σὲ μὲν τὸ ἀληθὲς
μανθάνειν, κἀμὲ δὲ μὴ μάτην τοὺς λόγους ποιεῖσθαι πρὸς σέ.

ΟΥΑΔ. ταῦθ' ἅπερ εἶπας πράττειν ἑτοίμοως ἔχω, καὶ διὰ τοῦτο 
 

 
μετὰ πάσης προθυμίας ἐκεῖνα πυνθάνου, ἐξ ωνπερ νομίξεις δύνασθαί
με τὴν ἐπιστήμην τοῦ κρείττονος μαθεῖν. οὐ γάρ μοι τὸ νικῆσαι
πρόκειται κακῶς ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς ἐκμαθεῖν καλῶς· οὕθεν ἔχου τὸ
λοιπὸν τοῦ λογου.

ΟΡΘΟΔ. Ὅτι μὲν οὖν ἀδύνατον ὑπάρχειν ἀγένητα δύο ἄμα,
οὐδὲ σὲ ἀγνοεῖν νομίζω, εἰ καὶ τὰ μάλιστα δοκεῖς προλαβὼν τοῦτο
προστεθεικέναι τῷ λόγῳ, τὸ πάντως ἐξ ἀνάγκης τὸ ἕτερον δεῖν λέγειν,
ἢ ὅτι κεχώρισται τῆς ὕλης ὁ θεός, ἢ οὖ πάλιν ὅτι ἀμέριστος αὐτῆς
 τυγχάνει.

εἰ μὲν οὖν ἡνῶσθαι τις αὐτὸν εἰπεῖν Μέλοι, ὲν τὸ ἀγένητον λέξει. ἔκαστον γὰρ τούτων μέρος ἔσται τοῦ πλησίον· ἀλλήλων δὲ
 
 

 
μέρη τυγχάνοντα οὐκ ἔσται ἀγένητα δύο, ἀλλ’ ἕν ἐκ διαφόρων συνεστός.
οὐδὲ γὰρ τὸν ἄνθρωπον ἔχοντα διάφορα μέλη κατακερματίζομεν
εἰς πολλὰ γενητά. ἀλλ’ εἰ, ὡς ὁ λόγος ἀπαιτεῖ, ἕν τι γενητὸν
τὸν ἄνθρωπον πολυμερὲς πρὸς τοῦ θεοῦ γεγονέναι φαμέν, οὕτως
 ἀνάγκη, εἰ [μὲν] μὴ κεχώρισται τῆς ὕλης ὁ θεός, ἐν τὸ
εἶναι λέγειν.

εἰ δὲ κεχωρίσθαι φήσει τις, ἀνάγκη εἶναί τι τὸ ἀνὰ μέσον άμφοτέρων, ὅπερ καὶ τὸν χ·ωρισμὸν αὐτῶν δείκνθσιν. ἀδύνατον
γὰρ ἐν διαστάσει ἐξετάζεσθαί τι ἀπό τινος, οὐκ ὄντος ἑτέρου καθ’
ὃ ἡ διάστασις ἑκατέρου γίνεται.

ὅπερ οὐ μέχρι τούτου ἵσταται καὶ μόνου, ἀλλὰ καὶ πλείστων ὅσων. ὃν γὰρ ἐπὶ τῶν δύο ἀγενήτων
εἴπαμεν λόγον, τοῦτον ἐξ ἀνάγκης ὁμοίως προχωρεῖν, εἰ τὰ ἀγένητα
 
 

 
δοθείη τρία. καὶ γὰρ περὶ τούτων ἐροίμην ἄν, εἰ κεχώρισται ἀπ’ ἀλλή-
λων ἢ αὖ πάλιν ἕκαστον ἥνωται τῷ πλησίον.

εἰ μὲν γὰρ ἡνῶσθαί τις εἰπεῖν ἐθέλοι, τὸν αὐτὸν ἀκούσει τῷ πρώτῳ λογον. εἰ δ' αὐ πόλιν
κεχωρίσθαι, οὐ φεύξεται τὴν ἐξ ἀνάγκης τοῦ χωρίξοντος ὑπόστασιν.

Ἂν δ’ ἄρα τις καὶ τρίτον εἶναι λέξῃ λόγον ὡς ἁρμόζοντα
περὶ τῶν ἀγενήτων λέγεσθαι, τουτέστιν τὸ μήτε κεχωρίσθαι τὸν
θεὸν τῆς ὕλης μήτ’ αὖ πόλιν ὡς μέρη ἡνῶσθαι, εἶναι δὲ καθάπερ
ἐν τόπῳ <ἐν> τῇ ὕλῃ τὸν θεὸν ἢ καὶ τὴν ὕλην ἐν τῷ θεῷ, τὸ
ἀκουέτω, ὅτι ἐὰν τόπον τοῦ θεοῦ τὴν ὕλην εἴπωμεν, ἐξ ἀνάγκης
 αὐτὸν καὶ κωρητὸν λέγειν δεῖ καὶ πρὸς τῆς ὕλης περιγραφόμενον.

ἀλλὰ μὴν καὶ ὁμοίως αὐτὸν τῇ ὕλῃ ἀτάκτως φέρεσθαι δεῖ, μὴ ἵστασθαι δέ, μηδὲ μένειν αὐτὸν ἐφ’ ἑαυτοῦ ἀνάγκη, τοῦ ἐν ᾦ ἐστιν ἄλλοτε
ἄλλως φερομένου. πρὸς δὲ τούτοις καὶ ἐν χείροσι γεγονέναι τὸν
θεὸν εἰπεῖν ἀναγκη. εἰ γάρ ποτε ἄκοσμος ἦν ἡ ὕλη, ἐκόσμησεν δὲ
 
 

 
αὐτήν, εἰς τὸ κρεῖττον τρέψαι προαιρούμενος, ἧν ποτε ὄτ' ἐν ἀκοσμή-
τοις ἡν ὁ θεός.

δικαίως δ' ἂν καὶ τοῦτο ἐροίμην, πότερον ἐπλήρου τὴν ὕλην ὁ θεὸς ἢ ἐν μέρει τινὶ ὑπῆρχεν αὐτῆς. εἰ μὲν γὰρ ἐν μέρει
τινὶ τῆς ὕλης εἰπεῖν τις ἐθέλοι τὸν θεόν, πλεῖστον ὅσον μικρότερον
 αὐτὸν τῆς ὕλης λέγει, εἴ γε δὴ μέρος αὐτῆς ὅλον ἐχώρησεν τὸν θεόν.
εἰ δὲ ἐν πάσῃ εἶναι λέγοι καὶ δἰ ὅλης κεχωρηκέναι τῆς ὕλης, πῶς
ταύτην ἐδημιούργησεν φρασάτω. ἀνάγκη γὰρ ἢ συστολήν τινα τοῦ
θεοῦ λέγειν, ἧς γενομένης ἐδημιούργει ἐκεῖνο ἀφ’ οὗ ὑπεχώρησεν,
ἢ καὶ ἑαυτὸν τῇ συνδημιουργεῖν, οὑκ ἔχοντα ὑποχωρήσεως τόπον.

εἰ δὲ τὴν ὕλην ἐν τῷ θεῷ εἶναί τις λέξει, ὁμοίως ἐξετάζειν δεῖ, πότερον ὡς διισταμένου αὐτοῦ ἀφ’ ἑαυτοῦ, καὶ ὤσπερ ἐν ἀέρι ζῴων
 
 

 
ὑπάρχει γένη, διαιρουμένου καὶ μεριξομένου αὐτοῦ εἰς ὑποδοχὴν τῶν
γινομένων ἐν αὐτῷ, ἢ ὡς ἐν τόπῳ, τουτέστιν ὥσπερ ἐν γῇ ὕδωρ.

εἰ μὲν γὰρ εἴποιμεν ὡς ὲν ἀέρι. μεριστὸν ἀνάγκη τὸν θεὸν εἰπεῖν· εἰ δ' ὥσπερ έν γῇ ὕδωρ, ἦν δὲ ἄτακτος ἡ ὕλη καὶ ἀκόσμητος, πρὸς
 δὲ τούτοις ἔχουσα καὶ κακά, τὸν θεὸν λέγειν ἀνάγκη τόπον εἶναι
τῶν ἀκοσμήτων καὶ τῶν κακῶν. ὅπερ οὐκ εὔφημον εἶναί μοι δοκεῖ,
ἐπισφαλὲς δὲ μᾶλλον. ὕλην γὰρ εἶναι θέλεις, ἵνα μὴ τῶν κακῶν
ποιητὴν εἴπῃς τὸν θεόν, καὶ τοῦτο φεύγειν προαιρούμενος δοχεῖον
αὐτὸν τῶν κακῶν εἶναι λέγεις.

Εἰ μὲν οὖν τὴν ὕλην ἐκ τῶν ὑποστάντων γενητῶν ὑπονοεῖν ἀγένητον ὑπάρχειν ἔλεγες, πολὺν ἂν περὶ αὐτῆς ἐποιησάμην λόγον
εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ἀδύνατον ὑπάρχειν αὐτὴν ἀγένητον. ἐπεὶ δὲ
 
 

 
τὴν τῶν κακῶν γένεσιν αἰτίαν φᾐς εἶναι τῆς τοιαύτης ὑπονοίας, διὰ
τοῦτο ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν τούτων ἔρχεσθαί μοι δοκῶ. φανεροῦ γὰρ
γινομένου τῷ λόγῳ καθ' ὃν τρόπον ἐστὶ τὰ κακά, καὶ ὅτι οὐχ
τέ ἐστιν ἀναίτιον τῶν κακῶν εἰπεῖν τὸν θεὸν ἐκ τοῦ ὕλην αὐτῷ
 ὑποτιθέναι, τὴν τοιαύτην ὑπόνοιαν ἀναιρεῖσθαί μοι δοκεῖ.

Φῂς τοίνυν ἄποιον ὕλην συνυπάρχειν τῷ θεῷ, ἐξ ἡς τὴν
τοῦ κόσμου γένεσιν ἐδημιούργησεν; 
 ΟΥΑΔ. οὕτω μοι δοκεῖ.

ΟΡΘΟΔ. Οὐκοῦν εἰ ἄποιος ἐτύγχανεν ἡ ὕλη, γἐγονεν Τε κόσμος πρὸς τοῦ θεοῦ, ἐν δὲ τῷ κόσμῳ αἱ ποιότητες, τῶν ποιοτήτων γἐγπμεμ
ποιητὴς ὁ θεος; 
 ΟΥΑΔ. Οὕτως ἔχει.

ΟΡΘΟΔ. Ἐπεὶ δέ σου καὶ λέγοντος πρόσθεν ἤκουον ὡς ἀδύνατον 
 
 

 
ἐξ οὐκ ὄντων γίνεσθαί τι, πρὸς τὴν ἐρώτησιν ἀπόκριναι τὴν ἐμήν·
δοκεῖ σοι τὰς τοῦ κόσμου ποιότητας μὴ ἐξ ὑποκειμένων Ποιοτήτων
γεγονεναι; 
 ΟΓΑΛ. Δοκεῖ. 
 ΟΡΘΟΔ. Ἕτερον δέ τι παρὰ τὰς οὐσίας ὑπάρχειν αὐτάς; 
 ΟΓΑΛ. Οὕτως ἔχει.

ΟΡΘΟΔ. υὐκοῦν εἰ μήτε ἐξ ὑποκειμένων ποιοτήτων τὰς ποιότητας ἐδημιοόργησεν ὁ θεὸς, μήτε ἐκ τῶν οὐσιῶν ὑπάρχουσιν, τῷ
μηδὲ οὐσίας αὐτὰς εἶναι, ἐκ μὴ ὄντων αὐτὰς ὑπὸ τοῦ θεοῦ γεγονέναι
 ἀνάγκη εἰπεῖν. ὅθεν περιττῶς ἐδόκεις μοι λέγειν ἀδύνατον εἶναι
δοξάζειν ἐξ οὐκ ὅντων γεγονέναι τι πρὸς τοῦ θεοῦ.

ἀλλ’ ὁ μὲν περὶ τούτου λόγος ὧδε ἐχέτω. καὶ γὰρ παρ’ ἡμῖν ὁρῶμεν ἀνθρώπους
ἐξ οὐκ ὄντων ποιοῦντάς τινα, εἰ καὶ τὰ μάλιστα δοκοῦσιν οὑτοι ποιεῖν
ἴν τινι. οἶον ἐπὶ τῶν ἀρχιτεκτόνων τὸ παράδειγμα λάβωμεν· καὶ
 γὰρ καὶ] οὗτοι ποιοῦσιν πόλεις οὐκ ἐκ πόλεων καὶ ναοὺς ὁμοίως
οὐκ ἐκ ναῶν.

εἰ δ’, ὅτι τούτοις οὐσίαι ὑπόκεινται, οἴει ἐξ ὄντων αὐτοὺς ταῦτα ποιεῖν, σφάλλῃ τῷ λόγῳ. οὐδὲ γὰρ ἡ οὐσία ἐστὶν ἡ
ποιοῦσα τὴν πόλιν ἢ αὖ πάλιν τοὺς ναούς, ἀλλ' ἡ περὶ τὴν οὐσίαν
τέχνη· ἡ δὲ τέχνη οὐκ ἐξ ὑποκειμένης τινὸς ἐν ταῖς οὐσάις τέχνης
 
 
 

 
γίνεται, ἀλλ' ἐξ οὐκ οῦσης ἐν αὐταῖς γίνεται.

ἀπαντήσειν δέ μοι δοκεῖς οὕτω τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ τεχνίτης ἐξ ἡς ἔχει τέχνης τὴν ἐν τῇ
οὐσίᾳ τέχνην ποιεῖ. πρὸς δὲ τοῦτο λέγεσθαι τοῦτ’ εὐ ἔχειν μοι δοκεῖ,
ὅτι οὐδὲ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἕκ τινος ὑποκειμένης τέχνης προσγίνεται.
 οὐδὲ γὰρ ἔνεστιν αὐτὴν ἐφ’ ἐαυτῆς οὖσαν δοῦναι τὴν τὴν τῶν
γὰρ συμβεβκότων ἐστὶ καὶ τῶν τότε τὸ εῖναι λαγχανόντων, ὁπόταν
ἐν ούσίᾳ τινὶ γένηται.

ὁ μὲν γὰρ ἄνθρωπος κοὶ χωρὶς τῆς άρχιτεκτονικῆς ἔσται. ἡ δ’ οὐκ ἔσται, ἐὰν μὴ πρότερον ἄνθρωπος ᾖ.
ὅθεν τὰς τέχνας ἐξ οὐκ ὄντων εἰς ἀνθρώπους πεφυκέναι γίνεσθαι
 λέγειν ἀναγκαῖον.

εἰ τοίνυν τοῦτο οὕτως ἔχον ἐπ’ ἀνθρώπων ἐδείξαμεν, πῶς ούχὶ προσῆκε τὸν θεὸν μὴ μόνον ποιότητας ἐξ οὐκ ὄντων
φάναι δύνασθαι ποιεῖν άλλὰ καὶ οὐσίας; τῷ γὰρ δυνατὸν φανῆναι
γίνεσθαί τι ἐξ οὐκ ὄντων τὸ καὶ τὰς οὐσίας οὕτως ἔχειν δείκνυται.

Ἐπειδὴ δὲ πόθος ἐστί σοι περὶ τῆς τῶν κακῶν γενέσεως
 ζητεῖν, ἐπὶ τὸν τούτων ἐλεύσομαι λόγον. καί σου βραχέα πυθέσθαι
βούλομαι. — τὰ κακὰ πότερον οὐσίαι σοι δοκοῦσιν εἶναι ἢ ποιότητες
ουσιων; 
 
 
 

 
 
 ΟΥΑΔ. Ποιότητες οὐσιῶν εὐ ἔχειν λέγειν μοι δοκεῖ. 
 ΟΡΘΟΔ. Ἠ δὲ ὕλη ἀποιος ἦν καὶ ἀσχημάτιστος; 
 ΟΥΑΔ. Οὕτως προλαβὼν ἐξεῖπον τῷ λόγῳ.

ΟΡΘΟΔ. Οὑκοῦν εἰ τὰ κακὰ ποιότητες ὑπάρχουσιν οὐσιῶν, ἡ δὲ ὕλη ἄποιος ἦν, τῶν δὲ ποιοτήτων ποιητὴν εἶπας τὸν θεὸν εἶναι,
ἔσται καὶ τῶν κακῶν δημιουργὸς ὁ θεός. ὅτε τοίνυν οὑδ' οὕτως
ἀναίτιον τῶν κακῶν δυνατὸν εἰπεῖν τὸν θεόν, ὕλην αὐτῷ προσάπτειν
περιττὸν εἶναί μοι δοκεῖ. εἰ δέ τι πρὸς ταῦτα λέγειν ἔχεις, ἄρχου
τοῦ λόγου. — εἰ μὲν ἐκ φιλονεικίας ἡμῖν ἡ ζήτησις ἐγίνετο, οὐκ ἂν
 δεύτερον περὶ τῶν κακῶν ἠξίουν ὁρίζεσθαι· ἐπεὶ δὲ φιλίας ἕνεκα
μᾶλλον καὶ τῆς πρὸς τὸν πλησίον ὠφελείας τὴν ἐξέτασιν ποιούμεθα
τῶν λόγων, ἄνωθεν περὶ τούτων ὁρίζεσθαι ἀξιῶ συγχωρεῖν.

ΟΥΑΔ. Τὴν μὲν προαίρεσιν τὴν ἐμὴν ἐκ πολλοῦ σοι φανερὰν εἶναι δοκῶ καὶ τὴν ἐν τοῖς λόγοις σπουδήν, ὅτι οὐ πιθανῶς εἰπὼν
 ψεῦδος νικῆσαι θέλω, ἀλλὰ δειχθῆναι τὴν ἀλήθειαν μετὰ ἀκρι-
βοῦς ἐξετάσεως, καὶ σὲ δὲ οὔτω διακεῖσθαι σαφῶς ἐπίσταμαι· ὅθεν
οἵῳ τρόπῳ χρώμενος νομίζεις δύνασθαι τὸ ἀληθὲς εὑρεῖν, τούτῳ
χρῆσαι μηδὲν δυσωπούμενος. οὐ γὰρ σεαυτὸν ὠφελήσεις μόνον χρησάμενος
τῷ κρείττονι, ἀλλὰ πάντως κἀμὲ περὶ ὧν ἀγνοῶ σαφῶς.

ΟΡΘΟΔ. Παρστῆσαί μοι δοκεῖς καὶ τὰ κακὰ οὐσίας ὑπάρχειν τινάς· οὐ γὰρ ἐκτὸς οὐσιῶν αὐτὰ ὅντα βλέπω. ἐπεὶ τοίνυν, ὠ οὑτος,
καὶ τὰ κακὰ οὐσίας εἶναι λέγεις, ἀνάγκη τὸν τῆς οὐσίας ἐξετάζειν
λόγον. δοκεῖ σοι τὴν οὐσίαν σωματικήν τινα σύστασιν εἶναι; 
 ΟΥΑΔ. Δοκεῖ.

ΟΡΘΟΔ. Ἡ δὲ σωματικὴ σύστασις αὐτὴ ἐφ’ ἑαυτῆς ὑπάρχει οὐ δεομένη τινὸς οὗ γενομένου τὸ εἶναι λήψεται; 
 ΟΥΑΔ. Οὕτως ἔχει.

ΟΡΘΟΔ. δοκεῖ δέ σοι τὰ κακὰ ἐνεργείας εἶναί τινος; ΟΥΑΛ. Οὕτω μοι φαίνεται.

ΟΡΘΟΔ. Αἱ δὲ ἐνέργειαι τότε τὸ εἶναι λαμβάνουσιν, ὁπότ' ἂν ὸ ἐνεργῶν παρῇ; 
 ΟΥΔΔ. Οὕτως ἔχει.

ΟΡΘΟΔ. Οὐκ ὄντος δὲ τοῦ ἐνεργοῦντος, οὐδ’ ὅπερ ἐνεργεῖ ἐσται ποτέ; 
 ΟΥΑΛ. Οὐκ ἔσται.

ΟΡΘΟΔ. Οὑκοῦν εἰ ἠ οὐσία σωματική τίς ἐστι σύστασις, ἡ δὲ σωματικὴ σύστασις οὐ δεῖταί τινος ἐν ᾠ γενομένη τὸ εἶναι λήψεται,
τὰ δὲ κακὰ ἐνέργειαι ὑπάρχουσί τινος, οἱ δὲ ἐνέργειαι δέονταί τινος
 ἐν ᾠ γενόμεναι τὸ εἶναι λαμβάνουσιν, οὐκ ἔσονται <αὐταὶ αἱ> οὐσίαι
τὰ κακά.

εἰ δὲ οὐσίαι τὰ κακά, κακὸν δὲ ὁ φόνος, φόνος, ούσία ὁ φόνος· ἀλλὰ μὴν ὁ φόνος ἐνέργεια ὑπάρχει τινός, οὐκ ἔστιν ἄρα οὐσία
ὁ φόνος. εἰ δὲ τὸν ἐνεργοῦντα οὐσίαν εἶναι θέλεις, σύμφημι κἀγώ.
οἶον ἄνθρωπος ὁ φονεύς, καθ' ὃν μὲν λόγον ἄνθρωπός ἐστιν, ὑπάρχει
 οὐσία· ὁ δὲ φόνος ὃν ποιεῖ οὐκ ἔστιν οὐσία, ἀλλ' ἔργον τι τῆς
 

 
οὐσίας.

λέγομεν γε τὸν ἄνθρωπον ποτὲ μὲν κακὸν διὰ τὸ φονεύειν, ποτὲ δ’ αὖ πάλιν διὰ τὸ εὐεργετεῖν ἀγαθόν. καὶ πέπλεκται ταῦτα τὰ
ὀνόματα τῇ οὐσίᾳ ἐκ τῶν συμβεβηκότων αὐτῇ, ἅτινα οὐκ ἔστιν αὐτή.
οὔτε γὰρ ἐστὶν φόνος ἡ οὐσία οὔτ' αὖ πάλιν ἡ] μοιχεία οὔτε τι τῶν
 ὁμοίων κακῶν. ἀλλ’ ὥσπερ ἀπὸ τῆς γραμματικῆς ὁ γραμματικὸς λέγεται
καὶ ἀπὸ τῆς ῥητορικῆς ὁ ῥήτωρ καὶ ἀπὸ τῆς ἰατρικῆς ὁ ἰατρός,
τῆς οὐσίας οὔτε ἰατρικῆς οὔσης οὔτε μὴν ῥητορικῆς οὔτε γραμματικῆς.
ἀλλ’ ἀπὸ τῶν συμβεβηκότων αὐτῇ τὴν προσηγορίαν λαγβανούσης, ἀφ
ὧν οὔτως, ὀνομάζεσθαι δοκεῖ, οὐδ' ὁπότερον αὐτῶν οὐσα, ὁμοίως
 φαίνεται καὶ ἀπὸ τῶν δοκούντων εἶναι κακῶν τὴν οὐσίαν ὄνομα
προσλαμβάνειν, οὐδ’ ὁπότερον οὖσαν αὐτῶν.

καί μοι ὁμοίως ἐπινόησον, εἴ τινα ἕτερον ἀναπλάττεις ἐν τῷ νῷ τῶν κακῶν τοῖς ἀν-
θρώποις αἴτιον, ὡς κἀκεῖνος, καθὸ ἐν τούτοις ἐνεργεῖ καὶ ὑποβάλ-
λει ποιεῖν τὰ κακά, ἔστι καὶ αὐτὸς κακὸς ἐξ ὡν ποιεῖ. διὰ τοῦτο
 
 
 

 
γὰρ κἀκεῖνος κακὸς εἶναι λέγεται, ὄτι τῶν κακῶν ἐστι ποιητής. ἅ
δέ τις ποιεῖ, οὐκ ἔστιν αὐτός, ἀλλ' ἐνέργειαι αὐτοῦ, ἀφ' ὦν τὴν
προσηγορίαν τοῦ κακὸς λέγεσθαι λαμβάνεὶ.

εἰ γὰρ αὐτὸν ὐπάρχειν εἴποιμεν ἂν ποιεῖ, ποιεῖ δὲ φόνους καὶ μοιχείας καὶ κλοπὰς κοὶ ὄσα
 τούτοις ὅμοια, αὑτὸς ἔσται ταῦτα. εἰ δὲ ταῦτ’ ἐστιν αὐτός, ταῦτα
δ' ὅτε γίνεται τὴν σύστασιν ἔχει, οὐ γινόμενα δὲ καὶ τοῦ εἶναι παύεται,
γίνεται δὲ ταῦτα πρὸς ἀνθρώπων, ἔσονται τούτων οἱ ἄνθρωποι
ποιηταὶ καὶ τοῦ εἶναι καὶ τοῦ μηκέτι εἶναι αἴτιοι.

εἰ δὲ ταῦτα αὐτοῦ ἐνεργείας εἶναι φῄς, ἐξ ὡν ποιεῖ τὸ κακὸς εἶναι ἔχει, οὐκ ἐξ ὦν
 έστιν οὐσία. κακὸν δὲ εἴπομεν λέγεσθαι ἀπὸ τῶν συμβεβηκότων τῇ

οὐσίᾳ, ἅτινα οὐκ ἔστιν ἡ οὐσία, ὡς ἀπὸ τῆς ἰατρικῆς ὁ ἰατρός. εἰ δὲ ἐξ ὡν ἐνεργεῖ κακὸς ὑπάρχει κακός, ἃ δὲ ἐνεργεῖ ἀρχὴν τοῦ εἶναι
λαμβάνει, ἤρξατο κἀκεῖνος εἶναι κακός, ἤρξατο δὲ καὶ ταυτὶ τὰ κακά.
εἱ δὲ οὕτως ἔχει, οὐκ ἔσται ἀνάρχως κακός, οὐδ’ ἀγένητα τὰ κακά,
 τῷ γενητὰ πρὸς αὐτοῦ εἶναι φάναι.

Σ. Ἀλλὰ τὸ μὲν πρὸς τὸν ἑταῖρον, ὡ φίλε, λόγον
ἱκανῶς μοι πεποιηκέναι δοκεῖς. ἐξ ὧν γὰρ προλαβὼν ἔδωκε τῷ λόγῳ,
ἐκ τούτων συνάγειν ἔδοξας καλῶς. ὡς ἀληθῶς γάρ, εἰ ἄποιος ἐτύγ-
χανεν ἡ ὕλη, τῶν δὲ ποιοτήτων δημιουργὸς ὑπάρχει ὁ θεός, ποιότητες
 τες δὲ τὰ κακά, τῶν κακῶν ἔσται ποιητὴς ὁ θεός. θεός.

μὲν μὲν ὁ λόγος πρὸς ἐκεῖνον εἰρήσθω καλῶς, ἐμοὶ δὲ ψεῦδος δοκεῖ τὴν ὕλην
ἄποιον εἶναι λέγειν. οὐδὲ γὰρ ἔνεστιν εἰπεῖν περὶ ἡστινοσοῦν οὐσίας
ὡς ἔστιν ἄποιος. ἀλλὰ μὴν καὶ ἐν ᾠ ἄποιον εἶναι λέγει τὴν ποιότητα
αὐτῆς μηνύει, ὁποία ἐστὶν ἡ ὕλη διαγραφόμενος, ὅπερ ἐστὶ ποιότητος
 τος εἶδος. ὅθεν, εἴ σοι φίλον ἐστίν, ἄνωθεν ἔχου πρὸς ἐμὲ τοῦ λόγου.

ἐμοὶ γὰρ ἡ ὕλη ποιότητας ἀνάρχως ἔχειν δοκεῖ. οὕτως γὰρ καὶ τὰ
κακὰ ἐκ τῆς ἀπορροίας αὐτῆς εἶναι λέγω, ἵνα τῶν κακῶν ὁ μὲν θεὸς
ἀναίτιος ij, τούτων δὲ ἀπάντων ἡ ὕλη αἰτία.

ΟΡΘΟΛ. Τὴν μὶν προθυμίαν τὴν σὴν ἀποδέχομαι, ὧ φίλε, καί σου τὴν ἐν τοῖς λόγοις σπουδὴν ἐπαινῶ. προσῆκε γὰρ ὡς ἀληθῶς
ἔκαστον τῶν φιλομαθῶν μὴ ἀπλῶς καἳ ὡς ἔτυχε συγκατατίθεσθαι
τοῖς λεγομένοις ἀλλ' άκριβῆ ποιεῖσθαι τὴν ἐξέτασιν τῶν λόγων. οὐδὲ
 γὰρ εἰ ὁ προσξητῶν παρὰ λόγον ὁρισάμενος ἀφορμὴν παρέσχε τῷ
προσδιαλεγομένῳ συνάγειν ὡς θέλει, τοῦτο καὶ τὸν ἀκροατὴν πείσει
τὸ λοιπόν, ἀλλ' εἰ ὅ τι δοκεῖ δυνατὸν εἶναι λέγεσθαι καλῶς, οὗτος
λέξει παρών. παρών· γὰρ θάτερον ἔσται. ἢ γàρ καὶ πρὸς ὅ κινεῖσθαι
δοκεῖ ἀκούσας τέλεον ὠφεληθήσεται, ἣ τὸν προσδιαλεγομενον ἐλέγξει
 οὐ τἀλθῆ λέγοντα.

Οὐ δοκεῖς δέ μοι δεόντως εἰρηκέναι τὴν ὕλην ἄνωθεν ποιότητας
ἔχειν. εἰ γὰρ τοῦθ' οὕτως ἔχει, τίνος ἔσται ποιητὴς ὁ θεός; εἴτε
γὰρ οὐσίας ἐροῦμεν, προεῖναι ταύτας φαμ.έν· εἴτ' αὖ πάλιν ποιότητας,
καὶ ταύτας ὑπάρχειν λέγομεν. οὐκοῦν οὐσίας τε οὔσης καὶ ποι-
 
 


 
οτήτων περιττὸν εἶναί μοι δοκεῖ δημιουργὸν λέγειν τὸν θεόν.

ἵνα δὲ μὴ ἐμαυτῷ κατασκευάξειν τινὰ δόξω λόγον, ἀπόκριναί μοι νῦν
ἐρωτώμενος· τίνι τρόπῳ δημιουργὸν εἶναι φῂς τὸν θεόν; πότε-
ρον ὅτι τὰς οὐσίας ἔστεψεν εἰς τὸ μηκέτι ὑπάρχειν ἐκείνας, ὅπερ ἡσάν
 ποτε, ἀλλ’ ἑτέρας παρ’ αὐτὰς γενέσθαι, ἢ ὅτι τὰς μὲν οὐσίας ἐφύλα-
ξεν ἐκείνας, αἴπερ ἦσαν πρὸ τούτου, τὰς δὲ ποιότητας ἔτρεψεν αὐτῶν;

ΕΤΑΙΡ. Οὔ τι μοι δοκεῖ ἀλλαγήν τινα οὐσιῶν γεγονέναι· καὶ γὰρ ἄτοπον τοῦτο λέγειν μοι φαίνεται· τροπὴν δέ τινα τῶν ποιοτή-
των γεγονέναι φημί, καθ' ἃς δημιουργὸν εἶναι λέγω τὸν θεόν. καὶ
 ὥσπερ εἰ τύχοι λέγειν ἐκ λέθων οἰκίαν γεγονέναι, ἐφ’ ὧν οὐκ ἔστιν
εἰπεῖν ὡς οὐκέτι Μοι μένουσι τῇ οὐσίᾳ οἰκία γενόμενοι οἱ λίθοι
— τῇ

γὰρ ποιότητι τῆς συνθέσεως τὴν οἰκίαν γεγονέναι φημί, τραπείσης δηλονότι τῆς προτέρας τῶν λίθων ποιότητος — οὕτω μοι δοκεῖ
καὶ τὸν θεόν, ὑπομενούσης τῆς οὐσίας, τροπήν τινα τῶν ποιοτήτων
 
 


 
αὐτῆς πεποιηκέναι, καθ’ ἥν τὴν τοῦδε τοῦ κόσμου γένεσιν πρὸς τοῦ
θεοῦ γεγονέναι λέγω.

ΟΡΘΟΔ. Ἐπεὶ τοίνυν τροπήν τινα τῶν ποιοτήτων πρὸς τοῦ θεοῦ γεγονέναι φᾐς, ἀπόκριναί μοι βραχέα πυθέσθαι προαιρουμενῳ.
 λέγε δή. εἰ ὁμοίως καὶ σοὶ δοκεῖ τὰ κακὰ ποιότητας εἶναι τῶν οὐσιῶν;
ΕΤΑΙΡ. Δοκεῖ.

ΟΡΘΟΔ. Ἄνωθεν δὲ ἦσαν αἱ ποιότητες αὖται ἐν τῇ ὕλῃ, ἢ ἀρχὴν ἴσχον τοῦ εἶναι; 
 ΕΤΔΙΡ. Συνεῖναί φημι ἀγενήτως τῇ ὕλῃ ταυτασὶ τὰς ποιότητας.

ΟΡΘΟΔ. Οὑχὶ δὲ τὸν θεὸν φῂς τροπήν τινα τῶν ποιοτήτων πεποιηκεναι; 
 ΕΤΑΙΡ̣ Τοῦτό φημι.

ΟΡΘΟΔ. Πότερον οὑν εἰς τὸ κρεῖττον ἢ εἰς τὸ χεῖρον; ΕΤΑΙΡ. Εἰς τὸ κρεῖττον λέγειν μοι δοκεῖ.

ΟΡΘΟΔ. Οὐκοῦν εἰ ποιότητες ὕλης τὰ κακά, τὰς δὲ ποι-
ότητας αὐτῆς εἰς τὸ κρεῖττον ἔτρεψεν ὁ θεός, πόθεν τὰ κακὰ
ζητεῖν ἀνάγκη. οὐ γὰρ ἔμειναν αἱ ποιότητες ὁποῖαί ποτ’ ἦσαν τῇ
 
 
 


 
φύσει.

ἤ, εἰ μὲν πρότερον οὐκ ἠσαν αἱ ποιότητες κακαί, ἐκ δὲ τοῦ τραπῆναι πρὸς τοῦ θεοῦ τὰς πρώτας τοιαύτας περὶ τὴν ὅλην γεγο-
νέναι ποιότητας φῄς, αἴτιος ἔσται τῶν κακῶν ὸ θεός, τρέψας τὰς
οὐκ οὔσας ποιότητας κακὰς εἰς τὸ εἶναι κακάς· ἢ τὰς μὲν κακὰς
 ποιότητας εἰς τὸ κρεῖττον οὐ δοκεῖ σοι τρέψαι τὸν θεόν, τὰς δὲ
λοιπὰς καὶ μόνας, ὅσαι ἀδιάφοροι ἐτύγχανον, τῆς δικοσμήσεως ἕνεκα
πρὸς τοῦ θεοῦ τετράφθαι λέγεις; 
 ΕΤΑΙΡ̣ Οὕτως ἄνωθεν εἶχον ἐγώ.

ΟΡΘΟΔ. Πῶς τοίνυν αὐτὸν τὰς τῶν φαύλων ποιότητας ὡς εἶχον καταλελοιπέναι λέγεις; πότερον δυνάμενον μὲν κἀκείνας ἀνελεῖν,
οὐ βουληθέντα δέ, ἢ τὸ δύνασθαι μὴ ἔχοντα; εἰ μὲν γὰρ δυνάμενον
λέξεις, οὐ βουληθέντα δέ, αὐτὸν αἴτιον τούτων εἰπεῖν ἀνάγκη, ὅτι
δυνάμενος ποιῆσαι μὴ εἶναι κακκὰ συνεχώρησεν αὐτὰ μένειν ὡς ἦν, καὶ
μάλιστα ὅτε δημιουργεῖν τὴν ὅλην ἤρξατο.

εἰ γὰρ μηδ' ὅλως ἔμελεν αὐτῷ τῆς ὕλης, οὐκ ἂν αἴτιος ἦν ὦν συνεχώρει μένειν· ἐπεὶ δὲ μέρος
μέν τι αὐτῆς δημιουργεῖ, μέρος δέ τι αὐτῆς οὔτως ἐᾷ, δυνάμε-
 
 
 


 
νος κἀκεῖνο τρέπειν εἰς τὸ κρεῖττον, αἰτίαν ὁφλισκάνειν ἄξιος εἶναί
μοι δοκεῖ, καταλιπὼν μέρος ὕλης εἶναι πονηρὸν ἐπ' ὁλέθρῳ οὑ ἐδημιούργησε
μέρους.

ἀλλὰ μὴν καὶ τὰ μέγιστα κατὰ τοῦτο τὸ μέρος ἠδικῆσθαί μοι δοκεῖ, . . τοῦθ’ ὅπερ κατεσκεύασε τῆς ὕλης μέρος ἀντιλαμβανόμενον
» τανῦν τῶν κακῶν. εἰ γὰρ τις ἐξετάζοι ἐπ' ἀκριβὲς
τὰ πράγματα, χαλεπώτερον νῦν εὑρήσει τὴν ὕλην πεπονθυῖαν τῆς
προτέρας ἀκοσμίας. πρὶν γὰρ αὐτὴν διακριθῆναι τὸ Με αἰσθέσθαι
τῶν κακῶν παρῆν αὐτῇ· νυνὶ δὲ ἕκαστον τῶν μερῶν αὐτῆς αἴσθησιν
λαμβάνει τῶν κακῶν.

καί μοι ἐπ’ ἀνθρώπου τὸ παράδειγμα λάβε. πρὶν γὰρ εἰκονισθῇ καὶ ζῷον γἐνηται τῇ τοῦ δημιούργου
τέχνῃ, τὸ μηδενὸς ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν κακῶν παρὰ τῆς φύσεως
εἶχεν. ἀφ' οὑ δὲ πρὸς τοῦ θεοῦ ἄνθρωπος γίνεται, καὶ τὴν αἴσθησιν
τοῦ προσπελάζοντος κακοῦ προσλαμβάνει. καὶ τοῦθ', ὅπερ ἐπὶ εὐεργεσίᾳ
τῆς ὕλης πρὸς τοῦ θεοῦ γενονέναι λέγεις, εὐρίσκεται μᾶλλον
 ἐπὶ τῷ χείρονι προσγενόμενον αὐτῇ.

εἰ δ' ἐκ τοῦ μὴ δύνασθαι τὸν 
 
 


 
θεὸν ἀνελεῖν τὰ κακὰ τὸ μὴ πεπαῦσθαι λέγεις, ἀδύνατον τὸν θεὸν
φήσεις ὑπάρχειν. τὸ δὲ ἀδένατον ἤτοι τῷ φύσει ἀσθενῆ ὑπάρχειν
αὐτὸν ἔσται, ἢ τῷ νικᾶσθαι τῷ φόβῳ δεδουλωμένον πρὸς τινος
κρείττονος.

εἱ μὲν οὐν τὸν θεὸν φύσει άσθενῆ ὄντα τολμήσεις εἰπεῖν, περὶ τῆς αὐτῆς αὐτῆς κινδυνεύειν μοι δοκεῖς. εἱ δὲ τῷ νικᾶσθαι
φόβῳ πρός του μείζονος, μείζονα λέξεις τοῦ Μοῦ τὰ κακά, νικῶντα
τῆς προαιρέσεως αὐτοῦ τὴν ὁρμήν· ὅπερ ἄτοπον εἶναί μοι λέγειν
περὶ θεοῦ δοκεῖ. διὰ τί γὰρ οὐχὶ μᾶλλον ταῦτ’ ἔσονται Μοί, νικᾶν
κατὰ τὸν λόγον τὸν σὸν δυνάμενα τὸν θεόν, εἴπερ θεὸν εἰκεῖνό φαμεν,
 ὃ τὴν ἁπάντων ἐξουσίαν ἔχει;

Βραχέα δέ σου καὶ περὶ τῆς ὕλης αὐτῆς πυθέσθαι βούλομαι,
καί μοι φέρων λέγε· πότερον ἁπλῆ τις ἦν ἡ ὕλη ἢ σύνθετος; ἡ γὰρ
διαφορὰ τῶν γεγονότων εἰς τοιαύτην με περιίστησιν ἐξέτασιν τοῦδε
τοῦ λόγου. εἰ γὰρ ἁπλῆ τις ἐτύγχανεν ἡ ὕλη καὶ μονοειδής σύνθε-
 
 
 

 
τος δὲ ὁ κόσμος καὶ ἐκ διαφόρων οὐσιῶν τε καὶ κράσεων τὴν σύστασιν
ἔχει, ἀδύνατον τοῦτον ἐξ ὕλης γεγονέναι λέγειν, τῷ τὰ σύνθετα
μὴ οἷόν τε ἐξ ἑνὸς ἁπλοῦ τὴν σύστασιν ἔχειν· τὸ γὰρ σύνθετον ἁπλῶν
τινων μῖξιν μηνύει.

εἰ δ᾿ αὖ πάλιν τὴν ὕλην σύνθετον λέγειν ἐθέλοις, πάντως ἐξ ἁπλῶν τινων συντεθεῖσθαι φήσεις. εἰ δὲ ἐξ
ἁπλῶν συνετέθη, ἦν ποτε καθ᾿ ἑαυτὰ τὰ ἁπλᾶ, ὧν συντεθέντων γέγονεν
ἡ ὕλη, ἐξ οὗπερ καὶ γενητὴ οὖσα δείκνυται.

εἰ γὰρ σύνθετος ἡ ὕλη, τὰ δὲ σύνθετα ἐξ ἁπλῶν τὴν σύστασιν ἔχει, ἦν ποτε καιρὸς
ὅτε ἡ ὕλη οὐκ ἦν, τουτέστι πρὶν τὰ ἁπλᾶ συνελθεῖν. εἰ δὲ ἦν ποτε
 καιρὸς ὅτε ἡ ὕλη οὐκ ἦν δέ ποτε καιρὸς ὅτε τὸ ἀγένητον
οὐκ ἦν, οὐκ ἔσται ἀγένητος ἡ ὕλη.

τὸ δ᾿ ἐντεῦθεν ἔσται πολλὰ τὰ ἀγένητα. εἰ γὰρ ἦν ἀγένητος ὁ θεός, ἦν δὲ ἀγένητα καὶ τὰ ἁπλᾶ . .

ἐξ ὧν ἡ ὕλη συνετέθη, οὐκ ἔσται δύο καὶ μόνα τὰ ἀγένητα. — δοκεῖ δέ σοι μηδὲν τῶν ὄντων αὐτὸ ἑαυτῷ ἀντικεῖσθαι; 
 ΕΤΑΙΡ. Δοκεῖ. 
 ΟΠΘΟΔ. Ἀντίκειται δὲ τῷ πυρὶ τὸ ὕδωρ; 
 

 
 ΕΤΑΙΡ. Ἀντικεῖσθαί μοι φαίνεται. 
 ΟΡΘΟΔ. Ὁμοίως δὲ καὶ τῷ φωτὶ τὸ σκότος καὶ τῷ ψυχρῷ τὸ
θερμόν, περὸς δὲ τούτοις καὶ τῷ ξηρῷ τὸ ὑγρόν; 
 ΕΤΑΙΡ. Οὕτως ἔχειν μοι δοκεῖ. 
 ΟΡΘΟΔ. Οἰκοῦν εἰ μηδὲν τῶν ὄντων αὐτὸ ἑαυτῷ ἀντίκειται,
ἀλλήλοις δὲ ταῦτα ἀντίκειται, οὐκ ἔσονται ὕλη μία, οὐδὲ μὴ ἐξ ὕλης
μιᾶς. — ὅμοιον δέ τινα τούτῳ λόγον πάλιν πυθέσθαι βούλομαι.

δοκεῖ σοι τὰ μέρη μὴ ἀναιρετικὰ τυγχάνειν ἀλλήλων; 
 ΕΤΑΙΡ. Δοκεῖ.
 ΟΡΘΟΔ. Εἶναι δὲ τῆς ὕλης μέρη τό τε πῦρ καὶ τὸ ὕδωρ, ὡσαύτως
δὲ καὶ τὰ λοιπά; 
 ΕΤΑΙΡ. Οὕτως ἔχω. 
 ΟΡΘΟΔ. Τί δέ; οὐ δοκεῖ σοι ἀναιρετικὸν μὲν εἶναι τοῦ πυρὸς
τὸ ὕδωρ, τοῦ δὲ σκότους τὸ φῶς, καὶ τὰ ἄλλα ὅσα τούτοις
 παραπλήσια; 
 ΕΤΑΙΡ. Δοκεῖ.

ΟΡΘΟΔ. Οὐκοῦν εἰ τὰ μέρη οὐκ ἔστιν ἀλλήλων ἀναιρετικά, ταῦτα δὲ ἀλλήλων ἀναιρετικὰ τυγχάνει, οὐκ ἔσται ἀλλήλων μέρη· εἰ
δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλήλων μέρη, οὐκ ἔσονται ὕλης μιᾶς. ἀλλὰ μὴν οὐδ᾿
 

 
αὐτὰ ἔσονται. ὕλη, τῷ μηδέν τι τῶν ὄντων αὐτὸ ἑαυτοῦ ἀναιρετικὸν
ὑπάρχειν κατὰ τὸν τοῦ ἀντικειμένου λόγον.

οὐδὲ γάρ ἐστί τι αὑτῷ ἀντικείμενον· τὰ γὰρ ἀντικείμενα ἑτέροις ἀντικεῖσθαι πέφυκεν. οἷον
τὸ λευκὸν αὐτὸ ἑαυτῷ οὐκ ἀντίκειται, πρὸς δὲ τὸ μέλαν ἀντικείμενον
 λέγεται· καὶ τὸ φῶς ὁμοίως αὐτὸ ἑαυτῷ μὴ ἀντικεῖσθαι δείκνυται,
πρὸς δὲ τὸ σκότος οὕτως ἔχον φαίνεται, καὶ ἄλλα γοῦν ὁμοίως
πλεῖστα ὅσα. εἰ τοίνυν καὶ ὕλη μία τις ἦν, οὐκ ἂν αὐτὴ ἑαυτῇ ἀντέκειτο.
οὕτως δὲ τῶν ἀντικεμένων ἐχόντων τὸ μὴ εἶναι τὴν ὕλην
δείκνυται.

ἐπεὶ καὶ σὲ οἶμαι περὶ τοῦ κακοῦ τὴν ζήτησιν ἑτοίμως ἔχειν ποιεῖσθαι, τὸν μὲν περὶ τῆς ὕλης παραλιπεῖν μοι λόγον δοκεῖ.
πρὸς γὰρ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ μὴ τὴν ὕλην ὑπάρχειν αὐτάρκως εἰρῆσθαί
μοι φαίνεται.

Ἐπὶ δὲ τὴν τῶν κακῶν ἐξέτασιν ἔρχεσθαι δεῖ καὶ ἀναγκαίως
ἀναζητεῖν τὰ παρὰ ἀνθρώποις. τὰ παρ᾿ ἀνθρώποις κακὰ πό
 

 
τερον εἴδη τυγχάνει κακοῦ ἢ μέρη; εἰ γὰρ εἴδη ταῦτα ἐκείνου φάναι
θέλοις, οὐκ ἔστιν ἕτερον παρὰ ταῦτα καθ᾿ ἑαυτὸ τὸ κακὸν τῷ τὰ
γένη ἐν τοῖς εἴδεσιν ἐξετάζεσθαι· οἷον τὸ ζῷον γένος ἐστὶν κατ᾿ εἶδος
κατηγορούμενον, τουτέστιν κατά γε ἀνθρώπου καὶ τῶν ὁμοίων, ὅσα
 τε ἔμψυχα ὄντα τὴν προαιρετικὴν κίνησιν ἔχει· ἄλλ᾿ οὐχ οἷόν τε δείκνυται
τοῦτο. οὐ γὰρ γένος εἶναί φαμεν ἕτερόν τι καθ᾿ ἑαυτὸ ὑπάρχον 2
παρὰ τὰ εἴδη· οὕτω δὴ καὶ περὶ τοῦ κακοῦ λέγειν ἀνάγκη. τὸ
γὰρ γένος εἴπαμεν τὴν σύστασιν ἐν τοῖς εἴδεσιν ἔχειν, μὴ εἶναι δέ τι
ἕτερον καθ᾿ ἑαυτό. εἰ δὲ οὕτως ἔχει, γενητὸν ἔσται τὸ κακόν· τὰ
 γὰρ εἴδη γενητὰ ὄντα δείκνυται, οἷον φόνος καὶ μοιχεία καὶ τὰ τούτοις
παραπλήσια. εἰ δ᾿ αὖ πάλιν μέρη τινὸς κακοῦ ταῦτα εἶναι ἐθέλοις, 3
ἔστιν δὲ ταῦτα γενητά, ἀνάγκη κἀκεῖνο γενητὸν ὑπάρχειν. ὧν
γὰρ τὰ μέρη γενητά, ταῦτα ὁμοίως ἐξ ἀνάγκης εἶναι γενητά· τὸ γὰρ
ὅλον ἐκ μερῶν συνέστηκεν. καὶ τὸ μὲν ὅλον οὐκ ἔσται μὴ τῶν μερῶν
 ὄντων, ἔσται δὲ τὰ μέρη, κἂν μὴ τὸ ὅλον παρῇ. οὐδενὸς δὲ τῶν
ὄντων μέρος μέν ἐστιν γενητόν, μέρος δὲ <πάλιν> ἀγένητον, εἰ δὲ καὶ 4
τοῦτο συγχωρήσαιμι τῷ λόγῳ, ἦν ποτε τὸ κακόν, ὅτε ὁλόκληρον οὐν ἦν,
τουτέστιν πρὶν δημιουργῆσαι τὴν ὕλην τὸν θεόν. τότε δὲ ὁλόκληρον
γίνεται, ὅτε πρὸς τοῦ θεοῦ γέγονεν ἄνθρωπος· τῶν γὰρ μερῶν τοῦ
 κακοῦ ἄνθρωπος ὑπάρχει ποιητής. καὶ τοῦ ἐντεῦθεν τοῦ ὁλόκληρον
εἶναι τὸ κακὸν αἴτιος ἔσται δημιουργήσας ὁ θεός, ὅπερ οὐκ εὖ ἔχειν
 

 
μοι τοῦτο περὶ θεοῦ <λέγειν> δοκεῖ, εἰ οὐδ᾿ ὁπότερον τούτων εἰπεῖν 
ἐθέλοις, πρᾶξιν δέ τινος κακοῦ εἶναι λέγοις, γενητὸν αὐτὸ ὑπάρχειν
μηνύεις· ἡ γὰρ τοῦ τινὸς πρᾶξις ἀρχὴν τοῦ εἶναι λαμβάνει. πρὸς δὴ
τούτοις οὐδὲν ἕτερον παρὰ ταῦτα τὸ κακὸν εἰπεῖν ἔχεινς. ποίαν γὰρ
 πρᾶξιν κακὴν ἑτέραν παρὰ τὰς ἐν ἀνθρώποις δεικνύειν ἔχεις; ὅτι γὰρ
ὁ ἐνεργῶν οὐ κατὰ τὸν τῆς οὐσίας λόγον ὑπάρχει κακία, κατὰ δὲ τὸν
τῆς προαιρέσεως τρόπον, τοιαῦτα πράττειν ἐπαναιρούμενος, ἐξ ὧν
τοῦ κακῶς λέγεσθαι τὴν προσηγορίαν λαμβάνει, προλαβὼν ἔδειξα
τῷ λόγῳ.

Für unsere Verhandlung nun, o Freund, scheint mir genug
gerdet zu sein. Auch dir aber meine ich sei nicht verborgen geblieben,
daß ein jeder Mensch die Weise hat, den Nächsten leicht
zu verweren. Denn die zu Ende geführte Untersuchung der Materie
gib deutlich die Überführung. Daher, wenn es dir gefällig, gestatte
 auch mir ein fragendes Wort, der ich weniges fragen will. Denn
so scheint mir das Wahre klar gefunden zu werden, indem dein Wort
nicht vernichtet wird durch mein Fragen. Denn nachdem gleichmäßig
die Unterredung geschehen ist von einem von uns beiden, so wird die
Wahrheit, wie sie ist, sich kund tun; denn es verbirgt sich oftmals die
 Wahrheit, indem sie nicht durch der Wahrheit gemäße Verhandlung
erforscht wird.

Daher wünsche ich die gleiche Wiedergabe von dir 

 
zu empfangen. Denn nachdem so sich das Größere gezeigt hat, wird
mit Sicherheit das Passende zu wählen einem jeden klar sein. 
 Auch ich selbst will nun nicht, o du, für mein Wort, daß s ohne
Prüfung sein werde. Denn auch nicht in dem, was ich oben gesagt,
 wenn es auch entgegen ist dem Gesuchten. 
 lch sage es, und mit aller Willigkeit will ich, daß dies gefragt
werde. Und dich bitte ich mit aller Macht an das Fragen dich zu halten.
Denn davon meine ich für mich großen Nutzen zu haben. Denn wenn
mir die Sache klar erforscht ist, so wird mir (zu Teil), nicht durch
 Meinen an das Wahre mich zu halten, sondern durch genaue (ganze)
Erforschung. Daher wohlan beginne nun das Wort.

Sagst du. daß Gott gut sei? Ich sage, daß er gut sei. 
 Gut aber ist das, keinerlei Böses zu tun, wovon wir sagen, daß
 es böse sei? 
 <Ich sage es.> 
 Wie fragst du in betreff dieses Bösen, d. h. über Mord und über
Unzucht und anderes dem ähnliche? Oder von jenem, wie viel nun
denen, die dieses gewagt zu tun, durch das Gericht Gottes gebracht
 wird, was, während sie gerecht gestraft werden, böse zu sein scheint
den das Gericht dafür Empfangenden, daß sie gewagt Böses zu tun?
Wenn du aber nun über das zuerst Gesagte geredet hast, so sage ich
 

 
nicht, daß Gott davon der Schöpfer sei, denn es scheint mir unvernünftig
zu sein, daß es zu Gott nahe gebracht werde, da die offenbar
sind, welche erwählt haben, solches zu tun.

Wenn du aber in bezug auf das, was von Gott wegen der bösen Taten geschieht, redest,
 so sage ich nicht von ihm, daß es böse ist, sondern gerecht.
Denn er (der Böse) muß gemäß der Gerechtigkeit, nachdem er
Böses getan, ein gerechtes Gericht empfangen. Von dem gerechten
aber sagt niemand, daß es böse sei, außer jenem allein, der es gut
emprängt. Denn auch die gegenwärtigen Mörder von den Ältesten das
 Gericht empfangend, sage ich, daß sie gut empfangen. Gutes empfangen
sage ich, aber gegenüber Bösem. Denn es ist die Art eines jeden der
<Böses> tuenden Männer zu halten das Gerechte für ungerecht. 
 Aber wir sagen nicht, daß dies böse sei. Denn auch ich selbst
sage, daß in Wahrheit dieses gerecht sei.

Aber in betreff dessen, wovon du zuerst geredet, in betreff dieser Fragen, habe ich oben über die Materien (handelnd), o du, <gezeigt>,
daß Gott nicht ihr Schöpfer ist. Was scheint dir nun dieses Böse zu
sein? Denn über das Böse, worüber du fragtest, habe ich das Urteil
gegeben, indem ich durch den Begriff unterschied. 
 Aber das, was es irgendwie sei, sagst du noch nicht: ob gleich
einer Substanz oder gleich einem Accidenz der Substanzen. Denn
wenn du sagst, daß es gleich einer Substanz sei, irrst du dich mit
dem Begriff, wenn aber wie ein Accidenz, sage ich, daß es so sei. 
 Da (Wenn) du aber nun meine Frage trennen (abgrenzen) willst, wie
 sagst du, daß dieses Accidenz sei, und wem und woher sage herzubringend 
 mir deutlich.

Denn wie nichts von dem Bösen nach dem 

 
Begriff der Substanz böse ist, habe ich oben in der Verhandlung gesagt,
und du, meine ich, erinnerst dich dessen, wovon ich gesprochen,
indem ich an die freie Wahl eines jeden das Böse geknüpft. Da du
aber nun willst, daß ich von vorne an, so gut ich es verstehe, über
 das Böse zu dir rede, so werde ich, wie es mir möglich sein wird,
dir klar das Erforschte sagen, so mich an das Wort haltend.

Ἐγὼ πρῶτον [μὲν] τῇ φύσει οὐδὲν φαῦλον λέγω, τῷ δὲ τῆς
χρήσεως τρόπῳ κακὸν εἶναι λέγεσθαι . . . τὸ γὰρ τῆς μοιχείας ὄνομα
κοινωνίας ἐστὶν ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς σημαντικόν· ἀλλ᾿ ἐὰν κοινωνῇ
 τις τῇ γυναικὶ . . παιδοποιίας ἕνεκα καὶ τῆς τοῦ γένους διαδοχῆς,
ἀγαθή τις ἡ κοινωνία γίνεται. εἰ δέ τις καταλιπὼν τὴν νομίμην
κοινωνίαν ἐνυβρίζοι γάμοις ἀλλοτρίοις. ., [λίαν] ἔργον πράττει κακόν·

καὶ ἡ μὲν κοινωνία ἡ αὐτή, ὁ δὲ τῆς χρήσεως τρόπος οὐχ ὅμοιος . . . καὶ ἐπὶ τῆς πορνείας δὲ ὁ αὐτὸ λόγος . . . ἡ κοινωνία τοίνυν χωρὶς τοῦ
 

 
τρόπου τῆς χρήσεως ἐξεταζομένη κακὸν οὐκ ἔστι· τότε δὲ γίνεται
ὁπότε ὁ τρόπος ἔσται σαφής.—ἀλλὰ καὶ τὸν φόνον ὁμοίως ἔχειν

ὁπότε ὁ τρόπος ἔσται σαφής.—ἀλλὰ καὶ τὸν φόνον ὁμοίως ἔχειν φημί. ἐὰν γάρ τις τὸν ἐπὶ μοιχείᾳ ληφθέντα . . ἀποκτεῖναι θέληῃ,
δίκας ὧν ἐτόλμησεν ἀπαιτῶν, κακὸν οὐκ ἐργάζεται. ἐὰν δέ τις τὸν
 μηδέν τι τῶν ἀπηγορευμένων πεποιηκότα ἀναιρήσῆ οὐδενὸς ἄλλης
προφάσεως [λόγου] χάριν, ἀλλὰ τῆς τῶν οἰκείων ἀφαιρέσεως ἕνεκα,
τουτέστιν ἢ χρημάτων ἢ κτημάτων, φαῦλον ἐργάζεται. καὶ τὸ μὲν
ἔργον τὸ αὐτὸ ἐπ᾿ ἀμφοτέρων γίνεται, ὁ δὲ τρόπος τοῦ ἔργου τὴν
διαφορὰν ἐμποιεῖ.

πρὸς δὴ τούτοις καὶ τὸ χρήματα λαμβάνειν τινὸς τῶ τρόπῳ τῆς λήψεως γίνεται κακόν. ἐὰν μὲν γάρ τις δῴη κοινωνῶν
. . ἐξ ὧν ἔχει, ὁ λαμβάνων οὐδὲν φαῦλον ποιεῖ· εἰ δ᾿ αὖ πάλιν
ἄκοντος . . ἀφέλοιτο ἢ λεληθότως, ἔργον τι πονηρὸν πράττει. καὶ
τὸ μὲν ἀλλότρια λαμβάνειν ἐπ᾿ ἀμφοτέρων ἐστίν, ὁ δὲ τῆς λήψεως
τρόπος κακὸν λέγεσθαι τοῦτο <ἢ ἀγαθὸν> ποιεῖ.

ὁμοίως δὲ καὶ τὸ 

 
θεοσεβεῖν τρόπῳ <ἀγαθὸν ἢ> κακὸν γίνεται. εἰ μὲν γάρ τις <τὸν>
ἀληθῆ σέβει θεόν, ἔργον ποιεῖ ἀγαθόν· εἰ δὲ τοῦτον καταλιπὼν τὸν
οὐκ ὄντα σεβει, καὶ τὴν τοῦ κρείττοντος τιμὴν ξύλοις ἢ λίθοις προσάπτειν
ἐθέλει, κακὸν πράττει. καὶ τὸ μὲν τῆς θεοσεβείας ὄνομα τὸ αὐτό, ὁ
 δὲ τῆς χρήσεως τρόπος ἐναλλάσσει τὸ γινόμενον.

Aber also wird auch Bilder oder Bildwerke zu machen, obwohl es nicht schlecht ist der Substanz
(dem Wesen) nach, durch die Weise des Gebrauchs böse. Denn
wenn jemand ein Bildwerke macht, welches die Gestalt eines Menschen hat,
nicht wegen der Kunst, noch indem er will durch das Bild des
 Nächsten das Abbild eines Freundes sehen, sondern wegen der Verehrung
und es wie Gott anzurufen, der tut ein böse Werk. Und so
macht die Weise des Tuns und die Absicht des Handelnden, daß es
böse sei.

Und demit ich nicht von diesem allein redend scheine die Zeit zu verbringen, gehe ich zu anderem über. Und siehe mir in betreff des
Eisens, wie der Gebrauch es bald gut bald böse zu sein zeigt. Denn
wenn jemand es nicht recht braucht, nämlich nicht zum Nützlichen,
wie sei es zum Pflug die Erde ze pflügen, oder wieder zu etwas anderem,
was nützlich ist, sei es zur Pflanzung von Pflanzen oder zum
 Säen der Saat geeignet zu sein, — sondern zum Schwert und Spieß. und
soviel zur Anfeindung des Menschen ausgedacht worden, der tut ein
böses Werk.— Von diesem sage cih, daß es von den Menschen getan
werde. Denn sie selbst sehen wir als die Handelnden, von welchen
als getan dieses sich zeigt.

ETAIP. Ἐπεὶ τοίνυν περὶ τῶν κακῶν ἐποιήσω τὸν λόγον,
δεικνύναι βουλόμενος ὡς ἔστιν τὰ κακά, καὶ ὅτι τούτων οἱ ἄνθρωποι
τυγχάνουσι ποιηταί, βραχύ τι πάλιν πυθέσθαι βούλομαι· πότερον
οἱ ἂνθρωποι τὴν ἀφορμὴν ἀφ᾿ ἑαυτῶν λαμβάνοντες ἔχουσι, τουτέστιν
 αὐτοὶ τῆς τοιαύτης χρήσεως εὑρεταὶ γενόμενοι, ἢ τοιοῦτοι ὑπὸ θεοῦ
γεγόνασιν, ἢ αὖ πάλιν ἕτερός τις ὑπάρχει ὁ εἰς τὰ τοιαῦτα τοὺς ἀνθρώπους 
παρορμῶν;

ΟΡΘΟΔ. Πρὸς μὲν τοῦ θεοῦ τοὺς ἀνθρώπους τοιούτους γεγονέναι νέναι οὔτι μοι δοκεῖ λέγειν· αὐτεξούσιον δὲ τὸν πρῶτον ἄνθρωπον
 γεγονέναι λέγω, τουτέστιν ἐλεύθερον, ἀφ᾿ οὖ καὶ οἱ διάδοχοι τοῦ
γένους τὴν ὁμοίαν ἐλευθερίαν ἐκληρώσαντο. φημὶ τοιγαροῦν ἐλεύθερον
γεγονέναι τὸν ἄνθρωπον, δουλεύοντα δὲ αὐτὸν ᾧ βούλεται·

τοῦτο γὰρ αὐτῷ καὶ μέγιστον πρὸς τοῦ θεοῦ κεχαρίσθαι λέγω. [ὅτι] τὰ μὲν γὰρ ἄλλα πάντα ἀνάγκῃ δουλεύει τῷ θείῳ προστάγματι· ἐάν
 τε γὰρ οὐρανὸν εἴπῃς, ἔστηκε φέρων τὸν δεσπότην, οὐ μετακινούμε-
 

 
νος τοῦ ὡρισμένου τόπου· καὶ ἐάν τε περὶ ἡλίου τὸν λόγον ποιεῖσθαι
θέλῃς, ἐκτελεῖ οὗτος τὴν ὡρισμένην κίνησιν, οὐ παραιτούμενος
τὸν δρόμον, ἀλλὰ ἀνάγκῃ τινὶ δουλεύων τῷ δεσπότῃ. καὶ γῆν ὁμοίως
πεπηγυῖαν ὁρᾷς καὶ φέρουσαν τὸ πρόσταγμα τοῦ κεκελευκότος.

ὁμοίως δὲ καὶ τὰ ἄλλα ἀνάγκῃ δουλεύει τῷ πεποιηκότι. οὐδ᾿ ὁπότερον
αὐτῶν δυνάμενον ἕτερόν τι παρὰ τὸ εἰς ὃ γέγονεν ποιεῖν. διόπερ
οὐκ ἐπαινοῦμεν ταῦτα οὕτω πειθόμενα τῷ δεσπότῃ, οὐδέ τις αὐτοῖς
ἀπόκειται κρείττων ἐλπίς, ὅτι τὸ προσταχθὲν ἄκοντες ἐφύλαξαν.

ἄνθρωπος δὲ τὴν ᾧ βούλεται πείθεσθαι προσέλαβεν ἐξουσίαν ἑαυτὸν
 δουλαγωγῶν, οὐκ ἀνάγκῃ τῆς φύσεως κρατούμενος, οὐδὲ τῆς δυνάμεως 
ἀφαιρούμενος· ὅπερ αὐτῷ τῶν κρειττόνων ἕνεκα κεχαρίσθαι
φημί, ἵνα τι πλεῖον ὧν ἔχει προσλάβῃ παρὰ τοῦ κρείττονος, ὅπερ
αὐτῷ ἐκ τῆς ὑπακοῆς προσγίνεται καὶ ὡς ὀφειλὴν ἀπαιτεῖ παρὰ τοῦ
πεποιηκότος.

οὐ γὰρ ἐπὶ βλάβῃ οὕτω γεγονέναι τὸν ἄνθρωπον φημί, ἕνεκα δὲ τῶν κρειττόνων. εἰ γὰρ ὡς ἕν τι γέγονεν τῶν στοιχείων ἢ
τῶν ὁμοίως ἀνάγκῃ δουλευόντων θεῷ, οὐκέτι μισθὸν ἄξιον τῆς προαιρέσεως 
λαμβάνει, ἀλλ᾿ ὥσπερ ὄργανον ἂν ἦν τοῦ δημιουργοῦ, . . 
 

 
τὴν ἐφ᾿ οἷς οὐ καλῶς ἔπραξεν ἀλόγως μέμψιν ὑπομένων· τούτων
γὰρ αἴτιος ἦν ὁ χρώμενος. ἀλλ᾿ οὐδὲ τὸ κρεῖττον ἄνθρωπος ἠπίστατο, 
μηδὲν ἕτερον εἰδώς, ἀλλ᾿ ἐκεῖνο μόνον εἰς ὃ πέφυκεν εἶναι.

φημὶ τοιγαροῦν τὸν θεὸν οὕτω τὸν ἄνθρωπον τιμῆσαι προαιρούμενον καὶ τῶν κρειττόνων ἐπιστήμονα γίνεσθαι, τὴν ἐξουσίαν αὐτῷ
τοῦ δύνασθαι ποιεῖν ἃ βούλεται δεδωκέναι, καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ
εἰς κρεῖττον <τρέπειν> παραινεῖν, οὐκ ἀφαιρούμενον πάλιν τὸ αὐτεξούσιον,
ἀλλὰ τὸ κρεῖττον μηνύειν θέλοντα. τὸ μὲν γὰρ δύνασθαι πάρεστιν
αὐτῷ, κἂν τὴν ἐντολὴν λαμβάνῃ, τὴν δὲ τοῦ δύνασθαι προαίρεσιν 
 εἰς τὸ κρεῖττον τρέπει ὁ θεὸς παραινεῖ.

ὥσπερ γὰρ πατὴρ παιδὶ παραινεῖ, ἐξουσίαν ἔχοντι ἐκμανθάνειν τὰ μαθήματα καὶ <μὴ
μανθάνειν>, μᾶλλον ἔχεσθαι τῶν μαθημάτων, ὅτι κρεῖττον τοῦτο
μηνύων, οὐ τὴν τοῦ δύνασθαι τοῦ παιδὸς ἐξουσίαν ἀφαιρεῖ, κἂν μὴ
ἑκὼν μανθάνειν βούληται, οὕτω μοι καὶ τὸν θεὸν οὐ δοκεῖ προτρέποντα
 τὸν ἄνθρωπον πείθεσθαι τοῖς προστάγμασιν ἀφαιρεῖν αὐτοῦ
τὴν ἐξουσίαν τῆς προαιρέσεως, τοῦ δύνασθαι καὶ μὴ ὑπακούειν τοῖς
προστάγμασιν.

καὶ γὰρ τὴν ἀρχὴν τὸ οὕτως παραινεῖν ὅτι μὴ ἀφεῖλεν τὴν ἐξουσίαν μηνύει. προστάττει δέ, ἵνα τῶν κρειττόνων ἂνθρωπος 
ἀπολαύειν δυνηθῇ· τοῦτο γὰρ ἕπεται τῷ πεισθῆναι τῷ τοῦ
 θεοῦ προστάγματι. ὥστε οὐχ ἵνα τὴν ἐξουσίαν ἣν ἔδωκεν ἀφέλῃ
προστάττειν βούλεται, ἀλλ᾿ ἵνα κρεῖττον δωρήσηται ὡς ἀξίῳ μειζόνων 
τῦχειν, ἀνθ᾿ ὧν ὑπήκουσεν τῷ θεῷ καὶ τὴν τοῦ μὴ ὑπακούειν
ἐξουσίαν ἔχων. . . .

Denn nicht unvernünftig wollte Gott so die Gabe geben, nämlich die ewige Unverweslichkeit. Unvernünftig aber wäre sie ungerecht
gegeben; sie wäre aber nicht gerecht gegeben, wenn nicht zu diesem
beiden er die Macht empfangen hätte, sowohl zu gehorchen dem, was
 Gott befiehlt, ebenso auch, wenn er nicht will. Denn das Gerechte
wird gegeben nach der Würdigkeit dessen, was jemand getan. Was
wäre dann für ein Unterschied der Handlung, wenn nicht eines jeden
von beiden Macht hätte der Mensch.

Αὐτεξούσιον δέ φημι γενονέναι τὸν ἄνθρωπον· οὐχ ὡς
 προϋποκειμένου τινὸς ἤδη κακοῦ, οὗ τὴν ἐξουσίαν εἰ βούλοιτο τοῦ
ἑλέσθαι, ὁ ἄνθρωπος ἐλάμβανεν, ἀλλὰ τὴν τοῦ ὑπακούειν τῷ θεῷ
καὶ μὴ ὑπακούειν αἰτίαν μόνην.τοῦτο γὰρ τὸ αὐτεξούσιον ἐβούλετο.

καὶ γενόμενος ὁ ἄνθρωπος ἐντολὴν λαμβάνει παρὰ τοῦ θεοῦ, καὶ
ἐντεῦθεν ἤδη τὸ κακὸν ἄρχεται· οὐ γὰρ πείθεται τῷ θείῳ προστάγματι.
 καὶ τοῦτο καὶ μόνον ἦν τὸ κακόν, ἡ παρακοή, ἥτις τοῦ
εἶναι ἤρξατο. οὐδὲ γὰρ ἀγένητον ταύτην τις εἰπεῖν ἔχει, τοῦ ποιήσαντος
αὐτὴν ὄντος γενητοῦ.

πάντως δὲ πόθεν τοῦτο τὸ παρακοῦσαι ζητήσεις. ἀλλὰ κεῖται <τοῦτο> σαφῶς ἔν <τινι> θείᾳ γραφῇ.
 

 
ὅθεν οὐδὲ τοιοῦτον τὸν ἄνθρωπον πρὸς τοῦ θεοῦ γεγονέναι φημί,
κατὰ δὲ τήν τινος διδασκαλίαν τοῦτο πεπονθέναι λέγω· οὐδὲ γὰρ τοιαύτην
φύσιν εἰληφὼς ὁ ἄνθρωπος. εἰ γὰρ αὕτως εἶχεν, οὐκ ἂν
αὐτῷ κατὰ διδασκαλίαν τοῦτο προσεγένετο, τῆς φύσεως αὐτῆς οὕτως
 ἐχούσης.

λέγει δέ τις θεία φωνὴ μεμαθηκέναι τὸν ἄνθρωπον τὰ πονηρά· διδάσκεσθαι οὖν φημι τὸ παρακούειν θεοῦ (τοῦτο γὰρ καὶ
μόνον ἐστὶ τὸ κακόν, ὃ παρὰ τὴν τοῦ θεοῦ προαίρεσιν γίνεται). οὐ γὰρ
<δὴ> καθ᾿ ἑαυτὸν τὸ πονηρὸν <ὁ> ἄνθρωπος διδάσκεται. ὁ διδάσκων
τοίνυν τὸ κακόν ἐστιν ὁ δράκων, von Gott selbst geschaffen. Sie (die
 Schlange) lehrt aber den Menschen, indem sie ihn abwendig machen will
von dem Höchsten.

Wenn du aber auch die Ursache wissen willst, Neid in betreff des Menschen hat sie. Wenn du aber auch nachforschest,
woher der Neid: deshalb, weil sie nicht so geehrt ward. Denn allein
der Mensch hat nach dem Bild und der Ähnlichkeit Gottes zu sein
 empfangen. Wenn du aber deshalb sagst, daß Gott sei der Urheber
des Bösen, so entfällst du von dem Vernünftigen Gedanken.

Denn wenn er jenem weggenommen, was er hatte, und es dem Menschen
gegeben hätte, so wäre er in Wahrheit schuldig des Bösen. Wenn
er aber jenen erhielt, wie er war, aber den Menschen so machen
 wollte, ist jener schuldig, der neidet. Denn wenn jemand, der zwei
Sklaven hat, den einen in der Knechtschaft erhält, den andern aber an
Sohnesstatt macht, jener aber, neidisch geworden, den so vom Herrn
Geehrten tötet, wird etwa der Herr schuld sein an jenem bösen An-
 

 
schlag, während er ihm doch nichts genommen, nichts von jenem
. diesem gegeben?

Aber auch darüber hast du zu fragen (oder »wirst Du
fragen«), woher, wenn niemand böse war, der Schlange, welche man
 Teufel nennt, die Kenntnis des Bösen. Entgegen wird aber dies gut
gesagt, daß der Teufel das als böse erkannte, Gotte ungehorsam zu
sein, daher er auch den Menschen dazu anreizte.

Denn wenn ein Feind die Feindschaft verbirgt, heimlich mit Bösem umgeben wollend,
jedoch nicht kennend die Weise des Bösen, auf welche er imstande
 sein wird, das zu tun, was er sinnt, indem er einen der Heilkunst
Kundigen fragt, der dem Nächsten kund getan hat — nämlich jenem,
dem dieser (sein Feind) Schaden antun wollte — diejenige Weise, auf
welche er imstande sein wird, gesund zu sein; sei es, daß er eine Zeit
bestimmt hat, in welcher allein der Speise zu gebrauchen, oder das
 Meiden vieler Speisen oder nur diese Speise meidend;

jener aber sofort, sobald er es gehört, nachdem er wie mit Freundschaft gekommen
und den Arzt verleumdet, als der Schädliches ihm befohlen, heißt ihn
wiederum das Entgegengesetzte von dem tun, was jener (der Heilkundige)
befohlen, und so vertrauensvoll machend bereitete er Schaden
 dem Menschen, nicht vor diesem die Weise des Bösen kennend, sondern
von dem Befehl des Arztes es lernend.

So verstehe mir auch den Teufel, daß er zuerst eifersüchtig war, ferner alsdann, daß er nicht kannte die Weise, wie Böses zu tun. Denn
nicht war zuvor Böses, von dem er hätte die Kenntnis nehmen können.
 Er wußte aber, daß von Gott ein Gesetz dem Menschen gegeben, welches
 

 
nicht gestattete Speise zu essen von einem gewissen Baum — wie mir
scheint, nicht wie wenn der Baum den Tod enthielte, sondern wie als
den Menschen nicht dienlich zur Speise erkannt habend —; sie es, weil
die Pflanze den Tod gab, und deshalb der Mensch verhindert ward,
 von ihm zu nehmen, von welchem der Mensch auch zu sterben schien,
sei es wiederum, daß, Gotte ungehorsam zu sein, Ursache des Todes
dem Menschen, als der das gatan, was Gott verboten.

Er überredete den Menschen zu übertreten das Gebot Gottes, noch nicht wissend,
welches ihr Böses ist; als er aber hernach Gott den Menschen tadelnd
 in betreff dessen, daß er sein Gobot übertreten, wahrnahm, und den
den Lohn der Verurteilung Empfangenden, da erkannte er, wie das
Böse ist, nicht aus einer früheren Substanz, sondern von der Drohung
Gottes.

Wie wir nun einen Arzt nicht tadeln, welcher angesagt, auf welche Weise ein Mensch gesund sein könne, wenn auch vielmhr der
Feind früher nicht wußte, auf welche Weise möglich sei, jenem
Schaden zu tun, sondern von der Mahnung des Arztes es lernte. Denn
nicht gebührte es dem Kundigen, das Geeignete (συμφέρον?) zu ver- 
 

 
bergen, denn ohne zu wissen hätte juner auch dies vielleicht gegeben,
was er der Weisung des Arztes entnahm, und wäre schuldig des von
hier etwas Böses Empfangens, obschon alsdann nicht wissend, daß
jener Leiden empfängt, so daß er nicht Strafe empfangen wird; und
 dem Feinde zwar wäre der Anschlag zugetroffen, das Gericht aber
konnte er nicht empfangen wegen unvernünftiger Feindschaft, nicht

wenn auch durchaus der Teufel feind der Menschen geworden war,
er noch nicht Kenntnis des Bösen hatte, sondern aus dem Gebot (es)
 erkannte, als Gott bedräute, dem Menschen kung tuend, daß er,
wenn er gegen seinen Willen von dem Baum essen werde, den
Tod haben werde als Strafe. Denn wenn er nicht dem Menschen
zuvor kung getan, daß er noch nicht will, daß er esse vom Baum, so
hätte er vielleicht ganz unwissend gegessen und hätte ein Ende gehabt
 auch des Lebens, sei es wie noch nicht imstande zu ertragen die Frucht
des Baumes — wie auch nicht ein Kind, noch mit Milch genährt, feste
Speise empfangen kann — sei es wieder gegen den Willen Gottes vom
Baum genommen habend; und wären zwar die Anschläge der Schlange
 

 
in Exfüllung gegangen, nicht aber schiene sie nach Billigkeit Gericht
zu empfangen wegen unvernünftiger Feindschaft gegen den Menschen,
da sie, keinerlei Tat gewagt habend, <nicht> klar der Strafe würdig wäre.

Τὴν μὲν οὖν ἀρχὴν τοῦ κακοῦ τὸν φθόνον εἶπον ἔγωγε, τὸν δὲ φθόνον ἐκ τοῦ κρείττονι τιμῇ κατηξιῶσθαι τὸν ἄνθρωπον πρὸς τοῦ
θεοῦ· τὸ δὲ κακὸν ἡ παρακοὴ ἐκ τοῦ προστίμῳ περιπεσεῖν τὸν ἄνθρωπον 
ὑπερβάντα τὴν τοῦ θεοῦ ἐντολήν. . . πολλάκις εἰ καὶ τὰ μάλιστα
τὸ γινόμενον τῇ φύσει φαῦλον οὐκ ἔστιν, ἀλλά γε δὴ διὰ τὸ
μὴ βούλεσθαι τὸν θεὸν γίνεσθαι αὐτό . . σαφῶς . . <τοῦτο> ὑπάρχειν
 κακόν.

ἦν <ποτε γὰρ> καιρός, ὅτε προσέταξεν ὁ θεὸς τῷ πρώτῳ λαῷ εἰς τὴν τῆς ἐπαγγελίας εἰσάγειν γῆν, καὶ τότε μὲν οὐκ ἐπείσθη
τῷ θείῳ προστάγματι οὐδὲ τῆς ἐπαγγελίας ἀπολαύειν ἤθελεν· ὕστερον
δ᾿ αὖ πάλιν ἐπέχοντος τοῦ θεοῦ τὴν εἴσοδον τὴν ἐκεῖ ἔλαττον
ἐφρόντισεν παρακούειν τοῦ θεοῦ δεδιδαγμένος καὶ παρὰ τὴν
 θείαν βουλὴν εἰσελθὼν δικαίαν ἀπῃτήθη τιμωρίαν. Ebenso <sagen
wir>, daß wenn auch durchaus dies seiner Substanz nach nicht böse
ist, <es böse sei,> weil Gott nicht will, daß es geschehe, und daß die
Menschen gelehrt werden, es zu tun.

Aber nun zu sagen, daß der Teufel sofort, nachdem er geworden, von Gott wisse, daß das Böse Gotte ungehorsam zu sein, daß
 

 
Gotte ungehorsam sein böse, nicht gut, scheint mir zu sein. Denn nicht
unvernünftig ward er von Gott, so daß er nicht unbewußt war, daß nicht
gut ist, wider den Willen Gottes etwas zu tun.

Denn deshalb sage ich, werde er mit Recht gepeinigt, weil, vernünftig von gott geschaffen und
 das Wissen besitzend, daß das Böse ist, sich dem Willen Gottes zu
widersetzen, er wagte dieses zu tun. Das Böse aber nenne ich den
Ungehorsam; nicht als ob ich sagte, irgend ein zuvor seiendes Element
habe in Kenntnis der Teufel, sondern als gewollt habend, daß etwas
von dem Accidierenden geschehe.

Ich sage daher, daß <auch> der Mensch mit Recht Strafe empfange für das, was er tut, denn mit eigenem Willen gibt er sich zum Lernen,
er steht aber ab vom Lernen dann, wenn er selbst will. Denn er hat
die Macht zu wollen und nicht zu wollen. Es folgt aber, daß er auch
tun kann, was er will.

<Frage.> Und da nun, o Freund, du sagst, daß Gott nicht
der Schöpfer des Bösen sei, sagst aber, daß es getan wird gemäß der
Wirkung des Teufels von den ihm floge Leistenden, die sich jenes
Willen hingegeben haben; daher, sagst du, würden sie auch mit Recht
gestraft, da sie, obwohl vermögend seinen Willen zurückzuweisen, nicht
 wollen; so will ich dich über ihn, den Teufel selbst, fragen. —
Hat Gott ihn so geschaffen, oder hat er sich selbst zum Bösen gewandt, 
nachdem er zuvor nicht so gewesen? —

Wenn er aber nun so 

 
war von Gott, so gebührte es ihm nicht, Strafe zu empfangen, da er
sich in der Nture bewahrte, wie ihn Gott erschaffen. τοὺς <γὰρ> παρὰ
τὴν προαίρεσιν τοῦ θεοῦ πράττοντάς τι δικαίως . . κρίωεσθαί φαμεν
ὅτι μὴ ἔμειναν τοιοῦτοι, ὁποίους ἤθελεν ὁ θεὸς <εἶναι>.

Wenn aber von Gott jemand gut geworden ist, er jedoch seinen Willen auf
das Böse verkehrte, nachdem er das Bessere gelassen, so empfange er
mit Recht Strafe in betreff dessen, was er gewagt zu tun. Denn daß
er nicht so von Gott geworden, sagte ich oben, durch ein Wort gesagt
habend, daß ihm Neid die Ursache einer solchen Wahl war.

<Antw.> Und da DU wiederum bittest zu sprechen, beginne ich die Rede. Ich sage, daß der Teufel nicht von Natur ein von Gott Abspenstiger
war, sondern eine gewisse zum Besseren dienende Kraft. Da er aber
neidisch geworden auf den Menschen, sage ich, daß er durch seine
eigene Wahl Teufel geworden sei; denn verlassend den Gehorsam
 

 
Gottes, fing er an ungehorsam zu sein und fing an zu lehren Gotte
Widersprechendes, nachdem er verlassen das Bessere und sozusagen
ein Deserteur von Gott geworden.

Es gibt mir aber Zeugnis, der ich so rede, ein heiliges Wort, einen Deserteur und eine Schlange ihn
 nennend, indem es spricht: »durch den Befehl aber tötete er die abgefallene
Schlange«. Denn es war in Wahrheit das Wort Gottes den
Teufel tötend, da er ihn zu untertreten die Macht den irdischen Menschen 
gab. Denn nicht hätte ihn einen Abgafallenen die heilige Schrift
genannt, wenn er ein solcher geblieben wäre, wie er von Gott geschaffen
 war, und nicht verlassend, was er war, zu dem, was er nicht
war, übergegangen wäre. Denn der Name Abgefallener zeigt an, daß er
nicht dasselbe jetzt ist, was er zuvor war.

Dadurch zeight es sich auch, daß er nicht ungeschaffen ist. Denn wenn er ungeschaffen wäre, so 
wäre er nicht abgefallen von seiner Nature. Wenn ich aber auch einräume,
 daß dies möglich sei, muß man <doch>, da jetzt der Teufel böse ist,
sagen, daß einst eine Zeit war, wo der Teufel nicht böse war; also
aber auch, daß sich als nicht substantiell das Böse erweist. Denn dieselbe
Natur (»Substanz«?), da sie bleibt, erleidet nicht, bald böse zu
sein, bald wiederum gut. 
 

 
 <Frage.> Wenn aber nun auch der Teufel geschaffen war, doch nicht
so von Gott geschaffen, sondern er sich selbst verkehrte zum Schlimmeren
vom Besseren, das heißt, vom Gehorsam zum Ungehorsam, sage.

ob Gott nicht gewußt habe, daß er ein solcher werden würde, und deshalb
 ihn schuf, oder indem er Kenntnis dessen, was er werden würde, hatte?
Denn wenn er zuvor wußte, welche Schuld werde der Teufel haben?
Wenn er aber nicht kannte den Abfall des Teufels vom Größeren, wird
er unschuldig sein, aber geringer als heidnischen Wahrsager.

Antw. Daß irgendein Nichtwissen bei Gott ist, das zu sagen scheint mir ungeziemend zu sein; denn fremd ist dies der göttlichen Natur. Aber
daß wiederum, wenn er, Kenntnis des Zukünftigen habend, den Teufel
geschaffen, er schuldig ist am Bösen, ebenso auch sage ich, daß dieses
ungeziemend sei.

Ich sage aber gleichwolh die Ursache aus, wegen welcher Gott, das Zukünftige vorauswissend, diesen geschaffen; ich sage aber nun dies,
daß Gott, guten Wesens seiend, nicht wollte, daß sein Rechttun verborgen 
bleibe und er deshalb nicht bekannt werde, Deshalb hat —
auch voraus wissend, daß der Teufel abfallen werde, wie die Menschen
sündigen machen und übertreten sein Gebot —, damit vielmehr der freie
 Wille dem Menschen sich zeige, Gott ihn geschaffen, damit das Über- 
 

 
schwängliche seiner Güte den Menschen bekannt würde, wegen der
Darreichung des »Erlasses der ersten Sünden«, nicht aber immer das
Böse festzuhalten, um dessentwillen sie jenem ungehorsam waren, gehorchten 
aber dem geschaffenen Knecht; deschalb sage ich, daß Gott,
 obwolh er sehr wohl wußte, daß er ein solcher werden werde, den
Teufel geschaffen, damit er seine Güte den Menschen zeige, auf daß
der Mensch die Gnade Gottes erkenne, damit sein Vielfältiges die Menschen
erkennen.

Denn wenn nicht wäre die entgegengesetzte Composition indem wir allein hiervon Kenntnis hätten, nicht wissend den Unterschied 
des Besseren. Dazu wäre aber auch der freie Wille dem Menschen
genommen, indem er nur wüßte mit Gehorsam allein zu dienen;
es wäre aber gleich auch das Ende aller Menschen, indem nicht unterschieden
wäre die Wahl eines jeden, und es würde, der heute böse
 ist, dieselbe Gabe beanspruchen.

<Frage.> Wenn aber nun Gott, das Gute seines Wesens zeigen
wollend, wegen des Erlasses der Süden, — warum hat er nicht, nach- 
 

 
dem der Teufel sich als böse gezeigt und die Güte Gottes den Menschen
offendbar geworden war, nicht ihn alsdann getötet, damit nicht sehr
viele Menschen sterben?

Antwort. Nicht als ob dies Gott unmöglich gewesen, den Teufel zu vernichten, noch als ob er sich freue des Todes der
Menschen, nichts von solchem erleide <er>, sage ich. Sondern fürs
erste hätte nichts Großes Gott getan, selbst durch sich den Teufel
vernichtend, ein geringes und gewordenes Geschöpf und fähig zum
Nichtsein aufgelöst zu werden.

Zweitens aber, weil so nicht kund geworden wäre die Wohltat Gottes den hernach werdenden Menschen,
wenn er im voraus den Teufel getötet hätte. Ein jeder Mensch aber,
nicht klar bei sich die Überführung habend, würde sich gut nennen
und hätte wie Gotte nachahmen wollen, als mit ihm dasselbe tragend.

Daher kümmerte er sich nicht um ihn (den Teufel), damit alle Menschen das Wissen des Besseren empfängen. Sie siegen aber über ihn, von 
jenem dereinst besiegt. Denn dies war wunderbar nnd groß, daß ein
 

 
Mensch Gottes den Teufel besiegt, von Gott selbst den Kampf gelehrt.

Denn wie ein Lehrer, welcher alle Vorsorge geübt in betreff seiner Knaben und sie jeden Ringkampf gelehrt, mit denen sie sich entgegen
Stellende fällen können, sie herausläßt in die Palästra, um zu kämpfen
 mit den Gegnern, und ihnen anzeigt den Sieg zu lernen und um ihn
zu ringen, jedoch selbst fürs Leben nicht Sorge zu tragen befiehlt, nur
daß nicht böse Schmach <sie davontragen>.

Welcher nun dauernd festhält den Befehl des Lehrers und die Beweise des Sieges, besiegt den Widersacher, 
und freudig die Krone tragend, kommt er zum Lehrer, tragend
 den Erweis der Arbeit, die Besiegung des Gegners. Aber welcher den
Lehrer nicht im Gedächtnis hält, dem Vergessen aber anheim gab
auch den Gegenkampf gegen den Widersacher, und sich nicht sehr
kümmert um seinen Sieg, fällt bald von dem Widersacher; so vollständig
besiegt und geschlagen wird er gerecht geschmäht, da er die
 Arbeit des Kampfes nicht ertragen.

So meine ich, daß auch Gott, nachdem er durch seine Gebote seine Menschen mit dem Widersacher
gut zu streiten gelehrt, lobe den Sieger, als der nicht beschämt die
Unterweisung des guten Lehrers. Wenn aber jemand, für nichts ge- 
 

 
halten habend die Gebote Gottes, handgemein wird mit dem TEufel,
wird er sofort zur Erde stürzen, indem er nicht mehr die siegreichen
Weisen besitzt. Daher wird mit Recht ein solcher auch die Verurteilung
empfangen, weil er sich nicht gleich seinem Nächsten gemüht
 hat.

Deshalb, sagte ich, sorgte er sich nicht, während der Teufel in der Welt wie in einer Palästra kämpfte mit den Schülern Gottes.
Durch sie besiegt fällt er (der Teufel), und auch der Ruhm seines alten
Sieges wird jetzt zerstört durch eben solche Menschen, die, gehorchend
dem guten Bild seines Leidens, gelhrt worden, mit Macht zu
 siegen. Denn er ist niedergetreten von unseren Füßen und liegt tot,
besiegt durch die Hoffnung des Besseren. Hier aber nehme ein Ende
die Verhandlung, welche vom Bösen.

<Frage.> Zu dem aber über die Materie will ich zurückkehren,
und bitte Dich ebenso, über sie die Verhandlung zu beenden,
 und welche Ursache dessen ist, daß sie nun ist, da sie früher nicht
war, zeige mir deutlich. Denn wenn die Materie nicht mit Gott war,
warum fing Gott an, das Sein der Welt zu schaffen?

<Antw.> Den Grund nun des Willens Gottes zu geben, scheint mir für den Menschen unmöglich und überflüssig zu sein, da nicht
 einmal unserer Nächsten Sinn jemand aussagen kann. Da aber der Herr
des Alls eine solche Frucht der Menschenliebe erzeigt hat, daß er auch
einigen seines Sinnes Zeugnisse eingesät hat, so bekenne ich das offen,
was ich zu wissen meine.

Φημὶ τοιγαροῦν πολλὰς ὑποθέσεις ὑπάρχειν τῷ θεῷ, καθ᾿ ἃς δημιουργεῖν αὐτὸν ἔδει· πρῶτον μὲν τῆς τέχνης ἐπιστήμην, ἣν ἀργεῖν
μὲν οὐκ ἐχρῆν, ἡττωμένου τοῦ δύνασθαι ποιεῖν ταῦτα ἅπερ ἠπίστατο·
ὕστερον δὲ καὶ τὸ τῇ φύσει ἀγαθὸν ὑπάρχειν αὐτῷ, ὅπερ ἀνωφελὲς
 μένειν οὐκ ἐδόκει· πολλὰ δὲ καὶ τούτοις ὅμοις προσῆν τῷ θεῷ, δι᾿ 
ἅπερ κόσμου γένεσιν ἤρξατο ποιεῖν.

ὥσπερ γὰρ εἴ τις ἐπιστήμην ἔχων ἢ μουσικῆς ἢ αὖ πάλιν ἰατρικῆς ἢ τεκτονικῆς, εἰς ὅσον τοῦ
ἔργου μὴ ἔχεται μηδὲ δι᾿ αὐτοῦ τὴν ἐπιστήμην δείκνυσιν, μάτην
τέχνην ἔχειν δοκεῖ, μήτε αὐτὸς ἀπολαύων ὧν ἐπίσταται, μήτε ἑτέροις
 γνῶσιν παρέχων τούτων τῶν ἔργων, καὶ τὸ ἐντεῦθεν ὅμοιος τῷ
μηδὲ τὴν ἀρχὴν ἐπισταμένῳ γίνεται, μὴ οὔσης τῆς τέχνης ἐνεργοῦς
(ἐκάστη γὰρ τῶν τεχνῶν διὰ τῆς ἐνεργείας τὴν δεῖξιν λαμβάνει καὶ
ὡς λόγον εἰπεῖν τὴν τοῦ εἶναι σύστασιν)·

ὁμοίως δὲ πάλιν εἴ τις ἀγαθὸς ὢν μὴ ἔχοι οὓς εὐεργετῆσαι δεῖ, μάτην ἀγαθὸς εἶναι δοκεῖ
 (τὸ γὰρ ἀγαθὸν τῶν πρὸς ἕτερον πέφυκεν εἶναι· οὐκ ὄντων δέ τινων
πρὸς οὕς ἐστιν τοῦτο, τὴν ἀρχὴν οὐδ᾿ ἀγαθὸν ἔσται, κρυπτόμενον
ἐν ἐκείνῳ τῷ ἔχοντι καὶ μόνῳ γνωστὸν ὑπάρχον, διὰ τὸ τὴν ἀρχὴν
μηδὲ παρεῖναιο τοὺς τούτου δεομένους· εἰ δὲ πάρεισίν τινες οὓς εὐερ-
 

 
γετεῖν δύναται, τηνικαῦτα δείκνυται μὲν αὐτοῦ πρῶτον τὸ ἀγαθόν·
ἔπειτα δὲ τὸ εὔχρηστον γίνεται τῷ τῆς τοιαύτης φύσεως εἰληχότι,
πολλῶν τῆς ἀγαθοσύνης αὐτοῦ ἀπολαύειν δυναμένων), —

τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ περὶ τοῦ θεοῦ σκοπεῖν χρή, ὅτι πάσης τέχνης τῆν ἐπιστήμην
 ἔχων, εἰ μηδὲν ἐδημιούργησεν, μάτην ἐδόκει τὴν ἐπιστήμην ἔχειν, μὴ
ὄντων τινῶν οἷς κἂν ὅτι ἐπιστήμων <τις> ὑπῆρχεν δεικνύναι δυνηθείη.
διὰ τοῦτο τὸ ἔργον πεποιηκέναι <αὐτὸν> λέγω, τὴν τέχνην αὐτοῦ ἐν
αὐτοῖς τοῖς ἔργοις ἐπιδεῖξαι προαιρούμενον· οὐ γὰρ ἤρκει ἡ ἐπιστήμη
μόνη, ἄνευ τῶν ἐν οἷς ὑπάρχειν ἔδει, τῷ θεῷ. ἄχρηστον γὰρ αὐτῷ,
 μᾶλλον δὲ ἀργὸν τὸ τοιοῦτον μένειν ἐφαίντο· ἥ τε δύναμις οὐκ
ἐνεργοῦσα οὐκ ἂν εὔχρηστος εἴη τῷ κεκτημένῳ, καὶ ἀγαθὸς ὤν, οὐκ
ἀπέλαυεν τῆς ἀγαθοσύνης αὐτοῦ, τοὺς δεομένους αὐτῆς οὐκ ἔχων.

διόπερ ἀγαθὸς ὢν ἐδημιούργησεν καὶ τὰ οὐκ ὄντα πεποίηκεν, διὰ τούτου καὶ πρώτου τὴν ἀγαθοσύνην αὐτοῦ δεῖξαι προαιρούμενος
 (τουτὶ γὰρ ὑπερβαλλούσης φύσεως ἔστιν ἀγαθῆς τὸ εἶναι παρασχεῖν
τοῖς οὐκ οὖσιν ποτέ)· ἔπειτα δὲ καὶ διὰ τῆς τῶν κρειττόνων ὑποσχέσεως,
ἃ δὴ τοῖς πρὸς αὐτοῦ γενομένοις ἐπηγγείλατο· οὐ γὰρ τὸ εἶναι
 

 
μόνον παρέσχεν αὐτοῖς, ἀλλὰ καὶ τῶν κρεττόνων ἀπολαύειν, οὕτως
αὐτοῦ τὸ ἀγαθὸν ἐπιδεικνύναι προαιρούμενος· διὰ τούτου γὰρ καὶ 
ὅτι ἔστιν τὸ ἀγαθὸν φαίνεται, τοὺς χρῄζοντας ἔχων.

πρὸς δὲ τούτοςι, εἰ μὴ κόσμου γένεσιν ἐποίησεν ὁ θεός, τὴν ἀρχὴν ὅτι ἐστὶν θεός,
 ἀγνωστος ἦν, οὐκ ὄντων τῶν γινώσκειν <αὐτὸν> δυναμένων· ὅθεν
καὶ εἰς γνῶσιν ἑαυτοῦ τισιν προάγειν βουλόμενος, καὶ ὅτι ἔστιν δεῖξαι
θέλων, ἐδημιούργησεν, ἐν ᾧ γνωστὸν παρασχεῖν ἑαυτόν . . . τὸ μὲν
οὖν λοιπὸν τοῦ κόσμου σύστημα διὰ τὸν ἄνθρωπον γεγονέναι φημί,
πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν ἀναγκαίων αὐτῷ, <τὸν δὲ ἄνθρωπον δι᾿ αὐτὸν
 τὸν θεόν,> ὅπως δοξάζῃ τὸν δεσπότην, <καὶ> ὅπως τὸ ἀγαθὸν εἴς
τινας ἐνεργήσῃ τοῦ θεοῦ.

ἐγὼ δὲ καὶ πρὶν δημιουργὸν γενέσθαι τὸν θεὸν τοῦ κόσμου τοῦδε, ἐφ᾿ οἷς ἔμελλεν ποιεῖν τέρπεσθαι <αὐτὸν>
λέγω· οὐδὲ γὰρ ἤργει οὐδέποτε, τῷ λογισμῷ ἀνατυπούμενος ἐν
ἑαυτῷ τὸ κάλλος αὐτοῦ τῆς τέχνης· διὰ τοῦτο δὲ αὐτῷ μηδέποτε
 τὴν ἐπιστήμην ἄχρηστον παρεῖναι λέγω, τὸ ἔργον αὐτῆς ἄνωθεν τῇ
δυνάμει φ΄΄εροντος· ἀλλὰ μὴν οὐδὲ μάτην πρότερον αὐτὸν ἀγαθὸν
εἶναι λέγω —, durch Denken des Vielen schon vor der Schöpfung Gutes
schaffend. Nicht aber wollte er, daß nur bis zum Beschluß allein dieses
in ihm sei, aber nicht zur Tat werde der Beschluß. Denn nicht vollkommen,
 meinte er, wäre dies. Dazu aber blieben verborgen solche
 

 
Werke seiner Kunst. Daher seine Kunst und Wesen und Kraft zeigen
wollend und bekannt machen, schuf er den Menschen, welcher auch
eine Erkenntnis des Guten Gottes haben konnte.

Μηδὲν τοιγαροῦν, ἄνθρωπε, αὐτοσύστατον εἶναι λέγε <σὺν> τῷ θεῷ μηδὲ τὸ μέγιστον αὐτοῦ τῆς δυνάμεως περιαιρεῖσθαι θέλε· πᾶσιν
τὸ εἶναι αὐτὸς παρέσχεν, οὐκ οὖσιν πρότερον, οὐδὲ τὴν σύστασιν
ἀνάρχως ἔχουσιν. τί τεχνίτην μόνον θέλεις εἶναι τὸν θεόν; τί τὴν
δωρεὰν αὐτοῦ παριτῇ, ὡς τέχνην καὶ μόνην τῇ ὕλῃ χαρισάμενον,
οὐχὶ δὲ καὶ τὴν τοῦ εἶναι σύστασιν;

οὐκ ἦν σύγχρονόν τι τῷ θεῷ· οὐδὲ ποθὲν ταῦτα λαβὼν ἐδημιο΄τργησεν αὐτός· οὐδὲ τὸν νῦν
ἄνθρωπον πρότερον ἐμιμήσατο· κρείττων αὐτός ἐστιν τῆς ἀνθρωπίνης
φύσεως· οὐ σχημάτων μόνον γέγονεν ποιητής, οὐδὲ τὴν οὖσαν αὐτῷ
<οὐσίαν> εἰς οὐσίαν συνεκέρασεν· αὐτὸς <γάρ>ἐστιν καὶ τῶν οὐσιῶν
<πασῶν> δημιουργός.—Dies sagen muß der Mensch. Solcher Erklärungen
 werde Erzähler. So preise Gott, wie er selbest es will. Denn nicht
will ich Hörer sein ungöttlicher Erklärungen.