LXII. 

 ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑΝ ΑΥΤΟΝ

ΑΠΟΣΚΩΨΑΝΤΑΣ. 

 πάλαι τινὲς ἄνθρωποι σκαιοὶ μὲν καὶ τοῦ

μηδενὸς ἄξιοι, μεγάλων δὲ ἠξιωκότες αὐτοὺς πολλαῖς

 κέχρηνται κατ’ ἐμοῦ τε καὶ τῶν ὡμιληκότων ἐμοὶ ταῖς

βλασφημίαις, τῶν μέν, ὧς οὐδὲν μεμαθήκασιν, ἐμοῦ

δὲ ὧς οὐκ ἐπισταμένου διδάσκειν.

ἀλλ’ ἕως μὲν

λάθρα τε καὶ ἐν σκότῳ καὶ δεδοικότες μὴ πύθωμαι

 

 

 

 

 

 

 XCI 2

 

 

 

 

 

 



 

τοῦτο ἔδρων, ἱκανὴν παρ' αὐτῶν ἔχειν οἰόμενος δίκην

τὸ σὺν φόβῳ ταῦτα ἀδικεῖν ἐσίγων· ἐπεὶ δὲ πρὸς

τοῦθ’ ἥκουσιν ἀσελγείας ἀπὸ τοῦ πλουτεῖν κακῶς,

ὥστ’ ἤδη καὶ φανερῶς λοιδορεῖν πολλῶν παρόντων

ἐπ’ ἀγορᾶς, πειράσομαι βοηθεῖν ἐμαυτῷ καὶ δεικνύειν 

αὐτοῖς τε ἐκείνοις καὶ τοῖς ὑπ’ αὐτῶν ἠπατημένοις, εἴ

τις ἄρα ἔστι παρ’ ἡμῖν ἐμπειρία λόγων.

ἀγανακτῶν

δὲ πρὸς τουτουσὶ τοὺς τὰ μὲν αὑτῶν ἀγνοοῦντας

κακά, τὰς δὲ τῶν ἄλλων ψυχὰς ἐξετάζοντας ῥᾳδίως

ἐπὶ τούτῳ μάλιστ’ ἂν ἀγανακτεῖν φαίην, οἰὶ με πάλιν 

εἰς εὐφημίαν ἐμαυτοῦ καθιστᾶσι καὶ πρᾶγμα ὃ φεύγων

διατελῶ πράττειν ἐπαναγκάζουσι, λέγειν τι τῶν πὰρ

ἐμοῦ χρηστῶν εἰς ἑτέρους γεγενημένων.

ἀλλ’ εἰ μὲν

οἷόν τε ἣν τούτων ἀπεχόμενόν με τῶν λόγων ἀνελεῖν

τὰς αἰτίας, ἠδίκουν ἂν τὴν διὰ τῶν ἐπαίνων πορευό- 

μενος· ι | ἐπεὶ δὲ ἐν τῷ τὰ βελτίω περὶ ἐμοῦ λε- 

χθῆναι τὸ μηδὲν ἐκείνους ἀληθὲς εἰρηκέναι δείκνυται,

συγγνοίητ’ ἂν εἰκότως τῷ μὴ δυναμένῳ προδοῦναι

τὸν ἔλεγχον. καὶ γὰρ ἄτοπον μᾶλλον δεῖσαι τὸν λέ-

γοντα τὴν τῶν ἐπαίνων ἀλήθειαν ἢ τὰς διαβολὰς ἃς 

πολὺν ἤδη χρόνον τινὲς καθ’ ἡμῶν πεποίηνται. 

 

 



 

 5. Τινὲς δὴ καὶ καθήμενοι καὶ περιιόντες λέγουσιν,

ὧς ἐγὼ λόγους μὲν ποιεῖν ἀγαθός τε εἴην καὶ τῶν

πολλῶν ἀμείνων, διδάσκαλος δὲ οὐ παραπλήσιος. εἶτ

εὐθὺς ἐρωτῶσι· τίς γὰρ ἐν δίκαις τῶν τούτῳ

 συγγενομένων ἐξέλαμψε; τίς δὲ ἐν τάξει τῶν

πολιτευομένων; τίς δ’ ἀπὸ θρόνου τοῦ τῶν

διδασκάλων; τίς δ’ ἀπὸ τοῦ τῶν ἀρχόντων; καὶ

φθάσαντες τοὺς ἐρωτωμένους αὐτοῖς χαρίζονται τὴν

ἀπόκρισιν, ὡς οὐδείς.

ἐγὼ δὲ ὅτι μέν εἰσί τινες

 τῶν ἐμοὶ πεπλησιακότων οἳ δόξαν ἐπὶ τῷ λέγειν εἰλή-

φασι, μικρὸν ὕστερον ἐπιδείξω · ι θῶμεν δὲ νῦν

ἀληθὲς τὸ τούτων, ὧς οὐδείς. τί οὖν; εὐθὺς ἐμὴν

εἶναι δεῖ κατηγορίαν τὴν ἑτέρων ἀπειρίαν; εἰ μὲν γὰρ

ἢ μηδὲν αὐτὸς ἐπίσταμαι ὧν τὸν διδάξοντα προσῆκεν

 ἢ φθόνῳ κρύπτω παρ’ ἐμαυτῷ τὴν τέχνην ἢ ῥᾳθυμία

τις βλάπτει τὴν διδασκαλίαν καὶ μικρὰ τοῖς νέοις ἀντὶ

πλειόνων δίδοται ἢ διδόντος γε ὁπόσα δεῖ, τῶν δὲ

 

 

 



 

οὐ βουλομένων δέχεσθαι τοὺς ἀργῶς ἔχοντας οὐκ

ἐμεμψάμην, λεγέτω τίς με κακῶς, ἐγκαλείτω, ψεγέτω,

μαλλὸν δὲ γραφὴν ἀπενεγκὼν ἀγωνιζέσθω καὶ λαμ-

βανέτω δίκην πολλῶν πόλεων ἠπατημένων ὐπ’ ἐμοῦ

καὶ τὰ μέγιστα διὰ τῶν νέων ἠδικημένων · π εἰ δ’ εἰσί 

τέ τινες ἐν ἡμῖν λόγοι καὶ πᾶν ὅσον ἐπίσταμαι δίδωμι Ι

καὶ πάνθ’ ὅσα πάρεστι καὶ κατὰ τῶν ὑπτίων, τῶν 

μὲν πληγαί, τῶν δὲ ῥήματα σκύτους πικρότερα, πόσῳ

δικαιότερον καὶ ἀνθρωπινώτερον ἀλλαχοῦ ζητεῖν τὴν

τοῦ πράγματος αἰτίαν ἢ τὸν οὐδὲν ἀδικοῦντα συκο- 

φαντεῖν; ἐπεὶ δὲ ὑμεῖς ἐν μέσῳ κείμενον τὸ τούτων

αἴτιον ἰδεῖν οὐ βούλεσθε, νῦν ὄψεσθε δεικνύντος ἐμοῦ. 

 7. Μεγάλη τῶν καιρῶν ἐφ’ ἕκαστον τῶν πραγμά-

των ἡ ῥοπή. καὶ μετὰ μὲν τούτων καὶ ταχὺ καὶ κα-

λῶς ἅπαντα γένοιτ' ἄν· εἰ δὲ ἀντικρούσαιεν, μάταιος 

τοῖς ἐπιχειροῦσιν ἡ σπουδή. τί γὰρ ἢ πλέουσιν ἀγα-

θὸν ἐναντιουμένων πνευμάτων ἢ σπείρουσι γῆν νο-

σούντων ἀέρων; καὶ στρατηγῷ γενναῖος ὁ καιρὸς σύμ-

 

 



 

μαχος καὶ ἰατρῷ καὶ πρεσβευτῇ καὶ πᾶσιν ἀπλῶς ἔργοις

τε καὶ ἐπιτηδεύμασι. καιρὸς δὲ οἷος οὔπω πρότερον,

φησὶν ὁ Θουκυδίδης, κινῶν ἐπὶ τὴν Ἀττικὴν Λακε-

δαιμονίους. ἐγὼ δὲ εἰς ἀκαιρίαν τινὰ δεινὴν ἐνέβην

 ὠθούσης ἀνάγκης ἢν οὐ καιρὸς λέγειν. 

 8. Τίνα δὴ λέγεις τὴν ἀκαιρίαν; ἐρήσεταί τις.

Κωνστάντιον καὶ τὴν ἐκείνου βασιλείαν. ὃς παρὰ τοῦ

πατρὸς σπινθῆρα κακῶν δεξάμενος εἰς φλόγα πολλὴν

τὸ πρᾶγμα προήγαγεν. ὁ μὲν γὰρ ἐγύμνωσε τοῦ

 πλούτου τοὺς θεούς, ὁ δὲ καὶ κατέσκαψε τοὺς ναοὺς

καὶ πάντα ἱερὸν ἐξαλείψας νόμον ἔδωκεν αὐτὸν οἷς

 ἴσμεν ἐκτείνων δὴ | τὴν ἀπὸ τῶν Ἱερῶν ἐπὶ τούς

λόγους ἀτιμίαν. εἰκότως. οἰκεῖα γάρ, οἶμαι, καὶ

συγγενῆ ταῦτα ἀμφότερα, ἱερὰ καὶ λόγοι.

καὶ φι-

 

 



 

λοσόφους μὲν καὶ σοφιστὰς καὶ ὅσοι τῆς πρὸς τὸν

Ἑρμῆν τε καὶ Μούσας τελετῆς εἰς τὸ βασίλειον οὐ-

δένα πώποτε τούτων οὐκ ἐκάλεσεν, οὐκ εἶδεν, οὐκ

ἐπήνεσεν, οὐκ εἶπέ τι πρὸς αὐτούς, οὐκ ἤκουσε φθεγ-

ξαμένων, ἠγάπα δὲ καὶ περὶ αὑτὸν εἶχε καὶ συμβού- 

λους καὶ διδασκάλους ἐποιεῖτο βαρβάρους ἀνθρώπους,

ὀλέθρους τινὰς εὐνούχους. οἷς ἀφειστήκει τῶν τῆς

βασιλείας ἔργων, αὐτὸς δὲ τοὔνομα παρεῖχε, καὶ ἡ

μὲν ἐσθὴς ἐκείνου, ἡ δὲ ἐξουσία τούτων.

οἱ δὲ

τὴν μὲν τῶν λόγων παίδευσιν ἤλαυνον πάντα τρόπον 

μικροὺς ποιοῦντες τοὺς ἐκείνης μετειληφότας ἀλλήλοις

διακελευόμενοι σκοπεῖν ὅπως μηδεὶς σοφὸς λάθοι φίλος

ἐκείνῳ γενόμενος, εἰσῆγον δὲ τοὺς ὠχρούς, τοὺς

θεοῖς ἐχθρούς, τοὺς περὶ τοὺς τάφους, ὧν τὸ σεμνὸν

διασῦραι τὸν Ἥλιον καὶ τὸν Δία καὶ τοὺς σὺν ἐκείνῳ 

ἄρχοντας, καὶ πάλιν ἀπῆγον εἰς τάξιν τοὺς ὑπογρα-

 

 



 

φέας οἳ τῶν ἑαυτῶν οἰκετῶν οὐδὲν ἤσαν ἀμείνους

οὔτε τὰς ψυχὰς οὔτε τὰς χεῖρας, εἰσὶ δὲ οἳ καὶ χείρους,

οἱ μὲν θάτερον, οἱ δὲ καὶ ἀμφότερα.

καὶ ἡ μετα-

βολὴ μάλα ὀξεῖα. ὁ τοῦ μαγείρου παῖς, ὁ τοῦ κναφέ-

 ωε, ὁ περιτρέχων ἐν στενωποῖς, ὁ τρυφὴν ἡγούμενος

τὸ μὴ πεινῆσαι, οὗτος ἐξαίφνης ἐφ’ ἵππου λαμπροῦ

λαμπρὸς καὶ ὀφρὺς ἠρμένη καὶ πλῆθος ἀκολούθων,

οἰκία μεγάλη, γῆ πολλή, κόλακες, συμπόσια, χρυσός.

 καὶ Ι εἴ τις ἄρα καὶ ῥητόρων ἀρχῆς μετέλαβέ

 τινος τούτων διδόντων, μισθὸν κολακείας ἔλαβεν.

οἷς, εἴπερ ἐσωφρόνουν, βέλτιον ἣν γενέσθαι ἔτι τα-

πεινοτέρους ἢ δι᾿ ἐκείνων ἀρθῆναι. οἱ δὲ κατάπτυστοι

καὶ μεθύοντες εὐνοῦχοι πρὸς τοσοῦτον ἧκον ἀσελγείας

καὶ οὕτως ἐξύβρισαν, ὥστε τοὺς ὑπογραφέας ἄγοντες

 εἰς τὸν τῶν ὑπάρχων ἐγκαθίζουσι θρόνον. καὶ ὁ

καλὸς Κωνστάντιος ἔχαιρεν ὧς δὴ καλῶς εὑρὼν τὸ

μόνον σῶσον τὰ πράγματα. 

 12. Τοῦτ’ οὖν ὁρῶντας τοὺς ἐν τοῖς διδασκαλείοις

νέους οὐκ οἴει πρὸς αὐτοὺς εἰρηκέναι πολλάκις· τί δέ

 μοι κέρδος τῶν μυρίων τουτωνὶ πόνων, μεθ’

ὧν ἀνάγκη διὰ πολλῶν μὲν ποιητῶν ἀφικέ-

σθαι, πολλῶν δὲ ῥητόρων καὶ παντοδαπῶν έτέ-

ρων συγγραμμάτων, εἰ <δὲ> - τέλος ἱστᾶι

 



 

ἱδρώτων, αὐτὸν μὲν ἄτιμον περιφοιτᾶν, ἕτερον

δέ εὐδαιμονεῖν;

καὶ τί λέγω τούς νέους; οἶ

τούτων πατέρες ἀπὸ τοιούτων λογισμῶν, ἄνδρες ἐν

λόγοις πεπονηκότες, μίξαντες ταῦτα ἐκείνοις τοὺς αὐ-

τῶν υἱεῖς ἔτρεφον αἰσχυνόμενοι μὲν τὸ κάλλος τὸ τῶν 

λόγων, ὁρῶντες δέ τὴν ἐν θατέρῳ ῥώμην. αὐτοί τε

οὖν εἰς ἐκεῖνα διὰ τούτων ἐζημιοῦντο καὶ τοὺς ἄλλους

εἰς ἀθυμίαν ἡγὸν ὧς οὐκ ἀποχρώντων εἰς εὐδαιμονίαν

τῶν λόγων.

ἴδοι δ’ ἄν τις ἀκριβέστερον τὴν ἀπὸ

τοῦ καιροῦ λύμην, εἰ σκέψαιτο τοὺς Ἀθήνηθεν στρατι- 

ώτας. μετὰ γὰρ τὸν τρίβωνα καὶ τὸ Λύκειον καὶ

λόγους καὶ προλόγους καί, νὴ Δία γε, Ἀριστοτέλην

ἀναξυρὶς καὶ ζωστὴρ ὁ τῶν | διακονούντων ταῖς 

βασιλέως ἐπιστολαῖς ἃς ἐκ <τῶν> o βασιλείων ἀνάγκη

ρεσθαι πανταχοῖ τῆς γῆς. 

 15. Τοῦτο δὴ τὸ κακὸν τὸ καὶ τῶν Ἀθηναίων

ἁψάμενον σφοδρότερον ἥπτετο τῶν ἐμοὶ συνόντων καὶ

μειζόνως ἔβλαπτε, διότι οὐκ ἴσον ἦν οὐδὲ παραπλήσιον

ἐν Αἰγύπτῳ τε καὶ Παλαιστίνῃ καὶ Ἀθήνησι παιδεύειν

καὶ οὗπερ ἐγώ. ποῦ γὰρ ἴσον ἀκούειν τὴν τῶν ὐπο- 

γραφέων εὐτυχίαν καὶ παρόντας ὁρᾶν; καὶ διηγου-

μένων ἀκροᾶσθαι τὰς λαμπρὰς εἰσόδους καὶ ἐξόδους

 

 



 

τὰς μὲν ἕωθεν, τὰς δὲ δείλης καὶ αὐτοὺς εἶναι τῶν

διηγεῖσθαι δυναμένων; οὐκοῦν τὸ μὲν ἐκείνων ἦν τῶν

διεστηκότων ὃ τὴν βλάβην εἶχεν ἐλάττω, τὸ δὲ ἐν

ταῖς τρισὶ πόλεσιν ὁμοίως, τῇ Κωνσταντίνου, τῇ Νικομήδους,

 τῇ Ἀντιόχου, τοῦτο δὴ μέγιστον ἠναντίωταί

μοι καὶ τὰς ὁρμὰς τῶν νέων ἀπήμβλυνε, τὸ μὴ

κεῖσθαι τῶν πόνων ἆθλα πείθοντα φέρειν τὴν ταλαιπωρίαν,

 τὸ λέγειν που Πλάτωνα, | ᾔδειμεν δ᾿

ἂν ὅ φησι καὶ μὴ λέγοντος, ἀσκεῖται δὴ τὸ ἀεὶ

 τιμώμενον, ἀμελεῖται δὲ τὸ ἀτιμαξόμενον.

εἰ

μὲν τοίνυν τῶν τετιμημένων ἦν ὑπὸ Κωνσταντίου τὸ

χρῆμα τῶν λόγων, καιρῷ καλῷ κακῶς ὁ διδάσκαλος

κέχρηται εἰ δ᾿ οὐδεὶς ἐκείνῳ τῶν σοφωτέρων φίλος

οὐδ᾿ οἱ λέγοντες, ἀλλ᾿ οἱ λἐγοντος ἑτέρου γράφειν

 ὁξεῖς τῶν μεγίστων ἐτύγχανον, τί θαυμαστόν, εἰ νάρκη

τις πρὸς τοὺς λόγους κατέσχε τοὺς νέους; 

 17. Τοῦτο δὴ τὸ κακὸν καὶ ταύτην τὴν νεφέλην λύει

μὲν Ἰουλιανὸς ὁ βασιλεὺς ὁ φέρων ὁμοῦ ταῖν χεροῖν

ὅπλα καὶ βιβλία καὶ ταῖς πολλαῖς καμήλοις φορτία ταῦτα

 

 

 

 



 

LIBANII OR. CONTRA INSTITUTIONIS IRRISORES 355

ἀναθείς, οὐκ οἶνον καὶ μύρον καὶ στρώματα μαλακὰ

καὶ ἃ τῷ προτέρῳ πλεῖστα εἵπετο. καὶ ἣν ὁ πόνος

τοῖς νέοις τῆς ῥᾳθυμί·ας ἡδίων, ὥσπερ τοῖς Ἀχαιοῖς ὁ

πόλεμος τοῦ πλοῦ μετὰ τὴν ὁρμὴν ἢν ἐδέξαντο παρὰ

τῆς Ἀθηνᾶς.

ἀλλὰ ταύτην δὴ τὴν ἐπανόρθωσιν 

βραχεῖαν ἐποίησεν ἄδικος ἐν Περσίδι σίδηρος ὃς

ἐκεῖνον μὲν ἀπέκτεινε, τοὺς νέους δὲ πάλιν ἀνεχαί-

τισεν. εἰ δὲ μὴ πονηρὸς δαίμων ἐφθόνησε ταῖς πό-

λεσι, τοῖς πᾶσιν ἂν ἐπιδόντα τὰ τῶν ἀνθρώπων πράγ-

ματα κατὰ τοὺς λόγους μάλιστ᾿ ἂν ἔσχε τὴν ὑπερ- 

βολήν. 

 19. Οὑκοῦν τοῦ μὲν ἐν μακρᾷ βασιλείᾳ τοῖς λόγοις |

πεπολεμηκότος, τοῦ δὲ τιμῶντος ῥητορικὴν ἄμα 

τε φανέντος καὶ μεταστάντος ὄκνος τις ἐνέπεσε τοῖς

νέοις, τούτου δὲ ὄντος τηλικούτου κἀγώ τινος αἴτιος 

βλάβης ὁμολογῶ γεγενῆσθαι. τὸ γὰρ αὐτὸ χρηστότητος

μέν δόξαν ἐμοί, ῥᾳθυμίαν δὲ τοῖς φοιτῶσιν ἡμῖν

ἤνεγκε. τί τοῦτο; τὸ κύριον ἕκαστον εἶναι τῶν προσ-

ιόντων δοῦναί τε μισθὸν καὶ μή. γλυκὺ γάρ τι καὶ

τοῖς δοῦναι δυναμένοις ἐφάνη τὸ μὴ δοῦναι. καὶ τὴν 

τῶν ἀπορούντων ἀνάγκην ἡ τῶν εὐπόρων ἐμιμήσατο

γνώμη, μᾶλλον δὲ τῶν εὐπόρων οἱ μὲν ἤνεγκαν, οἱ

δέ οὔ.

πλείονος δὴ τοῦ μὴ διδόντος γιγνομένου

 

 



 

καὶ κατ’ αὐτό γε τοῦτο ῤᾳθυμοτέρου, τὸ γὰρ ἐξεῖναι

προῖκα λαβεῖν οὐδέ προθύμως ἐπαναγκάζει λαμβάνειν,

ὧν γάρ τις οὐ τίθησι τιμήν, ταῦτα οὐκ ἀλγεῖ μὴ

κτώμενος, τοῦ δὴ πλείονος, ὅπερ ἔφην, κακῶς διακει-

 μένου συνεπεσπάσθη καὶ τὸ τὸν μισθὸν τελοῦν. καὶ

μᾶλλον οὗτοι πρὸς τὸ ῥᾳθυμεῖν ὑπ’ ἐκείνων καθειλ-

κύσθησαν ἢ παρὰ τούτων ἐκεῖνοι βελτίους ἐγένοντο,

ῥᾷον γάρ, οἶμαι, καὶ ἥδιον τὸ μηδὲν ποιεῖν τοῦ πο-

νεῖν, ὥστε καὶ τούτοις λεπτὸν ἐγίγνετο τοῦ διδόναι

 τὸ κέρδος. 

 21. Ἐγένετό τις καὶ τρίτος τοῦ πράγματος ὄλεθρος.

καὶ ἴστω μὲν καλὸν καὶ ἐπαινείσθω τοῦτο τὸ ἐμπό-

δισμα, εἰ δοκεῖ, κώλυμα δὲ ἣν ὅμως μέγιστον τῇ τῶν

λόγων ἰσχύι. τὸν μὲν γὰρ ἄλλον ἅπαντα χρόνον

 τοὺς μὲν ἀπὸ τῶν ἐργαστηρίων νέους, οἷς ἡ φροντὶς

ὑπὲρ τῆς ἀναγκαίας τροφῆς, ἣν ἰδεῖν εἰς Φοινίκην ἐπὶ

τῷ τοὺς νόμους λαβεῖν ἰόντας, οἶ δὲ ἐξ εὐδαιμόνων

οἰκιῶν οἷς γένος ἐπιφανὲς καὶ χρήματα καὶ πατέρες

 

 

 



 

λελειτουργηκότες, | ἔμενον ἐν τοῖς ἡμετέροις. καὶ 

ἐδόκει τὸ μὲν τούς νόμους μανθάνειν τῆς χείρονος

τύχης, τὸ δὲ μηδὲν προσδεῖσθαι τούτων τῆς ἀμείνονος

εἶναι σημεῖον, ἀλλὰ νῦν πολύς πολλῶν ὁ δρόμος ἐπ’

ἐκεῖνο, καὶ νεανίσκοι λέγειν εἰδότες καὶ κινεῖν ἀκροα- 

τὴν ἔχοντες εἰς Βηρυτὸν θέουσιν ὡς ἂν προσληψόμενοί

τι.

λελήθασι δὲ σφᾶς αὐτοὺς ἀντὶ τοῦ προσλαβεῖν

ἀντιλαμβάνοντες. οὐ γὰρ τὸ μὲν σώζεται τοῖς ἔχουσι,

τὸ δὲ ἐπεισέρχεται, ἀλλὰ τὸ μὲν ἴσως εἰσέρχεται, <τὸ σ

οὐκ ἔστιν ὅπως οὐκ ἐξέρχετια>, ο οὐ γὰρ οἷόν τε τὴν διά- 

νοιαν ἀρκεῖν ὁμοῦ πρός τε τὴν τούτων κτῆσιν πρός τε

τὴν ἐκείνων φυλακήν, ἀλλ᾿ ὁ τούτῳ προσέχων ἐκεῖνο

διαφῆκεν, ὥστ’ ἀμείνους ἂν ἤσαν πάντα τοῖς νόμοις

διδόντες τὸν χρόνον ἢ τούτου τὸ πλέον ἀναλίσκοντες

μάτην.

εἰ μὲν οὖν ὡς χρησιμώτερον πρᾶγμα τοὺς 

νόμους διώκοντες τοῦτ’ εὖ ποιοῦσιν, οὐδὲν οἶμαι δεῖν

ἐξετάζειν, οὐ γὰρ διαδικασίαν τήμερον ἔστι τοῖς νόμοις

πρὸς τοὺς λόγους λαχεῖν, ἐκεῖνο δ’ ἀρκεῖ μοι δεῖξαι,

 

 



 

ὅτι τοὺς ἐντεθέντας λόγους ὑπὸ τῶν προτέρων διατριβῶν

ἀνάγκη τοῖς ἀπὸ τῶν δευτέρων ἐκκρούεσθαι καὶ

τὸ μὲν κρατεῖν, τὸ δὲ ἠφανίσθαι τοῖς μὲν ὅλως, τοῖς

δὲ οὐ μικρῷ μέρει. 

 24. Πρὸς τοίνυν τοῖς εἰρημένοις τοσούτοις οὖσιν

ἔστι νῦν καὶ ἕτερον, ὃ παρήσω, μή τῳ δόξαιμι φθονεῖν·

ἐπ᾿ ἐκεῖνο δὲ εἶμι τὸ κεφάλαιον τῶν βλαβερῶν

οὐ γὰρ ἔτι τοῖς παισὶν οἱ πατέρες ἀπειλοῦσιν οὐδὲ

 εἴργουσι τραπέζης ἀμελοῦντας οὐδὲ λουτρῶν | οὐδὲ

 τοῖς μὲν κολάζουσι, τὰ δὲ ἀνατείνονται, ὡς ἐκβαλοῦσιν,

ὡς ἀποκηρύξουσιν, ὡς ἑτέρῳ καταλείψουσι τὸν

κλῆρον, ἀλλ᾿ ἐπαινεῖν μὲν οὐκ ἔχουσι, ψέγειν δὲ οὐ

τολμῶσι. καὶ δεδώκασι μὲν τὴν αὑτῶν τάξιν ἐκείνοις,

τὴν δὲ ἐκείνων αὑτοῖς, ὥστε οἱ μὲν ὀργίλον βλέπουσιν,

 οἱ δὲ ὑποπτήσσουσι.

νέοι δὲ ταύτην παραλαβόνιτες

τὴν ἐξουσίαν καθεύδουσι, ῥέγχουσι, πίνουσι,

 

 



 

μεθύουσι, κωμάζουσι, τοῖς δὲ διδασκάλοις ἐνδείκνυνται

τοῦθ’ ὡς, ἢν μὴ πάντα ἀνέχωνται, παρ’ ἑτέρους ἢξου-

σιν, ὁ πατὴρ δὲ οὐκ ἐπισχήσει. οἱ δὲ ἄθλιοι πατέρες

τὸ τῆς Ἀνδρομάχης καὶ συνερῶσι τοῖς υἱέσι. καί τις

ἡδῆ τὸν παῖδα ὁρμῶντα ἐπὶ μίξεις παρανόμους ἐπῄνεσε 

καὶ πληγῶν καὶ ταραχῶν ἐμπλήσαντα τὸ διδασκαλεῖον

ἐθαύμασε καὶ ἐφ’ οἷς προσῆκεν ἀποπνίγειν, ταῦτα

ἔφησεν αὐτῷ κράτος ἐν ἀνδράσι παρέξειν. 

 26. Ταῦτα ἐχρῆν ὁρᾶν τοὺς ἐπιτιμῶντας, ταῦτα

λογίζεσθαι, ταῦτα αἰτιᾶσθαι τοῦ μὴ πρὸς ἄκρον λόγων 

ἀφικνεῖσθαι τοὺς νέους, οὐ, μά Δία, τὰς μὲν οὔσας

αἰτίας ὑπερπηδᾶν, τὰς δὲ οὐκ οὔσας πλάττειν, καὶ τὰ

ἀληθῆ μὲν ἐᾶν, τὰ ψευδῆ δὲ τραγῳδεῖν καὶ διχῆ τὸ

δίκαιον ἐκβαίνειν οἷς τε σιγῶσιν οἶς τε λέγουσι. 

 27. Τοσαῦτα μὲν οὑν ἡμῖν καὶ πλείω τούτων παρ- 

εἴλετο τὴν βλάστην τῶν ἐν τοῖς νέοις ὀφειλόντων

ηὐξῆσθαι λόγων, | ἀλλ’ ὅμως ἐκ τοσούτων ἐλατ- 

τωμάτων, ἔφη που Δημοσθένης, καὶ οὐκ ἀλαζονεύσομαί

 

 



 

γε οὐδὲ ἐρῶ τι μεῖζον τῶν ὄντων, ὡς ἐνέπλησα ῥητό-

ρων τὰς τρεῖς ἠπείρους καὶ τὰς νήσους ἁπάσας μέχρι

τῶν Ἡρακλέους στηλῶν, ἀλλ’ ἐρῶ τοσοῦτον ὅσον ἂν

καὶ δεῖξαι δυναίμην, ὅτι εἰσί μοι παῖδες, οὕτω γὰρ

 καλὸν ὀνομάσαι τοὺς τῆς συνουσίας ἀπολελαυκότας, οἱ

μὲν ἐν Θρᾴκῃ καὶ τῇ μεγάλῃ πόλει, οἱ δὲ ἐν Βιθυνίᾳ,

οἱ δὲ ἐν Ἑλλησπόντῳ καὶ Καρί·ᾳ καὶ Ἰωνίᾳ, καὶ παρὰ

Παφλαγόσιν εὕροις ἄν, εἰ βουληθείης, καὶ παρὰ Καπ-

παδόκαις, οὐ πολλοὺς μὲν ἐνταῦθα, οὐδὲ γὰρ πολλοὶ

 παρ’ ἡμᾶς ἧκον ἐκεῖθεν, εὕροις δ’ ἄν τινας.

πολ-

λούς γε μὴν ἴδοις ἂν ἐν Γαλατῶν πόλεσιν, ὧν οὐκ

ἐλάττους ἐν Ἀρμενίᾳ. πάλιν δὲ τούτων πλείους οἱ

Κίλικες, καὶ οἶ τούτων γε πολλῷ πλείους οἱ Σύροι.

κἂν ἐπὶ τὸν Εὐφράτην βαδίσῃς καὶ διαβὰς τὸν ποτα-

 μὸν ἔλθῃς ἐπὶ τὰς μετ’ ἐκεῖνον πόλεις, ἐντεύξῃ τισὶ

τῶν ἡμετέρων ἑταίρων ἴσως οὐ φαύλοις. ἔχει μοί τινα

καὶ Φοινίκη χάριν καὶ Παλαιστίνη καὶ μετὰ ταύτης

Ἀραβία, Ἴσαυροι, Πισίδαι, Φρύγες.

καὶ ταῦτα

λέγω οὐχ ὡς ἀπάντων τῶν ἁπανταχόθεν λόγων ἰσχὺν

 

 

 



 

πὰρ ἡμῶν οϊκαδε κεκομικότων, ἀλλ’ ὧς ἑκάστης γῆς

δεξαμένης τινὰς ῥήτορας. καὶ σιωπῶ τοὺς τεθνεῶτας,

οὖς εἰ φαίην μέγιστόν μοι γεγονέναι κόσμον, οὐκ οἶμαι

λυπήσειν τοὺς ζῶντας. ὧν οἱ μὲν ἐμοὶ πολῖται, δύο

δὲ ὁμωνύμω Γαλάται καὶ Καππαδόκης πέρυσι καὶ Κίλιξ 

οὐ πάλαι καὶ πρὸς ἐκείνοις Φοῖνιξ. οἱ καὶ μόνοι πρὸς

γῆρας ἥκοντες ἤρκουν ἄν με στεφανῶσαι τῇ δόξῃ. 

 30. Τίνες, φησί, τούτων εἰς τὸ παιδεύειν

κατέστησαν; οὐδείς. οὐδὲ γὰρ ἐβουλήθησαν, σφόδρα

ἂν εἴπερ ἐβούλοντο δυνηθέντες. εἰ μὲν οὖν οὐκ ἔχουσι 

τὴν δύναμιν, δεῖξον· | εἰ δὲ παρούσης ἐκείνης 

ἑτέρωσε μᾶλλον ὥρμησαν, οὐκ ἂν εἴη σημεῖον τοῦ μὴ

δεδυνῆσθαι τὸ μὴ βεβουλῆσθαι. πολλὰ γὰρ ὧν ἂν

πράξαιμεν εἰ προελοίμεθα φεύγομεν, οἱ μὲν οὐδενὸς

λογισμοῦ πείθοντος δρᾶν, οἶ δὲ καὶ κωλύοντος.

πό- 

σοι ῥώμην ἔχοντες οὐκ ἐνέγραψαν αὑτοὺς ἀθληταῖς;

μυρίοι. πόσοι πολεμικοὶ τὰς φύσεις οὐκ ἐγένοντο στρα-

τιῶται; πόσοι δὲ ἀρχικοὶ μᾶλλον ἄρχεσθαι παρ’ ἑτέ-

ρων ἢ πόλεων ἄρχειν ἐδέξαντο; ἐῶ τοὺς ἄλλους, ἀλλ’

 

 



 

ὁ θεῖος οὑμὸς ὁ νεώτερος οὐδαμῆ τοῦ πρεσβυτέρου

τῇ περὶ ταῦτα ἀρετῇ λειπόμενος, ἔστι δὲ ὅπη καὶ

παριὼν πολλὰς ἀρχὰς διεώσατο τὴν τοῦ πολιτεύεσθαι

τάξιν πρὸ τοῦ τῶν ἀρχόντων ποιησάμενος σχήματος.

 καὶ πολλοὺς ἂν ἔχοιμί σοι πολιτευομένους λέγειν, οϊ

τοῦτ’ αὐτὸ ποιοῦντες διατελοῦσιν ἐξὸν πάλαι δι’ ἀρ-

Γῶν ἀφῖχθαι καὶ σοβεῖν κὰτ ἐνίους τῶν ἐπειδὴ ἦρξαν

ὠγκωμένων. 

 32. Τί οὖν θαυμαστόν, εἰ ὥσπερ ἑτέροις ἄρχειν

 ἐπισταμένοις ἄρχεσθαι λυσιτελέστερον ἔδοξεν, οὕτω τισὶ

παιδεύειν δυναμένοις οὐ ταύτην ἐλθεῖν τὴν ὁδὸν ἔδο-

ξεν; ὑπὲρ ὧν εἰ δεῖ με καὶ τὰς αἰτίας εἰπεῖν, οὐδὲν

ἂν εἴποιμι ποικίλον, ἀλλ᾿ ὁ καὶ παιδὶ δῆλόν ἐστιν,

ὅτι τὸ πρᾶγμα ὁρῶντες καταπεφρονημένον καὶ κατο-

 ρωρυγμένον καὶ μηδεμίαν ἔχον μὴ δόξαν, μὴ δύναμιν,

μὴ πρόσοδον, ἀλλ’ ἀντὶ τούτων ἐπίπονον δουλείαν,

καὶ πολλοὺς ὄντας τοὺς δεσπότας, πατέρας, μητέρας,

παιδαγωγούς, αὐτοὺς τοὺς νέους, οἱ πρᾶγμα ἀτοπώ-

 

 



 

τατὸν πεπόνθασιν οἰόμενοι τὸν διδόντα τοὺς λόγους

δεῖσθαι τοῦ ληψομένου, καὶ τὴν ζημίαν τὴν ἐν τῷ μὴ

λαβεῖν τοῦ διδόντος οὖσαν, ἀλλ’ οὐ τοῦ μὴ λαβόντος,

ταῦτα ὁρῶντες πρᾶγμα κακὸν γεγενημένον φεύγουσιν,

ὥσπερ οἱ πλέοντες τὰς ὑφάλους. 

 33. Ἀλλ᾿ εἰς ἐμὲ ὀρῶν τίς ἐπιθυμήσει τοῦ πράγμα-

τος; ὃς δοκῶ μὲν εὐδαιμονεῖν, ζώ | δὲ ἀθλιώτε- 

ρον τῶν δεδεμένων ἐπιτάγματα φέρων καὶ τοὺς αὐτοὺς

ἀναγκαζόμενος μισεῖν τε καὶ θεραπεύειν, τὸ μὲν ἐξ

ὧν πέπονθα, τὸ δὲ ὑπὲρ τοῦ μὴ πλείω καὶ μείζω πα- 

θεῖν. τοιοῦτοι γὰρ οἱ νῦν πατέρες. ὧν ποιοῦσι μα-

θητὰς τοὺς παῖδας, τούτους ἀπολέσαι ζητοῦσι, κἂν μὴ

τοῦτο δυνηθῶσιν, εἰπόντες κακῶς ἐχαρίσαντο τῷ θυμῷ. 

 34. Τὰ τοίνυν περὶ τὰς ἐπιδείξεις τῶν λόγων τίνα

οὐκ ἂν τῶν εὖ φρονούντων πείσειε συμφορὰν τὸ παι- 

δεύειν ἡγεῖσθαι; ὅ τε γὰρ μὴ κεκλημένος ἐχθρὸς εἴτε

καλέσειας, ἠνώχλησας. καὶ τῷ μὲν ἁμαρτόντι καὶ σμι-

κρὸν οὐδεμία συγγνώμη, τῷ δὲ εὐδοκιμοῦντι πολὺς ὁ

φθόνος, καὶ τὸ κακῶς ἀκούειν ἐν ἀμφοτέροις. ἔτι τοί-

νυν ὁ μὲν οὐκ εἰσπράττων ἀργύριον οὐδ’ ἂν λάβοι, 

 

 

 

 



 

τῷ δὲ εἰσπράττοντι παρὰ τοῦ δεδωκότος ὁ πόλεμος.

τοιαῦτα καὶ πλείω τούτων ἐνορῶντες τῷ πράγματι

δυσχερῆ καὶ δεινὰ θαυμάζεις εἰ δεδοίκασιν ἄνθρωποι

νοῦν ἔχοντες; 

 35. Οὐ μὴν ἀλλ’ εἰ δεῖ με πάντως φανῆναι διδα-

σκάλου διδάσκαλον, ἀπόβλεψον εἰς τουτονὶ Καλλιόπιον,

ὃς ἀγαπᾷ μὲν τῇ δευτέρᾳ χώρᾳ, δύναιτο δ’ ἂν βουλη-

θεὶς τὴν πρώτην ἔχειν. δεῖξαι δὲ τοῦτο παρέλθω. τά

γὰρ νῦν κρυπτόμενα καιρὸν εὑρόντα φανήσεται. τούτῳ

 παραπλήσιοι πολλοὶ ταῖς δίκαις αὑτοὺς δεδώκασιν ὀρῶν-

τες τὸν ἄνθρωπον στένοντα οἵῳ φέρων ἑαυτὸν ἐνέδησε

κακῷ

εἰ δέ τις φιλονεικήσει μόνῳ τούτῳ ταύτην

ἐγγεγενῆσθαι τὴν δύναμιν, ἀλλ’ ἴως ἂν ὁμολογῇ καὶ

πὰρ ἑνὶ τὸ δύνασθαι παιδεύειν εἷναι, τὸ δύνασθαί

 με ποιεῖν τινας ἱκανοὺς παιδεύειν δέδωκεν. ἀπὸ γὰρ

 τῶν αὐτῶν λόγων πολλοῖς ἂν | ὑπῆρξε δύναμις,

ὥσπερ ἀπὸ τῶν αὐτῶν χειρῶν πολλοῖς ἂν πλέθροις ἡ

σπορά. 

 37. Πολιτεύονται δὲ τίνες; φησί· πολλοί. καὶ

 

 

 



 

πῶς, φησίν, οὐκ ἐκλάμπουσι τῶν ἄλλων; ἐν Ἀγκύρᾳ

τῇ πρώτῃ καὶ μεγίστῃ Γαλατῶν πόλει καὶ μάλα ἐκλάμ-

πουσιν Ἀγησιλάου παῖδες τὸν μὲν πατέρα τῇ δόξη

παρελθόντες τὸν βέλτιστον Ἀγησίλαον, τοῦ θείου δὲ

οὐκ ἀπολειφθέντες, τοῖς δ’ ἄλλοις οὐδ’ ἀντιβλέψαι 

πρὸς αὑτοὺς παρέχονται οὐ τῷ μεγέθει τῶν εἰς τὴν

πόλιν ἀναλωμάτων τοῦτο κτησάμενοι μαλλὸν ἢ τῷ δύ-

νασθαι τὰ βέλτιστα λέγειν περὶ τῶν ἀεὶ προτιθεμένων.

λέγεται δέ καὶ Καππαδόκης τις ἰσχύειν ἐν ἴσοις γράμ-

μασι καὶ τοὺς Κίλικας μονονουχὶ ὁρῶμεν ἄγοντας τὴν 

αὑτῶν τοῖς λόγοις. 

 38. Ἀλλὰ μὴν καὶ τῇδε δείξειεν ἄν τίς σοι νέους

ἄμεινον γερόντων πολλῶν πολιτευομένους, ὧν πολὺ

βελτίους οὐ πολιτεύονται ῥήτορες, καὶ πολύ γε χείρους

πολιτεύονται τε καὶ περὶ τῶν κοινῶν λέγουσι.

πῶς 

δέ τοῦτο γέγονε; δυοῖν νῦν γε τῷ πολιτευομένῳ δεῖ,

λόγων τε καὶ χρημάτων, καὶ πρότερόν γε χρημάτων.

 

 

 



 

ἂν γὰρ μὴ τὰ μέγιστα λειτουργήσῃ καὶ πλεῖστα ἀναλώσῃ,

κἂν Νέστωρ ᾖ, κἂν Περικλῆς, κἂν Δημοσθένης,

 σιγᾶν ἀνάγκη | πᾶσα ἑκόντα, εἰ δὲ μὴ βούλοιτο,

ἄκοντα, ἄλλως θ᾿ ὅταν μηδ᾿ ὑποτείνειν ἐλπίδας ἔχῃ

 λειτουργιῶν διὰ τὴν παροῦσαν πενίαν. ὁ γὰρ μὴ δυνάμενος

τοὺς εὖ φρονοῦντας ληροῦντας ἐπιδεικνύειν

αὐτός, λειτουργίαις δὲ λαμπρὸς ἐπιστομίζει τοὺς ἐπιχειροῦντας

λέγειν ὡς οὐκ ἀνηλωκότας.

συνέβη δὲ

τοῖς μὲν οὐ μάλα δεινοῖς <λέγειν> εἶναι περιουσίας,

 τῶν δὲ ἐπισταμένων λέγειν ἀπεῖναι πλοῦτον καὶ οὕτω

δὴ τοὺς μὲν οὐχ ἅψασθαι τῶν κοινῶν, τοὺς δὲ ἀσθενέστερον.



εἰ δέ τις συνήγαγε θεῶν τὴν δύ᾿ ἐκείνων

δεινότητα καὶ ἢ τούτοις τὰ χρήματα τῶν εὐπόρων

ἢ ἐκείνοις τὴν τούτων ἐδεδώκει δύναμιν, πρὰς μὲν

 Φασγάνιον οὐκ ἂν ἁμιλληθεῖεν, φαίην ἄν, θεῖον γάρ

τι τό γε ἐκείνου καὶ κρεῖττον ἀνθρωπείας φύσεως,

πολλοὺς δ᾿ ἂν τῶν νῦν καλουμένων ῥητόρων μικρὸν

κατηνάγκασαν φρονεῖν. 

 

 

 

	



 

 41. Ἕτερον τοίνυν ἐρωτῶσι· πῶς δ ἑ ὁ ὶ παρὰ

ταῖς δίκαις συνηγορεῖν τάξαντες ἑαυτούς τοὺς

ἐπ’ αὐτοὺς καταφεύγοντας οὐ πολλοὺς ἔχουσιν;

ὅτι, ώ βέλτιστοι, μετὰ τοῦ λέγειν αἰσχύνεσθαι παρ’

ἐμοὶ μεμαθήκασι. διὰ τοῦτ οὐ μισθοῦνται προσαγω- 

γέας οὐδὲ ἁρπάζουσι τοὺς δικαζομένους οὐδὲ κολα-

κεύουσι καπήλους οὐδὲ πέμπουσιν εἰς τοὺς ἀστυγείτο-

ἀστυγείτονας ταπεινὰς ἐπιστολὰς οὐδὲ δουλεύουσι τοῖς τῶν \

ἀρχόντων ὑπηρέταις οὐδὲ συντίθενται πρὸς τοὺς 

κήρυκας ὑπέρ τῶν ἐσομένων κερδῶν οὐδ’ ὠνοῦνται 

τὰς εἰσόδους παρά τῶν εἰσαγωγέων. ταυτὶ γάρ ἐστι

τῆς νῦν ῥητορικῆς τὸ κράτος, βοῆσαι, ψεύσασθαι, ἐπι-

ορκῆσαι, ταράξαι, θόρυβον ἐμβαλεῖν, ὑποσχέσθαι, δοῦ-

δοῦναί.

ὧν οὐδὲν οἱ πὰρ· ἐμοὶ διατρίψαντες οὔτε

βούλονται ποιεῖν οὔτε δύνανται μηδὲ βουληθεῖέν γέ 

ποτε μηδ’ αὖ δυνηθεῖεν, ω Ζεῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὧν εἰσι νῦν,

μένοιεν βοηθοῦντες μὲν τοῖς δεομένοις καὶ παρέχοντες

ἑαυτοὺς ἱκανὸν ἔρυμα, τοὺς δὲ οὐ προσιόντας μήτε

ζητοῦντες μήτε θηρεύοντες. 

 

 



 

 43. ’Έτι τοίνυν ἡ τῶν δικαζόντων περί τάς εἰσπρά-

ξεις ἀσχολία καὶ τὸ ταῖς μίν δίκαις ὀλίγον μέρος τῆς

ἡμέρας νέμειν, τῷ δὲ τοὺς ὀφείλοντας ἄγχειν τε καὶ

κατατέμνειν τὸ πλέον μήκη τε καὶ κάλλη λόγων ἐξέβαλε

 καὶ τὸ τοῦ ῤήτορος ὡς ἀληθῶς ἔργον ὄχλον ἀπέφηνε,

κἂν διηγήσηταί τις κἂν ἐσκεμμένον τι κομίσῃ, ληρεῖν

ἔδοξε καὶ τρίβειν χρόνον, τοὺς δὲ ἀμαθεῖς τουτουσὶ

καὶ πολλούς καὶ τῶν ἀγοραίων οὐδὲν βελτίους καὶ

νεύμασι μᾶλλον ἤ εὖφωνίᾳ περὶ ὦν εἰσέρχονται δι-

 δάσκοντας τούτους ἰσχυροὺς ἐποίησεν.

εἰ δὲ ἐν

τοῖς ἀρχαίοις ἔθεσι μεμενήκει τὸ πρᾶγμα καὶ ὁ δικά-

ζων λόγον εὖ συγκείμενον ἀπῄτει καὶ τὸν μὴ τοῦτο

ποιεῖν ἔχοντα πάλιν ἔπεμπεν εἰς διδασκάλου, πάντας

ἂν εἶδες τοὺς ἡμετέρους ὑπὸ τῶν βοηθεῖν δεομένων

 περιρρεομένους καὶ οὑκ ἀποχρῶντας τῷ πλήθει τῶν

ἀξιούντων ἀμύνειν. νῦν δὲ πλεονέκτημα μίν τὸ μή

δύνασθαι λέγειν, ἔγκλημα δὲ τὸ ῤητορεύειν ἱκανῶς.

ἐντεῦθεν αί χελῶναι τοὺς ἵππους παρευδοκιμοῦσιν ού

κατὰ τὸν Αἰσώπου μῦθον ῥᾳθυμοῦντας πονοῦσαι, ἀλλ᾿

 αὐτῷ τῷ λείπεσθαι τοῦ τάχους νικῶσαι.

μὴ δὴ

 

 

 



 

τῷ μέτρῳ τῶν μισθῶν κρινέτω μοί τις τὸν ῤητορικώ-

τατον, ἀλλ’ αὐτῇ τῇ | κτήσει τῆς τέχνης, κἂν οὐτῶ 

ποιῇ, τοὺς μικρὰ καρπουμένους τουτουσὶ τῶν εὖ πρατ-

τόντων ἐκείνων εὑρήσει βελτίους. εἰ δὲ πρὸς τἀργύ-

ριόν με τὸ γιγνόμενον ἐκείνοις ἀξιοῖς ἀποβλέπειν, εἰς 

τὰς ψυχὰς ἐγὼ τὰς ἐκβεβαρβαρωμένας ἀξιῶ σε βλέπειν.

οὖς γὰρ ἐποιούμεθα γέλωτας παρὰ τοῖς διδασκάλοις,

οὔτοι δοκοῦσιν εἶναι δικῶν τεχνῖται καὶ ἐμπλήσαντες

χρυσοῦ τὰς χεῖρας ἀπέρχονται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν. 

 46. Ἀλλ᾿ οὗτοι μὲν εἰ καὶ τῆς τῶν λόγων ἀπελεί- 

φθησαν ἰσχύος, ἀλλ’ ἐζήτησάν γε κτήσασθαι καὶ μι-

σθὸν πρὶν λαβεῖν ἔδωκαν καὶ μέρος ἐγένοντο χοροῦ

καὶ προσηγορίας βελτίονος ἐκοινώνησαν· ἄνθρωπος δέ

τις γάρου κάπηλος καὶ τοῦτο ποιῶν διὰ τῆς θαλάττης,

Ἡλιόδωρος ὄνομα αὐτῷ, κὰτ αὐτὴν τὴν ἐμπορίαν 

ἥκων ποτὲ καὶ εἰς Κόρινθον δίκης τινὸς οὔσης φίλῳ

παρ’ ᾧ κατέλυε νοσοῦντος ἐκείνου τάξιν εἰσῆλθε λα-

βὼν καὶ ἠκροᾶτο τῶν συνηγόρων, ἐλπίδος δὲ αὐτῷ

 

 

 

 



 

πρὸς τὴν ἀκοὴν γενομένης, ὧς ἄρα καὶ αὐτὸς ἔσται τῶν

 βοηθούντων, εἰ προσέχοι ταῖς δίκαις τὸν | νοῦν,

μερίζει τὴν ἐπιμέλειαν εἴς τε τοῦ γάρου τὴν πρᾶσιν

εἴς τε τὴν ἀκρόασιν τῶν δικῶν, καὶ χρόνος βραχὺς

 καὶ ῥήτωρ ἐξαίφνης Ἡλιόδωρος.

καὶ δύναμις ἐξ

ἀναιδείας τὸ μὲν πρῶτον οὐ πάνυ μικρά, μετὰ ταῦτα

δὲ μεγάλη, χρόνου δὲ προϊόντος μεγίστη. καὶ τῶν μὲν

ἐκ τοῦ γάρου σκωμμάτων οὐκ ἀπήλλακτο, τῶν δὲ

σκωπτόντων περιῆν καὶ οἰκίαν ἐώνητο καὶ ἀνδράποδα

 καὶ γῆν. καὶ πρῶτος ἀγὼν πρὸ τῶν δικαστηρίων τοῖς

ἔνδον ἀγωνιουμένοις ἣν Ἡλιοδώρου τὴν ἀσπίδα προσ-

λαβεῖν. οὕτως ἀνὴρ τῷ μηδὲν ὀκνεῖν εὐδοκίμει. διεξ-

ιὼν δὲ πᾶν δικαστηρίου μέτρον τελευτῶν ἐν τοῖς

βασιλείοις ἔλεγεν οἷα λέγειν τὸν τοιοῦτον ἀνάγκη, τὸ

 νικᾶν δὲ καὶ ἀπὸ τούτων εἶχε.

μισθὸς δὲ αὐτῷ

πολλαὶ μὲν ἐν Μακεδονίᾳ γεωργίαι, πλείους δὲ ἐν

Αἰτωλίᾳ καὶ Ἀκαρνανίᾳ, χρυσός, ἄργυρος, πλῆθος ἀν-

δραπόδων, ἵππων ἀγέλαι καὶ βοῶν. ὧν γὰρ ἐκ συν-

ηγορίας γυναῖκά τινα κατέστησε κυρίαν, τὰ ἡμίσεα

 τούτων εἶχεν ἆθλον. ὁ δὲ καὶ ἦρχεν ὡς δὴ τὰ τῶν

ῥητόρων πεπονηκώς.

οὕτως οὐδὲν θαυμαστόν, ὦ

φιλότης, ἀμαθίαν ἐν δίκαις ἀφορμὴν εἰς πλοῦτον γε-

 

 



 

νέσθαι. πολλῶν δὲ ἔχων μνησθῆναι τούτῳ παραπλη-

σίων περὶ τούτου μόνου διῆλθον, ἐπειδὴ τοὺς μὲν

ὀλίγοι τινὲς ἔγνωσαν καὶ τάχ᾿ ἄν τις ἠπίστησε λέ-

γοντος, περὶ δὲ τοῦδε πολλούς ὑπάρχει μοι πανταχό-

θεν καλεῖν μάρτυρας. 

 50. Ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄρξαντας συναριθμοῦνται τοῦ

δεῖνος ὁμιλητὰς δέκα, τοῦ δεῖνος πλείους, | ἑτέρου 

δ’ εἴκοσι. σὺ δὲ ἡμῖν, ἐρωτῶσι, πόσα γένη ἐθνῶν

διὰ τῶν σαυτοῦ διῴκηκας; ὥσπερ μέρος ὂν ῥητο-

ρικῆς καὶ τὸ παρελθεῖν εἰς ἀρχήν. ἐγὼ δὲ δεῖν μὲν 

ῥητορικῆς τοῖς μέλλουσι καλῶς ἄρξειν ὁμολογῶ, οὐ

μὴν τοῦ κεκτῆσθαί γε ῥητορικὴν ἀπόδειξιν εἶναι τὸ

καὶ πόλεων ἀρχὰς λαβεῖν. ἔστι γὰρ καὶ λαβεῖν ἀρχὴν

οὐκ ὄντα ῥήτορα καὶ μὴ λαβεῖν ὄντα. καὶ ταῦτα ἔστι

δῶρα τῆς Τύχης, οὐκ ἐν τῇ φύσει τῆς τέχνης.

καὶ 

τοῦτο ἀεὶ μὲν οὕτως ἔσχε, μάλιστα δὲ ἐπὶ τῆς Κων-

σταντίου βασιλείας, ὃς τοὺς ὑπάρχους ἡμῖν ἀπὸ τοῦ

τῶν ὑπογραφέων ἔθνους ἐφίστη. καὶ οἱ μὲν ἐκάθηντό

τε καὶ προσέταττον, οἴ δὲ ῥήτορες εἱστήκεσάν τε καὶ

 



 

ἔτρεμον.

καὶ μέγα μὲν ἐν διακονίᾳ τινὶ τυχεῖν

ἐπαίνων καὶ μὴ δόξαι βραδύν, καίτοι εἰ τοῖς διδασκά-

λοις τὰ τοιαῦτα προσθήσομεν ἃ θεῶν ἐστι καὶ δοῦναι

καὶ μή, σεμνότερος ἡμῖν ὁ Ῥόδιος Οὐλπιανοῦ γίγνεται. 

 53. Καὶ μὴν κἀκεῖνο δεινῶς ἄλογον νέους γέρουσι

παραβάλλειν καὶ τοὺς ἄρτι τοῦ διδάσκεσθαι πεπαυ-

 μένους, ὧν οἱ πολλοὶ | τεθνᾶσιν, ἀξιοῦν τετυχη-

κέναι τιμῶν ἐν αἷς ἄνθρωποι μόλις πρεσβύται γεγό-

νασιν. ἀναμεινάτω τις καὶ τὴν τούτων ἀκμήν, ἀνα-

 μεινάτω τὸ γῆρας. ἴσως οἴσει τι καὶ τοιοῦτον προϊὼν

ὁ χρόνος, ὅταν ἡμεῖς μηκέτ᾿ ὧμεν. εἰ ποθεῖ δὲ ἄνδρας

τὰ πράγματα, δώσει τις καὶ τούτοις ἀρχὰς πείθων

αὐτός, οὐ κολακευόμενος. νῦν δ’ ἔνιοι περὶ τὰς τῶν

δυνατῶν θύρας. 

 54. Μαλλὸν δὲ ἤδη τὰς αὑτῶν ἀρετὰς ἐν ἀρχαῖς

ἐπεδείξαντο τῶν ἐμῶν ὁμιλητῶν τινες, εἰς μὲν Πα-

φλαγὼν τοῖς αὑτοῦ πόνοις θεραπεύσας τοὺς ἀρχο-

 

 

 



 

μένους οὕτως ὥστε ἔτι δακρύειν αὐτοὺς ἀπελθόντος

ἐκείνου, Γαλάτης δὲ ἔτι νῦν ἄρχει Καππαδοκῶν οὕτως

ὥστε ἐπαινεῖν μὲν ἐκείνους τὰ δρώμενα, ζητεῖν δὲ

πλέον οὐδέν.

ὁ δὲ πρὸ τούτων Ἡρακλεώτης ἐπι-

τροπεύσας τὴν Λυκίαν οὔπω μὲν ἔτη πέντε καὶ εἴκοσι 

γεγονὼς ἐτύγχανεν, εὑρὼν δὲ τὸ ἔθνος ταῖς τῶν ἔμ-

προσθεν κλοπαῖς διεφθαρμένον τοῖς μὲν κατηράσατο,

τοὺς δὲ εἰς εὐπορίαν ἤγαγεν ἀποχρῆν αὑτῷ κρίνας

τὴν παρὰ βασιλέως τροφὴν καὶ μέγαν πλοῦτον ἤνεγκε

τὸ πλουτοῦντας ὧν ἦρξε καταλιπεῖν. οὕτω δὲ τὰ 

πράγματα ἀμείνω σφίσι ποιῶν προσετίθει ταῖς περὶ

τὴν ἀρχὴν φροντίσι τὰ τῶν σοφιστῶν ἔργα λόγῳ πό-

λεως ἑκάστης τὰς πανηγύρεις κοσμῶν, ὥστε τοῖς ἐν

Λυκίᾳ τότε διδασκάλοις λυσιτελεῖν | μᾶλλον 

ἀκούειν ἢ λέγειν.

Ἀνδρονίκου δὲ τοῦ γενναίου οὔτ᾿ ἀδακρυτὶ μνη-

σθῆναι δυναίμην ἂν ἐν ἑταίρων τε ἀμνημονήσας λόγῳ

 

 



 

σφόδρα ἂν ἀδικοίην, ὃς οὐχ ἥττων μοι ἐγένετο

κόσμος ἢ τῷ Χείρωνι τὸν Ἀχιλλέα φασίν. οὗτος ἦρξε

μὲν τῆς δοῦναι δυναμένης Φοινίκης, φύλαξ δὲ ἐγένετο

τῶν ἑκάστοις ὄντων ἀκριβέστερος δεσποτῶν.

 καὶ φερόντων ἐκείνων ἅπερ εἰώθεσαν καὶ δῶρα ὀνομαζόντων

καὶ μισθὸν ὑποκοριζομένων [καὶ] τῆς μεγάλης

ἑορτῆς ὀνόματι μικροῦ μὲν τοὺς οἰκέτας λαβὼν ἔδησε,

τοῦτο δὲ αὐτοῖς χαρισάμενος τὸ κολάσαι διαγινώσκειν

ἐκέλευσε τοῦ λοιποῦ, τί μὲν ἄρχων, τί δὲ μισθωτός. 

 57. φόνων τοίνυν μόνος ἀρχόντων ὀλίγων ἐδεήθη |

 κατὰ τῶν ἀρχομένων. οὕτω γὰρ ἔδειξεν ἀδικίαν

μισῶν, ὥστε ὁ φόβος οὐδὲν ἄξιον θανάτου εἴα

τολμᾶσθαι. τῶν δ᾿ ἐν μεγάλαις ἀρχαῖς γεγενημένων

εἰωθότων ἐπιτάττειν τῷ τῆς Φοινίκης ἄρχοντι, τῶν

 

 





 

μὲν διά τῶν γραμμάτων, τῶν δ’ αὐτῶν ἄμα θορύβῳ

καὶ βοῇ καὶ χαλεποῖς ὀφθαλμοῖς εἰστρεχόντων εἰς τὰ

δικαστήρια καταναγκαζόντων πρὸ τῶν νόμων ποιεῖσθαι

τὸν δικαστὴν τἀς ἐκείνων ἐπιθυμίας πᾶσαν ταύτην

τὴν τυραννίδα κατέλυσεν οὐχ ὕβρεσιν οὐδὲ κραυγαῖς, 

ὥστε ἐκείνους ἔχειν ἐγκαλεῖν, <ἐνδεικνύμενος δέ>, ὡς

οὐδένα ἄνδρα πλέον αἰδεσθήσεται τῶν δικαίων. οἱ δ’

ἐπαιδεύθησαν ἰέναι μέν παρ’ αὐτὸν δικῶν οὐκ οὐσῶν,

αἰτεῖν δὲ μόνα ταῦτα ἅ λαβεῖν οὐκ ἅσικον. ἐντεῦθεν

ἐκτήσατο δόξαν ἀρχικὸς εἶναι. καὶ οὐδεὶς οὕτως 

ἐχθρὸς Ἀνδρονίκῳ, ὃς τοῦτό γ’ ἂν ἐκεῖνον ἀποστερή-

σειεν.

ἴδει μὲν οὖν αὐτὸν οἴκοι τε μένειν καὶ

τῶν ἐν Τυρῷ καλῶν ἀπολαύειν καὶ μήποτε ἐκείνην

γενέσθαι τὴν κλῆσιν τὴν δυστυχῆ· γενομένης δὲ καὶ

νεωτέρων ἐν Θρᾴκη συμβάντων πραγμάτων ὁ μὲν 

τῆς βασιλείας ἁψάμενος εὐθὺς τοῦτον ἄρχοντα ποιεῖ

πολλῶν παρόντων τεῖχος ἰσχυρὸν τὴν Ἀνδρονίκου

ψυχὴν ἡγούμενος, ὁ δὲ ἄκων μέν, σιδήρου δὲ παν-

ταχόθεν ἀστράπτοντος ἐξεδέξατό τε τὴν ἀρχὴν καὶ

πλεῖστα τὸν πιστεύσαντα ὤνησεν, οὐ γὰρ ἦν προδότης, 

καὶ οὐκ ἠγνόει μέν, ὡς πολλῷ μείζονι μαχοῦνται ῥώμῃ

 

 



 

 τῇ τῶν πολεμίων καὶ σφαλεροῦ κοινωνεῖ | πράγ-

ματος, ὅμως δὲ τὰς ἥττους ἐλπίδας μετὰ τοῦ μὴ γί-

νεσθαι κακὸς εἵλετο μᾶλλον ἢ τὸ Θετταλῶν ὄνειδος

ὑπομείνας πλουτεῖν.

καὶ ἣν πιστὸς μὲν Βιθυνίας

 ἄρχων καὶ φιλόπονος, πολὺ δὲ βελτίων ἐφ’ ὅλην

ἀπεσταλμένος τὴν Θρᾴκην. κρειττόνων δὲ τῶν ἐναν-

τίων γενομένων κύριος ὥν ἀποδρᾶναι καὶ λιμένων

ὁρωμένων καὶ πλοίων ὑπαρχόντων καὶ πολλῶν ὄντων

οἱ ταῦτα παρῄνουν οὐκ ἠξίωσεν εἰς σπήλαια καταδὺς

 ἢ κρύψας ὕλη τὸ σῶμα ζῆν ἐν σχήματι τῆς αὑτοῦ

φύσεως ἀλλοτρίῳ, ἀλλὰ τοῦ μὲν δέξασθαι τὰς ἀρχὰς

ἱκανὴν ἀπολογίαν εἶναι νομίζωύ τὴν ἀνάγκην, τοῦ δὲ

μὴ προδεδωκέναι τὸ μὴ καλὸν εἶναι πρᾶγμα τὴν προ-

δοσίαν ἐπὶ τοῖς νενικηκόσιν αὐτὸν ἐποιήσατο καὶ

 μακροτέρου μὲν ἐστερήθη τοῦ βίου, τῇ δόξῃ δὲ ἢν

εἶχεν ἐντελευτήσας ἀπῆλθεν. ὁ δὲ δημεύων τὴν τοῦ

τεθνεῶτος οὐσίαν ἐν τῇ τῶν ὄντων βραχύτητι τοῦ

δεξαμένου τὴν πληγὴν ἐθαύμασε τὸν τρόπον.

ἆρ’

ἄξιον τοὺς πολλοὺς ἄρχοντας ὑμᾶς μιᾷ τῇ ’κείνου

 

 

 



 

γνώμῃ καὶ τοῖς ὑπ’ αὐτῆς διῳκημένοις ἀντιθεῖναι;

πότερον δὲ εὔπαις μᾶλλον ἂν κριθείη δικαίως ὁπο-

τέρῳ γέγονεν εἷς ἀγαθὸς ἢ ὅτῳ πολλοὶ κακοί; 

 61. Αλλ᾿ Ἀνδρόνικος μὲν ἀπῆλθεν εὐφράνας ὑμᾶς

τῷ θανάτῳ, ζῇ δὲ Κέλσος οὐδὲν μὲν ὑμῖν ἐοικώς, 

ἐμῶν δὲ καὶ οὗτος ἔργον ἱδρώτων. ὃς ἄρξαι μὲν ὀρ-

θῶς ἠδυνήθη πολιτῶν καὶ συγγενῶν καὶ φίλων οὔτε

νόμους παραβὰς τῇ πρὸς ἐκείνους χάριτι καί, τὸ πάν-

των σπανιώτατον, μετά τῶν δικαίων τὰς φιλίας φυ-

λάξας, εἰ δ’ ἔροιο προσελθών, σὺ δὲ δὴ τίνος 

ἡμῖν μαθητής; καὶ παρὰ τοῦ τὸ ῥητορεύειν

ἔχεις; ἐμὲ καὶ τὰς παρ’ ἐμοὶ διατριβὰς ἀκούσῃ. ὁ

γὰρ ἐν μέσαις Ἀθήναις εἰπεῖν οὐκ ὤκνησεν, οὐδὲ

νῦν ἀποκρύψεται. οὑτοσὶ γὰρ | ἧκε μὲν ἐκεῖσε 

δόξη κιβδήλῳ πειθόμενος , τῆς πείρας δέ αὐτῷ τὴν 

δόξαν ἐλεγχούσης ἐν Λυκείῳ τῆς νεότητος παρούσης

τὸ τῆς παροιμίας ἴφη πεπονθέναι καὶ ἀτεχνῶς ἀφ’

 

 

 



 

ἵππων εἰς ὄνους, ὃ καὶ τὴν Ἀθηναίων πόλιν ἔδακέ τε

καὶ διὰ ψηφισμάτων ἠνάγκασέ με καλεῖν δεινὸν ἡγου-

μένην, εἴ τινες λόγοι τῶν παρ’ αὐτοῖς βελτίους ἑτέ-

ρωθι.

ἀφεὶς οὖν τὸ ὡς ἧκεν Ἀθήναζε Κέλσος

 αὐτὸ καθ’ αὐτὸ σκοπεῖν, ἢν ἔσχε γνώμην ἥκων ἐξέ-

ταζε. παῖδα γὰρ ἀκριβῶς τῶν ἡμετέρων εὑρήσεις

καὶ τοῖς προτέροις ἐοικότα, ἀλλ’ οὐχὶ τοῖς δευτέροις,

ὁ σημεῖον ἂν εἴη τοῦ τὰ μέν δεύτερα αὐτῷ φαῦλα

δόξαι, τὰ πρότερα δὲ βελτίω. 

 63. Ψέξεις οὖν ἔτι καὶ λοιδορήσεις τὰς παρ’ ἡμῖν

διατριβάς, ὦ πλὴν τοῦ σαυτὸν ἐπαινεῖν καὶ περὶ τῶν

ἄλλων βλασφημεῖν εἰδὼς οὐδέν; τοιούτων γὰρ λόγων

ἐμπέπληκας τὰ χωρία· μόνος πλουτῶ, μόνος δύ-

ναμαι λέγειν, ἄρχειν ἐπίσταμαι μόνος, ἀδι-

 κοῦμαι τὴν γῆν οἰκῶν.

| σὺ δὲ πλουτεῖς

 

 



 

μέν, κακῶς δέ. εὐπορεῖς ἐκ τῆς ὠμότητος τῆς περὶ τούς

τόκους, δι’ ὧν πολλὰς οἰκίας ἀνατέτραφας οὐ χήρας

οἰκτείρων, οὐκ ὀρφανοὺς ἐλεῶν, οὐχὶ ῥοῇ δακρύων

καμπτόμενος, βοῶν, κεκραγώς· πώλησον ἀγρούς,

πώλησον ἀνδράποδα, πώλησον πατρῴους τά- 

φοὑς, ἑἰ δ’ οἷόν τε καὶ σαὐτόν. καὶ ταῦτα λέγων

ἐκάθητο καὶ τὸ χρυσίον ἐλάμβανε παρὰ γυναικῶν καὶ

παιδαρίων γυμνῶν. εἶθ’ οἱ μὲν ἀπῄεσαν προσαιτή-

σοντες, ὁ δὲ τὸ πορισθὲν οὕτως ἔχων ἀπηλλάττετο

χαίρων εὐδαίμονα καλῶν αὐτὸν ἐπὶ κέρδεσι πάσης δει- 

νοτεροῖς πτωχείας.

ὑπὲρ τοιούτων τόκων τὴν

ἀρχὴν ἀφεὶς ἣν δεηθεὶς ἔλαβε πέντε μῆνας προσή-

δρευεν ὑπάρχῳ καὶ οὐ πρότερον ᾤχετο πρὶν ἐπόρθησεν

οἰκίας ὑπὲρ τὰς τριάκοντα λῃστὴς ὢν ἀντὶ δανειστοῦ

μετρίου. τούτου μὲν γάρ ἐστι μηδενὸς φείδεσθαι, τοῦ 

δὲ εἰδέναι τι καὶ χαρίσασθαι. ὁ δὲ γελῶν πρὸς τοὺς

δανειζομένους καὶ προδεικνὺς ἥμερον πρόσωπον ἐν

ταῖς εἰσπράξεσιν ἀγριώτερός ἐστι τοῦ Κύκλωπος μο-

νονοὺ τὰς σάρκας τῶν πενομένων ἀποσπῶν.

τοι-

οῦτος ἡμῖν ὁ Κροῖσος ἀντὶ τοῦ Πακτωλοῦ τὴν ἀπαν- 

 

 



 

θρωπίαν αὐτὸς τὴν αὑτοῦ καρπούμενος, ὕπαρ ὄναρ

λογιζόμενος τόκους, ὑπὸ πάντων μισούμενος, ἐν μὲν

τοῖς τῶν ἄλλων κακοῖς φαιδρός, ἐν δὲ τοῖς καλοῖς

περίλυπος, εὖ μὲν πάσχειν ἀξιῶν, τοῖς δ’ εὖ ποιοῦσι

 πολεμῶν ὧς ἂν ἠδικημένος, δεδιὼς μὴ χάριν ὁμο-

λογήσας εἰς ἀμοιβῆς ἀνάγκην κατακλεισθῇ. πῶς δ’

οὐκ ἔμελλες πλουτεῖν τὰ τῶν φίλων ἀφαιρούμενος καὶ

 τὰς ἀκαιρίας ἐκείνων | καιρὸν σαυτῷ τῶν κλοπῶν

ποιούμενος; 

 67. Ἀλλά, νὴ Δία, λόγους εἷπε. πάνυ γε,

τοὺς ἀλλοτρίους. οὕτως ἕγημεν ἐξαπατήσας ἄνδρα

λόγων ἐραστήν, τὸν πατέρα τῆς κόρης. οἶδα καὶ τῶν

ἑπτὰ λόγων οὖς περιφέρεις τὸν πατέρα καὶ ὡς ὁ μὲν

συνετίθει, σὺ δ’ ἐωνοῦ καὶ βιάζῃ ποιητὴς εἶναι δοκεῖν

 ὑποκριτὴς γεγονὼς οὐδὲν ἔχων εἰς ταῦτα πλὴν εὐφω-

νίας.

καὶ τὸ μὲν δὴ νέον ὄντα λόγους ὥσπερ ἄλλο

τι τῶν ὠνίων ἀγοράζειν αἰσχρὸν μέν, ὦ λόγιοι θεοί,

 

 

 

 



 

πῶς γὰρ οὔ; τἄλλα δ’ ἂν καὶ συγγνώμης τύχοι, τὸ δ’

ἐν βασιλείοις στρεφόμενον καὶ παρέχοντα βασιλεῖ τὴν

αὑτοῦ γλῶτταν εἰς ἐπιστολὰς πάλαι ὠνεῖσθαι λόγους

πῶς οὐκ ἐσχάτης ἀτιμίας | ἄξιον;

ἢ οἴει σύ 

γε λεληθέναι, τίς ποτ’ ἣν ὁ περὶ τῆς σκευῆς γεγραφώς, 

ἢ ποιεῖ τὸν ἱππέα τὸν ὑπ’ αὐτὴ μαχόμενον ἄτρωτον;

οὐχ οὕτως ἐκεῖνος ἤδει τὰ τοιαῦτα σιγᾶν, ἀλλ’ ἔχων

τοῦ λόγου τὴν τιμὴν προσεκτήσατο τὴν φιλοτιμίαν

λέγων οἷς ἐπίστευεν. οἱ δὲ ἐκεῖνον μιμούμενοι πρὸς

ἄλλους ἐξελάλουν, καὶ σὺ πολλάκις πρὸς τοὺς τὸ πᾶν 

εἰδότας ὡς οὐδὲν ἐγνωκότας διεξῄεις ἃ λεγόντων ἐκεί-

νων, εἴπερ ἐτόλμων, ἤκουσας ἄν.

ὢ τῆς ἐμῆς

ἀκαίρου φιλανθρωπίας. ἔναγχός τις τῶν ὑπὸ τῆς

τοῦδε περὶ τοὺς τόκους ἀπληστίας ἀπολωλότων δεό-

μενος ἐπιεικείας τινὸς τυχεῖν, εἶτα οὐ δυνηθεὶς ἐγνώκει 

 

 





 

πλείστους ὅσους τῶν <τε> πολιτῶν καὶ τῶν ξένων ἀγείρας

ἐν μεγάλῳ θεάτρῳ κηρύξαι τὸ ἀπόρρητον, ἐγὼ δὲ

ἐκώλυσα.

καὶ νῦν δι᾿ ἐμὲ τὴν παρρησίαν ἔχων,

εἰ γὰρ ἐγὼ τότε μὴ τὸν ἄνθρωπον ἐπέσχον, ἐγκεκαλυμμένος

 ἂν | οὗτος ἔζη τὸν λοιπὸν ἄπαντα βίον

 τοῖς οἰκέταις ὑποπεπτωκώς, ἐμοῦ δὴ σεσωκότος αὐτῷ

τὴν παρρησίαν ὁ νεανίας οὑτοσὶ κατ᾿ ἐμοῦ καὶ τῶν

ἐμῶν ταύτῃ κέχρηται καί φησιν οὐδένας παρ᾿ ἐμοῦ

γεγονέναι ῥήτορας, αὐτὸς δὲ εἶναι σοφώτατος. ὃς εἰς

 τοσοῦτον ἥκει σκαιότητος, μᾶλλον δὲ μανίας ἄκρας,

ὡς οὐδέν φησι χείρων εἶναι τοῦ Διὸς καὶ προσήκειν

αὑτῷ τὸν θεὸν ἀποστῆναι τῆς ἀρχῆς τῶν ὅλων.

καὶ

ταῦτα τολμῶν καὶ καταγελώμενος οὐδὲν μᾶλλον ὁ πεπαιδευμένος παύεται, ἀλλ᾿ ἀεί τι τῶν πρότερον ζητῶν

 ἀτοπώτερον αὐτὸς αὑτὸν οὐκ αἰσθάνεται κωμῳδῶν.

ᾧ μέγα γεγένηται κέρδος τὸ μὴ γενέσθαι τέκνα, διεδείχθη

γὰρ ἂν καὶ τέκνα μισῶν. νῦν δὲ οὐκ ὀλίγον

λανθάνει κακὸν διὰ τὴν Τύχην, ἣ κηδομένη τῶν ἀνθρώπων

ἄπαιδα τὸν ἀλιτήριον ποιεῖ ῥυομένη τὰς

 πόλεις πονηροῦ τινος σπέρματος. 

 

 





 

 73. Ὁρᾷς ὡς οὐ καλὸν ἐπιλαμβάνεσθαι ῥᾳδίως; σὺ

γοῦν ἐξόν σοι βελτίω τῆς προσηκούσης δόξαν ἔχειν

ἐπὶ σαυτὸν ἄνδρα κινήσας τὴν προσήκουσαν μετ-

είληφας.