XLII. 

 Τύραννος ᾔτησεν ἐξ ἀστυγείτονος πόλεως μει-

ράκιον ὡραῖον ἀπειλῶν πόλεμον, εἰ μὴ λάβοι.

ἐδέξατο τὸν πόλεμον ἡ πόλις. ἐπῆλθεν ὁ τύ-

ραννος. πολιορκουμένης τῆς πόλεως ὁ πατὴρ

 ἀποκτείνας τὸ μειράκιον ἔρριψεν ἀπὸ τοῦ τεί-

χους. ἀπελθόντος τοῦ τυράννου κρίνεται φόνου. 

 Ἡ μελέτη. 

 εἴη ἂν καὶ τοῦτο τῆς ἐμῆς ἀτυχίας, ὦ

ἄνδρες, τό τινας ἐπιχειρεῖν πείθειν ὑμᾶς ὡς ἄρα ἐμοῦ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 



βελτίους περὶ τὸν ἐμὸν υἱὸν καὶ γεγόνασι καὶ εἰσίν.

ἐγὼ δέ, εἰ μὲν ὡς ἀθλιώτατον ἀνθρώπων ἁπάντων

παρῄνουν ὑμῖν ἀποκτεῖναί με, καὶ χρηστοὺς καὶ φιλαν-

θρώπους καὶ εὐεργέτας ἐμαυτοῦ τοὺς ταῦτα ποιοῦντας

ἡγούμην ἄν, οἷς γὰρ ἐν λύπη τῇ μεγίστη ζῆν ἀνάγκη, 

τούτοις κέρδος οὐ μικρὸν ἡ τελευτή· ἐπεὶ δὲ ἐκ κατη-

γορίας καὶ ψήφου καὶ οἷα ἠκούσατε αἰτιώμενοι πει-

ρῶνται τοῦτο ποιεῖν, οὐ τὸ μηκέτ’ εἶναι, τὸ δὲ ἐπὶ

τοιούτοις ἀποθανεῖν δεινότατον εἶναι νομίζων οἶμαι

δεῖν τινα ποιήσασθαι περὶ ὧν οὐκ ὤκνησα ποιεῖν ἐν 

ὑμῖν ἀπολογίαν.

δεῖ δὲ καὶ ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες, τοῖς

ὥσπερ ἐγὼ κακῶς διακειμένοις βοηθεῖν μᾶλλον ἢ τοῖς

μετὰ τῆς τύχης ἐπιτιθεμένοις τοῖς ἅπανθ’ ὑπὲρ ὑμῶν

καὶ ὅλης τῆς πόλεως καὶ προαιρουμένοις καὶ πράττου-

σιν. οὐδὲ γὰρ ἂν ἔχοι λόγον τὸν εὐνοίᾳ τῇ πρὸς ὑμᾶς 

ἅπαντας νενικηκότα τοῦτον ὧς περὶ τοὺς οἰκείους τοὺς

αὑτοῦ πονηρότατον ἀποθανεῖν.

τὸ μὲν οὖν δίκαιον

 

 



 



ἦν ἐᾶσθαί με νῦν τῷ τάφῳ προσεδρεύειν καὶ μήτε

νύκτα μήθ’ ἡμέραν ἀπαλλάττεσθαι τοῦ τὸν φίλτατόν

μοι παῖδα δεδεγμένου χωρίου, τοῖς μὲν γὰρ ἄλλοις

ὑμῖν καιρὸς ἐν ἱεροῖς τε διατρίβειν καὶ θυσίαις καὶ

 ὕμνοις προσδοκήσασι μὲν τὰ δεινότατα, πεπονθόσι δ’

οὐδὲν ὧν φοβεῖσθαι παρῆν, τῷ δ’ ἀπολωλεκότι ἐμοὶ

<τὸν παῖδα> δακρύειν τε αὐτὸν καὶ

τιμᾶν καὶ τῶν παραμυθουμένων ἀκούειν, οἶς ἐγὼ πολλὴν

 | οἶδα χάριν· ἐπειδὴ δὲ πεφήνασί

 τές τε ἀπὸ τοῦ τάφου καὶ κρίνοντες ἄνθρωπον οὐδὲ

ὀρθοῦσθαι δυνάμενον καὶ δι’ ἐμοῦ τὸ κοινὸν διαβάλ-

λουσιν, εἰ δόξει τρέφειν πολίτας οὐ διὰ τὸ τὴν πόλιν

φιλεῖν, τὸ δὲ τοὺς αὑτῶν μισεῖν τὰ τοιαῦτα τολμῶν-

τας, δέομαι πάντων ὑμῶν, μὴ ἀνάσχησθε μήτε τῇ πό-

 λεῖ’ μήτε ἐμοὶ χείρονος δόξης γιγνομένης, ἀλλ’ οἵων

ἂν ἠξιώσατε δικαστῶν τυχεῖν ὅμοια μὲν ἐμοὶ βεβου-

λευμένοι, ὅμοια δὲ κατωρθωκότες, ἐφ’ ὁμοίοις δὲ κρι-

νόμενοι, τοιούτους ὑμᾶς αὐτοὺς ἐμοὶ παράσχετε τή-

μερον. 

 4. Ἐγὼ μὲν οὖν ἐγνώκειν, ὦ ἄνδρες, μηδέποτε ὧν

 



 



ὑπὲρ ὑμῶν πέπονθα μνημονεῦσαι πρὸς ὑμᾶς, δεῖ γάρ,

οἶμαι, τὸν φιλόπολιν πανταχοῦ μὲν πρὸ αὑτοῦ ποι-

εῖσθαι τὸ κοινόν, ὠφεληκότα δέ τι καὶ ἔργον

ἀγαθοῦ διαπεπραγμένον αὐτόν τε τοῦτο σιγᾶν καὶ

ἑτέρου λέγοντος ἐρυθριᾶν· ἐπεὶ δὲ ἀναγκάζουσιν οὗτοι 

λέγειν ἃ ἥκιστ’ ἂν ἐβουλόμην, ἡ γὰρ ἀπολογία πᾶσα

ἐν τούτοις ἐστίν, ὦ ἄνδρες, μὴ τοῦ λέγοντος, τῶν δὲ

οὐκ ἐώντων αὐτὰ σιωπᾶσθαι τούτους ἡγεῖσθε τοὺς

λόγους, οἳ οὐ τοῦτο μόνον καὶ ἐμὲ καὶ ὑμᾶς ἀδικοῦ-

σιν, ἀλλ’ ὅτι καὶ τῷ τυράννῳ τῆς λύπης οὐ μικρὸν 

ἀφαιροῦσι κρίνοντες καὶ πράγματα παρέχοντες ἀνθρώ-

πῳ ὅν ἐκεῖνος αὑτῷ πάντων ἔχθιστον ἡγεῖται.

ἀλλὰ

τούτοις μὲν ἴσως ἀνάγκη πάντα ὑπηρετεῖν ἐκείνῳ,

ὑμᾶς δὲ δεῖ τοὺς οὐδεμίαν αὐτῷ χάριν ὀφείλοντας καὶ

ἅμα ὀμωμοκότας μὴ δι’ ὧν ἂν ἡσθείη ὁ θεοῖς ἐχθρὸς 

ἐκεῖνος ποιεῖν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐξ ὧν ἀνιάσεται. τοῦτο

 

 

 



 



δ’ ἂν γένοιτο, εἰ καὶ πρὸ τῆς ἀπολογίας ὑμεῖς ἅπερ

εἰκὸς ἦν παρ’ ἐμοῦ 〈λέγεσθαι〉, ταῦτα πρὸς ὑμᾶς αὐ-

τοὺς λέγοιτε. 

 6. Ἠγαγόμην, ὦ ἄνδρες, γυναῖκα κατὰ τοὺς τῆς

R IV 462 πόλεως | νόμους καὶ παῖδας ηὐξάμην ὁ δυστυχὴς

 ἐκ τούτων μοι γενέσθαι τῶν γάμων ἐμοί τε καὶ τῇ

πόλει βοηθοὺς λέγοντας, γράφοντας, στρατευομένους,

τὸν ὑπὲρ τῆς ἐνεγκούσης ἡδέως δεχομένους θάνατον.

ᾔτουν δὲ καὶ ἀγαθοὺς καὶ μάλιστα δὴ σώφρονας.

οἶ δὲ

 <θεοὶ>ἔδοσαν, ὧς οὐκ ἔδει, τοῦτον δὴ τὸν ὑφ’ ὑμῶν

ἐπαινούμενον, λαμπρὸν μὲν τὴν ἰδέαν, βέλτιστον δὲ τὸν

τρόπον, τὸν αὐτὸν τῇ μὲν ὥρᾳ πάντας ὀφθαλμοὺς ἐφ’

ἑαυτὸν ἕλκοντα, τῇ δὲ σωφροσύνῃ παριόντα τὴν ὥραν.

καὶ τὸν δεῖνα εἰπὼν ἄν τις τὸν καλὸν προσέθηκεν,

 ἐγὼ δὲ ὁ κακοδαίμων ἀκούων ἔχαιρον καὶ τοῖς θεοῖς

ᾤμην δεῖν καὶ τούτου χάριν ἔχειν. ἔμελλον δὲ ἄρα ὑπὸ

ταύτης ἀπολεῖσθαι τῆς καλῆς δωρεᾶς.

ἐγὼ μὲν οὖν

 

 



 



αὐτὸν ἔτρεφον, ὡς εἰκὸς τὸν τοιοῦτον, πάσῃ προνοίᾳ

πάσας ἐπιβουλὰς ἀνείργων. ἐδεῖτο μὲν γὰρ οὐδὲν τῆς

ἐκ τῶν ἐφεστηκότων φυλακῆς, ὅμως δὲ εἴποντο παιδ-

αγωγοὶ τοῦ μηδὲ ψευδῆ τινα διαβολὴν ἐπ’ αὐτὸν ἐλθεῖν.

ἐπεὶ δὲ ἀνάλωτος ἦν τοῖς ἁπάσῃ μηχανῇ κατὰ τῶν 

ὡραίων χρωμένοις καὶ οὔτε ξένος οὐδεὶς οὔτε πολίτης

οὐ πλούσιος, οὐκ ἀνδρεῖος, οὐ σοφός, οὐκ ἀπ’ ἄλλου

του περίβλεπτος ἔπειθεν αὑτῷ προσέχειν, ἔγνωσάν τι-

νες διὰ τοῦ τυράννου καταισχῦναι τὸ σῶμα καὶ τὸν

οὐ πειθόμενον βιάσασθαι.

καὶ βαδίζοντες, ὧς εἰκός, 

παρ’ ἐκεῖνον σὺ δὲ τυραννῶν, ἔλεγον, καὶ δυνά-

μενος φοβεῖν καὶ θηρεύων ἡδονὰς τὰ μὲν οὐ-

δενὸς ἄξια μειρακύλλια συλλέγεις, τοῦ καλλί-

στου δὲ τῶν ὑπὸ τὸν ἤλιον οὐκ ἀπολαύσῃ καὶ

ταῦτα ἐγγὺς ὄντος; εἶτ’, οἶμαι, διηγοῦντο περὶ τῆς 

τριχός, περὶ τοῦ προσώπου ἴ’ περὶ τῶν χειρῶν, περὶ

τῶν ἄλλων καὶ ὧς καὶ τοῖς ζωγράφοις ἆθλόν ἐστι τὸ

μειράκιον ἐλεγχούσης τῆς ὥρας τὴν τέχνην.

τού-

τοις αὐτὸν κινοῦντες καὶ ἀνάπτοντες καὶ ποιοῦντες

ὧν οὐκ εἶδεν ἐραστὴν πείθουσι τὴν ἀναίσχυντον ἐκεί- 

 

 

 



 



 νῆν ἀποστεῖλαι πρεσβείαν. καὶ ὅ τε δῆμος | συν-

εληλύθει καὶ οἱ πεμφθέντες παρῄεσαν καὶ ἦν ἐλπὶς

τούτων δή τι τῶν ἐπιεικεστέρων αἰτήσοντας ἀφῖχθαι,

οἷον ὅπλα, σῖτον, στρατιώτας, τὸ τῶν φυγάδων τισὶ

 διαλλαγῆναι.

δεινὰ μέν, οἶμαι, καὶ ταῦτα, πολε-

μοῦντα ἄνθρωπον ἐλευθερίᾳ καὶ νόμοις τοῖς μετὰ τοΙ

τῶν ζῆν αἱρουμένοις ὑπὲρ τοῦ τινος τυχεῖν διαλέγε-

σθαι, ὅμως δὲ ἦν ἄν τις αὐτῷ λόγος. ὁ δὲ τί διὰ

τῶν πρέσβεων, S rfj καὶ Ἥλιε καὶ πικρὰ τῆς ἐμῆς

 οἰκίας Μοῖρα; ἐπειδὴ χαίρω μὲν ἐγὼ ταῖς τῶν

μειρακίων μίξεσι, τρέφει δέ τις παρ’ ὑμῖν υἱὸν

πατὴρ οἶον οὐδένα οὐδεὶς ἐν οὐδεμιᾷ πόλει,

καὶ εἶπε τίνα καὶ τίνος, πέμψατέ μοι τὸν νέον

πεισόμενον ὅ τι ἂν ἐμοὶ δοκῇ.

ἐγὼ μὲν οὖν

 ἐπὶ τούτοις συγκαλυψάμενος καὶ πληγεὶς τὴν ψυχὴν

ἄφωνος ἐν τοῖς τῶν φίλων ἐκείμην γόνασι μικρὸν

τεθνεῶτος διαφέρων, μόλις αἰσθανόμενος τοῦ θορύβου

ὂν ὑμεῖς αἰσχυνόμενοι μὲν θεούς, αἰσχυνόμενοι δὲ

ἀλλήλους, αἰσχυνόμενοι δὲ τὴν φύσιν ἐθορυβεῖτε καὶ

 ταῦτα προσθέντων ἐκείνων ὡς, εἰ μὴ τὸ σῶμα παρα-

δοίητε, πολεμήσεσθε, οἰόμενοι τῷ φόβῳ τῆς ὑμετέρας

 

 

 

 



 



περιέσεσθαι σωφροσύνης· ὑμῖν δὲ ἄρα τῶν προσδοκω-

μένων πόνων | δεινότερον ἐδόκει τὰ τοιαῦτα παρ’ 

ὑμῶν δίδοσθαι καὶ τοῖς οὖσι παρ’ ἐκείνῳ μειρακίοις

συνήχθεσθε καὶ δίκην ἥδιστ’ ἂν ὑπὲρ τῶν ὑβρισμέ-

νων ἐλάβετε.

ὑμεῖς μὲν οὖν ἀπηλαύνετε τοὺς 

πρέσβεις, ὁ δ’ ὧν ἐπήγγειλεν ἀτυχήσας εὐθὺς ἐπῄει

τὰ ὅπλα, ἡνίκα τοὺς πρέσβεις ἀπέστειλεν, ἐν ταῖς

χερσίν, ὡς εἰκός, ἔχων, ὅπως ὑμῖν ἀπαρασκεύοις ἐπί-

θοιτο. καὶ αὐτίκα μεστὴ μὲν ἦν ἡ χώρα τῶν πολεμίων,

οἶ γεωργοὶ δὲ ὅ τι ἠδύναντο τῶν σκευῶν ἄγοντες εἰς 



 

 



 



ἄστυ συνέρρεον καὶ ἐξιέναι μὲν καὶ μάχεσθαι προ-

εμπεσόντος τοῦ πολέμου καὶ τῶν δεινῶν οὐκ ἐνῆν,

κατακεκλεισμένους δὲ τῶν τῆς πολιορκίας ἀνέχεσθαι

κακῶν ἔδει. ἦν δὲ βαρέα μὲν τὰ παρόντα, φοβερὰ δὲ

 τὰ μέλλοντα, σύμμαχος δὲ οὐδαμόθεν, ὁ τύραννος δὲ

μέγας. καὶ βοὴ μὲν παρ’ ἐκείνοις ἡ τῶν πολιορκούν-

των, ἀθυμία δὲ παρ’ ἡμῖν ἡ τῶν συγκεκλεισμένων. 

 14. ἐνταῦθα ἐγὼ τῶν μὲν ἐπιτηδείων ἢ συγγενῶν οὐ-

δένα εἰς βουλὴν παρεκάλουν, κατ’ ἐμαυτὸν δὲ καθίσας

 ἐμαυτῷ διελεγόμην ὡς ἄν τις ἑταῖρος ἑταίρῳ. ὦ πα-

τέρων, ἔφην, δυστυχέστατε σύ, ὦ κατὰ σαυτοῦ

τε καὶ τῆς πατρίδος κάλλος υἱέος κτησάμενε,

τὴν μὲν περιεστηκυῖαν τὸ τεῖχος στρατιὰν ὁρᾷς

καὶ τὸν μανίας γέμοντα τύραννον καὶ τοὺς

 ἅπαντα ποιεῖν ὄντας ἑτοίμους ὑπὲρ ἐρῶντος

δεσπότου καὶ ὧς οὐκ ἔστι σωθῆναι τῇ πόλει

τοῦ κακοῦ προἰόντος. τούτων δ’ αἴτιος παῖς ὁ

 

 

 



 



σὸς καὶ τὸ τοῦ παιδὸς κάλλος. κἂν μὴ τοῦτο ἤ

ἀπόληται ἢ τοῦ τυράννου γένηται, λύσις οὐκ

ἔστι τοῖς παροῦσιν. ἐπεὶ οὖν ἡ μὲν ὕβρις

ἀφόρητον, ἡ τελευτὴ δὲ οὐ τοσοῦτον, σωσάτω

τὴν πόλιν μετὰ τῆς αὑτοῦ σωφροσύνης.

ταῦ- 

τὰ ἐδόκει τὴν πρώτην ἡμέραν κράτιστα, ταῦτα τὴν

δευτέραν, ταῦτα τὴν τρίτην, καὶ οὐδὲν ἦν ὅ τούτων

ἐδύνατο | νομισθῆναι βέλτιον. λαβὼν δὴ τὸ ξίφος 

πάλιν κατεθέμην καὶ πάλιν λαβὼν ἔρριψα, καὶ πολλά-

κις ἑκάτερον καὶ μετὰ δακρύων ἕκαστον. εἶτ’ ἐνίκα τῇ 

πατρίδι τὸν υἱὸν ἐπιδοῦναι καὶ πλήξας πολλάκις τὸ

πρόσωπον καὶ τίλλων τὰς τρίχας καὶ πρὸς τὸν ἐμαυ-

τοῦ δαίμονα εἰπών· ἐμπλήσθητι τῶν ἐμῶν κακῶν

ἔπεισα δι’ ὧν ἔδειξα τὸν τύραννον μηκέτι τὰ μηκέτ’

ὄντα ζητεῖν. καὶ ἡ τελευτὴ τοῦ παιδὸς καὶ τῷ πολέμῳ 

γεγένηται τελευτή.

ἐπὶ τούτοις ἐπένθησα, ἔθαψα,

τοῦ σήματος εἰχόμην, ᾤμην δεῖν αὐτοῦ καθῆσθαι. καὶ

δὴ τοῦτον ὁρῶν προσιόντα τὸν χρηστὸν ἐνόμιζον ταὐ-

τὸν τοῖς ἄλλοις ποιήσοντα ἥκειν καὶ παραμυθήσεσθαι.

 

 

 



 



ὁ δὲ ἐπιστὰς καὶ βοήσας ἄγριον ἀνίστω, φησίν, ὦ

πονηρότατε σύ, καὶ ἕπου δίκην δώσων τούτων

ὧν καὶ νῦν ἔλεγεν, ὦ ἄνδρες. φησὶ γάρ με τὸν υἱὸν

ἀπεκτονέναι καὶ ἠρώτα εἰ μὴ τοῦτ᾿ ἀληθὲς καὶ εἰ μὴ

 δεινόν. 

 17. Ἐγὼ δὲ δεδρακέναι μὲν ὁμολογῶ τοῦτο τὸ

ἔργον, κακίαν δὲ ἐμαυτοῦ καταγινώσκειν οὐκ ἔχω. διὰ

τί; ὅτι τὴν αἰτίαν οὐδεὶς ἂν δύναιτο δεῖξαι τοῦ πε-

πραγμένου πονηράν, τῆς αἰτίας δ’ οὐκ οὔσης τοιαύτης

 οὐδ’ ἂν ἐκεῖνο δύναιτο πονηρὸν νομισθῆναι. τουτὶ

γὰρ ὅσον ἐστὶ πολλαχόθεν μὲν ἄν τις μάθοι, μάλιστα

δὲ ἐκ τῶν περὶ τῆς βλάβης νόμων, ἐν οἶς οὐ μικρὸν

διαφέρει τὸ ἑκόντα ἢ ἄκοντα. κἀν τοῖς φονικοῖς δὲ τὸ

ἴσον εὕροι τις ἄν. τί δέ; οἶ στρατηγοὶ οὐ καὶ τὰς

 αὑτῶν ναῦς πολλάκις κατέκαυσαν καὶ τὸν καρπὸν

διέφθειραν καὶ ταῦτα ποιήσαντες ἐστεφάνωνται; οὐ

γὰρ ἔνα τοὺς πιστεύσαντας, ἀλλ’ ἔνα τοὺς ἐναντίους

 τούτοις | βλάψωσιν ἔπραξαν. τῆς τοίνυν γνώ-

 



 

 

 



 



μὴς εὐδοκιμούσης ἀπήλλακται καὶ τὸ πραχθὲν αἰτίας.

καὶ σὺ τοίνυν μὴ δι’ ὅ γέγονε παρεὶς αὐτὸ λέγε τὸ

γεγενημένον μόνον, ἀλλ’ ἔασον τούτους ἀπὸ παντός,

ὦ χρηστέ, τὴν ψῆφον ἐπενεγκεῖν. ἂν μὲν τοίνυν ἐπι-

δεῖξαι δυνηθῇς ὧς ἐγὼ τὸν ἐμαυτοῦ παῖδα ἐμίσουν 

καὶ ὑγιαίνοντος ἠχθόμην καὶ ἀρρωστοῦντος εὐφραινό-

μην καὶ προσιόντος ἀπεστρεφόμην καὶ παίων καὶ

ἄγχων διετέλουν καὶ καταρώμενος αὐτῷ πολλάκις ἐπε-

δείχθην πρὶν ἄνδρα γενέσθαι ἀποθανεῖν, εἰ μέν τι

τούτων ὁ διώκων αἰτιᾶσθαι δύναιτο καὶ οὐκ αἰτιᾶσθαι 

μόνον, ἀλλὰ καὶ παρέχεσθαι μάρτυρας, ἀποκτείνατε,

κατακόψατε, καταποντίσατε, λόγος οὐδεὶς ἔσται μοι· εἰ

δ’ ὂν ζῆν ἐβουλόμην ἀφῃρέθην, ἐλέησον τὸν ἐζημιω-

μένον. ποῦ γὰρ ἂν ἔχοι λόγον τὸ μὲν τῆς χειρὸς

ἔργον εἰς ἐξέτασιν ἄγειν, ἃ δὲ φρονῶν τοῦτ’ ἔδρων 

ὑπερπηδᾶν;

ἐβουλόμην, ὦ ἄνδρες, τὸν τύραννον

ἐν τῇ πολιορκίᾳ πέμψαντα κήρυκα εἰς ὑμᾶς εἰπεῖν ὅτι

νενίκηκε παρ’ ὑμῖν μὴ δοῦναι τὸν νέον, ὑμεῖς

δὲ ἔκδοτέ μοι τὸν τούτου πατέρα καὶ

τὸν πόλεμον. τότ’ ἂν εἴδετε καλῶς ὅστις ἐγὼ πρὸς 

τὸν ἐμαυτοῦ. αὐτὸς γὰρ ἂν παριὼν ἔγραφον τὸ περὶ

 

 

 

 



 



τῆς ἐκδόσεως ψήφισμα, μᾶλλον δὲ καὶ πρὸ τοῦ ψη-

φίσματος ἔτρεχον ἂν ὑπὸ τὰ τοῦ τυράννου ξίφη καὶ

οὐδὲν ἂν ἔδεισα τῶν δεινῶν ἔν ἐκεῖνο μέλλων διὰ

τούτων κερδαίνειν, τὸ ζῆν ἐμοὶ τὸν υἱόν.

διὰ τί

 γὰρ οὐκ ἂν ἐπέδωκα ὦκα ἐμαυτὸν ὑπὲρ ἐκείνου; οὐκ ἐπιει-

κής; οὐ κόσμιος; οὐ φιλοπάτωρ; οὐχ οἶος ἐνδοξοτέ-

ρους μὲν ποιῆσαι τοὺς αὑτοῦ προγόνους, τῶν κοινῶν

δὲ ἁπτόμενος μηδενὸς ὕστερος γενέσθαι; πλέον γὰρ

οὐδὲν ἐρῶ. οὐκ ᾔδειν ὅτι καὶ δημηγορῶν καὶ στρατη-

 γῶν ἐκεῖνος νοῦν γε ἔχων μετὰ κάλλους ὑμᾶς μὲν

 ποιήσει μείζους, τὸν πατέρα δὲ καὶ τεθνεῶτα |

λαμπρότερον;

ἐῶ τἄλλα, ἀλλ’ εἴ τις ὑμᾶς ἔροιτο

τοὺς κατηγοροῦντας· διὰ τί τοῦτο ποιεῖτε; λυπεῖ-

σθαι φαίητ’ ἂν ὑπὲρ τοῦ μειρακίου. εἶθ’ ὑμεῖς μὲν

 λυπεῖσθε τεθνεῶτος, ἐγὼ δὲ χαίρω; πάνυ γοῦν τοῖς

μετὰ τὸν θάνατον διαβέβληκα τὸν φόνον. ὁρᾶτε ὡς

λευχειμονῶ καὶ ἐπὶ λουτρὰ βαδίζω καὶ δειπνῶ πολυ-

τελῶς καὶ ἐν συμποσίοις ᾄδω; οὐκ ἐν τέφρᾳ κεῖμαι;

οὐκ ἔοικα νεκροῖς; οὐκ ἐπιθυμῶ τελευτῆς; ταῦτ’ οὖν

 ἐζήτουν ὧν γενομένων ἀπόλωλα; καὶ οὐδὲ τῶν θηρίων

ᾐσχυνόμην τὴν περὶ τὰ τέκνα φιλοστοργίαν; 

 

 

 



 



 22. Τίς οὖν ἡ τοῦ πραχθέντος αἰτία; ἐμὲ γὰρ δεῖ

τοῦτ’ ἀποκρίνασθαι, οἱ δικάζοντες δέ, οἱ δὲ περιεστη-

κότες, ἅπασα δὲ ἡ πόλις οὐκ ἂν εἴποι, παῖδες, γυναῖ-

κες; ἀλλ’ ἐμὲ δεῖ περὶ ὧν ἅπαντες ἴσασι λέγειν. 

 23. Δύναμις ἐπεληλύθει πολλὴ καὶ μεγάλη, στρά- 

τευμα δεινὸν καὶ χαλεπόν, ἱππεῖς, ὁπλῖται, τοξόται,

σφενδονῆται. αἱ κῶμαι διεφθείροντο, τὰ βοσκήματα

ἡρπάζετο, τὰ δένδρα ἐτέμνετο. κύριος μὲν ἦν τῆς χώ-

ρας ὁ τύραννος, ἐβούλετο δὲ καὶ τῆς πόλεως. καὶ τὰ

μηχανήματα ἑωρῶμεν, καὶ κραυγὴ πολλὴ καὶ λοιδορία 

στρατηγοῦ πρὸς ταξίαρχον, ταξιάρχου πρὸς στρατιώτας,

στρατιωτῶν πρὸς τοὺς ἄρχοντας. φόβοι δὲ πανταχοῦ

προσέπιπτον ὁμοίως ταράττοντες τοῖς λόγοις. ἡμέρα

μὲν ἦν ἐν ταραχῇ, νύκτες δ’ ἐν ἀγρυπνίᾳ, τροφὴ δὲ

οὐκ εἰς κόρον. τὸ δὲ τῆς πολιορκίας πέρας ἔτι μὲν 

ἀπῆν, ἑωρᾶτο δὲ τοῖς λογισμοῖς.

εἰ μὲν οὖν οἷός

τε ἦν ἢ ἀπὸ τῶν ἐπάλξεων βέλει τοῦ τυράννου τυχεῖν

ἢ λόγῳ πεῖσαι παρ’ αὐτὸν ἐξελθὼν ἀπελθεῖν ἢ δύνα-

 



 



μιν ἐξαγαγὼν ἐκβαλεῖν τὴν ἐπελθοῦσαν, ἠδίκουν <ἂν>

οὐ παραταττόμενος· ἐπεὶ δὲ τούτων μὲν οὐδὲν ὑπῆρχε ποιεῖν, κίνδυνος δὲ ἦν ἁλῶναι τὸ ἄστυ, φάρμακον δὲ

 ἧν μόνον τοῦ κακοῦ μηκέτ᾿ ἐχαρισάμην τῇ πόλει.

εἰ 

 καιρὸς ἧν γνώμην | ἀπαιτῶν, ἠγόρευθα ἄν· εἰ ταλάντων ἀριθμόν, ἐπέδωκα ἄν· εἰ ἔξοδον, ἐξῆλθον ἄν· εἰ μάχην, ἐμαχόμην ἄν νῦν οὗν, ἀπᾐτει γὰρ ὁ καιρὸς τὸν υἱόν, οὐδὲ τοῦτο ἔφυγον. δεῖ γὰρ ἀπεύ-

 χερθαι μὲν μὴ προσπεσεῖν τὰς τοιαύτας ἀνάγκας, ἐπει-

δὰν δὲ ἔλθωσι, μηδὲν ἀνώτερον τῆς πόλεως νομίζειν.

ἔλαβεν ἡ πόλις ὃν ἔθρεψεν, ἔλαβεν ὃν ἐπαίδευσεν,

σαμένῃ.

οὐ τοῦτ᾿ ἐν τοῖς ἱεροῖς τότε καὶ περὶ τοὺς

 βωμοὺς ἅπαντες ηὕχοντο, γέροντες, μητέρες, <υἱεὶς>,

θυγατέρες καὶ πάντα ἱερέων γένη παύσασθαι τοῦ θυ-

μοῦ τὸν τύραννον καὶ λῆξαι τῆς πολιορκίας καὶ τὴν

δύναμιν ἀπαγαγεῖν; τί οὖν; εἴ τις ὑμῖν τῶν πολιτῶν

 

 

 



 



ὧν ηὔχεσθε τυχεῖν ἔδωκεν, οὗτος πεπονήρευται; οὐκ

ἀκούετε τὸν Πύθιον οὕτω πολλαῖς βεβοηθηκέναι τῶν

πόλεων πατέρων χρησμοῖς ὑπηρετησάντων; καὶ οἱ μὲν

παῖδες ἐτέθυντο, τὰ δὲ δεινὰ ἔστατο. οὕτω καὶ θεοῖς

ἀρέσκει σῶμα ἓν ὑπὲρ πόλεως ἀπιέναι.

ὑπὲρ μὲν 

οὖν τῶν ἀδήλων ἐπ’ ἐκείνους δεῖ καταφεύγειν, δήλου

δὲ ὄντος τοῦ λυσιτελήσοντος αὑτοῖς ἐκ τῶν φαινομέ-

νων βοηθεῖν. οὐκ ἦν τόθ’ ἡμῖν περὶ γῆς ὅρων ὁ κίν-

δυνος, ὥστε μὴ πάντα ποιεῖν τὸν εὔνουν, ἀλλ’ ἡ

πολιορκία τὸν ὄλεθρον ἠπείλει τῇ πόλει. τοῦτ’ οὖν 

ἐποίει τὴν πρᾶξιν ἀναγκαίαν. 

 28. Οὗτος μὲν οὖν ἐρωτᾷ με εἰ μὴ δεινὸν τὸ

τεθνάναι τὸν παῖδα, ἐγὼ δὲ αὐτὸν ἀντερήσομαι εἰ μὴ

δεινὸν κατασκαφῆναι τὴν πόλιν. ὅτι γὰρ ἑλὼν | 

ὁ τύραννος τοῦτ’ ἂν ἐποίησε περιαλγῶν, πᾶς τις ἂν ὁμο- 

λογήσειεν. ἀγανακτεῖς οὖν ὅτι μὴ τεῖχος μὲν τουτὶ κατη-

νέχθη, τῶν δὲ ἐνοικούντων οἱ μὲν ἔθνησκον, οἱ δὲ

ἤγοντο, ἐκεῖνο μὲν οἱ ἐν ἡλικίᾳ καὶ γέροντες, τοῦτο δὲ

 

 

 



 



γυναῖκές τε καὶ παῖδες; ἀγανακτεῖς ὅτι μὴ πῦρ ἀνάλωσε

τὴν πόλιν καὶ κρίνεις ἄνθρωπον δι’ ὅν ἔχεις τὰ ἴδια,

τὰ δημόσια, τὰ ἱερά, τοὺς νόμους, τὰ ὅπλα, τὰ χρή-

ματα, τὰς γυναῖκας, τὰ τέκνα, τοῦτ’ αὐτὸ τὸ δύνασθαι

 γράφεσθαι καὶ καθίζειν δικαστάς; 

 29. Ἐδέδοκτο γάρ φησι τῷ δήμῳ πολεμεῖν

καλῶς γε ποιοῦντι καὶ δόξης ἐπιθυμοῦντι καὶ

οὐκ ἀνεκτὸν ἡγουμένῳ τυράννου χορηγεῖν ἡδο-

ναῖς. ἀλλ’ ὥσπερ ὑμῖν ὑπὲρ ἐμοῦ ταῦτα, οὕτως ὑπὲρ

 ὑμῶν ἐμοὶ ποιεῖν ἃ πεποίηκα προσῆκε. δεῖ γὰρ τὸν

δῆμον ἑκάστου τῶν πολιτῶν προβεβλῆσθαι, τοῦ δήμου

δὲ ἕκαστον τῶν πολιτῶν μᾶλλον ἢ τῶν αὑτοῦ κήδε-

σθαι. ἐπολεμεῖτε ἑκόντες ὑπὲρ τῆς ἐμῆς οἰκίας. ἀπὸ

τῆς αὐτῆς τοίνυν οἰκίας ἧκεν ὑμῖν ἡ τοῦ πολέμου

 λύσις. ἢ καθήμενον ἔδει με τρυφᾶν καὶ πρὸς ἐμαυτὸν

λέγειν· ὡς εὐδαίμων γε ὁ παῖς. ὅλη πόλις κακο-

παθεῖ καὶ τρίβεται καὶ ἀπόλλυται, ἔνα μηδὲν

τοῦτον μήτε μεῖζον μήτε ἔλαττον ἀνιάσῃ; οὐ

δῆτα, ἀλλ’ εἶπον πρὸς ἐμαυτὸν ἃ χρὴ καὶ συνεβού-

 λεῦσα ὧν οὐχ εὕρισκον καλλίω.

καὶ γὰρ εἰ μηδεὶς

 

 

 



 



ὑμῶν εἶπε πρὸς τὸν πλησίον ὅτι τοῦτον δὲ οὕτω

περιορᾶν τὴν πόλιν ἀναλουμένην μηδὲ ἐμέμψατο

τῷ τὸ περὶ τοῦ πολέμου ψήφισμα γεγραφότι μηδ’

αὑτῷ τοιαῦτα | δεξαμένῳ, ἀλλ’ οὐχ οὕτω γε σι- 

δηροῖ πάντες ἦσαν ὡς μηδὲ σιγῇ τοῖς γιγνομένοις 

ἀλγεῖν, πολλὰ γὰρ ὧν οὐκ ἂν φθέγξαιτό τις ἐννοηθείη

ἄν, ἐμοὶ δὲ τοῦτο πάσης ἀπαιδίας, ὦ ἄνδρες, πικρό-

τερον. εἰ δ’ οὐδὲν τῶν δεινῶν δεινὸν ἐδόκει, ἀλλ’ ἦν

ὁμοίως ἅπασι γλυκὺς ὁ πόλεμος, ἀνδράσι, γυναιξί,

παισί, γέρουσιν, ἐλευθέροις, οἰκέταις, αὐτὸ τοῦτό με 

χρῆν αἰδεσθῆναι τὸ διὰ τὴν πρὸς ἐμὲ σπουδὴν εἰρή-

νης ἥδιον νομίζειν τὸν πόλεμον.

ἠμειψάμην

ἀντιδόσει πρεπούσῃ τὴν προθυμίαν. ἢ καθήμενον ἀνα-

μένειν με ἔδει τὸν ἐροῦντα πρὸς ἐμέ; ἄνθρωπε,

σὺ κύριος εἶ τὴν πόλιν εἶναι ἢ μή, κάλλιον δὲ 

 

 

 



 



σῶσαι ταύτην ἢ διαφθεῖραι. οὐκ ἀναστὰς δρά-

σεις τι νεανικὸν καὶ δείξεις τῇ πόλει πάντα

κεκτημένος; δειχθήτω νεκρὸν τὸ μειράκιον τῷ

τυράννῳ καὶ σεσώσμεθα.

ἀλλ’ οὐδ’ εἰ τὸ τεῖχος

 κατεσείετο, ταύτας ἄν ποτε τὰς φωνὰς ἀφήκατε πρὸς

ἐμέ. ἀλλ’ ἐγὼ ταύτας ἡγούμην ἀκούει παρ’ αὐτῶν

τῶν πραγμάτων. οὐ δὴ τὸ τὸν πόλεμον ὑμᾶς ᾑρῆσθαι

τὴν ἐμὴν ἐκώλυε φιλοτιμίαν, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ πρὸς τοσαύ-

την ἰσχὺν ἀντᾶραι φειδοῖ τοῦ παιδὸς τὸν πατέρα τοῦ

 παιδὸς ἐπὶ τὴν πρᾶξιν παρεκάλει. 

 33. Ἀλλ’ ᾤχετ’ ἄν φησιν ἀπειπὼν πρὸς τοὺς

πόνους ὁ τύραννος καὶ οὐκ ἦν δῆλον ὧς πάν-

τως περιέσται. λαβὼν μέν, ὦ ἄνδρες, τὸ μειράκιον

ᾤχετ’ ἄν; μὴ λαβὼν δὲ οὐκ ἄν. πολὺς γὰρ ἦν καὶ

 σφοδρὸς ὁ ἔρως καίων καὶ ἐγκείμενος καὶ μηδὲ ἀνα-

 πνεῦσαι διδούς. τί τούτου σημεῖον; ἐξεῖπεν ἃ

κρύπτειν ἔδει, καὶ ταῦτα διὰ πρεσβείας. ὃ μηδεὶς

ἤκουσε μηδαμοῦ, μειρακίου κάλλος ἐπ’ ἐκκλησίας ᾐτεῖ-

το.

ἆρ’ οὖν οὐ λαβὼν ᾐσχύνθη καὶ κατέδυ

 καὶ τῷ μὴ τυχεῖν ἐγένετο βελτίων; ἥκιστά γε,

 

 

 

 



 



ἀλλ’ οὕτως ἔκφρων ἦν καὶ μόνου τοῦ κτήσασθαι τὸν

ἐρώμενον ὥστ’ ἀναστὰς αὐτὸς ἧκεν ἄγων τὴν δύναμιν

οἰόμενος δεῖν καὶ σώματα καὶ χρήματα ἀναλίσκειν καὶ

μηδὲν τῶν εἰς τοῦτο φερόντων παραλιπεῖν πᾶσαν

ταλαιπωρίαν ἀξίαν τοῦ ἄθλου νομίζων.

οὕτω δὲ 

λίαν ἐπιθυμῶν εἶχε καὶ παρασκευαῖς θαρρεῖν. πολὺς

μὲν αὐτῷ πλοῦτος ἐν βασιλείοις καὶ οὗτος ἐγγύς,

πολλὰ δὲ ὅπλα καὶ ῥώμη καὶ τέχνη στρατιωτική, ἅμιλλα

δὲ πρὸς αὑτοὺς τῶν ἀκολουθούντων, ὅστις αὐτῷ τὸν

ἐρώμενον θηράσας φέρων εἰς τὰς χεῖρας ἐνθείη.

τῷ 

μὲν ἐπέρρει 〈πολλὰ〉 πολλαχόθεν καὶ ἄμα τοῖς ἡμετέ-

ροις ἐχρῆτο καὶ τῶν ἀστυγειτόνων αὐτῷ πολλοὶ παρῆ-

σαν οἱ συνεργοὶ μισοῦντες μέν, τῷ φόβῳ δὲ αὐτὸν

θεραπεύοντες, ἡμῖν δὲ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν χείρω τὰ

πάντα ἐγίγνετο τῆς μὲν χώρας ἐστερημένης, τῶν πυ- 

λῶν δὲ κεκλεισμένων, τοῦ σίτου δὲ οὐκ ἀνασχομένου

πολιορκίαν μακράν. οὐ γὰρ ἔφθημεν δόντες τὰς ἀπο-

κρίσεις καὶ κατακεκλείσμεθα καὶ ὁ λιμὸς πλησίον. 

 

 

 

 



 



 37. τί οὖν ἂν ἐκεῖνον τοῦ τείχους ἀπέστησεν; ἔρως

κατεῖχεν, ἡ δύναμις συμπαρεκάλει, παρ’ αὐτοῦ γε

τοῦ χρόνου πολλαὶ δέδονται πολλοῖς πολιορκηθεῖ-

σαι πόλεις. ὅλως δὲ οἴεσθε βαρεῖαν ἐκείνῳ τὴν ὑπὲρ

 τῶν τοιούτων γεγενῆσθαι προσεδρείαν; γένοιτο γὰρ

ἄν τι πόνων ἐρῶντι κουφότερον ἐν οἶς εἰσιν ἐλπΙ

’δες κρατήσειν τῶν ἐρωμένων; ἀνιαρὸν μὲν οὖν αὐ-

 τοῖς τὸ μὴ ὑπὲρ τῶν τοιούτων ταλαιπωρεῖν |

καὶ δύο ἀπαλλαγὰς τοῦ πάθους ἴσασιν οἱ μανικώ-

 τεροι μόνας, ἢ ἑλεῖν ἢ ἀποθανεῖν. οἱ τύραννοι δέ,

ὅσῳ μᾶλλον οἴονται προσήκειν αὑτοῖς πανταχοῦ κρα-

τεῖν, μᾶλλον φιλονεικοῦσιν.

οὐχ ἑωρᾶτε τὸν ἄνθρω-

πον ἄνωθεν οἷα ἔδρα περὶ τὸν νεκρὸν περιχυθεὶς

καταφιλῶν, ἀκριβῶς ἕκαστον τῶν μελῶν καταθεώμενος,

 αἱμάττων αὑτὸν ἡδέως τοῖς τοῦ μειρακίου τραύμασιν;

οὐ μικροῦ τὸ σῶμα λαβὼν ἐκόμισεν οἴκαδε; τοῦτον

οὖν ἔπεισεν ἂν τι ζῶντος ἀπέχεσθαι τοῦ παιδὸς ὅν

 

 

 

 

 

 



 



μόλις ὁ θάνατος;

οὐκοῦν πᾶσα ἦν ἀνάγκη τέλος

τῆς πολιορκίας γενέσθαι τὴν ἅλωσιν καὶ ἔχειν αὐτὸν

οὐχ ἔν ἔτι μειράκιον, ἀλλὰ πολλοὺς μὲν ἡλικιώτας

τοὐμοῦ, πολλοὺς δὲ νεωτέρους, πολλὰς δὲ γυναῖκας

καὶ κόρας, ὧν τὰς μὲν αὐτὸς ἂν ὕβριζε, τὰς δὲ τοῖς 

δορυφόροις ἐδίδου. 

 40. Ἀλλὰ θῶμεν βούλεσθαι καθελόντα τὸ τεῖχος

καὶ ἑλόντα τὸ μειράκιον μηδενὸς ἂν αὐτὸν ἐφάψασθαι

τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἀπελθεῖν ἂν ὥσπερ ἑκόντων δεδωκό-

τῶν φίλον καὶ σύμμαχον ἀνοικοδομήσαντα τὸ πεπτω- 

κὸς τοῦ τείχους καὶ στεφανώσαντα τὸν δῆμον. ἀλλ’

εἰ καὶ τῶν ἄλλων ἀπάντων ἔμελλε φείσεσθαι καὶ τοῦ-

το ἦν τις ὁ πείθων θεός, ὅτι μετὰ τὴν ἅλωσιν ἀπο-

χρήσει τῷ νενικηκότι τὸν παῖδα μόνον ἔχειν, οὐδ’

οὕτως ἦν μοι καλὸν ὁρᾶν αὐτὸν ἐπὶ τοιούτοις ἀγόμε- 

νον οὐδὲ αὐτῷ γε ἐκείνῳ ζῆν μᾶλλον ἐπὶ τοιούτοις ἢ

θνήσκειν. ἔστι γὰρ καὶ ζωὴ θανάτου πικροτέρα καὶ

θάνατος ζωῆς ἡδίων, ὅταν ἀπαλλαγὴν αἰσχύνης ὁ θά-

 

 

 

 

 



 



νατος φέρῃ.

πόσοι σφᾶς αὐτοὺς ἀπέκτειναν τυραν-

νούμενοι τοῦ μηκέτι ζῆν ἐν ἀνομίᾳ. πόσοι δ’ ἑαυτοὺς

κατεκρήμνισαν πολεμίων ἐπικειμένων τοῦ μὴ ἁλόντας

δουλεῦσαι. ὁ δὲ ἐμὸς οὐ δουλεύσειν ἔμελλε, καίτοι

 | καὶ τοῦτο δεινόν, ἀλλ’ ἀναγκασθήσεσθαι μηκέτ’

 ἄρρην εἶναι, τελεῖν δὲ εἰς γυναικῶν ἀριθμὸν καὶ

ἀκούσεσθαι παρὰ τῶν εὐνούχων ὅτι χθὲς μὲν εἰσῆ-

γον αὐτῷ παλλακήν, τήμερον δὲ σὲ καλεῖ. σὺ

δ’ ὅπως αὐτὸν ὧς μάλιστα ἥσεις μηδὲν ὧν ἂν

 αἰτῇ διωθούμενος.

ἐν τοιούτοις δὲ νυκτερεύων,

ἀπὸ τοιούτων δὲ ἐξιών, ἀντὶ δὲ παιδείας τῆς οἴκοι

μανθάνων ἃ τέρπειν τύραννον ἐπὶ τῆς εὐνῆς δύναται

τί ἂν ἔπραττε τῆς ὥρας αὐτῷ παρελθούσης; αὐτοῦ

διῆγεν ἂν ἀπερριμμένος; ἀλλὰ δεῦρο ἂν ἐπανῄει κα-

 Λήν γε παρρησίαν ἀπὸ καλῶν τῶν ἔργων φέρων; ἐμὲ

δὲ τί χρῆν ποιεῖν; ἀκολουθεῖν αὐτῷ καὶ τὸν ὑμέναιον

ᾄδειν; ἀλλ’ ἐνταῦθα μένοντα τοῖς παρ’ αὐτοῦ φιλο-

τιμεῖσθαι πράγμασιν, ὡς πρὸ τῆς γυναικὸς παρὰ τῷ

τυράννῳ κέκριται καὶ πάντα ὑπ’ αὐτοῦ νενίκηται πρόσ-

 

 



 



ὦπα καὶ παρὰ τίνος ἔγημεν ἂν ὕστερον, πῶς δ’ ἂν

παῖδας ἐνουθέτησε, τίνος δ’ ἂν ἐκοινώνησεν ἑορτῆς,

ποίων ἀγώνων, ποίων θυσιῶν; οὐ γὰρ καὶ τὴν προση-

γορίαν ἀπολέσας ὠνομάζετ’ ἂν ἀπὸ τῆς ὕβρεως; λαμ-

πρός γε ὁ βίος μηδ’ οἰκέταις ἔχειν ἀντιβλέπειν τοῖς 

αὑτοῦ.

τί οὖν ἴδει ζῶντα ἐπιθυμεῖν θανάτου ἐξὸν

θανάτῳ βίον τοιοῦτον διαφυγεῖν; νῦν μὲν ζῇ καὶ τε-

λευτήσας, ᾄδεται γάρ, τότε δ’ ἂν ἐτεθνήκει ζῶν ἄφω-

νος ὢν ὑφ’ ὧν ἐπεπόνθει. ἐξήρπασα τὸν παῖδα τῷ

ξίφει τυραννικῆς ὕβρεως, ἐπεὶ μὴ ἄλλως ἐξῆν. καὶ 

γὰρ εἰ λῃσταὶ διώκοντες ἐμέ τε κἀκεῖνον ἔμελλον ἐκεῖ-

νον τοιαῦτα λαμβάνοντες ὑβρίσειν, ἐπὶ τὴν αὐτὴν ἂν

ἦλθον καὶ τότε πρὶν ἁλῶναι βοήθειαν. τοιαῦτα γὰρ

δεδιδάγμεθα παρὰ τῶν νόμων καὶ τῆς δημοκρατίας.

οὕτως, εἰ καὶ μηδὲν τῷ κοινῷ κέρδος ἔφερεν ὁ | 

φόνος, ὑπὲρ αὐτοῦ γε τοῦ περὶ τῶν ἐσχάτων κινδυ- 

νεύοντος ἀναγκαίως ἐπράττετο. εἰ γὰρ τρὶς ἀποθανεῖν

ἐχρῆν ὑπὲρ σωφροσύνης καὶ τοῦ μὴ ταύτης ἐκπεσεῖν,

οὐκ ἂν ἐλαττόνων ἐωνεῖτο τὰ μείζω; 

 

 

 

 



 



 44. Ἀλλὰ πρὸς μὲν ταῦτα οὐδὲν ἔχουσι λέγειν, τὸ

δὲ μὴ μετὰ τοῦ δήμου γεγονέναι τὸ ἔργον αἰτιῶνται.

καὶ τί φησιν ἐκώλυεν εἰπόντα ὅ ποιήσεις πρὸς

αὐτὸν καὶ πείσαντα οὕτως ἐπὶ τὸ ἔργον ἐλθεῖν;

 ὅτι πρῶτον μὲν οὐχ ὁρῶντος ἦν, ὦ ἄνδρες, τὸν κατει-

ληφότα καιρόν. οἷον γὰρ ἦν μεταφέρειν ὑμᾶς ἀπὸ

τῶν πύργων ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν καὶ κελεύειν καταθε-

μένους τὰ ὅπλα λόγων ἀκούειν καθημένους καὶ τοῖς

μὲν πολεμίοις ἀφεῖναι κατασείειν τὸ τεῖχος, εἰς δὲ τὴν

 ὑπὲρ ἑνὸς σώματος βουλὴν ἄγειν ἐν ᾗ μακροὺς ἀνάγκη

γενέσθαι τοὺς λόγους;

πολλοὶ γὰρ ἂν παρῆλθον

αἰτιασόμενοι, οἱ μὲν ἐμοὶ φθονοῦντες, οἱ δὲ τῷ μειρα-

κίῳ, τοὺς δ’ ἂν τὸ τῷ τυράννῳ βούλεσθαι χαρίζεσθαι

μαχομένους ἀνίστη. πᾶσι δ’ ἂν ἦν εὐπρόσωπος ὁ λό-

 γος ὡς οὐκ ἔννομα ταῦτα οὐδὲ εἰωθότα. εἰ γὰρ οὐδὲ

νῦν ἐπὶ πεπραγμένοις δύνανται κατ’ ἔχειν αὑτούς, ἀλλὰ

πείθουσι τοὺς σεσωσμένους ἀγανακτεῖν καὶ τὸ μηκέτι

πολιορκεῖσθαι νομίζειν βλάβην, τίνες ἂν ἦσαν διδόν-

τες περὶ τοῦ πράγματος γνώμην καὶ ὧν ὁ τύραννος

 

 

 

 

 



 



ἐπεθύμει μήπω διεφθαρμένων;

ἀλλ’, εἰ δοκεῖ, δῶ-

μεν ἐκκλησιῶν τε εἶναι τὸν τότε καιρὸν καὶ λόγων,

οὐχ ὅπλων καὶ μήτε τὴν πολιορκίαν ἐμποδὼν εἶναι

τούτοις μήτ’ ἂν οἷς ἔλεγον ἀντειπεῖν μηδένα μήτε

τῶν ἄλλων μήθ’ ὅσοι νῦν κατηγοροῦσιν. ἀλλὰ καὶ 

οὕτως, ὦ ἄνδρες, κάλλιον ἦν ταῦτα περὶ τῶν ἐμῶν

ἐψηφίσθαι. ἐκεῖνο μὲν γὰρ <ἂν> ἐδίδου τοῖς

λειν ὑμᾶς βουλομένοις λαβήν, ὅτι ὁ μὲν πατὴρ παρ-

ῆλθεν ἀφοσιούμενος καὶ τρόπον τινὰ τιθεὶς | 

ὑπὲρ τοῦ παιδὸς ἱκετηρίαν, ὅπως μηδεὶς χαλεπήνειε 

πρὸς τοῦτον δι’ ὃν πολιορκεῖται τὸ ἄστυ, ὁ δῆμος δὲ

ἀπεχρήσατο τοῖς ῥήμασιν εἰς φόνον, καὶ ὁ μὲν

ἀποκτείνατε, ὅπως ἀκούσειε βοώντων ὅτι σώσομεν,

οἱ δ’ οὐκ ἐθελήσαντες εἰς τὴν διάνοιαν βλέψαι τοῦ

λέγοντος ἀπὸ ψιλῶν τῶν συλλαβῶν τὸν νέον ἀπώλεσαν.

ταύτας ἀνεῖλον, ὦ ἄνδρες, τὰς βλασφημίας οὐδὲ

εἴασα κεῖσθαι ψήφισμα δόξαν οὐ καλὴν οἶσον ὑμῖν,

ὅλον δὲ τοῦ πατρὸς ἐποίησα τὸ ἔργον. περὶ οὗ λέ-

 

 



 



γειν μόνον ἀναισχύντου, ὡς μισῶν ἀπέκτεινα, τῷ δὲ

δι’ ἐκεῖνον πολιορκουμένῳ δήμῳ τάχ’ ἄν τις τοῦτο περι-

ῆψε. τί οὖν ἔδει με τὸν δῆμον τὸ μὲν ὠφελεῖν, τὸ δὲ

βλάπτειν καὶ κακὸν ἀγαθῷ μιγνύειν ἐξὸν ἀμιγῆ τοῦ

 χείρονος αὐτῷ παρασχεῖν τὴν εὐεργεσίαν; πότερον δ’

ἂν καὶ ἔδρασεν ὁ δῆμος; ἐπέτρεψεν ἂν κτεῖναι; τί

οὖν ἠδίκηται πεπραγμένων ἅπερ ἐπῄνεσεν ἄν; ἀλλ’

εἶργεν ἂν εὖ φρονεῖν τοὺς ἀντιλέγοντας νομίζων; καλῶς

οὖν ἐποίησα μὴ παραδοὺς αὐτῷ τῆς καθ’ αὑτοῦ ζη-

 μίας ἀφορμήν. 

 48. Ἀλλὰ γὰρ δεινοί τινές εἰσιν, ὦ ἄνδρες, καὶ

τοὺς τὰ τιμιώτατα ὑπὲρ τῆς πόλεως προιεμένους ὥσπερ

τοὺς προδότας ἐλαύνειν. πρὸς οὓς ὀλίγα διαλεχθεὶς

καταβήσομαι. τί δεδοίκατε, ὦ βέλτιστοι; μὴ παρελθὼν

 ἐγὼ καὶ παραθεὶς τὴν ἐπίδοσιν τὴν ἐμαυτοῦ ταῖς εὐ-

δοκιμηκυίαις παρ’ ὑμῖν καὶ τὴν νῦν ἄδειαν τοῖς ἐκ

τῆς πολιορκίας φόβοις σίτησιν ἢ χαλκῆν εἰκόνα ἢ

στέφανον παρὰ τῶν πολιτῶν αἰτήσω; ἀλλὰ μάταιος

ὑμῖν οὗτος ὁ φόβος. οὐ γὰρ οὕτως ἀναίσθητος ἐγὼ

 τῆς ἐμαυτοῦ τύχης ὥστ’ ἐπὶ τοῦ βήματος ἔτι φαίνεσθαι

 

 



 



τὸν τάφον ἀφεὶς καὶ μεμνῆσθαι δωρεῶν ᾧ τὸ ζῆν

ἀνιαρόν.

ἀλλὰ μὴ σιγῶντος ἐμοῦ παρὰ τῶν τἀμὰ

θαυμαζόντων γένηται καὶ γράψῃ τις παρελθὼν ὑπὲρ

ἐμοῦ ταῦτα ἃ οὐκ ἄν ποτε αὐτὸς | ὑπὲρ ἐμαυ- 

τοῦ; ἀλλὰ θαρρεῖτε, ὦ βέλτιστοι, θαρρεῖτε. καὶ γὰρ 

ἂν ἅπαντα ὁ δῆμος ὁμοῦ διδῷ, τὸν ληψόμενον οὐχ

εὑρήσει. μὴ γὰρ φανείη τι τερπνὸν ἐμοὶ μηδὲν ἔτι

πλὴν θανάτου.

οὐ δεδοίκατε, πρὸς τῶν θεῶν, μὴ

τῷ τὰ τοιαῦτα ποιεῖν δόξητε πρὸς τὸν τύραννον βλέ-

πειν καὶ τἀκείνου θεραπεύειν καὶ τῆς δυστυχοῦς ὥρας 

τοῦ μειρακίου αὐτοὶ μηνυταὶ γεγενῆσθαι καὶ νῦν ἐκεῖ-

νον παραμυθεῖσθαι τῷ πράγματα ἐμοὶ παρέχειν; τί

βούλεσθε πλέον ὑμῖν γενέσθαι; ἀπολώλεκα τὸν υἱὸν

ἐκεῖνον τὸν καλόν, ἀπολώλεκα. οὐκέτ’ αὐτὸν εἰς δι-

δασκαλεῖον ὄψεται βαδίζοντα οὐδείς, οὐκέτ’ ἐκεῖθεν 

ἀναστρέφοντα, οὐκέτ’ ἐν παλαίστραις, οὐκέτ’ ἐν γυμνα-

σίοις. ὁ εὔπαις ἐκεῖνος, ὁ μακάριος ἐγὼ κεῖμαι, πέ-

πτωκα. τὸν τάφον τοῦ παιδὸς ἀντὶ τοῦ παιδὸς ἔχω. 

 

 



 



 51. ἀλλ’ οὐκ ἀρκεῖ ταῦτα οὔθ’ ὑμῖν οὔτε τῷ τυράννῳ,

δεῖ δέ με πάντως ἀποθανεῖν; καλῶς. τί οὖν δεῖ κατη-

γορίας; τί δὲ ψήφου; τί δὲ συκοφαντίας; γράψατε

παρελθόντες ἐκδοῦναί με τῷ τῶν καλῶν ἐραστῇ. οὐ-

 ’δεν ἀντερῶ οὐδὲ φθέγξομαι οὐδ’ ἐχθροὺς ὑμᾶς, ἀλλ’

ἐπιτηδείους ἡγήσομαι διδόντας με ἀνθρώπῳ παρ’ ᾧ

τάχιστα ἀποθανεῖν ἀνάγκη. ὧς πονηρὸν δὲ καὶ ὠμὸν

καὶ ἄδικον εἰς τὸν ἐμαυτοῦ παῖδα γεγενημένον μή με

ἀποκτείνητε, ὦ ἄνδρες, μηδὲ ποιήσητε χείρους ἐμοῦ

 τοὺς ἄλλους πατέρας, εἴ ποτε, ὅ μὴ γένοιτο, καιρὸς

ἔλθοι τὴν ἴσην ἀπαιτῶν μεγαλοψυχίαν.

ταυτὶ δὲ

ἀπεύχεσθαι μὲν χρή, προσδοκᾶν δὲ τοὺς εὖ φρονοῦν-

τας, ἐπεὶ κἀν τοῖς οὖσιν ὑμῖν παιδίοις ὁρῶ τινας

ἐπαγγελλομένους κάλλος οἷον πάλιν κινῆσαι τὸν τύ-

 ραννον. ἂν οὖν ὁ μὲν καὶ ὁρμᾷ καὶ πρεσβεύηται τὰ

τοιαῦτα αἰτῶν καὶ ἀπειλῶν, ὑμεῖς δὲ αἱρῆσθε πολεμεῖν

καὶ πολιορκεῖσθαι, πῶς οὐ δεῖ τοὺς ὁμοίως ἐμοὶ τὰ

 δεινὰ λύσοντας | ἔχειν; τούτου δ’ ἂν ἐπιτυγχά-

 

 



 



νοιτε, ἐὰν τὸν πρῶτον πεποιηκότα μηδὲν ἠδικηκέναι

ψηφίσησθε.

καὶ πρὸς θεῶν, ὦ πατέρες παίδων

ὡραίων, ἢν αὖθις ἀφ’ ὁμοίας αἰτίας ἐπέλθῃ πόλεμος

καὶ ὁ λόγος ᾖ περὶ τῶν ὅλων τῇ πόλει, μηδὲν

φαινέσθω κακὸν ὃ δύναιτ’ ἂν τοῦτο παῦσαι τὸ κακόν, 

ἀλλ’ ἀκολουθήσατε γενναίως τῷ παραδείγματι κόσμον

καὶ ὑμῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀπιόντων παίδων τὴν τοι-

αύτην ἡγούμενοι τελευτὴν καὶ μὴ τοὺς συκοφαντοῦν-

τας δείσητε μᾶλλον ἢ ἃ παθεῖν ἀνάγκη τήν τε πόλιν

καὶ τοὺς ἡττηθέντας ὑπὸ τῶν νενικηκότων.

κακῶς 

τις ὑμᾶς ἐρεῖ τῶν πολιτῶν; ἀλλ’ ἡ πόλις ἅπασα θαυ-

μάσεται, μᾶλλον δὲ ἅπασα δημοκρατουμένη πόλις. οὐκ

ὄψεσθε τοὺς υἱεῖς; ἀλλὰ τοῖς περὶ αὐτῶν συνέσεσθε

λόγοις, οἵων καὶ αὐτὸς ἀκούω νῦν ὑπὸ τῶν χρηστῶν

καὶ δικαίων εἶναι βουλομένων πολιτῶν. 

 55. Τί οὖν; ὦ κακῶς ἐρῶν τύραννε, ὦ τῆς φύσεως

ἀλιτήριε, παῦσαι τοιαῦτα κωμάζων, δεῖσον θεούς, φο-

βήθητι ψόγον. οὐ καταγελάσεις τῆς τοῦ διὰ σὲ πεσόν-

τος μειρακίου ψυχῆς, ἣ νῦν, ὡς εἰκός, μετὰ τῶν τὰς

αὑτῶν πατρίδας ῥυσαμένων ταῖς αὑτῶν σφαγαῖς συν- 

διαιτᾶται. 

 

 



 



 56. Ὦ παῖ, τὴν μὲν ἐπιμέλειαν οἶσθα τὴν ἐμὴν

μεθ’ ἧς ἐτράφης, μεθ’ ἧς ἐπαιδεύθης καὶ ὧς, ὁπότε

ἀρρωστοίης, ἐδεόμην τῶν θεῶν ἐπ’ ἐμὲ μετενεγκεῖν

τὴν νόσον, πολέμου δὲ ἐκ τῆς σῆς ἰδέας περιστάντος

 τὴν πόλιν καὶ τοῦ καιροῦ σοι ζῆν οὐκ ἐπιτρέποντος

οἴχῃ μέν, οὐκ ἀδόξως δέ, ἀλλ’ ἐμὲ μὲν ἐν θρήνοις

καταλέλοιπας, σαυτοῦ δὲ τοὔνομα ἐν ᾠδαῖς οὕτω

 | μὲν ἀνδρείως ὑπακούσας τοῖς ἀναγκαίοις, οὕτω

δὲ αὐτὸς ὀκνοῦντα τὸν πατέρα ἐπεγείρας.

ὡς γὰρ

 ἤσθετο, ὦ ἄνδρες, τὰ πράγματα ἡμᾶς ἐπὶ τοῦτο ἄγον-

τα, ἐρῶ γάρ, κἂν ἀπιστῶσί τινες, ὧς εἶδεν ἀφεστηκότα

με καὶ ὠχριῶντα καὶ δακρύοντα καὶ τὴν χεῖρα τρέ-

μουσαν, τὸ θαυμάσιον ἐκεῖνο καὶ πάσης τιμῆς ἄξιον

ἐφθέγξατο· μὴ μέλλε, πάτερ. λύε ταχέως τὴν πο-

 λιορκίαν. ἐγὼ δὲ ἔξω καλὸν τὴν σωφροσύνην

ἐντάφιον. 

 58. Τοιοῦτοι περὶ ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες, γεγενήμεθα. καὶ

τοιαύτη μὲν ἡμῖν ἡ τύχη, τοιαύτη δὲ ἡ γνώμη. εἰ δ’ ὑμῖν

οὕτως ἀπολελογημένος ἄξιος εἷναι θανάτου δοκῶ, κατά-

 γνῶτε. ἐγὼ δὲ οὐδ’ οὕτως ἐμαυτὸν καταμέμψομαι.