ὁ μὲν πολλὰ φθεγξάμενος ἐπὶ τούτου τοῦ 
 βήματος, ὦ δικασταί, πολλάκις ἢ κρίνων κακούργους 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 ἢ βοηθῶν ἀδικουμένοις ἔστηκε σιωπῇ νῦν ἐν ταῖς ἑτέρων γλώτταις
 τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας ἔχων, δεῖ δὲ ἡμᾶς οἷς ἔτι περίεστί <τι> φωνῆς
 καὶ οἱ πλούσιοι, πᾶν ὅσον ἐστὶν ἐν ἡμῖν συναγωνίσασθαι καὶ μὴ
 περιιδεῖν τῇ τοῦ φεύγοντος ἀφωνίᾳ βλαπτομέ- νην τὴν τῶν δικαίων ἰσχύν, οὐ
 μόνον ὅτι πανταχοῦ προσήκει τούτου τοῦ μέρους ποιεῖσθαι πρόνοιαν καὶ τοῖς
 ἀδυνάτοις τοὺς ἔξω τῶν συμφορῶν ἀμύνειν, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἡμῖν πολλάκις
 συκοφαντουμένοις ὁ νῦν εἰς ἡμᾶς βλέπων οὑτοσὶ παρέστη καὶ
 συνδιέσωσε.

καὶ πάντων ἂν εἴημεν κάκιστοι τὰς ἀμοιβὰς ἐν οὕτως ἀναγκαίοις καιροῖς
 ἐκλείποντες, ἄξιον δὲ καὶ ὑμᾶς, ὦ δικασταί, τό τε δίκαιον αἰδεσθέντας καὶ τὸ
 πάθος ἐλεήσαντας μὴ προσθεῖναι τῷ πένητι μεῖζον κακόν, τὸ 
 δοκεῖν παραβεβηκέναι νόμον.

αὐτὸς μὲν οὖν ὁ πένης οὐ δέδοικε τὸν θάνατον, ἀλλὰ καὶ σφόδρα βούλοιτ’ ἂν
 ἀπελθεῖν, ὁ γὰρ ἐκ τοῦ λέγειν εὐδοκιμῶν καὶ 
 
 παραμυθίαν ἔχων τῇ πενίᾳ τὴν πολιτείαν εἶτα τοῦ δύνασθαι
 παραινεῖν ἐστερημένος κέρδος ἂν ἡγοῖτο τὴν τελευτήν· οὐ μὴν ὑμᾶς γε πρέπει,
 διότι τῷ κρινομένῳ βαρὺ τὸ περιεῖναι, καταψηφίσασθαι θάνατον. δεῖ γὰρ τὸν ἐν
 ὑμῖν φεύγοντα μὲν ἀδίκως, τῷ δὲ κεχρῆσθαι συμφορᾷ τῆς τελευτῆς
 ἐπιθυμοῦντα σώζεσθαι μὲν ὑφ’ ὑμῶν, ὕστερον δὲ αὑτῷ περὶ τούτου διαλέγεσθαι.
 τὴν γὰρ ψῆφον, οἶμαι, οὐ πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τῶν ἀγωνι- ζομένων, ἀλλ’ | ἀπὸ
 τοῦ δικαίου προσήκει φέ- ρεσθαι.

οὐκ οἶδα δέ, ὦ δικασταί, τίνα χρὴ γενόμε- νον τοῦτον τὸν ἄθλιον
 ἐκφυγεῖν τὴν παρὰ τῶν εὐ- πόρων ἐπήρειαν. ὅτε μὲν γὰρ ὑπὲρ ὑμῶν ἐχρῆτο τῷ
 λέγειν, ἀπεστερεῖτο τῆς γλώττης ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν ὡς οὐδὲν ἔτι λυπήσων, πάλιν
 δὲ σεσιγηκὼς ὡς ἀδικῶν κρίνεται. εἰ δὲ καὶ λέγων καὶ μὴ λέγων ἐν ἐγκλήμασιν
 ἔσται καὶ κακοῖς, τί ζητήσας ἀδείας τεύξεται;

τοῖς οὖν ἀπανταχοῦ δεινὰ πάσχουσι καὶ μηδ’ ἀναπνεῖν ἐωμένοις μία καταφυγὴ τὸ
 παρ’ ὑμῶν, ὦ δικασταί, φιλάνθρωπον. οὗ καὶ νῦν τοῦτον ἀπολαῦσαι δίκαιον,
 ἄλλως θ’ ὅτι τῷ μὲν δοκεῖν ὁ πένης κρίνεται, τῇ δ᾿ 
 
 
 ἀληθείᾳ ὁ δῆμος δοκιμάζεται. καὶ γὰρ τὸ περὶ τὸν πλούσιον
 ἔργον ἐκείνου, ὥστε τῆς ἐφ’ ἑκάτερα ψήφου τῷ φεύγοντι τὸν δῆμον ἀνάγκη
 κοινωνεῖν.

μηδεὶς δὲ ὑμῶν ὡς εὐεργέτου βεβλημένου τοῖς λίθοις τὴν γνώμην
 ἐχέτω μηδ’ ὑπαγέσθω τοῖς ἐγκωμίοις ἃ σεμνύ- νων τὸν πλούσιον ὁ κατήγορος
 διῄει τραγῳδῶν μὲν τὴν πολιορκίαν, θαυμάζων δὲ τὴν ἄτοπον ἔξοδον, αἴ- ρων
 δὲ τῆς νίκης τὸ τάχος. ἂν γὰρ ἡσυχῆ καὶ τοὺς παρ’ ἡμῶν δέξησθε λόγους,
 οἴομαι δείξειν αὐτὸν οὐχ ὅπως εὐεργέτην, ἀλλὰ καὶ πονηρὸν εἰς
 ὑμᾶς καὶ κατε- σκευακότα τὸν πόλεμον, ἀλλ’ οὐ κινδύνους αὐτομά- τους
 λύσαντα.

7. Δότε δέ, ὦ δικασταί, μικρὰ πρότερον διαλεχθῆ- ναι τῷ πένητι. τοῦτο γὰρ
 αὐτῷ λοιπὸν λεγόντων ἀκούειν. εἰς ταῦτά σε κατέστησεν ἡ σὴ
 πολιτεία, κα- κόδαιμον. εἰς τοῦτό σε συμφορῶν προήγαγε τὸ μὴ γνωρίζειν τὴν
 τύχην. ἀπὸ τῶν ψηφισμάτων σοι τῶν γενναίων τοῦτο τὸ δεινὸν ἐφύετο, ἀπὸ τῶν
 συμφερόν- 
 
 
 τῶν νόμων, ἐκ δημοτικῆς παρρησίας.

λαμπρὸν ἦν εἰπεῖν | γνώμην ἀρίστην καὶ πεῖσαι τὰ δέοντα καὶ κωλύσαι πραχθῆναι τὰ μὴ προσήκοντα, λαμπρόν, ἀλλὰ
 σφαλερόν. δίκαιον τῇ πατρίδι συμπονεῖν καὶ κήδεσθαι τῆς ἐλευθερίας καὶ
 διελέγχειν σκευωρούμενον πλούσιον, δίκαιον, ἀλλ’ οὐκ ἀσφαλές.
 τοῖς νόμοις ἐθάρ- ρεις εἰς ἐπικουρίαν. εἶτ’ οὐκ ᾔδεις ὅτι καὶ νόμοι πολ-
 λάκις ἡττῶνται χρημάτων; οὐκ ἤκουες τῶν ποιητῶν ·ᾀδόντων τοῦ πλούτου τὴν
 ἰσχὺν καὶ ὡς ἄγει τὰ τῶν ἀνθρώπων ᾗ βούλεται;

ἀλλ’ ἤλπισας τρόπῳ δικαίῳ κρατήσειν περιουσίας, σὺ πλούτου
 κρατήσειν ἄνθρωπος μόλις ἱμάτιον κεκτημένος σαπρόν; οὐκ ἦν ἄμεινον ἔλαττον
 φρονεῖν καὶ συλλέγειν ἀργύριον καὶ τὸν οἶκον συναύξειν; ἀλλ’, ὦ πολυπρᾶγμον
 σὺ καὶ σαυτὸν ἀγνοῶν, προσέκρουες, ἐμισοῦ, παρώξυνες ἄνθρωπον ῥᾷστα ἂν καὶ τυραννίδα κτησάμενον. τοιγαροῦν εἰς τὴν φωνὴν ἐζημίωσαι δι’
 ἧς ἐλύπεις καὶ σιγᾷς ἄκων ἑκὼν οὐ σω- 
 
 
 
 φρονήσας.

ἐπειδὴ γάρ, ὦ δικασταί, πάντα στρέφων καὶ πείρας οὐδὲν παριεὶς οὔτ’ ἐκ
 συκοφαντίας τοῦτον εἶχεν ἑλεῖν οὔτε χρήμασι μεταστῆσαι καὶ γενέσθαι πεῖσαι
 τῶν περὶ αὑτὸν μισθοφόρων, ἐβούλετο δὲ παρα- νομεῖν, ὁ δὲ οὐκ
 ἐπέτρεπεν, εἶδεν ὅτι τῆς μὲν πόλεως εὐφραινομένης οὐκ ἔστι λαβεῖν παρὰ τοῦ
 πένητος τὴν δίκην, δεῖ δὲ κίνδυνον φέροντα ἐπιστῆσαι τῷ κοινῷ καὶ τὰ
 πράγματα οὕτως εἰς στενὸν ἐλπίδων ἀγαγεῖν ὥστε τὸν δῆμον πάντα εἶξαι καὶ
 παριδεῖν πρὸς τὸν φόβον τοὺς νόμους.

τί οὖν ἐπιχειρεῖ; θεάσασθε, ὡς σοφῶς πόλεμον εἰς τὴν χώραν εἰσάγει καὶ κινεῖ
 στρατὸν ἐφ’ ἡμᾶς. πάντως δὲ οὐ χαλεπὸν στρατηγοῖς καὶ ταξιάρχοις ἀναλώσαντα
 χρυσίον καὶ τἄλλα συμ- πράξειν ἐπαγγειλάμενον πεῖσαι τὰ ὅπλα λαβεῖν. ἐπεὶ
 δ’ οὖν ἐνέπεσεν ἐξαίφνης εἰς τὴν χώραν ὁ πόλεμος, ἡμεῖς μέν, ὅπερ ἦν ἀνδρῶν ἀγαθῶν,
 ἐξιέναι, | κω- λύειν, ἀποκρούεσθαι, τὰ τοιαῦτα ἐνεθυμούμεθα, ὁ δὲ πλασάμενος
 σχῆμα δεδιότος καὶ τοῖς παροῦσιν ἀχθο- μένου τὸ βῆμα καταλαβὼν κατεῖχε τὸν
 δῆμον μακρο- λογῶν νῦν μὲν πολλῆς βουλῆς δεῖσθαι τὸ πρᾶγμα λέ-
 
 
 γῶν, νῦν δὲ τὴν τῶν ἐπελθόντων δύναμιν ἄμαχον εἶ- ναι διῄει
 καὶ τῆς ὑστεραίας ὅμοια καὶ πάλιν παρα- πλήσια. καὶ οἱ μὲν τῷ τείχει
 προσῄεσαν, ἡμεῖς δὲ ἠκούομεν λόγων, ὁ δ’ ἀντιλέγων ἐπεστομίζετο, ὁ δὲ σῖτος
 ἐξανάλωτο.

γνοὺς δὲ ὁ γενναῖος ἐκεῖνος εἰς ἔσχα- ’τον ἀθυμίας ἡμᾶς ἥκοντας
 καὶ νομίσας ἤδη τὴν βουλὴν αὑτῷ πρὸς τὸ πέρας ἰέναι ὁ μεθ’ ἡμῶν καὶ πρὸ ἡμῶν
 τρέμων καὶ συστελλόμενος θρασὺς ἐξαίφνης καὶ ἀν- δρεῖος ἀπὸ τῆς τρυφῆς ἣν
 ἴστε καὶ τί ζητεῖτε; φησί. λελύσθαι τὴν πολιορκίαν; ἐγὼ δίδωμι τοῦθ’ ὑμῖν. ἐγὼ πρυτανεύω τὴν νίκην. ἐγὼ κύριος μηκέτ’ ἐνοχλεῖσθαι
 τὴν πόλιν. ἀλλὰ δεῖ δή με δωρεὰν προλαβεῖν.

ὑπηκούσαμεν, ὁ δ’ εἰς τὴν αἴτησιν καταστὰς οἵαν, οἴαν, Ἥλιε, φωνὴν ἀφῆκεν. ὁ
 κηδεμὼν τῶν σωμάτων καὶ τῶν νόμων καὶ τρόπαιον ὑπισχνούμενος οὐ
 πλέθρα γῆς ᾔτησεν, οὐ σίτησιν, οὐ στῆναι χαλκοῦς, ταῦτα δὴ τὰ τῆς
 δημοκρατίας ἐπιχώ- ρια. μέτριον δ’ ἂν ἦν, εἰ φόνον ᾔτησε τοῦ πένητος. εἰ
 γὰρ καὶ λίαν ὠμὸν καὶ θηριῶδες, ἀλλ’ οὐκ ἔστι γε 
 τοῖς ἀπελθοῦσιν ὧν πεπόνθασιν αἴσθησις. τῷ δὲ οὐδὲ τοῦτο
 ἐξήρκεσεν, ἀλλ’, ὦ θεοὶ καὶ δαίμονες, ὢ καινῆς τιμωρίας, ἐπὶ τὴν γλῶτταν
 ὥρμησε τῶν πολιτῶν ἑνός. μισθὸν ᾔτησε τῆς ἀριστείας τὴν ἀφωνίαν τοῦ ῥήτορος
 σχήματι δημοκρατίας ἀναμίξας τυραννίδος ὠμότητα. καὶ ψήφισμα
 μὲν ἡ δωρεά, τυραννικὸν δὲ τὸ τόλμημα. καὶ παρ’ ἡμῶν μὲν ᾔτει λαβεῖν ὡς
 νόμων ὄντων, ἐζή- τει | δὲ λαβεῖν ἃ
 κεκώλυται τοῖς νόμοις.

ὁ μὲν οὖν δῆμος ὧς ἤκουσεν, ἐπλήγη τῷ ῥήματι, καὶ εἰς ἀλλήλους
 ἐβλέπομεν μι·σοῦντες μὲν τὴν αἴτησιν, ἀλ- γοῦντες δὲ τῇ πολιορκίᾳ καὶ
 διηποροῦμεν μέσοι γε- γενημένοι δωρεᾶς τε ἀτόπου καὶ καιροῦ δυσκόλου,
 μελλόντων δὲ ἡμῶν ὁ μεγαλόψυχος οὗτος καὶ τῇ πολι- τείᾳ ζῶν ἔχων ἀντειπεῖν
 ἡσυχάζειν ᾑρεῖτο καὶ παρεῖ- χεν αὑτὸν μάλα ἐρρωμένως τῇ τομῇ
 καὶ χρημάτων ἀπορῶν ἐπέδωκεν ἡμῖν τὴν γλῶτταν.

τετελεσμένης δὲ ἤδη τῆς καλῆς δωρεᾶς ἀνεμένομεν τὴν νίκην καὶ τίς ποτε ὁ
 τρόπος ἔσται διεσκοποῦμεν. τοὺς ὁπλίτας λαβὼν ἔξεισιν; ἀλλ’ ἐπὶ τοῖς
 τοξόταις τὸ ἔργον ποιήσεται; λόχον καθιεῖ; τί τοσοῦτον εὕρηκεν
 ᾦ καταπλήξει στρατόπεδον οἶς κατώρθωκεν 
 
 ἐπηρμένον; ταυτὶ μὲν ἡμεῖς, ὁ δὲ εἴσω τειχῶν εἰς ἑσπέραν αὐτὴν
 ἀνειμένως ἐβάδιζε, νυκτὸς δὲ ἤδη μέ- σης τὰς πύλας ὑπερβὰς συνεγένετο τοῖς
 πολεμίοις, οἱ δὲ ᾤχοντο καθάπερ στρατηγοῦ κελεύοντος.

ταῦτ’ οὐχὶ βοᾷ, ταῦτ’ οὐχὶ κέκραγεν ὅτι τὸ πᾶν ὑπὸ τοῦ πλουσίου
 συνέκειτο καὶ διῴκητο καὶ πρὸς τὴν ἐκείνου γνώμην ἐπῆλθόν τε καὶ πάλιν
 ἀπῆλθον; οὐ γὰρ ἔχω σκοπούμενος ἰδεῖν πῶς ἂν νίκην τοῦτο καλοίην. εἷς
 ἐλαύνει στρατόπεδον ἡττημένος νενικηκός, κατα- κεκλεισμένος πολιορκοῦν;
 πλούσιος ἐλαύνει στρατό- πέδον, ἁβροδίαιτος, μαλακός,
 διατεθρυμμένος, ἀπλοῦν μὲν οὐδὲν οὐδὲ γενναῖον οὔτε ἀσκήσας οὔτε μαθών, ἐν
 φιλονεικίᾳ δὲ καὶ μικροψυχίᾳ καταναλώσας τὸν βίον;

καὶ τῶν μὲν ἄλλων ὑμῶν τοσούτων ὄντων καὶ φιλοπόνως ἐκ παίδων τὰ πολεμικὰ
 μελετώντων οὐδεὶς τοῦτο εἶδεν ὅτι χρὴ νυκτὸς συμπεσεῖν οὐδὲ
 ἐθάρ- ρησεν, ὁ δὲ χρηματιστὴς καὶ τὴν ὅλην σπουδὴν ἐν- ταῦθα ἔχων, ὥσπερ
 τις δαίμων, μετέστησε τοῖς πολι- ορκοῦσι τὴν προσεδρείαν εἰς φυγήν; οὐκ
 ἔστιν. ἀλλ’ ἔδει προσκαθῆσθαι τοὺς πολεμίους ἄχρι | τῆς τοῦ
 
 
 
 
 
 πένητος συμφορᾶς, παθόντος δὲ ἃ δὴ πέπονθεν ἐδόκει τῷ πλουσίῳ,
 καὶ ἀπηλλάττοντο.

ἀλλ’ ἐῶ ταῦτα, μὴ δόξω τισὶν ἀπὸ τοῦ πράγματος λέγειν. τὰ τοίνυν ἐφ- εξῆς,
 εἰς ἐκκλησίαν ἐκάλει πάντας σεμνυνόμενος τῇ λαμπρᾷ νίκῃ,
 συνθεόντων δὲ πολλῶν ἐχώρει καὶ οὗ- τος ὁ ῥήτωρ ὀψόμενος τὸν σύλλογον. ὧς δὲ
 εἶδεν οὗ- τός τε ὑμᾶς καὶ τοῦτον ὑμεῖς, ὁ μὲν ἐδάκρυσεν, ὑμεῖς δ’
 ᾠκτείρατε καὶ λαβόντες εἰς ἔννοιαν οἵαν ἐδώκατε δωρεὰν δίκην ἐπράττεσθε τῶν
 βεβιασμένων.

τότε ἐθεασάμην ἐκκλησίαν ἔννομον, δῆμον ἐλεύθερον, λίθων βολὴν
 τῇ πολιτείᾳ πρέπουσαν. ἔπιπτεν ἅνθρωπος ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ καταισχύνας τὸ
 βῆμα τῷ ψηφίσματι. καλῶς ἀπελογήσασθε πρὸς τοὺς Ἕλληνας τοῖς λίθοις, καλῶς
 ἐλύσατε τὴν ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ἀδοξίαν τοῖς ἐπὶ τῆς ἀδείας ἔργοις.
 ἐδείξατε τοῦ καιροῦ τὴν χειροτονίαν, οὐ τοῦ τῆς πόλεως ἤθους.

20. Ἡμεῖς μὲν οὖν ἀλλήλοις συγχαίρομεν τοῦ θυ- μοῦ καὶ τῆς δικαίας ὀργῆς καὶ
 τὰ πάντων ὁσιώτατα νομίζοντες εἰργάσθαι διάγομεν, τῷ πένητι δὲ τὸ κακὸν
 
 
 οὐχ ἵσταται, ἀλλ’ εἰσάγεται καὶ κρίνεται καὶ παραβῆναι νόμον
 αἰτίαν ἔχει τὸν περὶ θορύβου καὶ στάσεως. τοῦτο γὰρ λοιπὸν τὸν φύλακα τῶν
 νόμων ἐν τοῖς παρανομοῦσι τετάχθαι.

καὶ τί λέγων, (5 βέλτιστε, τὸν θόρυβον ἐμβέβληκε; δημεύειν ἔγραψε τῶν πλου-
 σίων τινὰς καὶ στάσις ἐνέπεσε; τοὺς πένητας ἔγραψε σιωπᾶν
 καὶ στάσιν ἐποίησε; τοὺς ὁπλίτας τοῖς ἱππεῦσι συνέκρουσε, τοὺς τοξότ’ ἃς
 τοῖς σφενδονήταις, τοὺς στρατηγοὺς τοῖς ταξιάρχοις διαβάλλων ἐν μέρει; ποίῳ
 ψηφίσματι διέστησε τὴν πόλιν; ποίᾳ γνώμῃ διεῖλε τὸν δῆμον;

οὐκ αἰσχύνη, πρὸς τοῦ Δῖός, ἄνθρωπον ἄφωνον αἰτιώμενος θορύβου, ὥσπερ ἂν εἴ
 τις αὐτὸν τοῦτον ᾐτιᾶτο τοῖς πολεμίοις χορηγεῖν; ἐμβρόντητε, περὶ | τῆς
 ἀναγκαίας τροφῆς ἡ φροντὶς τῷ ταλαι- 
 πώρῳ. καὶ σὺ τοίνυν σκέψαι τὴν γλῶτταν τοῦ ῥήτορος καὶ παῦσαι
 τῶν ἐγκλημάτων. νῦν δὲ ποιεῖς μικροῦ παραπλήσιον ὥσπερ ἂν εἰ καὶ τοὺς
 ἀνδριάντας ἐμέμφου θόρυβον ἐν τῷ δήμῳ ποιεῖν.

τῶν λεγόντων, ὦ συκοφάντα, καὶ πολιτευομένων καὶ γραφόντων αἶ τοι- αῦται
 κατηγορίαι καὶ τοιούτοις ὁ νόμος διαλέγεται τὰς συμβουλίας
 ἐνίων ὑποπτεύων. λόγος γὰρ ἀσύμ- 
 
 
 
 
 
 φόρος πιθανῶς συντεθεὶς πέφυκε παραιρεῖσθαι τῶν ἀκουόντων τοὺς
 λογισμοὺς καὶ τὰ μὲν βλαβερὰ χρηστὰ νομίζειν ἔπεισε, τὰ δὲ χρηστὰ ἐπιζήμια.
 οὕτω καὶ πό- λις πρὸς αὑτὴν ἐκπολεμοῦται καὶ δῆμος εἰς στάσιν 
 ἐκφέρεται. καὶ δεῖ τότε τῶν παρὰ τοῦ δήμου δρωμένων ὑπεύθυνον εἶναι τὸν
 παρασχόντα τὴν ἀφορμήν. ἃ γὰρ οὐκ ἂν ἐπέπρακτο μὴ τῶν λόγων εἰρημένων, ταῦτα
 πεπραγμένα διὰ τοὺς λόγους εἰς τὸν εἰρηκότα ἄνεισι. πῶς οὖν ὁ μὴ μετέχων
 λόγου τούτων αἴτιος ἃ μόνων ἐστὶ τῶν λεγόντων; ἀλλ’ ὁ νῦν δι’
 ἑτέρων ἀγωνιζό- μενος οὗτος ἐτάραττε τὸν δῆμον, ὁ σιωπῶν, ὁ μὴ διαίρων τὸ
 στόμα;

24. Ποῦ δὲ καὶ στάσιν ἄξιον τὸ πραχθὲν ὀνομά- ζειν; ὁ δῆμος ἔλαβε δίκην
 πονηρᾶς δωρεᾶς μιᾷ γνώμῃ πρὸς τοὺς λίθους χρησάμενος,
 ὁμοφρονήσας, κοινῇ παροξυνθείς. θόρυβος δὲ οὐκ ἦν τῶν μὲν ταῦτα, τῶν δὲ
 ἕτερα βουλευομένων, ἀλλὰ πάντες τε ἐμίσουν καὶ κατέλευον.

στάσις δέ ἐστιν, ὅταν τὸ διάφορον τῆς ἐπιθυμίας ταράττῃ πρὸς ἑαυτούς, ὅταν
 σχιζόμενοι ταῖς 
 
 
 γνώμαις οἱ μὲν τὰ μετέωρα καταλαμβάνωσιν, οἱ δὲ τοὺς λιμένας
 κατέχωσιν, ὅταν διατειχίζωσιν, ὅταν ἐπ’ ἀλλήλους καλῶσι συμμάχους, ὅταν ἡ
 πόλις μὴ μία μένῃ. τὸ δὲ τιμωρίαν λαβεῖν παρ’ ἀνδρὸς ἀπανθρώπου τίς θόρυβος
 ἤ ποία στάσις;

26. Ἀλλ’ ἔστω καὶ θόρυβος καὶ στάσις τὰ περὶ τὸν πλούσιον. ἀλλ’ οὐχ οὗτός γε
 αἴτιος. | τίς γὰρ ἤκουσε λέγοντος;
 βάλλετε, ὦ ἄνδρες πολῖται, τυραννικὴν κεφαλήν. βάλλετε πλούσιον ἐπεμ-
 βαίνοντα τῷ καιρῷ. παρῆλθον οἱ κίνδυνοι. πρά- ξασθε δίκην.
 τούτων οὐδὲν εἶπεν, οὐδὲ γὰρ ἦν οἶόν τε βουλομένῳ. πῶς οὖν ἐκ σιωπῆς ὑπὸ τὸν
 νόμον ἄγεται, πρὸς τῶν θεῶν;

εἰ τούτου σιωπῶντος ἔτε- ρος τούτοις χρησάμενος ἐκίνησε τὸν δῆμον πρὸς τὸ
 ἔργον, ἆρ’ οὐκ ἂν ἐπ’ ἐκεῖνον ἦγον τὴν αἰτίαν ἰσχυ- ριζόμενοι
 τοῖς λόγοις; οἷς τοίνυν ἔκρινον ἂν τὸν εἰρη- κότα, τούτοις ἀφιᾶσι τὸν οὐ
 φθεγξάμενον.

28. Ἀλλ’ ἧκε, φησίν, εἰς τὴν ἐκκλησίαν. καὶ 
 
 
 
 τίς κεκώλυκε νόμος; καὶ παρεστηκὼς ἐδάκρυε. καὶ ποῦ τὸ θρηνεῖν
 ἀδίκημα; πολίτης δυστυχῶν μετεῖχε τῆς ἐκκλησίας δακρύων. τούτων δὲ οὐκ οἶδα
 κρίσεις οὐ παρ’ ἡμῖν γεγενημένας, οὐ παρὰ τοῖς προσχώροις, οὐκ
 ἐφ’ ἡμῶν τῶν ἔτι ζώντων, οὐκ ἐπὶ τῶν προγόνων. ἀλλὰ καὶ μειδιᾶν ἐφεῖται καὶ
 δακρύειν δέδοται καὶ τὴν φύσιν οὐκ ἔστιν εὐθύνας ἀπαιτῆσαι. ἀλλ’ ὥσπερ
 ἀναπνεῖν καὶ πεινῆν καὶ χαίρειν καὶ γελᾶν καὶ σκυθρω- πάζειν καὶ ἀρρωστεῖν
 καὶ τὰ τοιαῦτα πάσχειν οὐκ ἔστιν ἀδικεῖν, οὕτως οὐδ’ ἐκ τοῦ
 θρηνεῖν καὶ δακρύειν οὐκ ἔστιν ὑπόδικον εἷναι.

ὁρᾷς τοὺς ἐπὶ τὰ μνήματα ἀκολουθοῦντας τοῖς τετελευτηκόσιν; οὗτοι δακρύουσιν,
 ἀλλ’ οὐ κρίνονται. ὁρᾷς τοὺς τεμνομένους ὑπὸ τῶν ἰατρῶν; οὗτοι κλαίοντες οὐκ
 ἐγκαλοῦνται. πόσοι δὲ ῥήτορες μεμνημένοι συμμάχων ἠτυχηκότων
 δάκρυα με- τὰ τῶν λόγων ἀφιᾶσι, πόσοι δὲ δῆμοι συμφορὰς ἀκού- οντες
 ἀποίκων κατηνέχθησαν εἰς θρῆνον. εἰ μὲν οὖν ὅλως τὸ δακρύειν ἐν ἀδικήμασιν
 ἀριθμεῖς, πολλοὺς ἀδικοῦντας οὐ διώκεις· εἰ δ’ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀνεύθυ- 
 
 
 νον τὸ πρᾶγμα, περιεργάζῃ τῷ παρόντι.

σὺ δὲ εἰπέ μοι, πότερον κρείττων εἶ τῆς ἐπὶ τοῖς πάθεσι λύπης ἢ λυπούμενος
 εἶτα δίκην ἀπαιτούμενος στέργοις ἄν; ἀλλ’ οὐχ οὕτως οὔτε νικᾷς τὴν φύσιν
 οὔτε ἀναισθή- τως ἔχεις. μὴ τοίνυν ἧς αὐτὸς ἀξιοῖς ἀπολαύειν ἐξου- σέας, ταύτης ἕτερον ἀποστέρει. | ὅλως δὲ οὐ νο- μοθετήσων εἰσῆλθες, ἀλλὰ τοῖς πάλαι
 κειμένοις ἀκο- λουθήσων. δεῖξον οὖν ἐν τοῖς κυρίοις μετὰ τῶν ἀδι- κημάτων
 ἠριθμημένα τὰ δάκρυα.

τοὺς γὰρ ἀδι- κοῦντας καὶ μὴ τούτῳ διαγινώσκομεν τῷ τοὺς μὲν 
 τολμᾶν ἃ κεκώλυται, τοὺς δὲ πράττειν ἃ συγκεχώρη- ται. οἶον τὸν κλέπτην καὶ
 τὸν μοιχὸν καὶ τὸν ἀνδρο- φόνον εἰς δικαστήριον ἄγομεν. διὰ τί; ὅτι
 ποιοῦσιν ἃ μὴ ποιεῖν γέγραπται· τὸν λαλοῦντα καὶ βαδίζοντα καὶ τὼ χεῖρε
 κινοῦντα καὶ βοῶντα καὶ συνάγοντα τὸ πρόσ- ωπον οὐκ ἄγομεν
 οὐδὲ κρίνομεν. διὰ τί; ὅτι νόμους οὐ παραβαίνουσι.

δεῖ δὴ καὶ σὲ τοῦτο δεικνύειν ἐγγεγραμμένον· ἐὰν δὲ δακρύῃ τις, κολαζέσθω
 
 
 
 
 καθάπερ οἱ τὰ ἄλλα κακουργοῦντες. εἰ δὲ οὐκ ἔχεις, ἐπηρεάζεις
 καὶ ποιεῖς τοὺς συκοφαντεῖν εἰωθότας χαλεπωτέρους παιδεύων αὐτοὺς καὶ
 διδάσκων πᾶν τὸ παραπεσὸν πρόφασιν ποιεῖσθαι γραφῆς.

33. Ἀλλ’ εἰ μὴ παρὰ τοῖς νόμοις, ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς δωρεᾶς δεῖξον
 διειρημένον· μὴ φαινέσθω δὲ ἐπ’ ἐκκλησίας ὁ πένης μηδὲ ὀδυρέσθω τὸ πάθος
 μηδὲ ἀλγείτω τῇ συμφορᾷ. ἀλλὰ τούτων γε οὐδὲ ὁ δυσμενὴς καὶ μηδὲν ὀκνῶν
 ἀπεστέρει. σὺ δὲ ἡμῖν βαρύτερος ἀναφαίνῃ τοῦ πλουσίου.

ἔτι τοίνυν, εἰ μὲν ἀπαθὴς ὢν καὶ μηδὲν ἔχων στένειν ἐξεπίτηδες ἐδάκρυσεν
 ἀνερεθίζων τὸν δῆμον, αὐτὸς ἂν ἐμεμφόμην, αὐτὸς ἂν ἐγραφόμην· νῦν δὲ οὐδ’ εἰ
 σφόδρα πειρῷτο, μὴ θρηνεῖν εὔπορον, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς γλώττης τὸ πάθος κείμενον κινεῖ τὴν τῶν δακρύων φοράν. μὴ γὰρ εἰς παράδειγμα καταφεύγειν | ἔστι τῷ ῥήτορι καὶ τυχεῖν ἐξ
 ὁμοίων ῥᾳστώνης;

οὐ παῖδα ἀποβέβληκεν, οὐκ ἀτιμίαν κατέγνωσται, ταῦτα δὴ τὰ τοῖς πολλοῖς 
 
 
 συμβαίνοντα, οὐ τὴν χεῖρα ἀπεκόπη κατὰ ψήφισμα τοῦ δήμου καὶ
 παραμυθεῖται τῇ γλώττῃ τὸ πάθος, ἀλλ’ ᾧ τῶν ἀλόγων ζώων διαφέρομεν, τῷ
 χρῆσθαι λόγῳ πρὸς ἀλλήλους, τοῦτο εἰς ἑτέρου τέρψιν ἀπολώλεκε. καὶ νῦν
 ἔστηκεν ἴσα τοῖς λιθίνοις ἄφωνος ὁ πρῴην ἐπὶ τοῦ βήματος ῥέων.
 τί καὶ χρὴ καλέσαι τὸν ἄνθρωπον; ἡ μὲν τέχνη κελεύει ῥήτορα, ἡ γλῶττα δὲ οὐκ
 ἐᾷ.

οὐ γέγονεν ἐλεεινότερον πάθος ἐκ τοῦ παντὸς αἰ- ῶνος. σπουδάζων περὶ τὸν
 δῆμον κολάζομαι καὶ τῇ φωνῇ τὸ κοινὸν ὠφελῶν τῆς φωνῆς ἀπο- 
 στεροῦμαι καὶ γίγνεταί μοι τῆς εὐνοίας ἀμοιβὴ σιωπὴ καὶ τέμνομαι τὴν γλῶτταν
 ἐχθροῦ κε- λεύοντος πλουσίου. πᾶν μὲν γὰρ ἀφόρητον ἐμοὶ καὶ τὸ σμικρότατον,
 ὅταν ὁ λυπῶν ᾖ δυσμε- νής, εἰς γλῶτταν δὲ ζημιούμενος τί χρήσομαι;

37. πρόσθες δὴ καὶ τὸν ῥήτορα. καὶ γὰρ τούτῳ πλεῖ- στον διαφέρει. ὁ γὰρ
 ῥήτωρ οὐδέν ἐστιν ἕτερον ἢ φωνή. καὶ κουφοτέρα τῷ τοιούτῳ συμφορὰ τὸ τοὺς
 
 
 ὀφθαλμοὺς ἢ τὴν γλῶτταν ζητεῖν. ὁ μὲν γὰρ ἰδιώτης ἴσως οἴσει
 μετρίως, οὐ γὰρ ἐν τῇ φωνῇ τὴν εὐδοξίαν κέκτηται, ῥήτορα δὲ στερῆσαι τῆς
 γλώττης ἴσον ἐστὶ καὶ χειρῶν παλαιστήν.

θαυμάζεις οὖν εἰ δακρύει ῥήτωρ ἄφωνος; ἄλλο γάρ τι τούτῳ νομίζεις
 εἶναι τὸν βίον ἢ τὸ δακρύειν; οἴκοι θρηνεῖ πρὸς ἑκάστην χρείαν νεύματι
 χρώμενος. ἐπ’ ἀγορᾶς θρηνεῖ τοὺς γνωρίμους προσφωνεῖν οὐκ ἔχων. καὶ τί θαῦμα
 τὸν πεπονθότα δακρύειν, εἰ ἡμεῖς πρὸς τὴν θέαν τοῦ ῥήτορος εἰς 
 δάκρυα πίπτομεν;

ἐδάκρυσε ποθῶν τὴν φωνήν. τί καινόν; ἕκαστος τοῖς παροῦσιν ἀφθόνως χρῆται,
 τού- τῳ δὲ οὐ γεγηθέναι | πάρεστιν. εἰ
 γὰρ καὶ μὴ πρότερον ἐδάκρυσεν, οὐκ ἂν ἐκίνησεν ἡ ἐκκλησία τὸν ὀδυρμόν; εἶδεν
 ὁ ῥήτωρ τὰ παλαιὰ παιδικά, βῆμα καὶ προέδρους, συμβούλους καὶ
 δῆμον, ἐπιστάτην καὶ πρυ- τάνεις, εἶδεν αἴροντα τὴν χεῖρα τὸν ἐχθρόν, ᾔσθετο
 
 
 
 
 λαρυγγίζοντος, ᾔσθετο τοῦ κήρυκος βοῶντος· τίς ἀγο- ρεύειν
 βούλεται; καὶ ζητῶν τὴν φωνὴν οὐχ εὗρεν. ἀντέθηκεν οὖν πρὸς τὴν ἔμπροσθεν
 ῥητορείαν τὴν παροῦσαν σιγὴν καὶ φανερώτερον εἶδε τὴν αὑτοῦ συμφορὰν ἐν τῇ
 δημηγορίᾳ τοῦ πλουσίου καὶ σχῆμα θεώμενος ἐν ᾧ ποτε καὶ αὐτὸς
 ἠγάλλετο μνήμη τῶν πρεσβυτέρων ἐπλήγη τὴν ψυχήν.

εἴ τῳ σταδιοδρό- μῳ πηρώσας τὸ σκέλος εἶτ’ ἄγοις αὐτὸν ἐπὶ θέαν δρό- μου,
 πρὸς τὸ στάδιον ὁμοῦ καὶ τὸ σκέλος ἰδὼν πολλὰ τῶν δακρύων ἀφήσει. εἰ γενναίῳ
 στρατηγῷ τὴν δεξιὰν ἀποκόψας ἄγοις ὀψόμενον μάχην, παραθεὶς τῷ
 τῶν δοράτων ἔργῳ τὴν ἀπουσίαν τῆς χειρὸς οὐκ οἴσει τὴν ὄψιν ἀδακρυτί. καὶ
 ζωγράφῳ τοὺς δακτύλους λυμηνά- μενος εἰ πίνακα δείξαις, μνήμῃ τῆς τέχνης
 εἰς ὀδυρ- μὸν ἐμπεσεῖται. δύναται γὰρ καὶ τόπος καὶ σκεῦος καὶ 
 πρᾶξις παλαιᾶς εὐτυχίας ἀναμνῆσαι, τοῦτο δὲ ἐπάγει τὰ δάκρυα.

εἶδε καὶ ῥήτωρ ἄγλωττος ἐκκλησίαν καὶ τῶν ὅτε εἶχε τὴν φωνὴν ἀνεμνήσθη
 πραγμάτων. πάντως ἐνεθυμήθη που πρὸς αὑτόν· ἐγώ ποτε παρῄ 
 
 
 
 εἰν ἐνταῦθα καὶ ἀνέβαινον ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ εἰσηγούμην καὶ
 ἐκροτούμην καὶ δι’ ἐμοῦ τὰ πλεῖστα τῶν αὑτῆς ἡ πόλις ἐποιεῖτο, νῦν δὲ
 ἔστη- κα δίκην εἰκόνος, μάρτυς ἀλλοτρίων ἀγαθῶν. ἰδοὺ καὶ
 ὑμεῖς, ὦ δικασταί, δακρύετε. τί οὖν τοῦτον εἰκὸς ἦν παθεῖν;

42. Εἰ δ’ ἑαυτὸν μὲν οὐκ ἐδάκρυσε, γνώμην δὲ εὑρὼν συμφέρουσαν εἶτ’ ἀδυνατῶν
 εἰπεῖν ἐδάκρυσε τὴν πόλιν οἴων ἐστέρηται συμβούλων, διὰ τοῦτο δίκην ὀφείλει τῇ πόλει; τίνος δὲ καὶ τιμωρίαν ἀπαιτεῖς; εἰ μὲν | τῶν δακρύων, ἐξῆν δακρύειν· εἰ δ’
 ὅτι τὸν δῆμον ἐκίνησεν, οὐκ ἦν μάντις οὐδὲ προῄδει τὸ μέλ- λον. ἀγνοίας δὲ
 οὔκ εἰσι δίκαι. τίς γάρ, ὅτι μὴ τὸ συμβησόμενον προεώρακε, κεκόλασται; σὺ δ’
 εἰ μὲν ᾔδεις τὴν ἐσομένην ὀργήν, τί τάχιστα οὐκ ἀπήλαυνες 
 
 
 πρὶν παθεῖν τι τὸν δῆμον; εἰ δ’ οὐ προῄδεις, τί μᾶλ- λον
 λαμβάνεις ἢ δίδως δίκας;

ἀλλὰ γὰρ οὐ λέληθας τοῦτον μὲν πρόφασιν θέμενος, κατηγορῶν δὲ τοῦ δή- μου.
 ἐγὼ δὲ τί φημι; ὁ δῆμος ἔμελλε τοῦτο δράσειν ὅ δὴ καὶ πεποίηκε, κἂν εἰ
 μηδεὶς πένης μήτε ἧκε μήτε ἐδάκρυσεν. οἶ γὰρ ἃ μὴ βούλονται
 δοῦναι βιασθέντες, ἐπειδὰν εἰς ἐξουσίαν ἔλθωσιν ὧν ἄκοντες παρεχώρη- σαν,
 τιμωρίαν ἀπαιτοῦσιν ἐξ αὐτῶν ὧν ἔδοσαν πολε- μοῦντες τῷ λαβόντι. τίς γὰρ
 πολέμου τύχη, τίς ἀκαι- ρία χαλεπὴ τοιοῦτον ἠνάγκασεν ἐν τῇ πόλει κυρωθῆ-
 ’ναι ψήφισμα· ἀποκοπήτω γλῶττα πολίτου; διὰ τί; ὅτι μικρὰ
 κεκτημένος ἀντιπολιτεύεται τῷ πλουσίῳ.

τούτῳ δέ, ὦ δικασταί, τῷ ψηφίσματι κατελύετο μὲν ἡ δημοκρατία, κατελύοντο δὲ
 νόμοι καὶ ἱερὰ καὶ ὅσια, ἐχραίνετο δὲ ἡ γῆ καὶ ὁ πάντα ἐφορῶν ἥλιος, ἐταράττετο δὲ ὁ θεσμὸς καὶ μεθίστατο πρὸς δεσπο- τείαν τὸ τῆς
 ἰσηγορίας καλόν, ἐπληροῦτο δὲ τοῦ μύσους ἡ πόλις, ἐκοινωνεῖτε δὲ τῆς
 ὠμότητος τῇ χειροτονίᾳ. 
 
 
 δῆλον οὖν ἦν ὅτι καταστάντων τῶν πραγμάτων ὁ τῆς ἡσυχίας
 καιρὸς καιρὸς ἔσται καὶ τιμωρίας τῷ πλουσίῳ καὶ συνέπεσε τοῖς τοῦ πένητος
 δάκρυσιν ἡ τοῦ δήμου κρίσις.

Οὔκουν ἡμάρτετε, ὦ δικασταί, τοῖς λίθοις τότε χρησάμενοι κατ’
 ἀνδρὸς ἐν τοῖς ὑμετέροις τρυ- φήσαντος κακοῖς, ἀλλ’ οὐδ’ ἂν ἀπετρίψασθε
 τοὔνειδος μὴ τοὺς λίθους ἁρπάσαντες. |
 πῶς γὰρ ἂν εἰς τοὺς νεὼς ἤλθετε; πῶς ἂν ἐθύσατε; πῶς ἂν τὰς ἐορ- τὰς
 ἐπληρώσατε; πῶς ἂν ᾐτήσατε παρὰ τῶν θεῶν τἀγαθὰ τοῦ πλουσίου τῇ
 μιαρᾷ χειρὶ συνεφαπτομένου . τῶν ἱερῶν; τίς δ’ ἂν σύμμαχος καλούμενος εἰς
 κοινω- νίαν ἔργων ὑπήκουσεν;

οὐκ ἴστε ὅτι τὰ τῶν πό- λεων ἤθη τοῖς ψηφίσμασι γνωρίζεται καὶ πρὸς τὴν
 ἐκείνων ἀρετὴν ἢ κακίαν καὶ ταῦτα δοξάζεται; τίνες οὖν
 ἐνομίσθητ’ ἂν τοὺς τρόπους στάντες ἐπὶ τῆς δω- ρεᾶς καὶ μὴ καθηράμενοι τῷ
 φόνῳ; ἐγὼ μὲν γὰρ οἶ- μαι, τῶν βαρβάρων ἀγριώτεροι. ἀλλὰ νῦν δέδεικται
 πᾶσιν ὅτι οὐκ ἄρα τῆς πόλεως ἦν ἡ δόσις καὶ τοῖς δευτέροις τὰ πρότερα
 συσκιάζεται. πέπτωκεν ἄνθρωπος 
 
 ἐν ἐλευθερίᾳ τυραννίδος ὠμότητα παρελθών. πέπτωκεν ἄνθρωπος
 μαθὼν ὑπερβαίνειν δημοκρατίας ἔθη. κατε- λεύσθη πλούσιος ἐπὶ τοῖς νόμοις
 εὐπορῶν. εἶτ’ ἀγαν- ακτεῖ τις τῇ τελευτῇ καὶ γράφεται καὶ κρίνει;

φο- βοῦμαι, ὦ δικασταί, τὸν κατήγορον, τυράννου τεθνεῶ- τος
 ἀλγεῖ. καίτοι πότερον μεθ’ ὑμῶν ἠφίει τῶν λίθων ἢ οὔ; εἰ μὲν γὰρ μετεῖχε τῆς
 βολῆς, πῶς ὧν ἔπραξε κατηγορεῖ; εἰ δὲ μόνος ἀπείχετο, μανίαν κατεγνώκει τοῦ
 δήμου.

εἰ δέ μοι λέγεις τὴν νύκτα καὶ τὴν νίκην, τέχνην λέγεις, ἀπάτην λέγεις,
 χρημάτων ἔργον λέγεις. εἰ δέ γε τοσοῦτον ἴσχυεν ὥστε φανεὶς
 τρέ- πεσθαι καὶ πλέον ἀπάσης ἐδύνατο τῆς πόλεως μόνος, οὐκ ἂν μὲν ἔλαθε
 τοὺς πολεμίους ἡ φήμη τῆς ἀν- δρείας, οὐκ ἂν δὲ ἐπεστράτευσαν | πόλει παρ’
 ᾗ τοιοῦτος στρατιώτης τρέφεται, ἀλλ’
 ἐκεῖνος μὲν δυοῖν ἔδωκε δίκην, τῆς τε πολιορκίας ἣν κατεσκεύασε
 καὶ τῆς δωρεᾶς ἢν ᾔτησεν.

49. Ὑμεῖς δέ, ὦ δικασταί, μὴ τὴν ἐκ τοῦ ψηφίσ- ματος αἰσχύνην ἀνανεώσησθε τῇ
 ψήφῳ μηδὲ τὸν ἠδι- κημένον ὧς ἀδικοῦντα ἀποκτείνητε μηδὲ ἐλέγξητε τὴν τῶν
 λίθων βολὴν τῇ γνώσει. ὁ νόμος φησὶ τὸν θορύ- Βοῦ καὶ στάσεως
 αἴτ’ ἴον. ὁ δὲ ἀναίτιος, ἐσιώπα γάρ. ἐλθὼν εἰς ἐκκλησίαν ἐδάκρυε. τούτων δὲ
 ἀμφοτέρων ἐξουσία. τῷ πάθει κατηνάγκαστο κλαίειν. ἠγνόει τὸ
 συμβησόμενον.

σώσατε οὖν, ὦ δικασταί, τὸν συκο- φαντούμενον, τὸν ἡμαρτηκότα μὲν οὐδ’
 ὁτιοῦν, πε- πονθότα δὲ καινότατα. εἴ τοι γε καὶ τῶν ἀλλοφύλων
 τις εἰς τοῦτο ἀφῖκτο συμφορῶν, πάντως ἂν ἰδόντες ᾠκτείρατε. γνώρισμα δὲ τῆς
 ὑμετέρας φιλανθρωπίας ὁ σύλλογος οὗτός ἐστιν.

ὁ ῥήτωρ ἐκεῖνος ὁ δημοτι- κός, ὁ λυπῶν τοὺς πλουσίους ὑπὲρ τῶν νόμων, ὁ πολλὰς μὲν γνώμας εἰπών, πολλὰ δὲ ψηφίσματα γράψας, πολλὰς δὲ
 πρεσβείας ὑποστάς, ὁ συμμάχους προσαγό- μενος, ὁ πόρους ἀνευρίσκων, ὁ
 τιθεὶς νόμους χρηστούς, 
 
 ὁ λύων πονηρούς, ὁ πολλοῖς μὲν πράγμασιν ἐπιστάς, διαμείνας δὲ
 ἐν πενίᾳ, οὗτος εἰς ὅν ἐν ταῖς χρείαις ἐβλέπομεν, ἀπόδοτε δὴ τῷ δυστυχεῖ τὴν
 χάριν εἰς τὴν σωτηρίαν καὶ μὴ ποιήσητε φανερὸν ὅτι παραπαίουσιν οἶ τὰ
 ὑμέτερα θεραπεύοντες.

τίνι γὰρ βοηθήσετε τῶν ἀπάντων, εἰ μὴ τοῦτον ἐλεήσετε; εἰς τίνα
 δὲ ἔσεσθε φιλοικτίρμονες τούτου καταμελήσαντες; οὔτ’ εὐνούστερον εὕροιτ’ ἂν
 ἄνθρωπον οὔτ’ ἀθλιώτερον, ὅς καὶ τὰ τῶν μύθων ἄτοπα τοῖς ἑαυτοῦ πάθεσιν
 ἐπιστώσατο. ἦγε | μὲν ὁ πλούσιος ἀπὸ τῆς ἐκ- κλησίας λαβών, ὁ δὲ ὥσπερ αἰχμάλωτος εἴπετο. περι- στήσας δὲ τοὺς κόλακας καὶ τῆς παρρησίας ἀναμνήσας καὶ τὸ ψήφισμα
 ἐπιδείξας πρόβαλλε τοίνυν, ἔφη, γλῶτταν τὴν ἐμοὶ δυσμενῆ, τὴν δημοτικήν, τὴν
 οὐ φοβηθεῖσαν πλοῦτον, τὴν κρείττονα τῆς τύχης. καὶ ὁ μὲν
 ἐκέλευεν, ὁ δὲ ὑπεῖχε, καὶ ἐξεκό- πτετο φωνὴ τὰ τῆς πόλεως ὀρθοῦσα.

εἶθ’ ὑμεῖς προσκαταγνώσεσθε τοῦ τὰ τοιαῦτα πεπονθότος καὶ ᾧ παραμυθίαν οὐκ
 ἔστιν εὑρεῖν, τούτῳ προσθήσετε συμ- φοράς; καὶ πότερον τοῦτον ἢ τὸ κοινὸν
 καταβλάψετε; 
 
 
 
 
 
 ἱκανῶς, ὦ δικασταί, συνέστειλε τοὺς πένητας τὸ περὶ τῆς
 γλώττης ψήφισμα, ἱκανῶς ἀπέφηνεν ὡς ἐπικίνδυ- νον ἡ τῆς εὐνοίας τάξις. εἰ
 δὲ καὶ κατεγνωσμένον τοῦτον ἐν δικαστηρίῳ θεάσαιντο, πότε δώσουσιν αὑ- τοὺς εἰς τὰ ὑμέτερα προθύμως; τίς ἐρεῖ; τίς πρεσβεύ- σει; τίς
 ἔσται δίκαιος ὁρῶν τοιαῦτα ἆθλα τῇ δικαιο- σύνῃ κείμενα;

οὐκοῦν οἱ μὲν μετατάξονται καὶ νομιοῦσιν εὐβουλίαν τὸ συνεστάναι τοῖς
 πλουσίοις, τοῖς δὲ ἄδεια καταθεῖν τὴν πολιτείαν; ταῦτα δημο- 
 κρατίαν ἀναιρεῖ, ταῦτα ὀλιγαρχίαν εἰσάγει. ἀπὸ τοι- ούτων σπερμάτων φύεται
 δήμῳ δουλεία. ἑνὶ δὴ τούτῳ τῷ σώματι συγκινδυνεύει τὸ κοινόν.

55. Σὺ δὲ ἀνάβηθί μοι δεῦρο καὶ συνεισένεγκαί τι. εἰσί σοι χεῖρες, ἔστι σοι
 δάκρυα. οὐ λείπονταί σοι πρὸς ἱκετείαν ἀφορμαί. εἰ δ’ οὐκ
 ἀποχρήσει ταῦτα, 
 δεῖξον τὴν γλῶτταν. ὁρᾷς ὡς ἐκάμφθησαν οἶ δικασταί; θάρρει δὴ
 περὶ τῆς ψήφου καὶ μὴ μέμψῃ τῷ δήμῳ. στένων ἐψηφίζετο τὴν δωρεὰν νικώμενος
 ὑπὸ τοῦ και- ροῦ. πολλοὶ πολλάκις ἐπέδωκαν αὑτοὺς ὑπὲρ τῶν πα- τρίδων εἰς
 σφαγήν. ἔλυσας καὶ σὺ τῇ τομῇ τὴν πο- λιορκίαν. ἐν | ταῖς
 εὐεργεσίαις καὶ τὸ πάθος ἐγ- 
 γράψω.

τοῦ μὲν οὖν ψηφίσματος ἐπιλανθάνου, μέμνησο δὲ τῆς καλῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν
 λίθων. τήρει μοι τὴν ἀρχαίαν γνώμην καὶ φύλαττε τὴν προαίρεσιν, δέομαί σου,
 καὶ σιωπῶν πρὸς τὰ κοινά. γράφε συμ- βουλάς. ἐγὼ δὲ
 ἀναγνώσομαι, κἂν εὕρω τινὰ γνώμην, ἀνακοινώσομαί σοι. σὺ δὲ ἀνάνευε καὶ
 κατάνευε καὶ πολιτεύου τοῖς νεύμασι. σύνθες ἀπολογίαν ὑπὲρ τοῦ δήμου, πρέπει
 σοι καὶ πεπονθότι κοσμεῖν τὴν πόλιν, σύνθες παράκλησιν εἰς προθυμίαν τοῖς
 πένησιν, ἔξελε τὸν φόβον, ἐπίρρωσον πρὸς τὴν εὔνοιαν. σὲ δὲ ἡ
 πό- λις δημοσίᾳ θρέψει παραμυθουμένη ῥήτορα ἄφωνόν τε καὶ πένητα.