XIII 

 Οἱ Ποτιδαιᾶται ἀλλήλων ἐγεύσαντο πολιορκού-

μενοι ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων. καὶ κρίνονται Ἀθη-

ναῖοι ὑπὸ τῶν Κορινθίων ἀσεβείας. 

 Κορινθίων λόγος. 

 Πόλλα ἐβουλευσάμεθα, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, 

περὶ τῶν ἐν Ποτιδαία κακῶν εἴτ’ ἐπεξελθεῖν δεῖ τοῖς 

αἰτίοις αὐτῶν εἴτε καὶ καρτερήσαντας τὴν ἡσυχίαν

 

 Cr = Codex Hierosolymitanus S. Crucis 57 

 H = Hierosolymitanus S. Sepulcri 107 

 V = Vaticanus gr. 940 

 Μ = Marcianus gr. 439 

 Β = Barberinus II 41 

 Vi = Vindobonensis Philos. et Philol. IV 82 

 Ma = Matritensis 4679, olim N-49 

 Cl = Berolinensis gr. 195, olim Claromontanus 

 

 



 

ἄγειν. τοῦτο δ’ ἀπορεῖν ἡμῖν ἐπῆλθεν οὐχ ὡς ἐπὶ

μικροῖς καὶ φαύλοις τοῖς πεπραγμένοις, οὐδὲ γὰρ ἐφι-

κέσθαι τῷ λόγῳ δυνατὸν ὧν οἱ ταλαίπωροι Ποτιδαι-

ᾶται πεπόνθασι, τηλικαῦτά ἐστι τὸ μέγεθος, ἀλλ’ ὅτι

 πρῶτον μὲν ἑωρῶμεν Ι οὐδὲν φροντίζοντας τοὺς

 Ἀθηναίους οὔτε ἡμῶν οὔτε τῶν ἄλλων Ἑλλήνων πε-

πεικότας ἑαυτοὺς ὡς οὐδὲν δεῖ τῶν δικαίων οἷς ἂν

ἐξῇ βιάζεσθαι. ἔπειτα δ’ οὐδ’ ὅσιον ἡμῖν ἐφαίνετο

οὕτως ἀπίστου καὶ ἀθέσμου πολιορκίας μνημονεύειν.

 ὧν γὰρ οὗτοι τὰ ἔργα ὑπέστησαν, τούτων οὐδὲ τοὺς

λόγους ἡμεῖς ἐφέρομεν.

ταῦτα μέν ἐστι δι’ ἅπερ

ὠκνοῦμεν, ἐτολμήσαμεν δ’ ἐπεξελθεῖν μάλιστα μὲν δὴ

διὰ τοὺς θεούς, ὧν οὗτοι τὰς χάριτας συνέχεαν, ἔπειτα

δὲ καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ὑποψίαν αὐτῶν, μὴ τῆς εἰς

 Ποτίδαιαν ἀσεβείας παροφθείσης τὴν βίαν ἐπὶ πᾶσαν

ἀγάγωσι τὴν Ἑλλάδα. 

 3. Τὰ μὲν οὖν πεπραγμένα τοῖς Ἀθηναίοις, ὦ

ἄνδρες Ἕλληνες, τοιαῦτά ἐστιν ὡς καἰ πάντας ἀνθρώ-

 

 



 

ποὺς ἐπὶ τὴν κατηγορίαν καλεῖν καὶ μηδένα ἀπολεί-

πεσθαι δεῖν τοῦ παρόντος ἀγῶνος μήτε τῶν Ἑλλήνων

μήτε τῶν βαρβάρων, τὰ γὰρ εἰς τὴν κοινὴν φύσιν

παρανομηθέντα κοινῆς, οἶμαι, δεῖται καὶ τῆς βοηθείας

καὶ τῆς κατηγορίας, ἡμεῖς δὲ οὐχ ὧς ἀναδεξάμενοι τὸν 

ὑπὲρ πάντων λόγον οὐδ’ ὧς δεινοὶ λέγειν ὄντες ἐπέ-

στημεν τῇ συγγραφῇ, συγγενεῖς δ’ ὄντες καὶ πατέρες

τῶν ἐν ἀλλήλοις ἀπολωλότων ἀλγοῦντές τε, ὧς εἰκός,

μᾶλλον ἑτέρων ἐφ’ οὕτως ἀσεβεῖ καὶ ἀπίστῳ πάθει.

ὅθεν ἡμῶν μὲν τὴν προθυμίαν ἀποδέχεσθε, αὐτοὶ δὲ 

ὡς πᾶσιν ἀνθρώποις δείξοντες οὕτω διανοεῖσθε. καὶ

γάρ, εἰ μία πόλις ἡ πεπονθυῖα ταῦτα, κοινὸν γοῦν

πάντων τὸ ἀτύχημα ἀνθρώπους τινὰς ὄντας οὕτω τρα-

φῆναι. 

 4. Ι Ποτιδαιάταις μὲν οὖν ὅσοι γε ὑπολείπου- 

τᾶι, τὸ γὰρ πλεῖον αὐτῶν ἐξανάλωται, οὔθ’ ὅσιον εἰς 16

ὑμᾶς παρελθεῖν οὔτε κατηγορῆσαι, ἀλλὰ πρὸς τοῖς

ἄλλοις κακοῖς καὶ τοῦτο ἐκεῖνοι δυστυχοῦσι τὸ μηδ’

ὑπὲρ ὧν πεπόνθασι φωνὴν ἀφιέναι δύνασθαι, τίς γὰρ

> ἀνθρώπων μεμιασμένων ἤ ὁρωμένων ἢ λεγόντων 

ἀνάσχοιτο; Ἀθηναίων δ’ ἄξιον θαυμάσαι πῶς μὲν εἰς

τὴν ἀμφικτυονίαν παρεληλύθασι, πῶς δὲ καθαρεύειν

 

 



 



 

αὑτοὺς νομίζουσι μετὰ τοιαύτην πολιορκίαν. εἰ γὰρ

τοῖς παθοῦσιν οὐδ’ εἰπεῖν θέμις ὑπὲρ ὧν ἔπαθον,

πῶς εὐσεβοῦσιν οἱ τούτων αἴτιοι παριόντες;

τὸ μὲν

οὖν ἐφ’ ἡμῖν τοῖς Κορινθίοις, οὔτε Ποτίδαια ἀπόλωλεν

 οὔτε ἡ τῶν Ἀθηναίων πόλις ἠσέβηκεν, ἡ γὰρ ἐκπεμ-

φθεῖσα δύναμις ἐκ Κορίνθου μετὰ Ἀριστέως τοῖς μὲν

εἰς τὴν σωτηρίαν, τούτοις δὲ εἰς τὸ μὴ παρανομῆσαι

συνεμάχει· ἐπεὶ δὲ ἀσθενέστεροι κωλύσαι τὰ δεινὰ

ἐφάνημεν, τὸ τιμωρήσασθαι τῶν πεπραγμένων τοὺς

 αἰτίους ὑπολείπεται. 

 6. Ἐπιτρέψατε δ’ ἡμῖν πρὸ τῆς Ἀθηναίων κατη-

γορίας ὀλίγα πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς παρρησιάσασθαι. καὶ

γὰρ οὐδὲ ἄλλα ἐστὶ τὰ λυμήναντα τοῖς πράγμασιν ἢ

ταῦθ’ ἅπερ νῦν ἐροῦμεν. καὶ οὔτε Ποτίδαια οὕτως ἂν

 

 



 

ἐτράφη, πόλις συγγενής, οὔτε τοσοῦτοι τῶν Ἑλλήνων

οἶ μὲν ἄρδην ἀνῄρηντο, οἱ δ’ ἐδούλευον οὔτ’ ἂν ὅλως

ἐν τοῖς Ἕλλησιν ἦν τύραννος πόλις, εἰ μὴ δι’ ὑμᾶς, ὦ

ἄνδρες Ἕλληνες, καὶ τὴν ὑμετέραν ὀλιγωρίαν, οἳ πολλά-

κις ἡμῶν ἠκούετε λεγόντων καὶ βοώντων ὡς ἐπιβου- 

λεύεσθε, ὡς περιστοιχίζεσθε, ὧς λήσει τὸ κακὸν

τοῦτο πορρωτέρω προελθὸν καὶ δύναμις ἐπι-

στήσεται ταῖς πόλεσι πρὸς ἣν οὐδ’ | ἀντι- 

σχεῖν δυνησόμεθα, εἰ μή τις ὁ κωλύσων φανεῖ-

ται. ὑμεῖς δ’ οὐδέποτε ἐπεστράφητε οὐδ’ ἐπιστεύσατε, 

ἀλλὰ καὶ ἔχθρᾳ τινὲς ἰδίᾳ ταῦτα ἐνόμιζον ὑφ’ ἡμῶν λέ-

γεσθαι.

τοιγαροῦν ἐπὶ πολλῆς ἐρημίας καὶ σχολῆς

<πᾶσαν> μικροῦ τὴν Ἐλλάδα καὶ ὥσπερ τὴν Μυσῶν

 

 

 



 

ἔχουσι τοὺς Ἴωνας, τοὺς νησιώτας, τὸν Ἑλλήσποντον, τὰ

ἐπὶ τῆς Θρᾴκης, Δωριέας, Αἰολέας, ὧν ἔνιοι καὶ συγγε-

νεῖς εἰσιν ἡμέτεροι. ταῦτα μὲν ἵξω, πρὸς δὲ τὴν Πελο-

πόννησον τίνα; Κέρκυραν, Κεφαλληνίαν, Ἀκαρνᾶνας, ἐν

 αὐτῇ τῇ Πελοποννήσῳ τοὺς πλείστους Ἀχαιῶν. ἐπιλείψει

ἡμᾶς ἡ ἡμέρα λέγοντας τῶν δουλευόντων τὰ ὀνόματα.

καὶ οὐ τοῦτό πω δεινὸν καίπερ ὄν δεινόν, εἰ τῶν

Ἑλλήνων τινὲς τὴν ἐλευθερίαν ἀπολωλέκασιν ὑπὲρ ἧς

καὶ πρὸς τὸν Μῆδον ἐκινδυνεύσαμεν, ἀλλ’ οὕτως ὠμὴν

 καὶ πικρὰν κατεστήσαντο τὴν ἀρχὴν ὡς σφόδρα εἶναι

τὰ τῶν βαρβάρων φιλάνθρωπα. τί γὰρ αὐτοῖς τῶν

ἀνηκέστων τε καὶ δεινῶν πρὸς τοὺς ὑπηκόους οὐ πέ-

πρακται; οὐ φόρους ἐπέβαλον; οὐ ναῦς παρείλοντο;

οὐ τὰς ἐν ταῖς πόλεσι δίκας εἰς αὑτοὺς μετέπεισαν; ὢ

 

 



 

πόσους ἀπολωλέκασι τοῖς μὲν ἔνδειαν φόρων, τοῖς δ’

ἔκλειψιν στρατιᾶς, τοῖς δ’ ἄλλοις ἄλλα ἐγκαλοῦντες.

τὰς κληρουχίας ἀφίημι, τὰ τῶν στρατηγῶν ἴδια κέρδη

οἷς ἄλλοι δίδονται φόροι. 

 9. Τὰ μὲν δὴ πρῶτα τῶν χρηστῶν τούτων ἀδική-

 

μάτα ταῦτά ἐστι, μᾶλλον δὲ ἀσεβήματα, τὸ γὰρ εἰς

πόλεις Ἑλληνίδας καὶ θεοὺς Ἑλληνίους παρανομῆσαι

τίνος ἔλαττον ἀσέβημα ἡγεῖσθε; ἀλλ’ ἐπειδὴ ταῦτα

αὐτοῖς συγκεχώρηται, θεάσασθε οἵα ἐπενεανιεύσαντο.

ἀλλὰ Ποτίδαιαν ἡμεῖς Ι ἀπῳκίσαμεν ἐπὶ τοῖς ἴσοις 

καὶ ὁμοίοις τά τε αὑτῶν νόμιμα δόντες καὶ καθ’ 

ἕκαστον ἔτος τοὺς ἐπιδημιουργοὺς ἐκ Κορίνθου πέμ-

ποντες. καὶ γάρ, εἰ τῷ τόπῳ διήλλαττον, ἀλλ’ ἕν ἦσαν

γένος. καίτοι καὶ τὸ χωρίον ἀτεχνῶς ἀπείκαστο πρὸς

τὴν Κόρινθον. ὥσπερ γὰρ ἡμεῖς τῆς Πελοποννήσου 

τὸν ἰσθμὸν ἔχομεν. οὕτω τῆς Παλλήνης ἐκεῖνοι.

ἐπὶ

 

 



 

τούτοις μὲν ἐξεπέμψαμεν Ποτίδαιαν, οὗτοι δὲ βίᾳ

λαβόντες κατέσχον. ἦν τοῦτο οὐ μικρὸν ἀδίκημα πόλιν

συγγενῆ καὶ φίλην δουλεύειν Ἀθηναίοις φρουράν τε

παρὰ τούτων δέχεσθαι. καὶ τὸ πρᾶγμα οὐδὲν διέφερεν

 ἢ εἰ παρ’ ἡμῶν αὐτῶν τῶν Κορινθίων φόρους ἐπράτ-

τοντο. ἡ γὰρ εἰς τοὺς ἀποίκους ὕβρις ἐπὶ τοὺς ἐκ-

πέμψαντας εἶχε τὴν ἀναφοράν. ἀλλ’ ὅμως οἱ τοιαῦτα

ὑβριζόμενοι καὶ προπηλακιζόμενοι τὴν ἡσυχίαν ἤγομεν,

ἦγον δὲ καὶ οἱ Ποτιδαιᾶται παρὰ τὴν αὑτῶν ἀξίαν

10 δεδουλωμένοι. τοὺς φόρους ἀπέφερον, ἐκρίνοντο παρὰ

τούτοις [οἱ Κορίνθιοι], τὰς ἐπιβαλλομένας

ἐστρατεύοντο. ἀλλ’ ἔνα μὴ καθ’ ἕκαστον λέγω, προθύ-

μως ἠτύχουν. 

 11. Πόθεν οὖν ἀφόρητοι καὶ ἡμῖν τοῖς Κορινθίοις

 καὶ τοῖς Ποτιδαιάταις ἐγένοντο οὗτοι; καὶ τί τοὺς

ἀνθρώπους αὐτῶν ἀπέστησε; τὸ μηκέτι μηδ’ ὡς τοῖς

ἄλλοις ὑπηκόοις ἐθέλειν αὐτοῖς χρῆσθαι, περιττότερα

δ’ ἐξευρίσκειν ἐπιτάγματα. ταῦτα δ’ ἦν τίνα; τοὺς ἐπι-

δημιουργοὺς μὴ δέχεσθαι, τὰ τείχη καθαιρεῖν, ὅλως

 

 

 

 



 

ἀνηρῆσθαι. πῶς γὰρ | ἂν οἰκοῖτο πόλις ἡ μήτε 

ἄρχουσι, τοῖς ἑρμηνεῦσι τῶν νόμων, χρωμένη γυμνή τε

οὖσα τειχῶν καὶ ταῦτα ἐν Θρᾴκῃ; καθ’ ἑκάστην γὰρ

δήπουθεν ἡμέραν ἐξῆν ἂν τοῖς Θρᾳξὶ βαδίζειν ἐπὶ

τὴν πόλιν.

καὶ ταῦτα ἐπέταττον ὅλως ἔγκλημα μὲν 

οὐδὲν φανερὸν ἐπάγειν ἔχοντες, εἴγε μὴ ἔγκλημά

ἐστιν ἐλευθερίας ἐπιθυμεῖν τοὺς ἐξ ἀρχῆς ἐλευθέρους

ὑποψίας δέ τινας καὶ ὑπονοίας λέγοντες. ἀφ’ ὧν γὰρ

περὶ Κέρκυραν ἀδικήσασιν αὑτοῖς συνῄδεσαν, οὐδὲ τὴν

Ποτίδαιαν ἀσφαλῶς ἔχειν ἡγοῦντο. ἐβούλοντο δὲ καὶ 

ἡμᾶς τοὺς Κορινθίους λυπεῖν, ὅτι Κερκυραίων ἡμᾶς

ἀπεστερήκεσαν, ἄλλων ἀποίκων. τοῦτο γὰρ δὴ καὶ τὸ

καινότατόν ἐστιν· ὧν ἠδίκουν αὐτοὶ δίκας ἀπῄτουν ὡς

ἀδικούμενοι.

διὰ μὲν δὴ ταῦτα ἀδίκως καὶ βιαίως

τοῖς Ποτιδαιάταις προσεφέροντο, οἱ δὲ τὰ μὲν πρῶτα 

ἱκέτευον <καὶ> ἐδέοντο μηδὲν νεωτερίζειν περὶ

πόλιν, ἐᾶν <δὲ> τὸν ἐνόντα κόσμον τῆς πολιτείας. ὡς

 

 

 

 



 

οὐδὲν εὑρέσθαι χρηστὸν οἷοί τ’ ἦσαν, ἀλλ’ ἔπλεον ἐξ

Ἀθηνῶν τριήρεις καὶ οἱ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰ τείχη κατα-

λύσοντες καὶ ἠπειλοῦντο ἀπειλὰς τὰς φρικωδεστάτας,

ὅτι δὴ μὴ παραχρῆμα μηδ’ εὐθὺς ἐπείσθησαν αὐτοῖς

 κελεύουσιν, ὁ δὲ κίνδυνος ἦν αὐτοῖς περὶ ἀνδραποδι-

σμοῦ καὶ ἀναστάσεως τῆς πατρίδος, τότε δὴ προσβια-

σθέντες οἱ δυστυχεῖς ἐφ’ ἡμᾶς τοὺς πατέρας κατέφυ-

γον, ἐπὶ τὴν ἐκπέμψασαν αὐτοὺς πόλιν, ὡς μόνην

ταύτην σωτηρίαν ἕξοντες.

καὶ ἡμεῖς ἐδεξάμεθα,

 ὁμολογοῦμεν. ἢ τί πράττειν ἐχρῆν; παῖδας ἱκέτας μὴ

δέχεσθαι; βίαν δ’ οὕτως ὠμὴν ἐᾶν; πολιορκίαν δ’

ἄπορον καὶ τροφὰς ἀπανθρώπους οὐ προσεδοκῶμεν

 ἔσεσθαι. ἀλλ’ οὐκ εἰς | μακρὰν ταῦτα πάντα ἧκεν

ἀθρόως τὰ δεινά. καὶ οὕτως ἠγανάκτησαν οἱ χρηστοὶ

 ὧς οὐδ’ ὅτε ἡ πόλις αὐτοῖς ὑπὸ τῶν βαρβάρων ἐνε-

πρήσθη. οὔκουν ἔχουσί τινα εἰπεῖν τότε τοιαύτην

πολιορκίαν. ἀλλὰ καθαρὰ μὲν ἡ βασιλέως γῆ τοιούτων

 

 

 



 

μυσῶν, ἐμπέπλησται δὲ ἡ Ἑλλὰς κακῶν καὶ μεμίανται.

ἐπειδὴ γὰρ ἐπύθοντο βουλομένους σώζεσθαι τοὺς

ἀνθρώπους, εὐθὺς ἐπέστησαν καὶ καθεῖρξαν περιστάν-

τες ἐκ γῆς, ἐκ θαλάττης, ὁ ναυτικὸς ὄχλος, οἶ πεζοί,

οὐδὲ στῆναι πρὸς ὀλίγον οὐδὲ ἀναπνεῦσαι τοῖς τα- 

λαιπώροις παρέσχον, ἀλλ’ ὥσπερ θηρία, οὐκ ἀνθρώ-

πους ἀπολαβόντες οὕτως ἀκριβῶς παρεφύλαττον τὰς

ἀφορμάς, τἀς κατάρσεις, μηδὲν ἐκπλεῦσαι, μηδὲν εἰσ-

πλεῦσαι, ἕως αὐτῶν τὰς τροφὰς ὁ χρόνος ἐξανάλωσε

καὶ ἦν ὑπόλοιπον οὐδὲν ἄλλο ἢ οἶ τῶν τροφῶν δεό- 

μένοι.

τότε τοίνυν ἐλεῆσαι δέον, ἐξαγαγεῖν τοὺς

ἀνθρώπους, ἀλλήλων ἐξαρπάσαι, οὐδὲν γὰρ τῶν ἔνδον

νεωτεριζομένων ἠγνόουν οἱ προσκαθήμενοι καὶ προσ-

εδρεύοντες καὶ ὀδυρομένων τὴν χρείαν ἀκούοντες, οἱ

δὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐπαφῆκαν ἀλλήλοις καὶ τὸ ἐν τοῖς 

μύθοις δεῖπνον ἀνέμειναν γενέσθαι καὶ ἀναλωθῆναι

 

 



 

περὶ αὑτὴν τὴν πόλιν καὶ ἐμπλησθῆναι Ποτιδαιάτας

κακῶν. 

 17. Ἀπὸ τοιοῦτ’ ὢν ὑμῖν ἔργων ὁ τῶν Ἀθηναίων

δῆμος παρέστηκεν ἐρήμην μὲν ἀνδρῶν ποιήσας τὴν

 Ποτίδαιαν πόλιν, πλήρη δὲ ἀσεβείας, καὶ τοὺς μὲν

ταῖς τραπέζαις παραδούς, τὸ πλέον μέρος, ὀλίγους δὲ

ἀνθ’ ώπους ἐξελάσας δυστυχεστέρους τῶν ἀναλωθέν-

των καὶ μᾶλλον οἰκτροὺς τὰ δεινὰ ἐν ἑαυτοῖς φέρον-

 τὰς, πολιορκουμένους ἐπὶ ταῖς συμφοραῖς.

κα-

 θαροί γε. οὐ γὰρ οὗτοι φέρουσιν ἢ τὰ σώματα οἶς

προσήδρευσαν ἢ τὰς ψυχὰς αἷς περὶ τῆς πολιορκίας

διενοήθησαν; ἀλλ’ οὐκ ἐναγεῖς; οὐκ ἀκάθαρτοι; οὐ τῇ

κοινῇ φύσει πολέμιοι; οὐ πᾶν ὅ τι ἂν εἴποι τις; ἀλλ’

ἂν μὲν εἷς ἄνθρωπος ὁ τυχὼν τῶν πρὸς τὴν εὐσέβειαν

 κατολιγωρήσῃ ἢ θυσίαν τινὰ οὐ καθαρὰν θύσας ἡ

βωμὸν μιάνας ἢ μιαρὸς ὢν αὐτὸς εἰς τὰ εἴσω τῶν

περιρραντηρίων βιάσηται, οὐδὲ φωνὴν ἀνέξεσθε οὐδ’

 

 

 



 

ἔσται τις οὕτως ὀλίγωρος οὔτε γέρων οὔτε νεώτερος

ὃς οὐκ ἐπέξεισιν εὐθὺς αὐτῷ καὶ τιμωρεῖ τοῖς θεοῖς·

πόλιν δὲ τὴν ἀξιοῦσαν προεστάναι τῆς Ἑλλάδος καὶ

τὰ δίκαια τοῖς ἄλλοις βραβεύειν τοιαῦτα ἱερεῖα ὲν

Ποτιδαίᾳ κατασκευάσασαν καὶ μιάνασαν ἅπαντας μὲν 

τοὺς ἐκεῖ βωμούς, ἅπαντα δὲ τὰ ἕδη τῶν θεῶν, ἄβα-

τον δὲ τὸν τόπον ποιήσασαν πᾶσι, δι’ ἢν οὔτε οἰκίαι

καθαραὶ οὔτε ἀγοραὶ καὶ στενωποί, πάντα δ’ ἀκάθαρτα

καὶ μύσους μεστά, ὅ τε χῶρος ἐν ᾧ ταῦτα ἐγίγνετο

ὅ τε τὴν πόλιν περιέχων ἀήρ, οἱ τρέφοντες, οἱ τρεφό- 

μένοι, ὁ σίδηρος, τὸ πῦρ, αἱ τράπεζαι, τὴν δὴ τοι-

αύτην, εἰπέ μοι, πόλιν περιόψεταί τις Ἑλληνίοις προσ-

ιοῦσαν θεοῖς καὶ κοινωνοῦσαν ἡμῖν σπονδῶν, πανη-

γύρεων; τὸν δὲ αὐτὸν κρατῆρα στησόμεθα ἡμεῖς τε

καὶ οὗτοι; στέγην δὲ τὴν αὐτὴν | ἢ θέατρον 

Ἑλληνικὸν τίς ἂν τολμήσειεν εἰσελθεῖν, περιαγγεῖλαι 

δὲ Ὀλυμπικὰς ἢ Πυθικὰς ἐκεχειρίας; ἐμοὶ μὲν γὰρ

 

 



 

οὐδ’ ὁ πρὸς αὐτοὺς πόλεμος καθαρὸς εἶναι δοκεῖ, ἀλλὰ

καὶ τοῦτο μίασμά ἐστι τούτοις εἰς χεῖρας ἰέναι. τοσαύ-

τῆς ἀρᾶς εἰσι καὶ ποινῆς μεστοί. 

 19. Εἶτα εὐσεβείας οὗτοι μνημονεύουσι, καὶ ποῦ

 θέμις; θυσιῶν τε καὶ μυστηρίων. οἴχεται ταῦθ’ ὑμῖν

καὶ ἀνατέτραπται. ἐπειδὴ δὲ μυστηρίων ἐμνημόνευσα,

βούλομαί τι τῶν ἐκεῖθεν εἰπεῖν, ἔστι δ’ οὐ τῶν ἀρρή-

των ὃ μέλλω λέγειν. οὗτοι γὰρ τά τ’ ἄλλα καθαροῖς

εἶναι τοῖς μύσταις ἐν κοινῷ προαγορεύουσιν, οἶον τὰς

 χεῖρας, τὴν ψυχήν, τὴν φωνὴν Ἕλληνας εἶναι, καὶ

ἰδίᾳ πάλιν τὸ εἰ τοῦ καὶ τοῦ σίτου ἐγεύσω, οὐ

καθαρὸς πάρει. καὶ πολλὴ τούτων παρὰ τοῖς μυστα-

γωγοῖς ἐπιμέλεια.

εἶτα, ὦ πάντων

τὰ μὲν ἐπὶ τῷ σιτεῖσθαι φύντα καὶ νομισθέντα ἐξ

 ἀρχῆς οὐ πάντα δίδοτε οὐδὲ συγχωρεῖτε, ἀλλὰ καὶ

τούτων ἐξέτασις καὶ κρίσις γίγνεται ὧν ἥ τε γῆ καὶ

θάλαττα τοῖς ἀνθρώποις δίδωσιν, ἃ δὲ μήτε ἡ φύσις

 

 

 

 



 

μήτε ὁ κοινὸς νόμος ὑπέδειξε, ταῦτα Ποτιδαιάταις

σιτηθῆναι παραθέντες, ἀνθρώποις μυηθεῖσι καὶ ἁγνεύ-

σασι μέχρι πρὸς ἐκείνας τὰς τροφάς, ὧς εὐσεβεῖς ἡμῖν

διαλέγεσθε, ὅμοιον ὧς ἂν εἰ μηδὲ τοὺς γευσαμένους

τις αὐτῶν τῶν ἀθέσμων τροφῶν μεμιάνθαι λέγοι; ἀλλ’ 

οὔτ’ ἐκείνοις ἔστιν εἰπεῖν οὔθ’ ὑμῖν ὡς καθαροί.

| πόθεν; οὐδέποτε ἐκνίψεσθε τὰ ἐκεῖ. τοσοῦτον 

γὰρ πλεονεκτεῖτε τοῦ μιάσματος τοὺς γευσαμένους,

ὅσον τὴν γνώμην ἀφελόντες τὴν ἀνάγκην ἔχουσιν αἰτι-

άσασθαι, ὑμεῖς δ’ ἐβιάσασθε. 

 21. Πολεμοῦντες, ἴσως ἐροῦσι, καὶ μετὰ τῶν

ὅπλων, ὥσπερ ἡμῶν οὐκ αὐτὸ τοῦτο αἰτιωμένων

πρῶτον ὅτι τὴν Ἑλλάδα καλῶς ἡσυχάζουσαν ἐπὶ

 

 



 

πολλῆς τε εἰρήνης οἰκεῖσθαι καὶ πολιτεύεσθαι δυ-

ναμένην, εἰ τὰ δίκαια πράττειν οὗτοι ἐβούλοντο

καὶ μὴ λωποδυτεῖν μηδὲ λῃστεύειν τὰς πόλεις, οἶ

δὲ ἀφ’ ὧν ἐργάζονται καὶ περιεργάζονται περικό-

 πτοντες ἐν κύκλῳ πάντας καὶ τῶν μὲν ἤδη δεσπό-

ζοντες, τοὺς δ’ εἰς εὐλάβειαν ὑπὲρ τῶν αὐτῶν καθ-

ιστάντες τὴν μὲν εἰρήνην ἀνῃρήκασι, πόλεμον δὲ

καινὸν ἐξάψαντες πάντα ἄνω καὶ κάτω ποιοῦσιν ἐπι-

πλέοντες ταῖς ναυσί, δυνάμεις ἄλλας ἐπ’ ἄλλαις ἐπι-

 πέμποντες. 

 22. Ταῦθ’ ὑμῶν τὰ πρῶτα ἀσεβήματα, πλεονεξίαι

τὸ τῶν ἴσων ἄρχειν ἐθέλειν, αἶ περιτειχίσεις, αἱ πο·-

λιορκίαι, ἐπὶ δὲ τούτοις πᾶσιν ἄθεσμοι τροφαὶ καὶ

βρώσεις ἀλλήλων. καὶ ἃ νῦν δὴ πέπρακται, πρὸς θεῶν,

 τί ταῦτ’ ἂν εἴποι τις; ἔτι συνήθη πόλεμον καὶ φιλοτιμίαν

 

 

 

 



 

Ἑλληνικὴν ἢ φύσεως ἀνθρωπίνης ἀνατροπὴν καὶ γνώ-

μης ἀγριότητα καὶ πρὸς θεοὺς ὑπεροψίαν; ἐμοὶ μὲν

γὰρ ταῦτα δοκεῖ καὶ πολλῷ τούτων δεινότερα, ἐπεὶ

πολεμεῖν γε οὗτοι βουλόμενοι συνήθως καὶ κατὰ τὸν

Ἑλλήνων τρόπον οὐχ ὅπως ἂν Ποτιδαιάτας οὕτως 

ἔθρεψαν, ἀλλ’ οὐδὲ τἄλλ’ ἂν ἦσαν ὠμοὶ καὶ βίαιοι.

Παράδειγμα | δὲ τούτων ἔξεστιν ὑμῖν ἐναρ- " 

γὲς ποιήσασθαι καὶ ὅ πάντες ἴστε. ὁρᾶτε τοὺς Λακε-

δαιμονίους οὔτε ἀρχομένους πολέμου οὔτε σπεύδοντας,

ἀλλ’ ἐπὶ πλεῖστον βουλευομένους τε καὶ σκεπτομένους, 

ἐφ’ ὅσον νῦν ἐμέλλησαν. κρατήσαντες γὰρ ἐν ἴσῳ

τοῖς φεύγουσιν ἀνεχώρουν τὸ μὲν τρέψασθαι νίκην

νομίσαντες, τὸ δ’ ἐπακολουθεῖν ἀπανθρωπίαν. τοῦτον

εἶναι τοῖς Ἕλλησι τῶν πολέμων ὅρον, τοῦτον κανόνα

δεῖ τὰς πρὸς ἀλλήλους διαφορὰς μετρίως καὶ δημοτικῶς 

τίθεσθαι, εἰσβάλλειν, τοὺς προσμίξαντας κρατῆσαι,

κατασημήνασθαι τὴν νίκην τροπαίῳ.

ταῦτ’ ἔστιν

ἀνθρώπων Ἑλλήνων τοῦ γένους αἰσθανομένων, πολλὰ

ἐχόντων ἀντιθεῖναι τῷ πολέμῳ, πανηγύρεις κοινάς,

 

 



 

ἆθλα Ἀμφικτυονικά, τὸν Δία, τὸν Ποσειδῶ, τὰς θυσίας,

τὰ μυστήρια. ὧν δεῖ πλείονα ποιεῖσθαι λόγον τούς γε

εὐσεβοῦντας τῆς εἰς τὸ παρὸν φιλονεικίας. τὰ μὲν γάρ,

ἀφ’ οὗ τὴν Ἑλλάδα οἰκοῦμεν, ἔστι τε καὶ ἔσται καὶ κα-

 λῶς γίγνεται, πόλεμος δέ, κἂν ἐπὶ πλεῖστον προχωρήσῃ,

καταλύεται.

οὐ δεῖ δὴ τὴν ἑνὸς καιροῦ διαφορὰν

μακρᾶς συγγενείας καὶ φιλίας προκρίνειν, ἀλλ’ οὔτ’ ὢ

πολεμεῖν ὧς, εἰ τύχοι ποτέ, καὶ φίλους ἐσομένους. ὡς

ἔστι δεινὸν τὸν μὲν ἐκ Σούσων καὶ Ἐκβατάνων ἐπὶ

 τοὺς Ἓλληνας στρατεύσαντα, τὸν αἰτήσαντα ἡμᾶς γῆν

καὶ ὕδωρ, τὸν ἀνασπάστους οὐκ ἄνδρας μόνον, ἀλλὰ

καὶ πόλεις ποιήσαντα μήτε, ὁπηνίκα ἦλθε πολεμήσων,

 τοιαύτῃ συμφορᾷ περιπεσεῖν νῦν τ’ ἔνσπονδον \

ἤδη γεγονέναι, Ποτίδαιαν δέ, Ποτίδαιαν, οἴμοι, τὴν

 Δωριέων ἄποικον, τὴν ἐκ Κορίνθου, παντάπασιν ἐκτε-

τρίφθαι καὶ ὑπὸ Ἀττικοῦ πολέμου δεδαπανῆσθαι. 

 26. Πολιορκία μὲν ἦν, ἀλλ’ Ἕλληνες οἶ κατα-

κεκλεισμένοι, εἰ δὲ μηδὲ τοῦτο βούλεσθε, ἄνθρωποι.

ὅταν δὲ τοῦτο εἴπω, ἔλεον λέγω, φιλανθρωπίαν λέγω.

 τὸ δὲ δεινῶς τραφῆναι ἀνθρώπους ἐῶ τοὺς πολιορ-

 

 

 

 



 

κουμένους, ἀλλ’ ὑμεῖς εἰ μὲν Σκυθῶν στρατόπεδον

ἦτε καὶ νομάδων βαρβάρων, Ταῦροί τινες ἢ Μελάγχλαι-

νοι, δίκην θηρίων φερόμενοι καὶ μήτε θεσμοὺς ἀνθρω-

πίνους εἰδότες μήθ’ ὁμονοοῦντες τῇ φύσει, συζῶντες

δ’ ἀγρίῳ τρόπῳ καὶ βιαίῳ, εἰ μὲν ὄντες τοιοῦτοι περι- 

ἔστητε τὴν Ποτίδαιαν, οὐδὲν <ἄν> ἀνήκεστον

ἐσώθησαν μὲν ἤδη καὶ παρὰ Σκυθῶν Ἕλληνες ξένοι

καὶ Σκύθαις μὲν αὐτοῖς τοιαῦτα ἐμαρτύρουν δεῖπνα,

αὐτοὶ δ’ Ἑλληνικὴν παρέθεντο καὶ παρ’ ἐκείνοις τρά-

πεζαν. ἀλλ’ ὅμως οὐ ζητῶ τὴν Ποτίδαιαν, ἀφίημι 

πολυπραγμονεῖν τὰς τροφάς, ἔστω ὅμοια πάντα τοῖς

περιεστηκόσι, ξένα σιτία, τροφαὶ ἐναγεῖς, παραιτεῖται

τὴν συμφορὰν τὸ βαρβάρους εἶναι τοὺς ταῦτα βιαζο-

μένους, οἶς οὐδ’ ἄλλο τι τῶν καλῶν γνώριμον. εἰ δὲ

ἡ τῶν Ἀθηναίων πόλις ταῦτα εἴργασται ἀεὶ σεμνυνο- 

μένη πρεσβείᾳ γένους, νόμων θέσει, θεῶν εὐσεβείᾳ,

αὐταῖς ταῖς τροφαῖς, πῶς ἐστι ταῦτα ἢ τοῖς παθοῦσιν ἢ

τοῖς ἄλλοις ἡμῖν ἀνεκτά;

ποῦ δ’ ἐγχωρεῖ τὸν πόλε-

μον προβάλλεσθαι φιλανθρωπίας μὲν Ἑλληνικῆς ἀναι-



 

 

 



 

ρουμένης, ἀντεισαγομένων δὲ τοιούτων κακῶν; οὐ γὰρ

ἔστιν, οὐκ ἐστιν ἀσεβοῦντας οὐδὲ βιαζομένους τὴν

φύσιν ἀντιτιθέναι τῷ πολέμῳ τὸν αὑτῶν τρόπον οὐδὲ

 τοῖς ἐχθρῶν νόμῳ | πραττομένοις τὴν εἰς τοὺς

 θεοὺς εὐσέβειαν Παραγράφεσθαι. τὸ γὰρ πρᾶγμα τοι-

οῦτόν ἐστι. πάντες οἱ πολεμοῦντες πρὸς μὲν ἀλλήλους

ἐγκλήματα ἔχουσι καὶ διαφοράς, οἱ μὲν ἐπὶ μικροτέροις,

οἱ δ’ ἐπὶ μείζοσι, τοὺς δὲ θεοὺς οὐδὲν οὔτε μικρὸν

οὔτε μεῖζον ἔχουσιν αἰτιάσασθαι.

πρὸς τί δὲ τοῦτο

 εἶπον; ὅτι δεῖ τοὺς πολεμοῦντας μηδαμῶς τὴν ἀνθρω-

πίνην ἔχθραν ὑπερβαίνειν, ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τοὺς ἀντιπά-

λους καὶ στρατιώτας τρέφειν καὶ τριήρεις πληροῦν,

ὅπου δὲ ἤδη τὸ πραττόμενον τοῖς θεοῖς διαφέρει, μη-

κέτι τῷ πολέμῳ καταχρήσασθαι, ἀλλὰ κἂν ἔλαττόν τι

 μέλλωσιν ἕξειν, ἐνδιδόναι. πολλῷ γὰρ βέλτιον φείσα-

σθαι τῶν ἐχθρῶν ἐπὶ τῇ προφάσει τῶν θεῶν ἤ διὰ

τοὺς ἐχθροὺς εἰς τοὺς θεοὺς ἀσεβῆσαι. 

 29. Οὕτω μὲν τοίνυν ἡ τοῦ πολέμου πρόφασις

τούτοις τοῖς λογισμοῖς ἀνῄρηται, καὶ γὰρ οὐχ ὑπὲρ

 

 

 

 

 



 

Ποτιδαιατῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ εὐσεβείας ἡ γραφὴ γέγονε,

σκεπτέον δ’ ἡμῖν τὸ ἐντεῦθεν, εἰ μὴ λόγος ἐστὶν

ἄλλως ἡ κατηγορία, δεινὰ δ’ οὐχ ἧττον πρὸς τοὺς

θεοὺς ἢ πρὸς ἀνθρΧπους τὰ πεπραγμένα. λέγω τοίνυν

ἄντικρυς μηδένα εἶναι τῶν θεῶν ὅς οὐκ ἠσέβηται καὶ 

πεπαρῳfνηται τῇ τοιαύτῃ πολιορκίᾳ. 

 30. Καὶ πρώτην γε ἀπάντων τὴν Φύσιν, πρεσβυ-

τιτην καὶ ἰσχυροτάτην δαίμονα, σκεψώμεθα. ἡμᾶς γὰρ

τοὺς ἀνθρώπους ἐδημιούργησεν ἐπὶ τοῖς καλλίστοις

καὶ ἡμερωτάτοις καὶ φιλανθρωποτάτοις ἔργοις, τὰ δ’ 

ἄλλα ζῷα καὶ θηρία τὰ μὲν δηλητήρια ἀνέστειλε καὶ

ἀπῴκισε πόρρω που πρὸς τὰς ἐρημίας ἀπαγαγοῦσα, τὰ

δὲ χρήσιμα ἡμῖν ὑπέβαλε τὰ μὲν συνεργὰ ἔχειν, τὰ δὲ

σιτεῖσθαι καὶ ἀποθανόντα ἐσθίεσθαι, ἄνθρωπον δ’

ἀνθρώπου συνεργάτην μὲν εἶναι καὶ βίου κοινωνὸν 

ἀπέδειξε, τροφὴν δ’ οὔ. ταῦτα μὲν ἡ Φύσις, Ἀθηναῖοι

δὲ τί; συγκεχύσθαι τὸν νόμον τοῦτον παρεσκεύασαν,

τοὺς | αὐτοὺς εἶναι τοὺς τρέφοντας, τοὺς τρεφο- 

 

 



 

μένους, τὰ σιτία, τοὺς σιτουμένους, πάντα αὐτὸν τὸν

ἄνθρωπον. 

 31. Καὶ αὕτη μέν ἐστιν ἡ πρώτη θεὸς ἣν μετὰ

Ποτιδαιατῶν ἐξεῖλον ἐκ Ποτιδαίας, ἐξέβαλον ἄντικρυς

 καὶ ὧς πολεμίαν ἐξεπολιόρκησαν. δευτέρα δὲ ἡ Γῆ,

ἐφ’ ἧς εἱστήκεσαν οἱ μιαροί, μήτηρ καὶ αὕτη τοῦ τῶν

ἀνθρώπων γένους καὶ οὖσα καὶ νομιζομένη. αὕτη μέν-

τοι καὶ δέχεται πρώτη γινομένους ἡμᾶς καὶ τελευτή-

σαντας κρύπτει τὴν ἀκοσμίαν τοῦ θανάτου καλύπτουσα

 εὐσχημόνως. ἀλλ’ οἴχεται διὰ τούτους καὶ ἡ τῆς Γῆς

χάρις. ἐν τοῖς σώμασι κατέθεντο τὰ σώματα καὶ κενὴ

μὲν ἡ Γῆ, μεστοὶ δ’ οἶ ζῶντες τῶν ἀποθανόντων. 

 32. Τὰς δὲ Δήμητρος χάριτας καὶ Κόρης εἰ λέγοιμι,

τί πρὸς ταῦτα φήσουσιν οἱ τῆς Δήμητρος ξένοι; ποῦ

 δὲ ὁ Κελεὸς ὑμῖν; ποῦ δὲ ὁ Τριπτόλεμος; ἀντιθῶμεν

τὰς παρ’ ὑμῖν ἐκείνων ταῖς παρ’ ὑμῶν τροφαῖς. τί

οὖν ἔτι βωμοὶ τῶν θεῶν τούτων; τί δὲ ἑκατόμβαι καὶ

τελεταί; οὐ ταῦτα πάντα ἀνήρηται νῦν ἐν Ποτιδαίᾳ;

ὧν γὰρ οὐκ ἐτήρησαν τὰς χάριτας ἐφ’ αἷς αἱ τιμαί,

 τούτων οὐδὲ τὰς τιμὰς αὐτάς. 

 

 

 



 

 33. Ἀλλά, νὴ Δία, οὗτοι τῶν θεῶν ἠσέβηνται. τί

δὲ οἱ λοιποὶ θεοὶ καὶ οἱ δαίμονες <οἱ>

γεωργοῖς φίλοι; ὁ δὲ ταῦτα ἐπιδὼν Ἥλιος, ἡ δὲ λαμ-

προτάτη τῶν θεῶν Ἡμέρα καὶ Νὺξ μετὰ ταύτην <καὶ>

Καιρὸς ὁμιλίαν ἔχων δαιμόνων καὶ θεῶν, ὁ δὲ Ἀπόλ- 

λῶν οὗ χρήσαντος τὴν ἀποικίαν ἀπεστείλαμεν; Ἑστίας

δὲ τὰς Ποτιδαιατῶν ἀφίημι καὶ θεοὺς παρ’ ἐκείνοις

πατρῴους καὶ γενεθλίους παρ’ οἶς τις καὶ τοῦ γένους

ἥψατο.

ποῖα μὲν ἀγάλματα ὑμῖν ἐστιν ἃ μὴ με-

μίανται, τίνες δὲ ἄχραντοι βωμοὶ τῶν ἐκεῖ; οὐδ’ ὁ 

παρ’ ὑμῖν ἔτι βωμὸς ἔστιν ὃν Ἐλέου καλεῖτε. τὸ γὰρ

ἔργον ἀπόλωλεν. | ἀνθ’ ὧν νῦν ἱδρύεσθε βωμοὺς 

‘4πανθρωπίας, Ὠμότητος, Ἀσεβείας, τῶν δεινοτάτων

ἀπάντων. ὡς τά γε ἐπὶ τοῖς χρηστοῖς καὶ φιλανθρώποις

ὑπομνήματα ἀνατέτραπται καὶ παντάπασιν ἐξαλήλιπται.

πολλὰ δ’ ἔχων ἔτι περὶ τῆς ἀσεβείας λέγειν παρα-

 

 

 



 

λείπω, τοὺς χθονίους δαίμονας, οἷς οὐδὲν τῶν νομι-

ζομένων ἐγένετο, τὰς ψυχὰς τῶν ἀποθανόντων μηδενὸς

ὧν δεῖ τυχούσας, τοὺς ἐν ἀπάσαις ταῖς πόλεσι θεούς,

οἷς οὗτοι μετὰ ταῦτα προσίασιν ἐναγεῖς γεγονότες, ἣν

 πλέουσι θάλατταν, ἥτις οὐδέποτ’ ἂν αὐτοὺς ἐκκαθά-

ρειεν, αὐτὸν τὸν Ποσειδῶ οὗ τὴν λῆξιν μιαίνουσιν. 

 36. Ἀλλ’ ὡς μὲν οὐκ ἀσεβῆ καὶ δεινὰ ταῦτα,

εἰ καὶ σφόδρα εἰσὶ δεινοὶ λέγειν, οὐκ ἂν ἀντείποιεν.

’ίσως δ’ αὐτοὺς τοὺς ταλαιπώρους Ποτιδαιάτας αἰτιά-

 σονται καὶ παρ’ ἐκείνους φήσουσιν εἶναι τὰ μι-

άσματα τοὺς ἁψαμένους αὑτῶν. τοῦτο γὰρ λοιπὸν τὸ

πρὸς οἶς πεπόνθασι καὶ τὴν αἰτίαν αὐτῶν ἐνέγκα-

σθαι. ἐγὼ δ’ ὡς μὲν οὐχὶ κἀκεῖνοι γεγόνασι καὶ εἰσὶν

ἐναγεῖς μετὰ τοιαύτας τροφάς, οὐκ ἀντιλέγω. λέγω

 μέντοι τοῦτο αὐτὸ μείζονα ἔλεγχον εἶναι τῆς Ἀθηναίων

ἀσεβείας. εἰ γὰρ μηδὲ οἱ βιασθέντες εἰσὶ καθαροί,

πῶς οἱ καταναγκάσαντες; καὶ εἰ τοὺς ἐλεηθέντας ἂν

δικαίως ὑπὸ πάντων ἐφ’ οἷς ἠτύχησαν ἀναγκαῖον μι-

σεῖν, πῶς οὐ τούτους πλέον οἴ κἀκείνους εἰς τὸ μία-

 σμᾶ προσήγαγον;

ὥσπερ δέ, οἶμαι, τοῖς μανεῖσι,

κἂν τὰ μέγιστα ἐξαμαρτεῖν προαχθῶσιν, οὐκ αὐτοῖς,

ἀλλὰ τῇ μανίᾳ τὰς ἁμαρτίας προφέρομεν, οὕτω μηδὲ

 

 



 

Ποτιδαιάταις, ἀλλὰ τοῖς αἰτίοις τὴν ἀσέβειαν λογιζώ-

μεθα. παρὰ τούτων γὰρ καὶ διὰ τούτους παρελθοῦσα

εἰς τὴν πόλιν ἡ μανία ἀγνοῆσαί τε ἀλλήλους ἐποίησε

καὶ τὰ δεινὰ ταῦτα ἐξεργάσασθαι. ἤ πῶς ἐδύναντο

ἐκεῖνοι σωφρονῆσαι, τίνα δ’ ἀποστροφὴν εὑρεῖν τῶν 

κακῶν φρουρούμενοι μὲν οὕτως ἀκριβῶς, | ὁρῶν- 

τες δ’ ὑμᾶς περιεστηκότας φιλοπόνως, τὰς ναῦς ἐφορ-

μούσας, ἄλλους ἐπ’ ἄλλοις στρατηγοὺς πλέοντας, οὐδὲν

τῶν εἰς σωτηρίαν φερόντων, τὰ ἔνδον πάντα ἐξανηλω-

μένα; πόθεν οὖν εἶχον τραφῆναι; ἐκ τοῦ οὐρανοῦ; 

γέλως ταῦτα καὶ χλεύη πρὸς οἷς ἠτυχήκασιν. 

 38. Ἀλλ᾿ ἐξῆν, φησι, παραδοῦναι τὴν πόλιν.

καὶ γὰρ τοῦτο ἐροῦσι σφόδρα γε λόγον λέγοντες φιλ-

άνθρωπον ἢ μέτριον. οὑτωσὶ δὲ σκοπεῖτε. Ποτιδαιᾶται

μάλιστα μὲν εἰ καὶ] τῆς ἐλευθερίας ἐπεθύμουν πεμ- 

φθέντες εἰς Θρᾴκην οὐδὲν θαυμαστὸν ἦν, ἀλλὰ

γνώμη πολλή. ἐκεῖνοί τε γὰρ ἀήθεις ἑτέρων ὑπακούειν

οὗτοί τε ὑβρισταί. πάντες δ’ οἱ παρὰ τὴν ἀξίαν δου-

λεύοντες κἂν ἀποστῶσι νεωτερίζουσι κἂν δουλεύοντες

ἀνέχωνται. καὶ ὅτι γε πρᾶγμα εἰκὸς ἐποίουν εἰς τὴν 

 

 

 



 

ἐξ ἀρχῆς τάξιν αὑτοὺς ἐπανάγοντες, ἡ τοῦ πολέμου

πρόφασις μαρτυρεῖ. διὰ τί γὰρ οἱ Λακεδαιμόνιοι πολε-

μοῦσιν ἢ μετ’ ἐκείνων ἡμεῖς; οὐχ ἔνα οἶ νῦν δεδου-

λωμένοι τὴν ἐλευθερίαν ἀπολάβωσι; πάντας ἂν οἶμαι

 τοῦθ’ ὁμολογῆσαι.

μὴ τοίνυν νομίζετε τοὺς μὲν

ἔξω τῆς συμφορᾶς ὄντας καὶ πολεμεῖν καὶ πᾶν ὁτιοῦν

ὑπομένειν, ἴνα οἱ δουλεύοντες τῶν δικαίων τυγχάνω-

σιν, αὐτοὺς δὲ τοὺς δουλεύοντας οὕτως ἀναισθήτους

ὑπάρχειν ὡς μηδέποτε ἀπαλλαγῆναι βούλεσθαι τῶν

 κρατούντων, μηδὲ τὰ μὲν ἀργυρώνητα ταῦτα ἀνδρά-

ποδα ὧν τὰ πολλὰ ἐκ Καρίας καὶ Φρυγίας τὴν τιμὴν

καταθέντες ἄγομεν, τοὺς Καρίωνας καὶ Ξανθίας, οὕτως

εἶναι μεγαλοψύχους ὥστε ἀεὶ τὴν ἐλευθερίαν ὀνειρο-

πολεῖν καὶ εὔχεσθαι, τοὺς δ’ ἐκ μέσης τῆς Ἑλλάδος,

 τοὺς Κορινθίων παῖδας, τὸ τῶν Βακχιαδῶν γένος, τὸ

 τῶν Ἡρακλειδῶν, οὕτω ταπεινῶς | πράττειν ὥστε

δουλεύοντας ἀνέχεσθαι. καὶ τίνα ταῦτα λόγον ἔχει;

οὔκουν ἐχρῆν οὕτως ἀγνώμονας καὶ πικροὺς τοὺς

 

 

 



 

ἄρχοντας εἶναι ὥστ’ ἐπὶ πᾶν ἐξελθεῖν, εἴ τις ἐπεθύ-

μησεν ὧν ἐξ ἀρχῆς εἶχεν ἀγαθῶν. τὸ γὰρ ἔγκλημα ἦν

οὐ καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος οὐδ’ ἐπιβουλὴ τοῖς μικρο-

τέροις οὐδ’ ὅλως ὕβρις καὶ βία οὐδ’ ἃ νῦν Ἀθηναῖοι

πράττουσιν, ἀλλ’ ἐλευθερίας ἐπιθυμία καὶ τοῦ τῶν ἴσων 

μετέχειν, ὑπὲρ ὧν καὶ τοῖς βαρβάροις ἐπολεμοῦμεν.

δεῖ δέ, οἶμαι, καὶ τοὺς ἡγεμόνας, ἄν γε ὦσι μέτριοι,

οὐ τῷ βιάζεσθαι προσάγεσθαι τοὺς συμμάχους, ἀλλὰ

πείθοντας. καὶ πολλῷ βέλτιον μὴ φρουραῖς φυλάττειν,

ἀλλὰ τῷ ταὐτὰ συμφέρειν ἀμφοτέροις. βία μὲν γὰρ 

ἀπιστίαν, εὔνοια δὲ πίστιν ἐργάζεται. 

 41. Ταῦτα μὲν ἦν, ὦ Ἕλληνες, καὶ πολλῷ πλείω

τούτων λέγειν, εἰ τῆς ἐλευθερίας ἡττηθέντες καὶ καλὴν

ἐλπίδα ἐλπίσαντες καθ’ αὑτοὺς ἐπεχείρησαν γενέσθαι.

οὐ μὴν ὑπὲρ ταύτης γ’ ἐφιλονείκουν, ἀλλ’ ἑώρων 

αὑτοῖς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ ἀνδραποδισμοῦ καὶ ἀναστάσεως

καὶ πάντων τῶν δεινοτάτων ὑπάρχοντα καὶ μηδὲν

τούτους μέτριον καὶ φιλάνθρωπον μήτε διανοουμένους

μήτε πράξοντας. τοὺς γὰρ καὶ πρὶν ἀποστῆναι τοιαῦτα

ἐπιτάττοντας, οἷον τὰ τείχη κατασκάπτειν καὶ μετα- 

βάλλειν τὴν πολιτείαν, τί προσδοκᾶν ἔδει πράξειν

ἀποστάντων; οὐκ ἐξανδραποδιεῖν τὴν πόλιν; οὐκ ἀνα-

 

 



 

στήσειν παῖδας καὶ γυναῖκας; οὐκ αὐτοὺς τὴν χώραν

καθέξειν;

καὶ ὅτι ταῦτ’ εὐλόγως ἐφοβοῦντο, αὐτὰ

μαρτυρεῖ τὰ πραχθέντα. οὐ γὰρ ἔφθησαν παραδοῦναι

τὴν πόλιν καὶ παραχρῆμα ἐξηλαύνοντο ἄποροι, γυμνοί,

 πάντων ἀποστερηθέντες, πολιτείας, πατρίδος, κτημάτων,

οἰκτρὸν τοῖς ἐντυχοῦσι θέαμα, πλανώμενοι μετὰ τῶν

ὑπολοίπων παίδων καὶ γυναικῶν. οὐδ’ ἂν εἷς ἐφίκοιτο

τῷ λόγῳ τῶν ἐκείνοις κακῶν πολλῶν ὄντων.

καίτοι

 γε | οἱ μηδὲ δυστυχήσαντας αὐτοὺς οὕτως ἐν τῇ

 πολιορκίᾳ ἐλεήσαντες τί οὐκ ἂν διἐθεσαν, εἴ γ’ εὐτυ-

χοῦντας παρέλαβον; πῶς δ’ ἂν ἐφείσαντο τῶν σωμά-

τῶν τότε οἱ μηδ’ ὅτε ἐτράφησαν οὕτως; οὐκ ἦν ἱκανὸν

ἐξανηλῶσθαι τοσούτους καὶ τὸ πλεῖστον τοῦ δήμου

μέρος ἐν τῷ δήμῳ δεδαπανῆσθαι; οὐκ ἦν ἱκανὸν θη-

 ῥίων δίκην τοὺς ἀνθρώπους σεσιτῆσθαι; ἀλλ’ ἔδει

τούτους πρὸς τούτοις τοῖς καλοῖς καὶ ἄλλα προσνεανι-

εύσασθαι, φυγήν, ἀπορίαν, πάντα ἃ νῦν ὑπομένουσιν·

ἆρα ὁρᾶτε καὶ λογίζεσθε, ὑπὲρ ὅσων καὶ οἴων ἀντεῖχον

οἱ δυστυχεῖς; μεῖζόν τι <σημεῖον> τῆς τούτων

 

 



 

θρωπίας; ἀνεκτοτέραν τῆς Ἀθηναίων τυραννίδος τὴν

πολιορκίαν ἐπῄνεσαν. ἀλλήλων ἐγεύσαντο. ἐμπλῆσαι

γὰρ τὴν τούτων ὠμότητα ἁλόντες οὐκ ἐδύναντο.

ἐδήλωσε δὲ ταῦτα ὁ χρηστὸς δῆμος. οὐ γὰρ ὅπως

ἢ τοὺς παθόντας ὧν ἔπαθον ᾤκτειρεν ἢ τοὺς ταῦτα 

βιασαμένους στρατηγοὺς κατεμέμψατο. πόθεν; ὅς γε

τοὐναντίον ὧς φιλανθρώπων κατέγνωκεν. αἰτίαν ἔσχον

Ἑστιόδωρος καὶ Φανόμαχος καὶ Ξενοφῶν οὐκ ἐπὶ τοῖς

δείπνοις οὐδ’ ἐπὶ ταῖς τραπέζαις, ἀλλ’ ὅτι τοὺς λοι-

ποὺς ὑποσπόνδους ἀφῆκαν ἐξελθεῖν. διόπερ οὐδ’ 

ἄγνοιαν ἔστιν αὐτοῖς προφασίσασθαι τῶν πραχθέντων.

ἡ γὰρ μετὰ ταῦτα ἀπανθρωπία τὸ κἀκεῖνα εἰδέναι

μαρτυρεῖ.

τί οὖν ἐβούλεσθε; τί δὲ ἔδει χρήσασθαι

τοῖς περιττοῖς; ἀναγκάζομαι γὰρ καὶ ὑπὲρ τῶν στρα-

τηγῶν λέγειν, ἀποκρίνασθε, ὦ φιλάνθρωποι, πάλιν εἰς 

Ποτίδαιαν καθεῖρξαι καθάπερ θηρία καὶ τοὺς ὑπολει-

πομένους ἀλλήλοις προβαλεῖν καὶ ὅσον ἦν λείψανον

τοῦ γένους ἐν αὑτῷ δαπανῆσαι, μηδένα δ’ | ἐξ- 

ἐλθεῖν Ποτιδαίας μηδὲ τῆς συμφορᾶς ἄγγελον, ἀλλὰ

 

 



 

διανείμασθαι πάντας ἑαυτούς, ἕως ἂν ὑπολειφθῇ τὰ

οἰκοδομήματα, ἢ τοῦτο μὲν οὐχί, διασπασθέντας δ’

ὑφ’ ὑμῶν αὐτῶν καὶ τῶν ὑμετέρων χειρῶν ἀπολέσθαι;

ἐμοὶ μὲν γὰρ δοκεῖτε κἂν αὐτοὶ γεύσασθαι τῶν

 σωμάτων ἡδέως. καὶ τοῦτο ἂν ἴσως ἐνέπλησεν ὑμᾶς

μόνον, ὧς τά γε νῦν ταῦτα μικρὰ ἦν, δῆμος ἐν ἑαυτῷ

τρεφόμενος καὶ πάντα αὐτὸς αὑτῷ, οἶ σιτούμενοι, τὰ

σιτούμενα, οἱ πεινῶντες, αἱ ἑστιάσεις, πρὸς ταῖς τρα-

πέζαις τὰ σιτία, ἕκαστος πρὸς ταῖς τραπέζαις τροφὴν

 αἰτῶν καὶ διδόμενος, νεῖμον κἀμοί, λέγων, ὧν

ἡ νομή. τοιαῦτα γὰρ τῶν ἐν Ποτιδαίᾳ δείπνων

τὰ αἰνίγματα. ἑαυτοὺς οἶ δυστυχεῖς διεδέχοντο καὶ

ὥσπερ ἐν ταῖς τῶν ἐράνων εἰσφοραῖς ἔρανον ἐποι-

οῦντο τῶν σωμάτων κόπτοντες αὐτὰ καὶ διαιροῦν-

 τες, ὁ παρατυχὼν τρέφων τὸν φθάσαντα, εἶτ’ ἄλλον

ὁ τραφείς, εἶτ’ ἐκεῖνος ἕτερον, ἐγκύκλιόν τινα ταύτην

εὐωχίαν περιάγοντες, ἕως οἱ πλείους ὑπεδέξαντο ἀλ-

λήλους. 

 47. Οἱ δὲ τὰ δεῖπνα ταῦτα σκευάσαντες καὶ παρα-

 θέντες εἰσὶν οὗτοι καὶ τὸ τούτων στρατόπεδον. οἱ γὰρ

τὰς ἔξωθεν τροφὰς ἐμποδίζοντες τοῖς ἔνδον εἰσιέναι

οὗτοι καὶ δι’ ἀλλήλων ἠνάγκαζον χρήσασθαι ταῖς τρο-

 



 

φαῖς. τοιούτων ἔτυχεν ἑστιατόρων Ποτίδαια. ἡμεῖς δ’

ἠλεοῦμεν κατακληρουχηθεῖσαν Εὔβοιαν καὶ τὴν Σαμίων

φυγὴν καὶ τῶν νήσων τἀς βεβιασμένας. οὗτοι δὲ λοι-

πὸν ἤδη διαιροῦσι καὶ διανέμουσι τὰ σώματα καὶ τὰς

μὲν ἀνθρώπων τροφὰς ἐκ τῶν πόλεων ἐξορίζουσιν, 

ἀντεισάγουσι δὲ δεῖπνα ἐναγῆ καὶ τοὺς Ἕλληνας ἀνη-

λῶσθαι περὶ αὑτοὺς βιάζονται.

ἐτράφη πόλις, 00

Δήμητερ, ἄνευ τροφῶν καὶ σιτία ἄνευ σιτίων εὑρέθη

καὶ ἱερεῖα ἐτύθη ἱερείων μὴ παρεστηκότων. ποία γὰρ

ἦν ἔνδον ἀγέλη; τίς προβατεία; | μόνους εἶχον 

ἀλλήλους οἱ δυστυχεῖς. ὡς βελτίους ἂν ἦτε κενὴν τῶν 

ἀνδρῶν πρότερον ἢ τῶν τροφῶν τὴν πόλιν ποιήσαντες.

νῦν δὲ αἱ μὲν οὐκ ἦσαν, οἱ δὲ ἀλλήλοις περιέπιπτον

καὶ ζητοῦντες σωτηρίαν ἀπώλλυντο. τὸ γὰρ ἴαμα τοῦ

λιμοῦ τοιοῦτον ἦν, ἡ συμφορά. καὶ ταῦτα ἔπασχον 

ἐγγὺς ὄντων Ἀθηναίων καὶ τρυφώντων.

πόσαι μὲν

εἰσέπλεον τούτοις τροφῶν ὁλκάδες, πόσα δ’ ἱερεῖα ἐκ

τῆς Θρᾴκης συνηλαύνετο. αὐτὴν τὴν ἐκείνων Παλλή-

 

 

 

 



 

νῆν καὶ γῆν ἐκαρποῦντο, οἱ δ’ ἔνδον ἀπέθνησκον

οὐδενὶ κόσμῳ δαπανώμενοι μερίζοντες καὶ μεριζόμενοι,

θεούς, οἶμαι, καλοῦντες, Δήμητραν αὐτὴν καὶ Κόρην,

Ἐλευσῖνα καὶ Κελεόν, Ἴακχον καὶ μυστήρια. ἀλλ’ οὐκ

 ἠλέουν οἱ μυσταγωγοί. εἶθ’ ὑμεῖς ἔτι πυρῶν καὶ κρι-

θῶν μνημονεύετε καὶ τὴν προηροσίαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλά-

δος θύετε γεωργίαν ἀνθρώπων ἀνελόντες καὶ τὴν γῆν,

ὡς ἂν εἴποι τις, ἐκτρίψαντες αὐτήν. ἰδοὺ γάρ, παρα-

βάλωμεν τῇ Δήμητρι τὴν Ποτίδαιαν, τῷ Τριπτολέμῳ

 τὴν πολιορκίαν. οὐκ αὖθις ἡμῖν ἄκαρπος ἡ γῆ δοκεῖ

γεγονέναι, οὐ πάλιν ὁ πρὸ Δήμητρος εἶναι βίος;

καίτοι καὶ πρὸ Δήμητρος αἶ γεωργίαι μὲν οὐκ

ἦσαν οὐδὲ ἄροτοι, αὐτόφυτοι δὲ βοτάναι καὶ πόαι, καὶ

πολλὰ εἶχεν εἰς σωτηρίαν ἀνθρώπων αὐτοσχέδια ἄνθη

 ἡ Γῆ ὠδίνουσα καὶ κύουσα πρὸ τῶν ἡμέρων τὰ ἄγρια.

ἐπλανῶντο μέν, ἀλλ’ οὐκ ἐπ’ ἀλλήλους. ἄλση καὶ ὄρη

περιῄεσαν ζητοῦντες αὐτόματον τροφήν. καὶ τὴν ἐρη-

μίαν οὐκ εἶχον αἰτιάσασθαι οὐδ’ ἐνομοθέτησέ τι τοι-

 

 

 

 



 

οῦτον αὐτοῖς ἐκείνη, ἀλλὰ τὰ ἄγρια φύουσα ἥμερον

ζῶον τὸν ἄνθρωπον εἶχε καὶ ἀμίαντός τε ἦν αὐτὴ

κἀκείνους καθαροὺς ὄντας ἔτρεφε.

ταῦτα μέν, ὅτε

οὔτε πόλεις ἦσαν οὔθ’ ἡ παροῦσα αὕτη διακόσμησις

καὶ οἰκονομία τοῦ βίου· νῦν δ’ ὅτε ἤδη πάντα διατέ- 

τακταὶ καὶ μεστὴ μὲν ὤρας ποικίλης ἡ | γῆ, φυ- 

τεῖαι δὲ καὶ ἄροτοι πεδίων τε καὶ ὀρέων; γεωργοῦσι

δ’ οὐκ ἄνθρωποι μόνον, ἀλλὰ καὶ ζῷα ὅσα ἐζευξάμεθα

εἰς κοινωνίαν τῶν πόνων, ὥστε μηδ’ ἡ πολλὴ τῆς

ἀλόγου φύσεως ἄγριος καὶ θηριώδης, τότε ἡμῖν αὐτοῖς 

θηριώδη βίον Ἀθηναῖοι νομοθετοῦσι.

καὶ τὰ μὲν

τρόφιμα τῆς ἐρημίας τῶν ὁμοφύλων συνίησι καὶ ἀσφα-

λῶς λέοντες μὲν λέουσι, λύκοι δὲ λύκοις συναγελάζον

τᾶι, οἱ δὲ Ποτίδαιαν οἰκοῦντες ἄνθρωποι ταύτῃ οὐκ

ἔσχον ὁμοίαν τὴν ἀσφάλειαν, ἀλλὰ διέσπων καὶ διε- 

σπαράττον ἀλλήλους προτιθέντων αὐτοῖς τὴν δίαιταν

ταύτην Εὐμολπιδῶν καὶ Κηρύκων τῶν ἀπὸ τῆς Ἐλευ-

σῖνος οἱ καθαροῖς ἥκειν τὰς χεῖρας τοῖς μύσταις προ-

 

 



 

ἀγορεύοντες. αὐτοῖς ἤδη τὸ κήρυγμα τοῦτο κήρυττε·

ὅστις τὰς χεῖρας μὴ καθαρός. Ἀθηναίων λέγε.

ὅστις Ἑλλήνων φωνῆς ἀξύνετος. τίνες αὐτῶν

μᾶλλον βάρβαροι; μή μοι τοὺς μυησομένους δοκίμαζε,

 ἀλλὰ τοὺς μυήσοντας, εἴ γε καὶ μυήσουσιν ἐπὶ ταῖς

τοιαύταις τροφαῖς.

ἀναγνώτω τις τὸ κατὰ Μεγα-

ρέων πινάκιον· εἰργέσθωσαν Μεγαρεῖς λιμένων

Ἀττικῶν καὶ γῆς. εἶτα ἡ αἰτία προσγέγραπται, ὅτι

τῆς ἱερᾶς χώρας ὀλίγον μέρος ἐπεξῆλθον καὶ

 ἐπειργάσαντο. εἶτα, ὦ πρὸς αὐτῆς τῆς Ἐλευσῖνος, οὐ

πάσης οὗτοι τῆς γῆς καὶ θαλάττης ὑπερορισθῆναι δί-

 καίοι; οὐχ ὅπου μήτε πόλεις | μήτε ἄνθρωποι;

οὐ γῆν ἱεράν, ἀλλὰ φύσιν ἀνθρωπίνην ὑπερβάντες

 

 

 



 

καὶ τοῦτο δὴ τὸ δεινότατον ἔργον ἐξειργασμένοι ῇτι-

ᾶσθε τοὺς Μεγαρέας ὧς οὐκ εὐσεβῶς ἐκ τῆς Ἐλευ-

σῖνος τρεφομένους. πῶς οὖν ὑμεῖς Ποτίδαιαν ἐθρέ-

ψατε; εὐσεβῶς; ὁσίως; εἶτα οὐκ εἰρωνεύεσθαι μετὰ

τῶν ἄλλων καὶ τὰ πρὸς τοὺς θεοὺς ὑμῖν δοκοῦσιν; 

 54. Ἀλλὰ καὶ κλαῦσαί ποτε Μίλητον οὗτοι λέγουσι

καὶ τὴν ἐπὶ τῇ πολιορκίᾳ τραγῳδίαν ἐκβαλεῖν. τί τοι-

οῦτον ἢ Δαρεῖος ἐτόλμησεν ἢ Φρύνιχος ἐδίδαξεν;

ἅλωσις ἦν Μιλήτου καὶ ὁ πόλεμος καὶ τὸ δρᾶμα, καθα-

ροὶ δὲ ἑάλωσαν ἐκεῖνοι ἔχοντες ἀποδεῖξαι τοὺς τῶν 

ἀποθανόντων τάφους. νῦν δ’ ἔδει κλαῦσαι, νῦν ἐλεῆ-

σαι Ποτίδαιαν, τοῦτο μὴ ποιῆσαι τὸ δρᾶμα. 

 55. Οἰκτρὸν ἦν καὶ τὸ εἰς Σοῦσα καὶ Βάκτρα τὰς

νήσους ἀναστῆναι, ἀλλὰ κἀκείνους ὧς ἀνθρώπους οἱ

σαγηνεύσαντες ἀπήγαγον, καὶ νέμονται μὲν τὴν βάρ- 

βᾶρον, ἀλλὰ γῆν. οἶ δ’ ἐν Ποτιδαίᾳ ἔτι τὴν πατρίδα

ἔχοντες ἔνδον ὄντες ἐπενείμαντο ἑαυτοὺς οἱ ταλαίπω-

 

 



 

ροι.

ποῖος πόλεμος ἄλλος ταῦτα ἤνεγκε; ποία

πολιορκία βάρβαρος; μῦθος ἦν τὰ Κυκλώπων, τῶν

ποιητῶν κόμπος τὰ Λαιστρυγόνων. οὐδὲ Καμβύσης εἰς

τοσοῦτον ἧκεν, ἀλλ’ ἐκεῖνον ἐξ Αἰθιόπων ἐπανήγαγεν

 ἀρχόμενον τοιοῦτον κακόν. μίαν πιστεύω γενέσθαι

τοιαύτην τράπεζαν, κἀκείνην ἐν Θρᾴκῃ κἀκείνην παρ’

ὑμῶν. καὶ τὸ ἔργον τὸ περὶ τὸν Ἴτυν αἱ γυναῖκες ὰλη-

θῶς ἔδρασαν αἱ Ἀττικαί. καλῶς ἄρα οἱ τραγῳδοὶ

 | ταῦτα ἐδίδασκον, τὸν Τηρέα, τὴν Πρόκνην, οὐχ

 ἔνα φυλάττοισθε, ἀλλ’ ἔν ἔχοιτε μιμεῖσθαι. ἀλλ’ ὑμεῖς

ἐπενεανιεύσασθε πόλιν ὅλην καὶ ταύτην Ἑλλήνων, ὡς

τὸν Θρᾷκα ἐκεῖναι, δειπνίσαντες. πόσων δραμάτων

ταῦτα ἱστορίαι; τίνες ἀρκέσουσι τραγῳδίαι τῷ πάθει;

πόσαι σκηναὶ Ποτίδαια;

καὶ ταῦθ’ ὑμεῖς εἰδότες

 οὐκ ἐξηρπάσατε τοὺς ἀνθρώπους, οὐκ ἀπεσπάσατε

ἀλλήλων, ἀλλ’ ἄλλοι μὲν ἤδη καὶ κύνας καὶ ὄρνιθας

 

 

 



 

νεκρῶν ἀπεσόβησαν ὁλόκληρα τὰ σώματα τοῖς τάφοις

φυλάττοντες, ὑμεῖς δὲ τοῖς κειμένοις τοὺς ἀνθρώπους

ἐπεβάλετε. οὐ γὰρ Ποτιδαιατῶν τὸ ἔργον οὐδὲ οἱ

δασάμενοι τὰς τροφὰς ἐπενόησαν, ἀλλ’ ἡ τούτων ὰπό-

νοια καὶ ἡ τυραννὶς τοὺς ἀνθρώπους <ἐπὶ> τοῖς ἀνθρώ- 

ποις ἔδειξεν.

ἐγένοντο δὲ καὶ ἄλλαι τυραννίδες ὠμαὶ

καὶ πικραί, Ἔχετοι καὶ Φαλαρίδες, ἄνθρωποι περι-

κόπτοντες καὶ ἀκρωτηριάζοντες, εἴ τινας ἄρα βούλοιντο

κολάσαι. ἀλλ’ οὐδ’ ἐκεῖνοι τοιαύτας ἑστιάσεις εἱστίων

οὐδὲ τὸν θεσμὸν τῶν τάφων ὑπερέβαινον, ἀλλὰ κύνες 

μὲν ἴσως ἐγεύοντο τῶν ἀκρωτηρίων, ἀνθρώπων δὲ

οὐδεὶς οὐδὲ λόγῳ τὸ δεινὸν ἠπίστατο. κἀκεῖνοι μὲν

ὀλίγοις κακούργοις ἴσως τὰς λύμας προσῆγον, Ἀθη-

ναῖοι δ’ ὅλας πόλεις ἀκρωτηριάζουσιν οὐ μέρη σωμά-

των περικόπτοντες οὐδὲ ζῶσιν ἔτι λυμαινόμενοι, ἀλλὰ 

καὶ μετὰ θάνατον, ὅτ’ ἤδη τῆς γῆς ἐστιν ὁ κείμενος,

προσῆλθέ τις οὐχ ὡς πενθήσων οὐδ’ ὡς θάψων τὸν

ἀποθανόντα, ἀλλ’ ἐβούλετο μὲν ταῦτα ὁ δυστυχής, ὁ

 

 

 



 

λιμὸς δ’ ἄλλα ἐδίδασκε, μὴ κατορύττειν μηδ’ εἰς γῆν

 | φέρειν, ἀλλ’ εἰς αὑτόν.

καὶ τὰ μὲν σώματα

ἠφανίζετο, τάφος δ’ οὐδεὶς ἐχώσθη, καὶ ἐδάκρυον μὲν

ὡς ἐλεοῦντες, εὐωχία δ’ ἦν αὐτοῖς τὰ δάκρυα. οὐδὲν

 δ’ ἄλλων ἔδει περιδείπνων. πάντα γὰρ ἕν ἦν, ὁ τάφος,

τὸ δεῖπνον. ἐν ταῖς τροφαῖς τὰ νομιζόμενα. ἀνέστραπτο

δὲ ὁσία πᾶσα ἐν τῷ κακῷ. οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι τοῖς

ἀποθανοῦσιν ἀπαρχὰς τῶν ὡραίων ἐπιφέρουσιν έναγί-

ζοντές τε ἀφ’ ὧν ἔχουσι καὶ ἱερὰ ἐπικατακαίουσιν, οἱ

 δὲ αὐτὰ τὰ σώματα ὥσπερ ὡραῖα εἶχον καὶ ἑαυτῶν

ἱερεῖα.

οὕτως ὁ ταλαίπωρος Ποτιδαιατῶν δῆμος

κατατέθαπται. πόλεις δ’ ἄλλαι λέγονται αἱ μὲν κατα-

κλυσμοῖς, αἱ δὲ βίαις θαλάττης ἀφανισθῆναι, καὶ ὄρη

δὲ ποιηταὶ δήμοις ἐπαφῆκαν. ἀλλ’ οὗτοι πάντες εἰσὶ

 μῦθοι καθαροί, καὶ τὰ σώματα ὁσίως κέκρυπται. ὤφειλε

τοιαύτης γενέσθαι καὶ ἡ Ποτίδαια συμφορᾶς. νῦν δ’

 

 

 



 

οὐδὲν μέρος ἔχει τοὺς ἀποθανόντας, οὐ θάλαττα, οὐ

γῆ, ἀλλά, τοῦτο δὴ τὸ δεινότατον, ἐπὶ γῆς πεσόντες

οὐκ εἰσὶν ἐν γῇ, οὐδ’ ἡ δεξαμένη πόλις τὰ σώματα

κατέσχεν, ἀλλὰ πάντα ἀναμέμικται, οἱ ζῶντες, οἱ τελευ-

τήσαντες. 

 61. Τίνας <ἂν> οὖν ἀθλιωτέρους εἴποι τις, τοὺς

λωθέντας ἢ τοὺς ἀναλώσαντας; ποίους τῶν παίδων

ὀδυρώμεθα, τοὺς τραφέντας ἢ τὰς τροφάς; τῶν μὲν

τὴν ἀπώλειαν ἐλεοῦμεν, τῶν δὲ τὴν σωτηρίαν. οἱ μὲν

οὔκ εἰσιν οὐδαμοῦ, οἶ δὲ οὐδαμοῦ στῆναι δύνανται. 

τίς γὰρ ἂν ὑποδέξαιτο ἰδιώτης ἢ πόλις τοὺς τοιούτων

μιασμάτων μεστούς; τίς δ’ ἂν ἀλῶν καὶ τραπέζης κοι-

νωνήσειε μετὰ τὰς Ἀθηναίων τραπέζας; ἐμοὶ μὲν γὰρ

οὐδ’ ἂν θάψαι τις δοκεῖ μηδένα εἰδὼς ἐν Ποτιδαίᾳ

τραφέντα.

καὶ ταῦτα πάσχουσιν οἱ δυστυχεῖς ἀδι- 

κήσαντες μὲν οὐδέν, τὰς δὲ τούτων παρανομίας καὶ

βίας ὑπομένοντες. ἐπεὶ πόσα | πρὸ ταύτης τῆς 

συμφορᾶς αὐτοὺς μηχανήσασθαι πυνθανόμεθα; πόσα

δὲ τῶν εἰς σωτηρίαν εὑρεῖν ἂν ἐρήμους βιαίως παρα-

τηροῦντας εἴ πως ἄρα ἐκπλεῦσαι λάθοιεν, ναυαγίαν 

γὰρ μᾶλλον ἢ πολιορκίαν ἐβούλοντο, τὰ σιτία οὐ

 



 

μέχρι τῆς χρείας, ἀλλ’ ὥστε ἀποζῆν διαμετροῦντας,

διερευνωμένους τοὺς πολλοὺς τὰς τῶν δυνατωτέρων

οἰκίας, εἴ τῴ τι πλέον ἦν, ἰσομοιρίαν τούτου ποιοῦντας;

τὰ γὰρ ἴδια ἑκάστου συμφερόντως οὕτω διῃροῦντο.

τοτὲ μὲν οὖν καλῶς ἔIρεφον ἀλλήλους, ἐπειδὴ δὲ

ἅπαντα ἤδη ἐδήδεστο, τὰ ἴδια, τὰ δημόσια, καὶ ἦν οὐ

σῖτος, οὐχ ἱερεῖα, ἀλλὰ σαφῶς ἐξανήλωτο οὐ τὰ θύ-

σιμα μόνον, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἄθυτα, πᾶν γὰρ τὸ ἔμψυχον

ἐκτείνετο, καὶ ὅ τι ζῶον παραφανείη, τοῦτο ἦν αὐτοῖς

 ἀποστροφὴ τοῦ κακοῦ, καὶ ἔλεον μέν τινα καὶ ταῦτα

εἶχε καὶ πολλοὶ τῶν γευσαμένων ὧς ἐπ’ ἀνθρώποις

ὠλοφύροντο, ἐτολμήθη γοῦν ταῦτα πρῶτον, ἀλλ’ ἐπεὶ

πάντων ἐπίλειψις ἦν καὶ ὁ λιμὸς εἶχεν αὐτοὺς μόνος,

σωτηρία δ’ οὐκ ἦν οὔτε παρὰ τούτων οὔτε ἔνδον, ἀλλ’

 οἱ μὲν προσήδρευον, οἱ δὲ ἠπόρουν, πολλοὶ δ’ ἀπο-

ψύχοντες εἰς γῆν ἔπιπτον, τότε δὴ καὶ ταύταις ταῖς

τροφαῖς ἐπετίθεντο, οἱ μὲν ἐπὶ τοὺς κειμένους ὡς

ἑτοίμους τρεπόμενοι, οἱ δ’ ὅπως δύναιντο λοιπὸν ἐπι-

χειροῦντες ἀλλήλοις, οἶ μᾶλλόν τι δυνάμεως ἔχοντες

 

 



 

τοῖς ἀσθενεστέροις. καὶ ὅντινα πρῶτον ὁ λιμὸς παρο-

ξύνειεν, οὗτος ἐτόλμα τὴν τροφήν. καὶ ὁ προλαβὼν

τὸν μέλλοντα εἶχεν. αὐτοκράτωρ γὰρ οὖσα ἡ συμφορὰ

πρὸς τὴν ἀπόνοιαν ἤγειρε.

καὶ οὐκ ἦν ἅλις τοῦ

κακοῦ οὐδ’ ἐπέλειπον ἀλλήλους. πᾶν γὰρ τὸ σωζόμενον 

καὶ διαφεῦγον τῷ αὐτῷ κατελείπετο, καὶ οἱ τραφέντες

ἐπὶ τῷ | θρέψαι προελάμβανον τὴν χάριν, καὶ 

σιτούμενός τις αὑτὸν ὠδύρετο. διάγνωσις δ’ οὐκ ἦν

οὐκ ὰλλοτρ ἴων οὐδὲ φίλων, ἀλλ’ ὅστις οἰκειότητι προσ-

προσέλθοι τῷ πλησίον, ἐγγύθεν μᾶλλον ἡλίσκετο, ὁ πατὴρ 

τῷ παιδί, παῖς τῷ πατρί, καὶ ἀδελφοὶ δ’ <ἀλλήλων>

ἐνέμοντο φαγόντες τῶν μητέρων, οἷα ἔθρεψαν καὶ οἷα

ἐτράφησαν.

πόσαι μὲν ὀλοφύρσεις ἐγένοντο, πόσα δ’

ἐπιφημίσματα τῶν Ἀνάγκην ποτνιωμένων, προτεινομέ-

νων, πενδούντων πενθούντων τὰ δεῖπνα. ὧν ἤκουον οὗτοι παρα- 

καθήμενοι τῷ πάθει, καὶ ὁ καπνὸς ὑπὲρ τὰ τείχη

φερόμενος Ἀθηναίοις ἐνετύγχανε, πλησίον δὲ αἱ τού-

 

 



 

τῶν τράπεζαι τῶν ἔνδον τραπεζῶν. τὸ δ’ ἐντεῦθεν

ὁμωρόφιοι τοῖς ὑπολειφθεῖσιν ἐγένοντο. παρῆλθον εἰς

Ποτίδαιαν μετὰ τὰ δεῖπνα, μᾶλλον δ’ ἔτι σιτουμένους

κατέλαβον. περιῆλθον ἐν κύκλῳ τὴν πόλιν ἀκριβῶς

 ἀναπυνθανόμενοι· πόσοι μὲν οἶ δαπανήσαντες,

πόσοι δ’ οἱ δαπανηθέντες ἦσαν; μὴ φαύλους

μηδ’ ὀλίγους εἱστίασαν;

εἶτα ἐπὶ τούτοις αἶ

σπονδαί, ἐπὶ καλοῖς γε τοῖς ἱερείοις. καὶ οἶ μὲν ἐξε-

πέμποντο, οἱ δ’ ἔνδον ἦσαν θύοντες ὡς ἐπὶ νίκῃ,

 εὐωχούμενοι μετὰ τὰς ἐκείνων εὐωχίας, παρατιθέμενοι

τὰς αὐτὰς τραπέζας. καὶ νῦν οἱ μὲν ἐξελήλανται καὶ

πλανῶνται ἄλλος ἀλλαχοῦ διεσπαρμένοι, οὗτοι δ’ ἐπ-

οίκους πέμπειν διανοοῦνται καὶ ἔχειν δι’ ἑαυτῶν τὴν

πόλιν τοῦτο μὲν ὀρθῶς ποιοῦντες. ἀξία γὰρ Ἀθηναίων

 ἡ νῦν Ποτίδαια.