XXXIII (XXXI R). 
 ΠΡΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΝ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΚΑΤΑ
ΤΙΣΑΜΕΝΟΥ. 
 ἔδει μὲν οὕτως ἅπαντας ἀγαθοὺς εἶναι 
τοὺς ἐπὶ τὰς τῶν ἐθνῶν ἀρχὰς ἐκπεμπομένους, ὦ βα-
σιλεῦ, ὥστ’ ἐμοὶ νῦν ἐξεῖναι λέγειν τι περὶ Τισαμένου 
βέλτιον, καὶ γὰρ οὐδὲ κακῶς λέγειν ἥδιόν ἐστὶ μοι
μᾶλλον ἢ τοὐναντίον· ἐπεὶ δέ εἰσί τινες οἱ τοῦ χεί-
ρονος παρέχουσιν ἀφορμάς, ὧν εἷς οὗτος Τισάμενός,
ἀναγκαῖον ἡγησάμην ποιῆσαί σοι φανερόν, ὅτι παρα-
δέδονται πολλαὶ πόλεις ἀνθρώπῳ πλεῖστον ἀπέχοντι | 
τοῦ δύνασθαι δι’ ἀρχῆς εὖ ποιεῖν πόλεις. ἐρῶ δὲ 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 
πρὸς σὲ περὶ τούτων, οὐχ ὅπως λάβοις τῶν
μένων δίκην, ἀλλ’ ὅπως μὴ πλείω κακὰ δράσειεν ἐπὶ
τῆς ἀρχῆς μένων.

ὁ μὲν οὖν, ἵν’ οὗτος ἄρξειεν
ἡμῶν, πολλὰ μὲν εἰπών, πολλὰ δὲ ποιήσας χαλεπός
 τε ἐπὶ τοῖς λεγομένοις ἔσται καὶ ζητήσει τὸν λελυπη-
κότα ποιῆσαι κακῶς οὔσης αὐτῷ δυνάμεως ὁπόσης
ἐθέλει· ἐμοὶ δὲ ἴσως μὲν ὑπάρξει σωτηρία τε καὶ τὸ
διαφυγεῖν παρὰ τῆς σῆς εὐνοίας τε καὶ βοηθείας, ὦ
βασιλεῦ. εἰ δ’ οὖν ἡττηθείη τὸ δίκαιον τῆς ἑνός τινος
 ἰσχύος, ἀρκέσει γε εἰς παραμυθίαν ἐμοὶ τὸ μὴ φόβῳ
σεσιγῆσθαι τὰ ῥηθέντα ἂν πρὸς σὲ δικαίως.

3. Οὑτοσὶ τοίνυν Τισάμενός γένει μέν ἐστι
πρός, καὶ ὅ γε τῆς μητρὸς αὐτῷ πατὴρ ἐν πολλαῖς
γεγένηται διατριβαῖς, αὐτὸς δὲ ἀνάγκῃ μέν, ὅσον ἅψα-
 σθαι, μετέσχε λόγων, ἀποκλίνας δὲ ταχέως εἰς ὀρχη-
στὰς καὶ μακαρίσας αὐτούς τε καὶ ὅσοι περὶ αὐτούς,
ἥδιστα μὲν ἂν ἡγεμὼν ἐγένετο τοῦ χοροῦ, τούτου δὲ
πολλοῖς εἰργόμενος αἰτιάμασι δι’ ᾀσμάτων ἃ ποιῶν
παρεῖχεν αὐτοῖς, ἦν ἐπὶ τῆς σκηνῆς χάριν τε διδοὺς
 αὐτοῖς καὶ παρ’ αὐτῶν λαμβάνων. τοῖς μὲν γὰρ
ᾀσμάτων ἔδει, τῷ δὲ τοῦ ταῦτα εἰς ὄρχησιν ἄγεσθαι.

ἔπειτα ἦν ἐξαίφνης ἡγεμὼν ἔθνους, ἐν ᾧ τῶν
ὑπτίων εἶναι δοξάντων οὐδενὸς διενεγκὼν ἀπῆλθεν
οὐδὲν ἔχων διηγήσασθαι περὶ αὑτοῦ καλόν. καὶ πά-
 
 

 
λῖν οὐ πολλοῖς ἔτεσιν ὕστερον παρεδρεύει στρατηγῷ
οὐ διὰ τὴν περὶ τὸ πρᾶγμα ἐμπειρίαν, οὐδὲ γὰρ ἐν
συνδίκων τάξει πώποτε ἐγεγόνει, ἀλλ’ οὐδὲν οἴεται
δεῖν τοιαύτης ἐμπειρίας ἐνταῦθα, καθῆσθαι γὰρ οὐκ ἐπ’
ἐξετάσει δικῶν, ἀλλ’ ἐπὶ πληγαῖς τὸν στρατηγόν, ὥστ’ ἔρ- 
γον εἶναι τῷ τοιούτῳ παρέδρῳ κοινωνίαν | τρυφῆς τρυφῆς 
καὶ μάλιστα δὴ ποτοῦ.

καὶ σπέρμα γε πρὸς ἀρχὴν
τοῦτο πολλάκις, ὃ δὴ καὶ νῦν γεγένηται τῆς τοῦ
ματος εὐφημίας τοῦτο πεποιηκυίας. προσήκειν γὰρ
δὴ τῷ παρηδρευκότι τὸ καὶ ἐπιστῆναι πόλεσιν. ἐν- 
ταῦθα ἦν ἀκούειν λεγόντων τῶν τὸν ἄνθρωπον εἰδό-
των, ὡς ἀπολεῖται τὰ πράγματα τῇ Τισαμένου μωρίᾳ
καὶ ἀτεχνίᾳ. καὶ ταχέως ἠκολούθησεν ἡ πίστις, ἥκων
αὐτὸς καὶ δεικνύμενος. ὁ μὲν γὰρ θρόνος καὶ οἱ
ρυκες καὶ οἱ ῥαβδοῦχοι καὶ ὁ τῶν ὑπηρετῶν ἀριθμὸς 
τῆς ἀρχῆς, τὰς ἡμέρας δὲ ἦν ἰδεῖν ἀναλουμένας μάτην
οὔθ’ ὁρῶντος τούτου τὸ δέον οὔτ’ ἄλλοις ὁρῶσιν
μένου.

καὶ ὁ δὴ κελεύσας αὐτὸν περὶ τὸν Εὐφρά-
την ἐπ’ ὠνῇ σίτου διατρίβειν μισοῦντος μὲν ἐδόκει,
φιλοῦντος δὲ ἔργον ἐποίει παρ’ ἀνθρώποις| ἦττον 
δεξιοῖς ἀναγκάζων αὐτοῦ τὴν ἄνοιαν διάγειν, οὗ τῆς
ἀνοίας ἔμελλεν ἕξειν ἥττονα τὸν ἔλεγχον. καίτοι μέγα
φρονεῖν ἀξιοῖ τὸ καῦμα τὸ παρ’ ἐκείνοις τραγῳδῶν. ἐγὼ
 
 

 
δὲ τῶν μὲν ἐπὶ τούτοις αὐτὸν ἐπαίνων οὐκ ἀποστερῶ,
πάνυ γὰρ δὴ γενναίως ἐνεγκεῖν τήν τε φλόγα λέγεται
καί τινας ἑτέρας ταλαιπωρίας, οἶδα δ’ ὅτι καὶ πάντες
οἱ περὶ αὐτὸν καὶ οἱ τούτων οἰκέται καὶ ὀνηλάται τὸν
 αὐτὸν ἤλιον, ἥλιον, ὥστ’ εἰ τούτῳ σεμνύνεσθαι δώ-
 σομεν, κἀκείνοις | καὶ πολλῷ γε πλέον ἐκείνοις,
ὅσῳ τῆς θεραπείας ἧς οὗτος ἀπήλαυεν, οὐκ ἦν ἐκεί-
νοις. ὅ γε μὴν ἔπραττε, τί ποτ’ ἦν τοῦτο; ὅ καὶ τῶν
ὑπηρετῶν ὁστισοῦν ῥᾳδίως ἄν, ὥσπερ αὖ καὶ τὸν ἔμ-
 πρόσθεν χρόνον, ἐν ᾧ τῇδε τοῖς ἄρχουσι καθημένοις
τὰ τοιαῦτα ὀξέως ἐπράττετο.

ὁ δ’ ὠδύρετο μὲν ὡς
ἐν ἀγρίοις καθήμενος χωρίοις καὶ τέρψεων τῶν αὐτῷ
κεχαρισμένων ἀμοίροις καὶ παρὰ τῶν ἐν τοῖς βασιλείοις
δυναμένων ᾔτει τούτων τὴν ἀπαλλαγήν, τιμᾶσθαι δὲ
 ὡς ἐπ’ ἔργοις ἑκουσίοις ἀξιοῖ. καίτοι εἴ τι καὶ χρη-
στὸν ἐν τούτοις ἐστί, Δεινίου τοῦτο ἔστι τοῦ κατα-
κεκλεικότος αὐτὸν ἐν ἐκείνοις τοῖς τόποις. ἐφ’ οὓς
ἧκον μὲν οἱ ῥήτορες, ὡς μᾶλλον αὑτοῖς αὐτόθι χρη-
σόμενοι σχολὴν ἄγοντος τοῦ τὴν ἀρχὴν ἔχοντος,
 
 

 
ὁρῶντες | δὲ αὐτὸν τῷ σίτῳ μόνον προσκεέμενον 
τἄλλα ἐῶντα χαίρειν, οὕτω μεγαλήτωρ ἦν κατὰ τοὺς
ποιητὰς εἰπεῖν, ἀναβάντες ἐπὶ τοὺς ἵππους δεῦρ’ ἥκον-
τες συνῆσαν ἀλλήλοις οὐ πείσαντες, εἶτ’ ἀπελθόντες,
ἀλλὰ σιγῇ τοῦτο δράσαντες εὖ εἰδότες, ὡς ἐδίδοσαν 
χάριν. τοσοῦτ’ ἀπεῖχον τοῦ τι δεινὸν ἐντεῦθεν γενή.-
σεσθαι νομίζειν.

ὁ δ’ ἦν αὐτὸς δεῦρ’ ἀφιγμένος·
φυγὴ μὲν ἀπὸ τῶν δικῶν, | ἐν εὐχῇ δὲ αἱ κλήσεις 
ἃς καλεῖ μὲν ἱππόδρομος, καλεῖ δὲ θέατρα, ὅς ὁ μὲν
ἐπιστάμενος δικάζειν ζημίαν τε ἡγεῖται καὶ δυσχεραί- 
νεῖ, οἱ δὲ τούτῳ προσόμοιοι δέχονται μεθ’ ἡδονῆς
μᾶλλον ἢ τῶν παίδων οἱ τὰ γράμματα μανθάνοντες.
τηρεῖ δὲ οὐδὲ έν τούτοις ὁ Τισάμενός τὸ προσῆκον,
ἀλλ’ ἐν τῷ μάλιστα βούλεσθαι ταῦτα εἰδέναι δοκεῖν
ἀηδίαν ὅτι πλείστην ἐπεισάγει τοῖς γιγνομένοις νῦν 
μὲν τῶν δοθέντων ἂν δικαίως ἀποστερῶν, νῦν δὲ
πλήθει πληγῶν τῶν κατὰ γυμνοῦ τοῦ σώματος. οἱ δ’
ἐπαινούμενοι τῶν ἀρχόντων παρόντες ἀποῦσιν ἐῴκεσαν
τὴν μὲν βασιλείαν τῇ παρουσίᾳ τιμῶντες, αὑτοὺς δὲ
τῷ μὴ τὰ τοιαῦτα ἐξετάζειν ἀκριβῶς.

9. Ἀλλ’ ἐκεῖσε ἐπάνειμι, ὅτι μεγίστη ταῖς δίκαις
 
 
 
 

 
ἄνθρωπος οὑτοσὶ βλάβη. ἢ γὰρ ἐπ’ ἄλλα ἄττα κατα-
φεύγει ταύτας ἀφεὶς ἢ δικάσαι καταναγκασθεὶς ἐν τῷ
φλυαρεῖν ἀνάλωσε τὸν χρόνον αὐτοῦ μὲν οὐ τολμῶν
ἅψασθαι τοῦ πράγματος, κύκλῳ δὲ περιερχόμενος καὶ
 οὔτε οὗ τὸ δίκαιόν ἐστιν ἰδεῖν ἔχων οὔτε σιωπᾶν αἱ-
ρούμενος, ἀλλὰ ῥέων ἀχρήστῳ ῥεύματι οἵῳ τά τε ὦτα
 ἀνιᾶσαι | καὶ κόψαι τοῖς συνδίκοις τοὺς πόδας.
ἀντὶ δὲ τοῦ τέλος ζητεῖν καὶ γνώσει στῆσαι τὴν δίκην
ἀποπέμπει πάλιν εἰσόδου δεησομένους ταὐτὸ καὶ αὐ-
 τῆς πεισομένης οὐ τευξομένης τέλους.

τίνας οὖν
οἴει γίγνεσθαι τοὺς δικαζομένους ἐν τοιούτοις κακοῖς;
τίνα ψυχὴν ἔχειν; τί μὲν πρὸς αὑτοὺς λέγειν, τί δὲ
πρός τε τὴν γῆν καὶ τὸν ἥλιον; οἱ δ’ ἐπειδὰν παύ-
σωνται θρηνοῦντες, οἱ μὲν ἐπὶ πολλοῖς ἀπῆλθον οἷς
 δεδαπάνηνται ψυχὴν ἄρχοντος ἀναμενοῦντες, οἱ δ’ ἀντὶ
πλειόνων ἐλάττω λαβόντες ἠγάπησαν. τοῖς δ’ ἐκ τοῦ
συνδικεῖν τὸν βίον ποιουμένοις τὸ τηνάλλως καθῆσθαι
περίεστιν, οἱ κήρυκες δέ τινας ἐπ’ οὐδενὶ καλοῦντες
καλοῦσιν ὅμως ὑπὲρ τοῦ δοκεῖν εἶναί τι τὸ πραττό-
 μένον, ἐπεὶ τό γε ἀληθὲς ὕπνος πολύς. τὰς δὲ μέχρι
τῆς ἐσπέρας καθέδρας οὐκ ἔργων ἐπιθυμία ποιεῖ, συμ-
 
 

 
βουλαὶ δὲ ἰατρικῆς καὶ τὰ τῇ γαστρὶ συμφέροντα, ὥστ
εἶναι γέλωτα τοῖς ὁρῶσι τὰς πρὸ τοῦ ζεύγους λαμπάδας.

11. Ἔτι τοίνυν, ὦ βασιλεῦ, παραλαβὼν τὸν δῆμον
ἑαυτὸν ἐγνωκότα εἰς τὸ μὴ γιγνώσκειν ἑαυτὸν
γαγε διδάξας αὐτόν, ὡς μέγα τι τῷ ἄρχοντι τὸ λε- 
χθῆναί τι παρ’ ἐκείνων εἰς αὐτὸν εὔφημον. δῆμος δὲ
πεισθείς, ὡς ἄρχει τοῦ ἄρχοντος καὶ ὑφ’ ᾧ τέτακται
τῷ νόμῳ, τοῦτον | ἐξ ὕβρεως ὑφ’ αὑτῷ πεποίηται, 
πολλὰ κινῶν τῶν καθεστηκότων ἄρχεται.

12. Ὡς δὲ τοῦτο τοιοῦτόν ἐστι, μάθοις ἄν, ὦ βα- 
σιλεῦ, ῥᾳδίως. ἐν τῷ θεάτρῳ ποτὲ συμβὰν οἶμαί τι
τὸν δῆμον ἄφωνον ἐκάθισε. τοῦθ’ οὗτος ἡγήσατο
συμφορὰν ἄλλοις τε πολλοῖς τοῦτο δηλῶν καὶ τῇ χρόᾳ.
ἔδει δὲ αὐτόν, ὡς ἔοικεν, ὁμολογῆσαι καὶ τῇ φωνῇ τὸ
πάθος, καί, προὔπεμπον γὰρ αὐτόν τινες οὐ πλείους 
ἀνθρώπων εἴκοσιν, ἐφ’ ὅσοις ἄν τις ᾐσχύνθη, λεγόν-
των οὖν τινα τῶν εἰωθότων, ἃ τῶν ἀρχόντων οἱ βελ-
τίους ἔπαυον, καταβαίνων ὁ θαυμάσιος ἀπὸ τοῦ
γους Τισάμενός, τίς ὑμῖν, ἔφη, τὰς γλώττας
ἀπέδωκεν; ὡς οὐκ ἦσάν γε ὑμῖν ἐν τῷ θεάτρῳ. 
τοιούτοις αὑτὸν ῥήμασιν ἐποίησε ταπεινὸν μηνύσας,
ὡς τὸ μὲν ζημίαν, τὸ δὲ ἡγοῖτο κέρδος.

13. Ἀλλὰ τὰ πρὸς τὴν βουλὴν αὐτῷ καλά τε
καὶ τὸν ἄρχοντα δεικνύοντα; ἀλλ’ ἔπραττε μὲν
οὐδὲ πρότερον εὖ, προσκατεπόντισε δὲ αὐτὴν ὁ κακὸς
ἄνθρωπος οὗτος ἃ παρῶπτο τοῖς ὑπάρχοις δι’ ἀσθέ-
 νειαν τῆς βουλῆς, αὐτὸς ἀναζητῶν, διερευνώμενος, οὐκ
ἐῶν κεῖσθαι, μέχρι δραχμῆς καὶ ὀβολοῦ καὶ τῶν οὕτω
μικρῶν ἀκριβολογούμενος, ἄλλοις μὲν ἐγκαλῶν, ἑτέρους
δὲ εἰσπράττων. ἑτέρους δὲ ὅταν εἴπω, τοὺς βουλεύ-
 ὄντας λέγω τοὺς ἐκ πολλῶν | ὀλίγους τεθνεώτων
 μὲν τῶν ὀφειλόντων, προσαιτούντων δὲ τῶν ἐκείνων
υἱέων οὐ διὰ κακίαν τῶν πατέρων, ἀλλὰ διὰ τοὺς τὰ
τοιαῦτα ἀξιοῦντας ἐσθίειν, τοὺς δεινοὺς ὑπηρέτας, οἵ
καὶ λαμβάνουσι καὶ σιγῶνται τῷ παρ’ ἑαυτῶν φόβῳ.

ὁ τοίνυν καὶ στατῆρα καὶ στατῆρος ἥμισυ καὶ
 τρίτον εἰς μέσον ἕλκων οὗτος ἦν, ἃ τῷ πλήθει τῶν
ἐτῶν ἐκάθευδε, καὶ ταῦτα ἔπραττεν, ὅπως εἰς τὴν
ποίησιν αὐτῷ τῶν οἰκημάτων εἴη χρήματα, ὧν οὐδεὶς
οὐδὲν οὐδεπώποτε εἶδεν ἀχρηστότερον. ὁ δὲ λίθοις
μὲν ἠξίου μείζω τὴν πόλιν ποιεῖν, τὰ δ’ εἰς τὴν βου-
 Λὴν ἐλάττω πάντων μὲν γελώντων, πάντων δὲ
χόντων τῆς περὶ τοῦτο σπουδῆς τὴν ἀχρηστίαν τῷ
μηδὲ διὰ τῶν θηρίων τὸν λειτουργήσοντα εἶναι.

ὁ
 
 

 
δ’ ἐπειδὴ τις μῖμος τὰ μὲν θάλαμον, τὸν δ’ ἐπωνό-
μασε νυμφίον καὶ τὰ μὲν ἔφη πέρας | ἔχειν, τὸν 
δ’ οὐ φαίνεσθαι, ἀνάπτεται μὲν τουτὶ τὸ κάθαρμα, τὸ
δὲ τῶν ἀνοήτων παθὼν πάντως ἔφη δεῖν φανῆναι
τὸν καινὸν τοῦτον νυμφίον, τῶν κωλυόντων δὲ οὐδὲν 
ὁρᾶν ἠξίου, ἀλλὰ τῇ τῶν ἐν τῷ βουλεύειν ἀδυναμίᾳ
μεμιγμένας ὕβρεσιν ἀπειλὰς ἀντεξῆγεν οὖσαν μὲν αὐ-
τοῖς δύναμιν οὐκ ἔχων ἐπιδεῖξαι, τὴν λειτουργίαν δὲ
τοὺς ἀθλίους ὑπομεῖναι κελεύων, σὸν ἐν τῷ τοῦτο
τολμᾶν, ὦ βασιλεῦ, περιυβρίζων νόμον. σὺ γὰρ ἡμῖν 
τοῦτον προπέρυσιν ἔθηκας τὴν μὲν ἀνάγκην τῆς
αύτης | δαπάνης ἀναιρῶν, γνώμης δὲ τὸ πρᾶγμα 
ποιῶν. λέγει γοῦν ὁ νόμος· βούλει καὶ τοῦτο ποι-
εῖν; οὐδεὶς ὁ κωλύσων. ἀλλ’ οὐκ ἐθέλεις; οὐ-
δεὶς ὁ καταναγκάσων. ἀλλ’ οὗτος ἀναγινωσκο- 
μένου τοῦ νόμου προσῆγε τὰς ἀνάγκας, ὥσπερ ἐν τῷ
γραμματείῳ τυραννίδα παρὰ σοῦ λαβών, ἀλλ’ οὐκ ἀρ-
χὴν ἔννομον.

καίτοι καὶ εἰ Μίδαι πάντες ἦσαν τὰ
εἰς χρήματα καὶ πολὺς ὁ χρυσὸς παρ’ ἑκάστῳ, θηρία
δὲ οὐκ ἐβούλοντο τρέφειν οὐδὲ τοὺς ταῦτα ὑπομε- 
νοῦντας ἀνθρώπους, κατ’ ἐξουσίαν ἔφευγον ἂν τὸ
 
 
 
 

 
ἀνάλωμα. νῦν δὲ πάντες θεραπεύουσι δανειστὰς καὶ
λυπηροὶ λήγοντες αὐτοῖς εἰσιν οἱ μῆνες. εἰσὶ δὲ οἶς
οὐδ’ ἂν πρόοιντό τινες ὡς οὐ κομιούμενοι.

τῶν
δὴ τοιούτων λεγόντων τὴν ἀπορίαν, ὀμνύντων, ἃ ὀφεί-
 λοιεν ἀριθμούντων, δεομένων, ἱκετευόντων μὴ σφᾶς
ἐμβάλλειν εἰς αἰσχύνην τὴν ἐκ τοῦ τῆς ἀπορίας ἐλέγ-
 χοῦ μηδέ γε εἰς κινδύνους | τοὺς ἀπὸ τῶν θεω-
μένων οὐδὲν Τισάμενός ἐγίνετο βελτίων, ἀλλὰ τῶν
αὐτῶν εἴχετο ῥημάτων οὐκ ἐῶν μεμνῆσθαι τοῦ νόμου.
 καίτοι τούτου τίνα οὐκ ἂν δικαίως δοίη δίκην; ἢ εἰ
μὲν εἰκόνος σῆς ἀντειλημμένους ἀπέσπα, δεινὸν ἂν
ἦν, καταπεφευγότας δὲ ἐπὶ τὸν σὸν νόμον ἀφέλκων
οὐκ ἴσον τι ποιεῖν εἰκότως ἂν δοκοίη; ἀντὶ γὰρ τοῦ
χαλκοῦ τὰ γράμματα ἦν αὐτοῖς.

ὁ δὲ μάτην ἐδεί-
 κνυ τὸν νόμον κείμενον, εἶθ’ ὥσπερ παραβαίνοντας
νόμον, ἀλλ’ οὐ νόμῳ χρωμένους πᾶσι κακοῖς περιέ-
βαλλεν ὑβρίζων, παροινῶν, ἀσελγαίνων, φοβῶν, ταράτ-
των, ἔχθρᾳ τὴν βουλὴν δεχόμενος, ἀνευρίσκων ὅθεν
ἀπολοῦνται, τούς τι τοιοῦτο μηνύοντας αὐτῷ νομίζων
 
 

 
εὐεργέτας. ἐν δὲ ταῖς ἀπροσδοκήτοις βλάβαις μεῖζον
τὸ διὰ τοῦ τάχους ἐπῆν κακόν. μάλιστα μὲν γὰρ |
πρὶν ἐξελθεῖν ἠξίου καταβάλλειν, ἡ φιλανθρωπία 
δὲ μίαν εἶχεν ἡμέραν, μεθ’ ἣν οὐδεμία συγγνώμη.

19. Καὶ τοῦτο τὸ δίκαιον ἔν τε τοῖς ἄλλοις κἀν 
τῷ φόρῳ. μὴν μὲν γὰρ οὑτοσὶ τῷ ἔτει τέταρτος, τὸ
τρίτον τοῦ ἐνιαυτοῦ μέρος, ἠδικῆσθαι δὲ τὸν βασιλέα
φησὶν οὐ τοῦ παντὸς εἰσενηνεγμένου. πῶς, ὦ κατα-
γέλαστε; καὶ γὰρ ἐν ἀγροῖς κείμενον ἔκειτ’ ἂν
τῷ βασιλεῖ καὶ οὐκ ἂν ἦν ἔλαττον. οὐδὲ γὰρ ἐνταῦθα 
κείμενον πλέον, τῷ φέροντι δὲ οὐκ ἴσον ἢ τήμερον
ἅπαν ἢ μεμερισμένον εἰς μῆνας εἰσενεγκεῖν. οὐ δὴ
κέρδος ἐκείνῳ ζημίαν ζημίαν δὲ ἡμῖν προξενῶν τὸ ταχὺ
τοῦτο ζητεῖ.

καὶ διὰ τοῦτο στρατιῶται στρατιώτας
μαστιγοῦσι γυμνούς, οὗ πολλοὶ τοῦτο μέλλουσιν ὁρᾶν, 
οἱ αὐτοῦ στρατιῶται τοὺς θατέρου, οἱ δὲ ἐπὶ τοὺς
βουλευτὰς | χωροῦσι καὶ δρῶσιν ὃ πεπόνθασιν, 
ἀρχόμενοι μὲν ἀπὸ τῶν οἰκετῶν, προιόντες δὲ ἐπὶ τὰ
νῶτα τῶν δεσποτῶν, καὶ ῥάβδοι ῥάβδων διάδοχοι,
πρόγονοι δὲ καὶ χορηγίαι καὶ δόξα καὶ τὰ ἄλλα δὴ 
τὰ τῶν πολιτευομένων μικρά τε καὶ ἀσθενῆ καὶ οὐδε-
νὸς ἄξια. ταύτην δὴ τὴν ἀτιμίαν τί ποιεῖ; τὸ μὴ
πλουτεῖν ἡμῖν τοὺς πολιτευομένους μηδ’ ἔχειν τὰ τη-
λικαῦτα λειτουργεῖν. εἰ δὲ μὴ μόνοι ταῦτα
 

 
θασιν, ἀλλὰ διὰ τούτους γε καὶ εἴ τις ἄλλος, ὅπως
τὸ τούτων συσκιάζηται καὶ μὴ λίαν ἔκδηλον ᾖ.

21. Ἆρ’ οὖν ἐν ταῖς ἐπὶ τῶν δικαστηρίων ὕβρεσι
τὴν παροινίαν ἔστησεν; ἐξεῦρε μὲν οὖν ἃ μηδεὶς ἂν
 ἕτερος ἐνεθυμήθη, τὸν ἐν Βεροίᾳ ταύτῃ δεῦρο καλέσας
μετά τε τῶν ὑπ’ αὐτοῦ τρεφομένων θηρίων καὶ τῶν
ἐπ’ αὐτὰ μεμισθωμένων ἀνδρῶν. καὶ ἧκεν ἄγων
κτους τε καὶ παρδάλεις καὶ τοὺς τούτων ποτὲ μὲν
 ἡττημένους, | ποτὲ δὲ κεκρατηκότας καὶ ἦν μέγας
 τῇ βραχυτέρᾳ τὴν μείζω νικῶν πόλιν· καὶ γὰρ εἰ τί-
μιον ἐν τῇ Βεροίᾳ τὸ χρῆμα τῶν λόγων, ἀλλ’ οὐκ ἴσον
ἥδε κἀκείνη. ἐβούλετ’ οὖν ἐκείνην ἐνταῦθα κατὰ τῆσδε
κωμάζειν καὶ τὴν βουλὴν τῆς βουλῆς εἶναι βελτίω
δοκεῖν καὶ τῇ μὲν εἶναι μέγα φρονεῖν, τὴν δὲ τετα-
 πεινῶσθαι καὶ γεγονέναι μικρὰν καὶ ἐξεληλέγχθαι καὶ
μηδὲ ἐλεύθερον ἔχειν βλέπειν.

ὅστις οὖν τὴν μὲν
πρώτην καθαιρεῖ, τὴν δὲ οὐδὲ δευτέραν ἐπαίρει καὶ
παρέχει προπηλακίζειν τὴν ἑαυτῆς βελτίω, τὸν σὸν
οὐδὲν οὗτος οἶκον ἀδικεῖ; τὰ μέγιστα μὲν οὖν, ἑέ· τις
 ἀκριβῶς λογίζοιτο. ἐπέμφθη γὰρ οὐ συνταράξων, ὦ
 
 
 
 
 

 
βασιλεῦ, τὸν περὶ τὰς πόλεις κόσμον οὐδὲ ταῖς μὲν
τὸ ὄν σφισιν ἀξίωμα λυμανούμενος, τὰς δὲ ἐλάττους
ἐπάξων ταῖς μείζοσιν, ἀλλὰ τὰ μὲν ὡς εἶχε διατηρήσων,
ἑκάστης δὲ ᾗ προσῆκεν ἐπιμελησόμενος καὶ ποιήσων
εὐδαιμονεστέραν προνοίᾳ.

ὁ δ’ ἐν τῷ δεῦρο τὸν 
ἐκ Βεροίας ἐφ’ οἷσπερ ἤγαγεν ἄγειν ἐβόα πρὸς
τας, ὅτι τήνδε τὴν πόλιν ὑπ’ ἐκείνῃ κεῖσθαι δεῖ καὶ
τοῦ τῆς μητροπόλεως ὀνόματος ἀποστατέον αὐτῇ καὶ
τῇ βουλῇ τὴν βουλὴν ὑπεικτέον καὶ ἄνδρα ἀνδρὶ καὶ
γνωστέον τοὺς ἀμείνονας. γνοίης | δ’ ἄν, ὅτι 
ταῦθ’ ὕβρις ἦν, ἔκ τε ἡδονῆς καὶ λύπης, ὧν ἡ μὲν ἦν 
τῶν πρὸς ἡμᾶς εὐνοικῶς ἐχόντων, ἡ δὲ ἡδονὴ τῶν
οὐχ οὕτως. ὑβρίζεσθαι δὲ οὐκ ἂν βούλοιο τὰς πόλεις.
ἀλλ’ οὗτος ὑβρίζειν βούλοιτ’ ἄν. πῶς ἂν οὖν ὁ
οῦτος εἰκότως ἄρχοι;

24. Ἀλλὰ σὺ μὲν ὁ τῶν ὅλων κύριος καὶ παρ’
ὅτου καὶ παθεῖν τι τοιοῦτον οὐ λίαν ἀφόρητον, τιμᾷς
ἡμῖν τὴν πόλιν ἐν τοῖς εἰς τοὺς πρέσβεις καὶ πραττο-
μένοις καὶ λεγομένοις, καὶ γίγνεται καθ’ ἑκάστην πρε-
σβείαν ἡ πόλις ἡμῖν λαμπροτέρα, Τισάμενός δὲ κάθη- 
τᾶι σκοπῶν καὶ ζητῶν, ἐξ ὅτου γένοιτ’ ἂν ἀδοξοτέρα.
εἶτα πονηροὺς μὲν ποιμένας ἀπελαύνουσι τῶν ποιμνίων
οἱ τούτων κύριοι καὶ παύσαντες ἐκείνους ἑτέροις παρ-
 
 
 
 

 
ἔδωκαν τοῖς λυσιτελεστέροις, σὺ δ’ ἐκείνους ἐπὶ πό-
λεως τοιαύτης οὐ μιμήσῃ; ᾗ τοιαῦτα μὲν τἀρχαῖα,
αῦτα δὲ τὰ μετ’ ἐκεῖνα, τοιαῦτα δὲ τὰ νῦν, ᾗ πλὴν
δυοῖν πόλεων ἔνι τι πρὸς ἁπάσας εἰπεῖν περὶ αὑτῆς.

νόμιζε δὲ καὶ τὰς ἄλλας ἀπὸ τῶν αὐτῶν διασώσειν,
 αἷς χείρω τὰ πράγματα διὰ | τὴν τοῦδε κακίαν·
ἐπεὶ καὶ αὐτὴν ταύτην ᾗ κεχαρίσθαι φησίν, ἐν αὐτοῖς
τούτοις κατέβλαψε μετενεγκὼν εἰς τὴν ἡμετέραν δα-
πάνην ἐκείνοις ὀφειλομένην, ὥστ’ ἢ πένητα αὐτῇ ποι-
 ἥσει τὸν πολιτευόμενον τῇ κατ’ ἄμφω δαπάνῃ ἢ τῇ
παρ’ ἡμῖν ἐκείνην ὧν εἶχεν ἂν ἀποστερήσει.

26. Ἠδικῆσθαι γάρ φησιν οὐ κληθεὶς ἐπὶ τὴν
τοιαύτην θέαν ὑπὸ τοῦ τὴν θέαν παρέχοντος. εἰ δὲ
οὐ κληθεὶς ἠδίκηται, παρ’ αὐτοῦ ζητείτω τὴν δίκην
 τοῦ δόντος τῷ λειτουργοῦντι τὴν τούτου ἐξουσίαν,
ὅτ’ αὐτοῦ μνησθέντος κλήσεως, ἡνίκα ἐπ’ Εὐφράτην
οὖτος πρᾶττε, ἀπεκρίνατο, τὸ σόν, ἐμοὶ δὲ ἐφ’
ᾧπερ ἐτάχθην μελήσει, τοὺς λέγων. εἰ μὲν
οὖν ἐψεύδου ταῦτα λέγων, οὐ λαμβάνειν δίκην, ἀλλὰ
 διδόναι δίκαιος εἶ, διὰ τί γὰρ δὴ καὶ ἐξηπάτας; εἰ
 
 

 
δ’ ἀληθεύοντος ἦν ἐκεῖνα, τὸ μὴ καὶ δεύτερον |
κληθῆναι παρὰ σοῦ γεγένηται. εἰ δὲ δὴ καὶ τὸ 
δίκαιον ἦν ἐν ταῖς αἰτίαις, ἐπὶ τὸν ἡμαρτηκότα χωρεῖν
ἔδει τὴν ὀργήν, οὐ, μὰ Δία, τὴν βουλὴν ὅλην. οὐδὲ
γὰρ ἐλειτουργοῦμεν, εἴποιεν ἄν, ἅπαντες οὐδ’ ἣν ἔδει 
ποιεῖσθαι κλῆσιν ἐξελίπομεν.

πιστὸν δὲ αὐτὸν
ἀρνούμενον ταύτην ἐποίει τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ παρὰ
τῆς μείζονος ἀρχῆς προειρῆσθαι τῷδε μένειν τε αὐτοῦ
καὶ μὴ κινεῖσθαι, πρὶν ἂν αὐτὸς ἀπ’ Αἰγύπτου τε καὶ
τῶν Νείλου ῥευμάτων ἐπανέλθῃ. καὶ τοῦτο οὕτως 
ἐστὶν ἰσχυρόν, ὥστε καὶ λυθὲν σοῖς, ὦ βασιλεῦ,
γράμμασι δόντος τοῖς Τισαμένῳ βοηθοῦσι τὴν χάριν
ὅμως ἐτετήρητο. ὁ δὲ τοῦ μὴ καλέσαντος ὀρθῶς οὐ
κεκληκότος μισεῖ μὲν ἐκεῖνον, μισεῖ δὲ τοὺς ἄλλους,
λῆξαι δὲ οὐδὲ ἐν μακρῷ δεδύνηται τῷ χρόνῳ.

28. Ἀλλὰ τούτους μέν, εἰ καὶ μὴ δικαίως, ὅμως
ἐγκαλῶν τι ζημιοῖ, τοὺς δὲ δικαζομένους, ἐρῶ γὰρ ὅ με
διέφυγε πρότερον, τί λαβὼν αὐτὸν ἠδικηκότας ἀπόλ-
λυσι καὶ ταῦτα διὰ γάμων; τὰς γὰρ αὑτοῦ θυγατέρας
ἐκδιδοὺς πολὺ πρὸ τῆς τῶν γάμων ἡμέρας εἰσκαλέσας 
τῶν ῥητόρων τὸν χορὸν | σιγᾶτε, ἔφη, τῆς R II 257
σιγῆς ἀρξάμενοι τήμερον, μέχρις ἂν αἱ κόραι
τῶν νυμφίων γένωνται, τὸ πρᾶγμα ἑορτὴν ὀνο-
 
 

 
μάσας. τὸ δὲ ἦν ἀποφράς, βλάβη μὲν τοῖς οὐ λέγουσι,
βλάβη δὲ τοῖς τῆς ἐκείνων δεομένοις φωνῆς.

τοι θυγατέρας ἄρχων οὐ πρῶτος τῇδε ἐξέδωκεν, ἀλλ’
ἐπὶ πολλοῖς ἑτέροις, οἱ δέ τινες καὶ αὐτοὶ γυναῖκας
 ἠγάγοντο. ἀλλ’ ὅμως οὐδετέρους οἱ γάμοι τῶν δικῶν
ἀπήγαγον, ἀλλὰ τὰ μὲν εἰς τοὺς γάμους φέροντα διὰ
τῶν φίλων αὐτοῖς ἐπράττετο, τὸν ἄρχοντα δὲ ἦν ὁρᾶν
ἐν τοῖς ἑαυτοῦ. ὁδὶ δὲ παρειστήκει μὲν τοῖς ὃ τὴν
νύμφην δέξεται ῥάπτουσιν, ἐν δὲ τοῖς πρὸς τοὺς μα-
 γείρους λόγοις διέτριβεν. οἷς δ’ ἦσαν αἰ δίκαι, πολλοὶ
δὲ ἐν αὐτοῖς πένητες, ἐχθροί τε ἦσαν τοῖς γάμοις καὶ
κατηρῶντο τοῖς ἐστεφανωμένοις.

30. Εἶτ’ ἀπὸ ταυτησὶ τῆς ἀργίας τῆς πολλῆς |
 πολὺς ἦν ἐν πληγαῖς. τοῦτο γὰρ ἡ τοῦδε ἀρχὴ
 συκοφάντην ἡδέως ἰδεῖν, ἀπ’ αἰτίας ἐπὶ τὴν δίκην
δραμεῖν, τοῖς διὰ πληγῶν κακοῖς προσθεῖναι δεσμόν.
ὁ δεσμὸς οὗτος ἑτέραν, ὦ βασιλεῦ, δίκην ἔχει τὴν ἐν
χρήμασι· δεῖ γὰρ ὑπερβαίνοντα τὸν οὐδὸν τὸν κύριον
τῆς θύρας θεραπεῦσαι χρυσίῳ, χρυσίου δὲ οὐκ ὄντος
 τὸν μὲν δεῖ καθῆσθαι γυμνόν, εἶναι δὲ τὴν ἐσθῆτα
τοῦ φύλακος, μητέρα δὲ γραῦν, εἴπερ εἴη τῷ δεδε-
μένω, πλανωμένην ἀγείρειν ὅσον ἂν προσαιτοῦσα δύ-
νηται.

οἱ μὲν οὖν ἄλλοι μετὰ τὰς πληγὰς τοῖς
οἰκείοις ἀφεῖσαν τὸν τοῦτο πεπονθότα καὶ ἰατροῖς δὴ
 καὶ ἰατρῶν φαρμάκοις, ὁ δὲ πέμπει τοὺς ἀθλίους ἀπο-
λουμένους τοῖς ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ κακοῖς. καὶ εἰ μὲν
 
 

 
ἢ αὑτὸν ἀναμιμνήσκων ἔλυεν ἢ τοῖς ὑπηρέταις ἦν
ἀναμιμνήσκειν ἐξουσία, μετριώτερον ἂν ἦλθε, νῦν δ’
ἀνάγκη πρὸς πολλῶν γόνατα προσπεσεῖν οὐ πάντων
τὰ τοιαῦτα αἰδουμένων, τῶν δ’ αὖ ἐπιεικεστέρων οἱ
μὲν ἀσχολίαν, οἱ δ’ ἄλλο τι φήσαντες δώσειν μὲν εἶ- 
πον τὴν χάριν, εὐθὺς δὲ οὐ δύνασθαι. τῷ δὲ μακρό-
τερον τὸ | κακόν.

32. Εἶτ’ ἂν μὴ φιλάνθρωπος ἀκούσῃ, δεινὰ πεπον-
θἐναι φησὶ καὶ τῇ φύσει τῇ αὑτοῦ
ματος στέρεσθαι οὐκ αἰσχυνόμενος πληγὰς ἑτέρας τὰς 
κατὰ τῶν οὐ δυναμένων εἰσπρᾶξαι τοὺς οὐ δυναμένους
ἐκτίσαι. καίτοι τί μιαρώτερον τοῦ μὴ δύνασθαι μὲν
λέγειν, ὡς οὐχ οὕτω τοῦτ’ ἐχρῆν, τῆς δὲ τῶν
τομένων ἀπορίας ἀπαιτεῖν δίκας τοὺς τεταγμένους
εἰσπράττειν; ὅμοιον γὰρ τοῦτό γε τῷ παρὰ τῶν ἰα- 
τρῶν ἀπαιτεῖν ζῶντας τοὺς τεθνηκότας. οὔτε γὰρ
ἐκεῖνο τῶν ἐχόντων ἐστὶ φύσιν τοῦτό τε τῶν
των. κἂν δείρῃ τις τὸν ὀφείλοντα, τὸ δέρμα μὲν
ἀφέλοιτ’ ἄν, χρήματα δὲ τὸν οὐκ ἔχοντα ἔχειν οὐκ
ἔσθ’ ὅπως ἂν ποιήσειεν. ὁ δὲ τοὺς μὲν πράκτορας, | 
εἰ μὴ δύναιντ’ ἂν εἰσπρᾶξαι, δίκαιον εἶναί φησιν 
 
 

 
οἴκοθεν θεῖναι, οὕτως ἐστὶν ἡμῖν Αἰακός, ὁ δ’ οὐδὲ
τοῦτο δυνάμενος τύπτεται.

33. Τοῦτον οὖν ἐάσεις ἄρχειν, δι’ ὂν πολλοὶ μὲν
ὀδυρμοί, πολλοὶ δὲ θρῆνοι, πολλὰ δὲ δάκρυα, πολλὰ
 δὲ κατὰ τῶν θεῶν ῥήματα; ναί, τὰ γὰρ <τῶν>
τοῖς ἐργαστηρίοις καὶ πρὸς ταύταις ταῖς τέ-
χναις ἄμεινον ἔσχεν. ἀλλ’ ἄρτι βαρεῖαν αὐτοὺς
ὑπομείναντας φορὰν ὁ τῶν πενήτων οὑτοσὶ κηδεμὼν
γράφειν ἠνάγκαζε τὰ περὶ τὰς θύρας οὐσῶν ἐν αὐτοῖς
 γραφῶν ἃς ἀφ’ ὁμοίας ἀδικίας τῶν πρίν τινες
των ἔδειξαν τὴν μὲν πενίαν ἐπιτείναντες τοῖς ἀθλίοις,
ποιοῦντες δὲ οὐ καλλίω τὴν πόλιν, τῶν γὰρ ἐν τοῖς
 γραφεῦσι τῶν] φαυλοτάτων | ἔργα ταῦτα. ὡς δ’
ὄντων τούτων ἐκ τῶν ἔμπροσθεν χρόνων ἐπιβάλλειν
 ἐκέλευεν ἕτερα τοῖς οὐ διεφθαρμένοις.

τί δὴ τὸ
τούτων αἴτιον; τοῖς γραφεῦσιν εἴς τινας στοὰς χρη-
σάμενος δοῦναι τῆς γραφῆς τὸν μισθόν, ἡ δίκαιον ἦν,
οὐκ ἐθέλων διέλυσεν αὐτὸν ἐκ τῶν οὐκ ἀναγκαίων
γραφῶν. καὶ οἱ μὲν ἔγραφον, οἱ δὲ ἐδάκρυον ἐκ τοῦ
 πεινῆν μέλλοντες τὰ δίκαια πρὸς ἐκείνους ποιήσειν.
 
 

 
ὁρᾷς, ὦ βασιλεῦ, τοῦ ἄρχοντος τὸν πόνον; ἐπέταξεν
ἐν ὀλίγαις συλλαβαῖς. οὐκ ἦν ἀντειπεῖν τοῖς ἐπιτατ-
τομένοις. ἀφῄρουν τῆς ἑαυτῶν τροφῆς.

ὁ δ’ ἀφορ-
μὴν ὀδυρμῶν παρασχὼν τῇ πόλει πῶς ἂν εἴη καλλίω 
τήνδε πεποιηκὼς | τὴν πόλιν; ἐγὼ μὲν γὰρ τὸ 
τοὺς ἀπόρους εὐπορωτέρους ποιεῖν ὥραν ἡγοῦμαι
πόλεως, ὁδὶ δ’ αὖ τῶν ἐναντίων αἴτιος ἡμῖν οἷς τε
εἶπον τούτοις τοῖς περιττοῖς καὶ οἷς ἐρῶ. τοὺς γὰρ
αὐτοὺς δὴ τούτους τοὺς ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις κελεύει
τριπλάσιον ἐν τῇ νυκτὶ παρέχειν τὸ πῦρ. πόθεν 
οὖν ἔλαιον τοσοῦτον πρίωμαι τὸ διὰ τὸ πολὺ
πῦρ τοῦτο πλείονος ἢ πρόσθεν πωλούμενον;
πόσον μοι τὸ παρὰ τῶν χειρῶν ἀργύριον; πόσα
δι’ αὐτοῦ μοι γένηται; τί πρὸς ἐρεῖ Τισα-
μενός;

ἐν τοίνυν τῷ καιρῷ τῆς ἀναπαύλης, τοι- 
οῦτον γὰρ ἀρχομένη νύξ, ἐκταράττει τοὺς ταλαιπώρους
ταῖς κατὰ τῶν θυρῶν πληγαῖς ἃς πλήττουσιν οἱ τῶν
φυλῶν ἐπιμεληταὶ τῷ περὶ ταύτας φόβῳ μὴ διαφθα-
ρεῖεν ποιοῦντες τὴν ἀνάγκην τοῦ πυρός. | οὗ γι- 
γνομένου οἶδα βοήσασαν γυναῖκα χήραν ἄνωθεν, ὅτι 
πῶς ἂν ἅψαι δυναίμην; πόθεν ἂν ἔλαιόν μοι
 
 

 
γένοιτο τὸν πολὺν ἤδη χρόνον ἐλαίου μὴ γε-
γευμένῃ;

ἀλλὰ τούτῳ τοῦτ’ εἶναι νεανικὸν δοκεῖ
τὸ κελεῦσαι καὶ τὸ πεπραγμένον ἰδεῖν, εἰ δὲ δίκαιον
ἢ μὴ, εἰ συμφέρον ἢ τοὐναντίον, οὐδεὶς λόγος. κἂν
 εἰσελθών τις ὡς αὐτὸν τῶν εἶναι δοκούντων φίλων εἴπῃ
τἀληθῆ περὶ τοῦ πράγματος καὶ παραινέσῃ πεπαῦσθαι,
ληρεῖν ἔδοξε. καίτοι τίς ἡ περὶ τοῦτο σπουδὴ <τὸ>
εἶναι τοσοῦτον ἐν καθευδούσῃ τῇ πόλει; οὐ γὰρ ἂν
τοῖς καθεύδουσιν εἴη ἄν τι παρ’ αὐτοῦ τοῖς τε φύλαξιν
 ἀπόχρη τὸ ἀρχαῖον· κακούργους γε οὐκ ἔστιν εἰπεῖν
ἥττους μὲν γεγονέναι νῦν, εἶναι δὲ πρὸ τοῦ πλείους.
ἀλλ’ ἔστιν ἅπαν τοῦτο μέθης καὶ ἀσελγείας καὶ τοῦ
μηδὲν φροντίζειν τῶν ἐν πενίᾳ ζώντων.

38. Εἶτά με ἐρήσεταί τις, εἰ δεδωροδόκηκεν ὁ ἄν-
 θρωπος. εἰ δὲ τοῦτο μὲν οὔ, διέθηκε δὲ οὕτω τοὺς
ἀρχομένους, ὡς ἤκουσάς μου διδάσκοντος, ἀγαθός ἐστι
κακὸς ὤν, ἐπεὶ μὴ χρημάτων <εἵνεκά> ἐστι κακός;
δὲ αὐτὸν μὲν οὔ φημι λαβεῖν, λαβεῖν δὲ ἑτέρους διὰ
τοῦτον τῶν μὲν ἀδικεῖν προαιρουμένων ἐπί τε τοὺς
 κηδεστὰς καταφευγόντων καὶ τὸν τούτου ἀδελφὸν καὶ
τὴν τούτων μητέρα καὶ τὸν οὐδεπώποτε] ταύτην |
 
 

 
λυπήσαντα τὸν βέλτιστον ἰατρόν, ὧν ἕκαστος 
ὅτου μνησθείη, τοῦτ’ εὐθὺς ἔδει πεπρᾶχθαι, ἦν δὲ
οὐχ οἷόν τε ὁμοῦ καὶ τοὺς νόμους κρατεῖν καὶ τού-
τους κερδαίνειν. οἱ δὲ ἐκέρδαινον καθ’ ἑκάστην ἡμέ-
ραν. οὐκ ἄρα τοῖς νόμοις ὑπῆρχε κρατεῖν. ὁ δὲ τὸ 
δύνασθαι τοὺς νόμους ἀφαιρούμενος σώζειν ἂν αὐτοὺς
οὗτος δοκοῖ; τί γάρ; εἰ τὸ χρυσίον εἰς μὲν τὰς τοῦδε
χεῖρας οὐκ ἔρχοιτο, εἰς δὲ τὰς ἑτέρων τούτου
ποντος, ἦττον τὸ δίκαιον ἐκ δωροδοκίας ἀπόλωλεν;

διὰ τοῦτο ὅταν τις μέγα ἐργάσηται κακὸν καὶ 
φόβοι παρὰ τῶν νόμων ὦσι, γελᾷ· δρόμον γὰρ αὑτῷ
μὲν ἔσεσθαι παρὰ τὸν κηδεστὴν μετὰ χρημάτων, ἐκείνῳ
δὲ παρὰ τὸν πατέρα τῆς γυναικός, ἐκ δὲ τῶν καλῶν
τούτων εἰσόδων καὶ λόγων οἰχήσεσθαι τὸ δίκαιον κα-
ταπατηθέν. οὗτος μὲν οὖν οὐκ ἔσχε πόρον τοιοῦτον, 
ἑτέροις δὲ παρέσχε, καὶ τὰ αὑτοῦ μὲν ἐντεῦθεν οὐκ
ηὔξησεν, οἶκον δὲ ἀνθρώπου πονηροῦ.

πολλοὶ δὴ
τῶν πανδοκέων τοῖς λῃσταῖς συμπράττουσι μὲν εἰς
τὴν ἀπὸ τῶν φόνων πρόσοδον, λαμβάνουσι δὲ οὐδέν,
ἀλλ’ ἀρκοῦν αὐτοῖς κέρδος τὸ τοῖς κακούργοις κεχα- 
ρίσθαι. καὶ κάθηται Τισάμενός ψήφους περὶ τοιούτων
φέρων. οἶδα δέ τινας τούτων μὲν οὐδέτερον πεποιη-
κότας οὔτ’ αὐτοὺς λαβόντας οὔθ’ ἑτέρους πεποιηκότας
 

 
λαβεῖν, τῇ δὲ ἄλλῃ κακίᾳ λυμηναμένους τὰς πόλεις
καὶ μισουμένους ὅμως ἐκ τῶν ἄλλων συμφορῶν καὶ
οὐ δόξαντας εἶναι χρηστοὺς διὰ τὸ πεπρακέναι μηδέν.

41. ὥστ’ εἰ καὶ πᾶν τοῦτο | ἦν ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ
 μέρος, ἔκ γε τῶν ἄλλων κατεκλύζετ’ ἄν, ὅς τοῖς δε-
σμώταις διετέλεσε προστιθείς, ἐξάγων δὲ οὐδένα οὔτ’
ἀπολογησόμενον οὔτ’ ἀποθανούμενον, ὡς πολλῷ τοῖς
δεσμώταις κουφότερον ἀφεῖναι τὴν ψυχὴν ἢ τὰ σφῶν
αὐτῶν ὁρᾶν ὀστᾶ διὰ τοῦ δέρματος. ὁ δ’ ἐμπλήσας
 τὸ οἴκημα σωμάτων ἀπὸ πάσης αἰτίας αὐτῷ κτείνει τῷ
πλήθει τοὺς δεθέντας.

ὧν οὐ ταύτην οἱ πλείους
ὤφειλον δίκην, ἀλλ’ οὐδ’ οἱ θάνατον ὀφείλοντες τὴν
δίκην τὸν οὕτω. τέμνει γὰρ ὁ νόμος τὴν κεφαλήν,
οὐκ ἀποπνίγει τῇ στενοχωρίᾳ. καὶ τὴν ἐνταῦθα ὀξύ-
 τητᾷ κέρδος εἶναι συμβαίνει τῷ τεμνομένῳ, ὁ δ’ ἐν
μὲν τῷ δῆσαι ταχύς, ἐν δὲ τῷ κρῖναι βραδύς, μᾶλλον δὲ
φεύγει τὰς κρίσεις μᾶλλον ἢ τὰ παιδία τὰς Μορμόνας
καὶ τὸν ἄρχοντα τοῦτ’ εἶναι νομίζει τὸ διὰ λήρων ἐπ’
ἄριστον προελθεῖν.

43. Ἀπάλλαξον δὴ τὰς σαυτοῦ πόλεις τοιούτων
κακῶν καὶ πέμψον ἄνδρα νοῦν τε ἔχοντα καὶ πόνων
ἐπιθυμητὴν καὶ πλείω πράξοντα ἢ λαλήσοντα καὶ
 
 
 

 
πείσοντα μᾶλλον ἢ ἀναγκάσοντα καὶ βοηθήσοντα πέ-
νησιν, οὐκ ἐπιτρίψοντα, καὶ διαγνωσόμενον, τί μὲν
δυνατόν, τί δὲ οὔ, καὶ καιρὸν μὲν πληγῶν, καιρὸν δὲ
εἰσόμενον ἀπειλῆς, ὅλως οὐδὲν ἐοικότα τῷ λοιμῷ τούτῳ.