ΠΕΡΙ ΤΟΤ ΠΛΕΘΡΟΤ. 
 Ἐπειδὴ πολλοὺς ὁρῶ χάριν εἰδότας Πρόκλῳ R 261
τῆς προσθήκης, ἣ μεῖζον ποιεῖ τὸ θέατρον, ᾧ πλευραὶ
μὲν τέτταρες, τὸ δὲ ἐν μέσῳ Πλέθρον δέχεται τὸ μετὰ
μεσημβρίαν ἔργον τῶν ἡκόντων ἀθλητῶν ἐπὶ τὰ Ὀλύμ- 5
πῖα, βούλομαι δεῖξαι τὸν μὲν ἁμαρτάνοντα τῇ προσ-
θήκῃ, τοὺς δ’ ὅ χρῆν αἰτιᾶσθαι, ταῦτα ἐπαινεῖν
ηγμένους. 
 2. Ἐγκαλέσαι δ’ ἄν τις οὐ Πρόκλῳ μᾶλλον εἰκότως
ἢ τοῖς πολιτευομένοις. οἶς ἐξῆν μὲν ἀντειπεῖν ἐπὶ τῷ 10
συμφέροντι καὶ βουλευόμενον ἐπισχεῖν, οἶδε γὰρ ὁ
ἀνὴρ ἕπεσθαι τοῖς παρ’ ἐκείνων πολλαχοῦ, οἱ δὲ
κεῦσαι τῷ θαυμάσαι τὸ γενησόμενον εἵλοντο μᾶλλον
ἢ διαλεχθῆναι τὰ πρέποντα.

εἰ μὲν οὖν ἦν μοι
 C = codex Chisianus 
 Α = Monacensis gr. 483 (Augustanus) 
 Ρ = Palatinus gr. 282 
 Ι = Marcianus append. XCI 2 
 Bong = editio Bongiovanniana 
 
 

 
φιλία πρὸς τὸν ἄρχοντα καὶ ὁμιλία καὶ λόγοι, καθάπερ
ἐπὶ τῶν πρὸ τοῦδε τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐσχηκότων, ἐπει-
 ῥώμην ἂν τοῦτό τε | διακωλύσαι καὶ τῶν ἄλλων ὅσα
οὐκ ὀρθῶς ἐδόκει μοι πράττεσθαι. ἐπεὶ δὲ ἧκε μὲν
 ἐκ Φοινίκης πεπεισμένος μὴ πάνυ τοῖς παρ’ ἐμοῦ
προσέχειν, ὡς ὑπερβολῇ φιλανθρωπίας πολλὰ διαφθεί-
ροντος, ἐγὼ δὲ τοῦτο αἰσθόμενος ἐπὶ μὲν προσηγορίᾳ
χρῶμαι ταῖς εἰσόδοις αἱ τοῦ μηνὸς γίγνονται τετράκις,
τοῦτο δὲ ποιήσας ἄφωνος καθέζομαι δεικνύς, ὡς οὐ
 τοῦ πολλὰ πράττειν ἐπιθυμῶ, καὶ γὰρ τοῦτ’ ἀκήκοε
καὶ τὸν εἰπόντ᾿ οὐκ ἐμέμψατο, λοιπὸν ἦν τὸν μὲν ἐᾶν
ποιεῖν τὸ δοκοῦν, διδάξαι δὲ τοὺς βουλομένους ἀκούειν,
ὅτι χείρω μένοιτ᾿ ἂν ἡμῖν τῇ περὶ ταῦτα σπουδῇ
Ὀλύμπια.

τῶν γὰρ ἐν αὐτοῖς δρωμένων ὁ μὲν σαλ-
 πιγκτὴς καὶ ὁ κήρυξ ἁπάντων ἦν ἀκοῦσαι, τουτὶ δὲ
ὑπὲρ οὗπερ ὁ νῦν λόγος, ἐδέχετο μὲν τοὺς ἀθλητὰς
ὥραν ὀγδόην τε καὶ τὴν ἐπὶ ταύτῃ, ἐδέχετο δὲ τοὺς
θεατὰς ἀσίτους, ὃ καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ καύματος διεκώλυε
 βλάβην, ἦσαν δὲ οὗτοι μαστιγοφόροι τε καὶ ἐφ’ οἷς ἡ
 κρίσις καὶ τῶν λελειτουργηκότων οἷς | ἥδιον. ἦλθεν
ἄν τις καὶ σύνδικος καὶ διδάσκαλος.

ἕδραι τε λίθου
δύο, τοῦ ἐδάφους ὁπόσον τῆς πρώτης πλησίον· οὐδὲν
γὰρ ἔδει πλείονος οὐ πολλοῦ γε τοῦ εἰσιόντος ὄντος.
οὔτε γὰρ οἰκέτης οὔτε ἔτι φοιτῶν νέος οὔθ’ οἷς ἀπὸ
 χειρῶν ὁ βίος οὔθ’ οἶς ἔργον τὸ μηδὲν ἐργάζεσθαι.
 

 
τριχῶν τε τῶν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς οἷς σφόδρα ἔμελεν,
εἴργοντ’ ἂν ἰσχυραῖς ταῖς περὶ τὰς θύρας φυλακαῖς ἢ
μὰ Δία γε οὐδὲ προσῄεσαν εἰδότες, ὡς ἔστι τὸ κωλύ-
σον.

μυστηρίων τε τιμὴν εἶχε τὰ ἐν τούτῳ τῷ
Πλέθρῳ. τοσαύτη μὲν αἰδὼς ἦν, ἣν ἀλλήλους τε καὶ 
τοὺς ἀθλητὰς οἱ παρόντες ᾐδοῦντο, τοσαύτη δὲ ἡσυχία,
τοσαύτη δὲ σιωπή· καὶ γὰρ εἴ τι πάλαισμα
ἦν ἄξιον, σιγῇ τοῦτο ἐθαυμάζετο. τῆς βοῆς δὲ ἔδει
τοὺς θεωμένους κρατεῖν τοῦ σκήπτρου | παρέχοντος 
τὸν φόβον.

ἰσχυρότερον δὲ καὶ κρεῖττον τοῦτο ῥᾳ- 
δίως ἐγίγνετο <τὸ> τῶν οὐ πολλῶν. οὐ πολλοὶ
ἦσαν τῷ μὴ πολὺ τὸ δεχόμενον εἶναι. πολλῶν δὲ
οὐδὲν ἐδεῖτο τουτὶ τῶν Ὀλυμπίων τὸ μέρος, ᾧ κόσμος
ἦν αὐτὸ τοῦτο, τὸ μὴ πολλῶν εἶναι. τοιοῦτον δὲ ἄρα
τι καὶ τὸ τῶν τελετῶν, αἷς οὐκ ἂν συναχθεσθείης 
ἐλάττοσιν ἀντὶ πλειόνων ἑαυτὰς παρεχούσαις.

οὐδὲν
τοίνυν ἐνταῦθα μεῖζον ἐδύνατο τοῦ νόμου, τοῦ νόμου
δὲ ἦν ἀπεῖναι κραυγὴν καὶ τοῦ χείρονος καὶ τοῦ βελ-
τίονος. ὑπῆρχε μὲν γὰρ ἑκάτερον εἰδέναι, πρὸς δὲ τὸν
πέλας εἰπεῖν τι ἐξῆν περί τε τούτου περί τε ἐκείνου 
καὶ ταῦτα ἠρέμα, τὸ δ’ ὑπὲρ τοῦτο παράνομον. 
 9. Τί οὖν τὸν κόσμον τὸν περὶ τοῦτο, ὃ πλείστης
σωφροσύνης μετεῖχε, συνέχεεν; ἀγωνοθετεῖ μὲν Ἀργύ-
ριος μετὰ τὸν ἕτερον τοῖν ἐμοῖν θείοιν τὸν πρεσβύτε-
τον, ἀνὴρ τῇ μὲν ἄλλῃ πολλοῦ τινος ἄξιος, ταύτην δὲ 
 
 

 
βλαβερὰν δοὺς τοῖς Ὀλυμπίοις τὴν χάριν. ποιεῖ γὰρ
δὴ διπλασίας τὰς ἕδρας τὰς λιθίνας τῷ προσθεῖναι
τοσοῦτον, ὁπόσον ἦν πρότερον. ποιεῖ δὲ καὶ διπλα-
 σιοὺς τοὺς ἐπὶ τὴν θέαν ἰόντας.

καὶ ἦσαν μὲν
 οἱ περιιόντες ὡς ἐπ’ ἔργῳ γενναίῳ | τὸν Ἀργύριον
ἐπή̣νουν, νενικῆσθαι τοὺς πρὸ αὐτοῦ λέγοντες ἅπαντας
τῷ πεποιημένῳ, τουτὶ δὲ ἄρα ἔμελλέ τι κινήσειν τῶν
ἐνταῦθα νομίμων, καὶ συνεισῄει τοῖς πλείοσι θεαταῖς
πολλὰ τῶν ἔμπροσθεν οὐκ ὄντων. ὁ δὲ μετ’ ὀργῆς
 ἐπιὼν τῷ θορυβοῦντι τὸ μὲν ἔπαυεν ἄν, τὸ δ’ οὐκ
εἶχεν, ἦν δ’ ἂν βελτίων τηρῶν τὸ καθεστηκὸς μᾶλλον
ἢ χρείαν φαρμάκου ποιῶν.

ὅμως δ’ ἦν τις αὐτῷ
καὶ ἐκ τούτων ἡδονὴ πρὸς τὸ πλέον βλέποντι καὶ τῶν
ὑμνησόντων τὸ προσγενησόμενον οὐκ ἠπόρει, οἳ τὸ μὲν
 ἀπολωλὸς ἰσεῖν οὐκ ἐδύναντο, <δι᾿> ὃ δὲ ἀπωλώλει,
μέγα ἦγον καὶ χρήστην αὐτῷ τῆς χάριτος ἔφασκον
εἶναι τὸν Δία.

ἠξίουν μὲν οὖν ἔγωγε Φασγάνιον,
τῶν θείων μοι τὸν νεώτερον, μηδὲν πρὸς ταῦτα παθεῖν
καὶ ταῦτα φρονήσει δοκοῦντα διαφέρειν, ἀλλὰ τὸν μὲν
 ἀντ᾿ ἀγαθοῦ κακόν τι πεποιηκέναι νομίζειν, τῶν δὲ
καταγελᾶν, ὡς ἀπολελειμμένων τῆς ὀρθῆς περὶ τοῦ
πράγματος κρίσεως.

νῦν δ’ ὁ συνετὸς ἐκεῖνος
ἐδήχθη τὴν ψυχήν, ἐζηλοτύπησεν, ἐμιμήσατο , τὴν οὐ
 

 
καλὴν ἤρισεν ἔριν, καὶ προσθήκη πάλιν ἑτέρα,
μένη τοσοῦτον, ὅσον ἀμφότερα, τό τε ἀρχαῖον καὶ τὸ
δεύτερον, καὶ πλείων μὲν ὁ ὄχλος, πλείων δὲ ὁ
βος. τὸ πρόσωπον δὲ ἐκεῖνο τὸ καταπλῆξαι | δεινὸν 
ὠφελεῖ μέν, μικρὰ δὲ ταῦτα, καὶ καθ’ ἑκάστην Ὀλυμ- 
πιάδα τὴν ἀκοσμίαν ἦν Ἰδεῖν αὐξανομένην.

τελευ-
τώντων μὲν τῶν παρὰ τῶν ἀθλητῶν εἰς ἡλίου δύσιν
διὰ τὸ καὶ τὸν τῆς ἀρχῆς τουτωνὶ τῶν ἔργων κεκι-
νῆσθαι χρόνον, ἀνάγκη γὰρ ἦν βραδύτερον ἀρχομένους
βραδύτερον πεπαῦσθαι, τολμώντων φανερῶς ὁμολογεῖν 
τῶν πολλῶν μὴ ἂν δύνασθαι τὸ καῦμα ἀνέχεσθαι τῶν
προτέρων ἐπὶ τῷ πάνυ δύνασθαι φιλοτιμουμένων, φωναὶ
δὲ αἱ τῶν ἄλλων θεατῶν εἰσῆλθον ἐκεῖσε πᾶσαι μεμιγ-
μέναι ταῖς τῶν Ἑλλήνων αἱ Ῥωμαίων τῶν μὲν φασκόν-
των ἐκτετάσθαι τὸν παλαιστὴν, τῶν δὲ οὔ. ὥστε τοῖς 
τὰ πρότερα εἰδόσι ταῦτ’ ἐλεεῖν ἐπῄει ὄνομά τε αὐτοῖς
ἐτίθεντο τὸ τῆς ἑορτῆς ἐκείνης, ἐν ᾗ τὸ μηδὲν ὀκνεῖν
πολύ.

ὑβρισμένων δὴ καὶ καταπεφρονημένων τῶν
ἐν τῷ Πλέθρῳ, τῶν ἐντιμοτάτων τε καὶ σεμνοτάτων,
ῥᾷον ἤδη τὰ ἄλλα μεθίστατο κελευόντων μέν τινων 
τὰ] ἄριστα ποιεῖν τὰ δεῖπνα τόν τε ἀγωνοθέτην τούς
τε ἑλλανοδίκας καὶ πειθόντων, ἀνισταμένων δὲ
νων καὶ διασπειρομένων οἴκαδε ἑκάστου, δεικνύντων
 
 

 
ἐν τοῖς προσώποις ὑπὸ τῇ δάφνῃ τὸν οἶνον.

καὶ |
 ταῦτα δή φημι τὴν γένεσιν ἐκεῖθεν λαβεῖν, ἀπὸ τῆς
ἐν τῷ Πλέθρῳ παροινίας. ἐλογίζοντο γὰρ οἱ ταῦτα
ἀξιοῦντες, ὅτι οὐδὲν δεῖνον ἐπὶ τοῖς τηλικούτοις ταῦτα
 ἁμαρτάνεσθαι. τῆς δὲ ἐν ἐκείνοις πλημμελείας αἴτιον
τὸ πλῆθος, τούτου δὲ αὐτὸ τὸ ἔχειν, οὗ τοσοῦτοι καθ-
εδοῦνται.

οὕτως ἡμῖν ὁ καλὸς Πρόκλος
τερα τὰ ἐκεῖ ποιεῖ, καὶ ὁ χαίρων, εἰ τοῦτο μεῖζον ἕξο-
μεν τὸ θέατρον, ἐπὶ τῷ μείζω τὴν ἀσέλγειαν ἔσεσθαι
 χαίρει. χαίρων δὲ τοῦτο πολεμεῖ τοῖς Ὀλυμπίοις καὶ
δείκνυσιν, ὡς οὐκ ἂν τελεῖσθαι βούλοιτο τά γε ὡς
ἀληθῶς Ὀλύμπια.

ἐγὼ δὲ ἠξίουν Πρόκλον μαθεῖν
τε ἅπαντα τὸν περὶ τὸν τόπον λόγον βοηθῆσαί τε τοῖς
πάλαι νενομισμένοις. τοῦτο δὲ ἦν ἀφελεῖν τὸ νεώτερον
 καὶ καθίσαι τοὺς ἀνθρώπους ἐπὶ τοῦ πρεσβυτέρου
μόνου καὶ μὴ φροντίσαι τῶν διαβαλούντων τὸ ἔργον,
ὡς συκοφαντούντων. τὸν γὰρ τῷ νόμῳ συνηγωνισμένον
οὐκ ἠδικηκέναι, οὐδέ γε πανταχοῦ τὸν μὲν ἀφαιροῦντά
τινος ἀδικεῖν, τὰς προσθήκας δὲ εὐδοκιμεῖν, ἀλλ᾿ εἶναι
 καὶ προσθέντα βλάψαι καὶ ἀφελόντα ὀνῆσαι.

τοῦτο
δὲ ἴδοι τις ἂν μάλιστα ἐν τοῖς σώμασιν, ἐν οἷς αἰ
προσθῆκαι τῶν ἀποκοψόντων δέονται, κἂν ὁ ἰατρὸς
τοῦτο φαρμάκοις ἢ καὶ τῷ σιδήρῳ δυνηθῇ, τὸν μισθὸν
ὧν ἀφεῖλεν ἔχει. μάλιστα μὲν οὖν ἐχρῆν τὸν καλὸν
 κἀγαθὸν Πρόκλον οὕτω τὴν περὶ τὸν Δία σπουδὴν
ἅπασιν ἐπιδεῖξαι.

πάντως γὰρ εἰ καὶ μὴ πάνυ |
 πολλούς, ἀλλὰ τούς γε σπουδαίους ἔπειθεν ἂν αὐτὸν
 

 
ἐγκωμιάζειν. εἰ δ’ ὤκνει τοῦτο ποιῶν ὀφθῆναι, οὐκ
εὔλογον μὲν τὸ πάθος, ἔστω δέ τις τῷ ὄκνῳ τῷ περὶ
τοῦτο λόγος. ὁ δὲ τί μαθὼν λίθους ἐπὶ λίθοις
κνύει καὶ πόνον ἕτερον καὶ δαπάνην ἄλλην καὶ
θυμίαν πολλὴν πειρωμένην νικῆσαι τὰ τρία;

τίς 
γὰρ οἴσει τὰ γενησόμενα; τίς τὸν ἐσπεσούμενον ὄχλον;
τίς οὐχ ἡγήσεται ληρεῖν τὸν κήρυκα μεμνημένον ἡσυ-
χίας; τίς δείσει τὸ σκῆπτρον; τίς αἰσχυνεῖται τὸν στέ-
φανον; τίς τὴν ἀρχὴν αὐτήν;

εἴσονται γάρ, ὡς
ἢν μὴ δουλεύῃ τοσούτοις οὖσι τοῖς θεαταῖς, ἐμβρον- 
τηθεὶς ὑπὸ τῆς βοῆς ἄπεισιν, ἀρκεῖν ἡγούμενος σώζειν
ἑαυτόν, τῇ ’κείνων ἀφεὶς βουλήσει τὸ περὶ τοὺς ἀθλη-
τάς· αὐτὸ γὰρ τὸ τοῦ θεάτρου μέγεθος ἐπισπάσεται
τοὺς οὐ δικαίους τῶν αὐτόθι γινομένων μετέχειν. μετ-
ἐχουσι μὲν γὰρ καὶ νῦν, ἀλλ’ οὐ τοσοῦτοι, μεθέξουσι 
δὲ ἐκ τῶν προστιθεμένων πλείους, ἡ ζημία δὲ ἐν αὐτῷ
τῶ πλείονι. 
 23. τιοῦν περιιόντες λέγετε; μικρὰν ὁ Πρόκλος
τὴν πόλιν παραλαβὼν μεγάλην ἐποίησεν. ἐγὼ
μὲν γὰρ ἐν τούτῳ τῷ μέρει, καὶ μαρτυρεῖ μοι τὰ 
πράγματα, μικροτέραν αὐτόν φημι ποιεῖν τὴν πόλιν.
ἐν γὰρ τῷ τοιαῦτα οἰκοδομεῖν καταλύει τῇ πόλει τὸ
κεφάλαιον τῆς δόξης, μᾶλλον δὲ προσδιαφθείρει μετὰ
τῶν λίθων τῇ λύμῃ τῇ παρὰ τῶν ἔμπροσθεν | 
προστιθείς, ὡς μηδενὶ τὸ λοιπὸν διεστάναι τό 
τε τοῦ Διονύσου θέατρον τό τε τοῦ Δῖός τοῦ
πίου.

ἔδει μὲν γὰρ ἐξ ἁπάντων τῶν τῆς
τῆς χωρίων ἐκβεβλῆσθαι τοὺς ἀσχήμονας τούτους
 

 
θορύβους καὶ ἐν μηδενί γε τῶν τριῶν τούτων μηδὲν
ἰσχυρότερον εἶναι τοῦ νόμου, εἰ δὲ πᾶν ἀσθενἐστε-
ρον τῆς ἐν ἑκάστῳ θεραπείας, τοῦτο γοῦν ὑγιαῖνον
παρέχεσθαι.

νῦν δ’ εἰ μὴ μείζων καὶ αὐτὸ
 καθέξει νόσος, ἀτύχημα τοῦτο κέκριται. ἐπέδωκε γάρ,
φασί τινες, εἰς πολυανθρωπίαν ἡ πόλις. ἐγὼ δὲ ἐβου-
λόμην μὲν μὴ τὰς ἐν ταῖς ἄλλαις συμφορὰς ηὐξηκέναι
σώμασι τὴν πόλιν τὴν ἡμετέραν, ἀλλ’ ἔχειν μὲν ἑκά-
στην τοὺς ἑαυτῆς, εἶναι δὲ ἡμῖν ἐλάττους ἢ οὕτω
 πλείους· ἐπεὶ δὲ οὓς ἐξέβαλεν οἴκοθεν τὸ κακῶς
πράττειν, οὗτοι δεῦρο συνερρυήκασι, μὴ διὰ τοῦτό γε
ἡμῖν αἴρεσθαι τουτὶ τὸ θέατρον.

οὐ γὰρ ἄξιον τὴν
ἐκείνων ὡς ἡμᾶς καταφυγὴν τοῖς Ὀλυμπίοις γενέσθαι
 βλάβην. | ἀλλ’ ἱδρυέσθω μὲν τῇδε τὸ φεῦγον ἑτέ-
 ρωθεν, μὴ προσαπολλύσθω δὲ τῆς ἑορτῆς ὃ τῶν ἐν
αὐτῇ δρωμένων πλείστην ἔχει τὴν σεμνότητα.

ἔτι
τοίνυν οὐδ’ ἐπὶ τῶν πρώτων ἐκείνων οἱ καθιζάνοντες
μόνοι τὴν πόλιν ᾤκουν, ἀλλ’ ὄντων οὐκ ὀλίγων, οὐ
γὰρ ἔστιν ὅτε οὐ πολλοὶ τὴν πόλιν ᾤκουν, οὐ πλείους
 ἢ προσῆκεν ἤρχοντο ταῦτα ὀψόμενοι. πῶς οὖν
νων εἰκόντων τοῖς τεταγμένοις τούσδε τιμήσομεν τῇ
τοῦ πράγματος ἀτιμίᾳ; πῶς δ’ ἡμᾶς ἀναγκάσουσιν οὗτοι
μεῖζον ποιεῖν τοῦ θεάτρου τὸ μέτρον οὐκ
τος τοῦ τότε πλήθους τοὺς τότε ἄρχοντας μεῖζον ποιῆ-
 σᾶι τὸ θέατρον;

οὐ τοίνυν οὐδ’ ὁπόσον μέλλει
 
 

 
δέξεσθαι πάντας, ἔνι τῷ Πρόκλῳ ποιεῖν, οὐδ’ εἰ πάντα
ἀξιοίη δύνασθαι. ἀλλ’ οὐ διὰ τοῦτ’ ἠδίκηται τὸ μὴ
θεώμενον | ἔχον εἰπεῖν τοὺς θεωμένους. οὐκοῦν οὐδ’ 
εἰ μὴ τοῦτο θεῷτο, δύναιτ’ ἂν ἐγκαλεῖν. ἦσαν, ὦ
Πρόκλε, καὶ πάλαι λίθοι καὶ τό γε ἦν ὄρος τουτὶ τὸ 
τεμνόμενον καὶ τεκτόνων τέχναι καὶ χεῖρες ἕτεραι καὶ
ἅμαξαι καὶ δοκοὶ καὶ κάλω, ἀλλ’ οὐδεὶς ἦν λογισμὸς
ὁ πείσων πλειόνων ποιῆσαι τὴν θέαν.

σὺ δ’ οἴει
τῷ πλήθει φαιδρότερον καταστήσειν τὸ Πλέθρον, κακῶς
ὑπολαμβάνων. ὁρᾷς γοῦν, ὡς Ὀλυμπίων ἀρχομένων 
ἔλαττον ποιοῦμεν τῇ πόλει τὸ πλήρωμα τῶν τε ἐπὶ τῆς
σκηνῆς τοὺς πολλοὺς ἐξελαύνοντες καὶ πόρνας καὶ
ἑταίρας καὶ πόρνους. καίτοι χρῆν, εἰ ἐν τῷ πλείονι
τὸ βέλτιον ἦν, ὅπως ἄλλοθεν ταῦτα ἐπεισοίσομεν, σκο-
πεῖν.

νῦν δ’ ὅταν ἀνδρῶν μόνων ποιῶμεν τὴν 
Δάφνην, τὰς γυναῖκας δὲ ἔξω τῶν ἐκείνης ὁρίων, τί
ποιοῦμεν; φαυλοτέραν τὴν Δάφνην; ἱερωτέραν μὲν
οὖν, ἐπεί τοι καὶ ἐδακρύσαμεν εἰς τὸ μὴ πάσας ποτὲ
σχεῖν ἐκβαλεῖν ὑπ’ ἀνδρὸς ἀσεβοῦς βιασθέντες.
τοι πλέον ἐγίγνετο παρὰ τὰς γυναῖκας τὸ τότε ὂν ἐν 
Δάφνῃ, ἀλλ’ ὅμως κατηρώμεθα τῷ παροινοῦντι, καὶ
οὐ τηνάλλως, ὡς ἔδειξε τῆς τελευτῆς ὁ τρόπος. συμ-
βαλὼν ἄκροις τοῖς τῶν ποδῶν δακτύλοις | τὸ μέτω- 
 
 

 
πον χρόνον πολὺν ὅδ’ ᾔδει τε ἐν οἶς ἔκειτο καὶ τὸν
θάνατον ἐκάλει. 
 31. Καὶ μὲν δὴ κἀκ τῶν ἀθλητῶν τοῦτ’ ἴδοι τις
ἄν, ὅταν τοὺς μὲν ὁ κῆρυξ· εἰσάγῃ τῇ φωνῇ, τοὺς δὲ
 μὴ τῇ σιωπῇ τῆς περὶ αὐτοὺς βασάνου τούτων ἑκάτε-
ρον ποιούσης. καίτοι πλείους ἂν ἦσαν οὐκ οὔσης
ἐξετάσεως. ἀλλ’ ἦν ἂν μετὰ τοῦ βελτίονος τὸ χεῖρον·
ἐγένετ᾿ οὖν τοὔλαττον τοῦ πλείονος ἄμεινον.

ταῦτα
εἰδότες Ἠλεῖοι μεγαλοφρονοῦσι τῷ μόλις ἑπτὰ
 αὐτοῖς αὐτοῖς ἀποδύεσθαι. τοιοῦτον δέ τι καὶ τὸ τῶν
φῶν. παρ’ ἄλλοις δέ γε ἀθλητῶν ἀγέλαι δευτέρας
ἡμέρας εἰς τὸν ἀγῶνα δεόμεναι, τοὔνομα μέντοι γε
οὐκ ἴσον, οὐδ’ εστιν οὕτως ἀναιδὴς οὐδείς, ὅστις ἂν
 τοὺς ἀθλητὰς ἀνταριθμῶν ἀξιώσαι ἂν πρὸ ἐκείνων
 τετάχθαι τῶν τοῖς ὀλίγοις χρωμένων. |

ὅλως δὲ
εἰ φιλάνθρωπόν τις οἰεται τὸ πάντων εἶναι ταῦτα ὀφθαλ-
μῶν, τὶ δεῖ πράγματα ἔχειν ἕτερα ἐφ’ ἑτέροις τιθέντα,
ἐξὸν ἃ δείλης δρᾶται, τοῦ προμήκους ποιῆσαι θεάτρου
τοῦ γείτονος καὶ τὸ νῦν τῶν τριῶν ἡμερῶν ὅλῳ δοῦναι
 τῷ μηνὶ καὶ μηδὲ περὶ τῆς ἐσθῆτος πρὸς μηδένα δια-
φέρεσθαι; γένοιντο γὰρ ἂν οὕτω πλείους.

λον δὲ ἔστι τι καὶ τούτου πρότερον εἰς τὰ τοιαῦτα.
τί τοῦτο; τὸ ὑπὸ τῷ ὄρει θέατρον, ἄλλως θ’ ὅτε καὶ
αὐτὸ τὸ ὄρος ἀντὶ θεάτρου καθίσταται. ἀλλ’ ἔξω
 
 

 
τοῦ νόμου ταῦτα. τὸ δὲ νῦν τοῦτο, εἰπέ μοι, κατὰ
τὸν νόμον; ἢ τὸ μὲν ἄλλοσε τὸ πρᾶγμα μετενεγκεῖν ἄτο-
πον, τὸ δὲ τῷ πράγματι ποιῆσαι θέατρον ἀπᾷδον καλόν; 
 35. Πρόκλος οὐκ οἴεται μὲν ὑπ’ ἐμοῦ φιλεῖσθαι, 
πολλὰς δ’ ἂν αἰτίας οὐκ | εἶχεν ὧν ἔχει νῦν, εἰ μὴ 
τὰς παρ’ ἐμοῦ συμβουλὰς ὑπώπτευεν. ὅ δή με μηδὲ
συμβουλεύειν ἔπεισε. καὶ νῦν ἐπαίνους μὲν ἐπὶ τοῖς
περὶ τὸ Πλέθρον πολλοὺς αὐτῷ καὶ μεγάλους ἔσεσθαί
φασί τινες, τῷ δ’ ἂν ἦν κέρδος, εἰ μὴ σχήσειν τοὺς
ἐπαρασομένους ἔμελλεν.

οἶδα ἐγώ, πόσον τι τοῦτο 
ἔσται, ὅταν κλύδωνος γέμῃ τὸ Πλέθρον, ὅταν εἰς
σπουδὰς τὸ πλῆθος διῃρημένον ἐκβαίνωσι καθ’ ἑκάτε-
ρον τὸ δίκαιον, οἷς τε βοηθοῦσι καὶ δι᾿ ὧν ἐναν-
τιοῦνται, ὅταν αἱ μὲν χεῖρες πανταχοῦ φέρωνται, ἡ
βοὴ δὲ ἐπὶ πᾶσαν τὴν πόλιν, προίωσι δέ τινες καὶ 
ἐπὶ τὸ συρίττειν. τότε τῶν γεγηρακότων οὐκ ὀλίγοι
τῶν ταῦτα μὲν ὁρώντων, τὰ πάλαι δὲ ἑωρακότων
ἀλγοῦντες τῇ πολλῇ μεταστάσει τίνος ἀφέξονται ῥήματος,
ἐρασταὶ παλαιοὶ τῶν ὡς ἀληθῶς Ὀλυμπίων;

ταῦτα
οἱ μισθοὶ τῆς καλῆς ταύτης προσθήκης. καὶ διαβή- 
σονται οὗτοι διὰ τοῦ παιδὸς ἐπὶ τὸν πατέρα τὸν οὐδὲν
ἐνταῦθα ἠδικηκότα, τῶν λυπουμένων δὲ οἴμαι καὶ
τοῦτο, θαυμαστόν γε τὸ ἆθλον Ὀλυμπίων προσαγόντων
καθῆσθαι φοβούμενον, εἰδότα οἷα ἀκούσεται.