ΑΝΤΙΟΧΙΚΟΣ. 
 Ἀμφοτέροις ἄν τις εἰκότως ἐπιτιμήσειεν, ἐμοί τε 
τῷ ζῶντι περὶ τοὺς λόγους καὶ τοῖς ἀκροωμένοις ὑμῖν·
ὑμῖν μέν, εἰ τὴν ἡμετέραν δύναμιν ἐν ταῖς ἄλλαις
ὑποθέσεσιν ὡς ἥδιστα ὁρῶντες καὶ παρακαλοῦντές γε 
ἐπ’ ἐνίας αὐτῶν ἒν τοῦτο οὐκ ἐπετάξατε, κοσμῆσαι
λόγῳ τὴν πόλιν, ἐμοὶ δέ, εἰ πλεῖστα δὴ τῶν νῦν ὄντων
συγγράμματα πεποιηκὼς καὶ τοὺς μὲν ἐπαινέσας, τοῖς
δὲ συμβουλεύσας, οὐκ ὀλίγα δὲ ἠγωνισμένος ἐν πλά-
σμασιν εἴς γε τὸν τῆς ἐνεγκούσης ἔπαινον ἄφωνος 
γέγονα.

μᾶλλον δὲ ὑμῖν μὲν οὐκ ἔστιν ἐπιτιμῆσαι
 
 

 
μὴ τὸν ἐπαινέτην ζητοῦσιν, εὐφημίαν γὰρ ἡδὺ μὲν
ἀκοῦσαι, μνηστεῦσαι δὲ ἴσως ἀβέλτερον· ἐμὲ δὲ τὸ
ἔγκλημα καταλαμβάνει σαφῶς, ὅτι δὴ χρέα πάντων
ἐντιμότατα καταθεῖναι δέον εὐθὺς εἰς τόδε ἐμέλλησα
 καὶ περὶ μὲν τῶν ἄλλων οὐδὲν ἐπαυσάμην ἐν τῇ πόλει
λέγων, τὸν δ’ εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν ἀναβέβλημαι λόγον,
ὥσπερ τις ἑτέρους μὲν ἐν ὀφθαλμοῖς τῆς μητρὸς θερα-
πεύων, αὐτῆς δὲ ἐκείνης καταμελῶν.

καὶ μὴν οὐδ’
 ἐκεῖνό | γε εὔλογον παρὰ μὲν ὑμῶν ὁμολογεῖν τὴν
 τέχνην ἔχειν, ὑπὲρ δὲ τῶν δεδωκότων μὴ χρῆσθαι τὸν
λαβόντα τῇ τέχνῃ, ἀλλ’ ἐν μὲν ταῖς ἐπ’ ἀγορᾶς συνου-
σίαις, ὅσῳ τὰς ἄλλας νικᾷ, δεικνύειν, ταύτας δὲ τὰς
ἀποδείξεις μὴ τολμῆσαι ποιῆσαι βιβλίον. 
 4. Οὔσης δὲ τοσαύτης ἀφθονίας τῷ βουλομένῳ
 μέμφεσθαι τὴν σιγὴν ὅμως ἔνι τις ἀπολογία τῇ σιωπῇ.
οὐ γὰρ τὸ μὴ λέγειν ἐγνωκότος ἦν διὰ τέλους μὴ
λέγειν, ἀλλ’ ἐκράτει μὲν εἰπεῖν, ἐν δὲ τῷ διαμέλλειν
ἦν τις ἐλπὶς μείζω τὴν δύναμιν ἔσεσθαι τοῦ χρόνου
προστιθέντος τῇ τέχνῃ.

τιμῶντος οὖν ἦν, οὐ ῥᾳθυ-
 μοῦντος, καὶ κοσμεῖν ἐπιθυμοῦντος κάλλιον, ἀλλ’ οὐχ
ὅλως τὸ κοσμεῖν φεύγοντος ἡ μέχρι τοῦδε σιγή, καὶ
πέπρακται μὲν εἰς τοὺς λόγους πλέον οὐδέν, ὡς ἀρκέσαι
 

 
τοῖς παροῦσι, τὴν δ’ οὖν παραίτησιν τοῦ μὴ πρότερον
εἰρηκέναι παρὰ τῆς γνώμης ἔχειν ἔσται μοι. 
 6. Κοινὸν μὲν οὖν τῶν ἐγκωμιαζόντων ἔθος λεί-
πεσθαι φάσκειν τὴν αὑτῶν ἀσθένειαν τοῦ μεγέθους
τῶν ἔργων οἷς προσάγουσι τὸν λόγον, καὶ συγγνώμην 
αἰτεῖν παρὰ τῶν ἀκουόντων, εἰ βουλόμενοι τῆς ἀξίας |
ἐγγὺς ἐλθεῖν ἄκοντες ἐλάττους γίγνοιντο· ἐγὼ δὲ 
ταύτην ἐμαυτῷ ἁπανταχόθεν ἡγοῦμαι προσήκειν, τοῖς
δὲ ἄλλοις οὐδ’ ὁθενοῦν, ὁπόσοι πρὸς τήνδε τὴν ὑπό-
θεσιν ὥρμησαν.

τοῖς μὲν γὰρ ἄλλοθεν ἐπελθοῦσιν 
οὐκ ἦν ἀνάγκη τοῦ λόγου, ἀλλὰ λέγοντες μὲν τεχνικῶς
ἐχαρίζοντ’ ἄν, τοῦτο δὲ μὴ ποιοῦντες οὐκ ἂν ἐδόκουν
φορὰν ἀναγκαίαν ἐκλείπειν· ὁ δὲ κύριος ὤν εἰπεῖν τε
καὶ μὴ, τυγχάνων μὲν τῆς σπουδῆς ἐπαίνου ἄξιος,
ἁμαρτάνων δὲ οὐδὲ συγγνώμης.

ᾧ γὰρ ἐξῆν μηδὲ 
καταστῆναι τὴν ἀρχὴν εἰς παραιτήσεως χρείαν, οὗτος
ἑκὼν εἰς τὴν χρείαν ἐμβὰς δικαίως ἂν τῆς παραιτή-
σεως στέροιτο. ἐμοὶ δὲ πρὸς τὸν λόγον ὑπὸ τῶν τῆς
πατρίδος ἑλκομένῳ δικαίων καὶ ᾧ δυοῖν ἦν ἀνάγκη
θάτερον, ἢ λέγειν ὁπωσοῦν ἀπὸ τῶν παρόντων ἢ κακᾷ 
 

 
δοκεῖν εἶναι πολίτῃ, πῶς οὐ πανταχόθεν ἕτοιμος ἡ
συγγνώμη;

καὶ γὰρ εἰ μὲν ἦν μοι χρήματα χορηγεῖν
ἀποχρῶντα, καλῶς ἂν εἶχεν ἴσως ἐκείνως τὸ δίκαιον
σώσαντι μὴ τὸν διὰ τοῦ λόγου κίνδυνον αἱρεῖσθαι·
 ἐπεὶ δὲ τὰς ἐκείνῳ μὲν τῷ τρόπῳ λειτουργίας ὑπὸ τῆς
Τύχης ἀφῄρημαι, δεῖ δέ τι φανῆναι καὶ αὐτὸν φέροντα
τῇ πόλει, τῷ φόβῳ τῆς σιωπῆς ἡ περὶ τὸ λέγειν τόλμα
τὴν συγγνώμην ἔχει. 
 10. οἱ μὲν οὖν πολλοὶ τῶν ἐπὶ τὴν ἀκρόασιν ἡκόν-
 τῶν τὴν μὲν παροῦσαν | τύχην τῆς πόλεως ὁρῶντες,
τῆς δὲ ἄνωθεν σεμνότητος οὐδὲν εἰδότες καὶ τὰ μὲν
θαυμάζοντες, τὰ δὲ οὐκ εἶναι νομίζοντες οἴονταί με
τοῦ μεγέθους εὐθὺς ἅψεσθαι καὶ τῆς ἐν τούτοις
οχῆς, ὥσπερ καὶ αὐτὸν ὁμολογοῦντα τοῖς μὲν νέοις
 νικᾶν τὴν πόλιν, τοῖς δὲ ἀρχαίοις νικᾶσθαι.

δεῖ
δέ με ἐκεῖνα πρότερον ἀξιώσαντα μνήμης ἔπειτα οὕτως
ὑπὲρ τῶνδε λέγειν, ὥστε φανῆναι συμφωνίαν τῶν
ὄντων πρὸς τὰ πάλαι καθεστῶτα καὶ ὅτι οἷς γε ἐκεῖνα
προυπῆρξε, καὶ ταῦτα ὀφείλεται, ἡ δὲ νῦν λαμπρότης
 οὐκ ἀπὸ χειρόνων ἤρτηται. 
 12. Πρὶν δέ, οἵ τινες πρῶτοι κατέσχον τὴν χώραν,
διδάξαι, περὶ φύσεως τε τῆς χώρας καὶ ὅπως μὲν ἀέρων
εἴληχεν, ὅπως δὲ ἔχει πρὸς θάλατταν, ὅπως δὲ ὑδάτων
 

 
μετείληφεν, ἥτις δὲ αὕτη καρποὺς ἐκτρέφειν, καὶ ὅλως
περὶ τῆς ἐνταῦθα πλεονεξίας διαλεκτέον. ὥσπερ γὰρ
ἡ χώρα πρεσβύτερόν τι τῶν ἐνοικούντων, οὕτω καὶ
τὴν ὑπὲρ ταύτης εὐφημίαν προτέραν εἶναι δεῖ τῆς εἰς
τὸ γένος ἐσομένης. 
 13. Καὶ ἅμα πρῶτον καὶ μέγιστον τῆς] πόλεως
ἐγκώμιον γῆς ἀρετὴ, καθάπερ, οἶμαι, νεώς, ὅταν ἐπ’
ἰσχυρὰν τὴν τρόπιν τὰ ἄλλα ᾖ συμπεπηγότα. τοῦτο
δὴ πρὸ τῶν ἄλλων ἐξεταστέον.

καὶ οὐ ταὐτόν γε
πείσομαι τοῖς πολλοῖς, οἱ πᾶν ὅτι ἂν ἐπαινῶσι χωρίον 
μέσον τῆς | οἰκουμένης βιάζονται δεικνύειν. πρῶτον 
μὲν γὰρ εἰ ὅτῳ τοῦτο ὑπάρχει, καὶ τὸ καλῷ γε εὐθὺς
εἶναι προσυπάρχει, μιᾶς πόλεως γίγνεται, ὅτι ταῖς
ἄλλαις οὐκ ἔστιν εἶναι μέσαις. ὥστε οἱ πλείους ληροῦσι
τῶν λόγων.

ἔπειτα εἰ μὲν τὸ μεσεύειν τοῖς ὅλοις 
ἐδίδου κρατεῖν, εἶχεν ἄν τινα νοῦν ἡ σπουδὴ τοῖς
ταῦτα φιλονεικοῦσιν. εἰ δ’ οὐ ταὐτὸν εἰς καρπῶν
φορὰν Αἴγυπτός τε καὶ ἡ πέτρα Δελφῶν, τί δεῖ
 
 

 
μέσην δεικνύειν ἀντὶ τοῦ καλὴν ἀποφαίνειν ἣν
νεῖ τις; 
 16. Τοῦτο τοίνυν ἔξεστί μοι περὶ τῆς ἐμαυτοῦ
φθέγξασθαι, ὅτι τῆς ὑπ’ οὐρανῷ καλλίστης τὸ κάλ-
 λιστον ἥδε ἐστίν. ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τῆς γῆς ἄριστον
εἶναι τοῦθ’ ὃ πρῶτον ᾧ] ὁ θεὸς ἀνίσχων προσβάλλει.

καὶ βασιλεῦσί τε κτῆμα περιμάχητον ἥδε ἡ μοῖρα,
καὶ ὅτῳ γέγονεν, οὗτος παρὰ τοῦτο μείζων, πᾶσί τε
ἀνθρώποις εἰς ἀκοὴν ἐρχόμενον τοὔνομα χάριν τινὰ
 κομίζον ἔρχεται καὶ τὰς ψυχὰς ἡδονῆς ὑποπίμπλησιν,
 ὥσπερ τῶν ὀνειράτων ὁπόσα κήπων εἰκόσι | τοὺς
καθεύδοντας εὐφραίνει.

οὕτω δὲ ἁπάσης τῆς ἑῴας
ἐχούσης τὰ πρῶτα εἰς ἡμᾶς ἔρχεται. τοῖς μὲν γὰρ
ἄλλοις ἡ χώρα τὸ μὲν δίδωσι, τὸ δὲ οὐ δίδωσιν, ἢ νὴ
 Δία γε παντοδαπὰ δίδωσι μέν, ὑπερβολαῖς δὲ ὡρῶν
τὸ λυπηρὸν οὐκ ἐκπέφευγεν, ἢ διαφεύγει μὲν καὶ τοῦτο,
σπάνει δὲ ὑδάτων καὶ τὴν ἄλλην εὐκαιρίαν ἀμβλύνει.

ἡμῖν δὲ πάντα ἀλλήλοις ἐφάμιλλα, ἡ γῆ, τὰ νάματα,
 

 
τῶν ὡρῶν ἡ κρᾶσις. γῆ τοίνυν ἡ μὲν ὑπτία τοῖς
πελάγεσι παρισουμένη, βαθεῖα καὶ πίειρα καὶ μαλακή,
ῥᾳδίως μὲν ἀρότροις εἴκουσα, γεωργῶν δὲ ἐπιθυμίας
ἐπιεικῶς ὑπερβαίνουσα, ὁμοίως μὲν ἀγαθὴ σπείρειν,
ὁμοίως δὲ ἀγαθὴ φυτεύειν καὶ πρὸς ἐκατέρων τὰς 
γονὰς εὖ ἡρμοσμένη, δένδρα μὲν ὑψηλὰ μεθ’ ὥρας
παρεχομένη, τοὺς δὲ ἀστάχυς τῶν παρ’ ἄλλοις δένδρων
ὑψηλοτέρους, τοὺς δὲ καρποὺς εἰς πλῆθος, τὸ δὲ
λος ὑπὲρ τὸ πλῆθος.

ἄπεστι δὲ οὐδὲν ὃ παρεῖναι
βέλτιον, ἀλλ’ ἄν τε τὸν Διόνυσον εἴπῃς, πολὺς παρ’ 
ἡμῖν βακχεύει, ἄν τε τὴν Ἀθηνᾶν, τῷ φυτῷ αὐτῆς ἡ
γῆ κομᾷ· ὥστε πολὺς μὲν οἶνος εἰς τοὺς ὁμόρους ἐν-
θένδε ῥεῖ, πολλῷ δὲ ἔτι πλέον ἔλαιον ἐν ὁλκάσιν ἄγεται
πανταχοῖ.

Δημήτηρ δὲ οὕτω δή τι τὴν ἡμετέραν
ἠγάπησε μᾶλλον ἢ Σικελίαν, ὥστε Ἥφαιστος μὲν ἐπὶ 
τῆς ἀσπίδος χρυσῆν ἄρουραν ἐποίησεν, ἡ δὲ μοῖραν
ἡμῖν τῆς γῆς οὐ|μικρὰν χρυσῷ προσόμοιον ἐποίησε 
τῇ τε χρόᾳ καὶ ἅμα ὁ καρπός, οἷος οὐκ ἄλλοθεν, καὶ τὸ
δῶρον ξανθῆς ὄντως θεοῦ.

ὄρη δὲ ἡμῖν τὰ μὲν
ἐν τῇ χώρᾳ, τὰ δ’ αὖ περὶ τὴν χώραν, τὰ μὲν τὴν 
 
 

 
πεδιάδα τέμνοντα, τὰ δ’ εὐρέα τὴν εἴσοδον, τὰ δὲ πρὸς
τοῖς τέρμασι περικλείοντα. τούτων δὲ τὰ μὲν τῷ σχή-
ματι διέστηκε τῆς ὑπτίας εἰς ὕψος ἠρμένα, τὰ δὲ τῷ
εὔγεῳ ἁμιλλᾶται τοῖς κάτω, καὶ οὐκ ἐν ἀτιμοτέροις
 γεωργοὶ πονοῦσι ζεύγη περὶ τὰς κορυφὰς ἐλαύνοντες,
ἀλλ’ ὅσα μὲν ἡ ἄπεδος ἀλλαχοῦ τρέφει μόνη, ταῦτα
παρ’ ἡμῖν καὶ τὰ ὄρη γεννᾷ, ὅσα δὲ τῶν ὀρῶν ἐστιν
ἀλλαχοῦ δοῦναι μόνων, ταῦτα παρ’ ἡμῖν καὶ παρὰ τῶν
πεδίων τίκτεται.

οὐ γὰρ διῄρηται τὸ μὲν εἰς φυ-
 τῶν αὔξησιν, τὸ δὲ εἰς σπερμάτων ὑποδοχήν, ἀλλ’ ἴδοις
ἂν ἐν τοῖς αὐτοῖς δένδρα τε ἀναδραμόντα καὶ ὑπὸ |
 τοῖς δένδρεσι λήια θάλλοντα, μᾶλλον δὲ καὶ μεμε-
ρισμένως ταῦτα δείκνυσι καὶ κατὰ σύνοδον φέρει.
τουτὶ μὲν <γὰρ> τῆς γῆς πολύπυρον, τουτὶ δὲ
 νότατον, τουτὶ δὲ πάντα συνείληφε.

καὶ τὸ τὰ
ὄρη μὴ λείπεσθαι τῶν πεδίων εἰς γονὰς οὐ δίδωσι
χώραν λιμῷ ῥᾳδίως συμβῆναι. ἐν γὰρ ταῖς τῶν ὡρῶν
ἀταξίαις οὐχ ἡ αὐτὴ κατ’ ἀμφοτέρων βλάβη. τὸ γὰρ
ἐνδεέστερον πρὸς τὰ κάτω τοῦτο πολλάκις πρὸς τὰ
 μετέωρα μέτριον καὶ τὸ ’κείνοις ἐπιζήμιον πολλάκις
 

 
διαφεύγει τὰ κάτω, ὥστ’ ἐπ’ ἀσφαλοῦς ἐξεῖναι τὰ πολλὰ
βιοτεύειν ἢ πάσης εὐθηνούσης ἢ πάντως γε τῶν
ρων.

τῶν δὲ ὀρῶν ὁπόσα οὐ κάρπιμα τὴν φύσιν,
ἑτέρωθι συντελεῖ. τὰ μὲν γὰρ ταῖς λιθοτομίαις ἵστησι
τῇ πόλει τοὺς τοίχους, τὰ δὲ ταῖς ὕλαις ἐρέπτει τε 
καὶ τἄλλα συνεργάζεται καὶ χωρὶς τούτων σιτοποιοῖς
τε καὶ λουτροῖς παρέχει τὸ πῦρ, ὅθεν περιεῖναί τε καὶ
τρυφᾶν ὑπάρχει.

ποίμνιά τε καὶ αἰπόλια τῶν
βοσκημάτων εἰς τὴν ἀνθρώπου τροφὴν τελεῖ, καὶ οὐδέν,
ὥσπερ ἐν τοῖς πεπηρωμένοις σώμασιν, ἀργὸν ἔρριπται 
τῆς χώρας, ἀλλὰ τὰ μὲν ἀμείβεται τοὺς πόνους
πρεπῶς, τὰ δ’ ἄνευ πόνων δωροφορεῖ. 
 27. Ποτάμους τοίνυν ὁπόσοι διαρρέουσι τὴν γῆν,
τίς ὄν ἐξαριθμήσειε τοὺς μὲν μείζους, τοὺς δὲ ἐλάττους,
καὶ τοὺς μὲν ἀενάους, τοὺς δὲ τοῦ χειμῶνος ἐκγόνους, 
πάντας δὲ ὁμοίως χρησίμους, | τοὺς μὲν ἐκ τῶν ὀρῶν 
ὁρμωμένους, τοὺς δὲ ἐκ τῶν πεδίων ἀνίσχοντας, τοὺς
μὲν εἰς ἀλλήλους ἐμβάλλοντας, τοὺς δὲ εἰς λίμνην
ἰόντας, τοὺς δὲ εἰς θάλατταν στείχοντας; 
 
 

 
 28. Αἵ γε μὴν πηγαὶ καὶ τὸ τούτων ἄφθονον ἡμέ-
τερον ἀκριβῶς γνώρισμα, καὶ οὐδεὶς οὕτω θρασὺς οὐδὲ
ἐπὶ Νύμφαις μεγαλοφρονῶν, ὅστις ἂν ὡς ἴσον ἐνταῦθα
ἔχων παρρησιάσαιτο. 
 29. Ὑπὲρ δὴ τοιαύτης τῆς ἡμετέρας γῆς αἰ Ὧραι
χορεύουσιν ἐμμελῶς οὐ διαφθείρουσαι τὴν ἀπὸ ταύτης
χάριν τῷ παρὰ σφῶν ἀηδεῖ· οὔτε γὰρ ὁ χειμὼν ὑπὸ
πλεονεξίας ἐπιλαμβάνει τὸν τοῦ ἦρος χρόνον μεθαρ-
μόττων εἰς αὑτὸν τὴν ἐκείνου τέρψιν οὔτε τὸ θέρος
 ταὐτὰ ποιοῦν ἐκτείνεται πρὸς τὸν χειμῶνα τὴν αὑτοῦ
τε κἀκείνου μέσην ὥραν ἐκβάλλον, ἀλλ’ ἑκάστη τε ἐν
ὅροις μένει καὶ τοῦ ἔτους ἴσον ἀποτέμνεται μέτρον
καὶ τῆς δευτέρας προσιούσης ἐξίσταται. καὶ τὸ μέγιστον,
αἰ γὰρ ἐκ τῶν ὑπερβολῶν ἀνιαραὶ τοῖς σώμασιν, ἡ μὲν
 τοῦ ψύχους, ἡ δὲ τοῦ θάλπους τὸ ὑπερβάλλον δεῦρο
κολάζουσαι ταῖς ἡμερωτέραις ἐοικέναι βούλονται.

καί
μοι δοκοῦσι καθάπερ πρὸς ἀλλήλας συνθέμεναι τῆς
ἀλλήλων μεταλαμβάνειν δυνάμεως, ὁ μὲν χειμὼν μετου-
σίαν τινὰ θέρους ἐμφαίνειν τῷ προσηνεῖ καὶ ἀλύπῳ,
 
 

 
τὸ δὲ θέρος παρ’ ἐκείνου δέχεσθαι τοσοῦτον, ὅσον
ἔμελλεν εἶναι κώλυμα τῷ λυποῦντι τῆς θέρμης.

καὶ
ὁ μὲν | ὄμβρους ἄχρι κόρου παρέχει τῇ γῇ ψῦχος 
ἀφελών, ἡ δὲ ἀνίησι λήια καὶ θεριναῖς αὔραις
φει ῥυομέναις τά τε σώματα καὶ τοὺς ἀστάχυς τῆς ἐκ 
τοῦ καύματος ζημίας. ὥστε μόνοις ἡμῖν ὑπάρχει τῇ
παρούσῃ τε ἀεὶ τῶν ὡρῶν ἥδεσθαι καὶ τὴν δευτέραν
ἀσμένως δέχεσθαι διὰ τὸ πάσαις ἐνεῖναί τι κεκραμένον
καὶ εὔχαρι.

τῶν δ’ ἄλλων οἱ πλεῖστοι οἱ μὲν
ἅπαντι τῷ κύκλῳ καταμέμφονται, οἱ δὲ ταῖς μὲν βελ- 
τίοσι, ταῖς δὲ οὐ τοιαύταις χρώμενοι ταὐτὸν πεπόνθασι
τοῖς ἐξ εἰρήνης εἰς πόλεμον μεταπίπτουσιν, ἐπειδὰν ἡ
μὲν ἀμείνων τὰ αὑτῆς ἐκπλήσασα οἴχηται, προσβάλλῃ
δὲ ἡ χαλεπωτέρα, καὶ πρὶν ἡσθῆναι καθαρῶς, ἀλγοῦσι
τὴν μὲν ἀπιοῦσαν οὐ δυνάμενοι κατασχεῖν, τὴν δ’ 
ἐπιοῦσαν φρίττοντες. ὧν ἡ μὲν ἱδρῶτι ῥεῖσθαι
ναγκάζει καὶ καλινδεῖσθαι περὶ τὰς κρήνας, ἡ δὲ τοῖς
κάμνουσι παραπλησίως ἐν ταῖς εὐναῖς διάγειν νιφετῷ
καθειργμένους.

μόνοις δὲ ἡμῖν τό τε παρὸν τοῦ
ἔτους ἡδύτερον καὶ τὸ προσδοκώμενον οὐκ ἀηδέστερον, 
ἀλλ’ ἡ μὲν εὐφράνασα παρέρχεται, ἡ δὲ τὸ ἴσον κομί-
ους ος
 

 
ζοῦσα πρόσεισι, καὶ διαφέρομεν οὐδὲν τῶν πορευομέ-
νων ἐκείνας τὰς ὁδούς, ὅσαι πηγαῖς σκιεραῖς καὶ τόποις
 ἀναπαυστηρίοις | ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τέλος διειλημμέναι
μετ’ εὐθυμίας ὁδοιπόρους παραπέμπουσιν. 
 34. Οὕτω δὲ τῶν ὡρῶν λαχόντες οὕτως πρὸς θά-
λασσαν ἔχομεν, ὡς εἰ μὴ συνέβαινεν ἔχειν, ἐλάττωμα
ἂν ἐθέμην. οὔτε γὰρ ἡμερῶν ὁδὸν θαλάττης ἀπέχομεν
οὔτε ἐπ’ αὐτοῖς αἰγιαλοῖς ἱδρύμεθα. 
 35. Τούτοιν δὲ ἑκάτερον ὁπόσον πόλει βλάβος, ἐν
 βραχεῖ δηλώσω. μᾶλλον δὲ τὸ μὲν ὅλως ἀπεστερῆσθαι
θαλάσσης ὡς βλαβερόν, ἅπασι δῆλον, καί τις ἂν ἑτε-
ρόφθαλμον τὴν ὧδε ἔχουσαν προσειπὼν οὐκ ἂν ἁμάρτοι,
τὸ δὲ τοῦ μὴ κεῖσθαι ἐπ’ αὐτῇ κέρδος τὴν ἀπόδειξιν
ἀπαιτεῖ.

πρῶτον μὲν τοίνυν ἐπικλύσεις ὁπόσας
 ἐργάζεται θάλασσα, τὰς κάτω κειμένας ἀνάγκη φοβεῖσθαι
καὶ τῷ τῶν καλυφθέντων παραδείγματι τὸ θαρρεῖν
ἀφῃρῆσθαι.

ἔπειθ’ οἷς δοκεῖ πρὸς εὐφροσύνην
 
 

 
τελεῖν τὸ βλέπειν ἐξεῖναι πρὸς νῶτα θαλάσσης καὶ
φερομένας ὁλκάδας καὶ κελευσμάτων ἀκούειν, τοῦτο
οὐ πλείους εὐφροσύνας ἢ δυσθυμίας προξενεῖ, ὅταν
ἐλαυνόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων τὸ κλυδώνιον | ἐν 
ὀφθαλμοῖς μὲν τῶν ἄρτι τερπομένων βαπτίζῃ τὰ πλοῖα, 
μεταβάλλῃ δὲ τοῖς ναύταις εἰς οἰμωγὰς τὰ κελεύσματα,
τοῦ δὲ λόγου τῆς ναυαγίας μεστὴν ἀποφαίνῃ τὴν πόλιν.

τὸ δὲ μέγιστον εἰς ζημίαν, πόλιν γὰρ ἐπιθαλαττί-
διον ναυτικῆς ἀπειροκαλίας ἀνάγκη γέμειν θορύβων
τε ἀνελευθέρων καὶ φωνῶν βωμολόχων καὶ τῶν ἄλλων 
ἃ λυμαίνεσθαι καὶ διαφθείρειν ἤθη πόλεων ἰσχύει·
τοὺς μὲν γὰρ ἔξωθεν καταπλέοντας δέξεται, τοὺς δὲ
αὐτὴ πλέοντας παρέξεται. ἔπειτα ἡ τοῦ μέρους κακία
διὰ παντὸς ἦλθε τοῦ πληρώματος.

ἀλλ’ ἡμῖν γε
ἡ θέσις τῶν ἀπὸ τῆς θαλάττης ἀγαθῶν ἀπολαύειν 
παρέχουσα τῶν ἐκεῖθεν κακῶν καθαρεύειν δίδωσι, καὶ
μετὰ μὲν τῶν ἐν μεσογείᾳ τῆς λύμης ἔξω καθέσταμεν,
μετὰ δὲ τῶν ἐπὶ θαλάττῃ καρπούμεθα τὴν θάλατταν.

καὶ διαφέρομεν τῶν μὲν τῇ τῶν ἐπιτηδείων ἀφθονίᾳ,
 
 
 

 
τῶν δὲ τῇ σωφροσύνῃ τῶν τρόπων καὶ τὰ δοκοῦντα
παρ’ ἀμφοῖν εὐδοκιμεῖν ἔχοντες ἀφ’ ὧν ἀμφότεροι
ψέγονται, διαφεύγομεν. ὥστε ἐκεῖνοι μὲν ἀλλήλων τὰ
μὲν πλεονεκτοῦσι, τὰ δὲ ἡττῶνται, ἡμεῖς δὲ μεθ’ ἑκα-
 τερῶν νικῶντες μετ’ οὐδετέρων ἡττώμεθα.

τοσοῦ-
τον γὰρ διέχομεν λιμένων, ὅσον ἡμᾶς καθαρούς τε
τηρεῖ θαλαττίων κακῶν καὶ μετόχους ποιεῖ τῶν ἐκ
θαλάττης καλῶν. στάδιοι γὰρ τὸ μέσον εἴκοσι καὶ
ἑκατόν, ὥστε ἀνὴρ εὔζωνος ἅμα ἡλίῳ κινηθεὶς ἐνθένδε
 κομιεῖ τι τῶν ἐκεῖθεν ἔτι μεσημβρίας ἑστώσης. 
 42. Περὶ μὲν οὖν φύσεως | γῆς καὶ κράσεως
ἀέρων καὶ τοῦ πρὸς θάλατταν σχήματος ἀποχρώντως
ἴσως εἴρηται. ἐχόμενον δ’ ἂν εἴη διελθεῖν περὶ τῆς
εὐγενείας τῶν κατασχόντων τὴν χώραν καὶ τῶν
 των καὶ τῶν δευτέρων καὶ τῶν ἐπ’ ἐκείνοις καὶ δεῖξαι
πᾶσιν, ὡς ἡ ἀρίστη τῶν ἀρίστων ἐγένετο, καθάπερ
πλωτήρων ἀγαθῶν εὖ πεποιημένη ναῦς.

καὶ μα-
κρότερα μὲν δόξω τοῦ καιροῦ λέγειν, εἰρήσεται δὲ
πολλοστὸν ὧν εἰπεῖν ἔξεστιν. αἴτιον δὲ τῶν ἀρχαίων
 τὸ πλῆθος, δι’ ὃ τῶν πολλῶν σιωπηθέντων τὸ ῥηθὲν
τοῦ μήκους οὐ διαφεύξεται δόξαν. τὴν μὲν οὖν ἀκρί-
βειαν αἱ συγγραφαὶ φυλάξουσιν, ἡμῖν δὲ ὅσα πρέπει
πρὸς τὸ παρὸν ῥητέον. 
 
 

 
 44. Ἴναχος ἦν υἱὸς μὲν τῆς Γῆς, Ἰοῦς δὲ πατήρ.
τῇ δὲ Ἰοῖ ταύτῃ Ζεὺς ἐραστὴς γενόμενος συνῆν. ἐπεὶ
δὲ οὐκ ἐλάνθανε τὴν Ἥραν, ποιεῖ τὴν ἄνθρωπον βοῦν
καὶ οὕτω συνῆν. Ἥρα δέ, καὶ γὰρ τοῦτο ᾔσθετο,
τει τὴν βοῦν οἴστρῳ, καὶ δρόμος ἦν αὐτῇ δι’ ἑκατέρας 
ἠπείρου.

Ἴναχος δὲ ζητῶν τὴν αὑτοῦ καὶ εὑρεῖν
οὐκ ἔχων καὶ λαβεῖν ἐπιθυμῶν ναῦς καθέλκει καὶ ἐμ-
βιβάσας ἄλλους τε Ἀργείων τοὺς ἐν λόγῳ καὶ Τριπτό-
λεμον ἡγεμόνα εἶναι τοῦ παντὸς ἐξέπεμψεν ἐπὶ ζήτησίν
τῆς ἠφανισμένης θυγατρός.

οἱ δὲ πάντα μὲν πόρον 
ἔτεμνον, πάντα δὲ πορθμὸν διέπλεον, πᾶσαν δὲ ἀκτὴν
παρέπλεον, ἀπέβαινον δὲ εἰς νήσους, διηρευνῶντο δὲ
παραλίαν, ἀνέβαινον δὲ καὶ πρὸς ἤπειρον μέσην γνώ-
μην ἔχοντες πρότερον ἀποθανεῖν ἢ καταλῦσαι τὴν ζή-
τησιν.

ὡς δὲ προσέσχον καὶ τῇδε τῇ γῇ, τῶν 
νεῶν ἐκβάντες, νὺξ δὲ ἦν, ἀνῄεσαν ἐπὶ τὸ ὄρος παρὰ
τοὺς ἐνοικοῦντας ὀλίγους δή τινας καὶ προσιόντες ταῖς
οἰκίαις θυροκοπίᾳ τε ἐχρῶντο καὶ ἐρωτήσει περὶ τῆς
Ἰοῦς. τυχόντες δὲ ξενίων | καί τινα πόθον πρὸς 
τὴν γῆν λαβόντες τοῦτο πέρας ἐποιήσαντο τοῦ πλοῦ 
μεταστήσαντες τὴν τῆς ζητήσεως σπουδὴν ἐπὶ τὴν μο-
νήν, ἐφ’ ὃ μὲν ἠπείγοντο, τοῦτο ἀφέντες, ἣν δὲ ἐθαύ-
μασαν γῆν ἐντιμοτέραν θέμενοι τοῦ σκοποῦ, καθ’ ὂν
 
 

 
ἐξέπλευσαν.

τοῦτο δὲ ἦν οὐκ Ἰοῦς ὑπεριδεῖν,
ἀλλ’ ὑπεριδεῖν τῆς οἰκείας· προείρητο γὰρ αὐτοῖς ὑπὸ
τοῦ πέμποντος ἢ τὴν ἄνθρωπον ἄγειν ἢ μηδὲ αὐτοὺς
ἀναστρέφειν. ὥσθ’ οἱ τοῦ ζητεῖν παυόμενοι τῆς οἰκείας
 ἑκόντες ἐστέροντο.

εἰ μὲν οὖν ἐπ’ ἔσχατα τῆς
οἰκουμένης ἐλθόντες οὐδενὸς εἰς ζήτησιν ἔτι λειπομένου
μένειν ἔγνωσαν, εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀλλ’ οὐ τὸν ἔρωτα
τῆς χώρας τὸ τῆς αἰτίας ἤρχετ’ ἄν· ἐπειδὴ δὲ πολλῆς
ὑπαρχούσης, ἐν ᾗ τινες ἦσαν τῆς εὑρέσεως ἐλπίδες,
 οὕτως ἐβούλευσαν, οἱ προτιθέντες τῶν ἐλπίδων τὴν
μονὴν τῆς οἰκείας δήπου τὴν ξένην προὐτίθεσαν. οὕτως
αὐτοὺς ἐγοήτευσεν ἡ χώρα.

καὶ ὡς ἥψαντο τῆς
γῆς, κατάκρας εἴχοντο, καὶ τὸ τῆς πατρίδος
ὑπεχώρει τῷ τῆς ᾑρηκυίας θαύματι. τὸν δὲ τούτων
 ὕστερον γενόμενον Ὅμηρον οὐκ ἠξίουν ἔγωγε μηδὲν
εἶναι φῆσαι πατρίδος ἀνθρώποις ἥδιον, τῇ δὲ τῶν
Ἀργείων ψήφῳ καὶ τοὐναντίον εἰπεῖν, ὅτι πολλάκις
ἀμείνων χῶρος ἐπισπασάμενος γνώμας ἀνθρώπων ἐξέ-
 
 
 

 
βάλε τῆς ἐνεγκούσης τὴν μνήμην.

οὗτος τοίνυν
ὁ Τριπτόλεμος ὁ κατὰ ζήτησιν τῆς Ἀργείας κόρης ἱδρύ-
σας ὂν ἦγε λαὸν πόλιν τε ἐποίησεν ὑπὸ τῷ ὄρει καὶ
Δῖός | ἱερὸν ἐν τῇ πόλει Νεμείου προσειπών, Ἰώνην 
δὲ τῇ πόλει τοὔνομα ἀπὸ τῆς Ἰνάχου θυγατρός. ἦς 
γὰρ ἀφέντες τὴν ζήτησιν ᾤκισαν τὴν πόλιν, ταύτην
ἐτίμησαν τῇ κλήσει τοῦ ἄστεος· ἤδη δὲ τὴν γῆν
ζόμενοί τε καὶ καρπούμενοι μετονομάζουσι τὸν Νέμειον
Ἐπικάρπιον.

Τριπτόλεμος μὲν οὖν τὰς πρώτας
ὑποθέσεις βαλόμενος τῇ πόλει μεθίσταται καὶ διὰ τῶν 
τιμῶν ἐν τοῖς ἥρωσιν ἠριθμεῖτο· θεὸς δὲ ᾧ κατὰ νοῦν
ἡ πόλις κατεσκευάζετο, βουλόμενος αὐτὴν ἐκ τῶν ἀρί-
στων αὐξῆσαι γενῶν κινεῖ Κάσον ἐκ Κρήτης, ἄνδρα
ἀγαθόν, καὶ δεῦρο ἄγει, τῷ δὲ ἄρα εἵπετο Κρητῶν τὸ
δοκιμώτατον.

ἐλθόντες δὲ εὗρον τοὺς Ἀργείους 
ἀμείνους τῶν οἴκοι. Μίνως μὲν γὰρ φθονῶν ἐξέβαλεν,
Ἀργεῖοι δὲ ἀσμένως ἐδέχοντο καὶ μετέδοσαν πόλεως τε
καὶ χώρας καὶ ὅσων αὐτοῖς μετῆν. οὐ μὴν εὖ παθεῖν
μᾶλλον ὁ Κάσος ἢ εὖ ποιεῖν ἠπίστατο. Ἄκαι κατιδὼν
 
 

 
τῶν Τριπτολέμου νομίμων τὰ πολλὰ μεθεστηκότα ταῦτά
τε ἐπανήγαγε καὶ τὴν Κασιῶτιν ᾤκισε.

μείζω δὲ
ἤδη περίνοιαν λαμβάνων ἐπιχειρεῖ κτήσασθαι τῇ πόλει
τὴν Κυπρίων εὔνοιαν καὶ γαμεῖ τὴν θυγατέρα Σαλα-
 μίνου, ὃς ἐτυράννει Κυπρίων. πλεούσῃ δὲ τῇ παρθένῳ
συνανήγετο στόλος παραπομπὴν τῇ νύμφῃ ποιοῦντες
θαλάττιον. ὡς δὲ ἐγεύσαντο τῆς ἡμετέρας, ἀφεῖσαν
 τὴν νῆσον καὶ | ἐγένοντο μοῖρα τῇ πόλει.

ση-
μεῖον δὴ ποιήσαιτ’ ἄν τις τοῦ κατ’ ἀρετὴν βεβοῆσθαι
 τὸν Κάσον τὸ τὸν ἄρχοντα νήσου τοσαύτης τὸ κῆδος
ἀσμένως συνάψασθαι καὶ τῆς γε ἡμερότητος τοῦ Κάσου
σημεῖον τὸ τοὺς ἄγοντας τὴν κόρην ἀνθελέσθαι τῶν
φιλτάτων τὴν προστασίαν ἐκείνου.

λέγεται δὲ καὶ
τῶν Ἡρακλειδῶν τινας κατὰ τὴν ἔλασιν ἣν ὑπ’ Εὐρυ-
 σθέως ἠλαύνοντο, πολλοὺς Ἠλείων ἄγοντας καὶ τὴν
μὲν Εὐρώπην ἅπασαν, τῆς δὲ Ἀσίας τὴν ἄλλην ὑπερ-
ιδόντας ἐνταῦθα στῆσαι τοὺς μόχθους καὶ αὐτοῦ τε
ἱδρυθῆναι καὶ προσθήκην ἀνεγεῖραι τῇ πόλει τὴν
Ἡράκλειαν.

σκοπείτω δή τις τὴν εὐγένειαν καὶ
 ὡς ὅτιπερ κράτιστον τῶν ἑκασταχοῦ, τοῦτο ἐνταυθοῖ
 
 

 
συνερρύηκεν, ὥσπερ εἴς τι χωρίον ἐξῃρημένον ὑπὸ τῶν
κρειττόνων εἰς ὑποδοχὴν ἀνδρῶν ἀξίων θαυμάσαι, καὶ
μόνοις ἡμῖν αἰ ῥίζαι τὰ παρ’ ἑκάστοις σεμνὰ συνήγαγον
εἰς ταὐτό, τὴν Ἀργείων παλαιότητα, τὴν Κρητικὴν
εὐνομίαν, γένος ἐκ Κύπρου βασίλειον, τὴν Ἡρακλέους 
ἀπορροήν.

Ἀθήνηθεν δὲ οὓς ἐδεξάμεθα καὶ ὅσοις
ἄλλοις Ἑλληνικοῖς γένεσιν ἀνεκράθημεν, ἐπειδὰν ὁ
λόγος χωρῶν ἐπ’ ἐκείνους ἔλθῃ | τοὺς χρόνους, 
εἰρήσεται. 
 59. Νυνὶ δὲ λεκτέον, ὡς καὶ τῇ Περσικῇ βασιλείᾳ 
τὸ χωρίον ἄνωθεν αἰδέσιμον. καὶ νὴ Δία γε καὶ τοῖς
Περσῶν θεοῖς ἔντιμον καὶ πρό γε ἐκείνων Ἀσυρίοις.
ἐστράτευε μὲν γὰρ ἐπ’ Αἴγυπτον ὁ Καμβύσης, γυνὴ
δὲ αὐτῷ Μερόη παρῆν. σκηνώσαντες δὲ ἐν τῷ τόπῳ,
ᾧ τὴν αὑτῆς ἔδωκε προσηγορίαν ἡ γυνή, ἡ μὲν ἦλθεν 
εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀρτέμιδος, ὡς θύσειε, Σεμίραμις δὲ
ἡ Ἀσυρίων ἄρχουσα τῇ θεῷ τὸν νεὼν ἐπεποιήκει.

ἰδοῦσα δὲ τὴν ὀροφὴν ὑπὸ γήρως ἀπειρηκυῖαν
δεῖται Καμβύσου θεραπεῦσαι τὸ πεπονηκός. ὁ δὲ
μετεωρότερόν τε τὸν νεὼν ἦρεν ἐπιβολαῖς τοίχων καὶ 
περιήλασε περίβολον ἱκανὸν δέξασθαι πανήγυριν, αὐτῇ
δὲ τῇ πανηγύρει τοὔνομα ἀπὸ τῆς γυναικὸς ἔθετο· ἡ
 

 
δὲ κλήρους τε ἀνῆκε τῇ δαίμονι καὶ γυναῖκας ἐγκατέ-
στησεν ἐπιμελεῖσθαι καὶ τῆς Περσικῆς εὐδαιμονίας τὸ
ἱερὸν ἐνέπλησε θρόνους ἀναθεῖσα καὶ κλίνας καὶ τόξα,
πάντα χρυσᾶ.

τούτων δὲ ἐπιτελεσθέντων ἐπῆλθε
 τοῖς τὴν Ἰώνην κατοικοῦσι καταβῆναι πρὸς Καμβύσην.
ὡς δὲ εἰσήγγειλαν οἷς τοῦτο προσέκειτο, καλεῖ παρ’ |
 αὑτὸν καὶ ἤρετο, τίνες ὄντες καὶ τί παθόντες τὴν
ἐκείνου κατέχοιεν.

γνοὺς δέ, ὅθεν τε ὥρμηντο, καὶ
τὰς τύχας ὑφ’ ὧν ἐκομίσθησαν, καὶ θαυμάσας τὸ
 συμμῖξαι βουληθῆναι μᾶλλον ἢ παριόντα λαθεῖν, οὐχ
ὡς ἀπαιτεῖν δίκαιος ὢν χάριτας τοὺς τὴν αὑτοῦ
χοντας, ἀλλ’ ὡς ἂν αὐτὸς ἐκείνοις ὀφείλων τῆς ἐνοι-
κήσεως οὕτω διετέθη τὴν γνώμην. σημεῖον δέ, δῶρα
δοὺς ὥσπερ εὐεργέτας ἀπέπεμψε.

λεγέτω τοίνυν
 ὁ βουλόμενος τὴν ἀγριότητα Καμβύσου καὶ ὡς οὐκ ἦν
ἑαυτοῦ. μᾶλλον γὰρ τὸ μετὰ θεῶν τε καὶ ὑπὸ θεοῖς
ζῆν τοὺς προγόνους φανεῖται. τὸ γὰρ τὸν Ὀργῇ χρώ-
μενον εἰς ἅπαντα καὶ τὴν ὠμότητα ποιούμενον ἡδονὴν
κρείττω γενέσθαι τῆς φύσεως πρὸς τὴν ἐκείνων θέαν
 καὶ μὴ παροξυνθῆναι πρὸς ἄνδρας Ἕλληνας τὴν
λέως νεμομένους πῶς οὐ θεοῦ τινος ἦν ἄντικρυς ἐπὶ
 
 

 
τὴν σκηνὴν αὐτοὺς παραπέμποντος καὶ παρασκευά-
ζοντός γε ἀμφότερα, τοὺς μέν, ὅπως θαρρήσαιεν, τὸν
δ’ ὅπως | μὴ τραχυνθείη, καὶ τῶν μὲν ἐξαιροῦντος 
τὸν φόβον, τοῦ δὲ κοιμίζοντος τὸν θυμόν;

καὶ
τί δεῖ τεκμαιρόμενον λέγειν ἀφέντα ἔργον περιφα- 
νές; παρὰ θεοῖς ἄνωθεν ἐράσμιος ὁ χῶρος. ὃν γὰρ
μέγιστον ἄγουσι θεὸν Πέρσαι τὸν Ἥλιον, καὶ τὰς 
σατραπείας ὑπ’ αὐτῷ Πέρσιδι φωνῇ, οὗτος, ἐπειδὴ
τὸν Καμβύσην ὕπνος ἔλαβεν, ἐπὶ τῷ πρώτῳ στὰς
ὑπὲρ κεφαλῆς ἐν ὀνείρασιν αὐτῷ διελέγετο κελεύων 
αὐτὸν αὐτοῦ καταλιπεῖν μηδὲ εἰς Αἴγυπτον ἄγειν
καὶ προεῖπέ γε, ὡς πόλιν ὁ τόπος δέξεται,
νων ποίημα.

Καμβύσης δὲ χαρίζεται τῷ θεῷ καὶ
πλησίον που τῆς Ἀρτέμιδος τὸν ἀδελφὸν ἱδρύσατο.
καὶ οὕτως ἐδέξατο τὸν Περσῶν θεὸν ἔνοικόν τε καὶ 
ἐραστὴν ὁ τόπος καὶ μάντιν τῆς μελλούσης τύχης
οὐδὲν τοῦ Καμβύσου πρὸς τὴν πρόρρησιν παθόντος
ὧν εἴωθεν ἐμποιεῖν ὁ φθόνος.

οἱ μὲν οὖν λαμ-
πρύνοντες τάς τε Ἀθήνας καὶ Κορινθίων τὸ ἄστυ
θεομαχίας περὶ τὰς πόλεις ἱστᾶσιν, ὑπὲρ Κορίνθου 
 
 

 
 μὲν | Ἡλίου πρὸς τὸν ἄρχοντα τῆς θαλάσσης, ὑπὲρ
δὲ τῆς Ἀττικῆς Ἀθηνᾶς πρὸς τὸν αὐτὸν τοῦτον θεόν,
καὶ μικροῦ διαλύουσι τὴν ἁρμονίαν τοῦ παντὸς εἰς
τὴν τῆς θεομαχίας τόλμαν δυσσεβέσι κόσμοις κοσμοῦν-
 τες ὅς ἐπαινοῦσι πόλεις καὶ διὰ τῆς εἰς τὸ θεῖον
ὕβρεως πληροῦντες τῆς εὐνοίας τὴν χάριν, ἀγνοοῦντες,
ὡς ἐνὶ τούτῳ ψεύδει καὶ τῶν ἄλλων ἐπαίνων‘
ροῦνται τὴν πίστιν.

ἡμῖν δὲ ἐρασταὶ μὲν γεγόνασι
θεοί, πόλεμος δὲ ἐκείνοις πρὸς ἀλλήλους οὐδείς, οὐδὲ
 γὰρ θέμις· ὥστε τὸ μὲν καλὸν τῶν ἐν Ἕλλησι καὶ
τῇδε, ὃ δὲ καὶ παρ’ ἐκείνοις κρεῖττον ἂν ἦν μὴ ῥηθέν,
τοῦτο τῇδε οὐ τετόλμηται.

ἔχοντες τοίνυν τὴν
Ἰώνην οἱ τότε, παῖδες ἀεὶ παρὰ πατέρων δεχόμενοι,
καὶ δικαιοσύνῃ μὲν εἰς ἀλλήλους χρώμενοι, τὸν δὲ βίον
 ἀπὸ τῆς γῆς ποιούμενοι καὶ τελοῦντες τὰ εἰκότα τοῖς
θεοῖς μετ’ εὐδαιμονίας ἁπάσης ᾤκουν ἐν μέσῃ τῇ βαρ-
βάρῳ πόλιν Ἑλλάδα παρεχόμενοι καὶ τηρήσαντες τὸ
ἦθος καθαρὸν ἐν τοσαύτῃ νόσῳ τῇ κύκλῳ κατὰ τὸν
 
 

 
ἐπ’ Ἀλφειῷ νενικηκότα μῦθον, ὅς ἐκ Πελοποννήσου
πρὸς Σικελίαν ἄγει | τὸν ποταμὸν διὰ θαλάσσης R 295
μέσης ἀμιγῆ πρὸς τὴν θάλατταν. 
 69. Οὐ μὴν εὐθὺς ἡ πόλις μεγάλη καὶ πολυάν-
θρωπος, οὕτω γὰρ ἦν, οἶμαι, συμφέρον, ἀλλ’ ἀνέμενεν 
ἡ ταύτης αὔξησις τὸν ἀμείνω χρόνον· τέως δὲ ἐν βρα-
χυτέρῳ διῆγε πλάσματι μένουσα ἐλάττων, ἡνίκα οὐ
βέλτιον εἶναι μείζω.

τί δὲ τοῦτό ἐστιν; εἰ τὸ
μέτρον αὐτῆς ὡς ἐπὶ πλεῖστον ἐξῆκτο τῆς γῆς ἔτι
Περσῶν τὴν Ἀσίαν ἐχόντων, οἳ καὶ χρήμασιν ἴσχυον 
καὶ ὅπλοις ἔρρωντο καὶ πᾶσιν ἐξέλαμπον, ἦν ἀνάγκη
καλουμένους ὑπὸ τῶν ἡγουμένων εἰς κοινωνίαν στρα-
τείας ἢ πειθομένους στρατεύεσθαι ἢ μὴ πειθομένους
Πέρσαις πολεμεῖν, μίαν δὴ πόλιν τοσαύτῃ βασιλείᾳ.
ἦν δ’ ἂν οὔτε ἐκεῖνο καλὸν οὔτε τοῦτο ἀκίνδυνον.

νῦν δὲ οὐκ αὐξηθέντες παρὰ καιρόν, ἀλλ’ ἐν τούτῳ
σχήματος στάντες, ὃ καὶ τοῦ δρᾶν τι δυσχερὲς καὶ τοῦ
παθεῖν τι κακὸν ἀπήλλαττεν, εἰς μέγεθος προὔβησαν,
ἡνίκα ἄρχειν ἔδει, οἶα παῖδες εὐγενεῖς ἐν τυραννίδι
μὲν τῇ νεότητι διαλαθόντες, εἰς ἡλικίαν δὲ ἐλθόντες 
 
 
 

 
ἤδη πεπαυμένης.

μετὰ γὰρ τὴν ἐν Ἰσσῷ μάχην
καὶ τὴν τοῦ Δαρείου φυγὴν Ἀλέξανδρος τῆς Ἀσίας τὰ
μὲν ἔχων, τῶν δὲ ἐπιθυμῶν, καὶ τὸ μὲν κεκρατημένον
 μικρὸν ἡγούμενος, βλέπων δὲ πρὸς τὰ πέρατα τῆς γῆς
 ἧκεν εἰς τήνδε τὴν χώραν, | στησάμενος δὲ τὴν σκη-
νὴν ἐγγὺς τῆς πηγῆς, ἣ νῦν μὲν ἐκείνου ποιήσαντος
εἰς ἱεροῦ τύπον ἐσχημάτισται, τότε δὲ αὐτῇ κάλλος ἦν
μόνον τὸ ὕδωρ, ἐνταῦθα τὸ σῶμα θεραπεύων ἐπὶ τοῖς
πόνοις πίνει τῆς πηγῆς ὕδωρ ψυχρόν τε καὶ διαφανὲς
 καὶ ἥδιστον.

ἡ δὲ τῆς πόσεως ἡδονὴ τοῦ μητρῴου
μαστοῦ τὸν Ἀλέξανδρον ἀνέμνησε καὶ πρός τε τοὺς
συνόντας ἐξεῖπεν, ὡς ὅσαπερ ἐκείνῳ, τοσαῦτα ἐνείη
τῷ ὕδατι, καὶ τοὔνομα τῆς μητρὸς ἔδωκε τῇ πηγῇ.
Δαρείω μὲν οὖν ἐπὶ Σκύθας ἐλαύνοντι Τέαρος ἐν
 Θρᾴκῃ ποταμὸς ἔδοξεν εἶναι κάλλιστος, καὶ στήλην ὁ
Δαρεῖος στήσας τοῦτο ἐνέγραψεν αὐτῇ Τέαρον εἶναι
 
 
 
 

 
ποταμῶν κάλλιστον· Ἀλέξανδρος δὲ τὴν ἡμετέραν πηγὴν
οὐ πρὸς ὑδάτων ἅμιλλαν ἐξήγαγε, τῷ δὲ τῆς Ὀλυμ-
πιάδος ἐξίσωσε γάλακτι. τοσαύτην εὗρεν ἐν τοῖς νάμασι
τὴν ἡδονήν.

τοιγαροῦν ἤσκησέ τε εὐθὺς τὸν τόπον
κρήνῃ τε καὶ τοῖς ἄλλοις, οἷς <ἐνῆν> ἐν τοσούτῳ δρόμῳ 
τῷ διὰ τῶν πραγμάτων, ὃν ἐκεῖνος ὀξύτατον ἔθει, καὶ
πόλιν ὥρμησεν οἰκίζειν, ὡς ἂν ἐντυχὼν τόπῳ δυνα-
μένῳ χωρῆσαι τὴν αὑτοῦ μεγαλοπρέπειαν.

διττῷ
δὲ πόθῳ κατειλημμένος, τῷ μὲν πρὸς τὴν ἡμετέραν
χώραν, τῷ δὲ πρὸς τὴν τῶν ὑπολοίπων κτῆσιν, καὶ 
τοῦ μὲν ἀναγκάζοντος | μένειν, τοῦ δὲ ἐπείγοντος 
τρέχειν καὶ] τὴν ψυχὴν ἀνθελκόμενος εἰς οἰκισμόν τε
καὶ πόλεμον οὐκ ἐποιήσατο κώλυμα θατέρῳ θάτερον
οὐδὲ ἠνέσχετο οὔτε τὴν ὅλην σπουδὴν ἀνελεῖν διὰ τὴν
πόλιν οὔτε ἐκείνην πληρῶν ἣν εἰς τὸ πολίζειν ἔσχεν 
ἐπιθυμίαν σβέσαι, ἀλλ’ ἀμφοτέρων ἐχόμενος τῇ μὲν
ἐδίδου τὰς ἀρχάς, ἐπὶ δὲ τὴν Φοινίκην ἦγε τὴν δύναμιν.

αἱ δὲ ἀρχαὶ τοῦ κατοικισμοῦ Ζεὺς Βοττιαῖος
θεὶς ὑπὸ Ἀλεξάνδρου <καὶ> ἡ ἄκρα τῆς
δος λαβοῦσα τοὔνομα καὶ Ἠμαθία κληθεῖσα. τουτὶ 
δέ, οἶμαι, σύμβολον ἦν τῆς Ἀλεξάνδρου γνώμης, ὡς
 
 

 
ἐπὶ τῷ τέλει τῶν πραγμάτων τήνδε ἀντὶ τῆς οἰκείας
αἱρήσεται.

τοιαῦτα δὴ προοίμια τῆς οἰκίσεως ᾄσας
καὶ τελῶν ἡμῖν εἰς οἰκιστὰς ὁ τοῦ Δῖός παῖς
τε καὶ πιστωσάμενος τοῖς ἔργοις τὴν φήμην αὐτὸς μὲν
 ὡς τὸν τοκέα τὴν ταχίστην μεταστὰς οὐκ ἔσχε τέλος
ἐπιθεῖναι τῷ πόθῳ· ὁ δ’ ἐκεῖνον διαδεξάμενος, μᾶλλον
δ’ ἐν πολλοῖς διαδόχοις μόνος ἄξιος τῆς ἐκείνου τάξεως
κληρονόμος, Σέλευκος ἀντ’ Ἀλεξάνδρου τῇ πόλει γίνεται
τὴν ἀρχὴν ἀνδραγαθίᾳ κτησάμενος καὶ πρότερον καὶ
 δεύτερον.

οἷς μὲν γὰρ ἐβοήθησε, τούτους τῶν ἐχθρῶν
μείζους ἐποίησεν· οὓς δὲ ἐποίησεν ἰσχυρούς, ὑπὸ ὑπὸ
των ἐπεβουλεύετο. σωθεὶς δὲ ἐκ μέσης τῆς πάγης |
 πάλιν ἑτέροις βοηθῶν ἐθαυμάζετο. τυχὼν δὲ τούτων
δικαίων ἐν τῷ μέρει τὴν χάριν ἀπελάμβανεν. ἡ δὲ
 χάρις ἦν κομίσασθαι ταῦτα ὧν ἐξέπεσεν ἀδικούμενος.

ὁ Σέλευκος γὰρ διὰ μὲν εὐψυχίαν ἵππαρχος ὑπὸ Περ-
δίκκου γίνεται, Περδίκκου δὲ ἐν Αἰγύπτῳ τελευτή-
σαντος καλούμενος ὑπὸ τῶν Μακεδόνων εἰς τὴν ἐκείνου
δυναστείαν εἰσῆλθε καὶ εἶχε σατραπείαν τὴν Βαβυλω-
 νίαν.

Ἀντιγόνῳ δὲ πολεμοῦντι πρὸς Εὐμενῆ σύμ-
 
 

 
μαχος ἐλθὼν τὸν μὲν Εὐμενῆ συγκαθεῖλε, πονηρὸν δὲ
ἄρα τὸν Ἀντίγονον εὖ ποιῶν οὐκ ᾔδει· ὃς ἐπειδὴ δι’
ἐκείνου μέγας ἐγεγόνει, φθόνον εἰς τὸν εὐεργέτην
λαβὼν ἐβούλευε θάνατον. ἐντεῦθεν δὴ θεῶν τις χεῖρα
ὑπερέσχεν, ὥσπερ ἐν δράματι· ἀπὸ γὰρ τῆς αὐτῆς 
οἰκίας ὅ τε φόνος αὐτῷ κατεσκεύαστο καὶ τὸ τῆς σω-
τηρίας εὑρίσκετο.

τοῦ μὲν γὰρ Θησέως τὴν ὥραν
Ἀριάδνη θαυμάσασα τῇ μηρίνθῳ τοῦ λαβυρίνθου τὸν
νεανίσκον ἐξέσωσε, Σελεύκου δὲ τὴν ἀρετὴν ὁ παῖς
Ἀντιγόνου Δημήτριος ἀγασθεὶς γράμμασι μηνύει τὸν 
ἐπ’ ἐκείνῳ τοῦ πατρὸς δόλον, ἃ τῷ στύρακι τοῦ δορὸς
εἰς τὴν κόνιν ἐνέγραψε τῷ μὲν δηλῶν τὸ μέλλον, τοὺς
δὲ παρόντας λανθάνων.

ἐντεῦθεν τὰ Εὐαγόρου
Σέλευκος ὑπέμενε καὶ μικρὸν ὕστερον ἴσχυσε. τῷ
καιρῷ μὲν γὰρ ὑποχωρήσας εἰς Αἴγυπτον ἀπαλλάτ- 
τεται, | βεβαιούμενος δὲ αὐτόθι Πτολεμαίῳ τὴν βασι- 
λείαν, οὐ πλῆθος στρατιᾶς παρεχόμενος, ἀλλ’ ἒν σῶμα
τὸ αὑτοῦ καὶ ψυχὴν μίαν, ἐπειδὴ τοῖς ἐκείνου πράγμα-
σιν ἀσφάλειαν περιέθηκεν, ἐπεσπάσατο Πτολεμαῖον εἰς
τὸ κατάγειν αὐτὸν καὶ λαβὼν ἱππέας καὶ πεζούς, ἀμ- 
φοτέρους εἰς χιλίους, ἐξέωσε μὲν τῆς Βαβυλῶνος τοὺς
ἐχθρούς, ἐκομίσατο δὲ τὴν ἀρχὴν καὶ γυναῖκα καὶ
παῖδας καὶ τὴν ἀρχαίαν λαμπρότητα.

ἡγησάμενος
δὲ τὰ μὲν αὑτοῦ διὰ τούτων ἀπειληφέναι, τὴν δίκην
 
 

 
δὲ αὐτῷ τῆς ἐπιβουλῆς ὀφείλεσθαι στρατεύσας ἐπ’
Ἀντίγονον ἐν Φρυγίᾳ συμβαλὼν καὶ νικήσας ἀπέκτεινε
τῆς ἐπ’ αὐτὸν ἐνέδρας ἐμφανεῖ μάχῃ τὴν τιμωρίαν
πραξάμενος καὶ τὴν μὲν διαφυγών, ὡς ἄν τις θεοφιλής,
 τὴν δὲ ἐπιθείς, ὡς ἄν τις ἀρετὴν ἠσκηκώς.

Ἀντι-
γόνου δὲ ἤδη κειμένου γίνεται τὰ τοῦ πεσόντος τοῦ
νενικηκότος, καὶ ὡρίζετο ἡ δυναστεία Σελεύκου
λῶνί τε καὶ τοῖς κατ’ Αἴγυπτον ὄροις. καὶ χρόνος
ἄρα ἐφειστήκει τίκτων ὥσπερ πάλαι τῇ πόλει τὰς ἀρχάς,
 οὕτω τότε τὸ μέγεθος.

καὶ γίγνεται τὸ πᾶν ὑπὸ
θεοῦ. πόλις ἦν Ἀντιγόνου μὲν ἐπώνυμος, ὑπ’
γόνου δὲ πεποιημένη. τῆς δὲ νῦν οὔσης πόλεως τὸ
μεταξὺ πρὸς ἐκείνην στάδιοι τετταράκοντα. ἐν ταύτῃ
μετὰ τὴν νίκην ὁ Σέλευκος ἔθυε, τοῦ ταύρου δὲ
 ἐσφαγμένου καὶ δεδεγμένων τῶν βωμῶν ὁπόσα νόμος,
ἤδη μὲν τὸ πῦρ περιεῖπε τὰ κείμενα καὶ σφοδρὸν
 ἀνεκάετο.

| Ζεὺς δὲ κινήσας ἐκ τοῦ σκήπτρου
τὸν ἑταῖρον ἑαυτοῦ καὶ φίλον ὄρνιν ἐπὶ τὸν βωμὸν
ἔπεμψεν. ὁ δὲ εἰς μέσην καταποτώμενος τὴν φλόγα
 
 

 
ἀνελόμενος τὰ μηρία γέμοντα πυρὸς ἀπέφερε.

τοῦ
συμβάντος δὲ πάντα ὀφθαλμόν τε καὶ γνώμην ἐπιστρέ-
φοντος καὶ δηλοῦντος ὡς οὐκ ἄνευ θεῶν ἐδρᾶτο,
τὸν υἱὸν ἐφ’ ἵππον ἀναβιβάσας ὁ Σέλευκος εἰς τὸ τὴν
πτῆσιν ἀπὸ γῆς διώκειν καὶ τῷ χαλινῷ τὸν ἵππον 
ἰθύνειν πρὸς τὰς ὁδοὺς τοῦ πτεροῦ, βουλόμενος εἰδέναι,
τί τοῖς ἡρπασμένοις ὁ ὄρνις χρήσεται.

ὁ δ’
πεύων τε καὶ ἀναβλέπων ἄγεται πρὸς τὴν Ἠμαθίαν
ὑπὸ τῆς πτήσεως. οἷ δὴ κατάρας ὁ ἀετὸς ἐπὶ τὸν
βωμὸν ἔθηκε τὸν τοῦ Βοττιαίου Δῖός, ὃν ἱδρυσάμενος 
ἦν Ἀλέξανδρος, ἡνίκα αὐτὸν εὔφρανεν ἡ πηγή· ἐδόκει
τε δὴ πᾶσι καὶ τοῖς οὐ δεινοῖς συμβάλλειν ὁ Ζεὺς
εἰσηγεῖσθαι πολίζειν τὸν χῶρον. καὶ οὕτως ἥ τε Ἀλεξ-
άνδρου πρὸς τὸν οἰκισμὸν ὁρμὴ τε καὶ ἀρχὴ πρὸς
τέλος ᾔει καὶ ἡμῖν ὁ τῶν θεῶν κορυφαῖος διὰ τῆς 
μαντείας οἰκιστὴς ἐγίγνετο.

ἐνταῦθα δὴ Σέλευ-
κος πᾶσαν μὲν τεκτόνων συνήγαγε τέχνην, πᾶσαν δὲ
εἰς ὑπουργίαν χεῖρα, πᾶσαν δὲ λίθων φαιδρότητα·
ὕλη δὲ εἰς ὀροφὰς ἐτέμνετο, πλοῦτος δὲ εἰς τὴν οἰκο-
δομίαν ἐξεχεῖτο.

ὑπογράφων δὲ τὸ ἄστυ τοὺς μὲν 
ἐλέφαντας κατὰ τὴν χώραν διίστη τῶν ἐσομένων
γων, στοῶν δὲ καὶ στενωπῶν μῆκός τε καὶ εὖρος
 
 
 

 
τεμνόμενος πυροῖς ἐχρῆτο πρὸς τὴν τομήν, οὓς ἄγουσαι
νῆες εἱστήκεσαν ἐν τῷ ποταμῷ.

καὶ ταχὺ μὲν ἡ
 πόλις ἤρετο, ταχὺ δὲ τὸ ποιηθὲν | ἐπίμπλατο τῶν
τε ἐκ τῆς Ἰώνης εἰς αὐτὴν καταβάντων Ἀργείων καὶ
 Κρητῶν καὶ τῶν ἀφ’ Ἡρακλέους, οἷς ἦν, οἶμαι, συγ-
γένεια Σελεύκῳ κατὰ τὸν παλαιὸν Τήμενον, καὶ τῶν
ἑπομένων αὐτῷ Σελεύκῳ στρατιωτῶν τῇδ’ ἑλομένων
οἰκεῖν.

Ἀντιγονίαν δὲ αὐτὴν μὲν ἠφάνισεν, ἀνδρὸς
δυσμενοῦς ὑπόμνημα, τὸ δὲ πλήρωμα δεῦρο μετέστησεν,
 ἐν οἷς ἦσαν καὶ Ἀθηναῖοι. οὗτοι δὲ οἱ μεταστάντες
τὸ μὲν πρῶτον ἔδεισαν, μὴ τῆς πρὸς Ἀντίγονον ὀργῆς
ἀπολαύσειαν, ὡς δὲ ἔγνωσαν ἐπ’ ἀμείνοσι μετακομι-
σθέντες, τιμῶσιν εἰκόνι χαλκῇ τὸν Σέλευκον ταύρου
κέρατα τῇ κεφαλῇ προσθέντες, τοῦτο δὴ τὸ γνώρισμα
 τῆς Ἰοῦς.

Σελεύκου μὲν οὖν ἡ πόλις ἐπώνυμος,
τοὔνομα δὲ ἀπὸ τοῦ πατρὸς Ἀντιόχου, καὶ ὑπὸ μὲν
τούτου δεδημιούργηται, τῷ δὲ ἔσωσε τὴν μνήμην· ὃν
γὰρ τῶν ἑαυτοῦ τιμιώτατον ἦγε, τούτῳ τῶν ἔργων
 
 

 
τῶν ἑαυτοῦ τὸ ἐντιμότατον ἔνειμε.

καὶ τὸ προ-
άστειον τοῦτο | δὴ τὸ πολυύμνητον, τὴν Δάφνην, 
Σέλευκος εἰς ἱεροῦ μοῖραν κατέστησεν ἀνεὶς τῷ θεῷ
τὸν χῶρον, ἐπειδὴ τὸν μῦθον ἔργον εὗρεν. Ἀπόλλων
γὰρ Δάφνης ἐρασθεὶς οὐ πείθων ἐδίωκεν· ὡς δὲ δι’ 
εὐχῆς μετέβαλεν εἰς φυτόν, στέφανον ποιεῖται τὰ παι-
δικά.

ταυτὶ μὲν ᾄδεται, Σελεύκῳ δὲ ἡ θήρα τοῦ
λόγου τὴν ἀλήθειαν ἐξέφηνεν· ὁ μὲν γὰρ κύνας ἄγων
καὶ ἵππον ἐλαύνων μετῄει τὴν ἄγραν. ὡς δὲ ἧκε παρὰ
τὸ δένδρον, ὃ πρότερον ἦν ἡ παρθένος, ὁ μὲν ἵππος 
ἑστὼς κρούει εἰς τοὔδαφος τῇ ὁπλῇ, ἡ γῆ δὲ ἀκίδα
χρυσῆν ἀνέπεμψεν.

ἡ δὲ ἐδήλου γράμμασι τὸν
δεσπότην· Φοίβου γὰρ ἐνεγέγραπτο. πρὸς γάρ, οἶμαι,
τὴν μεταβολὴν τῆς κόρης ἀλγήσας ἐξέχεε τοὺς ὀιστούς,
ἡ δὲ ἀκὶς ἑνὸς διαλυθεῖσα κρύπτεται τῇ γῇ καὶ ἐφυ- 
λάττετο Σελεύκῳ παραίνεσις εἰς τὸ κοσμῆσαι τὸν τόπον
καὶ νομίσαι τοῦθ’ ἅπερ ἦν, ἱερὸν Ἀπόλλωνος.

θαῦμα
μὲν οὖν καὶ τὸ ἐν Ἑλικῶνι Ἀρήνην ἵππου κρήνην]
 
 

 
ἐκδοθῆναι, φασί, Πηγάσου τῷ ποδὶ τὴν πέτραν πλή-
ξαντος, τοσούτῳ δὲ τοῦτο θαυμαστότερον, ὅσῳ μᾶλλον
εὔλογον πηγὰς ἐκ γῆς ἢ ἀκίδας ἐκπηδᾶν.

κος δὲ ὁμοῦ τε ταύτην ἀνῃρεῖτο καὶ δράκοντα φερό-
 μένον ἀντιπρόσωπον ἐώρα μετεώρῳ συρίττοντα τῇ
κεφαλῇ. ὁ δὲ ὡς ἐπέλασεν, ἥμερον εἰς αὐτὸν ἰδὼν
ἠφάνιστο. προστεθέντος δὴ τοῦ δράκοντος τοῖς ἀπὸ
τῆς γῆς ἐκφανεῖσι μείζων ἡ πίστις, ὡς ὁ θεὸς ἐμβα-
 τεύοι τὸν τόπον. | καὶ αὐτίκα τέμενός τε ἀπεδέδεικτο
 καὶ φυτὰ καὶ νεὼς ἐδέχετο καὶ ταχὺ τὸ ἄλσος ἔθαλλε
καὶ ἀραῖς ἰσχυραῖς ἐφρουρεῖτο.

καὶ πάντα ἦν ἡ
Δάφνη Σελεύκῳ. πρὸς γὰρ τοῖς εἰς ὄψιν ἐλθοῦσι
φάσμασιν ἔτι καὶ χρησμὸς αὐτὸν ἦγεν, ὃν παρὰ τὴν
δυσκολίαν ἐκ Μιλήτου δεξάμενος ἀνεθάρρησεν, ὃς τήν
 τε μέλλουσαν ὑπισχνεῖτο τύχην καὶ λαβόντι τὴν Σύρων
ἀρχὴν Δάφνην αὐτῷ ποιεῖν ἱερὰν ἐπέταξεν.

οὕτω
δὴ τὰ περὶ τοὺς θεοὺς κατεσκευασμένος καὶ ὅθεν ἄξιον
ἀρξάμενος, ἀπὸ κρηπῖδος ὁρμηθεὶς παρεχούσης
δας, τῆς τε ἐκείνων εὐνοίας λέγω καὶ τῆς ἡμετέρας
 πόλεως, μεστὸν ἀπέφηνεν ἄστεων τῆς γῆς τὸ κράτιστον
 
 

 
ἡμερῶν τὴν ἔρημον· οὐ γὰρ εἰς τρυφὴν ἄρα τὴν ἡμε-
τέραν ᾤκισεν, ἀλλ’ εἰς ἑτέρων πόλεων ἀφορμήν, ὥστε
ἀντὶ τῶν σταθμῶν αἰ πόλεις τοῖς ὁδοιπόροις ἔστησαν.

οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι βασιλεῖς τῷ τὰς οὔσας καθελεῖν
σεμνύνονται, τὸν δὲ τὸ τὰς οὐκ οὔσας ἐγεῖραι κεκό- 
σμηκεν· ὃς τοσαύτας ὑπὲρ γῆν ἔστησεν, ὥστ’ ἀρκέσαι
καὶ πρὸς ὁμωνυμίαν τῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ πρὸς ἐπω-
νυμίαν | τῶν ἐν τῇ συγγενείᾳ κλήσεων καὶ πολλάς 
γε μιᾶς προσηγορίας ἐπωνύμους ὁρᾶσθαι [καὶ] καθ’ ἑκά-
τερον γένος, ἀνδρῶν λέγω καὶ γυναικῶν.

εἰ γὰρ 
αὖ κρίνειν τις αὐτὸν ἐθέλοι πρὸς Ἀθηναίους καὶ Μι-
λησίους, οἱ πλείστας ἀποικίας στεῖλαι δοκοῦσι,
νων τ’ ἂν οἰκιστὴς φανείη καὶ τῷ καθ’ ἑκάστην μεγέθει
τοσοῦτον νικῶν, ὥστε μίαν ἡντινοῦν ἀνταξίαν εἶναι
δέκα. ἔξεστι μὲν ἐπιόντι Φοινίκην τὰς ἐκείνου πόλεις 
ὁρᾶν, ἔξεστι δὲ ἐπιόντι Συρίαν ταυτηνὶ τὰς ἐκείνου
καὶ πλείους καὶ μείζους ὁρᾶν.

ἐξέτεινε δὲ τοῦτο
τὸ καλὸν ἕως Εὐφράτου καὶ Τίγρητος, περιλαβὼν δὲ
Βαβυλῶνα πόλεσι πανταχόθεν ἐγκατέσπειρε καὶ τῇ
Πέρσιδι καὶ ὅλως οὐδένα τόπον ἐπιτήδειον δέξασθαι | 
 
 

 
 πόλιν ἀφῆκε γυμνόν, ἀλλ’ ἑλληνίζων διετέλεσε τὴν
βάρβαρον.

οὐ μὴν ὥσπερ ἐπὶ ταύτῃ πολλὰς ᾤκι-
σεν, οὕτως ἔστιν εἰπεῖν, ὡς πρὸ ταύτης ἑτέραν ἔθετο,
ἀλλ’ αὐτός τε ἐνταῦθα τὸ σκῆπτρον ἱδρύσατο καὶ ταύτῃ
 κατὰ τῶν ἄλλων τὸ ἴσον ἔδωκεν, ὥσπερ θεραπαίνας
αὐτῇ τὰς ἄλλας οἰκοδομούμενος καὶ βασιλείοις πρεπω-
δεστέραν ἑτέραν οὐχ ὁρῶν. 
 105. Ἐν τοιούτοις τοίνυν ἔργοις καὶ βιοὺς καὶ
τελευτήσας οὐκ εἰς φαυλοτέρους τὸν κλῆρον παρέπεμ-
 ψεν, ἀλλ’ ἀγαθοί τε ἐξ ἀγαθῶν πάντες ἔφυσαν καὶ
ζηλοῦντες ἀεὶ παῖδες πατέρας τῇ τε ἄλλῃ καὶ τῷ πρὸς
τὴν πόλιν ἔρωτι διεδείχθησαν.

ἐπιστὰς δὲ ἐπὶ
τὰ τούτων ἔργα καὶ βλέπων ὥσπερ ἔκ τινος περιωπῆς
ἐν κύκλῳ τὴν ἀνδραγαθίαν ἑκάστου οὔτε τὴν σιγὴν
 δικαίαν ἡγοῦμαι τῶν ἀρετῶν οὔτε τὴν ἀφήγησιν ἐν
δυνατῷ· τὸ μὲν γὰρ βλάπτοντος ἂν εἴη τούς τε ἀρχη-
γέτας καὶ τὸν ἔπαινον, τὸ δὲ μεῖζον ἢ <κατὰ>
 
 
 

 
στόματα καὶ σοφιστῶν χορὸν | ὡς οἷόν τε μέγιστον.

τὶς οὖν εὕρηται πόρος ἐν ἀπορίᾳ τοσαύτῃ; τῶν
μὲν μνησθῆναι, τοὺς δὲ ὑπερβῆναι, μᾶλλον δὲ τῶν
μὲν οὐ πάντα εἰπεῖν, ἀλλ’ ἐκ πολλῶν ὀλίγα διελθεῖν,
περὶ δὲ τῶν ἰσχυρισάμενον, ὡς οὐ χείρους τῶν εἰρη- 
μένων, κελεῦσαι τοὺς ἀκροωμένους ἐν ταῖς συγγραφαῖς
δοκιμάζειν μου τὸν λόγον. 
 108. Ἀντιόχῳ τοίνυν τῷ Σελεύκου παιδὶ πόλεμος
μὲν οὐδεὶς ἐπολεμήθη, τὸ γὰρ δυσμενὲς ἅπαν ἐπτήχει
τῷ φόβῳ, σὺν εὐδαιμονίᾳ δὲ πρὸς γῆρας ἐλθόντι τῷ 
παιδὶ τὴν ἀρχὴν ὑπῆρξεν οὐκ ἐλάττω παραδοῦναι.
τούτῳ δὲ καὶ αὐτῷ τὰ μὲν ὅπλα ἡσύχαζεν οὐκ οὔσης
ἀνάγκης, θαῦμα δέ τι συνέβαινε τῆς ἄκρας εὐφημίας
τῇ πόλει.

κηδεύει μὲν γὰρ Πτολεμαίῳ τῷ τῆς
Αἰγύπτου βασιλεῖ, Πτολεμαῖος δὲ ἥκων ἐνθάδε καὶ τὸ 
κάλλος τῆς Ἀρτέμιδος ἐκπλαγεὶς ἐβουλήθη τῆς ἐκείνου
χώρας εἶναι τὸ ἄγαλμα καὶ λαβὼν ἀπῆγεν. ἡ δὲ θεὸς
ἐκεῖ μὲν ἐθεραπεύετο, τῆς δὲ ἡμετέρας ἐπεθύμει καὶ
νόσῳ τὴν γυναῖκα τοῦ μεταστήσαντος ἤλαυνε διδά-
σκουσα τοῖς ὀνείρασιν, ἀνθ’ ὅτου ταῦτα ποιοῖ. πέμ- 
πεται δὴ πάλιν ὑπὸ τῶν κεκινηκότων καὶ τὸν μὲν νεὼν
 
 

 
τὸν ἀρχαῖον κομίζεται, τοὔνομα δὲ αὐτῇ πρὸς τὸ ἔργον
μεταβάλλεται καὶ Ἐλευσινία προσαγορεύεται. 
 110. Θαῦμα τοίνυν ἕτερον ἐπὶ τῆς αὐτῆς βασιλείας
παραπλήσιόν τε καὶ οὐ παραπλήσιον τῷ προτέρῳ· τῷ
 μὲν γὰρ εἶναι περὶ θεοὺς συμφέρεται, τῇ δὲ τῶν ξένων
δεῦρο μεταστάσει διέστηκε. σαφὲς δὲ ὅ φημι ποιήσω.

ἐν Κύπρῳ θεοὶ τιμώμενοι | τὴν Κύπρον ἐξ
ὅσουπερ ἦν κληρουχοῦντες οὗτοι τῆσδε τῆς χώρας
ἐπεθύμησαν καὶ ἠπείγοντο μετοικεῖν. ἐμβαλόντες οὖν
 τὴν πόλιν εἰς χρείαν τοῦ Πυθοῖ μαντείου πείθουσι
τὸν Ἀπόλλω λύσιν μίαν τῶν δυσχερῶν ἀνελεῖν, τὴν
τῶν ἐν Κύπρῳ θεῶν ὡς ἡμᾶς μετοίκησιν.

καὶ
πέμπει δὴ δι’ ὧν ἤλπιζε δράσειν τοῦτο ὁ βασιλεὺς εἰς
τὴν νῆσον. ὡς δ’ οὔτ’ ἀφελέσθαι φανερῶς ἐνῆν οὔτε
 διορύξασι λαθεῖν, μηχανῶνται τοιόνδε τι· ἔφασαν βού-
λεσθαι κατ’ ἴχνος τῶν αὐτόθι θεῶν δημιουργῆσαι
τύπους. τῶν δὲ ἐφέντων φιλοπόνως νύκτα καὶ ἡμέραν
ἔξεον, οἱ δ’ ἱερεῖς ἀνεπαύοντο. τοῖς δημιουργοῖς δὲ
πρὸς τοσοῦτον διηκριβώθη τὸ τῆς μιμήσεως, ὥστε τὰ
 μὲν ἀνασπάσαντες, τὰ δὲ ἀντικαταστήσαντες ἐνέβαινον
εἰς τὰς ναῦς ἐν ὀφθαλμοῖς Κυπρίων, τὰ παλαιὰ μὲν
 

 
ὡς νεουργὰ φερόμενοι, τὰ δὲ ἄρτι δεξάμενα τὴν τέχνην
ἐν τῇ δόξῃ τῶν ἀρχαίων ἀφέντες.

τοῦτο δὲ ἦν
ἄρα οὐ τῆς τῶν ἀγαλματοποιῶν ἀρετῆς, τῆς δὲ τῶν
θεῶν πρὸς τὸν ἔκπλουν ἐπιθυμίας, ὑφ’ ἧς ἐνέθηκαν
ταῖς χερσὶ τῶν δημιουργῶν πλέον τι τοῦ δυνατοῦ. 
καίτοι τί τοσοῦτον εἰς δόξαν, ἢ χώραν προσλαβεῖν ἡ·
στῆσαι τρόπαιον ἢ κατακόψαι φάλαγγας ἢ ζωγρήσαντα
πολεμίους ἄγειν, ἡλίκον τὸ τοὺς θεοὺς τῇδε νομίζειν |
αὑτοῖς προσήκειν διαιτᾶσθαι; 
 114. Καὶ γὰρ δὴ καὶ τὸ τούτου ἐχόμενον εἰς τὴν 
αὐτὴν ἀπόδειξιν φέρει συμβὰν εὐθὺς ἐπὶ τοῦ μετ
αὐτὸν ἄρχοντος. ἡ γὰρ δὴ Ἶσις, τὸ βούκερων ἄγαλμα
τὸ Αἰγύπτιον, ἀφεῖσα τὴν Μέμφιν δεῦρο
κινήσασα μὲν ὀνείρασι Σέλευκον τὸν ἀπὸ τοῦ Σελεύκου
τέταρτον εἰς τὴν ἑαυτῆς μετάπεμψιν, κινήσασα δὲ Πτο- 
λεμαῖον εἰς ἕτοιμον τῆς θεοῦ δόσιν, καὶ νῆες εὐτρεπεῖς,
καὶ τὸ ἄγαλμα ἤγετο.

καὶ καταγώγιον ἦν τῶν
κρειττόνων ἡ πόλις, ὥστε καὶ πρὸς τὸν Ὄλυμπον
ὑπάρχειν ἡμῖν ἐρίζειν, εἰ βουλοίμεθα. ἡ μὲν γὰρ αὐτόθι
τῶν θεῶν διατριβὴ ποιητῶν ἐστι φήμη, τὰ δ’ αὖ παρ’ 
ἡμῖν ὀφθαλμοὺς ἔπεισε.

καὶ συμπροῆλθε τὰ ἔργα
τῷ χρόνῳ, ἐπεὶ καὶ τῆς Ῥωμαίων ἰσχύος ἤδη πάντα
 

 
ἐπισχούσης τοῦτό γε οὐ μετέπεσε τῇ πόλει, ἀλλ’ ἔπα-
θον μέν τι πρὸς τὸν Κάσσιον ἐκεῖνοι Δία τοιοῦτον,
οἷον Πτολεμαῖος περὶ τὴν Ἄρτεμιν, καὶ μεθίστασαν, ὁ
δὲ κεραυνοὺς ἐφ’ ἅπαντα ἀφιεὶς ἐνέκειτο τὴν ἐπάνοδον
 αὑτῷ παρασκευάζων καὶ ἀνέστρεφεν.

οὐκοῦν οἱ
 μὲν ἑτέρωθι | φαίνονται βουληθέντες ὡς ἡμᾶς ἐλ-
θεῖν, οἱ δὲ παρ’ ἡμῖν οὐκ ἀνασχόμενοι τὴν ἑτέρωσε
μετάστασιν, ἀλλὰ τῷ κάλλει μὲν ἔρωτας ἐφ’ ἑαυτοὺς
ἀνάψαντες, αὐτοὶ δὲ ὅ τοὺς ἄλλους ἐποίουν, πρὸς ἡμᾶς
 πεπονθότες καὶ ὑπὸ μὲν τῶν ἐραστῶν ἑλκόμενοι, τῆς
δ’ ἐρωμένης γῆς ἀνθαπτόμενοι πάλιν. τοσαύτη φιλο-
χωρία μὲν εἶχε τοὺς ἡμετέρους δαίμονας, ἐπιθυμία δὲ
τοὺς ξένους ἡμετέρους γενέσθαι. 
 118. Καὶ ἐμήκυνα τὸν περὶ τῶν κρειττόνων λόγον
 ὡς οὐκ οὔσης ἑτέρας ἀμείνονος ἐγκωμίων μερίδος οὔθ’
ἡμῖν οὔτ’ ἄλλων ἀνθρώπων οὐδέσιν. εἰ δέ τις ἥδιστον
ἄκουσμα τὰ δι’ ὅπλων ἔργα νομίζει, πολλὰ τρόπαια
τοῖς προγόνοις ἀπὸ πολλῶν ἔστηκεν αὐτοῖς ἐξιοῦσιν,
οἶος ὁ τῶν τότε πολέμων τρόπος.

καὶ τὰ μὲν
 ἄλλα τί δεῖ λέγειν; ἀλλ’ Ἀντίοχος ὁ μέγας ὄνομα λαβὼν
ἀπὸ τοῦ μεγάλοις ἐπιχειρεῖν τε καὶ ἐξαρκεῖν, μικρὸν
ἡγησάμενος σώζειν τὰ ὄντα προσθήκην ἐπινοεῖ τοῖς
οὖσι. καὶ τοῦτο μὲν τὴν νεωτέραν τῆς πόλεως μοῖραν
ἑ
 

 
οὐ πολλῷ τῳ φαυλοτέραν τῆς ἀρχαίας, ἣν ὁ ποταμὸς
περιλαμβάνει, προσκατασκευάζεται γένος μὲν Ἑλληνι-
κὸν εἰσάγων, Αἰτωλοὺς καὶ Κρῆτας καὶ Εὐβοεῖς, τείχει
δὲ τὴν ἅπασαν ἀσφάλειαν παρασχών.

ὥσπερ δὲ
τὸ μέτρον τῆς πόλεως ἐπὶ μεῖζον ἐξῆγεν, οὕτω καὶ 
τοὺς τῆς ἀρχῆς | ὄρους ἐπὶ πλεῖον ἔτεινεν, ὥσπερ 
ηὐξημένῳ σώματι μείζω χιτῶνα ὑφαινόμενος. καὶ
λαβὼν τῶν οἰκητόρων δι’ ὅσων ἤλπιζεν ἢ φόβῳ πάντα
ἕξειν ἢ νόμῳ χειρῶν, ἤλαυνε τὴν ἐν ποσὶν ἀεὶ κτώμε-
νος τῶν μὲν ἑκόντων προσχωρούντων, τῶν δὲ ἐν ταῖς 
ἥτταις ὅτι μὴ χρῆν ἀνταίρειν παιδευομένων.

καὶ
μετὰ τοιούτου σχήματος ἕως Ἰωνίας ἀνέβη δεικνὺς ἔν
τε βουλαῖς καὶ πράξεσι τὸν μέγαν Ἀντίοχον καὶ ὡς
οὐκ ὀνόματος εὐφημίαν ἔφερε κενήν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν
ὧν ἔπραττε τοῦτο ἦν ἀκούειν ἄξιος. ἐξ ὧν φόροι τε 
ἡμῖν ἐφοίτων καὶ τοῖς τοῦ πολέμου δώροις ἡ πόλις
ἐκοσμεῖτο τῶν μὲν ὑπηκόων ἐπιμελουμένη, τοὺς δὲ
ἀνθισταμένους καταστρεφομένη, ἔπειτα καὶ τούτοις ἀντ’
ἀγαθοῦ δαίμονος γιγνομένη, δυοῖν παριοῦσα τὴν Περ-
σικὴν δυναστείαν, ἰσχύι τε καὶ τῷ τῆς προστασίας ἤθει. 
 122. Ἕτερος Ἀντίοχος γίγνεται βασιλεύς, εἰρηνικός
τε ὁμοῦ τὸν τρόπον καὶ πολεμικός, τῇ μὲν χαίρων, εἰ
 
 

 
μή τις θρασύνοιτο, πρὸς δὲ ἐκεῖνον εὔψυχος, εἴ τις
ἐπαναγκάζοιτο, καὶ οὔτε τῇ τῆς ἡσυχίας ἡδονῇ τοῖς ἀδι-
κοῦσιν εἴκων οὔτε τῷ κρατεῖν ἐν πολέμοις τὴν ἡσυχίαν
ἀτιμάζων, ἀλλ’ εἰδώς, εἴπερ τις ἀνθρώπων, ὅπλα τε
 ἁρπάσαι μετὰ τοῦ καιροῦ καὶ καταθέσθαι πάλιν.

ὃς
ἐπειδὴ λῃστικὸν ἐν τῷ Ταύρῳ συνειστήκει καὶ Μυσῶν
 λείαν ἐποίει Κίλιξι τὰ πράγματα | καὶ μετὰ τῶν
ἄλλων προσαπώλλυ τὰς ἐπιμιξίας ἀνθρώπων, ἐλθὼν
ἐπ’ αὐτοὺς ὀξύτερον ἐξέκοψεν ἢ Μίνως ἐκ τῶν Κυκλά-
 δῶν τοὺς Κᾶρας, καὶ ταῖς πόλεσιν ἀπέδωκεν ἀλλήλαις
χρῆσθαι καὶ τὸν ἐπικείμενον φόβον ἐκβαλὼν ἀνέῳξε
τὰς ὁδοὺς τοῖς ἐμπόροις· ἀνθ’ ὧν ὑπὸ τῶν εὖ παθόν-
των ἵστατο χαλκοῦς ταῦρον κεχειρωμένος δηλοῦντος
τοῦ ζώου τὸ ὁμώνυμον ὄρος. 
 124. Ἔχων δὴ καὶ τῶν λοιπῶν βασιλέων οὐκ ὀλίγα
διελθεῖν, φεύγων ὅπερ ἔφην, τὸ τῷ μήκει διοχλεῖν,
ἐκεῖνο λέγω, ὅτι ὥσπερ τὰς προσηγορίας ἀλλήλων, οὕτω
καὶ τὰς τῶν τρόπων ἀρετὰς διεδέξαντο, οἱ μὲν ἐν
 
 
 

 
ἡσυχίᾳ τὴν πόλιν τηρήσαντες, οἱ δὲ ἐν πολέμοις λαμ-
πρὰν ἀποφήναντες, πάντες δὲ ἒν ἐκεῖνο ταὐτὸ φρονή-
σαντες, τὸ ἧς ἕκαστος παρελάμβανε μείζω παραδοῦναι
τὴν πόλιν.

ὁ μέν τις Μίνωος | ἱερὸν ἐποίησεν, 
ὁ δὲ Δήμητρος, ἄλλος Ἡρακλέους, ἕτερος ἑτέρου, καὶ 
τῷ μὲν ἐδημιουργεῖτο θέατρον, τῷ δὲ βουλευτήριον, ὁ
δὲ ὁδοὺς ἐλέαινεν, οἱ δὲ τὰ Νυμφῶν ὀχετοῖς ἐκόμιζον,
οἱ μὲν ἐκ προαστείων εἰς τὴν πόλιν, οἱ δὲ εἰς τὸ
νεώτερον μέρος ἐκ τῶν πηγῶν, αἷς ἡ παλαιτέρα βρύει,
νεώς τε ἐπὶ νεῷ κατεσκευάζετο καὶ τὸ πλεῖστον ἦν 
τῆς πόλεως ἐν τοῖς ἱεροῖς· τὸ γὰρ αὐτό, κόσμος τε τῇ
πόλει καὶ φυλακή, τῶν θεῶν τὰ ἀνάκτορα.

ἀλλὰ
γὰρ τοὺς χόας τῆς θαλάττης μετρεῖν <ῥᾷόν> ἐστιν
τῷ λόγῳ πειρᾶσθαι περιλαμβάνειν, ὅσαις ἕκαστος προσ-
θήκαις ἐπὶ μεῖζον ἦρε τὴν πόλιν. διὸ τῶν ἀδυνάτων 
ἀποστὰς τὴν ἐπίκλησιν ἑκάστου σημεῖον ποιήσομαι τοῦ
τρόπου. τῷ μὲν γὰρ ἐγένετο Σωτήρ, τῷ δὲ Θεός, τῷ
δὲ Καλλίνικος, τῷ δὲ Μέγας, τῷ δὲ Φιλοπότωρ, τῷ δὲ
 
 

 
Ἐπιφανής, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἄμοιρος ὤφθη τῆς ἀπὸ
τοιούτων μαρτυρίας.

καίτοι εἰ ταῖς Ἀθήναις
σεμνὸν τὸ τῶν πολιτευομένων παρ’ αὐτοῖς τὸν μὲν
δίκαιον κληθῆναι, τὸν δὲ ἕτερόν τι, πόσον γε τῇ ἡμε-
 τέρα γίγνεται τὸ τοὺς βασιλεῖς τοιούτων προσρημάτων
 ἀξίους | ὀφθῆναι, καὶ ταῦτα οὐ δύο τινάς, ἀλλ’ ἐφε-
ξῆς ἅπαντας καί, τὸ ἔτι μεῖζον, εῖς τοσοῦτον ἥκοντας
ἀριθμοῦ; 
 128. Οὐ μόνον δὲ ἄρα τῶν ἀρχόντων τὰ κράτιστα
 ἀπελαύσαμεν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκείνων γυναικῶν, αἳ τοὺς
ἱστοὺς ὑπερβᾶσαι κρείττους ἐγένοντο τῆς φύσεως εἰς
τὴν πόλιν, φροντίδας ἀνδράσι προσηκούσας ὑπομένου-
σαι, αἰ μὲν βοηθοῦσαι τοῖς περὶ τὰς ταφὰς νόμοις, αἰ
δὲ τοὺς μὲν θεοὺς ἱεροῖς τιμῶσαι, τὴν δὲ πόλιν τιμῇ
 κοσμοῦσαι, καθάπερ οὐκ ἐπὶ παίδων γοναῖς μόνον
συνοικοῦσαι τοῖς ἀνδράσιν, ἀλλὰ καὶ ὅπως μιμοῖντο τὰ
ἐκείνων περὶ τὴν πόλιν. 
 129. Ἕως μὲν οὖν ἐδόκει τῷ δαίμονι τῇ
νων γνώμῃ τὴν Ἀσίαν εὐθύνειν, ἥδε ἦν αὐτοῖς τῆς
 
 

 
δυναστείας οἷον ἀκρόπολις, καὶ τύχῃ τε ἀγαθῇ συνέζων
ἐνθάδε καὶ τοῖς ἁπανταχόθεν τήνδε ἐπήσκουν· ἐπεὶ
δὲ τὴν μὲν ἐκείνων ἀρχὴν ἔστησεν ὁ θεός, τῇ δὲ
μαίων οἷον σειρᾷ χρυσῇ τὰ πάντα ἐζώννυ, ταχέως μὲν
ᾔσθετο τῆς ἐν οὐρανῷ βουλῆς, ἀψοφητὶ δὲ τὴν μετα- 
βολὴν ἐδέξατο. ὧν δὲ ἀναγκαῖον ἦν γενέσθαι καὶ
μεμαχημένην, τούτοις ἀμαχεὶ προσέθετο καθαρὸν δυσμε-
νείας τὸν μέλλοντα παρασκευάζουσα χρόνον καὶ οὐ
διδοῦσα πρόφασιν μνησικακεῖν.

τοιγαροῦν ἀντὶ
ταύτης τῆς διανοίας τοιαύτης ἀπέλαυσε τῆς τῶν ἡγε- 
μόνων προνοίας, ὥστε γένει μόνον ἔδοξε μεταβεβλῆσθαι
τὸ τῆς ἀρχῆς· ὡς ἥ γε τῶν | ἀγαθῶν φορὰ δι᾿ ἴσου 
παρῆν, καθάπερ οὐχ ἑτέρων μὲν κτισάντων τὴν πόλιν,
ἑτέρων δὲ παρειληφότων, ἀλλὰ Ῥωμαίων ἃ τὸ πρῶτον
ἐποίησαν ἐχόντων καὶ τὴν ἀναγκαίαν εὔνοιαν πρὸς τὰ 
αὑτῶν ἔργα σωζόντων. οὕτως αὐτοῖς τήν τε ὑπάρ-
χουσαν ἀξίωσιν ἐτήρησαν καὶ ὅση παρ’ αὐτοῖς νενό-
μισται προσέθεσαν καὶ τὸ μητρόπολιν εἶναι τῆς Ἀσίας
οὐκ ἀπεστέρησαν. 
 131. Πρὸς μὲν οὖν τοὺς οἰομένους οὐ πάλαι τὴν 
πόλιν ἡμῖν ἐν λόγῳ καθεστάναι ταῦτα εἰρήσθω· πρὸς
δὲ τοὺς ἀπὸ λαμπροῦ σχήματος κατενεχθῆναι τὰ παρ-
 

 
ὄντα δεικνύσθω, φθόνος δὲ μὴ βάλοι τὸν λόγον. αἱ
μὲν γάρ, ὥσπερ στρατιῶται γεγηρακότες, τὰ παλαιὰ
σφῶν αὐτῶν ᾄδουσαι τοῖς παροῦσι στένουσιν, ἡμῖν δὲ
ἐφάμιλλα τοῖς ᾀδομένοις τὰ ὁρώμενα, καὶ οὐ διηγή-
 σασθαι μᾶλλον ἔστιν ἢ δεῖξαι. 
 132. Σκοπείτω δέ τις, ὥσπερ ἐν μουσικῇ, τὴν πόλιν
εἰ διὰ πάντων ἥρμοσται, ἢ νὴ Δία, ὥσπερ ἄγαλμά τι
 τῶν ὀνομαστῶν, εἰ μὴ τὸ δέον ἐξ | ἡμισείας, ἀλλ’
ὡς ἔνι μάλιστα τελεώτατα παρέχεται. 
 133. Καὶ πρῶτον μὲν τὴν βουλὴν σκοπῶμεν, ἐπειδὴ
καὶ τὸ πᾶν σχῆμα τῆς πόλεως, <ἐπὶ ταύτης>
ἐπί τινος ῥίζης, ἔστηκε. μόνη τοίνυν αὕτη μεγίστη τῶν
ἁπανταχοῦ καὶ ἀρίστη, πατέρας καὶ πάππους καὶ ἐπι-
πάππους καὶ ἔτι περαιτέρω τῆς αὐτῆς τάξεως κατα-
 λέγειν ἔχοντες, διδασκάλοις τῆς εἰς τὴν πόλιν εὐνοίας
τοῖς γονεῦσι κεχρημένοι, μετὰ τῆς οὐσίας ἕκαστος παρει-
ληφώς, ὅτι χρὴ τὴν οὐσίαν τῷ κοινῷ κεκτῆσθαι.

οὗτοι γὰρ διὰ μὲν εὐδαιμονίαν πατρῷα ἐκληρο-
 
 

 
νόμησαν, διὰ δὲ φιλοτιμίαν πλεῖστα ἀνηλώκασι, διὰ δὲ
φιλεργίαν πολλὰ κέκτηνται, τοῦ πλούτου μὲν τὰς ἀρχὰς
ἀμέμπτους ἔχοντες, λαμπρότητι δὲ πάσῃ πρὸς τὰς
τουργίας χρώμενοι, προνοίᾳ δὲ τὴν πενίαν φεύγοντες,
ἥδιον μὲν δαπανώμενοι περὶ τὴν πόλιν ἢ κερδαίνουσιν 
ἕτεροι, οὕτω δὲ πρὸς τὴν δαπάνην ἀφειδῶς ἐξορμῶντες,
ὥστ’ ἤδη φόβον, μὴ πρὸς ἔνδειαν ὑπενεχθῶσι, παρι-
στάναι, ἐν πολυτρόποις εἴδεσι τὰς ἀναλώσεις
μενοι, νῦν μὲν τὸ πλῆθος διατρέφοντες ἐν ταῖς χρείαις
καὶ ἐπιδόσεσι τὰς τῆς γῆς ἐνδείας ἀφανίζοντες, ἀεὶ δὲ 
τὴν πόλιν ἅπασαν λουτρῶν τε ἀπολαύσει καὶ
των | χάρισιν ὠφελοῦντές τε καὶ ψυχαγωγοῦντες, 
ἔτι ζῶντες εἰσάγοντες εἰς τὸ ·λειτουργεῖν τοὺς παῖδας
καὶ τὴν ἐκ τῶν νόμων ἀτέλειαν ταῖς μεγαλοψυχίαις εἰς
τέλος ἄγοντες, φαιδρότεροι τῶν οὔπω κεχορηγηκότων 
οἱ τὰ αὑτῶν ἀνηλωκότες.

ὃ γὰρ ἀλλαχοῦ τῷ κερ-
δαίνειν ἕπεται, τοῦτο τῇδε τῷ δαπανᾶσθαι συνέζευκται,
καὶ μᾶλλον ἄν τις αἰσχύνοιτο πλουτῶν ἐκ τοῦ φεύγειν
τὸ λειτουργεῖν ἢ τὴν οὐσίαν ἐλάττω ταῖς λειτουργίαις
ποιῶν. ὥσπερ γὰρ θεῶν τινα ἐγγυητὴν ἔχοντες, ὅτι 
ὧν ἂν πρόωνται διπλάσια παρὰ τῆς Τύχης ἀφίξεται,
οὕτως ἐκκεχυμένως ἀναλίσκουσιν εἰς ἀγῶνας ἱππικούς
 
 

 
τε καὶ γυμνικούς, οἱ μὲν ἀξίως τῶν ὄντων σφίσιν, οἱ
δὲ μειζόνως ἢ κατὰ τὰ ὄντα σφίσιν.

ἀγώνισμα
δὲ ἑκάστῳ τῶν ἐν αὐτῷ τῷ λειτουργεῖν ἐστι τὸ τὸν
μὲν ἔμπροσθεν ὑπερβῆναι, τῷ δὲ ἑπομένῳ τὴν ἅμιλλαν
 ἀποκλεῖσαι καὶ τὰ μὲν ἀεὶ ποιούμενα κάλλιον δεῖξαι,
τοῖς δὲ εἰωθόσι καινὰ προσθεῖναι.

μόνοις δὲ
παρ’ ἡμῖν πλείων ἔρις ὑπὲρ τοῦ λαβέσθαι λειτουργίας
ἢ παρ’ ἑτέροις ὑπὲρ τοῦ διαδρᾶναι, καὶ πολλοὶ
λάκις δι’ ἀναλωμάτων ἐμνήστευσαν τὴν εἰς τοῦτο
 πάροδον δαπάνην δαπάνῃ συνείροντες καὶ διὰ τῆς προ-
τέρας εἰς τὴν δευτέραν ἐμβαίνοντες, οὐ μικροῖς ὠνού-
 μένοι τὴν τῶν μειζόνων | φυγήν, ἀλλὰ πολλοῖς πορι-
ζόμενοι τὸ πλείω καταθεῖναι.

αἴτιον δὲ
φροσύνη τις ἔμφυτος, δι’ ἣν οὐκ ἀνέχονται μείζω
 λόγον ὑπὲρ ἑτέρων εἰς τὴν ἑαυτῶν φοιτᾶν ἢ περὶ τῆς
ἑαυτῶν ἑτέρωσε φέρεσθαι νομίζοντες ἀνεπίφθονον τὴν
οἰκείαν ἐν οἶς ἔξεστιν ὑψηλοτάτην ποιεῖν. 
 139. Σοφίας τοίνυν καὶ τῆς ἐν λόγοις ἰσχύος
τοσοῦτον ἡ βουλὴ μετείληφεν, ὥστε φαίης ἂν αὐτὴν
 χορόν τινα εἶναι σοφιστῶν ἐν ταῖς ἀρχαῖς τοῦ βίου
τὴν τέχνην ἐπιδεικνύντων. οὕτως αὐτοῖς νοῦς τε ὀξὺς
 
 

 
καὶ ῥήματα στρογγύλα καὶ ῥεῦμα ἄπαυστον, ὥστε
πολλοὶ τῶν φιληκόων εἰς τὰ δικαστήρια συνθέουσιν,
ὥσπερ εἰς μουσεῖα παιδευτῶν, ἐπ’ ἀκροάσει τῶν παρὰ
τοῖς ἄρχουσιν ἀγώνων, οὓς ἐκ τοῦ παραχρῆμα ἀνύτου-
σιν ἀσφαλέστερον τῶν ἐσκεμμένων.

ἡ δὲ δεινότης 
ἥδε τοὺς ἄρχοντας ἐπαναγκάζει τοὔνομα | βεβαιοῦν, 
ἀλλ’ οὐκ εἰς τυράννων μίμησιν ἐκβαίνειν. τί δὲ τοῦτό
ἐστιν; οὗ μὲν ἀμαθὴς ἡ βουλὴ, κἂν πάνυ ζάχρυσος
ᾖ, μετὰ ἀφωνίας, τοῖς μὲν ἄρχουσιν ὑβρίσαι πρόχειρον,
τοῖς δὲ φέρειν ἀνάγκη σιγῇ. οἱ γὰρ οὐκ ἔχοντες λόγῳ 
τῶν δικαίων τυγχάνειν, ἀδικεῖσθαι πρόκεινται, καὶ
τοὔνομα μὲν αὐτοῖς βουλή , δούλων δὲ τὰ πάθη.

παρ’ ἡμῖν δὲ τὸ τῶν λόγων κράτος τῇ βουλῇ μὲν
τηρεῖ τὴν ἐλευθερίαν ἀκριβῶς, τοὺς δ’ ἐφεστηκότας
ἐπὶ τῶν ἔργων ὃ καλοῦνται φαίνεσθαι ποιεῖ, τοῖς μὲν 
σώφροσιν εἰς εὕρεσιν τοῦ βελτίστου συμβαλλόμενον,
τοῖς δὲ θρασέσιν ἀνεῖργον τὴν ἀσέλγειαν ταῖς ἀπὸ τῆς
σοφίας ἀνάγκαις καὶ καθάπερ ἐπῳδῇ τῇ ῥητορείᾳ τρέ-
 
 
 
 

 
πον τὸν θυμὸν εἰς πρᾳότητα. οὕτω τῆς ἐκείνων ἐξου-
σίας ἰσχυρότερον κέκτηνται φάρμακον.

καὶ οὐκ
αὐτὴ σὺν τρόμῳ ποιεῖται τὰς εἰσόδους ὡς τοὺς ἄρχοντας,
ἀλλ’ οἱ μέλλοντες ψηφιεῖσθαι σὺν εὐλαβείᾳ καλοῦσιν,
 ὡς ἂν ἐν ἀνδράσιν ἁρπασθῆναι μὲν οὐ ῥᾳδίοις, κρῖναι
 δὲ δυνατοῖς | τὴν πεῖραν δώσοντες. οἱ δὲ τοῦ δικαίου
μὲν παρορωμένου διαμάχονται, νικῶντος δὲ ἐπαινοῦσι.
καὶ μέγα εἰς τὸν βίον ἄρχοντι τὸ δόξαι τῇ βουλῇ τὰ
δίκαια βεβουλεῦσθαι.

καὶ γάρ τοι ταῖς μὲν ἄλλαις,
 ἢν ἐνέγκωσιν ἄρχοντος ῥύμην καὶ μὴ τελέως κατα-
κλυσθῶσιν, ἔπεισι φρονεῖν· ἐν ἡμῖν δὲ οἵτινες <ἂν>
ἄρχοντες εὐδοκιμήσωσι, τὸν ἐπ’ ἀρετῇ στέφανον ἀνῃ-
ρῆσθαι νομίζουσιν, οὐχ ὡς ἀπειθεστέρων κεκρατηκότες,
ἀλλ’ ὡς ἂν ἐν φρονήμασιν ἐλευθέροις ἐπαίνου τετυχη-
 κότες.

οὕτω δὲ ἡ βουλὴ τοῖς ἐφεστῶσι προσ-
φερομένη πρὸς ἀλλήλους οὐκ ἂν φαίην ὡς οὐκ
ζουσιν, ἀλλὰ καὶ πάνυ τοῦτο δρῶσιν ἐπὶ τοῖς κοινοῖς
ἀγαθοῖς. τρία γὰρ αὑτὴν διελοῦσα τέλη τὴν μὲν ἡγε-
 μονίαν καθ’ ἕκαστον τοῖς ἀρίστοις ἀνατέθεικε, | τὸ
 λοιπὸν δὲ ἕπεται στρατηγοῖς ἐπισταμένοις ὑπὲρ τοῦ
μέρους πονεῖν.

εἰπεῖν δὲ οὐ τοῖς μὲν ἔξεστιν,
οἱ δὲ κεκώλυνται, ἀλλὰ κοινὴ μὲν παρρησία, συγχαί-
ρουσι δὲ τῷ τι λέγον χρηστὸν οἱ παρεστηκότες,
 

 
φθέγγεται δὲ ἡ νεότης, καὶ τὸ γῆρας οὐκ ἄχθεται, πᾶν
μὲν οὖν τοὐναντίον, συμπαρακαλοῦσι καὶ προτρέπουσι
καὶ προάγονται θαρρεῖν, ὥσπερ ἀετοὶ νεοττοὺς εἰς
πτῆσιν ἐρεθίζοντες.

πρὸς τοσοῦτον δὲ ἥκει τὸ
σύστημα σεμνότητος, ὥσθ’ ὁμοῦ τε ἐφάνη καὶ παρὰ 
τῶν ὑπάρχων ὅ τι βούλεται διαπέπρακται. καὶ τῷ
δόντι μέγιστον εἰς ἡδονὴν τὸ δεδωκέναι· χρηστούς τε
γὰρ εὖ ποιῶν οἶδε καὶ δεινοὺς εἰπεῖν, ὧν τὸ μὲν πείθει
μεμνῆσθαι τῆς χάριτος, τὸ δὲ παρέχει πρὸς ἀξίαν
ὑμνεῖν.

καὶ τί δεῖ λέγειν ὑπάρχους, ὅπου γε καὶ 
βασιλεῦσιν ἐν αἰδοῖ τὸ συνέδριον γράμματά τε
πέμπον καὶ διαλεγόμενον πρὸ τῶν θρόνων. ἐν δὴ τῷ
χρηματίζειν τῆς μὲν βουλῆς ἡ φρόνησις ἐδείχθη τῷ
κρατοῦντι, παρὰ δὲ τοῦ κρατοῦντος ἦλθον τούτοις εἰς
τιμὴν ἐθνῶν ἀρχαὶ.

τὸ δὲ πρὸς τὴν οἰκείαν φίλ- 
τρον ἐπὶ τοῦ βουλεύειν ἐνίους κατέσχε, καὶ δυοῖν
ἐκοσμήθησαν οἷς τοῦτο ὑπῆρξε, τῷ τε ἐπ’ ἐκεῖνα κεκλῆ-
σθαι καὶ τῷ ταῦτα ᾑρῆσθαι. τῷ μὲν γὰρ ἀρχικῶς
ἔχοντες | ἔδειξαν, τῷ δὲ μεῖζον ἄγοντες ἄρχεσθαι 
τῇ πατρίδι ζῶντες ἢ τοῦτο ἐκλιπόντες ἑτέρων ἄρχειν.

οὕτως ἡδονήν, οὐ μόχθον τὸ τῆς οἰκείας προκά-
μνειν τέθεινται, τὴν μὲν ἀπαλλαγὴν τῶν πόνων οὐ
 

 
δεξάμενοι, τὸ δὲ ἐπ’ αὐτῶν μένειν ἀγαπήσαντες, καὶ
οἱ μὲν τῷ φυγεῖν τὰς ἀρχάς, οἱ δὲ τῷ μετὰ τῶν νόμων
ἄρξαι κεκόσμηνται. 
 150. Περὶ δὲ τοῦ δήμου τί μεῖζον εἴποι τις ἂν
 ἢ ὅτι τῇ βουλῇ πρέπων ὁ δῆμος καὶ οὔτε ἐκείνην
ἑτέρου χρῆν προεστάναι τοῦτόν τε οὐδεμιᾶς τῶν πασῶν
ἑτέρας εἶναι. οὕτως ἡ μὲν ἡγεῖται χρηστῶν, ὁ δὲ
ἀρίστοις ἕπεται , καθάπερ δεξιὸς χορὸς κορυφαίῳ βελ-
τίονι.

πρῶτον μὲν γὰρ γυνή τέ ἐστιν ἑκάστῳ
 καὶ παῖδες καὶ ἡ κατ’ οἶκον κατασκευή· ταῦτα δὲ εὐλά-
βειαν παιδεύειν δύναται καὶ τὸ τὴν ἡσυχίαν διώκειν,
ὥσπερ οἷς οὐδὲν τούτων ἐστί, στάσεις τε ὀξεῖς ἐμβαλεῖν
καὶ ξιφῶν ἅψασθαι καὶ τέρψιν ποιήσασθαι τὸ φθειρόμε-
νον καὶ συμφορὰν ὅτῳ τύχοιεν προσβαλόντες ἐπ’ ἄλλον
 ἀποδραμεῖν, ὅ πολλὰ μὲν κατ’ Αἴγυπτον, πολλὰ δὲ ἐν
Ἰταλίᾳ τολμᾶται τῶν μὲν ἅπαν ῥῆμα θορύβου
μένων πρόφασιν, τῶν δὲ ἐν ταῖς τῆς βουλῆς ἀκαιρίαις
 τρυφώντων.

ὁ δὲ παρ’ ἡμῖν δῆμος τὰ | παί-
δων μιμεῖται πρὸς γονεῖς, καὶ γὰρ ἡ βουλὴ πρὸς τοῦ-
 
 

 
τὸν τὰ πατέρων μιμεῖται, ἡ μὲν ἔνδειαν οὐκ ἐῶσα τῷ
δήμῳ προσπεσεῖν, ὁ δὲ ἀντεισφέρων ἐν τροφείων τάξει
τὴν εὔνοιαν, ἀλγῶν μὲν ἐν ταῖς ἐκείνης δυσθυμίαις,
ἐν δὲ ταῖς εὐημερίαις ὡς μάλιστα γεγηθώς, κοινωνῶν
ἑκατέρας τύχης καὶ οὐδὲν τῶν ἐκείνης οὐχ ἑαυτοῦ 
νομίζων, ἥδιστα ἂν τῶν παίδων ἀποστὰς ἐπὶ τῇ τῶν
προεστώτων σωτηρίᾳ.

γνοίη δ’ ἄν τις τοῦ δήμου
τὸν τρόπον, εἰ τὴν ἐξέτασιν ἀπ’ αὐτῶν ποιοῖτο τῶν
δυσχερῶν. ἃ γὰρ ᾐτιάθη, ταῦτα αὐτοῦ τὴν ἐπιείκειαν
ἐμφαίνει, καὶ τὸ ἔγκλημα αὐτῷ τὰ τῶν ἐγκωμίων δύνα- 
τᾶι. ἐπειδὴ γὰρ πόλιν οὖσαν ἔδει τι καὶ ὑπομεῖναι
τῶν ἐνοχλούντων τὴν γῆν, τὴν τοῦ μὴ κωλύσαι τὸ
συμβάν, οὐ τὴν τοῦ δεδρακέναι τι δεινὸν μέμψιν ἐδέ-
ξατο.

οὕτω φύσει πονηρίας ἀφεστηκὼς
νιστὴς ἀξιοῦται τῶν κακούργων. συμβόλαια τοίνυν ἐλευ- 
θέρως συγγράψασθαι καὶ φυλάξασθαι πιστῶς τίς δῆμος
ἐγγὺς τῷ παρ’ ἡμῖν; φωνῆς δὲ τόνος οὐ παρειμένος
πρὸς ἀηδίαν, βάδισμα δὲ εὔσχημον, ἀμπεχόνη δὲ οὐκ
ἐρραθυμημένη, πρὸς δὲ τοὺς ὑπερέχοντας ὕπειξις, πρὸς
 
 

 
δὲ τοὺς πεπαιδευμένους φίλτρον, ἀστειοσύνη δὲ ἡ διὰ
πάντων, ποῦ ταῦτα ἐν ἄλλῳ δήμῳ ; εἰ δὲ δεῖ τἀληθὲς
εἰπεῖν, ποῦ ταῦτα ἐν ἄλλῃ βουλῇ; οὕτω κρείττων ἐστὶ
 τῆς | προσηγορίας καὶ τῇ περὶ τὸν βίον εὐρυθμίᾳ
 καλλίονι προσκεχώρηκε σχήματι.

φιλανθρωπίᾳ
τοίνυν τοσοῦτον περίεστιν, ὥστε ἃ πρὸς τοὺς οἰκείους
ἑτέροις παραλείπεται, ταῦτα τούτῳ περὶ τοὺς ξένους
πέπρακται. τῶν γὰρ παρ’ ἄλλοις πολιτευομένων δεῦρο
ἀνασπασθέντων ἐπ’ αἰτίαις ὧν ἡ δίκη θάνατος, ἀγο-
 μένων ἐπὶ τὰς σφαγὰς ἔπεσε μὲν ὁ δῆμος εἰς δάκρυα
καὶ περιέρρεον τὸ βασίλειον σὺν ἱκετηρίᾳ, τὴν δὲ τοῦ
τότε κρατοῦντος ζέουσαν ὁρμὴν αἰ τούτων δεήσεις
ἐστόρεσαν.

οὐκοῦν οἱ μὲν ὑπὸ τοῦ πρὸς ἔλεον
ῥέπειν ἱκέτευον, ὁ δ’ ὡς ἀξίοις καὶ τὰ τοιαῦτα λαβεῖν
 ἐχαρίζετο, καὶ εἶχον τοὺς μὲν πολίτας αἱ πόλεις, οἱ δὲ
τὴν τοῦ καὶ δεδεῆσθαι καὶ τετυχηκέναι δόξαν, ὁ δὲ
τὴν ἀπὸ τοῦ νικῆσαι τὸν θυμὸν εὔκλειαν. 
 157. Οὐ μὴν ἔστιν εἰπεῖν, ὡς ἡ χρηστότης ἐπι-
 

 
χώριον ἡμῖν, τὴν δὲ ἐν τοῖς δεινοῖς ἀνδρίαν μετὰ τῆς
τῶν ὁπλιτικῶν μελέτης ἀποβέβληκεν ἡ πόλις, ἀλλὰ
τὴν μὲν ἔπαυσεν ὁ νόμος, τὴν δὲ ἐτήρησεν ἡ φύσις.

τοῦτο μὲν γὰρ Περσῶν ἐπιόντων οὐκ ἠξίωσαν
φεύγοντες σωθῆναι, ἀλλ’ ἔμειναν ἐχόμενοι τῆς πατρί- 
δὸς ἀκριβέστερον ἢ Λακεδαιμόνιοι τῶν ἀσπίδων, τοῦτο
δὲ τὸν ἐκ Σελευκείας τύραννον ἐξαίφνης ἀναφύντα τε
καὶ δεῦρο | εἰσπεσόντα κατήνεγκε ταῖς τῶν ἐνοικούν- 
τῶν χερσί, καὶ δεξιαὶ τὰ ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις ὄργανα
ἀφεῖσαι στρατιώτας ζῶντας ἐν αἵματι καὶ φόνοις ἀφώ- 
πλισαν. 
 159. Κωλύει δὲ οὐδὲν ἴσως, ὅπως ἔσχε τὸ τῆς
ἐπαναστάσεως διελθεῖν. οὕτω γὰρ καὶ ἡ τῶν νενικη-
κότων ἀρετὴ μᾶλλον φανεῖται. 
 Ἴλην ἔχων ὁπλιτῶν ταξίαρχος ἐν Σελευκείᾳ διέ- 
τρίβε τῷ λιμένι τὸν εἴσπλουν ἀπεργαζόμενος βαθύν.
εἰδὼς δὲ παρ’ ἡμῖν οὐ καθημένην στρατιὰν καὶ τῷ τε
περὶ τὸν ὅρμον πόνῳ κεκοσμημένος καὶ τῇ τῶν κωλυ-
σόντων ἐρημίᾳ τὴν ἐλπίδα λαβὼν τυραννίδος ἐρᾷ. καὶ
οὐκ ἔμελλε καί, ἦν γὰρ ἁλουργὶς ἀγάλματι περικειμένη, 
 
 

 
ταύτην ἐνδὺς ἔργου εἴχετο.

προσπεσόντες δὲ ἐν
ταῖς φόρων] πορείαις τοῖς ἀγροῖς καὶ δι’ ἧς ἐχώρουν
ἅπασαν φθείραντες περὶ δείλην ὀψίαν αὐτάγγελοι τὴν
πόλιν κατειλήφεσαν, ὥσπερ ἀρκοῦν ὀφθῆναι. ἔμελλον
 δὲ ἄρα φάλαγγι μὲν οὐκ ἐντεύξεσθαι στρατιωτῶν, τόλ-
μαις δὲ ἀνδρῶν φοβερωτέραις ὁπλιτῶν.

ὡς γὰρ
 εἶδον τὸν τύραννον εἰς τὸ βασίλειον θέοντα | καὶ
τὰ τῶν δεσποτῶν ἁρπάζοντα, τὴν ἀτοπίαν τῶν
μένων εἰς παράκλησιν λαβόντες οὐκ ἠξίωσαν νύκτα
 ἀναμείναντες βουλεύσασθαι, ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἡγη-
σάμενοι βουλήν, οὐ δέχεσθαι, καὶ προβαλόμενοι τὰ
στήθη μὲν ἀντ’ ἀσπίδων, τοὺς μοχλοὺς δὲ ἀντὶ
των καὶ πᾶν τὸ εἰς χεῖρας ἰὸν ἀρκοῦν νομίσαντες
ὅπλον, τὸ σκῆπτρον αὐθημερὸν ἀπεκρούσαντο, τοὺς
 μὲν πρώτους οἷς εἶχον αὐτοὶ κατενεγκόντες, ἔπειτα
τοῖς ἐκείνων ὅπλοις κατὰ τῶν ὑπολοίπων χρησάμενοι.

συνεπελάβοντο δὲ καὶ γυναῖκες τοῦ ἔργου οὐχ
ὅσον κραυγῇ καὶ ὀλολυγῇ καὶ λίθοις ἀπὸ τοῦ στέγους,
τοῦτο δὴ τὸ Πλαταιᾶσιν, ἀλλ’ ἄντικρυς εἰς χεῖρας
 
 

 
ἐλθοῦσαι καὶ γευσάμεναι παρατάξεως καὶ τραυμάτων
καὶ τὸν ἐπ’ Ἀμαζόσι πιστωσάμεναι λόγον· ὥστε οἱ μὲν
ἔκειντο, οἱ δὲ ἔφευγον, οἱ δὲ ἡλίσκοντο, καὶ ἡ τυραννὶς
οὐκ ἤρκεσεν ἡμέραν εἰς δευτέραν. 
 163. Τοιαύτη μὲν ἐν τοῖς ἐπείγουσι τῶν κινδύνων 
ἡ πόλις σώζουσα τὰ τολμήματα τῶν προγόνων | ἐν 
τῇ φύσει. σκοπῶμεν τοίνυν, εἰ καὶ τὰς ἄλλας ἀρετὰς
Ἀθηναίων ἐφύλαξεν, οὓς ἐδέξατο συνοίκους. 
 164. Οὐκοῦν μέγιστον μὲν κατ’ ἐκείνων ἐγκώμιον,
ὅτι κοινὴν καταφυγὴν ἀνέῳξαν τοῖς δεομένοις τὴν 
αὑτῶν, καὶ συνέρρεον πανταχόθεν Ἀθήναζε ξένοι, ἡμεῖς
δὲ καθ’ Ὅμηρον μακρῷ ταύτῃ πατέρων ἀμείνους· οὐ
γὰρ ἔστι πόλις, ἦς οὐ δεδέγμεθα μέρος. ἀλλὰ πλείους
μὲν ἀφ’ ἑκάστης οὐκ ἔστιν εἰπεῖν, οὐ πολλῷ δὲ ἐλάτ-
τους τῶν καταμεινάντων ἑκασταχοῦ τοὺς δεῦρο μετα- 
στάντας δεδέγμεθα, τοὺς μὲν τρυφῆς ἐπιθυμίᾳ, τοὺς
δὲ κατ’ ἐμπορίας λόγον, τοὺς δὲ κατ’ ἐπίδειξιν ὧν
ἐπίστανται, τοὺς δὲ ὡς ἐπὶ πενίας ἀπαλλαγῇ.

ἄγει
δὲ τοὺς μὲν ὑπεροψία τῆς ὑπαρχούσης ὡς ἐλάττονος,
τοὺς δὲ ἀέρων ἔρως τε καὶ φυγή· φεύγουσι μὲν γὰρ 
τὸν αὑτῶν, ἐρῶσι δὲ τοῦ παρ’ ἡμῖν. ὥσθ’ οἱ καθ’
 
 

 
ἑκάστην πόλιν ὑπολειπόμενοι μέν, φοιτῶντες δὲ παρ’
ἡμᾶς ἐπιδημίας λόγῳ παρὰ πολίτας φοιτῶσι. τοσού-
τοις ἐντυγχάνουσιν ἕκαστοι <τοῖς> τῆς αὑτῶν.

δὴ καὶ εἴ τις γνώμην ἔχοι τὴν γῆν ἐπιέναι κέρδος ποι-
 ούμενος οὐ τὴν ὄψιν τῶν πόλεων, ἀλλὰ τὴν μάθησιν
τῶν παρ’ ἑκάστοις τρόπων, τούτῳ τὴν πλάνην ἡ πόλις
ἀφαιροῦσα τὴν σπουδὴν πληροῖ. καθήμενος γὰρ ἐπὶ
τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς εἰς ἁπάσης πόλεως πεῖραν ἀφί-
ξεται· τοσούτοις τοῖς ἑκασταχόθεν διαλέξεται.

καὶ
 οὐ τοῖς ταύτην ἀνθῃρημένοις τῆς αὑτῶν εἰς ἐλάττωμα
 κέκριται τὸ | μὴ τὴν αὑτῶν οἰκεῖν, ἀλλ’ οἱ κατα-
μείναντες οἴκοι τούτους ζηλοῦντες αὑτοῖς ἐπιτιμῶσιν
οὐ μεταστᾶσιν. οὕτω κοινὴ μετουσία τῶν ἀγαθῶν
τῇδε πρόκειται. καὶ οἵ τε ξένοι στέργουσιν ὡς οἰκείαν
 ἣν ἀντὶ τῆς οἰκείας εἵλοντο, οἵ τε πολῖται τῶν ξένων
οὐκ ἀξιοῦσι πλεονεκτεῖν, ἀλλ’ ἀσπάζεται τὰς ἀρετὰς
τῶν ἐπελθόντων ὥσπερ ἀμέλει τὰς τῶν ἐκγόνων,
μουμένη κἀν τούτῳ τοὺς Ἀθηναίους.

ὥσπερ γὰρ
ἐκεῖνοι τοῖς ἐκ Πύλου μετέδωκάν τε τῶν παρὰ σφίσιν
 ἀρχῶν καὶ ἐπὶ τῶν μεγίστων ἐχρήσαντο, οὕτως ἡμεῖς
 
 

 
τὰ κράτιστα ξένους τε ἐτιμήσαμεν καὶ ξένων ἀπελαύ-
σαμεν, ὥστ’ ἔτι καὶ νῦν εἰς τὰ πρῶτα τελοῦσιν αἱ
τούτων οἰκίαι. 
 169. Τῶν δὲ ὡς ἡμᾶς μεταστάσεων ἄνωθέν τε
ἀρξαμένων καὶ οὐ πεπαυμένων, οἶμαι δὲ οὐδὲ παυσο- 
μένων εἰκότως εἰς πλῆθος ἐπέδωκεν ἡ πόλις. καὶ
γέγονεν αὐτῇ τοῦτο γνώρισμα ἐναργέστατον τὸ τοὺς
ἐνοικοῦντας εἰς ἀριθμὸν ἀγαγεῖν εἶναι μόνου τοῦ Πυ-
θίου, ᾧ δὴ καὶ τὴν ψάμμον ὁ χρησμὸς ἠριθμῆσθαι
λέγει.

τοσαύτη γὰρ οὖσα καὶ ἐπὶ τοσοῦτον προ- 
βαίνουσα τῆς γῆς ἅπασα καθ’ ἕκαστον μέρος ἐφαμίλ-
λως ἀναμεμέστωται, κἂν τὰ πρὸ τῶν πυλῶν ἐξετάσῃς
κἂν τὰ εἴσω πρῶτα κἂν τὰ παρ’ αὐτά, | κἂν εἰς τὰ 
μέσα προβῇς κἂν εἰς τοὺς στενωποὺς μεταβῇς κἂν εἰς
τὰ πέρατα κύκλῳ τὸν ἐξετασμὸν μετενέγκῃς, πάντα 
ἴσῃ τῇ πολυανθρωπίᾳ βρύει, καὶ τοσοῦτον ὂν τὸ ἐν
 
 

 
μέσῳ στρεφόμενον ἴσον οἴκοι καταλείπει τὸ οἰκουροῦν.

τὰς μὲν οὖν Ἀθήνας Ἀθηναῖοι φόβῳ τῆς
δαιμονίων ἐμβολῆς ἐκλιπόντες τοὺς δήμους ἐνέπλησαν,
καὶ ἦν τῇ πόλει πλῆθος ἡ τῶν ἀγρῶν ἐρημία, πὰρ
 ἡμῖν δὲ τῶν ἀγρῶν πολλοὺς τῶν ἀστικῶν ἐφελκομέ-
νων, ὥσπερ κεκενωμένων, ἡ πόλις εἰς πλῆθος ἀνθεῖ
καὶ οὕτω διὰ πάσης ἡμέρας ἐπ’ ἀγορᾶς ἴσον, ὥστε
πληθούσης ἀγορᾶς οὐχ ἔν τι μέρος τῆς ἡμέρας τῇδε
δηλοῖ καὶ σφόδρα ἔν τι δηλοῦν ἑτέρωθι· τὸ γὰρ ὡμα-
 λισμένον οὐδὲν ἐξαίρετον τῆς ἡμέρας μέρος ἀκοῦσαι
συγχωρεῖ, ἀλλ’ ἢν εἴπῃς πλήθουσαν, πάντα τὸν χρό-
νον δεδήλωκας.

ὥσπερ γὰρ τῶν ποταμῶν ὁπόσοις
οὐ σχίζουσι τὸ ῥεῦμα πέτραι τινὲς κατὰ τὸ μέσον
 ἀνεστηκυῖαι, διὰ μιᾶς συνεχοῦς ὄψεως ὁ πόρος πρό-
 εἰσιν, | οὕτως ἐνταῦθα τῶν βαδιζόντων ἡ πυκνότης
οὐδὲν ἐν μέσῳ ψιλὸν ἐᾷ φανῆναι, ὥστε τῷ πρῶτον
ἐπιστάντι καὶ θεωμένῳ δόξα ἂν παρασταίη εἶναι μέν
τινας ἵξω τῆς πόλεως ἑορτὰς καθ’ ἑκάστην πύλην,
νόμῳ δέ τινι τὴν πόλιν εἰς ταύτας κενοῦσθαι μεριζο-
 μένων τῶν οἰκητόρων κατὰ τὴν βούλησιν.

ἐνὶ
δ’ ἄν τις δυσχεράναι τὴν πόλιν, ὅτι τοῖς ἐπειγομένοις
 
 

 
ἐλθεῖν ποι διὰ τάχους κώλυμα παρέχεται τὸν ὄχλον
ἀνακόπτουσα τοῖς ἀπαντῶσιν ὥσπερ κύμασιν ἀντι-
προσώποις δρόμον νεώς. 
 174. Καὶ τοίνυν τοῖς μὲν τὸ πλῆθος ὁρῶσι, τὴν
δὲ τῆς γῆς φορὰν οὐκ εἰδόσι φόβος ἂν γένοιτο περὶ 
τῆς τροφῆς ἦς δεῖ τοσούτοις. τῷ δὲ τὴν μὲν ἀκούοντι,
τὸ δὲ οὐκ εἰδότι θαῦμα ἂν παρασταίη, τῇ
ἀναλοῦται τροφῇ. οὕτω τῇ τε γῇ πρέπων ὁ ὄχλος
ὁ παρ’ ἡμῖν τῷ τε ὄχλῳ τῆς γῆς ἡ φύσις, δι’ ἣν
οὐδεπώποτε τὸν Ξένιον ἠναγκάσθημεν ἀδικῆσαι Δία 
διὰ τῆς περὶ τοὺς ξένους ὠμότητος, καίτοι τὸ
δειγμα τῆς Ῥώμης ἔχοντες, ἣ τὴν τῶν ἀναγκαίων
σπάνιν, ἡνίκα ἂν τοῦτο συμπέσῃ, τῇ τῶν ξένων ἐλάσει
πρὸς ἀφθονίαν μεθίστησιν.

ἡμᾶς δὲ | οὐ κατέ- 
κλεισεν εἰς τοιαύτην ἴασιν ἡ γῆ, οὐδ’ ἔστιν ὅτε τοῦ 
πλήθους αὑτὴν ἀπεστέρησεν ἐπὶ τῷ τὸ λειπόμενον
σῶσαι, παλαιόν, οἶμαι, νόμον αὑτῆς τηροῦσα ξένων
συμφορὰς λύειν, οὐ ποιεῖν, ἐπεὶ καὶ τὸν παῖδα Ἀγα-
μέμνονος μετὰ τὸν φόνον τῆς μητρὸς διὰ τῆς ἄλλης
 
 

 
ἁπάσης λυττῶντα κατὰ κράτος ὑπὸ τῶν θεῶν διωκό-
μενον, αἱ τῇ μανίᾳ τὸν νεανίσκον ἐκόλαζον, ἥδε ἡ γῆ
πρὸς τὸ σωφρονεῖν ἐπανήγαγεν. ὡς γὰρ ἐπέβη τοὺς
ὄρους, ἐλέλυτο ἡ νόσος, καὶ τὸ συμβὰν ὄνομα τῷ τόπῳ
 γίνεται. 
 176. Ἀλλ’ ἐνταῦθα μὲν οὐκ οἶδ’ ὅπως ἐξηνέχθην
ὑπὸ τῆς περὶ τὸν Πελοπίδην ἡδονῆς, ἐπανακτέον δὲ
τὸν λόγον ἐπὶ τὴν τῆς δυνάμεως βάσανον, ἦς ἒν μὲν
ἱκανὸν τεκμήριον τὸ τοῖς ἐνοικοῦσιν ἀρκεῖν, ἕτερον δὲ
 νῦν ἐπιθήσω σαφέστερον. 
 177. Τοῦ γὰρ Περσικοῦ τούτου πολέμου ῥαγέντος,
ἐφ’ ὃν ἐκ παλαιῶν ἡ Περσῶν ἀρχὴ παρεσκευάζετο
 χρόνων καὶ τῆς χρείας | ἀντιπαρασκευὴν ἀπαιτούσης
ἀξιόμαχον καὶ πρό γε τῆς παρασκευῆς χωρίον ἐπιτήδειον
 δέξασθαι πάντα ὅσα πόλεμος τοσοῦτος ποθεῖ, ἥδ’ ἐστὶν
ἡ παρελθοῦσα τὴν χρείαν τῇ περιουσίᾳ καὶ συναγα-
γοῦσα τὰς δυνάμεις εἰς τοὺς ἑαυτῆς κόλπους καὶ τὴν
στρατιὰν ἀθρόαν, ἡνίκα καιρὸς ἐκάλει, προπέμψασα.

ῥεόντων γὰρ εἰς αὐτήν, ὥσπερ εἰς θάλασσαν πο-
 ταμὼν, πάντων μὲν ὁπλιτῶν, πάντων δὲ τοξοτῶν καὶ
 
 
 

 
ἱππέων καὶ ἵππων τῶν μὲν πολεμιστηρίων, τῶν δὲ
ἀχθοφορούντων καὶ πάσης μὲν καμήλου, πάσης δὲ
χειρός, ὡς κεκρύφθαι μὲν τοὔδαφος ἑστώτων τε καὶ
ἱζανόντων, κεκαλύφθαι δὲ τοὺς τοίχους κρεμαμέναις
ἀσπίσι, δόρυ δὲ καὶ κυνῆν ὁρᾶσθαι πανταχοῦ, κτύπου 
δὲ καὶ θορύβου καὶ χρεμετισμοῦ γέμειν πάντα, τοσού-
των δὲ τάξεων ἐγκαθημένων, ὅσων καὶ ταξίαρχοι μόνοι
πλῆθος ἂν οὐ μικρὸν προσέθηκαν, μᾶλλον δὲ τοσαύ-
της στρατιᾶς συνειλεγμένης, ὅση παρ’ ἄλλοις καὶ. τὸ
ὕδωρ ἐλέγξαι πινόμενον, οὕτω μὲν ἡμέρως ὑπεδέξατο 
στρατιώτην ἕκαστος, ὥσπερ συγγενῆ χρόνιον ἥκοντα
θεραπεύων, οὕτω δὲ γῆς εὐπόρησεν ἕκαστος, ὥσπερ
καθ’ ἕκαστον οἴκημα τῆς γῆς αὐτομάτως εἰς σπηλαίου
τύπον σχηματισθείσης, οὕτω δὲ ἄχρι κόρου τρέφεσθαι
παρῆν, ὥσπερ οὐκ ἀνθρωπείας γνώμης ἢ χειρὸς οὔτε 
προσκοπούσης οὔτε ὑπηρετούσης, ἀλλ’ ὡς ἂν θεῶν, οἵα
θεῶν δύναμις, ἀδήλως ἕκαστα ἑτοιμαζόντων.

ὥσθ’
ἡμῖν μάλιστα ἐν τοῖς πολεμίοις οἱ Πέρσαι μέμφονται,
 
 

 
 ὅτι δὴ τῇ βασιλέως | ἀρετῇ τὴν πόλιν ἐφάμιλλον
παρασχόντες ἀφορμὴν οὐδαμοῦ τὴν ἐκείνου προθυμίαν
τῷ τῆς χορηγίας ἐλλείποντι κατεβλάψαμεν.

διὰ
δὴ ταῦτα ἀντ’ ἐρωμένης τῷ βασιλεῖ καθέστηκεν ἡ
 πόλις καὶ καθάπερ πατρίδος ἀποδημῶν ἐπιστρέφει τε
τὸν νοῦν πρὸς αὐτὴν καὶ τὴν ἐπάνοδον ὅρκον πεποί-
ηται καὶ τὴν ἀπουσίαν κουφίζει γράμμασι καὶ πολέμους
πολέμοις ἀπνευστὶ συνάπτει τοῖς ἐπὶ τῆς ἐσπέρας
πόνοις τὴν τῆς ἔω θέαν θηρώμενος, μᾶλλον δὲ τοῖς
 ἐπὶ τῆς ἑῴας τὴν τῆς ἡμετέρας θέαν. οὔκουν ἑτέρωσε
προὔβη, πλὴν ὅσα πόλεμος ἠνάγκασεν, ἀλλ’ ὡς ἀληθῶς
ὥσπερ ἐν ἐρωμένης ἀγκάλαις τρυφῶν ἥδιστον τοῦ
χρόνου τὸν ἐνταῦθα ἦγεν. 
 181. Ἆρ’ οὖν τὴν μὲν ῥώμην τῆς πόλεως ἔστιν,
 ὥσπερ ἐν ἀνθρώπου σώματι, θαυμάσαι, τὸ δὲ χρῆμα
τῶν λόγων, ὃ νοῦν πόλεως ἄξιον προσειπεῖν, εἰς ἀμέ-
λειαν ἐρριμμένον εὑρεῖν; καὶ μὴν τοῦτό γέ ἐστιν, ὃ
μεγάλην τε οὖσαν σεμνοτέραν ποιεῖ καὶ εἰ μὴ τοσαύτην
γε εἶναι συνέβη, πάντως ἂν εἰς τὸ θαυμάζεσθαι καθίστη.

ὥσπερ γὰρ τῶν Ἀθήνησι λαμπρὰ μὲν καὶ τὰ ἄλλα,
 
 

 
αἰ τριήρεις, αἱ ναυμαχίαι, τὸ πολλῶν ἄρξαι, κράτιστον
δὲ ἡ τῆς σοφίας ἐπιθυμία τε καὶ τιμὴ καὶ κτῆσις,
οὕτω δὴ καὶ παρ’ ἡμῖν οὐδὲν μὲν ἔξω θαύματος,
πάντα δὲ ἐλάττω τοῦ τῆς σοφίας ἔρωτος.

καί 
μοι δοκεῖ βουληθεὶς ὁ θεὸς ὁ τὴν γῆν δίχα | τεμὼν 
ἑκάτερον μέρος ἐξ ἴσου κοσμῆσαι καὶ καθάπερ ἐν ζυγῷ
τὴν ἰσορροπίαν σῶσαι κελεῦσαι τὸν Ἑρμῆν σπέρματα
λόγων ἐνταυθοῖ καταθέσθαι τῶν Ἀττικῶν οὐ λειπό-
μενα καὶ τῇ ῥάβδῳ κινῆσαι τοὺς ἀνθρώπους ὀρέγεσθαι
τοῦ κτήματος.

τοιγαροῦν ὥσπερ πρότερον εἰς 
δύο πόλεις διῄρητο τὰ τῶν Ἑλλήνων πράγματα, τὴν
Σπάρτην καὶ τὰς Ἀθήνας, οὕτω νῦν εἰς δύο πόλεις τὰ
τῶν Ἑλλήνων καλά, τήνδε τε καὶ τὰς Ἀθήνας, εἰ δὴ
τοῖς λόγοις μᾶλλον ἢ τῷ γένει τὸν Ἕλληνα κλητέον.

καὶ δὴ δύ’ αὗται λαμπάδες ῥητορικῆς ἀνίσχουσιν, 
ἡ μὲν τὴν Εὐρώπην, ἡ δὲ καταλάμπουσα τὴν Ἀσίαν.
πρῶτον μὲν γὰρ ἀρετὴν παιδευτῶν τοσαύτην ἡ πόλις
ἐδέξατο, ὥστ’ εἰ μὴ τῶν ἐνταυθοῖ θρόνων, πάντως ἂν
τῶν Ἀθήνησιν ἠξίωντο· τοσοῦτον τοῖς μὲν τόνου, τοῖς
 
 
 

 
δὲ ὥρας περιῆν.

ἔπειτα νέων ἐσμοὶ τὰ μελιττῶν
νικῶντες συνῆλθον. ἔπειτα οὐδεὶς αἰσχυνόμενος ἀπῆλ-
θεν, ἀλλ’ ἐμπορευσάμενοι μάλα ἱκανῶς οἱ μὲν ἔμειναν,
οἱ δὲ ἀπῆλθον, οἱ μὲν ἐξ αὐτῶν ὧν ἐκτήσαντο πρὸς
 τὴν δοῦσαν ἐρωτικαῖς ἀνάγκαις δεθέντες, οἱ δὲ σωτη-
ρίαν φέροντες ταῖς ἑαυτῶν πατρίσι τὰς αὑτῶν διανοίας.
ἔπειτα ἡ τῶν ἐπανηκόντων λαμπρότης ἐπὶ τὴν αὐτὴν
 τελετὴν ἑτέρους ἐξώρμησε, καὶ προπέμπουσιν | οἱ
μὲν παῖδας, οἱ δὲ ἀδελφούς, οἱ δὲ γείτονας, οἱ δὲ
 γνωρίμους, πάντες δὲ ἁπλῶς πολίτας.

καὶ γεγό-
νατε τῆς Ἀσίας μητρόπολις οὐ τῇ τῆς ἀξίας ὑπεροχῇ
μᾶλλον ἢ τῷ πᾶσιν ὅ πάντων ὠφελιμώτατον ἐνθένδε
γενέσθαι. ὅποι γὰρ ἂν ἐλθὼν βουλὴν εὕρῃς λόγοις
ὡπλισμένην καὶ ῥήτορας ἀσφαλῶς ἀγορεύοντας, ἢ
 τας τῶν ἐνθένδε μουσείων ἀθλητὰς ἢ τούς γε πλείους
ἢ πάντως γε οὐκ ἐλάττους εὑρήσεις.

οἱ δὲ τῇ περὶ
τὸ βῆμα τέχνῃ καὶ τῇ πρὸς τὰς δίκας ἐπικουρίᾳ πρὸς
τὴν τοῦ δικάζειν τάξιν ἀφικνοῦνται καὶ παρεχόμεθα
τοῖς ἔθνεσι ῥήτοράς τε 〈καὶ δικαστὰς〉 ἄκρους, οἳ τὰς
 πόλεις ταῖς γνώμαις ὀρθοῦντες ἓν μόνον κτῶνται τὸ
τούτων αἴτιοι γίγνεσθαι καὶ ἀπίασι δὴ κεναῖς μὲν
χερσί, τῇ δόξῃ δὲ ἐστεφανωμένοι. ἃ δὴ καὶ ὑμεῖς
 
 

 
εἰδότες Μούσαις τε ἱερὰ πολυτελῶς οἰκοδομεῖσθε νέοις
μὲν ἐνδιατρίβειν, ταῖς δὲ θεαῖς γέρας, καὶ διδασκάλοις
πολίταις τε χρῆσθε καὶ οὐ φθονεῖτε ξένοις.

καὶ
τῇ φιλανθρωπίᾳ τὸ | τῆς ἀκριβείας ἐπὶ τῶν λόγων 
ἀναμέμικται· τὸ μὲν γὰρ ἅπασιν ἀνεῖσθαι τὰ συνέδρια 
τὴν φιλανθρωπίαν, τὸ δὲ τοὺς ἐπαίνους ὧν ἄξιον
μόνων τὴν ἀκρίβειαν ἐνδείκνυται.

καὶ καλούντων
μὲν σύνιτε, πλημμελοῦσι δὲ οὐ συγκρύπτετε, ἀλλὰ καὶ
νόημα νοσοῦν καὶ σχῆμα ἡμαρτημένον καὶ ῥῆμα διε-
φθαρμένον εὐθὺς ἥλω. κοινὸς δὲ τῆς κακίας ἔλεγχος 
ἐξ ἅπαντος τόπου κινεῖται, καὶ οὐκ ἔστι βαλλομένῳ καὶ
τοξευομένῳ βλέψαντι πρός τι τοῦ θεάτρου χωρίον
ἀκροατῶν ἀμαθίᾳ τὸν τῆς γνώμης ἀναπαῦσαι θόρυ-
βον, ἀλλ’ ὅποιπερ ἂν ἴδῃς, ἀκριβὴς εὔθυνος ἵδρυται.

ἄνευ γὰρ τῆς ἐν τοῖς πολιτευομένοις παιδείας τρεῖς
χοροὶ ῥητόρων ἰσάριθμοι <ἐν> τοῖς δικαστηρίοις
ρονται τὴν ἀκοὴν οὐχ ἦττον εἰς κρίσιν ἢ τὴν γλῶτταν
εἰς τὸ συνειπεῖν τεθηγμένοι· ὥστ’ οὔτ’ εὐδαιμονέστερος
 οὐδεὶς τοῦ δεξιοῦ κριθέντος ἐνθάδε κακοδαιμονίᾳ τε
πάντες δεύτεροι τοῦ κατεψηφισμένου. καὶ δὴ καὶ ὅστις
οὐ σὺν τρόμῳ καὶ δείματι δεῦρο εἴσεισιν, οὐκ ἀνδρεῖος,
ἀλλ’ ἀναίσθητος, ἀγνοῶν, εἰς ὅσον ἐμβαίνει κινδύνου.

οὕτω δὲ πάλαι τε ἐρριζώθη τῇδε τὸ χρῆμα τῶν
 λόγων καὶ δι’ ὁμοίας ἀκμῆς ἐχώρησε. καὶ τοῖς ἔξωθεν
ἐπ’ αὐτοὺς ἥκουσι καὶ τοῖς ἁψαμένοις ἔνδοθεν |
 ὑπῆρχε μετασχεῖν τῶν πηγῶν, ὥστ’ ἤδη δόξα νενί-
κηκεν, ὡς ὅστις ἂν ἐπιβῇ τῆς γῆς, γέγευται τῆς τέχνης
καὶ ῥητορείας κεκοινώνηκεν, ὥσπερ τῆς γῆς πνεῦμα
 ἀνείσης μουσικόν, καθάπερ ἑτέρωθι μαντικόν. 
 193. Οὐ δὴ θαυμαστόν, εἰ τοῖς μὲν ἄλλοις κρα-
τοῦσα τῶν ἄλλων, τῇ δὲ τῆς σοφίας ἀσκήσει μετὰ τῶν
ἄλλων καὶ τὰ αὑτῆς νικῶσα τοὺς ἐπὶ τὰς ἀρχὰς ἰόντας
ἐραστὰς ἑαυτῇ καθίστησιν· ὧν ἑκάστῳ καὶ προοίμιον
 τῆς διοικήσεως καὶ μέσα καὶ τελευταῖα τό τι προσ-
θεῖναι τῇ πόλει. καὶ γὰρ οὖν οἷς μὲν ὑπῆρξε προσ-
θεῖναι, καθάπερ οἱ τοῖς θεοῖς μέγιστα ἀνάψαντες ἀνα-
 
 

 
θήματα, σὺν εὐφροσύνῃ τὸν ὑπόλοιπον ζῶσι χρόνον
ἔχοντες ἐν ταῖς συνουσίαις ὅ τι κάλλιστον ἑαυτῶν
διηγοῦνται, μᾶλλον δὲ πάντα λέγειν ἔχοντες, ἃ λαμ-
πρύνειν πέφυκεν ἄνθρωπον, τὰ ἄλλα σιγῶντες ἐνὶ
τούτῳ φιλοτιμοῦνται θαρροῦντες, ὡς οὔποτε αὐτοὺς 
λήθη καταλήψεται τῶν ἔργων αὐτοῖς ἐν τῷ καλλίστῳ
τῶν ὑπὸ τὸν ἥλιον ἑστηκότων.

καὶ θαρροῦσί γε
εἰκότως. ὁ γὰρ οὗ πλεῖσται σύνοδοι, τῆς αὑτοῦ γνώμης
σπουδὴν ἐνδείξας εἰς ἀείμνηστον κατέθετο τὴν δόξαν,
ὥσπερ, οἶμαι, τῶν ζωγράφων οἱ τὴν σοφίαν τῶν χει- 
ρῶν εἰς Δελφοὺς ἀναθέντες. καὶ οὐχ οἱ μὲν ἄρχοντες,
οἷς ἔνι τούτου τυχεῖν ἐκ βασιλικῶν χρημάτων, ῥᾳδίως
ἐπὶ τὰς προσθήκας τῆς πόλεως ὥρμησαν, οἷς δὲ
θεν ἡ δαπάνη, πρὸς τοῦτο ἀπώκνησαν, | ἀλλ’ οἳ τῆς 
περὶ τὸν βασιλέα γεγόνασιν ἑταιρίας, πλείω τῆς ἐν- 
ταῦθα ἀναλώσεως ἢ τοῦ προσλαβεῖν ἔσχον ἔρωτα καὶ
πανταχόθεν κάλλη λίθων ἀθροίσαντες ἐγκατέμιξαν
δομημάτων κάλλη τῷ ἄστει δίκην ἀστέρων
καὶ γενόμενοι τῆς μεγαλοπρεπείας ἡγεμόνες πολλοὺς
ἔσχον τοὺς ἀκολουθήσαντας λαμπρότερα τῆς δυνάμεως 
βεβουλευμένους.

ἐνταυθοῖ γὰρ ὁ μὲν οὐκ ἐγεί-
ρων οἰκίαν ἢ τῶν γε οὐσῶν ὠνούμενος κἂν πάνυ
πλουτῇ, μάτην ἡγεῖται πλουτεῖν, ὁ δὲ τοῦτο μὲν παρε-
 
 

 
χόμενος, τοῖς δὲ ἄλλοις εἰς στενὸν ἥκων ἐν εὐπόροις
αὑτὸν ἀριθμεῖ. διὰ ταῦτα τὸ μέτρον οὐχ ἵσταται τῇ
πόλει, καθάπερ δὲ ἐν ἀνθρώπου σώματι παρ’ ἡμέραν
αὔξεται. 
 196. Καὶ δὴ καιρὸς ὑπέρ τε τῆς θέσεως καὶ τοῦ
μεγέθους ἤδη διελθεῖν. οἶμαι γὰρ οὐδεμίαν φανεῖ-
σθαι τῶν οὐσῶν, ᾗ μέγεθός ἐστι τοσοῦτον ἐν οὕτω
καλλίστῃ θέσει. ἀρξαμένη γὰρ ἐξ ἔω πρόεισιν ἐπὶ
δυσμὰς ἰθυτενής, δίδυμον στοῶν ὕψος ἐκτείνουσα.
 διίστησι δὲ αὐτὰς ἀπ’ ἀλλήλων ὁδὸς ὕπαιθρος ἐστρω-
μένη λίθῳ κατὰ τὴν στοὰν τὸ εὖρος.

ἔστι δὲ τὸ
μὲν μῆκος οὕτω πολὺ τεταμένοις τούτοις, ὥστε λεαί-
νοντι μὲν μόνον τοσοῦτον χῶρον πολλῆς ἂν δεῆσαι
χειρός, βαδίζοντι δὲ εἰς τέλος ἀπ’ ἀρχῆς μόχθον εἶναι
 καὶ τῆς ἐξ ἵππων δεῖν βοηθείας, οὕτω δὲ ὕπτιον καὶ
συνεχὲς διὰ τέλους, οὐκ ἐξηλλαγμένον οὔτε χαρά-
 δρᾶις | οὔτε πρανέσιν οὔτ’ ἄλλων δυσκολιῶν εἴδεσιν,
ὥσπερ ἐν γραφῇ χρωμάτων κατ’ ἐξουσίαν προσελθόν-
των.

στενωποὶ δὲ ἀπὸ τῶν στοῶν τὰς ἀρχὰς
 εἰληφότες οἱ μὲν ἐπ’ ἄρκτον ἴασι δι’ ὁμαλοῦ τοῦ παν-
τός, οἱ δὲ ἐπὶ μεσημβρίας πρὸς τοὺς πρόποδας τοῦ
 

 
ὄρους ἀνατείνουσιν ἠρέμα μέχρι τοσούτου τὴν οἴκησιν
προάγοντες, μέχρι τοῦ σώζεσθαι συμφωνίαν πρὸς τὸ
λοιπὸν σχῆμα τῇ πόλει καὶ μὴ τῷ λίαν ἐξῆρθαι τῆς
λοιπῆς οἷον ἀφεστάναι.

οὐ γὰρ ὑπερβᾶσα
μνοὺς καὶ βάραθρα καὶ ταῦτα μεταξὺ ἑαυτῆς ποιήσασα 
καὶ λαβομένη μικροῦ του χωρίου κατὰ μέσας τὰς
νας τοῦ ὄρους οἰκίας ἐνέθηκε φόβον ταῖς ὑποκειμέναις
τὰς ἐπικειμένας, ὥσπερ τὸν τοῦ Σισύφου πέτρον, ἀλλ’
ἐφ’ ὅσον ἔμελλε διὰ συνεχοῦς προβήσεσθαι, τοσοῦτον
κατασχοῦσα τὴν εὐσχημοσύνην τῷ πλήθει συνδιεφύ- 
λᾶξεν.

ἀνέχει δὲ τὸ ὄρος παρεκτεινόμενον ὥσπερ
ἀσπὶς εἰς ὕψος προβεβλημένη, τοῖς δὲ ἐπὶ τῆς ὑπωρείας
ἐσχάτοις οἰκοῦσι φοβερὸν μὲν οὐδὲν οἷον ἐξ ὄρους,
πάσης δὲ εὐθυμίας ἀφορμαὶ πηγαὶ καὶ φυτὰ καὶ κῆποι
καὶ αὖραι καὶ ἄνθη καὶ ὀρνίθων φωναὶ καὶ τὸ πρὸ 
τῶν ἄλλων ἀπολαῦσαι τῶν ἠρινῶν.

ἐοίκασι δὲ
αἱ μὲν στοαὶ ποταμοῖς ἐπὶ πλεῖστον πορευομένοις, οἱ
στενωποὶ δὲ ῥύαξιν ἀπ’ αὐτῶν ἠγμένοις. πέμπουσι
δὲ οἱ μὲν εἰς τὸ ὄρος βλέποντες πρὸς τὰς τῆς ὑπω-
 
 

 
ρείας χάριτας, οἱ δὲ ἐπὶ θάτερα πρὸς ἑτέραν ὁδὸν
 γυμνὴν ὀροφῆς | ἑκατέρωθεν ᾠκισμένην, ὥσπερ ἐκ
ποταμοῦ πρὸς ποταμὸν διώρυχες εἰς διάπλουν πεποιη-
μέναι. τελευτᾷ δὲ καὶ τοῦτο τὸ μέρος εἰς κήπων
 ὥραν πολλαχοῦ, αὐτοὶ δὲ ἐκεῖνοι λήγουσιν εἰς τὴν
ὄχθην Ὀρόντου τοῦ ποταμοῦ.

τῶν τοίνυν στοῶν,
ὅπερ ἔφην, ἐξ ἀνίσχοντος ἡλίου πρὸς δυσμὰς τεταμέ-
νων καὶ τοσοῦτον μήκους ἐπεχουσῶν, ὅσον ἂν καὶ
τρισὶν ἀπέχρησεν ἄστεσι, κατὰ μέσην μάλιστα τὴν
 δεξιὰν ἁψῖδες πανταχόθεν. τετραμμέναι μίαν ὀροφὴν
ἔχουσαι λίθου παρέχουσιν ἀρχὴν ἑτέραις στοαῖς πρὸς
ἄρκτον ἄχρι τοῦ ποταμοῦ προϊούσαις τὸ περὶ αὐτὰς
Νυμφῶν ἱερὸν οὐρανόμηκες λίθων αὐγαῖς καὶ κιόνων
χρόαις καὶ γραφῆς αἴγλῃ καὶ ναμάτων πλούτῳ πάντα
 ὀφθαλμὸν ἐπιστρέφον. στενωποὶ δὲ καὶ ἀπὸ τούτων
ᾗπερ ἀπὸ τῶν προτέρων ὥρμηνται. 
 203. Καὶ τὸ μὲν ἀπὸ] τῆς ἀρχαίας 〈πόλεως〉 σχῆμα
τοιοῦτον. τὴν δὲ νέαν πόλιν ἡ νῆσος, ἣν ἡ τοῦ ποτα-
μοῦ σχίσις ἐποίησεν, ὑπεδέξατο. ῥέων γὰρ εἷς ἄνωθεν
 

 
καὶ προελθὼν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τεμὼν ἑαυτὸν
βάλλει τὸ χωρίον καὶ ἀπέφηνε περίρρυτον. καὶ τοῖν
ῥείθροιν τὸ μὲν ἀμφοῖν ταῖν πόλεων μέσον ὁρᾶται,
τὸ δ’ ἐπὶ θάτερα τῆς νέας κατιὸν μετὰ τὴν ποίησιν 
τῆς νήσου τὸν πόρον συμβάλλει καὶ καθίστησι | τὸν 
ποταμὸν ἴσον τῷ πρὶν διαστῆναι.

μορφὴ δὲ τῇ
νέᾳ ταύτῃ κύκλιος. κεῖται μὲν γὰρ ἐν πεδίῳ πᾶσα
ἀκριβῶς, τεῖχος δὲ αὐτὴν ἀρραγὲς δίκην στεφάνου
περιθεῖ. ἐκ δὲ ἁψίδων τεττάρων ἀλλήλαις συνηρμο-
σμένων εἰς τετράγωνον τύπον ὥσπερ ἐξ ὀμφαλοῦ τέτ- 
ταρες στοῶν συζυγίαι καθ’ ἕκαστον τμῆμα τοῦ οὐρανοῦ
τέτανται, οἷον ἐν Ἀπόλλωνος τετράχειρος ἀγάλματι.

τούτων δὲ αἱ μὲν τρεῖς συζυγίαι μέχρι τοῦ τείχους
προελθοῦσαι τῷ περιβόλῳ συνάπτονται, ἡ δὲ τετάρτη
βραχυτέρα μέν, καλλίων δὲ ὅσον βραχυτέρα, οἷον τοῖς 
βασιλείοις ἐγγύθεν ἐφορμοῦσιν ἀπαντᾷ γιγνομένη τοῖς
βασιλείοις] αὐτοῖς ἀντὶ προπυλαίων.

αὐτὰ δὲ τὰ
βασίλεια κατείληφε μὲν τῆς νήσου τοσοῦτον, ὥστε εἰς
τέταρτον μέρος τῆς ὅλης τελεῖν. τοῦ μέσου γάρ, ὃν
 
 

 
ὀμφαλὸν προσείληφεν, ἐφάπτεται καὶ πρὸς τὴν ἔξω
μοῖραν τοῦ ποταμοῦ προβέβηκεν, ὥστε καὶ τὸ τεῖχος
ἀντ’ ἐπάλξεων κίονας δεξάμενον θέα βασιλεῖ πρέπουσα
κατεσκεύασται τοῦ ποταμοῦ μὲν ὑπορρέοντος, τῶν
 προαστείων δὲ πανταχόθεν εὐωχούντων τὰς ὄψεις.

καὶ δι’ ἀκριβείας μὲν ὑπὲρ τούτου τοῦ μέρους
βουλομένῳ διελθεῖν τοῦτ’ αὐτὸ ποιητέον ὑπόθεσιν,
ἀλλ’ οὐχ ἑτέρας μέρος, δεῖ δὲ ὅμως τοσοῦτον εἰπεῖν,
ὅτι τῶν ὄντων ἁπανταχοῦ τῶν μὲν ἐκ μεγέθους λαβόν-
 τῶν ὄνομα, τῶν δὲ ἐπὶ κάλλει βεβοημένων τῶν μὲν
οὐδαμῇ λείπεται, τῶν δὲ καὶ πολὺ κεκράτηκεν, εἰς
 κάλλους μὲν λόγον οὐδαμοῦ νικώμενον, ἐν | μεγέ-
θους δὲ κρίσει πανταχοῦ νικῶν, εἰς τοσούτους θαλά-
μους καὶ στοὰς καὶ ἀνδρῶνας διῃρημένον, ὥστε καὶ
 τοὺς λίαν ἐθάδας ἐκ θυρῶν ἐπὶ θύρας ἰόντας εἰς
πλάνην ἐμπίπτειν. τοῦτό μοι δοκεῖ κἂν μόνον ἐν
πόλει φαύλως ἐχούσῃ κείμενον, οἵας πολλὰς ἐπὶ
κης ὁρῶμεν, ἔνθα οὐ πολλαὶ καλύβαι ποιοῦσι τὰς
πόλεις, εἰ τούτων μιᾷ τοῦτο ἐνέκειτο, πάντως ἂν παρ-
 εἶχεν ἐν ἐξετασμῷ πόλεων τῇ κεκτημένῃ μεγαλαυ-
 
 

 
χεῖσθαι.

ἀλλ’ ἐκεῖσε ἐπάνειμι, ὅτι τὴν νέαν μὲν
ἀπὸ τῆς ἀρχαίας τὸ διὰ μέσου ῥέον χωρίζει, γεφύραις
δὲ πέντε ἰσχυραῖς τὸ διεστηκὸς τοῦτο συνδεῖται. καὶ
τὸ μὲν ὕδωρ δύο ποιεῖ τὴν ἡμετέραν, ἐκεῖναι δὲ αὐτὴν
οὐκ ἐῶσιν εἶναι δύο, παραζευγνῦσαι τὴν δευτέραν τῇ 
πρεσβυτέρᾳ, καθάπερ πῶλον μητρί.

σκοπείτω δή
τις, ὡς εἶτε μακρὰν τετάσθαι πόλιν ἄριστον, ἡ παλαιὰ
τοῦτον ἡμῖν ᾤκισται τὸν τρόπον, εἴτε τὸ κύκλου μετέ-
χον εὐσχημονέστερον, εἰς τὴν νέαν τοῦτο ἥκει, εἴτε
τοῦτ’ αὐτὸ μεγέθους σημεῖον τὸ μὴ μιᾶς ἰδέας εἶναι 
τὴν πόλιν, ἐνταῦθα, εἴπερ που, πᾶσαι μορφαὶ πόλεων,
ὥστε ὅστις τετραχόθεν ἴσην οἰκῶν ἀγάλλεται, τῇ μι-
κρότητι φιλοτιμούμενος ἴστω.

ὥσπερ γὰρ ἐν ταῖς
γεωργίαις τὸ μὲν ὀλίγον γήδιον ῥᾳδίως, οἷον ἐν ζω- 
γράφων | πίναξιν, ἤσκηται, αἰ δὲ τῶν εὐδαιμόνων 
ἄρουραι τοῦτο οὐχ ὑπομένουσιν, ἀλλὰ κεχυμέναι δαψι-
λῶς τὸ μὲν αὐτῶν εἰσέχει, τὸ δὲ ἐξέχει, οὕτω δὴ καὶ
ἐπὶ τῶν πόλεων τὸ μὲν ἐστερημένον μεγέθους εἴκει
μιᾷ μορφῇ, τὸ δὲ μεγέθους τυγχάνον κατὰ τὸ συμβὰν
ἐκφέρεται.

ἐν δὲ μνήμῃ μεγέθους οὐδ’ ἐκεῖνο 
παρήσω, ὅτι τῷ μήκει τῷ τῶν στοῶν ὧν πρῶτον ἐμνή-
σθην, εἴ τις τὰς ἀπ’ ἐκείνων ἐπὶ τὸν ποταμὸν Μᾶς
συνάψειεν ἑτέρως τῷ μήκει προσθήκην ποιούμενος καὶ
 

 
 αὖ πάλιν τὰς τῆς καινῆς ταὐτὸν πρὸς ἀλλήλας μίαν
τῇ μιᾷ ταύτῃ πρότερον μῆκος αὐξήσειεν, εἰ τοῦτό τις
συνθείη, μᾶλλον δὲ μένοι μὲν ἕκαστον ὡς εἶχε, λογισμῷ
δὲ τὴν μετάστασιν θεώμενος, εὕροι τις ἄν, ὡς σταθ-
 μοῦ μέτρον ἡμῖν ἐπέχουσιν αἰ στοαί.

ταῦτα δέ
σοι διεξιόντι συνεχεῖς μὲν αἱ τῶν ἰδιωτῶν οἰκήσεις,
πανταχοῦ δὲ τοῖς ἰδίοις ἐγκέκριται τὰ δημόσια, τοῦτο
μὲν ἱερά, τοῦτο δὲ λουτρά, τοσοῦτον ἀλλήλων ἀπέχοντα,
ὥσθ’ ἑκάστῃ μοίρᾳ τῆς πόλεως ἐγγὺς εἶναι χρῆσθαι,
 πᾶσι δὲ ἐπὶ ταῖς στοαῖς αἰ πρῶται θύραι.

τί δή
μοι τοῦτο βούλεται; καὶ τό γε μηκῦναι τὸν περὶ τῶν
στοῶν ὅλως λόγον εἰς τί ποτε αὖ φέρει; δοκεῖ μοι τῶν
 ἐν ταῖς | πόλεσι καὶ χαριέστατον εἶναι, προσθείην
δ’ ἂν ὅτι καὶ χρησιμώτατον, αἱ σύνοδοι καὶ τὸ ἀνα-
 μιχθῆναι. καὶ νὴ Δία γε καθαρῶς πόλις, οὗ τοῦτο
ἔνεστι πολύ.

καὶ γὰρ εἰπεῖν τι καλὸν καὶ ἀκοῦσαι
βέλτιον καὶ συμβουλεῦσαι ἥδιστον καὶ ταῖς τῶν φίλων
τύχαις τὸ εἰκὸς εἰσενεγκεῖν ἐπὶ μὲν τοῖς συνηδόμενον,
 
 
 

 
ἐπὶ δὲ τοῖς συναχθόμενον, καὶ παρ’ ἐκείνων τῆς ἴσης
ἀντιδόσεως τυχεῖν καὶ μυρία πρὸς τούτοις ἐν τῷ πλη-
σιάζειν ἀλλήλοις ἔστιν.

οἷς μὲν οὖν οὔκ εἰσιν
ἐκταδὸν οὕτω στοαὶ τῶν οἰκιῶν προκείμεναι, τούτους
ὁ χειμὼν διοικίζει, καὶ λόγῳ μὲν μίαν οἰκοῦσιν, ἔργῳ 
δὲ διεστήκασιν ἀλλήλων οὐχ ἦττον ἢ τῶν ἐν ταῖς
ἄλλαις πόλεσι καὶ πυνθάνονται περὶ τῶν ἐγγὺς οἰκούν-
των, ὥσπερ ἀποδημούντων. καὶ γὰρ ὄμβρῳ καὶ χαλάζῃ
καὶ χιόνι καὶ πνεύμασιν οἴκοι κατέχονται τοῖς δεθεμέ-
νοις παραπλησίως, μόλις δὲ τῶν οἰκετῶν οἱ πάλαι 
ταλαιπωρεῖσθαι μεμαθηκότες εἰς ἀγορὰν παρακύψαντες
ἀποπηδῶσιν· ὥστε ὁπότε ἀπαιθριάσειεν, ὥσπερ ἐκ
κροῦ πλοῦ σεσωσμένοι, περιβάλλοντες ἀλλήλους ἀσπά-
ζονται πολλὰ μὲν ἐκλελοιπότες εἰς ἀλλήλους ὧν ὁ
φιλίας νόμος ἔταξε, μεμφόμενοι δὲ ἀνθ’ ἑαυτῶν <ἐκεῖνα 
ὑφ’ ὧν> κεκώλυνται.

παρ’ ἡμῖν δὲ οὐχ
ὁ | Ζεὺς οὔτε χάλαζαν ἐμβάλλει χαλεπὴν οὔτε χιόνα 
συχνὴν οὔτε ὄμβρον πολύν, δι’ ἃ τῆς συνουσίας τὸ
 
 

 
συνεχὲς διασπασθήσεται , ἀλλὰ τὸ μὲν ἔτος ἐκ τῶν
ὡρῶν τὰς μεταβολὰς λαμβάνει, τὸ δὲ τῶν συνουσιῶν
κατ’ οὐδεμίαν ἀλλοιοῦται, ἀλλ’ ὁ μὲν ὄμβρος ἐνοχλεῖ
ταῖς ὀροφαῖς , ἡμεῖς δὲ ἐν αὐταῖς <ταῖς στοαῖς> μετὰ
 ῥᾳστώνης βαδίζοντες οὗ καιρὸς συγκαθίζομεν.

καὶ
γὰρ ὅσοι τὰ τῶν στενωπῶν οἰκοῦσιν ἔσχατα, τούτους
οἱ καθ’ ἑκάτερον τοῖχον προβεβλημένοι δρύφρακτοι
τῶν ὄμβρων ῥυόμενοι πρὸς τὰς στοὰς ἀβρόχως εἰσά-
γουσιν. οὐκοῦν τοῖς μὲν ἄλλοις καθ’ ὅσον διίστανται,
 τὸ τῆς συνηθείας ἀμβλύνεται, παρ’ ἡμῖν δὲ τῷ τῆς
ὁμιλίας ἀπαύστῳ τὸ τῆς φιλίας ἀκμάζει, καὶ ὅσον ὑπο-
δίδωσιν ἐκεῖ, τῇδε προσλαμβάνει. 
 218. Οὑτωσὶ μὲν οὔ τι πρὸς ἡδονὴν μᾶλλον ἢ τὰ
μέγιστα τῶν ἐν ἀνθρώποις τὸ τῶν στοῶν μῆκος συμ-
 βέβληται, αἷς ἱππόδρομός τε προσύφανται καὶ θέα-
 
 

 
τρον | καὶ λουτρόν, ὁ μὲν ἀρκῶν τούς τε ἐκ Βορέου 
ἐμπλῆσαι θέοντας καὶ τῷ τῆς πόλεως ὄχλῳ παρασχεῖν
θάκους τῇ τῶν ἀναβαθμῶν ἀφθονίᾳ, τὸ δὲ συνηχοῦν
καὶ συναγωνιζόμενον καὶ αὐλῷ καὶ κιθάρᾳ καὶ φωνῇ
καὶ τοῖς πολλοῖς τῶν ἀπὸ τῆς σκηνῆς τερπόντων.

τίς δ’ ἂν ἐφίκοιτο διεξιὼν ἕτερα θεάτρων εἴδη,
τὰ μὲν ἀθληταῖς ἐναγωνίσασθαι πεποιημένα, τὰ δὲ
ἀνδράσι πρὸς θηρία, πάντα ἐν μέσῃ τῇ πόλει καὶ οὐκ
ἀναγκάζοντα προλυπηθῆναι τῶν ἡδέων τῷ μήκει τῆς
ἐπ’ αὐτὰ πορείας;

ἀλλὰ τὰ λουτρὰ τίς οὐκ ἂν 
 
 
 

 
ἀγασθείη; τὰ μὲν γὰρ ἁρμόδια χειμῶνι, τὰ δὲ
βαίνοντα θέρει, τὰ μὲν ἔξω πνευμάτων σφοδρῶν, τὰ
δ’ ὥσπερ μετέωρα καὶ οὐ κοινωνοῦντα τῆς γῆς.

ο ἰκίαι δὲ αἰ μὲν ἀνιστάμεναι τῆς παρούσης φαιδρότη-
 τος, αἰ δὲ τῶν ἔμπροσθεν χρόνων ἐν τῷ μετρίῳ τρόπῳ
τό τε ὑπερήφανον διαφεύγουσαι καὶ τὸ ἀνελεύθερον. 
 222. Εἰ δὲ δεῖ μὴ σιγῆσαι τὸ νῦν ἐπελθόν, ὁ Ζέ-
 φυρός μοι δοκεῖ πεῖσαι τοὺς ἀρχαίους οἰκήτορας | μὴ
πάντα πόνον εἰσενέγκασθαι περὶ τοὺς τοίχους. ὡς
 ὅσοις μὲν τὰ τῶν ἀέρων οὐκ εὖ ἕστηκε, τὴν ἀπ’
νων ψυχαγωγίαν μηχανῶνται, ἡμῖν δὲ τὸν ἥδιστον
ἄνεμον καρπουμένοις καὶ ἐσθλὸν ἑταῖρον, ὥς φησιν
Ὅμηρος, κεκτημένοις τὸν Ζέφυρον οὐδὲν δεῖ περιεργίας
τοῦ θεοῦ παρέχοντος τρυφᾶν.

Ἀθηναίοις μὲν
 γὰρ ὁ Βορέας συνεναυμάχησε μισθόν, ὥς φασιν, ἧς
ἥρπασε κόρης διδοὺς τὴν δωρεὰν αὐτοῖς, ἣν οὐ σφόδρα
καθίστησι μετρίαν ὁ κηδεστής, ἡμᾶς δὲ ὁ Ζέφυρος οὐ
προαδικήσας εἶτα εὖ ποιεῖ, ἀλλ’ ἐρᾷ μέν, ἐρᾷ δὲ οὐ
κόρης, ἀλλ’ ὅλης τῆς πόλεως ἔρωτα ἀθάνατον καὶ
 κατασχὼν αὑτὸν τοῦ χειμῶνος, ἡνίκα οἶδεν, εἰ προσίοι,
λυπήσων, συνεισέρχεται τῷ θέρει τὸ καῦμα ἐπισχήσων.

καὶ οὔτε ἑτέραι πρὸ ἡμῶν ὁμιλεῖ πόλει οὔτε δι
ἡμῶν ἐφ’ ἑτέραν ἔρχεται, ἀλλ’ ἀφ’ ἡμῶν τε ἄρχεται
 
 

 
καὶ περὶ ἡμᾶς ἀποπαύεται κατὰ τοὺς πρὸς ἓν κάλλος
κεκινημένους, ὧν τοὺς ὀφθαλμοὺς σῶμα ἕτερον παρα-
φανὲν οὐ μεθίστησιν.

ὁ δὲ διαρρεῖ τε ἅπασαν
καὶ περιρρεῖ καὶ οὐδὲν ἄμοιρον τῆς ἐπικουρίας ἀφίησιν· 
οὐ γὰρ εἰς μὲν τὰς | τῶν εὐδαιμόνων οἰκίας καὶ 
τριωρόφους εἰσχεῖται, τῶν δὲ χαμαιζήλων καὶ ὅσαι
πενήτων ὑπεραιωρεῖται, ἀλλ’ ὥσπερ ἐν δημοκρατίᾳ
τῶν νόμων ἴσον μέτεστιν, οὕτω παρ’ ἡμῖν ἰσομοιρία
τις τῶν ζεφύρου καλῶν, καὶ οὐδεὶς πώποτε διψῶν
αὔρας παρὰ τῶν γειτόνων ᾐτιάσατο τοῦτο παθεῖν. 
οὕτω διὰ πάντων ἔρχεται καὶ διολισθαίνει καὶ ὅτουπερ
ἂν λάβηται, τοῦτο ὁδὸς αὐτῷ.

καὶ τῆς μὲν ἀκτῖ-
νος ἤδη τινὲς ἀπεστερήθησαν ἐπισκοτούσης οἰκίας ἐγ-
γύθεν, ζέφυρος δὲ οὐδενὶ κεκώλυται τὸ μὴ οὐ κοινὰ
χαρίζεσθαι, ἀλλὰ βαδιζόντων τε τοὺς χιτῶνας αἰωρεῖ 
καὶ περὶ ταῖς κνήμαις στρέφει καθευδόντων τε αἱ
σινδόνες ὑποπνέοντος περὶ τοῖς σώμασι κυρτοῦνται,
 
 

 
καὶ τὴν νύκτα διπλῆν ἀνάπαυλαν ὁ ζέφυρος ἀπεργά-
ζεται μιγνυμένης τῷ ὕπνῳ τῆς αὔρας. 
 227. Οὐκ ἄρα μάτην ἐν οἰκοδομίαις ἡ πόλις ἀεί,
καὶ τὰ μὲν ἐρέπτεται, τὰ δὲ πρὸς μέσον ἄνεισι, τὰ
 δ’ ἄρτι θεμέλιον δέδεκται, τά δὲ πρὸς τοῦτο ὀρύσσεται,
καὶ τῶν τοὺς τέκτονας ἐπειγόντων αἰ φωναὶ πανταχοῦ,
καὶ τὸ πέρυσιν εἰς λαχάνων φορὰν σκαπτόμενον τῆτες
ᾤκισται. ἴσασι γάρ, ὡς ὅσα τοῖς δικαίοις ὑπισχνοῦνται
τετελευτηκόσιν οἱ ποιηταί, ταῦτα ζῶσιν ἐνταῦθα ἔστιν
 ἔχειν. 
 228. Καὶ δὴ σκοπῶμεν, ὡς τετραπλασία τῆς νῦν
οὔσης ἦν ἂν ἡ πόλις, εἰ μὴ τρισὶν ἤδη πρότερον και-
ρίοις ἐβέβλητο. ὥσπερ γὰρ ὁ τοῦ Πυθίου νεὼς πολ-
λαῖς εἶξε τύχαις καὶ τέταρτος ὁ νῦν ἑστηκώς ἐστιν
 ἐπὶ τοῖς ἔμπροσθεν οἰχομένοις, οὕτως ἡμῖν ἡ πόλις, |
 ὡς μὲν ἀνθρώπων οὖσα πόλις, ἐπλήγη, ὡς δὲ θεο-
φιλὴς, ἀνέστη ταὐτὸν καὶ παθοῦσα καὶ ποιήσασα τῇ
τῆς Ἀθηνᾶς ἐλαίᾳ. καὶ γὰρ ἐκείνην ἐπῆλθε μὲν τῷ
πυρὶ Ξέρξης, ὅτ’ ἔφθειρε τὴν Ἀθηναίων ἀκρόπολιν,
 δευτέρᾳ δὲ ἡμέραι βλαστὸς ἀνέδραμεν εἰς πῆχυν ἐκ
τοῦ κεκαυμένου. καὶ δὴ καὶ ἥδε ἄμα τε ὑπεχώρει καὶ
 
 

 
ἀνήρχετο.

καὶ νῦν ὀρύσσοντί σοι τὴν γῆν ἐπὶ τῷ
κρηπῖδα βαλέσθαι πάντως ἴχνος τι τῶν ἀρχαίων ἀπαντᾷ,
καὶ πολλοὶ τοῖς οὖσιν ἀνθ’ ὧν διενοοῦντο χρησάμενοι
τἄλλα προσφέροντες ἐπῳκοδόμουν. εἰ οὖν τῶν μὲν
οὐχ ἧπτο λώβη, τὰ δὲ προσεγεγόνει, καὶ ὅσα νῦν πρὸς 
τὸ ἀνορθοῦν, τοσαῦτα εἰς προσθήκην ἐσπούδαστο,
πολλοὶ πολλῶν ἂν ἀγρῶν ἐστέρηντο τῆς γεωργουμένης. 
 230. Οὐ τοίνυν ἡ μὲν πόλις οὕτω διὰ πάντων
θαυμαστὴ, τὰ δὲ ἔξω τοιαῦτα, οἷα ἄν τινα ἀξιῶσαι
βελτίω τῶν ὄντων εἶναι δεῖν, ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅτι ταύτης 
ἐστί, δηλοῦντα. τοῦτο μὲν κῶμαι μεγάλαι καὶ πολυ-
άνθρωποι πόλεων οὐκ ὀλίγων πλέον πολυανδρούμεναι
καὶ χειροτέχναις, ὥσπερ ἐν ἄστεσι, χρώμεναι, κοινού-
μεναι πρὸς ἀλλήλας <τὰ> σφῶν αὐτῶν διὰ τῶν πανη- 
γυρέων καλοῦσαί τε ἐν μέρει παρ’ | αὑτὴν ἑκάστη 
καὶ καλούμεναι καὶ τοῖς αὐτοῖς εὐθυμούμεναί τε καὶ
χαριζόμεναι καὶ κερδαίνουσαι, ὧν μὲν περίεστι μετα-
διδοῦσαι, ὧν δὲ ἐνδεῖ προσλαμβάνουσαι, τὰ μὲν δια-
τιθέμεναι, τὰ δὲ ὠνούμεναι, μακρῷ τῶν κατὰ θάλατταν
 
 
 

 
ἐμπόρων εὐδαιμονέστεραι, ἀντὶ ῥοθίου καὶ κυμάτων
σὺν γέλωτι καὶ κρότῳ χρήματα ἐργαζόμεναι, μικρὰ τῆς
πόλεως χρῄζουσαι διὰ τὴν ἐξ ἀλλήλων ἀντίδοσιν.

ἀθρείτω δὴ τις καὶ τὰ πρὸ τῶν πυλῶν· οὐ γὰρ
 ἀξιώσει γε πανδοκεῖα προσειπεῖν, ἀλλὰ φυλὰς πόλεως,
ἀλλ’ ὡς ταύτης εἶναι μόνης· οὕτως ἠκρίβωται πρὸς
τὸν εἴσω ζῆλον τὰ ἔξω καὶ τρυφῇ καὶ λουτροῖς καὶ
τέχναις καὶ τῷ συνοικεῖσθαι· ὥστ’ εἴ τις τὸ τρίχα
διῃρημένον εἰς ἕνα τύπον συνήγαγεν, ἐξήρκεσεν ἂν τὰ
 νῦν πρὸ τῆς πόλεως εἶναι πόλις.

ὥσπερ γὰρ τὰ
πρὸ τῶν βασιλείων μετεῖχε τῆς ἔνδον σεμνότητος λει-
πόμενα μὲν τῶν ἔνδον, παρέχοντα δὲ τεκμαίρεσθαι
τοῖς ἐλάττοσι τὰ μείζω, οὕτως ἀπὸ τῆς πόλεως ἐρρύη
τις ἐπὶ τὰ πρὸ τῶν τειχῶν ὁμοιότης, ὥστε ἐξελαύνων
 φήσεις ἐν βραχυτέρῳ τύπῳ θεωρεῖν ὅ ἀπολέλοιπας,
καὶ εἰσελαύνοντι προμεμήνυται τοῖς ἔξω τὰ εἴσω.

πάντα μὲν οὖν τῆς αὐτῆς ἰδέας, τὰ δὲ δὴ πρὸς
δυσμάς, Ἡράκλεις, ὡς πάντα μὲν τἄλλα, πάντα δὲ
 λόγον νικᾷ. καὶ μόνα ταῦτα ἰδεῖν ἄξιον, ἀκούσας δὲ
 ἥδιστα οὕτως ἂν | οὐχ ὅσον ἄξιον ἀκούσαις.

εὐθὺς
μὲν ὑπερβάλλοντι τὰς πύλας ἐν εὐωνύμοις κήπων τε
 

 
ποικιλία καὶ καταγωγῶν χάριτες καὶ κρηνῶν ἀφθονία
καὶ δένδρεσιν οἰκίαι κρυπτόμεναι καὶ δένδρα ὑπεραί-
ροντες θάλαμοι καὶ λουτρῶν πολυτέλεια, χῶρος Ἀφρο-
δίτῃ πρέπων καὶ τῷ ταύτης υἱεῖ τῷ τοξότῃ. προϊόντι
δέ σοι καθ’ ἑκατέραν τῆς ὁδοῦ πλευρὰν ἀμπελουργιῶν 
τε πλῆθος ὁρᾶται καὶ οἰκιῶν κάλλη καὶ ῥοδωνιαὶ καὶ
φυτὰ παντοῖα καὶ νάματα, καὶ τὸ μὲν ἕλκει, τὸ δὲ
ἀνθέλκει καὶ διὰ τοιαύτης ἡδονῆς ἐπὶ τὴν παγκάλην
ἀφίξῃ Δάφνην.

ὑπὲρ ἦς οὔτε εἴρηταί πω πρὸς
ἀξίαν οὐδὲν οὔτε εἰρήσεται, πλὴν εἰ τῷ θεῷ σὺν ταῖς 
Μούσαις ᾄδειν ἐπέλθοι τὸν χῶρον. ταύτην ἐγὼ
τὴν ὁδὸν τὴν ἀπὸ τῆς πόλεως ἐπὶ τὸ προάστειον ἥδιστα
ἂν προσεῖπον τῆς αἰγίδος θύσανον, ᾗ περιβάλλει τὴν
Ἀθηνᾶν Ὅμηρος. οὕτως ἅπασα χρυσῆ, | καὶ τελευτᾷ 
γε εἰς χρυσὸν Κολοφώνιον, τὴν Δάφνην.

ἣν 
ἰδόντι μὴ βοᾶν οὐκ ἔστι καὶ σκιρτᾶν καὶ ἀνᾴττειν καὶ
κροτεῖν καὶ μακαρίζειν αὑτὸν τῆς θέας καὶ οἷον ὑπὸ
τῆς ἡδονῆς πτεροῦσθαι. ἄλλο γὰρ ἄλλοθεν τὸ μὲν
 
 

 
θέλγει, τὸ δὲ ἐκπλήττει, καὶ τὸ μὲν κατέχει, τὸ δὲ
ἐπισπᾶται καὶ περικέχυται τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐγὴ περι-
στρέφουσα τὸν θεατήν, Ἀπόλλωνος ἱερόν, Δῖός ἱερόν,
στάδιον Ὀλυμπικόν, θέατρον ἁπάσης τέρψεως, κυπα-
 ρίττων πλῆθος καὶ πάχος καὶ ὕψος, ἀτραποὶ σκιεραί,
χοροὶ μουσικῶν ὀρνίθων, πνεῦμα σύμμετρον,
των ἡδίους ὀσμαί, καταγωγαὶ σεμναί, ἡμερίδες εἰς
ἀνδρῶνας ἕρπουσαι, Ἀλκίνου κῆποι, τράπεζα Σικελική,
κέρας Ἀμαλθείας, πανδαισία, Σύβαρις. λουτρὸν δὲ ὅ
 τι ἂν προκρίνας λούσῃ, τὸ χαριέστερόν σοι παρῶπται.

οὕτω δὲ ὁ χῶρος ἀμύνει σώμασιν, ὥστ’ ἢν μικρὸν
ἐνδιατρίψας ἀπέλθῃς, εὐχροώτερος ἄπει. ἐρωτηθεὶς δέ,
ὅτῳ μάλιστα ἐγανώθης, ἀπορήσαις ἄν. οὕτω πάντα
ἐφάμιλλα. πάθος δὲ οὐδὲν οὕτως ἰσχυρὸν οὐδὲ ἄμαχον
 οὐδὲ ἔμμονον, ὅπερ οὐκ ἂν ἐξελάσειεν ἡ Δάφνη, ἀλλ’
ἅμα τε προσῆλθες τῷ τόπῳ καὶ τὸ λυποῦν ἀπελήλυθε.
 θεοὶ δὲ εἴπερ ὄντως οὐρανὸν ἀφέντες εἰς | γῆν ἔρχον-
 
 
 

 
τᾶι, τῇδέ μοι δοκοῦσι συνεῖναί τε καὶ συνεδρεύειν, ὡς
οὐκ ἂν ἐν καλλίονι διατρίψαντες.

τοιαῦτα δὲ
ὄντα ἃ διεξῆλθον οὐ τοσαῦτά ἐστιν, ὥστε τὴν ὑπερ-
βολὴν τοῦ κάλλους ἐν τῇ βραχύτητι τῶν μετειληφότων
τοῦ κάλλους ἀπολλύναι τὸ θαῦμα, οἶον οὐ πέντε μὲν 
οἰκίαι, κῆποι δὲ ἑπτά, κυπάριττοι δέ τριακόσιαι, λουτρὰ
δὲ τρία, ἀλλὰ καλὰ μέν, ὡς οὐδὲν ἄλλοθι, πλείω δὲ
ἢ καλλίω τὰ πάντα.

οὕτω γὰρ εἰς πλῆθος ἕκαστα
τούτων κέκτηται, ὥστε αἰδοῖ τῆς πόλεως ἐν προαστείου
τάξει μεμένηκεν, ἀμφισβητεῖν δὲ βουλομένη πόλεσιν ἐκ 
πολλῶν ἔχει τὸ νικᾶν, ἣ καὶ Ῥωμαίων ὅσους θεατὰς
ἔλαβε, νενίκηκε πείσασα μηκέτι τὴν Ἰταλίαν ὑμνεῖν
ὡς ἀήττητον τὰ τοιαῦτα.

κεφάλαιον δὲ τῶν
Δάφνης καλῶν, οἶμαι δὲ καὶ τῆς γῆς ἁπάσης αἱ Δάφνης
πηγαί. ὡς οὐδαμοῦ ἡ γῆ τοιαύτην ἔτεκε ναμάτων 
φύσιν οὔτε ἰδεῖν οὔτε χρήσασθαι. Νυμφῶν τινων
ταῦτα βασίλεια, καὶ τῆς ἐκείνων δωρεᾶς τὸ καθαρώτα-
τον καὶ εἰλικρινέστατον.

καὶ δὴ καὶ φαίη τις
ἂν οὐχ ἦττον χαίρειν τῷ τόπῳ τὰς θεὰς ἢ τῇ μὲν
Πίσῃ τὸν Δία, τῷ δὲ Ἰσθμῷ τὸν Ποσειδῶ, Δελφοῖς 
 

 
δὲ τὸν Ἀπόλλω, τῇ Λήμνῳ δὲ Ἥφαιστον. καὶ εἰ δὴ
δεῖ πιστεύειν ἐν ὕδασι τὴν δίαιταν εἶναι ταῖς Νύμφαις,
 δοκοῦσί μοι τοῖς μὲν ἄλλοις ἐπιφοιτᾶν, | ὅσον ἐπι-
σκοπῆσαι, τουτὶ δέ, ὥσπερ οἱ βασιλεῖς, ἀντ’ ἀκροπόλεως
 πεποιῆσθαι. πείθομαι δὲ κἀκεῖνο τὰς τρεῖς θεάς, ὅτε
περὶ κάλλους ἤριζον, ἐνταυθοῖ λουσαμένας ἥκειν ἐπὶ
τὴν κρίσιν μᾶλλον ἢ οὗ λέγονται.

τίς γὰρ ἐπι-
στὰς καὶ θεασάμενος ἔκ τε τῶν πρώτων στομάτων τὸ
ὕδωρ ἐκρέον καὶ καθ’ ἑκάτερον τοῖχον τοῦ νεὼ φερό-
 μένον οὐκ ἂν ἀγασθείη μὲν τὸ πλῆθος, ἐκπλαγείη δὲ
τὸ κάλλος, τιμήσειε δὲ ὡς θεῖον, ἅψαιτο δὲ ἡδέως,
λούσαιτο δὲ ἥδιον, πίοι δὲ ὡς ἥδιστα; τὸ γὰρ αὐτὸ
ψυχρόν τε καὶ διαυγὲς καὶ ποτιμώτατον καὶ χάρισιν
ἐγκεχρισμένον καὶ προσηνὲς ὁμιλῆσαι σώμασιν.

οὐ
 μὴν ἐν τῇ μητρὶ μόνῃ τὸ ὕδωρ ἔμεινεν, οὐδὲ Δάφνη
μὲν ἐγέννησε, Δάφνη δὲ ἀπέλαυσε στήσασα περὶ αὑτὴν
τὸ δῶρον, ἀλλ’ ἡ μὲν ἔφηνε, μετέσχε δὲ μετὰ τῆς
φηνάσης ἡ πόλις οἴκοθεν οἴκαδε τῶν ναμάτων δρα-
μόντων, καὶ οὐκ ἐκ τῆς ὑπερορίας, ὃ πολλοῦ μὲν πόνου,
 πολλοῦ δὲ κινδύνου τῆς ἐπικουρίας ἐκ τῆς ἄλλων
φιλανθρωπίας αἰωρουμένης, μηχανησάμενοι δὲ ὁδὸν
 
 

 
τῷ ῥεύματι κατηρεφῆ διὰ τῆς ὑπωρείας πη μὲν ἔγκοι-
λον τὴν ὑπώρειαν τέμνοντες, πη δὲ προσοικοδομοῦντες,
ἔστι δὲ οὗ καὶ μετέωρον τὸν πόρον ὑπὲρ γεφυρῶν
ἄγοντες, ἔνθα τοῦτο ἐπηνάγκαζον οἱ κρημνοὶ, κοινοῦσι
τῷ ἄστει τὴν ἐκ τῶν προαστείων χορηγίαν.

καὶ 
νῦν ᾧ μάλιστα νικωμεν, τοῦτό ἐστιν, ὅτι κατάρρυτος
ἡμῖν ἡ πόλις. καὶ πρὸς μὲν τἄλλα | κἂν ἀναισχυν- 
τήσαι τις, ἐν δὲ ὑδάτων μνήμῃ πάντες εἴκουσι. τα
μὲν καλὰ πλήθει νικῶμεν, τὰ δὲ πολλὰ κάλλει, μᾶλλον
δὲ τὰ μὲν ἄφθονα τῷ πλήθει, τὰ δὲ χαρίεντα τῷ 
κάλλει. λουτρῶν μὲν τῶν δημοσίων ἕκαστον ποταμοῦ
μέτρον ἐκχεῖ, τῶν δὲ ἰδίων τὰ μὲν ὅσονπερ ἐκεῖναι τὰ
δὲ οὐ πολλῷ τῳ λειπόμενον.

ὅτῳ δὲ δύναμις
λουτρὸν ἐπὶ τοῖς προτέροις ἐγείρειν, ἕνεκά γε ναμάτων
θαρρούντως ἐγείρει καὶ οὐ δέδοικε, μὴ τὸ μὲν εἰς 
ἄκρον ὥρας ἀσκηθῇ , Νυμφῶν δὲ ἐνδείᾳ πολυδίψιον
ὀνομασθῇ, ἀλλὰ τοσοῦτον ἀπέχει τοῦ σπάνει τῶν
των ἀποστῆναι τῆς ὁρμῆς, ὥστε καὶ ὅτῳ μὴ πολλή τις
ὁρμή, παρ’ αὐτῶν τῶν ὑδάτων ἐντρέπεται. τοιγαροῦν
 
 

 
ἅπασα φυλὴ τῆς πόλεως λουτρῶν κόσμοις ἰδιωτικοῖς
ἁβρύνεται τῆς ἐπωνυμίας κρείττοσιν. ἃ τοσούτῳ καλ-
 λίω τῶν δημοσίων, ὅσῳπερ τῶν δημοσίων | ἐλάττω,
καὶ πολλὴ τῶν φυλετῶν ἔρις παρ’ αὐτοῖς ἑκάστοις
 εἶναι τὸ κάλλιστον.

ἔξεστι δὲ τὸν μὲν τῶν πηγῶν
πλοῦτον τῷ πλήθει τῶν οἰκιῶν σκοπεῖν· ὅσαι γὰρ
οἰκίαι, τοσαῦται κρῆναι, μᾶλλον δὲ καθ’ ἑκάστην πολλαί,
καὶ τῶν γε ἐργαστηρίων τὰ πολλὰ τούτῳ φαιδρύνεται.

διόπερ οὐδὲ περὶ τὰς δημοσίας παγκρατιάζομεν,
 ὅστις πρὸ τοῦ πλησίον ἀρύσεται, τοῦτο δὴ τὸ πολλὰς
τῶν πολυχρύσων ἐνοχλοῦν· παρ’ οἷς ὠθισμός τε περὶ
τὰς κρήνας καρτερὸς καὶ ἐπ’ ἀγγείοις καταγνυμένοις
ὀδυρμὸς καὶ πρὸς τοῖς κρουνοῖς τὰ τραύματα. ἡμῖν
δὲ διὰ τὸ εἴσω θυρῶν ἑκάστοις εἶναι κρήνην αἰ κοιναὶ
 πρὸς ἐπίδειξιν ῥέουσι.

τό γε μὴν τῶν ὑδάτων
διαφανὲς οὕτως ἂν ἐξετάσαις καλῶς, εἰ κολυμβήθραν
 πλήσας τὸ ἐπ’ αὐτῆς ὕδωρ ἐπισχήσεις | τοῦ ῥέοντος.
οἰήσῃ γὰρ αὐτὴν εἶναι κενήν. οὕτως ἱκανῶς τοὔδαφος
 

 
ὑπὸ τῶν ὑδάτων λάμπεται. ὥστ’ οὐκ οἶδα, πότερον
ἡ θέα μᾶλλον δύναται ὑπεκκαῦσαι δίψος ἢ παῦσαι·
οὕτω καὶ προκαλεῖται πιεῖν καὶ προευφραίνει πρὶν ἢ
πιεῖν. 
 249. Ἃ τοίνυν εἰώθατε πρὸς ἀλλήλους εἰρηνικῶς 
ἀγωνίζεσθαι, ἄκριτον ὑμῖν ποιεῖ τὴν ἀμφισβήτησιν διὰ
τὸ πανταχόθεν ἴσον. οὕτω τοὺς ἄλλους διαφανῶς
νικῶντες πρὸς ἀλλήλους ἐν ὁμοίῳ καθεστήκατε.

λέγουσι τοίνυν οἱ μὲν τὴν πρὸς ἔω μοῖραν οἰκοῦντες,
ὅτι δὴ τὸ πλεῖστον τῶν πυρῶν διὰ τῆς ἐκείνων ἄγεται, 
καὶ ἅμα παραφέρουσι τὴν Ἀλεξάνδρου πηγήν, οἱ δ’ αὖ
πρὸς δυσμὰς τό τε πολύδενδρον καὶ καθαριότητα πλείω
καὶ τὸ ἥδιστον γειτόνημα, τὴν Δάφνην, οἱ δ’ ἐπὶ τῆς
ὑπωρείας αὔρας βελτίους καὶ ἀπραγμοσύνην καὶ τὸ
τὴν πόλιν ἅπασαν ἔχειν ὁρᾶν, οἱ δὲ ἐν τῇ νέᾳ τὸ 
τεῖχος, τὴν νῆσον, τὰ βασίλεια, τὴν τῆς ὅλης εὐθημο-
σύνην, οἱ δὲ έν μέσῳ τούτων | τὸ τούτων εἶναι μέσοι. 
 
 

 
τίς ἂν ταῦτα ἀκούων ἔχοι ψηφίσασθαι πάντων οὕτως
ἐφεξῆς ἰσορροπούντων;

ἀλλὰ ταύτην μὲν τὴν
ἔριν ἣν τὸ παρ’ ἑκάστοις εἶναι τὴν πλεονεξίαν ἐμποιεῖ,
μηδεὶς θεῶν ἡμᾶς ἀφέλοιτο, τῆς δ’ αὖ τῶν ὠνίων
 περιουσίας τί μὲν ἀφθονώτερον, τί δὲ διαρκέστερον;
ἃ διὰ πάσης μὲν οὕτω κέχυται τῆς πόλεως, ὡς μὴ
μέρος τι τῆς πόλεως ἒν ἀγορὰν κεκλῆσθαι μηδὲ δεῖν
εἰς ἕν τι συνελθεῖν ὠνησομένους, ἀλλὰ πᾶσιν ἐν ποσὶν
εἶναι καὶ πρὸ θυρῶν καὶ πανταχοῦ χεῖρα ἐκτείναντι
 λαβεῖν ὑπάρχειν.

οὐ γὰρ ἔστιν ἀγυιὰν οὕτως
εὑρεῖν ὠλιγωρημένην οὐδ’ ἐν ὑστάτοις, ἣ τοὺς ἐνοι-
κοῦντας ἑτέρωσε πέμπει ληψομένους τι τῶν ἀναγκαίων,
ἀλλ’ ὁμοίως ἀκμάζει τά τε μέσα τοῦ ἄστεος καὶ τὰ
ἔσχατα, καὶ ὥσπερ μεστὰ πάντα ἀνθρώπων, οὕτως
 ὠνίων πάντα μεστά.

καὶ πολλὰ μὲν τῶν ὠνητῶν
ἤδη τις παρῆλθεν οὐ χρήζων, ὧν δὲ εἰς χρείαν ἦλθε,
ταῦτα οὐδεὶς ἐζήτησεν ἀπόντα. ἁμιλλᾶται δὲ τοῖς
ἀναγκαίοις τὰ πρὸς τρυφὴν ἐξευρημένα, καὶ ταῖς τύχαις
ἀμφοτέραις ἔνι χώρα παρὰ τῇ πόλει· πενίᾳ τε γὰρ
 ἐπαρκεῖ καὶ πλουσίων ἐπιθυμίαις ὑπηρετεῖ ἐκπορίζουσα
μὲν ταῖς ἐκείνων ἀπολαύσεσιν ἁβρά, παρασκευάζουσα
δὲ τῇ τούτων ἐνδείᾳ σύμμετρα καὶ τῶν μὲν οὐκ ἐλάτ-
 τῶν, | τῶν δὲ οὐ μείζων γιγνομένη. τὸ δὲ δὴ
των κομψότατον, ὅτι καὶ τὴν πενίαν ποικίλως μετ’
 

 
ἐπιμελείας ἑστιᾷ καὶ οὐκ ἀποζῆν παρέχει μόνον, ἀλλὰ
καὶ μεθ’ ἡδονῆς προστίθησι.

γνοίη δ’ ἄν τις
ὡδὶ τὸ τῆς ἀγορᾶς ὑπερβάλλον. αἱ πόλεις, ὅσας ἴσμεν
ἐπὶ πλούτῳ μάλιστα φρονούσας, ἕνα στοῖχον τῶν ὠνίων
δεικνύουσι, τὸν τῶν οἰκημάτων προκείμενον, ἐν δὲ 
τοῖς μέσοις τῶν κιόνων ἐργάζεται οὐδείς, παρ’ ἡμῖν
δὲ καὶ ταῦτα πωλητήρια, ὥστε ἑκάστου μικροῦ τῶν
οἰκημάτων ἀντιπρόσωπον ἐργαστήριον, ἀντίπυργοι ξύ-
λινοι καὶ ῥῶπες εἰς σκέπην, καὶ τόπος οὐδεὶς ψιλὸς
χειροτεχνήματος, ἀλλὰ κἂν μικροῦ τις λάβηται κρασπέ- 
δοῦ, παραχρῆμα τοῦτο ἀκεστήριον ἤ τι παραπλήσιον,
καὶ ἔχονται δὴ τῶν τόπων οἷον καλωδίων, ὥσπερ
Ὀδυσσεὺς τοῦ ἐρινεοῦ.

λαμπρὰ δὲ οὖσα τῶν
ὠνίων ἡ κατασκευὴ τῷ διηνεκεῖ πλέον τεθαύμασται, 
ὥστε τοῖς ἀγοράζουσιν | ἐξ ἑωθινοῦ πλέον οὐδὲν 
παρὰ τοὺς ἐσπέρας ὠνουμένους, ἀλλ’ ὥσπερ τοῖς ὕδα-
σιν, ἡνίκα ἂν δεηθῇς, ὁμοίοις ἐντυγχάνεις, οὕτω τῆς
 
 
 

 
ἀγορᾶς συνεχῶς ὁμοίας ἀπολαύεις, καὶ οὐδὲ νὺξ ἐπελ-
θοῦσα τὴν ἀκμὴν διακόπτει, ἀλλὰ πλέον τι παρ’ ἡμῖν
τοῦ παρ’ Αἰθίοψιν ὁρᾶται κόμπου.

οἱ μὲν γὰρ
ἣν Ἡλίου κεκλήκασι τράπεζαν πλήρη κρεῶν ἀνιόντος
 τοῦ θεοῦ παρέχονται καὶ τὸ μὲν ἔργον ἐστὶ τῶν ἐν
τέλει νυκτὸς τὰ κρέα τιθέντων ἐπὶ τὴν τράπεζαν, τερα-
τεύονται δὲ τῆς γῆς εἶναι ταύτην αὐτόματον φοράν·
τῶν δὲ παρ’ ἡμῖν ὠνίων ὁ μὲν τῆς παρασκευῆς
εῖται χρόνος, ἡ δὲ ἁβρότης ὁρᾶται, πλεονεκτεῖ δὲ οὐδὲν
 ἡμέρα νυκτός, ἀλλ’ ἐπ’ ἴσης ἀφθονίας ἐν ἑκατέρᾳ
πάντα ἔστηκεν.

ὥστε καὶ τῶν ὁδοιπόρων ὅσοις
ἐπὶ τῶν τελευταίων συσκοτάζει σταθμῶν, θαρροῦντες
ἐλαύνουσιν ἐπὶ τὴν πόλιν, ὡς ἐνευπαθήσοντες ἐν νυκτί.
τοῖς δὲ λούσασθαί τε ὑπάρχει καὶ δειπνῆσαι λαμπρό-
 τερον τῶν εἰς ἐπινίκια κεκλημένων, ὥσπερ τῶν
ρων, ὅπως αὐτὸ εὐτρεπίσαιεν, προαπεσταλμένων.

τά τε γὰρ ἄλλα ἐν χερσὶ καὶ τοὺς ἰχθῦς οὐδὲν δεῖ
περιτρέχοντα ζητεῖν, ἀλλὰ τοῖς πρατῆρσι κηρύττουσιν
ὑπακούειν· καὶ γὰρ δὴ καὶ Ἰχθύων οἱ χερσαῖοι πλειό-
 νῶν ἀπολαύομεν ἢ πολλοὶ τῶν περικλυζομένων θαλάττῃ,
καὶ πελαγῶν μὲν διεστήκαμεν, οἱ δὲ ἐκείνων ἐργάται |
 
 

 
τὰ τῶν πελαγῶν ἡμῖν σαγηνεύουσι θρέμματα, καὶ R 360
σωροὶ παρ’ ἡμέραν πάσης ἰδέας Ἰχθύων ἐπεισέρχονται.

καλὸν δὲ κἀνταῦθα τὸ μηδὲ τοὺς καταδεεῖς ἀπο-
κεκλεῖσθαι τῆς τοιαύτης ἐδωδῆς· πορίζουσα γὰρ ἡ Τύχη
τὰ πρόσφορα ἑκάστῳ διεῖλεν εἰς μὲν τοὺς εὐδαίμονας 
τὴν ἀπὸ τῆς θαλάττης φοράν, εἰς δὲ τοὺς ἑτέρους τὴν
ἀπὸ τῆς λίμνης, κοινὸν δὲ ἁμφοῖν ἔδωκε τὸν ποταμόν,
ὃς τοῖς μὲν εὐπόροις βόσκει τὸ γένος, ὅ παρὰ τῆς
θαλάττης εἰς αὐτὸν ἀναπλεῖ, τὰ δ’ ἄλλα τοῖς ἄλλοις
ἅπαντα πολλά. 
 260. Τοῦ ποταμοῦ δὲ καὶ τῆς λίμνης οὐ τοσοῦτον
τὸ κέρδος εἰς τὴν πόλιν, ὅσον τραπέζας κοσμεῖν, ἀλλὰ
καὶ ὅσα δίδωσιν ἡ γῆ, τῆς πόλεως εἶναι ποιοῦσι δι
εὐπετείας τὴν κομιδὴν ἐργαζόμενοι καὶ οὐ κατακλεί-
οντες τὰς τῶν καρπῶν ἀγωγὰς εἰς ὑποζυγίων στενότητα. 
νειμάμενοι γὰρ τὴν χώραν, καὶ ὁ μὲν διὰ τούτων ῥέων
ἃ τὴν λίμνην οὐκ ἔχει σύμμαχον, ἡ δὲ ἐν τούτοις
πεπταμένη τοῖς τόποις οἷς ὁ ποταμός οὐ βοηθεῖ, ναυ-
τικοῖς λιμναίοις τε καὶ ποταμίοις κενοῦσι τοὺς ἀγροὺς
εἰς τὴν πόλιν.

καὶ τὴν μὲν πρώτην μεμερισμένως 
ἄγουσιν, ἔπειτα ἀντ’ ἀμφοῖν ὁ ποταμὸς | καθίσταται 
μετὰ τῶν οἰκείων τὴν διὰ τῆς λίμνης πομπὴν δεχόμε-
 

 
νός τε καὶ φέρων εἰς μέσην τὴν πόλιν καὶ πρὸ τῶν
πυλών ἑκάστοις τὰ φορτία ποιῶν· ὥστε γυναιξὶ καὶ
παισὶν ἐξαιρεῖσθαι τὸν γόμον ἐξεῖναι. τοὐναντίον γὰρ
ἢ περὶ τὴν Θεσπρωτίδα τῇδε συμβέβηκεν. ἐκεῖ μὲν
 γὰρ ὁ ποταμὸς εἰς τὴν λίμνην ἐμβάλλει , ἐνταῦθα δὲ
τὴν λίμνην ὁ ποταμὸς ὑπολαμβάνει.

τὸ δὲ δὴ
μέγιστον, οὐδὲ γὰρ τὸ μετὰ τὴν πόλιν εἰς θάλατταν
ῥέον ἄπορον ναυσὶν ὑπὸ τῶν πετρῶν καθέστηκεν, ὃ
δὴ καὶ τοῦ Νείλου τὰ πολλὰ πέπονθεν, οὐδὲ τοῦτο
 ἡμῖν ἄχρηστον, ἀλλ’ ἄξιον τῆς εὐφημίας ᾗ Πίνδαρος
εἰς τὸν Καμαριναῖον Ἵππαριν κέχρηται, ὅτι κολλ ᾷ
 
 
 

 
σταδίων θαλάμων ταχέως ὑψίγυιον ἄλσος, τοῖς
ἁπανταχόθεν ξύλοις δι’ αὑτοῦ παρέχων ὁλκήν. 
 263. Τοῦ ποταμοῦ δὲ ἐννοήσας τὰς εἰς τὴν θάλατ-
ταν ἐκβολὰς ἕλκομαι πρὸς τὴν τοῦ λιμένος μνήμην.
ὃν οὐχ ὧν εἶναι δοκεῖ, τούτων κηδόμενος ὁ κρατῶν 
μετερρύθμισεν, ἀλλὰ τέτμηται μὲν ἐν Σελευκείᾳ, τέ-
τμηται δὲ ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας τοσούτῳ χρυσῷ λιμὴν ἐκ
πέτρας γενόμενος, ὅσον οὐδὲ Κροίσῳ | Πακτωλὸς 
ἐθησαύρισε.

τοιγαροῦν ἅπασα πανταχόθεν ὁλκὰς
ἀνάγεται τὰ πανταχόθεν ἄγουσα, Λιβύης, Εὐρώπης, 
Ἀσίας, νήσων, ἠπείρων, καὶ τῶν ἑκασταχοῦ καλλίστων
τὸ κάλλιστον δεῦρο κομίζεται τῆς εἰς τὴν πρᾶσιν
ὀξύτητος γνώμας ἐμπόρων δεῦρο καλούσης καὶ γῆν
ἅπασαν δι’ αὐτῆς καρπούμεθα. πλεῖστα δὴ τῶν ὑπὲρ
πελάγους ἁπλωθέντων ἱστίων λιμένων οὗτος συνέστειλε. 
 265. Τί οὖν δὴ θαυμαστὸν τοιαύτην μὲν νεμομέ-
νους γῆν, τοιούτῳ δὲ ἐμπορίῳ χρωμένους, ἔχοντας δὲ
σύμμαχον μὲν λίμνην, ποταμοῦ δὲ πόρον συνεργὸν
 
 

 
ἐγγύτατα πανηγύρεως κατεσκευάσθαι τὴν πόλιν;

ποῦ γὰρ ἑτέρωθι πανήγυρις τοσούτοις θάλλει τοῖς
ἅπασιν, ὅσοις ἐνταῦθα ὁ σύμπας χρόνος τοῖς ἅπασιν;
τίς δ’ οὐκ ἂν πρῶτον ὁρῶν τὴν πόλιν εἰς ἱερομηνίαν
 ἥκειν ἡγήσαιτο; τίς δ’ οὕτω φύσει κατηφής, ᾧ τὴν
 γνώμην οὐκ ἂν εἰς εὐθυμίαν τρέψειε; ποῦ δὲ |
λοθι τοσαύτη τέρψεων ἐπιρροὴ; τίς δὲ οὐχ ἡδονῆς
ἐνταῦθα ἀφορμή ; οὐκ ἀέρων πρᾳότης ; οὐ λουτρῶν
χάρις; οὐκ ἀγορᾶς φαιδρότης; . . . . . . . .
 σταθερῶς προξενῶν; οὐκ ἔαρ στιλπνὸν τοῖς ἄνθεσιν;
οὐ θέρος ἀκροδρύων χρώμασιν ἀστράπτον τε καὶ τὸ
ἄστυ ταῖς ὀσμαῖς λειμῶνα ποιοῦν; οὐχ ἥδιον μὲν ἐν
μέσῳ βαδίσαι τῶν ὠνίων ἢ διὰ μέσων κήπων ἐλθεῖν,
ἥδιον δὲ τῆς οἴκοι διατριβῆς οἱ κατ’ ἀγορὰν σύλλογοι;
 οὐκ αὐτὸς ὁ ῥέων διὰ τῆς πόλεως ὄχλος εἰς θέας χάριν
ἀρκεῖ; οὐ παρ’ ἡμῖν Ὅμηρος ἐλέγχεται μειζόνως τῆς
ἀξίας τὸν Ὕπνον κοσμῶν;

οὐ γὰρ ἐνταῦθά γε
 
 

 
ἄναξ ἀνθρώπων οὐδὲ ἀέκοντας ἕλκει πρὸς ἑαυτὸν
οὐδὲ πρὸς βίαν κατακοιμίζει, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ τῶν
φάρων ἐκείνου τυραννίδα μόνοι τῶν πάντων ἀπεσει-
σάμεθα καὶ τὴν ἡλίου λαμπάδα λαμπτῆρες ἕτεροι
δέχονται τὴν Αἰγυπτίων λυχνοκαίαν παριόντες, καὶ 
διενήνοχεν ἐνὶ μόνῳ παρ’ ἡμῖν νὺξ ἡμέρας τῷ τοῦ
φωτὸς εἴδει. ταῖς δέ γε δημιουργίαις πρὸς ἴσον ἔρχε-
ται, καὶ οἱ μὲν εὐτόνως ἐργάζονται χερσίν, οἱ δὲ |
ἁπαλὸν γελῶσι καὶ πρὸς ᾠδὴν ἀνίενται. κοινή τις 
Ἡφαίστου καὶ Ἀφροδίτης ἡ νὺξ τῶν μὲν χαλκευόντων, 
τῶν δὲ ὀρχουμένων, ἐν δέ γε ταῖς ἄλλαις Ἐνδυμίων
μᾶλλον τετίμηται. 
 268. Ποίοις δὲ ἔθνεσιν ἡ πόλις οὐ λυσιτελής; οὐκ
ἐνταῦθα χρηματισταῖς μὲν ἐπὶ πλοῦτον ῥᾳστώνη, σοφίας
δὲ μετόχοις μὲν εἰς δόξαν, ἐπιθυμηταῖς δὲ εἰς κτῆσιν; 
οὐκ ἐνσπουδάσαι μὲν ἀγαθή, ἐνευπαθῆσαι δὲ ἐπιτηδεία;
οὐχ ἵππων ἀγῶνες ἔριν ἀστασίαστον ἔχοντες; οὐκ
ἀθύρματα σκηνῆς; οὐκ ἀντίπαλοι ταῖς φροντίσιν αἱ
θυμηδίαι; οὐ τὸ τῶν Ἠλείων σεμνὸν ἐνταῦθα μετε-
λήλυθε καὶ τοὺς διδασκάλους τῶν Ὀλυμπίων τῇ πρὸς 
τὸν Δία τιμῇ παρηνέγκαμεν;

τοῦτον ἤδη τις τὸν
 
 
 

 
ἀγῶνα καὶ βασιλεὺς ἔθηκε καὶ τὴν αὑτοῦ στολὴν ἀφεὶς
τὴν Ὀλυμπικὴν ἔλαβεν, ὁ δέ τις ἑλλανοδίκης ὤφθη
καὶ τὸν ἐκ δάφνης ἀμφέθετο στέφανον, κοσμοῦντες
ὁμοῦ καὶ κοσμούμενοι τοῖς δρωμένοις. εἰ δὲ Ἠλείοις
 τἄλλα οὐχ ὡς ἄριστα πράττουσιν ἡ πανήγυρις φέρει
 τι σχήματος, τί τό γε ἡμέτερον νομίζειν, | οἳ μετὰ
τῆς ἄλλης τύχης καὶ τῇ τῶν Ὀλυμπίων φαιδρότητι
κεκρατήκαμεν; 
 270. Τίνα δὴ ταύτῃ πόλιν παραβάλλειν ἄξιον;
 τῶν μὲν γὰρ ἀρχαιοτάτων εὐδαιμονεστέρα, τὰς δὲ με-
γέθει νικᾷ, τὰς δὲ εὐγενείᾳ πάρεισι, τὰς δὲ τῷ παμ-
φόρῳ τῆς χώρας. καὶ μὴν ἦς μὲν ἡττᾶται κατὰ τοὺς
τοίχους, ταύτης κρείττων γίνεται τῷ τε ἐνύδρῳ καὶ τῷ
τοῦ χειμῶνος ἡμέρῳ καὶ τῇ τῶν ἐνοικούντων ἀστειό-
 τητι καὶ τῇ τῆς σοφίας ἀσκήσει, τῆς δὲ ἔτι μείζονος
τῷ καλλίστῳ καλλίων ἐστίν, Ἑλληνικῇ παιδείᾳ καὶ
λόγοις.

ὅλως δὲ τὰς μὲν μικρὰς εὑρήσεις, τὰς δὲ