1. Ὄτι τῶν Μακκαβαϊκῶν φησι τὸν συγγραφέα ὂστις ποτέ ἐστιν Phot.
ἀφνοεῖν. πλὴν τὸ μὲν πρῶτον βιβλίον ἀποδοχῆς ἀξιοῖ, συνᾀδοντα
δινγούμενον ταῖς τοῦ Δανιὴλ προφητείαις, καὶ ὅτι λίαν προμηθῶς
διέξεισιν ὅπως τε ἀνδρῶν μοχθηρία τὰ Ἰουδαίων ἤλασεν ἐπ' ἔσχατον
 κακῶν, ὅπως τε πάλιν ἀνδρῶν ἀνήνεγκεν ἀρετή, καὶ τότε κατὰ τῶν
πολεμίων ἐπανείλοντο κράτος καὶ ὁ νεὼς τῶν Ἑλληνικῶν ἀνεκαθάρθη
μολυσμάτων. τὸ δεύτερον δὲ μὴ τὸν αὐτὸν μέν φησι ἐνδείκνθσθαι
συγγραφέα· σύνοψιν δὲ εἶναι τῶν ὑπὸ Ἰάσονος τοῦ Κυρηναίου
ἐν πέντε λόγοις ἀναγεγηραμμένων ἂ τὸν πόλεμον ἀπαγγέλλει
 ὂν Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος πρὸς Ἀντίοχόν τε τὸν ἐπιφανῆ καὶ τὸν
αὐτοῦ παῖδα τὸν ἐπίκλην Εὐπάτορα διεπολέμησεν. τὸ δὲ τρίτον ἀποδοκιμάζει,
τερατῶδες καλῶν καὶ οὐδὲν ὅμοιον τῷ πρώτῳ διεξερχόμενον.
τὸ μέντοι γε τέταρτον ὑπὸ Ἰωσήπου γεγράφθαι καὶ αὐτὸς
συνομολογῶν, οὐχ ἱστορίαν μᾶλλον ἤ ἐγκώμιον εἶναί φησι, τὰ
 περὶ τὸν Ἐλεάζαρου καὶ τοὺς παῖδας παῖδας τοὺς Μακκαβαίους
διηγούμενον.

2. Ὂτι τά τε ἄλλα καὶ ὂσα πρὸς ἱστορίας ἥκει λόγον ὁ Θιλοστόργιος
τὸν Παμφίλου Εύσέβιον ἐπαινῶν, περὶ τὴν εὐσέβειαν διαμαρτάνειν
φησί. καὶ τὸ ἁμάρτημα ὁ δυσσεβὴς διηγούμενος, διότι ἄγνωστον
τὸ θεῖον καὶ ἀκτάληπτον ἡγοῖτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλα τοιαῦυτά
 φησιν αὐτὸν πλημμελεῖν. καταπαῦσαι δὲ αὐτὸν τὰς οἰκείας τῆς ἱστορίας
μνήμας μνήμας τῆς τῶν παίδων διαδοχῆς τοῦ μεγάλου Κωνσταντινου
συνεπιμαρτυρεται.

3. Ὂτι οὖτος ὁ δυσσεβής φησι τὰς ψήφους τῆς ἀρχιερωσύνης ἐπ
Ἄρειον φερομένας αὐτὸν μᾶλλον ἀλέξανδρον προτιμήσαντα ἑαυτοῦ,
 περιελθεῖν αὐτῷ ταύτας καταπράξασθαι.

4. Ὂτι Ἀλέξανδρόν τινα πρεσβύτερον Βαύκαλιν ἐπονομαζόμενον,
τὸ τὸ σαρκὸς ὑπερτραφους ὄγκον ὑπὸ τῶν μεταφρένων αυτου σεσωρευμένον
ἄγγους ὀστρακίνου ἐκμιμεῖσθαι σχῆμα, ἂπερ οὐν βαυκάλας
ἐπιχωρίως Ἀλεξανδρεῖς Ἀλεξανδρεῖς ὀνομάζειν, τοῦτόν φησιν τὴν
 δευτέραν τάξιν μετ’ Ἄρειον ἔχοντα ἄρξαι τῆς αἰτίας ἐξ ἡς ἡ διαφορὰ
Ἀλεξάνδρῳ τῷ ἐπισκόπῳ καὶ Ἀρείῳ συνερράγη, καὶ τὴν τοῦ ὁμοου-
σίου ἀνακήρυξιν ἐκεῖθεν ἐπιτεχνασθῆναι.

5. Ὂτι, φησί, Κωνστάντοις, ὁ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου πατήρ,
κατ' ἀνδραγαθίαν τῶν ἄνω Γαλατιῶν, ἐν αἶς καὶ αἱ καλούμεναι
 Ἄλπεις, βασιλεὺς ἀπεδείχθη. δυσέμβολα δὲ τὰ χωρία ταῦτα καὶ δυσπρόσοδα·
τὰς δὲ Γαλατίας οἱ νῦν Φαλλίας ἐπονομάζουσιν. ἡ δὲ
τελευτὴ Κωνστάντίου κατὰ Βρετανία γἐγονεν, τὴν Ἀλουΐωνος καλουμένην.
ἐν ᾔ καὶ νοσοῦντα καταλαβὼν αὐτὸν Κωνσταντῖνος ὁ παῖς,
φυγὼν παραδόξως τὴν ἐπιβουλὴν Διοκλητιανοῦ, τελευτῶντα ἐκήδευσε,
 καὶ τῆς βασιλείας κατέστη διάδοχος.

6. Ὂτι τὴν τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου μεταβολὴν ἐκ τῆς Ἑλληνίδος 
θρησκείας εἰς τὸν Χριστιανισμὸν καὶ οὑτος τοῖς ἄλλοις <συμ>
αἰτίαν γενέσθαι ἀναγράφει τὴν κατὰ Μαξεντίου νίκην· καθ’ ἢν καὶ
τὸ τοῦ σταυρου σημενῖον κατὰ ἀνατολὰς ἐπὶ μήκιστον ὤφθη διῆκον,
 αἴγλης αὐτὸν καταπληττούσης διατυπουμένης, καὶ ἀστέρων αὐτὸν
κύκλῳ περιθεόντων ἴριδος τρόπῳ καὶ πρὸς γραμμάτων καρακτῆσα
ῥυθμιζομένων· τὰ δὲ ἄρα Ῥωμαίων ἔλεγε φωνῇ· »ἐν τοὐτῳ νίκα.«.

6a. [zu Z. 1 — 7] Artemii Passio 45 [Artemius' Rede an Julian]:
 Ἀπέκλινε δὲ ὁ Κωνσταντῖνος) πρὸς τὸν Χριστόν, οὐρανόθεν ἐκείνου
καλέσαντος, ὂτε τὴν πρὸς Μαξέντιον δριμεῖάν τε καὶ βαρυτάτην διηγωνίσατο
μάχην, δείξας αὐτῷ τὸ τοῦ σταυροῦ σημεῖον μεσούσης ἡμέρας,
ὑπὲρ τὸν ἢλοιν ταῖς αὐγαῖς ἐξαστράπτον, καὶ γράμμασιν ἀστεροτύπως
Ῥωμαϊκοῖς διασημήνας αὐτῷ τὴν τοῦ πολέμου νίκην· ἡμεῖς ἡμεῖς τε γὰρ
 αὐτοὶ τὸ σημεῖον ἐθεασάμεθα τῷ πολέμῳ παρόντες, καὶ τὰ γράμματα
ὑπανέγνωμεν· ἀλλὰ καὶ τὸ στρατόπεδον ἄπαν τεθέατο, καὶ πολλοὶ
τούτου μάρτυρες ἐν τῷ σῷ στρατοπέδῳ τυγχάνουσιν, εἴ γε ἄρα ἐρωτῆσαι
θελήσειας. Dies aus Euseb. V. C. 1 28 vom Hagiographen öpft??]

7. Ὄτι καὶ πρὸ τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδου οὐτος τὸν Αλεξανδρείας
φησὶν Ἀλέξανδρον καταλαβόντα τὴν Νικομήδειαν καὶ Ὁσίῳ τε τῷ
Κουδρούβης ἐντυχόντα καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ ἐπισκόποις, συνοδικαῖς

8. Μετ᾿ οὐ πολὺν δὲ χρόνον καὶ τὴν ἐν Νικαίᾳ συστῆναι σύνοδον
ἐν ᾗ μετὰ τῶν ἄλλων ἀρχιερέων θεοῦ καὶ Βασιλέα τὸν Ἀμασείας ἐπί-
 σκοπον παρεῖναι καὶ Μελέτιον τὸ Σεβαστουπόλεως.

9. Ὅτι καὶ αὐτὸς συνομολογεῖ πάντας ὁμοφρονῆσαν τῷ ἐν Νικαίᾳ

8a. Nicetas Thesaur. V 7 PG 139, 1368 BC: Φιλοστόργιος δέ φησιν
ἐν τῷ πρώτῳ λόγῳ τῆς ἑαυτοῦ ἱστορίας ὅτι Ἀρεόφρονες ἦσαν ἐκ
μὲν τῆς ἄνω Λιβύης Σεντιανὸς Βορείου, Δάχιος Βερονίκης, Σεκοῦνδος
Τευχείρων, Ζώπυρος Βάρκης, Σεκοῦνδος ἕτερος Πτολεμαΐδος, Θεωνας
Μαρμαρικῆς· ἐκ δὲ Θηβῶν τῶν Αἰγυπτίων Μελίτιος· ἐκ δὲ Παλαιστίνης
 Πατρόφιλος Σκυθοπόλεως, Εὐσέβιος Καισαρείας ὁ Παμφίλου
ἐπιγαλούμενος· ἐκ δὲ Φοινίκης Παυλῖνος Τύρου, Ἀμφίων Σναζάρβου,
ἐκ δὲ Κιλικίας Νάρκισσος Εἰρηνουπόλεως, Ἀθανάσιος Ἀναζάρβου,
Ταρκονδίματος Αἐγῶν· ἐκ δὲ Καππαδοκίας Λεόντιος, Λογγιανὸς καὶ Εὐλάλιος· 
ἐκ δὲ Πόντου Βασιλεὺς Ἀμασείας, Μελίτιος Σεβαστουπόλεως·
 ἐκ δὲ Βιθυνίας Θἐογνις Νικαίας, Μάρις Χαλκηδόνος, Εὐσέβιος τῆς
Νικομήόους ὁ μέγας ἐπίκλην Λουκιανοῦ τοῦ μάρτυρος ὁμιλητὴς καὶ
περίοπτος ἐν τοῖς μάλιστα τὴν ἀρετήν, ἀρετήν, ἀφ᾿ οὗ καὶ ὁ μέγας ἔλαβε τὴν
ἐπωνυμίανι

9a. [zu Z. 6 ff] Vita Constantini Cod. Angelic. A f. 17 r [unmittelbar
nach καταπαῦσαι oben 7a Ende]: Ἐπεὶ δὲ ἡ κυρία τε ἧικεν ἡμέρα καὶ
αὐτοὶ συνῆλθον τὴν ἑαυτῶν ἕκαστος ἀποφαινόμενοι γνώμην, βασιλεὺς
μὲν ἐν μέσοις ἦν, περιμένων δὲ ὅμως ὅ τι τὸ κοινὸν ἐπικρίνειεν.
 οἱ δὲ περὶ τὸν Ὅσιον ὃ καὶ Ἀλέξανδρον παρεσκεύασαν
ἕτοιμον εἶναι τὸ βιβλίον ὃ πάντας ἐχρῆν ὑπογράφειν.

10. Λέγει δὲ καὶ Σεκοῦνδον ὑπεροριζόμενον εἰπεῖν πρὸς Εὐσέβιον·
 »Εὐσέβιε, ὑπέγραψας ἵνα μὴ ἐξορισθῇς. πιστεύω τῷ θεῷ, δι᾿ ἐμοῦ
σε δεῖ ἀχθήσεσθαι ἀπαγόμενον«. καὶ γεγονέναι τῷ Εὐσεβίῳ τὸν ἐξοστρακισμὸν
μετὰ μῆνας ἀπὸ τῆς συνόδου τρεῖς, καθὰ καὶ Σεκοῦνδος
προεῖπεν, πρὸς τὴν ἰδίαν κατὰ τὸ προφανὲς ἀσέβειαν ἀναστρέψαντι,

1. Ὄτι ὁ φιλοψευδὴς οὐτος Κακοστόργιος, μετὰ τὴν οικουμενικὴν
σύνοδον καὶ τὴν ἐκ προδήλου τῶν περὶ τὸν Εὐσέβιον πρὸς τὴν
ἀσέβειαν παλινῳδίαν, τὸν βασιλέα φησὶ Κωνσταντῖνον τούτους μὲν
 δίκην εἰστπράξασθαι ἀνθ' ὡς ἄλλα φρονοῦντες τῷ ὁμοουσίῳ ὑπεσημήναντο·
τοὺς δὲ περὶ Σεκοῦνδον ἀνακαλέσασθαι· καὶ γράμματα
πανταχοῦ διαπέμψαι τὸ μὲν ὁμοοὐσιον διασύροντα, κρατύνοντα δὲ

1b. Nicetas Thesaur. V 8 ebd. [unmittelbar nach πρεσβυτέροις ob.
S. 11, 16]: Ἐν δὲ τῇ ἀρχῇ τοῦ δευτέρου λόγου φησὶν ὁ Θιλοστόργιος)
ὅτι Εὐσέβιος καὶ Θέογνις καὶ Μάρις μετάμελοι γεγονότες ἐφ’ οἶς
ὅλως ὑπέγραψαν, προσῆλθον τῷ βασιλεῖ λέγοντες· »ἠσεβήσαμεν, βασιλεῦ,
 ὑπογράψαντες τῇ ἀσεβείᾳ δέει τῷ σῷ«. ὁ δὲ ὁργισθεὶς τούτους
μὲν ἐξώρισεν εἰς Γαλλίας ἤτοι Γαλατίας τὰς ἑσπεριους, τοὺς δὲ περὶ
Ἄρειον ἀποκαταστῆναι ταῖς οἰκείαις πατρίσι προσέταξε.

2. Ὂτι τὸν Ἄρειον ἀποπηδήσαντα τῆς ἐκκλησίας φησὶ ᾄσματά
τε ναυτικὰ καὶ επιμὐλια καὶ ὁδοιπορικὰ γράψαι, καὶ τοιαῦθ' ἒτερα
συντιθέντα, είς μελῳδίας ἐντεῖναι ἃς ἐνόμιζεν ἑκάστοις ἁρμόζειν, διὰ
τῆς ἐν ταῖς μελῳδίαις ἡδονῆς ἐκκλέπτων πρὸς τὴν οίκείαν ἀσέβειαν
 τοὺς ἀμαθεστέρους τῶν ἀνθρώπων.

3. Ὂτι τὸν Ἄρειον ἐν τῷ θεομαχεῖν κατὰ τοῦ υἱοῦ ὑπερθειάζων,
ἀτόποις ἐνέχεσθαί φησι διότι ἄγνωστόν τε τὸν θεὸν καὶ ἀκατάληπτον
πανταχοῦ καὶ ἀνεννόητον εἰσηγεῖται· καὶ οὐκ ἀνθρώποις μόνοις,
εὂ κακὸν μετριώτερον ἴσως, ἀλλὰ καὶ αὐτῷ τῷ μονογενεῖ υἱῷ
 τοῦ θεοῦ. καὶ πρὸς ταύτην φησὶ τὴν ἀτοπίαν κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ
μὴ Ἄρειον μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς πλείους αὐτῶν συναπενεχθῆναι.
πλὴν γὰρ Σεκούνδου καὶ Θεωνᾶ, καὶ τῶν Λουκιανοῦ τοῦ μάρτυρος
μαθητῶν, Λεοντίου τε καὶ Ἀντωνίου καὶ τοῦ Νικομηδείας Εὐσεβίου,
τὸ ἄλλο τῆς ἀσεβείας σύνταγμα πρὸς ταύτην ἀπορρυῆναι τὴν δόξαν.

4b. Artemii Passio 43 [Julians Rede]: Ὁ γὰρ Κωνστντῖνος, ὡς
καὶ αὐτὸς ἐπίστασαι, εὐεξαπάτηος ἀνδρῶν ἀμαθής τε καὶ ἀνόητος
εὑρεθείς, περὶ τὴν θρησκείαν ἐνεωτέρισεν, καὶ τοὺς Ῥωμαίων νόμους
ἐξαθετήσας, ἐπὶ τὸν Χριστιανισμὸν ἐξέκλινε, τὰς ἀνοσίους αὐτοῦ

7. Ὂτι μετὰ τρεῖς ὂλους ἐνιαυτοὺς φησιν Εὐσέβιον καὶ Μάριν
 
 

 
καὶ Θέογνιν ψήφῳ βασιλέως τοῦ Κωνσταντίνου ἐπανόδου τυχόντας, Phot.
σύμβολον τε σύμβολον αἱρετικῆς ἐκθεῖναι καὶ πανταχόσε διαπέμψαι
ἐπ’ ἀνατροπῇ τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδου· καὶ τὸν Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρον
καθελεῖν τε καὶ ἀποκηρύξασθαι, ἀνθ' ὡν ἐπὶ τὸ ὁμοούσιον παλιντραπέλως
 ἐπανέστρεφεν· ἀλλὰ καὶ Εὐστάθιον τὸν Ἀντιοχείας,
παιδίσκης μῖξιν καὶ αἰσχρᾶς ἡδονῆς ἀπόλαυσιν αἰτίαν ἐπιγραψαμένους·
φυγὴν αὐτῷ βασιλεὺς ἐτιμήσατο εἰς τὴν Ἑσπάραν μεθόριον ποιησάμενος.
πεντήκοντα δὲ καὶ διακοσίους φησὶν εἶναι τὸ πλήρωμα τοῦ
παρανόμου τούτου συνεδρίου, καὶ τὴν Νικομήδειαν αὐτοῖς τῶν παρανομηθέντων
 ποινσασθαι ἐργαστήριον.

8. Ὄτι περὶ Ἀγαπητοῦ τοῦ συναιρεσιώτου, ὂς καὶ ἐκ καταλόγου
στρατιωτικοῦ πρεσβύτερός τε κατέστη παρὰ τῶν ὁμοφρόνων καὶ Συ-
 
(näml. ὁ Κωνστντῖνος) καὶ τοῖς περὶ Εὐσέβιον κάθοδον. καὶ δὴ τῶν
Γαλλιῶν ἐπανελθόντες σύνοδον πεντήκοντα καὶ διακοσίων ἐπισκόπων
ἐν Νικομηδείᾳ συνεστήσαντο καὶ ἀπεκήρυξαν Ἀλέξανδρον καὶ τοὺς
 τὸ ὁμοούσιον κηρύττοντας ἅπαντας.

8a. Suidas s. v. Ἀγαπητός· ἐπίσκοπος Συνάδων, ὂν ἐν ἐπαίνω
πολλῷ τίθεται Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου, καὶ θαυμάτων αὐτοῦ ἐξαισίων
 

 
 νάδων ἐπίσκοπος ὕστερον· περὶ γοῦν τούτου πολλὰ τερατολογῶν,
νεκροῦς τε αὐτὸν ἀναστῆσαι λέγει καὶ πολλῶν ἄλλων παθῶν φυγαδευτὴν 
γενέσθαι καὶ ἐλατῆρα, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ παραδόζων ἄλλων
ἔργων δημιουργόν· καὶ πολλοὺς ἐξ Ἑλλήνων εἰς τὸν Χριστιανισμὸν
 μετατάζασθαι παρασκευάσαι.

9. Ὅτι Κωνσταντῖνόν φησιν ὀκτὼ καὶ εἰκοστῷ ἔτει τῆς βασιλείας
αὐτοῦ τὸ Βυζάντιον εἰς Κωνσταντινούπολιν μετασκευάσαι, καὶ
 
 
 μνήμην ποιεῖται, ὀρῶν μεταστάσεις καὶ ποταμῶν, καὶ νεκρῶν ἐγέρσεις.
καὶ ὅτι στρατιώτην ὄντα ἐβουλήθη Μαξιμῖνος ὡς, Χριστιανὸν ἀποκτεῖναι
διὰ τὸ πυνθάνεσθαι πολλοὺς τὰ πρὸς αὐτοῦ τελούμενα
ὑπεραγαμένους.

9a. Vita Constantini Cod. Angelic. A f. 25r [Franchi de’ Cav. 97
s. ob. S. 17, 33]: Oὗτος ὁ Κωνσταντῖνος ἤδη πέμπτου καὶ εἰκοστοῦ
 τῆς αὐτοῦ βασιλείας ἐπιβὰς ἔτους, ὑπατευόντων ἐκεῖνον τὸν ἐνιαυτὸν
Γαλλικανοῦ καὶ Συμμάχου, πόλιν ἠβουλήθη κτίσασθαι μεγάλην,
μνημεῖον τῆς ἑαυτοῦ βασιλείας καὶ δόξης τοῖς ἐπιrινομένοις [folgt
Exe. Tripart. = Polyd. 268, 5—11. Theophan. 23, 22—27. Bios di
Costantino ed. Guidi Rendic. Accad. Lincei 1907 S. 336, 15—19]. Ebd.
 f. 25v: Τὴν τοίνυν Θρᾴκην Κωνσταντῖνος καταλαβὼν ἐς τὰ μάλιστα 
δὴ τότε εὐθηνουμένην, καὶ τὸ Βυζάντιον καταμαθὼν ὡς ἄριστα
γῆς τε καὶ θαλάττης ἔχοι, ἱδρύθη δὴ ἐνταῦθα· καὶ τὸν αὐχένα τῆς
χερρονήσου διαλαβών (χερρόνησος γάρ ἐστι τὸ χωρίον), ἐτείχιζεν
ἐκ θαλάττης εἰς θάλατταν, ἐντὸς τά τε προάστεια καὶ τοὺς πλησίον
 λόφους ποιούμενος, ὡς τῆς κτιζομένης πόλεως διὰ πλάτους περιβολὴν 
μοῖραν εἶναι μικρὰν τὴν ἀρχαίαν πόλιν. ἔνθα γὰρ νῦν ὁ πορφυροῦς 
καὶ μέγας ἐστὶ κίων ἑστὼς ὁ τὸν αὐτοῦ κολοττὸν φέρων,

10. Τελευτήσαντος δὲ τοῦ ταύτης τῆς πόλεως ἀρχιερέως Ἀλεξάνδρου,
τὸν Νικομηδείας φησὶν Εὐσέβιον εἰς τὸν τῆς νεοκτίστου πόλεως
ἀρχιερατικὸν μεταστῆσαι θρόνον.

11. Ὅτι τὸ δυσσεβὲς οὗτος τοῦ ψεύσους ὄργανον, Ἀλεξάνδρου
 τοῦ Ἀλεξανδρείας τελευτήσαντος καὶ ψήφων ἄλλων ἐπ' ἄλλους
φερομένων, καὶ χρόνου τινὸς ἐπὶ τοῦτο παρατεινομένου, τὸν θεῖον
Ἀθανάσιόν φησι περὶ δείλην ὁψίαν εἰς τὴν Διονυσίου καλουμένην
ἐκκλησίαν εἰσπηδήσαντα, καὶ δύο τινὰς τῶν Αἰγυπτίων ἐπισκόπων

11a. [zu Ζ. 7 — 10] Vita Constantini Cod. Angelic. A f. 36v:
Τοῦ δὲ μεγάλου Ἀθανασίου χειροτονηθέντος, τὸ τῆς πόλεως ψήφισμα
δεξάμενος ὁ μέγας Κωνσταντῖνος ὁ βασιλεὺς ἢσθη τε καὶ γράφει τοῖς
Ἀλεξανδρεῦσι τὴν δύναμιν ταύτην· >Ἐντυχὼν τῷ πεμφθέντι παρ᾿ ὑμῶν
 >φηφίσματι περὶ τῆς τοῦ ἐπισκόπου προαφωγῆς, καὶ μαθὼν ὡς καθ’
>ἡδονὴν ὑμῖν ἅπασιν τὸ πρᾶγμα κεχώρηκε καὶ οὕτω πρὸς ἁπάντων
>ὑμῶν συμφώνως ὁ ἀνήρ ἐστιν ἀγαπώμενος, ἥδομαί τε καὶ αὐτὸς (τί
>γὰρ οὐ μέλλω;) καὶ κρίνω κύρια κύρια καὶ βέβαια μένειν, ἅπερ
>αὐτοὶ κοινῶς εἵλεσθε ψηφισάμενοι.<

12. Ὅτι, φησίν, ἡ τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου μήτηρ Ἑλένη
ἐπὶ τῷ στόματι τοῦ τῆς Νικομηδείας κόλπου πόδιν ἐδείματο, Ἑλενόπολιν
 αὐτὴν ἐπονομάσασα· ἀσπάσασθαι δὲ τὸ χωρίον κατ’ ἄλλο μὲν
οὐδέν, ὅτι δὲ Λουκιανὸς ὁ μάρτυς ἐκεῖσε τύχοι μετὰ τὸν μαρτυρικὸν
θάνατον ὑπὸ δελῖνος ἐκκομισθείς.

12a. Vita Constantini Cod. Angelic. A f. 39v [Franchi de’ Cav. 104] :
Πλείστης δὲ τὴν μητέρα ὁ Κωνσταντῖνος ἡξίου τιμῆς ὡς καὶ πόλιν
 αὐτῇ κτίσαι ἐπώνυμον, ἥτις ἐστὶν ἐν δεζιᾷ <τοῦ τῆς> Νικομηδείας
κόλπου, αὐτῆς ἐκείνης τὸ χωρίον ἀσπασμένης κατ’ ἄλλο μὲν οὐδέν,
διὰ δὲ Λουκιανὸν τὸν τοῦ Χριστοῦ μεγαλώνυμον μάρτυρα.

13. Ὅτι τὸν μάρτυρα Λουκιανόν φησι μέλλοντα τελευτᾶν, καὶ 
μήτε ναὸν μήτε θυσιαστήριον τῆς τυραννικῆς βίας παρεχούσης, ἀλλὰ
μηδὲ αὐτοῦ κινεῖσθαι τῶν δεσμῶν καὶ πληγῶν συγχωρούντων, ἐν
τῷ οἱκείῳ στέρνῳ ἀνακείμενον τὴν φρικτὴν θυσίαν τελεσάμενον,
 οὕτω τε αὐτὸν μετασχεῖν καὶ τοὺς ἄλλους μεταλαβεῖν τοῦ ἀχράντου
θύματος ἐπιτρέψαι. ἐτελέσθη δὲ ἡ ἱερουργία ἐν τῇ εἱρκτῇ, τοῦ
κυκλώσαντος αὐτὸν ἱεροῦ χοροῦ ὡς ἤδη ἀποβιοῦντα ἐκκλησίας σχῆμα
καὶ ἀσφάλειαν τοῦ μὴ καθορᾶσθαι τὰ δρώμενα παρὰ τῶν ἀσεβούντων ἀναπληροῦντος.

14. Τούτου τοῦ μάρτυρος πολλοὺς μὲν καὶ ἄλλους μαθητὰς
ἀναγράφει. οἷς καὶ Εὐσέβιον τὸν Νικομηδείας καὶ Μάροιν τὸν Καλγηδόνοςε 
καὶ τὸν Νικαίας Θέογνιν συντάττει καὶ Λεόντιον, τὸν ὕστερον
γεγονότα τῆς Ἀντιοχείσας ἐπίσκοπον, καὶ Ἀντώνιον, τὸν Ταρσοῦ
τῆς Κιλικίας, καὶ Μηνόφαντον καὶ Νοομίνιον καὶ Εὐδόξιον· οὐ
 μὴν ἀλλὰ καὶ Ἀλέξανδρον καὶ Ἀστέριον τὸν Καππαδόκην· οὕς καὶ
ἐλληνίσαι φησὶν ἐνδόντας τῇ τῶν τυράννων βία, ὕστερον δὲ ἀνακαλέσθαι
τὴν ἧτταν, συλλαβομένου αὐτοῖς πρὸς τὴν μετάνοιαν τοῦ
διδασκάλου.

15. Ὅτι τῶν εἰρημένων Ἀντώνιον μὲν καὶ Λεόντιον ἀπαράτρωτον
 τὴν ἀσέβειαν διασώσασθαι λέγει· Εὐσέβιον δὲ καὶ Μάριν καὶ
Θέογνιν συναπαχθῆναι μὲν τῇ κατὰ Νίκαιαν συνόδῳ, ἀνενεχθῆναι δὲ
τῆς μεταβολῆς. τὸν δὲ Μάριν ἐκεῖθεν ἀνενεχθέντα, εἰς ἐτέραν αὖθις
κατολισθῆσαι ἀτοπίαν. καὶ δὴ καὶ τὸν Θέογνιν· ὃς τὸν θεὸν καὶ
πρὸ τοῦ γεννὴσαι τὸν υἱὸν πατέρ οἴεται, ἅτε δὴ τὴν δύναμιν
 ἔχοντα τοῦ γεννῆσαι. ἀλλὰ δὴ καὶ τὸν Ἀστέριον παρατρέψαι τὸ
φρόνημα, ἀπαράλλακτον εἰκόνα τῆς τοῦ πατρὸς οὐσίας εἶναι τὸν
υἱὸν ἐν τοῖς αὐτοῦ λόγοις καὶ γράμμασι διαμαρτυρόμενον.

16. Ὅκτι τὸ τριακοστὸν δεύτερον ἔτος ἐπιβαίνοντος τῆς βασιλείας 
αὐτοῦ Κωνταντίνου, ἐν Νικομηδείᾳ φαρμάκοις ὑπὸ τῶν ἀδελ-

16a. [zu Z. 1—s. 27] Artemii Passio 7: Ὁ γοῦν φιλόχριστος βασιλεὺς
Κωνσταντῖνος εἰς τὸ πρῶτον καὶ τριακοστὸν ἔτος προελθὼν τῆς
 αὐτοῦ βασιλείας καὶ τοῦ δευτέρου ἐπιβάς, ἐπειδὴ ἐπύθετο τοὺς Πέρσας 
εἰς πόλεμον ἐπ’ αὐτὸν παρασκευαζομένους, ἄρας ἐκ τῆς ἑαυτοῦ
πόλεως ἄχρι τῆς Νικομηδείας ἔφθη τῶν Βιθυνῶν· ἔνθα καὶ τελευτᾷ
τὸν βίον ἐξ ἐπιβουλπης τῶν ἑαυτοῦ ἀδελφῶν φάρμακον αὐτῷ δηλητήριον
ἐκχεαμένων, ἀστέρος ὥς φασι κομήτου τὸν θάνατον αὐτοῦ
 προμξνύσαντος. ἦσαν δὲ τῷ Κωνσταντίνῳ ἀδελφοῖ πρὸς πατρὸς
οἵδε· Δαλμάτιος, Ἀναβαλλιανὸς καὶ Κωνστάντιος· αὐτὸς γὰρ ἐξ
Ἑλένης μόνος ἦν τῷ πατρὶ Κώνσταντι ἔτι ἰδιωτεύοντι, ἐκ δὲ τῆς
θυγατρὸς Μαφιμιανοῦ τοῦ Ἐρκουλλίου ἐπονομαζομένου Θεοδώρας
ἕτεροι γεγόνασιν αὐτῷ παῖδες ὅ τε προρρηθεὶς Δαλμάτιος καὶ Ἀναβαλιανὸς
 καὶ Κωνστάντιος· οὕς καὶ Καίσαρας ὁ Κωνσταντῖνος καὶ

16b. [zu 16a Z. 15] Vita constantini Cod. Angelic. f. 47v: Ὁ δὲ
Κωνσταντῖνος τῷ ὀγδόῳ καὶ εἰκοστῷ τῆς ἑαυτοῦ βασιλείας ἔτει τὸν
νεώτατον τῶν αὐτοῦ υἱέων Κώνσταν Καίσαρα ἀποδείζας ἐν μέσῳ
τοῖν δυοῖν ἀδελφοῖν τέθεικε τὰς Ἰταλίας αὐτῷ δούς. τὸν μὲν γὰρ περσβύτατον 
 ἑαυτοῦ παῖδα Κωνσταντῖνον τῷ δωδεκάτῳ ἔτει τῆς αὐτοῦ
βασιλείας τῷ τοῦ Καίσαρος σχήματι κοσμήσας, ἐπὶ τῶν ἄνω Γαλατιῶν
ἔταξεν· τῷ δὲ Κωνσταντίῳ καὶ αὐτῷ κατὰ τὸ ἐννεακαιδέκατον
ἔτος τῆς αὐτοῦ βασιλείας τὴν τοῦ Καίσαρος τιμὴν περιθείς, τῆς
Ἐῴας ἐπέτρεψεν τὴν ἀρχὴν ἔχειν.

17. Οὗτος ὁ θεομάχος καὶ τὴν Κωνσταντίνου εἰκόνα, τὴν ἐπὶ
 τοῦ πορφυροῦ κίονος ἑσταμένην, θυσίαις τε ἱλάσκεσθαι καὶ λυχνοκαΐαις
καὶ θυμιάμασι τιμᾶν, καὶ εὐχὰς προσάγειν ὡς θεῷ καὶ ἀποτροπαίους
ἱκετηρίας τῶν δεινῶν ἐπιτελεῖν τοὺς Χριστιανοὺς
κατηγορεῖ.

18. Ὅτι τελευτήσαντος τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου φησὶ καὶ τῶν
 πανταχόθι μεθορίαις ταλαιπωρουμένων ἄδειαν ἀνακλήσεως εἰληφότων,
καὶ Ἀθανάσιόν φησιν ἐκ τῶν Γαλλιῶν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν παραγεγονότα,
ἐπεὶ Γρηγόριον ἐμεμαθήκει τετελευτηκότα, ὡς εἶχεν εὐθὺς
ἀπὸ τῆς νεὼς εἰς τὴν ἐκκλησίαν χωρῆσαι καὶ τὸν θρόνον ἀναλαβεῖν,
μηδένα λόγον τῶν ἀποκηρυξάντων αὐτὸν πεποιηκότα.

1. Ὅτι Κωνσταντῖνόν φησι, ὃς ἦν πρεσβύτερος τῶν Κωνοταντίνου Phot.

1a. Artemii Passio 8: Ἄρτι τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου τελευτήσαντος, 
ἠ τῶν 'Ρωμαίων ἀρχὴ εἰς τρεῖς διῃρέθη ἀρχάς, τῶν υἱῶν
αὐτοῦ Κωνσταντίνου Κωνοταντίου τε καὶ Κώνσταντος ταύτας μερισαμένων. 
καὶ τῷ μὲν πρώτῳ Κωνσταντίνῳ αἱ ἄνω Γαλλίαι καὶ τὰ
 ἐπέκεινα Ἄλπεων αἵ τε Βρεττανικαὶ νῆσοι καὶ ἕως τοῦ ἑσπερίου
Ὠκεανοῦ κλῆρος ἐδόθησαν· τῷ δέ γε Κώνσταντι ὡς ὑστάτῳ αἱ κάτω
Γαλλίαι ἤγουν αἱ Ἰταλίαι καὶ αὐτὴ ἡ 'Ρώμη. ὁ δὲ Κωνστάντιος ὁ
δεύτερος τῶν Κωνσταντίνου υἱῶν, ὃς ἦν ἐπὶ τῶν τῆς Ἑῴας τότε
πραγμάτων πρὸς τοὺς Πέροας ἀγωνιζόμενος, τὸ τῆς Ἀνατολῆς ἀσπάζεται
 μέρος· καὶ τό τε Βυζάντιον μετονομασθὲν εἰς Κωνσταντινούπολιν 
καὶ νέαν 'Ρώμην ποιεῖται βασίλειον καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ Ἰλλυρικοῦ

2. Ὅτι Κωνστάντιον δι᾿ ἐπαίνων ἄγει καὶ τὴν ἐκκλησίαν φησὶν αὐτὸν Phot.
δομήσασθαι τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ οὖσαν καὶ καλουμένην
μεγάλην. καὶ δὲ καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀπόστολον ἐκ τῆς Ἀχαΐας μετακομίσαι
ἐπὶ τὸν ναὸν ὃν οὑτος ἐξῳκοδομήσατο, τὸ κοινὸν τῶν ἀποστόλων
 ἐπιφερόμενον ὄνομα· οὗ πλησίον καὶ τὸν πατρῷον τάφον

2a. Artemii Passio 17: Ὁ δὲ τὴν ἱστορίαν γράφων τοιαῦτα περὶ
Κωνσταντίου καὶ τοῦ μάρτυρος (näml. Ἀρτεμίου) φάσκει· λέγεται
 δὴ περὶ Κωνσταντίου ὅτι οὐ μόνον τὰ πρὸς θεὸν σπουδαῖός τε καὶ
ἐράσμιος ὑπῆρχεν, εἰ καὶ πρὸς τὴν Ἀρειανικὴν ἀπέκλινεν αἵρεσιν, ὑπὸ
τοῦ δυσσεβοῦς τε καὶ ἀθεωτάτου Εὐσεβίου τοῦ τῆς Νικομηδείας ἐπισκόπου
συνελαθείς· ἐπεὶ τά γε ἄλλα μέτριος καὶ εὐσχημοσύνης ἐς τὰ
μάλιστα ἐπιμελούμενος καὶ σωφροσύνης ἄκρως ἐπειλημμένος περί τε
 τὴν δίαιταν καὶ τὸν ἄλλον τρόπον, καὶ πλείστην γε τὴν εἰς τὰς
ἐκκλησίας ἐποιεῖτο σπουδὴν μακρῷ τὸν ἑαυτοῦ πατέρα ταῖς περὶ
ταῦτα προθυμίαις ὑπερβάλλεσθαι φιλοτιμούμενος. καὶ τήν τε ἐκκλησίαν
ἐδείματο τὴν μεγίστην ἐν τῇ πόλει τοῦ πατρὸς πλησίον τῆς
γερουσίας, κάτωθεν τοῦ ἔργου καὶ ἐκ κρηπίδων ἀρξάμενος. καὶ τὸν
 τοῦ πατρὸς τάφον τιμῶν, νεὼν ἐξῳκοδομήσατο μέγιστον ἐκεῖ θρησκευτήριον·
καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀπόστολον ἐκ τῆς Ἀχαΐας μετενεγκών,
 
 

 
 ἱδρύσασθαι· ναὶ δὴ καὶ Αουκᾶν τὸν εὐαγγελιστὴν ἐκ τῆς αὐτῆς
Ἀχαΐας εἰς τὸ αὐτὸ μετενεγκεῖν τέμενος· ἀλλὰ καὶ Τιμόθεον τὸν
ἀπόστολον ὡσαύτως ἐξ Ἐξέσου τῆς Ἰωνίας εἰς τὸν αὐτὸν ἀνακομίσαι
περιώνυμον καὶ σεβάσμιον οἰκον.

3. Ὅτι φησὶν ὡς ὁ Κωνστάντιος γνοὺς Ἀθανάσιον τὸν Ἀλεξανδρείας
θρόνον ἀναλαβεῖν, ἐκεῖνον μὲν ἐλαύνει τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀντιχειροτονηθῆναι
δὲ γνώμην ἀποφαίνει Γεώργιον τὸν ἐκ Καππαδοκίας.
ὁ δὲ Ἀθανάσιος δείσας καὶ τὰς ἀπειλὰς καὶ τὸν ἐξ ἐπιβουλῆς
θάνατον, πρὸς τὸν ἑσπέριον ἀφικνεῖται πάλιν βασιλέα.

4. Ὅτι Κωνστάντιόν φησι διαπρεσβεύσασθαι πρὸς τοὺς πάλαι
μὲν Σαβαίους, νῦν δὲ Ὁμηρίτας καλουμένους. ἔστι δὲ τὸ ἔθνος τῶν
ἐκ Χεττούρας τῷ Ἀβραὰμ γενομένων. τὴν δὲ χώραν μεγάλην τε
Ἀραβίαν καλεῖσθαι καὶ εὐδαίμονα πρὸς τῶν Ἑλλήνων· καθήκειν δὲ
ἐπὶ τὸν ἐξωτάτω Ὠκεανόν· ἧς μητρόπολις ἡ Σαβά· ἐξ ἧς καὶ ἡ βασιλὶς
 ὡς τὸν Σολομῶντα παραγεγόνει. ἐμπερίτομον δὲ τὸ ἔθνος

6. Ἐκ δὲ ταύτης τῆς μεγάλης Ἀραβίας εἰς τοὺς Αὐξουμίτας καλουμένους
ἀπαίρει Αἰθίοπας, οἳ κατὰ τὰς πρώτας ὄχθας κατῴκηνται
τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, ἣν ὁ ταύτῃ Ὠκεανὸς εἰσκολπιζόμενος ἐργάζεται
 πᾶσαν. ἡ μέντοι Ἐρυθρὰ ἐπὶ πλεῖστον μηκυνομένη, εἰς δύοτινὰς
ἀπομερίζεται κόλπους. καὶ τὸ μὲν αὐτῆς ἐπ᾿ Αἰγύπτου χωρεῖ
Κλύσμα, καθ’ ὃ τελευτᾷ τὸ ἐπώνυμον φέρον· δι᾿ οὑ πάλαι καὶ τὸ
Ἰσραηλιτικὸν φεύγοντες τοὺς Αἰγυπτίους, ἀβρόχῳ τὸ ῥεῖθρον διεπεραιώθησαν
ποδί· τὸ δὲ ἕτερον μέρος ἐπὶ Παλαιστίνης ἔρχεται κατὰ
 πόλιν Ἀειλὰ ἐκ παλαιοῦ καλουμένην. ἀλλὰ τὰ ταύτης τῆς Ἐρυθρᾶς
θαλάσσης ἐν ἀριστερῷ τοῖς ἔξωθεν Αὐξουμῖται κατέχουσιν, ἀπὸ τῆς
μητροπόλεως οὕτω κληθέντες· Αὔξουμις γὰρ αὐτοῖς ἡ μητρόπολις.
πρότεροι δὲ τούτων τῶν Αὐξουμιτῶν ἐπὶ τὸν ἐξωτάτω πρὸς ἀνατολὰς
καθήκοντες Ὠκεανὸν παροικοῦσιν οἱ Σύροι, ταύτην τὴν κλῆσιν
 καὶ παρὰ τοῖς ἐκεῖσε φέροντες. Ἀλέξανδρος δὲ παρὰ τούτοις ὁ Μακεδὼν
ἐκ τῆς Συρίας ἀναστήσας, ἐνταυθοῖ κατῴκισεν· οἳ καὶ νῦν ἔτι
τῇ πατρῴῳ φωνῇ κέχρηνται. μέλανες οὐν εἰσι δεινῶς ἅπαντες,
ὀξείας αὐτοῖς τῆς ἀκτῖνος τοῦ ἡλίου καθαπτομένης. παρὰ τούτοις
ἥ τε ξυλοκασσία μάλιστα γίνεται καὶ ἡ κασσία καὶ τὸ κάσαμον καὶ
 τὸ κιννάμωμον, καὶ δὴ καὶ ἐλεφάντων πλῆθον.

7. Ὅτι ἐπὶ τῷ στόματι τῆς Περσικῆς θαλάσσης, ἣν ὁ ταύτῃ
 Ὠκεανὸς εἰσέχων ἀποτελεῖ, μεγίστην τε οὖσαν καὶ ἔθνη κύκλῳ πολλὰ
περιβαλλομένην, ἄλλοι τε μέγιστοι ποταμοὶ καὶ ὁ Τίγρης τοῖς ῥείθροις
ἐμβάλλει· ὃς πρὸς ἀπηλιώτην καὶ κάτωθεν τῆς Ὑρκανίας θαλάσσης
ἐν Κορδυαίοις μὲν τὰς ἐμφανεῖς ἀναδόσεις λαμβάνει παρὰ τὴν Συρίαν
ἑλκόμενος, ἐπειδὰν δὲ γένοιτο κατὰ τὴν Σουσίδα γῆν, ἐνταῦθα
 τοῦ Εὐφράτου τὸ ἑρῖθρον αὐτῷ μιγνύντος, μέγας ἤδη τοῖς χεύμασι
χωρήσας πρόεισι παφλάζων· ὅθεν αὐτόν φασιν καὶ τοῦ θηρίου τοῦ
τίγρητος λαβεῖν τὸ ἐπώνυμον. πρὶν ἢ δ᾿ ἐπὶ θάλατταν καταβαίνει,
οχίζεται εἰς δύο μεγόλους ποταμούς· ἔπειτα δυσὶ τοῖς ἐσχάτοις στόμασιν
ἀλλήλων διειργομένοις εἰς τὴν Περσικὴν θάλατταν ποιεῖται
 τὰς ἐκβολάς, γῆν ἐν μέσῳ πλείστην περιτεμνόμενος καὶ νῆσον αὐτὴν
ποιῶν ποταμίαν τε ἅμα καὶ θαλαττίαν, ἣν ἔθνος ἐνοικεῖ τῶν Μεσηνῶν
ἐπικαλούμενον.

6a. [zu Z. 1 — 3] Suidas s. v. Θεόφιλος 1150, 9: Θεόφιλος· οὑτος
ἀπὸ Ἰνδῶν ἐπανελθὼν ἐν Ἀντιοχείᾳ διῆγεν, ἐκκλησίαν μὲν ἀφωρισμένως
 οὐδεμίαν ἔχων αὐτός, κοινὸς δέ τις ὤν, καὶ πάσαις αὐτῷ μετ’
ἀδείας ἐπιφοιτᾶν ὡς ἰδίαις ἐξόν, βασιλέως τε αὐτὸν ἐς τὰ μάλιστα
διὰ τιμῆς τε πάσης καὶ αἰδοῦς ἄγοντος καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων,
ὁπόσοις ἐπισταίη, μετὰ πάσης προθυμίας αὐτὸν ὑποδεχομένων καὶ
τὸ τῆς ἀρετῆς αὐτοῦ μέγεθος καταπληττομένων. ἦν γὰρ ὁ ἀνὴρ
 κρείσσων ἢ ὡς ἄν τις δηλώσειε λόγῳ, ὡς ἄν τις τῶν ἀποστόλων
εἰκών. λέγεταί γέ τοί ποτε καὶ νεκρὸν ἀναστῆσαι ἐν Ἀντιοχείᾳ Ἰουδαίας
τινός. Θαλάσσιος δὲ τοῦτό φησι τῶν ἐπ᾿ οὐκ ὀλίγον τἀνδρὶ
συγγενομένων χρόνον, καὶ ἥκιστα δὴ εἰς τὰ τοιαῦτα ψεύδεσθαι ὕποπτος
ὤν, ἄλλως τε καὶ ἔχων οὐκ ὀλίγους τῶν κατ᾿ αὐτὸν αὐτῷ γενομένων
 χρόνον τοὺς ἐπιμαρτυροῦντας.

8. Ὁ δὲ Εὐφράτης ποταμὸς ἐξ Ἀρμενίων κατὰ τὸ προφανὲς ἀνατέλλει, Phot.
ἔνθα τὸ ὄρος ἐστὶν τὸ Ἀραράτ, ἔτι καὶ πρὸς Ἀρμενίων οὕτω
καλούμενον, ἐφ᾿ οὗ κοὶ τὴν κιβωτὸν ἱδρυθῆναί φησιν ἡ γραφή· ἡς
ἄχρι καὶ νῦν εἶναί φασιν οὐ μικρὰ λείψανα τῶν τε ξύλων καὶ τῶν
 ἥλων ἐκεῖσε σωζόμενα. ἐντεῦθεν καὶ ὁ Εὐφράτης ὀλίγος τὰ πρῶτα
ῥυείς, προβαίνων ἀεὶ γίνεται μείςων, πλείστους ἐμβάλλοντας αὐτῷ
ποταμοὺς εἰς τὴν ἑαυτοῦ προσηγορίαν συνεφελκόμενος. τὴν Ἀρμενίαν
δὲ τήν τε μεγάλην καὶ τὴν μικρὰν διελθών, ἔπειτα πρόεισι, τέμνων
μὲν πρότερον τὴν Συρίαν τὴν ἰδίως Εὐφρατησίαν καλουμένην, ἔπειτα
 μέντοι καὶ τὴν ἄλλην· καὶ ταύτην δὲ καὶ τὴν ἄλλην διαμειψάμενος,
καὶ ἕλικα διασπῶν ὧν δίεισι ποικολωτάτην κλασθείς, ὁπηνίκα τῇ
Ἀραβίᾳ πελάσει, ἐνταῦθα δὴ κυκλοτερῶς κατ’ ἀντικρὺ τῆς Ἐρυθρᾶς
θαλάσσης παρενεχθεὶς καὶ χώραν οὐκ ὀλίγην ἐγκολπωσάμενος, ἔπειτα
πρὸς καικίαν ἄνεμον ἐπιστρέφει τὸ ῥεῖθρον, ὅσπερ οὖν βορέου τε καὶ
 ἀπηλιώτου μέσος ἕστηκε. καὶ πρὸς τὸν Τίγρητα ποταμὸν ὁρμήσας
οὐχ οἷός τέ ἐστιν αὐτῷ ὅλως συμμῖξαι, ἀλλὰ μοίραις τισὶν έν τῷ διὰ
μέσου παραναλούμενος, τῇ ὑπολειπομένῃ, μεγίστῃ τε οὔσῃ καὶ ναῦς ἀνασχέσθαι
δυνατωτάτῃ, τῷ Τίγρητι κατὰ Σούσας μάλιστα συμπίπτει. καὶ δὴ
τῆς ἑαυτοῦ προσηγορίας ἀποπαυσάμενος, σὺν ἐκείνῳ πρὸς τὸν Περσικὸν
 κατασύρεται κόλπον. καὶ τὸ μεταξὺ τῶν δύο ποταμῶν τούτων, τοῦ τε
Τίγρητος καὶ τοῦ Εὐφράτου, Μεσοποταμία τυγχάνει προσαγορευόμενον.

9. Ὅτι ὁ Τίγρης καὶ ὁ Εὐφράτης κατὰ μὲν τὸ ἐμφανὲς ὅθεν
ἀναδύονται, εἴρηνται. ἡ δὲ ἱερὰ ἡμῶν γραφὴ ἐκ τοῦ Παραδείσου
τούτους λέγουσα ὁρμᾶσθαι τὸ ἀληθέστατον ἱστορεῖ. καὶ γὰρ ἐξ αὐτοῦ
 τὰς πρώτας ἀρχὰς τῶν ῥείθρων φέροντες, ἄχρι μέν τινος προίασιν,
ἴσως ὑπὲρ γῆν ῥέοντες· ἔπειτα δὲ τῆς μεγάλης ἐρήμου καὶ ἀμμωδεστάτης
αὐτοὺς ἐκδεξαμένης, πρὸς τὸ βάθος ἐνταῦθα καταπινόμενοι,
 

 
 οὐ πρότερον ἵστανται τῆς ἐπὶ τὰ κάτω φορᾶς, πρὶν ἐπ᾿ αὐτὸ δὴ τὸ
στεγανὸν καὶ πετρῶδες τῆς αὐτόθι καταντήσωσι γῆς. στάσιν δ᾿ αὐτοῖς
τῆς ἐπὶ τὰ κάτω προχωρήσεως τῆς αὐτόθι κρηπῖδος παρασχομένης,
ἐνταῦθα ἤδη τῶν ῥευμάτων αὐτοῖς συναγειρομένων, ὑπὸ πλήθους
 καὶ ἰσχύος τοῦ ἀεὶ ἐπιφερομένου τὸ πρόσω χωροῦσιν ἐπ᾿ εὐθὺ
βιαζόμενοι. ἀλλ᾿ οὗτοι μὲν οἱ ποταμοὶ κατωρύχιοι πορευόμενοι,
μοῖραν αὐτῶν οὐκ ὀλίγην τῆς έν μέσῳ γῆς ὑπεξαιρουμένης, ἀλάττους
ἀπαντῶσιν ἤδη καὶ ἀσθενέστεροι ἐπὶ τοὺς τόπους τῶν ἀναδόσεων.

10. Ὅτι κεῖσθαι τὸν παράδεισον οὗτος εἰκασίᾳ χρώμενος λέγει
κατὰ τὰς ἰσημερίας τῆς Ἡοῦς, πρῶτον μὲν ἐξ ὧν τὰ πρὸς μεσημβρίαν
δῆλά ἐστι πάντα οἰκούμενα σχεδὸν μέχρι τῆς ἔξω θαλάττης, ἣν θάλατταν
ὀ ἥλιος ἤδη ξυμφλέγει καθέτως ἐπ᾿ αὐτῇ τὰς ἀκτῖνας ἐρείδων·
καὶ ἡ διὰ μέσου λεγομένη ζώνη τοῦτό ἐστιν. ἔτι δὲ καὶ διότι
 

 
ὁ νῦν Ὕφασις καλούμενος ποταμός, ὃν ἡ γραφὴ Φησὼν ὀνομάζει, 
καὶ αὐτὸς τοῦ Παραδείσου ἀναβλύζων, ἐκ τῶν ἀρκτῴων μᾶλλον τῆς
Ἀνατολῆς μερῶν ἐπὶ τὴν μεσημβρίαν φαίνεται ῥέων κοὶ εἰς τὸν ταύτῃ
Ὠκεανὸν τὸ ῥεῖθρον εἰσερευγόμενος, ἀντικρὺ τῆς νήσου Ταπροβάνης.
 οὗ παρὰ τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ εὑρίσκεται τὸ λεγόμενον καρυόφυλλον,
εἴτε καρπός, εἴτε δὲ καὶ ἄνθος τυγχάνει. καὶ πεπιστεύκασιν οἱ
ἐκείνῃ τῶν ἐκ τοῦ Παραδείσου τοῦτο δένδρον εἶναι. καὶ γὰρ καὶ ἡ
ὑπὲρ αὐτοὺς γῆ ἔγημός τέ ἐστι δεινῶς ἅπασα καὶ ἀκαρποτάτη. ἐκ
δὲ τοῦ φέρειν τὸν ποταμὸν τὸ ἄνθος, ἐπίδηλον ἂν εἴη ὡς οὑτος ὁ
 ποταμὸς ὑπὲρ γῆς ἅπας ῥεῖ, μηδαμόθι καταδυόμενος· οὐ γὰρ ἂν τὸ
ἐκεῖθεν φυόμενον ἠδύνατο φέρειν. ἔχει δέ τι κοὶ ἄλλο σύμβολον
τῆς περὶ τὸν Παράδεισον γεηρᾶς ἐπιμξίας· φασὶ γὰρ ὡς ἐάν τις τύχοι
πυρετῷ λάβρῳ φλεγόμενος, εἰς τὸν ποταμὸν βαπτισάμενος, παραυτίκα
τοῦ νοσήματος ἀπαλλάττεται.

11. Ὅτι φησὶν ἅπαν τὸ πρὸς ἀνίσχοντα ὅλιον καὶ περὶ τὴν μεσημβρίαν
κλίμα, καίτοι πέρα τοῦ μέτρου θαλπόμενον, ὅμως τὰ κράτιστα
 καὶ μέγιστα φέρειν τῶν ὅσα τῆ καὶ θάλαττα δυνατὴ τρέφειν.

12. Ὅτι, φησίν, Ἀθανάσιος, πρὸς τὸν ἑσπέριον ἀφικόμενος βασιλέα Phot.
καὶ δώρων τοὺς αὐτῷ παραδυναστεύοντας ὑπαγαγὼν ἀφθονίᾳ,
μάλιστα δὲ Εὐστάθιον, ὃς κόμης ἦν τῶν λεγομένων πριουάτων καὶ
τῷ βασιλεῖ πιθανώτατος, ἐπιστολὴν πρὸς Κωνστάντιον κομίζεται
 λέγουσαν ὧδε· >Ἀθανάσιος ἧκεν ὡς ἡμᾶς, ἑαυτῷ προσήκειν
ἐπισκοπὴν τῆς Ἀλεξανδρείας ἀποδεικνύς. τυγχανέτω τοίνυν διὰ σοῦ
ταύτης, ἐπεὶ τοῖς ἐμοῖς γε αὐτὴν ἀνακτήσηται ὅπλοις. δεξάμενον
δὲ τὴν ἐπιστολὴν τὸν Κωνστάντιον καὶ τοὺς ἐπισκόπους ἐπὶ κοινωνίᾳ
βουλῆς συγκαλέσαντα, γνώμην παρ’ αὐτῶν λαβεῖν ἄμεινον
 εἶναι μὴ πόλεμον ἀναρρῆξαι τῷ ἀδελφῷ ἢ τῆς Ἀθανασίου βαρύτητος
τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἀπαλλάξαι. διὸ καὶ ἐφιέναι αὐτῷ τὴν ἐπισκοπὴν
ἀναλαβεῖν, καὶ τὸν Γεώργιον δι᾿ ἐπιστολῆς εἰς ἑαυτὸν
μεταπέμψασθαι. ἀλλ’ ὁ μὲν εἰς τὴν ἑαυτοῦ πατρίδα τὴν Καππαδοκίαν
ἀφίκετο, κἀκεῖ διῆγεν τὰ καθ’ ἑαυτὸν ἐπισκοπούμενος. ὁ δὲ
 Ἀθανάσιος, μετὰ μείζονος ἤδη φρονήματος διιὼν τὰς πόλεις, καθ
οὓς γίνσιτο τῶν ἐπισκόπων λόγοις αὐτοὺς ἐξεκαλεῖτο πρὸς τὸ ὀμοούσιον·
καὶ τοὺς μὲν ἄλλους μὴ προδέχεσθαι, Ἀέτιον δὲ τὸν ἔφορον
τῆς Παλαιστίνης, ἐπὶ πορνείᾳ καταγγλλόμενον καὶ βουληθέντα τῇ
πρὸς Ἀθανάσιον ἐπιχωρήσει τὸ αἶσχος ἐπικαλύψασθαι, πρὸς τὴν
 ἐκείνου δόξαν αὐτομολῆσαι· δοῦναι δ’ οὖν ὅμως ὀξύτατα τὴν δίκην,
τοῦ αἰδοίου διασαπέντος καὶ σκώληκας βρύσαντος, καὶ οὕτω τοῦ
ζῆι. ἐλαθέντα. ἀλλὰ καὶ Μάξιμον τῶν Ἱεροσολύμων ἐπίσκοπον πρὸς
τὴν Ἀθανασίου δόξαν ἀποκλῖναι, καίπερ ὁ κατὰ Μαξιμιανὸν διωγμὸς
μάρτυρα τοῦτον ἐδείκνυ, καὶ τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν ὑπὲρ τῆς
 εὐσεβείας φέροντα διορωρυγμένον. καὶ πολλοὺς ἄλλους κατὰ μικρὸν
εἰς τὴν ἑαυτοῦ δόξαν τὸν Ἀθανάσιον ὑποσύρασθαι.

13. Ὅτι φησὶ τὸν Ἀντιοχείας Φλαβιανόν, πλῆθος μοναχῶν
συναγείραντα, πρῶτον ἀναβοῆσαι· »δόξα πατρὶ καὶ υἱῷ καὶ ἁγίῳ
πνεύματι«. τῶν γὰρ πρὸ αὐτοῦ τοὺς μὲν »δόξα πατρὶ δι υἱοῦ
 ἐν ἑγίῳ πνεύματι« λέγειν., καὶ ταύτην μᾶλλον τὴν ἐκφώνησιν ἐπιπολάζειν·
τοὺς δὲ »δόξα πατρὶ καὶ υἱῷ ἐν ἁγίῳ πνεύματι.«

14. Ὅτι, φησίν, εἰ καὶ διεφέροντο κατὰ τὰς δόξας τοῖς τὸ ὁμοούσιον
πρεσβεύουσιν οἱ ἐξ Ἀρείου, ὅμως καὶ εὐχῶν καὶ ὕμνων καὶ βουλευμάτων
καὶ τῶν ἄλλων σχεδὸν ἁπάντων πλὴν τῆς μυστικῆς ἐκοινώνουν
θυσίας. ἐπιγενομένου δὲ τοῦ Ἀετίου καὶ τῆς έν τούτοις
 διαστάσεως ἄρξαντος, τὴν ὁμόδοξον συναγωγήν, πάντας δεσμοὺς καὶ
φιλίας καὶ συνηθείας οἷς τοῖς ἑτεροδόξοις συνήπτοντο διαρρήξαντας.
εἰς ἀντίπαλον τούτοις μάλιστα παρασκευάσαι καταστῆναι μοῖραν.

15. Ὅτι πατρὶς Ἀετίῳ ἡ ἐν κοίλῃ γέγονεν Συρίᾳ· τοῦ δὲ παρτὸς
αὐτοῦ τῶν ἐν στρατείᾳ δυσπραγέστερον ἐνηνεγμένων καὶ τὸν βίον
 ἐν τούτοις ἀπολιπόντος, τὴν μὲν οὐσίαν τὸν τηνικάδε ἄρχοντά φησι
δημοσιῶσαι· νέον δὲ τὸν Ἀέτιον ὄντα εἰς ἔσχατον σὺν τῇ μητρὶ
πενίας ἐλάσαι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τὸ χρυσοχοεῖν ὁρμῆσαι, ὡς ἀν
ἀμωσγέπως αὐτός τε καὶ ἡ γεννησαμένη διαβιῴη.

15a. Nicetas Thesaur. V 30 PG 139, 1389 C: Ὅτι δὲ χρυσοχόος ὁ
Ἀέτιος ἦν. μαρτυρεῖ καὶ Φιλοστόργιος ὁ τούτῳ σύμφρων ἐν τῷ
 τρίτῳ τῆς ἱστορίας λόγῳ· »χωρήσας γοῦν«, φησίν, »ἐπὶ χρυσοχοΐαν
ὁ Ἀέτιος ἀκρότατος γέγονε χρυσοῦ χειρουργός‘.
26 ὁ > LP

15b. [zu Ζ. 8 — S. 47] Suidas s. v. Ἀέτιος· ἐξ Ἀντιοχείας τῆς
Συρίας, διδάσκαλος Εὐνομίου, ἀπὸ πενιχρῶν καὶ εὐτελῶν γονέων
 τυγχάνων. ὁ δὲ πατὴρ αὐτοῦ, τῶν ἐν στρατιᾷ δυσπραγέστερον ἐνηνεγμένων
γενόμενος, ἐτεθνήκει κομιδῇ παῖδα τοῦτον ἀφεία. αὐτὸς
δέ, εἰς ἔσχατον ἀπορίας ἥκων, ἐπὶ χρυσοχοΐαν ἐχώρησεν ἀκρότατός

16. Ὅτι Ἀέτιος, φησί, τοῖς περὶ Βασίλειον τὸν Ἀγκύρας καὶ
Εὐστάθιον τὸν Σεβαστείας εἰς τοὺς περὶ τοῦ ὁμοουσίου λόγους καταστάς,
καὶ πάντων ἀνθρώπων αὐτοὺς διελέγξας ἀφωνοτάτους, ὡς
οὗτος τερατολογεῖ, εἰς μῖσος αὐτοῖς ἄσπονδον κατέστη.

17. Ὅτι Λεόντιος, φησίν, ὃν ὁ ἔμπροσθεν λόγος πρεσβύτερόν τε
 
ὁ δὲ οὐδὲν ἐπαύετο τοὺς μὲν διελέγχων, τοὺς δὲ παντοίως θεραπεύων, Suid.
φαύλως δὲ ἀμπισχόμενος καὶ ὡς ἔτυχε ζῶν.

18. Ὅτι φησὶ Φλαβιανὸν καὶ Παυλῖνον, οἳ καὶ μετὰ ταῦτα τὸν
 Ἀντιοχείας θρόνον εἶχον διανειμάμενοι, τούτους τὸν εἰρημένον Λεόντιον
ἅτε δὴ μὴ ὁμοδοξοῦντας καθελεῖν· οὑτοι δὲ ἠσαν Εὐσταθίῳ
συνακολουθήσαντες <ἐς> τὴν μεθόριον ἀπαγομένῳ. ὃς τῶν ἱερῶν
τῆς Ἀντιοχείας φροντίδων, μᾶλλον δὲ τῆς ὅλης εὐσεβείας, οὐδὲν
ἠνέσχετο τοῖς καιροῖς συγκαπηλεύσασθαι.

19. Ὅτι Σεκούνδου καὶ Σέρρα εἰς ἐπισκοπὴν τὸν Ἀέτιον προχειριζομένων,
αὐτός, φησίν, οὐκ ἠνέσχετο, μὴ καθαρῶς αὐτοὺς ἱερᾶσθαι
διὰ τὴν ἐπιμιξίαν πρὸς τοὺς τὸ ὁμοούσιον θρησκεύοντας
ἀποφαινόμενος.

20. Ὅτι φησίν, Εὐνόμιος κατὰ πύστιν τῆς Ἀετίου σοφίας εἰς
 Ἀντιόχειαν ἐκ Καππαδοκίας ἀφικόμενος, τῷ Σεκούνδῳ συνέμιξεν.
ὁ δὲ αὐτὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τότε τῷ Ἀετίῳ διατρίβοντι συνέστησεν·
καὶ συνήστην ἄμφω, ὁ μὲν διδάσκων, ὁ δὲ τοῖς ἱεροῖς μαθήμασι
συνασκούμενος.

20a. Photii Bibliotheca Cod. 40, ob. S. 2, 24 ff: Ἐξαίρει δὲ ärul. ὁ
 Φιλοστόργιος) ἐν μὲν λόγοις μάλιστα Ἀέτιον καὶ Εὐνόμιον, μόνους ἀνακαθᾶραι
τὰ τῆς εὐσεβείας δόγματα τῷ χρόνῳ συκεχωσμένα
τερατευομένος.

21. Ὅτι Εὐνομίου φησὶν οὗτος ὁ δυσσεβής, οὐκ αἰσχυνόμενος, Phot.
ἐγκώμιον ἀνατάξασθαι.

22. Ὅτι φησὶ τὸν Κώνσταντα διὰ τὴν ὑπὲρ Ἀθανασίου σπουδὴν
ὑπὸ τυραννίδι τῇ Μαγνεντίου τὴν ζωὴν καταστρέψασθαι. τελευτήσαντος
 δὲ αὐτοῦ καὶ τοῦ μὲν Κωνσταντίου κατὰ τὴν Ἔδεσαν τῆς
Μεσοποταμίας διατρίβοντος (τοῦτο γὰρ ὁ Περσικὸς ἀπῄτει πόλεμος),
ἡ πρεσβυτάτη τούτων ἀδελφὴ Κωνσταντία Ἀναβαλλιανοῦ δὲ ἦν
κεχηρωμένη γυνή), δείσασα μὴ φθάσειεν ὁ τυραννήσας Μαγνέντιος τὸ
πάντων ἀναρτήσασθαι κράτος, Οὐετερανίωνά τινα, τῶν στρατηγούντων
 ἴνα, καθίστησι Καίσαρα. εδόκει δὲ δύνασθαι τὴν πρᾶξιν, διότι
ζῶν ὀ κοινὸς αὐτῶν πατὴρ διαδήματί τε αὐτὴν ἐταινίωσεν καὶ Αὐγοῦσταν
ἐπωνόμασεν. ὁ δὲ Κωνστάντιος ταῦτα μαθὼν παραυτίκα
μὲν Οὐετερανίωνι τὸ διάδημα πέμπει, συνεπικυρῶν αὐτῷ καὶ τὸ τῆς
βασιλείας ἀξίωμα· ἔπειτα δὲ πρὸς Ἑσπερίους κατὰ Μαγνεντίου στρατευόμενος
 καὶ συμμῖξαι φιλίως τῷ Οὐετερανίωνι βουληθείς, ἐπείπερ
 
22a — 26a. Artemii Passio 10 [unmittelbar nach στησάμενος ob.
S. 30, 28]: Οὐ πολὺς ἐν μέσῳ καιρὸς καὶ ὁ Κώνστας, εἰς κώμους καὶ
μέθας ἐναποκλίνας καὶ ἀλλοκότους ἐρώτων διαγωγάς, ῥαθύμως τὴν
 ὅλην ἀρχὴν διεπέττευε, τὸ τῆς βασιλείας μέγεθος ἐξορχούμενος· ἐπιβουλεύεται
τοιγαροῦν καὶ αὐτὸς παρά τινος τῶν στρατηγῶν Μαγνεντίου
καὶ μετὰ τῆς βασιλείας προσαπόλλυσι καὶ τὸ ζῆν. τούτου πεσόντος,
κρατεῖ τῆς ἀρχῆς ὁ Μαγνέντιος, μεθ’ οὗ τῆς τυραννίδος
συνεπελάβοντο Νεποτιανὸς καὶ Βρεττανίων. § 11] ταῦτα μαθῶν ὁ
 Κωνστάντιος ἐκ τῶν τῆς ἀδελφῆς γραμμάτων, ἀπάρας ἐκ τῆς Ἀνα-
 
 

 
 ἐκεῖνος παρέσχεν ὑποψίαν ἐπαναστάσεως, χειροῦται μὲν τὸν Οὐετερανίωνα
καὶ τῆς βασιλικῆς ἀποδύει στολῆς· μηδὲν δὲ κακὸν ἐπεργασάμενος
ἄλλο, ἀλλὰ καὶ τραπέζης αὐτῷ κοινωνήσας, εἰς Προῦσαν
τῆς Βιθυνίας ἐκπέμπει, λαμπρὰς καὶ μεγαλοπρεπεῖς ἀφορίσας αὐτῷ
 τὰς χορηγίας, μηδενὸς ὑστερεῖσθαι, ὧν ἀνθρώπου βίος ὡς ἐν ἰδιώταις
εὐδαιμονεῖ, προνοησάμενος.

23. Ὅτι Σαπώρην τὸν βασιλέα Περσῶν ἀναγράφει στρατεῦσαι
κατὰ τῆς Νισίβιδος καὶ εἰς πολιορκίαν αὐτῆς καταστῆναι· ἄπρακτον
δὲ καὶ παρὰ δόξαν κατῃσχυμμένον ὑποστρέψαι, Ἰακώβου τοῦ τῆς
 πόλεως ἐπισκόπου τό τε πρακτέον τοῖς πολίταις εἰσηγουμένου καὶ
τῇ πρὸς θεὸν παρρησίᾳ κατὰ τὸ ἀνυπέρβλητον τῆς πόλεως
ὑπερμαχεσαμενου.

24. Ὅτι αἱ Ἀλπεις, αἱ τε Σούκεις καλούμεναι καὶ αἱ Ἰουλίαι,
δίοδοί εἰσι στεναὶ μεγίστων ὀρῶν ἑκατέρωθεν καὶ ὑφ’ ἓν χωρίον
 ἐγγὺς τοῦ συμπτύσσεσθαι συγκλειομένων. ἐοίκασι δὲ αἱ δίοδοι αὑται
τοῖς ἐν Θερμοπύλαις στενοῖς. ἀλλ’ αἱ μὲν ἱουλίαι Ἄλπεις τὰς Γαλλίας
καὶ Ἰταλίας διορίζουσι τῶν ἱλλυριῶν· αἱ δὲ Σούκεις μεταξὺ τῆς
Δακίας εἰσὶν καὶ τῆς Θρᾴκης, ἃς καὶ καταλαβεῖν ἐπειγόμενος Οὐετερανίων
τὴν ὑπόνοιαν τῆς ἐπαναστάσεως παρέσχε Κωνσταντίῳ.

25. Ὅτι ἐν ᾧ Κωνστάντιος κατὰ Μαγνεντίου παρεσκευάζετο τοῦ
τυράννου, τὸ Περσικὸν ἀκούσας κατὰ τῆς Ἑῴας βαρυτέρᾳ χειρὶ κινεῖσθαι,
εἰς ἀνάγκην ἡκε Γάλλον Καίσαρα χειροτονῆσαι καὶ ἐπ’ αὐτοὺς
 
 τολῆς καὶ πρὸς τὴν Ἑσπέραν γενόμενος, συνάπτει πρὸς ἀμφοτέρους
 πόλεμον καὶ κατὰ κράτος νικᾷ, τοῦ Βρεττανίωνος πρὸς αὐτὸν ἀποβρετανίωνοσ
 

 
ἐκπέμψαι. ἀνεψιὸς δὲ ἧν ὁ Γάλλος· καὶ γὰρ ὁ Γάλλου πατὴρ Κωνστάντιος
ἀδελφὸς ἦν Κωνσταντίνου τοῦ μεγάλου, ὃς ἐγείνατο Κωνστάντιον 
καὶ τοὺς αὐτοῦ ἀδελφούς.

26. Ὁ μὲν οὖν Κωνστάντιος ἐγκρατὴς τοῦ τυράννου γίνεται,
 κἀνταῦθα τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ ἐπὶ μέγιστόν τε προφανέντος
καὶ καταπληκτικωτάταις αἴγλαις ὑπεραστράψαντος τὸ τῆς ἡμέρας
φῶς. ὤφθη δὲ ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων περὶ τρίτην ὥραν μάλιστα τῆς
ἡμέρας, ἑορτῆς τῆς λεγομένης Πεντηκοστῆς ἐνισταμένης. ὁ δὲ θεό-

1. Ὅτι ὁ Κωνστάντιος, μαθὼν τὰ περὶ Μόντιον καὶ Δομετιανὸν
συνενεχθέντα καὶ ὀργῆς ἀναπλησθείς, μετεκαλεῖτο τὸν Γάλλον. ὁ δέ,
τὴν μὲν κλῆσιν οὐκ ἐπ᾿ ἀγαθῷ συλλαβών, εὐλαβούμενος δὲ μὴ πόλεμος
 ἀπειθήσαντος συρραγῇ, τοῦ προστάγματος γίνεται. προεξώρμα
δὲ καὶ ἡ Κωνσταντία, προεντυχῖν σπεύδουσα τἀδελφῷ καὶ αἰδέσασθαι
αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ἀνδρός, ἀλλ᾿ αὕτη μὲν κατὰ Βιθυνίαν γενομένη
ἐπεσχέθη τῷ θανάτῳ καὶ τῆς ὁδοῦ καὶ τοῦ βίου· ἐξ οὑ καὶ ὁ

1a. Artemii Passio 14 [unmittelbar nach ἀνυπέρβλητον ob. S.
55, 16]: Ὁ δὲ Κωνστάντιος, ἐπειδὴ τάχιστα ἐπύθετο τὸ συμβάν,
 μετάπεμπτον ὡς ἑαυτὸν ἐποιεῖτο τὸν Γάλλον. ὁ δέ, εἰδὼς μὲν ὡς
οὐκ ἐπ᾿ ἀγαθᾠ τυγχάνει καλούμενος, ἐννοῶν δὲ πάλιν ὡς, ὡς, μὴ
βούλοιτο ὑπακούειν, πόλεμον ἀνάγκη ποιεῖν ὅπλα πρὸς Κωνστάντιον
ἐκ τοῦ εὐθέως ἀράμενον, αἱρεῖται μᾶλλον τὰ τῆς εἰρήνης. καὶ τὴν
γυναῖκα προαποστείλας ὡς τὸν Κωνστάντιον ἐκμειλίξασθαι, καὶ αὐτὸς
 ἀπῄει αὐτόμολος ἐπὶ τὸν κίνδυνον. ἡ μὲν οὐν Κωνσταντία
προτέρα ἐξώρμησε, προεντυχεῖν τῷ ἀδελφῷ καὶ αἰδέσασθαι αὐτὸν
ὑπὲρ τοῦ ἀνδρὸς προθυμουμένη, τοῦ μή τι εἰς αὐτὸν βουλεύσασθαι

2. Τὸ μέντοι γε βάρος τῆς ἀρχῆς ὑπολογιζόμενος ὀ Κωνστάντιος Phot.
καὶ ὡς οὐχ οἷός τε εἴη μόνος φέρειν, Ἰουλιανὸν τὸν ἀδελφὸν Γάλλου
τῆς Ἰωνίας μεταπεμψάμενος χειροτονεῖ Καίσαρα, Ἑλένην αὐτῷ
τὴν ἰδίαν ἀδελφὴν εἰς γυναῖκα κατεγγυησάμενος, καὶ τὸν μὲν τὰς
 Γαλλίας φυλάττειν ἐκπέμπει· καὶ γὰρ λίαν ἐτετάρακτο τὰ τῇδε.

3. Αὐτὸς δὲ ἐν Σερμίῳ παραγενόμενος διῆγεν.

2a. Artemii Passio 15 [unmittelbar nach ἐτεθνήκει ob. S. 58, 26]:
Ὁ δὲ Κωνστάντιος περὶ τοῖς πρόγμασι δείσας μὴ οὐχ οἷός τε ᾖ μόνος
 ἁπάσης εἶναι τῆς ἀρχῆς ἐγκρατής, ἄλλως τε καὶ τῶν Γαλατῶν ὀξύτατα
δὴ καὶ ὁπότε προθυμηθεῖεν εἰς τὰς τυραννίδας ἐγειρομένων
διά τε σώματος ἰσχὺν καὶ κουφότητα φρονημάτων, μετεμέλετό τε
ἤδη τὸν Γάλλον ὑπεξελὼν καὶ λογισάμενος ὡς τὸ συγγενὲς του
ὀθνείου καὶ ἀλλογενοῦς ἀσφαλέστερον εἶναι μακρῷ πρὸς κοινωνίαν
 τῆς βασιλείας, Ἰουλιανὸν τὸν ἀδελφὸν τοῦ Γάλλου ἐκ τῆς Ἰωνίας
μεταπεμψάμενος ἐν τῇ Μεδιολάνῳ Καίσαρα ἀνέδειξε· καὶ τὴν ἀδελφὴν
αὐτῷ τὴν ἑαυτοῦ Ἐλένην εἰς γάμον ἐκδοὺς καὶ τὰ πιστὰ πρὸς
αὐτὸν ποιησάμενος, τοῦτον μὲν ἐξέπεμψεν εἰς τὰς Γαλλίας φύλακα
τῆς ἐκεῖσε βασιλείας ἐσόμενον.

4. Ὅτι, Λεοντίου τοῦ Ἀντιοχείας ἐπισκόπου τελευτήσαντος, Εὐδόξιον,
φησίν, ἐκ Γερμανικείας μεταστησάμενοι οἱ ὁμόδοξοι ἐπιβιβάζουσι
τῷ θρόνῳ. ὁ δὲ τῆς Ἀρειανῆς μὲν δόξῆς ἦν, πλὴν ἐκ τῶν
 Ἀστερίου γραμμάτων εἰς τὸ κατ᾿ οὐσίαν ὅμοιον ὑπενήνεκτο. οἱ δὲ
συναιρεσιῶται τοῦτον ἀναφέροντες πρὸς τὸ ἑτεροούσιον ἀνῆγον.
ἐπιεικῆ δὲ τὸν Εὐδόξιον ὀ Φιλοστόργιος καὶ κόσμιον τὰ ἤθη καὶ τὰ
ἄλλα δεξιὸν ἀναγράφων, εἰς δειλίαν ἐκτόπως διαβάλλει· καὶ Ἀραβισσὸν
μὲν τῆς μικρᾶς Ἀρμενίας πόλιν πατρίδα λαχεῖν τὸν αὐτοῦ πατέρα
 Καισάριος ὄνομα αὐτῷ), μαρτυρικὸν δέ, καίτοι τῶν εἰς γυναῖ-

3b. [zu Z. 4 f] Cod. von Cairo 86, Jhrdt XllI, f. 280 r [am Rand des
Sokrates II 31, 4: Ἐπεὶ δὲ αὐτὸς (näml. ὁ Ὅσιος) παρῃτεῖτο
πληγάς τε καὶ στρεβλώσεις τῷ πρεσβύτῃ προσέφερον· διὸ καὶ ἐξ
ἀνάγκης ταῖς τότε (näml. ἐν τῷ Σιρμίῳ) ἐκδοθείσαις
καὶ συνέθετο καὶ ὐπέγραψε]: ταὐτό φησι περὶ Ὁσίου καὶ Φιλοστόργιος,
 πλὴν τὴν ἀνάγκην καὶ τὰς πληγὰς οὐ προστίθησιν.

4a. Suidas s. v. Εὐδόξιος· ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, ἐξ Ἀραβισσοῦ
τῆς μικρᾶς Ἀρμενίας. ὁ δὲ πατὴρ αὐτοῦ Καισάριος ἐπὶ Μαξιμιανοῦ

5. Ὅτι Εὐδόξιος μέν, φησίν, εἰς διακονίαν Εὐνόμιον προχειρίζεται·
ὁ δέ, πρὶν εἰς τὸ ἀκριβέστατον ἐκεῖνον τῆς δόξης ἀνελθεῖν, τὴν λειτουργίαν
 οὐ δέχεται.

6. Ὅτι, φησίν, Εὐδοξίου τὴν Ἀντιόχειαν ἐγχειρισθέντος, ὁ Ἀγκύρας
Βασίλειος ἐδυσχέραινεν· αὐτὸς γὰρ ἐπ’ αὐτὴν εἶχεν τὸ βλέμμα
τῇ γνώμῃ στηριζόμενον.

7. Ὅτι, φησί, τῆς Κωνσταντίου γυναικὸς τῷ τῆς μητρομανίας
 ἁλούσης πάθει, ἐξεκρέματο δὲ τοῖς ἱμέροις αὐτῆς ὁ Κωνστάντιος, εἰς
ἀνάγκην ἧκε τὸν Θεόφιλον τῆς ὑπερορίας ἀνακαλέσασθαι· ἐφημίζετο
γὰρ οὗτος παθῶν εἶναι θείᾳ δυνάμει θεραπευτής. παραγεγονότα δέ,
καὶ συγγνώμην οἶς εἰς αὐτὸν ἥμαρτεν αἰτῆσαι κοὶ πρὸς τὴν τῆς
γυναικὸς θεραπείαν ἐκλιπαρῆσαι, καὶ μὴ διαμαρτεῖν, ὡς οὑτος λέγει,
 τῆς αἰτήσεως. ἐπιθέντος γὰρ τὰς ἱλαστηρίους χεῖρας τοῦ Θεοφίλου,
ἀπαλλαγῆναι τοῦ πάθους τὸ γύναιον.

8. Ὅτι, φησί, Βασίλειος, συλλαβὼν μεθ’ ἑαυτοῦ τόν τε τῆς Σε-

9. Ὅτι οἱ ἀμφὶ Βασίλειον ταῦτα διαπραξάμενοι πάντα, πανταχοῦ
φοιτῶντες, τὸ ὁμοούσιον συνεκρότουν· καὶ πολλῶν πειθομένων καὶ
τὸν Κωνσταντινουπόλεως Μακεδόνιον, καίτοι τοῖς περὶ Εὐνόμιον
προαποκεκλιμένον, εἰς τὴν ἑαυτῶν ὅμως ἐπεσπάσαντο δόξαν, ἀλλὰ
καὶ πολλοὺς ἑτέρους τῶν ἐπισκόπων, τοὺς μὲν ὑπάγοντες γόγοις,
 τοὺς δὲ τῇ πειθῷ συνεπικεραννύντες τὴν βίαν.

12. Ὁ δὲ βασιλεὺς ταῦτα μαθὼν προσέταξεν ἅπαντας εἰς τὴν
Κωνσταντινούπολιν ἀπαντᾶν, καὶ δὴ συναθροίζονται ἔκ τε τῶν Ἑσπερίων
καὶ τῆς Ἑῴας καὶ Λιβύης μικροῦ σύμπαντες. προειστήκεισαν δὲ
τῶν μὲν κατ’ οὐσίαν ὅμοιον πρεσβευόντων Βασίλειός τε καὶ Εὐστάθιος·
 οἷς ἄλλοι τε καὶ Βασίλειος ἕτερος παρῆν συνασπίζων, διακόνων
ἔτι τάξιν ἔχων, δυνάμει μὲν τοῦ λ·έγειν πολλῶν προφέρων, τῷ δὲ
τῆς γνώμης ἀθαρσεῖ πρὸς τοὺς κοινοὺς ὑποστελλόμενος ἀγῶνας. τῶν
δὲ τὸ ἑτεροούσιον Ἀέτιος μὲν καὶ Εὐνόμιος ὑπῆρχον, οἱ τὴν δύναμιν
ἄκροι, διακόνων ἑκάτερος βαθμὸν ἀνέχων· ἐπίσκοποι δὲ δευτεραγωνιστῶν
 χορὸν ἐκπληροῦντες Μάρις τε καὶ Εὐδόξιος, ὁ τότε τῆ.ς
Ἀντιοχείας ἐπισκοπήσας, ὕστερον δὲ καὶ τὸν Κωνσταντινουπόλεως
ὑπελθὼν θρόνον, καὶ δὴ καὶ Ἀκάκιος ὁ τῆς Παλαιστίνων Καισαρείας,
τὴν πρὸς ἐκείνους ὑποκρινόμενος ὁμοδοξίαν ἐφ᾿ ᾡ τοὺς περὶ Βασίλειον
ἀντιλυπῆσαι, διότι κἀκεῖνοι Κύριλλον, τῶν Ἱερσολύμων ὑπαὐτοῦ
 παυθέντα τοῦ ἱερᾶσθαι, διὰ τιμῆς ἔφερον. ἦν δὲ ὁ Ἀκάκιος
μὲν θαρσαλέος μὲν ἐν τοῖς ἀγῶσι, διανοηθῆναί τε πράγματος φύσιν
ὀξὺς καὶ λόγῳ δηλῶσαι τὸ γνωσθὲν ἱκανός. ἐξ οὑ καὶ τὰ ταύτης
τῆς συνόδου γράμματα (πολλὰ δέ ἐστιν) οὑτος ἠν μόνος
διατιθέμενος.

12a. [zu Z. 15–17] Photii Bibliotheca Cod. 40 ob. S. 2, 28 ff:
δὲ (näml. ὁ Φιλοστόργιος) Ἀκακίου μάλιστα τοῦ Καισαρείας
 κατἀ Παλαιστίνην ἐπισκοπήσαντος δεινότητά τε ἀνυπέρβλητον καὶ
πανουργίαν ἄμαχον, μεθ’ ὧν καὶ πάντων φησὶ κατισχῦσαι, τῶν τε
ὁμοφρόνων δοκούντων, εἰς ἔχθραν δέ τινα καταστάντων, καὶ τῶν
τἀναντία θρησκευόντων.

1. Ὅτι, φησί, μετὰ ταῦτα Ἀκάκιος τοὺς περὶ Βασίλειον καὶ
Εὐστάθιον, βασιλέα πείσας καὶ αἰτίαις ἄλλους ἄλλαις ὑποβαλών,
καθαιρεῖ τῶν θρόνων. καθαιρεῖ δὲ καὶ Μακεδόνιον τὸν Κωνσταντινουπόλεως
 ἐπίσκοπον. παυθέντος δὲ τοῦ Μακεδονίου, Εὐδόξιος ἐξ
Ἀντιοχείας Κωνσταντίου γνώμῃ ἀντικαθιδρύεται τῷ θρόνῳ. ὑπερορίζονται
δὲ καὶ οἱ καθαιρεθέντες, Βασίλειος μὲν εἰς Ἰλλυριούς, οἱ
δὲ λοιποὶ ἄλλος ἀλλαχόσε· οἳ πρὸς τὴν ὑπερορίαν στελλόμενοι ἀθετοῦσι
μὲν τὰς οἰκείας ὑπογραφάς, αἷς τὴν ἐν Ἀριμήωῳ πίστιν ὑπεσημήναντο·
 ἀνακηρύττουσι δὲ πάλιν οἱ μὲν τὸ ὁμοούσιον, οἱ δὲ τὸ
ὁμοιοούσιον. καὶ ὁ Ἀέτιος δέ, καθαιρεθεὶς διότι τὸ ἀπαράλλακτον
εἰσηγήσατο, ὅπερ αὐτοῦ ταῖς ἄλλαις ὁμιλίαις καὶ συγγραφαῖς διαρρήδην
ἀπεμάχετο, ὑπερόριος εἰς Μοψουεστίαν τῆς Κιλικίας ἐκπέμπεται,
ὐπογραψάντων κατ’ αὐτοῦ, οὐ μόνον δὲ ἀλλὰ κα κατὰ τῆς πίστεως
 ἣν ἐκήρυττεν, μικροῦ πάντων αὐτοῦ τῶν ἐνιστῶν καὶ ὁμοφρόνων,
τῶν μὲν ἐκ μεταβολῆς τῶν πάλαι δεδογένων, τῶν δὲ τοῖς καιροῖς
ἐνδόντων καὶ τὴν τοῦ βασιλέως γνώμην κρείττω τῆς παρὰ σφίσιν
ἀληθείας ποιησαμένων. ὁ δὲ Ἀκάκιος, τοὺς περὶ Βασίλειον δι᾿ ἰδίαν
ἔχθραν καὶ τὸν Ἀέτιον διὰ τὸ ἑτεροδοξεῖν καθελὼν καὶ ὑπερορίους
 ποιησάμενος, ἀνατρέχων ἐπὶ τὴν Καισάρειαν ταῖς χηρευούσαις ἐκκλησίαις
ἀρχιερεῖς καθίστη τὸ ὁμοούσιον θρησκεύοντας. καὶ καθίστησι
μὲν ἐν Νικομηδείᾳ ἀντὶ Κεκροπίου Ὀνήσιμον, ἀντὶ δὲ Βασιλείου τῇ
Ἀγκύρᾳ Ἀθανάσιον, Ἀκάκιον δὲ ἕτερον ἀντὶ Σιλβανοῦ τῇ Ταρσῷ.
ἐν δὲ τῇ Ἀντιοχείᾳ, ὅσοι μέν ποτε τῶν ἐν τῷ κλήρῳ συνέπραξαν
 Βασιλείῳ ἐν τοῖς κατὰ τοῦ Εὐδοξίου καὶ Ἀετίου τολμηθεῖσιν ἐρήμην
 
 

 
ἠλαύνοντο· Μελέτιον δὲ τῆς Σεβαστείας τῶν Ἀρμενίων μεταπαεμψάμενος 
ἀντὶ Εὐδοξίου τῷ θρόνῳ ἐγκαθιδρύει, ἤδη γὰρ Εὐδόξιος Κωνσταντινουπόλεως
ἐπέβαινεν. ὁ δὲ Μελέτιος τὰ μὲν πρῶτα τῇ τοῦ
βασιλέως ῥοπῇ θεραπεύων τὸ ἑτεροούσιον ὑπεκρίνετο καὶ τῷ τόμῳ
 τῶν Ἑσπερίων ὑπέγραψεν· τοῦ δὲ τῆς Ἀντιοχείας ἐπάρξας θρόνου,
θερμὸς ἦν τοῦ ὁμοουσίου ὑπέρμαχος. χειροτονεῖ δὲ καὶ Πελάγιον ὁ
Ἀκάκιος ἐν Λαοδικείᾳ· καὶ ἁπλῶς, ἔνθα ἂν ἡ δύναμις εἵπετο, τὴν
βουλὴν ἐδίδου κατὰ τὸ κράτιστον ἀντὶ τῶν ἐξελασθέντων τοὺς τὸ
ὁμοούσιον εἰς τὸ ἀπροφάσιστον τιμῶντας ἐγκαθιστάναι.

2. Ὅτι, φησίν, μαθὼν ὁ βασιλεὺς παρὰ Ἀκακίου ὡς ὁ Ἀέτιος
ὑπὸ Αὐξεντίου τοῦ Μοψουεστίας ἐπισκόπου ἐς τὰ πάλιστα φιλοφροσύνης
σύνης ἀξιοῦται, εἰς Ἄμβλαδα τοῦτον μεθορισθῆναι παρακελεύεται,

2a. [zu Z. 10 — 12] Suidas s. v. Αὐξέντιος· Μοψονεστίας ἐπίσκοπος,
ὃς ἦν τῶν ὁμολογητῶν ὀνομαζομένων. ἠν δὲ παρὰ τῶν ἐπιφανῶς
 τῷ βασιλεῖ Λικινίῳ στρατευσαμένων τῶν ὑπογραφεων τουτου
γενόμενος, οὓς δὴ νοταρίους Ῥωμαῖοι καλοῦσι. τὸ δὲ τῆς
ὁμολογίας τοιόνδε γέγονεν εἶδος· ἦν ἔν τινι τῆς βασιλικῆς ἑστιας
αὐλῇ κρήνη τε ὕδατος καὶ ἐπ’ αὐτῇ Διονύσου ἄγαλμα, καὶ ἄμπελος
μεγάλη περικειμένη καὶ σκιερὸν ἐπιεικῶς καὶ συνηρεφῆ τὸν ἅπαντα
 τόπον ἐργζομένη. ἐνταῦθα ὁ Λικίνιος κατὰ πρόφασιν ἀπαγωγῆς
ἀφικόμενος, τοῦ τε Αὐξεντίου αὐτῷ καὶ ἄλλων πολλῶν ἐκ τῆς θεραπείας
παρεπομένων, εἰς τὴν ἄμπελον ἀνιδών, ἐθεάσατο βότρυν ὡραῖόν
τινα καὶ μέγαν τῶν κλημάτων ἀπαιωρούμενον. τοῦτον προσέταξε
τῷ Αὐξεντίῳ τεμεῖν. ὁ δὲ αὐτίκα τὸ προσηρτημένον ταῖς ἀναξυρίσιν
 αὐτοῦ μαχαίριον ἀφελόμενος ἔτεμε μηδὲν ὑπεδόμενος. ὁ οὖν Λικί-

3. Ὅτι, τῶν περὶ Εὐστάθιον καὶ Εὐσέβιον καὶ Ἐλεύσιον καθαιρεθέντων,
οἱ ἀμφὶ τὸν Μάριν καὶ Εὐδόξιον γνώμῃ Κωνσταντίου τῆς

4. Ὅτι, φησίν, εἰωθὼς Κωνστάντιος τῶν πολεμίων κρατεῖν,
ἐπειδὴ ὁμογνίῳ λύθρῳ τὴν δεξιὰν ἐξεμίανεν κοὶ τοὺς ἀμφὶ Θεόφιλον
καὶ Ἀέτιον καὶ Σέρραν, διαβολαῖς ἀναπεισθεὶς Βασιλείου, ὑπερορίους
ἐποιήσατο, πρὸς Πέρσας συμπλακεὶς τὸ ἧττον ἤνεγκεν.

5. Ὅτι φησὶν οὗτος ὁ δυσσεβὴς τὸν Ἀντιοχείας Μελέτιον ὑπὸ
 τοῦ Κωνσταντίου καὶ αὐτοῦ ἐν Ἀντιοχείᾳ διατρίωοντος ὑπερόριον
εἰς τὴν ἑαυτοῦ πατρίδα τὴν Μελιτινὴν ἐκπεμφθῆναι, ὡς ἐπιορκίαις
ἁλόντα καὶ ὅτι, τὸ ὁμοούσιον πρεσβεύων ἐκτόπως, τὸ ἑτεροούσιον
κατεσχηματίζετο. μεταπέμπεται δὲ ἐξ Ἀλεξανδρείας τὸν συναιρεσιώτην
Ἀρείου Ἀρειου καὶ τούτῳ χεῖρας ἐπιθεῖναι τοὺς ἐπισκόπους
 κελεύσας, ἐπίσκοπον Ἀντιοχείας ἀποκαθίστησιν.

1. Ὅτι τὸν Εὐνόμιόν τινες τῶν έν τῷ κλήρῳ Κυζίκου
διαβάλλουσιν ὡς ἀνόμοιον τῷ πατρὶ τὸν υἱὸν εἰσηγούμενον, τὸ μὴ
κατ’ οὐσίαν ὅμοιον εἰς κατηγορίαν ἀνομοιότητος πατρὸς πρὸς υἱὸν
 μετασκευάζοντες· καὶ τὰ παλαιὰ δὲ μετακινεῖν ἔθη, καὶ τοὺς μὴ συνασεβεῖν
ἐθέλοντας διασκευάζειν. ἐπὶ τούτοις θόρυβος τὴν Κωνσταντινουπολιτῶν
ἐκκλησίαν εἶχεν, ἀνακινοῦντος αὐτὴν ἐπίτηδές τινος
τῶν έν αὐτῇ πρεσβυτέρου, Ἡσυχίου τοὔνομα. διὸ μετάπεμπτον ὁ
Εὐδόξιος τὸν Εὐνόμιον ποιεῖται. παραγεγονὼς δὲ ὁ μὲν τῆς βραδυτῆτος
 καὶ ὀλιγωρίας τῶν ὑπεσχημένων τὸν Εὐδόξιον ᾐτιᾶτο· ὁ δὲ
περὶ τούτων μὲν ὑπεκρίνατο μὴ ἂν ἀμελῆσαι, δεῖν δὲ πρὶν τὴν περὶ
αὐτοῦ γεγενημένην διαλῦσαι στάσιν. ἐντεῦθεν εἰς ἀπολογίαν ὁ Εὐνόμιος
τῷ Κωνσταντινουπόλεως κλήρῳ καταστάς, οὕτω τοὺς πρὶν
θορυβοῦντας εἷλεν, ὡς μὴ μόνον εἰς τὴν ἐναντίαν μεταστῆσαι δίξαν,
 ἀλλὰ καὶ μάρτυρας αὐτοῦ θερμοὺς τῆς εὐσεβείας γενέσθαι. καὶ γὰρ
ἀνόμοιον τῷ πατρὶ τὸν υἱὸν οὐ μόνον οὐδαμῶς ἐν οἷς ἐδημηγόρησε
δογματίζειν ἐφωράθη, ἀλλά γε καὶ ὅμοιον κατὰ τὰς γραφας ἀνακηρύττειν
ἐπαρρησιάζετο. τὸ μέντοι ὅμοιον κατὰ τὴν οὐσίαν οὐ
προσίετο, ἴσον εἰς βλασφημίαν λέγων εἶναι ὄμοιον κατ’ οὐσίαν
 τῷ πατρὶ τὸν υἱὸν καὶ μὴ ὁμοιότατον φρονεῖν κατὰ τοὺς μονογενεῖ
θεῷ πρὸς τὸν ἀπαθῶς γεγεννηκότα πατέρα προσήκοντας λόγους.
οὐ μόνον δὲ τὸν κλῆρον οὕτως διέθηκεν, ἀλλὰ καὶ πάδημον
ὅλην ἐκκλησίαν, τὰ αὐτὰ διαλεχθείς, εἰς μέγα καὶ γλυκὺ θαῦμα καὶ
σοφίας καὶ εὐσεβείας εἱλκύσατο. ἐξ οὗ καὶ τὸν Εὐδόξιον ὐπεραγασθέντα
 ἀναβοῆσαι· »ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη
 
 

 
ἐστίν‘, καὶ κρότον ἀγεῖραι τῷ πλήθει, ὡς εὖ καὶ κατὰ καιρὸν τὴν Phot.
ἱερὰν ἀνειπόντος χρῆσιν.

2. Ὅτι ὁ δυσσεβὴς οὑτος Εὐνόμιον τὸν θεοστυγῆ κατ᾿ ἐπιτροπὴν
Εὐδοξίου δημηγορῆσαι τῷ πλήθει λέγει τῆς τῶν Θεοφανίων ἑορτῆς
 ἐνισταμένης, ἐν ᾑ τὸ δυσσεβὲς αὐτῶν καὶ ἄθεον μάλιστα ἀπογυμνοῦται.
τόν τε γὰρ Ἰωσὴφ οἱ κατάρατοι μετὰ τὴν ἄφραστον κυοφορίαν
συνάπτειν οὐ πεφρίκασι τῇ παρθένῳ καὶ τὸν υἱὸν ἀναιδέστερον τοῦ
πατρὸς δοῦλον καὶ ὑπηρέτην, καὶ δὴ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ υἱοῦ φοβερὸν
οὐδὲν ἡγοῦντο λέγειν.

3. Ὅτι μετὰ τοὺς πολλοὺς ἐπαίνους Εὐνομίου οὐ μόνον μόνον ὡν
ὑπέσχετο διενοήθη περαίνειν Εὐδόξιος, ἀλλὰ κἀκεῖνον ἐπεχείρει πείθειν
γραφῇ τήν τε καθαίρεσιν Ἀετίου καὶ τὴν έν Ἀριμήνῳ ἔκθεσιν
ὑποσημήνασθαι, εἰς τὸ τῆς οἰκονομίας πρόσχημα τὸ ἔκθεσμον αὐτοῖς
καταρυθμίζων καὶ ἀθέλητον. ἐφ’ οἷς ὀ Εὐνόμιος βαρέως ἐνεγκὼν
 οὐδέτερον μὲν ὑπέστη· προσαπολιμπάνει δ᾿ αὐτοῖς καὶ τὴν Κύζικον
πρῶτα μὲν λόγοις, εἶτα δὲ καὶ γράμμασι, καὶ πρὸς τὴν ἑαυτοῦ πατρίδα
τὴν Καππαδοκίαν ἀφικνεῖται.

4. Ὅτι κατ’ Εὐνομίου κινηθεὶς ὁ Ἀκάκιος ἐφ᾿ ᾧ Κυζίκου κατέστη
ἐπίσκοπος, συνδιαβάλλει καὶ τοὺς περὶ Εὐδόξιον, ὡς χωρὶς κοινῆς
 γνώμης τὸν μαθητὴν Ἀετίου κεχειροτονηκότας ἐπίσκοπον, ἄνδρα τὸν
οἰκεῖον διδάσκαλον τῷ πρὸς τὴν αἵρεσιν ὀξυρρεπεστάτῳ ζήλῳ ὑπερβαλέσθαι
φιλονεικήσαντα· καὶ πείθει ταῖς διαβολαῖς τὸν Κωνστάντιον
μετάπεμπτον ἐν Ἀντιοχείᾳ ποιήσασθαι τὸν Εὐνόμιον. καὶ παραγεγονότα
εἰς ἀπολογίαν κελεύει καταστῆναι συνοδικῇ διαίτῃ λογοθετούμενον.
 ἐπεὶ δὲ ἡ σύνοδος τὸν κατήγορον ἐζήτει, ὁ δὲ ἠν οὐδαμοῦ·
ὁ γὰρ Ἀκάκιος ἀποδειλιάσας (καὶ γὰρ ἐνόμιζεν ἐκ μόνης τῆς
 
 

 
 πρὸς βασιλέα διαβολῆς τὸν ἐχθρὸν αἱρήσειν κατὰ κράτος) εἷς ἠν τῶν
εἰς τὸ βαθύτατον σιγώντων· διὸ καὶ ὁ Κωνστάντιος ταῦτα μαθὼν
δι᾿ ὑπονοίας τε τὸν Ἀκάκιον ἔσχεν, ὡς ἀπεχθημοσύνῃ μᾶλλον ἢ τρόπων
εὐθύτητι τὴν κατηγορίαν ἐνστησάμενον, καὶ θᾶττον αὐτὸν εἰς
 τὴν ἰδίαν ἐπαναδραμεῖν ἐκέλευεν παροικίαν, μείζονι συνόδῳ ταμιευόμενος
τὴν τῶν προκειμένων διάγνωσιν.

5. Ταῦτα δὲ Κωνσταντίῳ διανοουμένῳ, ἡ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐπανάστασις
ταῖς φήμαις αὐτῷ διακομίζεται. ὁ δὲ αὐτίκα τε τὴν ἐπὶ

7. Ὅτι τὴν βασίλειον ἀρχὴν ἁρπάσας ὁ Ἰουλιανός, ἅτε δὴ Ἀέτιον 
διὰ Γάλλον δῆθεν κινδυνεύοντα, τῆς φυγῆς ἀνακαλεῖται· οὐκ αὐτὸν
δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους, ὅσοι δογμάτων ἐκκλησιαστικῶν
ὑπερορίαν υπεστησαν.

1. Ὅτι τὴν βασιλείαν Ἰουλιανὸς ἁρπασάμενος καὶ τοῖς Ἕλλγσι
διὰ προγραμμάτων πᾶσαν ἄδειαν εἰσενεγκὼν μηδὲν τῶν μελετωμένων

1a. Artemii Passio 48: Ὁ γὰρ Ἰουλιανὸς πάλαι τὸν Ἑλληνισμόν
κατὰ ψυχὴν ὠδίνων ἐκ τῶν ἐν Ἰωνίᾳ γενομένων αὐτῷ πρὸς τοὺς
ἀμφὶ τὸν Μάξιμον φιλοσόφων συνουσιῶν, ἐφ᾿ ὅσον μὲν ὅ
 αὐτῷ περιῆν καὶ μετ' αὐτὸν Κωνστάντιος, ὁ δὲ οὐδὲν παραγυμνοῦν
ἐθάρρει διὰ τὸ ἐξ ἐκείνων δέος· ἐπεὶ δὲ οὑτοι ἐξ ἀνθρώπων ἠσαν,
αὐτὸς δἐ τῶν πραγμάτων ἤδη κύριος ἠν, τότε δὴ εἰς τὸ φανερὸν
ἀπαμφιασάμενος πάσαις ἀθρόον εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ἐξερράγη ταῖς
προθυμίαις.

1b. Ebd. 22: Ὁ γὰρ Ἰουλιανός, ὡς δεδήλωται, τὴν τῶν Ῥωμαίων
βασιλείαν ὑποζωσάμενος, ἐσπούδαζε μάλιστα τὸν Ἑλληνισμὸν
ἐπανορθοῦν. πανταχοῦ τοίνυν γράμματα διαπεμπόμενος ἐκέλευε
τούτων τεμένη καὶ τοὺς βωμοὺς ἀνιστᾶν μετὰ πολλῆς σπουδῆς τε
καὶ προθυμίας.

2. Ὅτι Γεώργιον τὸν Ἀλεξανδρείας συνεδρίου, φησί, προκαθεζόμενον
 καὶ τῷ κατὰ Ἀετίου τόμῳ ὑποσημήνασθαι τοὺς ὁμοδόξους
βιαζόμενον, εἰσπηδήσαντες τὸ Ἑλληνικὸν καὶ συλλαβόντες αὐτὸν
πολλά τε εἰς τὸ σῶμα ἐνυβρίσαντες, εἶτα πυρὶ παρέδοσαν: φησὶ δ’
ὁ δυσσεβὴς συγγραφεὺς οὗτος καὶ τὴν Ἀθανασίου γνώμην στρατηγῆσαι
τῆς πράξεως. ἀλλὰ γάρ, Γεωργίου διαφθαρέντος, τὸν οἰκεῖον
 θρόνον ὁ Ἀθανάσιος τῶν Ἀλεξανδρέων αὐτὸν ἀσμένως ὑποδεξαμένων,
ἀναλαμβάνεται.

1c. Artemii Passio 35 ’ Rede an Julian]: Γίνωσκε
ὡς ἡ τοῦ Χριστοῦ ἀνίκητος καὶ ἀήττητος ὑπάρχει ἰσχύς τε καὶ
 δύναμις· πάντως δὲ καὶ αὐτὸς τοῦτο πεπληροφόρησαι ἐξ ὡν σοι
χρησμῶν Ὀριβάσιος ὁ ἰατρὸς καὶ κοιαίστωρ παρὰ τοῦ ἐν Δελφοῖς
Ἀπόλλωνος ἄρτι κεκόμικεν. ἐγὼ δέ σοι καὶ τὸν χρησμόν, κἂν μὴ
βούλῃ, ἐπαναγνώσομαι. ἔχει γὰρ οὕτως·

3. Ὅτι περὶ τῆς εἰκόνος τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, ἣν ἡ τῆς αἱμόρρου
πίστις ἀμειβομένη τὸν εὐεργέτην ἀνέστησεν, ἱστορῶν φησιν ἀωεστηλῶσθαι
μὲν ταύτην κατὰ τὴν πηγὴν τὴν ἔνδον τῆς πόλεως μετὰ καὶ
ἑτέρων ἀγαλμάτων, τερπνότητός τι παρέχειν τοῖς φοιτῶσι θέαμα.
 τῆς δὲ τοῦ σωτῆρος εἰκόνος βοτάνης κατὰ τοὺς πόδας ἀναφυείσης,
νοσημάτων μὲν ἁπάντων, μάλιστα δὲ τῆς φθινάδος ἴαμα, καὶ ζητούν-
των τὴν αἰτίαν ἐλελήθει γὰρ τῷ χρόνῳ καὶ οὺτινος ἔφερε μορφὴν
καὶ ἡ πρᾶξις δἰ ἣν ἀνεστήλωτο· ἐν ὑπαίθρῳ γὰρ καὶ γυμνὸς ἐστώς,
ἐπ’ οὐκ ὀλίγον συνεχώσθη τοῦ σώματος, γῆς ἐπ αυτον ἐκ τῶν
 ὑψηλοτέρων ἀεὶ τόπων έν τοῖς τῶν ὄμβρων μάλιστα καιροῖς ἐπιφερο-
μένης, ὐφ' ἦς ἡ τῶν γραμμάτων τῶν ἕκαστα δηλούντων ἠφάνιστο
γνῶσις)· τῆς οὖν ζητήσεως ταύτης ἐπιστάσης, ἀνωρύχθη μὲν τιὸ
συγκεχωσμένον, εὑρέθη δὲ γράμματα τὴν ἱστορίαν πᾶσαν ἀναδιδάσκοντα.
καὶ ἡ πόα μὲν οὐκ ἕτι μετ’ ἐκεῖνον ὤφθη τὸν χρόνον οὔτε
 ἐκεῖ οὔτε ἀλλαχόθι· τὸν δὲ ἀνδριάνιτα μεταστησάμενοι ἐν τῷ τῆς
ἐκκλησίας SittKoviKcp τὰ πρέποντα ἐθεράπευον, σέβοντες μὲν ἢ προσκυ-
νοῦντες οὐδαμῶς (οὐ γὰρ ἦν θέμις χαλκὸν ἢ ἄλλην ὕλην προσκυνεῖν),
αὐτῶ δὲ τούτῳ, στάσει τε σεμνοτέρᾳ καὶ τῷ μεθ’ ἡδονῆς ἐπιφοιτᾶν
τῷ τόπῳ τὸ εἶδος θεασομένους, τὸν περὶ τὸ ἀρχέτυπον πόθον ἐπι-
 δεικνύμενοι.

3a. [zu Z. — S. 79, 7] Arteraii Passio 57 [unmittelbar nach ἐλίκμησαν
 unt. S. 80, 35]: Τὸν δὲ τοῦ σωτῆρος ἀνδριάντα ἐν πανεάδι
τῇ πόλει πρὸς τῆς αἱμορροησάσης γυναικὸς κατασκευασθέντα με-
γαλοπρεπῶς, ἣν ὁ Χριστὸς ἰάοατο, καὶ ἱδρυνθέντα ἐν ἐπισήμῳ
τόπῳ τῆς πόλεως, ὃν μετὰ χρόνον γνωσθέντα ἐκ τῆς αὐτόθι
φυομένης βοτάνης τοῦ θαύματος οἱ Χριστιανοὶ ἀράμενοι ἐν τῷ
 τῆς ἐκκλησίας διακονικῷ ἔπτησαν, τοῦτον οἱ Ἕλληνες κατασπά-

3b. [zu Ζ. 8 ff] Cod. Vatican. Gr. 96, Jhrdt XIII/XIV, f. 102 r am Rand
[fehlerhaft überliefert bei Cramer, Anecdot. Paris. II 388, 20] = V:

4. Ὅτι, τῶν Ἑλληνιστῶν τὰ ἀτοπώτατα κατὰ τῶν Χριστιανῶν
πονταχοῦ παλαμωμένων, καὶ τόδε τοῖς ἀσεβέοι κατὰ Παλαιστίνην
 δεδραματούργηται. τὰ τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου ὀστᾶ καὶ τοῦ βαπτιστοῦ
Ἰωάννου (ἐκεῖ γὰρ ἄμφω ἐτέθαπτο) τῶν θηκῶν ἐξελόμενοι
καὶ ζῴων ὀστοῖς ἀλόγων συγκαταμίξαντες ὁμοῦ πρὸς κόνιν κατέκαυσαν
καὶ εἰς τὸν ἀέρα διεσπείραντο. καὶ τοὺς Χριστιανίζοντας δὲ
 
 
 
 ἐστι καλουμένη. τὸ γὰρ Πανὸς ἐν ταύτῃ βρέτας στησάμενοι, εἰς
τοῦτο τὴν τῆς πόλεως ἔτρεψαν προσηγορίαν. ἐν ταύτῃ τῇ Πανεάδι
 τῶν τοῦ Ἰορδάνου πηγῶν ἡ ἑτέρα τίκτεται, δυοῖν οὐσῶν, Δὰν ἐκ
τοῦ παλαιοῦ ὀνόματος ἔτι καὶ νῦν ὀνομαζομένη· τὴν γὰρ ἑτέραν,
ἥτις Ἰὸρ ἐπικαλεῖται, πόρρωθεν ταύτης ὡς ἀπὸ σταόίων ρ΄ καὶ ξ΄
κολωνός τις τοῦ αὐτοῦ προΐησιν ὄρους. ὧν ἐξ ἑκατέρας προχεῖται
ποταμός, ὁ μὲν Ἰοράτης, ὁ δὲ Δανίτης ἐπικαλούμενος· οἳ διὰ τοῦ
 ὄρους ἐνεχθέντες ἐπειδὴ καταβαῖεν εἰς τὸ πεδίον, ἐνταῦθα ἤδη ξυνίασι
καὶ ἕνα μέγιστον ἀποῖελοῦσι ποταμὸν τὸν Ἰορδάνην, ἐν ταὐτῷ ἤδη
τό τε ῥεῦμα καὶ τὴν προσηγορίαν κιρνάμενοι. ὃς τήν τε τῆς Τιβεριάδος
διέξεισι λίμνην, μέσην τέμνων αὐτὴν καὶ δι᾿ ὅλης αὑτῆς ἐν τῷ οἰκείῳ
ὁλκῷ ῥεόμενος μέχρις ἂν ἐπὶ τὴν κατέναντι ἐκπεράσειε γῆν ἴσος αὐτὸς
 αὑτῷ καὶ παραπλήσιος ὤν, κἀντεῦθεν ἤδη διὰ τῆς Παλαιστίνης ἐνεχθεὶς
ἅπας εἰς τὴν Νεκρὰν καλουμένην εἰσπεοὼν ἀφανίζεται θάλασσαν.

4c. [zu Ζ. 2 ff] Artemii Passio 22 [unmittelbar nach προθυμίας ob.
S. 76, 19]: Καὶ ὅσας ὁ μέγας Κωνσταντῖνος ταῖς ἐκκλησίαις προσόδους
ἀπένειμε καὶ ὁ τούτου υἱὸς Κωνστάντιος, ταύτας ἀφελὼν (näml.
ὁ Ἰουλιανὸς) τοῖς τῶν δαιμόνων ναοῖς ἀφιέρωσεν ἀντ᾿
καὶ πρεσβυτέρων καὶ διακόνων καταστήσας ζακόρους καὶ νεωκόρους
 καὶ ῥάντας καὶ θύτας καὶ κανηφόρους καὶ ὅσας ὁ Ἑλληνικὸς ὕθλος
ἐπιφημίζει Προσωνυμίας· ταῦτα μὲν οὐν καὶ ἕτερα
ὁ δυσσεβὴς Ἰουλιανὸς κατὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν.

5. Ὅτι, φησί, τῶν πραγμάτων οὕτω φερομένων, εἰς μνήμην
Εύδόξιος ἀνελθὼν τῶν ὅρκων καὶ τῶν ὑποσχέσεων ὃς ὑπὲρ Ἀετίου
 πρὸς Εὐνόμιον ἀνεδέξατο, σύνοδον ἐπιστέλλει τῷ Ἀντιοχείας Εὐζωΐῳ
συναθροῖσαι, δι' ἡς ἔδει τὸν Ἀέτιον τῆς καταδικαζούσης ψήφου άπολυθῆναι.
ὁ δὲ Εὐζώϊος οὐδὲν πρὸς τὴν ἀξίωσιν ἐπεστράφη, αἰτιασάμενος
μάλιστα τὸν Εὐδόξιον, ὅτι μὴ αὐτὸς προκατήρξατο πράττειν
ἅπερ ὑποτίθησιν ἑτέροις. ἐπιμένοντος δὲ τοῦ Εύδοξίου τῇ άξιώσει,
 ὑπισχνεῖται καὶ ὸ Εύζώϊος τὴν πρᾶξιν.

6. Ὅτι, ἐν Κωνσταντινουπόλει διατρίβοντος τοῦ Ἀετίου καὶ
Εὐνομίου, παραγίνεται Λεόντιος ὁ τῆς Τριπόλεως πρὸς αὐτοὺς καὶ
Θεόδουλος ἀπὸ Χαιρατόπων οἱ τε ἀμφὶ τὸν Σέρραν καὶ
καὶ Ἡλιόδωρον ἐξ ἑκατέρας Λιβύης, καὶ ὅσοις ἄλλοις γε ἡ αὐτὴ συνήρεσκε
 δόξα, οἳ μήτε τῇ τοῦ Ἀετίου καταδίκῃ μήτε τῷ τόμῳ τῶν
Ἐσπερίων ὑπογράψαι ἠνέσχοντο. καὶ συναθροισθέντες χειροτονοῦσι

6a. [zu Z. 2] Suidas s. v. Λεόντιος· Τριπόλεως τῆς Λυδίας
ἐπίσκοπος, Μυσὸς τὸ γένος τῶν πρὸς τῷ Ἴστρῳ κατῳκημένων, οὓς
 ἀγχεμάχους Ὅμηρος καλεῖ. τὸν τοιοῦτον Λεόντιον προσεταιρίζεται
ὁ κακόφρων Φιλοστόργιος έν τῇ βίβλῳ αὐτοῦ ὡς ὁμόφρονα
Ἀρειανικῆς αὐτοῦ κακοφροσύνης. ὃς παῖδα ἕνα ἐσχηκώς, ἐπειδὴ μὴ
χρηστὰς ἐλπίδας αὐτὸν ὑποφαίνοντα πρὸς ἀρετὴν εἶδεν, εὐξάμενος,
ὥς φασιν, ἔτι μειράκιον ὄντα ἐποίησεν ἀποθανεῖν· κάλλιστον ἡγησάμενος
 τὸ Πρὸ αἰσχροῦ τινος καταλύσασθαι τὸν βίον, τῶν σφαλερῶν
κατὰ τὸν βίον ὀλίσθων ἔξω γενόμενον. κανόνα δὲ αὐτὸν ἐκάλουν
τῆς ἐκκλησίας. ἠν δὲ ἐλεύθερος τὴν γνώμην ἐπίσης εἰς πάντας καὶ
παρρησιαστικός. καί ποτε συνόδου γενομένης, Εὐσεβίας τῆς Κωνσταντίου
γυναικὸς εἰς οἴδημα ἀρθείσης φρονήματος καὶ παρὰ τῶν
 ἐπισκόπων προσκυνουμένης, μόνος οὑτος παρὰ φαῦλον αὐτὴν τιθέμενος
οἴκοι ἔμενεν. ἡ δὲ διὰ τοῦτο ὑποθερμανθεῖσα τοῖς θυμοῖς καὶ
τὴν γνώμην φλεγμήνασα, πέμπει πρὸς αὐτὸν αἰτιωμένη καὶ ὑποσχέσεσι
κολακεύουσα, ὡς »ἐκκλησίαν σοι μεγίστην ἐγερῶ καὶ χρήματα ἐπιδαψιλεύσομαι,
εἰ ἀφίκοιο πρός με.« ὁ δὲ ἀντεδήλωσε· »τούτων μὲν
 εἴ τι βουληθείης τελέσασθαι, ὠ βασίλεια, οὐκ ἐμοὶ μᾶλλον ἢ τῇ
σαυτοῦ ψυχῇ ἴσθι χαριουμένη. εἰ δὲ θελήσειας ὡς ἀφικέσθαι πρός σε
ὡς τῆς ἐπισκόποις πρεπούσης αἰδοῦς φυλαχθησομένης, ἵν᾿
μὲν ἐγώ, σὺ δ’ αὐτίκα τοῦ θρόνου τοῦ ὑφηλοῦ καταβᾶσα μετ᾿
ὑπαντήσειας ἐμοὶ καὶ τὴν κεφαλὴν ὑπόσχοις ταῖς ἐμαῖς χερσὶν εὐλογιῶν

7. Ὅτι τὸν Οὐαλεντινιανὸν ὁ ἀποστάτης, τάγματος ἐπάρχοντα
στρατιωτικοῦ κόμης γὰρ ἐχρημάτιζεν τῶν λεγομένων κουρνούτων),
ἐπεὶ πάντα πράττων οὐδαμῶς αὐτὸν ἴσχυσε τῆς εὐσεβείας μεταστῆσαι,
παραλύσας τοῦ ἀξιώματος εἰς Θήβας τὰς Αἰγυπτίας φυγαδεύει.
φασι, ἡνίκα Κωνστάντιος ἐβασίλευσεν, ἰδεῖν τινα τῶν λεγομένων
 σιλεντιαρίων πυρὸς φλόγα τοῦ στόματος ἀφιέντα· ἰδεῖν δὲ κατὰ τὸ
δειλινόν, ἡνίκα μετὰ τροφὴν τὸν ὕπνον αἱρούμεθα, καὶ ταῦτα σημῆναι
Κωνσταντίῳ. καὶ γὰρ ἐκείνου πέμψαντος αὐτὸν διά τινα χρείαν
μετακαλέσασθαι τὸν Οὐαλεντινιανόν, περιτυχεῖν τῷ θεάματι. ὁ δὲ
Κωνστάντιος τῇ ἀγγελίᾳ εἰς ὑπόνοιαν μὲν καὶ δέος κατέστη, οὐ μήν
 γέ τι παρελύπησε τὸν ἄνδρα· παραμυθούμενος δὲ τὸ οἰκεῖον δέος, περὶ
τὰ φρούρια τῆς Μεσοποταμίας ἐκπέμπει φύλακα τῶν ἐκεῖσε τόπων
ἐσόμενον καὶ τὰς τῶν Περσῶν ἐπιδρομὰς άναστέλλοντα.

8a. Artemii Passio 49 Ende: Αὐτὸς δὲ (näml. ὁ
τὴν Δάφνην ὥρμησε, τὸ τῆς Ἀντιοχείας κάλλιστον ἐνδιαίτημα.
Ebd. 51: Ὁ δὲ Ἰουλιανὸς ἐπὶ τὴν Δάφνην ὥρμησε τὸ προάστειον,
ὡς προέφημεν, θυσίας ἑτοιμαζόμενος τῷ Ἀπόλλωνι καὶ χρησμοὺς
 παρ’ αὐτοῦ δέξασθαι προσδοκῶν. ἡ δὲ Δάφνη προάστειόν

9. Ὅτι τοὺς τοῦ σωτῆρος χρησμούς, οἳ τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀνατετράφθαι 
λέγουσιν ὥστε μηδὲ λίθον ἐπὶ λίθῳ μεῖναι, τούτους ὁ ἀποστάτης
εἰς ψεῦδος ἐλέγχειν διανοηθείς, οὐ μόνον οὐδὲν ἤνυσεν ὡν
έσπούδασεν, ἀλλὰ τὸ ἐν τοῖς χρησμοῖς, εἰ καὶ ἄκων, ἐβεβαίωσεν ἀμετάπτωτον.
 ὁ μὲν γὰρ τοὺς πανταχῆ συναγείρας Ἰουδαίους καὶ οἴκοθεν
χρήματα καὶ δύναμιν ἄλλην παρασχών, ἀνακαινίζειν ἐπέτρεπεν τὸ

10. Ὅτι πολλοὶ μὲν τῶν εἰς τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τὴν εὐσέβειαν
ἐκμαωέντων δίκας ἔτισαν οὐ μεμπτάς, εἰς τὸ περιφανέστατον δὲ καὶ
 ἐπιφανεῖς Ἰουλιανός τε ὁ τῆς Ἑῴας θεῖος ὢν κατὰ τὸ μητρῷον
γένος τοῦ ἀποστάτου Ἰουλιανοῦ, καὶ Φίληξ ὁ τοὺς θησαυροὺς
καὶ Ἐλπίδιος τῆς βασιλικῆς οἰκίας προεστώς κόμητας πριουάτων

11. Ὅτι Ῥωμαίων ὁ βασιλεὺς Ἀδριανός, ὃς Αἴλιος ἐπωνόμαστο,
 τὰ Ἱεροσόλυμα Αἰλίαν ἐξ ἑαθτοῦ μετεκαλέσατο, ὡς ἂν παντάπασι τὸ
Ἰουδαίων αὐτῆς ἔθνος ἀποστήσῃ καὶ ἀπορρήξῃ καὶ μηδ’ ἐκ τῆς

12. Ὅτι, φησί, Βαβύλα τοῦ μάρτυρος τῶν λειψάνων μετατεθέντων,
 τὰ τῶν Ἑλλήνων χρηστήρια, τοῦ κατὰ τὴν Δάφνην ἀρξαμένου,
χρησμοὺς ἀνεδίδου καὶ λόγια, τῆς θείας προνοίας φθέγγεσθαι μὲν
αὐτοῖς ἐνδιδούσης τρεπούσης δὲ τὴν εἰς τιμὴν αὐτοῖς σπουδὴν
εἰς αἰσχύνην ἄφατον. καὶ γὰρ ἐξ ὧν ἐσπούδαζε τὸ Ἑλληνικὸν
τὰ δαιμόνια, ἕν ἔχοιεν ἐπὶ μᾶλλον θειάζειν αὐτά, ἐκ τούτων τὸ
 αὐτῶν καὶ πεπλανημένον διελέγχειν τῇ θείᾳ προνοίᾳ συνηλαύνοντο·
ψευδεῖς γὰρ καὶ ἀτέλεστοι κατά γε τὸ περιφανέστατον οἱ ἐκεῖθεν
χρησμοὶ ἐγνωρίζοντο. ὅθεν καὶ προθεσπισάντων ἅμα πάντων καθ
ἕκαστον τῶν μαντείων ὡς Ἰουλιανὸς ὁ τοῦ βασιλέως θεῖος νοσῶν οὐ
τεθνήξεται, έν αὐταῖς ταῖς τῶν χρησμῶν ἀναγνώσεσιν οἰκτρῶς ἐκεῖνος
 καὶ ἐλεεινῶς τὸν βίον ἀπέρρηξεν.

13. Ὅτι, φησί, Ἥρωνά τινα ἐκ Θηβῶν τῶν Αἰγυπτίων
καὶ εἰς ἐπισκόπους τελέσαντα, εἶτα πρὸς Ἑλληνισμὸν μεταβαλόντα,
παραχρῆμα νόσος σηπεδονώδης ἀπέλαβεν καὶ πᾶν αὐτοῦ καταβοσκηθεῖσα
τὸ σῶμα βδέλυγμα πᾶσιν ὑπέδειξεν. ὁ δὲ πανταχόθεν ἀπορούμενος
 ἐν τοῖς ἀμφόδοις κατέκειτο, μηδ᾿ ὅντινα οὖν μηδαμόθεν
ἔλεον, τῶν μὲν Χριστιανῶν παντελῶς αὐτὸν ἐκτρεπομένων, τῶν Ἑλλήνων
δὲ μέχρι τοῦ καθυποβαλεῖν αὐτὸν τῇ πλάνῃ μόνον αὐτὸν
ἐγνωκότων. ἀλλ’ ὁ μὲν Ἥρων πικρῶς οὕτως καὶ παναθλίως τῆς
ζωῆς ἀπελήλαται. καὶ Θεότεκνος δέ τις, πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν
 πᾶσαν ἀθρόως τὴν σάρκα διασαπεὶς καὶ σκωλήκων ὕλη γεγονώς,
καὶ δὴ καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑπ’ αὐτῶν ἐξορυχθείας, τελευτῶν εἰς

14. Ὅτι προστάξας, φησίν, Ἰουλιανὸς τὰ Ἱεροσόλυμα
ὡς ἂν τὰς περὶ αὐτῶν δεσποτικὰς προρρήσεις ἀκύρους
ἐλέγξῃ, τοὐναντίον ἅπαν ὡν ἐσπούδασεν ἐξειργάσατο. ἄλλα τε
τέρατα ὑπερφυῆ τὸ ἔργον κατασκήψαντα ἐπέσχεν καὶ δὴ καὶ τῶν
θεμελίων εὐτρεπιζομένων εἷς τῶν λίθων, τῶν εἰς τὴν ἐσχάτην κρηπῖδα
 τεταγμένων, κινηθεὶς στόμιον ἄντρου τινὸς παρέδειξεν ἐνειργασμένου
τῇ πέτρᾳ. ὡς δ᾿ ἄπορον ἦν διὰ τὸ βάθος ἰδεῖν τὰ ἔνδον, βουλόμενοι
γνῶναι τὸ σαφὲς οἱ τοῖς ἔργοις ἐφεστῶτες καθιᾶσί τινα τῶν ἐργατῶν
σχοίνου μακρᾶς ἐκδησάμενοι. ὁ δὲ καθιμηθεὶς ὕδωρ μὲν εὑρεν εἰς
μέσας κνήμας κατὰ τὸ ἄντρον συνεστηκός· πανταχῆ δὲ περιελθὼν
 καὶ τῶν τοίχων ἐφαψάμενος, τετράγωνον μὲν το ἄντρον ἔγνω,
ἀναστρέφων δὲ καὶ κατὰ τὸ μέσον γεγονώς, ἐντυγχάνει στήλῃ τινὶ
βραχὺ διεχούσῃ τοῦ ὕδατος· ᾗ τὴν χεῖρα ἐπιβαλὼν εὑρίσκει βιβλίον
αὐτῇ ἐπικείμενον, λεπτοτάτῳ καὶ καθαρωτάτῳ περιειλημένον ἡμιτυβίῳ.
ἀνελόμενος δὲ ὡς εὗρεν τὸ βιβλίον, σημαίνει δεῖν αὐτὸν ἀνακομίζειν

15. Ὅτι, τοῖς πανταχόθεν χρησμοῖς τῶν Ἑλλήνων ὁ παραβάτης
 ἀναπεισθεὶς ὡς ἄμαχον ἕξει τὸ κράτος, κατὰ Περσῶν
γέρων δέ τις τῶν παρὰ Πέρσαις τῆς στρατείας ἀφειμένων ἤδη ἀπέστη·
μετέρχεται τὸν παραβάτην ἐν Περσίδι στρατευόμενον καὶ ἐρημίαις
ἐκτόποις καὶ ἀμηχάνοις συγκλείσας ἀπορίαις, ἐν οἷς τὸ πλεῖστον τοῦ

15a. Artemii Passio 69 [unmittelbar nach πόλεσιν ob. S. 96, 34]:
Ὁ δὲ Ἰουλιανὸς ἀπάρας ἀπὸ τῆς Ἀντιοχείας σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι
 ἐπὶ τὴν Περσίδα γῆν ἐπορεύετο· καὶ τὴν Κτησιφῶντα πόλιν
καταλαβὼν ἐδόκει τι μέγα διαπραξάμενος ἔργον ἐφ’ ἕτερα μεταβαίνειν
κρείττονα. ἔλαθεν δὲ ἑαυτὸν ἐξαπατηθεὶς ὁ παμμίαρος· ἔρωτα γὰρ
διαβολικὸν τῆς εἰδωλομανίας ἐγκτησάμενος καὶ ἐλπίσας διὰ μὲν τῶν
ἀθέων θεῶν αὐτοῦ πολυχρόνιον τὴν βασιλείαν ἕζειν καὶ νέον γενέσθαι

1. Ὅτι τῇ ἐπαύριον τοῦ διαφθαρῆναι τὸν ἀποστάτην ἀνίστησιν
ὁ στρατὸς Ἰωβιανὸν βασιλέα. ὁ δὲ οὐ γὰρ ἦν ἄλλως διασωθῆναι, εἰς
δέκατον μέρος τῆς ὅλης στρατιᾶς ἀπολεπτυνθείσης) τριακοντούτεις
 τίθεται πρὸς τὸν Πέρσην σπονδάς, τῆς τε Νισίβεως αὐτῷ ὑπεκστὰς
καὶ τῶν φρουρίων ὅσα Ῥωμαίοις ἐπὶ Πέρσας ἄχρι τῆς Ἀρμενίας οἱονεὶ
τεῖχος προὐβέβλητο.

2. Ὅτι Εὐζώϊος, φηςί, καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τ]ν μὲν ὑπὲρ Ἀετίου 
καὶ τοῦ δόγματος τόμον ἐξέθεσαν, οὐ μήν γε περαίνειν ταῦτα διανέστησαν.
διὸ οἱ περὶ Ἀέτιον καὶ Εὐνόμιον ἐν Κωσταντινουπόλει διατρίβοντες
καθ᾿ ἑαυτοὺς ἤδη τῶν πραγμάτων προΐσταντο, τά τεἄλλα
 ὡς αὐτοῖς ἐδόκει πρὸς τὸ ἄριστον τιθέμενοι καὶ δὴ καὶ ἐπισκόπους
καθίστασαν. ὧν Κάνδιδος μὲν καὶ Ἀρριανὸς ταῖς κατὰ Λυδίαν
καὶ Ἰωνίαν ἐκκληςίαις ἐφίστανται, Παλαιστίνης δὲ ὁ ἀπὸ Χαιρατόπων
Θεόδουλος ἐπεσκόπησεν. ἐν δὲ Κωνσταντινοῦπόλει (καὶ γὰρ Εὐδοξίου
καί τινων ἄλλων αἱρέσεων ἀπορρυὲν οὐκ ὀλίγον πλῆθος τὴν περὶ
 Ἀέτιον καὶ Εὐνόμιον μοῖραν ἐπηύξησεν) χειρτονοῦσι πρῶτον τῆς
καθ᾿ ἑαυτοὺς ἐκκληςίας Ποιμένιον ὄνομα. ὃ καὶ τὸ Εὑδόξιον, μέχρι
τότε τὰς πρὸς αὐτοὺς τῆς ἑνώσεως ἐλπίδας ὑποτρέφοντα, εἰς τὸ
βεβαίως ἀντίπαλον μετεστήσατο. Ποιμενίου δὲ μετ᾿ οὐ πολὺν ἀποβιώσαντος
χρόνον, ἀντικαθιστῶσι Φλωρέντιον, εἰς δὲ τὴν Λέσβον, τοῦ
 ταύτης ἀποιχομένου ποιμένος, χειροτονοῦσι Θάλλον. τῇ δὲ πρὸς τῷ
Πόντῳ Γαλατίᾳ καὶ Καππαδοκίᾳ Εὐφρόνιον προχειρίζονται· τὴν δὲ
Κιλικίαν Ἰουλιανὸς ἐγχειρίζεται. πρὸς δὲ τὴν ἐν τῇ κοίλῃ Συρίᾶ Ἀντιόχειαν
μετ᾿ οὐ πολὺν χρόνον ἐθελοντὴν ἀφικνεῖται Θεόφιλος ὁ Ἰνδός,
ἐφ᾿ ᾧ τὸν Εὐζώϊον μὲν κατὰ τὸ προηγούμενον ἀναστῆσαι εἰς τέλος
 ἀγαγεῖν τὰ ὐπὲρ Ἀετίου ἐγνωσμένα· εἰ δὲ μή, αὐτός γε καθηγήσεσθαι
τοῦ ἐκεῖσε πλήθους ὅσον τὴν ἐκείνου γνώμην ἠσπάζετο. ἑκατέρας
δὲ Λιβύιης καὶ ὅσον ἐν τῇ Αἰγύπτῳ τὸ αὐτῶν διέσωζε φρόνημα, τοῖς
ἀμφὶ Σέρραν τε καὶ Στέφανον καὶ Ἡλιόδωρον ἔμελεν.

3. Ὅτι θεοδόσιόν τινα τῶν ἐπισκόπων θερμὸν ἐραστὴν τὴς
αὐτοῦ αἱρέσεως εἰσάγει, καὶ πρὸς τὰς διὰ τῶν γυναικῶν ἡδονὰς
ἀποκλῖναι, καὶ ἄλλα τε δυσσεβῆ τῇ ἀρχαίᾳ δόξῃ συνάψαι καὶ δὴ καὶ
 ὡς ὁ Χριστὸς τρεπτὸς μὲν τῇ γε φύσει τῇ οἰκείᾳ, ἐπιμελείᾳ δὲ τῶν
ἀρετῶν ἀνυπερβλήτῳ εἰς τὸ ἄτρεπτον ἀνυψωθῆναι· καὶ ὅτι μηδὲ
φθέγγοιτο μηδ᾿ ἀκούοι τὸ θεῖον, ἐπεὶ χεῖρες ἂν αὐτῷ καὶ ἀκοαὶ
 
 

 
 συμπλασθήσονται· καὶ ἄλλα δὲ τοιουτότροπά φησιν αὐτὸν δυσσεβῆσαι.

4. Ὅτι Ἀέτιος μὲν πρὸς τὴν Λυδίαν ἀφίκετο τὸν Κάνδιδον καὶ
Ἀρριανὸν ταῖς ἐκκλησίαις ἐνιδρῦσαι· ὁ δὲ προειρημένος Θεοδόσιος,
 ἀνδρῶν ἐκείνων τὸν βίον ἔλεγχον τοῦ οἰκείου ὑπειδόμενος, δἰ ἔχθρας
καθίσταται τῷ Ἀετίῳ, καίτοι γε μὴ ἀνασχόμενος πρὶν εἰς τὸν κατ’ κατ᾿
αὐτοῦ τόμον χειρογραφῆσαι. ἀλλὰ τῷ γε Φόβῳ
δὲ καὶ οὑτος ἠν τῶν οὐχ ἑλομένων καταψηφίσασθαι Ἀετίου, φίλον
δ᾿ αὐτὸν παλαιά τε συνήθεια ἐποίει καὶ τῆς ἐκθέσμου πολιτείας
 ἀπαράλλακτον), οὑτοι δὴ καὶ Αὐξιδιανὸν ἑταιρισάμενοι ἐπίσκοπος δ’
ἦν καὶ οὗτος ὥσπερ κἀκεῖνοι), κατὰ δὴ τοῦ Ἀετίου καὶ τῶν περὶ
Κάνδιδον συσκευάζονται. καὶ δὴ καὶ ἑτέρους ἓξ τῶν ἐπισκόπων
συναγειράμενοι καὶ συνέδριον καθίσαντες, κοινῇ ψήφῳ γράμμα τοῖς
περὶ Εὐδόξιον καὶ Μάριν διαπέμπονται.

5. Ὅτι ὁ βασιλεὺς Ἰωβιανὸς εἰς τὸν ἀρχαῖον κόσμον ἀποκαθίστησι

6. Ὅτι, φησίν, οἱ περὶ Κάνδιδον καὶ Ἀρριανόν, προσγενεῖς ὄντες
τῷ βασιλεῖ, πρὸς αὐτὸν ἐν Ἐδέσῃ παραγίνονται καὶ τῷ Ἀθανασίῳ
ἐξοικειώσασθαι τὸν βασιλέα σπουδάζοντι ἐμποδὼν ἵστανται· πλὴν ὅ
γε βασιλεύς, εἰς δίαιταν κοινὴν τὰ παρ’ ἑκατέρου μέρους λεγόμενα
ἀναθέμενος, ῥοπὴν οὐδετέροις τέως παρέσχεν ἐπίδηλον.

7. Ὅτι Εὐδόξιος κατὰ Κανδίδου καὶ Ἀρριανοῦ πρὸς Εὐζώïον
γράφει. ὁ δὲ ἠχθέσθη μέν, συμπαραλαβὼν δὲ καὶ Ἐλπίδιον ἀντιγράφει,
μεμφόμενός τε τὴν συμβουλήν, ἀποσχέσθαι δὲ κἀκεῖνον
μᾶλλον ἀντιπαραινῶν τῆς τοιαύτης γνώμης· ἐν ταὐτῷ δ᾿ ἠρέμα πως
ἐπῃτιᾶτο τὴν μακρὰν ἀναβολὴν τῶν διομολογηθέντων ὑπὲρ Ἀετίου
 Εὐνομίῳ.

8. Ὅτι Ἰωβιανὸς ὁ βασιλεὺς πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν
ἀπαίρων καὶ γεγονὼς ἐν Ἀγκύρᾳ θάτερον τῶν ἑαυτοῦ παίδων
Οὐαρονιανόν, κομιδῇ νέον ὄντα, ἐπιφανέστατον ὃ παρὰ
τὸν νωβελλίσιμον δύναται) ἀναγορεύει. ἐκεῖθεν δὲ σφοδροτάτου χειμῶνος
 ἐπικειμένου οὺν τῷ στρατῷ χωρεῖ ἐπὶ τὰ πρόσω. καὶ πολλοὶ

6a. Artemii Passio 70 [unmittelbar nach διεφθείρετο ob. S.
Ἐλθόντι δὲ αὐτῷ (näml. τῷ Ἰοβιανῷ) ἐπὶ τῆς τῶν Ῥωμαίων
τῶν Ἀνομοιητῶν αἱρέσει προσετέθη ἤγουν Εὐνομιανῶν.

9. Ὅτι οὖτος Ὑπατίαν τὴν Θέωνος θυγατέρα παρὰ μὲν
πατρὸς ἐξασκῆσαι λέγει τὰ μαθήματα· πολλῷ δὲ κρείττω γενέσθαι
 τοῦ διδασκάλου, καὶ μάλιστά γε περὶ τὴν ἀστροθεάμονα τέχνην, καὶ
καθηγήσασθαι δὲ πολλῶν ἐν τοῖς μαθήμασιν. λέγει δ᾿ ὁ
Θεοδοσίου τοῦ νέου βασιλεύοντος διασπασθῆναι τὸ γύναιον ὑπὸ
τὸ ὁμοούσιον πρεσβευόντων.

10. Ὅτι κατὰ Οὐάλεντα καὶ Οὐαλεντινιανὸν ἱστορεῖ τὸν Φιλοστόργιον
 γενέσθαι, ὃς ἄριστος ἰατρῶν ὑπῆρχεν, καὶ παῖδας φῦσαι
Φιλάγριόν τε καὶ Ποσειδώνιον. Μάσασθαι δὲ τὸν Ποσειδώνιον
ἰατρικῇ διαπρέποντα. λέγειν δ᾿ αὐτὸν ὅμως οὐκ ὀρθῶς οὐχὶ
ἐπιθέσει τοὺς ἀνθρώπους ἐκβακχεύεσθαι, ὑγρῶν δέ τινων κακοχυμίαν
τὸ πάθος ἐργάζεσθαι. μηδὲ γὰρ εἶναι τὸ παράπαν ἰσχὺν
 ἀνθρώπων φύσιν ἐπηρεάζουσαν. εὐδοκιμεῖν δὲ καὶ Μάγνον έν Ἀλεξανδρείᾳ
τὴν αὐτὴν τέχνην μεταχειριζόμενον.

11. Ὅτι καὶ ἄκων ὁ δυσσεβὴς Βασίλειόν τε τὸν μέγαν καὶ

11a. Suidas s. v. Ἀπολινάριος Λαοδικεύς 615, 13 [=Suid.; ähr
Notiz wiederholt Suidas s. v. Βασίλειος 958,8 = Suidb., u. s. v. Γρηγόριος 1143, 11
= Suidg.; dasselbe wie Suidg. im Cod. Mosqu. 65 (s. Prolegomena) = Mosqu.]:

11c. Psellus Λόγος πρὸς Πόθον 6 ed. A. Papadopoulos-Kerameus,
 Journal du Ministere Russe de l'Instr. Publ., Janvier 1910, Partie class.
S. 8: Κἂν Φιλοστόργιος δέ τις ἐν τοῖς κρείττοσι τοῦτον (näml. Gregor
v. Nazianz) ἠρίθμησε, μείζονα τῶν ἄλλων τὴν βάσι αὐτῷ τῶν λόγων
φάμενος, οὐ πάνυ τῇ μαρτυρίᾳ γέγηθα.

12. Ὅτι οὐ μόνον τὸν μέγαν Βασίλειον, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἀπολινάριον
λέγει πρὸς τὴν ἀπολογίαν Εὐνομίου ἀντιγράψαι. εἶτα πάλιν Εὐνομίου
ἐν πέντε λόγοις συμπλακέντος Βασιλείῳ, ἐντυχεῖν ἐκεῖνον τῷ πρώτω̣
καὶ βαρυθυμήσαντα λιπεῖν τὸν βίον· οὕτως αὐτῶ̣ τὸ ψεῦδος ἐπὶ
 πολλῷ τῆς ἀληθείας τετίμηται.

13. Ὅτι τῶν εἰρημένων ἁγίων ἀνδρῶν, Βασιλείου καὶ Γρηγορίου,

12a. Nicetas Thesaur. ebd., Folge des Citats aus Philostorgius [unmittelbar
nach σταθηρότερος ob. S. 113, 33]: Ὁ μὲν οὖν Ἀπολινάριος
καὶ ὁ Βασίλειος κατὰ τῆς ἀπολογίας ἡς Εὐνόμιος ἐξήνεγκεν ἐγραψάτην·
τοῦ δὲ Γρηγορίου (καὶ τοῦτό τις εἰς συνέσεως ἀπόδειξιν οὐχ
ἥκιστα λάβοι) διαγνόντος ὁπόσον αὐτῷ πρὸς ἐκεῖνον ἠν τὸ τῆς δυνάμεως
 μέσον καὶ τὴν ἡσυχίαν ἀσπασαμένου, μόνον δέ τινα τῶν
Εὐνομίου κεφαλαίων ἐν τῷ Περὶ υἱοῦ λόγῳ ἀνατρέψαντος ὡς ἐν
εἴδει τῆς πρὸς Ἀνομοίους ἀντιρρήσεως, ὁ δὲ Εὐνόμιος Ἀπολινάριον
μὲν οὐδὲ ἀντιρρήσεως ἠξίωσε (καὶ γὰρ τῷ ὄντι πλαδαρὸς εἰς ταῦτα
ἀπήντησε καὶ ἀουστρεφής), Βασιλείῳ δὲ ἀντεῖπεν ἐν πέντε λόγοις.
 ὦν τοὺς δύο τοὺς προεκδοθέντας δεξάμενος Βασίλειος ὑπὸ τῆς δυσθυμίας
τὸν βίου ἀπέλιπε. κα περὶ μὲν Εὐνομίου τοσαῦτα.

14. Ὅτι, φησίν, Ἀπολινάριος κατὰ Πορφυρίου γράψας ἐπὶ πολὺ
κρατεῖ τῶν ἠγωνισμένων Εὐσεβίῳ κατ' αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν Μεθοδίου
κατὰ τῆς αὐτῆς ὐποθέσεως σπουδασμάτων.

15. Λέγει δ' οὖν, οὐκ οἶδ' ὅθεν λαβών, τὸν Ἀπολινάριον
ἐπίσκοπον εἶναι, καὶ τὸν Νουᾶτον ἐκ φυλῆς ὁρμᾶσθαι τῶν
φρυγῶν.

16. Ὅτι Οὐαλεντινιανὸν καὶ Οὐάλεντα τὴν Κίβαλιν λαχεῖν
ἀναγράφει πατρίδα.

17. Ὅτι τῶν τὸ ὁμοούσιον δοξαζόντων φεόδωρος μέν, φησίν,
ἐκδηλότατος ἐγεγόνει, τῆς ἐν Θρᾴκῃ ἐφορεύων Ἡρακλείας, καὶ Γεώργιος
δέ, Ἀλεξανδρεὺς μὲν τὸ γένος καὶ τῶν ἐκ φ·ιλοσοφίας ὁρμωμένων.
τῆς δὲ κατὰ Συρίαν Λαοδικείας ἐπιστατῶν. δεύτεροι μετ αὐτοὺς
τῷ χρόνω̣ Εὐστάθιος γηραιὸς ἀνὴρ καὶ τῷ πλήθει αἰδοῖός τε καὶ
 πιθανός, καὶ δὴ καὶ Βασίλειος, ἀλλὰ γὰρ καὶ Μακεδόνιος ὁ Κωνσταντινουπόλεως
καὶ ὁ Κυζίκου ἐπίσκοπος Ἐλεύσιος· μεθ' ὡν Μαραθώνιος
καὶ Μαξιμῖνος, τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκκλησίας πρεσβύτεροι.

18. Ὅτι παραβάλλων τὸν Εὐνόμιον Ἀετίῳ, εἰς μὲν ἰσχὺν ἀποδείζεων
καὶ ἑτοιμότητα τῶν πρὸς ἕκαστα ἀπαιτήσεων προτάττει
 Ἀέτιον, ἀτεχνῶς γάρ φησιν ἐπὶ τῆς γλώττης ἄκρας αὐτοῦ ἅπαντα
δοκεῖν ἀθρόα κεῖσθαι· σαφηνείᾳ δὲ διδασκαλίας καὶ συμμετρίᾳ καὶ τῷ
πρὸς τοὺς μαθησομένους μάλιστα ἁρμοδιωτάτῳ τὸν Εὐνόμιον.

1. Ὅτι τῷ φιλοστοργίῳ ὁ ἔννατος λόγος Ἀετίου χειρῶν ὑπερφυῆ
ἔργα Εὐνομίου τε καὶ Λεοντίου διαπλάττει· κα δὴ καὶ Κανδίδου καὶ
Εὐαγρίου καὶ Ἀρριανοῦ καὶ φλωρεντίου καὶ μάλιστά γε Θεοφίλου
 τοῦ Ἰδοῦ, καί τινων ἄλλων οὓς ὴ οὐτὴ τῆς ἀσεβείας λύσσα θερμο-
τέρους ἐπεδείκνυ. καὶ ταῦτα κατὰ τὸ ἀπιθανώτατον άναπλάττοντι
οὐδεμία παρῆν αἴσθησις τῆς ἀτοπίας ἀνακουφίζουσα.

2. Ὅτι Μωσῆς, φησίν, τοὺς περὶ Ἰαννὴν καὶ Ἰαμβρὴν ἐν ἕλκεσι
κολασάμενος, καὶ τὴν θατέρου τούτων μητέρα τῷ θανάτῳ παρε-
 πέμψατο.

3. Ὅτι Οὐάλης, φησίν, ἐκ τῶν Ἰλλυριῶν ἐπὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν
ἀφικόμενος διὰ τιμῆς εἶχεν Εὐδόξιον. καὶ δυνάμενος μάλιστα
ταῖς πρὸς Εὐνόμιον ὑποσχέσεσι πέρας ἐπιθεῖναι, τὴν γνώμην οὐκ
εἶχεν συντρέχουσαν ὁ Εὐδόξιος. ἀλλὰ καὶ Εὐζωΐῳ παρῆν ὁ αὐτὸς
 καιρὸς ἄδειαν διδοὺς πράττειν ἅπερ ἐν Ἀντιοχείᾳ ὑπὲρ τῶν αὐτῶν
συνοδικῶς διεπράξατο. τοσοῦτον δὲ αὐτῶν ἑκάτερος ἐδέησεν μνήμην
ἔχειν ἐκείνων, ὥστε ὁ μὲν Εὐζώϊος εἰς τὸ κακολογεῖν τοὺς ἄνδρας
ὧν ὑπερήσπιζεν ἀπετρέπετο. οὐρανοβάτας ἐπ' ἐκκλησίας εἰρωνευόμενος
τοὺς ἀμφὶ τὸν Ἀέτιον, Αἰθιόπιόν τε τὸν Θεόφι,λον ἐξυβρίζων,
 ὥσπερ οὐκ εὐσεβείας καὶ πίστεως τῶν ἀγώνων ὄντων, ἀλλὰ χρωμάτων
ἐκλογῆς καὶ γένους. ὁ δὲ Εὐδόξιος ἄλλα τε κατ’ αὐτῶν ἀπερρίπτει
καὶ ἐπ' ἐκκλησίας· »ἀσεβεῖς μὲν αὐτούς, φησίν, οὐ λέγων, ὅπερ θέλουσιν
ἀκούειν, ἵνα μὴ δόξῃ εὐπρόσωπος αὐτῶν ἡ ἀπόστασις εἶναι, λοιμοὺς
μέντοι αὐτοὺς λέγω.«

4. Ὄτι κατὰ τὸ καρτερὸν οἱ περὶ Ἀέτιον καὶ Εὐνόμιον τῶν περὶ 
Εὐδόξιον διαστάντες καὶ Εὐζώϊον, τὴν μὲν Κωνσταντινούπολιν Φλωρεντίῳ
ἐφεῖσαν. αὐτῶν δὲ ὁ μὲν Ἀέτιος ἐπὶ τὴν Λέσβον ἀποπλεῖ,
κἀκεῖ περὶ Μιτυλήνην ἐν ἀγρῷ τινι διέτριβεν, τοὺς ἀφικνουμένους
 λόγοις δεξιούμενος· δῶρον δ’ ἦν ὁ ἀγρὸς Ἰουλιανοῦ τοῦ βασιλέως
τῆς πρὸς αὐτὸν διαθέσεως σύμβολον. ὁ δὲ Εὐνόμιος ἐπὶ τὴν Καλχηδόνα
διάρας, ἐν αὐτῇ κατά τινα κῆπον, οἰκεῖον κτῆμα πλησιάζον
τοῖς ἐπιθαλαττίοις τείχεσιν, ἐποιεῖτο τὴν δίαιταν, οὐδ’ αὐτὸς τῶν
προσιόντων ἐλάττω συνεισάγων τὴν πρόνοιαν. οὐδέτερος δ᾿ αὐτῶν
 ἐκκλησίας ἦρχεν ἀποτεταγμένως, ἀλλὰ κοινοὺς αὐτοὺς οἱ ὁμόδοξοι
πατέρας ἦγον καὶ ἡγεμόνας. ὁ δέ γε Εὐνόμιος οὐδὲ ἱερουργίας ἐξ
οὗ τῆς Κυζίκου μετέστη οὔμενουν εἰς ὅσον ἐνεβίω χρόνον ἥψατο·
καίτοι τῶν ὁμοδόξων ἐπισκόπων οὐδεὶς ἦν ὃς τῆς ἐκείνου γνώμης
χωρὶς οὐδὲν τῶν ἐκκλησιαστικῶν διεπράττετο.

5. Ὄτι τρίτου τῆς βασιλείας ἔτους Οὐάλης ἐπιβάς, ἐπὶ Πέρσας
ἐστράτευσε, καθ’ ὃν κα.ιρὸν καὶ Προκόπιος τὴν τυραννίδα κατὰ Κωνσταντινούπολιν
ἐσκευάσατο. ὁ δὲ Προκόπιος Προκόπιος οὑτος τὸ τοῦ Ἰουλιανοῦ
γένος ἀνεφέρετο· καὶ πολλοὶ ἀνεκινοῦντο λογισμοὶ τὴν βασιλείαν
αὐτῷ περιάπτοντες, καὶ τοὺς λογισμοὺς καὶ λόγοι διέφερον.
 διὰ τοῦτο, Ἰωβιανοῦ βασιλεύσαντος, τῆς Μεσοποταμίας οὑτος ἀποδρὰς
καὶ πολλοὺς ἐν ταλαιπωρίᾳ τόπους ἀμείψας, φεύγων τε μετὰ τῆς
γυναικὸς καὶ κρυπτόμενος, ὡς ἀπείρηκε πλανώμενος, τὸν ἔσχατον,
φησί, ἀναρρίπτει κύβον. καὶ τὴν Καλχηδόνα καταλαβών, ἐν τῷ τοῦ
Εὐνομίου ἀγρῷ, τῆς πόλεως ἔξωθεν διακειμένῳ, οὐδ᾿ ἐπιδημοῦντος
 τοῦ δεσπότου, ἑαυτὸν κατακρύπτει· ἐκεῖθεν δὲ εἰς τὴν πόλιν διάρας,
ἐγκρατὴς ἀναιμωτὶ τῆς βασιλείας γίνεται. εἶτα μετ᾿ οὐ πολὺν χρόνον
πολέμῳ συρραγεὶς Οὐάλεντι, προδοσίᾳ τῶν αὐτοῦ στρατηγῶν Γομαρίου
καὶ Ἀγελίου ἡττᾶται· καὶ φεύγων καταλαμβάνει τὴν Νίκαιαν. τῇ δὲ
ἐπαύριον διανοηθεὶς ἐκεῖθεν ἀπαίρειν, ὑπὸ Φλωρεντίου, ὅς

6. Ὅτι Προκοπίῳ ἔτι τῆς τυραννίδος ἐποχουμένῳ Εὐνόμιος πρὸς
αὐτὸν ἐν Κυζίκῳ διάγοντα παραγίνεται. ἡ δὲ ἄφιξις λύσιν ἔπραττεν
τῶν ἐν δεσμοῖς ὑπ’ αὐτοῦ κατεχομένων· ὁ δεσμὸς δὲ τούτους ἐπίεζεν,
 ὅτιπερ ἔστεργον τὰ Οὐάλεντος, καὶ οἱ τῶν δεσμίων συγγενεῖς ἐξεβιάσαντο
τὸν Εὐνόμιον τὴν πρεσβείαν ὑπελθεῖν. ὁ δὲ ὑπελθὼν καὶ
τοὺς ἄνδρας λύσας, θᾶττον ἐπανῆκεν.

7. Ὄτι κατὰ Μαρκιανούπολιν Εὐδοξίου συνδιατρίβοντος τῷ
 Οὐάλεντι, ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει κλῆρος ψηφίζονται ταύτης ἀπελαύνεσθαι
τὸν Ἀέτιον. ὁ δὲ τὴν Καλχηδόνα καταλαβών, γράφει τὸ συνε-

8. Ὅτι συκοφαντοῦσι, φησίν, Εὐνόμιον ἐν τῷ οἰκείῳ ἀγρῷ κατακρύψαι
τὸν Προκόπιον τὴν τυραννίδα παλαμώμενον. καὶ μόλις αὐτὸς
 τὰς διαβολὰς καὶ τὸν ἐκεῖθεν διεκρούσατο θάνατον. ὑπερόριος δ
οὐν εἰς τὴν Μαυρουσίδα γῆν ἐκπέμπεται, Αὐξονίου τοῦ τῶν πραιτωρίων
ἐπάρχου τὴν φυγὴν αὐτῷ ἐπιβαλόντος. ἀλλ᾿ ὁ μὲν χειμῶνος
ὄντος ἐπήγετο· κατὰ Μοῦρσαν δὲ τῆς Ἰλλυρίδος φθάσας, ἧς ἐπίσκοπος
ἐτύγχανέ τις Οὐάλης, δεξιώσεώς τε πολλῆς ἀπολαύει καὶ τῆς ὑπερορίας
 ἀνακομίζεται, πρὸς τὸν βασιλέα παραγεγονότος τοῦ Οὐἄλεντος
σὺν Δομνίνῳ (τῆς Μαρκιανουπόλεως δὲ ἐπίσκοπος οὑτος ἠν) καὶ τὰ
κατ’ αὐτὸν δεινοπαθῶς ἀναδιδαξάντων.

9. Ὅτι, φησίν, έν Βορισσῷ (κώμη δὲ τῆς δευτέρας Καππαδοκίας
 τὸ χωρίον) πρεσβύτερος Ἀνύσιος ᾤκει, υἱοὺς μὲν τέσσαρας ἔχων,
θυγατέρα δὲ μίαν, ἧς Εὐλάμπιος μὲν ἡ ὀνομασία, Φιλοστόργιον δὲ
ἐγείνατο τὸν ταῦτα γεγραφότα. ὁ δὲ ταύτης ἀνήρ, Καρτέριος ὄνομα,
τὴν Εὐνομίου δόξαν ἐτίμα. καὶ πείθει τὴν γυναῖκα πρὸς τὴν αὐτοῦ
μετατάξασθαι γνώμην καὶ γὰρ ἐκ πατρὸς καὶ μητρὸς αὕτη τὸ
 ὁμοούσιον ἔστεργεν. ἡ δὲ πεισθεῖσα τοὺς ἀδελφοὺς συνεφέλκεται
εἶτα κατὰ μέρος καὶ τὸν πατέρα καὶ τοὺς ἄλλους οἰκείους.

10. Ὄτι Δημόφιλος, φησί, ἐγκαθίσταται τῇ Κωνσταντινουπόλει
ὑπὸ Θεοδώρου μάλιστα τοῦ Ἠρακλείας ἐπισκόπου. ἐδόκει γὰρ τὸ

11. Ὅτι μετὰ Αὐξόνιον Μόδεστος ἔπαρχος καταστάς, καὶ ἀπεχθῶς,
 φησίν, ἔχων πρὸς Εὐνόμιον, ἐρήμην αὐτοῦ κατεδικάσατο, ὡς τὰς
ἐκκλησίας καὶ τὰς πόλεις ἐκταράσσοντος· καὶ εἰς Ναοξίαν αὐτὸν φυγαδεύει
τὴν νῆσον.

12. Ὅτι Μάζακα τὸ πρῶτον ἐκαλεῖτο ἡ Καισάρεια ἀπὸ Μοσὸχ
(??) Καππαδοκῶν γενάρχου ἑλκυσαμένη τὸ ὄνομα· τοῦ χρόνου δὲ
 πορευομένου κατὰ παρέγκλισιν ἤδη Μάζακα προσωνόμασται

13. Ὄτιπερ Εὐνομίου, φησί, λιπόντος τὴν Κύζικον οὐδεὶς τέως
ἀντικατέστη ἐπίσκοπος. Δημόφιλος δὲ οὺν Δωροθέῳ καί τισιν ἄλλοις
ἀφικόμενος ἐγκαταστῆσαι, οὐδὲν περαίνειν ἠδύνατο διὰ τὸ τοὺς ἐν
αὐτῇ τὸ κατ᾿ οὐσίαν ὅμοιον ἐκ τῶν Ἐλευσίου διδαγμάτων τὴν δόξαν
 κρατύνοντας πρεσβεύειν εἰς τὸ ἀμετάθετον. Δημοφίλου δὲ καὶ τῶν
σὺν αὐτῷ τὴν τῶν Κυζικηνῶν ἀναδεξαμένων πρόκλησιν καὶ τὸν
Ἀέτιον καὶ Εὐνόμιον ἀναθεματισάντων (τοῦτο γὰρ ἦν ἡ πρόκλησις)
Ἀνόμοιόν τε τὸν Εὐνόμιον δημοσῖοις καὶ λόγοις καὶ γράμμασιν
ἀνακηρυξάντων, καὶ τὴν πίστιν αὐτῶν καὶ δὴ καὶ τοὺς παραδεχομέμους
 αὐτῶν τὰ μαθήματα ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἀρὰν ποιησαμένων,
ὑφίστανται τὴν χειροτονίαν, οὐχ ἕτερόν τινα ταύτην <ὑπ>ελθεῖν ἀνασχόμενοι,
ἀλλ’ ὃν αὐτῶν αἱ ψῆφοι προσέταττον. ὁ δέ γε χειροτονηθεὶς
εὐθὺς λαμπρῶς ἐκήρυττε τὸ ὁμοούσιον.

14. Ὅτι, τελευτήσαντος Εὐζωΐου τοῦ Ἀντιοχείας, ὁ Δωρόθεος ἐξ
 Ἡρακλείας τῆς Θρᾴκης πρὸς τὸν ἐκείνου μεθίσταται θρόνον. διασύρει
δὲ τόν τε Δημόφιλον καὶ Δωρόθεον ὁ συγγραφεύς, τὸν μὲν ἀλαζονέ-

14a. [zu Z. 1 ff] Stiidas s. v. Δημόφιλος· ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως.
 ἄνθρωπος ἠν οἷος ἐμπεσὼν ὁμοῦ σύμπαντα φύρρειν
ἀκόσμῳ φορᾷ καθάπερ ἄτακτος χειμάρρους, πολὺν έν τοῖς λόγοις τὸν
συρφετὸν ἄγων. ὡς εἴσεταί τις ἐκ γοῦν τῆς ἐν τοῖς ἔτι σωζομένοις
ὑπομνήμασιν αὐτοῦ γεγονυίας δημηγορίας· ἔνθα καὶ μᾶλλον εἰκὸς ἠν
ἀσφαλείας αὐτὸν φροντίδα θέσθαι τινά ὡς ἐγγράφοις μνήμαις ἀναλαμβανομένων
 τῶν λεγομένων. ἐν τούτοις γοῦν ἄλλα τε πολλὰ
διείλεκται ἄναρθρα, διαρρήδην δὲ ἐν τοῖς Περὶ πατρὸς καὶ υἱοῦ
λόλοις, φησὶ γάρ·

16. Ὄτι Οὐαλεντινιανὸς τελευτᾷ, βασιλεύσας ἔτη δυοκαίδεκα, καὶ 
κληρονόμον τῆς ἀρχῆς Γρατιανὸν τὸν παῖδα καταλείπει. κατέλιπεν
δὲ καὶ ἑτέρους δύο παῖδας Γάλλαν τε θυγατέρα καὶ Οὐαλεντινιανόν,
τέτταρά που γεγονότα ἔτη· ὃν αὐτίκα ἥ τε μήτηρ Ἰουστῖνα καὶ ὁ
 κατὰ Παιονίαν στρατὸς βασιλέα ποιεῖ. Γρατιανὸς μέντοι γε τὴν
ἀναγόρευσιν μαθών, ὅτι μὴ διὰ γνώμης αὐτοῦ γέγονεν, οὐκ ἐπῃνεσεν·
ἀλλὰ καί τινας τῶν αὐτοῦ νεωτερισάντων ἐκολάσατο. ὅμως ἔστερξε
τὸν ἀδελφὸν ἔχειν βασιλεύοντα, καὶ πατρὸς αὐτῷ τάξιν
ἀποπληροῦν.

17. Ὅτι οἱ πέραν τοῦ Ἴστρου Σκυθαι, τῶν Οὔννων αὐτοῖς ἐπιστρατευσαντων,
ἀνάστατοι γεγόνασι, καὶ πρὸς τὴν Ρωμαίων γῆν
πρὸς φιλίαν ἐπεραιώθησαν. εἶεν δ’ ἂν οἱ Οὐννοι οὓς οἱ παλαιοὶ
Νεβροὺς ἐπωνόμαζον, καὶ παρὰ τὰ Ῥιπαῖα κατῳκημένοι ὄρη, ἐξ ὡν
ὁ Τάναϊς εἰς τὴν Μαιώτιδα λίμνην κατασυρόμενος τὸ ῥεῖθρον
 ἐκδίδωσιν.

18. Ὅτι, τελευτήσαντος Θεοδούλου τοῦ ἀπὸ Χαιρατόπων τῆς
Παλαιστίνης δ’ οὗτος ἐπεσκόπει), οἱ ἀμφὶ τὸν Εὐνόμιον Καρτέριον

19. Ὅτι Θεοδόσιος ὁ βασιλεὺς κατὰ τὸ Σέρμιον τοῖς βαρβάροις
συμβαλὼν (ἐκεῖ γὰρ αὐτίκα τοῦ λαβεῖν τὴν ἀρχὴν τῆς χρείας ἀπαι
τούσης παρεγένετο) καὶ νικήσας μάχῃ, ἐκεῖθεν λαμπρῶς ἐπὶ τὴν
 Κωνσταντιούπολιν ἄνεισιν. καὶ τοῖς μὲν τὸ ὁμοούσιον φρονοῦσι
τῶν ἐκκλησιῶν ἐπιτρέτει τὴν ἐπιμέλειαν, Ἀρειανοὺς δὲ καὶ Εὐνομιανοὺς
ἀπελαύνει τῆς πόλεως. ὡν εἶς ἠν καὶ ὁ Δημόφιλος· απελαθεὶς
δὲ τὴν ἑαυτοῦ πόλιν καταλαμβάνει τὴν Βέρροιαν. καὶ Ὑπάτιος
δὲ τῆς Νικαίας ἀποδιωχθεὶς πρὸς τὴν γεννησαμένην Κύρον τὴν ἐν
 Συρίᾳ παραγίνεται. ἀλλὰ καὶ Δωρόθεος τῆς Ἀντιοχείας ἀπελαθεὶς
τὴν Θρᾲκην ὅθεν ἐγεγόνει κατέλαβεν. καὶ ἄλλοι δὲ ἀλλαχόθι διεσπάρησαν.

1. Ὅτι Δωρόθεος μέν, ὡς ἐρρέθη, τῆς Ἀντιοχείας ἠλάθη· οἱ δὲ
ταύτης πρεσβύτεροι Ἀστέριός τε καὶ Κρισπῖνος καὶ τὸ ἄλλο πλήρωμα
συνεδριάσαντες, συμπαρόντων αὐτοῖς καί τινων τῶν πέριξ πόλεων
 ἐπισκόπων, πέμπουσι πρὸς τοὺς ἀμφὶ τὸν Εὐνόμιον, τὴν κοινωνίαν
αὐτῶν ἐπιξητοῦτες. οἱ δὲ ἀντεπιστέλλουσι μὴ ἄλλως αὐτοὺς παραδέξασθαι,
εἰ μὴ τὴν ἐπ’ Ἀετίῳ καὶ τοῖς αὐτοῦ συγγράμμασι καταχειροτονίαν
ἀποψηφίσονται· ε ἔτι δὲ καὶ διακάθαρσιν ε ἀπῄτουν
συνεφύροντο γὰρ καί τισιν οὐ καθαροῖς διαιτήμασιν. οἱ δὲ τότε μὲν
 τὴν πρόκλησιν ε οὐ προσήκαντο· χρόνῳ δ’ ὅστερον καὶ εἰς τὸ
ἐπ᾿ ε ἐκκλησίας τόν τε Εὐνόμιον καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ
μετεωρολέσχας αὐτοὺς καλοῦντες καὶ πλήρεις ἀπονοίας καὶ σκαιότητος,
ἀνθ᾿ ε ὧν αὐτοῖς τοιαῦτα προτείνειν ἔγνωσαν.

2. Ὅτι τὸν ἀρχηγὸν αὐτῶν τῆς ἀσεβείας Ἄρειον ὁ συγραφεὺς
 διαβάλλει, ὡς πολυμερῆ καὶ πολυσύνθετον λέγοντα τὸν θεὸν τῶν
ὅλων· οὐ γὰρ ὅσον ἐστὶ ὁ θεὸς καταλαμβάνεσθαι κηρύσσειν, ἀλλ’ ὅσον
ἡ ἐκάστου δύναμις πρὸς κατάληψιν ἔρρωται. καὶ μήτε δὲ οὐσίαν
αὐτὸν εἶναι δογματίζειν μήτε ὑπόστασιν μήτε ἄλλο μηδὲν ὡν ὀνομάζεται.
καὶ τὴν ἐν Ἀριμήνῳ δὲ σύνοδον καὶ τὴν έν Κωνσταντινουπόλει
 τὰ αὐτὰ δοξάζειν, ἥτις τὴν τοῦ μονογενοῦς γέννησιν ἀγνωστο-

3. Ὅτι οἱ ἐξ Ἀρείου τὴν πρὸς τὸν πατέρα τοῦ μονογενοῦς
ὁμοιότητα εἰς πολλὰς αἱρέσεις διεσκίσαντο. οἱ μὲν γὰρ κατὰ τὸ
 προγινώσκειν ἑκάτερον ε ἔξασαν, οἱ δὲ κατὰ τὴν φύσιν, θεόν· ἄλλοι
διότι ἐκ μὴ ὄντων ἑκάτερος ε αὐτῶν πέφυκε δημιουργεῖν. ἀλλὰ
φησί, κἂν διαφέρειν δοκῇ, εἰς ὲν καταλήγει τὸ δοξάζειν ε
τὸν υἱὸν τῷ πατρί. τούτους δέ φησι μετὰ τὸ κατατμηθῆναι ταῖς
δόξαις καὶ εἰς πολλὴν ἄλλην ἀσχημοσύνην ἐκδιαιτηθῆναί φησι χρημάτων
 τε τὰς ἱερωσύνας καὶ διδόντας καὶ λαμβάνοντας, καὶ τὰς
ὑπευθύνους καὶ σωματικὰς ἡδονὰς μεταδιώκοντας.

4. Ὅτι, φησίν, οἱ περὶ Εὐνόμιον τοσοῦτον τῶν εἰρημένων αἱρέσεων
ἀπεκρίθησαν, ὡς μήτε βάπτισμα αὐτῶν μήτε χειροτονίαν προσίεσθαι.
ἐβάπτιζον δὲ οἱ περὶ Εὐνόμιον οὐκ εἰς τρεῖς καταδύσεις, ἀλλ’ εἰς
 μίαν, εἰς τὸν θάνατον, ὡς ἔφασκον, τοῦ κυρίου βαπτίξοντες, ov
ἅπαξ μὲν ἀλλ’ οὐχὶ δὶς ἢ τρὶς ὑπὲρ ἡμῶν ἀνεδδέξατο.

5. Ὄτι, φησίν, ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος Ἀρκάδιον τὸν υἱὸν νέον
ὄντα κομιδῇ τὸ τῆς βασιλείας ἀξίωμα παρατίθεται. καὶ μετ᾿ ε οὐ
Γρατιανὸς ὁ βασιλεὺς περὶ τὰς ἄνω Γαλατίας τῇ τοῦ τυράννου
 Μαξίμου συσευῇ ἀναιρεῖται. πολλὰς δὲ καὶ διαβολὰς ὁ συγγραφεὺς
κατὰ Γρατειανοῦ ἀναπλάττει, ὡς καὶ τῷ Νέρωνι παρεικάζειν αὐτόν·
οὐ γὰρ ἤρκεσεν αὐτῷ, ὡς ἔοικεν, ε τῆς ἐκείνου πίστεως τὸ ὀρθόδοξον.

6. Ὅρι Θεοδόσιος ὁ βασιλεύς, εὑρών τινας τῶν ἐν τῷ κοιτῶνι

7. Ὅτι, Πλακιδίας ἀποβιούσης, ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος ὁ ταύτης
ἀνὴρ Γάλλαν ἄγεται γυναῖκα, ἀδελφὴν ε μὲν τοῦ νεωτέρου
τοῦ βασιλέως θυγατέρα δὲ τοῦ μεγάλου, ἣν αὐτῷ Ἰουστῖνα
ἐγείνατο. αὕτη δὲ τὰ Ἀρείου ἔστεργεν. ἐξ αὐτῆς αὐτῆς τῷ Θεοδοσίῳ
 καὶ ἡ θυγάτηρ Πλακιδία τίκτεται.

8. Ὅτι Θεοδόσιος ε κατὰ Θεσσαλονίκην τῷ Οὐαλεντινιανῷ
στρατεύει κατὰ Μαξίμου τοῦ τυράννου. καὶ καὶ ὁ τύραννος,

9. Ὅτι μετὰ τὴν κατὰ Μαξίμου νίκην καὶ τὴν ἐπὶ ῾Ρώμην ε
ἐξελαύνειν αὐτῆς μέλλοντος τοῦ βασιλέως, ἀστῆρ κατὰ τὸν
 οὐρανὸν ὤφθη παράδοξος κοὶ ἀήθης· μεγάλων δ’ ἄρα κακῶν ἄγγελος
τῇ οἰκουμένῃ γενήσεσθαι ἔμελλεν. ἐξέλαμψεν δὲ πρῶτον κατὰ μέσας
νύκτας πλησίον τοῦ Ἑωσφόρου κατ’ αὐτὸν δὴ τὸν καλούμενον ζῳδιακὸν
κύκλον, μέγας δὲ καὶ ἐκφεγγὴς ταῖς μαρμαρυγαῖς οὐ πολλῷ τοῦ
Ἑωσφόρου λειπόμενος.

10. Ὅτι κατὰ Πορφυρίου φησὶ καὶ οὑτος ὁ συγγραφεὺς ὑπὲρ
Χριστιανῶν ἀγῶνας καταθέσθαι.

11. Ὅτι καθ’ οὕς χρόνους ὁ μαχαιροφόρος ἀστὴρ ἐφάνη, καὶ
σώματα ἀνθρώπων ὤφθη δύο, ἔν μὲν ἐν τῇ Συρίᾳ τὴν ἀνθρωπίνην
 φύσιν εἰς μἐγεθος ἐκβαῖνον θάτερον θάτερον δὲ ἐν Αἰγύπτῳ εἰς ἄπιστον
βραχύτητα καταλῆγον. ὁ μὲν οὖν Σύρος πενταπήχης ἠν τὸ μέγεθος
καὶ σπιθαμὴν ἔφερεν προσθήκην, καίτοι τῶν ποδῶν αὐτοῦ πρὸς τὸ
ἄλλο τοῦ σώματος μὴ συνομολογούντων τὸ ὕψος, ἀλλ’ εἴσω ε καὶ
τὸ βλαισὸν ὑποκαμπτομένων· Ἀντώνιος ἦν τῷ ἀνθρώπῳ τὸ ὄνομα.
 ὁ δὲ Αἰγύπτιος οὕτω κατεβραχύνετο, ὥστε μηδ’ ἀχαρίστως τοὺς ἐν
τοῖς κλουβοῖς πέρδικας ἐκμιμεῖσθαι, καὶ συναθύρειν αὐτῷ πρὸς ἔριν
ἐκείνους. τὸ δὲ παραδοξότερον ὅτι καὶ φρόνησις ἐνῆν τῷ ἀνθρώπῳ,
οὐδὲν ὑπὸ τῆς βραχύτητος καταβλαπτομένη· καὶ γὰρ καὶ τὸ φθέγμα
οὐκ ἄμουσος ἦν, καὶ οἱ λόγοι τοῦ νοῦ παρεῖχον ὁρᾶσθαι τὴν γενναιότητα.
 ἐκάτερος δὲ τῶν εἰρημένων τοῖς τοῦ συγγραφ·έως χρόνοις
ἐνήκμασαν, καὶ οὐ θᾶττον μετῆλθον τὸν βίον. ὁ μὲν γὰρ μέγιστος τὰ
εἰκοσιπέντε διεξιὼν ἔτη ἀπεβίω, ὁ δ’ ἐλάχιστος οὐκ ὀλίγῳ καὶ τούτων
λειπόμενος.

12. Ὅτι τῆς τετράδος καὶ παρασκευῆς τὴν νηστείαν ὁ Φιλοστόργιός 
φησι οὐκ ἐν μόνῃ τῇ τῶν κρεῶν ἀποχῇ περιορίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ
τὸ μηδὲ τροφῆς ὅλως ἅπτεσθαι ε μέχρι τῆς ἑσπέρας
λέγει περί περί τινος Εὐδοξίου, συναιρεσιώτου μέν, πρεσβυτέρου δὲ
 τὴν τάξιν, ἐψιλωμένου ε δὲ τῶν δι’ ὧν ἡ διαδοχὴ τοῦ γένους, τοιάδε·

1. . . . ἄρκτων καὶ λεόντων χρήσασθαι, αὐτοῦ τε τοῦ ζῆν καὶ τῆς ἀρχῆς
καὶ τῶν ἐπὶ τοῖς θηρίοις ἄθλων, ε εἰκοστὸν ἀπὸ γενέσεως διανύων
ἀπεφθάφη. ἡν δὲ καὶ τὸν θυμὸν ἀκράτωρ, ὅ καὶ μάλιστα τοῦ ζῆν αὐτὸν
 ἐξεδίσκευσεν. διαλεγόμενος γάρ ποτε κατὰ τὸ παλάτιον τῷ Ἀρβαγάστῃ,
ἐπείπερ αὐτὸν οἱ λόγοι πρὸς ὀργὴν ἀνέσειον, ξίφος ὤρμησε κατὰ τοῦ
στρατηγοῦ σπάσασθαι· κωλυθεὶς δέ (ὁ ε γὰρ δορυφόρος ἐπέσχεν,
τὸ ξίφος ἕπεβάλλετο), ε ἐπεβάλλετο), κατὰ τὸ παρὸν λόγοις μὲν ἐπειρᾶτο
ὑπονοίας τὸν Ἀρβαγάστην ἀπάγειν. ὁ δὲ διὰ τῶν λόγων τὴν ὑπόνοιαν
 αὐτοῦ μᾶλλον εὑρεν εἰς ἀκρίβειαν μεθισταμένην γνώσεως. καὶ γὰρ
ἐπερωτήσαντι τῆς τοσαύτης ὁρμῆς τὴν αἰτίαν ἑαυτὸν διαχρήσασθαι
Οὐαλεντινιανὸς ὐπεκρίνατο, ὑπεκρίνατο, δίότι βασιλεύων οὐδὲν ὦν ἂν βούλοιτο
πράττει. ὁ δὲ ε Ἀρβαγάστης, οὐδὲν πλέον τότε
ὕστερον ἐν Βιέννῃ τῆς Γαλλίας ἠριστηκότα τὸν βασιλέα καὶ μεσούσης
 ἡμέρας κατὰ τὰ ἔρημα τῶν βασιλείων † ἐπὶ τὸν ποταμὸν τὸ χεῖλος
 
 
 

 
οἶς ε ἐματαιοσπούδει καλινδούμενον θεασάμενος. πέμπει τινὰς κατ΄
αὐτοῦ τῶν ὑπασπιστῶν. οἱ δὲ τὸν δείλαιον χειρῶν χειρῶν καὶ γνώμης
ἀποπνίγουσιν ἀγριότησιν, οὐδὲ τῶν ὑπηρετουμένων τῷ βασιλεῖ τινος
παρόντος. ὁ γὰρ καιρὸς αὐτοὺς ἀριστᾶν μετεπέμπετο. οἱ μέντοι γε
 τοῦτον ἀποπνίξαντες, ἴνα μὴ τὸ παραυτίκα πρὸς ζήτησίν τινες
χωρήσωσι τῶν ἐργασαμένων, τὸ ἡμιτύβιον αὐτοῦ τῷ τραχήκῳ βρόχου
τρόπον περιελίξαντς ἀναρτῶσιν, ὡς δι’ αὐτοῦ γε τῇ οἰκείᾳ γνώμῃ
ἀπαγξαμένου.
2 Ὅτι Ἁρβαγάστης τὸν Οὐαλεντινιανὸν ἀνελών, ἐπεὶ τὸ γένος
 αὐτὸν <τῆς> ε βασιλείας ἀπεκώλυσεν (βάρβαρος ε γὰρ ἦν αὐτὸν
Εὐγένιόν τινα, μάγιστρον τὴν ἀξίαν, Ἔλληνα δὲ τὸ σέβας. βασιλέα
Ῥωμαίων καθίστησι. μαθὼν δὲ ταῦτα Θεοδόσιος θατέρῳ μὲν τῶν
παίδων Ὀνωρίῳ τὸν βασίλειον παρατίθησι στέφανον, έν ὅλῳ δὲ τῷ
χειμῶνι τὰ πρὸς τὸν πόλεμον αὐτὸς ἐξαρτύεται. ἠρος δὲ ὑποφαίνοντος,
 ἐκστρατεύει κατὰ τοῦ τυράννου· καὶ ταῖς Ἀλπεσι προσβαλὼν
ἐκράτησεν αὐτῶν προδοσίᾳ. συμπλακέντος δὲ τῷ τυράννῳ κατὰ
τὸν ποταμόν (ψυχρὸν ε ὅδωρ αὐτῷ τὴν ἐπωνυμίαν ποιοῦνται),
μάχης καρτερᾶς γενομένης καὶ πολλῶν ἑκατέρωθεν ἀπολλυμένων.
ὅμως ἡ νίκη τὸν τύραννον μυσαχθεῖσα τὴν ἔννομον βασιλείαν συνδιεκόσμει.
 συλλαμβάνεται τοίνυν ὁ τύραννος καὶ τῆς κεφαλῆς ἀποτέμνεται.
ὁ μέντοι Ἀρβαγάστης τῆς σωτηρίας ἀπογνούς, ἐπιπεσὼν
ἀναιρεῖ ἐαυτὸν τῷ ξίφει. μετὰ δὲ ταῦτα παραγεγονὼς ὁ βασιλεὺς ἐν
Μεδιολάνῳ μεταπέμπεται τὸν ἑαυτοῦ παῖδα Ὀνώριον καὶ τὴν Ἐσπέραν
ἐγχειρίζει πᾶσαν. μετὰ δὲ τὴν κατὰ τοῦ τυράννου νίκην τῇ τοῦ ὑδέρου
 νόσῳ κρατηθεὶς τελευτᾷ τὸν βίον, βασιλεύσας δἐλα καὶ ἓξ ἔτη, ἐν ὄλοις
–22 vgl. Joh. Antioch. Fragm. 187. Zosim. IV 53—58. ς Sozomen. VII 22, 4
u. 24, 1 tf. Socrat. V 25. Theodoret H. E. V24. Oros. Histor. VII 35, 11 ff. Rufin H. E.
XI 32 f. Claudian. De III cons. Honor. 63 ff — 22—25 2 vgl. Claudian. ebd. 110
Zosim. IV 59. Socrat. V 26. Sozomen. VII 29, 3 ff. Rufin H. E. XI 34 — 24 f vgl.
Hydat. Chronic, a. 395
* 9— 11 Niceph. H. E. XII 39 PG 146, Β — 24— c S. 1.34, 4 ebd. XII
3 ob ἀγριότητι? Loofs | 9 ἀργαβάστησ B, s. Register | 10 <τῆς> ε
Bidez βασιλέα B, ob βασιλέα x003E;? Loofs | 13 Ὁνωρίῳ ed., u. so immer
περιτίθησι Val., wohl richtig: s. Register | 15/16 ταῖς Ἄλπεσι προσβαλὼν u.
18 μάχης καρτερᾶς vgl. Sozomen. VII 24, 3 u. 4 | 16 ἐκράτησεν vgl. Zosim. IV
58, 1 | 20 ff vgl. Joh. Antioch. Fr. 187 gegen Ende: τῆς καεφαλῆς ἀποτέμνει u.
τῷ . . . περιπεσὼν ξίφει | 21 τῆς σωτηρίας > ε ed. | 24 τὴν κατὰ Val.
τὴν ~ B, vgl. Sozomen. VII 29, 3 | ὑδέρου Νιc. ὑδέρω B, s. Register

 
 δὴ βασιλεύων εἰς ὑψηλοὺς τοῦ βίου καταλήξας τέρμονας· »ἐπί τε γὰρ
νίκαις λαμπραῖς καὶ μοναρχήσας Ῥωμαίων καὶ δυοῖν βασιλέων πατέρα
ἐαυτὸν ἐπιδὼν καὶ τούτοις ἀστασίαστον παραπέμψας τὴν βασιλείαν,
κἀπὶ τῆς ἑαυτοῦ κλίνης εὐδαιμονέστατα προλείπει τὸν βίον, τοῦ θερμοῦ
 μοι κατὰ τῶν εἰδώλων ζήλου τοῦτο γέρας ἐξενεγκών.«

3. Ὅτι Ἀρκαδίῳ μὲν ἐπ’ Ἀνατολῆς Ῥουφῖνος παρεδυνάστευεν,
 κατὰ δὲ τὴν Δύσιν τῷ Ὀνωρίῳ τὴν αὐτὴν ὁ Στελίχων τάξιν διέσωξεν.
ἐκάτερος γὰρ αὐτῶν ἐκατέρῳ τῶν Θεοδοσίου παίδων τὸ τῆς βασιλείας
σχῆμα καὶ τὸ νέμειν νέμειν οὐ παραιτούμενος, τὸ κράτος τῆς ἀρχῆς
διὰ χειρὸς καὶ γλώσσης εἰχεν, έν ὑπάρχου προσηγορίᾳ βασιλεύων τοῦ
βασιλεύοντος. οὐδέτερος δ’ αὐτῶν οἶς ὑπῆρχεν τῶν βασιλέων ἔστεργεν·
 ὁ μὲν γὰρ Ῥουφῖνος καὶ τὸ τῆς βασιλείας ἄνομα εἰς ἐαυτὸν μεθέλκειν
ἐτέχναζεν, ὁ Στελίχων δὲ τῷ ἑαυτοῦ παιδὶ Εὐχερίῳ περιάπτειν περιάπτειν ἠγωνίζετο.
ἀλλὰ τὸν μὲν Ῥουφῖνον ὁ ἀπὸ Ῥώμης ἀνακομισθεὶς στρατός, οἵ
τῷ Θεοδοσίῳ κατὰ τοῦ τυράννου συνεστρατεύσαντο, ἐν τῷ λεγομένῳ
τριβουναλίῳ πρὸς αὐτοῖς τοῖς τοῦ βασιλέως ποσὶ ταῖς μαχαίραις
 κατεκόψατο τοῦτο τοῦτο μὲν ἔχοντες ἐντολὰς παρὰ Στελίχωνος ἐξεργάσασθαι,
τοῦτο δὲ καὶ διότι μυκτηρίζων αὐτοὺς ἐπεφώρατο. καὶ κατ’
ἐκείνην ἀπερράγη τὴν ἡμέραν τῆς ζωῆς καθ’ ἣν οἱ στρατολόγοι
μονονουχὶ τὴν ἀλουργίδα αὐτῷ περιεβάλοντο.

4. Ὅτι Εὐτρόπιος, φησί, μετὰ Ῥουφῖνον ἐκ δούλων εὐνοῦχος εἰς τὰ
βασίλεια παραδὼς καὶ τὴν τοῦ πραιποσίτου τιμὴν ἀναβάς, τοῖς παροῦσιν
οὐκ ἠγάπησεν. ἀλλ’ ἐπειδήπερ αὐτὸν ἡ ἐκτομὴ τῆς ἀλουργίδος
ἀπεστέρει, πείθει βασιλέα πατρίκιόν τε αὐτὸν καὶ ὥπατον ἀναγράφειν.
 καὶ ἦν λοιπὸν πατὴρ ὁ εὐνοῦχος βασιλέως, ὁ μηδὲ τὸν τυχόντα παῖδα
φῦναι δυνάμενος.

5. Ὅτι, φησίν, Εὐτρόπιος προστάττει Καισαρίῳ τὴν Ῥουφίνου
διαδεξαμένῳ ἀρχὴν Εὐνόμιον ἐκ τῶν Δακοροηνῶν ἐπὶ Τύανα μεταστῆσαι,
ὑπὸ τῶν ἐκεῖ μοναστῶν τηρησόμενον. βασκαίνων γὰρ αὐτῷ
 τοῦ κλέους, οὐδὲ τὸν νεκρὸν αὐτοῦ ταφῆς τυχεῖν τῆς μετὰ τοῦ
διδασκάλου συνεχώρει, καίτοι πολλὰ πολλῶν δεηθέντων· ἀλλὰ καὶ
τὰς βίβλους αὐτοῦ δημοσίοις γράμμασιν ἀφανίζεσθαι διεετάξατο.

6. Ὅτι, φησίν, Ἀρκάδιος ὁ βασιλεὺς μετὰ θάνατον τοῦ πατρὸς
θυγατέρα αύδδωνος ἄγεται γυναῖκα· ὁ δὲ βάρβαρος μὲν ἦν τὸ γένος,
στρατηγίᾳ δὲ κατὰ τὴν Ἑσπερίαν διαπρέψας τὸ δὲ γύναιον οὐ κατὰ
τὴν τοῦ ἀνδρὸς διέκειτο νωθείαν, ἀλλ’ ἐνῆν αὐτῇ τοῦ βαρβαπικοῦ
 θράσους οὐκ ὀλίγον. αὔτη δὲ θυγατέρας ἤδη τῷ Ἀρκαδίῳ δύο
Πουλχερίαν καὶ Ἀρκαδιαν ἐγείνατο, ὕστερον δὲ καὶ Μαρῖναν καὶ υἱὸν
ἐπέτεκε Θεοδόσιον. τότε δ’ οὖν τῶν δύο παίδων μήτηρ οὖσα, παρὰ
Εὐτροπίου περιυβρισθεῖσα ὡς καὶ ἀπειλὴν αὐτῇ ἐπενεγκεῖν τῶν Βασιλείων
θᾶττον ἀποπέμψασθαι, ὡς εἶχεν ἀγκαλισαμένη τὰ παιδία διὰ
 χειρὸς ἐκατέρας προσέρχεται τῷ ἀνδρί· καὶ κωκύουσά τε ἅμα καὶ τὰ
βρέφη προτεινομένη, δακρύων ἠφίει λιβάδας. καὶ τἆλλα ἐποίει ἐποίει
γυνὴ φλεγμαίνουσα γυναικείᾳ τέχνῃ πρὸς τὸ παθητικώτερον ἐφελ-
κύσαιτο τὸν ἄνδρα.

7. »Ὅτι, φησίν, κατὰ τοὺς ἐπ’ ἐμὲ γεγενημένους χρόνους τοσαύτη
 φθορὰ γέγονεν ἀνθρώπων, ὅσην οὐδεὶς χρόνος ἐξ αἰῶνος ἔγνω,« καὶ
ταύτην ἄρα καὶ τὸν ξιφίαν σημαίνειν ἀστέρα. οὐ γὰρ μόνον τὸ μάχιμον
ὥσπερ πάλαι κατὰ τοὺς ἔμπροσθεν πολέμους ἀπανηλώθη, οὐδ
ἐν μέρει γῆς τὰ πάθη δυνέστη· ἀλλὰ πάντα μὲν διεφθείρετο γένη
πᾶσα δ’ ἀπόλωλεν ἡ Εὐρώπη, καὶ τῆς Ἀσίας οὐκ ὁλίγη μοῖρα συνδιεφθάρη,
 φθάρη, ἀλλὰ καὶ τῆς Λιβύης ἡ πολλὴ καὶ μάλιστά γε Ῥωμαίοις
ὑποτελεῖ. βαρβαρικὴ μὲν γὰρ τὸ τῆς φθορᾶ( πλῆθος εἰργάζετο μάχαιρα.
λιμοὶ δὲ καὶ λοιμοὶ καὶ θηρίων ἀγρίων ἀγέλαι συνεπετίθεντο, σεισμοί
τε ἐξαίσιοι πόλεις καὶ ἀνασπῶντες ἀνασπῶντες ἐκ βάθρων εἰς τὸ ἀφυκτό-
τατον τὸν ὄλεθρον ἐναφίσαν. καὶ χάσματα δὲ γῆς ἐνιαχόθι τοῖς
 οἰκήτορσιν ὑπορρηγνμέης τάφος ἠν αὐτοσχέδιος, ἐΠικλυσμοί τε τῶν
ἐξ ἀέρος ὑδάτων καὶ κατ’ ἀλλους αὐχμοὶ φλογώδεις, πρηστῆρές τε
ἔστιν οἶς ἐμβαλλόμενοι ποικίλον τε τὸ δεινὸν ἐποίουν καὶ ἀφόρητον.
ναὶ δὴ καὶ χάλαξα μείφων ἢ κατὰ χερμάδα πολλαχοῦ γῆς κατεφέρετο·
ἄχρι γὰρ καὶ ὀκτὼ τῶν λεγομένων λιτρῶν ἕλκουσα βάρος ὤφθη
 κατασκήψασα. χιόνος δὲ πλῆθος καὶ κρυμῶν ὑπερβολαί, ὑπερβολαί, ἄλλη
πληγὴ οὐ προανήρπασεν, τούτους καταλαμβάνουσαι τοῦ βίου ἐξήλαυνον,
καὶ σαφῶς τὴν θείαν ἀνεκήρυττον ἀγανάκτησιν. οὑ καθ’ ἕκαστον
ἐπεξελθεῖν ὑπὲρ πᾶσαν ἀνθρωπίνην ἂν εἴη δύναμιν.

8. Ὅτι τῶν Οὔννων, φησίν, οἱ μὲν τῆς ἐντὸς Ἴστρου ·Σκυθίας

1. Ὅτι φιλσοτόργιος, καὶ ἐν ἄλλοις πολλοῖς Στελίχωνος κατατρέχων,
καὶ τυραννίδος ἔνοχον γράφει· καὶ ὡς Ὀλύμπιός τις τῶν
μαγίστρων, φερόμενον κατὰ τοῦ βασιλέως ἐν τῷ παλατίῳ τὸ ξίφος
 ἀντιλαβὼν τῇ χειρί, ἐαυτὸν μὲν ἐλυμήνατο, τὸν βασιλέα δὲ διέσωσεν,
καὶ συνεργὸς αὐτῷ κατέστη πρὸς τὴν ἀναίρεσιν Στελίχωνος κατὰ τὴν
Ῥάβενναν διατρίβοντος.

2. Ὅτι κατὰ τοὺς προειρημένους χρόνους Ἀλλάριχος ε Γότθος
 γένος, περὶ τὰ τῆς Θρᾴκης ε ἄνω μέρη δύναμιν ἀθροίσας, ἐπῆλθεν
 
 

 
Ἑλλάδι καὶ τὰς Ἀθήνας εἶλεν καὶ Μακεδόνας καὶ τοὺς προσεχεῖς 
Δαλμάτας ἐληΐσατο. ἐληί·σατο. ἐπῆλθε δὲ καὶ τὴν Ἱλλυρίδα, καὶ τὰς Ἄλπεις
διαβὰς ταῖς Ἰταλίαις ἐνέβαλεν. Στελίχωνι δ᾿, ε ὡς ὡς οὖτος λέγει,
μετάπεμπτος ἦν, ὃς ε αὐτῷ καὶ τὰς τῶν Ἄλπεων πύλας
 καὶ γὰρ ἐπιβουλὰς πάσας τὸν Στελίχωνα κατὰ βασιλέως παλαμᾶσθαι,
κοὶ μηδ’ γαμβρὸν γαμβρὸν αὐτὸν εἶχεν ἐπὶ θυγατρὶ δυσωπεῖσθαι, ἀλλὰ καὶ
φάρμακον αὐτῷ ἀγονίας ἐγκεράσασθαι. ἐλελήθει δὲ ἄρα ἑαυτόν, ἐν
τῷ σπουδάζειν ε τὸν υἱὸν Εὐχέριον ἀναχηρύξειν παρανόμως
τὸν ἀπόγονον τῆς κατὰ διαδοχὴν καὶ θεσμὸν βασιλείας προεεκθερίζων
 καὶ ζημιούμενος. οὕτω δὲ κατάφωρον καὶ ἀδεᾶ τὴν τυραννίδα προενευκεῖν
τὸν Στελίχωνα ε λέγει, ὡς καὶ νόμισμα, μορφῆς λειπούσης
κόψασθαι.

3. Ὅτι, Στελίχωνος ἀνῃρημένου, οἱ συνόντες βάρβαροι τὸν ἐκείνου
παῖδα λαβόντες τὴν ταχίστην ᾤχοντο. καὶ τῇ Ῥώμῃ πλησιάσαντες,
 τὸν μὲν ἐφεῖσαν εἴς τι τῶν ἀσύλων ἱερὸν καταφυγεῖν, οἱ δὲ τὰ
τῆς πόλεως πέριξ ἐπόρθουν, τὸ μὲν τῷ Στελίχωνι τιμωροῦντες,
τὸ δὲ λιμῷ πιεζόμενοι. ἐπεὶ δὲ παρὰ ὀνωρίου γράμμα κρεῖττον τῆς
ἀσυλίας γενόμενον ἀναιρεῖ τὸν Εὐχέριον, διὰ ταῦτα συμμίξαντες οἱ
βάρβαροι Ἀλλαρίχῳ εἰς τὸν πρὸς Ῥωμαίους αὐτὸν ἐξορμῶσι πόλεμον.

5. Μετὰ ταῦτα σὲ καὶ ἡ Ῥώμη τῶν πολλῶν κακῶν ἀνασχοῦσα
συνοικίζεται· καὶ ὁ βασιλεὺς αὐτῇ παραγεγονώς, χειρὶ καὶ γκλωττῃ
τὸν συνοικισμὸν ἐπεκρότει. ὑπὲρ δὲ βήματος ἀναβάς, ὅ τὴν πρώτην
 αὐτῷ βαθμίδα τὸν Ἄτταλον διαβαίνειν ἐπετίθει . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . δεξιᾶς χειρὸς ἀπέτεμεν τοὺς β΄ δακτύλους, ὦν ὁ μὲν
. . . . . . . . . . . . ὁ δὲ λιχανὸς ἔχει τὴν κλῆσιν· καὶ εἰς Λίπαρα τὴν
νῆσον τούτους φυγαδεύει, μηδενὸς ἄλλου κακοῦ πρὸς πεῖραν καταστήσας,
 ἀλλὰ καὶ τὰς εἰς τὸν βίον χρείας παρασχόμενος . . . . . . . . . . . . . .

6. Κατὰ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους Ἰωβιανός τε ἐπανέστη . . . . . .
. . . . . . . . εἰς φθορὰν ἀπέσβη, καὶ Σεβαστιανὸς ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ
 
 
 

 
τοῖς ἴσοις ἐποφθαλμήσας, τὴν ἴσην ἔδωκε δίκην. <ὁ δ’ Ἡρακλεια- 
ωὸς> μιμησάμενος τούτους καὶ πλέον τῷ τῆς τύχης γέλῳ ἐπιβάς,
εὐκλεεστέραν ἴσχεν τὴν καταστροφήν, τῆς θείας ἐμφανῶς ἐπικηρυττούσης
. . . . οὐδὲ ἀκόσμητον ἐᾷ, οὐδὲ χαίρει τοῖς τυραννοῦσιν,
 ἀλλ’ οἷς ὁ κατὰ θεσμὸν βασιλεὺς ἁρμόξει, τούτῳ καὶ αὐτὴ συμπαραταττεται.

7. Ὅτι, τελευτήσαντος Ἀρκαδίου, διάδοχος τῆς ἑῴας ἀρχῆς καμιδῇ
νέος ὢν Θεοδόσιος ὁ παῖς ἀναδείκνυται. συνῆν δ’ αὐτῷ καὶ
Πουλχερία ἡ ἀδελφὴ τὰς βασιλικὰς σημειώσεις ὑπηρετουμένη καὶ
 διευθύνουσα.

8. Ὅτι, Θεοδοσίου τῆς τῶν μειρακίων ἡλικίας ἐπιβεβηκότος, καὶ
τοῦ μηνὸς Ἰουλίου εἰς ἐννέα ἐπὶ δεκάτῃ διαβαίνοντος, περὶ ὀγδόην
τῆς ἡμέρας ὥραν ὁ ἥλιος οὕτως βαθέως ἐκλείπει, ὡς καὶ ἀστέρας
ἀναλάμψαι· καὶ αὐχμὸς οὕτω τῷ πάθει συνείπετο, ὡς πολλῶν ανθρώπων
 καὶ τῶν ἄλλων ζῴων ἀσυνήθη φθορὰν πανταχοῦ φέρεσθαι.

9. Ὅτι κατὰ πολλοὺς τόπους τῶι, σεισμῶν γενομένων ὤφθησαν
ὀροφαὶ οἰκιῶν ἀπ’ ἀλλήλων μετὰ μεγάλων πατάγων καὶ ἀραγμῶν
 διαστᾶσαι, ὡς καὶ τοὺς ἔνδον παρατυχόντας καθαρῶς τῇ καθαρῶς τὸν
οὐρανὸν ὑποβάλλειν· καὶ μετὰ τὴν τοσαύτην διάστασιν οὔτως πάλιν
ἁρμσθεῖσαί τε καὶ συναφθεῖσαι ὡς μηδεμίαν αἴσθησιν τοῦ ωεωτερισθέντος
μηδενὶ παρασχεῖν. τὸ αὐτὸ δὲ τοῦτο πάθος καὶ περὶ τὰ
ἐδάφη πολλαχοῦ συνηνέχθη. καὶ γὰρ σιτοβολῶνες τοὺς κάτωθεν
 οἰκοῦντας ἀπένιξαν, τὸν σῖτον αὐτοῖς ἀθρόον ἐπιχεάμενοι διὰ τῶν
 
 

 
πράτων· καὶ πάλιν οὕτως παρέσχον τὸ ἔδαφος ἡρμοσμένον, ὡς 
ἐξαπορεῖν ἄπαντας πόθεν ὁ φονεὺς ἐπερρύη σῖτος.

10. Ὅτι διαφόροις ἐπιχειρήμασι κατασκευάζειν πειρᾶται τοὺς
σεισμοὺς μήτε διὰ πλημμύραν ὑδάτων συνίστασθαι μήτε πνευμάτων
ἐναπολαμβανομένων τοῖς κόλποις τῆς γῆς, ἀλλὰ μηδὲ γῆς τινος ὅλως
παρεγκλίσει, μόνῃ δὲ τῇ θείᾳ γνώμῃ πρὸς ἐπιστροφὴν καὶ διόρθωσιν
 τῶν ἁμαρτανομένων. καὶ ταῦτά φησιν ἰσχυριζόμενον λέγειν, διότι
τὰ τηλικαῦτα πάθη μὴ δύναται μηδέτερον τῶν εἰρημένων στοιχείων
κατὰ φυσικὴν ἀποτελεῖν δύναμιν. ἐπεὶ θεοῦ γε βουληθέντος καὶ
ψεκὰς ἂν ἡ σμικροτάτη προσπεσοῦσα καὶ νιφὰς ἡ κουφοτάτη τὸν
Ὄλυμπον τῆς Μακεδονίας ἤ τι ἄλλο τῶν μεγίστων ὀρῶν κινήσειεν
 ἂν ῥᾳδίως. ἐπεὶ καὶ φαίνεται πολλάκις τὸ θεῖον ἐπὶ παιδίᾳ τῶν ἀνθρώπων
τούτοις χρώμενον. τήν τε γὰρ Ἐρυθρὰν θάλασσαν, ῥᾷον
ὂν ἀθρόον διαστῆσαι, νότῳ βιαίῳ πρότερον μαστιγώσας καὶ συνωθήσας
οὕτω διέστησεν, τῇ τοῦ νότου φύσει μηδεμιᾶς δυνάμεως
τοιαύτης ἐγκαθιδρυμέης, ἀλλὰ τῆς ἄνωθεν ῥοπῆς ὑπερφυῶς αὐτῷ
 χρησαμένης πρὸς τὸ οἰκεῖον βούλημα· καὶ ῥάβδος δὲ πηγὰς ἐκ πέτρας
ναμάτων πλήττουσα προχέει, καὶ Ἰορδάνου ῥεῖθρα καθαίρουσι λέπραν,
οὐ τῆς φύσεως αὐτῶν ταῦτα δρᾶν ἐνδυναμούσης, τοῦ δὲ πλάστου
μεταπλάττειν ἕκαστον τῶν δημιουργημάτων πρὸς ἥν ἂν ἐθέλῃ χρείαν
πολλὴν καὶ ἀκώλυτον ἔχοντος τὴν ἐξουσίαν.

11. ὍΤΙ μετὰ θάνατον Εὐδοξίου, ὃς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει
Εὐνομιανῆς συναγωγῆς ἐπῆρχεν, Λουκιανὸς ἀντικαθίσταται, παῖς ὢν
ἀδελφῆς Εὐνομίου. τοῦτον δή φασιν, εἰς φιλαργυρίαν τε καὶ τὰ
συγγενῆ ε κατολισθήσαντα πάθη καὶ τὴν ἐπ’ αὐτοῖς
 δίκην, ἀποσχίσαι μὲν τῆς ἄλλης ε Εὐνομιανῶν μοίρας, ἰδίας δὲ
ἀρχηγὸν ἑαυτὸν ἀναδεῖξαι, καὶ συντάγματος οὐκ εὐκαταφρονήτου
ἄρξαι, πάντων τῶν ἐπιρρήτων τε καὶ ποικίλοις πάθεσι καθωπλισμένων
προς αυτον απερρυηκοτων. απερρυηκοτων.

12. Ὅτι Ὀνώριος ὁ βασιλεὺς Κωνστάντιον τὸν στρατηγὸν κατὰ
 τιμὴν τοῦ κήδους εἰς τὸ τῆς βασιλείας προσλαμβάνεται σκῆπτρον,
ἤδη καὶ παῖδα Οὐαλεντινιανὸν τῆς Πλακιδίας αὐτῷ γειναμένης· ᾡ καὶ
τὴν τοῦ ἐπιφανεστάτου περιῆψεν ὁ Ὀνώριος ἀξίαν. αἱ δὲ τοῦ Κωνσταντίου
εἰκόνες, ὡς ὡς ἕθος ἠν τοῖς ἄρτι παρελθοῦσιν εἰς βασιλείαν
πράττειν, ἀναπέμπονται πρὸς τὴν Ἑῴαν· ἀλλ’ ὅ γε Θεοδόσιος, οὐκ
 ἀρεσκόμενος τῇ ἀναρρήσει, οὐ προσίετο ταύτας. καὶ καὶ Κωνσταντίῳ,
παρασκευαζομένῳ διὰ τὴν ὕβριν ἐπὶ πόλεμον, καὶ τῆς ζωῆς καὶ τῶν
φροντίδων ἐπιστὰς ὁ θάνατος τὴν ἀπαλλαγὴν παρέχει, βασιλεύσαντι
μῆνας ἕξ.

13. Ὅτι ἐν ὑπατείᾳ τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου τὸ δέκατον καὶ
 Ὀνωρίου τὸ τρισκαιδέκατον αὐτὸς Ὀνώριος ὑδέρῳ τελευτᾷ καὶ
Ιωάννης τυραννίδι ἐπιθέμενος διαπρεσβεύεται πρὸς Θεοδόσιον. ἀπράκτου
δὲ τῆς πρεσβείας γεγενημένης, καὶ οἱ πρέσβεις ὑβρισθέντες
ἄλλος ἀλλαχῆ κατὰ τὴν Προποντίδα φυγῇ προσετιμήθησαν. τὴν
 
 
 

 
μέντοι Πλακιδίαν καὶ τὸν τρίτον Οὐαλεντινιανὸν μετὰ γὰρ Κων- 
σταντίου θάνατον πρὸς τὸ Βυζάντιον ἀνεκομίσθησαν) ἀποστέλλει
πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην Θεοδόσιος, κἀκεῖ τὴν τοῦ Καίσαρος ἀξίαν
τῷ ἀνεφιῷ παρατίθησιν, Ἀρδαβουρίῳ τῷ στρατηγῷ καὶ τῷ τούτου
 υἱῷ Ἄσπαρι τὴν κατὰ τοῦ τυράννου στρατηγίαν ἐγχειρίσας.

14. Ὅτι Ἀέτιος ὁ ὑτοστράτηγος Ἰωάννου τοῦ τυράννου μετὰ
τρεῖς ἡμέρας τῆς ἐκείνου τελευτῆς βαρβάρους ἄγων μισθωτοὺς εἰς ξ΄
χιλιάδας παραγίνεται· καὶ συμπλοκῆς αὐτοῦ τε καὶ τῶν περὶ τὸν
Ἄσπαρα γεγενημέηνς, φόνος ἑκατέρωθεν ε ἐρρύη πολύς. ἔπειτα
 ὁ Ἀέτιος Αέτιος πρὸς Πλακιδιαν καὶ Οὐαλεντινιανὸν καὶ τὴν τοῦ
κόμητος ἀξίαν λαμβάνει· καὶ οἱ βάρβαροι χρυσίῳ καταθέμενοι τὴν
ὀργὴν καὶ τὰ ὅπλα, ὁμήρους τε δόντες καὶ τὰ πιστὰ λαβόντες, εἰς
τὰ οἰκεῖα ἤθη ἀπεχώρησαν.