ΧΧΧV (XXXIII R). 
 ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΟΥ ΛΕΓΟΝΤΑΣ. 
 Καὶ ἐμὲ καὶ τὴν πόλιν καὶ ὑμᾶς καὶ τοὺς
ὑμετέρους πατέρας ζῶντάς τε καὶ τετελευτηκότας δα-
κρύσειεν ἄν τις εἰκότως ὁρῶν τὴν ὑμετέραν ἐν τοῖς
 δικαστηρίοις ἀφωνίαν. ἧς πάλαι μὲν ὑμῖν ἐξῆν ἀπηλ-
λάχθαι μὴ τὰς ἐμὰς ἀτιμάσασι παραινέσεις, γένοιτο
δ’ ἂν καὶ νῦν, εἴ μοι προσέχειν ἐθελήσετε, τῆς
νης ἴασις.

εὔχομαι τοίνυν τοῖς τὴν πόλιν ἔχουσι
τὴν ἡμετέραν θεοῖς δοῦναί μοι περὶ ὧν ἥκω συμβου-
 λεύσων, εἰπεῖν τε μετρίως καὶ πειθομένους ὑμᾶς
βεῖν. κοινὸν γὰρ δὴ τοῦ τε λέγοντος καὶ τῶν ἀκου-
όντων τὸ κέρδος τὸν μὲν εἰρηκέναι δόξαι τὰ βέλτιστα
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 
τοὺς δ’ ἀντὶ τῶν ἡδέων ἑλέσθαι τὰ συμφέροντα. εἰ δ’ αὖ
ἐπὶ τῶν νῦν φιλονεικήσετε μένειν, ἥττω μέν, κερδανῶ δὲ
ὅμως αὐτό γε τὸ περὶ τῶν τοιούτων συμβεβουλευκέναι. 
 3. | ικρὸν δέ τις ὑμῶν ἀποκρινάσθω μοι· 
τίς ὑμῖν προσηγορία κοινή; φαίητ’ ἄν· οἱ πολι- 
τευόμενοι. τὶ τοίνυν ἔργον ταυτησὶ τῆς προσηγο-
ρίας; γνώμῃ λειτουργῆσαι καὶ λόγοις εἰσηγήσασθαι το
δέον, κωλύσαι τὰ βλαβερά, τοῖς μὲν συνειπεῖν, τοῖς
δὲ ἀπαντῆσαι, ἀκολουθῆσαι μὲν εὖ φρονοῦσιν ἄρχουσι,
μαχέσασθαι δὲ τὸ λυσιτελοῦν οὐχ ὁρῶσιν, ἀντιστῆσαι 
ταῖς ἀπὸ τοῦ θρόνου φωναῖς τὰς ἀπὸ τοῦ βουλεύειν,
τὸ φοβεῖν μᾶλλον ἢ δεδιέναι ἐκ ῥητορείας ἔχειν.

ταῦτ’ ἐστιν ὁ πολιτευόμενος, οὐ ξύλα καὶ κάμινοι
καὶ ἵπποι καὶ ἀθληταὶ καὶ ἄρκτοι καὶ κυνηγέται. καλὰ
μὲν γὰρ καὶ ταῦτα τὰ ἀναλώματα καὶ φέροντα τιμὴν 
μὲν τῇ πόλει, δόξαν δὲ τῷ δαπανωμένῳ, ἀλλ’ οὔπω
τοῦτ’ ἔστι πολιτεύεσθαι, ἀλλ’ εἴδη μὲν οἶμαι λειτουρ-
γιῶν, ἕτερον δὲ ὁ πολιτευόμενος, οἷον ἔλεγον ἀρτίως.
κἂν δεκάκις τούτων τις ἕκαστον πρὸς τὴν ἑαυτοῦ
ποιῇ, φιλοτιμία μὲν καὶ μεγαλοψυχία καὶ λαμπρότης 
 
 

 
ταῦτ’ ἂν εἴη, πόρρω δέ γε τοῦ τῆς πολιτείας
τος. δῆλον δὲ ἐκεῖθεν.

πολλοὶ πατέρες καί, νὴ
 Δία γε, καὶ μητέρες | τῶν ἀνδρῶν αὐταῖς οἰχομἐ-
νων ἤγαγον ἐπὶ τὰς τοιαύτας δαπάνας τὰ μὲν ἄρτι
 γάλακτος ἀπηλλαγμένα παιδία, τὰ δὲ οὔπω. τούτοις
οὖν ἐκείνης μεταδώσει τις τῆς προσηγορίας; οὐδείς,
πλὴν εἰ παραπαίοι γε. πῶς γὰρ ἂν ὅ γε μηδ’ ὅτι
λειτουργεῖ δυνάμενος εἰδέναι τὸ τοῦ πολιτευομένου
πράξειε; πῶς δ’ οὐ πράττων τῷ τῆς πράξεως ἂν ὀνό-
 ματι καλοῖτο; καὶ ὑμεῖς τοίνυν, ὥσπερ ἐκεῖνο τὸ παι-
δίον, λελειτουργήκατε μέν, πολιτεύεσθε δ’ οὔ. 
 6. Καὶ τοῦτο πάλαι μὲν ἤκουον τῶν ἐμοί τε ἐπι-
χαιρόντων καὶ ὑμῶν καταγελώντων καὶ οὐκ ἠπίστουν,
ᾔδειν γὰρ ὑμῶν ἐν πολλοῖς χώροις τὰς γλώττας, νῦν
 δὲ δὴ καὶ σαφέστερον ἔγνων τὴν ἐμαυτοῦ συμφοράν.
εἰσῆλθον μὲν γὰρ τὸν ἄρχοντα προσερῶν, ὡς οὐκ ἔδει,
παρῆν δὲ ἡ βουλὴ πᾶσα. προὔκειτο δέ τι τῶν
δαίων ἀπαιτοῦν λόγον καὶ ῥήτορας. τῶν δ’ ἄλλων ὃ
δοκοῖ σφίσι λυσιτελεῖν λεγόντων ὑμεῖς ἐπολιτεύεσθε
 τῇ σιωπῇ τοσοῦτον συνεισφέροντες, ὁπόσον νεύματι τὸ
λεγόμενον ἐπαινέσαι, μᾶλλον δὲ οἱ μὲν ἑωρῶντό τε
ὑμῶν καὶ τοῦτ’ ἐποίουν, οἱ δ’ οὐδὲ τοῦτο, ἀλλὰ κρύ-
ψαντες αὑτοὺς ὑπὸ τοῖς νώτοις ἐκείνων οὐδὲν οἰκετῶν
 | διέφερον εἰς δεσπότας βλεπόντων. ἐξιόντων δὲ
 

 
ὑμῶν τοῖς μὲν ἐξ ὧν εἰρήκεσαν ὑπῆρχε μέγα φρονεῖν,
ὑμῖν δ’ ἐκ τοῦ σεσιγηκέναι τεταπεινῶσθαι καὶ τοῖς γε
ἀκολούθοις ἐκατέρων τοῖς μὲν ἐκείνων χαρά, τοῖς
δ’ ὑμετέροις κατήφεια.

τίνες δὴ καὶ δειπνοῦσιν
ἦσαν ὑμῖν πρὸς τὰς μητέρας οἱ λόγοι; ψευδόμενοι 
μὲν γὰρ καὶ ἐκ λόγων ἥκειν αὐταῖς λέγοντες κὰτ
αὐτὸ τοῦτο ἠδικεῖτε, σεσιωπηκέναι δὲ ὁμολογοῦντες τί
ἄλλο ἢ στένειν ἐποιεῖτε δυστυχεῖς αὐτὰς ἀποφαίνοντες
μητέρας καταρωμένας σφίσιν αὐταῖς ὕβριν καὶ λώβην
καὶ ὀνείδη τεκούσαις. ταχύ γ’ ἂν ὑμᾶς αἰσχυνθείη 
χειροτέχνης, ταχύ γ’ ἂν ὑπουργήσειε κελεύουσι, ταχύ
γ’ ἂν ἐλπίσειε δυσχερὲς αὑτῷ τι λυθήσεσθαι δι’ ὑμῶν,
ὅταν ὑμεῖς ἄλλων δέησθε τῶν ὑπὲρ ὑμῶν ἐρούντων.

πρὸς θεῶν, πότερον ἄμεινον, ἄγειν ἢ ἄγεσθαι, καὶ
ἰσχύειν ἢ μὴ δύνασθαι, καὶ βοηθεῖν ἢ χρῄζειν τοῦ 
βοηθήσοντος, καὶ καλεῖσθαι μακάριον ἢ μακαρίζειν
ἕτερον, καὶ ὠφελεῖν τὴν ἐνεγκοῦσαν ἢ μὴ οἷόν τε
εἶναι; οὐκοῦν ἐν τοῖς εἰρημένοις τούτοις τὰ δεύτερα
μὲν ὑμέτερα, τὰ πρότερα δὲ ἄλλων; οἱ φοβεῖν
ται τοὺς τῶν ἀρχόντων ὑπηρέτας, οὓς ὑμεῖς δεδοίκατε. 
καὶ ἔστιν αὐτοῖς ῥᾴδιον λυπῆσαι βλέμματι, λυπῆσαι
ῥήματι, λυπῆσαι χειρί, λαβέσθαι μετ᾿ ὀργῆς,
καὶ μὴ βουλόμενον, ἀποδῦσαι καί πού τι καὶ πλέον.
πόθεν οὖν τοὺς μὲν ὑπέρχονται καὶ θεραπεύουσιν,
 

 
ὑμᾶς δὲ ἐλαύνουσιν; ὅτι τῶν μὲν αἰδοῦνται τὴν δόξαν
ἣν ἀπὸ τοῦ λέγειν ἔχουσιν, ἐν ἀδόξοις δὲ ὑμᾶς
τοῦ σιωπᾶν εὑρίσκουσιν οὐκ ἀγνοοῦντες μὲν ὑμῶν ἃ
καὶ λειτουργεῖτε καὶ λελειτουργήκατε, τῷ νόμῳ δὲ καὶ
 ταῖς ἀνάγκαις ταῦτα λογιζόμενοι, τὰς ψυχὰς δὲ ὑμῶν
οὐκ ἔχοντες θαυμάσαι. 
 9. Εἰ μὲν οὖν ἦτε πολῖται πόλεως ἀπ’ ἄλλου του
 τῶν νομιζομένων ἀγαθῶν εἰς ὄνομα | ἡκούσης,
ἀλλ᾿ οὐ τῆς δεινότητος τῶν πολιτευομένων, ἦν
 ἂν καὶ οὕτω καλὸν ἀμείνους γενέσθαι πατέρων καὶ
ἔχειν γε καὶ αὐτοὺς εἰπεῖν τὸ τοῦ Σθενέλου, τάχα δ’
ἄν τις ἦν ὑμῖν οὐ κτησαμένοις τοῦτο ἀπολογία· νῦν
δὲ τοῦτ’ ἂν εὕροι τις, ὅτι μάλιστα ἡ πόλις ἡμῖν ἐξέ-
λαμψε τῇ περὶ τὸ λέγειν τῆς βουλῆς ἐπιστήμῃ, δι’ ἣν
 καὶ τοῖς παιδεύουσιν οὐ μικρὸς ἐν ταῖς ἐπιδείξεσιν ὁ
χρόνος. δεινὸν οὖν μὴ καὶ τούτου φαίνεσθαι κληρο-
νόμους, ἀλλ᾿ ἐν τῷ ὑμετέρῳ βίῳ διαφθαρῆναι τῇ
λει τὴν δόξαν. ἢ τὸ μὲν τεῖχος αὐτῆς εἰ περιῃρεῖτε,
δίκην ἂν ὠφείλετε, τῶν δ’ ἀπὸ τοῦ λέγειν γιγνομένων
 ἀποστεροῦντες τιμῶν ἄξιόν τι ποιεῖτε;

ἐγὼ χαίρω
 
 
 

 
μὲν θαυμαζομένου Φασγανίου καὶ οὐχ ἦττόν γε ἢ
τὸς ἐγκωμιαζόμενος, ἐβουλόμην δ’ ἂν μετ᾿ ἐκείνου
ὑμᾶς, ἐπεὶ καὶ τῇ πόλει κέρδος ἂν ἦν οὐ τὸ νῦν λε-
γόμενον λέγεσθαι τὸ οὐδεὶς ἐκείνῳ προσόμοιος,
ἀλλ᾿ ὅτι πολλοὶ παραπλήσιοι. καὶ τὸν Ἀργύριον 
δὲ καὶ τὸν Εὔβουλον ὡς ῥήτορας ἀγαθοὺς ὑμνου-
μένους ἴσμεν, ἐγὼ δὲ καὶ ἄλλους προσθείην ἂν
νων μὲν ὑστέρους, ὑμῶν δὲ βελτίους.

ὅταν οὖν
ἀκούητε λεγόντων, ὡς οἱ μὲν ἦσαν πύργοι τῆς πόλεως,
ὑμεῖς δὲ προδόται, καὶ οἱ μὲν αὐτὴν ἐποίουν εὐδαί- 
μόνα, ὑμεῖς δὲ ἀθλίαν, καὶ ὡς ἦν ποτε ἡ βουλὴ μέγα,
νῦν δ’ ὀλίγον μὲν αὐτῆς οὐ τεθνήκει τὸ πλέον δὲ
οἴχεται, πῶς ἅπτεσθε σιτίων; πῶς δὲ ἀξιοῦτε ζῆν;
πῶς δὲ οὐκ εὔχεσθε | τὴν γῆν ὑμῖν χανεῖν; τοῦτο 
γάρ, τοῦτό ἐστιν ἐφ’ ᾧ τις ἂν μάλιστα ἀλγήσειεν, ὅτι 
δυστυχοῦντες οὐκ αἰσθάνεσθε, ἀλλὰ σὺν ἡδονῇ ζῆτε
καὶ γελᾶτε πρός τε ἀλλήλους καὶ τοὺς ἄλλους καὶ ἐν-
τυγχάνετε τοῖς ἀνθρώποις ὄμμασιν ὡς
ἐν οὐδενὶ καθεστηκότες κακῷ. 
 12. Καίτοι τί δεινότερον τῆς ἀφωνίας ταύτης; περὶ 
ἦς τίς ἂν ὑμῖν εἴη δικαία πρόφασις; τοῖς μὲν γὰρ αὖ
γονεῦσιν οὐκ ἂν ἔχοιτε ἐγκαλέσαι, ὡς οὐ παρέδοσάν
 
 
 

 
τε ὑμᾶς παρ’ ὧν ἦν τι μαθεῖν καὶ ἀνηλώκασι τὰ εἰω-
θότα βιβλία τε ὠνούμενοι καὶ μισθὸν τελοῦντες, οὐ
τοίνυν οὐδ’ ἡμῖν ἢ] ὡς οὐκ ἐπισταμένοις. μαρτυ-
ροῦσι δὲ τούτῳ τῷ λόγῳ πολλαὶ πόλεις ἐν πολλοῖς
 ἔθνεσιν, ἐν αἷς οἱ παρ’ ἐμὲ πεφοιτηκότες ἔχουσιν ἐκ
τοῦ λέγειν τὸ κρατεῖν. καὶ εἰ μὴ μακροῦ τε πρὸς
τοῦτο ἔδει λόγου καὶ ἅμα ἦν ἐπαχθές, κατέλεξα ἄν.

τούτων τοίνυν ἐν μὲν τοῖς διδασκαλείοις οὐδὲν
ἐγένεσθε χείρους, αἵ τε γὰρ φύσεις ὑμῖν οἷαι δέξασθαι
 <τὰ> τῆς τέχνης πόνου τε οὐκ ὀλίγον τι προσῆν, ὁ
ἐπὶ τούτῳ χρόνος οὐχ ὅμοιος, ἀλλ’ ἐκείνοις μὲν ἐφυ-
λάχθη τὸ κτηθέν, ὑμῖν δὲ διερρύη. τὸ δὲ αἴτιον, οἱ
μὲν ἅπτονται συγγραμμάτων, ὑμεῖς δὲ ἑρπετῶν μᾶλλον
ἂν ἢ τούτων, καὶ οἱ μὲν οὐκ ἐποιήσαντο πρὸ αὐτῶν
 τὰς τῶν ἵππων | ἁμίλλας, ὑμῖν δὲ τοῦ βίου κέρ-
 δὸς αὗται, καὶ πάντων ἀμελήσαντες τῶν ἄλλων ὅπως
ὁ δεῖνα τοῦ δεῖνος ἡνίοχος περιέσται σκοπεῖτε. καὶ
ὁ τοῦτο ἐπαγγελλόμενος γόης τῶν θεῶν αὐτῶν
τερος καὶ τῶν γε θεατῶν οἱ τὸν ἱππόδρομον γεωρ-
 γοῦντες, οἷς ἐντεῦθεν ἀργύριον, εἰπεῖν τέ τι τοῖς
 
 

 
κέλησιν ἄνωθεν καὶ δι’ ἐκείνων τοῖς ἐπὶ τῶν
των. τούτους τοίνυν ὑμεῖς μακαρίζετε, ζηλοῦτε, μιμεῖ-
σθε· τούτοις ἐοικέναι βούλεσθε μᾶλλον ἢ τοῖς πατράσι.
καὶ νὴ Δία γ’ ἐοίκατε. εἰσὶ δὲ οἱ πολλοὺς αὐτῶν ἐν
τοῖς αὐτῶν ἐκείνων νενικήκατε καὶ φιλοτιμεῖσθέ γε 
τῇ νίκῃ ταύτῃ μᾶλλον ἢ οἱ τοὺς στεφάνους ἐξ Ὀλυμπίας
ἀναιρούμενοι.

τὸ δ’ οὐχ ἥκιστα πρὸς τοῦθ’ ὑμᾶς
ἠχὸς ἐκεῖνό ἐστιν, ὅτι πολλοὶ μὲν τῶν νέων εἰς ταύ-
την τὴν λειτουργίαν κατέστησαν, πεπρακότες δὲ ἵππους
οὓς ἦσαν ἐωνημένοι, τοῦ λειτουργεῖν μὲν ἀπηλλάγη- 
σὰν, ἐν δὲ ταῖς σπουδαῖς ταῖς τε ὑπὲρ τούτων καὶ
τῶν ἡνιόχων οἷς ἡνίκα ἐλειτούργουν ἔχαιρον, ἔμειναν.
καίτοι πέρας ἐχούσης τῆς δαπάνης τί μὴ καὶ τὸ
τοις προσέχειν πέπαυται, ἀλλ’ ἀθάνατον προέρχεται
τὸ κακόν; καὶ τὰς βελτίους καὶ χείρους ἡμέρας τούτῳ 
κρίνετε, ταῖς νίκαις καὶ ταῖς ἥτταις ἐκείνων, ὑμετέρας
δὲ νίκας μὲν οὐκ ἂν ἔχοιτε εἰπεῖν οὐδαμοῦ, ταῖς
δ’ ἥτταις οὐκ ἄχθεσθε· τοσαύτη τις ἡ τοῦ νικᾶσθαι
γέγονεν ὑμῖν συνήθεια. 
 15. Ἆρ᾿ οὖν ὠλιγώρησα νοσούντων καὶ οὐκ ἐμι-
μησάμην τοὺς ἰατροὺς οὐδὲ τὰ τῶν ἀλγούντων ἐποί-
ησα, ἀλλ’ ὅσον καταράσασθαι, | τοσοῦτον φθεγξά- 
 
 
 

 
μένος ἀπῆλθον; καὶ τίνα παρέλιπον ἡμέραν ἐν ᾗ μὴ
τὰ τοῦ νουθετοῦντος διῆλθον; ὦ φίλτατοι, νήψατε,
παύσασθε μεθύοντες, ἐπανέλθετε πρὸς νοῦν.
μανία ταῦτα ἔστιν. ἐν ὑμῶν αὐτῶν γένεσθε.
 φείσασθε μὲν ὑμῶν αὐτῶν, φείσασθε δὲ ἐμοῦ.
γένεσθε κατὰ τὰς γλώττας τῶν οἰκετῶν βελ-
τίους· ὡς νῦν γε τύχῃ μόνον ἐστὲ βελτίους.
εἰ δ’ ἐπισταίη τις ὑμῖν τε κἀκείνοις γυμνοῖς
λαλοῦσιν ἄλλο εἰδὼς τῶν περὶ ὑμᾶς οὐδέν,
 οὐκ ἄν μοι νομίσαι δοκεῖ δίκαιον εἶναι τοὺς
ἑτέρους τῶν ἑτέρων κρατεῖν.

οὐκ ἀεὶ παρ’
ἐμοῦ ταῦτά τε καὶ τὰ τοιαῦτα; οὐχ ὁρώμενος πόρρω-
θεν ταῦτ’ ἐρεῖν προσεδοκώμην; οὐχ ἡ προσδοκία
των δρασμὸν ὑμῶν πολλάκις ἐποίησεν; οὐκ ἐδεήθην
 ὑμῶν παύσασθαι μισοῦντας τὸν Δημοσθένην; οὐκ ἐν
τοῖς ἁμαρτανομένοις ὑμῖν τῶν ῥημάτων βαρὺς ἦν
ἐπανορθῶν; οὐ μετὰ ῥᾳστώνης ἐπηγγειλάμην τὴν περὶ
πολλὰ τῶν πλημμελουμένων ἴασιν; ὑμῖν δὲ καὶ τοῦτο
ἐπίπονον ἐδόκει. ἀλλ᾿ εἰ καὶ μὴ πρότερον, νῦν γε,
 βέλτιστοι, βεβαιώσατε τοὔνομα τοῖς ἔργοις καὶ γένεσθε
ὃ δὴ κέκλησθε, πολιτευόμενοι. 
 17. Πῶς οὖν τοῦτο ἔσται; ἂν δυνηθῆτε λέγειν.
πῶς οὖν τοῦτο δυνήσεσθε; ἂν μὴ φεύγητε τὰ βιβλία
μηδ’ ἡδίω νομίζητε τούτων ἃ νῦν ]<δὴ> διῆλθον. οἷς
 

 
προσθείη τις ἂν κύβους τε καὶ τὴν περὶ θεοὺς
ταῦθα ἀσέβειαν. ἴστε γὰρ ὡς οὐδενὸς ὅ γε ἡττώ-
μενος ἀπέχεται ῥήματος καὶ ἔστιν ἡδύς τε καὶ ἀστεῖος
ἀσεβῶν. ἐᾶτε μὲν χαίρειν ὀρχηστάς, ἐᾶτε δὲ ἡνιόχους.
χωρεῖτε δὲ παρὰ τοὺς παλαιοὺς ῥήτορας καὶ τὰς 
γλώττας ἐκκαθαίρετε καὶ τάχα τις ὑμᾶς ὄψεται
τας, οὐ σιωπῶντας.

εἰ δ’ οὐκ ἔστιν ὑμῖν ὅλως
ἀποστῆναι τῶν παιδικῶν ἐκείνων, συμφορὰ μὲν
πᾶν τὰ ζημιοῦντα, ὑμεῖς δὲ ἴσον ἑκατέρῳ νέμετε, τῷ
τε χείρονι τῷ τε βελτίονι. καίτοι ποῦ τοῦτο δίκαιον; 
ἀλλ’ ὅμως δίδωμι. δεδείπνηκας. μὴ διάτριβε τῇ μνήμη
περὶ τοὺς ἡνιόχους | ἐρίζων πρὸς τὸν οἰκέτην, ἢν 
μηδεὶς ἄλλος παρῇ, ἀλλ’ αἰτησόμενος βιβλίον θήξας
τὴν γλῶτταν κάθευδε κἀν ταῖς μακροτέραις τῶν
κτῶν ᾆδε μετὰ τῶν ἀλεκτρυόνων εἰς ἀγοράν τε ἐλθών, 
ἢν τὰ πράγματα παρέχῃ, μὴ νόμιζε αἰσχύνην ὀφλήσειν,
ἢν ὀφθῇς ἐκ βιβλίου τι λαμβάνων.

ταῦτά σοι
καλὸν ποιήσει τὸ στόμα, ταῦτα ῥέον δείξει, ταῦτα
ταχεῖάν τε ἀπεργάσεταί σοι τὴν γλῶτταν καὶ ἅμα
τίας κρείττονα, ἀπὸ ταύτης οἰκοδομήσεις λαμπρότερον 
καὶ γεωργήσεις κάλλιον καὶ πλειόνων ἐπίπλων ἔσῃ
δεσπότης καὶ τοὺς ἐμοῦ τε καὶ σοῦ κατηγοροῦντας
ἐπιστομιεῖς, ὡς οὐ μεταβάλλων γέ τι τῶν νῦν ἐν
ναμίᾳ βιώσῃ. 
 
 

 
 20. Τάχ’ ἂν οὖν τίς με ἔροιτο· τί δ’; ἅπαντές
εἰσὶν οἱ τῇδε τοιοῦτοι; λέγει δὲ οὐδεὶς τῶν σοὶ
πεπλησιακότων οὐδέ γε πολιτεύεται; ἐγὼ δὲ
τοῦτο μὲν οὐκ ἂν φαίην οὐδ’ ἂν μαχεσαίμην τοῖς
 οὕτω φανεροῖς, ἐκεῖνο δέ, ὅτι ὀλίγοι μὲν οὗτοι, πολλοὶ
δὲ ἐκεῖνοι. οἱ μὲν δύο ἢ τρεῖς, οἱ δὲ δεκάκις τοσοῦ-
τοι. ἔδει δέ, εἴπερ ἄρα καὶ τοῦτο ἔδει, τρεῖς μὲν
εἶναι τοὺς οὐ λέγοντας, πολλάκις δὲ τοσούτους τοὺς
λέγοντας. οὐδὲ γὰρ ἀγρὸν ἐπαινέσαιμ᾿ ἄν, οὗ τὸ
 ἀργόν, οὐδὲ παιδοτρίβης εὐδόκιμος, ὅτῳ τρεῖς μὲν
ἐπίστανται παλαίειν, τὸ δ’ ἄλλ0 πᾶν ἄλλως ἀριθμός.
λόχον δὲ καθίσαι τις ἂν ἀνδρῶν εἴκοσιν ἢ καὶ
νων, ἐν ᾧ πλὴν τριῶν δειλοὶ πάντες πάσχοντες οἷά
φησι τοὺς κακοὺς ἐν ταῖς ἐνέδραις Ὅμηρος;

οὐκ
 ἀρκεῖ τοίνυν οὔτ’ ἐμοὶ οὔτε τῇ πόλει τὸ τρεῖς λέγειν,
ἀλλὰ πάντας ὅσοι μετέσχον τῶν ἱερῶν. αὐτοὺς δὲ
 τούτους, πρὸς Δῖός, | τοὺς τρεῖς καὶ αὑτοῖς
καὶ τῇ πόλει χρησιμωτέρους ὑμῶν ὁμολογεῖτε εἶναι ἢ
οὔ; εἰ μὲν γὰρ οὔ φατε, μαίνεσθε, εἰ δὲ συγχωρεῖτε,
 τί οὐκ ἐγκαλύπτεσθε; εἰ δ’ οὐ δύνασθε ταὐτὸν ἐκεί-
νοις ποιεῖν, ὑμᾶς αὐτοὺς ἀπεστερήκατε. ἢ οὐ τοῖς
αὐταῖς ἅπαντες ἐπαιδεύεσθε νόμοις, ἐν ταὐτῷ γυμνα-
 
 

 
σίῳ, τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἰόντες, τῆς αὐτῆς φωνῆς ἀκού-
οντες, τῶν αὐτῶν Ἰχνῶν ἐχόμενοι; πόθεν οὖν οὐκ
ἰσοι πάντες οὐδὲ παραπλήσιοι, εἶπον καὶ διελέχθην.
παρ’ ὑμῶν οὖν ἔχοντες τῶν κατ’ ἐμοῦ λόγων ἀφορμὰς
οἱ τοῦ κακῶς με λέγειν ἐπιθυμοῦντες κρύπτουσι τοὺς 
τρεῖς ἐκείνους τῷ πλήθει τῶν χειρόνων. 
 22. Τὸ δὲ πάντων ἀλγεινότατον, ὅτι ὁ δεῖνα μὲν
οὗ οὐκ ἂν εἴποιμι τοὔνομα, ῥήτωρ ἀξιοῖ νομίζεσθαι
πάντα μᾶλλον μεμαθηκὼς ἢ λέγειν, οὐδὲ γὰρ ἐφοίτησε
παρὰ τοιούτους διδασκάλους, ἀλλ’ ὅμως οὐκ ἂν ἐξελ- 
θεῖν ἀνάσχοιτο πρὶν εἰπεῖν τι πρὸς τὸν δικαστὴν ἢ
πλέον ἢ ἔλαττον, ὑμεῖς δὲ οἱ τὰς δέλτους ἐν παισὶ
πολλάκις ἑκάστου μηνὸς τῶν ῥητορικῇ προσηκόντων
γραμμάτων ἐμπεπληκότες ἀπέρχεσθε τοσοῦτον τῶν ἐν
ταῖς γραφαῖς διενεγκόντες ὅσον βαδίζετε καὶ βλέπετε 
καὶ ἀναπνεῖτε, τὰ δὲ τῆς ἀφωνίας ἴσα. 
 23. Τοῖς γὰρ πρεσβυτέροις, νὴ Δία, παρα-
χωρητέον. πάνυ γε τοῦ πρώτους εἰπεῖν. ὑμεῖς δ’
αὐτοῖς παρέχετε τὸ μόνους. οὐ γὰρ ἐπ’ ἐκείνοις ἀξι-
οῦτε λέγειν, ἀλλ’ οὐδὲ λέγειν ὅλως. ἔστι δὲ ἐκεῖνο 
μὲν τιμώντων ἐκείνους, τοῦτο δὲ αὑτοὺς καταισχυ-
νόντων. οἱ δ’ οὐδ’ αὐτοὶ τούτῳ γ’ ἂν ἠξίωσαν τιμᾶ-
σθαι. καίτοι καὶ πρὸ ἐκείνων ἔστιν οὗ λέγειν οἰόμενοι
δεῖν εἴχετ’ ἂν εἰς παράδειγμα ἱκανὸν καταφεύγειν, τὸν 
Δημοσθένην, ὃς αὐτὸς ὁμολογεῖ πρότερος | ἐκεί- 
 
 

 
νῶν μεθ’ οὓς εἰώθει λέγειν, ἀνεστηκέναι.

ἔτι
τοίνυν οἱ νῦν πρεσβύτεροι ἦν ὅτε ἦσαν ἑτέρων
τεροι καὶ πλείονί γε ἐκείνων ἢ ὅσον ὑμεῖς τούτων
νεώτεροι. ἔρεσθε οὖν αὐτούς, εἰ τὸ ὑμῶν ἐποίουν
 καὶ οὔτε ἔλεγον οὔτε ἀντέλεγον οὔτε προεπήδων. καὶ
τάχα εὑρήσετε πάντα ταῦτα πεποιηκότας καὶ τούτοις
βλαβέντας μὲν οὐδέν, κερδάναντας δὲ τὰ μέγιστα, ὃ
καὶ τοὺς εἰωθότας κρατεῖν τεθορύβηκεν. οἶδα δὲ οὐδὲ
τοῖς τρισὶ τούτοις οἳ τὰ τῶν πάλαι νεωτέρων
 τᾶι νῦν πρὸς αὐτοὺς γεγηρακότας, αἰσχύνην τοῦτ
ἐνεγκὸν καὶ ψόγον, ἀλλὰ δόξαν τε καὶ ἐπαίνους καὶ
τὸ τῆς ἐκείνων δυνάμεως εἶναι μὴ πόρρω. 
 25. Παύσασθ’ οὖν εἰς αἰδῶ τε καὶ ἐπιείκειαν τοῦτο
ἀναφέροντες ὃ τῷ μὴ δύνασθαι λέγειν γίγνεται, ἐπεὶ
 πολλάκις γε ἀνδρός τινος ἀπόντος ἀνάγκης ὑμᾶς κατα-
λαβούσης λέγειν ἠξιώσατε καλεῖν ἐκεῖνον ὡς οὐκ
ἔχοντες ὅ τι ἂν καὶ λέγοιτε. τί οὖν; ἂν ἐκεῖνος τε-
λευτήσῃ τὸν βίον, τί δράσετε; πρεσβείας ὡς τὸν
τωνα δεήσεσθε πέμψαι δεῦρο τὸν ἄνδρα δεησομένης,
 ὅπως γένοιντο περὶ τῶν πραγμάτων λόγοι. οὐ γὰρ δὴ
τῷ ’κείνου γε θανάτῳ γενήσεσθε ῥήτορες. οὐκοῦν
ζῶντος ἄμεινον ἅψασθαι τοῦ λέγειν κτησομένους δύ-
ναμιν ἢ τεθνεῶτος ἐπιχειρεῖν, εἶτ’ ἀποροῦντας ἀσχη-
μονεῖν. εἰ δὴ τὸ μὲν δύνασθαι λέγειν ἀναγκαῖον,
 τοῦτο δὲ δεῖται βιβλίων, βιβλίοις ὁμιλητέον ὑμῖν. 
 
 

 
 26. Ἀλλ’ ἡδὺ τὸ μὴ πονεῖν, ὃ δέ γε φῂς αὐ-
τός, ἀπαιτεῖ πόνον. καὶ τί δεινὸν ἀποστάντας
νῆς βλαβερᾶς χρήσασθαι πόνοις συμφέρουσιν; εἰ
τὸ τέλος τοῦ τέλους βέλτιον, βελτίων τῆς ἡδονῆς ὁ
πόνος. ἡδὺ μὲν τοῖς γεωργοῖς ἀργεῖν, ἀλλ’ ἀνάγκη 
πεινῆν. διὰ τοῦτο ἀροῦσι καὶ | σπείρουσι πο- 
νοῦντες, ὅπως μὴ τοῦτο πάθοιεν. ἔνι πόνος ἐν τῷ
πλεῖν καί, νὴ Δία γε, καὶ κίνδυνοι. ἀλλὰ τὸ προσ-
θεῖναι τοῖς οὖσιν ἥδιον ἢ τὸ μηδὲ ἐπιβῆναι τοῦ
σκάφους. εἰ ταῦτα πύκτης ἐλογίζετο, πότ᾿ ἂν ἠνέγκατο 
στέφανον; ἡδὺ ζῆν ἔξω λόγων. ἡ δ’ ἐν δικαστηρίοις
σιωπὴ λύπην οὐκ ἔχει; ἀηδὲς συγγράμμασι δοῦναι τὰ
ὄμματα. ὁ δὲ ἐντεῦθεν τόκος οὐχ ἥδιστον;

οὕτω
τὰ μὲν ἡδέα ἡμῖν εἰς ἀηδίαν τελευτᾷ, τὰ δὲ ἀηδῆ
δοκοῦντα εἰς ἡδονήν, ἡδονὴν ἣ μόνη πρέπουσά ἐστιν 
ἀνδρί γε ὡς ἀληθῶς, ἣν ἔξεστι καλὴν προσειπεῖν. τί
γὰρ εἴποι τις ἂν κάλλιον ἢ εἰ καθ’ ἅπασαν τὴν πόλιν
λόγος εἵη περὶ λόγους ῥηθέντας καλῶς; οὕτω μὲν ἂν
καὶ ἀλλήλοις ἐγώ τε καὶ ὑμεῖς ἡδέως συνείημεν, ἐγὼ
μὲν εἰληφὼς χάριν, ὑμεῖς δὲ δεδωκότες, ὡς νῦν γε 
δυσχεραίνομεν ἀλλήλους, ὑμεῖς μὲν ἐμὲ τὸν ὑφ’ ὑμῶν
ἀδικούμενον, ἐγὼ δὲ ὑμᾶς τοὺς ἀδικοῦντας ἐμέ. 
 
 
 
 

 
 28. Γένεσθε δὴ μεγάλοι καὶ ἰσχυροὶ καὶ λαμπροὶ
καὶ τοὺς ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσιν ἡλικιώτας ὑμῶν
αἰδέσθητε τούς τε νῦν λαγὼς ὑμᾶς ὀνομάζοντας ἄλλο
τι κάλλιον καλεῖν ἀναγκάσατε. καὶ τάχα γ’ ἄν τις
 καιροῦ πρεσβείας ἥκοντος ἐφ’ ὑμᾶς ἔλθοι τοὺς μὲν
πρεσβυτέρους ἀφιεὶς ὡς ἄν τινος δεομένους ἀναπαύ-
σεως, ὑμῶν δέ τινας ἰέναι γράφων ὡς
ἀπὸ τῆς γνώμης ὁπόσα ἂν ἐκεῖνοι. τοῦτο μᾶλλον
ἀγορῶν ἁπασῶν καὶ στοῶν κοσμήσειεν ἂν τὴν πόλιν.
 τοῦθ’ ὑμᾶς μᾶλλον ἢ πάντες μὲν ἀθληταὶ τέρψει,
οἶμαι, πάντες δὲ κυνηγέται, πάντες δὲ ἡνίοχοι. τοῦτ’
ἐμοὶ τὰς πολλὰς τὰς νῦν ἀθυμίας ἐκβαλεῖ τῆς ψυχῆς.
τοῦτο μόνον ἄν μοι γένοιτο πρὸς τὰ παρόντα φάρ-
μακον.