XXXIX. 

 Φήμη ἦν συνεῖναι τὸν πατέρα τῇ τοῦ παιδὸς

γυναικί. νόμον ἔθηκεν ὁ πατὴρ ἐξεῖναι τοὺς

παῖδας ἀκρίτους ἀποκτιννύναι. τίθησι καὶ ὁ

παῖς νόμον ἐξεῖναι τοὺς μοιχοὺς ἀκρίτους

ἀποκτιννύναι. 

 <Ἡ μελέτη>. 

 επειδὴ τῆς τῶν νέων εὐκοσμίας πεφροντι- RIV 568

κεναὶ φησὶν ὁ πατὴρ διὰ τοῦ νόμου, δέξασθε καὶ παρ’

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 



ἐμοῦ νόμον μετριωτέρους δυνάμενον ἡμῖν καταστῆσαι

τοὺς μοιχούς. δεῖ δὲ ὑμᾶς καὶ τοῦτον νομίσαι τίθεσθαι

παρὰ τοῦ πατρός. ὁ γὰρ τά τε ἄλλα με πεπαιδευκὼς

καὶ τὴν γνώμην οὕτω μοι παρασκευάσας ὥστ’ ἤδη καὶ

 νόμους ὑπὲρ γάμων ἐπιχειρεῖν εἰσφέρειν πῶς οὐκ ἂν

εἰκότως αἴτιος εἶναι δοκοίη τῶν ὑπ’ ἐμοῦ τήμερον

γιγνομένων;

ὃ καὶ θαυμάσαι τις ἂν εἰ συναγωνί-

ζεσθαι τῷ παιδὶ δέον καὶ τὸν νόμον ἐπαινεῖν καὶ

 συμπράττειν ὅπως ἔσται κύριος, | ὁ δ’ ὥσπερ ἀδι-

 κούμενος ἢ μὴ κοινωνήσων μοι τῆς δόξης ἐναντιωσό-

μένος ἥκει καὶ ταῦτα πάντων τῶν ἐμῶν καὶ μικρῶν

καὶ μεγάλων ὁμοίως μετεσχηκώς.

πάλαι μὲν οὖν

διενοούμην, ὦ ἄνδρες δικασταί, τουτονὶ θεῖναι τὸν

νόμον, ἀφ’ οὗ τὴν γυναῖκα ταύτην ἢν ἔχομεν ὁ πατὴρ

 ἡμῖν εἰς τὴν οἰκίαν εἰσήγαγεν· ὁ δὲ πολλὰ δὴ πολλα-

χοῦ βλάπτων τοὺς νεωτέρους ὄκνος πολύν τινά μοι

χρόνον ἐν τῷ μέλλειν κατανάλωσεν. ὡς δὲ εἶδον τὸν

πατέρα τῷ νόμῳ τοὺς μὲν δικαστὰς ἀκύρους τῶν παί-

δῶν πεποιηκότα, τοῖς γονεῦσι δὲ τὴν ἐκείνων ἐπιτρἐ-

 ποντα σφαγήν, οὕτως ἤδη καὶ αὐτὸς παρεκλήθην εἰς

μέσον ἐνεγκεῖν ἃ πάλαι βουλόμενος ἀνεβαλλόμην. ὅν

 



 



γὰρ καὶ μηδενὸς τοιούτου προεισενηνεγμένου νόμου

δικαίως ἂν ὑπὲρ σωφροσύνης ἔθεσθε, τοῦτον ἡγούμην

ὑμᾶς ἑτοιμότερον προσήσεσθαι διδόντα τοῖς γεγαμη-

κόσι κατὰ τῶν μοιχῶν ἃ τοῖς γονεῦσι κατὰ τῶν παί-

δων δεδώκατε. 

 4. Τὰ μὲν οὖν ἄλλα πιστεύω τὸν νόμον εὖ ἔχειν

δόξειν, φοβοῦμαι δὲ ἕν, ὦ ἄνδρες δικασταί, μόνον μὴ

τὸ τὸν μὲν γράφοντα νέον τε εἶναι καὶ παῖδα, τὸν δὲ

ἀντιλέγοντα πρεσβύτερόν τε καὶ πατέρα βλάβη γένηται

τοῖς ὀρθῶς γεγραμμένοις. ἀλλ’ εἰ μὲν μὴ πολλοὺς μὲν 

ἤδη πρεσβυτέρους ἐωράκειτε τὰ τῶν νέων ἀμαρτάνον-

τας, πολλοὺς δὲ νεωτέρους πολλῶν ἄμεινον πρεσβυτέ-

ρων εὑρηκότας τὸ δέον, καλῶς ἂν ἐποιεῖσθε τὸν χρό-

νον κριτήν· ἐπεὶ δὲ αἰ φύσεις ἰσχυρότεραι τοῦ τῶν

ἐτῶν ἀριθμοῦ, τί θαυμαστὸν εἰ καὶ πατὴρ ἐκφέρεται 

 

 



 



τοῦ προσήκοντος καὶ παῖς λέγει τι βέλτιον;

εἰ μὲν

οὖν μὴ τὴν χείρω μοι δόξαν ὁ πατὴρ κατεσκευάκει

 διὰ τοῦ νόμου, τὸν ἐμὸν | τοῦτον εὐθὺς ἂν

ἐπεχείρουν λυσιτελοῦντα δεικνύειν· ἐπεὶ δὲ εἰς ἐμέ τι-

 νες ἐβλέπετε τούτου νομοθετοῦντος καὶ τοιοῦτος ἐνίους,

ὡς εἰκός, εἰσήρχετο λογισμός, ὅτι οὗτος μέντοι τὸν

παῖδα πονηρὸν εἰς αὑτὸν εὑρηκὼς αὐτὸς ἐπιθυμεῖ κτεῖ-

ναι καὶ τοῦτο ἐσπούδακεν, οὐ τοῖς ἄλλοις ἐπικουρῆσαι

πατράσιν, ἀλλ’ αὑτῷ χαρίσασθαι μιαροῦ παιδὸς σφα-

 γῆν, φέρε ὑμῖν ἀπολογήσωμαι μάρτυρι τῷ πατρὶ χρώ-

μένος. 

 6. Ἔπεμπές με, ὦ πάτερ, νέον ὄντα κομιδῆ παρὰ

τοὺς διδασκάλους. ἐνταῦθα ἔλαβόν τινα αἰτίαν ὧν οἶ

πολλοί; κατῄσχυνά σε τοῖς ἐμαυτοῦ πράγμασιν; οὐ

 δῆτα. μετὰ ταῦτα τῆς μητρὸς ἀποθανούσης, ἦς ζώσης

οὐκ ἄν ποτε τοῦτον ἔθηκας τὸν νόμον, ἐκώλυε γὰρ

ἄν, ἠπείχθην πρὸς γάμον; ἐμνήσθην σοι περὶ γυναι-

κός, ὧς ἄν τις, ἀφέλκων ἐμαυτὸν τῆς μετὰ σοῦ διαί-

της; οὐδὲ τοῦτο.

ἀλλ’ ὁ μὲν ἐνάγων με πρὸς γάμον

 

 

 

 



 



οὗτος ἦν, 09 ἄνδρες δικασταί, καὶ λέγων· γυναικὸς

ἡμῖν, ὦ παῖ, δεῖ, γυναικὸς ἥ τῶν τε ἔνδον ἐπι-

μελήσεται καὶ τὴν ἐπὶ τῇ μητρί σου λύπην κατα-

παύσει πληροῦσά μοι τἀκείνης καὶ καθιστᾶσά

πως τὴν οἰκίαν εἰς τὴν προτέραν τάξιν. ἐγὼ δ’ 

ἀνερυθριῶν ἔλεγον ὅτι ταῦτα ἕξει μὲν οὕτως ὅπως

ἂν αὐτὸς ἐθέλῃς, δεῖ δὲ ἴσως οὐχ οὕτω ταχέως

γαμεῖν οὐδὲ πενθοῦντας ἔτι δεῖπνα παρασκευά-

ζειν καὶ κρατῆρας ἱστάναι καὶ δαιτυμόνας συγ-

καλεῖν καὶ ὑμέναιον ᾄδειν. ὁ δὲ ληρεῖν με ἔφη, 

δεῖν γὰρ ἤδη τὴν ἀντ’ ἐκείνης ἐσομένην εἰσελθεῖν.

εἶξα, 03 ἄνδρες δικασταί, καὶ συνεχώρησα καίτοι

σαφῶς ἐπιστάμενος ὅτι τὸ πρᾶγμα τοῦτο, ὁ γάμος,

πολλοῖς πολλῶν καὶ μεγάλων αἴτιον κατέστη κακῶν. οἱ

μοιχοὶ γάρ, ὦ πάτερ, καθ’ ὧν νῦν ἐγὼ νομοθετῶ, 

μυρίοι καὶ οὓς οὐκ ἂν ᾠήθης ἥψαντο εὐνῆς ἀλλοτρίας,

καὶ οἱ φυλάττειν δίκαιοι πολλάκις αὐτοὶ διέφθειραν.

| καὶ τοῦτο τὸ δέος ἔτι νέος ὢν ἐλάμβανον παρὰ 

τῶν ποιητῶν καὶ τί ἂν σοι διηγοίμην; οἶσθα γὰρ ἃ

 

 

 



 



λέγουσιν. ἀλλ’ ὅμως κινδυνεύειν ᾑρούμην ἐν τῷ τοῦ

μέλλοντος ἀδήλῳ μᾶλλον ἢ τῇ τοῦ πατ·ρὸς ἐπιθυμίᾳ

μάχεσθαι.

ὡς τοίνυν ἐδέδοκτο γαμεῖν, οὐδ’ ἐν τοῖς

ἐξῆς ἔστιν εἰπεῖν ὡς ἐγώ τι τοῦτον ἐλύπουν. οὐ γὰρ

 ὁ μὲν ἑτέραν ἐβούλετο λαμβάνειν, ἐγὼ δὲ ἄλλην οὐδ’

εἰς ἔριν ἦλθον αὐτῷ περὶ τούτων οὐδ’ ἐζυγομάχουν,

τοσοῦτον δὲ ἠρόμην μόνον· ἐκ σωφρόνων δέ ἐστιν,

ὦ πάτερ, καὶ μεμελέτηκε σωφρονεῖν; ᾔδειν γάρ,

ὦ ἄνδρες δικασταί, ὅτι τούτου μὲν τοῦ καλοῦ

 τος καὶ πενία γυναικὸς καὶ δυσείδεια κοῦφον καὶ ὅ τι

ἂν εἴποι τις, ἀπόντος δὲ καὶ πλοῦτος καὶ ὥρα καὶ γένος

οὐδὲ μικρὸν εἰς παραμυθίαν μέρος.

τί γὰρ ἄν τις

ἀγαθὸν ἀντιθείη τοσούτῳ κακῷ; τῷ δ’ ἄν τις ἐνέγκαι

τηλικαύτην πληγήν; ἦ δεινὸν μὲν ἂν ἦν, εἰ καὶ λανθά-

 νεῖν ἐδύνατο, νῦν δ’ ἄμα τε πράττεται καὶ θρυλεῖται

καὶ ὁ πρῶτος αἰσθόμενος ἄλλῳ μηνύει κἀκεῖνος ἑτέρῳ

καὶ οὗτος ἄλλῳ. καὶ οὕτως ὁ λόγος εἰς ἀγορὰν ἐλθὼν

 

 

 



 



ᾄδεται.

διὰ ταῦτα, ὦ ἄνδρες δικασταί, τῶν ἄλλων

οὐδενὸς μνησθεὶς ὑπὲρ σωφροσύνης ἐδεόμην μανθά-

νειν. ὁ δὲ ἄγριον εἰς ἐμὲ βλέψας ἐγώ φησι τούτων

γέγονα δοκιμαστής, ἐγὼ τὴν κόρην οἶδα. θάρρει

περὶ τῆς ἀρεσκούσης ἐμοί. ταῦτα ἀκούσας ἡσύχαζον 

καὶ ἄφωνος ἦν καὶ ἄμην δεῖν τῇ τούτου γνώμῃ γα-

μεῖν. ἐλάβομεν τὴν νύμφην, ἠγάγομεν, εἴχομεν. ἆρ’

οὖν τι μετὰ ταῦτα ἠδίκουν; εἰπάτω. 

 12. Καὶ οὐ τῶν ἐμαυτοῦ γε μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν

τῆς γυναικὸς πρὸς αὐτὸν ἔργων ἕτοιμος ἐγὼ ποιεῖσθαι 

τὴν ἐξέτασιν. οὐχ ὁμοίως ἀμφοῖν ἐπεμελήθη; οὐχ ὥσπερ

τῶν ἐμῶν, οὕτω καὶ τῶν σῶν ἐφρόντισε, τροφῆς, ἐσθῆ-

τος, εὐνῆς; οὐχ ἡδονῆς ἐκοινώνησέ σοι | καθάπερ 

ἡ μήτηρ πρότερον; οὐκ εἰσιόντα ἔξωθεν προσιοῦσα

ἐθεράπευσεν; οὐκ ἐξιόντα προὔπεμψεν εὐχομένη ταχέως 

ἐπανελθεῖν; οὐκ ἄδηλόν σοι κατέστησε τῆς ἐμῆς μη-

τρὸς τὴν τελευτὴν πάντα ποιοῦσα τἀκείνης;

καὶ

τούτων, ὦ πάτερ, γιγνομένων ἔστιν ὅτε ἐμεμψάμην ἢ

κατεβόησα τῆς γυναικὸς ὡς ἂν οὐ τἀμὰ προτιμώσης,

ἀλλὰ μεριζομένης ἀκριβῶς εἰς ἐμέ τε καὶ σέ; ἀλλ’ ἐάν 

τίς μου καταμαρτυρήσῃ παρελθὼν ἢ δοῦλος ἢ ἐλεύθε-

ρος, γράψον, εἴπερ οἷόν τε, τούτου χαλεπώτερον κατὰ

τῶν παίδων νόμον. 

 



 



 14. Οὕτως οὖν ὑποπεπτωκότος ἐμοῦ τοῖς σοῖς βου-

λεύμασι καὶ οὐδενὸς ἐμαυτὸν ποιοῦντος κύριον, ἀλλὰ

σοὶ πάντων ἀπλῶς παρακεχωρηκότος τίς αἰτία τοῦ κα-

λοῦ τούτου νόμου; τί τούτοις δίδως ὑποπτεύειν ὡς

 ἔστι τις ἡμῖν ἐπὶ τῆς οἰκίας πόλεμος δεόμενος ὀξείας

σφαγῆς ἣν δεῖ πεπρᾶχθαι πρίν τινα εἰδέναι διότι; 

 15. ἀλλ’ εἰ καὶ μὴ τὸν νόμον τιθείς, νῦν γε ἡνίκα

τέθεικας, ἔλεγξον τὴν ἐμὴν κακίαν καὶ τὰς αἰτίας ὅρι-

σον καὶ μὴ δίδου τοῖς περιεστηκόσιν ἄλλα ἄλλοις νο-

 μίζειν. ἢ οὐκ οἴει τούτων πολλούς, τοὺς μὲν πρὸς

ἑαυτὸν ἕκαστον, τοὺς δὲ πρὸς ἀλλήλους, πολλὰ τοιαῦ-

τα λέγειν ἃ οὐκ ἄν ποτε ἐγὼ φθεγξαίμην; ἃ γὰρ οὐδ’

ἀκοῦσαι φορητόν, πῶς ἂν ταῦτα εἰπεῖν ὑπομείναιμι;

πλὴν τοσοῦτον ἐρῶ ὅτι τούτων οἱ μὲν ἀδικεῖν ἐμὲ

 νομίζουσι καὶ πρὸς τοῦτον σὲ τὸν νόμον ἁμαρτάνοντα

ἐπηρκέναι, ἕτεροι δέ γε ἴσως ἀδικεῖσθαί μέ φασι καὶ

δυστυχεῖν καὶ διὰ τοῦτο μισεῖσθαι.

παρελώμεθα

τῶν πολλῶν τὰς ὑπονοίας εἰπόντες τὰ τοῦ παιδὸς πο-

νηρεύματα. ἀλλ’ οὐκ ἐθέλεις; οὐκοῦν ἱκανή μοι τοῦτο

 ἀπολογία; καὶ διὰ τοῦτό γε ἤδη τοῦ νόμου κειμένου

 

 

 



 



τούτοις πρὸς ὑμᾶς ἐχρησάμην, ὦ ἄνδρες δικασταί, τοῖς

λόγοις, ὅπως κἀκ τούτου μάθητέ μου τὴν ἐπιείκειαν

καὶ | ὡς οὐδαμοῦ ταῖς ὁρμαῖς ἠναντίωμαι τοῦ 

πατρός. ὃς γὰρ οὐδ’ ἐν τηλικούτοις βιωσόμενος φόβοις

ἐτόλμησα ῥῆξαι φωνήν, τί τῶν ἄλλων οὐκ ἐνήνοχα 

σιγῇ;

τούτου τοίνυν ἀκούων ἀναγινώσκοντος νό-

μον κρίσεως ἀποστεροῦντα τοὺς παῖδας καὶ φάσκοντος

οὐκ ἄλλως εὖ οἰκήσεσθαι τὴν πόλιν καὶ ὑμᾶς ἀνασχο-

μένους ὁρῶν ἥκειν ἡγησάμην καὶ ἐμαυτῷ καιρὸν θεῖ-

ναι νόμον, ὂν τὸ πάλαι θεῖναι βουλόμενος, ὅπερ ἀρ- 

χόμενος ἔφην, οὐκ οἶδ’ ὅπως οὐκ ἐθάρρησα. καὶ σκο-

πεῖτε, πρὸς Δῖός, εἰ μὴ καλὸς καὶ πρέπων τῇ πόλει

καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς περὶ τὸν γάμον ὁμολογῶν. 

 18. Τῷ καταλαβόντι φησὶ μοιχὸν ἐπὶ τῇ γυναικὶ

κτείνειν εὐθὺς ἐξεῖναι τὸν ὑβρίζοντα. ἀλλ’ ὁ πατὴρ 

ἀγανακτεῖ καὶ ἀντερῶν ἥκει. διὰ τί, πάτερ, οὐ μέτεστί

μοι τοῦ νομοθετεῖν; ἄτιμος ἐν τῇ πόλει περιέρχομαι

καὶ δέομαι κύπτειν εἰς γῆν; ἐγὼ δὲ τῶν μεγίστων

ἐμαυτὸν ἀξιῶ καὶ νόμους γράφω.

εἰ μὲν οὖν ἄλλος

 

 

 

 

 



 



με τῆς παρρησίας ἐκβέβληκεν, οὐκ οἶδα, τοῖς δὲ τῆς

πολιτείας νόμοις οὔπω τοῦτο πέπονθα. οὐκοῦν νομο-

θετῶ μὲν ἐξόν μοι τοῦτο ποιεῖν, γράφω δὲ ὑπὲρ τῶν

ἐμαυτῷ προσηκόντων καὶ οὐκ ἄν με φαίη τις πρᾶγμα

 ἀλλότριον ἁρπάζειν, οἷον εἰ περὶ νεῶν ἢ ἱππέων ἢ

ὁπλιτῶν ἢ φόρων ἢ τείχους ἢ μετοίκων ἢ τελῶν νό-

μους ἐτίθην, εἰκότως ἂν ἐδόκουν τὰ τῶν στρατηγῶν

καὶ ῥητόρων καὶ ὅλως τῶν πρεσβυτέρων ὡς ἐμαυτὸν

ἕλκειν. κατὰ δὲ τῶν μοιχῶν ἡμῖν πρέπει τοῖς νεωτέ-

 ροις γράφειν.

καὶ θαυμαστὸν οὐδέν. νέαις γάρ, ὦ

πάτερ, συνοικοῦμεν. ἂν δὲ δὴ καὶ διαφερούσαις ἑτέρων

τὴν ὄψιν, οἵαπερ ἡμῖν ἐστιν ἡ γυνή, καὶ γὰρ τοῦτο ὁ

 πατὴρ ἐσκέψατο, ὅπως τοὺς ὀφθαλμοὺς | εὐφραί-

νοι τῷ συνοικοῦντι τὸ σῶμα τῆς γυναικός, ὁ δὴ τὴν

 τοιαύτην ἔχων πρᾶγμα εἰκὸς πέπονθε φυλακὴν ἅπασαν

τῷ κάλλει περιτιθείς. οὕτως οὐκ ἐξὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ

περὶ τῶν μάλιστά μοι προσηκόντων τίθημι νόμον. καὶ

ὅστις οἶδεν ἀκριβῶς τὰ ἡμέτερα, πολλοὺς δὲ οἶμαι,

καὶ τὴν σπουδὴν οὗτος ἐπαινεῖ τὴν ἐμήν. 

 21. Πρῶτον τοίνυν ὡς σαφὴς καὶ δικαίως ἔχων ὁ

νόμος, ὁρᾶτε. μὴ κρινέτω, φησί, μοιχὸν ὁ λαβών,

 

 



 



ἀλλ’ αὐτὸς σφαττέτω. τί τοῦδε σαφέστερον; καὶ

μὴν ἐν τῷ μοιχὸν εἰπεῖν πάντα ἀπλῶς περιλαμβάνει

μοιχόν, κἂν νέος ᾖ κἂν μὴ νέος, κἂν ἄγνωστος κἂν

γνώριμος, κἂν συνήθης κἂν μή, κἂν τῶν ἔξωθεν κἂν

τῶν ἔνδοθεν, καὶ ὅλως οὐδὲν ὑπεξείλετο, οὐ γένος, οὐ 

τύχην, οὐχ ἡλικίαν. τί τοῦδε δικαιότερον;

ἀλλὰ

μὴν ὡς συμφέρων ὁ νόμος, παντί που δῆλον. ἐγὼ γὰρ

οἶδ’ ὅτι σώζουσι μὲν τὰς πόλεις αἱ στρατεῖαι, ποιεῖ

δὲ τοὺς ἐξιόντας εὐψύχους τὸ μέγιστον τῶν ἄθλων,

γνήσιοι παῖδες. ἂν δέ μοι τούτων τὰς γονὰς ὑπόπτους 

ποιῇ τις, ὦ πάτερ, φαῦλον ποιεῖ ὁπλίτην τὸν ὑπὲρ τοι-

ούτων μαχόμενον. οὐκοῦν ὁ συνέχων τὴν σωφροσύνην

νόμος οὗτος φρουρεῖ τὴν πόλιν. 

 23. Θαυμάζω δὲ καὶ τίνος ποτὲ εὐπορηκὼς ὁ πατὴρ

λόγου κωλύσων ἥκει τὸν νόμον. τὸ μὲν γὰρ ἰσχυρὸν 

ἐκεῖνο τὸ μηδένα δεῖν ἄκριτον ἐν δημοκρατίᾳ θνήσκειν

ἀπολώλεκε. πῶς; οὐδεὶς τῶν παλαιῶν νόμων πατέρα

πεποίηκε κύριον τῆς τῶν παίδων ψυχῆς, ἀλλὰ τύπτειν

μὲν καὶ τραπέζης ἀπελαύνειν καὶ μὴ διαλέγεσθαι καὶ

ῥήμασι χαλεποῖς ἀνιᾶν καὶ τὰ τοιαῦτα δέδοται τῷ πατρὶ 

καὶ οὐδὲν ἐπὶ ταῦτα δεῖ δικαστῶν οὐδὲ ψήφων, ὰπο-

κτεῖναι δὲ καὶ διαχρήσασθαι καὶ κατακόψαι νέον μὴ δεξά-

μένον | αἰτίαν ἐν μέσῳ, μὴ τυχόντα δικαστῶν, μὴ 

 

 



 



μεταλαβόντα λόγου δεινὸν ἐδόκει καὶ ἀσεβὲς καὶ πόρ-

ρω δημοκρατίας. καὶ τί λέγω σφαγήν; οὐδ’ ἀποκήρυξιν

ἄκριτος ὁ παῖς ἐκ τῶν παλαιῶν ὑποστήσεται νόμων. ὁ

δ’ οὐδὲ τῆς οὐσίας τῆς τοῦ πατρὸς ἄνευ κρίσεως στε-

 ῥηθεὶς ἂν ἀποθανεῖται τὴν αἰτίαν ἀγνοῶν τοῦ θανά-

του;

τί δὲ καὶ φεύγει δικαστήριον ὁ πατήρ;

εἴποι τις ἄν. τὸ γὰρ ἔγκλημα τοῦ δώσοντος δήπουθεν,

οὐ τοῦ ληψομένου τὴν δίκην. λέγε, φησί, τὴν αἰτίαν,

ἔλεγξον, ὅρα διδόντα δίκην. ἀλλ’ οὐδὲν λέγεις

 τηλικοῦτον. παῦσαι θυμούμενος. ὀργῇ δὲ ζεούσῃ πατέ-

ρων οὐκ ἐξέδωκαν οἱ νόμοι τὴν νεότητα τῆς πόλεως

εἰδότες ὅτι κρατεῖ πολλάκις ὀργὴ λογισμῶν.

ἀλλ’

αἰσχρὸν διηγεῖσθαι παίδων ἁμαρτήματα πατρά-

σι. σφαγὴ δὲ καλοῦ τινος γίνεται τεκμήριον; καὶ

 ἐν μὲν τῷ δικαστηρίῳ τοῦτο δόξας ἀδικεῖν ὅπερ ἡδί-

κηκε μόνον ὁ παῖς ἀποθανεῖται, κρίσεως δὲ μὴ γεγενη-

μένης οὐδὲν ὅ τι οὐκ ἠδικηκέναι δόξει. τοῖς γὰρ τὴν

οὖσαν οὐκ εἰδόσιν αἰτίαν πᾶν εἰκάζειν ἀνάγκη. καὶ

 



 



οὕτως ἀθλιώτερος πατὴρ ὁ κτείνας τοῦ κρίναντος.

διὰ μὲν δὴ ταῦτα οἱ παλαιοὶ νόμοι κρίσιν ἐποί-

ησαν καὶ οὐκ ἀπεστέρησαν ἀστοὺς ὧν τοῖς οἰκέταις

μετέδωκαν, οὐδένα γοῦν οἰκέτην, ὦ πάτερ, ἄκριτον

ἀποκτενεῖς, ἀλλ’ ὅμως ἐκεῖνα τὰ ἀρχαῖα καὶ μακρῷ 

βεβαιωθέντα χρόνῳ πάντα ὕθλον ἀπέφηνας καὶ πε-

ποίηκας τῶν παίδων τοὺς πατέρας σφαγέας. οὐδεὶς

ἐναντιοῦταί σου τῷ νόμῳ. κρατείτω μετὰ τῶν ἄλλων

τῶν φονικῶν ἢ, εἰ βούλει γε, καὶ πρὸ ἐκείνων ἐπαι-

νείσθω. τοῦτ’ αὐτὸ μέντοι πεποίηκεν ὁδὸν τῷ κατὰ 

τῶν μοιχῶν νόμῳ. καὶ τοσούτῳ ῥᾷον ἐμοὶ τοῦτον ἢ

σοὶ θεῖναι τὸν πρότερον ἐκεῖνον, ὅσῳ πρὸς παράδειγμα

| μὲν ἐγὼ βλέπων γράφω, σὺ δὲ καινότατα πάν- 

τῶν ἠξίους. παίδων οὖν ἀκρίτων ἀποθανουμένων μοι-

χῷ τὸ ἴσον οὐκ ἐπικείσεται; 

 27. Τί γὰρ κωλύει, φησί, τὸν εἰλημμένον κρί-

νειν; ἐγώ σοι πρὸς τοῦτο ἀποκρινοῦμαι, πάτερ. πρῶ-

τον μὲν βαρὺ τῷ πάσχοντι τοσοῦτον κακὸν ὁρῶντι

 

 

 

 



 



ἀνέχεσθαι καὶ κατέχειν δεξιὰν ὑπὸ τῆς ἐν ὀφθαλμοῖς

ὕβρεως ἐπειγομένην πρὸς φόνον. ἔπειτα πολλάκις ἔργα

λόγων ἐν δικαστηρίοις ἡττήθη καὶ ὁ μὲν μοιχὸς ἔδοξε

σωφρονεῖν, ὁ δὲ ἠδικημένος συκοφαντεῖν. πολλὰ γάρ

 ἐστι τὰ τοῖς κρινομένοις βοηθοῦντα πολλάκις, ἐμπει-

ῥία πραγμάτων, δόξα τοῦ φεύγοντος, πλῆθος συνηγό-

ρων. ἤδη δέ τινα καὶ πολιὰ καὶ χρόνος ἐρρύσατο, καὶ

ὃν ἰδὼν οὐκ ἂν εἴποις τὰ τοιαῦτα ἁμαρτάνειν, οὗτος

μοιχεύει καὶ ταύτην ἣν οὐκ ἂν ὑπολάβοις.

πολλὰ

 γὰρ τῶν ἀδικημάτων ἀκοῦσαι μέν ἐστιν ἀπίθανα,

πράττεται δέ. καὶ εἰ μὲν καὶ νῦν γίνεταί τι τοιοῦτον,

ἔξεστι ζητεῖν. αἱ γοῦν τραγῳδίαι γέμουσι παραδόξων

κακῶν. ἃ οὐ χρὴ νομίζειν ἐπ’ ἐκείνων ἑστάναι τῶν

χρόνων. τῆς γὰρ αὐτῆς οὔσης φύσεως εἰκός τοι καὶ τὰ

 αὐτὰ τολμᾶσθαι.

δικαστηρίου δεῖ τῷ μοιχῷ; τί οὖν,

ἂν νεώτερος ὁ γραφόμενος ᾖ; τί δ’, ἂν ἐν πατρὸς ὁ

μεμοιχευκὼς ἡλικίᾳ; οὐκ οἴει τοὺς μὲν ἐπιτιμήσειν,

τοὺς δὲ ἀπιστήσειν, τοὺς δὲ ἀφεῖναι κελεύσειν; τί δ’,

ἂν οἱ μέλλοντες μαρτυρεῖν τὸν μοιχὸν ποιῶνται πρὸ

 τοῦ παθόντος κακῶς; οὐκ ἀνάγκη τῇ περὶ τὴν γυναῖκα

εῖ εἶ

 



 



συμφορᾷ καὶ ζημίαν προσεῖναι συκοφαντίας; ἔασον δή

με, πρὸς Δῖός, ὦ πάτερ, θεῖναι τὸν νόμον καὶ παῦσαι

λυπῶν, ὡς νῦν | μέν με ἀνιᾷς, κυρωθέντος δὲ 

οὐκέτι.

ἀλλὰ μέμφῃ γράφοντα; σὺ τούτων αἴτιός

μοι γεγένησαι διὰ τῆς γυναικός. εἰ γὰρ μὴ ταύτην 

πρός με ἐθαύμασας μηδὲ τὴν ὥραν ἐπῄνεσας μηδὲ γα-

μεῖν ἠνάγκασας, ἀφείμην ἂν τῶν νυνὶ τούτων φρον-

τίδων καὶ φόβων. νῦν δὲ γάμος καὶ δέος νομοθέτην

με πεποίηκεν. ἢ πόθεν οἴει τὰς πολλὰς ταυτασὶ τολ-

μᾶσθαι μοιχείας; οὐκ ἀπὸ τοῦ τοῖς μοιχοῖς ἐκ τῶν 

κρίσεων διαδύσεις ὑπάρχειν; δεῖ δή ποτε τοῦτο τὸ

κακὸν ὡς ἐλάχιστον γενέσθαι, δεῖ τοῦδε τοῦ νόμου

βοηθήσοντος μὲν τοῖς γεγαμηκόσιν, ἐπισχήσοντος δὲ

τὴν ἀφόρητον ταύτην ὕβριν. 

 31. Κερδανοῦμεν δέ τι καὶ ἕτερον, ὦ ἄνδρες δι- 

κασταί, μέγιστον οἱ τὴν πόλιν οἰκοῦντες. ἢν γὰρ ἀκρι-

βεστέρα γένηται περὶ τὰς γυναῖκας ἡ πρόνοια, καὶ

τοῖς ἡδέως κακῶς λέγουσι τουτοισὶ κλείσομεν τὰ στό-

ματα. ὧς νῦν γε ἐμπιπλᾶσι τὴν ἀγορὰν τοιούτων λό-

γῶν· ὁ δεῖνα τὴν τοῦ δεῖνος. κἂν ἀπιστῇ τις, ὅρκος 

εὐθέως. ὁ δὲ ἀκούσας ἀντὶ τοῦ τὸν εἰπόντα ἐπισχεῖν

 

 



 



ἑτέρῳ γίνεται διδάσκαλος καὶ προιὸν εἰς φήμην τὸ

πρᾶγμα καθίσταται.

εἶθ’ οἶ ποιηταὶ μείζω τούτων

καταβλάπτουσιν ἡμᾶς θεὸν τὴν φήμην πεποιηκότες καὶ

μαρτυροῦντες τοῖς κακῶς ἀγορεύουσιν. οὓς παύσομεν,

 ὦ πάτερ, διὰ τοῦ νόμου. οὐ γὰρ ἔτι πιστὰ δόξουσι

λέγειν ἐφεστηκότων τοῖς μοιχοῖς τῶν ὑβριζομένων με-

τὰ τοῦ ξίφους. βοηθείτω τοίνυν ὁ νόμος τῇ πόλει

πάντως καὶ ἡμεῖς αὐτοῦ τὸ μέρος ἀπολαυσόμεθα. 

 33. Ἀλλὰ πολλοί, φησι, τοὺς ἐχθροὺς δι’ ἀπά-

 της ὡς αὑτοὺς εἰσαγαγόντες ἀποκτενοῦσιν ὡς

μοιχοὺς ψευσάμενοι. καὶ τίς οὕτως ἀνόητος ἢ κα-

κοδαίμων, ὦ πάτερ, ὥσθ’ ἧς λαμβάνει μείζω δοῦναι

δίκην ἂν ἐθελῆσαι; ἢ νομίζεις ἴσην εἶναι ζημίαν ἀπο-

 θανεῖν | καὶ περὶ τὴν γυναῖκα ὑβρίσθαι; οὐκ

 οἶσθ’ ὅτι τῷ μὲν μετὰ τὴν πληγὴν οὐδενὸς αἴσθησις,

τὸν δ’ ἐν αἰσχύνῃ ζῆν ἀνάγκη;

τί φής; ἀποθανεῖ-

ταί τις ὧς μοιχὸς σωφρονῶν; καὶ πῶς ὁ κτείνας βιώ-

σεται τοιαῦτα πεπονθέναι δοκῶν; ἐμοὶ γάρ, ὦ πάτερ,

 

 

 



 



τοῦτ᾿ εἷναι δοκεῖ πάντων ἀφορητότατον. σὺ δ’ οὐχ

οὕτω φρονεῖς. οὐδὲν τοσοῦτον. οὐ δήμευσις τῶν ὄν-

των, οὐ πήρωσις σώματος, οὐ θάνατοι τέκνων, οὐ

φυγὴ καὶ πλάνη κατὰ τὴν ξένην, οὐ δήμιος, οὐ κώ-

νειον, οὐ τὸ ἄταφον ἐρρῖφθαι. διὰ τοῦτο μάλιστα τὰς 

τυραννίδας μισῶ, ὅτι μεγίστην τέρψιν ἡγοῦνται τὰς τοι-

αύτας ὕβρεις. τοῦτο καὶ πραττόμενον καὶ δοκοῦν ἐσχάτην

συμφορὰν <ἡγοῦμαι καὶ ἀποθανεῖν> δεξαίμην

ἢ μοιχείας δόξαν οὐκ οὔσης κατασκεδάσαι τῆς οἰκίας. 

 35. θάρρει δὴ περὶ τῶν σωφρονούντων, ὦ πάτερ. τῶν 

δὲ οὐχ οὕτως ἐχόντων μὴ πάνυ κηδώμεθα μηδὲ πλάτ-

τωμεν φόβους, ἔνα μή τινα ἀναγκάσωμεν εἰπεῖν· σὺ

δὲ τὸν μὲν οὐ μοιχὸν δι’ ἔχθραν ἀποθανεῖσθαι

νομίζεις, παῖδα δὲ βέλτιστον ὡς πονηρὸν οὐκ

ἀποθανεῖσθαι νομίζεις κακίᾳ πατρός; τί δ’, ἂν 

λελυπηκὼς ὁ πατὴρ ᾖ τὸν παῖδα καὶ δι’ αὐτό γε τοῦ-

το μισῇ τὸν υἱόν, ὅτι οἶδεν ἠδικημένον; δώσομεν αὐ-

 

 

 



 



τῷ τὴν ἐξουσίαν τοῦ φόνου;

οὐχ ὁρᾶτε καὶ νῦν

 τινας πρὸς τοὺς αὐτῶν χαλεπούς; τίνας | δὴ τῆς

ἀδείας δοθείσης νομίζομεν ἔσεσθαι; μὴ γὰρ ἱκανὸν

οἴεσθε, ὦ ἄνδρες δικασταί, δεσμὸν εἶναι τὴν φύσιν,

 ἀλλὰ κρατεῖ μὲν ὡς τὰ πολλά, ὅταν δὲ τὰ νοσήματα

τῆς ψυχῆς ἐρρωμενέστερα γένηται, διακόπτεται καὶ ὁ

πατὴρ ἄλλο τι φαίνεται τοῦ τῆς ψυχῆς ἀναγκάζοντος

πάθους.

εἰ δὲ σοὶ βούλει πεπηγέναι τὸν νόμον ὅν

τέθεικας, εἶκε καὶ τῷδε. ὡς φιλονεικῶν γε κἀκεῖνον

 κινεῖς. κατέγνωκας γὰρ τῆς γυναικός τινα ἀκρασίαν;

σὺ δέ, 0) πάτερ, κατέγνωκάς τινα τοῦ παιδὸς μοχθη-

ρίαν; ἀλλ’ ὅμως τὸ μέλλον ὑφορώμενος νομοθετεῖς.

ἀνεπίφθονον δὴ κἀμὲ τὸ μέλλον ἀξιῶσαι μείζονός τε

καὶ ἀπονωτέρας φροντίδος, ἐπεὶ νῦν γε ἡ γυνὴ μάλα

 ἐπίπονον τοῖς φυλάττουσιν ἔχει. τιμᾷ γὰρ αὕτη νῦν

μὲν ἐμέ, νῦν δὲ τοῦτον. οὐ γὰρ ὁμοῦ τὰς ἐξόδους, ὦ

ἄνδρες δικασταί, ποιούμεθα. ἀλλὰ σοφόν τι τοῦτο πρὸς

τὴν γυναῖκα εὕρηκεν ὁ πατήρ. ἀγοράζει μὲν αὐτὸς

οἴκοι μένοντος ἐμοῦ, διατρίβει δὲ οἴκοι περιπατοῦντος

 



 



ἐπ’ ἀγορᾶς ἐμοῦ, ὥστ’ ἢ ἐμοὶ σύνεστι τὸ γύναιον ἢ

τούτῳ, κἂν ὁ γεγαμηκὼς ἀπῇ, τὸν κηδεστὴν ἀντὶ τοῦ

γεγαμηκότος ἔχει φύλακα.

ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸ τοῦ-

το μέντοι προσήκει τόνδε κυρωθῆναι τὸν νόμον, ἴνα

παύσηταί ποτε τῇ γυναικὶ παρακαθήμενος ὁ πατὴρ καὶ 

μεριμνῶν καὶ πονῶν καὶ τῶν κοινῶν ἀμελῶν. εὐθὺς

γὰρ αὐτὸν ἀποστήσει τῆς γυναικὸς οὗτος ὁ νόμος ἱκα-

νὸς φύλαξ σωφροσύνης καθιστάμενος.

Ὡς ἔδει γε, ὦ ἄνδρες δικασταί, ζῆν ἡμῖν ἔτι

τὴν μητέρα, καὶ οὐδὲν ἂν τῶν νῦν τούτων ἐπράττετο. 

τί γὰρ ἂν ἔδει μοι νόμου τῶν ἐκείνης ὀφθαλμῶν εἰς

φρουρὰν ἀποχρώντων; νῦν δέ, ἐπειδὴ τέθνηκεν, εἰς

τοῦτο ἥκω καὶ νομοθετῶ καὶ λύω τῷ τε πατρὶ καὶ

ἐμαυτῷ τὰ παρόντα πράγματα.

ἴθι δή, ὦ πάτερ,

| ἀπαλλαγεὶς τῶν ἔνδον, δὸς σαυτὸν ὅλον τοῖς 

κοινοῖς καὶ τὴν γυναῖκα τῷ νόμῳ. συνεχῆ ποιοῦ τὴν 

πολιτείαν καὶ νόμισον ἄλλος γεγονέναι τήμερον. προσ-

ἐρχου τῷ δήμῳ, λέγε γνώμας ἐν τῇ βουλῇ, πρέσβευε,

στρατήγει, ποίησαί τινα καλὴν ἀποδημίαν. μέλει μέν

σοι τῆς ἐμῆς γυναικός, οἶδα καὶ οἵδε πάντες τοῦτο 

ἴσασι καλῶς ὧς πολὺ τῶν ἄλλων κηδεστῶν ἐν τοῖς

 

 

 



 



πρὸς ἐκείνην διήνεγκας, ἀλλ’ ἱκανὴν ἐκεῖθεν δόξαν

ἐσχηκὼς κτῆσαι τὴν ἀπὸ τῶν μειζόνων, ἄλλως θ’ ὅτε

καὶ παῖδα παρέσχου τῇ πόλει νόμους δυνάμενον γρά-

φειν.

ἐγώ σοι συλλήψομαι τῶν πολιτευμάτων οὐδὲ

 μικρὸν χωριζόμενος, συνεξιὼν οἴκοθεν, συνεισιὼν οἴ-

καδε, μονονοὺ συμπεφυκώς, δουλεύων ταύτην τὴν

ἡδίστην δουλείαν, ἂν ἄρα ἀναμάρτητος εἶναί σοι δόξω

καὶ μὴ πρῶτος πατέρων κατ’ ἐμοῦ χρήσῃ τῷ νόμῳ. 

 42. καὶ δῆτα ἀναστὰς λέγε τούτων ἐναντίον, τί ποιῶν

 καὶ τί μὴ ποιῶν ἐγὼ διαφεύξομαί σου τὴν δεξιάν; κἂν

μὴ πείθωμαι πᾶν ὅσον καλόν, ἀπόκτεινον. οὐ δεῖ με-

μνῆσθαί με χωρίων; οὐ μεμνήσομαι. οὐ δεῖ προσ-

άπτεσθαι χρημάτων; οὐ προσάψομαι. οὐ δεῖ προστάττειν

οἰκέταις; οὐκ ἐπιτάξω. λῄδιον δεῖ φοροῦντα ἀνέχεσθαι;

 ἀνέξομαι. λιμώττοντα φέρειν; οἴσω. σιγᾶν; οὐ φθέγξο-

μαι. χαμαὶ καθεύδειν; τοῦτο ποιήσω. πάντα σοι χαρι-

οῦμαι ταῦτα. καὶ οὐκ ὄψει με περὶ ταῦτα θρασύν. μοι-

χοὺς δὲ ἐξέστω μοι μισεῖν καὶ νόμους κατ’ αὐτῶν

γράφειν.

φήσει δέ με καὶ τἄλλα ὁ πατὴρ φαιδρό-

 τερον γεγονέναι καὶ οὐκ ἀηδῆ συγγενέσθαι. νῦν μὲν

 

 

 



 



γὰρ | ἐπιτιμᾷ πολλάκις· τί σκυθρωπάζεις, ὦ 

τέκνον; τί τοῖς πενθοῦσιν ἔοικας; ἐγὼ δὲ τότε

μὲν ἔλεγον οὐδέν, νῦν δὲ φράσω· τὸν νόμον τοῦτον,

ὦ πάτερ, κατὰ τῶν μοιχῶν θεῖναι μὲν βουλόμενος,

ἀεὶ δὲ μέλλων ἐβαρυνόμην καὶ ὥσπερ ὠδίνων ἤλγουν 

τὴν καρδίαν· εἰ δὲ κυρωθείη τήμερον καὶ συγχωρήσαις

καὶ τοῦτο ὑπομείναις, ὄψει μειδιῶντα τὸν κατηφῆ, ὄψει

βλέποντα ἐλεύθερον τὸν κατεπτηχότα.

ἐποίει δέ με

λογισμός τις τοιοῦτον, ὡς μὲν ἂν σὺ φαίης, εὐήθης,

ἐποίει δ’ οὖν. ᾤμην ἐνδεέστερον τὸν παλαιὸν νόμον 

ὀργίζεσθαι τοῖς μοιχοῖς, ὡς καὶ τοὺς πολλοὺς ἐπ’ ἀλ-

λοτρίους παρακαλεῖσθαι γάμους, τοὺς μὲν δοῦναι δυ-

ναμένους, τοὺς δὲ πιστευομένους. μετὰ δὴ τοῦτον τὸν

νόμον οὐκέτ’ ὄψει με τὸν ἔμπροσθεν, ἀλλ’ οἶον εἰκὸς

τὸν ὑπὲρ γυναικὸς ἱκανῶς τεθαρρηκότα. 

 45. Σὺ μὲν κήρυττε, πάτερ, τοῖς περιεστηκόσι του-

τοισὶ νέοις ὅτι, ὦ παῖδες, φυλάττεσθε τὰς τῶν

πατέρων ὀργάς, ἐγὼ δὲ ἀντικηρύξω καὶ αὐτὸς καὶ

πρεσβυτέρῳ καὶ νέῳ καὶ ξένῳ καὶ πολίτῃ καὶ παιδὶ

καὶ πατρί· σωφρόνει καὶ φρίττε τὴν τοῦ γεγα- 

μηκότος δεξιὰν ὡς τῆς αὐτῆς εὐνῆς δεξομένης

 



 



καὶ τὴν ὕβριν καὶ τὴν σφαγήν. ἐγὼ δὲ πρῶτος

σιδηροφορῶν βιώσομαι κἂν ὁντιναοῦν λάβω, τῷ σιδή-

ρῳ χρήσομαι καὶ οὐδὲν ἔσται μοι παίδων αἰδεσιμώτε-

ρον, ἀλλ’ ἀκονησάμενος τὸ ξίφος ἔχων ἀναπαύσομαι

 καὶ φανέντ’ ὃς ποθὲν μοιχοῦ τοῦ πατρὸς δεήσομαι

βοηθεῖν.