XXXVII (XXXVI R) 
 ΠΡΟΣ ΠΟΛΥΚΛΕΑ. 
 ὅτι μὲν εἶναι τι δεῖ τὸ τὴν συνήθειαν ἀνε- 
λὸν ἡμῶν καὶ τὸ εἰσιέναι σε παρ’ ἐμὲ καθ’ ἑκάστην
ἡμέραν μετὰ μεσημβρίαν, παντί που δῆλον· ὑπὲρ δὲ
τοῦ μὴ ζητεῖν τοὺς ἀνθρώπους, ὅθεν τοῦτο γέγονε, 
καὶ πράγματα ἔχειν εἰκάζοντας βούλομαι ποιῆσαι τὴν
αἰτίαν φανεράν, ἀφ’ | ἧς ἐγὼ μὲν οὐκ οἶμαι φα- 
νεῖσθαι κακός, ἄλλος δέ τις ἴσως οὐκ ἀγαθός. 
 2. Λόγων ἡμῖν γιγνομένων περὶ τῆς Ἰουλιανοῦ
τοῦ σοφωτάτου βασιλείας καὶ θαυμαστὴν ἐκείνην εἶναί 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 
μου λέγοντος καὶ οἵαν εἰκὸς ἀνδρὸς εἶναι τοιούτου,
δῆλος μὲν ἦσθα ταῦτα οὐχ ἡδέως ἀκούων, ἐν σχήματι
δὲ ἐπαινοῦντος ἔψεγες μέγαν μὲν αὐτὸν ἐν ταῖς δω-
ρεαῖς εἶναι λέγων, τούτου δὲ ἀπόδειξιν ποιούμενος τὰ
 τοῖς εὐνούχοις παρ’ αὐτοῦ δεδομένα, ταῦτα δὲ εἶναι
κώμας. καὶ πολὺς περὶ αὐτῶν εἵπετο λόγος καὶ ὡς
αὐταὶ τῶν οὐσῶν ἐν τῇ γῇ κεφάλαιον. ἐβούλου γὰρ
ἐκ τοῦ μεγέθους τῶν δωρεῶν διαβάλλεσθαι τοῦ δεδω-
κότος τὸν τρόπον καί τινας ὑπονοίας κινεῖσθαι. ἤνεγκα
 ταῦτα μόλις μέν, ἤνεγκα δ’ οὖν εἰδὼς μέν, ὡς οὐκ
ἀληθῆ οὐδὲ ταῦτα μέγιστα ὧν δέδωκεν, εἰς μάχην δὲ
ἐπὶ τούτοις ἐμπίπτειν οὐ βουλόμενος.

τούτοις
προσέθηκας τῆς μητρὸς τῆς ἐκείνου τὸν κόσμον, ὂν
ἰατρῷ τινι δοθῆναι μισθὸν τοῦ θανάτου τῆς οὔσης
 αὐτῷ γυναικός. ταυτὶ γὰρ ὀμνύντα λέγειν Ἐλπίδιον.
καὶ προσῆν ἔπαινος Ἐλπιδίου, οὐχ ἵν' Ἐλπίδιος
νεθῇ, ἀλλ’ ἵν’ ὁ ὅρκος πιστευθῇ. ἐνταῦθα ἀνεβόησα
καὶ τὴν ψυχὴν πληγεὶς τῷ λόγῳ ἀλλ’ οὐχ ὡς οὐκ
ἐπορνεύετο νέος ὤν, ὤμνυ ἂν Ἐλπίδιος, ἔφην.
 καὶ ταὐτὰ εἶπον ἃ Ῥωμαίων ἡ βουλὴ καὶ ὁ δῆμος, ὡς
ἀπηγγέλλετο δεῦρο παρὰ τῶν ἐκεῖ χρόνον διατριψάν-
των πολύν, καὶ ὡς ἀντὶ παλλακῆς γένοιτο τὰ μὲν ἄλλα
 ἀνδρὶ σπουδαίῳ, τουτὶ δὲ ἀτυχοῦντι. ἦσαν δὲ | οἱ
 
 

 
φάσκοντες αὐτὸν καὶ μέχρι τῆς τελευτῆς ἐνέχεσθαι τῇ
νόσῳ. καὶ οὕτω δὴ κατεχώσθης ὑπὸ τῆς ἀληθείας,
ὥστε καὶ αὐτὸς ὡμολόγεις παρά του τῶν παρηδρευ-
κότων αὐτῷ τοιαῦτα ἀκηκοέναι. τὸν οὖν τοιοῦτον
ἄτιμόν τε εἶναι ἔφην γυναῖκα ἑκόντα γενόμενον καὶ 
τὸ δύνασθαι κακῶς λέγειν ἕτερον ἀφῃρῆσθαι τῷ βίῳ.
ταῦτ’ εἶπον.

σὺ δέ με ἐβούλου σιγῇ δέχεσθαι τοὖς
κατὰ τῆς ἱερᾶς κεφαλῆς ἐκείνης λόγους καὶ προδιδόναι
καλὸν κἀγαθὸν βασιλέα καὶ φίλον. ἦν γὰρ δή μοι
φίλος καὶ οὐκ ἂν ἀρνηθείην. ἀλλ' οὐ ταῦτα τοῖς φί- 
λοις ὀφείλεται παρὰ τῶν φίλων, ἀλλὰ βοήθεια, προ-
θυμία, λόγος, ἔργα, ἡμῖν δὲ ἔργου μὲν οὐ παρῆν
ρός, λόγου δέ. ἔλεγον τοίνυν καὶ ἀντέλεγον ἀγαθὸν
κακοῦ κακῶς ἠγορευκότος.

ἠγανάκτουν δὲ οὐ τῷ
φίλος εἶναι μόνον, ἀλλὰ καὶ τῇ συκοφαντίᾳ. τίς γὰρ 
Ἑλλήνων ἢ βαρβάρων πιστεύσειεν ἄν, οὐχ ὅτι τὴν
ναῖκα αὐτὸς τὴν αὑτοῦ, ἀλλ’ ὅλως τινὰ ἀνθρώπων
ἀδίκως ἀπέκτεινεν; ἀπέκτεινε λέγω; τίνα μὲν οὖν
τρίδος ἐστέρησεν; ἢ τίνα γε χρημάτων ἄνθρωπος ἐν
θυσίαις | τε καὶ εὐχαῖς καὶ ὁμιλίαις δαιμόνων 
νύκτας τε καὶ ἡμέρας διάγων καὶ διὰ τῶν μάντεων 
αὐτοῖς συνὼν τάς τε τοῦ νικᾶν ἐν τοῖς πολέμοις ἐλ-
 
 
 
 

 
πίδας ἐν τῇ ’κείνων ῥοπῇ μᾶλλον ἔχων ἢ ταῖς χερσὶ
τῶν στρατιωτῶν; ἑτέρῳ γάρ τι τοιοῦτον εἰργασμένῳ
τὴν αὐτὴν ἂν ὑπῆλθεν ὀροφὴν ἢ λόγου μετέδωκεν ἢ
λέγοντος ἤκουσεν; οὐκ οἶσθ’ ὅτι καὶ τοὺς ἐπ’ αὐτῷ
 ποτε συνελθόντας, ὅπως τὸν μὲν ἀνέλοιεν, αὐτοὶ δὲ
ἄρχοιεν, μετ’ ἐλέγχους ἀφῆκεν;

οὗτος οὖν τὴν
ναῖκα ἂν <ἀπέκτεινε> α φαρμάκῳ μηδὲν ἔχων
ἢ καὶ ἐγκαλεῖν γε; καὶ τοιαύτας ἂν ἀφῆκε πρὸς τὸν
ἰατρὸν φωνάς; κέρασον φάρμακον, ἔμβαλε, δὸς
 ὅτῳ γε βούλει τρόπῳ δεῖξόν μοι τῆς
κὸς τὸν νεκρόν, ὑπόμεινον ἔργον ἐναντίον τῇ
τέχνῃ, μισθὸς δέ σοι τὰ κοσμοῦντά μοί ποτε
τὴν μητέρα. τοιαῦτα ἂν προήκατο ῥήματα; διῆρεν
ἂν ἐπὶ τοιούτοις τὸ στόμα; ἡ γλῶττα δὲ οὐκ ἂν
 ὤκλασε; τοῦτο δὲ διαπραξάμενος οὐκ ἂν αὑτὸν ἐξε-
τύφλωσεν, ὅπως μὴ πρὸς ὂν ταῦτα εἶπεν ὄψεται;

ἐμοὶ μὲν ὁ ταῦτα ψευσάμενος οὐδ’ ἂν τῶν ἐκ τῆς
Φοινίσσης τῷ Διὶ γεγονότων ἀποσχέσθαι δοκεῖ τὸ μὴ
τὰ δεινότατα ὑπ' αὐτῶν φάναι παθεῖν τοὺς οἰκειοτά-
 τοὺς. δοκεῖ γάρ μοι μὴ κακῶς ἂν ἀκοῦσαι μαθητὴς
 
 
 

 
οὗτος ἐκείνων τε καὶ τοῦ Αἰακοῦ. | τῷ γε τοῦ 
Αἰακοῦ περὶ τοὺς αὐχμοὺς ἔχοι τις ἂν ἆντιθεῖναι τὰ
τοῦδε περὶ τοὺς σεισμούς. ὁ μέν γε εὐξάμενος ἔπεισεν
ὗσαι τὸν Δία, ὁ δὲ παῦσαι τὸν Ποσειδῶνα σεισμούς,
ὲν οἷς ἦσαν μέγιστοι τῇ μεγίστῃ πόλει φόβοι

ὥσπερ 
οὖν τὸν περὶ ἐκείνων τολμῶντά τι τοιοῦτον εἰπεῖν
μαίνεσθαι δεῖ νομίζειν, οὕτω καὶ τὸν περὶ τοῦδε,
ἄλλως θ’ ὅτ’ οὐδὲ τοῖς ἀπὸ τοῦ γάμου μόνον δικαίοις
ἐκωλύετ’ ἂν ἡ πρᾶξις, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἀπὸ τοῦ γένους.
ἡ γὰρ αὐτὴ καὶ γυνὴ καὶ ἀνεψιά, Κωνσταντίου γὰρ 
ἦν ἀδελφή. ὁ δὲ οὐδετέρους δείσας θεούς, οὔθ’ οἷς
γάμων οὔθ' οἷς γενῶν μέλει, τοιαῦτα πρὸς ἰατρὸν
διελέγετο, ει' μὲν μεθ’ ἡμέραν, οὐκ αἰδούμενος τὸν
Ἥλιον, εἰ δὲ νυκτός, τὴν Νύκτα;

καὶ Ἐλπίδιος
μὲν ὢν Ἐλπίδιος οὐδὲν οὐδενὶ τοιοῦτον ἐπέταξεν, 
ἀλλὰ καὶ ὧν ἐν ταῖς ἀρχαῖς ἃς ἦρξε κατέγνω θάνατον,
δικαίως ἁπάντων κατεγνωκέναι φησίν, ὁ δ’ ἐν τοῖς
βωμοῖς συνεχῶς <ὤν>, α ὁ τῶν ἑδῶν ἐξηρτημένος,
καὶ τῇ γαστρὶ θεραπεύων τοὺς θεοὺς οὗτος ὃ καὶ
 
 

 
ἐννοῆσαι δυσσεβές, ἔδρα καὶ ἣν ἔσπειρε <ταύτην α
κτεινε>; a καὶ φαρμάκου μὲν ἔργον ὁ θάνατος, ἔλεγχος
κειμένης οὐδείς; καίτοι οὐχ εἰς ἐν βασιλείοις ἰατρός, ἀλλ’
 ὅτι | πλεῖστοι. ὥσθ’ εἷς μὲν τὸν μισθὸν λαβὼν
 ἔκρυπτεν ἂν τὸ ἄγος, οἱ δ’ ἄλλοι πάντες ἂν ἐβόων.

Κωνστάντιος δὲ οὔτ’ ἂν ἠγνόησεν οὔτ’ ἂν ἡσύ-
χασεν, ἀλλ᾿ ὡς ἐπ᾿ ἀδελφῇ τε καὶ βασιλίδι πάντα ἂν
ἔσεισε καὶ ταῦτα ἀφορμῆς δεόμενος εἰς τὸ τὸν ἄνθρω-
πον ἀφελέσθαι τὸ σκῆπτρον. μετέμελε γὰρ αὐτῷ μετα-
 δόντι τῆς ἀρχῆς, οὐχ ὡς εὑρόντι κακόν, ἀλλ’ ὡς
τοῦ βελτίονα. καὶ ἦσαν οἱ πάντα ἐξετάσοντές τε καὶ
μηνύσοντες, οἱ καὶ συκοφαντοῦντες εὔφραινον.

ὧν
πρῶτος Ἐλπίδιος, ὂν οὔτ’ ἂν ἔλαθεν ὕπαρχόν γε ὄντα
πρᾶγμα τοσοῦτον οὔτ’ ἂν ἐσίγησεν αἰσθόμενος μέλλων
 γε εὐεργέτης ἔσεσθαι βασιλέως. εἰ μὲν οὖν ἔφρασε,
δεῖξον· εἰ δ’ οὐκ εἶπεν, οὐδ’ ἐπέπρακτο, ἀλλ’ ὁ τὸ
στρατόπεδον ἐφ’ αὑτὸν πολλοῖς καὶ μεγάλοις ἀδική-
 
 

 
μασι κεκινηκὼς καὶ τοῖς Ἰουλιανοῦ διασωθεὶς δάκρυ-
σιν ὧν ὤφειλε χάριν, τούτων ἀπαιτεῖ δίκας ψευδό-
μενος. 
 12. | Τὸ ψεῦδος δὲ τοῦτο σὺ διηγούμενος ἡμῖν 
τὴν παρὰ σαυτοῦ ψῆφον προσετίθεις καὶ φωνῇ καὶ 
βλέμματι καὶ τοῖς ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἀνθρώπῳ κιναίδῳ
κατὰ ἀνδρὸς σώφρονος συναγορεύων οὐκ ἀναμνησθεὶς
τῆς Φοινίκης οὐδὲ τῆς Φοινίκων ἀρχῆς, ἣ πρώτη
πρώτῳ σοι μετὰ τὴν μοναρχίαν ἐδόθη. σὲ μὲν γὰρ
οὐκ ἠπίστατο, ὑπὸ φίλου δὲ ἐξηπατᾶτο. παροινοῦντος 
δὲ σοῦ καὶ σωφρονεῖν οὐ δυναμένου τὰ πονηρὰ καλὰ
νομίζειν οὐκ εἶχεν, ἀλλ’ ἤχθετο. σὺ δ’ ἀντὶ σαυτοῦ
τὸν ἄριστον ἐκεῖνον ἐμίσεις δέον τῷ μὲν εἰδέναι τῆς
ἀρχῆς χάριν, ἐγκαλεῖν δὲ τοῖς σοῖς ὀφθαλμοῖς ἢ ὅτῳ
ταῦτα δὴ τὰ τῶν ἐρώτων γίγνεται. 
 13. Ἀλλ᾿ ἐκεῖσε ἐπάνειμι, ὅτι κοινὸν Ἐλπιδίου τε
καὶ σοῦ τὸν κατ’ ἐκείνου λόγον ἐποίεις ἐπαινῶν μὲν
τὸν εἰπόντα φανερῶς, ἐπαινῶν δὲ οἶς ἔφην ἄρτι τὰ
εἰρημένα. καίτοι καὶ τὸ μὴ κακῶς λέγειν κἀκεῖνον
καὶ ταῦτα δεινὸν ἂν ἦν, | σὺ δ’ ὡς ᾤου με πεί- 
σεῖν, οὕτως ἐχρῶ τοῖς λόγοις, οὐκ ἐνεγκόντος δέ μου 
δικαίως καὶ ἐμαυτῷ μὲν ἥκιστα, μάλιστα δὲ Ἐλπιδίῳ
πρέποντα φθεγξαμένου τότε μὲν οὐδεμίαν δείξας ὁρ-
 
 
 

 
γῆν ἀπῆλθες, σκοπῶν δὲ ὅπως ἂν ἀμύναιό με, τῷ
καταλῦσαι τὰς παρ’ ἡμᾶς εἰσόδους τοῦτο ἐποίησας.

διὰ τί; οὐ γὰρ ταὐτὸν Ἐλπίδιός τε καὶ Πολυκλῆς.
οὐδ’ εἰ τὴν ὥραν ἔφην ἐκεῖνον ἀποδεδόσθαι, καὶ σέ,
 οὐδὲ τὸ τοῦ δεῖνος ἐν Ῥώμῃ κελεύοντος ἰέναι συγκοι-
μησόμενον τοῦτο ἦν Πολυκλέους, οὐδ’ εἰ δεδέσθαι
χρῆν ἐκ τούτων ἐκείνῳ τὴν γλῶτταν, παρὰ σοῦ σιγὴν
ἀπῃτοῦμεν. ἀλλὰ γὰρ ὁρᾶν μοι τὴν αἰτίαν τῆς ὀργῆς
δοκῶ. κοινὰ κατ’ ἀμφοτέρων, ὡς ἔοικεν, ἦν ἐκεῖνα τὰ
 λεγόμενα· ἴσα μὲν ὑμῖν τὰ λήμματα, ἴσαι δὲ
 νύκτες· ἴσα μὲν ἐκερδάνατε, | ἴσα δὲ κεχά-
ρισθε. ᾤου τοίνυν οὐ περὶ ἐκείνου μᾶλλον ἢ σαυτοῦ
ταῦτα ἀκούειν. καὶ τοῦ μὲν ἐγὼ κατηγόρουν, σὺ δὲ
σαυτοῦ.

ταὐτὸ δ’ ἄν μοι δοκοῦσι παθεῖν, εἰ καὶ
 πλείους ταὐτὰ παθόντες ἐκείνῳ τῶν λεγομένων
όντες ἤκουον· τρωθῆναι γὰρ ἂν ὑφ’ ἑαυτῶν καὶ ὧν
ἑαυτοῖς συνῄδεσαν. ἴσμεν δὲ ταὐτὸ κἀν ταῖς ἐπι-
δείξεσι τῶν λόγων γιγνόμενον. ὁ μὲν γὰρ τὸν λόγον
ἐργαζόμενος δεηθεὶς τοιούτων τινῶν ἐμνήσθη, ὁ δέ
 
 
 

 
τις εἰδὼς αὑτὸν ἐρυθριάσας κατέδυ τὴν μὲν γνώμην
οὐκ ἔχων τοῦ μνησθέντος αἰτιάσασθαι, τῷ ῥηθέντι δὲ
πεπληγμένος. ἀλλ’ οὐ πολεμεῖ τῷ σοφιστῇ καταβὰς
οὐδ’ ὑβρίσθαι φησὶν οὐδ’ ὀφείλειν αὐτὸν τῶν εἰρη-
μένων δίκην οὐδ’ εἰ τῶν λαλούντων ἦν αὐτῷ καὶ 
προσιόντων, ταῦτα οὐκέτι ἐποίει.

σὺ δὲ ἀνέστης καὶ
ἀπεπήδησας, ὥσπερ αὐτὸς ὢν Ἐλπίδιος. εἰ δ’ ἀχθε-
σθῆναι φῄς οὐκ ἐν δίκῃ κακῶς ἀκηκοότος τοῦ φίλου,
χρῆν ἐλέγχειν καὶ ταύτῃ τῷ φίλῳ βοηθεῖν. ἀλλ’ οὐκ
ἐνῆν. πῶς γὰρ τῷ καὶ αὐτῷ φάσκοντι τοιοῦτόν τινα 
περὶ | αὐτοῦ δεδέχθαι λόγον; 
 17. Διὰ δὴ τῆς δεινῆς ταυτησὶ τιμωρίας ἴσθι διδάξας
ἡμᾶς, ὃς ἐν νεότητι γένοιο. τί δὴ καὶ βεβλάμμεθα ταύτῃ
τῇ δίκῃ, μόθοιμ' ἂν ἡδέως. οὔτε γὰρ χείρω μοι τὰ περὶ
τὴν τέχνην οὐκέτ’ εἰσιῶν ἐποίεις οὔθ’ ἡνίκα εἰσῄεις, βελ- 
τίω, ὃς εἰς φλυαρίαν μὲν οὐκ ὀλίγον κατανήλισκες τοῦ
χρόνου, ὂν δὲ λέγοντα κατελάμβανες νέον, ἀθυμεῖν
ἠνάγκαζες τῇ περὶ τὴν ἀκοὴν ὠμότητι.

φίλος δὲ
ἦσθα μὲν οὐδέποτε, δοκεῖν δὲ ἠξίους. ἀεὶ δὲ οὗ λήσειν
ἤλπισας, ἔβαλλες. ὅς καὶ τὰ περὶ τῶν ἀστέρων καὶ 
τῆς δι’ αὐτῶν ἐπικουρίας ῥήματα διαστρέψας ἐχθροὺς
ἡμῖν ἐποίεις, ὧν τὴν εἱμαρμένην ᾐτιώμεθα, ταῦτ’ ἐπ’
ἐκείνους μεταφέρων, ἐμὲ μὲν ἀδικῶν, κολακεύων δὲ
ἐκείνους, ἐν ταῖς ἐκείνων κακοτεχνίαις τὰς ὑπὲρ τῶν
 
 

 
μεγίστων ἐλπίδας πεποιημένος, ἀρχῶν καὶ γάμων· καὶ
γὰρ γάμων ἔτι σε φροντίζειν ἀκούω μέλλοντα τοσαύ-
την στεφανώσειν πολιάν.

δύνασθαι δὴ ταῦτα
ποιεῖν νομίζεις τούτους τοὺς καταράτους διὰ καμίνων
 τε καὶ τέφρας τῆς ἐκεῖ καὶ πυρός. καὶ πολλὰ μὲν
ἐξηπάτησαι, τοῦ δ’ ἕξειν τι δι’ αὐτῶν νομίζειν οὐκ
ἔληξας. ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ τι σχεῖν τὸ σχήσειν προσδοκᾶν
ἀρκεῖ καὶ περιέρχῃ πυνθανόμενος οὐ μόνον εἴ τις
ἄκρος ἐν τούτοις ὡς ἀληθῶς, ἀλλὰ καὶ εἴ τις μέσως
 μετέχει τοῦ πράγματος καὶ εἴ τις φαύλως, καὶ πείθῃ
κἀν τούτοις εἶναί γε πολλάκις μείζω τῶν παρὰ τοῖς
τελείοις καὶ βαδίζεις παρ’ αὐτοὺς κἀκείνους ἀξιοῖς
παρὰ σὲ καὶ τοὺς ἡλικιώτας ἀφεὶς ταῖς μετὰ τούτων
 χαίρεις διατριβαῖς ταῖς μὲν ἐν ἐρημίᾳ, ταῖς | δὲ
 καὶ ἐν πλήθεσιν, ἀφαιρῶν τὴν τῶν προτέρων ὑποψίαν
τοῖς δευτέροις.

καὶ οὕτω σφόδρα τούτων εἵνεκα
τοὺς τοιούτους διώκεις, ὥστ’ οὐδεὶς τῶν ὁρώντων
οὐχὶ μάντις ἐστὶν ἀληθὴς ὑπὲρ τούτων ὑμῖν εἶναι
γων τοὺς λόγους. τούτοις ἀντὶ χρημάτων παρέχεις
 τὰ κατ’ ἐμοῦ ῥήματα καὶ φῄς ἐκφέρειν τἀπόρρητα καὶ
τὰ ’κείνων πρὸ τῶν ἐμῶν ποιεῖσθαι. εἰ δὲ μᾶλλον
εἶναί σοι δόξαιμι γόης ἐγώ, ἐγὼ μὲν ἠδίκημαι, οἱ δὲ
ἠδικήκασι καὶ μετ’ ἐμοῦ σοι τετάχθαι κάλλιον. 
 

 
 21. Εἷπον μὲν οὖν δεήσεσθαι τῶν ἀστέρων καὶ
πειράσεσθαι πολλαῖς ἱκετείαις ποιῆσαι τὸν Ἄρη πρᾳό-
τερον, θῶμεν δὲ εἰρῆσθαι τὰς τούτων ἐπιχειρήσειν
ἀπώσασθαι βολάς. κατ’ ἄμφω τοίνυν ἐχρῆν ἐμοί σε
συνάχθεσθαι, εἴτ’ ἐπ’ ἐμοί τι συνέκειτο εἴτε κενὸς ἦν 
ὁ φόβος καὶ δείματα μάταια. δυστυχῶ γὰρ δὴ τοῦτό
γε. σὲ δὲ οὔτε ὑπώπτευον οὔτ’ ἔφην κατ’ ἐμοῦ · τι
καμεῖν. τί οὖν τὸ τῆς μεταβολῆς αἴτιον; τί τὸ τῆς
φυγῆς;

ἦ σοι δοκοῦμεν ἀδικεῖν οὐκ ἐγκώμια
φοντες τῶν ἐπ’ ὀλέθρῳ πολλῶν ἐν μὲν ἡμέρᾳ καθευ- 
δόντων, νυκτὸς δὲ ἀξιούντων ἐπιτάττειν δαίμοσι;
τοι φῂς οὐδενὸς ἐν τοῖς τοιούτοις κακοῖς ὕστερος
εἶναι, μᾶλλον δὲ τῶν μὲν οὐκ ἐλάττω, τῶν δὲ ἐπίστα-
σθαι πλείω. ἀλλ’ ὅμως καὶ τοῖς χείροσι | κατὰ τὰς 
τοιαύτας βλάβας ὡς ἥδιστα σύνει τό τι περὶ τοιούτων 
ἀκούειν ἢ λέγειν ἥδιον ἑορτῆς ἄγων. καίτοι χρῆν
τοῖς πάλαι κινδύνοις πεπαιδεῦσθαι. σὺ δ’, ὡς ἔοικε,
κακίων τῷ διαφυγεῖν γεγένησαι.