LIII. 

 ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΤΑΙΣ ΕΟΡΤΑΙΣ

ΚΛΗΣΕΩΝ. 

 ὑπ’ ἄλλων τε πολλῶν χείρω τὴν πόλιν

ἡμῖν γεγενῆσθαι νομίζω πράγμασι καινοῖς τισι τῶν

 ἀρχαίων ἐκβεβλημένων, καὶ δἡ καὶ τοῖς ἐν ταῖς τρα-

πέζαις αἳ τιμὴν ἔχουσι τῷ Διὶ γινομένοις. ἃ πολύν

 μὲν ἤδη μέμφομαι | χρόνον πρὸς τοὺς ἀεί μοι

τῶν φίλων ὁμιλοῦντας, νῦν δὲ οὐκ ἤνεγκα τὸ μὴ καὶ

λόγον αὐτά ποιῆσαι. καίτοι θαυμάζω μέν, εἰ πεί·σω

 λέγων, ἔστι δὲ κέρδος τῷ περὶ ὧν δίκαιόν ἐστιν εἰ-

πεῖν λέγοντι τὸ περὶ τοιούτων διειλέχθαι, κἂν μὴ τὸ

πεπεισόμενον ᾖ· οὐ γὰρ τοῦ μὴ καλῶς εἰρῆσθαι τὸ

μὴ τοὺς ἀκούοντας προσθεῖναι τὸ ἔργον ἔλεγχος.

 C = codex Chisianus 

 A = Monacensis gr. 483 (Augustanus) 

 Ρ = Palatinus gr. 282 

 I = Marcianus append. XCI 2 

 Par = Parisinus gr. 3016 

 

 

 

 



 



 2. Ἐφ᾿ ᾧ μὲν οὖν μέγα φρονοῦμεν, ἔστι τὰ Ὀλύμ-

πια τετυχηκότα σπουδῆς ὅσης οὐδὲν ἕτερον οὔτ’ ἐν

ἄλλοις οὔθ’ ἡμῖν, ὥστε καὶ αὐτοὺς Ἠλείους εἰδέναι

τε βούλεσθαι τὰ τῇδε καὶ πυνθάνεσθαι περὶ αὐτῶν.

τούτου δ’ ἄν τις ἡμῖν συνησθεὶς καὶ συναχθεσθείη 

τοῦ πολλὰ τῶν νομίμων κεκινῆσθαι. ἐγὼ δὲ ἀλγῶ

μὲν ἐφ’ ἅπασιν, ὁμοῦ δὲ περὶ πάντων εἰπεῖν καὶ

κατηγορῆσαι τῶν τε τούτοις ἡδομένων τῶν τε οὐ χαλε-

παινόντων οὐ ῥᾴδιον ὀρῶν, εἰ τά περὶ τοὺς δαιτυ-

μόνας δείξαιμι νῦν πλημμελούμενα, στέργοιμ’ ἄν.

Τίνες οὑν ἦσαν οὗτοι; καὶ τίνας ὁ τῶν ἄθλων

προεστηκὼς ἐκάλει; οἴ τε πρεσβύται καὶ οἷς ἦν ἐπὶ

τῆς ἀκμῆς εἶναι καὶ ὅστις ἐκ παίδων ἐξῆλθε καί που

τις καὶ μέλλων πατήρ τε ὢν ἤδη καὶ δεικνὺς ἐν δικα-

στηρίοις αὑτόν. φοιτῶν δέ τις παῖς ἐπὶ μαθήσει 

λόγων καὶ ἢ ἄρτι δεικνὺς ἴουλον ἢ οὐδὲ τοῦτο πόρρω

τε ἦν τῆς θοίνης καὶ δι᾿ ἀκοῆς τά περὶ αὐτῆς ἠπί-

στατο κἂν εἰ συγγενὴς ἣν τῷ ταῦτα λειτουργοῦντι.

καὶ ταῦτα, εἴπερ οἷόν τ’ ἣν, ἐμαρτύρησε | μὲν 

 

ἂν οὑμὸς ἐπίπαππος, ἐμαρτύρησε δ’ ἂν ὁ πάππος καὶ 

πολλοὶ μὲν πρὸ αὐτῶν ἐν τῷ στεφάνῳ τούτῳ, πολλοὶ

 

 



 



δὲ μετ’ αὐτοὺς γενόμενοι, ὧν ἐν γράμμασιν ἴδοι τις

ἂν <τὰ> ὀνόματα κἀν τῇ μνήμη οὐκ ὀλίγων. δικαίως

δ’ ἂν πιστευοίμην αὐτὸς ὢν τῶν οὐ κεκλημένων. καίτοι

τέτταρα μὲν καὶ δέκα ἐγεγόνειν ἔτη Πανολβίου ποι-

 οὑντὸς τὰ Ὀλύμπια, ὁ δὲ ἄνθρωπος οὗτος μητρὸς ἐμῆς

ἀδελφός, ὀκτωκαίδεκα δὲ Ἀργυρίου, φίλος δὲ οὗτος

τοὐμοῦ πατρὸς καὶ δραμὼν ἐπὶ τὸ κρύψαι τὴν ὀρφα-

νίαν ἡμῖν. ἀλλ᾿ ὅμως ἐκεῖνα μὲν ἡδέως ἂν ἐπόνει

καὶ ἐβοήθει, τοῦτο δὲ οὐκ ἐδίδου, χάριν οὐκ οὖσαν

 ἐν ἔθει. τέτταρα τοίνυν ἕτερα δύο μὲν ἐμὲ καὶ εἴκο-

σιν ἐποίει, Φασγανίου δὲ τὸν στέφανον, θεῖος δὲ καὶ

οὗτος ἐμός, ὥσπερ ὁ Πανόλβιος. οὗτός με ἐπὶ δεῖ-

πνον καλεῖ καὶ ᾠχόμην ἡδῆ τε ὢν ἐν δόξῃ τινὶ καὶ τῷ

μᾶλλον σωφρονεῖν.

οὐ μὴν ἔνι γε εἰπεῖν, ὡς ἀμε-

 λούμενος τοῦτο ἔπασχον καὶ διὰ τὸ μὴ | εἷναί

 μοι πατέρα. οὐδὲ γάρ, ἡνίκα ἐκαλούμην, οὔτε αὐτὸς

 οὔτε πρεσβύτερος ἀδελφός. οὐδεὶς οὐδενός, οὐδ’ ἣν τι

τὸ ποιοῦν πρὶν ἢ προσήκειν τὴν ἐπὶ ταῦτα κλῆσιν,

οὐ γένος, οὐ πλοῦτος, οὐχ ὑπερβολὴ φιλίας, οὐκ ἄλλο

 

 

 



 



οὐδέν.

ἀλλὰ νῦν ὅσοι καλοῦνται πατέρες παῖδας

ἔχοντες, τούτων καὶ παῖδες καὶ πολλαχοῦ πάντες, κἂν

δεκαετὴς ᾖ τις κἂν ἐλαττόνων, τεθνεῶτος δὲ αὐτῷ

τοῦ πατρὸς ὁ θεῖος ἄγειν ἀκούει τὸν ἀδελφιδοῦν. καὶ

παιδαγωγὸς μὲν καὶ τροφεὺς καὶ οἰκέτης ἔξω θυρῶν, 

ὁ δὲ ἐν ἀνδράσι πίνουσι καλινδεῖται πίνειν παιδευ-

όμενος ἢ πειθόμενος ἢ καὶ πρὸς ἀνάγκην ἐντιθέντος

τοῦ ἀνδρὸς τῷ παιδὶ τὴν κύλικα. προϊὸν δὲ τὸ πρᾶγμα

μεστὸν οἴνου ποιῆσαν ἑκάτερον οὐκ ἄδηλον ἐφ’ ὃ

προάγει.

καὶ μὴν εἰ μὲν σιγῇ κατακέοιτο, πόσην 

δεῖ νομίζειν εἶναι τὴν ἀηδίαν· εἰ δ’ εἶναι βούλοιτο

καὶ αὐτὸς τῶν λεγόντων, δεῖ δήπου τούτῳ ἀναισχυν-

τίας. ᾧ γὰρ σιγὴ πρέπει καὶ τὸ ὁπότε τῳ συντύ-

χοι τῶν πρεσβυτέρων ἐρυθριᾶν, ποῖόν τινα τοῦτον

εἰκὸς ἔσεσθαι μὴ συνεσθίοντα μόνον καὶ συμπίνοντα, 

ἀλλ’ οὐδὲ κατά τά βλεπόμενα πείθεσθαι βουλόμενον;

| τὸ δὲ ἐφιέμενον τῶν παρατιθεμένων φαίνε- 

σθαι τὸν τηλικοῦτον οὐκ αἰσχρόν; τὸ δὲ κατά σπου-

δὴν ἀναιρεῖσθαί τε σῖτον καὶ παραδιδόναι τῷ στόματι;

 

 



 



τὸ δὲ ἐξουσίαν εἶναι τοῖς ἀνδράσι τείνειν ὅποι βού-

λοιντο τῶν χειρῶν ἑκατέραν; τὸ δὲ ὄπισθεν αὐτὴν τῷ

νώτῳ παρατείνειν; τουτὶ δὲ οἶδε πολλάκις εἰς ὅπερ ἡ

μίξις τελευτᾶν. εἰ δὲ καὶ μὴ τοῦτο, ἀλλ’ αἰτῆσαί γε

 ῥᾴδιον οὕτως ἐγγύθεν καὶ ὑποσχέσθαι μεγάλα καὶ

πεῖσαι καὶ καταλαβεῖν ὅρκοις καὶ κρηπῖδα βαλόμενον

αὐτοῦ μετά ταῦτα ἐποικοδομεῖν. ἑτέρωθι μὲν οὐκ

εὔπορον ἄνδρα παιδὶ περὶ τούτων διαλέγεσθαι, ἀλλ᾿

ὑποψία τε καὶ τὸ ἀκούειν κακῶς καὶ λόγος οὐκ ἐν τῇ

 συνουσίᾳ, τοῖς δὲ ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἐσθίουσι τραπεζῶν

ἄδεια πάντων ῥημάτων καὶ ὁ κωλύων ἄτοπος. διά τί

 γὰρ οὐκ ἐρεῖ τις πρὸς τὸν συμπότην; | οἶδα δὲ

ἔγωγέ τινα πατέρα ὑμνούμενον τῇ περὶ ταῦτα τοῖν

παίδοιν εἰς ἅπαν εὐχερείᾳ. 

 9. Εἰ δέ τις λογίσαιτο τοὺς χρόνους, καὶ κατὰ

τοῦτ’ ἂν εὕροι φαυλοτέρους ἐνταυθοῖ πατέρας παίδων

γεγενημένους. τὸ γὰρ αἰδεῖσθαι μέγιστον ὂν τοῖς τη-

λικούτοις ἀγαθὸν ὑπὸ τῶν τοιούτων ἀρίστων τε καὶ

δείπνων ἐξηλάθη. ποιεῖ δὲ καὶ τοῖς ἀγωνοθέταις τοῦτο

 τῆς λειτουργίας τὸ μέρος χαλεπώτερον καὶ πλείονος

μὲν κινδύνου, μειζόνων δὲ τῶν φόβων ὁμοῦ μὲν ἀξι-

ούντων ἀπάντων ἑστιᾶσθαι, τὸ δὲ μὴ ὧδε καλούντων

 



 



ἀτιμίαν σκευῶν τε καὶ τῶν διακονουμένων ἐλεγχομένων

τῷ πλείονι, τοῦ πλείονος δὲ τούτου παρὰ τοὺς παῖδας

γιγνομένου, τοῦ δὲ μὴ κατὰ κόσμον βλάπτοντος τὴν

δαπάνην.

οὕτω συμφορὰ τῷ λειτουργοῦντι τῶν

παίδων αἰ προσθῆκαι· πρότερον μὲν γὰρ ὁ καλούμενος 

ἤκουεν, ὅτι αὐτὸς καλοῖτο, νῦν δέ, ὡς αὐτοῖς παισίν.

ὁ δὲ ἄγων ἔρχεται τὸν χορόν. χορὸν δὲ εἶπον εἰσελ-

θόντος μέν τινος πατρὸς ᾧ παῖδες ἤσαν ἑπτά, ὧν

ἑπτέτης ὁ νεώτατος, ὥστε μόνοις αὐτοῖς μιᾶς δεῆσαι |

τραπέζης. οἶμαι δέ, εἰ καὶ τῷ θήλει μετῆν ταυ- 

τῇσί τῆς ἑορτῆς, καὶ θυγατέρας αὐτὰς ἐκεῖνος ἂν ἦγε 

καὶ τῶν ἄλλων οἷς ἤσαν. ἡδῆ δέ τις αὐτὸς ἀσθενῶν

τοῦ παιδὸς ἔπλησε τὴν γαστέρα, Φρύνων τις οὗτος

ἕτερος, εἰδὼς μὲν πολλὴν νῦν ἐνοῦσαν τὴν περὶ τοὺς

ἄρρενας νόσον, ἐγκαθίζων δὲ τοῖς νεανίσκοις ἰὸν οὔπω 

πεισθῆναι δυναμένοις, ὅτι ὅτι <τι> ἀκολάστων ἰδεῶν

αἱρετώτερον. 

 11. Ἀδικεῖν μὲν οὖν ἔμοιγε δοκοῦσι καὶ οἱ καλοῦν-

τες | οὐδὲ αὐτοῖς ὁμολογοῦντες, ὅταν ἐν τοῖς 

γράμμασι μεθιστάντες ἑτέρωσε τοὺς αἰσχρῶς βεβιω- 

κότας ποιῶσιν ὅπως ἄλλοι τἀκείνων πείσονται καὶ

 

 



 



ταῦτα τῶν γνωριμωτέρων οἱ παῖδες. ἐγκαλοῖτο μὲν

οὖν <ἂν> εἰκότως καὶ ὁ ἑστιάτωρ αὐτός, μείζω δὲ ὁρῶ

τὴν αἰτίαν οὖσαν κατὰ τῶν ὑπακουόντων καὶ μὴ ὐπα-

κοῦσαι κυρίων. οὐ γὰρ δὴ τούς γε ἀξιοῦντας ἐν τοῖς

 πατράσιν ἱστάναι τὴν κλῆσιν ἔδεον ἂν καὶ ἦγχον οἱ

καλοῦντες τὸ καὶ σὺν τοῖς παισὶ καλεῖσθαι], ἀλλ’ ἐξῆν

αὐτοῖς <πρὸς> 9 τὸ καὶ σὺν τοῖς παισὶ 1

 ἀποκρίνασθαι, ὅτι τιμήσομεν τά Ὀλύμπια

τῷ τούς ὑπὸ παιδαγωγοῖς διάγοντας μὴ γεύειν

 κακῆς ἐλευθερίας μηδὲ μιγνύναι ἐν εὐωχίαις

τὰ διεστηκότα τῷ τῆς ἡλικίας δικαίῳ. 

 12. Ἀλλ’ εἰς 1 <ἔθος> τοῦτο, φησίν, ἥκει

πολλαὶ τοιαῦτα Ὀλυμπιάδες εἱστίασαν. πλείους

δέ γε τοιαῦτα οὐχ εἱστίασαν. πότερ’ οὖν τὸν ἐλάττω

 χρόνον ἢ τὸν πλείω κρατεῖν ἄξιον; καὶ πότερα καλου-

μένων τῶν νέων ἣν ἡ πόλις ἐν βελτίονι δόξῃ ἢ μὴ

καλουμένων; ὀψὲ μὲν οὖν παραινῶ, τοῦτο δὲ οὐ ποιεῖ

 

 



 



τὸ πρᾶγμα κάλλιον, ἀλλ’ ἐμοῦ μὲν ἄν τις εἴη τοῦτο

κατηγορία, τὸ δ’ οὐχ ἧττον πονηρόν, εἰ καὶ τῶν εἰ-

ωθότων γέγονεν. ὡς πολλὰ μὲν εἰς ἔθος ἤκει κακῶς,

πολλὰ δὲ πέπαυται μένειν ἔτι καὶ κρατεῖν | ἄξια. 

δυστυχὲς μὲν οὖν τὸ μὴ τοῖς πρώτοις εἰσηχόσιν ἠναν- 

τιῶσθαι, ὁ δὲ οὐ χρηστῆς ἐστι τύχης τηρεῖν ἀνοίας

τῆς ἐσχάτης.

δοκεῖ δέ μοι καὶ τοῦδε γεγενῆσθαι

πατήρ, ὅσπερ αὖ καὶ ἄλλων οὐκ ὀλίγων γέγονεν, ὧν

ἕκαστον τῇ πόλει λελύμανται. καὶ τοῦτο εἰσῆλθεν

ἀποδημοῦντος ἐμοῦ, τοὺς δὲ παρόντας καὶ ὁρῶντας ἐν 

σπουδῇ τὸ χρῆμα τῆς ἑορτῆς πεποιημένους ἣν δήπου

προσῆκον ἀντειπεῖν, κωλύσαι, μάχεσθαι, μὴ τὴν ἡσυ-

Χίαν ἄγειν ἐν καιρῷ βοῆς δεομένῳ καὶ ἀγανακτήσεως.

ὥσπερ γὰρ εἴ τις τῶν ὄντων ἀφαιρεῖν ἠξίου, δεινὸν

ἔδει νομίζειν, οὕτω προσθήκας χαλεπῶς φέρειν. ἐν 

ἑκατέρῳ γὰρ οἶμαι τὸ μὴ τὸν νόμον ἰσχύειν. καὶ

ῥᾷο·ν δ’ ἂν περιῆσαν οἱ πρὸς τὴν ἀρχὴν μαχόμενοι

καὶ τὸ πρᾶγμα ἀποκλείοντες ἢ οἱ πρὸς ἐρριζωμένον

ἤδη τοῦτο ποιοῦντες. τὸ γοῦν πρὸς ἐμὲ νυνὶ λέγειν

τὸ πεπρᾶχθαι πολλάκις οὐκ ἣν τότε.

κρατοίμην 

δ’ ἂν οὐδὲ ἐγὼ δικαίως ὑπὸ τοῦδε τοῦ λόγου, ἐπεὶ

καὶ ἄλλα μυρία χείρονα νενίκηκεν, ὧν οὐ μεταβάλλει

 

 

 

 



 



τὴν φύσιν τὸ νενικηκέναι, ἀλλ’ εἴπερ ἣν μοχθηρά, καὶ

ἔστιν. οὐδὲ γάρ στρατῷ πολλάκις φυγῇ σεσωσμένῳ

 πρὸς τὸ δεῖν | μηδὲ λῆξαι φυγῆς ἰσχυρότερον τὸ

πεφευγέναι οὐδὲ δημαγωγῷ διά κλοπῆς ηὐπορηκότι

 πρὸς τὸ δεῖν ἀεὶ κλέπτειν τὸ κεκλοφέναι πολλάκις.

ᾐσχυνόμην μὲν οὖν ἐξ ὅτουπερ ἐπανήκων εὗρον

πολλὰ μεθεστηκότα, ὧν ἔν τι καὶ τὸ τῶν νέων τοῦτο,

ἡγούμενος δὲ τῷ γήρᾳ μᾶλλον ἢ λογισμοῖς τὸ πείθειν

ἕξειν ἀνέμεινα τόνδε τὸν χρόνον ὧς ταύτῃ τι δυνησό-

 μένος. ἐλπίζω δὲ τῶν θεῶν ἐθελόντων καὶ περὶ έτέ-

ρων ἑτέρας ποιήσεσθαι συμβουλάς. ἐν γὰρ δὴ πολλοῖς

τραύμασι πολλῶν ἂν δέοι φαρμάκων.

ὁ δ’ εἰ τὸ

προστεθὲν ἀναιρεθήσεται λυπούμενος καὶ πολλαχοῦ

σεμνολογούμενος ἐκεῖνος ἐνθυμηθήτω, ὡς ἣν μέν ποτε

 δώρων τὰ τοιαῦτα δεῖπνα καθαρά, ἔπειτα εἰσέπεσε δῶρα

καὶ ὁ δαιτυμὼν ἀπῄει τι φέρων οἴκαδε. καὶ τοῦτο διὰ

πολλῶν ἧκεν Ὀλυμπιάδων οὕτω πεπηγέναι δοκοῦν,

ὡς μηδ’ ἂν τῶν θεῶν τινα κινῆσαί ποτε τὸ πρᾶγμα,

 ἀλλ’ ὅμως καὶ λέλυται | καὶ πέπαυται καὶ ὐπο-

 

 



 



κεχώρηκεν. ἐξ οὗ θαρρεῖν ὑπῆρχε τῇ πόλει μήποτε

ἐπιλείψειν τὸν λειτουργήσοντα τῷ Διΐ. 1 τὸ γὰρ

πιέζον τοῦτ’ ἣν οὐκ ὂν ἐν τοῖς ἄνω χρόνοις, τῇ τῇ

τάξει καὶ σωφροσύνῃ μᾶλλον ἢ τοῖς ἀκολάστοις ἀνα-

λώμασιν ὁ θεὸς ἐτιμᾶτο καὶ τῷ συμπίνειν τοῖς ἀκμά- 

ζοῦσι τοὺς παῖδας, ὧσπερ ἐκεῖνο τὸ τὸν λειτουργοῦντα 

κατὰ δυοῖν εὖ ποιοῦν ἐξαληλιμμένον. 

 17. Τιμὴ γάρ τοῖς πατράσιν ἡδεῖα καὶ τοὺς

παῖδας τοῦτον ἑστιᾶσθαι τὸν τρόπον. ἀλλ’ ὅτι

μέν οὐ τῷ νόμῳ τοῦτο συμβαῖνον, ἀποδέδεικται, ἄμει- 

νον δὲ τοῦ δικαίου διά τὴν πρὸς ἐκείνους χάριν πῶς

οὐ κακόν; οὐδὲ γάρ τοὺς ἠριστευκότας πολλαῖς τιμῶμεν

τιμαῖς, ἀλλ’ ὧν οὐκ ἄν τις ἐπιλάβοιτο. εἰ δέ τις, ἴν |

ἄνθρωπον τιμήσειεν, ἀτιμάζοι τὸν Δία, πῶς οὐ 

τὰ μέγιστα ἂν ἐξαμαρτάνοι;

καὶ μὴν κἀκεῖνο νῦν 

ἐνδείκνυμεν βλάβην μὲν εἶναι τοῦτο τοῖς υἱέσι, βλάβην

δὲ τοῖς πατράσιν, εἰ δὴ τά τῶν υἱέων καὶ τὰ τῶν

πατέρων. ἡ τῶν υἱέων μὲν αἰσχύνη κακόν κακόν, ἐξ ὅτου

δὲ αὐτοὶ γεγόνασιν, ἀγαθόν; ὃ δὲ ζημίαν ἔχει, πῶς

 

 

 



 



ἂν ἐν δίκῃ καλοῖτο τιμὴ φέρον τοῖς τιμωμένοις

ἀτιμίαν; καὶ γάρτοι τινὸς ἤκουσα καλοῦ μέν τινος

ἐρῶντος, οὐκ ἔχοντος δὲ καὶ τὸ διαλέγεσθαι διὰ

τὸ μὴ εἶναι σχῆμα τῇ συνουσίᾳ. ἔλεγεν οὖν πρός

 τε τοὺς φίλους καὶ πρὸς ἑαυτόν· ἀλλ’ ἤξει γε

Ολύμπαι γυμνοῦντα μὲν ἀθλητάς, γυμνοῦντα

δὲ καὶ νέον δαιτυμόνων οὐκ ὀλίγων. ἐξέσται

δὲ αὐτὸν ἀπαγαγόντα βραχύ τι τῆς τραπέζης

βλέπειν εἰς τὰ σκέλη τοῦ τείνοντος αὐτὸν ἡ

 εἰς τὰ προκείμενα. ἀκούομεν δὲ οἶόν τι καὶ Δημο-

σθένης διηγεῖτο ἐν θιάσοις καὶ πεπωκόσιν ἀνθρώποις

στρέφεσθαι νέον καὶ ὅτι μεγίστῳ τούτῳ κατὰ τῶν

Αἰσχίνῃ βεβιωμένων κέχρηται μαρτυρίῳ.

τιμὴν

μὲν οὖν οὐδεμίαν εἶναι τῷ τηλικαύτην ἔχοντι βλάβην

 φαίην ἄν, πῶς γάρ ὄρον θεῶ ῥᾳδίως δίδωσι δεξιάν,

 κατέχει; πῶς ἰνὶ τούτῳ τὸν εἰληφότα τετιμῆσθαι;

ἡδονὴν δὲ γίγνεσθαι πατράσιν ἐντεῦθεν οὐκ ἂν ἀρνη-

θείην. ἔχει δὲ ἡμῖν οὐ καλὸν λόγον τοῦ κοινῇ τῇ

πόλει συμφέροντος περὶ πλείονος ποιεῖσθαι τὴν ἐνίων

 ἡδονήν. εἰ γὰρ εἰς ἐν τοῦτο βλέπομεν καὶ ἔν τοῦτο

σκοποῦμεν, τὴν ἐνίων ἡδονήν, εἰ δὲ βελτίων ἢ χείρων,

 

 

 

 



 



οὐ προσεξετάσομεν, τί κωλύσει καὶ τὰς γυναῖκας αὐ-

τοῖς | εἰς κοινωνίαν ἄγειν τῶν δείπνων καὶ θερα- 

παίνας τάς τε ἄλλας καὶ τὰς ἀπὸ τῶν μυλώνων;

μικρὸν γάρ εἰπεῖν ἀκολούθους, οἱ λέγοιεν, ὅτι οὕτω

μάλιστ’ ἂν ἥδοιντο καὶ χάριν εἰδεῖεν καὶ τοῖς Ὀλυμ- 

πί·οις χαρεῖεν, εἰ καὶ τοῖσδε μετείη τῆς εὐωχίας. ἡδονάς

δὲ τὰς μὲν βελτίους ἐπαινῶ, μὴ κακῶς δὲ τὰς φαυλο-

τέρας λέγειν οὐκ ἂν οἷός τ᾿ εἴην;

μὴ τοίνυν μηδὲ

ὑμεῖς πάντα δίδοτε μηδὲ πάντα χαρίζεσθε μηδὲ φρον-

τίζετε, τί ποιοῦντες ἡδονὰς τούτοις παρέξετε. καὶ μὴν 

εἰ μὲν οὐ μέγα τοῦθ’ οἱ πατέρες ἡγοῦνται, τοῦ χάριν

ἂν διδοῖμεν; εἰ δὲ πολλοῦ τινος ἄξιον, οὐ σφόδρα

νοῦν ἐχόντων ποιοῦσι. τοὺς δὲ τοιούτους οὐκ ἐν

πολλῇ σπουδῇ θετέον. ἀλλ’ ἀθυμήσουσιν οὐ καλου-

μένων σφίσι τῶν υἱέων οὐκ ὄντων ἐντεῦθεν ὀνειδῶν. 

ἔστι δὲ αὐτοῖς ἀθυμῆσαι λυσιτελέστερον ἀπούσης αἰ-

σχύνης ἢ μετά ταύτης ἐν γέλωτι καὶ τῷ χαίρειν διάγειν.

ἀθυμοῦσι καὶ οἱ διδόντες δίκην, ἀλλὰ παιδεύονται

τῇ δίκῃ. ὁ δὲ ἐπαινῶν τὸν ἀνδροφόνον μεθ’ ἡδονῆς

ἐφ’ ἑτέρας ἔπεμψε σφαγάς. οὐκοῦν ὁ μὲν εὐδαίμων 

ὁ λυπηθείς, ἐπηνώρθωται γάρ, ὁ δὲ ἄθλιος ὁ ἡσθείς,

οὐκ ἰάθη γάρ. τί δ’ ἂν καὶ δεινὸν ἐκ τῆς ἐκείνων

ἀθυμίας γένοιτο; κακῶς ἐροῦσι τὸν ἀγωνοθέτην; ἀλλὰ

ἀγαθὸν κακοί· καὶ οὐχ ἥξουσιν ἐπὶ δεῖπνον; καὶ τίς

ἐκ τούτου τᾷ συμποσίῳ βλάβη, πόρρω που καθῆσθαι 

τοὺς ἀναισθησίας γέμοντας;

ἀλλά καὶ τοῖς νέοις

 

 



 



λύπη τὸ πρᾶγμα; συμφέρουσά γε καὶ πολλῶν ἐκπω-

μάτων ἀμείνων. ἀλλὰ λυπούμενος τήμερον ὕστερόν

με ἐπαινέσεται, ὅταν ἐν τοῖς ὑπὲρ ἀρετῆς [ἐν τὼς]

 αὑτοῦ λόγοις καὶ τοῦτο ἔχη λέγειν, ὅτι παῖς ὢν

 ὑέ οὐδενὸς | ὀφθείη τῶν ἔξω οὔτε πίνων οὔτε

ἐσθίων οὐτ’ ἄλλοτε οὔτε ἐν Ὀλυμπίοις. τοὺτ᾿ ἀὐτῷ

φυλάξει τὴν παρρησίαν ὅλην. διὰ τοῦτο ἀνύποπτα

ὑπὲρ τῶν δικαίων πρὸς τὰς ἀρχὰς διαλέξεται οὐδέν

τῇ ψυχῇ πάσχων, οἷον εἰκὸς τὸν ὁρῶντά τινας τῶν

 τότε συγκατακειμένων.

εἰ δὲ λυποῦντες ὀνήσετε

τοὺς παῖδας, καινὸν οὐδέν, ἐπεὶ καὶ διὰ τῶν παιδα-

γωγῶν τοῦτο ὑμῖν πράττεται καί, νὴ Δία γε, παρά

τῶν διδασκάλων. ἀπειλαὶ γὰρ δὴ καὶ πληγαὶ καὶ

πολλὰ τὰ πικρά, ὅπου γε δὴ καὶ τὰ παρὰ τῶν τοκέων.

 ἀλλὰ τούτων γε τὸ κρατεῖν ἔχει καὶ δύνασθαι φύεται.

καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς οὕτω δειπνεῖν κεκωλυμένοις

καὶ λυπουμένοις τοιαῦτα ὕστερον ἥξει διδόντα ῥώμην,

ὥστε αὐτοῖς ἐν ἐπαίνοις ταύτας εἶναι τὰς λύπας.

τὸ δὲ μέγιστον ἀγαθὸν ἀσθενοῦντι τοῦ νοσήματος

 ἀπαλλαγή. τίς τοίνυν παρ’ ὅτου καὶ τοῦτο γένοιτο;

ἰατρός. πῶς τοίνυν τὸν ταύτην ἔχοντα τὴν δύναμιν

ὁρῶσιν εἰσιόντα οἱ νέοι; πῶς δὲ ἁπτόμενον; πῶς δὲ

ἀσιτίας μεμνημένον; εἰ δέ δὴ καὶ τομῆς ἢ πυρὸς δε-

 

 

 



 



ήσειεν, Ἡράκλεις, τίς λυπηρότερος; τίς μᾶλλον ἐχθρός;

ἀλλ’ οὐχ ὅταν λοῦσθαί τε ἐξῇ καὶ πᾶν ἔχειν σιτίον

τε καὶ ποτὸν ἀνεῳγμένον, ἀλλ’ ἔστι καὶ πρὸ τῶν

γονέων ὁ ἰατρὸς ἐκείνῳ.

καὶ νῦν ἡγήσεται μὲν

ἀθυμία, ἴψεται δὲ ἡδονή. ὧν δὲ ἀφήσουσι πρὸ τῶν 

καρπῶν ῥημάτων ἐπί τε τὸν σύμβουλον καὶ τοὺς δεξα-

μένους τὴν παραίνεσιν, ἢν ἄρα δέξωνται, βραχὺς ἡμῖν

ἔστω λόγος. οὔπω γὰρ δόξαν οἱ τηλικοίδε ποιῆσαι

δύναιντο ἄν. οὖς οὐ τῶνδε τῶν τραπεζῶν μόνον,

ἀλλ’ ὅλως ἀπασῶν | τῶν τοιούτων, ποιοῦσι γὰρ 

δὴ καὶ ἕτεροι τοιαύτας, φημὶ δεῖν ἀφεστάναι.

καί- 

τοι τὰ μὲν Ὀλύμπια θέρους ἐστὶν ἑορτὴ καὶ ποιεῖ

τινα τοῖς δακτύλοις ὄκνον τὸ μὴ πολλούς ὀφθαλμοὺς

εἷναι λαθεῖν, γάμους δὲ χειμὼν οὐχ ἧττον τῆς ὡραίας

δείκνυσιν, ὅτε δὴ τὸ ψῦχος τοὺς δαιτυμόνας ὑπὸ χλαί- 

ναις ὑποβεβλημέναις ποιεῖ. κἀντεῦθεν γίγνονται δύο

γάμοι, ὁ μὲν φανερὸς καὶ κατὰ νόμον, ὁ δὲ διὰ κλοπῆς

καὶ οὐ κατὰ νόμον. καλείτω τοίνυν μηδὲ νυμφίου

πατὴρ μηδέ νύμφης ἐπὶ δεῖπνον τούς νέους, ὧς οὐκ

ἐπὶ δεῖπνον μᾶλλον ἢ ἐφ’ ἅπερ ἔφην καλέσων. 

 27. Καὶ οἰήσεται μέν τις περὶ δείπνων εἷναι τὸν

λόγον, ἔστι δὲ ὑπὲρ τῆς πόλεως, εἴ τις ὀρθῶς ἐξε-

 



 



τάξειν ἐθέλοι. σωτηρία μὲν γὰρ αὐτοῖς ἐκ τῆς τῶν

τὰ κοινὰ διοικούντων ἀρετῆς, ὄλεθρος δέ, εἴ τις αὐ-

τοῖς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡλικίας παρακολουθοίη ψόγος.

ὅταν γάρ ἡ τι τὸ κωλῦον ὑπὲρ τῶν πραγμάτων δια-

 γωνίζεσθαι καὶ κυροῖ τὰ τοῖς ἄρχουσι δοκοῦντα, κἂν

ὧσι δωροδόκοι, πῶς οὐ μεγίστη ταῦτα τῇ πόλει βλάβη;

δεῖ δὴ μεγίστην πεποιῆσθαι τῶν παίδων τὴν πρόνοιαν,

ὅπως ἀπὸ γενναίας τῆς βαλβῖδος ἐπὶ τὰς ἄλλας ἰόντες

ἡλικίας ἐλευθέρᾳ πολιτεύσωνται τῇ γλώττῃ. 

 28. Μισήσουσιν οἱ μὴ φαγόντες τὸν ἀγωνο-

θέτην. ἀλλ’ οἱ θεοὶ τὸν ἄνδρα φιλήσουσι καλλίω

 πεποιηκότα τὴν ἑορτὴν καὶ καθαρωτέραν. | ἐροῦσι

κακῶς τοῦτον, ἀλλά κακῶς φρονοῦντες, ὕστερον δέ

γε ἑ ὧν ἂν νῦν εἴπωσι καταγνόντες ὑμνήσουσιν ἕτερα. 

 29. Οὐδὲν ἂν τούτων ἔδει τῶν λόγων, εἰ οἶ πατέρες

εἶναι πατέρες ἤθελον. ὄντες μὲν γάρ οὐκ ἂν οἱ μὲν

ἡγὸν, οἱ δὲ ἔπεμπον, τῶν δειπνούντων δὲ οὐκ ὄντων

οὐκ ἂν τὸ ποιῆσαν τὴν παραίνεσιν ἣν. νῦν δέ εἰσιν

 

 



 



οἳ τοῖς παισὶ πορευσομένοις λέγουσιν· ἄγε, ὅπως ὡς

πλεῖστα φάγῃς, ἄγε, ὅπως προσθήσεις σαρ-

ξὶν εἰς κόρον, ἄγε, ὅπως μηδὲν λελείψῃ τῶν ἐπὶ

μεγέθει γαστρὸς φιλοτιμουμένων. εἶτ᾿ ἀπὸ τού-

των τῶν παρακλητικῶν ἐγκύμονες ἐπανέρχονται σπερ- 

μάτων ἃ ποιεῖν πέφυκε νοσημάτων ἰδέας ἢ τεχνῶν 

αὐτὴ καὶ ὅσα ταύτης μετείληφεν, ὅπως ἂν ὧς ψυχρό-

τατα καταβαίνοι. πολλὰ δὲ ταῦτα, καὶ οὐκ αἰσχύνονται

πρὸς τοὺς ἰατρούς, ὅθεν ταῦτα, λέγοντες καὶ διηγού-

μενοι. 

 30. Ἐγὼ μὲν οὖν τῶν οὐ διδαξάντων | εἰμὶ 

τοιαῦτα δειπνεῖν τὸν ἐμόν, ἀφ’ οὗ καί τί μοι γένονεν

ἀγαθόν, οἶδα δέ τινα καὶ ἕτερον ταὐτά μοι πεποιηκότα,

ᾧ καὶ ἕτερον αὐτῷ τι γέγονεν ἀγαθόν, τοὺς δὲ τἀναν-

τία πεποιηκότας εἰ μή τις ἐπισχήσει, βουλοίμην ἂν 

ἀνάγκῃ φρονῆσαι βέλτιον, ἐπεὶ μὴ σφᾶς αὐτοὺς ἔπεισαν.