Ῥέων ὁ χρόνος ἀκάθεκτα καὶ ἀεί τι κινούμενος παρασύρει
καὶ παραφέρει πάντα τὰ ἐν γενέσει καὶ ἐς βαθὺ
ἀφανείας καταποντοῖ ὅπου μὲν οὐκ ἄξια † λιθιου πράγματα,
ὅπου δὲ μεγάλα τε καὶ ἄξια μνήμης, καὶ τά τε ἄδηλα φύων
κατὰ τὴν τραγῳδίαν καὶ τὰ φανέντα κρυπτόμενος. ἀλλ’ ὅ 
γε λόγος τῆς ἱστορίας ἔρυμα καρτερώτατον γίνεται τῷ τοῦ
χρόνου ῥεύματι καὶ ἵστησι τρόπον τινὰ τὴν ἀκάθεκτον τούτου
ῥοὴν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ γενόμενα πάντα, ὁπόσα ὑπερείληφε,
ξυνεχεῖ καὶ περισφίγγει καὶ οὐκ ἐᾷ διολισθαίνειν εἰς
λήθης βυθοὺς. ταῦτα δὲ διεγνωκυῖα ἐγὼ Ἅννα, θυγάτηρ 
μὲν τῶν βασιλέων Ἀλεξίου καὶ Εἰρήνης, πορφύρας τιθήνημά
τε καὶ γέννημα, οὐ γραμμάτων οὐκ ἄμοιρος, ἀλλὰ καὶ τὸ
Ἑλληνίζειν ἐς ἄκρον ἐσπουδακυῖα καὶ ῥητορικῆς οὐκ ἀμελετήτως
ἔχουσα καὶ τὰς Ἀριστοτελικὰς τέχνας εὖ ἀναλεξαμένη
καὶ τοὺς Πλάτωνος διαλόγους καὶ τὸν νοῦν ἀπὸ τῆς τετρακτύος 
τῶν μαθημάτων πυκάσασα δεῖ γὰρ ἐξορχεῖσθαι ταῦτα,
καὶ οὐ περιαυτολογία τὸ πρᾶγμα, ὅσα ἡ φύσις καὶ ἡ περὶ τὰς
 

 
ἐπιστήμας σπουδὴ δέδωκε καὶ ὁ θεὸς ἄνωθεν ἐπεβράβευσε
καὶ ὁ καιρὸς συνεισήνεγκε) βούλομαι διὰ τῆσδέ μου τῆς
γραφῆς τὰς πράξεις ἀφηγήσασθαι τοὐμοῦ πατρὸς οὐκ ἀξίας 
σιγῇ παραδοθῆναι οὐδὲ τῷ ῥεύματι τοῦ χρόνου παρασυρῆναι
 καθάπερ εἰς πέλαγος ἀμνημοσύνης, ὅσας τε τῶν σκήπτρων
ἐπειλημμένος κατεπράξατο καὶ ὅσας πρὸ τοῦ διαδήματος
ἔδρασεν ἑτέροις βασιλεῦσιν ὑπηρετούμενος.

Ταύτας δὲ λέξουσα ἔρχομαι οὐχ ὡς ἐπίδειξίν τινα
τῆς περὶ λόγους ποιουμένη ἀσκήσεως, ἀλλ’ ὡς ἂν μὴ πρᾶγμα
 τηλικοῦτο τοῖς ἔπειτα γενησομένοις καταλειφθείη ἀμάρτυρον·
ἐπεὶ καὶ τὰ μέγιστα τῶν ἔργων, εἰ μή πως ἄρα διὰ
τῶν λόγων φυλαχθείη καὶ τῇ μνήμῃ παραδοθείη, τῷ τῆς
σιωπῆς ἀποσβέννυται σκότῳ. ἦν γὰρ ὁ ἐμὸς πατήρ, ὡς
αὐτὰ τὰ πράγματα ἔδειξεν, ἐπιστάμενος ἄρχειν καὶ ὑπείκειν,
 ἐς ὅσον χρή, τοῖς ἄρχουσιν. ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκείνου πράξεις
προελομένη συγγράφειν δέδοικα τὸ ὑφορμοῦν τε καὶ ὑποτρέχον,
μή ποτε λογίσαιτό τις τὰ τοῦ ἐμοῦ πατρὸς συγγράφουσαν
τὰ ἑαυτῆς ἐπαινεῖν καὶ ψεῦδος ἅπαν δόξῃ τὸ τῆς
ἱστορίας πρᾶγμα καὶ ἐγκώμιον ἄντικρυς, εἴ τι τῶν ἐκείνου
 θαυμάζοιμι· εἰ δέ που αὐτὸς ἐνέγκοι καὶ τὸ πρᾶγμα βιάξοιτο,
ὥστε καθάπτεσθαι τι καὶ τῶν ἐκείνου, οὐ δι’ ἐκεῖνον,
ἀλλὰ διὰ τὴν τῶν πραγμάτων φύσιν, δέδοικα πάλιν τοὺς
φιλοσκώμμονας, μή μοι τὸν τοῦ Νῶε Χὰμ ἐπενέγκοιεν
ἐποφθαλμιῶντες ἅπαντες πρὸς ἅπαντα καὶ οὐ καθορῶντες
 τὸ καλῶς ἔχον ὑπὸ βασκανίας καὶ φθόνου, καὶ τὸν ἀναίτιον
καθ’ Ὅμηρον αἰτιόωνται. ὅταν γάρ τις τὸ τῆς ἱστορίας 
ἦθος ἀναλαμβάνῃ, ἐπιλαθέσθαι χρὴ εὐνοίας καὶ μίσους καὶ
πολλάκις κοσμεῖν τοὺς ἐχθροὺς τοῖς μεγίστοις ἐπαίνοις, ὅταν
αἱ πράξεις ἀπαιτῶσι τοῦτο, πολλάκις δὲ ἐλέγχειν τοὺς ἀναγλέξουσα
 

 
καιοτάτους, ὅταν αἱ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἁμαρτίαι τοῦθ’
 ὑποδεικνύωσι. διόπερ οὔτε τῶν φίλων καθάπτεσθαι οὔτε
τοὺς ἐχθροὺς ἐπαινεῖν ὀκνητέον. ἐγὼ δὲ καὶ τούτους κἀκείνους,
καὶ τοὺς πληττομένους ὑφ’ ἡμῶν καὶ τοὺς ἀποδεχομένους
ἡμᾶς, παραμυθησαίμην ἂν ἀπὸ τῶν πραγμάτων 
αὐτῶν καὶ τῶν ἑωρακότων τὰ πράγματα αὐτούς τε καὶ τὰ
πράγματα μαρτυραμένη. ἐνίων γὰρ τῶν νῦν ὄντων ἀνθρώπων
οἱ μὲν πατέρες, οἱ δὲ πάπποι ἐγένοντο οἱ τούτων συνίστορες.

Μάλιστα δὲ εἰς τὴν ἱστορίαν ἐλήλυθα τῶν τοῦ πατρὸς 
πράξεων ἐκ τοιᾶσδε αἰτίας. ἐμοὶ ἀνὴρ ἐγένετο κατὰ
νόμους συναφθεὶς ὁ Καῖσαρ Νικηφόρος, εἰς τὴν τῶν Βρυεννίων
σειρὰν ἀναγόμενος, ἀνὴρ καὶ κάλλους ὑπερβολῇ καὶ
συνέσεως ἀκρότητι καὶ λόγων ἀκριβείᾳ μακρῷ τοὺς κατ’
αὐτὸν ὑπερβάλλων. θαῦμα γὰρ ἦν ἄντικρυς καὶ ὁρώμενος 
καὶ ἀκροώμενος. καὶ ἵνα μὴ ὁ λόγος τῆς λεωφόρου ἐκτρέποιτο,
τὸ παρὸν τῶν ἐφεξῆς ἐχώμεθα. ἦν μὲν οὖν ἐν πᾶσιν
ἐπιφανέστατος, συνεστράτευσε δ’ Ἰωάννῃ τῷ αὐτοκράτορι
 ἐμῷ ἀδελφῷ καὶ κατ᾿ ἄλλων μὲν βαρβάρων * * ἔχοντι τὴν
Ἀντιόχου πόλιν. ἀλλ’ ὅ γε Καῖσαρ οὐκ εἰδὼς ἀμελεῖν τοῦ 
λόγου καὶ ἐν κόποις καὶ πόνοις συνέγραφε μὲν καὶ ἄλλα
τινὰ συγγράμματα μνήμης καὶ λόγου ἄξια, προείλετο δὲ μάλιστα
τὰ κατὰ τὸν Ἀλέξιον τὸν αὐτοκράτορα Ῥωμαίων καὶ
ἐμὸν πατέρα συγγράψαι ἐξ ἐπιταγῆς τῆς βασιλίδος καὶ ἐν
βίβλοις ἐκθεῖναι τὰς πράξεις τῆς βασιλείας αὐτοῦ, ἐν ᾧπερ 
ὁ καιρὸς ἐδίδου τούτῳ τῶν ὅπλων καὶ τοῦ πολέμου βραχύ
τι ἀπαλλαγέντι ἐπιβλέψαι πρὸς συγγραφὰς καὶ λογικοὺς τινας
πόνους. καὶ δὴ καὶ ἤρξατο τῆς συγγραφῆς εἰς τοὺς ἀνέκαθεν
ἀνενέγκας χρόνους τὸν λόγον, τῷ τῆς δεσποίνης
 

 
ἡμῶν κἀν τούτῳ ὑπείκων προστάγματι, ἀπὸ Διογένους τοῦ
αὐτοκράτορος Ῥωμαίων ἀρξάμενος καὶ καταβαίνων εἰς αὐτὸν
ἐκεῖνον, περὶ οὗ τὴν πρόθεσιν ἐποιήσατο. τότε γὰρ καἰ
ἀνθοῦν εἶχεν ὁ χρόνος τὸν ἐμὸν πατέρα μειράκιον παραγγείλαντα.
 τὸ γὰρ πρὸ τοῦδε οὐδὲ μειράκιον ἦν καὶ οὐδὲν ὅ
τι καὶ ἄξιον συγγραφῆς αὐτῷ πέπρακτο, εἰ μή τις ἐγκωμίου
λόγον καὶ τὰ παιδικὰ αὐτῷ θήσοιτο. ὁ μὲν οὖν σκοπὸς τῷ
Καίσαρι τοιοῦτος, ὡς ἡ τούτου συγγραφὴ βούλεται· οὐ μὴν
τὰ τῆς ἐλπίδος ἐκβέβηκεν οὐδὲ τὴν ἱστορίαν πᾶσαν ἐτελεώσατο,
 ἀλλὰ μέχρι τῶν χρόνων τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου
τοῦ Βοτανειάτου τὸν λόγον ἐφελκυσάμενος ἐκεῖσε τοῦ συγγράφειν
ἐπαύσατο, περαιτέρω τοῦ καιροῦ μὴ διδόντος προκόψαι 
τὴν συγγραφὴν ζημίαν μὲν τοῖς ὑπὸ τὴν συγγραφὴν
πράγμασι περιποιησαμένου, ἡδονὴν δὲ ἀποστερήσαντος τοῖς
 ἀναγινώσκουσι. διὰ τοῦτο αὐτή, ὅσα τῷ ἐμῷ πατρὶ πέπρακτο,
συγγράψασθαι προειλόμην, ἕνα μὴ τοιαῦτα ἔργα τοὺς ἐς
ὕστερον παραδράμῃ. οἵαν μὲν γὰρ εἶχον τὴν ἁρμονίαν,
ὁπόσην δὲ τὴν χάριν οἱ τοῦ Καίσαρος λόγοι, ἴσασιν ἅπαντες
οἱ τοῖς ἐκείνου ἐντετυχηκότες συγγράμμασιν. ἀλλὰ μέχρι
 τούτου ἐλθών, καθάπερ εἶπον, καὶ τὸ σύγγραμμα σχεδιάσας
καὶ ἡμιτελὲς ἐκ τῆς ὑπερορίας κομίσας ἡμῖν, συναπεκόμισεν, 
οἴμοι, καὶ θανάσιμον νόσημα τάχα ἐκ τῆς ἀπείρου κακοπαθείας,
τάχα ἐκ τῶν συχνοτέρων στρατηγημάτων, τάχα ἐκ
τῆς ὑπὲρ ἡμῶν ἀφάτου μερίμνης· μέριμνα γὰρ ἔμφυτος καὶ
 πόνοι ἀνένδοτοι· πρὸς δὲ καὶ ἀέρων ἀνωμαλίαι τε καὶ κακότητες
ποτήριον αὐτῷ θανάσιμον ἐκεράσαντο. ἔνθεν μὲν γὰρ
εἰς Σύρους καὶ Κίλικας δεινῶς νοσῶν ἐξεστράτευεν· εἶτα
κἀκεῖθεν Συρία τοῦτον μὲν ἀπέδωκεν ἀρρωστοῦντα Κίλιξι,
Κίλικες δὲ Παμφυλίοις, Παμφύλιοι δὲ τοῖς Λυδοῖς καὶ ἡ
 

 
Λυδία τῇ Βιθυνίᾳ καὶ ἡ Βιθυνία τῇ βασιλίδι τῶν πόλεων
καὶ ἡμῖν ἐξῳδηκότα ἤδη τὸ σπλάγχνον ἐκ τῆς πολλῆς κακοπαθείας.
 καίπερ δὲ οὕτως ἔχων ἀσθενείας καὶ θέλων τὰ
συμπεσόντα οἱ ἐκτραγῳδεῖν τὸ μέν τι νοσῶν οὐκ ἠδύνατο,
τὸ δέ τι καὶ παρ’ ἡμῶν ἐκωλύετο, ὡς μὴ τὸ τραῦμα ἀνοίξοι 
διηγούμενος.

Ἐγὼ δ’ ἐνταῦθα γενομένη σκοτοδίνης ἐμπίπλαμαι
τὴν ψυχὴν καὶ ῥείθροις δακρύων περιτέγγω τοὺς ὀφθαλμούς.
ὢ οἷον ἡ Ῥωμαίων ἀπόλωλε βούλευμα· ὢ πείρας μὲν ἀκριβεστάτης
περὶ τὰ πράγματα καὶ ὅσην ἐκεῖνος συνείλοχε· 
λόγων δὲ ἐπιστήμης, ποικίλης δὲ σοφίας, λέγω δὴ τῆς θυραίας
καὶ τῆς ἡμετέρας αὐλῆς· ὢ καὶ χάριτος ἐπιτρεχούσης
τοῖς μέλεσι καὶ εἰδοὺς οὐκ ἀξίου τυραννίδος, ὥς τινες
λέγουσιν, ἀλλὰ καὶ θειοτέρου καὶ κρείττονος. ἔγωγ’ οὖν
πολλοῖς ἄλλοις προσωμιλήκειν δεινοῖς ἐκ μέσων τῶν πορφυρόθεν 
σπαργάνων, ὡς οὕτως εἰπεῖν, καὶ τύχαις ἐχρησάμην
οὐκ ἀγαθαῖς, εἰ μή τις θεῖτο τύχην οὐκ] ἀγαθὴν καὶ
προσμειδιῶσάν μοι τήν τε γειναμένην αὐτὴν καὶ τὸν τεκόντα
τοὺς αὐτοκράτορας καὶ τὴν πορφύραν ἀφ’ ἧς ἐβλάστησα·
τὰ γάρ ἄλλα φεῦ τῶν κυμάτων, φεῦ τῶν ἐπαναστάσεων. 
Ὀρφεὺς μὲν οὖν ᾄδων καὶ λίθους ἐκίνει καὶ ξύλα καὶ τὴν
ἄψυχον ἁπλῶς φύσιν, Τιμόθεος δὲ ὁ αὐλητὴς τὸν ὄρθιόν
ποτε Ἀλεξάνδρῳ αὐλήσας εἰς τὰ ὅπλα παραχρῆμα καὶ τὸ
 ξίφος ἐκίνει τὸν Μακεδόνα· τὰ δέ γε κατ’ ἐμὲ διηγήματα
οὐ τοπικήν τινα κίνησιν οὐδὲ πρὸς ὅπλα καὶ μάχην, ἀλλ’ 
ἐς δάκρυα τὸν ἀκροατὴν συγκινήσειε καὶ οὐκ αἰσθητικὴν
μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄψυχον φύσιν εἰς πάθος καταναγκάσῃ. τὸ
μέντοι πάθος τὸ περὶ τὸν Καίσαρα καὶ ὁ κατ’ αὐτὸν ἀνέλπιστος
θάνατος αὐτῆς μου καθίκετο τῆς ψυχῆς καὶ ἐς βάθος
τὸ τραῦμα εἰργάσατο. καὶ ἡγοῦμαι τὰς προειληφυίας συμ- 
 
 

 
φορὰς πρὸς ταύτην τὴν ἄπληστον συμφορὰν ψεκάδα ὡς
ὄντως πρὸς ὅλον Ἀτλαντικὸν πέλαγος ἢ τοῦ Ἀδριαντικοῦ
πελάγους τὰ κύματα· μᾶλλον δέ, ὡς ἔοικεν, ἦσαν ἐκεῖναι
τούτων προοίμια καί με προκατελάμβανεν ὁ καπνὸς τοῦ
 καμινιαίου τούτου πυρὸς καὶ ὁ καύσων ἐκεῖνος τῆς ἀρρήτου
ταύτης φλογώσεως καὶ τὰ καθ’ ἡμέραν * * πυρὸς τῆς ἀφάτου
πυρκαϊᾶς, ὢ πυρὸς ἄνευ ὕλης ἀποτεφροῦντος, πυρὸς
ἐν ἀπορρήτοις δᾳδουχουμένου καὶ καίοντος μέν, μὴ καταφλέγοντος 
δὲ καὶ τὴν καρδίαν μὲν περιφρύγοντος, δόξαν δὲ
 παρέχοντος, ὅτι οὐ συνεφρύγημεν, καίτοι μέχρις ὀστέων καὶ
μυελῶν καὶ μερισμοῦ ψυχῆς τὰς πυρακτώσεις δεξάμενοι.
ἀλλὰ γὰρ ἐμαυτῆς αἰσθάνομαι διὰ ταῦτα παρενηνεγμένης
τοῦ προκειμένου, καὶ ὁ Καῖσάρ μοι ἐπιστὰς καὶ τὸ τοῦ
Καίσαρος πένθος πένθος μοι ἐπέσταξε διωλύγιον. ἀποψήσασα
 οὖν τὸ δάκρυον τῶν ὀμμάτων καὶ ἐμαυτὴν ἀναλεξαμένη
τοῦ πίθους τῶν ἑξῆς ἕξομαι διπλᾶ κατὰ τὴν τραγῳδίαν 
κερδαίνουσα δάκρυα, οἶον ἐπὶ συμφορᾷ συμφορᾶς μεμνημένη.
τὸ γὰρ εἰς μέσον προθεῖναι τοιούτου βασιλέως ὑπόθεσιν καὶ
τοσούτου πρὸς ἀρετὴν ἀνάμνησίς ἐστι καὶ τῶν κατ᾿ ἐκεῖνον
 θαυμάτων, ἅπερ κἀμὲ πρὸς δάκρυα θερμότατα καταφέρει
μετὰ πάσης τῆς οἰκουμένης δακρύουσαν. τὸ γὰρ ἐκείνου
μεμνῆσθαι καὶ τὴν αὐτοῦ βασιλείαν εἰς μέσον ἄγειν ἐμοὶ
μὲν θρήνων ὑπόθεσις, τοῖς ἄλλοις δὲ ζημίας ἀνάμνησις.
ἀρκτέον τοίνυν ἐνθένδε τῆς ἱστορίας τοὐμοῦ πατρός, ὅθεν
 καὶ ἄρχεσθαι ἄμεινον· ἄμεινον δὲ ὅθεν σαφέστερός τε καὶ
ἱστορικώτερος ὁ λόγος γενήσεται.

Ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος καὶ ἐμὸς πατὴρ καὶ πρὸ τοῦ τῶν
σκήπτρων ἐπειλῆφθαι τῆς βασιλείας μέγα ὄφελος τῇ βασιλείᾳ
Ῥωμαίων γεγένηται. ἤρξατο μὲν γὰρ στρατεύειν ἐπὶ
Ῥωμανοῦ τοῦ Διογένους. θαυμαστός τις γὰρ ἐφαίνετο ἐν
τοῖς κατ’ αὐτὸν καὶ φιλοκινδυνότατος. οὗτος γὰρ τεσσαρεσκαιδεκάτου 
ἔτους ὢν κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ συνεκστρατεύειν
ἠπείγετο τῷ βασιλεῖ Διογένει κατὰ Περσῶν βαρυτάτην ἄγοντι
 στρατιὰν καὶ ἀπό γε τοῦδε ὁρμήματος ἀπειλὴν κατὰ τῶν βαρβάρων
ἐμφαίνων καὶ ὡς, εἰ συμπλακήσεται τοῖς βαρβάροις,
τὸ ξίφος αὐτοῦ μεθύσει ἀφ’ αἵματος· οὕτως ἦν φιλοπόλεμος 
ὁ νεανίσκος. ἀλλὰ τότε οὐκ ἐξεχώρησεν ὁ αὐτοκράτωρ Διογένης
αὐτῷ ξυνέπεσθαι, ἅτε πάθους καταλαβόντος τὴν μητέρα
βαρυτάτου. ἐθρήνει γὰρ τὸ τηνικαῦτα θάνατον τοῦ
πρωτοτόκου υἱοῦ Μανουήλ, ἀνδρὸς μεγάλα καὶ ἀξιάγαστα
ἔργα ἐνδεδειγμένου τῇ τῶν Ῥωμαίων ἀρχῇ· καὶ ἵνα μὴ 
ἀπαραμύθητος εἴη ἐκείνη, τὸν μὲν τῶν υἱέων μηκέτι γινώσκουσα
 οὗ κατορύξειε, τὸν δὲ ἀποστέλλουσα ἐν πολέμοις
καὶ δεδοικυῖα, μή τι ἀπαίσιον συναντήσοι τῷ νεανίσκῳ καὶ
οὐδ’ οἷ γῆς πεσεῖται ἐπιγνώσεται, διὰ ταῦτα ὑποστρέψαι
πρὸς τὴν μητέρα τὸ μειράκιον Ἀλέξιον κατηνάγκασε. καὶ 
τότε μὲν ἀπελείφθη καὶ ἄκων τῶν συστρατευομένων, ἀλλ’
ὅ γε ἐφεξῆς καιρὸς πέλαγος ὑπανέῳξεν αὐτῷ ανδραγαθημάτων.
ἐπὶ γάρ τοι τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ τοῦ Δούκα μετὰ
 

 
τὴν τοῦ Διογένους βασιλέως καθαίρεσιν, ὅσος ἦν εἰς ἀνδρείαν,
παρέδειξε τὰ κατὰ τὸν Οὐρσέλιον πράγματα. ἦν μὲν
οὗτος Κελτὸς ἀνέκαθεν τῇ στρατιᾷ Ῥωμαίων κατειλεγμένος, 
εἰς δὲ μέγα τύχης ἐξογκωθεὶς καὶ δύναμιν συναθροίσας ἀμφ’
 αὐτὸν καὶ στρατιὰν ἀξιόλογον τῶν μὲν ἐκεῖθεν ὄντων ὅθεν
καὶ αὐτὸς ὥρμητο, τῶν δὲ καὶ ἐξ ἄλλου γένους παντοδαποῦ
βαρὺς ἦν αὐτόθεν τύραννος· πολλὰς δὲ ταλαντεύσεις λαβούσης
τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας καὶ τῶν Τούρκων καθυπερτερησάντων
τῆς τύχης Ῥωμαίων, τῶν δὲ εἰς τὸ κατόπιν
 ὑπαχθέντων ὥσπερ ψάμμου ὑπὸ ποδῶν ὑποσπασθείσης,
τηνικαῦτα καὶ οὗτος τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων ἐπέθετο. καὶ 
ἄλλως μὲν ὢν τυραννικώτατος τὴν ψυχήν, τότε δὲ καὶ μᾶλλον
ἐξαφθεὶς πρὸς καθαρὰν τυραννίδα διὰ τὸ κατηφὲς τῶν
τῆς βασιλείας πραγμάτων τὰ τῆς ἑῴας πάντα σχεδὸν ἐλῄσατο.
 πολλῶν δὲ πιστευθέντων τὸν μετ’ αὐτοῦ πόλεμον ἐπ’
ἀνδρείᾳ διαβεβοημένων καὶ πεῖραν εἰσενεγκαμένων πλείστην
πολέμου καὶ μάχης, οὗτος ὑπερπαίων ἐφαίνετο καὶ τὴν ἐκείνων
πολυπειρίαν πη μὲν αὐτὸς προσβάλλων καὶ τρέπων καὶ
καθάπερ πρηστὴρ ἐμπίπτων τοῖς ἀντικαθισταμένοις αὐτῷ,
 πη δὲ καὶ συμμαχίαν λαμβάνων ἀπὸ τῶν Τούρκων ἀνυπόστατος
ἦν ταῖς ὁρμαῖς, ὥστε καὶ τῶν πάνυ μεγιστάνων
τινὰς κατασχεῖν καὶ τὰς ἐκείνων κλονῆσαι φάλαγγας. τότε 
δὴ καὶ ὑπὸ τἀδελφῷ ἐτάττετο ὁ ἐμὸς πατὴρ Ἀλέξιος καὶ
ἄντικρυς ὑπεστρατήγει τούτῳ, τὰ στρατεύματα πάντα ἑῴας
 καὶ ἑσπερίου λήξεως ἐγκεχειρισμένῳ. ἐπεὶ δὲ ἐν ἀμηχάνοις
ἦν τὰ πράγματα τηνικαῦτα Ῥωμαίοις, τοῦ βαρβάρου
δίκην κεραυνοῦ τὰ πάντα ἐπερχομένου, εἰς ἀξιόμαχον ἀντικατάστασιν
ἐπινοεῖται ὁ ἀξιάγαστος οὗτος Ἀλέξιος στρατηγὸς 
αὐτοκράτωρ ὑπὸ τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ ἀναδεδειγμένος. ὃς
 δὴ καὶ πᾶσαν ἀνακινήσας φρόνησιν τε καὶ πολυπειρίαν
στρατηγικήν τε καὶ στρατιωτικὴν καὶ ταῦτα οὐκ ἐν πολλῷ
χρόνῳ ταύτην συλλεξάμενος ἀλλὰ γὰρ διὰ τὸ πάνυ φιλόαὑτὸν
 

 
 πόνον τοῦ ἀνδρὸς καὶ τὸ πανταχόθεν ἐγρηγορὸς εἰς ἄκρον
ἐληλυθέναι στρατηγικῆς ἐμπειρίας τοῖς τῶν Ῥωμαίων λογάσιν
ἔδοξεν, οἷος Αἰμίλιος ἐκεῖνος ὁ Ῥωμαῖος, ὁποῖος ὁ Σκηπίων,
οἷος Ἀννίβας ὁ Καρχηδόνιος· νεώτατος γὰρ ἦν καὶ ἄρτι
πρώτως ὑπηνήτης, ὅ φασι) τόν τε Οὐρσέλιον ἐκεῖνον εἷλε 
τὸν πολὺν κατὰ τῶν Ῥωμαίων ῥέοντα καὶ τὰ πράγματα τῆς
ἕω κατέστησεν οὐ πολλῶν δεηθεὶς ἡμερῶν. ἦν γὰρ καὶ
ὀξὺς φωρᾶσαι τὸ ξυμφέρον καὶ ὀξύτερος καταπράξασθαι·
τίνα δὲ τὸν τρόπον εἷλεν ἐκεῖνον, δηλοῖ μὲν καὶ ὁ Καῖσαρ
ἐν τῇ δευτέρᾳ τῆς κατ’ αὐτὸν ἱστορίας βίβλῳ πλατύτερον, 
δηλώσομεν δὲ καὶ ἡμεῖς, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς ἱστορίαν
συνήνεγκεν.

Ἄρτι γὰρ τοῦ βαρβάρου Τουτὰχ ἐκ τῶν βαθυτέρων
τῆς ἀνατολῆς μερῶν κατεληλυθότος μετὰ βαρυτάτου στρατεύματος,
ἐφ’ ᾧ τὰ τῶν Ῥωμαίων λῄζεσθαι, ὁ Οὐρσέλιος πολλάκις 
ὑπὸ τοῦ στρατοπεδάρχου στενοχωρούμενος καὶ ἄλλα
ἐπ’ ἄλλοις φρούρια ἀφαιρούμενος, καίτοι στρατιὰν πολλὴν
ἐπαγόμενος καὶ πάντας λαμπρῶς καὶ γενναίως καθωπλισμένους,
εὐμηχανίᾳ παρὰ πολὺ ἡττᾶτο τοὐμοῦ πατρὸς Ἀλεξίου·
τέως δ’ οὖν ἐπ’ ἐκεῖνον καταφυγεῖν ἔδοξε. τελευταῖον 
τοῖς πᾶσιν ἐξαπορούμενος ξυμμίγνυσι τῷ Τουτὰχ καὶ φίλον
 ποιεῖται καὶ εἰς συμμαχίαν αὐτὸν καταλιπαρεῖ. ἀλλ’ ὁ στρατοπεδάρχης
Ἀλέξιος ἀντιστρατηγεῖται πρὸς ταῦτα καὶ ὀξύτερον
οἰκειοῦται τὸν βάρβαρον καὶ ἐπισπᾶται πρὸς ἑαυτὸν καὶ
λόγοις καὶ δώροις καὶ πᾶσι τρόποις καὶ μηχανήμασιν. ἦν 
γὰρ εἴπερ τις ἄλλος ἐφευρετὴς καὶ πόρους ἐν τοῖς ἀπορωτάτοις
ξυμμηχανώμενος. ὁ γοῦν δυνατώτατος αὐτῶ τῶν
τρόπων τοιοῦτός τις ἦν, ὡς ἐν τύπῳ εἰπεῖν, δεξιώσασθαι
τὸν Τουτάχ· καί φησι φίλοι μὲν ἄμφω ἀλλήλοις ὅ τε σὸς
συολτάνος καὶ ἐμὸς βασιλεύς. ὁ δὲ βάρβαρος οὗτος Οὐρσέλιος 
 καὶ πρὸς ἄμφω ἀνταίρει τὰς χεῖρας καὶ ἐχθρὸς καὶ
ἀμφοτέροις καθίσταται φοβερώτατος ἐκείνου μὲν κατατρέχων
 

 
καὶ ἀεί τι τῆς μερίδος ‘Ρωμαίων κατὰ μικρὸν ὑποβπώμενος,
ἀποστερίσκων δὲ τῆς Περσίδος ἅπερ ἂν καὶ ἐξῆν κἀκείνῃ
περιγενέσθαι. τέχνῃ δὲ τὸ ἄπαν μετέρχεται νῦν μὲν ἐμὲ
παρασκιάζων διὰ τῆς σῆς δυνάμεως, αὖθις τοῦ καιροῦ
 τούτῳ συμπνεύσαντος ἀφέμενος ἐμοῦ ὡς ἤδη ἐv ἀκινδύνῳ
καθεστηκὼς πάλιν ἐξ ὑποβτροφῆς κατὰ σοὺ ἀρεῖται τὰς
χεὶρας. ἀλλ᾿ εἴ τι ἐμοὶ πείθῃ, ἐπειδὰν καὶ αὖθις ἐλεύσεται
πρὸς ὑμᾶς, χρὴ μετὰ πολλῶν κρατῆσαι τὸν Οὐρσέλιον καὶ
πρὸς ἡμᾶς ἐξαποστεῖλαι δεσμώτην. τρία γὰρ ἐντεῦθέν” φησι 
 ,,κερδανεῖς, ἓν μὲν χρημάτων πλῆθος ὅσον καὶ οἷον οὐδείς
πω πρότερον, ἕτερον δὲ τὴν εὔνοιαν τοῦ αὐτοκράτορος συνεπισπάσῃ,
ἀφ’ οὗπερ εἰς ἄκρον εὐδαιμονίας φθάσεις ἐληλυθώς,
τρίτον δὲ ἵτι καὶ ὁ σουλτάνος τὰ μεγάλα ἡσθήσεται
ἐχθροῦ τηλικούτου ἐκποδὼν γεγονότος καὶ τὰς χεῖρας ἀσκοῦντος
 
 καθ’ ἑκατέρων κατά τε ‘Ρωμαίων καὶ Τούρκων”. ταῦτα
διαπρεσβευσάμενος πρὸς τὸν ἄνωθεν εἰρημένον Τουτὰχ ἁ
ἐμὸς πατὴρ καὶ τῆς ‘Ρωμαϊκῆς στρατιᾶς ἀρχηγὰς κατ’ ἐκεῖνο
καιροῦ καὶ ἅμα καὶ ὁμήρους πέμψας τῶν ἐνδοξοτάτων τινὰς
ἐπὶ συγκειμένω χρόνῳ καὶ χρημάτων ποσότητι πείθει
 τοὺς ἀμφὶ τὸν Τουτὰχ βαρβάρους κατασχεῖν τὸν Οὐρσέλιον. 
καὶ τούτου ταχὺ γεγονότος άποστέλλεται εἰς Ἀμάσειαν τῷ
στρατοπεδάρχῃ. ἀλλ᾿ ἐντεῦθεν ἐχρονοτρίβει τὰ χρήματα·
αὐτὸς μὲν γὰρ οὐκ εἶχεν ὁπόθεν ἀποπληρώσειε, τὰ δ᾿ ἐκ
βασιλέως ἠμέλητο· καὶ οὐχ ὅτι βραδεῖ ποδὶ κατὰ τὴν τραγῴδίαν
 ἔστιχεν, ἀλλ᾿ οὐδαμοῦ κατεφαίνετο. οἱ μὲν οὖν ἀμφὶ
τὸν Τουτὰχ ἐνέκειντο τὸν τῶν χρημάτων ἀπαιτοῦντες ὄγκον
ἢ τὸν ἐωνημένον ἐξόπισθεν λαμβάνειν καὶ παλινδρομεῖν ἐᾶν
τοῦτον ὅθεν κατείληπτο· ὁ δὲ οὐκ εἶχεν ὅθεν ἐποδοίη τὴν
τοῦ ἐωνημένου τιμήν, τοις ὅλοις οὖν δι᾿ ὅλης νυκτός ἐξαπορούμενος 
 ερανίσασθαι παρὰ τῶν οἰκητόρων Ἀμασείας ελογί-
 

 
σατο τὴν τιμήν. καὶ αὐγαζούσης ἡμέρας, κἂν ἀργαλέον ἐδόκει,
ἀλλ’ ὅμως συνεκαλεῖτο ἅπαντας καὶ μᾶλλον τοὺς τὰ
πρῶτα φέροντας καὶ χρημάτων εὐποροῦντας, πρὸς οὓς μᾶλλον
θεασάμενος ἔφη „ ἴστε πάντες, ὅπως ὁ βάρβαβος οὑτοσὶ
τὰς τοῦ Ἀρμενιακοῦ διέθετο πόλεις ἁπάσας ὅσας τε κωμοπόλεις 
ἐπόρθησε καὶ ὁπόσους κακῶς διέθετο σνμφοραῖς ἀφορήτοις
ὑποβαλὼν ὁπόσα τε χρήματα ἀφ’ ὑμῶν ἐκομίσατο.
 ἀλλὰ καιρὸς ἤδη πάρεστι τῶν ἐξ αὐτοῦ ὑμᾶς ἀπαλλάττειν
κακώσεων, εἰ βούλεσθε. δεῖ τοιγαροῦν μὴ προέσθαι τοῦτον.
ὁρᾶτε γὰρ ὡς δεσμώτης ἡμῖν ὁ βάρβαρος νεύσει πάντως 
θεοῦ καὶ ἡμετέρᾳ σπουδῇ. ὁ δὲ τοῦτον ζωγρήσας Τουτὰχ
ἐξ ἡμῶν αἰτεῖ τὴν τιμήν. ἡμεῖς δ’ ἀποροῦμεν παντάπασιν
ἐπ’ ἀλλοδαπῆς τε ὄντες καὶ συχνὸν ἤδη χρόνον μετὰ τῶν
βαρβάρων μαχόμενοι καὶ τὰ προσόντα δεδαπανηκότες. εἰ μὴ
γοῦν πόρρω ὁ βασιλεὺς ἦν καὶ καιρὸν ἀναμονῆς ἐδίδου ὁ 
βάρβαρος , ἔσπευσα ἂν ἐκεῖθεν κομισθῆναι τὰ τῆς τιμῆς.
ἐπεὶ δ’, ὡς ἴστε καὶ αὐτοί, οὐδὲν τούτων ἔξεστι πράττειν,
δέον ὑμᾶς συνεισενεγκεῖν τὴν τιμήν, καὶ λήψεσθε πάντα
 δι’ ἡμῶν ἐκ βασιλέως ὁπόσα παράσχοιτε”. εἶπε ταῦτα καἰ
ἐξεκρούσθη παραυτίκα καὶ θόρυβον ἀνῆψε σφοδρότατον τῶν 
Ἀμασειανῶν εἰς ἀποστασίαν κεκινημένων. ἦσαν γὰρ οἳ τούτους
εἰς θόρυβον ἠρέθιζον ἄνδρες κακουργότατοί τινες καὶ
ῥέκται πραγμάτων εἰδότες ὀτρύνειν δῆμον εἰς ταραχήν. θόρυβος
τοίνυν ἦρτο πολὺς τῶν μὲν βουλομένων σῴζεσθαι τὸν
Οὐρσέλιον καὶ τὸ πλῆθος ἀντιλαβέσθαι τούτου ἐρεθιζόντων, 
τῶν δὲ ἐκταραττομένων (τοιοῦτον γὰρ τὸ συρφετῶδες
 καὶ τὸν Οὐρσέλιον ἁρπάσαι θελόντων καὶ τῶν δεσμῶν ἀπολύειν.
δῆμον οὖν ὁ στρατοπεδάρχης τοσοῦτον ὁρῶν μαινόμενον
ὡς ἐν στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτὸν ἐγνώκειν, καταπεπτώκει
μὲν οὐδαμῶς, ἀλλ’ ἐπιρρώσας ἑαυτὸν κατεσίγαζε 
τῇ χειρὶ τὸν θόρυβον. ὀψὲ δὲ καὶ μόλις τούτους καταπαύσας
 καὶ πρὸς τὸ πλῆθος τὸν λόγον ἀνενεγκὼν ἔφη „ θαυμάζειν
ἔπεισί μοι, ἄνδρες Ἀμασειανοί, ὅπως τὴν συσκευὴν τουτωνὶ
 

 
τῶν ἐξαπατώντων ὑμᾶς παντάπασιν ἠγνοήσατε τὴν σφῶν
αὐτῶν σωτηρίαν τῷ ὑμετέρῳ αἵματι ἐξωνονμένων καὶ μεγίστην
ὑμῖν τὴν βλάβην προξενούντων ἀεί, ποία γὰρ ὑμῖν τῆς
τοῦ Οὐρσελίον τυραννίδος ἡ ὠφέλεια, εἰ μὴ σφαγαὶ καὶ πη ρωοεις 
 καὶ ακρωτηριασμοὶ μελῶν; Οὗτοι δὲ οἱ τῶν τοιούτων
ὑμῖν πρόξενοι ἔνθεν μὲν τὰ οἰκεῖα ἀσινῆ διετήρουν τὸν βάρβαρον
θεραπεύοντες, ἐκεῖθεν δὲ αὖθις τῶν ἐκ βασιλέως ἐνεφοροῦντο
δωρημάτων χαριζόμενοι τούτῳ, ὅτι μὴ ὑμῶν τε
καὶ τῆς πόλεως Ἀμασείας παρεχώρησαν τῷ βαρβάρῳ, καὶ
 ταῦτα μηδένα λόγον ὑμῶν ποιησάμενοι πώποτε. Διὰ τοῦτο
καὶ τὴν τυραννίδα συνίστασθαι βούλονται, ἵνα τῷ μὲν τνράννῳ
χρηστὰς ὑποσαίνοντες ἐλπίδας ἀσινῆ τὰ οἰκεῖα διατηρῶσιν,
ἐκ βασιλέως δὲ αὖθις ἀπαιτὼσι τιμάς τε καὶ δωρεάς· 
ἢν δέ τι καὶ νεωτερισθείη, αὐτοὶ μὲν πάλιν ἑαυτοὺς τοῦ
 δράματος ἐξάγωσι, τὸν δὲ βαοιλέως θνμὸν καθ᾿ ὑμῶν ἐξάψωσιν.
Εἴ τι οὖν ἐμοὶ πείθεσθε, τούτους μὲν ὑμᾶς πρὸς
θόρυβον ἐρεθίζοντας τὸ παρὸν ἐρρῶσθαι ἐάσατε, ἕκαστος
δὲ ὑμῶν οἴκαδε ἀπελθὼν τὰ λεχθέντα σκοπείτω, καὶ εἴσεσθε
ὁποῖος ὑμῖν τὸ ξνμφέρον βουλεύεται”.

Τούτων ἀκούσαντες τῶν ῥημάτων ὥσπερ ὀβτράκου
Μεταπεςόντος τὴν γνώμην μεταβαλόντες οἴκαδε ἀνεχώρουν.
ὁ δὲ στρατοπεδάρχης γινώσκων τὸν ὄχλον ἐν ῥοπῇ τὰς γνώμας
μεταβάλλειν εἰωθότα, καὶ μᾶλλον εἰ ὑπὸ χαιρεκάκων 
ὀτρύνοιτο, δείσας μὴ διὰ τῆς ννκτὸς κατ᾿ αὐτοῦ μελετή σαντες
 ἐπέλθωσι καὶ τὸν Οὐρςέλιον ἐξαγαγόντες μὲν τῆς
φρουρᾶς, λύσαντες δὲ τῶν δεσμῶν ἀφῶσιν, ἐπεὶ μὴ ἀποχρώσας
εἶχε δυνάμεις πρὸς τοσούτους ἀντικαταστῆναι, μηχανᾶται
τὸ ἐντεῦθεν Παλαμήδειόν τι μηχάνημα. ἐς μὲν τὸ
φανερὸν ἀποτυφλοῖ τὸν Οὐρσέλιον• καὶ ἥπλωτο μὲν ἐv τῇ
 γῇ, ὁ δὲ δήμιος ἐπῆγε τὸν σίδηρον, ὁ δὲ ἐπωρνετό τε καὶ
 

 
ἔστενε καθάπερ λέων βρυχώμενος· σχῆμα δὲ πάντα ἦσαν
 τῆς τῶν ὀμμάτων ἀποστερήσεως, παρήγγελτο δὲ καὶ ὁ τῷ
δόξαι τυφλούμενος βοᾶν τε καὶ κεκραγέναι καὶ ὁ μέχρι τοῦ
δοκεῖν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξορύττων δριμύ τε ἐνορᾶν πρὸς
τὸν ἐκκείμενον καὶ μανιώδη τὰ πάντα δρᾶν, μᾶλλον δὲ 
σχηματίζεσθαι τὴν ἀποτύφλωσιν. καὶ ὁ μὲν ἀπετυφλοῦτο
μὴ ἀποτυφλούμενος, ὁ δὲ δῆμος ἐκρότει καὶ πανταχόθι τὴν
τοῦ Οὐρσελίου τύφλωσιν διεβόμβει. ταῦτα ὥσπερ ἐν σκηνῇ
δραματουργηθέντα πέπεικε τὸν ὄχλον ὄλον, ὅσος ἐγχώριος
καὶ ὅσος ἔξωθεν, εἰς ἔρανον κατὰ τὰς μελίσσας συλλέγεσθαι. 
τοῦτο γὰρ ἅπαν τὸ σκέμμα τῆς Ἀλεξίου φρονήσεως, ἵνα οἱ
 πρὸς τὸ δοῦναι χρήματα δυσχερῶς ἔχοντες καὶ ἀφελέσθαι
τόν Οὐρσέλιον ἐπιβουλεύοντες ἐκ τῶν χειρῶν Ἀλεξίου τοὐμοῦ
πατρός ἀποκαραδοκήσωσί τε ὡς ἐντεῦθεν αὐτοῖς τῆς
ἐπιβουλῆς ἀνωφελοῦς καθεστηκυίας καὶ ταχὺ πρὸς τὸ βούλημα 
τοῦ στρατοπεδάρχου τράπωνται τῆς πρῴην ἀστοχοῦντες
βουλῆς αὐτόν τε φίλον ποιούμενοι καὶ ὀργὴν βασιλέως ἐκκλίνοντες.
τοῦτον τοίνυν οὕτω κατασχὼν τὸν Οὐρσέλιον ὁ
ἀξιάγαστος στρατηγὸς εἶχεν ὡς ἐν ζωγρίῳ τὸν λέοντα ἔτι
ἐπικαλύμματα τοῖς ὀφθαλμοῖς φέροντα τὰ σύμβολα τῆς δῆθεν 
 ἀποτυφλώσεως. οὐ μὴν ἠρκεῖτο οἶς εἴργασται οὐδὲ ὡς κῦδος
 ἀράμενος πρὸς τἆλλα τῶν πραγμάτων ἀναπεπτώκει, ἀλλὰ
πόλεις τε ἄλλας πολλὰς καὶ φρούρια κατεκτήσατο καὶ ὑπὸ
τὴν τῆς βασιλείας ἐξουσίαν πεποίηκεν, ὅσα ἐπὶ τῶν Οὐρσελίου
πονηρῶς προπέπραχεν. ἐντεῦθεν οὖν τὰς ἡνίας 
στρέψας εὐθὺ τῆς βασιλίδος πόλεως ἤλαυνε. γενόμενος δὲ
ἐν τῇ παππώᾳ πόλει καὶ μικρὸν ἀναπαύων τῶν πολλῶν
καμάτων ἑαυτόν τε καὶ τὴν σύμπασαν στρατιὰν πρᾶγμα
ἐντεῦθεν ὦπτο πεποιηκώς, ὅπερ Ἡρακλῆς ἐκεῖνος ἐπὶ τῇ
τοῦ Ἀδμήτου Ἀλκήστιδι. ὡς γὰρ εἶδεν ὁ Δοκειανὸς ἐκεῖνος, 
ὁ τοῦ προβεβασιλευκότος Ἰσαακίου Κομνηνοῦ ἀδελφιδοῦς
καὶ τούτου ἐξάδελφος ἀνὴρ δὲ οὗτος τῶν ἐπιδόξων
 

 
γένει καὶ ἀξιώματι) τὸν Οὐρσέλιον τὰ τῆς τυφλώσεως σύμβολα 
φέροντα καὶ ὑπό του χειραγωγούμενον, βύθιόν τι
στενάξας καὶ ἐπιδακρύσας τῷ Οὐρσελίῳ ὠμότητα κατηγορήκει
τοῦ στρατηγοῦ καὶ μέμψιν αὐτῷ ἐπῆγε τούτου καταβοώμενος
 ὡς τοιοῦτον ἄνδρα γεννάδαν τε καὶ ἄντικρυς ἥρωα τοὺς
ὀφθαλμοὺς ἀφελομένου, ὃν ἐχρῆν ἀτιμώρητον διασώσασθαι.
ἀλλ’ ἐκεῖνος τότε μὲν „τὰς αἰτίας τῆς ἀποτυφλώσεως εἰσαῦθις
ἐπακούσειας” ἐπειπὼν „φίλτατέ μοι”, μετὰ βραχὺ δ’
εἰς οἰκίσκον ἀγαγὼν αὐτόν τε καἰ τὸν Οὐρσέλιον ἀνακαλύπτει
 τὸ πρόσωπον καὶ δείκνυσιν Οὐρσελίου τοὺς ὀφθαλμοὺς
πυρωπὸν ἀπαστράπτοντας. ἐξεπλάγη ταῦτα ὡς ἐθεάσατο
καὶ ἐθαύμασεν ὁ Δοκειανὸς καὶ οὐκ εἶχεν ὅ τι καὶ 
χρήσαιτο τῷ πλήθει τοῦ θαύματος. καὶ θαμὰ μὲν ταῖς
ὄψεσι τὰς χεῖρας ἐπέβαλε, μή που καὶ ὄναρ ἐστὶ τὸ θεώμενον
 ἤ τις μαγικὴ τερατεία ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον ἄρτι πρώτως
καινοτομούμενον· ὡς δὲ τὴν ἐπὶ τῷ ἀνδρὶ φιλανθρωπίαν
τοῦ ἐξαδέλφου κατεμάνθανε καὶ μετὰ τῆς φιλανθρωπίας
τὴν τέχνην, περιχαρὴς γεγονὼς ἐνηγκαλίζετό τε αὐτὸν καὶ
κατεφίλει πολλάκις τὸ πρόσωπον εἰς ἡδονὴν τὸ θαῦμα μεταβαλών.
 ταὐτὸ δὲ τούτῳ πεπόνθασι καὶ οἱ περὶ τὸν βασιλέα
Μιχαὴλ καὶ βασιλεὺς αὐτὸς καὶ πάντες.

Ἐντεῦθεν πάλιν ἐπὶ τὴν ἑσπέραν πέμπεται παρὰ 
Νικηφόρου τοῦ αὐτοκράτορος ἤδη τὰ Ῥωμαίων σκῆπτρα κατεσχηκότος
κατὰ Νικηφόρου τοῦ Βρυεννίου τὴν δύσιν ὅλην
 κλονοῦντος καὶ τὸ διάδημα ἑαυτῷ περιθεμένου καὶ βασιλέα
Ῥωμαίων ἀνακηρύττοντος. ἄρτι γὰρ τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ
τοῦ Δούκα τοῦ θρόνου καθαιρεθέντος καὶ ἀντὶ ταινίας
τε καὶ χλαμύδος τὸν ποδήρη καὶ τὴν ἐπωμίδα τὴν ἀρχιερατικὴν
ἐνδεδυμένου ὁ Βοτανειάτης ἐπὶ τοῦ βασιλείου θρόνου
 καθίσας καὶ τὴν βασιλίδα Μαρίαν, ὡς προϊὼν ὁ λόγος
σαφέστερον παραστήσειε, μνηστευσάμενος τὰ τῆς βασιλείας 
διίθυνε πράγματα. ἀλλ’ ὁ Νικηφόρος Βρυέννιος τὴν δουκιἐπήγαγε
 

 
κὴν περιεζωσμένος ἀρχὴν Δυρραχίου ἐπὶ τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ
καὶ πρὸ τοῦ βασιλεῦσαι τὸν Νικηφόρον βασιλειᾶν τε
ἤρξατο καὶ ἀποστασίαν κατὰ τοῦ Μιχαὴλ ἐμελέτησε. τὸ μὲν
ὅθεν καὶ ὅπως, οὐκ ἀναγκαῖόν ἐστιν ἡμῖν διηγεῖσθαι· φθάνει
ἡ τοῦ Καίσαρος ξνγγραφὴ τὸ αἴτιον τῆς ἀποστάσιας 
ἐξιστορῆσαι· τὸ δ’ ὅτι ἐκεῖθεν ὥσπερ ἐξ ὁρμητηρίου τινὸς
τῆς πόλεως Δυρραχίου πάντα τὰ τῆς ἑσπέρας κατέδραμε
καὶ ὑφ’ ἑαυτὸν ἐποιήσατο καὶ ὅπως οὗτος ἑάλω, τοῦτο τῶν
 ἀναγκαιοτάτων ἐστὶν ἐν βραχεῖ διηγήσασθαι. τὸ γὰρ ἀκριβὲς
 τῆς ἱστορίας τὸν βουλόμενον μαθεῖν ἐς τὸν Καίσαρα 
παραπέμπομεν. κράτιστος γὰρ ὁ ἀνὴρ τὰ πολέμια καὶ ἅμα
καὶ γένους ὢν τῶν ἐπισημοτάτων καὶ ἀναδρομῇ σώματος
καὶ κάλλει προσώπου κοσμούμενος καὶ ἐμβριθείᾳ φρονήματος
καὶ βραχιόνων δυνάμει τῶν κατ’ αὐτὸν διαφέρων ἀνδρῶν
ἐπάξιον ἠν βασιλείας τὸ χρῆμα καὶ τοσοῦτος ἦν εἰς πειθὼ 
δυνατὸς καὶ πάντας ἐφέλκειν καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ
ὁμιλίας δυνάμενος, ὥστε πάντες πανδημεὶ καὶ στρατιῶται
 καὶ ἰδιῶται τῶν πρωτείων αὐτῷ ξυνεχώρουν καὶ βασιλεύειν
ἠξίουν ἁπάσης ἑῴας καὶ ἑσπερίας λήξεως. καὶ γὰρ
ἐπιόντα τοῦτον αἱ πόλεις ἅπασαι ὑπτίαις χερσὶν ὑπεδέχοντο 
καὶ ἄλλη πρὸς ἄλλην μετὰ κρότου παρέπεμπε. ταῦτα ἐτάραττε
μὲν τὸν Βοτανειάτην, ἐξεκύκα δὲ καὶ τὸ περὶ αὐτὸν
στράτευμα καὶ εἰς ἀμηχανίαν τὴν βασιλείαν ὅλην ἐνέβαλλε.
πέμπειν οὖν διεγνώκεισαν τὸν ἐμὸν πατέρα τὸν Κομνηνὸν
Ἀλέξιον κατὰ τοῦ Βρυεννίου δομέστικον τῶν σχολῶν ἄρτι 
προχειρισθέντα μετὰ τῶν ἐνουσῶν δυνάμεων. εἰς γὰρ τὸ
μέρος τοῦτο ἡ βασιλεία Ῥωμαίων εἰς τοὔσχατον ἐληλύθει.
τά τε γὰρ ἑῷα τῶν στρατευμάτων ἄλλο ἀλλαχοῦ διεσκέδαστο
 τῶν Τούρκων ὑφαπλωθέντων ὑφαπλωθέντων καὶ πάντα σχεδὸν περισχόντων,
ὅσα Εὐξείνου πόντου ἐστὶ μεταξὺ καὶ Ἑλλησπόντου καὶ 30
 

 
Αἰγαίου τε καὶ Συριακοῦ πελάγους † Σύροις τε καὶ τῶν ἄλλων
καὶ μάλιστα ὁπόσοι Παμφυλίαν τε καὶ Κίλικας παραμείβοντες
ἐς τὸ πέλαγος ἐκπίπτουσι τὸ Αἰγύπτιον. τὰ μὲν
οὖν ἑῷα στρατεύματα οὕτως ἔσχον· τὰ δὲ τῆς ἑσπέρας ἐς
 τὸν Βρυέννιον συρρεύσαντα εἰς στενὸν κομιδῆ καὶ ὀλίγον
στράτευμα τὴν βασιλείαν ἀφῆκε Ῥωμαίων. ἀθάνατοί τε γάρ
τινες αὐτῇ κατελείφθησαν χθὲς καὶ πρῴην ξίφους ἡμμένοι
καὶ δόρατος καί τινες ἐκ τοῦ Χώματος στρατιῶται ὀλίγοι 
καὶ Κελτική τις στρατιὰ εἰς ὀλίγους τινὰς περιισταμένη.
 τούτους δὴ τῷ ἐμῷ πατρὶ Ἀλεξίῳ διδόασι καὶ ἅμα συμμάχους
ἀπὸ τῶν Τούρκων προσκαλεσάμενοι ἐξιέναι οἱ περὶ
τὸν βασιλέα προσέταττον καὶ ξυμμῖξαι τῷ Βρυεννίῳ οὐ μᾶλλον
τὴν ἐφεπομένην στρατιὰν θαρροῦντες ἢ εἰς τὸ φρόνημα
ἀνδρὸς καὶ τὴν ἐν πολέμοις καὶ μάχαις δεινότητα.
 ὁ δὲ τὴν ξυμμαχίαν μὴ περιμείνας ὀξέως ἐπερχόμενον τὸν
ἐχθρὸν ἀκούων κἀντεῦθεν καλῶς καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς ξυνεπομένους
φραξάμενος ἔξεισι τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων καὶ
κατὰ τὴν Θρᾴκην γεγονὼς περὶ τὸν Ἁλμυρὸν ποταμὸν στρατοπεδεύει
ἄνευ τάφρων καὶ χάρακος. μανθάνων γὰρ τὸν 
 Βρυέννιον ἐν τοῖς Κηδόκτου πεδίοις αὐλιζόμενον ἐβούλετο
ἑκάτερα τὰ στρατεύματα αὐτοῦ τε καὶ τῶν ἐναντίων ἀξιόλογον
ἀπέχειν διάστημα. οὐ γὰρ εἶχεν ἀντιμέτωπος ἐπιστῆναι
τῷ Βρυεννίῳ, ἵνα μὴ κατάφωρα γένοιτο τὰ τῆς δυνάμεως
καὶ μὴ δοίη, ὁπόσος τίς ἐστι τὴν στρατιάν, αἴσθησιν τῷ
 ἐχθρῷ. μετ’ ὀλίγων γὰρ πρὸς πολλοὺς καὶ μετ’ ἀπειροπολέμων
ἐμπειροπολέμους ἔμελλε ξυμβαλεῖν καὶ τοῦ θαρρεῖν
ἀφέμενος καὶ ἀναφανδὸν ἐμπίπτειν κλωπετεύειν τὴν
νίκην ἐβούλετο.

Ἐπεὶ δὲ ἄνδρας καὶ ἀμφοτέρους γενναίους εἰς πόλεμον
 ὁ λόγος κατεστήσατο, τόν τε Βρυέννιον καὶ τὸν ἐμὸν
 

 
 πατέρα τὸν Κομνηνὸν Ἀλέξιον (οὐδὲν γὰρ ἕτερος τοῦ
ἀνδρείαν ἀπελιμπάνετο οὐδὲ τὰ τῆς ἐμπειρίας
 ἕτερος ἑτέρου παρ’ ἔλαττον εἷχεν), ἄξιόν ἐστι καταστησαμένους
τούτους εἰς φάλαγγας καὶ ἀντιπαρατάξεις ἐκεῖθεν ἀποσκοπῆσαι
τοῦ πολέμου τὴν τύχην. τὼ μὲν γὰρ ἄνδρε τούτω 
καὶ ἄμφω ἤστην καλὼ καὶ γενναίῳ καὶ τά γε εἰς χεῖρας καὶ
πεῖραν ἴσοι ὥσπερ ἐπὶ τρυτάνης ἱστάμενοι· ὁρᾶν δὲ ἡμᾶς
χρεών, ὅπου τὰ τῆς τύχης ἐπέβρισεν. 6 μὲν γὰρ Βρυέννιος
μετὰ τοῦ θαρρεῖν ταῖς δυνάμεσι καὶ τὴν πεῖραν προὐβάλλετο
 καὶ τὴν εὐταξίαν τῆς παρατάξεως· ὁ δ’ Ἀλέξιος ἐκ τοῦ ἑτέρου 
ὀλίγας μὲν ἐλπίδας καὶ πάνυ ἀφελεῖς εἶχεν ὅσον ἐπὶ
τῷ στρατεύματι, ἀντιπροὐβάλλετο δὲ τὴν ἀπὸ τῆς τέχνης
ἰσχὺν καὶ τὰς στρατηγικὰς μηχανάς. ἤδη γὰρ ἀλλήλοιν
αἰσθόμενοι καὶ ὅτι πολέμων ἤδη καιρὸς ὁ μὲν Βρυέννιος,
ἐπειδὴ τὰς ἐφόδους αὐτοῦ προϋποτέμνεσθαι τὸν Κομνηνὸν 
Ἀλέξιον μεμαθήκοι καὶ περὶ Καλαυρὴν στρατοπεδεύειν, οὕτω
ξυνταξάμενος ἀντεπήρχετο. εἴς τε γὰρ δεξιὸν κέρας καὶ εὐώνυμον
τάξας τὸ στράτευμα τοῦ μὲν δεξιοῦ κατάρχειν τὸν
αὐτάδελφον Ἰωάννην ἐπέταττε· πεντακισχίλιοι δ᾿ ἦσαν οἱ
τοῦτο τὸ μέρος συμπληροῦντες, Ἰταλοί τε καὶ τῆς τοῦ Μανιάκου
 ἐκείνου ἀποσπάδος καὶ μὴν καὶ ἐκ Θετταλίας ἄνδρες
ἱππεῖς καὶ μοῖρά τις τῶν ἀπὸ τῆς ἑταιρίας οὐκ ἀγεννής. θάτερον
δὲ τὸ εὐώνυμον κέρας ὁ Ταρχανειώτης εἶχε Κατακαλών,
Μακεδόνας τε καὶ Θρᾷκας ἐξωπλισμένους εἰς τρισχιλίους
τοὺς ξύμπαντας συναριθμουμένους. αὐτὸς δ’ ὁ Βρυέννιος τὸ 
μέσον κατεῖχε τῆς φάλαγγος ἔκ τε Μακεδόνων καὶ Θρᾳκῶν
συντεταγμένον καὶ τοῦ ἀρχοντικοῦ σύμπαντος ὅσον ἐπίλεκτον.
πάντες δὲ ἐφ’ ἵππου Θετταλῆς ἐποχούμενοι καὶ τοῖς σιδηροῖς
θώραξι καὶ τοῖς περὶ τὴν κεφαλὴν κράνεσιν ἐξαστράπτοντες,
τῶν τε ἵππων διεγειρομένων ἐς ὀρθὸν οὖς καὶ τῶν 
ἀσπίδων πρὸς ἀλλήλας παταγουσῶν πολλή τις αὐγὴ αὐτῶν
τε καὶ τῶν κορύθων ἐκεῖθεν ἐξέπιπτε μετὰ δείματος. ὁ δὲ
 

 
εἰς μέσους κυκλούμενος ὁ Βρυέννιος καθάπερ τις Ἄρης ἢ 
Γίγας ὑπερωμίας εἰς πῆχυν ἕνα τῶν ἄλλων πάντων ὑψούμενος
καὶ αὐτόχρημα θάμβος ἦν καὶ φόβος τοῖς θεωμένοις.
ἔξωθεν δὲ τοῦ τάγματος ὅλου ὡσανεὶ δυεῖν σταδίων
 διάστημα Σκύθαι τινὲς ἦσαν σύμμαχοι βαρβαρικοῖς
κεκοσμημένοι τοῖς ὅπλοις. παρήγγελτο δὲ, ἐπειδὰν οἱ πολέ¬μιοι
προφανεῖεν καὶ ἡ σάλπιγξ πολέμιον ἀλαλάξειεν, εὐθὺς
κατὰ νώτων ἐμπίπτειν καὶ βάλλειν τοὺς Σκύθας τοῖς πολεμίοις
καὶ θλίβειν αὐτοὺς τοῖς πυκνοῖς καὶ συνεχέσι το¬ξευμασι,
 τοὺς δὲ λοιποὺς πυκνὰ συνασπισαμένους ἐμπίπτειν
κατὰ τὸ καρτερώτατον. οὕτω μὲν οὗτος τοὺς ἀμφ᾿
αὐτὸν διετάξατο· ὁ δέ γε ἐμὸς πατὴρ ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος 
τοῦ τόπου τὴν θέσιν κατασκεψάμενος τὸ μὲν τοῦ στρατεύματος
κατέστησεν ἔν τισι κοιλάσι, τὸ δ᾿ ἀντιμέτωπον ἔστησε
 τῆς στρατιᾶς Βρυεννίου. ἄμφω δὲ παραταξάμενος, τὸ ὑποκαθήμενον
καὶ τὸ προφανές, καὶ πτερώσας λόγοις ἄνδρα
ἕκαστον καὶ εἰς ἀνδρείαν ἐπάρας τῷ μὲν ἐπέσκηπτε τῷ
προλοχίζοντι τάγματι, ἐπειδὰν κατὰ νώτου γένοιντο τῶν
πολεμίων, ἐξ αἰφνιδίου προσπίπτειν καὶ μετὰ ῥύμης ὅτι
 πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐπαράττειν κατὰ τοῦ δεξιοῦ κέρατος·
τοὺς δ᾿ ἀθανάτους λεγομένους καί τινας ἀπὸ τῶν Κελτῶν 
ἑαυτῷ παρακατέβχε καὶ τούτων προὐτέτακτο· τῶν δὲ Χωματηνῶν
καὶ Τούρκων ἔξαρχον τὸν Κατακαλὼν κατέστησε καὶ
πρὸς τὸ Σκυθικὸν ἅπαν ἔχειν τὸν νοῦν καὶ τὰς διεκδρομὰς
 αὐτῶν φυλάττειν παρεκελεύσατο. ταῦτα μὲν οὕτως εἶχε· καὶ
ἐπεὶ κατὰ τοὺς κοιλώδεις τόπους τὸ τοῦ Βρυεννίου γέγονε
στράτευμα, εὐθὺς σύνθημα δεδωκότος τοὐμοῦ πατρὸς Ἀλεξίου 
μετὰ βοῆς καὶ ἀλαλαγμοῦ ἐμπηδῆσαν τὸ περὶ τὴν ἐνέδραν
στράτευμα τῷ τε αἰφνιδίῳ κατέπληξαν τοὺς πολεμίους, ἕκαστος
 τὸν παρατυχόντα πλήττων τε καὶ φονεύων, καὶ εἰς
φυγὴν κατηνάγκασαν. ἀλλ᾿ ὁ Βρυέννιος Ἰωάννης καὶ τοῦ
ἡγεμόνος αὐτάδελφος μνησθεὶς ἐνταῦθα θούριδος ἀλκῆς καὶ 
 

 
θυμοῦ τῷ ψαλλίῳ στρέψας τὸν ἵππον καὶ τὸν ἐπιόντα
ἀθάνατον πληγῇ μιᾷ καταβαλὼν ἔστησε τε κλονουμένην
τὴν φάλαγγα καὶ οὕτω συντάξας ἀπῶσε τοὺς πολεμίους.
οὕτως οἱ ἀθάνατοι προτροπάδην μετά τινος ἀκοσμίας ἔφευγον
ὑπὸ τῶν κατόπιν ἀεὶ στρατιωτῶν ἀποκτιννύμενοι. ὁ δέ 
γε ἐμὸς πατὴρ εἰς μέσους ἑαυτὸν ἐμβαλὼν τῶν πολεμίων
καὶ γενναίως ἀγωνιζόμενος ἐκλόνει μὲν καὶ οὗτος τὸ μέρος,
ἐφ’ ᾧπερ ἂν παραγίνοιτο, πλήττων ἕκαστον τὸν πρὸς αὐτὸν
ἰόντα καὶ εὐθὺς καταβάλλων, ἐλπίζων δὲ ξυνέπεσθαι καί τινας
ἀμύνειν αὐτῷ στρατιώτας ἀκατασχέτως εἴχετο τοῦ ἀγῶνος. 
 αἰσθόμενος δὲ διαρραγεῖσαν τὴν ἑαυτοῦ φάλαγγα
ἤδη πολλαχοῦ σκεδασθεῖσαν τοὺς εὐψυχοτέρους (ἕξ
οἱ σύμπαντες) συλλεξάμενος ἐβουλεύσατο σπασαμένους τὰ
ξίφη 5 ἐπειδὰν ἐγγίσαιεν τῷ Βρυεννίῳ, κατ’ αὐτοῦ χωρεῖν
ἀναισχύντως, κἂν δέοι κἀκείνους αὐτῷ συναποθανεῖν. ἀλλ’ 
ἀπεῖρξε τοῦ τοιούτου βουλεύματος Θεόδοτος τις στρατιώτης,
ἀνὴρ τὠμῷ πατρὶ παιδόθεν ὑπηρετήσας, ὡς ἄντικρυς παραβόλου
τοῦ ἐγχειρήματος ὄντος. τὴν ἐναντίαν οὖν τραπόμενος
ὁ Ἀλέξιος ὀλίγον μὲν ὑπεξάγειν ἑαυτὸν τῆς τοῦ Βρυεννίου
στρατιᾶς ἐβούλετο, γνωρίμους δέ τινας τῶν διασκεδασθέντων
ἐπισυλλέξας καὶ συστησάμενος αὖθις τῷ ἔργῳ ἐνέκειτο. μήπω
 δὲ τοὐμοῦ πατρὸς ἐκεῖθεν ἑαυτὸν ὑπεξαγαγόντος οἱ Σκύθαι
τοὺς περὶ τὸν κατακαλῶν Χωματηνοὺς ἐκλόνουν βοῇ
πολλῇ καὶ ἀλαλαγμῷ χρώμενοι, καὶ ἐπειδὴ καὶ τούτους ἀπώσαντο
καὶ εἰς φυγὴν εὐκόλως ἐτρέψαντο, πρὸς λαφυραγωγίαν 
ἀπέβλεψαν καὶ φυγὴν] καὶ τὰς ἑαυτῶν ἀνεζήτουν διατριβάς.
τοιοῦτον γὰρ τὸ ἔθνος τὸ Σκυθικόν· μήπω καθαρῶς
τὸν ἀντίπαλον καὶ τὸ κράτος ἀναδησάμενοι διαφθείρουσι
τὴν νίκην τῇ λαφυραγωγίᾳ. τὴν γὰρ οὐραγίαν τοῦ
Βρυεννικοῦ στρατεύματος καταλαβὸν ἅπαν τὸ θητικὸν ταῖς 
τάξεσιν αὐτῶν ξυνεμίγνυτο φόβῳ τῶν Σκυθῶν τοῦ μή
 παθεῖν ἕνεκα παρὰ τούτων· ἀεὶ δέ τι συρρέον ἐπὶ τούτους,
 

 
ὅσον ἐξέφυγε τὰς χεῖρας τὰς Σκυθικάς, σύγχυσιν οὐ μικρὰν
ταῖς τάξεσιν ἐνεποίησε τῶν σημαιῶν ἀναμιχθεισῶν ἀλλήλαις.
ἐν τούτοις δὲ ἐναπειλημμένος ὢν οὑμὸς πατὴρ Ἀλέξιος, ὡς
καὶ πρόσθεν ἐλέυομεν, περιχορεύων ἐντὸς τοῦ στρατεύματος
 τοῦ Βρυεννικοῦ ὁρᾷ τῶν ἱπποκόμων ἕνα τοῦ Βρυεννίου ἵππον
τινὰ τῶν βασιλικῶν ἐπισυρόμενον, τῇ τε ἁλουργῷ ἐφεστρίδι
κεκοσμημένον καὶ κατάχρυσα τὰ φάλαρα ἔχοντα καὶ δὴ καὶ
τοὺς κατέχοντας τὰς ἐξ ἔθους τοῖς βασιλεῦσι παρεπομένας
ῥομφαίας ἐγγύθεν αὐτῷ παραθέοντας. ταῦτ’ οὖν θεασάμενος
 καλύπτει μὲν τὸ πρόσωπον τῷ θωρακιδίῳ, ὃ τῆς κόρυθος
κύκλῳ ἐξήρτητο, σφοδρῶς δὲ κατ’ αὐτῶν ἐξορμήσας σὺν τοῖς 
ἓξ στρατιώταις, οὓς ἄνωθεν ὁ λόγος ἐδήλωσε, καταβάλλει
μὲν καὶ τὸν ἱπποκόμον, αἱρεῖ δὲ καὶ τὸν βασιλικὸν ἵππον,
συναφαιρεῖται δὲ καὶ τὰς ῥομφαίας καὶ λάθρᾳ λάθρᾳ τοῦ
 στρατεύματος. ἐν τῷ ἀκινδύνῳ δὲ καταστὰς τόν τε χρυσοφάλαρον
ἐκεῖνον ἵππον ἐξέπεμψε καὶ τὰς παρ’ ἑκάτερα τοῦ
βασιλικοῦ σώματος στρεφομένας ῥομφαίας καὶ κήρυκά τινα
μεγαλοφωνότατον παρακελευσάμενος ἁπανταχοῦ τοῦ στρατεύματος 
διαθέοντα βοᾶν ὡς ὁ Βρυέννιος ἐπεπτώκει. τοῦτο
 γενόμενον πολλοὺς τῶν σκεδασθέντων τοῦ στρατεύματος τοῦ
μεγάλου δομεστίκου τῶν σχολῶν καὶ ἐμοῦ πατρὸς ἁπανταχόθεν 
ξυνέλεγε καὶ παλιμπορεύτους ἐποίει, τοὺς δὲ καὶ
ἐγκαρτερεῖν. οἱ δὲ ἑστήκεσαν ἀτρεμοῦντες, ἵνα ἕκαστος ἔτυχε,
καὶ εἰς τοὐπίσω τὰς ὄψεις στρέψαντες ἐξεπλήττοντο ἐφ’ οἷς
 ἐλπίδα ἑώρων. ἑώρων. καὶ ἦν ἰδεῖν ἐπ’ αὐτοῖς καινόν τι
γενόμενον, τῶν ἵππων ἐν οἷς ἐπωχοῦντο τὰς κεφαλὰς ἐπὶ τὸ
πρόσω ὁρώσας, τὰ δ’ αὐτῶν πρόσωπα εἰς τοὐπίσω ἐστραμμένα,
καὶ μήτε ἐπὶ τὰ πρόσω χωροῦντας μήτε εἰς τοὐπίσω
στρέψαι τοὺς χαλινοὺς ἐθέλοντας, ἀλλ’ ἐκθάμβους ὄντας καὶ
 ἐξαπορουμένους οἷον ἐπὶ τοῖς ξυμπεσοῦσιν. οἵ τε γὰρ Σκύθαι
νόστου μνησάμενοι καὶ οἴκαδε ἀπιόντες οὐκ ἔμελλον ἔτι 
ἐπιδιώκειν, ἀλλὰ πόρρω τῶν στρατευμάτων ἀμφοῖν γεγονόἐνεποίησεν
 

 
τες μετὰ τῆς λείας αὐτοῦ που περιπεπλάνηντο. τό τε διακηρυκευόμενον,
ὡς ἄρα ὁ Βρυέννιος ἑάλω καὶ κατενήνεκτο,
ἐθαρσοποίει τοὺς τέως δειλοὺς καὶ φυγάδας καὶ τὸ κηρυττόμενον
αὐτόθεν εἶχε τὸ πιθανὸν ἐνδεικνυμένου πανταχόθι
μετὰ τῶν βασιλικῶν παρασήμων τοῦ ἵππου καὶ τῶν ῥομφαιῶν 
μονονουχὶ διαγγελλουσῶν, ὡς ὁ φυλαττόμενος ταύταις Βρυέννιος
χειρὸς πολεμίας γέγονεν ἔργον.

Εἶτα ἡ τύχη ξυνέβαλε καί τι τοιοῦτον. ἀπόμοιρα
τις ἐκ τῆς συμμαχίας τῶν Τούρκων καταλαμβάνει τὸν δομέστικον
τῶν σχολῶν Ἀλέξιον καὶ ὡς καθειστήκει τὰ τοῦ πολέμου, 
 μαθόντες καὶ τοὺς πολεμίους, ὅπου καὶ εἶεν, ἐπιζητή-
σαντες ἐπὶ λόφου τινὸς συνεληλυθότες τῷ Κομνηνῷ Ἀλεξίῳ
καὶ ἐμῷ πατρὶ ἐκείνου δεικνύντος τῇ χειρὶ τὴν στρατιὰν
ἐθεῶντο τούτους ὥσπερ ἀπό τινος σκοπιᾶς. εἶχε δὲ ὧδε τὰ
κατ’ αὐτούς. συγκεχυμένοι τε γὰρ ἦσαν μήπω συντάξαντες 
ἑαυτοὺς καὶ ὡς τὴν νίκην ἤδη ἀράμενοι καταφρονητικῶς
εἶχον καὶ ἔξω κινδύνων ἑαυτοὺς ᾤοντο· μάλιστα δὲ ἀναπεπτώκεισαν
τῶν τῷ ἐμῷ πατρὶ ξυνεπομένων Φράγγων προσκεχωρηκότων
τῷ Βρυεννίῳ διὰ τὴν προγεγενημένην τροπήν.
 καὶ γὰρ τῶν ἵππων ἀποβεβηκότων τῶν Φράγγων καὶ δεξιὰς 
διδόντων αὐτῷ, καθάπερ δὴ πάτριόν ἐστι διδόναι τὰς πίστεις,
ἄλλος ἀλλαχόθεν πρὸς τούτους ξυνέρρεον θεασόμενοι τὸ γινόμενον.
διεσάλπιζε γὰρ ἡ φήμη τὸ στράτευμα, ὡς ἄρα καὶ
οἱ Φράγγοι τούτοις προσέθεντο τὸν ἀρχιστράτηγον καταλελοιπότες
Ἀλέξιον. οὕτω δῆτα συγκεχυμένως ἔχοντας τούτους 
οἱ ἀμφὶ τὸν ἐμὸν πατέρα καὶ τοὺς νεήλυδας Τούρκους θεασάμενοι
εἰς τρεῖς μοίρας ἑαυτοὺς διενείμαντο καὶ τὰς μὲν
δύο ἐλλοχεῖν αὐτοῦ που διέταττον, τὴν δὲ τρίτην μερίδα
χωρεῖν ἐπὶ τοὺς πολεμίους ἐκέλευον. καὶ τὸ ξύμπαν τῆς
 τοιαύτης διαταγῆς ἐς τὸν ἐμὸν πατέρα Ἀλέξιον ἀνεφέρετο. 
οἱ μέντοι Τοῦρκοι οὐ κατὰ φάλαγγα συντεταγμένως ἐπῄεσαν
ἅμα πάντες, ἀλλὰ μεμερισμένως καὶ ἀπ’ ἀλλήλων κατά
 

 
ὁμίλους διεστηκότες ἑκασταχοῦ · εἶτα προσβάλλειν ἑκάστην
ἕλην τοὺς ἵππους ἐπὶ τούτους ἐλαύνοντας καὶ πυκνοῖς ἀποχρῆσθαι
τοξεύμασι. συνείπετο δὲ τούτοις καὶ ὁ τὴν ὅλην
στρατηγίαν ἀναδησάμενος ἐμὸς πατὴρ Ἀλέξιος συλλέξας ἀπὸ
 τῶν σκεδασθέντων ὅσους ὁ καιρὸς ὑπηγόρευε στρατιώτας.
ἐνταῦθά τις τῶν ἀμφὶ τὸν Ἀλέξιον ἀθανάτων θρασύσπλαγχνός 
τις ὢν καὶ τολμητίας προεξελάσας τὸν ἵππον καὶ
ἄλλων προεκδραμὼν ἄντικρυς κατὰ τοῦ Βρυεννίου ὅλους 
χαλάσας ῥυτῆρας ἐφέρετο. καὶ αὐτὸς μὲν τὸ δόρυ μάλα
 σφοδρῶς ἐρείδει κατὰ τῶν στέρνων ἐκείνου, ὁ δὲ γοργῶς
τοῦ κουλεοῦ τὸ ξίφος ἑλκύσας μήπω φθάσαντος τοῦ
κραταιότερον ἐρεισθῆναι τοῦτό τε ἀπέκοψεν αὐτίκα καὶ τὸν
τρώσαντα κατὰ τῆς κλειδὸς πλήξας ὅλῳ βραχίονι κατενεγκὼν
τὴν πληγὴν ἅμα τὴν χεῖρα πᾶσαν ἐξέτεμεν αὐτῷ θώρακι.
 οἱ μὲν οὖν Τοῦρκοι ἄλλος ἐπ’ ἄλλῳ καταλαμβάνοντες τοῖς
συνεχέσι βέλεσι τὸ στράτευμα κατεσκίαζον. οἱ δέ γε περὶ
τὸν Βρυέννιον ἐπλήγησαν μὲν τῷ αἰφνιδίῳ, ὅμως συλλέξαντες
ἑαυτοὺς καὶ εἰς τάξεις καταστησάμενοι τὸ τοῦ πολέμου 
βάρος ἐδέξαντο ἄλλος ἄλλον παρακαλοῦντες ἀνδρίζεσθαι. οἱ
 μέντοι Τοῦρκοι καὶ ὁ ἐμὸς πατὴρ βραχύ τι πρὸς τοὺς πολεμίους
ἀντικαταστάντες ἑξῆς φεύγειν ἐσχηματίζοντο κατ᾿ ὀλίγον
ἐφέλκοντες εἰς τὰς ἐνέδρας τοὺς πολεμίους καὶ τεχνικῶς
ὑποσύροντες. ἐπεὶ δὲ κατὰ τὴν πρώτην γεγόνασιν ἐνέδραν,
ἐξ ὑποστροφῆς κατὰ μέτωπον τούτοις εἱστήκεσαν. καὶ συνθήματός
 τινος γεγονότος εὐθὺς καθάπερ σφηκιαί τινες ἄλλος
ἀλλαχόθεν διεξιππάζοντο τῶν ἐλλοχιζόντων καὶ ἀλαλαγμῷ
πολλῷ καὶ βοῇ καὶ τοῖς ἐπαλλήλοις τοξεύμασι τά τε ὦτα
κατάκροτα τῶν ἀμφὶ τὸν Βρυέννιον ἐποιήσαντο καὶ τὰ ὄμματα
ξυνεζόφωσαν τῇ πυκνότητι τῶν βελῶν ἁπανταχόθεν διεκπιπτόντων. 
 πιπτόντων. ἐνταῦθα δὲ μὴ ἀντιστῆναι δυνάμενον τὸ τοῦ
Βρυεννίου στράτευμα (ἤδη γὰρ πᾶς κατετέτρωτο καὶ
καἰ ἄνθρωπος) πρὸς τροπὴν ἀπέκλινε τὴν σημαίαν καὶ τὸν
 

 
νῶτον παίειν παρέσχε τοῖς ἐναντίοις. ἀλλ’ ὅ γε Βρυέννιος
καίτοι πολλὰ βαρυνόμενος ὑπὸ τοῦ πολέμου καὶ σὺν βίᾳ
ὠθούμενος ἐδείκνυ τὸ ἀνδρεῖον καὶ εὔψυχον ἀεὶ μὲν ἐπιστροφάδην
τύπτων τὸν ἐπιόντα, ἀεὶ δὲ τὰ τῆς φυγῆς καλῶς
καὶ ἀνδρείως διοικονομούμενος. συνήραντο δὲ τούτῳ καὶ ὁ 
ἀδελφὸς ἐξ ἑκατέρου μέρους καὶ ὁ υἱὸς καὶ κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ
 θαῦμα τοῖς πολεμίοις ἐδείχθησαν ἡρωϊκῶς
ἤδη δὲ τοῦ ἵππου καμόντος καὶ μὴ δυναμένου φεύγειν
ἢ καὶ διώκειν (ἐγγὺς γὰρ ἦν
τοὺς ἐπαλλήλους δρόμους) ἀνασειράσας τοῦτον ὁ Βρυἐννιος 
καθάπερ τις ἀθλητὴς γενναῖος εἱστήκει πρὸς τὰς λαβὰς καὶ
πρὸς ἑαυτὸν δύο τῶν Τούρκων γενναίους ἐξεκαλέσατο. ὧν
ὁ μὲν εἷς παίει τῷ δόρατι, ἀλλ’ οὐκ ἔφθη δοῦναι βαρεῖαν
πληγὴν καὶ λαμβάνει ἀπὸ τῆς δεξιᾶς τἀνδρὸς βαρυτέραν.
φθάνει γὰρ ἀποκόψας τούτου τὴν χεῖρα ὁ Βρυέννιος τῷ 
ξίφει, ἣ μετὰ τοῦ δόρατος πρὸς τοὔδαφος ἐξεκυλίσθη. ἅτερος
δὲ τούτων τοῦ ἰδίου ἵππου καταπηδήσας καθάπερ τις
 πάρδαλις ἥλατο ἐπὶ τοῦ ἵππου τοῦ Βρυεννίου ἐναρμόσας
ἑαυτὸν ἐπὶ τῆς ὀσφύος. καὶ ὁ μὲν εἴχετο τούτου ἀπρὶξ
ἐπιβαίνειν ἐπειρᾶτο τοῦ νώτου, ὁ δὲ καθόπερ θηρίον ἐπιστρέψας 
ἑαυτὸν ἐκκεντεῖν διὰ τοῦ ξίφους ἐβούλετο. οὐ μέντοι
κατὰ νοῦν ἐχώρει αὐτῷ τὰ πράγματα, ἀεί τι τοῦ κατὰ
νῶτον Τούρκου λυγιζομένου καὶ τὰς τρώσεις ἐκφεύγοντος.
ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῷ ἀπειρήκει κενεμβατοῦσα καὶ ἀπεῖπεν
ὁ ἀθλητής , ἐνταῦθα πρὸς ἅπασαν χεῖρα πολεμίων ἐνδέδωκεν 
ἑαυτόν. οἳ καὶ συλλαβόμενοι τοῦτον καὶ ὥσπερ μέγα
κῦδος ἀράμενοι κομίζουσιν Ἀλεξίῳ τῷ Κομνηνῷ οὐ πάνυ
μέν τοι πορρωτέρω καθεστηκότι τῆς τοῦ Βρυεννίου ἁλώσεως,
ἐκτάττοντι δὲ τάς τε τῶν βαρβάρων καὶ τὰς ἑαυτοῦ φάλαγγας
 καὶ πρὸς τὸν πόλεμον ἐρεθίζοντι. καὶ πρότερον μὲν διά 
 τινων κηρύκων τὴν ἅλωσιν τοῦ ἀνδρὸς διεπέμψαντο, ἔπειτα
δὲ καὶ αὐτὸν παριστῶσι τῷ στρατηγῷ θέαμα ὄντως φοβερὸν
 

 
καὶ πολεμοῦντα καὶ ἁλισκόμενον. οὕτω μὲν οὖν τὸν Βρυέννιον
εἰς χεῖρας ἔχων ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος δορύκτητον τῷ
βασιλεῖ ἐκπέμπει Βοτανειάτῃ μηδέν τι λυμηνάμενος αὐτοῦ
τὰ ὄμματα ὅλως ὁ ἀνήρ. οὐ γὰρ ἦν τοιοῦτος ὁ Κομνηνός,
 ὥστε μετὰ τὴν ἅλωσιν ἐπεξέρχεσθαι τοῖς ἐπ’ αὐτὸν καταστᾶσιν,
ἀλλ’ εἰς τιμωρίαν αὐτάρκη ἐνόμιζε τὴν τοῦ πολέμιον
ἅλωσιν · τὰ δ’ ἐντεῦθεν φιλανθρωπίαι τε καὶ φιλοφροσύναι
καὶ φιλοτιμία πολλή. ὅπερ κἀν τῷ Βρυεννίῳ ἐνεδείξατο. καὶ 
γὰρ ἱκανὸν αὐτῷ μετὰ τὴν ἅλωσιν συμπορευθεὶς διάστημα,
 ἐπὰν τὸν * οὕτω καλούμενον τόπον κατέλαβεν ἀνακτήσασθαι
τῆς λύπης χρησταῖς ἐλπίσι τὸν ἄνδρα βουληθεὶς πρὸς αὐτὸν
ἔφη ἀποβάντες τῶν ἵππων καθεζώμεθα μικρὸν ἑαυτοὺς
διαναπαύσοντες”. ὁ δὲ τὸν περὶ ψυχῆς δεδιὼς κίνδυνον
μεμηνόσιν ἐῴκει καὶ οὔ γε ῥᾳστώνης ἐν χρείᾳ ἦν. πῶς γὰρ
 ὁ καὶ αὐτὴν ἀπολεγόμενος τὴν ζωήν; ἀλλ’ ὅμως τῷ
στρατηγοῦ εὐθὺς ὑπετάγη βουλήματι. τοιοῦτον γὰρ τὸ δοῦλον
πρὸς ἅπαν τὸ ἐπιταττόμενον ῥᾳδίως ὑπεῖκον, καὶ μᾶλλον εἰ 
δορυάλωτον ἄγοιτο. ἀποβάντες τοίνυν οἱ δημαγωγοὶ τῶν
ἵππων, ὁ μὲν ἔνθεν ὡς ἐπὶ στιβάδος ἐπὶ πόας εὐθὺς ἀνέκειτο
 χλοερᾶς, ἐκεῖθι δ’ ὁ Βρυέννιος ῥίζης ὕπερθεν ὑψικόμου
δρυὸς τὴν κεφαλὴν ἀνέχων. κἀκεῖνος μὲν ἐκάθευδε, τὸν δ᾿
οὐκ εἶχε νήδυμος ὕπνος, τοῦτο δὴ τὸ τῆς γλυκείας ποιήσεως,
ἀλλὰ τὸν ὀφθαλμὸν ἀνατείνας καὶ τὸ ἀπῃωρημένον τοῖς πτόρθοις
ξίφος θεασάμενος, ἐπεὶ μηδένα μηδαμοῦ τότε παρόντα
 ἑώρα, ἀνακτησάμενος τῆς ἀθυμίας ἑαυτὸν κρείττονος
λογισμοῦ καὶ ἀποκτεῖναι τὸν ἐμὸν πατέρα βουλεύεται. καὶ
τάχα ἂν εἰς ἔργον ἀπέβη τὸ βούλευμα, εἰ μή τις ἄνωθεν 
θεία τοῦτον διεκώλυσε δύναμις τὸ ἄγριον τοῦ θυμοῦ ἐξημερώσασα
καὶ ἱλαρὸν τῷ στρατηγῷ ἐνατενίζειν παρασκευάσασα.
 ταῦτα ἐγὼ ἐκείνου διηγουμένου πολλάκις ἤκουον.
 

 
ἔνεστι δὲ τῷ βουλομένῳ ἐντεῦθεν κατανοεῖν, ὅπως τὸν Κομνηνὸν
ἐς μείζονα ἀξίαν παρεφυλάττετο ὁ θεὸς καθάπερ τι
χρῆμα τίμιον τὰ Ῥωμαίων σκῆπτρα δι’ αὐτοῦ επανακαλέσασθαι
θέλων. εἰ δέ τι μετὰ ταῦτα συμβέβηκε τῷ Βρυεννίῳ
τῶν ἀβουλήτων, αἰτία τῶν ἀμφὶ τὸν βασιλέα τινῶν, ὁ ἐμὸς 
πατὴρ ἀναίτιος.

Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὸν Βρυέννιον οὕτω διήνυστο. ὁ
 δὲ μέγας δομέστικος 'Aλέξιος καὶ ἐμὸς πατὴρ οὐκ
ἀτρεμήσειν, ἀλλ’ ἐξ ἀγώνων εἰς ἀγῶνας μεταχωρεῖν. ὁ γὰρ
Βορῖλος τῶν ἀμφὶ τὸν Βοτανειάτην οἰκειότατος βάρβαρος 
ἐξελθὼν τῆς πόλεως καὶ ὑπαντήσας τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ
καὶ ἐμῷ πατρὶ τὸν Βρυέννιον ἐκ τῶν χειρῶν αὐτοῦ παραλαβὼν
ἔδρασεν ὅ τι δὴ καὶ ἔδρασεν· ἐπισκήπτει δὲ παρὰ
τοῦ βασιλέως τῷ ἐμῷ πατρὶ χωρεῖν ὡς ἐπὶ τὸν Βασιλάκιον
ἤδη καὶ τοῦτον βασιλείας περιθέμενον διάδημα καὶ τὴν ἑσπέραν 
μετά γε τὸν Βρυέννιον ἀκατασχέτως κυμαίνοντα. ὁ
τοι Βασιλάκιος οὗτος ἀνὴρ μὲν ἦν τῶν πάνυ θαυμαζομένων
 ἐπ’ ἀνδρείᾳ τε καὶ θυμῷ καὶ τόλμῃ καὶ ῥώμῃ· ἄλλως δὲ
ἄνθρωπος τυραννικὴν ψυχὴν ἔχων ἐφεῖλκεν εἰς ἑαυτὸν τὰς
 ὑπερηφάνους τιμὰς καὶ ἀναρρήσεις τὰς μὲν ἐπενοεῖτο, τὰς 
δὲ προσέταττε. τοῦ γὰρ Βρυεννίου καθαιρεθέντος οὗτος
καθάπερ ἐκείνου διάδοχος γεγονὼς τὴν πᾶσαν εἰς ἑαυτὸν
ἀνεδέξατο τῆς τυραννίδος ὑπόθεσιν. καὶ ἀπὸ τῆς Ἐπιδάμνου
ἀρξάμενος μητρόπολις δὲ αὕτη προκαθημένῃ τοῦ Ἰλλυρικοῦ)
μέχρι τῆς τῶν Θετταλῶν πόλεως ἧκε πάντα καταστρεψάμενος 
αὐτὸς ἑαυτὸν καὶ χειροτονήσας εἰς βασιλέα καὶ εὐφημήσας
καὶ τὸν πλάνητα τούτου στρατὸν ὅποι καὶ βούλοιτο μεταφέρων.
 φέρων. ἦν γὰρ καὶ ἄλλως μὲν θαυμαζόμενος ὁ ἀνὴρ
τε μεγέθει σώματος καὶ κράτει βραχιόνων καὶ προσώπου
σεμνότητι, οἷς μᾶλλον ἁλίσκεται τὸ ἀγροικικὸν τοῦτο καὶ 
στρατιωτικὸν ἔθνος. οὐ γὰρ διορᾷ εἰς ψυχὴν οὐδ’ ἐνατενίζει
πρὸς ἀρετήν, ἀλλὰ μέχρι τῶν τοῦ σώματος ἀρετῶν ἵσταται
 

 
τόλμαν καὶ ῥώμην καὶ δρόμον καὶ μέγεθος θαυμάζον καὶ
ταῦτα κρῖνον ἄξια ἁλουργίδος καὶ διαδήματος. ὁ δὲ καὶ
ταῦτα ἔχων οὐκ ἀγεννῆ , καὶ τὴν ψυχὴν εἶχεν ἀνδρείαν καὶ
ἀκατάπληκτον· καὶ ὅλως οὗτος ὁ Βασιλάκιος τυραννικόν τι
 καὶ ἔπνει καὶ ἔβλεπε. φθέγμα τε γὰρ αὐτῷ βροντῶδες καὶ
οἷον· καταπλῆξαι στρατιὰν ὅλην καὶ ἐμβόημα ἱκανὸν συστεῖλαι
ψυχῆς θράσος. καὶ ἄμαχος ἐν λόγοις ἐπίσης ἐπιχειρῶν ἐπᾶραί 
τε καὶ συστεῖλαι τὸν στρατιώτην εἰς πόλεμον καὶ φυγήν.
μετὰ τοιούτων πλεονεκτημάτων στρατευόμενος ὁ ἀνὴρ καὶ
 περὶ αὐτὸν συλλεξάμενος ἄμαχον στρατιὰν τὴν Θετταλῶν
πόλιν καταλαμβάνει , καθάπερ ἔφημεν. ὁ δέ γε ἐμὸς πατὴρ
ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος ὡς πρὸς Τυφῶνα μέγαν ἢ
Γίγαντα ἀντιπαραταξάμενος καὶ πᾶσαν ἑαυτῷ ἀνεγείρας
στρατηγικὴν μηχανὴν καὶ φρόνημα γενναῖον ὡς πρὸς ἀντίπαλον
 ἀξιόμαχον παρεσκεύαστο. καὶ μήπω τὸν ἐκ τῶν προτέρων 
ἄθλων κονιορτὸν ἀποτιναξάμενος μηδὲ τὸν λύθρον
τοῦ ξίφους καὶ τῶν χειρῶν ἀποπλυνάμενος ὥσπερ λέων ἐχώρει
βλοσυρὸς πρὸς τὸν χαυλιόδοντα τοῦτον σῦν Βασιλάκιον
τὸν θυμὸν αὐτοῦ ἀνεγείρας. καὶ καταλαμβάνει δῆτα τὸν
 ποταμὸν Βαρδάριον· οὕτω γὰρ ἐγχωρίως αὐτὸν ὀνομάζουσι·
ῥεῖ μὲν γὰρ ἄνωθεν ἀπὸ τῶν ἐγγύθεν τῆς Μυσίας ὀρῶν,
παραμείβων δὲ πολλοὺς μεταξὺ τόπους καὶ διορίζων πρός
τε τὴν ἕω καὶ τὴν ἑσπέραν τά τε Βερροίᾳ καὶ τὰ Θεσσαλονίκῃ
προσήκοντα ἐκδίδωσιν εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς καὶ νοτίαν
 θάλσσαν. πάσχουσι δὲ οἱ μέγιστοι τῶν ποταμῶν τοιοῦτόν 
τι. ἐπειδὰν διὰ τῆς προσχώσεως ἀνάστημα τι ἀξιόλογον ἐπιφορήσωσι
γῆς, τότε δὴ ἐπὶ τὰ κατάρροπα ῥέουσιν ὥσπερ
δὴ μεταμείβοντες τὰς πρώτας κοίτας αὐτῶν καὶ τὴν μὲν παλαιὰν
καταλείπουσι πάροδον διάκενον ὑγροῦ καὶ χηρεύουσαν
 ὕδατος, ἣν δὲ νῦν διοδεύουσιν, ἐμπιπλῶσι ῥευμάτων πολλῶν.
τούτων οὖν τῶν δυεῖν παρόδων, τῆς τε παλαιᾶς χαράδρας
καὶ τῆς ἄρτι γενομένης πορείας, τὸ μεταξὺ θεασάμενος
 

 
στρατηγικώτατος οὗτος Ἀλέξιος καὶ ἐμὸς πατὴρ καὶ τὸν μὲν
ὁλκὸν τοῦ ποταμοῦ ὡς ἀσφάλειαν θέμενος ἐκ θατέρου, τῇ
 δὲ παλαιᾷ διόδῳ ἤδη φάραγγι γεγονυίᾳ ἐκ τῆς τοὺ
ἐπιρροίας καθάπερ αὐτοφυεῖ ἀποχρησάμενος διώρυχι ἐστρατοπέδευσεν,
οὐ πλεῖον τῶν δυεῖν ἢ τριῶν σταδίων ἀλλήλων 
ἀποδιεστηκότων. καὶ εὐθὺς ἐν παραγγελίᾳ πάντες ἦσαν,
ἡμέρας μὲν ἀναπαύσασθαι καὶ παραμυθῆσαι ὕπνῳ τὸ σῶμα
καὶ τοῖς ἵπποις τροφὴν δοῦναι τὴν ἀρκοῦσαν· μέλλουσι γὰρ
τῆς ἑσπέρας καταλαβούσης ἀγρυπνῆσαι τε καὶ ἐλπίζειν ἀδόκητόν
τι παρὰ τῶν πολεμίων ἐπισυμβῆναι. ταῦτα δέ, οἶμαι, 
διῳκονόμητο ὁ ἐμὸς πατὴρ κίνδυνον ὑφορώμενος κατὰ τὴν
 ἑσπέραν ἐκείνην παρὰ τῶν πολεμίων. ἐπιθήσεσθαι γὰρ ἑαυτῷ
 τούτους ἤλπιζεν εἴτ᾿ ἐκ πολυπειρίας τοῦτο προμαντευόμενος
εἴτε ἄλλως εἰκάσας. οὐ μὴν τὰ τῆς προφητείας αὐτῷ εἰς
μακρὰν ἐληλύθει οὐδὲ προέγνω μέν, οὐ τὸ δέον δὲ διῳκήσατο, 
ἀλλ’ ἀπάρας τῆς τούτου σκηνῆς ἅμα τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν
στρατιώταις σὺν ὅπλοις καὶ ἵπποις καὶ πᾶσι τοῖς πρὸς μάχην
ἐπιτηδείοις ἀπέστη μὲν τῆς σκηνῆς λαμπάδας τε καταλελοιπὼς
ἐκεῖθι πανταχόθεν φαινούσας καί τινα τῶν ἀμφ’
αὐτὸν οἰκεῖον Ἰωαννίκιον πάλαι τὸν μοναχικὸν ἑλόμενον 
βίον τὴν σκηνὴν καταπιστεύσας καὶ ὅσα ἐπεφέρετο εἴς τε
τράπεζαν χρειώδη καὶ τὴν ἄλλην παρασκευήν · αὐτὸς δὲ
πορρωτάτω ἀπιὼν ἐκάθητο μετὰ τῆς ἐνόπλου στρατιᾶς τὸ
μέλλον καραδοκῶν, τοῦτο τεχναζόμενος, ἵν᾿ ὁ Βασιλάκιος
ἀνημμένας ἁπανταχόθεν πυρκαιὰς ἰδὼν καὶ λαμπαδουχουμένην 
τὴν τοὐμοῦ πατρὸς σκηνὴν οἰήσαιτο ἐκεῖθι τοῦτον εἶναι
 διαναπαυόμενον, ὡς ἐντεῦθεν ἐκείνῳ τοῦτον ἁλώσιμον εἶναι
καὶ ὑποχείριον.

Οὐκ εἰς μάτην, καθάπερ εἰρήκειμεν, ἡ μαντεία
τοὐμοῦ πατρὸς Ἀλεξίου. ἐπῆλθε γὰρ τῷ προσδοκωμένῳ 
στρατοπέδῳ ἀθρόον ὁ Βασιλάκιος σὺν ἱππεῦσί τε καὶ πεζοῖς
 

 
μυρίανδρον στρατιὰν ἐπαγόμενος καὶ τὰς μὲν κλισίας ἐφεῦρεν
ἑκασταχοῦ ἀναλαμπούσας πυρί, ἐξαστράπτουσαν δὲ καὶ
τὴν τοῦ στρατηγοῦ σκηνὴν θεασάμενος ὡς εἶχε ῥύμης εἰς
ταύτην εἰσεληλύθει πολυτάρακτόν τι καὶ θορυβῶδες βοῶν.
 ὡς δ’ οὐκ ἦν οὐδαμοῦ ὁ προσδοκώμενος οὐδέ τις ἀνέπτη
στρατιώτης ἐκεῖθεν τὸ παράπαν ἢ στρατηγός, εἰ
τινες καταλελειμμένοι τῶν θητευόντων εὐκαταφρόνητοι, ἔτι 
μᾶλλον ἐβόα καὶ ἐκεκράγει ποῦ ποτέ ἐστιν ὁ τραυλός;”
οὑτωσὶ καὶ τοῖς ῥήμασιν εἰς τὸν μέγαν δομέστικον ἀποσκώπτων.
 ἦν γὰρ τἆλλα μὲν οὗτος ὁ ἐμὸς πατὴρ Ἀλέξιος
εὔστομος καὶ οὐδεὶς οὕτω ῥήτωρ ἦν αὐτοφυὴς ἔν τε ἐνθυμήμασι
καὶ ἐπιχειρήμασι, μόνον δὲ κατὰ τὸν φθόγγον τοῦ ῥῶ
ὑπωλίσθαινέ τε μετρίως καὶ ἀσυμφανῶς διώκλα ἡ γλῶττα,
καίτοι κατὰ τἆλλα στοιχεῖα τὸν ῥοῦν ἀκάθεκτον ἔχουσα.
 ἀλλ’ ὁ μὲν οὕτως ὀνειδίζων ἐβόα καὶ διηρευνᾶτο καὶ ἀνέτρεπε
πάντα καὶ κιβώτια καὶ σκίμποδας καὶ σκεύη καὶ αὐτὴν
δὴ τὴν τοὐμοῦ πατρὸς κλίνην, μή πως ὁ στρατηγὸς ἔν τινι 
τούτων κέκρυπτο. καὶ θαμὰ πρός τε τὸν μοναχὸν οὕτω
καλούμενον Ἰωαννίκιον ἐνέβλεπε· καὶ γὰρ διὰ σπουδῆς ἐπεποίητο
 ποίητο ἡ μήτηρ ἐν ἁπάσαις ταῖς αὐτοῦ ἐκστρατείαις ὁμόσκηνον
ἔχειν τῶν τιμιωτέρων τινὰ μοναχὸν, καὶ ὁ εὔνους οὗτος
υἱὸς ὑπεῖκε τῷ μητρικῷ θελήματι οὐ τὰ ἐν βρέφει μόνον,
ἀλλὰ καὶ ἐς μείρακας παραγγείλας καὶ μέχρις ἂν γυναικὶ
συνηρμόσθη· καὶ τὰ τῆς σκηνῆς ἅπαντα ἱ Βασιλάκιος διηρευνᾶτο
 καί, τοῦτο δὴ τὸ τοῦ Ἀριστοφάνους, ἐρεβοδιφῶν οὐκ
ἀνίει πυνθανόμενος ἅμα καὶ τὸν Ἰωαννίκιον περὶ τοῦ δομεστίκου. 
τοῦ δὲ πρὸ ὥρας ἐξιέναι ξὺν παντὶ τῷ στρατεύματι
διισχυριζομένου, γνοὺς ὅτι πολὺν τὸν πλάνον ὑπέμεινε καὶ
τοῖς ἅπασιν ἀπειπάμενος ἄλλας ἐκ ἄλλων φωνὰς μεταμείβων
 ἐβόα ἄνδρες συστρατιῶται, ἠπατήμεθα· ὁ πόλεμος ἐξωθεν”.
οὔπω τέλος ἔσχεν ὁ λόγος αὐτῷ, καὶ ἐξιοῦσι τοῦ στρατοπέδου
 

 
 ἐφίσταται τούτοις ὁ ἐμὸς πατὴρ ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος προπηδήσας
 τῆς στρατιᾶς σὺν ὀλίγοις τισὶ μετὰ σφοδρότητος. καί
τινα εἰς συνιστῶντα συνιστῶντα τὰς φάλαγγας θεασάμενος (καὶ
γὰρ οἱ πλείους τῶν στρατιωτῶν τῶν ἀμφὶ τὸν Βασιλάκιον
εἰς τὴν λείαν ἑαυτοὺς ἐπιδεδωκότες καὶ τὰ λάφυρα — τοῦτο 
γὰρ καὶ πάλαι τὠμῷ πατρὶ ἐμεμηχάνητο — οὔπω ἔφθησαν
συνελθεῖν καὶ εἰς παράταξιν καταστῆναι, καὶ ἐπέστη αὐτοῖς
ἀθρόον κακὸν ὁ μέγας δομέστικος), ἰδὼν δὲ τὸν καθιστῶντα
τὰς φάλαγγας καὶ νομίσας εἵτε ἀπὸ τοῦ μεγέθους εἵτε ἀπὸ
τῆς τῶν ὅπλων λαμπρότητος (καὶ γὰρ ἀντέστιλβε τούτῳ τὰ 
ὅπλα πρὸς τὴν ἀστρῴαν βολήν), ἐκεῖνον εἶναι τοῦτον τὸν
 Βασιλάκιον, συναντήσας αὐτῷ γοργῶς παίει κατὰ τῆς χειρός·
ἣ δ’ εὐθὺς μετὰ τοῦ ξίφους εἰς γῆν ἔρριπτο, ὅπερ μεγάλως
τὴν φάλαγγα συνετάραξεν. οὐ μὴν ὁ Βασιλάκιος ἦν, ἀλλά
τις τῶν περὶ τὸν Βασιλάκιον γενναιότατος οὐδὲν τοῦ Βασιλακίου 
ὅσον γε τὰ εἰς ἀνδρείαν λειπόμενος. βαρὺς οὖν τοῦ
λοιποῦ κατ’ αὐτῶν κυλινδούμενος καὶ τοξεύμασι βάλλων καὶ
δόρατι τιτρώσκων καὶ ἀλαλαγμοῖς ἐμβοῶν καὶ νυκτὶ συγχέων
καὶ πάντα καὶ τόπον καὶ χρόνον καὶ ὄργανον εἰς νίκην λαμβάνων
καὶ τούτοις προσφυῶς ἀποχρώμενος ἀκλονήτῳ φρονήματι 
 καὶ ἀσυγχύτῳ τῇ διανοίᾳ καὶ ἄλλον ἄλλοσε φεύγοντα
προλαμβάνων πάντα διέκρινε καὶ τὸν ἐχθρὸν καὶ τὸν φίλιον.
ἀλλὰ καί τις ἀνὴρ Καππαδόκης Γούλης τὸ ἐπώνυμον, εὔνους
θεράπων τοὐμοῦ πατρός, τὴν χεῖρα γενναῖος, τὸν θυμὸν ἐς
πολέμους ἀκάθεκτος, τὸν Βασιλάκιον θεασάμενος καὶ ἀκριβῶς 
ἐγνωκὼς παίει κατὰ τῆς κόρυθος. ἀλλὰ τὸ τοῦ Μενέλεω
πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον πέπονθε. τὸ γὰρ ξίφος αὐτοῦ τριχθά
τε καὶ τετραχθὰ διατρυφθὲν ἐξέπεσε τῆς χειρός, τῆς λαβῆς
καταλειφθείσης ἐν τῇ χειρί. ὃν ὁ στρατηγὸς θεασάμενος
εὐθὺς διελοιδορεῖτο, ὅτι μὴ κατάσχοι τὸ ξίφος, καὶ ἄνανδρον 
 ἀπεκάλει τοῦτον. ἀλλ’ ὁ στρατιώτης τὴν καταλειφθεῖσαν τοῦ
ξίφους λαβὴν παραδεικνὺς πραότερον ἐποίει τὸν μέγαν δοτὠμῷ
 

 
μέστικον. καί τις δ’ ἄλλος Μακεδών, Πέτρος τὴν κλῆσιν
Τορνίκιος τὴν ἐπωνυμίαν, μέσον τῶν πολεμίων ἐμπεσὼν
πολλοὺς τούτων ἀνῄρει. ἡ δὲ φάλαγξ εἵπετο ἀγνοοῦσα τὰ
δρώμενα· ἐν σκότει γὰρ τῆς μάχης καθισταμένης οὐχ οἶοί
 τε ἦσαν ἅπαντες τὰ γινόμενα ὁρᾶν. ὁ δὲ Κομνηνὸς ἐπὶ τὸ
μήπω διασπασθὲν τῆς φάλαγγος ἵετο παίων τοὺς ἀντικαθισταμένους
καὶ ἀνθυποστρέφων αὖθις εἰς τοὺς ἰδίους, σπεύδων
καὶ τὸ ἔτι συνιστάμενον τῆς τοῦ Βασιλακίου παραλῦσαι 
φάλαγγος καὶ διαπεμπόμενος εἰς τοὺς ὄπισθεν καὶ παρακελευόμενος
 μὴ μέλλειν, ἀλλ’ ἕπεσθαί οἱ καὶ καταλαμβάνειν
ταχύτερον. ἐν τοσούτῳ δὲ ἀνήρ τις Κελτὸς τῶν ἀμφὶ τὸν
δομέστικον, ἵν᾿ ἐν βραχεῖ τὰ πάντα διηγήσωμαι, γενναῖος
στρατιώτης καὶ Ἄρεως ὅλος ἔμπλεως τὸν ἐμὸν πατέρα ἰδὼν
μεσόθεν τῶν πολεμίων ἄρτι ἐξιόντα ἐσπασμένον τὸ ξίφος θερμὸν
 ἀπὸ τοῦ αἵματος ἀναπέμπον ἀτμὸν καὶ τῶν πολεμίων
νομίσας ἕνα ἀθρόον αὐτῷ ἐμπεσὼν παίει τῷ δόρατι περὶ
τὸ στέρνον καὶ τάχα ἂν ἕξεδρον τὸν στρατηγὸν ἐπεποιήκει,
εἰ μὴ αὐτὸς ἅμα τε πρὸς τὸ ἑδραιότερον ἑαυτὸν ἐφηδράσατο
καὶ ὀνομαστὶ τοῦτον ἐκάλεσεν ἀποκόψειν ἀπειλησάμενος 
 διὰ τοῦ ξίφους παραχρῆμα τὴν κεφαλήν. ὁ δέ, ἐπειδή πως 
τὸν ἀγνοοῦντα προὐβάλετο καὶ τὴν νύκτα καὶ τὸ συγκεχύσθαι
περὶ τὴν μάχην, μετὰ τῶν ζώντων ἠρίθμητο.

Τὰ μὲν νυκτὸς ἕργα τοῦ δομεστίκου τῶν σχολῶν
σὺν ὀλίγοις τοιαῦτα· ἡμέρας δὲ ἄρτι διαγελώσης καὶ τοῦ
 ἡλίου τοῦ ὁρίζοντος ὑπερκύψαντος οἱ τοῦ Βασιλακίου φαλαγγάρχαι
ἔσπευδον ὅλη γνώμῃ ἐπισυλλέγειν τοὺς περὶ τὴν
λείαν ἐσπουδακότας καὶ ἀπολειφθέντας τῆς μάχης. ὁ δὲ μέγας
δομέστικος τὸ ἴδιον καταστήσας στράτευμα κατὰ τοῦ
Βασιλακίου αὖθις ἵετο. πόρρωθεν δέ τινας αὐτῶν οἱ τοῦ 
 δομεστίκου θεασάμενοι καὶ κατ’ αὐτῶν σφοδρῶς ἐξορμήσαντες
ἐτρέψαντο καί τινας αὐτῷ ζωγρίαν ἐπανεληλυθότες προσῆγον.
ὁ δὲ τοῦ Βασιλακίου ἀδελφὸς Μανουὴλ ἐπὶ λόφου
τινὸς ἀνελθὼν ἐπερρώννυε τὸ στράτευμα μέγα φωνῶν ὧδε
 

 
„τοῦ Βασιλακίου ἡ σήμερον ἐστιν ἡμέρα καὶ νίκη“. εἷς
τις Βασίλειος τὴν κλῆσιν Κουρτίκιος τὴν ἐπωνυμίαν, γνωστὸς
καὶ συνήθης τοῦ Βρυεννίου ἐκεῖνον Νικηφόρου, περὶ οὗ ὁ
λόγος ἐμνήσθη, καὶ τὰ εἰς πολέμους ἀκάθεκτος,
τῆς τοῦ Κομνηνοῦ παρατάξεως ἄνεισι πρὸς τὸν λόφον. ὁ δὲ 
 Βασιλάκιος Μανουὴλ τοῦ κουλεοῦ τὸ ξίφος σπασάμενος
ἡνίας χαλάσας σφοδρῶς κατ’ αὐτοῦ ἴετο· ὁ δὲ Κουρτίκιος
οὐ διὰ ξίφους, ἀλλὰ τὴν ἀπῃωρημένην τῇ ἐφεστρίδι ῥάβδον
ἐφελκύσας παίει τοῦτον κατὰ τοῦ κράνους καὶ παραχρῆμα
καταβάλλει τοῦ ἵππου καὶ δεσμώτην τοῦτον ἐπισυρόμενος καθάπερ 
τι λάφυρον τὠμῷ πατρὶ προσῆγεν. ἐν τοσούτῳ δὲ καὶ
τὸν Κομνηνὸν μετὰ τῶν ἰδίων ἀναφανέντα ταγμάτων τὸ ἐκλειπόμενον
τοῦ Βασιλακίου στράτευμα θεασάμενον μικρὸν
ἀντισχὸν εἰς φυγὴν ἐξώρμησε. καὶ ὁ μὲν Βασιλάκιος πρόσθεν
ἔφευγεν, ὁ δὲ Κομνηνὸς Ἀλέξιος ἐδίωκε. καταλαβόντων 
δὲ εἰς Θεσσαλονίκην, εὐθὺς οἱ Θεσσαλονικεῖς τὸν Βασιλάκιον
ἐδέξαντο τῷ στρατηγῷ ἐπιζυγώσαντες παραχρῆμα τὰς
πύλας. ἀλλ' οὐδ᾿ ὣς ἀνῆκεν ὁ ἐμὸς πατὴρ οὐδ’
 τὸν θώρακα οὐδὲ τὸ κράνος ἀπέθετο οὐδὲ τὴν ἀσπίδα τῶν
ὤμων παρεῖτο οὐδὲ τὸ ξίφος ἀπέρριψεν, ἀλλὰ στρατοπεδεύσας 
ἠπείλει τειχομαχίας τῇ πόλει καὶ πόρθησιν ἄντικρυς. καὶ
ἐθέλων διασῶσαι τὸν ἄνδρα διὰ τοῦ συνεφεπομένου αὐτῷ
μοναχοῦ Ἰωαννικίου (ἀνὴρ δὲ οὗτος ἐπ’ ἀρετῇ διαβόητος)
περὶ εἰρήνης πρὸς τὸν Βασιλάκιον ἠρώτα, ὥστε τὰς πίστεις
λαβόντα, μηδὲν δεινὸν πείσεσθαι, ἐγχειρίζειν αὐτῷ ἑαυτόν τε 
ὁμοῦ καὶ τὴν πόλιν. καὶ ὁ μὲν Βασιλάκιος ἀπειθὴς ἦν, οἱ
δὲ Θεσσαλονικεῖς δέει τοῦ μὴ ἁλῶναι τὴν πόλιν καὶ δεινόν
τι παθεῖν παρεχώρουν τῷ Κομνηνῷ τῆς εἰσόδου. ἀλλ’ ὁ
Βασιλάκιος αἰσθόμενος τοῦ γινομένου ἀπὸ τοῦ πλήθους ἐπὶ
 τὴν ἀκρόπολιν μεταβαίνει καὶ ἀπὸ ταύτης εἰς ἐκείνην ἐφάλλεται. 
καὶ οὐδ’ ὡς ἐπιλανθάνεται πολέμου καὶ μάχης, καίτοι
τοῦ δομεστίκου πίστεις αὐτῷ διδόντος μηδέν τι παθεῖν
 

 
ἀνήκεστον. ἀλλ’ ὡρᾶτό γε ὁ Βασιλάκιος καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς
καὶ ἐν οἷς ἐστενοχωρεῖτο λίαν ἀνήρ. οὐδὲ γὰρ ὑφεῖναί τι
τοῦ ἀνδρώδους καὶ τοῦ γενναῖον ἠβούλετο, ἕως ἐκεῖθεν αὐτὸν
οἱ τῆς ἀκροπόλεως οἰκήτορες καὶ φύλακες ἐξελάσαντες ἅπαντες
 ἄκοντα καὶ βίᾳ τοῦτον τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ παρέδωκαν.
εὐθὺς δὲ πρὸς τὸν βασιλέα τὴν τούτου ἅλωσιν διαμεμηνυκὼς
αὐτὸς ἐπ’ ὀλίγον τῇ Θεσσαλονίκῃ ἐγκαρτερήσας καὶ τὰ
ἐν αὐτῇ καταστησάμενος λαμπρὸς στεφανίτης ἐπανῄει. οἱ 
δὲ πρὸς τοῦ βασιλέως πεμφθέντες μεταξὺ Φιλίππων καὶ
 Ἀμφιπόλεως τὠμῷ πατρὶ συναντήσαντες τὰς περὶ αὐτοῦ
ἐγγράφους προστάξεις βασιλικὰς αὐτῷ ἐγχειρίσαντες, παραλαβόντες
τὸν Βασιλάκιον περί τι χωρίον Χλεμπίναν καλούμενον
ἀπαγαγόντες ἐγγὺς τῆς ἐν αὐτῷ πηγῆς τοὺς ὀφθαλμοὺς 
αὐτοῦ ἐξορύττουσιν· ἐξ οὑ καὶ μέχρι τῆς δεῦρο ἡ
 πηγὴ Βασιλακίον κέκληται. τοῦτο τρίτον ἆθλον πρό γε τῆς
βασιλείας καθάπερ τινὶ Ἡρακλεῖ τῷ μεγάλῳ Ἀλεξίῳ γεγένητο.
ἂν γάρ τις Ἐρυμάνθιον κάπρον τὸν Βασιλάκιον τοῦτον καλέσειεν,
Ἡρακλέα δέ τινα καθ’ ἡμᾶς γενναιότατον τὸν ἐμὸν 
πατέρα Ἀλέξιον, οὐκ ἂν ἁμάρτοι τὸ τῆς ἀληθείας. ταῦτα
 μὲν ἔστω πλεονεκτήματα καὶ πρὸ τοῦ θρόνου κατορθώματα
τῷ Κομνηνῷ Ἀλεξίῳ, ὧν ἁπάντων γέρας ἀπέλαβε
τοῦ αὐτοκράτορος τὴν τοῦ σεβαστοῦ ἀξίαν σεβαστός ἀναρρηθεὶς
ἐκ μέσης συγκλήτου.

Καθάπερ, οἶμαι, τὰ πονηρευόμενα τῶν σωμάτων
 πὴ μὲν ταῖς ἔξωθεν αἰτίαις κακοῦνται, ἔστι δ’ ὀπὸν καὶ τὰ
αἴτια τῶν νοσημάτων ἀφ᾿ ἑαυτῶν ἀναβλύζουσι,
πολλάκις μὲν τὰς τοῦ περιέχοντος ἀνωμαλίας καἰ τινας
τροφῶν ποιότητας πυρετῶν γενέσεις , ἐνίοτε δὲ καὶ χυμῶν
σηπεδόνας· οὕτω δῆτα καὶ ἡ τῶν Ῥωμαίων κακότης κατ’
 ἐκεῖνο καιροῦ νῦν μὲν ἀνεβλάστησε θανατώδεις κῆρας τοὺς
προειρημένους ἄνδρας ἐκείνους, λέγω δὴ Οὐρσελίους καὶ Βασιλακίους
καὶ ὅσοι τὸ τυραννικὸν συνεπλήρουν πλῆθος, νῦν 
 

 
δὲ ἔξωθέν τινας καὶ ἐπεισάκτους τυράννους τὰ τῆς τύχης
ταύτῃ ἐπεισηγάγετο ἀπρόσμαχον τι κακὸν καὶ ἀνίατον νόσημα,
καθά γε καὶ τὸν ἐπὶ τυραννικῇ γνώμῃ διαβόητον Ῥομπέρτον
ἐκεῖνον τὸν ἀλαζόνα, ὃν Νορμανία μὲν ἤνεγκε, φαυλότης
δὲ παντοδαπὴ καὶ ἐθρέψατο καὶ ἐμαίευσεν. ἡ δὲ 
Ῥωμαίων ἐχθρὸν τηλικοῦτον ἐφ’ ἑαυτῆς εἵλκυσε πρόφασιν
 δεδωκυῖα τῶν ἀπ᾿ ἐκείνου πολέμων [τοῖς πρὸς ἡμᾶς]
ἑτερόφυλόν τε καὶ βάρβαρον καὶ τοῖς πρὸς ἡμᾶς ἀπροσάρμοστον,
μᾶλλον δὲ ἀπροσεξία τοῦ τότε κρατοῦντος Μιχαὴλ
τοῦ τὰς τοῦ γένους σειρὰς πρὸς τοὺς Δούκας ἀνάπτοντος. 
εἰ δὲ καὶ καθαπτοίμην τινὸς τῶν καθ’ αἷμά μοι προσηκόντων
(καὶ γὰρ κἀμοὶ τὰ πρὸς μητρὸς ἐκεῖθεν
μηδείς· τήν τε γὰρ ἀλήθειαν ἐξ ἁπάντων προειλόμην
ξυγγράφειν καὶ ὅσον ἐπὶ τούτῳ τὰς ἐξ ἁπάντων μέμψεις
ἀνεστειλάμην. ἐκεῖνος γὰρ ὁ εἰρημένος αὐτοκράτωρ 
ὁ Δούκας Μιχαὴλ τὴν τοῦ βαρβάρου τούτου θυγατέρα εἰς
 τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν κατηγγυήσατο Κωνσταντῖνον, κἀντεῦθεν
ἀνερράγη τὰ τῶν πολεμίων. καὶ περὶ μὲν τοῦ υἱέος τοῦ
βασιλέως τουτουὶ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ περὶ αὐτὸν γαμικοῦ
συναλλάγματος καὶ ὅλως τοῦ βαρβαρικοῦ κήδους καὶ δὴ 
καὶ ὅπως εἶχε κάλλους τε καὶ μεγέθους ὁ ἀνὴρ καὶ ὁποῖος
ἦν τὴν φύσιν καὶ ποδαπός, κατὰ καιρὸν ἐροῦμεν, ἐπειδὰν
ἀπολοφυροίμην καὶ τὰς ἐμὰς συμφορὰς μικρὸν μετὰ τὴν
τοῦ κήδους τούτου διήγησιν καὶ τὴν ἧτταν τῆς βαρβαρικῆς
ἁπάσης δυνάμεως καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν Νορμανόθεν τυ- 
 ράννων, οὕς ἐξ ἀλογίας κατὰ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἐθρέψατο.
 ἀλλὰ πρότερον δεῖ ἄνωθέν που τὸν λόγον ἀναγαγοῦσαν τὰ
περὶ τοῦ Ῥομπέρτου τούτου διηγήσασθαι, ὅπως τε εἶχε
γένους καὶ τύχης καὶ εἰς οἷον κράτος καὶ ὕψος ἡ φορὰ
τῶν πραγμάτων τοῦτον ἀνήνεγκε, μᾶλλον δέ, ἴν’ εὐσεβέστερον 
φαίην, οὗ παρεχώρησε τοῦτον ἡ πρόνοια προελθεῖν
ἐνδοῦσα πρὸς τὰς ἐκείνου κακοτρόπους ὁρμάς τε καὶ μητοῖς]
 

 
χᾶνας. ὁ δὲ Ῥομπέρτος οὗτος Νορμάνος τὸ γένος, τὴν
τύχην ἄσημος, τὴν γνώμην τυραννικός, τὴν ψυχὴν πανουργότατος,
τὴν χεῖρα γενναῖος, ἐπιθέσθαι μὲν δεινότατος
πλούτῳ καὶ περιουσίᾳ μεγάλων ἀνδρῶν, καταπρᾶξαι δὲ ἀφυκτότατος, 
 ἐς τὸ ἀναντίρρητον τὰ τοῦ σκοποῦ περιάγων. τὰ
δὲ τοῦ σώματος τοσοῦτος εἰς μέγεθος, ὡς καὶ τῶν μεγίστων
ὑπερανέχειν, πυρσὸς τὸ χρῶμα, τὴν κόμην ξανθὸς, τοὺς
ὤμους εὐρύς, τοὺς ὀφθαλμοὺς * ἀλλὰ πῦρ ἀπ' αὐτῶν μονονουχὶ
ἀπεσπινθηρίζετο, καὶ ὅπου μὲν ἔδει διοργανῶσαι
 φύσιν τὸ πλάτος, εὐμήχανον ἦν, ὅπου δὲ ἀποστενῶσαι
τοῦτο, εἰς τὸ εὔρυθμον διωμάλιστο. οὕτως ἐξ ἄκρας κεφαλῆς
ἐς πόδας ὁ ἀνὴρ κατερρύθμιστο, ὡς πολλῶν λεγόντων
πολλάκις ἀκήκοα. τὸ δὲ φθέγμα, Ὅμηρος μὲν περὶ 
Ἀχιλλέως ἐποίησεν, ὡς ἄρα φωνήσαντος ἐκείνου φαντασίαν
 ἐσχήκεσαν οἱ ἀκούοντες πολλῶν θορυβούντων, τούτου δὲ
τοῦ ἀνδρός, ὥς φασι, τὸ ἐμβόημα πολλὰς ἐτρέπετο μυριάδας.
οὕτως ἔχων καὶ τύχης καὶ φύσεως καὶ ψυχῆς ἀδούλωτος
ἦν, ὡς εἰκός, μηδενὶ τῶν ἁπάντων ὑποταττόμενος.
τοιαῦται γὰρ αἱ μεγάλαι φύσεις, ὥς φασι, κἀν τύχης ὦσιν
 ἀφαυροτέρας.

Τοιοῦτος δὲ ὢν ὁ ἀνὴρ καὶ ἄγεσθαι ὅλως μὴ
ἀνεχόμενος, ἀπὸ Νορμανίας ἀπάρας μετά τινων ἱππέων,
πέντε δὲ ἦσαν ἱππεῖς καὶ πεζοὶ τριάκοντα οἱ πάντες, ἐξελθὼν
τῆς πατρίδος περὶ τὰς ἀκρολοφίας καὶ τὰ ἄντρα καὶ 
 τὰ ὄρη τῆς Λογγιβαρδίας διέτριβε χειρὸς λῃστρικῆς κατάρχων
καὶ καὶ τοῖς ὁδίταις ἐπιτιθέμενος ὅπου μὲν ἵππους, ὅπου
δὲ καὶ πράγματα ἄλλα τινὰ καὶ ὅπλα προσεπικτώμενος. καὶ
τὰ προοίμια τοῦ βίου τούτῳ αἱμάτων ἦσαν ἐκχύσεις καὶ
ἀνδροφονίαι πολλαί. χρονοτριβῶν δὲ ἐν τοῖς μέρεσι τῆς
 Λογγιβαρδίας οὐκ ἔλαθε Γελίελμον τὸν Μασκαβέλην, ὃς
κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ μέρους μεγίστου τῶν παρακειμένων τῇ
 

 
Λογγιβαρδίᾳ ἡγεμὼν ἐτύγχανεν ὤν· ὅθεν τὰς εἰσόδους
 δαψιλεῖς ἀν' ἔτος ἐλάμβανε κἀντεῦθεν δυνάμεις
ἐπαγόμενος ἐπιφανὴς ἦν ἀρχηγός. μεμαθηκὼς δὲ περὶ τοῦ
Ῥομπέρτου ὁποῖός ἐστι κατ᾿ ἄμφω, ψυχὴν καὶ σῶμά
προσήκατο τε ἀβούλως τὸν ἄνδρα καὶ μίαν τῶν θυγατέρων 
τούτῳ κατηγγυήσατο. καὶ πληρώσας τὸ κῆδος, θαυμάσας
αὐτὸν τῆς τε φύσεως καὶ τῆς περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐμπειρίας
τὰ κατὰ γνώμην ηὐτύχησεν. καὶ γὰρ καὶ
πόλιν καθαπερεί τι ἔδνον αὐτῷ ἐδεδώκει καὶ ἄλλα
προσεπεφιλοτιμήσατο. ὁ δὲ περὶ αὐτὸν δύσνους γενόμενος 
καὶ ἐπανάστασιν κατ’ αὐτοῦ μελετήσας τὰ μὲν πρῶτα τὸν
εὔνουν ὑπεκρίνετο καὶ τὰς δυνάμεις προσετίθει τριπλασιάσας
 μὲν τοὺς ἱππεῖς, εἰς δὲ διπλασίους τοὺς πεζοὺς ποιησάμενοσ.
καὶ τοὐντεῦθεν ὑπέρρει τὰ τῆς εὐνοίας καὶ
κατὰ μικρὸν παρεγυμνοῦτο ἡ κακοήθεια. καὶ οὐ διελίμπανε 
 προφάσεις καθ’ ἑκάστην σκανδάλων διδοὺς καὶ λαμβάνων
καὶ τρόπους συνεχεῖς μηχανώμενος, ἀφ’ ὧν ἔριδές
τε καὶ μάχαι καὶ πόλεμοι εἰώθασι τίκτεσθαι. ἐπεὶ δὲ ὁ
ῥηθεὶς Γελίελμος ὁ Μασκαβέλης πλούτῳ καὶ δυνάμει
πολὺ διέφερεν αὐτοῦ, ἀπογνοὺς ὁ Ῥομπέρτος τὴν κατὰ πρόσωπον 
πρὸς αὐτὸν μάχην βουλὴν βουλεύεται πονηράν. καὶ
 προβάλλεται μὲν τὴν εὔνοιαν καὶ τὸ μεταμέλον πλάττεται
καὶ ὑπορύττει δόλον αὐτῷ δεινὸν καὶ δυσφώρατον, τάς τε
πόλεις αὐτοῦ κατασχεῖν καὶ κύριος γενέσθαι τῶν προσόντων
ἁπάντων τῷ Μασκαβέλῃ. καὶ πρῶτα μὲν τὰ πρὸς εἰρήνην 
ἐπερωτᾷ καὶ συνελθεῖν εἰς λόγους αὐτοπροσώπως διαπρεσβεύεται,
ὁ δὲ τὴν πρὸς αὐτὸν εἰρήνην ἀσπάζεται φιλῶν
τὴν θυγατέρα ἐξόχως καὶ συντίθεται τὴν ὁμιλίαν ἐς νέωτα.
ὁ δὲ Ῥομπέρτος καταγγέλλει τόπον αὐτῷ, ἐν ᾧ συνελθόντας
διαλεχθῆναι προσήκει καὶ τὰς πρὸς ἀλλήλους συνθέσθαι 
σπονδάς. ἀκρολοφίαι δὲ ἦσαν δύο ἐξ ἴσου τῆς πεδιάδος
ἐξυπανέχουσαι κατὰ διάμετρον τὴν θέσιν λαχοῦσαι, τὸ δὲ
 

 
μεταξύ τούτων έλώδες ην και κατάΰκιον δένδροις παντοδαποις
και φυτοις. ἔνθα καἰ λόχον ἐστήβατο ὁ δεινός
ἐκεῖνος Ῥομπέρτος τέσσαρας ἄνδρας ἐνόπλους γενναιότατους 
παρεγγυηοάμενος πανταχόσε παπταίνειν τα ὄμματα· ἐπειδάν
 δὲ ἴδοιεν αυτόν μετά τοῦ Γελιέλμου ουμπλεκόμενον, εύθὺς
πρὸς ἐκεῖνον ἀναδραμεῖν μηδέν τὸ παράπαν μελλήσαντας.
ταῦτ᾿ οὖν προκατασκευάσας ὁ κακουργότατος ἐκεῖνος Ῥομπέρτος
τὴν μὲν τῶν ἀκρολοφιῶν εἰς την μετά τοῦ Μαβκαβέλη
ὁμιλίαν χρησιμεύουσαν κατέλιπε φθάσας ταύτην ύπο-
 δεῖξαι αὐτῷ, θατέραν δὲ οἷον ίδιοποιησάμενος πεντεκαίδεκα
ἱππέας καὶ πεζούς ώσεί ἓξ καὶ πεντήκοντα μεθ᾿ ἑαντοῦ
συλλαβόμενος άνελθὼν ἐν αὐτῇ συνέταξε τὴν βουλή ν πᾶσαν
τοῖς άξιολογωτέροις τούτων ἐξορχησάμενος καὶ ἑνὶ τούτων
παραγγείλας τὰ αὑτοῦ ὅπλα βαστάζειν, άσπίδα καὶ κράνος 
 καὶ ἀκινάκην, ώς ῥαδίως διὰ τούτων ἐξοπλιθείη, καὶ τοῖς
λοχῶσι τέσσαρσαιν ἐπισκήψας, ἵν᾿ ὁπηνίκα τῷ Μασκαβέλῃ
συμπλακέντα τοῦτον θεάσοιντο, θᾶττον άναδράμωσι πρὸς
αὐτόν. καἰ ὁ Γελίελμος κατά τὴν συγκειμένην ἡμέραν
ἤρχετο πρὸς τὴν ἀκρώρειαν είς τὀν τόπον, ὃν φθάσας
 αύτῷ ὁ Ῥομπέρτος ὑπέδειξε, τὰς μετ᾿ αὐτοῦ συνθήκας
πληρώσων. ὃν ἰδών εκείνος ἐγγύθεν γενόμενον, αύτῷ τε
ἱππότης προσυπηντήκει καὶ ἀσπασάμενος ἐδεξιοῦτο μάλα
εύθύμως. ἔστησαν οὖν ἄμφω είς τὀ πρανές μικρόν τῆς
ἀκρολοφίας ύποκλίναντες ὁμιλοῦντες, ἅττα καὶ ἔμελλον ποιεῖν,
 ὁ δέ δεινός ἐκεἰνος Ῥομπέρτος λόγους ἐκ λόγων συνείρων P.
ἔτριβε τὸν καιρόν, εἶτά φησι πρὸς τὸν Γελίελμον ,,ἵνα τί
τοῖς ἵπποις ἐποχούμενοι κοπιῶμεν; ἀποβάντες καθεδούμεθα
είς τοὔδαφος καὶ ἀφροντίστως περί ὧv χρὴ ὁμιλήσομεν.“
πείθεται ὁ Μασκαβέλης νήπιος άγνοήσας τὸν δόλον καἰ
 οὗ κακοῦ φέρεται, καὶ άποβαίνοντα τὸν Ῥομπέρτον τοῦ
ἵππου θασάμενος πεζός καὶ αὐτὸς τηνικαῦτα εἱστήκει καὶ
 

 
τῇ γῇ τὸν ἀγκῶνα διερεισάμενος αὖθις λόγων κατήρχετο. ὁ
δὲ Ῥομπέρτος δουλείαν ὡμολόγει τοῦ λοιποῦ τῷ Μασκαβέλῃ
καὶ πίστιν εὐεργέτην αὐτὸν καὶ κύριον ὀνομάζων. δεασάμενοι
 δὲ τούτους οἱ τοῦ Μασκαβέλη τῶν ἵππων ἀποβάντας
καὶ λόγων ἄλλων ὥσπερ καταρχομένους, καμόντες ἀπό τε 
τοῦ καύσωνος ἀπό τε τοῦ δεηθῆναι καὶ τροφῆς καὶ ποτοῦ
ὥρα γὰρ θέρους ἦν, ὁπηνίκα τὰς ἀκτῖνας ὁ ἥλιος κατὰ
κορυφὴν εἴωθε βάλλειν) καὶ τῆς ἀλέας ἀφορήτου γινομένης
οἱ μὲν τῶν ἵππων ἀποβαίνοντες τοὺς χαλινοὺς περὶ τοὺς
πτόρθους τῶν δένδρων ἀναδεσμοῦντες εἰς τοὔδαφος κατεκλίνοντο 
 ταῖς ἀπὸ τῶν ἵππων καὶ τῶν δένδρων σκιαῖς ἀναψυχόμενοι,
οἱ δὲ οἴκαδε ἐχώρουν. ἀλλ’ οὗτοι μὲν οὕτως·
ὁ δὲ τὰ πάντα δεινὸς Ῥομπέρτος οὕτω ταῦτα προκαταστήσας
ἀθρόον ἐπιφύεται τῷ Μασκαβέλῃ καὶ τὸ ἥμερον ἀφεὶς
βλέμμα πρὸς τὸ ὀργιλώτερον μεταβάλλεται καὶ φόνιον αὐτῷ 
 ἐπιβάλλει τὴν χεῖρα. καὶ συμπλακεὶς ἀντισυνεπλέκετό τε
εἷλκε καὶ εἵλκετο, καὶ ἐκυλίοντο ἄμφω κατὰ τοῦ πρανοῦς.
τούτους δὲ οἱ λοχῶντες τέτταρες ἐκεῖνοι ἄνδρες θεασάμενοι
ἀναδύντες τοῦ ἕλους ἐπέδραμον ἤδη τῷ Γελιέλμῳ καὶ ξυνδήσαντες
ἀνέτρεχον ὡς πρὸς τοὺς εἰς τὴν ἑτέραν 
ἀκρώρειαν ἱσταμένους ἱππεῖς τοῦ Ῥομπέρτου, ἤδη καὶ
αὐτῶν ὑποκαλπαζόντων κατὰ τοῦ πρανοῦς πρὸς αὐτούς·
ὄπισθεν δὲ ἐδίωκον οἱ τοῦ Γελιέλμου. ὁ δέ γε Ῥομπέρτος
ἐπιβὰς τοῦ ἵππου κράνος τε καὶ δόρυ λαβὼν καὶ γοργῶς
 ἐναγκαλισάμενος καὶ ἀσπίδι περιφράξας ἑαυτὸν ἐπιστραφείς 
πλήττει ἴνα τῶν τοῦ Γελιέλμου διὰ δόρατος, ὁ δ’ ἅμα τῇ
πληγῇ καὶ τὴν ψυχὴν συναφῄρητο. ἐν τοσούτῳ τὴν φορὰν
τῶν ἀμφὶ τὸν πενθερὸν ἱππέων ἀναχαιτίσας καὶ τὴν ἀπὸ
τούτων βοήθειαν ἀνακόψας (οἱ δέ γε λοιποὶ τοὺς
καταβαίνοντας ἱππότας τοῦ Ῥομπέρτου ὡς καὶ 
ἀπὸ τοῦ τόπου βοηθουμένους θεασάμενοι παραχρῆμα τὰ
νῶτα διδόασιν), οὕτω γοῦν τὴν φορὰν τῶν τοῦ Μασκαβέλη
 

 
ἱππέων ἀνακόψαντος τοῦ Ῥομπέρτου, ἄγεται τηνικαῦτα ὁ
Μασκαβέλης δέσμιος καὶ αἰχμάλωτος εἰς ὅπερ δέδωκεν αὐτῷ
εἰς προῖκα φρούριον, ὅτε τὴν θυγατέρα τούτῳ κατηγγυήσατο.
καὶ εἶχεν ἄρα τότε τὸν οἰκεῖον δεσπότην ἡ πόλις
 ἔμφρουρον, φρούριον ἐντεῦθεν εἰκότως προσαγορευομένη.
οὐδὲν δὲ χεῖρον καὶ τὴν ὠμότητα τοῦ Ῥομπέρτου διηγήσασθαι. 
ἐπειδὴ γὰρ ἅπαξ ἐγκρατὴς ἐγεγόνει τοῦ Μασκαβέλη,
τὰ πρῶτα μὲν τῶν ὀδόντων ἁπάντων ἀποστερεῖ, ἐφ’ ἑκάστῳ
τούτων προσαπαιτῶν πολυτάλαντον ὁλκὴν νομισμάτων καὶ
 πυνθανόμενος, οὗ ταῦτα ἐναπέθετο. ἐπεὶ δὲ οὐκ ἔληγεν
ἀπαράσσων, ἔστ᾿ ἂν ἅπαντα ἔλαβε, καὶ ἅμα οἵ τε
ἐξέλιπον καὶ τὰ χρήματα, ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς Γελιέλμου
ἐπιβάλλει τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ Ῥομπέρτος καὶ φθονήσας τούτῳ
τῶν ὄψεων ἀποστερεῖ τῶν ὀμμάτων.

Πάντων οὖν ἐγκρατὴς γενόμενος ηὐξάνετο τε τὸ
ἐντεῦθεν ὁσημέραι καὶ εἰς τὸ τυραννικώτερον ἀποκλίνων ταῖς
πόλεσί τε προσετίθετο πόλεις καὶ τοῖς χρήμασι χρήματα. καὶ 
ἐν βραχεῖ πρὸς τὴν δουκικὴν περιωπήν ἀναβεβηκὼς δοὺξ
Λογγιβαρδίας ἁπάσης ὠνομάζετο. ἐντεῦθεν οὖν ἅπαντες
 πρὸς τὸν κατ’ αὐτοῦ φθόνον ἠρεθίζοντο. ὁ δὲ φρενήρης
ὢν ἀνὴρ ὅπου μὲν θωπείαις χρησάμενος πρὸς τοὺς ἀντικαθισταμένους
αὐτῷ, ὅπου δὲ καὶ δωρήμασι τοὺς μεταξὺ
τοῦ πλήθους θορύβους ἐξωμαλίσατο καὶ τὸν κτα᾿
φθόνον τῶν μεγιστάνων εὐμηχάνως κατέστειλεν, ἔστι δ’ οὗ
 καὶ ὅπλοις χειρωσάμενος ἅπαν τὸ κράτος Λογγιβαρδίας τε
καὶ τῆς ὁμορούσης χώρας εἰς ἑαυτὸν ἀνεδήσατο. ἀεὶ δέ τι
ὁ Ῥομπέρτος οὗτος ἐπινοῶν τυραννικώτερον καὶ φανταζόμενος
τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων προφάσεως, ὡς ἔφην, τῆς 
πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ συμπενθερίας ἐπιδραξάμενος
 τὸν πρὸς Ῥωμαίους ἀνερρίπιζε πόλεμον. ἔφθημεν γὰρ εἰρηκότες,
ὅτι Μιχαὴλ ὁ αὐτοκράτωρ οὐκ οἶδ’ ὅπως τὴν τοῦ
τυράννου τούτου θυγατέρα (Ἑλένη δὲ
 

 
τῷ υἱῷ Κωνσταντίνῳ κατηγγυήσατο. πάλιν δὲ μεμνημένη
τοῦ νεανίσκου τούτου παθαίνομαι τήν τε ψυχὴν καὶ τοὺς
λογισμοὺς συγχέομαι· ἀνακόπτομαι δὲ τὴν ἀμφὶ τοῦτον
φυλάττουσα πάντα καιρῷ τῷ προσήκοντι. τοῦτο δὲ
 μόνον οὐχ ὑπομένω μὴ λέγειν, κἀν ἔξω τοῦ καιροῦ λέγοιμι, 
 ὡς ἄγαλμα φύσεως ἦν ὁ νεανίας ἐκεῖνος καὶ θεοῦ χειρῶν,
ὡς οὕτως εἰπεῖν, φιλοτίμημα. εἰ γὰρ καὶ μόνον ἐθεάσατό
τις αὐτόν, εἶπεν ἂν ὡς τοῦ παρ’ Ἕλλησι μυθευομένου
χρυσοῦ γένους ἀπορροή· οὕτως ἀμήχανον εἶχε τὸ κάλλος.
ἐγὼ δὲ μετὰ τοσούτους ἐνιαυτοὺς μεμνημένη τοῦ νεανίου 
τούτου δακρύων ἐμπίπλαμαι· ἐπέχω δὲ ὅμως τὸ δάκρυον καὶ
ταμιεύω πρὸς τοὺς ἐπικαίρους τῶν τόπων, ἵνα μὴ τὰς
μονῳδίας τῶν ἐμῶν ἀναμιγνῦσα ταῖς ἱστορικαῖς διηγήσεσι
τὴν ἱστορίαν συγχέοιμι. οὗτος γὰρ ὁ νεανίσκος, περὶ οὗ
 κἀνταῦθα καὶ ἀλλαχόσε εἰρήκειμεν, προχρόνιος πρὸ ἡμῶν 
καὶ πρὶν ἡμεῖς τὸν ἥλιον ἴδοιμεν, μνηστὴρ ἐγεγόνει τῆς
τοῦ ‘Ρομπέρτου Ἑλένης καθαρὸς καὶ ἀμόλυντος, καὶ τὰ
ἔγγραφα συναλλάγματα ἐπ’ αὐτῇ ἐγεγράφεισαν κἀν ἀτέλεστα
καὶ ἐν ἐπαγγελίαις μόνον, ἀτελοῦς τὴν ἡλικίαν ὄντος
τοῦ νεανίσκου· διεσπάσθη δὲ ἅμα τῷ τῆς βασιλείας ἐπιβῆναι 
τὸν βασιλέα Νικηφόρον τὸν Βοτανειάτην. ἀλλ’
ἐξετραπόμην τοῦ λόγου, ἐπανελεύσομαι δ’ αὖθις ἀφ’ οὗπερ
ἐξετραπόμην. ὁ γάρ τοι ‘Ρομπέρτος ἐκεῖνος ἐξ ἀφανοῦς πάνυ
τύχης περιφανὴς γεγονὼς καὶ πολλὴν δύναμιν ἀθροίσας
 περὶ αὑτὸν ἐπεβάλετο καὶ ‘Ρωμαίων αὐτοκράτωρ γενέσθαι 
καὶ προφάσεις εὐλόγους δῆθεν ἐπλάττετο τῆς πρὸς ‘Ρωμαίους
δυσμενείας καὶ τῶν πολέμων. διττὸς δὲ ἐντεῦθεν φέρεται
λόγος. ὁ μὲν γὰρ φημίζεται τε καὶ διαρρεῖ καὶ μέχρι τῆς
ἡμετέρας ἀκοῆς ἔφθασεν, ὅτι τις μοναχὸς ‘Ραίκτωρ ὀνομαζόμενος
ὑπεκρίθη τὸν βασιλέα Μιχαὴλ καὶ πρὸς τὸν ‘Ρομπέρτον 
τοῦτον καὶ συμπένθερον αὐτομολήσας τὰς οἰκείας
συμφορὰς ὠλοφύρετο. οὗτος γὰρ μετὰ τὸν Διογένην τῶν
 

 
σκήπτρων Ῥωμαίων ἐπειλημμένος ἐπειλημμένος καὶ
διαπρέψας τὴν βασιλείαν παρελύθη μὲν τῆς ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ
Βοτανειάτου ἐπαναστάντος αὐτῷ, τὸν δὲ τῶν μοναχῶν 
ὑπέδυ βίον, μετὰ δὲ ταῦτα τὸν ἀρχιερατικὸν ποδήρη καὶ
 τὴν κίδαριν ἠμφιέσατο, εἰ βούλει δέ, καὶ τὴν ἐπωμίδα.
τοῦτο δὲ συνεβούλευσεν ὁ Καῖσαρ Ἰωάννης, ὁ πρὸς πατρὸς
αὐτῷ θεῖος, τὸ κοῦφον εἰδὼς τοῦ τηνικαῦτα κρατοῦντος καὶ
μή τι πάθοι δεινότερον δεδιώς. τοῦτον ὑπεκρίθη ὁ εἰρημένος
μοναχὸς ἐκεῖνος ‘Ραίκτωρ ἢ καὶ ὡς οὕτως εἰπεῖν
 ῥέκτης ἴτων ἁπανταχοῦ τολμηρότατος. πρόσεισί τε τῷ ‘Ρομπέρτῳ
ὡς δῆθεν συμπενθέρῳ καὶ τὰ τῆς ἀδικίας ἐκτραγῳδεῖ,
δεῖ, ὡς καθαιρεθείη μὲν τῶν βασιλικῶν θρόνων καὶ
ὅπερ σχῆμα τοῦτον ὁρώῃ περιελθεῖν. καὶ διὰ τούτων 
πάντων εἰς ἄμυναν ἐξεκαλεῖτο τὸν βάρβαρον. τὴν γὰρ
 καλήν φησι μείρακα τὴν αὐτοῦ νύμφην Ἑλένην ἀπερίστατον
καταλεῖψαι καὶ χήραν ἄντικρυς τοῦ νυμφίου. τὸν
γὰρ υἱὸν Κωνσταντῖνον καὶ τὴν βασιλίδα Μαρίαν προσρυῆναι
τῷ Βοτανειάτῃ καὶ ἄκοντας διὰ τὴν τυραννίδα ἐβόα. ταῦτα
λέγων παρώξυνέ τε τὸν θυμὸν τοῦ βαρβάρου καὶ πρὸς πόλεμον
 κατὰ Ῥωμαίων ἐξώπλιζε. τοιοῦτος μὲν λόγος διαρρεῖ 
μου τὰς ἀκοάς, καὶ οὐκ ἔχω γε διὰ θαύματος, εἴ τινες
ἀδοξότατοί τινας τοὺς ἐπὶ δόξης καὶ γένους εὐγενοῦς ὑποκρίνονται. 
ἕτερος δέ με περιβομβεῖ πιθανώτερος λόγος ἑτέρωθεν
φημιζόμενος, ὡς οὔτε μοναχός τις τὸν βασιλέα Μιχαὴλ
 ὑπεκρίνατο οὔτε τοιοῦτόν τι τὸν Ῥομπέρτον πρὸς
κατὰ ‘Ρωμαίων ἐκίνησε πόλεμον, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ βάρβαρος
πολυτροπώτατος ὢν τὰ τοιαῦτα ῥᾳδίως ἐπλάττετο. ἔχει γὰρ
ὧδε τὰ ἐφεξῆς. αὐτὸς μέν, ὥς φασιν, ὁ ‘Ρομπέρτος ῥᾳδιουργότατος
ὢν καὶ τὴν κατὰ ‘Ρωμαίων ὠδίνων μάχην
 καὶ πρὸ πολλοῦ πρὸς τὸν πόλεμον παρασκευαζόμενος ἐκωλύετο
μὲν ὡς ἀδίκων πολέμων ἄρχων καὶ κατὰ Χριστιανῶν
εὐτρεπιζόμενος παρά τινων τῶν περὶ αὐτὸν ἐνδοξοτάτων 
 

 
ἀνδρῶν καὶ αὐτῆς τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Γαΐτης καὶ ἀνεκόπτετο
πολλάκις ἐπιχειρήσας τῆς τοιαύτης ὁρμῆς· βουλόμενος
δὲ πιθανὴν τὴν πρόφασιν τοῦ πολέμου ποιήσασθαι πέμπει
τινὰς ἄνδρας εἰς Κοτρώνην τὰ ἀπόρρητα καταπιστεύσας
αὐτοῖς τῶν βεβουλευμένων καὶ ἐπισκήπτει τοιαῦτα· ὡς εἴ τινα 
μοναχὸν εὕροιεν βουλόμενον ἐκεῖθεν ἐνθάδε διαπερᾶσαι εἰς
προσκύνησιν τοῦ νεὼ τῶν κορυφαίων καὶ πολιούχων τῆς Ῥώμης
ἀποστόλων, ἐξ αὐτῆς ὄψεως μὴ πάνυ τὸ δυσγενὲς ἐμφαίνοντα,
τοῦτον ἀσμένως ἐναγκαλίσασθαι καὶ οἰκειωσαμένους
 πρὸς αὐτὸν ἀγαγεῖν. ἐπεὶ δὲ τὸν προειρημένον ἐφεῦρον 
Ῥαίκτωρα, ἄνδρα ποικίλον τε καὶ πρὸς πανουργίαν ἀπαράμιλλον,
δηλοῦσι τῷ Ῥομπέρτῳ διὰ γραμμάτων κατὰ τὸ Σαλερηνὸν
ἐνδιατρίβοντι, ὅτιπερ ὁ σὸς κηδεστὴς Μιχαὴλ ὁ τῆς
βασιλείας ἐξεώθεις κατέλαβε τὴν ἀπὸ σοῦ ἐξαιτούμενος βοήθειαν”,
οὕτω γὰρ αὐτοῖς ὁ Ῥομπέρτος ὑπέθετο τὰς πρὸς 
αὐτὸν ἐκθεῖναι γραφάς. ὁ δὲ ἐν χερσὶ ταύτας λαβὼν παρευθὺς
μὲν τῇ ὁμευνέτιδι ὑπαναγινώσκει, εἶτα συναγαγὼν τοὺς
κομήτας ἅπαντας ὑποδείκνυσι καὶ τούτοις τὰ γράμματα, ὡς
 μηκέτι κωλύεσθαι παρ’ αὐτῶν εὐλόγου τάχα αἰτίας δραξάμενος.
συντίθενται ἅπαντες παραχρῆμα τῇ τοῦ Ῥομπέρτου 
βουλῇ, καὶ οὕτως προσήκατο τε αὐτὸν καὶ εἰς ὁμιλίαν ἐλήλυθεν.
ἐντεῦθεν τὰ πάντα δραματουργεῖ καὶ σκηνὴν περιτίθησιν,
ὡς ὁ βασιλεὺς εἴη Μιχαὴλ ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος, ὡς
καθαιρεθείη τῶν θρόνων, ὡς τὴν γυναῖκα καὶ τὸν παῖδα
καὶ τἆλλα πάντα πρὸς τοῦ Βοτανειάτου τυράννου ἀφαιρεθείη, 
καὶ ὡς τοῦτον ἀδίκως καὶ παρὰ πάντα δίκαιον λόγον ἀντὶ τῆς
ταινίας τε καὶ τοῦ διαδήματος τὸ μοναχικὸν περιέθεντο σχῆμα,
καὶ νῦν ἱκέτης ἧκέ” φησι „πρὸς ἡμᾶς”. ταῦτα εἰς μέσους
ἐδημηγόρει ὁ Ῥομπέρτος τήν τε βασιλείαν αὐτῷ διὰ τὸ
 ἐπανασωθῆναι πρεσβεύων καὶ ἀξιῶν ἑκάστης ἡμέρας τὸν 
μοναχὸν ἐκεῖνον, ὡς δῆθεν τὸν βασιλέα Μιχαήλ, καὶ προεδρίας
καὶ θρόνων ὑψηλοτέρων καὶ τιμῆς ὑπερβαλλούσης καὶ
 

 
ἄλλοτε ἄλλως τὰς δημηγορίας πλαττόμενος, νῦν μὲν ἐλεεινολογούμενος,
οἷα πέπονθεν ἐπὶ θυγατρί, νῦν δὲ τοῦ συμπενθέρου
φειδόμενος ἐφ᾿ οἷστισι κακοῖς περιπέπτωκεν, νῦν
δὲ προσπαροξύνων τε καὶ διεγείρων πρὸς πόλεμον τὸ περὶ
 αὐτὸν βάρβαρον ποικίλως ἐπαγγελλόμενος τούτοις χρυσοῦ
θημῶνας, οὓς ἐκ τῆς ῾Ρωμαίων ἔχειν τούτοις κατεπηγγέλλετο. 
ἐντεῦθεν πάντας ἑλκυσάμενος τῆς ῥινὸς καὶ πλουσιωτέρους 
καὶ πενεστέρους ἀπάρας τῆς Λογγιβαρδίας, μᾶλλον δὲ πᾶσαν
αὐτὴν ἑλκυσάμενος καταλαμβάνει τὴν Σάλερνον μητρόπολιν
 οὖσαν Μέλφης, ἐν ᾗ τὰ κατὰ τὰς ἄλλας θυγατέρας αὐτοῦ
πάντα καταπράξας καλῶς ἐντεῦθεν τὰ πρὸς τὸν πόλεμον
ἐξαρτύεται. δύο δὲ ἤστην αὐτῷ· τὴν γὰρ τρίτην ἡ βασιλὶς
τῶν πόλεων εἶχεν ἐξ αὐτοῦ θαλάμου δυστυχῆ. ὁ γὰρ νεανίας
ἐκεῖνος ἐξ ἀρχῆς αὐτῆς οὔπω ἔφηβος ὢν ἀπεστρέφετο τουτὶ
 τὸ κῆδος καθάπερ τοὺς μορμολυττομένους τὰ βρέφη. τούτων
δὲ τὴν μὲν ῾Ραϊμούντῳ τῷ υἱῷ κόμητος Βραχενῶνος κατηγγυήσατο, 
τὴν ἑτέραν δὲ συνέζευξε τῷ Εὐβούλῳ ἐπιφανεστάτῳ
καὶ τούτῳ κόμητι. οὐδὲ ταῦτα τὰ συναλλάγματα πρὸς τὸ
ἀσύμφορον ἑώρα ῾Ρομπέρτῳ· ἀλλὰ πανταχόθεν γὰρ συνεκεκρότητο
 καὶ συνηθροίζετο ἑαυτῷ δύναμιν, ἐκ γένους, ἐκ τυραννίδος,
ἐξ ἀγχιστείας, ἐξ ἄλλων τρόπων παντοδαπῶν, ὧν
ἄν τις οὐδὲ ἐπινοήσαιτο.

Ξυμπίπτει δὲ μεταξὺ καί τι τοιοῦτον, ὅπερ ἄξιον
ἀφηγήσασθαι. ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο εἰς εὐτυχίαν τούτου ἀναφερόμενον.
 καὶ γὰρ καὶ τοὺς τῆς δύσεως ἅπαντας ἀρχηγοὺς
ἀναχαιτίζεσθαι τῆς πρὸς τοῦτον φορᾶς σφόδρα τῆς 
τῶν πραγμάτων εὐροίας τῷ βαρβάρῳ λογίζομαι, ἁπανταχόθεν
τῆς τύχης αὐτῷ συνεργούσης καὶ ἐπαιρούσης εἰς τυραννίδα
καὶ πᾶν τὸ ἐπωφελὲς περατουμένης. ὁ γάρ τοι πάπας τῆς
 ῾Ρώμης (γενναία δὲ αὕτη ἀρχὴ καὶ στρατεύμασι παντοδαποῖς
περιφραττομένη) μετὰ τοῦ ῥηγὸς Ἀλαμανίας Ἐνερίχου δια-
 

 
 φορὰν ἐσχηκὼς ἐβούλετο πρὸς συμμαχίαν ἑλκύσαι Ῥομπλερτον
ἤδη περιφανέστατον γεγονότα καὶ πρὸς μεγάλας ἀρχὰς ἀκμάσαντα.
ἡ δὲ διαφορὰ ῥηγός τε καὶ πάπα τοιαύτη τις ἦν.
ὁ μὲν γὰρ κατῃτιᾶτο τὸν ῥῆγα Ἐνέριχον ὡς τὰς ἐκκλησίας
οὐ προῖκα διδόντα, ἀλλὰ δωρημάτων ἀποδιδόμενον καί που 
καὶ ἀναξίοις ἀνδράσι τὴν ἀρχιερωσύνην καταπιστεύοντα καὶ
τοιούτων ἐγκλημάτων ἐδίωκεν. ὁ δέ γε ῥὴξ Ἀλαμανίας
τυραννίδος τὸν πάπαν ἐγράφετο, ὡς ἄτερ γνώμης αὐτοῦ
τὸν ἀποστολικὸν ἐξαρπάσειε θρόνον. καί που καἰ ἀπηναισχυντήκει
πρὸς τοῦτον καὶ ἰταμωτέροις ἐχρήσατο λόγοις, 
ὡς, εἰ μὴ ἐκσταίη τῆς αὐθαιρέτου προεδρίας, μεθ’ ὕβρεως
 ἐκεῖθεν ἀπελαθήσεται. τούτων οὖν ἀκούσας ὁ πάπας τῶν
λόγων κατὰ τῶν πρέσβεων εὐθὺς ἐμεμήνει καὶ αἰκισάμενος
πρότερον ἀπανθρώπως, εἶτα καὶ κείρας τὰς κεφαλὰς καὶ
ἐπικείρας τοὺς πώγωνας, τὰς μὲν ψαλίσι, ξυρῷ δὲ τοὺς 
πώγωνας, καὶ ἄλλο τι προσεξεργασάμενος ἀτοπώτατον καὶ
βαρβαρικὴν ὕβριν ὑπερελαῦνον ἀφῆκεν· εἶπον ἂν καὶ τὴν
ὕβριν, εἰ μή με καὶ γυναικεία καὶ βασιλικὴ ἐπεῖχεν αἰδώς.
ἐκεῖνο γὰρ οὐχ ὅπως ἀνάξιον ἀρχιερέως τὸ παρ’ ἐκείνου πραχθέν,
 ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὅλως ἀνθρώπου Χριστιανικὸν ἐπιφερομένου 
 καὶ τοὔνομα· ἐβδελυξάμην καὶ τὸ ἐνθύμημα τοῦ βαρβάρου,
μὴ ὅτι γε τοὖργον, ἐπεὶ καὶ τὸν γραφέα κάλαμον καὶ τὸν
χάρτην ἐμόλυνα ἄν, εἰ τὸ πραχθὲν κατὰ μέρος διεξῄειν.
ἀλλ’ εἰς παράστασιν καὶ βαρβαρικῆς ὕβρεως καὶ ὅτι ὁ χρόνος
ῥέων ἤθη ἀνδρῶν παντοδαπὰ πρὸς κακίαν ἀναφύει καὶ 
πάντολμα, ἀρκέσει αὐτὸ τοῦτο τὸ μηδὲ μικρόν τι τοῦ πραχθέντος
ἀνασχέσθαι ἡμᾶς παρεμφῆναι ἢ διηγήσασθαι. καὶ
ταῦτα ἀρχιερέως, ὦ δίκη, καὶ ταῦτα πρώτου ἀρχιερέως
καὶ ταῦτα προκαθημένου τῆς οἰκουμένης ἁπάσης γενομένου,
ὥσπερ οὖν καὶ οἱ Λατῖνοι λέγουσί τε καὶ οἴονται· ἔστι γὰρ 
 καὶ τοῦτο τῆς ἀλαζονείας αὐτῶν. μεταπεπτωκότων γὰρ τῶν
σκήπτρων ἐκεῖθεν ἐνθάδε εἰς τὴν ἡμεδαπήν τε καὶ ἡμετέραν
 

 
βασιλίδα πόλιν καὶ δὴ καὶ τῆς συγκλήτου καὶ ἅμα πάσης
τῆς τάξεως μεταπέπτωκε καὶ ἡ τῶν θρόνων ἀρχιερατικὴ
τάξις. καὶ δεδώκασιν οἱ ἀνέκαθεν βασιλεῖς τὰ πρεσβεῖα τῷ
θρόνῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ μάλιστα ἡ ἐν Χαλκηδόνι
 σύνοδος εἰς περιωπήν πρωτίστην τὸν Κωνσταντινουπόλεως
ἀναβιβασαμένη τὰς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην διοικήσεις ἁπάσας
ὑπὸ τοῦτον ἐτάξατο. μήποτε οὖν ἡ τοιαύτη πρὸς τοὺς
πρέσβεας ὕβρις ἀνεφέρετο πρὸς τὸν πεπομφότα οὖσα, οὐ 
μόνον ὅτι τούτους ἐκόλασεν, ἀλλ’ ὅτι καὶ καινήν τινα τὴν
 εἰς αὐτοὺς γενομένην ὕβριν αὐτὸς πρῶτος ἐξεύρατο. ᾐνίττετο
γὰρ δι᾿ ὧν ἐποίει τὸ τοῦ ῥηγός, ὡς οἴμαι, εὐκαταφρόνητον,
ὥσπερ τις ἡμίθεος ἡμιόνῳ διαλεγόμενος διὰ τῶν καθυβρισμένων
τουτωνὶ πρέσβεων. ὁ μὲν οὐν πάπας † ἐπειδὴ ταῦτα
πεπραχὼς καὶ τοὺς πρέσβεις οὕτως, ὡς εἶπον, ἀποπεμψάμενος
 πρὸς τὸν ῥῆγα, μέγιστον πόλεμον ἀνηρέθισεν· ἴνα δὲ
μὴ τῷ Ῥομπέρτῳ προσθέμενος ὁ ῥὴξ ἀφορητότερος γένοιτο,
φθάνει τὰ πρὸς εἰρήνην τῷ Ῥομπέρτῳ διακηρυκευσάμενος,
οὐδὲ πρότερον φιλίως διακείμενος πρὸς αὐτόν. πυθόμενος 
γὰρ τὸν δοῦκα Ῥομπέρτον κατειληφότα τὴν Σάλερνον ἀπάρας
 ἐκεῖνος τῆς Ῥώμης εἰς Βενεβενδὸν παραγίνεται. καὶ
διὰ πρέσβεων πρὸς ἀλλήλους διαλεχθέντες εἶθ’ οὕτως καὶ
αὐτοπροσώπως ἐντετυχηκότες ἀλλήλοις· καὶ γὰρ ὁ μὲν τῆς Βενεβενδοῦ
μετὰ τοῦ οἰκείου ξυντάγματος, ὁ δὲ τῆς Σαλέρνου
μετὰ στρατιᾶς ἐξιόντες, κᾆθ’ οὕτως τῶν στρατευμάτων γεγονότων
 ἐκ διαστήματος ἱκανοῦ, ἑκάτερος τοῦ οἰκείου τάγματος
ἀποστάς, συνηλθέτην τε τὼ ἄνδρε καὶ πίστεις παρ’ ἀλλήλων
καὶ ὅρκους λαβόντες ὑπέστρεψαν. οἱ δὲ ὅρκοι, ἴν’ ὁ μὲν
πάπας τήν τε τοῦ ῥηγὸς ἀξίαν περιθείη αὐτῷ καὶ συμμαχίαν 
δοίη καιροῦ καλοῦντος κατὰ Ῥωμαίων· ὁ δὲ δοὺξ ἀνθωρκίζετο
 κίζετο τῷ πάπᾳ προσβοηθεῖν ὅποι βούλοιτο. μάταια δ’ ἄρα
ἦσαν τὰ τῶν ὅρκων παρ’ ἀμφοτέρων τελούμενα. ὅ τε γὰρ
πάπας κατὰ τοῦ ῥηγὸς εὖ μάλα παρώξυντο καὶ ὁ πρὸς ἐκεῖ-
 

 
νον πόνος κατήπειγεν, ὅ τε δοὺξ Ῥομπέρτος τῇ Ῥωμαίων
ἐπωφθαλμία καὶ ὥσπερ τις κάπρος ἄγριος τοὺς ὀδόντας
κατὰ τούτων ἐτετρίγει τε καὶ τὸν θυμὸν ἔθηγεν, ὥστε μέχρι
 λόγων οἱ ὅρκοι τούτων. καὶ ὀμνύντες αὐτίκα τὸ πρὸς ἀλλήλους
 οἱ βάρβαροι τὸ παραυτίκα καὶ παρεσπόνδουν. ὁ μὲν 
δοὺξ Ῥομπέρτος συστρέψας τοὺς χαλινοὺς ἐπὶ τὴν Σάλερνον
ἔσπευδεν, ὁ δὲ κατάπτυστος οὗτος πάπας (πὐδὲ γὰρ
ποτ’ ἂν ἄλλο τοῦτον ἐπονομάζειν τὴν ἀπάνθρωπον ἐκείνην
ὕβριν ἐνθυμηθεῖσα τὴν εἰς τοὺς πρέσβεας) μετὰ πνευματικῆς
χάριτος καὶ εὐαγγελικῆς εἰρήνης ἐπὶ τὸν πόλεμον ὁ δεσπότης 
ἐχώρει ὅλῃ γνώμῃ καὶ ὅλαις χερσὶ τὸν ἐμφύλιον, ὁ εἰρηνικὸς
ταῦτα καὶ τοῦ εἰρηνικοῦ μαθητής. τοὺς γὰρ Σάξονας
αὐτίκα καὶ τοὺς Σαξόνων ἡγεμόνας Λαντοῦλφόν τε καὶ Οὐέλκον
 μεταπεμψάμενος καὶ πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα ἐν ὑποσχέσεσιν
ὑποτείνας καὶ ῥῆγας ποιήσειν τῆς ἑσπέρας ἁπάσης ἐπαγγειλάμενος 
εἰς ἑαυτὸν ὑποσύρει τοὺς ἄνδρας. οὕτως ἐκεῖνος
εὔκολον εἶχε τὴν δεξιὰν εἰς χειροθεσίαν ῥηγῶν τοῦ Παύλου
παρακούων, ὡς ἔοικε, „χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει”
λέγοντος· ὁ δὲ τὸν δοῦκα Λογγιβαρδίας ἐταινίου καὶ τοὺς
Σάφονας τούτους ἔστεφε. συναγηοχότος τοίνυν ἑκατέρου τὰς 
δυνάμεις αὐτῶν, τοῦ τε ῥηγὸς Ἀλαμανίας Ἐνερίχου καὶ
τοῦ πάπα, καὶ πρὸς ἀλλήλους παραταξαμένων ἥ τε κερατίνη
σάλπιγξ τὸ ἐνδόσιμον ἐδεδώκει καὶ συνερράγησαν εὐθὺς αἱ
 φάλαγγες καὶ μάχη ἐζ ἑκατέρων ἀνερριπίσθη μεγάλη καὶ
παραμόνιμος. ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ ἐξ ἑκατέρου μέρους ἠνδρίσαντο 
καὶ ταῖς ἀπὸ τῶν δοράτων τρώσεσι καὶ τοξευμάτων
βολαῖς ἐνεκαρτέρησαν, ὡς ἐν βραχεῖ χρόνῳ πᾶσαν τὴν ὑποκειμένην
πεδιάδα ὑπὸ τῶν αἱμάτων τῶν ἀπὸ τῶν φόνων
ἐνθαλαττεύεσθαι καὶ τοὺς ὑπολοίπους ἄνδρας ἐμπλέοντας τῷ
πολλῷ λύθρῳ μάχεσθαι· ἔστιν ὅπου καὶ τοῖς νεκροῖς σώμασι 
συμποδιζομένους διαπίπτειν καὶ τῷ ποταμῷ τῶν αἱμάτων
ἐμπνίγεσθαι. εἰ γὰρ ὑπὲρ τὰς τριάκοντα χιλιάδας ἄνδρες
 κατ’ ἐκείνην τὴν μάχην, ὥς φασιν, ἐπεπτώκεισαν, πόσος
ῥοῦς αἵματος κατερρύη, πόσον διάστημα γῆς τῷ λύθρῳ

 
πεπάλακτο. εἶχον οὖν, ὡς οὕτως εἰπεῖν, ἴσας ὑσμίνῃ τὰς
κεφαλὰς καὶ ἑκατέρα μερίς, ἕως ὁ τῶν Σαξόνων ἡγεμὼν
Λαντοῦλφος διεῖπε τὸν πόλεμον. ἐπεὶ δὲ ἐκεῖνος καιρίαν
ἐβλήθη καὶ αὐτίκα τὴν ψυχὴν ἀφῆκεν, ἔκλινεν ἡ φάλαγξ
 τοῦ πάπα καὶ τὰ νῶτα τοῖς ἐχθροῖς ἐδεδώκει οὐκ ἀναιμάκτως
οὐδ’ ἄνευ τραυμάτων φεύγοντες. ἔφεπε δὲ τούτους κλονέων
ὁ Ἐνέριχος καὶ μάλα θαρρήσας τὴν μεταδίωξιν, ἐξ ὅτου καὶ
τὸν Λαντοῦλφον ἐπύθετο πεπτωκότα καὶ πολεμίας
ἔργον γεγενημένον. ἀλλ’ ἔστη τοῦ δρόμου καὶ ἀναπνεῖν
 ἐπέταττε τὰ στρατεύματα. καὶ ἐξοπλισάμενος αὖθις ἐπὶ τὴν
Ῥώμην ἔσπευδε πολιορκήσειν αὐτὴν προθυμούμενος. ἐνθύμιον
ἐνταῦθα λαμβάνει ὁ πάπας τὰς συνθήκας καὶ τοὺς
ὅρκους τοῦ Ῥομπέρτου καὶ διαπρεσβεύεται πρὸς αὐτὸν εἰς
συμμαχίαν ἀποπειρώμενος. καὶ δὴ κατὰ ταὐτὸν καὶ ὁ Ἐνέριχος
 συμμαχίαν ἐζήτει πέμψας κατὰ τῆς πρεσβυτάτης Ῥώμης
ὁρμώμενος. ἀλλ’ ἔδοξεν τότε τότε λῆρος Ῥομπέρτῳ τοιαῦτα
ἐπιζητῶν· ἐκεῖνος δὲ πρὸς μὲν τὸν ῥῆγα ἄλλον τρόπον καὶ
ἀγράφως ἀπεκρίνατο, πρὸς δὲ τὸν πάπαν ἐπιστολὴν διεχάραξεν.
εἶχε δὲ τὰ τῆς ἐπιστολῆς ὧδέ πως τῷ μεγάλῳ ἀρχειρεῖ 
 καὶ κυρίῳ μου Ῥομπέρτος δοὺξ ἐν θεῷ. τὴν γεγενημένην
κατὰ σοῦ τῶν ἐχθρῶν ἔφοδον διακηκοὼς οὐ πάνυ τι
τῇ ἀκοῇ προσεθέμην εἰδώς, ὡς οὐκ ἄν τις τολμήσειεν ἀντᾶραί
σοι χεῖρας. τίς γὰρ κατὰ τοσούτου πατρὸς ἐπιχειρήσειεν,
εἰ μὴ μαίνοιτο; ἐμὲ δὲ ἴσθι πρὸς πόλεμον βαρύτατον
 ἐξοπλιζόμενον καὶ πρὸς ἔθνος δυσκαταγώνιστον. Ῥωμαῖοι 
γάρ εἰσι πρὸς οὓς ὁ πόλεμος, οἳ πᾶσαν γῆν καὶ θάλασσαν 
τροπαίων ἐνέπλησαν. σοὶ δὲ ἀλλ’ ἀπὸ ψυχῆς βαθείας πίστιν
ὀφείλω, ἣν καὶ καιροῦ καλοῦντος παράσχοιμι”. οὕτως ἐκεῖνος
καὶ ἀμφοτέρων τῶν εἰς συμμαχίαν καλούντων τοὺς πρέσβεις,
 τοὺς μὲν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ, τοὺς δὲ πιθανοῖς τισι λόγοις
διακρουσάμενος ἀπεπέμψατο.

Ἀλλὰ μὴ παρῶμεν τὰ κατὰ Λογγιβαρδίαν αὐτῷ
 

 
διαπεπραγμένα πρὶν ἥκειν εἰς τὸν Αὐλῶνα σὺν τῷ στρατεύματι.
ὁ μὲν γὰρ καὶ ἄλλως ἦν τυραννικὸς ἀνὴρ καὶ πικρότατος,
 τότε δὲ καὶ Ἡρώδου μιμεῖται μανίαν. μὴ γὰρ ἀρκούμενος
τοῖς ἀνέκαθεν ἐστρατευμένοις ἀνδράσι καὶ πρὸς
μάχην ἐπισταμένοις ὁπλίζεσθαι νεοσύλλεκτον ποιεῖται στράτευμα 
μηδεμιᾶς φειδόμενος ἡλικίας· ἀλλὰ καὶ τὴν ἔξωρον
καὶ τὴν ἄωρον πανταχόθεν συναγηοχὼς Λογγιβαρδίας τε καὶ
Ἀπουληΐας εἰς ἑαυτὸν ἐφειλκύσατο. καὶ ἦν ἰδεῖν καὶ παῖδας
καἰ μειρακίσκους καὶ γέροντας ἀνθρώπους οἰκτρούς, οἳ μηδ’
ὅσον ἐν ὀνείροις ὅπλον ἐθεάσαντο, τότε δὴ ἐνδεδυμένους θώρακα 
καὶ ἀσπίδα κρατοῦντας καὶ τόξον ἀφυῶς πάντη καὶ
πλημμελῶς τείνοντας καὶ κατὰ στόμα πίπτοντας, ἐπειδὰν
 βαδίζειν ἐξῆν. ταῦτα δὴ ταῦτα θορύβου μὲν πρόφασις ἦσαν
τῇ χώρᾳ Λογγιβαρδίας ἀκαταπαύστου, καὶ πανταχοῦ κλαυθμὸς
ἀνδρῶν καὶ ὀλολυγμὸς γυναικῶν, καὶ ἐμερίζετο ταύταις 
τά τῆς συγγενείας. ἡ μὲν γὰρ αὐτῶν ἀστράτευτον ἄνδρα
ἐθρήνει, ἡ δὲ ἀπειροπόλεμον παῖδα, ἄλλη δὲ ἀδελφὸν γεωργὸν
ἢ πρὸς ἄλλα ἔργα ἠσχολημένον. ταῦτα μὲν ἄντικρυς, καθάπερ
εἶπον, μανίας ἦσαν Ἡρώδου ἡ καὶ πλέον Ἡρώδου. ἐκεῖμος
μὲν γὰρ κατὰ τῶν βρεφῶν ἐμεμήνει μόνον, οὗτος δὲ 
καὶ κατὰ παίδων καὶ πρεσβυτέρων. ἀλλὰ καίπερ οὕτως ἐχόντων
τούτων ἀνασκήτως, ὡς οὕτω γε φάναι, ἐγύμναζε τε
 καθ’ ἡμέραν ἑκάστην καὶ συνεκρότει τὰ τῶν νεοσυλλέκτων
σώματα. ταῦτα μὲν ἐν Σαλέρνῳ συνεπεπτώκει Ῥομπέρτῳ,
πρὶν εἰς Ὑδροῦντα παραγενέσθαι. ἐκεῖσε γὰρ προεξέπεμψε 
στράτευμα ἱκανώτατον αὐτὸν ἀπεκδεχόμενον, ἐπειδὰν ἅπαντα
καταστήσειε τὰ κατὰ τὴν χώραν Λογγιβαρδίαν καὶ πρὸς
τοὺς πρέσβεις τὰς προσηκούσας ἀποκρίσεις ποιήσαιτο. τοσοῦτον
μέντοι τῷ πάπᾳ προσέθετο, ὅτι τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ῥογέρῃ,
ὃν Ἀπουληΐας ἁπάσης κεχειροτόνηκεν ἄρχοντα καὶ 
Βοριτύλαν τὸν ἀδελφόν, ἐπέσκηψεν, ἐπειδὰν ὁ τῆς Ῥώμης
 

 
θρόνος πρὸς βοήθειαν αὐτοὺς προσκαλοῖτο κατὰ τοῦ Ἐνερί
χοῦ ῥηγός, προθυμότατα πρὸς αὐτὸν ἀφικέσθαι καὶ τὴν δν
νατὴν εἰσενεγκεῖν συμμαχίαν. τὸν μέντοι Βαϊμοῦντον, τὸ
νεώτερον τῶν υἱέων αὐτοῦ καὶ κατὰ πάντα παρεμφερῆ τῳ
 πατρὶ καὶ τόλμαν καὶ ῥώμην καὶ γενναιότητα καὶ θυμὸν
ἀκατάσχετον (ὅλως γὰρ οὗτος τοῦ πατρὸς
καὶ τῆς ἐκείνου φύσεως ἔμψυχον ἐκμαγεῖον) μετὰ βαρυτάτου
στρατεύματος ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς ἀποστέλλει χωρίοις τοῖς 
ἀμφὶ τὸν Αὐλῶνα τόποις ἐπιπηδήσοντα. ὁ δὲ αὐτίκα ξὺν
 ἀπειλῇ καὶ ἀκατασχέτῳ ῥύμῃ καθάπερ τις ἐπιρρυεὶς κεραυνὸς
τῶν τε Κανίνων καἰ Ἱεριχὼ καὶ τοῦ Αὐλῶνος παντὸς
ἐπελάβετο καὶ ἀεί τι τὰ ξυμπαρακείμενα ᾕρει καὶ ἐπυρπόλει
μαχόμενος. καὶ ἦν ὡς ἀληθῶς πρὸ τοῦ πυρὸς καπνὸς δριμύτατος
καὶ πρὸ τῆς μεγάλης πολιορκίας πολιορκίας προοίμιον.
 βρούχους ἄντικρυς καὶ ἀκρίδας εἶπεν ἄν τις αὐτούς,
τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱόν· τὰ γὰρ κατάλοιπα Ῥομπερτου ὁ
τούτου υἱὸς Βαϊμοῦντος προσεπενείματο καὶ κατέφαγεν. ἀλλὰ
μήπω γε τοῦτον εἰς τὸν Αὐλῶνα διαπεράσωμεν· προεξε- 
ταζέσθω δὲ τὰ κατὰ τὴν ἀντιπέραν ἤπειρον αὐτῷ
 πεπραγμενα.

Ἀπάρας γὰρ ἐκεῖθεν γίνεται κατὰ τὸν Ὑδροῦντα,
εἶτ᾿ ἐκεῖθι διακαρτερήσας ὀλίγας ἡμέρας καὶ τὴν γυναῖκα 
Γαΐται ἀπεκδεχόμενος (καὶ γὰρ καὶ αὐτὴ
ἀνδρὶ καὶ χρῆμα ἦν ἡ γυνὴ φοβερόν, ἐπειδὰν ἐξοπλίσαιτο)
 ὡς ἐνηγκαλίσατο ταύτην ἐπελθοῦσαν, ἄρας ἐκεῖθεν πάλιν
ὅλῳ στρατεύματι τὸ Βρεντήσιον καταλαμβάνει· ἔστι δὲ τοῦτο
ἐπίνειον τῆς ὅλης Ἰαπυγίας εὐλιμενώτατον. ἐνταῦθα δὲ
καταπτὰς ἐκαραδόκει τε τὸ στράτευμα πᾶν ἐνταῦθα συναθροισθῆναι
καὶ τὰς νῆας ἁπάσας, ὅσαι τε φορτίδες ἦσαν
 καὶ ὅσαι μακραὶ καὶ πολεμιστήριοι· ἐκεῖθεν γὰρ ἐπὶ τάδε τὸν 
ἀπόπλουν ἐδόκει ποιεῖν. καὶ ἅμα ὁπόταν κατὰ τὴν Σάλερνον
ἦν, πρέσβυν ἐξαποστέλλει τινὰ τῶν ἀμφ᾿ αὐτὸν μεγιστάνων
 

 
Ῥαοὺλ ἐπονομαζόμενον πρὸς τὸν βασιλέα Βοτανειάτην ἤδη
μετὰ τὸν αὐτοκράτορα Δούκαν τῶν σκήπτρων ἐπειλημμένον·
ἐκαραδόκει καὶ τούτου τὰς ἀποκρίσεις. αὐτῷ τε γὰρ ἐπεπόμφει
μέμψεις τινὰς καὶ προφάσεις δῆθεν εὐλόγους τοῦ προκειμένου
πολέμου, ὅτι τὴν θυγατέρα μνηστευθεῖσαν τῷ 
βασιλεῖ Κωνσταντίνῳ, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, τὴν
μὲν ἀπέζευξε τοῦ νυμφίου, τοῦ δὲ τὴν βασιλείαν παρείλετο,
 καὶ ὡς ἠδικηκότος πρὸς ἄμυναν αὐτὸς εὐτρεπίζοιτο. τῷ
δὲ τηνικαῦτα μεγάλῳ δομεστίκῳ καὶ ἐξάρχω τῶν δυτικῶν
στρατευμάτων οὗτος δ’ ἦν ὁ ἐμὸς πατὴρ Ἀλέξιος) δῶρά τέ 
τινα ἐπεπόμφει καὶ γράμματα φιλίαν ἐπαγγελλόμενα. ταῦτα
καραδοκῶν ἠτρέμει τῷ Βρεντησίῳ. ἐπεὶ δὲ μήπω τῶν στρατευμάτων
συλλεγέντων ἁπάντων καὶ τῶν νηῶν ἀπωσθεισῶν
τῶν πλειόνων εἰς θάλασσαν ἧκε Βυζαντόθεν ὁ Ῥαοὺλ καὶ
μηδεμίαν ἀπόκρισιν πρὸς τὰ μεμηνυμένα ἐπενεγκὼν εἰς θυμὸν 
ἀνερρίπισε πλέω τὸν βάρβαρον καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ δικαιολογίας
ἥπτετο πρὸς τοῦτον τοιαύτης τῶν πρὸς τοὺς
Ῥωμαίους πολέμων † ἀπαγούσης, πρῶτα μὲν ὅτι ὁ ἐφεπόμενος
 αὐτῷ μοναχὸς ὑποκριτής ἐστι καὶ γόης ἀνὴρ καὶ
ὑποδύεται τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ καὶ ὅλως πλάσμα ἐστὶ 
τὸ κατ’ αὐτόν. ἐκεῖνον γὰρ ἰδεῖν φησι μετὰ τὴν ἀπὸ θρόνου
καθαίρεσιν ἐν τῇ βασιλίδι πόλει φαιὸν ἐνδεδυμένον τριβώνιον
καὶ ἐν μοναστηρίῳ διάγοντα ἐπιμελὲς ποιησάμενος τὸ αὐταῖς
ὄψεσι τὸν καταβεβλημένον βασιλέα θεάσασθαι. ἔπειτα προσετίθει
καὶ τοῦτο, ὃ καὶ κατὰ τὴν ὑποστροφὴν συμπεπτωκὸς 
ἠκηκόει. ὁ γὰρ ἐμὸς πατὴρ τῆς βασιλείας ἐπιδραξάμενος,
ὅς ὕστερον διηγήσομαι, τὸν Βοτανειάτην τῶν βασιλείων ἐξήλασε
 καὶ τὸν τοῦ Δούκα υἱὸν τὸν περιφανέστατον Κωνσταντῖνον
ἐκεῖνον ἐν τοῖς ὑφ’ ἥλιον προσηκάμενος μετεδίδου
αὖθις τῆς βασιλείας. τοῦτο κατὰ τὴν ὁδὸν ἀκηκοὼς ὁ Ῥαοὺλ 
εἰς πειθὼ καὶ ταῦτα προσῆγε παραλύειν πειρώμενος τὴν τοῦ
πολέμου σκευήν. „τίνι γὰρ δικαίῳ λόγῳ πρὸς Ἀλέξιόν” φησι
 

 
„πολεμήσομεν τοῦ Βοτανειάτου τὰς ἀρχὰς δεδωκότος τῆς
ἀδικίας καὶ τὴν θυγατέρα τὴν σὴν Ἑλένην τῶν Ῥωμαϊκῶν
σκήπτρων ἀποστερήσαντος; τὰ γὰρ παρ’ ἄλλων εἰς ἡμᾶς γινόμενα
οὐκ ἂν ἑτέροις τοῖς μὴ προσκεκρουκόσι κατὰ δίκην
 ἐνέγκοι πόλεμον. μὴ ἔχοντος δὲ τοῦ πολέμου δικαίαν πρόφασιν 
τὰ ξύμπαντα φροῦδα, καὶ νῆες καὶ ὅπλα καὶ ἄνδρες
καὶ παρασκευὴ πᾶσα πολεμιστήριος”. ταῦτα ῥηθέντα ἐξώργισεν
ἐπὶ πλέον Ῥομπέρτον· ἐμεμήνει γὰρ καὶ ἒμελλε τὼ
χεῖρε τούτῳ ἐπιβαλεῖν. ἐκ θατέρου δὲ καὶ ὁ πεπλασμένος 
 ἐκεῖνος Δούκας καὶ ψευδοβασιλεὺς Μιχαήλ, ὃν καὶ Ραίκτωρα
ὠνομάκαμεν, ἐσχετλίαζε τε καὶ ἐδυσφόρει καὶ οὐκ
εἶχεν, ὅπως κατάσχοι τὴν ὀργήν, οὕτω σαφῶς ἐξελεγχόμενος,
ὡς οὐκ εἴη βασιλεὺς ἐκεῖνος ὁ Δούκας, ἀλλὰ ψευδεπίλαστος
βασιλεύς. ὢν δὲ καὶ ἄλλως ἐζωργισμένος ὁ
 τύραννος κατὰ τοῦ Ῥαοὺλ τοῦ ἀδελφοῦ Ῥογέρη πρὸς Ῥωμαίους 
αὐτομολήσαντος καὶ διαμεμηνυκότος ἅπαντα τὰ κατὰ
τὸν παρασκευαζόμενον πόλεμον ἠβουλήθη κακόν τι δρᾶσαι
τῷ Ῥαοὺλ τὸν παραυτίκα θάνατον ἀπειλήσας. ὁ δὲ μηδ’
ὅλως πρὸς τὴν φυγὴν ἐρρᾳθυμηκὼς πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον
 ἐδραπέτευσεν ὥσπερ τι κρησφύγετον ἐκ τοῦ σχεδὸν αὐτὸν
ἐφευράμενος. ἐτραγῴδει δὲ καὶ ὁ Ῥαίκτωρ τὰς παλαμναιοτάτας
ἀπειλὰς τἀδελφῷ τοῦ Ῥαοὺλ τῷ πρὸς Ῥωμαίους αὐτομολήσαντι
μεγάλα τε κεκραγὼς καὶ τὸν μηρὸν τῇ δεξιᾷ
πλήττων καὶ ἐξαιτούμενος τὸν Ῥομπέρτον καὶ λέγων „ἓν
 τοῦτο καὶ μόνον αἰτῶ, ὡς εἰ τῆς βασιλείας
καὶ ἀποκατασταίην τοῖς θρόνοις, παραδοῦναί μοι τὸν Ῥογέρην,
καὶ εἰ μὴ τοῦτον οἰκτίστῳ θανάτῳ παραδοίην αὐτίκα
ἐν μέσῃ τῇ πόλει ἀνασταυρώσας, τάδε καὶ τάδε πείσομαι
ἐκ θεοῦ”. ἀλλὰ μεταξὺ τῶν διηγήσεων τούτων γελᾶν ἔπεισί 
 μοι τοὺς ἄνδρας τούτους καὶ τῆς ἀπονοίας καὶ τῆς κουφότητος,
μᾶλλον δὲ τῆς κατ’ ἀλλήων ἀλαζονείας. ὁ μὲν γάρ
τοι Ῥομπέρτος πρόφασιν εἶχε τὸν ἀπατεῶνα τοῦτον καὶ
 

 
δέλεαρ καὶ οἷόν τι πρόσχημα τοῦ συμπενθέρου καὶ βασιλέως
καὶ διεδείκνυ τοῦτον ταῖς πόλεσι καὶ πρὸς ἀποστασίαν ἐπῆρεν,
ἐφ’ οὓς ἂν παραγένοιτο καὶ συμπείθειν ἠδύνατο, ἐν
νῷ ἔχων, ἐπειδὰν κατὰ ῥοῦν αὐτῷ τὰ τοῦ πολέμου καὶ
τῆς τύχης ἐπέλθοι, ἐπὶ τοῦ τραχήλου ῥαπίσας ἀποπέμψαι 
σὺν γέλωτι· μετὰ γὰρ τὴν θήραν καταγελᾶται τὸ δέλεαρ.
 ὁ δὲ καὶ αὐτὸς ἐλπίσιν ἠπατημέναις ἐτρέφετο, εἴ που συμβαίη
καὶ μετάσχοι κράτους τινός, οἷα φιλεῖ πολλάκις γίνεσθαι
παραλόγως, ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν τῆς βασιλείας ἀπρὶξ ἐπιδράξοιτο,
ὡς οὐκ ἂν τὸν βάρβαρον Ῥομπέρτον προσηκαμένου 
εἰς βασιλείαν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δήμου καὶ τοῦ στρατεύματος,
αὐτῷ δὲ τῷ τέως ἀποχρῷτο καθάπερ ὀργάνῳ εἰς τὴν ὅλην
τῆς σκευωρίας οἰκονομίαν. ταῦτα ἐνθυμουμένῃ μοι μειδιᾶν
ἐπέρχεται καὶ γέλως ἐπιτρέχει τοῖς χείλεσι πρὸς λύχνον ἐπισυρούσῃ
τὸν κάλαμον.

Ὁ μέντοι Ῥομπέρτος πᾶσαν δύναμιν συναγηοχὼς
κατὰ τὸ Βρεντήσιον τάς τε ναῦς αὐτῷ καὶ τοὺς στρατιώτας
 (αἱ μὲν γὰρ νῆες εἰς ἑκατὸν καὶ
οἱ δὲ στρατιῶται εἰς τριάκοντα χιλιάδας ξύμπαντες ἐτύγχανον
συμποσούμενοι ἑκάστης νηὸς ἄνδρας ἀπολαμβανούσης 
διακοσίους μεθ’ ὅπλων καὶ ἵππων) καὶ οὕτως ἐχόντων παρασκευῆς,
ἐπειδὰν οἷς προσοκείλειαν, ὡπλισμένοις τούτοις
καὶ ἱππόταις περιτύχοιεν, ἔμελλε διαφεῖναι πρὸς τὴν Ἐπίδαμνον
πόλιν, ἣν Δυρράχιον κατὰ τὸ νῦν ἐπικρατῆσαν ἔθος
προσονομάζομεν. ἐδόκει μὲν γὰρ ἐξ Ὑδροῦντος πρὸς τὰς 
Νικοπόλεις διαπερᾶν καὶ τήν τε Ναύπακτον καὶ τὰ ξυμπαρακείμενα
χωρία καὶ φρούρια πάντα κύκλῳ περιλαβεῖν. ἀλλ’
 ἐπειδήπερ εἰς πολὺ πλάτος ἠνέῳκτο τό ἐκεῖθεν ἐνθάδε πέλαγος
ἢ τὸ ἀπὸ Βρεντησίου πρὸς τὸ Δυρράχιον, προείλετο
μᾶλλον τοῦτον τὸν κατάπλουν ἐκείνου ἅμα μὲν καὶ τὴν ταχίστην 
κέλευθον προαιρούμενος, ἅμα δὲ καὶ τὴν ῥᾳστώνην τῷ
 στόλῳ περιποιούμενος. καὶ γὰρ χειμέριος ἦν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἥλιος
 

 
πρὸς τοὺς νοτίους κύκλους ἀπελαυνόμενος καὶ τῷ αἰγοκέρωτι
πλησιάζων ὑπετέμνετο τὰ ἡμερησία διαστήματα. ἴν’
οὖν μὴ ἐξ Ὑδροῦντος ἀφεὶς ἀρχομένης ἡμέρας νυκτοπλοήσειε
καὶ κλύδωσί τισι προσπελάσειεν, ἐπὶ τὸ Δυρράχιον ἐκ
 Βρεντησίου ὅλοις ἱστίοις ἀπενεχθῆναι ἐβουλεύσατο. τὰ μήκη
γὰρ τοῦ διαστήματος τῆς ὁδοῦ συνετέμνετο ἐπιστενουμένου
τοῦ Ἀδριαντικοῦ πελάγους ἐκεῖθι. οὐ μέντοι οὐδὲ τὸν υἱὸν
Ῥογέρην κατόπιν ἀπέλιπε, καθάπερ βεβούλητο πρότερον,
Ἀπουληΐας αὐτὸν κεχειροτονηκὼς κύριον, ἀλλ’ οὐκ οἶδ᾿ 
 ὅπως μεταδόξαν αὐτὸν πάλιν συνεφεπόμενον εἶχε. μεταξὺ
δὲ τοῦ πρὸς τὸ Δυρράχιον κατάπλου τήν τε Κορυφὼ πόλιν
ὀχυρωτάτην καὶ ἄλλα τινὰ ἡμέτερα φρούρια ἐξ ἀποστολῆς
κατέσχε. καὶ ὁμήρους ἔκ τε Λογγιβαρδίας καὶ Ἀπουληΐας
ἀναλαβόμενος καὶ τὴν χώραν ἀργυρολογήσας ἅπασαν καὶ
 φορολογήσας προσδοκήσιμος ἦν τῷ Δυρραχίῳ προσεσχηκέναι.
δοὺξ δὲ τηνικαῦτα ἐτύγχανε παντὸς τοῦ Ἰλλυρικοῦ Γεώργιος
ὁ Μονομαχάτος παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος Βοτανειάτου 
ἀποσταλείς. καίτοι πρότερον τὴν ἀποστολὴν ἀπεπέμπετο καὶ
οὐδ’ ὅλως ἦν εὐπειθὴς πρὸς τὴν λειτουργίαν ταύτην, ἀλλ’
 οἵ γε βάρβαροι δοῦλοι τοῦ αὐτοκράτορος Σκύθαι γὰρ ἦσαν
Βορῖλός τε καὶ Γερμανός) ἐνεκότουν τε τῷ Μονομαχάτῳ
καὶ ἀεί τι δεινότερον κατ᾿ αὐτοῦ ἐννοοῦντες κατεῖπον αὐτοῦ
πρὸς τὸν αὐτοκράτορα συρράψαντες, ὁπόσα γε καὶ βεβούλοιντο,
καὶ τοσοῦτον ἀνέφλεξαν τὸν τοῦ βασιλέως κατ᾿ αὐτοῦ
 θυμόν, ὡς ἐπιστραφέντα ποτὲ πρὸς τὴν βασιλίδα Μαρίαν
ἐρεῖν „ἐχθρὸν τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας τὸν Μονομαχάτον
τοῦτον ὑπώπτευκα”. τοῦτο ἀκροασάμενος Ἰωάννης ὁ
Ἀλανός, φίλος ἐς τὰ μάλιστα ὢν τοῦ Μονομαχάτου, γινώσκων
δὲ καὶ τὴν τῶν Σκυθῶν πρὸς αὐτὸν μῆνιν καὶ τὰς 
 συχνὰς κατ᾿ αὐτοῦ εἰσηγήσεις ἅπαντα τά τε τοῦ βασιλέως
ῥήματα τά τε τῶν Σκυθῶν πρὸς τὸν Μονομαχάτον ἀπελθὼν
 

 
ἐξορχεῖται καὶ περὶ τοῦ συμφέροντος βουλεύσασθαι ξυμβουλεύει.
ὁ δὲ νουνεχὴς γὰρ ἦν) καὶ τῷ βασιλεῖ προσελθὼν
προαρπάζει τὴν ἐπὶ τὸ Δυρράχιον λειτουργίαν λόγοις κολακευτικοῖς
καταθέλξας αὐτόν. καὶ ὡς πρὸς τὴν Ἐπίδαμνον
συνταξάμενος καὶ τὰς ἐπὶ τῇ δουκικῇ ζώνῃ προστάξεις ἐγγράφως 
ἀνειληφώς, ἐπισπευδόντων εὖ μάλα πρὸς τοῦτο τῶν
Σκυθῶν ἐκείνων Γερμανοῦ καὶ Βορίλου, εἰς δευτέραν ἡμέραν
 τῆς βασιλίδος πόλεως ἔξεισι τὴν Ἐπίδαμνον ἀφορῶν καὶ τὴν
Ἰλλυρίδα χώραν. ἀλλὰ περιτυγχάνει περί που τὴν λεγομένην
Πηγήν, ἔνθα καὶ ναὸς ᾠκοδόμηται τῆς ἐμῆς δεσπότιδος παρθένου 
καὶ θεομήτορος ἐν τοῖς ἀνὰ Βυζαντίδα πόλιν ναοῖς περιβόητος,
τῷ ἐμῷ πατρὶ Ἀλεξίῳ. οἱ δὲ εἶδον ἀλλήλους, καὶ
ὁ μὲν Μονομαχάτος ἄρχεται λόγων πρὸς τὸν μέγαν δομέστικον
περιπαθῶν καὶ ὡς ὑπερόριος γίνοιτο δι’ ἐκεῖνον καὶ τὴν
πρὸς τοῦτον φιλίαν, καὶ ὅτι οἱ Σκύθαι οἱ πᾶσιν ἐποφθαλμιῶντες 
Βορῖλος καὶ Γεμανὸς ὅλον τοῦ φθόνου τὸν τροχὸν
κατ᾿ αὐτοῦ ἐξεκύλισαν καὶ δὴ τῶν οἰκείων καὶ τῆς φίλης
ταύτης πόλεως εὐπροσώπως ἐξορίζουσι. καὶ πάντα κατὰ μέρος
ἐκτραγῳδήσας, ὅσα τε πρὸς τὸν βασιλέα συκοφαντηθείη καὶ
πάθοι παρὰ τῶν δούλων, ἠξιοῦτο παραμυθίας ὅτι πλείστης 
παρὰ τοῦ δομεστίκου τῆς δύσεως, οἷος ἐκεῖνος ψυχὴν ἐπικουφίσαι
 βαρυνομένην ταῖς συμφοραῖς. καὶ τέλος ἐπειπόντος, ὡς
ἄρα θεὸς εἴη τῶν τοιούτων ἐκδικητὴς καὶ ὡς μεμνῆσθαι
φιλίας τῆς πρὸς αὐτὸν ὑπομνήσαντος, ὁ μὲν ἐπὶ τὸ Δυρράχιον
ὥρμα, τὸν δ’ ἀφῆκεν εἰσδῦναι τὴν βασιλεύουσαν πόλιν. 
ὁ δὲ Μονομαχάτος καταλαβὼν τὸ Δυρράχιον καὶ ἀμφοτέρων
τὴν παρασκευὴν ἀκηκοὼς τήν τε τοῦ τυράννου Ῥομπέρτου καὶ
 τὴν ἐπανάστασιν Ἀλεξίου, ἐν ζυγῷ καὶ σταθμῷ τὰ κατ᾿ αὐτὸν
διετίθετο. καὶ πρὸς μὲν τὸ φανερὸν ἀντίξως εἶχεν ἐν] ἀμφοτέροις,
εἶχε δέ τι τὰ τῆς προδήλου μάχης καὶ τοῦ φαινομένου 
 βαθύτερον. ὁ μὲν γὰρ μέγας δομέστικος γράμμασιν αὐτῷ
μεμηνύκει τὰ συμπεσόντα, ὅτι τε τῶν ὀμμάτων ἀποστέρησις
 

 
τούτῳ ἠπείλητο καὶ ὡς ἄρα διὰ Ταύτην τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν
μελετωμένην τυραννίδα τοῖς τυραννοῦσιν ἀντεπιτίθεται καὶ
χρὴ τοῦτον διαναστῆναι ὑπὲρ τοῦ φίλου καὶ πρὸς αὐτὸν
ἐθελῆσαι πέμψαι ὅθεν δήποτε χρῆμα τούτῳ συνειλεγμένον.
 „δεῖ δὴ γάρ” φησι „χρημάτων, καὶ ἄνευ τούτων οὐδὲν ἔστι
γενέσθαι τῶν δεόντων”. ὁ δὲ χρήματα μὲν οὐκ ἔπεμψε, φιλοφρονησάμενος
δὲ τοὺς πρέσβεις γράμματα τούτοις ἐπιτίθησιν
ἀντὶ χρημάτων τοιόνδε νοῦν περιέχοντα, ὡς αὐτὸς μὲν εἰς
τὴν τήμερον τὴν ἀρχαίαν φιλίαν διαφυλάττοι καὶ εἰς τὸ ἑξῆς 
 φυλάττειν κατεπαγγέλλοιτο· περὶ δὲ τοῦ ἐπιτεταγμένου Χρυσίου
σφόδρα μὲν καὶ αὐτὸν γλίχεσθαι πέμπειν ὁπόσα γε βούλοιτο
χρήματα. „ἀλλὰ γὰρ ἐπέσχε με πρᾶγμα δίκαιον. καὶ
γὰρ πρὸς τοῦ βασιλέως Βοτανειάτου πεμφθεὶς καὶ τὰς πίστεις
τῆς δουλείας αὐτῷ δεδωκὼς οὐ καλὸς ἂν οὐδέ σοι
 δόξω καὶ εὔνους τὰ εἰς βασιλέας ἀνήρ, εἴ γε τοῖς σοῖς ἐπιτάγμασιν
ἐκ τοῦ σχεδὸν ὑπείξομαι. εἰ δὲ τὴν βασιλείαν σοι
ἐπιβραβεύσειεν ἡ ἄνωθεν πρόνοια, ὡς πρῶτον φίλος ἐγὼ
πιστὸς ἦν, καὶ μετὰ ταῦτα δοῦλος πιστότατος ἔσομαι.”
ταῦτα τοῦ Μονομαχάτου πρὸς τὸν ἐμὸν πατέρα σχεδιάσαντος
 καὶ ἐν ταὐτῷ αὐτόν τε ἅμα, λέγω δὴ τὸν ἐμὸν πατέρα, καὶ 
τὸν Βοτανειάτην ὑποποιουμένου, πρὸς δὲ τούτοις πρὸς τὸν
βάρβαρον Ῥομπέρτον γυμνοτέρους ποιησαμένου λόγους καὶ·
εἰς λαμπρὰν ἀποστασίαν ἀναρρηγνυμένου, πολλὰ κατηγορεῖν
ἔχω. ἀλλ’ ἔοικέ πως τὰ τοιαῦτα ἤθη τῶν ἀνθρώπων παλίμβολα
 καὶ πολλὰ χρώματα μεταλαμβάνοντα κατὰ τὰς τῶν
πραγμάτων μεταβολάς, καὶ τῷ μὲν κοινῷ οἱ τοιοῦτοι πάντες
ἀξύμφοροι, ἑαυτοῖς δέ εἰσιν ἀσφαλέστατοι τὰ κατ᾿ αὐτοὺς
καὶ μόνους ξυμφέροντα διοικονομούμενοι καὶ ὡς τὰ πολλὰ 
ἀποτυγχάνοντες. ταῦτα μὲν οὕτως ὁ τῆς ἱστορίας ἵππος τῆς
 λεωφόρου ἐξέδραμε· πάλιν δὲ τοῦτον εἰς τοὺς προτέρους
δρόμους ἐπαναγάγωμεν καὶ γεγονότα ἐξήνιον. ὁ γάρ τοι
Ῥομπέρτος καὶ πρότερον σφαδάζων πρὸς τὴν καθ’ ἡμῶν πεἐγὼ
 

 
ραίωσιν καὶ τὸ Δυρράχιον φανταζόμενος, τότε δὴ καὶ μᾶλλον
ἐξεφλέγετο καὶ χεῖρας καὶ πόδας ἀκάθεκτος ἦν πρὸς
τὴν ναυστολίαν καὶ τοὺς στρατιώτας ἐπέσπευδε καὶ λόγοις
παροξυντικοῖς παρεθάρρυνεν. ὁ δὲ Μονομαχάτος ταῦτα κατασκευάσας
καὶ ἄλλην τινὰ τοιαύτην ἀσφάλειαν ἑαυτῷ ἐπῳκοδομεῖτο. 
τόν τε γὰρ Βοδῖνον καὶ τὸν Μιχαηλᾶν τοὺς
 ἐξάρχους τῶν Δαλματῶν διά τινων γραφῶν ἑαυτῷ ὑπεποιήσατο
φίλους καὶ δωρεαῖς προκατείληφε τὰς γνώμας αὐτῶν
θύρας παντοδαπὰς ἑαυτῷ ὑπανοίγων. εἰ γὰρ τοῦ τε Ῥομπέρτου
καὶ Ἀλεξίου ἀστοχήσειε καὶ ἀμφοτέρων ἀποκριθείη, 
εὐθὺ Δαλματίας ἐλάσειε πρός τε Βοδῖνον καὶ Μιχαηλᾶν
αὐτόμολος γενησόμενος. ἐχθρῶν γὰρ τούτων ἀναφανέντων
λοιπὸς ἄρα ὁ Μιχαηλᾶς κατηλπίζετο τούτῳ καὶ ἑτέρωθεν ὁ
Βοδῖνος, πρὸς οὓς καὶ φυγεῖν παρεσκεύαστο, τῶν ἀπὸ τοῦ
 Ῥομπέρτου δηλονότι καὶ Ἀλεξίου ἀντιπνευσάντων αὐτῷ. 
ταῦτα μὲν ἐχέτω ταύτῃ. καιρὸς δὲ ἤδη τραπέσθαι πρὸς τὴν
 βασιλείαν τοὐμοῦ πατρὸς καὶ ὅπως καὶ ἐξ οἵων ἀφορμῶν οἵων
εἰς τὸ βασιλεύειν ἐλήλυθε, διηγήσασθαι. οὐ γὰρ τὰ πρὸ
τῆς βασιλείας αὐτῷ ἐσκεψάμην ἐρεῖν, ἀλλὰ καὶ ὅσα βασιλεύων
κατώρθωκεν ἢ ἐξήμαρτεν, εἴ γε τέως σφαλέντα τοῦτον εὑρήσομεν 
ἐν ἅπασι δι’ ὧν βαδιούμεθα. οὐ γὰρ ὡς πατρὸς
φεισαίμην, εἴ γέ μοι παρασταίη τι τῶν ἐκείνῳ μὴ καλῶς
πεπραγμένων, οὐδὲ διὰ τὴν ὑποτρέχουσαν ὑποψίαν, ὅτι
πατήρ ἐστι, περὶ οὗ ξυγγράφομεν, τὰ κατορθώματα τούτῳ
παραδραμούμεθα. ἐν ἑκατέροις γὰρ ἀδικήσομεν τὴν ἀλήθειαν. 
ἐμοὶ γὰρ ταύτην ἐχούσῃ σκοπόν, ἄνωθεν καθάπερ πολλάκις
εἴρηται, ὑπόθεσις ὁ πατὴρ καὶ βασιλεὺς ὑποβέβληται. τὸν
οὖν Ῥομπέρτον ἐκεῖσε καταλελοιπότες, οὗπερ ὁ λόγος αὐτὸν
ἠγάγετο, τὰ κατὰ τὸν βασιλέα σκοπῶμεν ἤδη· τοὺς δὲ πολέμους
καὶ τὰς μάχας τὰς πρὸς τὸν Ῥομπέρτον ἐν ἑτέρῳ 
λόγῳ ταμιευσόμεθα.

Ὃθεν μὲν οὖν ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος ὥρμητο καὶ 
ἐξ οἵου γένους τὸν βουλόμενον εἰδέναι εἰς τὰς τοὐμοῦ καίσαρος
συγγραφὰς παραπέμπομεν· ἀλλὰ δὴ καὶ τὰ περὶ τοῦ
βασιλέως Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτου ἐκεῖθεν ἑλκύσετ·αι.
 Μανουὴλ μὲν οὖν τὸν πρωτότοκον ἀδελφὸν Ἰσαακίου καὶ
Ἀλεξίου καὶ τῶν λοιπῶν τῶν ἐξ Ἰωάννου τοῦ Κομνηνοῦ καὶ
πρὸς πατρὸς ἐμοῦ πάππου κατηγμένων στρατηγὸν αὐτοκράτορα
ἡ Ἀσία εἶχεν ἅπασα τοῦ προβεβασιλευκότος Ῥωμανοῦ
τοῦ Διογένους τοῦτον προχειρισαμένου, αὖθις δὲ καὶ τὸν 
 Ἰσαάκιον δοῦκα ἡ Ἀντιόχου ἐκληρώσατο, πολλοὺς πολέμους
καὶ μάχας ἀγωνισαμένους, πολλὰ δὲ καὶ τρόπαια κατὰ τῶν
ἀντικειμένων στήσαντας. καὶ μετ’ αὐτοὺς οὑμὸς πατὴρ
Ἀλέξιος στρατηγὸς αὐτοκράτωρ προὐβέβλητο κατὰ τοῦ Οὐρσελίου
παρὰ τοῦ τότε βασιλεύοντος Μιχαὴλ τοῦ Δούκα ἀποσταλείς.
 ὡς δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς Νικηφόρος περιδέξιον τοῦτον
περὶ τὰ πολεμικὰ ἐθεάσατο, ἀκηκοὼς δὲ καὶ ὅπως περὶ
τὴν ἔω συνὼν τἀδελφῷ Ἰσαακίῳ ὑπὲρ τὸν αὐτοῦ χρόνον ἐν
διαφόροις ἀγῶσιν ἐμπέπτωκεν ἀριστεὺς ἀναφανεὶς καὶ ὅπως
τὸν Οὐρσέλιον κατετροπώσατο, διαφερόντως ἠγάπα καὶ τοῦ 
 Ἰσαακίου οὐκ ἔλαττον. καὶ ἐνστερνιζόμενος ἄμφω τἀδελφὼ
ἱλαρὸν ἐνητένιζεν, ἔστιν οὗ καὶ τῆς αὐτῆς τραπέζης ἀξιῶν.
ἀνέφλεγε τοῦτο τὸν κατ’ αὐτῶν φθόνον καὶ μᾶλλον τῶν εἰρημένων
δύο βαρβάρων Σθλαβογενῶν, τοῦ τε Βορίλου φημὶ
 

 
καὶ τοῦ Γερμανοῦ. ὁρῶντες γὰρ τὴν τοῦ βασιλέως ἐς αὐτοὺς
εὐμένειαν καὶ ὅτι καθ’ ὥραν ταῖς τοῦ φθόνου τοξείαις βαλλόμενοι
ἄτρωτοι διαμένουσιν, ἐξετήκοντο. τὸν γὰρ Ἀλέξιον,
κἀν οὔπω τὸν ἴουλον ἐπανθοῦντα εἶχεν, ἐν πᾶσιν εὐδοκιμοῦντα
ὁρῶν ὁ βασιλεὺς στρατηγὸν αὐτοκράτορα τῆς ἑσπέρας 
 ἀναδείκνυσι τῷ τῶν προέδρων τετιμηκὼς ἀξιώματι. ὅσα
μὲν οὖν καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν οὗτος ἀνέστησε τρόπαια καὶ
ὁπόσους ἀποστάτας καταγωνισάμενος ζωγρίαν ἦγε τῷ βασιλεῖ,
ἀρκούντως προλέλεκται. ἀλλὰ ταῦτα τοῖς δούλοις οὐκ
ἤρεσκεν, ἐξέκαε δὲ μᾶλλον αὐτῶν ἀναφλέγοντα τὸν φθόνον. 
οἳ καὶ πολλὰ μὲν ὑπετονθόρυζον βυσσοδομοῦντες κατ’ αὐτῶν,
πολλὰ δὲ καὶ κρύφια λέγοντες τῷ βασιλεῖ, τινὰ δὲ καὶ εἰς
 τοὐμφανές, ἄλλα δὲ δι’ ἑτέρων, μεθοδείαις τισὶ χρώμενοι
ἐκποδὼν τούτους γενέσθαι παντοίως ἐσπούδαζον. ἀπορίᾳ
γοῦν συνεχόμενοι οἱ Κομνηνοὶ δέον ἐλογίσαντο τοὺς περὶ 
τὴν γυναικωνῖτιν ὑποποιήσασθαι καὶ δι’ αὐτῶν τὴν τῆς
βασιλίδος ἐπὶ πλέον εὐμένειαν ἐπισπάσασθαι. ἐπαγωγοὶ γὰρ
οἱ ἄνδρες καὶ λιθίνην καταμαλάξαι ψυχὴν δυνάμενοι καὶ
παντοίοις ἐπιχειρήμασι. τοῦτο ἤδη κατώρθου ὁ Ἰσαάκιος
 πάλαι πρὸς αὐτῆς ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ ἐξαδέλφῃ εἰς κῆδος προσληφθείς, 
ὁ γενναιότατος ὢν ἐν λόγοις καὶ πράξεσι καὶ τὰ πλεῖστα
τὠμῷ πατρὶ ἐμφερής. ἀλλ’ ἐπεὶ τὰ περὶ αὐτὸν καλῶς
 προκεχώρηκε, πολλὰ φροντίζων ἦν περὶ τἀδελφοῦ, καὶ ὅσον
ἐκεῖνος τούτῳ εἰς τὴν τοῦ κήδους τότε συνῄρετο ὑπόθεσιν,
τοσοῦτον οὗτος ἐσπουδάκει μηδ’ αὐτὸν τῆς βασιλίδος πορρωτέρω 
καθεστάναι. Ὀρέστην μὲν οὖν καὶ Πυλάδην φίλους
ὄντας τοσοῦτον τὸν πρὸς ἀλλήλους πόθον ἔχειν φασίν, ὡς
ἐν καιρῷ μάχης ἀμελεῖν μὲν ἑκέτερον τῶν καθ’ ἑαυτοῦ
ἀμύνειν δὲ τοὺς ἐπιφερομένους θατέρῳ καὶ προαρπάζειν
ἅτερον τὰς πρὸς θάτερον ἐρχομένας τῶν ὀϊστῶν βολὰς 
τὰ στέρνα ὑπέχοντα. τοιοῦτον καὶ ἐπὶ τούτοις ἦν συνορᾶν.
 ἄμφω γὰρ τἀδελφὼ καὶ τοὺς κινδύνους προαρπάζειν ἐβούζωγρίας
 

 
λοντο καὶ τὰς ἀριστείας τε καὶ τιμὰς καὶ ἁπλῶς τἀγαθὸν
θατέρου ἴδιον ἅτερος ἐλογίζετο καὶ αὖ τοὐναντίον. τοσοῦτον
τὸν πόθον πρὸς ἀλλήλους εἶχον. τὰ μὲν οὖν κατὰ τὸν
Ἰσαάκιον οὕτως ἐκ θείας ᾠκονόμητο προνοίας· οὐ πολὺ τὸ
 ἐν μέσῳ, καὶ οἱ περὶ τὴν γυναικωνῖτιν ταῖς τοῦ Ἰσαάκίου
ὑποθημοσύναις παραπείθουσι τὴν βασιλίδα υἱοθετήσασθαι
τὸν Ἀλέξιον. πείθεται τούτοις, κἀπειδὴ περὶ τὰ βασίλεια
κατά τινα κυρίαν ἡμέραν καὶ ἄμφω γεγόνατον, ἡ βασιλὶς
υἱοθετεῖ τὸν Ἀλέξιον κατὰ τὸν παρακολουθήσαντα περὶ τῶν
 τοιούτων πάλαι τύπον. ἀνέσφηλε γοῦν τοῦ λοιποῦ τῆς πολλῆς x 
φροντίδος ὁ μέγας τῶν ἑσπερίων στρατευμάτων δομέστικος.
κἄκτοτε θαμὰ τοῖς βασιλείοις ἄμφω φοιτῶντες καὶ τὴν τοῖς
βασιλεῦσι προσήκουσαν ἀποπληροῦντες προσκύνησιν καὶ μικρὸν
ἐγκαρτεροῦντες τῇ βασιλίδι προσήρχοντο. ταῦτα ἐπὶ
 πλέον τὸν κατ’ αὐτῶν φθόνον ἐξέκαε. τοῦτο δὲ διὰ πολλῶν
οἱ Κομνηνοὶ βεβαιούμενοι, δείσαντες, ἵνα μὴ ἀμφότεροι ταῖς
πάγαις αὐτῶν ἁλόντες οὐδὲ τὸν ἐπαρήγοντα ἔχωσι, τρόπον
ἐζήτουν, δι’ οὗ τὸ ἀσφαλὲς θεοῦ συλλαμβανομένου ἑαυτοῖς
περιποιήσαιντο. πολλοὺς οὖν λογισμοὺς συνάμα τῇ μητρὶ
 ἀνελίξαντες καὶ πολλὰ πολλάκις διασκεψάμενοι μίαν εὗρον 
κατὰ ἄνθρωπον σωτηρίας ἐλπίδα. ἡ δὲ ἦν τῇ βασιλίδι προσελθεῖν,
ὁπηνίκα αἰτίαν τινὰ εὐπρόσωπον πρὸς τοῦτο σχοῖεν,
καὶ τὸ ἀπόρρητον ἐξειπεῖν. εἶχον δὲ ὅμως ὑποβρύχιον τὴν
βουλὴν καὶ οὐδενὶ τὸ παράπαν τὸ σκοπούμενον ἐξεκάλυπτον.
 προσεῖχον δὲ καθάπερ οἱ θαλάττιοι, μὴ τὸ θήραμα προσοβήσωσιν.
ἀποδρᾶναι μὲν γὰρ ἐμελέτων, ἐπεφόβηντο δὲ ἄρα
τοῦτο πρὸς τὴν βασιλίδα εἰπεῖν, μή πως ἐκείνη φθάσῃ τῷ
βασιλεῖ παραδηλῶσαι τὰ κατ᾿ αὐτοὺς καὶ ἀμφοτέρων κηδομένη
καὶ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀνδρῶν. τούτου τοίνυν 
 κατεγνωκότες τοῦ σκέμματος ἄλλοσε τρέπουσι τὴν βουλήν.
δεινοὶ γὰρ τοῖς παραπεπτωκόσι καιροῖς ἀποχρήσασθαι.

Ἐπεὶ γὰρ ὁ βασιλεὺς τεκνογονεῖν διὰ τὸ γῆρας οὐκ
 

 
ἐπεφύκει, δεδιὼς δὲ καὶ τὸ ἄφυκτον τῆς τοῦ θανάτου τομῆς
περὶ τοῦ διαδεξομένου διεσκοπεῖτο. ἦν δὲ τηνικαῦτα Συναδηνός
τις ἐξ ἀνατολῶν ὁρμώμενος, ἐκ γένους λαμπροῦ, τὸ
εἶδος ὡραῖος, τὴν φρένα βαθύς, ῥωμαλέος τὴν χεῖρα, τὴν
ἡλικίαν ἐς μειράκιον παραγγέλλων καὶ ἄλλως δὲ προσήκων 
 αὐτῷ κατὰ γένος· τῶν ἄλλων μᾶλλον ἐσκέπτετο διάδχον
αὐτὸν τῆς βασιλείας καταλιπεῖν, καθάπερ τινὰ πάτριον κλῆρον
 τὸ κράτος αὐτῷ διδούς, κακῶς βουλευόμενος. ἐξὸν γὰρ αὐτῷ
τὸ ἀσφαλὲς μέχρι τέλους περιποιήσασθαι, ἅμα δὲ καὶ δίκαιόν
τι σκοπεῖν τὴν αὐτοκράτορος ἐξουσίαν τῷ τῆς βασιλίδος υἱῷ 
Κωνσταντίνῳ καταλιπεῖν ὡς καὶ οἷόν τινα κλῆρον πρὸς πάππου
καὶ πατρὸς αὐτῷ διαφέρουσαν καὶ τὴν βασιλίδα μᾶλλον
διά τοῦτο ἐπ᾿ αὐτῷ θαρρεῖν καὶ τὸ εὔνουν ἐπαύξειν, λέληθεν
ἑαυτὸν ὁ γρηραλέος ἄδικά τε καὶ ἀξύμφορα διασκοπούμενος
καὶ κατὰ τῆς ἑαυτοῦ κεφαλῆς τεκταίνων κακά. τούτων 
 ὑποψιθυριζομένων ᾔσθετο ἡ βασιλὶς καὶ περίλυπος ἦν τὸν
τοῦ παιδὸς κίνδυνον ὑφορωμένη. καὶ ἦν ἀθυμοῦσα μέν,
οὐδενὶ δὲ τὴν λύπην ἐξορχουμένη. τοῦτο τοὺς Κομνηνοὺς
οὐ διέλαθεν. εὐκαιρίαν οὖν, ἣν ἐζήτουν, εὑρηκότες τῇ βασιλίδι
προσελθεῖν ἐβουλεύσαντο. τῆς δὲ πρὸς αὐτὴν ὁμιλίας 
τὴν καταρχὴν ἡ μήτηρ τῷ Ἰσαακίῳ ἐπέτρεψε συμπαρόντος
αὐτῷ τἀδελφοῦ Ἀλεξίου. τῶν δὲ προσελθόντων τῇ βασιλίδι
ὁ Ἰσαάκιός φησι πρὸς αὐτήν „οὐχ ὡς χθὲς καὶ πρότριτα
ὁρῶμέν σε, δέσποινα, ἔχουσαν, ἀλλ᾿ ὡς ὑπὸ λογισμῶν ἀνεκφόρων, ὡς μὴ θαρρεῖν ἔχουσαν, 
 πρὸς ὃν ἄν ἐκκαλύψειας τὸ ἀπόρρητον”. ἡ δὲ τέως
μὲν ἐκφαίνειν οὐκ ἤθελε, βύθιον δέ τι στενάξασα „οὐ χρή”
φησι „τοὺς ἀλλοτρίαν οἰκοῦντας ἐπερωτᾶν· αὐτὸ γὰρ τοῦτο
ἐς λύπην αὐτοῖς ἀξιόχρεων. ἐμὲ δέ, φεῦ, οἷα ἐξ οἵων διεδέξατο
καὶ ὁποῖά μοι, ὡς ἔοικε, μετ᾿ οὐ πολὺ ταμιεύεται”. 
οἱ δὲ ἀποστάντες πλείω μὲν ῥήματα οὐ προσέθεντο· ἐς γῆν
δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐπερείσαντες καὶ περιστείλαντες ἄμφω
 

 
τὼ χεῖρε σύννους πρὸς μικρὸν εἱστήκεσαν, εἶτα τὴν συνήθη
προσκύνησιν ποιησάμενοι οἴκαδε ἀπῄεσαν ἀγωνιῶντες. τῇ
δ’ ὑστεραίᾳ πάλιν προσερησόμενοι ἥκουσιν. ἱλαρώτερον δὲ
ἢ πρῴην τούτοις ἀτενίζουσαν ὁρῶντες προσίασιν ἄμφω καί 
 φασι σὺ μὲν δεσπότις, ἡμεῖς δὲ δοῦλοι εὐνούστατοι,
ὁτιοῦν ἑτοίμως ἔχοντες ὑπὲρ τῆς σῆς βασιλείας παθεῖν.
μή σε λογισμός τις διαταραττέτω εἰς διψυχίαν ὅλως εἰσάγων’’.
ἐκ τούτων οὖν τῶν λόγων τὰ πιστὰ δεδωκότες τῇ βασιλίδι
καὶ ἀπαλλάξαντες ἑαυτοὺς ὑποψίας ἁπάσης τὸ ἀπόρρητον
 ἤδη συνίεσαν ὀξεῖς τε ὄντες καὶ ἀγχίνοι καὶ δεινοὶ θηρᾶσαι
ἀνθρώπων ἐξ ὀλίγων ῥημάτων βαθέως ἐγκειμένην γνώμην
καὶ τέως ἀπόρρητον. καὶ αὐτίκα μάλα προσετίθεντο τε τῇ
βασιλίδι καὶ ἐκ πολλῶν εὔνους αὐτοὺς φανερῶς καταστήσαντες 
καὶ πᾶν εἰς ὅπερ ἂν αὐτοὺς προσκαλοῖτο , ἐκθύμως
 ἐπαμύνειν κατεπηγγείλαντο. συγχαίρειν τε χαιρούσῃ καὶ
λυπουμένῃ συνανιᾶσθαι, τοῦτο δὴ τὸ ἀποστολικόν, μάλα
προθύμως συνέθεντο. καὶ ὡς αὐθιγενεῖς ἠξίουν τούτους
λογίζεσθαι καὶ συνήθεις κἀκεῖθεν ὁρμωμένους ὅθεν καὶ αὐτή,
τοσοῦτον ἐπειπόντες, ὡς εἴ τι παρὰ τῶν φθονούντων αὐτῇ
 τε τῇ δεσποίνῃ καὶ τῷ αὐτοκράτορι κατ’ αὐτῶν εἰσηγηθείη,
τοῦτο αὐτοὺς μὴ διαλανθάνοι τὸ παραυτίκα, ἵνα μὴ λάθωσι
ταῖς πάγαις τῶν ἐχθρῶν ἐμπεσούμενοι. τοῦτό τε ἠξίουν καὶ
θαρρεῖν ἐκέλευον, ὡς σὺν θεῷ γε φάναι τὴν δυνατὴν μετὰ 
προθυμίας εἰσενεγκεῖν βοήθειαν, ὡς ἑαυτῶν γε ἕνεκα μὴ 
 ἐκπεπτωκέναι τῆς βασιλείας τὸν ταύτης υἱὸν Κωνσταντῖνον.
καὶ δὴ καὶ δι’ ὅρκων ἐμπεδοῦν ἤθελον τὰ συνδόξαντα·
γὰρ ἐνῆν διατρίβειν διὰ τοὺς ἐποφθαλμιῶντας. τῆς γε πολλῆς
ἀνεκουφίσθησαν λύπης οἱ ἄνδρες καὶ ἐξανέφερον καὶ τὸ
ἀπὸ τοῦδε μεθ’ ἱλαρωτέρου προσώπου τῷ βασιλεῖ διελέγοντο,
 ὁποδαποὶ ἐκεῖνοι καὶ μᾶλλον ἅτερος τούτων Ἀλέξιος συσκιάσαι
ἀπόρρητον ἔννοιαν καὶ βυσσοδομευομένην ἐπιβουλὴν τοῖς 
φαινομένοις προσχήμασιν. ἐπεὶ δὲ ὁ φθόνος μᾶλλον εἰς
 

 
πυρσὸν ἀνήπτετο μέγιστον καὶ οὐδὲν τοῦ λοιποῦ τῶν πρὸς
τὸν βασιλέα κατ’ αὐτῶν λεγομένων αὐτοὺς διελάνθανε κατὰ
τὰ πρῴην συνδόξαντα, ἐγίνωσκον δὲ καὶ τοὺς δύο παραδυναστεύοντας
δούλους βουλευομένους ἐκποδὼν τούτους ποιήσασθαι,
οὐκέτι κατὰ τὸ σύνηθες ὁμοῦ τοῖς βασιλείοις ἐφοίτων, 
ἀλλ’ ἑτερήμερος ἦν ἑκάτερος. τὸ δὲ σκέμμα σοφόν τε καὶ
Παλαμήδειον, ἵν’ εἰ γένοιτο τὸν ἕτερον τούτων κατασχεθῆναι
διὰ τὰς λαθραίας ἐπιβουλὰς τῶν παραδυναστευόντων ἐκείνων
 Σκυθῶν, ἅτερος ἀποδράσειε, καὶ μὴ ἅμα καὶ ἄμφω ταῖς
πάγαις τῶν βαρβάρων ἐμπεσοῦνται. ἀλλὰ τὸ μὲν σκέμμα 
τοιοῦτον ἦν. οὐ μὴν κατὰ τὴν ὑποψίαν ἐκείνων ἀπηντήκει
τούτοις τὰ πράγματα. ἔφθασαν γὰρ κρείττους γενέσθαι τῶν
ἐπιβουλευόντων ἀνδρῶν, ὡς ἔνθεν ὁ λόγος ἀφορμηθεὶς διὰ
πάσης σαφηνείας δηλώσειε.

Τῆς πόλεως τοίνυν Κυζίκου κατασχεθείσης παρὰ τῶν 
Τούρκων, πυθόμενος τὴν τῆς πόλεως ἅλωσιν ὁ αὐτοκράτωρ
τὸν Κομνηνὸν αὐτίκα μετεκαλεῖτο Ἀλέξιον. ἔτυχε γὰρ κατὰ
τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Ἰσαάκιος ἐληλυθώς. ὡς δὲ εἰσερχόμενον
τοῦτον παρὰ τὴν συνθήκην ὁ ἀδελφὸς Ἰσαάκιος
ἐθεάσατο, προσελθὼν ἠρώτα ὅτου χάριν παρεγένετο. ὁ δ’ 
εὐθὺς τὴν αἰτίαν εἰρήκει, „ὅτι μέ’’ φησιν „ὁ αὐτοκράτωρ
 προσεκαλέσατο’’. εἰσελθόντων οὖν ἄμφω καὶ τὴν συνήθη
προσκύνησιν ποιησαμένων, ἐπεὶ ἀρίστου καιρὸς ἤδη παρῆν,
προσμεῖναι μικρὸν παρακελευσάμενος προστάττει κοινῆς αὐτῷ
τραπέζης μετειληχέναι. καὶ δὴ διαιρεθέντες ὁ μὲν περὶ τὸ 
δεξιὸν καθῆστο τῆς τραπέζης, ὁ δὲ περὶ τὸ εὐώνυμον, ἀντικρὺ
ἀλλήλων. μετ’ ὀλίγον δὲ τοῖς περιεστῶσιν ἐνατενίσαντες
μετὰ σκυθρωπότητος ψιθυρίζοντας ἑώρων. δείσαντες οὐν μή
τι κατ’ αὐτῶν ὀξὺ μελετῶσιν οἱ δοῦλοι καὶ ὑπόγυος αὐτοῖς
ὁ κίνδυνος εἴη, λαθριδίοις βλέμμασιν ἀλλήλοις ἐνητένιζον μὴ 
ἔχοντες ὅ τι καὶ δράσαιεν. ἐπεὶ δὲ πρὸ πολλοῦ τοὺς περὶ
 τὸν βασιλέα ἅπαντας μειλιχίοις λόγοις προπομπαῖς τε καὶ
παντοίαις δεξιώσεσιν ἐσφετερίζοντο καὶ αὐτὸν τὸν ὀψοποιὸν
 

 
δεξιωσάμενοι ἱλαρὸν αὐτοῖς προσβλέπειν ἀνέπεισαν, τούτῳ
προσελθών τις τῶν θεραπόντων Ἰσαακίου τοῦ Κομνηνοῦ
φησιν „ἀπάγγειλον τῷ κυρίῳ μου τὴν τῆς Κυζίκου κατάσχεσιν.
γράμμα γὰρ ἐκεῖθεν ἥκει τοῦτο μηνύον’’. ὁ δ’ εὐθὺς
 ἅμα τε ὄψα τῇ τραπέζῃ παρετίθει καὶ ἅπερ παρὰ τοῦ ὑπηρέτου
ἀνεδιδάχθη, ἀνεδίδασκε τὸν Ἰσαάκιον ἠρεμαίᾳ φωνῇ.
ὁ δὲ μικρὸν ὑποκινήσας τὰ χείλη ἐσήμανε τἀδελφῷ τὸ λεχθέν.
ὀξὺς δὲ ὢν περὶ τὸ νοεῖν καὶ πυρὸς θερμότερος ὁ Ἀλέξιος
αὐτίκα προήρπασε τὸ λεγόμενον. ἀνέπνευσαν οὖν καὶ ἄμφω
 τῆς κατασχούσης αὐτοὺς ἐννοίας. καὶ γεγονότες ἑαυτῶν 
ἐσκοποῦντο, ἵν᾿ ἑὲ πού τις αὐτοὺς ἔροιτο περὶ τούτου,
ἀποκριθήσονται, εἰ δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς αὐτοὺς ἐς βουλὴν
ἀγάγοι, προσηκόντως αὐτῷ βουλεύσοιντο. τοιαῦτα τούτων
λογιζομένων ὁ βασιλεὺς ἀπιδὼν πρὸς τοὺς ἄνδρας ὡς δὴ 
 ἀγνοοῦντας αὐτοὺς τὰ κατὰ τὴν Κύζικον τὴν ἅλωσιν αὐτοῖς
ἔλεγεν. οἱ δὲ (καὶ γὰρ ἦσαν ἕτοιμοι ψυχὴν
κυμαινομένην βασιλέως ἐπὶ πορθήσεσι πόλεων) ἀνήγειράν τε
τὸ πεπτωκὸς τοῦ αὐτοκράτορος φρόνημα καὶ πρὸς ἐλπίδας
ἀγαθὰς ἀνεθέρμηναν ῥᾳδίως τὴν πόλιν ἐπανασωθῆναι κατεγγυώμενοι. 
 „μόνον” φησὶ τὸ σὸν κράτος ἐχέτω καλῶς· οἱ
δέ γε πολιορκῆται τῆς πόλεως ἑπταπλάσιον εἰς τὸν κόλπον
αὐτῶν ἀπολήψονται ὧν εἰργάσαντο’’. τότε μὲν οὖν ἠγάσατο
τούτους ὁ βασιλεὺς καὶ τῆς εὐωχίας ἀπολύσας τὸ ἑξῆς τῆς
ἡμέρας ἀπεριμερίμνως ἔσχε. τὸ ἀπὸ τοῦδε τοίνυν ἐπιμελὲς
 ἔσχον οἱ Κομνηνοὶ τοῖς βασιλείοις προσιέναι καὶ τοὺς περὶ
τὸν βασιλέα ἔτι μᾶλλον ἐναγκαλίζεσθαι καὶ αὐτοὺς μὲν μὴ
διδόναι λαβὴν τὸ παράπαν τοῖς κατ’ αὐτῶν μελετῶσι μηδ’
ἡντιναοῦν πρόφασιν ἀπεχθείας αὐτοῖς ὑπανοίγειν, πάντας
δὲ ἀναπείθειν στέργειν αὐτοὺς καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτῶν φρονεῖν 
 τε καὶ λέγειν. προσεμηχανῶντο δέ τι πλέον ὑποποιεῖσθαι καὶ
τὴν βασιλίδα Μαρίαν καὶ ὅλους αὐτοὺς ἐκείνην καὶ βλέπειν
 

 
καὶ ἀναπνεῖν. ὁ μὲν γὰρ Ἰσαάκιος καὶ τὸ κῆδος τὸ ἐπὶ τῇ
ἐξαδέλφῃ αὐτῆς προβαλλόμενος τὴν παρρησίαν ξυνέτεινεν·
ὁ δ’ ἐμὸς πατὴρ οὐχ ἧττον μὲν καὶ διὰ τὴν ἐξ ἀγχιστείας
συγγένειαν, πλέον δὲ τὴν υἱοθεσίαν λαμπρὰν ὑπόθεσιν τῶν
πρὸς τὴν βασιλίδα εἰσόδων ποιούμενος παντάπασιν ἀνέμφαντος 
ἦν καὶ τὸν φθόνον τῶν πονηρευομένων αὐτῷ συνεσκίαζεν.
οὐδὲ γὰρ ἐλάνθανεν αὐτὸν τὸ βαρύμηνι τῶν βαρβάρων ἐκεί-
 νων δούλων καὶ τὸ τοῦ βασιλέως κουφότατον. καὶ εἰκότως
μὴ ἐκπεσεῖν τῆς ἐκείνης εὐνοίας ἐφρόντιζον, ἴνα μὴ ἐντεῦθεν
τοῖς ἐχθροῖς παρανάλωμα γένοιντο. τὰ γάρ τοι κουφότατα 
ἤθη εὐμετάφορά πως καὶ Εὐρίπου δίκην ὡς ἐν παλιρροίᾳ
περιπλαζόμενα.

Ταῦτα ὁρῶντες οἱ δοῦλοι καὶ ὅπως οὐ κατὰ σκοπὸν
αὐτοῖς τὸ πρᾶγμα προῄει οὐδὲ ἡ τῶν τοιούτων ἀνδρῶν ἀπώλεια
εὐχερὴς αὐτοῖς ἐστι τῆς τοῦ αὐτοκράτορος ἐς αὐτοὺς 
εὐμενείας ὁσημέραι αὐξανούσης, πολλὰ μὲν εἰπόντες, πολλὰ
δὲ καὶ ἀπειπόντες ἐφ’ ἑτέραν ἀτραπὸν ἐτράπησαν. τίς δὲ
αὕτη; ἵν’ ἐν μιᾷ νυκτὶ μετακαλεσάμενοι τούτους βουλῆς
ἄτερ τοῦ κρατοῦντος ἐκποδὼν τοὺς ἄνδρας ποιήσωνται τοὺς
 αὐτῶν ὀφθαλμοὺς ἐξορύξαντες ψευδῆ αἰτίαν ἀναπλασάμενοι. 
τοῦτο τοὺς Κομνηνοὺς οὐ διέλαθε. καὶ ἐπεὶ πολλὰ γνωσιμαχήσαντες
ὑπόγυον τὸν κίνδυνον ἔγνωσαν, μίαν σωτηρίας
ἐλπίδα τὴν ἀποστασίαν ἐδόκουν πρὸς ταύτην κατ’ ἀνάγκην
πολλὴν συνωθούμενοι. τί γὰρ δεῖ περιμένειν τὸν ἐπενεγκόντα
μύδρον τοῖς ὄμμασι καὶ τὸν ἐν αὐτοῖς ἥλιον ἀποσβέσοντα; 
ὑποβρύχιον· οὖν ἐν ταῖς ψυχαῖς τὴν γνώμην ταύτην εἶχον.
ἐπεὶ δὲ μετ’ οὐ πολὺ προσετέτακτο ὁ Ἀλέξιός τινα μερίδα
τῆς στρατιᾶς εἰσαγαγεῖν μέλλουσαν ἐξοπλίζεσθαι κατὰ τῶν
πορθησάντων τὴν πόλιν Κυζίκου Ἀγαρηνῶν (ἔτυχε γὰρ
 νικαῦτα δομέστικος ὢν τῆς ἑσπέρας), ἀφορμῆς εὐλόγου δραξάμενος 
τοὺς εὔνως πρὸς αὐτὸν ἔχοντας τῶν τοῦ στρατοῦ
ἡγεμόνων μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς διὰ γραμμάτων μετεκαλέ-
 

 
σατο. καὶ δὴ κινηθέντες ἅπαντες πρὸς τὴν μεγαλόπολιν
ἠπείγοντο. ἐν τοσούτῳ δὲ εἰσελθών τις ἐξ ὑποθήκης θάτερον
τῶν δούλων, τοῦ λεγομένου Βορίλου, ἤρετο τὸν βασιλέα,
κατὰ γνώμην αὐτοῦ τὰς δυνάμεις ἁπάσας ὁ μέγας δομέστικος
 εἰς τὴν βασιλεύουσαν πόλιν εἰσάγει. ὁ δ’ εὐθὺς μετακαλεσάμενος 
καλεσάμενος τοῦτον ἠρώτα, εἰ ἀληθές ἐστι τὸ λεγόμενον. καὶ
ὃς αὐτίκα τοῦτο μὲν οὐκ ἠρνεῖτο, ὅτι στρατιά τις εἰσάγεται 
τῇ ἐκείνου κελεύσει, πρὸς δὲ τὸ πᾶσαν ἁπανταχόθεν ἐνταυθοῖ
συναθροίζεσθαι πιθανῶς παρεκρούετο. ὁ γάρ τοι στρατός”
 φησι „διεσπαρμένος ὢν ἁπανταχόθεν ἄλλος ἄλλοθεν
ἥκει λαβὼν τὸ ἐνδόσιμον· καὶ οἱ τούτους ὁρῶντες ἐκ διαφόρων
μερῶν τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας ἀθρόους ἀφικνουμένους
νομίζουσιν ὡς ἀπὸ συνθήματος πάντα τὸν στρατὸν
ἐνταυθοῖ συναθροίζεσθαι τῇ θέᾳ καὶ μόνῃ ἐξαπατώμενοι.”
 καίτοι τοῦ Βορίλου πολλὰ πρὸς τούτους τοὺς λόγους ἀνθυπενεγκόντος,
ἰσχυρότερος καὶ οὕτως ἦν ὁ Ἀλέξιος καὶ ὅλαις
ἐκράτει ψήφοις. ὁ δὲ Γερμανὸς ἁπλούστερος ὢν οὐ πάνυ
τοῦ Ἀλεξίου κατέτρεχεν. ἐπεὶ δὲ οὐδὲ τὰ εἰσηγηθέντα ταῦτα 
κατὰ τοῦ δομεστίκου τὴν τοῦ βασιλέως ἐξετάραξε ψυχήν,
 καιροῦ λαβόμενοι ἀδείας (ἑσπέρα δὲ ἦν) τὴν κατὰ τῶν
ἐνέδραν ἐξήρτυον. ἔστι μὲν γὰρ ἄλλως φύσει τὸ
δοῦλον τοῖς δεσπόταις πολέμιον, ὅταν δὲ τῶν δεσποτῶν ἀστοχήσῃ,
ἐξουσίας δραξάμενον κατὰ τῶν ὁμοδούλων ἀνύποιστον
γίνεται. τοιούτου γοῦν ἐπειράθη καὶ ἤθους καὶ φρονήματος
 τῶν εἰρημένων δούλων ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος. ἐντεῦθεν οἱ
ῥηθέντες οὐχ ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορος κατὰ τῶν· Κομνηνῶν
ἐμηνίων· ἀλλ’ ἐβασιλεία μὲν ὁ Βορῖλος, ὥς τινες ἔφασαν,
ὁ δέ γε Γερμανὸς κοινωνὸς ὢν αὐτῷ τοῦ σκέμματος ἐπιμελῶς
σὺν αὐτῷ ἐνέδραν ἐξήρτυε. καὶ πρὸς ἀλλήλους τὰ βουλευόμενα
 διελέγοντο καὶ ὅπως ἂν αὐτοῖς κατὰ νοῦν ἀποβαίῃ 
τὸ πρᾶγμα· καὶ εἰς τοὐμφανὲς ἤδη ἐξέφερον τὸ ὑπ’ ὀδόντα
τέως λαλούμενον. ἠκροᾶτο τις τῶν λεγομένων Ἀλανός τὸ
 

 
γένος, μάγιστρος τὴν ἀξίαν, ἐκ πολλοῦ προσῳκειωμένος τῷ
βασιλεῖ κἀν τοῖς οἰκείοις διατελῶν. τηνικαῦτα γοῦν μέσης
ἐξελθὼν φυλακῆς τῆς νυκτὸς ἐκτρέχει πρὸς τοὺς Κομνηνοὺς
ἀπαγγελῶν ἅπαντα τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ. τινὲς δέ φασι
μηδὲ τὴν βασιλίδα τὴν πρὸς τοὺς Κομνηνοὺς τοῦ μαγίστρου 
ἄφιξιν παντάπασιν ἠγνοηκέναι. ὁ δὲ εἰσάγει τοῦτον τῇ
 μητρὶ καὶ τἀδελφῷ. ἐνωτισθέντες δὲ τὴν ἀπευκταίαν ἐκείνην
ἀγγελίαν, δέον ἐλογίσαντο τὸ τέως κρυπτόμενον εἰς τοὐμφανὲς
ἀγαγεῖν καὶ ξὺν θεῷ τὴν σφῶν σωτηρίαν περιποιήσασθαι.
ἐπεὶ δὲ μετὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἐμεμαθήκει τὸ στράτευμα καταλαβεῖν 
τὴν Τζουρουλόν (πολίχνιον δὲ τοῦτο περί που
Θρᾴκην κείμενον), ὁ δομέστικος περὶ πρώτην φυλακὴν τῆς
νυκτὸς φοιτᾷ πρὸς τὸν Πακουριανόν (ἀνὴρ δὲ οὗτος
μὲν ἴην δέμας κατὰ τὸν ποιητήν, πλὴν ἀλλὰ μαχητής, γένους
λαμπροῦ ἐξ Ἀρμενίων ὁρμώμενος) καὶ ἀνακοινοῦται 
τούτῳ τὰ πάντα, τὴν μῆνιν τῶν δούλων, τὸν φθόνον, τὴν ἐκ
 πολλοῦ κατ᾿ αὐτῶν μελέτην καὶ τὴν ἐξ ὑπογύου μελετωμένην
τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν ἐκκοπὴν, καὶ ὡς οὐ χρὴ ὡς ἀνδράποδα
παθεῖν, ἀλλὰ δράσαντάς τι γενναῖον ἀπολέσθαι, εἰ
καὶ τούτου δεήσειε· καὶ τοῦτο γὰρ ἴδιον μεγαλοψυχίας ἔλεγεν. 
ὁ δὲ ἅπαντα διακηκοὼς καὶ συνιδὼν ὡς οὐ χρὴ μέλλειν ἐν
τοῖς τοιούτοις, ἀλλὰ ταχέως γενναιοτέρου ἔργου ἐφάπτεσθαι,
φησιν εἰ μὲν αὐγαζούσης τῆς αὔριον ἐξέλθῃς τῶν
συνέψομαί σοι κἀγὼ προθύμως ἐπαγωνισόμενος. εἰ δὲ ἐς
νέωτα φυλάξεις τὸ βουλευόμενον, ἀλλ’ ἐμέ γ’ ἴσθι αὐτὸν 
ἐμὲ προσελθόντα τῷ βασιλεῖ παραυτίκα καὶ σοῦ καὶ τῶν
 σὺν σοὶ κατειπεῖν μηδὲ μικρὸν ἀναβαλόμενον”. ὁ δὲ ἐπεί
σε τῆς ἐμῆς κηδόμενον ὁρῶ σωτηρίας, θεοῦ δὲ τοῦτο πάντως
ἔργον, οὐκ ἀποστήσομαί σου τῆς βουλῆς, πλὴν ἀλλὰ χρὴ δι’
ὅρκου τὸ ἀσφαλὲς ἑκάτερον ἔχειν”. ἔνθεν τοι καὶ πίστεις 
πρὸς ἀλλήλους δι’ ὅρκων ἐποιησάτην, ὡς ἄρα, εἰ εἰς τὸν
 

 
βασίλειον θρόνον αὐτὸν ἀγάγοι θεός, ἐκεῖνον ἐς τὴν τοῦ
δομεστίκου ἀξίαν ἀναγάγῃ, ἣν νῦν αὐτὸς ἐν τῷ τέως κατεῖχεν.
ἐξελθὼν οὖν ἐκεῖθεν ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος καὶ τοῦ Πακουριανοῦ 
ἀπαλλαγεὶς πρὸς ἕτερον ἄνδρα καὶ αὐτὸν ἀρειμάνιον
 τὸν Οὐμπερτόπουλον ἄπεισι καὶ τὸν ἴδιον ἀπαγγέλλει σκοπὸν
καὶ τὴν αἰτίαν παρίστησι, καθ’ ἣν διαδρᾶναι βουλόμενος
εἰς συμμαχίαν καὶ αὐτὸν προσκαλεῖται. ὁ δ’ εὐθὺς κατενενεύκει·
„κἀμὲ δ᾿” ἔφη πάντως ἔξεις εὐψύχως σου καὶ
μάλα προκνδυνεύοντα”. προσέκειντο δὲ καὶ τῷ Ἀλεξίῳ
 μᾶλλον οἱ εἰρημένοι ἄνδρες τά τε ἄλλαι καὶ διότι ἀνδρείᾳ
καὶ συνέσει τῶν ἄλλων διέφερε· φιλοδωρότατόν τε ὄντα καὶ
τὴν χεῖρα, εἴπερ τις ἄλλος, περὶ τὰς δόσεις εὐκίνητον λίαν
ὑπερηγάπων, καίτοι μὴ πάνυ τι πλούτῳ περιρρεόμενον. οὐ 
γὰρ ἦν τῶν ἁρπαζόντων καὶ πρὸς τὸ πλουτεῖν διακεχηνότων.
 τὸ γὰρ ἐλευθέριον οὐκ ἐν πλήθει παροχῆς χρημάτων κρίνεσθαι
εἴωθεν, ἀλλὰ γνώμῃ ταλαντεύεσθαι πέφυκεν. ἔστι
γὰρ τὸν ὀλίγα κεκτημένον καὶ πρὸς λόγον τῶν ἐνόντων καταβαλόντα
ἐλευθέριον εἶναι, τὸν δέ γε πλοῦτον πολὺν ἔχοντα
καὶ τῇ γῇ κατορύττοντα ἢ μὴ πρὸς λόγον τοῦτον τῷ δεομένῳ
 παρέχοντα ἄλλον Κροῖσον ἢ χρυσομανῆ Μίδαν κίμβικα
τε καὶ γλίσχρον καὶ ἕνα τῶν διαπριόντων τὸ κύμινον εἰπὼν
ἄν τις οὐ διαμάρτοι τοῦ δέοντος. πάσαις τοίνυν ἀρεταῖς
κεκοσμημένον τὸν Ἀλέξιον οἱ ἤδη ῥηθέντες ἄνδρες ἀνέκαθεν 
καὶ πάλαι γινώσκοντες τὴν αὐτοῦ ἀνάρρησιν καὶ ἠγάπων
 καὶ ἐπηύχοντό. ὁ δὲ Ἀλέξιος καὶ ἐξ αὐτοῦ αἰτήσας ὅρκον
καὶ λαβὼν δρομαῖος ἄπεισιν οἴκαδε καὶ πάντα ἀνακοινοῦται
τοῖς αὐτοῦ. νὺξ ἦν ἡ τῆς τυροφάγου κυριακῆς, καθ
ἣν οὑμὸς πατὴρ ταῦτα ἐσκέπτετο. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν ὄρθρου
βαθέος μετὰ τῶν ἀμφ’ αὐτὸν ἐξεληλύθει τῆς πόλεως. ἔνθεν
 τοι καὶ τὸ πλῆθος ἀποδεξάμενον τῆς ὁρμῆς τὸν Ἀλέξιον καὶ
 

 
τῆς ἀγχινοίας ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἀσμάτιον αὐτῷ
ἀνεπλέξαντο ἐξ ἰδιώτιδος μὲν συγκείμενον γλώττης, αὐτὴν
δὲ τὴν τοῦ πράγματος ἐπίνοιαν ἐμμελέστατα πως ἀνακρουόμενον
καὶ παρεμφαῖνον τήν τε προαίσθησιν τῆς κατ᾿ ἐκείνου
 ἐπιβουλῆς καὶ τὰ παρ’ αὐτοῦ μεμηχανημένα. τὸ δὲ ἀσμάτιον 
αὐταῖς λέξεσιν εἶχεν οὕτως· τὸ σάββατον τῆς τυρινῆς
χαρεὶς Ἀλέξιε ἐνόησές το καὶ τὴν δευτέραν τὸ πρωὶ· ὕπα
καλῶς γεράκιν μου.’’ εἶχε δὲ ὧδέ πως ἐννοίας τὸ διαφημιζόμενον
ἐκεῖνο ἀσμάτιον, ὡς ἄρα „κατὰ μὲν τὸ τυρώνυμον
σάββατον ὑπέρευγέ σοι τῆς ἀγχινοίας, Ἀλέξιε, τὴν δὲ μετὰ 
τὴν κυριακὴν δευτέραν ἡμέραν καθάπερ τις ὑψιπέτης ἱέραξ
ἀφίπτασο τῶν ἐπιβουλευόντων βαρβάρων ’’.

Ἐπεὶ δὲ ἡ μήτηρ τῶν Κομνηνῶν ἡ Δαλασσηνὴ Ἄννα
γαμβρὸν ἔφθασεν εἰσποιήσασθαι ἐπὶ τῇ θυγατρὶ Μανουὴλ
 τοῦ πρωτοτόκου τῶν υἱῶν αὐτῆς τὸν τοῦ Βοτανειάτου ἔγγονον, 
πτοηθεῖσα μὴ ὁ παιδαγωγὸς αὐτοῦ γνοὺς τὴν ἐπιβουλὴν
προσαγγείλῃ τῷ βασιλεῖ βουλὴν ἀρίστην βουλεύεται. καὶ δὴ
προσκυνήσεως χάριν τῶν τοῦ θεοῦ ἁγίων ἐκκλησιῶν ἀθροισθῆναι
κελεύει πάντας ἑσπέρας. ἦν γὰρ αὐτῇ σύνηθες εἰς
τὰ ἱερὰ τεμένη φοιτᾶν. γίνεται τοῦτο. καὶ δὴ πάντες ὡς 
ἔθος, παρῆσαν ἐξῆγον τε τοὺς ἵππους τῶν ἱπποστάθμων
ἐπιμελῶς στρωννύειν σχηματιζόμενοι τὰς γυναιξὶ πρεπούσας
ἐφεστρίδας. ὁ δέ γε τοῦ Βοτανειάτου ἔγγονος σὺν τῷ παιδαγωγῷ
ὕπνωττον· ἀπομεμέριστο γάρ τι τούτοις οἴκημα ἴδιον.
περὶ πρώτην δὲ φυλακὴν τοὺς πυλεῶνας κλείσαντες οἱ Κομνηνοὶ 
μέλλοντες ἤδη ὁπλίζεσθαι καὶ τῆς βασιλευούσης πόλεως
ἀφιππάσασθαι τῇ μητρὶ παρέσχον τὰς κλεῖς ἔκλεισαν τε
 ἀψοφητὶ καὶ τὰς θύρας τοῦ δώματος, ἐν ᾧ ὁ ἐπ’ ἐγγόνῃ
αὐτῆς ὁ Βοτανειάτης ἀφύπνωττεν, οὐ μέντοι ἀκριβῶς
 κατασφαλισάμενοι ὡς ἐφαρμόσαι ταύτας ἀλλήλαις, ἵνα μὴ 
ψόφος τις γεγονὼς διυπνίσῃ αὐτόν. τούτων οὕτω γινομένων
 

 
τὸ πλεῖστον παρῳχήκει τῆς νυκτός. πρὸ ἀλεκτοροφωνίας οὖν
πρώτης τοὺς πυλεῶνας ἀνοίξαντες τήν τε μητέρα καἰ τὰς
ἀδελφὰς καὶ τὰς σφῶν γυναῖκας καὶ τὰ παιδία συμπαραλαβόντες
μέχρι τοῦ Κωνσταντινίου φόρου ὁμοῦ πεζῇ συν
 ἀπῄεσαν. κἀκεῖθεν συνταξάμενοι ταύταις ἐκεῖνοι μὲν πρὸ
τὰ ἐν Βλαχέρναις βασίλεια μάλα ὀξέως ἐξέδραμον· αὗτα
δὲ πρὸς τὸν τῆς μεrάλης Σοφίας νεὼν σὺν σπουδῇ ἔθεον.
ὁ δὲ τοῦ Βοτανειάτου παιδαγωγὸς διυπνισθεὶς καὶ γνοὺς τὸ 
γενόμενον ἐξῄει πρὸς αὐτοὺς δᾷδα ταῖν χεροῖν ἔχων φθάνει
 τε κατὰ τάχος αὐτοὺς τοῦ τῶν ἁγίων τεσσαράκοντα τεμένους
μήπω κατειληφότας. θεασαμένη δὲ τοῦτον εὐθὺς
ἡ Δαλασσηνὴ καὶ μήτηρ τῶν ἀριστέων ἐκείνων παίδων φησὶ
κατεῖπον ἡμῶν τινες, ὡς ἐπυθόμην, τῷ βασιλεῖ. ἄπειμι
γοῦν εἰς τὰς ἁγίας ἐκκλησίας τῇ αὐτῶν χρωμένη, καθὼς ἂν
 δυναίμην, ἐπαρωγῇ· κἀκεῖθεν αὐγαζούσης ἡμέρας ἀπελεύσομαι
πρὸς τὰ βασίλεια. ἄπιθι τοίνυν αὐτός, ἵν’ ὁπηνίκα οἱ
πυλωροὶ ἀνοίξωσι, περὶ τῆς ἡμῶν αὐτοῖς ἀπαγγείλῃς ἐλεύσεως”.
ὁ δ’ εὐθὺς πρὸς τὸ κελευσθὲν ἠπείγετο. αἱ δὲ
φθάνουσι πρὸς τὸ τοῦ ἱεράρχου Νικολάου τέμενος, ὃ Προσ- 
 φύγιον μέχρι τῆς δεῦρο εἰώθασιν ὀνομάζειν, ἀγχοῦ τῆς
μεγάλης ἐκκλησίας καὶ πρῴην ἐνιδρυμένον πάλαι ἐπὶ σωτηρίᾳ
τῶν ἐπ’ ἐγκλήμασιν ἁλισκομένων, ὡς μέρος τυγχάνον τοῦ
μεγάλου τεμένους καὶ ἐπίτηδες, οἶμαι, κατασκευασθὲν τοῖς
ἀρχαίοις, ἵνα πᾶς ὁ ἐπ’ ἐγκλήματι ἁλοὺς καὶ φθάσας εἴσω
 τούτου γενέσθαι τῆς ἐκ τῶν νόμων τηνικαῦτα ἐλευθερῶται
ποινῆς. οἱ γὰρ πάλαι βασιλεῖς τε καὶ Καίσαρες πολλῆς προμηθείας
ἠξίουν τὸ ὑπήκοον. ὁ δέ γε ἐν τῷ τοιούτῳ τεμένει
προσμένων ταχέως αὐταῖς οὐκ ἀπεζύγου τὰς θύρας, ἀλλ’
ἐπυνθάνετο, τίνες καὶ ὅθεν εἶεν. εἰς δέ τις τῶν σὺν αὐταῖς
 „γυναῖκές” φησιν „ἐξ ἀνατολῶν.. τὰ δὲ πρὸς χρείαν ἅπαντα 
δαπανήσασαι ἐπισπεύδουσι τὴν προσκύνησιν οἴκαδε ἐθέλουσαι
ἐπανελθεῖν”. ὁ δ’ εὐθὺς ἀποζυγώσας τάς θύρας παραχωρεῖ
 

 
ταύταις τῆς εἰσόδου. τῇ δ’ ἐπαύριον ἐκκλησιάσας ὁ αὐτοκράτωρ
τὴν σύγκλητον, ἐπειδὴ τὰ κατὰ τοὺς ἄνδρας μεμαθήκοι,
τὰ εἰκότα πρὸς τούτους ἐδημηγόρησε καταδρομὴν τοῦ
δομεστίκου ποιούμενος. ἐκπέμπει δὲ τηνικαῦτα πρὸς τὰς
γυναῖκας τόν τε καλούμενον Στραβορωμανὸν καί τινα Εὐφημιανὸν 
τὴν κλῆσιν μετακαλούμενος αὐτὰς εἰς τὰ βασίλεια.
ἡ δὲ Δαλασσηνὴ πρὸς αὐτοὺς εἴπατέ” ,, φησι πρὸς
αὐτοκράτορα· οἱ παῖδες οἱ ἐμοὶ δοῦλοί εἰσι πιστοὶ τῆς σῆς
 βασιλείας καὶ προθύμως ἐξυπηρετοῦντες αὐτῇ ἐπὶ πᾶσιν οὐκ
ἐφείσαντο οὔτε ψυχῶν οὔτε σωμάτων ἀεὶ προκινδυνεύοντες 
ἐκθύμως ὑπὲρ τοῦ σοῦ κράτους. ὁ δὲ κατ’ αὐτῶν φθόνος
μὴ φέρων τὴν εἰς αὐτοὺς εὔνοιάν τε καὶ κηδεμονίαν τῆς
σῆς βασιλείας μέγαν τὸν κίνδυνον κατ’ αὐτῶν καθ’ ὥραν
ἐξήρτυεν· ὡς δὲ καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐξορύττειν
ἐμελέτησαν, τοῦτο αἰσθόμενοι καὶ μὴ φέροντες τὸν τοιοῦτον 
ἄδικον κίνδυνον τῆς πόλεως οὐχ ὡς ἀποστάται ἐξῆλθον,
ἀλλ’ ὡς δοῦλοι πιστοὶ ἅμα μὲν τὸν ὑπόγυον ἀποδιδράσκοντες
κίνδυνον, ὁμὰ δὲ καὶ τὰ κατ’ αὐτῶν μελετώμενα τὸ κράτος
σου ἀναδιδάξοντες καὶ τὴν ἀπὸ τῆς σῆς βασιλείας ἐξαιτησόμενοι
 βοήθειαν.’’ οἱ δὲ ἐπέκειντο σφόδρα μετακαλούμενοι 
 ταύτην· ἀγανακτήσασα δὲ ἡ γυνή φησι πρὸς αὐτοὺς „παραχωρήσατέ
μοι εἰς τὴν τοῦ θεοῦ ἐκκλησίαν εἰσελθούσῃ προσκυνῆσαι.
ἄτοπον γάρ ἐστιν εἰς τοὺς πυλεῶνας αὐτῆς φθάσασαν
μὴ εἰσελθεῖν καὶ μεσίτιδι τῇ παναχράντῳ δεσποίνῃ καὶ θεομήτορι
χρήσασθαι εἰς τε τὸν θεὸν καὶ τὴν τοὺ βασιλέως 
ψυχήν.’’ τὴν εὔλογον οὖν αἴτησιν τῆς γυναικὸς αἰδεσθέντες
οἱ πρέσβεις παραχωροῦσιν αὐτῇ τῆς εἰσόδου. ἡ δὲ βραδεῖ
ποδὶ στείχουσα ὡς οἷον ὑπὸ τοῦ γήρως καὶ τῆς λύπης κεκμηκυῖα,
μᾶλλον δὲ καὶ τὸν κεκμηκότα ὑποκρινομένη περί τε
αὐτά που τὰ εἰσόδια τοῦ ἱεροῦ βήματος πελάσασα καὶ γονυκλισίας 
δύο ποιησαμένη περὶ τὴν τρίτην καθεσθεῖσα χαμαὶ
 

 
ἀπρὶξ τῶν ἁγίων εἴχετο θυρῶν ἐπιβοωμένη ὡς „εἰ μὴ τὰς
χεῖρας ἀποτμηθείην, οὐκ ἂν τοῦ ἱεροῦ τεμένους ἐξέλθοιμι, 
εἰ μὴ τὸν τοῦ βασιλέως ὥσπερ ἐχέγγυον τῆς σωτηρίας δεξαίμην
σταυρόν”. ἐκβαλὼν δὲ ὁ Στραβορωμανὸς ὅνπερ ἐπεφέρετο
 ἐγκόλπιον σταυρὸν ἐδίδου. ἡ δὲ ,,οὐκ ἀφ᾿ ὐμῶν τὴν πληροφορίαν
αἰτῶ, ἀλλ᾿ ἐξ αὐτοῦ τοῦ βασιλέως ἐπιζητῶ τὴν εἰρημένην
βοήθειαν. καὶ οὐδ᾿ ἁπλῶς ἐν μικρῷ μεγέθει τὸν
διδόμενον ἂν σταυρὸν δεξαίμην, ἀλλ᾿ αξιόλογον τὸ μέγεθος
ἔχοντα”, τοῦτο δὲ ἐπεζήτει, ἵνα καταφανὲς πρὸς ἐκείνην τὸ
 ὅρκιον γίνοιτο· ἐν μικρῷ γὰρ σταυρίῳ τῆς ὑποσχέσεως γινο¬μένης
τάχα ἂν τοὺς πολλοὺς τὰ ἐμπεδούμενα διελάνθανον·
„ἐκείνου τοίνυν τὴν κρίσιν καὶ τον ἔλεον ἀνακαλοῦμαι.
ἄπιτε, ἀπαγγείλατε αὐτω”. ἡ δὲ ἐπὶ τῷ Ἰσαακίῳ νύμφη 
αὐτῆς (προέφθασε γὰρ είς τὸν ναὸν εἰσελθεῖν ἅμα τῷ τὰς
 πύλας ἀνεῳχθῆναι διὰ τὸν ὄρθριον ὕμνον) τὴν ἐπικαλύπτουσαν
ὀθόνην τὸ πρόσωπον περιελοῦσά φησι πρὸς αὐτοὺς
,,αὕτη μέν, εἰ βούλεται, ἀπερχέσθω᾿ ἡμεῖς δὲ πληροφορίας
ἄτερ τοῦ ἱεροῦ οὐκ ἐξερχόμεθα, κἂν θανεῖν ἡμᾶς πρόκειται”.
ἰδόντες οὖν τὸ ἐνστατικὸν τῶν γυναικῶν καὶ ὅπως άναι σχυντότερον
 αὐτοῖς ἢ πρότερον προσεφέροντο, καὶ πτοηθέντες
μὴ θόρυβος γένηται, ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν πάντα τῷ 
βασιλεῖ. ὁ δὲ φύσει ἀγαθὸς ὤν, ἐπικαμφθεὶς καὶ τοῖς τῆς
γυναικὸς λόγοις, αποστέλλει τὸν ἐπιζητούμενον σταυρὸν πρὸς
αὐτὴν πᾶσαν ἀφροντιςίαν αὐτῇ διδούς. καὶ οὕτω τῆς τοῦ
 θεοῦ ἁγίας ἐκκλησίας ἐξελθοῦσαν περιορισθῆναι παρακελεύει
μετά τε τῶν θυγατέρων καὶ νυμφῶν αὐτῆς εἰς τὴν ἀγχοῦ
τῆς Σιδηρᾶς διακειμένην γυναικείαν μονὴν τῶν Πετρίων,
μετάκλητον δὲ ποιεῖται καὶ τὴν συμπενθέραν αὐτῆς τὴν τοῦ
καίσαρος Ἰωάννου νύμφην (πρωτοβεστιαρία δὲ ἦν αὐτὴ τὸ
 ἀξίοψα) ἀπὸ τοῦ ἐν Βλαχέρναις τεμένους, ὃ ἐπ᾿ ὀνόματι
τῆς δεσπότιδος ἡμῶν θεομήτορος ᾠκοδόμητο, καὶ εἰς τὴν
ῥηθεῖσαν μονὴν τῶν Πετρίων καὶ αὐτὴν εἶναι παρακελεύεται 
 

 
καὶ προστάττει τούς τε πιθῶνας καὶ σιτῶνας αὐτῶν καὶ
πάντα τὰ ταμεῖα τηρεῖσθαι ἀμειαγώγητα. καθ’ ἑκάστην οὖν
πρωίαν ἄμφω τοῖς φυλάττουσι προσερχόμεναι ἐπυνθάνοντο,
εἴ τι ἀπὸ τῶν παίδων αὐτῶν μεμαθήκεσαν. οἱ δὲ ἁπλοϊκώτερον
αὐταῖς προσφερόμενοι ἀπήγγελλον ἅπαν τὸ ἀκουσθέν. 
ἡ δὲ πρωτοβεστιαρία ἐλευθέρα καὶ χεῖρα καὶ γνώμην
οὖσα βουλομένη τε τοὺς φυλάσσοντας σφετερίσασθαι ἐπέταττεν
αὐτοῖς ἀναλαμβάνεσθαι ἀπὸ τῶν βρωσίμων εἰς ἰδίαν
χρῆσιν ὁπόσα καὶ βούλοιντο· ἐφεῖτο γὰρ αὐταῖς ἀπαραποδί-
C στως εἰσάγεσθαι τὰ πρὸς χρείαν. ἐντεῦθεν προθυμότεροι πρὸς 
τὰς ἀπαγγελίας οἱ φύλακες ἐγεγόνεισαν, κἄκτοτε ἐκφορὰ
πάντα ποιούντων ἐκείνων οὐδὲν αὐτὰς διελάνθανε.

Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὰς γυναῖκας τοιαῦτα· οἱ δέ γε
ἀποστάται φθάσαντες τὴν περὶ τὸ βραχιόνιον τῶν Βλαχερνῶν
ἱσταμένην πύλην καὶ τὰς κλεῖς κατεάξαντες ἀδεῶς ἐξεληλύθεισαν 
εἰς τοὺς βασιλικοὺς ἱπποστάθμους. καὶ τοὺς μὲν τῶν
 ἵππων αὐτοῦ που καταλιμπάνουσι πρότερον τοὺς ὄπισθεν
πόδας ἀπ’ αὐτῶν τῶν μηρῶν τῷ ξίφει ἀποτεμόντες, τοὺς
δ’ ἀναλαβόμενοι, ὅσοι τούτοις ἔδοξαν χρησιμώτεροι, ἐκεῖθεν
ταχέως τὸ ἀγχοῦ που τῆς μεγαλοπόλεως μοναστήριον, ὃ Κοσμίδιον 
ἐπωνόμασται, καταλαμβάνουσι. καὶ γάρ, ἵνα μεταξύ
 πως ἐπιδιηγησαίμην καὶ σαφέστερον ἡμῖν ὁ λόγος προίῃ, τὴν
εἰρημένην ἄνωθεν πρωτοβεστιαρίαν, πρὶν ἢ τὸν βασιλέα ταύτην
μετακαλέσασθαι, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, κεῖθι καταλαβόντες
ταύτῃ τε συνετάττοντο ἐπὶ τῷ ἐξελαύνειν ἐκεῖθεν 
καὶ Γεώργιον τὸν Παλαιολόγον ἀνέπειθον μεθ’ ἑαυτῶν συλλαβεῖν
καὶ συναπαίρειν αὐτοῖς κατηνάγκαζον. οὔπω γὰρ ἦσαν
ἔκφορα τὰ κατ᾿ αὐτοὺς θέμενοι πρὸς τόν ἄνδρα δι᾿ ὑποψίαν
εὐπρόσωπον. ἦν γὰρ ὁ πατὴρ τοῦ Γεωργίου τουτουῒ τῷ βασιλεῖ
σιλεῖ εὐνούστατος ἐς τὰ μάλιστα, καὶ ἡ τῆς ἀποστάσιας 
πρὸς τοῦτον ἀπογύμνωσις οὐκ ἀκίνδυνος. τὰ μὲν οὖν πρῶτα
 

 
ὁ Παλαιολόγος πρὸς τούτους οὐκ εἷχεν εὐαγώγως πολλά τε
ἀντιτεινόμενος καὶ κατονειδίζων τὴν πρὸς ἐκεῖνον τούτων
διαπιστίαν καὶ ὅτι ὕστερον, τοῦτο δὴ τὸ πεπαροιμιασμένον,
νοῦν οἴσαντες καὶ τοῦτον ἀνακαλοῦνται. ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ
 πρωτοβεστιαρία ἡ τοῦ Παλαιολόγου πενθερὰ βαρεῖα ἐνέκειτο
τούτῳ συνεξελθεῖν καὶ ἀπειλοῦσα αὐτῷ τὰ δεινότατα, μαλακώτερος
γίνεται. φροντίζει δὲ τὸ ἐντεῦθεν περὶ τῶν γυναικῶν, 
τῆς τε αὐτοῦ γαμετῆς Ἄννης καὶ Μαρίας τῆς πενθερᾶς
αὐτοῦ, τὰ πρῶτα τοῦ γένους ἐκ τῶν Βουλγάρων ἐχούσης,
 κάλλους δὲ τοσοῦτον ἐπισυρομένης καὶ εὐαρμοστίας μελῶν
καὶ μερῶν, ὥστε μηδεμίαν φανῆναι κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ τὴν
ταύτης ὡραιοτέραν. οὐκ ἄνευ οὖν φροντίδος ἦσαν τὰ κατ
αὐτὴν τῷ Παλαιολόγῳ καὶ Ἀλεξίῳ. ταύτῃ τοι καὶ γνώμην
ἔσχον οἱ ἀμφὶ τὸν Ἀλέξιον ἐκεῖθεν ἀνελόμενοι ταύτας οἱ μὲν
 εἴς τι φρούριον ἀπαγαγεῖν, ὁ δὲ Παλαιολόγος εἰς τὸ ἐν
Βλαχέρναις τέμενος τῆς θεομήτορος. καὶ κρατεῖ ἡ τοῦ Γεωργίου 
γνώμη. εὐθὺς οὖν ἀπελθόντες μετ’ αὐτῶν παρέθεντο
ταύτας τῇ πανάγνῳ μητρὶ τοῦ τὰ πάντα συνέχοντος λόγου.
αὐτοὶ δὲ παλινοστήσαντες, ὅθεν ἐξῄεσαν, ἐσκόπουν ὅ τι δὴ
 καὶ ποιήσαιεν. ὁ δὲ Παλαιολόγος „ ὐμᾶς μέν” φησιν „ἀπέρχεσθαι
χρή· ἐγὼ δὲ τάχιον ὑμᾶς καταλήψομαι τὰ προσόντα
μοι χρήματα συνεπιφερόμενος”. ἔτυχε γὰρ πᾶσαν τὴν ἐν
κινητοῖς αὐτοῦ θεωρουμένην περιουσίαν ἔχων ἐγκειμένην
ἐκεῖσε. μὴ μελλήσαντες οὖν εὐθὺς τῆς προκειμένης ὁδοιπορίας
 εἴχοντο· ἐκεῖνος δὲ τοῖς τῶν μοναχῶν ὑποζυγίοις ἐπισάξας 
τὰ ἑαυτοῦ ὄπισθεν αὐτῶν ἤλαυνε. καὶ φθάσας σὺν τούτοις
εἰς Τζουρουλόυ ( κώμη δὲ καὶ αὕτη Θρᾳκική) διασῴζεται
κἀκεῖσε τυχαίως τῷ ἐξ ἐπιταγῆς τοῦ δομεστίκου καταλαβόντι
στρατεύματι ἡνώθησαν ἅπαντες. δέον οὖν κρίναντες περὶ
 τῶν συμπεσόντων αὐτοῖς δηλῶσαι τῷ Δούκᾳ Ἰωάννῃ τῷ
καίσαρι ἐν τοῖς ἰδίοις κτήμασι τῶν Μωροβούνδου αὐλιζομένῳ
 

 
ἀπεστάλκασι τὸν τὴν ἀποστασίαν ἐκείνῳ μηνύσοντα. φθάσας
δὲ ὁ τὴν ἀγγελίαν ἐκείνην κομίζων περὶ δείλην ἑῴαν ἔξω
τῶν οὐδῶν τῆς αὐλίδος εἱστήκει τὸν Καίσαρα ἀναζητῶν. ἰδὼν
 δὲ τοῦτον ὁ ἔγγονος αὐτοῦ Ἰωάννης, νέος ἔτι ὤν καὶ μήπω
μειράκιον καὶ διὰ τοῦτο ἀδιασπάστως συνὼν τῷ καίσαρι, 
δρομαῖος εἴσεισι καὶ καθεύδοντα τοῦτον διυπνίσας ἀπαγγέλλει
τὴν ἀποστασίαν. ὁ δ’ εὐθὺς πληγεὶς τῇ ἀκοῇ ῥαπίζει
τὸν υἱωνὸν κατὰ κόρρης καὶ μὴ τοιαῦτα ληρεῖν ἐπειπὼν
ἀπώσατο. κἀκεῖνος μετὰ μικρὸν πάλιν εἰσελθὼν τὴν αὐτὴν
ἀγγελίαν κομίζει προσθέμενος καὶ τὸν ἀπὸ τῶν Κομνηνῶν 
πρὸς αὐτὸν ἀποτοξευόμενον λόγον. εἶχε δὲ ὁ λόγος μεταξύ
που καί τι ἀστειότατον τὴν τυραννίδα συναινιττόμενον ὡς
 „ἡμεῖς μέν” φησιν „ὄψον μάλα καλὸν ηὐτρεπίσαμεν καὶ
καρυκείας οὐκ ἄτερ· σὺ δὲ ἀλλ’ εἰ βούλει τῆς εὐωχίας μεταλαχεῖν,
τὴν ταχίστην ἥκειν τῆς πανδαισίας μεταληψόμενος”. 
ἀνακαθίσας οὖν καὶ ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ ἀγκῶνος ἑαυτὸν ἐπερείσας
εἰσαγαγεῖν τὸν ἐκεῖθεν ἐλθόντα κελεύει. τοῦ δὲ πάντα
τὰ κατὰ τοὺς Κομνηνοὺς διηγησαμένου, „φεῦ μοι” ὁ Καῖσαρ
εἰπὼν εὐθὺς ἐπιβάλλει τὰς χεῖρας ταῖς ὄψεσιν· ἐπὶ μικρὸν
 δὲ καὶ τῆς ὑπήνης περιδραξάμενος, οἷον ἐν τοσούτῳ λογισμοὺς 
πολλοὺς ἀνελίττων, εἰς ‘ὲν τοῦτο ἤρεισεν ἑαυτόν, συναποστατῆσαι
κἀκεῖνον. εὐθὺς οὖν μετακαλεσάμενος τοὺς ἱπποκόμους
καὶ τοῦ ἵππου ἐπιβὰς τῆς πρὸς τοὺς Κομνηνοὺς
φερούσης ἥψατο. καὶ Βυζαντίῳ δέ τινι καθ’ ὁδὸν ἐντυχὼν
χρυσοῦ βαλάντιον ἱκανὸν ἐπιφερομένῳ καὶ πρὸς τὴν μεγαλόπολιν 
ἀπιόντι ἤρετο αὐτόν, τοῦτο δὴ τὸ Ὁμηρικόν, „τίς
πόθεν εἶς ἀνδρῶν;” καὶ ἐπειδὴ παρ᾿ αὐτοῦ ἐμάνθανεν, ἔτι
τε χρυσὸν πολὺν ἐπιφέρεται ἀπό τινων εἰσπράξεων καὶ ὅτι
πρὸς τὸν κοιτῶνα τοῦτον διακομίζει, βιάζεται τοῦτον συγτὴν
 

 
καταλῦσαι αὐτῷ ὑπισχνούμενος ὡς ἅμα ἡμέρᾳ, οὗπερ ἂν
βούλοιτο, βαδιεῖται. τοῦ δὲ ἐνισταμένου καὶ βαρέως φέροντος 
τοῦτο ὁ καῖσαρ σφοδρότερον ἐπετίθετο καὶ ἔπεισε λέγων,
ὁποῖος ἐκεῖνος ἐπιτρόχαλος ἐν λόγοις καὶ δεινὸς ἐν νοήμασι
 πειθώ τε ἐν γλώττῃ φέρων ᾖπερ Αἰσχίνης ἄλλος ἢ Δημοσθένης.
συμπαραλαβὼν οὖν τὸν τοιοῦτον καταλύει ἔν τινι
δωματίῳ καὶ παντοίως φιλοφρονησάμενος τραπέζης τε ἀξιώσας
καὶ διαναπαύσας καλῶς παρακατέσχε τὸν ἄνδρα. κατὰ τὸ
περίοθρον δὲ ἤδη, ὅτε καὶ ὁ ἥλιος τὸν ἀνατολικὸν ὁρίξοντα
 καταλαμβάνειν ἐπείγεται, ὁ μὲν Βυζάντιος ἐπιθέμενος τὰς
ἐφεστρίδας τοῖς ἵπποις εὐθὺ Βθζαντίδος ἐλαύνειν ἠπείγετο.
τοῦτο δὲ ὁ καῖσαρ θεασάμενος „ἔα” φησὶ „καὶ συμπορεύου 
μεθ᾿ ἡμῶν”. ὁ δὲ μηθ᾿ ὅπου πορεύεται γινώσκων, παντάπασι
δὲ καὶ τὴν αἰτίαν δι᾿ ἣν τῆς τοιαύτης φιλοφροσύνης
 ἠξίωται ἀγνοῶν πάλιν δυσανασχετῶν ἦν καὶ ὑπόπτως εἶχε
πρὸς τὸν καίσαρα καὶ τὰς φιλοφροσύνας τοῦ καίσαρος. ὁ
δὲ ἐπέκειτο ἕλκων αὐτόν· ὡς δ᾿ οὐχ ὑπήκουε, μεταβαλὼν
τραχυτέροις πρὸς τοῦτον ἐκέχρητο ῥήμασιν, εἰ μὴ τὸ προσταττόμενον
ποιήσεις. μὴ ὑπακούοντος δὲ προστάττει τὰ μὲν
 προσόντα αὐτῷ ἅπαντα τοῖς ἰδίοις ἑνωθῆναι ὑποζυγίοις καὶ
τὴν προκειμένην προεύεσθαι, ἐκείνῳ δὲ ἄδειαν δίδωσιν ὅπη
βούλοιτο ἀπιέναι. ὁ δὲ τὴν μὲν εἰς τὰ βασίλεια εἴσοδον 
παντελῶς ἀπαγορεύσας, ἅτε δεδιὼς μὴ καὶ ἔμφρουρος γένηται
διὰ τὸ κεναῖς χερσὶν τοῖς ἀμφὶ τὸν βασιλικὸν κοιτῶνα
 ὀφθῆναι, παλινδρομῆσαι δὲ μὴ θέλων διὰ τὴν τοῖς πράγμασιν
ἐπεισπεσοῦσαν ἀκαταστασίαν καὶ σύγχυσιν ἐκ τῆς ἀνακυψάσης
ἤδη τοῦ Κομνηνοῦ ἀποστασίας, καὶ μὴ βουλόμενος συνείπετο
τῷ καίσαρι. γίνεται δέ τι κατὰ συντυχίαν τοιοῦτον. ἀπερχόμενος
ὁ καῖσαρ περιέτυχε Τούρκοις ἄρτι διαπερῶσι τὸν
 Εὖρον καλούμενον ποταμόν. ἀνασειράσας οὖν τὸν χαλινὸν
ἐπυνθάνετο ὅθεν καὶ ὅποι πορεύονται, ἅμα δὲ καὶ ὑπισχνεῖτο
χρήματά τε πολλὰ δώσειν καὶ παντοίας θεραπείας ἀξιῶσαι,
 

 
εἰ πρὸς τὸν Κομνηνὸν σὺν αὐτῷ φοιτήσουσι. συντίθενται
οὖν τηνικαῦτα. καὶ ὃς ὅρκον ἐκ τῶν ἡγεμόνων αὐτῶν
ἀπαιτεῖ ἐμπεδῶσαι τὰς συνθήκας διὰ τούτου βουλόμενος.
οἱ δ’ εὐθὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον αὐτοῖς τὸν ὅρκον ἐπλήρουν
συμμαχῆσαι τῷ Κομνηνῷ μάλα προθύμως διαβεβαιούμενοι. 
ἄπεισι τοίνυν συμπαραλαβὼν καὶ τοὺς τούρκους πρὸς τοὺς
Κομνηνούς. οἱ δὲ πόρρω τοῦτον θεασάμενοι καὶ τὴν καινὴν
 ἄγραν ὑπεραγάμενοι καὶ μάλιστα τούτων οὑμὸς πατὴρ Ἀλέξιος
οὐκ εἶχον ὑφ’ ἡδονῆς ὅ τι καὶ δράσαιεν. προϋπαντήσας δὲ
καὶ περιπλακεὶς τὸν Καίσαρα κατησπάζετο. τί τὸ ἀντεῦθεν; 
τῆς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἀπαγούσης ἥψαντο τοῦ καίσαρος
τοῦτο ὑποθεμένου καὶ ἐπισπεύσαντος. ἅπαντες οὖν
οἱ κατὰ τὰς κωμοπόλεις αὐτόμολοι προσερχόμενοι ἐφήμιζον
τοῦτον βασιλέα πλὴν τῶν κατὰ τὴν Ὀρεστιάδα. ἐκεῖνοι γὰρ
ἐγκοτοῦντες πάλαι αὐτῷ διὰ τὴν τοῦ Βρυεννίου κατάσχεσιν 
τῷ μέρει τοῦ Βοτανειάτου προσέκειντο. καταλαβόντες οὖν τὸν
 Ἀθύραν κἀκεῖσε διαναπαυσάμενοι τὴν μετ’ αὐτὴν ἐκεῖθεν
 ἀπάραντες τὰ Σχίζα κατέλαβον ( κώμη δὲ καὶ τοῦτο Θρᾳκική)
κεῖθι τὸν χάρακα πηξάμενοι.

Μετέωροι δὲ ἦσαν ἅπαντες καραδοκοῦντες τὸ μέλλον 
καὶ τὸν ἐλπιζόμενον ἀναρρηθῆναι βασιλέα ἐπιποθοῦντες ἰδεῖν.
οἱ πλείους δὲ Ἀλεξίῳ τὸ κράτος ἐπηύχοντό, ἀλλ’ οὐδ’ οἱ
περὶ τὸν Ἰσαάκιον ἀναπεπτώκεσαν, ὡς ἐνόν, ἅπαντας μεταχειριζόμενοι.
στάσις δὲ ἦν ἀσύμβατός κατὰ τὸ φαινόμενον
τῶν μὲν τοῦτον, τῶν δ’ ἐκεῖνον οἰακοστρόφον τῆς βασιλικῆς 
περιωπῆς ἱμειρομένων γενέσθαι. παρῆσαν δὲ τότε καὶ οἱ ἐξ
ἀγχιστείας τῷ Ἀλεξίῳ προσήκοντες, ὁ ἄνωθεν μνημονευθεὶς
 Καῖσαρ Ἰωάννης ὁ Δούκας, ἀνὴρ καὶ βουλεύσασθαι ἱκανὸς
καὶ καταπράξασθαι περιδέξιος, ὃν κἀγὼ ἐπ’ ὀλίγον φθάσασα
τεθέαμαι, καὶ Μιχαὴλ καὶ Ἰωάννης οἱ τούτου ἔγγονοι, ναὶ 
μὴν καὶ ὁ τούτων ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸς Γεώργιος ὁ Παλαιολόγος,
συμπαρόντες αὐτοῖς καὶ ἀγωνιῶντες καὶ τὰς ἁπάντων
 

 
πρὸς τὸ αὐτοῖς βουλητὸν διαστρέφοντες γνώμας καὶ πάντα
κάλων, ὅ φασι, κινοῦντες καὶ πᾶσαν μηχανὴν εὐφυῶς τεχναζόμενοι,
ὥστε τὸν Ἀλέξιον ἀναρρηθῆναι. τοιγαροῦν κα
τὰς ἁπάντων πρὸς τὸ αὐτοῖς βουλητὸν μετέφερον γνώμας
 ἔνθεν τοι καὶ τοὺς τῷ Ἰσαακίῳ προσανέχοντας κατὰ βραχὺ
ἐλαττοῦσθαι συνέβαινεν. ὅπου γὰρ Ἰωάννης ὁ Καῖσαρ ἦν
οὐδεὶς τῶν ἁπάντων ἀντέχειν ἠδύνατο. ἦν γὰρ ἀπαράμιλλος 
οὗτος κατά τε φρονήματος ὄγκον καὶ σώματος μέγεθος καὶ
μορφὴν τυράννῳ προσήκουσαν. τί μὲν οὐκ ἔπραττον οἱ Δοῦκαι;
 τί δὲ οὐκ ἔλεγον; τί δὲ οὐχ ὑπισχνοῦντο ἀγαθὸν ἔσεσθαι
τοῖς τε λογάσι καὶ τῷ κοινῷ τοῦ στρατοῦ, εἰ ἐπὶ τὴν
βασίλειον περιωπήν Ἀλέξιος ἀναβαίη; φάσκοντες ὡς „μεγίσταις
ὑμᾶς δωρεαῖς καὶ τιμαῖς ἀνταμείψεται, ὡς ἑκάστῳ
προσήκει καὶ οὐχ ὡς ἔτυχε, καθάπερ οἱ ἀμαθεῖς καὶ ἄπειροι
 τῶν ἡγεμόνων, διὰ τὸ καὶ στρατοπεδάρχης ὑμῶν χρόνον ἤδη
συχνὸν χρηματίσαι καὶ μέγας τῆς ἑσπέρας δομέστικος καὶ 
κοινῶν ἁλῶν ὑμῖν μετασχεῖν ἐν λόχοις τε καὶ τοῖς κατασυστάδην
πολέμοις γενναίως ὑμῖν συναγωνιζόμενος, μὴ
σαρκῶν, μὴ μελῶν, μηδὲ τῆς ψυχῆς αὐτῆς ὑπὲρ τῆς ὑμῶν
 φεισάμενος σωτηρίας, ὅρη τε καὶ πεδιάδας μεθ’ ὑμῶν πολλάκις
διελθών, τὰς ἐκ τῶν μόθων κακοπαθείας ἐπιστάμενος
καὶ ἀκριβῶς ἅπαντας ὁμοῦ καὶ καθ’ ἕνα γινώσκων, Ἀρηΐφιλός
τε ὢν καὶ τοὺς γενναίους τῶν στρατιωτῶν ἔξόχως ποθῶν”.
ἀλλὰ ταῦτα μὲν οἱ Δοῦκαι· ὁ δέ γε Ἀλέξιος πολλῆς τιμῆς
 ἠξίου τὸν Ἰσαάκιον ἐν πᾶσιν αὐτὸν προτιμώμενος εἴτε διὰ
τὸ φίλτρον τῆς ἀδελφότητος ἢ καὶ μᾶλλον, ὃ καὶ λεκτέον, 
ἐπειδὴ ἡ μὲν στρατιὰ ξύμπασα πρὸς τοῦτον ξυνέρρει καὶ
τὴν αὐτοῦ βασιλείαν κατέσπευδε, πρὸς δὲ τὸν Ἰσαάκιον
οὐδ’ ὁπωστιοῦν ἐπεστρέφετο, ἔχων ἐκεῖθεν τὸ κράτος καὶ
 τὴν ἰσχὺν καὶ κατ’ ἐλπίδας αὐτῷ τὸ πρᾶγμα γινόμενον ὁρῶν
παρεμυθεῖτο τὸν ἀδελφὸν τῇ πρὸς τὴν βασιλείαν ὑποποιήσει
πρᾶγμα οὐδὲν ἐκ τούτων πάσχων ἀβούλητον, εἰ αὐτὸς μὲν
 

 
παρὰ τῆς στρατιᾶς ἁπάσης εἰς τοὺς ὑπερηφάνους ἄξονας
ἀναρπάζοιτο, ὁ δὲ λόγοις ὑποσαίνοι τὸν ἀδελφὸν καὶ
σχῆμα ποιοῖτο τὴν κράτους δῆθεν ἐκχώρησιν. τοῦ και-
 ῥοῦ γοῦν οὕτω τριβομένου συνείλεκτο τὸ ὁπλιτικὸν
περὶ τὴν σκηνὴν μετέωροι ὄντες καὶ τὴν ἰδίαν ἕκαστος ἐπιθυμίαν 
 εὐχόμενος τελεσθῆναι. ἀναστὰς δὲ ὁ Ἰσαάκιος καὶ
λαβὼν τὸ φοινικοβαφὲς πέδιλον ὑποδιδύσκειν τὸν ἀδελφὸν
ἐπειρᾶτο· ὡς δὲ ἐκεῖνος πολλάκις ἀνένευεν, „ἔα” φησί,
διὰ σοῦ ὁ θεὸς τὸ γένος ἡμῶν ἀνακαλέσασθαι βούλεται”.
ἀναμνήσας καὶ ὧν ὁ φανείς ποτε περί που τὰ Καρπιανοῦ 
λεγόμενα ἐκ τῶν βασιλείων οἴκαδε ἀπερχομένων ἀμφοτέρων
τῶν ἀδελφῶν πρὸς αὐτὸν ἀπεφοίβασεν. ἐκεῖσε γὰρ γενομένοις
ἀνήρ τις τούτοις ὑπηντηκὼς εἴτε τῶν κρειττόνων τις
ὢν ἢ ἄλλως ἄνθρωπος τῶν μελλόντων, ὡς ἀληθῶς εἰπεῖν,
 διορατικώτατος· ἐδόκει δ’ οὖν ἱερεὺς τὸ φαινόμενον ἀπὸ 
γυμνῆς τῆς κεφαλῆς προσερχόμενος, πολιὸς τὴν τρίχα, τὸ
γένειον λάσιος· ἐπιλαμβάνεται τῆς κνήμης τοῦ Ἀλεξίου καὶ
πρὸς ἑαυτὸν πεζὸς ὢν ἱππότην ἐφελκυσάμενος πρὸς τὸ οὖς
τοῦτο δὴ τὸ τῆς Δαυιτικῆς ἀνεφθέγξατο λύρας ἔντειναι καὶ
κατευοδοῦ καὶ βασίλευε ἕνεκεν ἀληθείας καὶ πρᾳότητος καὶ 
δικαιοσύνης” καὶ προσεῖπε τῷ λόγῳ αὐτοκράτορ Ἀλέξιε”.
ταῦτα εἰπὼν καὶ οἷον προμαντευσάμενος ἀφανὴς ᾤχετο. οὐδὲ
γὰρ ἧν τῷ Ἀλεξίῳ ἁλώσιμος, καίτοι πανταχόσε περιπαπταίνοντι,
εἴ που καὶ τοῦτον θεάσαιτο, καὶ δὴ καὶ ὅλους λύσαντι
χαλινοὺς καὶ τοῦτον μεταδιώκοντι, εἴ που καὶ καταλάβοιτο, 
ἵνα τίς τε εἴη καὶ ὁπόθεν ἀκριβέστερον μάθοι. ἀλλ᾿ ὅμως
ἀφανέστατον ἦν τὸ θεαθέν. ἐκεῖθεν δὲ ὑποστρέψαντα ὁ
ἀδελφὸς Ἰσαάκιος πολλά τε περὶ τοῦ φανέντος ἐξεπυνθάνετο
καὶ τὸ ἀπόρρητον ἠξίου παραγυμνοῦν· ὡς δὲ ἐνέκειτο ἀπαιτῶν
ὁ Ἰσαάκιος, ὁ Ἀλέξιος τὸ ἐντεῦθεν τὰ πρῶτα μὲν ἀναβαλλομένῳ 
 ἐῴκει, μετὰ ταῦτα δὲ καὶ τὸ λαληθὲν πρὸς αὐτὸν
μυστικῶς ἐξωρχεῖτο. αὐτὸς μὲν τοῖς ἔξωθεν λόγοις καὶ πρὸς
 

 
τὸν ἀδελφὸν πλάσμα τὸ λεχθὲν ἐπεξηγούμενος καὶ φενάκη
εἶναι ἐφθέγγετο, κατὰ νοῦν δὲ ἕλκων τὸν φανέντα ἐκεί(??)
ἱεροπρεπῆ ἄνδρα εἰς τὸν τῆς βροντῆς υἱὸν θεολόγον παρεί
καξεν. ἐπεὶ δὲ τὰ τοῦ γέροντος προμαντεύματα καὶ ἅπε
 εἷπεν ἐκεῖνος ἐν λόγοις ὁ Ἰσαάκιος ἐν τοῖς πράγμασιν ἐθε
ᾶτο, ἐνίστατο τε ἀνδρικώτερον αὐτὸν βιαζόμενος καὶ τὸ ἐρυ
θροβαβὲς ἐνδιδύσκει ὑπόδημα, καὶ μᾶλλον ὁρῶν τοῦ ὁπλι
τικοῦ παντὸς τὴν διάπυρον ἐπιθυμίαν πρὸς τὸν Ἀλέξιον
καὶ τό ἐντεῦθεν ἐξῆρχον οἱ Δοῦκαι τῆς εὐφημίας τά τε 
 ἄλλα τὸν ἄνδρα καὶ οὗτοι ἀποδεχόμενοι καὶ διότι ἡ τούτων
προσγενὴς Εἰρήνη καὶ μήτηρ ἐμὴ κατὰ νόμους συνῆπτο τῷ
ἐμῷ πατρί. συνάμα δὲ τούτοις καὶ οἱ ἐκ τοῦ αἵματος συμφυεῖς
αὐτῶν ἀναβλαστήσαντες τὸ αὐτὸ προθύμως ἐποίουν.
τὸ δέ γε λοιπὸν τοῦ στρατοῦ διαδεξάμενον τὴν εὐφημίαν
 σχεδὸν ἐς αὐτὸν τὸν οὐρανὸν ἀνέπεμπον τὰς φωνάς. καὶ
ἦν ἰδεῖν καινόν τι τηνικαῦτα συμβαῖνον, τοὺς πρότερον
διῃρημένους τὰς γνώμας καὶ θάνατον ἑλέσθαι μᾶλλον ἢ τῆς
σφῶν ἐπιθυμίας ἀποτυχεῖν βουλομένους ὁμογνώμονας ἐν μιᾷ
καιροῦ ῥοπῇ γεγονότας καὶ τοσοῦτον, ὡς μηδ᾿ εἴ ποτε στάσις
 μεταξὺ τούτων ὅλως ἦν ἐπιγινώσκεσθαι.

Ἐν ὅσῳ ταῦτα ἐτελεῖτο, φήμη τις περὶ τοῦ Μελισσηνοῦ 
σηνοῦ διέτρεχε φθάσαι τοῦτον μηνύουσα περὶ τὴν Δάμαλιν
μεθ’ ἱκανῆς στρατιᾶς εὐφημεῖσθαί τε ὡς βασιλέα ἤδη καὶ
ἁλουργὰ ἠμφιεσμένον· οἱ δὲ τῷ λεγομένῳ πιστεύειν τέως
 οὐκ εἶχον. τὰ δὲ κατ’ αὐτοὺς κἀκεῖνος μαθὼν πρέσβεις
ταχὺ πρὸς αὐτοὺς ἐξαπέστειλεν. οἱ καὶ καταλαβόντες ἤδη
τὰς πρὸς αὐτοὺς γραφὰς ἐνεχείριζον οὑτωσί πως διεξιούσας
ὁ θεός με μέχρι Δαμάλεως μετὰ τῆς ὑπ’ ἐμὲ στρατιᾶς
ἀσινῆ διεσώσατο. μεμάθηκα δὲ καὶ τὰ ὑμῖν ξυμπεσόντα καὶ
 ὡς τῆς κακονοίας τῶν δούλων ἐκείνων καἰ τῶν δεινῶν καθ’
 

 
ὑμῶν ἐπιχειρημάτων θεοῦ προμηθείᾳ ῥυσθέντες τῆς ἑαυτῶν
 πεφροντίκατε σωτηρίας. ἐπεὶ δὲ κἀγὼ τῇ μὲν σχέσει θεοῦ
νεύσει ἐξ ἀγχιστείας ὑμῖν προσῳκείωμαι, τῇ δὲ γνώμῃ καὶ
τῇ πρὸς ὑμᾶς ἀρρήκτῳ διαθέσει οὐδενὸς τῶν καθ’ αἶμα
προσηκόντων ὑμῖν ἀποδέω, ὡς ὁ τὰ πάντα κρίνων οἶδε 
 θεός, δέον ἡμᾶς κοινῶς σκοπήσαντας περιποιήσασθαι ἑαυτοῖς
τὸ ἀσφαλές τε καὶ ἀκατάσειστον, ὅπως μὴ παντὶ ἀνέμῳ μεταφερώμεθα,
ἀλλὰ καλῶς τὰ τῆς βασιλείας ἰθύνοντες ἐπ
ἀσφαλοῦς βαίνωμεν τῆς κρηπῖδος. τοῦτο δὲ πάντως ἡμῖν
ἐσεῖταί, εἰ θεοῦ νεύσει τῆς πόλεως παρ’ ὑμῶν ἑαλωκυίας 
ὑμεῖς μὲν τὰ τῆς ἑσπέρας διεξάγοιτε πράγματα θατέρου ὑμῶν
ἀναρρηθέντος, ἐμοὶ δὲ τὰ τῆς Ἀσίας ἀποκληρωθῆναι ἐκχωρήσοιτε
στεφηφοροῦντι καὶ ἁλουργὰ περιβεβλημένῳ καἰ
ἀναγορευομένῳ, ὡς ἔθος τοῖς βασιλεῦσίν ἐστι, σὺν τῷ ἀναρρηθέντι
ἐξ ὑμῶν, ὥστε κοινὴν τὴν ἡμῶν εὐφημίαν γίνεσθαι, 
 κἂν οἱ τόποι καὶ τὰ πράγματα ἡμῖν ἀπομεμέρισται, τήν τε
γνώμην μίαν καὶ τὴν αὐτὴν εἶναι. καὶ οὕτως ἡμῶν ἐχόντων
ἀστασίαστα δι’ ἀμφοῖν διεξάγοιτο ἂν τά τῆς
ταῦτα οἱ πρέσβεις ἀπαγγείλαντες ἀπόκρισιν μὲν αὐτοτελῆ
τηνικαῦτα οὐκ ἐδέξαντο · τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν μετακαλεσάμενοι 
τούτους διὰ πολλῶν τὸ ἀδύνατον τῶν παρὰ τοῦ Μελισσηνοῦ
μηνυθέντων ἐδείκνυον· τὰ δέ γε δοκοῦντα τούτοις ἐς νέωτα
γνωρίσαι αὐτοῖς ἐπηγγέλλοντο διὰ Γεωργίου τοῦ καλουμένου
Μαγγάνη, ᾧ καὶ τὴν αὐτῶν θεραπείαν ἀνέθεντο. τούτων
 οὕτω γινομένων οὐδὲ τῆς πολιορκίας κατερρᾳθύμουν παντάπασιν, 
ἀλλὰ δι’ ἀκροβολισμῶν, ὡς ἐνόν, τῶν τειχῶν ἀπεπετρῶντο
τῆς πόλεως. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν μετακαλεσάμενοι
τούτους τὰ αὐτοῖς εἶπον δοκοῦντα. τὰ δὲ ἦν τιμηθῆναι τὸν
Μελισσηνὸν τῷ τοῦ Καίσαρος ἀξιώματι καὶ ταινίας ἀξιωθῆναι
καὶ εὐφημίας καὶ τῶν ἄλλων, ὅσα τῷ τοιούτῳ προσήκει 
ἀξιώματι, δοθῆναι δέ οἱ καὶ τὴν Θετταλοῦ μεγίστην πόλιν,
 

 
ἐν ᾗ καὶ ὁ ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου περι
καλλὴς ναὸς ᾠκοδόμηται, ὅπου καὶ τὸ μύρον ἐκ τῆς ἐκεῖνο
τιμίας σοροῦ βλύζον ἀεὶ μεγίστας ἰάσεις τοῖς μετὰ πίστεο
προσιοῦσι παρέχει. οἱ δὲ δυσχεραίνοντες ἐπὶ τούτοις, ἐπεὶ 
 ἐφ’ οἷς μὲν ἔλεγον οὐκ εἰσηκούοντο, ἑώρων δὲ πολλὴν τὴ
κατὰ τῆς πόλεως τοῦ ἀποστάτου παρασκευὴν καὶ παμ
πλήθη τὴν ὑπ’ αὐτὸν στρατιὰν οὖσαν καὶ τὸν καιρὸν ἤο
αὐτοῖς ἀποστενούμενον, δεδιότες μὴ τῆς πόλεως ἁλούσῃ
τεθαρρηκότες οἱ Κομνηνοὶ οὐδ’ ἅπερ νῦν ὑπισχνοῦνται θε
 λήσωσι περατῶσαι διὰ χρυσοβούλλου λόγου ταῦτα γενέσθα
ἐγγράφως δι’ ἐρυθρῶν βεβαιωθέντος γραμμάτων ᾐτοῦντο
κατανεύει πρὸς τοῦτο ὁ Ἀλέξιος ὁ ἀρτιφανὴς βασιλεὺς καὶ
μετακαλεσάμενος εὐθὺς Γεώργιον τὸν Μαγγάνην, ὃς καὶ
ὑπογραφεὺς αὐτῷ ἐχρημάτιξεν, ἀνατίθεται τούτῳ τὴν τοῦ
 χρυσοβούλλου γραφήν. ὁ δ’ ἐπὶ τρισὶν ἡμέραις ὑπερετίθετο 
ἄλλοτε ἄλλας αἰτίας συνείρων, ποτὲ μὲν λέγων, ὡς ἄρα
κατάκοπος γεγονὼς κατὰ τὴν ἡμέραν ὅλην τῆς νυκτὸς μὴ
δύνασθαι γραφὴν ξυντελέσαι, ἄλλοτε δ’ ὅτι τὰ γεγραμμένα
νυκτὸς σπινθὴρ ἐμπεσὼν ἀπετέφρωσε. τοιαῦτα καὶ ἄλλα
 τινὰ ὁ Μαγγάνης προφασιζόμενος καὶ οἷον μαγγανευόμενος
ἄλλοτε ἄλλως ὑπερετίθετο. ἀπάραντες δ’ ἐκεῖθεν οἱ Κομνηνοὶ
καταλαμβάνουσι ταχὺ τὰς καλουμένας Ἀρετᾶς. τόπος
δὲ οὗτος ἀγχοῦ τῆς πόλεως διακείμενος, ὑπερκείμενος μὲν
τῆς πεδιάδος καὶ τοῖς κάτωθεν ἱσταμένοις καὶ πρὸς τοῦτον
 ὁρῶσιν εἰς λοφιὰν ἀνατεινόμενος καὶ τὴν ἑτέραν μὲν πλευρὰν
πρὸς θάλατταν ἀπονεύων, κατὰ δὲ τὴν ἑτέραν πρὸς τὸ
Βυζάντιον, ταῖς δέ γε λοιπαῖς δυσὶ πρὸς ἄρκτον καὶ δύσιν,
παντὶ ἀνέμῳ καταπνεόμενος, διειδὲς ὕδωρ καὶ πότιμον ἔχων
ῥέον ἀεί, φυτῶν δὲ καὶ δένδρων παντάπασιν ἀμοιρῶν·
 εἶπες ἂν ὑπό τινων δρυτόμων ἐκπεφαλακρῶσθαι τὸν λόφον.
 

 
διὰ γοῦν τὸ τοῦ τόπου ἐπιτερπὲς καὶ εὔκρατον καὶ Ῥωμανὸς
Διογένης ὁ αὐτοκράτωρ ῥᾳστώνης μικρᾶς χάριν οἰκήματα
 λαμπρὰ καὶ ἀποχρῶντα βασιλεῦσιν ἀνήγειρεν. ἐκεῖσε τοίνυν
γενόμενοι πέμποντες ἀπεπειρῶντο τοῦ τείχους οὐ δι’ ἑλεπόλεων
ἢ μηχανῶν ἢ πετροβόλων τινῶν ὀργάνων, ἐπεὶ μηδ᾿ 
ὁ καιρὸς ἐδίδου, ἀλλὰ διὰ πελταστῶν καὶ ἑκηβόλων καὶ δορυφόρων
καὶ καταφράκτων ἀνδρῶν.

Ὁ δέ γε Βοτανειάτης τὴν τῶν Κομνηνῶν ἀποστασίαν
ὁρῶν πολυπληθῆ τε καὶ ἐκ παντοίων συνειλεγμένην
ἀνδρῶν καὶ πρὸς ταῖς πύλαις τῆς πόλεως ἐπειγομένην ἤδη 
 ἐγγίσαι, τὸν δέ γε Μελισσηνὸν Νικηφόρον περὶ τὴν Δάμαλιν
φθάσαντα οὐχ ἥττω τούτων δύναμιν ἔχοντα καὶ τῆς
βασιλείας ὡσαύτως ἀντιποιούμενον, μὴ ἔχων ὅ τι καὶ δράσειε
μήτε ἀντιπαλαμᾶσθαι δυνάμενος πρὸς ἄμφω τὰ μέρη,
ὑπὸ τοῦ γήρως ὑπόψυχρος τε ὢν καὶ μᾶλλον περιδεὴς, κἂν 
ἐν νεότητι ἀνδρικώτατος ἦν, τοσοῦτον τότε μόνον ἀνέπνει,
ὁπόσον αὐτὸν ἡ τοῦ τείχους περιβολὴ διεζώννυε, καὶ ἀπενενεύκει
μᾶλλον πρὸς τὸ τῆς βασιλείας ἐκστῆναι. ἔνθεν τοι
καὶ ἔκπληξις κατεῖχε καὶ θόρυβος ἅπ·αντας καὶ ἁλώσιμα
πάντα ἐδόκει γενήσεσθαι πάντοθεν. ὡς δὲ δυσχερὴς ἡ τῆς 
πόλεως ἅλωσις τοῖς Κομνηνοῖς κατεφαίνετο αἱ δὲ δυνάμεις
 ἐκ διαφόρων ξενικῶν τε καὶ ἐγχωρίων συνελέγοντο· ὅπου δὲ
πληθὺς διάφορος, ἐκεῖ καὶ τὸ τῆς γνώμης διάφορον καταφαίνετα),
βλέπων ὁ τὸ νέον ἐνδεδυκὼς πέδιλον Ἀλέξιος τὸ
δυσάλωτον τῆς πόλεως καὶ τὸ τῶν στρατιωτῶν παλίμβολον 
ὑποτοπάζων εἰς ἑτέραν ἐτράπετο γνώμην, ἵνα θωπείαις τισὶ
καὶ ὑποσχέσεσιν ὑποποιησάμενός τινας τῶν φυλασσόντων τὰ
τείχη καὶ κλέψας αὐτῶν τὴν γνώμην οὕτως αἱρήσει τὴν πόλιν.
ταῦτα δι’ ὅλης νυκτὸς μελετήσας εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ
καίσαρος ἅμα πρωὶ παραγίνεται ἀπαγγέλλων τὰ σκοπηθέντα 
 

 
καὶ ἀξιῶν ἅμα συνέψεσθαί οἱ καὶ κατασκοπῆσαι τὰ τείχ
καὶ τὰς ἐπάλξεις ἀναθεωρῆσαι καὶ τοὺς φυλάσσοντας ἦσα 
γὰρ ἐκ διαφόρων) καὶ διαγνῶναι, ὅπως δυνατόν ἐστιν ἅλω
ναι τὴν πόλιν. ὁ δὲ βαρέως τοὐπίταγμα ἔφερεν, ἅτε
 μοναχικὸν οὔπω πρῴην περιβεβλημένος ἀμφίον καὶ συνεὶ
ὅτι καταγελῷτο ἂν ὑπὸ των περὶ τὸ τεῖχος ἱσταμένων κα
τὰς ἐπάλξεις, εἰ οὕτως τὸν πλησιασμόν τῶν τειχῶν ἀνεδύετο
ὅπερ καὶ πέπονθεν. ὡς γὰρ βιασθεὶς τῷ Ἀλεξίῳ συνῇ
κολούθηκεν, εὐθὺς αὐτὸν ἀπὸ τῶν τειχῶν ἑωρακότες τὸν 
 ἀββᾶν μετά τινος προσθήκης ὑβριστικῆς διετώθαζον. ὁ
ἐπισυνάξας τὸ ἐπισκύνιον καὶ ἔνδοθεν ὑβριζόμενος παρ
οὐδὲν ἐλογίζετο, πρὸς δὲ τὸν προκείμενον σκοπὸν ὅλον εἶχε
τὸν νοῦν. εἰώθασι γὰρ οἱ φρόνημα στάσιμον ἔχοντες ἐμμένειν
ἐφ’ οἶς ἂν κρίνωσι, τῶν δ’ ἔξωθεν ἐπισυμβαινόντων
 καταφρονεῖν. ἐπυνθάνετο οὖν, τίνες ἂν εἶεν οἱ ἑκασταχοῦ
τοὺς πύργους φυλάσσοντες. ὡς δὲ ἐνταῦθα μὲν ἐφεστάναι
τοὺς ἀθανάτους λεγομένους ἐμάνθανε στράτυμα δὲ
τῆς Ῥωμαϊκῆς δυνάμεως ἰδιαίτατον), ἐκεῖσε δὲ τοὺς ἐκ τῆς
Θούλης Βαράγγους τούτους δὴ λέγω τοὺς πελεκυφόρους 
 βαρβάρους), ἀλλαχόσε δὲ τοὺς Νεμίτξους ἕθνος δὲ καὶ τοῦτο
βαρβαρικὸν καὶ τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων δουλεῦον ἀνέκαθεν),
φησὶ πρὸς τὸν Ἀλέξιον παραινῶν μήτε τοῖς Βαράγγοις ἐμβαλεῖν
μήτε τοῖς ἀθανάτοις προσεμβαλεῖν. οἱ μὲν γὰρ αὐτόχθονες
ὄντες τῷ βασιλεῖ πολλὴν τὴν εἰς αὐτὸν ἐξ ἀνάγκης
 ἔχοντες εὔνοιαν θᾶττον ἂν τὰς ψυχὰς προδοῖεν ἢ πονηρόν 
τι κατ’ αὐτοῦ μελετῆσαι πεισθήσονται· οἱ δέ γε ἐπὶ τῶν
ὤμων τὰ ξίφη κραδαίνοντες πάτριον παράδοσιν καὶ οἷον παρακαταθήκην
τινὰ καὶ κλῆρον τὴν εἰς τοὺς αὐτοκράτορας πίστιν
καὶ τὴν τῶν σωμάτων αὐτῶν φυλακὴν ἄλλος ἐξ ἄλλου 
 διαδεχόμενοι τὴν πρὸς αὐτὸν πίστιν ἀκράδαντον διατηροῦσι
καὶ οὐδὲ ψιλὸν πάντως ἀνέξονται περὶ προδοσίας λόγον. τῶν
δέ γε Νεμίτξων ἀποπειρώμενος ἴσως οὐ πόρρω βαλεῖ σκοποῦ,
 

 
ἀλλ᾿ εὐτυχήσει τὴν εἴσοδον ἀπὸ τοῦ ὑπ᾿ αὐτῶν τηρουμένου
πύργου. πείθεται τοίνυν τὸ ἐντεῦθεν Ἀλέξιος τοῖς τοῦ καίσαρος
λόγοις ὥσπερ ἐκ θείας ὀμφῆς τούτους δεξάμενος. διά
τινος οὖν ἀποσταλέντος παρ᾿ αὐτοῦ τὸν ἡγεμόνα τῶν Νεμίτζων
κάτωθεν ἐπιμελῶς ἀνεζήτει· ὁ δὲ ἄνωθεν προκύψας 
 πολλά τε εἰπὼν καὶ ἀκούσας συντίθεται ταχὺ προδοῦναι τὴν
πόλιν. ἧκεν οὖν τὴν ἀγγελίαν ταύτην κομίζων ὁ στρατιώτης.
ἀκούσαντες δὲ οἱ ἀμφὶ τὸν Ἀλέξιον τὸ παρ᾿ ἐλπίδας
περιχαρεῖς γενόμενοι μάλα προθύμως ἐπιβαίνειν τοῖς ἵπποις
ἡτοιμάζοντο.

Ἅμα δὲ τούτοις καὶ οἱ τοῦ Μελισσηνοῦ πρέσβεις
σφοδρῶς ἐπέκειντο ἀπαιτοῦντες τὸν ὑπεσχημένονν χρυσόβουλλον
λόγον. καὶ ὁ Μαγγάνης εὐθὺς μετεκαλεῖτο κομίσων
αὐτόν. ὁ δὲ τὸν μὲν χρυσόβουλλον λόγον γεγραμμένον ἔχειν
ἔλεγε, τὸ δέ γε χρησιμεῦον σκεῦος πρὸς τὰς βασιλικὰς ὑπογραφὰς 
σὺν τῇ γραφίδι ἀπολωλεκέναι διισχυρίζετο κρυψίνους
 ὢν ἀνὴρ καὶ δεινὸς τὸ μέλλον ῥᾷστα προϊδεῖν καὶ ἐκ μὲν
τοῦ παρεληλυθότος θηρᾶσαί τι συνοῖσον, τὸ δέ γε ἐνεστὸς
ἀκριβῶς διαγνώναι καὶ πρὸς ὅπερ ἂν βούλοιτο εὐφυῶς μετενεγκεῖν
ἐπισκιάσαι τε πράγματα, εἰ μόνον θελήσει. ἀνεβάλλετο 
γὰρ τὴν τοῦ χρυσοβούλλου γραφὴν ὁ Μαγγάνης
μετεώρους τὰς ἐλπίδας διδοὺς τῷ Μελισσηνῷ. ἐδεδίει γάρ,
μὴ τοῦ χρυσοβούλλου τάχιο ἢ προσῆκε καταπεμφθέντος
αὐτῷ, ὃς τὴν τοῦ καίσαρος ἀξίαν τούτῳ κατεχαρίζετο, τὸν
καίσαρα μὲν ἀποπέμψαιτο, τῆς δὲ βασιλείας ὅλος ἐξέχοιτο, 
καθάπερ καὶ πρὸς τοὺς Κουμνηνοὺς διαμεμηνυκὼς ἦν, καὶ
 σπουδάσειέ τι θρασύτερον. καὶ τοῦτο ἦν ἡ τέχνη καὶ τὸ
μαγγάνευμα τῷ Μαγγάνῃ περὶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ χρυσοβούλλου
λόγου τοῦ καίσαρος. τούτων οὕτω τελουμένων καὶ
τοῦ καιροῦ κατεπείγοντος τὴν πρὸς τὴν πόλιν εἴσοδον, ὑποτοπάζοντες 
οἱ πρέσβεις τὸ δρᾶμα σφοδρότερον ἐνέκειντο ἐξαι-
 

 
τούμενοι τὸν χρυσόβουλλον λόγον. οἱ δὲ Κομνηνοί φασι
πρὸς αὐτούς ἐπεὶ ἐν χερσὶν ἤδη τὴν πόλιν ἔχοντες ἄπιμεν
ἐφ’ ᾧ κατασχεῖν αὐτὴν θεοῦ ἐπαρήγοντος, ἀπελθόντες ἀπαγγείλατε
ταῦτα τῷ δεσπότῃ καὶ κυρίῳ ὑμῶν” καὶ τοῦτ’ ἐπειπόντες
 ὡς εἴ γε κατ’ ἐλπίδας ἡμῖν ἀπαντήσει τὰ πράγματα
σοῦ πρὸς ἡμᾶς παραγενομένου, πάντα κατὰ ῥοῦν ἀκολουθήσειε 
καὶ κατὰ τὸ ἡμῖν καὶ σοὶ βουλητόν”. ἀλλὰ ταῦτα μὲν
πρὸς τοὺς πρέσβεις· τὸν μέντοι Γεώργιον τὸν Παλαιολόγον
πρὸς τὸν ἡγεμόνα τῶν Νεμίτζων Γιλπράκτον ἐξέπεμψαν ἀπόπειραν
 ποιήσασθαι τῆς γνώμης Γιλπράκτου, καὶ εἰ διαγνοίη
προθυμούμενον δέξασθαι κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν τοὺς Κομνηνούς,
τὸ δοθὲν αὐτῷ σύνθημα ποιῆσαι, ὅπε·ρ αὐτοὶ μὲν θεασάμενοι
ἐπισπεύσουσι τὴν εἰσέλευσιν, αὐτὸς δὲ εἰς τὸν πύργον
ἀνελθὼν θᾶττον αὐτοῖς τὰς πύλας ὑπανοίξει. ὁ δὲ
 μάλα προθύμως τὴν πρὸς τὸν Γιλπράκτον ὁδοιπορίαν ἀνεδέξατο
πρόθυμος ὢν ἀνὴρ ἐς πολεμικὰς πράξεις καὶ πόλεων 
ἐκπορθήσεις, καὶ τοῦτ᾿ αὐτὸ τειχεσιπλήτης αὐτόχρημα εἶπες 
ἄν, ὃ περὶ Ἄρεως Ὅμηρος. οἱ δὲ Κομνηνοὶ ὁπλισάμενοι καὶ
τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν ἐμπείρως ·πάνυ καταστησάμενοι βραδεῖ
 ποδὶ στείχοντες ἰλαδὸν πρὸς τὴν πόλιν ἀπῄεσαν. ἑσπέρας
οὖν πελάσας τῷ τείχει ὁ Παλαιολόγος Γεώργιος καὶ σύνθημα
ἀπὸ τοῦ Γιλπράκτου λαβὼν ἄνεισιν ἐπὶ τὸν πύργον μετὰ
τῶν ἀμφ’ αὐτόν. οἱ δέ γε ἀμφὶ τὸν Ἀλέξιον τέως μὲν ὀλίγον
τι πρὸ τῶν τειχῶν γεγονότες χάρακά τε βάλλονται καὶ
 στρατοπεδεύουσι λαμπρῶς. καὶ βραχύ τι μέρος ἐπ’ αὐτοῦ
τῆς νυκτὸς αὐλισάμενοι τὸ λοιπὸν αὐτοὶ τὸ μεσαίτατον εἶχον
τῆς φάλαγγος ἅμα τοῖς τῶν ἱππέων ἐπιλέκτοις καὶ τῇ κρείττονι
στρατιᾷ τό τε ψιλὸν διατάξαντες βάδην τε προϊόντες 
κατ᾿ αὐτὸ τὸ περίορθρον πρὸ τῶν τειχῶν ἀθρόον καθίστανται.
 καὶ πολέμου σχῆμα διατυπώσαντες ἐσιδηροφόρουν ξύμπαντες,
ἕνα τοὺς ἐντὸς καταπλήξαιεν. σύνθημα δὲ ἄνωθεν
 

 
δόντος αὐτοῖς τοῦ Παλαιολόγου καὶ τὰς πύλας ἀνοίξαντος
συμμίγδην εἰσῄεσαν, οὐ σὺν εὐταξίᾳ στρατιωτικῇ, ἀλλ’ ὡς
ἔτυχεν ἕκαστος, ἀσπίδας καὶ τόξα καὶ δόρατα φέροντες. ἡ
δὲ ἡμέρα πέμπτη ἦν ἡ μεγάλη, καθ᾿ ἣν τὸ μυστικὸν πάσχα
θύομεν ἅμα καὶ ἑστιώμεθα, ἐπινεμήσεως τετάρτης ἔτους 
ϛφπθ΄ μηνὸς Ἀπριλλίου. καὶ οὕτως ἅπαν τὸ στρατόπεδον
 ἐκ ξενικῆς τε καὶ ἐγχωρίου δυνάμεως ἔκ τ’ αὐτοχθόνων καὶ
τῶν παρακειμένων χωρῶν συνεληλυθὸς τὴν πόλιν ἐκ πολλοῦ
παντοίοις εὐθηνοῦσαν εἴδεσιν ἐξ ἠπείρου τε καὶ θαλάσσης
συνεχῶς ἀρδομένην γινώσκοντες ἐν βραχεῖ χρόνῳ εἰσεληλύθασι 
διὰ τῆς Χαρσίου πύλης ἁπανταχοῦ σκεδασθέντες περί
τε τὰς λεωφόρους περί τε τὰς τριόδους καὶ ἀμφόδους μὴ
οἰκιῶν, μὴ ἐκκλησιῶν, μηδὲ αὐτῶν τῶν ἱερῶν ἀδύτων τὸ
παράπαν φειδόμενοι, ἀλλὰ λείαν πολλὴν ἐκεῖθεν ἐπισυνάγοντες,
τοῦ μέντοι ἀποκτείνειν μόνου ἀφιστάμενοι, τὰ δ’ 
ἄλλα πάντα ἰταμῶς πάντη καὶ ἀναισχύντως ποιοῦντες. τὸ δὲ
 δὴ χεῖρον, ὅτι οὐδὲ οἱ αὐτόχθονες τῶν τοιούτων ἀφίσταντο
πράξεων, ἀλλ’ οἷον ἐκλαθόμενοι ἑαυτῶν καὶ τὰ σφῶν ἤθη
ἐπὶ τὸ χεῖρον ἀμείψαντες ἀνερυθριάστως καὶ αὐτοί, ἅπερ
οἱ βάρβαροι, ἔπραττον.

Ταῦτα δὲ ὁ βασιλεὺς Νικηφόρος ὁρῶν καὶ ὡς τὰ
κατ᾿ αὐτὸν ἐν στενῷ κομιδῆ κατήντηκεν, ἀπό τε τῆς δύσεως
πολιορκουμένης τῆς πόλεως ἀπό τε τῆς ἔω Νικηφόρου τοῦ
Μελισσηνοῦ περὶ τὴν Δάμαλιν ἤδη αὐλιζομένου, μὴ ἔχων ὅ
τι καὶ δράσειε, τῷ Μελισσηνῷ προτεθύμητο τῶν πρωτείων 
μᾶλλον παραχωρῆσαι. κατασχεθείσης δὲ τῆς πόλεως ἤδη
παρὰ τῶν Κομνηνῶν μετακαλεσάμενος τινα τῶν πιστοτέρων
θεραπόντων αὐτοῦ παρεκελεύετο διὰ τοῦ στόλου τὸν Μελισ-
 σηνὸν εἰσάγειν εἰς τὰ βασίλεια, ᾧτινι συνείπετο καὶ σπαθάριός
τις ἀνὴρ μαχιμώτατος. πρὸ δὲ τοῦ φθάσαι εἰς ἔργον 
τὸν λόγον ἡ μὲν πόλις ἑάλω, ὁ δὲ Παλαιολόγος ἕνα τῶν
ὑπ’ αὐτὸν ἀναλαβόμενος πεζῇ κάτεισιν ὡς πρὸς θάλασσαν
 

 
πορευόμενος. περιτυχὼν δέ τινι ἀκατίῳ εἴσεισιν εὐθὺς
καὶ τοῖς ἐρέταις παρεκελεύετο, ὅπου ὁ στόλος κατὰ τὸ εἰθισμένον
προσώρμιστο, ἀπευθῦναι τὸ σκάφος. ἐγγίζων δὲ ἤδη
πρὸς τὴν περαίαν ὁρᾷ τὸν παρὰ τοῦ Βοτανειάτου ἀποσταλέντα
 ἐφ’ ᾧ τὸν Μελισσηνὸν διαπεραιῶσαι τὸν στόλον εὐτρε- 
πίζοντα καὶ τὸν σπαθάριον ἐντὸς μιᾶς τῶν πολεμικῶν νηῶν. 
γνωρίσας οὖν αὐτὸν πόρρωθεν, πάλαι συνήθη τοῦτον ἔχων,
παραπλεύσας καὶ προσειπὼν αὐτῷ τὰ συνήθη ἐπυνθάνετο,
ὅθεν καὶ ὅπη πορεύεται, καὶ μεθ’ ἑαυτοῦ ἀναλαβέσθαι αὐτὸν
 ἠξίου. ὁ δὲ σπαθάριος ξιφήρη τοῦτον ὁρῶν καὶ ἀσπίδα κατέχοντα,
δειλιάσας φησὶ πρὸς αὐτόν εἰ μή σε οὕτω καθωπλισμένον
ἑώρων, περιχαρῶς ἂν ἐδεξάμην”. ὁ δὲ μάλα προθύμως
καὶ τὴν ἀσπίδα καὶ τὸν ἀκινάκην καὶ τὴν κόρυθα
ἀποθέσθαι κατετίθετο, εἰ μόνον θελήσει τοῦτον ἀναλαβέσθαι.
 ὡς δὲ καταθέμενον αὐτὸν τὰ ὅπλα ὁ σπαθάριος ἐθεάσατο,
παρεκεχωρήκει τηνικαῦτα αὐτῷ τῆς εἰς τὸ ἴδιον πλοῖον εἰσελεύσεως
καὶ περιπλακεὶς κατησπάζετο μάλα περιχαρῶς. ὁ
δὲ Παλαιολόγος ὀμβριμοεργὸς ὢν ἀνὴρ οὐδὲ πρὸς βραχὺ 
περιμείνας ἔργου ἥπτετο. καὶ ὡς πρὸς τὴν πρῴραν ἁλλόμενος
 τοὺς ἐρέτας ἐπυνθάνετο „τί” λέγων λέγων„ καὶ ὅπη
πορεύεσθε κατὰ τῆς σφῶν κεφαλῆς κακὰ μέγιστα ἐπενεγκεῖν
πραγματευόμενοι; ἡ πόλις, ὡς ὁρᾶτε, ἑάλω. ὅ ποτε μέγας
δομέστικος νῦν βασιλεὺς ἀνηγόρευται· καὶ τοὺς ὁπλοφόρους
ὁρᾶτε καὶ τῆς εὐφημίας ἀκούετε· καὶ οὐκέτι χώραν ἕτερος
 ἐν τοῖς βασιλείοις ἕξει. καλὸς μὲν οὖν ὁ Βοτανειάτης, ἀλλὰ
καὶ οἱ Κομνηνοὶ πολλῷ κρείττονες. πολλὴ ἡ τοῦ Βοτανειάτου
στρατιά, ἀλλὰ πολλαπλάσιος ἡ ἡμετέρα. οὐ χρὴ τοιγαροῦν
τὴν σφῶν αὐτῶν ζωὴν τάς τε γυναῖκας καὶ τοὺς
παῖδας προδοῦναι, ἀλλὰ δεῖ τὴν πόλιν περιαθρήσαντας καὶ 
 τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν ἐντὸς αὐτῆς θεασαμένους τάς τε σημαίας
καὶ τὴν εὐφημίαν λαμπρὰν γινομένην ἀκούοντας τόν τέ ποτε
μέγαν δομέστικον νῦν βασιλέα τοῖς βασιλείοις πελάζοντα καὶ
 

 
τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν ἤδη περιζωννύμενον πρύμναν τε
κρούσασθαι καὶ ἑτεραλκέα τὴν νίκην ποιησαμένους αὐτῷ
προσελθεῖν.” οἱ δὲ τηνικαῦτα τοῖς τούτου λόγοις ὑπείξαντες
πάντες τῆς αὐτοῦ γνώμης γεγόνασι. τοῦ δὲ σπαθαρίου
δυσχεραίνοντος ἠπείλησεν ὁ ξιφηφόρος οὗτος Γεώργιος ὁ 
Παλαιολόγος αὐτοῦ που ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τῆς νεὼς
 δεσμήσας καταβαλεῖν ἢ κατὰ τοῦ βυθοῦ ῥῖψαι. εὐθὺς οὖν
τῆς εὐφημίας ὁ Παλαιολόγος ἐξῆρχε καὶ σὺν αὐτῷ οἱ ἐρέται.
τὸν δὲ σπαθάριον δυσχεραίνοντα καὶ μὴ βουλόμενον
κατὰ τοῦ καταστρώματος δεσμήσας κατέθηκε. παραπλεύσας 
δὲ μικρὸν ἀναλαμβάνεται τόν τε ἀκινάκην καὶ τὴν ἀσπίδα
καὶ οὕτω προσορμίζει, ὅπου ὁ στόλος, καὶ πάνδημον ἐποιεῖτο
ἤδη τὴν εὐφημίαν. ἐντυχὼν δὲ καὶ τῷ ἀποσταλέντι παρὰ
τοῦ Βοτανειάτου ἐφ’ ᾧ τὸν στόλον ἀναλαβέσθαι καὶ διαπερᾶσαι
τὸν Μελισσηνόν, εὐθὺς κατέσχεν αὐτὸν καὶ λῦσαι 
τὰ πρυμνήσια παρεκελεύετο τοῖς ναυτικοῖς. ἀποπλεύσας οὖν
 ἐκεῖθεν συνάμα τῷ στόλῳ καταλαμβάνει τὴν ἀκρόπολιν τὴν
εὐφημίαν λαμπρὰν ποιούμενος. κἀκεῖσε τοῖς ἐρέταις παύσασθαι
τῆς εἰρεσίας διεκελεύετο καὶ ἀτρεμοῦντας ἑστάναι
ᾧ τοὺς ἐκ τῆς ἑῴας πειρωμένους διαπερᾶν ἀπείργειν. μετ᾿ 
ὀλίγον δὲ πλοῖον θεασάμενος πρὸς τὸ μέγα παλάτιον καταῖρον,
τοῖς τοῦ ἰδίου πλοίου ἐρέταις κελεύσας σφοδρὰν τὴν
εἰρεσίαν ποιήσασθαι φθάνει τοῦτο. καὶ ὡς τὸν ἴδιον ἐθεάσατο
 ἐν αὐτῷ πατέρα, ἀναστὰς εὐθὺς τὴν προσήκουσαν γονεῦσι
προσκύνησιν αὐτῷ ἀπεδίδου. ὁ δ᾿ οὐ περιχαρῶς 
αὐτὸν ἐθεάσατο οὔτε μὴν γλυκερὸν φάος ὠνόμασε, καθάπερ
 ποτὲ ὁ Ἰθακήσιος Ὀδυσσεὺς τὸν Τηλέμαχον θεασάμενος.
ἐκεῖ γὰρ συμπόσιον καὶ μνηστῆρες καὶ ἅμιλλα καὶ νεῦρα
καὶ τόξον, καὶ ἆθλον τῷ νικήσαντι ἡ σώφρων ἔκειτο Πηνελόπη,
καὶ ὁ Τηλέμαχος οὐκ ἐχθρός, ἀλλ’ ὡς υἱὸς πατρὶ 
ἐπαρήγων εἰσῄει· ἐνταῦθα δὲ μάχη καὶ πόλεμος, καὶ ἀντικαθιστάμενοι
πρὸς ἀλλήλους κατὰ γνώμην ἦσαν ἄμφω. καὶ
 

 
ἡ θατέρου ἅτερον οὐκ ἐλάνθανε σχέσις, κἂν εἰς ἔργον οὔπω
τὰ τῆς γνώμης ἀπέβαινεν. ἔνθεν τοι καὶ μωρὸν αὐτὸν καλέσας
ἐπυνθάνετο λέγων „τί ὧδε ποιήσων ἥκεις;” ὁ δ
φησιν „ἐπεὶ σὺ ὁ ἐμοῦ πυνθανόμενος εἶ, οὐδέν.’’ καὶ ὁ
 πρὸς αὐτόν ἀνέχου μικρὸν καὶ εἴ μου ὁ βασιλεὺς ὑπ
ἀκούσει, γνώσῃ μετ’ οὐ πολύ’’. φθάσας οὖν ὁ ῥηθεὶς Νικηφόρος 
ὁ Παλαιολόγος εἰς τὰ ἀνάκτορα, ἐπεὶ ἐσκεδασμένους
ἑώρα τοὺς ξύμπαντας καὶ περὶ τὴν συλλογὴν τῶν χρημάτων
ἠσχολημένους, εὐκαταγωνίστους αὐτοὺς οἰόμενος ᾐτεῖτο τὸν
 Βοτανειάτην δοθῆναί οἱ τοὺς ἀπὸ τῆς Θούλης νήσου βαρβάρους,
ὥστε δι’ αὐτῶν ἐξωθῆσαι τῆς πόλεως τοὺς Κομνηνούς.
ὁ δέ γε Βοτανειάτης ἅπαξ τὰ περὶ αὐτὸν ἀπεγνωκὼς
ἐσχηματίζετο μὴ θέλειν ἐμφύλιον γενέσθαι πόλεμον· „ἀλλ᾿
εἴ γέ μοι πείθῃ, Νικηφόρε,” φησὶν ἐπεὶ εἴσω τῆς πόλεως
 γεγόνασιν οἱ Κομνηνοί, ἄπελθε πρὸς αὐτοὺς πρεσβεύων τὰ
πρὸς εἰρήνην”. ὁ δὲ δυσανασχετῶν ὅμως ἀπῄει.

Ὡς δὲ εἰσελθόντες οἱ Κομνηνοὶ τεθαρρηκότες ἤδη 
ἐκαρτέρουν περὶ τὸ πεδίον τοῦ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου
τοῦ καλουμένου Συκεώτου βουλευόμενοι εἰ χρὴ πρῶτον
 ἀπελθεῖν εἰς τὰς σφῶν μητέρας καὶ τὴν συνήθη προσκύνησιν
κατὰ τὸ εἰθισμένον αὐταῖς ἀπονεῖμαι, εἶθ’ οὕτω πρὸς
τὰ βασίλεια χωρῆσαι, μαθὼν ὁ Καῖσαρ ἀποστείλας τινὰ τῶν
αὐτοῦ θεραπόντων ἠπειλήσατο τῆς βραδυτῆτος τούτους πολλὰ
καταμεμψάμενος. εὐθὺς οὖν ἀμφὶ τὸν οἶκον τοῦ Ἰβηρίτζη
 γενομένων καταλαμβάνει Νικηφόρος ὁ Παλαιολόγος λέγων
ὁ βασιλεὺς ὑμῖν τάδε μηνύει· γέρων μὲν ἐγὼ ἤδη καὶ 
μόνος μήθ’ υἱὸν κεκτημένος μήτ’ ἀδελφὸν μήτε τινὰ τῶν
γνησίων, καὶ εἰ βούλει,” πρὸς τὸν ἀρτιφανῆ βασιλέα τὸν
Ἀλέξιον ἀποτείνων τὸν λόγον σὺ γενοῦ μοι θετὸς υἱός.
 κἀγὼ οὐκ ἀφελοῦμαί τι ὧν ἑκάστῳ τῶν συστρατευομένων
σοι πεφιλοτίμησαι οὐδέ τινός σοι ἐξουσίας ἐπικοινωνήσω
 

 
βασιλικῆς, ἀλλὰ μόνον ἔσομαι ψιλοῦ τοῦ τῆς βασιλείας μετέχων
ὀνόματος καὶ τῆς εὐφημίας καὶ τῶν ἐρυθρῶν πεδίλων,
ἔτι δὲ καὶ τοῦ διαναπαύεσθαι εἰς τὰ ἀνάκτορα. σοὶ δὲ ἡ
 τῶν τῆς βασιλείας πραγμάτων μελήσει πάντως διοίκησις.”
πρὸς ταῦτα οἱ Κομνηνοὶ ῥήματά τινα συγκαταθέσεως ἐμφαντικὰ 
ἐνέφαινον· ἅπερ ἐνωτισθεὶς ὁ Καῖσαρ φθάνει τάχος
πρὸς αὐτοὺς ἐπαπειλούμενος καὶ πρὸς τὰ βασίλεια κατεπείγων.
ὡς δὲ δεξιόθεν τῆς αὐλίδος εἰσῄει, ἐξελθόντες οἱ
Κομνηνοὶ συναντῶσι πεζεύοντι αὐτῷ· ὁ δὲ πολλὰ τούτους
ἐμέμφετο. ἀτενίσας δ’ ἐν τῷ εἰσιέναι καὶ τὸν Παλαιολόγον 
Νικηφόρον θεασάμενος ἀπὸ τῆς λαιᾶς αὖθις εἰσερχόμενον
 „τί πρὸς τὰ ἐνταῦτα;“ φησὶ „ καὶ τί βουλόμενος ἥκεις,
 συμπένθερε;” ὁ δὲ „τελέσων μέν, ὡς ἔοικεν, οὐδέν, τὰς
δὲ αὐτὰς ταῖς πρῴην καὶ αὖθις ἥκω τοῖς Κομνηνοῖς κομίσων
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἀγγελίας. διενίστατο γὰρ ὁ 
βασιλεὺς φυλάξαι τὰ ὑπεσχημένα καὶ ὡς υἱῷ μὲν χρήσασθαι
τῷ Ἀλεξίῳ ἐφ’ ᾧ τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν αὐτὸν ἀναδήσασθαι
καὶ τὰ τῆς βασιλείας κατὰ τὸ αὐτῷ διοικεῖν βουλητόν,
ἐκεῖνον δὲ μόνου τοῦ τῆς βασιλείας μετέχειν ὀνόματος
καὶ τῶν ἐρυθρῶν πεδίλων καὶ τῆς κοινῆς ἁλουργίδος 
καὶ τοῦ περὶ τὰ βασίλεια διαναπαύεσθαι γέροντά τε ἤδη
ὄντα καὶ ῥᾳστώνης δεόμενον.” εὐθὺς δὲ πρὸς αὐτὸν δριμὺ
ἐνατενίσας καὶ τὰς ὀφρῦς ἐπισυνάξας αὐτῷ φησιν „ἀπελθὼν
 ἀπάγγειλον τῷ βασιλεῖ, ὡς ταῦτα ἦσαν ἂν
πρὸ τοῦ τὴν πόλιν ἁλῶναι· τὸ δ’ ἐντεῦθεν χώραν 
ὅλως οὐκ ἔχει τὰ τῆς πρεσβείας. γέρων δὲ ἤδη ὢν ὑπεξίστασο
τοῦ θρόνου καὶ τῆς σαυτοῦ φρόντισον σωτηρίας.”
ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὁ καῖσαρ· ὁ δέ γε Βορῖλος τὴν τούτων
μεμαθηκὼς εἰσέλευσιν καὶ ὡς ὁ ὑπ’ αὐτοὺς στρατὸς ἁπανταχοῦ
σκεδασθεὶς περὶ τὴν λείαν ἐνασχολεῖται καὶ τῆς τῶν 
λαφύρων συλλογῆς ὅλος γεγένηται οὗτοι δὲ μετὰ τῶν ἐξ
 

 
αἵματος καὶ ἐξ ἀγχιστείας προσηκόντων αὐτοῖς καὶ μετρίων
ὀθνείων κατελείφθησαν), ἀντικαταστῆναι διέγνω τούτοις λίαν
εὐχειρώτοις οὖσι διὰ τὸν τοῦ στρατοῦ σκεδασμὸν. τοίνυν
καὶ συναγαγὼν τοὺς ἐπὶ τῶν ὤμων τὰ ξίφη κραδαίνοντας
 ἅπαντας, καὶ ὁπόσοι ἐκ τοῦ Χώματος ὥρμηντο, ἀπὸ τοῦ 
Κωνδταντινίου φόρου μέχρι καὶ τοῦ λεγομένου Μιλίου καὶ
ἄνωθεν εὐταξίας ὅτι πολλῆς στοιχηδὸν αὐτοὺς συνέταξεν·
οἱ δὲ συνησπικότες ἵσταντο πρὸς μάχην παρεσκευασμένοι
καὶ ἀτρεμοῦντες τέως. ἐπεὶ δὲ ὁ τηνικαῦτα πατριάρχης
 χρηματίζων ἱεροπρεπὴς τῷ ὄντι ἀκτήμων καὶ πᾶν εἶδος ἀσκήσεως,
ᾖπερ οἱ ἐν ἐρημίαις καὶ ὄρεσιν ἐνδιαιτώμενοι τῶν πάλαι
πατέρων, διεληλυθὼς κατηξίωτο προορατικοῦ καὶ θείου
χαρίσματος πολλά τε πολλάκις προειπὼν καὶ μηδέποτε διάψευσάμενος
καὶ κανὼν καὶ τύπος ἀρετῆς τοῖς μετ’ αὐτὸν
 χρηματίσας οὐδὲ τὰ τῷ Βοτανειάτῃ συμπεσόντα παντάπασιν 
ἀγνοήσας ἐφαίνετο. ἀλλ’ εἴτε ἐκ θείας ἐπιπνοίας εἴτε καὶ
τοῦ Καίσαρος ὑποθεμένου ἐλέγετο γὰρ καὶ τοῦτο) καὶ πάλαι
φιλίως πρὸς αὐτὸν διακειμένου διὰ τὸ ὕψος τῆς αὐτοῦ
ἀρετῆς, ξυνεβούλευε τῷ βασιλεῖ ὑπεκστῆναι τοῦ βασιλείου
 θρόνου μὴ χώρει” λέγων πρὸς ἐμφυλίους πολέμους μήτ
ἀντίβαινε θεοῦ προστάξει. αἵμασι Χριστιανῶν μὴ θέλε μιανθῆναι
τὴν πόλιν, ἀλλ’ εἴξας θεοῦ βουλήσει ὑπέκστηθι τοῦ
μέσου.” πείθεται τοῖς τοῦ ἀρχιερέως λόγοις ὁ βασιλεύς.
δεδιὼς δὲ τὸ τοῦ στρατοῦ ἀτάσθαλον περιζώννυται καὶ κάτεισιν
 ὡς πρὸς τὴν τοῦ θεοῦ μεγάλην ἐκκλησίαν ἀπονενευκώς.
πλήρης δὲ συγχύσεως ὢν λέληθεν ἠμφιεσμένος ἔτι τὴν Βασιλεῦσι 
πρέπουσαν στολήν. ὁ δὲ Βορῖλος ἐπιστραφεὶς καὶ
ἁψάμενος τῶν περὶ τὸν βραχίονα κεκολλημένων διὰ μαργάρων
πέπλων παραλύει τηνικαῦτα τῆς ἐσθῆτος φάμενος μετά τινος
 μυκτῆρος καὶ σεσηρότος ἤθους ὡς τοιοῦτον ἡμῖν ἐπ’ ἀληθείας
προσήκει νῦν”. ὁ δὲ εἰς τὸν μέγαν τοῦ θεοῦ νεὼν τῆς
τοῦ θεοῦ σοφίας εἰσελθὼν ἐγκαρτερῶν τέως ἦν ἐν αὐτῷ.

Οἱ δὲ Κομνηνοὶ τὰ βασίλεια καταλαβόντες παραχρῆμα
τὸν ἐπ᾿ ἀνεψιᾷ γαμβρὸν αὐτῶν Μιχαὴλ, ὃς ἐν ὑστέροις
καιροῖς λογοθέτης τῶν σεκρέτων ἐχρημάτισε, πέμπουσι
πρὸς αὐτόν. ὁ δὲ ἀπελθὼν μετὰ τοῦ τηνικαῦτα ἐπάρχου ὁ
Ῥαδηνὸς δὲ οὗτος ἦν) εἰσαγαγὼν τὸν βασιλέα εἰς ἀκάτιον τι 
μικρὸν ἀπέρχεται μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν τῆς Περιβλέπτου περιώνυμον
μονήν · εἶτα τὸ μοναδικόν αὐτῷ ἄμφω προτρέπονται
ἀμφιάσασθαι σχῆμα. τοῦ δὲ ἐς νέωτα τοῦτο ὑπερτιθεμένου
οὗτοι δεδιότες ἔτι ἐν συγχύσει καὶ ἀταξίᾳ τῶν πραγμάτων
 ὄντων, μή τι ἀπὸ τοῦ μέρους τῶν δούλων ἐκείνων καὶ τῶν 
ἐκ τοῦ Χώματος αὖθις νεωτερισθῇ, κατηπειγμένως τὴν τῶν
τριχῶν ἀποκοπὴν αὐτῷ συνεβούλευον. καὶ πείθεται τούτοις
καὶ τοῦ ἀγγελικοῦ τηνικαῦτα ἀξιοῦται σχήματος. οἷα τὰ τῆς
τύχης· ὑψοῦ μὲν αἴρει τὸν ἀνθρώπινον βίον, ὅτε ἐπιμειδιᾶν
αὐτῷ θελήσειε, καὶ διάδημα βασιλικὸν αὐτῷ περιτίθησι καὶ 
περιπορφύρει τὰ πέδιλα · ἐπὰν δὲ τὰς ὀφρῦς τούτοις ἐπισυνάξῃ,
ἀντὶ τῆς πορφυρίδος καὶ τῶν στεμμάτων τὰ μέλανα
ῥάκη καταμφιέννυσιν. ὅπερ δὴ καὶ τῷ βασιλεῖ Βοτανειάτῃ
ξυμβέβηκεν. ἐρωτηθεὶς δὲ παρά του τῶν συνήθων, εἰ
 εὐφόρως τὴν μεταβολὴν φέρει, φησίν ἡ τοῦ κρέως με 
μόνον ἀποχὴ ἀνιᾷ, τῶν δ’ ἄλλων ὀλίγη μοι ἡ φροντίς”.
ἡ μέντοι βασιλὶς Μαρία συνάμα τῷ υἱῷ Κωνσταντίνῳ, ὃν
ἐκ τοῦ προβεβασιλευκότος Μιχαὴλ ἔσχε τοῦ Δούκα, ἔτι τοῖς
 

 
βασιλείοις προσέμενε δεδοικυῖα περὶ ξανθῷ Μενελάῳ κατὰ
τὴν ποίησιν πρόφασιν ἀδιάβλητον τῆς καρτερίας τὴν συγγένειαν
ἔχουσα, κἄν τινες ὑπὸ φθόνου παρακεκινημένοι ἄλλα
τινὰ περὶ αὐτῆς ὑπετόπαζον. προεφθάκει γὰρ τὸν μὲν γαμβρόν,
 τὸν δὲ θετὸν υἱὸν εἰσποιήσασθαι. ταῦτα δὲ ἀνέπεισεν 
αὐτὴν οἰκονομῆσαι οὐκ αἰτία τις κατὰ τοὺς πολλοὺς ἐπίψογος
οὐδὲ τὸ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ἐπαγωγὸν καὶ εὐπρόσιτον, ἀλλὰ
τὸ ἐπ’ ἀλλοτρίας εἶναι, μὴ συγγενῆ , μὴ συνήθη, μηδένα τὸ
παράπαν ὁμόχθονα κεκτημένην. οὐκ ἤθελεν οὖν ἀσυντάκτως
 ἐκεῖθεν ἐκστῆναι δεδοικυῖα, μή τι κακὸν συμβαίη τῷ παιδί,
ἄν ἐκεῖθεν ἐξέλθῃ πρὸ τοῦ ἐχέγγυον τι ἀσφαλείας λαβεῖν,
ὁποῖα ἐν ταῖς μεταπτώσεσι τῶν βασιλέων συμβαίνειν εἴωθεν.
ἦν γὰρ τὸ παιδίον καὶ ἄλλως ὡραῖον καὶ ἔτι νέον, οὔπω τὸν
ἕβδομον χρόνον ὑπερελάσαν, καὶ οὐ νέμεσις, εἰ τοὺς ἐμοὺς
 ἐπαινοίην ὑπὸ τῆς τῶν πραγμάτων ἀναγκαζομένη φύσεως) 
ἡδὺ μὲν οὐκ ἐν λόγοις μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν παντοίαις κινήσεσι
καὶ περιστροφαῖς παιγνίων ἀπαράμιλλον, ὡς οἱ τότε
παρόντες ὕστερον ἔλεγον, ξανθὸν καὶ λευκὸν ὥσπερ γάλα,
ἐρυθήματος μεστόν, ὅπου δέοι, καὶ ὁποῖον τὰ τῶν καλύκων
 ἄρτι ἐξαστράπτοντα ῥόδα· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ οὐ λευκοί, ἀλλ᾿
ἱέρακος ἐοικότες καὶ λάμποντες ὑπὸ ταῖς ὀφρύσιν ὥσπερ ἐν
χρυσῇ σφενδόνῃ · κἀντεῦθεν ποικίλαις τέρψεσι τέρπον τοὺς
ὁρῶντας οὐράνιόν τε καὶ οὐκ ἐπίγειον κάλλος δοκοῦν καὶ 
τὸ ὅλον, εἶπεν ἄν τις ἰδών, ὁποῖον τὸν Ἔρωτα γράφουσιν.
 αὕτη ἡ ἀληθὴς αἰτία τῆς εἰς τὰ βασίλεια τῆς βασιλίδος ἐγκαρτερίας.
ἐγὼ γὰρ καὶ ἄλλως φύσει τὸ λογοποιεῖν καὶ καινά
τινα ἀναπλάττειν ἀποστρέφομαι εἰδυῖα τοῦτο σύνηθες
εἶναι τοῖς πολλοῖς , καὶ μᾶλλον ὁπηνίκα ὑπὸ φθόνου καὶ χαιρεκακίας
ἁλίσκοιντο, καὶ οὐ ταχὺ ταῖς διαβολαῖς συμφέρομαι
 τῶν πολλῶν · ἀλλὰ καὶ ἄλλοθεν τὴν ἐν τοῖς τοιούτοις ἀσφάλειαν
ἔσχον ἐκ παιδαρίου συνανατραφεῖσα τῇ βασιλίδι καὶ
οὔπω τὸν ὄγδοον ὑπερελάσασα χρόνον. πολὺ δὲ τὸ περὶ ἐμὲ
 

 
φίλτρον ἔχουσα τῶν ἀπορρήτων πάντων κεκοινώνηκε. καὶ
πολλῶν μὲν καὶ ἄλλων περὶ τούτων λεγόντων ἀκήκοα καὶ πρὸς
 ἄλλους διαφερομένων, τῶν μὲν οὕτως, τῶν δὲ οὕτως ἐκλαμβανομένων
τὰ τότε πραχθέντα , ἑκάστου πρὸς τὴν ἰδίαν τῆς
ψυχῆς κατάστασιν καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν εὐνοίας ἤ μίσους εἶχε, 
καὶ οὐ πάντας τῆς αὐτῆς ἑώρων γνώμης· ἠκηκόειν δὲ πολλάκις
αὐτῆς διηγουμένης, ὁπόσα ξυμβέβηκεν αὐτῇ καὶ
εἰς οἷον φόβον καὶ μᾶλλον περὶ τοῦ παιδὸς ἐμπεπτώκει, ὁπηνίκα
ὁ βασιλεὺς Νικηφόρος τὴν βασιλείαν ἀπετίθετο. καὶ
κατά γε ἐμὲ κριτὴν καὶ τοὺς πολλοὺς τῶν ἀρίστων καὶ ἀληθείας 
ἐπιμελουμένων ὁ τοῦ παιδὸς πόθος αὐτὴν ἐν τοῖς βασιλείοις
πρὸς ὀλίγον τῷ τότε κατέσχηκεν. ἀλλὰ τὰ μὲν περὶ
τῆς βασιλίδος Μαρίας τοσαῦτα · ὁ δέ γε τέως τῶν σκήπτρων
 δραξάμενος Ἀλέξιος ὁ ἐμὸς πατὴρ εἴσω τῶν βασιλείων γενόμενος
μὲν ἰδίαν σύνευνον πεντεκαιδέκατον ἔτος ἔγουσαν 
σὺν ταῖς ἀδελφαῖς καὶ τῇ μητρὶ καὶ καίσαρι τῷ πρὸς πατρὸς
αὐτῆς πάππῳ ἐν τῷ κάτω καταλελοίπει παλατίῳ. οὕτω γὰρ
ἔφθασε καλεῖσθαι ἀπὸ τῆς τοῦ τόπου θέσεως τὴν ἐπωνυμίαν
λαχόν. αὐτὸς δὲ μετὰ τῶν ἀδελφῶν καὶ τῆς μητρὸς
καὶ τῶν ἐξ ἀγχιστείας προσηκόντων αὐτῷ γαμβρῶν εἰς 
τὸ ὑπερκείμενον παλάτιον ἄνεισιν, ὃ καὶ βουκολέων ἐπονομάζεται
ἐξ αἰτίας τοιᾶσδε. καὶ γὰρ ἀγχοῦ τῶν τούτου τειχῶν
λιμὴν δι’ ἐγχορήγου καὶ μαρμάρων πάλαι τῶν χρόνων ᾠκοδόμητο,
 ὅπου ὁ λίθινος λέων ζωγρεῖ τὸν βοῦν. ἔχεται
τοῦ κέρως τοῦ βοὸς καὶ ἐξαυχενίσας αὐτὸν ἐμφύεταί πως 
τῷ λαιμῷ. ἐξ οὗ δὴ καὶ βουκολέων ὁ τόπος ὅλος ὠνόμασται
τά τε ἐν ἠπείρῳ οἰκοδομήματα καὶ αὐτὸς δὴ ὁ λιμήν.

Πολλοὶ μὲν οὖν, ὡς ἄνωθεν ἔρηται, τὴν τῆς βασιλίδος
περὶ τὰ βασίλεια καρτερίαν ὑποπτεύοντες ὑπετονθόρυζον,
ὡς εἰς κῆδος ταύτην ἀγαγέσθαι μέλλει ὁ νῦν τῆς 
βασιλείας ἐπιδραξάμενος. οἱ δὲ Δοῦκαι οὐδὲν μέν τι τοιοῦτον
ἐνενόουν οὐ γὰρ συνεφέροντο ταῖς τυχούσαις ἐννοίαις), ἀλλὰ
 

 
τὴν τῆς μητρὸς τῶν Κομνηνῶν ἀπροφάσιστον κατ’ αὐτῶν
μῆνιν ἐκ μακροῦ γινώσκοντες περιδεεῖς ἦσαν ὑποπτεύοντες
αὐτήν , ὡς κἀγὼ πολλάκις διηγουμένων ἀκήκοα. ἐπεὶ δὲ
καὶ ὁ Παλαιολόγος Γεώργιος μετὰ τοῦ στόλου φθάσας τῆς
 εὐφημίας ἐξῆρχεν, οἱ περὶ τοὺς Κομνηνοὺς προκύπτοντες
ἄνωθεν κατεσίγαζον, μὴ τὴν Εἰρήνην τῷ Ἀλεξίῳ κἀν τῇ
εὐφημίᾳ συνάψαντας κοινῶς εὐφημεῖν. ὁ δ’ ἐμβριμησάμενος
κάτωθεν αὐτοῖς φησιν „οὐ δι’ ὑμᾶς τὸν τοσοῦτον ἀγῶνα
ἀνεδυσάμην αὐτός, ἀλλὰ δι’ ἥν φατε Εἰρήνην’’. ἅμα δὲ 
 καὶ τοῖς ναυτικοῖς παρεκελεύετο Εἰρήνην σὺν τῷ Ἀλεξίῳ
ἀνευφημεῖν. ταῦτα ταῖς μὲν ψυχαῖς τῶν Δουκῶν πολὺν
ἐνέβαλε θόρυβον, τοῖς δέ γε μωμοσκόποις λοιδορίας ὕλη
κατὰ τῆς βασιλίδος Μαρίας ἐγένετο. ὁ δὲ βασιλεὺς Ἀλέξιος
μηδ’ ἐν νῷ τοιοῦτόν τι βαλλόμενος καὶ πῶς γάρ;) , ἀλλὰ
 τὴν τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν παραλαβών, ἀνὴρ ἐν πᾶσί
δραστήριος, εὐθὺς τῶν ὅλων πραγμάτων γίνεται καί, ὡς
ἄν εἴπῃ τις, ὡς ἀπὸ κέντρου τῶν ἁπάντων κατάρχεται.
ἀνίσχοντος γὰρ ἡλίου εἰς τὰ βασίλεια εἰσελθών, πρὶν ἢ τὸν 
ἀπὸ τῆς στάσεως κονίσσαλον ἀποτινάξασθαι καὶ τὸ σῶμα διαναπαῦσαι, 
 εὐθὺς τῆς τῶν στρατιωτικῶν ὅλος ἐγεγόνει φροντίδος.
καὶ τὸν ἀδελφὸν Ἰσαάκιον ὡς πατέρα σεβόμενος κοινωνὸν
εἶχεν ἐν πᾶσιν, ἅμα καὶ τὴν μητέρα, ἐν ταῖς τῶν
κοινῶν διοικήσεσιν ὑπερείδοντας , κἂν τὸ μεγαλόνουν αὐτοῦ
καὶ δραστήριον οὐ πρὸς μίαν βασιλείας διοίκησιν, ἀλλὰ πολλαῖς
 καὶ διαφόροις ἐζήρκει. αὐτὸς δὲ πρὸς τὸ κατεπεῖγον ἀπονενευκὼς
ἦν τὸ τῆς ἡμέρας ἐπίλοιπον καὶ τὴν ὅλην νύκτα ἐς
φροντίδα καταναλώσας τοῦ στρατιωτικοῦ πλήθους σκεδασθέντος
εἰς τὸ Βυζάντιον ἅμα καὶ ἀτάκτοις ὁρμαῖς κεχρημένου,
ὅπως μὲν αὐτοὺς θορύβου ἄτερ τῆς ἀτάκτου ἀνακόψῃ 
 ὁρμῆς, ἀφροντιστίαν δὲ τῷ κοινῷ τοῦ λοιποῦ περιποιήσηται.
ἐδεδίει γὰρ καὶ ἄλλως τὸ ἰταμὸν τῶν στρατιωτῶν, καὶ μᾶλἐξήρχετο
 

 
λον ὅσῳπερ ἐκ διαφόρων συνείλεκτο, μὴ καὶ κατ’ αὐτοῦ χεῖρον
διανοήσαιντο. ὁ δὲ Καῖσαρ Ἰωάννης ὁ Δούκας βουλόμενος
τάχιον τὴν βασιλίδα Μαρίαν ἀποσκευάσασθαι καὶ τῶν
βασιλείων ἀπελάσαι ὑποψίας τε τοὺς πολλοὺς ἀπαλλάζαι
ψευδοῦς ἔνθεν μὲν τὸν πατριάρχην Κοσμᾶν παντοίως ὑπεποιεῖτο 
ἀξιῶν τὰ ὑπὲρ αὐτῶν φρονεῖν καὶ τοῖς λόγοις τῆς
 τῶν Κομνηνῶν μητρὸς μηδαμῶς ὑπείκειν , ἐκεῖθεν δὲ τῇ
βασιλίδι Μαρίᾳ νουνεχῶς ὑπετίθετο ἔγγραφον τι τοῦ αὐτοκράτορος
ἐξαιτησαμένην αὐτῆς τε χάριν καὶ τῆς τοῦ παιδὸς
ἀσφαλείας οὕτως ἐκεῖθεν ὑποχωρῆσαι Πάτροκλον πρόφασιν 
ταῦτ’ ἐσχηκώς. ἔφθασε γὰρ ἀντιλαβέσθαι ταύτης , ὁπηνίκα
ὁ βασιλεὺς Μιχαὴλ ὁ Δούκας τῆς βασιλείας ἐζέστη , καὶ τῷ
μετ’ αὐτὸν βεβασιλευκότι Νικηφόρῳ τῷ Βοτανειάτῃ συμβουλεύσασθαι
συναφθῆναι ταύτῃ πρὸς γάμου κοινωνίαν, ὅτι
ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐστι καὶ συγγενᾶν ὄχλος οὐ προσῆν αὐτῇ, δι’ 
ὧν ὁ βασιλεὺς ὀχλοῖτο, περί τε τοῦ γένους καὶ τῆς τοῦ σώματος
 ὥρας ἀπαγγέλλων πολλὰ καὶ πολλάκις ἐπαινῶν αὐτήν.
καὶ γὰρ ἦν εὐμήκης μὲν τὴν ἡλικίαν καθαπερεὶ κυπάριττος,
λευκὴ δὲ τὸ σῶμα ὡσεὶ χιών, πρόσωπον κύκλον μὲν οὐκ
ἀπαρτίζον, τὸ δὲ χρῶμα δι᾿ ὅλου ἄνθος ἠρινόν ἢ ῥόδον 
ἄντικρυς. τὰς δὲ τῶν ὀμμάτων αὐγὰς τίς ἀνθρώπων ἐζείποι ;
ὀφρῦς ὑπερανεστηκυῖα καὶ πυρσή, βλέμμα χαροπόν. ζωγράφου
μὲν οὖν χεὶρ τὰ τῶν ἀνθέων πολλάκις ἐμιμήσατο χρώματα,
ὁπόσα ὧραι φέρειν εἰώθασι, τὸ δὲ τῆς βασιλίδος κάλλος καὶ
ἡ ἐπιλάμπουσα αὐτῇ χάρις καὶ τὸ τῶν ἠθῶν ἐπαγωγόν τε 
καὶ εὔχαρι ὑπὲρ λόγον καὶ τέχνην ἐφαίνετο· οὐκ Ἀπελλῆς,
οὐ Φειδίας οὐδέ τις τῶν ἀγαλματοποιῶν τοιοῦτόν ποτε παρήγαγεν
ἄγαλμα. καὶ ἡ μὲν τῆς Γοργοῦς κεφαλὴ λίθους ἐξ ἀνθρώπων
 τοὺς ὁρῶντας ἐποίει, ὡς λέγεται, τὴν δὲ ἰδὼν
τις βαδίζουσαν ἢ αἴφνης ὑπαντιάσας ἐκεχήνει τε καὶ ἐπὶ 
ταὐτοῦ σχήματος , ἐφ’ ᾧ ἔτυχεν ὤν, ἕστατο ἐννεός, ὡς ἀφῃρῆ-
 

 
σθαι τηνικαῦτα δοκεῖν καὶ ψυχὴν καὶ διάνοιαν. ἀναλογία
γὰρ τοιαύτην μελῶν καὶ μερῶν, τοῦ ὅλου πρὸς τὰ μέρη
τούτων πρὸς τὸ ὅλον, οὐδεὶς οὐδέπω τοιαύτην ἐν ἀνθρώπο
σώματι ἐθεάσατο · ἄγαλμα ἔμψυχον καὶ ἀνθρώποις φιλοκο
 λοις ἐράσμιον. Ἵμερος γὰρ ἄντικρυς ἦν σωματωθεὶς οἷο
εἰς τόνδε τὸν περίγειον κόσμον. τούτοις οὖν ὁ Καῖσαρ συγ
χρησάμενος τότε τὴν τοῦ βασιλέως καταμαλάττει καὶ χει- 
ροῦται ψυχήν, κἂν πολλοὶ αὐτῷ συνεβούλευον τὴν βασιλίδ
ἀγαγέσθαι Εὐδοκίαν, περὶ ἧς ὑπετονθόρυζόν τινες, ὡς τη 
 βασιλειίας καὶ αὖθις ἱμειρομένη τὸν Βοτανειάτην, ὁπηνίκ
τὴν Δάμαλιν κατέλαβεν ἐπειγόμενος εἰς τὴν βασίλειον ἀνα
χθῆναι περιωπήν, διὰ γραμμάτων ἐσφετερίζετο · οἱ δέ , ὅτ
οὐ χάριν ἑαυτῆς, ἀλλὰ τῆς ἰδίας θυγατρὸς Ζωῆς τῆς πορφυρογεννήτου·
καὶ τάχα διηνύκει ἄν τὸ σπουδαζόμενον, εἰ
 μή τις τῶν θεραπόντων τῆς ὁρμῆς ταύτην ἀνέκοψε, Λέων
ἐκτομίας ὁ Κυδωνιάτης , πολλὰ καὶ καίρια πρὸς αὐτὴν εἰρηκώς,
ἅ κατὰ μέρος ἀπαγγέλλειν ἡμῖν οὐ θέμις φύσει τὸ 
διαβάλλειν ἀποστρεφομένοις, τοῖς δὲ τῶν τοιούτων λογοποιοῖς
πάντως καὶ περὶ τούτων μελήσει. ὁ μέντοι Καῖσαρ Ἰωάννης
 παντοίως αὐτὸν μετελθὼν πέρας δέδωκε τῇ βουλῇ πείσας
συναφθῆναι τῇ βασιλίδι Μαρίᾳ, καθὼς ὁ λόγος σαφέστερον
φθάσας ἐδήλωσε, κἀντεῦθεν παρρησίαν πολλὴν ἐσχήκει πρὸς
αὐτήν. ἐπεὶ δ’ ἔν τισιν ἡμέραις ταῦτ’ ἐτελεῖτο, μὴ βουλομένων
τῶν Κομνηνῶν ἀθρόον τῶν βασιλείων αὐτὴν ἀπελάσαι, 
 ἅτε πολλῶν αὐτῆς εὐεργετημάτων τυχόντων παρ’ ὅλον τὸν
τῆς βασιλείας αὐτῆς χρόνον, οὐχ ἧττον δὲ καὶ δι’ ἥν πρὸς
αὐτὴν ἴσχον συνήθειαν τῇ προφάσει τῆς ἐξ ἀμφοτέρων τῶν
μερῶν ξυμπεσούσης συγγενείας, πολλοὶ ἐκ πολλῶν συνείροντο
λόγοι νοημάτων διαφόρων ἐξαγγελτικοί, τῶν μὲν ἄλλως ἐκλαμβανομένων
 τὰ πραττόμενα, τῶν δὲ ἑτέρως, ὡς ἕκαστος εὐνοίας
ἢ μίσους εἶχε τὰ πρὸς αὐτὴν τῶν εἰωθότων ἐκ προαιρέσεως
 

 
καὶ μὴ ὡς ἔχουσι κρίνειν τὰ πράγματα. καὶ δὴ στέφεται
τέως ὁ Ἀλέζιος μόνος παρὰ τῆς δεξιᾶς τοῦ ἀρχιερέως Κοσμᾶ.
καὶ γὰρ τῷ τετάρτῳ ἔτει τῆς βασιλείας Μιχαὴλ τοῦ
 Δούκα τοῦ υἱοῦ Κωνσταντίνου αὐτοκράτορος τελευτήσαντος
τοῦ ἱερωτάτου πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ Ξιφιλίνου μηνὸς 
Αὐγούστου δευτέραν ἄγοντος ἐπινεμήσεως τρισκαιδεκάτης
χειροτονεῖται τηνικαῦτα οὗτος , ἀνὴρ ἱεροπρεπὴς καὶ πλήρης
ἁγιωσύνης. τοὺς Δούκας δὲ τὸ μήπω τὴν βασιλίδα τῆς
βασιλικῆς ταινίας ἀξιωθῆναι ἐπὶ πλέον ἐξεδειμάτου· ἐνίσταντο
δὲ ὅμως καὶ τὴν βασιλίδα Εἰρήνην τοῦ στέφους ἀξιωθῆναι. 
ἔτυχε δέ τις μοναχὸς Εὐστράτιος τὴν κλῆσιν, Γαριδᾶς
τὴν ἐπωνυμίαν, τὰς οἰκήσεις ἀγχοῦ τῆς τοῦ θεοῦ μεγάλης
ἐκκλησίας ποιούμενος καὶ ἀρετὴν δῆθεν ὑποκρινόμενος· οὗτος
 θαμὰ πρὸς τὴν μητέρα τῶν Κομνηνῶν πάλαι παραγινόμενος
περὶ βασιλείας προὔλεγεν. ἡ δὲ καὶ ἄλλως φιλομόναχος οὖσα, 
ἀλλὰ καὶ τοῖς τοιούτοις ὑποσαινομένη λόγοις τὴν εἰς αὐτὸν
πίστιν ὁσημέραι ἐπὶ πλέον αὐξάνουσαν ἐδείκνυ κἀντεῦθεν
τῷ ἀρχιερατικῷ τῆς μεγαλοπόλεως θρόνῳ ἐγκαθιδρῦσαι τοῦτον
προτεθύμητο. καὶ τὸ ἁπλοῦν καὶ ἄπραγμον τοῦ τηνικαῦτα
ἀρχιερέως προφασιζομένη ἔπειθέ τινας λόγους παραιτήσεως 
ἐν σχήματι συμβουλῆς πρὸς αὐτὸν ἀνακινεῖν ὡς δῆθεν διὰ
τὸ αὐτῷ συμφέρον τοῦτο ξυμβουλεύοντας. ἀλλὰ τὸν ἱερὸν
ἐκεῖνον ἄνδρα ἡ σκῆψις αὕτη οὐ διελάνθανε · καὶ τέλος τὴν
 ἰδίαν ἐπομοσάμενος κλῆσιν φησι πρὸς αὐτοὺς „νὴ τὸν Κοσμᾶν,
εἰ μὴ διὰ τῶν ἐμῶν χειρῶν ἡ Εἰρήνη τοῦ στέφους 
ἀξιωθῇ , τοῦ ἀρχιερατικοῦ θρόνου οὐκ ἀποστήσομαι”. οἱ δὲ
ἐπαναστρέψαντες ἀπαγγέλλουσι τῇ δεσποίνῃ τὰ μηνυθέντα ·
ἔφθασαν γὰρ ἤδη οὕτω ταύτην καλεῖν ἅπαντες τοῦ φιλομήτορος
βασιλέως τοῦτο βουλομένου. ἑβδομαῖα τοίνυν μετὰ
 τὴν Ἀλεξίου ἀνάρρησιν καὶ ἡ αὐτοῦ ὁμευνέτις Εἰρήνη διὰ 
τοῦ πατριάρχου Κοσμᾶ ἀξιοῦται τοῦ στέφους.

Αἱ μὲν οὖν μορφαὶ τοῖν βασιλέοιν ἀμφοῖν Ἀλεξίῳ
 

 
τε καὶ Εἰρήνῃ ἀμήχανοι καὶ εἰς ἅπαν ἀμίμητοι , καὶ οὔτ
γραφεὺς γράψειεν ἂν πρὸς ἀρχετυπίαν τοῦ κάλλους ὁρῶν
οὔτε λιθοξόος ἄψυχον οὐσίαν οὕτω ῥυθμίσειεν, ἀλλὰ καὶ ὁ 
τοῦ Πολυκλείτου κανὼν ἐκεῖνος ὁ πολυθρύλλητος εἰς ἀτεχνίαν
 ἄντικρυς ἤρχετο, ἑὲ τις ἄν πρὸς τὰ τῆς φύσεως ἀγάλματ
ταῦτα , λέγω δὴ τοὺς ἀρτιστεφεῖς αὐτοκράτορας, καὶ πρὸ
τὰ τοῦ Πολυκλείτου ἐκείνου σπουδάσματα ἀποβλέψειεν.
μὲν γὰρ Ἀλέξιος οὐ πάνυ μὲν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπῆρτο ἐπὶ πολυ
εἰς εὖρος δὲ συμμέτρως πως ηὐρύνετο. καὶ ἱστάμενος μὲ
 οὐ τοσοῦτον θάμβος ἐδίδου τοῖς θεωμένοις, εἰ δ’ ἐπὶ τοῦ
βασιλείου καθίσειεν οὗτος θρόνου καὶ γοργωπὸν σέλας ἀφήσει
 
καὶ τοῦ προσώπου καὶ τῆς ὅλης διοργανώσεως. μέλαινα μὲν
γὰρ ἡ ὀφρῦς ἑκατέρωθεν ἐκυρτοῦτο · τῇ δὲ ὀφθαλμὸς ὑπεκάθητο
 βλοσυρὸν ἅμα καὶ ἥμερον ἐνορῶν, ὡς ἀπό τε τῆς
βολῆς τῶν ὀμμάτων καὶ τῆς στιλπνότητος τοῦ μετώπου καὶ
τῶν παρειῶν τῆς σεμνότητος καὶ τοῦ ἐπιτρέχοντος αὐταῖς
ἐρεύθους ὁμοῦ καὶ δεδοικέναι τε καὶ θαρρεῖν. τῶν τε ὤμων
ἡ εὐρύτης καὶ τῶν βραχιόνων τὸ στερρὸν καὶ τῶν στέρνων
 ἡ προβολὴ ἡρωικά πάντα καὶ ὅλως εἰς θάμβος καὶ τέρψιν
τοὺς πολλοὺς ἐκκαλούμενα. τὸ γὰρ αὐτὸ τοῦ ἀνδρὸς καὶ 
ὥραν εἶχε καὶ χάριν καὶ βάρος καὶ ὄγκον ἀπρόσιτον. εἰ δὲ
καὶ εἰς ὁμιλίαν ἦλθεν ἐκεῖνος καὶ τὴν γλῶτταν ἐκίνησεν,
εἶδες ἂν αὐτόχρημα τὴν πυρίπνουν ἐπικαθημένην τοῖς κείλεσιν
 ἐκείνου ῥητορικήν. τῷ γὰρ κατακλυσμῷ τῶν ἐπιχειρημάτων
πᾶσαν καὶ ἀκοὴν καὶ ψυχὴν κατεσύρετο καὶ ἀμύθητος
ἠν καὶ ἄμαχος καὶ τὴν γλῶτταν ὁμοῦ καὶ τὴν χεῖρα, τὴν
μὲν πρὸς δόρατος ἄφεσιν, τὴν δὲ πρὸς ἀκήρατα θέλγητρα.
ἡ δέ γε βασιλὶς Εἰρήνη καὶ μήτηρ ἐμὴ μεῖράξ τε ἦν τὸ 
 τηνικάδε καὶ οὐδέπω τὸν πεντεκαιδέκατον παραδεδραμήκει
χρόνον. θυγάτριον δὲ ἦν Ἀνδρονίκου τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ
 

 
τοῦ καίσαρος, τὸ γένος τὸ γένος περίβλεπτος, εἰς Ἀνδρονίκους ἐκείνους
καὶ Κωνσταντίνους τοὺς Δούκας ἀναφέρουσα τὴν
τοῦ γένους σειρὰν. ἀνίστατο μὲν γὰρ καθάπερ τι ἔρνος
ὄρθιον καὶ ἀειθαλὲς συμμέτρως καὶ πλατυνομένη καὶ στενουμένη
καταλλήλως ἑκασταχοῦ τῶν μελῶν καὶ μερῶν. 
καὶ ἐπέραστος μὲν ἰδεῖν, ἐπέραστος δὲ ἀκοῦσαι καὶ ὄψεώς
τε καὶ ἀκοῆς ἀκόρεστον ὡς ὄντως ἄκουσμά τε καὶ θέαμα.
αὐτὸ μὲν γὰρ τὸ πρόσωπον σελήνης μὲν ἀπέστιλβε φέγγος,
οὐ μὴν εἰς κύκλον ἀκριβῆ διαπέπλαστο κατὰ τὰς
 Ἀσσυρίους γυναῖκας οὐδ’ ἄλλως ἐξεμηκύνετο κατὰ τὰς Σκυθίδας, 
ἀλλ’ ὑπεχαλᾶτο μικρόν πως τῆς ἀκριβείας τοῦ κύκλου.
ἀνεπέπτατο δὲ αὐτῆς ὁ λειμὼν ἀπὸ τῶν παρειῶν
καὶ τὴν ῥοδωνιὰν καὶ τοῖς πόρρω προὐβάλλετο. ὄμμα δὲ
χαροπόν καὶ σὺν ἡδονῇ φοβερὸν ἐνητένιζεν, ὡς τῶν ὁρώντων
τὰ ὄμματα τῇ μὲν ἡδονὴ καὶ τῷ κάλλει ἕλκειν πρὸς ἑαυτήν, 
τῷ δὲ φόβῳ μύειν καταναγκάζειν οὐκ ἐχόντων ὅπως ἀποβλέψωνται
 ἢ ὅπως ἂν ἀποκρύψωνται. καὶ εἰ μέν τις ἦν
Ἀθηνᾶ τοῖς πρῴην ἐφευρημένη ποιητα.ῖς τε καὶ συγγραφεῦσιν,
οὐκ οἶδα ἔγωγε· μῦθον δὲ ταύτην ἀκούω περιφερόμενον
 καὶ περισυρόμενον· τὴν δὲ βασιλίδα ταύτην Ἀθηνᾶν 
εἴ τις εἶπεν ἐν τοῖς τότε χρόνοις φανεῖσαν τῷ ἀνθρωπίνῳ
βίῳ ἢ καταρραγεῖσαν ἐξ οὐρανοῦ μετά τινος οὐρανίας αἴγλης
καὶ ἀπροσίτου μαρμαρυγῆς, οὐκ ἂν ἐξήμαρτε τοῦ εἰκότος.
καὶ τὸ θαυμασιώτερον, ὅπερ οὐκ ἂν ἐν ἄλλῃ τῶν γυναικῶν
εὑρεθείη, τοὺς μὲν ἰταμοὺς τῶν ἀνδρῶν συνέστελλε, τοῖς δ’ 
ὑπὸ φόβου συνεσταλμένοις θαρρεῖν ἐνεδίδου ἐκ μόνης ὄψεως.
τὰ δὲ χείλη ἐμεμύκει μὲν τὰ πολλὰ καὶ ἐδείκνυ σιγῶσαν,
 ἔμπνουν ὡς ἀληθῶς ἄγαλμα καλλονῆς καὶ στήλην ἔμβιον
εὐρυθμίας· ἡνιόχει δὲ τὰ πολλὰ ἡ χεὶρ τῷ λόγῳ σὺν εὐρυθμίᾳ
μέχρι τοῦ καρποῦ παραδεικνῦσα τὸ μετακάρπιον, καὶ 
εἶπες ἂν ἐλέφαντα ἐκτετορεῦσθαι παρὰ τεχνίτου τινὸς εἰς
δακτύλων καὶ χειρῶν διάθεσιν. ἡ μέντοι ἶρις τῶν ὀφθαλ-
 

 
μῶν θάλατταν ἐμιμεῖτο γαληνιῶσαν ἐν βαθυκύμονι διαθέσει
τὸ κυανοῦν ἐξαυγάζουσα· ἀντέστιλβε δὲ καὶ τὸ λευκὸν τῶν
ὀμμάτων κύκλῳ τῆς ἴριδος, καὶ χάριν ἀπέλαμπον
καὶ ἡδονὴν ἄφατον ἐνεδίδουν ταῖς ὄψεσι. τοιοῦτοι μὲν τὴν
 ἰδέαν Εἰρήνη τε καὶ Ἀλἐξιος. ὁ μέντοι θεῖος ἐμὸς Ἰσαάκιος
τὴν μὲν ἡλικίαν ἐῴκει τἀδελφῷ οὐδὲ κατὰ τὰ ἄλλα πολὺ 
ἀπεῴκει. ὕπωχρος μὲν οὖν ἦν αὐτὸς τὴν ὄψιν καὶ τὴν ὑπήνην
οὐ πάνυ δασύς, ἀλλὰ καὶ περὶ τὰς γνάθους ψιλοτέραν εἶχε
τῆς τἀδελφοῦ. ἄμφω δὲ τἀδελφὼ κυνηγεσίοις μὲν πολλάκις
 ἀπένευον, ὁπηνίκα οὐ πολλή τις αὐτοῖς ἐπέρρει πραγμάτων
φροντίς, πολεμικοῖς δὲ μᾶλλον ἢ κυνηγετικοῖς ἔχαιρον πράγμασιν.
ἐν δὲ ταῖς ἐμβολαῖς τῶν πολέμων, οὐδ’ ὁπηνίκα
τῶν ταγμάτων αὐτὸς κατῆρχε , προέτρεχέ τις αὐτοῦ, ἀλλ᾿
ἅμα τε τὴν παράταξιν ἑωράκει τῶν πολεμίων ἐκεῖνος καὶ
 πάντων καταφρονήσας τῶν ἄλλων ἐς μέσους ἐνέπιπτε καθάπερ
τις κεραυνὸς ὀξέως διακόπτων τὰς φάλαγγας. κἀκ τούτου 
ἑάλω καὶ ἅπαξ καὶ δὶς κατὰ τὴν Ἀσίαν συμμίξας Ἀγαρηνοῖς.
καὶ τοῦτο μόνον οὑμὸς θεῖος εἶχε ψόγου ἄξιον ἐν
τοῖς πολέμοις, ὅτι πρὸς συμβολὰς ἀκατάσχετος ἦν.

Ἐπεὶ δὲ τὸν Μελισσηνὸν Νικηφόρον τῆς τοῦ καίσαρος
κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν ἔδει ἀξίας μετειληχέναι καὶ τὸν
Ἰσαάκιον δέ, πρῶτον τῶν ἀδελφῶν κατὰ χρόνον ὄντα, μείζονι
ἐχρῆν τιμηθῆναι ἀξιώματι, ἕτερον δὲ ἀξίωμα πλὴν τοῦ καίσαρος
οὐκ ἦν, νέον ὀνοματοποιήσας ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος ἀπό
 τε τοῦ σεβαστοῦ καὶ τοῦ αὐτοκράτορος σύνθετον ὄνομα τὸ
τοῦ σεβαστοκράτορος τἀδελφῷ ἐφηρμόσατο οἱονεὶ δεύτερον 
βασιλέα πεποιηκώς, τὸν Καίσαρα τούτου ὑποβιβάσας καὶ
τρίτον ἐν ταῖς εὐφημίαις ἀριθμησάμενος μετὰ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος
εὐφημίαν. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ στέμμασιν ἐν ταῖς
 πανδήμοις ἡμέραις αὐτοὺς στεφανοῦσθαι προσέταττε τόν τε
σεβαστοκράτορα καὶ τὸν Καίσαρα κατὰ πολὺ διαφέρουσι τῇ
 

 
πολυτελείᾳ τοῦ διαδήματος, ᾧ αὐτὸς ἐστεφάνωτο. τὸ μὲν
 γὰρ βασιλικὸν διάδημα καθάπερ ἡμισφαίριον εὔγυρον τὴν
κεφαλὴν διαδεῖ πανταχόθεν μαργάροις καὶ λίθοις κοσμούμενον,
 μενον, τοῖς μὲν ἐγκειμένοις, τοῖς δὲ καὶ ἐξηρτημένοις·
ἑκατέρωθεν γὰρ τῶν κροτάφων ὁρμαθοί τινες ἀπαιωροῦνται 
διὰ μαργάρων καὶ λίθων καὶ τὰς παρειὰς ἐπιξέουσι. καί
ἐστι τοῦτο ἐξῃρημένον τι χρῆμα τοῖς βασιλεῦσι στολῆς· οἱ δὲ
τῶν σεβαστοκρατόρων καὶ τῶν Καισάρων στέφανοι σποράδην
ἔστιν ὅπου τῶν μαργάρων καὶ λίθων μετέχοντες ἄνευ τοῦ
ἐπισφαιρώματος. κατ’ ἐκεῖνο δὲ καιροῦ τετίμηται καὶ ὁ 
Ταρωνείτης καὶ γαμβρὸς ἐπ᾿ ἀδελφῇ τοῦ βασιλέως πρωτοσέβαστός
τε καὶ πρωτοβεστιάριος, μετ’ οὐ πολὺ δὲ καὶ πανυπερσέβαστος
ἀναδείκνυται καὶ ξύνθωκος τῷ καίσαρι γίνεται.
 πρὸς δὲ καὶ Ἀδριανὸς ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ πρωτοσέβαστος
ἀξιοῦται περιφανέστατος· καὶ Νικηφόρος ὁ ὕστατος ἀδελφὸς 
μέγας τε δρουγγάριος τοῦ στόλου προὐβέβλητο καὶ εἰς τὴν
τῶν σεβαστῶν καὶ οὗτος ἀνήχθη βαθμίδα. τούτων δὲ τῶν
ἀξιωμάτων τὴν καινοτομίαν ὁ ἐμὸς πατὴρ προσεξεύρατο τὰ
μὲν συνθείς, καθάπερ ἄνωθεν εἴρηται, τοῖς δὲ καὶ παραχρησάμενος.
τὸ μὲν γὰρ πανυπερσέβαστος καὶ σεβαστοκράτωρ 
καὶ ὅσα τοιαῦτα συντέθεικε, τῇ δὲ τοῦ σεβαστοῦ ἀξίᾳ παραχρησάμενος
φαίνεται. σεβαστοὶ γὰρ οἱ βασιλεῖς ἀνέκαθεν
ἐπιθετικῶς ὠνομάζοντο, καὶ ἦν ἐξιδιαζόντως εἰς βασιλέας
 λεγόμενον τὸ τοῦ σεβαστοῦ ὄνομα· αὐτὸς δὲ εἰς τὸ κοινότερον
πρῶτον κατήνεγκε τὴν τοιαύτην ἀξίαν. εἰ γάρ τις εἰς 
ἐπιστήμην καί τινα ὑπερτάτην φιλοσοφίαν ἀνάγοι τὴν βασιλείαν
ὥσπερ τέχνην οὖσαν τεχνῶν καὶ ἐπιστήμην ἐπιστημῶν,
θαυμάσαιτο ἂν καὶ τὸν ἐμὸν πατέρα οἷόν τινα ἐπιστήμονα
τε καὶ ἀρχιτέκτονα τὰ ὑπὸ τὴν βασιλείαν καινοτομοῦντα καὶ
πράγματα καὶ ὀνόματα· πλὴν ὅσον οἱ μὲν τῶν λογικῶν ἐπιστημῶν 
προστάται διὰ σαφήνειαν τὰ τοιαῦτα τῶν ὀνομάτων
 ἐφεύραντο, ὁ δ’ ἐπιστημονάρχης οὗτος τῆς βασιλείας Ἀλέξιος
 

 
πρὸς τὸ ξυμφέρον ἅπαντα τῇ βασιλείᾳ διῳκονόμητο ξενίζων
πολλάκις καὶ περὶ τὴν τάξιν τῶν πραγμάτων καὶ περὶ τὴν
κλῆσιν τῶν ὀνομάτων. ὁ μέντοι ἱεροπρεπὴς ἐκεῖνος ἀνὴρ
καὶ πατριάρχης Κοσμᾶς, οὗ καὶ πρότερου διεμνημονεύσαμεν,
 μεθ’ ἡμέρας τινὰς κατὰ τὴν μνήμην τοῦ ἱεράρχου Ἰωάννου
τοῦ θεολόγου τὴν ἱεροτελεστίαν τελέσας ἐν τῷ κατὰ τὸ Ἕβδομον
ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἤδη ῥηθέντος σηκῷ, τὸν ἀρχιεραικὸν
θρόνον διαπρέψας ἔτη πέντε καὶ μῆνας ἐννέα, παραιτεῖται
τὴν ἀρχιερωσύνην καὶ ἄπεισιν εἰς τὴν τοῦ Καλλίου μονήν.
 ἐγχειρίζεται δὲ τοὺς τῆς ἀρχιερωσύνης οἴακας μετ’ αὐτὸν ὁ
προρρηθεὶς ἐκτομίας Εὐστράτιος ὁ Γαριδᾶς. ἐπεὶ δὲ ὁ τῆς 
βασιλίδος Μαρίας υἱὸς Κωνσταντῖνος ὁ πορφυρογέννητος
μετὰ τὴν παράλυσιν τῆς βασιλείας τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Μιχαὴλ
τοῦ Δούκα τὰ ἐρυθρὰ μὲν ἑκὼν ἀπεδύσατο πέδιλα, τὰ δὲ
 κοινὰ καὶ μέλανα ὑπεδύσατο, Νικηφόρος ὁ Βοτανειάτης ὁ
μετὰ τὸν Δούκαν καὶ πατέρα τοῦ Κωνσταντίνου τῶν σκήπτρων
ἐπειλημμένος τὰ μὲν μέλανα ἐκεῖνον ἀποβαλεῖν διωρίσατο,
ἐκ ποικίλων δὲ σηρικῶν ὑφασμάτων ὑποδήματα προσέταττε
περιδεῖσθαι ὥσπερ τὸν νεανίσκον ἐπαισχυνόμενος καὶ
 τοῦ κάλλους ὁμοῦ καὶ τοῦ γένους ἀγάμενος. τὸ μὲν γὰρ
κόκκινον διόλου ἀπαστράπτειν αὐτῷ τῶν πεδίλων οἷον 
ἐφθόνει, τὸ δέ τινας τόπους ἐκ τῶν ὑφασμάτων ἀνθεῖν τὸ 
κόκκινον ὑπεδίδου. μετὰ δὲ τὴν τοῦ Κομνηνοῦ Ἀλεξίου
ἀνάρρησιν ἡ βασιλὶς Μαρία καὶ μήτηρ ἐκείνου ταῖς ὑποθημοσύναις
 πεισθεῖσα τοῦ Καίσαρος ἔγγραφον πίστιν
δι’ ἐρυθρῶν βεβαιωθησομένην γραμμάτων καὶ σφραγῖδος
χρυσῆς παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος, ὥστε μὴ μόνον ἀσινὴς σὺν
τῷ υἱῷ διατηρηθῆναι, ἀλλὰ καὶ συμβασιλεύειν αὐτῷ κἀκεῖνον
τά τε ἐρυθρὰ ὑποδιδυσκόμενον καὶ στεφηφοροῦντα καὶ ὡς
 βασιλέα σὺν αὐτῷ ἀναγορευόμενον. καὶ οὐκ ἠστόχησε τῆς
αἰτήσεως, ἀλλὰ λαμβάνει χρυσόβουλλον λόγου βεβαιοῦντα
 

 
τὰ αὐτῆς θελήματα ἅπαντα, τηνικαῦτα καὶ ἃ ὑπεδιδύσκετο
ἐκ σηρικῶν ὑφασμάτων περιελόντες τῶν διόλου ἐρυθρῶν
 ὑποδημάτων τούτῳ μεταδιδόασι κἀν ταῖς δωρεαῖς καὶ χρυσοβούλλοις
λόγοις δεύτερος τοῦ λοιποῦ συνυπογράφων ἦν διὰ
κινναβάρεως τῷ βασιλεῖ Ἀλεξίῳ κἀν ταῖς προπομπαῖς μετὰ 
τῆς βασιλικῆς τιάρας συνεπόμενος. ὡς δέ τινες ἔφασαν, καὶ
πρὸ τῆς ἀποστασίας τὰς περὶ τούτου συνθήχας εἶχεν ἡ βασιλίς,
ἵν᾿ οὕτω τὰ χατὰ τὸν υἱὸν αὐτῆς γίνοιτο. οὕτω γοῦν τῶν
βασιλείων ἐχείνη ἐξέρχεται μετὰ προπομπῆς ἀξίας ἐν τοῖς
κατὰ τὴν μονὴν τοῦ μεγάλου μάρτυρος Γεωργίου παρὰ τοῦ 
ἀποβεβιωχότος Κωνσταντίνου βασιλέως τοῦ Μονομάχου οἰκοδομηθεῖσιν
 οἰχήμασι κατασχηνώσουσα (Μάγγανα ταῦτα ἡ κοινὴ
εἰσέτι κικλήσκει διάλεκτος) Ἰσαακίου συνεφεπομένου ταύτῃ
τοῦ σεβαστοκράτορος.

Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὴν βασιλίδα Μαρίαν οὕτω παρὰ 
τῶν Κομνηνῶν ᾠκονόμητο· ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ παιδείας ἐκ
νηπίου τυχὼν ἀγαθῆς καὶ πρὸς τὰς νουθεσίας τῆς μητρὸς
ἑαυτὸν ἀπευθύνων τὸν τοῦ θεοῦ φόβον ἐνστερνιςάμενος καὶ
ἐγκάρδιον ἔχων ἐδάκνετο ἀνιώμενος ἐπὶ τῇ τῆς πόλεως προνομῇ,
ἣν κατὰ τὴν εἐσέλευσιν αὐτοῦ πάντες πανδημεὶ ἐπεπόνθεισαν. 
τὸ μὲν γὰρ ἄπταιστον ἴσως καὶ εἰς ἀπόνοιαν ἄγει
τὸν μηδ᾿ ὁπωστιοῦν προσκεκρουκότα τοῖς πράγμασιν· ὁ δέ
 γε ἐξαμαρτών, εἴπερ ἐστὶ τῶν εὐλαβεστέρων καὶ τῶν νοῦν
ἐχόντων, αὐτίκα μάλα τὸν τοῦ θεοῦ φόβον βάλλεται κατὰ
ψυχὴν καὶ ὅλως κατακλονεῖται καὶ δέδοικε, καὶ μᾶλλον εἴ γε 
πραγμάτων μεγάλων ἐπιδραξάμενος εἴη καὶ εἰς ὑπερηφάνους
ἀνέλθοι περιωπάς. δέος γὰρ αὐτὸν ὑποθράττει, μή πως
ἀμαθίᾳ καὶ θράσει καὶ ὕβρει πορευόμενος τόν τε θυμόν
τοῦ θεοῦ εἰς ἑαυτὸν ἐκκαλέσηται καὶ τῆς ἀρχῆς ἐκκυλισθεὶς
ἀποπεσεῖται, ὧν τέως ἐγκρατὴς γέγονεν. οἷα καὶ τῷ Σαοὺλ 
 

 
συμβεβήκει ποτέ· καὶ γὰρ ὁ θεὸς διὰ τὸ τοῦ βασιλέως ἀτάσθαλον
διαρρήσσων διέρρηξε τὴν βασιλείαν αὐτοῦ. τούτοις 
ἀλύων τοῖς λογισμοῖς ὁ Ἀλέξιος καὶ παθαινόμενος τὴν ψυχήν
μή που καὶ θεοῦ ἄντικρυς μήνιμα γένοιτο, — τὸ γὰρ εἰς
 ὅλην τὴν πόλιν γεγονὸς κακὸν παρ’ ἑκάστου τῶν στρατιωτῶν,
ὁπόσος τὸ τηνικαῦτα συρφετὸς ἀνὰ πᾶσαν τὴν πόλιν
ἐπέρρευσεν, ἴδιον ἐλογίζετο, καὶ ὡς αὐτὸς ὢν ἐκεῖνος ὁ τὰ
πάνδεινα ἐκεῖνα κακὰ ἐργασάμενος κατετιτρώσκετό τε καὶ
ἐξεφλέγετο βασιλείαν καὶ κράτος καὶ ἁλουργίδα καὶ διάδημα
 λιθοκόλλητον καὶ ἐσθῆτα χρυσῆν τε καὶ περιμάργαρον οὐδέν, 
ὥς γε τὸ εἰκός, λογιζόμενος πρὸς τὴν τότε κατασχοῦσαν 
ἀπεριήγητον συμφορὰν τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων· τὰ γὰρ
περιστοιχίσαντα ταύτην δεινὰ κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ οὐδεὶς ἂν
καὶ θέλων διηγήσασθαι δυνήσεται· καὶ γὰρ καὶ αὐτὰ ἱερὰ
 καὶ τεμένη καὶ τὰ κοινὰ καὶ τὰ ἴδια ἁπανταχόθεν ὑπὸ πάντων
καθηρπάζοντο, τὰ δὲ ὦτα τῶν ἁπάντων κατακεκρότητο ταῖς
ῥιπτουμέναις ἁπανταχοῦ βοαῖς καὶ φωναῖς· εἶπεν ἄν τις
ἰδὼν σεισμὸν εἶναι τὸ γινόμενον — ταῦτα εἰς νοῦν βαλλόμενος
ὁ Ἀλέξιος ἠνιᾶτο τε τὴν ψυχὴν καὶ κατεσπαράττετο
 καὶ οὐκ εἶχεν ὅ τι τῷ πλήθει τῆς λύπης χρήσαιτο. ἦν γὰρ 
ὁ ἀνὴρ εἰς αἴσθησιν ἐλθεῖν τοῦ κακῶς πεπραγμένου παντάπασιν
ὀξύτατος. καὶ ταῦτα μὲν τὰ προγεγονότα, ἐφ’ οἷς ἡ
πόλις πονήρως ἔπραξεν, ᾔδει μὲν ὡς ἑτέρων χεῖρες καὶ
γνῶμαι διενηργήκασιν, ἀλλὰ συνῄδει καὶ τοῦτό γε ἀκριβέστατα,
 ὅτι τὰς ὑποθέσεις καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ πάθους αὐτὸς
δέδωκεν· αὐτῷ δὲ πάλιν τῆς ἀποστάσιας αἴτιοι οἱ ἤδη ῥηθέντες
δοῦλοι γεγόνασιν. ἀλλὰ καὶ ὡς ἑαυτῷ τὴν ἅπασαν προσάπτων
αἰτίαν θεραπεῦσαι τὸ τραῦμα καὶ ἐπεζήτει καὶ ἤθελεν·
οὕτω γὰρ ἂν καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην θεραπείαν καὶ τὸν
 τουτωνὶ καθαρμὸν ἐπιχειροίη τοῖς τῆς βασιλείας πράγμασι 
καὶ τὰ κατά τε τὸν στρατὸν κατά τε τοὺς πολέμους καλῶς
 

 
διιθύνοι καὶ διεξάγοι. προσέρχεται τοίνυν τῇ μητρί, ἀνακοινοῦται
τὸ ἐπαινετὸν πάθος ἐκεῖνο, θεραπείας τρόπον ἀναζητεῖ
καὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ὑποκνιζόντων αὐτοῦ τὴν συνείδησιν.
ἡ δὲ ἀσπάζεται τὸν υἱὸν καὶ ἀσμένως δέχεται τὰ λεχθέντα.
μετακαλοῦνται τοίνυν τούτου συνδόξαντος τόν τε πατριάρχην 
Κοσμᾶν (οὒπω γὰρ τότε τὸν θρόνον παρῄτητο) καί
λογάδας τῶν τῆς ἱερᾶς συνόδου καὶ τοῦ μοναδικοῦ συντάγματος.
 πρόσεισι τούτοις ὁ βασιλεὺς ὡς ὑπόδικος, ὡς κατάκριτος,
ὡς εὐτελὴς ἢ καί τις ἄλλος τῶν ὑπ᾿ ἐξουσίαν τεταγμένων
καὶ τὴν ψῆφον ὅσον οὐδέπω καραδοκούντων, ἣν 
κατ’ ἐκείνου ψηφιεῖται τὸ δικαστήριον. ἐξαγγέλλει πάντα,
μὴ προσβολήν, μὴ συγκατάθεσιν, μὴ πρᾶξιν μηδὲ αἰτίαν
τῶν πεπραγμένων παραδραμών, ἀλλὰ πάντα μετὰ φόβου καὶ
πίστεως ἐξαγορευσάμενος καὶ τὴν θεραπείαν ἐξ ἐκείνων θερμῶς
ἐξαιτεῖ ἐπιτιμίοις ἑαυτὸν καθυποβάλλων. οἱ δὲ οὐκ αὐτὸν 
μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐκ ταὐτοῦ αἵματος προσήκοντας καὶ
 πρὸς τὴν ἀποστασίαν συναραμένους τοῖς αὐτοῖς ἐπιτιμίοις
καθυποβάλλουσι νηστείαν καὶ χαμευνίαν καὶ τὰ τούτοις
ἐφεπόμενα πρὸς τὴν τοῦ θείου ἐξιλέωσιν ἐπιτάξαντες. διξάμενοι
δὲ τὰ ἐπιτίμια προθύμως ἐφύλαττον. ἀλλ’ οὐδὲ αἱ 
σφῶν αὐτῶν γυναῖκες ἔξω τῶν ἐπιτιμίων ἑστάναι ἠνείχοντο
(πῶς γάρ, φίλανδροι οὖσαι;), αὐτόμολοι δὲ τὸν τῆς
ζυγὸν ἀναδέχονται. καὶ ἦν ἰδεῖν τὰ βασίλεια τότε δακρύων
καὶ πένθους ἀνάμεστα, πένθους οὐκ ἐπιψόγου οὐδ’ ἀσθένειαν
 ψυχῶν κατηγοροῦντος, ἀλλ’ ἐπαινετοῦ καὶ χαρᾶς προξένου 
τῆς κρείττονος καὶ μηδέποτε λυομένης. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ,
 ὁποῖος ἐκεῖνος τὴν εὐσέβειαν, πλέον τι ποιῶν ἐντὸς τῆς
βασιλικῆς ἁλουργίδος σάκκον περιεβέβλητο ἐν χρῷ ψαύοντα
τῆς σαρκὸς ἐπὶ τεσσαράκοντα νυχθημέροις. ἐν δὲ ταῖς νυξὶ
χαμεύνης ἔκειτο ἐπὶ πέτρας μόνον ἀνέχων τὴν κεφαλὴν καὶ 
πενθῶν ὡς εἰκός. εἶθ’ οὕτως τῶν τῆς βασιλείας πραγμάτων
ἁγναῖς ἅπτεται χερσίν.

Οἰακοστρόφον δὲ μᾶλλον ἑαυτοῦ τὴν μητέρα ἱμειρόμενος
εἶναι τὴν βουλὴν ὑποβρύχιον τέως εἶχε δεδιώς, μὴ
τοῦ τοιούτου γνωσθέντος αὐτῇ λογισμοῦ καὶ τῶν βασιλείων
ἐξέλθοι, πρὸς ὑψηλότερον βίον γινώσκων αὐτὴν ἀποβλέπουσαν. 
 ἐν πᾶσι μὲν οὖν τοῖς προσπίπτουσι βουλῆς αὐτῆς
ἄτερ μηδὲ τὸ τυχὸν ἦν ἐνεργῶν, ἀλλὰ κοινωνὸν εἶχε τῶν
βουλευμάτων ὁμοῦ καὶ συλλήπτορα καὶ κατὰ μικρὸν ὑφέρπων
αὐτῇ καὶ κοινοποιούμενος τὴν τῶν πραγμάτων διοίκησιν
καί που καὶ φανερῶς ἐνδεικνύμενος, ὡς ἄτερ τῆς ἐκείνης
 φρενὸς καὶ γνώμης ἀπολεῖται τῆς βασιλείας τὰ πράγματα.
οὕτως εἶχε καὶ ξυνεδέσμει πλέον ἑαυτῷ τὴν μητέρα καὶ τοῦ
κατὰ σκοπὸν ἀπεῖργε καὶ ἀπεκώλυεν. ἡ μὲν γὰρ πρὸς σταθμὸν
ἀπέβλεπεν ἔσχατον καὶ μονὰς διενοεῖτο, ἐν αἷς τὸν ἐπίλοιπον 
χρόνον μετ’ ἔμφρονος λογισμοῦ ἑλκύσει τοῦ βίου.
 καὶ ταῦτ᾿ ἐνενόει καὶ ἑαυτῇ διὰ παντὸς ἐπηύχετο τεύξασθαι.
ἀλλ’ εἰ καὶ τοιαῦτα κατὰ νοῦν συνδιεσκοπεῖτο καὶ ὅλως πρὸς
ὑψηλότερον ἐνητένιζε βίον, ἀλλ’ ἦν καὶ φιλόπαις, εἴπερ τις
ἄλλη γυνή, καί πως ἠβούλετο συνδιενεγκεῖν μετὰ τοῦ υἱοῦ
τὸ τῆς βασιλείας κλυδώνιον καὶ οὐριοδρομοῦσαν τὴν ναῦν
 ἢ καὶ πανταχόθεν βαλλομένην τοῖς κύμασιν ὡς ἄριστα οἰακοστροφεῖν
καὶ μάλιστα τοῦ παιδὸς ἄρτι ἐπὶ τὴν πρύμναν 
καθίσαντος καὶ τῶν οἰάκων ἐφαψαμένου καὶ μήπω πρῴην
θαλάττῃ καὶ κύμασι καὶ ἀνέμοις ὡμιληκότος τοιούτοις. ταῦτα
δὲ λέγουσα τὴν τῆς βασιλείας αἰνίττομαι πολυμερῆ καὶ πολυτάρακτον
 ὄχλησιν. τὸ τοίνυν μητρῷον πάθος κατεῖχεν
αὐτήν, καὶ συνδιεκυβέρνα τῷ υἱῷ καὶ βασιλεῖ καὶ τὰς ἡνίας
ἔστιν ὅπου καὶ μόνη παραλαβοῦσα ἀπροσπταίστως τε καὶ
ἀναμαρτήτως τὸ ἅρμα τοῦ κράτους ἤλαυνεν· ἦν γὰρ καὶ
φρενήρης ἄλλως καὶ βασίλειος γνώμη αὐτόχρημα καὶ θρόνων
 κατόρθωσις· ἀνθεῖλκε δὲ ταύτην ἐκ θατέρου καὶ ὁ πόθος 
ὁ πρὸς θεόν. ἐπεὶ δὲ κατὰ τὸν Αὔγουστον μῆνα ἐπινεμήσεως
τῆς αὐτῆς ἔτι τρεχούσης ἡ τοῦ Ῥομπέρτου διαπεραίωσις
 

 
τοῦτον ἐξελθεῖν κατηνάγκαζεν, εἰς φῶς ἤδη καὶ ἔργον τὸ
τῆς ψυχῆς ἐννόημα ἐξάγων τὴν αὐτοκράτορα διοίκησιν τῇ
μητρὶ καὶ μόνῃ ἀπεκληρώσατο καὶ διὰ χρυσοβούλλου λόγου
τὰ βεβουλευμένα εἰς προῦπτον πᾶσι κατέστησεν. ἐπεὶ δὲ
τὸν ἱστορίαν συγγράφοντα οὐ παχυμερῶς τὰς τῶν ἀγαθῶν 
ἀνδρῶν πράξεις καὶ τὰ θεσπίσματα παραπέμπειν χρή, ἀλλὰ
 τὰς μὲν καταλεπτύνειν, ὡς ἐνόν, τὰ δ’ ἐκείνοις δεδογμένα
ἐκτίθεσθαι, εἶμι καὶ αὐτὴ τοῦτον τὸν τρόπον τὰ τοῦ ῥηθέντος
χρυσοβούλλου ἐκθησομένη τὰς τοῦ γραφέως μόνον
 κομψείας περ.ιελοῦσα. ἔχει δὲ οὕτως οὐδὲν ἰσοστάσιον μη- 
 τρὸς συμπαθοῦς καὶ φιλόπαιδος οὔτε ταύτης ἰσχυρότερον
φυλακτήριον, κἀν κίνδυνος προορᾶταί, κἀν ἄλλο τι τῶν
ἀπευκταίων ἐλπίζοιτο. εἰ γὰρ βουλεύσεται αὕτη, πάγιον
ἔσται τὸ βούλευμα, εἰ ἐπεύξεται, στήριγμα ἔσονται αἱ εὐχαὶ
καὶ φύλακες ἀκαταγώνιστοι. τοιαύτη γοῦν καὶ τῇ βασιλείᾳ 
μου ἐφάνη ἐξ αὐτῆς τῆς ἀτελοῦς ἡλικίας πρακτικῶς ἡ
ἡγιασμένη μήτηρ αὐτῆς καὶ δέσποινα τὰ πάντα μοι γεγονυῖα
καὶ τροφὸς καὶ ἀναγωγός. καὶ γὰρ τῷ συγκλητικῷ καταλόγῳ
αὐτῆς συνούσης μητρὸς πόθος προέδραμε καὶ υἱοῦ
 πίστις ἀκέραια συνετηρήθη. μία ψυχὴ ἐν διῃρημένοις σώμασι 
διεγνώσθη καὶ χάριτι Χριστοῦ καλῶς διετηρήθη μέχρι
τοῦ νῦν. οὐ τὸ ἐμὸν ἢ τὸ σόν, τὸ ψυχρὸν τοῦτο ῥῆμα,
ἐρρήθη, καὶ τὸ δὴ μεῖζον, ὅτι αἱ αὐτῆς εὐχαὶ τὸν πάντα
χρόνον πληθυνόμεναι εἰς τὰ ὦτα κυρίου εἰσέδυσαν καὶ εἰς
τόδε τὸ ὕψος τῆς βασιλείας ἡμᾶς ἀνήγαγον. ἀλλ’ ἐπεὶ καὶ 
μετὰ τὸ ἐπιλαβέσθαι τῶν τῆς βασιλείας σκήπτρων οὐκ ἔφερε
μὴ συμπονουμένη ἐπίσης τῇ βασιλείᾳ μου καὶ τοῦ συμφέροντος
αὐτῇ ἀντεχομένη καὶ τοῦ κοινοῦ, ἑτοιμαζομένη δὲ
ἤδη ἡ βασιλεία μου σὺν θεῷ πρὸς τὴν κατὰ τῶν ἐχθρῶν
τῆς ̔Ρωμανίας ἐξέλευσιν διὰ φροντίδος μὲν πολλῆς ποιεῖται 
 καὶ τὴν τοῦ στρατιωτικοῦ συλλογήν τε καὶ διευθέτησιν, οὐκ
ἐλάχιστον δὲ ταύτῃ νενόμισται καὶ ἡ περὶ τῆς τῶν σεκρετι-
 

 
κῶν τε καὶ πολιτικῶν πραγμάτων διοικήσεως φροντίς. εὗρε
γοῦν ἀριστοκρατίας οἷον ἀνεπιβούλευτον ὀχύρωμα, ὡς ἂν τῇ
ἡγιασμένη καὶ πανεντιμοτάτῃ μητρὶ αὐτῆς ἀνατεθῇ ἡ τῶν
ἁπάντων διοίκησις. διορίζεται οὖν ἡ βασιλεία μου καθαρῶς
 διὰ τοῦ παρόντος χρυσοβούλλου, ἵνα δι’ ἣν ἔχει πολυπειρίαν
περὶ τὰ βιωτικὰ πράγματα, εἰ καὶ τέλεον τούτων
καταπεφρόνηκεν, ἅπερ ἂν ἐγγράφως διορίσηται, κἀν παρὰ
τοῦ προεστῶτος τῶν σεκρέτων ἀναφέρωνται ἢ τῶν ὑπ’ αὐτὸν
σεκρετικῶν ἢ τῶν ἄλλων πάντων, ὧν αἱ ὑπομνήσεις ἢ αἰτήσεις 
 ἢ κρίσεις ἑτοιμασθήσονται ἐπὶ συμπαθείαις δημοσιακαῖς
ὀφλημάτων, τὸ κῦρος ἕξουσι μόνιμον ὡς παρὰ τοῦ γαληνίου
κράτους τῆς βασιλείας μου οἰκονομούμενα καὶ ἐξ αὐτοῦ
τοῦ στόματος αὐτῆς τὰ γραφέντα ἀποστοματιζόμενα. οἷαι
γὰρ ἂν λύσεις παρ’ αὐτῆς ἀποφανθήσονται ἢ καὶ προστάξεις
 ἔγγραφοι ἢ ἄγραφοι, κἀν εὔλογοι κἀν ἀνεύλογοι, σφραγῖδα
φέρουσαι αὐτῆς τὴν μεταμόρφωσιν καὶ τὴν κοίμησιν, ὡς
αὐτῆς τῆς βασιλείας μου λογισθήσονται. τῷ δὲ μηνὶ τοῦ
κατὰ τὴν ἡμέραν διοικοῦντος τὰ σέκρετα, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ προβολῶν 
καὶ διαδοχῶν τῶν σεκρέτων καὶ τῶν θεμάτων καὶ ἐπὶ
 τοῖς ἀξιώμασι καὶ ὀφφικίοις καὶ δωρεαῖς ἀκινήτων βασιλικῶς 
κῶς ἡ ἁγία μήτηρ αὐτῆς ἔξει ἄδειαν ὁ δόξει ταύτῃ ποιεῖν.
ἀλλὰ καὶ εἴ τινες προβληθήσονται εἰς τὰ σέκρετα ἢ καὶ εἰς
θέματα καὶ διαδεχθήσονται, τιμηθήσονται δὲ καὶ ἐν μεγίστοις
ἀξιώμασι καὶ μέσοις καὶ ἐλαχίστοις, ἔσονται εἰς τὸ
 ἑξῆς ἀμετακίνητοι καἰ ἀμετάπτωτοι. ἀλλὰ καὶ αὐξήσεις 
ῥογῶν καὶ προσθήκας δόσεων καὶ συμπαθείας τῶν λεγομένων
συνηθειῶν καὶ σχιδευμοὺς καὶ ἀποσχιδευμοὺς προστάξει
αὕτη ἀνενδοιάστως καί, περιεκτικῶς εἰπεῖν, οὐδὲν ἀσυντελὲς
λογισθήσεται, ὅπερ αὐτὴ κελεύσει ἐγγράφως τε καὶ ἀγράφως.
 τὰ γὰρ ῥήματα ταύτης καὶ τὰ προστάγματα ὡς τῆς βασιλείας
μου λογισθήσονται καὶ οὐδὲν τούτων ἀθετηθήσεται,
 

 
 ἀλλὰ κύρια καὶ μόνιμα ἔσονται εἰς τοὺς ἑξῆς χρόνους. καὶ
οὔτε εὐθύνην οὔτε ἡντιναοῦν ἀνάκρισιν ὑποπτεύσει νῦν ἤ
εἰς τὸ μετέπειτα παρ’ οὑτινοσοῦν τῶν ἁπάντων οὔτε τις
τῶν ἐξυπηρετουμένων αὐτῇ ἢ αὐτὸς ὁ κατὰ τὴν ἡμέραν λογοθέτης
τῶν σεκρέτων, κἂν εὔλογα κἂν παράλογα τὰ πραχθησόμενα 
δόξῃ. τὸ γὰρ παντελῶς ἀλογοπράγητον ἕξουσιν
ἐς ἀεί, ὁποῖα ἂν καὶ εἴη τῷ παρόντι χρυσοβούλλῳ λόγῳ
στηριζόμενα. ’’

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ τοῦ χρυσοβούλλου· θαυμάσειε
δ’ ἄν τις ἐν τούτοις τὸν ἐμὸν πατέρα καὶ αὐτοκράτορα τῆς 
εἰς τὴν μητέρα τιμῆς καὶ ὅπως αὐτῇ παρακεχωρήκει τῶν
ἁπάντων, αὐτὸς τῆς βασιλικῆς ἡνίας οἷον ὑπεξιστάμενος καὶ
τρόπον τινὰ ἐποχουμένη τοῦ βασιλικοῦ ἅρματος αὐτῇ παραθέων
 καὶ ψιλοῦ μόνου τοῦ τῆς βασιλείας μετέχων ὀνόματος.
καίτοι κατὰ τὴν ἡλικίαν τὸν μείρακα ἤδη παρήλλαττε, καθ’ 
ὃν μάλιστα καιρὸν ἐπιφύεται τοῖς τοιούτοις ἤθεσιν ὁ τῆς
φιλαρχίας ἔρως. τοὺς μὲν γὰρ πρὸς τοὺς βαρβάρους πολέμους
καὶ ὅσα τῶν ἄθλων καὶ τῶν ἀγώνων ὑπῆν αὐτὸς
ἀνεζώσατο, πᾶσαν δὲ τῶν πραγμάτων διοίκησιν καὶ πολιτικὰς
ἀρχὰς καὶ τοὺς περὶ τῶν εἰσφορῶν λόγους καὶ τῶν 
ὑπὲρ τῆς βασιλείας ἀναλωμάτων τῇ μητρὶ κατεπίστευσε. καὶ
ἴσως μὲν ἄν τις ἐνταῦθα γενόμενος καταμέμψοιτο τὴν οἰκονομίαν
ὡς γυναικωνίτιδι καταπιστεύσαντος τοὐμοῦ πατρὸς
τὴν τῆς βασιλείας διοίκησιν · ἀλλ’ εἰ τὸ φρόνημα τῆς γυναικὸς
 ἠπίστατο καὶ ὅση τις ἦν τὴν ἀρετὴν καὶ τὸν νοῦν 
καὶ ὅπως εἶχε δραστηριότητος, ἀφέμενος μέμψεως πρὸς
θαῦμα τὴν μέμψιν μετέβαλλε. τοσαύτη γὰρ ἡ ἐμὴ μάμμη
περὶ τὰ πράγματα δεξιωτάτη καὶ τάξαι καὶ καταστήσασθαι
πολιτείαν εὐμήχανος, ὥστε μὴ μόνον τὴν Ῥωμαίων ἀρχὴν
διοικεῖν δύνασθαι, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν ὁπουδήποτε βασιλείαν, 
ὁπόσην ἥλιος ἐφορᾷ. πολύπειρος τε γὰρ ἦν καὶ πολῶν
 πραγμάτων ἐγίνωσκε φύσεις, καὶ ὅπως ἔρχεται καὶ εἰς
 

 
ὃ καταντήσειεν ἕκαστον ἐξηπίστατο, καὶ τίνα μὲν τίνων εἰσὶν
ἀναιρετικά, τίνα δὲ μᾶλλον ἐπιρρώννυσιν ἕτερα, ὀξυτάτη
τε τὸ δέον καταμαθεῖν καὶ μετὰ ἀσφαλείας καταπρᾶξαι δεινή.
καὶ οὐκ ἦν μὲν τὴν γνώμην τοιαύτη, γλῶτταν δὲ εἶχεν ἀποᾀδουσαν
 πρὸς τὴν γνώμην· ἀλλ᾿ ἦν αὐτόχρημα ῥήτωρ πιθανωτάτη, 
καὶ οὔτε λάλος καὶ εἰς μῆκος τοὺς λόγου ἐκτείνουσα,
οὔτε ταχέως ἀπελίμπανεν αὐτῇ τὸ πνεῦμα τοῦ λόγου,
ἀλλ᾿ ἐπικαίρως ἀρξαμένη εἰς τὰ καιριώτατα πάλιν κκατέληγε.
καὶ ὁ μὲν βασίλειος θρόνος αὐτὴν παρηκμακυῖαν κατείληφεν,
 ὅτε καὶ μᾶλλον τὸ φρονοῦν ἤκμαζε καὶ ἡ σύνεσις ἐπήνθει 
καὶ ἡ περὶ τὰ πράγματα ἐπιστήμη συνήκμαζεν, ἐξ ὧν οἰκονομίαι
καὶ διοικήσεις τὸ κράτος ἔχουσιν. ἔχει δὲ ἡ τοιαύτη
ὡς τὸ εἰκὸς ἡλικία οὐ μόνον τι λέξαι τῶν νέων σοφώτυερον,
ὡς ἡ τραγῳδία φησίν, ἀλλὰ καὶ συμφορώτερον πρᾶξαι. ὁ
 δὲ κατόπιν χρόνος καὶ ὁπόταν ἐκείνη ταῖς νεωτέραις συνεξητάζετο
γυναιξί, θαῦμα ἄντικρυς ἦν πολιὸν ἐν νεαρᾷ ἡλικίᾳ
ἐπιδεικνυμένη φρόνημα. καὶ παρεῖχεν ἐξ αὐτῆς ὄψεως τῷ
βουλομένῳ καταθρεῖν τὴν κἐνοῦσαν αὐτῇ ἀρετὴν ὁμοῦ καὶ
ἐμβρίθειαν. ἀλλ᾿, ὅπερ ἔλεγον, ὁ ἐμπὸς πατὴρ τῆς βασιλείας
 ἐπιδραξάμενος τοὺς μὲν ἀγῶνας καὶ τοὺς ἱδρῶτας ἑαυτῷ 
ἐκείνην δὲ δεσπότιν καταστησάμενος τὸ παρ᾿ ἐκείνης κελευόμενον
καθάπερ δοῦλος ἔλεγέ τε καὶ ἔπραττεν. ἔστεργεν οὖν
μενον καθάπερ δοῦλος ἔλεγέ τε καὶ ἔπραττεν. ἔστεργεν οὖν
αὐτὴν ὁ βασιλεὺς ὑπερφυῶς καὶ τῶν αὐτῆς βουλευμάτων
 ἐξδήρτητο (τοσοῦτον ἦν φιλομήτωρ) καὶ τὴν δεξιὰν ἐδίδου
τῆς ἐκεδίνης γλώττης ὑπηρέτιν καὶ τὴν ἀκοὴν τῶν ἐκείνης
φωνῶν εἰς ἀκρόασιν καὶ εἰς ἅπαντα ταύτῃ ὁ βασιλεὺς συγκατένευεν
ἢ ἀνένευεν, ἐφ᾿ οἷς ἄρα ἐκείνη κατανεύσειεν ἢ
ἀνανεύσειε. καὶ ἦν τὸ πρᾶγμα ὅλως τοιοῦτον. ἐκεῖνος μὲν
 γὰρ σχῆμα βασιλείας εἶχεν, ἡ δὲ τὴν βασιλείαν αὐτήν· καὶ 
ἡ μὲν ἐθεσμοθέτει, διῷκει τὸ πᾶν, ἐπρυτάνευνεν, ὁ δὲ τὰς
 

 
διοικήσεις ἐκείνης καὶ τὰς ἐγγράφους καὶ τὰς ἀγράφους,
τὰς μὲν χειρί, τὰς δὲ φωναῖς ἐπεσφράγιζε, καὶ ὡς οὕτω γε
φάναι, ὄργανον ἦν αὐτῇ βασιλείας, οὐ βασιλεύς. ἠρέσκετο
γὰρ ἐφ’ ἅπασιν, οἷς ἡ μήτηρ διαγνοίη καὶ διορίσειε, καὶ οὐχ
 ὡς μητρὶ μόνον καταπειθέστατος ἦν, ἀλλὰ γὰρ ὡς ἐξάρχω 
βασιλικῆς ἐπιστήμης ταύτῃ προσεῖχε τὸν νοῦν. ᾔδει γὰρ
ἀκριβῶς τὸ ταύτης ἐφ’ ἅπασιν ἐπὶ τὸ κράτιστον συγκεχωρηκὸς
καὶ ὅτι διαφερόντως πάντας τοὺς κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ
γεγονότας ἀνθρώπους εἰς φρόνησιν τε καὶ σύνεσιν πραγμάτων
ὑπερελαύνει.

Τοιαῦτα τὰ τῆς Ἀλεξίου βασιλείας προοίμια. οὐ γάρ
τις αὐτοκράτορα τοῦτον εἰκότως τό γε νῦν ὀνομάσειε τῆς
αὐτοκράτορος περιωπῆς ἅπαξ ἀποκληρωθείσης παρ’ αὐτοῦ
 τῇ μητρί. ἄλλος μὲν οὖν νόμοις ἐγκωμιαστικοῖς ὑπείκων πατρίδα
τῆς θαυμασίας ἐκείνης μητρὸς ἐπαινείτω καὶ γένος 
πρὸς Ἀδριανοὺς ἐκείνους τοὺς Δαλασσηνοὺς ἀναφερόμενον
καὶ Χάρωνας καὶ τῷ πελάγει τῶν κατ’ ἐκείνους προτερημάτων
ἐπαφιέτω τὸν λόγον· ἐμοὶ δὲ ἱστορίαν ξυγγραφούσῃ οὐκ
ἐκ γένους καὶ αἵματος προσήκει ταύτην χαρακτηρίζειν, ἀλλ’
ἐκ τρόπου καὶ ἀρετῆς καὶ τούτων, ὁπόσον ὁ τῆς ἱστορίας 
 ὑποτίθεται λόγος. ἵνα γὰρ πρὸς ἐκείνην ἐπαναδραμοῦμαι
 καὶ αὖθις, ἀξίωμα μὲν οὖν μέγιστον αὐτὴ οὐ γυναικῶν
μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀρρένων καθίστατο καὶ κόσμος τῆς ἀνθρωπίνης
φύσεως, τὴν δὲ περὶ τὰ βασίλεια γυναικωνῖτιν παντάπασι
διεφθορυῖαν, ἐξ ὅτου ὁ Μονομάχος ἐκεῖνος τὸ τῆς 
βασιλείας ἀνεδήσατο κράτος, καὶ εἰς ἔρωτας ἀλόγους ἀποκλίνασαν
καὶ μέχρι τις βασιλείας τοὐμοῦ πατρὸς ἐπὶ τὸ
βέλτιον ἀλλοιώσασα εἰς κόσμον ἐπαινούμενον μετήνεγκε. καὶ
ἦν ἰδεῖν τὰ βασίλεια τηνικαῦτα τάξεως ἐπαινουμένης μετειληχότα·
καὶ γὰρ ὅρους τε τῶν θείων ὕμνων ἔταξε καὶ και- 
 ροὺς ἀρίστου τε καὶ ἀρχαιρεσίας ἐπήξατο στάθμη καὶ κανὼν
τοῖς πᾶσιν αὐτὴ γεγονυῖα, ὡς τὰ βασίλεια μᾶλλον ἱερὰ
 

 
φροντιστήρια εἶναι δοκεῖν. τοιαύτη τις ἦν ἡ ὑπερφυὴς
ὄντως καὶ ἱερὰ ἐκείνη γυνή. σωφροσύνῃ μὲν γὰρ τοσοῦτον
ὑπερῆρε καὶ τὰς πάλαι ὑμνουμένας, περὶ ὧν ὁ πολὺς λόγος,
ὁπόσον ἀστέρας ἥλιος· τὸν δὲ περὶ τοὺς πένητας οἶκτον
 αὐτῆς καὶ τὴν δαψιλῆ πρὸς τοὺς δεομένους χεῖρα τίς παραστήσειε
λόγος; κοινὸν μὲν ἦν ἡ αὐτῆς ἑστία καταγώγιον
τοῖς ἐξ αἵματος πενομένοις, κοινὸν δὲ καὶ ξένοις οὐχ ἧττον.
ἱερέας δὲ καὶ μοναχοὺς διαφερόντως ἐτίμα καὶ συνδειπνοῦντας 
εἶχε καὶ οὐδενὶ ἄτερ μοναχῶν τὴν αὐτῆς τράπεζαν θεάσασθαι
 ἐνῆν. ἡ δὲ ἔζωθεν ἐπιφαινομένη τοῦ ἤθους κατάστασις
καὶ ἀγγέλοις αἰδέσιμος καὶ αὐτοῖς δὲ τοῖς δαίμοσι
φοβερά, ἀνθρώποις δὲ μὴ ἐχέφροσιν, ἀλλὰ περὶ ἡδονὰς
ἐπτοημένοις ἀνύποιστος καὶ ἐκ μόνου τοῦ βλέμματος, τοῖς δ’
αὗ γε σωφροσύνης ἐπιμελουμένοις ἱλαρὰ τε καὶ προσηνής.
 μέτρα γὰρ ἔγνω κατηφείας καὶ σεμνότητος, ὡς μήτε τὸ κατηφὲς
ἄγριόν πως καὶ θηριῶδες δοκεῖν μήτε τὸ ἁπαλὸν
κεχαλασμένον τε καὶ ἀκόλαστον, καὶ ὅρον, οἶμαι, τοῦτ’ εἶναι 
κοσμιότητος, κραθέντος τοῦ φιλανθρώπου τῷ τῆς ψυχῆς
ἀναστήματι. τὸ δὲ ἦθος αὐτῇ ὑποκαθήμενον πρὸς ἐνθυμήσεις
 ἀεὶ καινοτέρας ἀνελιττούσῃ τὰς γνώμας, οὐ φθαρτικὰς
τοῦ κοινοῦ, ὥς τινες ὑπετονθόρυζον, ἀλλὰ σωστικὰς
καὶ διεφθορυῖαν ἤδη τὴν βασιλείαν εἰς ὁλοκληρίαν ἐπαναγούσας
τά τε τοῦ κοινοῦ εἰς τὸ μηδὲν ἤδη ἐληλακότα ἐπανορθούσας,
ὡς δύναμις. πλὴν εἰ καὶ τῇ τῶν κοινῶν διοικήσει
 ἐνησχολεῖτο, τῆς μοναχοῖς προσηκούσης διαγωγῆς οὐδαμῶς
καταπεφρονήκει, ἀλλὰ τὸ πλεῖον μὲν τῆς νυκτὸς
τοὺς ἱεροὺς ἀπεπλήρου ὕμνους προσευχῇ τε συντόνῳ καὶ 
ἀγρυπνίᾳ συντετηκυῖα, περὶ δὲ τὸ ὄρθριον, ἔστι δ’ ὅτε καὶ
δευτέρας ἀλεκτοροφωνίας, ταῖς τοῦ κοινοῦ προσέκειτο διοικήσεσι
 περί τε ἀρχαιρεσιῶν σκοποῦσα καὶ τὰς τῶν δεομένων
μένων αἰτήσεις ἐπιλύουσα ὑπογραμματεύοντος αὐτῇ Γρηγοδοκεῖν
 

 
 ρίου τοῦ Γενεσίου. ταῦτα εἴ τις ἠβούλετο ῥήτωρ εἰς ἐγκωμίου
λόγον ἀγαγεῖν, τίνας ἂν οὐκ ἀπεκρύψατο τῶν πάλαι
περιβοήτων ἐπ’ ἀρετῇ καὶ κατ’ ἀμφότερα τὰ γένη φανέντας
περιφανεῖς τοῖς ἐπιχειρήμασι καὶ τοῖς ἐνθυμήμασι καὶ ταῖς
 πρὸς ἄλλους συγκρίσεσιν ἐξογκῶν εἰς μέγα τὴν ἐπαινουμένην, 
ὥσπερ νόμος ἐστὶ τοῖς ἐγκωμιάζουσιν; ἀλλὰ τὰ τῆς ἱστορίας
οὐχ οὕτως ἄδειαν δίδωσι τῷ ξυγγράφοντι. διόπερ εἰ περὶ
ταύτης τῆς βασιλίδος λέγοντες τὰ μεγάλα μικροπρεπέστερον
εἴπωμεν, μηδεὶς ὑπὸ μέμψιν ἀγέτω τὸν λόγον, ὅσοι τὴν
ἐκείνης ἴσασιν ἀρετὴν καὶ τὸν ὄγκον τοῦ ἀξιώματος καὶ τὸ 
ἀγχίνουν ἐν ἅπασι καὶ τὸ ἀκροφυέστατον τοῦ φρονήματος.
 ἡμεῖς δὲ ὅθεν περὶ αὐτῆς λέγοντες μικρόν τι ἐξετραπόμεθα,
πάλιν ἐπανακάμψωμεν. ἐκείνη τοίνυν τὴν βασιλείαν, ὡς ἔφημεν,
διιθύνουσα οὐδὲ τὴν πᾶσαν ἡμέραν ταῖς κοσμικαῖς
φροντίσιν ἀφώριστο, ἀλλὰ τὰς ἐκ τύπου λειτουργίας εἰς τὸ 
ἱερὸν τέμενος τῆς μάρτυρος Θέκλης ἀπεπλήρου, ὅπερ ὁ αὐτοκράτωρ
Ἰσαάκιος ὁ Κομνηνὸς καὶ ἀνδράδελφος αὐτῆς ἐξ
αἰτίας τοιαύτης ἐδείματο. ἐπεὶ γὰρ ἃς πάλαι εἶχον οἱ τῶν
Δακῶν ἀρχηγέται μετὰ τῶν Ῥωμαίων σπονδὰς τηρεῖν εἰσέτι
οὐκ ἤθελον, ἀλλὰ παρασπονδήσαντες διέλυσαν, τούτου δὲ 
 δήλου τοῖς Σαυρομάταις γεγονότος, οἳ πρὸς τῶν πάλαι Μυσοὶ
προσηγορεύοντο, οὐδὲ αὐτοὶ τοῖς ἰδίοις ὁρίοις ἐμμένοντες
ἤθελον ἡσυχάζειν, νεμόμενοι πρότερον ὁπόσα ὁ Ἴστρος πρὸς
τὴν τῶν Ῥωμαίων διορίζει ἡγεμονίαν, ἀλλ’ ἀθρόον ἀπαναστάντες
πρὸς τὴν ἡμεδαπὴν γῆν μετῳκίσθησαν. αἰτία δὲ 
τῆς τούτων μετοικήσεως ἡ τῶν Γετῶν κατ’ αὐτῶν ἄσονδος
ἔχθρα ὁμορούντων μὲν ἐκείνοις, τούτους δὲ λῃστευόντων.
διὰ ταῦτα καιρὸν ἐπιτηροῦντες, ἐπεὶ τὸν Ἴστρον ἀποκρυσταλλωθέντα
εἶδον, ὥσπερ ἠπείρῳ τούτῳ χρησάμενοι
 ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς μετανίστανται ὅλον ἔθνος τοῖς ἡμετέροις 
ἐπιφορτισθὲν ὁρίοις καὶ δεινῶς ἐλῄζοντο τὰς παρακειμένας
πόλεις καὶ χώρας. τοῦτ’ ἐνωτισθεὶς ὁ βασιλεὺς Ἰσαάκιος
 

 
δέον ἔκρινε τὴν Τριάδιτζαν καταλαβεῖν. ἐπεὶ τοὺς ἑῴους
βαρβάρους τῶν ἐπιχειρημάτων φθάσας ἀνεῖρξε, καὶ τοῦτο
δὴ ἀπραγμονέστατον αὐτῷ ἐγεγόνει τὸ τμῆμα. καὶ δὴ τὸ
ὁπλιτικὸν ἅπαν συλλεξάμενος τῆς πρὸς τὰ ἐκεῖσε φερούσης
 ὁδοῦ ἥψατο ἀπελάσαι βουλόμενος τῶν Ῥωμαϊκῶν ὅρων αὐτούς.
καταστήσας δὲ τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν ἐν εὐταξίᾳ στρατηγὸς
κατ' αὐτῶν ἴεται. οἱ δὲ τοῦτον θεασάμενοι εὐθὺς
διαιρεθέντες διαφόρου γνώμης γεγόνασιν. ὁ δὲ οὐ πάνυ 
πιστεύειν αὐτοῖς ἔχων ἐπὶ τὸ καρτερώτατον καὶ δυσμαχώτερον
 μέρος αὐτῶν σὺν καρτερᾷ τῇ φάλαγγι ἴεται καὶ δὴ
πλησιάσας αὐτοῖς ἑαυτῷ τε καὶ τῷ στρατοπέδῳ κατέπληξε.
πρὸς μὲν γὰρ τὸν οἷα δὴ κεραυνοφόρον ἀντωπεῖν οὐκ ἐτόλμων,
τοῦ δὲ στρατοπέδου τὸν ἀρραγῆ συνασπισμὸν βλέποντες
αὐτοὶ διελύοντο. ὑποχωρήσαντες οὖν πρὸς μικρὸν πόλεμον
 ἐς τρίτην αὐτῷ ἐπαγγειλάμενοι τὰς σκηνὰς αὐθημερὸν ἀφέντες
φυγαδείᾳ ἐχρήσαντο. ὁ δὲ καταλαβών, ἔνθα οὗτοι ηὐλίζοντο, 
καὶ τάς τε σκηνὰς αὐτῶν κατασκάψας καὶ τὴν εὑρημένην 
λείαν ἀπαγαγὼν τροπαιοφόρος ἐπάνεισι. γενομένου δὲ
περὶ τοὺς τοῦ Λοβιτζοῦ πρόποδας, ῥαγδαῖος ὄμβρος αὐτὸν
 καταλαμβάνει καὶ νιφετὸς ἔξωρος εἰκοστὴν πρὸς τῇ τετάρτῃ
τοῦ Σεπτεμβρίου ἄγοντος, ἐν ᾗ ἡ τῆς μεγαλομάρτυρος Θέκλης
μνήμη τελεῖται. πλημμύρας οὖν γενομένης τῶν ποταμίων
ῥευμάτων καὶ ὑπερχειλήσαντος τοῦ ὕδατος θάλασσαν ἦν
ὁρᾶν ἐπὰν τὸ πεδίον ἐκεῖνο, ἐν ᾧ ἥ τε βασιλικὴ σκηνὴ καὶ
 τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν κατεσκήνου. ἐντεῦθεν τὰ πρὸς χρείαν 
ἅπαντα ἠφανίσθησαν τοῖς ποταμίοις ῥεύμασι παρασυρέντα,
οἱ ἄνθρωποι δὲ καὶ τὰ κτήνη ὑπὸ τοῦ κρύους ἐπήγνυντο.
ἐμυκᾶτο δὲ καὶ βροντῶν οὐρανός, ἀστραπαὶ δὲ συνεχεῖς,
χρονικὴν μὴ ἔχουσαι τὸ παράπαν διάστασιν, τὸ περίγειον
 ἐκεῖνο ἅπαν ἐμπρῆσαι οἷον ἠπείλουν. ταῦτα ὁρῶν ὁ βασιλεὺς
ἐν ἀμηχανίᾳ ἦν· ἀναστολῆς δὲ μετρίας γενομένης πλείστους
τε ἀποβαλὼν ταῖς δίναις τῶν ποταμίων συσχεθέντας
 

 
ῥευμάτων ἐκεῖθεν μετὰ τῶν λογάδων ἔξεισι καὶ ὑπὸ φηγόν
τινα μετ’ αὐτῶν ἀπελθὼν ἕστατο. ἤχου δὲ μεγίστου καὶ
βοῆς ἀπὸ τοῦ δρυὸς οἷον ἐξερχομένου αἰσθόμενος καὶ σφο-
 δροτέρων ἀνέμων τηνικαῦτα πνεόντων πτοηθείς, μὴ τῇ τούτων
βίᾳ ὁ δρῦς κατενεχθῇ, τοσοῦτον διάστημα ἀποστάς, 
ὁπόσον ὁ δρῦς, εἰ κατενεχθείη, μὴ φθάσῃ πατάξαι αὐτόν,
ἐννεὸς ἵστατο. ὁ δ’ εὐθὺς ὥσπερ ἐκ συνθήματος ῥιζόθεν
ἀνασπασθεὶς εἰς γῆν ὡρᾶτο κείμενος. ὁ δὲ βασιλεὺς θαυμάζων
εἱστήκει τὴν τοῦ θεοῦ περὶ αὐτὸν κηδεμονίαν· λογοποιουμένην
δὲ ἀποστασίαν περὶ τὴν ἕω μαθὼν εἴσεισιν εἰς 
τὰ βασίλεια. καὶ τηνικαῦτα ἐπὶ τῷ ὀνόματι τῆς μεγαλομάρτυρος
Θέκλης ναὸν περικαλλῆ ἐδείματο μεγαλοπρεπῶς
 μὲν κατεσκευασμένον καὶ ἱκανῇ δαπάνῃ, χειρὸς δὲ τὸ ποικίλον
ἔχοντα, σῶστρά τε θύσας ἐν αὐτῷ Χριστιανοῖς προσήκοντα
τοὺς θείους ὕμνους διὰ παντὸς ἐν αὐτῷ ἀπεπλήρου. 
οὕτως τὸ ἤδη ῥηθὲν ἱερὸν τέμενος ἐπ’ ὀνόματι τῆς
μεγαλομαρτυρος Θέκλης ἀνῳκοδόμητο, ἐν ᾧ τὰς ἐντεύξεις,
ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν, ἡ βασιλὶς καὶ μήτηρ τοῦ
αὐτοκράτορος Ἀλεξίου συνεχεῖς ἐπεποίητο. ἣν κἀγὼ βραχύν
τινα τεθέαμαι χρόνον καὶ τεθαύμακα· καὶ ὅτι μὴ κόμπος 
τὰ ἤδη ῥηθέντα, ἴσασιν ἅπαντες καὶ ὁμολογήσαιεν, ἑὲ γε
 βούλοιντο, ὁπόσοι ἄτερ πάθους τὴν ἀλήθειαν ἐκκαλύπτειν
ἐθέλουσιν. εἰ μὲν γὰρ ἐγκωμιάζειν προειλόμην, ἀλλὰ μὴ
ἱστορίαν ποιεῖν, ἐπὶ πλέον ἂν ἐπαφῆκα τὸν λόγον τοῖς περὶ
τούτων διηγήμασι, καθάπερ φθάσασα ἐδήλωσα· νῦν δὲ 
ἐπανακτέον αὖθις αὐτὸν πρὸς τὸ προκείμενον.

Ἀσπαίρουσν δὲ οἷον κατανοῶν τὴν βασιλείαν ὁ βασιλεὺς
Ἀλέξιος (καὶ γὰρ τὰ μὲν πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον
Τοῦρκοι δεινῶς ἐλῄζοντο, τὰ δὲ κατὰ τὴν ἑσπέραν λίαν εἶχε
κακῶς τοῦ Ῥομπέρτου πάντα κάλων κινοῦντος ἐφ’ ᾧ τὸν 
 προσεληλυθότα αὐτῷ ψευδώνυμον Μιχαὴλ εἰς τὰ βασίλεια
εἰσάξαι· ὅπερ ἐμοὶ σκῆψις μᾶλλον δοκεῖ καὶ φιλαρχίας ἔρως
 

 
ἀναφλέγων αὐτὸν καὶ ἠρεμεῖν τὸ παράπαν μὴ συγχωρῶν· 
ἔνθεν τοι καὶ Πάτροκλον πρόφασιν τὸν Μιχαὴλ εὑρηκὼς
τὸν τέως ὑποτυφόμενον τῆς φιλαρχίας σπινθῆρα εἰς πυρσὺν
ἀνῆψε μέγαν καὶ δεινῶς κατὰ τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς
 ὡπλίζετο δρόμωνάς τε καὶ διήρεις ἑτοιμάζων καὶ τριήρεις
καὶ σέρμωνας καὶ φορταγωγοὺς ἑτέρας παμπληθεῖς ναῦς ἐκ
τῶν παραλίων εὐτρεπίζων χωρῶν κἀκ τῆς ἠπείρου δὲ δυ¬νάμεις
πολλὰς συλλέγων ἐς τὲ προκείμενον αὐτῷ συνεπαρηγούσας) 
ἐν ἀμηχανίᾳ ὁ γενναῖος ἐκεῖνος μεῖραξ γενόμενος
 καὶ μὴ ἔχων ὁποτέρωσε νεύσειεν, ἑκάστου τῶν πολε¬μίων
πρὸς ἑαυτὸν τὴν μάχην οἷον προαρπάζοντος, ἠνιᾶτο
καὶ ἤσχαλλε μήτε στρατιὰν ἀξιόμαχον τῆς τῶν Ῥωμαίων
βασιλείας ἐχούσης (οὐ πλείους γὰρ τῶν τριακοσίων στρα¬τιωτῶν
ἦσαν καὶ τούτων ἐκ τοῦ Χώματος, ἀναλκίδων πάντη
 καὶ ἀπειροπολέμων, καὶ ξενικῶν τινων εὐαριθμήτων βαρ¬βάρων
τῶν ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ εἰωθότων κραδαίνειν ὤμου τὸ
ξίφος) μήτε σωρῶν χρημάτων τοῖς περὶ τὰ βασίλεια ταμιείοις 
ἐναποκειμένων, δι᾿ ὧν ξυμμαχίας τινὰς ἐξ ἀλλοδαπῶν μετακαλέσοιτο.
λίαν γὰρ ἀτέχνως περί τε τὰ πολεμικὰ καὶ στρατιωτικὰ
 διατεθέντες οἱ πρὸ αὐτοῦ βεβασιλευκότες ἐν στενῷ
κομιδῇ τὰ Ῥωμαίων συνήλασαν πράγματα, ἐγὼ γοῦν καὶ
στρατιωτῶν αὐτῶν καὶ πρεσβυτέρων ἀνδρῶν ἐνίων ἀκήκοα,
ὡς οὐδεμία τῶν πόλεων ἀπ᾿ αἰῶνος ἐς τοσοῦτον ἀθλιότητος
κατήχθη. εἶχεν οὖν τῷ αὐτοκράτορι δυσκόλως τὰ πράγματα
 μεριζομένῳ φροντίσι παντοδαπαῖς. ὁ δὲ γενναῖος ὢν καὶ
ἄτρεστος καὶ περὶ τὰ πολεμικὰ ἔργα ἐμπειρίαν πολλὴν κεκτημένος 
ἐβούλετο ἐκ πολλοῦ κλύδωνος εἰς ἀλύπους ἀκτὰς τὴν
βασιλείαν αὖθις ἐγκαθορμίσαι τῶν ἐπανισταμένων ἐχθρῶν
εἰς ἀφρὸν θεοῦ ἀρωγῇ διαλυομένων κυμάτων δίκην, ὁπηνίκα
 ταῖς πέτραις προσαρράξουσι. δέον οὖν ἔγνω πάντας
τοὺς κατὰ τὴν ἀνατολὴν τοπάρχας ταχὺ μετακαλέσασθαι,
 

 
ὁπόσοι φρούριά τε καὶ πόλεις κατέχοντες γενναίως τοῖς
Τούρκοις ἀντικαθίσταντο. εὐθὺς οὖν πρὸς ἅπαντας διαφόρους
σχεδιάζει γραφάς, πρός τε τὸν Δαβατηνὸν τοποτηρητὴν
τηνικαῦτα τῆς κατὰ Πόντον Ἡρακλείας καἰ Παφλαγονίας
 χρηματίζοντα καὶ τὸν Βούρτζην τοπάρχην ὄντα Καππαδοκίας 
καὶ Χώματος καὶ τοὺς λοιποὺς λογάδας, δηλώσας
μὲν καὶ ὁπόσα αὐτῷ ξυμπεσόντα θεοῦ προνοίᾳ εἰς τὴν
αὐτοκράτορος περιωπήν ἀνεβίβασεν ἐξ ὑπογύου κινδύνου
παραδόξως σωθέντα, παρακελευόμενος δὲ τῶν σφετέρων
χωρῶν πρόνοιαν ἱκανὴν ποιησαμένους κατασφαλίσασθαι 
αὐτὰς καὶ ἀποχρῶντας πρὸς τοῦτο στρατιώτας καταλιπεῖν,
μετὰ δὲ τῶν ἐπιλοίπων εἰς τὴν Κωνσταντίνου παραγίνεσθαι
συνεπαγομένους καὶ νεολέκτους ἀκμῆτας, ὁπόσους δύναιντο.
 εἶτα δεῖν ἔγνω καὶ τὰ κατὰ τὸν Ῥομπέρτον, ὡς ἐνόν, προκατασφαλίσασθαι
καὶ τοὺς προσρυομένους ἐκείνῳ ἀρχηγούς 
τε καὶ κομήτας ἀπεῖρξαι τοῦ ἐγχειρήματος. ἐπεὶ δ’ ὁ πρὸ
τοῦ τὴν πόλιν αὐτὸν κατασχεῖν πρὸς τὸν Μονομαχάτον ἀποσταλείς,
δι’ οὗ εἰς βοήθειαν αὐτὸν μετεκαλεῖτο χρήματά τε
ἐπεζήτει ἀποσταλῆναι οἱ, γράμματα μόνον κομίζων ἧκεν αὐτῷ
 προφάσεις δηλοῦντα, καθάπερ φθάσαντες ἱστορήσαμεν, δι’ 
ἃς δῆθεν ἔτι τοῦ Βοτανειάτου τῆς βασιλείας ἐγκρατοῦς ὄντος
βοηθεῖν οὐκ ἠδύνατο, ταῦτα ἀναγνοὺς καὶ πτοηθείς, μὴ
 μαθὼν τὴν ἀπὸ τῆς βασιλείας τοῦ Βοτανειάτου ἔκπτωσιν
προσρυῇ τῷ Ῥομπέρτῳ, ἀθύμως εἶχε παντάπασι. τοιγαροῦν
μετακαλεσάμενος τὸν σύγγαμβρον αὐτοῦ Γεώργιον τὸν Παλαιολόγον 
πρὸς τὸ Δυρράχιον ἐξαπέστειλε (πόλις
Ἰλλυρικὴ) παρακαλεσάμενος πάσῃ μηχανῇ χρήσασθαι, ὥστε
ἀμαχητὶ ἐκεῖθεν ἐξεῶσαι τὸν Μονομαχάτον, ἐπεὶ μὴ ἀποχρῶσαν
εἶχε δύναμιν, δι’ ἧς τοῦτον ἄκοντα ἐκεῖθεν ἀπελάσει,
πρὸς δὲ τὰς τοῦ Ῥομπέρτου μηχανὰς ἀντιμηχανᾶσθαι, 
ὡς δύναμις. παρεκελεύσατο δὲ καὶ τὰς ἐπάλξεις καινοπρεπέστερον
κατασκευάσαι ἀνήλωτα τὰ πλείω τῶν ξύλων ἐάσαντα,
 

 
ἕν’ εἰ που διὰ κλιμάκων συμβαίη τοὺς Λατίνους ἀνελθεῖν,
ἅμα τῷ τῶν ξύλων ἐπιβῆναι περιτρέπωνται ταῦτα καὶ σὺν
τούτοις καταπίπτωσιν εἰς τοὔδαφος. ναὶ μὴν ἀλλὰ καὶ τοῖς
ἡγεμόσι τῶν παραλίων πόλεων καὶ αὐτοῖς δὴ τοῖς νησιώταις
 πολλὰ διὰ γραφῶν παρηγγυᾶτο μὴ ἀναπεπτωκέναι μηδὲ
καταρρᾳθυμεῖν ὅλως, ἀλλ’ ἐγρηγορέναι καὶ νήφειν διὰ παντὸς 
περιφραττομένους καὶ τὸν Ῥομπέρτον καραδοκοῦντας, μὴ ἐξ
ἐφόδου πασῶν τῶν παραλίων πόλεων ἐγκρατὴς γενόμενος
καὶ αὐτῶν δὴ τῶν νήσων πράγματα ἐς ὕστερον τῇ βασιλείᾳ
 Ῥωμαίων παρέξει.

Ταῦτα μὲν οὖν οὕτω παρὰ τοῦ βασιλέως περὶ τὸ
Ἰλλυρικὸν ῷκονόμητο, καὶ καλῶς τὰ τέως κατὰ πρόσωπον
καὶ ἐν ποσὶ κείμενα τῷ Ῥομπέρτῳ κατοχυρώσας ὦπτο· ἀλλ᾿
οὐδὲ τῶν κατὰ νώτων ἐκείνῳ προσισταμένων κατερρᾳθυμηκὼς
 ἦν. γράμματα τοίνυν πρῶτον μὲν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν
Λογγιβαρδίας Ἑρμάνον ἐκθέμενος, εἶτα καὶ πρὸς τὸν πάπαν
Ῥώμης, πρὸς δὲ καὶ πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπον Καπύης ἔρβιον,
πρὸς τοὺς πρίγκιπας, ἔτι γε μὴν καὶ πρὸς ἅπαντας τοὺς 
ἀρχηγοὺς τῶν Κελτικῶν χωρῶν δώροις τε μετρίοις τούτους
 δεξιωσάμενος καὶ ὑποσχέσεσι πολλῶν δωρεῶν καὶ ἀξιωμάτων
πρὸς τὴν κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ἔχθραν ἡρέθιζεν· ὧν οἱ μὶν
τῆς πρὸς τὸν Ῥομπέρτον φιλίας ἤδη ἀπέστησαν, οἱ δὲ ὑπισχνουντο,
εἰ πλείονα λάβοιεν. ὑπὲρ πάντας δὲ τούτους τὸν
ῥῆγα Ἀλαμανίας γινώσκων δυνάμενον πᾶν ὅ τι καὶ βούλοιτο
 κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου καταπράξασθαι ἅπαξ καὶ δὶς γράμματα
πρὸς αὐτὸν ἐκπέμψας ·καὶ διὰ μειλιχίων λόγων καὶ
παντοίων ὑποσχέσεων ὑποποιησάμενος, ἐπεὶ καταπειθῆ τοῦτον
ἐγνώκει καὶ τῷ αὐτοῦ ὑπεῖξαι θελήματι ὑπισχνούμενον, 
μεθ' ἑτέρων αὖθις γραμμάτων τὸν Χοιροσφάκτην ἐξέπεμψε
 τόδ᾿ ὑπαγορευόντων τὰ κατὰ τὴν σὴν μεγαλοδύναμον ἐξουσίαν
καλῶς ἔχειν καὶ προκόπτειν ἐπὶ τὸ βέλτιον εὐχῆς ἐστιν
ἔργον τῇ βασιλείᾳ μου, πανευγενέστατε καὶ τῷ ὄντι Χριπασῶν
 

 
στιανικώτατε ἀδελφέ. καὶ πῶς γὰρ οὐκ ἐξέσται τῇ τοῦ
κράτους ἡμῶν θεοσεβείᾳ ἐπεύχεσθαι σοι τὰ κρείττω τε καὶ
λυσιτελέστερα τὴν ἐν σοὶ καταμαθούσῃ θεοσέβειαν; ἡ γὰρ
πρὸς τὴν ἡμετέραν βασιλείαν ἀδελφικὴ σου αὕτη ῥοπὴ καὶ
διάθεσις καὶ ὁ κατὰ τοῦ κακομηχάνου ἀνδρὸς συμφωνηθεὶς 
 ἀναδεχθῆναι σοι κάματος, ἴνα τὸν παλαμναῖον καὶ ἀλιτήριον
καὶ τοῦ θεοῦ πολέμιον καὶ τῶν Χριστιανῶν ἀξίως μετέλθῃς
τῆς κακοφροσύνης αὐτοῦ πολλήν σοι τὴν ἀγαθοθέλειαν τῆς
ψυχῆς διαδείκνυσι, καὶ τὸ ἔργον τοῦτο φανερὰν τὴν πληροφορίαν
παρίστησι τοῦ κατὰ θεόν σου φρονήματος. τὰ δὲ 
κατὰ τὴν ἡμετέραν βασιλείαν τἆλλα μὲν ἔχει καλῶς, οὐκ ἐν
ἐλαχίστοις δὲ ἀστατεῖ καὶ ταράττεται τοῖς κατὰ τὸν Ῥομπέρτον
 κυμαινόμενα. ἀλλ’ εἴ τι δεῖ πιστεύειν θεῷ καὶ
τοῖς ἐκείνου δικαίοις κρίμασι, ταχεῖα ἡ καταστροφὴ τοῦ ἀδικωτάτου
τούτου ἀνθρώπου παρέσεται. οὐδὲ γὰρ ἀνέξεται 
πάντως θεὸς ῥάβδον ἁμαρτωλῶν κατὰ τῆς κληρονομίας
αὐτοῦ ἐπὶ τοσοῦτον ἐπαφίεσθαι. τὰ μέντοι παρὰ τοῦ κράτους
ἡμῶν συμφωνηθέντα ἀποσταλῆναι τῇ μεγαλοδυνάμῳ
σου ἐξουσίᾳ, αἱ ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες τῶν
νομισμάτων καὶ τὰ ἑκατὸν βλαττία, ἀπεστάλησαν νῦν διὰ 
 τοῦ πρωτοπροέδρου Κωνσταντίνου καὶ κατεπάνω τῶν ἀξιωμάτων
τὴν ἀρέσκειαν τοῦ πιστοτάτου καὶ εὐγενεστάτου
σου κόμητος τοῦ Βουλχάρδου. καὶ τὸ ῥηθὲν ποσὸν τῶν
ἀποσταλέντων ἀπεπληρώθη διά τε εἰργασμένου ἀργύρου καὶ
Ῥωμανάτου παλαιᾶς ποιότητος. καὶ τελειουμένου τοῦ ὅρκου 
παρὰ τῆς εὐγενείας σου σταλήσονταί σοι καὶ αἱ ὑπόλοιποι
διακόσιοι δεκαὲξ χιλιάδες τῶν νομισμάτων καὶ ἡ ῥόγα τῶν
δοθέντων εἴκοσιν ἀξιωμάτων διὰ τοῦ πιστοτάτου τῇ σῇ
ἐξουσίᾳ Βαγελάρδου, ὁπηνίκα εἰς Λογγιβαρδίαν κατέλθῃς.
ὅπως μέντοι ὀφείλει τελεσθῆναι ὁ ὅρκος, προεδηλώθη πάντων 
 
τῇ εὐγενείᾳ σου, ἀπαγγελεῖ δ’ ἔτι σαφέστερον καὶ ὁ
 

 
πρωτοπρόεδρος Κωνσταντῖνος καὶ κατεπάνω, ὡς καὶ παρὰ
τοῦ κράτους ἡμῶν ἐνταλθεὶς ἕκαστον τῶν κεφαλαίων, ἅπερ
μέλλουσι ζητηθῆναι καὶ διὰ τοῦ γενησομένου παρὰ σοῦ
ὅρκου βεβαιωθῆναί. ὁπηνίκα γὰρ ἡ συμφωνία ἀναμεταξὺ
 τῆς βασιλείας μου καὶ τῶν παρὰ τῆς εὐγενείας σου ἀποσταλέντων
πρέσβεων ἐγίνετο , διεμνημονεύθησάν τινα τῶν
ἀναγκαιοτέρων κεφάλαια· ὅτι δὲ περὶ τούτων μὴ ἔχειν πρόσταξιν
εἶπον οἱ τῆς εὐγενείας σου ἄνθρωποι, κατὰ τοῦτο καὶ
ἡ βασιλεία μου τὸν ὅρκον αὐτοῖς ἀνήρτησε. τοίνυν καὶ τελεσθήτω
 ὁ ὅρκος παρὰ τῆς εὐγενείας σου, ὡς ὁ πιστός σου
Ἀλβέρτης ἐνωμότως τῇ βασιλείᾳ μου ἐβεβαίωσε, καὶ ὡς 
τὸ ἡμέτερον κράτος κατὰ προσθήκην ἀναγκαιοτέραν αὐτοῦ
ζητεῖ. ἡ δὲ βραδυτὴς τοῦ πιστοτάτου καὶ εὐγενεστάτου σου
κόμητος τοῦ Βουλχάρδου γέγονε διὰ τὸ τὴν βασιλείαν μου
 βούλεσθαι τὸν φίλτατόν μοι ἀνεψιόν, τὸν υἱὸν τοῦ πανευτυχεστάτου
σεβαστοκράτορος καὶ περιποθήτου αὐταδέλφου τῆς
βασιλείας μου, θεαθῆναι παρ’ αὐτοῦ, ὡς ἂν ἐλθὼν ἀπαγγείλῃ
σοι τὴν ἐν ἡλικίας ἁπαλῷ καταστήματι βεβηκυῖαν σύνεσιν
τοῦ παιδός· τὰ γὰρ ἔξω καὶ σωματικὰ δευτέρου τίθεται λόγου
 ἡ βασιλεία μου, εἰ καὶ ἐν τούτοις πολὺ ἔχει τὸ περιούσιον. 
ὡς γάρ τῇ μεγαλοπόλει ἐνδημήσας ἐθεάσατο τὸ παιδίον
καὶ ὅσα εἰκὸς ὡμίλησεν, ἀπαγγελεῖ σοι ὁ πρέσβυς σου.
καὶ ἐπεὶ παιδίον μὲν οὔπω ὁ θεὸς τῇ βασιλείᾳ μου ἐχαρίσατο,
τόπον δέ μοι γνησίου παιδὸς ὁ φίλτατος οὗτος ἐπέχει
 ἀδελφιδοῦς, θεοῦ εὐδοκοῦντος οὐδέν ἐστι τὸ κωλῦον ἑνωθῆναι
ἡμᾶς δι’ αἵματος συγγενικοῦ καὶ φίλα μὲν ἀλλήλοις
φρονεῖν ὡς Χριστιανούς, οἰκειοῦσθαι δὲ καὶ τὰ ἀλλήλων ὡς
συγγενεῖς, ἵν’ ἐντεῦθεν δι’ ἀλλήλων ἕκαστος δυναμούμενοι
φοβεροὶ τοῖς ἐναντίοις ὦμεν καὶ ἀήττητοι μετὰ θεοῦ. τῇ
 μέντοι εὐγενείᾳ σου νῦν ἀπεστάλησαν δεξιωμάτων ἕνεκεν
ἐγκόλπιον χρυσοῦν μετὰ μαργαριταρίων, θήκη διάχρυσος
 

 
ἔχουσα ἔνδον τμήματα διαφόρων ἁγίων, ὧν ἕκαστον διὰ
τοῦ ἐφ’ ἑκάστῳ αὐτῶν ἐντεθέντος χαρτίου γνωρίζεται, καυκίον
σαρδονύχιον καὶ ἐμπότης κρύος, ἀστροπέλεκυν δεδεμένον μετὰ
 χρυσαφίου καὶ ὀποβάλσαμον. μακρύναι ὁ θεὸς τὴν ζωήν
σου, πλατῦναι τὰ τῆς ἐξουσίας σου ὅρια καὶ θείη σοι πάντας 
τοὺς ἀντιπίπτοντας εἰς ὀνειδισμὸν καὶ εἰς καταπάτημα. εἰρήνη
εἴη τῇ ἐξουσίᾳ σου καὶ γαλήνης ἥλιος ἐπιλάμψοι πάσῃ τῇ
ὑπηκόῳ σου καὶ γένοιντο σοι ἅπαντες εἰς ἀφανισμὸν οἱ
 ἐχθροὶ τῆς ἄνωθεν κραταιᾶς ἰσχύος κατὰ πάντων σοι χαριζομένης
τὸ ἄμαχον τοσοῦτον τὸ ἀληθινὸν αὐτοῦ ὄνομα ἀγαπῶντι 
καὶ κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἐκείνου τὴν χεῖρα ὁπλίζοντι.’’

Οὕτω μὲν οὖν τὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν οἰκονομήσας
αὐτὸς πρὸς τὸ κατεπεῖγον καὶ ὑπόγυον τὸν κίνδυνον ἀπειλοῦν
 ἡτοιμάζετο ἐγκαρτερῶν ἔτι τῇ βασιλίδι τῶν πόλεων,
σκοπῶν ὅπως διὰ παντοίας μεθόδου τοῖς εἰς προὖπτον ἐπτκειμένοις 
ἐχθροῖς ἀντικατασταίη. καὶ ἐπεί, ὡς ὁ λόγος φθάσας
ἐδήλωσε, τοὺς μὲν ἀθεωτάτους Τούρκους περὶ τὴν Προποντίδα
ἐώρα ἐνδιατρίβοντας, τοῦ Σολυμᾶ τῆς ἑῴας ἁπάσης
ἐξουσιάζοντος καὶ περὶ τὴν Νίκαιαν αὐλιζομένου (οὗ καὶ τὸ
σουλτανίκιον ἦν, ὅπερ ἂν ἡμεῖς βασίλειον ὀνομάσαιμεν) καὶ 
προνομεῖς συνεχῶς ἀποστέλλοντος καὶ λῃζομένου ἅπαντα τά
τε περὶ τὴν Βιθυνίαν διακείμενα καὶ Θυνίαν, καὶ μέχρις
αὐτῆς Βοσπόρου τῆς νῦν καλουμένης Δαμάλεως ἱππηλασίας
καὶ ἐπιδρομὰς ποιουμένους καὶ λείαν πολλὴν ἀφαιρουμένους
 καὶ μονονοὺ ὑπεράλλεσθαι καὶ αὐτῆς ἐπιχειροῦντας τῆς 
θαλάσσης· οὓς οἱ Βυζάντιοι ὁρῶντες ἀφόβως πάντη ἐνδιατρίβοντας
ἐν τοῖς περὶ τὰς ἀκτὰς διακειμένοις πολιχνίοις καὶ
ἱεροῖς τεμένεσι μή τινος ἐκεῖθεν αὐτοὺς ἀπελαύνοντος ἔντρομοι
διὰ παντὸς ὄντες διηποροῦντο ὅ τι δεῖ διαπράξασθαι·
ταῦτα ὁρῶν ὁ βασιλεύς, πολλοῖς κυμαινόμενος λογισμοῖς καὶ 
πολλὰς λαμβάνων μεταβολὰς καὶ τροπὰς τοῦ κρατήσαντος
 

 
γίνεται λογισμοῦ καί, ὡς ἐνόν, ἔργου εἴχετο. ἀφ᾿ ὧν οὖν
ἐξ ὑπογύου συνειλοχὼς ἦν Ῥωμαίων ἀνδρῶν καί τινων τῶν
ἀπὸ τοῦ Χώματος ὡρμημένων δεκάρχας προχειρισάμενος καὶ
ἐν ἀκατίοις ἐνθέμενος τοὺς μὲν ψιλοὺς τόξα καὶ ἀσπίδα φέροντας 
μόνον, τοὺς δὲ καὶ ἄλλως θωρήξασθαι εἰδότας κόρυσί τε
καὶ ἀσπίσι καὶ δόρυσι νυξὶ περὶ τὰς ἀκτὰς καὶ τοὺς αἰγιαλοὺς
ἐρχομένους λάθρᾳ ἐξάλλεσθαί τε καὶ τοῖς ἀθέοις εἰσπίπτειν
ἐκέλευεν, εἴ γε κατανοοῖεν μὴ πολλαπλοῦς τῆς αὐτῶν
ποσότητος ἐκείνους εἶναι, καὶ εὐθὺς παλινοστεῖν ἕκαστος
 ὅθεν ἐξῄει. ἀπειροπολέμους δὲ πάντη γινώσκων αὐτοὺς ἐπέσκηπτεν
ἀψοφητὶ τὴν εἰρεσίαν τοῖς ἐρέταις παραγγέλλειν ποιεῖσθαι
φυλαττομένους ἅμα καὶ ἀπὸ τῶν ἐν ταῖς ῥωχμαῖς τῶν
πετρῶν λοχώντνων βαρβάρων. τούτοων γοῦν ἐπί τισιν ἡμέραις
οὕτω τελουμένων κατ᾿ ὀλίγον τῶν περὶ τ ὴν θάλατταν χωρίων 
 ἀνωτέρω ἐχώρουν οἱ βάρβηαροι. ὅπερ ὁ αὐτοκράτωρ μεμαθηκὼς
τοῖς ἀποσταλεῖσι παρεκλεύετο καταλαβεῖν, ἅπερ ἐκεῖνοι
πρῴην κατεῖχον πολίχνια καὶ οἰκοδομδήματα, καὶ εἴσω
τούτων διανυκτερεύειν· περὶ δὲ τὰς ἡλιακὰς αὐγάς, ὁπηνίκα
χορταγωγίας χάριν ἤ τινος ἑτέρας χρείας τοῖς ὑπεναντίοις
 ξυμαίνει ἐξιέναι, ἀθρόον αὐτοῖς ἐπιτίθεσθαι, καὶ εἴ τι κατ᾿
αὐτῶν δυνηθεῖεν, ἀρκεῖσθαι, τούτῳ, κἂν μικρὸν ᾖ, καὶ μὴ 
πλεῖον ζητοῦντας παρακινδυνεύειν καὶ θάρσος τοῖς ἐχθροῖς
ἐντεῦθεν διδόναι, ἀλλ᾿ εὐθὺς ὑποστρέφειν καὶ εἴσω τῶν
φρουρίων γίνεσθαι. οὐ πολὺ τὸ ἐν μέσῳ, καὶ πορρωτέρω
 αὖθις οἱ βάρβατοι ἐγίνοντο, ὥστε ἀποθαρρῆσαι τὸν αὐτοκράτοορα
τοῖς τέως πεζοῖς καὶ ἱππάσασθαι κελεῦσαι καὶ δόρυ
κινεῖν καὶ πολλοὺς διαύλους ἰππασίας κατὰ τῶν ἐνεατίων 	
ποιεῖν οὐκέτι ἐν νυκτὶ οὐδὲ λάθρα ἐμπίπίπτουσιν, ἀλλὰ καὶ
ἡμέρας ἄρτι αὐγαζούσης. κὰι οἱ τέως δεκάρχαι πεντηκοντάρχαι
 γεγόννασι καὶ οἹ πεζῇ καὶ νυκτὸς μετὰ δέους πολλοῦ τοῖς 
ἐναντίοις μαχόμενοι ἑωθινοὶ αὐτοὶ ἐπετίθεντο καὶ ἡλίου ἐς
 

 
μεσουράνημα φθάνοντος μετὰ θάρσους λαμπροὺς ξυνίστων
πολέμους. οὕτως οὖν τοῖς μὲν εἰς τοὐπίσω προὐχώρει τὰ
πράγματα, τῇ δὲ Ῥωμαίων ἀρχῇ ἀναλάμπειν κατὰ μικρὸν
τὸν ὑποτυφόμενον τῆς ἐξουσίας σπινθῆρα ξυνέβαινεν. οὐ
γὰρ ἀπὸ τῆς Βοσπόρου μόνον καὶ τῶν τῇ θαλάττῃ παρακειμένων 
χωρίων ὁ Κομνηνὸς αὐτοὺς πόρρω που μάλα ἀπήλασεν,
ἀλλὰ καὶ τῶν περὶ τὴν Βιθυνίαν καὶ Θυνίαν ἅπασαν καὶ
 τῶν τῆς Νικομήδους ὁρίων ἐκδιώξας τὰ περὶ εἰρήνης ἀνέπεισε
τόν σουλτάνον μάλα θερμῶς ἐξαιτεῖσθαι. ὡς δὲ τὴν
ἀκατάσχετον τοῦ Ῥομπέρτου ὁρμὴν ἐκ πολλῶν ἐβεβαιοῦτο καὶ 
ὡς ἀπειροπληθεῖς συναγηοχὼς δυνάμεις ἤδη πρὸς τὴν ἠϊόνα
τῆς Λογγιβαρδίας ἐγγίζειν ἐπείγεται, ἄσμενος τὸν περὶ εἰρήνης
δέχεται λόγον. εἰ γὰρ μηδὲ τὸν Ἡρακλέα πρὸς δύο μάχεσθαι
ἐνῆν, ὡς ὁ παροιμιώδης αἰνίττεται λόγος, πολλῷ μᾶλλον νέον
ἀρχηγὸν νεωστὶ διεφθορυίας ἤδη ἐπιδραξάμενον ἀρχῆς, κατὰ 
μικρὸν μὲν πρὸ πολλοῦ φθινούσης, εἰς τοὔσχατον δὲ ἤδη
ἐληλακυίας, μὴ δυνάμεις, μὴ χρήματα κεκτημένον· προπέποτο
γὰρ ἅπαντα ἐν μηδενὶ χρησίμῳ καταναλωθέντα. ἔνθεν
 τοι καὶ τοὺς Τούρκους διὰ παντοίας μεθόδου τῆς τε Δαμάλεως
καὶ τῶν περὶ αὐτὴν παραλίων τόπων ἐκδιώξας, ἅμα δὲ 
καὶ δώροις δεξιωσάμενος ἐξεβιάσατο εἰς εἰρηνικὰς ἀπονεῦσαι
σπονδὰς καὶ ὅρον αὐτοῖς τὸν καλούμενον Δράκοντα ποταμὸν
δεδωκὼς μὴ ὑπερβαίνειν ὅλως αὐτοῦ μήτε ποτὲ πρὸς τὰ ὅρια
Βιθυνῶν ἐξορμᾶν ἔπεισεν.

Οὕτω μὲν οὖν τὰ περὶ τὴν ἕω κατηύναστο· καταλαβὼν 
δὲ τὸ Δυρράχιον ὁ Παλαιολόγος ταχυδρόμον ἀποστείλας
τὰ περὶ τοῦ Μονομαχάτου ἐδήλου, ὅτιπερ τὴν ἐκείνου ἄφιξιν
μεμαθηκὼς σπουδαίως πρός τε τὸν Βοδῖνον καὶ τὸν Μιχαηλᾶν
 προσεληλύθει. ἐδεδίει γὰρ διὰ τὸ μὴ ὑπακοῦσαι, ἀλλὰ κενὸν
ἀποπέμψαι, ὃν πρὸ τοῦ τὴν μελετωμένην ἀποστασίαν εἰς 
φῶς ἀγαγεῖν ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος πρὸς αὐτὸν ἐπεπόμφει γραμσυνέβαινεν
 

 
ματοκομιστὴν χρήματα δι’ αὐτοῦ αἰτούμενος, κἂν ὁ βασιλεὺς
μηδὲν κατ’ αὐτοῦ ἐναντίον διενοεῖτο, εἰ μὴ τὴν τῆς ἀρχῆς
παράλυσιν διὰ τὴν ἤδη ῥηθεῖσαν αἰτίαν. διαγνοὺς δὲ τὰ
κατὰ τὸν Μονομαχάτον ὁ αὐτοκράτωρ χρυσόβουλλον λόγον
 πρὸς αὐτὸν ἐξαποστέλλει πᾶσαν ἀφροντισίαν αὐτῷ παρέχων·
ὅν ἐν χερσὶν ἐκεῖνος λαβὼν παλινδρομεῖ πρὸς τὰ βασίλεια.
ὁ δὲ Ῥομπέρτος εἰς Ὑδροῦντα παραγενόμενος καὶ τὴν ἅπασαν 
αὐτοῦ ἐξουσίαν καὶ αὐτῆς δὴ τῆς Λογγιβαρδίας τῷ υἱῷ
αὐτοῦ Ῥογέρῃ ἀναθέμενος ἐκεῖθεν ἐξελθὼν τὸν λιμένα τοῦ
 Βρεντησίου κατέλαβε κἀκεῖσε τὴν τοῦ Παλαιολόγου ἐς τὸ
Δυρράχιον ἔλευσιν μεμαθηκώς, παραχρῆμα ἐν τοῖς μείζοσι
τῶν πλοίων πύργους δειμάμενος διὰ ξύλων, διὰ βύρσης τούτους 
περιέστειλε καὶ πάντα τὰ πρὸς τειχομαχίαν ἐπιτήδεια ἐν
ταῖς ναυσὶ σπουδαίως εἰσαγαγὼν εἰς τε τοὺς δρόμωνας ἵππους
 τε καὶ ἐνόπλους ἱππέας εἰσελάσας καὶ πάντοθεν τὰ
πρὸς πόλεμον ὀξέως μάλα ἐξαρτύσας διαπερᾶν ἠπείγετο. 
ἐσκόπει γάρ, ὁπηνίκα τὸ Δυρράχιον καταλάβῃ, περιζῶσαι
τοῦτο διὰ τῶν ἑλεπόλεων ἀπό τε θαλάττης καὶ ἠπείρου, ἲν
ἅμα μὲν καταπλήξῃ τοὺς ἐντός, ἅμα δὲ καὶ πανταχόθεν
 περιστοιχίσας αὐτοὺς ἐξ ἐφόδου τὴν πόλιν αἱρήσεται. θόρυβος
τοίνυν ἐντεῦθεν τούς τε νησιώτας καὶ τοὺς περὶ τὴν ἠϊόνα
τοῦ Δυρραχίου ταῦτα μεμαθηκότας κατέσχε πολύς. ἐπεὶ δὲ
κατὰ γνώμην αὐτῷ τὰ πάντα ἤδη τετέλεσται, λύσας τὰ
πρυμνήσια τούς τε δρόμωνας καὶ τὰς τριήρεις νῆας καὶ
 μονήρεις κατὰ τὴν τῶν ναυτικῶν ἐμπειρίαν εἰς πολέμου
σχῆμα διατυπώσας σὺν εὐταξίᾳ τοῦ πλοὸς ἀπεπειρᾶτο. οὐρίου 
δὲ τυχὼν πνεύματος τὴν κατὰ τὸν Αὐλῶνα περαίαν κατέλαβε
καὶ τὴν ἠϊόνα παραπλέων ἀπῆλθε μέχρι βοθρεντοῦ. κἀκεῖσε
ἑνωθεὶς μετὰ τοῦ Βαϊμούντου προφθάσαντος περᾶσαι καὶ
 τὸν Αὐλῶνα ἐξ ἐφόδου κατασχεῖν διχῆ τὸ ἅπαν διελὼν
στράτευμα τὸ μὲν αὐτὸς κατεῖχε διὰ θαλάττης τὸν ἀπόπλουν
 

 
ὡς πρὸς τὸ Δυρράχιον ἐθέλων ποιήσασθαι, τοῦ δὲ τὸν Βαϊ-
 μοῦντον ἄρχειν ἐπέτρεψε διὰ ξηρᾶς μέλλοντα πρὸς τὸ Δυρράχιον
ράχιον ὁδεῦσαι. καὶ δὴ τὴν Κορυφὼ διελθὼν καὶ πρός τὸ
Δυρράχιον ἀποκλίνας κατά τι ἀκρωτήριον Γλῶσσαν καλούμενον
μεγίστῳ κλύδωνι αἴφνης περιπεπτώκει. νιφετὸς γὰρ 
πολὺς καὶ ἄνεμοι τῶν ὀρῶν κινηθέντες τὴν θάλασσαν σφοδρῶς
συνετάραττον. κἀντεῦθεν ἠγείρετο τε τὰ κύματα καὶ ἐπωρύετο
αἵ τε κῶπαι τῶν προσκώπων καθιέντων ἐθραύοντο τά θ’
ἱστία διαβιβρώσκοντες ἦσαν οἱ ἄνεμοι, αἱ δὲ κεραῖαι συνθλώμεναι
κατὰ τοῦ καταστρώματος ἔπιπτον καὶ αὔτανδρα ἤδη 
 τὰ σκάφη κατεποντίζετο, κἄν θέρους ὥρα ἦν τοῦ ἡλίου τὸν
καρκίνον ἤδη παρελθόντος καὶ πρὸς τὸν λέοντα ἐπειγομένου,
ὁπότε καὶ τὴν τοῦ κυνὸς ἐπιτολὴν εἶναί φασιν. ἐταράττοντο
οὖν ἅπαντες ἐξαπορούμενοι καὶ οὐκ εἶχον ὅ τι καὶ δράσαιεν
πολεμίοις τοιούτοις ἀντικαθίστασθαι μὴ δυνάμενοι. θροῦς 
δὲ ἐπῆρτο πολύς, ᾤμωζον, ἐποτνιῶντο, ἐθεοκλύτουν θεὸν
σωτῆρα ἐπικαλούμενοι καὶ τὴν ἤπειρον θεάσασθαι ἐπηύχοντό.
ὁ δὲ κλύδων τέως οὐκ ἐνεδίδου μηνίοντος ὥσπερ τοῦ θεοῦ
 πρὸς τὸ τοῦ Ῥομπέρτου ἀκάθεκτον καὶ ὑπέρογκον φρύαγμα
καὶ τὸ τέλος ἐκ πρώτης ἀφετηρίας οὐκ εὐτυχὲς παραδεικνύοντος 
ἤδη. τὰ μὲν οὖν τῶν πλοίων σὺν αὐτοῖς πλωτῆρσι κατεποντίσθη,
τὰ δὲ ταῖς ἀκταῖς προσαραχθέντα συνεθλάσθη.
τῶν δὲ περιστελλουσῶν τοὺς πύργους βυρσῶν ὑπὸ τοῦ ὑετοῦ
χαλαρωτέρων γεγονυιῶν οἱ τε ἧλοι τῶν οἰκείων τόπων ἐξέστησαν
 καὶ τὸ ἐντεῦθεν αἱ βύρσαι βάρος εἰληφυῖαι τοὺς 
ξυλίνους ἐκείνους πύργους ταχὺ περιέτρεψαν καὶ καταρραγέντες
τὰς ναῦς κατέδυσαν. τὸ δέ γε σκάφος, ἐν ᾦ ὁ
Ῥομπέρτος ἐνῆν, ἡμίθραυστον γεγονὸς μόγις διεσώθη· ἐσώθησαν
δὲ καί τινες τῶν ὁλκάδων σὺν τοῖς πλωτῆρσι παραδόξως.
 πολλοὺς μὲν ἡ θάλαττα ἀποπτύσασα οὐκ ὀλίγα δὲ 
βαλάντια καὶ ἄλλα τινά, ἐξ ὧν τὸ ναυτικὸν τοῦ Ῥομπέρτου
 

 
συνεπεφέρετο, περὶ τὴν ψάμμον κατέστρωσε. τοὺς μέντοι
νεκροὺς οἱ σωθέντες περιστέλλοντες ἔθαπτον κἀντεῦθεν πολλῆς
τῆς ἐκ τούτων δυσωδίας ἐπίμπλαντο. οὐ γὰρ ἐνῆν αὐτοῖς
τοσούτους ῥᾳδίως ἐνσοριάσαι. τῶν οὖν ἐδωδίμων πάντων
 ἀφανισθέντων τάχα ἂν καὶ ὑπὸ λιμοῦ διεφθάρησαν οἱ
σωθέντες, εἰ μὴ τὰ λήϊα πάντα καὶ οἱ ἀγροὶ καὶ
τοῖς καρποῖς ἔβριθον. συνετὰ μὲν οὖν ταῦτα ἦσαν πᾶσι τοῖς
φρονοῦσιν ὀρθῶς, τὸν δὲ Ῥομπέρτον οὐδὲν τῶν γεγονότων
ἐφόβει ἀκαταπτόητον ὄντα καὶ ἐς τοσοῦτον, οἶμαι, τὴν ζωὴν 
 ἑαυτῷ διαρκέσαι ἐπευχόμενον, ἐφ’ ὅσον πρὸς οὓς ἐθέλει
μάχεσθαι δύναιτο ἄν. ἔνθεν τοι καὶ τοῦ προκειμένου σκοποῦ
τῶν γεγονότων οὐδὲν ἀπεῖρξεν αὐτόν, ἀλλὰ μετὰ τῶν σωθέντων
ἦσαν γάρ τινες οἱ θεοῦ ἀμάχῳ δυνάμει τοῦ κινδύνου
ῥυσθέντες) ἑβδόμην ἡμέραν εἰς τὴν Γλαβινίτζαν ἐγκαρτερήσας
 ἐφ’ ᾧ αὑτὸν ἀνακτήσαδθαι, διαναπαῦσαι δὲ καὶ τοὺς ἐκ του
κλύδωνος τῆς θαλάττης διασωθέντας, φθάσαι δὲ καὶ τοὺς τοὺς
εἰς τὸ Βρεντήσιον καταλειφθέντας καὶ μὴν καὶ τοὺς ἄλλοθεν 
προσδοκωμένους διὰ στόλου καταλαβεῖν τούς τε πρὸ μικροῦ
φθάσαντας διὰ τῆς ἠπείρου διαπεραιωθῆναι ἱππέας ἐνόπλους
 καὶ πεζοὺς καὶ τὸ ψιλὸν τῆς αὐτοῦ δυνάμεως, ἅπαντας
συναγηοχὼς διά τε τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης τὸ Ἰλλυρικὸν
πεδίον κατέλαβε μετὰ πασῶν τῶν αὐτοῦ δυνάμεων. συνῆν
δὲ αὐτῷ καὶ ὁ ταῦτά μοι διηγούμενος Λατῖνος, ὡς ἔλεγε,
πρέσβυς τοῦ ἐπισκόπου βάρεως πρὸς τὸν Ῥομπέρτον ἀποσταλείς,
 καὶ ὡς διεβεβαιοῦτο, σὺν τῷ Ῥομπέρτῳ τὴν τοιαύτην
διέτριβε πεδιάδα. καὶ δὴ ἐντὸς τῶν ἐρειπωθέντων τειχῶν 
τῆς πάλαι καλουμένης πόλεως Ἐπιδάμνου καλύβας ἐπήγνυντο
ἰλαδὸν τὰς δυνάμεις κατατιθέμενοι. ἐν ᾗ βασιλεύς ποτε
Ἠπειρώτης Πύρρος Ταραντίνοις ἑνωθεὶς Ῥωμαίοις ἐν ᾿Απουληϊᾳ
 καρτερὸν τὸν πόλεμον συνεστήσατο· καὶ
έντεῦθεν πολλῆς γεγονυίας, ὡς ἅπαντας ἄρδην ξίφους παρέμπίμπλαντο
 

 
ἀνάλωμα γεγονέναι, ἄοικος πάντη καταλέλειπται. ἐν ὑστέροις
δὲ χρόνοις, ὡς Ἕλληνές φασι καὶ αὐτὰ δὴ τὰ ἐν τῇ πόλει
γλυπτὰ γράμματα μαρτυροῦσιν, ὑπ’ Ἀμφίονος καὶ Ζήθου
 ἀνοικοδομηθεῖσα εἰς ὃ νῦν ὁρᾶται σχῆμα αὐτίκα καὶ τὴν
κλῆσιν μεταμείψασα Δυρράχιον προσηγόρευται. τοσαῦτα μὲν 
οὖν προσιστορείσθω καὶ περὶ ταύτης τῆς πόλεως· καὶ ἡμῖν
τὰ τοῦ τρίτου λόγου ἐνταυθοῖ συμπεπεράνθω, τὰ δ’ ἐφεξῆς
ὁ μετὰ τοῦτον εὐθὺς ἱστορήσειεν.

‘H μὲν οὖν ἤπειρος τὸν Ῥομπέρτον εἶχεν ἤδη ἐν αὐτῇ 
αὐλιζόμενον ἑπτὰ καὶ δεκάτην ἄγοντος τοῦ Ἰουνίου μηνὸς
τῆς τετάρτης ἐπινεμήσεως μεθ’ ἱππέων καὶ πεζῶν δυνάμεων
ἀριθμὸν ὑπερβαινουσῶν καὶ φοβερῶν ἰδεῖν ἀπό τε τοῦ σχήματος
 ἀπό τε τῆς στρατηγικῆς καταστάσεως· ἤδη γὰρ ἁπανταχόθεν
αὖθις συνήθροιστο στράτευμα· ἐν δὲ τῇ θαλάττῃ 
παντοῖον εἶδος πλοίων μεθ’ ἑτέρων στρατιωτῶν ἐμπειρίαν
πολλὴν τοῦ διὰ θαλάσσης πολέμου ἐχόντων τὸ ναυτικὸν αὐτοῦ
διεπλῴζετο. περιστοιχισθέντες οὖν οἱ τοῦ Δυρραχίου
 ἐντὸς ἐξ ἑκατέρου μέρους, θαλάττης φημὶ καὶ ἠπείρου, καὶ
ἀπειροπληθεῖς τὰς τοῦ Ῥομπέρτου ὁρῶντες δυνάμεις καὶ πάντα
λόγον ὑπερβαινούσας μεγίστῳ δέει συνείχοντο. ὁ δέ γε
Παλαιολόγος Γεώργιος γενναῖος ὢν ἀνὴρ καὶ στρατηγικὴν
πᾶσαν ἐξησκημένος, μυρίους δὲ πολέμους ἀγωνισάμενος περὶ 
 τὴν ἕω καὶ νικητὴς ἀναδειχθεὶς ἀκατάπληκτος ὢν τὴν πόλιν
κατωχύρου τάς τε ἐπάλξεις κατασκευάζων κατὰ τὰς ὑποθημοσύνας
τοῦ αὐτοκράτορος καὶ λιθοβόλοις τὰ τείχη καταπυκνῶν
μηχανήμασι τούς τε ἀναπεπτωκότας τῶν στρατιωτῶν
ἀνακτώμενος καὶ σκοποὺς δι’ ὅλου καταστήσας τοῦ τείχους
 καὶ αὐτὸς δὴ περιπολεύων διὰ πάσης νυκτὸς καὶ ἡμέρας
ἐπαγρυπνεῖν τοὺς φυλάσσοντας παρεκελεύετο. τηνικαῦτα δὲ
καὶ διὰ γραμμάτων τὴν τοῦ Ῥομπέρτου ἔφοδον ἐδήλου τῷ
αὐτοκράτορι καὶ ὅτι τὴν πόλιν πολιορκήσων τὸ Δυρράχιον 
 

 
παρεγένετο. οἱ δὲ ἐντὸς ὁρῶντες τὰς ἔξωθεν ἑλεπόλεις καὶ
τὸν κατασκευασθέντα ὑπερμεγέθη μόσυνα ὑπερανεστηκότα
καὶ αὐτῶν τῶν τοῦ Δυρραχίου τειχῶν βύρσαις τε πανταχόθεν
περιπεφραγμένον καὶ τὰ λιθοβόλα μηχανήματα κατὰ
κορυφὴν τούτου ἱστάμενα τήν τε πᾶσαν περιβολὴν τῶν τειχῶν 
ἔξωθεν τοῦ στρατοπέδου περιζωσθεῖσαν καὶ τοὺς ἁπανταχόθεν
συρρέοντας συμμάχους πρὸς τὸν Ῥομπέρτον καὶ
τὰς παρακειμένας πόλεις ἐξ ἐπιδρομῆς πορθουμένας καὶ τὰς
καλύβας καθ’ ἑκάστην πολλαπλασιαζομένας δέει συνείχοντο
 διαγινώσκοντες ἤδη τὸν σκοπὸν τοῦ δουκὸς Ῥομπέρτου, 
ὡς οὐκ ἐπὶ τῷ πόλεις καὶ χώρας δῃώσασθαι καὶ λείαν πολλὴν
ἐκεῖθεν συγκομισάμενος αὖθις εἰς Ἀπουληΐαν ἐπαναστρέφαι,
ὡς ἁπανταχοῦ διεκηρυκεύετο, τὸ Ἰλλυρικὸν πεδίον
κατέλαβεν, ἀλλὰ τῆς ἀρχῆς τῆς Ῥωμαίων βασιλείας ἱμειρόμενος
τὸ Δυρράχιον, ὅ φασιν, ἐκ πρώτης ἀφετηρίας πολιορ 
 κῆσαι ἠπείγετο. κελεύει τοίνυν ὁ Παλαιολόγος ἄνωθεν πυθέσθαι,
 ὅτου χάριν παραγέγονεν. ὁ δέ φησιν “ὥστε τὸν τῆς
βασιλείας ἐξωσθέντα Μιχαὴλ τὸν ἐμὸν κηδεστὴν εἰς τὴν ἰδίαν
τιμὴν αὖθις ἀποκαταστῆσαι καὶ τὰς εἰς αὐτὸν γεγονυίας
ὕβρεις ἐπεξελθεῖν καὶ τὸ ὅλον ἐκδικῆσαι αὐτόν ’’. οἱ δέ φασι 
πρὸς αὐτὸν ὡς “εἰ τὸν Μιχαὴλ θεασάμενοι γνωρίσομεν,
προσκυνήσομεν τε εὐθὺς αὐτὸν καὶ τὴν πόλιν παραδῶμεν’’.
ταῦτα ἀκούσας ὁ Ῥομπέρτος προστάσσει εὐθὺς τὸν Μιχαὴλ
λαμπρῶς ἀμφιασθέντα ὑποδειχθῆναι τοῖς τῆς πόλεως οἰκήτορσιν.
ἀπαγαγόντες δὲ τὸν τοιοῦτον μετὰ λαμπρᾶς προπομπῆς 
 παωτοίος ὀργάνοις μουσικοῖς καὶ κυμβάλοις κατακτυπούμενον
ὑποδεικνύουσιν. ἅμα δὲ τῷ τοῦτον θεάσασθαι ἄνωθεν μυρίαις
ὕβρεσιν ἔπλυνον μὴ ἐπιγινώσκειν αὐτὸν ὅλως διισχυριζόμενοι.
ὁ δὲ Ῥομπέρτος παρ ’ οὐδὲν ταῦτα θέμενος τοῦ
προκειμένου ἔργου εἴχετο. ἐν ὅσῳ δὲ ταῦτα οἵ τε ἐντὸς 
καὶ ἐκτὸς πρὸς ἀλλήλους ἔλεγον, ἄφνω τῆς πόλεως ἐκπηδήσαντές
τινες μετὰ τῶν Λατίνων συναιροῦσι πόλεμον καὶ μεκαλύβας
 

 
ρικῶς αὐτοὺς καταβλάψαντες αὖθις εἰσῆλθον εἰς τὸ Δυρράχιον.
περὶ δέ γε τοῦ συνεφεπομένου μοναχοῦ τῷ Ῥομπέρτῳ
διαφόρου γνώμης ἦσαν οἱ πλείους. οἱ μὲν διεκήρυττον τὸν
οἰνοχόον λέγοντες εἶναι Μιχαὴλ βασιλέως τοῦ Δούκα, οἱ δὲ 
 αὐτὸν ἐκεῖνον διεβεβαιοῦντο τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τ ν
τοῦ βαρβάρου συμπένθερον, δι’ ὃν καὶ τὸν πολὺν ἀνείλετο
πόλεμον, ὥς φασιν· ἔνιοι δὲ διενίσταντο ἀκριβῶς εἰδέναι,
ὅτι σκῆψις ἦν τὸ ὅλον τοῦ Ῥομπέρτου. οὐ γὰρ αὐτόμολος
εἰς αὐτὸν ἐκεῖνος ἐληλύθει, ἀλλ’ ἐπεὶ ἀπὸ ἐσχάτης πενίας καὶ
 τύχης ἀφανοῦς διὰ δραστηριότητα φύσεως καὶ φρονήματος
ὄγκον πασῶν τῶν κατὰ τὴν Λογγιβαρδίαν πόλεων καὶ χωρῶν
καὶ αὐτῆς τῆς Ἀπουληΐας ἐγκρατὴς γεγονὼς κύριον ἑαυτὸν
κατέστησεν, ὡς ὁ λόγος ἄνωθεν φθάσας ἱστόρησε, μετ’ οὐ
πολὺ εἰς ἔφεσιν πλειόνων ἐλθών, ὁποῖα ταῖς ἀκορέστοις ἐγγίνεσθαι 
 εἴωθε ψυχαῖς, τῶν κατὰ τὸ Ἰλλυρικὸν διακειμένων
πόλεων δεῖν ἔγνω ἀποπειρᾶσθαι καὶ οὕτως, εἰ εὔοδα αὐτῷ
τὰ πράγματα γένοιτο, τοῖς ἔμπροσθεν ἐπεκτείνεσθαί. καὶ
γὰρ πᾶς φιλοχρήματος, ἐπειδὰν ἀρχῆς δράξοιτο, γαγγραίνης 
κατ’ οὐδὲν διενήνοχεν, ἥτις, ἐπειδὰν σώματος ἐπιλάβοιτο,
 οὐδαμῶς ἳσταται, μέχρις ἂν τὸ ὅλον διαπορευομένη
λυμήνηται.

Ὀ δὲ αὐτοκράτωρ πάντα διὰ γραμμάτων τοῦ Παλαιολόγου
ἀναδιδαχθεὶς καὶ ὅτι κατὰ τὸν Ἰούνιον μῆνα διαπεράσας
(ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε) καὶ τοσούτῳ
 καὶ ναυαγίῳ κατασχεθεὶς καὶ οἵᾳ θεομηνίᾳ περιπεσὼν
οὐχ ὑπεστάλη, ἀλλὰ τὸν Αὐλῶνα μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ συνελθόντων
ἐξ ἐφόδου κατέσχε καὶ ὅπως αὖθις ἁπανταχόθεν
ἀπειροπληθεῖς δυνάμεις ἐς αὐτὸν συρρέουσι νιφάσιν ἐοικυῖαι
χειμερίῃσι καὶ οἱ κουφότεροι τὸν ψευδώνυμον ἐπ’ ἀληθείας 
 Μιχαὴλ εἶναι τὸν βασιλέα πιστεύοντες προσέρχονται τῷ Ῥομπέρτῳ, 
ἐδεδίει πρὸς τὸ τῆς ὑποθέσεως ἀποβλέπων μέγεθος
καὶ τὰς ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεις μηδὲ τὸ πολλοστὸν τῶν τοῦ Ρομἐγγίγνεσθαι
 

 
πέρτου σῳζούσας κατανοῶν δέον ἔκρινεν ἐκ τῆς ἑῴας Τούρκους
μετακαλέσασθαι καὶ τηνικαῦτα περὶ τούτου δηλοῖ τῷ
σουλτάνῳ. ἀλλὰ καὶ τοὺς Βενετίκους προσκαλεῖται δι’ ὑποσχέσεων
καὶ δώρων ἀφ’ (ἀφ' ὦν, ὥς φασι, καὶ
χρῶμα ἐν ταῖς ἱππικαῖς ἁμίλλαις Ῥωμαίοις ἐξεύρηται) τὰ 
μὲν ἐπαγγειλάμενος, τὰ δὲ καὶ προτείνων ἤδη, εἰ μόνον θελήσαιεν
 τὸ ναυτικὸν ἁπάσης τῆς χώρας αὐτῶν ἐξοπλίσαι καὶ
τάχιον εἰς τὸ Δυρράχιον καταλαβεῖν, ἐφ’ ᾧ τοῦτο μὲν φυλάξαι,
μετὰ δὲ τοῦ στόλου τοῦ Ῥομπέρτου καρτερὸν συστήσασθαι
καὶ εἰ κατὰ τὰ διαμηνυθέντα αὐτοῖς ποιήσαιεν, 
εἴτε θεοῦ ἐπαρήγοντος τὴν νικῶσαν σχοῖεν, εἴτε (ὁποῖα
εἴωθεν) ἡττηθεῖεν, ἐκεῖνα αὐτὰ λήψονται κατὰ τὰ
ὑπεσχημένα, ὥσπερ εἰ κατὰ κράτος ἐνίκησαν. ἀλλὰ καὶ ὁπόσα
τῶν θελημάτων αὐτῶν μὴ ἐπισφαλῆ τῇ τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴ
εἶεν, ἀποπληρωθήσονται διὰ χρυσοβούλλων λόγων ἐμπεδωθέντα. 
οἱ δὲ τούτων ἀκούσαντες πάντα ὅσαπερ ἤθελον αὖθις
 διὰ πρέσβεων ἐξαιτησάμενοι τὰς ὑποσχέσεις βεβαίας λαμβάνουσι.
τηνικαῦτα τοίνυν στόλον εὐτρεπίσαντες διὰ παντοίου
εἴδους πλοίων τὸν πρὸς Δυρράχιον ἀπόπλουν ἐποιοῦντο σὺν
εὐταξίᾳ πολλῇ καὶ πελάγους κελεύθους διανηξάμενοι κατέλαβον 
ἔλαβον τὸ ἐπ’ ὀνόματι τῆς ὐπεραμώμου θεοτόκου πάλαι ἀνοικοδομηθὲν
τέμενος εἰς τόπον Παλλία καλούμενον ἀπέχοντα
τῆς παρεμβολῆς τοῦ Ῥομπέρτου ἔξωθεν τοῦ Δνρραχίου κειμένης
ὠσεὶ σταδίους ὀκτωκαίδεκα. θεασάμενοι δὲ τὸ ναυτικὸν
 τοῦ Ῥομπέρτου ἐκεῖθεν τῆς πόλεως Δυρραχίου παντοίῳ 
εἴδει πολεμικῶν ὀργάνων περιπεφραγμένον ἀπεδειλίασαν πρὸς
τὸν πόλεμον. μεμαθηκὼς δὲ τὴν τούτων ἔλευσιν ὁ Ῥομπέρτος
πέμπει τὸν υἱὸν αὐτοῦ Βαϊμοῦντον πρὸς αὐτοὺς μετὰ
στόλου μηνύων εὐφημῆσαί τὸν βασιλέα Μιχαὴλ καὶ αὐτὸν
τὸν Ῥομπέρτον. οἱ δὲ ἐς νέωτα τὴν εὐφημίαν ἀνήρτων. 
ἑσπέρας δὲ καταλαβούσης, ἐπεὶ οὐκ ἐνῆν αὐτοῖς ταῖς ἀκταῖς
προσπελάσαι, νηνεμίας οὔσης συναρτήσαντες τὰ μείζονα τῶν
 

 
πλοίων καλωδίοις τε δεσμήσαντες καὶ τὸν λεγόμενον πελαγολιμένα
συναρτίσαντες πύργους τε ξυλίνους ἐν τοῖς
ἱστοῖς αὐτῶν οἰκοδομήσαντες διὰ καλῳδίων ἀνήγαγον ἐν αὐτοῖς 
τὰ ἑκάστῳ αὐτῶν συνεφεπόμενα μικρὰ ἀκάτια. ἐντὸς
 δὲ τῶν τοιούτων ἄνδρας ἐνόπλους εἰσαγαγόντες ξύλα τε παχύτατα
εἰς μέρη διατεμόντες οὐκ εἰς πλεῖον πήχεος ἑνὸς
σιδηρέους ἥλους ὀξεῖς ἐμπήξαντες ἐν αὐτοῖς τὴν τοῦ Φραυγικοῦ
στόλου ἐξεδέχοντο ἔλευσιν. ἡμέρας δὲ ἤδη αὐγαζούσης
καταλαμβάνει ὁ Βαϊμοῦντος τὴν εὐφημίαν ἐξαιτούμενος.
 τῶν δὲ εἰς τὸν πώγωνα αὐτοῦ ἐφυβρισάντων τοῦτο ὁ Βαϊμοῦντος
μὴ ἐνεγκὼν αὐτὸς πρῶτος κατ᾿ αὐτῶν ἐξορμήσας 
τοῖς μεγίστοις τῶν αὐτῶν πλοίων προσεπέλασεν, εἶτα καὶ ὁ 
λοιπὸς στόλος. καρτεροῦ δὲ πολέμου συρραγέντος, ἐπεὶ ὁ
Βαϊμοῦντος καρτερώτερον αὐτοῖς ἀπεμάχετο, ‘ὲν τῶν εἰρημένων
 ξύλων ἄνωθεν ῥίψαντες εὐθὺς διέτρησαν τὴν ναῦν, ἐν ᾗ
ὁ Βαϊμοῦντος ἐτύγχανεν ὤν. ὡς δὲ ἀναρροιβδήσαντος τοῦ
ὕδατος καταποντίζεσθαι ἔμελλον, οἱ μὲν ἐξερχόμενοι τῆς
νεώς, ἐξ οὗπερ ἔφευγον, εἰς τοῦτ᾿ αὐτὸ ἐνέπιπτον καὶ ἐβυθίζοντο,
οἱ δὲ μετὰ τῶν Βενετίκων μαχόμενοι ἀνῃρέθησαν·
 ἐκεῖνος δὲ εἰς κίνδυνον ἤδη ἐληλακὼς εἰς ‘ὲν τῶν αὐτοῦ
πλοίων εἰσπηδήσας εἴσεισιν. ἐπὶ πλέον δὲ θαρρήσαντες οἱ
Βενέτικοι καὶ τὴν κατ᾿ αὐτῶν μάχην θαρραλεώτερον συνάψαντες 
καὶ τελείως κατατροπωσάμενοι τούτους ἐδίωξαν ἄχρι
τῆς τοῦ Ῥομπέρτου σκηνῆς. ἅμα δὲ τῷ τῇ χέρσῳ πελάσαι
 εἰσπηδήσαντες ἄλλον πόλεμον μετὰ τοῦ Ῥομπέρτου συνάπτουσι.
τούτους θεασάμενος ὁ Παλαιολόγος ἐξελθὼν καὶ
αὐτὸς ἀπὸ τοῦ κάστρου Δυρραχίου μαχόμενος ἦν μετ᾿ αὐτῶν.
κερτεροῦ γοῦν γεγονότος πολέμου καὶ μέχρι τῆς τοῦ
Ρομπέρτου παρεμβολῆς φθάσαντος ἐκεῖθεν ταύτης πολλοὶ
 εδιώχθησαν, πολλοὶ δὲ καὶ παρανάλωμα ξιφῶν γεγόνασιν.
οἱ δὲ Βενέτικοι λείαν πολλὴν ἀφελόμενοι εἰς τὰ ἴδια πλοῖα
 

 
 παλινοστήσαντες εἰσῄεσαν, ὁ δὲ Παλαιολόγος εἰς τὸ κάστρον
αὖθις εἴσεισιν. ἡμέρας γοῦν τινας οἱ Βενέτικοι διαναπαυσάμενοι
ἀποστέλλουσι πρὸς τὸν βασιλέα πρέσβεις διαμηνύοντες
τὰ γεγονότα. ὁ δὲ φιλοφρονησάμενος αὐτούς, ὡς εἰκός,
καὶ μυρίων εὐεργεσιῶν ἀξιώσας ἀπέλυσεν ἀποστείλας μετ’ 
αὐτῶν χρήματα ἱκανὰ πρός τε τὸν δοῦκα Βενετίας καὶ τοὺς
ὑπ᾿ αὐτὸν ἄρχοντας.

Ὁ δὲ Ῥομπέρτος μαχιμώτατος ὢν δεῖν ἔγνω μὴ
ἀφίστασθαι τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καρτερῶς μάχεσθαι. χειμῶνος
δὲ ὄντος οὐκ ἐνῆν αὐτῷ τὰ πλοῖα εἰς τὴν θάλασσαν 
 καθελκύσαι· ἀπεῖργε δὲ καὶ τοὺς ἀπὸ Λογγιβαρδίας ἐρχομένους
καὶ τοὺς τὰ πρὸς χρείαν αὐτῷ ἐκεῖθεν κομίζοντας ὅ τε Ῥωμαϊκὸς
καὶ ὁ τῶν Βενετίκων στόλος τὸν ἀναμεταξὺ πορθμὸν
ἐπιμελῶς τηροῦντες. ὡς δὲ τὸ ἔαρ ἤδη παρῆν καὶ ὁ θαλάττιος
κλύδων ἐπέπαυτο, πρῶτον μὲν οἱ Βενέτικοι λύσαντες τὰ 
πρυμνήσια κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ἐξώρμησαν ἐχομένως δὲ
τούτοις ὁ Μαύριξ μετὰ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ ἀπέπλευσε στόλου. καὶ
συναίρεται πόλεμος ἐντεῦθεν βαρύτατος καὶ οἱ τοῦ Ῥομπέρτου
τὰ νῶτα διδόασιν. εἶτα δεῖν ἔγνω ὁ Ῥομπέρτος ἅπαντα
τὸν αὐτοῦ στόλον ἑλκύσαι εἰς τὴν χέρσον. οἱ δὲ νησιῶται 
 καὶ τὰ παρὰ θάλατταν τῆς ἠπείρου πολίχνια καὶ ὁπόσοι
ἄλλοι φόρους παρεῖχον τῷ Ῥομπέρτῳ, τεθαρρηκότες διὰ τὰ
συμπεσόντα αὐτῷ οὐχ ἑτοίμως τὰ ἐπιτεθέντα βάρη ἐδίδουν
τὴν αὐτοῦ κατὰ θάλατταν μαθόντες ἧτταν. δεῖν οὖν ἔγνω
πλείονι περιεργίᾳ πολέμου χρήσασθαι καὶ διά τε θαλάττης 
καὶ ἠπείρου αὖθις μάχεσθαι. ἐπεὶ δὲ οὐκ ἐνῆν τὰ κατὰ
γνώμην εἰς ἔργον προάγειν, δεδιὼς τὸ ναυάγιον ἀνέμων
μεγάλων τηνικαῦτα πνεόντων ἐγκαρτερήσας ἐπὶ δυσὶ μησὶ
περὶ τὸν λιμένα τῆς Ἱεριχὼ ηὐτρεπίζετο βουλόμενος ἀπό τε
 τῆς θαλάττης καὶ ἠπείρου μάχεσθαι καὶ τὰ τῆς μάχης ἐξήρἐνὸν 
 τυεν. ὁ δὲ στόλος ὅ τε Βενέτικος καὶ ὁ Ῥωμαϊκὸς
τὸν πορθμὸν ἐτήρει, καὶ ὁπηνίκα μικρὸν ἡ θάλασσα
 

 
τοῖς βουλομένοις πλεῖν νῶτα ὑπεῖχε, τοὺς ἐκεῖθεν πρὸς τὸν
Ῥομπέρτον ἐπιχειροῦντας διαπερᾶν ἀπεῖργεν. ὡς δὲ οὐδ’
ἀπὸ τῆς ἠπείρου ῥᾳδίως ἐνῆν τὰ πρὸς χρείαν κομίζεσθαι
περὶ τὸν Γλυκὺν ποταμὸν αὐλιζομένοις αὐτοῖς τῶν ἐκ τοῦ
 Δυρραχίου ἀπειργόντων τοὺς χορταγωγίας χάριν ἢ συγκομιδῆς
ἑτέρας ἐξιόντας τῆς τοῦ Ῥομπέρτου ταφρείας, λιμώττειν 
ἐντεῦθεν τούτοις συνέβαινεν· ἀλλὰ καὶ τὸ ἄηθες τοῦ τόπου
μεγάλως αὐτοὺς ἐλυμαίνετο. διὰ παραδρομῆς τοίνυν μηνῶν
τριῶν, ὡς λέγεται, φθορὰ γέγονεν ἀνδρῶν εἰς χιλιάδας δέκα
 συμποσουμένων. ἡ δὲ νόσος αὕτη καὶ τὰς μετὰ τοῦ Ῥομπέρτου
ἱππικὰς δυνάμεις καταλαβοῦσα πολλοὺς διέφθειρεν.
ἀπὸ μὲν γὰρ τῶν ἱππέων κόμητες καὶ λογάδες ἀλκιμώτατοι
ἄνδρες μέχρι τῶν πεντακοσίων νόσον καὶ λιμοῦ παρανάλωμα
γεγόνασι, τῆς δὲ χθαμαλωτέρας τύχης ἱππεῖς ἀναρίθμητοι.
 τῶν δὲ πλοίων αὐτοῦ εἰς τὸν Γλυκὺν ἐνορμισθέντων ποταμόν,
ὡς εἴρηται, τούτου ὀλιγωθέντος διὰ τὴν ἀνυδρίαν ἤδη 
μετὰ τὸν χειμῶνα καὶ τὸ ἐπιγεγονὸς ἔαρ τοῦ θέρους θερμότερον
ἐπιβάλλοντος καὶ μηδ’ ὁπόσον ταῖς χαράδραις εἴωθε
καταρρεῖν ὕδωρ ἔχοντος ἐν ἀμηχανίᾳ ἦν μὴ δυνάμενος
 αὖθις αὐτὰ εἰς τὴν θάλασσαν ἑλκύσαι. ἀλλ’ οἷα μηχανικώτατος
ὢν καὶ βαθύνους ἀνὴρ πασσάλους ἑκατέρωθεν ἐκέλευε
πήγνυσθαι τοῦ ποταμοῦ, συνδεδέσθαι δὲ τούτους διὰ
λύγων πυκνῶν, εἶτα δένδρα παμμεγέθη κόπτοντας ῥιζόθεν
ὄπισθεν αὐτῶν καταστρωννύειν ψάμμον ἐπιπάττοντας ἄνωθεν,
 ὡς εἰς ἕνα τὸ ὕδωρ συλλείβεσθαι τόπον ὥσπερ εἰς
διώρυχα μίαν τὴν ἐκ τῶν πασσάλων γεγονυῖαν συναθροιζόμενον.
καὶ κατὰ μικρὸν ἀναλιμνάζον τὸ ὕδωρ τὴν κρηπῖδα 
πᾶσαν ἐπλήρου τοῦ ποταμοῦ καὶ εἰς βάθος ἀξιόλογον ἤρχετο,
ἕως τὰς ναῦς ἀνεκούφισε καὶ τὰς τέως ἐρηρεισμένας
 νῆας τῇ γῇ ἀνέσχε τε καὶ ἀκρόπλους ἐποίησε. καὶ τὸ ἀπὸ
τοῦδε εὐπλοίας ἐπιδραξάμενα τὰ πλοῖα εὐκόλως πρὸς τὴν
θάλασσαν εἱλκύσθησαν.

Μεμαθηκὼς δὲ τὰ κατὰ τὸν Ῥομπέρτον ὁ αὐτοκράτωρ
παραχρῆμα διὰ γραφῆς τῷ Πακουριανῷ τὴν αὐτοῦ
ἀκάθεκτον ὁρμὴν παρίστησι καὶ ὅπως τὸν Αὐλῶνα κατέλαβε,
 μὴ πεφροντικὼς ὅλως τῶν ξυμπεσόντων αὐτῷ δεινῶν κατ’
ἤπειρον τε καὶ θάλατταν μήτε τῆς ἥττης ἐκείνης, ἣν ἐκ 
πρώτης, ὅ φασιν, ἀφετηρίας ἐπεπόνθει, καὶ ὡς χρὴ μὴ μέλλειν,
ἀλλὰ θᾶττον τὰς δυνάμεις ἐπισυναγαγόντα ἑνωθῆναί
οἱ. ταῦτα μὲν οὖν πρὸς τὸν Πακουριανόν· αὐτὸς δὲ παραυτίκα
τῆς Κωνσταντίνου ἔξεισιν εἰς μῆνα Αὔγουστον τῆς τετάρτης
 ἐπινεμήσεως τὸν Ἰσαάκιον εἰς τὴν μεγαλόπολιν καταλιπών, 
ἐφ’ ᾧ τὰ κατὰ τὴν πόλιν ἑδράζεσθαι, καὶ εἴ πού τινες
λόγοι ἀπᾴδοντες ἐξ ἐχθρῶν ἐξακούοιντο, ὁποῖα εἴωθεν, αὐτὸν
διασκεδάζειν τε καὶ φρουρεῖν τὰ βασίλεια καὶ τὴν πόλιν,
 ἅμα καὶ τὸ τῶν γυναικῶν φιλοπενθὲς ἀνακτώμενον. τὸ
δέ γε εἰς τὴν μητέρα ἧκον οὐδεμιᾶς, ὡς οἶμαι, βοηθείας 
ἐδεῖτο ῥωμαλεωτάτης καθισταμένης ἐκείνης καὶ ἄλλως μεταχειρίσασθαι
τὰ πράγματα δεξιωτάτης. τοιγαροῦν τὸ γράμμα
ὁ Πακουριανὸς ἀνελίξας τηνικαῦτα ὑποστράτηγον προχειρίζεται
Νικόλαον τὸν Βρανᾶν, ἄνδρα γενναῖον καὶ πολλὴν
 περὶ τὰ πολεμικὰ ἐμπειρίαν ἔχοντα. ὁ δὲ μετὰ τοῦ ὁπλιτικοῦ 
παντὸς καὶ τῶν τῆς μείζονος τύχης τῆς Ὀρεστιάδος σπουδαίως
ἔξεισιν ἑνωθῆναι τῷ βασιλεῖ ἐπειγόμενος. ἐφθακὼς δὲ καὶ
ὁ αὐτοκράτωρ εὐθὺς εἰς πολέμου σχῆμα τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν
κατέστησεν ἡγεμόνας τῶν λογάδων ἐπιστήσας ἄνδρας γενναιοτάτους,
παρακελευσάμενος οὕτω τῆς ὁδοιπορίας ἔχεσθαι, οὗπερ 
ὁ τόπος αὐτοῖς τοῦτο δίδωσιν, ἵνα τὸ σχῆμα τῆς παρατάξεως
διαγνόντες καὶ τὸν ἴδιον ἕκαστος γνωρίσας τόπον ἐν
τῷ καιρῷ τῆς μάχης ἀσύγχυτοι μένωσι καὶ μὴ ῥᾳδίως μεταφέροιντο
καὶ ὡς ἔτυχεν. ἐξῆρχε μὲν οὖν τοῦ τῶν ἐξκουβιτῶν
 τάγματος Κωνσταντῖνος ὁ Ὦπος, τῶν Μακεδόνων ὁ 
 

 
Ἀντίοχος, τῶν Θετταλῶν δὲ Ἀλέξανδρος ὁ Καβάσιλας, ὁ δέ
γε Τατίκιος καὶ μέγας τῷ τότε πριμικήριος τῶν περὶ τὴν
Ἀχριδὼ οἰκούντων Τούρκων ἡγεμόνευε, γενναιότατος ὢν καὶ
ἀκατάπληκτος ἐν μάχαις, οὐκ ἐλευθέρας μὲν ὢν τύχης ἐκ
 προγόνων· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ αὐτοῦ Σαρακηνὸς ὢν ἐκ προνομῆς
περιῆλθε τῷ πρὸς πατρὸς ἐμῷ πάππῳ Ἰωάννῃ τῷ
Κομνηνῷ τῶν δέ γε Μανιχαίων πρὸς τοῖς ὀκτακοσίοις εἰς δισχιλίους
ποσουμένων ἡγεμόνες ἦσαν ὁ Ξαντᾶς καὶ ὁ Κουλέων,
τῆς αὐτῆς αἱρέσεως καὶ οὗτοι· ἄνδρες ἅπαντες οὗτοι
 μαχιμώτατοι καὶ αἵματος ἀπογεύσασθαι τῶν ἐχθρῶν καιροῦ
καλοῦντος ἑτοιμότατοι καὶ πρός γε ἔτι καὶ ἰταμοὶ καὶ ἀναίσχυντοι· 
τῶν δέ γε οἰκειοτέρων αὐτῷ βεστιαρίτας ἡ
καλεῖ) καὶ τῶν Φραγγικῶν ταγμάτων ὁ Πανουκωμίτης |
καὶ Κωνσταντῖνος ὁ Οὐμπερτόπουλος ἐκ γένους τὴν
 ἐπωνυμίαν λαχών. οὕτως οὖν τὰ τάγματα καταστήσας παν
στρατὶ κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ἐξώρμησε. συναντήσας δέ τινι
ἐκεῖθεν ἐρχομένῳ περὶ τῶν κατὰ τὸ Δυρράχιον πυθόμενος
σαφέστερον μεμαθήκει, ὅτι ὁ Ῥομπέρτος κινήσας πάντα τὰ 
πρὸς τειχομαχίαν ἐπιτήδεια ὄργανα τοῖς τείχεσι προσεπέλασεν.
 ὁ δὲ Παλαιολόγος Γεώργιος διὰ πάσης νυκτὸς καὶ
ἡμέρας πρὸς τὰς ἔξωθεν ἑλεπόλεις καὶ τὰ μηχανήματα ἀντικαθιστάμενος
καὶ ἀπαγορεύσας ἤδη τὰς πύλας ἀναπετάσας
καὶ ἐξελθὼν μετ’ αὐτῶν καρτερὸν συνεστήσατο πόλεμον.
καὶ καιρίως ἐν διαφόροις τοῦ σώματος τόποις ἐπλήγη καὶ
 μᾶλλον περὶ τὸν κρόταφον βέλους διελθόντος· ὃ βιαζόμενος
ἐξελεῖν καὶ μὴ δυνηθεὶς μετακαλεσάμενος τινα τῶν ἐμπείρων
περιεῖλε τὰ ἄκρα, τόν τε στύρακα φημι καὶ οὗ τὸ
βέλος πτερύσσεται, τὸ δ’ ἐπίλοιπον μέρος τῷ τόπῳ τῆς 
πληγῆς ἐναπέμεινε. δεσμήσας δὲ τὴν κεφαλήν, ὡς ὁ καιρὸς
 ἐνεδίδου, αὖθις ἐς μέσους τοὺς ἐναντίους ἑαυτὸν ὠθήσας μαχόμενος
μέχρι δείλης ἑσπέρας ἀκλόνητος ἵστατο. ταῦτα ἀκηκοὼς
ὁ βασιλεὺς καὶ διαγνοὺς ἀρωγῆς ταχείας τοῦτον δεῖπριμμικήριος
 

 
σθαι ἐπέτεινε τὴν ὁδοιπορίαν. καταλαβὼν δὲ τὴν Θεσσαλονίκην
διὰ πολλῶν τὰ κατὰ τὸν Ῥομπέρτον ἐπὶ πλέον ἐβεβαιοῦτο.
 καὶ γὰρ ἕτοιμος ὢν ὁ Ῥομπέρτος καὶ γενναίους
μὲν παρετοιμάσας στρατιώτας, πολλὴν δὲ καὶ ὕλην κατὰ τὴν
πεδιάδα συναθροίσας τοῦ Δυρραχίου τὴν παρεμβολὴν κατέθετο 
 ἔθετο ὡσεὶ τόξου βολὴν τῶν τειχῶν τούτου ἀπέχουσαν· πολλὰς
μέντοι τῶν ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεις καὶ περὶ τὰ ὄρη καὶ
τὰ τέμπη καὶ τοὺς βουνοὺς κατέθετο. ἀλλὰ καὶ τὴν τοῦ
Παλαιολόγου ἐπιμέλειαν ἐκ πολλῶν κατεμάνθανεν. ἤδη γὰρ
ὁ Παλαιολόγος ἐμπρῆσαι διανοούμενος τὸν ἑτοιμασθέντα παρὰ 
τοῦ Ῥομπέρτου μόσυνα καὶ τοῖς τείχεσιν ἐπιθεὶς νάφθαν
καὶ πίσσαν καὶ ξηρῶν ξύλων σχίδακας καὶ λιθοβόλα ὄργανα
τὴν τοῦ πολέμου συμβολὴν ἐκαραδόκει. προσδόκιμον δὲ τὸν
Ῥομπέρτον ἔχων ἐς νέωτα ὃν προφθάσας ἡτοίμασεν ἐντὸς
ξύλινον πύργον κατευθὺ τοῦ ἔξωθεν ἐρχομένου πύργου καταστήσας 
 δι᾿ ὅλης νυκτὸς δοκιμασίαν ἐπεποίητο τοῦ ἄνωθεν
τούτου δοκοῦ, ὃν προβάλλεσθαι ἔμελλον κατὰ τῶν θυρέτρων
τοῦ μόσυνος τοῦ ἔξωθεν ἐνηνεγμένου, εἰ ῥᾷστά τε κινοῖτο
καὶ ἀντιπρόσωπος ἀντιπίπτων ταῖς θύραις οὐκ εὐκόλως
ἀνοίγνυσθαι ξυγχωρήσειε. διαγνοὺς δὲ ὡς εὐπετῶς τὸ ξύλον 
ὠθεῖται καὶ εὐστοχήκει τοῦ πράγματος, ἀπεθάρρησεν
ἤδη πρὸς τὸν ἐλπιζόμενον πόλεμον. τῇ μετ’ αὐτὴν δὲ σιδηροφορῆσαι
κελεύσαντος τοῦ Ῥομπέρτου ἅπαντας καὶ ἐντὸς τοῦ
 πύργου πεζούς τε καὶ ἱππεῖς ὁπλοφόρους ὡσεὶ πεντακοσίους
εἰσαγαγόντος, ἐπεὶ τῷ τείχει τοῦτον προσπελάσαντες ἤδη τὴν 
ἄνωθεν οὖσαν θύραν ἀναπεταννύειν ἠπείγοντο ὡς γεφύρᾳ
ταύτῃ χρησόμενοι πρὸς τὴν τοῦ κάστρου εἰσέλευσιν, ὁ Παλαιολόγος
τὸ παμμέγεθες ξύλον τηνικαῦτα ὠθήσας δι’
ὧν φθάσας προκατεσκεύασε μηχανῶν καὶ ἀνδρῶν πολλῶν
καὶ γενναίων ἄπρακτον τὴν τοῦ Ῥομπέρτου μηχανὴν ἐποίησε 
τοῦ δοκοῦ τὸ παράπαν μὴ συγχωροῦντος ἀνεῳχθῆναι τὴν
 θύραν. εἶτα βάλλων τοὺς ἄνωθεν τοῦ πύργου ἱσταμένους
 

 
Κελτοὺς συνεχῶς οὐκ ἀνίει· οἱ δὲ τὰς βολὰς μὴ φέροντες
ἐκρύπτοντο. κελεύει τοίνυν ἐμπρησθῆναι τὸν πύργον. καὶ
οὔπω πᾶν εἴρητο ἔπος, καὶ εὐθὺς ἔργον ἡ τοῦ πύργου πυρκαϊὰ
ἐγένετο. καὶ οἱ μὲν ἄνωθεν ἐκρημνίζοντο, οἱ δὲ κάτωθεν
 ἀνοίξαντες τὴν περιπέζιον τοῦ πύργου θύραν ἔφευγον.
τούτους δὲ φεύγοντας ὁρῶν ὁ Παλαιολόγος τηνικαῦτα γενναίους
ἄνδρας ὁπλοφόρους ἐξάγει διὰ τῆς πυλίδος τοῦ κάστρου
καὶ ἑτέρους μετὰ ἀξινῶν, ὡς ἂν δι’ αὐτῶν ὁ πύργος ἀφανισθῇ.
καὶ οὐδὲ τούτου ἠστόχει, ἀλλὰ τοῦ πύργου τὰ μὲν 
 ἄωνθεν, ἐμπρήσας, τὰ δὲ κάτωθεν διά τινων λαξευτηρίων
ὀργάνων ποδοκοπήσας τελείως ἠφάνισεν.

Ἐπεὶ δέ, ὡς ὁ ταῦτα διηγησάμενος ἔλεγεν, ὁ Ῥομπέρτος
αὖθις ἕτερον κατασκευάζειν μόσυνα ἠπείγετο παρύμοιον
τῷ προκατασκευασθέντι καὶ ἑλεπόλεις κατὰ τοῦ Δυρραχίου
 ἡτοίμαζε, διαγνοὺς ὁ βασιλεὺς ἀρωγῆς τοὺς ἐν τῳ
Δυρραχίῳ ταχείας δεῖσθαι καταστήσας τὰς ἰδίας δυνάμεις
τῆς πρὸς τὸ Δυρράχιον ὁδοῦ εἴχετο. καταλαβὼν οὖν ἐκεῖσε 
καὶ τάφρον ποιήσας καὶ τὰ στρατεύματα καταθεὶς εἰς τὸν 
λεγόμενον Χαρζάνην ποταμὸν εὐθὺς διά τινων ἀποστείλας
 ἠρώτα τὸν Ῥομπέρτον, ὅτου χάριν παρεγένετο καὶ τίς αὐτῷ
ὁ σκοπός. ἐκεῖθεν δὲ ἀπάρας ἔρχεται εἰς τὸ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ
ἐν ἱεράρχαις μεγίστου Νικολάου ἱδρυμένον τέμενος τέσσαρας
σταδίους τοῦ Δυρραχίου ἀπέχον καὶ τὴν τοῦ τόπου διεσκοπεῖτο
θέσιν, ὥστε τὸν ἐπικαιρότατον τόπον, ὅπη χρὴ τὰς
 φάλαγγας ἐν καιρῷ μάχης καταστήσασθαι, προκαταλαβεῖν.
πεντεκαιδεκάτη δ’ ἦν τηνικαῦτα τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός. αὐχὴν
δὲ ἦν ἀπὸ Δαλματίας διήκων πρὸς θάλασσαν ἀποτελευτῶν
εἰς ἀκρωτήριόν τι, ὅπερ οἷον Χερσόνησός ἐστιν, ἐν ᾧ καὶ τὸ 
ἤδη ῥηθὲν ᾠκοδόμηται τέμενος. ἠρέμα δὲ τὸ τοῦ αὐχένος
 πρανὲς συμβάλλον τῇ πεδιάδι πρὸς τὸ Δυρράχιον ἀπονενευκὸς
ἐξ εὐωνύμου μὲν τὴν θάλασσαν, δεξιόθεν δὲ ὅρος ὐψηὁ
 

 
λὸν καὶ ὑπερκείμενον ἔχει. ἐκεῖσε γοῦν τὸ ὁπλιτικὸν
συναγαγὼν καὶ τὸν χάρακα πηξάμενος τηνικαῦτα καὶ τὸν
Παλαιολόγον μετεκαλεῖτο Γεώργιον. ὁ δὲ πεῖραν σχὼν τῶν
τοιούτων ἐκ μακροῦ μὴ συμφέρον τοῦτο λογιζόμενος ἀνένευε
τὴν ἐξέλενσιν αὐτὸ τοῦτο πρὸς τὸν βασιλέα δηλώσας. 
 ὡς δ’ αὖθις ὁ βασιλεὺς ἐπιμελέστερον τοῦτον μετεκαλεῖτο,
φησὶν ἐμοὶ λίαν ὀλέθριον δοκεῖ πολιορκουμένου τοῦ κάστρου
ἐξελθεῖν, καὶ εἰ μὴ τὸν δακτύλιον τῆς χειρὸς τῆς σῆς βασιλείας
θεάσομαι, οὐκ ἑξελεύσομα”. ἀποσταλέντα δὲ τοῦτον
θεασάμενος τηνικαῦτα φοιτᾷ πρὸς τὸν βασιλέα μετὰ πολεμικῶν 
νηῶν. ὁ δὲ βασιλεὺς τοῦτον ἰδὼν τὰ κατὰ τὸν ‘Ρομπέρτον
αὐτοῦ ἐπυνθάνετο. τούτου δὲ πάντα αὐτῷ διασαφήσαντος
ἠρώτα, εἰ χρὴ τὸν μετ’ αὐτοῦ ἀποθαρρῆσαι πόλεμον.
ὁ δὲ πρὸς τοῦτον ἀνένευε τέως. ἀλλὰ καί τινες τῶν περὶ
 τὰ πολεμικὰ πεῖραν ἐκ μακροῦ χρόνου ἐσχηκότων ἐπιμελῶς 
τοῦτον ἐκώλυον συμβουλευόμενοι καρτερῆσαι καὶ ἀκροβολισμῶν
σπεῦσαι στενοχωρῆσαι τὸν Ῥομπἐρτον μὴ συγχωρουμένων
τῶν ὑπ’ αὐτὸν χορταγωγίας χάριν ἢ προνομῆς
τῆς ἰδίας παρεμβολῆς ἐξιέναι, τοῦτο δὲ καὶ τῷ Βοδίνῳ καὶ
τοῖς Δαλμάταις καὶ τοῖς λοιποῖς ἀρχηγοῖς τῶν παρακειμένων 
χωρῶν παρακελεύσασθαι ποιεῖν , διαβεβαιον́μενοι , ὡς τοῦτον
τὸν τρόπον ῥᾳδίως ὁ Ῥομπέρτος ἡττηθήσεται. οἱ δὲ πλείονες
νεωτέρων τοῦ στρατοῦ τὸν πόλεμον προὐτρέποντο
 καὶ πάντων μᾶλλον Κωνστάντιος ὁ πορφυρογέννητος καὶ
Νικηφόρος ὁ Συναδηνὸς καὶ ὁ τῶν Βαράγγων ἡγεμὼν Ναμπίτης 
καὶ αὐτοὶ οἱ τοῦ προβεβασιλευκότος Ῥωμανοῦ τοῦ
Διογένους υἱεῖς, ὅ τε Λέων καὶ ὁ Νικηφόρος. ἅμα δὲ καὶ
 οἱ πρὸς τὸν Ῥομπέρτον ἀποσταλέντες ἐπανεληλυθότες τὰ
 ἐκείνου πρὸς τὸν βασιλέα ἀπεστομάτιζον ὡς ἐγὼ μέν” φησι
κατὰ τῆς σῆς βασιλείας οὐδαμῶς ἐξελήλυθα, ἀλλ’ ἑκδικήσων 
σῶν μᾶλλον τὴν γενομένην εἰς τὸν ἐμὸν συμπένθερον ἀδικίαν.
εἰ δὲ σὺ τὴν μετ’ ἐμοῦ θέλεις εἰρήνην, ἀσπάζομαι
 

 
τοῦτο κἀγώ, μόνον εἰ καὶ αὐτὸς τὰ μετὰ τῶν ἐμῶν δηλω¬θέντα
σοι πρέσβεων προθυμηθῇς ἀποπληρῶσαι.” ἐπεὶ δὲ
ἀδύνατα παντάπασιν ἐπεξήτει καὶ ἐπιβλαβῆ τῇ Ῥωμαίων
ἀρχῇ ὑπισχνούμενος ἅμα, εί τεύξεται τῶν παρ᾿ αὐτοῦ ζητουμένων,
 καὶ αὐτὴν τὴν Λογγιβαρδίαν ὡς ἀπὸ τοῦ βασιλέως λογίσασθαι
καὶ βοηθεῖν, ὁπηνίκα χρεία ἐστί· τὰ δὲ σκήψις 
ἦν, ἵνα δόξῃ, δι᾿ ὧν μὲν αἰτεῖται, αὐτὸς τὴν εἰρήνην θέλειν,
ἀδύνατα δὲ λέγων καὶ μὴ τυγχάνων τῆς μάχης ἀνθέξεται,
εἶτα τὴν τῆς μάχης αἰτίαν τῷ βασιλεῖ Ῥωμαίων
 προστρίψειεν. ἀτέλεστα γοῦν αἰτησάμενος καὶ μὴ τυχὼν
πάντας τοὺς κόμητας συγκαλεσάμενός φησι πρὸς αὐτούς
„οἴδατε τὴν παρὰ τοῦ βασιλέως Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτου γεγονυῖαν ἀδικίαν εἰς τὸν ἐμὸν συμπένθερον καὶ
τὴν ἀτιμίαν, ἣν ἡ ἐμὴ θυγάτηρ Ἑλένη ἐπεπόνθει τῆς βασιλείας
 σὺν αὐτῷ ἐξεωθεῖσα. τοῦτο δὲ μὴ φέροντες εἰς
ἐκδίκησιν τούτων κατὰ τοῦ Βοτανειάτου τῆς χώρας ἡμῶν 
ἐξεληλύθειμεν· ἐκείνου δὲ τῆς ἀρχῆς παραλυθέντος νῦν πρὸς
βασιλέα ἔχομεν νέον καὶ στρατιώτη ν γενναῖον ὑπὲρ τὸν χρόνον
αὐτοῦ πεῖραν τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης ἐσχηκότα, καὶ
 οὐ χρὴ ὡς ἔτυχε τὸν μετ᾿ αύτοῦ ἀναδέξασθαι πόλεμον. ὅπου
γὰρ πολυαρχία, ἐκεῖ καὶ σύγχυσις τῆς διαφόρου γνώμης τῶν
πολλῶν ταώτην εἰσαγούσης. λοιπὸν χρὴ ἑνός τινος ἡμῶν τοὺς
λοιποὺς ἐπακούειν κἀκεῖνον μὲν τὴν ἐξ ἁπάντων βουλὴν ἐπιζητεῖν
καὶ μὴ τοῖς οἰκείοις λογισμοῖς ἀπεριμερίμνως χρᾶσθαι
 καὶ ὡς ἔτυχε, τοὺς δέ γε λοιποὺς τὸ δοκοῦν αὐτοῖς μετ᾿ εὐθύτητος
λέγειν πρὸς αὐτὸν ἑπομένους ἅμα τῇ τοῦ προκριθέντος 
βουλῇ, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ εἷς ἐξ ἁπάντων ἕτοιμος ὢν
ὑπείκειν, ᾧ ἂν πάντες προκρίνητε”. πάντες οὖν τὴν βου¬λὴν
ταύτην ἐπαινέσαντες καὶ καλῶς λέγειν τὸν Ῥομπέρτον
 φάμενοι τηνικαῦτα αὐτῷ τῶν πρωτείων παρακεχωρήκασιν
 

 
ἅπαντες εἰς τοῦτο ὁμογνωμονήσαντες. ὁ δὲ ἀκκιζόμενος οἷον
 ἀνεβάλλετο τέως τὴν ἐγχείρησιν· οἱ δὲ μᾶλλον ἐπέκειντο
τοῦτο αὐτὸ αἰτοῦντες. ὑπείξας οὖν τῷ φαινομένῳ ταῖς αὐτῶν
παρακλήσεσι, κἂν τοῦτο ὠδίνων ἐκ μακροῦ, λόγους ἐκ
λόγων περιέπλεκε καὶ αἰτίας αἰτίαις συνείρων εὐφυῶς, εἰς 
ὅπερ ἱμείρετο, ἄκων ἐδόκει τοῖς μὴ εἰς νοῦν βάπτουσιν ἔρχεσθαι.
λοιπόν φησι πρὸς αὐτούς ἀκούσατε τῆς ἐμῆς βουλῆς,
κόμητες καὶ τὸ λοιπὸν τοῦ στρατοῦ. ἐπεὶ τὰς σφῶν
πατρίδας καταλελοιπότες ἐνταυθοῖ παρεγενόμεθα, καὶ ἡ
 προκειμένη μάχη πρὸς ἀνδρικώτερον βασιλέα ἐστὶ καὶ ἄρτι 
 μὲν τοὺς τῆς βασιλείας οἴακας ἀναδεξάμενον, πολλοὺς δὲ
πολέμους ἐπὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ βεβασιλευκότων νενικηκότα
καὶ μεγίστους ἀποστάτας δορυαλώτους αὐτοῖς προσενηνοχότα,
ὁλοψύχως χρὴ τῆς μάχης ἀνθέξασθαι. καὶ εἰ τὴν νικῶσαν
ἡμῖν ἐπιψηφιεῖται θεός, οὐκέτι χρημάτων ἐν χρείᾳ ἐσόμεθα. 
χρὴ τοιγαροῦν τὰς μὲν σκευὰς ἁπάσας ἐμπρῆαι, τὰς δὲ
ὁλκάδας διατρήσαντας κατὰ τοῦ πελάγους ἀφεῖναι καὶ οὕτω
τὴν μετ’ αὐτοῦ ἀναδέξασθαι μάχην ὡς τηνικαῦτα γεννηθέντας
καὶ τεθνηξομένους”. ἐπὶ τούτοις κατένευσαν ἅπαντες.

Ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν τὰ τοῦ Ῥομπέρτου διανοήματά 
τε καὶ βουλεύματα· ἄλλα δ’ αὖ τὰ τοῦ αὐτοκράτορος ποικιλώτερά
 τε καὶ ὀξύτερα. συνεῖχον δ’ ὅμως οἱ δημαγωγοὶ
ἄμφω τὰ στρατεύματα στρατηγίας καὶ δημαγωγίας πέρι βουλευόμενοι,
ὅπως μετ’ ἐπιστήμης δημαγωγήσαιεν καὶ στρατεύσοιντο.
καὶ ὁ μὲν αὐτοκράτωρ αἴφνης νυκτὸς ἐξ ἑκατέρου 
μέρους ἐπεισπεσεῖν τῇ τοῦ Ῥομπέρτου παρεμβολῇ
σκεπτόμενος τὸ μὲν ἐθνικὸν ἅπαν στράτευμα ἀπὸ τοῦ ὄπισθεν
μέρους ἐπέτρεψε προσβαλεῖν διὰ τῶν ἁλυκῶν διελθόντας
καὶ πλείονα τὴν ὁδοιπορίαν ἀναδέξασθαι αὐτοὺς διὰ τὸ
ἀνύποπτον οὐκ ἀπηνήνατο· αὐτὸς δὲ ἀπὸ τῶν ἔμπροσθεν, 
ὁπηνίκα γνοίη ἐφθακότας τοὺς ἀποσταλέντας, ἠβούλετο προσἀκιζόμενος
 

 
βαλεῖν τῷ Ῥομπέρτῳ. ὃς κενὰς τὰς σκηνὰς καταλιπὼν καἲ
νυκτὸς διὰ τῆς γεφύρας διεληλυθώς ( ὀγδόη δ’ ἦν πρὸς τῇ 
δεκάτῃ τοῦ παριππεύοντος μηνὸς Ὀκτωβρίου ἐπινεμήσεως
πέμπτης) τὸ παρὰ τὴν θάλατταν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ μάρτυρος
 Θεοδώρου πάλαι ἀνοικοδομηθὲν τέμενος κατέλαβε μετὰ παντὸς
τοῦ στρατεύματος. δι’ ὅλης νυκτὸς τὸ θεῖον ἐξευμενιζόμενοι
τῶν ἀχράντων καὶ θείων μυστηρίων μετελάμβανον.
εἶτα τὰς ἰδίας καταστήσας φάλαγγας τὴν μέσην εἶχε τοῦ
συντάγματος χώραν, τὸ δέ γε πρὸς θάλατταν κέρας τῷ
 Ἀμικέτῃ ἐπέτρεψε (κόμης δέ οὗτος τῶν ἐπιφανῶν, γενναῖος 
καὶ χεῖρα καὶ γνώμην), θάτερον δὲ τῷ υἱῷ αὐτοῦ Βαϊμούντῳ,
τὴν ἐπίκλησιν Σανίσκῳ. τούτων ὁ αὐτοκράτωρ
αἰσθόμενος, δεινὸς ὢν τὸ συνοῖσον ἐν ὀξείᾳ εὑρηκέναι ῥοπῇ,
μεθαρμοσάμενος ἑαυτὸν πρὸς τὸ ξυμπεσόν αὐτοῦ που κατὰ
 τὸ πρανὲς παρὰ τὴν θάλασσαν τὰς παρατάξεις κατέστησε
καὶ διελὼν τὰ στρατεύματα τοὺς μὲν ἐπὶ τὰς σκηνὰς τοῦ
Ῥομπέρτου ἀπερχομένους βαρβάρους τῆς ὁρμῆς οὐκ ἀνέκοψε,
τοὺς δὲ ἐπὶ τῶν ὤμων τὰ ἑτερόκοπα φέροντας ξίφη παρακατασχὼν 
μετὰ τοῦ σφῶν ἀρχηγοῦ τοῦ Ναμπίτου ἀποβάντας
 τῶν ἵππων ἔμπροσθεν ἐκ μικροῦ διαστήματος προπορεύεσθαι
στοιχηδὸν ἐπέτρεψε· τοῦτο δὲ γένος ἀσπιδηφόρον ξύμπαντες.
τὸ δὲ λοιπὸν τοῦ στρατεύματος εἰς φάλαγγας διελὼν αὐτὸς
μὲν τὸ μεσαίτατον εἶχε τῆς παρατάξεως, δεξιόθεν δὲ καὶ
ἐξ εὐωνύμου φαλαγγάρχας τὸν Καίσαρα Νικηφόρον τὸν Μελισσηνὸν
 λισσηνὸν ἐπέστησε καὶ τὸν καλούμενον Πακουριανὸν καὶ
μέγαν δομέστικον. τὸ δὲ μεσαίτατον αὐτοῦ τε καὶ τῶν πεζῇ
βαδιζόντων βαρβάρων ἱκανοὺς εἶχε στρατιώτας τῆς τοξείας
εἰδήμονας, οὓς κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου προεκπέμπειν ἠβούλετο 
ἐπιτρέψας τῷ Ναμπίτῃ, ὁπηνίκα βούλοιντο πρὸς τοὺς Κελτοὺς
 ἐξιππάσασθαι καὶ αὖθις ὑποστρέφειν, χώραν αὐτοῖς ἐξ
ἐφόδου διδόναι ἐφ’ ἑκάτερα σχιζομένους , εἶτ’ αὖθις συνεχίζεσθαι
καὶ συνησπικότας πορεύεσθαι. οὕτω γοῦν τὸ ἅπαν 
διατυπώσας στράτευμα αὐτὸς μὲν κατὰ μέτωπον ἵετο τῶν
 

 
Κελτικῶν στρατευμάτων τὴν ᾐόνα παραθέων· οἱ δὲ ἀποσταλέωτες
βάρβαροι τὰς ἁλυκὰς διεληλυθότες, ἐπεὶ καὶ οἱ
ἐντὸς τοῦ Δυρραχίου τὰς πύλας ἀνεπέτασαν τοῦτο αὐτοῖς
τοῦ αὐτοκράτορος ἐπισκήψαντος, ἐν ταὐτῷ ταῖς Κελτικαῖς
 σκηναῖς προσέβαλον. κατ’ ἀλλήλων δὲ τῶν δημαγωγῶν 
ἐρχομένων ἀποσπάδας ἀποστέλλων ὁ Ῥομπέρτος ἱππασίας
ἐκέλευε ποιεῖσθαι, εἴ που ἐκεῖθεν ὑποσῦραί τινας δυνηθεῖεν
τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος. ἀλλ’ οὐδ’ ὁ βασιλεὺς πρὸς
τοῦτο ἀνεπεπτώκει· ἔπεμπε δὲ μᾶλλον καὶ συχνοὺς τοὺς
ἀντικαταστησομένους αὐτοῖς πελταστάς. ἀκροβολισμοῖς οὖν 
μετρίοις ἀμφοτέρων κατ’ ἀλλήλων χρησαμένων, ἐπεὶ καὶ ὁ
Ῥομπέρτος ἠρέμα τούτοις εἵπετο καὶ τὸ μεταίχμιον ἤδη ἀπεστενοῦτο
διάστημα, τῆς φάλαγγος τοῦ Ἀμικέτου προεκδραμόντες
πεζοὶ καὶ ἱππεῖς περὶ τὸ ἄκρον τῆς παρατάξεως τῆς
 τοῦ Ναμπίτου προσέβαλον. γενναιότερον δ’ αὐτῶν ἀντικαταστάντων 
καταστάντων παλίνορσοι γεγόνασιν, ἐπεὶ οὐ πάντες λογάδες
ἦσαν, καὶ τῇ θαλάσσῃ ἑαυτοὺς ἐπιρρίψαντες ἄχρι τοῦ τραχήλου
ταῖς νηυσὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ καὶ Βενετικικοῦ στόλου
πελάζοντες ἐκεῖθεν ᾐτοῦντο τὴν σωτηρίαν καὶ παρ’ ἐκείνων
οὐ προσεδέχοντο. ἡ δέ γε Γαΐτα, ὡς λόγος τίς φησιν, ἡ 
τοῦ Ῥομπέρτου σύνευνος αὐτῷ συστρατευομένη, Παλλὰς
ἄλλη κἂν μὴ Ἀθήνη , θεασαμένη τοὺς φεύγοντας δριμὺ
τούτοις ἐνατενίσασα κατ’ αὐτῶν μεγίστην ἀφεῖσα φωνὴν
μονονοὺ τὸ Ὁμηρικὸν ἐκεῖνο ἔπος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λέγειν
 ἐῴκει “μέχρι πόσου φεύξεσθε; στῆτε, ἀνέρες ἔστε“. ὡς δὲ 
ἔτι φεύγοντας τούτους ἑώρα, δόρυ μακρὸν ἐναγκαλισαμένη
ὅλους ῥυτῆρας ἐνδοῦσα κατὰ τῶν φευγόντων ἴεται. τοῦτο
θεασάμενοι καὶ ἑαυτῶν γεγονότες αὖθις πρὸς μάχην ἑαυτοὺς
ἀνεκαλέσαντο. ἐπειδὴ δὲ οἱ πελεκυφόροι καὶ αὐτὸς ὁ τούτων
ἀρχηγὸς ὁ Ναμπίτης δι’ ἀπειρίαν καὶ θερμότητα ὀξύτερον 
βεβαδικότες ἱκανὸν τῆς Ῥωμαϊκὴς παρατάξεως ἀπέστησαν
 

 
σπεύδοντες ξυμβαλεῖν ἐν ἴσῳ θυμῷ τοῖς Κελτοῖς (καὶ γὰρ
οὐχ ἧττον ἐκείνων περὶ τὰς μάχας καὶ οὗτοι ἐκθυμότεροί
εἰσι καὶ τῶν Κελτῶν ἐν τούτῳ τῷ μέρει μὴ ἀποδέοντες),
κεκοπιακότας τούτους ἤδη καὶ ἀσθμαίνοντας ὁ Ῥομπέρτος
 θεασάμενος καὶ τοῦτο ἀπό τε τῆς ὀξείας κινήσεως τοῦ τε
διαστήματος βεβαιωθεὶς καὶ τοῦ ἄχθους τῶν ὅπλων τινὰς 
τῶν πεζῶν ἐπέσκηιψε κατ᾿ αὐτῶν εἰσπηδῆσαι. οἱ δὲ
προκεκμηκότες ἤδη μαλακώτεροι τῶν Κελτῶν ἐφαίνοντο.
πίπτει γοῦν τηνικαῦτα τὸ βάρβαρον ἅπαν, καὶ ὁπόσοι τούτων
 ἐσώθησαν, περὶ τὸ τέμενος τοῦ ἀρχιστρατήγου Μιχαὴλ προσπεφευγότες
οἱ μὲν καὶ ὁπόσοις ἐξεχώρει τὸ τέμενος ἐντός,
εἰσῄεσαν, οἱ δὲ ἄνωθεν τοῦ τεμένους ἀνελθόντες εἱστήκεσαν
τὴν σωτηρίαν, ὡς ᾤοντο, ἐκεῖθεν πραγματευσόμενοι. οί δὲ
Λατῖνοι πῦρ κατ᾿ αυτῶν ἀφέντες σὺν τῷ τεμένει πάντας
 κατέκαυσαν. τὸ δέ γε λοιπὸν τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος καρτερῶς
πρὸς αὐτοὺς ἀπεμάχοντο. ὁ δε Ῥομπέρτος καθάπερ 
τις πτερωτὸς ἱππότης σὺν ταῖς λοιπαῖς δυνάμεσι κατὰ τῆς
Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος ἐλᾷ καὶ ὠθεῖται ταύτην καὶ εἰς μέρη
πολλὰ διασπᾷ. ἐντεῦθεν οἱ μὲν τῶν ἀντικειμένων ἐν αὐτω
 τῷ πολέμῳ μαχόμενοι πίπτουσιν, οἱ δὲ φυγῇ τὴν ἑαυτῶν
ἐπραγματεύσαντο σοπηρίαν. ὁ δὲ βασιλεὺς Ἀλέξιος καθάπερ 
τις πύργος ἀκλόνητος ἔμενε, κἂν πολλοὺς τῶν μετ᾿ αὐτοῦ
ἀποβεβλήκει ἀνδρῶν καὶ γένει καὶ πείρᾳ στρατιωτικῇ δια¬φερόντων. πέπτωκε γὰρ τηνικαῦτα ὁ Κωνστάντιος υἱὸς μὲν
 τοῦ προβεβασιλευκότος Κωνσταντίνου τοῦ Δούκα, οὐκ ἰδιωτεύοντος 
αὐτοῦ ἔτι ἀποτεχθείς, ἀλλ᾿ ἐν πορφύρᾳ καὶ γεννηθεὶς
καὶ τραφεὶς καὶ ταινίας τῷ τότε καιρῷ βασιλικῆς παρὰ τοῦ
πατρὸς ἀξιωθείς· καὶ ὁ Νικηφόρος μὲν τὴν κλῆσιν, Συναδηνὸς
δὲ τὴν ἐπίκλησιν καλούμενος, ἀνὴρ γενναῖος καὶ
 ὡραιότατος καὶ σφαδάζων πάντων ὑπερτερῆσαι κατὰ τὴν
 

 
ἡμέραν ἐκείνην μαχόμενος · μεθ’ οὗ ὁ ἤδη ῥηθείς Κωνστάντιος
περὶ κήδους ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ ἀδελφῇ πολλάκις ὡμίλει·
ναὶ μὴν καὶ ὁ τοῦ Παλαιολόγου πατὴρ Νικηφόρος καὶ ἕτεροι
τῶν ἐπιφανῶν· πλήττεται γὰρ καὶ ὁ Ζαχαρίας καιρίαν κατὰ
τοῦ στέρνου καὶ τὴν ψυχὴν ἅμα τῇ πληγῇ ἐπαφίησι καὶ ὁ 
 Ἀσπιέτης καὶ πολλοὶ τῶν λογάδων. τῆς δὲ μάχης μὴ διαλυομένης,
ἐπεὶ τὸν βασιλέα ἑώρων ἔτι ἀνθιστάμενον, ἀποκριθέντες
τινὲς τῶν Λατίνων τρεῖς, ἀφ’ ὧν εἶς ὁ ἤδη ῥηθεὶς
Ἀμικἐτης ἦν, ὁ δὲ Πέτρος τοῦ Ἀλίφα, ὡς αὐτὸς ἐκεῖνος
ἔλεγεν, ὁ δὲ τρίτος κατ’ οὐδὲν τούτων ἐλάττων, ὅλους ῥυτῆρας 
ἐνδόντες τοῖς ἵπποις δόρατα μακρὰ ἐναγκαλισάμενοι
κατ’ αὐτοῦ ἴενται. καὶ ὁ μὲν Ἀμικέτης διημαρτήκει τοῦ
βασιλέως μικρὸν παρεκκλίναντος τοῦ ἵππου· τοῦ δ’ ἄλλου
τὸ δόρυ διὰ τοῦ ξίφους ὁ βασιλεὺς ἀπωσάμενος καὶ τονώσας
τὴν χεῖρα παίει τοῦτον κατὰ τὴν κλεῖδα καὶ τὴν χεῖρα τοῦ 
λοιποῦ ἀποτέμνει σώματος. ὁ δέ γε τρίτος πλήττει τοῦτον
 εὐθὺς κατὰ τὸ μέτωπον, ὁ δὲ φρενήρης τε ὢν καὶ ἑδραῖος
τὸν νοῦν μηδὲν ὅλως συγχυθείς, γοργότητι γνώμης ἐν ἀσκέπτῳ
χρόνῳ τὸ δέον συνείς, ὕπτιον ἅμα τῇ πληγῇ ἑαυτὸν ὡς ἐπ’
οὐρὰν τοῦ ἵππου ἔθετο. καὶ εὐθὺς τὸν χρῶτα τοῦ σώματος 
μικρὸν παραξέσασα ἡ τοῦ ξίφους ἀκμὴ περὶ τὴν ἀκωκὴν
παραποδισθεῖσα τῆς κόρυθος καὶ τόν συνέχοντα ταύτην ὑπὸ
τὴν γένυν ἱμάντα διασπάσασα ὦσε ταύτην εἰς γῆν. τηνικαῦτα
δὲ ὁ μὲν Κελτὸς ἐκεῖνος παραθέει, ὃν ᾤετο κατακρημνίσαι
τοῦ ἵππου, ὁ δ’ εὐθὺς ὀρθωθεὶς ἐπὶ τῆς ἐφε- 
 σrρίδος ἑδραῖος ἐκάθητο μηδὲν τῶν ὅπλων ἀποβαλών. ἀλλὰ
καὶ γυμνὸν τὸ ξίφος κατέχων τῇ δεξιᾷ, τῷ δὲ λύθρῳ τοῦ
ἰδίου πεφοινιγμένος αἵματος καὶ τὴν κεφαλὴν ἀπερικάλυπτον
ἔχων καὶ τὴν πυρσὴν καὶ ἡλιῶσαν κόμην περιπλανωμένην
ταῖς ὄψεσι καὶ διοχλοῦσαν αὐτόν· ὁ γὰρ ἵππος ταραττόμενος 
καὶ ἀποπτύων τοὺς χαλινοὺς καὶ φριμάσσων ἀτακτότερον
ἐμπίπτειν τῷ προσώπῳ τοὺς βοστρύχους παρεσκεύαζεν· ἀλλὰ
 

 
Καὶ ὣς ἑαυτὸν ἀνακαλεςάμενος, ὡς ἐνῆν, τοῖς ἐναντίοις
ἀντικαθίστατο. ἐπεὶ δὲ καὶ τοὺς Τούρκους φεύγοντας ἑώρα
καὶ αὐτὸν τὸν Βοδῖνον ἀπολέμητον ὑποχωροῦντα· ὥπλιστο
γὰρ καὶ οὗτος καὶ εἰς πολέμου τύπον τὸ αὐτοῦ διατυπώσας
 στράτευμα κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἵστατο ὡς ἐπαρήξων
Τάχα τῷ αὐτοκράτορι κατὰ τὰς πρὸς αὐτὸν γεγενημένας συνθήκας· 
ἐκαραδόκει δέ, ὡς ἔοικεν, ἵνα, εἰ μὲν τὴν ῥοπὴν
τῆς νίκης τῷ αὐτοκράτορι δοθεῖσαν γνοίη, ἐπιτεθείη καὶ
αὐτὸς τοῖς Κελτοῖς, εἰ δὲ τοὐναντίον, ἀτρεμήσῃ τε καὶ ὀπισθόπους
 γένηται· ταῦτα διαλογιζόμενος, ὡς ἐξ ὧν ἐπεπράχει
Δῆλον, καὶ τὴν νικῶσαν ἀπάρτι τοὺς Κελτοὺς ἐγνωκὼς 
ἔχοντας ἄγευστος πολέμου τὸ παράπαν οἴκαδε ἐπαναδεδραμήκει·
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ταῦτα θεαςάμενος καὶ ὡς μηδένα
τὸν αὐτῷ ἐπαμύνοντα βλέπων τὰ μετάφρενα καὶ αὐτὸς 
 τηνικαῦτα δίδωσι τοῖς ἐναντίοις. Καὶ οὕτως ἐδίωκον οἱ Λατῖνοι
Τὸ Ῥωμαϊκὸν στράτευμα.

Ὁ δὲ Ῥομπέρτος καταλαβὼν τὸ τέμενος τοῦ ἁγίου
Νικολάου, ὅπου καὶ ἡ βασιλικὴ σκηνὴ καὶ ἅπασα ἡ σκευὴ
Τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος, ὁπόσους εὐσθενεῖς εἶχε, τὸν
 βασιλέα διώκειν ἐκπέπομφεν αὐτοῦ που αὐτὸς ἐγκαρτερῶν
Φανταζόμενος τὴν τοῦ αὐτοκράτορος κατάσχεσιν. Τοιῦτοι
Γὰρ λογισμοὶ τούτου τὸ ὑπέρογκον ἐξέκαιον φρόνημα. Οἱ δὲ
Εὐψύχως μάλα τοῦτον ἐδίωκον μέχρι τόπου τινὸς παρὰ τῶν
ἐγχωρίων καλουμένου Κακὴ Πλευρά. ἥδε τούτου θέσις· ποταμὸς 
 ῥέων κάτωθεν ὁ Χαρζάνης καλούμενος, ἔνθεν δὲ
ὑπερκειμένη πέτρα ὑψηλή. ἀναμεταξὺ δὲ τούτων φθάνουσιν
αὐτὸν οἱ διώκοντες, οἳ καὶ παίουσιν αὐτὸν κατὰ τὴν ἀριστερὰν
πλευρὰ διὰ τῶν δοράτων (ἐννέα δὲ ξύμπαντες) καὶ
ἐπὶ θάτερα κλίνουσι. Τάχα δ᾿ ἂν καὶ ἐπεπτώκει, εἰ μὴ τὸ
 ξίφος, ὃ τῇ δεξιᾷ κατεῖχε χειρί, ἔφθασεν ἐναπερεισθῆναι τῇ
Γῇ. Ναὶ μὴν καὶ ἡ τοῦ μύωπος ἀκμὴ τοῦ ἀριστεροῦ ποδὸς
ἐνδακοῦσα τὸ ἄκρον τῆς ἐφεστρίδος, ὃ ὑπόστρωμα λέγουσιν,
 

 
ἀκλινέστερον τὸν ἱππότην ἐποίει. καὶ αὐτὸς δὲ τῇ λαιᾷ τῆς
 χαίτης τοῦ ἵππου δραξάμενος ἀνεῖχεν ἑαυτόν. βοηθεῖται
μέντοι ἐκ θείας τινός δυνάμεως σωτηρίαν παρ’ ἐχθρῶν αὐτῷ
κομιζούσης παραδόξως. ἀναφύει γὰρ δεξιόθεν ἄλλους
Κελτοὺς τὰ δόρατα πρὸς ἐκεῖνον ὀρθώσαντας· οἳ καὶ τὰ 
ἄκρα τῶν δοράτων κατὰ τὴν δεξιὰν πλευρὰν ἐμβαλόντες ὤρθωσάν
τε ἀθρόον τὸν στρατιώτην καὶ εἰς τὸ μέσον κατέστησαν.
 καὶ ἦν ἰδεῖν θαῦμα παράδοξον. οἱ μὲν γὰρ ἐξ εὐωνύμων
ἠπείγοντο, οἱ δὲ ἐκ τῶν δεξιῶν τὰ δόρατα
τῇ πλευρᾷ πήξαντες ὥσπερ τοῖς πρῴην ἐναντιούμενοι καὶ 
ἀντερείδοντες δόρασι δόρατα ἐπ’ ὀρθοῦ σχήματος τὸν βασιλέα
ἐποίησαν. ἑδράσαντος δὲ ἑαυτὸν γενναιότερον καὶ συσφίγξαντος
περιβάδην τὸν ἵππον ὁμοῦ καὶ τὴν ἐφεστρίδα τηνικαῦτα
γίνεταί τι τῆς γενναιότητος ἐκείνου τεκμήριον. ὁ γὰρ ἵππος
ἄλλως μὲν καὶ θερμότατος ὢν καὶ ὑγροσκελής, ἄλλως δὲ καὶ 
 ἀθλητικώτατος καὶ πολεμικός ἔφθη γὰρ ὅπου τοῦτον ἀναλαβέσθαι
τοῦ Βρυεννίου μετὰ τῆς ἐρυθροβαφοῦς ἐφεστρίδος,
ὁπότε τοῦτον εἷλεν ἐν τῷ καιρῷ τῆς μάχης βασιλεύοντος ἔτι
Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτου), τὸ δὲ ὅλον εἰπεῖν, ὑπὸ θείας
προνοίας ἐμπνευσθεὶς πάλλεταί τε εὐθὺς καὶ διαέριος γίνεται 
καὶ ἐπ’ ἄκρου τῆς εἰρημένης πέτρας ἐφίσταται ὥσπερ
ὑπόπτερος κουφισθεὶς καί, τοῦτο δὴ τὸ τῶν μύθων, Πηγάσου
πτερὰ λαβών · Σγουρίτζην τουτονὶ τὸν ἵππον ὁ Βρυέννιος
 ὠνόμαζε. τὰ δὲ τῶν βαρβάρων δόρατα ὥσπερ κενεμβατήσαντα
τὰ μὲν καὶ τῶν χειρῶν τούτων ἐξέπεσον, τὰ δὲ διαπεπαρμένα 
τοῖς μέρεσι τοῦ ἐσθήματος τοῦ βασιλέως ἐναπομείναντα
μετεωρισθέντα τῷ ἵππῳ συνηκολούθησαν. ὁ δ’
 εὐθὺς ἀποκόπτει τὰ ἐπαγόμενα δόρατα. καὶ οὔτε τεθορύβητο
τὴν ψυχὴν ἐν τοσούτοις δεινοῖς καταστὰς οὔτε συνεθολώθη
τοὺς λογισμούς, ἀλλὰ ταχὺ τοῦ συνοίσοντος γενέται καὶ τὸ 
παράδοξον ἐκ μέσου ἑαυτὸν ποιεῖται. οἱ δέ γε Κελτοὶ
κεχηνότες εἱστήκεσαν τὸ γεγονὸς ἐκπληττόμενοι· καὶ γὰρ ἦν
 

 
ἐκπλήξεως ἄξιον· θεασάμενοι δὲ τοῦτον ἐφ’ ἑτέραν τραπέντα
καὶ αὖθις ἐδίωκον. ὁ δὲ ἐπὶ πολὺ νῶτα τοῖς μεταδιώκουσι
στρατιώταις διδοὺς στρέψας τὸν χαλινὸν καὶ συναντήσας
ἑνὶ τῶν διωκόντων διελαύνει τὸ δόρυ τοῖς στέρνοις· ὁ δὲ 
 τηνικαῦτα εἰς γῆν ὕπτιος ἔκειτο. ὁ δὲ βασιλεὺς αὖθις τὰς
ἡνίας στρέψας εἴχετο τῆς προτέρας ὁδοῦ. συναντᾷ τοίνυν
ἀπὸ τῶν ἔμπροσθεν διωκόντων τὰς Ῥωαϊκὰς δυνάμεις
Κελτοῖς οὐκ ὀλίγοις· οἱ δὲ πόρρωθεν τοῦτον θεασάμενοι
συνησπικότες ἔστησαν τούς τε ἵππους ἀναψῦξαι βουλόμενοι,
 ἅμα δὲ καὶ ζωγρῆσαι τοῦτον ἐθέλοντες κἀντεῦθεν ὥσπερ τι
λάφυρον τῷ Ῥομπέρτῳ κομίσαι. ὁ δὲ ἅμα μὲν τοὺς ὄπισθεν
φεύγων διώκοντας καὶ τοὺς ἔμπροσθεν θεασάμενος ἀπεγνώκει
τὰς σῳζούσας ἐλπίδας. συλλεξάμενος δὲ ἑαυτόν, ἐπεὶ 
τῶν ἄλλων μέσον τινὰ ἐθεάσατο ἀπό τε τοῦ σώματος καὶ
 τῆς τῶν ὅπλων ἀποπαλλομένης αἴγλης τὸν Ῥομπέρτον εἶναι
νομίσας καταστήσας τὸν ἵππον κατ’ αὐτοῦ φέρεται· κἀκεῖνος
δ’ ἐκεῖθεν πρὸς αὐτὸν τὸ δόρυ εὐθύνας. καὶ μέντοι γε καὶ
συνελάσαντες ἄμφω κατὰ τὸ μεσαίχμιον κατ᾿ ἀλλήλων ἵενται.
πρότερος δὲ ὁ αὐτοκράτωρ διιθύνας τὴν χεῖρα παίει τοῦτον
 διὰ τοῦ δόρατος· τὸ δὲ αὐτόθεν διὰ τῶν μαζῶν εἰς τὰ
μετάφρενα διεκβάλλεται. καὶ τὸν μὲν βάρβαρον αὐτίκα εἶχε
γῆ· εὐθὺς δὲ τοῦτον ἀφῆκε καὶ ἡ ψυχὴ τῆς τρώσεως καιρίας 
γεγενημένης. καὶ τοῦ λοιποῦ ὁ βασιλεὺς διασχισθείσης
τῆς φάλαγγος διὰ μέσων αὐτῶν ἐξιππάσατο ἄδειαν ἑαυτῷ
 ἐφευράμενος τὴν σφαγὴν τοῦ βαρβάρου τούτου. οἱ δ’ εὐθὺς
τὸν τρωθέντα εἰς γῆν ἐρριμμένον θεασάμενοι περιχυθέντες
τῷ κειμένῳ περὶ αὐτὸν διεπονοῦντο. καὶ οἱ ὄπισθεν δὲ τὸν
βασιλέα διώκοντες τούτους θεασάμενοι ἀποβάντες τῶν ἵππων
καὶ γνωρίσαντες τὸν ἄνδρα ἐκόπτοντο ὀλολύζοντες. ἀλλ’ ὁ
 Ῥομπἐρτος μὲν οὐκ ἦν, ἕτερος δὲ τῶν ἐπιφανῶν καὶ ὁ τούτου
δεύτερος. τούτων δὲ ἀσχολουμένων ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τὰ
πρόσω τὴν πορείαν ἐπεποίητο.

Ἀλλ᾿ ἔγωγε μεταξὺ τῶν λόγων ἐπελαθόμην τὸ μὲν
διὰ τὴν φύσιν τῆς ἱστορίας, τὸ δὲ καὶ διὰ τὴν τῶν πραγμάτων
ὑπερβολήν, ὅτι πατρὸς κατορθώματα γράφοιμι. μηδὲ
γὰρ βουλομένη τὴν ἱστορίαν ὕποπτον θεῖναι πολλάκις παρατρέχω
τὰ τοῦ πατρὸς μήτε αὐξάνουσα μήτε πάθος περιτιθεῖσα. 
εἴθε γὰρ ἐλευθέρα ἦν τοῦ πάθους τούτου τοῦ πατρικοῦ
καὶ ἀπόλυτος, ἳνα καθάπερ ὕλης ἀμφιλαφοῦς δραξαμένη
τὴν σοβάδα γλῶσσαν ἐνεδειξάμην, ὁπόσην ἔχοι περὶ τὰ
 καλὰ τὴν οἰκείωσιν. ἐπηλυγάζει δέ μου τὸ πρόθυμον ἡ φυσικὴ
 στοργή, μή πως δόξαιμι τοῖς πολλοῖς ὑπὸ προθυμίας 
τοῦ λέγειν περὶ τῶν κατ’ ἐμαυτὴν τερατολογίας παρέχειν
ὑπόληψιν. καὶ γὰρ ἂν πολλαχοῦ τῶν κατορθωμάτων τῶν
πατρικῶν μεμνημένη καὶ τὴν ψυχὴν αὐτὴν ἀπεστάλαξα ξυγγράφουσά
 τε καὶ διηγουμένη, ἐν ὁπόσοις κακοῖς περιπέπτωκε,
καὶ οὐδ’ ἄνευ μονῳδίας καὶ θρήνου τὸν τόπον παρῆλθον. 
ἀλλ’ ἕνα μὴ ῥητορεία κομψή τις ᾖ κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς
ἱστορίας, ὥσπερ τις ἀπαθὴς ἀδάμας καὶ λίθος παρατρέχω
τὰς τοῦ πατρὸς ξυμφορᾶς, ἅσπερ ἔδει κἀμὲ καθάπερ ἐκεῖνον
τὸν Ὁμηρικὸν νεανίσκον εἰς ὅρκον προφέρειν οὐδὲ γάρ εἰμι
χείρων ἐκείνου τοῦ λέγοντος “ οὐ μὰ Ζῆν᾿, Ἀγέλαε, καὶ 
ἄλγεα πατρὸς ἐμεῖο”) πρὸς τὸ εἶναι καὶ λέγεσθαι φιλοπάτωρ.
ἀλλὰ τὸ μὲν πάθος τὸ πατρικὸν ἐμοὶ μόνῃ καταλελείφθω
 καὶ θαυμάζειν καὶ ὀλοφύρεσθαι, τὰ δὲ τῆς ἱστορίας ἐχέσθω.
μετὰ ταῦτα οἱ μὲν Κελτοὶ τῆς πρὸς τὸν Ῥομπέρτον
φερούσης εἴχοντο. ὁ δὲ κενοὺς τούτους θεασάμενος πυθόμενός 
τε τὰ τούτοις συμπεσόντα πάντας μὲν μεγάλως κατῃτιᾶτο,
ἕνα δὲ τούτων ἔκκριτον καὶ μαστίζειν ἠπείλει ἄνανδρόν
τε ἀποκαλῶν καὶ ἀπειροπόλεμον· καὶ ὅτι μὴ καὶ αὐτὸς ἐπὶ
τῆς πέτρας μετὰ τοῦ ἵππου ἀνέθορέ καὶ τὸν βασιλέα Ἀλέξιον
ἢ κρούσας ἀνεῖλεν ἢ δραξάμενος ζῶντα ἤγαγε, τὰ πάνδεινα 
 πάσχειν ᾤετο. ἦν γὰρ ὁ Ῥομπέρτος οὗτος τἆλλα μὲν εὐψυπλάτος
 
 

 
Χότάτός τε καὶ φιλοκινδυνότατος, πικρίας δὲ ὅλος ἄνθρωπος
Καὶ ἐν ῥισὶν ἐπικαθήμενον ἔχων τὸν χόλον καὶ τὴν καρδίαν
Μεστὴν θυμοῦ καὶ ὀργῆς ἔμπλεων καὶ οὕτως ἔχων περὶ τοὺς
Πολεμίους, ὡς ἢ τὸν ἀντικαθιστάμενον διαπεῖραι τῷ δόρατι
 ἢ ἑαυτὸν διαχρήσασθαι παρὰ τὸν Μοιραῖόν φησι κλωστῆρα
ἀπαλλαττόμενος. ὁ μέντοι στρατιώτης ἐκεῖνος, ὃν ὑπ᾿ αἰτίασιν
ὁ Ῥομπέρτος εἶχε, τό τε ἀνεπίβατον καὶ ὀξὺ τῆς πέτρας μάλα
σαφῶς διηγεῖτο, καὶ ὅτι εἰς τὸ μετεωρότατον ὁ τόπος ἐπῆρτο
καὶ ὡς ὀξεῖα ἡ πέτρα ἦν καὶ ἀκροσφαλὴς καὶ ὡς οὐδένα
 οὐ πεζόν, οὐχ ἱππότην ἐπιβῆναι ταύτης δυνατὸν ἄνευ θείας
Τινὸς μηχανῆς, μὴ ὅτι γέ τινα πολεμούμενον καὶ μαχόμενον,
ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἄνευ πολέμου τινὸς εἶναι δυνατὸν ἀποπειρᾶσθαι 
τῆς πέτρας. “εἰ δ᾿ ἐμοί” φησι “καὶ διαπιστοίης, ἐπιχειρήσας
ἢ αὐτὸς σὺ ἢ ἄλλος τις ἱπποτῶν ὁ θαρραλεώτατος, τῶν
 ἀμηχάνων αἰσθήσεται. Εἰ δ᾿ οὖν, ἀλλ᾿ εἴ τις ἀναφανεῖται
Τῆς πέτρας περιγενόμενος, μὴ ὅτι γε ἄπτερος, ἀλλὰ καὶ
ὑπόπτερος ὤν, ἕτοιμος αὐτὸς πᾶν εἴ τι δεινὸν ὑποστῆναι
καὶ ἀνανδρίαν κατακριθῆναι.” Ταῦτα εἰπὼν μετὰ θαύματος
καὶ ἐκπλήξεως ὁ βάρβαρος τὸν ἐπίχολον Ῥομπέρτον κατέστειλέ 
 τε καὶ εἰς θαῦμα ἐκίνησεν ἀφέμενον τοῦ ὀργίζεσθαι. ὁ δὲ
Βασιλεὺς τοὺς ἑλιγμοὺς τῶν παρακειμένων ὀρῶν καὶ πᾶσαν
Τὴν δύσβατον ἀτραπὸν ἐν δυσὶ νυχθημέροις διεξελθὼν καταλαμβάνει
Τὴν Ἀχρίδα. ἐν δὲ τῷ μεταξὺ τὸν Χαρζάνην
Διελθὼν καὶ μικρὸν περὶ τὴν καλουμένην Βαβαγορὰν ἐγκαρτερήσας
 (τέμπος δ᾿ αὕτη δύσβατόν ἐστι) μήθ᾿ ὑπὸ τῆς
ἥττης μήθ᾿ ὑπὸ τῶν ἄλλων τοῦ μόθου κακῶν τὸν νοῦν
συγχυθείς μήθ᾿ ὑπὸ τῆς κατὰ τὸ μέτωπον τοῦ τραύματος
ὀδύνης ὑποχαλάσας, κἂν τὰ ἐντὸς ὑπὸ τῆς λύπης τῶν ἐν 
τῇ μάχῃ πεπτωκότων καὶ μᾶλλον τῶν γενναίως ἀγωνισαμένων 
 ἀνδρῶν ἐξεφλέγετο· ἀλλ᾿ ὅμως τῆς πόλεως ὅλος ἦν Δυρραχίου
Καὶ ταύτης ἐμέμνητο ἀχθόμενος ὅτι ἄτερ ἡγεμόνος κατα-
 

 
λέλειπτο τοῦ Παλαιολόγου διὰ τὴν ὀξεῖαν συμβολὴν τοῦ
πολέμου μὴ δυνηθέντος ἐπαναστρέψαι. καὶ ὡς ἐνὸν τοὺς
κατ’ αὐτὴν ἠσφαλίσατο καὶ τὴν τῆς ἀκροπόλεως φρουρὰν
τοῖς ἐκκρίτοις Βενετίκοις τῶν ἐκεῖσε ἀποίκων ἀνέθετο, τὴν
δέ γε ἐπίλοιπον πᾶσαν πόλιν τῷ ἐξ Ἀρβάνων ὁρμωμένῳ 
Κομισκόρτῃ τὰ συνοίσοντα διὰ γραμμάτων ὑποθέμενος.

Ὁ μέντοι Ῥομπέρτος ἀμεριμνήσας παντάπασι τὴν 
Λείαν πᾶσαν καὶ τὴν βασιλικὴν σκηνὴν ἀφελόμενος τροπαιοφόρος 
Καὶ γαυριῶν τὴν πεδιάδα κατέλαβεν, εἰς ἣν πρότερον
Ηὐλίζετο τὸ Δυρράχιον πολιορκῶν. Καὶ μικρὸν διαναπαυςάμενος
 ἐβουλεύετο, εἰ χρὴ αὖθις ἀποπειρᾶσθαι τῶν τούτου
Τειχῶν ἢ τὴν μὲν πολιορκίαν εἰς τὸ ἐπιὸν ἔαρ παραφυλάζασθαι,
Τὸ παρὸν δὲ τὴν Γλαβινίτζαν καταλαβεῖν καὶ τὰ
Ἰωαννίνα κἀκεῖσε παραχειμάσαι καταθέμενον τὸ ὁπλιτικὸν
ἅπαν εἰς τὰ ὑπερκείμενα τέμπη τῆς πεδιάδος Δυρραχίου.
 οἱ δ᾿ ἐντὸς Δυρραχίου, καθάπερ ὁ λόγος ἐδήλωσεν, ἐπεὶ οἱ 
Πλείους ἀπὸ Μέλφης καὶ Βενετίας ἦσαν ἄποικοι, τὰ ξυμπεςόντα
Τῷ αὐτοκράτορι μεμαθηκότες καὶ τὴν τοσαύτην ἀνδροκταςίαν
Καὶ τὴν τῶν τηλικούτων ἀνδρῶν σφαγὴν καὶ τοὺς
στόλους ὑποκεχωρηκότας καὶ ὅτι ὁ Ῥομπέρτος εἰς τὸ ἐπιὸν
 ἔαρ τὴν πολιορκίαν ταμιεύεται, διεσκοπεῖτο ἕκαστος, ὅ τι
Πράττειν χρὴ καὶ σῴζεσθαι καὶ μὴ αὖθις ἐς τοσούτους ἐμπεπτωκέναι
Κινδύνους. ξυλλεξάμενοι οὖν ἑαυτοὺς τὸ ἀπόρρητον
ἕκαστος εἰς τὸ ἐμφανὲς ἄγουσι καὶ περὶ τῶν ὅλων γνωσιμαχήσαντες
ὥσπερ ἐν ἀπόροις πόρον εὑρηκέναι ᾠήθησαν
 πεισθῆναι τῷ Ῥομπέρτῳ καὶ καραδοῦναί οἱ τὴν πόλιν. ἐρεθισθέντες 
Δὲ καὶ παρά του τῶν ἀποίκων Μέλφης καὶ ταῖς
Τούτου πεισθέντες ὑποθημοσύναις τὰς εἰσόδους ἀναπετάσαντες
Πάροδον τῷ Ῥομπέρτῳ δεδώκασιν. ἐγκρατὴς δὲ τούτου
Γενόμενος τὰς δυνάμεις μετεκαλεῖτο φυλοκρινῶν ἅμα, εἴ που 
 

 
 τέτρωται τις καιρίαν ἢ ἐπὶ χρῶτα παραξέσαντος τυχὸν τοῦ
ξίφους, καὶ διερευνώμενος ὁποῖοί τε καὶ ὁπόσοι πολέμου πραανάλωμα
γεγόνασιν ἐν ταῖς προηγησαμέναις μάχαις, σκοπῶν
 ἅμα, ἐπεὶ χειμὼν ἤδη παρῆν κατὰ τόδε καιροῦ, διὰ τούτου
καὶ μισθοφορικὸν ἕτερον ἐπισυνάξαι καὶ ξενικὰς ἐπισυλλέξαι 
 δυνάμεις καὶ ἦρος ἐπιφανέντος τηνικαῦτα πανστρατὶ κατὰ
τοῦ βασιλέως χωρῆσαι. ἀλλ’ οὐκ αὐτὸς μὲν ὁ Ῥομπέρτος,
καίτοι νικητὴν ἑαυτὸν καὶ τροπαιοῦχον ἀνευφημῶν, τοιαῦτα
ἐλογίζετο, ὁ δ’ ἡττηθεὶς βασιλεὺς καὶ τραυματίας γεγονὼς
διὰ τὴν ἀνύποιστον ἐκείνην ἧτταν καὶ τοσούτους καὶ τοιούτους 
ἀποβεβληκὼς μορμολυχθεὶς οἶον συνέσταλται· ἀλλὰ μηδὲν
σμικροπρεπὲς περὶ ἑαυτοῦ λογισάμενος μηδὲ χαλάσας
ὅλως τὸν λογισμὸν σπεύδων ἦν ὅλῃ γνώμῃ τὴν ἧτταν ἦρος
φανέντος ἀνακαλέσασθαι. ἦσαν γὰρ ἄμφω πάντα προιδεῖν
καὶ συνιδεῖν ἱκανοὶ καὶ πολεμικῶν τεχνασμάτων οὐδενὸς 
 ἀδαεῖς, ἀλλὰ πάσαις μὲν τειχομαχίαις, πάσαις δὲ λοχήσεσι
 καὶ ταῖς ἐκ παρατάξεως ἀγωνίαις ἐθάδες, τὰς δὲ διὰ χειρὸς
πράξεις δραστικοὶ καἰ γενναῖοι καὶ ἐχθροὶ πάντων τῶν ὑπ’
οὐρανὸν ἡγεμόνων γνώμῃ καὶ ἀνδρίᾳ κατάλληλοι. εἶχε δέ
τι τοῦ Ῥομπέρτου πλέον ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος, ὅτι νεάζων τὴν 
ἡλικίαν ἔτι κατ᾿ οὐδὲν ἐλάττων τοῦ ἤδη ἀκμάζοντος ἦν καὶ
τὴν γῆν μικροῦ σαλεύειν ὅλας τε φάλαγγας ἐκ μόνου ἐμβοήματος
αὐχοῦντός συνταράττειν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐν ἑτέροις
τηρείσθωσαν τόποις· μελήσει γὰρ πάντως τοῖς ἐγκωμιάζειν
ἐθέλουσιν. ὁ δέ γε βασιλεὺς Ἀλέξιος ἐν Ἀχρίδι μικρὸν ἑαυτὸν 
ἀνακτησάμενος καὶ τὸ σῶμα διαναπαύσας καταλαμβάνει τὴν
Διάβολιν. καὶ τοὺς μὲν τοῦ πολέμου διασωθέντας τῆς ἐκ
τοῦ μόθου κακοπαθείας ὡς ἐνὸν ἐπανελάμβανε, τοὺς δέ γε
ἐπιλοίπους ἁπανταχόθεν ἀποστείλας διεκηρύκευε τὴν Θεσσαλονίκην
καταλαβεῖν. ἐπεὶ δὲ πεῖραν τοῦ Ῥομπέρτου καὶ τῆς 
τόλμης τοῦ τηλικούτου ἔσχε στρατεύματος καὶ πολλὴν ἀφέλειαν
 καὶ ἀνανδρίαν τῶν ὑπ’ αὐτὸν κατεψηφίσατο οὐ γὰρ
 

 
ἂν προσθείην στρατιωτῶν, ὅτι καὶ οἱ τέως παρόντες ἀγύμναστοί
τε τὸ παράπαν ἦσαν καὶ πάσης στρατιωτικῆς ἐμπειρίας
ἀδαεῖς), διὰ τοῦτο γοῦν ἐδεῖτο συμμάχων· τὸ δὲ ἄτερ χρημάτων
οὐκ ἐνῆν· τὰ δὲ οὐ παρῆν τῶν βασιλικῶν ταμιείων
 ἐπὶ μηδενὶ δέοντι κενωθέντων ὑπὸ τοῦ προβεβασιλευκότος 
Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτου τοσοῦτον, ὡς μηδὲ τῶν ταμιείων
κεκλεῖσθαι τὰς πύλας, ἀλλ’ ἀνέτως πατεῖσθαι παντί τῷ βουλομένῳ
δι’ αὐτῶν ὁδεύειν· προπέποτο γάρ. ἔνθεν τοι καὶ
ἐν ἀμηχανίᾳ τὸ πᾶν καθίστατο ἀσθενείας καὶ πενίας ὁμοῦ
 συμπιεζούσης τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους. τότε δὴ τότε τί τὸν νέον
βασιλέα καὶ ἄρτι τῶν τῆς βασιλείας οἰάκων ἐπιβεβηκότα
ἐχρῆν διαπράξασθαι; πάντως ἢ ἐξαπορούμενον τὸ πᾶν καταλιπόντα
ἐκστῆναι τῆς ἀρχῆς, ὡς μὴ ἀναίτιον ὄντα αἰτιῷτό
τις αὐτὸν ὡς ἀπειροπόλεμον καὶ ἀνεπιστήμονα ἀρχηγόν, ἢ 
 ἐξ ἀνάγκης ὡς ἐνὸν καὶ συμμάχους μετακαλέσασθαι καὶ τὰ
τούτοις ἐπαρκέσοντα χρήματα ὅθεν δήποτε συναγαγεῖν καὶ
τοὺς ἁπανταχῇ διασπαρέντας τοῦ στρατεύματος διὰ δωρεῶν
ἀνακαλεῖσθαι, ἴν’ ἐντεῦθεν μείζους ἐλπίδας κτησάμενοι αὐτοί
τε μετ’ αὐτοῦ ἐγκαρτερήσαιεν καὶ οἱ ἀπόντες πρὸς τὸ ἐπανέρχεσθαι
 προθυμότεροι γένοιντο καὶ οὕτως γενναιότερον πρὸς
τὰ Κελτικὰ πλήθη ἀντικαταστῆναι δυνήσαιντο. ἀνάξιον μὲν
οὖν καὶ ἀσύμφωνον τῆς αὐτοῦ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐπιστήμης
ὁμοῦ καὶ τόλμης μηδὲν πεπραχέναι βουλόμενος πρὸς
δύο ταῦτα ἀπέβλεψε, συμμάχους τε ἁπανταχόθεν μεταπέμψασθαι 
 ἐλπίσι πολλῶν δωρεῶν εὐμηχάνως τούτους ὑποσυρόμενος,
τὴν δέ γε μητέρα καὶ τὸν ἀδελφὸν αἰτήσασθαι
χρήματά οἱ ξυμπορισαμένους ὅθεν δήποτε ἐκπέμψαι.

Οἱ δὲ πόρον πορισμοῦ μὴ ἐφευρίσκοντες ἓτερον πρότερον
μὲν ἅπαντα τὰ αὐτῶν συναγαγόντες χρήματα, ὁπόσα
 ἐν χρυσῷ καὶ ἀργύρῳ, τῇ βασιλικὴ χωνείᾳ παραπεπόμφασι·
πρώτη δὲ πάντων ἡ βασιλὶς καὶ μήτηρ ἐμὴ ὁπόσα ἔκ τε
 

 
μητρῴου καὶ πατρῴου κλήρου ἐνυπῆρχον αὐτῇ, κατεβάλετο
καὶ τοὺς ἄλλους ἐντεῦθεν πρὸς τοῦτο ἐρεθίσαι οἰομένη ἐδεδίει
 γὰρ ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορος ἐν στενῷ κομιδῆ τὰ κατ
αὐτὸν ὁρῶσα· εἶτα δὴ καὶ ἐξ ἑτέρων, ὁπόσοι εὐνοικώτερον
πρὸς τοὺς βασιλεῖς τούτους διέκειντο, αὐθαιρέτως προτεθυμηκότων 
καταβαλέσθαι, ὁπόσον ἕκαστος εἶχε προθέσεως,
 χρυσίου καὶ ἀργυρίου πορισάμενοι ἐξέπεμψαν τὸ μέν τι τοῖς
συμμάχοις, τὸ δέ τι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ἀλλὰ πρὸς τὴν
ἐπικειμένην χρείαν μηδαμῶς ἐξαρκούντων, τῶν μὲν χάριτας
αἰτούντων ὡς συναγωνισαμένων δῆθεν, τῶν δέ, ὁπόσον μισθοφορικόν, 
δαψιλέστερον τὸν μισθὸν ἐξαιτουμένων, ἐνέκειτο
αὖθις καὶ ἓτερα ἀνακαλούμενος διὰ τὸ ἀπεγνωκέναι τὴν
Ῥωμαίων εὔνοιαν. οἱ δὲ ἐν ἀμηχανίᾳ γεγονότες καὶ πολλοὺς
λογισμοὺς ἀνελίξαντες ἰδίᾳ τε καὶ κοινῇ, ἐπεὶ καὶ τὸν Ῥομπέρτον
αὖθις ὁπλιζόμενον μεμαθήκεσαν, μὴ ἔχοντες ὅ τι καὶ 
 δράσαιεν εἰς τοὺς πάλαι κειμένους νόμους καὶ τοὺς κανόνας
περὶ τῆς τῶν ἱερῶν ἐκποιήσεως ἀπέβλεψαν. καὶ μετὰ τῶν
ἄλλων εὑρηκότες ὅτιπερ ἐπ’ ἀναρρύσει αἰχμαλώτων τὰ τῶν
ἁγίων τοῦ θεοῦ ἐπκλησιῶν ἱερὰ ἔξεστιν ἐκποιεῖσθαι ἑώρρων
δὲ ὅτι καὶ τῶν Χριστιανῶν, ὅσοι περὶ τὴν Ἀσίαν ὑπὸ τὴν 
βαρβαρικὴν ἐτέλουν χεῖρα καὶ ὁπόσοι τὴν σφαγὴν ἐξέφυγον,
ἐμιαίνοντο διὰ τὴν μετὰ τῶν ἀπίστων συναναστροφήν), ὀλίγα
τινὰ τῶν πάλαι ἠργηκότων ἱερῶν καὶ καταλελυμένων ὡς εἰς
μηδεμίαν χρείαν συντελοῦντα, ἀλλ’ ἀφορμὴν μόνον ἱεροσυλίας
καὶ ἀσεβείας ἅμα τοῖς πολλοῖς παρεχόμενα ὡς ὕλην χαράγματος 
 εἰς μισθὸν τοῖς στρατιώταις καὶ συμμάχοις τὰ τοιαῦτα
χρηματίσαι ἐσκέψαντο. τούτου γοῦν συνδόξαντος ἀνέρχεται
ὁ σεβαστοκράτωρ Ἰσαάκιος εἰς τὸ τοῦ θεοῦ μέγα
τέμενος τὴν σύνοδον ἐκκλησιάσας καὶ τὸ τῆς ἐκκλησίας ἅπαν
πλήρωμα. θεασάμενοι δὲ τοῦτον οἱ τῆς ἱερᾶς συνόδου ἐπ’ 
 
 

 
ἐκκλησίας συνεδριάζοντες τῷ πατριάρχῃ ἔκθαμβοι γεγονότες
ἠρώτων, ὅτου χάριν παρεγένετο. ὁ δὲ “λέξων ἥκω τι πρὸς
ὑμᾶς χρήσιμον τῇ βιαίᾳ τῶν πραγμάτων παρεμπτώσει καὶ
σωστικὸν τοῦ στρατοῦ.” ἅμα δὲ καὶ τοὺς περὶ τῶν μὴ χρησιμευόντων 
 ἰερῶν κανόνας ἀπεστομάτιζε καὶ πολλὰ περὶ τούτων
Δημηγορήσας “ἀναγκάζομαί” φησιν “ἀναγκάζειν, οὓς
Οὐ βούλομαι ἀναγκάζειν.” Καὶ γενναίους προτιθέμενος λογισμοὺς 
ἐδόκει τάχα πείθειν τοὺς πλείονας. ὁ δέ γε Μεταξᾶς 
ἀντέτεινεν ἀνθυποφοράς τινας εὐλόγους εἰσαγαγών, ἀποσκώπτων
 ἅμα καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Ἰσαάκιον. ἀλλ᾿ ὅμως τὰ
Δεδογμένα ἐκράτει. Τοῦτο ὕλη μεγίστης κατηγορίας τοῖς βασιλεῦσιν
ἐγένετο (οὐκ ὀκνῶ γὰρ καὶ τὸν Ἰσαάκιον ἀπόρφυρον
βασιλέα κατονομάζειν) οὐ τότε μόνον, ἀλλὰ καὶ μέχρι
καιροῦ διαρκέσασα. Καὶ γὰρ ἀρχιερεύς τις τηνικαῦτα Χαλκηδόνος
 Λέων προὐκάθητο, οὐ τῶν πάνυ σοφῶν καὶ λογίων, 
ἀρετῆς δὲ ἐπιμεμελημένος, τὸ δὲ ἦθος αὐτῷ σκληρὸν καὶ
ἀπόκροτον· οὗτος οὖν τῶν ἐν τοῖς Χαλκοπρατίοις πυλῶν
ἀφαιρουμένων τοῦ ἐπικειμένου αὐταῖς ἀργυρίου ἢ καὶ χρυσίου
εἰς τὸ μέσον εἰσδὺς ἐπαρρησιάζετο μηδ᾿ ὅλως ἢ οἰκονομίας
 ἢ τῶν περὶ τῶν ἱερῶν κειμένων νόμων ἐπαισθανόμενος.
ὑβριστικώτερον δὲ καὶ οἷον εἰπεῖν ἀτακτότερον τῷ τηνικαῦτα
κρατοῦντι προσεφέρετο, ὁσάκις εἰς τὴν βασιλεύουσαν ἐπανῄει
τῇ ἀνεξικακίᾳ ἐκείνου καὶ τῇ φιλανθρωπίᾳ καταχρώμενος.
Καὶ ὁπηνίκα μὲν τὰ πρῶτα κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ὁ αὐτοκράτωρ 
 τῆς βασιλίδος πόλεως ἐξῄει, Ἰσαακίου τοῦ σεβαστοκράτορος
Καὶ αὐταδέλφου αὐτοῦ μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης
ὅθεν δήποτε συμποριζομένου χρήματα μετὰ τῶν νόμων ἅμα
καὶ τοῦ δικαίου, εἰς θυμὸν ἐκίνει τὸν ῥηθέντα ἀδελφὸν τοῦ
βασιλέως ἀναισχυντότερον αὐτῷ προσφερόμενος. ὡς δὲ καὶ
 ὁ βασιλεὺς πολλάκις μὲν ἡττηθεὶς καὶ μυριάκις αὖθις κατα-
 

 
τολμήσας τῶν Κελτῶν θεοῦ νεύσει νικηφόρος στεφανίτης
ἐπανεληλύθει, ἐπεὶ καὶ αὖθις ἄλλο νέφος ἐχθρῶν, τοὺς
 Σκύθας φημί, κατ’ αὐτοῦ ἐξορμῶν ἤδη μεμαθήκοι, καὶ διὰ
τοῦτο καὶ ἡ συλλογὴ τῶν χρημάτων, καὶ τοῦ βασιλέως ἐν
τῇ μεγαλοπόλει ἐνδημοῦντος, ἐφ’ ὁμοίαις αἰτίαις ἐσπουδάζετο, 
ὁ ἀρχιερεὺς ἐκεῖνος ἀναιδέστερον προσέπεσε τῷ αὐτοκράτορι.
καὶ συζητήσεως πολλῆς ἐντεῦθεν περὶ τῶν ἱερῶν γινομένης,
λατρευτικῶς, οὐ σχετικῶς δὲ προσκυνεῖσθαι τὰς ἁγίας εἰκόνας
παρ᾿ ἡμῶν ἐδογμάτιζεν ἔν τισι μὲν εὐλόγως ἅμα καὶ
ἀρχιερατικῶς ἐνιστάμενος, ἔν τισι δὲ καὶ οὐκ ὀρθῶς δογματίζων 
οὐκ οἶδ’ εἴτε δι’ ἔριν καὶ τὴν πρὸς τὸν βασιλέα
 ἀπέχθειαν τοῦτο πεπονθὼς εἴτε δι’ ἄγνοιαν. ἐξακριβοῦν
γὰρ ἀσφαλῶς τὸν λόγον οὐκ εἶχεν, ὅτι λογικῆς μαθήσεως
ἀμέτοχος ὑπῆρχε παντάπασιν. ὡς δ’ ἐπὶ πλέον πρὸς τοὺς
βασιλεῖς ἐθρασύνετο χαιρεκάκοις ἀνδράσι πειθόμενος, ὁποῖοι 
πολλοὶ τότε ὑπῆρχον τοῦ πολιτεύματος, εἰς τοῦτο παρανυττόμενος
καὶ πρὸς ὕβρεις καὶ βλασφημίας ἀκαίρους ἐτράπετο,
καὶ ταῦτα παρακαλοῦντος αὐτὸν τοῦ βασιλέως μεταβαλεῖν
τὴν περὶ τῶν εἰκόνων γνώμην, ἔτι δὲ καὶ τῆς πρὸς αὐτὸν
ἀποσχέσθαι ἀπεχθείας, ὑπισχνουμένου ἅμα καὶ τὰ ἱερὰ ταῖς 
ἁγίαις ἐκκλησίαις λαμπρότερα ἀποδοῦναι καὶ πᾶν ὅ τι δέοι
ποιεῖν πρὸς διόρθωσιν, καὶ ἤδη καὶ διορθουμένου παρὰ
 τῶν ἐλλογιμωτέρων τότε τῆς συνόδου, οὓς οἱ τῷ τοῦ Χαλκηδόνος
 μέρει προσκείμενοι κόλακας ἐκάλουν, καθαιρέσει
κατεδικάζετο. ὡς δὲ μηδὲν ὑποπτήσσων οὐδ᾿ ὃλως ἠρέμει, 
ἀλλὰ καὶ αὖθις συνετάραττε τὴν ἐκκλησίαν οὐκ ἀγεννῆ
φατρίαν συνεπαγόμενος, ὡς ἄτεγκτος ἦν πάντη καὶ ἀδιόρθωτος,
μετὰ πολλῶν ἐνιαυτῶν παρέλευσιν πάντες ὁμοῦ τοῦ
ἀνδρὸς κατεψηφίσαντο· κἀντεῦθεν ὑπερορίαν καταδικάζεται.
καὶ δέχεται τοῦτον ἡ περὶ τὸν Πόντον Σῳζόπολις παντοίας 
προνοίας καὶ θεραπείας βασιλικῆς ἀξιούμενον, κἀν οὐδαμῶς
 

 
χρᾶσθαι ταύταις ἠβούλετο ὕστερον δι’ ἣν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα 
ἔτρεφε μῆνιν, ὡς ἔοικεν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ᾧδέ πη
περιγεγράφθω.

Ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ τοὺς νεήλυδας συνέρρεον γὰρ
 ἱκανοὶ περισωθέντα τοῦτον μεμαθηκότες) ἐπιμελῶς ἐξεπαίδευεν,
ὅπως ἱππεύειν χρὴ εὐοχώτατα καὶ τοξεύειν εὐστοχώτατα,
ὁπλιτεύειν τε καὶ ἐνεδρεύειν ἐπικαιρότατα. ἐπεπόμφει
δὲ αὖθις καὶ πρὸς τὸν ῥῆγα Ἀλαμανίας πρέσβεις, ὧν προεξῆρχεν
ὁ Μηθύμνης καλούμενος, καὶ διὰ γραφῆς ἐπὶ πλέον
 ἐρεθίζει μὴ μέλλειν ἔτι, ἀλλὰ τὰς αὐτοῦ ἀναλαβόμενον δυνάμεις
τάχιον τὴν Λογγιβαρδίαν καταλαβεῖν κατὰ τὰς συγκειμένας
συνθήκας, ἐφ’ ᾧ ἀπασχολῆσαι τὸν Ῥομπέρτον,
ἕν’ οὕτως ἀδείας τυχὼν στρατεύματα αὖθις καὶ ξενικὰς 
δυνάμεις συλλέξηται καὶ οὕτω τοῦτον τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἀπελάσῃ,
 πολλὰς τῷ Ἀλαμανίας ῥηγὶ ὁμολογήσας τὰς χάριτας, εἰ οὕτω 
ποιήσειε, καὶ τὸ ὑποσχεθὲν αὐτῷ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ σταλέντων
πρέσβεων κῆδος ἐκπληρῶσαι διαβεβαιούμενος. ταῦτα
οἰκονομήσας τὸν Πακουριανὸν μέγαν δομέστικου αὐτοῦ που
καταλιπὼν αὐτὸς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπανέρχεται, ἐφ’
 ᾧ καὶ ξενικὰς ἁπανταχόθεν συλλέξασθαι δυνάμεις καὶ ἄλλα
τινὰ οἰκονομῆσαι τῷ καιρῷ καὶ τοῖς ξυμπεσοῦσι πράγμασι
συμβαλλόμενα. οἱ δὲ Μανιχαῖοι, ὅ τε Ξαντᾶς καὶ ὁ Κουλέων,
μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ὡς εἰς δύο πρὸς τῇ ἡμισείᾳ
χιλιάδας ποσουμένων ἀσυντάκτως οἴκαδε ἐπανέρχονται. καὶ
 πολλάκις μετακαλούμενοι παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος ὑπισχνοῦντο
μὲν ἐληλυθέναι, ὑπερετίθεντο δὲ τὴν ἔλευσιν. ὁ δὲ ἐπέκειτο 
καὶ δωρεὰς αὐτοῖς καὶ τιμὰς διὰ γραφῶν ὑπισχνούμενος,
καὶ οὐδ’ οὕτως πρὸς αὐτὸν ἐληλύθεσαν. οὕτως οὖν τοῦ
βασιλέως κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ἑτοιμαζομένου ἧκέ τις τέ
 Ῥομπέρτῳ ἀπαγγέλλων τὴν τοῦ ῥηγὸς Ἀλαμανίας εἰς Λογγιβαρδίαν
ὅσον ἤδη ἄφιξιν. ὁ δὲ ἐν ἀμηχανίᾳ γεγονὼς διεὐοχώτατα
 

 
ἐσκοπεῖτο τί ἂν χρὴ ποιεῖν. πολλὰ τοίνυν γνωσιμαχήσας,
ἐπεὶ τὸν μὲν Ῥογέρην ἐν τῷ πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπερᾶν
διάδοχον τῆς αὐτοῦ ἀρχῆς κατέλιπε, τῷ δέ γε Βαϊμούντῳ
 νεωτέρῳ ὄντι οὔπω χώραν τινὰ ἀπενείματο, συναγαγὼν τοὺς
κόμητας ἅπαντας καὶ ἐκκρίτους τοῦ ὁπλιτικοῦ παντὸς μετακαλεσάμενος 
τὸν υἱὸν αὐτοῦ Βαϊμοῦντον τὸν Σανίσκον δημηγόρος
προὐκάθητο καί φησιν “οἴδατε, κόμητες, ὅτι τὸν φίλτατόν
μοι υἱὸν Ῥογέρην καὶ πρωτότοκον τῶν υἱῶν κύριον
τῆς ἐμῆς ἐν τῷ πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν μέλλειν διαπερᾶν κατέστησα
χώρας. οὐ γὰρ ἐχρῆν ἐκεῖθεν ὑποχωροῦντα καὶ τοιοῦτο 
ἀναδεχόμενον ἔργον τὴν ἰδίαν χώραν ἄτερ ἡγεμόνος καταλιπεῖν
εἰς προνομὴν ἕτοιμον παντὶ τῷ βουλομένῳ ἐκκεῖσθαι.
 ἐπεὶ δὲ ὁ ῥὴξ Ἀλαμανίας πολιορκήσων ταύτην ἤδη καταλαμβάνει,
 χρὴ καὶ ἡμᾶς ὡς ἐνὸν ταύτης ἀντιποιήσασθαι.
οὐδὲ γὰρ δεῖ ἑτέρων ἐπιλαμβανομένους τῶν ἰδίων κατερρᾳθυμηκέναι. 
λοιπὸν ἐγὼ μὲν ἄπειμι, ἐφ’ ᾧ τῆς οἰκείας χώρας
ἀντιποιήσασθαι, τὴν πρὸς τὸν Ἀλαμανίας ἀναδησάμενος
μάχην. τουτῳὶ δέ μοι τῷ υἱῷ τῷ νεωτέρῳ ἐπαφίημι τό τε
Δυρράχιον καὶ τὸν Αὐλῶνα καὶ τὰς λοιπὰς πόλεις καὶ νήσους,
ὅσας φθάσας αὐτὸς τὠμῷ δόρατι κατέσχον. παρεγγυῶμαί 
δὲ καὶ ὑμῖν καὶ ἀξιῶ ὡς ἐμὲ τοῦτον λογίζεσθαι καὶ ὅλῃ
ψυχῇ καὶ γνώμῃ ὑπὲρ αὐτοῦ μάχεσθαι. καὶ σοὶ δὲ τῷ φιλτάτῳ
 μοι ἐπισκήπτω υἱῷ’’ ἀποστρέψας τὸν λόγον πρὸς τὸν
Βαϊμοῦντον “διὰ τιμῆς πάσης τοὺς κομήτας ἄγειν καὶ συμβούλοις
ἐν ἅπασι χρᾶσθαι καὶ μὴ οἷον ἐναυθεντεῖν, ἀλλὰ 
πάντων αὐτοῖς κοινωνεῖν. σὺ δὲ ἀλλ’ ὅρα μὴ καταμελήσῃς
τὸν κατὰ τοῦ βασιλέως Ῥωμαίων ἀναπράξασθαι πόλεμον, ἀλλ’
ἐν ὅσῳ μεγάλην ἧτταν ἡττήθη καὶ μικροῦ μαχαίρας ἔργον
ἐγεγόνει καὶ τὸ πολὺ τῶν αὐτοῦ στρατευμάτων τῷ πολέμῳ
ἀνήλωτο (“χκὶ γάρ’’ φησι “καὶ ἐγγὺς ἦλθε τοῦ 
καὶ ἐκ μέσων τῶν χειρῶν ἡμῶν τραυματίας ᾤχετο”), μὴ
 

 
ἀνήσεις ὅλως, μή πως ἀνέσεως τυχὼν συλλέξαι τό τε πνεῦμα 
καὶ γενναιότερον ἢ τὸ πρότερον ἀντικατασταίη σοι. Οὐ γὰρ
τῶν τυχόντων ὁ ἀνήρ, ἀλλ᾿ ἐκ νηπίου πολέμοις καὶ μάχαις
ἐντραφεὶς πᾶσάν τε τὴν ἕω καὶ τὴν ἑσπέραν διεληλυθὼς
 ὁπόσους ἀποστάτας τοῖς πρῴην αὐτοκράτορσι δορυθηράτους
ἐποίησε, καὶ αὐτὸς πάντως ἐκ πολλῶν ἀκούεις. Εἰ γοῦν ὅλως
ἀναπέσῃς καὶ μὴ κατ᾿ αὐτοῦ χωρήσεις πάσῃ γνώμῃ, ὁπόσα μὲν
αὐτὸς ἔργα πολλὰ καμὼν ἤνυσα, φροῦδα ποιήδεις, αὐτὸς δὲ
τοὺς καρποὺς τῆς ἰδίας ῥᾳθυμίας πάντως δρέψῃ. Κἀγὼ μὲν
 ἤδη ἄπειμι ἀγωνιςόμενος τὸν ῥῆγα τῆς ἡμεδαπῆς ἀπελάσαι
Χώρας καὶ οὕτω τὸν φίλτατόν μοι Ῥογέρην ἐπὶ τῆς δοθείσης 
Αὐτῷ ἐξουσίας ἑδράσαι.” Οὕτω μὲν οὖν συνταξάμενος αὐτῷ
Εἰσεληλυθὼς εἰς μονῆρες τὴν περαίαν τῆς Λογγιβαρδίας κατέλαβε·
Καὶ ὀξέως εἰς τὸ Σαλερηνὸν ἐκεῖθεν παραγίνεται,
 ὅπερ πάλαι ποτὲ εἰς κατοικίαν τῶν τῆς δουκικῆς ἀξίας ἀντιποιουμένων
ἀφώριστο. Κεῖθι γοῦν ἐγκαρτερήσας ἱκανὰς συνειλόχει
δυνάμεις καὶ μισθοφορικὸν ἐξ ἀλλοδαπῶν ὅτι πλεῖστον.
ὁ δὲ ῥὴξ Ἀλαμανίας κατὰ τὰς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
ὑποσχέσεις καταλαμβάνειν ἤδη τὴν Λογγιβαρδίαν ἠπείγετο.
 τοῦτο μεμαθηκὼς ὁ Ῥομπέρτος ἔσπευδε τὴν Ῥώμην καταλαβεῖν 
ἑνωθηςόμενος τε τῷ πάπᾳ καὶ τὸν Ἀλαμανίας ἀπείρξων
τοῦ προκειμένου σκοποῦ. ἐπεὶ δὲ οὐδ᾿ ὁ πάπας πρὸς
τοῦτο ἀνένευεν, ἄμφω κατὰ τοῦ Ἀλαμανίας ἐξώρμησαν. ὁ
μέντοι ῥὴξ πολιορκῆσαι τὴν Λογγιβαρδίαν ἐπειγόμενος, ἐπεὶ
 καὶ τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα μεμαθήκοι καὶ ὅτι μεγάλην
ἥτταν ἡττηθείς, τῶν μὲν τοῦ στρατεύματος ξιφῶν παρανάλωμα
γεγονότων, τῶν δὲ ἑκασταχοῦ διασπαρέντων, αὐτὸς
εἰς πολλοὺς καταστὰς κινδύνους ἐν τῷ γενναίως μάχεσθαι
καιρίως ἐν διαφόροις τοῦ σώματος πληγεὶς μέρεσι τόλμη καὶ 
 γενναιότητι γνώμης παραδόξως ἐρρύσθη, στρέψας τὰς ἡνίας 
 

 
πρὸς τὴν ἐνεγκαμένην ἐχώρει τοῦτο νίκην λογισάμενος τὸ
μὴ κινδύνοις ἑαυτὸν ὑποβαλεῖν ἐπὶ μηδενὶ δέοντι. οὗτος
μὲν οὖν εἴχετο τῆς πρὸς τὰ οἴκοι φερούσης · ὁ δὲ Ῥομπέρτος
φθάσας εἰς τὴν τοῦ ῥῆγος παρεμβολὴν αὐτὸς μὲν προσωτέρω
διώκειν οὐκ ἤθελεν, ἀπόμοιραν δὲ ἱκανὴν τῶν αὐτοῦ ταγμάτων 
διελὼν διώκειν τόν Ἀλαμανίας προὐτρέψατο. αὐτὸς
δὲ τὴν λείαν πᾶσαν ἀναλαβόμενος μετὰ τοῦ πάπα πρὸς
 Ῥώμην ἀπένευσε. καὶ τοῦτον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θρόνου ἔδρασας
εὐφημίας αὖθις παρ’ ἐκεῖνον τυγχάνει κἄπειτα πρὸς τὸ
Σαλερηνὸν ἐπανέρχεται τῆς ἐκ τῶν πολλῶν μόθων κακοπαθείας 
ἑαυτὸν ἀνακτησόμενος.

Μετ’ οὐ πολὺ δὲ καταλαμβάνει τοῦτον ὁ Βαϊμοῦντος
τὴν ἀγγελίαν τῆς ἐπισυμβάσης αὐτῷ ἥττης ἐπὶ τοῦ
προσώπου φέρων. ὅπως δὲ ξυνέπεσε τὰ τῆς τύχης αὐτῷ,
ὁ λόγος ἤδη δηλώσει. καὶ γὰρ τῶν ἐκείνου μεμνημένος 
παραγγελμάτων καὶ ἄλλως δὲ Ἀρηΐφιλος ὢν ἀνὴρ καὶ φιλοκινδυνότατος
ἀπρὶξ τῆς κατὰ τοῦ βασιλέως μάχης εἴχετο.
καὶ τὰς ἰδίας δυνάμεις ἀναλαβόμενος συνεφεπομένους ἔχων
καὶ ὁπόσοι ἐλλογιμώτεροι καὶ λογάδες Ῥωμαίων στρατιῶται
 καὶ ἡγεμόνες τῶν παρὰ τοῦ Ῥομπέρτου κατασχεθεισὼν χωρῶν 
καὶ πόλεων ἀπεγνωκότες γὰρ καθάπαξ τοῦ
ὅλοι τῆς τοῦ Βαϊμούντου γεγόνασι γνώμης) καταλαμβάνει
διὰ τῆς Βαγενητίας τὰ Ἰωάννινα καὶ τάφρον κατὰ τοὺς
ἔξωθεν διακειμένους ἀμπελῶνας ποιήσας πρότερον , ἅμα δὲ
καὶ τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν ἐν ἐπικαίροις τόποις καταθέμενος 
αὐτὸς ἐντὸς τὰς σκηνὰς ἐπήξατο. τὰ δὲ τείχη περιαθρήσας
καὶ τὴν τοῦ κάστρου ἀκρόπολιν ἐπισφαλῆ διαγνοὺς οὐ μόνον
αὐτὴν ἀνορθοῦν ὡς ἐνὸν ἠπείγετο, ἀλλὰ καὶ ἑτέραν ἐν
ἄλλῳ μέρει τῶν τειχῶν, οὗ μᾶλλον συνοῖσον αὐτῷ δέδοκτο,
 ἐρυμνοτάτην ἀνῳκοδόμει λῃζόμενος ἅμα καὶ τὰς παρακειμένας 
πόλεις καὶ χώρας. ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ
εὐθὺς μηδὲ μελλήσας ὅλως τὰς δυνάμεις ἁπάσας συναγαγὼν
 

 
τῆς Κωνσταντίνου σπεύσας ἔξεισι κατὰ μῆνα Μάιον.
τοιγαροῦν τὰ Ἰωάννινα καταλαβών, ἐπεὶ ὁ τοῦ πολέμου καὶ
τῆς μάχης καιρὸς ἤδη παρῆν, τὰ οἰκεῖα στρατεύματα μηδὲ
τὸ πολλοστὸν τῶν τοῦ Βαϊμούντου δυνάμεων ὄντα κατανοῶν
 καὶ ἄλλως δὲ ἀπὸ τῆς μετὰ τοῦ Ῥομπέρτου προηγησαμένης
μάχης γινώσκων τὴν πρώτην κατὰ τῶν ἐναντίων
ἱππασίαν τῶν Κελτῶν ἀνύποιστον δέον ἔκρινε πρῶτον μὲν
διὰ πελταστῶν μετρητῶν τινων καὶ ἐκκρίτων ἀκροβολισμοὺς 
ποιήσασθαι, ἵν’ ἐντεῦθεν ἔνδειξιν τινα καὶ τῆς τῷ Βαϊμούντῳ
 ἐνυπαρχούσης στρατηγικῆς ἐπιστήμης σχοίη, καὶ γένηταί οἱ
διὰ τῶν μερικῶν προσβολῶν τὴν τοῦ ὅλου γνῶσιν ἐσχηκέναι
κἀντεῦθεν ξὺν ἐπιστήμῃ βεβαιότερον πρὸς τὸν Κελτὸν ἀντιπαρατάξασθαι.
οὕτω γοῦν τὰ στρατεύματα κατ’ ἀλλήλων
ἐσφάδαζεν · ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν ἀνύποιστον τῶν Λατίνων
 δεδιὼς πρώτην προσβολὴν καινόν τι ποιεῖ. ἁμάξας κουφοτέρας
κατασκευάσας καὶ τῶν συνήθων ἥττους ἐφ’ ἑκάστῃ τούτων
κοντοὺς ἐνέπηξε τέσσαρας καὶ πεζοὺς ὁπλοφόρους ἐπέστησεν,
ὥστε ὁπηνίκα οἱ Λατῖνοι ὅλους ῥυτῆρας χαλάσαντες κατὰ
τῆς Ῥωμαϊκῆς ὁρμήσουσι φάλαγγος, τὰς ἁμάξας ὠθεῖσθαι 
 πρόσω διὰ τῶν ὑφισταμένων ὁπλοφόρων πεζῶν, ἕν’ οὕτω τὸ 
συνεχὲς διακόπτηται τοῦ συνασπισμοῦ τῶν Λατίνων. καὶ
ἐπεὶ καιρὸς πολέμου παρῆν τοῦ ἡλίου ἤδη τοῦ ὁρίζοντος
λαμπρῶς ὑπερκύψαντος , ὁ αὐτοκράτωρ τὰς φάλαγγας εἰς
πολέμου τύπον καταστήσας αὐτὸς τὸ μεσαίτατον εἶχεν. ὁ
 γοῦν Βαϊμοῦντος οὐκ ἀνέτοιμος τῆς μάχης συγκροτουμένης
πρὸς τὴν μηχανὴν ἐφάνη τοῦ αὐτοκράτορος , ἀλλ’ ὥσπερ
προγνοὺς τὸ βεβουλευμένον μεθαρμόζεται πρὸς τὸ ξυμπεσόν
καὶ τὰς ἰδίας δυνάμεις δίχα διελὼν καὶ τὰς ἁμάξας παρεκκλίνας
κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἑκατέρωθεν ἵεται παρατάξεως.
 καὶ φάλαγγες μὲν φάλαγξι τηνικαῦτα ἐμίγνυντο καὶ ἀνέρες 
 

 
ἀνδράσι κατὰ στόμα ἐμάχοντο. οὕτω δὲ πολλῶν ἑκατέρωθεν
ἐν τῷ μάχεσθαι πεσόντων τὴν μὲν νικῶσαν εἶχεν ὁ Βαϊμοῦντος,
ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ καθάπερ τις πύργος ἀκλόνητος
ἵστατο ἐξ ἐκατέρου μέρους βαλλόμενος καὶ ὅπου μὲν ἱππαζόμενος
κατὰ τῶν ἐπιόντων Κελτῶν καὶ συμπλεκόμενος ἐνίοις 
πλήττων καὶ κτείνων καὶ πληττόμενος , ὅπου δὲ καὶ τοὺς
φεύγοντας συχνοῖς ἐμβοήμασιν ἀνακτώμενος. ὡς δ’ εἰς μέρη
πολλὰ τὰς φάλαγγας διασπασθείσας ἑώρα, δεῖν ἐλογίσατο
καὶ αὐτὸς ἑαυτῷ τὸ ἀσφαλὲς περιποιήσασθαι οὐ σώσων
ἑαυτὸν οὐθ’ ὑπὸ δειλίας συγχυθείς , ὡς τάχα ἄν τις εἴπῃ, 
 ἀλλ’ εἰ που τὸν κίνδυνον διεκφυγὼν καὶ συλλεξάμενος
ἑαυτὸν αὖθις γενναιότερον τοῖς μαχομένοις Κελτοῖς ἀντικατασταίη.
ὑποφεύγων δὲ τοὺς ἐχθροὺς μετ’ ὀλίγων πάνυ
τινῶν καὶ τῶν Κελτῶν τισιν ἐντυχὼν αὖθις ἐκεῖνος ὁ ἀκαταπτόητος
στρατηγὸς ἐδείκνυτο. ἀναρρώσας γὰρ τοὺς σὺν αὐτῷ 
καὶ σφοδρὰν τὴν κατ᾿ αὐτῶν ἱππασίαν ὡς σήμερον τεθνηξόμενος
ποιήσας ἢ κατὰ κράτος ἡττήσων κτείνει μὲν αὐτὸς
 παίσας ἕνα τῶν Κελτῶν, καὶ ὁπόσοι δὲ σὺν αὐτῷ Ἄρεως
ἦσαν ὑπασπισταί, πολλοὺς τρώσαντες ἐξεδίωξαν. καὶ οὕτως
ἀμετρήτους καὶ μεγίστους διεκφυγὼν κινδύνους αὖθις σῴζεται 
διὰ τῶν Στρουγῶν διελθὼν εἰς Ἀχρίδας κἀκεῖθι ἐγκαρτερήσας
καὶ ἱκανοὺς τῶν πεφευγότων ἀνακαλεσάμενος
αὐτοῦ που μετὰ τοῦ μεγάλου δομεστίκου πάντας καταλιπὼν
καταλαμβάνει τὸν Βαρδάρην, οὐ ῥᾳστώνης χάριν · βασιλικὰς
γὰρ ῥᾳθυμίας καὶ ἀναπαύλας οὐδαμῶς ἑαυτῷ ἀπεμέτρει. καὶ 
αὖθις συναγαγὼν τὰ στρατεύματα καὶ μισθοφορικὸν συλλεξάμενος
κατὰ τοῦ Βαϊμούντου χωρεῖ ἔτερόν τι σκοπήσας,
δι’ οὗ καταγωνίσαιτο τοὺς Κελτούς. τριβόλους γὰρ σιδηρᾶς
κατασκευάσας, ἐπεὶ τὴν μάχην ἐς νέωτα προσεδόκα, ἑσπέρας
ταύτας ἐν τῷ μεσαιχμίῳ τῆς πεδιάδος κατέστρωσεν, οὗπερ 
 σφοδροτέραν ἐστοχάζετο τοὺς Κελτοὺς τὴν ἱππασίαν ποιήσασθαι,
μηχανώμενος τάχα τὴν πρώτην καὶ ἀνύποιστον τῶν
 

 
Λατίνων ὁρμὴν διὰ τούτων ἀποθραῦσαι περιπαρέντων [τῶν
τριβόλων] τοῖς ποσὶ τῶν ἵππων καὶ τοὺς μὲν κατὰ μέτωπον
ἱσταμένους τῶν Ῥωμαίων, ὁπόσοι δόρατα ἔφερον, μεμετρημένας
τὰς ἱππασίας ποιεῖσθαι καὶ ὁπόσον μὴ ταῖς τριβόλοις
 περιπαρεῖεν, ἀλλ’ ἐφ’ ἑκάτερα σχιζομένους ὑποστρέφειν, τοὺς
δὲ πελταστὰς πόρρωθεν κατὰ τῶν Κελτῶν σφοδροὺς ἐκπέμπειν
τοὺς ὀιστούς, τὸ δέ γε δεξιὸν καὶ εὐώνυμον κέρας ἐξ
ἑκατέρου μέρους ἀσχέτῳ ῥύμῃ τοῖς Κελτοῖς ἐπεισπεσεῖν. τοιαῦτα
μὲν τὰ τοὐμοῦ πατρὸς διανοήματα · τὸν δὲ Βαϊμοῦντον
 ταῦτα οὐ διέλαθε. συνέβαινε γάρ τι τοιοῦτον. ὅπερ γὰρ 
ὁ βασιλεὺς ἑσπέρας κατ’ ἐκείνου ἐβουλεύσατο, πρωΐας ὁ 
Κελτὸς μεμάθηκε. καὶ πρὸς τὸ ἀκουσθέν εὐφυῶς μεθαρμοσάμενος
τὴν μάχην ἀνεδέχετο καὶ οὐκέθ’, ὡς ἔθος αὐτῷ,
τὴν ὁρμὴν τῆς μάχης ἐποίει, ἀλλὰ προαρπάσας τὴν τοῦ
 αὐτοκράτορος βουλὴν αὐτὸς ἐξ ἑκατέρου μέρους τὸν μόθον
μᾶλλον ἀνερρίπισε τὴν κατὰ μέτωπον φάλαγγα ἀτρεμεῖν τέως
παρακελευσάμενος. τῆς γοῦν μάχης ἀγχεμάχου γεγονυίας
οἱ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος τὰ νῶτα τοῖς Λατίνοις δεδώκασι
μηδ’ ἀντωπῆσαι τούτοις τοῦ λοιποῦ ἰσχύοντες προκατεπτοημένοι
 ὄντες διὰ τὴν προηγησαμένην ἧτταν. καὶ 
σύγχυσις τηνικαῦτα τῆς Ῥωμαϊκῆς παρατάξεως ἦν, κἂν
ὁ βασιλεὺς ἀκλόνητος μένων γενναίως καὶ χειρὶ καὶ γνώμῃ
ἀντικαθίστατο πολλοὺς μὲν τρώσας, ἔστι δ’ οὗ καὶ τρωθείς.
καὶ ἐπεὶ τὸ ἅπαν ἐκρεῦσαν ἤδη στράτευμα ἐθεάσατο καὶ
 ἑαυτὸν μετ’ ὀλίγων καταλειφθέντα, δέον ἐλογίσατο μὴ ἀλόγως
ἀνθιστάμενος κινδυνεῦσαι. ἐπὰν γάρ τις πολλὰ μογήσας μὴ
πρὸς ἰσχύος ἔχοι τοῖς ἐχθροῖς ἀντικαθίστασθαι, μάταιος ἂν 
ᾐ εἰς προῦπτον κίνδυνον ἑαυτὸν συνωθῶν. τοῦ γοῦν δεξιοῦ
καὶ εὐωνύμου κέρως τῆς Ῥμωαϊκῆς φάλαγγος φυγαδείᾳ χρησαμένων
 ὁ βασιλεὺς ἔτι ἐγκαρτερῶν μετὰ τῆς τοῦ Βαϊμούντου
φάλαγγος γενναίως ἀπεμάχετο τὸν ὅλον αὐτὸς ἀναδεξάμενος
πόλεμον. τὸ δὲ ἀναντίρρητον συνιεὶς τοῦ κινδύνου δέον
 

 
ἔκρινεν ἑαυτὸν περισῶσαι, ὡς αὖθις δύνασθαι μάχεσθαι
πρὸς τὸν καταγωνισάμενον καὶ ἀντίπαλος ἔσεσθαι καρτερώτατος
καὶ μὴ τὸ πᾶν τῆς νίκης ἄρασθαι τὸν Βαϊμοῦντον.
 τοιοῦτος γὰρ ἦν ἡττώμενος καὶ νικῶν, φεύγων καὶ αὖθις
διώκων, καὶ μηδέποτε ὑποπτήσσων μήτε μὴν ἀνελπιστίας 
βρόχοις ἁλισκόμενος. ἦν γὰρ καὶ εἰς θεὸν μεγίστην ἔχων
πίστιν καὶ τοῦτον μὲν ἐς μέσον διὰ παντὸς περιφέρων, ὅρκου
δὲ παντάπασιν ἀπεχόμενος. ἀπειρηκὼς οὖν, ὡς ἄνωθεν
εἴρηται, ὀπισθόρμητος καὶ αὐτὸς γέγονε διωκόμενος παρὰ
τοῦ Βαϊμούντου καὶ ἐκκρίτων κομητῶν. ἐν τούτοις δέ φησι 
πρὸς τὸν (οὑτος οὗτος δὲ πατρῷος αὐτοῦ θεράπων)
τοὺς σὺν αὐτῷ “μέχρι πόσου φευξόμεθα;’’ καὶ στρέψας τὸν
χαλινὸν καὶ τοῦ κουλεοῦ τὸ ξίφος ἐναγαγὼν παίει τὸν πρώτως
αὐτῷ συναντήσαντα κατὰ τῆς ὄψεως. τοῦτο οἱ Κελτοὶ
θεασάμενοι καὶ διαγνόντες αὐτὸν τῆς ἰδίας ἀπεγνωκότα 
 σωτηρίας , ἐπειδὴ τοὺς τοιαύτης γνώμης γεγονότας ἄνδρας
ἀκαταμαχήτους πάλαι ἐγίνωσκρν , ὑποσrαλέντες τοῦ διώκειν
ἐπαύσαντο. καὶ οὕτω τῶν διωκόντων ἀπαλλαγεὶς ὑπεξῄει
τοῦ κινδύνου. οὐδὲ φεύγων δὲ ὅλως ἀνεπεπτώκει , ἀλλὰ
τῶν φευγόντων τοὺς μὲν ἀνεκαλεῖτο, τοὺς δὲ καὶ ἐπέσκωπτε, 
κἀν οἱ πολλοὶ τὸν ἀγνοοῦντα ὑπεκρίνοντο. οὕτω γοῦν τοῦ
κινδύνου σωθεὶς εἰσέρχεται εἰς τὴν βασιλεύουσαν, ἐφ’ ᾧ συναγαγεῖν
αὖθις στρατεύματα καὶ κατὰ τοῦ Βαϊμούντου χωρῆσαι.

Ἐπεὶ δὲ τοῦ Ῥομπέρτου πρὸς Λογγιβαρδίαν παλινοστήσαντος
τὴν μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος μάχην ὁ Βαϊμοῦντος 
ἀνεδέξατο ταῖς ἐκείνου ὑποθημοσύναις χρώμενος καὶ διὰ
 παντὸς μάχας καὶ πολέμους ἀναρριπίζων, τὸν μὲν Πέτρον
τοῦ Ἀλίφα μετὰ τοῦ Πουντέση εἰς πολιορκίαν ἐν διαφόροις
χώραις ἐξέπεμψεν · ἔνθεν τοι καὶ τοὺς μὲν δύο Πολόβους
εὐθὺς ὁ Πέτρος τοῦ Ἀλίφα κατέσχε, τὰ δὲ Σκόπια ὁ προρρηθεὶς 
Πουντέσης· αὐτὸς δὲ μηνυθεὶς παρὰ τῶν Ἀχριδιωτῶν
ταχὺ τὰς Ἀχρίδας καταλαμβάνει. καὶ πρὸς μικρὸν ἐγχώραις]
 

 
καρτερήσας τοῦ Ἀριέβη φρουροῦντος τὸ κάστρον ἄπρακτος 
ἀπῆλιθεν εἰς τὸν Ὀστροβὸν κἀκεῖθεν κενὸς ἀποπεμφθεὶς
διῆλθε διὰ τοῦ Σοσκοῦ καὶ διὰ τῶν Σερβίων ἀπῆλθεν εἰς
Βέροιαν. καὶ προσβαλὼν ἐν πολλοῖς καὶ πολλάκις τόποις
 καὶ μὴ ἀνύσας διὰ τῶν Βοδινῶν καταλαμβάνει τὰ Μόγλενα 
καὶ ἀνεγείρει καστέλιόν τι πρὸ χρόνου ἐρειπωθέν. εἶτα
καταλιπὼν μεθ’ ἱκανῶν ἐκεῖ κόμητά τινα Σαρακηνὸν ἐξ
ἐπωνυμίας καλούμενον εἰς τὸν Βαρδάρην κατέλαβεν εἰς τὰς
καλουμένας Ἄσπρας Ἐκκλησίας. καὶ τριμηναῖον χρόνον
 ἐκεῖ ἐν τῷ μεταξὺ ἔκκριτοι τρεῖς τῶν κομητῶν, ὅ
τε Πουντέστης, ὁ Ῥεβόλδος καὶ Γελίελμός τις καλούμενος
συνωμοσίαν πεποιηκότες αὐτομολῆσαι πρὸς τὸν βασιλέα ἐφωράθησαν.
καὶ ὁ μὲν Πουντέσης τοῦτο προγνοὺς ἀποδράσας
προσῆλθε τῷ αὐτοκράτορι , οἱ δὲ λοιποὶ δύο κατεσχέθησαν
 καὶ ἀπελύθησαν κατὰ τὸν νόμον τῶν Κελτῶν πρὸς πόλεμον. 
καὶ ἡττηθεὶς κατεβλήθη ὁ Γελίελμος, ὃν καὶ κατασχὼν
ἐτύφλωσε, τὸν δέ γε ἕτερον Ῥεβόλδον ἀπέστειλε πρὸς τὸν
πατέρα αὐτοῦ Ῥομπέρτον εἰς Λογγιβαρδίαν, ὑφ’ οὗ ἀφαιρεῖται
καὶ οὗτος τοὺς ὀφθαλμούς. ὁ δὲ Βαϊμοῦντος ἀπάρας
 ἀπὸ τῶν Ἄσπρων Ἐκκλησιῶν ἀπῆλθεν εἰς Καστορίαν. τοῦτο
μαθὼν ὁ μέγας δομέστικος καταλαμβάνει τὰ Μόγλενα καὶ
κατασχὼν τὸν Σαρακηνὸν κτείνει παραυτίκα ἐριπώσας τελείως
τὸ καστέλιον. ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος ἐξελθὼν τῆς Καστορίας
ἔρχεται εἰς τὴν Λάρισσαν κεῖθι παραχειμάσαι βουλόμενος.
 καταλαβὼν δὲ τὴν μεγαλόπολιν ὁ αὐτοκράτωρ, καθάπερ
ἔρηται, εὐθὺς ἔργου εἴχετο, ὁποῖος ἐκεῖνος θερμουργὸς καὶ 
μηδέποτε ῥᾳστώνης μετειληχώς, δυνάμεις τε ᾐτεῖτο τὸν σουλτάνον
μετὰ ἡγεμόνων πεῖραν ἐκ μακροῦ ἐσχηκότων. ὁ δὲ
τηνικαῦτα πέμπει πρὸς αὐτὸν χιλιάδας ἑπτὰ μετὰ ἡγεμόνων
 λίαν ἐμπείρων καὶ αὐτὸν τὸν Καμύρην χρόνῳ καὶ πείρᾳ τῶν
 

 
ἄλλων ὑπερέχοντα. ἐν ὅσῳ δὲ ταῦτα ὁ βασιλεὺς ᾠκονόμει
καὶ ἡτοιμάζετο, ὁ Βαϊμοῦντος μέρος τι τοῦ ἰδίου στρατεύματος
ἀποδιελόμενος Κελτοὺς καταφράκτους ὅλους ἀποστείλας
ἐξ ἐπιδρομῆς κατέσχε τὴν Πελαγονίαν, τὰ Τρίκαλα καὶ τὴν
Καστορίαν. αὐτὸς δὲ ὁ Βαϊμοῦντος μετὰ ξύμπαντος τοῦ 
 στρατεύματος καταλαβὼν τὰ Τρίκαλα ἀποσπάδα τοῦ ὅλου
στρατεύματος ἀποστείλας γενναίους ὅλους ἐξ ἐφόδου κατέσχε
τὸν Τζίβισκον. κᾆθ’ οὕτως καταλαβὼν τὴν Λάρισσαν κατ
αὐτὴν τὴν τοῦ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου μνήμην σὺν ὅλαις
δυνάμεσι καὶ περιζώσας τὰ τείχη ἐπολιόρκει αὐτήν. ὁ δὲ 
ταυτηνὶ τὴν πόλιν φυλάττων πατρῴου τοῦ αὐτοκράτορος
θεράποντος υἱός, Λέων ὁ κεφαλᾶς, γενναίως πρὸς τὰς τοῦ
Βαϊμούντου ἀντικαθίστατο μηχανὰς ἐπὶ ὅλοις μησὶν ἕξ. δηλοῖ
δὲ τὴν τοῦ βαρβάρου ἔφοδον διὰ γραφῶν τηνικαῦτα τῷ
αὐτοκράτορι. ὁ δὲ οὐ παραχρῆμα , καίτοι σφαδάζων, τῆς 
πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον φερούσης ἥπτετο, ἀλλὰ πλεῖον μισθοφορικὸν
ἐπισυνάγων ἁπανταχόθεν ἀνεβάλλετο τὴν ἐξἐλευσιν.
 εἶτα καρτερῶς ὁπλίσας ἅπαντας ἔξεισι τῆς Κωνσταντίνου.
καὶ τοῖς μέρεσι τῆς Λαρίσσης ἐγγίσας καὶ διελθὼν
διὰ τοῦ βουνοῦ τῶν Κελλίων καὶ τὴν δημοσίαν λεωφόρον 
δεξιόθεν καταλιπὼν καὶ τὸν βουνὸν τὸν οὑτωσὶ ἐγχωρίως
καλούμενον Κίσσαβον κατῆλθεν εἰς Ἐζεβάν. χωρίον δὲ τοῦτο
Βλαχικὸν τῆς Ἀνδρωνείας ἔγγιστα διακείμενον. ἐκεῖθεν δὲ
καταλαβὼν ἑτέραν αὖθις κωμόπολιν Πλαβίτζαν συνήθως
καλουμένην, ἀγχοῦ που τοῦ οὑτωσί πως καλουμένου ποταμοῦ 
† ῥέοντος διακειμένην, τὴν σκηνὴν κατέθετο ἀποχρῶντα
τάφρον διορύζας. καὶ ἐγερθεὶς ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς ἀπῆλθεν
 ἄχρι τῶν κηπουρείων τοῦ Δελφῖνά κἀκεῖθεν εἰς τὰ Τρίκαλα.
γράμμα δέ τις τηνικαῦτα ἧκε κομίζων τοῦ κεφαλά Λέοντος,
 περὶ οὗ φθάσας ὁ λόγος ἐδήλωσε, παρρησιαστικώτερον γράφοντος 
φοντος “ἴσθι, βασιλεῦ , ὅτι μέχρι τοῦ νῦν σπουδὴν πολλὴν
 

 
Εἰσενηνοχὼς διετήρησα τὸ κάστρον ἀνάλωτον. ἤδη δὲ τῶν
ἐφειμένων Χριστιανοῖς τροφίμων στερούμενοι καὶ τῶν μὴ
προσηκόντων ἡψάμεθα. ἀλλὰ καὶ ταῦθ᾿ ἡμῖν ἐπέλιπον. Εἰ
γοῦν βοηθῆσαι ἡμῖν θέλων σπεύσεις καὶ τοὺς πολιορκοῦντας
 ἐκδιῶξαι δυνηθείης, τῷ θεῷ χάρις. Εἰ δ᾿ οὖν, τοὐμὸν ἤδη
Πεπλήρωκα· καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἀνάγκῃ δουλεύοντες (καὶ τί
γὰρ δεῖ πρὸς φύσιν καὶ τὴν ἐκ ταύτης τυραννίδα ποιεῖν;)
γνώμην ἔχομεν τὸ φρούριον παραδοῦναι τοῖς ἐπικειμένοις
ἐχθροῖς καὶ φανερῶς ἀποπνίγουσιν. ἀλλ᾿ εἰ ταῦτα δυστυχῆσαι
 συμβαίη, ἐπάρατος μὲν γενοίμην ἐγώ, τολμηρῶς δὲ 
Καὶ κατὰ τῇς σῆς βασιλείας τοῦτο παρρησιάζομαι· εἰ μὴ
Τάχιον σπεύσεις τοῦ κινδύνου ἡμᾶς ἐξελέσθαι μὴ πρὸς τοσοῦτον
Βάρος πολέμου τε καὶ λιμοῦ ἀντισχεῖν ἐπὶ πλέον
Δεδυνημένους, σὺ δ᾿ ὁ ἡμέτερος βασιλεύς, εἴ γε δυνάμενος
 βοηθεῖν οὐκ ἐπέσπευσας τὴν βοήθειαν, οὐκ ἂν φθάνοις
ἔγκλημα προδοσίας ἀποφυγγάνων”. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ δεῖν
ἔγνω διά τινος τρόπου ἑτέρου αὐτὸς καταγωνίσασθαι. Λογισμοὶ
δὲ τοῦτον συνεῖχον καὶ μέριμναι. Καὶ δῆτα σκοπῶν,
ὅπως χρὴ λόχους ἐνστήσασθαι, δι᾿ ὅλης ἡμέρας διεπονεῖτο
 θεὸν ἀρωγὸν ἐπικαλούμενος. Μετακαλεςάμενος οὖν τηνικαῦτα
Τῶν γερόντων τινὰ Λαρισσαῖον ἐπυνθάνετο περὶ τῆς τοῦ
Τόπου θέσεως. Καὶ ἀνατείνας τοὺς ὀφθαλμούς, ἅμα καὶ τῷ 
Δακτύλῳ ἐπισημαίνων, ἐπιμελῶς ἀνηρώτα, ὅπη φάραγγές
Εἰσι διερρωγυῖαι τοῖς τόποις ἢ λόχμαι τινὲς βαθεῖαι πρὸς
 αὐτὰς συνεχίζονται. Ταῦτα δὲ τοῦ Λαρισσαίου ἐπυνθάνετο
Βουλόμενος λόχον ἐπιστῆσαι καὶ δι᾿ ἀπάτης τοὺς Λατίνους
Καταγωνίσασθαι· τὸν γὰρ φανερὸν καὶ κατὰ μέτωπον φθάσας
ἀπηγόρευε πόλεμον πολλάκις συμβαλὼν καὶ ἡττηθεὶς καὶ
πεῖραν τῆς συμβολῆς τοῦ Φραγγικοῦ πολέμου λαβών. ἐπεὶ
 δὲ ἥλιος κατέδυ αὐτός τε δι᾿ ὅλης κεκοπιακὼς τῆς ἡμέρας
ὁ βασιλεὺς εἰς ὕπνον ἐτράπετο, ὄνειρος ἐφίσταται τούτῳ.
 

 
 ἐδόκει ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ τεμένους τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου
ἑστάναι καὶ φωνῆς ἀκοῦσαι “μὴ λνποῦ μηδὲ στένε,
αὔριον νικᾷς”. τὴν δὲ φωνὴν βάλλειν αὐτοῦ τὴν ἀκοὴν
ᾤετο ἐκ μιᾷς τῶν ἐν τῷ τεμένει ἀπῃωρημένων εἰκόνων, ἐν
ᾗ ὁ μεγαλόμαρτυς Δημήτριος κατεγέγραπτο. διυπνισθεὶς δὲ 
καὶ περιχαρὴς γεγονὼς ἐκ τῆς τοῦ ὀνείρου ταύτης ὀμφῆς
ἐθεοκλύτει τε τῷ μάρτυρι καὶ προσυπισχνεῖτο, εἰ γένοιτό οἱ
νίκην κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἄρασθαι, αὐτόθι τε παραγενέσθαι
καὶ πρὸ σταδίων ἱκανῶν τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης οὐκ
ἔφιππον, ἀλλὰ πεζῇ καὶ βάδην ἐρχόμενον εἰς τὴν αὐτοῦ 
 ἐλεύσεσθαι προσκύνησιν. καὶ δὴ μετακαλεσάμενος τοὺς στρατηγούς
τε καὶ ἡγεμόνας καὶ συγγενεῖς ἅπαντας βουλῆς ἤρχετο
τὴν ἑκάστου γνώμην ἀναζητῶν· εἶτα τὸ σκοπηθὲν ἀπήγγειλε.
τὸ δὲ ἦν παραδοῦναι τὰ τάγματα ἅπαντα τοῖς συγγενέσιν
αὐτοῦ· προεξάρχοντα δὲ τὸν Μελισσηνὸν Νικηφόρον ἐφίστησι 
καὶ τὸν Κουρτίκιον Βασίλειον, τὸν καὶ Ἰωαννάκην καλούμενον·
ἀνὴρ δὲ οὗτος τῶν ἐπιφανῶν, περιβόητος ἐπ᾿ ἀνδρείᾳ καὶ
στρατιωτικῇ ἐπιστήμῃ, ἐξ Ἀδριανουπόλεως ὁρμώμενος. οὐ
τὰ τάγματα δὲ μόνον αὐτοῖς παραδίδωσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς
βασιλείας παράσημα ἅπαντα. ἐπέσκηπτε δὲ ποιήσασθαι τὴν 
 παράταξιν καθ᾿ ὅ σχῆμα ἐν τοῖς προηγησαμένοις πολέμοις
 αὐτὸς παρετάττετο παραγγείλας αὐτοῖς δι᾿ ἀκροβολισμῶν
πρότερον ἀπόπειραν τῶν ἔμπροσθεν τῶν Λατίνων ἐρχομένων
ποιήσασθαι, εἶτα τὸ ἐνυάλιον ἀλαλάξαντας πανστρατὶ κατ᾿
αὐτῶν χωρῆσαι· ἐπὰν δὲ ὁ συνασπισμὸς γένηται καὶ εἰς 
χεῖρας κατ᾿ ἀλλήλων ἔλθωσι, νῶτα παρασχεῖν τοῖς Λατίνοις
καὶ φεύγειν ἀκρατῶς ὡς πρὸς τὸ Λυκοστόμιον ὑποκρίνεσθαι.
ἐν ᾧ δὲ ταῦτα ὁ βασιλεὺς παρεκελεύετο, χρεμετισμὸς ἁπάντων
τῶν ἵππων τοῦ στρατοπέδου αἴφνης ἐξηκούσθη. καὶ θάμβος
ἐπὶ τούτῳ κατέσχεν ἅπαντας· ἀγαθὸς δὲ ὅμως οἰωνὸς αὐτῷ 
τε τῷ βασιλεῖ τηνικαῦτα καὶ πᾶσι τοῖς περιεργοτέροις ἐδόκει.
 

 
ἀλλὰ ταῦτα μὲν οὕτω πως ἐπισκήψας αὐτοῖς καὶ καταλιπὼν 
δεξιόθεν τοῦ κάστρου Λαρίσσης περιμείνας τὴν τοῦ ἡλίου
δύσιν γεννάδας τινὰς ἄνδρας ἕπεσθαί οἱ ἐπιτάξας τὴν τοῦ
Λιβοτανίου κλεισούραν διεληλυθὼς καὶ τὸν Ῥεβένικον περικόψας
 καὶ διὰ τῆς καλουμένης Ἀλλαγῆς πρὸς τὸ εὐώνυμον
Τῆς Λαρίσσης μέρος καταλαβὼν καὶ περιαθρήσας τὴν ἅπασαν
Τοῦ τόπου θέσιν χθαμαλώτερον τόπον κατανοήσας ἐκεῖθι
Μετὰ τῶν συνεφεπομένων αὐτῷ λοχῶν ἦν. Οἱ δὲ ἡγεμόνες
Τῶν Ῥωμαϊκῶν ταγμάτων, ὁπηνίκα ὁ βασιλεὺς προλοχίσειν,
 ὡς εἴρηται, ἐπειγόμενος τὴν τοῦ Λιβοτανίου κλεισούραν
Διέρχεσθαι ἔμελλε, τηνικαῦτα ἀποσπάδα τῶν Ῥωμαϊκῶν
ἀποδιελόμενοι ταγμάτων κατὰ τῶν Κελτῶν ἐξέπεμψαν, ἐφ᾿
ᾧ πρὸς ἑαυτοὺς ἑλκύσαι, ὡς μὴ ἐκεχειρίαν ἔχοιεν φωρᾶσαι
τὸν αὐτοκράτορα, ὅπη πορεύεται. Οἳ καὶ πρὸς τὴν πεδιάδα
 κατελθόντες προςέβαλον τοῖς Κελτοῖς καὶ ἐφ᾿ ἱκανὸν μαχεςάμενοι
Διέστησαν τῆς νυκτὸς ἀπάρτι μὴ παραχωρούσης τὴν
Μάχην. Καταλαβὼν δὲ τὸν σκοπηθέντα τόπον ὁ βασιλεὺς 
ἅπαντας ἀποβῆναι τῶν ἵππων ἐκέλευσε καὶ ἐπὶ γόνυ κλιθέντας
τοὺς χαλινοὺς χερςὶ κατέχειν. Καὶ αὐτὸς δὲ χαμαιδρύῳ
 περιτυχὼν ὡσαύτως κατακλιθεὶς τὸν χαλινὸν ἐν χερςὶ κατέχων
ἐπὶ πρόσωπον τὸ ἐπίλοιπον τῆς νυκτὸς ἔκειτο.

Ἀνίσχοντος δὲ τοῦ ἡλίου, ἐπεὶ τὰ τῶν Ῥωμαίων
Τάγματα κατὰ φάλαγγας ἱστάμενα ὁ Βαϊμοῦντος ἐθεάσατο
Τάς τε βασιλικὰς σημαίας καὶ τὰ ἀργυρόηλα δόρατα καὶ τοὺς
 ἵππους μετὰ τῶν βασιλικῶν ἐρυθρῶν ἐφεστρίδων, ὡς ἐνὸν
Καὶ αὐτὸς κατ᾿ αὐτῶν τὴν ἰδίαν κατεστήσατο φύλαγγα διχῆ
Διελὼν τὰς δυνάμεις καὶ τῶν μὲν αὐτὸς κατάρχων, τῶν δὲ 
Φαλαγγάρχην τὸν Βρυέννιον καταστήσας· Λατῖνος δὲ οὗτος
Τῶν ἐπιφανῶν, ὃν καὶ κονοσταῦλον ὠνόμασαν· οὕτω γοῦν
 τὰς ἰδίας καταστήσας δυνάμεις τὸ σύνηθες καὶ πάλιν ποιεῖ
Καὶ κατὰ μέτωπον τῆς παρατάξεως, ὅπου τὰ βασιλικὰ ἑώρα
 

 
παράσημα, ἐκεῖ τὸν αὐτοκράτορα νομίσας εἶναι ὡς πρηστὴρ
τοῖς φαινομένοις ἐμπίπτει. οἱ δὲ μικρὸν ἀντισχόντες τὰ
νῶτα τούτῳ διδόασιν· ὁ δὲ τούτους διώκων ὄπισθεν ἤλαυνεν
ἀκρατῶς, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν. ὁ μέντοι βασιλεὺς
τὰ ἴδια τάγματα ἐπὶ πολὺ φεύγοντα ὁρῶν καὶ τὸν Βαϊμοῦντον 
 ὄπισθεν τῶν Ρωμαϊκῶν ταγμάτων ἀκρατῶς διώκοντα
στοχασάμενος ἱκανὸν ἤδη διάστημα τῆς ἰδίας ἀποστῆναι τὸν
Βαϊμοῦντον παρεμβολῆς, ἐπὶ τὸν ἵππον ἀναβάς, τὸ αὐτὸ δὲ
καὶ τοῖς μετ’ αὐτοῦ παρακελευσάμενος καταλαμβάνει τὴν
τοῦ Βαϊμούντου παρεμβολήν. καὶ εἴσω ταύτης γενόμενος 
πολλοὺς μὲν τῶν παρευρεθέντων Λατίνων ἀναιρεῖ καὶ τὰ
λάφυρα ἐκεῖθεν ἀναιρεῖται· εἶτα περιαθρεῖ τοὺς διώκοντας
καὶ φεύγοντας. καὶ ἐπεὶ ἀτέχνως τὴν φυγὴν ἑώρα ποιουμένους
καὶ τὸν Βαϊμοῦντον ὄπισθεν διώκοντα καὶ ἐκείνου
ὄπισθεν τὸν Βρυέννιον, μετακαλεσάμενος τὸν καλούμενον 
Πύρρον Γεώργιον ἐπὶ τοξείᾳ ὑμνούμενον καὶ ἑτέρους ἄνδρας
 γενναίους χωρίσας ἱκανοὺς πελταστὰς ὄπισθεν τοῦ Βρυεννίου
ὀξέως ἐλαύνειν ἐπέσκηψε, φθάσαντας δὲ μὴ ἀγχέμαχον τὴν
μάχην ποιῆσαι, ἀλλὰ πόρρωθεν κατὰ τῶν ἵππων μᾶλλον
συχνὰ πέμπειν τὰ βέλη. ἐπικαταλαβόντες οὖν τοὺς Κελτοὺς 
 τοὺς ἵππους πυκνοῖς ὀιστοῖς ἔβαλλον, ὡς ἐν ἀμηχανίᾳ τοὺς
ἱππότας καθίστασθαι. καὶ γὰρ ἀνὴρ Κελτὸς πᾶς ἐποχούμενος
μὲν ἀνύποιστος τὴν ὁρμὴν καὶ τὴν θέαν ἐστίν, ἐπὰν δ’
ἀποβαίη τοῦ ἵππου, τὸ μέν τι τῷ μεγέθει τῆς ἀσπίδος, τὸ
δέ τι καὶ διὰ τὰ τῶν πεδίλων προάλματα καὶ δρόμον ἀνεπιτήδειον 
εὐχειρότατός τε τηνικαῦτα γίνεται καὶ ἀλλοῖος παντάπασιν
 ἢ πρότερον ὀκλαζούσης οἷον καὶ τῆς ψυχικῆς αὐτῷ
προθυμίας. καὶ τοῦτο, οἶμαι, γινώσκων ὁ βασιλεὺς μὴ τοὺς
ἱππότας, ἀλλὰ ἵππους ἀναιρεῖν ἐπέταττε. τῶν δὲ ἵππων
τῶν Κελτῶν πιπτόντων περιεδινοῦντο οἱ τοῦ Βρυεννίου. καὶ 
ἀπὸ τῆς τούτων πολλῆς συστροφῆς κονίσσαλος μακρὸς καὶ
πυκνὸς ἵστατο μέχρι νεφῶν κορυφούμενος, ὡς παραβάλλεσθαι
 

 
Τοῦτον κατ᾿ ἐκεῖνο καιροῦ τῷ κατὰ τὴν Αἴγυπτον γεγονότι
Πάλαι σκότει ψηλαφητῷ. Τάς τε γὰρ τούτων ὄψεις ἡ πυκνότης
ἀπετύφλου τῆς κόνεως καὶ ἄγνοιαν ἐμπαρεῖχεν, ὁπόθεν
καὶ παρὰ τίνων οἱ ὀϊστοὶ πέμπονται. Τρεῖς δὲ Λατίνους
 ἀποστείλας ὁ Βρυέννιος ἐδήλωσε τῷ Βαϊμούντῳ τὸ πᾶν. οἳ
Καὶ κατέλαβον αὐτὸν εἴς τι νηςίδιον ποταμοῦ τοῦ οὕτω
Καλουμένου Σαλαβρία μετά τινων ἱστάμενον ὀλίγων Κελτῶν 
Καὶ σταφυλὰς ἐσθίοντα, ἅμα δὲ καὶ ὑπέρκομπόν τι καυχώμενον,
ὅπερ καὶ μέχρι τοῦ νῦν παρῳδεῖται καὶ περιφέρεται.
 τοῦτο γὰρ πολλάκις ἔλεγε βαρβαρίζων τὸ Λυκοστόμιον ὅτι
“τὸν Ἀλέξιον εἰς λύκου στόμα ἐνέβαλον”. Τοιοῦτον γὰρ ἡ
ὑπεροψία σφάλλουσα τοὺς πολλοὺς καὶ πρὸς τὰ ὑπ᾿ ὄψιν
καὶ ἐν ποσὶ κείμενα. ἀκούσας δὲ τὰ παρὰ τοῦ Βρυεννίου
μηνυθέντα καὶ ἐπιγνοὺς τὸν δόλον καὶ τὴν δι᾿ ἀπάτης νίκην
 τοῦ αὐτοκράτορος ἤχθετο μέν, ὡς εἰκός, κατέπιπτε δὲ οὐδαμῶς,
ὁποῖος ἐκεῖνος. ἀποκριθέντες οὖν τινες τῶν ὑπ᾿
αὐτὸν κατάφρακτοι Κελτοὶ ἀνῆλθον εἰς ἀκρώρειάν τινα κατέναντι 
τῆς Λαρίσσης διακειμένην. Τούτους τὸ ὁπλιτικὸν
θεαςάμενοι ξὺν πολλῇ προθυμίᾳ ἐβίαζον προσβαλεῖν αὐτοῖς·
 ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἀπεῖργε τούτους τοῦ ἐγχειρήματος. ἐκ διαφόρων
Δὲ πολλοὶ καὶ διάφοροι ξυμμιγέντες ταγμάτων ἀνελθόντες
Προςέβαλον τοῖς Κελτοῖς· οἱ δὲ παραχρῆμα κατ᾿
Αὐτῶν ὡρμηκότες ἀναιροῦσιν ἄχρι τῶν πεντακοσίων. Εἶτα
Τοῦ βασιλέως στοχασαμένου τοῦ τόπου, δι᾿ οὗ ὁ Βαϊμοῦντος
 ἔμελλε διελθεῖν, καὶ ἀποστείλαντος γενναίους στρατιώτας μετὰ
Καὶ Τούρκων καὶ τοῦ Μιγιδηνοῦ προεξάρχοντος, ἅμα τῷ
Πλησίον γενέσθαι εὐθὺς ὁ Βαϊμοῦντος ὁρμήσας κατ᾿ αὐτῶν
ἥττησε τούτους μέχρι τοῦ ποταμοῦ διώξας.

Τῇ δὲ μετ᾿ αὐτὴν αὐγαζούσης ἤδη τῆς ἡμέρας παραδραμὼν
 τὸν ἤδη ῥηθέντα ποταμὸν μετὰ τῶν συνεφεπομένων
Αὐτῷ κομήτων καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ Βρυεννίου. ἐπεὶ
ἑλώδη τόπον ἐν τοῖς τῆς Λαρίσσης μέρεσιν ἐθεάσατο, ἀνα-
 

 
μεταξὺ δύο βουνῶν πεδιάδα ἀλσώδη εὑρὼν ἀποτελευτῶσαν
εἰς στενωπὸν ὀξύν (κλεισούραν τοῦτο καλοῦσι), τὴν
Δομενίκου παλάτιον, διὰ τούτου εἰσελθὼν ἐκεῖ τὸν
χάρακα ἐπήξατο. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν κατὰ τὸ περίορθρον
καταλαμβάνει αὐτὸν ὁ φαλαγγάρχης Μιχαὴλ ὁ Δούκας, ὁ 
πρὸς μητρὸς ἐμὸς θεῖος, μετὰ τοῦ ὁπλιτικοῦ παντός, ἀνήρ
τις ἐπὶ φρονήσει διαβεβοημένος, ὥρᾳ δὲ καὶ μεγέθει σώματος
 διαφέρων οὐ τῶν τότε καιροῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν πώποτε γεγενημένων
θάμβος γὰρ εἶχεν ἅπαντας τοὺς ὁρῶντας τὸν
ἄνδρα), συνιδεῖν δὲ τὸ μέλλον καὶ φωρᾶσαι τὸ ἐνεστὸς καὶ 
 καταπράξασθαι δεινότατός τε καὶ ἀπαράμιλλος. τούτῳ ὁ
αὐτοκράτωρ ἐπέσκηψε μὴ πάντας ἐντὸς τοῦ στομίου τῆς
κλεισούρας εἰσελθεῖν, ἀλλὰ τὰς μὲν δυνάμεις ἔξωθεν ἵστασθαι
ἰλαδὸν, ὀλίγους δὲ διελεῖν Τούρκων καὶ Σαυροματῶν
τῆς τοξείας εἰδήμονας καὶ τούτοις παραχωρῆσαι τῆς εἰσόδου, 
ἐπισκῆψαι δὲ τούτοις μηδενὶ ἑτέρῳ ξίφει πλὴν ὀϊστοῖς χρήσασθαι.
εἰσελθόντων δὲ καὶ ἱππασίας ποιουμένων κατὰ τῶν
 Λατίνων οἱ ἔξωθεν ἱστάμενοι πρὸς ἀλλήλους σφαδάζοντες
ἤριζον, ὁποῖος ἂν τὸ στόμιον εἰδέλθοι. ὁ γὰρ Βαϊμοῦντος
πλήρης ὢν στρατηγικῆς ἐπιστήμης τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἐκέλευε 
συνησπικότας ἵστασθαι καὶ ταῖς ἀσπίσιν ἑαυτοὺς περιφράττοντας
ἀτρεμεῖν. ὁ δέ γε πρωτοστράτωρ θεασάμενος τοὺς
ὑπ’ αὐτὸν κατὰ μικρὸν ἐκρέοντας καὶ εἰσερχομένους διὰ τοῦ
στομίου εἰσῆλθε καὶ αὐτός. ὁ δὲ Βαϊμοῦντος τούτους θεασάμενος,
ὥσπερ λέων ἐχάρη μεγάλῳ ἐπὶ σώματι κύρσας, 
εἶπεν ἄν τις Ὁμηρικῶς, ὣς καὶ οὗτος ἰδὼν ἐν αὐτοῖς
ὀφθαλμοῖσι τούτους καὶ τὸν πρωτοστράτορα Μιχαὴλ ἀσχέτῳ
 ῥύμῃ πανσυδὶ κατ’ αὐτῶν ἴεται· οἱ δὲ παραχρῆμα νῶτα
τούτῳ διδόασιν. Οὐζᾶς δὲ τὴν κλῆσιν φερώνυμον ἐκ τοῦ
γένους λαχών, ἐπ’ ἀνδρείᾳ διαβεβοημένος, εἰδὼς ἠδ’ ἐπὶ 
δεξιὰ ἠδ’ ἐπ’ ἀριστερὰ νωμῆσαι βῶν ἀζαλέην καθ’ Ὅμηρον
ἐν τῷ τοῦ στομίου ἐξέρχεσθαι δεξιὰ παρεκκλίνας γοργῶς
 

 
καὶ τὴν μικιφόνον δεξιὰν ηὐτρέπιστο. ἀλλά τι καινὸν
κἀνταῦθα ἡ Δίκη δραματουργεῖ. καὶ γὰρ ἐπεὶ οὐ ταχὺ τοῦ
βασιλέως ἡ βασιλίς ἐχωρίζετο, ἀλλὰ συνείπετό οἱ ἡμέραν ἐξ
ἡμέρας τοῦ αὐτοκράτορος αὐτὴν ὑποςύροντος, οἱ μιαιφόνοι
 ἐκεῖνοι τὸν ἀνύστακτον τοῦ αὐτοκράτορος φύλακα, τὴν βασιλίδα φημί, ἔτι ἐμβραδύνουσαν ὁρῶντες, ἐκκακήσαντες φάμουςάτινα
γράφοντες κατὰ τὴν τοῦ βασιλέως ἔρριπτον σκηηήν
(οἱ δὲ ταῦτα ῥίπτοντες ἔκδηλοι τέως οὐκ ἦσαν· δηλοῖ
δὲ ἡ λέξις τὰ φάμουσα λοιδορήματά τινα ἔγγραφα) τῷ αὐτοκαράτορι 
 τὴν πρόσω πορείαν ξυμβουλεύοντα, τῇ δέ γε Αὐγούστῃ
τὴν πρὸς τὸ βυζάντιον. ἅπερ καὶ ὁ νόμος τιμωρίαις
βαρυτάταις κολάζει αὐτὰ μὲν ἀναλίσκων πυρί, τοὺς δὲ ταῦτα
τολμῶντας ποιναῖς καθυποβάλων παλαμναιοτάταις. ἀστοχοῦντες
γὰρ τοῦ σκοποῦ εἰς τὴν τῶν φαμούσων φλυαρίαν
 κατέπιπτον. μετὰ γὰρ τὸ ἀριστῆσαι τὸν αὐτοκράτορα τῶν
πολλῶν ὑποχωρηςάντων, μόνου δὲ τῷ τότε τυχόντος τοῦ
τε Ῥςμανοῦ τοῦ ἐκ Μανιχαίων καὶ Βασιλείου ἐκτομίου τοῦ
Ψύλλου καὶ θεοδώρου τοῦ ἀδελφοῦ Ἀαρὼν εὑρέθη αὖθις
φάμουσον ὑπερριμμένον τῇ τοῦ βασιλέως κλίνῃ πολλὴν τὴν 
 κατὰ τῆς βασιλίδος περιέχον καταδρομήν, ὅτου χάριν συνέπεται
τῷ βασιλεῖ καὶ μὴ τάχιον πρὸς τὴν βασιλεύουσαν
ἐπαναστρέφοι. τοῦτο γὰρ ἦν αὐτοῖς τὸ σκοπούμενον, ἄδειαν
πᾶσαν ἐσχηκέναι. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ γνοὺς τὸν ῥίψαντα καὶ
θυμοῦ πλησθεὶς ἔφη “τοῦτο ἐγὼ ἢ σύ” πρὸς τὴν βασιλίδα
 ἀπονεύσας “ἤ τις τῶν παρόντων ἔρριψε”. κάτωθεν δὲ
οὕτως ἐπεγέγραπτο “ταῦτα ὁ μοναχὸς ἐγὼ γράφω· ὃν σύ,
βασιλεῦ, τὸ παρὸν οὐ γινώσκεις, ὄψει δέ με ἐν ὀνείροις”.
Κωνσταντῖνος δέ τις ἐκτομίας, ἐπὶ τραπέζης πατρῷος τοῦ P.
βασιλέως θεράπων, τῇ δὲ βασιλίδι τηνικαῦτα ὑπηρετῶν,
 περὶ τρίτην φυλακὴν τῆς νυκτὸς ἔξω τῆς σκηνῆς ἱστάμενος
καὶ τὴν συνήθη τελῶν ὑμνῳδίαν ἀκούει τινὸς βοῶντος “εἰ
ἐγὼ οὐ προσελθὼν ἀπαγγείλω τὰ παρ’ ὑμῶν βεβουλευμένα
 

 
Αὐλῶνα κατέλαβε. τοῦτο δὲ μεμαθηκὼς ὁ βασιλεὺς νικητὴς
εἰς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων ἐπαναζεύγνυσι.

Καταλαβὼν δὲ ταύτην καὶ ἐν συγχύσει τὰ κατὰ
ἐκκλησίαν εὑρὼν οὐδὲ πρὸς βραχύν τινα χρόνον ἀνέσεως
ἔτυχεν. ἀλλ’ ὁποῖος ἐκεῖνος ἀποστολικὸς ὤν, ἐπεὶ κυμαινομένην 
τοῖς τοῦ Ἰταλοῦ δόγμασι τὴν ἐκκλησίαν εὗρε, κἂν
καὶ κατὰ τοῦ Βρυεννίου ἐβουλεύετο Κελτὸς δὲ οὗτος τὴν
Καστορίαν κατασχών, ὡς εἴρηται), ἀλλ’ οὐδ’ οὕτως ἠμέλει
τοῦ δόγματος. ἐπὶ τούτοις γὰρ καὶ τὰ κατὰ τὸν Ἰταλὸν
 ἐβλάστησαν μεγάλως τὴν ἐκκλησίαν συνταράττοντα. οὗτος 
δὲ ὁ Ἰταλὸς (δεῖ γὰρ τὰ κατ᾿ αὐτὸν ἐξ ἀρχῆς αὐτῆς
ὥρμητο μὲν ἐξ Ἰταλίας καὶ ἐν τῇ Σικελίᾳ ἐφ’ ἱκανὸν
διέτριψε· νῆσος δὲ αὕτη ἀγχοῦ τῆς Ἰταλίας διακειμένη. οἱ
γὰρ Σικελοὶ ἀποστάντες τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς καὶ εἰς πόλεμον
κατ’ αὐτῶν καὶ μάχας ἀπονενευκότες τοὺς Ἰταλοὺς εἰς συμμαχίαν 
προὐκαλέσαντο, μεθ’ ὧν καὶ ὁ τοῦ Ἰταλοῦ πατὴρ
ἦν ἔχων καὶ τὸν παῖδα μεθ’ ἑαυτοῦ, κἀν μὴ στρατεύσιμον
εἶχε τὴν ἡλικίαν, συνεφεπόμενον τούτῳ καὶ συμπαρασκαίροντα
καὶ τὰ πολεμικά, οἷα τὰ τῶν Ἰταλῶν, παιδευόμενον.
τὰ μὲν οὖν πρῶτα τῆς ἡλικίας οὕτως εἶχε τῷ Ἰταλῷ καὶ ἡ 
 πρώτη τοιαύτη τούτῳ καταβολὴ τῆς παιδεύσεως. ἐπεὶ δὲ ὁ
κλεινὸς ἐκεῖνος Γεώργιος ὁ Μανιάκης τοῦ Μονομάχου τὰ
σκῆπτρα τῆς Ῥωμαίων διέποντος τυραννήσας τὴν Σικελίαν
κατέσχε, μόλις ἐκεῖθεν ὁ τοῦ Ἰταλοῦ πατὴρ καὶ τὸν παῖδα
ἐπιφερόμενος πέφευγε. καὶ εἰς Λογγιβαρδίαν φυγάδες ἄμφω 
κατήχθησαν ἔτι ὑπὸ Ῥωμαίους τελοῦσαν. ἐκεῖθεν δὲ οὗτος
ὁ Ἰταλὸς, οὐκ οἶδ’ ὅπως, τὴν Κωνσταντίνου κατέλαβε παιδείας
ἁπάσης καὶ τέχνης λογικῆς οὐκ ἐνδεῶς ἔχουσαν. καὶ
γὰρ ἀπὸ τῆς αὐτοκρατορίας βασιλείου τοῦ πορφυρογεννήτου
καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς τοῦ Μονομάχου βασιλείας ὁ λόγος, εἰ 
 καὶ τοῖς πλείοσιν ἐρρᾳθύμητο, ἀλλ’ οὖν γε πάλιν οὐ καταβασιλεύουσαν
 
 

 
δεδυκὼς ἀνέλαμψε καὶ ἀνέθορέ καὶ διὰ σπουδῆς τοῖς φιλολόγοις
ἐγένετο ἐπὶ τῶν χρόνων Ἀλεξίου τοῦ αὐτοκράτορος,
τὰ πρὸ τούτου χλιδώντων τῶν πλειόνων καὶ παιζόντων ἀνθρώπων
καὶ ὀρτυγίαις καὶ ἄλλοις αἰσχίοσι παιγνίοις ἐνασχολουμένων
 διὰ τὴν χλιδήν, λόγον δὲ καὶ παίδευσιν ἅπασαν
τεχνικὴν ἐν παρέργῳ τιθεμένων. οὕτως οὐν τοὺς ἐνταῦθα
ἔχοντας ὁ Ἰταλὸς εὑρηκὼς καὶ ἀνδράσιν ὁμιλήσας σχολαστικοῖς
καὶ ἀμειλίκτοις καὶ τὸ ἦθος ἀγρίοις ἦσαν γὰρ τότε καί
τινες περὶ τὴν βασιλεύουσαν τοιοῦτοι) παιδείας τοίνυν ἐξ
 ἐκείνων λογικῆς μετασχὼν καὶ Μιχαὴλ ἐκείνῳ τῷ Ψελλῷ ἐν
ὑστέρῳ προσωμίλησεν, ὃς οὐ πάνυ τι παρὰ διδασκάλοις
σοφοῖς ἐφοίτησε, διὰ φύσεως δὲ δεξιότητα καὶ νοὸς ὀξύτητα, 
τυχὼν μέντοι καὶ θεοῦ ἀρωγοῦ πρὸς τούτοις διὰ τὴν τῆς
μητρὸς θερμοτάτην ἱκεσίαν ἐπαγρυπνούσης συχνῶς τῷ ἐν
 τῷ ναῷ τοῦ Κύρου τῆς θεοτόκου σεπτῷ εἰκονίσματι καἰ
θερμοῖς τοῖς δάκρυσιν ὑπὲρ τοῦ παιδὸς ἐκκαλουμένης, εἰς
ἄκρον σοφίας ἁπάσης ἐληλακὼς καὶ τὰ Ἑλλήνων καὶ Χαλδαίων 
ἀκριβωσάμενος γέγονε τοῖς τότε χρόνοις περιβόητος ἐν
σοφίᾳ. τούτῳ γοῦν ὁ Ἰταλὸς προσομιλήσας ἐν ἀπαιδεύτῳ
 ἤθει καὶ βαρβαρικῷ οὐκ ἠδύνατο φιλοσοφίας εἰς βάθος ἐλθεῖν 
διδασκάλων ὅλως μηδ’ ἐν τῷ μανθάνειν ἀνεχόμενος,
θράσους ὢν μεστὸς καὶ ἀπονοίας βαρβαρικῆς πάντων τε
καθυπερτερεῖν καὶ πρὸ τοῦ μαθεῖν οἰόμενος καὶ πρὸς αὐτὸν
τὸν Ψελλὸν ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ἀντετάξατο. ἐμβαθύνας
 δὲ τῇ διαλεκτικῇ καθημερινοὺς θορύβους ἐν πανδήμοις
συνελεύσεσιν ἐποιεῖτο σοφιστικὰς συνείρων ἐρεσχελίας καὶ
πᾶν εἴ τι τοιοῦτον προτιθεὶς καὶ αὖθις ὑπέχων λόγον τοιουτότροπον. 
τοῦτον προσηταιρίσατο καὶ ὁ τηνικαῦτα βασιλεύων
Μιχαὴλ ὁ Δούκας καὶ οἱ τούτου ἀδελφοί· καὶ δευτέρου
 μὲν λόγου τοῦτον πρὸς τὸν Ψελλὸν ἐτίθεντο, ὅμως δὲ
περιείχοντο τε αὐτοῦ καὶ ἐν λογικαῖς συνεχρῶντο ἁμίλλαις·
 

 
ἦσαν γὰρ φιλολογώτατοι οἱ Δοῦκαι καὶ οἱ τοῦ αὐτοκράτορος
ἀδελφοὶ καὶ αὐτὸς δὴ ὁ βασιλεὺς Μιχαήλ. ὁ δὲ Ἰταλὸς
θερμὸν ἀεὶ καὶ μανικόν πρὸς τὸν Ψελλὸν ἔβλεπε, κἀν ἐκεῖνος
ὡς ἀετὸς τῶν τοῦ Ἰταλοῦ ἐρεσχελιῶν ὑπερίπτατο. τί τὸ
 μετὰ ταῦτα; ἐσφάδαζε τὰ τῶν Λατίνων τε καὶ Ἰταλῶν κατὰ 
Ῥωμαίων καὶ ἡ τῆς Λογγιβαρδίας ὅλης ὁμοῦ καὶ Ἰταλίας
ἐμελετᾶτο κατάσχεσις. καὶ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος τὸν Ἰταλὸν
ὡς οἰκεῖον δῆθεν καὶ ἄνδρα ἀγαθὸν καὶ τὰ τῶν Ἰταλῶν
ἐπιστάμενον εἰς Ἐπίδαμνον ἀπέστειλε. καὶ ἴνα συντέμω τὸν
λόγον, ὡς κἀκεῖ ἐφωρᾶτο καταπροδιδοὺς τὰ ἡμέτερα καὶ 
ἀπεστέλλετο ὁ μέλλων αὐτὸν μετακινεῖν ἐκεῖθεν, τούτου
αἰσθόμενος φυγὰς εἰς Ῥώμην ᾤχετο. εἶθ’ ὁποῖος ἐκεῖνος
μεταμεληθεὶς πρὸς τὸν βασιλέα παρακλήσει χρησάμενος κατὰ
κέλευσιν ἐκείνου τὴν Κωνσταντίνου κατέλαβε τὴν μονὴν
 τὴν οὕτω καλουμένην Πηγὴν ἐνδιαίτημα λαβὼν καὶ τὴν ἐκκλησίαν 
τῶν ἁγίων τεσσαράκοντα. ἔνθα καὶ τοῦ Τέλλου
μεταχωρήσαντος Βυζαντόθεν μετὰ τὴν ἀπόκαρσιν αὐτὸς
φιλοσοφίας ἁπάσης προέστη διδάσκαλος, ὕπατος τῶν φιλοσόφων
χρηματίσας, καὶ τάς τε Ἀριστοτελικὰς βίβλους καὶ
τὰς Πλατωνικὰς ἐξηγεῖσθαι ἐσπούδαζε. καὶ ἦν μὲν τῷ δόξαι 
πολυμαθέστατος, δεινὸς δὲ μᾶλλον εἴπερ τις ἄλλος διερευνήσασθαι
τῶν ἀνθρώπων τὴν δεινοτάτην περιπατητικὴν καὶ
ταύτης πλέον τὴν διαλεκτικήν. πρὸς δὲ τὰς ἄλλας τέχνας
τῶν λόγων οὐ πάνυ τι εὐφυῶς εἶχεν, ἀλλὰ περί τε τὴν
γραμματικὴν ἐχώλευε τέχνην καὶ τοῦ ῥητορικοῦ νέκταρος οὐκ 
 ἐγεύσατο· οὐδὲ ἐκεῖθεν ὁ λόγος τούτου ἐφήρμοστο καὶ εἰς
κάλλος ἀπέξεστο. ἔνθεν τοι καὶ τοῦ χαρακτῆρος εἶχε στρυφνῶς
 καὶ τὸ πᾶν ἐμπεριβόλως. καὶ συννενεύκει ὁ λόγος αὐτῷ τὰς
 
 
 

 
ὀφρῦς, καὶ διόλου ἀπέπνει δριμύτητος. διαλεκτικῶν δὲ 
ἐφόδων ἐμεμέστωτο τούτῳ τὸ ξύγγραμμα, καὶ ἡ γλῶττα τῶν
ἐπιχειρημάτων ἐπεφόρητο τῷ διαλεγομένῳ ἐν ταῖς ὁμιλίαις
μᾶλλον ἢ ταῖς γραφαῖς. οὕτως ἔχεν ἰσχυρῶς πρὸς τὰς διαλέξεις
 καὶ τοσοῦτον ἄφυκτος ἦν, ὡς τὸν ἀποκρινόμενον αὐτομάτως
συνενεχθῆναι πρὸς τὴν σιγὴν καὶ εἰς ἀμηχανίαν ἐλθεῖν.
ἑκατέρωθεν γὰρ τῆς ἐρωτήσεως βόθρον ὤρυττε καὶ
εἰς φρέαρ ἀποριῶν ἐνέβαλλε τὸν προσδιαλεγόμενον. οὕτως
ἐμπείρως εἶχε τῆς διαλεκτικῆς ὁ ἀνὴρ καὶ ταῖς ἐπαλλήλαις
 ἐπερωτήσεσι κατέπνιγε τοὺς διαλεγομένους συγχέων αὐτῶν
καὶ συνταράττων τὸν νοῦν. καὶ οὐκ ἠν τὸν ἅπαξ αὐτῷ
συντυχόντα τοὺς λαβυρίνθους τούτου διελθεῖν. ἀμουσότατος 
δὲ ἄλλως ἦν, καὶ θυμὸς αὐτοῦ κατεκράτει· καὶ ἥντινα προσεκτήσατο
ἀρετὴν ἀπὸ τοῦ λόγου, κατέλυε καὶ ἠφάνιζεν ὁ
 θυμός. διελέγετο γὰρ καὶ ἔπεσι καὶ χερσὶν ὁ ἀνὴρ καὶ τὸν
προδιαλεγόμενον οὐκ ἠφίει πρὸς ἀπορίαν ὅλως ἐλθεῖν οὐδ’
αὔταρκες ἦν αὐτῷ τὸ ἐπιρράψαι τοῦ ἀντικειμένου τὸ στόμα
καὶ σιγὴν αὐτοῦ καταψηφιεῖσθαι, ἀλλ’ εὐθὺς ἡ χεὶρ κατά
τε τοῦ πώγωνος καὶ τῶν τριχῶν προσεφήλλετο καὶ ὕβρις
 εὐθὺς ξυνεπόδιζεν ὕβριν· καὶ ἀκάθεκτος ἦν ὁ ἄνθρωπος
καὶ τὰς χεῖρας ὁμοῦ καὶ τὴν γλῶτταν. τοῦτο δὲ μόνον 
ἀφιλόσοφον εἶχεν, ὅτι μετὰ τὴν πληγὴν κατελίμπανε τοῦτον
ὁ θυμὸς καὶ τὸ δάκρυον κατελάμβανε καὶ εἰς λαμπρὸν μετάμελον
ἤρχετο. εἰ δέ τῳ φίλον καὶ περὶ τῆς ὄψεως αὐτοῦ
 μαθεῖν, μεγάλη μὲν αὐτοῦ ἡ κεφαλή, τὸ μέτωπον προπετέστατον,
τὸ πρόσωπον ἐμφανὲς καὶ ὁ μυκτὴρ ἐλεύθερόν τε
καὶ ἄνετον ἀπέπνει τὸν ἀέρα καὶ περιφερὴς ὁ πώγων, τὰ
στέρνα εὐρὺς καὶ εὐπαγὴς τὰ μέλη τοῦ σώματος, τὴν δὲ τῆς
ἡλικίας ἀναδρομὴν τοῖν εὐμηκεστέρων ἥττων, τὴν δὲ
 φωνὴν τοιοῦτος, οἷος ἂν ἀπὸ τῶν Λατίνων ἐληλυθὼς
νεανίας εἰς τὴν ἡμεδαπὴν γῆν τὰ Ἑλλήνων μὲν ἐκμάθοι, 
 

 
οὐ πάνυ δὲ καθαριεύοι τι τὴν φωνήν, ἀλλ’ ἔστιν οὗ καὶ
κολοβωτέρας ἐκφέροι τὰς συλλαβάς. ἀλλ’ οὔτε τὸ τοῦ στόματος
οὐκ εὐαγὲς οὔτε τὸ εἰς ἄκρον ἄφωνον ἐλάνθανε τοὺς
πολλούς, τοῖς δὲ ῥητορικωτέροις ἀγροικίζων κατελαμβάνετο.
ἔνθεν τοι καὶ τὰ συγγράμματα τούτου συνέσφιγκτο μὲν ἁπανταχόθεν 
τοῖς διαλεκτικοῖς τόποις, ἀσυνταξίας δὲ κακίαν καὶ
σολοικισμὸν σποράδην διερριμμένον παντάπασιν οὐκ ἐξέφευγεν.

Οὗτος τοίνυν προκαθήμενος φιλοσοφίας ἁπάσης
συρρεούσης εἰς αὐτὸν τῆς νεότητος (καὶ
καὶ Πλάτωνος καὶ τὰ φιλοσόφων ἀμφοῖν Πορφυρίου τε καὶ 
Ἰαμβλίχου ἀνεκάλυπτε τούτοις δόγματα καὶ μάλιστα τὰς
Ἀριστοτέλους τέχνας καὶ τὴν ὡς ὀργάνου παρεχομένην χρείαν
ὑφηγεῖτο τοῖς ἐθέλουσι πραγματείαν καὶ ταύτῃ μᾶλλον ἐνηβρύνετο
καὶ ἐνησχόλητο) οὐ πάνυ τι τοὺς μανθάνοντας
ὠφελῆσαι ἐξίσχυσε τὸν θυμὸν καὶ τὴν ἄλλην τοῦ ἤθους ἀκαταστασίαν 
κωλύμην ἔχων. καὶ ὅρα μοι τοὺς τούτου μαθητάς, τὸν
 Σολομῶντα Ἰωάννην καί τινας Ἰασίτας καὶ Σερβλίας καὶ
 ἄλλους τάχα περὶ τὴν μάθησιν ἐσπουδακότας· ὧν τοὺς πλείους
θαμὰ φοιτῶντας πρὸς τὰ βασίλεια καὶ αὐτὴ ἐθεασάμην
ὕστερον τεχνικὸν μηδέν τι κατὰ ἀκρίβειαν εἰδότας, σχηματιζομένους 
δὲ τὸν διαλεκτικὸν κινήσεσιν ἀτάκτοις καὶ μορίων
παραφόροις τισὶ μεταφοραῖς, ὑγιὲς δὲ οὐδὲν ἐπισταμένους,
προβαλλομένους τὰς ἰδέας, ἤδη δὲ καὶ τὰς μετεμψυχώσεις
συνεσκιασμένως πως καὶ ἄλλα τινὰ ὁμοιότροπα καὶ παραπλησίως
τούτοις ἀλλόκοτα. καὶ τίς γὰρ λόγου μετέχων οὐ 
παρῆν τοῦ ἱεροῦ ζεύγους τοσοῦτον περὶ τὴν τῶν θείων λόγων
ἐξερεύνησιν διὰ πάσης νυκτὸς καὶ ἡμέρας διαπονουμένων;
 τοὺς ἐμούς φημι τοκέας καὶ βασιλεῖς. ἀλλά τι μικρὸν παραδιηγήσομαι·
δίδωσι γάρ μοι τοῦτο νόμος ῥητορικός. μέμνημαι
τῆς μητρὸς καὶ βασιλίδος πολλάκις ἀρίστου προκειμένου βίβλον 
ἐν χεροῖν φερούσης καὶ τοὺς λόγους διερευνωμένης τῶν δογματιστῶν
ἁγίων πατέρων, μάλιστα δὲ τοῦ φιλοσόφου Μαξίμου
 

 
καὶ μάρτυρος. ἐσπουδάκει γὰρ οὐ τοσοῦτον περὶ τὰς φυσικὰς
συζητήσεις, ὁπόσον περὶ τὰ δόγματα τὴν ὄντως σοφίαν
παρποῦσθαι βουλομένη. καί μοι πολλάκις θαυμάζειν ἐπῄει
καὶ θαυμάζουσα ἔφην ποτὲ πρὸς αὐτὴν “πῶς αὐτόθεν πρὸς 
 τοσοῦτον ὕψος ἀπέβλεψας; ἔγωγε τρέμω καὶ οὐδ᾿ ἄκροις
ὠσὶν ἀποτολμῶ τούτων ἐπαΐειν. τὸ γὰρ πάνυ θεωρητικόν
τε καὶ νοερὸν τοῦ ἀνδρός, ὥς φασιν, ἴλιγγον παρέχεται τοῖς
ἀναγινώσκουσιν.” ἡ δὲ μειδιάσασα ἔφη “ἀπαινετὴν οἶδα τὴν
δειλίαν ταύτην· καὶ οὐδ᾿ αὐτὴ ἀτρέμας ταῖς βίβλοις ταύταις 
 πρόσειμι. ἀλλ᾿ ὅμως ἀποσπᾶσθαι τούτων οὐ δύναμαι.
σὺ δέ μοι μικρὸν ἀνάμεινον καὶ ταῖς ἄλλαις ἐγκύψασα βίβλοις
πρότερον καὶ τῆς τούτων ἀπογεύσῃ ἡδύτητος.” ἔτρωσέ
μου τὴν καρδίαν ἡ τῶν ῥηθέντων μνήμη καὶ ὥσπερ εἰς
πέλαγος ἄλλων διηγημάτων ἐμπέπτωκα. ἀλλά με θεσμὸς
 ἱστορίας ἀπείργει· ἔνθεν τοι καὶ πρὸς τὰ κατὰ τὸν Ἰταλὸν
ἀνατρεχέτω ὁ λέγος. ἐν τούτοις οὖν τοῖς ἄνωθεν ῥηθεῖσιν
αὐτοῦ μαθηταῖς ἀκμάζων ὁ Ἰταλὸς πᾶσι καταφρονητικῶς
προσεφέφετο τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνοήτων πρὸς ἀνταρςίας 
ἀνακινῶν καὶ τυράννους ἐκ τῶν οἰκείων μαθητῶν οὐκ ὀλίγους
 ἀποκαθιστάς. καὶ εἶχον πολλοὺς προφέρειν, εἰ μὴ ὁ χρόνος
με τὴν μνήμην ἀφείλετο. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἦσαν πρὸ τοῦ
ἀναχθῆναι τὸν ἐμὸν πατέρα εἰς τὴν τῆς βασιλείας περιωπήν·
ἐπεὶ δὲ τὰ ὡδὶ παιδείας ἀπάσης εὗρεν ἐνδεῶς ἔχοντα καὶ
τέχνης λογικῆς τοῦ λόγου πόρρω που ἀπελαθέντος, αὐτός,
 εἴ που σπινθῆρές τινες ἦσαν τούτου ὑπὸ σποδιᾷ κρυπτόμενοι,
ἀναχωννύειν ἠπείγετο καὶ [τοὺς] ὅσοι περὶ τὰ μαθήματα
ἐπιρρεπῶς εἶχον (ἦσαν γάρ τινες καὶ οὗτοι βραχεῖς, 
καὶ οὗτοι μέχρι τῶν Ἀριστοτελικῶν ἑστηκότες προθύρων),
τούτους πρὸς μάθησιν ὀτρύνων οὐκ ἐνεδίδου, προηγεῖσθαι
 δὲ τὴν τῶν θείων βίβλων μελέτην τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας
ἐπέτρεπε. τὸν δὲ Ἰταλὸν εὑρηκὼς θορύβων τὰ πάντα μεστὰ
ποιούμενον καὶ πολλοὺς ἐξαπατῶντα τῷ σεβαστοκράτορι
 

 
Ἰσακαίῳ τὴν τούτου δοκιμασίαν ἀνέθετο· ἀνὴρ δὲ οὗτος
φιλολογώτατος καὶ μεγαλεπηβολώτατος. καὶ ὃς οὕτως ἔχοντα
τὸν ἄνδρα εὑρηκὼς δημοσίᾳ ἤλεγξε παραστήσας εἰς μέσον
 εἶθ᾿ οὕτως τῇ ἐκκλησίᾳ παρέπεμψε κατὰ κέλευσιν τἀδελφοῦ
καὶ βασιλέως. ἐπεὶ δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀπαιδευσίαν κρύπτειν 
 οὐχ οἷός τε ἦν, κἀκεῖσε ἔκφυλα τῆς ἐκκλησίας δόγματα ἐξηρεύξατο
καὶ εἰς μέσους τοὺς τῆς ἐκκλησίας λογάδας κωμῳδῶν
οὐκ ἐπαύετο καὶ ἄλλα τινὰ ποιῶν ἤθους ἀπαιδεύτου καὶ
βαρβαρικοῦ προέδρου ὄντος τῆς ἀκκλησίας τηνικαῦτα Εὐστρατίου
τοῦ Γαριδᾶ· ὃς τοῦτον παρακατέσχε περὶ τὰς οἰκοδομὰς 
τῆς μεγάλης ἐκκλησίας, ὠς ἴνα τάχα πρὸς τὸ κρεῖττον
μεταποιήσῃ. ἀλλὰ μικροῦ θᾶττον ἂν αὐτὸς τῆς ἐκείνου
μετέσχε κακίας ἢ μετέδωκε κρείττονος γνώσεως, κατὰ τὸ
 φάμενον, καὶ ὁ Ἰταλὸς τὸν Γαριδᾶν ὅλον ἑαυτοῦ ἐποιήσατο.
τί τὸ ἐντεῦθεν; ὁ δῆμος ἅπας τῆς Κωνσταντίνου πρὸς τὴν 
ἐκκλησίαν συγκεκίννητο τὸν Ἰταλὸν ἀναζητοῦντες. καὶ τάχα
ἄν ἀφ᾿ ὕψους εἰς μέσον τῆς ἐκκλησίας ἔρριπτο, εἰ μὴ λαθὼν
ἐκεῖνος εἰς τὸν ὄροφον τουτουΐ τοῦ θείου τεμένους ἀνελθὼν
ἔν τινι φωλεῷ ἑαυτὸν συνεκάλυψεν. ὡς δὲ τὰ παρ᾿ ἐκείνου
κακῶς δογματισθέντα πολλοῖς τῶν περὶ τὰ ἀνάκτορα ἐθρυλλεῖτο 
καὶ μεγιστᾶνες οὐκ ὀλίγοι διεφθάρησαν ὑπὸ τῶν φθοροποιῶν
 τούτων δογμάτων καὶ μεγάλως ἡ τοῦ βασιλέως ψυχὴ
διὰ τοῦτο ἐδάκνετο, εἰς ἕνδεκά τινα κεφάλαια τὰ δογματισθέντα
κακῶς παρὰ τοῦ Ἰταλοῦ συνεκεφαλαιώσαντο καὶ τῷ
βασιλεῖ ἐξαπέστειλαν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ αὐτὰ ταῦτα τὰ κεφάλαια 
τὸν Ἰταλὸν ἀνθεματίσαι ἐπ᾿ ἄμβωνος ἐν τῇ μεγάλῃ
ἐκκλησίᾳ ἐκέλευσεν ἀνκεκαλυμμένῃ τῇ κεφαλῇ τοῦ πλήθους
ἅπαντος ἀκροωμένου καὶ ἐπιλέγοντος αὐτοῖς τὸ ἀνάθεμα.
ὡς οὖν ἐγένετο ταῦτα καὶ ὁ Ἰταλὸς ἀκάθεκτος ἦν καὶ πάλιν
ἐν πολλοῖς τὰ τοιαῦτα ἔλεγεν ἀνφανδὸν καὶ παραινούμενος 
 παρὰ τοῦ βασιλέως ἄτακτόν τι καὶ βαρβαρικὸν ἀπεπήδα,
ἀνεθεματίσθη καὶ αὐτός, κἂν ἐς ὕστερον αὖθις ἐκείνου μετα-
 

 
μεληθέντος μετριώτερος καὶ ὁ τούτου γέγονεν ἀναθεματισμός.
καὶ τὰ μὲν δόγματα ἀπεντεῦθεν ἀναθεματίζεται, τὸ δὲ ἐκείνου
ὄνομα πλαγίως πως καὶ ὑποκεκρυμμένως καἰ οὐδὲ τοῖς πολλοῖς
γνωρίμως ὑπάγεται τῷ ἐκκλησιαστικῷ ἀναθέματι. καὶ γὰρ
 οὗτος ἐν ὑστέροις καιροῖς μετεβέβλητο περὶ τὸ δόγμα καὶ
ἐφ᾿ οἷς ποτε πεπλάνητο, μεταμεμέλητο.
ἠρνεῖτο
δὲ
και τας
μετεμψυχώσεις καὶ τὸ ὑβρίζειν τὰς σεπτὰς εἰκόνας τῶν ἁγίων
καὶ τὸν περὶ τῶν ἰδεῶν λόγον μεθερμηνεύειν πως πρὸς τὸ 
ὀρθόδοξον ἔσπευδε καὶ δῆλος ἦν καὶ αὐτὸς καταγινώσκων
 ἑαυτοῦ ἐφ’ οἷς πρῴην τοῦ εὐθέος μετετέτραπτο.

Τοῦ μέντοι Βρυεννίου κατέχοντος τὴν Καστορίαν,
 καθάπερ ἄνωθεν εἴρηται, τοῦτον ἐκεῖθεν ἐξελάσαι καὶ τὴν
Καστορίαν κατασχεῖν ὁ αὐτοκράτωρ σπουδάζων τὸ ὁπλιτικὸν
αὖθις ἀνεκαλεῖτο καὶ ὅπλοις ἅπαντας καταφράξας πρὸς
τειχομαχίαν καὶ τὰς κατὰ τοὺς ἔξωθεν πολέμους συμπλοκὰς 
τῆς πρὸς τὸ κάστρον φερούσης εἴχετο. ἔστι δὲ ἡ θέσις
τόπου τοιαύτη. λίμνη τίς ἐστιν ἡ τῆς Καστορίας, ἐν ᾗ τράχηλος
ἀπὸ τῆς χέρσου εἰσέρχεται καὶ περὶ τὸ ἄκρον εὐρύνεται
εἰς πετρώδεις βουνοὺς ἀποτελευτῶν. περὶ δὲ τὸν τράχηλον
καὶ πύργοι καὶ μεσοπύργια ᾠκοδόμηνται κέστρου δίκην, 
 διόπερ καὶ Καστορία ὀνομάζεται. ἐκεῖ καταλαβὼν ὁ βασιλεὺς
τὸν Βρυέννιον δέον ἔκρινε τῶν πύργων καὶ τῶν μεσοπυργίων
πρώτως δι᾿ ἑλεπόλεων ἀποπειρᾶσθαι. ἐπεὶ δὲ ἄλλως
οὐκ ἐνῆν, εἰ μὴ ὡς ἔκ τινος ὁρμητηρίου τοὺς στρατιώτας
τοῖς τείχεσι προσπελάζειν, χάρακα μέντοι πρώτως ἐπήξατο, 
εἶτα πύργους ξυλίνους κατασκευάσας καὶ σιδήρῳ τὰ τούτων
συνδήσας περισφίγματα ἐκ τούτων ὡς ἔκ τινος φρουρίου
τοὺς κατὰ τῶν Κελτῶν συνίστατο πολέμους. τὰς γοῦν ἑλεπόλεις
καὶ τὰ πετρόβολά μηχανήματα ἔξωθεν καταστήσας
 διὰ πάσης νυκτὸς καὶ ἡμέρας μαχόμενος καὶ κατασείσας τὸν 
τοῦ τείχους περίβολον, ἐπεὶ καρτερώτερον οἱ ἐντὸς ἀνθίσταντο
(οὐκ ἐνεδίδουν οὐδὲ τοῦ
δὲ οὐκ ἐνῆν αὐτῷ ἔτι τῶν κατὰ σκοπὸν τυχεῖν, βουλὴν βουπεριφράξας
 

 
Λεύεται γενναίαν ἅμα καὶ συνετήν, ἵν᾿ ἐξ ἑκατέρου ἔκ τε
τῆς ἠπείρου καὶ τῆς λίμνης διὰ πλοίων εἰσαγαγὼν γενναίους
τινὰς ἐν ταὐτῷ τὸν πόλεμον ποιήσηται. πλοίων δὲ μὴ ἐνόντων
ἐν ἁμάξαις ἐπιφορτίσας ἀκάτιά τινα μικρὰ διὰ τοῦ 
 μολισκοῦ ἐν αὐτῇ εἰσήγαγεν. ὁρῶν δὲ τοὺς μὲν ἀνιόντας
τῶν Λατίνων ἐξ ἑνὸς μέρους ταχέως ἀνιόντας, τοὺς δ᾿ ἐξ
ἑτέρου κατιόντας πλείονα χρόνον τρίβοντας ἐν τῷ κατιέναι
τὸν Παλαιολόγον Γεώργιον μετὰ ἀλκίμων ἀνδρῶν ἐν αὐτοῖς
εἰσελάσας εἰς τοὺς περὶ τοὺς βουνοὺς πρόποδας προσορμίσαι
 προσέταξε παραγγείλας, ὁπηνίκα τὸ δοθὲν αὐτῷ σημεῖον θεάσοιτο, τηνικαῦτα τὴν ἀκρολοφίαν καταλαβόντα ἐξ ὀπισθίων
αὐτῶν καὶ διὰ τῆς ἀοικήτου καὶ ῥᾳδιωτέρας εἰσελθεῖν· καὶ
ὁπηνίκα τὸν αὐτοκράτορα θεάσεται ἀπὸ τῆς χέρσου τὸν μετὰ 
τῶν Λατίνων πόλελμον ἀνδεξάμενον, καὶ αὐτὸν σπεῦσαι
 ὡς δύναμις, ἵνα μὴ ὡσαύτως πρὸς ἑκάτερα μάχεσθαι δυνάμενοι,
ἀλλ᾿ ἐξ ἑνὸς μέρους τοῦ τόνου τῆς μάχης χαλάσαντος
ἁλώσιμοι τηνικαῦτα ἐκ ταὐτοῦ μέρους γένωνται. ὁ μὲν οὖν
Παλαιολόγος Γεώργιος ταῖς ἀκταῖς τοῦ ἤδη ῥηθέντος βουνοῦ
προσορμίσας ὁπλισάμενος εἱστήκει σκοπὸν ἄνωθεν ἐπιστήσας
 τὸν τὸ δοθὲν αὐτῷ παρὰ τοῦ βασιλέως σημεῖον ἐπιτηροῦντα
ἰδεῖν καὶ παρήγγειλεν ὡς, ὁπηνίκα τοῦτο θεάσοιτο, αὖθις
αὐτὸ τούτῳ ἐπισημήνασθαι. αὐγαζούσης δὲ τῆς ἡμέρας ἤδη
τὸ ἐνυάλιον ἀλαλάξαντες οἱ τοῦ αὐτοκράτορος πόλεμον μετὰ 
τῶν Λατίνων ἀπὸ τῆς χέρσου συναίρειν ἠπείγοντο. ὁ δὲ
 σκοπὸς τὸ δοθὲν σημεῖον θεαςάμενος δι᾿ ἑτέρου σημείου
δηλοῖ τῷ Παλαιολόγῳ. ὁ δ᾿ εὐθὺς μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ τὴν 
ἀκρολοφίαν θᾶττον καταλαβὼν συνησπικὼς ἵστατο. τὴν γοῦν
ἐκτὸς πολιορκίαν ὁ Βρυέννιον ὁρῶν καὶ τὸν Παλαιολόγον
κατ᾿ αὐτῶν βρύχοντα οὐδ᾿ οὕτως ἐνεδίδου, ἀλλὰ τοὺς κόμητας
 ἐκέλευε γενναιότερον ἀντικαθίστασθαι. οἱ δὲ ἀναισχυντότερον
αὐτῷ προσφερόμενοι ἔλεγον “ὁρᾷς, ὡς κακὸν ἐπὶ κακῷ
 
 

 
ἐστήρικται· ἔξεστιν οὖν ἑκάστῳ ἡμῶν τοῦ λοιποῦ τὴν ἑαυτοῦ
σωτηρίαν πραγματεύσασθαι καὶ τοὺς μὲν τῷ βασιλεῖ προσελθεῖν,
 τοὺς δὲ ἐπὶ τὴν οἰκείαν πατρίδα ἐπαναζεῦξαι”. καὶ
παραχρῆμα ἔργου ἁψάμενοι ἐξαιτοῦνται τὸν αὐτοκράτορα μίαν
μὲν σημαίαν πρὸς τῷ τοῦ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τεμένει 
στῆναι (ἔφθασε γὰρ ἐπ' ὀνόματι τούτου
ἀνοικοδομηθῆναι ὁ ναὸς οὑτοσὶ), τὴν δὲ ὡς πρὸς τὸν Αὐλῶνα,
ἵν’ “ὁπόσοι μὲν ἡμῶν τῇ σῇ βασιλείᾳ θητεῦσαι βούλοιντο,
τῇ πρὸς τὸ τέμενος τοῦ μάρτυρος ἀπονενευκυῖαι προσέλθωσιν,
 ὁπόσοι δὲ πρὸς τὴν ἰδίαν πατρίδα ἐπαναζεῦξαι, τῇ πρὸς τὸν 
Αὐλῶνα ἀφορώσῃ προσχωρήσωσι”. ταῦτ’ εἰπόντες παραχρῆμα
προσῆλθον τῷ βασιλεῖ. ὁ δὲ Βρυέννιος γενναῖος ὢν
ἀνὴρ προσεληλυθέναι μὲν τῷ βασιλεῖ οὐδαμῶς ἠβούλετο,
ἐπώμνυτο δὲ μηδέποτε κατ’ αὐτοῦ ὅπλα κινῆσαι, εἰ μόνον
δοίη τοὺς τοῦτον μέχρι τῶν ὁρίων τῆς τῶν Ῥωμαίων βασιλείας 
ἀκινδύνως διασώσοντας καὶ οὕτω πρὸς τὴν ἰδίαν ἀπολῦσαι
χώραν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ μάλα ταχέως ἐπλήρου τὸ
αἰτηθὲν· αὐτὸς δὲ τῆς πρὸς τὸ Βυζάντιον εἴχετο νικητὴς
ἐπιφανέστατος.

Μικρὸν δὲ ἐνταῦθα τὴν τοῦ λόγου διήγησιν διακόψασα, 
ὅπως καὶ τοὺς Παυλικιανοὺς κατηγωνίσατο, διηγήσομαι.
Β οὐκ ἔφερε μηδὲ τούτους τοὺς ἀποστάτας καταγωνίσασθαι
πρὸ τοῦ τὰ βασίλεια καταλαβεῖν, ἀλλ’ ὥσπερ ἀπό τινος
νίκης ἑτέραν νίκην πρυτανευόμενος καὶ τὴν πληθὺν τῶν
Μανιχαίων τὸν κύκλον συμπληροῦσαν τῶν ἑαυτοῦ κατορθωμάτων 
ἐποίει. οὐδὲ γὰρ ἐνῆν τῷ λαμπρῷ τροπαίῳ τῶν
ἑσπερίων πολεμίων οἷον σπῖλον ἐνεῖναι τοὺς ἐκ Παυλικιανῶν
ὁρμωμένους ἐκείνους. διὰ πολέμου δὲ καὶ μάχης οὐκ ἤθελεν,
ἕνα μὴ ἐν τῇ συμβολῇ τοῦ πολέμου πολλοὶ ἐξ ἑκατέρων ἀναιρεθήσονται,
πάλαι τούτους γινώσκων ἐκθυμοτάτους ἄνδρας 
καὶ δριμὺ κατὰ τῶν ἐχθρῶν πνέοντας. ἔσπευδεν οὖν διὰ
τοῦτο τοὺς πρωταιτίους μὲν τιμωρήσασθαι, τοὺς δέ γε λοιποὺς
 

 
τῷ τοῦ στρατοπέδου συγκαταλέξαι σώματι. ἔνθεν τοι καὶ 
διὰ τρόπου τούτους μετῄει. γινώσκων δὲ τὸ φιλοκίνδυνον
τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων καὶ περὶ τοὺς πολέμους καὶ τὰς μάχας
ἀκάθεκτον ἐδεδίει μὴ ἀπογνόντες χεῖρόν τι μελετήσαιεν· ἠρέμουν
 γὰρ τέως τὴν σφῶν οἰκοῦντες πατρίδα καὶ οὔπω πρὸς
Λεηλαςίας ἄλλας καὶ προνομὰς ἐξετράποντο· μετεπέμπετο οὖν
διὰ γραμμάτων τούτους ἐν τῷ πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπανέρχεσθαι
συχναῖς ὑποσχέσεσιν. οἱ δὲ τὴν κατὰ τῶν Κελτῶν
νίκην αὐτοῦ μεμαθηκότες ἐδεδίεσαν, εἰ τάχα καὶ τὰ γράμματα
 χρησταῖς αὐτοὺς ἐλπίσιν ὑπέσαινον· ὅμως καὶ μὴ βουλόμενοι 
τῆς πρὸς αὐτὸν εἴχοντο. ἐκεῖνος δὲ τὴν Μοσυνούπολιν
καταλαβὼν αὐτοῦ που προσέμενεν ὑποκρινόμενος δι᾿ ἄλλα
τινὰ ἐγκαρτερεῖν, τὸ δέ γε ὅλον τὴν αὐτῶν ἀναμένων ἄφιξιν.
Καταλαβόντων δὲ ἐσχηματίζετο ἀνθεωρῆσαι τούτους βούλεσθαι
 καὶ ἑκάστου τὴν ὀνομασίαν ἐγγράψασθαι. ἔνθεν τοι
καὶ φοβερὸς προὐκάθητο καὶ οὐ φύρδην, ἀλλὰ κατὰ δεκάδας 
τοὺς λογάδας τῶν Μανιχαίων πορεύεθαι ἐκέλευσε τὴν τῶν
κοινῶν θέαν ἐς νέωτα ὑποσχόμενος κᾆθ᾿ οὕτως εἴσω τῶν
πυλῶν ἀπογραφομένους εἰσέρχεσθαι. ἡτοιμασμένοι δὲ ὄντες 
 οἱ τούτους δεσμεῖν ὀφείλοντες τοὺς ἵππους καὶ τὰ ὅπλα
ἀναλαμβανόμενοι τούτους ἐν τοῖς ἀποτεταγμένοις φρουρίοις
ἐνέκλειον. οἱ δέ γε ἐφεξῆς ἐρχόμενοι παντελῆ τῶν πραττομένων
ἄγνοιαν ἔχοντες εἰσῄεσαν ἀγνοοῦντες τὸ ἀποβηςόμενον
ἑκάστῳ. τούτους μὲν οὖν οὕτω κατέσχε καὶ τὰς αὐτῶν
 περιουσίας δημεύσει καθυποβαλὼν διενείματο τοῖς συγκεκοπιακόσι
τούτῳ ἐν ταῖς συμπεσούσαις μάχαις καὶ τοῖς κινδύνοις
ἐκείνοις γενναίοις στρατιώταις. ἀπελθὼν δὲ ὁ τὴν οἰκονομίαν
ταύτην ἀναδεξάμενος καὶ τὰς αὐτῶν γυναῖκας τῶν 
οἰκιῶν ἀπελεάσας κατὰ τὴν ἀκρόπολιν ἐμφρούρους εἶχε. τοὺς
 δέ γε κατασχεθέντας τῶν Μανιχαίων συμπαθείας μετὰ μικρὸν
ὁ αὐτοκράτωρ ἠξίωσεν· ὁπόσοι δὲ καὶ τοῦ θείου βα-
 

 
πτίσματος τυχεῖν προείλοντο, οὐδὲ τούτου ἀπετύγχανον. διὰ
παντοίας δὲ περιελθὼν αὐτοὺς μεθόδου καὶ διαγνοὺς τοὺς
αἰτίους τῆς τοιαύτης ἀπονοίας ἐν νήσοις περιορίσας καθεῖρξε·
 τοῖς δέ γε λοιποῖς ἄδειαν δεδωκώς, ὅποι βουλητὸν αὐτοῖς
ἀπιέναι, ἀπέλυσεν. οἱ δὲ τὴν ἐνεγκαμένην τῶν ἄλλων προτιμησάμενοι 
αὐτίκα πρὸς αὐτὴν ἐπανέτρεχον ὡς ἐνὸν τὰ
κατ’ αὐτοὺς οἰκονομήσοντες.

Ἐκεῖνος δὲ πρὸς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων ἐπάνεισιν.
οὐκ ἔλαθε δὲ τοῦτον τὰ κατ’ αὐτοῦ ἐν τριόδοις τε καὶ γωνίαις
ὑποψιθυριζόμενα, ἀλλ’ ἀκούων ἐτιτρώσκετο τὴν ψυχήν, 
ὅτι μὴ τοσοῦτον εἰργασμένος πολλαπλασίω τὰ στόματα τῶν
συκοφαντούντων εἶχεν ἑαυτῷ περιχαίνοντα. ἐκεῖνος γὰρ
χρείας κατεπειγούσης καὶ κοσμικοῦ κλύδωνος ἐξ ἀπορίας τῶν
βασιλικῶν ταμιείων πρὸς τοῦτο ἀπέβλεψε καὶ ὡς δάνειον
ἐλογίζετο, ἀλλ’ οὐχ ὡς ἅρπαγμα ἢ τυραννικῆς χειρὸς ἐπιβουλήν, 
ὡς οἱ διαλοιδορούμενοι λέζειαν. ἀλλὰ καὶ γνώμης
οὕτως εἶχεν ὡς μετὰ τὸ κατορθῶσαι τοὺς ἐπικειμένους
 πολέμους ἀποδώσων ταῖς ἐκκλησίαις τὸν ἀφῃρημένον κόσμον
αὐτῶν. καὶ οὐκ ἔφερεν ἐπαναζεύξας τῇ βασιλίδι πόλει ὑπόθεσιν
γίνεσθαι τοῖς ἐθέλουσι διασύρειν τὰ ἐκείνου. ἔνθεν 
τοι καὶ ἐκκλησίαν κηρύττει καὶ συνέδριον μέγιστον εἰς τὰ
ἐν Βλαχέρναις ἀνάκτορα ἑαυτὸν ἐθέλων ὑπόδικον πρῶτον
καταστήσασθαι καὶ οὕτω τὰ ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἀπολογήσασθαι.
παρῆν δὲ ἤδη καὶ ἡ σύγκλητος ἅπασα καὶ τὸ στρατιωτικὸν
 καὶ ὅσον τοῦ ἱερατικοῦ καταλόγου καραδοκοῦντες τὸ τί ἂν 
βούλοιτο ἡ τῶν ἁπάντων συνέλευσις. τὸ δὲ ἦν ἄρα ἄλλο
οὐδὲν ἢ ἡ τῶν κατὰ τοῦ βασιλέως θρυλλουμένων ἀνάκρισις.
παρῆσαν οὖν τηνικαῦτα οἱ τῶν ἱερῶν φροντιστηρίων κηδεμόνες
καὶ τὰ βιβλία ἐς μέσον τηνικαῦτα προὐτίθετο βρέβια
 

 
ταῦτα ἡ συνήθεια οἶδε καλεῖν) , ἐν οἷς ἀναγεγράφαται τὰ
ἐν ἑκάστῳ τεμένει κειμήλια. καὶ τῷ μὲν φαινομένῳ κριτὴς
ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ καθῆστο θρόνου, τῇ δ’ ἀληθείᾳ
αὐτὸς ἐξετασθησόμενος. ἐξητάζετο τοίνυν τὰ πάλαι 
 παρὰ πολλῶν ἀνατεθέντα τοῖς εὐαγέσιν οἴκοις καὶ παρὰ τῶν 
ἐς ὕστερον ἢ καὶ αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος ἀφαιρεθέντα. καὶ
ἐπεὶ μηδὲν ἕτερον ἀφαιρεθὲν κατεφαίνετο, ἀλλ’ ἢ μόνον
τῇ σορῷ τῆς βασιλίδος ἐκείνης Ζωῆς ἐκ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου
ἐπικείμενος κόσμος καὶ ὀλίγα τινὰ ἄλλα σκεύη μὴ τοσοῦτο
 εἰς ἱερὰν λειτουργίαν χρηματίζοντα, ἑαυτὸν εἰς τοὐμφανὲς
ὁ αὐτοκράτωρ ὑπόδικον καθίστησι, κριτὴν δὲ τὸν βουλόμενον
ὁντιναοῦν. καὶ μετὰ μικρὸν μεταβαλὼν τῇ γλώττῃ
“ἐγώ” φησι “τὴν βασιλείαν πανταχόθεν κυκλουμένην βαρβάροις
εὑράμενος καὶ μηδέν τι πρὸς τοὺς ἐπικειμένους 
 ἐχθροὺς ἀξιόμαχον ἔχουσαν, ἴστε, ὁπόσοις κινδύνοις περιπέπτωκα,
μικροῦ καὶ βαρβαρικοῦ ξίφους ἔργον γεγονώς. καὶ
γὰρ πολλαπλασίους ἦσαν οἱ ἑκατέρωθεν ἡμᾶς τοξεύοντες.
τὰς γὰρ τῶν Περσῶν ἐπελεύσεις καὶ τὰς τῶν Σκυθῶν ἐκδρομὰς
οὐκ ἀγνοεῖτε καὶ τῶν ἐκ Λογγιβαρδίας ὀξυνομένων
 δοράτων οὐκ ἐπιλέλησθε. τὰ δὲ χρήματα συναπῆρε τοῖς
ὅπλοις καὶ ὁ κύκλος τῆς ἡγεμονίας εἰς τὸ ἀμερὲς συνένευε
κέντρον. ὅπως δὲ τό τε ὁπλιτικὸν ἅπαν ηὔξηται γυμναξόμενον 
καὶ ἁπανταχόθεν συλλεγόμενον καὶ ξυγκροτούμενον,
οἴδατε· καὶ ταῦτα πάντα ὅτι πολλῶν ἐδεῖτο χρημάτων, ἴστε
 πάντες, καὶ ὅτι τὰ ἀφαιρεθέντα εἰς δέον ἀνήλωτο κατὰ τὸν
Περικλέα ἐκεῖνον καὶ ὑπὲρ τῆς ἡμῶν τιμῆς δεδαπάνηται.
εἰ δὲ τοῖς μεμψιμοίροις ὡς τοῖς κανόσι προσκεκρουκότες
κατεφάνημεν, θαυμαστὸν οὐδέν. ἀκούομεν γάρ, ὅτι καὶ ὁ
ἐν βασιλεῦσι προφήτης Δαβὶδ εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην ἐληλυθὼς
 τῶν ἱερῶν ἐγεύσατο ἄρτων μετὰ τῶν στρατευμάτων
αὐτοῦ καὶ ταῦτα μὴ ἐνδεχομένου τῆς ἐξιδιαζομένης ἱερεῦσι
τροφῆς ἰδιώτην ἅψασθαι. καὶ ἄλλως δὲ καταμαθεῖν ἐστι
 

 
τοὺς ἱεροὺς κανόνας ἐν ἑτέροις ἐνδιδόντας τὰ ἱερὰ πιπράσκεσθαι
 ὑπὲρ ἀναρρύσεως αἰχμαλώτων. εἰ δ’ αἰχμαλωτιζομένης
οἰκουμένης καὶ δορυαλώτων ἤδη τῶν πόλεων καὶ
αὐτῆς τῆς Κωνσταντίνου γενέσθαι κινδυνευουσῶν, ὀλίγων
τινῶν καὶ οὐδὲ πάνυ τῆς τῶν ἱερῶν μετεχόντων ἀξίας ἐν 
βίᾳ τοσαύτῃ ἁψάμενοι εἰς τὴν ἐλευθερίαν τούτων συνεχρησάμεθα,
οὐδεμίαν ἄρα κατηγορίαν εὔλογον τοῖς φιλοσκώμμοσι
καταλιμπάνομεν.” ταῦτ᾿ εἰπὼν καὶ μεταστρέψας τὸν
λόγον ἔνοχον οἷον ἑαυτὸν ποιεῖται καὶ καταδικάζει αὐτὸς
ἑαυτόν. εἶτ’ αὖθις τὰ βρέβια ἀνελίττειν προστάττει τοῖς 
 ἔχουσιν, ἵνα καταφανῆ γένηται τὰ ἀφῃρημένα. καὶ παραχρῆμα
τῷ μὲν σεκρέτῳ τοῦ Ἀντιφωνητοῦ χρυσίου ποσότητα
ἱκανὴν ἐλογίσατο κατ᾿ ἔτος εἰσκομιζομένου τοῖς τοῦ δημοσίου
φροντισταῖς, ὃ καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἀπαρασάλευτον διαμεμενήκει·
ἐκεῖσε γὰρ ἡ τῆς δηλωθείσης βασιλίδος σορὸς ἐναπέκειτο· 
τοῖς δὲ Χαλκοπρατίοις ἐτησίαν ἐτησίαν
τοῖς τῷ θείῳ τεμένει τῆς θεομήτορος συνήθως τοὺς
ὕμνους ἐπιτελοῦσιν ἐκ τῶν βασιλικῶν ταμιείων πρυτανεύεσθαι
παρεκελεύσατο.

Ἐν τούτοις ἐπιστᾶσα βουλὴ ἀνεφάνη κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος 
μελετωμένη παρά τε τῶν τῆς συγκλήτου λογάδων
καὶ τῶν τοῦ στρατοῦ κορυφαίων καὶ διεμηνύθη τηνικαῦτα
 τῷ αὐτοκράτορι. καὶ οἱ κατήγοροι παρέστησαν καἰ τοὺς
 συνίστορας τῆς τοιαύτης βουλῆς ἐξήλεγχον. ἐκδήλου δὲ τῆς
μελέτης ἤδη γεγονυίας καὶ τῆς ἀπὸ τῶν νόμων ποινῆς κατ᾿ 
αὐτῶν βαρείας ἐπερχομένης ὁ αὐτοκράτωρ ποινὴν μὲν οὐδαμῶς
αὐτοῖς ἐπενεγκεῖν προτεθύμητο, δήμευσιν δὲ μόνον καὶ
περιορισμὸν κατὰ τῶν πρωταιτίων ἀπεφήνατο καὶ μέχρι τούτου
τὴν τῆς τοιαύτης ἐπιβουλῆς ἐπεξέλευσιν ἔστησεν. ἀλλὰ γὰρ
ὁ λόγος ἀνατρεχέτω αὖθις ὅθεν ἀπερρύη. ὁπηνίκα ὁ αὐτοκράτωρ 
εἰς τὴν τοῦ δομεστικάτου ἀξίαν παρὰ Νικηφόρου
 

 
τοῦ Βοτανειάτου ἀνηνέχθη, τραυλὸν τινα Μανιχαῖον προσλαβόμενος 
μετὰ τῶν γνησίων αὐτοῦ θεραπόντων συγκατέλεξε
καὶ τοῦ θείου βαπτίσματος ἀξιώσας μιᾷ τῶν τῆς βασιλίδος
θεραπαινίδων συνέζευξεν. οὗτος οὖν τέσσαρας ἀδελφὰς ἔχων,
 ὡς ταύτας ἐμφρούρους μετὰ τῶν λοιπῶν τότε συναπαχθείσας
ἐθεάσατο τά τε προσόντα ἀφαιρεθείσας ἅπαντα, ἤχθετο καὶ
φέρειν οὐκ εἶχεν, ἀλλὰ διεσκοπεῖτο, ὅπως ἑαυτὸν τῆς τοῦ
αὐτοκράτορος χειρὸς ἀπαλλάξειεν. ἐν γνώσει δὲ τούτων ἡ
αὐτοῦ ὁμευνέτις ἤδη γεγονυῖα καἰ ἀποδιδράσκοντα τοῦτον
 ὁρῶσα δηλοῖ τῷ τηνικαῦτα τὴν οἰκονομίαν τῶν Μανιχαίων 
ἐμπεπιστευμένῳ. οὐ διέλαθε τοῦτο τὸν τραυλὸν καὶ τηνικαῦτα
ὁπόσοις φθάσας τὸ ἀπόρρητον ἀνεκάλυψε, πρὸς ἑαυτὸν
ἑσπέρας μεταπέμπεται. καὶ ὁπόσοι δὲ ἐκ συγγενείας ἦσαν
αὐτῷ προσήκοντες, ἐς αὐτὸν συνεληλυθότες καταλαμβάνουσι
 τὴν Βελιάτοβαν· πολίχνιον δὲ τοῦτο διακείμενον κατὰ τὴν
ἀκρολοφίαν τοῦ κατὰ ταυτηνὶ τὴν Βελιάτοβαν τέμπους. ἄοικον
δὲ τοῦτο ἐφευρηκότες ὥσπερ ἴδιόν τι λάχος λογισάμενοι
ἐν αὐτῷ τὰς οἰκήσεις ἐποιοῦντο, εἶτα τὰς καθ’ ἑκάστην ἐκεῖθεν
ἐκδρομὰς ποιούμενοι καὶ μέχρι τῆς σφετέρας φθάνοντες
 πόλεως Φιλίππου λείαν πολλὴν ἀναλαμβανόμενοι ἐπανέστρεφον. 
ὁ δὲ τραυλὸς τούτοις μὴ ἀρκούμενος σπονδὰς μετὰ
τῶν τὸ Παρίστριον νεμομένων Σκυθῶν ἐποιεῖτο τοὺς περὶ
τὴν Γλαβινίτζαν καὶ Δρίστραν ἡγεμόνας καὶ τὰ ταύταις παρακείμενα
ὑποποιούμενος, μνηστευσάμενος ἅμα ἑαυτῷ καὶ
 τῶν λογάδων Σκυθῶν ἑνὸς θυγατέρα, σπεύδων ὅλῃ χειρὶ
λυπῆσαι τὸν αὐτοκράτορα διὰ τῆς τῶν Σκυθῶν ἐπελεύσεως.
ταῦτα δὲ ὁ βασιλεὺς καθ’ ἑκάστην μανθάνων τὸ μέλλον
προμηθευσόμενος ἔσπευδεν ὑποποιεῖσθαι τοῦτον διὰ γραμμάτων
καὶ ὑποσχέσεων ὑφορώμενος τὸ ἐξ αὐτοῦ τεχθησόμενον
 κακόν. ἀλλὰ καὶ χρυσόβουλλον λόγον ἀπαθείας καὶ
πάσης ἐλευθερίας ἐκθέμενος ἐκπέπομφε πρὸς αὐτόν. ἀλλ’ 
ὁ καρκίνος ὀρθὰ βαδίζειν οὐκ ἐμάνθανεν· ὁ αὐτὸς δὲ ἦν
 

 
ὁ χθὲς καὶ πρότριτα τούς τε Σκύθας ὑποποιούμενος καὶ
πλείονας ἐκ τῶν σφετέρων μεταπεμπόμενος χωρῶν καὶ λῃζόμενος
τὰ παρακείμενα ἅπαντα.

Εἶτα ὁ μὲν αὐτοκράτωρ ὁδοῦ πάρεργον καὶ τὰ κατὰ
τοὺς Μανιχαίους ποιησάμενος ὑποσπόνδους αὖθις εἶχεν. ὁ 
δέ γε Βαϊμοῦντος κατὰ τὸν Αὐλῶνα ἔτι χρονοτριβῶν ἦν·
ἐπαναγέσθω γὰρ πρὸς αὐτὸν αὖθις ὁ λόγος· καὶ τὰ κατὰ
τὸν Βρυέννιον μεμαθηκὼς καὶ τοὺς ἄλλους κομήτας, ὧν οἱ
 μὲν θητεῦσαι τῷ αὐτοκράτορι προείλοντο, ἄλλοι δὲ ἄλλοσε
 διεσπάρησαν, τὴν ἐνεγκαμένην ἀναζητήσας διαπερᾷ εἰς Λογγιβαρδίαν 
καὶ καταλαμβάνει τὸν ἴδιον πατέρα Ῥομπέρτον εἰς
τὸ Σαλερηνόν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, καὶ πολλὰ κατὰ
τοῦ βασιλέως εἰπὼν ἠρέθιζε κατ’ αὐτοῦ. ὃν θεασάμενος ὁ
Ῥομπέρτος τὴν δεινὴν ἐκείνην ἀγγελίαν ἐπὶ τοῦ προσώπου
φέροντα καὶ τὰς πολλὰς ἐκείνας ἃς ἐπ’ αὐτῷ εἶχεν ἐλπίδας 
ὀστράκου δίκην εἰς τοὐναντίον μεταπεσούσας αὖος ἐφ’ ἱκανὸν
εἱστήκει ὥσπερ ὑπὸ κεραυνοῦ βληθείς. περὶ πάντων δὲ
πυθόμενος καὶ μαθὼν τὰ παρ’ ἐλπίδας αὐτῷ συμπεσόντα
ἀθυμίᾳ κατεσχέθη. ἀγεννὲς μὲν οὖν οὐδ’ οὕτω τι ἐλογίσατο
 οὐδὲ τῆς ἑαυτοῦ ἀνδρείας καὶ τόλμης ἀνάξιον. μᾶλλον μὲν 
οὖν καὶ πρὸς μάχας ἐπὶ πλέον ἠρέθιστο καὶ φροντίδες τοῦτον
καὶ μέριμναι αὖθις τῶν προτέρων μείζους συνεῖχον. ἦν γὰρ
ὁ ἀνὴρ ἰσχυρὸς προστάτης οἰκείων βουλευμάτων τε καὶ προλήψεων
καὶ μηδαμῶς ἐθέλων ἀνεῖναι ἐφ’ οἷς καθάπαξ διεβουλεύσατο
εβουλεύσατο καὶ τὸ ὅλον εἰπεῖν ἀκατάπληκτος καὶ πάντα αὐτῶ 
ἁλώσιμα ἐκ μόνης προσβολῆς οἰόμενος γίνεσθαι. εὐθὺς οὖν
τὸ φρονοῦν αὐτῷ τῆς ψυχῆς συναγαγὼν καὶ τῆς πολλῆς
ἀθυμίας ἑαυτὸν ἀνακτησάμενος ἀποστείλας ἁπανταχόθεν διεκηρύκευε
τὴν εἰς τὸ Ἰλλυρικὸν αὖθις κατὰ τοῦ βασιλέως διαπεραίωσιν
 μετακαλούμενος ἅπαντας. καὶ αὐτίκα πανταχόθεν 
πλῆθος συνείλεκτο στρατιωτῶν, ἱππέων τε καὶ πεζῶν,
πάντων ἐξωπλισμένων λαμπρῶς καὶ πρὸς μάχην ἀποβλεπόνἔτι
 

 
των. τὸ πλῆθος εἶπεν ἂν Ὅμηρος “ἠύτ’ ἔθνεα εἶσι μελισσάων
ἀδινάων’’. καὶ συνέρρεον ἔκ τε τῶν παρακειμένων
πόλεων καὶ ἐξ ἀλλοδαπῶν δὲ οὐχ ἧττον. κἀντεῦθεν ὡπλίζετο
καρτερῶς, ἐφ’ ᾧ τὴν τοῦ υἱοῦ ἀνακαλέσασθαι ἧτταν. ἱκανὰ
 δὲ συλλεζάμενος στρατεύματα, εἶτα τοὺς αὐτοῦ μετακαλεσάμενος
υἱεῖς, τόν τε Ῥογέρην καὶ τὸν Γίδον καλούμενον ὃν
ὁ βασιλεὺς Ἀλέζιος θέλων τοῦ πατρὸς ἀποστῆσαι ἀποστείλας 
λάθρᾳ περὶ κήδους αὐτῷ ἐδήλωσεν ὑποσχόμενος καὶ τιμὴν
διαφέρουσαν καὶ χρημάτων δόσιν δαψιλῆ· ὁ δὲ τούτων ἀκούσας
 συνέθετο, τὸν δὲ λόγον τέως εἶχεν ἀπόρρητον) τούτοις
ἅπαν τὸ ἱππικὸν παραδοὺς ἀπέστειλε παραγγείλας σπουδάσαι
κατασχεῖν τὸν Αὐλῶνα. οἱ δὲ διαπεράσαντες ἐξ ἐπιδρομῆς
τοῦτον εἷλον. καὶ μετρητοὺς τινας εἰς φυλακὴν αὐτοῦ καταλιπόντες
μετὰ τῶν λοιπῶν καταλαβόντες τὸ Βοθρεντὸν ἐξ
 ἐφόδου καὶ τοῦτο κατέσχον. ὁ δέ γε Ῥομπέρτος τὸ ναυτικὸν
αὐτοῦ ἅπαν ἀναλαβόμενος καὶ τὴν ὡς πρὸς τὸ Βοθρεντὸν 
παραλίαν παραπλέων κατέλαβε τὸ Βρεντήσιον, ἐφ’ ᾧ πρὸς
τὸ Ἰλλυρικὸν διαπερᾶσαι. τὸν δ’ ἀπὸ τῆς ̔Υδροῦντος πορθμὸν
ἧττον διάστημα ἔχειν μεμαθηκὼς ἐκεῖθεν διεπέρασεν εἰς τὸν
 Αὐλῶνα. καὶ οὕτως διὰ τῆς ἀναμεταξὺ τοῦ Αὐλῶνος καὶ
τοῦ Βοθρεντοῦ παραλίας μετὰ τοῦ στόλου αὐτοῦ παντὸς
διελθὼν ἡνώθη μετὰ τῶν υἱῶν αὐτοῦ. ὡς δὲ ἡ Κορυφὼ
προκατασχεθεῖσα παρ’ αὐτοῦ αὖθις ἀπεστάτησε, τοὺς υἱοὺς
αὐτοῦ εἰς τὸ Βοθρεντὸν καταλιπὼν αὐτὸς μετὰ τοῦ ναυτικοῦ
 παντὸς ἀπέπλευσε πρὸς τὴν Κορυφώ. ἀλλ’ ὁ μὲν Ῥομπέρτος 
τοιαῦτα · ἅπερ μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ οὐδαμῶς ἀνεπεπτώκει,
ἀλλὰ τοὺς Βενετίκους διὰ γραμμάτων ἐξώτρυνε παρασκευάσας 
αὖθις τὸν μετὰ τοῦ Ῥομπέρτου ἀναδήσασθαι πόλεμον
στόλον ἱκανὸν ἐξοπλίσαντας καὶ τὰς δαπάνας πολλαπλασίους
 λήψεσθαι ὑποσχόμενος. αὐτὸς δὲ διήρεις τε καὶ
 

 
τριήρεις καὶ παντοῖον εἶδος λῃστρικῶν νηῶν κατασκευάσας
κατὰ τοῦ Ῥομπέρτου ἐξέπεμψεν ὁπλίτας εἰσαγαγὼν τῆς διὰ
θαλάττης μάχης εἰδήμονας. τὴν δὲ κατ᾿ αὐτοῦ τῶν στόλων
ἔφοδον μεμαθηκὼς ὁ Ῥομπέρτος, τὴν μάχην προαρπάζων
 ὁποῖος ἐκεῖνος, λύσας τὰ πρυμνήσια μετὰ τοῦ ναυτικοῦ 
αὐτοῦ παντὸς τὸν λιμένα Κασσόπης κατέλαβεν. οἱ δέ γε Βενέτικοι
καταλαβόντες εἰς τὸν λιμένα Πασάρων καὶ μικρὸν κεῖθι
διατρίψαντες τὴν τοῦ Ῥομπέρτου ἔφοδον μεμαθηκότες θᾶττον
καὶ αὐτοὶ καταλαμβάνουσι τὸν λιμένα Κασσόπης. καὶ συμβολῆς
καρτερᾶς γενομένης καὶ τῆς μάχης ἀγχεμάχου ἡττᾶται ὁ 
Ῥομπέρτος. ὁποῖος δ’ ἐκεῖνος φιλοπόλεμος καὶ ἐκθύμως ἔχων
πρὸς μάχας, οὐδὲ μετὰ τὴν ἧτταν ἐκείνην τὸ παράπαν ἐνεδίδου,
ἀλλ’ αὖθις πρὸς ἑτέραν ἡτοιμάζετο μάχην καὶ συμβολὴν
πολέμου μείζονος. ὅπερ οἱ ἡγεμόνες ἀμφοτέρων τῶν
 στόλων μεμαθηκότες κἀκ τῆς προηγησαμένης νίκης θαρρήσαντες 
μετὰ τρίτην ἡμέραν προσβαλόντες αὐτῷ λαμπρὰν τὴν
κατ’ αὐτοῦ νίκην ἤραντο. εἶθ’ οὕτως ἐπανέρχονται πάλιν
εἰς τὸν λιμένα Πασάρων. εἴτε δὲ ὁποῖα ἐν τοῖς τοιούτοις
ὡς τὰ πολλὰ φιλεῖ γίνεσθαι ἐπαρθέντες ἐπὶ ταῖς προγεγενημέναις
νίκαις εἴτε τοὺς ἡττηθέντας ἀπελπίσαντες ἀναπεπτώκασιν 
ὡς ἤδη τὸ πᾶν ἠνυκότες καὶ καταφρονητικῶς
πρὸς τὸν ̔Ρομπέρτον διετίθεντο. εἶτα διελόντες τὰ ταχύδρομα
τῶν πλοίων ἀπέστειλαν εἰς Βενετίαν διηγησομένους
τὰ ξυμπεσόντα καὶ ὅπως κατὰ κράτος τὸν Ῥομπέρτον ἥττησαν.
ὁ δὲ Ῥομπέρτος ταῦτα μεμαθηκὼς ἀπό τινος Βενείκου
 Κονταρίνου Πέτρου καλουμένου ἄρτι προσπεφευγότος
αὐτῶ ἐπὶ πλέον ἀθύμει καὶ οὐκέτ’ ἀνεκτῶς εἶχε · λογισμοῖς
δὲ κρείττοσιν ἀναρρώσας ἑαυτὸν αὖθις κατὰ τῶν Βενετίκων
ἴεται. οἱ δὲ Βενέτικοι τῷ ἀπροόπτῳ καταπλαγέντες τῆς
αὐτοῦ ἐλεύσεως εὐθὺς δεσμήσαντες τὰ μείζονα τούτων πλοῖα 
 

 
καλωδίοις περὶ τὸν λιμένα τῆς Κορυφὼ καὶ συναπαρτίσαντες
τὸν λεγόμενον πελαγολιμένα τὰ σμικρὰ τούτων ἐς μέσον
ἤλασαν· σιδηροφορήσαντες δὲ ἅπαντες ἐκαραδόκουν τὴν τούτου
ἔλευσιν. ὁ δὲ καταλαβὼν συμμίγνυται τούτοις πρὸς
 πόλεμον. ὁ δὲ πόλεμος δεινὸς ἦν καὶ τῶν πρώην ἰσχυρότερος
ἐκθύμως μαχομένων ἢ πρότερον. καρτερᾶς οὖν μάχης 
ἀναμεταξὺ γεγοννίας καὶ μηδενὸς τῶν μερῶν νῶτα διδόντος,
ἀλλὰ μᾶλλον κατὰ πρόσωπον ἐρχομένων, ἐπεὶ οἱ Βενέτικοι
τά προσόντα τούτοις φθάσαντες προκατηναλώκεσαν καὶ οὐδὲν
 ἄλλο πλην τών οπλιτών ταΐς ναυΰι παρην, αύται δε τη
κουφότητι επεπόλαζον οίον τοις νδαΰιν άνεχόμεναι, ώς μηδ'
ἄχρι δεντέρου ζωοτῆρος τοῦ ὕδατος φθάνοντος, πανΰυδὶ
ἐπί τὴν ἑτέραν πλευρὰν τὴν ὡς πρὸς τοὺς πολεμίους συρρεύσαντες
τηνικαῦτα ἐβυθίσθησαν· ἦσαν δὲ ὡσεὶ χιλιάδες
 τρισκαίδεκα. αἱ δ᾿ ἄλλαι τῶν νηῶν σὺν αὐτοῖς πλωτῆρσι 
κατεσχέθησαν. ὁ δὲ Ῥομπέρτος μετὰ τὴν λαμπρὰν ἐκείνην
νίκην ἀπηνῶς διατεθεὶς πολλοῖς τῶν κατασχεθέντων ώμοτάτως
ἐχρήσατο τῶν μὲν τὰς ὄψεις πηρώσας, τοὺς δὲ ῥινοτομήσας, 
τινῶν δὲ καὶ χεῖρας ἢ πόδας ἢ καὶ ἀμφότερα ἀφελόμενος.
 περί δέ γε τών λοιπῶν ἀποστείλας πρὸς τοὺς ὁμοχώρους
αὐτῶν διεφήμισεν, ἵν᾿ ὁ βουλόμενος πρίασθαι τον ἴδιον
τιμῆς ἀφόβως παραγίνοιτο. ἅμα δὲ καὶ τὰ περὶ εἰρήνης
αὐτοὺς ἠρώτα· οἱ δὲ μηνύουσι πρὸς αὐτόν “ἴσθι, δοὺξ
Ῥομπέρτε, ὡς εἰ καὶ τὰς σφῶν ἡμῶν γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα
 ἀποσφαττόμενα θεασαίμεθα, οὐκ ἂν τὰς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
Ἀλέξιον συνθήκας ἀπαρνησώμεθα οὔτε μὴν τοῦ ἐπαρήγειν 
αὐτῷ καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκθύμως μάχεσθαι ὅλως ένδώσομεν”.
καιροῦ δ᾿ ὀλίγου παρερρυηκότος δρόμωνάς τε
καὶ τριήρεις εὐτρεπίσαντες οἱ Βενέτικοι καὶ ἄλλα τινὰ τῶν
 μικρών καὶ ταχυδρόμων νηῶν μετὰ πλείονος δυνάμεως κατὰ
τοῦ Ῥομπέρτου ἔρχονται. καὶ δὴ καταλαβόντες αὐτόν περὶ
τὸ Βοθρεντὸν αὐλιζόμενον τὸν μετ᾿ αὐτοῦ συνάπτουσι πόλεμον
 

 
καὶ κατὰ κράτος νικῶσι πολλοὺς μὲν ἀποκτείναντες, πλείονας
δὲ καὶ βυθίσαντες· μικροῦ δὲ δεῖν καὶ αὐτὸν τὸν γνήσιον
υἱὸν αὐτοῦ Γίδον καὶ τὴν ὁμευνέτιν κατέσχον. καὶ νίκην
κατ᾿ αὐτοῦ λαμπρὰν ἀράμενοι δηλοῦσι πάντα τῷ βασιλεῖ.
 ὃς διὰ πολλῶν τούτους ἀμειψάμενος δωρεῶν καὶ τιμῆς καὶ 
αὐτὸν τὸν δοῦκα Βενετίας τῷ τῶν πρωτοσεβαστῶν ἀξιώματι
μετὰ τῆς ῥόγας ἐτίμησεν, ὑπέρτιμον δὲ καὶ τὸν πατριάρχην
ἠξίωσε μετὰ τῆς ἀναλόγου ῥόγας. ἀλλὰ καὶ πάσαις ταῖς ἐν
Βενετίᾳ ἐκκλησίαις χρυσίου ποσότητα ἱκανὴν ἐτησίως διανείμασθαι
ἀπὸ τῶν βασιλικῶν ταμιείων ἐκέλευσε. τῇ μέντοι 
ἐπ’ ὀνόματι τοῦ εὐαγγελιστοῦ ἀποστόλου Μάρκου ἐκκλησίᾳ
ὑποφόρους ἅπαντας τοὺς ἐκ Μέλφης ἐν Κωνσταντινουπόλει
ἐργαστήρια κατέχοντας πεποίηκε καὶ τὰ ἀπὸ τῆς παλαιᾶς
̔Εβραϊκῆς σκάλας μέχρι τῆς καλουμένης Βίγλας διήκοντα
ἐργαστήρια καὶ τὰς ἐντὸς τοῦ διαστήματος τούτου ἐμπεριεχομένας 
σκάλας ἐδωρήσατο καὶ ἑτέρων πολλῶν ἀκινήτων
δωρεὰς ἔν τε τῇ βασιλευούσῃ καὶ τῇ πόλει Δυρραχίου καὶ
 ὅποι ποτ’ ἂν ἐκεῖνοι ᾐτήσαντο. τὸ δὲ δὴ μεῖζον, τὴν ἐμπορίαν
αὐτοῖς ἀζήμιον ἐποίησεν ἐν πάσαις ταῖς ὑπὸ τὴν
ἐξουσίαν ̔Ρωμαίων χώραις , ὥστε ἀνέτως ἐμπορεύεσθαι καὶ 
κατὰ τὸ αὐτοῖς βουλητὸν μήτε μὴν ὑπὲρ κομμερκίου ἢ ἑτέρας
τινὸς εἰσπράξεως τῷ δημοσίῳ εἰσκομιζομένης παρέχειν
ἄχρι καὶ ὀβολοῦ ἑνός, ἀλλ’ ἔξω πάσης εἶναι ̔Ρωμαϊκῆς
ἐξουσίας.

Ὁ δέ γε Ῥομπέρτος ἐπαναγέσθω γὰρ αὖθις ὁ λόγος 
ὅθεν ἐξέπεσε καὶ καθ’ εἱρμὸν ἐχέσθω τῆς διηγήσεως) οὐδὲ
μετὰ ταύτην τὴν ἧτταν αὖθις ἠρέμει. ἀλλ’ ἐπεὶ προφθάσας
τινὰ τῶν πλοίων αὐτοῦ μετὰ τοῦ ἰδίου υἱοῦ κατὰ τῆς Κεφαληνίας
 ἀπέστειλε σπεύδων τὴν ἐν αὐτῇ πόλιν κατασχεῖν,
τὰ μὲν ἐνόντα αὐτῷ πλοῖα τῇ Βοντίτζῃ προσώρμισε μετὰ τῆς 
παρεμβολῆς πάσης, αὐτὸς δὲ εἰς μονήρη γαλέαν εἰσελθὼν
τὴν Κεφαληνίαν κατέλαβε. καὶ πρὶν ἢ ταῖς λοιπαῖς δυνά-
 

 
μεσι καὶ τῷ υἱῷ αὐτοῦ ἑνωθῆναι, ἐγκαρτερῶν ἔτι περὶ τὸν
Ἀθέρα (ἀκρωτήριόν τι τοῦτο τῆς Κεφαληνίας) λάβρῳ κατέχεται
πυρετῷ. μὴ φέρων δὲ τὴν τοῦ πυρετοῦ φλόγωσιν ὕδωρ
ψυχρὸν αἰτεῖ, τῶν δὲ περὶ αὐτὸν ἁπανταχοῦ σκεδασθέντων
 εἰς τὴν τοῦ ὕδατος ζήτησιν, τῶν ἐγχωρίων τις πρὸς αὐτούς
φησιν “ὁρᾶτε ταυτηνὶ τὴν νῆσον τὴν Ἰθάκην. ἐν αὐτῇ πόλις
μεγάλη πρῴην ᾠκοδόμηται Ἱερουσαλὴμ καλουμένη, κἂν τῷ χρόνῳ 
ἠρείπωται· ἐν αὐτῇ πηγὴ ἦν πότιμον ἐς ἀεὶ καὶ ψυχρὸν
ὕδωρ ἀναδιδοῦσα.” τούτων ὁ Ῥομπέρτος ἀκούσας δέει 
 πολλῷ τηνικαῦτα συνεσχέθη. σνμβαλὼν οὖν τὸν Ἀθέρα καὶ
τὴν πόλιν Ἱερουΰαλὴμ τὸν ἐφιστάμενον αὐτῷ θάνατον τηνικαῦτα
ἐπεγίνωσκε. καὶ γὰρ πρὸ πολλοῦ τινες αὐτῷ ἐμαντεύοντο,
ὁποῖα εἰώθασιν οἱ κόλακες τοῖς μεγιβτᾶσιν εἰσηγεῖσθαι,
ὅτι “μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἀθέρος ἅπαντα μέλλεις
 ὑποτάξαι· ἐκεῖθεν δὲ εἰς Ἱερονσαλὴμ ἀπερχόμενος τῷ χρεὼν
λειτουργήσεις”. εἴτε δὲ ὁ πυρετὸς τοῦτον ἀνάλωσεν εἴτε
πλευρῖτις ἡ νόσος ἦν, ἀκριβῶς λέγειν οὐκ ἔχω. τέως δι᾿ 
ἡμερῶν τελεντᾷ. καταλαμβάνει δὲ τοῦτον τὰ ἔσχατα
πνέοντα ἡ γυνὴ αὐτοῦ Γαΐτα καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ κλαίοντα
 ἐπ᾿ αὐτῷ. ἀπαγγέλλεται γοῦν τὸ συμβὰν τῷ υἱῷ αὐτοῦ,
ὅνπερ ἔτι ζῶν διάδοχον τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ ἐποίει. ὃς τοῦτο
μαθὼν λύπη μὲν τηνικαῦτα ἀφορήτῳ συνείχετο, κρείττοσι δὲ
λογισμοῖς ἑαυτὸν ἀνακτησάμενος καὶ συναγαγὼν τὸ φρονοῦν
αὐτῷ τῆς ψυχῆς μετακαλεσάμενος ἅπαντας πρῶτον μὲν
 ἀπαγγέλλει τὸ συμβὰν ἀπαράκλητα κλαίων ἐπὶ τῇ τοῦ πατρὸς
τελευτῇ, ὁρκίζει δὲ ἅπαντας εἰς ἑαυτόν, καὶ ἀναλαβόμενος
τούτους εἰς Ἀπουληΐαν διαπερᾷ. ἐν τῷ διαπερᾶν δὲ μεγίστῳ 
κλύδωνι, κἂν ὥρα θέρους ἦν, περιπέπτωκεν, ὥστε τὰ
μὲν τῶν πλοίων βυθισθῆναι, τινὰ δὲ τῇ ψάμμῳ προσαρράξαντα
 συνθραυσθῆναι. τὸ δὲ τὸν νεκρὸν κομίζον πλοῖον
ἡμίθραυστον γέγονε· μόγις δὲ τὸ τοῦτον συνέχον κιβώτιον
οἱ ἀμφ᾿ αὐτὸν ἀναλαβόμενοι εἰς τὸ Βενούσιον διεσώβαντο.
 

 
καὶ εἰς τὴν ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἁγίας Τριάδος πάλαι ἀνοικοδομηθεῖσαν
μονήν, οὗ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ προετάφησαν,
 καὶ αὐτὸς ἐνσοριάζεται. τελευτᾷ δὲ ὁ Ῥομπέρτος εἰκοστῷ
πέμπτῳ χρόνῳ τῆς δουκικῆς αὐτοῦ ἀρχῆς τὸν ἅπαντα χρόνον
βιώσας ἔτη ἑβδομήκοντα. μεμαθηκὼς δὲ ὁ βασιλεὺς τὸν 
τοῦ Ῥομπέρτου αἰφνίδιον θάνατον ἀνέσφαλε μὲν ἄχθος τοιοῦτον
ἀπωμισάμενος· ἐπιτίθεται δὲ παραχρῆμα τοῖς τὸ Δυρράχιον
ἔτι κατέχουσιν εἰς διχόνοιαν τούτους διὰ γραμμάτων
καὶ παντοίας μεθόδου εἰσάξαι σκεψάμενος κᾆθ’ οὕτως ῥᾷστα
τὴν πόλιν Δυρραχίου ἐλπίζων λήψεσθαι. ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐν 
τῇ πόλει παρατυχόντας Βενετίκους παρασκευάζει διὰ γραμμάτων
ξυμβουλεῦσαι τοῖς τε Ἀμαλφηνοῖς καὶ Βενετίκοις καὶ
 ὅσοι ἄποικοι εἰς Ἐπίδαμνον ἔτυχον, ὑπεῖξαι τῷ αὐτοῦ θελήματι
καὶ παραδοῦναί οἱ τὸ Δυρράχιον. ἀλλὰ καὶ αὐτὸς
δι’ ὑποσχέσεων καὶ δωρεῶν οὐκ ἐνεδίδου ὅλως, ὥστε τὴν 
πόλιν Δυρραχίου παραδοῦναι αὐτῷ. καταπειθεῖς οὖν γεγονότες
τοιοῦτον γὰρ τὸ Λατίνων ἅπαν γένος ἐρασιχρήματόν
τε καὶ ὀβολοῦ ἑνὸς πιπράσκειν εἰωθὸς καὶ αὐτὰ δὴ τὰ
φίλτατα) μεγάλα ἐλπίσαντες καὶ συνωμοσίαν τηνικαῦτα ποιησάμενοι
ἀναιροῦσι μὲν τὸν πρώτως αὐτοὺς ἀναπείσαντα τὸ 
 κάστρον τῷ ̔Ρομπέρτῳ προδοῦναι καὶ τοὺς συνωμότας αὐτοῦ ·
ἐκεῖνοι δὲ προσελθόντες παραδιδόασι τὸ κάστρον τῷ βασιλεῖ
πάσης ἐλευθερίας ἐξ αὐτοῦ παραπολαύσαντες.

Τὴν δὲ τοῦ Ῥομπέρτου τελευτὴν μαθηματικός τις
Σὴθ καλούμενος μεγάλα ἐπ’ ἀστρολογίᾳ αὐχῶν μετὰ τὴν 
εἰς τὸ Ἰλλυρικὸν αὐτοῦ διαπεραίωσιν προειρήκει διὰ χρησμοῦ,
 ὃν ἐν χάρτῃ ἐκθέμενος καὶ σφραγίσας τισὶ τῶν τοῦ
βασιλέως οἰκειοτάτων ἐνεχείρισε παραγγείλας κατέχειν αὐτὸν
μέχρι τινός. εἶτα τοῦ Ῥομπέρτου τετελευτηκότος ἐξ ἐπιταγῆς
αὐτοῦ λύουσι τὸν χάρτην. εἶχε δὲ ὁ χρησμὸς οὕτως “μέγας 
ἐχθρὸς ἐξ ἑσπέρας πολλὰ κυκήσας ἄφνω πεσεῖται”. ἐθαύμασαν
μὲν οὖν πάντες τὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐπιστήμην· ἠν γὰρ
 

 
ἐπὶ ταύτη τῇ σοφίᾳ εἰς ἄκρον ἐληλακώς· καὶ ἵνα τι βραχὺ 
παραδράμωμεν τοῦ λόγου τῆς ἱστορίας μικρὸν ἀποστάντες,
οὕτως ἔχει τὰ κατά τοὺς χρησμούς. νεώτερον μὲν τὸ ἐφεύρημα
καὶ οὐκ οἶδε ταύτην τὴν ἐπιστήμην ὁ πάλαι χρόνος.
 οὔτε γὰρ ἐπ᾿ Εὐδόξου τοῦ ἀστρονομικωτάτου ἡ τῶν χρησμῶν
μέθοδος ἦν οὔτε ὁ Πλάτων τὴν σύνεσιν ταύτην ᾔδει, ἀλλ᾿
οὐδὲ Μανέθων ὁ ἀποτελεσματικὸς περὶ ταύτης ἠκρίβωκεν.
ἀλλὰ λῆψις ἦν ἐκείνοις * ὡροσκόπου, ἐν οἷς προὐμαντεύοντο,
καὶ πῆξις τῶν κέντρων καὶ τοῦ ὅλου διαθέματος ἐπιτήρησις
 καὶ ὁπόσα ἄλλα ὁ τὴν μέθοδον ταύτην εὑρηκὼς τοῖς ἐς
ὕστερον παρέδωκεν, ἅπερ ξυνετὰ τοῖς περὶ τὰ τοιαῦτα ματαιάζουσιν. 
ἡμεῖς δὲ ἐκεῖθέν ποτε ὀλίγον τι τῆς ἐπιστήμης
ταύτης ἡψάμεθα, οὐχ ἵνα τι τοιοῦτον διαπραξαίμεθα (μὴ
γένοιτο), ἀλλ᾿ ἵνα τῆς ματαιολόγου ταύτης ἀκριβέστερον
 καταγνόντες καὶ τῶν περὶ αὐτὴν ἠσχολημένων καταγινώσκοιμεν.
ταῦτα δὲ γράφω οὐκ ἐπιδείξεως ἕνεκα, ἀλλ᾿ ἵνα
ἐνδειξαίμην, ὅτι ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορος τούτου πολλαὶ τῶν
ἐπιστημῶν εἰς ἐπίδοσιν ἐληλύθεισαν τιμῶντος τοὺς φιλοσόφους
καὶ φιλοσοφίαν αὐτήν, εἰ καὶ πρὸς τὸ μάθημα τοῦτο τῆς
 ἀστρολογίας δυσχεραίνων πως κατεφαίνετο, οἶμαι, διότι τοὺς
πολλοὺς τῶν ἀκεραιοτέρων ἀφίστασθαι ἀνέπειθε τῶν ἄνωθεν 
ἐλπίδων καὶ κεχηνέναι τοῖς ἀστράσιν. αὕτη αἰτία γέγονε
πόλεμον ἔχειν τὸν αὐτοκράτορα πρὸς τὸ μάθημα τῆς ἀστρολογίας.
οὐ μὴν διὰ τοῦτο αὐχμός τις ἦν ἀστρολόγων τὸ
 τηνικάδε, ἀλλὰ καὶ ὁ εἰρημένος Σὴθ κατ᾿ ἐκεῖνο καιροῦ
ἐξήνθει καὶ ὁ Αἰγύπτιος ἐκεῖνος Ἀλεξανδρεὺς πολὺς ἦν τὰ
τῆς ἀστρολογίας ἐμφαίνων ὄργια, ὃς καὶ παρὰ πολλῶν ἐρωτώμενος
ἀκριβέστατα προεμαντεύετο ἐν ἐνίοις οὐδὲ ἀστρολάβου
δεόμενος, ἀλλὰ διά τινος ψηφηφορίας τὰς προρρήσεις
 ἐπεποίητο. ἦν δ᾿ ἄρα καὶ τοῦτο μαγικὸν μὲν οὐδαμῶς, 
ἀλλὰ τέχνη τις Ἀλεξανδρέων λογική, ὁρῶν δὲ ὁ αὐτοκράτωρ
 

 
τὴν νεότητα συρρέουσαν ἐπ᾿ αὐτὸν καὶ ὥσπερ τινὰ προφήτην
τὸν ἄνδρα λογιζομένην δὶς καὶ αὐτὸς τοῦτον ἐπερωτήκει,
καὶ τοσαυτάκις καὶ ὁ Ἀλεξανδρεὺς εὐστοχήκει τῆς
ἐπερωτήσεως· δειλιάσας δὲ ἵνα μὴ πολλῶν βλάβη γένηται
καὶ πρὸς τὴν ματαιότητα τῆς ἀστρολογίας ἀποκλίνωσιν ἕπαντες, ἅπαντες, 
κατὰ τὴν Ῥαιδεστὸν τούτῳ τὰς διατριβὰς ἀφώρισε τῆς
 πόλεως ἀπελάσας, πολλὴν τὴν περὶ αὐτὸν προμήθειαν ἐνδειξάμενος,
ὥστε δαψιλῶς αὐτῷ τὰ πρὸς χρῆσιν ἐκ τῶν βασιλικῶν
ταμιείων ἐπιχορηγεῖσθαι. ναὶ μὴν καὶ ὁ διαλεκτικώτατος
Ἐλευθέριος, Αἰγύπτιος καὶ οὗτος ἀνήρ, τὰ τῆς ἐπιστήμης 
ταύτης πρεσβεύων εἰς ἄκρον ἤλαυνεν εὐφυίας μηδενὶ
μηδαμῶς τῶν πρωτείων παραχωρῶν. ἐν ὑστέροις δὲ καὶ ὁ
 καλούμενος Κατανάγκης Ἀθήνηθεν εἰς τὴν μεγαλόπολιν
παρελθὼν τὰ πρωτεῖα τῶν πρὸ αὐτοῦ φιλονεικῶν φέρειν,
 ἐπερωτηθεὶς παρά τινων περὶ τοῦ αὐτοκράτορος, πότε τεθνήξοιτο, 
καὶ τὸν θάνατον αὐτοῦ προκαταγγείλας, ὡς ᾤετο,
ἐψεύσθη τοῦ στοχασμοῦ. συνέβη δὲ τηνικαῦτα τὸν θῆρα
λέοντα ἐν τοῖς βασιλείοις διαιτώμενον ἐπὶ τέσσαρσιν ἡμέραις
πυρέξαντα τὴν ψυχὴν ἐξερεύξασθαι· εἰς ὁ τοῖς πολλοῖς ἔδοξεν
ἡ τοῦ Κατανάγκη πρόρρησις τελευτῆσαι. καιροῦ δὲ παρερρυηκότος 
ἱκανοῦ αὖθις τὸν τοῦ αὐτοκράτορος θάνατον
προὐμαντεύσατο καὶ διεψεύσθη· ἐτεθνήκει δ’ ὅμως ἡ βασιλὶς
Ἄννα καὶ μήτηρ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἣν ὁ
 Κατανάγκης προεῖπεν. ὁ δὲ βασιλεύς, ἐπεὶ περὶ αὐτοῦ πολλάκις
προμαντευσάμενος τοσαυτάκις διήμαρτε, τῆς πόλεως 
τοῦτον μεταστῆσαι οὐκ ἤθελεν αὐτέλεγκτον γενόμενον, ἅμα
δὲ καὶ ἵνα μὴ δι’ ἐμπάθειαν δόξῃ τοῦτον ἐκεῖθεν ἀπελαύνειν.
ἀλλ’ ἡμεῖς γε ἐντεῦθεν πάλιν ὅθεν ἐξεληκύθειμεν ἀναστρέψωμεν,
ἴνα μὴ δοκοίημεν μετεωρολέσχαι τινὲς καὶ τοῖς ἐξ ἀστρολογίας
ὀνόμασι τὸ σῶμα τῆς ἱστορίας καταζοφοῦντες. ὁ 
δέ γε Ῥομπέρτος, ὡς ὁ λόγος ἐκράτει καί τινες ἔλεγον, ἡγεἐπηρωτήκει
 

 
μὼν ἐξαίρετος γέγονεν, ἀγχίνους, εὐπρεπὴς τὴν ὄψιν,
ἀστεῖος ἐν λόγοις, ὀξὺς μὲν εἰπεῖν, φωνὴ δ᾿ αὐτοῦ μεγάλη,
εὐπρόσιτος, εὐμεγέθης τὸ σῶμα, σύμμετρον τὴν κόμην ἔχων 
ἀεὶ τῇ κεφαλῇ, βαθυπώγων, σπεύδων ἀεὶ τὰ ἤθη τοῦ οἰκείου
 γένους τηρεῖν, τὸ τοῦ προσώπου ἄνθος καὶ τοῦ ὅλου
σώματος μέχρι τέλους σῴζων καὶ τούτοις ἐπιγαννύμενος, δι᾿
ἅπερ ἄξιον τυραννίδος τὸ εἶδος αὐτοῦ ἐνομίζετο, πάντας
τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν τιμῆς ἀξιῶν καὶ πλείονος μᾶλλον τοὺς εὐνοϊκώτερον
πρὸς αὐτὸν διατιθεμένους. φειδωλότατος δὲ ἦν
 καὶ φιλοχρυσότατος, ἐμπορικώτατος καὶ φιλοκτεανώτατος καὶ 
ἐπὶ τούτοις φιλοδοξότατος· ὑφ᾿ ὧν πάντων ἡττώμενος πολλὴν
τὴν μέμψιν πάντων ἐπεσπάσατο. κακίζουσι δέ τινες τὸν
αὐτοκράτορα ὡς μικροψυχήσαντα καὶ τὸν μετ᾿ αὐτοῦ πόλεμον
τότε προαρπάσαντα. εἰ μὴ γὰρ πρὸ τοῦ προσήκοντος
 καιροῦ τοῦτον ἀνεζήτησεν, ὥς φασιν, ἄλλως ἂν ῥᾳδίως
κατίσχυσεν αὐτοῦ βαλλομένου ἁπανταχόθεν παρά τε τῶν
καλουμένων Ἀρβανιτῶν παρά τε τῶν ἀπὸ Δαλματίας παρὰ
τοῦ Βοδίνου πεμπομένων. ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν οἱ μωμοσκόποι
ἔξω βελῶν ἱστάμενοι καὶ κατὰ τῶν ἀγωνιξομένων πικροὺς
 ὀϊστοὺς διὰ γλώττης πέμποντες, τὸ γὰρ τοῦ Ῥομπέρτου ἀνδρεῖον 
καὶ περὶ τὰ πολεμικὰ περιδέξιον καὶ τὸ τοῦ φρονήματος
ἑδραῖον ἅπαντες ἴσασι· καὶ γὰρ οὐ τῶν ῥᾳδίως, ἀλλὰ
καὶ τῶν λίαν δυσκόλως καταγωνιζομένων ἦν ὁ ἀνὴρ ἐν ταῖς
ἥτταις μᾶλλον θαρραλεώτερος φαινόμενος.

Ὁ δὲ βασιλεὺς μετὰ τῶν αὐτομολησάντων πρὸς αὐτὸν
τοῦ κόμητος Βρυεννίου Λατίνων τροπαιοφόρος νικητὴς
πρὸς τὴν μεγαλόπολιν ἐπαναζεύγνυσιν, ὡς ἄνωθεν εἴρηται,
πρώτην ἄγοντος τοῦ Δεκεμβρίου μηνὸς ἑβδόμης ἐπινεμήσεως,
τὴν βασιλίδα κατὰ τὸ ἀφωρισμένον πάλαι ταῖς τικτούσαις 
 τῶν βασιλίδων οἴκημα ἐπὶ ταῖς ὠδῖσιν εὑρηκώς· πορφύραν 
τοῦτο οἱ ἀνέκαθεν ὀνομάζουσιν, ἐξ οὗ καὶ τὸ τῶν πορφυρογέννητων
ὄνομα εἰς τὴν οἰκουμένην διέδραμε. κατὰ δὲ τὸ
 

 
περίορθρον σάββατον δὲ ἦν) τίκτεται τούτοις παιδίον θῆλυ
ἐμφερές, ὡς ἔλεγον, κατὰ πάντα τῷ πατρί· ἐγὼ δὲ ἄρα ἦν
τοῦτο. καὶ ὥς γε τὴν βασιλίδα καὶ μητέρα ἔν τισι καιροῖς
διηγουμένην ἤκουον, ὅτι πρὸ τρίτης ἡμέρας τῆς τοῦ βασιλέως
εἰς τὰ ἀνάκτορα εἰσελεύσεως ἐπανῄει γὰρ ἤδη ἀπὸ 
τῆς τοῦ Ῥομπέρτου μάχης καὶ τῶν πολλῶν ἐκείνων πολέμων
καὶ κόπων) ταῖς ὠδῖσι συνεχομένη σταυροῦ τύπον τῇ γαστρὶ
ἐνσημήνασα ἴφη “μεῖνον ἔτι, παιδίον, τὴν τοῦ πατρὸς ἄφιξιν”.
 πολλὰ δὲ αὐτήν, ὡς ἔλεγεν, ἡ πρωτοβεστιαρία καὶ μήτηρ
αὐτῆς καταμεμψαμένη ἔφη μετ’ ὀργῆς “εἰ δὲ μετὰ μῆνα 
ἐλεύσεται, οἶδας; καὶ πῶς αὐτὴ τοσαύταις ὀδύναις ἐγκαρτερήσεις;”
ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἡ ἐκείνης μήτηρ· τὸ δέ γε τῆς
βασιλίδος ἐπίταγμα πέρας εἰλήφει, ὅπερ κἀν τῇ γαστρὶ τὴν
εἰς τὸ μέλλον πρὸς τοὺς γειναμένους εὔνοιαν ἀριδήλως
 ὑπεσημαίνετο. καὶ γὰρ μετὰ ταῦτα εἰς ἡλικίαν ἐπιδεδωκυῖα 
καὶ ἀπολαβοῦσα τὸ φρονοῦν καθαρῶς φιλομήτωρ κατὰ ταὐτὸν
ἐγεγόνειν καὶ φιλοπάτωρ. καὶ μάρτυρες τοῦ τοιούτου
ἤθους εἰσί μοι πολλοὶ μὲν τῶν ἀνθρώπων, ἤδη δὲ καὶ πάντες,
ὁπόσοι τἀμὰ γινώσκουσι, προσεπιμαρτυρούντων αὐτοῖς καὶ
τῶν πολλῶν μου ὑπὲρ τῶν γονέων ἄθλων καὶ καμάτων καὶ 
τῶν κινδύνων ἐκείνων, εἰς οὓς ἐμαυτὴν διὰ τὸ πρὸς ἐκείνους
φίλτρον ἐνέβαλον, ἀφειδήσασα μὲν καὶ τιμῆς καὶ χρημάτων
καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς· οὕτω γὰρ τὸ πρὸς αὐτούς με
φίλτρον ἐξέκαεν, ὡς καὶ αὐτὴν τὴν ψυχὴν δἰ αὐτοὺς προέσθαι
 πολλάκις. ἀλλὰ μήπω περὶ τούτων. ἀνατρεχέτω δ’ 
αὖθις ὁ λόγος πρὸς τὰ ἐξ αὐτῆς μοι ξυμπεσόντα γενέσεως.
πάντων γὰρ τῶν συνήθων ἐπὶ τοῖς νεογνοῖς τῶν βασιλέων
παισὶ δαψιλέστερον τελεσθέντων, ὡς λέγεται, εὐφημιῶν δηλαδὴ
καὶ δωρεῶν καὶ φιλοτιμημάτων παρεχομένων τοῖς λο-
γάσι τῆς συγκλήτου καὶ τοῦ στρατοῦ, πλέον ἤπερ ποτὲ ἕχαιρον, 
ἐσκίρτων, ἐπαιάνιζον ἅπαντες καὶ μᾶλλον οἱ τῇ βασι-
λίδι καθ’ αἷμα προσήκοντες οὐκ εἶχον ὑφ’ ἡδονῆς ὅ τι καὶ
 

 
γένοιντο. μετρητῶν δέ τινων παρελθουσῶν ἡμερῶν στέφους
κἀμὲ ἀξιοῦσιν οἱ γονεῖς καὶ βασιλικοῦ διαδήματος. ἐπεὶ δὲ
Κωνσταντίνου τοῦ υἱοῦ τοῦ προβεβασιλευκότος Μιχαὴλ τοῦ
Δούκα, περὶ οὗ πολλάκις ὁ λόγος ἐμνήσθη, συμβασιλεύοντος
 ἔτι τῷ αὐτοκράτορι καὶ ἐμῷ πατρὶ κἀν ταῖς δωρεαῖς δι’ 
ἐρυθρῶν συνυπογράφοντος τούτῳ κἀν ταῖς προπομπαῖς μετὰ
τιάρας αὐτῷ συνεπομένου κἀν ταῖς εὐφημίαις δευτέρου
εὐφημουμένου κἀγὼ εὐφημεῖσθαι ἔμελλον, Κωνσταντῖνον καὶ
Ἄνναν ἐν ταὐτῷ ἐξεφώνουν ἐν τοῖς τῆς εὐφημίας καιροῖς
 οἱ τῆς εὐφημίας προεξάρχοντες. καὶ τοῦτο δὴ μέχρι καιρῶν
ἱκανῶν ἐτελεῖτο, ὥς γέ μοι τῶν συγγενῶν καὶ ἐμῶν γεννητόρων
ἐν ὑστέροις πολλάκις διηγουμένων ἀκήκοα. προμάντευμα
δὲ ἴσως τοῦτο τῶν ἐμοὶ ξυμπεσόντων ἦν εἴτε εὐτυχημάτων
εἴτε τοὔμπαλιν δυστυχημάτων. ἐπεὶ δὲ τοῖς 
 βασιλεῦσι καὶ δεύτερον ἐτέχθη θῆλυ, ἀναφέρον μὲν κατὰ 
τὴν ὄψιν ἐς τοὺς προγόνους, ἐμφαῖνον δ’ ἅμα καὶ τὴν ἐς
ὕστερον ἐπιλάμψουσαν αὐτῷ ἀρετήν τε καὶ φρόνησιν, ἐπε-
πόθουν καὶ ἄρρεν τεκεῖν καὶ δι᾿ εὐχῆς αὐτοῖς τοῦτ᾿ ἦν.
ἐπινεμήσεως οὖν ἑνδεκάτης τρεχούσης τίκτεται τούτοις καὶ
 ἄρρεν. εὐθὺς οὖν οἱ μὲν γονεῖς ἐγεγήθεσαν καὶ πένθους
οὐκέτι ἴχνος αὐτοῖς ἐπιλέλειπτο τῆς σφῶν ἐπιθυμίας εἰς
ἔργον προαχθείσης. τὸ δὲ ὑπήκοον ἅπαν ἐσκίρτων τοὺς
κρατοῦντας οὕτω χαίροντας ὁρῶν, συνέχαιρον ἀλλήλοις, ἐγεγήδεσαν. 
καὶ ἦν ἰδεῖν τὰ βασίλεια χαρμονῆς ἀνάπλεω καὶ
 πένθους οὐδαμοῦ οὐδ’ ἑτέρας οἱασδηποτοῦν ἐννοίας, τῶν
μὲν ἐκ μέσης θαλάμης καρδίας χαιρόντων ὁπόσοι εὖνοι, τῶν
δὲ συσχηματιζομένων χαίρειν. ἔστι μὲν γὰρ τὸ ὑπήκοον ὡς
ἐπίπαν δύσνουν τοῖς κρατοῦσι, σχηματιζόμενον δὲ τὰ πολλὰ
καὶ διὰ κολακείας ἐπισπώμενον τοὺς ὑπερέχοντας. ὅμως δ’
 οὐν κοινὴν ἦν ἰδεῖν τότε τὴν χαρμονήν συνηδομένων ἁπάντων.
τὸ δὲ παιδίον μέλαν ἦν τὴν χροιάν, μέτωπον τούτῳ
εὐρύ, παρειαί ὑπόξηροι, ῥὶς οὔτε σιμὴ οὔτε κάμπτουσα πρὸς 
 

 
τὸ γρυπὸν, ἀλλὰ μέση πως ἀμφοῖν· ὀφθαλμοὶ μελάντεροι καὶ
τὸ ὑποκαθήμενον ἦθος καὶ ὀξύ, ὅσον ἐκ βρεφυλλίου σώματος
εἰκάσαι, ἐμφαίνοντες. ἐθέλοντες τοιγαροῦν τουτὶ τὸ
παιδίον εἰς τὴν αὐτοκράτορος περιωπήν ἀναβιβάσαι καὶ κλῆρον
οἷον αὐτῷ τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων καταλιπεῖν εἰς τὴν 
τοῦ θεοῦ μεγάλην ἐκκλησίαν τοῦ θείου βαπτίσματος καὶ τοῦ
στέφους αὐτὸ ἀξιοῦσι. τοιαῦτα τοίνυν τὰ τοῖς πορφυρογεννήτοις
ἡμῖν ἐξ αὐτῶν βαλβίδων τῆς ἡμῶν γενέσεως ξυμβάντα·
τὰ δέ γε ἐς ὕστερον συμπεσόντα κατὰ τὸν προσήκοντα
ῥηθήσεται τόπον.

Ὁ μέντοι αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος τῶν παραλίων τῆς
Βιθυνίας καὶ αὐτῆς Βοσπόρου καὶ τῶν ἀνωτέρω χωρῶν τοὺς
 Τούρκους ἀπελάσας μετὰ τοῦ Σολυμᾶ εἰς εἰρηνικὰς ἐληλύθει
σπονδάς, καθὼς ὁ λόγος ἀνωτέρω φθάσας ἐδήλωσε, καὶ
οὕτως πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν τὰς ἡνίας στρέψας τόν τε Ῥομπέτον 
καὶ τὸν αὐτοῦ υἱὸν Βαϊμοῦντον πολλὰ μογήσας κατὰ
κράτος ἥττησε καὶ μεγίστης συμφορᾶς τὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν
ἐρρύσατο. κἀκεῖθεν ἐνανελθὼν αὖθις τοὺς ὑπὸ τὸν
Ἀπελχασὴμ Τούρκους οὐ τὴν ἔω ἁπλῶς κατατρέχοντας εὗρεν,
ἀλλὰ μέχρις αὐτῆς Προποντίδος καὶ τῶν παραλίων 
ταύτῃ χωρίων κατεληλυθότας. ὅπως μὲν οὖν ὁ Ἀμὴρ Σολυμᾶς
τῆς Νικαίας ἐξελθὼν τουτονὶ τὸν Ἀπελχασὴμ φρουρὸν
αὐτῆς καταλέλοιπεν, ὁ δὲ Πουζάνος παρὰ τοῦ Περσῶν σουλτὰν
 πρὸς τὴν Ἀσίαν ἐξεπέμφθη καὶ παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ
σουλτὰν Τουτούση ἡττηθεὶς ἀνῃρέθη καὶ τὸν Τουτούσην 
μετὰ τὸ τὸν Πουζάνον ἡττῆσαι οἱ ἀνεψιαδεῖς αὐτοῦ ἀπέπνιξαν,
ἀρκτέον ἤδη διηγεῖσθαι. ἀνήρ τις ἐξ Ἀρμενίας ὁρμώμενος
Φιλάρετος τὴν ἐπωνυμίαν, περίβλεπτος ἐπ’ ἀνδρείᾳ
καὶ φρονήσει, εἰς τὴν τοῦ δομεστικάτου ἀξίαν παρὰ τοῦ
προβεβασιλευκότος Ῥωμανοῦ τοῦ Διογένους ἀνενεχθεὶς καὶ 
τὰ συμβάντα τῷ Διογένει θεασάμενος καὶ τὴν τῶν ὀμμάτων
 

 
αὐτοῦ στέρησιν βεβαιωθεὶς διαφερόντως τοῦτον ποθῶν οὐκ 
ἔφερεν, ἀλλ’ ἀποστασίαν μελετήσας τὴν Ἀντιόχου ἐξουσίαν
ἑαυτῷ περιεποιήσατο. καθ’ ἑκάστην δὲ τῶν Τούρκων 
λῃζομένων τὰ πέριξ, ἐπεὶ μὴ ἄνεσις τούτῳ ἐδίδοτο, ἐσκέψατο
 προσελθεῖν τοῖς Τούρκοις καὶ περιτμηθῆναι, ὡς ἔθος
αὐτοῖς. ὁ δὲ υἱὸς αὐτοῦ ἐνέκειτο τοῦτον σφόδρα τῆς παραλόγου
ἀνακόπτων ὁρμῆς, ἀλλ’ οὐκ εἰσηκούσθη τὰ λῴονα συμβουλεύων.
περίλυπος τοίνυν γενόμενος γενόμενος ὀκτὼ
καταλαμβάνει τὴν Νίκαιαν καὶ προσελθὼν τῳ Ἀμὴρ Σολυμᾶ
 διεγείρει τοῦτον εἰς πολιορκίαν τῆς Ἀντιοχείας τὴν τοῦ 
σουλτανικίου τηνικαῦτα περιβεβλημένον ἀξίαν καὶ πρὸς τὸν
πόλεμον τὸν κατὰ τοῦ πατρὸς παροξύνει. πείθεται τούτοις
ὁ Σολυμᾶς, ἐν δὲ τῷ πρὸς τὴν Ἀντιόχειαν μέλλειν ἀπέρχεσθαι
τὸν μὲν Ἀπελχασὴμ κατέλιπε φύλακα τῆς Νικαίας
 ὑπερέχοντα πάντων τῶν ἡγεμόνων ἡγεμόνα τοῦτον κατονομάσας·
ἐκεῖνος δὲ συνεφεπόμενον ἔχων καὶ τὸν τοῦ Φιλαρέτου
υἱὸν διὰ δώδεκα νυκτῶν διὰ τὸ ἀνύποπτον (τὰς
ἡμέρας ἠρέμει) καταλαμβάνει τὴν Ἀντιόχειαν καὶ ἐξ ἐφόδου
ταύτην κατέσχεν. ἐν τούτοις δὲ καὶ ὁ Χαρατικὴς λαθραίως
 συλᾷ τὴν Σινώπην χρυσίον ἱκανὸν καὶ χρήματα τῶν βασιλικῶν 
ταμιείων κεῖθι ἐναποκείμενα μεμαθηκώς. ὁ δὲ Τουτούσης
τοῦ μεγάλου σουλτὰν ἀδελφός, τῶν Ἱεροσολύμων καὶ
τῆς Μεσοποταμίας πάσης καὶ τοῦ Χάλεπ καὶ μέχρις αὐτοῦ
Βαγδᾶ ἐξουσιάζων καὶ τῆς Ἀντιοχείας ἀντιποιούμενος, ἐπεὶ
 τὸν Ἀμὴρ Σολυμᾶν ἀφηνιάζοντα ἔβλεπε καὶ τὴν τῆς Ἀντιοχείας
ἀρχὴν ἑαυτῷ ἤδη περιποιούμενον, σὺν ὅλαις δυνάμεσιν
ἐν μεταιχμίῳ τοῦ Χάλεπ καὶ τῆς Ἀντιοχείας καταλαμβάνει.
συνηντηκότος δ’ αὐτῷ τοῦ Ἀμὴρ Σολυμᾶ πόλεμος 
εὐθὺς ἀναρρήγνυται μέγας, καὶ ἀγχεμάχου τῆς μάχης γεγονυίας
 νῶτα οἱ τοῦ Σολυμᾶ ὑποσχόντες προτροπάδην ἔφευγον.
πολλὰ δὲ τούτους θαρσύνων ὁ Σολουμᾶς, ἐπεὶ τῆς
φυγῆς ἀποσχέσθαι οὐκ ἔπειθεν, ὑπὲρ κεφαλῆς τὸν κίνδυνον
 

 
ἐφιστάμενον ὁρῶν παρεκκλίνας ἐν ἀκινδύνῳ τάχα ἐδόκει
καθεστάναι καὶ κατὰ γῆς τὴν ἀσπίδα τεθεικώς ἐπ’ αὐτῇ
προσουδίσας ἐκάθητο. ἀλλ’ οὐ διέλαθε τοὺς ὁμοφύλους.
προσεληλυθότες γὰρ αὐτῷ τινες τῶν σατραπῶν ἔλεγον τὸν
θεῖον αὐτοῦ Τουτούσην μεταπέμπεσθαι αὐτόν. ὁ δ’ ἀνἐνευεν 
 ὑφορώμενος τὸν ἐξ αὐτοῦ κίνδυνον. ἐγκειμένων δὲ
τῶν σατραπῶν, ἐπεὶ οὐ πρὸς ἰσχύος αὐτῷ ἀντικαθίστασθαι
ἦν οἷα μόνῳ ὄντι, τοῦ κουλεοῦ τὸ ξίφος σπασάμενος κατὰ
τῶν ἰδίων ὦσε σπλάγχνων διαμπερὲς τὸ ξίφος ἐλάσας καὶ
κακὸς κακῶς ἀπώλετο. παραχρῆμα γοῦν οἱ σωθέντες τῶν 
τοῦ Ἀμὴρ Σολυμᾶ δυνάμεων προσχωροῦσι τῷ Τουτούσῃ. ὁ
δὲ μέγας σουλτὰν ταῦτα μεμαθηκὼς καὶ δεδιὼς τὸν Τουτούσην
ἰσχυροποιούμενον ἤδη ἀπέστειλε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
τὸν Σιαοὺς μηνύσας αὐτῷ περὶ κήδους καὶ ὑποσχόμενος,
ἐὰν τοῦτο γένηται, ἀναστεῖλαι μὲν τοὺς Τούρκους 
τῶν τῆς παραλίας μερῶν καὶ παραδοῦναί οἱ τὰ κάστρα καὶ
ὁλοψύχως βοηθεῖν. τοῦτον θεασάμενος ὁ βασιλεὺς καὶ τὰς
 τοῦ σουλτὰν γραφὰς ὑπαναγνοὺς περὶ μὲν τοῦ κήδους οὐδένα
λόγον ἐπεποίητο, τὸν δὲ Σιαοὺς νουνεχῆ ἄνδρα θεασά-
μενος ἐπυνθάνετο, πόθεν τε ὥρμηται καὶ τίνες οἱ τούτου 
 γονεῖς. τοῦ δὲ μητρόθεν μὲν ἐξ Ἰβήρων εἶναι λέγοντος,
τὸν δὲ τούτου πατέρα Τοῦρκον ἀνομολογοῦντος πολλὴν ὁ
αὐτοκράτωρ πραγματείαν ἐπεποίητο, ὥστε τοῦ θείου βαπτίσματος
τοῦτον τυχεῖν. συνέθετο πρὸς τοῦτο ὁ Σιαοὺς καὶ
πίστεις ἐδεδώκει τῷ αὐτοκράτορι, ὥστε μὴ παλινοστῆσαι τοῦ 
θείου φωτίσματος τυχών. καὶ ἐπεὶ ἐντεταλμένον ἦν αὐτῷ
δι’ ἐγγράφου προστάξεως σουλτανικῆς, ἴν’ εἴπερ ὁ βασιλεὺς
 πρὸς τὸ τελέσαι τὸ μετ’ αὐτοῦ κῆδος προθυμηθείη, ἅπαντας
τοὺς τὰς παραλίας πόλεις κατασχόντας σατράπας ἀπελάσῃ
ἐκεῖθεν τὸ περὶ τούτων διαλαμβάνον σουλτανικὸν γράμμα 
ὑποδεικνὺς αὐτοῖς, ταύτῃ τῇ γραφῇ συγχρήσασθαι ὁ βασιλεὺς
τῷ Σιαοὺς ὑπέθετο, καὶ ἐπὰν τούτους ἐκεῖθεν ἀπδὲ
 

 
ἐλάσειε τὰς σουλτανικὰς ὑποδεικνύων γραφάς, αὖθις πρὸς
τὴν βασιλεύουσαν ἐπαναστρέψαι. ὁ δὲ μάλα προθύμως τὴν
Σινώπην πρότερον καταλαβὼν καὶ τὰς σουλτανικὰς ἐπιστολὰς
ὑποδείξας τῷ Χαρατικῇ ἐκεῖθεν αὐτὸν ἀπήλασε μηδ’ ἄχρις
 ἑνὸς ὀβολοῦ τῶν βασιλικῶν ὑποκρατήσαντα χρημάτων. γίνεται
δέ τι τοιοῦτον. ἐν τῷ τῆς Σικώπης ἐξέρχεσθαι αὐτὸν
κατεάξας τὸ ἐπ’ ὀνόματι τῆς ὑπεραμώμου δεσποίνης
ἡμῶν θεοτόκου τέμενος δαίμονι καθάπερ τινὶ ἀλάστορι ἐκ 
θείας προνοίας παραδοθεὶς ἔκειτο ἀφρίζων· καὶ οὕτως ἐκεῖθεν
 δαιμονιῶν ἐξεληλύθει. τὴν μέντοι κυρίαν τῆς Σινώπης ὁ
Σιαοὺς Κωνσταντίνῳ τῷ Δαλασσηνῷ ἀνέθετο ἐπ’ αὐτῷ παρὰ
τοῦ βασιλέως ἀποσταλέντι κᾆθ’ οὕτως τὰς ἄλλας πόλεις
περιιὼν καὶ τὰς σουλτανικὰς τοῖς σατράπαις ὑποδεικνύων
γραφὰς ἐκεῖθεν ἐξήλαυνε παραδιδοὺς πρὸς τοὺς τοῦ αὐτο-
 κράτορος σατράπας. ταῦτα οὖν ὁ Σιαοὺς διαπραξάμενος
ὑποστρέφει πρὸς αὐτὸν κἀντεῦθεν τοῦ θείου βαπτίσματος 
τετυχηκὼς καὶ πολλῶν δωρεῶν ἐπαπολαύσας δοὺξ Ἀγχιάλου
προχειρίζεται.

Τῆς σφαγῆς δὲ τοῦ Ἀμὴρ Σολυμᾶ κατὰ τὴν Ἀσίαν
 ἅπασαν διαδραμούσης, ὁπόσοι τῶν σατραπῶν πόλεις καὶ πο-
λίχνια ἔτυχον φυλάσσοντες, ἕκαστος ὅπερ ἔτυχε φυλάσσων
κάστρον κατέσχε καὶ ἰδιοποιήσατο. καὶ γὰρ ὁπηνίκα πρὸς
τὸν Ἀπελχασὴμ τὴν Νίκαιαν παρεδίδου φρουρεῖν ἐν τῷ πρὸς
Ἀντιόχειαν αὐτὸν ἀπιέναι, διαφόροις σατράπαις τά τε κατὰ
 τὴν παραλίαν καὶ τὴν Καππαδοκίαν καὶ τὴν ἅπασαν Ἀσίαν,
ὡς εἴρηται, ἀνέθετο, ὥστε ἕκαστον τὸ ἴδιον λάχος φρουρεῖν
τὴν αὐτοῦ ἐκεῖθεν ἐπανέλευσιν ἀπεκδεχόμενον. ὁ δὲ Ἀπελχασὴν 
ἀρχισατράπης τῷ τότε τῆς Νικαίας ὢν ταύτην κατασχών,
ἐν ᾗ καὶ τὸ σουλτανίκιον ἦν, καὶ τῷ ἰδίῳ ἀδελφῷ
 Πουλχάσῃ τῶν κατὰ τὴν Καππαδοκίαν παραχωρήσας ἐν
ἀμεριμνίᾳ τέως ἦν τὴν τοῦ σουλτανικίου ἀξίαν περιζώσασθαι
 

 
οἰόμενος καὶ ἤδη ἐν χερσὶ νομίζων κατέχειν. δεινὸς γὰρ
ὢν ὁ ἀνὴρ καὶ φιλοκίνδυνος ἀρκεῖσθαι τοῖς ἐνοῦσιν οὐκ
ἤθελεν, ἀλλὰ προνομεῖς ἀποστέλλων τὴν Βιθυνῶν ἐλῄζετο
ἅπασαν καὶ μέχρις αὐτῆς Προποντίδος. τῇ γοῦν προτέρᾳ
μεθόδῳ χρησάμενος ὁ αὐτοκράτωρ τοὺς μὲν προνομεῖς ἀνέστελλε, 
τὸν δὲ Ἀπελχασὴμ πρὸς εἰρηνικὰς σπονδὰς συνήλαυνε.
 βυσσοδομεύοντα δὲ τοῦτον διαγινώσκων ἀεὶ κατ
αὐτοῦ καὶ τὰς σπονδὰς ἀναβαλλόμενον δεῖν ἐλογίσατο κατ’
αὐτοῦ ἀξιόμαχον ἐκπέμψαι στράτευμα. τὸν Τατίκιον δέ, περὶ
 οὗ ἐν πολλοῖς ὁ λόγος ἐμέμνητο, μετὰ δυνάμεως ἀποχρώσης 
πέπομφε κατὰ τῆς Νικαίας ἐντειλάμενος αὐτῷ μετὰ νουνεχείας
τοῖς ἐχθροῖς ἀντικαταστῆναι, ἑὲ γε τέως ἔξωθέν τισιν
ἐντύχοιεν. ἀπελθόντος δὲ τοῦ Τατικίου καὶ ἀγχοῦ τῶν τειχῶν
σχῆμα παρατάξεως διατυπώσαντος διὰ τὸ μηδένα τῶν Τούρκων
τηνικαῦτα παρεῖναι, ἀναπετάσαντες οἱ Τοῦρκοι τὰς 
 πύλας εἰς διακοσίους ποσούμενοι ἀθρόως κατ’ αὐτοῦ ἐξιππάσαντο.
οἱ δὲ Κελτοί ἦσαν γὰρ ἱκανοί) τούτους θεασά-
μενοι κατὰ πρόσωπον σφοδρᾷ τῇ ῥύμῃ δόρατα μακρὰ
ἐναγκαλισάμενοι κατ᾿ αὐτῶν ἴενται καὶ ἱκανοὺς τρώσαντες
εἴσω τοῦ κάστρου τοὺς λοιποὺς συνήλασαν. ὁ δέ γε 
Ταιίκιος ἵστατο αὖθις ἐπὶ ταὐτοῦ σχήματος τῆς παρατάξεως
μέχρις ἡλίου δυσμῶν. ἐπεὶ δὲ μηδεὶς ἔξω πυλῶν
τῶν Τούρκων ἑωρᾶτο, ἀναποδίσας κατὰ τὴν Βασίλειαν τὸν
χάρακα ἐπήξατο δύο πρὸς τοῖς δέκα σταδίους τῆς Νικαίας
ἀπέχουσαν. νυκτὸς δέ τις προσεληλυθώς αὐτῷ ἀγρότης τὸν 
Προσοὺκ διενίστατο μετὰ πεντήκοντα χιλιάδων ἐπικαταλαμβάνειν
 παρὰ τοῦ νεωστὶ γεγονότος σουλτὰν τοῦ Παργιαροὺχ
ἀποσταλέντα. ταῦτα ὁ Τατίκιος καὶ δι’ ἑτέρων βεβαιωθείς,
ἐπεὶ πρὸς τοσαῦτα πλήθη δυνάμεις τὰς ἀντικαθισταμένας
οὐκ εἶχεν, ἀναλύων τὰ δόξαντα πρότερον ἀγαπητὸν 
ἐλογίζετο, εἰ τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν σῶον διατηρήσειε καὶ
 

 
μὴ πολλοστὸς πρὸς ὑπερπληθεῖς καὶ ἰσχνροτέρονς μαχόμενος
τὸ πᾶν ἀπολέσειεν. ἔνθεν τοι καὶ τὴν βασιλεύουσαν κατὰ
νοῦν εἶχε καὶ πρὸς ταύτην ἑώρα διὰ τῆς Νικομήδους βουλόμενος
ἐπαναστρέψαι. ὁ δὲ Ἀπελχασὴμ ἄνωθεν τοῦ τείχους
 θεασάμενος αὐτὸν πρὸς τὴν Κωνσταντίνου ἀπονενευκότα καὶ
ἤδη καὶ πορευόμενον ἐξεληλυθὼς παρείπετο, ἵν᾿ ἐπὰν ἐν 
ἐπικαίρῳ τόπῳ τοῦτον στρατοπεδεύσαντα θεάσοιτο, προσβαλεῖ.
καταλαμβάνοντα δὲ τοῦτον τὴν Πρένετον ἐφθακὼς ξυμμίγνυσί
τε αὐτῷ καὶ ἐκθύμως τὴν μάχην ἀναρρήγνυσιν. ὁ δὲ Τατίκιος
 θᾶττον τὰς δυνάμεις εἰς πολέμου τύπον καταστησάμενος
τοῖς Κελτοῖς τὴν πρώτην κατὰ τῶν βαρβάρων ἱππασίαν
καὶ τὴν τοῦ πολέμου συμβολὴν ἐπέτρεψεν. οἱ δὲ δόρατα
μακρὰ ἐναγκαλισάμενοι χαλάααντες ὅλας ἡνίας ὡς πῦρ κατὰ
τῶν βαρβάρων ἴενται καὶ διακόψαντες τὰς φάλαγγας τρέπουσι
 κατὰ κράτος, κᾆθ᾿ οὕτως διὰ τῆς Βιθυνῶν πρὸς
τὴν βαβιλεύουβαν ὁ Τατίκιος ἐπανέρχεται, ὁ μέντοι Ἀπελχασὴμ 
οὐδαμῶς ἠρεμεῖν ἤθελεν. ἐπιθυμητικῶς γὰρ εἶχε τὰ
σκῆπτρα τῆς Ῥωμαίων ἀναδήβασθαι ἀρχῆς, εἰ δὲ μὴ τοῦτο,
ἀλλά γε τῶν παρὰ θάλατταν πάντων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν
 νήσων τὴν ἐξουσίαν ἐσχηκέναι. τοιαῦτα γοῦν λογιζόμενος
πρότερον μὲν λῃστρικὰς νῆας κατασκευάζειν διενοεῖτο τὴν
Κίον καταλαβών (πόλις δὲ αὕτη Βιθυνῶν παρὰ θάλατταν
διακειμένη), καὶ προέβαινεν, ὡς ᾤετο, τὰ κατὰ σκοπὸν αὐτῷ
ἀπαρτιζομένων τῶν νηῶν. οὐδὲ τοῦτο τὸν αὐτοκράτορα
 διέλαθε, καὶ παραχρῆμα τὰς παρατυχούβας διήρεις τε καὶ
τριήρεις καὶ τὰ λοιπὰ τῶν ναυτικῶν ἐξοπλίσας Μανουὴλ 
τὸν Βουτουμίτην δοῦκα προβαλόμενος κατὰ τοῦ Ἀπελχασὴμ
ἀπέστειλεν ἐπισκήψας σπεῦσαι τὰς ἡμιτελεῖς τοῦ Ἀπελχασὴμ
νῆας ἐμπρῆσαι, ἐν ὁποίᾳ καταστάβει ταύτας εὑρήσει. ἀλλὰ
 

 
καὶ τὸν Τατίκιον μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως ἠπειρόθεν κατ’
 αὐτοῦ ἐκπέμπει. ἀμφοτέρων οὖν τῆς πόλεως ἐξεληλυθότων,
ἐπεὶ τὸν Βουτουμίτην ὁ Ἀπελχασὴμ διαπόντιον μετὰ σφοδρᾶς
τῆς ῥύμης ἤδη καταλαμβάνοντα ἐθεάσατο, μεμαθήκοι δὲ καὶ
περὶ τῶν ἐξ ἠπείρου ἐπικαταλαμβανόντων καὶ τὸν τόπον, ἐν 
 ᾧ ἕτυχε, μὴ συμβαλλόμενον αὐτῷ λογίζεται διὰ τὸ τραχὺ καὶ
στενὸν καὶ τοῖς τοξόταις πάντη ἀκατάλληλον ὡς μὴ ἀποχρῶντα
τούτοις πρὸς τὰς κατὰ τῶν Ῥωμαίων ἱππασίας,
ἀπάρας ἐκεῖθεν εἰς ἐπίκαιρον τόπον ἐβουλεύσατο τὰς δυνάμεις
καταθεῖναι. καταλαμβάνει τοίνυν τόπον παρὰ μὲν τῶν 
Ἁλυκὰς ὀνομαζόμενον, παρὰ δὲ τῶν Κυπαρίσσιον. ἐφθακὼς
δὲ ὁ Βουτουμίτης διαπόντιος θᾶττον ἢ λόγος τὰς τοῦ Ἀπελχασὴμ
νῆας ἐνέπρησε. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν ἐξ ἠπείρου ἐληλυθὼς
καὶ ὁ Τατίκιος ἐν ἐπικαίροις τὸ στράτευμα κατέθετο
τόποις καὶ ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας οὐκ ἐνεδίδου πη μὲν 
 ἀκροβολιζόμενος, πὴ δὲ μάχας συνάπτων μετὰ τοῦ Ἀπελχασὴμ
ἐπὶ ὅλαις πεντεκαίδεκα ἡμέραις. τοῦ δὲ Ἀπελχασὴμ
μηδ’ ὅλως ἐνδιδόντος, ἀλλ’ ἰσχυρῶς ἀντικαθισταμένου ἐκκακήσαντες
οἱ Λατῖνοι, κἂν μὴ τὴν ἐκ τοῦ τόπου εἶχον
βοήθειαν, ὤχλουν ὅμως τὸν Τατίκιον, ἴν’ οὗτοι καὶ μόνοι 
τὴν μετὰ τῶν Τούρκων ἀναδέξωνται μάχην. ὁ δέ, κἂν μὴ
κατὰ γνώμην αὐτῷ τὸ πρᾶγμα ἐδόκει, ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην
ὁρῶν δυνάμεις Τουρκικὰς προσχωρούσας τῷ Ἀπελχασὴμ
ὑπεῖξε τῇ βουλῇ τῶν Λατίνων. καὶ περὶ ἀνατολὰς ἡλίου
τὰς φάλαγγας καταστήσας τὸν μετὰ τοῦ Ἀπελχασὴμ συνῆψε 
 πόλεμον. πολλοὶ μὲν οὖν τῶν Τούρκων τηνικαῦτα κτείνονται,
πλεῖστοι δὲ καὶ ἁλίσκονται, οἱ δὲ πλείους τὰ νῶτα διδόασι
μηδὲ τῶν οἰκείων σκευῶν φροντίδα ποιησάμενοι. καὶ αὐτὸς
ὁ Ἀπελχασὴμ κατευθὺ Νικαίας ἐλάσας μόγις διασῴζεται.
λείαν οὖν πολλὴν ἐντεῦθεν ἀναλαβόμενοι οἱ ὑπὸ τὸν Τατίκιον 
πρὸς τὴν οἰκείαν παλινοστοῦσι παρεμβολήν. ταῦτα
 

 
μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ, ὁποῖος ἐκεῖνος δεινὸς θηρᾶσαι
ψυχὴν ἀνθρώπου καὶ λιθίνην μαλάξαι φύσιν, γραφὴν τηνικαῦτα
ἐκτίθεται πρὸς τὸν Ἀπελχασὴμ συμβουλεύων ἀποσχέσθαι
μὲν τῶν τοιούτων κενῶν ἐπιχειρημάτων καὶ μὴ εἰς
 ἀέρα παίειν, ἀλλὰ προσεληλυθέναι τε αὐτῷ καὶ πολλῶν καμάτων
ἑαυτὸν ἀπαλλάξαι δωρημάτων τε δαψιλῶν ἐπαπολαῦσαι 
καὶ τιμῆς, ὁ δὲ Ἀπελχασήμ, ἐπεὶ καὶ τὸν Προσοὺχ ἐμάνθανε
πολιορκοῦντα τὰ κατεχόμενα παρά τινων σατραπῶν κάστρα,
ἤδη δὲ καὶ τῇ Νικαίᾳ προοπελάζειν ἐφ᾿ ᾧ πολιορκῆσαι ταύτην,
 τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν, ὅ φασι, ποιησάμενος, ἅμα δὲ
καὶ τῆς τοῦ βασιλέως γνώμης καταστοχασάμενος καὶ τεθαρρηκὼς
τὴν μετ᾿ αὐτοῦ εἰρήνην ἀσπάζεται. τῶν δὲ ἀναμεταξὺ
εἰρηνικῶν σπονδῶν τελεσθεισῶν μελετήσας καὶ ἕτερόν 
τι συνοῖσον ὁ αὐτοκράτωρ, ἐπεὶ οὐκ ἐνῆν ἄλλως ἀνυσθῆναι
 τὸ σκοπούμενον, μετακαλεῖται τοῦτον εἰς τὴν βασιλεύουσαν,
ἐφ᾿ ᾧ καὶ χρήματα λαβεῖν καὶ τρυφῆς ἅλις ἐπαπολαῦσαι
καὶ οὕτως οἴκαδε ἐπαναστρέψαι. πείθεται ὁ Ἀπελχασήμ.
καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν βαβιλεύουσαν παντοίας ἀξιοῦται φιλοφροσύνης.
ὡς δὲ τὴν Νικομήδους (πόλις δὲ αὕτη μητρόπολις
 Βιθυνίας) κατεῖχον οἱ τῆς Νικαίας ἐξάρχοντες Τούρκοι,
ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς ἐξελάσαι τούτους βουλόμενος ἕτερον
παρὰ θάλατταν οἰκοδομῆσαι πολίχνιον δεῖν ἔκρινεν, ἐν ὅσῳ
τὰ τῆς ἀγάπης ἥδραστο. τοιγαροῦν ἐν φορταγωγοῖς ναυσὶν 
ἅπαντα τὰ πρὸς κτίσιν χρειώδη σὺν αὐτοῖς οἰκοδόμοις ἐμβαλὼν
 ἐζαπέστειλε τὴν τούτου οἰκοδομὴν Εὐσταθίῳ τῷ τοῦ 
στόλου δρουγγαρίῳ ἀναθέμενος καὶ τὸ ἀπόρρητον ἐκκαλύψας,
ἐπισκήψας, εἴ τινες τῶν Τούρκων διέρχοιντο, παντοίως
φιλοφρονεῖσθαι καὶ ἐς κόρον διδόντα ἐπαπολαύειν τῶν χρειωδῶν
προτιθέναι τὸ μετ᾿ εἰδήσεως τοῦ Ἀπελχασὴμ τοῦτο
 οἰκοδομεῖν, εἶτα ἅπαν πλοῖον ἀπεῖρξαι τῶν τῆς Βιθυνίας
παραλίων μερῶν, ὡς μὴ δῆλον αὐτῷ γενέσθαι τὸ γινόμενον.
 

 
τῷ δὲ Ἀπελχασὴμ καθ’ ἑκάστην χρήματα διδοὺς οὐκ ἐνεδίδου
εἰς βαλανεῖα τε προτρεπόμενος καὶ ἱππηλασίας καὶ
κυνηγέσια, πρὸς δὲ καὶ τὰς κατὰ τὰς λεωφόρους ἱσταμένας
 στήλας ἀναθεωρεῖν· ἀλλὰ καὶ ἱππικὸν ἀγῶνα δι’ αὐτὸν
ἐνστήσασθαι τοῖς διφρηλάταις ἐκέλευσε κατὰ τὸ πάλαι τῷ 
μεγάλῳ Κωνσταντίνῳ οἰκοδομηθὲν θέατρον καὶ καθ’ ἑκάστην
ἐν τούτῳ παραγίνεσθαι καὶ τὰς τῶν ἵππων δοκιμασίας ὁρᾶν
ἠρέθιζεν, ἴν’ ἐντεῦθεν τριβομένου τοῦ καιροῦ ἐκεχειρία τοῖς
οἰκοδόμοις διδῶται. ὡς δὲ τὸ πολίχνιον ἤδη τετέλεσται καὶ
πέρας τὸ σκοπούμενον ἔσχηκε, πλείοσι δωρεαῖς τοῦτον 
ἀμειψάμενος τῷ σεβαστοῦ τε ἀξιώματι τιμήσας καὶ ἐπὶ πλέον
τὰς συνθήκας ἐμπεδώσας διὰ τιμῆς αὐτὸν ἐξέπεμψε διαπόντιον.
ἀγγελθείσης δὲ αὐτῷ τῆς τοῦ κάστρου οἰκοδομῆς,
 κἂν καὶ ἐπὶ τῇ τούτου ἀνεγέρσει κατετέτρωτο τὴν ψυχήν,
ἀλλ’ οὖν τὸν ἀγνοοῦντα ὑποκριθεὶς τὸ παράπαν ἐσίγησε. 
τοιοῦτόν τι καὶ περὶ Ἀλκιβιάδους ἱστόρηται. οὕτω γὰρ
κἀκεῖνος Λακεδαιμονίους ἐξηπατήκει μὴ συγχωροῦντας ἀνοικοδομηθῆναι
 Ἀθήνας καθαιρεθείσας ὑπὸ Περσῶν. παραγλείλας
γὰρ ἀνοικοδομεῖν Ἀθηναίους ἐκεῖνος ἀπῴχετο πρεσβεύσων
εἰς Λακεδαίμονα. εἶτα τῆς πρεσβείας τὸν χρόνον 
τρίβοντος καὶ διδόντος τὸ ἐνδόσιμον τοῖς οἰκοδομοῦσι μετὰ
τὴν ἐξαπάτην ὅλην ἤκουσαν Λακεδαιμόνιοι τὴν οἰκοδομὴν
Ἀθηνῶν. καὶ μέμνηται τῆς καλῆς ἀπάτης ταυτησὶ καὶ ὁ
Παιανιεὺς ἐνιαχοῦ τῶν λόγων αὐτοῦ. τοιοῦτον ἄρα καὶ τοὐμοῦ
πατρὸς τὸ ἐπινόημα ἦν, μᾶλλον δὲ καὶ Ἀλκιβιάδους 
στρατηγικώτερον. ἱπποδρομίαις γὰρ καὶ τρυφαῖς ἄλλαις τὸν
βάρβαρον τοῦτον ὑποσαίνων καὶ εἰς ἡμέραν ἐξ ἡμέρας παραπεμπόμενος
ἀπαρτίσας τὸ φρούριον καὶ τηνικαῦτα
 τοῦ σύμπαντος τελεσθέντος ἔργου τὸν ἄνδρα τῆς βασιλίδος
ἀπέλυσε πόλεως.

Ὁ δὲ Προσοὺχ δεινῆς μετὰ δυνάμεως, ὡς ἠλπίδίδοται
 

 
ζετο, καταλαβὼν ἐπολιόρκει τὴν Νίκαιαν, καθὼς ὁ τῷ Τατικίῳ
Νυκτὸς προσεληλυθὼς τότε ἔλεγε, καὶ ἐπὶ τριςὶ μηςὶ
Πολιορκῶν ταύτυην οὐκ ἐνεδίδου. ἐν στενῷ δὲ κομιδῆ τὰ
Κατ᾿ αὐτοὺς οἱ ἐντὸς καὶ αὐτὸς δὴ ὁ Ἁπελχαςὴυμ ἑωραςότες
 καὶ μὴ ἐπὶ πλέον ἀντέχειν πρὸς τὸν Προσοὺχ δυνάμενοι
Διαπεμψάμενοι πρὸς τὸν βασιλέα ᾐτοῦτέα ᾐτοῦντο τῆς ἐξ αὐτοῦ βοηθείας
Τυχεῖν κεῖττον λέγοντες ἡγεῖσθαι δούλους αὐτοῦ ὀνομάζεσθαι
ἢ τῷ Προσοὺχ δοῦναι χεῖρας. ὁ δὲ παραχρῆμα 
τοῦς τῶν παρατυχόντων ἐκκρίτους διελὼν σημαίας τε καὶ 
 σκῆπτρα ἀργφυρόηλα ἐπιδοὺς εἰς ἀρωγὴν τούτους ἐκπέμπει.
Οὐ γὰρ ἄντικρυς βοηθῶν τῷ Ἀπελχαςὴμ στρατιὰν ἔπεμπεν,
ἀλλὰ τὰ τῆς βοηθείας ἐντεθεν κατὰ τὸν νοῦν τοῦ αὐτοκράτορος
εἰς κατάλυσιν τοῦ Ἀπελχαςὴμ περΐστατο. Δύο
γὰρ πρὸς ἀλλήλους μαχομένων ἐχθρῶν τῆς τῶν Ῥωμαίων
 ἡγεμονίας ἔδει τῷ ἀσθενεστέρῳ συνθέσθαι, οὐχ ἵν᾿ ἐπικρατέστερος
Γένηται, ἀλλ᾿ ἵνα τὸν μὲν ἀποκρούσηται, ἀφ᾿ οὗ
Δὲ τὴν πόλιν ἐξέληται καὶ τὴν τέως μὴ οὖσαν ὑπὸ τὸν κύκλον
Αὐτοῦ ἰδίαν ποιήσηται καὶ κατὰ μικρὸν ἐκ ταύτης ἑτέραν καὶ 
Μάλα ἄλλην Ἑλόμενος τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴν πλατυτέραν
 ποιήσηται εἰς στενὸν κομιδῆ καταστᾶσαν καὶ μᾶλλον. ἐξ ὅτου
Τὸ τῶν Τούρκων δόρυ ἐπικρατέστερον γέγονεν. ἦν μὲν γὰρ
ὄτε οἱ ὄροι τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας αἱ ἀμφότεραι στῆλαι
ἦσαν ἀνατολὴν καὶ δύσιν περιορίζουσαι, ἐξ ἑσπέρας μὲν 
αἱ τοῦ Ἡρακλέους ὀνομαζόμεναι, ἐξ ἕω δὲ αἱ ἀγχοῦ που
 ἱστάμεναι τοῦ Ἰνδικοῦ πέρατος αἱ τοῦ Διονύσου. Κατὰ γὰρ
Πλάτος οὐκ ἔστιν εἰπεῖν ὅσον ἦν τῆς τῶν Ῥωμαίων βασιλείας
Τὸ κράτος ** Αἴγυπτος καὶ Μερόη καὶ Τρωγλοδυτικὴ
Πᾶσα καὶ τὰ ἐγγύθεν τῆς διακεκαυμένης καὶ τὰ ἐξ ἑτέρου
Μέρους ἡ περιθρύλλητος Θούλη καὶ ὅσα ἔθνη βόσκει τὸ
 κλίμα τὸ Βόρειον, οἷς κατὰ κορυφὴν ὁ Βόρειος ἵσταται πόλος.
ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐκείνῳ γε τοῦ καιροῦ ἐκ μὲν ἀνατολῆς ὁ γεί-
 

 
των Βόσπορος ὅριον τῶν Ῥωμαϊκῶν σκήπτρων, ἐκ δὲ τῆς
ἑσπέρας ἡ Ἀδριανοῦ καθίστατο πόλις. ἀλλ’ ὅ γε βασιλεὺς
Ἀλέξιος ἀμφοτέραις ὥσπερ παίων χερσὶ τοὺς ἑκατέρωθεν
 ἐπιτιθεμένους βαρβάρους καὶ καθάπερ ἀπὸ κέντρου τῆς Βυζαντίδος
περιορχούμενος ηὐρύνετο τὸν κύκλον τῆς βασιλείας 
καὶ ἐκ μὲν ἑσπέρας τὸν Ἀδρίαντος πόντον ἔθετο ὅριον, ἐκ
δὲ τῆς ἀνατολῆς Εὐφράτην καὶ Τίγρητα. καὶ κἂν εἰς τὴν
προτέραν εὐδαιμονίαν τὴν βασιλείαν ἀνενεώσατο, εἰ μή γε
οἱ ἐπάλληλοι ἀγῶνες καὶ οἱ πυκνοὶ πόνοι καὶ κίνδυνοι ἦν
γὰρ καὶ ἀμφότερα ὁ αὐτοκράτωρ μεγαλοκίνδυνός τε καὶ πυκνοκίνδυνος) 
τοῦτον ἀπέστησαν τοῦ ὁρμήματος. ἀλλ’ ὅπερ
ἐξ ἀρχῆς ἔλεγον, ὅτι στρατιὰν ἀποστέλλων τῷ τῆς Νικαίας
τυράννῳ Ἀπελχασὴμ γνώμης εἶχεν οὐχ ἴν’ ἐκεῖνον ἐξέληται
 τοῦ κινδύνου, ἀλλ’ ὅπως ἄν ἑαυτῷ τὴν νίκην περιποιήσηται·
οὐ μὴν ἡ τύχη τούτῳ συνέπνευσεν. ἔσχε γὰρ οὕτως 
τὰ κατ’ αὐτούς. οἱ γὰρ ἀποσταλέντες τὸ τοῦ κυρίου Γεωργίου
ὀνομαζόμενον κατέλαβον πολίχνιον· οἱ δὲ Τοῦρκοι
παραχρῆμα τὰς πύλας αὐτοῖς ἀνεπέτασαν. οἱ δὲ ἄνωθεν
τῆς ἀνατολικῆς πόρτης περὶ τὰ κρήδεμνα τοῦ τείχους ἀνελθόντες
τὰς σημαίας καὶ τὰ σκῆπτρα ἰλαδὸν κατέστησαν ἀλαλάζοντες 
ἅμα καὶ τὸ ἐνυάλιον συνεχῶς ἐνηχοῦντες. ὑφ’
ὧν οἱ μὲν ἔξωθεν ἐκδειματωθέντες διὰ νυκτὸς ἐκεῖθεν
ᾤχοντο αὐτὸν ἐληλυθέναι τὸν αὐτοκράτορα νομίσαντες· αἱ
δὲ Ῥωμαϊκαὶ δυνάμεις αὖθις πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ὑπέστρεψαν.
 οὐ γὰρ ἦσαν ἀξιόμαχον πλῆθος πρὸς ἔφοδον 
 Περσικὴν ἐλπιζομένην ἐκ τοῦ βάθους τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας
αὖθις ἐλεύσεσθαι.

Τὴν δὲ τοῦ Σιαοὺς ὑποστροφὴν ὁ σουλτὰν ἀπεκδεχόμενος,
ἐπεὶ ἑώρα τοῦτον ἐμβραδύνοντα, μεμαθήκοι δὲ
καὶ τὰ κατ’ αὐτόν, ὡς τὸν Χαρατικῆν μετὰ τρόπου τῆς 
Σινώπης ἀπήλασεν, ὡς τετυχήκει τοῦ θείου βαπτίσματος
 

 
καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἀπεστάλη τὴν 
δουκικὴν ἐξουςίαν Ἀγχιάλου περιζωςάμενος, ἠνιᾶτο καὶ
ἤσχαλλε. δεῖν οὐν ἐλογίσατο τὸν Πουζάνον αὖθις μετὰ δυ¬νάμεων
κατὰ τοῦ Ἀπελχασὴμ ἀποστεῖλαι, ἅμα δὲ καὶ πρὸς
 τὸν αὐτοκράτορα γραφὴν περὶ τοῦ αὐτοῦ κήδους διαλαμβάνονσαν
αὐτῷ ἐγχειρίσαι. εἶχε δὲ τὰ γράμματα οὕτως. “ἠκηκόειν,
ὦ βασιλεῦ, τὰ κατὰ σὲ καὶ ὅπως τὴν τῆς βαοιλείας
ἀναδησάμενος ἀρχὴν ἐκ προοιμίου πολλοῖς ἀγῶσιν ἐμπέπτωκας
καὶ ὡς ἄρτι τὰ κατὰ τοὺς Λατίνους κατευνάσαντος οἱ
 Σκύθαι κατὰ σοῦ ἑτοιμάζονται καὶ αὐτὸς ὁ Ἀμὴρ Ἀπελχασὴμ 
τὰς μετὰ σοῦ τοῦ Σολνμᾶ σπονδὰς καταλύσας μέχρις
αὐτῆς Δαμάλεως τὴν Ἀσίαν λῄζεται. εἰ γοῦν βούλει καὶ
τὸν Ἀπελχασὴμ τῶν αὐτόθι μερῶν ἀπελαθῆναι καὶ τὴν
Ἀσίαν καὶ αὐτὴν δὴ τὴν Ἀντιόχειαν ὑπὸ τὴν σὴν γενέσθαι
 χεῖρα, ἀπόστειλόν μοι τὴν σὴν θυγατέρα εἰς νύμφην ἐμὴν
τῷ πρωτοτόκῳ τῶν ἐμῶν υἱῶν. καὶ τοῦ λοιποῦ οὐδέν σοι
σκῶλον ἔσεται, ἀλλὰ πάντα ῥᾳδίως ἐξέσται σοι ἀνύειν ἐμοῦ
σοι ἐπαρήγοντος οὐ κατὰ τὴν ἕω μόνον, ἀλλὰ μέχρις
Ἰλλυρικοῦ καὶ τῆς ἑσπέρας ἁπάσης διὰ δυνάμεων ἀποστελλομένων
 σοι παρ᾿ ἡμῶν καὶ ὁ ἀντικαθιστάμενός σοι τοῦ
λοιποῦ οὐκ ἔσεται”. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν Περσῶν
σουλτάν· ὁ δὲ Πουζάνος μέχρι Νικαίας καταλαβὼν καὶ ἀπόπειραν
 ταύτης οὐχ ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ποιησάμενος καὶ διαμαρτὼν
τοῦ σκοποῦ τοῦ Ἀπελχασὴμ γενναίως ἀνταγωνιζομένου,
 ἐξαιτησαμένου καὶ ἀπὸ τοῦ βασιλέως βοήθειαν καὶ λαβόντος
πρὸς τὴν τῶν λοιπῶν πόλεών τε καὶ πολιχνίων κατάσχεσιν
ὥρμησεν ἐκεῖθεν ὑποχωρήσας τὴν σκηνὴν κατὰ τὴν Λάμπην
πηξάμενος. μετὰ δὲ τὴν τούτον ὑποχώρησιν ἑνδεκατέσσαρσιν
ἡμιόνοις χρυσίον ἐπισάξας ὁ Ἀπελχασὴμ ὁπόσον φέρειν
 ἠδύναντο ἀπέρχεται πρὸς τὸν Περσῶν σουλτὰν δῶρον αὐτῷ
κομίζων ἐφ᾿ ᾧ μὴ παραλυθῆναι τῆς ἀρχῆς, καταλαμβάνει D
 

 
δὲ τοῦτον περὶ τὸ Σπαχᾶ αὐλιζόμενον. ὡς δὲ οὐδὲ θεάσασθαι
τοῦτον ὁ σουλτὰν ἠξίου , μεσίταις ἐχρῆτο. ὁ δὲ
ὀχλούμενος ὑπ’ αὐτῶν ἔφη “ἐπεὶ καθάπαξ τὴν ἐξουσίαν τῷ
Ἀμὴρ Πουζάνῳ ἀνεθέμην, οὐκέτι ταύτην ἐξ αὐτοῦ ἀφαιρήσεσθαι
βούλομαι. ἐπιδότω τοίνυν τὰ χρήματα ἀπελθὼν πρὸς 
αὐτὸν καὶ πᾶν ὃ βούλεται εἰπάτω. καὶ τὸ δόξαν αὐτῶ καὶ
ἐμὸν ἔσεται θέλημα.’’ ἐφ’ ἱκανὸν οὖν ἐγκαρτερήσας ἐκεῖσε
καὶ πολλὰ μογήσας καὶ μηδὲν ἠνυκὼς ἀπάρας ἐκεῖθεν ὡς
πρὸς τὸν Πουζάνον ἀπερχόμενος συναντᾷ τοῖς ἐξ ἐκείνου
 κατ’ αὐτοῦ ἀποσταλεῖσι διακοσίοις ἐκκρίτοις σατράπαις. οὐδὲ 
γὰρ ἡ ἐκείνου τῆς Νικαίας ἐξέλευσις τοῦτον διέλαθεν. οἳ
καὶ κατασχόντες αὐτὸν καὶ βρόχον ἐκ νευρᾶς ἐπικλώσαντες
τῷ τραχήλῳ τούτου περιβαλόντες ἀπέπνιξαν· τὸ δὲ ὅλον
οὐ τοῦ Πουζάνου ἦν κατ’ ἐμὸν λόγον, ἀλλὰ τοῦ σουλτὰν
ἐκείνου τοιαῦτ’ οἰκονομῆσαι κατὰ τοῦ Ἀπελχασὴμ δηλώσαντος. 
 ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν Ἀπελχασήμ· ὁ δὲ βασιλεὺς
τὰς τοῦ σουλτὰν ὑπαναγνοὺς γραφὰς οὐδ’ εἰς νοῦν τὸ
δηλούμενον βαλεῖν ἤθελε. καὶ πῶς γάρ ; τὸ γὰρ βασιλικὸν
 θυγάτριον, ὅπερ τὸ γράμμα ἐζήτει κατεγγυηθῆναι τῷ πρωτοτόκῳ
υἱῷ τοῦ βαρβάρου , ἦν ἄρα δυστυχές, ὡς ἔοικεν , εἰ 
ἀνεληλύθει εἰς Περσίδα βασιλείας μετεσχηκὸς ἁπάσης κακοδαιμονεστέρας
πενίας. ἀλλ’ οὔτε ὁ θεὸς τοῦτο ἐπέτρεπεν
οὔτε ὁ βασιλεὺς εἶχε γνώμη ςοὕτω ταῦτα προβῆναι, οὐδ’ ἀν
εἰς στενὸν κατηντήκει αὐτῷ τὰ πράγματα. εὐθὺς γὰρ καὶ
κατὰ πρώτην ἀκοὴν τοῦ γράμματος τῆς τοῦ βαρβάρου κατεγέλασεν 
ὀρέξεως ὑποφθεγξάμενος ὅτι “ὁ δαίμων τοῦτο εἰς
νοῦν αὐτοῦ ἀνεβίβασε’’. περὶ μὲν τοῦ κήδους οὕτως ἔσχεν
 ὁ αὐτοκράτωρ · ἐλπίσι δὲ κεναῖς τὸν τοῦ σουλτὰν λογισμὸν
ἀπαιωρεῖν δεῖν λογισάμενος μεταπεμψάμενος τὸν Κουρτίκιον
μεθ’ ἑτέρων τριῶν ἀποστέλλει τούτους πρέσβεις καὶ γράνάφαθρευ;γσεσυαθ 
 

 
ματα , δι’ ὧν τὴν εἰρήνην ἐνέφαινεν ἀσπάζεσθαι καὶ πρὸς
τὰ μηνυθέντα κατανεύειν, ἀπαιτῶν ἅμα καὶ αὐτὸς ἄλλα
τινὰ χρόνου παράτασιν εἰσάγοντα. οὔπω οἱ ἐκ τοῦ Βυζαντίου
πεμφθέντες πρέσβεις τὸν Χοροσὰν κατέλαβον, καὶ τὴν
 τοῦ σουλτὰν μεμαθηκότες ἀναίρεσιν ὑπέστρεψαν. καὶ γὰρ
ὁ αὐτάδελφος αὐτοῦ Τουτούσης μετὰ τὸ ἀνελεῖν τὸν Ἀμὴρ
Σολυμᾶν καὶ τὸν ἴδιον γαμβρὸν ἐξ Ἀραβίας αὐτοῦ
στρατεύσαντα τυφωθεὶς καὶ τὸν σουλτὰν μεμαθηκὼς εἰς εἰρηνικὰς 
σπονδὰς μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἤδη ἐπείγεσθαι
 πρὸς τὸν τἀδελφοῦ φόνον ἀπέβλεψε. δυοκαίδεκα τοίνυν
Χασίοuς τῇ Περσίδι διαλέκτῳ καλουμένους φόνιον πνέοντας
μετακαλεσάμενος ὡς πρέσβεις τάχα πρὸς τὸν σουλτὰν ἐξέπεμψε
καὶ τὸν τρόπον αὐτοῖς ὑποθέμενος ἅμα τῆς τἀδελφοῦ
σφαγῆς , “ἄπιτε” φάμενος “καὶ πρῶτα μὲν διακηρυκεύσατε,
 ὡς ἀπόρρητά τινα μέλλειν τῷ σουλτὰν ἀπαγγεῖλαι,
ἐπὰν δὲ παραχωρηθῆτε τῆς εἰσόδου, ὡς τάχα πρὸς οὖς
αὐτῷ ὡμιληκέναι βούλεσθαι , πλησιάσαντες παραχρῆμα τὸν
ἐμὸν διαμελίσατε ἀδελφόν”. οἱ δὲ πρέσβεις ἤ μᾶλλον φονεῖς 
καθάπερ εἰς δεῖπνον ἤ εὐωχίαν πεμπόμενοι προθυμότατα
 πρὸς τὴν τοῦ σουλτὰν σφαγὴν ἀπῄεσαν. μεθύοντα
τοίνυν τοῦτον καταλαβόντες, ἐπεὶ πᾶσα ἐκεχειρία τούτοις
ἐδίδοτο τῶν ἐμπεπιστευμένων τὴν τοῦ σουλτὰν φυλακὴν
πόρρωθεν ἑστηκότων , αὐτοὶ πλησιάσαντες τὰ ξίφη τῆς μάλης
σπασάμενοι διαμελίζουσι παραχρῆμα τὸν ἄθλιον. τοιοῦτον
 γὰρ τὸ τῶν Χασίων ἐστὶν αἵμασι χαῖρον καὶ τρυφὴν
αὐτὸ τοῦτο λογιζόμενοι , εἰ μόνον διὰ σπλάγχνων ἀνθρωπίνων
τὸ ξίφος ἐλάσειαν · τοῦ λοιποῦ δέ, κἄν τινες αὐτοὺς
ἴσως ἐπ’ αὐτῷ τούτῳ ἐπιθέμενοι καταχορδεύσειαν, καθάπερ 
τι κῦδος τὸν τοιοῦτον λογίζονται θάνατον ὥσπερ τινὰ πάτριον
 κλῆρον τὰ φονικὰ ταῦτα ἔργα ἄλλος πρὸς ἄλλον διατοῦ
 

 
δεχόμενοί τε καὶ παραπέμποντες. ἐκείνων μὲν οὖν πρὸς
τὸν Τουτούσην ὑπέστρεψεν οὐδεὶς ἀντίλυτρον οἷον τὰς ἰδίας
 ὑποσχόντων σφαγάς· ὁ μέντοι Πουζάνος ταῦτα μεμαθηκὼς
σὺν ὅλαις δυνάμεσι πρὸς τὸν Χοροσὰν ἐπανέστρεψεν. ἐπὰν
δὲ τῷ Χοροσὰν προσπελάσειε, δέχεται τοῦτον ὁ τοῦ ἀναιρεθέντος 
ἀδελφὸς Τουτούσης. καὶ εὐθὺς ἀγχεμάχου τῆς μάχης
γενομένης, ἐπεὶ καρτερῶς ἄμφω τὰ στρατεύματα ἐμάχοντο
 καὶ θάτερον θατέρῳ τῆς νίκης οὐδαμῶς παρεχώρει, πίπτει
καὶ ὁ Πουζάνος καιρίαν πληγεὶς γενναίως ἀγωνιζόμενος καὶ
ὅλας συνταράσσων τὰς φάλαγγας· ἕκαστος δὲ τῶν αὐτοῦ 
φυγῇ τὴν σωτηρίαν ἐπραγματεύσατο ἄλλος ἄλλοσε σκεδασθέντες.
σθέντες. ὁ δὲ Τουτούσης νικητὴς πρὸς τὸν Χοροσὰν ἐπανέστρεφεν
ὡς ἤδη τὴν τοῦ σουλτανικίου ἀξίαν περιζωσάμενος
καὶ ταῦτα τὸν κίνδυνον ὑπὲρ κεφαλῆς ἔχων. καὶ γὰρ συνηντηκὼς
αὐτῷ ὁ τοῦ ἀναιρεθέντος Ταπάρη σουλτὰν υἱός , ὁ 
Παργιαρούχ, ὡς λέων ἐχάρη μεγάλῳ ἐπὶ σώματι κύρσας
κατὰ τὴν ποίησιν καὶ συμβαλὼν ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ εἰς
 πολλὰ τὰς τοῦ Τουτούση δυνάμεις διέσπασε καὶ τρέψας ἀνὰ
κράτος ἐδίωκεν. ἀναιρεῖται δὲ καὶ αὐτὸς ὁ τὰ Ναυάτου φυσῶν
Τουτούσης. τοῦ δὲ Ἀπελχασὴμ μετὰ χρημάτων τότε 
πρὸς τὸν τοῦ Χοροσὰν σουλτὰν ἐξεληλυθότος, ὡς ὁ λόγος
φθάσας ἱστόρησεν, ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Πουλχάσης τὴν Νίκαιαν
καταλαβὼν κατέσχεν. αἰσθόμενος δὲ τούτου ὁ αὐτοκράτωρ
τὰς δωρεὰς ὑπισχνεῖτο, εἰ ταύτης αὐτῷ
παρακεχωρηκὼς ἐκεῖθεν ἐκσταίη. ὁ δὲ Πουλχάσης ἤθελε μέν, 
ἀλλ’ ἀνεβάλλετο αὖθις ἀποβλέπων πρὸς τὸν Ἀπελχασὴμ καὶ
λόγους ἐκ λόγων πρὸς τὸν αὐτοκράτορα διεπέμπετο ἀπαιωρῶν
 οἷον αὐτόν, τῇ δ’ ἀληθείᾳ τὴν τοῦ ἀδελφοῦ ἀπεκδεχόμενος
ἐπανέλευσιν. ἐν τῷ μεταξὺ δὲ γίνεταί τι τοιοῦτον. ὁ
παρὰ τῶν Χασίων ἀναιρεθεὶς τοῦ Χοροσὰν σουλτὰν ἔφθασε 
κατασχεῖν τοὺς τοῦ μεγάλου Σολυμᾶ δύο υἱεῖς. οὗτοι δὲ
 

 
μετὰ τὴν ἐκείνου σφαγὴν ἀποδράσαντες τοῦ Χοροςὰν ὀξέως
τὴν Νίκαιαν κατέλαβον. τούτονς οἱ ἐντὸς Νικαίας θεασάμενοι
δημοκρατοῦντες οἷον περιχαρῶς ἐδέξαντο. καὶ ὁ Πουλχάσης
καθάπερ τινὰ πατρῷον κλῆρον τὴν Νίκαια ν προθύμως
 αὐτοῖς παραδίδωσι. προχειρίζεται δὲ σονλτὰν ὁ πρωτογενὴς
τῶν δύο, Κλιτζιασθλὰν τὴν κλῆσιν. ἐκεῖνος δὲ τὰς γυναῖκας
καὶ τὰ τέκνα τῶν τηνικαῦτα ἐν Νικαίᾳ παρόντων μεταπεμψάμενος
ἐν αὐτῇ καθίδρνσεν ἀποκαταστήβας τὴν πόλιν 
ταύτην σονλτάνων, ὡς ἄν τις εἴποι, κατοικητήριον. οὕτω δὲ
 τὰ κατὰ τὴν Νίκαιαν οἰκονομήσας τὸν μὲν Πονλχάσην τῆς
ἀρχῆς μεθίστησι, τῷ δὲ ἀρχισατράπῃ Μονχοῦμετ τὴν ἡγεμονίαν
τῶν ἐν Νικαίᾳ ὄντων σατραπῶν ἀναθέμενος καὶ αὐτοῦ
που καταλιπὼν κατὰ τῆς Μελιτηνῆς ἔξεισιν.

Ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν τὰ περὶ τῶν σονλτάνων· ὁ δὲ
 Ἐλχάνης ἀρχισά τράπης μετὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν καταλαβὼν τὴν
Ἀπολλωνιάδα καὶ Κύζικον (πόλεις δὲ αὗται καὶ ἄμφω παράλιοι)
τὰ παρὰ θάλατταν ἐλῄζετο ἅπαντα. τοῦτο μεμαθηκὼς
ὁ αὐτοκράτωρ ἀπὸ τῶν παρατνχόντων ἀκατίων (ούδέπω
γὰρ στόλος ηὐτρέπιστο) ἱκανὰ παρασκενασάμενος καὶ ἑλεπόλεις
 ἐν αὐτοῖς μετὰ στρατιωτῶν γενναίων εἰσαγαγὼν τὸν
Εὐφορβηνὸν Ἀλέξανδρον, ἄνδρα τῶν ἐπιφανῶν μὲν κατὰ 
γένος καὶ κατὰ ἀνδρείαν περίφημον, τὴν ἡγεμονίαν τούτων
αὐτῷ ἀναθέμενος κατὰ τοῦ Ἐλχάνη ἐξέπεμψε, καταλαβὼν
τὴν Ἀπολλωνιάδα παραχρῆμα ἐπολιόρκει. δι᾿ ἓξ δὲ ἡμερῶν
 μηδ᾿ ἐν νυξὶ τῆς τειχομαχίας ὅλως ἀφιστάμενος κατέσχε
τὸν ἔξοοθεν τοῦ κάστρον κύκλον, ὅνπερ ἐξώπολον ἡ σννήθεια 
νῦν καλεῖν εἴωθεν. ὁ δὲ Ἐλχάνης καρτερῶς ἀντεποιεῖτο
τῆς ἀκρο πόλεως δυνάμεις ελπίζω ν ἔξωθεν ἐλθεῖν.
καὶ δὴ στρατιὰ ν βαρβαρικὴν ἀξιόμαχον ἐπικαταλαμβάνονσαν
 εἰς ἀρωγὴν τοῦ Ἐλχάνη ὡς ἐθεάσατο ὁ Ἀλέξανδρος, τοὺς 
δ᾿ ὑπ᾿ αὐτὸν μηδὲ τὸ πολλοστὸν τῆς ἐπικαταλαμβανούσης
δυνάμεως σῴζοντας, βέλτιον ἔγνω, καν μὴ νικῴη, ἀλλά γε
 

 
τοὺς τοὺς ὑπ᾿ ἀσινεῖς διατηρῆσαι. ἐν στενῷ δὲ κομιδῆ
τὰ κατ’ αὐτὸν ἐληλακότα συνορῶν καὶ ὅτι σωτηρίας τρόπος
οὐκ ἐπιλέλειπται, ὡς πρὸς τὴν θάλασσαν ἀπονενεύκει. καὶ
διὰ τοῦ ποταμοῦ εἰσελθὼν ἐν ταῖς ἰδίαις ναυσὶ πρὸς αὐτὴν
διεπλῴζετο. στοχασάμενος δὲ ὁ ᾿Ελχάνης τὸν τοῦ ᾿Αλεξάνδρου 
 σκοπὸν προκαταλαβὼν τὸ τῆς λίμνης κατέσχε στόμιον
καὶ τὴν ἐν τῷ ποταμῷ γέφυραν, ἐν ᾗ καὶ τέμενος πάλαι
παρὰ τῆς ἁγίας ᾠκοδόμητο Ἑλένης ἐπ’ ὀνόματι τοῦ μεγάλου
Κωνσταντίνου, ἐξ ὧν τὴν ἐπωνυμίαν ἡ γέφυρα μέχρι
καὶ νῦν ἐκτήσατο. τῷ γοῦν ἤδη ῥηθέντι στομίῳ καὶ αὐτῇ 
δὴ τῇ γεφύρᾳ ἄνδρας πολεμικωτάτοςυ ἐπιστήσας ἐφ’ ἑκάτερα
παρήγγειλε τὴν τῶν πλοίων δίοδον ἐνεδρεύειν. ὡς δὲ
ἅπαντες ἐν τοῖς ἤδη ῥηθεῖσιν ἀγραρίοις εἰσελθόντες διὰ τοῦ
 στομίου τῆς λίμνης ταῖς πάγαις τοῦ Ἐλχάνη ἐμπεπτώκασι,
θεασάμενοι τὸ καταλαβὸν αὐτοὺς δεινὸν καὶ μὴ ἔχοντες ὅ 
τι καὶ δράσαιεν τῇ χέρσῳ τὰς νῆας ἐφορμίσαντες κἀκεῖθεν
ἁλλόμενοι περὶ τὴν ἤπειρον ἐξεληλύθεσαν. καταλαβόντων
δὲ αὐτοὺς τῶν Τούρκων μέγας ἀναρρήγνυται πόλεμος. καὶ
πολλοὶ μὲν τῶν λογάδων ἁλίσκονται, πολλοὶ δὲ καὶ ταῖς δί-
ναις τοῦ ποταμοῦ ἐμπεπτωκότες παρεσύρησαν. ταῦτα ὁ βασιλεὺς 
μεμαθηκὼς καὶ μὴ φέρων τὴν ἧτταν ἀξιόμαχον δύναμιν
μετὰ τοῦ Ὤπου διὰ τῆς ἠπείρου κατ’ αὐτῶν ἐξέπεμψεν.
ὃς καὶ τὴν Κύζικον καταλαβὼν ἐξ ἐπιδρομῆς ταύτην κατέσχε.
διελὼν δὲ καὶ τῶν ἰδίων ταγμάτων ἄνδρας τειχεσιπλήτας καὶ
φιλοκινδύνους ὡσεὶ τριακοσίους κατὰ τοῦ Ποιμανηνοῦ ἐξαπέστειλεν. 
 οἳ καὶ ἐξ ἐφόδου τοῦτο κατέσχον καὶ τοὺς μὲν
τῶν ἐντὸς αὐτοῦ που κτείνουσι, τοὺς δὲ καὶ ζωγρίαν πρὸς
τὸν Ὦπον πεπόμφασιν. ὁ δὲ θᾶττον τούτους πρὸς τὸν βασιλέα
ἐκπέπομφεν· αὐτὸς δὲ ἐκεῖθεν ἀπάρας τὴν Ἀπολλωνιάδα
καταλαμβάνει, καὶ πολιορκῶν ταύτην οὐκ ἐνεδίδου. ὁ δὲ ᾿Ελχάνης 
ἀποχρῶσαν ἀπαρτὶ πρὸς αὐτὸν μὴ ἔχων δύναμιν τὴν
 

 
μὲν πόλιν ἐθελοντὴς παραδίδωσιν, αὐτὸς δὲ μετὰ τῶν καθ᾿
αἷμα προσηκόντων αὐτομολεῖ πρὸς τὸν βασιλέα καὶ μυρίων
μὲν ἐπαπολαύει δωρεῶν, τυγχάνει δὲ καὶ τοῦ μεγίστου, τοῦ
ἁγίου φημὶ φωτίσματος, ὁπόσοι δὲ συνέψεσθαι τῷ Ὤπῳ οὐκ 
 ἤθελον, ὅ τε Σκαλιάριος καὶ ὁ ἐν ὑστέροις ὑπερπερίλαμπρος
τιμηθεὶς * (ἀρχισατράπαι δὲ καὶ οὗτοι τῶν ἐπιφανῶν) μεμαθηκότες
τὰς εἰς τὸν Ἐλχάνην φιλοφροσύνας καὶ δαψιλεῖς
δωρεὰς τοῦ αὐτοκράτορος προσεληλυθότες καὶ αὐτοὶ τῶν
ἱμειρομένων ἐπιτυγχάνουσιν. ἦν γὰρ δ βασιλεὺς οὗτος ἄντικρυς
 ἱερατικώτατος καὶ τὴν ἀρετὴν καὶ τὸν λόγον, ὡς εἰπεῖν,
εὐσεβείας ἁπάσης ἀρχιερεύς. διδασκαλικώτατός τε γὰρ ἦν
τοῦ ἡμετέρου δόγματος καὶ ἀποστολικὸς τὴν προαίρεσιν καὶ
τὸν λόγον καὶ εἴσω τῆς ἡμετέρας πίστεως ποιῆσαι βουλόμενος
οὐ μόνον τοὺς νομάδας τουτουςὶ Σκύθας, ἀλλὰ καὶ τὴν 
 Περςίδα πᾶσαν καὶ ὁιτόσοι τὴν Αἴγυπτον καὶ τὴν Λιβύην
νέμονται βάρβαροι καὶ ταῖς τοϋ Μωάμεθ τελεταῖς ἀργιάζουσιν.

Ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἅλις· βουλομένη δὲ δεινοτέραν
καὶ μείζονα τῆς προλαβούσης κατὰ τῆς τῶν Ῥωμαίων
 ἀρχῆς ἔφοδον διηγήσασθαι εἰς ἀρχὴν αὖθις καθιστῶ τὸν
λόγον ἄλλα γὰρ ἐπ᾿ ἄλλοις διεκυμάνθησαν. γένος τι Σκυθικὸν παρὰ τῶν Σαυροματῶν καθ᾿ ἑκάστην σκυλευίμενοι
ἀπάραντες τῶν οἴκοι κατῆλθον πρὸς τὸν Δάνουβιν. ὡς δὲ
πρὸς ἀνάγκης ἦν αὐτοῖς μετὰ τῶν κατὰ τὸν Δάνουβιν οἰκούντων
 σπείσασθαι, τούτου συνδόξαντος πᾶσιν εἰς ὁμιλίαν
ἦλθον μετὰ τῶν ἐκκρίτων, τοῦ τε Τατοῦ τοῦ καὶ Χαλῆ 
ὀνομαζομένου καὶ τοῦ Σεσθλάβου καὶ τοῦ Σατζᾶ (χρὴ γὰρ
καὶ τῆς ἐπωνυμίας μεμνῆσθαι τῶν κατ᾿ αὐτοὺς ἀρίστων
ἀνδρῶν, εἰ καὶ τὸ σῶμα τῆς ἱστορίας τούτοις καταμιαίνεται),
 τοῦ μὲν τὴν Δρίστραν κατέχοντος, τῶν δὲ τὴν Βιτζίναν καὶ
τἆλλα. σπεισάμενοι γοῦν μετ᾿ αὐτῶν ἀδεῶς τοῦ λοιποῦ διαπερῶντες
τὸν Δάνουβιν ἐλῄζοντο τὴν παρακειμένην χώραν,
 

 
ὡς καὶ πολίχνιά τινα κατασχεῖν. κἀντεῦθεν ἐκεχειρίαν τινὰ
σχόντες ἀροτριῶντες ἕσπερον κέγχρους τε καὶ πυρούς. ὁ δὲ
τραυλὸς ἐκεῖνος Μανιχαῖος μετὰ τῶν συνεφεπομένων αὐτῷ
καὶ οἱ τὸ κατὰ τὴν ἀκρολοφίαν τῆς Βελιατόβης πολίχνιον
 κατασχόντες ὁμόφρονες, περὶ ὧν ὁ λόγος φθάσας πλατύτερον 
ἐδίδαξε, τὰ κατὰ τοὺς Σκύθας μεμαθηκότες ὃ πάλαι ὤδινον
εἰς φῶς ἐξήγαγον καὶ κατασχόντες τὰς τραχείας ὁδοὺς καὶ
στενωποὺς μετεκαλοῦντο τοὺς Σκύθας. κἀντεῦθεν τὴν
Ρωμαίων ἐλῄζοντο χώραν. γένος γὰρ οἱ Μανιχαῖοι φύσει
μαχιμώτατον καὶ αἵμασιν ἀνθρώπων λαφύσσειν καθαπερεὶ 
κύνες ἀεὶ ἱμειρόμενον. ταῦτα ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος μεμαθηκῶς
παρακελεύεται τῷ δομεστίκῳ τῆς ἑσπέρας Πακουριανῷ
γινώσκων αὐτὸν ἱκανώτατον οἰκονομῆσαι στράτευμα καὶ κατὰ
φάλαγγα στῆσαι καὶ παράταξιν διαμηχανήσασθαι ποικιλώτατον
 σὺν αὐτῷ τῷ Βρανᾷ ἀνὴρ δὲ καὶ οὗτος μαχιμώματος) 
τὰς δυνάμεις ἀναλαβόμενον κατ᾿ αὐτῶν ἀπελθεῖν. καταλαβὼν
δὲ τοὺς Σκύθας διελθόντας τοὺς στενωποὺς καὶ τῆς
Βελιατόβης ἔνθεν τὸν χάρακα πηξαμένους, πλῆθος ἀναρίθμητον
τούτους θεασάμενος , πρὸς τὸν μετ’ αὐτῶν εὐθὺς
ἀπενάρκησε πόλεμον βέλτιον νομίζων τὰς ἰδίας τὸ παρὸν 
ἀμαχητὶ διασῶσαι δυνάμεις ἢ τὸν μετὰ τῶν Σκυθῶν ἀναδησάμενον
πόλεμον καὶ ἡττηθέντα πολλοὺς ἀπολωλεκέναι.
 ἀλλὰ τῷ Βρανᾷ φιλοκινδυνοτάτῳ τε καὶ θρασεῖ ὄντι ταῦτα
οὐκ ἤρεσκεν. ὁ δέ γε δομέστικος, ἵνα μὴ δειλίας ὑποψία
τις κατ᾿ αὐτοῦ ἀναβαλλομένου τὸν πόλεμον δοθῇ, ἐνεδίδου 
ταῖς ὁρμαῖς τοῦ Βρανᾶ καὶ θωρήξασθαί τε ἅπασι κελεύσας
καὶ πολέμου σχῆμα διατυπώσας κατὰ τῶν Σκυθῶν ἐχώρησε
τὸ μεσαίτατον αὐτὸς διέπων τῆς φάλαγγος. ἐπεὶ δὲ οὐδὲ
τὸ πολλοστὸν τοῦ πλήθους τῶν ἀντιτεταγμένων τὸ ῾Ρωμαϊκὸν
ἔσῳζε στράτευμα, ἐκ μόνης ὄψεως περιδεεῖς ἐγεγόνεισαν 
ἅπαντες. προσβαλόντες δ’ ὅμως τοῖς Σκύθαις ἀναιροῦνται
μὲν πολλοὶ ἐν τῷ μάχεσθαι, πίπτει δὲ καιρίαν πληγεὶς ὁ
 

 
Βρανᾶς. ὁ δέ γε δομέστικος ἐκθύμως μαχόμενος καὶ σφοδρὰς 
τὰς κατὰ τῶν ἐναντίων ἱππασίας ποιούμενος φηγῷ 
προσκεκρουκὼς ἀφῄρηται παραχρῆμα τὴν ψυχήν. τὸ δὲ ἐπίλοιπον
τοῦ στρατοῦ ἄλλος ἀλλαχοῦ διεσπάρησαν. ταῦτ’ οὖν
 μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ ἐπένθει μὲν τοὺς πεπτωκότας
ἅπαντας ἰδίᾳ καὶ καθ’ ἕκαστον καὶ ὁμοῦ · ἐπὶ δὲ τῷ τοῦ
δομεστίκου θανάτῳ μᾶλλον στενάζων κρουνοὺς ἠφίει δακρύων.
ἐφίλει γὰρ ἐξόχως τὸν ἄνδρα καὶ πρὸ τῆς ἀναρρήσεως. οὐ
μέντοι διὰ ταῦτα ἀναπέπτωκεν, ἀλλὰ μεταπεμψάμενος τὸν
 Τατίκιον μετὰ χρημάτων ἱκανῶν ἐκπέμπει πρὸς Ἀδριανούπολιν,
ἐφ’ ᾧ τοῖς μὲν στρατιώταις τοὺς ἐπετείους διδόναι
μισθούς, συλλέγειν δὲ καὶ ἁπανταχόθεν δυνάμεις, ἵνα στράτευμα
ἀξιόμαχον αὖθις συστήσηται. τὸν δὲ Οὐμπερτόπουλον 
εἰς Κύζικον φρουρὰν ἀξιόμαχον καταλιπόντα μετὰ μόνων
 τῶν Κελτῶν εἰς τὸν Τατἱκιον γοργῶς ἐφθακέναι παρεκελεύσατο. οὗτος δὲ τοὺς Λατίνους καὶ τὸν Οὐμπερτόπουλον
θεασίμενος καὶ τεθαρρηκώς , ἐπεὶ καὶ ἱκανὸν προεφθάκει
συλλέξασθαι στράτευμα, κατευθὺ Σκυθῶν ἐχώρει παραχρῆμα.
καταλαβὼν δὲ τὰ περὶ τὴν Φιλιππούπολιν παρὰ τῷ χείλει
 τοῦ κατὰ τὸν Βλίσνον ῥέοντος ποταμοῦ χάρακα πήγνυται.
ἐπὰν δὲ τοὺς Σκύθας ἐκ προνομῆς ἐπανερχομένους ἐθεάσατο
λείαν πολλὴν καὶ δορυαλώτους συνεπαγομένους, μήπω σχεδὸν 
τὰς σκευὰς εἴσω τοῦ χάρακος καταθέμενος ἱκανοὺς ἀποτεμόμενος
αὐτῶν ἐκπέμπει αὐτός τε ὁπλισάμενος καὶ
 πάντας θωρήξασθαι κελεύσας τὰς φάλαγγας καταστησάμενος
τοῖς προπεμφθεῖσι παρείπετο στρατιώταις. θεασάμενος δὲ
τοὺς Σκύθας μετὰ τῶν λαφύρων καὶ τὦν δορυαλώτων τῷ
ἐπιλοίπῳ στρατεύματι τῶν Σκυθῶν ἑνωθέντας κατὰ τὸν
† πυρὸν ὄχθον, διχῆ τὸ στράτευμα διελὼν καὶ τὸ ἐνυάλιον
 ἑκατέρωθεν ἠχῆσαι κελεύσας σὺν ἀλαλαγμῷ καὶ βοῇ πολλῇ 
 

 
προσβάλλει τοῖς βαρβάροις. καὶ καρτερᾶς τῆς μάχης γενομένης
πίπτουσι τῶν Σκυθῶν οἱ πλείονες , πολλοὶ δὲ καὶ
διασπαρέντες ἐσώθησαν. ὁ δὲ τὴν λείαν πᾶσαν ἀναλαβόμενος
νικητὴς τὴν Φιλιππούπολιν καταλαμβάνει. κεῖθι δὲ
τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν καταθέμενος ἐσκόπει, ὅθεν χρὴ καὶ ὅπως 
τοῖς βαρβάροις αὖθις προσβαλεῖν. ἀπειροπληθεῖς δὲ τὰς
αὐτῶν γινώσκων δυνάμεις σκοποὺς ἁπανταχόσε ἐξέπεμψεν,
ἵν’ ἐκεῖθεν ἔχοι τὰ κατὰ τοὺς Σκύθας συχνάκις μανθάνειν.
ἐπαναδεδραμηκότες δὲ οἱ σκοποὶ πλῆθος βαρβάρων ἔλεγον
πολὺ περὶ τὴν Βελιάτοβαν ἐνδιατρίβειν καὶ τὰ πέριξ λῂζεσθαι. 
 καὶ ὁ Τατίκιος προσδόκιμον τὴν τῶν Σκυθῶν ἔλευσιν
ἔχων καὶ πρὸς τοσούτους μὴ ἀποχρώσας ἔχων δυνάμεις τὸ
παράπαν ἀλύων τοῖς λογισμοῖς ἐν ἀμηχανίᾳ καθειστήκει.
ἀλλ’ ὅμως καὶ τὸ σιδήριον ἔθηγε καὶ πρὸς μάχας ἐθάρρυνε
τὸ στράτευμα. καταλαβὼν δέ τις τὴν τῶν βαρβάρων κατ’ 
αὐτοῦ ἔλευσιν διεμήνυε καὶ φθάνειν ἤδη διισχυρίζετο. ὁ δὲ
εὐθὺς ἐν τοῖς ὅπλοις ἦν καὶ ἅπαν τὸ στράτευμα ἐξοπλίσας
τὸν Εὖρον παραχρῆμα διαπεράσας τὰς φάλαγγας ἰλαδὸν
 καταστήσας εἱστήκει πολέμου σχῆμα διατυπώσας · αὐτὸς δὲ
τὸ μέσον εἶχε τῆς παρατάξεως. καὶ οἱ βάρβαροι Σκυθικῶς 
παραταξάμενοι καὶ τὰς αὐτῶν δυνάμεις πρὸς μάχην καταστησάμενοι
 ἐῴκεσαν μὲν πόλεμον ἀναζητεῖν καὶ τοὺς ἀντιπάλους
ἐρεθίξειν οἷον πρὸς μάχην · ἐδεδίεσαν δὲ ὅμως καὶ
ἄμφω τὰ στρατεύματα καὶ τὴν συμπλοκὴν ἀνεβάλλοντο, τὸ
μὲν Ῥωμαϊκὸν τὸ ὑπερπληθὲς τῶν Σκυθῶν ὑποπτῆσσον, τὸ 
δὲ Σκυθικὸν τεθωρακισμένους ἅπαντας ὁρῶν τάς τε σημαίας
καὶ τὸ λαμπρὸν τῶν ἀμφίων καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἀποπαλλομένην
αἴγλην πρὸς τὴν ἀστρῴαν βολὴν ἀντιστίλβουσαν. μόνοι δὲ
 ἁπάντων οἱ τολμητίαι Λατῖνοι καὶ θρασεῖς τὴν μάχην προαρπάζειν
ἤθελον θήγοντες ὀδόντας ὁμοῦ καὶ σιδήρια. ἀνέστελλε 
δ’ αὐτοὺς ὁ Τατίκιος· ἀνὴρ γὰρ οὗτος εὐσταθὴς καὶ
 

 
τοῦ μέλλοντος ῥᾷστα καταστοχάσασθαι δυνατός. ἱσταμένων
οὖν ἀμφοτέρων τῶν στρατευμάτων καὶ οἷον ἑτέρου τὴν ἐξ
ἑτέρου κίνησιν ἀπεκδεχομένου καὶ μηδ’ οὑτινοσοῦν τῶν στρατιωτῶν
κατὰ τὸ μεσαίχμιον ἐξ οὐδετέρου τῶν στρατευμάτων
 ἱππάσασθαι κατατολμῶντος , ἐπεὶ ἐν δυσμαῖς ἤδη ὁ ἥλιος
ἦν, ἕκαστος τῶν στρατηγῶν ἐπὶ τὴν ἰδίαν παρεμβολὴν ἐπάνεισι.
τούτου ἐπὶ δυσὶν ἡμέραις γεγονότος καὶ πρὸς μάχην
εὐτρεπιζομένων τῶν δημαγωγῶν καὶ πολέμου σχῆμα καθ’ 
ἑκάστην διατυπούντων, ἐπεὶ μηδεὶς τὴν πρὸς ἕτερόν ἀπεθάρρησε
 μάχην, κατὰ τὸ τῆς τρίτης περίορθρον ἀναχωροῦσιν
οἱ Σκύθαι. αἰσθόμενος δὲ ὁ Τατίκιος τούτου παραχρῆμα
κατόπιν αὐτῶν ἤλαυνεν· ἀλλὰ πεζός φασι παρὰ Λύδιον
ἅρμα. προφθάσαντες γὰρ οἱ Σκύθαι διῆλθον τὴν Σιδηρᾶν·
τέμπη δ’ οὕτως εἰσὶ κατονομαζόμενα· κἀκεῖσε δὲ τούτους μὴ 
 καταλαβὼν ἀναλαβόμενος τὰς ὅλας δυνάμεις πρὸς Ἀδριανούπολιν
ἐπαναζεύγνυσι. καὶ τοὺς μὲν Κελτοὺς αὐτοῦ που
καταλιπών, τῶν δὲ στρατιωτῶν οἴκοι πορευθῆναι ἕκαστον
κελεύσας μετά τινος μερίδος τῆς στρατιᾶς αὐτὸς ἐπαναξεύγνυσι
πρὸς τὴν βασιλεύουσαν.

Ἔαρος δὲ ἐπιφανέντος διελθὼν ὁ Τζελγοὺ τὰ ὑπερκείμενα
 τοῦ Δανούβεως τέμπη ἡγεμὼν δὲ οὗτος ὑπερέχων
τοῦ Σκυθικοῦ στρατεύματος) σύμμικτον ἐπαγόμενος στράευμα
ὡσεὶ χιλιάδας ὀγδοήκοντα ἔκ τε Σαυροματῶν καὶ Σκυθῶν
καὶ ἀπὸ τοῦ Δακικοῦ στρατεύματος οὐκ ὀλίγους, ὧν ὁ 
οὕτω καλούμενος Σολομὼν δημαγωγὸς ἦν, τὰς κατὰ τὴν
Χαριούπολιν παρακειμένας πόλεις ἐλῄζετο. καὶ εἰς αὐτὴν δὲ
φθάσας τὴν Χαριούπολιν καἰ λείαν πολλὴν ἀναλαβόμενος
κατέλαβε τόπον τινὰ Σκοτεινὸν καλούμενον. μεμαθηκὼς τοῦτο
 ὁ Μαυροκατακαλὼν Νικόλαος καὶ ὁ Βεμπετζιώτης τὴν ἐπωνυμίαν 
ἀπὸ τῆς ἐνεγκαμένης λαχὼν μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς
δυνάμεων καταλαμβάνουσι τὸ Πάμφυλον. ὁρῶντες δὲ τοὺς
περὶ τὰς κωμοπόλεις τῶν παρακειμένων χωρῶν πρὸς τὰς
πόλεις καὶ τὰ φρούρια συνελαυνομένους διὰ πτοίαν πολλὴν
ἀπάραντες τοῦ οὑτωσὶ καλουμένου Παμφύλου τόπου καταλαμβάνουσι 
τὸ τοῦ Κούλη πολίχνιον τὸ ἅπαν συνεπαγόμενοι
στράτευμα. ὄπισθεν δὲ τούτων ἐρχόμενοι καὶ τὸν οὑτωσὶ
 καλούμενον κόπον τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος λέξις δὲ αὕτη
συνήθης τοῖς στρατιώταις) εὑρόντες οἱ Σκύθαι παρείποντο
 ἰχνηλατοῦντες οἷον τὸ Ρωμαϊκὸν στράτευμα. αὐγαζούσης δὲ 
ἤδη τῆς ἡμέρας τὰς ἰδίας ὁ Τζελγοὺ καθίστα δυνάμεις καὶ
τὸν κατὰ τοῦ Μαυροκατακαλὼν ἐβουλεύετο πόλεμο·ν. ἐκεῖνος
δὲ κατὰ τὸν ὑπερκείμενον τῆς πεδιάδος αὐχένα ἀνῆλθε μετά
 

 
τινων λογάδων κατασκοπήσων τὰς βαρβαρικὰς δυνάμεις.
ὁρῶν δὲ τὸ πλῆθος τῶν Σκυθῶν ἐσφάδαζε μὲν τὴν συμπλοκὴν
τοῦ πολέμου , ἀνεβάλλετο δὲ τὴν Ρωμαϊκὴν στρατιὰν
κατανοῶν μηδὲ τὸ πολλοστὸν σῴζουσαν τῆς τῶν βαρβάρων
 δυνάμεως. ἐπανελθὼν δὲ μετὰ τῶν λογάδων τοῦ ὁπλιτικοῦ 
παντὸς καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἰωαννάκη διεσκοπεῖτο, εἰ χρὴ προσβαλεῖν
τοῖς Σκύθαις. τῶν δὲ πρὸς τοῦτο ἐποτρυνόντων,
ἐπεὶ καὶ αὐτὸς πρὸς τοῦτο μᾶλλον κατάρροπος ἦν, τριχῆ
διελὼν τὰς δυνάμεις καὶ τὸ ἐνυάλιον ἠχῆσαι κελεύσας ξυμμίγνυται
 τοῖς βαρβάροις. πολλοὶ μὲν οὖν τηνικαῦτα τρωθέντες πίπτουσι, κτείνονται δὲ οὐχ ἥττους · καὶ αὐτὸς ὁ
Τζελγοὺ γενναίως μαχόμενος καὶ ὅλας συνταράσσων φάλαγγας
καιρίαν πληγεὶς ἀφῄρηται τὴν ψυχήν. οἱ πλείους δὲ ἐν τῷ
φεύγειν πίπτοντες εἰς τὸν ἀναμεταξὺ τοῦ καλουμένου Σκοτεινοῦ 
 καὶ τοῦ Κούλη ῥύακα ἀπεπνίγοντο ὑπ’ ἀλλήλων συμ-
πατούμενοι. λαμπρὰν τοίνυν τὴν κατὰ τῶν Σκυθῶν νίκην
ἀράμενοι οἱ τοῦ βασιλέως εἰσῆλθον εἰς τὴν μεγαλόπολιν.
δωρεὰς δὲ καὶ τιμὰς ἀπὸ τοῦ βασιλέως δεξάμενοι κατὰ τὸ
ἀνάλογον ὑπέστρεψαν μετὰ τοῦ τηνικαῦτα προχειρισθέντος
 μεγάλου δομεστίκου τῆς δύσεως Ἀδριανοῦ τοῦ Κομνηνοῦ καὶ
αὐταδέλφου τοῦ αὐτοκράτορος.

Οὕτως δὲ τῶν κατὰ Μακεδονίαν καὶ Φιλιππούπολιν
μερῶν ἀπελαθέντες περὶ τὸν Ἴστρον αὖθις ἐπαναστρέψαντες
ηὐλίζοντο καὶ ὥσπερ ἰδίαν τὴν ἡμεδαπὴν ἀνέτως πάντη ποροικοῦντες
 ἐλῄζοντο. ταῦτα ὁ βασιλεὺς ἀκούων οὐκ ἠνείχετο 
τῶν Ρωμαϊκῶν ὁρίων εἴσω τοὺς Σκύθας παροικεῖν, 
ἅμα δὲ καὶ δεδιώς, μὴ διὰ τῶν στενωπῶν διελθόντες αὖθις
χείρονα τῶν προτέρων ἀπεργάσωνται. ἔνθεν τοι καὶ παρ-
εσκευασμένος καὶ καλῶς ἐξοπλίσας τὸ στράτευμα καταλαμβάνει
 τὴν Ἀδριανούπολιν καὶ ἐκεῖθεν πρὸς τὸν Λαρδέαν
 

 
ἄπεισιν ἐν μεταιχμίῳ τῆς Διαμπόλεως καὶ Γολόης διακείμενον.
κἀκεῖσε προχειρισάμενος ἡγεμόνα Γεώργιον τὸν Εὐφορβηνὸν
κατὰ τῆς Δρίστρας διαπόντιον ἐξέπεμψεν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ
ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέραις αὐτοῦ που ἐγκαρτερῶν τὰς ἁπαν-
ταχόθεν δυνάμεις μετεπέμπετο. ἱκανὸν δὲ συνειλοχὼς στράτευμα 
ἐβουλεύετο , εἰ χρὴ τὰς κλεισούρας διεληλυθότα τὴν
 μετὰ τῶν Σκυθῶν ἀναδέξασθαι μάχην, “οὐ χρὴ ’’ λέγων
“ἐκεχειρίαν ὅλως τοῖς Σκύθαις δίδοσθαι,” εἰκότως τοῦτο
περὶ τουτωνὶ τῶν βαρβάρων σκοπήσας. οὐδὲ γὰρ ἀπό τινος
καιροῦ τῶν τεττάρων καταρξάμεναι αἱ τῶν Σκυθῶν προνομαὶ 
εἰς τὸν ἐφεξῆς κατέληγον, θέρους τυχὸν εἰς τὸν καιρὸν
τῆς ὀπώρας ἢ καὶ χειμῶνος ἐν φθινοπώρῳ παυσάμεναί ·
οὐδὲ κύκλος εἷς ἐνιαύσιος τουτὶ τὸ κακὸν περιέγραψεν, ἀλλ’
ἐφ’ ἱκανοῖς ἔτεσι τὰ Ῥωμαίων ἐκυμαίνετο, κἀν ἐκ πολλῶν
ὀλίγων τινῶν αὐτοὶ ἐπεμνήσθημεν. οὐδὲ διπλοῖς ἐμερίσθησαν 
λογισμοῖς, κἀν ὁ αὐτοκράτωρ πολλάκις διὰ παντοίων
τούτους ἐφείλκετο · ἀλλ’ οὐδέ τις λαθὼν πρὸς τὸν βασιλέα
ἀπηυτομόλησεν, ἔτι ἀμετάθετον τέως τὴν γνώμην ἔχοντες.
 ὁ μὲν οὖν Νικηφόρος ὁ Βρυέννιος καὶ ὁ Μαυροκατακαλὼν
Γρηγόριος, ὃν τιμῆς τεσσαράκοντα χιλιάδων ὁ βασιλεὺς παρα 
τῶν Σκυθῶν ἑαλωκότα ἐπρίατο, οὐδαμῶς τὸν μετὰ τῶν Σκυ-
θῶν κατὰ τὸ Παρίστριον συνεχώρουν πόλεμον · ὁ δέ γε
Παλαιολόγος Γεώργιος καὶ Νικόλαος ὁ Μαυροκατακαλὼν καὶ
ὁπόσοι ἄλλοι νέοι καὶ ἀκμάζοντες τῷ τοῦ βασιλέως προσκείμενοι
θελήματι ἐπέτρεπον τὰ τέμπη του Αἵμου διελθεῖν καὶ 
κατὰ τὸ Παρίστριον τὴν μετὰ τῶν Σκυθῶν ἀναδέξασθαι
μάχην. σὺν οἶς καὶ οἱ δύο υἱεῖς Διογένους τοῦ αὐτοκράτορος,
 Νικηφόρος τε καὶ Λέων, οἲ μετὰ τὸ ἀνενεχθῆναι αὐτὸν
εἰς τὴν τῆς βασιλείας περιωπήν ἐν τῇ πορφύρᾳ ἐξ αὐτοῦ
ἐτέχθησαν κἀντεῦθεν πορφυρογέννητοι προσηγορεύθησαν. ἡ 
δὲ πορφύρα οἴκημά τί ἐστι κατὰ τὰ ἀνάκτορα ἐξ αὐτῆς τῆς
βάσεως μέχρι τῆς τοῦ ὀρόφου κινήσεως διὰ τετραγώνου συμ-
 

 
πληρούμενον σχήματος , ἐκεῖθεν δὲ εἰς πυραμίδα ἀποτε-
λευτῶν, ἀφορῶν μὲν ὡς πρὸς θάλατταν πρὸς τὸν λι-
μένα, οὗπερ οἱ πέτρινοι βόες καὶ οἱ λέοντες, διὰ μαρμάρων
δὲ τό τε ἔδαφος κατέστρωτο καὶ οἱ τοῖχοι περιεστέλλοντο,
 οὐ τῶν τυχόντων οὐδὲ τῶν ἄλλων ὁπόσοι εὐποριστότεροι
τῶν τιμιωτέρων λίθων εἰσίν, ἀλλ’ ἐξ ὧν ἀπὸ Ῥώμης οἱ
ἀνέκαθεν βασιλεῖς ἐπεσύροντο. ἔστι δὲ οὗτος ὁ λίθος τὸ 
ὅλον εἰπεῖν πορφυροῦς δι’ ὅλου καὶ οἷον στίγματα τινα
ψαμμοειδῆ λευκὰ αὐτῷ περιτρέχουσιν. ἐκ τουτωνὶ τῶν λίθων,
 θων, οἶμαι, πορφύραν τὸ οἴκημα οἱ ἀνέκαθεν
ἀλλ’ ὅπερ ἔλεγον, ὡς οὖν ἡ σάλπιγξ μέγα ἠχήσασα ἅπαντας
τὴν πρὸς τὸν Αἷμον ὁδὸν οἱονεὶ κατὰ τῶν Σκυ-
θῶν προὐτρέπετο, ὁ Βρυέννιος πολλὰ κωλύων τὸν αὐτοκράτορα
τοῦ ἐγχειρήματος , ὡς οὐκ ἔπειθεν , ἐπιφωνηματικῶς 
 φησιν “ἴσθι, ὠ βασιλεῦ, εἰ τὸν Αἷμον διέλθητε, τοὺς δρο-
μικωτέρους τῶν ἵππων δοκιμάσεις.’’ ἐρωτήσαντος δέ τινος, 
τί ὁ λόγος οὑτοσὶ βούλεται, “ἐν τῷ φεύγειν” φησὶν “ἅπαντας.”
οὗτος γὰρ ὁ ἀνήρ, εἰ καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς δι’ ἀπο-
στασίαν ἐξεκέκοπτο, ἀλλὰ τό γε εἰς στρατηγικωτάτην βουλὴν
 καὶ παράταξιν δεινότατος τῶν πολλῶν καὶ ποικιλώτατος ἐγνω-
ρίζετο. ὅπως δὲ τῶν ὀμμάτων ὁ προμνημονευθεὶς Βρυέννιος
ἀπεστέρητο δι’ ἀποστασίαν ἣ ἐπανάστασιν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος
Βοτανειάτου καὶ ὅτι παρὰ τοῦ Κομνηνοῦ Ἀλεξίου
τότε μεγάλου δομεστίκου τυγχάνοντος τῶν δυτικῶν τε καὶ
 ἀνατολικῶν στρατευμάτων κατασχεθεὶς τῷ Βορίλῳ παρεδόθη 
τὰς ὄψεις ἀβλαβεῖς ἔχων , τοὺς ἐθέλοντας λεπτομερέστερον
μαθεῖν παραπέμπομεν εἰς τὸν μέγιστον Καίσαρα. ὁ γὰρ
Καῖσαρ οὗτος τοῦ μὲν Ἀλεξίου ἤδη τὰ Ῥωμαίων διέποντος
σκῆπτρα γαμβρὸς ἐγεγόνει , τοῦ δὲ Βρυεννίου ἐκείνου ἀπόγονος.
 ἀλλ’ ἐνταυθοῖ γενομένη συγχέομαι τὴν ψυχὴν καὶ
πάθους ἐμπίπλαμαι. σοφὸς μὲν γὰρ τὴν γνώμην ἦν οὗτος
ὁ ἀνὴρ καὶ τὸν λόγον σοφώτατος. πάντα γὰρ καὶ ῥώμη καὶ
 

 
τάχος καὶ κάλλος σώματος καὶ ἁπλῶς ἐς ταὐτὸ συνελθόντα
ὅσα ψυχῆς καὶ σώματος ἀγαθά, τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον ἐκόσμησεν.
 ἕνα γὰρ αὐτὸν ἐν τοῖς ἅπασιν ἐξοχώτατον καὶ ἡ φύσις ἀν-
εβλάστησε καὶ ὁ θεὸς ἐδημιούργησε. καὶ οἶον τὸν Ἀχιλλέα
ὕμνησεν ὅμηρός ἐν τοῖς Ἀχαιοῖς, τοιοῦτον ἄν τις εἶπε τὸν 
ἐμὸν Καίσαρα ἐν τοῖς ὑπὸ τὸν ἥλιον ἅπασιν ἀναπεφηνότα.
οὗτος τοίνυν ὁ Καῖσαρ καὶ τὰ στρατιωτικὰ γεγονὼς ἄριστος
οὐκ ἀμελετήτως ἔσχε πρὸς λόγους, ἀλλὰ πᾶσαν βίβλον ἀνα-
πτυξάμενος καὶ εἰς πᾶσαν ἐπιστήμην ἐγκεκυφὼς πολλὴν σο-
φίαν ἐκεῖθεν ἠρύσατο, ὅση τε ἡμετέρα καὶ ὅση ποτὲ ἡμετέρα. 
 ὕστερον δὲ καὶ πρὸς συγγραφὰς ἐξέδωκεν ἑαυτὸν καὶ δὴ καὶ
σύγγραμμα ἐξ ἐπιταγῆς τῆς ἐμῆς δεσπότιδος καὶ μητρός, τῆς
βασιλίδος φημὶ Εἰρήνης, ἐσχεδίασεν ἄξιον λόγου καὶ ἀνα-
γνώσεως ἱστορίαν συντεταχώς τῶν πρὸ τοῦ ἀναδήσασθαι τὰς
τῆς βασιλείας ἡνίας πράξεων τοὐμοῦ πατρός, ἐν ᾗ τὰ κατὰ 
 τὸν Βρυέννιον ἀκριβέστερον ἐπεξέρχεται καὶ ὁμοῦ τάς τε τοῦ
προγόνου συμφορὰς ὡς ἀληθῶς ἀφηγήσατο καὶ τὰς τοῦ πεν-
θεροῦ ἀριστείας συνέγραψε καὶ οὐκ ἂν ἐψεύσατο καὶ περὶ
ἀμφοῖν ὡς τοῦ μὲν ἀγχιστεὺς, τοῦ δὲ καθ’ αἷμα προσήκων.
καὶ μεμνήμεθα τούτων κἀν τοῖς προτέροις λόγοις τῆσδε τῆς 
ἱστορίας. ἐπεὶ δὲ τὸν Εὐφορβηνὸν Γεώργιον μεθ’ ἱκανῆς
στρατιᾶς καὶ στόλου διὰ τοῦ Ἴστρου ἐρχόμενον κατ’ αὐτῶν
οἱ Σκύθαι ἐθεάσαντο ὁ δὲ ποταμὸς οὗτος ῥεῖ μὲν ἄνωθεν
ἀπὸ τῶν δυτικῶν ὀρῶν, ἐκδίδοται δὲ διὰ τῶν καταρρακτῶν
καὶ μετὰ ταῦτα διὰ πέντε τινῶν στομάτων εἰς τὸν Πόντον 
τὸν Εὔξεινον, μέγας τε καὶ πολὺς διὰ πολλῆς πεδιάδος
 ἐρχόμενος καὶ ναυσίπορος ὤν, ὡς καὶ τῶν πλοίων τὰ μέ-
γιστά τε καὶ φορτηγότατα τούτῳ τῷ ποταμῷ ἐπινήχεσθαι·
οὐ μίαν δὲ προσηγορίαν λαμβάνει, ἀλλὰ τὰ ἀνωτέρω μὲν
καὶ πρὸς τὰς πηγὰς Δάνουβις ὄνομα τούτῳ , τὰ κάτω δὲ 
καὶ πρὸς τὰς ἐκβολὰς Ἴστρος ἐπονομάζεται) , ἐπειδὴ τοίνυν
 

 
διὰ τούτου τοῦ ποταμοῦ τὸν Εὐφορβηνὸν Γεώργιον ἡ τῶν 
Σκυιθῶν μερὶς ἐθεάσατο , ἐξ ἠπείρου δὲ καὶ τὸν αὐτοκράτορα
μετὰ στρατεύματος πλείστου αὐτοὺς ἤδη καταλαμβά-
νοντα μεμαθήκεσαν, ὡς ἀμήχανον τὴν μεθ’ ἑκατέρων μάχην
 εὑρίσκοντες τρόπον ἐπεζήτουν, δι’ οὗ γένοιτ’ ἂν αὐτοῖς τὸ
ὀξὺ τοῦ κινδύνου διεκφυγεῖν. πέμπουσι τοίνυν πρέσβεις
ἑκατὸν πρὸς τοῖς πεντήκοντα Σκύθας ἐπερωτῶντάς τάχα τὰ
περὶ εἰρήνης, ἅμα δὲ καὶ ἀπειλήν τινα μεταξὺ τῶν λόγων
παρενείροντας, ἔστιν οὗ καὶ ὑπισχνουμένους, εἰ ταῖς τούτων 
 αἰτήσεσι κατανεῦσαι θελήσειε, μεθ’ ἱππέων χιλιάδων τριάκοντα
συμμαχεῖν τῷ αὐτοκράτορι , ὁπηνίκα βούλοιτο. ὁ δὲ
αὐτοκράτωρ τὴν ἀπάτην διαγνοὺς τῶν Σκυθῶν καὶ ὅτι τὸν
ὑπογύου κίνδυνον φεύγοντες τοιαῦτα διαπρεσβεύονται, καὶ
εἰ ἀδείας ὅλως τύχοιεν, τὸν ὑποκρυπτόμενον τῆς αὐτῶν
 κακίας σπινθῆρα εἰς πυρσὸν ἀνάψουσι μέγαν, τὴν πρεσβείαν
οὐκ ἐδέχετο. τούτων δὲ τῶν λόγων συνειρομένων
Νικόλαός τις τῶν ὑπογραμματευόντων τῷ αὐτοκράτορι προσελθὼν
πρὸς τὸ οὖς καὶ ὑποψιθυρίσας φησί “κατὰ ταυτηνὶ 
τὴν ἡμέραν, βασιλεῦ, ἔκλειψιν τοῦ ἡλιακοῦ φωτὸς προσδοκεῖ
 γενήσεσθαι”. τοῦ δὲ διαπιστοῦντος ἐκεῖνος ἐπώμνυτο μὴ
διαψεύσασθαι. ὁποῖος δὲ ὁ αὐτοκράτωρ γοργὸς περὶ τὰς
ἐνθυμήσεις, ἐπιστραφείς φησι τοῖς Σκύθαις “θεῷ τὴν κρίσιν
ἀνατίθημι· καὶ εἰ μέν τι σημεῖον ἐξ οὐρανοῦ κατὰ
ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἔκδηλον γένηται, εἴσεσθε πάντως, ὡς 
 ἐγὼ μὲν ὕποπτον οὖσαν τὴν ὑμῶν πρεσβείαν εὐλόγως οὐ
δέχομαι, ὅτι οὐκ ἐπ’ ἀληθείας οἱ φαλαγγάρχαι ὑμῶν τὰ περὶ
εἰρήνης διαπρεσβεύονται· εἰ δ’ οὖν, διαμαρτὼν αὐτὸς τοῦ
στοχασμοῦ ἐλεγχθήσομαι.” δύο οὔπω παρῆλθον ὧραι, καὶ
τὸ ἡλιακὸν φῶς ἐπιλέλοιπεν, ὡς ἀφεγγῆ τὸν ὅλον δίσκον
 γενέσθαι ὑποδραμούσης αὐτὸν τῆς σελήνης. καὶ οἱ μὲν
Σκύθαι τηνικαῦτα ἔκθαμβοι γεγόνασιν, ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ
 

 
παραδίδωσιν αὐτοὺς Λέοντι τῷ Νικερίτῃ ἐκτομίας δὲ οὗτος
καὶ τοῖς στρατιωτικοῖς νηπιόθεν ἐνδιατρίψας καὶ ἀναφανεὶς
 δοκιμώτατος) ἐπισκήψας μεθ’ ἱκανῶν διασῶσαι τούτους μέχρι
τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων. ὁ δὲ μάλα προθύμως τῆς πρὸς
τὴν Κωνσταντίνου ἥψατο. οἱ δὲ βάρβαροι διὰ παντὸς τῆς 
ἑαυτῶν φροντίζοντες ἐλευθερίας, ἐπὰν τὴν μικρὰν Νίκαιαν
ἔφθασαν, νυκτὸς ἀναιροῦσι τοὺς φύλακας ἀμελῶς περὶ τὴν
αὐτῶν διατεθέντας φυλακὴν καὶ διά τινων σκολιωτέρων
ἀτραπῶν ἐπαναστρέφουσι πρὸς τοὺς πέμψαντας. ὁ δὲ Νικερίτης
μετὰ τριῶν μόγις σωθεὶς καταλαμβάνει τὸν αὐτοκράτορα 
εἰς Γολόην.

Ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ βασιλεὺς καὶ πτοηθείς , μὴ οἱ
 πρέσβεις ἅπαν τὸ Σκυθικὸν στράτευμα κατ’ αὐτοῦ ἐρεθί-
σαντες ἐπεισπέσωσιν αὐτῷ, οὐκ ὀνείρου δεηθεὶς πρός μάχην
αὐτὸν ἐποτρύνοντος καθάπερ ποτὲ τὸν Ἀτρέως Ἀγαμέμνονα, 
ἀλλ’ ἀναζέσας πρὸς μάχην καὶ τὴν Σιδηρᾶν μετὰ τῶν ταγμάτων
διελθὼν τὸν χάρακα περὶ τὴν Βιτζίναν ἐπήξατο ·
ποταμὸς δὲ οὗτος ἀπὸ τῶν παρακειμένων ὀρῶν ῥέων. πολλοὶ
δὲ τηνικαῦτα χορταγωγίας χάριν τοῦ χάρακος πορρω-
τέρω γενόμενοι ἀνῃρέθησαν, πολλοὶ δὲ καὶ κατεσχέθησαν. 
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ κατὰ τὸ περίορθρον ταχὺ καταλαμβάνει
τὴν Πλίσκοβαν κἀκεῖθεν εἰς ἀκρολοφίαν τινὰ τοῦ
 Συμεῶνος καλουμένην ἄνεισιν, ἡ καὶ Βουλευτήριον τῶν
 Σκυθῶν ἐγχωρίως ὠνομάζετο. τὰ αὐτὰ δὲ πάλιν τοῖς τῶν
χρειωδῶν συγκομιδῆς χάριν τῆς παρεμβολῆς μακρὰν γενομένοις 
συνέβαινε. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν παρά τινα ποταμὸν
ἔρχεται ἀγχοῦ τῆς Δρίστρας ῥέοντα καὶ ὡσεὶ σταδίους εἴκοσι
πρὸς τοῖς τέσσαρσιν ἀπέχοντα κἀκεῖσε τὰς σκευὰς καταθέ-
μενος τὸν χάρακα πήγνυται. ἐπεισπεσόντες δὲ ἀθρόον οἱ
Σκύθαι τῇ τοῦ βασιλέως σκηνῇ ἐξ ἑτέρου ἀνεῖλον μὲν τῶν 
ψιλῶν τοῦ στρατοῦ ἱκανούς, κατέσχον δὲ καί τινας τῶν ἐκμόγις
 

 
θυμότερον ἀγωνισαμένων Μανιχαίων. καὶ θόρυβος ἐπὶ τούτοις
τοῦ στρατεύματος ἦρτο πολὺς καὶ σύγχυσις, ὡς καὶ τὴν
(??) βασιλικὴν καταπεσεῖν σκηνὴν ἐξ αἰτίας τῶν ἀτάκτως θεόντων
ἱππέων. ὅπερ τοῖς μὴ εὔνως πρὸς τὸν αὐτοκράτορα 
 διακειμένοις κακὸς οἰωνὸς ἔδοξεν. ἀλλ’ ὁ μὲν βασιλεὺς τοὺς
ἐπεισπεσόντας βαρβάρους διά τινος στρατιᾶς ἐξελάσας πόρρω
που τῆς σκηνῆς, ὅπως μὴ θορυβοῖεν, εὐθὺς ἐποχηθεὶς ἐκεῖθεν
καὶ καταστείλας τὸν θόρυβον σὺν αὐταῖς δυνάμεσι μετ
εὐταξίας τὴν πορείαν ποιησάμενος καταλαμβάνει τὴν Δρίστοαν
 (πόλις δὲ αὕτη τῶν περὶ τὸν Ἴστρον διακειμένων
πολιορκήσων ταύτην δι’ ἑλεπόλεων. καὶ δῆτα ἔργου
ἁψάμενος καὶ πανταχόθεν ταύτην πολιορκῶν καὶ καταρράξας
μίαν τῶν ταύτης πλευρῶν εἰσῄει μετὰ παντὸς τοῦ στρατεύματος.
αἱ δὲ δύο ἀκροπόλεις τῆς Μίσης πόλεως ἔτι παρὰ 
 τῶν συγγενῶν κατείχοντο τοῦ καλουμένου Τατοῦ, ἐκείνου
προφθάσαντος ἀπελθεῖν ἐφ’ ᾧ ἐπενδύσασθαι Κομάνους καὶ
ἐπαναστρέψαι εἰς ἀρωγὴν τῶν Σκυθῶν. ὃς ἐν τῷ ἐκεῖθεν
ὑποχωρεῖν συντασσόμενος τοῖς ἰδίοις ἔφη ὡς “ἐγὼ μὲν ἀκριβῶς
οἶδα τὸν βασιλέα τουτὶ τὸ κάστρον πολιορκῆσαι μέλλοντα.
 ἐπὰν οὖν αὐτοὶ τοῦτον θεάσησθε τὴν πεδιάδα ταύτην
καταλαβόντα, σπεύσατέ ὑμεῖς προκαταλαβεῖν εἰς τὸν
ὑπερκείμενον αὐχένα ἐπικαιρότατον ὄντα τῶν ἄλλων κἀκεῖσε
τὸν χάρακα πήζασθαι, ὡς μὴ ἐκεχειρίαν ἔχειν τὸν αὐτοκράτορα 
πολιορκεῖν τὸ φρούριον, ἀλλὰ καὶ ὄπισθεν ὁμῶς ἔχειν
 τὸν νοῦν τὴν ἐξ ὑμῶν ὑφορώμενον βλάβην. ὑμεῖς δὲ πανήμεροι καὶ παννύχιοι κατ’ αὐτοῦ πέμποντες ἀμοιβαδὸν στρατιώτας
μὴ ἐνδιδόατε”. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ στοχασάμενος τοῦ
δέοντος καταλιπὼν τὴν τῶν ἀκροπόλεων πολιορκίαν κἀκεῖθεν
ἐξελθὼν περί τινα ῥύακα ἀγχοῦ τοῦ Ἴστρου διακείμενον τὸν
 χάρακα ἐπήξατο βουλευόμενος εἰ χρὴ προσβαλεῖν τοῖς Σκύθαις. ὁ μὲν οὖν Παλαιολόγος καὶ ὁ Μαυροκατακαλὼν Γρηἵππων
 

 
γόριος τὸν μετὰ τῶν Πατζινάκων ἀνεβάλλοντο πόλεμον, ὁπλισαμένους
δὲ συνεβούλευον τὴν μεγάλην Πρισθλάβαν καταλαβεῖν.
 “οἱ γὰρ Σκύθαι οὕτω πορευομένους ἡμᾶς καθωπλισμένους
μετ’ εὐταξίας θεώμενοι οὐδαμῶς τὸν καθ’ ἡμῶν ἀποθαρρήσουσι
πόλεμον” ἔλεγον. “εἰ δὲ καὶ οἱ ἱππεῖς ἄτερ τῶν 
ἁμαξῶν τοῦ πολέμου κατατολμήσειαν, εὖ ἴσθι, ἡττηθήσονται
καὶ ἡμεῖς τοῦ λοιποῦ ὀχύρωμα ἐρυμνότατον τὴν μεγάλην
ἕξομεν Πρισθλάβαν.” πόλις δὲ αὕτη περιφανὴς περὶ τὸν
Ἴστρον διακειμένη, ποτὲ μὲν οὔτ’ οὔνομα τοῦτο ἔχουσα τὸ
βαρβαρικόν, ἀλλ’ Ἑλληνίζουσα περὶ τὴν προσηγορίαν, μεγάλη 
πόλις καὶ οὖσα καὶ λεγομένη · ἀφ’ οὗ δὲ Μόκρος ὁ
τῶν Βουλγάρων βασιλεὺς καὶ οἱ ἐξ ἐκείνου γενόμενοι καὶ
 προσέτι γε Σαμουὴλ ὁ τελευταῖος τῆς Βουλγαρικῆς δυναστείας
 καθάπερ ὁ Σεδεκίας τῶν Ἰουδαίων, τῆς ἑσπέρας
κατέδραμον, σύνθετον ἐκτήσατο τὴν προσηγορίαν ἀπό τε τῆς 
Ἑλληνικῆς σημασίας μεγάλη ἐπονομαζομένη καὶ τὴν ἀπὸ τῶν
Σθλαβογενῶν ἐπισυρομένη λέξιν, μεγάλη Πρισθλάβα πανταχόθεν
τούτοις φημιζομένη. “ ταύτην τοίνυν κρησφύγετον
ἔχοντες” οἱ ἀμφὶ τὸν Μαυροκατακαλὼν ἔλεγον “καὶ ὁσημέραι
δι’ ἀκροβολισμῶν τοῖς Σκύθαις προσβάλλοντες οὐ παυσόμεθα 
ζημιοῦντες αὐτοὺς μηδ’ ὅλως τούτους τῆς οἰκείας
παρεμβολῆς χορταγωγίας χάριν ἢ τῆς τῶν χρειωδῶν συγκοβιδῆς
 συγχωροῦντες ἐξεληλυθέναι”. τούτων οὖν τῶν λόγων
τριβομένων ἀποβάντες οἱ τοῦ Διογένους υἱοὶ τῶν σφετέρων
ἵππων, οἷα νέοι καὶ τῆς τῶν μόθων κακότητος ἄγευστοι, ὅ 
τε Νικηφόρος καὶ ὁ Λέο,ν, τοὺς χαλινοὺς ἀφελόμενοι πλήξαντές
τε αὐτοὺς κατὰ τῶν κέγχρων ἐξήλασαν ἐπειπόντες
“μὴ δέδιθι, βασιλεῦ · αὐτοὶ γὰρ τοὺς ἀκινάκεις σπασάμενοι
διαμελίσομεν αὐτούς” ὁ δὲ βασιλεὺς φιλοκινδυνότατος ὤν
καὶ προαρπάζειν πεφυκὼς τὰς μάχας οὐδ’ εἰς νοῦν ὅλως 
τῶν ἀπειργόντων αὐτὸν τοὺς λόγους ἐβάλετο, ἀλλὰ τὴν βασιλικὴν
σκηνὴν καὶ τὰς σκευὰς ἁπάσας ἀναθέμενος τῷ
 

 
Κουτζομίτῃ Γεωργίῳ πρὸς τὸ Βέτρινον ἐξέπεμψε, τὸ δὲ στράτευμα
ἐπέταξε μὴ λύχνον μηδὲ πῦρ ἀνάψαι τὸ παράπαν
κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἀλλὰ τοὺς ἵππους κατέχοντας 
ἐγρηγορέναι μέχρις ἡλίου ἀνατολῆς. αὐτὸς δὲ κατὰ τὸ περλίορθρον
 ἔξεισι τῆς παρεμβολῆς καὶ τὰς δυνάμεις διελὼν καἰ
τὰς φάλαγγας εἰς πολέμου καταστησάμενος σχῆμα παραθέων
ἐθεᾶτο τὸ στράτευμα. εἶτα τὴν μέσην τῆς παρατάξεως χώραν
εἶχεν αὐτὸς συμπληρουμένην ἀπό τε τῶν ἐξ αἵματος
καὶ ἀγχιστείας προσηκόντων αὐτῷ συγγενῶν καὶ τἀδελφοῦ
 Ἀδριανοῦ τῶν Λατίνων τῷ τότε ἡγεμονεύοντος καὶ ἑτέρων
γενναίων ἀνδρῶν. τοῦ δέ γε ἀριστεροῦ κέρως κατῆρχε Νικηφόρος
Καῖσαρ ὁ Μελισσηνὸς ὁ ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸς αὐτοῦ·
κατὰ δὲ τὸ δεξιὸν ἡγεμόνες ἵσταντο ὅ τε Κασταμονίτης 
καὶ ὁ Τατίκιος · τῶν δὲ ἐθνικῶν ὅ τε Οὐζᾶς καὶ ὁ
 Καρατζᾶς οἱ Σαυρομάται. ἓξ δὲ τὸν ἀριθμὸν διελόμενος
τὴν αὐτοῦ φυλακὴν ἐπέτρεψε πρὸς αὐτόν τε ὁρᾶν παραγγείλας
καὶ μηδενὶ τὸ παράπαν προσεσχηκέναι ἑτέρῳ, τούς τε
δύο υἱούς φημι Ῥωμανοῦ τοῦ Διογένους καὶ Νικόλαον τὸν
Μαυροκατακαλὼν πολλὴν ἐκ μακροῦ πεῖραν τῶν πολέμων
 ἐσχηκότα καὶ τὸν Ἰωαννάκην καὶ τὸν ἄρχοντα Βαραγγίας
Ναμπίτην καὶ Γουλήν τινα καλούμενον πατρῷον θεράποντα.
ἀλλὰ καὶ οἱ Σκύθαι σχῆμα πολέμου διατυπώσαντες ἐκ φυσικῆς 
ἐπιστήμης πολεμεῖν εἰδότες καὶ κατὰ φάλαγγα ἵστασθαι
καὶ λόχους καθίσαντες καὶ τὰς τάξεις τοῖς τακτικοῖς
 δεσμήσαντες σφίγμασι καὶ καταπυργώσαντες οἱονεὶ ταῖς ἀρμαμάξαις
τὸ στράτευμα ἰλαδὸν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ᾔεσαν
καὶ ἠκροβολίζοντο πόρρωθεν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ συναρμόσας
ταῖς ἴλαις τὸ στρατόπεδον τῶν ὁπλιτῶν οὐδενὶ προπηδᾶν
ἐνετέλλετο οὐδὲ τὸν συνασπισμὸν λύειν, μέχρις ἂν ἀγχέμαχοι
 τοῖς Σκύθαις γένωνται· εἶτ’ τὸ ἐπειδὰν τὸ μεσαίχμιον ἀποχρῶν
πρὸς χαλινὸν ἕνα ἀμφοτέρων τῶν στρατευμάτων κατ’
ἀλλήλων ἱεμένων θεάσοιντο, ὁμόσε κατὰ τῶν ἐναντίων χωρῆσαι. 
οὕτω τοίνυν τοῦ αὐτοκράτορος ἑτοιμαζομένου πόρρωθεν 
ἀνεφάνησαν οἱ Σκύθαι σὺν αὐταῖς ἁρμαμάξαις καὶ

 
γυναιξὶ καὶ παισὶν ἐρχόμενοι. συρραγέντος δὲ τοῦ πολέμου
ἀπὸ πρωίας μέχρι δείλης ἑσπέρας ἀνδροκτασία γέγονε πολλὴ
ἐξ ἑκατέρων τῶν μερῶν πιπτόντων συχνῶν. ὁπηνίκα καὶ
Λέων ὁ τοῦ Διογένους υἱὸς σφοδρότερον κατὰ τῶν Σκυθῶν
ἐξιππασάμενος καὶ πλέον τοῦ δέοντος πρὸς τὰς ἁμάξας παρασυρεὶς 
συρεὶς καιρίαν πληγεὶς πέπτωκεν. Ἀδριανὸς δὲ ὁ τοῦ
 κρατοῦντος ἀδελφός, ὁ καὶ τὴν τῶν Λατίνων ἡγεμονίαν
ἐμπεπιστευμένος τότε , τὴν τῶν Σκυθῶν ὁρμὴν ἀνύποιστον
θεασάμενος ὅλους ῥυτῆρας ἐνδοὺς καὶ μέχρι τῶν ἁμαξῶν
ἑαυτὸν ἐμβαλὼν ἔπειτα γενναίως ἀγωνισάμενος μετὰ ἑπτὰ 
καὶ μόνων ἐπανέστρεψε τῶν ἄλλων ἁπάντων παρὰ τῶν Σκυθῶν
ἀποσφαγέντων, τῶν δὲ κατασχεθέντων. τῆς δὲ μάχης
ἐπὶ τρυτάνης ἱσταμένης ἔτι ἐκθύμως ἄμφω τῶν στρατευμάτων
μαχομένων, ἐπεὶ λοχαγοί τινες τῶν Σκυθῶν μετὰ τριάκοντα
πρὸς ταῖς ἓξ χιλιάδων πόρρωθεν ἐρχόμενοι ἀνεφάνησαν, 
οὐκέτι στέγειν πρὸς τοσούτους οἱ Ῥωμαῖοι ἔχοντες
 τὰ νῶτα τηνικαῦτα διδόασιν. ὁ μέντοι βασιλεὺς προβέβλητο
τῆς οἰκείας δυνάμεως καὶ ξιφηφόρος εἱστήκει· τῇ ἑτέρᾳ δὲ
τῶν χειρῶν τῆς τοῦ λόγου μητρὸς τὸ ὠμόφορον σημαίαν
κατέχων ἕστατο μεθ’ ἱππέων γενναίων ἀνδρῶν εἴκοσι καταλειφθείς, 
λειφθείς, Νικηφόρου φημὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ Διογένους καὶ Μιχαὴλ
πρωτοστράτορος τοῦ Δούκα καὶ ἀδελφοῦ τῆς Αὐγούστης,
συμπαρόντων καὶ πατρῴων θεραπόντων. εἰσπηδήσαντες
 δέ τινες πεζοὶ Σκύθαι τρεῖς οἱ μὲν αἱροῦσιν αὐτὸν
ἑκατέρωθεν τοῦ χαλινοῦ, ὁ δ’ ἀπὸ τῆς κνήμης τῆς δεξιᾶς. 
ὁ δὲ τοῦ ἑνὸς τὴν χεῖρα εὐθὺς ἀποτέμνει, ἕτερον δὲ τὸν
ἀκινάκην ἀνατείνας καὶ ἐμβριμησάμενος ὀπισθόρμητον ἐποίησε·
τὸν δὲ τῆς κνήμης τοῦτον κατέχοντα πλήττει κατὰ τῆς
κόρυθος. τὴν δὲ φορὰν τοῦ ξίφους ἐλαφροτέραν ἐπήνεγκεν
οὐδ’ ὅλῃ χειρὶ τὴν πληγὴν ἐποίει πτοούμενος μὴ δυεῖν θάτερον 
αὐτῷ συμβαίη τῆς σφοδροτέρας φορᾶς τῶν ξιφῶν ὡς
ἐπίπαν διολισθαινούσης καὶ ἢ τὸν ἑαυτοῦ πόδα πλήξῃ ἢ
 

 
τὸν ἵππον, ἐν ᾧ ἐπωχεῖτο, καὶ οὕτως ἁλώσιμος τοῖς ἐχθροῖς
γένηται . διὰ τοῦτο καὶ δευτέραν αὐτῷ γοργῶς ἐπάγει πλη-
γὴν μετὰ νουνεχείας τὰς τῆς χειρὸς κινήσεις ποιούμενος. 
ἐν πάσαις γὰρ ταῖς πράξεσι καὶ τοῖς λόγοις καὶ τοῖς κινήμασι
 τὸν λόγον εἶχεν ἐπιστατοῦντα οὔθ’ ὑπὸ θυμοῦ ἐκφερόμενος
οὔτ’ ἐπιθυμίαις ὑποσυρόμενος. τῆς κόρυθος δὲ
προαναδραμούσης τῇ προτέρᾳ πληγῇ τῇ τοῦ Σκύθου κεφαλῇ
ψιλῇ τὸ ξίφος προσέπαισεν. ὁ δ’ εὐθὺς ἄφωνος κατὰ γῆς
ἔκειτο. τὴν οὖν ἄμετρον φυγὴν τῶν ταγμάτων θεασάμενος
 ὁ πρωτοστράτωρ αἱ φάλαγγες γὰρ ἤδη διεσπάσθησαν
ἀκρατῶς) “ἵνα τί”, φησι “βασιλεῦ, τοῦ λοιποῦ ἐνταῦθα
πειρᾷ σὺ ἐγκαρτερεῖν; ἵνα τί τὴν ζωὴν προδίδως
ἀφειδήσας παντάπασι τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας”; ὁ δὲ βέλτιον 
γενναίως μαχομένους ἀποθανεῖν ἴφη ἢ ἀγεννές τι πεποιηκότας 
 σωθῆναι. ὁ δὲ πρωτοστράτωρ “εἰ μὲν τῶν κοινῶν
εἴς τις ὢν ταῦτ’ ἔλεγες, ἐπαίνου ἦς ἄξιος · εἰ δὲ ὁ σὸς
θάνατος κοσμικόν ἐπάγει τὸν κίνδυνον, ἵνα τί μὴ τὸ βελτιον
αἱρῇ ; εἰ γὰρ σωθείης, καὶ αὖθις πολεμήσων νικήσεις”.
τὸν οὖν κίνδυνον ὑπὲρ κεφαλῆς ἤδη ἱστάμενον ὁρῶν ὁ αὐτοκράτωρ
 ἀναισχύντως τῶν Σκυθῶν αὐτῷ προσβαλόντων καὶ
τὰς σῳζούσας ἀπεγνωκὼς ἐλπίδας “καιρὸς ἤδη τῆς ἑαυτῶν
σὺν θεῷ πεφροντικέναι σωτηρίας”, εἶπε “πλὴν ἀλλ’ οὐ τὴν 
αὐτὴν τοῖς φεύγουσι πορεύεσθαι δεῖ, ὅπως μὴ οἱ τοὺς ἡμετέρους
διώκοντες ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαι συναντῶσιν ἡμῖν, ἀλλὰ
 χρὴ” ὑποδείξας τῇ χειρὶ τοὺς κατὰ τὸ ἄκρον τῆς παρατάξεως
ἱσταμένους Σκύθας “κατ’ αὐτῶν ἐξιππάσασθαι ὡς σήμερον
γεννηθέντας καὶ τεθνηξομένους, καὶ οὕτως ὄπισθεν
θεοῦ ἐπαρήγοντος τῆς τῶν Σκυθῶν γεγονότες παρατάξεως
ἐφ’ ἑτέραν ἀτραπὸν βαδιούμεθα”. ταῦτ’ εἰπὼν καὶ τοὺς
 ἄλλους ἐποτρύνας πρῶτος αὐτὸς ὡς πῦρ κατὰ τῶν Σκυθῶν 
ἴεται καὶ τὸν συναντήσαντα παίει · ὁ δ’ εὐθὺς ἐξεκυλίσθη
τῆς ἕδρας. καὶ οὕτω τοῦ Σκυθικοῦ συνασπισμοῦ διασχισθένφξσιν
 

 
τος μετὰ τῶν ἀμφ’ αὐτὸν τὴν ὄπισθεν τῶν Σκυθῶν κατέλαβε
χώραν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὁ βασιλεύς · τὸν δὲ πρωτοστράτορα
ὀλισθήσαντος αὐτῷ τοῦ ἵππου κατενεχθῆναι συμβέβηκεν.
εἷς δέ τις τῶν αὐτοῦ θεραπόντων παραχρῆμα τὸν
ἴδιον αὐτῷ δίδωσιν ἵππον. ἐφθακὼς δὲ τὸν αὐτοκράτορα 
οὐκέτι αὐτοῦ χωρίζεται οὐδὲ βῆμα ποδὸς ἐξόχως τοῦτον
ποθῶν. συγχύσεως δὲ πολλῆς οὔσης τῶν μὲν φευγόντων,
τῶν δὲ διωκόντων φθάνουσιν αὖθις ἕτεροι Σκύθαι τὸν βασιλέα.
 καὶ ὃς παραχρῆμα ἐπιστραφεὶς πλήττει τὸν διώκοντα,
οὐκ αὐτὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλους, ὡς οἱ τότε συμπαρόντες 
διενίσταντο, ἀνεῖλεν. εἷς δέ τις Σκύθης Νικηφόρον
τὸν Διογένην ἐξ ὀπισθίων φθάσας πλήττειν ἔμελλεν. ὃν ὁ
αὐτοκράτωρ θεασάμενος πρὸς τὸν Διογένην ἐφώνει “ ὅρα
καὶ ὄπισθεν, Νικηφόρε”. ὁ δὲ γοργῶς ἐπιστραφεὶς πλήττει
αὐτὸν κατὰ τῆς ὄψεως. καὶ ὡς τοῦ βασιλέως ἐν ὑστέροις 
χρόνοις διηγουμένου ἠκούομεν, οὐδέποτε τάχος τοιοῦτον ἢ
περιδεξιότητα ἀνδρὸς ἐθεάσατο. καὶ ὡς “εἰ μή” φησιν
 “ἐγὼ τὴν σημαίαν κατεῖχον κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ὑπὲρ
τὰς ἰδίας τρίχας πλήξας ἂν Σκύθας ἀνεῖλον” οὐ περιαυτολογῶν.
τίς γὰρ τοσοῦτον εἰς ἔσχατον ταπεινότητος ἤλασεν; 
ἀλλὰ γὰρ ὁ λόγος καὶ τῶν πραγμάτων ἡ φύσις αὐτὸν ἠνάγκαξε
καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν πρὸς ἡμᾶς κυκλόθεν τοὺς οἰκείους
αὐτῷ ἐνίοτε ἐκλαλεῖν καὶ ταῦτα παρ’ ἡμῶν πολλὰ βιαζόμενον·
πρὸς δὲ τοὺς ἔξωθεν οὐδεὶς τῶν ἁπάντων ἤκουσεν
ὑπέρκομπον τι τὸν αὐτοκράτορα διηγούμενον. ἀνέμου δὲ 
σφοδροῦ πνεύσαντος καὶ τῶν Πατζινάκων προσβαλόντων
 οὐκέτι εὐτόνως εἶχε τὴν σημαίαν κατέχειν. ἐπεὶ δέ τις Σκύθης
μεταχειρισάμενος δόρυ μακρὸν δι’ ἀμφοτέρων τῶν χειρῶν
ἔπληξεν αὐτὸν κατὰ τοῦ γλουτοῦ , διέτρησε μὲν τὸν
χρῶτα οὐδαμῶς, ὀδύνην δὲ ἐνεποίησεν ἀνήκεστον, ἥτις καὶ 
 

 
ἐπὶ πολλοῖς διέμεινεν αὐτῷ ἔτεσι. διὰ τοῦτο ἐπὶ τοσοῦτον 
βιασθεὶς τὴν σημαίαν περιστείλας ἔν τινι τῶν χαμαιδρύων
κατατίθησιν, ὡς μηκέτι ὁρᾶσθαι παρά του· αὐτὸς δὲ διὰ
τῆς νυκτὸς διεςώθη εἰς Γολόην. [ὅτε καὶ ἔλεγον οἱ πολῖται
 “από τήν Λρίστραν είς Γολόην καλόν άπληκτον, Κομνηνέ".]
καϊ μεθ' ημέρας καταλαβών τήν Βερόην διεκαρτέρει πρίασθαι 
τους δορναλώτονς εθέλων.

Ό δε Παλαιολόγος εν τω φεύγειν τών ταγμάτων ήττηθέντων
κατά τήν ήμέραν έκείνην κατενεχθεϊς τον ίππου ίο απώλεσε
 ἀπώλεσε τοῦτον· ἐv αμηχανία δε ών καϊ τον κίνδννον ίστάμενονύπερ
κεφαλής ορών περιαθρήσας, ει που γένοιτο οί
τοῦτον θεάσασθαι, ορά τον τής Χαλκηδόνος πρόεδρον Λέοντα,
περῖ ου άνωθεν εμνήσθημεν, τήν ίερατικήν στολήν
ήμφιεσμένον ΐππον επιδιδόντα αντώ, εν ώ επιβάς εΐχετο 
 τής φνγής᾿ τόν δε ιεροπρεπή εκείνον άνδρα ούκέτι τεθέαται.
ήν δ᾿ άρα ούτος παρρησιαστικός τήν ψνχήν καϊ αληθή 
χαρακτήρα εμφαίνων άρχιερέως, φρονήματος μέντοι άπλοω
τέρον καϊ τον ξήλον εστίν ον ού κατ επίγνωσιν ενδεικνύ
μενος καϊ ούδε τών ιερών κακόνων ακριβή γνώσιν εϊχε. διό
 καϊ άπερ άνωθεν ειρηται σννεπεπτώκει αύτώ λνπηρά καὶ
τοῦ θρόνον εξέπεσεν. εξείχετο δε τοϋ ανδρός ο Παλαιολόγος άεὶ καὶ
διαφερόντως ετίμα διά τό περιόν αντώ τής αρετής,
είτε ούν δια τήν θερμοτάτην πίστιν τήν είς τόν άνδρα τοῦτον
δ Παλαιολόγος θείας ετνχεν επιφανείας, ειτ' άλλο τι ήν
 τής προνοίας απόρρητον κατά τοντονϊ τόν αρχιερέα τό φαινόμενον,
ούκ εχω λέγειν, διωκόμενος δε υπό τών Πατξωάκων 
είς ελώδη τόπον καϊ σννηρεφή είσελθών περιτνγχάνει
στρατιώταις τόν αριθμόν εκατόν προς τοις πεντήκοντα, περι
κνκλούντων δε αύτούς τών Σκνθών9 ώς εν αμηχανία τά
 κατ᾿ αύτονς εώρων προς τοσούτονς άντέχειν μή έξ ισχύοντες,
τής τοϋ Παλαιολόγον έξήρτηντο γνώμης πάλαι τούτον τό
 

 
γενναῖον καὶ ἀκατάσειστον τῆς γνώμης γινώσκοντες. αὐτὸς
δὲ κατὰ τῶν Σκυθῶν ὁρμῆσαι συνεβούλευε τῆς κατ’ αὐτοὺς
παντάπασιν ἀφειδήσαντας σωτηρίας κἀντεῦθεν οἶμαι ταύτην
ὠνήσασθαι. “χρὴ δὲ δι’ ὅρκων ταυτηνὶ τὴν βουλὴν
 ἐμπεδῶσαι, ὡς τηνικαῦτα μιᾶς γνώμης ἁπάντων γεγονότων 
τῆς κατὰ τῶν Σκυθῶν ὁρμῆς μηδένα ἀπολειφθῆναι τὴν
σωτηρίαν καὶ τὸν κίνδυνον ἴδιον ἑκάστου λογισαμένου.” ὁ μὲν
οὖν Παλαιολόγος σφοδρὰν τὴν ἱππασίαν ποιησάμενος παίει
τὸν αὐτῷ πρώτως ὑπαντιάσαντα · ὁ δ’ εὐθὺς σκοτοδινιάσας
κατὰ γῆς ἕκειτο. τῶν δὲ λοιπῶν μετὰ διψυχίας τὴν ἱππασίαν 
 ποιησαμένων οἱ μὲν πεπτώκασιν, οἱ δὲ αὖθις ὡς εἰς
φωλεὸν τῷ συνηρεφεῖ ἄλσει παλινοστήσαντες ἑαυτοὺς ἔσωσαν
κρυπτόμενοι. ἐν δὲ τῷ τὸν Παλαιολόγον ἀκρολοφίαν
τινὰ καταλαμβάνειν ὑπὸ τῶν Πατζινάκων αὖθις διωκόμενον
συνέβη τὸν ἵππον πληγέντα καταπεσεῖν, αὐτὸν δὲ τηνικαῦτα 
εἰς τὸ παρακείμενον ὄρος εἰσδῦναι. ἀναζητῶν δὲ τὴν σῴζουσαν
ὁδόν, ἐπεὶ ῥᾳδίως μὴ ἐξῆν αὐτῷ ταύτην εὑρηκέναι,
ἐπὶ ἕνδεκα ἡμέραις πλανώμενος περιτυγχάνει γυναικί τινος
 στρατιώτου χήρᾳ καὶ ἐπιξενίζεται παρ’ αὐτῆς ἐφ’ ἡμέραις
τισί· σωθέντες δὲ τοῦ κινδύνου οἱ ταύτης υἱεῖς τὴν σῴζουσαν 
 τούτῳ ὁδὸν ὑποδεικνύουσιν. ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν τὰ
τῷ Παλαιολόγῳ συμπεσόντα· οἱ δέ γε τῶν Σκυθῶν λογάδες
οὓς κατεῖχον δορυαλώτους ἀποκτεῖναι ἐβουλεύοντο, τὸ δὲ
πλῆθος τοῦ κοινοῦ τὸ παράπαν τοῦτο οὐ συνεχώρει βουλόμενοι
ἀπεμπολῆσαι τούτους τιμῆς. ταύτης γοῦν τῆς βουλῆς 
κυρωθείσης δίδοται γνῶσις τῷ βασιλεῖ διὰ γραμμάτων τοῦ
Μελισσηνοῦ, ὃς πολλὰ πρὸς τοῦτο, κἀν δορυάλωτος ἦν, τοὺς
Σκύθας ἠρέθιζεν. ὁ δὲ βασιλεὺς εἰς Βερόην ἔτι ἐνδιατρίβων
τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων χρήματα ἱκανὰ μετακομίσας
ἐπρίατο τοὺς δορυαλώτους.

Καταλαμβάνει δὲ τηνικαῦτα καὶ ὁ Τατοὺ τὸν Ἴστρον
μεθ’ ὧν ὑπεποιήσατο Κομάνων, οἳ τὴν τοσαύτην λείαν καὶ 
τὸ πλῆθος τῶν δορυαλώτων θεασάμενοι τοῖς ἡγεμόσι τῶν
Σκυθῶν ἔφασαν ὡς “ἡμεῖς μὲν τὰ οἴκοι καταλιπόντες εἰς
 ὑμετέραν ἤλθομεν βοήθειαν τὴν τοσαύτην ὁδὸν διηνυκότες
ἐφ’ ᾧ καὶ τοῦ κινδύνου καὶ τῆς νίκης συγκοινωνοὶ γενήσεσθαι.
τὸ γοῦν ἡμέτερον ἅπαν συνεισενεγκόντας οὐ χρὴ
κενοὺς αὖθις ἀποπεμφθῆναι. οὐ γὰρ ἐκ προαιρέσεως τοῦ
πολέμου κατόπιν καιροῦ ἔφθημεν ἐληλυθότες οὐδὲ αὐτοὶ
 τούτου αἴτιοί ἐσμεν, ἀλλ’ ὁ προαρπάσας τὸν πόλεμον βασιλεύς.
ἤ γοῦν κοινῇ μεθ᾿ ἡμῶν τὴν λείαν πᾶσαν διαμερίσασθε 
ἤ ἀντὶ συμμάχων πολεμίους ἡμᾶς ἕξετε.” πρὸς τοῦτο
ἀνένευσαν οἱ Σκύθαι. τῶν δὲ Κομάνων τοῦτο μὴ φερόντων
σφοδρὸς ἀνὰ μέσον αὐτῶν ἀναρρήγνυται πόλεμος καὶ
 κατὰ κράτος οἱ Σκύθαι ἡττηθέντες εἰς τὴν καλουμένην Ὀξολίμνην
μόλις ἐσώθησαν. στενούμενοι δὲ παρὰ τῶν Κρομάνων
ἐφ’ ἱκανὸν ἐκεῖσε διέτριβον τὴν μετάβασιν μὴ ἀποθαρροῦντες.
ἡ δὲ νῦν παρ’ ἡμῖν Ὀζολίμνη κατονομαζομένη
μεγίστη μέν ἐστι καὶ τὴν διάμετρόν τε καὶ περίμετρον καὶ
 τῶν ὅπου δήποτε φημιζομένων παρὰ τοῖς γεωγράφοις λιμνῶν
μηδεμιᾶς εἰς μεγέθους λόγον ἐλλείπουσα· κεῖται δὲ τῶν 
Ἑκατὸν Βουνῶν ὕπερθεν καὶ εἰς αὐτὴν μέγιστοί τε καὶ
κάλλιστοι συρρέουσι ποταμοί· καὶ κατὰ νότον πολλάς τε
καὶ μεγάλας καὶ φορτηγοὺς ἐστιν ἀνέχουσα νῆας, ὡς εἶναι
 κἀντεῦθεν δῆλον τὸ τὸ βάθος τῆς λίμνης ὁπόσον τί ἐστιν.
Οζολίμνη δὲ κατωνόμασται, οὐχ ὅτι κακοῦ τινος καὶ βαρυόδμου
ἀναδίδωσιν ἀποφοράν, ἀλλ’ ὅτι Οὐννικῆς ποτε στρατιᾶς
ἐπιφοιτησάσης τῇ λίμνῃ τούτους δὲ τοὺς Οὔννους
Οὔζους ἡ ἰδιῶτις ἀπεκάλεσε γλῶττα) καὶ περὶ τοὺς ὄχθους
 τῆς λίμνης αὐλισαμένης Οὐζολίμνην τὴν τοιαύτην προσηγορεύκασι
λίμνην μετὰ προσθήκης οἶμαι καὶ τοῦ υ φωνήεν-
 

 
 τος. καὶ ἀπὸ μὲν τῶν παλαιῶν συγγραμμάτων οὐχ εὕρηταί
πω συνελαθὲν ἐνταῦθα Οὐννικὸν στράτευμα, ἐπὶ δὲ τοῦ
αὐτοκράτορος Ἀλεξίου τότε πάντες ἁπανταχόθεν ἐκεῖσε συνερρωγότες
τῷ τόπῳ δεδώκασι τοὔνομα. τὰ μὲν οὖν περὶ
τῆς λίμνης ὧδέ πη ἐχέτω, ὥσπερ] παρ’ ἡμῶν νῦν πρώτως 
ἱστορούμενα, ἴν’ ἐνδείξαιμεθα, ὅτι τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου
ταῖς πολλαῖς καὶ πανταχοῦ στρατηγίαις νῦν μὲν ἀφ’ ἑαυτοῦ,
 νῦν δὲ ἀπὸ τῶν ἐπισυρρυέντων ἐχθρῶν πολλὰς ἐλάμβανον‘
οἱ τόποι προσηγορίας· τοιοῦτον δέ τι καὶ ἐπὶ Ἀλεξάνδρου
 τοῦ τῶν Μακεδόνων βασιλέως καταμανθάνω. καὶ γὰρ ὅπου 
μὲν Ἀλεξάνδρεια ἡ κατ᾿ Αἴγυπτον, ὅπου δὲ Ἀλεξάνδρεια ὴ
κατ’ Ἰνδοὺς ἀπ’ ἐκείνου ὠνόμασται, ἴσμεν δὲ καὶ ἀπο
Λυσιμάχου ἑνὸς τῶν ἀμφ’ αὐτὸν στρατιωτῶν Λυσιμαχίαν
κατονομάζεσθαι. οὐκ ἂν οὖν θαυμασαίμην, εἰ καὶ ὁ βασιλεὺς
Ἀλέξιος ζῆλον Ἀλεξάνδρειον ἀναλαβὼν ὅπου μὲν ἐξ 
ἐθνῶν ἢ συρραγέντων ἢ προσκεκλημένων παρ’ αὐτοῦ περιῆψε
τοῖς τόποις ὀνομάτων καινότητας ἤ ἀφ’ ὧν αὐτὸς κατεπράξατο
τῆς ἑαυτοῦ προσηγορίας τοῖς τόποις μετέδωκε.
τοσαῦτα μὲν περὶ τῆς ἄνωθεν εἰρημένης Ὀζολίμνης ἐπερ-
 ρίφθω ἱστορικώτερον· οἱ δὲ Κόμανοι, ἐπεὶ σπάνιν τῶν χρειωδῶν 
εἶχον, παλινδρομοῦσιν εἰς τὰ ἴδια ἐφ’ ᾧ τὰ χρειώδη
συγκομισάμενοι αὖθις κατὰ τῶν Σκυθῶν ὑπαναστρέψαι.

Συνάγεται ἐν τῷ μεταξὺ ὁ βασιλεὺς κείμενος εἰς Βερόην,
ἐξοπλίζει τοὺς αἰχμαλώτους καὶ τὸ λοιπὸν ἅπαν ὁπλιτικόν.
τότε καὶ ὁ Φλάντρας κόμης ἐξ Ἱεροσολύμων ἐπανερχόμενος 
 ἐκεῖσε καταλαμβάνει τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν συνήθη
τοῖς Λατίνοις ἀποδίδωσιν ὅρκον ὑποσχόμενος ἅμα τῷ
τὰ οἴκοι καταλαβεῖν συμμάχους ἀποστεῖλαί οἱ ἱππεῖς πεντακοσίους.
φιλοτιμησάμενος τοίνυν τὸν τοιοῦτον ὁ βασιλεὺς
πρὸς τὰ σφέτερα χαίροντα προέπεμψεν. ἀπάρας οὖν ἐκεῖθεν 
ὁ αὐτοκράτωρ μεθ’ ὧν αὖθις συνελέξατο δυνάμεων καταλαμάνει
τὴν Ἀδριανούπολιν. οἱ δὲ Σκύθαι διεληλυθότες
 

 
τὰ μεταξὺ τέμπη μέσον Γλοόης καὶ Διαμπόλεως κατὰ τὴν
λεγομένην Μαρκέλλαν τὸν χάρακα ἐπήξαντο. ὁ δέ γε αῦτοκράτωρ 
τὰ κατὰ τοὺς Κομάνους μεμαθηκώς, ἐπεὶ προσδόκιμοι
ἐπαναστρέψαι ἦσαν, ἐδεδίει τὴν ἐκείνων ἔλευσιν ὑφορώμενος.
 μεταπεμψάμενος τοίνυν τὸν Συνέσιον καὶ τοῖς
πρὸς τοὺς Σκύθας χρυσοβούλλοις λόγοις ἐφοδιάσας ἐκπέμπει
παραγγείλας, ὡς εἰ μὲν πεισθεῖεν σπείσασθαι καὶ δοῖεν ὁμήρους,
ἀναχαιτίσαι αὐτοὺς τῆς ἐπὶ τὸ πρόσω φορᾶς καὶ παρασκευάσαι
μενειν ἐν ᾧ προκατέλαβον τόπῳ καὶ οὕτω χορηγεῖν
 αὐτοῖς δαψιλῆ τὰ χρειώδη· ἐσκόπει γὰρ τούτοις κατὰ τῶν
Κομάνων χρήσασθαι, εἰ τὸν Ἴστρον αὖθις καταλαβόντες πρὸς 
τὰ πρόσω χωρεῖν ἐπιχειρήσαιεν· εἰ δέ γε οἱ Σκύθαι μὴ
πείθονται, αὐτοῦ που καταλιπεῖν αὐτοὺς καὶ ὑποστρέψαι.
κατέλαβε τούτους ὁ ῥηθεὶς Συνέσιος καὶ τὰ εἰκότα προσομιλήσας
 ἔπεισεν ὑποσπόνδους γενέσθαι τῷ βασιλεῖ. κἀκεῖσε
προσκαρτερῶν πάντας αὐτοὺς θεραπείας ἠξίου ππασαν περιαιρῶν
σκανδάλου πρόφασιν. ἐπαναστρέψαντες δὲ αὖθις οἱ
Κόμανοι παρεσκευασμένοι πρὸς τὸν κατὰ τῶν Σκυθῶν πόλεμον
καὶ μὴ ἐντυχόντες αὐτοῖς, ἀλλὰ μεμαθηκότες τὴν τούτων
 διὰ τῶν κλεισουρῶν ἔλευσιν, καὶ ὅτι τὴν μαρκέλλαν
καταλαβ;9οντες εἰς εἰρηνικὰς ἦλθον μετὰ τοῦ βασιλέως σπονδάς, 
ἐξαιτοῦνται διελθεῖν τὰς κλεισούρας καὶ προσβαλεῖν τοῖς
Σκύθαις. ὁ δὲ πρὸς τοῦτο ἀνένευσε προεφθακὼς σπείσασθαι
μετὰ τῶν Σκυθῶν εἰπὼν ὡς “οὐ χρεία τὸ παρὸν βοηθείας v.
 ἡμῖν· λαβόντες ἱκανὰ ἐπαναστρέψατε.” καὶ φιλοφρονηςάμενος
τοὺς πρέσβεις δῶρά τε ἱκανὰ ἐπιδοὺς μετ’ εἰρήνης
ἀπέστειλε. τοῦτο θάρσος τοῖς Σκύθαις ἐνέβαλε καὶ παρασπονδήσαντες
τῆς προτέρας ἀπανθρωπίας εἴχοντο λῃζόμενοι
τὰς παρακειμένας πόλεις καὶ χώρας. ἀστατεῖ γὰρ ὡς ἐπίπαν
 ἅπαν τὸ βάρβαρον καὶ σπονδὰς φυλάττειν οὐ πέφυκε. τοῦτο p.
θεαςάμενος ὁ Συνέσιος ἐπανέρχεται πρὸς τὸν βασιλέα αὐτάγγελος
μηνυτὴς γεγονὼς τῆς τῶν Σκυθῶν ἀγνωμοςύνης
 

 
καὶ παραβάσεως. τὴν Φιλιππούπολιν δὲ τούτων καταλαβόντων
τοῦτο μεμαθηκὼς ὁ βασιλεὺς ἐν ἀμηχανίᾳ καθίστατο
ἀποχρώσας πρὸς τοσαῦτα πλήθη μὴ ἔχων δυνάμεις, ὥστε
ὅλως τὴν μετ’ αὐτῶν μάχην ἀναδέξασθαι. ὁποῖος δὲ ἐκεῖνος
ἐν ἀμηχάνοις πόρους εὑρίσκων καὶ μηδ’ ὁπωσοῦν καταπίπτειν 
ἐν περιστάσεσιν εἰωθώς, δεῖν ἔγνω δι’ ἀκροβολισμῶν καὶ
 λόχων τὴν τούτων μελετῆσαι καθαίρεσιν. καὶ οὕτως στοχαζόμενος
τῶν τόπων καὶ τῶν πόλεων, ἔνθα καταλαμβάνειν
ἐκεῖνοι πρωΐας ἔμελλον, αὐτὸς ἑσπέρας τὴν τούτων προκατελάμβανεν
ἔλευσιν· εἰ δὲ ἑσπέρας τούτους μεμαθήκοι τόπον 
τινὰ καταλαμβάνειν, ἐκεῖνος τὸν τοιοῦτον πρωΐας πρόκατε.
λάμβανε. καὶ ὡς δύναμις δι’ ἀκροβολισμῶν καὶ λόχων πόρρωθεν
πρὸς αὐτοὺς ἀπεμάχετο, ὡς μὴ ἐγκρατεῖς αὐτοὺς γίνεσθαι
τῶν φρουρίων. καταλαμβάνουσι τοίνυν ἄμφω οἵ τε
Σκύθαι καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τὰ Κύψελλα. ἐπεὶ δὲ τὸ ἐλπιζόμενον 
μισθοφορικὸν οὔπω κατέλαβε, γινώσκων ὁ αὐτοκράτωρ
 τὸ ὀξυκίνητον τῶν Σκυθῶν καὶ ὁρῶν αὐτοὺς ἤδη καὶ
αὐτὴν τὴν βασιλίδα καταλαμβάνοντας τῶν πόλεων ξὺν τάχει
πολλῷ ἐν ἀμηχανίᾳ ἦν. καὶ μὴ ἀποχρώσας δυνάμεις πρὸς
τοσαῦτα πλήθη ἔχων τὸ μὴ χεῖρον, ὅ φασι, βέλτιον λογισάμενος 
πρὸς εἰρηνικὰς αὖθις ἀπεῖδε σπονδάς. ἐρωτᾷ γοῦν
πρέσβεις ἀποστείλας πρὸς αὐτοὺς τὰ περὶ εἰρήνης· οἱ δ’
εὐθὺς τῷ τοῦ βασιλέως ὑπεῖξάν θελήματι. προέφθασε δὲ
πρὸ τῶν εἰρηνικῶν σπονδῶν αὐτόμολος παραγενέσθαι ὁ
 Νεάντζης. πέμπεται τοίνυν ὁ Μιγιδηνός, ὥστε πανηγύρεις 
ἐξάγειν ἐκ τῶν παρακειμένων χωρῶν · οὗ ὁ υἱὸς εἰς τὸν
γεγονότα πόλεμον ὕστερον κατὰ τὸν * τόπον ὀξέως κατὰ τῶν
Πατζινάκων ὁρμήσας καὶ παρασυρεὶς παρὰ γυναικὸς Σκυδίδος
ἑάλω διὰ σιδηρᾶς ἅρπης εἴσω τῶν ἁμαξῶν ἑλκυσθείς.
οὗ τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθεῖσαν ἐπρίατο ὁ βασιλεὺς ἐξ αἰτήοὕτω 
 

 
σεως τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· ὑπὸ δὲ τῆς ἀφορήτου θλίψεως 
ἐπὶ τρισὶ νυχθημέροις διὰ χερμάδος λίθου τύπτων τὸ στέρνον
ὁ πατὴρ τελευτᾷ. οὐκ ἐπὶ πολὺ δὲ τὰ τῆς εἰρήνης τῶν
Σκυθῶν διήρκει, ἀλλ’ αὖθις πρὸς τὸν ἴδιον ἔμετον ὡς κύνες
 ἐστράφησαν. ἀπάραντες οὖν ἀπὸ τῶν Κυψέλλων καταλαμβάνουσι
τὸν Ταυρόκωμον κἀκεῖ παραχειμάσαντες ἐλῄζοντο
τὰς παρακειμένας κωμοπόλεις.

Ἔαρος δὲ ἤδη ἀναφανέντος ἐκεῖθεν εἰς Χαριούπολιν 
ἔρχονται. ὁ δὲ βασιλεὺς εἰς τὸ Βουλγαρόφυγον διατρίβων
 οὐκέτι ἐν ἀναβολαῖς ἦν, ἀλλὰ μέρος τοῦ στρατοῦ ἀποτεμνόμενος
ἱκανὸν λογάδας ἅπαντας καὶ αὐτοὺς δὴ τοὺς ἀρχοντοπούλους 
καλουμένους νέους, ἀρτιφυεῖς πάντας τὸ γένειον,
τὴν ὁρμὴν ἀνυποστάτους προσέταξεν ἐξ ὀπισθίων τοῖς κατὰ
τὸ ἄκρον τῶν ἁμαξῶν ἱσταμένοις προσβαλεῖν, τὸ δὲ τῶν
 ἀρχοντοπούλων τάγμα παρὰ Ἀλεξίου πρώτως ἐφεύρητο.
ἀστρατίαν γὰρ ἐχούσης τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς διὰ ῥᾳθυμίαν
τῶν ἀνέκαθεν αὐτοκρατόρων συλλεξάμενος ἁπανταχόθεν
τοὺς τῶν ἀποπεπτωκότων στρατιωτῶν· υἱεῖς ἐγύμνασέ
τε πρὸς ὅπλα καὶ πόλεμον καὶ ἀρχοντοπούλους ὠνόμασεν
 ὡσανεὶ ἐξ ἀρχόντων υἱοὺς γεγονότας, ἵνα διὰ τοῦ ὀνόματος
εἰς τὴν τῶν γονέων εὐγένειάν τε καὶ ἀνδρείαν ἀναφερόμενοι 
καὶ οὗτοι θούριδος ἀλκῆς μνήσαιντό τε καὶ ἀνδρειότεροι
γένοιντο τοῦ καιροῦ τούτοις τόλμαν καὶ ῥώμην ὑπαγορεύοντος.
τοιοῦτον δὴ τὸ τῶν ἀρχοντοπούλων τάγμα, ὡς ἐν ὀλίγῳ
 εἰπεῖν, εἰς δύο χιλιάδας συμποσούμενον, ὥσπερ ποτὲ καὶ τοῖς
Λάκωσιν ἐφεύρητο ὁ ἱερὸς λεγόμενος λόχος. οὗτοι τοίνυν
οἱ νεόλεκτοι ἀρχοντόπουλοι ἐσταλμένοι πολεμικῶς ᾔεσαν. οἱ
δὲ κάτωθεν τοῦ αὐχένος προλοχίζοντες Σκύθαι τὰς τούτων
ἐφόδους ἐπετήρουν · καὶ θεασάμενοι τούτους κατὰ τῶν ἁμαξῶν
 ἀφωρμηκότας ἀσχέτῳ ῥύμῃ κατ’ αὐτῶν ἴενται. καὶ ἀγχεμάχου
τῆς συμπλοκῆς καταστάσης πίπτουσι τῶν ἀρχοντο-
 

 
 πούλων ὡσεὶ τριακόσιοι ἐκθύμως μαχόμενοι. περὶ ὧν ἐπὶ
πολὺν χρόνον βύθιον ἔστενεν ὁ βασιλεὺς δάκρυα θερμὰ
ἐκχέων καὶ ὀνομαστὶ ἕκαστον καθαπερεὶ ἀπόδημον ἀνακαλούμενος.
ἡττήσαντες οὖν οἱ Πατζινάκοι τοὺς ἀντιτεταγμένους
διὰ τῆς Χαριουπόλεως διελθόντες ἀπονενεύκασι πρὸς τὸν 
Ἄπρων ἅπαντα λῃζόμενοι. τῇ γοῦν προτέρᾳ μεθόδῳ χρησάμενος
αὖθις ὁ βασιλεὺς προκαταλαμβάνει τούτους καὶ εἴσεισιν
εἰς τὸν Ἄπρων· οὐ γὰρ προσῆσαν αὐτῷ ἀποχρῶσαι
 δυνάμεις, καθάπερ πολλάκις εἴρηται, πρὸς μάχην τοῖς ἀντικαθισταμένοις.
τοιγαροῦν γινώσκων αὐτοὺς κατὰ τὰς αὐγὰς 
ἡλίου εἰς προνομὴν ἐξερχομένους μετακαλεσάμενος τὸν Τατίκιον,
οὗ ὁ λόγος ἐν πολλοῖς ἐμέμνητο, ἐνετείλατο συμπαραλαβεῖν
μεθ’ ἑαυτοῦ τούς τε καλουμένους ἠνδρειωμένους τῶν
ἀγούρων καὶ τῶν περὶ τὴν θεραπείαν αὐτοῦ οἰκειοτέρων
τοὺς λογάδας καὶ τοὺς Λατίνους ἅπαντας καὶ κατὰ τὸ περίορθρον 
τὰς Σκυθικὰς ἐκδρομὰς διυπνισθέντας τηρεῖν, ὥσθ’
ὁπηνίκα τοὺς Σκύθας εἰς προνομὴν ἐξιόντας τῆς ἰδίας πόρρω
γενέσθαι παρεμβολῆς στοχάσοιντο, κατ᾿ αὐτῶν τηνικαῦτα
ὅλους ῥυτῆρας ἐνδοῦναι. ὁ δὲ κατὰ τὸ ἐντεταλμένον πεποιηκὼς
 κτείνει μὲν τετρακοσίους, ἱκανοὺς δὲ καὶ ζωγρίαν 
ἄγει. τί τὸ ἐντεῦθεν; καταλαμβάνουσιν οἱ παρὰ τοῦ Φλάντρα
ἀποσταλέντες ἱππεῖς ἔκκριτοι ὡσεὶ πεντακόσιοι χάρισμα κομίζοντες
τούτῳ ἵππους ἐκκρίτους τὸν ἀριθμὸν ἑκατὸν πρὸς
τοῖς πεντήκοντα· ἀλλὰ καὶ ὅσους τῆς προκειμένης αὐτοῖς
χρείας εἶχον ἐπέκεινα, ἀποδεδώκασι τούτῳ τιμῆς. ὁ δὲ βασιλεὺς 
ἀξίως δεξιωσάμενος τούτους ἱκανὰς ἀπεδίδου τὰς χάριτας.
 ἀγγελίας δὲ ἐκ τῆς ἑῴας καταλαβούσης, ὅσον
ὁπλίζεσθαι τὸν τὴν Νίκαιαν φρουροῦντα, ὃν ἡ συνήθεια
μὲν τῶν Περσῶν σατράπην ἀποκαλεῖ, οἱ δὲ νῦν τὰ Περσῶν
φρονοῦντες Τοῦρκοι ἀμηρὰν ὀνομάζουσι, τὸν Ἀπελχασὴμ 
κατὰ τῆς Νικομήδους, ἀποστέλλει τούτους πρὸς φυλακὴν
τῆς χώρας.

Τότε δὴ καὶ ὁ Τζαχᾶς τὴν τοῦ βασιλέως περὶ τὴν 
δύσιν πολυσχιδῆ ὄχλησιν καὶ τοὺς τῶν Πατζινάκων μετ’
αὐτοῦ συχνοὺς πολέμους βεβαιωθεὶς εὐκαιρίαν εὑρὼν δέον
ἐλογίσατο στόλον κτήσασθαι. Σμυρναίῳ δέ τινι ἐντυχὼν τὴν
 κτίσιν αὐτῶ τῶν λῃστρικῶν ἀνέθετο πλοίων ὡς περὶ τὰ τοιαῦτα
ἐμπειρίαν πολλὴν ἔχοντι. αὐτοῦ που δὲ πολλὰς κατασκευάσας
ναῦς, πρὸς δὲ καὶ τεσσαράκοντα ἀγράρια σκεπαστὰ
καὶ ἐν αὐτοῖς ἄνδρας εἰσαγαγὼν ἐμπείρους λύσας τὰ
πρυμνήσια προσώρμισε ταῖς Κλαζομεναῖς καὶ ἐξ ἐφόδου ταύτας
 κατέσχεν. ἐκεῖθεν δὲ εἰς Φώκαιαν ἀπελθὼν εἷλε καὶ
ταύτην ἐξ ἐπιδρομῆς. κἀκεῖθεν ἀποστείλας πρὸς τὸν τὴν 
διοίκησιν Μιτυλήνης ἐμπεπιστευμένον κουράτωρα τὸν Ἀλωπὸν
πάνδεινα πάνδεινα ἠπειλήσατο, εἰ μὴ θᾶττον ἐκεῖθεν ἀπέλθοι,
κήδεσθαί τε αὐτοῦ λέγων καὶ διὰ τοῦτο προμηνύειν, τὰ
 μέλλοντα τούτῳ ἔσεσθαι δεινά, εἰ μὴ ἐκεῖθεν ἐκσταίη. ὁ δὲ
ὑπὸ τῶν τοῦ Τζαχᾶ ἀπειλῶν ἐκδειματωθεὶς νυκτὸς εἰς ναῦν
εἰσελθὼν τὴν βασιλεύουσαν ἀνεζήτησε. τοῦτο δὲ μεμαθῃκὼς
ὁ Τζαχᾶς οὐκέτ’ ἐν ἀναβολαῖς ἦν, ἀλλὰ παραχρῆμα
ἀπελθὼν ἐξ ἐφόδου τὴν Μιτυλήνην κατέσχεν. ἐπεὶ δ’ ἡ 
 Μήθυμνα περὶ τὸ ἄκρον ταυτησὶ τῆς νήσου διακειμένη οὐ
προσεληλύθει τῷ Τζαχᾷ, ὁ βασιλεὺς περὶ τούτου πυθόμενος
παραχρῆμα διὰ πλοίων ἀποστείλας ἀποχρῶσαν δύναμιν κατωχυρώσατο
ταύτην. ὁ μέντοι Τζαχᾶς οὐδένα λόγον τῆς Μηθύμνης
ἐποιήσατο, ἀλλ’ εὐθὺ τῆς Χίου τὸν ἀπόπλουν ποιησάμενος
 ἐξ ἐφόδου κατέσχε καὶ ταύτην. ὅπερ ὁ αὐτοκράτωρ
μεμαθηκὼς πέμπει κατ’ αὐτοῦ στόλον ἀποχρῶντα μετὰ
στρατιωτῶν ἱκανῶν ἡγεμόνα τούτων καταστησάμενος Νικήταν
τὸν Κασταμονίτην. ὁ δὲ ἀπελθὼν καὶ τὸν μετὰ τοῦ Τζαχᾶ 
συνάρας πόλεμον ἡττᾶται παραχρῆμα, καὶ πολλὰς τῶν συνεπαγομένων
 αὐτῷ νηῶν ὁ Τζαχᾶς ἀφείλετο. τοῦ συμβάντος
δὲ τῷ Κασταμονίτῃ ὁ βασιλεὺς ἐν εἰδήσει γενόμενος ἕτερον
ἐξοπλίζει στόλον ἐπιστήσας δοῦκα τούτω Κωνσταντῖνον τὸν
 

 
Δαλασσηνόν, ἄνδρα μαχιμώτατον καὶ μητρόθεν τούτῳ προσήκοντα.
ὃς κατὰ τὴν ᾐόνα τῆς Χίου γενόμενος παραχρῆμα
τῆς τοῦ κάστρου πολιορκίας εἴχετο ἐκθύμως μαχόμενος καὶ
σπεύδω τὴν πόλιν ἑλεῖν πρὸ τοῦ τὸν Τζαχᾶν ἀπὸ τῆς
Σμύρνης καταλαβεῖν. διὰ πολλῶν οὖν ἑλεπόλεων καὶ πετροβόλων 
 ὀργάνων πλήξας τὰ τείχη καθαιρεῖ τὸ μεταξὺ τεῖχος
τῶν δυεῖν πύργων. οἱ δὲ ἐντὸς Τοῦρκοι θεασάμενοι τὸ γεγονὸς
καὶ ἐγνωκότες, ὡς ἀνυπόστατοι ταῖς ὁρμαῖς οἱ Ῥωμαῖοί
εἰσιν, εἰς ἔλεον τὸν τῶν ἁπάντων ἐπεκαλοῦντο κύριον Ῥωμαΐζοντες.
οἱ δ’ ἀμφὶ τὸν Δαλασσηνὸν καὶ τὸν Ὦπον ἀκάθεκτοι 
ἦσαν σπεύδοντες εἴσω τοῦ κάστρου εἰσελθεῖν, κἂν
παρ’ αὐτῶν διεκωλύοντο δεδιότων, μή πως τὴν προαποτεθεῖσαν
παρὰ τοῦ Τζαχᾶ λείαν ἅπασαν καὶ τὰ χρήματα εἰσελθόντες
ἀναλάβωνται, καὶ λεγόντων ὡς “τῆς εὐφημίας τοῦ
αὐτοκράτορος λαμπρᾶς ἤδη παρὰ τῶν Τούρκων γινομένης 
 ἀκούετε καὶ ὡς ὑπόσπονδοι ἡμῶν γεγόνασιν. οὐ χρὴ τοίνυν
 εἰσελθόντας ἀπηνῶς τούτους κατασφάττειν.” ἐπεὶ δὲ τὸ πάν
τῆς ἡμέρας ἤδη παρῳχήκει καὶ νὺξ παρῆν, οἱ Τοῦρκοι ἕτερον
τεῖχος ἀντὶ τοῦ ἐριπωθέντος ἀνοικοδομήσαντες ἀπῃώρησαν
τούτου ἔξωθεν ἔξωθεν καὶ βύρσας καὶ πᾶν τὸ παρατυχὸυ 
πέπλον, ὡς ἂν ἡ σφοδρότης τῶν πεμπομένων λίθων
ἐντεῦθεν ὑποχαλῶσα ποσῶς ἐνδίδωσι. καὶ ὁ μὲν Τζαχᾶς
τὸν προσόντα στόλον αὐτοῦ ἐξοπλίσας καὶ διὰ τῆς ἠπείρου
ὤσει ὀκτὼ χιλιάδας στρατεύσας Τούρκους τὴν πρὸς Χίον
 φέρουσαν ἐβάδιζεν· ὁ δέ γε στόλος αὐτῷ ἐπηκολούθει παραθέων 
τὴν ᾐόνα. ὁ δὲ Δαλασσηνὸς τοῦτο μεμαθηκὼς λῦσαι
τὰ πρυμνήσια τοὺς ναυάρχας τοῦ στόλου παρεκελεύσατο
ἀποχρῶντας εἰσαγαγὼν ἐν αὐτῷ στρατιώτας καὶ ἡγεμόνα τὸν
Ὦπον, βουλόμενος, εἰ που τούτῳ συναντήσει διαπλῳζομένῳ
κατ’ αὐτοῦ, συμμίξαι πρὸς πόλεμον. ὁ δὲ Τζαχᾶς τὴν ἤπειρον 
καταλιπὼν κατευθὺ Χίου τὸν ἀπόπλουν ἐποιεῖτο. καὶ
 

 
συναντήσας αὐτῷ περὶ μέσας νύκτας ὁ Ὦπος, ὡς εἶδε καινήν
νήν τινα τὴν ναυλοχίαν ποιούμενον καὶ γὰρ ἅλυσιν κατασκευάσας
παμμεγέθη ἅπαντα τὰ αὐτοῦ ἐδέσμησε πλοῖα, ὡς
μήτε τοὺς τρεπομένους ἀποδιδράσκειν δύνασθαι μήτ’ αὖ 
 πάλιν τοὺς προεκτρέχειν ἐθέλοντας τῆς ναυτικῆς συντάξεως
διακόπτεσθαι), ἐκδειματωθεὶς καὶ μηδὲ προσπελάσαι τούτῳ
θαρρήσας ὅλως στρέψας τοὺς οἴακας τὴν Χίον αὖθις ἀνεξήτει.
ὁ δέ γε Τζαχᾶς σὺν ἐπιστήμῃ ἀκολουθῶν αὐτῷ
οὐκ ἐνεδίδου τῆς εἰρεσίας. ἐπὰν δὲ τῇ Χίῳ προσπελάζειν
 ἔμελλον, ὁ μὲν Ὦπος τῷ λιμένι πρῶτος τὰς ναῦς προσώρμισε
τῆς Χίου προεφθάκει γὰρ τοῦτον κατασχεῖν ὁ Δαλασσηνός),
ὁ δὲ Τζαχᾶς παραπλεύσας τουτονὶ τὸν ἤδη ῥηθέντα
τῆς Χίου ὅρμον τῷ τείχει τοῦ κάστρου τὰς ἰδίας προσεπέλασε
ναῦς. τετρὰς δὲ τῆς ἑβδομάδος ἦν. τῇ δὲ μετ
 αὐτὴν ἐξελάσας τῶν νηῶν ἅπαντας ἠρίθμει τε καὶ ἀπεγράφετο. 
ὁ δέ γε Δαλασσηνὸς πολίχνιόν τι ἀγχοῦ τοῦ λιμένος
εὑρηκὼς ἠφάνισε μὲν τὸν χάρακα, ὃν προφθάσας διώρυξε,
κεῖθι δὲ κατελθὼν καὶ ἄλλην διώρυχα ποιήσας εἰς ἀποχρῶντα
τάφρον αὐτοῦ που τὸ ὁπλιτικὸν κατέθετο. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν
 ἄμφω τὰ στρατεύματα ἐξοπλισάμενα κατ᾿ ἀλλήλων παρεσκευάζοντο.
ἀλλὰ τὸ μὲν Ῥωμαϊκὸν ἀτρεμοῦν ἵστατο τοῦ Δαλασσηνοῦ
κελεύσαντος μηδένα τὸν συνασπισμὸν λύειν. ὁ δέ
γε Τζαχᾶς τὸ πλεῖστον τῆς βαρβαρικῆς παρατάξεως κατὰ τῶν
Ῥωμαίων ἰέναι παρέθηξεν, ὀλιγοστοὺς δὲ καὶ ἱππαζομένους
 συνέπεσθαι τούτοις. τοῦτο οἱ Λατῖνοι θεασάμενοι δόρατα 
μακρὰ ἐναγκαλισάμενοι κατὰ τῶν βαρβάρων ἐξιππάσαντο.
οἱ δὲ οὐ κατὰ τῶν Κελτῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἵππων τὰς βολὰς
πέμποντες καὶ διὰ τῶν δοράτων δέ τινας πλήξαντες
πλείστους ἀνεῖλον καὶ εἴσω τοῦ χάρακος τετραμμένους οὕτω
 συνήλασαν. οἱ δ’ ἐκεῖθεν ἐνέπιπτον εἰς τὰς ναῦς ἀλογίστῳ
φορᾷ. τοὺς δὲ Κελτοὺς προτροπάδην φεύγοντας οἱ Ῥωμαῖοι
θεασάμενοι καὶ ἐκδειματωθέντες μικρόν τι ἀναποδίσαντες
 

 
 παρὰ τὸ τεῖχος τοῦ ῥηθέντος ἔστησαν πολιχνίου. κἆθ’ οὕτως
οἱ βάρβαροι εἰς τὴν ᾐόνα κατεληλυθότες τινὰς τῶν νηῶν
ἀφείλοντο. τοῦτο οἱ ναυτικοὶ θεασάμενοι λύσαντες τὰ πρυμνήσια
 ἀπέρραξαν τῆς χέρσου καὶ τὰς ἀγκύρας χαλάσαντες
ἵσταντο καραδοκοῦντες τὸ μέλλον. ὁ μέντοι Δαλασσηνὸς παραπεπλευκέναι 
τὰς περὶ τὸ δυτικώτερον μέρος ἀκτὰς τῆς νήσου
καὶ τὴν Βολισσὸν καταλαβεῖν παρεκελεύσατο καὶ τὴν αὐτοῦ
ἀπεκδέχεσθαι ἔλευσιν· ἡ δὲ Βολισσὸς πολίχνιον κατὰ
τὸ ἀκρωτήριον ταυτησὶ τῆς νήσου διακείμενον. Σκύθαι δέ
 τινες προσεληλυθότες τῷ Τζαχᾷ τὴν τοῦ Δαλασσηνοῦ βουλὴν 
προκατήγγειλαν. ὁ δὲ ἔνθεν μὲν τηνικαῦτα πεντήκοντα
σκοποὺς ἐπαφῆκε θᾶττον αὐτῷ διαμηνύσασθαι, ὁπηνίκα τὸ
ναυτικὸν τοῦ Δαλασσηνοῦ τὰ πρυμνήσια λύειν ἐπείγεται,
ἐκεῖθεν δὲ τὸν Δαλασσηνὸν μετεπέμπετο, ὡς τάχα τὰ περὶ
εἰρήνης βουλόμενος ἐπερωτῆσαι, ἀπεγνωκὼς οἶμαι παντάπασι 
πρὸς τὸ τοῦ Δαλασσηνοῦ γενναῖον καὶ φιλοκίνδυνον
ἀφορῶν. ὁ δὲ ἐς νέωτα κατὰ τὸ ἄκρον τῆς παρεμβολῆς
ἐξεληλυθέναι τῷ Τζαχᾷ ἐπηγγείλατο καὶ ἀκοῦσαί τε καὶ εἰπεῖν,
ὁπόσα ἄμφω τούτοις συνδόξειεν. οὐδ’ ὁ βάρβαρος
 πρὸς τοῦτο ἀνένευσεν, ἀλλὰ πρωίας ἄμφω τὼ στρατηγὼ 
κατὰ ταὐτὸν ἐληλυθέτην καὶ τῆς ὁμιλίας ὁ Τζαχᾶς κατῆρχεν
ὀνομαστὶ τοῦτον καλέσας “ἴσθι ἐμὲ εἶναι τὸ μειράκιον ἐκεῖνο,
ὅπερ πάλαι τὴν Ἀσίαν κατατρέχον καὶ ἐκθύμως μαχόμενον
ἐξ ἀπειρίας ἀπατηθὲν ἑάλων παρὰ τοῦ Καβαλίκα ἐκείνου
Ἀλεξάνδρου. κἀντεῦθεν ζωγρίᾳ παρ’ αὐτοῦ τῷ αὐτοκράτορι 
Νικηφόρῳ τῷ Βοτανειάτῃ προσενεχθὲν παραχρῆμα τῇ τῶν
πρωτονωβελλισίμων ἀξίᾳ τετίμημαι καὶ δωρεῶν μεγάλων ἀξιωθεὶς
ὑπεσχόμην δουλείαν αὐτῷ. ἐξ ὅτου δὲ τὰς τῆς βασιλεἱας
 ἡνίας ὁ ομνηὸς Ἀλέξιος περιεζώσατο, ἐκκέκοπται
ἅπαντα. κἀγὼ μὲν οὖν ἤδη τὸ τῆς ἔχθρας αἴτιον ἀπαγγέλλων 
ἥκω. μαθέτω δὲ ταῦτα καὶ ὁ αὐτοκράτωρ καὶ εἴπερ
βουληθῇ τὴν ἀναφυεῖσαν ἔχθραν διαλυθῆναι, ὁπόσα λαβεῖν
 

 
ὀφείλων ἐστέρημαι , ἀνελλιπῶς ἀποδοθήτω μοι ἅπαντα. εἰ
δἐ σοι δοκεῖ καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν συναφθῆναι, προβεβλήσθω
μέσον ἡμῶν ἔγγραφος ἡ περὶ τούτου συμφωνία , ὡς ἴθος
τοῖς Ῥωμαίοις καὶ ἡμῖν τοῖς βαρβάροις ἐστί. κᾆθ’ οὕτω
 τῶν ἁπάντων τῶν ἤδη βηḿντων πέρας ἐσχηκότων ἁπάσας
τὰς νήσους , ὰς αὐτὸς καταδραμὼν τῆς Ῥωμαἰ·κῆς ἐξουσίας
ἀφειλόμην γ διὰ σοῦ ἀντιτρέψω πρὸς τὸν αὐτοκράτορα καὶ
τὰς μετ’ αὐτοῦ σπονδὰς ἀποπληρώσας πρὸς τὴν ἐμὴν ἐπαναστρέψω
πατρίδα.” ταῦτα δὲ ὁ Δαλασσηνὸς σκῆψιν λογι- 
 σάμενος ὡς ἅτε τὸ τῶν Τούρκων ἦθος δολερὸν πάλαι γινώ-
σκων ἀνεβάλλετο τέως τὴν τῶν αἰτουμένων ἐκπλήρωσιν
παραγυμνώσας ἅμα καὶ ἣν ἴσχε περὶ αὐτοῦ ὑπόληψιν καὶ
φάμενος ὡς “οὔτε σύ, ὡς ἔφησθα, τὰς νήσους πρὸς ἐμὲ
παραδώσεις οὔτε ἐγὼ βουλῆς ἄτερ τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς
 ἅπερ αὐτὸς ἐκεῖθεν ἐξ ἐκείνου καὶ ἐμοῦ ἐπιζητεῖς καταθέσθαι
δύναμαι. ἀλλ’ ἐπεὶ δοὺξ μέγας ὁ Ἰωάννης καὶ γυναικάδελτοῦ
αὐτοκράτορος ὅσον ἤδη μετὰ παντὸς καταλαμβάνει
τοῦ στόλου ἐζ ἠπείρου τε καὶ θαλάττης δυνάμεις πολλὰς
συνεπαγόμενος, ἐκεῖνος ἀκουσάτω τῶν παρὰ σοῦ λεγομένων. 
 καὶ οὕτως, εὖ ἴσθι, αἱ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος σπονδαὶ αὐτὴν εἰρήνην μεσάζοντος πέρας λάβοιεν.” καὶ γὰρ τοντονὶ
τὸν Δούκαν Ἰωάννην εἰς Ἐπίδαμνον ὁ αὐτοκράτωρ
μετὰ στρατιᾶς ἀξιομάχου ἐξέπεμψεν ἅμα μὲν καὶ περὶ τὴν 
τοῦ Δυρραχίου φρουρὰν ἐπιμελῶς διαπονεῖσθαι, ἅμα δὲ καὶ
 τὴν μετὰ τῶν Δαλματῶν ἀναδήσασθαι μάχην. ὁ γὰρ οὕτω
καλούμενος Βοδῖνος μαχιμώτατος ὠν καὶ ῥᾳδιουργίας πλήοὐ
μέχρι τῶν ἰδίων ὅρων ἑστάναι ἠβούλετο, ἀλλ’ ὅση.
μέραι τὰς ἔγγιστα Δαλματίας κωμοπόλεις κατατρέχων τοῖς
ἰδίοις προσετίθει ὁρίοις. ὁ δὲ Δούκας Ἰωάννης ἐνιαυτοὺς 
 πρὸς τῷ ἑνὶ δέκα εἰς τὸ Δυρράχιον ἐνδιατρίΨας πολλὰ μὲν
τῶν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν Βολκάνου ἀφῃρεῖτο φρούρια, πολλοὺς
 

 
δὲ καὶ ζωγρίαν Δαλμάτας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐξαπέστειλε
καὶ τέλος καρτερὰν μετὰ τοῦ Βοδίνου μάχην σνναρράξας
καὶ αὐτὸν κατέσχεν. ἄνδρα δὲ τὸν Δούκαν τοῦτον Ἰωάννην
μαχιμώτατον ὁ αὐτοκράτωρ ἐκ πολλῶν ἐγνωκὼς καὶ περὶ τὰ
πολεμικὰ ἐπιτήδειον καὶ μηδ’ ὁπωσοῦν τὰ παρ’ αὐτοῦ αύτοῦτακνένα 
ἀθετεῖν ἐθέλοντα , ἐπεὶ τοιούτου ἀνδρὸς κατὰ τὸν
Τζαχᾶν ἐδέετο, μεταπεμψάμενος αὐτὸν ἐκεῖθεν ὁ αὐτοκράτωρ
 μετὰ πολλῶν δυνάμεων ἐξ ἠπείρου καὶ θαλάττης κατὰ
τοῦ Τζαχᾶ ἐξέπεμψε δοῦκα τοῦ στόλου μέγιστον κατονομάσας.
ὁπόσας δὲ μετ’ αὐτοῦ μάχας συνῆψε καὶ ἐν ὅσοις κινδύνοις 
ἑαυτὸν ἐπιρρίψας νικητὴς ἀνεφάνη, ὁ λόγος ἐν ὑστέροις
δηλώσειε. τοῦτον προσδόκιμον ὁ Δαλασσηνὸς ἔχων ἐν
τῇ πρὸς τὸν Τζαχᾶν ὁμιλίᾳ τὸ πᾶν εἰς τὸν ἐρχόμενον Δούκαν
ἐφαίνετο ἀνατιθέμενος. ὁ δὲ Τζαχᾶς τὸ Ὁμηρικὸν ἐκεῖνο
ἶπος ἐδόκει λέγειν “νὺξ ἤδη τελέθει , ἀγαθὸν καὶ νυκτὶ 
πιθέσθαι.” αὐγαζούσης δὲ τῆς ἡμέρας πολλὰ τῶν χρειωδῶν
 κομίσαι ὑπέσχετο. ἅπαντα δὲ δόλος ἦν καὶ ἀπάτη, καὶ
ὁ Δαλασσηνὸς οὐ πόρρω σκοποῦ ἔβαλλε. κατὰ γὰρ τὸ περίορθρον
λαθὼν ὁ Τζαχᾶς καὶ περὶ τὴν ᾐόνα τῆς Χίου
κατεληλυθὼς οὐρίου τυχὼν πνεύματος τὴν Σμύρνην κατέλαβεν, 
ἐφ’ ᾧ πλείονας συναγηοχέναι δυνάμεις καὶ αὖθις ἐπαναστρέψας
ἐν Χίῳ καταλαβεῖν. ἀλλ’ οὐδ’ ὁ Δαλασσηνὸς δεύτερος
τὰς τοῦ Τζαχᾶ μηχανὰς ἐφαίνετο. έφαίνετο. γὰρ ἐν
τοῖς παρατυχοῦσι πλοίοις μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν τὴν Βολισσὸν
κατέλαβε καὶ τάς τε ναῦς περιποιησάμενος καὶ ἑλεπόλεις ἑτέρας 
 παρασκευασάμενος τούς τε στρατιώτας διαναπαύσας καὶ πλείονας
τούτων συμπαραλαβὼν αὖθις ὅθεν ἐξῄει ἐπανέστρεψε. καὶ
καρτερὸν μετὰ τῶν βαρβάρων συνήρασσε πόλεμον καὶ καθελὼν
τὰ τείχη ἐχειρώσατο τὴν πόλιν τοῦ Τζαχᾶ τὴν Σμύρνην ἔτι
περινοστοῦντος. κἀκεῖθεν λειοκύμονα τὴν θάλασσαν εὑρηκὼς 
εὐθυπλοήσας μετὰ τοῦ στόλου παντὸς κατέλαβε τὴν Μιτυλήνην.

Οὕτω δὲ (??) αὐτοκράτωρ τὰ κατὰ τὸν Τζαχᾶν διαθέδαλματίας
 

 
μενος, ἐπεὶ τοὺς Σκύθας αὖθις τὸ Ῥούσιον καταλαμβάνειν
μεμαθήκοι καὶ κατὰ τὸ Πολύβοτον τὸν χάρακα πήξασθαι,
ἐξεληλυθὼς ὡς εἶχε τῆς Κωνσταντίνου τὸ Ῥούσιον κατέλαβε. 
συνείπετο δὲ τούτῳ καὶ ὁ αὐτόμολος Νεάντζης δεινήν τινα
 καὶ βύθιον μελέτην κατ’ αὐτοῦ τεκταινόμενος· συμπαρῆν δὲ
καὶ ὁ Καντζοὺς καὶ ὁ Κατράνης ἄνδρες πολέμων μεμνημέκαὶ
νοι ζέοντα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα πόθον ἔχοντες. ἀπό- 
μοῖραν δὲ ἱκανὴν τῶν Σκυθῶν πόρρω θεασάμενος τὴν μετ’
αὐτῶν ἐναποδύεται μάχην. πολλοὶ μὲν οὖν τῶν Ῥωμαίων
 ἐν τῷ μάχεσθαι πίπτουσι, τινὲς δὲ καὶ ζωγρηθέντες παρὰ
τῶν Σκυθῶν κτείνονται , ἱκανοὶ δὲ καὶ μέχρις αὐτοῦ Ρουσίου
κομίζονται. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τοὺς προνομεῖς
τῶν Σκυθῶν· ὁ δὲ βασιλεὺς τῶν καλουμένων Μανιακατῶν 
Λατίνων καταλαβόντων θαρσήσας ἐβουλεύετο τῇ μετ’ αὐλεμον.
 τὸν μετὰ τῶν Σκυθῶν κατασυστάδην ἀναδέξασθαι πόλεμον.
ἐπεὶ δ’ οὐ πολὺ τὸ μεταίχμιον ἀμφοῖν τοῖν στρατευμάτοιν
ἔτυχεν ὄν, τὴν ἐνυάλιον οὐκ ἀπεθάρρησεν ἠχῆσαι
σάλπιγγα θέλων προαρπάσαι τὴν μάχην. μεταπεμψάμενος
οὖν τὸν περὶ τὴν τῶν βασιλικῶν ἱεράκων θεραπείαν διαπονούμενον
 Κωνσταντῖνον προστάττει τύμπανον ἑσπέρας ἀναλαβόμενον
τύπτειν δι’ ὅλης νυκτὸς περινοστοῦντα τὸ στράτευμα
καὶ διακηρυκεύειν ἑτοιμάζεσθαι, ὅτιπερ αὐγαζούσης τῆς 
αὔριον ἀπερισαλπίγκτως τὸν μετὰ τῶν Σκυθῶν ὁ αὐτοκράτωρ
βούλεται συνάψαι πόλεμον. οἱ δὲ Σκύθαι τοῦ Πολυβοτοῦ
 ἀπάραντες προκαταλαμβάνουσι τόπον καλούμενον Ἅδην
κἀκεῖθι τὸν χάρακα πήγνυνται. οὕτω μὲν οὖν ὁ αὐτοκράτωρ
ἐξ ἑσπέρας αὐτῆς παρεσκευάζετο · αὐγαζούσης δὲ ἡμέρας
διελὼν τὸ στράτευμα καὶ εἰς φάλαγγας καταστήσας ἵεται
κατ’ αὐτῶν. οὔπω δὲ τῆς συμβολῆς τοῦ πολέμου γενομένης,
 ἀλλ’ ἑκάστου τῶν ταγμάτων ἔτι καθισταμένου ὁ Νεάντζης
κατά τινα παρακειμένην ἀκρολοφίαν ἀνελθὼν ἐφ’ ᾧ κατασκοπῆσαι 
σκοπῆσαι μὲν τὰς Σκυθικὰς παρατάξεις, ὡς ἔλεγεν, ἀγγελίαν
 

 
δὲ τῷ αὐτοκράτορι τῆς αὐτῶν καταστάσεως συγκομίσαι,
ἅπαν τοὐναντίον ἐποίει. καὶ τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ τοῖς Σκύθαις
τηνικαῦτα συνεβούλευε τὰς ἁμάξας μὲν στοιχηδὸν καταστῆσαι,
αὐτοὺς δὲ μὴ δεδιέναι τὸν αὐτοκράτορα τετραμμένον
τε ὄντα ἤδη ἐκ τῆς προτεραίας ἥττης καὶ πρὸς φυγὴν ἕτοιμον 
σπάνιν τῶν στρατευμάτων καὶ τῶν συμμάχων ἔχοντα.
ταῦτ’ εἰπὼν κάτεισι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. μιζοβάρβαρος
δέ τις εἰδήμων τῆς Σκυθικῆς διαλέκτου συνεὶς τὰ πρὸς
 τοὺς Σκύθας παρὰ τοῦ Νεάντζη λεχθέντα ἀπαγγέλλει
τῷ βασιλεῖ. ἐν αἰσθήσει δὲ τούτου γενόμενος ὁ Νεάντζης 
ἀνεζήτει τὸν ἔλεγχον· ἀναισχύντως δ’ ὁ μιζοβάρβαρος ἐς
μέσον ἐλθὼν ἤλεγχεν. ἐκεῖνος δὲ ἀθρόον τὸ ξίφος σπασάμενος
ἀπέκοψε τἀνθρώπου τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ τε τοῦ βασιλέως
ὁρῶντος καὶ ἑκατέρωθεν τῶν φαλάγγων ἱσταμένων. καὶ
οἶμαι τὴν ὑποψίαν τῆς συκοφαντίας ὁ Νεάνθης ἐκκλίνων 
ἐκ τῆς σφαγῆς τοῦ συκοφαντοῦντος ὕποπτον μᾶλλον ἑαυτὸν
καθίστα. τί γὰρ μὴ τὸν ἔλεγχον περιέμενεν; ἀλλ’, ὡς ἔοικε,
 γλῶτταν ἐθέλων προαναιρεῖν ἐξορχουμένην τὰς κατ’ αὐτὸν
δολιότητας τολμᾷ τι καὶ παραβολώτερον πρᾶγμα ποιήσας
βαρβαρικῆς μὲν ψυχῆς ἄξιον, ὕποπτον δὲ τοσοῦτον, ὅσον 
καὶ τόλμης ἐφίκετο. οὐ μὴν ὁ βασιλεὺς εὐθὺς ἐπεπορεύσατο
 τὸν βάρβαρον οὐδὲ ἐπεζῆλθε δέον ὄν, ἀλλὰ τὴν μὲν
καρδίαν παλλομένην εἰς θυμὸν καὶ ὀργὴν ἐπέσχεν αὐτίκα,
ἕνα μὴ προσοβήσῃ τὴν θήραν καὶ ταράξῃ τὰς φάλαγγας.
 ἐταμιεύετο δὲ καὶ ὑπώρυττε τὴν ὀργὴν τῷ Νεάντζῃ τούτου 
προδοσίαν τοῦ ἀνδρὸς καὶ τὴν ἀποστασίαν καὶ ἀπὸ τῶν
προειργασμένων καὶ ἐζ ἄλλων προμαντευόμενος · ἐπὶ ξυροῦ
γὰρ ἀκμῆς εἱστήκει τὰ τοῦ πολέμου· καὶ διὰ τοῦτο περιυλακτοῦντα
τὸν θυμὸν ὁ βασιλεὺς τέως ἐπεῖχεν ἀπορῶν τὸ
τηνικαῦτα, ὅ τι καὶ δράσειεν. ὁ μέντοι Νεάντζης μετὰ 
μικρὸν προσελθὼν καὶ τοῦ σφετέρου ἀποβὰς ἵππου ἄλλον
ᾐτεῖτο τὸν βασιλέα. καὶ δίδωσιν αὐτῷ παραχρῆμα ἵππον
 

 
τῶν ἐκκρίτων μετὰ τῆς βασιλικῆς ἐφεστρίδος. εἰς ὃν ἀναβάς,
ἐπεὶ τὰ τάγματα κατ’ ἀλλήλων διὰ τοῦ μεσαιχμίου ἤδη 
ᾔεσαν, σχῆμα κατὰ τῶν Σκυθῶν ἱππασίας ποιησάμενος τὴν
ἀκωκὴν τοῦ δόρατος ὄπισθεν στρέψας πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς
 φοιτᾷ πολλὰ κατὰ τῆς βασιλικῆς παρατάξεως αὐτοῖς παραὶ·
νῶν. οἱ δὲ ταῖς ὑποθημοσύναις αὐτοῦ χρώμενοι καρτερὸν
τὸν μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος συνάψαντες πόλεμον τρέπουσι
κατὰ κράτος. ὁ δὲ βασιλεὺς διασπασθείσας τὰς φάλαγγας
ὁρῶν καὶ φεύγοντας ἅπαντας ἐν ἀμηχανίᾳ γενόμενος παρακινδυνεύειν
 ἀλόγως οὐκ ἤθελεν. ἔνθεν τοι καὶ τὰς ἡνίας
στρέψας μέχρι τοῦ ῥέοντος ποταμοῦ ἐγγὺς τοῦ Ῥουσίου καταλαμβάνει.
τὸν χαλινὸν ἀνασειράσας μετά τινων 
λογάδων ὡς ἐνὸν πρὸς τοὺς διώκοντας ἀπεμάχετο ἱππασίας
κατ’ αὐτῶν ποιούμενος , πολλοὺς δὲ καὶ κτείνων, ἔστιν οὗ
 καὶ αὐτὸς πληττόμενος. ἐπειδὴ δὲ ἐξ ἑτέρου μέρους καὶ
Γεώργιος ὁ Πύρρος καούμενος φεύγων τὸν ποταμὸν κατελάμβανεν,
ἐμβριμησάμενος τοῦτον ὁ αὐτοκράτωρ μετεκαλέσατο
πρὸς ἑαυτόν. ὡς δὲ τὸ ἰταμὸν τῶν Σκυθῶν ἑώρα καὶ ὅτι
ὅσαι ὧραι πληθύνουσι καὶ ἄλλων ἐρχομένων εἰς τὴν αὐτῶν
 ἀρωγήν, τὸν μὲν Γεώργιον αὐτοῦ που καταλέλοιπε μετὰ τῶν
λοιπῶν παραγγείλας μετὰ φειδοῦς ἀντικαθίστασθαι τοῖς
Σκύθαις, μέχρις ἄν αὐτὸς ἐπανέλθοι. γοργῶς δὲ τοῦ ἵππου
τὸ ψάλλιον περιστρέψας τὴν περαίαν τοῦ ποταμοῦ καταλαβὼν 
εἴσεισιν εἰς τὸ Ῥούσιον, καὶ ὅσους τῶν φευγόντων
 στρατιωτῶν κεῖθι κατέλαβε, καὶ τοὺς αὐτόχθονας ἅπαντας
ὁπόσοι στρατεύσιμον τὴν ἡλικίαν εἶχον, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς δὴ
τοὺς ἀγρότας μετὰ τῶν ἰδίων ἁμαξῶν παρεΜλεύσατο θᾶττον
ἐζεληλυθότας παρὰ τῷ χείλει τοῦ ποταμοῦ καταστῆναι. τούτου
δὲ θᾶττον ἢ λόγος γεγονότος καὶ κατὰ στοίχους τινὰς
 καταστήσας αὐτοὺς αὖθις πρὸς τὸν Γεώργιον διαπεράσας
 

 
ἀναδεδραμήκει, καίτοι ὑπὸ τεταρταϊκοῦ ῥίγους πιεζόμενος,
ὡς καὶ τοὺς ὀδόντας ὑπὸ τῆς φρίκης προσαράσσειν. ἐπισυναχθὲν
δὲ καὶ τὸ ἅπαν Σκυθικὸν στράτευμα ὡς τὴν
 διττὴν ἐθεάσαντο παράταξιν καὶ τὸν αὐτοκράτορα τοσοῦτον
ἀγωνιζόμενον , τὸ φιλοκίνδυνον αὐτοῦ ἐπεγνωκότες καὶ ὅτι 
ὁ αὐτὸς κἀν ταῖς νίκαις κἀν ταῖς ἥτταις ἐστί, τὴν ἀνύποιστον
τούτου ἐπεγνωκότες ὁρμὴν ἑστήκεσαν μὴ ἀποθαρροῦντες
τὴν μετ’ αὐτοῦ συμπλοκήν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τὸ
μέν τι ὑπὸ τοῦ ῥίγους συνεχόμενος, τὸ δὲ πλεῖστον ὅτι
οὔπω οἱ σκεδασθέντες ἅπαντες ἔφθασαν συνεληλυθέναι, 
ἵστατο καὶ αὐτὸς παραθέων καὶ μετρίως ἱππαζόμενος καὶ
κατ’ αὐτῶν θάρσος ἐνδεικνύμενος. συνέβαινεν οὖν ἄμφω
τὰ στρατεύματα ἀτρεμοῦντα μέχρις ἑσπέρας ἑστάναι. ἐπεὶ
 δ’ ἡ νὺξ ἤδη προῄει, ἀμαχητὶ πρὸς τὰς ἰδίας ἐπανέστρεψαν
παρεμβολάς. ἐδεδίεσαν γὰρ καὶ ἀποθαρρεῖν οὐκ εἶχον τὸν 
 πόλεμον. οἱ δέ γε κατὰ τὴν πρώτην μάχην ἄλλοσε ἀλλαχῆ
σκεδασθέντες κατὰ μικρὸν αὖθις πρὸς τὸ Ῥούσιον ἐπανήρχοντο·
οἱ πλείους δὲ τούτων καὶ μάχης παντελῶς ἄγευστοι.
ὁ δέ γε Μοναστρᾶς καὶ Οὐζᾶς καὶ ὁ Συνέσιος, ἄνδρες
Ἀρηΐφιλοι καὶ μαχιμώτατοι , διὰ τοῦ Ἄσπρου καλουμένου 
τῷ τότε διελθόντες χωρίου ἀπόμαχοι καὶ αὐτοὶ τὸ Ῥούσιον
καταλαμβάνουσιν.

Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ὑπὸ τοῦ συνέχοντος αὐτόν, ὡς
ἔφην, ῥίγους βιαζόμενος κατεκλίθη μικρὸν ἑαυτὸν ἀνακτησόμενος.
σόμενος. ἀλλ’ ὅμως οὐδ’ οὕτως ἠρέμει σκεπτόμενος, τί ἄν 
 χρὴ τὴν αὔριον ποιῆσαι. προσελθὼν δ’ ὁ Τατράνης Σκύθης
δὲ οὗτος ὁ ἀνὴρ πολλάκις αὐτομολήσας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
καὶ παλινδρομήσας αὖθις οἴκαδε καὶ τοσαυτάκις
παρ’ αὐτοῦ συμπαθείας ἀξιωθεὶς καὶ πολὺν τὸν πόθον εἰς
αὐτὸν διὰ τὴν τοσαύτην ἀνεξικακίαν ἐσχηκὼς τὰ ὑπὲρ αὐτοῦ 
τοῦ λοιποῦ ὅλῃ ψυχῇ καὶ φρονῶν καὶ πραγματευόμενος)
 

 
ἔφη “ἐλπίς ἐστί μοι, βασιλεῦ, κατὰ τὴν αὔριον τοὺς Σκύθας
κυκλῶοαι ἡμᾶς καὶ οὕτως τὸν μεθ᾿ ἡμῶν ἀναζητῆσαι πόλεμον.
χρὴ τοίνυν προλαβόντας ἔξω τῶν τειχῶν αὐγαζούσης ἡμέρας
παρατάξασθαι.” ἐικανέσας δὲ τοῦτον ὁ βασιλεὺς καὶ ἀποδεξάμενος
 τῆς βουλῆς συνέθετο ἡλίου ἀνίσχοντος πέρας
ταύτην λαβεῖν, ὁ δὲ ταῦτ᾿ εἰπὼν ἀπελθὼν τοιαῦτα πρὸς 
τοὺς ἡγεμόνας ἀπεστομάτισε τῶν Σκυθῶν “μὴ ἐπαίρεσθε
διὰ τὰς προγεγενημένας ἥττας τοῦ αὐτοκράτορος μηδὲ ὀλιγοστοὺς
ὁρῶντες ἡμᾶς τὴν μεθ᾿ ἡμῶν ἐπ᾿ ἀγαθαῖς ἐλπίσι
 θαρρεῖτε μάχην. ἄμαχος τὴν ἰσχύν ἐστιν ὁ κρατῶν καὶ
πολὺ μισθοφορικὸν ὅσον ἤδη ἐλπίζεται καταλαβεῖν. καὶ εἰ
μὴ τὴν μετ᾿ αὐτοῦ εἰρήνην ἀσπάσεσθε, τὰ σώματα ὑμῶν
οἰωνοὶ ἔδονται.” τοιαῦτα μὲν τὰ τοῦ Τατράνη πρὸς τοὺς
Σκύθας· ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ μελετήσας τοὺς κατὰ 
 πεδιάδα νεμομένους ἵππους αὐτῶν ἀναλαβέσθαι (ἦσαν
γὰρ παμπληθεῖς) λῃζομένων ὁσημέραι τε καὶ νύκτες τὴν
ἡμεδαπὴν χώραν μεταπεμψάμενος τόν τε Οὐζᾶν καὶ τὸν
Μοναστρᾶν ἐπέσκηιψε μεθ᾿ ἱππέων ἐκκρίτων ἐξ ὀπισθίων
τῶν Σκυθῶν διελθόντας κατὰ τὸ περίορθρον τὰς πεδιάδας
 καταλαβεῖν καὶ τοὺς ἵππους ἅπαντας καὶ τἆλλα κτήνη σὺν
αὐτοῖς νομεῦσιν ἀναλαβέσθαι καὶ μὴ δεδιέναι παρεκελεύετο.
“ἡμῶν γάρ, φησι, κατὰ πρόσωπον μετ᾿ αὐτῶν μαχομένων
ὑμεῖς ῥᾳδίως τὸ κελευσθὲν ἐκπληρώσετε.” οὐδαμῶς δὲ τοῦ
σκοποῦ διημάρτηκεν. ὁ γὰρ λόγος ἔργον εὐθὺς ἐγεγόνει.
 αὐτὸς δὲ τὴν κατ᾿ αὐτοῦ τῶν Σκυθῶν ἐπέλευσιν προσδόκιμον 
ἔχων οὐκ ἐδίδου ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς οὐδ᾿ ἐπινυστάζων
ὅλως ἦν, ἀλλὰ μεταπεμπόμενος δι᾿ ὅλης νυκτὸς
τοὺς στρατιώτας καὶ μᾶλλον τοὺς τῆς τοξείας εἰδήμονας
πολλὰ περὶ τῶν Σκυθῶν ὡμίλει ἐπαλείφων οἷον αὐτοὺς
 καὶ τὰ συνοίσοντα πρὸς τὴν ἐλπιζομένην ἐς νέωτα μάχην
ξυμβουλεύων, ὅπως δεῖ τόξον τείνειν καὶ βέλη πέμπειν, ἔστιν
 

 
οὗ καὶ τοὺς ἵππους ἀνασειράζειν καὶ αὖθις ἐνδιδόναι τὸν
χαλινὸν καὶ ἀποβαίνειν τῶν ἵππων, εἰ καὶ τοῦτο χρή. ἀλλὰ
 ταῦτα μὲν τὰ τῆς νυκτὸς ἔργα · μικρὸν δὲ ὑπνώσας, ἐπεὶ
 τῆς ἡμέρας ἤδη ἐπιφωσκούσης οἱ λογάδες ἅπαντες τῶν Σκυθῶν
διαπεραιωθέντες τὸν ποταμὸν τὸν πόλεμον ἀναζητεῖν 
ἐῴκεσαν καὶ ἤδη πέρας ὁ τοῦ αὐτοκράτορος ἐλάμβανε στοχαςμός
δεινὸς γὰρ ἦν προϊσέσθαι τὸ μέλλον ἐμπειρίαν πολλὴν
τῇ πυκνότητι τῶν ὁσημέραι κατ’ αὐτοῦ ἐπανισταμένων πολέμων
λαβών), ἐπιβὰς παραχρῆμα τοῦ ἵππου τὴν ἐνυάλιον
ἠχῆσαι προσέταττε σάλπιγγα καὶ τὰς φάλαγγας καταστησάμενος 
αὐτὸς ἐπὶ τοῦ μετώπου εἱστήκει. ὁρῶν δὲ τοὺς Σκύθας
ἰταμώτερον ἢ πρότερον ἐπικαταλαμβάνοντας παραχρῆμα
 τοὺς τῆς τοξείας εἰδήμονας ἀποβῆναι τῶν ἵππων καὶ βάδην
κατ’ αὐτῶν ἰέναι ἐπέσκηψε καὶ συνεχῆ τὰ τόξα τείνειν· τὸ
δέ γε λοιπὸν τῆς παρατάξεως κατόπιν τούτων ἵετο καὶ αὐτὸς 
ὁ αὐτοκράτωρ τὸ μέσον διέπων τοῦ στρατεύματος. οἱ δὲ
τοῖς Σκύθαις μετὰ τόλμης προσέβαλον. καρτερᾶς δὲ τῆς
μάχης γεγονυίας τὸ μὲν τῇ πυκνότητι τῶν βελῶν, τὸ δὲ καὶ
τὸν τοῦ Ῥωμαικοῦ συντάγματος συνασπισμὸν ὁρῶντες καὶ
 αὐτὸν δὴ τὸν αὐτοκράτορα ἐκθύμως μαχόμενον ἐκδειματωθέντες 
παλιμπόρευτοι γεγόνασι τὸν ποταμὸν εἰς τοὐπίσω
σπεύδοντες διαπερᾶν πρὸς τὰς σφῶν ἁρμαμάξας τὴν φυγὴν
ποιούμενοι. ἐδίωκον γὰρ ὅλους ῥυτῆρας ἀφέντες οἱ τῆς
Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος, οἱ μὲν τοῖς δόρασι κατὰ τὰ μετάφρενα
παίοντες, οἱ δὲ τοῖς βέλεσι τούτους βάλλοντες. πολλοὶ μὲν 
οὖν πρὸ τοῦ παρὰ τὸ χεῖλος ἐφθακέναι τοῦ ποταμοῦ ἀναιρεθέντες
πίπτουσι, πολλοὶ δὲ καὶ ἀνὰ κράτος φεύγοντες ταῖς
δίναις ἐμπίπτοντες τοῦ ποταμοῦ παρασυρόμενοι ἐναπεπνίγοντο.
 ἐκθυμότερον δὲ ἁπάντων κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην
οἱ περὶ τὸν αὐτοκράτορα διαπονούμενοι θεράποντες ἠγωνίσαντο. 
ἦσαν γὰρ ἀκμῆτες ἅπαντες. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ
 

 
ἔκδηλος ἀριστεὺς καὶ κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἀναδειχθεὶς
νικητὴς πρὸς τὴν ἰδίαν παρεμβολὴν ἐπανέστρεψεν.

Ἐπὶ τρισὶ γοῦν ἡμέραις αὐτοῦ που διαναπαυσά-
μενος ἐκεῖθεν ἀπάρας καταλαμβάνει τὴν Τζουρουλόν. σκοπήσας
 δέ, ὡς χρὴ μὴ ταχέως ἐκεῖθεν μεταστῆναι, τάφρον ἀποχρῶσαν
πρὸς τὸ ἀνατολικώτερον μέρος τοῦ πολιχνίου ταῖς 
προσούσαις αὐτῷ δυνάμεσι διορύξας τήν τε βασιλικὴν σκηνὴν
καὶ τὰς σκευὰς ἁπάσας εἴσω τούτου κατέθετο. οἱ δὲ
Σκύθαι ἐπιόντες καὶ οὗτοι κατὰ τῆς Τζουρουλοῦ , ἐπειδὴ
 προκαταλαβεῖν τὸν αὐτοκράτορα ταύτην ἠκηκόεισαν, διαβεβηκότες
τὸν ἀνὰ τὴν πεδιάδα ῥέοντα ποταμὸν ἀγχοῦ που
τοῦ πολιχνίου τούτου Ξηρόγυφον τοῦτον ἐγχωρίως
τὸν χάρακα ἐπήξαντο μεταξὺ ὄντες τοῦ τε ποταμοῦ
καὶ τοῦ πολιχνίου. καὶ οἱ μὲν ἦσαν ἔξωθεν τὴν πόλιν ταύτην
 κυκλώσαντες· ὁ δὲ βασιλεὺς ἔνδον ἐναπείληπτο καθάπερ
πολιορκούμενος. ἀλλ’ ἐπεὶ νὺξ κατέλαβεν, ἄλλοι μέν ῥα θεοί 
τε καὶ ἀνέρες ἱπποκορυσταί, τοῦτο δὴ τὸ τῆς Καλλιόπης
Ὁμήρου, εὗδον· τὸν δὲ αὐτοκράτορα Ἀλέξιον οὐκ ἔχε νήδυμος
ὕπνος, ἀλλὰ διηγρύπνει τε καὶ ἀνείλιττε λογισμούς,
 ὅπως τὸ θράσος τῶν βαρβάρων τέχνῃ καταγωνίσηται. ἰδὼν
τοίνυν ὡς τὸ πολίχνιον τοῦτο ἡ Τζουρουλὸς ἐπὶ λόφου ἀνεστηκότος 
τετείχιστο, τὸ δὲ βάρβαρον ἅπαν κάτω που περὶ
τὴν πεδιάδα ηὐλίσατο, ἐπεὶ μὴ ἀποχρῶσαν πρὸς τοσαῦτα
πλήθη δύναμιν εἶχεν, ὥστε τὴν μετ’ αὐτῶν ἀποθαρρῆσαι
 κατασυστάδην μάχην, ἐπινοεῖται τι καὶ μάλα εὐμήχανον.
ἀναλαβόμενος τὰς τῶν οἰκητόρων ἁμάξας καὶ ταύτας ἀφελὼν
ἀπὸ τῶν ἐπικραββάτων τούς τε τροχοὺς καὶ τοὺς ἄξονας
ἄνω κατέσχε κᾆθ’ οὕτως ἔξω τοῦ τείχους ἐπὶ τῶν κρηδέ-
μνων ἐφεξῆς ἀπαιωρεῖ διά τινων καλῳδίων ἐναποδεσμουμένων 
 ταῖς ἐπάλξεσι τῶν τειχῶν. καὶ ἅμα τε τοῦτο ἐνενόησε καὶ
 

 
εἰργάσατο. καὶ μιᾶς ὥρας ἐναπεκρέμαντο κύκλῳ οἱ τροχοὶ
μετὰ τῶν ἀξόνων ὥσπερ τινὲς ἐφεξῆς κύκλοι κείμενοι καὶ
ἀλλήλοις ἐγγίζοντες καὶ τοῖς ἄξοσιν αὐτῶν ξυνδεσμούμενοι.
πρωΐθεν δὲ ἀναστὰς καὶ αὐτός τε ὁπλισάμενος καὶ τοὺς
ἄλλους ὁπλίσας ἐξάγει τοῦ τείχους ἀντιμετώπους στήσας 
τοὺς στρατιώτας τοῖς βαρβάροις. συνέβαινε δέ, ἐφ’ ἁ μέρη
τὰ κύκλα τῶν τροχῶν ἀπῃώρηντο, ἐπ’ ἐκεῖνα καὶ τοὺς ἡμετέρους
ἵστασθαι καὶ ἀντικρὺ κεῖσθαι κατὰ μίαν
 γραμμὴν τὸ ἀντίθετον. καὶ τὸ ἐντεῦθεν αὐτὸς μέσον τῆς
ἀμφ’ αὐτὸν παρατάξεως ἑστηκὼς συνεβούλευεν, ἐπὰν ἡ 
σάλπιγξ τὸ ἐννάλιον ἐμβοήσειεν, ἀποβάντας τῶν ἵππων τοὺς
στρατιώτας σχολῇ καὶ βάδην κατὰ τῶν ἐναντίων χωρεῖν τόξοις
τὰ πολλὰ χρωμένους καὶ ἀκροβολισμοῖς καὶ τὴν φάλαγγα
τῶν Σκυθῶν εἰς ἑαυτοὺς προκαλεῖσθαι· ἐπὰν δὲ τούτους
παρασυρέντας καὶ ἐπ’ αὐτοὺς ἐγκεκραγότας τοὺς ἵππους 
θεάσαιντο, προτροπάδην ὀπισθορμήτους γενομένους ὀλίγον
διαιρεθῆναι τηνικαῦτα διχῇ εἰς δεξιόν τε καὶ εὐώνυμον μέρος
καὶ χώραν δοῦναι τοῖς ἐναντίοις ἐς τοσοῦτον, ἕως ἄν τοῦ
τείχους πλησίον γένοιντο. τούτου δὲ γεγονότος παρήγγελτο
 τοῖς ἄνωθεν ἑστηκόσιν ἀπὸ τοῦ τείχους, ὁπηνίκα τὴν σχίζαν
τῶν φαλάγγων θεάσαιντο, ξίφεσι τὰ καλῴδια διακόπτειν καὶ
ἀφεῖναι τοὺς τροχοὺς μετὰ τῶν ἀξόνων ἄνωθεν κάτω κατα-
κρημνίζεσθαι. ἐγένετο ταῦτα κατὰ τὸ τοῦ βασιλέως παράγγελμα.
καὶ ἀθρόοι μὲν ἐπαρράξαντες ἦσαν οἱ Σκύθαι σὺν
ἀλαλαγμῷ βαρβαρικῷ ἱππόται κατὰ τῆς ἡμεδαπῆς παρατάξεως 
πεζῇ καὶ βάδην κατ’ αὐτῶν ἱεμένων πάντων, μόνου
δὲ τοῦ αὐτοκράτορος ἐπόχου συγκατιόντος αὐτοῖς. οἱ δὲ κατὰ
τὴν τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου τέχνην ὀλίγον γόνυ γουνὸς
ἀμείψαντες καὶ οἷον ἀναποδίσαντες διεσχίσθησαν ἀπ'ἀλλήλων,
ὡς οὐκ ἄν τις ἤλπισεν, ὥσπερ θύραν τοῖς βαρβάροις 
 πλατυτάτην εἰς τὴν εἴσοδον ἀνεῴξαντες. καὶ ἅμα οἱ μὲν
 

 
Σκύθαι εἴσω τοῦ στομίου τῶν ἑκατέρωθεν φαλάγγων ἐγεγόνεισαν,
οἱ δὲ τροχοὶ μετά τινος ῥοίζου καὶ καταφορᾶς
ἐνεχθέντες ὑπὲρ πῆχυν ἀπὸ τοῦ τείχους ἕκαστος ἐφαλλόμενοι
ἅτε τῶν κυρτοτήτων ἑκάστου τροχοῦ ἀποκρουσθεισῶν ἐκ τοῦ
 τείχους καὶ οἷον ἀποσφενδονηθεισῶν εἰς μέσους τοὺς τῶν
βαρβάρων ἱππότας ἐξεκυλίσθησαν ῥύμην λαβόντες σφοδροτέραν.
τὸ μὲν καὶ ἀπὸ τῆς ἀθρόας καταφορᾶς τῷ φυσικῷ
πειθόμενοι βάρει, τὸ δὲ καὶ ῥοπὴν λαβόντες ἀκάθεκτον ἀπὸ 
τοῦ κατάντους τοῦ τόπου σφοδρῶς τε τοῖς βαρβάροις ἐνέπιτον
 καὶ πανταχόθεν αὐτοὺς περιέθλιβον τὰ σκέλη τῶν
ἵππων ὥσπερ θερίζοντες καὶ ἀμφότερα ἑκατέρωθεν ἀπό τε
τῶν ἐμπροσθίων καὶ ὀπισθίων μερῶν διατεμόμενοι ὀκλάσαι
τοὺς ἵππους, ἐφ’ ἁ μέρη τὴν πληγὴν ἐδέξαντο, κατηνάγκασαν
καὶ τοὺς ἱππότας συγκαταβαλεῖν. ὧν ἐπαλλήλων καὶ συχνῶν 
 πιπτόντων, ἐξ ἑκατέρου δὲ καὶ τῶν στρατιωτῶν κατ’ αὐτῶν
ἱεμένων καὶ δεινῆς τῆς μάχης τοῖς Σκύθαις πανταχόθεν
ἐφισταμένης οἱ μὲν τοῖς πεμπομένοις ἀνῃροῦντο βέλεσιν, οἱ
δὲ διὰ τῶν δοράτων ἐπλήττοντο, τῶν δὲ λοιπῶν οἱ πλείους 
ὑπὸ τῶν τροχῶν σφοδρῶς καταφερομένων συνωθούμενοι πρὸς
 τὸ ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ ἀπεπνίγησαν. τῇ δὲ μετ’ αὐτήν,
ἐπεὶ πάλιν τοὺς καταλειφθέντας Σκύθας πρὸς πόλεμον ὁρμῶντας
ἐώρα, τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἅπαντας τεθαρρηκότας κατανοήσας
ὁπλίσασθαι παρεκελεύσατο. σιδηροφορήσας δὲ καὶ
αὐτὸς καὶ πολέμου σχῆμα διατυπώσας πρὸς τὸ πρανὲς κάτεισιν.
 εἶτα δὴ τὰς φάλαγγας ἐπιστρέψας κατὰ πρόσωπον
τοῖς Σκύθαις ἵστατο, ἐφ’ ᾧ τὸν μετ’ αὐτῶν ὡς ἐνὸν συνάψαι
πόλεμον. αὐτὸς μὲν οὖν τὴν μέσην τῶν ταγμάτων εἶχε
χώραν · μάχης δὲ καρτερᾶς γενομένης τὴν νικῶσαν τηνικαῦτα
παρ’ ἐλπίδας αἱ Ῥωμαϊκαὶ εἶχον φάλαγγες καὶ ἐδίωκον τούτους 
 τους ἀκρατῶς· ἐπεὶ δ’ ἱκανὸν διάστημα τούτους ἑώρα διώκοντας
ὁ αὐτοκράτωρ, δεδιὼς μὴ λοχῶντες τινες αἰφνιδίως
ἐπεισπεσόντες τοῖς Ῥωμαίοις παλίντροπον τὴν τῶν Σκυθῶν
 

 
φυγὴν ἀπεργάσωνται καὶ προστεθέντες τούτοις καὶ οἱ φεύγοντες
μέγα τὸ δεινὸν τῇ Ῥωμαϊκῇ στρατιᾷ ἐπάξωσιν, ἱππασίας
πυκνὰς ποιούμενος ἀνασειράζειν τοὺς χαλινοὺς καὶ τοὺς
ἵππους ἀναψύχειν τοῖς στρατιώταις ἐκέλευεν. οὕτω γοῦν
κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἄμφω διαστήτην τὰ στρατεύματα. 
οἱ μὲν γὰρ φυγάδες, ὁ δὲ λαμπρὸς νικητὴς χαίρων πρὸς
τὴν ἰδίαν παρεμβολὴν ἐπάνεισιν. οἱ δὲ Σκύθαι κατὰ κράτος
 ἡττηθέντες μεταξὺ τοῦ ουλγαροφύγου καὶ τῆς μικρᾶς ικαίας
τὰς σκηνὰς ἐπήγνυντο. χειμῶνος δὲ ἤδη ἐπικαταλαβόντος
λαβόντος δεῖν ἔγνω ὁ αὐτοκράτωρ εἰς τὴν βασιλεύουσαν 
ἐπανελθεῖν, ἐφ’ ᾧ ἑαυτόν τε καὶ τὸ πλέον τοῦ στρατοπέδου
τῶν πολλῶν ἀγώνων ἐπανακτήσασθαι. διελόμενος οὖν τὰς
δυνάμεις καὶ εἰς ἀντίπαλον μοῖραν ἀποκρίνας, ὁπόσοι εὐψυχότεροι
 τοῦ παντὸς ἦσαν στρατεύματος, ἡγεμόνας τούτων
τόν τε Ἰωαννάκην καὶ τὸν Μαυροκατακαλὼν Νικόλαον 
προὐβάλλετο, περὶ ὧν πολλάκις φθάσας ὁ λόγος ἐδήλωσεν,
ἐντειλάμενος αὐτοῖς ἐν ἑκάστῳ μὲν τῶν πολιχνίων ἀποχρῶντας
εἰσαγαγεῖν στρατιώτας εἰς τὴν αὐτῶν φρουράν, πεζοὺς δὲ ἐξ
ἁπάσης τῆς χώρας μετὰ ἁμαξῶν καὶ τῶν ταύτας ἑλκόντων
βοῶν ἐξελάσαι. βουλόμενος γὰρ ἔαρος ἐφισταμένου τῆς κατὰ 
τῶν Σκυθῶν καρτερώτερον ἀνθέξεσθαι μάχης προεμελέτα τε
καὶ ηὐτρέπιζε τὰ συνοίσοντα. οὕτω γοῦν ἅπαντα διαθέμενος
ἐπανέρχεται πρὸς τὸ Βυζάντιον.

Μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ, ὡς ἀπόμοιραν τινα οἱ
τῶν Σκυθῶν ἡγεμόνες ἀπολεξάμενοι κατὰ τῶν Χοιροβάκχων
ἐξέπεμψαν καὶ προσδόκιμος ἡ τούτων ἄφιξις ἦν, ὁποῖος ἐκεῖνος
θερμουργὸς περὶ τὰς ἐγχειρήσεις κἀν τοῖς αἰφνιδίοις ἀεὶ
ὡς προπαρεσκευασμένος δεικνύμενος, μήπω ἑβδόμην ἡμέραν 
ἑαυτὸν ἐν τοῖς βασιλείοις διαναπαυσάμενος μηδὲ βαλανείου
τυχὼν μηδὲ τὸν ἐκ τοῦ πολέμου κονιορτὸν ἀποτιναξάμενος
 παραχρῆμα τοὺς ἐπὶ τῆς φρονρᾶς τῆς πόλεως τεταγμένους
καὶ ὁπόσοι νεόλεκτοι ἀναλαμβάνεται ὡσεὶ πεντακοσίους τὸν
ἀριθμὸν καὶ ὁπλίσας δι’ ὅλης νυκτὸς κατὰ τὸ περίορθρον 
ἔξεισι. τηνικαῦτα δὲ δήλην καθίστησι τὴν αὐτοῦ πρὸς τοὺς
Σκύθας ἐξέλευσιν τοῖς τε ἐξ αἵματος καὶ ἀγχιστείας προσήκουσιν
αὐτῷ συγγενέσι καὶ τοῖς ἄλλοις, ὁπόσοι τῆς μείζονος
τύχης ἦσαν καὶ τῷ στρατιωτικῷ συντάγματι συγκατειλεγμένοι
παρασκευὴ δὲ ἦν ἡ τῆς ἀπόκρεω) ταυτὶ διὰ τῶν ἀποστολέων 
 παρακελευσάμενος ὡς ἄρα γοῦν “ἐγὼ μὲν ἄπειμι τὴν τῶν
Σκυθῶν κατὰ τῶν Χοιροβάκχων ὀξεῖαν μεμαθηκὼς κίνησιν,
ὑμεῖς δὲ ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῆς τυροφάγου στρατεύσατε
πρὸς ἡμᾶς. τὰς γὰρ μεταξὺ τῆς τε παρασκευῆς τῆς
ἀπόκρεω καὶ τῆς τυροφάγου δευτέρας ἡμέρας ὑμῖν ἐφίημι 
εἰς μικράν τινα ῥᾳστώνην, ὡς μὴ βαρύς τις καὶ ἀδιάκριτος
δόζαιμι.” ἐκεῖνος μὲν οὖν παραχρῆμα κατευθὺ Χοιροβάκχων
ἤλαυνε καὶ εἰσελθὼν κλείει τὰς πύλας · τὰς δὲ κλεῖς αὐτὸς
ἀναλαμβάνεται. εἶτα τοὺς εὔνους ἅπαντας τῶν θεραπόντων
 

 
περὶ τὰ κρήδεμνα καθίστησι τοῦ τείχους παραγγείλας μὴ 
ἀναπεπτωκέναι, ἀλλ’ ἐπαγρυπνοῦντας περιαθρεῖν τὰ τείχη,
μή πού τις ἀνελθὼν καὶ προκύψας ὁμιλήσειε τοῖς Σκύθαις.
ἀνίσχοντος δὲ τοῦ ἡλίου καὶ οἱ ἐλπιζόμενοι τῶν Σκυθῶν
 καταλαβόντες κατὰ τὸν συγκεκολλημένον τῷ τείχει τῶν οιροβάκχων
αὐχένα ἔστησαν. ἐξ ὧν τηνικαῦτα ἀποκριθέντες
ὡσεὶ ἕξ χιλιάδες εἰς προνομὴν διεσκεδάσθησαν ἐφθακότες
μέχρις αὐτοῦ Δεκάτου ὡσεὶ δέκα σταδίους τῶν τειχῶν ἀπέχοντος 
τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων · ἐξ οὗ οἶμαι καὶ τὴν
 ἐπωνυμίαν ἐκτήσατο. οἱ δὲ λοιποὶ αὐτοῦ που διαμεμενήκεσαν.
ὁ δὲ βασιλεὺς ἀνελθὼν διὰ τοῦ τείχους εἰς τὰς ἐπάλξεις
περιεσκόπει τὰς πεδιάδας καὶ τοὺς βουνούς, εἴ που καὶ ἑτέρα
δύναμις τούτοις ἔπεισιν ἢ εἴ που λόχους καθίσαντες μελετῶσι
τὸν τούτοις ἴσως προσβαλεῖν ἐπιχειρήσοντα κατασχεῖν. ὡς
 δ’ οὐδέν τι τοιοῦτον ἐθεάσατο , περὶ δευτέραν τῆς ἡμέρας
ὥραν ὁρᾷ τούτους οὐ πρὸς μάχην ηὐτρεπισμένους, ἀλλὰ πρὸς 
τροφὴν καὶ ἀνάπαυσιν ἀποκλίναντας· πλῆθος δὲ πολὺ τούτους
ὁρῶν καὶ τοῦ μετ’ αὐτῶν κατασυστάδην μὴ κατατολμῶν
πολέμου ἐν δεινῷ ἐποιεῖτο, εἰ τὴν ἅπασαν λῃσάμενοι χώραν
 καὶ αὐτοῖς τοῖς τείχεσι τῆς βασιλευούσης τῶν πόλεων προσπελάσαιεν
καὶ ταῦτα αὐτοῦ ἐκεῖθεν ἐξεληλυθότος ἐφ’ ᾧ τούτους
ἀποσοβῆσαι τῆς χώρας. μετακαλεσάμενος οὖν τηνικαῦτα
τοὺς ὑπ’ αὐτὸν στρατιώτας καὶ τὴν γνώμην αὐτῶν δοκιμάσαι 
βουλόμενος ἔφη “οὐ χρὴ ἀποδειλιᾶν πρὸς τὸ πλῆθος τῶν 
 Σκυθῶν ἀφορῶντας, ἀλλ’ εἰς θεὸν ἠλπικότας τὸν μετ’ αὐτῶν
συνάψαι πόλεμον , καὶ εἰ μόνον ὁμογνωμονήσαιμεν,
πέποιθα ὡς ἡττήσομεν αὐτοὺς κατὰ κράτος’’. τῶν δὲ ἀπαναινομένων 
πάντῃ καὶ πρὸς τὸν λόγον ἀναβαλλομένων
ἐκεῖνος εἰς φόβον ἐμβάλλων πλείονα τοὺς αὐτοῦ καὶ ἀνεγείρων
 εἰς κίνδυνόν φησιν “ἐὰν οἱ εἰς προνομὴν ἀπελθόντες ἐπανέλθοιεν αὖθις καὶ μετὰ τῶν παρόντων ἑνωθεῖεν,
 

 
προῦπτος ὁ κίνδυνος. ἢ γὰρ καὶ τὸ κάστρον παρ’ αὐτῶν
 κατασχεθήσεται καὶ ἡμεῖς παρανάλωμα φόνου γενησόμεθα
ἤ παρ’ οὐδὲν ἡμᾶς λογισάμενοι ἴσως τοῖς τείχεσι τῆς πόλεως
προσπελάσαντες οὐκ ἐγχωρήσουσιν ἡμῖν εἰς τὴν βασιλίδα
πόλιν εἰσελθεῖν αὐτοῦ που περὶ τὰς πύλας αὐτῆς αὐλισάμενοι. 
λοιπὸν κινδυνεῦσαι ἡμᾶς χρὴ καὶ μὴ ἀνάνδρως
ἀπθθανεῖν. ἐγὼ μὲν οὖν ἤδη ἐ̓ζειμι καὶ ὁπόσοι βούλεσθε,
προεκδραμόντος ἐμοῦ καὶ ἐς μέσον τῶν Σκυθῶν εἰσπηδήσαντος
συνέψεσθε, ὁπόσοι δὲ τοῦτο οὐ δύνασθε ἤ οὐ
 βούλεσθε, μηδὲ τῶν πυλῶν ἐκτὸς γένοισθε.” παραχρῆμα 
γοῦν διὰ τῆς ἀπονενευκυίας ὡς πρὸς τὴν λίμνην πύλης
ὁπλισάμενος ἔξεισι. καὶ παραδραμὼν τὰ τείχη καὶ μικρὸν
παρεγκλίνας ἐξ ὀπισθίων τοῦ αὐχένος ἄνεισιν. οὐδὲ γὰρ
συνέψεσθαι τούτῳ διέγνω τοὺς μετ’ αὐτοῦ πρὸς τὸν κατασυστάδην
μετὰ τῶν Σκυθῶν πόλεμον. καὶ πρῶτος αὐτὸς 
δόρυ σπασάμενος ἐς μέσους Σκύθας ἑαυτὸν ὤθησε παίσας
τὸν πρώτως αὐτῷ ὑπαντιάσαντα. ἀλλ’ οὐδ’ οἱ σὺν αὐτῷ
στρατιῶται τῆς μάχης ἀπελείφθησαν κἀντεῦθεν τοὺς μὲν
πλείους ἔκτειναν, τοὺς δὲ καὶ ζωγρίαν ἦγον. εἶτα ὁποία
 ἐκεῖνος μηχανᾶσθαι εἰώθει, τὰς τῶν Σκυθῶν ἐσθῆτας τοὺς 
στρατιώτας ἀμφιέννυσι καὶ τῶν Σκυθικῶν ἵππων ἐπιβῆναι
κελεύει, τοὺς δὲ ἵππους τῶν στρατιωτῶν καὶ τὰς τούτων
σημαίας καὶ τὰς ἀποτμηθείσας τῶν Σκυθῶν κεφαλὰς παραδούς
τισι τῶν εὐνουστέρων παραλαβόντας προσέταξεν εἴσω
τοῦ κάστρου γενέσθαι ἀπεκδεχομένους αὐτόν. ταῦτα τοίνυν 
οὕτως οἰκονομήσας ἐκεῖνος μετὰ τῶν Σκυθικῶν σημαιῶν
καὶ τῶν τὰ Σκυθικὰ ἀμφία περιβεβλημένων στρατιωτῶν
κάτεισιν ὡς πρὸς τὸν ἀγχοῦ Χοιροβάκχων ῥέοντα ποταμόν,
ὅπου καὶ τοὺς ἀπὸ τῆς προνομῆς ὑποστρέφοντας Σκύθας
ἐνόμιζε διελθεῖν. οἱ δὲ προνομεῖς ἐκεῖνοι θεασάμενοι τούτους 
 ἱσταμένους ἐκεῖσε καὶ νομίσαντες Σκύθας καὶ αὐτοὺς
εἷναι ἀφυλάκτως τούτοις προσπίπτοντες οἱ μὲν ἀνῃροῦντο,
ἄλλοι δὲ καὶ κατείχοντο.

Ἑσπέρας δὲ καταλαβούσης σάββατον δὲ ἦν) ἐπανέρχεται
μετὰ τῶν δορυαλώτων. καρτερήσας δὲ καὶ τὴν ἐπιοῦσαν
αὐγαζούσης ἤδη τις δευτέρας ἐξῆλθε τοῦ κάστρου
καὶ διελὼν τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἔμπροσθεν μὲν εἰσήγαγε τοὺς
 τὰς τῶν Σκυθῶν σημαίας κατέχοντας , ὄπισθεν δὲ τοὺς
δορυαλώτους τῶι Σκυθῶν, παρὰ χωριτῶν ἕκαστον τούτων
κατεχομένους· τὰς δὲ ἀποτμηθείσας κεφαλὰς δόρασι περιπείρας
παρ’ ἑτέρων αὖθις ἐν τούτοις ἀπαιωρουμένας παρεκελεύσατο 
οὕτως τὴν ὁδοιπορίαν ποιεῖσθαι. τούτων δὲ
 ὄπισθεν ἐκ διαστήματος μετρίου ἀπέχων μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν 
τὸν καὶ τῶν συνήθων τοῖς Ῥωμαίοις σημαιῶν ἑπόμενος ἦν.
αὐγαζούσης δὲ τῆς ἀπόκρεω κυριακῆς ὁ Παλαιολόγος θερμουργὸς
ὤν περὶ τὰς πολεμικὰς πράξεις πρὸ τῶν ἄλλων
ἐξεληλύθει τοῦ Βυζαντίου. τὸ δὲ ὀξύρροπον τῶν Σκυθῶν
 ἐπιστάμενος οὐκ ἀπεριμερίμνως τὴν ὁδοιπορίαν ἐποιεῖτο, ἀλλ’
ἀποδιελὼν τῶν συνεφεπομένων αὐτῷ θεραπόντων ὀλίγους
παρεκελεύσατιο αὐτοῦ προεκτρέχειν διάστημα καὶ τὰς πεδιάδας
καὶ τὰ ἄλση καὶ τὰς ὁδοὺς περιαθρεῖν, ἵν’ εἴ πού τινες
τῶν Σκυθῶν ἀναφανεῖεν, ταχὺ ὑποστρέψαντες ἀπαγγείλωσιν 
 αὐτῷ. οὕτω γοῦν πορευόμενοι, ἐπεὶ κατὰ τὴν πεδιάδα τὴν
οὕτω καλουμένην Διμυλἱαν τοὺς τὰ Σκυθικὰ περιβεβλημένους
ἀμφία καὶ Σκυθικὰς σημαίας ἐθεάσαντο, εἰς τοὐπίσω ἀναστρέψαντες
τοὺς Σκύθας ἤδη καταλαμβάνειν ἔφασαν. ὁ δὲ
παραχρῆμα ἐν τοῖς ὅπλοις ἦν. κατὰ πόδας δὲ καὶ ἕτερός
 ἐλθὼν διενίστατο λέγων, ὡς ὄπισθεν τῶν τάχα Σκυθῶν ἐξ
ἱκανοῦ διαστήματος Ρωμαϊκαὶ ἀνεφάνησαν σημαῖαι καὶ στρατιῶται
κατόπιν θέοντες. οἱ μὲν οὖν ταῦτα ἀπαγγέλλοντες
τὸ μέν τι καὶ ἐστοχάζοντο τῆς ἀληθείας, τὸ δὲ καὶ παρεστοχάζοντο.
τὸ μὲν γὰρ κατόπιν ἐλαῦνον στράτευμα ὡς ἀληθῶς 
 καὶ Ρωμαϊκὸν ἦν καὶ τοῖς σχήμασι καὶ τοῖς πράγμασι καὶ
ὁ βασιλεὺς αὐτῶν ἡγεμόνευε, τὸ δὲ προπορευόμενον καὶ
Σκυθικῶς ἐσταλμένον τῆς Ρωμαϊκῆς μὲν ἦσαν ἅπαντες
 

 
στρατιᾶς, Σκυθικὰς δὲ στολὰς ἠμφιέννυντο, τοῦτο μὲν καὶ
οὕτως ἐσχηκότες, ὥσπερ ἦσαν ἀμφιασάμενοι ταύτας κατὰ τὸ
τοῦ αὐτοκράτορος παράγγελμα, ὁπόταν ὡς φαινόμενοι Σκύθαι
τοὺς ὄντως Σκύθας ἐξηπατήκασιν, ὡς φθάσας ὁ λόγος
ἐδήλωσε, τοῦτο δὲ καὶ ἀπεχρήσατο τηνικαῦτα ὁ βασιλεὺς τῇ 
 σκευῇ τῶν ΣΜῶν πρὸς τὴν τῶν ἡμεδαπῶν ἐξαπάτην τε
καὶ φενάκην, ἵνα οἱ προεντυγχάνοντες αὐτοῖς ὀρρωδοῖεν
ὥσπερ Σκύθαις τοῖς στρατιώταις ἡμῶν ἐμπίπτοντες καὶ ἅμα
παρέχοι στρατηγικόν τε καὶ ἤπιον γέλωτα φόβῳ ξυμμεμιγμένον·
μένον· πρὶν ἢ γὰρ φοβηθῆναι σαφῶς, ἐθάρρουν τὸν βασιλέα 
κατόπιν θεώμενοι. οὕτως ἀφόβως ὁ αὐτοκράτωρ τοὺς ὑπαντῶντας
ἐμορμολύττετο. ἀλλὰ πρὸς μὲν τοὺς ἄλλους ὁ φόβος
ἦν ἐκ τῶν φαινομένων, ὁ δέ γε Παλαιολόγος πολυπειρία
 τοὺς ἅπαντας ὑπερβάλλων καὶ εἰδώς, ὁποῖός ἐστιν Ἀλέξιος
περί τὰς μηχανὰς ποριμώτατος, ἐγνώρισεν αὐτίκα, ὅτι Ἀλεξίου 
τοῦτο μηχάνημα, καὶ ἑαυτόν τε θαρρεῖν ἀνέπειθε καὶ τοὺς
ἄλλους ἐκέλευεν. ἤδη δὲ καὶ τὸ πλῆθος ἅπαν τὸ κατόπιν
συνέρρωγεν ἐκ τῶν συγγενῶν καὶ τῶν καθ’ αἷμα προσηκόντων
ξυγκείμενον. ἔσπευδον γάρ, ὡς ᾤοντο, φθάσαι τὸν
αὐτοκράτορα κατὰ τὰ πρὸς τοῦτον συγκείμενα. φθάσαι γὰρ 
τοῦτον συνέθεντο μετὰ τὴν ἀπόκρεω, καθάπερ εἴρηται πρότερον,
ἐν τῇ τυροφάγῳ. οὐ μὴν ἔφθησαν ἐκεῖνοι ἐξεληλυθότες
τῆς πόλεως καὶ ὁ βασιλεὺς τροπαιοῦχος ἐπάνεισι. καὶ
κατὰ τοῦτο συμμίξαντες αὐτῷ οὐκ ἂν ἐπείσθησαν, ὅτι ὁ
βασιλεὺς αὐτός ἐστι τροπαιοφορῶν οὕτω τὴν νίκην ὀξέως 
ἐξεργασάμενος, εἰ μὴ τὰς κεφαλὰς τῶν Σκυθῶν ἐμπεπηγμένας
ἑώρων ἐπ’ ἄκρων δοράτων καὶ τοὺς ἐπιλοίπους, οὓς
 τὸ ξίφος οὔπω ἐξέτεμε, δεσμώτας ἠγμένους καὶ ἐξηγκωνισμένους
 καὶ ἄλλον ἐπ’ ἄλλῳ ἀγόμενον καὶ συρόμενον. τὸ
γὰρ τάχος τῆς στρατηγίας τό θαῦμα ἐποίει· πλὴν τοσοῦτον 
μανθάνω περὶ Γεωργίου τοῦ Παλαιολόγου (οἱ
ἡμῖν διηγοῦντο), ὡς ἐσχετλίαζε τε καὶ τοῦ καθυ-
 

 
στερῆσαι τοῦ πολέμου ἑαυτὸν ἐμέμφετο καὶ ὅτι μὴ συμπαρῆν
τῷ αὐτοκράτορι κλέος τοσοῦτον ἀραμένῳ ἐπὶ τῇ ἀπροσδοκήτῳ
νίκῃ τῶν βαρβάρων τούτων. συμμετασχεῖν γὰρ κἀκεῖνος
εὐκλείας τοσαύτης καὶ πάνυ ἐβούλετο. περὶ δὲ τοῦ αὐτοκράτορος
 ἐκεῖνο ἄν τις εἴποι τὸ ᾆσμα τοῦ Δευτερονομίου
τότε καὶ τελούμενον καὶ ὁρώμενον “πῶς διώξεται εἷς χιλίους 
καὶ δύο μετακινήσουσι μυριάδας;” μονονουχὶ γὰρ κατ’ ἐκεῖνο
καιροῦ ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος πρὸς τοσοῦτον βαρβάρων πλῆθος
ἑαυτὸν ἀντικαταστήσας τὸ βάρος ὅλον τοῦ πολέμου μέχρι
 καὶ τῆς νίκης αὐτῆς καλῶς διῳκονομήσατο. εἰ γάρ τις τοὺς
συνόντας λογίσαιτο, ὁπόσοι τε ἦσαν καὶ ποδαποί, κᾆθ’ οὕτως
ἀντιπαραβάλοι τὰ τοῦ αὐτοκράτορος μηχανήματα καὶ τὸ τούτου
πολύτροπον μετὰ τῆς ῥώμης καὶ τῆς τόλμης πρὸς τὸ
βαρβαρικὸν ἅπαν πλῆθος καὶ τὴν ἰσχύν, μόνον ἂν ἐφεύροι
 τοῦτον τὰ τῆς νίκης καταπραξάμενον.

Οὕτω μὲν οὖν τηνικαῦτα θεὸς τὴν παράδοξον ταύτην 
τῷ κρατοῦντι δέδωκε νίκην. εἰσερχόμενον δὲ αὐτὸν
ὁρῶντες οἱ Βυζάντιοι ἔχαιρον ἐκπληττόμενοι τὸ τάχος, τὴν
τόλμαν, τὴν περιδεξιότητα τοῦ ἐπιχειρήματος καὶ τὸ ἐξ
 ὑπογύου τρόπαιον, ἐπαιάνιζον, ἐσκίρτων, θεὸν ἀνύμνουν
σωτῆρα καὶ εὐεργέτην τοιοῦτον αὐτοῖς δεδωκότα. ὁ δὲ Μελισσηνὸς
Νικηφόρος δακνόμενος ἐπὶ τούτοις καὶ μὴ φέρων,
ὁποία τὰ ἀνθρώπινα, ἔφη “ἡ νίκη αὕτη χαρὰ μὲν ἀκερδής,
λύπη δὲ ἀζήμιος”. οἱ μέντοι Σκύθαι ἀπειροπληθεῖς ὄντες
 ἁπανταχοῦ τῆς ἑσπέρας διασπαρέντες ἐλῄζοντο ἅπαντα καὶ 
οὐδὲν τὸ παράπαν τῶν συμπεσόντων αὐτοῖς τὴν ἐκείνων
ἀκάθεκτον ἀνέκοπτε τόλμαν. ἐνιαχοῦ δὲ τῆς ἑσπέρας καὶ
πολίχνιά τινα κατεῖχον μηδὲ τῶν ἀγχοῦ τῆς βασιλίδος τῶν
πόλεων κωμοπόλεων φειδόμενοι, παραγενόμενοι καὶ μέχρις
 αὐτοῦ τοῦ οὕτω καλουμένου Βαθέος ῥύακος, ἐν ᾧ καὶ τὸ 
ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ ἐν μάρτυσι μεγίστου Θεοδώρου τέμενος
ἵδρυται. πολλοὶ μὲν γὰρ καὶ ἐφοίτων ἐντεύξεως τοῦ ἁγίου
 

 
χάριν καθ’ ἑκάστην· ὁπηνίκα δ’ ἡ κυριακὴ παρῆν, πάνδημον
οἱ εὐσεβεῖς ἐποιοῦντο τὴν πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦτο τέμενος
ἔλευσιν παννύχιοι καὶ πανημέριοι κύκλῳ τε καὶ κατὰ τὸν
πρόδομον καὶ ὀπισθόδομον τοῦ νεὼ προσμένοντες. ἀλλὰ
τοσοῦτον ὑπερίσχυσεν ἡ τῶν Σκυθῶν ἀκάθεκτος ὁρμή, ὡς 
μηδὲ τὰς πύλας ὑπανοῖξαι τοῦ Βυζαντίου τολμᾶν τοὺς εἰς
τὸν μάρτυρα φοιτᾶν βουλομένους διὰ τὰς ἀθρόας ἐφόδους
τῶν Σκυθῶν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ ἐξ ἠπείρου τῆς ἑσπέρας
 προσπεσόντα τῷ αὐτοκράτορι δεινά· οὐ μέντοι γε οὐδὲ
κατὰ θάλατταν ἀνέτως εἶχεν, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπικινδύνως 
 τοῦ Τζαχᾶ αὖθις στόλον κτησαμένου καὶ τὰ παρὰ θάλατταν
ἅπαντα κατατρέχοντος. ἐπὶ τούτοις οὖν ὁ βασιλεὺς ἠνιᾶτο
καὶ ἤσχαλλεν ἁπανταχόθεν βαλλόμενος ταῖς φροντίσιν. ἐπεὶ
δ’ ἀνηγγέλη τούτῳ, ὡς ἤδη καὶ πλείονα στόλον ἐκ τῶν παραλίων
κτησάμενος ὁ Τζαχᾶς καὶ τὰς ἐπιλοίπους, ὧν προφθάσας 
κατέσχε νήσων, πορθήσας καὶ κατὰ τῶν ἐσπερίων
χωρῶν διανοεῖσθαι ἐπικεχείρηκε καὶ πρὸς τοὺς Σκύθας διαπεμπόμενος
συνεβούλευε τὴν Χερρόνησον καταλαβεῖν· οὐ
μὴν οὐδὲ τὸ ἐκ τῆς ἑῴας προσεληλυθὸς τῷ αὐτοκράτορι
 μισθοφορικόν, τῶν Τούρκων φημί, συνεχώρει τὰς πρὸς αὐτὸν 
σπονδὰς ἀρραγεῖς τηρεῖν ὑποσχέσεσι χρησταῖς ὑποσαίνων,
εἰ τὸν αὐτοκράτορα καταλιπόντες αὐτῷ προσχωρήσαιεν,
ὁπηνίκα τὰς κριθὰς καταλάβοι· ταῦτα γνοὺς ὁ βασιλεύς,
ἐπεὶ τά τε κατὰ θάλατταν τά τε κατὰ τὴν ἤπειρον λίαν
κακῶς αὐτῷ διετίθετο καὶ ὁ χειμὼν σφοδρῶς ἐπικείμενος 
τὰς ἐξόδους παντάπασιν ἔκλειεν, ὥστε μηδ’ ἀποζυγοῦσθαι
τὰς τῶν οἰκημάτων θύρας διὰ τὸ τῆς χιόνος ἐπιβριθές
συνέβη γὰρ τότε πολλὴν ἐπιφορηθῆναι καὶ ὅσην οὐδείς πω
 πρότερον ἔγνωκεν) , ὡς ἐνὸν διὰ γραμμάτων ἁπανταχόθεν
ἔσπευδε μισθοφορικὸν μετακαλέσασθαι. τοῦ ἡλίου δὲ τὴν 
ἐαρινὴν τροπὴν ἀπαρτὶ καταλαμβάνοντος, ἐπεὶ καὶ ὁ ἐκ τῶν
νεφῶν ἀπειλούμενος πόλεμος ᾤχετο καὶ ἡ θάλαττα τοῦ θυμοῦ
 

 
μετεβέβλητο, δεῖν ἐλογίσατο ἑκατέρωθεν τῶν ἐναντίων ἐπικειμένων 
τὰ κατὰ θάλατταν μᾶλλον καταλαβεῖν, ἵν᾿ ὁμοῦ
καὶ τοῖς ναυσιπόροις ἐχθροῖς ῥᾳδίως ἔχοι ἀντικαθίστασθαι
καὶ πρὸς τοὺς ἐξ ἠπείρου εὐχερῶς μάχεσθαι. παραχρῆμα
 τοίνυν τὸν καίσαρα Νικηφόρον τὸν Μελισσηνὸν ἀποστείλας
μετεκαλεῖτο θᾶττον ἢ λόγος τήν Αἶνον καταλαβεῖν. ἔφθασε
γὰρ διὰ γραμμάτων δηλώσας συλλέξασθαι ὁπόσους ἂν δυνηθείη
οὐκ ἀπὸ τῶν ἤδη ἐστρατευμένων (ἐκείνους γὰρ φθάσας
εἰς τὰς πόλεις ἁπανταχῆ τῆς ἑσπέρας διέσπειρεν ἐφ᾿ ᾧ
 φρουρεῖν τὰ κυριώτερα τῶν πολιχνίων), ἀλλὰ κατὰ μέρος 
νεολέκτους καταλέγων, ὁπόσοι τε ἐκ Βουλγάρων καὶ ὁπόσοι
τὸν νομάδα βίον εἵλοντο (Βλάχους τούτους ἡ κοινὴ καλεῖν
οἶδε διάλεκτος) καὶ τοὺς ἄλλοθεν ἐξ ἁπασῶν τῶν χωρῶν
ἐρχομένους ἱππέας τε καὶ πεζούς, αὐτὸς δὲ τοὺς τοῦ Φλάντρα
 πεντακοσίους Κελτοὺς ἐκ Νικομηδείας μεταπεμψάμενος μετὰ
τῶν συγγενῶν αὐτοῦ ἐξεληλυθὼς τῆς Βυζαντίδος θᾶττον
τὴν Αἶνον καταλαμβάνει, καὶ τηνικαῦτα ἐν ἀμφιρύκω είσελθὼν
καὶ παραδραμὼν τὴν τοῦ ὅλου ποταμοῦ θέσιν καὶ τὴν
ὅλην αὐτοῦ κοίτην κατασκειράμενος ἑκατέρωθεν καὶ διαγνούς, 
 ὅποι τὸ στρατιωτικὸν καταθεῖναι βέλτιον, ὑπέστρεψε. καὶ
διὰ τῆς νυκτὸς τοὺς λογάδας συναγαγὼν τοῦ στρατεύματος
τὰ κατὰ τὸν ποταμὸν καὶ τὰ τούτου παρ᾿ ἑκάτερα διηγεῖτο
καὶ ὡς “χρὴ τὴν αὔριον διαπεράσαντας καὶ ὑμᾶς τὴν ὅλην
περιαθρῆσαι πεδιάδα. καὶ ἴσως οὐκ ἀδόκιμος ὃν αὐτὸς ὑμῖν
 ὑποδείξω τόπον φανεῖται, οὗ χρὴ τὰς σκηνὰς πήξαΰθαι.”
τούτου δὲ πᾶσι συνδόξαντος αὐγαζούσης ἡμέρας πρῶτος αὐτὸς
τὴν περαίαν κατέλαβε κᾆθ᾿ οὕτως ἅπαν αὐτῷ συνείπετο
τὸ στρατιωτικόν. καὶ μετὰ τῶν λογάδων αὖθις κατασκοπήσας 
τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ καὶ τὴν ὑπερκειμένην πεδιάδα καὶ 
 τὸν ἀρέοκοντα τόπον αὐτῷ ὑποδείξας αὐτοῖς (ἀγχοῦ δὲ ἦν
πολιχνίου τινὸς τοῦ οὑτωσὶ Χοιρηνοὺς ἐγχωρίως ὀνομαζομένου
ἐξ ἑνὸς μὲν μέρους ἔχων τὸν ποταμόν, ἐξ ἑτέρου δὲ
 

 
βαλτώδης ὤν) , ἐπεὶ ἱκανὸν ὀχύρωμα καὶ πᾶσιν ὁμοῦ τοῖς
στρατιώταις ἐφαίνετο, θᾶττον τάφρον διορύξας ἅπαν ἐκεῖ τὸ
στράτευμα κατατίθησιν. αὐτὸς δὲ αὖθις μεθ’ ἱκανῶν πελταστῶν
πρὸς τὴν Αἶνον ἐπάνεισιν ἐφ’ ᾧ τὰς τῶν Σκυθῶν
ὁρμὰς ἐς ἡμᾶς ἐκεῖθεν ἐρχομένων ἀναστέλλειν.

Πυθόμενοι δὲ οἱ κατὰ τὴν γενομένην εἰς Χοιρηνοὺς
ταφρείαν ἀμυθήτων Σκυθικῶν στρατευμάτων ἔλευσιν δηλοῦσι
περὶ τούτων τῷ αὐτοκράτορι περὶ τὴν Αἶνον ἔτι ἐνδιατρίβοντι.
 ὁ δὲ παραχρῆμα ἐν ἀμφιρύκῳ πλοίῳ εἰσελθὼν καὶ
τὸν ποταμὸν διὰ τοῦ στομίου διελθὼν ἡνώθη μετὰ 
παντός τοῦ στρατεύματος. τὰς δὲ ἰδίας ὁρῶν δυνάμεις μηδὲ
τὸ πολλοστημόριον τοῦ Σκυθικοῦ σῳζούσας στρατεύματος ἐν
ἀμηχανίᾳ καὶ φόβῳ ἦν μὴ ἔχων τὸν ἐπαρήγοντα κατὰ ἄνθρωπον.
οὐκ ἀνέπιπτε δὲ ὅμως οὐδὲ ἐμαλακίζετο, ἀλλὰ
πολλοὺς τοὺς παρ’ ἑαυτῷ κυμαινομένους εἶχε λογισμούς. μετὰ 
γοῦν τετάρτην ἡμέραν ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρους πόρρωθεν ὁρᾷ
Κομανικὸν στράτευμα ὡσεὶ τεσσαράκοντα χιλιάδας ἐπικαταλαμβάνον
 ἤδη. σκεψάμενος δὲ μὴ καὶ αὐτοὶ τοῖς Σκύθαις
προστεθέντες δεινὸν τὸν κατ᾿ αὐτοῦ ποιήσωνται
καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐντεῦθεν τὸ ἐλπιζόμενον ἢ πανωλεθρία) 
δεῖν ἐλογίσατο ὑποποιήσασθαι αὐτούς· καὶ γὰρ προέφθη τούτους
μετακαλέσασθαι. τοῦ δὲ Κομανικοῦ στρατεύματος πολλοὶ
μὲν καὶ ἄλλοι ἡγεμόνες κατέστησαν, προαγοὶ δὲ πάντων ὁ
Τογορτάχ, ὁ Μανιὰκ καὶ ἕτεροι ἄνδρες μαχιμώτατοι. τὴν
δὲ πληθὺν τῶν ἐπικαταλαμβανόντων ἤδη Κομάνων ὁρῶν 
ἐδεδίει τὸ εὐάγωγον πάλαι γινώσκων τῆς αὐτῶν γνώμης,
 μὴ οἱ σύμμαχοι ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι γεγονότες μεγίστην βλάβην
αὐτῷ προξενήσειαν. ἀσφαλέστερον δὲ λογισάμενος ἐκεῖθεν
ἀπάραντα μετὰ τοῦ ὁπλιτικοῦ παντὸς διαπερᾶσαι αὖθις τὸν
ποταμὸν δεῖν ἐλογίσατο πρότερον τοὺς ἡγεμόνας τῶν Κομάνων 
μετακαλέσασθαι. οἱ δὲ παραχρῆμα προσέρχονται τῷ βασιλεῖ
καὶ αὐτὸς ὁ Μανιὰν κἂν ὀψιαίτερον τῶν ἄλλων, πρότερον
 

 
ἀναβαλλόμενος. δαψιλῆ τοίνυν τράπεζαν αὐτοῖς παρατεθῆναι
τοῖς ὀψοποιοῖς ἐπέταξε. καλῶς οὖν εὐωχηθέντας μετὰ ταῦτα
φιλοφρονησάμενος αὐτοὺς καὶ παντοίων δωρεῶν ἀξιώσας
ὅρκον καὶ ὁμήρους ἐξ αὐτῶν ᾐτεῖτο ὑποπτεύων τὸ τῆς αὐτῶν
 γνώμης εὐεξαπάτητον. οἱ δ’ ἑτοίμως τὸ προσταχθὲν
ἐπλήρουν τὰς πίστεις παρασχόμενοι, αἰτησάμενοι παραχωρηθῆναι 
τὸν μετὰ τῶν Παιζινάκων πόλεμον συνάψασθαι ἐπὶ
τρισὶν ἡμέραις· καὶ εἰ τὴν νίκην αὐτοῖς δοίη θεός, διχῆ
τὴν ἐπιλαχοῦσαν αὐτοῖς ἅπασαν λείαν διελόντας θάτερον
 μέρος ἀφορίσαι τῷ βασιλεῖ ὑπισχνοῦντο. ὁ δὲ οὐκ ἐπὶ τρισί
μόναις ἡμέραις, ἀλλ᾿ ἐπὶ ὅλαις δέκα μετελεύσεσθαι τοὺς
Σκύθας κατὰ τὸ αὐτοῖς βουλητὸν ἄδειαν ἐδεδώκει καὶ τὴν
ἐκεῖθεν ἅπασαν ἀφαιρεθησομένην λείαν, εἰ γε τέως τὴν 
νίκην αὐτοῖς παράσχοι θεός, ἀποχαρισάμενος. ἦσαν μὲν 
 οὖν ἐπὶ ταὐτοῦ τέως μένοντα τὰ Σκυθικὰ καὶ Κομανικὰ
στρατεύματα τῶν Κομάνων δι᾿ ἀκροβολισμῶν
τῆς Σκυθικῆς στρατιᾶς. τριῶν δὲ ἡμερῶν οὔπω διελθουσῶν
μεταπεμψάμενος ὁ βασιλεὺς τὸν Ἀντίοχον ἀνὴρ δὲ οὗτος
τῶν εὐγενῶν καὶ δραστηριότητι γνώμης τῶν πολλῶν διαφέρων)
 ἐπισκήτει αὐτῷ γέφυραν κατασκευάσαι. θᾶττον δὲ
διὰ πλοίων ἐπιζευχθέντων μακροτάτοις ξύλοις κατασκευασθείσης
γεφύρας μεταπεμψάμενος τόν τε πρωτοστράτορα
Μιχαὴλ τὸν Δούκαν καὶ γυναικάδελφον αὐτοῦ καὶ τὸν ἴδιον
ἀδελφὸν Ἀδριανὸν καὶ μέγαν δομέστικον παρεκελεύσατο παρὰ 
 τῷ χείλει τοῦ ποταμοῦ ἑστάναι καὶ μὴ συγχωρεῖν συμμίγδην
διαπερᾶν πεζούς τε καὶ ἱππότας, ἀλλὰ τοὺς πεζοὺς τῶν
ἱππέων πρότερον διακρινομένους καὶ τὰς ἁμάξας μετὰ τῶν
σκευῶν καὶ τὰς φορταγωγοὺς ἡμιόνους. διαπερασάντων οὖν
τῶν πεζῶν δεδιὼς τὰς Σκυθῶν καὶ Κομάνων δυνάμεις καὶ
 τὰς λαθραίας τούτων ὑποπτεύων ἐφόδους θᾶττον ἢ
τάφρον πεποιηκὼς ἐντὸς τούτου εἰσήγαγεν ἅπαντας, εἶτα
καὶ τοὺς ἱππότας παρεκελεύσατο διαπερᾶν. καὶ αὐτὸς δὲ
 

 
 παρὰ τῷ χείλει τοῦ ποταμοῦ ἱστάμενος τοὺς διαπερῶντας
ἑώρα. ὁ δὲ Μελισσηνὸς καθ’ ἣν φθάσας ἐδέξατο
τοῦ αὐτοκράτορος πεποιηκὼς καὶ συλλεξάμενος δυνάμεις
ἁπανταχόθεν, ἀπὸ δὲ τῶν ἐγγὺς καὶ πεζοὺς ἐξελάσας ἐπισάξαντας
ἐν ἁμάξαις ὑπὸ βοῶν ἑλκομέναις τὰς ἰδίας σκευὰς 
καὶ τὰ πρὸς χρείαν ἅπαντα σπουδαίως πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
ἐξέπεμψεν. οἱ δὲ φθάσαντες ἤδη ἐκ διαστήματος, καθ’
ὅσον ὀφθαλμὸς ἐξικνεῖται περιαθρεῖν τὸ ὁρώμενον, ἀποσπὰς
τῶν Σκυθῶν ἐδόκουν τοῖς πλείστοις κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος
ἰέναι. ἤδη δὲ καί τις τεθαρρηκὼς καὶ τῷ δακτύλῳ 
 ὑποδεικνὺς τῷ αὐτοκράτορι Σκύθας διενίστατο εἶναι. ὁ δ’
ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν οἰηθεὶς καὶ πρὸς τοσούτους μὴ ἐξισχύων
ἐν ἀμηχανίᾳ καθειστήκει. μεταπεμψάμενος οὖν τὸν ῾ Ροδομηρὸν
τηνικαῦτα ἀνὴρ δὲ οὗτος ἐκ Βουλγάρων ὁρμώμενος
εὐγενὴς καὶ μητρόθεν συγγενὴς τῆς Αὐγούστης καὶ μητρὸς 
ἡμετέρας) τοῦτον ἀποστείλας ἐπέσκηψε κατασκοπῆσαι τοὺς
 ἐρχομένους. ὁ δὲ ταχὺ τὸ κελευσθὲν διηνυκὼς ὑποστρέψας
τοὺς ἐκ τοῦ Μελισσηνοῦ πεμφθέντας εἶναι ἔλεγεν. ὁ δέ γε
αὐτοκράτωρ περιχαρὴς γεγονὼς καὶ μικρὸν ἐγκαρτερήσας
φθασάντων διαπερᾷ σὺν αὐτοῖς καὶ παραχρῆμα τὴν γενομένην 
ταφρείαν ἐπὶ πλέον ἐπαυξήσας ἥνωσε τούτους μετὰ
τοῦ λοιποῦ στρατεύματος. οἱ δὲ Κόμανοι παραχρῆμα τὴν
τάφρον καταλαμβάνουσιν, ὅθεν ὁ βασιλεὺς μετὰ τοῦ ὁπλιτικοῦ
παντὸς ἀπάρας διεπέρασεν, αὐτοῦ που κατασκηνώσαντες.
τῇ γοῦν μετ᾿ αὐτὴν ἐκεῖθεν ἀπάρας ὁ αὐτοκράτωρ καταλαμβάνειν 
 ἔμελλε τὸν κάτωθεν τοῦ ποταμοῦ πόρον τοῦ Φιλοκάλου
 ἐγχωρίως καλούμενον· ἱκανοῖς δὲ τῶν Σκυθῶν ἐντυχὼν
καὶ τηνικαῦτα προσβαλὼν αὐτοῖς καρτερὸν συνῆψε
πόλεμον. κτείνονται μὲν οὖν ἐν τῷ μάχεσθαι ἐξ ἑκατέρων
πολλοί· ὅμως δὲ τὴν νικῶσαν εἶχεν ὁ βασιλεὺς ἡττήσας τοὺς 
Σκύθας κατὰ κράτος. οὕτω γοῦν τῆς μάχης διαλυθείσης
καὶ τῶν στρατευμάτων διακριθέντων πρὸς τὰς οἰκείας παρεμσυλλέξας
 

 
βολὰς αὐτοῦ που τὸ ῾Ρωμαϊκὸν προσέμεινε στράτευμα
ὅλης τῆς τότε νυκτός. αὐγαζούσης δὲ τῆς ἡμέρας ἐκεῖθεν
ἀπάραντες καταλαμβάνουσι τόπον τινὰ καλούμενον τοῦ
Λεβούνη· βουνὸς δὲ τῆς πεδιάδος ὑπερκείμενος. ἄνεισι 
 μὲν οὖν ἐκεῖσε ὁ αὐτοκράτωρ. ἐπεὶ δὲ μὴ τὸ πᾶν τοῦ
στρατεύματος ὁ ὑπερκείμενος ἐχώρει τόπος, περὶ τοὺς πρόποδας
αὐτοῦ διώρυχα ποιήσας καὶ τάφρον ἀποχρῶσαν τῷ
παντὶ στρατεύματι ἐκεῖ τούτους κατατίθησι. πρόσεισι δὲ
τηνικαῦτα τῷ αὐτοκράτορι αὖθις αὐτόμολος ὁ Νεάντζης καὶ
 σὺν αὐτῷ ὀλίγοι Σκύθαι. ὃν θεασάμενος ὁ βασιλεὺς καὶ
τῆς προτέρας αὐτοῦ ἀγνωμοσύνης ἀναμνήσας καὶ ἄλλα τινὰ
προσθέμενος ἔμφρουρον αὐτὸν μετὰ τῶν ἄλλων καὶ σιδηρόδετον
εἶχεν.

Οὕτω μὲν οὖν ὁ βασιλεύς· οἱ δέ γε Σκύθαι κατὰ 
 τὸν ῥύακα τοῦ καλουμένου Μαυροποτάμου κείμενοι ὑπεποιοῦντο
λαθραίως τοὺς Κομάνους συμμάχους προσκαλούμενοι.
ἀλλ᾿ οὐδὲ πρὸς τὸν βασιλέα πέμποντες ἠρέμουν τὰ περὶ εἰρήνης
ἐρωτῶντες. ὁ δὲ τοῦ δολεροῦ τῆς γνώμης αὐτῶν
στοχαζόμενος προσηκούσας καὶ τὰς ἀποκρίσεις αὐτοῖς ἐπεποίητο
 ἀπαιωρεῖν ἐθέλων τοὺς αὐτῶν λογισμούς, ἑὲ που καὶ τὸ ἐκ
τῆς Ῥώμης προσδοκώμενον μισθοφορικὸν καταλάβοι. οἱ δὲ
Κόμανοι ἀμφιβόλους ἔχοντες τὰς τῶν Πατζινάκων ὑποσχέσεις
οὐ πάνυ τι αὐτοῖς προσετίθεντο, ἀλλ᾿ ἑσπέρας μηνύουσι τῷ
βασιλεῖ· “μέχρι πόσου τὴν μάχην ἀναβαλώμεθα; ἴσθι τοίνυν,
 ὡς ἐπὶ πλέον οὐκ ἐγκαρτερήσομεν, ἀλλ᾿ ἡλίου ἀνατέλλοντος
λύκου ἢ ἀρνειοῦ κρέας ἐδόμεθα”. ταῦτα ὁ βασιλεὺς 
ἀκούσας καὶ τὸ ὀξὺ τῆς τῶν Κομάνων γνώμης διαγνοὺς
οὐκέτι ἐν ἀναβολαῖς τοῦ μάχεσθαι ἦν, ἀλλὰ τὴν ἡμέραν
ἐκείνην κρίσιν τοῦ πολέμου δημοτελῆ θέμενος ἐκείνοις μὲν
 κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν τὸν μετὰ τῶν Σκυθῶν ὑπέσχετο πόλεμον,
αὐτὸς δὲ παραχρῆμα μετακαλεσάμενος τοὺς ἡγεμόνας καὶ
πεντηκοντάρχας καὶ λοιποὺς προσέταξε διὰ παντὸς τοῦ φοσ-
 

 
σάτου διακηρυκεῦσαι τὸν ἐς τὴν αὔριον ταμιευθέντα πόλεμόν.
ἀλλὰ κἄν τοιαῦτα ἐσκέπτετο, ἐδεδίει ὅμως τὰ ἄπειρα
 πλήθη τῶν Πατζινάκων καὶ Κομάνων ὑποπτεύων τὴν ἀμφοτέρων
σύμβασιν. ταῦτα γοῦν διασκοπουμένου τοῦ βασιλέως
κατέλαβον πρὸς αὐτὸν τῶν ὀρεινοτέρων μερῶν ἄνδρες 
τολμητίαι καὶ Ἀρειμάνιοι αὐτόμολοι πρὸς συνασπισμὸν αὐτοῦ
εἰς χιλιάδας ποσούμενοι πέντε. ἐπεὶ δ^ ἀναβολὴν ἔτι τὰ
τῆς μάχης οὐκ εἶχε, θεὸν ἀρωγὸν ἐπεκαλεῖτο. δύνοντος δὲ
τοῦ ἡλίου πρῶτος αὐτὸς κατῆρχε τῆς πρὸς θεὸν παρακλήσεως
λαμπράν τε δᾳδουχίαν ποιούμενος καὶ προσήκοντας ὕμνους 
ᾄδων αὐτῷ. οὐ μὴν οὐδὲ τὸ ἅπαν φόσσατον ἠρεμεῖν συν-
 ἐχώρει, ἀλλὰ τὰ αὐτὰ ἑκάστῳ μὲν τῶν συνετωτέρων πράττειν
 συνεβούλευε , τοῖς δὲ ἀγροικοτέροις ἐπέσκηπτε. τηνικαῦτα
γοῦν τὸν μὲν ἥλιον ἦν ὁρᾶν τοῦ ὁρίζοντος δύνοντα, τὸν δὲ
ἀέρα πεφωτισμένον οὐχ ἑνὸς ὥσπερ ἡλίου λάμποντος , ἀλλὰ 
καὶ πολλῶν ἄλλων ἀστέρων λαμπρὰν τὴν φαῦσιν παρεχοἅπαντες
γὰρ τοῖς ἰδίοις δόρασι πήξαντες λαμπάδας
καὶ κηρούς, ὡς ἕκαστος δυνάμεως εἶχεν, ἀνῆψαν. αἱ δέ γε
παρὰ τοῦ στρατεύματος ἀναπεμπόμεναι φωναὶ μέχρις οἶμαι
τῶν οὐρανίων ἀντύγων ἔφθανον, μᾶλλον δ᾿, εἰ χρὴ τἀληθὲς 
εἰπεῖν, εἰς αὐτὸν τὸν δεσπότην θεὸν ἀνεφέροντο. ἐκ τούτου
 δ᾿ οἶμαι τεκμαίρεσθαι χρὴ τὴν τοῦ βασιλέως εὐσέβειαν, ὡς
ἄρα τὰς πρὸς ἐχθροὺς προσβολὰς οὐκ ἐδόκει ποιεῖν ἄνευ
τῆς ἐκεῖθεν ἐπαρωγῆς. οὐ γὰρ ἐν ἄνδρεσι καὶ ἵπποις καὶ
στρατηγικαῖς μηχαναῖς καὶ οὗτος ἐθάρρει, ἀλλὰ τὸ πᾶν τῇ 
ἄνω ῥοπῇ ἐδίδου. καὶ ταῦτα μὲν μέχρι μέσης ἐτελεῖτο νυμικρὸν
μικρὸν δὲ τοῦ λοιποῦ τὸ σῶμα διαναπαύσας ἀνέθορε
τοῦ ὕπνου καὶ τοὺς ψιλοὺς τῶν στρατιωτῶν ὥπλιζε καρ-
 τερῶς, ἔστιν οὗ καί τινας ἀμφία καὶ περικεφαλαίας εΑ σηρικῶν
πέπλων ὁμοχρόων κατασκευάσας περιέβαλεν, ἐπεὶ μὴ 
ἀπέχρη τοῦτοί1 πρὸς πάντας ὁ σίδηρος. ἡμέρας δὲ ἀπαρτὶ
διαγελώσης καρτερῶς ὁπλισάμενος τῆς φάραγγος ἔξεισι τό
 

 
ἐνυάλιον ἠχῆσαι κελεύσας. καὶ κάτωθεν τοῦ καλουμένου
Λεβουνίου τόπος δὲ οὗτος *) τὸ στράτευμα διελὼν τὰς
φάλαγγας ἰλαδὸν ἵστησιν. αὐτὸς δὲ ὁ αὐτοκράτωρ προμετώπιος
ἵστατο δριμὺ μένος πνέων. τοῦ μέντοι δεξιοῦ καὶ
 εὐωνύμου κέρως ὁ Παλαιολόγος Γεώργιος καὶ Κωνσταντῖνος
κατῆρχον ὁ Δαλασσηνός. ἐξ ὑπερδεξίων δὲ τῶν Κομάνων 
ὁ Μοναστρᾶς ὁπλισάμενος μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἵστατο· ἤδη
γὰρ κἀκεῖνοι τὰς Ῥωμαϊκὰς φάλαγγας καθιστῶντα τὸν αὐτοκράτορα
ὁρῶντες τὰς σφῶν ὥπλιζον δυνάμεις καὶ κατὰ τὸ
 δοκοῦν πολέμου διετύπουν σχῆμα· ἐξ εὐωνύμου δὲ τούτων
ὁ Οὐζᾶς καλούμενος, τὸ δέ γε πρὸς δύσιν ὁρῶν ὁ Οὐμπερτόπουλος
μετὰ τῶν Κελτῶν. οὕτω γοῦν ὁ αὐτοκράτωρ
ταῖς φάλαγξι πυργώσας οἷον τὸ στράτευμα καὶ ταῖς ἴλαις
περισφίγξας τὴν ἐνυάλιον αὖθις ἐκέλευσεν ἠχῆσαι σάλπιγγα.
 οἱ δὲ Ῥωμαῖοι δεδιότες τὸ ἀπειροπληθὲς τῶν Σκυθῶν καὶ
τὰς ἀμυθήτους ἁρμαμάξας τειχῶν ὥσπερ παρεχομένας αὐτοῖς 
χρείαν τὸν ὅλων κύριον εἰς ἔλεον μιᾷ φωνῇ ἐπικαλεσάμενοι
ὅλας ἡνίας χαλάσαντες τὴν μετὰ τῶν Σκυθῶν μάχην
ἐπέσπευδον τοῦ αὐτοκράτορος ἁπάντων προπάροιθεν θέοντος.
 μηνοειδοῦς δὲ τῆς παρατάξεως γεγονυίας, ἐν ταὐτῷ καὶ
ὥσπερ ἐξ ἑνὸς συνθήματος παντὸς τοῦ στρατοῦ καὶ αὐτῶν
δὴ τῶν Κομάνων τὴν κατ’ αὐτῶν ποιησαμένων ὁρμήν, στοχασάμενος
τοῦ μέλλοντος Σκύθης τις τῶν ἐκκρίτων ἡγεμὼν
τηνικαῦτα καθεστὼς προηρπάκει τὴν σωτηρίαν καὶ ὀλίγους
 συμπαραλαβὼν πρόσεισι τοῖς Κομάνοις ὡς ὁμογλώττοις. κἀν
γὰρ κατὰ τῶν Σκυθῶν ἐκθύμως καὶ οὗτοι ἐμάχοντο, ἀλλὰ
θαρρήσας μᾶλλον ἢ τοῖς Ῥωμαίοις αὐτοῖς προσεληλύθει ἐφ’
ᾡ μεσίτιας τούτοις πρὸς τὸν αὐτοκράτορα χρήσασθαι. τοῦτο 
ὁ αὐτοκράτωρ θεασάμενος καὶ πτοηθεὶς μὴ τούτοις καὶ ἕτεροι
 τῶν Σκυθῶν προσχωρήσαντες ἀναπείσωσι τοὺς Κομάνους 
τὰ ὑπὲρ αὐτῶν φρονήσαντας κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος
στρέψαι μετὰ τῆς γνώμης καὶ τὰς ἡνίας, παραχρῆμα, ὁποῖος
 

 
 ἐκεῖνος δραστήριος ἐν ὀξείᾳ ῥοπῇ τοῦ συνοίσοντος καταστοχάσασθαι,
τῷ τὴν βασιλικὴν σημαίαν κατέχοντι ἐπέταξε
ταύτην ἐν χεροῖν φέροντι μετὰ τῆς τῶν Κομάνων στῆναι
παρεμβολῆς. τῆς Σκυθικῆς δὲ ὁμαιχμίας διασπασθείσης ἤδη
καὶ προσχωρησάντων ἀλλήλοιν τοῖν στρατοπέδοιν ἀνδροκτασίαν 
ἦν θεᾶσθαι τηνικαῦτα, ὁποίαν οὐδείς πω ἐθεάσατο.
τῶν δὲ Σκυθῶν δεινῶς ἀποσφαττομένων ὡς ἐλκαταλειφθέντων
ἤδη ὑπὸ τῆς θείας δυνάμεως κεκοπιακότες οἱ σφάττοντες
τῇ σφοδρᾷ καὶ πυκνῇ κινήσει τῶν ξιφῶν λειποθυμοῦντες
 ἀνεκόπτοντο τῆς ὁρμῆς. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἐν μέσοις τοῖς 
πολεμίοις ἐξιππαζόμενος ὅλας συνετάραττε φάλαγγας πλήττων
μὲν τοὺς ἀντικαθισταμένους, καταπτήσσων δὲ καὶ τοὺς πόρρω
τοῖς ἐμβοήμασιν. ἐπεὶ δὲ τὸν ἥλιον ὑπὲρ κεφαλῆς τὰς
ἀκτῖνας βάλλοντα ἑώρα μεσημβρίας ἀπαρτὶ οὔσης, προμηθεύεταί
τι τοιοῦτον. μεταπεμψάμενός τινας ἀποστέλλει ἐφ’ ᾧ 
ἀγρότας ἀσκοὺς πλήσαντας ὕδατος καὶ ταῖς ἰδίαις ἐπισάξαντας
ἡμιόνοις ἐξελάσαντας ἀγαγεῖν. τούτους δὲ ἤδη
θεασάμενοι καὶ οἱ μὴ προσκληθέντες τῶν πλησιοχώρων τὸ
αὐτὸ τοῦτ’ ἐποίουν τοὺς τῆς δεινῆς τῶν Σκυθῶν χειρὸς
 αὐτοὺς ἀπαλλάττοντας ὁ μὲν δι᾿ ἀμφορέως, ὁ δὲ δι’ ἀσκοῦ, 
ὁ δὲ δι’ ὁποίου τύχοιεν ἄγγους ἀναψύχοντες ὕδατι. οἱ δὲ
μικρὸν τοῦ ὕδατος σπώμενοι αὖθις τῆς μάχης ἀντείχοντο.
καὶ ἦν ἰδεῖν θέαμα καινόν, ἔθνος ὅλον, οὐ μυριάνθρωπον,
ἀλλ’ ἀριθμὸν ἅπαντα ὑπερβαῖνον, σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις
ἄρδην κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἀπολωλός. ἦν δὲ μηνὸς 
Ἀπριλλίου εἰκοστὴ πρὸς τῇ ἐννάτῃ ἡμέρᾳ, τρίτη δὲ τῆς
ἑβδομάδος. ἔνθεν τοι καὶ παρῴδιόν τι οἱ Βυζάντιοι ἐπῇδον
φάσκοντες “διὰ μίαν ἡμέραν οἱ Σκύθαι τὸν Μάϊον οὐκ
εἶδον”. ἐπεὶ δὲ ὁ ἥλιος πρὸς δυσμαῖς ἤδη ἦν καὶ ἅπαντες
 μὲν ξιφῶν ἔργον γεγόνασι, καὶ τὰ τέκνα φημὶ καὶ αἱ μητέρες, 
πολλοὶ δὲ καὶ ζωγρίᾳ ἐλήφθησαν, τὸ ἀνακλητικὸν
 

 
ὁ αὐτοκράτωρ κελεύσας ἠχῆσαι πρὸς τὴν ἰδίαν ἐπάνεισι
παρεμβολήν. καὶ ἦν τῷ κατανοοῦντι θαῦμα ἰδέσθαι, πῶς
οἱ πάλαι κατὰ τῶν Σκυθῶν ἐξερχόμενοι τοῦ Βυζαντίου καλῴδια
ἐξωνούμενοι καὶ ἱμάντας, δι᾿ ὧν δεσμώτας ἄγοιεν τοὺς τῶν
 Σκυθῶν ἑαλωκότας, τοὐναντίον πεπόνθασιν αὐτοί τε παρὰ
τῶν Σκυθῶν ἑαλωκότες καὶ δεσμῶται γενόμενοι, ἀλλὰ ταῦτα 
μὲν τότε, ὁπηνίκα κατὰ τὴν Δρίστραν ὁ μετὰ τῶν Σκυθῶν
γέγονε πόλεμος· καὶ γὰρ τὸ φρύαγμα τότε τῶν Ῥωμαίων
καθεῖλε θεός. ἐν ὑστέροις δέ, καθ᾿ ὃν ὑφηγοῦμαι καιρόν,
 ὁπηνίκα περιδεεῖς τούτους ἔγνω καὶ τὰς σῳζούσας ἀπολωλεκότας
ἐλπίδας πρὸς τοσαῦτα πλήθη μὴ ἐξισχύοντας, τὴν
νίκην παραδόξως ἐχαρίσατο τούτοις, ὡς καὶ δεσμεῖν καὶ
σφάττειν καὶ ζωγρίαν ἄγειν τοὺς Σκύθας, οὐ τοῦτο δὲ μόνον
(τάχα γάρ τι τοιοῦτον κἀν τοῖς μερικοῖς τῶν πολέμων πολλάκις
 εἴωθε γίνεσθαι), ἀλλὰ καὶ ὅλον ἔθνος μυρίανδρον κατὰ
μίαν καὶ μόνην ἀφανίσαι ἡμέραν.

Τῶν ταγμάτων δὲ τοῦ τε Κομανικοῦ καὶ Ῥωμαϊκοῦ 
ἀπ᾿ ἀλλήλων διακριθέντων καὶ τοῦ αὐτοκράτορος περὶ λύχνων 
ἁφὰς πρὸς δεῖπνον ἀπιδόντος δυσχεραίνων εἱστήκει ὁ
 καλούμενος Συνέσιος “τί τὸ γινόμενον καὶ τίς αὕτη ἡ καινὴ
οἰκονομία;” λέγων πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. “ἕκαστος τῶν
στρατιωτῶν ἀνὰ τριάκοντα καὶ πλείω δεσμώτας ἔχει Σκύθας.
ἡ τῶν Κομάνων πληθὺς ἐγγὺς ἡμῶν ἐστιν. εἰ γοῦν ὑπνώσαιεν
οἱ στρατιῶται, καθά γε καὶ δεῖ, τοσούτον κεκοπιακότες
 καὶ οἱ Σκύθαι ἄλλος ἄλλον λύσαντες καὶ τοὺς ἀκινάκεις
σπασάμενοι ἀναιρήσουσιν αὐτούς, τί τὸ λοιπὸν ἔσται; ἀλλὰ 
κέλευσον ἀναιρεθῆναι θᾶττον τοὺς πλείονας.” ὁ δὲ βασιλεὺς
δριμὺ πρὸς αὐτὸν ἐνιδὼν ἔφη “κἂν Σκύθαι, ἀλλὰ πάντως
ἄνθρωπoι, κἂν ἐχθροί, ἀλλ᾿ ἐλέους ἄξιοι· αὐτὸς δ᾿ οὐκ
 οἶδα τί φρονήσας ταῦτα ληρεῖς”, τὸν δ᾿ ἐνιστάμενον μετ᾿
ὀργῆς ἀπεπέμψατο. προσέταξε δὲ τηνικαῦτα διαλαλιὰν εἰς
ἅπαν τὸ στράτευμα γενέσθαι, ἅπαντα τὰ τῶν Σκυθῶν ἀνα-
 

 
λαβομένους ὅπλα εἰς ἴνα καταθέσθαι τόπον, τοὺς δὲ δεσμώτας
παραφυλάττειν. ταῦτα κελεύσας ἐν ἀμεριμνίᾳ τὸ
λοιπὸν τῆς νυκτὸς ἦν. περὶ μέσην δὲ φυλακὴν τῆς νυκτὸς
 εἴτ᾿ ἐκ θείας ὀμφῆς εἴτε καὶ ὅπως οὐκ οἶδα, ὁμῶς δ' οὖν
ὡς ἐξ ἑνὸς συνθήματος μικροῦ πάντας οἱ στρατιῶται ἀπέκτειναν. 
τοῦτο ὁ βασιλεὺς αὐγαζούσης ἡμέρας ἀκηκοὼς
ὕποπτον εὐθὺς τὸν Συνέσιον εἶχε. μετακαλεῖται τοίνυν
παραχρῆμα τοῦτον. καὶ αἰτιώμενος σφοδρῶς ἠπειλεῖτο λέγων
“τοῦτο τὸ ἔργον σόν”. τοῦ δὲ ἐπομνυμένου μὴ εἰδέναι
ἐπέταξε δεσμηθέντα τοῦτον κατασχεθῆναι “γνώτω,” λέγων 
“ὁποῖον καὶ μόνον ὁ δεσμὸς κακόν ἐστιν, ὡς μηκέτι κατὰ
ἀνθρώπων τοιαύτας ἀποφάσεις ποιεῖσθαι”. τάχα δὲ ἂν καὶ
 ἐκόλασε τοῦτον, εἰ μὴ προσελθόντες οἱ καθ’ αἷμα καὶ ἐξἀγχιστείας
προσήκοντες τῷ αὐτοκράτορι μεγιστᾶνες κοινὴν
τὴν ὑπὲρ τοῦ Συνεσίου ἱκετηρίαν ἐποιοῦντο. τῶν δὲ Κομάνων 
οἱ πλείους πτοηθέντες, μή τι δεινὸν καὶ κατ’ αὐτῶν ὁ αὐτοκράτωρ
νυκτὸς μελετήσειε, τὴν λείαν πᾶσαν ἀναλαβόμενοι
νυκτὸς ᾤχοντο τὴν πρὸς τὸν Δάνουβιν φέρουσαν ὁδεύοντες.
αὐτὸς δὲ αὐγαζούσης ἡμέρας φεύγων τὴν τῶν νεκρῶν σωμάτων
δυσωδίαν ἀπάρας ἐκεῖθεν ἔρχεται ἐπί τινα τόπον 
Καλὰ Δένδρα καλούμενον σταδίους δέκα πρὸς τοῖς ὀκτὼ
ἀπέχοντα τῶν Χοιρηνῶν. ἀπερχόμενον δὲ ἐκεῖσε κατέλαβεν
ὁ Μελισσηνός. οὐ γὰρ ἔφθασε παραγενέσθαι ἐν τῷ καιρῷ
 τῆς μάχης ἀσχολούμενος τὴν πληθὺν ἐκείνην τῶν νεολέκτων
ἀποστεῖλαι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ἀλλήλους τοίνυν ἀσπασάμενοι 
καὶ συγχαρέντες, ὡς εἰκός, τὸ λοιπὸν τῆς ὁδοιπορίας
περὶ τῶν συμπεσόντων ἐπὶ τῇ τῶν Σκυθῶν ἥττῃ ὡμίλουν.
μεμαθηκὼς δὲ ὁ αὐτοκράτωρ, ὁπηνίκα τὰ Καλὰ Δένδρα
κατέλαβε, τὸν δρασμὸν τῶν Κομάνων, ὁπόσα τούτοις ἀνῆκε
πρὸς λόγον τῶν συμφωνηθέντων αὐτοῖς, ἐπισάξας ἐν ἡμιόνοις 
ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς ἐντειλάμενος σπεῦσαι καταλαβεῖν αὐτοὺς
 καὶ πέραθεν εἰ δυνηθεῖεν Δανούβεως καὶ δοῦναι τά
 

 
ἀποσταλέντα. βαρὺ γὰρ ἦν αὐτῷ διὰ παντὸς μὴ μόνον ψεύσο 
σθαι, ἀλλὰ καὶ τὸ δόξαι ψεύσασθαι ὁμιλίαν ἱκανὴν πρὸς ἅπαν
τας περὶ ψεύδους ποιουμένῳ. ἀλλὰ ταῦτα μὲν περὶ τῶν πε
φευγότων· τοὺς δέ γε λοιποὺς ἐφεπομένους αὐτῷ εἱστία τὸ
 λοιπὸν τῆς ἡμέρας δαψιλῶς. δέον δὲ ἐλογίσατο μὴ τηνι
καῦτα τοὺς ἀνήκοντας δοῦναι μισθούς, ἀλλὰ μεθεῖναι τοὺς
εἰς ὕπνον τραπέντας καταπέψαι τὸν οἶνον καὶ οὕτω τὸ
φρονοῦν τῆς ψυχῆς συλλεξαμένους ἐν ἐπιγνώσει γενέσθαι
τοῦ πραττομένου. τῇ μετ’ αὐτὴν οὖν μετακαλεσάμενος
 ἅπαντας οὐ τὰ προϋπεσχημένα δίδωσι μόνον, ἀλλὰ καὶ
πολλῶ πλείονα. σκεψάμενος δέ, ἐπεὶ ἀπολύειν τούτους οἴκαδε 
ἐβούλετο, μὴ ἐν τῷ ἀπιέναι εἰς προνομὴν σκεδασθέντες οὐ
μικρὰν ταῖς κατὰ τὴν ὁδὸν παρακειμέναις κωμοπόλεσι τὴν
βλάβην ἐπάξωσιν, ὁμήρους ἐξ αὐτῶν λαμβάνει. αἰτησαμένων
 δὲ καὶ αὐτῶν τὰ κατὰ τὴν ὁδὸν αὐτοῖς ἀσφαλίσασθαι δίδωσιν
αὐτοῖς τὸν Ἰωαννάκην (ἀνὴρ δὲ οὗτος ἀνδρείᾳ καὶ φρονήσει
διαφέρων) τὴν τῶν ἁπάντων οἰκονομίαν ἀναθέμενος καὶ τὴν
μέχρις αὐτοῦ τοῦ Ζυγοῦ τῶν Κομάνων εὐθέτησιν. τοιαῦτα
μὲν οὐν τὰ τοῦ αὐτοκράτορος θείᾳ πάντως προνοίᾳ. πάντα
 γοῦν κατὰ τὸ πλῆρες τελέσας τροπαιοφόρος αὐτὸς νικητὴς 
πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπανέρχεται Μαΐου παριππεύοντος μηνός.
ἀλλὰ τὰ μὲν τῶν Σκυθῶν ὧδέ πη πέρας ἐχέτω, κἂν ἐκ
πολλῶν ὀλίγα μοι εἴρηται ἄκρῳ δακτύλῳ τοῦ Ἀδριαντικοῦ
ἁψαμένη πελάγους. τὰς γὰρ λαμπρὰς τοῦ αὐτοκράτορος
 νίκας, τὰς μερικὰς τῶν πολεμίων ἥττας, τὰς καθ’ ἕνα τούτου
ἀνδραγαθίας, τὰ ἐν τῷ μεταξὺ συμπίπτοντα τοῖς τότε
καιροῖς καὶ ὅπως πρὸς ἅπαντα ἐποικίλλετό τε καὶ διὰ παντοίας
μεθόδου διέλυε τὰ συμπίπτοντα δεινά, οὐδ’ οὐδ᾿ ἂν Δνμοσθένης
ἄλλος ἢ καὶ ὁ ἅπας τῶν ῥητόρων χορός, οὐδ' ἂν
 ἡ Ἀκαδημία πᾶσα καὶ ἡ Στοὰ εἰς ταὐτὸν συνεληλυθέτην 
καὶ προὔργου παντὸς τὰς Ἀλεξίου πράξεις ἐποιήσαντο, τούτων
ἐφικέσθαι ἐξίσχυσαν.

Οὐ πολλαὶ διῆλθον ἡμέραι τῆς τοῦ βασιλέως εἰς τὰ
ἀνάκτορα εἰσελεύσεως, καὶ ὁ Ἀριέβης Ἀρμένιος καὶ ὁ Κελτὸς
τὸς Οὐμπερτόπουλος (λογάδες οὗτοι ἄνδρες τῶν ἐπιφανῶν
Ἀρειμάνιοι) κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος μελετήσαντες ἐφωράθησαν
πλῆθος οὐκ ἀγεννὲς πρὸς ταυτηνὶ τὴν βουλὴν ἐπισυρόμενοι. 
καὶ οἱ ἔλεγχοι παρῆσαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐπαρρησιάζετο.
κατάκριτοι δὲ ἤδη καταστάντες οἱ ἐπίβουλοι δήμευσιν
τηνικαῦτα καὶ ὑπερορίαν κατεκρίθησαν τῶν ἐκ τῶν νόμων
 ποινῶν τοῦ αὐτοκράτορος σχολὴν παντελῆ καταψηφισαμένου.
λογοποιουμένην δὲ Κομάνων ἔφοδον μανθάνων ὁ αὐτοκράτωρ, 
ἐκεῖθεν δὲ καὶ τὸν Βοδῖνον καὶ αὐτοὺς Δαλμάτας παρασπονδῆσαί
τε καὶ κατὰ τῆς ἡμεδαπῆς χωρῆσαι βουλομένους
ἐμερίζετο τοῖς λογισμοῖς, πρὸς ὁπότερον ἂν ἀπονεύσειε τῶν
ἐχθρῶν. δέον οὖν αὐτῷ ἐδόκει κατὰ τῶν Δαλματῶν πρώτως
ἐξοπλίσασθαι καὶ προκαταλαβεῖν τὰ ἀναμεταξὺ τῆς ἡμεδαπῆς 
καὶ αὐτῶν διακείμενα τέμπη καὶ ὡς ἐνὸν ἀσφαλίσασθαι.
 συναγαγὼν τοίνυν ἅπαντας καὶ ἀνακοινωσάμενος τὸ σκοπούμενον,
 ἐπεὶ συνοῖσον ἅπασι τοῦτ’ ἐδόκει, ἔξεισι τῆς μεγαλοπόλεως
τὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν προμηθευσόμενος. καὶ ταχὺ
τὴν Φιλιππούπολιν καταλαβὼν καὶ γράμματα δεξάμενος τοῦ 
τηνικαῦτα ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας χρηματίζοντος περὶ τοῦ
δουκὸς Δυρραχίου Ἰωάννου τοῦ υἱοῦ τοῦ σεβαστοκράτορος
διαβεβαιούμενα ἀποστασίαν ἐκεῖνον ὠδίνειν ἀθυμῶν διὰ
πάσης νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἦν πη μὲν διὰ τὸν ἐκείνου πατέρα
 ἀναβαλλόμενος τὴν τῆς ὑποθέσεως ἐξέτασιν, πη δὲ καὶ δεδιώς, 
μὴ ἅπερ ἡ φήμη λέγει οὐ ψεύσεται. καὶ ἐπεὶ μειράκιον ἦν
ὁ Ἰωάννης, ὡς ἐπίπαν τὰς τῶν τοιούτων ὁρμὰς ἀκαθέκτους
γινώσκων ἐδεδίει, μή τι νεωτερίσειε καὶ λύπης ἀφορήτου
ἀμφοῖν τῷ τε πατρὶ καὶ θείῳ πρόξενος γένοιτο. δεῖν οὖν
ἐλογίσατο διὰ πάσης μεθόδου σπεῦσαι τὴν ἐκείνου σφῆλαι 
 

 
βουλήν. ἐκήδετο γὰρ τούτου, ὁπόσον ἄν τις εἴποι. μετο
πεμψάμενος οὖν τὸν τότε μέγαν ἑταιρειάρχην Ἀργυρὸν τὸ
Καρατζάν, Σκύθην μὲν ὄντα, φρονιμώτατον δὲ καὶ ἀρετ(??)
καὶ ἀληθείας ἐπιμελούμ·ενον, διττὰς ἐπιδίδωσιν αὐτῷ γραφάς,
 τὴν μὲν πρὸς τὸν Ἰωάννην τοιαῦτα διαλαμβάνουσαν “ἡ μὲν 
βασιλεία μου βαρβαρικὴν διὰ τῶν κλεισουρῶν ἔλευσιν κατ’
αὐτῆς μεμαθηκυῖα ἐξεληλύθει τῆς Κωνσταντίνου ἐφ’ ᾧ τὰ
μεσαίχμια τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς ἀσφαλίσασθαι. δέον οὖν
ἐστι καὶ αὐτόν σε παραγενέσθαι τὰ κατὰ τὴν ὑπό σε ἀρχὴν
 ἀναδιδάξοντα (δέδια γὰρ καὶ τὸν Βολκάνον, μὴ καὶ αὐτός
ἐναντία καθ’ ἡμῶν φρονήσας μελετήσῃ), πρὸς δὲ καὶ τὰ
κατὰ τὴν Δαλματίαν ἀναγγελεῖν πρὸς ἡμᾶς καὶ περὶ αὐτοῦ
τοῦ Βολκάνου, εἰ ταῖς εἰρηνικαῖς ἐμμένει σπονδαῖς (καὶ γὰρ
οὐκ ἀγαθαί μοι περὶ αὐτοῦ ἀγγελίαι καθ’ ἑκάστην κομίζονται),
 ἵνα σαφέστερόν τι μεμαθηκότες καὶ πρὸς τὰς αὐτοῦ
ἐπὶ πλέον παρασκευασώμεθα μηχανὰς καί σοι τὸ δέον ὑποθέμενοι 
αὖθις πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν ἐκπέμψωμεν, ὅπως ἐξ
ἑκατέρου τοῖς ἐχθροῖς μαχόμενοι τὴν νικῶσαν θεοῦ ἐπαρήγοντος
σχίημεν.” ταῦτα μὲν ἡ πρὸς τὸν Ἰωάννην γραφὴ
 διελάμβανεν· ἡ δέ γε πρὸς τοὺς λογάδας τῶν ἐποίκων Δυρραχίου
τοιαῦθ’ ὑπηγόρευεν “ἐπεὶ καθ’ ἡμῶν μελετᾶν τὸν
Βολκάνον αὖθις μεμαθηκότες τῆς Βυζαντίδος ἐξεληλύθειμεν
κατασφαλισόμενοί τε τὰ ἐν μεσαιχμίῳ τῆς τε ἡμεδαπῆς καὶ
τῶν Δαλματῶν διακείμενα τέμπη, ἅμα δὲ καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν
 καὶ τοὺς Δαλμάτας ἀκριβώσασθαι, διά τοι ταῦτα δέον
κρίαντες μετακαλέσασθαι τὸν ὑμέτερον δοῦκα καὶ ποθούμενον 
ἀνεψιὸν τοῦ κράτους ἡμῶν τουτονὶ τὸν τὴν ἡμετέραν 
ἐγχειρίζοντα ὑμῖν γραφὴν ἐξαπεστείλαμεν δοῦκα τοῦτον προχειρισάμενοι.
δέξασθε αὐτὸν καὶ ὑμεῖς καὶ εἰς πᾶν τὸ παρ’
 αὐτοῦ προσταττόμενον ὑπείκετε.” ταύτας οὖν τὰς γραφὰς
ἐγχειρίσας τῷ Καρατζᾷ ἐνετείλατο ἀπελθόντα πρῶτα μὲν 
ἐγχειρίσαι τῷ Ἰωάννῃ τὴν πρὸς αὐτὸν γραφὴν καὶ εἰ μὲν
 

 
αὐθαιρέτως ἕπεται, ἐκεῖνον μὲν ἐκεῖθεν μετ’ εἰρήνης προπέμψαι,
αὐτὸν δὲ τὴν φρουρὰν τῆς χώρας ἀναδέξασθαι,
μέχρις ἂν ἐκεῖνος αὖθις ἐπανέλθοι· εἰ δὲ ἀντιτείνει καὶ μὴ
πείθεται, μεταπέμψασθαι τοὺς ὑπερέχοντας τῶν Δυρραχιτῶν
καὶ τὴν ἑτέραν ὑπαναγνῶναι γραφὴν ἐφ’ ᾧ συνάρασθαι 
αὐτῷ ἐπὶ τὸ τὸν Ἰωάννην κατασχεῖν.

Ταῦτα ἐνωτισθεὶς Ἰσαάκιος ὁ σεβαστοκράτωρ ἐν
Κωνσταντινουπόλει διατρίβων σπουδαίως ἐξῄει καὶ ἐπὶ δυσὶ
νυχθημέροις καταλαμβάνει τὴν Φιλιππούπολιν. ὑπνώττοντος
 δὲ τοῦ βασιλέως εἴσω τῆς βασιλικῆς σκηνῆς ἀψοφητὶ εἰσελθὼν 
εἰς τὴν ἑτέραν κλίνην τοῦ ἀδελφοῦ καὶ βασιλέως κατακλιθεὶς
καὶ αὐτὸς ὕπνωττε τοὺς κατευνάζοντας τὸν αὐτοκράτορα
διὰ τῆς χειρὸς ἡσυχάζειν ἐπιτάξας. ὡς γοῦν ὁ
βασιλεὺς τοῦ ὕπνου ἀνέθορέ καὶ τὸν ἀδελφὸν παρ’ ἐλπίδας
ἐθεάσατο, ἡσυχάζων τέως ἦν καὶ τοὺς παρατυχόντας αὐτο 
τοῦτο ποιεῖν καὶ αὐτὸς ἐκέλευεν. ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ δεβαστοκράτωρ
ἔξυπνος γενόμενος τὸν ἀδελφὸν καὶ βασιλέα γρηγοροῦντα
ἐθεάσατο κἀκεῖνος ἐνιδὼν αὐτόν, προσελθόντες
ἀμφότεροι ἀλλήλους κατησπάζοντο. εἶτα ὁ μὲν βασιλεὺς
ἐπυνθάνετο, τί ποτε ἄρα καὶ βούλοιτο καὶ τίς ἡ αἰτία τῆς 
 αὐτοῦ ἐλεύσεως. ἐκεῖνος δὲ “σοῦ ἕνεκα” ἔφη. καὶ ὃς
“μάτην ἑαυτὸν συντείνας τοσοῦτον κεκοπίακας”. ὁ δὲ σεβαστοκράτωρ
τέως οὐκ ἀντεφθέγξατο, ἀλλ’ ὀνειρώττων ἦν
τὰ ἀπὸ τοῦ Δυρραχίου μετὰ τοῦ προπεμφθέντος παρ’ αὐτοῦ
κομισθησόμενα μηνύματα. καὶ γὰρ ἅμα τῷ ἐνωτισθῆναι τὰ 
θρυλλούμενα περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ δισύλλαβον ἐγχαράξας
πρὸς αὐτὸν γράμμα παρεκελεύσατο θᾶττον πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
ὡς καὶ αὐτὸν ἐπ’ αὐτῷ τούτῳ τοῦ Βυζαντίου
ἐξεληλυθότα πρὸς Φιλιππούπολιν ἐπείγεσθαι ἐφ’ ᾧ
τὰ κατ᾿ αὐτοῦ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα εἰσηγηθέντα κατασεῖσαι 
 τὰ εἰκότα πρὸς τὸν ἀδελφὸν καὶ βασιλέα ὁμιλήσαντα, ἅμα
δὲ καὶ τὴν αὐτοῦ πρὸς αὐτὸν ἐγκαρτερῆσαι ἄφιξιν. ὑποχωτῷ
 

 
ρήσας δὲ ἀπὸ τοῦ βασιλέως εἰς τὴν ἀποτεταγμένην αὐτῷ
σκηνὴν ἄπεισιν. παραχρῆμα δὲ καὶ ὁ πρὸς τὸν Ἰωάννην
ἀποσταλεὶς γραμματοκομιστὴς δρομαῖος εἴσεισιν ἐκεῖθεν ἐπανελθὼν
τὴν τοῦ Ἰωάννου ἀπαγγέλλων ἔλευσιν. τῆς ὑποψίας
 οὖν τηνικαῦτα ὁ σεβαστοκράτωρ ἀπαλλαγεὶς καὶ κρείττοσιν
ἀναρρώσας ἑαυτὸν λογισμοῖς θυμοῦ πλησθεὶς κατὰ τῶν πρώτως 
εἰσηγησαμένων τὰ κατὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τεταραγμένος
πρὸς τὸν βασιλέα εἰσῄει. ὁ δὲ βασιλεὺς τοῦτον θεασάμενος
ἐγνώκει μὲν παρευθὺ τὴν αἰτίαν, ἠρώτα δ’ ὅμως, ὅπως ἔχοι.
 ὁ δὲ “κακῶς” ἔφη “ἐξ αἰτίας σῆς”. οὐδὲ γὰρ ὅλως τὸν
θυμὸν περιυλακτοὺντα χαλιναγωγεῖν ἠπίστατο, παρεφέρετο
δὲ καὶ ὑπὸ ψιλοῦ, εἰ ἔτυχε, ῥήματος. ἐπὶ τούτοις δὲ καὶ
ἄλλο τι προσέθετο λέγων “οὐ τοσοῦτον κατὰ τῆς σῆς λελύπημαι
βασιλείας, ὅσον κατὰ τουτουὶ” τὸν Ἀδριανὸν τῷ δακτύλῳ
 ὑποδείξας “καταψευδθομένου” πρὸς ταῦτα ὁ πραΰς
ἐκεῖνος καὶ ἡδὺς βασιλεὺς οὐδ’ ὁτιοῦν ἐφθέγξατο. ἐγίνωσκε
γάρ, ὅπως ζέοντα τὸν θυμὸν τἀδελφοῦ καταπαύσει. συγκαθεσθέντες 
οὖν ἄμφω μετὰ τοῦ Μελισσηνοῦ Νικηφόρου
τοῦ Καίσαρος καί τινων τῶν ἐξ αἵματος καὶ ἀγχιστείας προσηκόντων
 αὐτοῖς μόνοι πρὸς ἀλλήλους ὡμίλουν περὶ τῶν
κατὰ τοῦ Ἰωάννου ῥηθέντων. ὡς δὲ τὸν Μελισσηνὸν καὶ
τὸν ἴδιον ἀδελφὸν Ἀδριανὸν κατατρέχοντας ἐσχηματισμένως
τοῦ ἰδίου υἱοῦ ἑώρα, αὖθις τὸν θυμὸν παφλάζοντα μὴ 
δυνηθεὶς κατασχεῖν δριμὺ πρὸς τὸν Ἀδριανὸν ἀτενίσας
 ψιλῶσαι τὸν αὐτοῦ πώγωνα ἠπειλήσατο καὶ διδάξαι μὴ
προφανῶς ψευδόμενον τοιούτων συγγενῶν ἀποστερῆσαι τόν
βασιλέα ἐπιχειρεῖν. ἐν τούτοις ὁ Ἰωάννης κατέλαβε καὶ 
παραχρῆμα εἴσω τῆς βασιλικῆς σκηνῆς εἰσάγεται καὶ πάντων
τῶν κατ’ αὐτοῦ λαληθέντων ἀκούει. οὐ μέντοι γε εἰς ἐξέτασιν
 ὅλως ἄγεται, ἀλλ’ ὁ κατάκριτος ἐλεύθερος ἵσταται
τοῦ βασιλέως πρὸς αὐτὸν εἰπόντος “πρὸς τὸν σὸν πατέρα
καὶ ἀδελφὸν ἐμὸν ἀφορῶν οὐδ’ ἀκοῦσαι τῶν κατὰ σοῦ λαδὲ
 

 
ληθέντων ἀνέχομαι. ἔσο τοίνυν ἀμερίμνως διάγων ὡς τὸ
πρότερον.” ταῦτα μὲν οὖν ἅπαντα ἐντὸς τῆς βασιλικῆς
ἐρρήθη σκηνῆς μόνων τῶν συγγενῶν, ὀθνείου δὲ οὐδενὸς
παρόντος. οὕτω γοῦν τῶν λαληθέντων ἢ καὶ μελετηθέντων
ἴσως κατευνασθέντων τὸν ἴδιον ἀδελφόν, τὸν σεβαστοκράτορά 
 φημι Ἰσαάκιον, μετακαλεσάμενος σὺν αὐτῷ τῷ Ἰωάννῃ καὶ
υἱῷ αὐτοῦ πολλὰ πρότερον ὁμιλήσας ἔφη πρὸς τὸν αεβαστοκράτορα
“σὺ μὲν χαίρων ἄπιθι πρὸς τὴν βασιλεύουσαν τὰ
καθ’ ἡμᾶς τῇ μητρὶ ἀνακοινωσόμενος. ἐγὼ δὲ τουτονὶ”
τὸν Ἰωάννην φησὶν ὑποδείξας “αὖθις, ὡς ὁρᾷς, ἐκπέμπω 
πρὸς τὸ Δυρράχιον ἐφ’ ᾧ τὰ τῆς ἰδίας ἀρχῆς ἐπιμελῶς ἐνεργεῖν.”
οὕτως οὖν ἀπ’ ἀλλήλων διακριθέντες ὁ μὲν τῆς πρὸς
τὸ Βυζάντιον τῇ μετ’ αὐτὴν εἴχετο, ὁ δὲ πρὸς τὸ Δυρράχιον
στέλλεται.

Οὐ μέχρι δὲ τούτου τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα ἔστη. 
ἀλλ’ ἐπεὶ Θεόδωρος ὁ Γαβαᾶς ἐνδημήσας ἦν ἐν τῇ βασιλευούσῃ,
 γινώσκων τὸ τούτου ὀμβριμοεργὸν καὶ περὶ τὰς πράξεις
ὀξὺ βουλόμενος τοῦτον ἀπελάσαι τῆς πόλεως δοῦκα Τραπεζοῦντος
προὐβάλλετο πάλαι ταύτην ἀπὸ τῶν Τούρκων ἀφελόμενον.
ὥρμητο μὲν γὰρ οὗτος ἐκ Χαλδίας καὶ τῶν ἀνωτέρω 
μερῶν, στρατιώτης δὲ περιφανὴς γενόμενος ἐπί τε φρονήσει
καὶ ἀνδρείᾳ ὑπερέχων ἁπάντων, μικροῦ καὶ μηδέποτε
ἔργου ἁψάμενος καὶ ἀτυχήσας, ἀλλὰ πάντων ἀεὶ τῶν πολεμέων
κρατῶν καὶ αὐτὴν δὴ τὴν Τραπεζοῦντα ἑλὼν καἰ ὡς
ἴδιον λάχος ἑαυτῷ ἀποκληρωσάμενος ἄμαχος ἦν. τούτου τὸν 
υἱὸν Γρηγόριον ὁ σεβαστοκράτωρ Ἰσαάκιος ὁ Κομνηνὸς εἰς
 μίαν τῶν θυγατέρων αὐτοῦ εἰσῳκίσατο. ἀνήβων δὲ ἄμφω
τῶν παίδων ὄντων γαμήλια μόνα σύμφωνα ἀναμεταξὺ προέβησαν.
εἶτα τὸν υἱὸν αὐτοῦ Γρηγόριον εἰς χεῖρας τοῦ σεβαστοκράτορος
παραθέμενος, ἵν’, ὁπηνίκα νομίμου ἅψωνται 
οἱ παῖδες ἡλικίας, καὶ ἡ μνηστείᾳ τελεσθῇ, αὐτὸς συνταξάκαὶ
 

 
μενος τῷ βασιλεῖ εἰς τὴν ἰδίαν ἐπανῄει χώραν. τῆς δὲ
ὁμευνέτιδος αὐτοῦ μετ’ οὐ πολὺ τὸ κοινὸν ἀποδεδωκυίας
χρέος ἄλλην αὖθις ἐξ Ἀλανῶν ἠγάγετο εὐγενεστάτην. ἔτυχε
δὲ τήν τε τοῦ σεβαστοκράτορος ὁμευνέτιν καὶ ἣν ὁ Γαβρᾶς
 ἔλαβε δυεῖν ἀδελφοῖν θυγατέρας εἶναι. τούτου δήλου γεγονόος,
ἀπό τε τῶν νόμων ἀπό τε τῶν κανόνων ἡ τῶν 
παίδων ἐκωλύετο συνάφεια, διεσπάσθη τὸ τοιοῦτον συνάλλαγμα.
γινώσκων δὲ ὁ βασιλεύς, ὁποῖος ὁ Γαβρᾶς στρατιώτης
ἐστὶ καὶ ὁπόσα πράγματα συνταράττειν δύναται, οὐκ
 ἤθελε τὸν υἱὸν αὐτοῦ Γρηγόριον διασπασθέντος τοῦ τοιούτου
συναλλάγματος παλινδρομῆσαι πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ κατέχειν
τοῦτον εἰς τὴν βασιλεύουσαν δυεῖν ἕνεκα, ἵν’ ἅμα μὲν ὡς
ὅμηρον αὐτὸν παρακατέχοι, ἅμα δὲ καὶ τὴν τοῦ Γαβρᾶ εὔνοιαν
ἐπισπάσαιτο, κἀντεῦθεν, ἐὰν πονηρόν τι βούληται, 
 ἀπόσχηται τοῦ τοιούτου. μιᾷ γοῦν τῶν ἐμῶν ἀδελφῶν τὸν 
Γρηγόριον συνάψαι ἐβούλετο. διά τοι ταῦτα ὑπερετίθετο
τὴν τοῦ παιδὸς ἀποστολήν. καταλαβὼν δὲ αὖθις ὁ Γαβρᾶς
τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων καὶ μηδὲν τῶν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος
μελετωμένων συνεὶς ἐσκόπει τὸν ἴδιον υἱὸν λεληθότως
 ἀναλαβέσθαι. εἶχε δὲ τέως τὸ βεβουλευμένον ἀνέκφορον,
κἂν ὁ αὐτοκράτωρ παρῃνίσσετό τι καὶ παρενέφαινε
αὐτῷ περὶ τοῦ σκοπουμένου. ὁ δὲ εἴτε μὴ γνοὺς εἴτε καὶ
ἀκηδιάσας διὰ τὴν πρὸ μικροῦ γεγονυῖαν τοῦ τοιούτου κήδους
διάζευξιν οὐκ οἶδ’ ὅπως ᾐτεῖτο τὸν υἱὸν δοθῆναί οἱ ἐπαναστρέφοντι.
 ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἀνένευε πρὸς τοῦτο. σχηματιζόμενος 
ματιζόμενος δὲ ὁ Γαβρᾶς ἑκοντὶ τοῦτον καταλιμπάνειν καὶ
τῇ τοῦ αὐτοκράτορος τὰ κατὰ τὸ παιδίον ἀναθέσθαι γνώμῃ,
ἐπεὶ συνταξάμενος αὐτῷ τοῦ Βυζαντίου ἀπαρτὶ ἐξιέναι ἔμελλεν,
ὑπεδέχθη παρὰ τοῦ σεβαστοκρότορος διὰ τὸ παρακολουθῆσαν
 κῆδος καὶ ἣν πρὸς αὐτὸν ἐκ ταυτησὶ τῆς αἰτίας ἔσχε συνήθειαν,
ἔνθα τὸ τοῦ μεγαλομάρτυρος Φωκᾶ τέμενος ἵδρυται·
προάστειον τι τοῦτο περὶ τὴν Προποντίδα διακείμενον περιδυοῖν
 

 
καλλές. δαψιλῶς οὖν αὐτοῦ που εὐωχηθέντες ὁ μὲν σεβαστοκράτωρ
πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπανῄει, ὁ δὲ τὸν υἱὸν
αὐτοῦ ᾐτεῖτο παραχωρηθῆναι οἱ καὶ τῇ μετ’ αὐτὴν συνεῖναι
 αὐτῷ. ὁ δ’ εὐθὺς κατένευεν. ὁ δὲ πολλάκις ῥηθεὶς Γαβρᾶς,
ἐπεὶ τῇ μετ’ αὐτὴν χωρίζεσθαι ἤδη τοῦ παιδὸς ἔμελλε, τοὺς 
παιδαγωγοὺς ἠξίου συνέψεσθαί οἱ μέχρι Σωσθενίου· κεῖθι
γὰρ ἔμελλε κατασκηνοῦν. οἱ δὲ κατανεύσαντες συναπῄεσαν
μετ’ αὐτοῦ κᾆθ’ οὕτως καὶ ἐν τῷ μέλλειν αὖθις ἐκεῖθεν
ἀπαίρειν τὸ αὐτὸ τοὺς παιδαγωγοὺς ᾐτεῖτο συνέψεσθαι τούτῳ
τὸν υἱὸν καὶ μέχρι τοῦ Φάρου. οἱ δὲ ἀνένευον. ὁ δὲ 
σπλάγχνα τε πατρικὰ προεβάλλετο καὶ ἀποδημίαν μακρὰν
καὶ ἄλλα τινὰ συνείρων τούτοις κατέκλασε τὰς τῶν παιδαγωγῶν
καρδίας, καὶ πεισθέντες τοῖς αὐτοῦ λόγοις συνείποντο
 αὐτῷ. τὸν Φάρον τοίνυν καταλαβὼν εἰς φῶς τὴν σκῆψιν
προήγαγε καὶ ἀναλαβόμενος τὸ παιδίον καὶ ἐμβαλὼν εἰς 
ὁλκάδα τῷ τοῦ Πόντου ῥοθίῳ ἑαυτόν τε καὶ τὸν υἱὸν ἐπαφῆκε.
μεμαθηκὼς δὲ τοῦτο ὁ αὐτοκράτωρ θᾶττον ἢ λόγος δρομάδας
νῆας κατ᾿ αὐτοῦ ἐξέπεμψεν ἐντειλάμενος τοῖς ἀπερχομένοις
τῷ μὲν Γαβρᾷ τὰς πρὸς αὐτὸν ἐγχειρίσαι γραφάς, τὸ δὲ
παιδίον σπεῦσαι μετὰ τῆς ἐκείνου γνώμης ἀναλαβέσθαι, εἰ 
μὴ ἄρα ἐχθρὸν τὸν αὐτοκράτορα βούλοιτο ἐσχηκέναι. καταλαμβάνουσι
 τοίνυν αὐτὸν οἱ ἀπελθόντες ἔνθεν τῆς Αἰγίνου
πόλεως κατὰ τὴν πόλιν τὴν οὑτωσὶ ἐγχωρίως Κάραμβιν
καλουμένην καὶ δὴ τὰς βασιλικὰς ἐγχειρίσαντες γραφάς, δι’
ὧν ὁ αὐτοκράτωρ ἐνέφαινε μιᾷ τῶν ἐμῶν ἀδελφῶν τὸ παιδίον 
βούλεσθαι συναρμόσαι, καὶ πολλὰ ἄττα πρὸς αὐτὸν
ὡμιληκότες πείθουσιν ἐκπέμψαι τὸν υἱόν. ὅνπερ θεασάμενος
ὁ αὐτοκράτωρ καὶ διὰ τῶν συνήθων ἐγγράφων μόνων τάχα
τὸ συνάλλαγμα ἐμπεδώσας παιδαγωγῷ παραδέδωκεν ἑνὶ τῶν
τῆς βασιλίδος θεραπόντων, Μιχαὴλ τῷ ἐκτομίᾳ, κᾆθ' οὕτως 
 περὶ τὰ ἀνάκτορα ἐνδιατρίβοντα πολλῆς ἐπιμελείας ἠξίου τά
τε ἤθη διορθούμενος καὶ πᾶσαν παιδείαν στρατιωτικὴν ἐκτοῦ
 

 
διδάσκων. ὁποῖα δὲ τὰ τῶν νέων, μὴ βουλόμενος ὅλως
ὑποτάσσεσθαι τινι ἠνιᾶτο ὡς μὴ προσηκούσης Ὀῆθεν ἀξιούμενος 
τιμῆς. δυσαρεστῶν δὲ ἅμα καὶ πρὸς τὸν παιδαγωγὸν
ἐσκέπτετο πρὸς τὸν ἴδιον φοιτῆσαι πατέρα, δέον μᾶλλον εὐχαριστεῖν
 ἐπιμελείας τοσαύτης ἀξιούμενον. οὐ μέχρι δὲ τούτου
περιίστατο τούτῳ τὸ βούλευμα, ἀλλὰ καὶ ἔργου ἥπτετο.
προσελθὼν οὖν ἀνακοινοῦται τισι τὸ ἀπόρρητον. ἦσαν δὲ
ὅ τε Γεώργιος τοῦ Δεκανοῦ, Εὐστάθιος ὁ Καμύτζης καὶ
Μιχαὴλ ὁ οἰνοχόος, ὃν καὶ πιγκέρνην συνήθως οἱ τῆς βασιλικῆς
 αὐλῆς ὀνομάζουσιν. ἄνδρες δὲ οὗτοι μαχιμώτατοί
τε καὶ λίαν προσῳκειωμένων τῴ βασιλεῖ. τούτων ὁ
Μιχαὴλ προσελθὼν ἀπαγγέλλει πάντα πρός τὸν αὐτοκράτορα. 
ὁ δὲ οὐ πάνυ πιστεύειν ἔχων ἀνένευε πρὸς τὰ ῥηθέντα.
ἐπικειμένου δὲ τοῦ Γαβρᾶ καὶ τὸν δρασμὸν ἐπείγοντος οἱ
 εὐνούστερον πρὸς τὸν αὐτοκράτορα διακείμενοι ἔφασαν “εἰ
μὴ δι’ ὅρκου ἡμῖν τὸ βεβουλευμένον πιστώσειας, οὐ συνεψόμεθά
σοι”. τοῦ δὲ κατανεύσαντος τὸν ἅγιον ἧλον, δι’
οὗ τὴν τοῦ ἐμοῦ σωτῆρος πλευρὰν οἱ ἄνομοι ἔνυξαν, ὑπεδείκνυον
οὗ ἔκειτο βουλευσάμενοι ἀναλαβέσθαι καὶ ἐξαγαγεῖν,
 ὥστε εἰς τὸν δι᾿ αὐτοῦ τρωθέντα ἐπομόσασθαι. πείθεται
τούτοις ὁ Γαβρᾶς καὶ εἰσελθὼν ἀναλαμβάνεται λαθραίως τὸν
ἅγιον ἧλον. εἷς δέ τις τῶν προκαταγγειλάντων τῷ αὐτοκράτορι 
κράτορι τὴν βουλὴν δρομαῖος εἰσελθὼν ἔφη ὡς “ἴδε καὶ ὁ
Γαβρᾶς καὶ ὁ ἧλος ἐγκόλπιος αὐτῷ”. καὶ παραχρῆμα ἐπισκήψαντος
 τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ὁ Γαβρᾶς εἰσήγετο καὶ ὁ
ἧλος εὐθὺς τοῦ κόλπου ἐξήγετο. ἐρωτηθεὶς δὲ ἀπήγγειλε
πάντα ἐκ ψιλῆς ἐπερωτήσεως τούς τε συνίστορας ὁμολογήσας
καὶ τὰ βεβουλευμένα ἅπαντα. αὐτοῦ μὲν οὖν καταψηφισάμενος
παραδίδωσι πρὸς τὸν δοῦκα Φιλιππουπόλεως Γεώργιον
 τὸν Μεσοποταμίτην, ὥστε ἔμφρουρον τοῦτον τηρεῖν δεσμώτην
ἐν τῇ ἀκροπόλει. Γεώργιον δὲ τὸν τοῦ Δεκανοῦ μετὰ
γραμμάτων πρὸς Λέοντα τὸν Νικερίτην δοῦκα τῷ τότε 
 

 
τοῦ Παραδανουβίου τυγχάνοντα πέπομφεν, ὡς δῆθεν καὶ
αὐτὸν σὺν ἐκείνῳ τὰ περὶ τὸν Δάνουβιν φυλάττειν, τὸ δὲ
πᾶν, ἵνα μᾶλλον ἐκεῖνος παρὰ τοῦ Νικερίτου ἐπιτηροῖτο.
ἐμφρούρους δὲ καὶ αὐτὸν Εὐστάθιον τὸν τοῦ Καμύτζη καὶ
τοὺς λοιποὺς περιορίσας εἶχεν.

Οὕτω μὲν οὖν τὰ κατὰ τὸν Ἰωάννην καὶ Γρηγόριον 
τὸν Γαβρᾶν ὁ αὐτοκράτωρ οἰκονομήσας ἀπάρας τῆς Φιλιππουπόλεως
τὰ ἀναμεταξὺ Δαλματίας καὶ τῆς ἡμεδαπῆς τέμπη
καταλαμβάνει. καὶ τὸν ὅλον αὐχένα διαδραμὼν τοῦ οὑτωσί
 πως ἐγχωρίως καλουμένου Ζυγοῦ, οὐκ ἐποχούμενος (οὐ γὰρ
ἐδίδου τοῦτο ἐς ἀεὶ ὁ τόπος ὀχθώδης τε καὶ χαραδρώδης
ὢν καὶ συνηρεφὴς καὶ μικροῦ ἄβατος), ἀλλὰ πεζῇ ἅπαντα
διερχόμενος καὶ οἰκείοις περιαθρῶν ὀφθαλμοῖς, μὴ διαλάθῃ
τι ἀφύλακτον δι’ οὗ ῥᾳδία τοῖς πολεμίοις πολλάκις ἡ δίοδος
 γένηται, καὶ οὗ μὲν διώρυχας ἐπιτρέπων γενέσθαι, οὗ δὲ
καὶ ξυλίνους κατασκευασθῆναι πύργους καὶ πολίχνια, ἔνθα 
ὁ τόπος παρεῖχε, γενέσθαι διὰ πλίνθων ἢ λίθων ἐπέταττε
τὰ ἀπ᾿ ἀλλήλων διαστήματα καὶ τὰ μεγέθη αὐτὸς διαμετρῶν·
ἔστι δ’ οὗ καὶ οὐρανομήκη δένδρα ῥιζοτομηθέντα
 κατατεθῆναι εἰς τὸ ἔδαφος διετάξατο. καὶ οὕτω τὰς τῶν
πολεμίων διόδους ἀποταφρεύσας ἐπάνεισιν εἰς τὴν μεγαλόπολιν.
ἀλλ’ ὁ μὲν λόγος ῥᾳδίαν ἴσως τὴν τοιαύτην οἰκονομίαν
τοῖς ἀκροαταῖς παρίστησιν· ὁπόσον δὲ τὸν ἱδρῶτα ὁ
αὐτοκράτωρ τῷ τότε ὑπέστη, μαρτυροῦσι πολλοὶ τῶν τότε 
 παρόντων καὶ εἰς ἔτι καὶ νῦν περιόντων. ἀλλ’ οὐ πολὺς
παρεληλύθει καιρὸς καὶ τὰ κατὰ τὸν Τζαχᾶν ἀκριβέστερον
αὐτῷ ἐπηγγέλλετο, ὡς οὐδὲν τῶν συμβάντων αὐτῷ κατά
τε τὴν θάλατταν καὶ τὴν ἤπειρον τῆς πρότερον γνώμης
 

 
ἀπέστησεν, ἀλλὰ τοῖς προσήκουσι βασιλεῦσι χρᾶται παρασήμοις
βασιλέα ἑαυτὸν ὀνομάζων καὶ τὴν Σμύρνην οἰκῶν καθαπερεὶ
βασίλειά τινα στόλον εὐτρεπίζει ἐφ’ ᾧ τάς τε νήσους αὖ‘θις
δῃώσασθαι καὶ μέχρι αὐτοῦ φθάσαι Βυζαντίου καὶ εἰς αὐτὴν
 δὲ εἰ δυνατὸν τὴν τῆς βασιλείας ἀνενεχθῆναι περιωπήν. 
ταῦτα ὁ αὐτοκράτωρ βεβαιούμενος ὁσημέραι δεῖν ἔγνω
μὴ ἀναπίπτειν μηδὲ μαλακίζεσθαι πρὸς τὰ θρυλλούμενα,
ἀλλὰ παρασκευάζεσθαι διὰ τοῦ ἔτι λείποντος ἐαρινοῦ καιροῦ
καὶ τοῦ μετ’ αὐτὸν χειμῶνος καὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔαρ καρτερῶς
 πρὸς αὐτὸν ἀντικαταστῆναι καὶ σπεῦσαι διὰ πάσης μηχανῆς 
μὴ μόνον φροῦδα τὰ ἐκείνου ἀναδεῖξαι ἅπαντα, τὰς βουλάς,
τὰς ἐλπίδας, τὰς ἐγχειρήσεις, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς ἀπελάσαι τῆς
Σμύρνης καὶ ὅσα ἄλλα προφθάσας κατέσχε τῆς ἐκείνου χειρὸς
ῥύσασθαι. τοῦ χειμῶνος δὲ ἤδη παρῳχηκότος, ἐπεὶ
προσμειδιῶν ἤδη τὸ ἔαρ παρῆν, μεταπεμψάμενος ἀπὸ τῆς 
Ἐπιδάμνου τὸν γυναικάδελφον αὐτοῦ Ἰωάννην τὸν Δούκαν
μέγαν δοῦκα τοῦ στόλου προεχειρίσατο. καὶ ἠπειρώτας δὲ
στρατὸν ἐπίλεκτον ἐπιδοὺς παρεκελεύσατο αὐτὸν μὲν διὰ τῆς
ἠπείρου τὴν πρὸς τὸν Τζαχᾶν πορείαν ποιεῖσθαι, τῷ δέ γε
Κωνσταντίνῳ τῷ Δαλασσηνῷ τὴν τοῦ στόλου ἡγεμονίαν ἐγχειρίσαι 
 ἐντειλάμενον αὐτῷ τὴν ᾐόνα παραθέειν, ἕν’ ἅμα
τὴν Μιτυλήνην καταλαβόντες ἐξ ἀμφοῖν θαλάττης τε καὶ
ἠπείρου τὸν μετὰ τοῦ Τζαχᾶ συνάψωσι πόλεμον. καταλαβὼν
 τοίνυν τὴν Μιτυλήνην ὁ Δούκας παραχρῆμα ξυλίνους κατεσκεύασε
εσκεύασε πύργους καὶ ὥσπερ ἐξ ὁρμητηρίου τινὸς ἐκεῖθεν 
ἀφορμῶν καρτερώτερον τοῖς βαρβάροις ἀντικαθίσταται. ὁ δὲ
Τζαχᾶς τὴν τῆς Μιτυλήνης φρουρὰν τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ
Γαλαβάτζῃ προαναθέμενος, ἐπεὶ μὴ ἐξαρκοῦντα τοῦτον πρὸς
μάχας τοιούτου ἀνδρὸς ἐγίνωσκε, θᾶττον φθάσας καὶ πολέμου
 σχῆμα διατυπώσας ξυμμίγνυται τῷ Δούκᾳ. καρτερᾶς δὲ 
τῆς μάχης γενομένης ἡ νὺξ ταύτην διέλυσε. κἄκτοτε ὁ
 

 
Δούκας διὰ τριττῆς σεληνιακῆς περιφορᾶς οὐκ ἐνεδίδου καθ΄
ἑκάστην ἡμέραν προσβάλλων τε τοῖς τείχεσι Μιτυλήνης καὶ
μετὰ τοῦ Τζαχᾶ λαμπροὺς πολέμους συνάίρων ἐξ ἡλίου ἀνατολῆς
μέχρι δυσμῶν. καὶ οὐδὲν πλέον ἦν τῷ Δούκᾳ τοῦ
 τοσούτου καμάτου. ὅπερ μανθάνων ὁ αὐτοκράτωρ ἠνιᾶτο
καὶ ἤσχαλλεν. ἐπερωτήσας δέ ποτε τὸν ἐκεῖθεν ἐλθόντα
στρατιώτην καὶ διαγνούς, ὡς οὐδὲν ἄλλο τῷ Δούκᾳ ἤ μάχαι
τε καὶ πόλεμοι, καὶ περὶ τοῦ καιροῦ ἤρετο, καθ’ ὁποίαν ὥραν
αἱ μετὰ τοῦ Τξαχᾶ μάχαι συνίστανται. τοῦ δὲ περὶ αὐτὰς
 τὰς τοῦ ἡλίου αὐγὰς εἰρηκότος ὁ βασιλεὺς αὖθις “καὶ τίνες 
τῶν μαχομένων πρὸς ἀνατολὰς ἀποβλέπουσι;” καὶ ὁ στρατιώτης
“τὸ ἡμέτερον” ἔφη “στράτευμα”. ξυνεὶς οὖν τηνικαῦτα
τὴν αἰτίαν, ὁποῖος ἐκεῖνος ἐν ἀσκέπτῳ χρόνῳ τὸ δέον
εὑρίσκων, γράμμα πρὸς τὸν Δούκαν σχεδιάζει ξυμβουλεῦον
 ἀποστῆναι τῆς κατὰ τὰς αὐγὰς τοῦ ἡλίου μετὰ τοῦ Τξαχᾶ
μάχης καὶ μὴ ἕνα πρὸς δύο μάχεσθαι, τὰς ἡλιακὰς ἀκτῖνας
δηλαδὴ καὶ αὐτὸν τὸν Τζαχᾶν· ἐπὰν δὲ ὁ ἥλιος τὸν μεσημβρινὸν
κύκλον διελθὼν πρὸς δυσμὰς ἀποκλίνῃ, τηνικαῦτα.
προσβάλλειν τοῖς ἐναντίοις. ἐγχειρίσας οὖν τὸ γράμμα τῷ
 στρατιώτῃ καὶ πολλάκις περὶ τούτου παραγγείλας τέλος ἀποφαντικῶς
ἔφη “ἐὰν κλίνοντος τοῦ ἡλίου τοῖς ἐναντίοις προσβαλεῖτε, 
νικηταὶ παραχρῆμα ἔσεσθε”. ταῦτα τοῦ Δούκα
διὰ τοῦ στρατιώτου μεμαθηκότος καὶ μηδέποτε τοῦ αὐτοκράτορος
μηδὲ τὴν ἐπὶ τῷ τυχόντι παραβλεψαμένου ξυμβουλὴν
 τῇ μετ’ αὐτὴν κατὰ τὸ σύνηθες οἱ βάρβαροι ὁπλιςάμενοι,
ἐπεὶ τῶν ἀντιμάχων οὐδεὶς ἐφαίνετο (ἠρέμουν γὰρ
αἱ Ῥωμαϊκαὶ φάλαγγες κατὰ τὰς τοῦ αὐτοκράτορος ὑποθήκας),
τὴν μάχην ἀπηλπικότες κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην αὐτοῦ που
μεμενήκασι τὰ ὅπλα ἀποθέμενοι. ἀλλ’ ὁ Δούκας οὐκ ἠρέμει.
 ἐς μεσουράνημα γὰρ τοῦ ἡλίου ἤδη ἐφθακότος αὐτός τε καὶ 
τὸ στρατιωτικὸν ἅπαν ἐπὶ τοῖς ὅπλοις ἦν. καὶ κκλίνοντος
ἤδη τοῦ ἡλίου πολίμου τάξιν διατυπώσας σὺν ἀλαλαγμῷ 
 

 
 καὶ βοῇ πολλῇ αἰφνηδὸν κατὰ τῶν βαρβάρων ἴεται. οὐ μέντοι
οὐδ’ ὁ Τζαχᾶς ἀνέτοιμος ἐφάνη, ἀλλ’ εὐθὺς καρτερῶς ὁπλι-
σάμενος ξυμμίγνυσι ταῖς Ῥωμαϊκαῖς φάλαγξι. πνεύσαντος
δὲ τηνικαῦτα καὶ ἀνέμου σφοδροῦ καὶ ἀγχεμάχου τῆς μάχης
γεγονυίας ὁ κονίσσαλος ἐς οὐρανὸν αὐτὸν ἦρτο. καὶ τὸ μέν 
τι κατὰ πρόσωπον τὸν ἥλιον λάμποντα ἔχοντες, τὸ δέ τι καὶ
τοῦ ἀνέμου τὰς ὄψεις διὰ τῆς κόνεως τρόπον τινὰ κατασβολοῦντος
 τῶν τε Ῥωμαίων καρτερώτερον εἴπερ ποτὲ προσβαλόντων
ἡττήθησαν τὰ νῶτα δεδωκότες. καὶ οὕτω μὴ
φέρων ὁ Τζαχᾶς τὴν ἐπὶ πλέον πολιορκίαν καὶ πρὸς τὴν 
ἀδιάστατον μάχην μὴ ἐξαρκῶν τὰ περὶ εἰρήνης ἐπερωτᾷ
τοῦτο καὶ μόνον ἐξαιτούμενος, ἐκχωρηθῆναί οἱ ἀβλαβῆ τὸν
 πρὸς τὴν Σμύρνην ἀπόπλουν. πείθεται τούτῳ ὁ Δούκας
καὶ λαβὼν ὁμήρους δύο τῶν ἐκκρίτων σατραπῶν, ἐπεὶ κἀκεῖνος
αὖθις ἄλλους ᾐτεῖτο τὸν Δούκαν ἐφ’ ᾧ τὸν μὲν 
μηδένα τῶν Μιτυληναίων ἀδικῆσαι ἐξερχόμενον ἢ συνεπαγαγέσθαι
ἀποπλέοντα πρὸς Σμύρνην, τὸν δὲ διατηρῆσαι αὐτὸν
 ἀβλαβῆ τὸν ὡς πρὸς Σμύρνην ἀπόπλουν ποιούμενον, δέδωκε
τούτῳ τόν τε Εὐφορβηνὸν Ἀλέξανδρον καὶ Μανουὴλ τὸν
Βουτουμίτην· ἄνδρες οὗτοι φιλοπόλεμοι τε καὶ γενναῖοι. εἶτα 
πίστεις ἐξ ἀλλήλων λαβόντες ὁ μὲν ἀμεριμνίαν ἤδη εἶχε τοῦ
μὴ ἐν τῷ ἐξέρχεσθαι τὸν Τζαχᾶν βλάβην τινὰ τοῖς Μιτυληναίοις
ἐπαγαγεῖν, ὁ δὲ ἐν τῷ διαπερᾶν μὴ παρὰ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ
στόλου κάκωσιν ἐσχηκέναι. ἀλλ’ ὁ καρκίνος ὀρθῶς
βαδίζειν οὐκ ἐμάνθανεν οὐδ’ ὁ Τζαχᾶς τῆς πρότερον ἀφίστατο 
πονηρίας. πάντας γὰρ τοὺς Μιτυληναίους ἀπεπειρᾶτο
σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις ἑαυτῷ συνεπαγαγέσθαι. ἐν
ὅσῳ δὲ ταῦτα ἐγίνετο, ὁ Δαλασσηνὸς Κωνσταντῖνος θαλασσοκράτωρ
 τηνικαῦτα ὢν καὶ μήπω ἐφθακὼς κατὰ τὰ ἐντεταλμένα
τοῦ Δούκα εἰς ἀκρωτήριόν τι τὰς ναῦς 
προσορμίσας, ἐπεὶ ταῦτα μεμαθήκοι, ἐλθὼν ἠξίου τὸν Δούκαν
 

 
παραχωρηθῆναι οἱ μετὰ τοῦ Τξαχᾶ συνάψαι πόλεμον. ὁ δὲ
τὸν προγεγονότα εὐλαβούμενος ὅρκον ἀνεβάλλετο τέως. ὁ δὲ
Δαλαδδηνὸς ἐνέκειτο λέγων ὡς “σὺ μὲν ὀμώμοκας. ἐγὼ δ’
οὐ παρῆν· καὶ σὺ μὲν τήρει ἃς δέδωκας πίστεις ἀρραγεῖς,
 ἐγὼ δ’ ὁ μήτε παρὼν ὀμωμοκὼς μήτε τι τῶν συνδοξάντων
ἀμφοῖν γινώσκων ἐπαποδύσομαι πρὸς τὸν κατὰ
τοῦ Τξαχᾶ πόλεμον”. ἐπεὶ δ’ ὁ Τξαχᾶς τὰ πρυμνήσια λύσας
ὡς εἶχε κατευθὺ Σμύρνης τὸν ἀπόπλουν ἐποιεῖτο, καταλαμβάνει x 
τοῦτον ὁ Δαλασσηνὸς θᾶττον ἢ λόγος καὶ παραχρῆμα
 προσβαλὼν ἐδίωκεν. ἀλλὰ καὶ ὁ Δούκας τὸ ἐπίλοιπον τοῦ
ναυτικοῦ τοῦ Τξαχᾶ λύον τὰ πρυμνήσια ἐφθακὼς κατέσχε
μὲν τὰς ναῦς καὶ τῆς βαρβαρικῆς χειρὸς τοὺς δορυαλώτους
ἅπαντας καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς δεσμώτας αἰχμαλώτους ἐρρύσατο.
ὁ δὲ Δαλασσηνὸς πολλὰ τῶν τοῦ Τξαχᾶ λῃστρικῶν πλοίων
 κατασχὼν τοὺς ἐνόντας σὺν αὐτοῖς ἐρέταις ἀναιρεῖσθαι
παρεκελεύετο. τάχα δ’ ἂν καὶ ὁ Τξαχᾶς αὐτὸς ἑαλώκει, εἰ
μὴ πανοῦργος ὢν καὶ τὸ μέλλον ὑφορώμενος εἰς ‘ὲν τῶν
κουφοτέρων ἀκατίων μεταβὰς διὰ τὸ ἀνύποπτον διεσώθη x 
λαθών. στοχαζόμενος γὰρ τοῦ συμπεσόντος αὐτῷ ἐκ τῆς
 ἠπείρου Τούρκους παρεσκευάκει εἴς τι ἀκρωτήριον ἑστάναι
καὶ ὁρᾶν, μέχρις ἂν ἢ τὴν Σμύρνην ἀκινδύνως αὐτὸς καταλάβῃ
ἢ πολεμίοις περιτυχὼν πρὸς αὐτοὺς τὴν ναῦν ἐξορμίσῃ
καθάπερ εἴς τι κρησφύγετον. καὶ δὴ τοῦ σκοποῦ οὐκ
ἠστόχει, ἀλλ’ ἐκεῖ τὴν ναῦν προσορμίσας μετὰ τῶι ἀπεκδεχομένων
 αὐτὸν Τούρκων ἑνωθεὶς ὡς πρὸς Σμύρνην ᾤχετο.
καὶ δὴ καὶ ταύτην κατέλαβεν. ὁ δὲ Δαλασσηνὸς νικητὴς
ὑποστρέψας ἑνοῦται τῷ μεγάλῳ δουκί. καὶ ὁ Δούκας τὰ
κατὰ τὴν Μιτυλήνην ἀσφαλισάμενος, ἐπεὶ καὶ ὁ Δαλασσηνὸς x 
ἐκεῖθεν ὑπέστρεψε, τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στόλου πολὺ μέρος ἀφελόμενος
 κατὰ τῶν παρὰ τοῦ Τξαχᾶ κατεχομένων (καὶ γὰρ
ἱκανὰς ἔφθασε νήσους χειρώσασθαι) ἐξαπέστειλε. καὶ ἐξ
ἐπιδρομῆς τήν τε Σάμον καί τινας ἄλλας νήσους κατασχὼν
ἐπανέρχεται πρὸς τὴν βασιλεύουσαν.

Οὐ πολλαὶ παρῆλθον ἡμέραι, καὶ μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ
Τὴν τοῦ Καρύκη ἀποσταςίαν καὶ ὅτι τὴν Κρήτην
Κατέσχεν, ἐκεῖθεν δὲ ὁ Ῥαψομάτης τὴν Κύπρον, μετὰ στόλου
Μεγάλου κατ᾿ αὐτῶν τὸν Δούκαν Ἰωάννην ἐξέπερμψε.
197 καταλαβόντα δὲ τὸν Δούκαν τὴν Κάρπαθον οἱ Κρῆτες μεμαθηκότες, 5
ἀπεὶ οὐ πόρρω ταύτην εἶναι ἐγίνωσκον, ἐπιθέμενοι
τῷ Καρύκῃ δεινὸν τὸν φόνον κατ᾿ αὐτοῦ ἀπειργάσαντο
2 49 καὶ οὕτω τὴν Κρήτην τῷ μεγάλῳ δουκὶ παραδεδώκασι. Κατασφαλιςάμενος
Δὲ τὰ τὰ περὶ αὐτὴν ὁ Δούκας καὶ ἀποχρῶσαν
Δύνηαμιν εἰς αὐτῆς φρουρὰν καταλιπὼν ἐπὶ τὴν Κύπρον 10
Τὸν κατάπλουν ποιεῖται. Καὶ ἅμα τῷ ταύτῃ προσοκεῖλαι ἐξ
έφόδου τὴν Κυρήνην κατέσχεν. ὁ δὲ Ῥαψομάτης τοῦτο μεμαθηκὼς
καρτερῶς ὁπλίζεται κατ᾿ αὐτοῦ. ἀπὸ Λευκουςίας
τοιγαροῦν ἀπάρας καὶ τὰς ἀκρολοφάς τῆς Κυρήνης καταλαβὼν
ἐκεῖ που τὸν χάρακα ἐπήξατο ἀναβαλλόμενος τέως 15
τὸν πόλεμον ὡς ἀπειροπόλεμος καὶ στρατηγικὼν τεχνασμάτων
ἀδαής. Γρεὼν γὰρ τούτοις ἀνετόμοις ἐπεισπεσεῖν. ὁ δὲ
ἀνεβάλλετο τέως τὴν μάχην οὐχ ὅπως εἰς συμβολὴν πολέμου
Β παρασκευασθηςόμενος ὡς δῆθεν ἀνετόμως ἔχων (παρεσκεύαστὸ
Γὰρ εὖ μάλα καὶ εἴπερ ἐβούλετο, συνεκρότησεν ἂν αὐτίκα 20
Τὸν πόλεμο), ἀλλ᾿ ὡς ἂν μηδὲ συμπλακῆναι βουλόμενος
ὥσπερ ἐν παιδικαῖς μειρακίων τὰ τοῦ πολέμου ἐπικεχειρήκει]
μαλακῶς τε πρὸς αὐτοὺς διαπρεσβευόμενος καὶ μειλιχίοις
λόγοις ἐφέλκεσθαι τούτους ὥσπερ οἰκούμενος.
Καὶ οἶμαι ἢ δι᾿ ἀπειρίαν πολέμων ταῦτ᾿ ἐποίει (ἦν γάρ, 25
ὡς ἔγωγε περὶ τούτου ἤκουον, χθὲς καὶ πρῴην ἡμμένος
ξίφους καὶ δόρατος καὶ μηδ᾿ ἐπιβῆναι ἐφ᾿ ιππον εἰδώς, ἀλλ᾿
εἰ καὶ τύχοι ἐπιβεβηκὼς κᾆθ᾿ οὕτως ἐξιππάσασθαι βούλοιτο,
c ταραχὴν εἶχε καὶ σάλον· οὕτως εἶχε περὶ τὴν στρατιωτικὴν
ἐμπειρίαν ἀπείρως ὁ Ῥαψομάτης) ἢ τοίνυν διὰ τοῦτα ἢ καταπλαγεὶς 30
τὴν ψυχὴν τῷ τῆς ἐφόδου τῶν βοσιλικῶν
στρατευμάτων τὰς φρένας περιπεπλάνητο. ἔνθεν τοοι καὶ τὸν
5 καὶ καταλαβόντα 8 παραδεδώκασιν 13 Λευκωςίας
Ducangius
Anna Comnens. II.

 
Πόλεμον μετά τινος δυσελπιστίας ἐπιχειρήσαντι οὐκ εἰς καλὸν
Αὐτῷ ἀπηντήκει τὰ πράγματα. ὁ γὰρ Βουτουμίτης ὑποποιηςάμενός
Τινας τῶν ἐκείνῳ συναραμένων αὐτομολήσαντας τῷ
ἰδίῳ συγκατέλεξε στρατεύματι. Τῇ δὲ μετ᾿ αὐνὴν τὰς φάλαγγας
 στήσας ὁ Ῥαψομάτης τὸν μετὰ τοῦ Δούκα ἐξήτει πόλεμον
Διὰ τοῦ πρανοῦς τῆς ἀκρολοφίας βραδεῖ ποδὶ στείχων. ὡς
Δὲ τὸ μεσαίχφοῖν τοῖν στρατοπέδοιν ἀπεστενοῦτο ἤδη, 
ἀπόμοιρά τις τῶν τοῦ Ῥαψομάτον εἰς ἑκατὸν ποσουμένη τὸν
ἀριθμὸν διακριθεῖσα ὡς τάχα κατὰ τοῦ Δούκα τὰς ἡνίας
 ὅλας ἐνδόντες τὰς ἀκωκὰς τῶν δοράτων ὄπισθεν στρέψαντες
Προσχωροῦσιν αύτῷ. Τοῦτο θεαςάμενος ὁ Ῥαψομάτης τὰ
Νῶτα παραχρῆμα δίδωσιν ὅλας ἡνάις εἰς φυγὴν χαλάσας ὡς
Πρὸς τὴν Νεμεςὸν ἀπονενευκώς, εἴ που γένοιτό οἱ ταύτην
Καταλαβόντι πλοίῳ ἐντυχεῖν, δι᾿ οὗ τῇ Συρίᾳ προσορμίσας
 τὴν σωτηρίαν ἑαυτῷ περιποιήσαιτο. Μανουὴλ δὲ ὁ Βουτουμίτης
ἐξ ὀπισθίων αὐτοῦ διώκων ἤλαυνεν. ὁ δὲ ὑπ᾿
αὐτοῦ κατεπειγόμενος καὶ τῆς ἐλπίδος διημαρτηκὼς τῷ ἐπὶ
θάτερα προσεχώρησεν ὄρει εἰς τὸν ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ τιμίου
σταυροῦ ἀνεγερθέντα πάλαι νεὼν προσπεφευγώς. ὁ δὲ Βουτυμίτης
 (οὗτος γὰρ τὴν αὐτοῦ διωκὴν παρὰ τοῦ Δούκα
ἐπετέτραπτο) τοῦτον αὐτοῦ που καταλαβὼν λόγον ἀπαθείας
αὐτῷ δίδωσι καὶ συμπαραλαβὼν ἄγει πρὸς τὸν μέγαν δοῦκα. 
κἀντεῦθεν πάντες τὴν Λευκουςίαν καταλαμβάνουσι κἀκεῖθεν
τὴν ὅλην νῆσον ὑπὸ τὴν ἰδίαν χεῖρα ποιηςάμενοι ἠσφαλίσαντο
 κατὰ τὸ ἐγχωροῦν τῷ αὐτοκράτορι τὰ συμπεςόντα
ἅπαντα διὰ γραμμάτων δηλώσαντες. ὁ δὲ βασιλεὺς ἀποδεξάμενος
αὐτῶν τὸν ἀγῶνα δεῖν ἔγνω τὰ κατὰ τὴν Κύπρον
ἀσφαλίσασθαι κριτὴν μὲν οὖν τηνικαῦτα καὶ ἐξισωτὴν τὸν
Καλλιππάριον προὐβάλλετο· ἀνὴρ δὲ οὗτος οὐ τῶν ἐπιςήμων,
 μαρτυρίαν δὲ πολλὴν δικαιοπραγίας τε καὶ ἀφιλοχρηματίας v.8
Καὶ ταπεινοφρςύνης συνεπαγόμενος. ἐπεὶ δὲ καί τινος ἡ
Νῆσος ἐδεῖτο τοῦ ταύτην φρουρήσοντος, τὸν Φιλοκάλην Εὐ- 
 

 
 μάθιον τὴν ταύτης ἀναθέμενος φρουρὰν στρατοπεδάρχην
προεχειρίσατο ναῦς πολεμικὰς δεδωκὼς αὐτῷ καὶ ἱππότας
ἐφ’ ᾧ τὰ κατὰ τὴν Κύπρον διά τε θαλάττης καὶ ἠπείρου
ἀσφαλίζεσθαι. ὁ μέντοι Βουτουμίτης ἀναλαβόμενος τὸν
Ῥαψομάτην καὶ τοὺς συναποστατήσαντας αὐτῷ ἀθανάτους 
ἐπάνεισι πρὸς τὸν Δούκαν. καὶ οὕτως εἴσεισι πρὸς τὴν
βασιλεύουσαν.

Τοιαῦτα μὲν οὖν τὰ κατὰ τὰς νήσους, τὴν Κύπρον
φημὶ καὶ Κρήτην· ὁ δέ γε Τζαχᾶς ἀνὴρ ὢν φιλοπόλεμος
δραστηριότητι γνώμης οὐκ ἤθελεν ἠρεμεῖν, ἀλλὰ μετ’ οὐ 
 πολὺ τὴν Σμύρνην ἐπελθὼν κατέλαβε. καὶ αὖθις λῃστρικὰς
ἐπιμελῶς κατεσκεύαζε ναῦς, δρόμωνάς τε καὶ διήρεις καὶ
τριήρεις καὶ ἄλλα τινὰ τῶν κουφοτέρων νηῶν, τοῦ αὐτοῦ
σκοποῦ ἐχόμενος. ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ οὐκ ἀνέπιπτεν
αὖθις οὐδ’ ἀνεβάλλετο, ἀλλ’ ἐκ θαλάττης καὶ ἠπείρου 
ἔσπευδε τοῦτον καταγωνίσασθαι. τὸν μὲν οὐν Κωνσταντῖνον
τὸν Δαλασσηνὸν θαλασσοκράτορα προχειρισάμενος τηνικαῦτα
μετὰ τοῦ ναυτικοῦ παντὸς ἐξέπεμψε κατὰ τοῦ Τζαχᾶ. τὸν
δέ γε σουλτάνον συνοῖσον ἐδόκει διὰ γραμμάτων ἐρεθίσαι
 κατ’ αὐτοῦ· εἶχε δ’ οὕτω τὰ γράμματα “οἶδας, μεγαλοδοξότατε 
σουλτὰν Κλιτζιασθλάν, ὅτι τὸ σουλτανικὸν ἀξίωμά σοι
πατρόθεν προσήκει. ὁ δὲ σὸς γαμβρὸς ὁ Τζαχᾶς κἀν κατὰ
τῆς βασιλείας Ῥωμαίων τῷ φαινομένῳ ὁπλίζηται βασιλέα
ἑαυτὸν ἀποκαλῶν ἀλλὰ τοῦτο πρόδηλος σκῆψίς ἐστιν. οὐ
γὰρ λέληθεν αὐτὸν πολυπειρίαν ἔχοντα καὶ ἀκριβῶς γινώσκοντα, 
ὡς οὐ προσήκει τούτῳ ἡ βασιλεία Ῥωμαίων, καὶ
ἀδύνατον τοιαύτης ἀρχῆς ἐπιδράξασθαι. τὸ δὲ πᾶν σκαιώρημα
κατὰ σοῦ ἐξαρτύεται. οὐ χρὴ τοιγαροῦν ἀνέχεσθαι
αὐτοῦ οὔτε μὴν ἀναπεπτωκέναι, ἀλλ’ ἐγρηγορέναι μᾶλλον,
ἴνα μὴ τῆς ἀρχῆς παραλυθῇς. ἐγὼ μὲν οὐν τοῦτον τῶν 
 ὑπὸ τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων ὁρίων ἀπελάσω θεοῦ ἀρήγοντος·
κηδόμενος δὲ σοῦ παρεγγυῶμαί, ὡς ἂν καὶ αὐτὸς τῆς ἰδίας
 

 
φροντίσῃς ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ πη μὲν μετ’ εἰρήνης, πὴ
δέ , εἰ μὴ ταύτην ἀσπάζοιτο, μετὰ ξίφους σπεύσῃς αὐτὸν
καθυποτάξαι.” τούτων οὕτω παρὰ τοῦ βασιλέως οἰκονομηθέντων
καταλαμβάνει τὴν Ἄβυδον ὁ Ἄβυδον μετὰ τῶν ὑπ
 αὐτὸν δυνάμεων ἐξ ἠπείρου καὶ ἐπολιόρκει ταύτην δι’ ἑλεπόλεων
καὶ παντοίων πετροβόλων ὀργάνων. οὐδὲ γὰρ παρῆσαν
τούτῳ ἔτι λῃστρικαὶ νῆες μήπω ἀπαρτισθεῖσαι. ὁ δέ γε
Δαλασσηνὸς εἴχετο μὲν μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεων τῆς
πρὸς Ἄβυδον φερούσης, φιλοκινδυνότατος καὶ εὐψυχότατος
 ὢν ὁ ἀνήρ· ὁ δὲ σουλτὰν Κλιτξιασθλὰν δεξάμενος τὰ παρὰ 
τοῦ βασιλέως διαμηνυθέντα ἔργου εὐθὺς εἴχετο τῆς πρὸς
τὸν Τξαχᾶν φερούσης ἁψάμενος σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι.
τοιοῦτον γὰρ τὸ βάρβαρον ἅπαν ἕτοιμον πρὸς σφαγὰς καὶ
πολέμους. ἔγγιστα δὲ τούτου γενομένου, ἐπεὶ ἐξ ἠπείρου
 καὶ θαλάττης τοὺς πολεμίους ἑώρα ἐπιόντας, πλοῖον δὲ οὐδαμοῦ
μήπω τῶν παρ’ αὐτοῦ ἑτοιμαζομένων νηῶν ἀπαρτισθεισῶν
μήτε δυνάμεις ἀποχρώσας ἔχων πρός τε τὸ Ῥωμαϊκὸν
καὶ τὸ τοῦ κηδεστοῦ αὐτοῦ δουλτὰν Κλιτζιασθλὰν στράτευμα, 
ἐν ἀμηχανίᾳ καθειστήκει. πτοούμενος δὲ καὶ τοὺς
 ἐποίκους καὶ στρατιώτας Ἀβύδου δεῖν ἐλογίσατο προσεληλυθέναι 
τῷ σουλτὰν ἀγνοῶν τὴν τοῦ αὐτοκράτορος κατ’ αὐτοῦ
κατασκευασθεῖσαν τυρείαν. ὁ δὲ σουλτὰν τοῦτον θεασάμενος
ἱλαρὸν εὐθὺς ἐδείκνυ βλέμμα καὶ ἀσπασίως ἐδέχετο.
τράπεζαν τοίνυν ὡς ἔθος ἑτοιμάσας καὶ συνδειπνῶν μετ’
 αὐτοῦ ζωρότερον πίνειν τὸν Τζαχᾶν κατηνάγκαζεν. ὁπηνίκα
δὲ τοῦτον ἐμφορηθέντα οἴνου διέγνω, σπασάμενος ξίφος κατὰ
τῶν λαγόνων ὦσεν αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς μὲν αὐτοῦ που νεκρὸς
ἔκειτο· ὁ δέ γε σουλτὰν τὰ περὶ εἰρήνης τοῦ λοιποῦ πρὸς
τὸν αὐτοκράτορα διαπρεσβεύεται. καὶ δὴ τοῦ σκοποῦ οὐ
 διήμαρτε. δέχεται γὰρ αὐτοῦ τὴν αἴτησιν ὁ αὐτοκράτωρ. 
καὶ τῶν εἰρηνικῶν σπονδῶν ὡς ἔθος τελεσθεισῶν ἐν καταστάσει
τὰ παρὰ θάλασσαν ἦσαν ὅρια.

Μήπω δὲ τοσούτων φροντίδων ὁ αὐτοκράτωρ ἀπαλλαγεὶς
τῶν ἀπὸ τούτου κακώσεων καθαριεύσας εἰ γὰρ
καὶ αὐτὸς μὴ παρῆν ἔν τισιν, ἀλλά γε ταῖς οἰκονομίαις καὶ
ταῖς φροντίσι καὶ συμπαρῆν καὶ συνέπραττεν) εἰς ἕτερον
ἀγῶνα αὖθις ἠπείγετο. ὁ γὰρ Βολκάνος ἀνὴρ δὲ οὗτος τὸ 
πᾶν τῆς ἀρχῆς τῶν Δαλματῶν φέρων, δεινὸς μὲν εἰπεῖν,
δεινὸς δὲ καταπράξασθαι) μετὰ διττὴν ἡλίου περιφορὰν τῆς
τῶν Σκυθῶν καταλύσεως τῶν ἰδίων ὅρων ἐξεληλυθὼς τὰς
 παρακειμένας ἐλῄζετο πόλεις καὶ χώρας καὶ αὐτὸ δὴ τὸ Λιπένιον
κατασχὼν πῦρ ἐμβαλὼν ἐνέπρησε. ταῦτα ὁ βασιλεὺς 
μεμαθηκὼς οὐκέτ’ ἀνεκτῶς εἶχεν, ἀλλ’ ἀποχρώσας δυνάμεις
συναγηοχὼς κατὰ τῶν Σέρβων κατευθὺ τοῦ Λιπενίνου ἤλαυνε
τοῦτο δὲ πολίχνιόν τι μικρὸν περὶ τοὺς πρόποδας τοῦ Ζυγοῦ
τοῦ διαιροῦντος τὴν Δαλματίαν ἀπὸ τῆς ἡμεδαπῆς χώρας)
ἐφ’ ᾧ τῷ Βολκάνῳ εἰ τύχοι ἀντικαταστῆναι καὶ πόλεμον 
συνάψαι καρτερὸν καὶ εἰ τὴν νίκην δοίη αὐτῷ θεός,
τό τε Λιπένιον καὶ τὰ λοιπὰ ἅπαντα ἀνεγεῖραι καὶ εἰς τὸ
πρότερον ἀποκαταστῆσαι σχῆμα. ὁ δὲ Βολκάνος τὴν τοῦ
 αὐτοκράτορος μεμαθηκὼς ἔλευσιν ἀπάρας ἐκεῖθεν καταλαμβάνει
τὸ Σφεντζάνιον· πολίχνιον δὲ τοῦτο ἄνωθεν τοῦ ἤδη 
ῥηθέντος Ζυγοῦ διακείμενον ἐν μεσαιχμίῳ τῶν τε Ῥωμαϊκῶν
ὁρίων καὶ τῆς Δαλματίας. ὁπηνίκα δὲ τὰ Σκόπῖα ὁ αὐτοκράτωρ
κατειλήφει, ἀποστείλας ὁ Βολκάνος διετίθετο τὰ περὶ
εἰρήνης καὶ ἑαυτὸν ἅμα τῆς αἰτίας τῶν κακῶς γεγονότων
ἀπολύων καὶ τὸ αἴτιον ὅλον τοῖς σατράπαις τῶν Ῥωμαίων 
ἀνατιθεὶς λέγων ὡς “ἐκεῖνοι μὴ τοῖς οἰκείοις ὅροις ἐμμένειν
βουλόμενοι διαφόρους ἐκδρομὰς ποιούμενοι οὐ μικρὰν τὴν
βλάβην τῇ Σερβίᾳ προσῆξαν. ἐγὼ δὲ οὐκέτι τοιοῦτον τοῦ
 λοιποῦ διαπράξομαι, ἀλλ’ ἐπαναστρέψας καὶ ὁμήρους ἀποστελῶ
τῶν ἐμῶν συγγενῶν τῇ σῇ βασιλείᾳ καὶ τῶν οἰκείων 
ὅρων οὐχ ὑπερβήσομα.” πρὸς ταῦτα ὁ βασιλεὺς κατένευσε.
 

 
Καὶ καταλίψας ἐκεῖσε τοὺς μέλλοντας τὰς ἐριπωθείσας πόλεις
ἀνεγεῖραι καὶ ὁμήρους ἀναλαβέσθαι πρὸς τὴν βασιλεύουσαν
ἐπανέζευξεν. ὁ δὲ Βολκάνος τοὺς ὁμήρους ἀπαιτούμενος οὐκ
ἐδίδου τούτους, ἀλλ’ ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ὑπερετίθετο ἐνιαυτοῦ
 τε μήπω παρῳχηκότος ὅλου αὖθις εἰς προνομὴν τῶν
Ῥωμαϊκῶν χωρῶν ἐξεληλύθει. καὶ διαφόρους γραφὰς
τοῦ αὐτοκράτορος δεξάμενος ἀναμιμνήσκοντός αὐτὸν τῶν
συνθηκῶν καὶ ὑποσχέσεων, ἃς φθάσας πρὸς αὐτὸν ἐποιήσατο, 
οὐδ’ οὕτως τὰ ὑπεσχημένα τελέσαι ἤθελε. μεταπεμψάμενος
 οὖν ὁ βασιλεὺς Ἰωάννην τὸν υἱὸν τοῦ σεβαστοκράτορος 
καὶ αὐταδέλφου αὐτοῦ κατ᾿ αὐτοῦ ἐξέπεμψε μετὰ
ἀποχρώσης δυνάμεως. ὁ δὲ οἷα ἀπειροπόλεμος καὶ σφαδάζων
ὡς νέος πρὸς μάχας ἀπελθὼν καὶ τὸν τοῦ Λιπενίου ποταμὸν
διαβὰς περὶ τοὺς πρόποδας τοῦ Ζυγοῦ κατευθὺ τοῦ Σφεντζανίου
 τὸν χάρακα ἐπήξατο. οὐκ ἔλαθε τοῦτο τὸν Βολκάνον.
καὶ πάλιν περὶ εἰρήνης καὶ πρὸς αὐτὸν ἠρώτα ὑπισχνούμενος
καὶ τοὺς ὑπεσχημένους ὁμήρους δοῦναι καὶ τὴν καθαρὰν
εἰρήνην τοῦ λοιποῦ μετὰ τῶν Ῥωμαίων τηρῆσαι. ἀλλὰ
ταῦτα μὲν ἐν μόναις ψιλαῖς ὑποσχέσεσιν· αὐτὸς δὲ ἐξωπλίζετο
 ἀγνώστως αὐτῷ προσβαλεῖν. καὶ τῆς πρὸς τὸν Ἰωάννην 
φερούσης τοῦ Βολκάνου ἁψαμένου μοναχός τις προκαταλαβὼν
τὸ μελετώμενον ἀπαγγέλλει τῷ Ἰωάννῃ καὶ καταλαμβάνειν
τὸν ἐχθρὸν ἤδη διισχυρίζετο. ὁ δὲ μετὰ θυμοῦ τοῦτον
ἀπεπέμψατο ψεύστην καὶ ἀπατεῶνα ἀποκαλῶν. ἀλλὰ τὸ ἔργον
 τὸν λόγον προέφθασε πιστώσασθαι. νυκτὸς γὰρ ἐπεισπεσὼν
αὐτῷ πολλοὺς μὲν τῶν στρατιωτῶν ἐντὸς τῶν σκηνῶν ἀνεῖλε,
πολλοὶ δὲ καὶ ἀνὰ κράτος φεύγοντες ταῖς δίναις τοῦ κάτω
ῥέοντος ποταμοῦ παρασυρέντες ἀπεπνίγησαν. ὁπόσοι δὲ
σταθηροτέρας γνώμης ἦσαν, τὴν τοῦ Ἰωάννου ἀναζητήσαντες 
 σκηνὴν ἐκθύμως μαχόμενοι ταύτην ἐπὶ ταὐτοῦ μόγις διετήρησαν.
οὕτω γοῦν τὸ μὲν πλεῖστον τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος
ᾤχετο· ὁ δὲ Βολκάνος τοὺς ἰδίους ἀναλεξάμενος καὶ
 

 
ἀνελθὼν ἄνωθεν τοῦ Ζυγοῦ κατὰ τὸ Σφεντζάνιον ἵστη. οἱ
δ᾿ ἀμφὶ τὸν Ἰωάννην τούτους θεασάμενοι ὀλίγοι ὄντες μετὰ
τοσούτων μάχεσθαι μὴ δυνάμενοι ἐβουλεύσαντο εἰς τοὐπίσω
διαπερᾶσαι τὸν ποταμόν. τούτου δὲ γεγονότος καταλαμβάνουσι
τὸ Λιπένιον ὡσεὶ δώδεκα σταδίους τούτου ἀπέχον· 
ἐπὶ πλέον δ’ ἀντέχειν τοὺς πλείστους ἀπολωλεκὼς μὴ δυνάμενος
 τὴν ὡς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἀνεζήτησε· κᾆθ’ οὕτως
τεθαρρηκὼς ὁ Βολκάνος ὡς μή τινος τοῦ ἀντικαθισταμένου
περιλειφθέντος ἐλῄζετο τὰς παρακειμένας πόλεις καὶ
χώρας. καὶ τῶν Σκοπίων τὴν ἔξω χώραν τελείως ἠρίπωσε, 
τὸ δέ τι καὶ κατέκαυσεν. οὐ μέχρι δὲ τούτου, ἀλλὰ καὶ τὸν
Πόλοβον καταλαβὼν καὶ ἄχρι Βρανέας φθάσας καὶ δῃώσας
ἅπαντα πολλήν τε λείαν ἐκεῖθεν ἀφελόμενος εἰς τὴν οἰκείαν
ὑπέστρεψε χώραν.

Ταῦτα ὁ βασιλεὺς μεμαθηκὼς οὐκέτ᾿ ἀνεκτῶς εἶχεν, 
ἀλλ’ εὐθὺς αὖθις ἐξωπλίσατο μὴ πάνυ τι μηδὲ τοῦ αὐλητοῦ
Τιμόθεον πρὸς τοῦτο δεόμενος καθάπερ Ἀλέξανδρος
 περιμείνας τὸν ὄρθιον νόμον. αὐτός τε οὖν ὁ αὐτοκράτωρ
περιθέμενος ὅπλα καὶ τοὺς ἄλλους ὁπλίσας τοὺς τότε παρατυχόντας
τῆς κατευθὺ Δαλματίας φερούσης εἴχετο σπεύδων 
τὰ μὲν φθάσαντα ἐριπωθῆναι τῶν κάστρων ἀνεγεῖραι αὖθις
καὶ εἰς τὸ πρότερον ἀποκαταστῆσαι σχῆμα καὶ ἀντίποινα
τῶν παρ’ αὐτοῦ πεπραγμένων ἐκ περιουσίας κατ᾿ αὐτοῦ διαπράξασθαι.
ἀπάρας οὖν τῆς μεγαλοπόλεως καὶ τὸ Δαφνούτιον
καταλαβών (πόλις δὲ τοῦτο παλαιὰ τῆς Κωνσταντίνου 
σταδίους ἀπέχουσα τεσσαράκοντα) καὶ τοὺς μήπω ἐφθακότας
 τῶν συγγενῶν ἐκδεχόμενος αὐτοῦ που ἐγκαρτερεῖ. τῇ γοῦν
μετ’ αὐτὴν καταλαμβάνει ὁ Διογένης Νικηφόρος πλήρης
 θυμοῦ καἰ φρονήματος· τῷ συνήθει δὲ χρώμενος προσωπείῳ
τὴν ἀλωπεκῆν περιεβέβλητο καὶ τὴν ὄψιν χαριεστέραν διατιθεὶς 
τῷ βασιλεῖ προσφέρεσθαι ἐλευθέρως ἐσχηματίζετο.
τὴν μέντοι σκηνὴν οὐ τῷ συνήθει ἀποστήματι τοῦ βασικαὶ
 

 
λικοῦ κοιτῶνος ἐπήξατο, ἀλλ’ ἀγχοῦ τῆς πρὸς τὸν βασιλέα
εἰσαγούσης ἀνόδου. Μανουήλ δὲ ὁ Φιλοκάλης τοῦτο θεασάμενος
καὶ ὡς ὑπὸ κεραυνοῦ βληθείς, ἐπεὶ οὐδὲ τὰ παρ’
αὐτοῦ μελετώμενα τοῦτον διελάνθανεν, αὖος παραχρῆμα
 εἱστήκει. μόλις δὲ συναγαγὼν τὸ φρονοῦν τῆς ψυχῆς πρόσεισιν 
εὐθὺς τῷ βασιλεῖ καί φησιν “οὐχ ἁπλοῦν τὸ γινόμενόν
μοι δοκεῖ, ἀλλὰ δέος μοι ἔπεισι, μή τι νυκτὸς κατὰ τῆς σῆς
νεωτερισθῇ βασιλείας. ῥήμασι γοῦν τισι πρὸς αὐτὸν χρησάμενος
ἐκεῖθεν μεταβῆναι τοῦτον παρασκευάσω.” ὁ δέ, ὁποῖος
 ἐκεῖνος ἀκατάσειστον ὡς ἐπίπαν ἔχων τὸ φρόνημα, οὐδαμοῦ
παρεχώρει τοῦ ἔργου τῷ Φιλοκάλῃ. πολλὰ δὲ τούτου βιαζομένου
“ἔα’’ φησίν, “οὐ χρὴ πρόφασιν τοῦτον ἐξ ἡμῶν ἐσχηκέναι.
ἔστω τῆς καθ’ ἡμῶν μελέτης αὐτὸς ὁ αἴτιος πρός
τε θεὸν καὶ ἀνθρώπους.” ἀχθόμενος δὲ ὁ Φιλοκάλης καὶ
 τύπτων τὰς χεῖρας μεματαιωμένον τε τὸν βασιλέα ἀποκαλῶν
μεθίστατο. οὐ πολὺ τὸ ἐν μέσῳ, καὶ τοῦ βασιλέως σὺν 
αὐτῇ τῇ βασιλίδι ἀπεριμερίμνως ὑπνώττοντος περὶ μέσην
φυλακὴν τῆς νυκτὸς ἄνεισιν ὁ Διογένης ξίφος ὑπὸ τὴν μάλην
φέρων καὶ ἐπιβεβηκὼς τῶν οὐδῶν ἔστη. κοιμωμένῳ γὰρ
 τούτῳ τῷ βασιλεῖ οὔτε θύραι ἐπεζυγοῦντο οὔτ’ ἐκτὸς ἐπηγρύπνει
φρουρά. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ περὶ τὸν βασιλέα·
τὸν δέ γε Νικηφόρον θεία τις τῷ τότε δύναμις ἀπεῖρξε τοῦ
ἐγχειρήματος. τὴν παιδίσκην γὰρ θεασάμενον τὴν τὸν ἀέρα
ἀναρριπίζουσαν καὶ πόρρω ποι τοὺς κώνωπας ἀπωθουμένην
 τοῦ τῶν βασιλέων χρωτὸς παραχρῆμα ὑπό τε τρόμος ἔλλαβε
γυῖα ὦχρός τέ μιν εἷλε παρειάς, κατὰ τὸν ποιητὴν φάναι, 
ἐς νέωτα τὸν φόνον ἀναρτήσαντα. καὶ οὗτος μὲν τὴν ἀπροφάσιστον
τοῦ αὐτοκράτορος σφαγὴν ἐμελέτα διὰ παντός,
ἐκεῖνον δὲ οὐδὲν τῶν μελετηθέντων κατ᾿ αὐτοῦ διελάνθανε.
 ταχὺ γὰρ ἡ παιδίσκη τούτῳ προσελθοῦσα τὸ δρᾶμα ἀπήγγειλε.
τοιγαροῦν ἐκεῖθεν τῇ μετ᾿ αὐτὴν ἀπάρας τῆς προκειμένης
ὁδοῦ εἴχετο τὸν ἀγνοοῦντα μὲν ὑποκρινόμενος, οἰἔλαβε
 

 
κονομῶν δὲ καὶ τὰ κατ᾿ αὐτὸν τοσοῦτον, ὡς ἅμα μὲν καὶ
φυλάττεσθαι, ἅμα δὲ καὶ μηδ’ ἡντιναοῦν εὔλογον λαβὴν
 διδόναι τῷ Νικηφόρῳ. ἐν τοῖς μέρεσιν οὖν γενόμενος τῶν
Σερρῶν, ἐπεὶ ὁ Πορφυρογέννητος Κωνσταντῖνος ὁ Δούκας
συνεπόμενος τῷ αὐτοκράτορι ᾐτεῖτο εἰς τὸν ἴδιον ἀγρὸν καταλῦσαι 
ἐπιτερπῆ ὄντα καὶ ὕδασι ψυχροῖς καὶ ποτίμοις κατάρρυτον
καὶ ἀποχρῶντα οἰκήματα ἔχοντα πρὸς τὴν βασιλέως
ὑποδοχήν (Πεντήγοστις τούτῳ τὸ ὄνομα), ὁ βασιλεὺς ὑπείξας
τῷ τούτου θελήματι αὐτοῦ που κατέλυσεν. ἀλλ’ οὐδὲ τῇ
μετ’ αὐτὴν βουλομένῳ ἐξελθεῖν ὁ Πορφυρογέννητος συνεχώει· 
ἠξίου δὲ μᾶλλον ἐγκαρτερῆσαι καὶ ἔτι ἐφ’ ᾧ ἀνακτήσασθαί
τε ἑαυτὸν τῆς ὁδοιπορίας καὶ τὸ σῶμα τοῦ
 κονιορτοῦ καθᾶραι λουσάμενον. εὐτρέπιστο γὰρ αὐτῷ ἤδη
καὶ τὰ πρὸς εὐωχίαν δαψιλῆ. ὁ δὲ καὶ αὖθις τῷ τοῦ Πορφυρογεννήτου
ὑπεῖξε θελήματι. ὡς δὲ λουσάμενον καὶ τοῦ 
 βαλανείου ἐξεληλυθότα τοῦτον μεμαθήκοι Νικηφόρος ὁ Διογένης
πάλαι τυραννιῶν, ἐπιτηρῶν δὲ εἴ που καὶ αὐτόχειρ
δυνηθῇ τούτου γενέσθαι, περιζωσάμενος τὸν ἀκινάκην εἰσῄει
ὡς δῆθεν ἐκ θήρας ἐπανιὼν κατὰ τὸ σύνηθες. τοῦτον οὖν
ὁ Τατίκος θεασάμενος καὶ πάλαι γινώσκων τὸ παρ’ αὐτοῦ 
μελετώμενον ἀπώσατο ἐπειπὼν “ἵνα τί ἀσυντάκτως οὕτως
καὶ ξιφήρης εἰσέρχῃ ; καιρὸς βαλανείου καὶ οὐχὶ ὁδοιπορίας
 οὐδὲ θήρας ἢ μάχης ἐστίν” ὁ δὲ τοῦ σκοποῦ διημαρτηκὼς
ὑπεχώρησεν. ὑπολαβὼν δὲ ὡς ἤδη ἐπέγνωσται (δεινὸς γὰρ
ἔλεγχος ἡ συνείδησις) δρασμῷ τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν πραγματεύσασθαι 
ἐβουλεύετο καὶ εἰς τοὺς ἐν Χριστουπόλει ἀγροὺς
τῆς βασιλίδος Μαρίας ἢ εἰς τὸν Πέρνικον ἢ τὸν Πετριτζὸν
προσχωρῆσαι κἀκεῖθεν αὖθις πρὸς τὰ συμπίπτοντα τὰ κατ
αὐτὸν εὖ διαθέσθαι. προεφθάκει γὰρ ἡ βασιλὶς Μαρία
τοῦτον προσλαβέσθαι ἀδελφὸν ὄντα μητρόθεν τοῦ προβεβασιλευκότος 
ἀνδρὸς αὐτῆς Μιχαὴλ τοῦ Δούκα, κἂν τὰ ἐς πατέρας
 διήλλαττον. καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς τριταῖος ἐκεῖθεν ἔξεισι·
 

 
τὸν δὲ Κωνσταντῖνον αὐτοῦ που καταλελοίπει ῥᾳστώνης 
χάριν δεδιὼς τὸ ἁπαλὸν καὶ ἀσύνηθες τοῦ νεανίου τότε
πρώτως τῆς ἐνεγκαμένης πρὸς ἐκστρατείαν ἐξεληλυθότος. ἦν
γὰρ μονογενὴς τῇ μητρί. καὶ ὁ αὐτοκράτωρ σφόδρα τοῦ
 νεανίσκου κηδόμενος πάσης ἀνέσεως συνεχώρει ἐπαπολαύειν
αὐτὸν σὺν τῇ βασιλίδι μητρί, ἅμα δὲ καὶ ὡς ἴδιον ἀπαρτὶ
τέκνον ἐξόχως φιλῶν τοῦτον.

Ἀλλ᾿ ἵνα μὴ συγκεχυμένος ὁ λόγος προίῃ, τὰ κατὰ
τὸν Διογένην Νικηφόρον ἐξ ἀρχῆς αὐτῆς ἱστορείτω. ὅπως
 μὲν οὖν ὁ τούτου πατὴρ Ῥωμανὸς εἰς τὴν βασίλειον ἀνήχθη
περιωπὴν καὶ ὁποῖον τέλος ἔσχε τὰ κατ’ αὐτόν, διαφόροις
τῶν ἱστοριογράφων ἐμέλησε, κἀκεῖθεν ἐξέσται τὰ περὶ τούτου 
ἀναλέγεσθαι τοῖς βουλομένοις. ἐπὶ παισὶ δὲ ὅμως τετελευτήκει
τῷ τε Λέοντι καὶ τῷ Νικηφόρῳ. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ
 Ἀλέξιος ἐκ προοιμίων τῆς αὐτοῦ ἀναρρήσεως παραλαβὼν
τούτους ἰδιώτας ἐκ βασιλέων καὶ γὰρ ἅμα τῷ τῆς βασιλείας
ἐπιβῆναι ὁ Μιχαὴλ καὶ αὐτάδελφος αὐτῶν αὐτοὺς μὲν τῶν
ἐρυθρῶν ἀπογυμνοῖ πεδίλων καὶ τὰ στέφη τούτων ἀφαιρεῖται
καὶ ὑπερορίαν ξὺν τῇ μητρὶ αὐτῶν τῇ βασιλίσσῃ Εὐδοκίᾳ
 εἰς τὴν μονὴν τοῦ Κυπερούδη καταψηφίζεται) παντοίας θεραπείας
ἠξίου τὸ μέν τι δι’ ὃ πεπόνθασιν οἰκτείρων αὐτούς, 
τὸ δέ τι καὶ τοὺς νέους ὁρῶν κατά τε σώματος ὥραν καὶ
ῥώμην διαφέροντας τῶν πολλῶν, χνοάζοντας μὲν καὶ ἀρτιφυεῖς
τὸ γένειον, ὑψηλοὺς καὶ ἰσομέτρους ὥσπερ ὑπὸ κανόνα
 τὸ μέγεθος καὶ αὐτὸ τὸ νεοτήσιον ἤδη ἐκφύοντας ἄνθος ἐξ
αὐτῆς τε ὄψεως τὸ θυμοειδὲς αὐτῶν καὶ γενναῖον τοῖς μὴ
διὰ πάθος τυφλώττουσιν ἀριδήλως ἐμφαίνοντας καὶ σκύμνους
οἷον λέοντος· καὶ ἄλλως δέ, ὁποῖος ἐκεῖνος μὴ ἐπιπολαίως
ὁρῶν μήτε πρὸς τὴν ἀλήθειαν μύων μηδὲ πάθεσιν ἁλισκόμενος
 ἐπιψόγοις, ἀλλὰ ταλαντεύων τὸ ὂν ἐν ἰσορρόπῳ στάθμῃ 
τῆς συνειδήσεως καὶ τό ὕψος ἐξ οὗπερ ἐκπεπτώκεσαν λογιζόμενος
ἐνηγκαλίζετο ἶσα καὶ τέκνοις ἰδίοις, τί μὲν οὐ λέγων,
 

 
τί δὲ οὐ πράττων ἀγαθὸν ἐς αὐτούς, τί δὲ οὐ προμηθευόμενος;
 κἂν ὁ φθόνος βάλλων αὐτοὺς τοῖς τοξεύμασιν οὐκ ἀνίει.
ἐκ πολλῶν γὰρ κατ’ αὐτῶν ἐρεθιζόμενος ὁ αὐτοκράτωρ αὐτὸς
μᾶλλον πάσης αὐτοὺς ἐπικουρίας ἠξίου ἱλαρὸν ἐνατενίζων
ἀεὶ καὶ ἐνωραϊζόμενος οἷον ἐπ’ αὐτοῖς ξυμβουλεύων τε διὰ 
παντὸς τὰ συνοίσοντα. ἄλλος μὲν γὰρ ἴσως καὶ ὑπόπτους
 ἂν ἐλογίσατο τούτους καὶ ἐκποδὼν διὰ παντοίας μεθόδου ἐξ
αὐτῆς ἀρχῆς ποιῆσαι ἐσπούδασεν ἄν · οὗτος δὲ ὁ αὐτοκράτωρ
τὰς τῶν πολλῶν κατὰ τῶν νέων εἰσηγήσεις παρ’ οὐδὲν ἐτίθετο
ἐξόχως τούτους φιλῶν, τὴν μέντοι μητέρα τούτων Εὐδοκίαν 
καὶ δωρεῶν ἀξιῶν καὶ τιμῆς τῆς προσηκούσης βασιλίσσαις
μὴ ἀποστερῶν. καὶ αὐτῷ δὴ τῷ Νικηφόρῳ τὴν τῆς
νήσου Κρήτης ἀρχὴν ἀνέθετο εἰς ἐνδιαίτημα ἴδιον. ἀλλὰ
 ταῦτα μὲν ὁ βασιλεύς· τούτων δὲ ὁ μὲν Λέων φρονήματος
ὢν ἀγαθοῦ καὶ γνώμης ἐλευθέρας, ὁρῶν δὲ καὶ τὴν βασιλέως 
εἰς αὐτοὺς εὐμένειαν ἔστεργε τὴν λαχοῦσαν ἐπαναπαυόμενος
οἶον ἐπὶ τοῖς παροῦσι κατὰ τὸν εἰπόντα “Σπάρταν
ἔλαχες, ταύταν κόσμει”. ὁ δέ γε Νικηφόρος δύσοργος καὶ
βαρύμηνις ὢν βυσσοδομεύων κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος καὶ
τυραννήσειν μελετῶν οὐκ ἐπαύετο· ὑποβρύχιον δὲ ὅμως εἶχε 
τὴν βουλήν. ἤδη δὲ καὶ τοὺ ἔργου ἀπαρξάμενος γνησιώτερόν
τισι προσωμίλει. οὐκ ἐλάνθανε τοῦτο τοὺς πλείστους· δι’
 ὧν καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς ἔφθανε τοῦ βασιλέως. ὁ δὲ βασιλεὺς
καινόν τι ποιῶν μεταπεμπόμενος τούτους ἐν καιροῖς ἁρμοδίοις
οὐκ ἐνέφαινε μὲν τὸ ἀκουσθέν, εὐφυῶς δὲ παρῄνει 
καὶ τὰ εἰκότα συνεβούλευε. καὶ ὅσῳ μᾶλλον τῆς ἐπιβουλῆς
ἐν γνώσει ἐγίνετο, τοσούτῳ μᾶλλον ἐλευθεριώτερον πρὸς αὐτοὺς
διετίθετο οὕτω βουλόμενος τούτους κερδανεῖν. ἀλλ’ ὁ
Αἰθίοψ οὐκ ἐλευκαίνετο. ἔμενε γὰρ ὁ αὐτὸς καὶ μετεδίδου
τῆς λύμης, ὁπόσοις ἂν προσεπέλασε, τοὺς μὲν δι’ ὅρκων, 
τοὺς δὲ δι’ ὑποσχέσεων σφετεριζόμενος. τοῦ μὲν οὖν κοινοῦ
τοῦ στρατοῦ οὐ τοσοῦτον ἔμελε τῷ Νικηφόρῳ· ἤδη γὰρ
 

 
ἅπαντες πρὸς αὐτὸν ἀπονενεύκασιν· ἀλλ’ ὅλος πρὸς τοὺς 
μεγιστᾶνας ἀπονενευκὼς τῶν τε ἡγεμόνων καὶ τῶν τῇ συγκλήτῳ
κατειλεγμένων προκρίτων ἀνδρῶν πολλὴν φροντίδα
ποιούμενος ὑπεποιεῖτο αὐτούς. ἠν γὰρ τὴν φρένα μὲν ὀξύτερος
 ἀμφιστόμου ξίφους, στάσιμος δὲ οὐδαμῶς, εἰ μὴ ὅσον
πρὸς τὸ τυραννήσειν τὸ ἀμετάθετον ἐνεδείκνυτο· μελιχρὸς
ἐν λόγοις, ἐν συναναστροφαῖς ἡδύς, ταπεινοφροσύνην μὲν
ὡς ἀλωπεκῆν ποτε περιβαλλόμενος, ἔστιν οὗ καὶ τὸ θυμοειδὲς
καθάπερ λέων ἐμφαίνων ποτέ, ῥωμαλέος καὶ πρὸς Γίγαντας
 ἐγκαυχώμενος ἁμιλλᾶσθαι, σιτόχρους τὴν ὄψιν, εὐρὺς τὰ 
στέρνα ὑπερωμίας τῶν τότε καιροῦ ὄντων ἀνδρῶν. εἰ δὲ
σφαιρίζοντα τοῦτον εἶδέ τις, εἰ δὲ ἱππαζόμενον, εἰ δὲ ὀϊστὸν 
πέμποντα ἢ δόρυ κραδαίνοντα καὶ ἱππασίας ποιούμενον,
θαῦμα ἐδόκει καινὸν θεᾶσθαι ἐκεχήνει τε καὶ μόνον οὐ
 πεπηγὼς ἦν. διὰ τοῦτο καὶ μᾶλλον τὴν τῶν πολλῶν ἐπεσπᾶτο 
εὔνοιαν. τοσοῦτον δὲ τὸ σπουδαζόμενον αὐτῷ προῄει,
ὡς καὶ αὐτὸν τὸν ἐπ’ ἀδελφῇ τοῦ αὐτοκράτορος γαμβρὸν
Μιχαὴλ τὸν Ταρωνίτην τῷ τοῦ πανυπερσεβάστου τιμώμενον
ἀξιώματι ὑποποιήσασθαι.

Ἀλλ᾿ ἐπανακτέον τὸν λόγον αὖθις ὅθεν ἀπερρύη καὶ
καθ’ εἱρμὸν ἑκτέον τῆς διηγήσεως. ὁ μὲν οὖν αὐτοκράτωρ
τοῖς λογισμοῖς ἀνατρέχων, ἐξ οὗπερ τὴν καθ᾿ ἑαυτοῦ τοῦ
Διογένους μελέτην ἐπέγνωκεν, καὶ ὅπως ἐξ αὐτῆς ἀρχῆς τῆς
αὐτοῦ ἀναρρήσεως ἀμφοῖν ἐχρήσατο τοῖν ἀδελφοῖν ὁπόσης
 τε φιλοφροσύνης καὶ κηδεμονίας ἐπὶ τοσούτοις ἔτεσιν αὐτοὺς
ἠξίου, κἀν οὐδὲν τούτων τὴν τοῦ Νικηφόρου γνώμην ἐπὶ 
τὸ βέλτιον μετηλλοίωσεν, εἰς ἀμηχανίαν ἐνέπιπτε. ταῦτ’ οὖν
ὁ βασιλεὺς ἀναλογιζόμενος πάντα καὶ ὅπως μετὰ τὸ σφαλῆναι
αὖθις εἰσῄει, ὅπως ἀπώσθη παρὰ τοῦ Τατικίου, καὶ γνοὺς
 ὡς τὸ φονουργὸν σιδήριον θήγων κατ’ αὐτοῦ αἵμασιν ἀναιτίοις
σπεύδει χρᾶναι τὰς χεῖρας καὶ ὁ τέως ἐφεδρεύων καὶ
 

 
νυκτὸς ἐπιτηρῶν τὸν φόνον τελέσαι ἀπαρακαλύπτως τοῦτον
ἤδη ἐπισπεύδει, πολλοῖς ἐκυμαίνετο λογισμοῖς. ἤθελε μὲν
οὖν οὐδαμῶς τὸν Διογένην μετελεύσεσθαι δι’ ὃν πρὸς αὐτὸν
ἐγκάρδιον ἐκέκτητο πόθον ἐξόχως τὸν ἄνδρα φιλῶν· ἁπαξαπῶς
 δὲ ἅπαντα συνελὼν ὅπη τε προβήσεται τὸ δεινὸν 
ἐννοῶν, ἐπεὶ τὸν περὶ ψυχῆς κίνδυνον αὐτῷ ἐφιστάμενον
ἔγνω, πλήττεται τὴν καρδίαν. καὶ εἰς ἓν τὸ πᾶν συναγαγὼν
δεῖν ἔκρινεν κατασχεῖν τὸν Νικηφόρον. ἐκεῖνος δὲ τὸν μελετώμενον
ἐπισπεύδων δρασμὸν καὶ βουλόμενος νυκτὸς τῆς
πρὸς Χριστούπολιν φερούσης ἅψασθαι ἑσπέρας ἀποστείλας 
εἰς τὸν Πορφυρογέννητον Κωνσταντῖνον τὸν δοθέντα αὐτῷ
παρὰ τοῦ βασιλέως ταχυδρόμον ἵππον ᾐτεῖτο ἀποχαρίσασθαί
οἱ. ὁ δὲ ἀνένευε λέγων μὴ δύνασθαι δῶρον τοιοῦτον αὐθήμερον
 τοῦ βασιλέως ἀποποιήσασθαι. ἐπεὶ δὲ πρωΐας ὁ
βασιλεὺς τῆς προκειμένης ὁδοῦ ἥψατο, συνείπετο τούτῳ καὶ 
ὁ Διογένης τοῦ διασκεδάζοντος βουλὰς καὶ λογισμοὺς ἀθετοῦντος
λαῶν θεοῦ τοῦτον σφήλαντος γνωσιμαχοῦντα μὲν
τὸν δρασμόν, ὑπερτιθέμενον δὲ ὥραν ἐξ ὥρας, ὁποῖα τὰ τοῦ
θεοῦ κρίματα. κατασκηνώσας οὖν ἀγχοῦ τῶν Σερρῶν, ὅπου
καὶ ὁ βασιλεύς, αὐτὸς μὲν τῶν συνήθων εἴχετο λογισμῶν 
ὡς πεφωραμένος ἤδη καὶ δεδιὼς τὸ μέλλον. ὁ δὲ βασιλεὺς
 μετακαλεῖται τηνικαῦτα τὸν ἴδιον ἀδελφὸν Ἀδριανὸν καὶ
μέγαν δομέστικον κατ’ αὐτὴν τὴν ἑσπέραν, ἐν ᾗ καὶ ἡ τοῦ
μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου ἐτελεῖτο μνήμη. καὶ κοινοῦται
αὖθις τούτῳ τὰ τοῦ Διογένους μηδὲ πρότερον ἀγνοοῦντι, 
ὡς ξιφήρης εἰσῄει, ὡς ἀπώσθη τῆς θύρας, ὡς τὸ πάλαι βεβουλευμένον
εἰ δυνατὸν ἵσταται σπεύδων τελέσαι. τηνικαῦτα
οὖν ἐπισκήπτει τῷ δομεστίκῳ ὁ βασιλεὺς τὸν Διογένην εἰς
 τὴν ἰδίαν μετακαλέσασθαι σκηνὴν καὶ διὰ μειλιχίων λόγων
καὶ παντοίων ὑποσχέσεων πεῖσαι ἀνακαλύψαι ἅπαντα τὰ 
βεβουλευμένα ἀπάθειαν αὐτῷ ὑπισχνουμένῳ καὶ ἀμνηστίαν
τοῦ λοιποῦ τῶν κακῶν, εἰ μηδ’ ὁτιοῦν ἀποκρύψειεν, ἀλλὰ
 

 
καὶ τοὺς συνίστορας ἐξείποι ἅπαντας. ὁ δὲ ἀθυμίας πλήρης 
γενόμενος ὅμως ἐπλήρου τὸ κελευσθέν. ποτὲ μὲν οὖν ἀπειλῶν,
ὁτὲ δὲ ὑπισχνούμενος, ὁτὲ δὲ καὶ συμβουλεύων οὐκ
ἔπειθε τὸν Διογένην ὅλως οὐδ’ ὁτιοῦν τῶν βεβουλευμένων
 ἀνακαλύψαι. τί τὸ ἐπὶ τούτοις; ἤχθετο μὲν ὁ μέγας δομέστικος
καὶ ἠνιᾶτο, οὗ κακῶν φέρεται ὁ Διογένης, στοχαζόμενος.
ἴσχε γὰρ τοῦτον προφθάσας ὁ Διογένης γαμβρὸν
ἐπὶ τῇ ὑστάτῃ τῶν ἑτεροθαλῶν αὐτοῦ ἀδελφῶν. ἔνθεν τοι
καὶ μετὰ δακρύων ἐκλιπαρῶν αὐτὸν οὐκ οὐκ ἔπειθε δὲ
 οὐδαμῶς, κἀν αὐτὸς ἐνέκειτο ἀναμιμνήσκων ἅμα καὶ τῶν
ὄπισθεν. σφαιρίζοντι γάρ ποτε τῷ αὐτοκράτορι κατὰ τὸ ὲν 
τῷ μεγάλῳ παλατίῳ ἱππηλάσιον ἀνήρ τις βάρβαρος ἐξ Ἀρμενίων
καὶ Τούρκων φὺς ξίφος ἔσωθεν τῶν ἀμφίων φέρων,
ἐπὰν τὸν αὐτοκράτορα τῶν συσφαιριζόντων ἀνασειράσαντα
 τὸν χαλινὸν ἀπολειφθέντα ἐθεάσατο ἐφ’ ᾧ πνευστιῶντα τὸν
ἵππον ἀναψῦξαι, πρόσεισι μὲν τῷ αὐτοκράτορι γονυπετῶν
ἅμα καὶ αἰτεῖσθαι ὑποκρινόμενος. ὁ δὲ ἀνασειράζει τὸν
εὐθὺς εὐθὺς καὶ ἐπιστραφεὶς ἐπυνθάνετο, τί ἂν τὸ αἰτούμενον
εἴη. ὁ δὲ φονεὺς μᾶλλον ἢ προσαίτης ὢν τὴν χεῖρα
 ὑποβαλὼν καὶ τοῦ ξίφους ἁψάμενος εἷλκε τοῦ κουλεοῦ. τὸ 
δ’ οὐ συνείπετο τῇ χειρί. ἅπαξ οὖν καὶ δὶς τοῦ μὲν ξίφους
ἀποπειρώμενος, τοῖς δὲ χείλεσι ψευδεῖς αἰτήσεις συνείρων
ἀπογνοὺς καὶ προσουδίσας ἑαυτὸν τῇ γῇ ἔκειτο συγγνώμην 
ἐξαιτούμενος. ὁ δὲ πρὸς αὐτὸν στρέψας τὸν χαλινὸν ἠρώτα
 ὅτου χάριν συγγνώμην αἰτεῖ. καὶ ὃς τὸ ξίφος σὺν αὐτῶ
κουλεῷ ἐδείκνυ· στερνοτυπῶν δ’ ἅμα καὶ ἐκθαμβούμενος καὶ
βοῶν ἔλεγε “νῦν σε δοῦλον τοῦ θεοῦ γνήσιον ἔγνωκα, νῦν
τὸν μέγαν θεὸν σκέποντά σε ἐν ὀφθαλμοῖς τεθέαμαι. ἐπὶ
τῇ σφαγῇ γὰρ τῇ σῇ τουτὶ τὸ ξίφος κατασκευάσας καὶ λαβὼν
 οἴκοθεν ἐνταῦθα πάρειμι ἐφ’ ᾧ κατὰ τῶν σῶν ὠθῆσαι
σπλάγχνων. ἅπαξ δὲ καὶ δὶς καὶ τρὶς τοῦτο σπασάμενος
οὐδαμῶς ὑπεῖκον ἔσχον τῇ βίᾳ τῆς ἐμῆς χειρός.” ὁ μὲν
 

 
 οὖν βασιλεὺςκαθαπερεὶ μηδέν τι τοιοῦτον ἀκηκοὼς ἐπὶ ταὐτοῦ
σχήματος θαρσαλέος εἱστήκει· συνέδραμον δὲ πρὸς αὐτὸν
παραχρῆμα ἅπαντες, οἱ μὲν ἀκροαςόμενοι τῶν λεγομένων,
οἱ δὲ ἐκθαμβούμενοι ἐπὶ τούτοις. Οἱ δὲ εὐνούστερον πρὸς
τὸν αὐτοκράτορα διακείμενοι καὶ διασπαράττειν αὐτὸν ἐπεχείρουν, 
κἂν αὐτὸς νεύματί τε καὶ χειρὶ καὶ συχνοῖς ἐμβριμήμασιν
ἀπεῖργε τῆς ἐγχειρήσεως. τί τὸ ἐπὶ τούτοις;
παντελοῦς ἀφέσεως ὁ φονεὺς ἐκεῖνος παραχρῆμα τυγχάνει
στρατιώτης, οὐκ ἀφέσεως δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ μεγιστων
 δωρεῶν· ἐπὶ τούτοις καὶ ἐλευθερίας παραπολαύει. πολλοὶ 
 μὲν οὖν τούτων καὶ ὀχλοῦντες ἐνέκειντο τῆς βασιλευούσης
ἀπελαθῆναι τὸν φονέα ἐκεῖνον· ὁ θ’ οὐκ ἐπείθετο λέγων
“ἐὰν μὴ κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἀγρύπνησαν οἱ
φυλάσσοντες. λοπὸν θεῷ ἐπεύχεσθαι δεῖ τὴν ἡμετέραν
ἐκεῖθεν ἐξαιτουμένους διαμονὴν καὶ φρουράν.” ὑπεψιθήριζον 
οὖν τινες μετὰ τῆς τοῦ Διογένους γνώμης τῷ τοῦ αὐτοκράτορος
φόνῳ ἐπικεχειρηκέναι τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, κἂν ὁ βασιλεὺς
οὐδ’ ὅλως ὑπεῖχε τούτοις τοῖς λόγοις τὰ ὦτα, ἀλλὰ
μᾶλλον ἐβαρυμηνία κατ’ αὐτῶν τοσοῦτον αὐτοῦ ἀνεχόμενος,
ὡς μέχρις αὐτοῦ λαιμοῦ τῆς ἀκωκῆς τοῦ ξίφους φθανούσης 
 τὸν ἀγνοοῦντα ὑποκρίνεσθαι. ἀλλὰ ταῦτα μὲν οὕτω. τούτων
οὖν ἀναμνήσας αὐτὸν ὁ μέγας δομέστικος καὶ μηδαμως
πείθων προσελθὼν ἀπαγγέλλει τῷ βασιλεῖ τὴν τοῦ Διογένους
ἔνστασιν καὶ ὅτι ἔχαρνος παντάπασιν ὁ Διογένης ἐστί, καίτοι
πολλὰ παρακληθεῖς παρ’ αὐτοῦ, ὡς ἔλεγε.

Μεταπέμπεται τοίνυν τὸν Μουζάκην καὶ ἐπισκήπτει
ἔνοπλον μεθ’ ἑτέρων παραγενόμενον ἀναλαβέσθαι τοῦτον
τῆς τοῦ μεγάλου δομεστίκου σκηνῆς καὶ εἰς τὴν ἰδίαν
ἀπαγαγεῖν κάκεῖσε μετὰ ἀσφαλείας τηρεῖν δεσμῶν ἄτερ καὶ
ἑτέρας κακώσεως. ὁ δ’ εὐθὺς τὸ κελευσθὲν ἐπλήρου. καὶ 
 παραλαβὼν τοῦτον εἰς τὴν ἰδίαν ἀπάγει σκηνήν. ἐπεὶ δὲ
 

 
δι’ ὅλης νυκτὸς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ ξυμβουλεύων οὐ μόνον
οὐκ ἔπειθεν, ἀλλὰ καὶ ἀναισχύντως αὐτῷ προσφερόμενον
ἑώρα, θυμοῦ πλησθεὶς καὶ ὁ μὴ προστέτακτο ἐπιχειρεῖν
ἠπείγετο. δοκιμάσας οὖν ἐτάσαι αὐτόν, ἤδη δὲ καὶ ἐτάζων,
 ἐπεὶ οὐδὲ πρὸς τὴν πρώτην προσβολὴν ὁ Διογένης ἀντισχὼν
ἅπαντα ἀνομολογῆσαι διεβεβαιοῦτο, τῶν μὲν δεσμῶν λύει
παραχρῆμα, καὶ γραφεὺς τηνικαῦτα προκαλεῖται γραφίδα
κατέχων· Γρηγόριος δὲ ἦν ὁ καματηρὸς νεωστὶ προσληφθεὶς
καὶ ὑπογραμματεύων τῷ αὐτοκράτορι. καὶ ὁ Διογένης
 ἅπαντα ἀπαγγέλλων οὐδὲ τὸν φόνον παρεσιώπα. ἀναλαβόμενος 
δὲ πρωΐας ὁ Μουζάκης τάς τε ἐγγράφους αὐτοῦ ὁμολογίας
καὶ ἃς ἀναζητήσας εὗρε παρά τινων πρὸς αὐτὸν πεμπομένας
γραφάς, δι’ ὧν ἐφαίνετο καὶ ἡ βασιλὶς Μαρία τὴν
μὲν ἀποστασίαν τοῦ Διογένους εἰδέναι, τὸν δὲ φόνον μηδαμῶς
 συγχωρεῖν ἀλλὰ καὶ μετ᾿ ἐπιμελείας ἀπείργειν αὐτὸν
οὐκ ἀπὸ τοῦ φόνου μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς ψιλῆς ἐννοίας,
κομίζει τῷ βασιλεῖ. ὁ δὲ ταύτας ὑπαναγνοὺς καὶ
πλείονας τῶν ὑποπτευομένων ἐγγεγραμμένους εὑρηκὼς καὶ
τούτους ἐκκρίτους ἅπαντας ἐν ἀμηχανίᾳ ἦν. οὐδὲ γὰρ ἔμελε
 τῷ Διογένει τοσοῦτον τῆς κοινότητος· εἶχε γὰρ αὐτοὺς πάλαι
ὅλῃ ψυχῇ κεχηνότας καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπονενευκότας· ἀλλὰ 
πᾶν τὸ τὰ πρῶτα φέρον τοῦ στρατιωτικοῦ τε καὶ πολιτικοῦ
συντάγματος ἔσπευδεν ὑποποιήσασθαι. ὁ μὲν οὖν αὐτοκράτωρ
τὰ τῆς βασιλίδος Μαρίας ἀνέκφορα μένειν ἠβούλετο.
 καὶ μέντοι καὶ διετήρησε τὸν ἀγνοοῦντα ὑποκριθεὶς δι᾿ ἣν
πρὸς αὐτὴν εἶχε πίστιν καὶ ὁμολογίαν καὶ πρὸ τοῦ τὰ τῆς
βασιλείας ἀναδέξασθαι σκῆπτρα. διεδίδοτο δὲ πανταχοῦ τὴν
τοῦ Διογένους βουλὴν παρὰ τοῦ Πορφυρογεννήτου Κωνσταντίνου
τοῦ βασιλέως καὶ υἱοῦ αὐτῆς διαμηνυθῆναι τῷ
 βασιλεῖ, κἀν ἄλλως εἶχε τὸ πρᾶγμα. ἐξ αὐτῶν γὰρ τῶν ἐξυπηρετουμένων
τῷ Διογένει τὰ τῆς βουλῆς ἠρέμα διεπορθσυβουλεύων 
 

 
μεύετο. ἐπεὶ δ’ ὁ Διογένης πεφώρατο καὶ δέσμιος ἤδη καὶ
ὑπερόριος καθίστατο, καὶ οἱ τῆς αὐτοῦ βουλῆς ἔκκριτοι οἱ
μὴ φθάσαντες ἁλῶναι ὑπόπτους ἑαυτοὺς ἤδη γεγενημένους
διαγνόντες περίφοβοι τε ἐφαίνοντο καὶ σκεπτόμενοι ὅ τι καὶ
δράσαιεν, τούτους οἱ ἀμφὶ τὸν βασιλέα οὕτω κυμαινομένους 
κατανοοῦντες ἐν ἀμηχάνοις ἑστάναι ἐδόκουν ἐν στενῷ κομιδῆ
τὰ κατ’ αὐτὸν ὁρῶντες ὡς εἰς ῥητούς τινας περιγραφείσης
ἤδη τῆς τοῦ αὐτοκράτορος ἀρωγῆς τὸν κίνδυνον ὑπὲρ κεφαλῆς
 ἐφιστάμενον ἤδη ἔχοντος. ὁ δὲ βασιλεὺς τοῖς λογισμοῖς
ἀλύων ἐς τὰ ἐξ ἀρχῆς καὶ ποσάκις κατ᾿ αὐτοῦ ὁ 
Διογένης ὁρμήσας καὶ σφαλεὶς ἐκ θείας δυνάμεως αὐτὸς
αὐτόχειρ τούτου φονεὺς ἤδη ἐφίστατο, πολλοῖς ἐκυμαίνετο
λογισμοῖς. καὶ πολλὰς νοημάτων λαμβάνων μεταβολὰς καὶ
τροπὰς παρ’ ἑαυτῷ, ἐπεὶ ἅπαν τοῦ τε πολιτικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ
συντάγματος διεφθορὸς ταῖς τοῦ Διογένους θωπείαις 
ἐπέγνω, ἀποχρῶσαν μὴ ἔχων δύναμιν, ὥστε φρουρὰν
πρὸς τοσούτους ἐπιστῆσαι, μήτε μὴν ἀκρωτηριάσαι λαὸν
παμπληθῆ ἐθέλων τὸν μὲν Διογένην καὶ κεκαυμένον τὸν
 Κατακαλὼν τοὺς πρωταιτίους ἐς Καισαρόπολιν ἐξέπεμψεν,
ἐφ’ ᾧ ἐμφρούρους καὶ δεσμώτας εἶναι μόνον, μηδὲν ἄλλο 
δεινὸν τέως κατ᾿ αὐτῶν βουλευσάμενος, κἂν πάντες ἀκρωτηριάσαι
τούτους αὐτῷ ξυνεβούλευον ἠγάπα γὰρ τὸν Διογένην
διαφερόντως καὶ τῆς προτέρας ἔτι περὶ αὐτὸν εἴχετο
κηδεμονίας), ὑπερόριον δὲ καὶ τὸν ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸν αὐτοῦ
Μιχαὴλ τὸν Ταρωνίτην καὶ τὸν * καὶ τὰς περιουσίας 
αὐτῶν ἀφελόμενος. τὰ δέ γε κατὰ τοὺς λοιποὺς ἀσφαλὲς
ἐλογίσατο μηδὲ εἰς ἐξέτασιν ἀγαγεῖν ὅλως, ἀλλὰ διὰ συμπαθείας
τούτους μᾶλλον καταμαλθάξαι. κατὰ μὲν οὖν τὴν
ἑσπέραν ἕκαστος τῶν ὑπερορίων τὴν λαχοῦσαν αὐτῷ κατελάμβανε,
 καὶ ὁ Διογένης τὴν Καισρόπολιν· τῶν δ’ ἄλλων 
 

 
οὐδεὶς τῆς οἰκείας μεθίστατο καταστάσεως, ἀλλ’ ἐπὶ ταὐτοῦ
ἅπαντες μεμενήκεσαν.

Ἐν τούτοις δὲ τοῖς δεινοῖς ὄντων τῇ μετ᾿ αὐτην
βουλομένου τοῦ αὐτοκράτορος μετακαλέσασθαι πάντας καὶ τὸ
 δοκοῦν αὐτῷ διαπράξασθαι, ὁπόσοι εἰς τὸν αὐτοκράτορα
πόθον ἐγκάρδιον ἔτρεφον τῶν τε ἐξ αἵματος καὶ ἀγχιστείας
αὐτῷ προσηκόντων καὶ ὁπόσοι πατρῷοι θεράποντες τότε
παρῆσαν, ἀμβριμοεργοὶ καὶ ταχεῖς μὲν συνιδεῖν τὸ μέλλον,
ἀγχίνοι δὲ τὸ συνοῖσον ἐν ἀσκέπτῳ καταπράξασθαι χρόνῳ,
 δεδιότες μή πως τῇ μετ’ αὐτὴν τοῦ πλήθους συρρεύσαντος
ἐφορμήσαντές τινες διαμελίσωσιν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ θρόνου 
πολλάκις ξίφη ὑπὸ τὰ ἀμφία φέροντες ὥσπερ ποτὲ ἐκεῖνος
ὁ σφαιρίζοντι τούτῳ ἐν σχήματι προσαίτου προσελθών (τὸ
δὲ οὐκ ἄλλην εἶχε τὴν θεραπείαν ἢ τὸ τὰς πρὸς τὸν Διογένην
 ἁπάντων περιελεῖν ἐλπίδας, τὴν τῶν τούτου ὀμμάτων
ὡς ἐν παραβύστῳ διαφημισάντων ἐκτύφλωσιν) μεταπεμψάμενοί
τινας διαπέμπονται τοὺς τοῦτο πρὸς πάντας διακηρυκεύσοντας
ἐν ἀπορρήτοις, κἀν μηδ’ εἰς νοῦν οὔπω τοῦτο
τοῦ αὐτοκράτορος ὅλως ἀνῄει. ὁ δὲ λόγος οὗτος κἀν ψιλὸς 
 τότ’ ἦν, εἰς ἔργον ὅμως προὐβέβηκε, καθὼς ὁ λόγος
διατρανώσειεν. ἐπὰν δὲ ὁ ἥλιος τοῦ ὁρίζοντος ὑπερκύψας 
λαμπρὸς ἀνέθορεν, ὁπόσοι τῶν περὶ τὸν αὐτοκράτορα
μὴ τῆς τοῦ Διογένους λύμης μετειλήχασι καὶ αὐτοὶ δὲ
οἱ πάλαι τῶν βασιλικῶν σωμάτων τεταγμένοι φύλακες, πρῶτοι
 πρὸς τὴν βασιλικὴν ἐχώρουν σκηνὴν οἱ μὲν ξίφη περιεξωσμένοι,
οἱ δὲ δόρατα φέροντες, οἱ δὲ τὰς βαρυσιδήρους ῥομφαίας
ἐπὶ τῶν ὤμων ἔχοντες, ἐκ διαστήματός τινος τοῦ βασιλικοῦ
θρόνου εἰς μηνοειδὲς σχῆμα ἑαυτοὺς ἰλαδὸν καταστήσαντες
καὶ οἷον ἐναγκαλισάμενοι τὸν αὐτοκράτορα, θυμῷ 
 στρατηγούμενοι πάντες καὶ θήγοντες κἀν μὴ τὰ ξίφη, ἀλλὰ
τὰς καρδίας. ὅσον δὲ συγγενὲς ἐξ αἵματός τε καὶ ἀγχιστείας
τούτῳ προσῆκον, ἀγχοῦ τοῦ βασιλικοῦ θρόνου ἐφ’ ἑκάτερα
 

 
ἵσταντο. δεξιόθεν δὲ καὶ ἐξ εὐωνύμων ἕτεροι καθίσταντο
ὑπασπισταί. ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπὶ θώκου φοβερὸς προὐκάθητο,
οὐ βασιλικῶς ἐσταλμένος μᾶλλον ἢ στρατιωτικῶς οὐδὲ πολὺ
μετέωρος, ὁποῖα τὰ ἐκείνου μὴ ἐπηρμένα. χρυσὸς δὲ ὅμως
τὸν θρόνον ὑπήλειφεν ὑπερανεστήκει τε τὴν κεφαλήν. συνέσταλτο 
 δὲ τούτου τὸ ἐπισκύνιον, τὴν δὲ παρειὰν ἐπίπλεον
τότε ὁ ἀγὼν κατεφοίνισσε, τὰ δὲ ὄμματα πεπηγότα ἐπὶ συννοίας
καὶ πλήρη ἐνθυμημάτων ὑπεμφαίνοντα τὴν ψυχήν.
συνέθεον δὲ ἅπαντες ὁμοῦ πεφοβημένοι καὶ τὰς ψυχὰς
μικροῦ ἐς ἀέρα ἐξερεύξασθαι ὑπὸ φόβου ἐκβιαζόμενοι, τῶν 
μὲν ὀξύτερον βέλους ὑπὸ τῆς σφῶν συνειδήσεως κεντουμένων,
τῶν δὲ τὴν κενὴν ὑποψίαν δεδιότων. φωνὴ δέ τις παρ’
οὐδενὸς ἐξηκούετο, ἀλλ’ ἀτενὲς πρὸς τὸν ἐφεστηκότα τῇ πύλῃ
τῆς σκηνῆς ἀπονεύοντες ἐπτοημένοι ἑστήκεσαν. ἀνὴρ δὲ
οὗτος καὶ εἰπεῖν συνετὸς καὶ καταπράξασθαι δυνατός· Τατίκιος 
τούτῳ τὸ ὄνομα. τούτῳ ὁ βασιλεὺς ἐνατενίσας δοῦναι
 τοῖς ἔξωθεν τὴν εἴσοδον διὰ τοῦ βλέμματος ἐνέφηνεν. ὁ δὲ
παραχρῆμα τῆς εἰσόδου τούτοις παραχωρεῖ. οἱ δὲ καίπερ
δεδιότες, ἀλλ’ ὅμως εἰσῄεσαν τετραμμένοι τε τὰς ὄψεις καὶ
βραδεῖ ποδὶ στείχοντες. κατὰ στοίχους δὲ τὴν στάσιν λαχόντες 
ἐκαραδόκουν τὸ μέλλον ἕκαστος δεδιὼς ὡς τὸν περὶ
ψυχῆς λοίσθιον δρόμον δραμούμενος. ἀλλ’ οὐδὲ αὐτὸς ὁ
αὐτοκράτωρ ἐθάρρει παντάπασι (κατ' ἄνθρωπον λέγω, εἰ
μὴ ὅσον εἰς θεὸν ἀναφέρων τὸ πᾶν) δεδιὼς τὸ σύμμικτον
τῶν παρεστώτων, μὴ ἄλλο τι ὀξὺ καὶ δεινὸν κατ’ αὐτοῦ 
μελετήσαιεν. στερροτέροις δὲ λογισμοῖς ἑαυτὸν ἔδρασας καὶ
 ἅπαξ τοῖς ἀγῶσιν ἐγκαταστὰς τῆς πρὸς αὐτοὺς δημηγορίας
ἤρχετο οἱ δὲ καὶ αὐτῶν ἰχθύων ἀφωνότεροι ἑστήκεσαν καθαπερεὶ
τὰς γλώττας ἐκκεκομμένοι) “οἴδατε” λέγων “ὡς οὐδὲν
δεινὸν παρ’ ἐμοῦ ὁ Διογένης ἐπεπόνθει ποτέ. οὔτε γὰρ τὴν 
ἀρχὴν ταυτησὶ τῆς βασιλείας ἐκ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἀφειλόμην
 

 
ἐγώ, ἀλλ’ ἕτερος, οὔτε τι δεινὸν ἢ λυπηρὸν τὸ παράπαν εἰς
αὐτὸν πέπραχά. καὶ τῆς βασιλείας εἰς ἐμὲ θεοῦ πάντως
νεύσει μεταβιβασθείσης οὐ μόνον αὐτὸν καὶ τὸν αὐτοῦ
ἀδελφὸν Λέοντα ἐπὶ ταὐτοῦ διεφύλαξα, ἀλλ’ ὡς οἰκείους
 παῖδας καὶ ἐπόθησα καὶ ἐχρησάμην. τὸν δὲ Νικηφόρον καὶ
πολλάκις κατ' ἐμοῦ βουλευόμενον φωράσας τοσαυτάκις συμπαθείας 
ἠξίωσα. καὶ μηδὲ πάλιν διορθουμένου ἠνειχόμην
ἐπικρύπτων τὰ πολλὰ τῶν αὐτοῦ μηνιμάτων κατανοῶν τὴν 
τῶν ἁπάντων πρὸς αὐτοὺς δυσμένειαν, κἀν μηδὲν τῶν παρ’
 ἐμοῦ εἰς αὐτὸν γενομένων ἀγαθῶν τὸ δολερὸν τῆς αὐτοῦ
γνώμης ἠλλοίωσεν. ἀλλ' αὐτὸς ἀντὶ πάντων θάνατόν μοι
ἐπεψηφίαστο.” ἐπεβόησαν δ' ἐπὶ τούτοις ἅπαντες, ὡς οὐ
βούλοιντ' ἄν ἕτερον προεστηκότα ἐν βασιλείῳ ἰδεῖν σχήματι,
οὐ τοῦτο οἱ πλείους βουλόμενοι, ἀλλ’ ἦσαν θῶπες αὐτῶν οἱ
 λόγοι τὸν ὑπόγυον διαδρᾶναι κίνδυνον ἐντεῦθεν μηχανωμένων. 
ὁ δὲ βασιλεὺς προαρπάσας τὸν καιρὸν συμπαθείας
κοινῆς τοὺς πλείονας ἠξίου ὡς τῶν αἰτίων τῆς βουλῆς ὑπερορίαν
πρότερον κατακριθέντων. ἐπὶ τούτοις θροῦς ἦρτο
πολύς, οἷον οὐδείς πω τῶν τότε παρόντων * εἰς ἔτι καὶ
 νῦν τῶν ὤτων ὡς λέγουσιν ἐντὸς εἰσεδέξατο, τῶν μὲν ἀπαινούντων
τὸν βασιλέα καὶ θαυμαζόντων τῆς ἀνεξικακίας καὶ
πρᾳότητος, τῶν δὲ τοὺς ὑπερορίους διασυρόντων καὶ δθανάτου
ἀξίους εἶναι διενισταμένων, ὁποῖα τὰ τῶν ἀνθρώπων. ὃν
γὰρ τὴν σήμερον μακαρισμῶν ἀξιοῦσι προπέμπουσι τε καὶ
 διὰ τιμῆς ἄγουσιν, ἐπὰν περιτραπέντα τούτῳ τοῦ βίου τὸν 
κύβον θεάσοιντο, πᾶν τοὐναντίον εἰς αὐτὸν ἐνδεικνύμενοι
οὐκ αἰσχύνονται. ὁ δὲ βασιλεὺς νεύματι τούτους κατασιγάσας
αὖθις ἔφη “οὐ χρὴ θορυβεῖσθαι οὐδὲ συγχεῖν τὴν προκει-
μένην ὑπόθεσιν. ἔγωγε γάρ, καθὼς ἔφην, ἅπαντας συμπαθείας
 ἀξιώσας πάλιν ὁποῖος τὸ πρότερον πρὸς ὑμᾶς ἔσοοὐδέ
 

 
μαι.” ἐν ᾧ δὲ τούτους συμπαθείας ὁ βασιλεὺς ἀξιου, ἄτερ
 τῆς αὐτοῦ γνώμης ἀποστείλαντες οἱ τὴν βουλὴν ἐκείνην βουλευσάμενοι
τῶν ὀμμάτων τὸν Διογένην ἐστέρησαν. ταὐτὰ
τούτῳ καὶ κατὰ τοῦ κεκαυμένου κατακαλῶν ὡς τῆς αὐτῆς
βουλῆς κεκοινωνηκότος τῷ Διογένει κατεψηφίσαντο. ἡμέρα 
δὲ ἦν, ἐν ᾗ ἡ τῶν κορυφαίων ἀποστόλων μνήμη ἐτελεῖτο.
ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερον λογοποιεῖται·
εἰ δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς περὶ τούτου παρ’ αὐτῶν εἰσηγηθεὶς
ἐνδέδωκεν ἢ καὶ τὸ πᾶν τῆς ἐκείνου γνώμης ἦν,
θεὸς ἂν εἰδείη· ἔγωγε τέως οὐ πάνυ τι γινώσκειν ἔχω 
βεβαίως.

Τοιαῦτα μὲν οὖν τὰ ἐκ τοῦ Διογένους συμπεσόντα
τῷ αὐτοκράτορι, παραδόξως τῆς ἀμάχου τοῦ ὑψίστου χειρὸς
 ῥυσαμένης τοῦτον ἐξ ὑπογύου κινδύνου· αὐτὸς δὲ πρὸς
οὐδὲν τῶν συμπιπτόντων ἐμαλακίξετο, ἀλλὰ καὶ ὡς κατευθὺ 
Δαλματίας ἤλαυνε. μεμαθηκὼς δὲ ὁ Βολκάνος τὴν εἰς τὸ
Λιπένιον τοῦ αὐτοκράτορος ἔλευσιν καὶ ἐπικαταλαβόντα τοῦτον
θεασάμενος καὶ πρὸς τὰς Ῥωμαϊκὰς παρατάξεις καὶ τὸν
συ·νασπισμὸν ἐκεῖνον καὶ τὴν στρατηγικὴν πανοπλίαν μηδ’
ἀντωπῆσαι δυνάμενος ἀποστείλας παραχρῆμα τὰ περὶ εἰρήνης 
ἠρώτα ὑπισχνούμενος ἅμα καὶ αὐτοὺς τοὺς προὐποσχεθέντας
ὁμήρους ἀποστεῖλαι καὶ μηδέν τι δεινὸν τοῦ λοιποῦ διαπράξασθαι.
δέχεται τοίνυν τὸν βάρβαρον ἀσμένως ὁ αὐτοκράτωρ
 ἀκηδιῶν οἷον καὶ ἀποστρεφόμενος τὴν ἐμφύλιον μάχην·
κἀν γὰρ Δαλμάται ἦσαν, ἀλλ’ ὅμως Χριστιανοὶ. ἐκεῖνος δ’ 
εὐθὺς τεθαρρηκὼς προσεληλύθει συνεπαγόμενος τούς τε δυγγενεῖς
καὶ ἐκκρίτους τῶν ζουπάνων καὶ προθύμως ὁμήρους
τοὺς αὐτοῦ ἀνεψιαδεῖς τῷ αὐτοκράτορι παραδέδωκε, τόν τε
οὔρεσιν καλούμενον καὶ Στέφανον τὸν Βολκάνον καὶ ἑτέρους
τὸν εἴκοσιν ἀριθμὸν ἀποπληροῦντας. οὐ γὰρ ἐνὸν ἦν αὐτῷ 
 ἄλλως πως τοῦ λοιποῦ διατεθήσεσθαι. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ,
 

 
ὁπόσα διὰ μάχης καὶ σιδήρου ἀνύεσθαι πέφυκεν, εἰρηνικῶς
διαλύσας πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπανέστρεψε. τοῦ μέντοι
Διογένους ἐκήδετο πάνυ καὶ δακρύων ὡρᾶτο καὶ βύθιον 
στένων δι’ αὐτὸν ἐξηκούετο πολλήν τε τὴν περὶ αὐτὸν φιλοφροσύνην
 ἐπεδείκνυτο καὶ ἀνακτᾶσθαι τοῦτον ἔσπευδε κἀν
τοῖς πλείοσι τῶν ἐξ αὐτοῦ ἀφαιρεθέντων αὖθις τοῦτον ἀποκατέστησεν.
αὐτὸς δὲ κατακώχιμος ὑπὸ τῆς λύπης ὢν
τὴν ἐν τῇ μεγαλοπόλει διατριβὴν ἀποστρεφόμενος τοῖς ἰδίοις
ἀγροῖς ἐμφιλοχωρῶν ἦν ταῖς τῶν παλαιῶν προσανέχων διόλου 
 βίβλοις ἄλλων ὑπαναγινωσκόντων αὐτῷ. στερούμενος
γὰρ φωτὸς ἑτέρων ἐχρᾶτο πρὸς τὴν ἀνάγνωσιν ὄμμασιν.
ἀνὴρ δὲ οὗτος τοσοῦτος τὴν φύσιν ὡς καὶ μὴ ὁρῶν τὰ τοῖς
ὁρῶσι δυστέκμαρτα ῥᾳδίως καταλαμβάνειν. πᾶσαν μὲν δὴ
ἔκτοτε παιδείαν διελθὼν καὶ αὐτὴν δὴ τὴν περικλυτόν γεωμετρίαν,
 τὸ καινότατον, φιλοσόφων τινὶ ἐντυχὼν διὰ στερεῶν
τούτῳ τὰ σχήματα παρέχειν ἐπέταττεν· ὁ δὲ τῇ τῶν
χειρῶν ψηλαφήσει ἁπάντων τῶν τῆς γεωμετρίας θεωρημάτων
τε καὶ σχημάτων ἔσχε κατάληψιν καθάπερ ἐκεῖνος ὁ 
Δίδυμος, ὃς δι᾿ ὀξύτητα νοῦ καὶ ἄνευ ὀμμάτων
 καὶ γεωμετρίας εἰς ἄκρον ἐλήλυθεν, εἰ καὶ μετὰ τὴν γνῶσιν
τούτων εἰς αἵρεσιν ἄτοπον συνηλάθη τὸν νοῦν ἐκτυφλωθεὶς
ὑπὸ κενοδοξίας καθάπερ ὑπὸ πάθους τὰ ὄμματα. θαυμάζει
μὲν οὖν ἅπας ταῦτα ἀκούων· ἐγὼ δὲ καὶ τεθέαμαι τὸν ἄνδρα
καὶ τεθαύμακα καὶ περὶ τοιούτων λαλοῦντος ἀκήκοα· μηδ’
 αὐτὴ δὲ τῶν τοιούτων παντάπασιν ἀμελέτητος οὖσα ἐπεγίνωσκον 
τοῦτον ἀκριβῆ τῶν θεωρημάτων γνῶσιν ἔχοντα. εἰ
δὲ καὶ περὶ λόγους ἠσχόλητο, τῆς παλαιᾶς ὅμως κατὰ τοῦ
αὐτοκράτορος οὐκ ἀφίστατο μήνιδος, ἀλλὰ τὸν τῆς τυραννίδος
λογισμὸν ὑποτυφόμενον εἶχε διόλου. καὶ μέντοι καί τισιν
 αὖθις τοῦ ἀπορρήτου τούτου κεκοινώνηκε λογισμοῦ, ἀφ’ ὧν
εἷς τις τὰ βεβουλευμένα προσελθὼν προσαγγέλλει τῷ αὐτοἐπανέστρεψεν
 

 
 κράτορι. μεταπεμψάμενος δὲ τὸν Διογένην ἐπυνθάνετο περὶ
ὧν τε βεβούλευται καὶ περὶ τῶν τῆς βουλῆς αὐτῷ κεκοινωνηκότων.
καὶ ὃς ἅπαντα θᾶττον ἀνομολογήσας παραχρῆμα
συμπαθείας ἠξίωτο.

Ἐπεὶ δὲ τὴν ἐκκλησίαν ὥσπερ τι ῥεῦμα κακίας ὁ 
Νεῖλος ἐκεῖνος ἀπικλύζων πολὺν τὸν σάλον ταῖς τῶν ἁπάντων
ἐνεποίει Ψυχαῖς μετ’ οὐ πολὺ τῆς τῶν τοῦ Ἰταλοῦ δογμάτων
καθαιρέσεως ἀναφανεὶς καὶ πολλοὺς ταῖς δίναις τῆς
 αὐτοῦ κακοδοξίας ἐβύθισεν (ἀνὴρ δὲ οὗτος δεξιὸς μὲν τὴν
ἀρετὴν ὑποκρίνασθαι οὐκ οἶδα μὲν ὅθεν, τέως δ’ οὖν τῇ
μεγαλοπόλει ἐφοίτησε καὶ ἐγγωνιάζων Θεῷ μόνῳ δῆθεν καὶ
ἑαυτῷ προσανεῖχε διὰ παντὸς ταῖς ἱεραῖς βίβλοις ἐνασχολούμενος,
ἀμύητος δὲ πάσης Ἑλληνικῆς παιδείας ὢν καὶ μηδὲ 
 καθηγητήν τινα ἐσχηκὼς ἀρχῆθεν τὸν ὑφαπλοῦντα τούτῳ
τὸ τῆς θείας γραφῆς βάθος ἐνεκεκύφει μὲν τοῖς τῶν ἁρίων
συγγράμμασιν, ἄγευστος δὲ πάσης παιδείας λογικῆς ὢν ἐπεπλάνητο
περὶ τὸν νοῦν τῶν γραφῶν, οὐκ ἀγεννῆ δέ τινα
χορὸν ὑποσυρόμενος ἐν μεγάλαις οἰκίαις εἰσέδυ διδάσκαλος
 αὐτοχειροτόνητος, τὸ μέν τι διὰ τὴν ἐπιφαινομένην αὐτῷ
ἀρετὴν καὶ τὸ κατεσκληκὸς ἐκεῖνο ἦθος, τὸ δὲ καὶ διὰ τὴν
ὑποκεκρυμμένως ἐμφαινομένην αὐτῷ τάχα γνῶσιν· ἔνθεν τοι
καὶ τὴν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἀγνοήσας 
μυστηρίου καὶ μήθ’ ὅ τι ἐστὶν ἕνωσις ἁπλῶς συνιέναι δυνάμενος
 μήθ’ ὅ τι ἐστὶν ὅλως ὑπόστασις εἰδὼς οὔτε διακεκριμένως
ὑπόστασιν ἢ ἕνωσιν νοεῖν δυνάμενος μήτ’ αὐθις ἡνωμένως
καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν μήθ’ ὅπως ἐθεώθη τὸ πρόσλημμα
παρὰ τῶν ἁγίων διδασκόμενος, πόρρω τοῦ ὄντος
ἐξενεχθεὶς φύσει τοῦτο θεωθῆναι ἐδόξαζεν ἀπατώμενος),
 οὐδὲ τοῦτο διέλαθε τὸν αὐτοκράτορα· ἀλλ’ ὡς ᾔσθετο τὰ 

 
 περὶ τούτου ὀξύρροπον ἐπινοεῖ τὴν βοήθειαν καὶ τὸν ἄνδρα
 μετακαλεσάμενος πολλὰ τοῦ θράσους καὶ τῆς ἀμαθίας ἐμέμφετο
καὶ πολλὰ τοῦτον ἐλέγξας τήν τε καθ’ ὑπόστασιν
ἕνωσιν τοῦ θεανθρώπου λόγου τρανῶς ἐδίδασκε καὶ τὸν τῆς
ἀντιδόσεως τρόπον παρίστα καὶ ὅπως ἐθεώθη τὸ πρόσλημμα 
 μετὰ τῆς ἄνωθεν ἐδίδασκε χάριτος. ὁ δὲ τῆς ἰδίας ψευδοδοξίας
ἀπρὶξ εἴχετο καὶ πρὸς πᾶσαν κάκωσιν, στρέβλας τε
καὶ δεσμὰ καὶ ξεσμοὺς σαρκὸς ἑτοιμότατος ἦν ἢ ἀποστῆναι
τοῦ μὴ θεωθῆναι φύσει διδάσκειν τὸ πρόσλημμα. εἶχε δὲ
τότε καὶ πολλοὺς τῶν Ἀρμενίων ἡ μεγαλόπολις, οἷς τῆς ἀσεβείας 
ὑπέκκαυμα ὁ Νεῖλος ἐκεῖνος ἐγίνετο· ἐντεῦθεν διαλέξεις
τε συχναὶ πρὸς τὸν Τικράνην ἐκεῖνον καὶ τὸν Ἀρσάκην,
οὓς ἐπί πλέον τὰ τοῦ Νείλου δόγματα πρὸς ἀσέβειαν
 ἠρέθιζε. τί τὸ ἐντεῦθεν; τὴν ἀσέβειαν πολλῶν ἐπινεμομένην
 ψυχὰς ὁρῶν ὁ αὐτοκράτωρ καὶ ἀλλήλοις τὰ τοῦ Νείλου καὶ 
τῶν Ἀρμενίων ἐπιπλεκόμενα καὶ ἁπανταχῇ τὸ φύσει θεωθῆναι
τὸ πρόσλημμα λαμπρᾷ φωνῇ κηρυττόμενον ἀθετουμένας
τε τὰς τῶν ἁγίων πατέρων περὶ τούτου γραφὰς καὶ
τὴν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν ἀγνοουμένην σχεδόν, στῆσαι τὴν
σφοδρὰν τοῦ κακοῦ ῥύμην βουληθεὶς τοὺς τῆς ἐκκλησίας 
λογάδας συναγαγὼν σύνοδον περὶ τούτους γενέσθαι κοινῇ
συνεσκέψατο. καὶ παρῆν τηνικαῦτα ἅπαν τὸ τῶν ἀρχιερέων
πλήρωμα καὶ αὐτὸς ὁ πατριάρχης Νικόλαος. καὶ ὁ Νεῖλος
εἰς τὸ μέσον μετὰ τῶν Ἀρμενίων ἵστατο, καὶ τὰ τούτου ἀνεκαλύπτοντο
 δόγματα, καὶ ὃς λαμπρᾷ τῇ φωνῇ ταῦτα ἐδίδασκε 
καὶ ἰσχυρῶς αὐτῶν διὰ πλειόνων ἀντείχετο. τί τὸ
ἐντεῦθεν; ἡ σύνοδος, ἵνα πολλῶν ἀπαλλάξῃ ψυχὰς τῆς
αὐτοῦ διδαχῆς, αἰωνίῳ τοῦτον καθυπέβαλεν ἀναθέματι
καὶ τὴν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν κατὰ τὰς τῶν ἁγίων
παραδόσεις ἐμφανέστερον ἀνεκήρυξε. μετὰ τοῦτον ἢ μᾶλλον 
εἰπεῖν σὺν τούτῳ καὶ ὁ Βλαχερνίτης δεδημοσίευτο ἀσεβῆ καὶ
ἔκφυλα τῆς ἐκκλησίας φρονῶν, κἂν ἱερώμενος ἦν. Ἐνθουστρέβλας
 

 
σιασταῖς γὰρ ὁμιλήσας καὶ τῆς τούτων λύμης μετασχὼν
πολλούς τε ἐξαπατῶν καὶ μεγάλας τῶν ἐν τῇ μεγαλοπόλει
οἰκίας ὑπορύττων καὶ παραδιδοὺς τὰ τῆς ἀσεβείας δόγματα, 
ἐπεὶ πολλὰ πολλάκις μεταπεμπόμενος καὶ διδασκόμενος παρὰ
 τοῦ αὐτοκράτορος οὐδ’ ὅλως τῆς οἰκείας κακοδοξίας ἀφίστατο,
τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ τοῦτον ὁ αὐτοκράτωρ παρέπεμψεν. οἱ δὲ
ἐπὶ πλέον τοῦτον έξετάσαντες, ὡς ἀμετάθετον καὶ αὐτοὶ
ἐγνώκεσαν, αὐτόν τε αἰωνίῳ ἀναθέματι καὶ τὰ τούτου δόγματα 
καθυπέβαλον.

Οὕτω μὲν οὖν ὥσπερ τις ἀγαθὸς κυβερνήτης ὁ
αὐτοκράτωρ τὰς ἀλλεπαλλήλους τῶν κυμάτων
ὥσπερ διανηξάμενος καὶ πολλὴν ἀποκλυσάμενος ἅλμην τῆς
οἰκουμένης καὶ τὰ κατὰ τὴν ἐκκλησίαν εὖ διαθέμενος ἐπ’
ἄλλα τινὰ πάλιν πελάγη πολέμων καὶ θορύβων ἐπάγεται.
 ἀεὶ γὰρ ἕτερον ἐφ’ ἑτέρῳ προσίστατο καὶ θάλασσά φασιν
ἐπὶ θαλάσσῃ καὶ ποταμὸς κακῶν ἐπὶ ποταμῷ, ὡς μηδ’ ἀναπνεῖν
ἐᾶν τὸ τοῦ λόγου τὸν βασιλέα μηδ’ ἐπιμύσαι τὰ
βλέφαρα. κἂν ἡμεῖς σταγόνα μικράν, εἶπεν ἄν τις εἰκότως, 
ἐκ τοῦ Ἀδριαντικοῦ πελάγους ἀνιμησάμεθα ὀλίγα τῶν
 ἐκεῖνο καιροῦ πεπραγμένων τῷ βασιλεῖ περιγράψαντες μᾶλλον
ἢ γράψαντες, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἀντέσχε πρὸς ἅπαντα κύματά
τε καὶ κλύδωνας, ἕως τὴν τῆς βασιλείας
ναῦν εἰς λιμένας ἀκλύστους ὁρμίσειε. καὶ τίς ἂν ἢ Δημοσθένους
ἠχὼ ἢ ῥοῖζος Πολέμωνος ἢ Ὁμηρικαὶ πᾶσαι Μοῦσαι
 τὰ ἐκείνῳ κατωρθωμένα πρὸς ἀξίαν ὑμνήσειαν; ἐγὼ δ’ ἂν
φαίην, οὐδ’ ἂν αὐτὸς Πλάτων οὐδ’ ἂν ξύμπασα στοὰ
ἀκαδημία εἰς ταὐτὸ ξυνεληλυθυῖαι προσῆκον τῆς
ψυχῆς ἐφιλοσόφησαν. μήπω γὰρ παυσαμένων τῶν χειμώνων 
ἐκείνων καὶ τῶν πολυπλόκων πολέμων μηδὲ τοῦ κλύδωνος 
 ἀφυβρίσαντος ἕτερος χειμὼν οὐδενὸς τῶν εἰρημένων ἐλάττων
αὐτῷ ἐπεγείρεται. καὶ γὰρ ἄνθρωπός τις οὐ τῶν ἐπιφανῶν,
ἀλλὰ τῆς κάτω τύχης ἐκ τοῦ χάρακος ὁρμώμενος τὸν τοῦ
 

 
Διογένους υἱὸν ἑαυτὸν εἶναι ἔλεγε, κἀν ἐκεῖνος φθάσας ἀνῃρέθη,
ὁπηνίκα τὸν μετὰ τῶν Τούρκων κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν
πόλεμον ὁ Κομνηνὸς Ἰσαάκιος καὶ αὐτάδελφος τοῦ αὐτοκράτορος
συνεκρότησεν· ὅπως δὲ τῷ λεπτομερέστερον ἐθέλοντι
μανθάνειν ἐξέσται ἀπὸ τῶν τοῦ κλεινοῦ Καίσαρος συγγραμμάτων 
 διεντυχεῖν. παρὰ πολλῶν μὲν οὖν ἐπιστομιζόμενος
ὁ τοιοῦτος ἐπαύετο οὐδαμῶς. καὶ γὰρ ἦλθε μὲν οὗτος ἐξ
ἀνατολῆς πένης τε καὶ σισυροφορῶν, πανουργότατος δὲ ὢν
καὶ τὸ ἦθος πολύτροπος περιενόστει τὴν πόλιν κατ’ οἴκους
τε καὶ ῥυμοτομίας περὶ ἑαυτοῦ ὑψηλά τινα διαγγέλλων καὶ 
ὡς εἴη τοῦ προβεβασιλευκότος Διογένους υἱὸς Λέων ἐκεῖνος,
ὃς κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν ὑπὸ βέλους, ὡς εἴρηται, πληγεὶς
 ἐτετελευτήκει. ἀναβιώσκων τοίνυν τὸν τεθνηκότα οὗτος ὁ
ἀλαζὼν τοὔνομά τε ἐκείνου ἑαυτῷ περιετίθει καὶ φανερῶς
ἐβασιλεία καὶ τοὺς κουφοτέρους ὑπήγετο. καὶ ἦν ἄρα καὶ 
τοῦτο τὸ δεινὸν ἐπιθήκη τῶν τοῦ βασιλέως συμφορῶν, ὥσπερ
τι δρᾶμα ἐπιτραγῳδούσης αὐτῷ τῆς Τύχης τοῦτον τὸν κακοδαίμονα·
καὶ ὥσπερ, οἶμαι, οἱ τρυφῶντες μετὰ τὸν κόρον
ἐπιτραγηματίζονται τῶν μελιπήκτων τινὰ προσφερόμενοι, οὕτω
δῆτα καὶ ἡ τῶν Ῥωμαίων Τύχη πολλοῖς ἐπορχησαμένη κακοῖς 
καὶ διακορὴς γεγονυῖα τοῖς τοιούτοις ψευδοβασιλεῦσι τὸν
βασιλέα προσέπαιζεν. ὁ μέντοι αὐτοκράτωρ κατεφρόνει τῶν
 λεγομένων παντάπασιν. ἐπεὶ δ’ ὁ χαρακηνὸς κἀν ταῖς ἀγυιαῖς
κἀν ταῖς ἀμφόδοις ἐν παντὶ καιρῷ τοιαῦτα ληρῶν οὐκ ἐπαύετο,
ἦλθε ταῦτα εἰς ἀκοὰς τῆς Ἀλεξίου τοῦ κρατοῦντος 
ἀδελφῆς Θεοδώρας καὶ ὁμεύνου τοῦ ἀναιρεθέντος ἐκεῖνον
υἱοῦ τοῦ Διογένους. ἡ δὲ τοὺς λήρους ἐκείνους μὴ φέρουσα
ἤχθετο. ἐπὶ τῇ σφαγῇ γὰρ τἀνδρὸς τὸν μονήρη βίον ἠλλάξατο
τὸν ἀσκητικὸν ἀκριβέστατα μετεληλυθυῖα βίον καὶ
Θεῷ μόνῳ προσανέχουσα. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ, ἐπεὶ μετὰ δευτέραν 
καὶ τρίτην παραίνεσιν ὁ λῆρος ἐκεῖνος οὐχ ἡσύχαζεν,
ἐς Χερσῶνα τοῦτον ἀποστείλας ἔμφρουρον εἶναι παρεκελεύδιεντνχόντι?
 

 
σατο. ἐκεῖσε δὲ παραγενόμενος, νυκτὸς ἀνερχόμενος διὰ τοῦ 
τείχους καὶ προκύπτων, τοῖς συνήθως φοιτῶσι Κομάνοις
ἐμπορίας χάριν καὶ τοῦ τὰ πρὸς χρείαν ἐκεῖθεν κομίζεσθαι
ἅπαξ καὶ δὶς ὁμιλήσας καὶ πίστεις δοὺς καὶ λαβὼν διὰ
 καλῳδίων νυκτὸς ἑαυτὸν δεσμήσας ἐχαλάσθη τοῦ τείχους.
συμπαραλαβόντες δὲ τοῦτον οἱ Κόμανοι πρὸς τὴν ἰδίαν ἀπῄεσαν
χώραν. συναυλιζόμενος δὲ τούτοις ἐφ’ ἱκανὸν ἐς
τοσοῦτον συνήλασεν, ὡς καὶ βασιλέα αὐτὸν κατονομάζειν
ἤδη. οἱ δὲ αἵμασιν ἀνθρώπων λαφύξαι ἱμειρόμενοι καὶ κρεῶν
 ἀνθρωπείων ἐμφορηθῆναι καὶ λείαν πολλὴν ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς
ἐπισυνάξαι, Πάτροκλον εὑρηκότες τοῦτον πρόφασιν κατὰ τῆς 
Ῥωμαίων πανστρατιᾷ χωρῆσαι ἐβουλεύοντο, ὡς δῆθεν τῷ
πατρῴῳ τοῦτον ἐγκαθιδρῦσαι θρόνῳ. καὶ ἀπαιωρουμένην
εἶχον τέως ταυτηνὶ τὴν βουλήν. οὐκ ἔλαθε ταῦτα τὸν αὐτοκράτορα. 
 ἔνθεν τοι καὶ τὰς δυνάμεις ὡς δυνατὸν ἐξώπλιζέ
τε καὶ πρὸς τὴν τῶν βαρβάρων μάχην ἡτοιμάζετο. τὰ γὰρ
τέμπη, ἅπερ κλεισούρας ἡ ἰδιῶτις οἶδε γλῶττα καλεῖν, ὡς
ἔφαμεν, φθάσας ἤδη κατωχυρώσατο. καιροῦ δὲ παρεληλυθότος 
ἐπεὶ τὸ Παρίστριον τοὺς Κομάνους μετὰ τοῦ ψευδωνύμου
 καταλαβεῖν μεμαθήκοι, τοὺς τὰ πρῶτα τοῦ στρατιωτικοῦ
συντάγματος φέροντας καὶ αὐτοὺς δὴ τοὺς καθ’ αἷμα
καὶ ἐξ ἀγχιστείας αὐτῷ προσήκοντας συναγαγών, εἰ χρὴ κατ’
αὐτῶν ἐξιέναι ἐβουλεύετο. πάντες ·δὲ πρὸς τοῦτο αὐτὸν
ἀπεῖργον. τοίνυν αὐτὸς ἑαυτῷ πιστεύειν οὐκ εἶχεν οὔτε
 μὴν τοῖς οἰκείοις ἤθελε λογισμοῖς χρήσασθαι, ἀλλὰ τὸ πᾶν
τῷ Θεῷ ἀναθέμενος ἐξ ἐκείνου τὴν κρίσιν ᾐτεῖτο. τοιγαγοῦν
ἅπαντας μετακαλεσάμενος τοῦ ἱερατικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ
καταλόγου εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ μεγάλην ἐκκλησίαν ἑσπέρας 
φοιτᾷ καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ πατριάρχου Νικολάου παρόντος.
 ἔφθασε γὰρ εἰς τὸν πατριαρχικὸν ἀναβεβηκέναι θρόνον ἐπινεμήσεως
παριππευούσης ἑβδόμης ἔτους ABBREV μετὰ τὴν
Εὐστρατίου τοῦ Γαριδᾶ παραίτησιν. ἐν δυσὶ δὲ πυκτίοις
 

 
τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ, εἰ δεῖ ἐξεληλυθότα τοῖς Κομάνοις
ἐπιθέσθαι ἢ μή, ἐνσημηνάμενος τῷ κορυφαίῳ πάντων παρεκελεύσατο
καταθέσθαι εἰς τὴν ἱερὰν τράπεζαν. παννύχου
δὲ τῆς ὑμνῳδίας τελουμένης κατὰ τὸ περίορθρον εἴσεισιν ὁ
τεθεικώς καὶ ἀναλαμβάνεται τὸν χάρτην καὶ ἐξαγαγὼν καὶ 
 λύσας ἐνώπιον πάντων ὑπανεγίνωσκε. τὸ ἐνδόσιμον οὖν
ἐκεῖθεν ὥσπερ ἐκ θείας ὀμφῆς ὁ αὐτοκράτωρ λαβὼν ὅλος
ἐγεγόνει τῆς ἐκστρατείας καὶ διὰ γραφῶν ἁπανταχόθεν ἀνεκαλεῖτο
τὸ στράτευμα. καλῶς τοίνυν παρασκευασάμενος
τῆς κατὰ τῶν Κομάνων ὁδοῦ εἴχετο. ἅπαν οὖν τὸ στράτευμα 
μετακαλεσάμενος καὶ καταλαβὼν τὴν Ἀγχίαλον τὸν
μὲν ἔδιον γαμβρὸν Καίσαρα Νικηφόρον τὸν Μελισσηνὸν καὶ
τὸν Παλαιολόγον Γεώργιον καὶ τὸν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ Ἰωάννην
τὸν Ταρωνίτην μεταπεμψάμενος εἰς Βερόην ἐκπέμπει, ἐφ’ ᾧ
ἐπαγρυπνεῖν καὶ ἀσφάλειαν αὐτῆς τε καὶ τῶν παρακειμένων 
αὐτῇ ποιεῖσθαι. τοὺς δέ γε λοιποὺς τῶν ἐκκρίτων διελὼν
τὰ στρατεύματα καὶ ἡγεμόνας τούτων αὐτοὺς καταστήσας
 τὸν Δαβατηνόν, τὸν Εὐφορβηνὸν Γεώργιον καὶ Κωνσταντῖνον
τὸν Οὐμπερτόπουλον εἰς φυλακὴν τῶν περὶ τὸν Ζυγὸν
διακειμένων κλεισουρῶν ἐκπέπομφεν. ἐκεῖθεν δὲ τὴν Χορταρέαν 
καταλαβών (κλείσουρα δὲ τοῦ Ζυγοῦ
ὀνομαζομένη) τὸν ὅλον περιῄει Ζυγὸν κατασκεπτόμενος, εἰ
πάντα τὰ πρῴην παρ’ αὐτοῦ ἐντεταλμένα οἱ τὴν τούτων
οἰκονομίαν ἀναδεξάμενοι τετελέκασι καὶ εἴ τι ἡμιτελὲς ἢ ἐνδέον
ἐστί, καὶ τοῦτο ἐπανορθώσασθαι, ὡς μὴ ῥᾳδίως διὰ 
τούτων ἐξεῖναι τοῖς Κομάνοις διελθεῖν. πάντα γοῦν οἰκονομήσας
κᾆθ’ οὕτως ἐκεῖθεν ὑποστρέψας περὶ τὴν Ἱερὰν
καλουμένην λίμνην τὸν χάρακα ἐπήξατο τῆς Ἀγχιάλου ἀγχοῦ
 διακειμένην. νυκτὸς δὲ καταλαβόντος Πουδίλου τινὸς ἐκκρίτου
τῶν Βλάχων καὶ τὴν τῶν Κομάνων διὰ τοῦ Δανούβεως 
διαπεραίωσιν ἀπαγγείλαντος, δέον ἔκρινεν αὐγαζούσης τῆς
ἡμέρας μετακαλεσάμενος τοὺς ἐκκρίτους τῶν συγγενῶν τε
 

 
καὶ ἡγεμόνων βουλεύσασθαι ὅ τι δεῖ ποιεῖν. ἐπεὶ δὲ εἰς
τὴν Ἀγχίαλον πάντες παραγενέσθαι δεῖν ἔλεγον, παραχρῆμα
τὸν μὲν Καντακουζηνὸν καὶ τὸν Τατίκιον εἰς τὰ καλούμενα
Θερμὰ ἐξαπέστειλε μετὰ καί τινων ἐθνικῶν, τοῦ τε Σκαλιαρίου
 τοῦ Ἐλχὰν καὶ ἑτέρων τῶν ἐκκρίτων, ἐφ’ ᾧ τὴν φυλακὴν
τῶν ἐκεῖσε ποιεῖσθαι μερῶν. αὐτὸς δὲ ἀπέρχεται εἰς Ἀγχίαλον. 
ἐπεὶ δὲ πρὸς Ἀδριανούπολιν τὸ ὅρμημα τῶν Κομάνων
μεμαθήκοι, μεταπεμψάμενος τοὺς ἐκκρίτους τῶν Ἀδριανουπολιτῶν
ἅπαντας, ὧν ὑπερέχοντες ὅ τε κατακαλῶν ὁ Ταρχανειώτης 
 λεγόμενος καὶ Νικηφόρος ὁ υἱὸς τοῦ πάλαι τυραννήσαντος
Βρυεννίου, καὶ αὐτὸς τυραννήσας καὶ τῶν
ὀφθαλμῶν στερηθείς, τούτοις πολλὴν τὴν τοῦ κάστρου φυλακὴν
ἐνετείλατο ποιεῖσθαι καὶ τῶν Κομάνων καταλαβόντων μὴ
μετὰ μικροψυχίας τὸν μετ’ αὐτῶν συναίρειν πόλεμον, ἀλλὰ
 μετὰ σκοποῦ καὶ ἐκ διαστήματος τὰς κατ’ ἐκείνων βολὰς
ποιεῖσθαι, τὰ δὲ πλεῖστα κεκλεισμένας τὰς πύλας ἔχειν, πολλὰς
ὑποσχόμενος εὐεργεσίας, εἰ τὰ προστεταγμένα τηρήσαιεν.
ταῦτα μὲν οὖν πρὸς τὸν Βρυέννιον καὶ τοὺς ἄλλους ὁ αὐτοκράτωρ
παρεγγυησάμενος οἷον μετὰ χρηστῶν τῶν ἐλπίδων 
 πρὸς Ἀδριανούπολιν ἐκπέπομφε. τῷ δέ γε κατακαλῶν τῷ
Εὐφορβηνῷ Κωνσταντίνῳ διὰ γραμμάτων προσέταξεν ἀναλαβέσθαι
τὸν καλούμενον Μοναστρᾶν (μιξοβάρβαρος δὲ
ἀνὴρ πολλὴν τὴν περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐμπειρίαν κεκτημένος)
καὶ Μιχαὴλ τὸν Ἀνεμᾶν μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς τεταγμένων
 στρατιωτῶν, καὶ ἐπὰν τοὺς Κομάνους τὰς κλεισούρας διελθόντας
μάθοιεν, παρέσπεσθαι ὄπισθεν αὐτῶν καὶ ἀξυμφανῶς
αὐτῶν ἀποπειρᾶσθαι.

Τῶν γοῦν Κομάνων παρὰ τῶν Βλάχων τὰς διὰ τῶν
κλεισουρῶν ἀτραποὺς μεμαθηκότων καὶ οὕτω τὸν Ζυγὸν
 ῥᾳδίως διεληλυθότων ἅμα τῷ τῇ Γολόῃ προσπελάσαι εὐθὺς 
οἱ ἔποικοι ταύτης δεσμήσαντες τὸν τὴν φυλακὴν τοῦ κάστρου
πεπιστευμένον παραδεδώκασι τοῖς Κομάνοις, αὐτοὶ δὲ εὐφηκατακουζηνὸν
 

 
μήσαντες ἄσμενοι τούτους ὑπεδέξαντο. ὁ δὲ κατακαλῶν
Κωνσταντῖνος ἐναύλους τὰς τοῦ βασιλέως ὑποθημοσύνας
ἔχων Κομάνοις ἐντυχὼν εἰς προνομὴν ἐξερχομένοις καὶ προσβαλὼν
θαρσαλέως ζωγρίαν εὐθὺς ἐκ τούτων ἄγει εἰς ἑκατὸν
ποσουμένους. τοῦτον ὁ βασιλεὺς ὑποδεξάμενος εὐθὺς τῷ 
τοῦ νωβελλισίμου τιμᾷ ἀξιώματι. κατασχόντας δὲ τὴν Γολόην
τοὺς Κομάνους θεασάμενοι οἱ τῶν παρακειμένων πόλεων
ἔποικοι, Δαμπόλεώς τε καὶ τῶν λοιπῶν, προσεληλυθότες
αὐτοὺς ἄσμενοι ὑπεδέχοντο καὶ παρεδίδουν τὰς πόλεις ἐπευφήμουν
 τε τὸν ψευδώνυμον Διογένην. ὃς μετὰ τὸ πάντων 
ἐγκρατὴς γενέσθαι ἀναλαβόμενος ἅπαν τὸ Κομανικὸν
στράτευμα καταλαμβάνει τὴν Ἀγχίαλον ἀποπειρᾶσθαι τάχα
βουλόμενος τῶν ταύτης τειχῶν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἐντὸς ὢν
καὶ πολλὴν ἐμπειρίαν περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐκ νηπίου κεκτημένος,
ἐπεὶ τὴν τοῦ τόπου θέσιν διέγνω τοὺς μὲν Κομάνους 
ἀπείργουσαν τῆς ὁρμῆς, ὀχύρωμα δὲ τοῦ τείχους οὖσαν,
διελὼν τὰς δυνάμεις καὶ τὰς πύλας ἀναπετάσας τοῦ κάστρου
ἔξωθεν τούτους συνησπικότας ἰλαδὸν κατέστησε, περὶ δὲ
 τὸ ἄκρον τῆς Κομανικῆς παρατάξεως * ἐγκεκραγότος μέρους
τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος * ἐτρέψαντο μέχρις αὐτῆς θαλάττης 
διώξαντες. τοῦτο ὁ αὐτοκράτωρ θεασάμενος καὶ πρὸς τοσαῦτα
πλήθη μὴ ἐξαρκούσας ἔχων δυνάμεις μήτε ἀντικαταστῆναι
δυνάμενος ἐκέλευσε τοῦ λοιποῦ συνησπικότας ἅπαντας
ἵστασθαι καὶ μηδένα προθέειν τῆς παρατάξεως. οἱ δὲ
Κόμανοι παραταξάμενοι ἵσταντο καὶ αὐτοὶ προμετώπιοι τῆς 
Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος, μὴ προσβάλλοντες δὲ ὅμως μηδὲ αὐτοί.
 τοῦτο δὲ ἐτελεῖτο ἐπὶ τρισὶν ἡμέραις ἐκ πρωίας μέχρις ἑσπέρας,
 τῆς τε τοῦ τόπου θέσεως ἀπειργούσης τούτους ἐθέλοντας
μάχεσθαι καὶ τοῦ μηδένα τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος προεκτρέχειν
κατ᾿ αὐτῶν. τὸ δὲ κάστρον ἡ Ἀγχίαλος τοιαύτης ἔτυχε θέσεως. 
δεξιόθεν μὲν τὴν Ποντηρὰν εἶχε θάλασσαν, ἐξ εὐωνύμου
δὲ τραχύν τινα τόπον καὶ δύσβατον καὶ ὑπάμπελον
 

 
καὶ τοῖς ἱππόταις εὔοδον τὸν δρόμον μὴ παρέχοντα. τί τὸ
ἐπὶ τούτοις; τὴν τοῦ βασιλέως θεασάμενοι καρτερίαν οἱ βάρβαροι
καὶ τὰ βεβουλευμένα ἀπηλπικότες ἐφ᾿ ἑτέραν ἀτραπὸν
τὴν πρὸς Ἀδριανούπολιν ἐτράποντο, ἐξαπατῶντος αὐτοὺς τοῦ
 ψευδωνύμου καὶ λέγοντος ὡς “ὁπηνίκα με τὴν Ἀδριανούπολιν
καταλαβόντα ὁ Βρυέννιος Νικηφόρος ἀκούσει, ἀνοίξας τὰς 
πύλας μετὰ περιχαρείας ὑποδέξεται χρήματά τε παρέξει καὶ παντοίας
φιλοφροσύνης ἀξιώσειε. κἀν γὰρ μὴ ἐκ φύσεως, ἀλλά
γε ἐκ προαιρέσεως τὴν πρὸς τὸν ἐμὸν πατέρα ἀδελφικὴν
 ἔσχε διάθεσιν. ἐπὰν δὲ τὸ κάστρον ἡμῖν παραδοθῇ, οὕτω
τῆς ἐπὶ τὰ ἔμπροσθεν καὶ πρὸς τὴν βασιλεύουσαν φερούσης
ἁψόμεθα.” θεῖον δὲ τὸν Βρυέννιον ὠνόμαζε παράκουσμά
τι ἔχων ἀληθοῦς ὑποθέσεως. καὶ γὰρ ὁ πάλαι βεβασιλευκὼς
Ῥωμανὸς ὁ Διογένης ἄνδρα τουτονὶ τὸν Βρυέννιον γινώσκων
 φρονήσει τε ὑπερέχοντα ἁπάντων τῶν τότε εὐθῆ 
τε τὴν γνώμην καὶ ἐπαληθεύοντα ὡς ἐπίπαν ἐν λόγοις καὶ
πράξεσι τοῦτον ἀκριβῶς ἐπιστάμενος ἀδελφὸν εἰσποιήσασθαι
ἠβουλήθη. καὶ δὴ καὶ τὸ ἔργον τετέλεστο ἀμφοῖν τούτου
συνδόξαντος. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἀληθῆ καὶ παρὰ πάντων
 οὕτω γινώσκεται, ὁ δέ γε ψευδώνυμος τοσοῦτον ἀπηναισχύντησεν,
ὡς καὶ θεῖον ἐπ’ ἀληθείας τοῦτον κατονομάζειν. οὕτω
μὲν οὖν τὰ τοῦ ψευδωνύμου τεχνάσματα· οἱ δὲ Κόμανοι
ὡς βάρβαροι τὸ κοῦφον καὶ εὐμετάβλητον ὡς φυσικόν τι
παρακολούθημα κεκτημένοι πείθονται τοῖς αὐτοῦ λόγοις καὶ
 καταλαβόντες τὴν Ἀδριανούπολιν ἔξωθεν τῆς πόλεως ταύτης 
ηὐλίσαντο. ἐπὶ δὲ τεσσαράκοντα καὶ ὀκτὼ ἡμέραις καθ’
ἑκάστην πολέμων συγκροτουμένων (καὶ γὰρ οἱ
πρὸς πόλεμον σφαδάζοντες καθ’ ἡμέραν ἐξερχόμενοι πολέμους
συχνοὺς μετὰ τῶν βαρβάρων συνεκρότουν) Νικηφόρος
 ὁ Βρυέννιος, ἐπεὶ κάτωθεν παρὰ τοῦ ψευδωνύμου ἐζητεῖτο,
πυργόθεν προκύψας, ὅσα γε ἀπὸ τῆς φωνῆς τοῦ ἀνδρὸς
τεκμαιρόμενος ἔλεγε μήτε υἱὸν αὐτὸν ἐπιγινώσκειν Ῥωμανοῦ
τοῦ Διογένους, τοῦ ἐκ προαιρέσεως ἀδελφοῦ αὐτοῦ χρηματίὡς 
 

 
σαντος, ὡς εἴρηται, ὁποῖα φιλεῖ πολλάκις γίνεσθαι, καὶ ὅτι
ὁ ἐπ᾿ ἀληθείᾳ υἱὸς αὐτοῦ εἰς Ἀντιόχειαν ἀνῃρέθη. ταῦτα
εἰπὼν μετ’ αἰσχύνης τὸν ὑποκριτὴν ἀπεπέμψατο. ἐπεὶ δὲ
οἱ ἐντὸς παρεκτεινομένου τοῦ καιροῦ ἐστενοῦντο ἤδη, διὰ
γραφῆς ᾐτήσαντο βοήθειαν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος. ὁ δὲ 
παρευθὺ παρακελεύεται Κωνσταντίνῳ τῷ Εὐφορβηνῷ ἀποχρῶσαν
ἀποδιελέσθαι δύναμιν τῶν ὑπ’ αὐτὸν κομητῶν καὶ
διὰ νυκτὸς μετ᾿ αὐτῶν εἰς Ἀδριανούπολιν διὰ τοῦ
 τῶν Καλαθάδων εἰσελθεῖν. καὶ ὁ κατακαλῶν παραχρῆμα
 τῆς πρὸς τὴν Ὀρεστιάδα φερούσης εἴχετο μετ᾿ ἀγαθῶν τῶν 
ἐλπίδων λήσεσθαι τοὺς Κομάνους οἰόμενος. ἀλλὰ διημάρτανε
τοῦ σκοποῦ. αἰσθόμενοι γὰρ τούτου πολλαπλάσιοι τηνικαῦτα
ἐξιππασάμενοι καὶ προσβαλόντες ἀπώσαντο τε εἰς τοὐπίσω
καὶ ὀξέως ἐδίωκον. ὁπηνίκα καὶ ὁ τούτου υἱὸς Νικηφόρος
καὶ ἐμὸς ἐν ὑστέροις χρηματίσας γαμβρὸς ἐπὶ τῇ μετ’ ἐμὲ 
ἀδελφῇ τῇ πορφυρογεννήτῳ Μαρίᾳ δόρυ μακρὸν ἐναγκαλισάμενος
καὶ συναντήσας ἐξ ὑποστροφῆς τὸν διώκοντα αὐτὸν
Σκύθην πλήττει κατὰ τὸ στέρνον, ὁ δ’ εὐθὺς νεκρὸς ἔκειτο.
οἶδε γὰρ ἐπ’ ἀληθείᾳ δόρυ κραδαίνειν καὶ ἀσπίδι περιφράττεσθαι·
 καὶ ἱππαζόμενον ἄν τις αὐτὸν ἐθεάσατο, οὐ Ῥωμαῖον 
εἴκασεν εἶναι, ἀλλὰ Νορμανόθεν ἥκειν· θαῦμα γὰρ ἦν
νεανίσκος ἐκεῖνος ἐξιππαζόμενος καὶ ὄντως φιλοτίμημα φύσεως·
τὴν πρὸς Θεὸν εὐσέβειαν πολύς, τὰ πρὸς ἀνθρώπους
ἡδὺς καὶ μειλίχιος. οὔπω τεσσαράκοντα πρὸς ταῖς ὀκτὼ
διῆλθον ἡμέραι, καὶ παρακελευσαμένου Νικηφόρου τοῦ Βρυεννίου 
ἐν ἐκείνῳ γὰρ ἡ πᾶσα ἐξουσία τῆς Ἀδριανουπόλεως
ἦν) τὰς πύλας ἀθρόον ἀναπετάσαντες ἐξῆλθον κατὰ τῶν
Κομάνων γενναῖοι στρατιῶται. καὶ πολέμου καρτεροῦ συρραγέντος
πίπτουσι μὲν ἱκανοὶ τῶν Ῥωμαίων γενναίως ἀγωνιζόμενοι
 καὶ τῆς ἑαυτῶν ζωῆς ἀφειδήσαντες, πλείους δὲ κτείνουσιν. 
ὁπηνίκα καὶ Μαριανὸς ὁ Μαυροκατακαλὼν τοῦ
Τογορτὰκ καταστοχασάμενος ἡγεμὼν δὲ οὗτος ὑπερέχων τῆς
τῶν Κομάνων στρατιᾶς), δόρυ μακρὸν ἐναγκαλισάμενος ὅλας
 

 
τε τῷ ἵππῳ δοὺς τάς ἡνίας εὐθὺ κατ’ αὐτοῦ ἤλαυνε καὶ
μικροῦ ἂν τοῦτον ἀνεῖλεν, εἰ μὴ προφθάσαντες οἱ περὶ αὐτόν
τυχόντες Κόμανοι τοῦτον ἐξείλοντο, μικροῦ καὶ τὸν Μαριανὸν
ἀποκτείναντες. οὗτος δὲ ὁ Μαριανός, κἂν νέος τὴν
 ἡλικίαν ἦν καὶ ἐς μείρακας ἄρτι παραγγέλλων, ἀλλὰ πολλάκις
τῶν τῆς Ὀρεστιάδος πυλῶν ἐξερχόμενος μετὰ τῶν Κομάνων
ἐμάχετο καὶ τοσαυτάκις πλήττων ἢ καὶ κτείνων νικητὴς
ἀνθυπέστρεφεν. ἦν γὰρ ὡς ἀληθῶς μαχητὴς γενναιότατος, 
καθάπερ τινὰ κλῆρον πατρῷον τὴν ἀνδρείαν κληρωσάμενος
 ἐκ γενναιοτάτων ἀνδρῶν γενναιότερος παῖς γεννηθείς.
ἐξ ὑπογύου δὲ τοῦ θανάτου ῥυσθείς, ἀναζέσας τῷ θυμῷ
κατὰ τοῦ Ψευδοδιογένους ἐχώρησε πέραθεν παρὰ τῷ χείλει
τοῦ ποταμοῦ καὶ αὐτοῦ ἱσταμένου, ὅπου ὁ Μαριανὸς μετὰ
τῶν βαρβάρων ἐμάχετο, καὶ θεασάμενος ἐρυθροφοροῦντα καὶ
 βασιλικῶς ἐσταλμένον καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν σκεδασθέντας,
ἀνατείνας τηνικαῦτα τὴν μάστιγα ἔπαιε τοῦτον κατὰ κεφαλῆς
ἀφειδῶς ψευδώνυμον ἀποκαλῶν βασιλέα.

Ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν περὶ τὴν Ἀδριανούπολιν καρτερίαν
τῶν Κομάνων μανθάνων καὶ τοὺς συχνοὺς ἐκεῖσε πολέμους 
 δέον ἔκρινε καὶ αὐτὸς ἐξ Ἀγχιάλου κεῖθι παραγενέσθαι.
μεταπεμψάμενος οὖν τοὺς ἐκκρίτους τῶν ἡγεμόνων
καὶ προέχοντας τοῦ λαοῦ ἐβουλεύετο, τί ἂν ποιήσειεν. εἰσελθὼν
δέ τις ἀνὴρ Ἀλακασεὺς ὀνομαζόμενος ἴφη “ὁ ἐμὸς
πατὴρ συνήθης πάλαι τῷ τοῦ ψευδωνύμου πατρὶ ἔτυχεν ὤν.
 ἔγωγε τοίνυν ἀπελθὼν καὶ εἰς ‘ὲν τῶν πολιχνίων εἰσαγαγὼν
αὐτὸν κατασχήσω.” ἐζητεῖτο οὖν τηνικαῦτα ὁ τρόπος τῆς
τοῦ τοιούτου ἔργου μεταχειρίσεως. ὁ δὲ τὸν ἐπὶ Κύρου Ζώπυρον 
μιμησάμενος τὸν ἐκείνου τρόπον ὑπέθετο πρὸς τὸν 
αὐτοκράτορα· αἰκίσασθαι γὰρ ἑαυτὸν ἐπηγγείλατο καὶ τὸν
 πώγωνα καὶ τὰς τρίχας ἀποκερεῖν καὶ εἰς ἐκεῖνον φοιτῆσαι
ὡς δῆθεν ταῦτα παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος πεπονθώς. ταῦτ’
οὐκ εἶπε μέν, οὐκ εἰργάσατο δέ, οὐδ’ ἐπηγγείλατο μέν, εἰς
ἔργον δὲ τὴν ἐπαγγελίαν οὐκ ἤγαγεν, ἀλλ’ ἅμα τε ὁ βασιλεὺς
 

 
ἐπῄνει τὴν συμβουλὴν καὶ ὁ Ἀλακασεὺς ἐν χρῷ τε κουρίας
ἐγίνετο καὶ τὰς σάρκας κατῄκιστο καὶ πρὸς τὸν ἐπίπλαστον
Διογένην ἐκεῖνον ἐφοίτησε. καὶ τά τε ἄλλα καὶ τὴν παλαιὰν
ὑπέμνησε φιλίαν καὶ ὡς “πολλὰ δεινὰ παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος
 πεπονθὼς Ἀλεξίου ἥκω πρὸς σὲ θαρρήσας” ἔλεγεν 
“ἐπὶ τῇ πάλαι τοὐμοῦ πατρὸς πρὸς τὴν σὴν βασιλείαν γνησιότητι
ἐφ’ ᾧ συνάρασθαί σοι πρὸς τὸ προκείμενον”. ἐχρῆτο
γὰρ καὶ τοιούτοις ὀνόμασι κολακευτικοῖς, ἵνα πλέον αὐτὸν
ἐφελκύσηται. καὶ ἵνα πλατύτερον τὰ κατ᾿ αὐτὸν διηγήσωμαι,
λαβὼν τὸ ἐνδόσιμον παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου καὶ 
γραφὰς ὡσαύτως παραδηλούσας πρὸς τὸν τὴν φυλακὴν
πολιχνίου τινὸς Πούτζης ὠνομασμένου πεπιστευμένον ὡς
“πᾶν, ὅπερ ἂν ὁ παρών σοι ὑπόθηται, ποίησον ἀδιστάκτως
ὑπακούσας αὐτοῦ” (ἐκεῖσε γὰρ ὁ βασιλεὺς καλῶς
 τοὺς Κομάνους καταλαβεῖν ἀπὸ Ἀδριανουπόλεως ἀπάραντας), 
τούτων οὕτως οἰκονομηθέντων προσηκάμενος ὁ Ἀλακασεύς,
καθάπερ εἴπομεν, τὴν ἐν χρῷ κουρείαν πρόσεισι τῷ ψευδωνύμῳ
λέγων “διὰ σὲ πολλὰ δεινὰ πέπονθα, διὰ σὲ ὑβρίσθην
καὶ σιδηρόδετος γέγονα, διὰ σὲ καθείρχθην ἐπὶ πολλαῖς
ἤδη ἡμέραις, ἐξ ὅτου τῶν Ῥωμαϊκῶν ὁρίων ἐπέβης, αὐτὸς 
ὕποπτος διὰ τὴν τοῦ ἐμοῦ πατρὸς πρὸς σὲ φιλίαν δόξας
τῷ αὐτοκράτορι. λαθὼν οὖν αὐτὸς σοὶ τῷ ἐμῷ δεσπότῃ
προσπέφευγα ἐμαυτόν τε τῶν δεσμῶν ἐλευθερώσας καὶ σοὶ
τὰ συνοίσοντα ὑποθέμενος.” ὁ δὲ καλῶς τοῦτον ἀποδεξάμενος
ἐπυνθάνετο, ὅ τι δεῖ ποιεῖν ἐφ’ ᾧ τὰ κατὰ σκοπὸν 
πληρῶσαι. καὶ ὃς “ὁρᾶς τουτὶ τὸ πολίχνιον καὶ τὴν εὐρεῖαν
 ταύτην πεδιάδα ἀποχρῶσαν πρὸς νομὰς τῶν ἵππων ἐφ’ ἡμέραις,
ἐφ’ ὅσαις βούλει διαναπαῦσαι σαυτόν τε καὶ τὸ σὸν
στράτευμα; χρὴ οὖν μὴ περαιτέρω τέως ἡμᾶς προβαίνειν,
ἀλλ’ ἐνταῦθα προσκαρτερῆσαι μικρὸν ἐφ’ ᾧ καὶ σὲ ἀνακτήσασθαι 
τὸ πολίχνιον τοῦτο κατασχόντα καὶ τοὺς Κομάνους
ἐξελθόντας τὰ πρὸς χρείαν κομίσασθαι καὶ οὕτω τῆς πρὸς
τὴν βασιλεύουσαν ἅψασθαι. καὶ εἰ ἀρεστὸν δοκεῖ σοι, τὸν
τοῦ πολιχνίου φύλακα πάλαι ὅλον ἐμὸν ὄντα θεάσομαι τε

 
καὶ ἀμαχητὶ παρασκευάσω παραδοῦναί σοι τοῦτο.’’ ἤρεσεν
ὁ σκοπὸς οὑτοσὶ τῷ Διογένει. διὰ τῆς νυκτὸς δὲ τὴν βασιλικὴν
δεσμήσας γραφὴν ὁ Ἀλακασεὺς πέμπει διὰ βέλους
ἐντὸς τοῦ κάστρου· ἣν ὑπαναγνοὺς ὁ τοῦτο φυλάσσων παρεσκευάσθη
 πρὸς τὸ δοῦναι τὸ εἰρημένον πολίχνιον. πρωΐας
δὲ ὁ μὲν Ἀλακασεὺς πρῶτος ταῖς πύλαις προσπελάσας ὁμιλεῖν 
ὑπεκρίνατο τῷ φύλακι, πρότερον σημεῖον δοὺς τῷ Διογένει,
ἵν᾿, ὁπηνίκα τοῦτο θεάσοιτο, εὐθὺ τοῦ κάστρου χωρήσειεν.
ἐφ’ ἱκανὸν δὲ προσποιουμένου τὴν μετὰ τοῦ φύλακος ὁμιλίαν
 καὶ ὅπερ φθάσας δεδώκει τῷ ψευδωνύμῳ ποιήσαντος σημεῖον,
καθὼς ὁ Διογένης τοῦτ᾿ ἐθεάσατο, τινὰς ἀναλαβόμενος
στρατιώτας οὐ πάνυ πολλοὺς θαρσαλέως εἴσεισι. περιχαρῶς
δὲ τῶν ἐντὸς ὑποδεξαμένων αὐτὸν καὶ τοῦ φρουροῦντος
τὴν Ποῦτζαν ἐπὶ τὸ βαλανεῖον αὐτὸν προκαλουμένου συνωθούμενός
 τε ἐπὶ τοῦτο καὶ παρὰ τοῦ Ἀλακασέως πείθεται 
τούτοις εὐθύς. εἶτα δαψιλῆ τράπεζαν αὐτῷ τε καἰ τοῖς μετ’ 
αὐτοῦ Κομάνοις παρέθεντο. οἱ δὲ πάντες ὁμοῦ ἱκανῶς εὐωχηθέντες
πλησθέντες τε οἴνου, ὃν ἐξ ἐμπεπλησμένων ἀσκῶν
ἀπερρόφησαν, ἔκειντο ῥέγχοντες. περιελθόντες δὲ εὐθὺς
 αὐτός τε ὁ Ἀλακασεὺς καὶ ὁ φύλαξ μετά τινων ἑτέρων τούς
τε ἵππους ἀφελόμενοι καὶ τὰ ὅπλα αὐτὸν μὲν αὐτοῦ που
καταλιμπάνουσι ῥέγχοντα, τοὺς δ᾿ ὑπ᾿ αὐτὸν ἀναιρήσαντες
ἐν διώρυξι τισιν εὐθέως ἀπέρριψαν ὥσπερ εἴς τινας τάφους
αὐτοφυεῖς. ο δὲ κατακαλῶν παρεπόμενος τῷ Κομανικῷ
 στρατεύματι κατὰ τὰς τοῦ βασιλέως ὑποθημοσύνας, ἐπεὶ
ἐκεῖνον μὲν ἐντὸς εἰσελθόντα τοῦ κάστρου ἐθεάσατο, τοὺς 
δέ γε Κομάνους εἰς προνομὴν διασκεδασθέντας, ἀπελθὼν
τὸν χάρακα ἐπήξατο ἀγχοῦ που τῆς πόλεως, ἣν φθάσαντες
ὠνομάσαμεν. ὁ δὲ Ἀλακασεὺς τῶν Κομάνων ἁπανταχοῦ
 διασπαρέντων οὐκ ἐθάρρησε δηλῶσαι περὶ τούτου τῷ αὐτοκράτορι,
ἀλλὰ ἀναλαβόμενος τοῦτον τὴν κατευθὺ Τζουρουλοῦ
ἤλαυνεν ὡς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἀπερχόμενος. μεμαθηκυῖα
δὲ τοῦτο ἡ τοῦ βασιλέως μήτηρ καὶ δέσποινα περὶ
τὰ βασίλεια ἐνδιατρίβουσα εὐθὺς τὸν δρουγγάριον τοῦ στόλου

 
Κυμινειανὸν τὸν ἐκτομίαν Εὐστάθιον διὰ τάχους ἀπέστειλεν
ἐφ’ ᾧ τὸν τοιοῦτον παραλαβεῖν καὶ εἰσαγαγεῖν εἰς τὴν μεγαλόπλιν.
 ὁ δὲ ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ Τοῦρκόν τινα Καμύρην
ὀνομαζόμενον εἰς τὴν τούτου ἐκτύφλωσιν τῷ τοιούτῳ ἐχρήσατο.
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἔτι εἰς Ἀγχίαλον ἐγκαρτερῶν, μεμαθηκὼς 
τὸν ἐπὶ τῇ προνομῇ τῶν παρακειμένων χωρῶν
σκεδασμὸν τῶν Κομάνων, ἀπάρας ἐκεῖθεν καταλαμβάνει τὴν
μικρὰν Νίκαιαν. ὡς δὲ μεμαθήκοι, ὅτι ὁ Κιτζῆς, ἡγεμὼν
δὲ οὗτος εἰς τῶν τοῦ Κομανικοῦ στρατεύματος, ἀναλαβόμενος
Κομάνους ποσουμένους εἰς δώδεκα χιλιάδας καὶ εἰς προνομὴν 
τούτους διασπείρας λείαν τε πολλὴν συναγαγὼν τὸν
αὐχένα τοῦ Ταυροκώμου κατείληφε, τὰς ὑπ᾿ αὐτὸν ἀναλαβόμενος
δυνάμεις κατελθὼν παρὰ τῷ χείλει εἱστήκει τοῦ
ποταμοῦ τοῦ κατὰ τὴν πεδιάδα τὴν κάτωθεν τοῦ τοιούτου
αὐχένος διακειμένην ῥέοντος. τόπος δὲ οὗτος πλήρης χαμαιδρύων 
 καὶ ἀρτιφυῶν δένδρων. ἐκεῖσε γοῦν τὰς δυνάμεις
καταστησάμενος ἀπόμοιραν Τούρκων ἱκανὴν ἀποτεμόμενος
τῆς τοξείας ἐκκρίτους εἰδήμονας κατὰ τῶν Κομάνων ἐπαφίησιν,
ὥστε τὸν μετ’ αὐτῶν συναραμένους πόλεμον καὶ ἱππασίας
τινὰς ποιησαμένους ἐπισπάσασθαι τούτους πρὸς τὸ 
πρανές. οἱ δὲ Κόμανοι προσβαλόντες τούτοις ἐδίωκον ἀκρατῶς
μέχρι τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος· εἶτα μικρὸν τοὺς ἵππους
ἀνασειράσαντες καὶ κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐξορμῆσαι φάλαγγος
ἡτοιμάζοντο καθιστῶντες τὰς παρατάξεις. ἐπεὶ δὲ Κομανὸν
τινα ἀγέρωχον ἱππότην τῆς φάλαγγος προπηδήσαντα ὁ αὐτοκράτωρ 
ἐθεάσατο καὶ τὰς παρατάξεις παραθέοντα καὶ μονονοὺ
 τὸν μετ’ αὐτοῦ μαχεσόμενον ἀναζητεῖν ἐοικότα, οὐκ
ἔφερεν οὔτε τὸ δεξιὸν καρτερεῖν οὔτε τὸ εὐώνυμον κέρας,
ἀλλ’ αὐτὸς πρὸ πάντων ὅλας τὰς ἡνίας χαλάσας τὸν ἀναζητοῦντα
τὸν πόλεμον βάρβαρον πρώτως παίει διὰ τοῦ δόρατος 
καὶ ἀμφὶ στήθεσι διαμπερὲς ἐλάσας τὸ ξίφος τοῦ
ἵππου κατέβαλε κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν στρατιώτην μᾶλλον
 

 
ἢ στρατηγὸν ἑαυτὸν ἀποδείξας. μέγα τοίνυν ·ταῖς Ῥωμαϊκαῖς
παραυτίκα θάρσος ἐμβαλὼν παρατάξεσιν, οὐχ ἥσσονα
δὲ τοῖς Σκύθαις φόβον, ὡς πύργος τούτοις προσβαλὼν διεῖλε
τὸ στράτευμα. οὕτω γοῦν τῆς ὁμαιχμίας τῶν βαρβάρων διασπασθείσης 
 διασπαρέντες ἁπανταχῇ ἔφευγον ἀκρατῶς. Κόμανοι 
μὲν οὖν τηνικαῦτα πίπτουσιν ὡσεὶ χιλιάδς ἑπτά,
ἄγονται δὲ καὶ ζωγρίᾳ τρισχίλιοι. τὴν μέντοι λείαν ἅπασαν
ἀφελόμενοι οἱ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος οὐ συνεχωρήθησαν
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος κατὰ τὸ εἰωθὸς ταύτην ἐπιμοιράσασθαι,
 καθὸ ἐξ ὑπογύου τῶν παρακειμένων χωρῶν ἐσκυλεύθη,
ἀλλὰ δοθῆναι τοῖς ἐποίκοις. τοῦ γοῦν βασιλικοῦ
προστάγματος πτηνοῦ δίκην εἰς ἅπασαν τὴν περίχωρον διαδεδραμηκότος
ἕκαστος τῶν σκυλευθέντων παραγενόμενος ἐπιγινώσκων
τὸ ἴδιον ἀνελαμβάνετο. στερνοτυποῦντες οὖν καὶ
 χεῖρας ἱκέτιδας εἰς οὐρανὸν αἴροντες τῷ αὐτοκράτορι τὰ
λῴονα ἐπηύχοντό. καὶ ἦν ἀκούειν φωνὴν σύμμικτον ἀνδρῶν 
τε καὶ γυναικῶν μέχρις αὐτῆς σεληνιακῆς σφαίρας φθάνουσαν.
ἀλλὰ ταῦτα μὲν οὕτω· ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ χαίρων
τὰς δυνάμεις ἀνακτησάμενος εἰς τὴν εἰρημένην μικρὰν Νίκαιαν
 αὖθις ἐπαναζεύγνυσιν. ἐκεῖσε γοῦν ἐπὶ δυσὶν ἡμέραις
ἐγκαρτερήσας τριταῖος ἐκεῖθεν ἐξελθὼν καταλαμβάνει τὴν
Ἀδριανούπολιν περὶ τὴν οἰκίαν τοῦ Σιλβέστρου ἱκανὰς ἐνδιατρίψας
ἡμέρας. τῶν γοῦν Κομάνων οἱ ΄λογάδες ἅπαντες
ἀποκριθέντες τοῦ λοιποῦ στρατεύματος βουληθέντες τοῦτον
 ἀπατῆσαι προσέρχονται τούτῳ ὡς αὐτόμολοι σπείσασθαι τάχα 
μετ᾿ αὐτοῦ προσποιούμενοι, ἵνα τριβομένου τοῦ μετ’ εἰρήνης
καιροῦ προχωροίη τὸ Κομανικὸν στράτευμα τοῖς ἔμπροσθεν.
ἐπὶ τρισὶν οὖν ἡμέραις ἐγκαρτερήσαντες μετὰ τὴν τρίτην
ἡμέραν νυκτὸς τῆς πρὸς τὰ οἴκοι φερούσης ἥψαντο. αἰσθόμενος
 δὲ τῆς τῶν Κομάνων ἀπάτης ὁ αὐτοκράτωρ ὑποπτέρους
ἀποστείλας δηλοῖ τοῦτο τοῖς πεπιστευμένοις τὴν φυλακὴν
τῶν τοῦ Ζυγοῦ ἀτραπῶν ἐφ’ ᾧ μὴ ἀναπίπτειν, ἀλλ’ ἐγρηγορέναι
διὰ παντός , εἴ που τούτους κατάσχοιεν. αὐτὸς δὲ
τὸ ὅλον στράτευμα τῶν Κομάνων μεμαθηκὼς ἐπὶ τὰ πρόσω

 
τὴν πορείαν ποιούμενον εὐθὺς ἀναλαβόμενος τοὺς παρατυχόντας
 τῶν στρατιωτῶν καταλαμβάνει τόπον τινὰ Σκουτάριον
καλούμενον σταδίους τῆς Ἀδριανουπόλεως ἀπέχοντα
ὀκτωκαίδεκα, τὴν δὲ μετ᾿ αὐτὴν εἰς Ἀγαθονίκην. ἐπεὶ δὲ
μεμαθήκοι τὸ Κομανικὸν φοσσάτον ἔτι κατὰ τὸν Ἀβριλεβὼ 
διακείμενον τόπος δὲ οὗτος οὐ πορρωτέρω τῶν εἰρημένων
πόλεων κείμενος) , ἐνταῦθα γενόμενος καὶ τὰ ἄπειρα ἅπερ
ἀνῆψαν πυρὰ πόρρωθεν ἐξιδὼν καὶ κατασκεψάμενος ἀποστείλας
μετεπέμψατο Νικόλαον τὸν Μαυροκατακαλὼν καὶ
ἑτέρους τῶν ἐκκρίτων ἡγεμόνων τοῦ ὁπλιτικοῦ καὶ τί χρὴ 
ποιεῖν διεσκοπεῖτο. δέον οὖν τηνικαῦτα ἐκρίθη μεταπέμψασθαι
τοὺς τῶν ἐθνικῶν ἀρχηγούς, τόν τε Οὐζᾶν ἐκ
 Σαυροματῶν δὲ οὗτος) καὶ Καρατζᾶν τὸν Σκύθην καὶ τὸν
μιξοβάρβαρον Μοωαστρᾶν καὶ παρασκευάσασθαι, ἵνα ἀπελθόντες
παρασκευάσωσιν ἐφ’ ἑκάστῃ σκηνῇ πεντεκαίδεκα καὶ 
πλείους ἀνάψαι πυρσούς, ὥστε τοὺς Κομάνους τοὺς τοσούτους
πυρσοὺς θεασαμένους ἀπειροπληθὲς τὸ Ῥωμαϊκὸν ωομίσαι
στράτευμα κἀντεῦθεν ἐκδειματωθέντες τοῦ λοιποῦ μὴ
θαρσαλέως τούτοις προσβαλεῖν. τοῦτο δὲ γεγονὸς ταῖς τῶν
Κομάνων ψυχαῖς φόβον μέγαν ἐνίησιν. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ 
πρωΐας ὁπλισάμενος καὶ τὰς ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεις ἀναλαβόμενος
ἴεται κατ’ αὐτῶν. πολέμου δὲ ἐξ ἑκατέρων συρραγέντος
 οἱ Κόμανοι τὰ νῶτα διδόασιν. ὁ δὲ βασιλεὺς διελὼν
τὸ στράτευμα τοὺς μὲν ψιλοὺς ἔμπροσθεν διώκειν ἐκπέπομφεν,
αὐτὸς δὲ φευγόντων ἀκρατῶς ἐλαύνων ἐδίωκε. τούτους δὲ 
περὶ τὴν Σιδηρᾶν Κλείσουραν καταλαβὼν πολλοὺς μὲν ἀναιρεῖ,
 πλείστους δὲ καὶ ζωγρίαν ἄγει· οἱ δέ γε προπεμφθέντες
τῶν Κομάνων τὴν λείαν πᾶσαν ἀναλαβόμενοι ὑπεχώρησαν.
εχώρησαν. ὁ δὲ βασιλεὺς περὶ τὴν ἀκρολοφίαν τῆς Σιδηρᾶς
Κλεισούρας παννύχιος διατελέσας χειμῶνος ὄντος σφοδροῦ, 
αὐγαζούσης ἤδη ἡμέρας τὴν Γολόην κατείληφεν· ἐκεῖσε δὲ ·
ἡμερονύχθιον ‘ὲν διακαρτερήσας ἐφ᾿ ᾧ τιμῆσαι πάντας τοὺς
 

 
ἀνδρικῶς ἀγωνισαμένους καὶ δωρεῶν μεγίστων ἀξιῶσαι καὶ
τὸ βουλευθέν εἰς ἔργον ἀγαγὼν καὶ μετ’ εὐφροσύνης πάντας
ἐκπέμψας οἴκαδε ἐν δυσὶ νυχθημέροις κατείληφε τὰ βασίλεια.

Καὶ μικρὸν ἑαυτὸν ἀνακτησάμενος τῶν πολλῶν
 μόχθων, ἐπεὶ τοὺς Τούρκους τὰ ἐντὸς Βιθυνίας κατατρέχοντας
εὗρε καὶ λῃζομένους ἅπαντα, τῶν δυτικῶν πραγμάτων
ἐκ θατέρου μέρους πρὸς ἑαυτὰ ἐπισπωμένων τὸν αὐτοκράτορα,
πλέον ἐν τούτοις ἢ ἐν ἐκείνοις κάμνων πρὸς γὰρ
τὸ κατεπεῖγον μᾶλλον ὁ πόνος ἦν) ἐπίνοιαν ἐπινοεῖται μάλα
 μεγαλουργὸν καὶ ἀξίαν τῆς ἐκείνου ψυχῆς καὶ πρὸς ἀσφάλειαν
Βιθυνίας Βιθυνίας ἀποταφρεύει τὰς ἐκείνων καταδρομὰς διὰ
τοιαύτης κατασκευῆς. ἄξιον δὲ καὶ τὴν κατασκευὴν ἐκείνην
διηγήσασθαι. ὁ γὰρ Σάγγαρις ποταμὸς καὶ ἡ παραλία ἡ 
μέχρι τοῦ χωρίου Χηλῆς ἰθυτενῶς καταφερομένη καὶ ἡ πρὸς
 βορρᾶν ἀνακάμπτουσα πολλὴν ἔνδον περικλείουσι χώραν.
ταύτην τοίνυν τὴν χώραν πονηροὶ γείτονες γεγονότες ἡμῖν
ἀνέκαθεν οἱ τοῦ Ἰσμαὴλ κατὰ πολλὴν ἐρημίαν τῶν κωλυόντων
διά τε Μαρυανδηνῶν καὶ τῶν πέραν Σαγγάρεως ῥᾳδίως
κατελῄζοντο καὶ μᾶλλον τὴν Νικομήδους ἐπέθλιβον τὸν
 ποταμὸν διαπεραιούμενοι. τὴν τοιαύτην τοίνυν ὁρμὴν ἀνακόπτων
τῶν βαρβάρων ὁ βασιλεὺς καὶ τὴν τῆς χώρας καταδρομὴν
καὶ μάλιστα τὴν Νικομήδους ἀσφαλιζόμενος κατωτέρω
τῆς Βαάνης λίμνης μακρότατον ὄρυγμα κατιδὼν καὶ παρακολουθήσας
αὐτῷ μέχρι πέρατος κατενόει ἀπό τε τῆς θέσεως 
 καὶ τοῦ σχήματος, ὡς ἄρα ὁ τόπος οὐκ ἐκ ταὐτομάτου διαβεβόθρωται
οὐδὲ συσσεσηράγγωται φυσικῶς, ἀλλὰ χειρός τινος
ὑπῆρχε μηχάνημα. πολυπραγμονήσας οὖν τὸ τοῦ τόπου
μανθάνει παρά τινων, ὡς ἄρα τῆς τοιαύτης διώρυχος Ἀνα-
στάσιος ὁ Δίκουρος ἐπεστάτησε. τί μὲν βουλόμενος, οὐκ
 εἶχον λέγειν· ἐφαίνετο δ’ οὖν τῷ βασιλεῖ ἀλεξίῳ, ὡς δὴ ὁ
αὐτοκράτωρ ἐκεῖνος ἐβούλετο ἀπὸ τῆς λίμνης ὕδωρ μετοχετεύειν
ἐς ταυτηνὶ τὴν χειροποίητον χαράδραν. πρὸς τοιαύμόθων
 

 
την τοίνυν ἐνθύμησιν ἀναχθεὶς ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος τήν
τε τάφρον εἰς βάθος ἱκανώτατον διορύσσειν ἐκέλευε· δεδοικὼς
 δέ, μή ποτε καὶ πορεύσιμα γένοιτο τὰ τῶν ποταμῶν
κατὰ τὰς συναφὰς τῶν ῥευμάτων, ἀνίστα φρούριον ἐρυμνότατον,
πανταχόθεν τὸ ἀσφαλὲς καὶ τὸ ἀνεπιχείρητον ἔχον 
ἀπό τε τοῦ ποταμοῦ καὶ τῆς εἰς ὕψος καὶ πάχος τειχοποιίας·
ὅθεν καὶ τὴν σιδηρᾶν ἀπηνέγκατο κλῆσιν. καὶ ἔστι νῦν τὸ
σιδηροῦν τουτὶ πυργίον πόλις πρὸ πόλεως καὶ τείχους προτείχισμα.
αὐτὸς δὲ ὁ αὐτοκράτωρ ἐφίστατο τῇ τοῦ πολιχνίου
οἰκοδομῇ ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, καίτοι πολλῆς τῆς ἀλέας 
 οὔσης τὸν θερινὸν τροπικὸν τοῦ ἡλίου διαπορευομένου.) καὶ
 καύσωνος ἠνείχετο καὶ κονίας καὶ πολλὴν τὴν δαπάνην κατεβάλλετο,
ὡς ἐντεῦθεν ἐρυμνότατον γεγονέναι τὸ τεῖχος καὶ
ἀπρόσμαχον, τοὺς σύροντας ἕκαστον τῶν λίθων, εἰ ἔτυχεν
εἶναι πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν ἄνδρας, δαψιλῶς ἐπιφιλοτιμούμενος. 
ἐντεῦθεν δὲ οὐ τῶν τυχόντων, ἀλλὰ καὶ στρατιώτης
ἅπας καὶ ὑπηρέτης αὐτόχθων τε καὶ ἐξ ἀλλοδαπῆς ὁρμώμενος
πρὸς τὴν τῶν τοιούτων λίθων ὁλκὴν ἐκεκίνητο δαψιλεῖς
ὁρῶντες τοὺς μισθοὺς καὶ αὐτὸν τὸν αὐτοκράτορα καθάπερ
ἀθλοθέτην τινὰ ἐφιστάμενον. τέχνη γὰρ ἦν καὶ τοῦτο, ἵνα 
πολλῶν συρρεόντων ῥᾷον ἡ ὁλκὴ τῶν παμμεγέθων ἐκείνων
 λίθων γίνοιτο. οὕτως ἦν ἐκεῖνος καὶ ἐπινοῆσαι βαθύτατος
καὶ καταπρᾶξαι μεγαλουργότατος. τὰ μὲν οὖν κατὰ τὸν αὐτοκράτορα
μέχρι τῆς * ἐπινεμήσεως τοῦ * ἔτους κατὰ τὸν
εἰρημένον τρόπον προβέβηκεν· οὔπω δὲ μικρὸν ἑαυτὸν ἐναπαύσας 
λογοποιουμένην ἠκηκόει ἀπείρων Φραγγικῶν
ἐπέλευσιν. ἐδεδίει μὲν οὖν τὴν τούτων ἔφοδον
γνωρίσας αὐτῶν τὸ ἀκατάσχετον τῆς ὁρμῆς, τὸ τῆς γνώμης
ἄστατον καὶ εὐάγωγον καὶ τἆλλα ὁπόσα ἡ τῶν Κελτῶν φύσις
 ὡς ἴδια ἢ παρακολουθήματά τινα ἔχει διὰ παντὸς καὶ ὅπως 
ἐπὶ χρήμασι κεχηνότες ἀεὶ διὰ τὴν τυχοῦσαν αἰτίαν τὰς σφῶν
συνθήκας εὐκόλως ἀνατρέποντες φαίνονται. εἶχε γὰρ ἀεὶ
 

 
τοῦτο ᾀδόμενον καὶ πάνυ ἐπαληθεῦον. καὶ οὐκ ἀναπεπτώκει,
ἀλλὰ παντοίως παρεσκευάζετο, ὥστε καιροῦ καλοῦντος ἕτοιμον
πρὸς τὰς μάχας εἶναι. καὶ γὰρ καὶ πλέω καὶ φοβερώτερα
τῶν φημιζομένων λόγων ἦσαν τὰ πράγματα. πᾶσα γὰρ ἡ
 ἑσπέρα καὶ ὁπόσον γένος βαρβάρων τὴν πέραθεν Ἀδρίου
μέχρις Ἡρακλείων στηλῶν κατῴκει γῆν, ἅπαν ἀθρόον μεταναστεῦσαν
ἐπὶ τὴν Ἀσίαν διὰ τῆς ἑξῆς Εὐρώπης ἐβάδιζε
πανοικὶ τὴν πορείαν ποιούμενον. ἔσχε δὲ τὰ κατὰ τὴν τοιαύτην 
συγκίνησιν τὴν αἰτίαν ἐνθένδε ποθέν. Κελτός τις
 Πέτρος τοὔνομα, τὴν ἐπωνυμίαν Κουκούπετρος, εἰς προσκύνησιν
τοῦ ἁγίου τάφου ἀπελθὼν καὶ πολλὰ δεινὰ πεπονθὼς
παρὰ τῶν τὴν Ἀσίαν πᾶσαν λῃζομένων Τούρκων
τε καὶ σαρακηνῶν μόγις ἐπανῆλθεν εἰς τὰ ἴδια. καὶ διαμαρτὼν 
τοῦ σκοποῦ οὐκ ἔφερεν, ἀλλ’ αὖθις ἠβούλετο τῆς
 αὐτῆς ἅψασθαι ὁδοῦ. συνιδὼν δέ, ὡς οὐ χρὴ μόνον αὖθις
τῆς πρὸς τὸν ἅγιον τάφον ὁδοιπορίας ἅψασθαι, ἵνα μὴ χεῖρόν
τι γένηταί οἱ, βουλὴν βουλεύεται συνετὴν. ἡ δὲ ἦν διακηρυκεῦσαι
εἰς ἁπάσας τὰς τῶν Λατίνων χώρας ὡς “ὀμφὴ θεία
παρακελεύεται με πᾶσι τοῖς ἐν Φραγγίᾳ κόμησι κηρῦξαι,
 ἅπαντας τῶν ἰδίων ἀπᾶραι καὶ εἰς προσκύνησιν τοῦ ἁγίου
τάφου ἀπελθεῖν καὶ σπεῦσαι ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ τῆς τῶν
Ἀγαρηνῶν τὰ Ἱεροσόλυμα λυτρώσασθαι χειρός”. καὶ μέντοι 
καὶ κατώρθωκεν. ὥσπερ γάρ τινα θείαν ὀμφὴν ἐνθέμενος
εἰς τὰς ἁπάντων ψυχὰς τοὺς ὁπουδήποτε Κελτοὺς ἄλλον
 ἀλλαχόθεν σὺν ὅπλοις καὶ ἵπποις καὶ τῇ λοιπῇ τοῦ πολέμου 
παρασκευῇ συναθροίζεσθαι παρεσκεύαζε. κἀκεῖνοι μὲν οὕτως
εἶχον προθυμίας τε καὶ ὁρμῆς καὶ πᾶσα λεωφόρος τούτους
εἶχε· συνεπῄει δὲ τοῖς στρατιώταις ἐκείνοις Κελτοῖς καὶ ψιλὸν
ὑπὲρ τὴν ἄμμον καὶ τὰ ἄστρα πλῆθος φοίνικας φέρον καὶ
 σταυροὺς ἐπ’ ὤμων, γύναιά τε καὶ τέκνα τῶν σφῶν ἐξεληλυθότα
χωρῶν. καὶ ἦν ὁρᾶν αὐτοὺς καθάπερ τινὰς ποταμοὺς
ἁπανταχόθεν συρρέοντας καὶ διὰ τῶν Δακῶν ὡς ἐπίπαν 
 

 
πρὸς τὰς) πρὸς ἡμᾶς ἐπερχομένους πανστρατιᾷ. προηγήσατο
δὲ τῆς τῶν τοσούτων λαῶν ἐλεύσεως ἀκρίς τῶν μὲν
πυρῶν ἀπεχομένη, τοὺς δὲ ἀμπελῶνας δεινῶς κατεσθίουσα.
ἦν δ’ ἄρα τοῦτο τὸ σύμβολον, ὡς οἱ τότε συμβολομάντεις
ἀπεμαντεύοντο, ὡς ἡ ἔφοδος τοῦ τοσούτου Κελτικοῦ στρατεύματος 
τῶν μὲν Χριστιανικῶν πραγμάτων ἀπόσχηται, δεινῶς
δ’ ἐπιβρίσειε κατὰ τῶν βαρβάρων Ἰσμαηλιτῶν μέθῃ καὶ
οἴνῳ καὶ τῷ Διονύσῳ δεδουλευκότων. τοῦτο γὰρ τὸ γένος
Διονύσῳ τε ὑπείκει καὶ Ἔρωτι καὶ πρὸς παντοίας μίξεις
 καταφορώτατον καὶ μὴ συμπεριτεμνόμενον τῇ σαρκὶ καὶ τὰ 
πάθη. καὶ ἔστιν οὐδὲν ἄλλο ἢ δοῦλον καὶ τρίδουλον τῶν
τῆς Ἀφροδίτης κακῶν. ἔνθεν τοι καὶ τὴν Ἀστάρτην αὐτοὶ
καὶ τὴν Ἀσταρὼθ προσκυνοῦσι καὶ σέβονται καὶ τοῦ ἄστρου
τὸν τύπον περὶ πλείονος τίθενται καὶ τὴν χρυσῆν παρ’ ἐκείνοις
Χοβάρ. ὁ μέντοι σῖτος εἰς τὸν Χριστιανισμὸν τοῖς συμ 
βολικοῖς τούτοις ἐξελαμβάνετο διὰ τὸ νηφάλιον τε καὶ τροφιμώτατον.
 οὕτω μὲν οὖν οἱ μάντεις τὰς ἀμπέλους καὶ τὸν
πυρὸν ἐξεδέξαντο. ἀλλὰ τὰ μὲν περὶ τῶν μάντεων οὕτως
ἐχέτω· τὰ δὲ κατὰ τὴν ἔφοδον τῶν βαρβάρων οὕτω παρηκολουθήκει
καὶ καινόν τι κατανοεῖν τοῖς γε νοῦν ἔχουσιν 
ἐνῆν. τῆς γὰρ τῶν τοσούτων ἐλεύσεως οὐχ ὁμοῦ οὐδὲ κατὰ
ταὐτὸν γινομένης καὶ πῶς γὰρ τοσαῦτα πλήθη ἐκ διαφόρων
τόπων ἐξορμήσαντα ὅμαδόν τὸν τῆς Λογγιβαρδίας πορθμὸν
διανήξασθαι ἐνῆν;) οἱ μὲν πρῶτοι, οἱ δὲ δεύτεροι, οἱ δὲ
τούτων ὄπισθεν καὶ καθεξῆς οἱ ἅπαντες τὸν ἀπόπλουν οὕτω 
ποιούμενοι διὰ τῆς ἠπείρου διήρχοντο. προηγεῖτο δὲ ἑκάστου
 στρατεύματος τούτων ἀκρίς ἀμύθητος, ὡς ἔφαμεν. ἅπαντες
γοῦν ἅπαξ καὶ δὶς τοῦτο θεασάμενοι προδρόμους ταύτας τῶν
Φραγγικῶν ταγμάτων ἐγνώρισαν. ὡς δὲ σποράδην τινὲς τὸν
τῆς Λογγιβαρδίας διεπέρων ἤδη πορθμόν, ὁ αὐτοκράτωρ 
μετακαλεσάμενος τινας τῶν Ῥωμαϊκῶν δυνάμεων ἀρχηγοὺς
ἐκπέμπει τούτους πρὸς τὰ μέρη Δυρραχίου καὶ Αὐλῶνος
 

 
ἐντειλάμενος δέχεσθαι μὲν προσηνῶς τοὺς διαπερῶντας πανηγύρεις
τε δαψιλεῖς ἐξ ἁπασῶν τῶν χωρῶν κατὰ τὴν ὁδὸν
ἐξάγειν, εἶτα ἐνεδρεύειν παρακολουθοῦντας διόλου καὶ ἐπὰν
ἐκδρομὰς τινας τούτους θεάσοιντο ποιουμένους εἰς προνομὴν
 τῶν παρακειμένων χωρῶν ἐκτρέχοντας, ἀναστέλλειν διὰ 
μετρίων ἀκροβολισμῶν. συμπαρῆσαν δὲ τούτοις ν,αί τινες
τῆς λατινικῆς διαλέκτου εἰδήμονες, ἴνα τὰς ἀναφυομένας
μεταξὺ μάχας καταστέλλωσιν. ἀλλ’ ὅπως σαφέστερον ἀφηγησαίμην
τὸ πρᾶγμα καὶ κατὰ μέρος, ταύτης τῆς φήμης διαδραμούσης 
 ἁπανταχοῦ πρῶτος ὁ Γοντοφρὲ τὴν ἰδίαν ἀπεμπολήσας
χώραν τῆς προκειμένης ὁδοῦ εἴχετο· ἀνὴρ δὲ οὗτος
πολυχρήματος καὶ ἐπὶ γενναιότητι καὶ ἀνδρείᾳ καὶ γένους
περιφάνεια μεγάλως αὐχῶν· ἕκαστος γὰρ τῶν Κελτῶν ἔσπευδε
προτρέχειν τῶν ἄλλων. καὶ γέγονε συγκίνησις οἵαν οὐδέπω
 τις μέμνηται ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, τῶν μὲν ἁπλουστέρων
ὡς τὸν τοῦ κυρίου προσκυνῆσαι τάφον καὶ τὰ κατὰ τοὺς 
ἱεροὺς ἱστορῆσαι τόπους ἐπειγομένων ἐπ’ ἀληθείᾳ, τῶν δέ
γε πονηροτέρων καὶ μᾶλλον ὁποῖος ὁ Βαϊμοῦντος καὶ οἱ τούτου
ὁμόφρονες ἄλλον ἐνδομυχοῦντα λογισμὸν ἐχόντων, εἴ που
 ἐν τῷ διέρχεσθαι δυνηθεῖεν καὶ αὐτὴν τὴν βασιλεύουσαν
κατασχεῖν καθάπερ πόρισμα τι ταύτην εὑρηκότες. ἐτάρασσε
δὲ τὰς τῶν πλειόνων καὶ γενναιοτέρων ψυχὰς ὁ Βαϊμοῦντος
ὡς παλαιὰν μῆνιν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος τρέφων. ὁ μὲν
οὖν Πέτρος μετὰ τὸ ταῦτα διακηρυκεῦσαι πάντων προηγησάμενος
 τὸν τῆς Λογγιβαρδίας διεπέρασε πορθμὸν μετὰ
πεζῶν μὲν χιλιάδων ὀγδοήκοντα, ἱππέων δὲ χιλιάδων ἀνδρῶν 
ἑκατὸν καὶ διὰ τῶν μερῶν τῆς Οὐγγρίας τὴν βασιλεύουσαν
κατέλαβεν. ἔστι μὲν γὰρ τὸ τῶν Κελτῶν γένος, ὡς εἰκάσαι
τινά, καὶ ἄλλως λίαν θερμότατον καὶ ὀξύ , ἐπὰν δὲ καὶ
 ἀφορμῆς δράξοιτο, ἀκόθεκτον.

Τοῦ δὲ βασιλέως ἅπερ ὁ Πέτρος προεπεπόνθει παρὰ
τῶν Τούρκων γινώσκοντος καὶ συμβουλεύοντος αὐτῷ καὶ τὴν
 

 
τόν λοιπῶν κομητῶν καρτερῆσαι ἔλευσιν, οὐκ ἐπείθετο θαρρῶν
εἰς τὸ πλῆθος τῶν συνεπομένων αὐτῷ καὶ διαπεράσας ἐπήξατο
τὸν χάρακα εἴς τι πολίχνιον Ἑλενούπολιν ὀνομαζόμενον.
ἐπεὶ δὲ καἰ Νορμάνοι τούτῳ συνείποντο εἰς δέκα
χιλιάδας ποσούμενοι, ἀποκριθέντες τοῦ λοιποῦ στρατεύματος 
 τά κατὰ τὴν Νίκαιαν ἐλῄζοντο πᾶσιν ὠμοτάτως χρησάμενοι.
τῶν τε γὰρ βρεφῶν τὰ μὲν ἐμέλιζον, τὰ δὲ ξύλοις περιπείροντες
ὤπτιζον ἐν πυρί, πρὸς δὲ τοὺς τῷ χρόνῳ προήκοντας
πᾶν εἶδος ποινῆς ἐπεδείκνυντο. οἱ δὲ ἐντὸς τῶν γινομένων
ἐν αἰσθήσει γεγονότες ἀναπετάσαντες τὰς πύλας κατ᾿ αὐτῶν 
ἐξῄεσαν. καρτεροῦ δὲ τηνικαῦτα συρραγέντος πολέμου παλίνορσοι
εἴσω τοῦ κάστρου γεγόνασιν ἐκθύμως τῶν Νορμάνων
ἀγωνισαμένων. καὶ ὣς τὴν λείαν ἅπασαν ἀναλαβόμενοι κατέλαβον
αὖθις τὴν Ἑλενούπολιν. λόγου δὲ ἀναμεταξὺ αὐτῶν
τε καὶ τῶν μὴ σὺν αὐτοῖς ἀπελθόντων κινηθέντος, ὁποῖα 
φιλεῖ ἐν τοῖς τοιούτοις γίνεσθαι, τοῦ φθόνου τὸν θυμὸν
 ἀναφλέγοντος τῶν ἀπολειφθέντων κἀντεῦθεν ἁψιμαχίας ἀμφοῖν
γενομένης οἱ τολμητίαι Νορμάνοι ἀποκριθέντες αὖθις τὴν
Ξερίγορδον καταλαβόντες ἐξ ἐφόδου κατέσχον. μαθὼν δὲ
τὸ γεγονὸς ὁ σουλτὰν κατ’ αὐτῶν μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως 
ἐπέμπει τὸν Ἐλχάνην. ὁ δὲ καταλαβὼν αἱρεῖ μὲν τὴν Ξερίγορδον,
τῶν δέ γε Νορμάνων τοὺς μὲν ξιφῶν παρανάλωμα
ἐποιήσατο, τοὺς δὲ καὶ ζωγρίαν ἦγε μελετήσας ἅμα καὶ κατὰ
τῶν συναπολειφθέντων τῷ Κουκουπέτρῳ. καὶ λόχους μὲν
ἐν ἐπικαίροις καταστήσας τόποις, ὡς ἂν ἐν τῷ κατὰ τῆς 
Νικαίας ἀπιέναι τούτοις ἀπροόπτως ἐμπίπτοντες ἀναιρῶνται,
 γινώσκων δὲ καὶ τὸ τῶν Κελτῶν ἐρασιχρήματον δύο τινὰς
δραστηρίους τὴν γνώμην μεταπεμψάμενος ἐνετείλατο ἀπελθεῖν
πρὸς τὸ στράτευμα τοὺ Κουκουπέτρου διακηρυκεύοντας, ὡς
οἱ Νορμάνοι κατασχόντες τὴν Νίκαιαν δασμὸν τῶν ἐνόντων 
ἐν αὐτῇ ποιοῦνται. αὕτη ἡ φήμη τοὺς μετὰ τοῦ Πέτρου
 συνόντας καταλαβοῦσα δεινῶς συνετάραξε. δασμὸν γὰρ καὶ
 

 
χρήματα ἀκηκοότες παραχρῆμα τῆς πρὸς τὴν Νίκαιαν φεφούσης
ὁδοῦ ἀσυντάκτως ἥψαντο ἐπιλαθόμενοι μονονοὺ καὶ στρατιωτικῆς
ἐμπειρίας καὶ τῆς τοῖς πρὸς μάχην ἀπιοῦσιν * εὐταξίας.
ἔστι μὲν γὰρ καὶ ἄλλως τὸ τῶν Λατίνων γένος
 φιλοχρηματώτατον, ὥσπερ ἄνωθεν εἴρηται, ἐπὰν δὲ καὶ πρὸς 
καταδρομὴν χώρας ἀπονεύσειε, καὶ λόγῳ μὴ χρώμενον ἀχαλιναγώγητον.
μὴ κατὰ στοίχους δὲ μήτε ἰλαδὸν πορευόμενοι τοῖς
περὶ τὸν Δράκοντα λοχῶσι Τούρκοις περιπίπτοντες οἰκτρῶς
ἀνῃροῦντο. καὶ τοσοῦτον πλῆθος Κελτῶν τε καὶ Νορμάνων
 ἔργον μαχαίρας Ἰσμαηλιτικῆς ἐγεγόνει, ὥστε τὰ ἑκασταχοῦ
κείμενα λείψανα τῶν ἀποσφαγέντων ἀνδρῶν συγκομίσαντες
μέγιστον οὐ λόφον φημὶ οὐδὲ βουνὸν οὐδὲ σκοπιὰν ἐποιήσαντο,
ἀλλ’ οἷον ὄρος ὑψηλὸν καὶ βάθος καὶ πλάτος ἀξιολογώτατον
ἀπολαμβάνον· τοσοῦτος ἔκειτο ὁ τῶν ὀστῶν
 κολωνός. καί τινες ὕστερον τῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ γένους τῶν
ἀποσφαγέντων βαρβάρων ἐν σχήματι πόλεως οἰκοδομήσαντες 
τεῖχος μεσέμβολά τινα καθάπερ κάχληκας τὰ ὀστᾶ τῶν ἀπολωλότων
ἐνέθεντο τρόπον τινὰ τάφον αὐτοῖς τὴν πόλιν ποιούμενοι.
ἥτις καὶ εἰς τὴν τήμερον ἕσταται τετειχισμένη ὁμοῦ
 τε λίθοις καὶ ὀστοῖς ἀναμὶξ ἔχουσα τὸν περίβολον. πάντων
οὖν ξιφῶν παρανάλωμα γεγονότων μόνος ὁ Πέτρος μετ’
ὀλίγων τινῶν εἰς Ἑλενούπολιν αὖθις ὑποστρέψας εἰσῄει. οἱ
δὲ Τοῦρκοι αὖθις τοῦτον ἐνήδρευον ἑλεῖν ἐθέλοντες. ὁ δὲ
αὐτοκράτωρ ἅπαντα ἀκηκοὼς καὶ τὴν τοσαύτην ἀνδροκτασίαν
 βεβαιωθεὶς ἐν δεινῷ ἐποιεῖτο, εἰ καὶ ὁ Πέτρος ἁλῴη. παραχρῆμα 
τοίνυν μεταπεμψάμενος τὸν κατακαλῶν Κωνδταντῖνον
τὸν Εὐφορβηνόν, οὗ ὁ λόγος ἐν πολλοῖς ἤδη ἐμνήσθη, ἀποχρώσας
δυνάμεις ἐν ναυσὶ πολεμικαῖς ἐμβαλὼν διαπόντιον
εἰς ἀρωγὴν αὐτοῦ πέπομφε. θεασάμενοι δὲ τοῦτον οἱ Τοῦρκοι
 καταλαβόντα φυγαδείᾳ ἐχρήσαντο. ὁ δὲ μηδὲ μικρὸν ἀναμείνας
ἀναλαβόμενος τὸν Πέτρον μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ, ῥητοὶ
γὰρ ἦσαν, διασῴζει πρὸς τὸν βασιλέα. τοῦ δὲ βασιλέως
 

 
ἀναμιμνήσκοντος αὐτὸν τῆς ἀρχῆθεν ἀβουλίας αὐτοῦ καὶ
ὅπως ταῖς αὐτοῦ ὑποθημοσύναις μὴ πειθόμενος τοσούτοις
 ἐνεπεπτώκει δεινοῖς, ὁποῖα Λατῖνος ὑψαύχην οὐχὶ ἑαυτὸν
αἴτιον τοῦ τοσούτου κακοῦ ἔλεγεν, ἀλλ’ ἐκείνους τοὺς μὴ
αὐτῷ πειθομένους, ἀλλὰ τοῖς ἰδίοις θελήμασι χρωμένους, 
λῃστὰς ἀποκαλῶν τούτους καὶ ἅρπαγας καὶ μηδὲ παρὰ τοῦ
σωτῆρος εἰς προσκύνησιν τοῦ ἁγίου τάφου διὰ ταῦτα δεκτούς.
οἱ μὲν οὖν τῶν Λατίνων, ὁποῖος ὁ Βαϊμοῦντος καὶ οἱ τούτου
ὁμόφρονες, ἔρωτα τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς ἐκ μακροῦ
ἔχοντες καὶ ταύτην ἑαυτοῖς περιποιήσασθαι βουλόμενοι, πρόφασιν 
 τὴν τοῦ Πέτρου διακηρύκευσιν εὑρηκότες, ὡς εἴρηται,
τὴν τοιαύτην συγκίνησιν ἐποιήσαντο ἀπατήσαντες τοὺς ἀκεραιοτέρους
καὶ σχηματιζόμενοι κατὰ τῶν Τούρκων ἀπέρχεσθαι
εἰς ἐκδίκησιν τοῦ ἁγίου τάφου τὰς ἰδίας ἐπίπρασκον
χωρας.

Οὖβος δέ τις ὁ τοῦ ῥηγὸς Φραγγίας ἀδελφὸς φυσῶν
τὰ Ναυάτου ἐπ᾿ εὐγενείᾳ καὶ πλούτῳ καὶ δυνάμει τῆς
ἐνεγκαμένης μέλλων ἐξελθεῖν τάχα ὡς πρὸς τὸν ἅγιον τάφον
 ἀποστείλας ἀπονοίας ῥήματα ἐμήνυσε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
προμηθευόμενος λαμπρὰν τὴν ὑπαντὴν αὐτῷ γενέσθαι “ἴσθι” 
 λέγων “ὦ βασιλεῦ, ὡς ἐγὼ ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλέων καὶ
ὁ μείζων τῶν οὐρανόν· καὶ καταλαμβάνοντα με ἤδη
ἐνδέχεται ὑπαντῆσαι τε καὶ δέξασθαι μεγαλοπρεπῶς καὶ ἀξίως
τῆς ἐμῆς εὐγενείας”. ταῦτα ὁ βασιλεὺς ἀκούσας, ἐπεὶ δοὺξμὲν
ἔτυχε Δυρραχίου Ἰωάννης ὁ υἱὸς Ἰσαακίου τοῦ σεβαστοκράτορος, 
περὶ οὗ ἄνωθεν εἴρηται, τοῦ δὲ στόλου Νικόλαος
ὁ Μαυροκατακαλὼν περὶ τὸν λιμένα τοῦ Δυρραχίου ἐκ διαστημάτων
ἐνορμίσας τὰς ναῦς κἀκεῖθεν αὖθις τὰς ἐκδρομὰς
ποιούμενος καὶ τὰ πελάγη περισκοπῶν, ὡς μὴ λάθοιεν αὐτὸν
 λῃστρικαὶ νῆες παραπλεύσασαι, ὁ αὐτοκράτωρ εὐθὺς γράμματα 
πρὸς ἀμφοτέρους ἐκπέμπει ἐντειλάμενος τὸν μὲν δοῦκα
Δυρραχίου διὰ τῆς ἠπείρου καὶ τῆς παραλίας ἐφεδρεύειν
 

 
τὴν τούτου ἔλευσιν καὶ παραυτίκα τῷ αὐτοκράτορι ταχεῖαν
τῆς τούτου ἐλεύσεως δοῦναι γνῶσιν, αὐτὸν δὲ τὸν Οὖβον
ὑποδέξασθαι μεγαλοπρεπῶς, τὸν δὲ δοῦκα τοῦ στόλον παρακελεύσασθαι
μηδαμῶς ἀναπεπτωκέναι μηδὲ καταρρᾳθυμεῖν,
 ἀλλ’ ἐγρηγορέναι διὰ παντός. κατὰ τὴν παραλίαν δὲ τῆς
Λογγιβαρδίας ὁ Οὖβος διασωθεὶς πρέσβεις τηνικαῦτα ἐκπέμπει
πρὸς τὸν δοῦκα Δυρραχίου εἴκοσι πρὸς τοῖς τέσσαρσι
τὸν ἀριθμόν, θώραξι χρυσέοις σὺν αὐταῖς κνημῖσι περιπεφραγμένους, 
μετὰ τοῦ κόμητος Τζερπεντηρίου καὶ Ἠλία τοῦ
 ἐκ Θεσσαλονίκης ἀποδράσαντος ἀπὸ τοῦ αὐτοκράτορος. οἱ
δὲ πρὸς τὸν δοῦκα τοιαῦτα ἔλεγον “γνωστὸν ἔστω σοι, δούξ,
ὅτι ὁ κύριος ἡμῶν Οὖβος ὅσον ἤδη καταλαμβάνει ἀναλαβόμενος
ἀπὸ Ῥώμης τὴν χρυσῆν τοῦ ἁγίου Πέτρου σημαίαν.
ἀρχηγὸν δὲ τοῦτον ἐπίστασο τοῦ Φραγγικοῦ
 ἅπαντος. ἑτοιμάσθητι γοῦν πρὸς τὴν τούτου καὶ τῶν ὑπ’
αὐτὸν δυνάμεων δοχὴν ἀξίαν τῆς αὐτοῦ ἐξουσίας καὶ τὴν
πρὸς αὐτὸν ὑπαντὴν ποιησόμενος.” τούτων τοιαῦτα πρὸς
τὸν δοῦκα λεγόντων ὁ Οὖβος διὰ τῆς Ῥώμης εἰς Λογγιβαρδίαν,
ὡς εἴρηται, κατελθὼν καὶ διὰ τῆς βάρεως ὡς πρὸς
 τὸ Ἰλλυρικὸν τὸν ἀπόπλουν ποιούμενος κλύδωνι μεγίστῳ περιπεσὼν
ἀπώλεσε τὰ πλείω τῶν αὐτοῦ πλοίων σὺν αὐτοῖς ἐρέταις
καὶ ἐπιβάταις, ἑνὸς μόνου σκάφους, ἐν ᾧ αὐτὸς ἔτυχε, 
κατὰ τὴν μεσαίχμιον παραλίαν τοῦ τε Δυρραχίου καὶ τόπου
τινὸς καλουμένου Πάλους ἀποπτυσθέντος οἷον παρὰ τῶν
 κυμάτων καὶ αὐτοῦ ἡμιθραύστου. παραδόξως δὲ τούτῳ
σωθέντι περιτυχόντες δύο τινὲς τῶν περισκοπούντων τὴν
τούτου ἔλευσιν μετεκαλοῦντο αὐτὸν λέγοντες ὡς “ὁ δούξ
ἀπεκδέχεται σου τὴν ἄφιξιν ἐπιποθῶν σε θεάσασθαι”. ὁ δ’
εὐθὺς ἵππον ἐζήτει. ἅτερος δὲ τούτων ἀποβὰς τοῦ ἵππου
 τοῦτον αὐτῷ μάλα προθύμως δίδωσιν. οὕτω γοῦν τοῦτον
ὁ δοὺξ σωθέντα θεασάμενος καὶ προσηγορίας ἀξιώσας, ὅπη 
τε καὶ ὅθεν ἐπερωτήσας καὶ ὅπως αὐτῷ διαπλῳζομένῳ τὰ
 

 
δεινὰ ξυμβέβηκε μαθὼν καὶ ἐπανακτησάμενος χρησταῖς ὑποσχέσεσι
τράπεζαν αὐτῷ δαψιλῆ τοῦ λοιποῦ παρατίθησιν.
μετὰ δὲ τὴν εὐωχίαν ἄνετον μὲν οὔκ, ἐλεύθερον δὲ παντελῶς
εἶχε. ταχὺ δὲ τῷ αὐτοκράτορι τὰ κατ’ αὐτὸν δηλώσας ἐκαρτἐρεο
τὸ ποιητέον ἐκεῖθεν δέξασθαι. ἅπαντα δὲ μεμαθηκὼς 
ὁ αὐτοκράτωρ ὀξέως τὸν Βουτουμίτην πέμπει πρὸς τὴν Ἐπίδαμνον,
 ἣν πολλάκις Δυρράχιον κατωνομάσαμεν, ἐφ’ ᾧ τὸν
 Οὖβον ἀναλαβέσθαι καὶ μὴ τὴν εὐθεῖαν βαδίσαι, ἀλλὰ παρεκκλῖναι
καὶ διὰ τῆς Φιλιππουπόλεως αὐτὸν ἀγαγεῖν εἰς τὴν
μεγαλόπολιν. ἐδεδίει γὰρ τὰ ὄπισθεν ἐρχόμενα Κελτικὰ πλήθη 
καὶ στρατεύματα. δεξάμενος δὲ τοῦτον ὁ βασιλεὺς ἐντίμως
καὶ -παντοίας φιλοφροσύνης ἀξιώσας χρήματά τε ἱκανὰ ἐπι-
δοὺς πείθει παραχρῆμα ἄνθρωπον αὐτοῦ γενέσθαι τὸν τοῖς
Λατίνοις συνήθη ὅρκον ἐπομοσάμενον.

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν Οὖβον ἐκ προοιμίων · 
ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος, οὗ ἄνωθεν ὁ λόγος πολλάκις ἐμνήσθη,
πεντεκαίδεκα ἡμερῶν οὔπω διελθουσῶν διεπέρασεν εἰς τὴν
 ἀκτὴν τοῦ Καβαλίωνος μετὰ κομητῶν διαφόρων καὶ στρα-
τεύματος ἀριθμὸν ὑπερβαίνοντος ἅπαντα. τόπος δὲ οὗτος
ἐγγὺς τῆς Βοούσης · ὀνόματα δὲ ταῦτα τῶν ἐν τοῖς μέρεσιν 
ἐκείνοις τόπων. καὶ μεμφέσθω μηδεὶς ἡμῖν τοιούτοις χρωμένοις
ὀνόμασι βαρβαρικοῖς καὶ ἀφ’ ὧν ἔστι τὸ ὕφος τῆς
ἱστορίας καταμιαίνεσθαι· οὐδὲ γὰρ οὐδ’ Ὅμηρος ἀπηξίωσε
Βοιωτοὺς ὀνομάζειν καί τινας βαρβαρώδεις νήσους διὰ τὴν
τῆς ἱστορίας ἀκρίβειαν. κατὰ πόδας δὲ τούτου καὶ ὁ κόμης 
 Πρεβέντξας ταῖς ἀκταῖς τοῦ πορθμοῦ Λογγιβαρδίας προσπελάσας,
ἐπεὶ διαπερᾶν καὶ αὐτὸς ἐβούλετο, μυριοφόρον ναῦν
λῃστρικὴν μισθωσάμενος τριάρμενον ἑξακισχιλίων χρυσίνων
στατήρων, ἐν ᾗ ἐρέται μὲν διακόσιοι, ἐφόλκια δὲ τὰ συνεφεπόμενα
ταύτῃ τρία. τὸν ἀπόπλουν οὐ πρὸς τὰ μέρη τοῦ 
Αὐλῶνος ἐπεποίητο καθὼς τὰ λοιπὰ τῶν Λατίνων δτρατεύματα,
ἀλλὰ τὸν Ρωμαϊκὸν ὑφορώμενος στόλον λύσας τὰ
πρυμνήσια μικρὸν παρεκκλίνας κατευθὺ Χιμάρας τὸν ἀπόπλουν
ἐποιεῖτο οὐρίου τυχὼν πνεύματος. φεύγων δὲ τὸν

 
καπνὸν εἰς πῦρ ἐπεπτώκει. καὶ γὰρ οὐχὶ τοῖς σποράδην ἐνεδρεύιουσι 
τὸν τῆς Λογγιβαρδίας πορθμὸν ναυτικοῖς περιέτυχεν,
ἀλλ’ αὐτῷ τῷ δουκὶ τοῦ ὅλου Ῥωμαϊκοῦ στόλου Νικολάῳ
τῷ Μαυροκατακαλών. ὃς πόρρω περὶ τῆς λῃστρικῆς
 ἐκείνης νηὸς μεμαθηκώς, τὰς τοῦ ὅλου στόλου διήρεις καὶ
τριήρεις καί τινας δρομάδας ἀναλαβόμενος ναῦς ἀπελθὼν
ἕστατο εἰς Καβαλίωνα ἀντικρὺ τοῦ Ἄσωνος, ἐξ οὗπερ ἐξεληλύθει
τὸν μέγαν ἐκεῖσε στόλον καταλιπών, καὶ ἀπέστειλε
τὸν καλούμενον δεύτερον κόμητα μετὰ τοῦ ἰδίου κατέργου
 ἐξκοσυσσάτου παρὰ τοῖς ναυτικοῖς καλουμένου ἐπισκήψας 
αὐτῷ, ἵν’ ὁπηνίκα τὰ πρυμνήσια τῆς ἤδη ῥηθείσης νηὸς οἱ
ἐρέται λύσαντες εἰς κῦμα θαλάσσης ἐμβάλωσι, πυρσὸν ἀνάψῃ.
ὁ δὲ ἀπελθὼν παραχρῆμα τὸ κελευσθὲν ἐποίει. ὁ δὲ δοὺξ
Νικόλαος τοῦτο θεασάμενος τὰς μὲν τῶν νηῶν τοῖς ἱστίοις
 παραχρῆμα ἐπτέρου, τὰς δὲ καὶ οἷον πολύποδας ταῖς κώπαις
ἀπεργασάμενος κατὰ τοῦ διαπερῶντος χωρεῖ κόμητος. οὔπω
δὲ τρεῖς σταδίους ἀπὸ τῆς χέρσου διαπλῳσάμενον καταλαμτοῦτον
πρὸς τὴν περαίαν Ἐπιδάμνου σπεύδοντα, ἐνόπλους 
μὲν στρατιώτας ἔχοντα χιλίους πρὸς τοῖς πεντακοσίοις,
 ἵππους δὲ τῶν ἐκκρίτων ὀγδοήκοντα. ὃν θεασάμενος ὁ πηδαλιοῦχος
τῆς νεώς φησι πρὸς τὸν κόμητα Πρεβέντζας· “ἐκ
Συρίας ὁ ἤδη καταλαμβάνων ἡμᾶς στόλος ἐστὶ καὶ κίνδυνος
μαχαίρας καὶ ξιφῶν παρανάλωμα γενέσθαι.“ παραχρῆμα 
γοῦν ὁ κόμης θωρήξασθαί τε ἐκέλευεν ἅπαντας καὶ καρτερῶς
 μάχεσθαι. κἀν δὲ μέσος χειμὼν ἠν, ὁπότε ἡ μνήμη τοῦ ἐν
ἱεράρχαις μεγίστου Νικολάου τελεῖται, ἀλλ’ ὅμως νηνεμία
ἔτυχε παντελὴς καὶ ἡ νὺξ πανσέληνος φαίνουσα τότε μᾶλλον
ἢ ἐν ἔαρι. πεπαυμένων δὲ παντάπασι τῶν ἀνέμων οὐκέτι
ἡ λῃστρικὴ ναῦς κινεῖσθαι πρὸς ἰσχύος εἶχε καὶ συνέβαινε
 ταύτην ἀτρεμεῖν ἐν τοῖς ὕδασιν. ἀλλ’ ἐνταυθοῖ τοῦ λόγου
γενομένη βουλοίμην ἂν τὴν γλῶτταν ἐπαφεῖναι τοῖς τοῦ
Μαριανοῦ κατορθώμασιν. ὃς παραχρῆμα παρὰ τοῦ δουκὸς
 

 
τοῦ στόλου καὶ ἰδίου πατρὸς τὰ κουφότερα τῶν πλοίων αἰτήσας
 κατευθὺ τῆς νεὼς ἐκείνης ἵεται καὶ τῇ πρώρᾳ συνεισπεσὼν
ταύτης ἀπεπειρᾶτο. συνέρρεον δὲ παραχρῆμα ἐκεῖσε
οἱ ἔνοπλοι καρτερῶς τοῦτον ἐξωπλισμένον πρὸς μάχην θεασάμενοι.
ὁ δὲ Μαριανὸς τοῖς Λατίνοις τῇ ἐκείνων αποχρώμενος 
διαλέκτῳ παρεκελεύετο μὴ δεδιέναι μηδὲ μάχεσθαι
πρὸς ὁμοπίστους. βάλλει δέ τις τοῦτον τῶν Λατίνων διὰ
τῆς τζάγγρας κατὰ τῆς κόρυθος. ἡ δὲ τζάγγρα τόξον μέν
ἐστι βαρβαρικὸν καὶ Ἕλλησι παντελῶς ἀγνοούμενον· τείνεται
δὲ οὐχὶ τῆς μὲν δεξιᾶς ἑλκούσης τὴν νευράν, τῆς δὲ λαιᾶς 
 ἀνθελκούσης τὸ τόξον, ἀλλὰ δεῖ τὸν διατείνοντα τὸ ὄργανον
τουτὶ τὸ πολεμικὸν καὶ ἑκηβολώτατον, ὡς ἄν τις εἴποι,
ὕπτιον κείμενον ἑκάτερον μὲν τῶν ποδῶν ἐνερεῖσαι τοῖς
ἡμικυκλίοις τοῦ τόξου, ἀμφοτέραις δὲ ταῖς χερσὶ τὴν νευρὰν
μάλα γενναίως ἀνθελκύσαι. ἧς κατὰ τὸ μέσον σωλήν ἐστι 
κυλινδρικὸν ἡμίτομον ἐξημμένον αὐτῆς τῆς νευρᾶς καὶ ὥσπερ
τι βέλος ἀξιόλογον μέγεθος ἀπολαμβάνον διήκει ἀπ’ αὐτῆς
τῆς νευρᾶς ἐς τὸ τοῦ τόξου μεσαίτατον· ἀφ’ οὗ βέλη παντοδαπὰ διεκπίπτουσιν. ἐν τούτῳ τοίνυν τὰ βέλη τιθέμενα
 βραχύτατα μὲν τῷ μήκει, παχύτατα δὲ καὶ πρόσθεν ἀξιόμαχον 
βάρος σιδήρου λαμβάνοντα. καὶ τῇ ἀφέσει τῆς νευρᾶς μετὰ
σφοδρότητος καὶ ῥύμης ἁπάσης ἀφιείσης τὰ βέλεμνα οὗ ἂν
τύχῃ ἐπεισπεσόντα οὐκ εἰς τοὔμπαλιν ἀποπίπτει, ἀλλὰ καὶ
ἀσπίδα διέτρησε καὶ θώρακα βαρυσίδηρον διατεμόντα ἐκεῖθεν
διὰ θατέρου μέρους ἐξεπετάσθη. οὕτως ἐστὶ σφοδρὰ καὶ 
ἀκατάσχετος ἡ ἄφεσις τῶν τοιούτων βελῶν. ἤδη τοῦτο τὸ
βέλος καὶ ἀνδριάντα διεπερόνησε χαλκοῦν καὶ τείχει ἐμπεπτωκὸς
μεγίστης πόλεως ἢ ἐπὶ τἄνδον προὔκυψε τοῦ βέλους
 ἡ ἀκμὴ ἢ ἐνδεδυκὸς κατὰ τὸ μέσον τοῦ τείχους ἀφανὲς
γέγονε. τὸ μὲν οὖν τῆς τάγγρας πρᾶγμα τοιοῦτόν ἐστιν 
ὡς ὄντως δαιμόνιον· ὁ δὲ πειρασθεὶς τῆς ἐκ τούτου πληγῆς
ἀθλιώτατος ἀναισθήτως ἀποθνήσκων καὶ μηδὲ τῆς πληγῆς,
 

 
ὁπόση τίς ἐστιν, αἰσθανόμενος. τὸ μὲν οὖν ἀπὸ τῆς τζάγγρας
βέλος ἐμπεσὸν τῷ ἄκρῳ τῆς κόρυθος διήλασεν αὐτὴν ἀποπτὰν
οὐδ’ ἄχρι τριχὸς τοῦ Μαριανοῦ ἐφαψάμενον· πρόνοια γὰρ
ἀπεῖρξεν. ὁ δὲ γοργῶς ἄλλον κατὰ τοῦ κόμητος ἐπαφεὶς
 ὀϊστὸν πλήττει τοῦτον κατὰ τοῦ βραχίονος · ὃς τὴν ἀσπίδα
διατρήσας τόν τε φολιδωτὸν διεληλυθὼς θώρακα καὶ αὐτῆς
ἥψατο τῆς πλευρᾶς. ἱερεὺς δέ τις Λατῖνος τρισκαιδέκατος 
τυγχάνων τῶν σὺν αὐτῷ μαχομένων τοῦτο θεασάμενος
πρυμνόθεν ἱστάμενος πολλὰς βολίδας κατὰ τοῦ Μαριανοῦ 
 ἐξέπεμψεν. ἀλλ’ οὐδ’ ὁ Μαριανὸς ἐνεδίδου αὐτός τε ἐκθύμως
μαχόμενος καὶ τοῖς ὑπ’ αὐτὸν τοῦτο παρακελευόμενος,
ὡς τρισσάκις τοὺς μετὰ τοῦ Λατίνου ἱερέως ὑπαλλαχθῆναι
τιτρωσκομένους τε καὶ κοπιῶντας. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἱερεύς,
κἂν πολλὰς τὰς πληγὰς δεδεγμένος ἦν καὶ τῷ ἰδίῳ αἵματι
 περιρρεόμενος , ἀλλ’ ὅμως ἄτρεστος ἦν. οὐ γὰρ κατὰ τὰ
αὐτὰ ἡμῖν τε καὶ τοῖς Λατίνοις περὶ τῶν ἱερωμένων δέδοκται·
ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν ἐντετάλμεθα παρά τε τῶν κανόνων 
καὶ νόμων καὶ τοῦ εὐαγγελικοῦ δόγματος “μὴ θίξῃς, μὴ
γρύξῃς, μὴ ἅψῃ· ἱερώμενος γὰρ εἰ”, ὁ δέ τοι βάρβαρος
 Λατῖνος ἅμα τε τὰ θεῖα μεταχειριεῖται καὶ τὴν ἀσπίδα ἐπὶ
τοῦ λαιοῦ θέμενος καὶ τὸ δόρυ τῇ δεξιᾷ ἐναγκαλισάμενος
ὁμοῦ τε μεταδίδωσι τοῦ θείου σώματός τε καὶ αἵματος καὶ
φόνιον ὁρᾷ καὶ αἱμάτων ἀνὴρ κατὰ τὸν Δαυιτικὸν ψαλμὸν
γίνεται. οὕτως ἐστὶ τὸ βάρβαρον τοῦτο γένος οὐχ ἧττον
 ἱερατικὸν ἢ φιλοπόλεμον. οὗτος τοίνυν ὁ ῥέκτης μᾶλλον ἢ
ἱερεὺς ὁμοῦ τε καὶ τὴν ἱερατικὴν στολὴν ἐνεδιδύσκετο καὶ 
τὴν κώπην μετεχειρίζετο καὶ πρὸς ναυτικὸν πόλεμον καὶ
μάχην ἀφώρα κατὰ ταὐτὸν καὶ θαλάττῃ καὶ ἀνδράσι μαχόμενος.
τὰ γὰρ ἡμέτερα , καθάπερ ἔφθην εἰρηκυῖα, τῆς *
 Ἀαρὼν καὶ Μωσέως καὶ τοῦ καθ’ ἡμᾶς πρώτου ἀρχιερέως
ἐξήρτηται. ἀλλὰ τῆς μάχης ἐξ ἑσπέρας αὐτῆς μέχρι μέσης
τῆς ἐπιφαινούσης ἡμέρας καρτερᾶς γεγονυίας ὑπείκουσι κἂν
 

 
μὴ ἐβούλοντο οἱ Λατῖνοι τῷ Μαριανῷ λόγον ἀπαθείας ἐξ
αὐτοῦ αἰτησάμενοι καὶ τυχόντες. ὁ δέ γε μαχιμώτατος ἱερεὺς
ἐκεῖνος οὐδὲ τῶν εἰρηνικῶν σπονδῶν τελουμένων τῆς μάχης
 ἐπέπαυτο, ἀλλὰ τὸν γωρυτὸν βελῶν ἐκκενώσας χερμάδα ἀνα-
λαβόμενος λίθον πέμπει κατὰ τοῦ Μαριανοῦ , τοῦ δὲ τὴν 
κεφαλὴν διὰ τῆς ἀσπίδος περιφράττοντος πλήξας τὴν ἀσπίδα
διεῖλε τετραχῆ καὶ τὴν κόρυθα κατέθραυσεν. ὁ δὲ Μαριανὸς
τῇ τοῦ λίθου βολῇ συγχυθεὶς ἀπολωλεκὼς τὸ φρονοῦν τῆς
ψυχῆς ἄναυδος παραχρῆμα ἐφ’ ἱκανὸν ἔκειτο, ὥσπερ ὁ Ἕκτωρ
ἐκεῖνος ὑπὸ τῆς τοῦ λίθου βολῆς τοῦ Αἴαντος μικροῦ δεῖν 
 ἐψυχορράγει. μόλις δ’ ἀνενεγκὼν καὶ ἑαυτὸν συναγαγὼν
τρισσάκις τὸν παίσαντα ἔπληξε βέλεμνα καἰ αὐτοῦ ἐπαφεὶς.
ὁ δὲ πολέμαρχος ἐκεῖνος μᾶλλον ἢ ἱερεὺς μηδέποτε μάχης
κορεννύμενος, ἐπειδὴ καὶ τοὺς λίθους ἅπαντας ἀπεπέμψατο
τῶν χειρῶν καὶ ἁπλῶς ἦν καὶ λίθων κενὸς καὶ βελῶν, οὐκ 
ἔχων ὅ τι καὶ δράσειεν οὐδὲ δι’ ὧν ἀμυνεῖται τὸν ἀντίπαλον,
ἐσφάδαζε μὲν ἐνταῦθα καὶ ἐξεφλέγετο καὶ ἐμεμήνει καθάπερ
θηρίον εἰς ἑαυτὸν συστρεφόμενος. τοῖς γοῦν παρατυχοῦσιν
αὐτίκα καὶ ἀποχρώμενος ἦν σάκκον οὖν μάζης μεστὸν ἐφευράμενος
 ἐκεῖθεν ἀπὸ τοῦ σάκκου καθάπερ χερμάδας τὰς 
μάζας ἔβαλλεν, ὥσπερ ἱερατεύων καὶ τελετήν τινα ποιούμενος
 καὶ ἱεροτελεστίαν τὸν πόλεμον ἐργαζόμενος. μᾶζαν γοῦν τινα
μίαν ἀναλαβόμενος καὶ ὅλῃ χειρὶ πιθήσας ἐπαφίησι ταύτην
κατὰ τῆς τοῦ Μαριανοῦ ὄψεως καὶ πλήττει τοῦτον κατὰ
τῆς παρειάς. ταῦτα μὲν οὖν τὰ κατὰ τὸν ἱερέα ἐκεῖνον καὶ 
τὴν ναῦν καὶ τοὺς ἐπιβάτας. ὁ δὲ κόμης Πρεβέντξας πιστεύσας
ἑαυτὸν σὺν αὐτῇ τῇ νηὶ· καὶ τοῖς ὑπ’ αὐτὸν προθύμως
τῷ Μαριανῷ εἵπετο τοῦ λοιποῦ. ἐπεὶ δὲ κατὰ τὴν
 χέρσον γενόμενοι ἀπέβαινον τῆς νηός, πολλὰ καὶ πολλάκις
ὁ ἱερεὺς ἐκεῖνος ἐζήτει τὸν Μαριανὸν τὴν κλῆσιν μὲν αὐτοῦ 
μὴ γινώσκων, ἀπὸ δὲ τοῦ χρώματος τῶν ἀμφίων τοῦτον
ἀνακαλούμενος. προσελθὼν δὲ τούτῳ περιχυθεὶς κατησπάζετο
 

 
ἐγκαυχώμενος ἅμα ὡς “εἴ μοι κατὰ τὴν χέρσον ἐντετυχήκατε,
πολλοὶ ἄν ταῖς ἐμαῖς χερσὶν ἄνῃρέθητε”. ἐκβαλὼν δ’ ἐπιδίδωσι
τούτῳ ἀργυροῦν θηρίκλειον τιμῆς στατήρων ἑκατὸν
πρὸς τοῖς τριάκοντα. ταῦτα δὲ ὁμιλῶν καὶ διδοὺς
 ἐξεπεπνεύκει.

Ἀλλὰ καὶ ὁ κόμης Γοντοφρὲ τῷ τότε καιροῦ δια-
περάσας μεθ’ ἑτέρων κομητῶν καὶ στρατεύματος ἱππέων μὲν
χιλιάδων δέκα, πεζῶν δὲ χιλιάδων ἑβδομήκοντα καὶ καταλαβὼν 
τὴν μεγαλόπολιν περὶ τὰ μέρη τῆς Προποντίδος
 κατατίθησιν αὐτοῦ τὸ στράτευμα , διῆκον ἀπὸ τῆς ἔγγιστα
τοῦ Κοσμιδίου διακειμένης γεφύρας μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ
ἁγίου Φωκᾶ. παρακελευομένου δὲ αὐτῷ τοῦ βασιλέως τὸν
τῆς Προποντίδος διαπερᾶσαι πορθμὸν ἡμέραν ἐξ ἡμέρας
ὑπερτιθέμενος καὶ αἰτίαν αἰτίᾳ συνείρων ἀνεβάλλετο· τὸ δὲ
 πᾶν, τὴν τοῦ Βαϊμούντου καὶ τῶν λοιπῶν κομητῶν ἀνέμενεν
ἄφιξιν. καὶ γὰρ ὁ μὲν Πέτρος ἐξ αὐτῆς ἀρχῆς εἰς προσκύνησιν 
τοῦ ἁγίου τάφου τὴν τοσαύτην ὁδοιπορίαν ἀνεδέξατο,
οἱ δέ γε λοιποὶ κόμητες καὶ τούτων μᾶλλον ὁ Βαϊμοῦντος
παλαιὰν μῆνιν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος τρέφοντες καὶ εὐκαιρίαν
 ζητοῦντες ἀντίποινα τούτῳ παρασχεῖν τῆς λαμπρᾶς
ἐκείνης νίκης, ἣν ἤρατο κατ’ αὐτοῦ, ὁπότε κατὰ τὴν Λάρισσαν
τὸν μετ’ αὐτοῦ συνῆψε πόλεμον, ὁμογνωμονήσαντες
καὶ αὐτὴν τὴν μεγαλόπολιν κατασχεῖν ὀνειρώττοντες εἰς τὴν
αὐτὴν ἐληλύθεισαν γνώμην καὶ τούτου πολλάκις ἐμνημονεύσαμεν
 ἄνωθεν), τῷ μὲν φαινομένῳ τὴν πρὸς τὰ Ἰεροσόλυμα 
σόλυμα ὁδοιπορίαν ποιούμενοι, τῇ δ’ ἀληθείᾳ τὸν αὐτοκράτορα
τῆς ἀρχῆς παραλῦσαι καὶ τὴν μεγαλόπολιν κατασχεῖν
ἐθέλοντες. ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς τὸ πανοῦργον αὐτῶν πάλαι
γινώσκων τὰς τῶν ἐθνικῶν δυνάμεις σὺν αὐτοῖς ἡγεμόσι
 διὰ γραφῶν παρεκελεύσατο ἀπὸ τοῦ Ἀθύρα μέχρις αὐτοῦ
Φιλέᾳ ἰλαδὸν καταστῆναι τόπος δὲ παράλιος οὗτος τοῦ
Πόντου) καὶ ἐφεδρεύειν, εἴ πού τις τοῦ Γοντοφρὲ πρὸς τὸν
 

 
Βαϊμοῦντον καὶ τοὺς ὄπισθεν ἐρχομένους κομήτας ἀποστέλλοιτο
 ἢ ἐξ ἐκείνων αὖθις πρὸς αὐτόν, καὶ ἀπείργειν αὐτῶν
τὴν δίοδον. ἐν τῷ μεταξὺ δὲ γίνεταί τι τοιοῦτον. μεταπεμψαμένου
γὰρ τοῦ βασιλέως τινὰς τῶν μετὰ τοῦ Γοντοφρὲ
 κομητῶν ἐφ’ ᾧ τούτοις συμβουλεύσασθαι ὑποθέσθαι αὐτῶ 
πληρῶσαι τὸν ὅρκον τριβομένου τε τοῦ καιροῦ διὰ τὸ φύσει
λάλον τε καὶ μακρηγορώτατον τῶν Λατίνων ψευδὴς διέδραμεν
εἰς αὐτοὺς φήμη κατασχεθῆναι τοὺς κομήτας παρὰ τοῦ βασιλέως.
εὐθὺς οὖν πυκιναὶ κατὰ τῆς Βυξαντίδος κεκίνηντο
 φάλαγγες καὶ παραχρῆμα τὰ κατὰ τὴν Ἀργυρᾶν καλουμένην 
λίμνην διακείμενα παλάτια παντελῶς ἐξηρίπωσαν, ἅμα δὲ
καὶ τῶν τειχῶν τῆς Βυξαντίδος ἀπεπειρῶντο κἀν μὴ δι’
ἑλεπόλεων, οὐ γὰρ παρῆσαν, ἀλλὰ τῷ ἑαυτῶν πλήθει θαρροῦντες
τοσοῦτον κατηναιδεύσαντο, ὡς καὶ πῦρ τολμῆσαι
ἐπαφεῖναι κατὰ τῆς κάτωθεν τῶν ἀνακτόρων πύλης ἀγχοῦ 
τοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἐν ἱεράρχαις μεγίστου Νικολάου πάλαι
παρά του τῶν βασιλέων ἀνοικοδομηθέντος τεμένους. οὐ
μόνον δὲ ὁπόσοι τοῦ συρφετώδους ὄχλου τῶν Βυζαντίων καὶ
 ἀνάλκιδες πάντη καὶ ἀπειροπόλεμοι τὰς τῶν Λατίνων φάλαγγας
θεασάμενοι ἔστενον ᾤμωζον ἐστερνοτύπουν μὴ ἔχοντες ὑπὸ 
φόβου, ὅ τι καὶ δράσαιεν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ὁπόσοι εὖνοι περὶ
τὸν αὐτοκράτορα, τὴν πέμπτην ἐκείνην φανταζόμενοι, καθ’
ἣν ἡ τῆς πόλεως γέγονεν ἅλωσις, καὶ δεδιότες διὰ τοῦτο
τὴν ἐνισταμένην ἡμέραν, μή τις ἔκτισις τῶν τότε γεγενημένων
συμβαίη. πάντες δέ, ὅσοι στρατιωτικῆς εἰδήμονες 
ἦσαν, ἀσυντάκτως πρὸς τὰ βασίλεια συνέρρεον. ὁ δὲ βασιλεὺς
ὡπλίσατο μὲν οὐδαμῶς οὐδὲ φολιδωτὸν περιεβάλετο
 θώρακα οὐδὲ σάκος οὐδ’ ἔγχος ἐνηγκαλίσατο οὐδὲ ξίφος
περιεξώσατο, ἀλλ’ ἑδραίως ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ ἐσταλμένος
καθῆστο θρόνου καὶ μεθ’ ἱλαροῦ βλέμματος πάντας θαρρύνων 
καὶ θάρσος ἐνιεὶς ταῖς σφῶν ψυχαῖς καὶ τοῖς συγγενέσι
δὲ καὶ ἡγεμόσι τοῦ στρατοῦ περὶ τῶν μελλόντων συμβουκαὶ
 

 
λευόμενος. τὰ μὲν οὖν πρῶτα οὐδ’ ὁντιναοῦν κατὰ τῶν
Λατίνων τοῦ τείχους ἐξενεγκεῖν προτεθύμητο, τὸ μὲν διὰ
τὴν ἐνισταμένην ἐκείνην σεβαμίαν τῶν ἡμερῶν πέμπτη
γὰρ ἦν τῆς μεγίστης καὶ ἁγίας τῶν ἑβδομάδων, ἐν ᾗ ὁ σωτὴρ
 τὸν ἐπονείδιστον ὑπὲρ ἁπάντων ὑπέστη θάνατον), τὸ
δὲ καὶ τὸν ἐμφύλιον παρεκκλίνων φόνον. πολλάκις οὖν μεταπεμψάμενος 
συνεβούλευε τοῦ τοιούτου ἀπέχεσθαι ἔργου “αἰδέσθητε”
λέγων “τὸν ὑπὲρ πάντων ἡμῶν τὴν τήμερον σφαγέντα
θεὸν μηδὲ σταυρὸν καὶ ἥλους καὶ λόγχην τὰ κακούργοις
 προσήκοντα τῆς ἡμῶν ἕνεκα παραιτησάμενον σωτηρίας. εἰ
δὲ μάχης ὑμῖν ἔφεσίς ἐστι, μετὰ τὴν ἀναστάσιμον τοῦ σωτῆρος
ἡμέραν καὶ ἡμεῖς ἕτοιμοι παρεσόμεθα.” οἱ δὲ οὐ μόνον
οὐχ ὑπείκοντο, ἀλλὰ καὶ κατεπύκνουν μᾶλλον τὰς φάλαγγας
συχνὰς τὰς βολὰς πέμποντες, ὡς καί τινα τῶν ἀγχοῦ τοῦ
 βασιλικοῦ θρόνου ἱσταμένων κατὰ τὸ στέρνον πλῆξαι. ὅπερ
οἱ πλείονες τῶν ἐφ’ ἑκάτερα παρισταμένων τοῦ βασιλέως 
θεασάμενοι ἀνεχώρουν. ὁ δὲ ἀτρέμας ἐκάθητο ἀνακτώμενος
τούτους καὶ πρᾴως πως νεμεσῶν · ὃ καὶ θάμβος πᾶσι παρεῖχεν.
ἐπεὶ δ’ ἀναισχύντως τοὺς Λατίνους τοῖς τείχεσι πελάζοντας 
 ἑώρα καὶ τὸ συμφέρον βουλευομένῳ μὴ ὑπείκοντας, τὰ μὲν
πρῶτα μεταπεμψάμενος τὸν γαμβρὸν αὐτοῦ Νικηφόρον τὸν
ἐμὸν Καίσαρα παρεκελεύσατο ἄνδρας πολεμικωτάτους ἀναλαβόμενον
καὶ τοξείας εἰδήμονας τοῦ τείχους ἄνωθεν καταστῆσαι
παρεγγυησάμενος συχνοὺς μὲν ὀϊστοὺς κατὰ τῶν Δατίνων 
 πέμπειν, μὴ κατὰ σκοποῦ δέ, ἀλλὰ διαμαρτάνειν τὰ
πλείω, ὡς μόνον ἐκφοβεῖν τῇ πυκνότητι τῶν βελῶν, ἀναιρεῖν
δὲ μηδαμῶς. ἐδεδίει γάρ, ὡς ἄνωθεν εἴρηται, τὸ τὴς ἡμέρας
σεβάσμιον καὶ τὸν ἐμφύλιον φόνον οὐκ ἤθελεν. ἑτέρους δὲ
τῶν ἐκκρίτων ἡγεμόνων] τοὺς πλείους μὲν τόξα φέροντας,
 τοὺς δὲ ἔγχεα μακρὰ ἐναγκαλισαμένους τὴν κατὰ τὸν ἅγιον
Ῥωμανὸν πύλην ἀναπετάσαντας σφοδρὰν ἐνδείξασθαι κατ
αὐτῶν τὴν ὁρμὴν ἐκέλευε τοιαύτην καταστησαμένους τὴν
 

 
παράταξιν, * ἕκαστον τῶν τὰ δόρατα φερόντων ἐξ ἑκατέρου
 μέρους ὑπὸ δύο φυλάττεσθαι πελταστῶν· οὕτω δὲ ἑαυτοὺς
καταστήσαντας αὐτοὺς μὲν βραδεῖ ποδὶ στείχειν, ὀλίγους δέ
τινας τῆς τοξείας εἰδήμονας κατὰ τῶν Κελτῶν προεκπέμπειν
πόρρωθεν μὲν τοὺς οἰστοὺς βάλλοντας καὶ ἐφ’ ἑκάτερα πυκνὰ 
περιστρεφομένους, ἐπὰν δὲ τὸ μεσαίχμιον ἀποστενωθὲν θεάσοιντο, τηνικαῦτα τοῖς συνεφεπομένοις αὐτοῖς τοξόταις παρακελευσαμένους
πυκνοὺς ἐκπέμψαι τοὺς ὀιστοὺς κατὰ τῶν
ἵππων, οὐ τῶν ἐποχουμένων, ὅλας ἡνίας κατὰ τῶν Λατίνων
λῦσαι, τὸ μὲν ἵνα τῶν ἵππων πληττομένων ἀποπαύηται τὸ 
πολὺ τῆς ὁρμῆς τῶν Κελτῶν καὶ μὴ ῥᾳδίως κατὰ τῶν
 Ῥωμαίων ἱππάζωνται, τὸ δέ τι, ὃ καὶ μᾶλλον, ἕνα μὴ Χριστιανοὶ
κτείνωνται. ἐκθύμως τοίνυν τὸ βασιλικὸν ἀπεπλήρουν
πρόσταγμα καὶ τὰς πύλας ἀναπετάσαντες καὶ ποτὲ μὲν
τοὺς ῥυτῆρας κατ’ αὐτῶν ἐνδιδόντες , ποτὲ δὲ τοὺς ἵππους 
ἀνασειράζοντες κτείνουσι μὲν πολλούς, ὀλίγοι δ’ ἐξ αὐτῶν
κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἐτρώθησαν. οὗτοι μὲν οὖν ἐρρέσθων·
ὁ δ’ ἐμὸς δεσπότης ὁ Καῖσαρ ἀναλαβόμενος , ὡς εἴρηται,
τοὺς τῆς τοξείας εἰδήμονας ἐπὶ τῶν πύργων ἵστατο τοῖς
βαρβάροις ἐπιτοξαξόμενος. καὶ πάντες μὲν εἶχον τόξα καὶ 
εὔστοχα καὶ εὐθυβολώτατα. νεανίαι γὰρ ἦσαν σύμπαντες
οὐχ ἥττους τοῦ Ὁμηρικοῦ Τεύκρου εἰς τοξικὴν ἐμπειρίαν.
 τὸ δὲ τόξον τοῦ Καίσαρος Ἀπόλλωνος ἡν ἄρα τόξον αὐτόχρημα.
οὐδὲ γὰρ κατ’ ἐκείνους τοὺς Ὁμηρικοὺς Ἕλληνας
νευρὴν μὲν μαζῷ, τόξῳ δὲ σίδηρον ἦγέ τε καὶ ἐφήρμοττε 
κυνηγετῶν ἀρετὴν ἐνδεικνύμενος κατ’ ἐκείνους, ἀλλ' ὥσπερ
τις Ἡρακλῆς ἐξ ἀθανάτων τόξων θανασίμους ἀπέπεμπεν
ὀϊστοὺς καὶ οὗπερ ἂν στοχάσαιτο κατευστοχῶν ἦν, εἰ μόνον
 θελήσειε. καὶ γὰρ καὶ ἐν ἄλλοις καιροῖς, ὁπηνίκα καιρὸς
ἀγῶνος καὶ μάχης παρῆν, ὅντινα καὶ σκοπὸν ἔθετο, εὐθὺς 
οὐκ ἄστοχον ἔβαλλε, καὶ ᾧ ἂν μέρει ἐπετοξάσατο, κατ’
ἐκείνου τοῦ μέρους εὐθὺς ἐτίτρωσκεν ἀεί· οὕτως ἰσχυρὸν
 

 
ἔτεινε τόξον ἐκεῖνος καὶ βέλος ἠφίει ὀξύτατον, κἀν τῇ
τοξείᾳ δὲ καὶ ὑπὲρ τὸν Τεῦκρον αὐτὸν καὶ τοὺς Αἴαντας 
φαινόμενος. ἀλλὰ καίπερ τοιοῦτος ὢν δεδιὼς τὸ τῆς αὐτῆς
ἡμέρας αἰδέσιμον καὶ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος παραγγελίαν
 ἐγκάρδιον ἔχων . ἔτεινε μὲν τόξον ἰταμῶς τούτους καὶ ἀλόγως
τοῖς τείχεσι πελάζοντας ὁρῶν καὶ ἀσπίσι καὶ κυνέῃ 
ἑαυτοὺς περιφράττοντας καὶ τὸ βέλος ἐτίθετο τῇ νευρᾷ, ἀλλ᾿
ὅμως ἄστοχα θέλων ἔβαλλεν, ὅπου μὲν εἴσω πέμπων, ὅπου
δὲ καὶ ὑπερπέμπων. κἀν δὲ διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἡμέραν
 ὑπεστέλλετο εὐστόχως κατὰ τῶν Λατίνων βαλεῖν, ἀλλ’ ἐπεὶ
Δατῖνός τις ἰταμὸς καὶ ἀναίσχυντος οὐ μόνον κατὰ τῶν
ἄνωθεν ἱσταμένων πυκνοὺς ἐξέπεμπεν ἐϊστούς, ἀλλὰ καὶ τῇ
ἰδίᾳ διαλέκτῳ πολλὰ φωνῶν ὑβρίζειν ἐδόκει, τείνει μὲν κατ
αὐτοῦ ὁ Καῖσαρ τὸ τόξον. τοῦ δ’ οὐχ ἅλιον βέλος ἔκθορε
 χειρός, ἀλλὰ διέτρησε μὲν τὸν θυρεόν, τὸν δὲ φολιδωτὸν
θώρακα σὺν αὐτῷ διελὼν τῷ βραχίονι τῇ πλευρᾷ τὸ βέλος 
περιέπειρεν. ὁ δ’ εὐθὺς ἄφωνος ἔκειτο χαμᾶζε κατὰ τὸν
ποιητήν, φωνὴ δ’ οὐρανὸν ἧκε τῶν μὲν ἐπαγαλλομένων τῷ
Καίσαρι, τῶν δὲ ἐπὶ τῷ πεπτωκότι ἀπολοφυρομένων. καρτερῶς.
 οὖν αὖθις τῶν τε ἱππέων ἐκεῖθεν μαχομένων τῶν
τε ἐν τοῖς τείχεσιν ἱσταμένων βαρὺς καὶ δεινὸς ἐξ ἀμφοτέρων
ἀνερριπίξετο πόλεμος. ἐπιβαλὼν δ’ αὖθις ὁ αὐτοκράτωρ
τὰς ἰδίας δυνάμεις εἰς φυγὴν τὰς τῶν Λατίνων προὐτρέψατο .
φάλαγγας. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν ἀπελθὼν ὁ Οὖβος συνεβούλευε
 τῷ Γοντοφρὲ τῷ τοῦ βασιλέως ὑπεῖξαι θελήματι, εἰ μὴ κα̣ἰ
δευτέραν βούλοιτο τῆς τούτου περὶ τὰ πολεμικὰ ἐμπειρίας 
πεῖραν λαβεῖν, καὶ ὀμωμοκέναι καθαρὰν πίστιν φυλάττειν
αὐτῷ. ὁ δὲ πολλὰ τοῦτον κατεμέμφετο λέγων “σὺ ὡς βασοεὺς
τῆς ἰδίας ἐξεληλυθὼς χώρας μετὰ τοσούτου πλούτου
 καὶ στρατεύματος νῦν ἐξ ὕψους τοσούτου εἰς δούλου τάξιν
ἑαυτὸν συνήλασας· εἶτα ὡς μέγα τι κατωρθωκὼς
τοιαῦτα συμβουλεύων ἥκεις;” ὁ δὲ “ἐχρῆν ἡμᾶς” ἔφη “ἐν
 

 
ταῖς ἰδίαις προσμένειν χώραις καὶ τῶν ἀλλοτρίων ἀπέχεσθαι ·
ἐπεὶ δὲ μέχρις ῷδε κατήλθομεν πολλῆς τῆς τοῦ βασιλέως
 κηδεμονίας δεόμενοι , εἰ μὴ τοῖς αὐτοῦ πειθόμεθα λόγοις,
οὐκ ἀγαθὰ ἡμῖν συμβήσεται”. ὡς δὲ κενὸν τὸν Οὖβον
ἐκεῖθεν ἐξέπεμψε, πληροφορηθεὶς ὁ βασιλεὺς καὶ τοὺς ὄπισθεν 
ἐρχομένους ἐγγίζειν ἤδη κομήτας, ἀποστείλας τῶν ἡγεμόνων
ἐκκρίτους τινὰς μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς δυνάμεων ἐπέσκηψεν
αὖθις συμβουλεύσασθαι αὐτῶ καὶ καταναγκάσαι διαπερᾶσαι.
τούτους οἱ Λατῖνοι θεασάμενοι καὶ μηδὲ μικρὸν ἀναμείναντες
μήτε μὴν τὸ τί ἂν βούλοιντο ἐπερωτήσαντες πρὸς πολέμους 
καὶ μάχας ἐχώρουν · πολέμου δὲ ἀναμεταξὺ συρραγέντος
ἰσχυροῦ πίπτουσιν ἐξ ἑκατέρου μέρους ἱκανοί, τιτρώσκονται
 δὲ καὶ * * οἱ τοῦ αὐτοκράτορος , ὁπόσοι ἀναισχυντότερον
αὐτῷ προσέβαλον. ἐκθυμότερον δὲ τούτων μαχομένων τὰ
νῶτα οἱ Λατῖνοι ὑπεῖχον. καὶ οὕτως ὁ Γοντοφρὲ μετ’ οὐ 
πολὺ τῷ τοῦ βασιλέως ἐστοίχει θελήματι. προσελθὼν οὖν
 τῷ βασιλεῖ ἐπωμόσατο ὅνπερ ἀπῃτεῖτο ὅρκον, ὥστε ὁπόσας
πόλεις καὶ χώρας ἣ φρούρια φθάσει κατασχεῖν ὑπὸ τὴν
βασιλείαν Ῥωμαίων τὸ πρῶτον τελοῦντα, πρὸς τὸν ἐπ’ αὐτῷ
τούτῳ παρὰ τοῦ βασιλέως ἀποστελλόμενον ἀρχηγὸν παραδιδόναι, 
ταῦτ’ οὖν ἐπομοσάμενος χρήματά τε ἱκανὰ λαβὼν
ὁμέστιός τε καὶ ὁμοτράπεζος αὐτῷ γεγονὼς καὶ δαψιλῶς
 εὐωχηθεὶς διαπεράσας κατὰ τὸν Πελεκάνον ηὐλίσατο. ὁ δὲ
βασιλεὺς τηνικαῦτα ἐπέσκηψε δαψιλεῖς πανηγύρεις ἐξάγειν
αὐτοῖς.

κατόπιν δὲ τούτου ἐφθακὼς καὶ ὁ Ῥαοὺλ καλούμενος
μετὰ πεντεκαίδεκα χιλιάδων ἱππέων τε καὶ πεξῶν
καὶ κατὰ τὴν Προποντίδα περὶ τὴν καλουμένην μονὴν τοῦ
Πατριάρχου σκηνώσας μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κομητῶν τοὺς
λοιποὺς μέχρις αὐτοῦ Σωσθενίου κατέθετο. ὡς δὲ καὶ αὐτὸς 
τὰ αὐτὰ τῷ Γοντοφρὲ φρονῶν ἀνεβάλλετο τέως τὴν τῶν
ὄπισθεν ἐρχομένων ἀπεκδεχόμενος ἔλευσιν, ὁ βασιλεὺς στο-
 

 
χαζόμενος τοῦ μέλλοντος ἐδεδίει τὴν τούτων ἄφιξιν καὶ 
αὐτῶν ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ τὴν διαπεραίωσιν ἐπέσπευδεν.
ἀποστείλας τοίνυν τὸν͂ Ωπον μετεκαλεῖτο (εὐγενὴς δὲ οὗτος
φρονήσει καὶ τῇ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐμπειρίᾳ μηδενὸς ἀποδέων)
 καὶ ἐπειδὴ παρῆν, μεθ’ ἑτέρων γενναίων ἀνδρῶν διὰ
τῆς ἠπείρου πρὸς αὐτὸν ἐξέπεμψε παρακελευσάμενος καταναγκάσαι
τούτου τὴν διαπεραίωσιν. ἐπεὶ δὲ τοῦτον ἑώρα 
τῷ βασιλικῷ μηδαμῶς ὑπείκοντα προστάγματι , ἀλλ’ ἀναισχυντοῦντα
καὶ πολλὰ κατὰ Λυ βασιλέως φρυαττόμενόν,
 ὁπλισάμενος παρετάξατο μορμολυττόμενος τάχα τὸν βάρβαρον
καὶ δικ τοῦτο οἰόμενος πείσειν αὐτὸν πρὸς τὴν περαίαν
διαπλῴσασθαι. ὁ δὲ θᾶττον ἠ λόγος μετὰ τῶν συνόντων
αὐτῷ Κελτῶν παραταξάμενος ὡς λέων ἐχάρη μεγάλῳ ἐπὶ
σώματι κύρσας καὶ τηνικαῦτα μετὰ τοῦ Ὠπου μέγαν συνίστησι
 πόλεμον. καταλαβὼν δὲ καὶ ὁ Πηγάσιος διαπόντιος
ἐφ’ ᾧ τούτους διαπερᾶν καὶ θεασάμενος τὴν κατὰ τὴν
ἤπειρον μάχην καὶ τοὺς Κελτοὺς ἰταμώτερον τῷ Ῥωμαἰ·κῷ 
στρατεύματι προσβάλλοντας τῶν νηῶν ἐξεληλυθὼς ἐξ ὀπισθίων
προσβάλλει καὶ αὐτὸς τοῖς Κελτοῖς. ἀναιροῦνται
 τοίνυν τηνικαῦτα πολλοί· πλεῖστοι δὲ καὶ τιτρώσκονται.
καὶ οὕτως οἱ σωθέντες ἀνακαλοῦνται τὴν διαπεραίωσιν. ὁ
δὲ βασιλεύς , μηχανικώτατος ὠν ἀνήρ , σκεψάμενος μὴ τῷ
Γοντοφρὲ ἑνωθέντες καὶ τὰ συμβάντα τούτοις ἀφηγησάμενοι
τοῦτον κατ’ αὐτοῦ ἐρεθίσωσι, τὴν αἴτησιν τούτων ἀσμένως
 δεξάμενος ἐν πλοίοις τούτους ἐνίησι καὶ διαποντίους πρὸς
τὸν τοῦ σωτῆρος τάφον ἐκπέμπει, τοῦτο καὶ αὐτῶν ἐξαιτησαμένων. ἀποστέλλει δὲ καὶ πρὸς τοὺς ἐλπιζομένους κομήτας
καὶ φιλοφροσύνης μηνύει ῥήματα χρηστὰς αὐτοῖς ἐλπίδας 
διδούς. οἱ καὶ καταλαβόντες πᾶν τὸ προσταττόμενον προθύμως
 ἐπλήρουν. τοιαῦτα μὲν οὖν καὶ τὰ τοῦ κόμητος
Ῥαούλ· ἀναριθμήτου δὲ καὶ ἑτέρου πλήθους ὄπισθεν ἐρχοσυμμίγδην
ἐξ ἁπασῶν μικροῦ τῶν Κελτικῶν χωρῶν
συνειλεγμένου μετὰ τῶν ἀγόντων αὐτοὺς ἡγεμόνων, ῥηγῶν
τε καὶ δουκῶν καὶ κομητῶν καὶ αὐτῶν ἐπισκόπων, ἀποστέλ-

 
λων ὁ αὐτοκράτωρ φιλοφρόνως αὐτοὺς ὑπεδέχετο καὶ ἐπιεικείας
 κείας ἐξέπεμπε λόγους , ὁποῖος ἐκεῖνος δεινὸς τὸ μέλλον
προμηθεύσασθαι καὶ προαρπάσαι τὸ συμφέρον. ἐπισκήπτει
δὲ καὶ τὰ ζωαρκῆ τούτοις ἐρχομένοις ἐπιχορηγεῖν τοῖς ἐπ’
 αὐτῷ τούτῳ τεταγμένοις, ὡς μὴ λαβὴν αὐτοὺς τὸ παράπαν 
ἐσχηκέναι μηδ’ ἐξ οἵας οὖν αἰτίας. οἱ δὲ πρὸς τῆν μεγαλόπολιν
ἠπείγοντο. τάχα δὲ εἶπέ τις οὐρανοῦ ἀστέρας εἶναι
τούτους ἤ ψάμμον παρὰ τῷ χείλει τῆς θαλάττης ἐκκεχυμένην.
ἦσαν γὰρ ὅσα φύλλα ἄνθεα γίγνεται ὥρῃ καθ'
Ὅμηρον τῇ Κωνσταντίνου πελάζειν ἤδη κατεπειγόμενοι. τὰς 
 δὲ τῶν ἡγεμόνων κλήσεις καὶ προθυμουμένη περ ἐξειπεῖν
οὐ βούλομαι. ναρκᾷ γάρ μοι ὁ λόγος τὸ μέν τι βαρβαρικὰς
φωνὰς ἀπαγγέλλειν ἀδυνατούσῃ διὰ τὸ ἄναρθρον, τὸ δέ τι
καὶ πρὸς τὸ πλῆθος ἐκείνων ἀποβλεπούσῃ. καὶ ἵνα τί τοσούτου
πλήθους κλήσεις ἀπαριθμεῖσθαι πειρώμεθα, οὓς καὶ 
οἱ τότε παρόντες ἀκηδίας ἐπληροῦντο ὁρῶντες; ὡς οὖν τὴν
μεγαλόπολιν ἤδη κατέλαβον, κατατίθενται τὰ τούτων στρατεύματα
ἐπισκήψει τοῦ αὐτοκράτορος άγχοῦ τῆς μονῆς Κοσμιδίου
καὶ μέχρις αὐτοῦ διήκοντα Ἱεροῦ. οὐκ ἐννέα δὲ
κήρυκες, καθάπερ ποτὲ τὸ Ἑλληνικόν, τούτους βοόωντες 
 ἐρήτυον, ἀλλ’ ἱκανοὶ καὶ γενναῖοι ὁπλῖται οἱ τούτοις ἐφεπόμενοι
τοῖς τοῦ αὐτοκράτορος κελεύσμασιν ὑπείκειν ἀνέπειθον.
τούτους δὲ ὁ βασιλεὺς βουλόμενος ὑπὸ τὸν τοῦ Γοντοφρὲ
συνελάσαι ὅρκον διῃρημένως προσεκαλεῖτο ἰδίᾳ προςομιλῶν, .
ἅττα καὶ βούλοιτο, καὶ τοῖς εὐγνωμονεστέροις 
χρώμενος μεσασταῖς τῶν ἀπειθεστέρων. ἐπεὶ δ’ οὐκ ἐπείθοντο
τὴν τοῦ Βαϊμούντου καραδοκοῦντες ἔλευσιν, ἀλλὰ
ποικίλους τρόπους εὑρίσκοντες ἐξαιτήσεων ἄλλα τινὰ προςαπαιτοῦτες
 ἦσαν, ὁ βασιλεὺς τὸ παρ’ αὐτῶν προτιθέμενον
ῥᾷστα διαλύων καὶ παντοίως τούτους μετελθὼν συνήλασεν 
εἰς τὸν τοῦ Γοντοφρὲ ὅρκον μεταπεμψάμενος καὶ αὐτὸν
ἀπὸ τοῦ Πελεκάνου ἐπὶ τῷ παρεῖναι τοῦ ὅρκου τελουμένου
 

 
διαπόντιον. πάντων οὖν συνεληλυθότων καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ
Γοντοφρέ, ἐπεὶ καὶ ὁ ὅρκος ἤδη τετέλεστο ὑπὸ πάντων τώ
κομητῶν, τολμήσας τις εὐγενὴς εἰς τὸν σκίμποδα τοῦ βασιλέως
ἐκάθισεν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἠνείχετο τούτου μηδέν τι
 φθεγξάμενος , πάλαι τὴν ἀγέρωχον τῶν Λατίνων φύσι 
εἰδώς. προσελθὼν δὲ ὁ κόμης Βαλδουῖνος καὶ ἁωάμενο
αὐτοῦ τῆς χειρὸς ἤγειρεν ἐκεῖθεν καὶ πολλὰ καταμεμψάμε
νος ἔφη ἕφη ἐξῆν σοι τοιοῦτον ἐνταῦθα ποιῆσαι δουλείαν
τῷ βασιλεῖ καὶ ταῦτα ὑποσχομένῳ. οὐδὲ γὰρ ἔθιμον τοῖς
 βασιλεῦσι Ῥωμαίων συνέδρους ἔχειν τοὺς ὑπ’ αὐτούς . δούλους 
δὲ ὁμότας τῆς αὐτοῦ βασιλείας γεγονότας χρὴ καὶ τὰ
ἔθη τῆς χώρας τηρεῖν”. ὁ δὲ πρὸς μὲν τὸν Βαλδουῖνον
ἐφθέγξατο οὐδέν, δριμύτερον δὲ ἐνατενίσας τῷ βασιλεῖ πρὸς 
ἑαυτὸν τῇ οἰκείᾳ διαλέκτῳ λόγους τινὰς ἀπεφθέγξατο λέγων
 “ ἴδε, ποῖος χωρίτης κάθηται μόνος παρισταμένων αὐτῷ
ἡγεμόνων”. οὐδ’ ἡ κίνησις τῶν χειλέων τοῦ Λατίνου
τὸν βασιλέα διέλαθε. καλέσας δ’ ἴνα τῶν τὴν Δατινικὴν
διάλεκτον μεθερμηνευόντων ἠρώτα περὶ τῶν λεχθέντων.
ἀκούσας δὲ τὰ παρ’ αὐτοῦ ῥηθέντα οὐδὲν μὲν τέως πρὸς
 τὸν Λατῖνον εἰρήκει, ἐτήρει δ’ ὅμως τὸν λόγον παρ’ ἑαυτῷ.
συντασσομένων δὲ τῷ βασιλεῖ πάντων μετεκαλεῖτο τὸν ὑψηλόφρονα 
Λατῖνον ἐκεῖνον καὶ ἀναιδῆ καὶ ἐπυνθάνετο, τίς
τέ ἐστι καὶ ὅθεν ὥρμηται καὶ ἐκ ποίου γένους. ὁ δὲ
“Φράγγος μέν εἰμι καθαρὸς” ἔφη “τῶν εὐγενῶν· ἓν δὲ
 ἐπίσταμαι, ὅτι ἐν τριόδῳ τῆς χώρας, ὅθεν αὐτὸς ὥρμημαι,
τέμενός ἐστι πάλαι οἰκοδομηθὲν, ἐν ᾧ πᾶς ὁ προθυμούμενος
μόνος πρὸς μόνον μάχην ἀναδήσασθαι εἰς μονομάχου
τάξιν ἑαυτὸν καταστήσας προσερχόμενος βοήθειαν μὲν τὴν
τοῦ θείου ἐκεῖθεν αἰτεῖται, βραδύνει δὲ τὸν κατ’ αὐτοῦ
 τολμήσαντα ἀπεκδεχόμενος. καθ’ ἣν τρίοδον ἐχρόνισα καὶ
αὐτὸς σχολάζων καὶ ζητῶν τὸν μετ’ ἐμοῦ μαχεσόμενον. ὁ δὲ
 

 
 τοῦτο τολμήσων οὑδαμοῦ.” ταῦτα ὁ βασιλεὺς ἀκηκοὼς ἔφη
“εἰ πόλεμον τότε ζητῶν οὐχ εὗρες, πάρεστί σοι καιρὸς ὁ
πολλῶν σε πολέμων ἐμπλήσων. παρεγγυῶμαί δέ σοι , μήτε
πρὸς οὐραγίαν μήτε πρὸς λοχαγίαν ἵστασθαι φάλαγγος, ἀλλὰ
τὸ μέσον ἔχειν τῶν ἡμιλοχιτῶν· ἐπιστήμην γὰρ τῆς μεθόδου 
τῶν πολέμων τῶν Τούρκων ἐκ μακροῦ ἔσχηκα”. οὐκ αὐτῷ
δὲ μόνῳ ταῦτα συνεβούλευεν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις πᾶσιν
ὁπόσα τούτοις συναντήσειν ἔμελλεν ἀπερχομένοις κατὰ τὴν
ὁδὸν προλέγων παρηγγυᾶτο μὴ ἀκρατῶς διώκειν, ὁπηνίκα
τὴν νίκην αὐτοῖς κατὰ τῶν βαρβάρων δοίη θεός, ἕνα μὴ 
τοῖς ἐνεδρεύουσι λοχαγοῖς περιπίπποντες ἀναιρῶνται.

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν Γοντοφρὲ καὶ Ῥαοὺλ
καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς συνεπομένους αὐτοῖς· ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος
μετὰ τῶν ἄλλων κομητῶν καταλαβὼν τὸν Ἄπρων
καὶ μήτ’ ἐξ εὐγενῶν φύντα ἑαυτὸν ἐπιγινώσκων μήτε δυνάμεις 
μεις πολλὰς συνεπαγόμενος δι’ ἣν εἶχε σπάνιν τῶν χρημάτων,
τὴν τοῦ αὐτοκράτορος βουλόμενος ἐπισπάσασθαι εὔνοιαν,
ἅμα δὲ καὶ συγκαλύψαι τὰ κατ’ αὐτὸν ἐθέλων, μετὰ δέκα
καὶ μόνων Κελτῶν προεξελθὼν τῶν ἄλλων κομητῶν ἔσπευσε
καταλαβεῖν τὴν βασιλεύουσαν. ὁ δὲ βασιλεὺς τὰς αὐτοῦ 
μηχανὰς γινώσκων καὶ τὸ ὕπουλον καὶ ἐνεδρευτικὸν αὐτοῦ
ἦθος ἐκ μακροῦ ἐπιστάμενος ἔσπευσε πρὸ τοῦ καὶ τοὺς
 ἄλλους καταλαβεῖν κομήτας ὁμιλῆσαι τε καὶ ἀκοῦσαι τῶν
παρ’ αὐτοῦ λεγομένων καὶ πεῖσαι πρὸ τῆς ἐκείνων ἀφίξεως
διαπερᾶσαι, ἵνα μὴ ἑνωθεὶς μετ' αὐτῶν καταλαμβανόντων 
ἤδη καὶ τὰς ἐκείνων διαστρέψειε γνώμας. εἰσελθόντι δὲ
ἱλαρὸν εὐθὺς ἐνατενίσας τὰ κατὰ τὴν ὁδοιπορίαν ἐπυνθάνετο
καὶ ὅπου τοὺς κομήτας κατέλιπε. τοῦ δὲ ἅπαντα διασαφήσαντος
αὐτῷ, ὡς εἶχε γνώμης, ἀστεϊξόμενος ὁ βασιλεὺς καὶ
τῶν κατὰ τὸ Δυρράχιον καὶ τὴν Λάρισσαν τετολμημένων 
παρ ’ αὐτοῦ ἀναμιμνήσκει τηνικαῦτα καὶ τῆς ἔχθρας ἐκείνης.
ὁ δὲ πρὸς αὐτὸν ἔλεγεν ὡς “ἔγωγε κἀν ἐχθρὸς κἂν πολέμήτε
 

 
μιος τότ' ἦν, ἀλλὰ νῦν αὐτόμολος ἥκω φίλος τῆς σῆς βασθκελθας”. 
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ διὰ πολλῶν μετελθὼν αὐτὸν καὶ 
ἀκροθιγῶς πως ἀποπειράσας τὸν αὐτοῦ λογισμόν, ἐπεὶ διέγνω
κατανεύσοντα τοῦτον ὅρκια πιστὰ δοῦναι πρὸς αὐτὸν
 ἔφη “τὰ νῦν μὲν κεκοπιακότα σε ἀπὸ τῆς ὁδοιπορίας χρὴ
ἀπελθόντα διαναπαύσασθαι, ἐς νέωτα δὲ περὶ ὧν βουλόμεθα
ὁμιλήσομεν”. ἀπελθόντι οὖν εἰς τὸ Κοσμίδιον, οὗπερ
τὰ τῆς κατοικίας αὐτῷ προηυτρέπιστο, τράπεζα τούτῳ παρατίθεται
δαψιλὴς παντοίων ὄψων καὶ ἐδεσμάτων μεστή. εἶτα
 καὶ ὠμὰ κρέα χερσαίων τε καὶ πτηνῶν ζώων προσενεγκόντες
οἱ ὀψοποιοὶ ἔφασαν “ἡμῖν μὲν τὰ ὄψα, ὡς ὁρᾷς, ηὐτρέπισται 
κατὰ τὸ σύνηθες · εἰ δὲ μὴ ἀρεστά σοι ταῦτα, ἰδοὺ καὶ ὠμὰ
καὶ κατασκευασθήτωσαν καθά γε βούλει”. οὕτω γὰρ παρὰ
τοῦ αὐτοκράτορος κατασκευάσαι τε καὶ εἰπεῖν ἐντεταλμένον
 αὐτοῖς ἦν. καὶ γὰρ ὁποῖος ἐκεῖνος δεινὸς ἤθους καταστοχάσασθαι
ἀνδρός, δεινὸς εἰς καρδίαν βάψαι καὶ λογισμοὺς
θηρᾶσαι ἀνθρώπου, τὸ τοῦ ἀνδρὸς ἐπιστάμενος δύσνουν καὶ
κακόηθες ἐστοχάσατο τοῦ ὄντος. ἕν’ οὖν μὴ ὑποψίαν τινὰ
κατ’ αὐτοῦ σχοίη, καὶ τὰ ὠμὰ κρέα ἐν ταὐτῷ προσενεχθῆναι
 αὐτῷ προσέταξε διαλύων τάχα τὴν ὑποψίαν. οὐκ ἠστόχει 
δὲ τοῦ σκοποῦ. ὁ γὰρ δεινὸς Βαϊμοῦντος τῶν μὲν ὄψων
οὐ μόνον ἀπογεύσασθαι ὅλως, ἀλλ’ οὐδ’ ἄκροις δακτύλοις
προσψαῦσαι ἠνέσχετο, ἀλλ’ ἀπώσατο τ’ εὐθὺς καὶ μηδενί τι
τῆς ὑποδραμούσης αὐτῷ ὑπονοίας ἐμφήνας τοῖς παρεστῶσι
 πάντα διένειμε , τῷ μὲν φαινομένῳ φιλοφρονεῖσθαι τούτους
ὑποκρινόμενος, τῇ δ’ ἀληθείᾳ, εἴ τις καλῶς σκοποίη, θανάτου
κρατῆρα κεράσας αὐτοῖς. οὐδὲ τὸν δόλον ἐπέκρυπτε.
τοσοῦτον καταφρονητικῶς περὶ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν διέκειτο. τὰ
μέντοι ὠμὰ κρέατα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἐνεγκαμένης τοῖς ἰδίοις
 ὀψοποιοῖς κατασκευάσαι ἐπέταττε. τῇ μετ’ αὐτὴν δὲ τοὺς 
τὰ ὄψα ἐκεῖνα ἐδηδοκότας ἐπυνθάνετο, ὅπως αὐτοὺς διέθεντο.
τῶν δὲ “καὶ λίαν καλῶς” εἰρηκότων καὶ ὡς μηδὲ
 

 
τῆς τυχούσης αἰσθέσθαι βλάβης, ἀποκαλύψας αὐτοῖς τὸ
ἀπόρρητον ἴφη ὡς “ἔγωγε μεμνημένος τῶν μετ’ αὐτοῦ πολέμων
καὶ τῆς μάχης ἐκείνης ἐδεδίειν, μὴ τὸν ἐμὸν ἴσως
ἐξαρτύσῃ θάνατον, θανάσιμόν τι φάρμακον τοῖς ὄψοις ἐπεμβαλών”.
τοιαῦτα μὲν τὰ τοῦ ΒαΪμούντοτυ. ἐγὼ δ’ οὔποτε 
πονηρὸν ἐθεασάμην μὴ τοῦ ὀρθῶς τι ποιεῖν πόρρω που ἐν
πᾶσι λόγοις καὶ πρακτέοις θέοντα. ὁπηνίκα γάρ τις τῆς
μεσότητος ἐκσταίη, πρὸς ὁπότερον ἂν τῶν ἄκρων νεύσειε,
πόρρωθεν τῆς ἀρετῆς ἕστηκε. μεταπεμψάμενος οὖν τὸν Βαϊμοῦντον
 ὁ βασιλεὺς τὸν συνήθη τοῖς Λατίνοις καὶ ἐξ αὐτοῦ 
ἐζήτει ὅρκον. ὁ δὲ τὰ ἑαυτοῦ ἐπιστάμενος καὶ ὅτι οὔτε ἐκ προγόνων
περιφανῶν ἐγεγόνει οὔτε χρημάτων εὐπορίαν εἶχε καὶ
διὰ τοῦτο οὐδὲ δυνάμεις πολλάς, ἀλλὰ μετρίους πάνυ τοὺς
συνεπομένους αὐτῷ Κελτούς, καὶ ἄλλως δὲ φύσει ἐπίορκος
ὤν, μάλα προθύμως τῷ τοῦ αὐτοκράτορος ὑπεῖξε θελήματι. 
 κᾷθ' οὕτως ὁ βασιλεὺς περὶ τὰ βασίλεια οἰκίσκον τινὰ ἀφο-
ρίσας εἰς τοὔδαφος κατέστρωσε παντοῖον εἶδος χρημάτων,
* καὶ ἀμφίων χαράγματός τε χρυσίου καὶ ἀργύρου καὶ τῆς
κατωτέρω ὕλης τοσοῦτον πληρώσας τὸ οἴκημα, ὡς μηδὲ
 βαδίζειν δύνασθαί τινα τῷ πλήθει τούτων συμποδιξόμενον. 
τῷ δὲ μέλλοντι ὑποδεῖξαι ταῦτα τῷ Βαϊμούντῳ ἐπέταττεν
ἀθρόον τὰς πύλας ἀναπετάσαι. ὁ δὲ ἐπὶ τῇ τούττων θέᾳ
ἐκπλαγείς φησιν “εἰ τοσαῦτά μοι προσῆν χρήματα, πολλῶν
ἂν χωρῶν κύριος πάλαι ἐγεγόνειν αὐτός”. καὶ ὃς “ταῦτά
σοι τὴν σήμερον ἀποχαρίζεται ἅπαντα ὁ βασιλεύς”. ὁ δὲ 
περιχαρῶς ταῦτα δεξάμενος καὶ εὐχαριστήσας ἀπῄει ἀναπαυθησόμενος
οὗ κατέλυσεν. ἀποκομισθέντων δὲ τούτων
 αὐτῷ, μεταβαλὼν ὁ πρὶν τεθαυμακὼς ἔφη “oὐδέποτε τοιαύτην
ἀτιμίαν ἔσεσθαί μοι ἀπὸ τοῦ βασιλέως ἤλπισα. λαβόντες
οὖν ταῦτα ἀπαγάγετε τῷ πέμψαντι”. ὁ δὲ βασιλεὺς 
 τὸ φύσει παλίμβουλον τῶν Λατίνων γινώσκων τὸν δημώδη
λόγον ἀντέφησε “ κακὸν πρᾶγμα πρὸς τὸν ἴδιον ἐπανερχέσθω
 

 
αὐθέντην”. τοῦτο ὁ Βαϊμοῦντος ἀκούσας καὶ τοὺς ἀποκομίσαντας
ἐπιμελῶς ἀναζητοῦντας αὖθις αὐτὰ ὁρῶν μεταβαλὼν
ὁ πρὶν ἀποπεμπόμενος ταῦτα καὶ ἀχθόμενος ἐπὶ τούτοις
ἱλαρὸν βλέμμα τοῖς ἀποκομισταῖς ἐδείκνυ καθάπερ τις
 πολύπους μετασχηματιζόμενος ἐν βραχεῖ. φύσει μὲν γὰρ ἦν
ὁ ἀνὴρ πονηρὸς καὶ ὀξὺς πρὸς τὰ συμπίπτοντα, πονηρίᾳ
καὶ ἀνδρείᾳ τοσοῦτον ὑπερέχων ἁπάντων τῶν τότε διερχομένων
Δατίνων, ὁπόσον δυνάμεσί τε καὶ χρήμασιν ἥττητο
ἀλλὰ καὶ ὡς πάντων ἐκράτει κακεντρεχείας περιουσίᾳ, τὸ δὲ
 παλίμβουλον ὡς φυσικόν τι τῶν Λατίνων παρακολούθημα 
παρείπετο καὶ αὐτῷ τὰ γοῦν χρήματα ὁ ἀπωθούμενος
περιχαρῶς τηνικαῦτα ἐλάμβανε. δύσνους γὰρ ὢν τὴν
ἐπεὶ μηδὲ χώραν ὅλως κεκτημένος τῆς ἐνεγκαμένης ἐξῄει
τῷ μὲν φαινομένῳ χάριν τῆς τοῦ ἁγίου τάφου προσκυνήσεως,
 τῇ δ’ ἀληθείᾳ ἀρχὴν ἑαυτῷ περιποιήσασθαι προμηθευόμενος καὶ μᾶλλον, εἰ γένοιτό οἱ, καὶ αὐτῆς τῆς βασιλείας
Ῥωμαίων ἐπιδράξασθαι χρωμένῳ ταῖς τοῦ πατρὸς
ὑποθημοσύναις καὶ πάντα κάλων τὸ τοῦ λόγου κινοῦντι,
πολλῶν ἐδεῖτο χρημάτων. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τὸ δύσνουν καὶ 
 κακόηθες αὐτοῦ ἐπιστάμενος ἔσπευδε τὰ συναιρόμενα πρὸς
τοὺς ὑποτυφομένους αὐτῷ λογισμοὺς εὐφυῶς περιαιρεῖν. διὸ
καὶ τὸ δομεστικάτον αἰτούμενος τῆς ἀνατολῆς οὐκ ἔτυχε τῆς
αἰτήσεως πρὸς Κρῆτα κρητίζων. δεδιὼς γὰρ ὁ βασιλεύς,
μὴ ἐξουσίας δραξάμενος καὶ δι’ αὐτῆς δουλαγωγήσας τοὺς
 κομήτας ἅπαντας ῥᾳδίως περιάγοι τοῦ λοιποῦ, ὅπη βουλητὸν
αὐτῷ ἐστι, μὴ θέλων τε τὸν Βαϊμοῦντον ὑπονοῆσαι
ὅτι ἤδη πεφώραται, ἐλπίσι χρησταῖς αὐτὸν ὑποσαίνων ἴφη
“τούτου μὲν καιρὸς οὔπω πάρεστι, διὰ δὲ τῆς σῆς ἐνεργείας
καὶ ὑπολήψεως, ἀλλὰ δὴ καὶ πίστεως μετ' πολὺ καὶ
 τοῦτο γενήσεται”. ὁμιλήσας τοίνυν αὐτοῖς καὶ παντοίαις 
δωρεαῖς καὶ τιμαῖς φιλοφρονησάμενος τῇ μετ’ αὐτὴν αὐτὸς
 

 
ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ καθῆστο θρόνου ’ μεταπεμψάμενος δὲ αὐτόν
τε τὸν Βαϊμοῦντον καὶ τοὺς κομήτας ἅπαντας περὶ τῶν
κατὰ τὴν ὁδὸν αὐτοῖς συμβησομένων ὡμίλει βουλευόμενος τὰ
 συμφέροντα, ἀναδιδάσκων ἅμα καὶ αἷς εἰώθασιν οἱ τοῦρκοι
χρήσασθαι μεθοδείαις ἐν ταῖς μάχαις καὶ ὑποτιθέμενος, 
ὅπως τε παρατάττεσθαι χρὴ καὶ λόχους καθιστᾶν καὶ μὴ
ἐπὶ πολὺ διώκειν, ὁπηνίκα τούτοις οἱ τοῦρκοι τὰ νῶτα
διδόασι. καὶ οὕτως διά τε χρημάτων διά τε λόγων καταμαλάξας
αὐτῶν τὸ ἄγριον καὶ τὰ συνοίσοντα ὑποθέμενος
τὴν διαπεραίωσιν προὐτρέψατο. τὸν δέ γε Ἰσαγγέλην ἠγάπα 
διαφερόντως διά τε τὸ περιὸν αὐτῷ τοῦ φρονήματος καὶ
τῆς ὑπολήψεως τὸ ἀνόθευτον καὶ τὸ τοῦ βίου καθαρόν,
 γινώσκων ἅμα καὶ ὁπόσον αὐτῷ τῆς ἀληθείας μέλει μηδὲν
ταύτης μηδέποτε προτιμωμένῳ· τοσοῦτον γὰρ ἁπάντων
Λατίνων ἐν πᾶσι διέφερεν, ὅσον ἀστέρων ἥλιος. διά τοι 
τοῦτο παρακατέσχεν αὐτὸν τέως μεθ’. ἑαυτοῦ. ἁπάντων οὖν
συνταξαμένων τῷ αὐτοκράτορι καὶ διὰ τοῦ τῆς Προποντίδος
πορθμοῦ τὸ Δαμάλιον καταλαβόντων ἀνεθεὶς τῆς ἐξ αὐτῶν
ὀχλήσεως συχνάκις τὸν Ἰσαγγέλην μετεπέμπετο, ἀναδιδάσκων
ἅμα καθαρώτερον τὰ κατὰ τὴν ὁδὸν συμβήσεσθαι μέλλοντα 
τοῖς Λατίνοις, παρεγύμνου δὲ καὶ ἣν περὶ τῆς τῶν Φράγγων
γνώμης εἶχεν ὑπόληψιν. ταῦτα πολλάκις ἀποστοματίσας τῷ
 Ἰσαγγέλῃ καὶ τὰς τῆς ψυχῆς οἷον ὑπανοίξας αὐτῷ πύλας
καὶ πάντα διατρανώσας ἐπέσκηψεν ἀεὶ πρὸς τὴν τοῦ ΒαΪμούντου
ἐγρηγορέναι κακίαν, ἵνα βουλόμενον παρασπονδῆσαι 
ἀπείργῃ τοῦτον τοῦ ἐγχειρήματος καὶ διὰ πάσης μεθόδου
διαλύῃ τὰς ἐκείνου μηχανάς. ὁ δὲ πρὸς τὸν αὐτοκράτορά
φησιν “ἐκ προγόνων καθάπερ τινὰ κλῆρον τὴν ἐπιορκίαν
καὶ τὸν δόλον ὁ ΒαΪμοῦντος κεκτημένος, θαῦμα μέγιστον,
εἰ τὰ ὀμωμοσμένα διατηρήσετεν. ἔγωγε δ’ ὅμως ὡς ἐνὸν 
σπεύσω. τὸ προσταχθὲν ἀεὶ ἀποπληροῦ.” καὶ συνταξάμενος
τῷ αὐτοκράτορι ἄπεισιν ἑνωθησόμενος τῷ παντὶ στρατεύτε
 

 
ματι τῶν Κελτῶν. ὁ μέντοι αὐτοκράτωρ ἤθελε μὲν μετὰ 
τῶν Κελτῶν κατὰ τῶν βαρβάρων ἀπιέναι, ἐδεδίει δὲ τὸ αὐτῶν 
ἀναρίθμητον πλῆθος. δεῖν οὖν ἐλογίσατο τὸν Πελεκάνον
καταλαβεῖν, ἕν’ ἐγγύθεν Νικαίας ἐνδιατρίβων μανθάνοι μὲν
 τὰ τοῖς Κελτοῖς συμβαίνοντα, ἅμα δὲ καὶ τὰς τῶν Τούρκων
ἔξωθεν ἐφόδους καὶ τὴν τῶν ἐντὸς Νικαίας κατάστασιν. ἐν
δεινῷ γὰρ ἐποιεῖτο, εἰ μή τι στρατηγικὸν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ
αὐτὸς κατορθώσοι, καὶ διεσκοπεῖτο, ἵνα εἰ ἐπιτήδεια τὰ
πράγματα εὑρήσει, αὐτὸς τὴν Νίκαιαν ἕλῃ καὶ μὴ παρὰ τῶν 
 Κελτῶν αὐτὴν σχοίη κατὰ τὰ παρ’ ἐκείνων ὀμωμοσμένα. 
εἶχε δὲ τὴν βουλὴν ταύτην ὑποβρύχιον καὶ πᾶν ὅπερ ἂν
ᾠκονόμει καὶ τὴν αἰτίαν δἰ γίνεται αὐτὸς καὶ μόνος
ἠπίστατο μόνῳ τῷ Βουτουμίτῃ τοῦτο ἐμπεπιστευκὼς καὶ
τοῦτον ἀποστείλας ἐφ’ ᾧ ὑποποιεῖσθαι τοὺς ἐντὸς
 βαρβάρους διὰ παντοίων ὑποσχέσεων καὶ ἀπαθείας τελείας,
ἐν μέρει δὲ καὶ ἀπειλούμενος τόσα καὶ τόσα πείσεσθαι καὶ
παρανάλωμα ξίφους γενέσθαι , εἰ παρὰ τῶν Κελτῶν ἁλῷεν, 
καὶ πάλαι τὸν Βουτουμίτην γινώσκων εὐνούστατον καὶ
τὰ τοιαῦτα δραστήριον. ταῦτα μὲν οὐν ἐξ ἀρχῆς τοῦτον
 παρηκολουθήκει τὸν τρόπον.

Ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος καὶ πάντες οἱ κόμητες ἑνωθέντες,
οὗ διαπλῴσασθαι πρὸς τὴν Κιβωτὸν ἔμελλον, μετὰ
τοῦ Γοντοφρὲ τὴν τοῦ Ἱσαγγέλη προσέμενον ἄφιξιν. πλῆθος
δὲ ὄντες ἀναρίθμητον, ἐπεὶ οὐκ ἠδύναντο αὐτοῦ που
προσμένειν διὰ τὴν σπάνιν τῶν βοσκημάτων, εἰ καὶ τὴν τοῦ 
βασιλέως μετὰ τοῦ Ἱσαγγέλη ἀνέμενον ἄφιξιν, ἕνα κεῖθι συνταξάμενοι
αὐτῷ τῆς πρὸς Νίκαιαν φερούσης ἅψωνται, διχῆ
διαιρεθέντες οἱ μὲν διὰ τῆς Βιθυνῶν καὶ τῆς Νικομηδείας
 πρὸς Νίκαιαν ἤλαυνον, οἱ δὲ τὸν τῆς κιβωτοῦ διανηξάμενοι
πορθμὸν ἐς ταὐτὸν συνεληλύθεσαν. καὶ οὕτως τῇ Νικαίᾳ 
προσπελάσαντες τοὺς πύργους καὶ τὰς μεταξὺ κορτίνας σφίσιν
αὐτοῖς διενείμαντο κατὰ τάξεις τινὰς τὴν τειχομαχίαν ποιεῖν
βουλευσάμενοι, ἴν’ ἐντεῦθεν ἕτερος πρὸς ἕτερον ἐρίζοντες
καρτερωτέραν τὴν πολιορκίαν ποιοῖντο. τὸ δὲ λάχος τοῦ
Ἰσαγγέλη κενὸν ἐάσαντες τὴν ἐκείνου προσέμενον ἄφιξιν. 
 ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τὸν Πελεκάνον κατέλαβε κατὰ
νοῦν ἔχων τὴν Νίκαιαν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν. οἱ
δὲ ἐντὸς Νικαίας βάρβαροι τὸν σουλτάνον πολλάκις εἰς τὴν
σφῶν αὐτῶν ἀρωγὴν μετεπέμποντο. ἐκείνου δ’ ἔτι βραδύνοντος
 καὶ τῆς πολιορκίας ἐξ ἀνατολῆς ἡλίου μέχρι καὶ δύσεως 
αὐτῆς ἐν πολλαῖς ἤδη γινομένης ἡμέραις, ἐπεὶ ἐν στενῷ
κομιδῆ τὰ κατ' αὐτοὺς ἑώρων, γνωσιμαχήσαντες βέλτιον
προσεληλυθέναι τῷ βασιλεῖ ἣ παρὰ τῶν Κελτῶν ἁλῶναι
 

 
ἐγνώκεσαν. μετακαλοῦνται τοίνυν ἐπ’ αὐτῷ τούτῳ τὸν Βουτουμίτην
τόσα καὶ τόσα ἀγαθὰ παρὰ τοῦ βασιλέως πείσεσθαι
διὰ γραμμάτων συχνῶν πολλάκις αὐτοῖς ἐπαγγελλόμενον, εἰ
τὴν Νίκαιαν αὐτῷ παραδοῖεν. ὁ δὲ τὰς τοῦ βασιλέως φιλοφροσύνας
 καθαρώτερον ἀπαγγείλας καὶ τὰς ἐγγράφους
ὑποσχέσεις ὑποδείξας, εἰ τὸ κάστρον αὐτῷ παραδοῖεν, ἀσμένως
δέχεται παρὰ τῶν τούρκων ἀπειρηκότων ἤδη πρὸς
τοσαῦτα πλήθη ἀντικαθίστασθαι καὶ βέλτιον λογιζομένων 
τῷ βασιλεῖ τὴν πόλιν αὐθαιρέτως παραδοῦναι καὶ χρημάτων
 καὶ τιμῆς μετασχεῖν ἢ ξίφους παρανάλωμα γενέσθαι. οὔπω
τρίτην ἡμέραν ὁ Βουτουμίτης ἐντὸς εἶχε, καὶ ὁ Ἰσαγγέλης
καταλαβὼν ἀποπειρᾶσθαι τοῦ τείχους δι’ ὧν ἡτοίμαζεν ἑλεπόλεων
ἔσπευδεν. ἐν τῷ μεταξὺ δὲ φήμη τις αὐτοὺς καταλαμβάνει
τὴν τοῦ σουλτάνου ἔλευσιν μηνύουσα. τοῦτο οἱ
 Τοῦρκοι μεμαθηκότες καὶ τεθαρρηκότες τὸν Βουτουμίτην
παραχρῆμα ἐξέωσαν. ὁ δὲ σουλτάνος μέρος τοῦ στρατοῦ
ἀποδιελόμενος ἀπέστειλε σκεψομένους τὴν τοῦ Ἱσαγγέλη
ἔφοδον παραγγείλας ὡς , εἴ τισι τῶν Κελτῶν ἐντύχοιεν, μὴ 
ἀναβαλέσθαι τὴν μετ' μάχην. θεασάμενοι δὲ πόρρω.
 θεν τούτους οἱ τοῦ Ἰσαγγέλη ξυμμίγνυνται. ἀλλὰ καὶ οἱ
λοιποὶ κόμητες καὶ αὐτὸς ὁ Βαϊμοῦντος τὴν τουτωνὶ τῶν
βαρβάρων ἐνωτισθέντες ἔφοδον ἐξ ἑκάστης κομητούρας ἀνὰ
διακοσίους διελόμενοι καὶ εἰς πολὺ πλῆθος ξυμποσώσαντες 
παραχρῆμα εἰς ἀρωγὴν τῶν τοῦ Ἱσαγγέλη πέμπουσιν. ἐφθακόξοτες
 δὲ μέχρις ἑσπέρας τοὺς βαρβάρους ἐδίωκον. ὁ δὲ
σουλτάνος οὐδαμῶς ἐπὶ τούτοις ἀναπεπτώκει, ἀλλ’ αὐγαζούσης
ἡμέρας ὁπλίζεται καὶ πανσυδὶ τὴν ἔξω τειχῶν Νικαίας
πεδιάδα κατειλήφει. καὶ οἱ Κελτοὶ αἰσθόμενοι τῆς τούτου 
παρουσίας καρτερῶς ὁπλισάμενοι καθαπερεὶ λέοντες κατ
 αὐτῶν ἴενται. καὶ συρρήγνυται τηνικαῦτα πόλεμος βαρὺς
καὶ δεινός. ἐν ἴσῃ δὲ μοίρᾳ τῆς μάχης ἀμφοτέροις ἱσταμένης
τοῖς μέρεσι δι’ ὅλης ἡμέρας, ἐπεὶ ὁ ἥλιος ἐπὶ κνέφας ἦλθε,
 

 
τρέπονται οἱ Τοῦρκοι τῆς νυκτὸς αὐτοῖς διαιτησάσης τὴν
μάχην. πίπτουσι μὲν οὖν ἐξ ἑκατέρων πολλοί κτείνονται
 δὲ οὐχ ἥττονες], τιτρώσκονται δὲ οἱ πλείους. καὶ λαμπρὰν
τὴν νίκην ἀράμενοι οἱ Κελτοί, πολλῶν δὲ καὶ κεφαλὰς τοῖς
δόρασι περιπείραντες ἐπανέρχονται καθαπερεὶ σημαίας ταύτας 
φέροντες, ἵν’ οὕτω πόρρωθεν τὸ γεγονὸς διαγνόντες οἱ
καὶ τὴν ἐκ πρώτης βαλβῖδος ἧτταν δειλιάσαντες τῆς
συντόνου μάχης ἀποστήσονται. τοιαῦτα μὲν οὖν οἱ Λατῖνοι
πεπράχασί τε καὶ διελογίσαντο. ὁ δὲ σουλτάνος τὰ ἄπειρα
τούτων θεασάμενος πλήθη καὶ τὴν ἀκάθεκτον τόλμαν ἐξ 
αὐτῆς προσβολῆς ἐγνωκὼς τοῖς ἐντὸς Νικαίας Τούρκοις τὸ
ἐνδόσιμον δίδωσι “πράσσετε τοῦ λοιποῦ” λέγων “πᾶν, ὅπερ
 βέλτιον κρίνετε”. ᾔδει γὰρ πρὸ καιροῦ τῷ βασιλεῖ μᾶλλον
προαιρουμένους παραδοῦναι τὴν πόλιν ἤ παρὰ τῶν Κελτῶν
ἁλῶναι. ὁ δέ γε Ἰσαγγέλης τοῦ προκειμένου ἐχόμενος ἔργου 
μόσυνα κυκλοτερῆ τεκτηνάμενος καὶ ἐξ ἑκατέρου μέρους
βύρσας αὐτὸν περιστείλας , κατὰ δὲ τὸ μέσον λύγοις διαπλέξας
καὶ πάντοθεν κατοχυρώσας τῇ πλευρᾷ προσεπέλασε
τοῦ καλουμένου Γονάτου πύργου. ὃς τὴν ἐπωνυμίαν ἐκληρώσατο
πάλαι, ὁπηνίκα Μανουὴλ ἐκεῖνος, ὁ τοῦ προβεβασιλευκότος 
Ἰσασκίου τοῦ Κομνηνοῦ πατὴρ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ
Ἰωάννου τοῦ πρὸς πατρὸς ἐμοῦ πάππου, στρατηγὸς
 αὐτοκράτωρ τῆς ἑῴας ἁπάσης παρὰ τοῦ τότε βασιλεύοντος
βασιλείου προὐβέβλητο ἐφ’ ᾧ τὴν μετὰ τοῦ Σκληροῦ ἔχθραν
διαλῦσαι ἢ χειρὶ πρὸς τοῦτον ἀντικαταστὰς ἢ γνώμῃ 
εἰς εἰρηνικὰς σπονδὰς τοῦτον συνελάσας. ἐπεὶ δ’ ὁ Σκληρὸς
μαχιμώτατος ὢν καὶ αἵμασι χαίρων ἀεὶ τὴν μάχην τῆς
εἰρήνης μᾶλλον ἠσπάσατο, πολέμων μεγάλων καθ’ ἑκάστην
συρρηγνυμένων, ὡς τοῦ Σκληροῦ μὴ μόνον τὴν εἰρήνην μὴ
θέλοντος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑλεπόλεων γενναίως ἀγωνιζομένου 
τὴν Νίκαιαν ἑλεῖν καὶ καταρράξαντος τὰ τείχη, τοῦ πλείονος
μέρους τοῦ πύργου ποδοκοπηθέντος κάτωθεν συνέβη σάξαι
 

 
τὸν πύργον, ὡς ἐπὶ γόνυ δοκεῖν ἐπικλιθῆναι κἀκ τούτου τῆς
τοιαύτης μετειληχέναι προσηγορίας. οὕτω μὲν οὖν τὰ κατὰ 
τὸν Γονάτην παρηκολουθήκει· ὁ δὲ Ἱσαγγέλης τὸν ἤδη
θέντα μόσυνα ἐμπείρως πάνυ κατασκευάσας , ὃν οἱ πλείονα
 ἐμπειρίαν τῶν μηχανικκῶν κεκτημένοι χελώνην κατονομάζουσιν, 
ἐντὸς τούτου ἄνδρας ὁπλοφόρους τειχεσιπλήτας εἰσῇξε καὶ
ἑτέρους τοὺς τον πύργον κάτωθεν κατασείειν διὰ σιδήρων
εἰδότας ἐφ’ ᾧ τοὺς μὲν πρὸς τοὺς ἄνωθεν τοῦ
μάχεσθαι, τοὺς δὲ ἐκεχειρίαν ἔχειν ἐντεῦθεν τὸν πύργον διορύττειν. 
 οἳ καὶ κορμοὺς ξύλων εἰσῆγον ἀντὶ τῶν ἐξαγομένων
λίθων· μέχρι δὲ τῆς ἐντὸς ἐπιφανείας ἐφθακότες, ὡς καὶ
αὐγήν τινα ἐκεῖθεν εἰσιοῦσαν θεάσασθαι, πῦρ ἐμβαλόντες
ἐνέπρησαν τοὺς κορμούς. τούτων δὲ ἐκτεφρωθέντων συνέβη
τὸν Γονάτην ἐπὶ πλέον κλιθῆναι, ὡς μὴ ἀπολωλέναι τὴν
 κλῆσιν. ἐμβόλοις δὲ καὶ οἰκήμασι τὸ ἐπίλοιπον περιζώσαντες
τῶν τειχῶν καὶ τὸν ἐκτὸς τούτων διακείμενον τεφρόν ὡς ἐν
ῥιπῇ πληρώσαντες κόνεως, ὡς εἰς μίαν ἐπιφάνειαν συναφθῆναι
ταῖς ἐφ’ ἑκάτερα παρακειμέναις πεδιάσιν, ὡς ἐνὸν
τῆς πολιορκίας εἴχοντο.

Ὁ δὲ βασιλεὺς πολλὰ πολλάκις ἀκριβολογησάμενος
καὶ διαγνοὺς ἀμήχανον εἶναι τὴν Νίκαιαν παρὰ τῶν Δατίνων 
ἁλῶναι, κἀν πάντα ὑπερέβαλλον ἀριθμόν, ἐν μέρει μὲν
παντοῖα εἴδη ἑλεπόλεων κατασκευάσας καὶ τὰ πλείω τούτων
οὐ κατὰ τοὺς τῶν μηχανικῶν τρόπους, ἀλλὰ καθ’ ἑτέρους
 τινὰς λόγους αὐτῷ δοκοῦντας, ὁ καὶ θαῦμα πᾶσι παρεῖχε
τοῖς κόμησιν ἐκπέπομφεν· ἐκεῖνος δὲ μετὰ τῶν
των διαπεράσας, ὡς ἤδη φθάσας ὁ λόγος ἐδήλωσε, κατὰ τὸν
πελεκάνον διέτριβεν ἀγχοῦ τῶν Μεσαμπέλων, οὗ καὶ τέμενος
ἐπ' ὀνόματι τοῦ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου πάλαι ᾠκοδόμηται.
 ἤθελε μὲν οὖν οὕτως ὁ αὐτοκράτωρ μετὰ τῶν Λατίνων κατὰ
τῶν ἀθέων συναπελθεῖν τούρκων. ταλαντεύων δὲ τὴν ὑπό-
θεσιν καὶ τὸ ἀπειροπληθὲς τοῦ Φραγγικοῦ φοσσάτου ὡς πρὸς 
τὸ Ῥωμαϊκὸν στράτευμα κατανοῶν ἀνυπέρβλητον καὶ τὴν
παλίμβουλον τῶν Λατίνων γνώμην ἐκ μακροῦ ἐπιστάμενος

 
ἀπέστη τοῦ ἐγχειρήματος. οὐ διὰ τοῦτο δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ
τὸ ἀβέβαιον ἐκείνων καὶ ἄπιστον προειδὼς Εὐρίπου δίκην
μεταφερομένων ἐς τἀναντία πολλάκις τάς τε γυναῖκας καὶ τὰ
τέκνα ἑτοίμως ἐχόντων ὀβολοῦ ἑνὸς ἀπεμπολεῖν διὰ φιλοχρήματον
γνώμην, τούτοις μὲν οὖν τοῖς λογισμοῖς ἑαυτὸν τῷ 
τότε ἀπεῖρξεν ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ ἐγχειρήματος· δεῖν δὲ ἔγνω
μὴ συμπαρεῖναι μὲν τοῖς Κελτοῖς, τοσαύτην δὲ αὐτοῖς διδόναι
ῥοπήν, ὁπόσην ἂν καὶ παρών. τὸ γοῦν ἐρυμνότατον τῶν τῆς
 Νικαίας τειχῶν γινώσκων ἀδύνατον τὴν ταύτης κατάσχεσιν
παρὰ τῶν Λατίνων ἠπίστατο· μανθάνων δέ, ὅτι ῥᾳδίως διὰ 
τῆς παρακειμένης λίμνης δυνάμεις ἱκανὰς καὶ τὰ ζωαρκῆ
πάντα ὁ σουλτάνος εἰς Νίκαιαν εἰσάγει, τὴν τῆς λίμνης
 ἐμελέτα κατάσχεσιν. κατασκευάσας τοίνυν ἀκάτια, ὁποῖα τὸ
ὕδωρ ἐκεῖνο ἀνέχειν ἠδύνατο, διὰ τοῦ μέρους τῆς Κίου ταῦτα
ἐν ἁμάξαις ἐπισάξας εἰς τὴν λίμνην εἰσήλασε στρατιώτας 
ἐμβαλὼν ἐν αὐτοῖς ὁπλοφόρους, ἡγεμόνα τούτων Μανουὴλ
τὸν Βουτουμίτην καταστησάμενος καὶ σημαίας τούτοις πλείους
 τῆς χρείας ἐπιδούς, ὡς ἐντεῦθεν πολλαπλασίους δοκεῖν, πρὸς
δὲ καὶ βύκινά τε καὶ τύμπανα. ἀλλ’ οὕτω μὲν τὰ κατὰ τὴν
λίμνην ᾠκονόμηται τῷ αὐτοκράτορι· ἀπὸ δέ γε τῆς ἠπείρου 
μεταπεμψάμενος τὸν Τατίκιον καὶ τὸν καλούμενον Τζίταν
μετὰ πελταστῶν γενναίων εἰς δισχιλίους ποσουμένων κατὰ
 τῆς Νικαίας ἀπέστειλεν ἐπισκήψας ἅμα τῷ τῶν νεῶν ἀποβῆναι
τὸ τοῦ κύρου Γεωργίου καστέλλιον καταλαβόντας ἐν
ἡμιόνοις μὲν ἐπισάξαι ὅπερ ἐπεφέροντο πλῆθος τῶν ὀϊστῶν, 
πόρρω δὲ τῶν τειχῶν τῆς Νικαίας τῶν ἵππων ἀποβάντας
καὶ βάδην πορευομένους κατευθὺ τοῦ πύργου τοῦ καλουμένου
Γονάτου τὸν χάρακα πήξασθαι, εἶτα ἐξ ἑνὸς συνθήματος
συνησπικότας προσβαλεῖν τοῖς τείχεσιν. ἐφθακὼς
οὖν ὁ Τατίκιος μετὰ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν στρατεύματος δίδωσιν 
εἴδησιν τοῖς Κελτοῖς κατὰ τὴν τοῦ βασιλέως ὑποθήκην. καὶ
τηνικαῦτα ἐσιδηροφόρησαν ἅπαντες καὶ σὺν ἀλαλαγμῷ καὶ
 

 
βοῇ πολλῇ προσέβαλον τοῖς τείχεσι. τῶν μὲν τοῦ Τατικίου
συχνοὺς τηνικαῦτα πεμπόντων ὀϊστούς, τῶν δὲ Κελτῶν ὅπου 
μὲν διατιτραινόντων τὰ τείχη, ὅπου δὲ διὰ πετροβόλων ὀργάνων
καταπυκνούντων τὰς τῶν λίθων βολάς, ἀπὸ δέ γε τῆς
 λίμνης διά τε τῶν βασιλικῶν σημαιῶν καὶ βυḿνων ἐκδειματούμενοι
παρὰ τοῦ Βουτουμίτου ἐν ταὐτῷ καὶ περὶ τῶν βασιλικῶν
ὑποσχέσεων πρὸς αὐτοὺς διαπεμπομένου ἐς τοσοῦτον
τον συνηλάθησαν οἱ βάρβαροι, ὡς μηδὲ τῶν κρηδέμνων
Νικαίας προκῦψαι θαρρεῖν· ἅμα δὲ καὶ τὴν τοῦ σουλτάνου
 ἀπεγνωκότες ἔλευσιν βέλτιον ἐλογίσαντο τῷ αὐτοκράτορι
παραδοῦναι τὴν πόλιν καὶ εἰς ὁμιλίαν περὶ τούτου μετὰ τοῦ 
Βουτουμίτου ἐλθεῖν. ὁ δὲ τὰ εἰκότα προσομιλήσας αὐτοῖς
ὑποδείκνυσι τὸν χρυσόβουλλον λόγον, ὅνπερ ὁ βασιλεὺς αὐτῶ
προενεχείρισεν. ἀκροασάμενοι τοίνυν τοῦ χρυσοβούλλου, δι’
 οὗ ὑπισχνεῖτο ὁ βασιλεὺς οὐ μόνον ἀπάθειαν, ἀλλὰ καὶ δαψιλῆ
δόσιν χρημάτων τε καὶ ἀξιωμάτων τῇ τε ἀδελφῇ καὶ
τῇ γυναικὶ τοῦ σουλτάνου, ἥτις θυγάτριον ἦν, ὡς ἐλέγετο,
τοῦ Τζαχᾶ, καὶ πᾶσιν ἁπλῶς τοῖς ἐν Νικαίᾳ βαρβάροις, καὶ
ταῖς ὑποσχέσεσι τοῦ αὐτοκράτορος τεθαρρηκότες ἐνεδίδουν
 τὴν εἰσέλευσιν τῷ Βουτουμίτῃ. ὁ δὲ παραχρῆμα διὰ γραμμάτων
τῷ Τατικίῳ ὡς “τὴν ἄγραν ἐν χερσὶν ἤδη 
ἔχομεν· καὶ χρὴ πρὸς τειχομαχίαν ἑτοιμάσασθαι, ταὐτὸ δὲ
τοῦτο καὶ τοῖς Κελτοῖς παρασκευάσαι καὶ μηδὲν πλέον αὐτοῖς
τεθαρρηκέναι ἢ τὴν κυκλοτερῆ τειχομαχίαν καὶ ὡς χρὴ
 περιζῶσαι τὰ τείχη καὶ τῆς πολιορκίας ἀνίσχοντος ἡλίου
ἀποπειρᾶσθαι”. τὸ δὲ ἄρα μηχανή τις ἦν, ἴνα δόξῃ τοῖς
Κελτοῖς πολέμῳ ταυτηνὶ τὴν πόλιν ἁλῶναι παρὰ τοῦ Βουτουμίτου
καὶ λάθῃ τὸ μελετηθέν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος
δρᾶμα τῆς προδοσίας. ἀπόρρητα γὰρ τοῖς Κελτοῖς ὁ βασιλεὺς
 ἤθελεν εἶναι τὰ παρὰ τοῦ Βουτουμίτου οἰκονομούμενα.
τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν τὸ ἐνυάλιον ἀλαλάξαντες ἐξ ἑκατέρου
μέρους τῆς πόλεως, ἐκεῖθεν μὲν διὰ τῆς ἠπείρου 
 

 
ἐκθυμότερον οἱ Κελτοὶ τῆς πολιορκίας εἴχοντο, ἔνθεν δ᾿ ὁ
Βουτουμίτης εἰς τὰς ἐπάλξεις ἀνεληλυθὼς καὶ τὰ σκῆπτρα
καὶ τὰς σημαίας περὶ τὰ τείχη καταστήσας μετὰ βυκίνων
καὶ σαλπίγγων ἀνευφημεῖ τὸν αὐτοκράτορα. καὶ οὕτως τὸ
Ῥωμαϊκὸν ἅπαν στράτευμα εἴσω Νικαίας εἰσεληλύθει. ὁ δὲ 
Βουτουμίτης τὰ πλήθη τῶν Κελτῶν γινώσκων καὶ διὰ τὸ
τῆς γνώμης αὐτῶν ἀβέβαιον καὶ τὸ τῆς ὁρμῆς ἀκάθεκτον
ὑπόπτους ἔχων αὐτούς, μὴ εἰσελθόντες αὐτοὶ τὸ κάστρον
 κατάσχωσιν, ὁρῶν δὲ καὶ τοὺς ἐντὸς σατράπας ἱκανοὺς ὄντας
πρὸς ἣν αὐτὸς εἶχε δύναμιν, εἰ μόνον θελήσαιεν, καὶ 
 δεσμεῖν καὶ σφάττειν δυνατῶς ἔχοντας, τὰς κλεῖς εὐθὺς ἀναλαμβάνεται
τῆς πύλης. μία γὰρ τέως ἦν ἡ εἰσάγουσα καὶ
ἐξάγουσα τῶν ἄλλων προκεκλεισμένων διὰ τὸν φόβον τῶν
παρακειμένων Κελτῶν. τὰς κλεῖς τοίνυν ταυτησὶ τῆς πύλης
αὐτὸς ἔχων δεῖν ἐλογίσατο τοὺς σατράπας διὰ μεθοδείας 
ἐλαττῶσαι, ἵν᾿ ἔχῃ τούτους ῥᾳδίως καταγωνίζεσθαι ὡς ὡς μή
τι δεινὸν κατ’ αὐτοῦ μελετήσαιεν. μεταπεμπόμενος τοίνυν
αὐτοὺς συνεβούλευε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἀπέρχεσθαι, εἰ
βούλοιντο πολλά τε χρήματα ἐκεῖθεν λαβεῖν καὶ τιμῆς ἀξιωθῆναι
μεγίστης καὶ ἐτησίους τυπωθῆναι φιλοτιμίας. πείθει 
τοὺς Τούρκους καὶ νυκτὸς διανοίγων ἀπέστελλε τούτους διὰ
 τῆς παρακειμένης λίμνης ὀλίγους καὶ συχνάκις πρός τε τὸν
Ῥοδομηρὸν καὶ τὸν μιξοβάρβαρον Μοναστρᾶν ἀμφὶ τὸ πολίχνιον
ἐνδιατρίβοντας τὸ οὑτωσί πως τοῦ κύρου Γεωργίου
ὀνομαζόμενον ἐπισκήψας αὐτοῖς ὡς, ὁπηνίκα τῶν νεῶν 
ἀποβαῖεν, παραχρῆμα ἐκπέμπεσθαι τούτους πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
καὶ μηδὲ πρὸς βραχύν τινα χρόνον παρακατέχειν
αὐτούς, ἵνα μὴ μετὰ τῶν ὄπισθεν πεμπομένων Τούρκων
ἑνωθέντες σκαιόν τι κατ᾿ αὐτῶν μελετήσ·αιεν. τὸ δὲ ἄρα
προφητεία ἦν ἄντικρυς καὶ τῆς πολλῆς τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου 
 ἐμπειρίας στοχασμὸς ἀναντίρρητος. καὶ γὰρ ἔστ’ ἂν ταχὺ
πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τοὺς καταλαμβάνοντας ἐξέπεμπον, ἐν
ἀσφαλείᾳ τε ἦσαν καὶ οὐδεὶς αὐτοῖς κίνδυνος ἐφειστήκει·
ἐπὰν δὲ ἀναπεπτώκεσαν, ὁ παρὰ τῶν βαρβάρων, οὓς ἄρα

 
παρακατέσχον, κατ’ αὐτῶν ἐξηρτύετο κίνδυνος. καὶ γὰρ
πλεονάσαντες ἐβουλεύοντο δυοῖν θάτερον, ἢ νυκτὸς ἐπιθέμενοι
τούτοις ἀποκτείναι ἢ δεσμώτας τῷ σουλτάνῳ προσενεγκεῖν.
συνδόξαντος δὲ πᾶσι τούτου βελτίονος, νυκτὸς
 αὐτοῖς ἐπιθέμενοι δεσμώτας κατὰ τὰ προβεβουλευμένα περιάγοντες
ἐκεῖθεν ἐξῄεσαν. εἶτα δὴ τὴν ἀκρολοφίαν τοῦ Ἀξαλᾶ
κατειληφότες (τόπος δὲ οὗτος σταδίους * τῶν τειχῶν Νικαίας 
ἀπέχων), κεῖθι γοῦν, ὡς λόγος, παραγενόμενοι τῶν
ἵππων ἀποβάντες τούτους ἀνέψυχον. ἐπεὶ δ’ ὁ μὲν Μοναστρᾶς
 μιξοβάρβαρος ἦν καὶ τῆς Τουρκικῆς εἰδήμων διαλέκτου
καὶ αὐτὸς ὁ Ῥοδομηρὸς πάλαι πρὸς τῶν Τούρκων κατασχεθεὶς
καὶ χρόνον συχνὸν μετ’ αὐτῶν ἐνδιατρίψας οὐδ’ αὐτὸς
ἀδαὴς τῆς τοιαύτης ἦν διαλέκτου, πιθανοὺς πρὸς αὐτοὺς
συχνῶς ἀνεκίνουν λόγους “ἵνα τί” λέγοντες “ἡμῖν μὲν θανάτου
 ποτήριον κιρνᾶτε οὐδὲ μικράν τινα τὴν ὄνησιν ἑαυτοῖς
ἐντεῦθεν πραγματευόμενοι; ὑμεῖς δὲ τῶν ἄλλων πάντων
μεγάλων δωρημάτων παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἀπολαυδάντων
καὶ ἐτησίων χρημάτων λῆψιν τυπωθέντων ἑαυτοὺς τοσούτων 
ἀποστερεῖτε. μὴ τοίνυν οὕτω περὶ ἑαυτῶν φρονεῖτε καὶ ἐξὸν
 ἀκινδύνως σῴζεσθαι καὶ πλούτῳ κομῶντας εἰς τὰ σφέτερα
ἐπαναστρέφειν καὶ χωρῶν ἐγκρατεῖς ἴσως γενέσθαι εἰς
προὖπτον ἑαυτοὺς ἐπιρρίπτετε κίνδυνον. ἴσως γὰρ καὶ τοῖς
λοχῶσιν αὐτοῦ που Ῥωμαίοις ἐντυχόντες” ῥύακας ταῖν χεροῖν
ἐπιδείξαντες καὶ ἑλώδεις τόπους “ἀναιρεθήσεσθε καὶ ἐπὶ
 κενοῖς τὴν σφῶν ἀπολέσετε ζωήν. καὶ γὰρ ἐνεδρεύουσιν
ὑμᾶς μάλα γε πλεῖστοι οὐ Κελτοὶ καὶ βάρβαροι μόνον, ἀλλὰ
καὶ Ῥωμαίων πλῆθος οὐ μετρητόν. εἰ γοῦν ἡμῖν πείθεσθε, 
στρέψαντες τὰς ἡνίας ὁμοῦ φοιτήσωμεν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα.
καὶ Θεὸν ὑμῖν ἐπομνύμεθα, μυρίων ἀπολαῦσαι τῶν
 ἐξ αὐτοῦ δωρημάτων· κἄπειτα, ὅπη βουλητὸν ὑμῖν, ἀπελεύσεσθε 
ἀνέτως ὡς ἐλεύθεροι.” πείθονται τοῖς τούτων λόγοις
οἱ Τοῦρκοι καὶ πίστεις πρὸς ἀλλήλους δόντες ἅμα καἰ λα-
 

 
βόντες τῆς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα φερούσης εἴχοντο. καταλαβόντων
δὲ τὸν Πελεκάνον, ὡς τούτους ὁ αὐτοκράτωρ
ἐθεάσατο, μεθ’ ἱλαροῦ πᾶσιν ἐνατενίσας βλέμματος, καίτοι
πολλὰ τὸν Ῥοδομηρὸν καὶ τὸν Μοναστρᾶν παρ’ ἐαυτῷ νεμεσῶν,
 τὸ μὲν παρὸν ἀναπαυθησομένους τούτους ἐξαπέστειλε· 
κατὰ δὲ τὴν ἐπιοῦσαν, ὁπόσοι μὲν τῶν Τούρκων αὐτῷ θητεῦσαι
προτεθύμηντο, μυρίων τῶν εὐεργεσιῶν ἀπήλαυσαν·
οἱ δὲ τὰ σφέτερα ἀναζητοῦντες καὶ αὐτοί οὐκ ὀλίγων δωρημάτων
τετυχηκότες παρεχωρήθησαν τῇ σφῶν γνώμῃ ξυγχρήσασθαι.
εἶθ’ ὕστερον πολλὰ τῆς ἀβουλίας τὸν Ῥοδομηρὸν 
καὶ τὸν Μοναστρᾶν κατεμέμφετο· μηδ’ ἀντωπῆσαι δὲ τούτους
ὑπ᾿ αἰσχύνης ἰσχύοντας ὁρῶν, μεταβαλὼν ὁ βασιλεὺς
ἀνακτᾶσθαι δι’ ἑτέρων λόγων ἔσπευδεν. ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν
τὰ κατὰ τὸν Ῥοδομηρὸν καὶ τὸν Μοναστρᾶν· τοῦ δὲ Βουτουμίτου
τηνικαῦτα δουκὸς Μαίας παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος 
 προχειρισθέντος, ᾐτήσαντο τοῦτον οἱ Κελτοὶ εἰσελθεῖν καὶ
τὰ ἐν αὐτῇ ἱερὰ τεμένη θεᾶσθαι καὶ προσκυνεῖν. ὁ δὲ τὴν
αὐτῶν γνώμην σαφῶς ἐπιστάμενος, καθὰ δήπου καὶ εἴρηται,
οὐ πᾶσιν ὅμαδόν τὴν εἰσέλευσιν συνεχώρει, ἀλλὰ κατὰ δεκάδας
ὑπανοίγων τὰς πύλας παρεχώρει τοῖς Κελτοῖς τῆς εἰσόδου.

Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἔτι περὶ τὸν Πελεκάνον ἐπδιατρίβων
καὶ θέλων, ὁπόσοι μὴ ἔφθασαν τῶν κομητῶν ὀμωμοκέναι
καὶ αὐτοὺς ὅρκια πρὸς αὐτὸν δοῦναι, ἐνετείλατο διὰ γραμμάτων
τῷ Βουτουμίτῃ, συμβουλεῦσαι ἅπασι κοινῶς τοῖς
κόμησι, μὴ πρὸ τοῦ συντάξασθαι τῷ βασιλεῖ τῆς πρὸς Ἀντιόχειαν 
φερούσης ἄψεσθαι· οὕτω γὰρ ἂν γένοιτο τούτοις
 καὶ πλειόνων αὖθις δωρεῶν τυχεῖν. ἁπάντων δὲ πρῶτος ὁ
Βαϊμοῦντος χρήματα καὶ δωρεὰς ἀκούσας τοῖς τοῦ Βουτουμίτου
λόγοις παραυτίκα πεισθεὶς ἅπασι συνεβούλευε πρὸς
τὸν βασιλέα ἐπανελεύσεσθαι, ὁποῖος ἐκεῖνος περὶ τὰς λήψεις 
ἀκάθεκτον ἔχων τὸν ἔρωτα. καταλαβόντας δὲ τούτους τὸν
Πελεκάνον ὁ αὐτοκάτωρ μεγαλοπρεπῶς δέχεται πολλῆς κηδεμονίας
ἀξιώσας· εἶτα συναγαγὼν αὐτοὺς ἔφη “τὸν ὅρκον
ἐπίστασθε, ὃν πρὸς ἡμᾶς ἅπαντες ἐποιήσατε, καὶ εἰ μὴ

 
παραβάται ἀπεντεῦθεν ἐστε, ὁπόσους ἴστε μὴ ὀμωμοκότας
ξυμβουλεύσασθε τὸν αὐτὸν ὅρκον ἐπιτελέσαι”. οἱ δὲ παραχρῆμα 
μετεπέμποντο τοὺς μὴ ὀμωμοκότας. καὶ δὴ συνεληλύθεσαν
ἅπαντες καὶ ἐπλήρουν τὸν ὅρκον. ὁ δὲ τοῦ Βαἱμούντου
 ἀνεψιάδης Ταγγρῆς, ἐλευθέρας ὢν γνώμης, ἐνίστατο
μόνῳ τῷ Βαϊμούντῳ πίστιν χρεωστεῖν καὶ ταύτην φυλάξαι
μέχρις αὐτοῦ θανάτου βούλεσθαι. ὀχλούμενος δὲ ὑπὸ τῶν
παρεστώτων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν τοῦ βασιλέως συγγενῶν,
ἀκκιζόμενος οἷον, ἐνατενίσας πρὸς τὴν σκηνήν, ἐν ᾗ ὁ
 βασιλεὺς προὐκάθητο (ἦν γὰρ κατὰ μέγεθος, ὁποίαν
τότε οὐδεὶς ἐθεάσατο), “ἐὰν ταύτην” ἴφη “πλήρη χρημάτων
μοι δώσεις καὶ ἄλλα ὁπόσα τοῖς ἅπασι δέδωκας κόμησι, 
τελέσω τὸν ὅρκον κἀγώ”. ὁ δὲ Παλαιολόγος δι’ ὃν εἶχεν 
ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορος ζῆλον μὴ ἐνεγκὼν τὸν τοῦ Ταγγρῆ
 λόγον ἐσχηματισμένον ὄντα ἐξουθενήσας αὐτὸν ἀπεπέμψατο.
ὁ δὲ ἰταμώτατος ὢν ὥρμησε κατ᾿ αὐτοῦ. τοῦτο ἰδὼν ὁ
βασιλεὺς ἐξαναστὰς τοῦ θρόνου μέσος ἔστη. καὶ ὁ Βαϊμοῦντος
δὲ κατέσχε τοῦτον τῆς ὁρμῆς φάμενος ὡς “οὐ
πρέπον ἐστὶ τοῖς τοῦ βασιλέως ἀναισχύντως προσφέρεσθαι
 συγγενέσιν”. εἶτα αἰσχυνθεὶς οὕτω πρὸς τὸν Παλαιολόγον
παροινήσας ὁ Ταγγρῆς, τό δέ τι καὶ ταῖς τοῦ Βαϊμούντου
καὶ τῶν ἄλλων πεισθεὶς παραινέσεσι δίδωσι καὶ αὐτὸς
ὅρκια· καὶ δὴ συνταξαμένων ἁπάντων τῷ βασιλεῖ παραδίδωσιν
αὐτοῖς τὸν Τατίκιον μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεων 
 μέγαν τηνικαῦτα πριμικήριον χρηματίζοντα, πή μὲν συνεπαρήγοντα
τούτοις ἐν πᾶσι καὶ προκινδυνεύοντα, πή δὲ καὶ
τῶν παρ’ αὐτῶν ἁλισκομένων πόλεων, εἴ γε καὶ τοῦτο δοίη
Θεὸς, ἐπιδραττόμενον. διαπεράσαντες οὖν αὖθις οἱ Κελτοὶ
τῇ μετ’ αὐτὴν τῆς πρὸς Ἀντιόχειαν εἴχοντο ἅπαντες. εἶτα
 στοχασάμενος ὁ βασιλεύς, ὡς οὐ πάντες ἐξ ἀνάγκης συναπῆλθον
τοῖς κόμησι, δηλοῖ τῷ Βουτουμίτῃ, ἵν’ ὁπόσοι τῶν
Κελτῶν τῆς ἰδίας στρατιᾶς ἀπελείφθησαν, εἰς φρουρὰν τῆς
 

 
Νικαίας μισθώσηταί. ὁ δέ γε Τατίκιος μετὰ τοῦ ὑπ᾿ αὐτὸν
στρατοῦ καὶ οἱ κόμητες ἅπαντες καὶ τὰ ὑπ᾿ αὐτοὺς ἀναρίθμητα
 Κελτικὰ πλήθη ἐν δυσὶν ἡμέραις τὰς Λεύκας
καταλαβόντες τῷ μὲν Βαϊμούντῳ τὸν ἔμπροσθεν ἀπεμερίσαντο
τόπον τοῦτο αὐτοῦ ἐξαιτησαμένου· ἐκεῖνοι δ’ ὄπισθεν αὐτοῦ 
παραταξάμενοι βραδεῖ ποδὶ ἔστειχον. ὀξυτέραν δὲ τὴν
κίνησιν ποιούμενον ἐπεὶ περὶ τὰς τοῦ Δορυλαίου πεδιάδας
Τοῦρκοι τοῦτον ἐθεάσαντο, οἰηθέντες τῷ παντὶ στρατεύματι
τῶν Κελτῶν ἐντετυχηκέναι καὶ καταπεφρονηκότες αὐτοῦ
παραχρῆμα τὸν μετ’ αὐτοῦ συνῆψαν πόλεμον. ὁ δέ γε τετυφωμένος 
ἐκεῖνος Λατῖνος, ὁ ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ σκίμποδος
καθεσθῆναι τολμήσας, τῆς τοῦ αὐτοκράτορος ἐπιλαθόμενος
ξυμβουλῆς τὸ ἄκρον εἶχε τῆς τοῦ Βαϊμούντου παρατάξεως
 καἰ μικροψυχήσας τῶν λοιπῶν προεξέδραμε. κτείνονται μὲν
οὖν τηνικαῦτα τεσσαράκοντα τῶν μετ’ αὐτοῦ· ἐκεῖνος δὲ 
καιρίως πληγεὶς νῶτα τοῖς ἐχθροῖς ὑποσχὼν εἰς τὸ μέσον
τῆς παρατάξεως ἥλατο ἔργῳ τὸν αὐτοκμάτορα, ὁποῖος ξύμβουλός
ἐστι, διακηρυκεύων, κἀν μὴ λόγοις ἠβούλετο. ὁ
δὲ Βαϊμοῦντος τοὺς Τούρκους ἐκθύμως μαχομένους ὁρῶν,
ἀποστείλας τὰς Κελτικὰς μετεπέμπετο δυνάμεις. φθάνουσι 
δὲ τάχος· κἀντεῦθεν συνίσταται πόλεμος βαρὺς καὶ δεινός.
 καὶ τὴν νικῶσαν εἶχε τὸ Ῥωμαϊκὸν καὶ Κελτικὸν στράτευμα.
πορευομένων δ’ ἐκεῖθεν ἰλαδὸν τῶν ταγμάτων, συνέλαχον
τούτοις κατὰ τὴν Ἑβραϊκὴν ὅ τε Τανισμὰν ὁ σουλτὰν καὶ
ὁ Ἀσάν, ὃς μόνος ἦρχε χιλιάδων ἀνδρῶν ὁπλιτῶν ὀγδοήκοντα. 
μάχης οὖν καρτερᾶς γενομένης ἐκ πολλῶν χειρῶν καὶ δυνάμεων
καὶ μηδὲ θατέρου μέρους τὰ νῶτα θατέρῳ διδόντος,
ἐπεὶ θαρραλεώτερον οἱ Τοῦρκοι τοῖς ἐναντίοις ἐμάχοντο, τοῦτο
θεασάμενος ὁ Βαϊμοῦντος τοῦ δεξιοῦ κέρως ἐξάρχων, τοῦ
 λοιποῦ στρατεύματος διαιρεθεὶς κατ’ αὐτοῦ τοῦ Κλιτζιασθλὰν 
σουλτὰν ἰταμῶς ἐξώρμησε λέων ὣς ἀλκὶ πεποιθὼς κατὰ τὸν
 ποιητήν. τοῦτο τοὺς Τούρκους ἐκδειματῶσαν τὰ νῶτα τοῖς
 

 
Κελτοῖς δοῦναι ἐποίησεν. οἱ δὲ οὐκ ἐπὶ πολὺ τούτους ἐδίωκον
τῶν τοῦ αὐτοκράτορος μεμνημένοι παραγγελμάτων, ἀλλὰ
τὴν ταφρείαν τῶν Τούρκων καταλαβόντες κἀκεῖσε μικρὸν
ἑαυτοὺς διαναπαύσαντες τοὺς Τούρκους κατὰ τὴν Αὐγουστόπολιν
 αὖθις καταλαμβάνουσι καὶ προσβαλόντες τρέπουσι
κατὰ κράτος. κἀντεῦθεν πίπτει τὸ βάρβαρον, οἱ δέ γε σωθέντες
ἄλλοσε ἀλλαχῆ διεσπάρησαν τάς τε γυναῖκας καὶ τοὺς
παῖδας καταλιπόντες, ὡς τοῦ λοιποῦ μηδ' ἀντωπῆσαι τοῖς
Λατίνοις ἰσχύοντες, ἀλλὰ φυγῇ τὴν οἰκείαν πραγματευόμενοι
 σωτηρίαν.

Τί τὸ ἐντεῦθεν; καταλαμβάνουσιν οἱ Λατῖνοι μετὰ 
τῆς Ῥωμαϊκῆς στρατιᾶς τὴν Ἀντιόχειαν διὰ τοῦ καλουμένου
Ὀξέος Δρόμου τῶν ἐφ᾿ ἑκάτερα μηδένα λόγον ποιούμενοι·
ἀγχοῦ δὲ τῶν τειχῶν τάφρον ποίήσαντες τὰς σκευὰς ἐναπέθεντο
 καὶ ἐπολιόρκουν ταυτηνὶ τὴν πόλιν σεληνιακαῖς τρισὶ
περιόδοις. οἱ δὲ Τοῦρκοι πτοηθέντες περὶ τῆς καταλαβούσης
αὐτοὺς ἀνάγκης τῷ τοῦ Χοροσὰν σουλτάνῳ μηνύουσιν ἀποχρώσας
δυνάμεις ἀποστεῖλαι πρὸς βοήθειαν ἐξαιτούμενοι
ἐφ' ᾧ τοῖς τε Ἀντιοχεῦσιν ἐπαρήξειν καὶ τοὺς ἔξωθεν πολιορκοῦντας
 λιορκοῦντας Λατίνους ἀποδιῶξαι. ἔτυχε δέ τις ἄνωθεν τοῦ
πύργου Ἀρμένιος τηρῶν τὸ κληρωθὲν τῷ Βαϊμούντῳ μέρος
τοῦ τείχους. τοῦτον ἄνωθεν πολλάκις προκύπτοντα ὁ Βαϊμοῦντος 
ἐκμειλισσόμενος καὶ ὑποσχέσεσι πολλαῖς ὑποσαίνων
ἀνέπεισε προδοῦναί οἱ τὴν πόλιν. ὁ δὲ Ἀρμένιος πρὸς
 αὐτὸν “ὁπηνίκα ἄν βούλει καὶ σημεῖόν τι ἔξωθεν αὐτὸς
ὑποδείξῃς μοι, παραχρῆμά σοι τουτοΐ παραδώσω τὸ πυργίον·
μόνον ἕτοιμος ἔσο σύ τε καὶ ὁ ὑπὸ χεῖρά σοι ἅπας
μόνον ἕτοιμον εἶναι χρή, ἀλλὰ καὶ ἅπαν τὸ στράτευμα θωρήξασθαι,
 ἵν᾿ εὐθὺς ἀνελθόντας ὑμᾶς οἱ Τοῦρκοι θεασάμενοι
καὶ τὸ ἐνυάλιον ἀλαλάζοντας ἐκδειματωθέντες εἰς φυγὰν 
ἀπονεύσειαν.” εἶχε μὲν οὖν ὁ Βαϊμοῦντος τὸ ξσκοπούμενον
 

 
τέως ἀνέκφορον. τούτων δὲ οὕτω διασκοπουμένων κατέλαβέ
τις λέγων, λίαν πολὺ πλῆθος Ἀγαρηνῶν καταλαμβάνειν ὅσον
ἤδη ἀπὸ τοῦ Χοροσὰν κατ’ αὐτῶν ἡγεμόνα συνεπαγόμενον
τὸν καλούμενον Κουρπαγάν. ὅπερ μεμαθηκὼς ὁ Βαϊμοῦντος
καὶ μὴ θέλων τὴν Ἀντιόχειαν παραδοῦναι πρὸς τὸν Τατίκιον 
κατὰ τοὺς προγεγονότας πρὸς τὸν βασιλέα ὅρκους, ἀλλ’
ἑαυτῷ μνηστευόμενος ταύτην, βουλὴν βουλεύεται πονηράν,
δἰ ἧς αὐτὸν ἄκοντα μεταναστεῦσαι παρασκευάσειε. προσελθὼν
τοίνυν αὐτῷ φησιν “ἀπόρρητόν τι ἀποκαλύψαι σοι Βούλομαι
 κηδόμενός σου τῆς σωτηρίας. λόγος τις τοῖς ὠσὶ τῶν 
κομητῶν ἐνηχηθεὶς συνετάραξεν αὐτῶν τὰς ψυχάς, ὅτι τοὺς
ἀπὸ τοῦ Χοροσὰν ἐρχομένους ὁ βασιλεὺς τὸν σουλτάνον
ἔπεισε καθ’ ἡμῶν ἐκπέμψαι. τοῦτο δὲ πιστὸν οἱ κόμητες
ἡγησάμενοι κατὰ τῆς σῆς μελετῶσι ζωῆς. κἀγὼ μὲν τοὐμὸν
ἤδη πεπλήρωκα καὶ τὸν ἐπερχόμενόν σοι προείρηκα κίνδυνον. 
τοῦ λοιποῦ σόν ἐστιν, ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ καὶ τῶν
 ὑπὸ σὲ ταγμάτων φροντίσαι σωτηρίας.” ὁ δὲ Τατίκιος ὁρῶν
μὲν καὶ τὸν λιμὸν πολύν (καὶ γὰρ ἡ κεφαλὴ τοῦ
τρισὶ χρυσίνοις στατῆρσιν ἀπεμπολεῖτο), ἀπαγορεύων δὲ καὶ
τὴν τῆς Ἀντιοχείας ἅλωσιν ἤδη ἐκεῖθεν ἀπάρας εἰς τὸν ἐν 
 τῷ λιμένι Σουδὶ ἱστάμενον Ῥωμαϊκὸν στόλον εἰσελθὼν τὴν
Κύπρον κατέλαβε. τούτου δὲ ὑποχωρήσαντος τὸν λόγον
τοῦ Ἀρμενίου ὑποβρύχιον ἔτι ἔχων ὁ Βαϊμοῦντος καὶ χρησταῖς
ἐλπίσι τρεφόμενος περιποιούμενος τε ἑαυτῷ τὴν τῆς
Ἀντιοχείας ἐξουσίαν πρὸς τοὺς κομήτας ἔφη “ὁρᾶτε ὁπόσον 
ἤδη χρόνον ἐνταῦθα προσταλαιπωρήσαντες οὐ μόνον
οὐδὲν χρηστὸν μέχρι καὶ νῦν κατωρθώσαμεν, ἀλλὰ καὶ λιμοῦ
ὅσον ἤδη γενώμεθα παρανάλωμα, εἰ μή τι βέλτιον περὶ τῆς
σφῶν σωτηρίας σκεψόμεθα”. τῶν δέ, τί ἂν εἴη τοῦτο, πυνθανομένων
αὐτὸς ἔφη “οὐ πάσας τὰς νίκας διὰ σιδήρου 
Θεὸς τοῖς δημαγωγοῖς δίδωσιν οὐδὲ διὰ μάχης ἀεὶ τὰ τοιαῦτα
 κατορθοῦται, ἀλλ’ ἅπερ ὁ μόθος οὐ δέδωκε, ταῦτα
 

 
πολλάκις ὁ λόγος ἐχαρίσατο, καὶ ἡ μετὰ φιλίας καὶ ὑποποιήσεως
περίοδος μείζονα τρόπαια ἔστησεν. οὐ χρὴ τοιγαροῦν
μάτην τὸν καιρὸν τρίβειν, σπεῦσαι δὲ μᾶλλον πρὸ τοῦ τὸ(??)
Κουρπαγὰν καταλαβεῖν νουνεχὲς τι καὶ ἀνδρικὸν διαπράξασθαι
 τῆς ἡμῶν ἕνεκα σωτηρίας· καὶ σπουδαίως ἕκαστος
ἡμῶν τὸν τὸ ἴδιον λάχος τηροῦντα βάρβαρον ὑποποιείσθω.
καὶ εἰ βούλεσθε, κείσθω καὶ ἆθλον τῷ πρώτως τοῦτο τὸ 
ἔργον κατωρθωκότι ἡ τῆς πόλεως ταυτησὶ φυλακή, μέχρις
ἂν ὁ μέλλων ταύτην ἐξ ἡμῶν ἀναλαβέσθαι ἀπὸ τοῦ αὐτοκράτορος
 ἐλεύσεται. ἴσως μὲν οὖν οὐδ’ οὕτω κατωρθωκέναι
τι χρηστὸν δυνησόμεθα.” ταῦτα ὁ δεινὸς Βαϊμοῦντος φίλαρχος
ὢν οὐχ ὑπὲρ τῶν Λατίνων καὶ τοῦ κοινοῦ τοσοῦτον
ὅσον ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ τιμῆς καὶ σκοπήσας καὶ εἰπὼν καὶ
ἀπατήσας οὐ διήμαρτε τοῦ σκοποῦ, ὡς ὁ λόγος κατιὼν παραστήμαρτε.
 πρὸς τοῦτο τοίνυν ἅπαντες οἱ κόμητες κατανεύσαντες
ἔργου ἥψαντο. καὶ αὐγαζούσης ἡμέρας ὁ μὲν Βαϊμοῦντος
αὐτίκα πρὸς τὸν πύργον πύργον ὁ δέ γε Ἀρμένιος 
κατὰ τὰς συνθήκας τὰς πύλας ὑπανοίγνυσιν· ὁ δὲ ἅλλεται
τε εὐθὺς μετὰ τῶν συνεφεπομένων αὐτῷ ἄνωθεν θᾶττον ἢ
 λόγος καὶ περὶ τὰ κρήδεμνα τοῦ πύργου ὡρᾶτο τοῖς ἐντός
τε καὶ ἐκτὸς ἱστάμενος καὶ τὴν ἐνυάλιον ἠχεῖν ἐγκελεύων
σάλπιγγα. καὶ ἦν ἰδεῖν τηνικαῦτα καινόν τι γινόμενον, τοὺς
μὲν Τούρκους ἐκδειματωθέντας εὐθὺς διὰ τῆς ἀπέναντι
πύλης φεύγοντας καὶ μόνους ἐξ αὐτῶν ἐναπολειφθέντας
 ὀλίγους καὶ γενναίους ἄνδρας διὰ τὴν τοῦ κουλᾶ φρουράν·
τοὺς δὲ Κελτοὺς ἔξωθεν κατὰ πόδας τοῦ Βαϊμούντου διὰ
κλιμάκων ἀνελθόντας καὶ παραχρῆμα κατασχόντας τὴν Ἀντιόχου
πόλιν. καὶ ὁ μὲν Ταγγρῆς εὐθὺς Κελτοὺς ἱκανοὺς 
ἀναλαβόμενος ὄπισθεν τῶν φευγόντων ἐδίωκε· καὶ πολλοὶ
 μὲν κτείνονται, πολλοὶ δὲ τιτρώσκονται. ὁ δὲ Κουρπαγὰν
μετὰ ἀναριθμήτων χιλιάδων καταλαβὼν εἰς ἀρωγὴν τῆς Ἀντιόχου
πόλεως προκατασχεθεῖσαν ταύτην εὑρηκὼς χάρακά τε
 

 
ἐπήξατο καὶ τάφρον πεποιηκὼς καὶ τὰς σκευὰς ἐν αὐτῇ
καταθέμενος ἐβουλεύετο πολιορκεῖν τὴν πόλιν. ἀλλ’ οὔπω
ἔργου ἁψάμενον ἁψάμενον ἐπικαταλαμβάνουσιν αὐτὸν ἐξελθόντες οἱ
 Κελτοί· καὶ τηνικαῦτα μέγας ἀναμεταξὺ ἀναρρήγνυται πόλεμος.
εἶχον δὲ τὴν νικῶσαν οἱ Τοῦρκοι· καὶ οἱ Λατῖνοι εἴσω 
 τῶν πυλῶν συνεκλείοντο τὸν μόθον ἑκατέρωθεν ἔχοντες ἀπό
τε τῶν τὸ κουλᾶ φρουρούντων (ἔτι γὰρ τοῦτο
βάρβαροι) ἀπό τε τῶν ἔξωθεν παρακαθημένων Τούρκων.
δεινὸς δὲ ἀνὴρ ὢν ὁ Βαϊμοῦντος καὶ τὴν τῆς Ἀντιοχείας
ἀρχὴν σφετερίσασθαι θέλων ἐν σχήματι συμβουλῆς αὖθις 
“οὐ χρή” φησι πρὸς τοὺς κομήτας “τοὺς αὐτοὺς καθ’ ἑκάτερον
μέρος ἐν ταὐτῷ μετά τε τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς μάχεσθαι,
 ἀλλὰ διχῆ διαιρεθέντας ἐν ἀνίσοις τμήμασι πρὸς λόγον τῶν
ἑκατέρωθεν πρὸς ἡμᾶς μαχομένων ἐχθρῶν οὕτω τὴν πρὸς
αὐτοὺς ἀναδέχεσθαι μάχην. ἐμοὶ μὲν οὖν ἐξέσται μετὰ τῶν 
τὴν ἀκρόπολιν τηρούντων μάχεσθαι, εἰ καὶ ὑμῖν τοῦτο συνδόξειε.
τοῖς δέ γε λοιποῖς μετὰ τῶν ἔξωθεν μελήσει καρτερῶς
συμπλέκεσθαι.” συντίθενται ἅπαντες τῇ τοῦ Βαϊμούντου
γνώμῃ. ὁ δ’ εὐθὺς ἔργου ἥψατο καὶ παραχρῆμα
τειχίον ἀντίθετον ἐγκάρσιον ἀποδιαιροῦν τῆς ὅλης Ἀντιοχείας 
τὴν ἀκρόπολιν ἐδείματο, ἔρυμα καρτερώτατον πολέμου ἀποχρῶντος.
 χρῶντος. κᾷθ᾿ οὕτως ἀνύστακτος φύλαξ τοῦ τοιούτου τείχους
καθίστατο διὰ παντὸς ἀπομαχόμενος, ὁπηνίκα καιρὸς ἐδίδου,
πρὸς τοὺς ἐντὸς γενναιότατα. οἱ δ’ ἄλλοι κόμητες πολλὴν
τοῦ λάχους αὐτῶν ἐπεποίηντο τὴν φροντίδα φρουροῦντες 
μὲν τὴν πόλιν διὰ παντός, κατασκοποῦντες δὲ τὰς ἐπάλξεις
καὶ τὰ κρήδεμνα τῶν τειχῶν, μή πως οἱ βάρβαροι ἔξωθεν
νυκτὸς διὰ κλιμάκων ἀνελθόντες τὴν πόλιν κατάσχωσι, μὴ
λάθοι τις τῶν ἐντὸς ἄνωθεν τοῦ τείχους γενέσθαι κᾷθ᾿
οὕτως ὁμιλήσας τοῖς βαρβάροις προδοσίας πέρι προδῷ τὴν 
πόλιν.

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν ἔτι· ὁ δέ
 

 
γε αὐτοκράτωρ πολλὴν μὲν εἶχε τὴν προθυμίαν αν̓τὸς εἰς
ἀρωγὴν τῶν Κελτῶν παραγενέσιθαι , ἀπεῖργε δ’ αὐτὸν καίπερ
σφα·δάζοντα ἡ τῶν κατὰ θάλατταν διακειμένων πόλεών
τε καὶ χωρῶν λεηλασία καὶ παντελὴς ἐρίπωσις. ὁ μὲν γὰρ
 Τζαχᾶς τὴν Σμύρνην ὥσπερ ἴδιόν τι λάχος κατεῖχεν, ὁ δέ
γε Ταγγριπερμῆς καλούμενος ιπόλιν τινὰ Ἐφεσίων ἀγχοῦ τῆς
θαλάττης διακειμένην, ἐν ᾗ πάλαι τέμενος ἐπ’ ὀνόματι Ἰωάννου
ἀποστόλου τοῦ θεολόγου ἵδρυτο. καὶ ἄλλος ἄλλα
φρούρια τῶν σατραπῶν κατέχοντες ὡς ἀργυρωνήτοις τοῖς
 Χριστιανοῖς ἐκέχρηντο ἅπαντα λῃζόμενοι ’ ἀλλὰ καὶ αὐτὰς 
δὴ τὰς νήσους Χίον τε καὶ ῥόδον καὶ τὰς ἐπιλοίπους πάσας
κατέσχον λῃστρικὰς ἐκεῖθεν κατασκευάσαντες ναν͂ς. διά τοι
ταῦτα δεῖν ἐλογίσατο πρότερον τῶν κατὰ θάλατταν καὶ τὸν
Τζαχᾶν πρόνοιαν ποιήσασθαι καὶ δυνάμεις διὰ ξηρᾶς ἀρκούσας
 καὶ στόλον ἱκανὸν καταλιπεῖν, εἶτα δι’ αὐτῶν τὰς
τῶν βαρβάρων ἀναχαιτίζειν ὁρμὰς καὶ ἀντικαθίστασθαι 
αὐτοῖς κᾆθ’ οὕτως μετὰ τοῦ λοιποῦ στρατεύματος τῆς πρὸς
Ἀντιόχειαν φερούσης ἅψασθαι μετὰ τῶν ἀναμεταk βαρὡς
ἐνὸν μαχόμενος. μεταπεμψάμενος τοίνυν Ἰωάννην
 τὸν Δούκαν καὶ γυναικάδελφον αὐτοῦ παραδίδωσι δυνάμεις
ἐκ διαφόρων συνειλεγμένας χωρῶν καὶ στόλον ἀποχρῶντα
πρὸς τὴν τῶν παραλίων πόλεων πολιορκίαν καὶ αὐτὴν δὲ
τὴν τοῦ Τζαχᾶ θυγατέρα κατασχεθεῖσαν μετὰ τῶν ἄλλων, 
ὁπόσοι ἐντὸς τῆς Νικαίας τότε ἔτυχον, ἐπισκήψας διακηρυκἱύειν
 μὲν πανταχοῦ τὴν τῆς Νικαίας ἅλωσιν, εἰ δὲ μὴ
πιστεύοιτο, αὐτὴν τὴν τοῦ Τζαχᾶ θυγατέρα ὑποδεικνύναι τοῖς 
σατράπαις τῶν Τούρκων καὶ τοῖς τὰ παρὰ θάλατταν νεμομένοις
βαρβάροις, ὡς ἂν οἱ τὰς ἤδη ῥηθείσας πόλεις κατὁρῶντες
ταύτην καὶ βεβαιούμενοι τὴν τῆς Νικαίας
 ἅλωσιν ἀπογνόντες ἀμαχητὶ παραδοῖεν τὰς πόλεις. ἐφοδιάσας οὐν ἱκανῶς διὰ παντοίων τὸν Ἰωάννην ἐκπέμπει.
ὁπόσα δὲ κατὰ τοῦ Τζαχᾶ τρόπαια οὗτος ἐστήσατο καὶ ὅπως
τοῦτον ἐκεῖθεν ἀπήλασε, προι·ὼν ὁ λόγος δηλώσειεν. ὁ μὲν
οὖν δοὺξ καὶ θεῖος οὑμὸς πρὸς μητρὸς τῷ βασιλεῖ συντα-

 
ξάμενος τῆς μεγαλοπόλεως ἔξεισι καὶ διαπεράσας τὴν Ἄβυδον
 μεταπεμψάμενος τὸν καλούμενον Κάσπακα τήν τε τοῦ στόλου
ἐξουσίαν καὶ τὴν τοῦ πλοὸς ἅπασαν οἰκονομίαν αὐτῶ
ἀνέθετο ὑποσχόμενος ὡς, εἰ καλῶς ἀγωνίσοιτο, ὁπηνίκα
τὴν Σμύρνην συμβαίη ἁλῶναι, ἡγεμόνα τοῦτον αὐτῆς τε τῆς 
Σμύρνης καὶ τῶν ὁμορούντων πάντων αὐτῇ καταστῆσαι. ἐκπέμπει
τοίνυν αὐτὸν διαπόντιον θαλασσοκράτορα τοῦ στόλου,
ὡς εἴρηται· ἐκεῖνον δὲ ταγματάρχην εἶχεν ἡ ἤπειρος. ἅμα
τοίνυν τόν τε Κάσπακα διὰ τοῦ στόλου καὶ τὸν Δούκαν
Ἰωάννην διὰ τῆς ἠπείρου οἱ ἐντὸς τῇ Σμύρνῃ ἄμφω προσπελάσαντας 
θεασάμενοι καὶ τὸν μὲν Δούκαν ἀγχοῦ τῶν τειχῶν
ἐκ διαστήματός τινος τὸν χάρακα πηξάμενον, τὸν δέ γε
 Κάσπακα τῷ λιμένι προσοκείλαντα, ἐπεὶ καὶ ἡ τῆς Νικαίας
ἅλωσις ἤδη ἐγνώσθη αὐτοῖς, οὐδ’ ὅλως ἀντικαταστῆναι τούτοις
ἠθέλησαν, ἀλλ’ εἰς λόγους καὶ σπονδὰς εἰρηνικὰς ἐλθεῖν 
ᾑρετίσαντο ὑποσχόμενοι, εἴπερ ὀμωμοκέναι αὐτοῖς ὁ Δούκας
Ιωάννης θελήσει, ὥστε παραχωρῆσαι ἀπαθεῖς κακῶν πρὸς
τὰ οἴκοι τούτους ἐπαναζεῦξαι, ἀναιμωτὶ καὶ μάχης ἄτερ τὴν
Σμύρνην αὐτῷ παραδοῦναι. συντίθεται τοίνυν ὁ Δούκας
τηνικαῦτα τῇ τοῦ Τξαχᾶ γνώμῃ τὰ κατὰ σκοπὸν ἅπαντα 
πληρῶσαι ὑποσχόμενος. μετ᾿ εἰρήνης οὖν ἐκεῖθεν αὐτοὺς
 ἀπελάσας τῷ Κάσπακι τὴν πᾶσαν ἐξουσίαν τῆς Σμύρνης
ἀνέθετο. γίνεται δέ τι κατὰ συντυχίαν τοιοῦτον. τοῦ Κάσπακος
ἀπὸ τοῦ Δούκα Ἰωάννου ὑποστρέφοντος, προσῆλθεν
αὐτῷ Σμυρναῖος τις διεγκαλῶν ἀφαιρεθῆναι παρά του Σαρακηνοῦ 
χρυσίνους πεντακοσίους στατῆρας. ὁ δὲ ἀχθῆναι
τούτους κριθησομένους ἐπέταξεν· ὡς δ’ ὁ Σύρος εἵλκετο,
νομίσας, ὡς ἐπὶ τῷ ἀναιρεθῆναι ἄγεται, καὶ ἀπογνοὺς τῆς
ἑαυτοῦ σωτηρίας σπασάμενος μάχαιραν κατὰ τῶν σπλάγχνων
τοῦ Κάσπακος ὠθεῖ· ἐπιστραφεὶς δὲ πλήττει καὶ τὸν τούτου 
ὁμαίμονα περὶ τὸν μηρόν. συγχύσεως δ’ ἐπὶ τούτῳ γενομένης
 πολλῆς, ὁ μὲν Σαρακηνὸς ἀποδιδράσκει, οἱ δὲ τοῦ
 στόλου ἅπαντες σὺν αὐτοῖς ἐρέταις εἰς τὴν πόλιν ἀτάκτως
εἰσῄεσαν καὶ πάντας ἀνηλεῶς ἀπέκτενον. καὶ ἦν ἰδεῖν θέαμα

 
ἐλεεινὸν ὡσεὶ δέκα χιλιάδας ἀποκτανθέντας ἐν ὀξείᾳ καιροῦ
ῥοπῇ. ὁ δὲ Δούκας Ἰωάννης περιαλγήσας ἐπὶ τῇ τοῦ Κάσπακος
ἀναιρέσει ἐφ’ ἱκανὸν ὅλος αὖθις τῆς τοῦ κάστρου
φροντίδος ἐγεγόνει. ἐξελθὼν τοίνυν καὶ περιαθρήσας τὰ
 τείχη τάς τε τῶν ἐποίκων γνώμας παρὰ τῶν εἰδότων ἀκριβωσάμενος,
ἐπεὶ χρεία γενναίου ἦν ἀνδρός, τὸν Ὑαλέαν,
φέριστον τῶν ἄλλων εἰδώς, δοῦκα τῆς Σμύρνης κατέστησεν·
ἀνὴρ δὲ οὗτος ἀρειμάνιος. καταλιπὼν δὲ καὶ τὸ ναυτικὸν
ἅπαν εἰς φυλακὴν τῆς Σμύρνης αὐτὸς τὰς δυνάμεις ἀναλαβόμενος
 πρὸς τὴν Ἐφεσίων ἤλαυνε παρὰ τοῦ Ταγγριπερμῆ 
καὶ τοῦ Μαράκη τῶν σατραπῶν κατεχομένην. τοῦτον θεασάμενοι
οἱ βάρβαροι κατ’ αὐτῶν ἱέμενον, ὁπλισάμενοι καὶ
σχῆμα πολέμου περὶ τὴν ἔξω τοῦ κάστρου πεδιάδα διατυπώσαντες
τὰς φάλαγγας ἔστησαν. ὁ δὲ δοὺξ μηδὲ μικρόν
 τι μελλήσας σὺν εὐταξίᾳ στρατιωτικῇ κατ᾿ αὐτῶν ἐξώρμησε.
τῆς γοῦν συμβολῆς τοῦ πολέμου γεγονυίας τὸ πλεῖον τῆς
ἡμέρας παρῳχήκει· μαχομένων δ’ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν καὶ
τῆς μάχης οὔσης ἀμφιρρεποῦς οἱ Τοῦρκοι τὰ νῶτα ὑποσχόντες
τρέπονται κατὰ κράτος. κτείνονται δὲ τηνικαῦτα πολλοί,
 ἁλίσκονται δὲ οὐ τῶν τυχαίων μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν
τῶν σατραπῶν οἱ πλείους, ὡς συμποσοῦσθαι τοὺς ἑαλωκότας
εἰς χιλιάδας δύο. περὶ ὧν μεμαθηκὼς ὁ βασιλεὺς διασπαρῆναι 
τούτους εἰς τὰς νήσους προσέταξεν. οἱ δὲ καταλειφθέντες
τῶν Τούρκων διὰ τοῦ ποταμοῦ Μαιάνδρου πρὸς
 τὸ Πολύβοτον ἀπερχόμενοι καταφρονητικῶς διετέθησαν τὸν
Δούκαν τέλεον ἀπελπίσαντες. τὸ δὲ οὐχ οὕτως εἶχεν, ἀλλὰ
τὸν Πετζέαν δοῦκα ταυτησὶ τῆς πόλεως καταλιπὼν αὐτὸς
τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν ἀναλαβόμενος παραυτίκα ὄπισθεν οὐ
φύρδην, ἀλλ’ εὐτάκτως καὶ ὡς ἐχρῆν ἐμπειρότατον στρατηγὸν
 κατὰ τῶν ἐναντίων ἰέναι ἤλαυνε κατὰ τὰς ὑποθημοσύνας
τοῦ αὐτοκράτορος. οἱ μέντοι Τοῦρκοι, καθά γε εἴρηται, 
διά τε Μαιάνδρου καὶ τῶν παρακειμένων αὐτῷ πόλεων
 

 
ὁδεύσαντες καταλαμβάνουσι τὸ Πολύβοτον. ὁ δὲ δοὺξ οὐ
κατὰ πόδας τούτους ἐδίωκεν, ἀλλὰ τὴν συντομωτέραν ὁδεύσας
τάς τε Σάρδεις καἰ τὴν Φιλαδέλφειαν ἐξ ἐπιδρομῆς κατέσχε
τὴν τούτων φρουρὰν Μιχαὴλ τῷ κεκαυμένῳ πιστεύσας.
καταλαβὼν δὲ τὴν Δαοδίκειαν καὶ πάντων παραυτίκα προσεληλυθότων 
αὐτῷ αὐτοῖς μὲν ὡς αὐτομόλοις χρησάμενος καὶ
τεθαρρηκὼς ἀνετῶς τὰ σφέτερα κατοικεῖν εἴασε μηδὲ ἡγεμόνα
ἐκεῖθεν δὲ διὰ τοῦ Χώματος διελθὼν τὴν
 Λάμπην κατέλαβε κἀν ταύτῃ καὶ τὸν Καμύτξην Εὐστάθιον
στρατηγὸν ἐπέστησεν. ἐφθακὼς δὲ εἰς τὸ Πολύβοτον καταλαμβάνει 
Τούρκων πλῆθος πολὺ καὶ ἐπεισπεσὼν αὐτοῖς ἄρτι
τὰς σκευὰς κατατιθεμένοις ξυμβαλὼν παραυτίκα νικᾷ κατὰ
κράτος καὶ κτείνει μὲν πολλούς, ἀναλαμβάνει δὲ λείαν πολλὴν
καὶ τοῦ πλήθους ἀνάλογον.

Τούτου γοῦν μήπω ἐπανεληλυθότος, ἀλλ’ ἀγωνιζομένου 
κατὰ τῶν Τούρκων, ὁ βασιλεὺς ἑτοιμασθεὶς εἰς ἀρωγὴν
τῶν περὶ τὴν Ἀντιόκειαν φθάσαι Κελτῶν, ἐπεὶ τὸ Φιλομήλιον
κατέλαβε σὺν ὅλαις δυνάμεσι πολλοὺς ἐν τῷ μεταξὺ
κτείνας βαρβάρους, πολλὰς δὲ καὶ πόλεις δῃωσάμενος ὑπ’
 αὐτῶν πρὶν κατεχομένας, φθάνει τηνικαῦτα τοῦτον ἐξ Ἀντιοχείας 
Γελίελμος ὁ Γραντεμανῆ καὶ Στέφανος κόμης Φραγγίας
καὶ Πέτρος ὁ τοῦ Ἀλίφα χαλασθέντες καλῳδίοις διὰ τῶν
κρηδέμνων Ἀντιοχείας καὶ διὰ τῆς Ταρσοῦ ἀφικόμενοι διαβεβαιοῦντο
 εἰς στενὸν κομιδῆ συνελαθῆναι τοὺς Κελτούς,
καὶ ἐπομνύμενοι τὴν αὐτῶν παντελῆ πτῶσιν. ὁ δὲ βασιλεὺς 
διὰ τοῦτο καὶ μᾶλλον εἰς βοήθειαν αὐτῶν ἐσκόπει ταχῦναι,
κἂν ἅπαντες αὐτὸν τῆς τοιαύτης ὁρμῆς ἀνέκοπτον. ἐπεὶ
δὲ βαρβάρων καἰ αὐτοῦ ἔφοδος ἀμυθήτων ἁπανταχῇ διεκηρυκεύετο,
ἐπικαταλαμβάνειν αὐτὸν ἤδη (καὶ γὰρ
Χοροσὰν σουλτὰν τὴν τοῦ αὐτοκράτορος ὑπὲρ τῶν Κελτῶν 
 μεμαθηκὼς ἀπέλευσιν τὸν ἴδιον υἱὸν Ἰσμαὴλ τὴν κλῆσιν
ἀπείρους δυνάμεις ἀπό τε τοῦ Χοροσὰν ἀπό τε τῶν πορρωτέρων
μερῶν συναγαγὼν καὶ καρτερῶς ἐξοπλίσας ἅπαντας
κατ' αὐτοῦ ἐξέπεμψεν ἐντειλάμενος τάχος τὸν αὐτοκράτορα

 
ἐφθακέναι πρὸ τοῦ τὴν Ἀντιόχειαν καταλαβεῖν), τὴν μὲν
δὴ ὁρμὴν τοῦ αὐτοκράτορος, ἣν εἶχεν ὑπὲρ τῆς τῶν Κελτῶν
σωτηρίας διαχρήσασθαι τε σπεύδων τοὺς κατ’ αὐτῶν λυττῶντας
Τούρκους καὶ αὐτὸν δὴ τὸν τούτων ἡγεμόνα Κουρπαγάν,
 ἐπέσχε τὰ διαμηνυθέντα ὑπό τε τῶν ἐληλυθότων
Φράγγων ὑπό τε τῶν τὴν τοῦ Ἰσμαὴλ κατ’ αὐτοῦ μηνυσάντων
ἔλευσιν· λογισμὸν δὲ τὸν εἰκότα περὶ τοῦ μέλλοντος 
λαμβάνων, ὡς ἀμήχανον εἴη πρᾶγμα σῶσαι πόλιν ἄρτι μὲν
ὑπὸ τῶν Κελτῶν ἁλοῦσαν, ἀστατοῦσαν δ’ ἔτι κἀκ τῶν ἔξωθεν
 ὑπὸ τῶν Ἀγαρηνῶν αὐτίκα πολιορκουμένην, τῶν Κελτῶν
τὰς σῳζούσας ἀπεγνωκότων ἐλπίδας καὶ βουλευομένων
τοῦ μὲν τείχους ἐρήμου παραχωρῆσαι τοῖς πολεμίοις, ἑαυτοὺς
δὲ μόνους περισῶσαι διὰ φυγῆς. ἔστι μὲν γὰρ τὸ τῶν
Κελτῶν γένος μετὰ τῶν ἄλλων αὐτόνομον τε καὶ ἀξύμβουλον,
 στρατηγικῇ δὲ εὐταξίᾳ καὶ ἐπιστήμῃ μηδέποτε χρώμενον,
ἀλλ’ ἐπειδὰν μάχη καὶ πόλεμος παρασταίη, περιυλακτοῦτος
αὐτοῖς τοῦ θυμοῦ ἀκάθεκτοί τέ εἰσιν οὐ τὸ στρατιωτικὸν 
μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἡγεμόνες, ὡς ἐς μέσας φάλαγγας τῶν
πολεμίων εἰσπίπτοντες ἀφόρητοι, εἰ ὅλως τὸ ἀντικαθιστάμενον
 ὑποχαλάσειεν· εἰ δὲ στρατιωτικαῖς ἐμπειρίαις λόχους
οἱ πολέμιοι πολλάκις καταστήσαιεν καὶ τεχνικῶς αὐτοὺς
μετελεύσονται, εἰς τοὐναντίον πᾶν τὸ θράσος αὐτοῖς περιίσταται.
τὸ γὰρ ὅλον εἰπεῖν, εἰς πρώτους ῥυτῆρας ἀνύποιστοί
εἰσιν οἱ Κελτοί, τὸ δέ γε μετὰ ταῦτα καὶ λίαν εὐχείρωτοι
 διά τε τὸ τῶν ὅπλων βάρος καὶ τὸ τῆς γνώμης θυμοειδὲς
καὶ ἀλόγιστον. διὰ ταῦτα μήτε ἀποχρώσας πρὸς τοσαῦτα
πλήθη δυνάμεις ἔχων μήτε τὰς τῶν Κελτῶν γνώμας μεταβαλεῖν 
μήτε ξυμβουλῇ τούτους βελτίονι εἰς τὸ ξυμφέρον
μετενεγκεῖν δυνάμενος δέον ἐλογίζετο μὴ προσωτέρω χωρεῖν,
 ἕνα μὴ εἰς τὴν τῆς Ἀντιοχείας ἀρωγὴν ἐπειγόμενος καὶ τὴν
Κωνσταντίνου προσαπολέσειε. πτοηθεὶς δέ, μὴ ἐπικαταλαμβανόντων
αὐτὸν ἤδη Τουρκικῶν ἀμυθήτων λαῶν οἱ
 

 
ἔποικοι τῶν μερῶν Φιλομηλίου παρανάλωμα βαρβαρικῆς
γένωνται μαχαίρας, εἰς νοῦν βάλλεται διακηρυκεῦσαι μὲν
ἁπανταχῇ τὴν τῶν Ἀγαρηνῶν ἔφοδον· καὶ παραυτίκα διεκηρυκεύετο
καὶ ὅτι ἕκαστος ἢ ἑκάστη προεξελθέτω τῆς τούτων
 ἐλεύσεως τὰ σώματα αὐτὰ καὶ τὰ χρήματα, ὁπόσα 
 φέρειν δύνανται, διασῴζοντες. εἵλοντο μὲν οὖν εὐθὺς ἅπαντες
συνέψεσθαι τῷ βασιλεῖ, οὐκ ἄνδρες μόνον, ἀλλὰ καὶ
αὐταὶ γυναῖκες. * * οὕτω μὲν οὖν τὰ τῶν αἰχμαλώτων
ᾠκονόμητο τῷ βασιλεῖ. μέρος δὲ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποτεμόμενος
καὶ τοῦτο εἰς πολλὰ διελὼν ἐν πολλοῖς μέρεσι κατὰ 
τῶν Ἀγαρηνῶν ἐξαπέστειλεν, εἴ που προεκδρομάς τινας ποιουμένους
 τοὺς Τούρκους εὕροιεν, ξυμμίγνυσθαί τε αὐτοῖς καὶ
καρτερῶς μαχομένους ἀναστέλλειν τὴν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος
ἔφοδον. αὐτὸς δὲ μετὰ παντὸς τοῦ λαοῦ τῶν τε ἑαλωκότων
βαρβάρων καὶ τῶν προσκεχωρηκότων Χριστιανῶν ἐπαναζεύγνυσι 
πρὸς τὴν βασιλεύουσαν. ὁ δέ γε ἀρχισατράπης Ἰσμαὴλ
μεμαθηκὼς περὶ τοῦ αὐτοκράτορος, ὅτι τῆς Κωνσταντίνου
ἐξεληλυθὼς πολλὴν μὲν ἀνδροκτασίαν πεποιηκώς, πολλὰς δὲ
καὶ κωμοπόλεις ἐν τῷ διέρχεσθαι παντελῶς ἐριπώσας πολλήν
τε λείαν καὶ δορυαλώτους ἀναλαβόμενος ἐπαναζεύγνυσι πρὸς 
τὴν βασιλεύουσαν μηδὲν ἔργον αὐτῷ καταλελοιπώς, ὡς τῆς
 ἄγρας ἀπέγνω, ἐν ἀμηχάνοις καθίστατο καὶ ἐφ’ ἑτέραν
τραπόμενος τὸ Παΐπερτ πολιορκῆσαι ἐπέγνω, ὅπερ πρὸ μικροῦ
κατασχὼν εἶχεν ὁ περικλυτὸς ἐκεῖνος Γαβρᾶς Θεόδωρος, καὶ
καταλαβὼν τὸν ἀγχοῦ τούτου ῥέοντα ποταμὸν ἅπαν ἐκεῖ τὸ 
στρατιωτικὸν κατέθετο. τοῦτο μεμαθηκὼς ὁ Γαβρᾶς διεσκοπεῖτο
νυκτὸς ἐπεισπεσεῖν αὐτῷ. ἀλλ’ ὁποῖον μὲν πέρας τὰ
κατὰ τὸν Γαβρᾶν ἔσχηκε καὶ ὅθεν οὗτος ὥρμητο καὶ ὁποῖος
ἦν, ταμιευσάσθω ὁ λόγος ἐς τὸν προσήκοντα τόπον· τὰ νῦν
δ’ ἐχέσθω τοῦ προκειμένου. οἱ δέ γε Λατῖνοι ὑπό τε λιμοῦ 
καὶ συνεχοῦς πολιορκίας δεινῶς πιεζόμενοι προσεληλυθότες
 τῷ εἰς Ἑλενούπολιν τότε ἡττηθέντι Πέτρῳ τῷ ἐπισκόπῳ
 

 
αὐτῶν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν, ᾐτοῦντο βουλὴν ἐξ
αὐτοῦ. ὁ δὲ πρὸς αὐτοὺς “ ἁγνούς” φησι “τηρηΰαί ἑαυὑποσχόμενοι
ὑποσχόμενοι, μέχρις ἂν τὴν Ἰερουσαλὴμ καταλάβητε,
παρέβητε, οἶμαι, τὴν ὑπόσχεσιν. διὰ τοῦτο νῦν ὑμῖν οὐκ
 ἐπαρήγει ὡς τὸ πρότερον ὁ θεός. δεῖ οὖν ἐπιστραφῆναι
πρὸς τὸν κύριον καὶ τὰς σφῶν ἀποκλαύσασθαι ἁμαρτίας
ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καὶ δάκρυσι θερμοῖς τὴν μετάνοιαν
ἐνδειξαμένους καὶ παννύχοις δεήσεσι. τότε δὴ σχολάσω καὶ
αὐτὸς ὑπὲρ ὑμῶν τὸ θεῖον ἐξιλεούμενος.’’ πείθονται ταῖς
 τοῦ ἀρχιερέως παραινέσεσι. καὶ μεθ’ ἡμέρας τινὰς ἐκ θείας
ὀμφῆς κινηθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς μεταπεμψάμενος τοὺς μεγιστᾶνας
τῶν κομητῶν παρηγγυᾶτο δεξιόθεν διορύξαι τοῦ θυσιαστηρίου 
κἀκεῖσε τὸν ἅγιον εὑρηκέναι ἧλον. τὸ ἐπιταχθὲν οὖν πεποιηκότες,
ἐπεὶ μὴ εὕρισκον, ἐπαναστρέψαντες μετὰ ἀθυμίας
 τὴν τοῦ ζητουμένου διαμαρτίαν ἀπήγγελλον. ὁ δὲ ἐκτενέστερον
τὴν δέησιν ποιησάμενος ἐπιμελέστερον τὴν τοῦ ζητουμένου
ἀναψηλάφησιν ποιήσασθαι ἐπέταττεν. οἱ δὲ καὶ αὖθις
ἐπλήρουν τὸ κελευσθὲν καὶ τὸν ζητούμενον εὑρηκότες δρομαίως
τῷ Πέτρῳ προσέφερον χαρᾷ καὶ φρίκῃ συνεχόμενοι. 
 κἄκτοτε ὡς ἁγνοτέρῳ τῶν ἄλλων τῷ Ἰσαγγέλῃ ἐν ταῖς μάχαις
τὸν σεπτὸν καὶ θεῖον ἐνεχείριζον ἧλον. τῇ γοῦν μετ’ αὐτὴν 
ἐξ ἀνυπόπτου πύλης κατὰ τῶν Τούρκων ἐξώρμησαν. τότε
δὴ ὁ καλούμενος Φλάντρας ᾐτήσατο τοὺς λοιποὺς μίαν ταύτην
αἴτησιν παραχωρηθῆναι οἱ, μετὰ τριῶν μόνων καrὰ
 τῶν Τούρκων τῶν ἄλλων πρῶτον αὐτὸν ἐξιππάσασθαι.
δέδοται δὴ τούτῳ τὸ αἰτηθὲν. καὶ ὁπηνίκα αἱ φάλαγγες
ἑκατέρωθεν ἰλαδὸν ἔστησαν καὶ ἡ τοῦ πολέμου σύναψις
ηὐτρέπιστο, αὐτὸς τοῦ ἵππου ἀποβὰς καὶ προσουδίσας ἑαυτὸν 
τρισσάκις τῷ Θεῷ ἐπηύξατο ἐκεῖθεν τὴν βοήθειαν
 ἐξαιτούμενος. βοησάντων δὲ πάνrων τὸ “ὁ Θεὸς μεθ’
ἡμῶν”, ὅλονς ῥυτῆρας κατ’ αὐτοῦ τοῦ Κουρπαγᾶ ἐνέδωκεν
ἐπί τινος λόφου ἱσταμένου. εὐθὺς οὖν τοὺς κατὰ πρόσωπον
αὐτῶν ὑπαντιάσαντας τοῖς δόρασι βαλόντες κατὰ γῆς ἴρριψαν.
ἐντεῦθεν οὖν ἐκδειματωθέντες οἱ Τοῦρκοι πρὸ τοῦ συρραγῆ-

 
ναι τὸν πόλεμον εἰς φυγὴν ἐτράπησαν θείας πάντως δυνάμεως
ἐπαρηγούσης τοῖς Χριστιανοῖς κἀν τῷ φεύγειν παραπορήσαντες
οἱ πλεῖστοι τῶν βαρβάρων ταῖς δίναις τῶν
ποταμίων συσχεθέντες ῥευμάτων ἀπεπνίγησαν, ὡς ἀντὶ
 γεφύρας χρηματίσαι τὰ σώματα τῶν ἀποπνιγέντων τοῖς 
ὄπισθεν ἐρχομένοις. ἐφ’ ἱκανὸν οὖν καὶ τοὺς φεύγοντας
διώξαντες πρὸς τὴν Τουρκικὴν ταφρείαν ὑπέστρεψαν κἀκεῖσε
τὰς βαρβαρικὰς σκευὰς εὑρηκότες καὶ ἣν συνεπεφέροντο
λείαν ἅπασαν ἀναλαβέσθαι μὲν ἤθελον παραχρῆμα, πολλὴν
δὲ οὖσαν διὰ τριακονθημέρου μόγις ταύτην εἰσαγαγεῖν εἰς 
τὴν Ἀντιόχου πόλιν ἐξίσχυσαν. ἐπ᾿ ὀλίγον οὖν αὐτοῦ που
ἐγκαρτερήσαντες ἐφ’ ᾧ τῆς τοῦ πολέμου κακοπαθείας ἑαυτοὺς
διαναπαῦσαι, ἅμα δὲ καὶ τῆς Ἀντιόχου φροντίδα
ποιούμενοι ἀνεζήτουν τὸν ταύτην φρουρήσοντα. ἦν δὲ ὁ
Βαϊμοῦντος, καθά γε πρὸ τοῦ τὴν πόλιν ἁλῶναι φθάσας 
 ᾐτήσατο. παρακεχωρηκότες δὲ αὐτῷ τῆς ἁπάσης ἐξουσίας
τῆς Ἀντιόχου αὐτοὶ τῆς πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα φερούσης
ἥψαντο. ἐν δὲ τῷ διέρχεσθαι πολλὰ μὲν τῶν παραλίων
κάστρων κατέσχον· ὁπόσα δὲ ἐρυμνότατα ὄντα πλείονος ἐδεῖτο
τῆς πολιορκίας, παραδραμόντες τῷ τέως αὐτὰ πρὸς τὴν 
Ιερουσαλὴμ ἔσπευδον. περιζώσαντες δὲ τὰ τείχη καὶ πυκναῖς
προσβολαῖς πολιορκοῦντες αὐτὴν διὰ μιᾶς σεληνιακῆς περιόδου
κατέσχον πολλοὺς τῶν ἐντὸς Σαρακηνῶν καὶ Ἑβραίων ἀνῃρηκότες.
πάντων δὲ ὑποταγέντων αὐτοῖς, ἐπεὶ ὁ ἀντιβαίνων
 οὐδείς, τὴν ἐξουσίαν ἅπασαν τῷ Γοντοφρὲ ἀναθέμενοι ῥῆγα 
τοῦτον ὠνόμασαν.

Διαμηνυθείσης δὲ τῆς τῶν Κελτῶν ἐφόδου τῷ
ἐξουσιαστῇ Βαβυλῶνος Ἀμεριμνῇ καὶ ὅπως παρ’ αὐτῶν ἥ
τε Ἱερουσαλὴμ ἑάλω καὶ αὐτὴ ἡ Ἀντιόχου καὶ ἄλλαι πολλαὶ
πόλεις αἱ ταύτῃ παρακείμεναι παρὰ τῶν Κελτῶν κατεσχέθησαν, 
τηνικαῦτα πολὺ πλῆθος συναγηοχὼς ἔκ τε Ἀρμενίων
καὶ Ἀράβων Σαρακηνῶν τε καὶ Ἀγαρηνῶν κατ’ αὐτῶν ἐξπαραπορήσαντες
 

 
ἀπέστειλε. τούτου διαμηνυθέντος παρὰ τοῦ Γοντοφρὲ τοῖς
Κελτοῖς, τηνικαῦτα ὡπλίσαντο κατ’ αὐτῶν καὶ κατελθόντες
εἰς τὸ Ἰάφα τὴν ἐκείνων περιέμενον ἔφοδον· εἶτα ἐκεῖθεν 
κατέλαβον τὸ Ῥάμελ, ἐν ᾧ καὶ ὁ μεγαλόμαρτυρ Γεώργιος
 μεμαρτύρηκε, καὶ ἐπελθόντες τῷ κατ’ αὐτῶν ἐρχομένῳ στρατεύματι
τοῦ Ἀμεριμνῆ συνῆψαν πόλεμον μετ’ αὐτῶν. καὶ
τὴν νικῶσαν εἶχον εὐθὺς οἱ Κελτοί· τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν
καταλαβόντος ἐξ ὀπισθίων τοῦ προμετωπίου τῆς φάλαγγος 
ἡττήθησαν οἱ Λατῖνοι μέχρι τοῦ Ῥάμελ περισωθέντες. μόνος
 δὲ ὁ Βαλδουῖνος κόμης ἀπῆν φυγαδείᾳ χρησάμενος οὐχ ὡς
ἄνανδρος, ἀλλ’ ὥς τι κρεῖττον προμηθευσόμενος περί τε
τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας καὶ τοῦ κατὰ τῶν Βαβυλωνίων στρατεύματος.
καταλαβόντες δὲ οἱ Βαβυλώνιοι καὶ κυκλοτερῆ 
τὴν πολιορκίαν τοῦ Ῥάμελ ποιούμενοι θᾶττον τοῦτο κατέσχον.
 πολλοὶ δὲ τῶν Λατίνων τηνικαῦτα κτείνονται, πλείους δὲ
καὶ ζωγρίᾳ πρὸς Βαβυλῶνα ἐστάλησαν. ἐκεῖθεν δὲ ὑποστρέφον
τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν τῶν Βαβυλωνίων πρὸς τὴν
πολιορκίαν τοῦ Ἰάφα ἠπείγετο. τοιοῦτον γὰρ τὸ βάρβαρον
ἀεί. ὁ δέ γε ἀνωτέρω ῥηθεὶς Βαλδουῖνος τὰς παρὰ τῶν
 Φράγγων ἑαλωκυίας κωμοπόλεις ἁπάσας περιιὼν οὐκ ὀλίγους
τε συναγηοχὼς ἱππεῖς καὶ πεζοὺς ἀξιόμαχον στράτευμα
συνεστήσατο κἀντεῦθεν τοῖς Βαβυλωνίοις ἐπελθὼν ἥττησε
κατὰ κράτος. ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν κατὰ τὸ Ῥάμελ τῶν Λατίνων 
ἧτταν μεμαθηκώς, περιαλγήσας ἐπὶ τῇ τῶν κομητῶν
 αἰχμαλωσίᾳ, ἅτε γινώσκων αὐτοὺς κατά τε ὥραν καὶ ῥώμην
σώματος καὶ περιφάνειαν γένους τῶν πάλαι ὑμνουμένων,
οὐκ ἔφερεν ἐπὶ πλέον τούτους δορυαλώτους ἐπὶ ξένης εἶναι.
ἔνθεν τοι μεταπεμψάμενός τινα Βαρδαλῆν καλούμενον χρήματά
τε ἱκανὰ ἐπιδοὺς πρὸς τὴν ἐκείνων ἀνάρρυσιν πρὸς
 Βαβυλῶνα ἐκπέπομφεν ἐγχειρίσας αὐτῷ καὶ τὰ πρὸς τὸν
Ἀμεριμνῆν γράμματα περὶ τῶν κομητῶν διαλαμβάνοντα. ὁ
δὲ τὰς τοῦ αὐτοκράτορος ἀνελίξας γραφὰς ἄτερ τιμῆς τοὺς
 

 
κομήτας ἀπεδίδου μετὰ περιχαρείας πλὴν τοῦ Γοντοφρέ.
ἐκεῖνον γὰρ προφθάσας πρὸς τὸν αὐτάδελφον αὐτοῦ Βαλδουῖνον
τιμῆς ἀπέδοτο. καταλαβόντας δὲ τὴν μεγαλόπολιν
τοὺς κομήτας ὁ βασιλεὺς ἐντίμως ἐδέξατο χρήματά τε ἱκανὰ
 ἐπιδοὺς καὶ ἐφ’ ἱκανὸν τούτους διαναπαύσας χαίροντας 
ἐξαπέστειλεν οἴκαδε. ὁ δὲ Γοντοφρὲ ῥὴξ Ἱεροσολύμων αὖθις
ἀποκαταστὰς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Βαλδουῖνον εἰς Ἔδεσαν
ἐκπέπομφε. τότε δὴ καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τῷ Ἰσαγγέλῃ ἐπέσκηψε
τὴν μὲν Λαοδίκειαν Ἀνδρονίκῳ τῷ Τζιντζιλούκῃ
ἀναθέσθαι, τὸ δέ γε Μαρακέως καὶ τὸ βαλανέως τοῖς ὑπὸ 
τὸν Εὐμάθιον δοῦκα Κύπρου τῷ τότε ὑπάρχοντα, ἐκεῖνον
δὲ προσωτέρω βαδίσαι καὶ. περὶ τῆς τῶν λοιπῶν κάστρων
κατασχέσεως ὡς ἐνὸν διαγωνιεῖσθαι. ὅπερ δὴ καὶ πεποίηκε
τοῖς γράμμασιν τοῦ βασιλέως πεισθείς. μετὰ γοῦν τὸ παραδοῦναι
 τὰ κάστρα τοῖς ἀνωτέρω δηλωθεῖσιν ἀπῆλθεν εἰς 
Ἀντάραδον καὶ ταύτην ἀμαχητὶ ἐχειρώσατο. τοῦτο ἐνωτισθεὶς
ὁ Ἀταπάκας τῆς Δαμασκοῦ δυνάμεις συναθροίσας
ἱκανὰς κατ᾿ αὐτοῦ ἐστρατεύσατο. ἐπεὶ δὲ ὁ Ἰσαγγέλης ἀποχρώσας
δυνάμεις πρὸς τοσοῦτον πλῆθος οὐκ εἶχε, βουλὴν
ἐβουλεύσατο οὐ τοσοῦτον ἀνδρείαν ὁπόσον συνετὴν. θαρρήσας 
γὰρ τοῖς ἐντοπίοις ἔφη ὡς “ἐγὼ μὲν τοῦ κάστρου παμμεγέθους
ὄντος ἔν τινι τόπῳ κρυβήσομαι· ὑμεῖς δέ, ὁπηνίκα ὁ
Ἀταπάκας καταλάβῃ, τὸ μὲν ἀληθὲς μὴ ὁμολογήσητε, πτοηθέντα
δέ με φυγάδα γενέσθαι διαβεβαιώσατε”. καταλαβὼν
οὖν ὁ Ἀταπάκας καὶ ἐρωτήσας περὶ τοῦ Ἰασγγέλη, ἐπεί 
 ἀποδεδρακέναι τοῦτον ἐπίστευσε, κεκμηκώς ἀπὸ τῆς ὁδοιπορίας
ἀγχοῦ τῶν τειχῶν τὴν σκηνὴν ἐπήξατο. τῶν δὲ ἐντοπίων
πᾶσαν φιλοφροσύνην εἰς αὐτὸν ἐνδεικνυμένων, τεθαρρηκότες
οἱ Τοῦρκοι καὶ μηδὲν ἐναντίον ὑποτοπάσαντες τοὺς ἰδίους
 ἵππους πρὸς τὸ πεδίον ἔλυσαν. ὁ δὲ Ἰσαγγέλης μέσης ἡμέρας 
τοῦ ἡλίου κατὰ κορυφὴν τὰς ἀκτῖνας βάλλοντος καρτερῶς
ὁπλισάμενος μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτόν (εἰς
 

 
ἵσταντο) αἴφνης τὰς πύλας ἀνοίξας διὰ μέσης τῆς αὐτῶν
παρεμβολῆς ὥρμησεν. ὁπόσοι μὲν οὖν ἐκθύμως εἰώθασι
μάχεσθαι, τῆς ἑαυτῶν ζωῆς ἀφειδήσαντες τὸν μετ᾿ αὐτῶν
ἱστάμενοι ἀνεδέξαντο πόλεμον· οἱ δὲ λοιποὶ φυγαδείᾳ τὴν 
 ἑαυτῶν ἀπεπειρῶντο πραγματεύσασθαι σωτηρίαν. ἀλλὰ τὸ
τῆς πεδιάδος εὐρὺ καὶ τὸ μή τι ἕλος παρακεῖσθαι ἢ βουνὸν
ἢ φάραγγα ταῖς τῶν Λατίνων χερσὶν ἅπαντας παραδέδωκεν,
ἔνθεν τοι καὶ παρανάλωμα ξιφῶν πάντες γεγόνασιν· ὀλίγοι
δὲ καὶ κατεσχέθησαν. οὕτω γοῦν τῶν Τούρκων καταστρατηγήσας
 κατὰ τῆς Τριπόλεως χωρεῖ. ἄνεισι γοῦν κατευθὺ
καὶ προκαταλαμβάνει τὴν ἀκρολοφίαν τοῦ ἀντικρὺ Τριπόλεως
διακειμένου βουνοῦ, μέρους ὄντος τοῦ Λιβάνου, ἐφ’ ᾧ καὶ
ὡς ὀχύρωμα τοῦτον ἔχειν καὶ τὸ ἐκ τοῦ Λιβάνου καταρρέον
ὕδωρ εἰς Τρίπολιν διὰ τοῦ πρανοῦς τοῦ τοιοῦτον βουνοῦ
 ἐπισχεῖν. τηνικαῦτα δὲ πρὸς τὸν βασιλέα τὰ συμβάντα δηλώσας 
ᾐτεῖτο ἐρυμνότατον τι ὀχύρωμα γενέσθαι πρὸ τοῦ
καταλαβεῖν ἀπὸ τοῦ Χοροσὰν δυνάμεις πλείονας καὶ καταγωνίσασθαι
αὐτούς. ὁ δὲ βασιλεὺς τῷ δουκὶ Κύπρου τὴν
τοῦ τοιούτου πολιχνίου κτίσιν ἀνέθετο ἐπισκήψας, ἵνα διὰ
 τοῦ στόλου πάντα τὰ συνοίσοντα ταχέως ἐξαποστέλλῃ καὶ
τοὺς τὸ τοιοῦτον πολίχνιον οἰκοδομήσοντας ἐφ’ ὃν ἂν ὁ
Ἰσαγγέλης ὑποδείξειε τόπον. γέγονε τοῦτο τῷ τέως. καὶ ὁ
μὲν Ἰσαγγέλης ἔξωθεν τῆς Τριπόλεως στρατοπεδευσάμενος
πάντα κάλων κινῶν περὶ τὴν ταύτης ἅλωσιν οὐκ ἐνεδίδου.
 ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος τὴν τοῦ Τζιντζιλούκη εἰσέλευσιν εἰς 
Λαοδίκειαν μεμαθηκὼς τὴν ἔχθραν, ἣν πάλαι κατὰ τοῦ
αὐτοκράτορος ἐγκυμονήσας εἶχεν, εἰς τοὐμφανὲς ἐξαγαγὼν
μετὰ δυνάμεως ἀποχρώσης τὸν ἀνεψιὸν αὐτοῦ Ταγγρὲ κατὰ
τῆς Λαοδικείας ἐκπέμπει ταύτην πολιορκήσοντα. τῆς δὲ
 περὶ τούτου φήμης μέχρι καἰ ἐς τὰς τοῦ Ἰσαγγέλη διαδραμούσης
ἀκοάς, εὐθὺς μηδὲ μικρόν τι μελλήσας οὗτος καταλαμβάνει
τὴν Λαοδίκειαν καὶ λόγους συνείρει πρὸς τὸν
 

 
Ταγγρὲ διὰ παντοίων λόγων συμβουλεύων αὐτῷ τῆς τοῦ
κάστρου πολιορκίας ἀποσχέσθαι. ὡς δὲ πολλὰ μετ’ αὐτοῦ
κοινολογούμενος καταπειθη τοῦτον οὐχ εὕρισκεν, ἀλλ’ ἄντικρυς
 ᾄδειν ἐδόκει παρὰ κωφῷ, ἐκεῖθεν παλινοστήσας καταλαβάνει
αὖθις τὴν Τρίπολιν. ἐκεῖνος δὲ οὐδοπωσοῦν τῆς 
πολιορκίας ἀφίστατο. ἰδὼν οὖν ὁ Τζιντζιλούκης τὴν ὁρμὴν
τοῦ Ταγγρὲ καὶ ὡς ἐν στενῷ τὰ κατ’ αὐτὸν συνελαύνεται,
βοήθειαν ἐκεῖθεν ᾐτεῖτο. βραδυνόντων δὲ τῶν ἐν τῇ Κύπρῳ,
εἰς ἀμηχανίαν ἐλθὼν τὸ μὲν ἀπὸ τῆς πολιορκίας, τὸ
δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ λιμοῦ πιεζόμενος προδοῦναι τὸ κάστρον 
ᾑρετίσατο.

Τούτων οὕτω τελουμένων, ἐπεὶ τετελευτηκότος τοῦ
Γοντοφρὲ ἕτερον ἔδει πάλιν ῥῆγα γενέσθαι τὸν ἐκείνου ἀναπληροῦντα
τόπον εὐθὺς οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις Λατῖνοι μετεκαλοῦντο
 τὸν Ἰσαγγέλην ἀπὸ Τριπόλεως ῥῆγα τῶν Ἱεροσολυμων 
σολύμων ποιῆσαι ἐθέλοντες. ὁ δὲ ἀνεβάλλετο τέως τὴν
ἐκεῖσε ἀπέλευσιν. εἰσελθόντος οὖν εἰς τὴν μεγαλόπολιν,
ἐπεὶ ἀναβαλλόμενον αὐτὸν οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις ἐγνώκεσαν,
μεταπεμψάμενοι τὸν Βαλδουῖνον περὶ τὴν Ἔδεσαν τότε ἐνδιατρίβοντα
ῥῆγα Ἱεροσολύμων κατέστησαν. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς
τὸν Ἰσαγγέλην ἀσμένως ἀποδεξάμενος, ἐπεί τὸν Βαλδουῖνον
μεμαθήκοι τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις ἀρχὴν ἀναδέξασθαι,
 παρακατεῖχε μεθ’ ἑαυτοῦ, ὁπηνίκα καὶ τὸ τῶν Νορμάνων
φοσσάτον κατέλαβεν ἡγεμόνας ἔχον ἀδελφοὺς δύο Φλάντρας
καλουμένους. οἷς πολλὰ πολλάκις ὁ βασιλεὺς συμβουλευόμενος 
 τὴν αὐτὴν τοῖς προκαταλαβοῦσι φοσσάτοις ὁδεῦσαι καὶ διὰ
τῶν παραλίων τὰ Ἱεροσόλυμα καταλαβεῖν καὶ οὕτως τῷ λοιπῷ
στρατεύματι τῶν Λατίνων ἑνωθῆναι, πειθομένους τούτους
οὐχ εὕρισκεν ἅτε τοῖς Φράγγοις ἑνωθῆναι μὴ βουλομένους,
ἀλλ’ ἑτέραν ὁδεῦσαι ὁδὸν διὰ τοῦ ἀνατολικοῦ καὶ κατευθὺ 
χωρῆσαι τοῦ Χοροσὰν οἰομένους κατασχεῖν τὸ τοιοῦτον. ὁ
δὲ βασιλεὺς πάντη ἀσύμφορον τοῦτο γινώσκων καὶ τὴν
 

 
ἀπώλειαν μὴ ξθέλων τοῦ τοσούτου λαοῦ (πεντήκοντα γὰρ ἦσαν
χιλιάδες ἱππέων ἀνδρῶν καὶ ἑκατὸν πεζῶν), ἐπεὶ μὴ πειθομένους
τούτους ἑώρα, τὸν δεύτερον, ὅ φασι, πλοῦν ἐρχόμενος
μεταπεμψάμενος τὸν Ἰσαγγέλην καὶ τὸν Τζίταν συνεκπέμπει 
 τούτοις ἐφ' ᾧ συμβουλεύειν τε τὰ συνοίσοντα καὶ τῶν παραλόνων
ὁρμῶν ὡς ἐνὸν ἀνασειράζειν αὐτούς. διαπεραιωθέντες
οὖν τὸν τῆς Κιβωτοῦ πορθμὸν καὶ πρὸς τὸν Ἀρμενιακὸν
 ἐπειγόμενοι τὴν Ἄγκυραν καταλαβόντες ἐξ ἐφόδου ταύτην
κατέσχον. καὶ οὕτω τὸν Ἅλυν διαβάντες πολίχνιόν τι καττὰς
ἱερὰς ἐπενδυθέντες οἱ ἱερεῖς στολὰς εὐαγγέλιόν τε καὶ
σταυροὺς κομιζόμενοι ὡς Χριστιανοῖς τούτοις προσῄεσαν. οἱ
δὲ ἀπανθρώπως καὶ ἀπηνῶς οὐ τοὺς ἱερεῖς μόνον, ἀλλὰ καὶ
τοὺς λοιποὺς τῶν Χριστιανῶν ἀναιροῦσι καὶ ἀφροντίστως
 τοῦ λοιποῦ ὡς πρὸς Ἀμάσειαν ἀπονεύσαντες τὴν ὁδοιπορίαν 
ἐποιοῦντο. οἱ δὲ Τοῦρκοι ἐμπειροπόλεμοι ὄντες προκαταλαβόντες
τὰς κώμας πάσας καὶ τὰ χορτάσματα πάντα ἐνέπρησαν,
ἐφθακότες δὲ τούτους ὀξέως προσέβαλον. δευτέρα
δὲ ἦν καθ' ἥν ὑπερίσχυσαν τούτων οἱ Τοῦρκοι. καὶ τηνικαῦτα
 αὐτοῦ που κατασκηνώσαντες χάρακά τε πηξάμενοι τὰς
σκευὰς ἐναπέθεντο. τῇ δὲ μετ᾿ αὐτὴν αὖτὴν αὖθις ἄμφω ἐμάχοντο
τὰ στρατεύματα. οἱ δὲ Τοῦρκοι κυκλοτερῶς κατασκηνώσαντες
οὐ χορταγωγίας χώραν τούτοις ἐδίδουν οὔτε μὴν τὰ ὑποζύγια
καὶ τοὺς ἵππους ἐς ποτὸν ἐξάγειν συνεχώρουν. τὴν
 ἑαυτῶν οὖν πανωλεθρίαν ἐπ' ὀφθαλμῶν ἤδη ὁρῶντες οἱ
Κελτοὶ τῆς ἑαυτῶν ζωῆς ἀφειδήσαντες τῇ μετ᾿ αὐτήν, τετρὰς 
δὲ ἦν, καρτερῶς ὁπλισάμενοι τὸν μετὰ τῶν βαρβάρων
ἀνεδέξαντο πόλεμον. οἱ δὲ Τοῦρκοι εἰς χεῖρας τούτους
ἔχοντες οὐκέτι μετὰ τῶν δοράτων οὐδὲ διὰ τόξων πρὸς αὐτοὺς
 ἀπεμάχοντο, ἀλλὰ τὰ ξίφη σπασάμενοι καὶ τῶν κουλεῶν
ἐξελκύσαντες ἀγχέμαχον τὴν μάχην ἐποιοῦντο καὶ παρευθυ
τρέπουσι τοὺς Νορμάνους. οἱ δὲ καταλαβόντες τὸν ἴδιον
 

 
 χάρακα σύμβουλον ἀνεζήτουν. ὁ δ’ ἄριστος αὐτοκράτωρ ὁ
τὰ λῴονα τούτοις ὑποτιθέμενος καὶ μὴ εἰσακουσθεὶς οὐ
παρῆν. λοιπὸν ἐπί τὴν τοῦ Ἰσαγγέλη καὶ τοῦ Τζίτα γνώμην
καταφεύγουσιν, ἅμα δὲ καί, εἰ χώρα τις τῶν ὑπὸ τὸν αὐτοκράτορα
πλησίον παράκειται, παράκειται, ἐπυνθάνοντο ἀναζητοῦντες 
αὐτήν. καὶ δὴ τάς τε σκευὰς καὶ τὰς σκηνὰς καὶ τὸ πεζὸν
ἅπαν αὐτοῦ που καταλιπόντες τοῖς ἰδίοις ἵπποις ἐποχηθέντες
ὡς εἶχον τάχους πρὸς τὰ παρὰ θάλασσαν τοῦ Ἀρμενιακοῦ
καὶ τῆς Παυράης ἔθεον. ἐπεισπεσόντες δ’ ἀθρόον οἱ
 Τοῦρκοι τούτων τῷ χάρακι πάντα ἀφείλοντο· εἶτα κατόπιν 
 τούτων διώξαντες τὸ πεζὸν ἅπαν ἐφθακότες ἀνεῖλον· τινὰς
δὲ καὶ κατασχόντες πρὸς τὸν Χοροσὰν δεῖγμα ἀπήγαγον.
ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ τῶν Τούρκων κατὰ τῶν Νορμάνων
ἀνδραγαθήματα· ὁ δέ γε Ἰσαγγέλης καὶ ὁ Τζίτας μετὰ τῶν
καταλειφθέντων ὀλίγων ἱππέων τὴν βασιλεύουσαν καταλαμβάνουσι. 
δεξάμενος δὲ τούτους ὁ αὐτοκράτωρ καὶ χρήματα
δοὺς ἱκανὰ καὶ διαναπαύσας ἤρετο, ὅπου του λοιποῦ
αἱρετὸν αὐτοῖς ἀπιέναι. οἱ δὲ τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπεζήτουν.
φιλοτιμησάμενος οὖν αὐτοὺς δαψιλῶς διαποντίους ἐκπέμπει
τῇ αὐτῶν γνώμῃ τὸ πᾶν ἀναθέμενος. ὁ δέ γε Ἰσαγγέλης 
 μεγαλοπόλεως ἐξελθὼν τὴν πρὸς τὸ οἰκεῖον στράτευμα ἀνεζήτει
ἀπέλευσιν. καὶ δὴ καταλαμβάνει αὖθις τὴν Τρίπολιν
χειρώσασθαι ταύτην γλιχόμενος. μετὰ δὲ ταῦτα νόσῳ θανασίμῳ
περιπεσὼν καὶ πνέων τὰ ἔσχατα μεταπεμψάμενος τὸν
αὐτοῦ ἀνεψιὸν Γελίελμον ὥσπερ τινὰ κλῆρον ἅπαντα τὰ 
ὑπ’ αὐτοῦ κατασχεθέντα κάστρα τούτῳ ἀπεχαίσατο ἡγεμόνα
καὶ ἀρχηγὸν τῶν αὐτοῦ ταγμάτων καταστήσας. τούτου
τοίνυν τὴν τελευτὴν μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ εὐθὺς πρὸς
τὸν δοῦκα Κύπρου διὰ γραμμάτων ἐδήλωσεν, ἵνα Νικήταν
 τὸν Χαλίντζην μετὰ χρημάτων ἱκανῶν πρὸς τὸν Γελίελμον 
ἐκπέμψῃ ἐφ’ ᾧ ὑποποιήσασθαι τε αὐτὸν καὶ παρασκευάσαι
ὀμωμοκέναι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα πίστιν βεβαίαν φυλάξαι
εἰς αὐτὸν καὶ ὁποίαν ὁ ἀποβεβιωκὼς θεῖος αὐτοῦ Ἰσαγγέλης
μέχρι τέλους ἐτήρησεν.

Εἶτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ καὶ τὴν τῆ
δικείας παρὰ τοῦ Ταγγρὲ κατάσχεσιν πρὸς τὸν Βαϊγράμματα
ἐκτίθεται οὑτωσὶ περιέχοντα “τὰ ὅρκια οἶδας κα
τὰς ἐπαγγελίας, ἃς οὐκ αὐτὸς μόνος, ἀλλὰ καὶ ἅπαντες πρὸς
 τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων ἐποιήσαντο. νῦν δὲ αὐτὸς πρῶτος
παρασπονδήσας τὴν Ἀντιόχειαν κατέσχες καὶ ἄλλα τινὰ
φρούρια ὑποποιησάμενος καὶ αὐτὴν δὴ τὴν Λαοδίκειαν. ἀπόστηθι
τοίνυν τῆς πόλεως Ἀντιοχείας καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων
δίκαιόν τι πρᾶγμα ποιῶν καὶ μὴ θέλε πολέμους ἄλλους καὶ 
 μάχας κατὰ σαυτοῦ ἐρεθίζειν.” ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος τὰς
βασιλικὰς ὑπαναγνοὺς γραφάς, ἐπειδὴ μὴ τῷ συνήθει ψεύδει
χρήσασθαι οἷός τε ἦν τῶν πραγμάτων ἀριδήλως τὴν ἀλήθειαν
ἐλεγχόντων, πρὸς τὰ γραφέντα τῷ φαινομένῳ κατένευσεν,
αἰτίαν μέντοι τῶν κακῶς παρ’ αὐτοῦ πραχθέντων
 εἶναι τὸν αὐτοκράτορα ἔλεγε γράψας ὡς “οὐκ ἐγὼ τούτων
αἴτιος, ἀλλὰ σύ. ὑποσχόμενος γὰρ κατόπιν ἡμῶν μετὰ δυνάμεως
ἔρχεσθαι πολλῆς οὐκ ἠθέλησας τὴν ὑπόσχεσιν ἔργοις
πιστώσασθαι. ἡμεῖς δὲ τὴν Ἀντιόχειαν καταλαβόντες καὶ 
ἐπὶ τρισὶ μησὶ πολλὰ μογήσαντες πρὸς πολεμίους ἀπεμαχόμεθα
 καὶ λιμόν, οἷον οὐδείς πως τῶν ἀνθρώπων τεθέαται,
ὡς τοὺς πλείστους ἡμῶν καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου
ἀπηγορευμένων κρεῶν βεβρωκέναι· ἐφ’ ἱκανὸν δὲ ἐγκαρτερούντων
ἡμῶν καὶ αὐτὸς ὁ δοθεὶς ἡμῖν εἰς ἀρωγὴν πιστότατος
οἰκέτης τοῦ σοῦ κράτους Τατίκιος οὕτω κινδυνεύοντας
 καταλιπὼν ἡμᾶς ᾤχετο. εἵλομεν δὲ τὴν πόλιν παραδόξως 
καὶ αὐτὰς τὰς ἀπὸ τοῦ Χοροσὰν εἰς ἀρωγὴν τῶν Ἀντιοχέων
καταλαβούσας δυνάμεις κατετροπωσάμεθα. καὶ πῶς δίκαιόν
ἐστιν, ἅπερ οἰκείοις ἱδρῶσι καὶ πόνοις ἐκτησάμεθα, ῥᾳδίως 
οὕτως ἀποποιήσασθαι;” ὑποστρεψάντων δ’ ἐκεῖθεν τῶν
 πρέσβεων, ὡς τὰς τοῦ Βαϊμούντου ὑπανέγνω γραφάς, διαγνοὺς
αὐτὸν ἐκεῖνον αὖθις εἶναι τὸν Βαϊμοῦντον μηδοπωσοῦν
ἐπὶ τὸ βέλτιον μεταβληθέντα, δεῖν ἔγνω τῶν ὁρίων τῆς βασι-
 

 
λείας Ῥωμαίων ἀντέχεσθαι καὶ τὴν ἀκάθεκτον αὐτοῦ ὁρμὴν
ὡς ἐνὸν ἀνακόπτειν. δυνάμεις τοίνυν πολλὰς μετὰ τοῦ Βουτουμίτου
κατὰ τῆς Κιλικίας ἐξέπεμψε καὶ τὸ ἐλλογιμώτατον
τοῦ στρατιωτικοῦ καταλόγου, ἄνδρας μαχιμωτάτους καὶ Ἄρεως
ὑπασπιστὰς ἅπαντας καὶ αὐτὸν δὴ τὸν Βάρδαν καὶ τὸν 
ἀρχιοινοχόον Μιχαήλ, ἀκμάζοντας καὶ ἀρτιφυεῖς τὸ γένειον.
 οὓς νηπιόθεν προσλαβόμενος ὁ αὐτοκράτωρ καὶ τὰ στρατιωτικὰ
ἐκπαιδεύσας ὡς εὐνουστέρους τῶν ἄλλων τῷ Βουτουμίτῃ
παραδίδωσι μεθ’ ἑτέρων χιλίων ἀνδρῶν γενναίων
Κελτῶν καὶ Ῥωμαίων ἐφ’ ᾧ συμπαρομαρτεῖν τε αὐτῷ καὶ 
ὑπείκειν ἐν ἅπασιν, ἅμα δὲ καὶ τὸ τυχὸν τῶν καθ’ ὥραν
ξυμπιπτόντων δι’ ἀπορρήτων γραμμάτων δηλοῦν αὐτῷ. ἔσπευδε
δὲ τὴν ἅπασαν χώραν τῆς Κιλικίας κατασχεῖν, ἴν’ ἐντεῦθεν
 ῥᾷον τὰ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν ἐξαρτύῃ. ἀπάρας οὖν ὁ
Βουτουμίτης σὺν ὅλαις δυνάμεσι καὶ περὶ τὴν Ἀττάλου 
ἐφθακώς, ἐπεὶ τὸν Βάρδαν καὶ τὸν ἀρχιοινοχόον Μιχαὴλ
μὴ ὑπείκοντας ἑώρα τῷ τούτου θελήματι, ἕνα μὴ καὶ τὸ
ὁπλιτικὸν συμβαίη στασιάζειν κἀκ τούτου κενόσπουδος ἡ
σπουδὴ τῷ Βουτουμίτῃ γένηται καὶ ἄπρακτος τῆς Κιλικίας
ἀποπεμφθείη, παραχρῆμα τὰ περὶ τούτων δηλοῖ τῷ αὐτοκράτορι 
τὴν μετ’ αὐτῶν συνδιατριβὴν παραιτούμενος. ὁ δὲ
τὰς ἐκ τῶν τοιούτων εἰωθυίας γίνεσθαι βλάβας γινώσκων
γοργῶς ἐφ’ ἑτέραν ὑπόθεσιν τούτους τε καὶ ὁπόσους ὑπόπτους
 εἶχε διὰ γραμμάτων προὐτρέπετο, ἵνα τὴν Κύπρον
τάχιον καταλαβόντες τῷ Εὐφορβηνῷ Κωνσταντίνῳ τὴν δουκικὴν 
ἀρχὴν τηνικαῦτα τῆς νήσου Κύπρου ἀναδεξαμένῳ
συνόντες ἐν πᾶσιν ὑπείκωσιν. οἱ δὲ ἀσμένως τὰ γράμματα
δεξάμενοι θᾶττον πρὸς τὴν Κύπρον διαπλῴζονται· μικρὸν
οὖν χρόνον μετὰ τοῦ δουκὸς Κύπρου ἐνδιατρίψαντες τῇ
συνήθει ἀναισχυντίᾳ καὶ πρὸς αὐτὸν ἐκέχρηντο. ἔνθεν τοι 
καὶ λοξὸν αὐτοὺς ὑπεβλέπετο. οἱ δὲ νεανίαι τῆς τοῦ βασιλέως
περὶ αὐτοὺς κηδεμονίας μεμνημένοι διὰ τῶν πρὸς τὸν
βασιλέα γραμμάτων τοῦ δουκὸς πολλὰ κατέτρεχον τὴν Κωνσταντίνου
 ἀνακαλούμενοι. ἀναπτύξας δὲ τὰς αὐτῶν γραφὰς

 
ὁ αὐτοκράτωρ, ἐπεὶ καί τινας τῶν τῆς μείζονος τύχης, ὅσο
ὑπόπτους ὁ αὐτοκράτωρ εἶχε, σὺν αὐτοῖς εἰς Κύπρον ἀ
ἔστειλε, πτοηθεὶς μὴ καὶ αὐτοὶ ἐκ λύπης ἴσως συναπαχθῶσι
ἐκείνοις, εὐθὺς τῷ Καντακουζηνῷ ἐπέσκηψεν ἀναλαβέσθαι
 τούτους μεθ’ ἑαυτοῦ. ὃς φθάσας εἰς Κυρήνειαν καὶ μετακαλεσάμενος
τούτους μεθ’ ἑαυτοῦ ἀνελάβετο. ἀλλὰ ταῦτα μὲν
τὰ περὶ τούτων, τοῦ Βάρδα φημὶ καὶ τοῦ ἀρχιοινοχόου Μιχαήλ·
ὁ δέ γε Βουτουμίτης μετὰ τοῦ Μοναστρᾶ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ
καταλειφθέντων λογάδων ἡγεμόνων τὴν Κιλικίαν ἐφθακώς,
 ὡς τοὺς Ἀρμενίους εὗρε σπεισαμένους μετὰ τοῦ Ταγγρέ, 
παραδραμὼν τούτους καὶ τὸ Μαράσιν καταλαβὼν κατέσχεν
αὐτό, ἅμα δὲ καὶ τὰς παρακειμένας ἁπάσας κωμοπόλεις καὶ 
τὰ πολίχνια καὶ ἀποχρώσας δυνάμεις εἰς φρουρὰν τῆς χώρας
ἁπάσης καὶ ἡγεμόνα τὸν μιξοβάρβαρον καταλιπὼν Μοναστρᾶν,
 περὶ οὗ ἐν πολλοῖς ὁ λόγος ἐμέμνητο, πρὸς τὴν
βασιλεύουσαν ἐπανέστρεψεν.

Ἐπεὶ δὲ ἐξερχόμενοι οἱ Φράγγοι [πρὸς] τὰ
πρὸς κατάσχεσιν τῶν πόλεων Συρίας ὑπέσχοντο τῷ 
ἐπισκόπῳ Πίσσης ἱκανά, εἰ τούτοις συνάρηται πρὸς τὸν
 προκείμενον αὐτοῖς σκοπόν, ὁ δὲ καταπειθὴς τοῖς λόγοις
τούτων γεγονὼς καὶ ἑτέρους δύο τῶν παρὰ θάλατταν οἰκούντων
ἐς αὐτὸ τοῦτο ἐρεθίσας οὐκ ἀνεβάλλετο, ἀλλ’ ἐξοπλίσας
διήρεις τε καὶ τριήρεις καὶ δρόμωνας καὶ ἕτερα τῶν ταχυδρόμων
πλοίων εἰς ἐνακόσια περιιστάμενα ἔξεισιν ὡς πρὸς
 αὐτοὺς ἀπερχόμενος. ἱκανὰ δὲ τούτων ἀποτεμόμενος εἰς
προνομὴν τῆς Κορυφοῦς, τῆς Λευκάδος, τῆς Κεφαληνίας
καὶ τῆς Ζακύνθου ἀπέστειλε. ταῦτα μανθάνων ὁ βασιλεὺς
ἐξ ἁπασῶν τῶν ὑπὸ τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴν χωρῶν προσέταξε
γενέσθαι πλοῖα. καὶ εἰς αὐτὴν δὲ τὴν βασιλεύουσαν 
 ἱκανὰ κατασκευάζων, ἐκ διαλειμμάτων εἰς μονῆρες εἰσερχόμενος
ἐπέσκηπτε τοῖς κατασκευάζουσιν, ὅπως χρὴ ταῦτα ποιεῖν.
 

 
γινώσκων δὲ τοὺς Πισσαίους τοῦ περὶ τὴν θάλατταν πολέμου
ἐπιστήμονας καὶ δεδιὼς τὴν μετ’ αὐτῶν μάχην, ἐν ἑκάστῃ
πρώρᾳ τῶν πλοίων διὰ χαλκῶν καὶ σιδήρων λεόντων καὶ
ἀλλοίων χερσαίων ζώων κεφαλὰς μετὰ στομάτων ἀνεῳγμένων
κατασκευάσας χρυσῷ τε περιστείλας αὐτά, ὡς ἐκ μόνης θέας 5
φοβερὸν φαίνεσθαι, τὸ διὰ τῶν στρεπτῶν κατὰ τῶν πολεμίων
μέλλον ἀφίεσθαι πῦρ διὰ τῶν στομάτων αὐτῶν παρεσκεύασε
διιέναι, ὥστε δοκεῖν τοὺς λέοντας καὶ τἆλλα τῶν
C τοιούτων ζώων τοῦτο ἐξερεύγεσθαι. οὕτω γοῦν ταῦτα κατασκευάσας
μετακαλεςάμενος τὸν Τατίκιον ἐξ Ἀντιοχείας νεωστὶ 10
παραγενόμενον αὐτῷ μὲν τὰ τοιαῦτα πλοῖα παραδεδωκὼς
περιφανεστάτην κεφαλὴν ἐνόμασε· τῷ δέ γε Λαντούλφῳ
τὸν ἅπαντα στόλον ἀναθέμενος μέγαν δοῦκα προὐβάλετο ὡς
τῆς ναυμαχίας εἰδήμονα ἄριστον. ἐξελθόντες οὖν τῆς
μεγαλπόλεως μηνὸς παριππεύοντος Ἀπριλλίου μετὰ τοῦ 15
Ῥωμαϊκοῦ στόλου τὴν Σάμον κατέλαβον καὶ τὰ πλοῖα τῇ
χέρσῳ προσορμίσαντες ἐξῆλθον πρὸς τὴν ἤπειρον ἐπὶ τῷ
διὰ τῆς ἀσφάλτου ἐπὶ πλέον ἀσφαλισαμένους κατοχυρῶσαι
αὐτά. μεμαθηκότες δὲ τὴν τοῦ Πισσαϊκοῦ στόλου διέλευσιν
D τὰ πρυμνήσια λύσαντες καὶ αὐτοὶ ὄπισθεν αὐτῶν ἔθεον ὡς 20
πρὸς τὴν Κῶ. πρῴας δὲ τῶν Πισσαίων ἐκεῖσε καταλαβόντων
ἑσπέρας οὗτοι ταύτην κατέλβον. μὴ ἐντετυχηκότες δὲ
τοῖς Πισσαίοις ἀπῆλθον εἰς τὴν Κνίδον περὶ τὴν ἤπειρον
τῆς ἀνατολῆς διακειμένην. κεῖθι δὲ παραγενόμενοι, ὡς τῆς
ἄγρας ἠστόχουν, ἀλίγους τινὰς ἐφευρηκότες τῶν Πισσαίων 25
αὐτοῦ που καταλειφθέντας ἐπυνθάνοντο, ὅπου ὁ Πισσαϊκὸς
336 ἐξώρμησε στόλος. οἱ δὲ πρὸς τὴν Ῥόδον ἔφασαν. καὶ παραχρῆμα
266 λύσαντες τὰ πρυμνήσια θᾶττον τούτους κατέλαβον
μεταξὺ Πατάρων καὶ Ῥόδου. τούτους δ’ οἱ Πισσαῖοι θεασάμενοι
μόθου παραυτίκα σχῆμα διατυπώσαντες πρὸς μάχην 30
οὐ τὰ ξίφη μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ καρδίας ἔθηνον. ἐπικαταλαβόντος
δὲ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στόλου κόμης τις Πελοποννήσιος
Περιχύτης καλύμενος ναυλοχεῖν ἄριστα ἐπιστάμενος, ὡς
33 περιχύταν C

 
τούτους ἐθεάσατο, ταῖς κώπαις τὸ ἴδιον πτερώσας μονῆρες
ὡς εἶχε κατ᾿ αὐτῶν ἴεται. καὶ διὰ μέσου τούτων ὡς πῦρ
διελθὼν εἰς τὸν Ῥωμαϊκὸν αὖθις ἐπανέστρεφε στόλον. ὁ
μέντοι Ῥωμαϊκὸς στόλος οὐκ εὐτάκτως τῆς μετὰ τῶν Πισσαίων
 μάχης ἀπεπειρᾶτο, ἀλλ’ ὀξέως καὶ ἀσυντάκτως τούτοις 
προσέβαλε. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Λαντοῦλφος πρῶτος προσπελάσας
ταῖς Πισσαϊκαῖς ναυσὶν ἄστοχα τὸ πῦρ ἔβαλε καὶ οὐδέν τι
πλέον εἰργάσατο τοὺ πυρὸς σκεδασθέντος. ὁ δὲ λεγόμενος
Ἐλεήμων κόμης ἀναισχύντως μεγίστῳ πλοίῳ κατὰ πρύμναν
 προσβαλὼν τοῖς πηδαλίοις τούτου περιπεσὼν καὶ μὴ εὐχερῶς
ἔχων ἐκεῖθεν διαπλῴσασθαι κατεσχέθη ἄν, εἰ μὴ γοργῶς
πρὸς τὴν σκευὴν ἀπεῖδε καὶ πῦρ κατ᾿ αὐτῶν ἀφεὶς οὐκ
ἄστοχα ἔβαλεν· εἶτα τὴν ναῦν ἐπὶ θάτερα γοργῶς μεταφέρων
καὶ ἑτέρας παραχρῆμα τρεῖς μεγίστας ἐπυρπόλει τῶν βαρβάρων
 ναῦς. ἐπεὶ δ’ ἅμα καὶ συστροφὴ ἀνέμου τὴν θάλατταν
ἀθρόον ἐπεισπεσοῦσα διετάραττε τάς τε ναῦς συνέτριβέ καὶ 
μονονοὺ βυθίζειν ἠπείλει (ἐρρόχθει γὰρ τὸ κῦμα,
αἱ κεραῖαι τά θ’ ἱστία διερρήγνυντο), ἐκδειματωθέντες οἱ
βάρβαροι τὸ μ[εν διὰ τὸ περμπόμενον πῦρ (οὐδὲ γὰρ ἐθάδες
 ἦσαν τοιούτων σκευῶν ἢ πυρὸς ἄνω μὲν φύσει τὴν φορὰν
ἔχοντος, πεμπομένου δ’ ἐφ’ ἃ βούλεται ὁ πέμπων κατά τε
τὸ πρανὲς πολλάκις καὶ ἐφ’ ἑκάτερα), τὸ δὲ ὑπὸ τοῦ θαλαττίου
κλύδωνος συγχυθέντες τὸν νοῦν φυγαδείας ἥψαντο.
οὕτω μὲν οὖν τὰ τῶν βαρβάρων· ὁ δέ τοι Ῥωμαϊκὸς στόλος
 νησιδίῳ τινὶ προσώκειλεν οὑτωσί πως καλουμένῳ Σεύτλῳ.
αὐγαζούσης δὲ τῆς ἡμέρας ἐκεῖθεν ἀπάραντες τῇ Ῥόδῳ προσώρμισαν.
τῶν πλοίων οὖν ἀποβάντες καὶ ἐξαγαγόντες ὅσους
ἔφθασαν κατασχεῖν καὶ αὐτὸν δὴ τὸν τοῦ Βαϊμούντου ἀδελφιδοῦν 
ἐξεδειμάτουν αὐτοὺς ὡς μέλλοντες τιμῆς πάντας
 ἀπεμπολεῖν ἢ κατασφάττειν. ὡς δὲ ἀκαταπλήκτους πρὸς
τοῦτο ἑώρων αὐτοὺς καὶ τὴν ἀπεμπόλησιν ἐν οὐδενὶ τιθεμένους,
εὐθὺς ξίφους παρανάλωμα πεποιήκασιν. οἱ δέ γε
περιλειφθέντες τοῦ Πισσαϊκοῦ στόλου πρὸς τὸ τὰς παρατυχούσας
νήσους καὶ τὴν Κύπρον λῄζεσθαι ἀπέβλεψαν.

 
ἔνθα τυχὼν ὁ Φιλοκάλης Εὐμάθιος κατ’ αὐτῶν ἴεται. οἱ
 δὲ περὶ τὰς ναῦς δειλίᾳ συσχεθέντες μηδὲ τοῦ ἐξιόντος
προνομῆς χάριν ἀπὸ τῶν πλοίων αὐτῶν λαοῦ πεφροντικότες
ἀλλὰ τοὺς πλείονας περὶ τὴν νῆσον ἐάσαντες, ἀσυντάκτως
οὕτω λύσαντες τὰ πρυμνήσια πρὸς τὴν Λαοδίκειαν ἀπέπλεον 
τὸν Βαϊμοῦντον ἐπὶ νοῦν ἔχοντες. καὶ δὴ καὶ καταλαβόντες
προσεληλύθεσάν τε αὐτῷ καὶ τὴν μετ’ αὐτοῦ ἀγάπην ἀσπάζεσθαι
ἔλεγον· ὁ δέ, ὁποῖος ἐκεῖνος, ἀσμένως αὐτοὺς ὑποδέχεται.
ἐπεὶ δ’ οἱ περὶ τῆν ᾐόνα καταλειφθέντες λαφυραγωγίας
ἕνεκα ὑποστρέψαντες τὸν ἴδιον στόλον οὐχ ἑώρων, 
ἔρριπτον ἀφειδῶς ἑαυτοὺς εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπεπνίγοντο.
 οἱ δὲ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στόλου θαλασσοκράτορες καὶ
αὐτὸς δὴ ὁ Λαντοῦλφος καταλαβόντες τὴν Κύπρον συνεληλυθότες
περὶ εἰρήνης ἐπερωτᾶν ἐβουλεύοντο. πάντων οὖν
ὁμογνωμονησάντων πρὸς τοῦτο, στέλλεται ὁ Βουτουμίτης 
πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον. τοῦτον οὖν θεασάμενος καὶ παρακατασχὼν
 ἐπὶ ὅλαις πέντε καὶ δέκα ἡμέραις, ἐπεὶ τὴν Λαοδίκειαν
καὶ λιμὸς κατειλήφει καὶ ὁ Βαϊμοῦντος αὖθις Βαϊμοῦντος
ἦν καὶ οὐκ ἠλλοίωτο οὔτε μὴν εἰρηνεύειν ἐμεμαθήκει,
μεταπεμψάμενος αὐτόν φησιν “οὐ διὰ φιλίαν ἢ 
εἰρήνην αὐτὸς ἐνταυθοῖ παραγέγονας, ἀλλ’ ἐφ’ ᾧ τὰς ἐμὰς
ἐμπρῆσαι ναῦς. ἄπιθι τοίνυν· ἀρκεῖ γάρ σοι αὐτὸ τοῦτο
 τὸ ἀνακρωτηρίαστον τῶν ἐνταῦθα ἀπολυθῆναι.” ἀπάρας
οὖν ἐκεῖθεν καταλαμβάνει τοὺς αὐτὸν ἀποστείλαντας περὶ
τὸν λιμένα τῆς Κύπρου. καὶ τὴν Βαϊμούντου πονηρὰν γνώμην 
ἐπὶ πλέον ἐκ τῶν ἐκεῖθεν μηνυμάτων διαγνόντες καὶ
ὡς ἀδύνατον σπείσασθαι μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἐκεῖθεν
ἀπάραντες ὅλοις ἱστίοις τὴν πρὸς τὴν μεγαλόπολιν ὑγρὰν
ἐπέπλεον κέλευθον. κατὰ δὲ τὴν Συκῆν τρικυμίας μεγάλης
καὶ κλύδωνος διεγερθέντος σφοδροῦ τὰ πλοῖα τῇ χέρσῳ 
προσραγέντα ἡμίθραυστα πάντα γεγόνασι πλὴν τῶν νηῶν ὧν
ἐξῆρχεν ὁ Τατίκιος. ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ τὸν Πισσαϊκὸν στόλον
 

 
ὧδέ πη προκεχωρήκει· ὁ δὲ Βαϊμοῦντος φύσει πονηρότατος
ὢν ἐδεδίει, μὴ τὸ Κούρικον ὁ βασιλεὺς προκατάσχῃ καὶ 
στόλον Ῥωμαϊκὸν τῷ λιμένι προσορμίσας φυλάττῃ μὲν τὴν
Κύπρον, ἀπείργῃ δὲ καὶ τοὺς ἀπὸ Λογγιβαρδίας διὰ τῆς
 παραλίας τῆς ἀνατολῆς μέλλοντας ἰέναι πρὸς αὐτὸν συμμάχους.
ταῦτα οὖν λογιζόμενος αὐτὸς τοῦτο ἀνοικοδομῆσαι καὶ τὸν
λιμένα κατασχεῖν ἐβουλεύετο. πόλις γὰρ πρότερον οὖσα
ἐρυμνοτάτη τὸ Κούρικον ἐν ὑστέροις ἔφθασεν ἐριπωθῆναι
χρόνοις. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ ταῦτα προμηθευσάμενος καὶ
 τὰς ἐπινοίας αὐτοῦ προκαταλαβὼν πέμπει τὸν ἐκτομίαν Εὐστάθιον 
ἀπὸ τῆς τοῦ κανικλείου ἀξίας μέγαν δρουγγάριον
τοῦ στόλου προχειρισάμενος ἐπισκήψας αὐτῷ σπεῦσαι καταλαβεῖν
τὸ Κούρικον καὶ διὰ τάχους ἀνοικοδομῆσαί τε αὐτὸ
καὶ τὸ Σελεύκειαν Σελεύκειαν στάδια ἓξ τούτου ἀφισταμένην
 καὶ δύναμιν ἀποχρῶσαν καταλιπεῖν ἐν αὐτοῖς, δοῦκα δὲ
προχειρίσασθαι Στρατήγιον τὸν Στραβόν, ἄνδρα μικρὸν μὲν
τῷ σώματι, ταῖς δὲ πολεμικαῖς ἐμπειρίαις πολύν τε καὶ
μέγιστον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν λιμένα στόλον ἱκανὸν προσορμίσαι
καὶ παραγγεῖλαι ἐγρηγορέναι καὶ ἐνεδρεύειν τοὺς ἀπὸ Λογγιβαρδίας
 εἰς ἀρωγὴν τοῦ Βαϊμούντου ἐρχομένους, ἐπαρήγειν
δὲ καὶ τῇ Κύπρῳ. ἐξελθὼν οὖν ὁ ῥηθεὶς δρουγγάριος τοῦ 
στόλου καὶ προκαταλαβὼν τὰ τοῦ Βαϊμούντου διανοήματα
ἀνεγείρει μὲν αὐτὸ καὶ εἰς τὴν προτέραν ἀποκαθίστα κατάστασιν.
παραχρῆμα δὲ καὶ τὴν Σελεύκειαν ἀνοικοδομήσας
 καὶ κατοχυρώσας διὰ τάφρων γυρόθεν δυνάμεις τε ἱκανὰς
ἐν ἀμφοτέροις καταλιπὼν μετὰ τοῦ δουκὸς Στρατηγίου κατελθὼν
εἰς τὸν λιμένα καὶ στόλον ἀποχρῶντα ἐν αὐτῷ καταλιπὼν
κατὰ τὰς τοῦ αὐτοκράτορος εἰσηγήσεις ἐπαναζεύγνυσι
πρὸς τὴν μεγαλόπολιν. καὶ μεγάλως παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος
 ἐπαινεθεὶς δαψιλῶς πεφιλοτίμηται.

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸ Κούρικον· μετὰ δὲ
παραδρομὴν ἐνιαυτοῦ ἀναμαθὼν ὁ βασιλεύς, ὅτι καὶ Γενούσιος 
 

 
στόλος εἰς συμμαχίαν τῶν Φράγγων ἐξελθεῖν ἑτοιμάζεται,
στοχασάμενος, ὅτι οὐ μικρᾶς βλάβης παραίτιοι καὶ αὐτοὶ τῇ
τῶν Ῥωμαίων ἀρχῇ ἔσονται, τὸν μὲν Καντακουζηνὸν διὰ
τῆς ἠπείρου μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως, τὸν δὲ Λαντοῦλφον
γοργῶς ἐξοπλίσας μετὰ στόλου διὰ θαλάσσης ἀπέστειλε 
 παρακελευσάμενος αὐτῷ τὸ τάχος καταλαβεῖν τὰ κατωτικὰ
ἐφ’ ᾧ τὸν μετὰ τῶν Γενουσίων ἐκεῖσε διερχομένων ἀναδέξασθαι
πόλεμον. τούτων οὖν ἀπελθόντων ἔνθα καὶ
προσετάχθησαν, χειμὼν βαρὺς ἐπιγέγονε καὶ ἀφόρητος, ὑφ’
οὗ καὶ πολλὰς τῶν νηῶν συνέβη διαθραυσθῆναι. ἅσπερ 
 πάλιν πρὸς τὴν χέρσον ἐξελκύσαντες ἐπιμελῶς τὴν διὰ τῆς
ὑγρᾶς πίσσης ἐπίχρισιν ταύταις ἐπέφερον. τηνικαῦτα δὲ
καὶ ὁ Καντακουζηνὸς τὸν τῶν Γενουσίων στόλον περὶ τὰ
κατωτικὰ διαπλέοντα ἐγγύς που εἶναι μεμαθηκὼς ὑποτίθεται
τῷ Λαντούλφῳ ὀκτωκαίδεκα ναῦς ἀναλαβέσθαι (τοσαύτας 
γὰρ μόνας συνέβη τῷ τότε ἀποπλέειν τῶν ἄλλων ἐξελκυσθεισῶν
τῆς θαλάσσης) καὶ ἀπελθόντα κατὰ τὸ ἀκρωτήριον
τοῦ Μαλέου προσοκεῖλαι αὐτὰς κατὰ τὰς τοῦ αὐτοκράτορος
ὑποθήκας καὶ διερχομένων τῶν Γενουσίων, εἰ μὲν τὸν μετ
αὐτῶν ἀποθαρροίη πόλεμον, εὐθὺς τὴν μετ᾿ αὐτῶν ἀναδέξασθαι 
δέξασθαι μάχην, εἰ δ’ οὖν, τὴν σωτηρίαν ἑαυτῷ καὶ ταῖς
ὑπ’ αὐτὸν νηυσὶ σὺν αὐτοῖς πλωτῆρσιν εἰς Κορώνην προσοκείλαντι
περιποιήσασθαι. ὁ δ’ ἀπελθὼν καὶ τὸν πολὺν
στόλον τῶν Γενουσίων θεασάμενος καὶ ἀπαγορεύσας τὴν
 μετ’ αὐτῶν μάχην θᾶττον τὴν Κορώνην κατέλαβεν. ὁ δὲ 
Καντακουζηνὸς τὸν ὅλον Ῥωμαϊκὸν στόλον ὡς ἔδει περιποιησάμενος
καὶ τοὺς συνόντας αὐτῷ ἐκεῖσε συναγαγὼν ὡς
εἶχε τάχους κατόπιν τῶν Γενουσίων ἐδίωκε. μὴ ἐφθακὼς
δὲ τὴν Λαοδίκειαν κατέλαβε σπεύδων πρὸς τοὺς μετὰ τοῦ
Βαϊμούντου πολέμους ὅλῃ γνώμῃ καὶ χειρὶ ἀποδύεσθαι. καὶ 
μέντοι καὶ ἔργου ἁψάμενος τὸν λιμένα κατέλαβε καὶ διὰ
πάσης νυκτὸς καὶ ἡμέρας τῆς τειχομαχίας οὐκ ἀφίστατο ὡς
 

 
δ’ ἄπρακτος τοῦ λοιποῦ ἔμενε μυριάκις μὲν προσβαλών,
τοσαυτάκις δ’ ἀποτυχὼν καὶ πῆ μὲν ὑποποιούμενος τοὺς
Κελτοὺς οὐκ ἔπειθε, πῆ δὲ μαχόμενος ἐπετύγχανε, τειχίον 
τι διὰ ξηρῶν λίθων κυκλοτερὲς δειμάμενος ἀναμεταξὺ τῆς
 ψάμμου καὶθ τῶν κειχῶν Λαοδικείας ἐν τριςὶ νυχθημέροις
κἄκτοτε ὡς ἔρεισμα τοῦτο κτησάμενος ἕτερον πολίχνιον δι’
ἐγχονρήγου ὔλης ἐντὸς τούτου θᾶττον ἀνήγειρεν, ἵν’ ἐντεῦθεν
ὡς ἐξ ὁρμητηρίου τινὸς γενναιότερον τῆς τειχομαχίας ἀντέχοιτο.
ἀλλὰ καὶ πύργους δύο διὰ τοῦ στομίου τοῦ λιμένος
 ἐφ’ ἑκάτερα οἰκοδομήσας ἅλυσιν σιδηρᾶν διαμπερὲς τούτων
εἰσελάσας δι’ αὐτοῦ ἀπετάφρευε τὰς ἴσως ἐλπιζομένας εἰς
βοήθειαν τῶν Κελτῶν ἐκ θαλάττης ναῦς. ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ
πολλὰ τῶν περὶ θάλατταν πολιχνίων κατέσχε, τό τε Ἀργυρόκστρον 
καλούμενον, τὸ Μαρχάπιν, τὰ Γάβαλα καὶ ἄλλα
 τινὰ μέχρις αὐτῶν συνόρων Τριπόλεως ἐφθακώς, ἅπερ πρότερον
μὲν φόρους τοῖς Σαρακηνοῖς ἐδίδου, ἐν ὑστέροις δὲ
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος πολλοῖς ἱδρῶσι καὶ πόνοις τῇ Ῥωμαίων
ἐπανεςώθησαν. ὁ μέντοι βασιλεὺς δέον λογιςάμενος
καὶ ἀπὸ τοῦ μέρους τῆς ξηρᾶς πολιορκεῖσθαι τὴν Λαοδίκειαν,
 γινώσκων ἐκ μακροῦ τὸν δεινὸν Βαϊμοῦντον καὶ τὰς αὐτοῦ
μηχανάς, ὁποῖος ἐκεῖνος δεξιὸς ἦθος ἀνθρώπου ἐν βραχεῖ
καταμαθεῖν, καὶ τῆς αὐτοῦ δολερᾶς καὶ ἀποστατικῆς γνώμης
κατάληψιν ἀκριβῆ ἔχων, τὸν Μοναστρᾶν μετακαλεσάμενος
μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως διὰ τῆς ἠπείρου ἀπέστειλεν, ὥστε 
 ἐν ταὐτῷ τὸν μὲν Καντακουζηνὸν ἐκ θαλάττης, αὐτὸν δὲ
ἐκ τοῦ μέρους τῆς ἠπείρου πολιορκεῖν τὴν Λαοδίκειαν. ἀλλ’ 
ὁ Καντακουζηνὸς πρὸ τοῦ τὸν Μοναστρᾶν ἐφθακέναι τὸν
λιμένα καὶ τὸν κάστρον αὐτὸ κατέσχε· τὴν μέντοι ἀκρόπολιν,
ὅπερ κουλᾶ νῦν ἡ συνήθεια καλεῖν εἴωθεν, ἔτι Κελτοῖ κατεἰχον
 πεζοὶ πεντακόσιοι καὶ ἱππεῖς ἑκατόν. τούτων οὖν
τῶν πολιχνίων τὴν κατάσχεσιν ὁ Βαϊμοῦντος ἀκηκοώς, μεμαθηκὼς
δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ φυλάσσοντος κόμητος τὴν τῆς
 

 
Λαοδικείας ἀκρόπολιν, ὅτι ἐπιδεής ἐστι χορτασμάτων, μετὰ τῶν
 ὑπ᾿ αὐτὸν δυνάμεων πασῶν ταῖς τε ἀνεψιοῦ αὐτοῦ Ταγγρὲ
καὶ τοῦ Ἰσαγγέλη ἑνωθεὶς καὶ βρώσιμα παντοῖς ἐπισάξας ἐν
ἡμιόνοις καὶ τὴν Λαοδίκειαν καταλαβὼν τὰ μὲν χορτάσματα
θᾶττον εἰσήγαγεν εἰς τὸ κουλᾶ, μετὰ δέ γε τοῦ Καντακουζηνοῦ 
εἰς ὁμιλίαν ἐλθὼν τοιαῦτα πρὸς αὐτὸν ἔφη “τίνα
σκοπὸν ἔχων πρὸς οἰκοδομὰς καὶ κτίσεις ἀέβλεψας;” ὁ δὲ
“οἷδας ὅτι δουλείαν ὁμολογήσαντες τῷ αὐτοκράτορι καὶ τὰς
παρ᾿ ὑμῶν αἱρουμένας πόλεις ἐνωμότως παραδοῦναι κατέθεσθε.
εἷτα αὐτὸς καταψευσάμενος τῶν ὁρκίων, ἀθετήσας 
 δὲ καὶ τὰς εἰρηνικὰς σπονδὲς καὶ ταυτηνὶ τὴν πόλιν ἑλὼν
καὶ παραδοὺς ἡμῖν μεταγνοὺς αὖθις κατέσχες, ὥστε μάτην
αὐτὸς ἐνταυθοῖ παρεγενόμην ἐπὶ τῷ τὰς παρ᾿ ὑμῶν αἱρουμένας
πόλεις ἀναλαβάνεσθαι.” ὁ δὲ Βαϊμοπῦντος “διὰ
ἥκεις;” ὁ δὲ “τὰ χρήματα οἱ συνεφεπόμενοι ἡμῖν ἔλαβον
ἐπὶ τῷ ἐκθύμως ἀγωνίζεσθαι”. ὁ δὲ Βαϊμοῦντος θυμοῦ
πλησθεὶς ἔφη “ἄτερ χρημάτων ἴσθι ὡς οὐδὲ φρούροιν κατασχεῖν
δυνηθῇς”. καὶ τηνικαῦτα τὰς ὑπ᾿ αὐτὸν φάλαγγας
παρέθηξε μέχρις αὐτῶν πυλῶν τῆς πόλεως ἐξιππάσασθαι. 
 οἱ δὲ τοῦ Καντακουζηνοῦ τὰ τείχη τηροῦντες δίκην νιφάδος
τοὺς ὀϊστοὺς κατὰ τῶν τοῖς τείχεσι προσπελαζόντων Φράγγων
ἐπφιέντες μικρόν τι τούτους ἀπώσαντο. καὶ παραχρῆμα
ὁ Βαϊμοῦντος συναγαγὼν ἅπαντας εἰσῆλθεν ἐντὸς τῆς
ἀκροπόλεως. ὐποπτεύσας δὲ τὸν φυλάσσοντα κόμητα μετὰ 
τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν Κελτῶν ἕτερον εἰς φυλακὴν τῆς πόλεως
ἐπέστησεν ἐκείνους ἐκεῖθεν ἀπελάσας. ἅμα δὲ καὶ τοὺς
ἀγχοῦ τῶν τειχῶν ὄντας ἀμπελῶνας ἠρίπωσεν, ὥστε μὴ
ἐμποδὼν τοῖς ἱππάζεσθαι μέλλουσι καθεστάναι Λατίνοις.
ταῦτα μὲν οὕτω κατατήσας ἐκεπιθεν ἐξελθὼν τὴν Ἀντόχου 
 κατέλαβεν· ὁ δέ γε Καντακουζηνὸς οὐκ ἠμέλει παντοίως
 

 
πολιορκῶν τε καὶ διὰ μυρίων μηχανῶν τε καὶ ἐπιχειρημάτων
καὶ ἑλεπόλεων συνταράσσων τοὺς ἐντὸς τῆς ἀκροπόλεως Λατίνους.
ἀλλὰ καὶ ὁ Μοναστρᾶς διὰ τῆς ἠπείρου ἐρχόμενος
μετὰ τοῦ ἱππικοῦ φοσσάτου παραλαμβάνει τήν τε Λογγινιάδα,
 τὴν Ταρσόν, τὴν Ἀδαναν καὶ τὴν Μάμισταν καὶ αὐτὴν δὴ
τὴν Κιλικίαν ἅπασαν.

Πρὸς δὲ τὰς τοῦ αὐτοκράτορος ἀπειλὰς ὁ Βαϊμοῦντος
ὀρρωδήσας καὶ μὴ ἔχων ὅ τι καὶ χρήσαιτο πρὸς ἄμυναν
(οὔτε γὰρ κατ᾿ ἤπειρον εἶχε στράτευμα οὔτε κατὰ θάλατταν
 στόλον· ἑκατέρωθεν γὰρ αὐτῷ ὁ κίνδυνος ἐπεκρέματο) 
μηχανᾶταί τι τοιοῦτον σφόδρα μὲν ἀγεννές, σφόδρα δὲ 
πανουργότατον. πρῶτον γὰρ τὴν Ἀντιόχου πόλιν καταλείψας
τῷ τοῦ Μαρκέση Ταγγρὲ καὶ τούτου ἀδελφιδῷ αὐτὸς ἁπανταχόθεν
φήμας πέμπει περὶ ἑαυτοῦ, ὡς ἄρα ὁ Βαϊμοῦντος
 ἀποτεθνήκει, καὶ ζῶν ἔτι ὡς περὶ κατοιχομένου αὐτοῦ τὴν
οἰκουμένην διέθετο. καὶ ἡ φήμη διέτρεχεν ἁπανταχῇ πτερῶν
ταχύτερα καὶ τὸν Βαϊμοῦντον νεκρὸν ἐκήρυττε. καὶ δῆτα
ὡς ἑώρα τὰ τῆς φήμης ἀποχρώντως ἔχειν, λάρναξ τὸ ἐντεῦθεν
* ξυλίνη καὶ ναῦς διήρης, ἐν ᾗ κατατιθεμένη ἡ
 λάρναξ καὶ ὁ ἔμπνους οὗτος νεκρὸς ἀπὸ τοῦ Σουδεΐ, ὅπερ
ἐστὶ τῆς Ἀντιοχείας ἐπίνειον, ἐπὶ τὴν Ῥώμην ἀπέπλει. καὶ 
διαπόντιος ὡς νεκρὸς ἐκομίζετο τὰ μὲν ἔξωθεν νεκρὸς καὶ τῇ
σορῷ καὶ τοῖς τῶν ἀμφ’ αὐτὸν σχήμασιν (καὶ γὰρ
γινόμενοι ἀπέτιλλόν τε τὰς τρίχας οἱ βάρβαροι καὶ σαφῶς
 ἀνωλόλυζον), τὰ δ’ ἔνδον ἐκεῖνος ἐκτάδην κείμενος μέχρι
τούτων νεκρὸς ἦν, τὰ δ’ ἄλλα εἰσέπνει τε τὸν ἀέρα καὶ
ἀπέπνει διά τινων κρυφίων ὀπῶν. ταῦτα μὲν ἐν τοῖς παραλίοις·
ἐπειδὰν δὲ κατὰ πελάγους τὸ σκάφος γένοιτο, τροφῆς
τε αὐτῷ μετεδίδοσαν καὶ ἐπεμελοῦντο· καὶ μετὰ τοῦτο πάλιν
 οἱ αὐτοὶ θρῆνοι καὶ τὰ αὐτὰ μαγγανεύματα. ἵνα δὲ καὶ
δοκοίη ὁ νεκρὸς ἕωλος εἶναι καὶ ὀδωδώς, ἀλεκτρυόνα ἀπο- 
 

 
πνίξαντες ἢ ἀποσφάξαντες ἐνέθηκαν τῷ νεκρῷ. καὶ εὐθὺς
ἐκεῖνος εἰς τετάρτην ἢ καὶ πέμπτην ἡμέραν βαρυοδμότατος
ἦν τοῖς ὄσφρησιν ἔχουσιν. καὶ ἐδόκει μὲν τοῦ χρωτὸς εἶναι
τοῦ Βαϊμούντου τὸ βαρὺ τῆς ἀναπνοῆς τοῖς ἔξωθεν ἠπατημένοις·
πλέον δ’ ἐκεῖνος ὁ Βαϊμοῦντος τοῦ ἐπιπλάστου κακοῦ 
συναπέλαυεν, ὥστε ἔγωγε θαυμάζω, πῶς τοσαύτην ὑνήνεγκε
τῆς ῥινὸς πολιορκίαν ζῶν ἔτι μετὰ νεκροῦ συμφερόμενος
σώματος. ἀλλ’ ἐντεῦθεν μεμάθηκα, ὡς ἄρα πᾶν τὸ βάρβαρον
γένος δυσανάκλητον, ἐφ’ ὅπερ ἂν ἐφορμήσειε, καὶ οὐδὲν
 αὐτῷ φορτικώτατον ὃ μὴ ἐνέγκοι καθάπαξ ἐμβαλὸν ἑαυτὸ 
πρὸς αὐθαιρέτους κακώσεις. καὶ γὰρ οὗτος μηδέπω ἀποθανών,
ἀλλὰ σχήματι μόνῳ ἀποθανὼν οὐκ ἀπώκνησε ζῆν
μετὰ ἀποθανόντων σωμάτων. τέχνη μὲν οὖν τοῦ βαρβάρου
αὕτη πρώτη. καὶ μόνη κατὰ τὴν καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένην πέφηνεν
εἰς καταστροφὴν ἀποβλέπουσα τῆς Ῥωμαίων ἡγεμονίας. 
οὐδὲ πρὸ ταύτης βάρβαρος ἢ Ἕλλην τοιαῦτα κατὰ πολεμίων
ἐμηχανήσατο οὔτ᾿ ἄν, οἶμαι, μετὰ ταῦτα ὁ καθ’ ἡμᾶς θεάσαιτο
βίος. ἐπεὶ δὲ τὴν Κορυφὼ καταλάβοι, ὥσπερ εἰς
ἀκρώρειαν τινα γενόμενος καὶ κορυφὴν καὶ κρησφύγετον τὴν
 Κορυφὼ ταυτηνὶ καὶ ἐν τῷ ἀκινδύνῳ τυγχάνων ἀνήγερτό 
τε ἀπὸ τῶν ἐν δόξῃ νεκρῶν καὶ τὴν νεκροφόρον ἐκεῖσε
λάρνακα καταλείψας ἡλίου τε ἐνεφορεῖτο πλείονος καὶ τοῦ
ἀέρος ἀνέπνει καθαρωτέρου καὶ περιενόστει τὴν πόλιν τὴν
Κορυφώ· ὃν ἑωρακότες ἐν ξένῃ καὶ βαρβαρικῇ στολῇ ἀνεπυνθάνοντο
τό τε γένος καὶ τὴν τύχην καὶ τίς τε εἴη καὶ 
πόθεν ἥκει καὶ εἰς οὓς παραγίνεται. ὁ δὲ τῶν μὲν ἄλλων
ὑπερεώρα πάντων, ἀνεζήτει δὲ τὸν δοῦκα τῆς πόλεως. ἠν
δὲ ἄρα οὗτος Ἀλέξιός τις θέματος Ἀρμενιακοῦ γενόμενος.
ὃν θεασάμενος μετὰ σοβαροῦ τοῦ βλέμματος τε καὶ σχήματος
 καὶ σοβαρᾷ τῇ φωνῇ χρώμενος καὶ ὅλως βαρβαρικῇ 
ἀπαγγεῖλαι προσέταττεν Ἀλεξίῳ τῷ αὐτοκράτορι ὅτι “σοὶ
 

 
ἐγὼ Βαϊμοῦντος ἐκεῖνος ὁ τοῦ Ῥομπέρτου, ὃν ὁ ἀνέκαθεν 
χρόνος καὶ σὲ καὶ τὴν ὑπὸ σὲ βασιλείαν ἐδίδαξεν, ὁπόσος
τίς εἰμι τὴν ἀνδρείαν καὶ τὴν ἔνστασιν. ἐφ’ ᾧπερ ἂν καὶ
τὴν ῥοπὴν λάβοιμι, ὡς οὐκ ἂν ἀνασχοίμην, ἴστω Θεὸς, τῶν
 πρὸς ἐμὲ γεγενημένων κακῶν. ἐξ ὅτου γὰρ διὰ τῆς Ῥωμαίων
τὴν Ἀντιόχου κατέλαβον καὶ Συρίαν ὅλην ἠνδραποδισάμην
τῷ ἐμῷ δόρατι, πολλῆς παρὰ σοῦ καὶ τῆς σῆς στρατιᾶς
πικρίας ἐνεφορήθην ἐλπίσιν ἐξ ἐλπίδων παραπεμπόμενος
καὶ εἰς μυρίας συμφορὰς καὶ πολέμους βαρβαρικούς ἐμβαλλόμενος. 
 ἀλλὰ νῦν γε ἴσθι με, κἂν ἀπέθανον, πάλιν ἐξ
ὑπαρχῆς ἀναβεβιωκότα καὶ τὰς σὰς διαδεδρακότα χεῖρας.
πάντα γὰρ ὀφθαλμὸν καὶ πᾶσαν χεῖρα καὶ γνώμην διαλαθὼν
ἐν σχήματι ἀποτεθνηκότος νῦν καὶ ζῶν καὶ κινούμενος καὶ
τὸν ἀέρα πνέων ἐκ τῆσδε τῆς Κορυφοῦς διαπέμπω πάνυ
 μεμισημένας ἀγγελίας τῇ σῇ βασιλείᾳ, ἃς καὶ ἀναμαθὼν
ἂν περιχαρῶς ἀποδέξαιο, ὡς τῷ μὲν Ταγγρὲ καὶ ἐμῷ ἀνεψιῷ
τὴν Ἀντιόχου πόλιν παρακατεθέμην πρὸς τοὺς σοὺς στρατηγοὺς
ἀντίμαχον ἀξιόμαχον καταλείψας καταλείψας αὐτὸς δὲ 
πρὸς τὴν ἰδίαν ἄπειμι χώραν σοὶ μὲν νεκρὸς φημιζόμενος
 καὶ τοῖς σοῖς, ἐμοὶ δὲ καὶ τοῖς ἐμαυτοῦ καὶ ζῶν καὶ κατὰ
σοῦ δεινὰ βουλευόμενος. ἐφ’ ᾧ γὰρ τὴν ὑπὸ σὲ Ῥωμανίαν
κλονήσειν, καὶ ζῶν ἀποτέθνηκα καὶ ἀποθανὼν ἔζησα. εἰ
γὰρ τὴν ἀντιπέραν ἤπειρον καταλάβοιμι καὶ Λογγιβάρδους
καὶ πάντας Λατίνους καὶ Γερμανοὺς καὶ τοὺς καθ’ ἡμᾶς
 Φράγγους ὀψαίμην, ἄνδρας Ἄρεως μνήμονας, πολλῶν φόνων
καὶ πολλῶν αἱμάτων τὰς σὰς ἐμπλήσω καὶ πόλεις καὶ χώρας,
ἕως ἂν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Βυζαντίου τὸ δόρυ πηξαίμην.” εἰς
τοσοῦτον ἄρα ὁ βάρβαρος ἀλαζονείας ἐπῆρτο.

Τὰ μὲν οὖν τῆς πρώτης τοῦ Βαϊμούντου διαπεραιώσεως
ἔργα καὶ ὁπόσα πραγματευσάμενος κατὰ του
αὐτοκράτορος φαίνεται τὰ σκῆπτρα τῶν Ῥωμαίων ἑαυτῷ
μνηστευόμενος καὶ ὅπως τὴν ἐκεῖθεν ὑποχώρησιν μετὰ ῥᾳδιουργίας
προμηθευσάμενος καὶ δὴ καὶ τυχὼν τοῦ σκοποῦ 
καὶ τοιαύτην τὴν ναυλοχίαν καθαπερεὶ νεκρὸς φερόμενος
ποιησάμενος τὴν Κορυφὼ κατέλαβεν, ὧδέ πη περιγεγράφθω.
 ἐχέσθω δ’ αὖθις ὁ λόγος τῶν μετ’ ἐκεῖνα τούτου πράξεων·
καταλαβὼν δὲ ὁ νεκρὸς ὀδωδὼς τὴν Κορυφώ, καθά γε καὶ
εἴρηται, καὶ ἀπειλησάμενος διὰ τοῦ ἐκεῖσε δουκὸς τῷ αὐτοκράτορι, 
ὁπόσα ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, πρὸς τὴν Λογγιβαρδίαν
τὸν ἀπόπλουν ποιησάμενος ἔργου ἥπτετο σκεπτόμενος
αὖθις τὸ Ἰλλυρικὸν καταλαβεῖν καὶ συμμάχους διὰ τοῦτο
σπεύδων συναγηοχέναι πλείους τῶν πρὸ τοῦ. καὶ περὶ κήδους
 τῷ ῥηγὶ Φραγγίας ὁμιλήσας τὴν μὲν τῶν θυγατέρων 
αὐτοῦ εἰς ἰδίαν αὐτῷ γυναῖκα ἐξέδοτο, τὴν δέ γε ἑτέραν
διαπόντιον πρὸς τὴν Ἀντιόχου πόλιν ἐξέπεμψεν ἐφ’ ᾧ
συναφθῆναι τῷ ἀνεψιῷ αὐτοῦ Ταγγρέ. εἶτα δυνάμεις ἁπανταχόθεν
μυριοπληθεῖς συλλεξάμενος ἐκ πάσης τε χώρας καὶ
πόλεως τοὺς κομήτας μεταπεμψάμενος μετὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτοὺς 
στρατευμάτων τὴν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπεραίωσιν ἐπετάχυνεν.
ὁ γοῦν βασιλεὺς τὰ διὰ τοῦ Ἀλεξίου πρὸς αὐτὸν διαμηνυθέντα
ἀκηκοὼς εὐθὺς κατὰ πάσας τὰς χώρας, Πίσσαν τε
 καὶ Γένουαν καὶ Βενετίαν γράμματα ἐπέστελλε προπαρασκευάζων
αὐτοὺς μὴ συναπαχθέντας τοῖς ἀπατηλοῖς του Βαϊμούν- 

 
του λόγοις ἐκείνῳ συνεφέψεσθαι. καὶ γὰρ περιιὼν ἁπάσας
τὰς χώρας καὶ πόλεις λολλὴν τὴν ξκατὰ τοῦ αὐτοκράτορος
καταδρομὴν ἐποιεῖτο καγάνον ὀνομάζων αὐτὸν καὶ τῶν Χριστιανῶν
πολέμιον. ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ Βαβυλώνιος τριακοσίους
 φθάσας κατέσχε τότε κόμητας, ὁπότε τὰ ἄπειρα πλήθη τῶν
Κελτῶν διὰ τῆς ἑσπέρας διαπεραιωσάμενα τὴν Ἀσίαν τήν
τε Ἀντιόχου πόλιν καὶ τὴν Τύρον καὶ τὰς παρακειμένας
ἁπάσας πόλεις καὶ χώρας ἐμάστιζον, καὶ δεσμώτας ἐμφρούρους
εἶχεν, ἡ δὲ φρουρὰ δεινή τῶν πάλαι γεγενημένων, καὶ
 τὰ περὶ τῆς τούτων ἁλώσεως καὶ τὰ ἐντεῦθεν συμπεσόντα 
τούτοις δεινὰ μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ ἐδάκνετο τὴν ψυχὴν
καὶ ὅλος τῆς ἐκείνων ἀναρρύσεως ἀγεγόνει. καὶ μεταπεμψάμενος
Νικήταν τὸν Πανουκωμίτην μετὰ χρημάτων πρὸς τὸν
Βαβυλώνιον ἐξαπέστειλε γραφὰς πρὸς αὐτὸν ἐγχειρίσας, δι᾿
 ὧν τοὺς δορυαλώτους ἐκείνους ᾐτεῖτο κόμητας πολλὰς ὑποσχόμενος
αὐτῷ τὰς χάριτας, εἰ τούτους λύσας τῶν δεσμῶν
ἀπολύσει. ὁ δὲ Βαβυλώνιος τὸν Πανουκωμίτην θεασάμενος 
καὶ ἀκούσας, ἅττα δὴ παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς αὐτὸν
διεμηνύθη, ἀνελίξας δὲ καὶ τὰς γραφὰς λύει μὲν παραχρῆμα 
 τοὺς κόμητας τῶν δεσμῶν, ἐξάγει δὲ καὶ τῆς φρουρᾶς· οὐ
μέντοι γε παντελοῦς ἐλευθερίας αὐτοὺς ἀξιοῖ, ἀλλὰ τῷ
Πανουκωμίτῃ παραδίδωσι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τούτους
ἐξαποστείλας μηδ᾿ ὁτιοῦν τῶν ἀποσταλέντων χρημάτων ἀναλαβόμενος·
εἴτε δὲ ὡς μὴ ἀποχρῶντα πρὸς τοσούτων λύτρον,
 εἴτε καὶ δωροληψίας ἐκφεύγων ὑπόνοιαν καὶ ὡς μὴ
φαίνοιτο τιμῆς τούτους ἀποδόμενος, ἀλλὰ καθαρὰν τὴν χάριν 
ἀπονέμων τῷ βασιλεῖ καὶ ἀκίβδηλον, εἴτε καὶ πλειόνων
ἐφιέμενος, Θεὸς ἄν εἰδείη. τούτους ὁ βασιλεὺς καταλαβόντας
θεασάμενος ὑπερηγάσθη μὲν τὴν τοῦ βαρβάρου γνώμην
 καὶ τεθαύμακεν, ἐπιπόνων δὲ τούτους περὶ τῶν συμβεβηκότων
αὐτοῖς ἐπερωτήσας καὶ μεμαθηκώς, ὅπως ἐπὶ τοσοῦτον
χρόνον καὶ τοσούτων κύκλων περιόδους ἕμφρουροι ὄντες
 

 
οὐδὲ ἅπαξ ἥλιον ἐθεάσαντο οὐδὲ τῶν δεσμῶν ἐλύθησαν,
ἀλλὰ καὶ τροφῶν παντοίων ἄγευστοι τὸ παράπαν ἐπὶ τοσοῦτον
διαμεμενήκεσαν μόνου ἄρτου καὶ ὕδατος μεταλαμβάνοντες,
 οἰκτείρας τοῦ πάθους καὶ θερμὸν καταστάξας
δάκρυον πολλῆς παραχρῆμα ἠξίου φιλοφροσύνης χρήματά τε 
ἐπιδοὺς καὶ ἄμφια παντοῖα παρασχὼν ἐς βαλανεῖα τε προτρεπόμενος
καὶ παντοίως τῆς τοσαύτης κακότητος ἀνακτήσασθαι
τούτους μηχανώμενος. οἱ δὲ ἔχαιρον ἐφ’ οἷς παρὰ
τοῦ αὐτοκράτορος εὖ πεπόνθασιν, οἱ πρὶν ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι,
οἱ παραβάται τῶν πρὸς αὐτὸν ὁρκίων καὶ ὑποσχέσεων, 
τὴν τοσαύτην ἐς αὐτοὺς κατανοοῦντες ἀνεξικακίαν. ὁ
δὲ μεθ’ ἡμέρας μεταπεμψάμενος τούτους ἔφη “ἄδειαν ὑμῖν
τοῦ λοιποῦ δίδωμι, ἵνα ὁπόσον βούλεσθε κατὰ ταύτην τὴν
 πόλιν ἐγκαρτερήσητε μεθ’ ἡμῶν. ὁπηνίκα δέ τις τῶν οἰκείων
ἐπιμνησθεὶς ἐθελήσοι ἀναχωρεῖν, ἀκωλύτως καὶ τῆς πρὸς 
τὰ οἴκοι φερούσης ἅψαιτο συνταξάμενος ἡμῖν καὶ οὕτως διὰ
χρημάτων καὶ παντοίας ἄλλης οἰκονομίας ἐφοδιασθεὶς καλῶς
διευθετηθείη. καὶ ἁπλῶς καὶ παρεῖναι καὶ ἀπεῖναι ἄδειαν
ἔχειν ὑμᾶς βούλομαι καὶ τὸ βουλητὸν ὡς ἐλευθέρους κατὰ
τὴν οἰκείαν γνώμην πράττειν.” ἦσαν μὲν οὖν τέως οἱ κόμητες 
μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος παντοίας, ὡς εἴρηται, θεραπείας
ἀξιούμενοι καὶ δυσαποσπάστως αὐτοῦ ἔχοντες. ἐπεὶ δὲ τὴν
Λογγιβαρδίαν ὁ Βαϊμοῦντος καταλαβών, ὡς ὁ λόγος φθάσας
ἐδήλωσε, πλείω τῶν προτέρων στρατευμάτων σπεύδων συναγαγεῖν
πολλὰ τοῦ αὐτοκράτορος κατέτρεχε κατὰ πᾶσαν πόλιν 
 καὶ χώραν περιιὼν καὶ παγάνον αὐτὸν λαμπρᾷ τῇ φωνῇ
ἀνακηρύττων καὶ τοῖς παγάνοις ὅλῃ γνώμῃ ἐπαρήγοντα,
τοῦτο ὁ αὐτοκράτωρ μεμαθηκὼς τοὺς ῥηθέντας κομήτας τὸ
μέν τι καὶ αὐτῶν προθυμουμένων ἤδη πρὸς τὰς σφῶν ἀπιέναι
χώρας, τὸ δέ τι καὶ πρὸς ἔλεγχον τῶν κατ’ αὐτοῦ παρὰ 
τοῦ Βαϊμούντου διακηρυκευομένων δαψιλεῖς τὰς δωρεὰς ἐπιχορηγήσας
 αὐτοῖς οἴκαδε ἐξαπέστειλεν. αὐτὸς δὲ πρὸς τὴν
 

 
Θετταλοῦ πόλιν σπουδαίως ἐξῄει, ἅμα μὲν καὶ τοὺς νεήλυδας
τὰ στρατιωτικὰ παιδεύειν, ἅμα δὲ καὶ τὸν Βαϊμοῦντον 
ἐκ τῆς περὶ αὐτοῦ φήμης ἀπείργεσθαι τῆς ἀπὸ Λογγιβαρδίας
πρὸς τὴν ἡμεδαπὴν διαπεραιώσεως. ἀπελθόντες τοῖν
 οἱ κόμητες ἐκεῖνοι ἔλεγχοι τοῦ Βαϊμούντου γεγόνασιν ἀψευδέστατοι
ἀπατεῶνα ἀποκαλοῦντες αὐτὸν καὶ μηδ᾿ ἐπὶ τῷ
τυχόντι ἐπαληθεύοντα κατὰ πρόσωπον αὐτὸν πολλάκις ἐγέγχοντες
καὶ κατὰ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ἀποκηρύττοντες,
μάρτυρας αὐτοπίστους ἑαυτοὺς παριστῶντες.

Ἐπεὶ δ’ ἡ τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσις ἁπανταχῇ
διεδίδοτο καὶ πολλῶν ἐδεῖτο ὁ αὐτοκράτωρ δυνάμεων καὶ 
ἀναλόγου στρατεύματος ἀντικαθισταμένου πρὸς τὰ Κελτικά
πλήθη, οὐκ ἔμελλεν οὐδ’ ἀνεδύετο, ἀλλὰ τοὺς περὶ τὴν
Κοίλην Συρίαν μετεπέμπετο, τὸν Καντακουζηνόν φημι καὶ
 τὸν Μοναστρᾶν· ὁ μὲν γὰρ τὴν Λαοδίκειαν ἐφρούρει, ὁ δὲ
τὴν Ταρσόν. τούτους οὖν ἐκεῖθεν μεταπεμπόμενος οὐκ
ἐρήμους τὰς ὑπ’ αὐτῶν φρουρουμένας χώρας καὶ πόλεις
κατέλιπεν· ἐς μὲν γὰρ τὴν Λαοδίκειαν τὸν Πετζέαν μεθ’
ἑτέρων ἐκπέμπει δυνάμεων, ἐς δέ γε Ταρσὸν καὶ ἁπάσας τὰς
 ὑπὸ τὸν Μοναστρᾶν πόλεις καὶ χώρας τὸν Ἀσπιέτην. ἀνὴρ
δὲ οὗτος εὐγενὴς ἐξ Ἀρμενίων ὁρμώμενος καὶ τῶν ἐπ’ ἀν- 
δρείᾳ διαβεβοημένων, ὡς ἡ φήμη τὸ τηνικαῦτα ἐκήρυττε, κἂν
ὁ τότε καιρὸς οὐ πάνυ τοιοῦτον ὄντα ἐξήλεγξεν ὅσον γε τὰ
εἰς στρατηγικὴν δύναμιν. ὁ μὲν γὰρ τῆς Ἀντιόχου ἐπιτροπεύων
 Ταγγρέ, ὃν ὁ λόγος φθάσας καταλέλοιπεν ἐν Συρίᾳ,
φήμας τε ὑπεπέμπετο πυκνάς, ὡς ἄρα ταχὺ καταλάβοι τὴν
Κιλικίαν ἐφ’ ᾧ πολιορκήσειν αὐτὴν καὶ τῶν τοῦ βασιλέως
ἀφελέσθαι χειρῶν, ἅτε ἰδίαν οὖσαν καὶ τῷ δόρατι τούτου
τῶν Τούρκων ἀφαιρεθεῖσαν· καὶ οὐ μόνον φήμας τοιαύτας
 πανταχόσε κατέπεμπεν, ἀλλὰ καὶ διὰ γραμμάτων ἠπείλει 
τὰ χείρω τούτων· ἃ καὶ τῷ Ἀσπιέτῃ καθ’ ἡμέραν ἑκάστην
ἐνεχειρίζετο. καὶ οὐκ ἠπείλει μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπειλῶν
 

 
πρόδρομά τινα καὶ ἐποίει καὶ καθυπισχνεῖτο ποιεῖν δυνάμεις
τε συναγηοχὼς ἁπανταχόθεν ἐξ Ἀρμενίων τε καὶ Κελτῶν καὶ
τούτους καθ’ ἑκάστην ἡμέραν γυμνάζων καὶ πρὸς παρατάξεις
καὶ μάχας ἐξομαλίζων τὸ στράτευμα καὶ ἔστιν οὗ καὶ εἰς
προνομὰς ἀποστέλλων καὶ τὸν καπνὸν πρὸ τοῦ πυρὸς παρεμφαίνων 
τά τε πολιορκητικὰ ὄργανα κατασκευαζόμενος καὶ
 παντοιοτρόπως πρὸς τὴν πολιορκίαν ἑαυτὸν ἀνιστῶν. ἀλλὰ
ταῦτα μὲν ἐκεῖνος· ὁ δὲ Ἀρμένιος Ἀσπιέτης ὥσπερ μηδενὸς
αὐτῷ ἐπικειμένου μηδὲ φοβοῦντος μηδὲ τοσοῦτον ἐπικρεμαννύντος
κίνδυνον ἐκάθητο ῥᾳθυμῶν βαρυτάτους πότους 
νύκτωρ ἑαυτῷ συνίστων. καίτοι ἀνδρικώτατός τε ἦν καὶ
Ἄρεως ὑπασπιστὴς γενναιότατος· ἐπὰν δὲ Κιλικίᾳ
πόρρω δεσποτικῆς χειρὸς γεγονὼς καὶ ἐναυθεντήσας
τοῖς πράγμασι τρυφαῖς ἑαυτὸν ἐκδεδώκει παντοίαις. οὕτως
ὁ Ἀρμένιος ἐκεῖνος ἐκθηλυνόμενος καὶ διαρρέων διηνεκῶς, 
ἐπειδὴ καταλάβοι ὁ τῆς πολιορκίας καιρός, ἀναπεπτωκὼς
ὤφθη πρὸς στρατιώτην φερεπονώτατον τὸν Ταγγρέ. καὶ
 οὔτε πρὸς τὰς βροντὰς ἐκείνου τῶν ἀπειλῶν κατεκροτήθη
 τὴν ἀκοὴν οὔτε κεραυνοφόρου τούτου ἐληλυθότος διὰ τῶν
κατὰ Κιλικίαν πορθήσεων πρὸς τὰς ἀστραπὰς ἐνητένιζεν. 
ὁ μὲν γὰρ ἀθρόν ἀθρόον ἐξ Ἀντιοχείας στρατεύσας στρατὸν
μυρίανδρον καὶ διχῆ τούτους διελόμενος τοὺς μὲν διὰ
τῆς ἠπείρου πέμπει ταῖς Μόψου πόλεσι, τοὺς δὲ ναυσὶ
τριήρεσιν ἐμβαλὼν διὰ τῆς θαλάττης ἄγει τῷ ποταμῷ Σάρωνι.
ῥεῖ δὲ ἄνωθεν οὗτος ἀπὸ τῶν τοῦ Ταύρου ὀρῶν καὶ 
διὰ μέσου παραρρέων τῶν δυεῖν πόλεων Μόψου, τῆς τε
 καταλελυμένης καὶ τῆς ἱσταμένης, ἐς τὸ Συριακὸν ἐκδίδωσι
πέλαγος. ἀφ’ οὗ αἱ νῆες ἀναπλεύσασαι τοῦ Ταγγρὲ καὶ τῷ
στόματι πελάσασαι τούτου τοῦ ποταμοῦ πρὸς τὰς γεφύρας
ἀνήχθησαν, αἳ τὰς ἀμφοτέρας πόλεις ξυνάπτουσι. περιερρεῖτο 
τοίνυν ἡ πόλις ἑκατέρωθεν τῷ στρατεύματι βαλλομένη.
ἔνθεν τοι καὶ ῥᾳδίως εἶχον διαναυμαχεῖν πρὸς τὴν
πόλιν οὗτοι καὶ πεζομαχεῖν ἐκ θατέρου οἱ ἀπὸ τῆς γῆς
αὐτὴν ἐπιθλίβοντες. ὁ δὲ ὥσπερ μηδεμιᾶς καινοτομίας

 
ὑπούσης μηδὲ τοσούτου σμήνους στρατιωτῶν περιβομβοῦντος
κύκλῳ τὴν πόλιν ὀλίγα τούτων ἐφρόντιζεν οὐκ οἶδ’ ὅ
παθὼν καὶ ἀναξίως τότε τῆς αὐτοῦ γενναιότητος διατεθείς.
τοῦτο εὐμισητότατον τὸν ἄνδρα τῷ βασιλικῷ στρατεύματι 
 πεποίηκε. τί οὖν ἔδει παθεῖν τὰς Κίλικας πόλεις ὑπὸ τηλικούτου
καταστρατηγουμένας ἀνδρός; τά τε γὰρ ἄλλα
Ταγγρὲ ῥωμαλεώτατος τῶν κατ᾿ αὐτὸν ἐγεγόνει καὶ εἰς στρατηγικὴν ἐμπειρίαν τῶν σφόδρα θαυμαζομένων, πολιορκῆσαι
δὲ πόλεις ἀφυκτότατος στρατηγός. καὶ θαυμάσειέ τις ἐνταυθοῖ
 γεγονώς, πῶς τὸν αὐτοκράτορα διέλαθε τὸ τοῦ Ἀσπιέτου
ἀπειροπόλεμον. ἐγὼ δ’ ἂν ὑπεραπολογησαίμην τοὐμοῦ πατρός,
ὅτι τὸ τοῦ γένους ἐπίσημον τὸν αὐτοκράτορα πέπεικεν, 
ὡς ἥ τε τοῦ γένους λαμπρότης καὶ τὸ τοῦ ὀνόματος περιβόητον
πολλὰ συνεισενεγκεῖν ἔχοι τῇ τοῦ Ἀσπιέτου ἀρχῇ.
 ἦν γὰρ τῶν Ἀρσακιδῶν τὰ πρῶτα φέρων ἐκεῖνος καὶ ἐκ βασιλικοῦ
καταγόμενος αἵματος. ἔνθεν τοι καὶ στρατοπεδάρχην
αὐτὸν ἠξιώκει πάσης ἀνατολῆς καὶ εἰς ὑπερηφάνους βαθμίδας
ἀνήνεγκεν ἄλλως τε καὶ πεῖραν τῆς ἀνδρείας ἐκείνου λαβών.
καὶ γὰρ ὁπόταν τῷ Ῥομπέρτῳ συνεκρότησε πόλεμον ὁ αὐτοκράτωρ
 καὶ ἐμὸς γενετῆς, καθάπερ ἐμνημόνευσα, κατὰ τὴν
τοῦ πολέμου ἐκείνου σύρραξιν Κελτός τις ὑπερωμίας ἰθύνας 
τὸ δόρυ καὶ μυωπίσας τὸν ἵππον καθάπερ τις σκηπτὸς ἐμπίπτει
τῷ Ἀσπιέτῃ. ὁ δὲ τοῦ ξίφους ἐπιδραξάμενος δέχεται
τὴν τοῦ Κελτοῦ βιαίαν φορὰν καὶ τιτρώσκεται μὲν καιριωτάτην
 πληγὴν τοῦ δόρατος τὸν πνεύμονα μὲν παραμείψαντος,
ἐκεῖθεν δὲ διὰ τῆς ῥάχεως διενεχθέντος· ὁ δὲ μήπω συγχυθεὶς
τῇ πληγῇ μηδὲ τῆς ἔδρας ἐκκυλισθείς, ἀλλ’ ἔδρασας
ἑαυτὸν ἰσχυρότερον παίει τὸν βάρβαρον κατὰ τῆς κόρυθος
καὶ δίχα διαιρεῖ καὶ τὴν κεφαλὴν καὶ τὴν κόρυθα. καὶ
 πίπτουσι καὶ ἄμφω τῶν ἵππων, ὁ μὲν νεκρὸς ὁ Κελτός, ὁ 
δ’ Ἀσπιέτης ἔτι ἐμπνέων. ὃν οἱ ἀμφ’ αὐτὸν ἀνελόμενοι
γεγονότα παντάπασιν ἔξαιμον καὶ καλῶς ἐπιμεληθέντες πρὸς 
 

 
τὸν αὐτοκράτορα ἤνεγκαν δεικνύντες καὶ τὸ δόρυ καὶ τὴν
πληγὴν καὶ τὸν θάνατον τοῦ Κελτοῦ διηγούμενοι. ταύτης
τῆς οὐκ οἶδ’ ὅπως ἀνδρείας καὶ τόλμης τὸ τηνικαῦτα τῷ
Ἀσπιέτῃ μεμνημένος ὁ αὐτοκράτωρ καὶ τούτοις ἐπισυνάψας
τὸ γένος καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ γένους εὔκλειαν * ἀξιόμαχον στρατηγὸν 
ἀποστέλλει κατὰ τὴν Κιλικίαν πρὸς τὸν Ταγγρὲ στρατοπεδάρχην
τετιμηκώς, καθάπερ φθάσασα γέγραφα.

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν περὶ τούτων· πρὸς δέ γε τοὺς
 κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐνδιατρίβοντας ἡγεμόνας ἑτέρας ἐκπέμπει
γραφὰς κατευθὺ Σθλανίτζης τὴν πορείαν ἐντειλάμενος κοιεῖσθαι. 
τί δέ; τοὺς μὲν προμάχους μετεκαλεῖτο, αὐτὸς δὲ
ἀναπεπτώκει ῥᾳστώνης ἀπολαύων καὶ βαλανείοις χρώμενος,
ὁποῖα εἰώθασιν οἱ τὸν βοσκηματώδη βίον προελόμενοι βασιλεῖς;
οὐμενοῦν, ἀλλ’ οὐδὲ περὶ τὰ ἀνάκτορα ὅλως ἐνδιατρίβειν
 ἔτι ἠνέσχετο. ἐξεληλυθὼς δὲ τοῦ Βυζαντίου, ὡς 
ἄνωθεν εἴρηται, κατὰ τὸ μέσον τῶν ἑσπερίων ἐληλύθει χωρῶν
τὴν Θετταλοῦ πόλιν καταλαβὼν εἰς μῆνα Σεπτέμβριον
ἐπινεμήσεως τεσσαρεσκαιδεκάτης εἰκοστοῦ ἔτους ὄντος, ἐξ οὗ
τὰς τῆς βασιλείας ἡνίας περιεζώσατο. καὶ τὴν Αὔγουσταν
δὲ παρεβιάσατο συνεξεληλυθέναι μετ’ αὐτοῦ. ὁ γὰρ τρόπος 
ἐκείνης τοιοῦτός τις ἦν. οὐ πάνυ τι δημοσιεύεσθαι ἤθελεν,
ἀλλὰ τὰ πολλὰ μὲν οἰκουροῦσα ἦν καὶ τὰ ἐκείνης ἔργα
ἐποίει, λέγω δὲ βίβλων τε ἀνελίξεις τῶν μακαρίων ἀνδρῶν
καὶ τὸ πρὸς ἑαυτὴν ἐπιστρέφειν καὶ εὐποιίας καὶ χάριτας
 εἰς ἀνθρώπους, μάλιστα δὲ εἰς ἐκείνους, οὓς οἶδεν ἀπό τε 
τοῦ σχήματος ἀπό τε τοῦ βίου θεραπεύειν Θεὸν καὶ προσευχῇ
προσανέχειν καὶ καταλλήλοις ᾠδαῖς. ἐπειδὰν δὲ μέλλοι
δημοσιεύσειν ἑαυτὴν κατά τινα χρείαν ἀναγκαιοτάτην ὡς
βασιλίδα, αἰδοῦς τε ὑπεπίμπλατο καὶ ἐρύθημα εὐθὺς ἐξηνθήκει
ταῖς παρειαῖς. καὶ ἡ μὲν φιλόσοφος Θεανὼ τοῦ 
πήχεως αὐτῆς γυμνωθέντος, ἐπειδή τις παίζων εἰρήκει πρὸς
ταύτην “καλὸς ὁ κῆχυς”, “ἀλλ᾿ οὐ δημόσιος” εἶπεν ἐκείνη·
 

 
ἡ δὲ βασιλὶς καὶ μήτηρ ἐμή, τὸ τῆς σεμνότητος ἄγαλμα, το
τῆς ἁγιότητος καταγώγιον, μὴ ὅτι γε πῆχυν ἢ βλέμμα δημοσιεύειν 
ἠγάπα, ἀλλ’ οὐδὲ φωνὴν ἐκείνης ἤθελεν εἰς ἀσυνήθεις
παραπέμπεσθαι ἀκοάς. τοσοῦτον ἦν ἐκείνη χρῆμα
 θαυμάσιον εἰς αἰδῶ. ἐπεὶ δὲ ἀνάγκη οὐδὲ θεοί, φησι, μάχονται,
ἀναγκάζεται πρὸς τὰς συχνὰς τοῦ αὐτοκράτορος ἐκστρατεύσεις
αὐτῷ παρακολουθεῖν. κατεῖχε μὲν γὰρ αὐτὴν
ἡ σύμφυτος αἰδὼς ἔνδον τῶν βασιλείων, τὸ δὲ πρὸς τὸν
αὐτοκράτορα φίλτρον καὶ ἡ διάπυρος πρὸς ἐκεῖνον ἀγάπη
 ἐξῆγεν αὐτὴν καὶ μὴ βουλομένην τῶν ἀνακτόρων διὰ ταυτασὶ
τὰς αἰτίας, πρῶτον μὲν ὅτι τὸ συμπεσὸν αὐτῷ νόσημα τῶν
ποδῶν ἐπιμελείας ἐδεῖτο πλείστης. καὶ γὰρ ἀλγηδόνας εἶχε 
δριμείας ὁ αὐτοκράτωρ ἐκ τῆς ποδαλγικῆς διαθέσεως καὶ
οὐδεμίαν ἐπαφὴν οὕτω προσίετο ὡς τῆς ἐμῆς δεσποίνης
 καὶ μητρός. ἐμμελῶς τε γὰρ αὐτῷ προσεφέρετο καὶ προσψαύουσα
δεξιῶς τὰς ὀδύνας τῶν ποδῶν ὑπεκούφιζέ πως. ὁ
γάρ τοι βασιλεὺς ἐκεῖνος (καὶ μοὶ μηδεὶς τῆς
ἐπιμεμφέσθω· τὰ γὰρ οἰκεῖα θαυμάζω· μηδ’ ὡς καταψευδομένην
τοῦ αὐτοκράτορος ὑφοράσθω· τὰ γὰρ ἀληθῆ 
 λέγω) πάντα τὰ ἑαυτοῦ καὶ τὰ κατ' αὐτὸν κατόπιν ἐποιεῖτο
τῆς σωτηρίας τῶν πόλεων. οὐδὲν γὰρ ἐχώριζεν αὐτὸν τῆς
τῶν Χριστιανῶν ἀγάπης, οὐκ ἀλγηδόνες, οὐχ ἡδοναί, οὐ
πολέμων κακώσεις, οὐκ ἄλλο οὐδέν, οὐ μικρὸν οὐ μέγα,
οὐχ ἡλίου φλογώσεις, οὐ χειμώνων δριμύτητες, οὐ προσβολαὶ
 βαρβάρων παντοδαπαί· ἀλλ’ ἀκλινῶς εἶχε πρὸς ἅπαντα
ταῦτα καὶ ὤκλαζε μὲν πρὸς τὴν φύρσιν τῶν νοσημάτων,
ἀντανέθορε δὲ πρὸς τὴν βοήθειαν τῶν πραγμάτων. δεύτερον
δὲ καὶ μέγιστον αἴτιον τοῦ τὴν βασιλίδα συνοπαδὸν εἶναι
τῷ αὐτοκράτορι, ὅτι τοι πολλῶν ἐπιβούλων ἀναφυομένων 
 ἁπανταχόθεν πολλῆς ἐδεῖτο τῆς ἐπιβλέψεως καὶ ὡς ὄντως
πολυομμάτου δυνάμεως. καὶ γὰρ καὶ νὺξ αὐτῷ ἐπίβουλος
ἦν καὶ τὸ μεσαίτατον τῆς ἡμέρας, καὶ ἡ ἑσπέρα προσανπολλῶν?
 

 
έφυέ τι κακὸν καὶ ἡ πρῷα ἐτέκταινε χείριστα· μάρτυς
τούτων Θεὸς. ἆρ’ οὖν οὐκ ἔδει τὸν βασιλέα ὑπὸ τοσούτων
κακῶν ἐπιβουλευόμενον ὑπὸ μυρίων ὀμμάτων φρουρεῖσθαι,
 τῶν μὲν ἐπιτοξαζόντων αὐτῷ, τῶν δὲ τὸ ξίφος παραθηγόντων,
τῶν δ’ ἀφιέντων, ὁπόταν οὐκ ἐνῆν τι δρᾶσαι, λοίδορον 
γλῶτταν καὶ τὸ κακῶς εἰπεῖν; τίνα τοίνυν ἔδει παρεῖναι τῷ
βασιλεῖ σύμμαχον παρὰ τὴν σύμφυτον σύμβουλον; τίς μᾶλλον
ἐκείνης πλέον ἐπεσκέπτετο μὲν τὸν αὐτοκράτορα, ὑπεβλέπετο
δὲ τοὺς ἐπιβουλεύοντας, [τίς] ὀξεῖα μὲν τὸ
ἐκείνῳ ἰδεῖν, ὀξυτέρα δὲ τὸ παρὰ τῶν ἐχθρῶν σκευωρούμενον 
 κατιδεῖν; διὰ ταῦτα καὶ πάντα ἐν πᾶσιν ἦν ἡ ἐμὴ μήτηρ
τῷ δεσπότῃ μου καὶ πατρί, καὶ νύκτωρ ἄγρυπνον ὄμμα καὶ
ἡμέρας περιφανέστατος φυλακτὴρ καὶ τραπέζης καιροῖς ἀντίδοτος
ἀγαθὴ καὶ τῆς ἀπὸ τροφῶν ἀδικίας φυγαδευτήριον
 φάρμακον. ταῦτα τοίνυν τὰ αἴτια τὴν σύμφυτον αἰδῶ τῆς 
γυναικὸς ἐκείνης παρηγκωνίζετο, καὶ ἐθάρρει τοὺς ἄρρενας
ὀφθαλμούς· καίτοι οὐδὲ τότε τῆς συνήθους εὐκοσμίας ἐπελανθάνετο,
ἀλλὰ καὶ βλέμματι καὶ σιγῇ καὶ τῇ περὶ αὐτὴν
 θεραπείᾳ τοῖς πλείοσι μὲν ἀγνωστότερα ἐτύγχανε· καὶ τοῦτο
μόνον, ὅτι βασιλὶς παρέπεται τῷ στρατεύματι, ὁ φερόμενος 
ταῖν ἡμιόνοιν οἰκίσκος ἐδείκνυ καὶ τὸ ἄνωθεν βασιλικὸν καταπέτασμα,
τὰ δ’ ἄλλα ἐπηλυγάζετο τὸ θεῖον ἐκείνης σῶμα.
μόνον ὅτι πρόνοιά τις ἀρίστη τὰ κατὰ τὴν νόσον τοῦ βασιλέως
διεξάγοι καὶ φρουρὰ βασιλέως ἀκοίμητος παρὰ πᾶσι
 διεγινώσκετο καὶ ὄμμα ἐγρηγορὸς καὶ μὴ ἐπινυστάζον τοῖς 
πράγμασι. καὶ ἡμεῖς δέ, ὅσοι περὶ τὸν αὐτοκράτορα εὖνοι,
περὶ τὴν ἐκεῖνον φρουρὰν διεπονούμεθα τε καὶ συνῃρόμεθα
τῇ δεσποίνῃ καὶ μητρὶ ἕκαστος ὡς εἶχεν ὅλῃ ψυχῇ καὶ
γνώμῃ μηδ’ ἐπινυστάζοντες ὅλως. ταῦτα πρὸς τοὺς φιλοσκώμμονας
καὶ τὰς φιλολοιδόρους γλώττας γεγράφαται. τόν 
τε γὰρ ἀναίτιον ὑπ’ αἰτίασιν ἄγουσι (καὶ τοῦτον οἶδε
ἀνθρώπινον τρόπον καὶ ἡ Ὁμήρου Μοῦσα) καὶ τὰ καλῶς
 

 
πεπραγμένα διαφαυλίζουσι καὶ ὑπὸ μέμψιν ποιοῦσι τὸ ἄμεμπτον.
καίτοι ἐκείνη κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τὴν κατ’ ἐκεῖνο 
καιροῦ γεγονυῖαν (κατὰ γὰρ τοῦ Βαϊμούντου τὴν ὁρμὴν
βασιλεὺς ἐπεποίητο) τὸ μέν τι ἄκουσα, τὸ δ’ ἑκουσίως
 συνείπετο. οὐ γὰρ συνεισβαλεῖν ἔδει τὴν βασιλίδα τῷ βαρβαρικῷ
στρατεύματι. πῶς γὰρ ἄν; Τομύριδος ταῦτα καὶ
Σπαρέθρας τῆς Μασσαγέτιδος, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς ἐμῆς Εἰρήνης.
ἄλλοσε γὰρ ἐτρέπετο τὸ ταύτης ἀνδρεῖον καὶ ἄλλως ἐξώπλιστο,
ἀλλ’ οὐ τῷ τῆς Ἀθηνᾶς δόρατι οὐδὲ τῇ κυνέῃ τοῦ
 Ἄιδος· ἀλλ᾿ ἀσπὶς μὲν ἐκείνῃ καὶ θυρεὸς καὶ ξίφος ἐς τὸ
πρὸς τὰς συμφορὰς καλῶς ἀντιπαρατάσσεσθαι καὶ τὰς τοῦ 
βίου ἐπαναστάσεις, ἃς οἶδεν ἡ βασίλεια τοῖς βασιλεῦσιν ἐπικειμένας,
ἡ περὶ τὰ πράγματα δραστηριότης καὶ τὸ κατὰ
τῶν παθῶν ἐπιπληκτικώτατον καὶ ἡ ἀνυπόκριτος πίστις, ὡς
 Σολομῶντι δοκεῖ. οὕτως ἡ ἐμὴ μήτηρ καὶ πρὸς τοιούτους 
πολέμους ἐσκεύαστο, τὰ δ’ ἄλλα εἰρηνικωτάτη ἦν κατὰ τοὔνομα.
ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ μὲν τῆς συμπλοκῆς τῶν βαρβάρων ἔμελλε,
πρὸς δὲ παρασκευὴν τῶν τῆς συμπλοκῆς ὁ βασιλεὺς ἀφεώρα
καὶ τὰ μὲν ἀσφαλίσασθαι τῶν φρουρίων σκοπὸν εἶχε, τὰ δὲ
 κατοχυρῶσαι καὶ ὅλως εὔοδα πάντα τὰ κατὰ τοῦ Βαϊμούντου
καταστήσασθαι ἔσπευδε, συνεξυπήγετο καὶ τὴν βασιλίδα τό
μέν τι καὶ ἑαυτοῦ ἕνεκα καὶ δι’ ἃς αἰτίας εἰρήκειμεν, τὸ δέ
τι καὶ ἐν τῷ ἀκινδύνῳ τῶν πραγμάτων ἔτι καθεστηκότων
καὶ μήπω καιροῦ πολέμου ἐπιδεδημηκότος. ἀναλαβομένη τοίνυν 
 ὁπόσον διὰ χρυσοῦ καὶ ἄλλης ποιότητος προσῆν αὐτῇ
χάραγμα καὶ ἕτερά τινα τῶν χρημάτων ἔξεισι τῆς πόλεως. καὶ
τοῦ λοιποῦ ἐν τῷ διιέναι τὰς ὁδοὺς πᾶσι τοῖς ἐπαίταις καὶ
τοῖς σισυροφόροις καὶ γυμνοῖς δαψιλῆ τὴν χεῖρα παρεῖχε·
καὶ οὐδεὶς ὁ αἰτησάμενος καὶ κενὸς ἀπελθών. ἐπὰν δὲ τὴν
 ἀποτεταγμένην σκηνὴν κατειλήφει, οὐ πρὸς ῥᾳστώνην εὐθὺς 
ἀπέκλινεν εἴσω ταύτης γεγονυῖα, ἀλλ’ ἀναπεταννῦσα ταύτην
ἄνετον τοῖς αἰτοῦσι παρεῖχε τὴν εἴσοδον. τοῖς τοιούτοις
 

 
 γὰρ καὶ μάλα εὐπρόσιτος ἦν καὶ παρεῖχεν ἑαυτὴν ὁρᾶσθαί
τε καὶ ἀκούεσθαι. οὐ χρημάτων δὲ μετεδίδου τοῖς πένησι
μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ λῴονα συνεβούλευε. καὶ ὁπόσους μὲν
εὐρώστους τὰ σώματα κατενόει, ῥᾳθύμως δὲ περὶ τὸν βίον
ἔχοντας, πρὸς ἔργα καὶ πράξεις προὐτρέπετο, ἴν’ ἐντεῦθεν 
τὰ πρὸς χρείαν κομίζοιντο, καὶ μὴ δι’ ἀμέλειαν ἀναπεπτωκότας
θύραν ἐκ θύρας ἐπαιτοῦντας περινοστεῖν. καιρὸς δὲ
οὐδεὶς τῆς τοιαύτης ἐργασίας ἀπεῖργε τὴν βασιλίδα. ὁ μὲν
οὖν Δαυὶδ μετὰ κλαυθμοῦ τὸ πόμα κιρνῶν φαίνεται· ἡ
δέ γε βασιλὶς αὕτη καὶ τροφὴν καὶ ποτὸν ἐλέῳ συγκεραννῦσα 
 καθ’ ἑκάστην ἐδείκνυτο. καὶ πολλὰ ἂν εἶχον εἰπεῖν
περὶ ταύτης τῆς βασιλίδος, εἰ μὴ τὸ θυγάτριον εἶναι ψεύδους
παρεῖχεν ὑπόνοιαν καὶ ὅτι μητρὶ χαριζόμεθα. πρὸς δὲ τοὺς
ταῦτα ὑπονοοῦντας παρέξομαι τοῖς λόγοις συνεπιμαρτυροῦντα
τὰ πράγματα.

Τὸν δέ γε αὐτοκράτορα τὴν Θεσσαλονίκην καταλαβόντα
μεμαθηκότες οἱ ἐκ τῶν ἑσπερίων λήξεων, καθάπερ
τὰ βαρέα τῶν σωμάτων ἐπὶ κέντρα φέρεται, οὕτω δὴ καὶ
ἅπαντες πρὸς αὐτὸν ἐφοίτων. ἀκρίς μὲν οὖν οὐ προηγήσατο
τῶν Κελτῶν καθαπερεὶ τῶν πρότερον διελθόντων· ἐν 
οὐρανῷ δὲ κομήτης ἐφάνη μέγας καὶ τῶν πάλαι φανέντων
ὁ μέγιστος, ὃν οἱ μὲν δοκίδα, οἱ δ’ ἀκοντίαν ἔφασαν εἶναι.
ἔδει γὰρ τῶν μελλόντων καινισθῆναι ξενοπρεπῶν πραγμάτων
προοίμιά τινα προκαταγγελτικὰ τούτων μηνυθῆναι ἄνωθεν.
 καὶ γὰρ ἦν τοῦτον θεᾶσθαι ἐπὶ τεσσαράκοντα νυχθημέροις 
ὅλοις παμφαίνοντα· ἐφαίνετο δὲ ἀπὸ τῶν δυτικῶν μερῶν
ἐξιὼν καὶ πρὸς ἀνατολὰς ἡλίου διήκων. ὃν οἱ θεώμενοι
ἅπαντες ἐκδειματούμενοι ἐζήτουν, τίνων ὁ ἀστὴρ ἄγγελός ἐστιν.
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ μηδὲ πάνυ τοῖς τοιούτοις προσέχων, ἀλλὰ
φυσικῆς τινος ἐξηρτῆσθαι τὰ τοιαῦτα αἰτίας δοξάζων, ὅμως 
ἠρώτα τοὺς περὶ τὰ τοιαῦτα δεινούς· μεταπεμψάμενος δὲ
καὶ τὸν τῆς ἐπαρχίας τοῦ Βυζαντίου τὴν ἀξίαν πρῴην εἰλη-
 

 
φότα Βασίλειον (ἀνὴρ δὲ οὗτος πολλὴν τὴν περὶ τὸν αὐτοκράτορα 
εὔνοιαν ἐνδεικνύμενος) περὶ τοῦ φανέντος ἀστέρος
ἐπυνθάνετο. ὁ δὲ ἐς νέωτα φυλάξειν ἐπηγγείλατο τὴν ἀπόκρισιν
καὶ ἀπελθὼν οὗ κατέλυε (τέμενος δὲ τοῦτο
 τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου πάλαι ἀνοικοδομηθέν), ἐπεὶ πρὸς
δυσμὰς ὁ ἥλιος ἦν, περιεσκόπει τὸν ἀστέρα. διαπορουμένῳ
δὲ καὶ καμόντι τοῖς λογισμοῖς ὑπνῶσαι ξυμβεβήκει καὶ τηνικαῦτα
τὸν ἅγιον θεάσασθαι ἱερατικῶς ἐσταλμένον. ὁ δὲ
περιχαρὴς γεγονὼς οὐκέτ’ ὄναρ ἐδόκει, ἄλλ’ ὕπαρ ὁρᾶν.
 ἔνθεν τοι καὶ γνωρίσας τὸν ἅγιον ἔμφοβος γενόμενος μεθ’ 
ὑποστολῆς ᾐτεῖτο, τίνων ἀγγελτικὸς ὁ ἀστήρ ἐστι, γνωρίσαι
οἱ. ὁ δὲ Κελτῶν κίνησιν προσημαίνειν τοῦτον ἔφη· “τὸ
δὲ σβέννυσθαι τὴν τούτων αὐτοῦ που κατάλυσιν δηλοῖ.” 
ἀλλὰ περὶ μὲν τοῦ φανέντος ἀστέρος τοιαῦτα· ὁ δὲ βασιλεὺς
 τὴν Θεσσαλονίκην καταλαβών, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν,
ἡτοιμάζετο πρὸς τὴν τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσιν ἐκπαιδεύων
μὲν τοὺς νεολέκτους τόξον τε τείνειν καὶ βέλη κατὰ σκοποῦ 
πέμπειν καὶ περιφράττεσθαι θυρεῷ, ἀλλὰ καὶ ξενικὰς ἐξ
ἀλλοδαπῶν διὰ γραμμάτων παρασκευάζων δυνάμεις, ἵν᾿
 ὁπηνίκα καιρὸς καλοίη, θᾶττον παραγένωνται. πολλὴν δὲ
καὶ τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἐπεποίητο πρόνοιαν τήν τε πόλιν τὸ
Δυρράχιον ἀσφαλισάμενος καὶ ἡγεμόνα ταύτης τὸν δεύτερον
υἱὸν Ἰσαακίου τοῦ σεβαστοκράτορος Ἀλέξιον καταστησάμενος.
ἅμα δὲ κἀκ τῶν Κυκλάδων νήσων καὶ τῶν παρὰ θάλασσαν
 τῆς Ἀσίας πόλεων καὶ αὐτῆς τῆς Εὐρώπης στόλον παρεκελεύσατο
ἀπαρτίσαι· πολλῶν δὲ παρεμποδιζόντων τὴν τοῦ στόλου 
κτίσιν διὰ τὸ μήπω τὴν τοῦ Βαϊμούντου κατεπείγειν
ὁ δ’ ὅμως οὐκ ἐπείθετο λέγων δεῖν εἶναι τὸν
στρατηγὸν ἀνύστακτον φύλακα καὶ μὴ πρὸς τὰ ἐν ποσὶ μόνον
 παρασκευάζεσθαι, ἀλλὰ καὶ τὰ πόρρω ὁρᾶν μήτε μὴν φειδοῖ
χρημάτων καιροῦ καλοῦντος ἀνέτοιμον φαίνεσθαι καὶ μᾶλλον,
ὁπηνίκα ἔφοδον ἐχθροῦ αἴσθηται. ταῦτα τοίνυν δεξιώτατα
 

 
διαθέμενος ἐκεῖθεν μεταναστὰς καταλαμβάνει τὴν Στρούμπιτζαν
κἀκεῖθεν αὖθις ἄχρι τοῦ Σλοπίμου. μεμαθηκὼς δὲ
 καὶ τὴν Ἰωάννου τοῦ υἱοῦ τοῦ σεβαστοκράτοροσ ἧτταν κατὰ
τῶν Δαλματῶν προαποσταλέντος δυνάμεις ἀποχρώσας ἐκπέμπει
εἰς ἀρωγήν. ὁ μὲν οὖν Βολκάνος εὐθὺς πονηρότατος 
ὢν ἐρωτᾷ πρὸς τὸν βασιλέα τὰ περὶ εἰρήνης καὶ τοὺς ζητηθέντας
ὁμήρους ἐκπέμπει. ἐκεῖνος δὲ ἐγκαρτερήσας ἐπὶ
ἐνιαυτὸν ἴνα καὶ μῆνας δύο, ὡς τὸν Βαἱμοῦντον ἔτι ἐν τοῖς
τῆς Λογγιβαρδίας μέρεσι διατρίβοντα ἐπεπληροφόρητο, τοῦ
χειμῶνος ἐπικαταλαμβάνοντος ἤδη, τοὺς στρατιώτας πρὸς 
τὰς σφῶν οἰκίας ἐξέπεμψεν, αὐτὸς δὲ τὴν Θεσσαλονίκην
καταλαμβάνει. ἐν δὲ τῷ τὴν πρὸς Θεσσαλονίκην ἀνύειν
 ἐτέχθη ὁ πρωτότοκος τῶν υἱῶν τοῦ πορφυρογεννήτου καὶ
βασιλέως Ἰωάννου κατὰ τὴν Βαλαβίσταν συνεπαγόμενος ἐν
τῷ τίκτεσθαι καὶ ἕτερον θῆλυ. ἐκεῖσε γοῦν τὴν μνήμην τοῦ 
μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ἐκτελέσας εἰσέρχεται εἰς τὴν μεγαλόπολιν.
γέγονε δὲ καί τι τοιοῦτον. περὶ τὰ μέσα τοῦ
Κωνσταντινίου φόρου χαλκοῦς τις ἀνδριὰς ἵστατο καὶ πρὸς
ἀνατολὰς ἀπέστραπτο ἐπὶ πορφυροῦ κίονος περιόπτου σκῆπτρον
μὲν κατέχων τῇ δεξιᾷ, τῇ δὲ λαιᾷ σφαῖραν ἀπὸ χαλκοῦ 
 κατασκευασθεῖσαν. ἐλέγετο δ’ οὖν εἶναι οὗτος Ἀπόλλωνος
ἀνδριάς · Ἀνθήλιον δέ, οἶμαι, οἱ τῆς Κωνσταντίνου οἰκήτορες
αὐτὸν προσηγόρευον. ὃν ὁ μέγας ἐν βασιλεῦσι Κωνσταντῖνος
ἐκεῖνος καὶ τῆς πόλεως καὶ πατὴρ καὶ δεσπότης εἰς τὸ ἑαυτοῦ
μετέθηκεν ὄνομα Κωνσταντίνου αὐτοκράτορος ἀνδριάντα 
αὐτὸν προσειπών. ἐπεκράτησε δὲ ἡ ἀρχῆθεν τεθεῖσα προσηγορία
τῷ ἀνδριάντι καὶ ἤτοι Ἀνήλιος ἢ Ἀνθήλιος ὑπὸ πάντων
 ἐλέγετο. τοῦτον τὸν ἀνδριάντα ἐξ αἰφνιδίου πνεύσαντες
ἄνεμοι πλατύτατοι λίβες ἐκεῖθέν τε ὦσαν καὶ εἰς γῆν ἔρριψαν
 περὶ τὸν ταῦρον τοῦ ἡλίου τότε ὁδεύοντος. ὅπερ οὐκ 
ἀγαθὸς οἰωνὸς τοῖς πλείοσιν ἔδοξε καὶ μᾶλλον, ὁπόσοι μὴ
καλῶς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα εἶχον· ὑπεψιθύριζον γὰρ τὸν
 

 
Τοῦ βασιλέως θάνατον τὸ συμβὰν προμηνύειν. ὁ δὲ “ζωῆς
Καὶ θανάτου ἕνα κύριον ἐπίσταμαι,” ἔλεγε “πτώσεις δὲ
Εἰδώλων θάνατον ἐπάγειν οὐδ᾿ ὅλως πιστεύειν ἔχω. ὁπηνίκα
Γὰρ Φειδίας τις, φέρε εἰπεῖν, ἤ τις τῶν λιθοξόων λίθον
 ἀποξέσας εἴδωλον ἀποεργάσοιτο, ἀναστήσει μὲν καὶ νεκρούς,
Παράξει δὲ καὶ ἔμψυχα; Καὶ εἰ ταῦτα, τῷ τῶν ἁπάντων
Δημιουργῷ τί καταλειφθήσεται; ἀποκτενῶ γὰρ καὶ ζῆν ἐγὼ
Ποιήσω φηςὶ καὶ οὐχὶ τοῦδε ἢ τοῦδε εἰδώλου πτῶσις ἢ 
 θει προνοίᾳ.

Κυκεὼν δὲ κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἄλλος αὖθις
Κακῶν ἐξεγήγερτο, ὃς οὐχ ὑπὸ τῶν τυχόντων ἐξηρτύετο ἤδη
ἄνδρες γάρ τινες ἐπ᾿ ἀνδρείᾳ καὶ γένους εὐκλείᾳ μεγάλα
Αὐχοῦντες κατὰ τοῦ βασιλικοῦ ἐμελέτησαν σώματος φόνιον
 πνέοντες. Καὶ θαυμάζω ἐνταῦθα τῆς ἱστορίας γεγονυῖα,
Πόθεν τοσοῦτον λπλῆθος κακῶν τὸν βασιλέα περιεστοίχισεν.
Οὐδὲν γάρ, οὐδὲν ἦν οὐδ᾿ ὁποθνοῦν, ὃ μὴ κατ᾿ αὐτοῦ
ἐκεκίνητο. Τά τε γὰρ ἔνδον ἀποσταςίας ἦσαν μεστὰ καὶ τὰ
ἔξωθεν ἐπαναστάσεως ἔγεμε. Καὶ μήπω πρὸς τὰ ἔνδον τοῦ 
 αὐτοκράτορος ἀντικαταστάντος τἀκτὸς πάντα περιεφλέγμαινε,
Βαρβάρους ἅμα καὶ τοὺς ἔνδον τυράννους τῆς Τύχης αὐτῆς
ὥσπερ τινὰς Γίγαντας αὐτοφυεῖς ἀναβλαστανούσης, καίτοι
τοῦ βασιλέως ἅπαντα πρὸς τὸ ἡμερώτερον καὶ φιλανθρωπότερον
ἐπιτροπεύοντος καὶ διοικονομουμένου τὰ πράγματα
 καὶ οὐκ ἔστιν ὅντινα μὴ τοῖς ἀγαθοῖς κατακλύζοντος. Τοὺς
Μὲν γὰρ καὶ ἀξιωμάτων τιμαῖς κατεκύδαινε καὶ δωρεαῖς μεγάλαις
Καταπλουτίζων ἀεὶ οὐκ ἀνῆκε· τοὺς δὲ ὁπουδήποτε 
Βαρβάρους, ἀφορμὰς μὴ διδοὺς πολέμων μηδ᾿ ἀνάγκην ἐπάγων
Αὐτός, ἀνασοβοῦντας ὅμως ἀνέστελλεν, ὡς ἔστι κακῶν στρατηγῶν,
 τῶν πραγμάτων ἡσυχαζόντων ἀτοὺς ἐξεπίτηδες
ἀνερεθίζειν τοὺς πέριξ εἰς πόλεμον. Εἰρήνη μὲν γὰρ τέλος
ἐστὶ πολέμου παντός, τὸ δ᾿ ἀνθελέσθαι ἀεὶ αὐτόθεν τὸ
 

 
ἕνεκά του * καὶ τοῦ ἀγαθοῦ τέλους ἀεὶ ἀμελεῖν, τοῦτο ἀνοήτων
ἐστὶ στρατηγῶν καὶ δημαγωγῶν καὶ ὄλεθρον πραγματευομένων
τῆς πόλεως. ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος τοὐναντίον ἅπαν
ἐποίει καὶ τοῦ εἰρηνεύειν ἐκτόπως ἐπεμελεῖτο καἰ * παροῦσαν
 ἀεὶ πανταχόθεν συνεῖχε καὶ ἀπούσης ἐπηγρύπνει πολλάκις, 
ὅπως ἐπανέλθοι. καὶ ἦν ὁ αὐτὸς κατὰ φύσιν μὲν
εἰρηνικός , ἀναγκαζόντων δὲ τῶν πραγμάτων πολεμικώτατος.
καὶ ἔγωγ’ ἂν φαίην θαρρούντως περὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὡς
 ἄρα τοῦ βασιλικοῦ χαρακτῆρος πολλοῦ χρόνου καταλελοιπότος
τὰ τῶν Ῥωμαίων βασίλεια, ἐπ’ αὐτοῦ καὶ μόνου ἐπανεληλυθέναι 
τρόπον τινὰ τότε πρώτως τῇ Ῥωμαίων ἡγεμονίᾳ ἐπιξενουμένου.
ἀλλ’ ὅπερ ἔλεγον τοῦ λόγου ἀρχομένη , ὅτι
θαυμάζειν ἔχω τὴν τοσαύτην τῶν πραγμάτων τῶν πολεμικῶν
 ἐπίχυσιν· τά τε γὰρ ἔξω καὶ τἄνδον πάντα ἦν ἰδεῖν κυμαινόμενα
πανταχόθεν. ἀλλ’ ὅ γε βασιλεὺς Ἀλέξιος καὶ τὰ 
ἀφανῆ τῶν ἐχθρῶν καὶ κρύφια καὶ προῃσθάνετό τε καὶ
παντοδαποῖς μηχανήμασι πόρρω τὰς βλάβας ἀπήλαυνε καὶ
πρὸς τοὺς ἔνδοθεν τυράννους καὶ πρὸς τοὺς ἔξωθεν βαρβάρους
ἀνταγωνιζόμενος ἀεὶ προφθάνων ὀξύτητι νοῦ τὰς
τῶν ἐπιβουλευόντων ἐπιβουλὰς καὶ ἀνακόπτων τὰς τούτων 
ὁρμάς. καὶ ἔγωγε στοχάζομαι ἀπὸ τῶν πραγμάτων αὐτῶν
τὴν Τύχην τῆς βασιλείας , ὅτι πανταχόθεν συνέρρευσε τὰ
δεινὰ καὶ ἐτετάρακτο αὐτό τε τὸ σῶμα τῆς πολιτείας καὶ
πᾶν ἀλλότριον ἐμεμήνει κατὰ τῆς βασιλείας Ῥωμαίων , ὡς
 εἴ τις οὕτως ἔχοι κακῶς, ὥστε καὶ ὑπὸ τῶν ἀλλοδαπῶν 
πολεμεῖσθαι καὶ ὑπὸ τῶν οἰκείων κατατρύχεσθαι τὰς σάρκας
 διαμασσώμενον, τοῦτον δὲ ἀνεγεῖραι τὴν πρόνοιαν, ἴνα πρὸς
τὰ πανταχόθεν κακὰ ἀντιμηχανῷτο, ὥσπερ δὴ καὶ τὸ τηνικαῦτα
συνιδεῖν ἔδει. ὅ τε γὰρ Βαϊμοῦντος ὁ βάρβαρος ὁ
πολλάκις ἡμῖν εἰρημένος ἐξηρτύετο κατὰ τῶν σκήπτρων Ῥωμαίων 
βαρύτατον στράτευμα ἐπαγόμενος καὶ τὸ τυραννικὸν
 

 
τοῦτο πλῆθος ἑτέρωθεν ἀντεπηγείρετο, καθάπερ ἄνωθεν τοῦ
λόγου πεπροοιμίασταί. τέσσαρες μὲν ἦσαν οἱ ξύμπαντες οἱ
τῆς βουλῆς καταρχόμενοι , Ἀνεμάδες τὴν ἐπωνυμίαν , τὰς
κλήσεις ὁ μὲν Mιχαήλ, ὁ δὲ Λέων, ὁ ἔτερος *, ὁ ἄλλος
 προσηγορεύετο. ἀδελφοὶ δ᾿ ἦσαν καὶ τὰ σώματα πρότερον
καὶ τότε τὴν γνώμην · εἰς ταὐτὸ γὰρ ἅπαντες συνεφρόνησαν, 
ἀποκτεῖναί τε τὸν αὐτοκράτορα καὶ τῶν βασιλικῶν ἐπιλήψεσθαι
σκήπτρων. συνυπήγοντο δὲ αὐτοῖς καὶ ἕτεροι τῶν
εὐγενῶν , οἵ τε Ἀντίοχοι γένους ὄντες περιφανοῦς καὶ οἱ
 Ἐξαζηνοὶ καλούμενοι , ὅ τε Δούκας καὶ ὁ Ὑαλέας , ἄνδρες
ἐκθυμότατοι τῶν πώποτε γεγενημένων πρὸς μάχας, πρὸς δὲ
καὶ Νικήτας ὁ Κασταμονίτης καὶ Κουρτίκιός τις καὶ ὁ Βασιλάκιος
Γεώργιος. οὗτοι μὲν οὖν ἦσαν τοῦ στρατιωτικοῦ
καταλόγου πρωτεύοντες , τῆς δέ γε συγκλήτου ὁ Σολομῶν
 Ἰωάννης. ὃν διὰ πλούτου περιουσίαν καὶ γένους λαμπρότητα
βασιλέα χρίσειν ὁ Μιχαὴλ ὁ καὶ κορυφαῖος τῆς τετρακτύος 
τῶν Ἀνεμάδων σχηματιζόμενος ἐπηγγέλλετο. ὁ δὲ Σολομῶν
οὗτος τῆς συγκλήτου λογάδος τὰ πρῶτα φέρων οὐ μόνον
τῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν συνεξηπατημένων αὐτῷ βραχύτατος
 μὲν ἦν τὴν ἡλικίαν, κουφότατος δὲ τὴν γνώμην. Ἀριστοτελικῶν
τε καὶ Πλατωνικῶν μαθημάτων ᾤετο εἰς ἄκρον ἐληλυθέναι·
οὐ μὴν εὖ ἧκε τῆς φιλοσόφου εἰδήσεως, ἀλλ’ ὅμως
ἐτετύφωτο διὰ περιουσίαν κουφότητος. λοιπὸν πρὸς τὴν βασιλείαν
ὅλοις ἱστίοις ἀπένευε καθάπερ ὑπὸ τούτων τῶν Ἀνεμάδων
 ἐμπνεόμενος. ἀλλ’ ἦσαν ἄρα τὰ πάντα πλάνοι. οὐ
γὰρ εἶχον ἐν νῷ τοῦτον οἱ ἀμφὶ τὸν Μιχαὴλ ἐς τὸν βασθλικὸν 
θρόνον ἀναγαγεῖν, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, ἀλλὰ τῇ κουφότητι
τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῷ πλούτῳ πρὸς τὴν ἰδίαν ἐπιχείρησιν 
ἀπεχρῶντο. ἀεί τι ἐκεῖθεν τοῦ χρυσοῦ ῥεύματος ἐπισπῶντες
 καὶ ταῖς ἐλπίσι τῆς βασιλείας ποιοῦντες ὑπότυφον ὅλον
ἑαυτοῖς τιθασσὸν ἐποιήσαντο γνώμης τοιαύτης ἔχοντές, ὡς
 

 
εἰ εὔοδα πράξαιεν καὶ ἡ Τύχη αὐτοῖς εὐνούστερον πως
 ἐνατενίσειε, τὸν μὲν παραγκωνίσαιντο ἀφέντες ψαίρειν ἐπὶ
πελάγους , αὐτοὶ δὲ τῶν σκήπτρων ἀνθέξοιντο μικράν τινα
δόξαν καὶ εὐετηρίαν αὐτῷ ἀπονείμαντες. οἱ μέντοι γε πρὸς
ἐκεῖνον λόγοι τῆς ἐπιβουλῆς οὐ φόνον τοῦ αὐτοκράτορος 
ἐπηγγέλλοντο οὐδὲ ξιφουλκίας ἐμέμνηντο , οὐ μάχης οὐδὲ
πολέμων, ἴνα μὴ καταπτοήσαιεν τὸν ἄνδρα πάλαι τοῦτον
εἰδότες πρὸς ἅπαν εἶδος πολέμου δειλότατον. τοῦτον τοίνυν
τὸν Σολομῶντα ὥσπερ δὴ κορυφαιότατον τῶν ἄλλων
ἐνηγκαλίσαντο. συνυπήχθησαν δὲ τῇ τούτων βουλῇ καὶ ὁ 
Σκληρός καὶ ὁ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κωνσταντίνου τῷ τότε
 διηνυκὼς Ξηρός. ὁ μέντοι Σολομῶν κουφοτέρας ὢν γνώμης,
καθάπερ ἄνωθεν ἔρηται, καὶ μηδὲν τῶν παρὰ τοῦ Ἐξαζηνοῦ
καὶ τοῦ Ὑαλέα καὶ αὐτῶν δὴ τῶν Ἀνεμάδων μελετωμένων
συνεὶς ἐν χερσὶν ἤδη τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων κατέχειν 
οἰόμενος προσωμίλει τισὶ καὶ ὑπεποιεῖτο ὑποσχέσεσι δωρεῶν
καὶ ἀξιωμάτων τούτους ὑπαγόμενος. φοιτήσας δέ ποτε πρὸς
αὐτὸν ὁ τοῦ δράματος κορυφαῖος Μιχαὴλ ὁ Ἀνεμᾶς καὶ
θεασάμενος ὁμιλοῦντα τινι ἐπυνθάνετο, τί ἂν εἴη τὸ κεγόμενον.
ὁ δὲ Σολομῶν μετὰ τῆς συνήθους ἁπλότητος φησιν 
ὡς “ἀξίωμα αἰτήσας ἡμᾶς καὶ λαβὼν τὴν ὑπόσχεσιν συνέθετο
κοινωνὸς ἡμῖν τῆς βουλῆς τῶν πάντων ἔσεσθαι”. ὁ
 δὲ μωρίαν τούτου καταψηφισάμενος καὶ περίφοβος γεγονώς,
ὡς μηδ’ ὅλως ἐχεμυθεῖν πεφυκότα διαγνούς, οὐκέθ’ ὡς τὸ
πρότερον πρὸς αὐτὸν ἐφοίτα.

Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται , τοὺς Ἀνεμάδας φημὶ καὶ
Ἀντιόχους καὶ τοὺς τούτων συνωμότας, κατὰ τοῦ βασιλικοῦ
τὴν σκαιωρίαν ἐποιοῦντο σώματος, ἵν᾿, ὁπηνίκα καιροῦ εὐθέτου
τύχοιεν, παρευθὺ τὸν μελετώμενον κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος
φόνον εἰς ἔργον προάξωσιν. ὡς δὲ παρὰ τῆς προνοίας ἄδεια 
οὐδεμία τούτοις ἐδίδοτο καὶ ὁ καιρὸς παρερρύετο, πτοηθέντες
μὴ κατάφωροι γένωνται, ὃν ἐπεζήτουν καιρὸν ἔδοξαν εὑρηκέναι.
 ἐπεὶ γὰρ ὁ αὐτοκράτωρ μετὰ τὸ διυπνισθῆναι κατὰ
δείλην ἑῴαν τὴν ἐκ τῶν πολλῶν φροντίδων ἐγγινομένην

 
ἅλμην καταγλυκαίνειν ἐθέλων ἐνίοτε συμπαίστορας εἶχε τῶν
συγγενέων τινὰς παίζων τὸ ζατρίκιον παιδιὰ δὲ τοῦτο ἐκ
τῆς τῶν Ἀσσνρίων τρυφῆς ἐξευρημένον καὶ εἰς ἡμᾶς ἐκεῖθεν
ἐληλυθός) , οἱ τὴν τυραννικὴν ἐζοπλίσαντες χεῖρα διὰ
 τοῦ βασιλικοῦ κοιτωνίσκου ἔμελλον ὡς εἰς τὸν βασιλέα χωρῆσαι
τὸν φόνον ὠδίνοντες. ὁ δέ τοι βασιλικὸς κοιτωνίσκος
οὗτος, οὗπερ οἱ βασιλεῖς ἔτυχον εὐναζόμενοι, κατὰ τὴν V. 
εὐώνυμον κεῖται πλευρὰν τοῦ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Θεομήτορος
ἀνεγηγερμένου τεμένους κατὰ τὰ ἀνάκτορα , κἀν οἱ πολλοὶ
 τὸ τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ὄνομα ταύτῃ ἐπέγραφον.
κατὰ δὲ τὴν δεξιὰν αἴθριον ἔδαφος ἦν ὑπὸ μαρμάρων κατεστρωμένον.
καὶ ἡ πρὸς τοῦτο ἐξάγουσα πύλη τοῦ τεμένους
ἄνετος πᾶσι τοῖς ἐθέλουσιν ἦν. ἐκεῖθεν οὖν ἐσκέψαντο
εἰσελθεῖν εἴσω τοῦ τεμένους καὶ τὰς τὸν βασιλικὸν κοιτωνίσκον
 ἀποκλειούσας κατεάξαι πύλας κἆθ’ οὕτως εἰσελθόντες
ἀνελεῖν διὰ ξίφους τὸν αὐτοκράτορα. ἀλλὰ ταῦτα μὲν οἱ
μιαιφόνοι ἐκεῖνοι ἄνδρες κατὰ τοῦ μηδὲν ἠδικηκότος διεσκοποῦντο·
ἔσφηλε δὲ τὴν τούτων βουλὴν ὁ Θεὸς. δηλωθέντος
δὲ τοῦ δράματος διά τινος τῷ αὐτοκράτορι παραχρῆμα μετεπέμποντο
 ἅπαντες. πρῶτον μὲν οὖν Ἰωάννην τὸν Σολομῶντα
καὶ Γεώργιον τὸν Βασιλάκιον εἰς τὰ ἀνάκτορα εἰσαχθῆναι
ὁ βασιλεὺς ἐπέτρεψεν ἐγγυτέρω γενομένοις τοῦ
οἰκίσκου, ἐν ᾧπερ αὐτὸς ἐτύγχανεν ὢν μετὰ τῆς περὶ αὐτὸν
συγγενείας , ἵνα διά τινων ἐξερωτῴη αὐτούς , ἁπλουστέρου
 φρονήματος τούτους πάλαι γινώσκων κἀκ τούτου ῥᾳδίως τὰ C
βεβουλευμένα μεμαθηκέναι οἰόμενος. ὡς δὲ πολλάκις ἐρωτώμενοι
ἔξαρνοι ἦσαν, ἔξεισιν ὁ σεβαστοκράτωρ Ἰσαάκιος
καὶ πρὸς τὸν Σολομῶντα ἀπονεύσας ἔφη “οἶσθα πάντως,
Σολομῶν , τὴν τοῦ ἐμοῦ ἀδελφοῦ καὶ βασιλέως ἀγαθότητα.
 εἰ μὲν τὰ βεβουλευμένα πάντα ἀπαγγείλῃς, συμπαθείας παραχρῆμα
ἀξιωθήσῃ, εἰ δ’ οὐν, ἀνηκέστοις βασάνοις παραδοθήσῃ”.
ὁ δὲ ἐνατενίσας καὶ τοὺς περικυκλοῦντας τὸν σε-
 

 
βαστοκράτορα βαρβάρους θεασάμενος ἐπὶ τῶν ὤμων τὰ ἑτερόστμα
 ξίφη κραδαίνοντας ἔντρομος γεγονὼς παραχρῆμα
ἅπαντα ἀπαγγέλλει τούς τε συνίστορας ὁμολογήσας, μηδὲν
δὲ περὶ τοῦ φόνου εἰδέναι διισχυριζόμενος. εἶτα παραδοθέντες
τοῖς τὴν φυλακὴν τούτων ἐμπεπιστευμένοις τῶν 
ἀνακτόρων] καὶ διαιρεθέντες ἔμφρουροι γεγόνασι. τοὺς δέ γε
 λοιποὺς αὖθις ἠρώτων περὶ τοῦ δράματος. ὁμολογήσαντες
δὲ ἅπαντα καὶ μηδὲ τὸν φόνον ἐπικρύψαντες ἐπεὶ οἱ στρατιῶται
τοῦτον μεμελετηκέναι ἐγνώσθησαν καὶ μᾶλλον ὁ Ἀνεμᾶς
μᾶς Μιχαήλ, ὁ καὶ τῆς βουλῆς κορυφαῖος, ὁ καὶ κατὰ τοῦ 
αὐτοκράτορος φόνιον πνέων, ἅπαντας περιορίσας καὶ τὰς σφῶν
ἐδήμευσε περιουσίας. ὁ μέντοι οἶκος τοῦ Σολομῶντος περιφανὴς
ὢν ἐδόθη πρὸς τὴν Αὔγουσταν. ἐκείνη δέ, ὁποία περὶ
τὰ τοιαῦτα , οἶκτον λαβοῦσα τῆς τοῦ Σολομῶντος ὁμευνέτιδος
ἀπεχαρίσατο τοῦτον αὐτῇ μηδὲ τὸ τυχὸν ἐκεῖθεν ἀφελομένη. 
τὸν μέντοι Σολομῶντα ἔμφρουρον εἶχεν ἡ Σῳζόπολις.
 τὸν δὲ Ἀνεμᾶν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ ὡς πρωταιτίους καὶ τὴν
 ἐν χρῷ κουρὰν τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ πώγωνος ψιλώσας διὰ
μέσης πομπεῦσαι τῆς ἀγορᾶς παρεκελεύσατο, εἶτα ἐξορυχθῆναι
τοὺς ὀφθαλμούς. παραλαβόντες οὖν τούτους οἱ σκηνικοὶ 
καὶ σάκκους περιβαλόντες, τὰς δὲ κεφαλὰς ἐντοσθίοις βοῶν
καὶ προβάτων ταινίας δίκην κοσμήσαντες ἐν βουσὶν ἀναγαγόντες
καὶ ἐγκαθίσαντες οὐ περιβάδην ἀλλὰ κατὰ θατέραν
πλευρὰν τούτους διὰ τῆς βασιλικῆς ἦγον αὐλίδος. ῥαβδοῦχοι
ἔμπροσθεν τούτων ἐφαλλόμενοι καὶ ᾀσμάτιόν τι γελοῖον καὶ 
κατάλληλον τῇ πομπῇ προσᾴδοντες ἀνεβόων, λέζει μὲν
ἰδιώτιδι διηρμοσμένον, νοῦν δὲ ἔχον τοιοῦτον. ἐβούλετο
 γὰρ τὸ ᾆσμα πάνδημον πᾶσι παρακελεύεσθαι * τε καὶ ἰδεῖν
τοὺς τετυραννευκότας τούτους κερασφόρους ἄνδρας , οἵτινές
τὰ ξίφη κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἔθηξαν. ἅπασα μὲν οὐν 
ἡλικία εἰς τὴν τοιαύτην θέαν συνέτρεχεν, ὡς καὶ ἡμᾶς, τὰς
τοῦ βασιλέως θυγατέρας , ἐξελθούσας λαθραίαν τὴν θέαν
 

 
ποιεῖσθαι. ὡς δὲ τὸν Μιχαὴλ ὡς πρὸς τὰ ἀνάκτορα ἐθεἀσαμτο
ἐνατενίζοντα καὶ χεῖρας ἱκέτιδας ἐς οὐρανὸν αἴροντο
αἰτούμενον ἐν σχήματι χεῖρας ἐξ ὤμων ἀφαιρεθῆναι κα
πόδας ἐκ γλουτῶν αὐτῶν καὶ κεφαλὴν αὐτὴν ἀποτμηθῆνα
 ἅπασα φύσις πρὸς δάκρυον καὶ οἰμωγὰς κεκίνηται καὶ 
μᾶλλον ἡμεῖς , αἱ τοῦ βασιλέως θυγατέρες. ἐγὼ δὲ βουλο- 
μένη τὸν ἄνδρα τοῦ τοιούτου ῥύσασθαι κακοῦ τὴν βασιλίδα
καὶ μητέρα ἅπαξ καὶ δὶς προὐκαλούμην ἐς θέαν τῶν πομπευομένων. ἐκηδόμεθα γὰρ τῶν ἀνδρῶν τοῦ αὐτοκράτορος
 χάριν, εἰρήσεται γὰρ τἀληθές , μὴ τοιούτων ἀποστεροῖτο
στρατιωτῶν καὶ μᾶλλον τοῦ Μιχαὴλ, ὅσῳ καὶ βαρυτέρα ἡ
κατ’ αὐτοῦ ψῆφος ἐξενήνεκτο. ὁρῶσα, ὁπόσον αὐτὸν ἐξεταπείνου
ἡ ξυμφορά, ὅπερ οὖν ἔλεγον, ἐξεβιαζόμην τὴν μητέρα
τὴν ἐμαυτῆς, εἴ πως τοῦ κινδύνου ῥυσθεῖεν οἱ ἄνδρες ἤδη
 τούτοις ἐγγύθεν ἐφεστηκότος. σχολαιοτέραν γὰρ τὴν πορείαν
οἱ σκηνικοὶ ἐποιοῦντο χώραν πραγματευόμενοι συμπαθείας
τοῖς μιαιφόνοις. ὡς δ’ ἐκείνη ἀπώκνει τὴν ἐ̓λευσιν 
καθῆστο γὰρ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος, οὗ τὰς πρὸς Θεὸν
ἐντεύξεις κοινῇ ἐποιοῦντο ἐνώπιον τῆς θεομήτορος) , κατελθοῦσα
 καὶ ἔξω τῶν πυλῶν περίφοβος ἑστηκυῖα, ἐπεὶ μὴ
ἀπεθάρρουν τὴν εἴσοδον, νεύμασι τὴν βασίλισσαν προὐκαλούμην.
καὶ δὴ πεισθεῖσα εἰς τὴν θέαν ἀνέρχεται καὶ θεασαμένη
τὸν Μιχαὴλ ᾤκτειρέ τε καὶ δάκρυον ἐπαφεῖσα τούτῳ
θερμὸν ἐπανατρέχει πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἅπαξ καὶ δὶς
 καὶ πολλάκις ἐξαιτουμένη χαρίσασθαι τῷ Μιχαὴλ τοὺς
ὀφθαλμούς. καὶ παραχρῆμα πέμπεται ὁ τοὺς δημίους ἀπείρξων·
καὶ δὴ σπεύσας προφθάνει τούτους ἔνδοθεν τῶν 
λεγομένων χειρῶν, ἃς ὁ διαβὰς οὐκέτι ῥύεται τοῦ δεινοῦ.
οἱ γὰρ τὰς χαλκᾶς ταυτασὶ χεῖρας βασιλεῖς πήξαντες ἐπί
 τινος ὑψηλοτάτης περιωπῆς καὶ μετεώρου λιθίνης ἁψῖδος
τοῦτο κρατῆσαι ἐβούλοντο, ὡς εἰ μέν τις ἐντὸς τούτων γένοιτο,
ὃ ὁ νόμος θανάτῳ κατέκρινε, καὶ μεταξὺ τῆς ὁδοῦ φθάσοι
 

 
τὰ τῆς αὐτοκρατορόθεν φιλανθρωπίας, ἐλεύθερος ἔσται τῆς
συμφορᾶς, ὡς τῶν χειρῶν τοῦτο σημαινουσῶν, ὅτι ὁ βασιλεὺς
 τούτους πάλιν ἐνηγκαλίσατο καὶ ὅλαις κατέσχε χερσὶ
καὶ μήπω τῶν τῆς φιλανθρωπίας χειρῶν ἀπολέλυκεν. εἰ δ’
ὑπερβαῖέν ἐκείνας , σύμβολόν ἐστι τοῦτο , ὡς δῆθεν καὶ τὸ 
 βασίλειον κράτος τούτους ἀπώσατο. τῆς Τύχης οὖν ἐστι τὰ
τῶν ὑπὸ τὴν τιμωρίαν ἀνθρώπων · ἣν ἐγὼ θείαν ψῆφον
εἶναι λογίζομαι, καὶ δεῖ καλεῖν ἐκείνην εἰς ἀρωγήν. ἢ γὰρ
τὰ τῆς συμπαθείας ἐντὸς ἔφθακε τῶν χειρῶν καὶ ἐξῄρηντο
τῶν κινδύνων οἱ δυστυχοῦντες ἢ τὰς χεῖρας παρωδευκότες 
καὶ πόρρω σωτηρίας εἰσίν. ἐγὼ δὲ τὸ πᾶν εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ
ἀνατίθημι πρόνοιαν, ἣ καὶ τότε τὸν ἄνδρα τῆς ἐξορύξεως
τῶν ὀμμάτων τοῦτον ἐξείλετο. Θεὸς γὰρ ἡμᾶς , ὡς ἔοικε,
 τὸ τηνικαῦτα ἐκίνησεν εἰς τὴν τούτου συμπάθειαν. ὁ γάρ
τοι τῆς σωτηρίας ἄγγελος σπεύσας ἔνθεν τῆς ἁψῖδος, ἐν ᾗ 
αἱ χαλκαῖ χεῖρες ἦσαν ἐμπεπηγμέναι , τὸ τῆς συμπαθείας
γραμμάτιον ἐπιδοὺς τοῖς τὸν Μιχαὴλ ἄγουσιν ἐκεῖθεν τοῦτον
λαβὼν ὑπέστρεφε καὶ καταλαβὼν τὸν ἀγχοῦ τῶν ἀνακτόρων
ᾠκοδομημένον πύργον κεῖθι τοῦτον καθεῖρξε· τοῦτο
γὰρ ποιῆσαι κεκέλευστο.

Οὔπω δ’ οὗτος τῆς εἱρκτῆς ἠλευθεροῦτο καὶ τὸν
Γρηγόριον αὖθις ἡ τοῦ Ἀνεμᾶ εἶχεν εἱρκτὴ. πύργος δ’ ἠν
εἷς τις τῶν ἀγχοῦ τῶν ἐν Βλαχέρναις ἀνακτόρων διακειμένων
τειχῶν τῆς πόλεως, ὁ τοῦ Ἀνεμᾶ καλούμενος, ὥσπερ τι
 λάχος τὴν ἐπωνυμίαν ταυτηνὶ κληρωσάμενος διὰ τὸ πρώτως 
τὸν Ἀνεμᾶν σιδηρόδετον δέξασθαι ἐπὶ πολὺν ἐν αὐτῷ χρονοτριβήσοντα
χρόνον. καὶ γὰρ ἐπινεμήσεως παριππευούσης
δωδεκάτης δοὺξ προβληθεὶς Τραπεζοῦντος ὁ ἤδη ῥηθεὶς
Γρηγόριος ἀποστασίαν πάλαι ὠδίνων ἐν τῷ πρὸς Τραπεζοῦντα
ἀπέρχεσθαι εἰς φῶς ἐξήγαγε τὸ ἀπόρρητον. ἐπανιόντι 
γὰρ πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν τῷ Δαβατηνῷ τῆς
δουκικῆς ἀρχῆς εἰς τὸν Ταρωνίτην μετατεθείσης συναντήσας
 

 
δεσμώτην εὐθὺς αὐτὸν καὶ ἔμφρουρον εἰς τήβενναν εἶχεν,
οὐ τὸν Δαβατηνὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιφανῶν Τραπεζπθμτίων 
πεζουντίων ἱκανοὺς καὶ αὐτὸν δὴ τὸν τοῦ Βακχηνοῦ ἀδελφιδοῦν.
ἐπεὶ δὲ τῶν δεσμῶν καὶ τῆς εἱρκτῆς οὐκ ἐλύοντο,
 ὁμοφρονήσαντες ἅπαντες τοὺς μὲν φρουροῦντας αὐτοὺς τοῦ
ἀποστάτου αἰκίαις καθυποβαλόντες ἔξω τῶν τειχῶν ἐξαγαγόντες
πόρρω που ἀπήλασαν, αὐτοὶ δὲ τὴν τήβενναν σφετερισάμενοι
κατεῖχον. ὁ δ᾿ αὐτοκράτωρ πολλάκις διὰ γραφῶν
ποτὲ μὲν μετεπέμπετο αὐτόν , ποτὲ δὲ καὶ ξυνεβούλευε τῆς
 κακίστης ἀποστῆναι πράξεως, εἰ βούλοιτο συμπαθείας τυχεῖν
καὶ εἰς τὴν προτέραν ἀναχθῆναι κατάστασιν, ἐνίοτε δὲ καὶ
ἠπείλει, εἰ μὴ πείθοιτο. ὁ δὲ τοσοῦτον ἀπεῖχε τοῦ ὑπακούειν
τοῦ αὐτοκράτορος τὰ λῴονα συμβουλεύοντος , ὡς καὶ γραφὴν 
πολύστιχον πρὸς αὐτὸν ἐκπεπομφέναι καθαπτομένην οὐ μόνον
 τῶν τῆς συγκλήτου καὶ τοῦ στρατοῦ λογάδων, ἀλλὰ καὶ
αὐτῶν δὴ τῶν συγγενῶν καὶ γαμβρῶν τοῦ αὐτοκράτορος. ἐκ
ταυτησὶ δὲ τῆς γραφῆς διαγνοὺς αὐτὸν ὁ αὐτοκράτωρ καθ’
ἑκάστην ἐπὶ τὸ χεῖρον προβαίνοντα καὶ εἰς παντελῆ ἀπόνοιαν
ἤδη συνελαυνόμενον καὶ ἀπογνοὺς αὐτοῦ παντάπασι τῆς
 τεσσαρεσκαιδεκάτης ἐπινεμήσεως ἐφισταμένης Ἰωάννην τὸν
ἴδιον ἀδελφιδοῦν τῆς πρωτοτόκου αὐταδέλφης, ἐξάδελφον δὲ
πατρόθεν τοῦ ἀποστάτου πέμπει κατ’ αὐτοῦ κατὰ πρῶτον, 
μὲν λόγῳ μᾶλλον συμβουλευσόμενον τὰ σωτήρια, οἰόμενος
πεισθῆναι τούτῳ διὰ τὴν ἐκ τῆς συγγενείας γνησιότητα καὶ 
 τὴν ἐκ ταὐτοῦ αἵματος ἀμφοῖν κοινωνίαν· εἰ δὲ μὴ βούλοιτο,
ἀνδρικῶς ἀντικαταστῆναι διά τε ξηρᾶς καὶ θαλάσσης πολλὰς
συνεπα.γόμενον δυνάμεις. μαθὼν δὲ τὴν τούτου ἔλευσιν ὁ
Ταρωνίτης Γρηγόριος ἐζελθὼν ὡς πρὸς Κολώνειαν ἀπῄει
(πολίχνιον δὲ τοῦτο ἐρυμνότατον καὶ ἀνάλωτον) ἐφ’ ᾧ
 μετακαλέσασθαι τὸν Τανισμάνην εἰς ἀρωγήν. τοῦτο ἐν τῷ
ἀπιέναι μεμαθηκὼς ὁ Ἰωάννης τοὺς Κελτοὺς τοῦ ἰδίου στρατεύματος
ἀποδιελόμενος καὶ λογάδας Ῥωμαίους κατ’ αὐτοῦ
 

 
ἐξέπεμψεν. οἳ καὶ προκαταλαβόντες καρτερὰν τὴν μετ’ αὐτοῦ
 ἀνεδήσαντο μάχην. δύο δὲ γενναῖοι ἐντυχόντες αὐτῶ
κατέσχον διὰ τῶν δοράτων καταβαλόντες τοῦ ἵππου. κᾆθ᾿
οὕτως ἀναλαβόμενος αὐτὸν ὁ Ἰωάννης ζωγρίαν ἄγει τῷ αὐτοκράτορι
ἐπομοσάμενος μηδὲ θεάσασθαι αὐτὸν τὸ παράπαν, μὴ 
ὅτι γε ὁμιλίας ἀξιῶσαι κατὰ τὴν ὁδόν. πολλὰ δὲ ὅμως ὑπὲρ
αὐτοῦ παρεκάλει τὸν αὐτοκράτορα, ἐκείνου ὑποκρινομένου
τῶν ὀμμάτων αὐτὸν βούλεσθαι ἀποστερῆσαι. μόγις οὖν ὁ
αὐτοκράτωρ τὴν ὑπόκρισιν παρεγύμνωσε κατανεύσας δῆθεν
ταῖς αὐτοῦ παρακλήσεσι πολλὰ παρεγγυησάμενος , μὴ ἔκρορον 
τὸν λόγον ποιήσασθαι. μετὰ δὲ τρίτην ἡμέραν τὴν ἐν
 χρῷ κουρείαν κειράμενον τὴν κεφαλήν τε καὶ τὸν πώγωνα
διὰ μέσης περιαχθῆναι τῆς ἀγορᾶς ἐκέλευσε κᾆθ’ οὕτως εἰς
τὸν ἤδη ῥηθέντα πύργον τοῦ Ἀνεμᾶ εἰσαχθῆναι. ἐπεὶ δὲ
καὶ ἔμφρουρος ὢν ἀσύνετος ἦν ἀπονοίας ῥήματα πρὸς τοὺς 
δεσμοφύλακας ὁσημέραι ἀποφοιβάζων, πολλῆς παρὰ τοῦ
αὐτοκράτορος ἐπιμελείας διὰ μακρῶν ἠξιοῦτο χειρῶν, ὥστε
μεταβαλεῖν καὶ μετανοίας ἐνδείξασθαι τρόπον. ὁ δὲ ὁ αὐτὸς
καὶ αὖθις ἦν, μετεκαλεῖτο δὲ συχνῶς τὸν ἐμὸν Καίσαρα
πάλαι πρὸς ἡμᾶς φιλίως ἔχων. καὶ παρεχώρει τούτῳ τηνικαῦτα 
καὶ ὁ αὐτοκράτωρ ἐφ’ ᾧ καὶ τῆς πολλῆς αὐτὸν ἀνα-
 κτᾶσθαι ἀθυμίας καὶ συμβουλεύειν τὰ λῴονα. ὁ δὲ βραδὺς
πρὸς τὴν ἐπὶ τὸ κρεῖττον μεταβολὴν ἐφαίνετο. ἔνθεν τοι
καὶ ἐπὶ πλείονα καιρὸν ἔμφρουρος ἦν. εἶτα συμπαθείας
ἀξιωθεὶς τοσαύτης φιλοφροσύνης ἀπήλαυε καὶ δωρεῶν καὶ 
τιμῆς ὁπόσης οὐδὲ πρὸ τοῦ, ὁποῖος ὁ ἐμὸς βασιλεὺς περὶ
τὰ τοιαῦτα.

Οὕτω μὲν οὖν τὰ κατὰ τοὺς ἐπιβούλους καὶ τὸν
ἀποστάτην Γρηγόριον οἰκονομήσας οὐδὲ τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον
ἐλάθετο, ἀλλὰ μεταπεμψάμενος τὸν Κοντοστέφανον 
 Ἰσαάκιον μέγαν δοῦκα τοῦ στόλου προὐβάλετο καὶ πρὸς
τὸ Δυρράχιον ἐξέπεμψεν ἐπαπειλησάμενος τὴν τῶν ὀφθαλμὴ
 

 
μῶν αὐτοῦ ἐκκοπὴν, εἰ μὴ φθάσας προκαταλάβοι τὴν πρὸς
τὸ Ἰλλυρικὸν τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσιν. πέμπει δὲ καὶ
συνεχῆ γράμματα πρὸς τὸν δοῦκα Δυρραχίου Ἀλέζιον, τὸν
ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ , ἐπαλείφων τοῦτον καὶ παρασκευάζων
 ἐγρηγορέναι διὰ παντὸς καὶ τοὺς κατὰ τὴν θάλασσαν ἐπισκοποῦντας
αὐτὸ τοῦτο ποιεῖν παρακελεύεσθαι, ὡς μὴ λάθοι
ὁ Βαϊμοῦντος διαπεράσας , ἀλλ’ εὐθὺς δηλωθῆναι οἱ
διὰ γραμμάτων. ταῦτα μὲν οὖν ὁ αὐτοκράτωρ · ὁ δὲ Κοντοστέφανος ἐντεταλμένον ἔχων μηδὲν ἄλλο ἢ τὸν ἀναμεrαξὺ 
 [Λογγιβαρδίας] ἐπιμελῶς τηρεῖν πορθμὸν καὶ τοὺς πρὸς
Δυρράχιον προπομποὺς τοῦ Βαϊμούντου καὶ πᾶσαν τὴν αύτοῦ 
παρασκευὴν ἐκεῖθεν ἐνθάδε κομισομένους ἀπείργειν καὶ
μηδὲ τὸ τυχὸν κομίζεσθαι οἱ ἐκ Λογγιβαρδίας παράπαν συγχωρεῖν
ἀπελθὼν ἠγνόησε τὸν ἐπιτήδειον τόπον τῶν ἐκεῖθεν
 πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπλῳζομένων· οὐ τοῦτο δὲ μόνον, ἀλλὰ
καὶ παραβλεψάμενος τὰ προστεταγμένα εἰς Ὑδροῦντα διαπερᾷ,
ὅπερ πόλις ἐστὶ κατὰ τὴν παραλίαν τῆς Λογγιβαρδίας
διακειμένη. ταύτην τὴν πόλιν γυνή τις ἐφρούρει, μήτηρ,
ὡς ἐλέγετο, τοῦ Ταγγρέ, εἴτε ἀδελφὴ τοῦ ἐν πολλοῖς ἤδη
 ῥηθέντος Βαϊμούντου εἴτε καὶ μή, συνιδεῖν οὐκ ἔχω · οὐ
γὰρ οἶδα σαφῶς , εἰ πατρόθεν ἢ μητρόθεν τὴν πρὸς τὸν
Βαϊμοῦντον ὁ Ταγγρὲ σνγγένειαν ἐκέκτητο. ἐκεῖσε παρα- 
γενόμενος καὶ προσορμίσας τὰς νῆας ἀπεπειρᾶτο τῶν [τοῦ
Βρεντησίου] τειχῶν καὶ εἰς χεῖρας εἶχεν ἤδη. ὡς δὲ τοῦτο
 ἡ ἐντὸς οὖσα γυνὴ φρενήρης οὖσα καὶ σταθηρὰ τὴν γνώμην
ἐθεάσατο, ὁπηνίκα τὰς ναῦς κεῖθι προσώρμισεν, εἰς ἕνα τῶν
υἱῶν αὐτῆς ἀποστείλασα σπουδαίως τοῦτον μετεκαλεῖτο. τοῦ
δὲ ναυτικοῦ παντὸς θαρσήσαντος ἤδη, ὡς ἐν χερσὶ τὴν πόλιν
ἔχοντος, καὶ τὴν τοῦ βασιλέως εὐφημίαν ποιουμένων ἁπάντων,
 καὶ αὕτη ἐν ἀμηχανίᾳ καταστᾶσα ταὐτὸ τοῦτο παρεκελεύετο
 

 
ποιεῖν καὶ τοὺς ἐντός. ἅμα δὲ καὶ πρὸς τὸν Κοντοστέφανον
πρέσβεις ἀποστείλασα δουλείαν ὡμολόγει τῷ αὐτοκράτορι καὶ
εἰρηνικὰς μετ’ αὐτοῦ σπονδὰς ὑπισχνεῖτο ποιήσασθαι πρὸς
 αὐτόν τε ἐξελεύσεσθαι τὰ κατὰ σκοπὸν ἀνακοινωσομένη, ὡς
πάντα δι’ αὐτοῦ δηλωθείη τῷ αὐτοκράτορι. τοιαῦτα δὲ 
ἐμηχανᾶτο ἀπαιωροῦσα τὸν τοῦ Κοντοστεφάνου λογισμόν,
εἴ που ἐν τῷ μεταξὺ καταλάβοι ὁ ταύτης υἱὸς καὶ τηνικαῦτα
τὴν σκηνήν, καθάπερ τοὺς τραγικούς φασι, ῥίψασα μάχης
ἀνθέξοιτο. συμμιγοῦς οὖν τῆς εὐφημίας ἀπό τε τῶν ἐντὸς
 ἀπό τε τῶν ἐκτὸς γινομένης καὶ πάντα τὰ πέριξ κατειληφυίας, 
ἐπεὶ τοιούτοις λόγοις καὶ ἐπαγγελίαις ψευδέσι τὸν τοῦ Κοντοστεφάνου
ἀπῃώρει λογισμὸν ἡ στρατιῶτις ἐκείνη γυνὴ ὡς
εἴρηται, καταλαμβάνει καὶ ὁ προσδοκώμενος μεθ’ ὧν συνυπήγετο
κομητῶν καὶ ὁμόσε κατὰ τοῦ Κοντοστεφάνου χωρήσας
ἧτται κατὰ κράτος. οἱ μὲν οὖν τοῦ ναυτικοῦ ἅπαντες ὡς 
ἄπειροι τῆς διὰ ξηρᾶς μάχης τῇ θαλάσσῃ ἑαυτοὺς προσέρριψαν·
τῶν δέ γε Σκυθῶν προεκδραμόντων (παρῆσαν γὰρ
ἱκανοὶ μετὰ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος) ἐν τῷ καιρῷ τῆς
μάχης εἰς προνομήν, ὡς ἔθος τοῖς τοιούτοις βαρβάροις, συμβέβηκεν
ἁλῶναι τούτων ἓξ τὸν ἀριθμόν, οὓς καὶ ἀποσταλέντας 
 θεασάμενος ὁ Βαϊμοῦντος καθάπερ τι μέγιστον πόρισμα τούτους
λαβὼν εὐθὺς πρὸς Ῥώμην ἀπῄει. καὶ καταλαβὼν τὸν
ἀποστολικὸν θρόνον καὶ τῷ πάπᾳ διαλεχθεὶς καὶ πρὸς ὀργὴν
ὅλον κινήσας κατὰ τῶν Ῥωμαίων καὶ τὴν ἀνέκαθεν τῶν
βαρβάρων τούτων μῆνιν κατὰ τοῦ ἡμεδαποῦ γένους ἀνερεθίσας, 
ἴνα μᾶλλον τοὺς ἀμφὶ τὸν πάπαν Ἰταλοὺς ἐκμήνειεν,
ὁ Βαϊμοῦντος καὶ τοὺς ἑαλωκότας τῶν Σκυθῶν παρεστήσατο
ὥσπερ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἐνδεικνύμενος, ὡς
ἄρα ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος δυσμενῶς ἔχων τὰ πρὸς Χριστιανοὺς
βαρβάρους τινὰς ἀπίστους καὶ ἀλλοκότους ἱπποτοξότας 
 ἐφίστησι κατὰ τῶν Χριστιανῶν ὅπλον κινοῦντας καὶ
τόξον ἐντείνοντας. καὶ ἐφ’ ἑκάστου λόγου τοιούτου ὑπεδείκνυ
 τοὺς Σκύθας ἐκείνους τῷ πάπᾳ σκυθικῶς ἐσταλμένους
 

 
καὶ κατὰ τὸ εἰωθὸς πρὸς τὸ βαρβαρικώτερον ἀποβλέποντας
καὶ τούτους κατὰ τὸ ἔθος τῶν Λατίνων παγάνους ἄνω καὶ
κάτω προσηγόρευε καταμωκώμενος καὶ τοὔνομα καὶ τὸ σχῆμα.
πανούργως δέ, ὡς ἔοικε, τὸ πρᾶγμα μετεχειρίζετο τοῦ κατὰ
 Χριστιανῶν πολέμου, ἵνα δὴ καὶ ἀρχιερατικὴν γνώμην συμπείσειεν
ὡς εὐλόγως ἄρα κατὰ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἔχθρας
κεκίνητο, ἐν ταὐτῷ μνηστευόμενος καὶ πολλῶν ἀνδρῶν αύτόματον
συλλογὴν ἀγροικοτέρων καὶ ἀνοήτων. τίς γὰρ ἂν
οὐχὶ τῶν ἀγχοῦ καὶ πόρρω βαρβάρων αὐτόμολος ἧκεν εἰς 
 τὸν καθ’ ἡμῶν πόλεμον ἀρχιερατικῆς γνώμης ἐπιτρεπούσης
καὶ τοῦ φαινομένου εὐλόγου πᾶσαν ἵππον καὶ ἄνδρα καὶ
χεῖρα στρατιωτικὴν ἐξοπλίζοντος ; τοῖς τούτου λόγοις οὖν
συνελαθεὶς ὁ πάπας καὶ ὁμογνωμονήσας αὐτῷ τὴν πρὸς τὸ 
Ἰλλυρικὸν ἐπέτρεψε διαπεραίωσιν. ἐπανακτέον δ’ αὖθις τὸν
 λόγον πρὸς τὸ προκείμενον. ἐκθυμότερον μὲν οὖν οἱ ἠπειρῶται
στρατιῶται τῆς μάχης ἀντείχοντο · τοὺς δέ γε λοιποὺς τὸ τῆς
θαλάττης ῥόθιον ὑπεδέξατο. κἀντεῦθεν λαμπρὰν οἱ Κελτοὶ
εἶχον εἰς χεῖρας νίκην · οἱ δέ γε γενναιότεροι τῶν στρατιωτῶν
καὶ μᾶλλον οἱ τῆς μείζονος τύχης, ὧν φέριστοι μᾶλλον]
 ἐκεῖνος Νικηφόρος Ἐξαζηνὸς ὁ Ὑαλέας καὶ ὁ τούτου ἐξάδελφος
Κωνσταντῖνος Ἐξαζηνὸς ὁ καλούμενος Δούκας καὶ
ὁ ἀνδρικώτατος Ἀλέξανδρος ὁ Εὐφορβηνὸς καὶ ἕτεροι τῆς
αὐτῆς ἀξίας καὶ τύχης, μνησάμενοι θούριδος ἀλκῆς ἐπιστραφέντες
καὶ τοὺς ἀκινάκεις σπασάμενοι ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ 
 πρὸς τοὺς Κελτοὺς ἐμάχοντο τὸν ὅλον ἀναδεξάμενοι πόλεμον
καὶ ἡττήσαντες αὐτοὺς λαμπρὰν τὴν κατ’ αὐτῶν νίκην ἤραντο.
ἀνακωχὴν οὖν ὁ Κοντοστέφανος ἐντεῦθεν λαβὼν τῆς Κελτικῆς
ἐπελεύσεως λύσας ἐκεῖθεν τὰ πρυμνήσια μετὰ τοῦ ναυτικοῦ
παντὸς τὸν Αὐλῶνα καταλαμβάνει. ἐπεὶ δέ, ὁπότε
 πρώτως τὸ Δυρράχιον καταλαβὼν τὰς ὑφ’ ἑαυτὸν πολεμικὰς
ναῦς ἐξ αὐτοῦ Δυρραχίου μέχρι τοῦ Αὐλῶνος καὶ αὐτῆς
τῆς καλουμένης Χιμάρας διέσπειρεν, ἀπέχοντος μὲν τοῦ
 

 
Δυρραχίου τοῦ Αὐλῶνος σταδίους ἑκατόν, τῆς δὲ Χιμάρας
 του Αὐλῶνος αὖθις ἀπεχούσης σταδίους ἑξήκοντα , τὴν τοῦ
Βαϊμούντου ἐπειγομένην ἤδη ἐμάνθανε διαπεραίωσιν, στοχασάμενος ἐνδεχόμενον εἶναι μᾶλλον εἰς τὸν Αὐλῶνα διαπερᾶσαι
αὐτὸν διὰ τὸ ἥττονα εἶναι τὸν πρὸς τὸν Αὐλῶνα 
πλοῦν τοῦ πρὸς τὸ Δυρράχιον καὶ διὰ τοῦτο δεῖν πλείονα
τὴν φυλακὴν τοῦ Αὐλῶνος ποιήσασθαι ἀπελθὼν μετὰ τῶν
ἑτέρων δουκῶν ἐτήρει ἐπιμελῶς τὸν ἀναμεταξὺ πορθμὸν ἐκ
τοῦ Αὐλῶνος καὶ κατὰ τὴν ἀκρολοφίαν τοῦ καλουμένου
Ἰάσονος βουνοῦ σκοποὺς ἐπιστήσας ἐφ’ ᾧ τὴν θάλασσαν 
περιαθρεῖν καὶ τὰς ναῦς ἐπισκοπεῖν. Κελτὸς δέ τις ἐκεῖθεν
ἄρτι διαπεραιωθεὶς ἐβεβαίου τούτοις τὴν τοῦ Βαϊμούν-
 του ἐπὶ ξυροῦ εἶναι διαπεραίωσιν. τοῦτο οἱ Κοντοστέφανοι
 μεμαθηκότες καὶ ἀποδειλιῶντες πρὸς τὴν μετὰ τοῦ Βαϊμούντου
ναυμαχίαν καὶ γὰρ καὶ φήμη μόνη τούτους κατέπληττε) 
νοσεῖν ἐσκήψαντο καὶ διὰ τοῦτο δεῖσθαι βαλανείων. καὶ ὁ
Λαντοῦλφος καὶ τοῦ ναυτικοῦ παντὸς ἐξηγούμενος, ἐμπειρίαν
πολλὴν τῆς ναυλοχίας καὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν πολέμου
ἐκ πολλοῦ κεκτημένος, πολλὰ τούτοις παρηγγυᾶτο ἐγρηγορέναι
διὰ παντὸς καὶ τὴν τοῦ Βαϊμούντου καραδοκεῖν ἔφοδον. 
 οἱ δὲ Κοντοστέφανοι ἐν τῷ πρὸς Χιμάραν ἀπιέναι βαλανείου
χάριν τὸν καλούμενον δεύτερον τὸν δρουγγάριον τοῦ στόλου
μετὰ τοῦ Ἐξκουσσάτου μονήρους κατ’ αὐτὴν τὴν Γλῶσσαν
σκοπέα κατέλιπον οὐ πόρρω που τοῦ Αὐλῶνος διακειμένην.
ὁ δέ γε Λαντοῦλφος κατὰ τὸν Αὐλῶνα προσέμενε μετά τινων 
συμμέτρων νηῶν.

Τούτων οὕτω διατεθέντων οἱ μὲν ἀπῄεσαν ἢ λουσόμενοι
ἢ κατὰ σχῆμα λουσόμενοι· ὁ δὲ Βαϊμοῦντος δώδεκα
μὲν λῃστρικὰς νῆας τάξας ἀμφ’ αὐτὸν διήρεις ἁπάσας οὔσας
 καὶ εἰρεσίαν πολλὴν κεκτημένας , ὡς καὶ ἠχητικόν τι καὶ 
κατάκροτον ἐπικτυποῦσαν ταῖς τῶν κωπῶν συνεχέσιν ἐπεμβολαῖς,
κύκλῳ δὲ τοῦ τοιούτου στόλου συντάξας στρογγύλας
 

 
νῆας ἐξ ἑκατέρου μέρους καθάπερ περίβολον ἐντὸς τὸν πολεμικὸν
συνέκλειέ στόλον. καὶ εἶπες ἂν ἰδὼν καὶ πόρρωθεν
ἀπὸ σκοπιᾶς θεασάμενος πόλιν εἶναι διαπόντιον τὴν πλέουσαν
ναυστολίαν. συνεπέβαλε γάρ τι καὶ τὰ τῆς τύχης αὐτῷ.
 καὶ γὰρ ἥ γε θάλασσα ἀκύμαντος ἦν, εἰ μὴ ὅσον κατὰ τὸν
νότον ἐπέφρισσεν αὔρας λιγείας ἐπιπνεούσης καὶ ὅσον ἐξογκύσης
τὰ τῶν ὁλκάδων ἱστία. ἐποίει γὰρ ἐκείνας μὲν 
οὐριοδρομεῖν, τὰς δ’ ἐρεσσομένας τῶν νηῶν ταῖς πλεούσαις
εὐθυδρομεῖν καὶ κρότον ἐξάκουστον καὶ ἐν μέσῳ πελάγους
 τοῦ Ἀδριαντικοῦ ἑκατέραις ταῖς ἠπείροις ἠχεῖν. οὕτως ἦν
θέαμα θάμβους ἄξιον ὁ βαρβαρικὸς οὗτος στόλος τοῦ Βαϊμούντου,
ὃν εἰ καὶ οἱ περὶ τοὺς Κοντοστεφάνους ὠρρώδησαν,
οὐκ ἂν μεμψαίμην οὔτ’ ἂν δειλίας τοὺς ἄνδρας γραψαίμην.
καὶ γὰρ ἂν τοῦτον καὶ τὸν οὕτως ἔχοντα στόλον καὶ
 ὁ Ἀργοναυτικὸς ἐκεῖνος ἐδεδοίκει στόλος, μὴ ὅτι γε Κοντοστέφανοι 
καὶ Λαντοῦλφοι καὶ τοιοῦτοί τινες. ὁ γάρ τοι
Λαντοῦλφος τὸν Βαϊμοῦντον θεασάμενος οὕτω φρικτῶς
διαπλῳζόμενον μετὰ μυριοφόρων ὁλκάδων, ὡς ὁ λόγος
φθάσας ἐδήλωσεν ἀκριβέστερον, ἐπεὶ οὐχ οἷός τε πρὸς τοσούτους
 μάχεσθαι ἦν, μικρὸν τοῦ Αὐλῶνος παρεκκλίνας
ἄδειαν τῷ Μαϊμούντῳ δίδωσι. δεξιᾷ δὲ τύχῃ χρησάμενος ἐκ
Βάρεως ἐπὶ τὸν Αὐλῶνα περαιωσάμενος ἅπαν τὸ διαπόντιον
αὐτοῦ στράτευμα εἰς τὴν περαίαν ἀποβησάμενος πρῶτα 
μὲν ἐλῄσατο τὴν παραλίαν ἅπασαν ἀμύθητον στράτευμα
 ἐπαγόμενος Φραγγικόν τε καὶ Κελτικὸν καὶ ὅσοι ἀπὸ τῆς
Θούλης νήσου στρατεύονται Ῥωμαίοις τότε δὴ αὐτῷ προσχωρήσαντες
διὰ τὴν τοῦ καιροῦ δυναστείαν καὶ δὴ καὶ πλείους 
τοῦ Γερμανικοῦ γένους καὶ ἀπὸ τῶν κελτιβήρων. τούτους
γὰρ ἅπαντας συλλεξάμενος ἐπὶ πάσης τῆς ἐντὸς Ἀδρίου
 ὑφήπλωσε γῆς καὶ τὰ ἐφεξῆς ἅπαντα λῃσάμενος τῇ Ἐπιδάμνῳ
προσέβαλεν, ἣν Δυρράχιον ὀνομάζομεν , ταύτην τὴν
πόλιν σκοπὸν ἔχων ἑλεῖν κᾆθ’ οὕτως τὴν ἐπὶ τάδε μέχρι
 

 
 τῆς Κωνσταντίνου λῄσασθαι. δεινὸς δὲ ὢν εἴπερ ἄλλος
τις εἰς πολιορκίαν ὁ Βαϊμοῦντος καὶ τὸν Πολιορκητὴν ἐκεῖνον
Δημήτριον ὑπερβαλλόμενος τὴν Ἐπίδαμνον πᾶσαν ἐν
νῷ βαλλόμενος πάσας ὠδῖνας μηχανικὰς κατὰ τῆς πόλεως
ταύτης ἐκίνησε. πρῶτα μὲν κύκλῳ περιβαλόμενος τὸ ἑαυτοῦ 
στράτευμα καὶ τὰ ἐγγὺς καὶ πορρωτέρω τῆς πόλεως
Δυρραχίου πολιορκῶν καὶ ποτὲ μὲν ὑπαντιαζόντων αὐτῷ
στρατευμάτων Ῥωμαϊκῶν, ποτὲ δὲ καὶ ἐρημίας οὔσης τῶν
ἀποκωλυόντων αὐτόν. καὶ πολέμων πολλῶν καὶ κλόνων
ἐγγινομένων καὶ φόνων, καθάπερ ἄνωθεν εἴρηται, πρὸς 
 τὴν πολιορκίαν αὐτὴν τῆς πόλεως Δυρραχίου ἀπέβλεψεν.
ἀλλὰ πρὶν ἥκειν εἰς αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἐπὶ τῷ Δυρραχίῳ
μάχην τοῦ τυράννου Βαϊμούντου, ἀναγκαῖόν ἐστιν εἰπεῖν,
ὅπως ἔχει θέσεως ἡ πόλις. κεῖται μὲν ἐπ’ αὐταῖς ᾐόσι
τοῦ Ἀδριαντικοῦ πελάγους · ἐν τῷ μέσῳ δὲ ὑφήπλωται πέλαγος 
πολὺ καὶ μακρὸς καὶ κατὰ πλάτος μὲν παρατεῖνον εἰς
τὴν περαίαν τῶν Ἰταλῶν, κατὰ μῆκος δὲ ἀνιὸν καὶ ἐπικάμπτον
πρὸς ἀνατολάς τε καὶ πρὸς βορρᾶν πρὸς τοὺς
Οὐέτονας βαρβάρους, ὧν καταντικρὺ κεῖται τῶν Ἀπουληίων
ἡ χώρα. καὶ καθόλου μὲν ὁ Ἀδρίας ὧδε περατοῦται · τὸ 
 μέντοι Δυρράχιον ἢ Ἐπίδαμνος, ἀρχαία πόλις καὶ Ἑλληνίς,
κατωτέρω μὲν κεῖται τοῦ Ἐλισσοῦ καὶ πρὸς τὰ εὐώνυμα
 μέρη τούτου, ἀνωτέρω δὲ ὁ Ἐλισσὸς καὶ δεξιώτερος. οὗτος
δὲ ὁ Ἐλισσὸς εἴτε ἀπό τινος ποταμοῦ Ἐλισσοῦ ὀνομαζομένου
συμμιγνυμένου τῷ Δρυμόνι μεγίστῳ ποταμῷ εἴτε οὔτως 
ἁπλῶς τὸ πολίχνιον ὠνόμαστο, οὐκ ἰχῶ σαφῶς εἰπεῖν. ὁ
δὲ ’Eλισσὸς μετέωρόν ἐστι πολίχνιον καὶ πάντη δυσάλωτον,
κάτω καὶ περὶ τὰς πεδιάδας ὁρῶν τὸ Δυρράχιον, ὡς λέγουσι,
τοιοῦτον δὲ ἀσφαλές , ὥστε καὶ ἠπειρόθεν καὶ ἐκ
θαλάττης πολλὴν ἀρωγὴν ποιεῖν Δυρραχίῳ. ᾧ πολιχνίῳ, τῷ 
Ἐλισσῷ , καὶ ἀποχρησάμενος ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος εἰς
 

 
βοήθειαν τῆς πόλεως Ἐπιδάμνου ἀπό τε τοῦ ποταμοῦ Δρυμόνος 
ναυσιπόρου τυγχάνοντος καὶ ἀπὸ τῆς ἠπείρου τὴν
πόλιν Δυρραχίου κατησφαλίσατο τὰ χρειώδη ἐκ γῆς καὶ
θαλάττης εἰσάγων, ὅσα τε εἰς τροφὴν τῶν αὐτόθι στρατιωτῶν
 τε καὶ οἰκητόρων καὶ ὅσα πρὸς ὅπλα καὶ μάχας ἦν
ἐπιτήδεια. ὁ δὲ Δρυμὼν οὗτος ὁ ποταμός, ἴνα τι καὶ περὶ 
τοῦ ῥεύματος τούτου προσιστορήσαιμι, ῥεῖ μὲν ἄνωθεν ἀπὸ
τῆς Λυχνίτιδος λίμνης , ἣν ἡ νῦν γλῶττα ἐκβαρβαρώσασα
Ἀχρίδα προσηγόρευσεν ἀπὸ Μόκρου τοῦ Βουλγάρων βασιλέως
 τὰ πρῶτα καὶ τὰ ἔσχατα Σαμουὴλ, τοῦ ἐπὶ τοῖν βασιλέοιν 
Κωνσταντίνου καὶ βασιλείου τῶν πορφυρογεννήτων
γεγονότος, διά τινων τάφρων ἑκατόν, ἃς γεφύρας ἐπονομάζομεν.
καὶ γὰρ ἀπορρέουσιν ὥσπερ ἀπό τινων ἀρχῶν
διαφόρων τῆς λίμνης διῃρημένοι ποταμοὶ καὶ εἰς ἑκατὸν
 ἥκοντες οὐ λήγουσι κᾆθ’ οὕτως τῷ ποταμῷ τῷ |κατὰ τὴν
Δεύρην ἑνούμενοι, ἐξ οὗ καὶ Δρυμὼν ἐπονομάζεται, καὶ
συνεχεῖς αὐτῷ γινόμενοι πλατύνουσι τε αὐτὸν καὶ μέγιστον
ἐξεργάζονται. ὃς τοὺς ἐσχάτους τῶν Δαλματῶν παραμείβων
καὶ πρὸς βορρᾶν ἀνιὼν ἔπειτα ἐπικάμπτει πρὸς νότον καὶ
 περὶ τὰς ῥίζας τοῦ Ἐλισσοῦ γινόμενος εἰς τὸν Ἀδριαντικὸν
ἐκδίδωσι κόλπον. ταῦτα μὲν περί τε τῆς θέσεως Δυρραχίου 
καὶ Ἐλισσοῦ καὶ τῆς ἀσφαλείας ἑκατέρων τῶν τόπων γεγράφθω·
ὁ δὲ βασιλεὺς ἔτι εἰς τὴν βασιλεύουσαν ἐνδιατρίβων
μεμαθηκὼς διὰ γραφῶν τοῦ δουκὸς Δυρραχίου τὴν
 τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσιν ἐπετάχυνε τὴν ἐξέλευσιν.
ἀνύστακτος γὰρ ὢν ὁ δοὺξ Δυρραχίου , μὴ διδοὺς τὸ παράπαν
ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς, ὁπηνίκα διέγνω διαπλῳσάμενον
τὸν Βαϊμοῦντον παρὰ τὴν τοῦ Ἰλλυρικοῦ πεδιάδα
καὶ τῆς νηὸς ἀποβεβηκότα καὶ αὐτόθι που πηξάμενον χάρακα, 
 Σκύθην μεταπεμψάμενος ὑπόπτερον τοῦτο δὴ τὸ τοῦ λόγου
πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τὴν τούτου διαπεραίωσιν ἐδήλου.
 

 
ὃς ἐπανιόντα τὸν αὐτοκράτορα τοῦ κυνηγεσίου καταλαβὼν
δρομαῖος εἰσελθὼν καἰ προσουδίσας τὴν κεφαλὴν τὴν τοῦ
 Βαϊμούντου διαπεραίωσιν τρανῶς ἐβόα. ἅπαντες μὲν οὖν
οἰ τότε παρόντες ἐπάγησαν, οὗπερ ἕκαστος ἔτυχε, καὶ πρὸς
μόνην τὴν τοῦ Βαϊμούντου κλῆσιν ἀποναρκήσαντες. ὁ δὲ 
αὐτοκράτωρ πλήρης θυμοῦ καὶ φρονήματος ὢν λύων τὸν
ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος “πρὸς ἄριστον” ἴφη “τὸ παρὸν
τραπώμεθα · τὰ δέ γε κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον αὖθις
κατασκεψόμεθα”.

Ἐξεπλάγημεν οὖν ἅπας τότε τὸ τῆς ψυχῆς τοῦ 
αὐτοκράτορος ἀνάστημα. ὁ δέ, κἀν καταφρονητικῶς προς
τὴν ἀγγελίαν ἐκείνην διὰ τοὺς τηνικαῦτα παρόντας τῷ φαινομένῳ
ἐδόκει διατεθείς, ἀλλ’ ἐντὸς πολλὰ περὶ τούτου ἐκυμαίνετο
 τὸν λογισμόν. καὶ δὴ δεῖν ἐλογίσατο αὖθις τοῦ
Βυζαντίου ἐξεληλυθέναι· μηδὲ τὰ κατ’ οἶκον αὐτοῦ καλῶς 
πρὸς αὐτὸν ἔχοντα πάλιν διαγνούς, ὅμως τὰ κατὰ τὰ ανάκτορα
καὶ τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων εὖ διαθέμενος καὶ φύλακας
ἐπιστήσας τόν τε μέγαν δρουγγάριον τοῦ στόλου καὶ
 ἐκτομίαν Εὐστάθιον τὸν Κυμινειανὸν καὶ Νικηφόρον τὸν
τοῦ Δεκανοῦ καλούμενον, οὕτως ἐκεῖνος ἔξεισι τοῦ Βυζαντίου
μετ’ ὀλίγων καὶ τῶν καθ’ αἷμα τούτῳ προσηκόντων
πρώτην ἄγοντος μηνὸς Νοεμβρίου ἐπινεμήσεως πρώτης κατὰ
τὸ ἔξω Γεράνιον τὴν ἐρυθροβαφῆ καὶ βασιλικὴν καταλαβὼν
 σκηνήν. ἐδεδίει δέ, ὅτι ἐξερχομένῳ τὸ σύνηθες θαῦμα ἡ
Θεομήτωρ ἐν Βλαχέρναις οὐκ ἐπεδείξατο. διὰ τοῦτο ἐπὶ 
τέσσαρσιν αὐτοῦ που ἐμβραδύνας ἡμέραις ἡλίου δύνοντος
σὺν αὐτῇ δεσποίνῃ παλίντροπον τὴν πορείαν ποιησάμενος
εἴσεισιν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Θεομήτορος τέμενος μετ’ ὀλίγων
 λεληθότως καὶ τὴν συνήθη τελέσας ὑμνῳδίαν καὶ ἐκτενεστέρας
τὰς δεήσεις ποιησάμενος, τηνικαῦτα τελεσθέντος τοῦ
συνήθους θαύματος, οὕτως μετὰ χρηστῶν ἔξεισιν ἐκεῖθεν
τῶν ἐλπίδων. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν τῆς πρὸς Θεσσαλονίκην
 

 
ἥψατο. καταλαβὼν δὲ τοὺς Χοιροβάκχους ἔπαρχον Ἰωάννην
τὸν Ταρωνίτην προὐβάλετο. ἀνὴρ δὲ οὗτος τῶν εὐγενῶν,
 νηπιόθεν πρὸς αὐτοῦ προσληφθεὶς καὶ ὑπογραμματεύσας
αὐτῷ ἐπὶ πολύ, φρονήματος μὲν ὢν δραστικωτάτου καὶ
νόμων Ῥωμαϊκῶν ἐπιστήμων καὶ τὰ βασιλέως προστάγματα 
μεγαληγορῶν , ὁπηνίκα προστάττοιτο βασιλικῆς μεγαλοφροσύνης
ἐπάξια, ἐλευθέραν ἔχων τὴν γλῶτταν καὶ οὐκ ἐπὶ
ψόγῳ ἀναισχυντίας στομούμενος , ἀλλ’ ὁποῖον ὁ Σταγειρίτης
τὸν διαλεκτικὸν εἶναι παρακελεύεται. ἐκεῖθεν δε ὑποχωρῶν
συνεχῆ τὰ γράμματα πρός τε τὸν δοῦκα τοῦ στόλου Ἰσαάκιον 
καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, τὸν Δούκαν φημὶ Ἐξαζηνὸν καὶ τὸν
Ὑαλέαν, ἐγρηγορέναι τούτους διὰ παντὸς καὶ ἀπείργειν τοὺς
ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον διαπλῳζομένους ἐξέπεμπεν.
 ἐπὰν δὲ τὸν Μέστον κατειλήφει, ἡ μὲν Αὔγουστα
πρὸς τὰ βασίλεια ἐπαναστρέψαι ἠβούλετο, ὁ δὲ αὐτοκράτωρ 
προσωτέρω ταύτην βαδίζειν παρεβιάζετο. καὶ δὴ περάσαντες
ἄμφω τὸν Εὖρον καλούμενον ποταμὸν κατὰ τὸν Ψύλλον
τὰς σκηνὰς ἐπήξαντο. ὁ δὲ ἄλλον φόνον πεφευγὼς ἑτέρῳ
μικροῦ περιπέπτωκεν ἄν, εἰ μή τις θεία χεὶρ τοὺς μιαιφόνους
ἐκείνους ἀπεῖρξε τοῦ δράματος. ἀνὴρ γὰρ τις ἐς 
Ἀρωνίους ἐκείνους ἀπὸ μέρους ἀνέλκων τὸ γένος, κἀν ἐκ
 νόθων κατήγετο, πρὸς φόνον τὸ στασιάζον τοῦ αὐτοκράτορος]
 μέρος παρέθηγε. κεκοινώνηκε δὲ τοῦ ἀπορρήτου καὶ
πρὸς τὸν ἔδιον ἀδελφὸν Θεόδωρον. εἰ δὲ καὶ ἕτεροι τῶν
στασιαζόντων συνίστορες τοῦ τοιούτου δράματος ἦσαν, λέγειν 
οὐ βούλομαι· ὅμως δὲ Σκύθην ἀργυρώνητον τὴν κλῆσιν
Δημήτριον αὐτουργὸν τοῦ φόνου παρεσκευάσαντο (καὶ αὐτὸς
δὴ ὁ τούτου δεσπότης Ἀαρών) πέρας τοῦ σκοπουμένου τὴν
τῆς βασιλίδος ὑποχώρησιν θέμενοι , ὡς ἐντεῦθεν εὐκαιρίας
ὁ Σκύθης δραζάμενος κατὰ τῶν τοῦ βασιλέως λαγόνων 
ὠθήσῃ τὸ ξίφος ἢ ἐν στενῷ περιτυχὼν ἢ καὶ ὑπνώττοντι
 λαθών. καὶ ὁ Δημήτριος φόνιον πνέων τὸ σιδήριον ἔθηγε
 

 
ἐπιστραφεὶς παίει τὸν αὐτῷ ὑπαντιάσαντα Λατῖνον· ὁ δ’
εὐθὺς κύμβαχος κατὰ γῆς ἔκειτο. ὁ δὲ Βαϊμοῦντος ἐδίωκε
τούτους μέχρι τοῦ ποταμοῦ Σαλαβρία. ἐν δὲ τῷ φεύγειν
ὁ ἤδη ῥηθεὶς Οὐζᾶς παίει τὸν τὴν σημαίαν τοῦ Βαϊμούντου
 κατέχοντα διὰ τοῦ δόρατος καὶ τὴν σημαίαν τῶν χειρῶν
αὐτοῦ ἀφαρπάσας μικρὸν περιδινεῖ καὶ κλίνει πρὸς τὸ πρανές. 
οἱ γοῦν Λατῖνοι τὴν σημαίαν ἐξ ὀρθίου σχήματος κατακλιθεῖσαν
ἑωρακότες ἐν συγχύσει γεγόνασι καὶ ἐφ’ ἑτέραν
ἐτράποντο ἀτραπόν, δι’ ἧς καὶ τὰ Τρίκαλα καταλαμβάνουσιν
 ἤδη προκατασχεθέντα παρά τινων τῶν μετὰ τοῦ Βαϊμούντου
πρὸς τὸ Λυκοστόμιον φευγόντων. κἀκεῖσε τέως αὐτλίζονται
εἴσω τούτων γεγονότες· ἐκεῖθεν δὲ καταλαμβάνουσι τὴν P. 1
Καστορίαν. ὁ δὲ βασιλεὺς ὑποστρέψας ἀπὸ Λαρίσσης καὶ
τὴν Θεσσαλονίκην καταλαβών, ὁποῖος ἐκεῖνος περὶ τὰ τοιαὐτα,
 ταχὺμάλα πρὸς τοὺς σὺν τῷ Βαϊμούντῳ κόμητας
ἀποστείλας πολλὰς ὑποσχέσεις ἐπεποίητο, εἰ τὸν Βαϊμοῦντον
τοὺς μισθοὺς ἀπαιτήσουσιν, οὕσπερ αὐτοῖς καὶ ὑπέσχετο·
τοῦ δὲ μὴ ἔχοντος ἀποδοῦναι παραπείσουσι τοῦτον κατελθεῖν
εἰς θάλασσαν καὶ ἀναζητῆσαι ταῦτα ἀπὸ τοῦ ἰδίου πατρὸς
 Ῥομπέρτου καὶ αὐτὸν ἐκεῖνον διαπερᾶσαι τοὺς αὐτῶν
μισθοὺς ἐξαιτηςόμενον. καὶ εἰ τοῦτο ἀνύσαιεν, πάντας τιμῆς
καὶ μυρίων εὐεργεσιῶν ἐπαπολαῦσαι. καὶ ὅσοι μὲν τούτων 
ἐπὶ μισθῷ δουλεῦσαι θελήσουσι, προσλαμβάνεσθαι τούτους
καὶ ἀποχρῶντα τὸν μισθὸν ἀποδοῦναι κατὰ τὰ θελήματα
 αὐτῶν, τοὺς δ’ αὖ εἰς τὰς οἰκίας αὐτὼν βουλομένους ἀπελθεῖν
ἀκινδύνως διαβιβάσαι διὰ τῆς Οὐγγρίας. ὑπείξαντες
οὖν τῷ τοῦ βασιλέως προστάγματι οἱ κόμητες τοὺς τῶν παραδραμόντων
τεσςάρων ἐνιαυτῶν μισθοὺς ἀσυμπαθῶς ἀπῄτουν.
ὁ δὲ μὴ ἔχων ἀποδοῦναι ἀνεβάλλετο τέως. ὡς δὲ ἐνέκειντο
 εἴλογα αἰτοῦντες, μὴ ἔχων ὅ τι καὶ δράσειε τὸν μὲν Βρυέννιον V.
αὐτοῦ που φυλάσσειν τὴν Καστορίαν κατέλιπε καὶ τὸν τοὺς
Πολόβους φυλάσσοντα Πέτρον τοῦ Ἀλίφα· αὐτὸς δὲ τὸν
 

 
ἅπαντα καὶ αὐτὰ δὴ τὰ παρ’ ὑμῶν ῥιπτόμενα φάμουσα
φαυλίσω, μηδείς με μετ’ ἀνθρώπων λογιζέσθω’’. ὁ δ’
εὐθὺς τὸν ἴδιον οἰκέτην ἐπέταξε τὸν φωνοῦντα ἄνθρωπον
ἀναζητῆσαι. καὶ ὃς ἀπελθὼν καὶ τὸν τοῦ Ἀαρὼν οἰκέτην
γνωρίσας Στρατήγιον αὐτὸν συμπαραλαβὼν ἄγει πρὸς τὸν 
 ἐπὶ τῆς τραπέζης. καὶ παραχρῆμα προσελθὼν ἀπαγγέλλει,
ὅσαπερ σύνοιδεν. οὗτος δὲ συμπαραλαβὼν αὐτὸν ἀπῆλθε
πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ὕπνωττον δὲ τηνικαῦτα οἱ βασιλεῖς.
ἐντυχὼν δὲ βασιλείῳ τῷ ἐκτομίαι κατηνάγκαζεν ἀπαγγεῖλαι
τὰ περὶ τοῦ Στρατηγίου τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Ἀαρὼν ῥηθέντα. 
ὁ δ’ εὐθὺς εἰσελθὼν καὶ αὐτὸν εἰσάγει τὸν Στρατήγιον.
 ὃς ἐπειδὴ καθάπαξ εἰς ἐρωτήσεις ἐλήλυθεν, ἅπαν τὸ δρᾶμα
τῶν φλυάρων ἀμούσων, τὸν τοῦ φόνου δραματουργὸν καὶ
αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν εἰς σφαγὴν τοῦ βασιλέως παρεσκευασμένον
 σαφῶς ἀνεκάλυψεν. “ὁ γὰρ ἐμός’’ φησι “δεσπότης Ἀαρὼν 
μεθ’ ἑτέρων, οὓς οὐδὲ ἡ σὴ βασιλεία παντάπασιν ἠγνόησε,
κατὰ τῆς σῆς, βασιλεῦ, ζωῆς μελετήσαντες καθῆκαν σοι φονέα
Δημήτριον, τὸν ἐμαυτοῦ σύνδουλόν, ἄνδρα Σκύθην μὲν
τὸ γένος, φονικώτατον δὲ τὴν γνώμην, τοὺς βραχίονας καρταρόν,
πρὸς πᾶν ὁτιοῦν τολμηρότατον καὶ τὴν ψυχὴν θηριώδη 
καὶ ὠμότατον. τούτῳ ξίφος ἐγχειρίσαντες ἄμφηκες
παρήγγειλαν παραγγελίαν ταύτην ἀπάνθρωπον, ὡς ὁμόσε
προσελθόντα μετὰ θράσους ἀκατασχέτου ἐμβάψαι τοῖς βασιλικοῖς
σπλάγχνοις τὸ ξίφος.’’ ὁ δὲ βασιλεύς (καὶ γὰρ οὐκ
 ἦν εὔκολος τοῖς τοιούτοις πιστεύειν) “μὴ διά τινά’’ φησιν 
“ἀπέχθειαν πρὸς τοὺς σοὺς δεσπότας καὶ πρὸς τὸν σεαυτοῦ
ὁμόδουλον τὴν κατηγορίαν ταύτην συμπλέκῃς, ἀλλὰ τἀληθῆ
πάντα καὶ ὅσα σύνοιδας ἐξορχοῦ. εἰ δ᾿ οὐν καὶ ἁλοίης
ψευδόμενος, οὐκ εἰς καλὸν τὰ τῆς κατηγορίας σοι ἀπαντήσεται.”
ἐκεῖνος δὲ ἐνιστάμενος ἀληθῆ λέγειν παραδίδοται πρὸς 
τὸν ἐκτομίαν Βασίλειον , ἴνα τέως τοὺς φλυάρους χάρτας
ἐπιδοίη πρὸς αὐτόν. ὁ δὲ παραλαβὼν τοῦτον καὶ ἀπελθὼν
 

 
εἰσάγει εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ Ἀαρὼν πάντων κοιμωμένων καὶ
ἀναλαβόμενος ἐκεῖθεν πήραν τινὰ στρατιωτικὴν μεστὴν τοιούτων
γραμμάτων δίδωσι τῷ βασιλείῳ. αὐγαζούσης δὲ ἤδη
τῆς ἡμέρας θεασάμενος τὰ τοιαῦτα γράμματα ὁ βασιλεὺς
 καὶ διαγνοὺς τὸν κατ’ αὐτοῦ μελετώμενον φόνον τὴν μὲν
μητέρα τοῦ Ἀαρὼν προσέταξε τοῖς τὰ τῶν κοινῶν διοικοῦσιν
ἐν τῇ πόλει περιορισθῆναι εἰς Χοιροβάκχους, τὸν δὲ Ἀαρὼν * *, 
τὸν δὲ Θεόδωρον τὸν αὐτάδελφον αὐτοῦ εἰς Ἀγχίαλον. ταῦτα
τὸν βασιλέα τῆς πρόσω φερούσης ἐπὶ πέντε ἡμέραις ἀπεῖρξεν.

Ἐν δὲ τῷ πρὸς Θεσσαλονίκην ἀπέρχεσθαι, ἐπεὶ
ἁπανταχόθεν συνηλαύνετο ἐς ταὐτὸν τὰ τάγματα, δεῖν ἐλογίσατο
σύνταξιν ποιῆσαι εἰς πολέμου σχῆμα διατετυπωμένην.
καὶ αὐτίκα κατὰ λόχους αἱ φάλαγγες ἵσταντο καὶ οἱ λοχαγοὶ
προὐβέβληντο καὶ τῶν οὐραγῶν ἡ τάξις ἐφείπετο καὶ οἱ τὸ
 μέσον τῆς φάλαγγος ἀναπληροῦντες εἱστήκεσαν ἅπαντες τοῖς
ὅπλοις μαρμαίροντες (καὶ ἦν φοβερὸν θέαμα ἐκεῖνο τὸ σύνταγμα) 
καὶ καθάπερ τι τεῖχος πόλεως ἀλλήλοις συνηρμοσμένοι·
εἶπες ἂν χαλκοῦς ἀνδριάντας ὁρᾶν καὶ αὐτοχύτους τινὰς
στρατιώτας ἐπὶ τοῦ πεδίου σύμπαντας ἀτρεμεῖν μόνων τῶν
 δοράτων κραδαινομένων καὶ ὥσπερ ἐπιθυμούντων χρωτὸς
ἅψασθαι. ταύτην τὴν σύνταξιν ὁ βασιλεὺς ποιησάμενος καὶ
κινήσας αὐτὴν καὶ ὑποτυπωσάμενος , πῶς μὲν ἐπὶ δόρυ,
πῶς δὲ ἐπ’ ἀσπίδα κινοῖντο, τὴν νέηλυν στρατιὰν ἐκ τῆς
συντάξεως πάσης ἀπολεξάμενος καὶ οὓς μᾶλλον αὐτὸς ἀνεθρέψατο
 καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐξεπαίδευσεν, ἀρχηγοὺς στρατευμάτων 
κατέστησεν. ἦσαν δ’ οὗτοι ξύμπαντες τριακόσιοι,
πάντες νέοι καὶ εὐμήκεις, σφριγῶντες τὸ σῶμα καὶ ἕκαστος 
τούτων ἀρτίχνους τὸ γένειον, πάντες δὲ καὶ τόξον ἐντεῖναι
δεξιώτατοι καὶ ἀφεῖναι δόρυ στερρότατοι. ἐκ διαφόρου μὲν
 γένους ἦσαν συνηθροισμένοι, ἐξ ἁπάσης δὲ τῆς Ῥωμαϊκῆς
στρατιᾶς στρατιά τις ἦσαν ἔκκριτος ὑπὸ στρατηγῷ τῷ βασιλεῖ
ταττόμενοι· τῷ αὐτῷ γὰρ καὶ βασιλεῖ καὶ στρατηγῷ
 

 
καὶ διδασκάλῳ ἐχρῶντο. τούτων οὖν ἀπολεξάμενος αὖθις
 τοὺς δεξιωτέρους καὶ ξυνταγματάρχας χειροτονήσας ἐπὶ τὰ
τέμπη πέμπει, δι’ ὦν ἔμελλε τὸ βαρβαρικὸν στράτευμα διελθεῖν.
ἐκεῖνος δὲ ἐν θεσσαλονίκῃ τὴν παραχειμαςίαν ἐποιεῖτο. 
ἐπεὶ δέ, καθάπερ ἔφημεν, ὁ τύραννος Βαϊμοῦντος 
μετὰ βαρυτάτου στόλου διεπεραιώσατο ἐκεῖθεν ἐνθάδε πρὸς
 τὰ ἡμέτερα καὶ τὸ φραγγικὸν ἅπαν στράτευμα κατὰ τῶν
ἡμετέρων πεδιάδων ἐξέχεε, συνταξάμενος ἐκεῖθεν ἔρχεται
κατὰ τῆς Ἐπιδάμνου, εἰ μὲν δύναιτο, καὶ αὐτοβοεὶ αἱρήσων
αὐτήν, εἰ δ’ οὖν, ἀλλὰ τειχομάχοις μηχανήμασι καὶ πετροβόλοις 
ὀργάνοις τὴν ὅλην πόλιν παραστηςόμενος. ὁ μὲν
οὖν σκοπὸς αὐτῷ οὖτος· ηὐλίσατο δὲ ἀντικρὺ τῆς πύλης 
τῆς κατὰ τὰς ἀνατολὰς ἀνεῳγυίας, ἦς ὕπερθεν ἱππότης ἐστὶ
χαλκοῦς, καὶ κατασκοπήσας τοῦ πολιορκεῖν ἤρξατο. χειμῶνα
μὲν οὖν ὄλον ἐπινοούμενος καὶ πανταχόθεν ἐπιβλέπων, οὖ- 
 περ ἁλώσιμόν ἐστι τὸ Δυρράχιον, ἔαρος δὲ διαγελῶντος,
ἐπειδήπερ καθάπαξ παραυτίκα διαπεράσας πυρὶ παραδέδωκε
τάς τε ρορταγωγοὺς αὐτοῦ νῆας καὶ τὰς ἱππαγωγοὺς καὶ ὡς
οὕτως εἰπεῖν στρατιώτιδας, τοῦτο μὲν καὶ στρατηγικόν τι
μηχανώμενος, ἵνα μὴ ὁρῷεν πρὸς θάλατταν τὸ στράτευμα 
τούτου, τοῦτο δέ τι καὶ καταναγκάξοντος αὐτὸν τοῦ ‘Ρωμαϊκοῦ 
στόλου, ὅλος πρὸς πολιορκίαν ἀπέβλεψε. κύκλῳ περιχεάμενος 
τὸ βαρβαρικὸν στράτευμα τὰ πρῶτα καὶ ἐν ἀκροβολισμοῖς 
ὤν (ἐπετοξάζοντο δὲ τούτοις καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ
 Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος ποτὲ μὲν καὶ πυργόθεν ἀπὸ τοῦ 
Δυρραχίου, ποτὲ δὲ καὶ πόρρωθεν), ἀποστέλλων τινὰς ἀποσπάδας
τοῦ φραγγικοῦ στρατεύματος ἐπολέμει τε καὶ ἐπολεμεῖτο. 
τήν τε γὰρ Πέτρουλαν ἐχειρώσατο καὶ τὸ λεγόμενον
Μύλουλου πόλισμα ὑπερκείμενον ποταμοῦ Διαβόλεως καὶ ἄλλα
τὰ τοιαῦτα πέριξ τῆς πόλεως Δυρραχίου τυγχάνοντα πάντα 
πολέμου νόμῳ κατεκληρώσατο. ταῦτα μὲν οὖν ἐποίει πολεμικῇ 
δεξιᾷ· ἠρχιτεκτόνει δὲ ἐν τοσούτῳ καιρῷ τὰ πολεμικὰ
 

 
μηχανήματα, χελώνας κατασκευάζων πυργοφόρους καὶ κριοφόρους 
καί τινας ὀρυκτίδας καὶ ἄλλας χωστρίδας ὅλον χειμῶνα
καὶ θέρος ἐργαζόμενος καὶ καταπλήττων καὶ ἀπειλῇ 
καὶ τοῖς πράγμασι καταπλῆγας ὄντας ἀνθρώπους. ἀλλ’ οὔτι
 γε καὶ Ῥωμαϊκὴν ἀνδρείαν ἠδύνατο καταπαλαίειν. δυστυχῶς 
δὲ αὐτῷ ἀπηντήκει καὶ τὰ πρὸς ἀποτροφήν. ὅσα μὲν γὰρ
προῦφηρπάκει ἀπὸ τῶν πέριξ τοῦ Δυρραχίου, τούτῳ ἀνήλωτο, 
τὰ δ’ ἀφ’ ὧν ἤλπικε κομισθῆναί οἱ, προκατασχόντες
τὰ τέμπη καὶ τὰς ἐξόδους καὶ αὐτὴν δὴ τὴν θάλατταν οἱ
 τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος ἀπεκώλυον. κἀντεῦθεν λιμὸς
ἀθρόως ἐπιφοιτήσας τούς τε ἵππους καὶ τοὺς ἀνθρώπους
ὁμοῦ διέφθειρε μὴ ἐχόντων μήτε τῶν ἵππων χιλὴν μήτε
τῶν ἀνθρώπων τροφήν. προσεπετέθη δὲ τῷ βαρβαρικῷ
τούτῳ στρατεύματι καὶ κοιλιακή τις διάθεσις τῷ μὲν δοκεῖν
 ἀπό τινος ἀπροσφόρου σιτήσεως , φημὶ δὴ τῆς κέγχρου· τὸ
δ’ ἀληθὲς μήνιμα Θεοῦ κατὰ τοσούτου ἀναριθμήτου στρατεύματος 
καὶ ἀνυποίστου κατασκῆψαν ἐπαλλήλους θανάτους
εἰργάσατο.

Ἀλλὰ τοῦτο μὲν τὸ δυστύχημα κοῦφον ἐδόκει πρὸς
 ἄνδρα τυραννικὸν ἔχοντα φρόνημα καὶ ἀπολεῖν ἀπειλοῦντα
ἅπασαν γῆν· ὅμως μέντοι καὶ δυστυχῶν διεμηχανᾶτο καὶ
καθάπερ θηρίον τιτρωσκόμενον πρὸς ἑαυτὸν συνεστρέφετο
καὶ ὥσπερ ἔφημεν πρὸς τὰς πολιορκίας ὅλῳ βλέμματι ἀπετείνετο.
καὶ τὰ πρῶτα μὲν κριοφόρον χελώνην ἐξεργασάμενος,
 ἀπεριήγητον τι θαῦμα, προσῆγε πρὸς τὸ ἀνατολικώτερον
μέρος τῆς πόλεως. καὶ αὐτῇ τῇ ὄψει φοβερὸν θέαμα·
κατεσκεύαστο γὰρ ὧδε. μικράν τινα χελώνην ποιησάμενοι 
καὶ ἐν παραλληλογράμμῳ σχήματι ταύτην κατασκευάσαντες
καὶ τροχοὺς ὑποθέντες καὶ πανταχόθεν, ἄνωθέν τε καὶ
 ἑκατέρωθεν, τὰς πλευρὰς διαστεγάσαντες βύρσαις βοείαις
καὶ συνερραφότες πανταχόθεν καὶ τοῦτο δὴ τὸ παρ’ Ὁμήρου
λεγόμενον ἑπταβόειον τὸν ὄροφον καὶ τοὺς τοίχους τοῦ
μηχανήματος ποιησάμενοι κᾆθ’ οὕτως ἔνδον τοὺς κριοὺς
ἀπῃώρησαν. ἐπεὶ δὲ οὕτως εἶχεν αὐτῷ τὸ μηχάνημα, τοῦτο

 
καἰ προσήγγισε τῷ τείχει, μυριάνδρου πλήθους ἔνδοθεν
 μετά τινων κοντῶν προωθούντων αὐτὸ καὶ ἐγγύθεν ποιουμένων
τῶν τοῦ Δυρραχίου τειχῶν. ἐπειδὴ ἀποχρώντως εἶχεν
αὐτοῖς ἡ ἐγγύτης καὶ συμμέτρως τὰ πρὸς ἀπόστασιν, ὑφεῖλον
μὲν τὰς τροχιὰς, περιπήγμασι δὲ πανταχόθεν ἀσφαλισάμενοι 
τὸ μηχάνημα, ἵνα μὴ ταῖς ὠθήσεσι τὸ στέγος διασαλεύοιτο,
ἐνταῦθά τινες ἄνδρες ῥωμαλεώτατοι ἑκατέρωθεν τοῦ κριοῦ
σφοδρῶς ὠθοῦντες ἐπὶ τὸ τεῖχος ἔχοντο τῆς ὁμοταγοῦς
 τοιαύτης κινήσεως. καὶ οἱ μὲν καθάπαξ ὤθησαν σφοδρῶς
τὸν κριόν, ὁ δὲ καθάπαξ παρενεχθεὶς ἐσπάραττε τε τὸ 
τεῖχος καὶ ἐκεῖθεν ἀποκρουόμενος καὶ παλιμπόρευτον τὴν
φορὰν ποιούμενος ἀντεσπαράττετο. καὶ τοῦτο πολλάκις
ἐποίει τέως πολλάκις περιφερόμενος ἑκατέρωθεν καὶ διατιτραίνων
τὸ τεῖχος οὐκ ἔληγε. κριὸν δὲ εἰκότως οἱ ἀρχαῖοι
μηχανικοὶ καὶ περὶ τὰ Γάδειρα τοῦτο ἐφευρηκότες προσωνομάκασιν 
ἐκ μεταφορᾶς τῶν καθ’ ἡμᾶς κριῶν, οἳ κατ’ ἀλλήλων
ἀντεπεφχόμενοι διαγυμνάζονται. ἀλλ’ οἱ ἔνδον κατα-
γελῶντες τῆς τραγικῆς ταυτησὶ τειχομαχίας τῶν βαρβάρων
 τούτων καὶ κριοφόρων ἀνδρῶν καὶ ὅτι εἰς οὐδὲν αὐτοῖς
 περατοῦται τὰ τῆς πολιορκίας, ἀναπετάσαντες τὰς πύλας 
ἐκέλευον εἰσιέναι καταγελῶντες τῶν ἀπὸ τοῦ κριοῦ προσκρουμάτων
ἐγγινομένων. “οὐ γὰρ ἂν’’ ἔφασαν “ ἐργάσαιτο κριὸς
τοιοῦτον χάσμα ἐκ τῆς κατ’ αὐτὸν τειχομαχίας, οἶον ἡ πύλη
παρέχεται”. τοῦτο μὲν οὖν αὐτίκα τῇ τῶν ἔνδοθεν ἀνδρείᾳ
καὶ τῷ θαρραλέῳ τοῦ στρατηγοῦντος Ἀλεξίου καὶ ἀδελφιδοῦ 
τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου εἰς κενὸν ἀποδέδεικται, ἐρρᾳθυμηκότων
καὶ αὐτῶν τῶν πολεμίων ὅσον γε πρὸς τοῦτο
καὶ ἀπειπαμένων τὴν πολιορκίαν. τὸ γὰρ ἀνδρεῖον τῶν ἔνδοθεν
καὶ τὸ ἀνεῷξαι τὰς πύλας τοῖς βαρβάροις καὶ θαρρεῖν
κατ’ αὐτῶν εἰς δειλίαν ἐνέβαλε καὶ τοῦ μηχανήματος ἀπαγόρευσιν. 
 οὕτω μὲν οὖν ἤργει τὰ περὶ τῆς Κριοφόρου χελώνης·
οὐδὲν δὲ ἧττον καὶ τὸ πῦρ ἄνωθεν ἐπιρριφὲν κατὰ
 

 
τοῦ μηχανήματος ἀργοῦντος ἤδη καὶ ἀκινήτου μένοντος δια
τὰς προειρημένας αἰτίας εἰς τέφραν μετήμειψεν. ἀπὸ τοίνυν
τούτων τὸ Φραγγικὸν ἀπειπάμενον πλῆθος πρὸς ἄλλο μηχάνημα
φοβερώτερον μετελήλυθεν ἐπὶ τὰ βορειότερα μεταστρέψαν
 ἀντικρὺ τῆς δουκικῆς καθέδρας , ἅπερ πραιτώριον
προσωνόμαστο. ἦν δὲ τὰ τῆς θέσεως τοῦ τόπου τοιάδε.
εἰς λόφον ὁ τόπος ἀνίστατο, λέγω δὲ οὐ πετρώδη τὸν λόφον,
ἀλλὰ γεώδη · ἐφ’ οὗπερ λόφου τὸ τεῖχος τῆς πόλεως
ἵδρυτο. τούτου καταντικρύ, καθάπερ ἔφημεν , εὐστοχώτατα
 ὀρύττειν οἱ περὶ τὸν Βαϊμοῦντον ἀπήρξαντο. ἄλλο τοῦτο 
κακὸν ταῖς πόλεσι μεμηχανημένον παρὰ τοῖς πολιορκηταῖς
καὶ ἄλλο πολιορκητικὸν ὄργανον κατὰ τῆς πόλεως τούτοις
πανουργευόμενον. ὀρύττοντες γὰρ ἐπῄεσαν ὑπὸ γῆν καθάπερ
τινὲς ἀσπάλακες τὸν ὑπόγειον χοῦν διατιτραίνοντες καὶ 
 ποῦ μὲν χελώναις ἀκροστέγοις περιφρουροῦντες τὰ ἄνω
μέρη διὰ τὰς ἄνωθεν βαλλομένας βολὰς πετρῶν τε καὶ τόξων,
ποῦ δὲ καὶ τὸ μετέωρον τῆς γῆς στύλοις τισὶν ὑπερείδοντες
ὑπώρυττον ἐξ εὐθείας φερόμενοι , πλατύτατον τε καὶ εὐμηκέστατον
τάφρον ποιούμενοι καὶ δι’ ἁμαξῶν ἀεὶ ἐκφερόμενοι
 τὸν ἀπὸ τοῦ ὀρύγματος χοῦν. ἐπεὶ δὲ εἶχον ἀρκούντως τῆς
διατρήσεως, ἔχαιρον ὥσπερ τι μέγα κατειργασμένοι. ἀλλ’ οὐκ
ἠμέλησαν οἱ ἐντός, ἀλλὰ κατὰ διάστημα τὴν γῆν ἀνορύξαντες
καὶ τάφρον ἀξιόλογον ποιησάμενοι κατὰ τὸ διατεῖνον τῆς τάφρου
ἐκάθηντο προσέχοντες, ὅπου δῆτα τὸ πολιορκοῦν μέρος 
 τὴν ἐκεῖθεν ἐνθάδε διάτρησιν μέλλει ποιήσασθαι. καὶ εὐθὺς
κατά τινα τόπον ἐφευρηκότες αὐτοὺς κρούοντάς τε καὶ ἀνασκάπτοντας
καὶ τὰς ῥίζας τοῦ τείχους ὀρύττοντας ᾔσθοντό
τε αὐτοὺς καὶ μᾶλλον τὴν ἀπ’ ἐκείνων * * ὀπὴν ἀνερρωγότες
καταντικρὺ καὶ θεασάμενοι τὸ πλῆθος ἀπὸ τῆς ἐντὸς γινομένης
 τρυμαλιᾶς πυρὶ τὰ τούτων πρόσωπα κατῃθάλωσαν.
τοῦτο δὲ τὸ πῦρ ἀπὸ τοιούτων μηχανημάτων αὐτοῖς διεσκεύαστο.
ἀπὸ τῆς πεύκης καὶ ἄλλων τινῶν τοιούτων δένδρων
 

 
 ἀειθαλῶν συνάγεται δάκρυον εὔκαυστον. τοῦτο μετὰ θείου
τριβόμενον ἐμβάλλεται τε εἰς αὐλίσκους καλάμων καὶ ἐμφυσᾶται
 παρὰ τοῦ παίζοντος λάβρῳ καὶ συνεχεῖ πνεύματι κᾆθ’
οὕτως ὁμιλεῖ τῷ πρὸς ἄκραν πυρὶ καὶ ἐξάπτεται καὶ ὥσπερ
πρηστὴρ ἐμπίπτει ταῖς ἀντιπρόσωπον ὄψεσι. τούτῳ τῷ πυρὶ 
κεχρημένοι οἱ τἄνδον τοῦ Δυρραχίου κατέχοντες, ἐπείπερ
ἀντιπρόσωποι ἦσαν τοῖς πολεμίοις, τάς τε γενειάδας αὐτῶν
κατέφλεξαν καὶ τὰ πρόσωπα. καὶ ἦν ἰδεῖν τούτους καθάπερ
σμῆνος μελισσῶν ὑπὸ καπνοῦ διωκόμενον ἐζαγομένους
 ἀτάκτως, ὅθεν εὐτάκτως εἰσῄεσαν. ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦτο αὐτοῖς 
εἰς μάτην πεπόνητο καὶ ἡ βαρβαρικὴ φροντὶς αὕτη εἰς
οὐδὲν δέον ἀπετελεύτησε, τρίτον αὐτοῖς ἐπινοεῖται μηχάνημα
πύργος ξύλινος, ὅπερ, ὡς ἡ φήμη φησί, πολιορκητικὸν ὄργανον
οὐ μετὰ τὴν ἀστοχίαν τῶν προεσκευασμένων ὀργάνων
κατῆρκτο γίνεσθαι, ἀλλὰ πρὸ τούτων εἰς ἐνιαυτὸν ὅλον. τοῦτο 
μὲν ἔργον εἶχε, τὰ δὲ προειρημένα ὄργανα πάρεργον. ἀλλὰ δεῖ
με πρότερον ὀλίγα περὶ τοῦ σχήματος τῆς πόλεως Δυρραχίου
 ἀφηγήσασθαι. τὸ μὲν τεῖχος ταύτης ὑποχαλᾶται τοῖς πύργοις·
οἱ δὲ πύργοι κυκλόθεν ταύτης ἐξυπανίστανται, ὅσον
εἰς ἕνδεκα πόδας ὑψούμενοι, διὰ κοχλίου τινὸς τὴν ἄνοδον 
ἔχοντες ἐπάλξεσι τε ἠσφαλισμένοι. οὕτως ἔχει σχήματός
τε καὶ ἀσφαλείας ἡ πόλις. τὸ δὲ πάχος τοῦ τείχους εἰς
ἀξιόλογον πλάτος ἐκτέταται καὶ τοσοῦτον, ὥστε ἱππότας ἄνδρας
καὶ πλείους τῶν τεσσάρων τοὺς ὤμους συμμίξαντας
διιππάσασθαι ἀσφαλῶς. οὕτω μὲν οὖν ἐκπεφράσθω μοι 
τὰ περὶ τοῦ τείχους ὡς ἐν παραδρομῇ τινα σαφήνειαν τῶν
 μελλόντων ῥηθῆναι προαφηγησαμένῃ. τὰ δὲ τῆς πυργοποιίας
τοῦ μηχανήματος τούτου, ὅπερ καθάπερ χελώνης
πύργον ἐμηχανήσαντο οἱ περὶ τὸν Βαϊμοῦντον βάρβαροι,
καὶ ἀφηγήσασθαι χαλεπὸν καὶ ἰδεῖν φοβερόν, ὡς οἱ ἑωρακότες 
ἔλεγον, μὴ ὅτι γε οἷς προσεπέλασε φρικωδέστατον
θέαμα. εἶχε δὲ τοιῶσδε. πύργος ξύλινος κατεσκεύαστο ἐκ
 
 
 
 μεληθέντος μετρίώτερος καὶ ὁ τούτου γέγονεν ἀναθεματισμός.
 Καὶ τὰ μὲν δόγματα ἀπεντεῦθεν ἀνα θεματίζεται, τὸ δὲ ἐκείνου
 ὄνομα πλαγίως καὶ ὑποκεκρυμμένως καὶ οὐδὲ τοῖς πολλοῖς
 γνωρίμως ὑπάγεται τῷ ἐκκλησιαστικῷ ἀναθέματι, καὶ γὰρ
 οὗτος ἐν ὑστέροις καιροῖς μεταβέβλητο περὶ τὺ δόγμα καὶ
 ἐφ᾿ οἷς ποτε πεπλάνητο, μεταμεμέλητο. ἠρωεῖτο δὲ καὶ τὰς
 μετεμψυχώσεις καὶ τὸ ὑβρίζειν τὰς σεπτὰς εἰκύνας τῶν ἁγίων
 καὶ τὸν περὶ τῶν ἰδεῶν λόγον μεθερμηνεύειν πως πρὸς τὸ 
 ὀρθόδοξον ἔσπευδε καὶ δῆλος ἦν καὶ αὐτὸς παταγινώσκων
 ἑαυτοῦ ἐφ᾿ οἷς πρῴην τοῦ εὐθέος μετετέτραπτο.
 

 
ἕνα τὸν ἔξωθεν ξύλινον πύργον ἐποίησαν ἀνατρέχειν. ἀστεγὲς
δὲ ἦν ἁπανταχόθεν ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα · οὐ γὰρ ἐδεῖτο
προφυλακῆς, εἰ μὴ μόνον κατὰ τὴν κορυφὴν ἐξωρόφωτο.
ἐνταῦθα δὴ ἀναγαγόντες οἱ ἀμφὶ τὸν Ἀλέξιον στρατιῶται
τὸ ἔνυγρον πῦρ περὶ τὰ ἀκρόστεγα τοῦ ἀνεπιφράκτου ξυλοπύργου 
 ἔμελλον ἐξακοντίζειν πρὸς τὸν ἀντίθετον μόσυνα.
ἀλλ’ ἐδόκει καὶ ἡ βουλὴ καὶ τὸ πρᾶγμα οὐ πρὸς πανωλεθρίαν
τοῦ μηχανήματος ἀρκεῖν. ἀκροθιγῶς γὰρ ἔμελλε τὸ πῦρ τὸ
ἐντεῦθεν ἐκεῖσε πεμπόμενον τοῦ μόσυνος ἅπτεσθαι. ἀλλὰ
τί μηχανῶνται ; πληροῦσι τὸν μεταξὺ τόπον τοῦ τε ξυλίνου 
καὶ τοῦ τῆς πόλεως πύργου εὐκαταπρήστου παντοίας ὕλης
καὶ ἐλαίου πολλοῦ κατὰ ποταμοὺς κενουμένου · τούτοις ἐπενήνεκτο
πῦρ, δαλοὶ καὶ φλόγες, ὃ κατὰ μικρὸν ὑποτυφόμενον
κᾆθ’ οὕτως βραχείας ἀναπνοῆς ἐπιδραξάμενον ἔπειτα
 εἰς περιφανῆ φλόγα διαρθὲν συνεπιλαμβανομένων καὶ τῶν 
ἀπὸ τοῦ πυρὸς τοῦ ὑγροῦ πρηστήρων ἅπαν ἀνῆψε τὸ φρικτὸν
ἐκεῖνο καὶ πολυυλότατον μηχάνημα ἐμποιοῦν ἦχον καὶ
 φοβερὰν θέαν ταῖς ὄψεσιν. αἴσθησις δὲ τοῦ πολλοῦ πυρὸς
ἦν κυκλόθεν μέχρι καὶ σταδίων τρισκαίδεκα · θόρυβος δὲ
καὶ ταραχὴ τοῖς ἔνδον βαρβάροις πολλὴ καὶ ἀμήχανος τῶν 
 μὲν ἐναπειλημμένων τῷ πυρὶ καὶ ἀποτεφρουμένων, τῶν δὲ
ἀπὸ μετεώρου ῥιπτούντων ἑαυτοὺς πρὸς τὴν γῆν· βοὴ δὲ
πολλὴ καὶ ἀμήχανος ταραχὴ ἀντηχούντων καὶ τῶν ἐκτός.

Τοσαῦτα μὲν οὖν περὶ τοῦ ὑπερνεφοῦς μόσυνος καὶ
τῆς παρὰ τῶν βαρβάρων τειχομαχίας · ἀλλ’ ἐπὶ τὸν βασιλέα 
 καὶ αὖθις τὸν λόγον ἐπανακτέον. ἔαρος τοίνυν ἐφισταμένου
ἡ μὲν Αὔγουστα ἐκ τῆς Θεσσαλονίκης ὡς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν
ἐπανέστρεφεν, ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τῆς πρόσω πορείας
εἴχετο καὶ τὴν Διάβολιν διὰ τῆς Πελαγονίας καταλαμβάνει
ἔνθεν περὶ τοὺς πρόποδας τῶν ἤδη ῥηθέντων δυσβάτων 
ἀτραπῶν οὖσαν. καὶ καινήν τινα στρατηγίαν κατὰ τῶν
βαρβάρων μεμελετηκὼς δεῖν ἐλογίσατο τοῦ μὲν δημοσίου
 

 
πολέμου σχολὴν παντελῶς καταψηφίσασθαι καὶ ἀγχέμαχον
διὰ ταῦτα τὴν μάχην οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ τὰ δύσβατα τέμπη καὶ
τὰς ἀδιεξοδεύτους ὁδοὺς μεταίχμιον ἀμφοῖν τοῖν στρατοπέδοιν 
καταλιπὼν τοὺς εὔνους ἅπαντας κατὰ τὰς ἀκρολοφίας μετὰ
 ἀποχρώσης δυνάμεως καταστήσας τὴν καινὴν ἐκείνην στρατηγίαν
ἐμηχανήσατο, ὡς μήτε τοὺς ἔνθεν πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον
ῥᾷστα προσχωρεῖν δύνασθαι μήτ’ ἐκεῖθεν πρὸς τούτους
αὖθις γράμματα φοιτᾶν ἢ προσηγορίας διαπέμπεσθαι, ὑφ’
ὧν ὡς τὰ πολλὰ τὰ τῆς ἀγάπης ἑδράζεσθαι εἴωθε. σπάνις
 γὰρ προσηγορίας κατὰ τὸν Σταγειρίτην πολλὰς φιλίας διέλυσε.
γινώσκων δὲ τὸν Βαϊμοῦντον ἄνδρα πονηρίας καὶ δραστηριότητος
ἀνάπλεων ἤθελε μὲν καὶ τὴν κατὰ πρόσωπον πρὸς 
αὐτὸν μάχην ἀναδέξασθαι, καθά γε καὶ εἴρηται, ἀλλὰ καὶ
δι’ ἑτέρου παντὸς τρόπου καὶ μηχανῆς κατ’ αὐτοῦ μελετῶν
 οὐδαμῶς ἐνεδίδου. διὰ δὲ τὰς ἤδη ῥηθείσας αἰτίας, καίτοι
πολλὰ σφαδάζων πρὸς τοῦτο, φιλοκίνδυνός τε καὶ πυκνοκίνδυ-
νος πάλαι ὢν οὑτοσὶ ὁ αὐτοκράτωρ καὶ ἐμὸς πατήρ, ἐπεὶ τὸν
λόγον εἶχεν ἐν πᾶσι κρατοῦντα, δι’ ἑτέρας μεθόδου καταγωνίσασθαι
τοῦτον ἔσπευδε. δεῖ γάρ, οἶμαι, τὸν στρατηγὸν 
 οὐκ ἀεὶ διὰ ξιφουλκίας τὴν νίκην ἑαυτῷ σπεύδειν περιποιεῖσθαι,
ἀλλὰ καὶ πρὸς πανουργίαν ἔστιν οὗ εὐτρεπίζεσθαι,
ἐπὰν ὁ καιρὸς καὶ τὰ συμπίπτοντα τοῦτο διδόασι, τὴν νίκην
ἑαυτῷ πάντοσε περιποιούμενον. καὶ τοῦτο γὰρ στρατηγῶν
ἰδιαίτατον, ὅσαπερ ἔσμεν, μὴ μετὰ ξιφῶν καὶ μάχης μόνον,
 ἀλλὰ καὶ πρὸς σπονδὰς τρεπομένων· καὶ ἄλλως ἔστιν οὗ
ῥαδιουργοῦντα τὸν ἐχθρὸν καταγωνίζεσθαι, ὁπηνίκα καὶ
τοιούτου καιρὸς παρῇ. ὁποῖον καὶ τότε ὁ αὐτοκράτωρ φαίνεται
σκευωρήσας. θέλων γὰρ διχόνοιαν ἐμβαλεῖν μεταξὺ
τῶν τε κομητῶν καὶ τοῦ Βαϊμούντου καὶ κατασεῖσαι οἷον 
 τὸν πρὸς ἀλλήλους συνασπισμὸν ἢ διαρρῆξαι τοιοῦτόν τι
δραματουργεῖ. μεταπεμψάμενος οὖν τὸν ἐκ Νεαπόλεως
Μαρῖνον τὸν σεβαστόν (τῶν Μαϊστρομιλίων οὗτος
 

 
τὸ γένος· κἀν μὴ πάνυ τὸν πρὸς αὐτὸν ὅρκον ἀνόθευτον
τότε ἐτήρει ἀπατηλοῖς ἐζαπατηθεὶς λόγοις καὶ ὑποσχέσεσιν,
ἀλλ’ ὅσῳ γε τὰ πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον ἀποκαλύψαι αὐτῶ τὸ
 ἀπόρρητον τεθάρρηκεν), ἅμα δὲ καὶ τὸν Ῥογέρην (τῶν
δὲ οὗτος Φράγγων) καὶ τὸν Πέτρον Ἀλίφαν, ἄνδρα 
 κατὰ πόλεμον περιβόητον καὶ τὴν ὡς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
πίστιν ἀκράδαντον δι’ ὅλου τηρήσαντα. τούτους μετακαλεσάμενος
βουλὴν ἐζήτει, ὅπως τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον εὖ διαθέμενος
καταγωνιεῖται αὐτόν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν εὐνουστέρων
τῷ Βαϊμούντῳ καὶ ὁπόσους ἐκεῖνος ἰσοψύχους ἔχει 
διηρώτα. καὶ περὶ τούτων μαθὼν ἐξ αὐτῶν δεῖν ἔλεγεν
ὑποποιήσασθαι τούτους διὰ παντοίας μηχανῆς · “καὶ εἰ τοῦτο
γένοιτο, δι’ ἐκείνων καὶ τὸ κοινὸν τοῦ Κελτικοῦ στρατεύματος
διαρραγήσεται εἰς διψυχίαν ἐμπεσόν.’’ ἀνακοινοῦται
 τοῦτο τοῖς ἤδη ῥηθεῖσι. καὶ ἐξ ἑκάστου τούτων ἕνα αἰτεῖται 
τῶν εὐνουστέρων θεραπόντων καὶ ἐχεμυθεῖν ἐπισταμένων.
οἱ δὲ ἑτοίμως τοὺς κρείττονας τῶν ὑπηκόων αὐτῷ
ἔφησαν δοῦναι. καὶ ἐπειδὴ παρῆσαν οἱ ἄνθρωποι , δραματουργεῖ
τι τοιοῦτον. γράμματα συνθέμενος ὥσπερ ἀμοιβαῖα
πρός τινας τῶν ἀμφὶ τὸν Βαϊμοῦντον οἰκειοτάτους, ὡς δῆθεν 
ἐκείνων γεγραφότων πρὸς τοῦτον καὶ οἰγειότητά τινα μνηστευομένων
 καὶ τὰ ἀπόρρητα τῆς τοῦ τυράννου γνώμης
ἐξαγορευόντων, πέμπει πρὸς αὐτοὺς ὥσπερ εὐχαριστηρίους
λόγους συντάξας καὶ ἀποδεξάμενος τάχα τὴν τῶν ἀνδρῶν
εὔνοιαν. ἦσαν δὲ οὗτοι ὅ τε Γίδος ὁ τοῦ Βαϊμούντου αὐτάδελφος 
καί τις τῶν ἐνδοξοτάτων ἀνδρῶν Κοπρισίανος καλούμενος
καὶ πρὸς τούτοις ὁ Ῥικάρδος καὶ τέταρτος ὁ Πριγκιπάτος,
ἀνὴρ γενναῖος καὶ τὰ πρῶτα φέρων ἐν τῇ στρατιᾷ
τοῦ Βαϊμούντου, καὶ ἕτεροι πλείους τούτων. πρὸς οὓς τὰ
ἐπίπλαστα γράμματα ἐξεπέμπετο. ἐκεῖθεν μὲν γὰρ οὐδὲν 
 ἐδέδεκτο τοιοῦτον ὁ βασιλεὺς οὔτε παρὰ Ῥικάρδου οὔτε παρ’
ἄλλου τινὸς τοιούτου εὔνοιαν καὶ πίστιν ὑπαγορεῦον
 

 
μάτιον· αὐτὸς δὲ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὰ τοιαῦτα τῶν γραμμάτων
ἐπλάττετο. εἶχε δὲ νοῦν τοιοῦτον τὸ δραματούργημα, ὡς
εἴπερ εἰς ἀκοὰς εἰσέλθοι Βαϊμούντου ἡ τῶν ἀνδρῶν τοιούτων
προδοσία καὶ ὡς ἐκεῖνοι ἐκεῖθεν ἀποκοπέντες τῇ γνώμῃ τῷ
 μέρει τῷ βασιλικῷ προσεχώρησαν, αὐτὸς μὲν εὐθὺς ταραχθήσεται
καὶ πρὸς τὴν βαρβαρικὴν φύσιν ἐπανελεύσεται, κακώσας
δὲ τοὺς ἄνδρας ἀπορραγῆναι τούτου καταναγκάσειε, καί,
ὅπερ εἰς νοῦν οὐκ ἦλθεν αὐτοῖς, ἐκ τῆς κατασκευῆς Ἀλεξίου
ποιήσειαν πρὸς αὐτὸν στασιάσαντες. ᾔδει γάρ, οἶμαι, ὁ 
 στρατηγός , ὡς τὸ ἀντίπαλον ἅπαν φῦλον ξυγκροτούμενον
μὲν καἴ ἀλληλουχούμενον ἔρρωται, στασιάζον δὲ καὶ εἰς πολλὰ
μεριζόμενον ἀδρανέστερον γίνεται καὶ οὕτω τοῖς πολεμοῦσιν
εὐχείρωτον. ὅπερ καὶ βαθέως ἐπραγματεύετο καὶ τὸν δόλον
ὑποβρύχιον εἶχε τὰ γράμματα. μεταχειρίζεται δὲ τὸ πρᾶγμα
 οὑτωσί πως ὁ Ἀλέξιος. πέμπει μὲν γὰρ τὰ πεπλασμένα
γράμματα πρὸς ἐκείνους παραγγείλας ἐπιδοῦναι ἑκάστῳ ἕκαστον.
εἶχε δὲ τὰ πεμπόμενα βιβλία ἐκεῖνα οὐ μόνον εὐχαριστίαν,
ἀλλὰ καὶ δόσεις κατεπηγγέλλετο καὶ βασιλικὰς δωρεὰς 
καὶ ὑποσχέσεις ὑπερφυεῖς· ἐφεῖλκε δὲ τούτους καὶ εἰς τὸ 
 μετέπειτα εἶναί τε εὔνους καὶ φαίνεσθαι καὶ μηδὲν ἀποκρύπτειν
τῶν ἀπορρήτων. κατόπιν δὲ τῶν πιστοτάτων αὐτῷ
ἄνθρωπον ἀποστέλλει ἀνεπιφωράτως τούτοις παρέπεσθαι, καὶ
ἐπειδὰν πλησιάσαντας ἴδοι, παρελάσαντα προφθῆναι τούτων
τὴν ἔφοδον καὶ καταλαβόντα τὸν Βαϊμοῦντον τόν τε αὐτόμολον 
 ὑποκριθῆναι καὶ εἰπεῖν, ὡς αὐτῷ προσχωρήσειε μισήσας
τὴν μετὰ τοῦ βασιλέως διατριβήν, φιλίαν δὲ πρὸς τὸν τύραννον
προσποιούμενον καὶ ὡς δή τινα εὔνοιαν κατειπεῖν ἀριδήλως
τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, ἐφ’ οὓς τὰ γράμματα, ὡς ἄρα ὀ
δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, ὀνομαστὶ τούτους καταριθμήσας, ἐξομοσάμενοι
 τὴν πρὸς ἐκεῖνον πίστιν βασιλεῖ φίλοι καὶ εὖνοι γεγόνασι
καὶ τὰ ἐκείνου φρονοῦσι, καὶ ὁρᾶν δεῖ, μή τι κατ’
αὐτοῦ δεινὸν μελετήσειαν ἐξ ὑπογύου καὶ πάλαι προεσκεμτοιούτων
 

 
μένον · ἀλλὰ δὴ καὶ τοῦτο πεπραγματεῦσθαι, ἕνα μή τι δεινὸν
 τοῖς γραμματοκομισταῖς τούτοις ὁ Βαϊμοῦντος ἐργάσηται.
ἐμέλησε γὰρ καὶ τοῦτο τῷ βασιλεῖ, ὅπως τοὺς μὲν καθέτους
τούτους ἄνδρας ἀβλαβεῖς διατηρήσειε, τὰ δὲ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον
πράγματα συνταράξειε. καὶ οὐκ εἶπε μὲν ταῦτα καὶ 
συμβεβούλευκεν, οὐ γέγονε δέ , ἀλλὰ προσελθὼν καὶ δι’ ὅρκου
λαβὼν τὸ ἀφρόντιστον τῶν γραμματοκομιστῶν ὁ εἰρημένος
ἀνὴρ ἀπαγγέλλει πάντα κατὰ τὰς ὑποθημοσύνας τοῦ αὐτοκράτορος.
ἐρωτηθεὶς δὲ ὅπη τούτους στοχάζεται ἐφθακέναι,
τὴν Πέτρουλαν αὐτοὺς ἔλεγε διελθεῖν. καὶ ἀποστείλας κατέσχε 
τοὺς γραμματοκομιστὰς καὶ τὰ γράμματα ἀναπτύξας ἰλίγγου
τε πλήρης γεγονὼς μικροῦ κατέπιπτε πιστὰ λογισάμενος
 εἶναι. ἐκείνους μὲν οὖν παραφυλάττεσθαι ᾠκονόμησεν, αὐτὸς
δὲ ἀπρόιτος ταῖς σκηναῖς ἐν ἡμέραις ἦν γνωσιμαχῶν τὸ
τί ἂν χρὴ ποιῆσαι, πολλοὺς παρ’ ἑαυτῷ ἀνελίττων λογισμούς, 
εἰ χρὴ παραστῆναι τοὺς κονοσταύλους καὶ πρὸς τὸν ἀδελφὸν
αὐτοῦ Γίδον ἐξειπεῖν τὴν κατ’ αὐτοῦ δοθεῖσαν πρόληψιν
καὶ εἰ μετὰ τὸν ἔλεγχον παραστῆναι χρὴ ἢ ἄτερ ἐλέγχου,
πρὸς τούτοις δὲ καὶ τὸ τίνας ἀντ’ αὐτῶν κονοσταύλους
ποιήσειε. γενναίους δὲ ὄντας τοὺς τοιούτους κἀντεῦθεν 
πολλὴν τὴν βλάβην ἐσομένην παρασταλέντων ὑπονοῶν, κατὰ
τὸ ἐγχωροῦν τὰ κατ’ αὐτοὺς οἰκονομήσας, οἶμαι δὲ καὶ τὸν
κρυπτόμενον νοῦν τῶν γραμμάτων ὑποτοπάσας, μετεληλυθὼς
 εὐφυῶς τούτους καὶ θαρσήσας ἐπὶ ταὐτοῦ μεμενηκέναι τούτους
ξυνεχώρησεν.

Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ, ἐπεὶ προφθάσας ἀξιόμαχον δύναμιν
ἐν πάσαις ταῖς κλεισούραις κατέθετο μετ’ ἐκκρίτων
ἡγεμόνων, πᾶσάν γε ἀτραπὸν διὰ τῶν καλουμένων ξυλοκαλσιῶν
αὖθις τοῖς Κελτοῖς ἀπετάφρευσεν. εἶχε μὲν γὰρ
εὐθὺς Ἁυλων, ἡ Ἱεριχὼ καὶ τὰ Κάνινα ἀνύστακτον φύλακα 
Μιχαὴλ τὸν κεκαυμένον, ἡ δὲ Πέτρουλα Ἀλέξανδρον τὸν
 Καβάσιλαν μετὰ συμμίκτων πεζῶν στρατιωτῶν, ἄνδρα ἐκγε
 

 
θυμότατον καὶ πολλοὺς τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν Τούρκων κατατροπωσάμενον·
τὴν Δεύρην δὲ Λέων ὁ Νικερίτης μετὰ ἀποχρώσης 
ἐφρούρει δυνάμεως · τῷ δέ γε Εὐσταθίῳ τῷ Καμύτζῃ
τὰς περὶ τὸ Ἄρβανον ἀνατεθείκει κλεισούρας. ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος
 ἐκ πρώτης, ὅ φασιν, ἀφετηρίας κατὰ τοῦ Καβασίλα
τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Γίδον καὶ κόμητά τινα Σαρακηνὸν καλούμενον
καὶ τὸν Κοντοπαγάνον ἐξέπεμψεν. ἐπεὶ δέ τινα τῶν
ὁμορούντων τῷ Ἀρβάνῳ πολίχνια προέφθασαν τῷ Βαϊμούντῳ
προσχωρῆσαι, οἱ τούτων ἔποικοι τὰς τοῦ Ἀρβάνου ἀτραποὺς
 ἀκριβῶς ἐπιστάμενοι προσελθόντες πᾶσαν, ὡς εἶχε, τῆς Δεύρης 
τὴν θέσιν ἐξηγήσαντο καὶ τὰς λανθανούσας ἀτραποὺς ὑπέδειξαν.
τηνικαῦτα ὁ Γίδος διχῆ διελὼν τὸ στράτευμα αὐτὸς
μὲν τὴν κατὰ πρόσωπον μετὰ τοῦ Καμύτζη μάχην ἀνεδέξατο,
τὸν δέ γε Κοντοπαγάνον καὶ τὸν Σαρακηνὸν καλούμενον
 κόμητα παρὰ τῶν Δευριωτῶν ὁδηγουμένους ἐξ ὀπισθίων
τῷ Καμύτζῃ ἐπεισπεσεῖν ἐπέταξε. τούτου γοῦν συνδόξαντος
ἀμφοῖν , ἐπεὶ ὁ μὲν Γίδος κατὰ πρόσωπον ἐμάχετο, οἱ δέ
γε λοιποὶ κόμητες τῇ παρεμβολῇ τοῦ Καμύτζη ἐπεισπεσόντες
ἀπὸ τῶν μεταφρένων δεινὸν τὸν φόνον κατ’ αὐτοῦ
 ἀπειργάσαντο , ὡς οὐκ ἐνῆν αὐτῷ πρὸς πάντας μάχεσθαι,
τραπέντας τοὺς ὑφ’ ἑαυτὸν θεασάμενος συνείπετο τούτοις 
καὶ αὐτός. καὶ πίπτουσι μὲν τηνικαῦτα τῶν Ῥωμαίων πολλοὶ
καὶ αὐτὸς ὁ Κᾶράς νηπιόθεν τοῖς γνησίοις παρὰ τοῦ
αὐτοκράτορος προσληφθεὶς καἰ καταλεγεὶς καὶ ὁ Σκαλιάριος
 Τοῦρκος τῶν ὀνομαστῶν πάλαι κατὰ τὴν ἔω ἡγεμόνων γεγονώς,
αὐτομολήσας τῷ βασιλεῖ καὶ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος
τετυχηκώς. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν Καμύτζην· ὁ δέ
γε Ἀλυάτης μετὰ καὶ ἑτέρων λογάδων τὴν Γλαβινίτζαν φυλάττων
πρὸς τὴν πεδιάδα κατῆλθεν· εἴτε πρὸς πόλεμον
 εἴτε καὶ κατασκοπήσων τινὰ τόπου θέσιν, Θεὸς ἂν εἰδείη.
τυχαίως δ’ οὖν συναντῶσι τούτῳ παραχρῆμα κατάφρακτοι 
Κελτοὶ ἄνδρες γενναῖοι καὶ τηνικαῦτα διχῆ διαιρεθέντες οἱ
 

 
μέν (πεντήκοντα δὲ τὸν ἀριθμὸν ἦσαν) κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ
σφοδρᾷ τῇ ῥύμῃ ἵενται ὅλους χαλάσαντες χαλινούς, οἱ δέ γε
λοιποὶ ἐξ ὀπισθίων ἀψοφητὶ τούτῳ παρείποντο. ἦν γὰρ
ἑλώδης ὁ τόπος. ὁ δὲ Ἀλυάτης τῆς τῶν ὄπισθεν μὴ αἰσθόμενος
ἐλεύσεως, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἔμπροσθεν ὅλῃ γνώμῃ ἀγωνιζόμενος 
καὶ χειρὶ λέληθεν ἑαυτὸν εἰς κίνδυνον συνελάσας.
ἐπεισπεσόντες γὰρ τούτῳ οἱ ἐξ ὀπισθίων ἐρχόμενοι καρτερῶς
κατ’ αὐτοῦ ἐμάχοντο. συναντήσας δὲ τούτῳ κόμης τις Κοντοπαγάνος
 καλούμενος βάλλει τοῦτον διὰ τοῦ δόρατος · καὶ
παραχρῆμα ἄπνους κατὰ γῆς ἔκειτο. πίπτουσι δὲ καὶ τῶν 
σὺν αὐτῷ οὐκ ὀλίγοι. ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ τὸν
Καντακουζηνὸν μετεπέμψατο , ἄνδρα τοῦτον γινώσκων περὶ
τὰς στρατιωτικὰς ἐγχειρήσεις ἱκανώτατον. ἔφθασε γάρ, ὡς
ἔφην, καταλαβεῖν τὸν αὐτοκράτορα εἰς τόπον μετακληθεὶς
ἀπὸ Λαοδικείας. ἐπεὶ δ’ ἀναβολὴν τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον 
οὐκ εἶχεν, ἀξιόμαχον στρατὸν μετ’ αὐτοῦ συνεκπέμπει καὶ
τῆς παρεμβολῆς ἔξεισι προεκπέμπων οἷον καὶ πρὸς μάχας
ὀτρύνων αὐτόν. ἐφθακὼς δὲ τὴν κλεισούραν τὴν ἐγχωρίως
 οὕτω καλουμένην Πέτραν καὶ αὐτοῦ που ἐγκαρτερήσας πολλοῖς
τε λογισμοῖς καὶ στρατηγικοῖς ἐπιχειρήμασιν ἐφοδιάσας 
αὐτὸν καὶ τὰ λῴονα ὑποθέμενος πρὸς Γλαβινίτζαν χρησταῖς
ἐλπίσι θάρσυνάς ἐκπέμπει, ἐκεῖνος δὲ πρὸς Διάβολιν ἐπανέστρεψεν.
ὁ δὲ Καντακουζηνὸς προσπελάσας ἐν τῷ ἀπέρχεσθαι
 πολιχνίῳ τινί, τῷ τοῦ Μύλου καλουμένῳ, παραχρῆμα
παντοίας κατασκευάσας ἑλεπόλεις ἐπολιόρκει τὸ πολίχνιον. 
καὶ οἱ Ῥωμαῖοι ἀναισχύντως τοῖς τείχεσι προσεπέλαζον καὶ
οἱ μὲν πῦρ ἐνιέντες τὰς πύλας ἐνεπίπρων, οἱ δὲ καὶ διὰ
τοῦ τείχους εἰς τὰς ἐπάλξεις θᾶττον ἀνῄεσαν. αἰσθόμενοι
δ’ οἱ πέραθεν τοῦ ποταμοῦ, τοῦ οὑτωσὶ καλουμένου Βούση,
 αὐλιζόμενοι Κελτοὶ ὡς πρὸς τὸ τοῦ Μύλου καστέλλιον 
ἔθεον. οὓς θεασάμενοι οἱ τοῦ Καντακουζηνοῦ σκοποί (βάρβαροι
δὲ ἦσαν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν) ἐπανατρέχουσιν
ἀσυντάκτως πρὸς αὐτὸν καὶ οὐ μυστηριωδῶς περὶ τῶν
 

 
φανέντων κατήγγελλον, ἀλλὰ πόρρω που φωνοῦντες τὴν τούτων
ἔφοδον ἔλεγον. ἀκούσαντες δὲ οἱ στρατιῶται τὴν τῶν
Κελτῶν ἔφοδον, κἂν τῶν τειχῶν ὑπερέβησαν, κἀν τὰς πύλας
ἐνέπρησαν, κἀν ἐν χερσὶ τοῦτο κατέχοντες ἦσαν ἤδη , ἀλλ’
 ἐκδειματωθέντες ἕκαστος πρὸς τὸν ἴδιον ἀπέτρεχεν ἵππον᾿
ἔμφοβοι δὲ ὄντες καὶ συγχυθέντες τὸν νοῦν θάτερος θατέρου
ἵππου ἐπέβαινε. πολλὰ γοῦν ὁ Καντακουζηνὸς ἀγωνισάμενος
καὶ πολλὰς ἱππασίας κατὰ τῶν ἐκδειματωθέντων
ποιήσας “ἀνέρες ἔστε’’, φωνῶν κατὰ τὸν ποιητήν “μνήσθητε 
 θούριδος ἀλκῆς’’, ὡς οὐκ ἔπειθεν, εὐφυῶς τούτους τῆς
πτοίας ἀνήνεγκε φάμενος ὡς “οὐ χρὴ τὰς ἑλεπόλεις καταλιπεῖν
τοῖς ἐχθροῖς καθ’ ἡμῶν ὄργανα, ἀλλὰ πῦρ εἰς αὐτὰς
ἐμβαλεῖν κᾆθ’ οὕτως εὐσυντάκτως ὑποχωρεῖν”. παραχρῆμα
γοῦν μάλα προθύμως ἐπλήρουν οἱ στρατιῶται τὸ
 προσταττόμενον καὶ οὐ τὰς ἑλεπόλεις μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ 
κατὰ τὸν ποταμὸν Βούσην ἱστάμενα πλοῖα ἐνέπρησαν, ὡς μὴ
ῥᾳδίως οἱ Κελτοὶ διαπερᾶν ἔνθεν ἔχοιεν. αὐτὸς δὲ ἀναποδίσας
μικρὸν καὶ πεδιάδι τινὶ ἐντυχὼν δεξιόθεν μὲν τὸν
καλούμενον Χαρζάνην ποταμὸν ἐχούσῃ, ἐξ εὐωνύμου δὲ
 ἑλώδη τινὰ τόπον καὶ βαλτώδη καὶ συγχρησάμενος τούτοις
ὡς ὀχυρώμασιν αὐτοῦ που τὸν χάρακα ἐπήξατο. οἱ δὲ ῥηθέντες
Κελτοὶ παρὰ τῷ χείλει τοῦ ποταμοῦ γενόμενοι τῶν
πλοίων ἤδη προεμπρησθέντων ἀστοχήσαντες τῶν ἐλπίδων
κεχηνότες ὑπέστρεφον. ὁ δὲ τοῦ Βαϊμούντου ἀδελφὸς Γίδος
 τὰ ξυμβάντα πυθόμενος παρ’ αὐτῶν ἄλλην ἐτράπετο καὶ
στρατιώτας γενναίους τῶν ὑπ’ αὐτὸν διελόμενος πρὸς Ἱεριχὼ
καὶ τὰ Κάνινα ἐξέπεμψε. καταλαβόντες οὖν τὰ ὑπὸ τοῦ 
κεκαυμένου Μιχαὴλ τηρούμενα τέμπη ἐκεῖνον γὰρ φύλακα
τούτων ἐπέστησεν ὁ αὐτοκράτωρ) καὶ συμμάχῳ τῷ τόπῳ
 χρησάμενοι καἰ θαρρήσαντες τρέπουσι ξυμβαλόντες κατὰ
κράτος. ἀνὴρ γὰρ Κελτός , ἐπὰν ἐν στενωπῷ τοῖς ἐχθροῖς
ἐντύχοι, ἀκάθεκτος γίνεται, ὥσπερ ἐν πεδιάσι λίαν εὐάλωτος.

Θαρσήσαντες οὖν ὡς πρὸς τὸν Καντακουζηνὸν αὖθις
θις ἐπανατρέχουσιν. ἐπεὶ δὲ τὸν τόπον, οὗπερ ἔφθασεν ὁ
Καντακουζηνός, ὡς εἴπομεν, τὸν χάρακα πήξασθαι, μὴ προσβοηθοῦντα
τούτοις ἐγνώκεσαν, δειλιάσαντες ἀνεβάλοντο τὴν
μάχην. ὁ δὲ αὐτῶν αἰσθόμενος τῆς ἐφόδου δι᾿ ὅλης νυκτὸς 
 ξυμπάσῃ στρατιᾷ τὴν τοῦ ποταμοῦ περαίαν κατέλαβεν. ἡλίου
δὲ τοῦ ὁρίζοντος μήπω ὑπερκύψαντος αὐτός τε θωρακισάμενος
καὶ ἅπαν ὁπλίσας τὸ στράτευμα τὴν μέσην τῆς παρατάξεως
εἶχε χώραν προμετώπιος, οἱ δὲ Τοῦρκοι ἐξ εὐωνύμου ·
ὁ δέ γε Ἀλανὸς Ῥωσμίκης τὸ δεξιὸν διεῖπε κέρας μετὰ τῶν 
 ὑπ’ αὐτὸν ὁμοχθόνων. τοὺς δὲ Σκύθας προεξέπεμψε κατὰ
·τῶν Κελτῶν ἐντειλάμενος δι’ ἀκροβολισμοῦ ἐπισπᾶσθαι τούτους
καὶ βάλλειν μὲν συχνῶς, ὑπεκφεύγειν δὲ αὖθις καὶ
παλιμπορεύτους γίνεσθαι. καὶ οἱ μὲν προθύμως ἀπῄεσαν,
ἤνυσαν δὲ οὐδαμῶς, ἐπείπερ οἱ Κελτοὶ συνησπικότες οὐδ’ 
 ὅλως τὴν παράταξιν ἔλυον, ἀλλὰ βραδεῖ ποδὶ συντεταγμένως
λίαν ᾔεσαν. ὡς δὲ κατὰ τὰ προσήκοντα μέτρα τῆς μάχης
ἄμφω τὰ στρατεύματα ἐληλύθεσαν, οἱ μὲν Σκύθαι οὐκέτι
βάλλειν ὀϊστοὺς ἠδύναντο σφοδρᾷ τῇ ῥύμῃ τῶν Κελτῶν κατ
αὐτῶν ἐξιππασαμένων, ἀλλ’ ἐδίδουν εὐθὺς τοῖς Κελτοῖς τὰ 
μετάφρενα. τούτοις ἐπαμύνειν οἱ Τοῦρκοι προθυμηθέντες
 προσέβαλον · καὶ οὐδὲ τούτων λόγον ὅλως ποιησάμενοι οἱ
Κελτοὶ ἐκθυμότερον ἐμάχοντο. ὁ δὲ Καντακουζηνὸς ἡττω-
μένους ἀπαρτὶ τούτους ὁρῶν τὸν ἐξουσιοκράτορα Ῥωσμίκην
τὸ δεξιὸν ἐπέχοντα κέρας μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτόν (Ἀλανοὶ δὲ
ἦσαν ἄνδρες μαχιμώτατοι) τὴν μετὰ τῶν Κελτῶν μάχην ἐπέτρεψεν.
ἀλλὰ καὶ οὗτος προσβαλὼν ὀπισθόπους ἐφαίνετο
καίπερ ὡς λέων δεινῶς κατ’ αὐτῶν βρυχώμενος. ὡς δὲ καὶ
τοῦτον ἡττώμενον ὁ Καντακουζηνὸς ἐθεάσατο, ἐπιρρώσας
ἑαυτὸν ὥσπερ ἐξ ὁρμητηρίου τινὸς κατὰ μέτωπον τῆς τῶν 
Κελτῶν παρατάξεως ἴεται καὶ εἰς μέρη πολλὰ διαλύσας τὸ
 στράτευμα τρέπει τοὺς Κελτοὺς κατὰ κράτος διώξας ἄχρι
πολιχνίου τοῦ καλουμένου Μύλου πολλοὺς μὲν τῆς δευτέρας
τύχης καὶ τῶν μειζόνων ἀνελών, τινὰς δὲ καὶ τῶν ἐπιφανῶν

 
κομητῶν ζωγρήσας, τόν τε Οὖβον * ἀδελφὸν Ῥιτζάρδον καλούμενον
καὶ τὸν Κοντοπαγάνον, νικητὴς ὑπέστρεψεν. ἀκριβεστέραν
τοίνυν τὴν νίκην τῷ βασιλεῖ παραστῆσαι βουλόμενος
πολλῶν Κελτῶν κεφαλὰς τοῖς δόρασι περιπείρας καὶ τοὺς
 μείζονας τῶν κατασχεθέντων, Οὖβον καὶ τὸν Κοντοπαγάνον
καλούμενον, παραχρῆμα ἐξέπεμψεν. ἐνταῦθα δὲ γενομένη
καὶ περὶ λύχνων ἁφὰς τὸν κάλαμον ἐπισύρουσα μικρὸν πρὸς
τὴν γραφὴν ἐπινυστάζουσα ἐπαισθάνομαι τοῦ λόγου ἀπορρέοντος. 
ὅπου γὰρ βαρβαρικῶν ὀνομάτων ἐξ ἀνάγκης ἀπαιτεῖται
 χρῆσις καὶ ἀλλεπαλλήλων ὑποθέσεων διήγησις, τὸ
σῶμα ἵης ἱστορίας καὶ τὸ συνεχὲς τῆς γραφῆς κατ’ ἄρθρα
ἔοικε διακόπτεσθαι · καὶ οὐ νέμεσις τοῖς γε εὔνως ἐντυγχάνουσι
τῇ γραφῇ. ὡς δὲ ὁ μαχιμώτατος Βαϊμοῦντος ἐν
στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτὸν ἑώρα ἐκ τε θαλάσσης ἔκ τ’
 ἠπείρου βαλλόμενος, ὡς καὶ τῶν χρειωδῶν αὐτῷ ἐπιλειπόντων
ἤδη πάντοθεν ἐξαπορούμενος, ἱκανὸν ἀποδιελὼν στράπευμα
πρὸς τὰς κατὰ τὸν Αὐλῶνα καὶ τὴν Ἱεριχὼ καὶ τὰ 
Κάνινα διακειμένας πόλεις πέπομφεν ἁπάσας λῄσασθαι.
ἀλλ’ οὐδ’ ὁ Καντακουζηνὸς ἠμέλει οὔτε νήδυμος ὕπνος ἴσχε
 τὸν ἄνδρα κατὰ τὸν ποιητήν , ἀλλὰ γοργῶς τὸν Βεροΐτην
μετὰ ἀξιομάχου στρατιᾶς ἀντίπαλον τοῖς Κελτοῖς ἐξέπεμψεν.
ἧτται μὲν οὖν αὐτοὺς καταλαβὼν παραυτίκα καὶ οἷόν τι πόρισμα 
τὰς τοῦ Βαϊμούντου ναῦς ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαι πυρ-
πολήσας διεληλύθει. ὡς ᾔσθητο δὲ ὁ τυραννικώτατος Βαϊμοῦντος
 τῆς τῶν πεμφθέντων ἥττης , ὥσπερ μηδένα τοῦ
στρατεύματος ἀπολωλεκὼς κατέπιπτεν οὐδαμῶς· μᾶλλον μὲν
οὖν καὶ θαρραλεώτερος ἐφαίνετο καὶ ἀποδιελόμενος αὖθις
πεζοὺς καὶ ἱππεῖς πρὸς μάχας ἐκθυμοτάτους εἰς χιλιάδας
ἓξ ποσουμένους κατὰ τοῦ Καντακουζηνοῦ ἐξαπέστειλεν οἰόμενος
 αὐτοβοεὶ αἱρήσειν σὺν τῷ Ῥωμαϊκῷ στρατεύματι καὶ
αὐτὸν τὸν Καντακουζηνόν. ἀλλ’ ἐκεῖνος σκοποὺς ἀεὶ τοὺς
ἐφεδρεύοντας τὰ Κελτικὰ πλήθη ἔχων μεμαθηκὼς τὴν αὐτῶν
 

 
 ἐπέλευσιν νυκτὸς τὴν στρατιωτικὴν ὡπλίζετο πανοπλίαν καὶ
ὥπλιζε τοὺς στρατιώτας σφαδάζων ἐπεισπεσεῖν αὐτοὺς κατὰ
τὸ περίορθρον. ὡς δ’ οἱ Κελτοὶ κεκοπιακότες παρὰ τῷ
χείλει Βούση τοῦ ποταμοῦ ῥᾳστώνης μικρᾶς ἕνεκα κατεκλίθησαν,
αὐτοῦ που καταλαμβάνει τούτους μειδιώσης ἀπαρτὶ 
τῆς ἡμέρας καὶ παραχρῆμα ἐπιθέμενος πολλοὺς μὲν ζωγρίαν
ἄγει, πλείονας δὲ κτείνει · οἱ δέ γε λοιποὶ ταῖς δίναις τοῦ
ποταμοῦ παρασυρέντες ἀπεπνίγησαν καὶ φεύγοντες λύκον
περιέτυχον λέοντι. τοὺς μὲν οὖν κομήτας ἅπαντας πρὸς
τὸν αὐτοκράτορα ἐξέπεμψε κᾆθ’ οὕτως ἀνέρχεται πρὸς τὸν 
Τίμορον. τόπος δὲ οὗτος ἑλώδης καὶ δύσβατος. κεῖθι γοῦν
 ἑβδόμην ἡμέραν ἐγκαρτερήσας μετρητοὺς σκοποὺς ἐν διαφόροις
ἐξέπεμπε τόποις περιαθρεῖν τὰ περὶ τὸν Βαϊμοῦντον
καὶ γλῶτταν αὐτῷ ἐκεῖθεν κομίσαι, ὡς τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον
πυθόμενον ἀκριβέστερον ἐγνωκέναι. ἐντυγχάνουσι δὲ 
τυχαίως οἱ πεμφθέντες Κελτοῖς ἑκατὸν σχεδίας εὐτρεπίζουσι,
δι’ ὧν τὸν ποταμὸν διανηξάμενοι τὸ πρὸς τὴν περαίαν δια-
κείμενον πολίχνιον αἱρήσειν ἠβούλοντο. τούτοις ἀθρόον
ἐπεισπεσόντες ζωγροῦσι μικροῦ ἅπαντας καὶ αὐτὸν τὸν τοῦ
Βαϊμούντου ἐξάδελφον εἰς δέκατον πόδα ἀνέλκοντα τὸ μέγεθος, 
εὐρὺν δὲ καθάπερ τινὰ ἄλλον Ἡρακλῆν. καὶ ἦν ἰδεῖν
καινόν τι, τὸν μέγαν ἐκεῖνον γίγαντα καὶ τῷ ὄντι πελώριον
ὑπὸ πυγμαίου κατασχεθέντα Σκυθιδίου. παρεκελεύσατο δὲ
 ὁ Καντακουζηνὸς τοὺς κατασχεθέντας ἀποστέλλων τὸν πυγμαῖον
Σκύθην δέσμιον τὸν πελώριον ἐκεῖνον εἰσάξαι τῷ 
αὐτοκράτορι ἀστειζόμενος τάχα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ὡς
 δὲ φθάσαντας τούτους ὁ βασιλεὺς μεμαθήκει, ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ
προκαθίσας θρόνου ἐκέλευσεν εἰσάγεσθαι τοὺς δεσμώτας·
εἴσεισι δὲ καὶ ὁ Σκύθης μηδ’ ἄχρι γλουτοῦ φθάνων
τοῦ γιγαντιαίου ἐκείνου Κελτοῦ δέσμιον τοῦτον ἐπαγόμενος. 
εὐθὺς οὖν γέλως πάντων ὦρτο πολύς. καὶ τοὺς μὲν λοιποὺς
κόμητας φρουρὰ διεδέξατο · * *.

Οὔπω μικρὸν ἐπιμειδιάσαντος τοῦ αὐτοκράτορος ἐπὶ
τῷ τοῦ Καντακουζηνοῦ κατορθώματι ἑτέρα τις ἀπόφημο
κατέλαβεν ἀγγελία φόνον ἀμύθητον τῶν μετὰ τοῦ Καμύτζη
καὶ τοῦ Καβασίλα Ῥωμαϊκῶν ταγμάτων μηνύουσα. κατέπιπτε
 μὲν οὖν οὐδαμῶς ὁ αὐτοκράτωρ, καίτοι σφόδρα δηχθεὶς τὴν
καρδίαν καὶ ἀνιώμενος ἐπιστενάζων τε τοῖς πεσοῦσιν, ἔστιν 
οὗ καὶ δακρύων τὰ καθ’ ἕκαστον, ἀλλὰ Κωνσταντῖνον τὸν
Γαβρᾶν, ἄνδρα ἀρηΐφιλον καὶ πῦρ κατὰ τῶν ἐναντίων πνέοντα,
μεταπεμψάμενος εἰς τὴν οὕτω καλουμένην Πέτρουλαν 
 ἀπέστειλε κατασκεψόμενον, ὅθεν οἱ Κελτοὶ εἰς τὰ τέμπη
ἐμπεσόντες τὸν τοσοῦτον φόνον εἰργάσαντο, καὶ ἀποταφρεῦσαι
τοῦ λοιποῦ τούτοις την δίοδον. δυσχεραίνοντος δὲ τοῦ
Γαβρς καὶ πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν οἷον ἀποκναίοντος (oἰηματίας
γὰρ ὁ ἀνὴρ καὶ μεγάλοις ἐγχειρεῖν ἐφιέμενος πράγμασι)
 Μαριανὸν τὸν Μαυροκατακαλὼν παραχρῆμα, τὸν ἐπ’ ἀδελφῇ
γαμβρὸν τοὐμοῦ Καίσαρος , ἄνδρα ἀρειμάνιον καὶ διὰ πολλῶν
ἀνδραγαθημάτων τοῦτο παραστησάμενον φιλούμενόν τε λίαν 
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος μετὰ χιλίων γενναιοτάτων ἀνδρῶν
ἐκπέμπει. οἷς καὶ πολλοὺς τῶν τοῖς πορφυρογεννήτοις καὶ
 τᾠμῷ καίσαρι ἐξυπηρετουμένων σφαδάζοντας πρὸς μάχην
συγκαταλέξας ἐξέπεμψεν. ἐδεδίει μέντοι πρὸς τοῦτο καὶ
οὗτος , ἀλλ’ ὅμως σκοπήσων εἰς τὴν ἰδίαν ἀπῄει σκηνήν.
περὶ μέσας δὲ φυλακὰς τῆς νυκτὸς γράμματα τοῦ Λαντούλφου
κατέλαβε ξυνόντος τῷ τότε μετὰ Ἰσαακίου τοῦ Κοντοστεφάνου
 στεφάνου θαλασσοκράτορος τυγχάνοντος κατατρέχοντα αὐτῶν
τε τῶν Κοντοστεφάνων τοῦ τε Ἰσαακίου καὶ τοῦ αὐταδέλφου
αὐτοῦ Στεφάνου καὶ τοῦ Εὐφορβηνοῦ ὡς καταρρᾳθυμούντων
τοῦ πορθμοῦ Λογγιβαρδίας καὶ ἐξερχομένων ἐνίοτε πρὸς 
τὴν ἤπειρον χάριν ῥᾳστώνης, προσκειμένου τοῖς γράμμασιν
 ὅτι “κἂν σύ , βασιλεῦ , τὰς προνομὰς καὶ ἐκδρομὰς τῶν
Κελτῶν ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ κωλύων ἦσθα, ἀλλὰ τούτων
ἀναπεπτωκότων καὶ ἐπινυσταζόντων ἔτι περὶ τὴν φυλακὴν
 

 
τοῦ πορθμοῦ Λογγιβαρδίας σχολὴν ἐξ ἀνάγκης οἱ πρὸς τὸν
Βαϊμοῦντον διαπλῳζόμενοι καὶ τὰ πρὸς χρείαν κομίζοντες
ἔχουσιν. οἱ γὰρ ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸ μικροῦ πρὸς τὸν
Βαϊμοῦντον τὸν ἀπόπλουν ποιησάμενοι τὸν ἐπιπνέοντα τούτοις
 εὔθετον ἐπιτηρήσαντες ἄνεμον (καὶ γὰρ νότοι μὲν εὐρεῖς 
εὔθετοι τοῖς ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπλέουσιν
εἰσιν, οἱ δέ γε βορεῖς ἀνάπαλιν), πτερώσαντες τὰς ναῦς τοῖς
λαίφεσι τὸν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν ἀπόπλουν τότε ἐθάρρησαν.
σφοδρῶς δὲ ὁ νότος ἐπιπνέων προσορμίσαι μὲν εἰς τὸ Δυρράχιον
οὐδαμῶς παρεχώρει, παραπλεῦσαι δὲ τὴν ᾐόνα Δυρραχίου 
καὶ τὸν Αὐλῶνα καταλαβεῖν ἠνάγκασε. κεῖθι δὲ τὰς
μυριοφόρους ὁλκάδας προσορμίσαντες δυνάμεις τε πολλὰς ἐξ
ἱππέων καὶ πεζῶν συνεπαγόμενοι καὶ τὰ ζωαρκῆ ἅπαντα
τῷ Βαϊμούντῳ προσαγηόχασι. κἀντεῦθεν πανηγύρεις πολλὰς
 συνεστήσαντο, ὡς ἀφθονώτερον ἐκεῖθεν οἱ Κελτοὶ τὰ πρὸς 
διοίκησιν ἐμπορεύωνται”. ὁ δὲ βασιλεὺς θυμοῦ πλησθεὶς
τὸν Ἰσαάκιον πολλὰ κατεμέμψατο καὶ ἀπειλησάμενος , εἰ μὴ
διορθώσοιτο, ἀνυστάκτως ἐγρηγορέναι ἀνέπεισεν. ἐπεὶ δὲ
μὴ τὰ κατὰ γνώμην τῷ Κοντ5οστεράνῳ ἐπεραίνετο (καὶ
ἅπαξ καὶ δὶς ἐπιχειρήσας τοὺς ἐκεῖθεν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν 
διαπερῶντας ἀπεῖρξαι ἡμάρτανε τοῦ σκοποῦ · μέσον γὰρ τοῦ
πορθμοῦ καταλαμβάνων, ἐπεὶ τοὺς Κελτοὺς ἐξ οὐρίας πλέοντας
ἑώρα τά θ’ ἱστία ἀναπετάσαντας καὶ σφοδρὸν τὸν ἀπόπλουν
ποιουμένους, οὐχ οἷός τε ἦν πρὸς τοὺς Κελτοὺς ἅμα
καὶ τοὺς ἀνέμους ἀπομάχεσθαι κατὰ πρώραν τοῦ πνεύματος 
 ἱσταμένου · οὐδὲ γὰρ τὸν Ἡρακλέα πρὸς δύο φασί · τῇ βίᾳ
τοίνυν τοῦ πνεύματος παλίνορσος ἐγίνετο), ἐπὶ τούτοις ὁ
αὐτοκράτωρ διεπρίετο· διαγνοὺς δέ, ὅτι οὐχ ὅπη προσήκει
 τὸν Ῥωμαϊκὸν στόλον ὁ Κοντοστέφανος προσώρμισε καὶ διὰ
τοῦτο αὐτὸν οἱ νότοι ἀπείργουσιν εὔθετον τοῖς Κελτοῖς 
μᾶλλον τὸν πλοῦν παρεχόμενοι, διαγράψας τὴν τῆς Λογγιβαρδίας
καὶ τοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ τοὺς παρ’ ἑκάτερα
 

 
διακειμένους λιμένας ἀπέστειλε τῷ Κοντοστεφάνῳ ὑποδείξας
ἐν γράμμασι, καὶ ὅπη δεῖ προσορμίσαι τὰς ναῦς καὶ ὅθεν
οὐρίου τύχοι τοῦ πνεύματος κατὰ τῶν διαπλῳζομένων Κελτῶν
ἐξορμῶν. ἀνέρρωσε τε αὖθις τὸν Κοντοστέφανον καὶ
 ἔργου ἅψασθαι ἀνέπεισεν. ἀνακτησάμενος οὖν ἑαυτὸν ὁ
Ἰσαάκιος καὶ καταλαβὼν οὗπερ ὁ αὐτοκράτωρ αὐτῷ παρεκελέύσατο 
τὰς ναῦς προσώκειλε. καὶ καιρὸν ἐπιτηρήσας,
ὁπηνίκα οἱ ἀπὸ Λογγιβαρδίας μετὰ πολλῆς παρασκευῆς πρὸς
τὸ Ἰλλυρικὸν τὸν ἀπόπλουν ἐποιοῦντο, ἀνέμου δεξιοῦ τηνικαῦτα
 ἐπιπνέοντος δέχεται τούτους τοῦ πορθμοῦ μέσον καί
τινα μὲν τῶν λῃστρικῶν πλοίων πυρίκαυστα πεποίηκε, πλείω
δὲ καὶ αὔτανδρα τῷ βυθῷ παρέπεμψεν. οὔπω ταῦτα μεμαθηκὼς
ὁ βασιλεύς, ἀλλὰ πρὸς τὰ παρὰ τοῦ Λαντούλφου γραφέντα
καὶ αὐτοῦ δουκὸς Δυρραχίου ἐγκείμενον ἔχων τὸν
 νοῦν, ἑτέρου λογισμοῦ γεγονὼς παραχρῆμα τὸν ἤδη ῥηθέντα 
Μαριανὸν τὸν Μαυροκατακαλὼν μεταπεμψάμενος ἐκεῖθεν
δοῦκα τοῦ στόλου προχειρίζεται, τα δὲ τῆς Πετρούλας ἑτέρῳ
ἀνατίθησιν. οὗτος οὖν ἀπελθὼν καὶ κατά τινα συντυχίαν
εὐθὺς ἐντυχὼν ταῖς ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον
 διαπλῳζομέναις λῃστρικαῖς καὶ φορτηγοῖς ναυσὶ κατέσχεν
ἁπάσας πλήρεις παντοίων ἐδωδίμων. καὶ τοῦ λοιποῦ ἄγρυπνος
τοῦ ἀναμεταξὺ Λογγιβαρδίας καὶ Ἰλλυρικοῦ
πορθμοῦ τυγχάνων οὐ συνεχώρει τὸ παράπαν τοῖς Κελτοῖς
τὸν πρὸς τὸ Δυρράχιον ἀπόπλουν.

Ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ περὶ τοὺς πρόποδας τῶν κλεισουρῶν
καὶ κατὰ τὴν Διάβολιν αὐλιζόμενος ἀπεῖργε μὲν τοὺς 
προσχωρῆσαι τῷ Βαϊμούντῳ ὠδίνοντας , ὡσεὶ νιφετοὺς δὲ
πρὸς τοὺς τὰς κλεισούρας τηροῦντας ἐξέπεμπεν ἑκάστῳ
ὑποτιθέμενος , ὁπόσους εἰς τὴν πεδιάδα Δυρραχίου ἐξαποστέλλειν
 κατὰ τοῦ Βαϊμούντου καὶ ὁποῖον τὸ τοῦ πολέμου
σχῆμα διατυποῦν τοὺς κατερχομένους χρὴ ἐν τῷ μάχεσθαι,
τὰ πλεῖστά τε προτρέχειν τοῖς ἵπποις καὶ αὖθις ἀνθυπονοἀπεῖργε
 

 
στεῖν καὶ οὕτω πάλιν καὶ πάλιν ποιοῦντας διὰ τῆς τοξείας
μάχεσθαι, τοὺς δὲ τὰ δόρατα φέροντας ὄπισθεν αὐτῶν
βραδεῖ ποδὶ στείχειν, ἵν᾿ εἴ που γένηται τοῖς τοξόταις πλέον
τοῦ δέοντος πρὸς τὰ ὄπισθεν παρασυρῆναι, δέχωνται τούτους,
ἅμα δὲ καὶ τὸν εἰς χεῖρας τούτων ἴσως ἐλθόντα Kεκτον 
 πλήττοιεν. ἐπεχορήγει δὲ δαψιλῆ τούτοις τὰ βέλη παρακελευόμενος
μὴ φείδεσθαι τούτων ὅλως , ἀλλὰ κατὰ τῶν
ἵππων μᾶλλον ἢ τῶν Κελτῶν ἐπιτοξάζεσθαι, τοῦτο μὲν
εἰδὼς ὅτι ὅσον ἐπὶ τοῖς θώραξι καὶ τοῖς σιδηροῖς χιτῶσι
δύστρωτοι ἦσαν ἢ καὶ παντάπασιν ἄτρωτοι. βάλλειν οὖν 
εἰς μάτην καὶ πάντη ἀνόητον ᾤετο. ὅπλον γὰρ Κελτικὸν
 χιτών ἐστι σιδηροῦς κρίκος ἐπὶ κρίκῳ περιπεπλεγμένος καὶ
τὸ σιδήριον ἀγαθοῦ σιδήρου , ὥστε καὶ βέλος ἀπώσασθαι
 ἱκανὸν καὶ τὸν χρῶτα φυλάξαι τοῦ στρατιώτου. προσθήκη
δὲ τῆς φυλακῆς καὶ ἀσπὶς οὐ περιφερής, ἀλλὰ θυρεὸς ἀπὸ 
πλατυτάτου ἀρξάμενος καὶ εἰς ὀξὺ καταλήγων καὶ τἄνδον
 ἠρέμα ὑποκοιλαινόμενος , λεῖος δὲ καὶ στίλβων κατὰ τὴν
ἔξωθεν ἐπιφάνειαν καὶ ἐπ’ ὀμφαλῷ χαλκοχύτῳ μαρμαίρων.
βέλος τοίνυν, κἀν Σκυθικὸν εἴη, κἀν Περσικόν, κἂν ἀπὸ
βραχιόνων ἀπορριφείη γιγαντικῶν, ἐκεῖθεν ἀποκρουσθὲν 
παλινδρομήσειε πρὸς τὸν πέμψαντα. διὰ ταῦτα τοίνυν ἔμπειρος
ὢν οἶμαι ὁ βασιλεὺς τῶν Κελτικῶν ὅπλων καὶ τῶν
ἡμετέρων τοξευμάτων ἀφεμένους τῶν ἀνδρῶν τοῖς ἵπποις
μᾶλλον ἐπιθέσθαι παρεκελεύετο καὶ καταπτεροῦν αὐτοὺς τοῖς
τοξεύμασι παρῄνει, ἅμα δὲ καὶ ἵνα τῶν ἵππων ἀποβεβηκότες 
εὐχείρωτοι γένοιντο. Κελτὸς γὰρ ἀνὴρ ἔποχος μὲν ἀκατά-
 σχετος καὶ κἂν τεῖχος διατετρήνειε Βαβυλώνιον, ἀποβεβηκὼς
δὲ τοῦ ἵππου ἄθυρμα τοῖς ἐθέλουσι γίνεται. γινώσκων γὰρ
τὸ διάστροφον τῶν συνεφεπομένων αὐτῷ οὐκ ἤθελε τὰς κλεισούρος
ὑπερβῆναι, καίτοι πολλὰ σφαδάζων δημοσίαν τὴν τοῦ 
Βαϊμούντου μάχην αὐτὸς ἀναδέξασθαι, καθά γε καὶ πάλαι
πολλάκις ἡμῖν δεδιήrητο. ἦν γὰρ πρὸς τὰς μάχας παντὸς
 

 
ξίφους τομώτερος, ἄτρεστος τὴν γνώμην καὶ παντάπασιν
ἀκατάπληκτος · ἀλλὰ τὰ συμπεσόντα οἱ ἀπεῖργε τοῦ ἐγχειρήματος
δεινῶς αὐτοῦ τὴν ψυχὴν ἐκπιέζοντα. στενοχωρούμενος
οὖν ὁ Βαϊμοῦντος ἀπό τε ἠπείρου καὶ θαλάσσης (καὶ
 ὁ μὲν αὐτοκράτωρ οἷον θεατὴς τῶν κατὰ τὴν πεδιάδα τοῦ
Ἰλλυρικοῦ πραττομένων καθῆστο, κἂν ὅλῃ ψυχῇ καὶ γνώμῃ 
καὶ συμπαρῆν τοῖς μαχομένοις καὶ τῶν αὐτῶν ἐκείνοις ἱδρώτων
καὶ πόνων μετεῖχεν, εἰ μή που καὶ πλείω τις φαίη,
ἐρεθίζων πρὸς μάχας καὶ πολέμους τοὺς κατὰ τὰς ἀκρολοφίας
 τῶν κλεισουρῶν κατατεθέντας ἡγεμόνας καὶ ὑποτιθέμενος,
ὅπως χρὴ προσβάλλειν τοῖς Κελτοῖς · ὁ δέ γε Μαριανὸς τοῦ
ἀναμεταξὺ Λογγιβαρδίας καὶ Ἰλλυρικοῦ πορθμοῦ τὰς κελεύ-
θους ἐπιτηρῶν ἀπεῖργε παντάπασι τοὺς ἐκεῖθεν πρὸς τὸ
Ἰλλυρικὸν διαπερῶντας, οὐ τριάρμενον οὐδὲ μυριοφόρον ὁλκάδα
 οὐδὲ μυοπάρωνα δίκωπον τὸ παράπαν ξυγχωρῶν πρὸς
τὸν Βαϊμοῦντον διαπερᾶν) καὶ αὐτῶν γοῦν τῶν διὰ θαλάτ-
της κομιζομένων τροφίμων ἐκλιπόντων αὐτῷ καὶ τῶν διὰ 
ξηρᾶς ἐπιτιθεμένων σὺν ἐμπειρίᾳ πολλῇ τὸν πόλεμον ἑώρα
προβαίνοντα (ὁπηνίκα γὰρ τοῦ χάρακος χορταγωγίας χάριν 
 ἐξῄει τις ἢ καί τινων συγκομιδῶν ἄλλων ἢ καὶ τοὺς ἵππους
εἰς ποτὸν ἐξήλαυνον, ἐπετίθεντο τούτοις οἱ Ῥωμαῖοι καὶ τοὺς
πλείονας ἀνῄρουν, ὡς κατὰ μικρὸν τὸ αὐτοῦ δαπανᾶσθαι
στράτευμα) ἀποστείλας πρὸς τὸν δοῦκα Δυρραχίου Ἀλέξιον
τὰ περὶ εἰρήνης ἐπερωτᾷ. ἐπεὶ δὲ καὶ εἷς τις εὐγενὴς τῶν
 τοῦ Βαϊμούντου κομητῶν Γελίελμος ὁ Κλαρέλης ἑώρα τὸ
ἅπαν στράτευμα τῶν Κελτῶν ὑπό τε λιμοῦ καὶ νόσου (δεινὴ 
γάρ τις τούτοις ἐπέσκηψεν ἄνωθεν) διαφθειρόμενον, τὴν
ἑαυτοῦ σωτηρίαν πραγματευόμενος μεθ’ ἵππων πεντήκοντα
αὐτομολεῖ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. ὁ δὲ βασιλεὺς τὸν τοιοῦ- 
 τον ἀποδεξάμενος πυθόμενός τε τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον
καὶ τήν τε ὑπὸ λιμοῦ τοῦ στρατεύματος πτῶσιν βεβαιωθεὶς
καὶ ὡς ἐν στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτοὺς ἐληλάκει, αὐτὸν μὲν
 

 
τῷ τοῦ νωβελλισίμου τηνικαῦτα τιμᾷ ἀζιώματι πολλαῖς
δωρεαῖς καὶ χάρισιν ἀμειψάμενος, μεμαθηκὼς δὲ διὰ τῶν
τοῦ Ἀλεξίου γραμμάτων, ὅτι ὁ Βαϊμοῦντος τὰ περὶ εἰρήνης
πρὸς αὐτὸν διαπρεσβεύεται , κατανοῶν δὲ καὶ τοὺς ἀμφ’
αὐτὸν ἀεί τι κακὸν κατ’ αὐτοῦ διανοουμένους καὶ ὅσαι ὧραι 
ἐπανισταμένους ὁρῶν καὶ βαλλόμενος μᾶλλον ὑπὸ τῶν
 ἐγκολπίων ἢ τῶν ὀθνείων ἐχθρῶν, ἐπεὶ ἐδόκει αὐτῷ μὴ
ἐπὶ πλέον πρὸς ἑκατέρους ἀμφοτέραις χερσὶ μάχεσθαι, τὴν
ἀνάγκην φιλοτιμίαν ποιησάμενος, ὥς πού τις ἔφη, βέλτιον
ἔγνωκεν εἶναι τὴν μετὰ τῶν Κελτῶν εἰρήνην ἀσπάσασθαι 
καὶ μὴ τὰς τοῦ Βαϊμούντου ἀπώσασθαι αἰτήσεις , ἐπτοεῖτο
δὲ ἐπὶ τὰ προσωτέρω χωρῆσαι δι’ ἣν ἄνωθεν ὁ λόγος ἐνέφηνεν
αἰτίαν. διὰ ταῦτα αὐτὸς μὲν αὐτοῦ που προσέμενεν
ἀντικαθιστάμενος πρὸς ἄμφω τὰ μέρη , τῷ δὲ δουκὶ Δυρραχίου
τοιαῦτα πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον εἰπεῖν διὰ γραμμάτων 
ἐπέσκηψεν “οἶσθα πάντως , ὁσάκις ἠπάτημαι πιστεύων τοῖς
 σοῖς ὅρκοις καὶ ῥήμασιν. καὶ εἰ μὴ ὁ τοῦ εὐαγγελίου θεῖος
νόμος Χριστιανοῖς ἅπαντα συγχωρεῖν ἀλλήλοις παρεκελεύετο,
οὐκ ἂν πρὸς τοὺς σοὺς λόγους τὰ ὦτα ἀνέῳξα. βέλτιον δὲ
ὅμως ἀπατᾶσθαι ἢ προσκεκρουκέναι Θεῷ καὶ θείους παραβαίνειν 
νόμους. διά τοι τοῦτο οὐκ ἀποπέμπομαι σου τὴν
αἴτησιν. εἰ μὲν οὖν ἐν ἀληθείαις τὴν εἰρήνην καὶ αὐτὸς
βούλει μυσαχθεὶς τὸ ἄτοπον οὗπερ ἐπεχείρησας ἔργου καὶ
 ἀτέλεστον καὶ οὐκέτι αἵμασι Χριστιανῶν ἐκχεομένοις χαίρειν
ἐθέλεις οὔθ’ ὑπὲρ τῆς σφῶν πατρίδος οὔθ’ ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν, 
ἀλλὰ σοῦ γε καὶ μόνου χάριν θελήματος, ἐπεὶ βραχὺ
τὸ ἀναμεταξὺ ἡμῶν διάστημά ἐστιν, αὐτὸς παραγενοῦ μεθ
ὅσων ἂν βούλῃ. καὶ εἴτε τὰ σφῶν ἡμῶν θελήματα ἐς ταὐτὸν
συμβαῖεν, ὡς ἡ σύμβασις ἔξει τῶν πραγμάτων, εἴτε
καὶ μή, καὶ οὕτως, ὡς εἴρηται, ἀβλαβὴς πρὸς τὴν ἰδίαν 
ἐπαναστρέψεις παρεμβολήν.’’

Ταῦτ’ ἀκούσας ὁ Βαϊμοῦντος ὁμήρους τῶν ἐπιφαἀληθείαις
 

 
νῶν ᾐτήσατο δοθῆναί οἱ, ἐφ’ ᾧ τούτους παρὰ τῶν αὐτοῦ
κομητῶν ἐλευθέρους ἐν τῇ ἰδίᾳ κατέχεσθαι παρεμβολῇ, μέχρις 
ἂν αὐτὸς ἐπαναστρέψῃ · ἄλλως γὰρ μὴ ἀποθαρρεῖν τὴν
πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἔλευσιν. μεταπεμψάμενος τοίνυν ὁ
 βασιλεὺς τὸν Νεαπολίτην Μαρῖνον καὶ τὸν ἐπ’ ἀνδρείᾳ περίκλυτον
Φράγγον ‘Pογέρην, ἄνδρας φρενήρεις καὶ τῶν Λατινικῶν
ἐθῶν ἐν πείρᾳ καθεστηκότας πολλῇ, καὶ Κωνσταντῖνον
τὸν Εὐφορβηνόν γενναῖος δὲ οὗτος καὶ χεῖρα καὶ
γνώμην καὶ μηδέποτε κατά τι τῶν αὐτῷ παρὰ τοῦ βασιλέως
 ἐπιτεταγμένων διημαρτηκώς) καὶ Ἀδράλεστόν τινα τῆς Κελτικῆς
γλώττης εἰδήμονα, τούτους, ὡς εἔρηται, πρὸς τὸν 
Βαϊμοῦντον ἀπέστειλεν ἐπισκήψας παντοίως αὐτὸν μετελθεῖν
καὶ πεῖσαι αὐτόμολον ἀφικέσθαι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα,
ἐφ’ ᾧ ἀπαγγεῖλαι ἅπερ ἂν βούλοιτο καὶ ζητοίη ἐξ αὐτοῦ · 
 κἂν μὲν ἀρεστὰ δόξῃ τῷ αὐτοκράτορι, ἐξ ἀνάγκης αὐτῶν
ἐπιτεύξεσθαι, εἰ δὲ μὴ, ἀβλαβῆ αὖθις εἰς τὴν οἰκείαν παλινοστῆσαι
παρεμβολήν. καὶ ταῦτα μὲν πρὸς ἐκείνους ὁμιλήσας
ὁ βασιλεὺς ἐκεῖθεν ἀπέλυσεν· οἱ δὲ τὴν πρὸς τὸν
Βαϊμοῦντον φέρουσαν ὥδευον. ὃς τὴν τούτων πυθόμενος
 ἔλευσιν καὶ δεδιώς, μὴ τὴν τοῦ στρατεύματος αὐτοῦ πτῶσιν 
κοτανοήσαντες τῷ βασιλεῖ τὰ περὶ τούτων ἀπαγγείλαιεν,
ἔποχος πόρρω τῆς παρεμβολῆς αὐτοῖς ὑπήντησεν. οἱ δὲ
τὰ τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς αὐτὸν ἀπεστομάτισαν ὡς “οὐκ
ἐπιλέλησται πάντως ὁ βασιλεύς, φησι, τῶν ὑποσχέσεων καὶ
 τῶν ὅρκων, ὧν ἐποιήσω οὐ σὺ μόνος, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ
τότε διεληλυθότες κόμητες. καὶ ὁρᾷς πάντως, ὡς οὐκ εἰς
καλὸν τὰ τῆς παραβάσεως τῶν ὅρκων ἐκείνων ἀπέβη σοι”.
τούτων ὁ Βαϊμοῦντος ἀγούσας “ἅλις” ἔφη “τῶν τοιούτων
λόγων. εἰ δέ τι ἕτερον παρὰ τοῦ βασιλέως διεμηνύθη μοι,
 τοῦτο μαθεῖν ἐθέλω.” καὶ οἱ πρέσβεις πρὸς αὐτόν “ὁ βασιλεὺς
τὴν σήν τε καὶ τοῦ ὑπὸ σὲ στρατεύματος σωτηρίαν
βουλόμενος ταῦτά σοι δι᾿ ἡμῶν ἀποφθέγγεται. οἶσθα τάνἀπαγγείλαιεν 
 

 
τως , ὅτι πολλὰ μογήσας οὔτε τὴν πόλιν Δυρραχίου κατασχεῖν
σχεῖν οἷός τε γέγονας οὔτε σαυτῷ καὶ τοῖς ὑπὸ σὲ ἀγαθόν
τι προσενήνοχας. εἰ γοῦν μὴ παντελῆ ἀπώλειαν ἑαυτοῦ τε
καὶ τοῦ ὑπὸ σὲ λαοῦ βούλει πραγματεύσασθαι, ἴθι πρὸς
τὴν βασιλείαν μου ἀδεῶς ἀποκαλύψων ἅπαν τὸ σοὶ βουλητὸν 
καὶ ἀκουσόμενος αὖθις τὰ ἡμῖν δοκοῦντα. καὶ εἰ μὲν
ἐς ταὐτὸν αἱ ἀμφοτέρων γνῶμαι ξυνδράμοιεν, Θεῷ χάρις ·
εἰ δ’ οὖν, ἀσινῆ σε αὖθις πρὸς τὴν οἰκείαν ἐκπέμψω παρεμβολήν.
ἀλλὰ καὶ ὅσοι τῶν ὑπὸ σὲ πρὸς τὴν τοῦ ἁγίου
τάφου προσκύνησιν ἀπιέναι βουλήσονται, διασωθήσονται 
 παρ᾿ ἐμοῦ · ὅσοι δὲ τὴν πρὸς τὴν χώραν αὐτῶν ἀναχώρησιν
ἕλωνται, δαψιλῶν τῶν ἐξ ἐμοῦ δωρεῶν ἀπολαύσαντες πρὸς
τὰ οἴκοι ἀπολυθήσονται.’’ καὶ ὃς πρὸς αὐτούς “νῦν ἔγνων
ὄντως, παρὰ τοῦ βασιλέως σταλῆναι ἄνδρας ἱκανοὺς εἰπεῖν
τε λόγον καὶ δέξασθαι. αἰτῶ γοῦν ἀφ’ ὑμῶν πληροφορίαν 
λαβεῖν εἰς τὸ παντελές, μὴ ἀτίμως ὑποδεχθῆναι παρὰ τοῦ
αὐτοκράτορος, ἀλλὰ πρὸ ἓξ σταδίων τοὺς γνησιωτάτους τῶν
καθ’ αἷμα προσῳκειωμένων αὐτῷ τὴν ἐμὴν ποιήσασθαι
προϋπάντησιν, περὶ δὲ τὴν βασιλικὴν σκηνὴν πελάσαντα
ἅμα τῷ τὰς πύλας εἰσιέναι καὶ αὐτὸν τῆς βασιλικῆς ἐξαναστάντα 
 ἀναστάντα περιωπῆς ἐντίμως με ὑποδέξασθαι καὶ μηδ
ἡνrιναοῦν ἀναφορὰν τῶν προγεγονυιῶν συμφωνιῶν γεγονέναι
μοι ἢ ὅλως εἰς κρίσιν ἀγαγέσθαι με, ἀλλ’ ἐλεύθερον ἄδειαν
σχόντα κατὰ τὸ ἐμοὶ βουλητὸν εἰπεῖν ὁπόσα καὶ βούλομαι ·
πρὸς δὲ τούτοις καὶ τὸν βασιλέα τῆς ἐμῆς κρατῆσαι χειρὸς 
καὶ πρὸς τῇ κεφαλῇ τῆς κλίνης αὐτοῦ παραστῆσαι με καὶ
μετὰ δύο χλαμύδων τὴν εἴσοδον ποιησάμενον μηδ’ ὅλως εἰς
προσκύνησιν κάμψαι γόνυ ἢ τράχηλον τῷ αὐτοκράτορι.’’
τούτων ἀκούσαντες οἱ ἀνωτέρω δηλωθέντες πρέσβεις τὸ μὲν
ἐξαναστῆναι τοῦ βασιλικοῦ θρόνου αὐτὸν οὐ προσεδέξαντο, 
 ἀλλὰ καὶ ὡς περιττὴν τὴν αἴτησιν ἀπεπέμψαντο· οὐ μόνον
δὲ τοῦτο ἀπεδοκίμασαν, ἀλλὰ καὶ τὸ μὴ κλῖναι γόνυ μήτε
 τράχηλον εἰς προσκύνησιν τῷ βασιλεῖ. πρὸς δὲ τό τινας
τῶν πορρωτέρω συγγενῶν αὐτοῦ μεταβῆναι διάστημα ἱκανὸν

 
καὶ οὕτως τοῦτον προσδέξασθαι πρὸς τὸν βασιλέα εἰσελευσόμενον
χάριν οἰκονομίας καὶ θεραπείας τῆς πρὸς αὐτὸν καὶ
πρὸς τὸ σὺν δυσὶ χλαμύσιν εἰσελθεῖν, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ τῆς
χειρὸς τούτου τὸν βασιλέα ἐφάψασθαι καὶ στῆσαι πρὸς τῷ
 ἄνωθεν μέρει τοῦ βασιλικοῦ σκίμποδος οὐκ ἀπεπέμψαντο.
μετὰ τὸ ταῦτα ῥηθῆναι διέστησαν οἱ πρέσβεις ἀπελθόντες,
ἔνθα ἡτοίμαστο ἡ τούτων ἀνάπαυσις , φυλαττόμενοι ὑπὸ
σεργεντίων ἑκατόν, ἴνα μὴ νυκτὸς ἐξεληλυθότες τὰ περὶ τὸ
στράτευμα κατασκοπήσαιεν καὶ οὕτω καταφρονητικώτερον Ρ. 
 πρὸς αὐιτὸν διατεθήσονται. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν μεθ’ ἱππέων
τριακοσίων καὶ τῶν κομητῶν πάντων κατέλαβεν , οὗ τοῖς
δηλωθεῖσιν ἀνδράσι τῇ προτεραίᾳ ὡμίλησε, κᾆθ’ οὕτως τοὺς
ἐκκρίτους ἓξ τὸν ἀριθμὸν συμπαραλαβὼν ἄπεισι πρὸς τοὺς
πρέσβεις τοὺς ὑπολοίπους αὐτοῦ που καταλιπὼν ἀπεκδέχεσθαι
 αὐτὸν ἐκεῖθεν ἐπανελθόντα. περὶ γοῦν τῶν προλεχθέντων
αὖθις διασκεπτομένων , ἐπεὶ ὁ Βαϊμοῦντος ἐνίστατο , κόμης
τις τῶν λίαν ὑψηλῶν Οὖβος τὴν κλῆσιν πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον
ἔφη ὡς “οὐδεὶς ἀφ’ ἡμῶν τῶν μελλόντων μετὰ τοῦ
βασιλέως συνάψαι τὸν πόλεμον οὔπω ἔπληξέ τινα διὰ δόρατος. Β
 ἔα τοίνυν τὰ πολλά · τὴν εἰρήνην τῆς μάχης ἀλλάξασθαι
χρή.’’ λόγων οὖν πολλῶν ἐξ ἑκατέρων κινηθέντων βαρέως
ὁ Βαϊμοῦντος εἶχεν ὑβριοπαθῶν, εἰ μὴ πάντα γένοιντο ὁπόσα
φθάσας ἐπεζήτει τοὺς πρέσβεις. τῶν δ’ ἐπί τισι συγκατατιθεμένων,
ἐφ’ ὧν δὲ ἀνανευόντων, πείθεται ὁ Βαϊμοῦντος
 καὶ τὴν ἀνάγκην, ὅ φασι, φιλοτιμίαν ποιησάμενος ὅρκον ἐξ
αὐτῶν ἐζήτει , ὥστε ἐντίμως ὑποδεχθῆναι καὶ εἰ μὴ τοῖς
θελήμασιν αὐτοῦ ὁ αὐτοκράτωρ κατανεύσειεν , ἀσινὴς πρὸς
τὴν ἰδίαν ἐκπεμφθῆναι παρεμβολήν. τῶν οὖν ἁγίων εὐαγγελίων
προτεθέντων ὁμήρους ἐζήτει παραδοθῆναι τῷ ἀδελφῷ C
 αὐτοῦ Γίδῳ καὶ φυλάττεσθαι παρ’ αὐτοῦ μέχρις οὗ αὐτὸς
ὑποστρέψῃ. οἱ δὲ πρέσβεις πρὸς τοῦτο κατανεύσαντες ὅρκους
αὖθις ὑπὲρ τῆς τῶν ὁμήρων ἀσφαλείας καὶ αὐτοὶ ἀντεπεζήδὲ
 

 
τοὐν. κατανενευκὼς δὲ πρὸς τοῦτο ὁ Βαϊμοῦντος καὶ ὅρκους
δοὺς καὶ λαβὼν τοὺς μὲν ὁμήρους, τόν τε σεβαστόν Μαρῖνον
καὶ τὸν καλούμενον Ἀδράλεστον καὶ τὸν Φράγγον Ρογέρην,
παραδίδωσι τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ Γίδῳ, ἴν’ ὁπηνίκα ἢ μετὰ
τοῦ βασιλέως εἰρηνικὰς σπονδὰς ποιήσειεν ἢ εἰ μὴ τοῦτο, 
ἀβλαβεῖς ἐκεῖθεν κατὰ τοὺς ὅρκους αὐτοὺς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
ἐξαποστείλῃ.

Μέλλων τοίνυν τῆς πρὸς τὸν βασιλέα μετὰ τοῦ
 Εὐφορβηνοῦ Κωνσταντίνου τοῦ κατακαλῶν φερούσης ἅψασθαι,
ἐπεὶ δυσωδίᾳ πολλὴ διὰ τὸ περὶ τὸν αὐτὸν τόπον καιρὸν 
ἱκανὸν τὸ ὑπ’ αὐτὸν στράτευμα χρονοτριβῆσαι γέγονε,
βουλόμενος μεταθεῖναι τὸ στράτευμα μηδὲ τοῦτ’ ἄνευ τῆς
αὐτῶν βουλῆς ἐθέλειν γενέσθαι ἔλεγε. τοιοῦτον γὰρ τὸ
Κελτῶν γένος ἀνώμαλον καὶ ἐφ’ ἑκάτερα ἐν ὀξείᾳ καιροῦ
ῥοπῇ μεταφερόμενον· καὶ ἔστιν ἰδεῖν τὸν αὐτὸν καὶ ἕνα 
ποτὲ μὲν αὐχοῦντα τὴν γῆν κλονήσειν ἅπασαν, ποτὲ δὲ ὑποπεπτωκότα
καὶ μέχρι κονίας αὐτῆς καταγόμενον καὶ μᾶλλον,
ὁπηνίκα στερροτέροις ἐντύχοι φρονήμασιν. οἱ δὲ πλείω τῶν
δύο καὶ δέκα σταδίων οὐ συνεχώρουν μετατεθῆναι τὸ στράτευμα
 καὶ “εἰ τοῦτο βούλει”, πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον ἔλεγον 
“συνελευσόμεθα καὶ ἡμεῖς ὀψόμενοι τὸν τόπον”. κατανεύ-
 σαντος δὲ καὶ πρὸς τοῦτο τοῦ Βαϊμούντου, παραχρῆμα διὰ
γραμμάτων τοῖς τὰς κλεισούρας φυλάσσουσιν ἐδήλωσαν, ὥστε
μὴ ἐκδρομὰς ποιουμένους καταβλάπτειν αὐτούς. ὁ δὲ Εὐφορβηνὸς
Κωνσταντῖνος ὁ κατακαλῶν ᾐτεῖτο αὖθις τὸν Βαϊμοῦντον, 
παραχωρηθῆναι τὴν εἰς τὸ Δυρράχιον ἀπέλευσιν.
κατανεύσαντος δὲ τοῦ Βαϊμούντου, γοργῶς τὸ Δυρράχιον ὁ
κατακαλῶν καταλαμβάνει καὶ τὸν φυλάσσοντα τὴν πόλιν
Ἀλέξιον τὸν υἱὸν Ἰσαακίου τοῦ σεβαστοκράτορος ἀναζητήσας
 ἀπήγγειλε τὰ παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος διαμηνυθέντα πρὸς 
αὐτόν τε καὶ τοὺς συγκατελθόντας μετ’ αὐτοῦ λογάδας τῶν
στρατιωτῶν. καὶ γὰρ οὐκ ἠδύναντο τοῦ τείχους προκύπτειν
 

 
διὰ τὴν γεγενημένην ἄνωθεν περὶ τὰ κρήδεμνα τοῦ Δυρραχίου
μηχανὴν τοῦ αὐτοκράτορος. σανίδες γάρ τινες περὶ
τὰς ἐπάλξεις τοῦ κέστρου εὐμηχάνως ἐτέθησαν ἐπὶ τούτῳ
αὐτῷ κατασκευασθεῖσαι ἀνήλωτοι, ὥστε τοὺς ἴσως ἀπὸ τῶν
 Λατίνων διὰ κλιμάκων ἀναρριχᾶσθαι πειρωμένους, ἐπὰν τῶν
ἐπάλξεων ἐπιβαῖεν, μὴ ἐστηριγμένους ἵστασθαι, ἀλλὰ σὺν
αὐταῖς σανίσι διολισθαίνειν τηνικαῦτα καὶ πίπτειν ἐντός,
καθά γε καὶ εἴρηται. τούτοις οὖν ὁμιλήσας ὁ Εὐφορβηνὸς
καὶ τὰ τοῦ βασιλέως μηνύματα ἀπαγγείλας καὶ θάρσους
 ἐμπλήσας αὐτοὺς ἐρωτήσας τε τὰ περὶ τοῦ κάστρου καὶ 
διαγνοὺς τὰ κατ’ αὐτοὺς ἀρίστης τετυχηκέναι οἰκονομίας, ὡς
τῶν πρὸς χρείαν αὐτάρχως ἔχοντας καὶ παρ’ οὐδὲν τὰς τοῦ
Βαϊμούντου λογιζομένους μηχανάς, καταλαμβάνει τὸν Βαϊμοῦντον
τὴν ταφρείαν, ἔνθα προεῖπε, ποιησάμενον. καὶ
 ἑνωθεὶς αὐτῷ τῆς πρὸς τὸν βασιλέα φερούσης εἴχετο. οἱ
δ’ ἐπίλοιποι τῶν πρέσβεων κατὰ τὰ προϋπεσχημένα μετὰ
τῶν Γίδου κατελείφθησαν. Μανουὴλ δὲ τὸν Μοδηνὸν πιστότατόν
τε καὶ εὐνούστατον τῶν αὐτοῦ θεραπόντων ὑπάρχοντα
προαποστέλλει πρὸς τὸν βασιλέα τὴν πρὸς αὐτὸν τοῦ
 ΒαΪμούντου ἀπαγγέλλοντα ἔλευσιν. ἐπεὶ δὲ ἀγχοῦ τῆς βασιλικῆς
ἐγεγόνει σκηνῆς, παρεσκεύαστο καὶ τὰ τῆς αὐτοῦ
ὑπαντῆς, καθὼς οἱ πρέσβεις τούτῳ συνέθεντο. εἰσελθόντος 
δὲ τούτου, ἐκτείνας τὴν χεῖρα ὁ βασιλεὺς καὶ τῆς ἐκείνου
ἁψάμενος χειρὸς καὶ τὴν συνήθη τοῖς βασιλεῦσι προσαγόρευσιν
 ποιησάμενος ἐγγὺς τοῦ βασιλικοῦ παρεστήσατο θρόνου.
ἦν δὲ τοιοῦτος ὁ ἀνὴρ οἷος, ὡς ἐν βραχεῖ μὲν εἰπεῖν,
οὐδεὶς κατ’ ἐκεῖνον ὤφθη ἐν τῇ τῶν Ῥωμαίων γῇ οὔτε βάρβαρος
βαρος οὔτε Ἕλλην (θάμβος γὰρ ἦν ὀφθαλμῶν
φημιζόμενος ἔκπληξις), κατὰ μέρος δὲ ὑπογράψαι τὸ τοῦ
 βαρβάρου εἶδος, τοιόσδε μακρὸς ἦν τὴν ἀναδρομὴν τοῦ σώματος,
ὥστε εἰς πῆχυν ἕνα μικροῦ τοὺς μακροτάτους ὑπερελαύνειν, 
τὴν γαστέρα συνεσταλμένος καὶ τὰς λαγόνας καὶ
 

 
τοὺς ὤμους εὐρὺς καὶ τὰ στέρνα πλατὺς καὶ τοὺς βραχίονας
καρτερὸς καὶ τὴν ὅλην ἕξιν τοῦ σώματος οὔτε περιεπτισμένος
οὔτε περιβριθόμενος ταῖς σαρξίν, ἀλλ’ ὡς ἄριστα κεκραμένος
καὶ οἷον εἰπεῖν κατὰ τὸν Πολυκλείτειον κανόνα ἐνηρμοσμένος·
τὰς χεῖρας ἁδρὸς καὶ τῶν ποδῶν τὰς βάσεις 
στερρὸς καὶ τὸν αὐχένα καὶ τὰ μετάφρενα εὐπαγὴς. ὑποκεκυφὼς
δὲ μετρίως τῷ ἀκριβῶς αὐτὸν περιεργαζομένῳ
ἐφαίνετο οὐ τῶν νωτιαίων σπονδύλων τι πεπονθότων τὴς
 ῥάχεως, ἀλλ’ οὕτω μετρίως ἐκ γενετῆς, ὡς ἔοικε, τὴν διάπλασιν
ἔσχηκε. τὸ χρῶμα κατὰ τὸ ἄλλο μὲν σῶμα λευκότατος, 
τὸ δὲ πρόσωπον μετὰ τοῦ λευκοῦ ἐπυρσοῦτο. καὶ ἡ
κόμη ὑπόξανθος, ἀλλ᾿ οὐ μὲν οὖν μέχρι τῶν μεταφρένων
 αἰωρουμένη κατὰ τοὺς ἄλλους βαρβάρους· οὐ γὰρ ἐτριχομάνει
ὁ ἀνήρ, ἀλλὰ κουρίας ἦν μέχρι τῶν ὤτων. τὸ δὲ
γένειον εἴτε πυρσὸν εἴτε ἄλλο τι χρῶμα εἶχεν, οὐκ ἰχῶ λέγειν· 
ὁ ξυρὸς γὰρ ἐπεξῆλθεν αὐτὸ καὶ τιτάνου παντὸς ἀκριβέστερον·
ἐδόκει δ’ οὖν εἶναι καὶ τοῦτο πυρσόν. τὸ βλέμμα
γλαυκὸν καὶ ἅμα θυμὸν καὶ ἐμβρίθειαν ὑποσημαῖνον· καὶ ἡ
ῥὶς αὐτῷ καὶ ὁ μυκτὴρ ἐλεύθερον ἔπνει τὸν ἀέρα· συνηγόρει
δὲ τῷ μυκτῆρι διὰ τῶν στέρνων καὶ διὰ τοῦ μυκτῆρος * τὴν 
 τῶν στέρνων εὐρύτητα. ἡ γὰρ φύσις διεξόδους ἐδεδώκει
διὰ τῶν ῥινῶν τοῦ ἀπὸ τῆς καρδίας παφλάζοντος πνεύματος.
ἡδὺ δέ τι καὶ ἐνεφαίνετο τῷ ἀνδρὶ τούτῳ, ἀλλὰ τοῖς ἁπανταχόθεν
φοβεροῖς ὑπεθραύετο. ὅλος γὰρ δι᾿ ὅλου τοῦ σώματος
ἀμείλικτος ἦν καὶ θηριώδης ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοῦ 
μεγέθους ἀπό τε βλέμματος, δοκεῖ μοι, καὶ ὁ γέλως αὐτοῦ
τοῖς ἄλλοις ἐμβρίμημα ἦν. οὕτως εἶχε ψυχῆς τε καὶ σώματος,
ὡς καὶ τὸν θυμὸν ἐν τούτῳ κορύσσεσθαι καὶ τὸν
ἔρωτα καὶ ἀμφοτέρους ὁρᾶν πρὸς πόλεμον. τὸ δὲ φρόνημα
αὐτῷ παντοδαπὸν καὶ πανοῦργον καὶ πρὸς ἅπασαν λαβὴν 
 διαδιδράσκον. αἱ γὰρ ὁμιλίαι τούτῳ ἀκριβεῖς καὶ τὰς ἀποκρίσεις
ἐδίδου πανταχόθεν ἀπεριδράκτους. καὶ τοιοῦτος
 

 
ὢν καὶ τοσοῦτος μόνῳ τῷ αὐτοκράτορι ἁλώσιμος ἦν καὶ
τύχῃ καὶ λόγοις καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς ἀπὸ τῆς φύσεως 
πλεονεκτήμασιν.

Ἀναμνήσας οὖν ὁ αὐτοκράτωρ αὐτὸν τῶν προτέρων
 ἐπιτροχάδην καὶ συνεσκιnσμένως πως αὐτῷ παραστήσας
ἑτέραν λόγου περίοδον ἐποιήσατο. ὁ δὲ τὴν ἰδίαν συνείδησιν
ἔχων ἐλέγχουσαν ἐπιτηδείως τὰς πρὸς τοὺς λόγους αὐτοῦ
ἐξέφυγεν ἀνθυποφορᾶς τοῦτο μόνον φάμενος ὡς “οὐχὶ
περὶ τῶν τοιούτων ἀνακρίνεσθαι ἐλήλυθα. εἶχον γὰρ ἂν
 καὶ αὐτὸς πολλὰ λέγειν. τοῦ Θεοῦ δὲ ἐνταυθοῖ με συνελάσαντος
πάντα τοῦ λοιποῦ σῷ ἀνατίθημι καρατει.” ὁ δὲ
βασιλεὺς πρὸς αὐτόν “τὰ μὲν παρεληλυθότα ἐατέον τὸ νῦν, 
σὲ δέ, εἰ βούλει σπείσασθαι μεθ᾿ ἡμῶν, πρῶτον μὲν ἕνα
τῶν ὑπὸ τὸ ἐμὸν κράτος χρὴ γενέσθαι, εἶτα δηλῶσαι περὶ
 αὐτοῦ τε τούτου τῷ σῷ ἀνεψιῷ Ταγγρὲ ἐπισκῆψαί τε αὐτῷ,
τοῖς ἐξ ἐμοῦ ἀποσταλεῖσι παραδοῦναι τὴν Ἀντιόχειαν κατὰ
τὰς γεγονυίας ἐξ ἀρχῆς συμφωΑας ἡμῶν, εἶτα καὶ τἆλλα
πάντα ὅσα τότε συμπεφώνηται ἡμῖν τηρῆσαί σε νῦν τε καὶ
μετέπειτα”. ταῦτα τοῦ βασιλέως καὶ ἄλλα πλείω πρὸς αὐτὸν
 εἰπόντος τε καὶ ἀκούσαντος , ἐπεί ὁ αὐτὸς ἐκεῖνος ἦν
Βαϊμοῦντος καὶ οὐκ ἠλλοίωτο, ἔφη “ἀδυνάτως ἔχω τοιαύτην
ὑπόσχεσιν ποιήσασθαι” καὶ δι᾿ ἄλλα τινὰ παρὰ τοῦ βασιλέως 
ἀπαιτούμενα ᾐτεῖτο τὴν πρὸς τὸ ἴδιον στράτευμα
ἐπανάζευξιν κατὰ τὴν γενομένην συμφωνίαν παρὰ τῶν πρέσβεων.
 ὁ δὲ βασιλεύς φησι πρὸς αὐτὸν ὅτι “κρείττονα ἐμοῦ
οὐκ ἔχω τὸν μετὰ ἀσφαλείας σε διασώσοντα”. καὶ ἅμα τῷ
λόγῳ τοῖς ἡγεμόσι παρρησίᾳ ἐπέταττε τοῦ στρατεύματος, 
ἑτοιμάσαι τοὺς ἵππους αὐrῶν, ἐφ᾿ ᾧ τῆς πρὸς τὸ Δυρράχιον
φερούσης ἅψασθαι. τοῦτο ὁ Βαϊμοῦντος ἀκούσας ἐζελθὼν
 ἐπὶ τῷ πρὸς τὴν ἀποτεταγμένην αὐτῷ ἀπιέναι σκηνὴν τὸν
ἐμὸν Καίσαρα Νικηφόρον τὸν Βρυέννιον τῷ τοῦ πανυπερσεβάστου
τότε τετιμημένον ἀξιώματι ἐζήτει θεάσασθαι. ὁ 
δὲ ἐξελθὼν καὶ πᾶσαν πειθὼ λόγων κινήσας, ὁποῖος ἐκεῖνος
ἐν δημηγορίαις καὶ διαλέξεσιν ἀπαράμιλλος, πείθει τὸν Βαϊ-

 
μοῦντον τοῖς πλείστοις συνθέσθαι τῶν παρὰ τοῦ βασιλέως
ῥηθέντων. κρατήσας οὖν αὐτὸν τῆς χειρὸς εἰσάγει πρὸς τὸν
 βασιλέα. τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν ἐνωμότως καὶ μετὰ τῆς οἰκείας
προαιρέσεως κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ τὴν συμφωνίαν ἐπλήρωσεν.
εἶχε δὲ τὰ συμπεφωνημένα οὕτως.

“Ἡ μὲν προτέρα συμφωνία, ἥτις δὴ καὶ κατ’ ἐκεῖνο
καιροῦ γέγονε πρὸς τὸ θεοστεφὲς κράτος σου, ὁπόταν μετὰ
τῆς πολυπληθοῦς ἐκείνης στρατιᾶς τῶν Φράγγων εἰς τὴν
βασιλίδα πόλιν ἐπιδεδήμηκα διαβαίνων ἀπὸ τῆς Εὐρώπης
εἰς τὴν Ἀσίαν ἐπὶ τῇ τῶν Ἱεροσολύμων ἐλευθερίᾳ, ἐπειδὴ 
 κατά τινας περιπετείας πραγμάτων ἠθέτηται, ἐκείνη μὲν
σχολασάτω καὶ μὴ ἐχέτω τὸ ἐνεργὸν ὡς τὸ ἄκυρον ἀποφερομένη
διὰ τὴν τῶν πραγμάτων περίστασιν. καὶ ἐξ ἐκείνης
οὐ χρὴ κατ᾿ ἐμοῦ δ.ίκαιόν τι ἔχειν τὴν βασιλείαν σου κἀντεῦθεν
ἰσχυρίζεσθαι περὶ τῶν ἐν ἐκείνῃ συμπεφωνημένων 
τε καὶ ἀναγεγραμμένων. πόλεμον γὰρ ἀραμένου μου κατὰ
τοῦ σοῦ θεοπροβλήτου κράτους καὶ παραλύσαντος τὰ συμπεφωνημένα
συμπαραλέλυται τούτοις καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ σοῦ
κράτους κατ᾿ ἐμοῦ αἰτιάματα. νῦν δὲ αὖ ὥσπερ ἐκ μεταμελείας
 ἐρχόμενος καὶ ὥσπερ ἁλιεὺς πληγεὶς καὶ ἀπενεγκάμενος 
νοῦν καὶ μονονουχὶ τῷ δόρατι τῷ σῷ νουνεχέστερος
γεγονὼς καὶ τῆς κατ᾿ ἐκεῖνο καιροῦ ἥττης καὶ τῶν πολέμων
ἀναμνησθεὶς εἰς ἑτέραν συμφωνίαν μετὰ τοῦ κράτους σου
τρωπῶμαι ταυτηνί, ὥστε λίζιον γενέσθαι τοῦ σκήπτρου σου
ἄνθρωπον καὶ ἵνα σαφέστερον εἴποιμι καὶ φανερώτερον, 
οἰκέτην καὶ ὑποχείριον, ἐπειδὴ καὶ σὺ ὑπὸ τὴν σὴν δεξιὰν
ἕλκειν ἐμὲ βεβούλησαι καὶ ἄνθρωπόν σου ἐθέλεις ποιήσασθαι
λίζιον. ἔσομαι τοίνυν ἀπὸ τοῦ νῦν κατὰ τὴν δευτέραν ταυτηνὶ
 συμφωνίαν, ἣν καὶ φυλάττειν ἐς ἀεὶ βούλομαι καὶ ἐπόμνυμι
Θεὸν τε καὶ πάντας τοὺς ἁγίους αὐτοῦ, ἐπεὶ καὶ ἐπὶ μάρτυσι 
τούτοις τὰ συμπεφωνημένα [καὶ] γράφεται τε καὶ
ἄνθρωπος πιστὸς τῆς σῆς βασιλείας καὶ τοῦ περιπερί
 

 
ποθήτου σου υἱοῦ καὶ βασιλέως κυρίου Ἰωάννου τοῦ πορφυρογεννήτου,
καὶ ὁπλίσομαι τὴν δεξιὰν κατὰ παντὸς
ἀνθισταμένου τῷ κράτει σου, εἴτε τοῦ Χριστιανικοῦ γένους 
ἐστὶν ὁ χεῖρας ἀνταράμενος εἴτε καὶ ἀλλότριος ἐστι τῆς
 ἡμετέρας αὐλῆς, οὓς παγάνους ἡμεῖς ὀνομάζομεν· ὥστε, ὅπερ
καὶ τῷ προμνημονευθέντι συμφώνῳ περιείχετο καὶ ἀμφοῖν
τοῖν μεροῖν συνήρεσε, τῇ τε βασιλείᾳ ὑμῶν καὶ ἐμοί, τῶν
ἄλλων ἀνῃρημένων τοῦτο μόνον ἐκεῖθεν ἕλκω καὶ ἰσχυρίζομαι 
καὶ ἀπρὶξ ἔχομαι τὸ δοῦλον τῆς βασιλείας καὶ ἀμφοτέρων
 εἶναι καὶ λίζιον ἄνθρωπον ὥσπερ καταλυθὲν ἀνανεούμενος.
καὶ οὐδ’ ἂν εἴ τι γένοιτο, εἰς ἀθέτησιν τούτου ἐλεύσομαι·
οὐδέ τις αἰτία ἔσται ἢ τρόπος φανερός τε καὶ ἀφανής, καθ’
ὃν ἐγὼ παραβάτης τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν νῦν συμπεφωνημένων
φανήσομαι. ἀλλ’ ἐπειδὴ λαμβάνω τὰ νῦν τὴν ῥητῶς
 ἐνταυθοῖ δηλωθησομένην χώραν ἐν τοῖς μέρεσι τῆς ἀνατολῆς
διὰ χρυσοβούλλου λόγου τῆς βασιλείας σου, ἐν ᾧ καὶ
κράτος τὸ σὸν ὑποσημαίνεται δι’ ἐρυθροβαφοῦς ὑπογραφῆς, 
ὃς δὴ χρυσόβουλλος λόγος καὶ ἀμοιβαῖος γεγονὼς ἐπεδόθη
μοι, δεχόμενος τὰς δοθείσας χώρας ὡς ἀπὸ τῆς βασιλείας
 ὑμῶν δεδωρημένας καὶ τὸ ἐνδύναμον ἔχων τῆς δωρεᾶς ἐκ
τῆς χρυσοβούλλου γραφῆς ἀντίδοσιν τῶν τοσούτων
καὶ πόλεων δίδωμι τὴν πίστιν τὴν ἐμαυτοῦ πρὸς τὴν ὑμῶν
βασιλείαν, σοῦ τε, τοῦ μεγάλου αὐτοκράτορος κυρίου Ἀλεξίου
τοῦ Κομνηνοῦ, καὶ τοῦ τριποθήτου υἱοῦ σου τοῦ βασιλέως
 κυρίου Ἰωάννου τοῦ πορφυρογεννήτου, ἣν ἀμετακίνητον καὶ
ἀσάλευτον καθέξειν ὑπισχνοῦμαι καθάπερ ἄγκυραν ἀσφαλῆ.
καὶ ἴνα ἐπαναλάβω τὸν λόγον σαφέστερον καὶ τὴν ἰδιότητα
φυλάξαιμι τῶν ἐγγράφως συμφωνούντων, ἰδοὺ ἐγὼ Βαϊμοῦντος 
υἱὸς Ῥομπέρτου Γισκάρδου συμφωνῶ μετὰ τοῦ
 κράτους ὑμῶν καὶ τὴν συμφωνίαν ἀρραγῆ τίθημι φυλάττειν
πρὸς τὴν βασιλείαν ὑμῶν, τοῦτ’ ἔστι σέ τε, τὸν αὐτοκράτορα
Ῥωμαίων κύριον Ἀλέξιον, καὶ τὸν βασιλέα καὶ υἱόν σὸν
 

 
τὸν πορφυρογέννητον, καὶ τὸ λίζιον ἄνθρωπον ἀνόθευτον τε
καὶ ἀπαραποίητον, ἕως ἂν ἐμπνέω καὶ μετὰ τῶν ζώντων
συναριθμῶμαι. καὶ ἐξοπλισαίμην τὴν χεῖρα κατὰ τῶν ἐντεῦθεν
ἀναφανησομένων ἐχθρῶν ὑμῶν καὶ τῆς βασιλείας
τῆς ὑμετέρας τῶν ἀεισεβάστων σεβαστῶν βασιλέων τῆς τῶν 
 Ῥωμαίων ἡγεμονίας. καὶ ἔνθα ἂν καὶ προσταχθείην ὑφ’
ὑμῶν, μετὰ πάσης τῆς περὶ ἐμὲ στρατιᾶς ἀπροφασίστως
ἐκδουλεύσω κατὰ τὴν παρισταμένην χρείαν. καὶ οἵτινες ἂν
καὶ εἶεν δυσμενῶς ἔχοντες πρὸς τὸ ὑμέτερον κράτος, εἰ μή
που τοῖς ἀθανάτοις ἀγγέλοις ἰσάζοιντ᾿ ἂν καί εἰσι τοῖς ἡμετέροις 
δόρασιν ἄτρωτοι ἢ ἀδαμάντινά τινα περίκεινται σώματα,
κατὰ τούτων πάντων ὑπεραγωνισαίμην τῆς βασιλείας
ὑμῶν. καὶ εἰ μὲν ὑγιῶς ἔχω τοῦ σώματος καὶ ἐλευθεριάζω
πολέμου τινὸς βαρβαρικοῦ τε καὶ Τουρκικοῦ, αὐτὸς ἐγὼ τῷ
 ἐμῷ σώματι ἀγωνιοῦμαι τὸν ὑπὲρ ὑμῶν πόλεμον μετὰ τοῦ 
ξυνεπομένου στρατεύματος. εἰ δὲ ἢ νόσῳ βαρείᾳ πεδοῦμαι,
οἷα πολλὰ τὰ ἀνθρώπινα, ἢ πόλεμος ἐπικείμενος πρὸς ἑαυτὸν
με, τότε δὴ τότε ὑπισχνοῦμαι διὰ τῶν περὶ ἐμὲ
γενναίων ἀνθρώπων μου τὴν δυνατὴν ἐξαποστέλλειν βοήθειαν
ὡς ἐπανασῳζόντων ἐκείνων τὸ ἐμὸν ἔλλειμμα. ἡ γὰρ 
ὀρθὴ πίστις, ἣν σήμερον πρὸς τὴν βασιλείαν ὑμῶν δίδωμι,
τοῦτο ἔστι τὸ ἢ δι’ ἐμαυτοῦ ἢ δι’ ἑτέρων, καθάπερ εἴρηται,
 ἀνακρωτηρίαστα διατηρεῖν τὰ τῆς συμφωνίας. ὀρθήν τε
 πίστιν φυλάττειν διόμνυμι καὶ καθόλου καὶ κατὰ μέρος
ὑπὲρ τοῦ ὑμετέρου κράτους καὶ τῆς ὑμετέρας ζωῆς, ταυτησὶ 
λέγω τῆς κάτω τε καὶ γηΐνης. ὑπὲρ γὰρ τῆς τοιαύτης
ὑμῶν ζωῆς σιδηροῦς τις ἀνδριὰς καὶ σφυρήλατος γενοίμην
τοῖς ὅπλοις. ἀλλὰ μέχρι καὶ τῆς τιμῆς τῆς ὑμετέρας καὶ
μέχρι τῶν βασιλικῶν ὑμῶν μελῶν ἐκτείνω τὸν ὅρκον, εἴ τις
αὐτοῖς ἐπιβουλεύεται κάκωσις παρά τινων ἀλιτηρίων ἐχθρῶν, 
οὓς δυνατόν ἐστιν ἐμὲ καταλύειν καὶ ἀπείργειν τοῦ κακοῦ
ἐγχειρήματος. ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ πάσης χώρας τῆς ὑμετέρας
 

 
καὶ πόλεως μικρᾶς τε καὶ μείζονος καὶ νήσων αὐτῶν καὶ 
ἁπαξαπλῶς, ὁπόση τίς ἐστι γῆ τε καὶ θάλασσα ὑπὸ τὰ
ὑμέτερα σκῆπτρα ἐξ αὐτοῦ δήπουθεν τοῦ Ἀδριαντικοῦ πελάγους
καὶ ἄχρι πάσης ἀνατολῆς καὶ κατὰ μῆκος τῆς μεγάλης
 Ἀσίας, ἔνθα τὰ τῶν Ῥωμαίων ὁρίσματα ἦν. ἔτι συμφωνῶ,
καὶ ἔσται τῶν συμπεφωνημένων μάρτυς καὶ ἐπήκοος ὁ Θεὸς,
μηδεμίαν μηδέποτε χώραν τεταγμένην ὑπὸ τὰ ὑμέτερα σκῆπτρα
εἴτε νῦν εἴτε πρότερον μήτε πόλιν ἢ νῆσον κρατεῖν
τε καὶ ἔχειν, καὶ ἁπλῶς, ὁπόσα ἡ βασιλεία Κωνσταντινουπόλεως
 περιεῖχεν ἢ νῦν κατέχει κατά τε τὴν ἀνατολὴν καὶ
δύσιν, ἐκτὸς τῶν ῥητῶς δεδωρημένων μοι παρὰ τοῦ θεοπροβλήτου 
κράτους ὑμῶν, ἁ καὶ κατ’ ὄνομα δηλωθήσεται
ἐν τῷ παρόντι ἐγγράφῳ. ἀλλ’ ὁπόσην ἂν δυνηθείην χειρώσασθαι
χώραν τελοῦσαν ποτε ὑπὸ τὴν βασιλείαν ταύτην
 ἀπωσάμενος τοὺς τὴν χώραν ἐκείνην κατέχοντας, εἰς τὴν
γνώμην τὴν ὑμετέραν ἀναρτᾶν ὀφείλω τὴν περὶ ταύτης
οἰκονομίαν. καὶ εἰ μὲν ἐμὲ βούλεσθε ἐπιτροπεύειν τῆς
κυριευθείσης χώρας ὡς ἄνθρωπον ὑμέτερον λίζιον καὶ δοῦλον
πιστόν, ἔσται τοῦτο· εἰ δ’ οὖν, ἀλλὰ παραδοίην ἄν, ᾧ
 ἂν ἀνδρὶ ἡ βασιλεία ὑμῶν βουληθείη, μὴ ἀμφιβάλλων κατά 
τι τὸ σύνολον. χώραν δὲ οὐ δέξομαι ἀφ’ ἑτέρον τινὸς
προδιδομένην ἐμοὶ ἢ πόλιν τινὰ ἢ πολίχνιον, ἅπερ ποτὲ
ὑπὸ τὴν τῆς βασιλείας ἐξουσίαν ἐτύγχανον, ὡς ἐμοὶ διαφέροντα·
ἀλλὰ καὶ τὰ πολιορκίᾳ κρατούμενα καὶ τὰ ἄνευ πολιορχίας,
 ὑμέτερα δ’ ἦσαν καὶ πάλιν ὑμέτερα ἔσονται μηδ’
ὁπωστιοῦν δικαιολογουμένου μου περὶ τούτων. ἀλλ’ οὐδὲ
ὅρκον δέξομαι παρά τινος Χριστιανοῦ ἢ δώσω πρὸς ἕτερον
ἢ συμφωνίαν ἡντιναοῦν πρὸς βλάβην ὑμετέραν ὁρῶσαν ἢ
πρὸς ζημίαν καὶ ὑμῶν καὶ τῆς βασιλείας τῆς ὑμετέρας. ἀλλ’ 
 οὐδὲ ἄνθρωπος ἑτέρου γενήσομαι ἢ ἑτέρας ἀρχῆς μείζονος
ἢ ἐλάσσονος ἄνευ τοῦ κράτους τοῦ ὑμετέρου· ἀλλὰ μία
κυριότης ἐμοί, ᾗ ὑπισχνοῦμαι δουλεύειν, ἡ βασιλεία σοῦ τε
 

 
καὶ τοῦ τριποθήτου υἱοῦ σου. τοὺς δὲ προσερχομένους μοι
ἀνθρώπους τῆς βασιλείας σου ὡς κατεξαναστάντας τοῦ κράτους
τοῦ σοῦ καὶ ἐμοὶ ἐκδουλεύειν ἐθέλοντας καὶ μισήσω
 καὶ ἀποπέμψομαι, μᾶλλον δὲ κατ’ αὐτῶν ἐξοπλίσομαι. τοὺς
δὲ ἄλλους βαρβάρους, * ἐθέλοντας δὲ ὅμως ὑπὸ τὸ ἐμὸν 
 δόρυ γίνεσθαι, δεξαίμην μέν, ἀλλ’ οὐκ ἰδίῳ προσώπῳ· ὁρκιῶ
δὲ τούτους ἕνεκα σοῦ τε καὶ τοῦ περιποθήτου υἱοῦ σου καὶ
τὰς ἐξ αὐτῶν χώρας παραλήψομαι δικαίῳ τῆς βασιλείας τῆς
ὑμετέρας καὶ ἐντεῦθεν τὸ ὑπὲρ αὐτῶν προσταττόμενον
ἀπροφασίστως ποιεῖν ἐπαγγέλλομαι. ταῦτα μὲν περὶ τῶν 
πόλεων καὶ τῶν χωρῶν, ὅσαι ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τῆς Ῥωμαίων
τύχης ἐτύγχανον οὖσαι· περὶ δὲ τῶν μηδέπω δεδουλευκότων
τῇ Ῥωμανίᾳ, ταῦτα ἐνόρχως κατεπαγγέλλομαι, ὡς ἴνα τάς
τε προσερχομένας μοι χώρας ἄνευ πολέμου ἢ καὶ μετὰ πολέμου
καὶ μάχης καὶ ταύτας ἁπάσας ὡς ἀπὸ τῆς ὑμετέρας βασι- 
 λείας λογίζωμαι, εἴτε Τουρκικαί εἰσιν, εἴτε Ἀρμενικαὶ καί,
ὡς ἄν τις εἴποι τῶν τὴν ἡμετέραν ἐπισταμένων φωνήν,
Παγανικαὶ ἢ Χριστιανικαί, τούς τε ἀπὸ τῶν ἐθνῶν προσιόντας
μοι καὶ δουλεύειν ἐμοὶ βουλομένους, οὕτως ἵνα
τούτους παραδέχωμαι, ὡς εἶναι καὶ αὐτοὺς μέλλοντας ἀνθρώπους 
τῆς βασιλείας ὑμῶν· καὶ διαβαίνοι καὶ πρὸς τούτους
ἡ ἐμὴ συμφωνία πρὸς τὸ κράτος τῆς βασιλείας καὶ
οἱ κατεμπεδωθέντες ὅρκοι. καὶ τούτων αὐτῶν, οὓς μὲν ἂν
 ἐθέλοιτε ὑμεῖς οἱ ἀεισέβαστοι βασιλεῖς ὑπ’ ἐμὲ τάττεσθαι,
τάττοιντ᾿ ἄν· οὓς δὲ πέμπειν πρὸς τὸ κράτος 
βούλεσθε, βουλομένων κἀκείνων ἀποστελῶ, μὴ βουλομένων
δέ, ἀλλ’ ἀπαναινομένων τὴν πρὸς ὑμᾶς δουλείαν, οὐδὲ ἐγὼ
παραδέξομαι. πρὸς μέντοι τὸν Ταγγρὲ καὶ ἀνεψιόν μου
ἀκήρυκτον ἕξω πόλεμον, εἰ μὴ ἐθελήσει καθυφεῖναι τι τῆς
πρὸς τὴν βασιλείαν ὑμῶν δυσμενείας μηδὲ ἀπολύει τῆς 
χειρὸς αὐτοῦ τὰς πόλεις τῆς ὑμετέρας βασιλείας. ἐπὰν δὲ
καὶ θέλοντος αὐτοῦ ἢ καὶ μὴ θέλοντος ἀναρρυσθῶσιν αἱ
 

 
πόλεις, αὐτὸς μὲν ἵνα δεσπόζω τῇ ἀντιλήψει τοῦ κράτους
ὑμῶν τὰ διὰ χρυσοβούλλου λόγου δεδωρημένα μοι, ἃ καὶ 
ῥητῶς ἐξαριθμηθήσεται, αἱ δὲ πόλεις ἐκεῖναι μετὰ τῆς ἐν
Συρίᾳ Λαοδικείας καὶ ὅσαι εἰσὶν ἐκτὸς τῶν δεδωρημένων
 ἐμοὶ τῷ σκήπτρῳ ὑμῶν προσαρμόζωνται. ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς
τῆς βασιλείας ὑμῶν φυγάδας προσδέξομαι ποτε, ἀλλὰ παλιμπορεύτους
ποιήσω καὶ ὑποτροπιάζειν πρὸς τὴν βασιλείαν
ὑμῶν ἀναγκάσω. ἔτι καθυπισχνοῦμαι καὶ ταυτὶ πρὸς τοῖς
ἄνωθεν εἰρημένοις βεβαιοτέρας τὰς συμφωνίας ποιούμενος.
 συμφωνῶ γάρ, ἵνα ἐγγυητὰς ἀποδοίην ἐπὶ ταύταις ταῖς συμφωνίαις,
φωνίαις, ὥστε ἀπαραβάτους καὶ ἀπαραθραύστους μένειν ἐς
τὸ διηνεκές, τοὺς μέλλοντας ἀνθρώπους μου ἐμῷ δικαίῳ 
κατέχειν τὴν δεδομένην μοι χώραν παρὰ τῆς βασιλείας σου
καὶ τὰς πόλεις καὶ τὰ πολίχνια, ἁ καὶ πρὸς ὄνομα ἐκτεθήσεται.
 παρασκευάσω γὰρ καὶ τούτους ὀμόσαι τὰ φρικωδέστατα,
ὡς ἂν καὶ οὗτοι φυλάττωσι πίστιν ὀρθὴν πρὸς τὸ ὑμέτερον
κράτος καὶ ὁπόσην ὁ τῶν Ῥωμαίων κοσμεῖ θεσμὸς καὶ
πάντα τὰ ἐν τῇ παρούσῃ συμφωνίᾳ ἐγγεγραμμένα στέργωσιν
ἀκριβέστατα. καὶ ὁρκιῶ τούτους εἰς τὰς ἐπουρανίους δυνάμεις
 καὶ τὴν ἄστεκτον ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, ὡς εἴ ποτε βουλευσαίμην
κατὰ τῆς βασιλείας ὑμῶν, ὃ μὴ γένοιτο, μὴ ὦ σῶτερ,
μὴ ὦ δίκη Θεοῦ, πάντα τρόπον ἐκεῖνοι σπουδάζωσι πρῶτον 
μὲν διὰ τεσσαρακονθημέρου τινὸς διαστήματος ἐπαναγαγεῖν 
με εἰς τὴν πίστιν τῆς βασιλείας ὑμῶν καθάπαξ τραχηλιάσαντα.
 τοῦτο δ’ ἂν γένοιτο, εἰ καὶ γενέσθαι παραχωρηθείη, μανίας
ἄντικρυς καὶ λύττης καταλαβούσης ἐμὲ ἢ ὅταν δηλονότι τὰς
φρένας ἐλαύνωμαι. εἰ δ’ ἀνοήτως ἔχω καὶ ἀστεμφῶς πρὸς
τὰς παραινέσεις ἐκείνων καὶ λάβρως ἐπαιγίζει τὰ τῆς λύττης
τὴν ψυχὴν τὴν ἐμήν, ἀλλὰ τότε γε ἐξομόσονται μὲν ἐμὲ καὶ
 πάντα τρόπον ἀποπροσποιήσονται, μετάθωνται δὲ πρὸς τὸ
ὑμέτερον κράτος καὶ χεῖρα καὶ γνώμην καὶ τὰς χώρας, ἃς
ἐμῷ δικαίῳ κατέχουσιν, ἀποσπάσοντες τῆς ἐμῆς ἐξουσίας 
 

 
ὑμῖν καὶ τῷ μέρει τῷ ὑμετέρῳ παραδοῖεν. ταῦτα δὲ ἐνωμότως
ποιεῖν καταναγκασθήσονται καὶ τὴν αὐτὴν φυλάξουσι
πίστιν καὶ δουλείαν καὶ εὔνοιαν πρὸς ὑμᾶς, ἣν κἀγὼ σθμπεφώνηκα,
καὶ ὑπὲρ τῆς ὑμετέρας ζωῆς καὶ τῆς ἐπιγείου τιμῆς
ἀροῦνται τὰ ὅπλα, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν ὑμετέρων βασιλικῶν 
μερῶν καὶ μελῶν, ὡς μή τι πάθοιεν παρά τινος ἐχθροῦ,
πολεμησείοντες οὐκ ἀνήσουσιν, εἴ γε τέως εἰς αἴσθησιν ἔλθοιεν
τῶν ἐπιβούλων καὶ σφαλερῶν. ταῦτα ἐπόμνυμι καὶ
διαμαρτύρομαι καὶ Θεὸν καὶ ἀνθρώπους καὶ τοὺς ὑπερτάτους
 ἀγγέλους, ὡς ἄρα καταναγκάσω φρικαλέοις ὅρκοις αὐτοὺς 
κατειληφὼς ποιεῖν τε καὶ πράττειν εἰς δύναμιν· ὡς δὲ καὶ
ὑπὲρ τῶν κάστρων τῶν ὑμετέρων καὶ τῶν πόλεων καὶ χωρῶν
καὶ ἁπλῶς τῶν ὅλων μερῶν τῶν ὑπὸ τὴν βασιλείαν
ὑμῶν, ὅσα ἡ δύσις ἔχει, ὅσα ἡ ἀνατολὴ περιέχει, ἐνόρκως
τὰ αὐτὰ συμφωνήσουσιν ἁ κἀγὼ πρὸς ὑμᾶς συμπεφώνηκα· 
καὶ ταῦτα ποιήσουσι καὶ ζῶντος ἐμοῦ καὶ ἀποτεθνηκότος·
καὶ ἕξει καὶ τούτους τὸ κράτος ὑμῶν ἀνθρώπους ὑποχειρίους
καὶ χρήσει τούτοις ὅσα καὶ ὑπηρέταις πιστοῖς. καὶ ὅσοι
μὲν ἐνταυθοῖ τυγχάνουσι συνεπιδημοῦντες ἐμοί, αὐτίκα καὶ
 τὰς ἐνόρκους πίστεις καὶ τὰς συμφωνίας δώσουσι πρὸς ὑμᾶς 
τοὺς σεβαστούς, τόν τε κύριον Ἀλέξιον καὶ αὐτοκράτορα
τῶν Ῥωμαίων καὶ τὸν πορφυρογέννητον βασιλέα καὶ σὸν
υἱόν, ὅσοι δὲ ἀπῶσι τῶν ἐμῶν ἱππέων καὶ ὁπλιτῶν, οὓς
καβαλλαρίους συνήθως καλοῦμεν, ἀποστειλάσης ἄνθρωπον
τῆς βασιλείας σου κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν πόλιν, ἐκεῖ τοὺς 
αὐτοὺς ὅρκους ἀποτελέσουσι κἀκεῖνοι, ὁρκιοῦντος μὲν αὐτοὺς
τοῦ ἀνθρώπου τῆς βασιλείας σου, ἐμοῦ δέ, ἐπόμνυμι τοῦτο,
παρασκευάσοντος ὀμόσαι τοὺς ἄνδρας καὶ συμφωνῆσαι τὰ
αὐτά τε καὶ ἀπαράλλακτα. προσέτι συμφωνῶ καὶ ἐπόμνυμι,
 ὡς ἄρα καθ’ ὧν μὲν ἂν βούληται ἡ βασιλεία ὑμῶν τῶν 
κατεχόντων πόλεις καὶ χώρας, αἱ ποτε ὑπέκειντο τῇ βασιλείᾳ
τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀντάρασθαι χεῖρας καὶ ξυγκροτήὑπηρέτοις
 

 
σειν πόλεμον, τοῦτο ποιήσω κἀγὼ καὶ ὁπλοποιήσομαι κατ’
αὐτῶν. καθ’ ὧν δὲ οὐκ ἔστι σοι θυμῆρες στρατὸν κινῆσαι,
οὐδὲ αὐτοὶ κατ’ ἐκείνων στρατεύσαιμεν. διὰ πάντων γὰρ
βουλόμεθα θεραπεύειν τὸ ὑμέτερον κράτος καὶ πᾶσαν πρᾶξιν
 καὶ πᾶσαν βούλησιν τῆς σῆς βουλήσεως ἐξαρτᾶν. τῶν τε
Σαρακηνῶν καὶ τῶν ἐκ τοῦ Ἰσμαὴλ ὁπόσοι συρρέουσιν εἰς
τὴν βασιλείαν σου ηὐτομοληκότες καὶ τὰς πόλεις αὐτῶν
παραδιδόντες, οὔτε ἀποκωλύσω οὔτε διὰ σπουδῆς θείην ὑποποιήσασθαι
ἐμαυτῷ, εἰ μή που ἄρα διὰ τοῦ ἐμοῦ δόρατος
 καταναγκασθὲν τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ πανταχόθεν στενοχωρηθὲν
πρὸς τὸ κράτος τὸ σὸν ἀπέβλεψε κίνδυνον ὑφορώμενον 
καὶ τὴν σωτηρίαν ἑαυτῷ ἐκ τοῦ προσέρχεσθαι σοι πραγματευόμενον.
ἀλλὰ τοὺς τοιούτους τε πάντας καὶ ὅσοι τὸ
Φραγγικὸν πεφοβημένοι ξίφος καὶ τὸν ἐπηρτημένον θάνατον
 ἀποκλίναντες τοὺς σεβαστοὺς βασιλέας ἐπικαλοῦνται ὑμᾶς * *
οὐ διὰ τοῦτο ἀνθέξεσθε τῶν ἡμετέρων δορυαλώτων, ἀλλὰ
δηλονότι τῶν ἄνευ πόνων καὶ κόπων ἡμετέρων καὶ ἐθελουσίως
εἰς τὴν ὑμετέραν δούλωσιν ἐρχομένων. πρὸς τοῖς
ἄλλοις καὶ ταυτὶ συμφωνῶ , ὅτι τοι ὅσοι ἂν ἐθέλωσι διαπερᾶσαι
 μετ’ ἐμοῦ τὸν Ἀδρίαν ἀπὸ Λογγιβαρδίας ἄνδρες
στρατιῶται, ὀμοῦνται καὶ αὐτοὶ καὶ συμφωνήσουσι τῇ δουλείᾳ 
τῆς βασιλείας σου, ὁρκίζοντος δηλονότι τούτους ξύμπαντας
ἀνθρώπου τινὸς τοῦ ὑμετέρου κράτους, ὃν ἂν αὐτοὶ ἐπὶ
τούτῳ αὐτῷ ἀποστείλητε κατὰ τὸ πέραν Ἀδρίου. εἰ δ’
 ἀποπηδῶσι τὸν ὅρκον, μὴ ἄλλως ἐᾶσαι διαπερᾶν ὡς τὰ
αὐτὰ φρονεῖν ἡμῖν ἀπαναινομένους. δεῖ δὲ καὶ τὰς διὰ
χρυσοβούλλου λόγου δωρηθείσας μοι παρὰ τοῦ θεοπροβλήτου
κράτους ὑμῶν χώρας καὶ πόλεις ἐκθεῖναι ἐν τῷ παρόντι
συγγράμματι· ἡ κατὰ τὴν Κοίλην Συρίαν Ἀντιόχου πόλις
 μετὰ τῆς περιοχῆς αὐτῆς καὶ τῆς διακρατήσεως σὺν αὐτῷ
Σουετίῳ, ὃ παρὰ τὴν θάλασσαν ·ἥδρασται· τὸ Δοὺξ μετὰ 
τῆς διακρατήσεως αὐτοῦ πάσης σὺν τῷ τοῦ Καυκᾶ τό τε
 

 
τοῦ Λουλοῦ λεγόμενον καὶ τὸ τοῦ Θαυμαστοῦ Ὅρους καὶ
τὰ Φέρσια μετὰ τῆς ὑπ᾿ αὐτὰ πάσης χώρας· ὁ Ἅγιος Ἠλίας
ἡ στρατηγὶς μετὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὴν πολιχνίων· ἡ στρατηγὶς
τὸ Βορζὲ καὶ τὰ ὑπὸ ταύτην πολίχνια· ἡ περὶ τὴν στρατηγίδα
τὸ Σέζερ ἅπασα χώρα , ἥντινα Λάρισσαν Ἕλληνες 
ὀνομάζουσιν· ὣς δὲ καὶ τὸ Ἀρτὰχ καὶ τὸ Τελοὺχ αἱ στρατηγίδες
μετὰ τῆς ἑκάστης περιοχῆς· σὺν τούτοις ἡ Γερμανίκεια
καὶ τὰ ὑπὸ ταύτην πολίχνια· τὸ Μαῦρον Ὅρος
καὶ πάντα τὰ ὑπ’ ἐκεῖνο ταττόμενα κάστρα καὶ ἡ ὑποκειμένη
τούτῳ σύμπασα πεδιὰς ἄνευ δηλονότι τῆς τῶν Ῥου- 
 πενίων διακρατήσεως Λέοντός τε καὶ Θεοδώρου τῶν Ἀρμενίων
γεγονότων ἀνθρώπων τοῦ κράτους ὑμῶν · μετὰ τῶν
ἀναγεγραμμένων τὸ στρατηγάτον Παγρᾶς, τὸ στρατηγάτον
Παλατξά, τὸ θέμα τοῦ Ζοῦμε καὶ τὰ ὑπὸ ταῦτα πάντα
κάστρα τε καὶ πολίχνια καὶ ἡ ἑκάστῳ προσήκουσα χώρα. 
ταῦτα γὰρ πάντα κἀκεῖ περιέχεται ἐν τῷ χρυσοβούλλῳ λόγῳ
τῆς βασιλείας ὑμῶν ὡς δεδωρημένα μοι παρὰ τοῦ θείου
κράτους μέχρι πέρατος τῆς ἐμῆς βιοτῆς, ὡς ὀφειλόντων μετὰ
τὴν ἐνθένδε μου μετάστασιν εἰς τὴν βασιλείαν ἐπανακάμπτειν
τῆς νέας Ῥώμης καὶ βασιλίδος τῶν πόλεων Κωνσταντινουπόλεως, 
 σταντινουπόλεως, ἐφ’ ᾧ φυλάττειν πίστιν ἀκραιφνεστάτην
καὶ εὔνοιαν καθαρὰν δι' ὑμῶν τῶν ἀεισεβάστων σεβαστῶν
βασιλέων εἰς τὴν βασιλείαν αὐτῆς καὶ τοῦ θρόνου ταύτης
καὶ τῆς βασιλικῆς ῥάβδου δοῦλον εἶναι καὶ λίζιον ὑποχείριον.
συμφωνῶ δὲ καὶ ὄμνυμι τὸν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ Ἀντιοχείας 
πρεσβευόμενον Θεόν, ὡς οὐκ ἐκ τοῦ ἡμετέρου γένους πατριάρχης
ἔσται Ἀντιοχείας, ἀλλ’ ὃν ἂν προβαλεῖται ἡ
ὑμῶν ἐκ τῶν θρεμμάτων τυγχάνοντα τῆς κατὰ τὴν
Κωνσταντινούπολιν μεγάλης ἐκκλησίας. ὁ τοιοῦτος γὰρ καὶ
τοῦ θρόνου τοῦ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν ἐπιβαίη καὶ πάντα 
 πράξει ἀρχιερατικῶς ἔν τε χειροτονίαις καὶ ταῖς λοιπαῖς
ἐκκλησιαστικαῖς ὑποθέσεσι κατὰ τὰ τοῦ θρόνου τοῦδε προτὸ
 

 
νόμια. ἦσαν δὲ ἄρα καὶ αἱ ἀπὸ τῆς δουκικῆς ἀρχῆς τῆς
κατὰ τὴν πόλιν Ἀντιοχείας ἀποτμηθεῖσαι μερίδες καὶ] παρὰ 
τῆς βασιλείας ὑμῶν ὡς ἐθελόντων ταύτας προσοικειώσασθαι
καθ’ ὁλόκληρον αὗται· τό τε θέμα τὸ Ποδανδὸν * * καὶ
 πρὸς τούτοις τὸ στρατηγάτον τῆς Ταρσοῦ πόλεως καὶ ἡ
Ἄδανα πόλις καὶ αἱ τοῦ Μόψου ἑστίαι καὶ ἡ Ἀνάβαρζα
καί, συνελόντα φάναι, ἡ χώρα πᾶσα τῆς Κιλικίας, ὅσην ὁ
Κύδνος καὶ ὁ Ἕρμων περιορίζουσιν· ὡς δὲ καὶ ἡ στρατηγὶς
Λαοδίκεια τῆς Συρίας καὶ αὐτὸ δήπουθεν τὸ στρατηγάτον
 Ταβάλων, ὃ καὶ Ζέβελ ὑποβαρβαρίζοντες λέγομεν , τά τε 
στρατηγάτα βαλανέως καὶ Μαρακέως καὶ ἡ Ἀντάραδος μετὰ
τῆς Ἀνταρτοῦς· στρατηγίδες γὰρ καὶ ἀμφότερα. ταῦτά εἰσιν
ἅπερ ἀποκόψασα ἡ βασιλεία ὑμῶν τῆς ὅλης δουκικῆς ἀρχῆς
Ἀντιοχείας τῷ κύκλῳ τοῦ κράτους προσένειμεν ἐκεῖθεν
 ἀφελομένη. καὶ στέργω καὶ τοῖς τε δεδομένοις καὶ τοῖς
ἀφῃρημένοις ὡσαύτως. καὶ ἀνθέξομαι μὲν τῶν δικαίων καὶ
προνομίων ὧν παρέλαβον ἀφ' ὑμῶν, οὐκ ἀντιποιησαίμην
δὲ ὧν οὐ παρέλαβον. οὐδ’ ἂν ὑπερβαίην τοὺς ὅρους, ἀλλ’
ἐμμενῶ τοῖς δεδωρημένοις κρατῶν αὐτὰ καὶ καρπούμενος,
 μέχρις ἂν τῷ βίῳ περιῶ, καθὰ προδεδήλωται. μετὰ δὲ τὴν 
ἐμὴν τελευτήν, ὡς καὶ τοῦτο προγέγραπται, ἀναδραμοῦνται
πρὸς τὰς οἰκείας ἀρχὰς καὶ ὅθεν εἰς ἐμὴν ἐξουσίαν ἐδόθησαν.
ἐπισκήψω γὰρ τοῖς ἐμοῖς ἐπιτρόποις καὶ ἀνθρώποις
κατὰ τὴν τελευταίαν μου βούλησιν ἀποδώσειν τὰς χώρας
 ἁπάσας τὰς εἰρημένας τῷ σκήπτρῳ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς
μηδὲν περὶ τὴν ἀπόδοσιν περισργαζομένοις ἢ εἰς ἀμφισβήτησίν
τινα διαπίπτουσι. καὶ ὄμνυμι καὶ τοῦτο καὶ τὴν συμφωνίαν
ταύτην κατεμπεδῶ, ὡς ἀνυπερθέτως τε καὶ ἀναμφιβόλως
τὸ προσταττόμενον πράξουσι. πλὴν καὶ τοῦτο
 προσκείσθω ταῖς συμφωνίαις, ὡς ἐπειδὴ ὑπὲρ τῶν ἀφῃρημένων
παρὰ τοῦ κράτους ὑμῶν ἐκ τῆς Ἀντιοχικῆς ἀρχῆς 
 

 
καὶ τοῦ δουκάτου τῆς πόλεως ἐγώ τε κατελιπάρησα τὸν
ὑμέτερον θρόνον ποιήσασθαι ἀντισήκωσιν καὶ οἱ περεγρῖνοι
προσκατελιπάρησαν τὴν ὑμετέραν βασιλείαν, καὶ κατένευσε
τὸ κράτος ὑμῶν ἀντισηκῶσαι μοι θέματα καὶ χώρας τινὰς
καὶ πόλεις κατὰ τὴν ἀνατολὴν διακειμένας. δεῖ καὶ τούτων 
ἐνταυθοῖ μνημονεῦσαι κατ’ ὄνομα, ἕνα μήτε ἡ βασιλεία
ὑμῶν ἀμφιβάλλοι κατά τι καὶ ἐγὼ ἔχω περὶ ὧν ἂν ἐπιξητοίην.
ἦσαν δὲ ταῦτα· τό τε θέμα τῆς Κασιώτιδος
χώρας, ἧς μητρόπολίς ἐστιν ἡ Βέρροια, ὃ κατὰ τὴν τῶν
 βαρβάρων φωνὴν Χάλεπ λέγεται, τὸ θέμα τῆς λαπάρας 
καὶ τὰ ὑπὸ ταύτην πάντα πολίχνια, τοῦτ’ ἔστι τὰ Πλαστὰ,
τὸ τοῦ χωνίου κάστρον, τὰ Ῥωμαΐνα, τὸ κάστρον Αραμισός,
τὸ τοῦ Ἀμηρᾶ πολίχνιον, τὸ κάστρον τοῦ Σαρβάνου, τὸ τοῦ
Τελχαμψὼν φρούριον σὺν οἷς καὶ τὰ τρία Τίλια, τό
Σθλαβοτίλιν καὶ τἆλλα δύο, τὸ φρούριον τὸ Σγένιν, τὸ 
κάστρον τὸ Καλτζιέριν· καὶ δὴ καὶ ταυτὶ τὰ πολίχνια, τό
τε Κομμερμοέρι καὶ τὸ Καθισμάτιν λεγόμενον καὶ τὸ Σαρσάπιν
καὶ τὸ Νεκράν τὸ πολισμάτιον. ταῦτα μὲν τὰ ἐπὶ
τάδε Συρίας κείμενα· τὰ δὲ ἀπὸ τῆς μέσης τῶν ποταμῶν
θέματα, τὰ ἀγχοῦ που κείμενα τῆς πόλεως Ἐδέσης, τό τε 
 θέμα τῶν Λιμνίων καὶ τὸ θέμα τοῦ Ἀετοῦ μετὰ πάσης
τῆς ἑκάστου τούτων περιοχῆς. μηδὲ ταῦτα ἀμνημόνευτα
 κείσθω τὰ περὶ τῆς Ἐδέσης μηδὲ τὰ παρὰ τοῦ Θεοφρουφήτου
κράτους ὑμῶν τετυπωμένα μοι ἐτήσια τάλαντα, λέγω
δὴ τὰς διακοσίας λίτρας τῆς Μιχαηλάτου χαραγῆς. προσδεδώρηται 
γάρ μοι διὰ τοῦ εὐσεβοῦς χρυσοβούλλου λόγου
τῆς βασιλείας ὑμῶν καὶ τὸ δουκάτον * ἐξ ὁλοκλήρου μετὰ
τῶν ὑπ’ αὐτὸ ἁπάντων φρουρίων τε καὶ χωρῶν οὐκ εἰς
ἐμὸν πρόσωπον μόνον περιισταμένης τῆς δουκικῆς ταύτης
ἀρχῆς· ἀλλὰ γὰρ ἐφεῖταί μοι παραπέμπειν αὐτὴν διὰ τοῦ 
εὐσεβοῦς χρυσοβούλλου λόγου εἰς ὃν ἂν αὐτὸς ἐθέλοιμι,
 

 
μέλλοντος δηλονότι κἀκείνου ὑποκύπτειν τοῖς τῆς βασιλείας
ὑμῶν προστάγμασι καὶ θελήμασι καθαπερεὶ ἀνθρώπου λιζίου 
τυγχάνοντος τοῦ αὐτοῦ κράτους καὶ τῆς αὐτῆς βασιλείας
καὶ τὰ αὐτὰ βουλομένου καὶ συμφωνοῦντος , ἅπερ κἀγώ,
 πρὸς ὑμᾶς. ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε, ἐπειδὴ καθάπαξ ἐγε-
νόμην ὑμέτερος ἄνθρωπος καὶ τοῦ κύκλου τοῦ κράτους
ὑμῶν, ὀφείλω λαμβάνειν κατ’ ἐτησίαν δόσιν ἀπὸ τῶν βα-
σιλικῶν θησαυρῶν τάλαντα διακόσια τοῦ προβεβασιλευκότος
κυρίου Μιχαὴλ ποιότητά τε καὶ χαραγὴν ἀποφέροντα διά
 τινος ἀποστολέως ἡμετέρου Συριάθεν πεμπομένου μετὰ καὶ 
γραμμάτων ἐμῶν πρὸς ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν, ἐφ’
ᾧ ταῦτα λαβεῖν εἰς ἡμέτερον πρόσωπον. καὶ ὑμεῖς μέν,
οἱ ἀεισέβαστοι βασιλεῖς καὶ σεβαστοί γε καὶ αὔγουστοι τῆς
τῶν Ρωμαίων ἡγεμονίας, στέρξετε δήπουθεν τὰ ἐν τῷ χρυσοβούλλῳ
 λόγῳ τῆς εὐσεβοῦς ὑμῶν βασιλείας ἐγγεγραμμένα
καὶ τὰ ὑπεσχημένα διατηρήσετε. ἐγὼ δὲ διὰ τοῦδε τοῦ
ὅρκου τὰ παρ’ ἐμοῦ πρὸς ὑμᾶς συμπεφωνημένα κατεμπεδῶ.
ὄμνυμι γὰρ εἰς τὰ πάθη τοῦ ἀπαθοῦς καὶ σωτῆρος Χριστοῦ
καὶ εἰς τὸν ἀήττητον ἐκείνου σταυρόν, ὃν ὑπὲρ τῆς
 τῶν ἁπάντων σωτηρίας ὑπέμεινε, καὶ εἰς τὰ προκείμενα 
παναγέστατα εὐαγγέλια, ἁ τὴν οἰκουμένην ἅπασαν ἐσαγήνευσε ’
ταῦτα γὰρ κρατῶν ἐπόμνυμι καὶ τὸν πολύτιμον σταυρὸν τοῦ
Χριστοῦ συμπαραλαμβάνων τῷ νῷ καὶ τὸν ἀκάνθινον στέ-
φανον καὶ τοὺς ἥλους καὶ τὴν λόγχην ἐκείνην τὴν διατρήσασαν
 τὴν δεσποτικὴν καὶ ζωοποιὸν πλευρὰν πρὸς σέ , τὸν
κράτιστον καὶ ἅγιον ἡμῶν βασιλέα κύριον Ἀλέξιον τὸν
Κουνηνὸν καὶ τὸν συμβασιλεύοντα σοι τριπόθητον κύριον
Ἰωάννην τὸν πορφυρογέννητον, ὡς πάντα τὰ συμπεφωνημένα
καὶ εἰρημένα ἀπὸ τοῦ στόματός μου φυλάξω καὶ ἀπαράβατα
 διατηρήσω μέχρι παντὸς καὶ τὰ ὑπὲρ τοῦ κράτους ὑμῶν καὶ
νῦν φρονῶ καὶ εἰσέτι φρονήσω μηδ’ ἄχρι ψιλῆς ἐπινοίας 
κακόηθες ἢ δολερὸν πρὸς ὑμᾶς ἐνδεξόμενος, ἀλλ’ ἐμμενῶ
 

 
τοῖς ὑπ’ ἐμοῦ συμπεφωνημένοις καὶ καθ’ οἱονδήτινα τρόπον
οὔτε ψευδορκήσω πρὸς ὑμᾶς οὔτε εἰς ἀθέτησιν τῶν
ὑπεσχημένων χωρήσω οὔτε πρὸς ἄσπονδόν τι ἐπινοήσομαι
οὔτε αὐτὸς ἐγὼ οὔτε οἱ σὺν ἐμοὶ πάντες καὶ ὁπόσοι τῆς
ἐμῆς ἐξουσίας εἰσὶ καὶ τὸν χορὸν τῶν ἐμῶν στρατιωτῶν 
ἀπαρτίζουσιν· ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ * τῶν σῶν ἐχθρῶν θωρακιούμεθα
καὶ ἀροῦμεν ὅπλα καὶ δόρατα καὶ τοῖς σοῖς φίλοις
ἐμβαλοῦμεν τὰς δεξιάς· καὶ πάντα τὰ πρὸς ὠφέλειαν καὶ
τιμὴν τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς καὶ ἐπινοήσω καὶ καταπράξομαι.
 οὕτως ὀναίμην τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας, οὕτω τοῦ 
σταυροῦ καὶ τῶν θείων εὐαγγελίων. 
 Ταῦτα ἐγράφη τε καὶ οἱ ὅρκοι συνετελέσθησαν παρουσίᾳ
τῶν ὑπογεγραμμένων μαρτύρων κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον
δευτέρας ἐπινεμήσεως ἔτους ἤδη διαρρυϊσκομένου ςχιζ΄. 
 Οἱ μέντοι παρουσιάσαντες μάρτυρες καὶ ὑπογεγραφότες, 
 ὧν ἐναντίον ταῦτα τετέλεστο, εἰσὶν οὗτοι· οἱ θεοφιλέστατοι
ἐπίσκοποι, ὅ τε Ἀμάλφης Μαῦρος καὶ ὁ τοῦ Τερεντοῦ Ῥενάρδος
καὶ οἱ σὺν αὐτῷ κληρικοί· ὁ εὐλαβέστατος καθηγούμενος
τῆς ἐν Λογγιβαρδίᾳ σεβασμίας μονῆς τοῦ ἁγίου
Ἀνδρέου, τῆς ἐν τῇ νήσῳ τοῦ Βρεντησίον, καί τινες αὐ- 
 τῶν δύο μοναχοί· οἱ ἄρχοντες τῶν περεγρίνων, ὧν τὰ μὲν
σίγνα αὐτοὶ διεχάραξαν οἰκειοχείρως, τὰ δὲ τούτων ὀνόματα
διὰ χειρὸς τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Ἀμάλφης τοῖς
σίγνοις προσπαρεγράφησαν, ὃς καὶ πρέσβυς παρὰ τοῦ πάπα
πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐληλύθει. οἱ ἀπὸ τῆς βασιλείου 
αὐλῆς · ὁ σεβαστός Μαρῖνος, Ῥογέρης ὁ τοῦ Τακουπέρτου,
 Πέτρος Ἀλίφας , Γελίελμος ὁ Γανζῆ , Ῥιτζάρδος ὁ Πριντζίτας,
Ἰοσφρὲ Μαλή, Οὐμπέρτος ὁ υἱὸς τοῦ Γραούλ, Παῦλος
ὁ Ῥωμαῖος, οἱ ἐκ τῶν Δακῶν ἥκοντες ἀποκρισιάριοι
παρὰ τοῦ κράλη καὶ συμπενθέρου τῆς βασιλείας, Ζουπάνος 
ὁ Περὴς καὶ Σίμων, καὶ οἱ ἀποκρισιάριοι Ῥισκάρδου Σινι-
 

 
σκάρδου, Βασίλειος νωβελλίσιμος ὁ εὐνοῦχος καὶ Κωνσταντῖνος
νοτάριος.’’ 
 Τὸν μὲν οὖν ἔγγραφον ὅρκον τοῦτον ὁ αὐτοκράτωρ
παρὰ τοῦ ΒαΪμούντου ἔλαβεν , ἀντιδέδωκε δὲ πρὸς αὐτὸν
 τὸν εἰρημένον ἄνωθεν χρυσόβουλλον λόγον ἐνσεσημασμένον
διὰ κινναβάρεως, ὡς ἔθος, διὰ βασιλικῆς δεζιᾶς.

Τῶν οὖν δεδογμένων τῷ αὐτοκράτορι πέρας ἐσχηκότων 
τὴν ἐκτεθεῖσαν ἀνωτέρω ἔγγραφον συμφωνίαν ἐνόρχως
ὁ Βαϊμοῦντος βεβαιωσάμενος τῶν ἱερῶν εὐαγγελίων
προτεθέντων καὶ τῆς λόγχης, δι’ ἧς τὴν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν
πλευρὰν οἱ ἄνομοι ἐξεκέντησαν, τὴν πρὸς τὴν ἐνεγκαμένην
ἐπάνοδον ᾐτεῖτο ἀναθέμενος πάντας τοὺς ὑπ’ αὐτὸν τῇ 
ἐξουσίᾳ καὶ γνώμῃ τοῦ αὐτοκράτορος ἀξιῶν ἅμα ἐντὸς τῆς
τῶν Ῥωμαίων ἐπικρατείας παραχειμάσαι τούτους τῶν χρειωδῶν
δαψιλῶς ἐπιχορηγουμένων αὐτοῖς, ἐπὰν δὲ ὁ χειμὼν
παρέλθοι καὶ τῶν πολλῶν κόπων ἑαυτοὺς ἀνακτήσαιντο,
 ὅπου βουλητὸν αὐτοῖς, συγχωρηθῆναι ἀπελεύσεσθαι. ταῦτ’ 
αἰτησάμενος καὶ τὸν αὐτοκράτορα συγκατατιθέμενον ταῖς
τούτου αἰτήσεσιν εἶχεν εὐθύς. τιμηθεὶς οὐν τηνικαῦτα τῷ
τῶν σεβαστῶν ἀξιώματι καὶ χρήματα λαβὼν ἱκανὰ πρὸς τό
οἰκεῖον ἐπανέτρεχε στράτευμα. συναπῄει δὲ τούτῳ καὶ Κωνσταντῖνος
ὁ Εὐφορβηνὸς ὁ τὴν προσηγορίαν κατακαλῶν, 
ὡς μή τι κατὰ τὴν ὁδὸν δεινὸν παρά τινων στρατιωτῶν τῶν
ἡμετέρων ταγμάτων αὐτῷ συμβαίη, ἀλλὰ μᾶλλον πρόνοιαν
τοῦ στρατοπέδου αὐτοῦ ποιήσαιτο ἲν τε προσήκοντι τόπῳ
καὶ ἀκινδύνῳ στρατοπεδεύοντος καὶ ἐνδεχομένας τὰς αἰτήσεις
παρέχοι αὐτοῖς. καταλαβὼν οὖν τὴν ἰδίαν παρεμβολὴν 
 καὶ παραδοὺς τὸ στράτευμα τοῖς ἐπ’ αὐτῷ τούτῳ ἀπεσταλμένοις
παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος εἰς μονῆρες εἰσελθὼν τὴν
 

 
Λογγιβαρδίαν κατέλαβεν. οὐ πλείω δὲ τῶν ἓξ μηνῶν ἐπιβιοὺς
τὸ κοινὸν ἀπεδεδώκει χρέος. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τῆς
τῶν Κελτῶν ἔτι φροντίδος εἴχετο· καὶ τὰ κατ’ αὐτοὺς εὖ
διαθέμενος τῆς πρὸς τὸ Βυζάντιον φερούσης ἥψατο. ἐπανελθὼν
 δὲ οὐ πρὸς ἀνέσεις καὶ ἀναπαύλας ἀνέκλινεν ὅλως,
ἀλλὰ λογιζόμενος αὖθις, ὅπως τὰ κατὰ τὴν παραλίαν τῆς
Σμύρνης καὶ μέχρις αὐτῆς Ἀτταλείας οἱ βάρβαροι τελείως
ἠρίπωσαν, ἐν δεινῷ ἐποιεῖτο, εἰ μὴ καὶ τὰς πόλεις αὖθις ἐς
τὴν προτέραν ἐπαναγάγοι κατάστασιν καὶ τὸν πρῴην ἀπο- 
 δοίη κόσμον καὶ τοὺς ἁπανταχῇ σκεδασθέντας ἐποίκους αὐταῖς
ἐπανασώσοιτο. οὐ μὴν ἀλλ’ οὐδὲ περὶ τῆς τοῦ Ἀττάλου
ἀμεριμνίαν εἶχεν, ἀλλὰ πολλὴν ἐποιεῖτο τὴν περὶ αὐτῆς
φροντίδα. ὁ Φιλοκάλης οὖν Εὐμάθιος (ἀνὴρ δὲ οὗτος
καὶ τῶν ἐπιφανῶν οὐ γένει μόνον, ἀλλὰ καὶ
 φρονήσει τῶν πολλῶν διαφέρων, ἐλευθέριος καὶ γνώμην καὶ
χεῖρα, πιστὸς μὲν πρὸς Θεὸν καὶ τοὺς φίλους, πρὸς δὲ
τοὺς δεσπότας εὔνους εἴπερ τις ἄλλος, τῆς μέντοι στρατιωτικῆς 
παιδείας πάμπαν ἀμύητος· οὔτε γὰρ τόξον καὶ νευρὰν
ἐπὶ μαζὸν ἕλκειν ᾔδει οὔτε θυρεῷ σκέπεσθαι · τἆλλα δὲ
 δεινότατος, λόχους τε ἐφιστᾶν καὶ διὰ παντοίων μηχανημάτων
τοὺς πολεμίους ἧτταν) οὗτος προσελθὼν τῷ αὐτοκράτορι
τὴν τῆς Ἀτταλείας φρουρὰν ἐπιμελῶς ᾐτεῖτο. γινώσκων
οὖν τὸ ποικίλον τῶν αὐτοῦ νοημάτων τε καὶ ἐγχειρήσεων
ὁ αὐτοκράτωρ καὶ τὴν συμπαρομαρτοῦσαν αὐτῷ εὐτυχίαν,
 ἥτις ποτέ ἐστί τε καὶ λέγεται (οὐδὲ γὰρ οἱᾳδήτινι ἐπιβαλών 
ποτε πράξει διημάρτηκε τοῦ σκοποῦ), πείθεται διὰ ταῦτα 
καὶ δυνάμεις ἀποχρώσας αὐτῷ δίδωσι πολλὰ ὑποθέμενος καὶ
ἐντειλάμενος ἐν πᾶσι νουνεχεῖς τὰς ἐπιχειρήσεις ποιεῖσθαι.
ὁ δὲ καταλαβὼν τὴν Ἄβυδον αὐτίκα τὸν ἀναμεταξὺ διαπλῳσόμενος
 πορθμὸν καταλαμβάνει τὸ Ἀτραμύτιον. πόλις
δὲ πρῴην μὲν ἦν πολυανθρωποτάτη· ὁπηνίκα δὲ ὁ Τζαχᾶς
τὰ κατὰ τὴν Σμύρνην ἐλῄζετο, καὶ αὐτὴν παντελῶς ἐριπώσας
ἠφάνισε. τὸν γοῦν παντελῆ ἀφανισμὸν τῆς τοιαύτης
θεασάμενος πόλεως, ὡς δοκεῖν μηδὲ ἄνθρωπον κατοικῆσαι

 
ποτε ἐν αὐτῇ, παραχρῆμα ἀνῳκοδόμησε τε καὶ εἰς τὸ πρότερον
ἀποκατέστησε σχῆμα τούς τε ἐποίκους ἁπανταχόθεν
 ἀνεκαλέσατο, ὁπόσοι τέως τῶν αὐτοχθόνων ἐσῴζοντο, καὶ ἐζ
ἀλλοδαπῶν πολλοὺς μεταπεμψάμενος ἐνῴκισε τε καὶ τὸν
πρότερον ἀποδεδώκει κόσμον. πυθόμενος δὲ περὶ τῶν Τούρκων 
καὶ μεμαθηκὼς κατὰ τὴν Λάμπην τούτους τώ τότε
ἐνδιατρίβειν ἀπόμοιραν τῶν ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεων ἀποδιελόμενος
ἐζέπεμψε κατ' αὐτῶν. οἳ καὶ καταλαβόντες αὐτοὺς
καὶ πόλεμον καρτερὸν μετ’ αὐτῶν συνάψαντες τὴν νικῶσαν
εἶχον παραυτίκα · ἀπηνῶς δὲ τοῖς Τούρκοις τοσοῦτον ἐχρήσαντο, 
ὡς καὶ τὰ νεογνὰ τούτων εἰς λέβητας ἐμβαλεῖν
καχλάζοντας· πολλοὺς δὲ καὶ ἔκτειναν καὶ ζωγρίαν ἄγοντες
 πρὸς τὸν Εὐμάθιον χαίροντες ἐπανῄεσαν. οἱ δέ γε καταλειφθέντες
Τοῦρκοι μελενδυτήσαντες καὶ τὰς σφῶν συμφορὰς
ἐξ αὐτῶν ἀμφίων παριστάναι τοῖς ὁμοφύλοις βουλόμενοι 
ἅπασαν τὴν ὑπὸ τῶν Τούρκων κατεχομένην διῄεσαν χώραν
γοερὸν ἀνοιμώζοντες καὶ τά σφισιν αὐτοῖς ξυμπεσόντα δεινὰ
διηγούμενοι κἀκ τῶν ἀμφίων ἅπαντας εἰς οἶκτον παρακινουντες
καὶ πρὸς ἄμυναν ἐρεθίζοντες. ὁ δὲ Εὐμάθιος
τὴν Φιλαδέλφειαν καταλαβὼν ἔχαιρεν ἐπὶ τῇ εὐτυχίᾳ τοῦ 
 ἐγχειρήματος. ἀρχισατράπης δέ τις Ἀσὰν τὴν κλῆσιν, ὁ τὴν
Καππαδοκίαν κατέχων, τοῖς αὐτόχθοσι καθαπερεὶ ἀργυρωνήτοις
χρώμενος, μεμαθηκὼς τὰ τοῖς ἤδη ῥηθεῖσι Τούρκοις
ξυμπεσόντα τὰς οἰκείας δυνάμεις ἀναλαβόμενος καὶ ἑτέρωθεν
πολλοὺς μεταπεμψάμενος, ὡς ἐς εἴκοσι πρὸς ταῖς τέσσαρσι 
χιλιάδας παραστῆναι τὸ ὑπ’ αὐτὸν στράτευμα, κατ’ αὐτοῦ
ἔξεισι. δεινὸς δὲ ὢν ἀνὴρ ὁ Ἐυμάθιος, ὡς εἴρηται, οὐκ
ἀμελῶς τὴν Φιλαδέλφειαν ᾤκει οὐδ’ ἀναπεπτώκει εἴσω τῶν
ταύτης τειχῶν γεγονώς, ἀλλὰ σκοπούς τε ἁπανταχῇ ἔπεμπε
καὶ ἵνα μὴ ἀμελοῖεν, αὐτοῖς προσέπεμπεν ἄλλους καὶ πρὸς 
 ἐγρήγορσιν ἀνηρέθιζεν, ὥστε παννύχους ἐγρηγορέναι καὶ τὰς
ἀμφόδους καὶ τὰς πεδιάδας περιαθρεῖν. τούτων οὐν τις
 

 
πόρρωθεν τὸ Τουρκικὸν θεασάμενος στράτευμα δρομαῖος
αὐτῷ προσελθὼν ἀπαγγέλλει. ὁ δὲ φρενήρης ὢν καὶ ὀξὺς
τὸ δέον συνιδεῖν καὶ ἐν ἀσκέπτῳ χρόνῳ πέρας τοῖς λογισμοῖς
διδόναι, ἐπεὶ μὴ ἀποχρώσας πρὸς τοσαύτας ἔχειν ἐγνώκει
 δυνάμεις, παραχρῆμα ἁπάσας τὰς πύλας ταυτησὶ τῆς πόλεως
ἀσφαλισθῆναι ἐκέλευε καὶ μηδένα τὸ παράπαν ἐς τὸ τεῖχος
συγχωρεῖσθαι ἀνιέναι μήτε μὴν κραυγάζειν ὅλως μήτε αὐλοὺς
ἢ κιθάρας ἠχεῖν· καὶ ἁπλῶς ἐν τοιούτῳ σχήματι τὴν πόλιν 
κατεστήσατο, ὡς πάντη ἀοίκητον δοκεῖν τοῖς διερχομένοις. 
 ὁ δὲ Ἀσὰν καταλαβὼν τὴν Φιλαδέλφειαν τῷ οἰκείῳ περιζώσας
τὰ τείχη στρατεύματι ἐπὶ τρισὶ παρέμεινεν ἡμέραις.
ὡς δὲ οὐδεὶς τῶν ἐντὸς ἄνωθεν προκύπτων ἐφαίνετο, αἱ
δὲ πύλαι εἶχον ἀσφάλειαν, ἑλεπόλεις δὲ οὐ παρῆσαν αὐτῷ
οὐδὲ πετρόβολά ὄργανα, νομίσας ὀλίγον εἶναι τὸ τοῦ Εὐμαθίου
 στράτευμα καὶ διὰ τοῦτο μηδὲ ἀποθαρρεῖν τὴν ἐξέλευσιν
πολλὴν ἀσθένειαν καταψηφισάμενος τῶν ἐντὸς ἄλλην ἀτραπὸν 
ἐτράπετο καταπεφρονηκὼς αὐτοῦ παντάπασι. δέκα γοῦν
χιλιάδας τοῦ ἰδίου στρατεύματος διελὼν κατὰ τοῦ Κελβιανοῦ
ἐξαπέστειλεν, ἑτέρας δὲ * ὡς πρὸς Σμύρνην καὶ τὸ Νύμφαιον,
 τὰς δέ γε ἐπιλοίπους πρὸς τὰ χλιαρὰ καὶ τὴν Πέργαμον·
ἅπαντας δὲ εἰς προνομὰς ἀποστείλας συνείπετο καὶ
αὐτὸς τοῖς πρὸς τὴν Σμύρνην ἀπερχομένοις. ὁ μέντοι
Φιλοκάλης διαγνοὺς τὸ τοῦ Ἀσὰν ἐπιχείρημα ἁπάσας τὰς
ὗπ' αὐτὸν δυνάμεις κατὰ τῶν Τούρκων ἀπέστειλεν. οἱ καὶ
 διώκοντες τοὺς πρὸς τὸ Κελβιανὸν ἀπελθόντας ὑπνώττοντας
ἀπεριμερίμνως καταλαμβάνουσι καὶ ἐπεισπεσόντες τούτοις 
αὐγαζούσης ἡμέρας ἀφειόῶς κατέσφαττον· τοὺς δὲ παρ’
αὐτῶν κατεχομένους δορυαλώτους ἐρρύσαντο ἅπαντας. κἄπειτα
τοὺς πρὸς τὴν Σμύρνην καὶ τὸ Νύμφαιον ἀπερχομένους
 μένους Τούρκους ἐδίωξαν· διεκδραμόντες δὲ καί τινες ἀπό
 

 
τε τοῦ ἔμπροσθεν μέρους καὶ ἐξ ἑκατέρων κεράτων τὸν κατ’
αὐτῶν συγκροτήσαντες πόλεμον κατὰ κράτος ἐνίκησαν. καὶ
πολλοὺς μὲν κτείνουσι, πολλοὺς δὲ καὶ ζωγρίαν ἄγουσιν·
οἱ δέ γε καταλειφθέντες ὀλίγοι πάνυ φεύγοντες ταῖς δίναις
τοῦ Μαιάνδρου ἐμπεσόντες εὐθὺς ἀπεπνίγησαν. ποταμὸς 
 δὲ οὗτος περὶ Φρυγίαν, σκολιώτατος ποταμῶν ἁπάντων καὶ
καμπὰς συνεχεῖς ποιούμενος. θαρσήσαντες δὲ κἀπὶ τῇ
δευτέρᾳ νίκῃ τοὺς ἐπιλοίπους ἐδίωκον. ἀλλ’ οὐδὲν αὐτοῖς
ἐγένετο πλέον τῶν Τούρκων φθασάντων πορρωτάτω γενέσθαι
τούτων. εἶθ' οὕτως ἐπανῆλθον πρὸς Φιλαδέλφειαν. ὁ δέ 
γε Εὐμάθιος τούτους θεασάμενος καὶ μεμαθηκώς, ὡς ἐκθύμως
ἠγωνίσαντο σπεύδοντες μηδένα τῶν χειρῶν αὐτῶν
ἐκφυγεῖν, δαψιλῶς αὐτοὺς φιλοτιμησάμενος μεγάλας καὶ ἐς
τὸ ἔμπροσθεν ὑπισχνεῖτο τὰς χάριτας.

Μετὰ δὲ τὴν τοῦ ΒαΪμούντου τελευτὴν ἐπειδὴ ὁ 
 Ταγγρὲ τῆς Ἀντιοχείας περιεδράξατο καὶ ὡς διαφέρουσαν
αὐτῷ ἐλογίζετο παντάπασι τὸν αὐτοκράτορα ταύτης ἀλλοτριῶν,
ὁ βασιλεὺς ἐν ταὐτῷ κατανοῶν καὶ τοὺς ἐπὶ τῇ πόλει
παρασπονδουμένους ὅρκους τῶν βαρβάρων τουτωνὶ Φράγγων
καὶ ὅτι αὐτὸς πολλὰ μὲν ἀνηλώκει χρήματα, πολλὰ δὲ πεπόνθει 
δεινὰ τά τε μυριοπληθῆ ἐκεῖνα στρατεύματα ἐκ τῆς
ἑσπέρας εἰς τὴν Ἀσίαν διαβιβάζων, καίτοι δυστραχηλοτάτοις
 αὐτοῖς ἐντυγχάνων ἀεὶ καὶ καταπίκροις ἀνδράσι, πολλὰ δὲ
 Ῥωμαϊκὰ στρατεύματα τούτοις συνεκπέμπων κατὰ τῶν Τούρκων,
δυεῖν ἕνεκα, τοῦτο μέν, ἵνα μὴ Τουρκικῆς μαχαίρας 
παρανάλωμα γένοιντο ἐκήδετο γὰρ αὐτῶν ὡς Χριστιανῶν),
τοῦτο δ’, ὅπως καὶ ὑφ’ ἡμῶν συγκροτούμενοι τὰς μὲν πόλεις
τῶν Ἰσμαηλιτῶν ὀλοθρεύοιεν, τὰς δὲ καὶ ὑποσπόνδους τοῖς
βασιλεῦσι Ῥωμαίων διδοῖεν κἀκ τούτου τὰ σχοινίσματα τῶν
Ῥωμαίων πλατύνοιντο, ἀπήντησε δὲ οὐδὲν ὄφελος ἀπὸ τῶν 
τοσούτων καμάτων καὶ πόνων καὶ δωρεῶν τῇ Ῥωμαίων
 ἡγεμονίᾳ, ἀλλὰ τῆς τε Ἀντιόχου πόλεως ἀπρὶξ εἴχοντο τῶν
 

 
τε ἄλλων πολισμάτων ἡμῖν οὐ μετεδίδοσαν, φέρειν οὐκ εἶχεν
οὐδ’ ὅλως ἠνείχετο μὴ οὐχὶ ἀντιδρᾶσαι τὰ χείρω καὶ τῆς
τοιαύτης ἀπανθρωπίας αὐτοὺς ἀμύνασθαι. τὸ γὰρ ἐκείνου
μὲν εἶναι τὰς ἀμυθήτους ἐκείνας δωρεὰς καὶ τοῦ χρυσοῦ
 τοὺς θημῶνας καὶ τὴν ἀνυπέρβλητον ὑπὲρ αὐτῶν φροντίδα
καὶ τῶν παρ’ αὐτοῦ συνεργῶν αὐτοῖς πεμφθέντων στρατευμάτων
τὰ πλήθη, τὴν δὲ βασιλείαν Ῥωμαίων μηδὲν ἐντεῦθεν
ἀπόνασθαι, τοὺς δὲ Φράγγους λογίζεσθαι τὸ ἐκνίκημα ἴδιον
τὰς πρὸς αὐτὸν συνθήκας καὶ τοὺς ὅρκους ἀθετήσαντας 
 καὶ παρ ’ οὐδὲν λογισαμένους διεσπάραττεν αὐτοῦ τὴν ψυχήν,
καὶ οὐκ εἶχεν ὅπως ἐνέγκοι τὴν ὕβριν. ἔνθεν τοι καὶ διαπρεσβεύεται
πρὸς τὸν Ἀντιοχείας ἄρχοντα Ταγγρὲ διεγκαλῶν
αὐτῷ τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν τῶν ὅρκων παράβασιν καὶ ὡς
οὐκ ἂν ἀνάσχοιτο μέχρι τέλους καταφρονούμενος, ἀλλὰ
 μετελεύσεται τοῦτον καὶ τῆς εἰς Ῥωμαίους ἀχαριστίας· δεινὸν
γὰρ ἂν εἴη καὶ πέρα δεινῶν, εἰ χρήματα μὲν ἀνηλώκει
καὶ πλείω παντὸς ἀριθμοῦ, δυνάμεις δὲ συνεξαπέστειλε τὰς
περιφανεστέρας τῶν Ῥωμαϊκῶν συνταγμάτων ἕνεκα Συρίας N 
ἁπάσης καὶ τῆς Ἀντιοχείας αὐτῆς σπεύδων ὅλῃ χειρὶ καὶ
 γνώμῃ τὰ ὅρια πλατῦναι τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς, ὁ δὲ Ταγγρὲ
κατατρυφῴης τῶν ἐκείνου καὶ χρημάτων καὶ πόνων. ταῦτα
διαπρεσβευσαμένου τοῦ αὐτοκράτορος ὁ ἐμμανὴς ἐκεῖνος καὶ
θεοπλὴξ βάρβαρος οὐδ’ ἄκροις ὠσὶν ἀνασχόμενος τῆς τε
ἀληθείας τῶν λόγων καὶ τῆς παρρησίας τῶν πρέσβεων εὐθὺς
 τὰ τοῦ γένους ἐποίει καὶ ὑπ’ ἀλαζονείας ὀγκούμενος ὑπεράνω
τῶν ἄστρων θήσειν τὸν θρόνον ἠλαζονεύετο καὶ τοῦ
δόρατος τῇ ἀκμῇ διατετραίνειν ἠπείλει τὰ τείχη τὰ Βαβυλώνια 
ἔλεγέ τε διαρρήδην καὶ ἐξετραγῴδει τὴν δύναμιν, ὡς
ἀπτόητός ἐστι καὶ ἀκατάσχετος τὴν ὁρμήν, καὶ οὐδ’ ἄν, εἴ
 τι γένοιτο, μεθήσειν τὴν Ἀντιόχειαν διισχυρίζετο, κἂν ἐμπύρους
φέροιεν χεῖρας οἱ μέλλοντες πρὸς αὐτὸν ἀντιμάχεσθαι·
καὶ ἑαυτὸν μὲν εἶναι τὸν Νίνον τὸν μέγαν τὸν Ἀσσύριον
 

 
καὶ ὥσπερ τινὰ γίγαντα μέγαν καὶ ἀνυπόστατον καὶ ἄχθος
 ἀρούρης ἑστῶτα τῇ γῇ, τοὺς δὲ Ῥωμαίους ξύμπαντας μύρμηκας
ἐλογίζετο καὶ τῶν ζώων τὰ ἀσθενέστατα. ἐκεῖθεν
δὲ τῶν πρέσβεων ἐπανελθόντων καὶ τὴν τοῦ Κελτοῦ ἀπόνοιαν
διηγησαμένων πλήρης ὁ βασιλεὺς ἐγεγόνει θυμοῦ καὶ 
οὐκέτι καθεκτὸς ἦν, ἀλλ’ ἤθελε παραχρῆμα τὴν Ἀντιόχου
ἀναζητεῖν. συναγαγὼν οὖν τοὺς ἐλλογιμωτάτους τοῦ στρατιωτικοῦ
καταλόγου καὶ ἕπαντας τοὺς τῆς συγκλήτου βουλῆς
βουλὴν ἐξ ἁπάντων ᾐτεῖτο. ἅπαντες δὲ τηνικαῦτα ἀνένευον
πρὸς τὴν κατὰ τοῦ Ταγγρὲ τοῦ αὐτοκράτορος ἀπέλευσιν 
 δέον λέγοντες πρότερον τοὺς ἄλλους ὑποποιήσασθαι κομήτας
τοὺς κατὰ τὰς παρακειμένας τῇ Ἀντιόχου πόλεις ἐξουσιάζοντας
καὶ αὐτὸν δὴ τὸν ῥῆγα Ἱεροσολύμων Βαλδουῖνον καὶ
τὰς τούτων γνώμας πειρᾶσαι, εἰ συνεπαρῆξαι ἀπελθόντι
αὐτῷ βούλοιντο κατὰ τῆς Ἀντιόχου, καὶ εἰ μὲν γνοίη τούτους 
κατὰ τοῦ Ταγγρὲ ἔχοντας, τότε ἀποθαρρῆσαι τὴν κατ
αὐτοῦ ἔλευσιν, εἰ δὲ μή, ἄλλως μετελθεῖν τὰ κατὰ τὴν
Ἀντιόχου. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τὴν βουλὴν ταύτην ἐπαινέσας
αὐτίκα μεταπεμψάμενος Μανουὴλ τὸν Βουτουμίτην καί τινα
 ἕτερον τῆς Λατινικῆς εἰδήμονα διαλέκτου πρὸς τοὺς κομήτας 
καὶ τὸν ῥῆγα Ἱεροσολύμων ἐξέπεμψε πολλὰ τούτοις ὑποθέμενος,
περὶ ὧν αὐτοῖς τε χρὴ ὁμιλῆσαι καὶ αὐτῷ δὴ τῷ
ῥηγὶ Ἱεροσολύμων Βαλδουίνῳ. ἐπεὶ δὲ καὶ χρεία χρημάτων
ἀποστολῆς πρὸς αὐτοὺς ἀπαραίτητος ἦν διὰ τὸ τῶν Λατίνων
ἐρασιχρήματον, προστάγματα πρὸς τὸν τηνικαῦτα δοῦκα Κύπρου 
Εὐμάθιον τὸν Φιλοκάλην ἐνεχείρισε τῷ Βουτουμίτῃ
διαλαμβάνοντα, ὅπως καὶ πλοῖα δοίη τούτοις ὁπόσων ἐν
χρείᾳ γένοιντο· ἅμα δὲ παρεκελεύετο τούτῳ καὶ χρήματα
πολλὰ καὶ παντοδαπὰ καὶ ἀπὸ πάσης ἰδέας καὶ εἰκονίσματος
 παντοδαπῶν ποιοτήτων εἰς τὰς πρὸς τοὺς κομήτας δόσεις. 
ἐπέσκηψε δὲ τοῖς ἤδη ῥηθεῖσι καὶ μᾶλλον Μανουὴλ τῷ
Βουτουμίτῃ, ὡς ἂν τὰ μὲν χρήματα ἀναλαβόμενοι ἀπὸ τοῦ
 

 
Φιλοκάλου εἰς Τρίπολιν προσορμίσωσι τὰς ἰδίας ναῦς καὶ
θεασάμενοι Πελκτράνον κόμητα τὸν υἱὸν τοῦ Ἰσαγγέλη,
περὶ οὗ ἐν πολλοῖς ὁ λόγος ἐμνήσθη, ἀναμνήσωσι τῆς τοῦ
πατρὸς αὐτοῦ πίστεως, ἣν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐτήρησεν,
 ἅμα δὲ καὶ τὰς βασιλικὰς ἐγχειρίσωσιν αὐτῷ γραφὰς καὶ
ἐξείποιεν πρὸς αὐτὸν ὡς “οὐ χρή σε δεύτερον τοῦ ἰδίου
πατρὸς ὀφθῆναι, ἀλλ’ ὁμοίαν καὶ αὐτὸν τὴν πρὸς ἡμᾶς
διατηρῆσαι πίστιν. ἐμὲ δὲ ἴσθι καταλαμβάνειν ἤδη τὴν 
Ἀντιόχειαν ἑαυτὸν ἐκδικήσοντα εἰς τὸν μήτε εἰς Θεὸν μήτε
 εἰς ἐμὲ τοὺς φρικτοὺς ἐκείνους τηρήσαντα ὅρκους. σὺ δὲ
πρὸς τῷ μηδαμῶς αὐτῷ ἐπαρῆξαι σπεῦσον καὶ τοὺς κόμητας
πρὸς τὴν ἡμετέραν πίστιν ἐφελκύσασθαι, ὡς μὴ διὰ
οἱουδήτινος τρόπου ἀντιλήψεσθαι τοῦ Ταγγρέ.’’ καταλαμβάνουσι
τοιγαροῦν τὴν Κύπρον καὶ ἀναλαβόμενοι ἐκεῖθεν
 τὰ χρήματα καὶ ὁπόσας ἤθελον νῆας εὐθὺ Τριπόλεως πλέουσι.
προσορμίσαντες δὲ εἰς τὸν αὐτῆς λιμένα τὰς ναῦς καὶ τῶν
νηῶν ἀποβεβηκότες ἐντυγχάνουσι τῷ Πελκτράνῳ καὶ ἀπεστομάτισαν 
ὁπόσα πρὸς τοῦ βασιλέως παρηγγέλθησαν. ὡς δὲ
τοῦτον ἐπιρρεπῆ τε καὶ ἕτοιμον πρὸς πᾶν θέλημα τοῦ αὐτοκράτορος
 ἑώρων καὶ θάνατον ὑπὲρ αὐτοῦ προθύμως ἑλέσθαι, 
ει’ καὶ τούτου δεήσει, ἐπαγγελλόμενον ναὶ μὴν καὶ εἰς προσκύνησιν
αὐτοῦ ἐληλυθέναι, ἐπειδὰν ·ἐν τοῖς μέρεσι τῆς
Ἀντιόχου ἀφίκηται, μετὰ τῆς αὐτοῦ γνώμης ἅπερ ἐπεφέροντο
χρήματα εἰς τὴν ἐπισκοπὴν Τριπόλεως ἐναπέθεντο κατὰ τὰς
 τοῦ αὐτοκράτορος ὑποθήκας. ἐδεδίει γὰρ μὴ ἐπιφερομένους
αὐτοὺς τὰ χρήματα οἱ κόμητες διαγνόντες αὐτὰ μὲν ἀναλάβωνται, 
τοὺς δὲ κενοὺς ἀποπέμψαιεν, τοῖς δὲ χρήμασιν
ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ τοῦ Ταγγρὲ χρήσαιντο. δέον οὖν ἐλογίσατο
κενοὺς ἀπελθόντας πρότερον τὴν αὐτῶν ἐκπειρᾶσαι γνώμην
 ἀπαγγείλαντας ἅμα καὶ ὅσα παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἐμηνύθη
αὐτοῖς καὶ τὴν τῶν χρημάτων δόσιν ὑποσχέσθαι καὶ ὅρκον
ἐξ αὐτῶν ἀπαιτῆσαι, εἴ που τέως τοῖς τοῦ αὐτοκράτορος
θελήμασιν ὑπεῖξαι βούλοιντο, κᾆθ’ οὕτως τὰ χρήματα
αὐτοῖς ἐγχειρίσαι. οἱ μὲν οὖν ἀμφὶ τὸν Βουτουμίτην ταῦτα

 
 εἰς τὴν ἐπισκοπὴν Τριπόλεως ἐναπέθεντο, καθά γε καὶ
εἴρηται. ὁ δὲ Βαλδουῖνος μεμαθηκὼς περὶ τῆς τουτωνὶ τῶν
πρέσβεων εἰς Τρίπολιν ἀφίξεως τηνικαῦτα Σιμοῦντον τὸν
ἴδιον ἐξάδελφον ἐφέσει χρημάτων προαρπάζων τὴν τούτων
ἔλευσιν πέπομφε μετακαλούμενος αὐτούς. οἱ δὲ τὰ χρήματα 
αὐτοῦ που καταλιπόντες μετὰ τῆς τοῦ Πελκτράνου γνώμης
εἵποντο τῷ ἀποσταλέντι ἐξ Ἱεροσολύμων Σιμούντῳ καὶ καταλαμβάνουσι
 τὸν Βαλδουῖνον πολιορκοῦντα τὴν Τύρον. ὁ
ἄσμενος αὐτοὺς ὑποδεξάμενος καὶ παντοίας φιλοφροσύνης
ἀξιώσας, ἐπεὶ κατὰ τὴν ἀπόκρεω τοῦτον κατέλαβον, κατεῖχεν 
αὐτοὺς ὅλης τῆς τεσσαρακοστῆς πολιορκῶν τὴν Τύρον,
ὡς εἴρηται. ἐπεφρούρητο δὲ ἡ πόλις καὶ ἄλλοις μὲν ἀρραγέσι
τείχεσι καὶ δὴ καὶ τρισὶ προτειχίσμασι κύκλῳ ταύτην
περιλαμβάνουσιν. ὁ μὲν γὰρ ἐξώτατος κύκλος περιεῖχε τὸν
δεύτερον, οὗτος δὲ τὸν ἐνδοτάτω καὶ τρίτον. καὶ ἦσαν 
καθάπερ τινὲς κύκλοι ἀλλήλους περιλαμβάνοντες καὶ περιζωννύντες
 τὴν πόλιν. ἀλλ’ ὅ γε Βαλδουῖνος ἔγνω πρότερον
τὰ προτειχίσματα ταῦτα καταβαλεῖν, εἶθ’ οὕτω τὴν πόλιν
ἑλεῖν· οἷα γάρ τινα θωράκια τῆς Τύρου προβεβλημένα τὴν
πολιορκίαν ἀπεῖργον. ὁ δὲ διά τινων μηχανημάτων πορθητικῶν 
τήν τε πρώτην καὶ δευτέραν ζώνην καθεῖλε καὶ τῆς
τρίτης ἀπεπειρᾶτο. καὶ δὴ τὰς ἐπάλξεις αὐτῆς καθελὼν ἐς
τὸ ἐφεξῆς ἐρρᾳθύμηκεν. εἷλε γὰρ ἂν καὶ ταύτην, εἴπερ
ἐπέσπευσεν. ἀλλὰ διά τινων κλιμάκων οἰόμενος μετὰ ταῦτα
ἐπιβῆναι τῆς πόλεως καὶ ὡς ἤδη ταύτην ἔχων εἰς χεῖρας 
 πρὸς τὴν πολιορκίαν ἀνέπεσεν. ὅπερ τοῖς Σαρακηνοῖς σωτηρίαν
προὐξένησε· καὶ ὁ μὲν τῆς νίκης τυγχάνων ἐγγύθεν
 ἐξεκρούσθη παρὰ πολύ, αὐτοὶ δὲ ἐντὸς ἀρκύων τυγχάνοντες
τῶν βρόχων ἀφήλλοντο. ὁ γὰρ μεταξὺ τῆς ἀμελείας τοῦ
Βαλδουίνου χρόνος αὐτοῖς εἰς ἐπιμέλειαν γέγονεν ἀνατνεύσασι. 
πανουργεύονται δὲ καί τι τοιοῦτον. τῷ μὲν δοκεῖν
πρὸς εἰρηνικὰς σπονδὰς ἀφορῶσι καὶ διαπέμπονται πρὸς
 

 
αὐτὸν τὴν εἰρήνην, ταῖς δὲ ἀληθείαις, ἐν ᾧ τὰ τῆς εἰρήνης
ἐπραγματεύοντο, εἰς ἄμυναν ηὐτρεπίζοντο ἐκεῖνον μὲν μετέωρον
ταῖς ἐλπίσι ποιοῦντες, αὐτοὶ δὲ μηχανάς τινας συρράπτοντες
κατ' αὐτοῦ. ἑωρακότες γὰρ ἀσχολίαν πολλὴν τοῦ 
 πολέμου καὶ ἀναπεπτωκότας τοὺς ἔξωθεν στρατιώτας ἐν
νυκτὶ μιᾷ πολλοὺς ἀμφορεῖς ὀστρακίνους ἐμπλήσαντες ὑγρᾶς
πίττης ῥίπτουσι κατὰ τῶν ἐφισταμένων τῇ πόλει μηχανημάτων.
ὧν ἐξ ἀνάγκης καταθραυσθέντων περιεκέχυτο τὸ τοιοῦτον
ὑγρὸν τοῖς ξύλοις. οἱς ἐπερρίπτουν δᾷδας ἡμμένας,
 εἶτ' αὖθις ἑτέρους ἀμφορεῖς φέροντας ἔνδον πολλὴν τὴν
νάφθαν, ἣ ἐπιδραξαμένη τοῦ πυρὸς εὐθύς τε εἰς ἀέριον
μετέβαλε φλόγα καὶ τὰς μηχανὰς αὐτῶν ἀπετέφρωσεν. ἅμα 
τε γὰρ ἡμέρα διέλαμπε καὶ τὸ πῦρ συνεξέλαμπεν ἀπὸ τῶν
ξυλίνων χελωνῶν εἰς αἰθέρα πυργούμενον. καὶ οἱ μὲν περὶ
 τὸν Βαλδουῖνον τὰ τῆς ῥᾳθυμίας εἶχον ἐπίχειρα οἷς ἠμέλουν
μεταμελόμενοι· ὁ γὰρ καπνὸς αὐτοὺς καὶ τὸ πῦρ τὸ γεγονὸς
ἀνεδίδασκεν· ἑάλωσαν δὲ καί τινες τῶν περὶ τὰς χελώνας
ὄντων, ἒξ στρατιῶται τὸν ἀριθμόν, οὓς ὁ Τύριος ἐκεῖνος
θεασάμενος ἀρχηγὸς καὶ τὰς κεφαλὰς ἀποκόψας διὰ πετροβόλων
 ὀργάνων τῷ στρατεύματι τοῦ Βαλδουίνου ἀπεσφενδόνησε.
ταῦτα θεασάμενοι τὸ στράτευμα πᾶν καὶ τὸ πῦρ
καὶ τὰς κεφαλὰς μετ’ ἐκπλήξεως ἔφευγον τοῖς ἵπποις ἐποχηθέντες 
ὥσπερ ὑπὸ τῶν κεφαλῶν ἐκείνων ἐκδειματούμενοι,
καίτοι τοῦ Βαλδουίνου πανταχόθεν ἐξιππαζομένου καὶ ἀνακαλουμένου
 τοὺς φεύγοντας καὶ παντοίως παραθαρρύνοντος.
ἀλλὰ γὰρ ᾖδε παρὰ κωφοῖς· ἐκεῖνοι γὰρ καθάπαξ ἐκδεδωκότες
ἑαυτοὺς εἰς φυγὴν ἀκατασχέτως εἴχοντο τοῦ δρόμου καὶ
πτηνοῦ παντὸς ἐφαίνοντο ταχινώτεροι. καὶ τέλος τοῦ δρόμου
τούτοις τὸ φρούριον Ἄκε ἐγχωρίως καλούμενον· ἐκεῖνο γὰρ
 ἐγεγόνει τοῖς δειλοῖς δρομεῦσιν ἐκείνοις κρησφύγετον. ἀπειπάμενος
δ’ οὖν καὶ ὁ Βαλδουῖνος καὶ τοῖς ὅλοις ἐξαπορήσας
καὶ ἄκων τοῖς φεύγουσιν εἵπετο καὶ πρὸς τὴν εἰρημένην 
πόλιν καὶ οὗτος ἀπεδραπέτευσεν. ὁ δέ γε Βουτουμίτης
εἰσελθὼν εἰς τὰς Κυπρίους τριήρεις (δυοκαίδεκα δὲ

 
αἱ πᾶσαι) καὶ παραπλέων τὰς ἀκτὰς τῆς πρὸς τὸ Ἄκε
φερούσης κεῖθι τὸν Βαλδουῖνον καταλαμβάνει καὶ ἅπαντα
τηνικαῦτα ἀπήγγειλεν, ὁπόσα ὁ αὐτοκράτωρ πρὸς αὐτὸν
ἀπαγγεῖλαι παρεκελεύσατο· προεπιβαλὼν τοῖς λόγοις καὶ
τὸν βασιλέα μέχρι Σελευκείας ἐφθακέναι ἔλεγε. τὸ δὲ ἄρα 
ἀληθὲς μὲν οὐκ ἦν, ἀλλά τις οἰκονομία, ἕν’ οὕτω καταπλήξῃ
τὸν βάρβαρον καὶ ταχὺ ἀπολύσῃ ἐκεῖθεν αὐτόν.
ἀλλὰ τὸ δρᾶμα τὸν Βαλδουῖνον οὐκ ἔλαθε, καὶ πολλὰ τοῦτον
 ὡς ψευσάμενον κατεμέμψατο. προέφθη γὰρ παρά του
τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα μεμαθηκέναι, ὡς εἰς τὸν μακρὸν 
ἐξεληλύθει αἰγιαλόν, ὡς τὰς λῃζομένας παρὰ τὴν θάλασσαν
κατέσχε λῃστρικὰς ναῦς, ὡς νοσήσας ἐκεῖθεν ὑπεχώρησε,
 καθά γε δὴ σαφέστερον ὁ λόγος κατωτέρω δηλώσειε. ταῦτα
τῷ Βουτουμίτῃ ὁ Βαλδουῖονς ἀντειρηκὼς καὶ ὡς ψευσάμενον
ὑπὸ μέμψιν ἀγαγὼν ἔφη “μετ’ ἐμοῦ χρὴ μέχρι τοῦ ἁγίου 
τάφου ἐληλυθέναι κἀκεῖθεν τὰ ἡμῖν συνδόξαντα μετὰ πρέσβεων
 ἐμῶν δηλωθήσεται τῷ αὐτοκράτορι”. ἅμα γοῦν τῷ
τὴν ἁγίαν πόλιν καταλαβεῖν ἐπεζήτει ἐξ αὐτῶν τὰ παρὰ τοῦ
βασιλέως ἀποσταλέντα οἱ χρήματα. ὁ δὲ Βουτουμίτης “εἴπερβοηθήσειν
κατὰ τοῦ Ταγγρὲ τῷ αὐτοκράτορι αὐτοὶ ἐπαγγέλλεσθε 
τὸν ὅρκον, ὃν ἐν τῷ διέρχεσθαι πρὸς αὐτὸν ἐποιήσατε,
φυλάττοντες, καὶ τὰ πρὸς ὑμᾶς ἀποσταλέντα τηνικαῦτα
λήψεσθε χρήματα’’. ὁ δὲ τὰ μὲν χρήματα λαβεῖν ἤθελε,
βοηθεῖν δὲ μὴ τῷ βασιλεῖ προθυμούμενος, ἀλλὰ τῷ Ταγγρἐ,
μὴ λαμβάνων τὰ χρήματα ἠνιᾶτο. τοιοῦτον γὰρ τὸ βάρ- 
 βαρον ἅπαν ἦθος · πρὸς μὲν τὰς δωρεὰς κέχηνε καὶ τὰ χρήματα,
πράττειν δὲ ὑπὲρ ὧν τὰ χρήματα δίδοται ἥκιστα
βούλεται. γραφὰς οὖν ψιλὰς ἐγχειρίσας αὐτῷ ἀπέλυσεν. ἐντετυχηκότες
δὲ οἱ πρέσβεις καὶ τῷ κόμητι Ἰατζουλίνῳ κατὰ
τὴν ἀναστάσιμον τοῦ σωτῆρος ἡμέραν εἰς προσκύνησιν τοῦ 
ἁγίου τάφου ἐληλυθότι καὶ αὐτῷ τὰ εἰκότα ὁμιλήσαντες,
ἐπεὶ σύμφωνα τῷ Βαλδουίνῳ καὶ αὐτὸν λέγοντα ἑώρων,
 

 
ἄπρακτοι ἀκεῖθεν ὑποχωρήσαντες καὶ μὴ ἐν τοῖς ζῶσι τῷ
Πελκτράνῳ ἐντυχόντες ἐπεζήτουν τὰ κατατεθέντα παρ' αὐτῶν
εἰς τὴν ἐπισκοπὴν χρήματα. ὁ δὲ υἱὸς ἀκείνου καὶ ὁ
Τριπόλεως ἑπίσκοπος ἀνεβάλλοντο τέως τὴν τῶν χρημάτων 
 παροχήν. οἱ δὲ μετὰ ἀπειλῆς αὐτοῖς ἔλεγον "εἰ μὴ τὰ 
χρήματα ἡμῖν ἀποδοίητε, οὐκ ἐστὲ ἀληθεῖς δοῦλοι τοῦ βασιλέως
οὔτε τὴν εἰς αὐτὸν πίστιν φαίνεσθε ἔχοντες καθὼς
ὅ τε Πελδτράνος καὶ ὁ τούτου πατὴρ Ἰσαγγέλης. λοιπὸν
οὐδὲ τὴν ἀπὸ κύπρου δαψιλῆ τῶν χρειωδῶν ἀρδείαν τοῦ
 λοιποῦ ἕξετε οὔτε μὴν ἐπαρήγοντα ὑμῖν τὸν δοῦκα Κύπρου
κἀντεῦθεν λιμοῦ παρανάλωμα γενήσεσθε''. ὡς δὲ πάντα
κάλων κινοῦντες πῆ μὲν διὰ μειλιχίων λόγων, πῆ δὲ δι᾿
ἀπελῶν πειρώμενοι τὰ χρήματα ἀναλαβέσθαι οὐκ ἔπειθον, 
δεῖν ἀλογίσαντο τὸν υἱὸν τοῦ Πελκτράνου εἰς σώαν πίστιν
 ὁρκίσαι τοῦ αὐτοκράτορος καὶ οὕτω τὴν πρὸς τὸν πατέρα
αὐτοῦ ἀποσταλεῖσαν μόνην ἐπιδοῦναι αὐτῷ δωρεὰν ἀπό τε
χαράγματος χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ πέπλων παντοίων. ὁ δὲ
λαβὼν ταῦτα εἰς σώαν πίστιν ὀμωμόκει τοῦ αὐτοκράτρος. 
τὰ δέ γε λοιπὰ χρήματα ἀποκομίσαντες πρὸς τὸν Εὐμάθιον
 δἰ αὐτῶν ἐξωνήσαντο ἵππους τῶν εὐγενῶν ἀπό τε Δαμάσκου 
καὶ Ἐδέσης καὶ αὐτῆς Ἀραβίας. ἐκεῖθεν δὲ τό τε
Συριακὸν πέλαγος καὶ τὸν Παμφύλιον παραμείψαντες κόλπον
τὸν πολῦν τε παρῃτήσαντο καὶ τὴν ἤπειρον ἀσφαλεστέραν
τῆς θαλάττης ἡγησάμενοι πρὸς τὴν Χερρόνησον ἀφορῶσι
 τὸν αὐτοκράτορα ἔχουσαν καὶ τὸν Ἑλλήσπουτον διαβεβηκότες τὸν βασιλέα καταλαμβάνουσιν.

Ἐπεὶ γὰρ ἀλλεπάλληλοι τούτῳ αἱ φροντίδες νιφε-Β
τοῦ δίκην ἐπήρχοντο, ἀπὸμὲν τῆς θαλάσσης διὰ στόλου
εὐτρεπιζομένων τῶν ἡγεμόνων Πίσσης τε καὶ Γενούας καὶ
 Λογγιβαρδίας τὰ παρὰ θάλατταν ἅπαντα δῃώσασθαι, κἀκ
τῆς ἤδη κατὰ τῆς Φιλαδελφείας καὶ τῶν παραλίων μερῶν,
 

 
δεῖν καὶ αὐτὸς ἐξεληλυθέναι τῆς βασιλευούσης ἔγνω κἀκεῖθεν
παραγενέσθαι, οὗ δυνατὸν καὶ κατ’ ἄμφω τὰ μέρη μάχεσθαι.
καταλαμβάνει τοίνυν τὴν Χερρόνησον, εἶτα ἁπανταχόθεν
 ἀνακαλεσάμενος τὰς δυνάμεις ἀπό τε ξηρᾶς καὶ θαλάττης
καὶ ἀποδιελὼν ἱκανὸν στράτευμα διὰ τοῦ Σκαμάνδρου μέχρις 
Ἀτραμυτίου καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ Θρακησίου κατατίθησιν. εἶχε
μὲν τηνικαῦτα στρατηγὸν ἡ Φιλαδέλφεια Κωνσταντῖνον τὸν
Γαβρᾶν καὶ λαὸν ἀποχρῶντα πρὸς τὴν ταύτης φρουράν, τὸν
δὲ μιξοβάρβαρον Μοναστρᾶν, οὗπερ ἐν πολλοῖς ὁ λόγος
ἐμέμνητο, ἡ Πέργαμος καὶ τὰ χλιαρὰ καὶ τὰ τούτοις παρακείμενα 
πολίχνια, καὶ αἱ παρὰ θάλατταν ἕτεραι πόλεις ἄλλους
 τόλμῃ καὶ πείρᾳ στρατηγικῇ διαφέροντας. πολλὴν δὲ τὴν
πρὸς αὐτοὺς παραγγελίαν ὁ αὐτοκράτωρ ἐποιήσατο ἐγρηγορέναι
διὰ παντὸς καὶ σκοποὺς ἁπανταχόθεν ἐκπέμπειν τοὺς
τὰς τῶν βαρβάρων ἐπιτηροῦντας διεκδρομάς καὶ ἀπαγγέλλοντας 
αὐτοῖς καθ’ ὥραν. οὕτω μὲν οὖν τὰ κατὰ τὴν Ἀσίαν
ἀσφαλισάμενος πρὸς τοὺς θαλαττίους ἀπεῖδε πολέμους τοῖς
ναυτικοῖς ἐντειλάμενος, τοὺς μὲν τοῖς λιμέσι Μαδύτου καἰ
κοίλων προσορμίσαι καὶ τὸν ἀναμεταξὺ πορθμὸν ἀνυστάκτως
φυλάττειν ἐκδρομὰς τινας ποιουμένους διὰ δρομάδων κούφων 
νηῶν καὶ τὰς τῆς θαλάττης κελεύθους ἀνυστάκτως ἐπιτηρεῖν
τὸν Φραγγικὸν ἀπεκδεχομένους στόλον, τοὺς δὲ τὰς νήσους
 παραπλέοντας φρουρεῖν μηδὲ τὰ κατὰ τὴν Πελοπόννησον
παριδόντας, ἀλλὰ καὶ ταύτης ἀποχρῶσαν ποιεῖσθαι φυλακήν.
ἐπεὶ δὲ βραδύνειν ἐν ἐκείνοις τοῖς μέρεσιν ἐβούλετο, ἐν 
ἐπικαίρῳ τόπῳ σχεδιάσας οἰκήματά τινα αὐτοῦ που τὴν
παραχειμασίαν ἐποιεῖτο. ὡς δὲ ὁ ἀπὸ Λογγιβαρδίας εὐτρεπισθεὶς
στόλος καὶ τῶν λοιπῶν μερῶν λύσας τὰ πρυμνήσια
τὸν ἀπόπλουν ἐπεποίητο, ἀποδιελόμενος ὁ τούτων ἀρχηγὸς
πέντε διήρεις ἀπέστειλεν, ἐφ’ ᾧ κατασχεῖν τινας καὶ τὰ περὶ 
τοῦ βασιλέως καταμαθεῖν. ὡς δὲ τὴν Ἄβυδον κατέλαβον
 ἤδη, μίαν τούτων πρὸς τὸν πέμψαντα συνέβη ἐπανιέναι τῶν
 

 
λοιπῶν κατασχεθεισῶν σὺν αὐτοῖς ἐρέταις. δι’ ἧς οἱ ἀρχηγοὶ
τῶν ἤδη ῥηθέντων στόλων τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα μεμαθηκοτες
καὶ ὅτι τά τε κατὰ τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ἤπειρον
ἀκριβῶς ἐξασφαλισάμενος κατὰ τὴν Χερρόνησον τὴν παραχειμασίαν
 ποιεῖται, ἐφ’ ᾧ πάντας παραθαρρύνειν, ἐπεὶ πρὸς
τὰ τοῦ αὐτοκράτορος μηχανήματα οὐχ οἷοί τε ἦσαν ἀπομάχεσθαι, 
τοὺς οἴακας μεταχειρισάμενοι ἄλλην ἐτράποντο. εἰς
δέ τις Κελτὸς τῶν ἀμφὶ τοὺς τοιούτους ἀρχηγοὺς τὴν ἰδίαν
ἀφελόμενος νῆα μονήρη ὠκυτάτην οὖσαν πρὸς τὸν Βαλδουῖνον 
 ἀπῄει καὶ τὴν Τύρον πολιορκοῦντα τοῦτον εὑρὼν ἅπαντα,
καθὼς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα
διηγήσατο, μετὰ γνώμης οἶμαι τῶν ἀρχηγῶν ἐκείνων ἀπελθών,
καὶ ὅπως τὰς κατασκόπους δρομάδας ναῦς ὁ Ῥωμαϊκὸς
φθάσας κατέσχε στόλος, καθά γε καὶ εἴρηται. ἀλλὰ δὴ
 καὶ τοῦτο ἀνερυθριάστως ἀνωμολόγει, ὅτιπερ οἱ ἡγεμόνες τοῦ
Κελτικοῦ στόλου οὕτω παρασκευασάμενον τὸν αὐτοκράτορα
κατ’ αὐτῶν ἐγνωκότες ὑπέστρεψαν βέλτιον εἶναι νομίσαντες
ἀπράκτους ὑποστρέψαι ἢ μετὰ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ στόλου μαχομένους 
ἡττηθῆναι. ὁ μὲν οὖν Κελτὸς ἐκεῖνος ταῦτα πρὸς
 τὸν Βαλδουῖνον ἐξεῖπεν ὑπότρομος ὢν καὶ τὸν Ῥωμαϊκὸν
ἔτι δεδιὼς στόλον. ταῦτα μὲν οὖν τὰ κατὰ τὴν θάλατταν
συμπεσόντα τοῖς Κελτοῖς· ἀλλ’ οὐδὲ τὰ κατὰ τὴν ἤπειρον 
ζάλης ἄτερ παρῆσαν οὐδὲ φροντίδων ἄνευ καθεστήκασι τῷ
αὐτοκράτορι. Μιχαὴλ γάρ τις έξ Ἀμάστριδος τὴν Ἀκρουνὸν
 φρουρῶν ἀποστασίαν μελετήσας κατέσχεν αὐτὴν καὶ τὰ παρακεόμενα
ταύτῃ δεινῶς ἐλῄζετο. τοῦτο μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ
μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως κατ’ αὐτοῦ τὸν τοῦ
Δεκανοῦ ἐξέπεμψε Γεώργιον. ὃς καὶ πολιορκήσας ἐπὶ τρισὶ
μησὶ ταυτηνὶ μὲν τὴν πόλιν κατέσχε, τὸν δὲ ἀποστάτην
 ἐκεῖνον πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ταχέως ἐξέπεμψεν. ὁ δὲ
αὐτοκράτωρ τὴν μὲν τοῦ κάστρου φρουρὰν ἑτέρῳ
αὐτῷ δὲ τὰς ὀφρῦς ἐπιτοξεύσας πολλὰ ἀπειλήσας καὶ θάνατον
αὐτοῦ τῷ φαινομένῳ καταψηφισάμενος εἰς φόβον
μέγαν ἐνῆκε τὸν ἄνθρωπον, ταχὺ δὲ τὸ δέος ἔλυσε τοῦ στρα- 

 
τιώτου. οὔπω γὰρ ὁ ἥλιος τοῦ ὁρίζοντος κατέδυ, καὶ ὁ
δεσμώτης ἐλεύθερος ἵστατο καὶ ὁ θανάτου καταψηφισθεὶς
μυρίων ἐτετυχήκει δωρεῶν. τοιοῦτος ὁ ἐμὸς πατὴρ βασιλεὺς
ἐν πᾶσιν ἐφαίνετο, κἂν πολλῆς ἐς ὕστερον τῆς ἐξ ἁπάντων
ἀγνωμοσύνης ἀπήλαυσε, καθάπερ ποτὲ καὶ ὁ πάντων εὐεργέτης 
ὁ κύριος μάννα βρέχων ἐν ἐρήμῳ, σιτίζων ἐν ὄρεσι καὶ
ἐν θαλάττῃ ἀβρόχους διαβιβάζων καὶ ὕστερον ἀθετούμενος
καὶ ὑβριζόμενος καὶ τυπτόμενος καὶ τέλος σταυρὸν παρὰ τῶν
 ἀνόμων κατακρινόμενος. ἀλλ᾿ ἐνταῦθα γενομένης προεκπηδᾷ
μόν τοῦ λόγου τὸ δάκρυον καὶ σφύζω περὶ τούτων ἐρεῖν 
καὶ ποιήσασθαι τῶν ἀγνωμόνων κατάλογον, ἀλλὰ τὴν γλῶτταν
ἐπέχω καὶ τὴν καρδίαν σφαδάζουσαν καὶ τοῦτο δὴ πρὸς
ἐμαυτὴν ἐπιλέγω συνεχῶς τὸ τοῦ ποιητοῦ “τέτλαθι δὴ κραδίη·
καὶ κύντερον ἄλλο ποτ᾿ ἔτλης”. ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν τὰ
κατὰ τὸν ἀγνώμονα στρατιώτην ἐκεῖνον· τῶν δέ γε ἀπὸ τοῦ 
Χοροσὰν παρὰ τοῦ Σαἰ·σὰν σουλτάνου πεμφθέντων οἱ μὲν
 διὰ τῶν μερῶν τοῦ Σινάου κατήρχοντο, οἱ δὲ διὰ τῆς ἰδίως
καλουμένης Ἀσίας ᾔεσαν. ὅπερ μεμαθηκὼς ὁ Γαβρᾶς Κωνσταντῖνος,
ὁ τηνικαῦτα τὴν Φιλαδέλφειαν φρουρῶν, ἀναλαβό-
 μένος τὰς ὑπ᾿ αὐτὸν δυνάμεις καὶ καταλαβὼν τούτους εἰς 
τὸ Κελβιανὸν αὐτὸς πρῶτος ἁπάντων κατ᾿ αὐτῶν λύσας τὸν
χαλινὸν καὶ τοῖς ἄλλοις αὐτὸ τοῦτο παρακελευσάμενος ἧτται
 τοὺς βαρβάρους. ὁ δὲ τούτους ἐκπέμψας σουλτάνος τὴν
ἧτταν τῶν τοσούτων μεμαθηκὼς ἀποστείλας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
τὰ περὶ εἰρήνης διαπρεσβεύεται ὁμολογῶν ἅμα 
ἐκ πολλοῦ τὴν ἀναμεταξὺ τῶν Μουσουλμάνων καὶ Ῥωεἰρήνην
ἐπιποθεῖν θεάσασθαι. ἐκ μακρὸν γὰρ τὰς
τοῦ αὐτοκράτορος κατὰ πάντων ἀριστείας μανθάνων καὶ
ἀπόπειραν αὐτοῦ οἷον ποιησάμενος κἀκ τοῦ κρασπέδου τὸ
ὕφασμα καὶ ἐξ ὀνύχων τὸν λέοντα ἐπεγνωκὼς καὶ μὴ βουλόμενος 
πρὸς εἰρηνικὰς ἀπενενεύκει σπονδάς. τῶν ἐκ Περ-
 σίδος τοίνυν καταλαβόντων πρέσβεων ὁ βασιλεὺς φοβερὸς
 

 
προὐκάθητο καὶ οἱ ἐπὶ τῆς τάξεως τοὺς στρατιώτας ἐκ πάσης
γλώττης συνειλεγμένους καὶ τοὺς πελεκυφόρους βαρβάρους
ἐν τάξει καταστησάμενοι τοὺς πρέσβεις ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ
παρεστήσαντο βήματος. ὁ δὲ περὶ τοῦ σουλτάνου τούτους
 τὰ εἰκότα ἐπερωτήσας καὶ ἀκούσας τὰ δι’ αὐτῶν μηνύματα
ὡμολόγει μὲν τὴν μετὰ πάντων εἰρήνην ἀσπάζεσθαί τε καὶ
θέλειν, πυθόμενος δὲ περὶ τῶν τῷ σουλτάνῳ δοκούντων,
ἐπεὶ μὴ πάντα τὰ παρ' αὐτῶν αἰτούμενα συνοίσοντα τῇ τῶν
Ῥωμαίων ἀρχῇ διέγνω, πολλὴν τοῖς αὐτοῦ λόγοις πειθὼ 
 περιστείλας εὐστοχώτατά τε πρὸς αὐτοὺς ἀπολογησάμενος
διὰ πολλῶν ῥημάτων πείθει τοῖς αὐτοῦ συγκατανεῦσαι θελήμασιν.
εἶτα πρὸς τὴν παρασκευασθεῖσαν αὐτοῖς σκηνὴν
ἀπέλυσεν ἐντειλάμενος σκοπῆσαι τὰ ῥηθέντα, καὶ εἰ μὲν ὅλῃ
ψυχῇ πρὸς ταῦτα κατανεύσαιεν, ἐς νέωτα τὴν μεταξὺ συμφωνίαν
 πέρας λαβεῖν. ἐπεὶ δὲ προθύμως τὰ παρὰ τοῦ
αὐτοκράτορος ἐφαίνοντο δεχόμενοι, τῇ μετ’ αὐτὴν πέρας ἡ
συμφωνία λαμβάνει. οὐ πρὸς ἑαυτὸν δὲ ἀπένευε μόνον,
ἀλλὰ πρὸς αὐτὴν τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων. κηδόμενος γὰρ
τῶν κοσμικῶν μᾶλλον ἢ τῶν ἑαυτοῦ πᾶν τὸ οἰκονομούμενον 
 πρὸς τὰ σκῆπτρα Ῥωμαίων ἀπονεύειν καὶ ἀναφέρεσθαι
παντοίως διῳκονόμει, ἵνα καὶ μετ’ αὐτὸν καὶ ἐς τὸν ἐφεξῆς 
χρόνον τὰ συμπεφωνημένα διήκῃ, κἀν ἀπετύγχανε τοῦ σκοποῦ.
τὰ γὰρ μετ’ αὐτὸν ἄλλως ἔσχε καὶ εἰς σύγχυσιν ἀφώρα
τὰ πράγματα. κατεστόρεστο μὲν γὰρ τῷ τέως τὰ ἐνοχλοῦντα
 καὶ εἰς εἰρήνην ἀπεῖδε βαθεῖαν καὶ ἀπὸ * μέχρι πέρατος
αἰῶνος εἰρήνην ἤγομεν. ἀλλὰ γὰρ συγκατέδυ τῷ βασιλεῖ
πάντα τὰ λῴονα καὶ κενόσπουδος αὐτῷ ἡ σπουδὴ μετὰ τὴν 
αὐτοῦ παρέλευσιν γέγονεν ἀβελτηρίᾳ τῶν διαδεξαμένων τὰ
σκῆπτρα.

Οἱ δὲ τοῦ Φραγγικοῦ στόλου ἡγεμόνες διὰ τῶν 
περισωθέντων ἀπὸ τῶν πέντε δρομάδων νηῶν τὰ περὶ τοῦ
Ῥωμαϊκοῦ στόλου, ὡς εἴρηται, βεβαιωθέντες, καὶ ὅτι ὁ βαπελεκοφόρους
 

 
σιλεὺς τὸν στόλον εὐτρεπίσας τὴν αὐτῶν ἔφοδον περὶ τὴν
Χερρόνησον περιμένων ἐνδιατρίβει, τοῦ προτέρου σκοποῦ
ἀπέστησαν μηδ’ ὅλως τοῖς μέρεσι τῆς Ῥωμανίας πλησιάσαι
θελήσαντες. παραχειμάσας οὖν ὁ βασιλεὺς εἰς Καλλιούπολιν
μετὰ τῆς βασιλίδος συνείπετο γὰρ αὐτῷ διὰ τὴν τῶν ποδῶν 
ὀδύνην, ὡς πολλάκις ἱστόρηται) καὶ τὸν καιρόν, καθ’
ὃν ὁ τῶν Λατίνων εἴωθεν ἀποπλεῖν στόλος, παραφυλαξά-
 μενος εἰς τὴν βασιλεύουσαν ὑπέστρεψεν. οὐ πολὺς παρίππευκε
χρόνος καὶ Τούρκων ἔφοδος καταγγέλλεται ἐξ ἁπασῶν
τῶν τῆς ἀνατολῆς χωρῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Χορασὰν ὡς 
εἰς πεντήκοντα χιλιάδας συμποσουμένων. οὐδὲ γὰρ πρὸς
βραχὺ ῥᾳστώνης μετειλήχει τὸν ἅπαντα τῆς αὐτοκρατορίας
αὐτοῦ χρόνον ἄλλων καὶ ἄλλων ἐπιφυομένων πολεμίων διηνεκῶς.
μετακαλεῖται τοίνυν ἁπανταχόθεν τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν,
καὶ τοῦ καιροῦ στοχασάμενος, καθ’ ὃν σύνηθες τοῖς βαρβάροις 
τὰς κατὰ τῶν Χριστιανῶν ἐκδρομὰς ποιεῖσθαι, τὸν
ἀναμεταξὺ Βυζαντίου καὶ Δαμάλεως διαπερᾷ πορθμόν. καὶ
 οὐδὲ ἡ ἐπελθοῦσα τούτῳ τῶν ποδῶν περιωδυνίᾳ ἀπεῖρξε
τοῦ ἔργου. ἥτις οὔτε τινὶ τῶν προγόνων ξυμβέβηκε ποτε,
ἵνα τις ἐκ σπερματικῶν λόγων καὶ ἐς αὐτὸν κατιοῦσαν νομίζοι 
τὴν νόσον, οὔτε ἐκ διαίτης ἁβρᾶς, ὁποῖα τοῖς διαρρέουσι
τὸν βίον καὶ φιληδόνοις συμβαίνειν εἴωθεν· ἀλλ’ ὅπως αὐτῷ
 ἠ διάθεσις τῶν ποδῶν ἐπηρέαζεν, ἐγὼ διηγήσομαι. ἐσφαίριζέ
ποτε γυμναζόμενος συσφαιρίζοντα καὶ τὸν Τατίκιον
ἔχων, περὶ οὗ πολλάκις διείλεγμαι. ὃς καὶ ὑπὸ τοῦ ἵππου 
παρασυρεὶς ἐμπίπτει τῷ βασιλεῖ· κἀντεῦθεν ἀλγήσας τὴν
κεφαλίδα τοῦ γόνυος καὶ αὐτὸν ὅλον τὸν πόδα διὰ τὸ ἀκροβαρὲς
τῆς καταφορᾶς οὐκ ἐνεδείξατο μὲν ἀλγῆσαι φερεπονώτατος
ὤν, ὅμως μέντοι μικρᾶς τινος τυχὼν ἐπιμελείας
καὶ κατ’ ὀλίγον ἐς τὸ ἀνώδυνον ἐλθὼν τῶν συνήθων διατριβῶν 
εἴχετο. αὕτη μὲν πρώτη αἰτία τῆς τῶν ποδῶν
 ἀλγηδόνος τοῦ βασιλέως· αἱ γὰρ ὀδύναι τῶν τόπων εἰς
 

 
ἑαυτὰς τὰ ῥεύματα ἐφειλκύσαντο. δευτέρα δὲ καὶ ἐναργέστερα
καὶ τῆς ὅλης ὀδύνης μήτηρ τοιαύτη τις ἦν. τίς οὐκ οἶδε
τὰ ἄπειρα τῶν Κελτῶν ἐκεῖνα πλήθη τῶν τὴν βασιλίδα
πόλιν κατειληφότων, ὁπότε τῆς ἑαυτῶν ἁπανταχόθεν ἀπαναστάντες
 πρὸς ἡμᾶς ὥρμησαν; τότε γὰρ οὗτος εἰς πέλαγος
ἀχανὲς φροντίδων ἐμπεπτωκὼς ἐκ πολλοῦ συνιδὼν αὐ- 
τὴν Ῥωμαίων βασιλείαν ὀνειρώττοντας, ὑπὲρ τὴν ἄμμον
δὲ καὶ τὰ ἄστρα τὴν αὐτῶν πληθὺν ὁρῶν, τὰς δὲ Ῥωμαϊκὰς 
ἁπάσας δυνάμεις οὐδὲ πρὸς πολλοστημόριον τούτων ἐξισουμένας,
 εἰ καὶ εἰς ‘ὲν συναφθεῖεν, πολλῷ γε μᾶλλον διεσπαρμένων
τῶν πλειόνων ὄντων καὶ τῶν μὲν τὰ περὶ τὴν Σερβίαν
τέμπη καὶ Δαλματίαν ἐπιτηρούντων, τῶν δὲ τὰ περὶ
τὸν Ἴστρον ὡς τὰς τῶν Κομάνων καὶ Δακῶν ἐφόδους φυλαττομένων,
πολλῶν δὲ καὶ τὴν τοῦ Δυρραχίου φρουρὰν
 ἐμπιστευομένων, ὡς μὴ ὑπὸ τῶν Κελτῶν καὶ αὖθις ἁλῴη, ταῦτα
συνορῶν ὁ αὐτοκράτωρ ὅλος γίνεται τῶν Κελτῶν τἆλλα 
πάντα ἐν δευτέρῳ θέμενος. καὶ τὸ μὲν πέριξ ὑποκινούμενον
βαρβαρικὸν καὶ μήπω ἐς φῶς ἐκρῆξαν τὴν ἔχθραν ἀξιώμασιν
ἀνεῖργε καὶ δωρεαῖς, τῶν δὲ Κελτῶν τὴν ἔφεσιν παντοίαις
 μεθοδείαις ἀναστέλλων καὶ τῶν οἴκοι τὴν στάσιν οὐχ ἧττον,
ὅτι μὴ καὶ μᾶλλον ὑφορώμενος παντοίως φυλάττεσθαι ἔσπευδεν 
ἐντέχνως τούτων ἀπείργων τὰ βουλεύματα. ἀλλὰ τίς
τῶν ἐπεισπεσόντων αὐτῷ κακῶν τὸν κυκεῶνα ἀπαγγεῖλαι
δυνήσεται; παντοῖος οὖν πρὸς πάντας γινόμενος καὶ συμμετασχηματιξόμενος
 ὡς ἐνὸν τοῖς πράγμασι πρὸς τὸ κατεπεῖγον
ἐνίστατο καθάπερ τις δόκιμος ἰατρῶν τῷ τῆς τέχνης
κανόνι χρώμενος. ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ τοίνυν ἅμα ἡμέρᾳ καὶ
εὐθὺς ἡλίου τὸν ἀνατολικὸν ἀναθορόντος ὁρίζοντα καθῆστο
θρόνου κελεύων τοὺς Κελτοὺς ἅπαντας ἀκωλύτως εἰσιέναι
 καθ’ ἡμέραν ἑκάστην, ἅμα μὲν τὰς ἑαυτῶν αἰτήσεις ἀπαγγέλλειν 
τούτους ἐθέλων, ἅμα δὲ καὶ τοῖς αὐτοῦ θελήμασιν
ὑπάγεσθαι διὰ παντοίων λόγων αὐτοὺς μηχανώμενος. οἱ δὲ
 

 
Κελτοὶ κόμητες φύσει μὲν τὸ ἀναίσχυντον καὶ ἰταμὸν ἔχοντες,
φύσει δὲ τὸ ἐρασιχρήματον καὶ πρὸς πᾶν τὸ αὐτοῖς
βουλητὸν ἀκρατὲς καὶ πολυρρῆμον ὑπὲρ πᾶν γένος ἀνθρώπων
κεκτημένοι οὐ σὺν εὐταξίᾳ τὴν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
εἴσοδον ἐποιοῦντο, ἀλλ’ ὁπόσους ἂν ἕκαστος τῶν κομήτων 
 ἐβούλετο, συμπαραλαμβάνων εἰσῄει· καὶ τούτου ἐχομένως
ἕτερος, ἐφεξῆς δ’ ἐκείνου ἄλλος. εἰσερχόμενοι δὲ οὐ πρὸς
ὕδωρ , καθάπερ ποτὲ τοῖς ῥήτορσιν ἐφεῖτο, τὴν ὁμιλίαν
ἐποιοῦντο, ἀλλ’ ὁπ·όσον ἕκαστος καὶ ὁ τυχὼν ἠβούλετο προσομιλεῖν
τῷ αὐτοκράτορι χρόνον, τοσούτου καὶ ἐτύγχανεν. οἱ 
 δὲ τοιοῦτοι ὄντες τὸν τρόπον καὶ τὴν γλῶτταν ἀσύμμετροι
καὶ μήτε τὸν αὐτοκράτορα αἰδούμενοι μήτε τὸν καιρὸν
παραρρέοντα εὐλαβούμενοι μήτε τὴν τῶν ὁρώντων νέμεσιν
ὑφορώμενοι οὐ τοῖς ὄπισθεν ἐρχομένοις ἕκαστος τόπον ὁμιλίας
 παρεῖχεν, ἀλλ' ἀνέτως τὰς ὁμιλίας καὶ τὰς αἰτήσεις ἐποιοῦντο. 
τὸ λάλον δὲ τούτων καὶ θηρευτικὸν καὶ σμικρολόγον τῶν
λέξεων ἅπαντες μὲν ἴσασιν, ὁπόσοις ἠθῶν ἀνθρώπων μέλει
 καταστοχάζεσθαι· τοὺς δὲ τότε παρόντας ἀκριβέστερον ἡ
πεῖρα δεδίδαχε. καὶ γὰρ ἐπὰν ἑσπέρα καταλάβοι, ἄσιτος δι
ὅλης διαμεμενηκὼς ἡμέρας ἐξανίστατο τοῦ θρόνου πρὸς τὸν 
βασιλικὸν κοιτωνίσκον ἀπονεύων· ἀλλ’ οὐδ’ οὕτως τῆς τῶν
Κελτῶν ἠλευθεροῦτο ὀχλήσεως. ἄλλου γὰρ ἄλλον προφθάνοντος
οὐ τῶν ἀπολειφθέντων μόνον τῆς ἡμερινῆς ὁμιλίας,
ἀλλὰ κἀκείνων αὖθις ἐπανιόντων καὶ ἄλλας καὶ ἄλλας αἰτίας
λόγων προβαλλομένων ἐκεῖνος ἵστατο ἀκλινὴς τῆς τοσαύτης 
γλωσσαλγίας ἀνεχόμενος περιστοιχούμενος ὑπὸ τῶν Κελτῶν.
 καὶ ἦν ἰδεῖν καὶ πρὸς τὰς ἁπάντων ὑποφοράς ἑτοίμως τὸν
αὐτὸν καὶ ἕνα τὰς ἀνθυποφορᾶς ποιούμενον. πέρας δὲ τῆς
ἀκαίρου τούτων γλωσσαλγίας οὐκ ἦν. ὁπηνίκα δέ τις ἀνακόψαι
τῶν μεσαζόντων τούτους ἐπεχείρει, παρὰ τοῦ βασιλέως 
ἀνεκόπτετό. τὸ γὰρ τῶν Φράγγων φύσει ὀργίλον γινώσκων
ἐδεδίει, μὴ ἐκ μικρᾶς προφάσεως μέγας πυρσὸς σκανδάλου
ἀναφθῇ κἀκ τούτου μεγάλη ἐσεῖταί βλάβη τῇ Ῥωμαίων
ἀρχῇ. καὶ ἦν ὡς ἀληθῶς παραδοξότατον τὸ φαινόμενον.

 
ὥσπερ γὰρ σφυρήλατος ἀνδριὰς ἢ ἀπό τινος χαλκοῦ τυχὸν
ἢ ψυχρηλάτου σιδήρου κατεσκευασμένος, οὕτω παννύχιος
ἵστατο ἐξ ἑσπέρας πολλάκις μὲν μέχρι μέσης νυκτός, πολλάκις
δὲ καὶ τρίτης ἀλεκτορφωνίας, ἔστι δ’ ὅτε σχεδὸν καὶ 
 περὶ τὰς σαφεστάτας ἡλίου αὐγάς. πάντες δὲ κεκμηκότες
πολλάκις μεθιστάμενοι ἀνέπαυον ἑαυτοὺς καὶ αὖθις εἰσῄεσαν
δυσχεραίνοντες. † κἀντεῦθεν οὐδεὶς ἠδύνατο τῶν συνόντων
αὐτῷ πρὸς τὴν τοσαύτην ἀμετακλινῆ στάσιν, ἀλλὰ μετώκλαζον
ἅπαντες ἄλλοτε ἄλλος· καὶ ὁ μὲν ἐφηδράζετο, ὁ δ’
 ἐπλαγίαζε τὴν κεφαλὴν ἐρεισάμενος, ὁ δ’ εἰς τοῖχον ὑπήρειδεν
ἑαυτόν. μόνος πρὸς τὸν τοσοῦτον πόνον ἀμειλίκτως
εἶχεν ὁ βασιλεύς. καὶ τίς γὰρ τῆς ἐκείνου φερεπονίας λόγος
ἐφίκοιτο; μυριάνδρου γὰρ οὔσης τῆς διαλέξεως πολλὰ μὲν
ἕκαστος ἐλάλει καὶ ἀμετροεπῶς ἐκολῴα καθ’ ὅμηρον ἄλλος 
 μεταστὰς παρεδίδου ἐτέρῳ τὴν λαλιὰν κἀκεῖνος εἰς ἄλλον 
μετέπεμπεν, εἶτ’ αὖθις οὗτος εἰς ἕτερον. καὶ ἦν μὲν ἐν
διαλείμμασι τούτοις ἡ στάσις, ὁ δὲ τὴν στάσιν εἶχεν ἀπέραντον
μέχρι πρώτης ἢ καὶ δευτέρας ἀλεκτοροφωνίας. μικρὸν
δὲ διαναπαυόμενος ἡλίου πάλιν ἀνίσχοντος ἐπὶ τοῦ θρόνου
 καθῆστο, καὶ πάλιν ἕτεροι πόνοι καὶ ἀγῶνες διπλοῖ τοὺς 
νυκτερινοὺς ἐκείνους διαδεχόμενοι. ἐκ ταύτης τοιγαροῦν
τῆς αἰτίας ἡ ὀδύνη τῶν ποδῶν ἐνσκήπτει τοῦ αὐτοκράτορος.
ἔκτοτε δὲ μέχρι τέλους ἐκ διαστημάτων τινῶν χρονικῶν
ἐπῄει τὸ ῥεῦμα ὀδύνην ἐπάγον σφοδράν. ὁ δὲ τοσοῦτον
 ἐγκαρτερῶν ἦν, ὡς μηδέποτε γογγυστικὸν εἰπεῖν ῥῆμα, ἀλλὰ 
τὸ “ἀξίως πάσχω· εὐλόγως μοι ταῦτα γίνεται διὰ τὴν τῶν
ἐμῶν ἁμαρτιῶν πληθύν”. εἰ καί που δὲ τῶν χειλέων
ῥῆμα μικροψυχίας ἐκδεδραμήκει, εὐθὺς τῷ τοῦ σταυροῦ
σημείῳ κατὰ τοῦ παλαμναίου ἐχρῆτο δαίμονος “φεῦγε”
 λέγων “ἐξ ἐμοῦ, πονηρέ· οὐαί σοι καὶ τοῖς σοῖς κατὰ τῶν
Χριστιανῶν μηχανήμασιν”. ἀλλὰ τὰ μὲν τῆς τῶν ποδῶν
ἀλγηδόνος ἱκανῶς ἡμῖν εἰρήσθω τὰ νῦν· εἰ δέ τις τῇ νόσῳ
 

 
ταύτῃ συνήρατο κἀκ τοῦ κερασθέντος τούτῳ μεστοῦ πικρίας
 κρατῆρος, καθὼς ἐν ὀλίγοις ἐνσημανούμεθα, ἕνα μὴ λέγω
τὸ πᾶν, καὶ τὰς ἀλγηδόνας συνηύξανε, κἀν ἡ βασιλὶς μέλιτι
τὸν κρατῆρα περιχρίουσα τὰ πολλὰ διολισθαίνειν τῶν κακῶν
προσεμηχανᾶτο φύλαξ ἀνύστακτος τοῦ αὐτοκράτορος οὖσα, 
προσερρίφθω καὶ οὗτος τῷ λόγῳ καὶ ἔστω τρίτη τις αἰτία
τῆς νόσου τοῦ βασιλέως οὐ προκαταρκτικὴ μόνον ἀλλὰ καὶ
συνεκτικωτάτη κατὰ τοὺς παῖδας τῶν ἰατρῶν. οὐ γὰρ
καθάπαξ προσκεκρουκὼς ἐκεῖνος ἀπῆν, ἀλλὰ συμπαρῆν καὶ
σνμπαρωμάρτει ὡς ἐν τοῖς ἀγγείοις οἱ πονηρότατοι τῶν 
χυμῶν· μᾶλλον δέ, εἴ τις εἰς τὴν ἐκείνου φύσιν ἀπεῖδεν,
 οὐ μόνον αἰτία νοσήματος ἦν, ἀλλὰ καὶ ἄντικρυς νόσημα
καὶ βαρύτατον σύμπτωμα. ἀλλ’ ἐπέχειν τὸν λόγον ἀνάγκη
 τὴν γλῶτταν ἐνδακόντας καὶ μὴ παρεκθέειν τῆς λεωφόρου,
κἀν ὅτι μάλιστα προθυμότατος ᾖ κατὰ τῶν κακουργοτάτων 
ἐφάλλεσθαι. εἰς καιρὸν γὰρ τὸν προσήκοντα τὰ περὶ τούτου
τεταμιεύσθω μοι.

Ὁ δὲ λόγος ἐχέσθω τῆς τῶν Κελτῶν] διηγήσεως.
αὐλίζεται μὲν οὖν ὁ αὐτοκράτωρ κατὰ τὴν πέραθεν Δάμαλιν·
ἐκεῖσε γὰρ τοῦτον ὁ λόγος περαιωσάμενον καταλέλοιπε. 
καὶ συνέρρεον αὐτίκα ἅπαντες νιφετοῦ δίκην διαπερῶντες
πρὸς αὐτὸν αὐτοῦ που προσμένοντα, τὸ μὲν τὴν ἁπάντων
ἔλευσιν ἀπεκδεχόμενον, τὸ δὲ καὶ τὴν σφοδρὰν ἐκείνην
 ὀδύνην Ῥαϊσαι ἐλπίζοντα. πλησιφαῆ δὲ τὴν σελήνην ἤδη
θεασάμενος, ἐπεὶ συμπαρῆν καὶ ἡ Αὔγουστα τῆς τῶν ποδῶν 
ὀδύνης ἐπιμελουμένη καὶ κουφίζουσα τούτου τὰς ἀλγηδόνας
διὰ παντοίας ἐπιμελείας, ὡς “εἴ ποτε’’ εἶπεν ὁ βασιλεύς
“ἐς προνομὴν οἱ Τοῦρκοι ὁρμῆσαι ἐβούλοντο, ὁ καιρὸς
ἤδη ἐπιτήδειος πάρεστι, καὶ ἄχθομαι τὸν προσήκοντα καιρὸν
ἀπολωλεκώς’’. ἑσπέρας μὲν ἴφη τοῦτο, κατὰ δὲ τὸ περίορθρον 
εἰσελθὼν ὁ περὶ τὸν κοιτῶνα τῶν βασιλέων ἐνασχολούμενος
ἐκτομίας τὴν τῶν Τούρκων ἐς Νίκαιαν κατήγτῶν
 

 
γειλεν ἔφοδον καὶ τοῦ τηνικαῦτα ταύτην φρουροῦντος 
Εὐσταθίου τοῦ Καμύτζη γραφὴν ὑπεδείκνυ τὰ κατ’ αὐτοὺς 
διαλαμβάνουσαν. ὁ γοῦν αὐτοκράτωρ μηδὲ μικρὸν ἀναμείνας
μηδὲ μελλήσας ὅλως, ἀλλ’ οἷον τῆς συνεχούσης αὐτὸν ὀδύνης
 ἐπιλαθόμενος δι’ ἁρμαμάξης τῆς πρὸς Νίκαιαν φερούσης
ἥψατο τῇ δεξιᾷ χειρὶ λύγον κατέχων. οἱ δὲ στρατιῶται
τηνικαῦτα τὰ δόρατα † τούτων ἀναλαβόμενοι κατ’ ἴλας
στοιχηδὸν ἐφ’ ἑκάτερα ἵεντο. καὶ οἱ μὲν παρέθεον τούτῳ,
οἱ δὲ προέπεμπον, οἱ δὲ συνείποντο συγχαίροντες μὲν αὐτῷ
 κατὰ τῶν βαρβάρων ἐξορμήσαντι , ἀνιώμενοι δὲ διὰ τὴν
ἀπείργουσαν αὐτὸν ἱππάζεσθαι ὀδύνην. ὁ δὲ πρὸς θάρσος 
ὤτρυνεν ἅπαντας νεύμασι τε καὶ λόγοις ἡδὺ προσμειδιῶν
αὐτοῖς καὶ προσφθεγγόμενος. δι’ ἡμερῶν δὲ τριῶν κατέλαβε
τόπον τινὰ Αἰγιαλοὺς καλούμενον, ἐξ οὗ πρὸς τὴν
 Κιβωτὸν διαπλῴσασθαι ἔμελλεν. ἐπειγόμενον δὲ τοῦτον
τὴν διαπεραίωσιν ὁρῶσα ἡ Αὔγουστα συνταξαμένη τούτῳ
πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπορεύετο. τοῦ δὲ αὐτοκράτορος
τὴν Κιβωτὸν καταλαβόντος προσέρχεταί τις αὐτῷ λέγων ἐκκρίτους
σατράπας τεσσαράκοντα χιλιάδων διαιρεθῆναι καὶ 
 τοὺς μὲν ἐς προνομὴν τῆς Νικαίας καὶ τῶν παρακειμένων
αὐτῇ χωρῶν κατελθεῖν, τὸν δὲ Μονόλυκον καὶ τὸν * τὰ
παρὰ τὴν θάλασσαν δῃώσασθαι. οἵτινες τά τε παρακείμενα
τῇ περὶ τὴν Νίκαιαν λίμνῃ καὶ τὴν Προῦσαν δῃώσαντες,
ὡς δὲ καὶ τὴν Ἀπολλωνιάδα, αὐτοῦ που περὶ ταύτην ηὐλίσαντο
 κἀκεῖσε τὴν λείαν πᾶσαν ἀφελόμενοι ὁμοῦ πρὸς τὰ
πρόσω ἐχώρησαν τό τε Λοπάδιον καὶ πάντα τὰ ξυμπαρακείμενα
λῃσάμενοι, ἀλλὰ καὶ αὐτήν, φησι, τὴν Κύζικον
καταλαβόντες ἐξ ἐφόδου ἀπὸ τοῦ μέρους τῆς θαλάσσης κατἐσχον 
ἔσχον τοῦ ταύτην φρουροῦντος μηδοπωσοῦν ἀντισχόντος,
 

 
ἀλλ’ ἀγεννῶς ἐκεῖθεν ὑποχωρήσαντος. εἶτα τόν τε Κοντογμὴν
καὶ τὸν Ἀμὴρ Μουχοῦμετ τῶν ἐκκρίτων ἀρχισατράπας διὰ
τῶν Λεντιανῶν πρὸς τὸ Ποιμανηνὸν ἀπιέναι ἐφελκομένους
λείαν πολλὴν καὶ ἄνδρας πλείστους δορυθηράτους καὶ γύναια
καὶ παῖδας, ὅσους ἀφῆκεν ὁ σίδηρος. τὸν δέ γε Μονόλυκον 
ποταμόν τινα διαπεράσαντα Βαρηνὸν ἐγχωρίως καλούμενον,
ῥέοντα μὲν ἀπό τινος ὄρους Ἴβιδος καλουμένου, ἀφ’
 πολλοὶ καὶ ἄλλοι ἀπορρυίσκονται ποταμοί, Σκάμανδρος τε
καὶ Ἀγγελοκωμίτης καὶ ἔμπηλος, πρός τε τὸ Πάριον ἀπονενευκέναι 
καὶ τὴν ἐφ’ Ἑλλησπόντου Ἄβυδον καὶ δι’ Ἀτραμυττίου 
τε καὶ τῶν χλιαρῶν διεληλυθότα μετὰ πάσης αἰχμαλωσίας
ἀναιμάκτως καὶ ἄνευ μάχης τινός. πρὸς ταύτην
τὴν ἀγγελίαν ὁ αὐτοκράτωρ τὸν Καμύτζην δοῦκα τηνικαῦτα
Νικαίας χρηματίζοντα διὰ γραμμάτων παρεκελεύσατο παρέπεσθαί
τε τοῖς βαρβάροις μετὰ πεντακοσίων στρατιωτῶν 
καὶ τὰ κατ' αὐτοὺς διὰ γραμμάτων δηλοῦν, φείδεσθαι δὲ
 τῆς μετ' αὐτῶν συμπλοκῆς. ὁ δὲ ἐξελθὼν τῆς Νικαίας καταλαμβάνει
 τόν τε Κοντογμὴν καὶ τὸν Ἀμὴρ Μουχοῦμετ καὶ
τοὺς λοιποὺς εἰς τὰ καλούμενα Ἀόρατα καὶ ὥσπερ τῆς τοῦ
αὐτοκράτορος παραγγελίας ἐπιλαθόμενος παραχρῆμα τούτοις 
προσβάλλει. οἱ δὲ τὸν αὐτοκράτορα προσδόκιμον ἔχοντες καὶ
τοῦτον εἷναι τὸν ἐπεισπεσόντα νομίσαντες πτοηθέντες τὰ νῶτα
διδόασι. Σκύθην δέ τινα τηνικαῦτα κατασχόντες καὶ παρὰ
τούτου πυθόμενοι, ἐπεὶ τὸν Καμύτζην ἐγνώκεσαν εἶναι, τὰς
ἀκρολοφίας διῄεσαν καὶ θαρρύνοντες ἑαυτοὺς διά τε τυμπάνων 
καὶ ἀλαλαγμῶν ἀνεκαλοῦντο τοὺς ἁπανταχῇ σκεδασθέντας
 τῶν ὁμοφύλων. οἱ δὲ ἀνακλητικὸν τουτὶ τὸ σύνθημα
γινώσκοντες πάντες συνέρρεον. ἐπανελθόντες οὖν κατὰ τὴν
πεδιάδα τὴν διακειμένην ἐγγὺς κάτωθεν τῶν καλουμένων
Ἀοράτων αὖθις ἠθροίσθησαν. ὁ δέ γε Καμύτζης τὴν 
 

 
λείαν πᾶσαν ἀφελόμενος ἐξ αὐτῶν οὐκ ἤθελε μέχρι τοῦ
Ποιμανηνοῦ καταλαβεῖν, ὡς οὖ τὰ κατ´ αὐτὸν ἐν τούτῳ διαθέσθαι
(πολίχνιον δὲ τοῦτο ἐρυμνότατον), ἀλλὰ περὶ τὰ
Ἀόρατα ἐμβραδύνων ἔλαθε καθ´ ἑαυτοῦ βουλευςάμενος. οἱ
 βάρβαροι γὰρ ἐν τῷ ἀκινδύνῳ γεγονότες οὐκ ἐπελάθοντο
τοῦ Καμύτζη, ἀλλ´ ἐνήδρευον τοῦτον διὰ παντός. καὶ με- 
μαθηκότες ἔτι αὐτὸν εἰς τὰ Ἀόρατα ἐνδιατρίβοντα καὶ τὰ
περὶ τὴν λείαν ἅπασαν καὶ τοὺς δορυαλώτους διατιθέμενον
παραχρῆμα τὰς ὑπ´ αὐτοὺς δυνάμεις κατ´ ἴλας καταστησάμενοι
 περὶ δείλην ἑῴαν εἰσπίπτουσιν αὐτῷ. τὸ μὲν οὖν
πλεῖον τοῦ στρατεύματος τοῦ Καμύτζη τοσαύτην πληθὺν
βαρβάρων ἐπεισπεσοῦσαν αὐτοῖς ἑωρακότες φυγῇ τὴν ἑαυτῶν
σωτηρίαν ἐδόκουν πραγματεύσασθαι· αὐτὸς δὲ μετὰ τῶν Σκυθῶν
καὶ τῶν Κελτῶν καὶ ὁπόσοι τῶν Ῥωμαίων εὐψυχότεροι
 ἦσαν ἐκθύμως ἐμάχετο. καὶ τηνικαῦτα οἱ τούτων πλείους 
πίπτουσιν· ὁ δέ γε Καμύτζης μετ´ ὀλίγων καταλειφθεὶς
ἔτι ἀντείχετο τῆς μάχης. καιρίαν δὲ ὁ ἵππος, ἐν ᾧ ἐπωχεῖτο,
πληγεὶς κατὰ γῆς ἔρριπτο. ὁ δέ γε τούτου ἀδελφιδοῦς
Καταρόδων οὕτω καλούμενος ἀποβὰς τοῦ ἰδίου ἵππου
 τοῦτον αὐτῷ δίδωσι. Βαρὺς δὲ ὢν ὁ ἀνὴρ καὶ μέγας ῥᾳδίως 
τοῦ ἵππου ἐπιβῆναι οὐκ εἶχεν· ἔνθεν τοι καὶ μικρὸν ἀναποδίσας 
ἐπί τινα δρῦν ἑαυτὸν προσερείσας καὶ τὸν ἀκινάκην
σπασάμενος τάς τε σῳζούσας ἀπολωλεκὼς ἐλπίδας, ὁπόσοι
τούτῳ τῶν βαρβάρων συμπλακῆναι κατετόλμων, κατά γε 
 κόρυθος καὶ ὤμων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν χειρῶν παίων οὐκ
ἐνεδίδου. ἐπὶ πολὺ γοῦν τοῦτον ἀντέχοντα ὁρῶντες οἱ βάρβαροι 
καὶ πολλοὺς κτείνοντα, πολλοὺς δὲ καὶ τιτρώσκοντα
ὑπεραγάμενοι τὴν τοῦ ἀνδρὸς τόλμαν καὶ τὸ σταθηρὸν αὐτοῦ
θαυμάσαντες τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ διὰ ταῦτα πραγματεύσασθαι
 ἐβουλήθησαν. ὁ δὲ ἀρχισατράπης Μουχοῦμετ τὴν
 

 
κλῆσιν τοῦτον καὶ πάλαι γινώσκων καὶ τηνικαῦτα ἀναγνωρίσας
ἀνακόπτει μὲν τῆς ὁρμῆς τοὺς αὐτῷ συμπλεκομένους, ἀποβὰς
δὲ τοῦ ἵππου μεθ’ ὧν ἔτυχε προσελθὼν ἔφη “μὴ
πρόκρινε τῆς σῆς σωτηρίας τὸν θάνατον· ἀλλὰ δίδου μοι
τὴν χεῖρα καὶ σῴζου”. ὁ δὲ ὑπὸ τοσούτων περιστοιχούμενον 
ἑαυτὸν ὁρῶν καὶ μὴ πρὸς τοσούτους ἀντέχειν ἔτι δυνάμενον
 δίδωσι χεῖρας τῷ Μουχοῦμετ. καὶ ὃς ἐφ’ ἵππον τοῦτον ἐπιβιβάσας
τοὺς αὐτοῦ πόδας δεσμεῖ, ὡς μὴ ῥᾳδίως ἀποδρᾶσαι
δύνασθαι. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ τῷ Εὐσταθίῳ συμπεσόντα·
 ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ στοχασάμενος τῆς ἀτραποῦ, δι’ ἧς διιέναι 
ἔμελλον, ἄλλην τραπόμενος διά τε τῆς Νικαίας διελθὼν καὶ
τῶν Μαλαγίνων καὶ τῶν οὕτω καλουμένων βασιλικῶν (ταῦτα
δὲ τέμπη εἰσὶ καὶ δύσβατοι ἀτραποὶ περὶ τὰς ἀκρολοφίας
τοῦ Ὀλύμπου διακείμενα) κατέρχεται εἰς τὰ Ἀληθινὰ κἀκεῖσε
 καταλαμβάνει τὴν Ἀκροκὸν ἐπειγόμενος προκαταλαβεῖν ἀπὸ 
τῶν ἔμπροσθεν τοὺς Τούρκους καὶ οὕτω καρτερῶς μετ’ αὐτῶν
συνάψαι τὸν πόλεμον. οἱ δὲ μηδὲ μνείαν ὅλως Ῥωμαϊκοῦ
στρατεύματος εἰς νοῦν λαβόντες τὸν κατὰ τὴν τέμπειαν διακείμενον
καλαμῶνα καταλαβόντες ἐκεῖ που περιχυθέντες ἐξέκειντο.
ἐπεὶ δὲ ἀπηγγέλη τῷ αὐτοκράτορι ἀπερχομένῳ κατ᾿ 
αὐτῶν τὴν πεδιάδα τῆς τεμπείας τοὺς βαρβάρους καταλαβεῖν,
ἀπὸ διαστήματος ἱκανοῦ τὸ στράτευμα εἰς πολέμου τύπον
καταστήσας καὶ παραταξάμενος ἔμπροσθεν μὲν Κωνσταντῖνον
 τὸν Γαβρᾶν καὶ τὸν Μοναστρᾶν ἔταξεν, ἐφ’ ἑκάτερα δὲ ἰλαδὸν
καταστήσας τὸ στράτευμα τὴν οὐραγίαν τῷ Τζιπουρέλῃ καὶ 
τῷ Ἀμπελᾷ πολλὴν τὴν τοῦ πολέμου πεῖραν ἐκ μακροῦ
ἐσχηκόσι δέδωκε. τὸ δὲ μέσον τῆς παρατάξεως αὐτὸς διέπων
ὅλας συνετάραττε φάλαγγας καὶ οὕτως ὥσπερ κεραυνὸς
τοῖς Τούρκοις ἐμπεσὼν καρτερὸν τὸν μετ’ αὐτῶν συνῆψε
πόλεμον. πολλοὶ μὲν οὖν τηνικαῦτα κτείνονται τῶν βαρβάρων 
ἀγχεμάχου τῆς μάχης γεγονυίας, πολλοὶ δὲ καὶ δορυθήτὴν
 

 
ρατοι ἄγονται. οἱ δὲ τῷ καλαμῶνι προσπεφευγότες τέως
ἐσῴζοντο· ὁ δὲ αὐτοκράτωρ λαμπρὰν τὴν κατ' αὐτῶν νίκην
ἀράμενος πρὸς τὸν καλαμῶνα ἐπιστραφεὶς ἔσπευδε κἀκεῖθεν
τούτους ἀπελάσαι. οἱ δὲ στρατιῶται διὰ τὸ βαλτῶδες καὶ 
 πυκνὸν τοῦ καλαμῶνος μὴ δυνάμενοι εἰσιέναι ἐν ἀμηχανίᾳ
ἦσαν. καὶ ὃς περιζώσας τὸν καλαμῶνα διὰ τῶν στρατιωτῶν
πῦρ ἐκ μέρους τοῦ καλαμῶνος ἁφῆναι ἐπέταξε. τούτου δὲ
γενομένου ἡ φλὸξ εἰς ὕψος ἦρτο μέγα· οἱ δὲ ἐντὸς φεύγοντες
τὸ πῦρ εἰς τὰς τῶν στρατιωτῶν ἐνέπιπτον χεῖρας. καὶ
 τούτων δὲ οἱ μὲν παρανάλωμα ξίφους ἐγίνοντο, οἱ δὲ πρὸς
τὸν αὐτοκράτορα ἤγοντο.

Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τοὺς ἀπὸ τοῦ Καρμὲ
κατελθόντας βαρβάρους· ὁ δὲ Ἀμὴρ Μουχοῦμετ μεμαθηκὼς 
τὴν συμφορὰν τὴν περὶ τοὺς ἀπὸ τοῦ Καρμὲ Μουσουλμάνους
 κατόπιν εὐθὺς ἐλαύνει τοῦ βασιλέως ἑνωθεὶς μετὰ τῶν κατὰ
τὴν Ἀσίαν οἰκούντων Τουρκομάνων καὶ τῶν λοιπῶν, ὥστε
ξυνέβαινε τὸν αὐτὸν διώκειν τε καὶ διώκεσθαι. οἱ μὲν γὰρ
ἀμφὶ τὸν Μουχοῦμετ βάρβαροι τὸν αν̓τοκράτορα ἰχνηλατοῦντες
ἐδίωκον· ὁ δὲ τοὺς ἀπὸ τοῦ Καρμὲ μεταπορευόμενος
 ἦν, ὥστε μέσον ἀμφοῖν ἐναπείληπτο. ἀλλὰ τοὺς μὲν ἔφθασε
νενικηκώς, οἱ δὲ διώκοντες ἔξω κακῶν εἱστήκεισαν ἔτι. ἐπεὶ
δ’ ἀθρόον τῇ οὐραγίᾳ τοῦ αὐτοκράτορος προσέπεσεν ὁ Μουχοῦμετ, 
πρώτως περιτυγχάνει τῷ Ἀμπελᾷ. ὁ δὲ ἐν αἰσθήσει 
τοῦ αὐτοκράτορος ὢν καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ πλέον θαρσήσας καὶ
 ἄλλως θρασὺς ὢν ὁ ἀνὴρ μηδὲ πρὸς μικρὸν περιμείνας τοὺς
μετ’ αὐτόν, ὥστε σὺν εὐταξίᾳ τὴν μετὰ τῶν Τούρκων προσβολὴν
δόξασθαι, κατὰ τοῦ Μουχοῦμετ ἵεται. παρείπετο δὲ
καὶ ὁ Τζιπουρέλης. περὶ παλαιοχώριον δέ τι γενομένω
μήπω τῶν ὑπ’ αὐτοὺς στρατιωτῶν ἐφθακότων καταλαμβάνει
 

 
τούτους ὁ Μουχοῦμετ σταθηρότατος ὤν. τὸν ἵππον δὲ τοῦ
Ἀμπελᾶ, οὐ τὸν ἱππότην, διὰ βέλους πλήξας κατὰ γῆς ἔρ-
 ριψεν. ὃ θεασάμενοι οἱ Τοῦρκοι πεζῷ περιτυχόντες κτείνουσιν.
ἀλλὰ καὶ τὸν Τζιπουρέλην ἀναισχύντως κατ' αὐτῶν
ἱέμενον ὁρῶντες τὸν ἵππον, ἐν ᾧ ἐπωχεῖτο, πτερώσαντες 
οἷον τοῖς βέλεσιν ἔξεδρον αὐτὸν ἐποίησαν καὶ διὰ μαχαίρας
παραχρῆμα ἀνεῖλον. οἱ δὲ τὴν οὐραγίαν τηροῦντες στρατιῶται,
ὥστε τοὺς κεκοπιακότας τῶν τὰς σκευὰς τηρούντων
στρατιωτῶν καὶ τοὺς ἵππους φρουρεῖν καὶ τοὺς κατ' αὐτῶν
ἱεμένους ἀπελαύνειν ὡς δύναμις, καταλαβόντας θεασάμενοι 
τοὺς Τούρκους κατ’ αὐτῶν ἵενται καὶ τρέπουσιν αὐτοὺς
κατὰ κράτος. ἐπεὶ δὲ ὁ Καμύτζης μετὰ τῶν Τούρκων τηνι-
 καῦτα δέσμιος παρῆν, τὴν γενομένην σύγχυσιν ἐν τῇ συμβολῇ
τῆς μάχης θεασάμενος καὶ τοὺς μὲν φεύγοντας, τοὺς
δὲ διώκοντας ὁρῶν σταθηρὸς ὢν δρασμὸν μελετήσας τῆς 
ὁδοῦ εἴχετο. περιτυχὼν δὲ αὐτῷ κατάφρακτος τις Κελτὸς
ἵππον δίδωσι· καὶ καταλαμβάνει τὸν αὐτοκράτορα περὶ τὴν
 πεδιάδα τῆς τεμπείας αὐλιζόμενον μεταξὺ φιλαδελφείας καὶ
Ἀκροκοῦ διακειμένην, οὐχ ἑνί, ἀλλὰ πολλοῖς ἀποχρῶσαν
στρατεύμασι. ὁ δὲ τὸν Καμύτζην θεασάμενος μεγάλως αὐτὸν 
ἀποδεξάμενος καὶ σῶστρα τῷ ῥυσαμένῳ τοῦτον Θεῷ θύσας
πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐκπέμπει “εἰπὲ” λέγων “ ὅσα τε
πέπονθας καὶ ὁπόσα ἑώρακας καὶ τὴν ἡμῶν σὺν Θεῷ τοῖς
ἡμετέροις κατάγγειλον ζωήν’’. μεμαθηκὼς δὲ τὴν σφαγὴν
τοῦ Ἀμπελᾶ καὶ τοῦ Τζιπουρέλη καὶ λίαν ἐπὶ τῇ τούτων 
σφαγὴ περιαλγήσας ὁ αὐτοκράτωρ τὴν ψυχὴν ἔφη “δύο
δόντες ἕνα ἐλάβομεν“. ἔθος γὰρ αὐτῷ, ὁπηνίκα
 τινα πόλεμον, ἀνερευνᾶν, εἴ τις ἑάλω τῶν στρατιωτῶν, εἴ
τις ἔργον ἐγεγόνει πολεμίας χειρός· καὶ κἂν ὅλας ἐτρέψατο
 

 
φάλαγγας καὶ νίκην τὴν κατ’ αὐτῶν ἤρατο, ξυμβέβηκε δ’
ἕνα που τυχὸν καὶ τῶν ἐσχάτων στρατιωτῶν ἀπολέσθαι, τὸ
τῆς νίκης εἰς οὐδὲν ἐλογίζετο πρᾶγμα καὶ Καδμείαν ὡς ἀληθῶς
νίκην τὴν νίκην ἐκείνην ἡγεῖτο καὶ ἀντὶ κέρδους ζημίαν.
 αὐτὸς δὲ ἡγεμόνας τινὰς μετὰ τῶν ὑπ' αὐτὸν στρατιωτῶν
ἐς φυλακὴν καταστήσας τῆς χώρας Γεώργιον τὸν Λεβούνην
καὶ ἑτέρους πρὸς τὴν βασιλεύουσαν νικητὴς ἐπανῄει. ὁ μὲν
οὖν Καμύτζης καταλαβὼν τὸ Δάμαλιν καὶ ἐν ἀμφιρύκῳ
εἰσελθὼν περὶ μέσην φυλακὴν τῆς νυκτός, ἐπεὶ τὴν βασιλίδα 
 εἰς τὰ ὑπερκείμενα τῶν ἀνακτόρων ἐγίνωσκεν οὖσαν, κεῖθι
καταλαβὼν πατάσσει τὴν περὶ τὸν αἰγιαλὸν πύλην. τῶν δὲ
ἐρομένων, τίς ἂν εἴη, τὴν ἰδίαν οὐκ ἤθελεν ἀποκαλύπτειν
κλῆσιν, ἀλλὰ τὰς πύλας ᾐτεῖτο ἀποζυγωθῆναί οἱ. μόγις οὖν
τοὔνομα ἀνακαλύψας παραχωρεῖται τῆς εἰσόδου. ἡ δὲ Αὔγουστα
 περιχαρὴς γεγονυῖα ἐδέξατο τοῦτον ἔξω τῆς τοῦ
κοιτῶνος θύρας (Ἀριστήριον τοῦτο πάλαι ὠνόμαζον),
δὲ τοῦτον Τουρκικῶς ἐσταλμένον καὶ θατέρων τῶν
ποδῶν χωλεύοντα διὰ τὸ πληγῆναι ἐν τῷ καιρῷ τῆς μάχης,
περὶ τοῦ αὐτοκράτορος πρώτως ἐρομένη καθεσθῆναι ἐπέταξεν· 
 εἶτα περὶ πάντων πυθομένη καὶ τὴν καινὴν ἐκείνην ἐξ ἀπροσ-
δοκήτου νίκην μεμαθηκυῖα τοῦ αὐτοκράτορος καὶ τὸν δορυάλωτον
ἐλεύθερον ὁρῶσα οὐκ εἶχεν ὑφ’ ἡδονῆς ὅ τι καὶ 
γένοιτο. ἐπέτρεψε δὲ τοῦτον διαναπαύσασθαι μέχρις ἡμέρας
κἄπειτα ἐξελθόντα τὰ συμβεβηκότα διακηρυκεύειν ἅπασι.
 καὶ ὁ μὲν πρωΐθεν ἐξαναστὰς καὶ ἐπιβὰς ἵππου τινὸς μετὰ
τῶν ἐσθημάτων ἐκείνων, μεθ' ὧν ἀφῖκτο τῆς αἰχμαλωσίας
παραδόξως ἐλευθερωθεὶς, ἐπὶ τὸν Κωνσταντίνιον φόρον
ἐλήλυθε. καὶ πᾶσα ἡ πόλις εὐθὺς ἐπ’ αὐτῷ ἐκεκίνητο ὁμοῦ
μὲν καὶ τὰ κατ' αὐτὸν μαθεῖν ἐπειγομένη, ὁμοῦ δὲ καὶ τὰ
 κατὰ τὸν αὐτοκράτορα πλέον ποθοῦσα. αὐτὸς δὲ περιστοιχησάντων
αὐτὸν ἱππέων πολλῶν καὶ πεζῶν τά τε κατὰ τὸν 
πόλεμον λαμπρῷ τῷ στόματι διηγήσατο καὶ ὅσα τότε ξυνδὲ
 

 
έκυρσε κατὰ τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατεύματος καὶ δὴ καὶ ὁπόσα
ὁ βασιλεὺς κατὰ τῶν βαρβάρων ἐμηχανήσατο καὶ ὅπως ἤρατο
νίκην λαμπρὰν πολλαπλασίαν τὴν ἐκδίκησιν ποιησάμενος·
καὶ τέλος ἐπέθηκε τὴν παράδοξον ἑαυτοῦ ἀπὸ τῶν βαρβάρων
φυγήν. οἷς ἐπευφήμησεν ὅλον τὸ πλῆθος καὶ μέχρις 
αἰθέρος ὁ κρότος τῆς εὐφημίας ἀνεληλύθει.

Ταῦτα μὲν οὕτως ἐτετέλεστο καὶ ἡ Κωνσταντίνου
ἐνεπέπληστο τῶν τοῦ βασιλέως κατορθωμάτων. καὶ γὰρ ὡς
 ἀληθῶς ὅσον μὲν ἀπὸ τῆς τύχης δυσχερέσι πράγμασιν ὡμιλήκει
λήκει καὶ ἀντίξως ἔχουσι πρός τε αὐτὸν καὶ τὰ τῶν Ῥωμαίων 
πράγματα καὶ ὅλως δυστυχημάτων πλήθει περιερρεῖτο.
ἀλλ’ ἥ γε ἀρετὴ τούτου καὶ τὸ ἐγρηγορὸς καὶ δραστήριον
ἀντέβαινε τε καὶ φιλονείκως εἶχε πρὸς ἅπαν δυστύχημα.
οὐδενὶ γὰρ τῶν ἀνέκαθεν βασιλέων καὶ εἰς τὴν τήμερον
ὄντων πραγμάτων ἐπιπλοκὴ καὶ μοχθηρία παντοδαπῶν ἀνθρώπων 
καὶ οἴκοι καὶ θύραθεν προσεπέλασεν, ὡς ἐπὶ τούτου
τοῦ αὐτοκράτορος εὕρομεν. εἴτε γὰρ ἔδει πονήρως διατεθῆναι
 τὰ τῶν Ῥωμαίων Θεοῦ παραχωροῦντος (οὐδὲ γὰρ ἂν
τῆς ἀστρῴας περιφορᾶς ἐξαπτοίμην ποτὲ τὰ ἡμέτερα) εἴτε
 ἀπὸ τῆς τῶν προβεβασιλευκότων ἀβουλίας εἰς τόδε καταστάσεως 
 στάσεως τὰ τὴς Ῥωμαϊκῆς δυναστείας ἔστη, ὄχλος πραγμάτων
καὶ πολυκύμαντος τάραχος ἐπὶ τῶν καιρῶν τῆς βασιλείας
τοὐμοῦ πατρὸς συνελήλυθεν. ἅμα γὰρ κατὰ ταὐτὸν
καὶ Σκύθης ἀπὸ βορρᾶ καὶ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας Κελτὸς
καὶ ἐξ ἀνατολῶν Ἰσμαὴλ ἐτετάρακτο χωρὶς τῶν ἀπὸ θαλάσσης 
κινδύνων, ἄνευ τῶν θαλασσοκρατούντων βαρβάρων, ἄνευ
τῶν πειρατικῶν ἀναρίθμων νηῶν, ἃς ἡ τῶν Σαρακηνῶν
ἐτεκτόνευσε μῆνις, ἃς ἡ τῶν Οὐετόνων συνεπλέξατο πλεονεξία
καὶ κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς βασιλείας δύσνοια. καὶ γὰρ
 ἐποφθαλμιῶσι πάντες αὐτῇ. φύσει γὰρ οὖσα δεσπότις τῶν 
ἄλλων ἐθνῶν ἡ βασιλεία Ῥωμαίων ἐχθρωδῶς διακείμενον
ἔχει τὸ δοῦλον, καὶ ἐπειδὰν ἐπιδράξαιτο καιροῦ, φέρεται
 

 
ἄλλος ἄλλοθεν ἐκ γῆς καὶ θαλάττης ἕκαστος. ἀλλὰ τὰ μὲν
πρότερον καὶ τὰ τῆς πρὸ ἡμῶν βασιλείας ἐλαφρότατα ἦν
καὶ κουφότερα· ἐπὶ δὲ τοὐμοῦ πατρὸς ἅμα τε ἐπιβεβήκει
τοῦ βασιλικοῦ ἅρματος καὶ εὐθὺς ἐπισυνέρρευσεν ἁπανταχόθεν
 ἅπαντα τὰ δεινά· καὶ ὁ Κελτὸς ἐκεκίνητο καὶ ἐδείκνυ
τοῦ δόρατος τὴν ἀκμὴν καὶ ὁ Ἰσμαὴλ τόξον ἐνέτεινε καὶ τὸ
Νομαδικὸν ἅπαν ἔθνος καὶ Σκυθικὸν ὅλον ἁμάξαις παμμυρίαις 
ἐπέβρισεν. ἀλλ’ ἴσως τις ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος
καὶ ἐντυγχάνων τῷ συγγράμματι δεδεκασμένην εἴποι
 τῇ φύσει τὴν γλῶτταν. ἐγὼ δὲ οὐ μὰ τοὺς τοῦ βασιλέως
ὑπὲρ τῆς τῶν Ῥωμαίων εὐδαιμονίας κινδύνους, οὐ μὰ τὰ
τοῦ πατρὸς ἀθλήματα καὶ τὰς συμφοράς, ἃς ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν
στιανῶν ἐπεπόνθει, οὐκ ἔγωγε χαριζομένη τᾠμῷ πατρὶ τὰ
τοιαῦτα καὶ λέγω καὶ γράφω. ἥ γε καὶ ὅπη τὸν πατέρα
 σφαλλόμενον ἴδοιμι, ἄντικρυς καὶ παραβαίνω τὸν νόμον τὸν
φυσικὸν καὶ τῆς ἀληθείας ἐξέχομαι φίλον μὲν καὶ τοῦτον 
ἡγουμένη, φιλτέραν δὲ τὴν ἀλήθειαν ἔχουσα· ἀμφοῖν γὰρ
ὄντοιν φίλοιν, ὥς πού τις ἔφη φιλόσοφος, κράτιστον προτιμᾶν
τὴν ἀλήθειαν. ἀλλὰ τοῖς πράγμασιν αὐτοῖς ἐπακολουθοῦσα
 καὶ μήτε προστιθεμένη παρ’ ἐμαυτῇ μήτε ὑφαιροῦσα
τὰ ξυμπεσόντα καὶ λέγω καὶ γράφω. καὶ ἐγγύθεν ὁ
ἔλεγχος· οὐ γὰρ εἰς μυριοστὸν ἔτος ἀνάγω τὸ σύγγραμμα, 
ἀλλ’ εἰσὶν οἵτινες εἰς τὴν τήμερον περιόντες καὶ τὸν πατέρα
τὸν ἐμὸν ἐγνωκότες καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν ἀφηγούμενοι, ἀφ’ ὧν
 καὶ οὐκ ὀλίγα τῆς ἱστορίας ἐνταυθοῖ συνηράνιστο ἄλλων
ἄλλο τι διηγουμένων καὶ μεμνημένων ὧν ἕκαστος ἔτυχε καὶ
πάντων ὁμοφωνούντων. τὰ μὲν γὰρ πλείω καὶ ἡμεῖς συνῆμεν
τῷ πατρὶ καὶ τῇ μητρὶ συνειπόμεθα. οὐ γὰρ ἦν τὸ
ἡμέτερον τοιοῦτον οἷον οἰκουρικὸν καὶ ὑπὸ σκιὰν καὶ τρυφὴν
 στρεφόμενον. ἀλλ’ ἐμὲ γὰρ ἐξ αὐτῶν σπαργάνων, ὄμνυμι 
τὸν ἐμαυτῆς Θεὸν καὶ τὴν ἐκείνου μητέρα, πόνοι καὶ θλίψεις
παρέλαβον καὶ συμφοραὶ συνεχεῖς, αἱ μὲν ἔξωθεν, αἱ δὲ
 

 
οἴκοθεν. τὰ μὲν γὰρ τοῦ σώματος ὁποδαπῶς εἶχον, οὐκ
ἂν εἴποιμι, λεγέτωσαν δὲ ταῦτα οἱ περὶ τὴν γυναικωνῖτιν
καὶ καταλεγέτωσαν. τὰ δὲ ἔξωθεν καὶ ὅσα μοι συνεπεπτώκει
οὔπω τὸν ὄγδοον ὑπερελασάσῃ χρόνον καὶ ὅσους ἐχθροὺς
ἡ τῶν ἀνθρώπων μοι κακία παρεβλάστησε, τῆς Ἰσοκράτους 
Σειρῆνος δεῖται, τῆς Πινδαρικῆς μεγαλοφωνίας, τοῦ Πολέμωνος
 ῥοίζου, τῆς Ὁμηρικῆς Καλλιόπης, τῆς Σαπφικῆς λύρας
ἤ τινος ἄλλης παρὰ ταύτας δυνάμεως. οὐδὲν γάρ ἐστι τόν
δεινῶν οὐ μικρόν, οὐ μεῖζον, οὐκ ἐγγύθεν, οὐ πορρωτέρω,
ὃ μὴ εὐθὺς ἐπέβρισε καθ’ ἡμῶν. καὶ δῆτα καὶ ὑπερέσχε 
σαφῶς τὸ κλυδώνιον καὶ ἔκτοτε καὶ μέχρι τοῦ νῦν καὶ μέχρι
οὗ τὸ σύγγραμμα τουτὶ γράφω ἡ τῶν συμφορῶν ἐπωρύεταί
μοι θάλαττα καὶ ἄλλα ἐπ’ ἄλλοις καταλαμβάνει τὰ κύματα.
ἀλλὰ γὰρ ἔλαθον εἰς τὰς ἐμαυτῆς συμφορὰς παρασυραμένη·
 νῦν οὖν ἐπὶ νοῦν ἐλθοῦσα ἐπανανήξομαι καθάπερ ἀνάρρουν 
 ποιησαμένη καὶ πρὸς τὰς πρώτας λαβὰς ἐπανέλθοιμι. τὰ
μὲν οὖν, ὡς εἶπον, παρ’ ἐμαυτῆς ἔχω, τὰ δὲ καὶ ἀπὸ τῶν
ξυστρατευσαμένων τῷ αὐτοκράτορι ποικίλως περὶ τούτων
μανθάνουσα καὶ διά τινων πορθμέων εἰς ἡμᾶς διαβιβαζόντων
τὰ τοῖς πολέμοις ξυμβεβηκότα, μάλιστα δὲ καὶ αὐτοπροσώπως 
περὶ τούτων διηγουμένων πολλάκις ἤκουον τοῦ τε
αὐτοκράτορος καὶ Γεωργίου τοῦ Παλαιολόγου. ἐγὼ δὲ καὶ τὰ
πολλὰ τούτων συνελεξάμην καὶ κράτιστα ἐπὶ τοῦ μετὰ τὸν
ἐμὸν πατέρα τρίτου τὰ τῆς βασιλείας σκῆπτρα διέποντος,
ὅτε καὶ πᾶσα κολακεία καὶ ψεῦδος τῳ πάππῳ αὐτῷ συναπἐρρευσε
 πάντων τὸν ἐφιστάμενον μὲν θρόνον κολακευόντων,
πρὸς δὲ τὸν ἀπερρυηκότα μηδέν τι μὲν θωπείας ἐνδεικνυμένων,
γυμνὰ δὲ τὰ πράγματα διηγουμένων καὶ αὐτὰ λεγόντων
ὥσπερ ἐσχήκασιν. ἐγὼ μὲν γὰρ τὰς ἐμαυτῆς συμφορὰς ἀποδυρομένη
κατὰ τόδε καιροῦ τρεῖς βασιλεῖς θρηνοῦσα τὸν τὸν 
πατέρα καὶ αὐτοκράτορα καὶ τὴν ἐμὴν δεσπότιν καὶ μητέρα
καὶ βασιλίδα καὶ τὸν ἐμόν, οἴμοι, σύζυγον Καίσαρα ἐγγωνιάζω
 

 
τὰ πολλὰ καὶ βιβλίοις καὶ Θεῷ προσανάκειμαι. καὶ οὐδὲ
τοῖς ἀφανεστέροις ἐξέσται τῶν ἀνθρώπων παρ’ ἡμᾶς φοιτᾶν,
μὴ ὅτι γε δι’ ὧν μανθάνειν εἴχομεν, ἅπερ παρ’ ἄλλων 
διακηκοότες ἐτύγχανον, καὶ τοῖς τοῦ πατρὸς οἰκειοτάτοις.
 εἰς τριακοστὸν γὰρ τοῦτο ἔτος, μὰ τὰς τῶν μακαριωτάτων
αὐτοκρατόρων ψυχάς, οὐκ ἐθεασάμην, οὐκ εἶδον, οὐχ ὡμιλήκειν
ἀνθρώπῳ πατρῴῳ, τοῦτο μὲν τῶν πολλῶν ἀπερρυηκότων,
τοῦτο δὲ τῶν πολλῶν ἀπειργομένων τῷ φόβῳ. καὶ
τούτοις γὰρ ἡμᾶς κατεδίκασαν οἱ κρατοῦντες τοῖς ἀτοπήμασι
 μηδὲ θεατοὺς εἶναι ἀλλ’ ἐστυγημένους τοῖς πλείοσιν. ἃ δὲ
συνειλόχειν τῆς ἱστορίας, ἵστω Θεός, ἴστω ἡ ὑπερκόσμιος 
μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἐμὴ δεσπότις, ἀπό τινων συνελεξάμην
ξυγγραμμάτων ἀχρείων καὶ ἀσπούδων παντάπασι καὶ γερόν- 
των ἀνθρώπων στρατευσαμένων κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ, καθ’
 ὃν οὑμὸς πατὴρ τῶν σκήπτρων Ῥωμαίων ἐπείληπτο, χρησαμένων
δὲ συμφοραῖς καὶ μετασχηματισθέντων ἀπὸ τῆς
κοσμικῆς τύρβης εἰς τὴν τῶν μοναχῶν γαληνιαίαν κατάστασιν.
τὰ γὰρ εἰς χεῖρας ἐμὰς ἐμπεσόντα συγγράμματα ἁπλᾶ μὲν
ἦσαν τὴν φράσιν καὶ ἀπερίεργα καὶ τῆς ἀληθείας ἐχόμενα
 καὶ οὐδέν τι κομψὸν ἐπιδεδειγμένα οὐδὲ ῥητορικὸν ὄγκον
ἐπισυρόμενα. τὰ δὲ παρὰ τῶν γεραιτέρων ἐκδιηγούμενα τῆς
αὐτῆς ἦσαν καὶ λέξεως καὶ διανοίας τῶν συγγραμμάτων 
ἐχόμενα· καὶ ἐτεκμηράμην ἐξ αὐτῶν τὴν τῆς ἱστορίας ἀλήθειαν
συμβάλλουσα καὶ παρεξετάζουσα τὰ παρ’ ἐμαυτῆς ἱστορούμενα
 πρὸς τὰ παρ’ ἐκείνων λεγόμενα καὶ τὰ παρ’ ἐκείνων
πρὸς τὰ παρ’ ἐμαυτῆς, ἅπερ αὐτὴ ἐξ αὐτοῦ τε τοὐμοῦ πατρὸς
καὶ τῶν πρὸς πατρὸς καὶ μητρὸς ἐμοὶ θείων ἠκηκόειν πολλάκις.
ἀφ’ ὧν ἁπάντων τὸ τῆς ἀληθείας ἅπαν σῶμα συνεξυφαίνεται.
ἀλλ’ ὅπερ ἄνωθεν εἶπον περὶ τῆς τοῦ Καμύτζη
 τῶν βαρβάρων ἀποφυγῆς καὶ τῆς παρ’ ἐκείνου πρὸς τοὺς
πολίτας δημηγορίας, ὁ λόγος ἐχέσθω. ὁ μὲν γὰρ διηγήσατο 
τὰ συμπεπτωκότα, καθάπερ εἴπομεν, καὶ ὅσα ὁ βασιλεὺς
 

 
κατὰ τῶν Ἰσμαηλιτῶν ἐτεχνάσατο· οἱ δὲ τῆς Κωνσταντίνου
οἰκήτορες μία φωνὴ καὶ χεῖλος ‘ὲν γεγονότες ἀνευφήμουν,
ὕμνουν τὸν αὐτοκράτορα, ἐξεθείαζον, ἐμακάριζον τῆς ατρατηγίας,
οὐκ οὐκ ὅπως τὴν ἐπ᾿ αὐτῷ ἡδονὴν κατασχεῖν. ἀλλὰ
τὸν μὲν Καμύτξην σὺν εὐθυμία παραπέμψαντες οἴκαδε μεθ’ 
ἡμέρας τινὰς δέχονται καὶ τὸν αὐτοκράτορα νικητὴν τροπαιοῦχον,
ἀνίκητον στρατηγόν, ἀήττητον βασιλέα, σεβαστόν αὐτοκράτορα.
 κράτορα. καὶ οἱ μὲν οὕτως· ὁ δὲ εἰσεληλυθὼς τὰ βασίλεια
 καὶ σῶστρα θύσας Θεῷ καὶ τῇ Θεομήτορι τῶν συνήθων
 εἴχετο τρόπων. τοὺς γὰρ ἔξωθεν πολέμους καταστησάμενος 
καὶ τὰς τῶν τυράννων στάσεις ἀποκρουσάμενος εἰς δικαστήρια
καὶ νόμους ἀπέβλεπεν. ἦν γὰρ παρ’ ἑκάτερον καιρὸν
καὶ εἰρήνης καὶ μάχης ἄριστος οἰκονόμος. ἔκρινε γὰρ ὀρφανὸν
καὶ ἐδικαίου χήραν καὶ κατὰ πάσης ἀδικίας δριμύτατον ἔβλεπεν
ὀλίγα τὸ σῶμα διαναπαύων ἐν κυνηγεσίοις τε καὶ ἀνέσεσι. 
καὶ γὰρ μετὰ τῶν ἄλλων ἐφιλοσόφει καὶ τοῦτο, χαλιναγωγεῖν
τὸ σῶμα καὶ εὐαγωγότερον ἑαυτῷ καθιστᾶν. ἐξεδίδου μὲν
γὰρ αὐτὸ τοῖς πόνοις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, πάλιν δὲ ἐπανεκαλεῖτο
 τῶν πόνων· καὶ ἡ ἄνεσις τούτῳ δεύτερος πόνος,
βιβλίων ἀνάγνωσις καὶ ἐξέτασις καὶ ἡ τοῦ “ἑρευνᾶτε τὰς 
γραφὰς” παραγγέλματος ἐπιμέλεια. τὰ δ’ αὖ κυνηγέσια καὶ ἡ
ἀπὸ τοῦ σφαιρίζειν παιδιὰ δευτέρου λόγου καὶ τρίτου προσῆν
τᾠμῷ πατρί, ἕως ἔτι νεώτερος ἦν καὶ οὔπω τὸ θηρίον, ἡ
τῶν ποδῶν διάθεσις, αὐτῷ ἐπισυνεπλάκη καθάπερ ὄφις τις
σκολιὸς καὶ αὐτὸ δὴ τοῦτο τὸ τῆς κατάρας δάκνων αὐτοῦ 
τὴν πτέρναν. ἐξ ὅτου δὲ τὰ τοῦ νοσήματος ὑπήρρξατο καὶ
εἰς ἀκμὴν ἧκε, τότε δὴ καὶ γυμνασίοις ἑαυτὸν ἐπεδίδου καὶ
τοῖς ἱππάσμασι καὶ ταῖς ἄλλαις παιδιαῖς παράγγελμα τοῦτο
 λαβὼν ἐξ ἰατρικῆς ἐπιστήμης, ἵνα ταῖς συνεχέσιν ἱππασίαις
διαφοροῖτό τι τῆς καταρρεούσης ὕλης καὶ τοῦ ἐπιβρίθοντος 
βάρους κουφίζοιτο. τοῦτο γὰρ τὸ πάθος ὁ ἐμὸς πατήρ,
καθάπερ εἰρήκειν ἄνωθεν, οὐκ ἐξ ἑτέρας αἰτίας ἔξωθεν,
ἀλλ’ ἀπὸ τῶν πόνων καὶ τῶν καμάτων ὑπὲρ τῆς Ῥωμαίων
δόξης ἐσπάσατο.

Οὔπω ἐνιαυτὸς εἷς παρεληλύθει καὶ λογοποιουμένην
ἀκηκοὼς οὖθις [περὶ] τῶν Κομάνων διὰ τοῦ Ἴστρου διαπεραίωσιν
ὀγδόης ἤδη ἐπινεμήσεως ἐφισταμένης ἀρχομένου
φθινοπώρου κατὰ μῆνα Νοέμβριον ἔξεισι τῆς βασιλίδος τῶν
 πόλεων καὶ τὰς δυνάμεις ἁκάσας μεταπεμψάμενος κατατίθησι
τούτους εἴς τε Φιλιππούπολιν καὶ εἰς τὸν λεγόμενον 
Πετριτζὸν καὶ Τριάδιτζαν καὶ εἰς τὸ θέμα τοῦ Νίσου μέχρι
καὶ τῆς παρίστρας Βουρανιτζόβης ἐπισκήψας πολλήν τε περὶ
τοὺς ἵππους αὐτῶν ἐνδείκνυσθαι ἐπιμέλειαν, ὥστε πίονας 
 γεγονότας ἐν καιρῷ μάχης δύνασθαι φέρειν τοὺς ἐπιβάτας,
αὐτὸς δὲ κατὰ τὴν Φιλιππούπολιν ἐνδιατρίβει. πόλις δὲ
αὕτη περὶ τὴν τῆς Θρᾴκης μεσόγειαν. Εὖρος τῇ πόλει
παραρρεῖ πρὸς βορρᾶν ἄνεμον πνέοντα· ῥεῖ μὲν γὰρ οὗτος
ἀπὸ τῶν περάτων αὐτῶν τῆς Ῥοδόπης καὶ πολλὰς ποιούμενος
 ἕλικας καὶ καμπὰς παραμείβει τε τὴν Ἀδριανοῦ πολλῶν καὶ 
ἄλλων ἐς ταὐτὸ ποταμῶν συνεμβεβληκότων καὶ περὶ τὴν
Αἶνον πόλιν ἐκδίδωσιν εἰς τὴν θάλασσαν. Φίλιππον δὲ
ὅταν εἴπω, οὐ τὸν Μακεδόνα λέγω, τὸν τοῦ Ἀμύντου, νεωτέρα
γὰρ ἡ πόλις τοῦ Φιλίππου τούτου, ἀλλὰ τὸν Ῥωμαῖον Β
 Φίλιππον, ὃς ὑπερωμίας γέγονεν ἀνὴρ καὶ τὴν ἰσχὺν καὶ 
τὸ σῶμα ἀνυπόστατος. πολίχνιον δὲ ἦν τὰ πρῶτα καὶ πρὸ
Φιλίππου Κρηνίδες ὀνομαζόμενον, παρ᾿ ἐνίων δὲ Τριμοῦς.
ἀλλ᾿ ὅ τε μέγιστος ἐκεῖνος Φίλιππος εἰς μέγεθος τὴν πόλιν
ἐξάρας καὶ περικυκλώσας ταύτην τείχεσι περιβόητον τῶν ἐν
 Θρᾴκῃ πεποίηκε πόλεων ἱππικά τε καταστησάμενος ἐν αὐτῇ
μέγιστα καὶ ἄλλα τινὰ κατασκευάσματα θαύματος ἄξια, ὧν
ἴχνη κατέλαβον καὶ αὐτὴ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἐπιδεδημηκυῖα
τὴν πόλιν κατὰ χρείαν νινά. ἡ δὲ πόλις τρίλοφός
ἐστιν ἑκάστου λόγου περιζωννυμένου τείχει μεγάλῳ καὶ 
 ὑψηλῷ· ὅπου δὲ πρὸς πεδιάδας ὑποκύπτει καὶ ὁμαλότητας,
τάφρος αὐτὴν περιθέει παρ᾿ Εὔρῳ κειμένη. καὶ ἦν, ὡς
 

 
ἔοικε, ποτὲ πόλις ἡ πόλις αὕτη μεγάλη τε καὶ καλή. ἀφ’
οὗ δὲ Ταῦροι καὶ Σκύθαι τὴν πόλιν ἐν τοῖς ἀνέκαθεν χρόνοις
ἠνδραποδίσαντο, εἰς τόδε τοῦ σχήματος ἡ πόλις κατέστη,
ἐν ᾧ ἡμεῖς κατειληφότες αὐτὴν ἐπὶ τῶν τοῦ ἐμοῦ πατρὸς
σκήπτρων τὴν πόλιν μεγαλόπολιν ὡς ὄντως ἐτεκμηράμεθα. 
ἐδυστύχει δὲ μετὰ τῶν ἄλλων καὶ ἀσεβῶν ἐπιδημίᾳ πολλῶν.
Ἀρμένιοι τε γὰρ διενείμαντο τὴν πόλιν ταύτην καὶ οἱ λεγόμενοι
 Βογόμιλοι, περὶ ὧν ὕστερον καὶ αὐτῶν καὶ τῆς τούτων
αἱρέσεως ἐροῦμεν κατὰ καιρόν, καὶ δὴ καὶ οἱ δυσθεώτατοι
Παυλικιανοί, τῆς Μανιχαϊκῆς ἀποσπάδαι τυγχάνοντες, ἐκ 
Παύλου καὶ Ἰωάννου, ὡς καὶ τοὔνομα λέγει, γεγενημένοι,
οἳ τῆς ἀσεβείας τοῦ Μανέντος ἐπισπασάμενοι ἄκρατον τοῖς
ἀπ’ ἐκείνων μεταδεδώκασιν. ἠβουλόμην οὐν τὸ δόγμα τῶν
Μανιχαίων ἐπιδραμεῖν καὶ συνεσπειραμένως ἀναπτύξαι,
 προσέτι σπουδάσαι τε] τὴν ἀνατροπὴν τῶν ἀθεωτάτων 
δογμάτων τούτων. ἀλλ’ ἅμα μὲν εἰδυῖα, ὅτι πᾶσίν ἐστι
καταγέλαστος ἡ τῶν Μανιχαίων αἵρεσις, ἅμα δὲ καὶ πρὸς
τὴν ἱστορίαν ἐπισπεύδουσα παρίημι τοὺς κατὰ τούτων ἐλέγχους.
καὶ ἄλλως δὲ οὐ τοὺς τῆς ἡμετέρας αὐλῆς μόνον,
ἀλλὰ καὶ αὐτὸν οἶδα τὸν καθ’ ἡμῶν λελυττηκότα Πορφύριον 
ἐν πλείοσι κεφαλαίοις εἰς ἀτοπίαν πολλὴν συνωθήσαντα τὸ
τῶν Μανιχαίων φλύαρον δόγμα ἐπιστημονικώτατα περὶ τῶν
δύο ἀρχῶν ἐπισκεψάμενον, εἰ καὶ ἡ μοναρχία τούτου εἰς
 τὴν Πλατωνικὴν ἑνάδα ἢ καὶ τὸ ‘ὲν τοὺς ἀναγινώσκοντας
ἀναγκάζει συνάγειν. ἡμεῖς γὰρ μοναρχίαν τιμῶμεν, οὐχ ἡ 
‘ὲν πρόσωπον περιγράφει. οὐδὲ τὸ ‘ὲν τὸ τοῦ Πλάτωνος
προσηκάμεθα· τουτοῒ τὸ παρ’ Ἕλλησιν ἄρρητον καὶ παρὰ
Χαλδαίοις ἀπόρρητον· ἐξαρτῶσι γὰρ αὐτοῦ πολλὰς καὶ ἄλλας
ἀρχὰς ἐγκοσμίους τε καὶ ὑπερκοσμίους. ἀλλὰ τούτους δὴ
τοὺς ἀπὸ Μανέντος καὶ Παύλου καὶ Ἰωάννου, τῶν τῆς 
 

 
Καλλινίκης, ἀγριωτέρους ὄντας τὰς γνώμας καὶ ὠμοὺς καὶ
μέχρις αἵματος διακινδυνεύοντας ὁ ἐν βασιλεῦσιν ἐκεῖνος 
θαυμάσιος Ἰωάννης ὁ Τξιμισκῆς πολέμῳ νικήσας έηαβδρα- 
ποδισάμενος ἐκ τῆς Ἀσίας ἐκεῖθεν ἀπὸ τῶν Καλύβων καὶ
 τῶν Ἀρμενιακῶν τόπων εἰς τὴν Θρᾴκην μετήνεγκε καὶ τὰ
περὶ τὴν Φιλιππούπολιν αὐλίζεσθαι κατηνάγκασεν, ἅμα μὲν
τῶν ἐρυμνοτάτων πόλεων καὶ φρουίων, ἃ κατεῖχον τυραν νιῶντες,
ἀπαγαγών, ἅμα δὲ καὶ φύλακας ἐπιστήσας ἀσφα λεστάτους
τῶν Σκυθικῶν ἐκείνων διεκδρομῶν, ἃς ὑποσύχνως
 ὑπὸ βαρβάρων τἀπὶ Θρᾴκης ἐπεπόνθει χωρία· ὑπερβαίνον-
τες γὰς τὰ τέμπη τοῦ Αἵμου τὰς ὑπὸ τοῦτον πεδιάδας
κατέτρεχον. ὁ δ᾿ Αἷμος οὗτος ὄρος ἐστὶ μακρότατον κατὰ
γραμμὴν παράλληλον τῇ Ῥοδόπῃ κείμενον. ἄρχεται μὲν ἀπὸ 
τοῦ Εὐξείνου Πόντου τὸ ὄρος καὶ μικρὸν παραμείβων τοὺς
 καταρράκτας μέχρις αὐτῶν Ἰλλυρικῶν διήκει· οἶμαι δ᾿ , ὅτι
Καὶ διακοπτόμενον τῷ Ἀδριαντικῷ πελάγει πάλιν εἰς ἀντι- 
πέραν ἤπειρον ἀναλαμβάνει καὶ μέχρις αὐτῶν Ἑρκυνίων
δρυμῶν ἀποτελευτᾷ. ἑκατέρωθεν δὲ τῶν καταρρύτων αὐτοῦ
πολλὰ καὶ πλουσιώτατα ἔθνη νέμεται Δακῶν μὲν ὄντων
 βορειοτέρων καὶ τῶν Θρᾳκῶν, νοτιωτέρων δὲ Θρᾳκῶν τε
Αὐτῶν καὶ Μακεδόνων. τοῦτον τὸν Αἷμον διαπερῶντες οἱ
νομμάδες Σκύθαι κατὰ τοὺς ἀνέκαθεν χρόνους, πρὶν ἢ τοῦ
Ἀλεξίου τὸ δόρυ καὶ οἱ πολλοὶ ἀγῶνες εἰς πανωλεθρίαν
Κατήνεγκαν, πανστρατιᾷ τὴν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν ἐκάκουν 
 καὶ μάλιστα τὰς ἐγγυτέρους πόλεις, ὧν προὐκάθητο ἡ πάλαι
πολυθρύλλητος Φιλιππούπολις. ὁ δὲ Τζιμισκῆς Ἰωάννης
τοὺς ἐκ τῆς Μανιχαϊκῆς αἱρέσεως ἀντιμάχους ἡμῖν ποιησάμένος 
συμμάχους κατά γε τὰ ὅπλα ἀξιομάχους δυνάμεις τοῖς
νομάσι τούτοις Σκύθαις ἀντἐστηε· καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἀπὸ τῶν
 

 
πλειόνων καταδρομῶν ἀνέπνευσέ τὰ τῶν πόλεων. οἱ μέντοι
Μανιχαῖοι φύσει ὄντες ἐλεύθεροι καὶ ἀνυπότακτοι τὸ εἰωθὸς
ἐποίουν καὶ εἰς τὴν φύσιν ἀνέκαμπτον. πᾶσα γὰρ ἡ
 Φιλιππούπολις πλὴν ὀλίγων ὄντες Μανιχαῖοι τῶν τε αὐτόθι
Χριστιανῶν ἐτυράννουν καὶ τὰ τούτων διήρπαζον μικρὰ 
φροντίζοντες ἢ οὐδὲν τῶν ἀποστελλομένων παρὰ βασιλέως.
ηὔξανον τοίνυν καὶ τὰ κύκλῳ Φιλιππουπόλεως πάντα ἦσαν
αἱρετικοί. συνεισέβαλε δὲ καὶ τούτοις ἕτερος ποταμὸς ὁ
τῶν Ἀρμενίων ἁλμυρὸς καὶ ἄλλος ἀπὸ τῶν θολερωτάτων
πηγῶν Ἰακώβου. καὶ ἦν, ὡς οὕτω γε φάναι, κακῶν ἁπάντων 
μισγάγκεια · καὶ τὰ μὲν δόγματα διεφώνουν, συνεφώνουν δὲ
ταῖς ἀποστασίαις οἱ ἄλλοι τοῖς Μανιχαίοις. ἀλλ’ ὅ γε πατὴρ
 ἐμὸς καὶ αὐτοκράτωρ καὶ πρὸς τούτους τὴν στρατιωτικὴν
 αὐτοῦ πολυπειρίαν ἀντιτάξας τοὺς μὲν ἀμαχὶ συνειλήφει,
τοὺς δὲ καὶ μετὰ μάχης ἠνδραποδίσατο. οἷον δ’ αὖ 
τόδ’ ἔρεξε καὶ ἔτλη καρτερὸς ἀνὴρ πρᾶγμα ὄντως καὶ ἀποστολικώτατον.
 τί γὰρ ἄν τις τοῦτον οὐκ ἐπαινέσειε; πότερον
ὅτι περὶ τὰς στρατηγίας ἀμελῶς εἶχε ; καὶ μὴν ἀνατολὴν καὶ
δύσιν ἐπλήρωσε τῶν στρατηγημάτων. ἀλλ’ ὅτι τοὺς λόγους
παρὰ φαῦλον ἐτίθει; καὶ μήν, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, περὶ τὴν 
θείαν γραφὴν ἐσπουδάκει, ὡς καὶ τὴν γλῶτταν διαθῆξαι
πρὸς τὰς τῶν αἱρετικῶν συμπλοκάς. καὶ μόνος οὗτος ὅπλα
καὶ λόγους ἀνέμιξε καὶ τοῖς μὲν ὅπλοις τοὺς βαρβάρους
ἐνίκα, τοῖς δὲ λόγοις ἐχειροῦτο τοὺς ἀντιθέους, ὥσπερ δὴ
τότε καὶ κατὰ Μανιχαίων ἐξώπλιστο ἀποστολικὴν ἀντὶ στρατηγικῆς 
 ἀναδεξάμενος ἀγωνίαν. καὶ ἔγωγε τοῦτον τρισκαιδέκατον
ἂν ἀπόστολον ὀνομάσαιμι. καίτοι τινὲς Κωνσταντίνῳ
τῷ μεγάλῳ τοῦτο τὸ κλέος προσάπτουσιν · ἐμοὶ δὲ
δοκεῖ ἢ σὺν τῷ Κωνσταντίνῳ τῷ αὐτοκράτορι τετάχθαι
τοῦτον, ἢ εἰ τις φιλονεικείη , ἔστω μετά γε Κωνσταντῖνον 
ἀπόστολος ἅμα καὶ βασιλεὺς ὁ Ἀλέξιος. ὡς γὰρ ἔφθημεν
 

 
ἄνωθεν εἰρηκότες , κατὰ τὴν Φιλίππου γενόμενος διὰ τὰς
εἰρημένας αἰτίας τῶν Κομάνων μήπω καταλαβόντων ὁδοῦ
πάρεργον μεῖζον τοῦ ἔργου ἐποιεῖτο τοὺς Μανιχαίους τῆς
ἁλμυρᾶς μετάγων θρησκείας καὶ τοῦ γλυκέος ἐμφορῶν δόγματος. 
 ἀπὸ πρωΐας οὖν μέχρι δείλης ἑῴας] ἢ καὶ ἑσπέρας,
ἔστιν οὑ καὶ δευτέρας ἢ καὶ τρίτης φυλακῆς τῆς νυκτὸς
μεταπεμπόμενος τούτους τὴν ὀρθότομον ἐδίδασκε πίστιν
ἐξελέγχων τὸ διεστραμμένον τῆς αὐτῶν αἱρέσεως. συμπαρῆσαν
δὲ τούτῳ Εὐστράτιος ὁ τῆς Νικαίας πρόεδρος, ἀνὴρ
 τά τε θεῖα σοφὸς καὶ τὰ θύραθεν, αὐχῶν ἐπὶ ταῖς διαλέξεσι
μᾶλλον ἢ οἱ περὶ τὴν στοὰν καὶ ἀκαδημίαν ἐνδιατρίβοντες,
καὶ αὐτὸς δὴ ὁ τῆς Φιλιππουπόλεως τῷ ἀρχιερατικῷ 
ἐγκαθιδρυμένος θρόνῳ. ἐπὶ πᾶσι δὲ καὶ πρὸ πάντων
τὸν ἐμὸν Καίσαρα Νικηφόρον ὁ αὐτοκράτωρ συναιρόμενον
 εἶχε στομώσας τοῦτον τῇ τῶν θείων βιβλίων μελέτῃ. πολλοὶ 
μὲν οὖν τηνικαῦτα τῶν Μανιχαίων μηδὲ διστάζοντες
ὅλως προσῄεσαν τοῖς ἱερεῦσιν ἐξομολογούμενοι τὰς σφῶν
ἁμαρτίας καὶ τοῦ θείου φωτίσματος ἐπιτυγχάνοντες· πολλοὺς
δὲ ἦν ἰδεῖν τηνικαῦτα ὑπὲρ τοὺς Μακαβαίους ἐκείνους τῆς
 ἰδίας ἀντεχομένους θρησκείας χρήσεις τε καὶ μαρτυρίας τῶν
θείων προφέροντας γραφῶν ἐντεῦθεν ἰσχυροποιεῖν οἰομένους
τὸ σφῶν αὐτῶν κατάπτυστον δόγμα. ἀλλὰ τῇ συνεχεῖ τοῦ
αὐτοκράτορος ὁμιλίᾳ καὶ ταῖς συχναῖς παραινέσεσι καὶ τούτων 
οἱ πλείους πειθόμενοι τοῦ θείου μετέσχον βαπτίσματος. 
 καὶ γὰρ ἐξ ἀνατολῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων ἐς βαθυτάτην νύκτα
πολλάκις τὰ τῆς διαλέξεως παρετείνετο, καὶ τῆς τοιαύτης
ὁμιλίας μὴ ἀφιστάμενος ἄσιτος τὰ πολλὰ διετέλει καὶ ταῦτα
ἐν καιρῷ θέρους ἐν ὑπαίθρῳ σκηνῇ διακαρτερῶν.

Ἐν ὅσῳ δὲ ταῦτα ἐτελεῖτο καὶ ἡ λογικὴ ἐκείνη μετὰ
 τῶν Μανιχαίων συνεκροτεῖτο ἅμιλλα, φθάσας τις ἀπὸ τοῦ
Ἴστρου τὴν τῶν Κομάνων ἀπήγγελλε διαπεραίωσιν. ὁ δὲ
βασιλεὺς μὴ μελλήσας ὅλως πρὸς τὸν Δάνουβιν ἤλαυνε τοῖς
 

 
 περιτυχοῦσι στρατιώταις συγχρησάμενος. καὶ τὴν Βιδύνην
καταλαβὼν καὶ τοὺς βαρβάρους μὴ εὑρηκώς προέφθασαν
γὰρ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος ἔλευσιν μεμαθηκότες εἰς τοὐπίσω
διαπερᾶσαι) παραχρῆμα στρατιώτας γενναίους ἀποδιελόμενος
τὴν τῶν βαρβάρων ἐπιδίωξιν ἐπέτρεψεν. οἱ δὲ κατόπιν 
τούτων παραχρῆμα ἤλαυνον τὸν Ἴστρον διαπεράσαντες. καὶ
ἐπὶ τρισὶ διώκοντες νυχθημέροις , ἐπεὶ τοὺς Κομάνους ἐθεάσαντο
δι’ ὧν ἐπεφέροντο σχεδιῶν τὸν ἐκεῖσε τοῦ ΔανούΒεως
ῥέοντα ποταμὸν διαπεράσαντες, ἄπρακτοι πρὸς τὸν
 αὐτοκράτορα ἐπανέστρεψαν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἠνιάθη μέν, ὅτι 
μὴ κατελήφθησαν παρὰ τῶν στρατευμάτων οἱ βάρβαροι,
ὅμως μέντοι καὶ τοῦτο μέρος νίκης ἡγήσατο, ὅτι ἐξ ἀκοῆς
καὶ μόνης τοὺς βαρβάρους ἀπῶσε καὶ ὅτι πολλοὺς τῶν ἀπὸ
τῆς ΜανιχαΪκῆς αἱρέσεως εἰς τὴν ἡμετέραν μετήνεγκε πίστιν
διπλοῦν στησάμενος τρόπαιον καὶ κατὰ βαρβάρων ἀπὸ τῶν 
ὅπλων καὶ κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἀπὸ τῶν εὐσεβεστάτων λόγων.
 ὑποστρέψας τοίνυν καὶ αὖθις εἰς Φιλιππούπολιν καὶ
μικρὸν διαναπαύσας ἑαυτὸν πάλιν ἀγώνων ἔχετο. τὸν γάρ
τοι Κουλέοντα καὶ τὸν Κούσινον καὶ τὸν ἐπὶ τούτοις Φῶλον,
ἄνδρας προστάτας τῆς ΜανιχαΪκῆς αἱρέσεως καὶ τὰ 
μὲν ἄλλα κατὰ τοὺς ἄλλους Μανιχαίους, δεινοὺς δὲ ἐνστῆναι
τῇ ἑαυτῶν κακοδοξίᾳ καὶ πρὸς τὸ πεισθῆναι λόγοις ἀδαμανρτίνους,
σπαράξαι δὲ τὸ θεῖον λόγιον καὶ κακοσχόλως αὐτὸ ἐκλαβεῖν
εἰς ὑπερβολὴν εὐμηχάνους, τούτους μεταπεμπόμενος
καθ’ ἡμέραν ἑκάστην πρὸς αὐτοὺς τὸν λογικὸν συνεκρότει 
 πόλεμον. καὶ ἦν ἰδεῖν ἀγῶνα διπλοῦν , τοῦ μὲν βασιλέως,
ὅπως σωθεῖεν, καὶ σφόδρα ὑπεραγωνιζομένου, τῶν δ’, ὅπως
νικήσειαν τὴν λεγομένην Καδμείαν, διαφιλονεικούντων. ἑστᾶσι
μὲν γὰρ καὶ οἱ τρεῖς θήξαντες ἀλλήλους καθάπερ συῶν
ὀδόντες καὶ τοὺς λόγους τοῦ αὐτοκράτορος ἐν νῷ ἔχοντες 
 διατέμνειν καὶ εἰ τις τὸν Κούσινον ἐξέφευγεν ἔνστασις,
ταύτης ὁ Κουλέων ἀντελαμβάνετο καὶ ἀμηχανοῦντος Κουτὸ
 

 
λέοντος ὁ Φῶλος αὖθις ἀντεξανίστατο ἢ καὶ πρὸς τὰς
προτάσεις καὶ ὑποφοράς ἄλλος ἐπ’ ἄλλῳ ἠγείρετο
καθάπερ μέγιστα κύματα ἐπὶ μεγάλοις καταλαμβάνοντα κύμασιν. 
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τὰς πάσας τούτων διαλύων ὡς
 ἱστὸν ἀράχνης ἐνστάσεις ἐπέρραπτε μὲν εὐθὺς τῶν ἀκαθάρτων
τὰ στόματα· ὡς δὲ πέπεικεν οὐδαμῶς, τέλος ἀπειρηκὼς
πρὸς τὴν τῶν ἀνδρῶν τούτων ἠλιθιότητα προπέμπει τούτους
εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν ἑστίαν ἀποκληρωσάμενος αὐτοῖς
τὰς περὶ τὸ μέγα παλάτιον περιδρόμους στοάς. οὐ μὴν
 ἄθηρος παντάπασιν ἠν, εἰ καὶ τούτους τοὺς ἀρχηγοὺς λόγοις
τῷ τέως οὐκ ἐθήρασεν, ἀλλ’ ἡμέρας ἑκάστης προσῆγε Θεῷ 
ὅπου μὲν ἑκατόν, ὅπου δὲ καὶ πλείους τῶν ἑκατόν, ὡς συμποσοῦσθαι
τούς τε προτεθηραμένους καὶ τοὺς νῦν ὑπὸ τῆς
τούτου γλώττης ἑαλωκότας εἰς μυρίας καὶ χιλιάδας ἀνδρῶν 
 πολυαριθμήτων. καὶ τί γὰρ δεῖ λέγειν καὶ διατρίβειν περὶ
ὧν ἡ σύμπασα οἰκουμένη ἐπίσταται καὶ μάρτυρές εἰσι καὶ
ἀνατολὴ καὶ δύσις; πόλεις γὰρ ὅλας καὶ χώρας ταῖς παντοδαπαῖς
αἱρέσεσι κεκρατημένας πολυτρόπως εἰς τὴν ἡμετέραν
ὀρθόδοξον μετήνεγκε πίστιν. τοὺς μὲν τὰ πρῶτα φέροντας
 μεγάλων ἠξίου δωρεῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν τοῖς λογάσι
κατέλεγε · τοὺς δὲ χυδαιοτέρους συναθροίσας ἅπαντας καὶ
ὅσοι σκαπανεῖς ἦσαν καὶ περὶ ἄροτρα καὶ βόας ἠσχόληντο,
πάντας συναγαγὼν ἅμα καὶ τέκνοις καὶ γυναιξὶν καὶ πόλιν 
τούτοις δειμάμενος ἀγχοῦ που Φιλιππουπόλεως καὶ πέραν
 Εὔρου τοῦ ποταμοῦ ἐκεῖσε τούτους μετῴκισεν Ἀλεξιούποιν
τὴν πόλιν κατονομάσας ἢ καὶ Νεόκαστρον, ὃ καὶ μᾶλλον
ἐπεκράτησεν, ἀποδασάμενος καὶ τούτοις κἀκείνοις ἀρούρας
τε καὶ οἰνόπεδα καὶ οἰκίας καὶ κτῆσιν ἀκίνητον. οὐ μὴν
ἀφῆκεν αὐτοῖς ἀνίσχυρα τὰ τῶν δόσεων οὐδ’ ὥσπερ Ἀδώἄλλος
 

 
νιδος κήπους σήμερον ἀνθοῦντας καὶ αὔριον καταρρέοντας,
ἀλλὰ καὶ χρυσοβούλλοις λόγοις τὰς πρὸς τούτους ἐνεπέδωσε
δωρεὰς καὶ οὐκ εἰς τούτους μόνους περιισταμένας τὰς χάρι-
 τας ἔστησεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐξ αὐτῶν καὶ τοὺς ἐξ ἐκείνων
διαδοσίμους πεποίηκε· καὶ τούτων διαρρυέντων αἱ γυναῖκες 
αὖθις τῶν δεδωρημένων ἀντέχονται. οὕτως ἐκεῖνος ἐξήπλου
τὰς χάριτας. ταῦτα μὲν οὕτω λελέχθω · τὰ γὰρ πλείω
παρείθη. καὶ μή τις ἐπιμεμφέσθω τὴν ἱστορίαν, ὡς δῆθεν
δωροδοκοῦσαν τὴν συγγραφήν. τῶν γὰρ νῦν ὄντων μάρτυρές
 εἰσι πολλοὶ τῶν ἀφηγουμένων, καὶ οὐκ ἂν ψευδηγορίας 
ἁλοίημεν. καὶ ὁ μὲν αὐτοκράτωρ πάνθ’ ὡς ἐχρῆν πεποιηκὼς
ἀπάρας ἐκεῖθεν εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν μετεσκηνώκει.
 καὶ πάλιν οἱ αὐτοὶ ἀγῶνες καὶ διαλέξεις πρὸς τοὺς ἀμφὶ
 τὸν Κουλέοντά τε καὶ Κούσινον ἐγίνοντο τῷ αὐτοκράτορι
συνεχεῖς. ἀλλὰ τὸν μὲν Κουλέοντα εἷλεν ὡς συνετώτερον, 
οἶμαι, καὶ δυνάμενον παρακολουθῆσαι λόγοις ἀληθείας καὶ
τῆς ἡμετέρας μάνδρας πεποίηκε πρόβατον ἡμερώτατον. ὁ δέ
γε Κούσινος καὶ ὁ Φῶλος ἐξαγριαίνοντες καὶ βαλλόμενοι μὲν
καθάπερ σίδηρος ταῖς συχναῖς τοῦ αὐτοκράτορος ὁμιλίαις,
 ὅμως μέντοι σιδήρεοι μένοντες ἐξετράποντο τε καὶ οὐκ εὐαγώγως 
εἶχον αὐτῷ. καὶ διὰ τοῦτο ὡς πάντων Μανιχαίων
βλασφημοτάτους καὶ καθαρῶς εἰς λαμπρὰν μελαγχολίαν ἐλαύνοντας
εἰς τὴν οὑτωσὶ λεγομένην Ἐλεφαντίνην φρουρὰν
ἐμβαλὼν καὶ τὰ πρὸς χρείαν ἅπαντα δαψιλῶς χορηγῶν μόναις
ταῖς ἑαυτῶν κακοπραγίαις ἀφῆκεν ἀποθανεῖν.

Ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν τὰ κατὰ τὴν Φιλιππούπολιν καὶ 
τοὺς Μανιχαίους ἔργα τοῦ αὐτοκράτορος· ἄλλος δ’ ἐκεῖθεν
αὖθις βάρβαρος ἐξαρτύεται κατ’ αὐτοῦ κυκεών. ἐβουλεύετο
γὰρ ὁ Σολυμᾶς σουλτὰν τὴν Ἀσίαν αὖθις δῃώσασθαι κἀκ
 τοῦ Χοροσᾶ καὶ τοῦ Χάλεπ δυνάμεις μετεκαλεῖτο, εἴ που
γενναίως παρὰ τὸν αὐτοκράτορα ἀντικαταστῆναι σχοίη. ἐπεὶ
δ’ αὐτῷ τὸ πᾶν τῆς τοῦ Σολυμᾶ σουλτὰν βουλῆς πρός τινος
διεμηνύθη, ἐσκόπει καὶ αὐτὸν μέχρι τοῦ Ἰκονίου στρατεῦσαι
καὶ καρτερώτατον τὸν μετ’ αὐτοῦ συναρράξαι πόλεμον. κεῖθι
 γὰρ τὸ σουλτανίκιον τῷ Κλιτζιασθλὰν ἀπομεμέριστο. δυνάμεις 
τοίνυν ἐξ ἀλλοδαπῶν καὶ μισθοφορικὸν μετεκαλεῖτο
πολὺ καὶ τὸ ἴδιον στράτευμα πανταχόθεν μετεπέμπετο. κατ
ἀλλήλων οὖν ἀμφοτέρων τῶν στρατηγῶν τὴν μελέτην ποιουμένων
ἐν τῷ μεταξὺ τὸ σύνηθες ἄλγημα τῶν ποδῶν συνέβη
 τῷ αὐτοκράτορι. καὶ δυνάμεις ἁπανταχόθεν μὲν συνέρρεον,
ἀλλὰ κατὰ στράγγα καὶ οὐκ ἀθρόον διὰ τὸ πόρρω που τὰς
σφῶν εἶναι πατρίδας· ἡ δέ γε ὀδύνη ἀπεῖργε τοῦτον οὐ
τοῦ προκειμένου μόνον ἅψασθαι σκοποῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ βαδίξειν
ἁπλῶς. καὶ κλινήρης ὢν ἤχθετο οὐ τοσοῦτον διὰ τὴν
 τῶν ποδῶν περιωδυνίαν ὁπόσον διὰ τὴν ἀναβολὴν τοῦ κατὰ C
τῶν βαρβάρων ἔργου. οὐκ ἐλάνθανε ταῦτα τὸν βάρβαρον
Κλιτξιασθλάν· ἔνθεν τοι καὶ ἀμεριμνήσας τὸ παρὸν τὴν
Ἀσίαν ἅπασαν ἐλῄζετο ἑπτάκις κατὰ τῶν Χριστιανῶν ἐκσουλτανίκιον
 

 
δρομὰς ποιησάμενος. καὶ γὰρ οὐδέποτε ἐπὶ τοσοῦτον τὸ
ἄλγος ἐκεῖνο τὸν αὐτοκράτορα κατέσχεν · ἐκ διαστημάτων
γὰρ μακρῶν πρὸ τοῦ ἐπερχομένη τούτῳ ἡ νόσος οὐ περιοδικῶς
τὸ τηνικάδε ἀπήντησεν, ἀλλὰ συνεχὴς ἦν καὶ ἐπαλλήλους
τοὺς παροξυσμοὺς ἐδίδου. ἀλλὰ τοῦτο τὸ πάθος πρό- 
 σχῆμα ἐδόκει τοῖς περὶ τὸν Κλιτξιασθλὰν νοσήματος, οὐ
μέντοι νόσημα, ἀλλ’ ὄκνος καὶ ῥᾳθυμία ἔξωθεν περιβεβλημένη
τὴν ποδαλγίαν· κἀντεῦθεν πολλὰ πολλάκις ἀπέσκωπτον
 κἀν ταῖς μέθαις κἀν τοῖς πότοις καθάπερ αὐτοφυεῖς ῥήτορες
ἠθοποιίας τῆς τῶν ποδῶν ὀδύνης τοῦ αὐτοκράτορος οἱ βάρβαροι 
ἐποιοῦντο. καὶ κωμῳδίας ἐγίνετο πρόφασις ἡ τῶν
ποδῶν ἀλγηδών. πρόσωπα γὰρ ἰατρῶν τε καὶ τῶν περὶ
τὸν αὐτοκράτορα διαπονουμένων ὑπεκρίνοντο καὶ αὐτὸν δῆτα
τὸν βασιλέα εἰς τὸ μέσον παράγοντες καὶ ἀναθέμενοι ἐπὶ
κλίνης προσπαίζειν ᾤοντο. καὶ ἐπὶ ταύταις ταῖς παιδιαῖς 
γέλως τοῖς βαρβάροις ἐπῆρτο πολύς. οὐ μὴν ἐλάνθανε ταῦτα
τὸν αὐτοκράτορα κἀντεῦθεν ἠρεθίζετο πρὸς τὴν κατ᾿ αὐτῶν
 μάχην μᾶλλον παφλάζων τὰ τοῦ θυμοῦ. οὐ πολὺ τὸ ἐν μέσῳ
καὶ κουφισθεὶς τῆς ὀδύνης τῆς προκειμένης ὁδοιπορίας εἴχετο.
 τήν τε Δάμαλιν διαπεράσας καὶ τὸν ἀναμεταξὺ Κιβωτοῦ 
καὶ Αἰγιαλῶν διαπλῳσάμενος πορθμὸν καὶ τὴν Κιβωτὸν
καταλαβὼν ἐκεῖθεν εἰς τὸ Λοπάδιν ἄπεισι τὴν τῶν ταγμάτων
ἐκδεχόμενος ἄφιξιν καὶ ὁπόσον μισθοφορικὸν μετεπέμπετο.
ἐπὰν δὲ συνεληλύθεισαν ἅπαντες, ἀπάρας ἐκεῖθεν
σὺν ὅλαις δυνάμεσι τὸ τοῦ κυρίου Γεωργίου καταλαμβάνει 
φρούριον ἀγχοῦ τῆς τῇ Νικαίᾳ παρακειμένης λίμνης διακείμενον
κἀκεῖθεν εἰς Νίκαιαν, εἶτα διὰ τριῶν ἡμερῶν αὖθις
 ὑποστρέφει ἔνθεν τῆς γε τοῦ Λοπαδίου γεφύρας καὶ στρατοπεδεύει
κατὰ τὴν Βρύσιν τοῦ Καρυκέως καλουμένην, οὕτω
 

 
δόξαν αὐτῷ, ἵνα τὸ μὲν στράτευμα πρότερον διὰ τῆς γεφύ
ρας διαβιβάσας ἐν ἐπικαίρῳ τόπῳ τὰς σκηνὰς πήξηται κᾀθ’
οὕτως καὶ αὐτὸς ὁ αὐτοκράτωρ διὰ τῆς αὐτῆς γεφύρας
διελθὼν μετὰ παντὸς τοῦ στρατεύματος τὴν βασιλικὴν καταθείη
 σκηνήν. οἱ δὲ μηχανικώτατοι Τοῦρκοι τὰ κατὰ τὴν
περὶ τοὺς πρόποδας τῶν Λεντιανῶν καὶ τῆς οὕτω καλουμένης
Κοτοιραικίας διακειμένην πεδιάδα λῃζόμενοι, ἐπεὶ
τὴν τοῦ αὐτοκράτορος κατ᾿ αὐτῶν μεμαθήκεισαν ἔφοδον, 
ἐκδειματωθέντες παραυτίκα πυρσοὺς παμπόλλους ἀνῆψαν
 ἐντεῦθεν φαντασίαν τοῖς ὁρῶσι στρατιᾶς πολλῆς παρέχοντες
τάχα. καὶ οἱ μὲν πυρσοὶ τὸν ἀέρα ἐξέκαιον καὶ πολλοὺς
τῶν ἀπείρων ἐξεδειμάτουν· τὸν δὲ αὐτοκράτορα ἐθρόει τούτων
οὐδέν. κἀκεῖνοι μὲν τὴν λείαν πᾶσαν καὶ τοὺς δορυαλώτους
ἀναλαβόμενοι ᾤχοντο· αὐτὸς δὲ κατὰ τὸ περίρυαλώτους
 πρὸς τὴν ἤδη † ἐκεῖσε πεδιάδα ἠπείγετο σπεύδων
αὐτοῦ που τούτους καταλήψεσθαι, ἀλλ’ ἀστοχήσας τῆς ἄγρας
καὶ πολλοὺς μᾶλλον τῶν Ῥωμαίων ἔτι ἐμπνέοντας εὑρηκώς,
πολλοῖς δὲ καὶ νεκρῶν σώμασιν ἐντετυχηκὼς ἤχθετο ὡς 
εἰκὸς καὶ ἤθελε μὲν διώκειν, ἀλλ’ ἕνα μὴ τὸ πᾶν ἀπολέσῃ
 θήραμα, μὴ δυνατοῦ ὄντος τοῦ παντὸς στρατεύματος τοὺς
φεύγοντας ὀξέως καταλαβεῖν, χάρακα μὲν αὐτοῦ που περὶ
τὸ Ποιμανηνὸν πήγνυται καὶ παραχρῆμα ἀπολεξάμενος γενναίους
ψιλοὺς στρατιώτας τὴν ἐπιδίωξιν τῶν βαρβάρων ἐπιτρέπει
παραγγείλας ὅπως χρὴ ἐπιπορεύσασθαι τοὺς ἀλάστορας.
 οἱ δὲ τούτους ἐφθακότες εἴς τινα τόπον Κελλία
ἐγχωρίως ὀνομαζόμενον μετὰ τῆς λείας πάσης καὶ τῶν δορυαλώτων
ὡς πῦρ κατ’ αὐτῶν ἴενται καὶ αὐτίκα πλείστους 
μὲν μαχαίρας ἔργον ἐποιήσαντο, ἐνίους δὲ ζωγρήσαντες καὶ
τὴν λείαν πᾶσαν ἐκεῖθεν ἀναλαβόμενοι μετὰ νίκης λαμπρᾶς
 πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐπανῆλθον. τούτους ἀποδεξάμενος
καὶ τὴν παντελῆ τῶν πολεμίων φθορὰν ἐγνωκὼς πρὸς τὸ
 

 
Λοπάδιον ἐπανέρχεται. κεῖθι δὲ παραγενόμενος καὶ μῆνας
τρεῖς ὅλους ἐγκαρτερήσας τὸ μέν τι δι’ ἀνυδρίαν τῶν δι
ὧν ἔμελλε διελθεῖν μερῶν θέρους γὰρ ὥρα παρῆν καὶ ἡ
ἀλέα ἀφόρητος), τὸ δὲ καὶ τὸ μήπω φθάσαν τοῦ μισθοφορικοῦ
στρατεύματος ἀπεκδεχόμενος. ἐπὰν δὲ ἅπαντες 
 ἀθροισθεῖεν ἐκεῖ, ἐζαναστὰς ἅπαν τὸ ὁπλιτικὸν τηνικαῦτα
κατὰ τὰς ἀκρολοφίας τοῦ Ὀλύμπου καταθέμενος καὶ τῶν
οὕτω καλουμένων Μαλάγνων αὐτὸν τὸν Ἀέρα κατέλαβε. τῆς
δὲ βασιλίδος κατὰ τὴν Πρίγκιπον αὐλιζομένης, ἵν’ ἔχοι ῥᾷον
ἐκεῖθεν τὰ περὶ τοῦ αὐτοκράτορος μανθάνειν περὶ τὸ Λοπάδιον 
ἐπανελθόντος, ὁ βασιλεὺς ἅμα τῷ τὸν Ἀέρα καταλαβεῖν
διὰ τοῦ βασιλικοῦ μονήρους μεταπέμπεται αὐτὴν τὸ
μέν τι καὶ τὸ ἄλγος ὑφορώμενος ἀεὶ τῶν ποδῶν, τὸ δέ τι
καὶ τοὺς συμπαρομαρτοῦντας αὐτῷ τῶν ἐγκολπίων ἐχθρῶν
 δεδιὼς διὰ τὴν ἄκραν αὐτῆς περὶ αὐτὸν ἐπιμέλειαν καὶ τὸ 
ἀγρυπνικώτατον ὄμμα.

Οὔπω τρίτη παρῆλθεν ἡμέρα καὶ ὁ περὶ τὸν βασιλικὸν
κοιτωνίσκον ἀσχολούμενος κατὰ τὸ περίορθρον ἐλθὼν
ἀγχοῦ τοῦ βασιλικοῦ σκίμποδος εἱστήκει. ἡ δὲ βασίλισσα
 διυπνισθεῖσα καὶ τοῦτον θεασαμένη Τούρκων ἡμῖν ἔφοδον 
ἀπαγγέλλειν ἔφη. τοῦ δὲ περὶ τὸ οὕτω καλούμενον τοῦ Γεωργίου
φρούριον ἐφθακέναι λέγοντος κατεσίγασε τοῦτον ἡ
βασιλὶς τῇ χειρί, ἵνα μὴ τὸν αὐτοκράτορα διυπνίσῃ. ὁ δὲ ἐν
αἰσθήσει τῶν λεγομένων γεγονὼς ἐπὶ ταὐτῷ σχήματι καὶ
γνώμης τέως ἦν· ἀνίσχοντος δὲ τοῦ ἡλίου πρὸς τὰς συνήθεις 
ἐργασίας ἐτράπετο ὅλος τῆς τούτου προμηθείας γεγονώς. οὔπω
τρίτη παρῆλθεν ὥρα καὶ ἕτερος ἐκεῖθεν καταλαβὼν ἐγγίζειν
ἤδη τοὺς βαρβάρους ἔλεγεν. ἡ δὲ αὐτοκρατόρισσα ἔτι συμπαρῆν
τῷ αὐτοκράτορι δειλιῶσα μὲν ὡς εἰκός, ἐξεχομένη
 δὲ ὅμως τῆς ἐκείνου γνώμης. ἐπὰν δὲ πρὸς ἄριστον οἱ βασιλεῖς 
ἠπείγοντο, ἕτερος ᾑμαγμένος καταλαβὼν προσουδίσας
 

 
τοῖς ποσὶ τοῦ αὐτοκράτορος ἑαυτὸν ὑπὲρ κεφαλῆς τὸν κίν-
δυνον ἵστασθαι ἐπώμνυτο τῶν βαρβάρων ἤδη ἐπικαταλαμβανόντων.
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ εὐθὺς τὴν πρὸς τὸ Βυζάντιον
ἐπάνοδον τὴν αὐτοκρατόρισσαν ἐπέτρεψεν. ἡ δὲ πτοηθεῖσα
 ἐν μυχοῖς καρδίας ὅμως εἶχε τὸν φόβον καὶ οὔτε λόγοις οὔτε
σχήμασι τοῦτον ἐνέφαινεν. ἀνδρεία γὰρ καὶ στάσιμος οὖσα
τὴν φρένα καθάπερ ἡ παρὰ τοῦ Σολομῶντος ἐν παροιμίαις
ὑμνουμένη ἐκείνη γυνὴ οὐ γυναικῶδες τι ἐνεδείξατο καὶ
ἀθαρσὲς ἦθος, οἷα τὰ πολλὰ τὰς γυναῖκας ὁρῶμεν πασχού- 
 σας, ἐπειδάν τι φοβερὸν ἀκούσωσι· καὶ αὐτὸ τὸ χρῶμα
κατηγορεῖ τῆς ψυχῆς τὴν δειλίαν, καὶ συχνάκις ἀνακωκύουσι
γοερὸν ὥσπερ ἐκ τοῦ σχεδὸν αὐταῖς τῶν δεινῶν ἐφεστηκότων.
ἀλλ’ ἥ γε βασιλὶς ἐκείνη, κἂν ἐδεδοίκει, περὶ τῷ αὐτοκράτορι
ἐδεδοίκει, μή τι πάθῃ ἄτοπον· δευτέρως δὲ περὶ ἑαυτῆς
 ἐπεφόβητο. οὐ τοίνυν ἐκείνη κατ᾿ ἐκεῖνο καιροῦ ἀνάξιόν τι
τῆς ἑαυτοῦ γενναιότητος ἐπεπόνθει, ἀλλ’ ἐχωρίζετο μὲν τοῦ
αὐτοκράτορος ἄκουσα καὶ πυκνὰ περιστρεφομένη πρὸς ἐκεῖνον
καὶ θαμὰ προσβλέπουσα, ὅμως μέντοι συντείνασα ἑαυτὴν καὶ
οἷον τονώσασα μόγις ἀπηλλάγη τοῦ βασιλέως. κἀκεῖθεν κατα- 
 βᾶσα πρὸς θάλασσαν κἄπειτα εἰς τὸ ταῖς βασιλίσιν ἀποτεταγμένον
μονῆρες εἰσεληλυθυῖα τὴν ᾐόνα τῆς Βιθυνῶν
παραπλέουσα θαλαττίου κλύδωνος αὐτὴν κατασχόντος ταῖς
ἀκταῖς τῆς Ἑλενουπόλεως τὴν ναῦν προσορμίσασα κεῖθι
τέως αὐλίζεται. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ περὶ τὴν Αὔγουσταν· ὁ 
 δὲ αὐτοκράτωρ μετὰ τῶν συνόντων στρατιωτῶν τε καὶ συγγενῶν
εὐθὺς ἐπὶ τοῖς ὅπλοις ἦν. καὶ δὴ ἐποχηθέντες ἅπαντες
τὴν πρὸς Νίκαιαν ὥδευον. οἱ δὲ βάρβαροι Ἀλανόν τινα 
κατασχόντες καὶ τὴν τοῦ βασιλέως κατ’ αὐτῶν ἔφοδον δι
αὐτοῦ μεμαθηκότες, δι᾿ ὧν ἦλθον ἀτραπῶν, διὰ τούτων
 ἐπανῄεσαν φεύγοντες. ὁ δέ γε Στραβοβασίλειος καὶ Μιχαὴλ
ὁ Στυπειώτης Στυπειώτην δὲ ἀκούων τις μὴ τὸν μιξοβάρβαρον
νοείτω· ἀργυρώνητος γὰρ τούτου ἐκεῖνος δοῦλος γε-
 

 
γονὼς ἐς ὕστερον τῷ βασιλεῖ ὡς δῶρόν τι πρὸς αὐτὸν προσενήνεκται·
ἀλλά τινα τῶν τῆς μείζονος τύχης), ἄνδρες οὗτοι
μαχιμώτατοι καὶ τῶν πάλαι ὑμνουμένων, οὗτοι] κατὰ
 ἀκρολοφίας τῶν Γερμίων ἐνδιατρίβοντες καὶ τὰς ἀμφόδους
περισκοποῦντες, εἰ που ταῖς ἄρκυσιν αὐτῶν καθάπερ τις 
θήρα οἱ βάρβαροι περιπεσόντες ἁλῷεν, ὡς τὴν τούτων ἔλευσιν
μεμαθήκεισαν, παρὰ τὰς πεδιάδας τὰς οὕτω καλουμένας
ἀνελθόντες καὶ ἀναδεξάμενοι τὸν μετ᾿ αὐτῶν πόλεμον
μάχην συνεστήσαντο καρτερὰν ἡττήσαντες τούτους κατὰ κράτος.
καταλαβὼν δὲ ὁ αὐτοκράτωρ τὸ πολλάκις εἰρημένον 
φρούριον Γεωργίου κἀκεῖθεν αὖθις κωμόπολιν τινα Σαγουδάους
ἐγχωρίως καλουμένην καὶ τοῖς Τούρκοις μὲν μὴ ἐν-
 τυχών, μεμαθηκὼς δὲ τὰ συμβάντα τούτοις παρὰ τῶν ἤδη
ῥηθέντων γενναίων ἀνδρῶν, τοῦ τε Στυπειώτου καὶ τοῦ
Στραβοβασιλείου φημί, καὶ ἀποδεξάμενος τὴν ἐξ αὐτῆς 
ἀρχῆς τόλμαν καὶ νίκην τῶν Ῥωμαίων , τηνικαῦτα ὁ αὐτὸς
αὐτοῦ που ἔξωθεν τουτουὶ τοῦ καστελλίου τὸν χάρακα πήγνυται.
τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν ὡς παρὰ τὴν Ἑλενούπολιν κατελθὼν
τῇ βασιλίδι ἐντετυχήκει ἔτι αὐλιζομένῃ διὰ τὸ τῆς
θαλάττης ἄπλωτον. διηγησάμενος οὖν τὰ συμβάντα τοῖς 
Τούρκοις καὶ ὡς νίκης ἐπιθυμοῦντες συμφορᾷ προσεπέλασαν
 καὶ κρατεῖν φανταζόμενοι μᾶλλον κεκράτηνται καὶ τἀναντία
τῶν προσδοκηθέντων ἐφεύροσαν καὶ τῆς πολλῆς ἀθυμίας
ἀνακτησάμενος αὐτὴν ἄπεισιν ὡς πρὸς Νίκαιαν. ἐκεῖσε δὲ
ἔφοδον ἑτέρων μεμαθηκὼς Τούρκων ἔρχεται πρὸς τὸ Λοπάδιον· 
ἐν ᾧ μικρὸν χρονοτριβήσας καὶ μεμαθηκὼς τὴν
Νίκαιαν καταλαμβάνειν πολὺ Τουρκικὸν στράτευμα τὰς
δυνάμεις ἀναλαβόμενος ἀπονεύει πρὸς Κίον καὶ δι’ ὅλης τῆς
αὐτῆς νυκτὸς μεμαθηκὼς αὐτοὺς τῇ Νικαίᾳ προσπελάζειν
 

 
ἤδη ἀπάρας ἐκεῖθεν ἔρχεται διὰ τῆς Νικαίας πρὸς Μίσκουραν. 
καὶ αὐτοῦ που βεβαιωθείς, ὡς τὸ μὲν ἅπαν στράτευμα
τῶν Τούρκων οὔπω κατέλαβεν , ὀλίγοι δέ τινες παρὰ τοῦ
Μονολύκου ἀποσταλέντες κατὰ τὸ Δολύλον ἐνδιατρίβουσι
 καὶ τὰ τῆς Νικαίας μέρη , ἐφ’ ᾧ τὴν αὐτοῦ περισκοπεῖν
ἔλευσιν καὶ τὰς περὶ αὐτοῦ τῷ Μονολύκῳ διδόναι συνεχεῖς
εἰδήσεις , Λέοντα μὲν τὸν Νικερίτην μετὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν
δυνάμεων εἰς τὸ Λοπάδιον πέπομφεν ἐγρηγορέναι τε διὰ 
παντὸς παρακελευσάμενος καὶ τὰς ἀμφόδους ἐπιτηρεῖν καὶ
 ἅττα δὴ περὶ τῶν Τούρκων γνοίη, ταῦτα διὰ γραφῶν δηλοῦν
αὐτῷ· τὸ δὲ ἐπίλοιπον στράτευμα ἐν ἐπικαίροις καταθέμενος 
τόποις διέγνω βέλτιον εἶναι μηκέτι κατὰ τοῦ σουλτάνου
χωρεῖν στοχαζόμενος τοὺς σωθέντας βαρβάρους τὴν κατ’
αὐτῶν ὁρμὴν διακηρυκεύσασθαι τοῖς κατὰ τὴν Ἀσίαν ἅπασι
 Τούρκοις, ὡς ἐν διαφόροις * ἐντετυχηκότες τοῖς Ῥωμαίοις
προσέβαλλον, ὡς καρτερῶς ἀντέστησαν, ὡς ἡττηθέντες οἱ
μὲν ἑάλωσαν, οἱ δὲ ἀνῃρέθησαν, ὀλίγοι δὲ καὶ τραυματισθέντες
ἀπῴχοντο, κἀκ τούτου διαγνόντες τὴν αὐτοῦ ἐπέλευσιν
οἱ βάρβαροι πορρωτέρω καὶ αὐτοῦ Ἰκονίου γενήσονται καὶ 
 κενόσπουδος αὐτῷ ἡ σπουδὴ γένηται. διὰ ταῦτα στρέψας
τοὺς χαλινοὺς διὰ τῆς Βιθυνῶν τὴν Νικομήδειαν κατέλαβεν,
ἕν’ ἐντεῦθεν ἀπελπίσαντες τὴν κατ’ αὐτῶν ἔφοδον ἐπανέλθοιεν
ἕκαστος, οὗπερ τὴν οἴκησιν πρότερον ἐπεποίητο· ἐπὰν
δὲ ἀποθαρρήσαντες αὖθις εἰς προνομὴν σκεδασθεῖεν, ὡς
 ἔθος τοῖς Τούρκοις, καὶ αὐτὸς ὁ σουλτάνος τοῦ προτέρου
ἅψηται ἔργου, τηνικαῦτα καὶ αὐτὸς τῶν στρατιωτῶν μικρὸν
ἀναπαυσαμένων καὶ τῶν ἵππων καὶ ὑποζυγίων πιόνων ἐντεῦθεν
γεγονότων μετ᾿ οὐ πολὺ σφοδρότερον τοῦ αὐτῶν
ἅψηται πολέμου καὶ τῆς μάχης καρτερῶς ἀνθέξεται. 
 διὰ ταῦτα τὴν Νικομήδειαν ἀναζητήσας, ὡς εἴρηται, καὶ
καταλαβὼν τοὺς συνεφεπομένους αὐτῷ ἅπαντας τῶν στραπαρὰ
 

 
τιωτῶν εἰς τὰς ἐγγύθι κωμοπόλεις κατέθετο, ὡς οἵ τε ἵπποι
καὶ τὰ ὑποζύγια τροφὴν ἀποχρῶσαν ἔχοιεν τῆς Βιθυνῶν
γῆς πολὺν τὸν χόρτον ἀναδιδούσης καὶ αὐτοὶ δὴ οἱ στρα-
τιῶται ῥᾳδίως ἀπό τε τῆς Βυζαντίδος καὶ τῶν πέριξ διὰ
τοῦ παρακειμένου κόλπου ἀποχρῶντα τὰ πρὸς χρείαν κομίζοιντο, 
ἐπισκήψας αὐτοῖς ὅλῃ γνώμῃ πολλὴν ἐπιμέλειαν
 τῶν ἵππων καὶ ἀχθοφόρων κτηνῶν ποιεῖσθαι καὶ μηδ’ εἰς
θήραν μηδ’ εἰς ἱππηλάσιον τὸ παράπαν ἐξιέναι, ἵνα καιροῦ
καλοῦντος πίονες ὄντες τοὺς ἐπιβάτας εὐχερῶς φέροιεν καὶ
πρὸς τὰς κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἱππασίας χρήσιμοι αὐτοῖς εἶεν.

Ταῦτα τοιγαροῦν οἰκονομήσας ἐκεῖνος οἷα σκοπὸς
καθῆστο πόρρωθεν φύλακας διὰ πάσης ἀτραποῦ ἐπιστήσας·
μέλλων δὲ αὐτοῦ που ἡμέρας ἱκανὰς αὐλίζεσθαι μεταπέμπεται
τὴν Αὔγουσταν δι’ ἃς πολλάκις αἰτίας εἰρήκειμεν, ἐφ ’
ᾧ συνεῖναι τούτῳ, μέχρις ἂν τὰς τῶν βαρβάρων ἐφόδους 
ἐνωτισθεὶς ἐκεῖθεν ἀπᾶραι βουληθείη. ἡ δὲ θᾶττον τὴν
 Νικομήδειαν καταλαμβάνει· ὁρῶσα δέ τινας τῶν ἐναντίων
ἐπιγανυμένους οἷον ἐφ’ οἷς ὁ βασιλεὺς ἠπρακτήκει καὶ πανταχοῦ
διαλοιδορουμένους τῷ βασιλεῖ καὶ ὑποψιθυρίζοντας,
 ὡς ἄρα κατὰ τῶν βαρβάρων τοσοῦτον παρασκευασάμενος καὶ 
πολλὰς συνειλοχὼς δυνάμεις καὶ μηδὲν μέγα ἠνυκὼς ἀπέκλινε
πρὸς τὴν Νικομήδειαν, καὶ τοῦτο οὐκ ἐν γωνίαις μόνον,
ἀλλὰ καὶ ἐν πλατείαις καὶ ἀμφόδοις καὶ τριόδοις ἀναισχυντότερον
λέγοντας ἠνιᾶτο καὶ ἤσχαλλεν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τὸ
πέρας τῆς κατὰ τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ ὁρμῆς αἴσιον ἔσεσθαι 
 στοχαζόμενος, δεινὸς ὢν περὶ τὰ τοιαῦτα παρ’ οὐδὲν μὲν
τὰς διατριβὰς ἐκείνων καὶ νεμέσεις ἐτίθετο, ὡς παιδαρίων
ἀθυρμάτων πάμπαν τῶν τοιούτων καταφρονῶν καὶ τοῦ νηπιώδους
αὐτῶν καταγελῶν φρονήματος· τὴν δέ γε Αὔγουσταν
κρείττοσιν ἀνεκτᾶτο λογισμοῖς αὐτὸ τοῦτ’ ἔσεσθαι μείζονος 
νίκης αἴτιον ἐπομνύμενος, ὅπερ ἐκεῖνοι διασύρουσιν. ἐγὼ
μὲν οὖν ἀνδρείαν οἶμαι, ὅταν τις σὺν εὐβουλίᾳ τῆς νίκης
 

 
κρατήσειε· τὸ γὰρ θυμοειδὲς τῆς ψυχῆς καὶ δραστήριον
ἄνευ τοῦ φρονεῖν κατηγορούμενον γίνεται καὶ θράσος ἐστὶν 
ἀντὶ θάρσους. θαρροῦμεν γὰρ τοῖς ὅπλοις καθ’ ὧν δυνάμεθα· 
θρασυνόμεθα δὲ καὶ καθ’ ὧν οὐ δυνάμεθα, ὥσθ’
 ὁπόταν κίνδυνος ἡμῖν ἐπικρέμαται, ἀπὸ * * κατὰ πρόσωπον
προσβαλεῖν, τότε τρόπον ἕτερον τὸν πόλεμον μεταχειριζόμεθα
καὶ ἀμαχεὶ τῶν ἐχθρῶν κρατεῖν ἐπειγόμεθα. καὶ
πρώτη ἐστὶν ἀρετῶν ἡ στρατηγῶν σοφία κτᾶσθαι νίκην
ἀκίνδυνον· τέχνῃ δ’ ἡνίοχος περιγίνεται ἡνιόχοιο, φησὶν Ὅμηρος.
 τὸ γὰρ μετὰ κινδύνου νικᾶν καὶ ἡ Καδμόθεν παροιμία
διαφαυλίζει. ἐμοὶ δὲ ἄριστον νενόμισται καὶ τὸ ἐν αὐτῇ τῇ
μάχῃ μηχανᾶσθαι τι πανοῦργον καὶ στρατηγικόν, ὁπηνίκα
μὴ ἀπόχρη τὸ στράτευμα πρὸς τὴν τῶν ἐναντίων ἰσχύν· 
καθώς ἐστιν ἐκ τῆς ἱστορίας ἀναλέγεσθαι τῷ βουλομένῳ,
 ὡς οὐκ ἄρα μονότροπος ἡ νίκη οὐδὲ μονοειδής, ἀλλὰ διαφόροις
κόποις πάλαι μέχρι τοῦ δεῦρο κατορθουμένη, ὥστε
τὴν μὲν νίκην μίαν εἶναι, τοὺς δὲ τρόπους, δι’ ὧν αὕτη
τοῖς στρατηγοῖς περιγίνεται, διαφόρους τε καὶ ποικίλους τὴν
φύσιν. τινὲς γὰρ τῶν πάλαι ὑμνουμένων στρατηγῶν αὐτῇ
 ἰσχύι * τῷδε τρόπῳ τοὺς ἐναντίους νικήσαντες φαίνονται·
ἄλλῳ δὲ ἄλλοι πολλάκις χρησάμενοι τὴν νικῶσαν εἶχον.
ὁ δέ γε ἐμὸς πατὴρ καὶ βασιλεὺς ὅπου μὲν ἀλκῇ τῶν ἐναντίων
ἐκράτει, ὅπου δὲ καὶ περινοίᾳ τινὶ χρησάμενος, ἔστι δ’ 
οὗ κἀν ταῖς μάχαις αὐταῖς ὀξύ τι στοχασάμενος καὶ τολμήσας
 τὴν νικῶσαν εἶχεν εὐθύς. ὅπου μὲν καὶ στρατηγικῷ
μηχανήματι συγχρησάμενος, ὅπου δὲ καὶ διὰ χειρῶν μαχόμενος
πολλὰ πολλάκις ἐξ ἀπροσδοκήτων ἐστήσατο τρόπαια.
ἦν μὲν γάρ, εἴπερ ἄλλος τις, καὶ φιλοκίνδυνος ὁ ἀνήρ, καὶ
συνεχεῖς ἦν ὁρᾶν αὐτῷ τοὺς κινδύνους ἐγειρομένους, ἀλλὰ
 ποτὲ μὲν γυμνῇ τῇ κεφαλῇ πρὸς τούτους παραπεδύετο καὶ
 

 
 ὁμόσε τοῖς βαρβάροις ἐχώρει , ποτὲ δὲ καὶ ἐσχηματίζετο
 ὑποκατακλίνεσθαι καὶ τὸν ὀρρωδοῦντα ὑπεκρίνετο, ὡς καιρὸς
ἐδίδου καὶ τὰ πράγματα ὑπηγόρευε. καὶ ἴνα συνελοῦσα
τὸ πᾶν εἴποιμι, καὶ φεύγων ἐκράτει καὶ διώκων ἐνίκα, καὶ
ἵστατο καταπίπτων καὶ καταβάλλων ὄρθιος ἦν κατὰ τὴν τῶν 
 τριβόλων θέσιν · καὶ ταῦτα γὰρ ὅπως ἂν ῥίψειας ὀρθά σοι
ἑστήξεται. πάλιν δ᾿ ἐνταῦθα γενομένη παραιτοῦμαι τὴν
μέμψιν, ὅτι περιαυτολογοῦσα καταλαμβάνομαι· ἀλλὰ πολλάκις
ἀπελογησάμην, ὅτι οὐχ ἡ τοῦ πατρὸς εὔνοια τοὺς λόγους
τούτους παρέχεται, ἀλλ’ ἡ τῶν πραγμάτων φύσις. τί 
γὰρ κωλύει πρὸς τῆς ἀληθείας αὐτῆς, καὶ φιλοπάτορα εἶναι
κατὰ ταὐτόν τινα καὶ φιλαλήθη; ἐγὼ μὲν γὰρ τἀληθῆ προειλόμην
ξυγγράφειν καὶ περὶ ἀνδρὸς ἀγαθοῦ· εἰ δὲ τὸν αὐτὸν
ξυμβέβηκεν εἶναι καὶ πατέρα τοῦ ξυγγραφέως, τὸ μὲν τοῦ
πατρὸς ὄνομα προσερρίφθω ἐνταῦθα καὶ κείσθω ἐκ τοῦ 
 παρέλκοντος· τῇ δὲ φύσει τῆς ἀληθείας ἀνακείσθω τὸ σύγγραμμα.
ἐν ἄλλοις μὲν γὰρ τὴν πρὸς τὸν πατέρα ἐνεδειξάμην
εὔνοιαν καὶ διὰ τοῦτο καὶ δυσμενῶν κατ’ ἐμαυτῆς
ἠκόνησα δόρατα καὶ ξίφη παρέθηξα. καὶ ἴσασιν ὁπόσοι τὰ
καθ᾿ ἡμᾶς οὐκ ἠγνόησαν πράγματα. οὐ μὴν ἐν τῷ τῆς 
ἱστορίας σχήματι καταπροδοίην ἂν τὴν ἀλήθειαν. ἄλλος μὲν
γὰρ καιρός· ἐστιν εὐνοίας πατρικῆς, καθ’ ὃν ἡμεῖς ἠνδρισάμεθα,
ἕτερος δὲ καιρὸς ἀληθείας, ὅντινα παραπεπτωκότα οὐκ ἂν
παρὰ φαῦλον θείην. εἰ δ’, ὅπερ εἶπον, καὶ φιλοπάτορας ἡμᾶς
συναποδείκνυσιν ὁ καιρὸς οὗτος, οὐ † παρὰ τοῦ τὰ τῆς 
ἀληθείας ἐπηλυγάσαι τὸ τῶν ἀνθρώπων μεμψίμοιρον. ὁ
 μέντοι λόγος ἀνατρεχέτω αὖθις πρὸς τὸ προκείμενον. ἄλλο
δ’ οὐδὲν ὁ αὐτοκράτωρ ἔργον εἶχεν, ἐφ’ ὅσον ἐκεῖ που τὴν
αὐλαίαν ἐπήγνυτο, ἢ νεολέκτους τῷ παντὶ συγκαταλέγειν στρατεύματι
ἐπιμελῶς τε ἐκπαιδεύειν, ὅπως χρὴ τόξον τείνειν καὶ 
δόρυ κραδαίνειν ἵππον τε ἐλαύνειν καὶ μερικὰς ποιεῖσθαι
 

 
συντάξεις, τὸ καινὸν ἐκεῖνο σχῆμα τῆς παρατάξεως, ὅπερ
αὐτὸς ἐξεῦρεν, ἀναδιδάσκων τοὺς στρατιώτας, ἔστιν οὗ καὶ
αὐτὸς συνιππαζόμενος τούτοις καὶ παραθέων τὰς φάλαγγας
καὶ τὸ δέον ἅπαν ὑποτιθέμενος. τοῦ ἡλίου δὲ τῶν μειζόνων
 ἀφισταμένου κύκλων καὶ παραμείψαντος μὲν τὴν 
φθινοπωρινὴν ἰσημερίαν, ἐπικύπτοντος δὲ ἤδη πρὸς τοὺς
νοτιωτέρους κύκλους, ἐπεὶ οὑτοσὶ εὔθετος ὁ καιρὸς ταῖς 
ἐκστρατείαις ἐδόκει, σὺν ὅλαις δυνάμεσι κατευθὺ Ἰκονίου
ἤλαυνε καθ’ ὃν ἀρχῆθεν προέθετο λογισμόν. καὶ τηνικαῦτα
 τὴν Νίκαιαν καταλαβὼν εὐζώνους στρατιώτας μετ’ ἐμπείρων
ἡγεμόνων ἀποδιελόμενος τοῦ λοιποῦ στρατεύματος εἰς προνομὴν
κατὰ τῶν Τούρκων προεκδραμεῖν τούτους παρεκελεύσατο
διεσπαρμένως τὰς ἐκδρομὰς ποιουμένους· ἀλλὰ μηδέ, 
εἰ τὴν νίκην θεόθεν λάβοιεν καὶ κατατροπώσαιντο τοὺς
 ἐχθρούς, ἐς μακρὰν ἀποτελεῖν τὴν καταδρομήν, ἀρκουμένους
δὲ τῇ δεδομένῃ μετ’ εὐταξίας πάλιν τὴν ὑποστροφὴν παρηγ- 
γύα ποιεῖν. καταλαβόντες οὖν ἅμα τῷ αὐτοκράτορι τόπον
τινὰ * διακείμενον, ἐγχωρίως οὑτωσὶ Γαΐτα προσαγορευόμενον,
ἐκεῖνοι μὲν εὐθὺς ἀπῄεσαν, ὁ δὲ ἀπάρας ἐκεῖθεν σὺν ὅλαις
 δυνάμεσι τὴν κατὰ τὸν Πιθηκᾶν διακειμένην καταλαμβάνει
γέφυραν. εἶτα ἐν τρισὶν ἡμέραις διὰ τοῦ Ἀρμενοκάστρου
καὶ τίν οὕτω καλουμένων Λευκῶν τὰς τοῦ Δορυλέου καταλαμβάνει
πεδιάδας, ἀποχρώσας δὲ ταύτας πρὸς παρατάξεις
κατανοήσας καὶ θέλων ἅπαντας θεάσασθαι καὶ τὴν ὁπλιτικὴν
 πάντως ἐγνωκέναι δύναμιν, ἣν πάλιν ὤδινε πολεμικὴν
σύνταξιν καὶ ἐν διφθέραις πολλάκις συνεγράψατο σχηματίζων 
τὰς παρατάξεις ἦν γὰρ οὐδὲ τῆς Αἰλιανοῦ τακτικῆς ἀδαής),
ταύτην κατὰ τὸν παρεστηκότα τότε καιρὸν ἐν ἀληθείᾳ συντάξας
κατὰ τὸ πεδίον ἐκεῖνο ἐστρατοπέδευσεν. εἰδὼς γὰρ
 οὗτος ἐξ ἐμπειρίας πάνυ πολλῆς, ὅτι ἡ Τουρκικὴ παράταξις
οὐ κατὰ τὰς τῶν ἄλλων ἐθνῶν παρατάξεις συνέστηκεν, οὐδ’,
ὡς Ὅμηρός φησιν, ἀσπὶς δ’] ἄρ’ ἀσπίδ’ ἔρειδε, κόρυς κόρυν,
 

 
ἀνέρα δ’ ἀνήρ, ἀλλὰ καὶ τὸ δεξιόν κέρας τοῖς Τούρκοις καὶ
τὸ εὐώνυμον καὶ τὸ μέτωπον ἀπ᾿ ἀλλήλων διέσπασται καὶ
ἑστήκασιν οἷον ἀπερρωγυῖαι ἀπ᾿ ἀλλήλων αἱ φάλαγγες, καὶ
 ὅταν τις ἐπὶ τὸ δεξιὸν ἢ τὸ εὐώνυμον κέρας ὁρμήσειεν,
ἐφάλλεται αὐτῷ καὶ τὸ μέτωπον καὶ τὸ μετ᾿ ἐκεῖνο μέρος 
τῆς ὅλης παρατάξεως καὶ καθάπερ τινὲς λαίλαπες τὸ ὑποκείμενον
συνετάραξαν· τὰ δὲ πολεμικὰ τούτοις ὄργανα, οὐ
πάνυ δόρασι χρῶνται καθάπερ οἱ λεγόμενοι Κελτοί, ἀλλὰ
πανταχόθεν κυκλοῦντες τὸν ἐχθρὸν τόξοις βάλλουσιν· καὶ
ἔστιν ἡ ἄμυνα τούτων πόρρωθεν· ὁπόταν διώκῃ, ἁλίσκει 
τῷ τόξῳ, καὶ διωκόμενος κρατεῖ τοῖς βέλεσι, καἰ βάλλει
βέλος καὶ τὸ βέλος πετόμενον ἢ τὸν ἵππον ἢ τὸν ἱππότην
ἔπληξεν, ἀπὸ δὲ βαρυτάτης χειρὸς ἀφεθὲν δι’ ὅλου τοῦ
 σώματος παρελήλυθεν· οὕτως εἰσὶ τοξικώτατοι. πρὸς γοῦν
τοῦτο ὁ πολυπειρότατος ἐκεῖνος βασιλεὺς ἐνιδὼν τὰς παρατάξεις 
αὐτὸς ἐπεποίητο καὶ συνίστα τὰς φάλαγγας οὕτως,
ὡς τοὺς μὲν ἀπὸ τῶν δεξιῶν τοξεύειν, ὅθεν αἱ ἀσπίδες
προβέβληντο, τοὺς δὲ ἡμετέρους ἐκ τῶν ἀριστερῶν βάλλειν,
ὅθεν τὰ ἀσκέπαστα ἦν τοῦ σώματος. καὶ αὐτὸς μὲν τὴν
τοιαύτην κατανοήσας παράταξιν ὡς ἄμαχός ἐστιν ἐθαύμασε 
τῆς δυνάμεως· ὥσπερ τινὰ Θεοῦ σύνταξιν ἄντικρυς καὶ ἀγγέλων
παρεμβολὴν τὴν τοιαύτην ἡγεῖτο παράταξιν. ἅπαντες
δὲ καὶ ἐθαύμαζον καὶ ἐγεγήθεσαν τεθαρρηκότες ἐπὶ τῷ τοῦ
 αὐτοκράτορος σκέμματι. ἐκεῖνος δὲ ἅμα καὶ τὰς δυνάμεις
κατα|νοῶν καὶ τὰς πεδιάδας, δι’ ὧν διιέναι ἔμελλε, φαν|ταζόμενος 
καὶ τὸ τῆς παρατάξεως στερρὸν καὶ ἀ|διάσπαστον
λογιζόμενος χρηστὰς ἐλπίδας ἐντεῦθεν | ἐλάμβανε καὶ εἰς
ἔργον ταύτας Θεῷ προβῆναι ἐπηύ|χετο.

Οὕτω γοῦν παραταζάμενος τὴν Σαντάβαριν | κατ-
έλαβε . . . . . . . . τοὺς ἡγεμόνας ἅπαντας τῆς | τοιαύτης παρα- 
 

 
τάξεως διελὼν τὸν μὲν Καμύτζην κατὰ | τοῦ Πολύβοτον καὶ 
τῆς κέδρου ἐξέπεμψε (πολί|χνιον δὲ τοῦτο ἐρυμνότατον
τινος σατράπου | Πουχέα καλούμενον κατεχόμενον), τῷ δέ γε 
Στυ|πειώτῃ κατὰ τῶν ἐν τῷ Ἀμορίῳ βαρβάρων ἀπελ|θεῖν
 . . . . . το. αἰσθόμενοι δὲ τῆς βουλῆς δύο | τινὲς Σκύθαι αὐτομολοι
προσεληλυθότες τῷ Πουχέᾳ τὴν τοῦ Καμύτξη διεμήνυον
ἔφοδον, ἅμα δὲ καὶ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος ἔλευσιν. ὁ
δὲ φόβῳ τηνικαῦτα πολλῷ συσχεθεὶς περὶ μέσας φυλακὰς
τῆς νυκτὸς ἐκεῖθεν ἐξελθὼν μετὰ τῶν ὁμοφύλων ᾤχετο.
 αὐγαξούσης δὲ ἤδη τῆς ἡμέρας καταλαβὼν ὁ Καμύτξης τὸν
μὲν Πουχέαν οὐχ εὗρεν, ἀλλ’ οὐδέ τινα τὸ παράπαν Τοῦρκον·
πλῆρες δὲ λαφύρων τὸ πολίχνιον, τὴν Κεδρέαν φημί, εὑρηκὼς 
πρὸς οὐδὲν τούτων ἀπένευσεν, ἀλλ’ ἠνιᾶτο καθάπερ οἱ
θηραταί τὴν ἐν χεροῖν ἄγραν ἀπολωλεκότες καὶ μὴ ἀνασχόμενος
 εὐθὺς τὰς ἡνίας στρέψας κατὰ τοῦ Πολυβότου ἄπεισι
καὶ ἀθρόον τούτοις ἐπεισπεσὼν κτείνει μὲν βαρβάρους ὑπὲρ
ἀριθμόν, ἅπασαν δὲ τὴν λείαν καὶ τοὺς δορυαλώτους ἀναλαβόμενος
περὶ τὰ κεῖθι μέρη αὐλίζεται τὴν τοῦ αὐτοκράτορος 
ἀπεκδεχόμενος ἔλευσιν. τὰ αὐτὰ καὶ ὁ Στυπειώτης τὸ Ποιμανηνὸν
 καταλαβὼν δράσας πρὸς τὸν βασιλέα ἐπανέστρεψε.
καταλαμβάνει δὲ καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τὴν Κεδρέαν περὶ ἡλίου
δυσμάς. καὶ προσεληλυθότες παραχρῆμα αὐτῷ στρατιῶταί
τινες ἔφασαν, πληθὺν ἀμέτρητον εἶναι βαρβάρων εἰς τὰ τοῦ
πάλαι ᾀδομένου Βούρτζη πολίχνια ἀγχοῦ που διακείμενα. ὁ
 δὲ αὐτοκράτωρ αὐτίκα τε ἠκηκόει τοὺ λόγου καὶ πρὸς ἔργον
ἡτοίμαστο. καὶ παραυτίκα τὸν ἐκείνου τοῦ Βούρτζη ἀπόγονον 
Βάρδαν τὴν κλῆσιν μετὰ Γεωργίου τοῦ Λεβούνη καὶ
Σκύθην Πιτικὰν σκυθικῶς καλούμενον μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς
εἰς ἀξιόμαχον παραστήσας δύναμιν κατ᾿ ἐκείνων ἐξέπεμψεν
 ἐπισκήψας, ἐπὰν ἐκεῖσε παραγένωνται, προνομεῖς ἀποστεῖλαι
κατὰ τῶν παρακειμένων κωμοπόλεων καὶ ἁπάσας δῃώσασθαι
καὶ αὐτοὺς δὴ τοὺς αὐτόχθονας ἐκεῖσε μετοικίσαντας κομίπουχήα
 

 
σαὶ οἱ. ἐκεῖνοι μὲν οὖν εὐθὺς τῆς προκειμένης ὁδοῦ εἴχοντο,
ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἐχόμενος τοῦ προτέρου σκοποῦ τὸ Πολύβοτον
καταλαβεῖν ἠπείγετο καὶ μέχρις Ἰκονίου ἀποδραμεῖν.
 ταῦτα διαλογιζόμενος καὶ ἔργου ἀπαρτὶ ἅπτεσθαι μέλλων,
ἐπεὶ τοὺς βαρβάρους καὶ αὐτὸν δὴ τὸν Σολυμᾶν σουλτάνον 
τὴν αὐτοῦ ἔφοδον μεμαθηκότας ἐβεβαιοῦτο ἐμπρῆσαι τὰς
ἀρούρας τῆς Ἀσίας ἁπάσας καὶ τὰς πεδιάδας, ὡς μήτε τοῖς
ἀνθρώποις μήτε τοῖς ἵπποις τροφὴν τὸ παράπαν παρεῖναι,
ἀπὸ δὲ τῶν ἀνωτέρων μερῶν ἄλλη βαρβάρων ἔφοδος διεκηρυκεύετο
καὶ ἡ φήμη αὕτη ὑπόπτερος ἅπασαν διέτρεχε τὴν 
Ἀσίαν, τὸ μὲν ἐδεδίει, μὴ ἐν τῷ πρὸς Ἰκόνιον ἀπέρχεσθαι
ἅπαν τὸ στράτευμα λιμοῦ παρανάλωμα διὰ τὴν σπάνιν τῶν
 χορτασμάτων γένηται, τὸ δὲ καὶ τοὺς ἐλπιζομένους ἐκεῖ
βαρβάρους ὑφορώμενος ἤχθετο. βουλὴν οὖν βουλεύεται
συνετὴν τε καὶ τολμηράν, Θεὸν ἐπερωτῆσαι, εἰ χρὴ τῆς 
πρὸς τὸ Ἰκόνιον ἔχεσθαι ἢ κατά τῶν περὶ τὸ Φιλομήλιν
 βαρβάρων. βαρβάρων. ἐν δυσὶ γοῦν χαρτίοις περὶ τούτων
ἐπερωτήσας καὶ ἄνωθεν τῆς ἱερᾶς καταθέμενος ταῦτα τραπέζης
παννύχιον τὸν ὕμνον καὶ ἐκτενεῖς τῷ Θεῷ προσέφερε
τὰς ἐντεύξεις. κατὰ δὲ τὸ περίορθρον εἰσελθὼν ὁ ἱερεὺς 
καὶ θάτερον τῶν τεθέντων χαρτίων ἀναλαβόμενος καὶ παρρησίᾳ
λύσας ἁπάντων ὑπανεγίνωσκε τῷ αὐτοκράτορι τῆς πρὸς
τὸ Φιλομήλιν ἀνθέξεσθαι ὁδοῦ παρακελευόμενον. ἀλλὰ
 ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα· ὁ δέ γε Βάρδας ὁ
Βούρτζης ἐν τῷ ἔχεσθαι τῆς ἤδη ῥηθείσης ὁδοῦ στράτευμα 
πολὺ θεασάμενος ἑνωθῆναι μετὰ τοῦ Μονολύκου διὰ τῆς
γεφύρας τοῦ Ζόμπη ἐπειγόμενον παρευθὺ ὁπλισάμενος συμμίγνυται
τούτοις περὶ τὴν τοῦ Ἀμορίου πεδιάδα καὶ νικᾷ
κατὰ κράτος. ἕτεροι δὲ ἀπὸ τοῦ ἀνατολικοῦ μέρους Τοῦρκοι
κατερχόμενοι καὶ ὡς πρὸς τὸν Μονόλυκον σπεύδοντες παρa- 
 τυχόντες τῇ τοῦ Βούρτζη παρεμβολῇ ἐκείνου μήπω φθάσαντος
ἀφαιροῦνται τὰ παρατυχόντα ὑποζύγια καὶ τὰς παρασκευὰς
 

 
τῶν στρατιωτῶν. ὁ δὲ Βούρτζης ἐκεῖθεν] νικητὴς ὑποστρέφων
καὶ πολλὴν συνεπιφερόμενος λείαν συνηντηκώς τινι τῶν
ἐκεῖθεν ἐρχομένων καὶ μεμαθηκώς, ὅπως οἱ Τοῦρκοι ἅπαντα
τὰ ἐν τῇ παρεμβολῇ αὐτοῦ καὶ τὴν λείαν πᾶσαν ἀναλαβόμενοι
 ᾤχοντο, διεσκοπεῖτο τί ἂν χρὴ ποιεῖν. ὀξέως δὲ τὸν δρόμον
τῶν βαρβάρων ποιουμένων ἤθελε μὲν καὶ αὐτὸς ὄπισθεν
διώκειν τούτων, οὐκ ἠδύνατο δὲ κεκμηκότων τῶν ἵππων.
καὶ διὰ τοῦτ’ ἀπειπὼν τὴν ἐπιδίωξιν, ὡς μὴ χεῖρόν τι
συμβαίη, βραδεῖ ποδὶ σὺν εὐταξίᾳ στείχων κατὰ τὸ περίορθρον 
 τὰ ἤδη ῥηθέντα τοῦ Βούρτζη καταλαμβάνει πολίχνια
καὶ ἐξοικίζει ἅπαντα. κἀκεῖθεν τούς τε δορυαλώτους ἀναλαμβάνων
καὶ ὁπόση τις ἦν περιουσία τοῖς βαρβάροις ἐπαγόμενος
καὶ μικρὸν ἐν ἐπικαίρῳ τόπῳ ἑαυτόν τε καὶ πάντας
κεκοπιακότας ἀνακτησάμενος ἀνίσχοντος ἥλιον τῆς ὡς πρὸς
 τὸν αὐτοκράτορα φερούσης εἴχετο. ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἑτέρα
τις περιτυχοῦσα τούτῳ Τουρκικὴ δύναμις παραχρῆμα ξυμμίγνυται
τούτοις καὶ πόλεμος ἐντεῦθεν ἀναρριπίζεται μέγας.
ἐφ’ ἱκανὸν δὲ τὴν μάχην ἀναδεξάμενοι τοὺς δορυαλώτους 
ᾐτοῦντο καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ἀφαιρεθέντα λάφυρα διαβεβαιούμενοι,
 ὡς εἰ τῶν ἐπιζητουμένων τύχοιεν, οὐκέτι προσβαλεῖν
τοῖς ‘Pωμαίοις ἐπιχειρήσουσιν, ἀλλ’ οἴκαδε ἀπελεύσονται. ὁ
δὲ Βούρτζης οὐδαμῶς τῷ τῶν βαρβάρων θελήματι συνετίθετο,
ἀλλὰ καρτεροῖς τῆς μάχης ἀντείχετο γενναίως ἀγωνιζόμενος.
ἐπεὶ δὲ τῇ προτεραίᾳ ὕδατος τὸ παράπαν οὐκ ἀπεγεύσαντο
 μαχόμενοι, ἐπὰν ὄχθους ποταμοῦ τινος κατέλαβον, κατέψυχον
τὸ καῦμα τοῦ δίψους καὶ αὖθις ἀμοιβαδὸν τῆς μάχης ἀντείχοντο·
τῶν δὲ οὖθις τοῦ πολέμου ἀντεχομένων οἱ προκεκμηκότες
διὰ τοῦ ὕδατος ἑαυτοὺς διανέπαυον. τοσαύτην δὲ
τῶν βαρβάρων τόλμαν ὁ Βούρτζης ὁρῶν καὶ πρὸς τοσοῦτον
 πλῆθος ἀποκναίων ἐν ἀμηχανίᾳ ἦν καὶ οὐ τῶν κοινῶν τινα
στρατιωτῶν πρὸς τὸν βασιλέα τὴν περὶ τούτων ἀγγελίαν 
κομίσοντα πέπομφεν, ἀλλὰ τὸν ἤδη ῥηθέντα Γεώργιον τὸν
 

 
Λεβούνην. ὁ δὲ μὴ ἔχων ἄλλην ἀτραπόν, ἐν ᾗ οὐ πλῆθος
 Τούρκων παρῆν, ῥιψοκινδύνως ἐς μέσον τούτων ἑαυτὸν ὤσας
διεληλύθει καὶ μέχρι βασιλέως διεσέσωστο. ὁ δὲ τὰ κατὰ
τὸν Βούρτζην μεμαθηκὼς περί τε Τούρκων πληθύος ἀκριβέστερον
διαγνοὺς καὶ ὡς χρεία τῷ Βούρτζῃ πολλῶν καὶ 
χειρῶν καὶ δυνάμεων, αὐτὸς μὲν τηνικαῦτα ἐπὶ τοῖς ὅπλοις
ἦν καὶ τὸ στράτευμα ἐξώπλιζε. καὶ οὕτω κατὰ φάλαγγας
 καταστήσας τὸ ὁπλιτικὸν κατὰ τῶν βαρβάρων ἐπορεύετο σὺν
εὐταξίᾳ πολλῇ. εἶχε δὲ τὸ μὲν ἔμπροσθεν κέρας ὁ βασιλεύς
Μιχαήλ], τὸ δεξιὸν ὁ Βρυέννιος, τὸ ἀριστερὸν ὁ Γαβρᾶς 
καὶ τὴν οὐραγίαν ὁ Κεκαυμένος. ὡς δὲ πόρρωθεν οἱ
Τοῦρκοι τούτους ἐδέχοντο, Νικηφόρος ὁ τῆς βασιλίδος ἀδελφιδοῦς,
νέος ὢν καὶ πρὸς μάχας σφαδάζων, αὐτός τε προεκδεδραμήκει
τῆς παρατάξεως καί τινας σὺν αὐτῷ ἐφελκυσάμενος
Ἄρεως ὑπασπιστὰς καὶ συμπλακεὶς τοῖς κατ’ αὐτοῦ 
πρότερον ἐφωρμηκόσι πλήττεται μὲν τηνικαῦτα κατὰ τοῦ
 γόνυος, πλήττει δὲ τὸν παίσαντα κατὰ τὸ στέρνον διὰ τοῦ
δόρατος. ὁ δὲ παραχρῆμα τοῦ ἵππου κατενεχθεὶς ἄφωνος
ἔκειτο. τοῦτο οἱ ὄπισθεν βάρβαροι θεασάμενοι τὰ μετάφρενα
τοῖς Ῥωμαίοις παραυτίκα διδόασιν. ὁ δὲ βασιλεὺς 
ἀριστέα τὸν νεανίαν ἀπολαβὼν ἥσθη τὸ παραυτίκα καὶ μεγάλως
τοῦτον ἐπαινέσας πρὸς τὸ Φιλομήλιον ἤλαυνε. καὶ
περὶ τὴν λίμνην τῶν τεσσαράκοντα μαρτύρων ἐφθακὼς τῇ
μετ’ αὐτὴν τὰ καλούμενα Μεσάνακτα κατέλαβεν· ἐκεῖθεν δ’
ἀπάρας τὸ Φιλομήλιν ἐξ ἐφόδου κατέσχεν. εἶτα ἀποσπάδας 
διαφόρους τοῦ στρατεύματος ἀποδιελόμενος παντὸς μεθ’
ἡγεμόνων γενναίων κατὰ πασῶν τῶν Ἰκονίῳ παρακειμένων
 κωμοπόλεων ἐξαπέστειλεν, ἐφ’ ᾧ δῃώσασθαί τε καὶ τοὺς
δορυαλώτους τῆς ἐκείνων ἀφαρπάσαι χειρός. οἱ δὲ ὡς θῆρές
τινες διασπαρέντες ἁπανταχοῦ ἀγεληδὸν πρὸς τὸν βασιλέα 
τοὺς δορυαλώτους τῶν βαρβάρων κομίζοντες ἐπανῄεσαν
 

 
μετὰ τῶν σκευῶν αὐτῶν τούτους ἐξανδραποδισάμενοι πάντας.
συνείποντο δὲ τούτοις αὐθαιρέτως καὶ οἱ αὐτόχθονες
τῶν τοιούτων χωρῶν Ῥωμαῖοι φεύγοντες τὰς τῶν βαρβάρων
χεῖρας, γυναῖκές τε ὁμοῦ μετὰ τῶν νεογνῶν καὶ ἄνδρες αὐτοὶ
 καὶ παῖδες, καθάπερ εἴς τι κρησφύγετον ἐς τόν αὐτοκράτορα
προσπεφευγότες. ὁ δὲ τὴν καινὴν ἐκείνην αὖθις παράταξιν
διατυπωσάμενος καὶ μέσον τοὺς δορυαλώτους ἅπαντας σὺν 
γυναιξὶ καὶ παιδίοις εἰσελάσας τὴν αὐτὴν ἀτραπὸν διῄει,
δι’ ἧς διεληλύθει ὁδοῦ, καὶ ἐφ’ οἷς ἂν προσεπέλασε τόποις,
 μετ’ ἀσφαλείας ἁπάσης ἐπορεύετο. καὶ εἶπες ἂν ἰδὼν πόλιν
τινὰ ἔμψυχον πεπυργωμένην πορεύεσθαι κατὰ τὴν εἰρημένην
ἐκείνην καινουμένην σύνταξιν.

Ὡς δὲ προσωτέρω προῄει, βάρβαροι μέν τινες οὐκ
ἐφαίνοντο, παρείπετο δὲ ὁ Μονόλυκος ἐφ’ ἑκάτερα ἐν λόχοις
 τῷ στρατεύματι μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως. ἐπὰν δὲ διὰ
τῆς ἀναμεταξὺ πεδιάδος τοῦ τε Πολυβότου καὶ τῆς ἤδη 
ῥηθείσης ἐκείνης λίμνης διῄει, ἀπόμοιρα τις τοῦ βαρβαρικοῦ
τάγματος, αὐτόσκευοι πάντες καὶ ψιλοὶ τολμητίαι, ἑκατέρωθεν
λοχήσαντες τοῦ στρατοπέδου ἀθρόον ἀπὸ τῶν μετεώρων
 αὐτοῖς ἀνεφάνησαν. καὶ τὰ μὲν πρῶτα τὴν καινὴν
ἐκείνην παράταξιν ὁ ἀρχισατράπης Μονόλυκος θεασάμενος 
γέρων τε ὢν καὶ πολλῶν ἐν πείρᾳ πολέμων τε καὶ ταγμάτων
ἐξεπλάγη τεθαυμακὼς τὴν καινὴν ἐκείνην διασκευὴν
τοῦ συντάγματος καὶ τὸν ξυνταγματάρχην ἐπεζήτει ἐγνωκέναι.
 τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιον ἐστοχάζετο καὶ οὐχ ἕτερον ἡγεμόνα
τῶν ταγμάτων εἶναι καὶ τῆς καινῆς ἐκείνης παρατάξεως. 
καὶ ἤθελε μὲν προσβαλεῖν, οὐκ εἶχε δέ· ἀλλ’ ὅμως τὸ ἐνυάλιον
ἀλαλάξαι ἐκέλευσε. πολλοῦ δὲ στρατεύματος φαντασίαν
τοῖς Ῥωμαίοις παρασχεῖν μηχανώμενος μὴ συνασπίζειν,
 ἀλλὰ διῃρημένως καὶ ἀτάκτως, καθάπερ ἄνωθεν τὴν παράταξιν
αὐτῶν διεγράψαμεν, θέειν ἐπέτρεψεν, ἴν’ ἐντεῦθεν
τῷ ἀπροσδοκήτῳ τῆς θέας καὶ τοῖς τῶν ἵππων δρόμοις
 

 
κατάκροτον αὐτοῖς πεποιηκότες τὴν ἀκοὴν τὰς τῶν Ῥωμαίων
δυνάμεις κ·αταπλήξαιεν. ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ καθαπερεὶ
πύργος προὔχων τῆς παρατάξεως προϊὼν ἢ στῦλος πυρὸς ἢ
θεία τις καὶ οὐρανία ὄψις τὰς φάλαγγας αὐτῶν ἀνερρώννυε
 καὶ ἐπὶ ταὐτοῦ βαδίζειν σχήματος ἐκέλευε καὶ θαρρεῖν παρεκελεύετο 
καὶ προσετίθει, μὴ πρὸς τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν
ἀποβλέπων τὸν τοσοῦτον ἀναδέξασθαι μόχθον, ἀλλὰ τῆς τῶν
Ῥωμαίων εὐκλείας ἕνεκα καὶ δόξης καὶ πρὸς τούτοις ἑτοιμότατον
εἶναι ὑπὲρ ἁπάντων ἀποθανεῖν. ἅπαντες οὖν τεθαρρηκότες
ἕκαστος τὸν ἴδιον ἐφύλαττε τόπον πάνυ τὴν 
 πορείαν ἀνειμένως ποιούμενοι, τοσοῦτον ὡς μηδὲ κινεῖν
δοκεῖσθαι τοῖς βαρβάροις. δι’ ὅλης οὖν τῆς ἡμέρας προσβάλλοντες
τῷ Ῥωμαϊκῷ στρατεύματι καὶ μηδὲν ἠνυκότες
μηθ’ ὅλως μήτε ἐκ μέρους διασπάσαι τὸ Ῥωμαϊκὸν σύνταγμα
δυνηθέντες αὖθις πρὸς τὰς ἀκρολοφίας ἀνέτρεχον 
ἄπρακτοι καὶ πυρσοὺς τηνικαῦτα πλείονας ἀνάψαντες δι’
ὅλης νυκτὸς ὠρύοντο καθάπερ λύκοι, ἔστι δ’ οὗ πρὸς
τοὺς Ῥωμαίους ἀπέσκωπτον· ἦσαν γὰρ καί τινες ἐν αὐτοῖς
μιξοβάρβαροι ἑλληνίζοντες. αὐγαζούσης δὲ τῆς ἡμέρας τὰ
αὐτὰ μηχανώμενος ὁ Μονόλυκος τοῖς Τούρκοις ἐπέταττε 
ποιεῖν. ἐπὶ τούτοις καταλαβὼν καὶ αὐτὸς ὁ Κλιτζιασθλὰν
 σουλτάνος καὶ θεασάμενος τὴν τοῦ στρατοπέδου εὐταξίαν
ἐθαύμασε μέν, ἀπέσκωψε δὲ οἷα νέος πρὸς γέροντα τὸν
Μονόλυκον, ὅτου χάριν τὴν μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἀνεβάλετο
μάχην. ὁ δὲ “ἐγὼ μὲν’’ ἔφη “ὡς γέρων ἢ δειλὸς 
ἀγχέμαχον τὴν μετ᾿ αὐτοῦ συμπλοκὴν ἀνεβαλόμην μέχρι
τοῦδε. εἰ δὲ σὺ θαρρῶν ἦσθα, ἄγε δὴ πειράθητι καὶ αὐτός·
τὸ πρᾶγμα διδάξει.” εὐθὺς οὖν αὐτὸς μὲν τοῖς περὶ
τὴν οὐραγίαν οὖσι προσέβαλεν, ἑτέροις δὲ σατράπαις τὴν
κατὰ πρόσωπον τοῦ αὐτοκράτορος προσβολὴν ἐπέταξε καὶ 
 ἄλλοις τὴν καθ’ ἑτέραν πλευρὰν τῆς παρατάξεως μάχην
ἀνέθετο. ὁ γοῦν τὸ δεξιὸν κέρας ἐπέχων Νικηφόρος ὁ
 

 
Βρυέννιος Καῖσαρ τις κατὰ τὴν οὐραγίαν μάχης αἰσθόμενος
ἐσφάδαζε μὲν ἀμύνειν τοῖς ὄπισθεν, οὐκ ἤθελε ·δὲ ἀπειρίας
ἢ νεότητος ἐνδείξασθαι τι, ἀλλ’ ἐπεῖχε καίτοι λυττῶντα τὸν 
κατὰ τῶν βαρβάρων θυμὸν καὶ σὺν εὐταξίᾳ ἐπὶ ταὐτοῦ
 σχήματος τὴν πορείαν ποιεῖσθαι ἐσπούδαζε. καρτερῶς δὲ
τῶν βαρβάρων μαχομένων ὁ τὸ ἀριστερὸν κέρας ἐπέχων ὁ
φίλτατός μοι τῶν ἀδελφῶν ὁ πορφυρογέννητος Ἀνδρόνικος
τὰς ἡνίας στρέψας σφοδρὰν μετὰ τὴς ἰδίας φάλαγγος τὴν
κατὰ τῶν βαρβάρων ἐπέλευσιν ἐποιήσατο. ὃς εἰς τὸ χαρι- 
 ἕστατον αὐτὸ τῆς ἡλικίας ἐληλυθώς, τόλμαν δὲ συνετὴν καὶ
χεῖρα δεξιὰν καὶ φρόνησιν περιττὴν ἐν πολέμοις ἔχων πρὸ
καιροῦ ᾤχετο καί, ὡς οὐκ ἄν τις ἤλπισεν, ἐξ ἡμῶν ἀπῆλθε
καὶ κατέδυ. ὦ νεότης καὶ ἀκμὴ σώματος καὶ ἐπὶ τῶν ἵππων
ἅλματα κοῦφα ποῦ ποτε κατερρεύσατε; μονῳδεῖν με τὸ
 ἐπὶ τούτῳ πάθος ἐκβιάζεται, ἀλλ’ ὁ τῆς ἱστορίας νόμος 
ἐκεῖθεν αὖθις ἀπείργει. θαυμάζειν δὲ ἔστι, πῶς οὐ γίνεταί
τις καὶ νῦν καθάπερ καὶ πάλαι, φησίν, ἢ λίθος ἢ ὄρνις ἢ
δένδρον ἤ τι τῶν ἀψύχων ὑπὸ μεγάλων κακῶν εἰς τὰ τοιαῦτα
τὴν φύσιν ἀμείβων, εἴτε μῦθος τοῦτό ἐστιν εἴτε λόγος
 ἀληθής· καὶ τάχα κρεῖττον ἂν εἴη πρὸς τὰ μηδὲν αἰσθανόμενα
μεταμείβειν μεταμείβειν τὴν φύσιν ἢ τοσαύτην αἴσθησιν δέχεσθαι
τοῦ κακοῦ. εἰ γὰρ τοῦτ’ ἦν, τάχ’ ἄν με λίθον ἀπέδειξε τὰ
συμπεσόντα δεινά.

Τὴν δὲ μάχην ἀγχέμαχον ἤδη γεγονυῖαν ὁ Νικηφόρος
 θεασάμενος καὶ πτοηθεὶς τὴν ἧτταν μετὰ τῆς ἰδίας παρατάξεως
ὅλας ἡνίας στρέψας ἀμύνειν ἠπείγετο. καὶ τηνικαῦτα 
οἱ βάρβαροι νῶτα δεδωκότες καὶ σὺν αὐτῷ δὴ τῷ Κλιτζιασθλὰν
σουλτὰν ἀνὰ κράτος φεύγοντες πρὸς τὰς ἀκρολοφίας
ἠπείγοντο. πολλοὶ μὲν οὖν τηνικαῦτα πεπτώκασι πολεμοῦντες,
 οἱ πλείους δὲ καὶ ἑάλωσαν· τῶν δὲ σωθέντων ἁπάντων
διασπαρέντων καὶ αὐτὸς δὴ ὁ σουλτάνος ἀπεγνωκὼς τὰς
σῳζούσας ἐλπίδας μετὰ τοῦ οἰνοχοοῦντος αὐτῷ μόνον φεύγων
 

 
περί τι τέμενος κατὰ τὴν ἀκρολοφίαν ἱόρυμένον, οὗ κυκλόθεν
οὐρανομήκεις κυπάριτrοι στοιχηδὸν ἑστήκεσαν, ὑπὸ τῶν
 διωκόντων αὐτὸν τριῶν Σκυθῶν καὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ Οὐζᾶ
στενοχωρηθεὶς ἀνελήλυθε καὶ μικρὸν ἐπὶ θάτερον παρεκ-
κλίνας, ἐπεὶ μηδὲ γνώριμος τοῖς διώκουσιν ἦν, αὐτὸς μὲν 
σέσωστο , ὁ δέ γε οἰνοχόος παρὰ τῶν Σκυθῶν κατασχεθεὶς
τῷ αὐτοκράτορι ὡς μέγα τι δῶρον προσενήνεκται. ὁ μὲν
οὐν βασιλεν̀ς ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ νίκῃ καταγωνισάμενος τοὺς
ἐχθροὺς ἔχαιρεν , ἠνιᾶτο δέ, ὅτι μὴ καὶ ὁ σουλτάνος εἰς
χεῖρας ἐμπεσὼν κατεσχέθη, ἀλλὰ παρὰ μικροῦ, τοῦτο δὴ τὸ 
πεπαροιμιασμένον , ἐρρύσθη. ἑσπέρας δὲ ἤδη καταλαβού-
καταλαβούσης αὐrοῦ κατὰ τόπον αὐλίζεται, οἱ δὲ περισωθένrες τῶν
 βαρβάρων αὖθις κατὰ τὰς ἀκρολοφίας ἀνελθόντες πυρσούς
τε παμπόλλους ἀνῆψαν καὶ δι’ ὅλης νυκτὸς κατὰ τῶν Ῥω-
ὡς κύνες περιυλάκτουν. Σκύθης δέ τις ἀποδράσας 
ἀπὸ τοῦ Ῥωμαί·κοῦ στρατεύμαrος καὶ προσεληλυθώς τῷ
σουλτὰν ἔφη " rὴν μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος μάχην ἡμέρας
 οὔσης μηδαμῶς ἐπιχείρει · οὐ γάρ σοι πρὸς καλὸν ἐσεῖταί.
ἀλλ’ ἐπεὶ μὴ ἀποχρώσης τῆς πεδιάδος συνεσφιγμένως τὰς
σκηνὰς ἐπήζατο, δι’ ὅλης νυκτὸς πρὸς τοὺς πρόποδας τῶν 
βουνῶν κατιόντες ψιλοὶ τοξόται καὶ συχνὰ τὰ βέλη κατ’
αὐτῶν πεμπέτωσαν καὶ οὐ τὴν τυχοῦσαν ζημίαν τῷ Ῥω-
 μαὶκῷ στρατεύματι ὑφέξουσι.υ τηνικαῦτα δὲ καὶ μιζοβάρ-
βαρός τις ἐκεῖθεν αὖθις λαθὼν τοὺς Τούρκους πρὸς τὸν
βασιλέα φοιrᾷ ἀπαγγέλλων , ἱπόσα ὁ Σκύθης τῷ σουλτάνῳ 
προσελθὼν ὑπέθετο, καὶ τὰ βεβουλευμένα ἅπανrα κατὰ τοῦ
Ῥωμαἰ·κοῦ στρατεύματος σαφῶς διηγήσατο. ταῦτα μεμαθη-
κὼς ὁ αὐτοκράτωρ διχῆ διελὼν τὸ στράτευμα τοὺς μὲν
εἴσω τῆς παρεμβολῆς ὄνrας ἐγρηγορέναι καὶ νήφειν προσ-
έταξε, τοὺς δέ γε λοιποὺς ὁπλίσασθαι τε καὶ ἐΜεν τῆς 
παρεμβολῆς ἐξελθόντας προυπαντῆσαί τοῖς καr’ αὐτῶν ἐρχο-
μένοις Τούρκοις και τὴν μετ’ αὐτῶν ἀναδέξασθαι μάχην.
 οἱ δὲ βάρβαροι δι’ ὅλης νυκτὸς γυρόθεν περιζώσαντες τὸ
στράτευμα πολλὰς ἐκδρομὰς περὶ τοὺς πρόποδας τῶν βου-

 
νῶν ποιούμενοι σνχνοὺς ὀϊστοὺς κατὰ τοῦ στρατεύματος
ἔβαλλον. οἱ δὲ Ῥωμαῖοι κατὰ τὰς ὑποθήκας τοῦ αὐτοκράτορος
ποιοῦντες ἐφύλαττον ἑαντοὺς μὴ διασπῶντες τὴν
παράταξιν. ὑπαυγαζούσης δὲ τῆς ἡμέρας ἅπαντες ἐπὶ τοῦ
 αὐτοῦ σχήματος ᾔεσαν καὶ τὴν λείαν καὶ τὰς σκενὰς ἁπάσας
καὶ αὐτοὺς δὴ τοὺς δορναλώτους μετά τε γυναικῶν καὶ
παιδίων ἐς τὸ μέσον τῆς παρατάξεως αὖθις ἐλάσαντες τὴν
πρὸς Ἀμποῦν ὥδευον. πόλεμος δὲ τηνικαῦτα καταλαμβάνει
τούτους βαρὺς καὶ δεινός, ὁ γὰρ σονλτάνος σννάξας αὖθις
 τὰς δυνάμεις καὶ περιζώσας τὸ στράτευμα γυρόθεν καρτερῶς 
ἐμάχετο, μηδαμῶς δὲ τὸν συνασπισμὸν τῶν Ῥωμαίων
διακόψαι ἰσχύσας, ἀλλ᾿ ὥσπερ ἀδαμαντίνοις τείχεσι πρυσβαλὼν
ἄπρακτος ἀπεπέμφθη. ἠνιᾶτο γοῦν δι᾿ ὅλης ἐκείνης
τῆς νυκτὸς καὶ καθάπαξ ἀπογνοὺς μετὰ τοῦ Μονολύκον
 καὶ τῶν λοιπῶν σατραπῶν ἐβονλεύετο καὶ τὰ περὶ εἰρήνης
ἐπιφωσκούσης ἡμέρας ᾐτεῖτο τὸν αὐτοκράτορα τούτον πᾶσι
τοῖς βαρβάροις σννδόξαντος. οὐκ ἀποπέμπεται δέ, ἀλλὰ
δέχεται τούτον τὴν ἱκεσίαν ὁ αὐτοκράτωρ καὶ παραχρῆμα
τὸ ἀνακλητικὸν ἠχῆσαι ἐπέταξε καὶ οὕτως ἀτρεμεῖν ἅπαντας
 παρεκελεύσατο καὶ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἵστασθαι σχήματος μήτε
τῶν ἵππων ἀποβάντας μήτε τὰς σκενὰς τῶν ὑποζνγίων 
ἀποσάξαντας περιφραττομένους ἀοπίδι καὶ κυνέῃ καὶ δόρατι,
καθά γε καὶ πρότερον δι᾿ ὅλης τῆς ὁδοιπορίας. ταῦτα δὲ δι᾿
οὐδὲν ἄλλο τῷ αὐτοκράτορι ᾠκονόμητο, ἀλλ᾿ ἵνα μὴ σνγχύσεως
 γενομένης πολλάκις τό τε σχῆμα τῆς παρατάξεως διασπασθῇ
κἀντεῦθεν εὐάλωτοι ἅπαντες γένωνται. ἐδεδίει γὰρ
τοὺς Τούρκονς πλῆθος πολὺ τούτονς ὁρῶν καὶ ἁπανταχόθεν
τῷ Ῥωμαϊκῷ προσβάλλοντας στρατεύματι. ἐν ἐπικαίρῳ
δὲ τόπῳ στὰς ὁ αὐτοκράτωρ τούς τε σνγγενεῖς αὐτοῦ ἅπαντας
 καὶ ἱκανοὺς τῶν στρατιωτῶν ἀπολεξάμενος ἐφ᾿ ἑκάτερα
ἐπὶ κεφαλῆς μὲν αὐτὸς εἱστήκει, δεξιόθεν καὶ ἐξ εὐωνύμων
οἱ καθ᾿ αἷμα καὶ ἐξ ἀγχιστείας αὐτῷ προσήκοντες καὶ τού- 
 

 
τοις ἐχομένως μιγὰς τῶν στρατιωτῶν ἔκκριτος, κατάφρακτοι
ἅπαντες · ὁ δὲ τῶν ὅπλων ἀποστίλβων πυρσὸς τὸν ἀέρα
πλέον καὶ τῆς ἡλιακῆς ἀκτῖνος κατηύγαζε. προσεληλύθει δὲ
τηνικαῦτα καὶ ὁ σουλτάνος μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν σατραπῶν,
ὧν ὁ Μονόλυκος χρόνῳ καὶ πείρᾳ καὶ ἀνδρίᾳ πάντων τῶν 
κατὰ τὴν Ἀσίαν Τούρκων ὑπερφέρων προῆγε, καὶ κααλαμβάνει
τὸν βασιλέα κατὰ τὴν πεδιάδα τὴν μεταξὺ Αὐγουστόπολιν
 καὶ Ἀκρόνιον. οἱ δέ γε σατράπαι πόρρωθεν θεασάμενοι
 τὸν αὐτοκράτορα τῶν ἵππων ἀποβάντες τὴν συνήθη
τοῖς βασιλεῦσι προσκύνησιν ἀποδεδώκασι. τόν δὲ σουλτάνον 
πολλάκις τοῦ ἵππου ἀποβῆναι ἐπιχειρήσαντα ὁ αὐτοκράτωρ
οὐ ξυνεχώρει. ἀλλ’ ἐκεῖνος ταχὺ πεζεύσας τὸν πόδα τούτου
ἠσπάσατο. καὶ ὃς χεῖρά τε δοὺς αὐτῷ καὶ ἵππον τῶν ἐκκρίτων
ἐπιβῆναι ἐκέλευσεν. ἐπιβάντα δὲ τοῦτον καὶ παρὰ
θατέραν πλευρὰν τοῦ αὐτοκράτορος προσεγγίσαντα παραχρῆμα 
τὸ ἀμφίον ὃ περιεβέβλητο λύσας τοῖς ὤμοις ἐκείνου
ἐπέθετο. εἶτα μικρὸν ἐπισχὼν τὸ πᾶν τῶν αὐτῷ δεδογμένων
δημηγορήσας ἐξέφηνε λέγων ὡς “εἰ μὲν τῇ βασιλείᾳ
 Ῥωμαίων ὑπείκειν βούλεσθε καὶ τὰς κατὰ τῶν Χριστιανῶν
ἐκδρομὰς ἀνακόψαι, χαρίτων μὲν καὶ τιμῆς ἀπολαύσετε καὶ 
ἀνέτως ἐν ταῖς ἀποτεταγμέναις ὑμῖν χώραις τοῦ λοιποῦ
βιώσεσθε, οὗ τὸ πρότερον τὰς διατριβὰς εἴχετε πρὸ τοῦ
Ῥωμανὸν τὸν Διογένην τὰς ἡνίας τῆς βασιλείας περιζώσασθαι
καὶ τὴν ἧτταν ἐκείνην ἡττηθῆναι μετὰ τοῦ σουλτάνου συνάξαντα
δυστυχῶς τὴν μάχην καὶ ἁλῶναι παρ’ αὐτοῦ. χρὴ 
οὖν τὴν εἰρήνην ἑλέσθαι τῆς μάχης καὶ τῶν ὑπὸ τὴν Ῥωμαίων
ἀρχὴν ὁρίων ἀπέχεσθαι τοῖς ἰδίοις ἀρκουμένους. καὶ
 εἴ μου πεισθῆτε τοῖς λόγοις συμβουλευομένου τὰ λῴονα,
μεταμεληθήσεσθε οὐδαμῶς, ἀλλὰ καὶ πολλῶν δωρημάτων
ἐπιτεύξεσθε. εἰ δὲ μή , ἐμὲ ἴστε ὀλοθρευτὴν τοῦ γένους 
ὑμῶν ἔσεσθαι.” ὁ δὲ σουλτάνος καὶ οἱ τούτου σατράπαι
 

 
πρὸς ταῦτα μάλα προθύμως συνέθεντο λέγοντες “οὐκ ἂν
αὐτόμολοι ἐνταῦθα παρεγενόμεθα, εἰ μὴ τὴν μετὰ τῆς σῆς
βασιλείας εἰρήνην ἀσπάσασθαι προειλόμεθα”. τούτων οὖν
ῥηθέντων ἀπέλυσε τούτους εἰς τὰς ἀποτεταγμένας αὐτοῖς
 σκηνὰς εἰς νέωτα τὰς συνθήκας κατεμπεδῶσαι ὑποσχόμενος.
τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν αὖθις τὸν σουλτάνον Σαϊσὰν τὴν κλῆσιν
θεασάμενος ὁ βασιλεὺς καὶ τὰς μετ’ αὐτοῦ συνθήκας ὡς
ἔθος πληρώσας χρήματα μὲν ὅτι πλεῖστα αὐτῷ ἐχαρίσατο
καὶ τοῖς αὐτοῦ δὲ σατράπαις ἱκανῶς φιλοτιμησάμενος χαίροντας
 ἀπέλυσεν· ἐν τῷ μεταξὺ δὲ μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ, 
ὅτι ὁ νόθος αὐτοῦ ἀδελφὸς Μασοὺτ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ
βουλόμενος ἐπιδράξασθαι τὸν τοῦ Σαϊσὰν μεμελετήκει φόνον,
νον, + ὑπεισελθόντων αὐτῷ σατραπῶν τινων, ὁποία
ὡς ἐπίπαν γίνεσθαι, ξυνεβούλευε μεῖναι μικρόν, ἔστ᾿ ἂν τὰ
 κατ’ αὐτοῦ μελετώμενα σαφέστερον διαγνοίη, καὶ οὕτως
ἀπελεύσεται γινώσκων τὰ συμπεσόντα καὶ φυλαττόμενος.
ὁ δὲ παρ’ οὐδὲν τὴν τοῦ αὐτοκράτορος βουλὴν λογισάμενος
καὶ θαρρῶν ἑαυτῷ ἔχετο τοῦ σκοποῦ. ἴνα γοῦν μὴ δόξῃ
ὁ αὐτοκράτωρ τὸν αὐτόμολον σουλτάνον βίᾳ κατασχεῖν καὶ 
 μῶμος ἐντεῦθεν αὐτῷ προστριβῇ, ἐνεδίδου τῇ γνώμῃ τοῦ
βαρβάρου φάμενος “καλὸν μὲν ἦν περιμεῖναι τέως μικρόν·
ἐπεὶ δὲ καταθύμιόν σοι τοῦτό ἐστιν, ἀναγκαῖον τὸν δεύτερον
ὅ φασι πλοῦν καὶ καταφράκτους στρατιώτας ἱκανοὺς
Ῥωμαίων ἐξ ἡμῶν ἀναλαβέσθαι τοὺς ἀβλαβῆ σε διασώσοντας
 μέχρις αὐτοῦ Ἰκονίου”. ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς τοῦτο καταπειθὴς
ὁ βάρβαρος ἦν, ὁποῖα τὰ τῶν βαρβάρων ἤθη ἀγέρωχα
μονονοὺ καὶ αὐτῶν νεφῶν ὑπερβάλλεσθαι οἰομένων. συνταξάμενος 
τοίνυν τῷ αὐτοκράτορι καὶ χρήματα ἱκανὰ λαβὼν
τῆς πρὸς τὰ οἴκοι φερούσης εἴχετο. ὄνειρος δέ τις ἐφίστα- 
 ται αὐτῶ νυκτὸς οὐκ ἀπατηλὸς οὔτε ἐκ Διὸς πεμφθεὶς οὔτε
 

 
μὴν ἐποτρύνων πρὸς μάχας τὸν βάρβαρον, καθάπερ ἡ γλυκεῖά
φησι ποίησις, Νηληΐῳ υἷι ἐοικώς, ἀλλὰ τἀληθῆ τῷ
βαρβάρῳ προμαντευόμενος. ἐδόκει γὰρ τάχα μύας ἐν τῷ
ἀριστᾶν ὅμαδόν περιχυθέντας αὐτῷ καὶ ὃν κατήσθιεν ἄρτον
ἐκ τῶν χειρῶν ἀφαρπάσαι σπεύδοντας· τοῦ δὲ καταφρονητικῶς 
διατιθεμένου καὶ ἀποδιοπομπεῖν ἐπιχειροῦντος αἴφνης
εἰς λέοντας ἀλλαξαμένους τὴν φύσιν καὶ ὑπερισχυκότας
αὐτοῦ. διυπνισθεὶς δὲ τῷ συνοδοιποροῦντι τούτῳ στρατιώτῃ
 τοῦ αὐτοκράτορος διηγεῖτο τὸν ὄνειρον πυνθανόμενος τί ἂν
βούλοιτο τοῦ δὲ εἰς ἐχθροὺς τοὺς μύας τε καὶ τοὺς λέοντας 
διαλύοντος τοῦ ὀνείρου, αὐτὸς δὲ πιστεύειν οὐκ ἤθελεν,
ἀλλὰ σπουδαίως καὶ ἀπερισκέπτως τῆς ὁδοιπορίας εἴχετο.
σκοποὺς δὲ τάχα προαπεστάλκει ἐφ’ ᾧ περιαθρῆσαι, μή
τινες ἐχθροὶ εἰς προνομὴν ἐξεληλύθεισαν. αὐτῶ δὲ τώ Μασοὺτ
οἱ σκοποὶ ἐντετυχηκότες μετὰ πολλῆς στρατιᾶς ἤδη 
καταλαμβάνοντι καὶ ὁμιλήσαντες τούτῳ ξυνθέμενοι τε τῇ
ἐκείνου κατὰ τοῦ Σαϊσὰν γνώμῃ ἐπέστρεψαν μηδένα ἑωρακέναι
 διαβεβαιούμενοι. πιστὸν δὲ τὸν λόγον δεξαμένῳ τῷ
Σαϊσὰν καὶ ἀπεριμερίμνως ὁδεύοντι δυνάμεις αὐτῷ συναντῶσι
αντῶσιβαρβαρικαὶ τοῦ Μασούτ. προπηδήσας δὲ τῆς φάλαγγος 
Γάζης τις υἱὸς τοῦ σατράπου Ἀσὰν Κατοὺχ τὴν
κλῆσιν, ὃν προφθάσας ὁ Σαϊσὰν ἀνεῖλε σουλτάνος, παίει
τοῦτον διὰ τοῦ δόρατος. ὁ δὲ γοργῶς ἐπιστραφεὶς ἐξαρπάζει
τὸ δόρυ τῶν χειρῶν τοῦ Γαζῆ φάμενος ὡς “οὐκ
ᾔδειν ἔγωγε, ὅτι καὶ γυναῖκες νῦν δόρατα φέρουσι καθ᾿ 
ἡμῶν”. καὶ τηνικαῦτα φεύγων τῆς πρὸς τὸν βασιλέα φερούσης
 εἴχετο· ἀπείργετο δὲ παρὰ τοῦ συνεφεπομένου αὐτῷ
Πουχέα, ὃς τῷ μέρει τοῦ Μασοὺτ πάλαι προσκείμενος τῷ
φαινομένῳ φιλίως τῷ Σαϊσὰν προσεφέρετο τὰ λῴονα τάχα
ὑποτιθέμενος· τῇ δ’ ἀληθείᾳ πάγας αὐτῷ * καὶ βόθυνον 
ὀρύττων ξυνεβούλευε μὴ πρὸς τὸν βασιλέα παλινοστῆσαι,
ἀλλ’ εἰς τὸ Τυράγιον εἰσελθεῖν μικρὸν τῆς ὁδοῦ παρεκκλί-
 

 
ναντα. πολίχνιον δὲ τοῦτο ἔγγιστα τοῦ Φιλομηλίου διακείμενον.
πείθεται τοῖς τοῦ Πουχέα λόγοις ὁ Σαϊσὰν νήπιος
καὶ καταλαβὼν τὸ Τυράγιον προσηνῶς παρὰ τῶν ἐποίκων
Ῥωμαίων ἐδέχθη γινωσκόντων τὴν πρὸς αὐτὸν τοῦ βασιλέως
 εὐμένειαν. καταλαβόντες δὲ οἱ βάρβαροι καὶ αὐτὸς ὁ Μασοὺτ 
περιζώσαντες γυρόθεν τὰ τείχη πρὸς πολιορκίαν
ἀπένευον. ὁ δὲ προκύψας ἄνωθεν μεγάλως ἠπειλεῖτο τοῖς
ὁμοφύλοις αὐτοῦ βαρβάροις ὅσον ἤδη λέγων δυνάμεις Ῥωμαϊκὰς
καταλαμβάνειν αὐτοὺς τοῦ αὐτοκράτορος καὶ εἰ μὴ
 παύσονται τῆς μάχης, πείσεσθαι τόσα καὶ τόσα. ἀνθίσταντο
δὲ καὶ οἱ ἐντὸς Ῥωμαῖοι τοῖς Τούρκοις γενναίως. ὁ δὲ Πουχέας
τὴν σκηνὴν διαρρήγνυσι καὶ τὸν κρυπτόμενον τῇ δορᾷ
λύκον εἰς τοὐμφανὲς ἐξαγαγὼν κάτεισι τῶν τειχῶν τῷ μὲν
Σαϊσὰν ὑποσχόμενος θαρσῦναι μᾶλλον τοὺς ἐποίκους ἐφ’
 ᾧ γενναιότερον ἀνθίστασθαι, ἀπειλούμενος δὲ μᾶλλον αὐτοῖς 
καὶ ξυμβουλεύων ἐνδοῦναι καὶ τὰς πύλας ἀναπετάσαι τοῖς 
Τούρκοις, εἰ μὴ βούλοιντο βαρβαρικῆς χειρὸς παρανάλωμα
γενέσθαι πολλῶν δυνάμεων ἤδη καταλαμβανουσῶν καὶ ἐξ
αὐτοῦ Χοροσάν. οἱ δὲ τὸ μέν τι διὰ τὸ τῶν βαρβάρων
 πλῆθος ἐκδειματούμενοι, τὸ δέ τι καὶ ταῖς τοῦ Πουχέα
ξυμβουλαῖς πεισθέντες παραχωροῦσι τῆς Μόδου τοῖς Τούρκοις.
καἰ συλλαβόντες τὸν Σαϊσὰν σουλτάνον ἀποστεροῦσι
τῶν ὀμμάτων· ὀργάνου δὲ πρὸς τοῦτο χρησιμεύοντος ἀπορούντων
τὸ δοθὲν τῷ Σαϊσὰν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος μανουάλιον
 ἐχρημάτισε. καὶ ἦν ἰδεῖν τηνικαῦτα τὸ δοχεῖον
φωτὸς σκότους καὶ ἀμαυρώσεως γεγονὸς αἴτιον. αὐγὴν δέ 
τινα μικρὰν ἔτι ὑποβλέπων, ἐπὰν τὸ Ἰκόνιον χειραγωγούμενος
κατέλαβε, τεθάρρηκε τοῦτο τῇ τιθῇ κἀκείνη δὲ τῇ
αὐτοῦ ὁμευνέτιδι. καὶ οὕτω μέχρις αὐτῶν ἀκοῶν τοῦ Μασοὺτ
 ὁ λόγος ἐφθακὼς ἐξετάραξε τὴν ψυχὴν τοῦ βαρβάρου. ὁ δὲ
θυμοῦ πλησθεὶς τῷ Ἐλεγμῷ σατράπης δὲ οὗτος τῶν ἐπιπαύσονται
 

 
φανῶν) ἐπέσκηψε διὰ νευρᾶς τοῦτον ἀπάγξαι. τοιοῦτον
τέλος τὰ τοῦ Σαϊσὰν σουλτάνου ἔσχεν ἐξ ἀβουλίας μὴ πεισθέντος
ταῖς τοῦ αὐτοκράτορος παραινέσεσιν. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ
τῆς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν φερούσης εἴχετο τὴν
 παράταξιν διόλου ἐπὶ τῆς αὐτῆς συντηρήσας εὐταξίας.

Ἀλλὰ παράταξιν καὶ φάλαγγας τις ἀκούων, ἀλλὰ
δορυαλώτους καὶ λάφυρα, ἀλλὰ στρατηγὸν καὶ ξυνταγματάρχας
νομίζοι ἂν ἐκείνων ἀκούειν, ὁποίων ἅπας ἱστορικὸς καὶ
ποιητὴς ξυγγράφων μέμνηται. ἀλλ’ αὕτη ἡ παράταξις καινή
τις καὶ παράδοξος ἅπασι κατεφαίνετο καὶ ὁποίαν οὐδείς 
πω οὔτε τεθέαται οὔθ’ ἱστορήσας τοῖς ἐς ὕστερον παρεπέμψατο.
ἐπὰν γὰρ τῆς πρὸς τὸ Ἰκόνιον εἴχετο, συντεταγμένως
τε ἐπορεύετο καὶ εὔρυθμον αὐλῷ τὴν κίνησιν τοῦ
συντάγματος ἐπεποίητο. εἶπες ἂν τὴν φάλαγγα πᾶσαν ἰδὼν
 καὶ κινουμένην ἀκίνητον μένειν καὶ ἱσταμένην πορεύεσθαι. 
τῷ μὲν γὰρ συνασπισμῷ καὶ τῇ ἀλληλουχίᾳ τῆς παρατάξεως
τοῖς ἀσαλεύτοις ὄρεσιν ἐῴκει, ταῖς δὲ μεταβάσεσι κινεῖσθαι
ὥσπερ ζῷον μέγιστον ‘ὲν ἡ σύμπασα φάλαγξ ὑπὸ μιᾶς κινουμένη
καὶ μεταβαίνουσα ψυχῆς. ἐπὰν δὲ τὸ Φιλομήλιον
κατέλαβεν ἁπανταχόθεν τοὺς ὑπὸ χεῖρα τῶν βαρβάρων ἀναρρυσάμενος, 
καθά που καὶ ἄνωθεν εἴρηται, μέσον τῆς παρατάξεως
εἰσελάσας τούς τε δορυαλώτους καὶ αὐτὰς δὴ γυναῖκας
καὶ τέκνα καὶ τὴν λείαν ἅπασαν ὑπαναστρέφων ἠρέμα
 τε ἐπορεύετο καὶ οἷον σχολαίαν τε καὶ μυρμηκίζουσαν τὴν
κίνησιν ἐπεποίητο. ἐπεὶ δὲ καὶ πολλαὶ τῶν γυναικῶν ἐγκύμονες 
ἦσαν, πολλοὶ δὲ καὶ νόσοις συνεσχέθησαν, ὁπηνίκα
τις πρὸς τὸ τεκεῖν ἠπείγετο γυνή, σάλπιγξ τηνικαῦτα ἠχοῦσα
νεύματι τοῦ αὐτοκράτορος ἀτρεμεῖς πάντας ἐποίει, καὶ ἅπαν
τὸ σύνταγμα ἐκεῖ παραχρῆμα εἱστήκει. ὅταν δὲ τεκοῦσαν
 μεμαθήκοι, ἄλλος ἦχος οὐ συνήθης καὶ τῆς κινήσεως προκλητικὸς 
ἠχήσας τὴν ὁδοιπορίαν ἅπασιν ἐπώτρυνεν. εἰ δέ
τις καὶ ἐθανάτα, τὰ αὐτὰ αὖθις ἐγίνετο καὶ ὁ αὐτοκράτωρ
 

 
πρὸς τὸν θνήσκοντα παρεγίνετο καὶ ἱερεῖς προσεκαλοῦντο 
τοὺς ἐπιτελευτίους ᾄσοντες ὕμνους καὶ τῶν ἁγιασμάτω
μεταδώσοντες τῷ θνῄσκοντι. καὶ οὕτω τῶν ἐπὶ τοῖς τε
λευτῶσι πάντων νομίμως τελεσθέντων, οὐδὲ] μέχρις ἂν
 θνήσκων ἐνσοριασθεὶς ἐτάφη, οὐδὲ βραχὺ τὴν παράταξιν
συνεχώρει κινεῖσθαι. ὁπηνίκα δὲ ἀριστῆσαι τούτῳ ἐδέησε,
γυναῖκάς τε καὶ ἄνδρας, ὁπόσοι νόσοις ἢ γήρᾳ κεκμηκότες
ἦσαν, μετακαλούμενος τὰ πλείω τῶν ἐδεσμάτων αὐτοῖς παρετίθει 
καὶ τοὺς συνδειπνοῦντας αὐτὸ τοῦτο ποιεῖν παρεκελεύετο.
 καὶ ἦν ἡ τράπεζα πανδαισία τις θεϊκὴ οὐκ ὀργά
νων παρόντων οὐδὲ αὐλῶν οὐδὲ τυμπάνων οὐδὲ τὸ παράπα
μουσικῆς τινος ἐνοχλούσης. τοιούτοις οὖν ἑαυτὸν ἐφοδιάζων.
ἐπὰν τὸ Δαμάλιον κατέλαβεν (ἑσπέρα δὲ ἦν), οὐ λαμπρὰ
μὲν αὐτῷ τὰ εἰς τὴν πόλιν γεγονέναι εἰσιτήρια ἐβούλετο
 οὐδὲ βασιλικὴν ἐπιδείξασθαι τὴν πομπὴν οὐδὲ θεατρικὴν
τὴν παρασκευὴν ἠθέλησεν ἐς νέωτα τὴν διαπεραίωσιν φυλάξας,
καθά γε καὶ ἐχρῆν. ἀλλ’ εὐθὺς εἰς μονῆρες εἰσελθὼν
περὶ λύχνων ἁφὰς τὰ ἀνάκτορα κατέλαβε. τῇ δὲ μετ᾿ αὐτὴν 
ὅλος ἐγεγόνει τῆς τῶν δορυκλώτων καὶ ξένων θεραπείας.
 τῶν μὲν οὖν παίδων ὁπόσα γονέων ἐστέρηντο τῇ πικρᾷ τῆς
ὀρφανίας τρυχόμενα κακότητι τοῖς τε συγγενέσι καὶ ὁπόσους
σεμνοῦ βίου ᾔδει ὄντας καὶ τοῖς καθηγουμένοις τῶν ἱερῶν
φροντιστηρίων διανείμας ἐπέσκηψε μὴ ὡς δοῦλα, ἀλλ’ ὡς
ἐλεύθερα ἀνάγειν παντοίας παιδείας ἀξιοῦντας καἰ τὰ ἱερὰ
 ἐκπαιδεύοντας γράμματα. τινὰ δὲ καὶ εἰς ὅπερ αὐτὸς ἀνήγειρεν
ὀρφανοτροφεῖον, παιδευτήριον τοῦτο πλέον πεποιηκὼς
τοῖς ἐθέλουσι, παρεδίδου τοῖς προϊσταμένοις τὴν ἐγκύκλιον
ἐκπαιδεύεσθαι παιδείαν. ἐν γὰρ τοῖς πρὸς τὴν ἀκρόπολιν 
μέρεσιν, ἔνθα καὶ τὸ στόμα τοῦ πόντου ἀνοίγεται, ναὸν
 ἐφευρηκὼς μεγέθει μέγιστον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ μεγάλου τῶν
ἀποστόλων Παύλου ἐνταῦθα πόλιν ἑτέραν ἐν τῇ βασιλίδι
πόλει ἐδείματο. αὐτὸς μὲν γὰρ ὁ ναὸς ἐπ’ ἀκροτάτῳ τῆσδε
 

 
 τῆς πόλεως ἕστηκεν οἷον ἀκρόπολις. ἡ δὲ νέα πόλις ἑκατέρωθεν
γέγραπται εἰς σταδίους, ὁπόσους ἂν εἴπῃ τις, κατά
τε πλάτος καὶ μῆκος· κύκλῳ δὲ ταύτης ἑστᾶσιν οἰκήματα
πυκνά, κατοικίαι πενήτων καί, τὸ δὴ φιλανθρωπότερον,
ἀνθρώπων λελωβημένων ἐνδιαιτήματα. ἔστι γὰρ ἰδεῖν τούτους 
κατ᾿ ἄνδρα ἕκαστον ἐπερχόμενον, ὅπου μὲν τυφλούς,
ὅπου δὲ καὶ χωλούς, ὅπου δέ τι καὶ ἄλλο κακὸν ἔχοντας.
τὴν στοὰν Σολομῶντος ἂν εἶπες ἰδὼν μεστὴν ἀνθρώπων
πεπηρωμένων τὰ μέλη καὶ ὅλα τὰ σώματα. ὁ δὲ κύκλος
διπλοῦς τε καὶ δίδυμος· οἱ μὲν γὰρ ἄνω καὶ μετέωροι κατοικοῦσι 
τῶν πεπηρωμένων τούτων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν,
 οἱ δὲ κάτω καὶ πρόσγειοι παρασύρονται. τὸ δὲ τοῦ κύκλου
μέγεθος, εἴ τις ἐθέλει τούτους ἰδεῖν, ἀρξάμενος πρωΐθεν εἰς
ἑσπέραν ἂν τὸν κύκλον συνετέλεσε. τοιαύτη μὲν ἡ πόλις,
τοιοῦτοι δὲ καὶ οἱ τῆς πόλεως ταύτης οἰκήτορες. οὔτε γήπεδα 
ἔχοντες οὔτε ἀμπελῶνας οὔτε τι ἄλλο τοιοῦτον, περὶ
ὃ τὸν ἀνθρώπινον βίον ἠσχολῆσθαι καταλαμβάνομεν, ἀλλὰ
κατὰ τὸν Ἰὼβ ἕκαστος ἢ ἑκάστη τὴν μὲν δημιουργηθεῖσαν
αὐτοῖς οἰκίαν οἰκεῖ, αὐτόματα δὲ τὰ πρὸς τροφήν τε καὶ
σκέπην παρὰ τῆς βασιλικῆς χειρὸς αὐτοῖς ἐπορίζετο. καὶ γὰρ 
τὸ παραδοξότατον, οἱ ἀκτήμονες ὥσπερ τινὲς δεσπόται κτήματα
 ἔχοντες καὶ προσόδους παντοδαπὰς φροντιστὰς ἔχουσι
καὶ τοῦ βίου αὐτῶν ἐπιμελητὰς αὐτόν τε τὸν αὐτοκράτορα
καὶ τοὺς ἀμφὶ τὸν αὐτοκράτορα σπουδεργούς. ὅπου γὰρ δήποτε
γῆς κτῆμα ἦν ἐν καλῷ κείμενον, ταὐτὸν δὲ εἴπερ ἦν 
εὐπρόσοδον, τοῖς ἀδελφοῖς τούτοις φέρων ἐνείματο, ἀφ’ ὧν
οἶνός τε αὐτοῖς κατὰ ποταμοὺς ἐπιρρεῖ καὶ ἄρτος καὶ ὅσα
ἐπὶ τοῖς ἄρτοις σιτοῦνται ἄνθρωποι· οἱ δὲ ἐσθίοντες ὑπὲρ
ἀριθμόν. καὶ τάχα, τολμῶ καὶ λέγω, εἴποι τις ἄν, πρὸς
τὸ τοῦ ἐμοῦ σωτῆρος θαῦμα, τὸ τῶν ἑπτακισχιλίων φημὶ 
καὶ πεντακισχιλίων, ἀναφέρεσθαι τὸ τοῦ αὐτοκράτορος ἔργον.
 ἀλλ’ ἐκεῖσε ἐκ πέντε ἄρτων ἐκορέσθησαν χιλιάδες, καθὸ καὶ
 

 
ὁ Θεὸς ὁ θαυματουργῶν· ἐνταῦθα δὲ τὰ μὲν τῆς φιλᾶν
θρωπίας τῆς θείας ἐξέχεται ἐντολῆς· τὸ δ’ ἄλλο, ἐκεῖσε 
μὲν θαῦμα, ὧδε δὲ χορηγία βασιλικὴ τὸ αὔταρκες τοῖς ἀδελ
φοῖς πορίζουσα. εἰδοί ἐγὼ καὶ γραῦν γυναῖκα ὑπὸ νεᾶνι
 δος ὑπηρετουμένην καὶ ἄνδρα τυφλὸν ὑπὸ βλέποντος ἀν
θρώπου χειραγωγούμενον καὶ ἄποδα πόδας ἔχοντα οὐ τοὺ
ἑαυτοῦ ἀλλὰ τοὺς ἀλλοτρίους καὶ ἄχειρα ὑπ’ ἀνδρῶν ἑτέ
ρων χειραγωγούμενον καὶ βρέφη τιθηνούμενα παρ’ ἀλλοτρίω
μητέρων καὶ παραλύτους ὑπ’ ἄλλων ἀνθρώπων δουλευο
 μένους εὐρώστων. καὶ ὅλως διπλοῦν ἦν τὸ πλῆθος τῶ
τρεφομένων, τῶν μὲν εἰς δουλευομένους ἀριθμουμένων, τῶ
δὲ εἰς δουλεύοντας. τῷ μὲν αὐτοκράτορι οὐκ ἐξῆν τῷ παραλύτῳ
εἰπεῖν “ἔγειρε καὶ περιπάτει” οὐδὲ τῷ τυφλῷ κελεῦ 
σαὶ τὸ βλέπειν οὐδὲ τῷ μὴ ἔχοντι πόδας ἐπιτρέπειν περιπατεῖν.
 ταῦτα ἦν τοῦ μονογενοῦς καὶ δι’ ἡμᾶς γεγονότος
ἀνθρώπου καὶ ὑπὲρ ἀνθρώπων ἐνταυθοῖ πολιτευσαμένου.
ἁ δὲ προσῆν, ἐκεῖνα ποιεῖ, ὑπηρέτας ἑκάστῳ διδόναι πεπηρωμένῳ
καὶ τὴν αὐτὴν πρόνοιαν τιθέναι τῷ λελωβημένῳ,
τῷ ὑγιαίνοντι· ὥστε εἴ τις βούλοιτο τὴν νέαν πόλιν καταμαθεῖν,
 ἣν ἐκ βάθρων ὁ ἐμὸς πατὴρ ἀνεδείματο, τετραπλῆν
ἂν ἴδοι τὴν πόλιν καὶ πολλαπλῆν τῶν κάτω, τῶν ἄνω, 
τῶν ἀμφοτέροις τούτοις ἐξυπηρετουμένων. ἀλλὰ τίς ἐξαριθμῆσαι
δυνήσαιτο τοὺς καθ’ ἡμέραν ἐσθίοντας ἢ τὴν καθ’
ἑκάστην δαπάνην καὶ τὴν γινομένην εἰς ἕκαστον πρόνοιαν; 
 εἰς ἐκεῖνον γὰρ ἀναφέρω καὶ τὰ μετ’ ἐκεῖνον. ἐκεῖνος γὰρ
ἀφωρίσατο τὰς ἀπὸ γῆς καὶ θαλάττης αὐτοῖς προνοίας· ἐκεῖνος
γὰρ τὴν δυνατὴν ῥᾳστώνην αὐτοῖς περιεποιήσατο. προκάθηται
δὲ ἀνήρ τις τῶν ἐνδοξοτάτων φροντιστὴς τῆς μυριάνδρου
ταυτησὶ πόλεως· ὀρφανοτροφεῖον δὲ ταύτῃ τοὔνομα. 
 ὀρφανοτροφεῖον δὲ προσαγορεύεται, ὅτι ἡ πρὸς τοὺς ὀρφανοὺς
καὶ ἀποστρατεύτους φιλανθρωπία τοῦ αὐτοκράτορος * · ὅθεν
 

 
καὶ τοὔνομα ἐπεκράτησε τὸ ἀπὸ τῆς τῶν ὀρφανῶν προμηθείας.
 σέκρετα γὰρ ἐπὶ τούτοις πᾶσι καὶ λογοπραγίαι τῶν
προνοουμένων κατὰ τὰ τῶν πενήτων κτήματα καὶ χρυσόβουλλοι
λόγοι ἐπιβραβεύοντες τοῖς τρεφομένοις τὸ ἀναφαίρετον.
τῷ δὲ ναῷ τοῦ μεγαλοκήρυκος Παύλου κλῆρος 
μέγας κατείλεκτο καἰ πολὺς καὶ φώτων δαψίλεια. καὶ παραγενόμενος
εἰς τουτονὶ τὸν νεὼν ἴδοις ἂν χοροὺς ἑκατέρωθεν
ἀντᾴδοντας. κατέταξε γὰρ τῷ τῶν ἀποστόλων νεὼ ᾄδοντας
καὶ ᾀδούσας κατὰ τὸν Σολομῶντα. ἐπιμελὲς γὰρ καὶ τὸ τῶν
δὶακονισσῶν πεποίηκεν ἔργον. πολλὴν δὲ φροντίδα καὶ τῶν 
 ἐπιξενουμένων Ἰβηρίδων μοναχῶν ἐπεποίητο θύραν ἐκ θύρα
ἀμειβουσῶν τὸ πρότερον, ἐπὰν εἰς τὴν Κωνσταντίνου ἐπιδημήσαιεν·
ἀλλὰ καὶ ταύταις ἡ κηδεμονία τοὐμοῦ πατρὸς
ἀνεδείματο φροντιστήριον μέγιστον τάς τε τροφὰς καὶ τὰς
προσηκούσας ἐσθῆτας διοικονομησαμένου. ὁ μὲν οὖν Ἀλέξανδρος 
ἐκεῖνος ὁ Μακεδὼν αὐχείτω μὲν ἐπὶ τῇ κατ’ Αἴγυπτον
Ἀλεξανδρείᾳ, ἐπὶ τῇ κατὰ Μήδους Βουκεφάλῃ, ἐπὶ
τῇ κατ’ Αἰθιοπίαν Λυσιμαχίᾳ. ὁ δὲ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος
οὐκ ἂν οὑτωσὶ ἐπὶ ταῖς ἀνεγερθείσαις παρ’ αὐτοῦ πόλεσιν
ἐναβρύνοιτο, ἃς πανταχοῦ ἴσμεν ἀνοικοδομηθείσας αὐτῷ, 
ὅσον ἐπὶ ταύτῃ τῇ πόλει μεγαλαυχεῖ. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ
 τεμένη καὶ ἱερὰ φροντιστήρια εἰσιόντι σοι κατὰ λαιὰν ἀπαντήσειε·
κατὰ δὲ τὴν δεξιὰν τοῦ μεγάλου τεμένους παιδευτήριον
ἕστηκε τῶν γραμματικῶν παισὶν ὀρφανοῖς ἐκ παντοδαποῦ
γένους συνειλεγμένοις, ἐν ᾧ παιδευτής τις προκάθηται 
καὶ παῖδες περὶ αὐτὸν ἑστᾶσιν, οἱ μὲν περὶ ἐρωτήσεις
ἐπτοημένοι γραμματικάς, οἱ δὲ ξυγγραφεῖς τῶν λεγομένων
σχεδῶν. καὶ ἔστιν ἰδεῖν καὶ Λατῖνον ἐνταῦθα παιδοτριβούμενον
καὶ Σκύθην ἑλληνίζοντα καὶ Ῥωμαῖον τὰ τῶν Ἑλλήνων
συγγράμματα μεταχειριζόμενον καὶ τὸν ἀγράμματον Ἕλληνα 
 

 
ὀρθῶς ἑλληνίζοντα. τοιαῦτα καὶ περὶ τὴν λογικὴν παίδευσιν
τὰ τοῦ Ἀλεξίου σπουδάσματα. τοῦ δὲ σχέδους
τέχνη εὕρημα τῶν νεωτέρων ἐστὶ καὶ τῆς ἐφ’ ἡμῶν γενεᾶς. 
παρίημι δὲ Στυλιανούς τινας καὶ τοὺς λεγομένους Λογγιβάρδους
 καὶ ὅσους ἐπὶ συναγωγὴν ἐτεχνάσαντο παντοδαπῶν
ὀνομάτων καἰ τοὺς Ἀττικοὺς καὶ τοὺς γεγονότας τοῦ ἱεροῦ
καταλόγου τῆς μεγάλης παρ’ ἡμῖν ἐκκλησίας, ὧν παρίημι τὰ 
ὀνόματα. ἀλλὰ νῦν οὐδ’ ἐν δευτέρῳ λόγῳ τὰ περὶ τούτων 
τῶν μετεώρων καὶ ποιητῶν καὶ αὐτῶν συγγραφέων καὶ τῆς
 ἀπὸ τούτων ἐμπειρίας· πεττεία δὲ τὸ σπούδασμα καὶ ἄλλα
τὰ ἔργα ἀθέμιτα. ταῦτα δὲ λέγω ἀχθομένη διὰ τὴν παντελῆ
τῆς ἐγκυκλίου παιδεύσεως ἀμέλειαν. τοῦτο γάρ μου τὴν
ψυχὴν ἀναφλέγει, ὅτι πολὺ περὶ ταὐτὰ ἐνδιατέτριφα, κἄν,
ἐπειδὰν ἀπήλλαγμαι τῆς παιδαριώδους τούτων σχολῆς καὶ
 εἰς ῥητορικὴν παρήγγειλα καὶ φιλοσοφίας ἡψάμην καὶ μεταξὺ
τῶν ἐπιστημῶν πρὸς ποιητάς τε καὶ ξυγγραφέας ᾖξα
καὶ τῆς γλώττης τοὺς ὄχθους ἐκεῖθεν ἐξωμαλισάμην, εἶτα 
ῥητορικῆς ἐπαρηγούσης ἐμοὶ κατέγνων τῆς τοῦ] πολυπλόκου
τῆς σχεδογραφίας πλοκῆς. ἀλλὰ ταῦτα μέντοι προσιστορείσθω,
 εἰ καὶ μὴ ἐκ τοῦ παρέργου, ἀλλὰ διὰ τὸ τοῦ λόγου
ἀκόλουθον.

Μετὰ δὲ ταῦτα τοῦ ἔτους * διιππεύοντος τῆς βασιλείας
αὐτοῦ μέγιστον ἐπεγείρεται νέφος αἱρετικῶν. καὶ τὸ
τῆς αἱρέσεως εἶδος καινόν, μήπω πρότερον ἐγνωσμένον τῇ
 ἐκκλησίᾳ. δύο γὰρ δόγματα συνελθέτην κάκιστα καὶ φαυλότατα
ἐγνωσμένα τοῖς πάλαι χρόνοις, Μανιχαίων τε, ὡς ἄν
τις εἴποι, δυσσέβεια, ἣν καὶ Παυλικιανῶν αἵρεσιν εἴπομεν,
καὶ Μασσαλιανῶν βδελυρία. τοιοῦτον δέ ἐστι τὸ τῶν Βογομίλων
δόγμα, ἐκ Μασσαλιανῶν καὶ Μανιχαίων συγκείμενον. 
 καὶ ὡς ἔοικεν, ἦν μὲν κἀν τοῖς πρὸ τοὐμοῦ πατρὸς χρόνοις,
ἐλάνθανε δέ · δεινότατον γὰρ τὸ Βογομίλων γένος ἀρετὴν
 

 
ὑποκρίνασθαι. καὶ τρίχα μὲν κοσμικὴν οὐκ ἂν ἴδοις βογομιλίζουσαν,
κέκρυπται δὲ τὸ κακὸν ὑπὸ τὸν μανδύαν καὶ τὸ
κουκούλιον. καὶ ἐσκυθρώπακεν ὁ Βογόμιλος καὶ μέχρι ῥινὸς
σκέπεται καὶ κεκυφώς βαδίζει καὶ ὑποψιθυρίζει τὸ στόμα,
τἄνδοθι δὲ λύκος ἐστὶν ἀκάθεκτος. καὶ τοῦτο τὸ ἔθνος 
τοιοῦτον ὂν δυσφορώτατον ὥσπερ ὄφιν ἐμφωλεύοντα τῇ
 χειᾷ ἐπῳδῶν ἴυγξιν ἀπορρήτοις ὁ ἐμὸς πατὴρ εἰς φῶς ἐξεκαλέσατο
καὶ ἐξήνεγκεν. ἀπαρτὶ γὰρ τὸ πολὺ τῆς τῶν
 ἑσπερίων καὶ ἑῴων ἀποθέμενος φροντίδος πρὸς τὸ πνευματικώτερον
ἑαυτὸν ἐπέτεινεν. ἐν πᾶσι γὰρ τῶν ἁπάντων 
ἐκράτει· ἐν λόγοις διδακτικοῖς τοὺς περὶ λόγον ἐσπουδακότας
ἐνίκα, ἐν μάχαις δὲ καὶ στρατηγίαις τῶν ἐν ὅπλοις θαυμαζομένων
ὑπερεῖχεν. ὡς δὲ ἡ τῶν Βογομίλων ἁπανταχοῦ
ἤδη διέσπαρτο φήμη (Βασίλειος γάρ τις μοναχὸς πολυτροπώτατος
μεταχειρίσασθαι τὴν Βογομίλων ἀσέβειαν δώδεκα 
μὲν ἔχων μαθητάς, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμαζε, συνεφελκόμενος
δὲ καὶ μαθητρίας τινάς, γύναια κακοήθη καὶ παμπόνηρα,
ἐφήπλωσε τὴν κακίαν ἁπανταχοῦ) καὶ πολλὰς ψυχὰς
 δίκην πυρὸς ἐπενείματο τὸ κακόν, οὐκ ἠνείχετο ἡ τοῦ βασιλέως
ψυχὴ τοῦτο καὶ διερευνᾷ τὰ περὶ τῆς αἱρέσεως. καί 
 τινες τῶν Βογομίλων εἰς τὰ ἀνάκτορα ἤγοντο, ἅπαντες δὲ
Βασίλειόν τινα κατήγγελον διδάσκαλον καὶ κορυφαῖον πρωτοστάτην
τῆς βογομιλικῆς αἱρέσεως. ἐκ τούτων δὲ Διβλάτιός
τις κατασχεθείς, ἐπεὶ ἐρωτώμενος ἀνομολογεῖν οὐκ
ἠβούλετο, αἰκίαις παραδοθεὶς τηνικαῦτα τὸν λεγόμενον 
Βασίλειον ἀνωμολόγει καὶ οὓς ἐκεῖνος προεχειρίσατο ἀποστόλους.
τοίνυν τὴν τούτου ἀναζήτησιν πολλοῖς ὁ αὐτοκράτωρ
ἀνέθετο. καὶ δῆτα ἀναφαίνεται τοῦ Σαταναὴλ άρχισατράπης
Βασίλειος, τὸ ἔνδυμα μοναχός, κατεσκληκώς τὸ
πρόσωπον, τὴν ὑπήνην ψιλός, εὐμήκης τὴν ἡλικίαν πολυτροπώτατος 
μεταχειρίσασθαι τὴν ἀσέβειαν]. καὶ αὐτίκα ὁ
 αὐτοκράτωρ τὸ ἐνδομυχοῦν ἐθέλων παρασῦραι ταῖς πειθἐσκυθρώπωκεν
 

 
ἀνάγκαις μετακαλεῖται τὸν ἄνδρα μεθ’ ὁσίου προσχήματος.
καὶ γὰρ καὶ θώκων ὑπεξανέστη αὐτῷ καὶ καθέδρας μετέδωκε
καὶ τραπέζης τῆς αὐτῆς καὶ ὅλην τὴν ὁρμιὰν τῆς ἄγρας
αὐτῷ κατεχάλασε καὶ τὸ ἄγκιστρον περιπείρας παντοδαποῖς
 δελέασι τῷ παμφάγῳ τούτῳ κήτει παρέσχεν ἐμφαγεῖν καὶ
ὅλον τὸ φάρμακον τῷ μοναχῷ τούτῳ καὶ πολλαχῷ τὴν
κακίαν φέρων ἐνέχει διὰ παντοίων ὑποκρινόμενος μαθητὴς
αὐτῷ ἐθέλειν γενέσθαι, οὐκ αὐτὸς τάχα μόνος, ἀλλὰ καὶ ὁ
αὐτοῦ ἀδελφὸς Ἰσαάκιος ὁ σεβαστοκράτωρ, καὶ πάντα τὰ 
 παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα ὡς ἐκ θείας ὀμφῆς λογίζεσθαι καὶ
ὑπείκειν τούτῳ ἐν πᾶσιν, εἰ μόνον τὴν τῆς ψυχῆς αὐτῷ
σωτηρίαν πραγματεύσοιτο ὁ κάκιστος Βασίλειος. “καὶ ἐγὼ 
μέν,’’ φησιν “ὦ πάτερ τιμιώτατε”, περιέχριε γὰρ τοῖς
γλυκέσι τούτοις ὁ βασιλεὺς τὴν κύλικα, ὡς ἐξεμέσαι τὸν
 δαιμονιῶντα τὴν μελαγχολίαν αὐτοῦ) “ἄγαμαί σε τῆς ἀρετῆς
ἕνεκα· ἀξιῶ σε] δὲ καταμαθεῖν, τίνα τὰ παρὰ τῆς σῆς
τιμιότητος εἰσηγούμενα, ὡς τά γε τῶν ἡμετέρων μονονοὺ
φαῦλα καὶ εἰς οὐδεμίαν ἀρετὴν φέροντα”. ὁ δὲ τὰ πρῶτα
μὲν ἐσχηματίζετο καὶ τὴν λεοντῆν ὁ κατὰ ἀλήθειαν ὄνος
 ἐκεῖνος ἐφεῖλκεν εἰς ἑαυτὸν πανταχόθεν καὶ ἀπεπήδα πρὸς
τὰ λεγόμενα, πλὴν ἐχαυνώθη τοῖς ἐπαίνοις· καὶ γὰρ καὶ
ὁμοδίαιτον ἐποίησε τοῦτον. συμπαρῆν δ’ ἄρα τούτῳ ἐν
πᾶσι καὶ συνεδραματούργει καὶ ὁ τοῦ βασιλέως ἐξάδελφος
καὶ σεβαστοκράτωρ. ὁ δὲ τὰ τῆς αἱρέσεως δόγματα ἀπ- 
 ἤμεσε. καὶ ὁ τρόπος ὁποῖος; παραπέτασμα γὰρ μεταξὺ
τήν τε γυναικωνῖτιν ἀπετείχιζε καὶ τοὺς βασιλεῖς μετὰ τοῦ
βδελυροῦ τούτου πάνθ’, ὅπως εἶχεν ἐν τῇ ψυχῇ, ἐξερευγομένου
καὶ ἀναφανδὸν λέγοντος. ὁ δὲ γραμματεὺς ἀπεγράφετο
ἔνδοθεν τοῦ πετάσματος τὰ λεγόμενα. καὶ ὁ μὲν λῆρος
 ἐκεῖνος διδάσκαλος τῷ δοκεῖν ἐγίνετο, ἐσχηματίζετο δὲ
τὴν μαθητείαν ὁ βασιλεύς, ἀπεγράφετο δὲ τὰ τῆς διδασκα.
 

 
λίας ὁ ὑπογραμματεύς. πάντα δὲ ῥητά τε καὶ ἄρρητα ἐπισυνεῖρεν
ὁ θεοπληγὴς ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ οὐδενὸς ἐφείσατο
 θεομισοῦς δόγματος, ἀλλὰ καὶ τὴν θεολογίαν ἡμῶν παρ-
 εβλέψατο καὶ τὴν οἰκονομίαν πᾶσαν ἐφάντασε καὶ τοὺς ναούς,
οἴμοι, τοὺς ἱεροὺς ναοὺς δαιμόνων ὠνόμακε καὶ τὸ τελούμενον 
παρ’ ἡμῖν σῶμα καὶ αἷμα τοῦ πρώτου καὶ ἀρχιερέως
καὶ θύματος παρὰ φαῦλον ἔθετο καὶ ἐλογίσατο. ἀλλὰ τί
τὸ ἐντεῦθεν; ἀπορρίπτει τὴν σκηνὴν ὁ βασιλεὺς καὶ ἀναπετάννθσι
† τοῦτο· καὶ τὸ συγκλητικὸν ἅπαν συνήθροιστο καὶ
τὸ στρατιωτικὸν συνείλεκτο σύνταγμα καὶ ἡ γερουσία τῆς 
ἐκκλησίας συνῆν. προὐκάθητο δ’ ἄρα τὸ τηνικαῦτα τοῦ τῆς
 βασιλίδος πόλεως θρόνου ὁ ἐν πατριάρχαις μακαριώτατος
ὁ γραμματικὸς ὁ κύριος Νικόλαος. καὶ ἀνεγινώσκετο τὰ θεοστυγῆ
δόγματα καὶ ὁ ἔλεγχος ἀδιάβλητος. καὶ οὐδὲ ὁ τῆς
 ἐναντίας μοίρας ἔξαρνος ἦν, ἀλλ’ αὐτίκα καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ 
πρὸς ἐναντιολογίας ἐχώρει καὶ πρὸς πῦρ καὶ μάστιγας
καὶ μυρίους θανάτους ἀντιπαρατάξασθαι ὑπισχνεῖτο. πεπιστεύκασι
γὰρ οἱ πλανώμενοι οὗτοι Βογόμιλοι πᾶσαν ἀπόνως
ὑπενεγκεῖν τιμωρίαν ἀγγέλων δῆθεν ἐξαρπαζόντων αὐτῆς
τῆς πυρκαϊᾶς. † πολλῶν δὲ πάντων αὐτῶν καὶ τὴν ἀσέβειαν 
ὀνειδιζόντων, καὶ ὅσοι τῆς αὐτοῦ ἀπωλείας αὐτῷ κεκοινωνήκασιν,
ὁ αὐτὸς ἦν Βασίλειος, ἀμετακλινής, Βογόμιλος γενναιότατος·
καίτοι πυρκαϊᾶς ἀπειλουμένης καὶ ἄλλων κακώσεων
ἀπρὶξ τοῦ δαίμονος εἴχετο καὶ τὸν αὐτοῦ Σαταναὴλ
 ἠγκαλίζετο. ἔμφρουρος δὲ γενόμενος καὶ πολλάκις πρὸς 
τοῦ βασιλέως πεμπόμενος καὶ πολλάκις παρακαλούμενος
τὴν ἀσέβειαν ἐξομόσασθαι ὡσαύτως εἶχε πρὸς τὰς τοῦ βασιλέως
παρακλήσεις. ἀλλὰ τὸ περὶ τοῦτον γεγονὸς τέρας
μὴ παραδράμωμεν. πρὶν ἢ γὰρ τούτῳ ἐπιβλέψαι τὸν βασιλέα
 

 
δριμύτερον, μετὰ τὴν τῆς ἀσεβείας ἐξαγόρευσιν ἀπῄει μὲν
τῷ τέως εἰς οἰκίσκον τινὰ κείμενον ἀγχοῦ που τῶν βασιλικῶν
οἰκημάτων ἄρτι πρώτως δι’ αὐτὸν κατασκευασθέντα.
ἑσπέρα δ’ ἦν καὶ οἱ ἀστέρες οἱ ἄνω αἰθρίας οὔσης ἀπήστραπτον
 καὶ ἡ σελήνη μετὰ τὴν σύνοδον τὴν ἑσπέραν ἐκείνην
ἐπύρσευε. τοῦ δὲ μοναχοῦ τὴν κέλλαν εἰσδύντος περὶ 
μέσας νύκτας αὐτομάτως λίθοι χαλαζηδὸν κατὰ τῆς κέλλης
ἐβάλλοντο χειρὸς μὲν μηδεμιᾶς ῥιπτούσης τοὺς λίθους μηδέ
τινος καταλιθοῦντος ἀνθρώπου τὸν δαιμονιώδη τοῦτον ἀββᾶν.
 μήνιμα δ’ ἦν, ὡς ἔοικε, τῶν ἀμφὶ τὸν Σαταναὴλ δαιμόνων
ἐξωργισμένων, ἐν δεινῷ ποιουμένων, ὅτι δὴ τὰ * πρὸς τὸν
βασιλέα ἐξωρχήσατο καὶ διωγμὸν κατὰ τῆς πλάνης λαμπρὸν
ἐπήγαγε. καὶ ταῦτα μὲν Παρασκευιώτης τις καλούμενος 
ἀφορισθεὶς φύλαξ εἶναι τοῦ δαιμονιώδους ἐκείνου γέροντος,
 ὡς μὴ ἄδειαν ἔχειν προσομιλεῖν τισι καὶ τῆς αὐτοῦ λύμης
μεταδιδόναι , τὰ φρικωδέστατα ἐπώμνυτο ἰδεῖν τε καὶ]
ἀκοῦσαι μὲν τοὺς τῶν βαλλομένων λίθων καὶ κατὰ γῆς καὶ
κατὰ κεράμων κρότους, ἰδεῖν δὲ συνεχεῖς καὶ ἀλλεπαλλήλους
τοὺς λίθους, μηδένα δὲ μηδαμοῦ τὸν βάλλοντα τούτους θεά- 
 σασθαι. συνεπελάμβανε γὰρ τῇ τῶν λίθων φορᾷ καὶ σεισμός 
τις ἀθρόος καὶ τὸ ἐπίπεδον ἐκεκλόνητο καὶ τὰ περὶ τὸν
ὄροφον ἐτετρύγεσαν. ὁ μέντοι Παρασκευιώτης, πρὶν μὲν
ὑπονοῆσαι τὸ ἔργον δαιμόνιον, ἐθάρρει, ὡς ἐκεῖνος ἔφασκεν,
ὁρῶν δέ, ὅτι οἱ μὲν λίθοι ἄνωθεν οἷον εἰπεῖν ἐξωμβρίζοντο
 καὶ τὸ γερόντιον ἐκεῖνο τὸ αἱρεσιαρκικὸν ἐνεδεδύκει τε καὶ
ἐναποκέκλειστο, εἰς δαίμονας τὸ ἔργον ἀνενεγκὼν * οὐκ εἶχεν,
ὅ τι καὶ γένοιτο.

Τὰ μὲν οὖν τοῦ τέρατος τούτου ταύτῃ ἐχέτω·
ἠβουλόμην δὲ καὶ πᾶσαν τὴν τῶν Βογομίλων διηγήσασθαι
 αἵρεσιν· ἀλλά με κωλύει καὶ αἰδώς, ὥς πού φησιν ἡ καλὴ 
 

 
Σαπφώ , ὅτι συγγραφεὺς ἔγωγε γυνὴ καὶ τῆς πορφύρας τὸ
τιμιώτατον καὶ τῶν Ἀλεξίου πρώτιστον βλάστημα τά τε εἰς
ἀκοὴν πολλῶν ἐρχόμενα σιγῆς ἄξια. βούλομαι μὲν γράφειν,
ἴνα τὸ πλῆρες τῆς τῶν Βογομίλων παραστήσω αἱρέσεως·
ἀλλ’ ἵνα μὴ τὴν γλῶτταν μολύνω τὴν ἐμαυτῆς, παρίημι 
ταῦτα. παραπέμπω δὲ τοὺς βουλομένους τὴν ὅλην αἵρεσιν
τῶν Βογομίλων διαγνῶναι εἰς τὸ οὕτω καλούμενον βιβλίον
δογματικὴν πανοπλίαν ἐξ ἐπιταγῆς τοὐμοῦ πατρὸς συντεθεῖσαν.
καὶ γὰρ μοναχὸν τινα Ζυγαβηνὸν καλούμενον,
 γνωστὸν μὲν τῇ δεσποίνῃ καὶ πρὸς μητρὸς ἐμῇ μάμμῃ καὶ 
πᾶσι τοῖς τοῦ ἱερατικοῦ καταλόγου, γραμματικῆς δὲ εἰς
ἄκρον ἐληλακότα καὶ ῥητορικῆς οὐκ ἀμελέτητον ὄντα καὶ τὸ
δόγμα ὡς οὐκ ἄλλος τις ἐπιστάμενον, τοῦτον ὁ αὐτοκράτωρ
μεταπεμψάμενος ἐπέταξεν ἁπάσας τὰς αἱρέσεις ἐκθέσθαι
ἑκάστην ἰδίᾳ καὶ ἐφ’ ἑκάστῃ τὰς τῶν ἁγίων πατέρων ἀνατροπὰς 
ἐγγράψασθαι καὶ αὐτῶν δὴ τῶν Βογομίλων τὴν
αἵρεσιν, καθὼς ὁ ἀσεβὴς ἐκεῖνος Βασίλειος ὑφηγήσατο. ταύτην
τὴν βίβλον δογματικὴν πανοπλίαν ὁ αὐτοκράτωρ ὠνόμασε·
μέχρι τοῦ νῦν οὕτω προσαγορεύεται τὰ βιβλία. ὁ δὲ
λόγος αὖθις πρὸς τὴν τοῦ βασιλείου καθαίρεσιν ἀνατρεχέτω. 
ὁ γὰρ αὐτοκράτωρ τοὺς ἁπανταχοῦ γῆς μαθητὰς καὶ συμμύστας
 τοῦ βασιλείου μεταπεμψάμενος καὶ μάλιστα τοὺς
δώδεκα λεγομένους μαθητὰς ἀπεπειρᾶτο καὶ τούτων τῆς
γνώμης. καὶ ἦσαν ἄντικρυς μαθηταὶ βασιλείου. καὶ γὰρ
ἐνεβάθυνε τὸ κακὸν καὶ εἰς οἰκίας μεγίστας καὶ πολλοῦ 
 πλήθους ἥψατο τὸ δεινόν. καθάπαξ οὖν κατεψηφίσατο
πυρκαϊὰν τῶν ἀλλοτρίων, τοῦ τε κορυφαίου καὶ τοῦ χοροῦ.
ἀθροιζομένων γὰρ τῶν φωραθέντων Βογομίλων καὶ τῶν
μὲν τῆς σφῶν ἀντιποιουμένων αἱρέσεως, τῶν δ᾿ ἀπαρνουμένων
παντάπασι καὶ πρὸς τοὺς ἐλέγχοντας ἰσχυρῶς ἀνθ- 
 

 
ισταμένων καὶ τὴν Βογομιλικὴν διαπτυόντων αἵρεσιν, ἐπεὶ
ἑτοίμως ὁ αὐτοκράτωρ τούτοις πιστεύειν οὐκ εἶχεν, ἵνα μή
τις πολλάκις Χριστιανὸς τοις Βογομίλοις ὡς Βογόμιλος
ἀναμιγνύηται ἢ Βογόμιλος ὡς Χριστιανὸς διαδράσῃ, καινόν
 τινα τρόπον ἐπινοεῖται, δι᾿ οὗ οἱ ὄντως Χριστιανοὶ ἀποφανθήσονται.
ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ τοίνυν τῇ μετ᾿ αὐτὴν καθῆστο
θρόνου, πολλοὶ δὲ τηνικαῦτα παρῆσαν τῆς τε συγκλήτου 
καὶ τῆς ἱερᾶς συνόδου καὶ τῶν Ναζιραίων αὐτῶν, ὁπόσοι
λόγου μετεῖχον, λλογάδες. πάντων δὲ τῶν τὴν Βογομιλικὴν
 ἐγκαλουμέγων αἵρεσιν ἐς τὸ μέσον ὁμοῦ παραχθέντων ὁ 
αὐτοκράτωρ αὖθις ἐπερωτᾶσθαι ἕκαστον ἐκέλευσεν. ὡς δὲ οἱ
μὲν ὡμολόγουν Βογόμιλοι εἶναι καὶ τῆς σφῶν ἰσχυρῶς ἀντεποιοῦντο
αἱρέσεως, οἱ δὲ παντάπασιν ἀνένευον Χριστιανοὺς
ἑαυτοὺς ὀνομάζοντες καὶ παρ᾿ ἄλλων ἐλεγχόμενοι οὐδαμῶς
 κατετίθεντο, ἐπιτοξεύσας αὐτοῖς τὰς ὀφρῦς ἔφη “χρὴ τὴν
σήμερον δύο καμίνους ἀναφθῆναι, θατέρᾳ δὲ τούτων σταυρὸν
ἐμπαγῆναι αὐτῇ γῇ, εἶτα αἵρεσιν δοθῆναι πᾶσιν, ἵν᾿
ὁποῖοι τῇ τῶν Χριστιανῶν πίστει ἐπαποθανεῖν τὴν σήμερον 
βούλοιντο, ἀποκριθέντες τῶν ἄλλων τῇ τοῦ σταυροῦ
 καμίνῳ προσχωρήσωσιν, οἱ δὲ τῆς Βογομιλικῆς αἱρέσεως
ἀντεχόμενοι πρὸς θατέραν ἐμβληθήσονται. βέλτιον γὰρ
Χριστιανοὺς αὐτοὺς ὄντας ἀποθανεῖν ἢ ζῶντας ὡς Βογομίλους
διώκεσθαι καὶ τὰς τῶν πολλῶν τύπτειν συνειδήσεις,
ἄπιτε γοῦν καὶ ὑμεῖς [καὶ ἡμεῖς?], ὅπη βονλητόν, ἕκαστος
 χωρείτω.” ταῦτα μὲν οὖν πρὸς τοὺς Βογομίλους ἀποφηνάμενος
ὁ βασιλεὺς ἐν σχήματι ἀπέλυσεν. εὐθὺς οὖν παραλαβόντες 
τούτους ἀπῄεσαν καὶ πλῆθος παρειστήκει πολὺ 
συρρεόντων ἑκασταχοῦ. κάμινοι δὲ τηνικαῦτα ἑπταπλασίως
κατὰ τὸν μελῳδὸν ἀνήπτοντο εἰς τὸ οὑτωσί πως καλούμενον
 Τζυκανιστήριν· τό πῦρ εἰς οὐρανοὺς ἀνῄει· ὁ σταυρὸς
 

 
ἐπὶ θατέρᾳ ἵστατο· αἵρεσις τοῖς ἐνόχοις ἐδίδοτο, ὅπη ποτ’
ὰν βουλητὸν ἑκάστῳ, χωρεῖν, ὡς καυθησομένων ἁπάντων.
εἰτα τὸ ἄφυκτον ὁρῶντες τοῦ πράγματος, ὁπόσοι μὲν ἐν
αὐτοῖς ὀρθόδοξοι ἦσαν, τῇ τοῦ σταυροῦ προσεχώρουν καμίνῳ
ὡς ὄντως μαρτυρήσοντες· οἱ δέ γε ἀθεώτατοι τῆς μυσαρὰς 
ἀντεχόμενοι αἱρέσεως πρὸς θατέραν ἀπένευσαν. καὶ ἀπαρτὶ
Β τούτων ἐν ταῖς καμίνοις ὁμοῦ ἐρρῖφθαι μελλόντων, οἱ μὲν
παρεστῶτες ἅπαντες ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν ἤλγουν ὡς καυθησομένων
ἤδη καὶ τοῦ βασιλέως πολλὰ κατεστύγναζον ἀγνοοῦντες
τὸ οἰκονομούμενον. ἀλλὰ βασιλική τις πρόσταξις προκαταλαβοῦσα 
τοὺς δημίους ἐκείνους ἀπεῖρξε τοῦ ἐγχειρήματος.
καὶ οὕτω βεβαίαν τὴν τῶν Βογομίλων ὄντως ὁ αὐτοκράτωρ
ἐσχηκὼς κατάληψιν τοὺς συκοφαντουμένους Χριστιανοὺς
πολλὰ παραινέσας ἀπέλυσεν, ἐκείνους δὲ πάλιν εἱρκταῖς εἶχε
διαιρήσας] τοὺς ἀποστόλους τοὺ ἀσεβοῦς βασιλείου διακρίνας 
ἰῶν ἄλλων· εἶτα καθ’ ἑκάστην πεμπόμενος τοὺς μὲν δι’
ἑαυτοῦ ἐδίδασκεν πολλὰ παραινῶν τῆς μυσαρὰς ἀποσχέσθαι
C θρησκείας, πρὸς δὲ τοὺς ἄλλους λογάδας τινὰς τοῦ ἱεροῦ
ν. 389 τῆς ἐκκλησίας συντάγματος ἐπέσκηψε καθ’ ἑκάστην παραγινομένους
ἀναδιδάσκειν αὐτοὺς τὴν ὀρθόδοξον πίστιν καὶ 
παραινεῖν ἀποσχέσθαι τῆς Βογομιλικῆς αἱρέσεως. καί τινες
μὲν τούτων μετέβαλον ἐπὶ τὸ βέλτιον καὶ τῆς φρουρᾶς
ἀπελύθησαν, οἱ δὲ τῇ σφῶν ἐπαπέθανον αἱρέσει ἐν εἱρκταῖς
κατεχόμενοι, τροφῆς μέντοι καὶ ἀμφίων δαψιλῆ τὴν χορηγίαν
ἔχοντες.

Τὸν μέντοι Βασίλειον ὡς ὄντως αἱρεσιάρχην καὶ
ἀμεταμέλητον παντάπασιν ἅπαντες τῆς ἱερᾶς συνόδου καὶ
τῶν Ναζιραίων λογάδες καὶ αὐτὸς δὴ ὁ τότε πατριάρχης
Νικόλαος πυρὸς ἄξιον ἔκριναν. οἷς καὶ ὁ αὐτοκράτωρ σύμψηφος
D ἦν πολλὰ πολλάκις προσομιλήσας αὐτῷ καὶ ἄνδρα 
P. 493 σκαιὸν διαγνοὺς καὶ τῆς αἱρέσεως μὴ ἀφιστάμενον, ἔνθεν τοι
 

 
καὶ πυρκαϊὰν μεγίστην κατὰ τὸν ἱππόδρομον ἀνάψας. βόθρος
τε ὠρώρυκτο μέγιστος καὶ ξύλων πλῆθος, πάντα δένδρα
ὑψίκομα καὶ συντεθέντα, ὄρος ἐδείκνυ τὴν σύνθεσιν. εἶτα
τῆς πυρᾶς ἀναφθείσης ἠρέμα μὲν τὸ πλῆθος πολὺ κατά τε
 τὸ ἐπίπεδον τοῦ ἱππικοῦ καὶ κατὰ τοὺς βαθμοὺς συνέρρει
καραδοκοῦντες πάντες τὸ γενησόμενον. ἐκ θατέρου σταυρὸς
ἐπήγνυτο καὶ αἵρεσις ἐδίδοτο τῷ ἀσεβεῖ, εἴ που τὸ πῦρ
πτοηθεὶς καὶ μεταβαλὼν τὴν γνώμην ἐπὶ τὸν σταυρὸν χωρήσειε,
ἴνα τῆς καμίνου τηνικαῦτα ἐλεύθερος γένηται. παρῆν
 δὲ καὶ τὸ τῶν αἱρετικῶν πλῆθος ὁρῶν τὸν κορυφαῖον Βασίλειον. 
ὁ δὲ πρὸς ἅπασαν τιμωρίαν καὶ ἀπειλὴν καταφρονητικὸς
κατεφαίνετο καὶ πορρωτέρω μὲν ὢν τῆς πυρκαιὰς
κατεγέλα καὶ ἐτερατεύετο λέγων ἁρπάσειν αὐτὸν ἐκ μέσου
πυρὸς ἀγγέλους τινὰς καὶ ὑπέψαλλε τὸ Δαυιτικὸν ἐκεῖνο τὸ
 “πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ· πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις”.
ἀλλ’ ἐπειδὰν τὸ πλῆθος διαναστὰν ἐδίδου μετὰ
παρρησίας αὐτῷ κατιδεῖν τὸ φρικῶδες ἐκεῖνο θέαμα τῆς
πυρκαϊᾶς (καὶ γὰρ ἐκ πολλοῦ διαστήματος ᾐσθάνετο τοῦ
πυρὸς καὶ ἐπαιρομένην τὴν φλόγα ἑώρα καὶ βροντῶσαν οἷον
 καὶ ἀποσπάδας ἀφιεῖσαν πυρὸς εἰς ὕψος μετεωριζομένας τῆς 
μέσον τοῦ ἱππικοῦ ἱσταμένης πυραμίδος λιθίνης), ἐνταῦθα
ὁ θρασὺς ἐκεῖνος ἀποδειλιᾶν πρὸς τὸ πῦρ καὶ θορυβεῖσθαι
ἐδόκει. ἔστρεφε γὰρ τὰς ὄψεις πολλάκις καὶ ἐκρότει τὰς
χεῖρας καὶ ἐπάτασσε τὸν μηρὸν οἷον τοῖς ὅλοις ἐξαπορούμενος.
 ὅμως καὶ οὕτως ἔχων καὶ ἀπὸ μόνης τῆς θέας ὡς
ἀδαμάντινος ἦν. οὔτε γὰρ τὸ πῦρ κατεμάλαξε τὴν σιδηρᾶν
αὐτοῦ ψυχὴν οὔτε αἱ τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς αὐτὸν διαπόμπιμοι
διαμηνύσεις κατέθελξαν, ἀλλ’ εἴτε ἀπόνοια μεγίστη
τοῦτον κατείληφε διὰ τὴν παρεστῶσαν ἀνάγκην καὶ συμφο- 
 ρὰν καὶ ἀπόρως οὕτως εἶχε τῆς γνώμης καὶ διάκρισιν οὐδοπωσοῦν
ἐλάμβανε τοῦ συμφέροντος, εἴτε καὶ ὁ κατασχὼν
 

 
τὴν ψυχὴν αὐτοῦ διάβολος, ὅπερ καὶ μᾶλλον δοκεῖ, σκότος
αὐτοῦ βαθύτατον κατεσκέδασεν, εἱστήκει πρὸς πᾶσαν ἀπει-
 λὴν καὶ πρὸς πάντα φόβον ἀμηχανῶν ὁ κατάπτυστος ἐκεῖνος
Βασίλειος καὶ νῦν μὲν πρὸς τὴν πυρκαϊὰν ἐκεχήνει, νῦν δὲ
 πρὸς τοὺς παρεστῶτας. καὶ πᾶσιν ὡς ἀληθῶς κατεφαίνετο 
μεμηνὼς καὶ μήτε πρὸς τὴν πυρκαϊὰν ἐφορμῶν μητ’ ὀπισθόπους
ὅλως γινόμενος, ἀλλ’ ἐπεπήγει καὶ ἀκίνητος ἦν, ἐφ’ οὗ
που καὶ τὰ πρῶτα κατελάβετο. πολλῶν δὲ λόγων ῥεόντων
καὶ τῶν τερατολογιῶν αὐτοῦ διὰ πάσης γλώττης φερομένων
δείσαντες οἱ δήμιοι, μή πως ἄρα οἱ ἀμφὶ τὸν Βασίλειον δαίμονες 
ἄτοπόν τι τερατουργήσειαν παραχωροῦντος Θεοῦ καὶ
ἀλώβητος ἐκ μέσου τοῦ τοσούτου πυρὸς ὀφθείη ὁ κάκιστος
πρός τινα τόπον δημοσιώτατον ἀφιγμένος καὶ γένηται ἡ
ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης, δοκιμασίαν τινὰ ἔδοξαν
ποιήσασθαι. τερατευομένου γὰρ ἐκείνου καὶ αὐχοῦντός, ὡς 
 ἐκ μέσου τοῦ πυρὸς ἀλώβητος ὀφθήσεται, ἀναλαβόμενοι τὸν
μανδύαν αὐτοῦ ἔφασαν ὡς “ἴδωμεν, εἰ μὴ τῶν σῶν ἀμφίων
ἅψεται τὸ πῦρ”. καὶ παραχρῆμα εἰς μέσον ἔρριψαν τῆς
καμίνου. ὁ μὲν οὖν Βασίλειος ἐπὶ τοσοῦτον ἐγάννυτο ὑπὸ
τοῦ ἐξαπατῶντος αὐτὸν δαίμονος λέγων ὡς “ὁρᾶτε τὸν 
μανδύαν εἰς ἀέρα ἀνιπτάμενον”; οἱ δὲ ἐκ τοῦ κρασπέδου
τὸ ὕφασμα κατανοήσαντες ἄραντες ὦσαν αὐτὸν αὐτοῖς ἱματίοις
καὶ ὑποδήμασιν εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου. καὶ τοσοῦτον
ὥσπερ κατ’ αὐτοῦ θυμουμένη ἡ φλὸξ διεβοσκήθη τὸν
ἀσεβῆ, ὥστε μηδὲ κνίσσαν τινὰ γενέσθαι μηδὲ καπνοῦ τινος 
καινοτομίαν ἑτέραν, ἀλλ’ ἢ μόνον λεπτὴν τινα γραμμὴν καπνώδη
 φανῆναι κατὰ τὸ μέσον τῆς φλογός. καὶ γὰρ καὶ
τὰ στοιχεῖα κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἐπαίρεται· φείδεται δέ, ὥς
γε τἀληθὲς εἰπεῖν, τῶν θεοφιλῶν, ὥσπερ ποτὲ ὑπεχώρει
καὶ ὑπείκαθε τοῖς θεοφιλέσιν ἐκείνοις νεανίαις ἐν Βαβυλῶνι 
καὶ περιέστεφεν αὐτοὺς τὸ πῦρ καθάπερ τις χρυσοειδὴς
θάλαμος. ἐνταῦθα δὲ τὸν ἀλάστορα τοῦτον Βασίλειον οὔπω
ἀκριβῶς οἱ τοῦτον μετεωρίσαντες εἶχον, καὶ ἡ φλὸξ ἐδόκει
 

 
προεκτρέχειν ἐφ’ ᾧ τὸν δυσσεβῆ ἐξαρπάσαι. τὸν δ’ ὑπόλοιπον
ἀριθμόν, ὅσοι τῆς ἀπωλείας ἦσαν τοῦ βασιλείου, σφαδάξοντος
τοῦ παρεστηκότος λαοῦ καὶ βιαζομένου ἐπιρρίψειν
καὶ αὐτοὺς τῷ πυρί, ὁ αὐτοκράτωρ οὐ συνεχώρησεν ἐγκλεισθῆναι
 κελεύσας ἐν ταῖς τῶν μεγίστων ἀνακτόρων στοαῖς καὶ 
τοῖς περιδρόμοις. καὶ τούτου γεγονότος διελύθη τὸ θέατρον.
καὶ μετὰ ταῦτα διαδέχεται τοὺς ἀθέους τις ἄλλη ἀσφαλεστάτη 
φρουρά, εἰς ἣν ἐμβληθέντες καὶ πολύν τινα χρόνον
διατετριφότες τῇ ἀσεβείᾳ αὐτῶν ἐναπέθανον. τοῦτο μὲν οὖν
 ὕστατον ἔργον καὶ ἆθλον τῶν μακρῶν ἐκείνων πόνων καὶ
κατορθωμάτων τοῦ αὐτοκράτορος καὶ καινοπραγία τις καὶ
τόλμῃ παράδοξος. καὶ οἶμαι ὁ τότε παρὼν ἢ καὶ συνὼν
ἐκείνῳ θαυμάζει μέχρι τοῦ νῦν καὶ οὐχ ὕπαρ τὰ τότε γεγενημένα
θεάσασθαι δοκεῖ, ἀλλ’ ὄνειρός τις αὐτῷ καὶ φαντασία
 φαίνεται. καὶ γὰρ ἐξ ὅτου τῶν ὁρίων τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς
ἐξ αὐτῆς τοῦ Διογένους ἀναρρήσεως οἱ βάρβαροι ἐπέβησαν 
οὐκ εὐτυχῶς ἐκ πρώτης, ὅ φασι, βαλβῖδος κατ’ αὐτῶν ἐξορμήσαντος, 
οὐ μέχρι τῆς τοὐμοῦ πατρὸς αὐτοκρατορίας ἡ
βαρβαρικὴ χεὶρ συνέσταλται, ἀλλὰ καὶ ξίφη καὶ δόρατα κατὰ
 Χριστιανῶν ἐξεθήγετο, καὶ μάχαι καὶ πόλεμοι καὶ σφαγαί.
ἠφανίζοντο μὲν πόλεις, ἐλῄζοντο δὲ χῶραι καὶ πᾶσα ἡ
Ῥωμαίων γῆ Χριστιανῶν αἵμασιν ἐμιαίνετο. οἱ μὲν γὰρ
βέλεσί τε καὶ δόρασιν οἰκτρῶς ἔπιπτον, οἱ δὲ τῶν σφετέρων
ἀπελαυνόμενοι δορυάλωτοι πρὸς τὰς πόλεις Περσίδος ἀπήγοντο.
 καὶ τρόμος ἅπαντας εἶχεν ἐπὶ τὰ ἄντρα καὶ τὰ ἄλση
καὶ τὰ ὄρη καὶ τοὺς βουνοὺς ἀπὸ τῶν εἰσπιπτόντων δεινῶν 
κρύπτεσθαι ἐπειγομένους. ἐν τούτοις οἱ μὲν ἐποτνιῶντο ἐφ’
οἷς ἔπασχον πρὸς Περσίδα ἀπαγόμενοι, οἱ δ’ ἔτι περιόντες,
εἴ πού τινες τοῖς Ῥωμαϊκοῖς ὁρίοις ἐναπέμειναν, βύθιον
 στένοντες ὁ μὲν υἱόν, ὁ δὲ θυγατέρα ἐθρήνει· ὁ δὲ ἀδελφόν,
ὁ δὲ ἀδελφιδοῦν ἀπεκλαίετο πρὸ καιροῦ θνήσκοντα καὶ οἷα
γυναῖκες θερμὸν κατέσταζον δάκρυον. καὶ οὐκ ἦν τίτε οὐπεριδρόμοις
 

 
δεμία τις σχέσις ἄδακρυς οὐδ’ ἀστένακτος. βασιλεὺς δὲ πλὴν
ὀλίγων, λέγω δὲ Τζιμισκῆν τε καὶ Βασίλειον τὸν βασιλέα,
ἔκτοτε καὶ μέχρι τοὐμοῦ πατρὸς οὐδεὶς ἄκροις ποσὶ τῆς
Ἀσιάτιδος ἐφάψασθαι τὸ παράπαν τετόλμηκεν.

Ἵνα τί δὲ περὶ τούτων; αἰσθάνομαι γὰρ ἐμαυτῆς 
οἷον τις λεωφόρου ἐκτρεπομένης, διττόν μοι τὸν ἀγῶνα τοῦ
λόγου τῆς προκειμένης ὑπαγορευούσης ὑποθέσεως ἱστορεῖν
ἅμα καὶ τραγῳδεῖν τὰ ξυμπεσόντα τῷ αὐτοκράτορι, ἱστορεῖν
 μὲν τοὺς ἀγῶνας, εἰς μονῳδίαν δὲ ἄγειν ὁπόσα τὴν καρδίαν
διεμασσήσατο. μεθ’ ὧν τάττοιμι ἂν καὶ τὸν ἐκείνου θάνατον 
καὶ πάσης τῆς ἐπιγείου λήξεως ὄλεθρον. ἀλλὰ γὰρ
ἀναμέμνημαι καὶ λόγων τινῶν πατρικῶν τῆς μὲν ἱστορίας
ἀπαγόντων, εἰς δὲ τοὺς θρήνους καὶ τὰς ὀλοφύρσεις παρακαλούντων.
ἤκουον γὰρ καὶ τούτου πολλάκις, ἤκουον τὴν
μητέρα καὶ βασιλίδα ἀνακόπτοντος ἐπιτάττουσαν τοῖς σοφοῖς 
διὰ τῆς ἱστορίας τοῖς ἐς ὕστερον παραπέμψαι τοὺς ἐκείνου
πόνους καὶ τὰ πολλὰ ἆθλα ἐκεῖνα καὶ τὰ σκάμματα, μονῳδεῖν
δὲ ἐπ’ αὐτῷ καὶ κλαίειν τὰ συμπεσόντα οἱ δεινά. οὔπω
 γὰρ ἔτος ἓν πρὸς τῷ ἡμίσει διελήλυθεν, ἑὲ οὗπερ τῆς ἐκστρατείας
ἐπανελήλυθεν ὁ αὐτοκράτωρ, καὶ νόσος ἄλλη δεινὴ 
τις ἐπισκήψασα βρόχον ἐπήνεγκε τούτῳ θανάσιμον, εἰ δὲ
δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν, τὴν τοῦ παντὸς καταστροφὴν καὶ φθοράν.
ἀλλ’ ἐπεὶ τὸ τῆς ὑποθέσεως ἐκβιάζει μέγεθος, φιλοπάτωρ
τε ἅμα καὶ φιλομήτωρ ἐξ αὐτῶν σπαργάνων γεγενημένη
 θεσμοὺς ἱστορίας ὑπερεκπίπτειν ἔρχομαι διηγησομένη, 
ὅπερ οὐ πάνυ τι βούλομαι, τὴν τοῦ αὐτοκράτορος τελευτήν.
ἱπποδρομίας γὰρ γενομένης ἐξ αἰτίας ἀνέμου τηνικαῦτα
πνεύσαντος σφοδροῦ ἀναρροιβδῆσαν οἷον τὸ ῥεῦμα καὶ τῶν
 ἄκρων ὑποχωρῆσαν θάτερον τῶν ὤμων κατειλήφει. οἱ μὲν
οὖν πολλοὶ τῶν ἰατρῶν οὐδὲ συνίεσαν ὅλως τὴν ἐπερχομένην 
ἡμῖν ἀπειλὴν ἐντεῦθεν. ὁ δέ γε Καλλικλῆς Νικόλαος, ὑτωσὶ
γὰρ προσηγορεύετο, μάντις ἦν ἡμῖν τῶν ἀπευκταίων
 

 
κακῶν καὶ πτοεῖσθαι ἔλεγε, μὴ τῶν ἄκρων ὑποχωρῆσαν καὶ
ἄλλην διαπορευόμενον ἀβοήθητον τὸν κίνδυνον τῷ κάμνοντι
ἀπεργάσοιτο· κἂν πιστεύειν οὐκ εἴχομεν, ὅτι μηδ’ ἠβουλόμεθα.
οὐδεὶς μὲν οὖν τηνικαῦτα πλὴν τοῦ Καλλικλέους διά
 τινων καθαρσίων κένωσιν προετεθύμητο. οὐδὲ γὰρ εἴωθε
τὸ σῶμα τοῦτο λαμβάνειν καθάρσιον, ἀλλὰ παντάπασιν 
ἀγύμναστος ἦν πρὸς τὰς φαρμακοποσίας. ᾧπερ οἱ πλείους 
καὶ μᾶλλον ὁ Παντεχνὴς Μιχαὴλ συγχρώμενος παντελῶς
ἀπεῖργε τὴν κάθαρσιν. ὁ δέ γε Καλλικλῆς τοῦ μέλλοντος
 στοχασάμενος ἐπιφωνηματικῶς αὐτοῖς ἔλεγεν ὡς “νῦν μὲν
τῶν ἄκρων ἡ ὕλη ἀφεμένη πρὸς τὸν ὦμον ἐνέσκηψε καὶ
τὸν τράχηλον· εἰσαῦθις δὲ μὴ διὰ καθαρσίων κενωθεῖσα
εἴς τι τῶν πρωτουργῶν μορίων ἢ καὶ αὐτὴν τὴν καρδίαν
ἐπιρρεύσασα ἀνίατον τὴν βλάβην ἀπεργάσεται”. παρῆν γὰρ
 καὶ αὐτὴ ἐξ ἐπιταγῆς τῆς ἐμῆς δεσποίνης ἐφ’ ᾧ τοῖς τῶν
ἰατρῶν λόγοις διαιτῆσαι καὶ ἤκουον τῶν λεγομένων καὶ
τοῖς τοῦ Καλλικλῆ κἀγὼ συνετιθέμην λόγοις. τῶν πλειόνων 
δ’ ὅμως ἡ ψῆφος ἐκράτει. ἀλλὰ τότε δὴ τότε τύ μὲν ῥεῦμα
τοῦ βασιλικοῦ σώματος τὰς συνήθεις ἐπικρατῆσαν ἡμέρας
 ἀπεμαραίνετο καὶ πρὸς ὑγείαν ὁ κάμνων ἐπανῄει. οὔπω
μῆνες παρῆλθον ἓξ καὶ ὀλέθριον νόσημα ἐκ τῆς πολλῆς τάχα
ἀθυμίας τῶν καθ’ ἑκάστην προσπιπτόντων αὐτῷ καὶ τῆς
συνόδου τῶν κοινῶν φροντίδων ξυμβέβηκε. καὶ ἤκουον
αὐτοῦ θαμὰ πρὸς τὴν βασιλίδα διηγουμένου καὶ οἷον ἐπεγκαλοῦντος
 αὐτῇ τὸ νόσημα· “τί ποτ’ ἄρα τὸ συμβαῖνόν μοι
περὶ τὴν ἀναπνοὴν πάθος; βούλομαι γὰρ ἀναπνεῦσαι βαθὺ 
καὶ ἀθρόον καὶ οἷον κουφισθῆναι τῆς ἐγκειμένης ἀνίας ἐν
τῇ καρδίᾳ· τοῦτο δὲ πολλάκις ἐπιχειρῶν οὐδὲ ἅπαξ δύναμαι
πολλοστημόριον ἀναπέμψαι τοῦ ἐπιθλίβοντος βάρους,
 τὸ δ’ ἐπίλοιπον καθάπερ τις λίθος ἐπίκειταί μου τῇ καρδίᾳ
βαρύτατος ἀνακοπῆς ἐν τῷ μεταξὺ γενομένης τοῦ στεναγμοῦ,
 

 
καὶ τὴν αἰτίαν συνιδεῖν οὐκ ἂν ἔχοιμι οὐδ’ ὁπόθεν τὸ τοιοῦτον
ἐγγίνεται μοι. καὶ ἄλλο δέ τι προσαναγγέλλω,
φιλτάτη ψυχή, κοινωνὲ τῶν ἐμῶν παθῶν καὶ βουλευμάτων·
χάσμα πολλάκις ἐπέρχεταί μοι, καὶ διακοπτόμενον ἐν τῷ
μεταξὺ τὸ εἰσπνεόμενον πνεῦμα μεγίστην μοι τὴν ἀνίαν 
 ἐπάγει. τί ποτε ἄλλο τὸ καταλαβόν με τοῦτο δεινόν, εἰ οἶδας,
φράζε.” ἡ δέ γε βασιλὶς ταῦτα ἀκούουσα καὶ ἅπερ ἐκεῖνος
πάσχει παρ’ ἐκείνου μανθάνουσα ἐδόκει μὲν εἶναι αὐτῆς τὰ
 πάθη καὶ ὥσπερ ἀνακοπτομένη καὶ αὐτὴ ὑπὸ τοῦ ἄσθματος,
οὕτω διέκειτο πρὸς τοὺς λόγους τοῦ αὐτοκράτορος. συχνῶς 
 δὲ τοὺς ἐπιστήμονας μεταπεμπομένη τῶν ἰατρῶν τὸ τοῦ
νοσήματος εἶδος πολυπραγμονεῖν ἠναγκάζετο καὶ τῶν αἰτίων
τὰ προσεχῆ καὶ τὰ πόρρω ᾐτεῖτο μαθεῖν. οἱ δὲ τὴν χεῖρα
ταῖς ἀρτηρίαις ἐπιβάλλοντες ἔμφασιν παντοίου εἴδους ἀνωμαλίας
πᾶσαν τῆς ἀρτηρίας κίνησιν εὑρίσκειν ἀνωμολόγουν, 
τὸ δ’ αἴτιον συνιδεῖν οὐκ εἶχον ὅπη· μηδὲ τὴν τοῦ
βασιλέως δίαιταν ἁπαλὴν ἠπίσταντο, ἀλλὰ πάνυ σωφρονεστάτην
καὶ λιτὴν καὶ ὅλως γυμνικήν τε καἰ στρατιωτικὴν ἀπαγορεύσασθαι
τὰ τῶν ἀπὸ τῆς περιττῆς διαίτης ὑλῶν, εἰς
αἰτίαν ἄλλην τὰ τῆς στενοχωρίας ἀνέφερον καὶ ποκαταρκτικὸν 
 αἴτιον ταυτησὶ τῆς νόσου οὐδὲν ἄλλο ἔλεγον ἢ τὴν τῶν
φροντίδων πολλὴν συντονίαν καὶ τὸ συνεχὲς καὶ πυκνὸν τῶν
θλίψεων θερμαινομένης ἐκεῖθεν αὐτῷ τῆς καρδίας καὶ τὸ
περιττὸν ἅπαν ἑλκούσης ἐξ ὅλου τοῦ σώματος. ἐντεῦθεν ἡ
δεινὴ νόσος ἐπελθοῦσα τῷ αὐτοκράτορι ἀνακωχὴν ὅλως οὐκ 
ἐνεδίδου, ἀλλ’ ὡς ἀγχόνη συνέπνιγε. τοσοῦτον δὲ καθ᾿
ἑκάστην ηὔξανε τὸ τῆς νόσου, ὡς μηκέτι ἐκ διαστημάτων,
ἀλλὰ συνεχῶς καὶ ἀδιαστάτως ἐπέρχεσθαι, ὡς μηδὲ πρὸς
θατέραν δύνασθαι κατακλιθῆναι τὸν αὐτοκράτορα πλευρὰν
μηδὲ πρὸς ἰσχύος ἔχειν ἀβίαστον τὸ παράπαν εἰσπνεῦσαι τὸν 
ἀέρα. ἅπας οὖν τηνικαῦτα μετεκαλεῖτο ἰατρὸς καὶ ἡ τοῦ
 

 
αὐτοκράτορος νόσος ὑπόθεσις αὐτοῖς προὔκειτο. ἐμερίζοντο 
δὲ ταῖς γνώμαις καὶ κατετέμνοντο, καὶ ἄλλος ἄλλο τι διεγίνωσκε
καὶ πρὸς τὴν διάγνωσιν ἐπειρᾶτο προσάγειν τὴν
θεραπείαν. ὅπως δ’ ἂν εἶχεν ἢ οὕτως ἢ οὕτως, δύσκολον
 εἶχε τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα. οὐδὲ γὰρ ἂν ἀκαρῆ χρόνον
ἐλεύθερον εἰσπνεῦσαι δεδύνητο. ὄρθιος γὰρ ἠναγκάζετο
διόλου ἀνακαθήμενος ἀναπνεῖν· εἰ δέ που καὶ ὕπτιος κέοιτο
ἢ κατὰ θατέραν πλευράν, φεῦ τότε τοῦ βρόχου. οὐδὲ γὰρ
ἐνῆν συρμάδα μικρὰν τοῦ ἔξωθεν ἀέρος εἰσρυῆναί τε καὶ
 ἀπορρυῆναι κατά γε τὴν ἀναπνοήν τε καὶ εἰσπνοήν. ἀλλὰ
καὶ ὁπηνίκα ἐλεήσας τις τοῦτον ὕπνος ἐπέλθῃ, καὶ τότε τῆς
πνιγμονῆς ἐπεδίδου· ὥστε κατὰ πάντα καιρὸν καὶ ἐγρηγορότος 
αὐτοῦ καὶ ὑπνώττοντος ἡ συμφορὰ τῆς ἀγχόνης ἐπετίθετο. 
ἐπεὶ δὲ καθάρσιον οὐκ ἐδίδοτο, πρὸς φλεβοτομίαν
 ἀπέβλεψαν καὶ τὴν μὲν διὰ τοῦ ἀγκῶνος ἀπέταμον· οὐ μὴν
τῆς φλεβοτομίας ἀπώνατο, ἀλλ’ ὡσαύτως καὶ πάλιν εἶχε
καὶ δύσπνους ἦν ὅλος καὶ ἐκινδύνευε διόλου στενὸν ἀναπνέων
ταῖς χερσὶν ἡμῶν ἐναπερυγεῖν τὴν ψυχήν. ἀλλ’ ἐράϊδε
μὲν τὰ τῆς διαθέσεως τῆς διὰ τῶν πεπέρεων ἀντιδότου δοθείσης.
 καὶ ἡμεῖς ὑφ’ ἡδονῆς οὐκ εἴχομεν, ὅ τι καὶ χρησαίμεθα
τῆς εὐφροσύνης· ἀλλὰ καὶ χαριστήριον ἀναπέμπομεν
τῷ Θεῷ. πάντα δὲ ἦσαν ἄρα πλάνη. εἰς τρίτην γὰρ ἡμέραν
ἢ καὶ τετάρτην εὐθὺς πάλιν αἱ αὐταὶ ἀγχόναι κατὰ 
τοῦ βασιλέως καὶ στενοχωρίᾳ τοῦ πνεύμονος. ἐλπίζω δ’,
 εἰ μὴ χείρω ἐξ ἐκείνου τοῦ πόματος γέγονεν ἀναχέαντος 
τὰς ὕλας καὶ κρατῆσαι μὴ δυναμένου, ἀλλ’ εἰς τὰς κοιλότητας
τῶν ἀρτηριῶν ἐνθεμένου καὶ ἐπιτείναντος τὴν διάθεσιν.
ἐντεῦθεν οὐδὲ σχῆμα κατακλίσεως εὐπετῶς ἦν ἐφευρεῖν παντάπασιν
αὐτῷ τῆς νόσου ἐπακμαζούσης. ἀλλὰ γὰρ διανυκτερεύων
 ἦν ὁ βασιλεὺς ἐξ ἑσπέρας εἰς ὄρθρον ἄυπνος, μήτε
τροφῆς ἐλευθέρας μεταλαμβάνων μήτ’ ἄλλου τινὸς τῶν εἰς
σωτηρίαν ἀποβλεπόντων. πολλάκις γοῦν ἐγώ, μᾶλλον συνἀνακαρεὶ
 

 
 εχῶς καὶ τὴν μητέρα τεθέαμαι διανυκτερεύουσάν τε τώ
βασιλεῖ καὶ κατόπιν τούτου ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ ὑπανέχουσαν
τοῦτον ταῖς χερσὶ καὶ παραμυθουμένην τρόπον τινὰ τὴν
ἀναπνοήν. ἐχεῖτο μέντοι αὐτῆς τῶν ὀμμάτων τὸ δάκρυον
καὶ ὑπὲρ τὰ Νειλῷα ῥεύματα. ὁπόσην τε τὴν περὶ αὐτὸν 
δι᾿ ὅλης ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς σπουδὴν ἐπεποίητο καὶ τὸν
μόχθον ὅσον ἐνεδείκνυτο διαπονουμένη περὶ τὴν αὐτοῦ θεραπείαν
καὶ κλίσεις καὶ μετακλίσεις καὶ στρωμάτων παντοίας
μηχανωμένη θέσεις, οὐκ ἔστιν ἐρεῖν. ἀλλ’ οὐκ ἦν οὐδενὶ
τὸ παράπαν ῥᾳστώνης μετασχεῖν. παρείπετο γὰρ οἷον ἀγχόνη 
τῷ αὐτοκράτορι, μᾶλλον καὶ συνείπετο καὶ οὐκ ἀνίει συμπνίγουσα.
 μηδεμίαν δὲ τῆς νόσου ἐχούσης τὴν ἴασιν ἐν τοῖς
πρὸς νότον ἀνακτόροις ἀπῆλθεν ὁ βασιλεύς. στενοχωρούμενος
δὲ μίαν τινὰ παραψυχὴν τὴν ἐκ τῆς κινήσεως εὕρισκε,
καὶ ταύτην διηνεκῆ ἡ βασιλὶς ἐμηχανήσατο γίνεσθαι τοῦ 
βασιλικοῦ σκίμποδος κατά τε τῶν πρὸς κεφαλὴν καὶ πόδας
μερῶν τούτου ξύλ’ ἄττα προσεπιζεύξασα ἀνδράσιν ἐδίδου
 τοῦτο φέρειν μετέωρον διαδεχομένοις ἀλλήλους τὸν περὶ
τοῦ αὐτοκράτορος πόνον. ἐντεῦθεν ἀπὸ τοῦ μεγάλου παλατίου
καταλαμβάνει τὰ Μάγγανα. ἀλλὰ καὶ τούτων γενομένων 
οὐδὲν πλέον τῷ βασιλεῖ πρὸς σωτηρίαν ἐπραγματεύθη.
εἰς τοὐπίσω δὲ τὰ τῆς νόσου χωροῦντα ἡ βασιλὶς ὁρῶσα
καὶ τῆς ἐξ ἀνθρώπων βοηθείας παντάπασιν ἀπελπίσασα
θερμότερον τὰς ὑπὲρ αὐτοῦ αἰτήσεις πρὸς Θεὸν ἐποιεῖτο
πρὸς πᾶν τέμενος δαψιλεῖς τὰς φωταυγὰς ποιουμένη καὶ 
τοὺς ὕμνους συνεχεῖς καὶ ἀκαταπαύστους, διαδόσεις δὲ τοῖς
 ἁπανταχοῦ γῆς καὶ θαλάσσης οἰκοῦσιν εἰργάζετο ἅπαντας
μὲν μοναχοὺς ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις οἰκοῦντας ἢ καὶ ἄλλως
τὸν μοναχικὸν ἐπιόντας βίον εἰς ἐκτενεῖς δεήσεις ἐπεγείρουσα,
ἅπαντας δὲ νοσοῦντας ἢ καὶ ἐν εἱρκταῖς κατεχομένους καὶ 
τετρυχωμένους πλουσιωτάτους ἐργαζομένους ταῖς δόσεσιν
 

 
ὁμοῦ πρὸς τὰς ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορος εὐχὰς προσεκαλεῖτο.
ἐπεὶ δὲ τὸ τοῦ αὐτοκράτορος σπλάγχνον ἐξῳδήκει τε καὶ εἰς
ὄγκον ἐπιφανῆ προελήλυθεν || οἱ τε πόδες ἐξῳδήκεσαν καὶ
πυρετὸς τὸ βασιλικὸν | σῶμα κατεῖχεν, εἰς καυτῆρας ἐντεῦθέν
 τινες τῶν | ἰατρῶν ἀπεῖδον μικρὰ πεφροντικότες τοῦ
πυ|ρετοῦ. ἀλλ᾿ ἦν ἅπασα θεραπεία ἀνωφελὴς καὶ | κενή. 
οὐδὲ γὰρ ὁ καυτὴρ ὤνησεν, ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς καὶ | τὸ σπλάγχνον
ἦν καὶ τὰ ἀναπνευστικὰ δυσκόλως | ἔχοντα. ὥσπερ δὲ
ἐξ ἄλλης πηγῆς ῥεύματος | εἰς τὸν γαργαρεῶνα ἐπενεχθέντος
 καὶ ὧν οἱ | Ἀσκληπιάδαι φασὶν οὐρανῶν ἐπιλαβομένου | καὶ
τῶν οὔλων αὐτῶν φλεγμηνάντων καὶ τῆς φά|ρυγγος ἀπαρθείσης 
καὶ τῆς γλώττης ἐξογκω|θείσης ἐντεῦθεν οἱ πόροι τε
ἀπεστενώθησαν πρὸς τὰ ἑαυτῶν πέρατα συνελθόντες, δι
ὧν τὰ τῆς τρο|φῆς ἔμελλε διελθεῖν, καὶ τὸ τῆς ἀτροφίας
 δεινὸν | παντελῶς ἀσιτία] ἡμῖν ἐπεκρέματο· κἂν ἐγώ, |
Θεὸς ἴστω, πολλὴν ἐποιούμην τὴν περὶ τῆς τροφῆς | πραγματείαν
καὶ τὰ σιτία καθ’ ἑκάστην διὰ τῶν | [ἐμῶν] 
τούτῳ χειρῶν ῥοφηματώδεις τὰς | [τροφ]ὰς
ἅπαντα γοῦν | [προσ]φερόμενα ἐπὶ τῇ
 θεραπείᾳ | . . . . . ἐφαίνετο, καὶ τὰ τῆς σπουδῆς ἅπαντα |
[κενόσπουδα] καὶ τὰ ἡμέτερα καὶ τὰ τῶν
δέκα δὲ καὶ μιᾶς ἡμέρας τοῦ περὶ τὰ τε|[λευταῖα] ἐπιγεγονότος
τούτῳ νοσήματος ἐπα|[κμάζ]οντος καὶ ἐπαπειλοῦντος
τὸν κίνδυνον | . . . . ρας διαθέσεως ἐπιγενομένης διάρροια |
 [ἐφάνη.] οὕτως ἄλλο ἐπ’ ἄλλῳ κακὸν καθ’
ἐπεκυλίετο. οὐκ ἦν πρὸς ὁπότερον | [σκοπ]εῖν οὔτε τοὺς 
Ἀσκληπιάδας οὔθ’ ἡμᾶς τοὺς | [πεὶ] τὸν
οὔτε | . . . . . . ναντα, ἀλλὰ πάντα ἑώρα πρὸς
ὄλεθρον. | [καὶ] τοῦ λοιποῦ τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐν σάλῳ
 | [ἦν,] ἐταράττετο τὰ καθεστηκότα, καὶ φόβος
[κίνδυνος] ἐπὶ κεφαλῆς συνεστήκεσαν.
 

 
δρεῖον ἀεὶ κἀν τοῖς ἔμπροσθεν κινδύνοις | [ἡ αὒγου]στα,
δὲ τὸ τηνικάδε ἠνδρίσατο | καἰ τῷ πάθει τῆς λύπης
ἐμβριμησαμένη εἱ|στήκει καθάπερ τις ὀλυμπιονίκης πρὸς τὰς
 δρι|μυτάτας ἐκείνας ὀδύνας ἀντιπαλαίουσα. κατε||τιτρώσκετο
μὲν γὰρ τὴν ψυχὴν καὶ ἐταράττετο τὴν | καρδίαν ὁρῶσα τὸν 
αὐτοκράτορα οὕτως ἔχοντα, | ἀλλὰ ξυνέτεινεν ἑαυτὴν καὶ
ἐνεκαρτέρει πρὸς τὰ | δεινά· καὶ ἐδέχετο μὲν τὰς τρώσεις
καιρίας, καὶ | τὸ πάθος αὐτῶν καθικνεῖτο τῶν μυελῶν,
ἀντεῖχε | δὲ ὅμως. καίτοι ἀστακτὶ ταύτης κατέρρει τὸ δάκρυον,
| καὶ τηκεδὼν κατέλαβε τοῦ προσώπου τὸ κάλλος, | καὶ 
ἐν ῥισὶν ἀπῃώρητο τὴν ψυχήν. πεντεκαιδε|κάτην δὲ τοῦ
Αὐγούστου ἄγοντος (πέμπτη δὲ ἦν τῆς | τηνικαῦτα
ἐκείνης, καθ’ ἣν ἡ τῆς ὑπερ|αμώμου δεσποίνης ἡμῶν
καὶ θεομήτορος κοίμησις | ἑορτάζεται) πρωίας ἐπαληλιφότες
 τὴν κεφαλὴν | τοῦ αὐτοκράτορος τινες τῶν Ἀσκληπιαδῶν, 
ἅτ|τα δὴ τούτοις ἔδοξεν, ἐκεῖνοι μὲν οἴκαδε ἐχώρησαν | οὐ
μάτην οὐδὲ διά τινα χρείαν αὐτοῖς ἐπείγουσαν, ἀλλὰ | γνόντες
τὸν ἐξ ὑπογύου ἐπικείμενον τῷ αὐ|τοκράτορι κίνδυνον. τρεῖς
μὲν γὰρ ἦσαν οἱ κο|ρυφαῖοι τῶν ἰατρῶν, ὅ τε ὑπερφυὴς Νικόλαος
| ὁ Καλλικλῆς καί τις ἕτερος Μιχαὴλ ὁ Παντες[νὴς] | 
ἐκ γένους τὴν ἐπωνυμίαν λαχὼν καὶ ὁ . . . . . . . . | λιβὸς Μιχαὴλ
ὁ ἐκτομίας. ἡ μέντοι βα[σίκισσα] | κυκλώσαντος αὐ-
 τὴν παντὸς τοῦ συ[γγενῶν χοροῦ] | ἀναγκάζοντος μεταλαβεῖν
 τροφῆς . . . . . . . . . . . . | μὴ μεταλαβοῦσαν καὶ ὕπνου τινὸς
μ . . . . . . . . . | συνεχεῖς καὶ ὅλας νύκτας διατελέσασθαι 
. . . . . . . | ἐπὶ τῇ θεραπείᾳ τοῦ βασιλέως . . . . . . . . . . . . . |
ἐπείθετο· ἀλλὰ λειποθυμίας ἐσχάτης [ἐπιγε]|γενημένης τῷ
 αὐτοκράτορι πάλιν . . . . . . . . . | το ᾔσθετο ἀποκαραδοκήσασα
τὴν . . . . . . . . | ζωὴν κατέβαλε τε ἑαυτὴν ἐπὶ τοῦ . . . . . . . . . . |
ἐκώκυε τε συνεχῶς καὶ ἐπλήττετο [καὶ ἐθήνει] | ἐφ’ οὕτως 
ἐπιβεβηκόσι κακοῖς καὶ [ἐβούλετο] | μὲν αὐτίκα
ἀπερεύξασ[θαι, οὐκ ἐδή]|νατο δέ. ὁ δὲ βασιλεὺς καίτοι
θαν[ούμενος] | καὶ καταδυναστεύοντος αὐτοῦ τοῦ [πάθους
 

 
ὥσ]|πρ κρείττων καὶ θανάτου γενόμεν[ος] . . . . . | ἐκήδετο
τε τῆς βασιλίσσης καὶ [κατεστρέ]|φετο τὴν
μετ[ὰ μιᾶς τῶν] | θυγατέρων. ἡ τρίτη δ’ ἦν αὕτη κατὰ
γένν[ημα, ἠ] || πορφυρογέννητος εὐδοκία. ἡ γὰρ Μαρία ἄλλη
 τις οἷον Μαρία χρηματίζουσα οὐ περὶ τοὺς πόδας τηνικαῦτα 
καθημένη τοῦ ἐμοῦ δεσπότου ὥσπερ τότε ἐκείνη , ἀλλὰ τοῖς
περὶ τὴν κεφαλὴν μέρεσιν ἐνασχολουμένη ὕδωρ ἐδίδου τούτῳ
διὰ τοῦ κυπέλλου, οὐ δι’ ἐκπώματός τινος πίνειν, ἵνα μὴ
γένοιτό οἱ πολλάκις δυσκόλως περὶ τὴν κατάποσιν φλεγμαινούσης
 ἰῆς ὑπερῴης καὶ αὐτῆς δὴ τῆς γλώττης καὶ τοῦ
φάρυγγος, ἀναφέρειν τοῦτον ἐθέλουσα. ἐκεῖνος δὲ σταθηρὰς
μὲν καὶ ἀνδρικὰς διεμήνυε τηνικαῦτα παραινέσεις, ὅμως
μέντοι ἐσχάτας. καὶ “τί”, φησι “προεξάγεις σαυτὴν οὕτω
κατατρυχομένη τῇ ἡμῶν τελευτῇ καὶ ἡμᾶς καταναγκάζεις τοῦ 
 κατεπείγοντος θανάτου προαπελθεῖν; οὐ βλέψεις οὖν πρὸς
ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὰ ἐνεστη|κότα δεινά, ἀλλ’ ἔκδοτον σαυτὴν
ποιεῖς τῷ ἐπιρ|ρεύσαντί σοι πόντῳ τῆς λύπης”; ταῦτα ἐκείνῃ
μὲν | εἶπε, τῇ δὲ βασιλίδι ἀνέξαινε μὲν μᾶλλον τὸ | [τρα]ῦμα
τῆς συμφορᾶς. ἐγὼ δὲ παντοία ἦν καὶ ὄ|[μνυμ]ι τοῖς τε
 παροῦσι φίλοις καὶ τοῖς ὕστερον ἐν|[τευξομ]ένοις ἀνθρώποις
τῷ συγγράμματι τούτῳ τὸν | [πάντ᾿ εἰδότα] Θεὸν, ὡς
ἄμεινον εἶχον τῶν μεμη|[νότων, ἀλλ᾿] ὅλη τοῦ πάθους ἐγεγόνειν.
ἐνταῦθα | [γοῦν] καὶ φιλοσοφίας καὶ
| [νῦν μὲν] ἐπονούμην περὶ τὸν πατέρα καὶ τὰς 
 αὐτῷ | [διακονίας] καὶ τοῦ σφυγμοῦ τὰς κινήσεις
περὶ τῆς ἀναπνοῆς τοῦ αὐτοκράτορος | ἐπολυ]πραγμόνουν,
νῦν δὲ περὶ τὴν μητέρα ἀνεστρε|[φόμην] καὶ ἀνεκτώμην 
αὐτὴν εἰς δύναμιν. ἀλ|[λ] . . . . . . . . . . τὰ μέρη καὶ παντάπασιν
ἀθεράπευτα | . . . . . . . [ὁ α]ὐτοκράτωρ ἀναφέρειν
 ἐσχάτης λει|[ποθυμίας οὐκ] εἶχε, καὶ τῆς Αὐγούστας ἡ ψυχὴ
συνα|[πέρχεσθαι ἠ]πείγετο τῷ αὐτοκράτορι. οὕτως εἶχον |
. . . . . . . . . . . κἀν καὶ ὡς ἀληθῶς, τοῦτο δὴ τὸ ψαλλό-
 

 
[μενον, αἱ ὠδ]ῖνες θανάτου τὸ τηνικαῦτα
καὶ τότε δὴ ᾐσθόμην ἔκφρονος ἐμαυ|[τῆς γενομένης] . . . .
ἐμεμήνειν γὰρ καὶ οὐκ εἶχον ὅ τι | [καὶ γένω]μαι
 τράπωμαι ὁρῶσα τήν τε | [βασιλ]ίδα εἰς τὸν
 τῶν || συμφορῶν καὶ τὸν αὐτοκράτορα ταῖς συνεχέσι 
λειπο[θυμίαις] | εἰς τοὔσχατον τῆς ζωῆς ἐλαυνόμενον. ἀλλὰ
καὶ [κάλιν ἔχων]| ἐκεῖνος ἀνενέγκαι τῆς
ὕ[δατος] | αὐτῷ ἐπιρρανθέντος ψυχροῦ καὶ τοῦ τῶν ῥόδων
σταλάγ|ματος παρὰ τῆς φιλτάτης ἐμῆς ἀδελφῆς Μαρίας |
τὰ αὐτὰ περὶ τῶν αὐτῶν ἐπέσκηπτε τῇ βασιλίδι. | καὶ πάλιν 
εἰς τρίτην λειποθυμίαν ἐνέπιπτεν . . . . . . | καὶ μετάστασις
ἔδοξε τῇ βασιλικῇ κλίνη . . . . . . . | τῶν ἀμφὶ τὸ σῶμα ἐκείνου
πονούντων καὶ με . . . . | καὶ μετεστήσαμεν τὸν αὐτο-
 κράτορα κλινοπετῆ [εἲς τι] | μέρος ἕτερον
οἰκήματος, εἰ πού γε [ἒχ]|οι ἐλευθεριώτερον ἀναπνεύσαντα 
ἀέρα τῆς λειπο|θυμίας ἀνενεγκεῖν. ἀπέβλεπε γὰρ τὸ μέρος
ἐκεῖνο | πρὸς βορρᾶν καὶ οἰκήματα οὐδαμοῦ ἦσαν ἐπι . . . |
θοῦντα ταῖς θύραις. ἀλλ’ ὁ τῆς βασιλείας διάδοχος | προφθάσας
ὑπεξῄει πρὸς τὸ ἀποτεταγμένον | οἴκημα τὸν τοῦ
βασιλέως ἐπιγνοὺς ἄναν . . . . | καὶ ἐπέσπευδε τὴν ἐξέλευσιν 
καὶ ἠπείγετο [εἰς τὸ] | μέγα παλάτιον. ἡ πόλις δὲ
νυ . . . . . . . . | ἐταράχθη γάρ, οὐ μέντοι καὶ πανατάπασιν
 . . . . . . . . | ἡ δέ γε βασιλὶς “ἐρρίφθω τὰ πάντα”
εἶπ[ε] . . . . . . . . . | κωκυτοῦ “καὶ διάδημα καὶ βασιλεί[α
 καὶ ἐξουσία καὶ] | κράτος ἅπαν καὶ θρόνοι τε καὶ ἀρχαὶ [καὶ 
ἄρχωμεν τῆς]|θρηνῳδίας”. συνεπεκώκυον δὲ καίαὐτῇ[πάντων]
καταφρονήσασα, καὶ συνεπένθουν καὶ . . . . . . | καὶ ἐσπάραττον
ἑαυτὰς γοερὸν ἀνοιμώζου[σαι. ἀλλ᾿ ] | εἰς δύναμιν ἀνελαυνόμεθα
ταύτην. ἐπ[ὶ γὰρ ταῖς ἐ]|σχάταις ἀναπνοαῖς ὁ βασιλεὺς
ἦν καὶ τοῦ[το δὴ τὸ λε]|γόμενον ἐψυχορράγει. πρὸς τῇ
κεφαλῇ [αὐτοῦ ἐπὶ] | γῆς ἡ βασιλὶς ἔρριπτο ἔτι 
 

 
τ . . . . . . . | καὶ τὰ κοκκοβαφῆ πέδιλα καὶ ἐπα . . . . . . . . . . |
κατετιτρώσκετο καὶ οὐκ εἶχεν ὅπως . . . . [τὴν]
τῆς καρδίας. τῶν δὲ [Ἀσκληπιαδῶν τινες] | 
πάλιν καὶ μικρὸν ἐγκαρ[τερήσαντες] | ἁπτόμενοι τοῦ καρποῦ
 τοῦ βασιλικοῦ ἡ . . . . . . . . . . | ἐκεῖθεν τῶν πληγῶν τῆς
ἀρτηρίας αὐτῆς . . . . . . . . . ., | ὅμως μέντοι κατειρωνεύοντο
τοῦ καιροῦ καὶ ἡ . . . . . . | καὶ ὑπετείνοντο τὰς μὴ φαινομένας
χρηστὰς ἐλ|πίδας. τοῦτο δὲ προνοίᾳ τινὶ ἐποίουν
γινώσ[κοντες,] || ὅτι ἅμα τῇ ἀπαγορεύσει τῆς ζωῆς τοῦ βασιλέως
 | συναποπνεύσει καὶ ἡ βασιλὶς τὴν ψυχήν. ἀλλ’ ἡ
νουνεχὴς ἐκείνη βασίλισσα τούτοις οὔτε πιστεύειν οὔτε ἀπιστεῖν
εἶχεν. ἐπίστευε μὲν τεχνίτας αὐτοὺς πάλαι γινώσκουσα, διαπιστεῖν
δ’ εἶχεν, ὅτι ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς τὰ τῆς ζωῆς τοῦ 
αὐτοκράτορος ἑστηκότα ἑώρα. ἐπὶ τρυτάνης δὲ οἷον ἑστηκυῖα
 εἰς ἐμὲ πολλάκις ἐξητένιζε καὶ τὸν ἐμὸν περιέμενε τρίπουν, 
ὡς σύνηθες ἦν αὐτῇ κἀν τοῖς ἄλλοτε ξυμπίπτουσι
περιστατικοῖς, καὶ ὅ τι ἂν αὐτῇ ἀποφοιβάσαιμι προσεδόκα.
ἡ μὲν ἐμὴ δέσποινα καὶ φιλτάτη τῶν ἀδελφῶν Μαρία, |
τὸ τοῦ γένους ἡμῶν ἐγκαλλώπισμα, ἡ σταθηρὰ | [γυνή,] τὸ
 ἁπάσης ἀρετῆς καταγώγιον, μεταξὺ τῆς βασιλίδος καὶ τοῦ
αὐτοκράτορος ἱσταμένη | [ἐς τὸ] αὐτοῦ χειρίδιον
ἐνίοτε τοῦ τοὐ|[ναντίον] πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ὁρᾶν. ἐγὼ 
δὲ ἐπέβαλον | [πάλιν] τὴν δεξιὰν τῷ καρπῷ καὶ τὴν
[τῶν σφ] σφ]υγμῶν περιεσκοπούμην, τὴν δὲ
 τὰς χεῖρας τῇ κεφαλῇ | . . . . . . . εψοσαν τὴν
καλύπτραν ἐν ᾧ γὰρ εἶ|[χεν, ἔμελλε] καὶ τὴν νασιλικὴν
ἐσθῆτα μεταμ|[φιέσασθαι)] τοσαυτάκις ἐπεῖχον ῥώμην τινὰ | 
. . . . . μανθάνουσα τῶν σφυγμῶν. ἠπατώμην | . . . . . . οὐ
γὰρ ῥώμη τις ἦν τὸ φαινόμενον με| . . . . . . . ἀλλ’, ἐπειδὴ
 τὸ τῆς ἀναπνοῆς μέγα | . . . . . . . . . . . ., συνδιίστατο καὶ τὰ
τῆς ἀρτηρίας | [καὶ τοῦ πυ]εὐμονος. ἀφεμένη δὲ
 

 
τοῦ | [αὐτοκρ]άτορος καὶ πρὸς τὴν βασιλίδα
μένη πάλιν ἐπέβαλον τῷ καρπῷ | . . . . . . . [ἀσφ]υξίαν. ἡ
 μὲν ἔνυττέ με πολλάκις, ὅτι | [οἱ ἐβού]ετο δηλῶσαι
σφυγμοῦ. | ἐπεὶ δὲ . . . . . . . . . . αὖθις ἡψάμην καὶ ὐπενδιδόντα
ἔγνω|[κα πάντα τ]]ά τῆς δυνάμεως καὶ εἰς ἀσφυξίαν | 
[ἐληλυθέναι] τελεώτατα τὰ τῶν ἀρτηριῶν,
τὴν κεφαλὴν αὖος καὶ ἀπό|ψυκτος ἦν πρὸς γῆν ἀπονεύσασα
καὶ μηδὲν | φθεγγομένη καὶ τὼ χεῖρε τοῖς ὄψεσιν ἐπι|βαλοῦσα
καὶ ὀπισθόπους γενομένη ἐθρήνουν. || ἡ δὲ συνεῖσα τοῦ
πράγματος καὶ τοῖς ὅλοις | ἀπαγορεύσασα ἐκώκυσέ τε 
ἀθρόον μέγα κ[αὶ] | διωλύγιον. ἀλλὰ γὰρ πῶς παραστήσω
τὴν | κατασχοῦσαν τὴν οἰκουμένην ἅπασαν συ[μφο]|ρὰν ἢ πῶς
 τὰ ἐμαυτῆς ἀποκλαύσομαι; [τήν] | τε
ἀπέθετο καὶ τὰς | ἐκείνας ἐθείρας μαχαιρίδιόν τι λαβοῦσα ἐν
χρῷ διέτεμε καὶ τὰ κοκκοβαφῆ [πέδιλα] | τῶν ποδῶν 
μέλανα[σάνδαλα] | ἐδεῖτο τὰ προστυχόντα. ἀλλάξασθαι
δὲ καὶ | τὴν πορφυρίδα βουλομένη μελαίνης ἐσ|θῆτος προχείρως
ἱμάτιον οὐχ εὑρίσκετο. | ἐξ ὧν δὲ ἡ τρίτη τῶν ἐμῶν
ἀδελφῶν εἶχ[εν αμ]|φίων καταλλήλων τῷ καιρῷ καὶ τῷ
πράγ[ματι] | χηρείας καὶ πάλαι κακοῖς ὁμιλήσασα, [λα]|βοῦσα 
ἡ βασιλὶς ἀμφιέννυτο καὶ τὴν ἀ[φελὴ] | καὶ ζοφώδη κάλυπτραν
 ἐπέθετο τῇ κεφαλῇ. | καὶ ἐν τούτοις ὁ αὐτοκράτωρ τὴν
 ἱερὰν ψυχὴν | ἀφῆκε Θεῷ, καὶ ὁ ἐμὸς ἥλιος ἔδυ. ἐφ . . . . . |
 οἱ μὴ ἀπὸ πάθους ἁλισκόμενοι τὴν [φωνὴν] |
ἐκόπτοντο, γοερὸν ἀνοιμ[ώζοντες] | εἰς οὐρανὸν τὰς φωνὰς 
ἀνέπεμπον . . . . . . . . . | τὸν εὐεργέτην, τὸν τὰ πάντα αὐτοῖς
. . . . . . . . | σαντα ἀποκλαιόμενοι. ἐγὼ μὲν οὖν [καὶ
νῦν ἀ]|πιστῶ ἐμαυτῇ, εἴπερ ζῶ τε καὶ γράφω καὶ μνη|μονεύω
θανάτου τοῦ αὐτοκράτορος, καὶ | ἐπαφῶμαι τῷ ὀφθαλμῷ,
μήποτε ἄρα ὄ|ναρ ἐστὶ τὰ νῦν ὑφ’ ἡμῶν ὑπαγορευό[μενα, 
ἢ] | δέ γε καὶ μὴ ὄναρ ἐστὶν ἀλλ’ ἔκστασις τε | καὶ παρα-
 

 
κοπὴ καὶ πάθος περὶ ἐμὲ [μάσινον] | καὶ ἀλλόκοτον.
γὰρ ἀπορρυέντος ἐ[κείνου] | τοῖς βιοῦσιν ἐγὼ συντάττομαι καὶ
συν . . . | ζῶσιν ἢ πῶς οὐ συνεπαφῆκα καὶ [ἐγὰ τὴν] | 
ψυχὴν ἢ εὐθὺς ἐκπνεύσαντος συνεξ[ἐπνευσα] | καὶ ἀναίσθητος
 ἀπωλόμην; εἰ δὲ μὴ τοῦτο [ἐπε]|πόνθειν, πῶς
τινων ὑψηλῶν καὶ μετε|ώρων αὐτὴν ὤθησα ἢ κατὰ κυμάτων
ἐν [έρριψα] | ποντίων; συμφοραῖς μεγάλαις τὴν ζωὴν ἀ
ἔγραψα. ἀλλ᾿ ἔστιν ἄρα κατὰ τὴν τραγῳ[δί]||[αν] πάθος
καὶ συμφορὰ θεήλατος, ἧς οὐκ ἂν ἄχθος | [ἀρ]οίμην
 οὕτω γὰρ με ὁ Θεὸς συμφορῶν μεγάλων | πεποίηκε καταγώγιον.
ἀπεβαλόμην τοσοῦτον | φωστῆρα τῆς οἰκουμένης, τὸν 
μέγαν Ἀλέξιον· καὶ | μὴν ἡ ψυχὴ τοῦ ταλαιπώρου ἐπετρόπευε
σώματος. | [ἐ]πέσβη καὶ ὁ μέγιστος λύχνος, μᾶλλον
πάμφω|τος ἐκείνη σελήνη, τὸ μέγα τῆς ἀνατολῆς καὶ δύ|σεως
 πρᾶγμα καὶ ὄνομα, ἡ βασιλὶς Εἰρήνη· καὶ | [μὴν ζ] ῶμεν καὶ
τὸν ἀέρα ἐμπνέομεν. εἶτα ἄλλων | [ἐπ᾿] ἄλλοις
καὶ πρηστήρων με|γάλων καταιγισάντων ἡμᾶς ἐπ’ αὐτὸ τὸ κορυφαι|ότατον
τῶν κακῶν ἰδεῖν τοῦ Καίσαρος θάνατον | [ἐπ]ηλάθημεν 
καὶ τετηρήμεθα τοσαύταις κακῶν | περιστάσεσι. μετὰ
 γάρ τινας ἡμέρας τοῦ κακοῦ | δυναστεύοντος καὶ τῆς τέχνης
ἀπαγορευούσης | εἰς πέλαγος ἀθυμίας ἐμαυτὴν διαφεῖσα τοῖς |
ὅλοις ἠγανάκτουν τοῦτο μόνον, ὅτι καὶ ἡ ψυχή μου | παρῆν
ἐν τῷ σώματι. καὶ εἰ μή, ὡς ἔοικεν, ἀδα|[μαντ]ίνη τις ἦν ἢ
ἄλλης τινὸς φύσεως διάπλασις | . . . . . . . . . . . καὶ ξενίζουσα,
 κἂν ἀπωλόμην εὐ|[θύς· ζῶσα δὲ] μυρίους θανάτους ἀπέθανον.
Νιόβην | . . . . . . . [κατ]ά τινων τερατευομένην ἀκούομεν | 
. . . . . . . . . εἰς λίθον μεταβαλοῦσαν διὰ πένθος | . . . . . . . . . .
εἶτα καὶ μετὰ τὴν ἀμοιβὴν τὴν εἰς | [ἀναίσθητον] φύσιν
παραπέμπουσαν τὸ πάθος ἀθά | [νατον] καὶ
 ἀναίσθητον. ἐγὼ δ’ ἄρα καὶ | [κακοπα]θεστέρα ἐκείνης,
ὅτι καὶ μετὰ τὰς μεγίστας | [καὶ ἐσχάτας]
μεμένηκα οὕτως αἰσθη|[σομένη καὶ] ἄλλων. ἦν ἄρα πρὸς
 

 
πέτραν ἄψυχον ἀμει| . . . . . . . . . . . . τα μου ἀπορέειν δακρύων
ἔμενον | . . . . . . . οὕτως ἀναισθήτως ἔχουσα πρὸς
τὰς συμ|[φορὰς] . . . . . τοσαῦτα ὑπενεγκεῖν δεινὰ καὶ εἰς |
 [τὰ] παλάτια ἐξ ἀνθρώπων ἐπεγείρεσθαι μοι
 δυστυχέστερον καὶ τῶν τῆς Νιόβης κακῶν | . . . . . . . μὲν 
μέχρι τοῦδε φθάσαντα τὰ δεινὰ τῆς | . . . . . . . ὡς ἔληξεν.
ἤρκει ἂν ἐπ’ ἀμφοῖν τοῖν βασι|[λέοιν] καὶ ἡ τοῦ Καίσαρος
συμφορὰ καὶ τὰ ἐκείνων | [παθ]ήματα εἰς
καὶ τῆς ψυχῆς | καὶ τοῦ σώματος· νῦν δὲ ὥσπερ ποταμοί
τινες || ἐξ ὑψηλῶν ὀρῶν καταρρέοντες μο . . . . . . . | σί τε 
τὰ τῶν δυστυχημάτων ῥεύματα . . . . . . | ὡς εἰς μίαν χαρά-
 δρᾶν συγκατακλύζουσαν . . . | τὴν ἐμὴν οἰκίαν. τέλος γοῦν
ὁ λόγος [ἐχέτω], | μὴ καὶ ἀναγράφοντες τὰ λυπηρὰ
ἐμπικραινοίμεθα.