Ἐπείδ’ ἀκούσας εὐσεβῶς ποιημάτων

ποιητικῶς νῦν εὐσεβῆ κλύειν θέλεις,

πρόφρων ἄκουε· νῦν τε κατ’ Εὐριπίδην

τὸ κοσμοσωτήριον ἐξερῶ πάθος,

ὅθεν μαθήσῃ πλεῖστα μυστικῶν λόγων,

ὡς ἐκ στόματος μητροπαρθένου κόρης

μύστου πεφιλμένου τε τῷ Διδασκάλῳ.

Πρώτην γὰρ αὐτὴν νῦν παραστήσει λόγος

μητροπρεπῶς θρηνοῦσαν ἐν καιρῷ πάθους

πότμου τε τὴν πρόφασιν ἀρχῆς ἀπ’ ἄκρης

στένουσαν, ὡς φανεῖσαν ὄντως αἰτίαν

τοῦ μητέρ’ αὐτὴν τοῦ Λόγου χρηματίσαι

καὶ νῦν ἰδεῖν πάσχοντα τοῦτον ἀδίκως·

εἰ μὴ γὰρ ἐσφάλημεν ἀπροσεξίᾳ,

οὐκ ἂν κατεκρίθημεν ἀρχῆθεν μόρον·

κἂν μὴ διεφθάρημεν ἑρπετοῦ δόλῳ,

μηδ’ ἡ φθορά τ’ εἰσῆλθε θηρὸς ἀπάτῃ,

καὶ πότμον ὑπέστημεν ἐνδίκῳ κρίσει,

ὡς μὴ τὸ κακὸν ἀδιάφθορον μένῃ,

οὐκ ἦν βροτωθῆναί τε καὶ τλῆσαι μόρον

τὸν ζωοποιὸν Δεσπότην, Θεὸν Λόγον,

ἀφθαρτίσοντα τὸ φθαρὲν φιλαγάθως

καὶ ζωοποιήσοντα τὸ βροτῶν γένος·

μένοντος αὐτοῦ δ’ ἀκενώτου τοῦ Λόγου

ἥδ’ οὐκ ἂν ἐκπέφηνε μήτηρ Δεσπότου

καὶ τόνδε νῦν ὁρῶσα πάσχοντ’ ἀδίκως

θρηνοῦσ’ ἀνηλάλαζε τετρυχωμένη.

Πρόσωπα γοῦν δράματός εἰσί μοι τάδε·

μήτηρ πάναγνος, παρθένος μύστης, κόραι

αἱ συμπαροῦσαι μητρὶ τῇ τοῦ Δεσπότου.

Εἴθ᾿ ὤφελ’ ἐν λειμῶνι μηδ’ ἕρπειν ὄφις,

μηδ’ ἐν νάπαισι τοῦδ’ ὑφεδρεύειν δράκων

ἀγκυλομήτης· οὐ γὰρ ἂν πλευρᾶς φῦμα,

μήτηρ γένους δύστηνος ἠπατημένη,

τόλμημα τολμᾶν παντάτολμον ἀνέτλη,

ἔρνους ἔρωτι θυμὸν ἐκπεπληγμένη,

θεώσεως πεισθεῖσα τυχεῖν αὐτόθεν,

οὐδ’ ἂν φαγεῖν πείσασα καρποῦ τὸν πόσιν

τοῦ μηδὲ συμφέροντος αὐτίκα σφίσι

λειμῶνος ἐξῴκιστο τοῦ πανολβίου,

λύμην κατακριθεῖσα καὶ λυγρὸν μόρον,

μήτηρ τέκνων τ’ ἤκουσεν ἐκ δυσκοιτίας

μογοστοκοῦσ’ ὠδῖσί τ’ ἐμπαρειμένη

ἱδρῶτ’ ἂν ᾤκει τήνδε γῆν ὀλεθρίαν

σὺν ἀνδρὶ καὶ τέκνοισιν ἀρᾶς ὑστάτης,

ἅπερ τεκεῖν ὥριστο λύπαις καὶ στόνοις,

διαδοχάς τε παραπέμπειν τῷ βίῳ

διαλλαγάς τ’ ἐντεῦθεν εὑρεῖν ἐξόχους,

οὐδ’ ἂν γένος τ’ ὄλωλεν ἀνθρώπων ἅπαν,

καὶ τὸν Δυνατὸν ἀλθανεῖν ἔπεισέ πως

ἀγαθότητι δαπέδῳ κατιέναι

καινῶς βροτωθῆναί τε καὶ τλῆσαι πάθος,

οὐδ’ ἂν ἐγὼ πέφυκα μήτηρ παρθένος

καὶ νῦν ἔκλυον Υἱὸν ἕλκεσθαι κρίσει,

οὐράνιον, γήϊνον, ἀκραιφνῆ γοναῖς,

ἰδεῖν τ’ ἔφριττον τόνδε καθυβρισμένον,

ἄτερ δαλῶν φέρουσα, φεῦ, δεινὴν φλόγα,

ἣ σφόδρα μαιμάσσει με καὶ δονεῖ κέαρ

καὶ καρδίαν δίεισιν ὡς ῥόπτρον μέγα,

ὡς νητρεκῶς ἤυσε Συμεὼν γέρων,

τηλεσκόποις ὄμμασι πάντως προβλέπων.

Ἠ που μεγέστη γίνεται σωτηρία,

ὅταν γυνὴ πρὸς ἄνδρα μὴ διχοστατῇ,

τὰ πάντα συμφέρουσα τῷδ’, ὥσπερ θέμις,

μηδὲ πρὸς ἄλλου πάρφασίν τινα κλύῃ,

ἀλλ’ ἐστι συμφρονοῦσα γνησίῳ πόσει.

Νῦν δ’ ἐχθρὰ πάντα, καὶ νοσεῖ τὰ καίρια,

αὐτῆς προδούσης ἄνδρα καὶ κράτους κλέος.

Φιλεῖ γὰρ ὕβρις ἡ πάλαι τίκτειν νέαν·

ἐκ δακρύων δάκρυα καταλείβεται,

ὧν οὔτε μέτρον οὔτ’ ἀριθμός ἐστί τις·

κακῷ κακὸν γὰρ εἰς ἅμιλλαν ἔρχεται.

Ὅθεν πότνια φύσις ἠτιμωμένη

στένει κλάουσα συμφορὰς πεφυρμένας

διαδοχάς τε τῶν ἀφερτάτων πόνων,

τὸν πάντα συντήκουσα δακρύοις χρόνον,

ἐπεὶ πρὸς ἐχθροῖς ᾔσθετ’ ἠδικημένη

καὶ μητρὸς αὐτῆς πρωτοπήμονος βλάβῃ

πατρός θ’ ὑποκλίναντος οὖας μητέρι,

ὧν πάντες ἐσμὲν οἱ κατὰ χθόν’ ἔκγονοι.

βοᾷ μὲν ὅρκους, ἀνακαλεῖ δεξιὰς,

πίστιν μεγίστην, καὶ Θεὸν μαρτύρεται·

ἔγνω γὰρ ἡ τάλαινα συμφορῶν ὕπο,

οἱον πατρῴαν μὴ λιπεῖν ἐσθλὸν χθόνα·

στυγεῖ δὲ κόσμον οὐδ’ ὁρῶσ’ εὐφραίνεται.

Εἰς τοῦτο γὰρ νῦν ἐκβέβηκ’ ἀλγηδόνος,

ὥσθ’ ἵμερός μ’ ὑπῆλθε γῇ τε καὶ πόλῳ

λέξαι μολοῦσαν δεῦρο φύσεως βλάβας.

Οὔπω γὰρ ἡ τάλαινα παύεται γόων,

τίκτουσα μὴ τίκτουσα, φεύγουσ’ αὖ τόκους.

Δύστην’· ἐμαυτὴν γὰρ λέγω, λέγουσα σὲ,

τίκτουσαν οὐ τίκτουσαν, ὡς ὑπὲρ λόγον.

τόκον γὰρ ἔγνων ἄτοκον, τί γὰρ φράσω;

πόνους φυγοῦσα καὶ φθορὰν νῦν καὶ πάλαι.

Οὐκ οἶδα τέρψιν οὐδ’ ἐπίψογον φάτιν

τινὸς πρὸς ἀνδρὸς μᾶλλον ἢ χαλκοῦ βαφάς·

οὐ γὰρ κορείης ἅμμα διέφθειρέ τις.

Καὶ παῖδα πῶς ἔτικτον; ὦ θάμβος μέγα·

ὑβρισμένον δὲ τανῦν πῶς οἴσω βλέπειν;

πόνους φυγοῦσα πῶς ὀδυνῶμαι κέαρ;

Ἀνηλάλαξα πῶς πάλαι χαρᾶς ὕπο,

ὅτ’ ἦλθεν εὐάγγελος ἀγγέλων τόκον,

φράζων ἄλυξιν δυσμενῶν βροτῶν γένει

καὶ γηθόσυνον χάρμα μοι φέρων μέγα;

λόγοις δὲ τοῦδ’ εὔπλαγκτος οὐκ ἐφαινόμην

πεισθεῖσα τῷ φέροντι θέσκελον φάτιν

οὐχὶ σφάγιον μηνύουσαν μ’ ἐκτεκεῖν,

ἀλλ’ ὡς ἄνακτα γῆς τε καὶ παντὸς πόλου.

Ὅμως δ’ ἔθυον καὶ γυναικείῳ νόμῳ

ψυχῆς ἔπεμπον ἀλαλαγμὸν ἐκ μέσης,

λάσκουσ’, ἀνευφημοῦσα τὴν ἀγγελίαν,

θυηφάγον φέρουσά τ’ εὐώδη φλόγα,

οἵαν θύειν φράζουσιν οἱ θεοπρόποι,

ζῆλον ζάπυρον, πνεῦμα συντετριμμένον,

ἔρωτά τ’ ἀκάθεκτον, ἔνθερμον λίαν,

ἃ θυσίαν οἴδαμεν εὐφημουμένην.

Καὶ πῶς στροβεῖ μου σπλάγχνα νῦν δριμὺ βέλος;

κἀγὼ μὲν ἦν πρόθυμος ἔννυχος δραμεῖν

ἰδεῖν τε Παιδὸς ἣν κακωσύνην πάθοι,

αὗται δ’ ἔπεισάν μ’ ἡμέρας μίμνειν φάος.

Δέσποινα, νῦν πύκαζε σὸν δέμας τάχει.

Ἄνδρες τρέχουσιν ἐμφανεῖς ἔξω πύλης.

Τί δ’ ἐστί; μῶν τι δυσμενῶν ἀγγέλλεται

λόχος κρυφαῖος ἑστάναι κατ’ εὐφρόνην;

Ἔννυχος ὄχλος ἐν θορύβῳ συρρέει,

στρατὸν πολύν τε πᾶσαν ἀν’ ὄρφναν βλέπω

λαμπτῆρας εἰσφέροντα καὶ πολλὰ ξίφη.

Καὶ μὴν πρὸς ἡμᾶς νῦν τις ἐν σπουδῇ ποδὸς

στείχει, νέον τι πρᾶγμ’ ἔχων ἴσως φράσαι.

Ἴδω, τί λέξει καὶ τίν’ ἀγγελεῖ λόγον. —

Πότνια, πότνα, σεμνοτάτη παρθένε·

αἰ αἰ, αἰ αἰ·

Πολλὴ μὲν ἐν βροτοῖσι κοὐκ ἀνώνυμος

ἁγνὴ κέκλησαι, τῆσδε γῆς ὅσοι πέδον

ναίουσι, λαμπρὸν φῶς ὁρῶντες ἡλίου·

τανῦν δὲ τάλαιν’ ἡ πάλαι μακαρία.

Τί δ’ ἐστίν; ἦ πω τὶς μ’ ἀποκτεῖναι θέλει;

Οὒκ, ἀλλὰ Παῖς θνήσκει σὸς ὑπ’ ἀλαστόρων.

οἴμοι, τί λέξεις; ὥς μ’ ἀπώλεσας, γύναι.

Ὡς οὐκέτ’ ὄντος Υἱέος φρόντιζε δή.

Ὠ δεινὰ λέξασ’, οὐχὶ συγκλείσεις στόμα

καὶ πᾶν μεθήσεις ἀπρεπὲς ῥῆμ’ ἐκφέρειν;

Τὸν ὄντ’ ἀεὶ γὰρ μηκέτ’ εἶναι πῶς λέγεις;

Εὔφημος ἴσθι, κἄν τί σοι χρεία λέγειν,

λέγ’, ὡς προσήκει, μηδ’ ἀτιμάσῃς Θεὸν.

Γονὰς γὰρ ἀπὸ χρυσέας ἔβλαστε μοι·

καινὸν δὲ πίτνειν αἷμ’ ὑπ’ ἀνέρων Θεοῦ·

θανεῖν τὸν ἀθάνατον οὐκ ἔχει λόγον.

Ἔτικτον αὐτὸν, οἶδα δ’, ὡς ἐγεινάμην.

Ὠ τλῆμον, οὐκ οἶσθ’, οἷ κακῶν ἐλήλυθας,

καὶ τούσδε κινεῖς κἀναμοχλεύεις λόγους.

Ἠοῦς φανείσης Υἱέος γ’ ὄψει μόρον,

ὡς πάννυχον κρίνουσιν οἱ μιαιφόνοι.

Καίτοι δέδορκ’ ἐνθάδε τῶν Παιδὸς τινὰ

στείχονθ’ ὀπαδῶν, πνεῦμά τ’ ἠρεθισμένον,

σπουδῇ πρὸς ἡμᾶς τόνδ’ ἰθύνοντα δρόμον·

δείκνυσι δ’, ὥς τι καινὸν ἀγγείλῃ παρών.

Τί δήποτ’ ἄρα σημᾶναι νέον θέλει;

Ἴδω, τί λέξαι πνευστιῶν οὗτος θέλει.

Ὀττοτοτοί·

Καλλίστα, πότνα , σεμνοτάτη Μαρία,

αἲ αἲ αἲ αἲ

ἀπωλόμεσθ’ οὐ δυσμενῶν τάχ’ ὑπό του.

Τίνα θροεῖς αὐδάν; τίνα βοᾷς λόγον;

Ἄγ’ εἰπὲ, τίς φοβεῖ σε φήμ’ αὖθις νέα;

Ἔκλυες, ὤ· ἄιες, ὤ· ἤκουσας, ὃς

ὃς Παῖδα σὸν προὔδωκε τοῖς μιαιφόνοις;

Πρὸς τοῦ τόδ’ ἄλλο καινὸν ἀγγελεῖς κακόν;

Τίς ἐστι; μῶν τις τῶν φιλεῖν ἠλπισμένων;

Ἀργυροδέκτης, δύστροπος μύστης, λέγει,

ἀργυροφύλαξ, ἀργυροτρώκτης πλέον.

οἶμοι, τόδ’ οἷον ἄλλο πρὸς κακῷ κακὸν,

εἰ τοῖς φιλεῖν δοκοῦσι κατειργάσμεθα·

Ἠ που τετόλμηκ’ ἔργον ἄτολμον τάλας;

Τί δ’ ἐγκαλῶν προὔδωκε παντευεργέτην;

ἢ τίς λαβὴ δράματος ἦν τῷ μαινόλῃ;

Ἄκουε τοῦδ’, ὅς σοι τρανῶς πάντ’ ἀγγελεῖ.

Ἄκουε, τλῆμον, ἡ τὸ πρὶν πανολβία,

ἄκουσον, οὕς σοι δυστυχεῖς φέρω λόγους.

Αἲ αἱ· διοιχόμεσθα· δῆλος εἶ λόγῳ·

κακῶν γὰρ ἥκεις, ὡς ἔοικεν, ἄγγελος.

κακῶν μὲν, ἀληθῶν δ’ ὅμως· τί γὰρ φράσω;

Ἐπεὶ τὸ πάσχα καινὸν, ὡς ἔφη, φάγοι,

μύσταις ἄριστον παραθεὶς, δεῖπνον μέγα,

δείξας δ’ ἐν αἰνιγμοῖσι τὸν λογοπράτην,

ἔπειτα νίψας τῶν μαθητῶν τοὺς πόδας

ἔξεισιν, ὡς εἴθιστ᾿, ἐλαιῶν εἰς ὄρος,

εἰπών τε μύσταις πάνθ᾿, ἅπερ τανῦν πάθοι,

καταρτίσας πάντας τε μυσταγωγίαις

πολλοῖς ξὺν ἄλλοις καὶ τάδ’ εἶπε πρὸς Θεὸν·

Πάτερ, μέγιστον νῦν πάρασχέ μοι κλέος·

τὸ παρὰ σοὶ γὰρ μὴ λιπὼν ποτὲ κλέος

εἰς μεῖζον ἥξω, δυσμενῆ κτανὼν βροτῶν·

ἔθνη τε διδοῖς πάντ’ ἔχοντι πρὸς σέθεν·

λαβὼν δὲ πάντας, χὠς ἀριστεῖον σφέων

ὑπερκρεμασθεὶς, αὐγε σαῖν χεροῖν νέμω.

Κυδρούμενος δὲ τοῖς ἀριστεύμασί μου

κάλει φίλους εἰς δαῖτα. Μακάριος εἶ,

μακάριος τοιάδε διειργασμένος.“

Ὅδ᾿ αὗθις ἀφίησιν ὡς βροτῶν ὄπα

δηλῶν κλεϊσμὸν αἰθεροδρόμῳ βοῇ·

„Καὶ πρὶν κλείσας νῦν ελεΐσω σε πλέον.“

Ἐπεὶ δὲ μύσταις ταῦτ’ ἐνηχήθη ξένως,

ἥκει πρὸς αὐτοῖς ἐν τόπῳ τοῦ χειμάρου

πρὸς κῆπον, ᾗχι πολλάκις συνήγετο,

ὃν οὐδ’ ὁ πράτης ἀγνοῶν νύκτωρ μέσον

ἔφθασεν ὄχλον τῶν μιαιφόνων ἐγὼν,

ξιφηφοροῦντας καὶ φονῶντας ἐν θράσει·

ὃς δὲ προσιὼν ὡς φίλος Διδασκάλῳ

„Ῥαββὶ,“ προσειπὼν, „χαῖρ᾿,“ ἐφίλει δυστρόπως.

Φεῦ, φεῦ, τί χεῖρον τοῦδε τολμήσειε τις;

Τί γοῦν πρὸς αὐτὸν ἀντέφησε Παῖς ἐμός;

Οὐκ εἶπεν οὐδὲν πλήν· Ἑταῖρ’, ἐφ’ ᾧ πάρει;“

Ἄφαρ δ’ ἔβαλλον χεῖρας οἱ μιαιφόνοι·

ἄμμες δ’ ἀφέντες ἄλλος ἄλλῃ φεύγομεν.

Πέτρος δ’ ὁ κλεινὸς καὶ λόγοις ἀπείπατο,

μόνος δ’ ἐπιστήθιος εἵπετ’ ἀτρέμας.

Ἔδοξα δ’ αὐτὸς ὑπό του πεπυθέναι

σιγῇ λέγοντος ὡς πρὸς αὐτὸν ἠρέμα

τὸν δύστροπον πράτην γε τοῦ Διδασκάλου·

Τῆς ἀσεβείας· ὦ τάλ’, οὐ φοβῇ Θεὸν;

οὐ θεσμὸν αἰδῇ τῶν βροτῶν τῆς οὐσίας

Ἀδάμ τε τὸν σπείραντα γηγενῆ στάχυν

καὶ πατριάρχας ἐκλελεγμένου γένους;

Μύστης φανεὶς σὺ συμμαθητάς αἰσχύνεις

τὸν μυσταγωγὸν, φεῦ, προδοὺς ἀργυρίου,

προύδωκας αὐτὸν εἰς φόνον μιαιφόνοις.

Οὐκ εἶπεν; οὐ σῆς προὐνοήσατο φρενὸς

σκοπεῖν, ἐφ’ οἷσι νῦν ἑκὼν ἀλγύνεται;

Σὺ δ’ οὐκ ἀνέσχου· τοιγαροῦν γνοίης τάχει,

εὖ δ’ ἴσθι, πατρὸς δ’ εὐσεβὲς θάλπει γένος.

Εἰ μὴ γὰρ ὅρκοις Ἀβραὰμ ἐπεσχέθη,

οὐκ ἄν ποτ’ ἔσχε μὴ τάδ’ ὑπεξιέναι

κἀντεῦθεν ὑμῖν ἀποδοῦναι τὴν δίκην.

Δοκεῖς γὰρ αὐτὸν τάδ’ ὑποστῆναι πάθη,

εἰ μή τι κερδαίνοντα κἀντεῦθεν μέγα;

Νῦν δ’ ἐκ χθονὸς μὲν, ἔστ’ ἂν ἔρχηται πάλιν,

καινῶς ἄνεισι, σίγα δ’ ἕξεται κρίσιν

ἐρῶν καθ’ ὑμῶν Πατρὶ σὴν ἁμαρτίαν

λαοῦ τε τοῦδε μαινόλου τολμηρίαν,

ὡς καὶ προεῖπε Δαυΐδου γλώσσῃ πάλαι

οὐκ ἀγνοοῦντι καὶ πρὸ τῆς τολμηρίας,

πλήσει τε πᾶσαν γαῖαν εὐδόξων λόγων

ἔργων τε κλεινῶν, μυρίων, θαυμασίων,

ὄψεσθε δ’ ἐν Πατρός μολοῦντ’ αὖθις κλέει,

κρίσιν φέροντα ζῶσι καὶ τεθνηκόσι

καὶ πᾶσι παρέχοντα τὰ κατ’ ἀξίαν.

Πῶς γοῦν προσόψει σύ τε καὶ μιαιφόνοι,

ἢ ποίαν οὐκ ἐκτίσετ’ ἔνδικον τίσιν,.

Πλὴν καὶ πρὸ τοῦδε τίσετ’ ἔνδικον τίσιν,

εἰ μὴ χέρας νίψεσθε τὰς μιαιφόνους,

ἃς, ἢν θέλητε κἂν τανῦν ξυνιέναι,

αὐτὸς ῥυτοῖς νασμοῖσιν ἀπομόρξεται.

Ἢ σῆς γε τόλμης νῦν μάθῃς γεγευμένος,

σὺν σοὶ δὲ καὶ πᾶς τῶν ἀλαστόρων ὄχλος.

Νῦν δ’ εἰ μένειν δεῖ, μίμν’ ἐφ’ ἡμέραν μίαν,

εἰ μή τι πάθῃς, ὧν φόβος πολὺς κρατεῖ,

κἀγὼ προφήτης τῶν λόγων γενήσομαι.

Ἀλλ’ ἐκποδὼν ἄπιθι καὶ σαυτοῦ πέρι

φρόντιζε· ταὐτοῦ δ’ αὐτὸς εὖ γε θήσεται,

σὺ δ’, ὥσπερ εἰκὸς, κατθανῇ κακὸς κακῶς,

πρῶτα κρεμαστοῖς ἐν βρόχοις ἠρτημένος,

πήδημ’ ἐς ᾄδην κραιπνὸν ὁρμήσας τάχος,

λύπῃ παχνωθεὶς, ὡς προδοὺς ἀργυρίου,

καὶ νᾶμα πυρὸς παμφάγου σε δέξεται.

Οὐ γὰρ θέλεις νῦν ἐκφυγεῖν τιμωρίαν,

καὶ τῶνδε τεύξῃ, προὐνέπω δέ σοι τάδε·

Οὔ σ’ ἡ ’πιοῦσα λαμπὰς ὄψεται Θεοῦ,

οὐ νεκρεγέρτου νεκρέγερσιν κατίδῃς.

Ἐς γὰρ τοσοῦτον μωρίας ἀφικάνεις,

ὥστ’ ἐξὸν αὖθις δείν’ ἑλεῖν βουλεύματα

καὶ πάντ’ ἀφέντα προσπεσεῖν Διδασκάλῳ

κἀκ τῶν βλεφάρων θερμὰ χύσαι δάκρυα

βρόχον κρεμαστὸν ἐξανάψεις ἀγχόνης,

ψυχὴν ἀφεῖναι τοῖς βροχώμασι τρέχων.

Ὅμως δὲ κἀν τοῖσδ’ οὐκ ἀπειρηκὼς, σέ πως

σώσει, τὸ σόν γε προσκοπούμενος κέαρ·

οὐ γὰρ δύναιτ’ ἂν ἀγαθός που μὴ μένειν.

Ἀλλ’ οὔ σε μὴ θέλοντα κερδᾶναι θέλει·

οὐ γὰρ νόμον τίθησιν ἐν βροτοῖς βίαν·

ἥκιστα τοῦδε λῆμ’ ἔφυ τυραννικόν·

ῥαγεὶς γὰρ αἰσχρῶς πάγκακον ῥήξεις κέαρ.

Αλλ’ οὔτι ταύτῃ ταῦτα, μὴ σύ που δόκει·

ἔτ’ εἰς ἀγῶνας σύ τε καὶ μιαιφόνοι,

καὶ πᾶσι συνδράσασιν οὐ σμικροὶ πόνοι.

Αἴσθοιτο δ’ αὐτῶν δῆμος ὑβριστὴς ἅπας

ἤτοι θανόντες ἢ φάος δεδορκότες,

οὓς νᾶμα πυρὸς αὖθις ὑποδέξεται.

Ὀρθῶς λέλεκται μῦθος ἀψευδὴς ὅδε,

ἄκου’, Ἰούδα, σῶν κακῶν κατάστασιν.

Καίτοι προκόψω γ’ οὐδὲν ἢ σκῆψιν μόνην·

οὐ γὰρ Θεὸς σε σωφρονεῖν ἀναγκάσει·

ἐν τῇ προαιρέσει δὲ καὶ γνώμῃ βροτῶν

τὸ σωφρονεῖν ἔνεστιν εἰς τὰ πάντ’ ἀεί.“

Ταῦτ’ εἶπεν οὐκ οἶδ’ ἄγγελός τις ἢ βροτὸς

πρὸς αὐτὸν, ὡς εἴρηκα, τὸν λογοπράτην.

Ὠ γαῖα μῆτερ ἡλίου τ’ ἀναπτυχαί·

οἵων λόγων ἄρρητον εἰσήκουσ’ ὄπα·

Τάχ’ ἐξ ὀπαδοῦ δρᾶμα, Παῖ, κατηρτύθη,

ὃν πολλάκις ἔδειξας αἰνιγμῷ φίλοις·

οὐ γίρ σ’ ἔλαθε, τῶνδ’ ὃς αἴτιος κακῶν.

Ὦ παγκάκιστε, τοῦτο γάρ σ’ εἰπεῖν ἔχω,

σὺ ταῦτ’ ἔδρασας, σὸν προδοὺς εὐεργέτην ·

σὰ ταῦτα, δαῖμον · τίς γὰρ ἂν ἄλλος ποτὲ

ἔδρασεν ἢ ’βούλευσε δυσμενὴς ἀνήρ ;

Ὄλοιθ’ ὁ δράσας· ἡ δίκη δ’ ἐπίσταται,

αἰσχρός τε μύστης ἀξίαν τίσει δίκην.

Ἀργυραμοιβὲ, ποῦ συνῄδη σῷ δόλῳ ;

̓Αρ’ εἰσέτι ζῇς δεινὰ ταῦτ’ εἰργασμένος

οὐδ’ ὑπὸ γῆς τάρταρα σὸν κρύπτεις δέμας;

Δεῖ γὰρ τανῦν ἢ γῆς σε κρυβῆναι κάτω

ἢ πυρὸς ἐν ῥιπαῖσιν αἰθέρος θανεῖν.

Ὦ μῖσος, ὦ μέγιστον, ἔχθιστον κακόν·

τὴν Δεσπότην προδοῦσαν ἐξαυδῶ κάραν,)

ἔτλης προσελθεῖν ὡς φίλος Διδασκάλῳ·

ἦλθες πρὸς αὐτὸν, ἦλθες ἔχθιστος γεγὼς

καὶ Πατρὶ καὐτῷ παντί τ’ ἀνθρώπων γένει.

Πῶς πῶς προσεῖπας, πῶς κατησπάσω προδούς;

Γλώσσῃ προσηύδας, καρδίᾳ μίασμ’ ἔχων.

Καὶ ταῦτα δράσας ἥλιόν τε προσβλέπειν

καὶ γαῖαν, ὦ κάκιστε, τολμᾷς εἰσέτι;

Ταῦτ’ οὔτι θάρσους ἐστὶν οὐδ’ εὐτολμίας

εὐεργέτην προδόντα τολμᾶν προσβλέπειν,

ἀλλ’ ἡ μεγίστη τῶν ἐν ἀνθρώποις νόσων

πασῶν, ἀναίδει’. Εὖ δ’ ἐπεμνήσθην σέθεν,

καίτοι πρὸς οὐδὲν κέρδος, αἰσχύνην δέ σου,

καὶ μὴ παρόντος, κἂν θάνῃς, κἂν φῶς βλέπῃς·

ἐγώ τε γὰρ λέξασα κουφισθήσομαι

ψυχὴν τἀληθῆ, σύ τε κοὐ κλύων μάθῃς·

μάθῃς γὰρ εὑρὼν τὴν κατ’ ἀξίαν τίσιν.

Ἐκ τῶν δὲ πρώτων πρῶτον ἄρξομαι λέγειν.

Ἄκου’, Ἰούδα, τὰ πρὸς αὐτοῦ καλά σοι·

Εἵλκυσεν ἐκ σκότους σε τῆς ἀγνωσίας,

ἔσωσέ σ’, ὑπέδειξε φῶς σωτηρίας,

δέδωκέ σοι χάρισμα πολλῶν θαυμάτων,

μύσταις ἔφησε καὶ σὲ συνεδριάσαι

κρῖναί τε φυλὰς Ἰσραὴλ παντὸς γένους.

Ἔθηκεν ἀργύρια πάντα χερσί σου,

ἔκοψε σου πρόφασιν ἀναργυρίας.

Ἔκλεπτες ἀεὶ, μὴ δόκει λεληθέναι,

ὅδ’, ἅτε πανάγαθος, οὐκ ἤλεγχε σε

λόγοισιν, οὐδὲ πρὸς σέθεν κακούμενος,

εἰδώς σε σαφῶς καὶ πρὸ τῆς τολμηρίας,

ἔνιψε καὶ σοὺς δυσμενεστάτους πόδας

ἄρτου τρύφος τ’ ἔδωκε μυστικωτάτου.

Καὶ ταῦθ’ ὑπ’ αὐτοῦ, παγκάκιστ’ ἀνδρῶν, παθὼν

προύδωκας αὐτὸν, δῶρα δ’ ἐκτήσω φόνου

πολλῶν προσόντων. Εἰ γὰρ ἦσθ’ ἀνάργυρος,

λαβὴν ἂν εἶχες τῶνδ’ ἐρασθῆναι τάχα,

νῦν δ’ οὐκ ἔχεις πρόφασιν, οὐκ ἔχεις λόγον

χείλη διᾶραι καὶ κατειπεῖν αἰτίαν.

Οὐ γὰρ τοσοῦτον σὺ δυνήσῃ πώποτε,

οὐδ’ εἰ γένος πᾶν δαιμόνων σοι συνδράμῃ

καὶ γῆν ἅπασαν ῥημάτων πλήσει κακῶν,

ἐπεί μιν ἐσθλὸν ἐπίσταται κτίσις,

καὶ πάντες ἐγνώρισαν ἐκ τῶν πραγμάτων.

Ἀλλ’ ἦγξεν ἀγχόνη σε φιλαργυρίας,

ἣ ῥίζα πάντων τῶν κακῶν πέφυκέ πως,

φρούδη δὲ πίστις, ἣ πρὶν ἀπόλωλε σοι.

τοιόσδε φανεὶς φῶς ὁρᾶν τολμᾷς, τάλα;

ἢ τὸν πρὶν οὐκ ἄρχειν Θεὸν δοκεῖς ἔτι

ἢ ζυγὰ δίκης ἐν κενοῖς κεῖσθαι τανῦν;

Ὦ κακὸν ἔρνος, οὔποτ᾿ ῥίζης βροτῶν,

πικρῶν δὲ ῥιζῶν φημί σ’ ἐκπεφυκέναι,

ἀλάστορος μὲν πρῶτον, εἶτα δὲ φθόνου,

φθόνου πότμου θ’, ὅσα τε γῆ τρέφει κακά·

οὐ γὰρ ἐρῶ ποτ’ ἐκ Θεοῦ φῦναί σ’ ἐγὼ,

εἰδυῖα καίπερ, ὡς τὸ πᾶν προαίρεσις·

Θεὸς γὰρ οὐκ ἄκοντα σαώζει βίᾳ.

Ω δύστροπ’, ὦ κάκιστε καὶ μιαιφόνε,

οἷον πέπραχας πεπρακὼς εὐεργέτην.

Αὐτός σ’, ἵν ἐλπὶς Παιδὸς εἶναι Πατέρα,

πρόρριζον ἐκτρίψειεν οὐτάσας πυρί.

Ἔρρ’, αἰσχροποιέ, φιλίας διαφθορεῦ·

ἀπέπτυσ’, οὐδ’ ἀπόντι σοι δεῖ συλλαλεῖν·

τὸν γὰρ δόλιον καὶ Θεὸς βδελύσσεται.

Ὠ Παῖ, τί δὴ χρυσοῦ μὲν, ὃς κίβδηλος ᾖ,

τεκμήρι’ ἀνθρώποισιν ὤπασας σαφῆ,

ἀνδρῶν δ’ ὅτῳ χρὴ τὸν κακὸν διειδέναι,

οὐδεὶς χαρακτὴρ ἐμπέφυκε σώματος,

ἀλλ’ αὐτὸς εἰδὼς ἀγνοεῖν πάντας θέλεις;

Ὄλοιτ᾿ ὄλοιτο πανδίκως κακεργάτης·

ἔρρ’ ἔρρε, παγκάκιστε καὶ μιαιφόνε,

ὄλοι’· ἐγὼ δὲ ζῶντα Παῖδ’ ἐπόψομαι,

κἂν νῦν στένουσα πολλὰ καὶ πεπληγμένη

κέντροις ἀνίας ἡ παντλάμων δακρύω·

γυνὴ γάρ εἰμι κἀπὶ δακρύοις ἔφυν.

Αἲ αἲ αἴ·

σίγα, σίγα, Παῖδ’ οὐκέτ᾿ ὄψει ζῶντα σόν.

οἴμοι, τί θρηνεῖς; τίς δὲ δράματος λαβὴ;

Οὐκ οἶδ’· ἔοικε δ’ οὐ μακρὰν ὅδ’ ἄγγελος

λέξειν τἀκεῖθεν σοῦ φίλου Παιδὸς πέρι.

Ἔδοξε θανεῖν Παῖδα σὸν τῇδ’ ἡμέρᾳ

γραμματέων ψήφῳ τε καὶ πρεσβυτέρων.

οἴμοι, προσῆλθεν ἐλπὶς, ἣν φοβουμένη

πάλαι τὸ μέλλον ἐξετηκόμην γόοις

Ἀτὰρ τίς ἀγὼν, τίνες Ἑβραίων λόγοι

καθεῖλον αὐτὸν κἀπεκύρωσαν θανεῖν;

Γυναῖκες, αἱ τῆσδ’ ἐγγὺς ἐστὲ συμφορᾶς.

γυναῖκες, οὐκ ἀνάσχετ’, οὐκ ἀνέξομαι·

ῥίψω, μεθήσω σῶμ’, ἀπαλλαγήσομαι

βίου θανοῦσα· χαίρετ’, οὐκέτ᾿ εἴμ᾿ ἐγώ.

Σὺ δ’ εἰπὲ, τίνι κέκριται τρόπῳ θανεῖν

Παῖδ’ ; ἆρα λευσίμῳ χερὶ ψῆφος θανεῖν

ἢ δὴ σιδήρῳ πνεῦμ’ ἀπορρῆξαι κρίσις;

Ἐτύγχανον μὲν ἀγρόθεν πυλῶν ἔσω

βαίνων, πυθέσθαι δ’ ἤθελον τοῦ δὴ πέρι·

σῷ γὰρ ἀεί ποτ᾿ εἶχον εὔνοιαν τέκνῳ,

βλέπων νιν, οἷ’ ἔρεξε θαυμέστ’ ἐν βροτοῖς,

κἀμοῦ δὲ διήνοιξεν ὀμμάτων κόρας·

ὁρῶ δ’ ὄχλον δραμόντα καὶ φθάσαντ᾿ ἄκραν,

ἀστῶν δὲ δή τιν’ ἠρόμην ἄθροισμ’ ἰδών·

Τί καινὸν ἄστει; μῶν τὶ δυσμενῶν πάρα

ἄγγελμ’ ἀνεπτέρωκεν Ἑβραίων πόλιν; “

Ὄδ᾿ εἶπ᾿· „Ἰησοῦν κεῖνον οὐχ ὁρᾷς πέλας

ἐστῶτ’, ἀγῶνα θανάτου δραμούμενον;“

ὁρῶ δ’ ἄελπτον φάσμ’, ὃ μή ποτ᾿ ὤφελον,

τὸν μὲν κατηφῆ καὶ σιγῶνθ’ ἑστηκότα,

τοὺς δ’ ὥστε κύνας αἵματος διψαλέους

κύκλῳ περιτρέχοντας, ἐγκεχηνότας.

Ἐπεὶ δὲ πλήρης ἦν Ἰουδαίων ὄχλος,

δείλαιος ἀγὸς διχόμυθ’ ἐφθέγγετο,

λόγους ἑλίσσων ἄλλοτ᾿ ἄλλους ἐν φόβῳ ,

τέλος δ’ ἔφη, σὸν Υἱὸν ἐκπαγλούμενος,

ὡς ἀκέραιον, ἀνεπίπληκτον βλέπων

καὶ ξυνετῶς χωροῦντα πρὸς πάντας λόγους,

τοὺς δ᾿ οὐκ ἐπαινῶν ὡς φονῶντας ἀνόμως,

καθ’ οὗπερ οὐχ εἵρισκεν αἰτίαν φόνου,

ἔλεξε γοῦν, ἔλεξε· Τίς χρῄζει λέγειν,

ὡς ἄρ’ Ἰησοῦν κατθανεῖν, ἢ μὴ χρεών;

καὶ τόνδ’ ἀφεῖναι μᾶλλον ἢ μιαιφόνον,

ὧν εἶχον ἐν δεσμοῖσι λῃστήρων ἕνα.

Ἐπερρόθησαν δ’, ὡς θανεῖν σταυρῷ δέον,

λῃστῆρα δ’ ἀφεῖναί τε τὸν κακεργάτην.

Ὁ δ’ ἡγεμὼν ἔφησε τοῖσδ’ ἐναντία,

ἀλλ’ οὐκ ἔπειθ’ ὅμιλον εὖ δοκῶν λέγειν·

ἄλλος γὰρ αὖθις εἶπε τῷδ’ ἐναντία,

κραυγῇ πίσυνος κἀμαθεῖ τολμηρίᾳ·

ὃς δ’ οὐκ ἐπῄνει· κἀπὶ τῷδ’ ἀνίσταται

ὄχλου θόρυβος ἀθυρογλώσσου μέγας,

ὃς δὴ κέκραγε Παῖδα σὸν θανεῖν θέμις.

κεῖνος δὲ νικᾷ κακὸς ἐν πλήθει λέγων,

ὃς εἶπε δεῖν σὸν Παῖδα θανεῖν ἐν ξύλω.

Ἤδη δ’ ἕως πέφηνεν, ἐκρέει κνέφας,

καὶ δή νιν ἑλκύσουσιν ἔξω τῆς πύλης

ψυχῆς ἀγῶνα τὸν προκείμενον πέρι

δραμούμενον, καθ’ ὃν θανεῖν ἐστὶ κρίσις

ἐν ἡμέρᾳ γὰρ τῇδε λείψει τὸν βίον.

Αἲ αἴ· κακῶν ἀρχηχὸν ἐκφαίνεις

ναὶ ναὶ κακῶν πέλαγος ἡ τάλαιν’ ὁρῶ

τοσοῦτον, ὥστε μήποτ᾿ ἐκνεῦσαι πάλιν

μηδ’ ἐκπερᾶσαι κῦμα τῆσδε ξυμφορᾶς.

Φεῦ τῆς Ἑβραίων, πη προβήσεται, φρενός·

Τί τέρμα τόλμης καὶ θράσους γενήσεται,

εἰ καὶ Θεοῦ τολμῶσι τεκταίνειν φόνον;

καὐτοῦ μὲν οὔ μοι φροντίς· οὐ γάρ που μόρος

κατακρατήσει θανατοῦντος τὸν μόρον·

ἔτικτον αὐτὸν, οἶδα δ’ ὡς ἐγεινάμην

στερρὰς φυγοῦσα τῶν τόκων ἀλγηδόνας·

αὐτοὺς δὲ πενθῶ συμφορᾷ κεχρημένους·

ἔσται γὰρ, ἔσται ποινάτωρ δίκη φόνου,

ὃν δυσσεβεῖς τολμῶσιν ἀνόμως φθόνῳ.

Αἲ αἰ

Οὐ νῦν τὸ πρῶτον, ἀλλὰ πολλάκις φθόνος

ἔβλαψε πολλοὺς, οὐ τόσον δ’, ὅσον φίλους

αὐτοῦ τανῦν βλάψειεν, Ἑβραίων ὄχλον.

Τί τούσδε κινεῖς, ἀναμοχλεύεις λόγους;

Ὀλωλέ σοι Παῖς, καὶ κινεῖς πολλοὺς

Ὦ δεινὰ λέξασ’, οὐχὶ συγκλείσεις στόμα,.

Σωτῆρα κόσμου σὺ δοκεῖς ὀλωλέναι;

βραχὺ προβᾶσα Παιδὸς ὄψει σου πάθη

ψυχῆς ἀγῶνα τὸν προκείμενον πέρι

τρέχοντος, ᾡ ξῶντ᾿ ἢ θανόντα νῦν ἴδῃς.

Οἴμοι, τί λεύσω; Χερσὶ τῶν ἀλαστόρων,

θεηγενές μοι Τέκνον, ἕλκῃ καὶ φέρεις,

ἐις δεσμά ἦλθες καὶ θέλων ἄγῃ σφίσιν,

ὁ δεσμολύτης τοῦ γένους τῶν δεσμίων.

Ἒ ἒ ἔ·

Ταῦτ᾿ ξυνῳδὰ τοῖς πρὶν ἀγγέλου λόγοις

οὐδ’ ἐλπίσι ξύμφωνα ταῖς ἐμαῖς, Τέκνον.

Ἀλλὰ ξυνῳδὰ τοῖς προηγορευμένοις,

οἷς εἶπε παθεῖν χερσὶ τῶν ἀλαστόρων.

Αἲ αἰ, τὶ δράσω; καρδία γὰρ οἴχεται.

Πη τίη πορεύῃ, Τέκνον; ὡς ἀπωλόμην·

Ἕχητι τίνος τὸν ταχὺν τελεῖς δρόμον;

Μὴ γάμος αὖθις ἐν Κανᾶ, κἀκεῖ τρέχεις,

ἵν᾿ ἐξ ὕδατος οἰνοποιήσῃς ξένως;

Ἐφέψομαί σοι, Τέκνον, ἢ μενῶ σ’ ἔτι;

Δὸς δὸς λόγον μοι, τοῦ Θεοῦ Πατρός Λόγε,

μὴ δὴ παρέλθῃς σίγα δούλην μητέρα·

νῦν γὰρ στόματος φιλίου χρῄζω σέθεν

φωνῆς ἀκοῦσαι καὶ προσειπεῖν, ὦ Τέκνον.

Δός μοι, πρὸς αὐτοῦ Πατρός, ὦ Τέκνον, σέθεν,

σοῦ θεσπεσίου χρωτὸς ἅψασθαι χεροῖν

ψαῦσαι ποδῶν τε καὶ περιπτύξασθαί σε.

Φεῦ φεῦ, τί δράσω; καρδία μου δίκεται.

Ὠ δεῦτε, φίλαι, δεῦτε, λίπωμεν φόβον,

προσέλθατ᾿, ἀσπάσασθε καὶ προσείπατε,

λάζεσθε χειρὸς δεξιᾶς. Τάλαιν’ ἐγὼ.

ὡς ἀρτίδακρύς εἰμι καὶ φόβου πλέα.

Αἲ αἴ· πανώλης ἡ τάλαιν’ ἀπόλλυμαι.

Γυναῖκες, ὄψιν στυγνὰν ὡς εἶδον τέκνου,

ποθῶ τεθνάναι, ζῆν δ’ ἔτ᾿ οὐδαμῶς φέρω.

οἴμοι, τί δράσω; πῶς λάθω λαῶν χέρας;

ἐχθροὶ γὰρ ἐξίασι πάντα δὴ κάλων,

κοὐκ ἔστιν ἄτης εὐπρόσοιστος ἔκβασις.

Τί γοῦν τί δράσω; πῶς φύγω τόσους βρόχους;

Οὐκ οἶδ’, ἀδελφὴ φιλτάτη· δέδοικα γὰρ,

κἀμοὶ κατ᾿ ὄσσων θερμὸν ὡρμήθη δάκρυ.

ὀπισθόπους δ’ ἔξιθι καὶ σιγῇ βᾶθι.

Ἕρπ᾿ εἰς τὰ δεινά· νῦν ἀγὼν εὐψυχίας·

ἡμεῖς δ’ ἐφεψόμεσθα δειλαίᾳ βάσει·

ὄχλος γὰρ αὐτὸν μαινόλης περιτρέχει,

κοὐ δεῖ πελάζειν ἐγγὺς ἐνθυμουμένοις.

βαρεῖα γὰρ φρὴν, οὐδ’ ἀνέξεται βλέπειν

ὅμιλος ἐχθρὸς, δυσμενὴς, μιαιφόνος

ὁρμήν τε δεινὸς στυγερᾶς γνώμης ῥοπῇ,

ἄγριον ἦθος, βαρβάρου φύσις φρενός.

Δέδοικα δ’ αὐτὸν, μή τι βουλεύσας νέον

δριμυτέραν σοι συμφορὰν συσκευάσῃ·

καὶ κάρτα τόνδ’ ὁρῶσα δειμαίνω πλέον,

μὴ θηκτὸν ὤσῃ φάσγανον δι’ ἥπατος,

κἄπειτα μείζω συμφορὰν δέξῃ νέαν,

ἔγκατα Παιδὸς εἰ λεωφόρος

Ἀλλ’ ἐκκλίνασαι βραχὺ τῶν ἀλαστόρων

ἐπισκοπῶμεν δρᾶμα τῶν μιαιφόνων.

Ἴωμεν οὖν, ἴωμεν, ᾗχί που νάπος.

Νικᾶτ’, ἐπειδὴ ταῦτα πάσαις ἁνδάνει·

καὶ λοιπὸν ἀπίωμεν, ἔνθ᾿ ὑμῖν δοκεῖ.

Ἐντεῦθεν ἀθρεῖν ὡς ἐξ ἀπόπτου δέον.

Δειλαί᾿ ἐγὼ δύστηνος, ὡς Παῖδ’ οὐχ ὁρῶ

πάσχοντα δεινὰ, μέχρι καὶ τύμβος λάβῃ.

ὄχλους δ’ ἔφυγον, ἳνα μή τι καὶ πάθω.

Τί μοι δ’ ἔτι ζῆν κέρδος ἐστὶν ἐν βίῳ;

Αἴθ᾿ πότμῳ καταλύσαιμ᾿ ἂν τάχει,

εἰ μὴ μεγάλως καταγηράσκειν ἔχω,

ὡς ἐλπίς ἐστι Παιδὸς ἀνισταμένου

ἔθνη τε συνάγοντος ἐνδίκῳ κρίσει,

ὃν συγγενεῖς κτείνουσιν Ἑβραῖοι φθόνῳ,

ναὶ συγγενεῖς μου τλήμονος μητρὸς λέγω,

οὐ Πατρός αὐτοῦ τοῦ βροτωθέντος Λόγου,

ὃν ἀσπόρως ἔτικτον, οἶδ’, ὑπὲρ λόγον

στερρᾶς τ᾿ ἔφυγον ἐν τόκοις ἀλγηδόνας.

Πέποιθα γὰρ, πέποιθα, κἂν πολλὰ στένω,

πάσχοντα μὴ φέρουσα τοῦτον νῦν βλέπειν.

Ἔτικτον αὐτὸν, οἶδα δ’, ὡς ἐγεινάμην,

ἀλλ’ εἴμ᾿ ἄκομψος ἐκφέρειν μυστήρια·

ὅμως δ’ ἀνάγκη συμφορᾶς ἀφιγμένης

γλῶσσάν μ’ ἀφεῖναι. Πρῶτα δ’ ἄρξομαι λέγειν,

ὅθεν μ’ ὑπῆλθε πρῶτον οἷα μητέρα,

φέρουσαν ἁγνὸν ἐς τόδ’ ἡμέρας δέμας.

Οὐκ οἶδα τέρψιν ἢ λόγῳ κλύειν φέρω

γραφῇ τε λεύσειν· οὐδὲ ταῦτα γὰρ σκοπεῖν

ἐγὼ πρόθυμος, παρθένον ψυχὴν δ’ ἔχω.

Ὄμνυμι τὸν σύμπαντα σαφῶς εἰδότα

μηδ’ ἂν θελῆσαι μηδ’ ἂν ἔννοιαν λαβεῖν·

ἢ κατολοίμην ἀκλεὴς, ἀνώνυμος,

καὶ μήτε πόντος μήτε γῆ μήτ᾿ αὖ πόλος

τὸ σῶμά μου δέξαιτο καὶ ψυχὴν χέρες

πάσχοντος Υἱοῦ γ’, ὡς κατ᾿ εὐχήν ἐστί μοι,

ἐλπὶς τρέφει τε κοὐ καταισχυνεῖ δέ με.

Ταῦτ᾿ οἶδα· νῦν γὰρ οὐ θέμις πέρα λέγειν

θρηνοῦσαν, ὡς δεῖ· δακρύων γὰρ ἄξια

πέπονθα πόλλ’, οὐκ οἶδα δ’, εἰ τι προσπάθω.

Πρῶτον δ’ ὅμως μοι τἀγάθ’ ἐξᾷσαι δέον·

τοῖς γὰρ κακοῖσι πλείον᾿ οἶκτον ἐμβαλῶ.

Ἤμην ἄνανδρος καὶ μένουσα παρθένος·

ἃ γὰρ γυναικὶ σώφρον’ ἔσθ᾿ εὑρημένα,

ταῦτ᾿ ἐξεμόχθουν τοῦ Θεοῦ πολλὴν χάριν

μετροῦντος ἀεὶ καὶ νέμοντος ἀφθόνως.

Πρῶτον μὲν οὐν γε, κἂν προσῇ, κἂν μὴ προσῇ

ψόγος γυναιξὶν, αὐτὸ τοῦτ᾿ ἐφέλκεται

κακῶς ἀκούειν, εἴ τις οὐκ ἔνδον μένει,

οὗπερ πόθον παρεῖσ’ ἔμιμνον ἐν δόμοις

εἴσω μελάθρων, κομψὰ θηλειῶν δ’ ἔπη

οὐκ εἰσεφρούμην· τὸν δὲ νοῦν διδάσκαλον

αὐτῆς ἔχουσα χρηστὸν ἐξήρκουν ἐμοὶ,

τὸ σωφρονεῖν ἐν πᾶσιν εἰδυῖ’, ὡς καλὸν

καὶ δόξαν ἐσθλὴν πανταχοῦ κομίζεται,

γλώσσης τε σιγὴν πᾶσιν ὄμμα θ’ ἥσυχον

παρεῖχον, ᾔδειν δ’, οἷς μ᾿ ἐχρῆν νικᾶν κόρας,

καὶ τίσι νίκην ὧν ἐχρῆν παριέναι.

Ἀκήρατον δέ μ’ ἐκ Θεοῦ λαβὼν ἀνὴρ

αὖθις τὸ παρθένειον ἅμμ’ ἀκήρατον

τηροῦσαν ἀπέδωκεν· οὐδ’ ἔστιν λόγος,

τὰ πράγματ᾿ αῦτὰ καὶ γὰρ ἀπήλεγξέ με.

Οὕτως δ’ ἔχουσα τῷ Θεῷ μνηστεύομαι,

κἀντεῦθεν Υἱὸν, πῶς ἐρεῖς; ἐγεινάμην,

ὅπως γυνὴ οὔ τις κομπάσει τεκεῖν ποτέ.

καλλίστα, πότνα, σεμνότατα παρθένε,

ἄνανδρον ἠδ’ ἄνυμφον ἴδμεν μητέρα

μόνην σε πασῶν τῶν κατὰ γῆν μητέρων.

Μαιευσάσης χεὶρ κλῆρον οὐ δεδεγμένη

κατηγόρησε πιστὰ σοῦ θείου τόκου,

Θεὸν τε, φὴς, ἔκλυες ἀγγέλου τεκεῖν,

ἔργα θ’, ἅπερ δέδρακεν, οὐ θνητοῦ γένους,

καὶ θάμβος ἐστὶν, εἰ πάθῃ θνητῶν πάθος.

Θαυμαστὸν εἶπας, εἰ τόδ’ εὐδοκεῖ Πατὴρ

ὡς διὰ τούτου τοὺς βροτοὺς ἀγάθ’ ἔχειν.

Οὐκ ἄλλο γὰρ φάρμακον ἐν θνητοῖς μόρου,

φθορᾶς ὃ παύσει τοὺς ταλαιπώρους κακῶν.

Κἀγὼ διδάξω σ’, ὡς καλῶς ἔχει τόδε·

ὁ γὰρ διδάσκων γνῶσιν ἄνθρωπον Λόγος

ἐμοὶ κατεσκήσωσε καὶ χάριν νέμει.

Ἐπεὶ βροτὸν πέπλακεν ἐκ γῆς ὁ Πλάσας,

λείμακί τ᾿ ἐντέθεικε φυτῶν ἐργάτην

ἐντεῦθεν εἰς ὄλυμπον ἀνάγειν θέλων,

δράκων δέ νιν ἔσπευσε γυναικὸς πλάνῃ

λειμῶνος ἐκβαλεῖν τε καὶ ῥέψαι πόλου,

ὅδ’ ἀντεμηχανήσατ᾿, οἷα δὴ Θεὸς,

γυναικὸς ἐκφῦναι τε καὶ Θεὸς μένων

βροτὸς γενέσθαι καὶ βροτῶν ἀναιρέτην

σφαγεὶς κατασκάψαι τε καὶ ῥίψαι ποσίν.

Οὕτως σὺ πείθου καὶ Θεὸν πρὸς γῆν δέχου

ἐλθόντ’ ἀγαγεῖν πρὸς πόλον βροτῶν γένος

καὶ σπένδε καὶ κλέϊζε καὶ τόνδ’ εὐλόγει.

Αὐ γάρ νιν ὄψει πρὸς χθόν’ ὡς ἐκ παστάδος

θρώσκοντα τύμβου κᾆτ᾿ ᾆτ᾿ ἀνιόντ᾿ εἰς

ὡς αὐτὸς εἶπε καὶ πρὸ τοῦ θεοπρόποι.

Ἐλπὶς δέ μοι ξύνεστιν ἀσφαλεστάτη·

ἐμοὶ γὰρ ὑπὲρ πάντας, οἷσι λείπεται,

ξύνεστιν ἐλπὶς, οὐδὲ κλέπτομαι φρένας,

ἕξειν τι κεδνόν· ἡδὺ δ’ ἐστὶ καὶ δοκεῖν

ὅταν δὲ μᾶλλον ἐλπὶς ἀσφαλὴς μένῃ,

τὸ χάρμα ποῖον· Ἀλλὰ νικῶμαι πόνοις

καὶ προβλέ‘πω μὲν ταῦθ’, ὅπως ἔσται τάχει,

λύπη δὲ κρείσσων τῶν ἐμῶν ἐλπισμάτων.

Πάγκλυτε, παγκαλλίστα κούρη, παρθένε,

ἔμβρυον, ὡς φὴς, τὸν Θεὸν πλουτήσασα,

σὺ ταῦτ᾿ ἐπέγνως· καὶ τὰ λοιπὰ νῦν σκόπει·

σοφωτέραν γὰρ ἴδμεν οὖσάν σε βροτῶν

καὶ ταῦθ’ ὁρῶσαν καὶ συνιέναι τέλος·

ὡς φρικτὰ πάντα καὶ βροτησίῳ γένει

πλὴν τῆς τεκούσης δυσμαθῆ συνιέναι.

Ὦ δυστάλαινα τῶν ἐμῶν ἀλγημάτων·

ὡς οἶδα μὲν πόλλ’, οἶδα δ’ οὐχ, ὅπως φράσω·

ὡς θάμβος ἐστὶ τοῦτον ᾐωρημένον

ἰδεῖν με καὶ θανόντα κἂν ἑκουσίως.

Ἰώ μοι, ἰώ· αἰ αἴ·

Τί γοῦν, τί δράσεις, ὦ παθοῦσ’ αμήχανα;

Οὐκ οἶδα πλὴν ἒν, κατθανεῖν, εἰ μὴ τάχει

τῶν νῦν παρόντων πημάτων ἄκος λάβω,

ὡς ἐστὶν ἐλπὶς λίαν ἀσφαλεστάτη·

μίαν μόνην μεῖναί με δεῖ τὴν αὔριον,

ὡς ξυμπερανθῇ φροντὶς, ἥ με νῦν τρύχει.

Ἀλλ’, ὦ φίλ’ Υἱὲ, μή μ’ ἔρημόν σου λίπῃς.

Θρηνοῦσα πολλὰ τρανὸν οὐδὲν δεικνύεις·

πη γάρ μ’ ἀπαγγελεῖς ἀκούειν δείματα

πείθεις τε πολλὰ δειματοῦσθαι τοῖς λόγοις,

πη δὲ θρασύνεις, κοὐδὲν ἄρα καθαρῶς.

Οὐ μακρὰν ἔσται τέρμα τῶν ἠλπισμένων.

Αὐτὴ μὲν οὔπω ναὸς εἰσέβην σκάφος,

γραφῇ δ’ ἰδοῦσα καὶ κλύουσ’ ἐπίσταμαι·

ναύταις γὰρ ἢν μέτριος ᾖ χειμὼν φέρειν,

προθυμίαν ἔχουσι σωθῆναι πόνων,

ὁ μὲν παρ’ οἴαχ”, ὁ δ’ ἐπὶ λαίφεσι βεβὼς,

ὁ δ’ ἄντλον εἵργων ναός· ἢν δ’ ὑπερβάλῃ

πολὺς ταραχθεὶς πόντος, ἐνδόντες φορᾷ

παρῆκαν αὐτοὺς κυμάτων δρομήμασιν.

Οὕτως δὲ κἀγὼ δείν’ ὁρῶσα πήματα

ἄφθογγός εἰμι καὶ παρεῖσ’ ἐῶ στόμα·

νικᾷ γὰρ, ὡς οὐκ ἐκ Θεοῦ, δεινὸς κλύδων.

Σὲ δ’ ἐλπὶς ἀσφαλεστάτη δ’ εἴθε τρέφοι,

δέσποινα παγκοίρανε, μῆτερ Κοιράνου.

Ἀλλ’ ἐκ λόγου γὰρ ἄλλος ἐκβαίνει λόγος,

τίν’ ὧδε δ’ αὖ δέδορκ’ ἰθύνοντα δρόμον;

Ἂ ἄ· τίνα στείχοντ᾿ νῦν ἐνθάδε

στυγνοπρόσωπον, δακρύων πεπλησμένον;

Δέσποινα κούρη, Δεσπότου μῆτερ Λόγου,

μή με στυγήσῃς· οὐχ ἑκὼν, ἑκὼν δ’ ὅμως

λύπρ’ ἀγγελῶ σοι πρὸς παλαιοῖς καὶ νέα.

τέ δ᾿ ἐστίν; ὥς μοι φροιμίων ἄρχῃ κακῶν.

Δέσποινα κούρη, πῶς ἐρῶ; πῶς σοι φράσω,.

σοὶ γὰρ μερίμνης ἄξιον φέρω λόγον

σφοδρᾶς τ᾿ ἀνίας καὶ πικρῶν ἀλγηδόνων.

Ὦ πότνα κούρη, σεμνότατα παρθένε,

ὥς σε στενάζω λυγρὸς ὢν μύστης, ὅμως

τῷ Μυσταγωγῷ πιστὸς, κἂν πάσχονθ’ ὁρῶ.

Τί δ’ ἐστίν; ‘Eβραίων τί μηνύεις νέον;

Παῖς νῦν σὸς οὐκέτ᾿ ἔστιν, ὡς εἰπεῖν ἔπος·

δέδορκε μέντοι φῶς ἐπὶ σμικρᾶς ῥοπῆς.

Πῶς φής; τί τοῦτ᾿ ἔλεξας; οἶδας δ’ αὖ πόθεν;

Ἄγ’, εἰπέ μοι, φράσον, τίνι θνήσκειν μόρῳ

Χριστὸν τανῦν φὴς, Παῖδ’ ἀθανάτου Πατρός;

ὡς ἐλπὶς ἦν καὶ τόνδ’ ἀθάνατον μένειν

ῥύστην τ᾿ ἔσεσθαι παντὸς Ἰσραὴλ γένους.

Ἐπεὶ πόλιν γε τῆσδε Σαλομὼν χθονὸς

λιπόντες ἀφίκανον ἐς στρωτοὺς λίθους

ἄνακτ᾿ ἐμὸν σύροντες ἀλάστωρ ὄχλος,

αὐτίχ᾿ ὅμιλος οὐρανοδρόμῳ ξύλῳ

ἀνῆγον, ἦγον, ἦγον εἰς ἄκρον τέλος,

ὀρθὸς δ’ ἐς ὀρθὸν αἰθέρ’ ἐστηρίζετο.

Ἐς κλῶνα δ’ ἐγκάρσιον ἄλλον εὐθέως

ἔτεινον, ἐξέτεινον, ἥλωσαν χέρας,

πόδας δὲ καθήλωσαν ἐν πηκτῷ ξύλῳ.

Ὡς δ’ ἔσχον οὕτως Δεσπότην ἠρτημένον,

ἄλλοι μὲν αὐτὸν καλάμῳ κραταιβόλῳ

ἔβαλλον, ἀντίπυργον εἰσβάντες πέτραν,

ἄλλοι δ’ ὑσώπῳ σπόγγον ὄξους ἔμπλεον,

χολῇ κεκραμένου δ’ ἀνῆγον ἐς στόμα,

οἵδ’ ὠσὶν ἠχὴν οὐ σαφῶς δεδεγμένοι,

οὔτ᾿ εἶδον, οἷ’ ἔρεξε θαύματ’ ἐν βροτοῖς,

ἄλλως διῆγον καὶ διήνεγκαν Κᾶρας

καὶ στέρν’ ἔτυπτον ἀμαθῶς ἀγνωσίᾳ.

Ἐγὼ δὲ πόρρω, Δεσπότῃ γὰρ εἱπόμην,)

πρῶτον μὲν εἰς χλοηρὸν ἷζον που νάπος

τά τ᾿ ἐκ ποδῶν σιγηλὰ καὶ γλώσσης ἄπο

ἔσωζον, ὡς ὁρῶν νιν, οὐχ ὁρώμενος

ὄχλῳ κακεργάτῃ τε καὶ μιαιφόνῳ·

σέ τ᾿ αὐ δακρυχέουσαν ἑστῶσαν ἰδὼν

ἤλυθον εἰπεῖν οὐ καλῶς πεπραγμένα.

Ἰώ μοι, ἰώ·

Αἲ αἲ, τί δράσω; καρδία γὰρ οἴχεται.

Πῶς πῶς δ’ ἔτι ζώ καὶ φέρω ταῦτα κλύειν;

ἰδεῖν δὲ ταῦτα πῶς ποτ᾿ οἴσω παντλάμων;

Ἴτ’, ὦ γυναῖκες, τῆς Γαλιλαίας τέκνα,

προσείπατ᾿ καὶ προπέμψατε χθονός.

Ὠ δεῦτε, φίλαι, δεῦτε, λίπωμεν δέος.

Σὺ γὰρ φύγῃς τὸν δῆμον, ὡς τί μὴ πάθῃς;

Κἀγὼ δὲ τόνδε λοιπὸν εἰς τί καὶ τρέσω;

Ἴωμεν οὖν, ἴωμεν, ἀπέστω φόβος·

τί γὰρ ἔτι ζῆν κέρδος ἡμῖν ἐνθάδε;

Ἀλλ’ ἀπίωμεν, ὡς ἴδω Παιδὸς πάθη.

Ἰώ μοι, ἰώ·

Γυναῖκες, ὄψιν φαιδρὰν οὐχ ὁρῶ τέκνου·

χροιὰν γὰρ ἠλλάξατο καὶ κάλλος ξένον.

Γυναῖκες, ὄμμα στυγνὸν ὡς εἶδον τέκνου,

ποθῶ τεθνάναι, ζῆν δ’ ἔτ᾿ οὐδαμῶς στέγω.

χωρεῖτε χωρεῖτ’, οὐκέτι τὸ ζῆν φέρω.

Ὠ κοινὸν ὠφέλημα θνητοῖσιν φανεὶς,

Τέκνον ποθεινὸν, τοῦ δίκην πάσχεις τάδε;

ποινὰς δὲ ποίων ἀμπλακημάτων τίνεις;

ἁγνὰς γὰρ, ἁγνὰς χεῖρας αἱμάτων φέρεις

ἁγνά τε χείλη καὶ μέλος πᾶν καὶ στόμα,

ψυχὴν πάναγνον ἄδολον τε καρδίαν.

Καὶ πῶς ὁρῶ λῃσταῖς σε συνηρτημένον;

οὐδ’ ἐξ ἐπακτοῦ τινὸς ἐχθρῶν πημονῆς,

φίλος δ’ ἀπόλλυσ’ οὐκ ἄκονθ’ ἑκουσίως

μύστης, ὃν ὑπέδειξας ἄρτῳ σοῖς φίλοις

φειδεύμενος τάλανος, ὡς φύγῃ κακὸν,

κἂν οὐ συνῆκεν ἐμπαγεὶς βροχώμασι.

Τίνος δ’ ἕκητι γῆς ἀποστέλλει Πατὴρ,

τί σ’ ὧδ’ ἀτίμως ἠθέλησε τεθνάναι,.

Δύστηνος, οἷον οἷον ἔργον νῦν βλέπω

οὐ τλητὸν οὐδὲ λεκτὸν, ἀλλ’ ἀπωλόμην.

Αἲ αἵ, Τέκνον, σῶν πανταδίκων σφαγμάτων·

αἰ αἰ μάλ’ αὖθις, ὡς κακῶς διόλλυσαι,

οὐκ ἐξαμαρτὼν αὐτὸς, ἀλλ’ ἁμαρτίας

πρώτης γυναικὸς ἐξιώμενος βλάβην

Οἰδ᾿ οἶδα μὲν τάδ’, οἶδα δ’ οὐχ, ὅπως φράσω.

καὶ συνιῶ μὲν, οἷα ταῦτ’ ἔσται τάχει.

ἄλγος δ’ ὕπερθεν τῶν ἐμῶν ἐλπισμάτων.

στένω τε πυκνὰ συμφορᾷ νικωμένη ,

δάκρυσί τε βλέφαρα θερμοῖς τέγγεται·

ἀεὶ γάρ ἐστι τῶν γυναικείων φῦλον

πολύστονον τε καὶ πολύδακρυ πλέον.

Ἴδ’, ὦ γυναικῶν ἐξ ἁπασῶν βελτίων,

ὁ παρθένος πάρεστιν υἱός σοι νέος,

ἰδοὺ δὲ καὶ σοὶ, μύστα, μήτηρ παρθένος.

Τί γοῦν, τί, γύναι, δακρύοις τέγγεις κόρας;

τί δ’ αὖ κατηφεῖς ὄμμα καὶ δακρυρροεῖς

καὶ συγχυθεῖσ’ ἕστηκας, ἡνίκ’ εὐτυχεῖς,

κοὐκ ἀσμένη τόνδ’ ἐξ ἐμοῦ δέχῃ τρόπον;

Ταῦτα ξυνῳδὰ τοῖς προηγορευμένοις,

οἷς αὐτὸς εἶπον καὶ θεοπρόπων στόμα.

Νῦν καιρὸς ἐχθρὸν γηγενῶν τίσειν δίκην.

Τί δῆτα λοιπὸν σῷ γ’ ἐπιστένεις Τέκνῳ ;

Οὐδέν· λαοῦ τοῦδ’ ἐννοουμένη πέρι

ἔγωγ᾿ ἐμαυτῇ πρὸς λόγους ἀφικόμην

καὶ τούσδε θρηνῶ συμφορᾷ νικωμένη

ᾤμωξα θ’, οἷον ἔργον ἔστ᾿ εἰργαστέον

τοὐντεῦθεν αὐτοῖς, οἵ σ’ ἀνήρτησαν, Τέκνον,

καραδοκῶ τε πάνθ’, ὅπη προβήσεται.

λύπη δὲ κρείσσων καὶ βεβαίας ἐλπίδος.

Τον μὲν γὰρ ἡμῶν δυσμενῆ πεφυκότα

ῥᾷον κτενεῖς σὺ καὶ καταβάλῃς μόρον

θᾶττόν τ’ ἀνιὼν τοὺς ἀλάστορας τίσεις·

γυνη δὲ θῆλυ κἀπὶ δακρύοις ἔφυ·

ὅθεν κἀγὼ στένουσα καὶ πεπληγμένη

κέντροις ἀνίας ἡ τλάμων ὀδύρομαι.

Εἴμ’ εὐκλεὴς μὲν, ἀλλ’ ὅμως ἀπόλλυμαι

στερουμένη σῆς θεσπεσίας μοι θέας.

Ως γὰρ ἄελπτον δρᾶμα προσπεσὸν τόδε

ψυχὴν διέφθαρκ’· οἴχομαι γοῦν, τοῦ βίου

χάριν μεθεῖσα κατθανεῖν χρῄζω, Τέκνον ·

καὶ γὰρ ἔρημος ἄπολις τε τρύχομαι,

οὐ μητέρ’, οὐκ ἀδελφὸν οὐδὲ συγγενῆ

μεθορμίσασθαι τῆσδ’ ἔχουσα συμφορᾶς.

Κἂν μὴ τάχιστ᾿ ἴδω σε, πῶς οἴσω , Τέκνον ;

Ἀλλ’, ὦ φίλ’ Υἱὲ, μή μ’ ἔρημόν σου λίπῃς.

Θάρσησον· εὖ γὰρ τῶνδ’ ἐγὼ θήσω πέρι,

τὸ σὸν δ’ ἄραρε μᾶλλον· ἐξηγοῦ Θεὸν·

εὕρημα δ’ οὐκ οἶσθ’ οἷον εὕρηκας τόδε·

θήσω γὰρ αὖ σοι δῶρ’, ἃ καλλιστεύεται

ἐν οὐρανῷ γαίῃ τε καὶ πάσῃ κτίσει.

Πολλῶν δ’ ἕκατι τήνδε σοι δώσω χάριν.

Πέποιθα κοὔτι σοῖς ἀπιστῶ που λόγοις.

κἀμοὶ τάδ’ ἐστὶ λῷστα, γινώσκω καλῶς·

ἐγώ σ᾿ ἔτικτον, οἶδα δ’, ὡς ἐγεινάμην·

ὑπερτερεῖ δ’ ἄλγημα τῶν ἐγνωσμένων.

Ἀλλ’ ἄντομαι σε τοῦδε πρὸς σωτηρίου

πάθους, φέροντος ἀπάθειαν τῷ γένει,

μητροπρεπῶς τε σῶν ποδῶν ἐφάπτομαι,

οἴκτειρον, οἴκτειρόν με τὴν δυστλήμονα

καὶ μή μ’ ἔρημον ἐκπεσοῦσαν σοῦ λίπῃς,

δέξαι δὲ χώρᾳ καὶ δόμοις ἐφέστιον,

ἢν θᾶσσον οὐ βούλοιο σὴν δίκην κρίναι.

Οὕτως ἔρως σοι πρὸς Πατρός τελεσφόρος

σκοποῦ γένοιτο, καὶ θανόνθ’ ἑκουσίως

ἴδοιμι νεκρέγερτον ἤματι τρίτῳ,

ὡς αὐτὸς εἶπας πολλάκις πρὸς σοὺς φίλους·

τὸ πᾶν γὰρ οὕτως ἀσφαλέστερόν τ᾿ ἐμοὶ,

σύ τ᾿ αὐτὸς ὢν ὄλβιος ὀλβίου Πατρὸς

γνωσθεὶς ἀνυμνηθῇς γε πάσῃ τῇ κτίσει.

Μὴ γοῦν διάξω λυπρὸν εἰς μακρὸν βίον,

ὄχλος δ’ ἀλαστόρων γε τίσει τὴν δίκην

τὸν Δεσπότην κτείνας σε γῆς τε καὶ πόλου.

Οὑτοι γὰρ, ὡς ἔδρασαν, εὕρωσιν κακὰ,

ἃ τοῖσι δυσσεβοῦσι γίνεται βροτοῖς·

ἀλλ’ οὐ γὰρ αὐτῶν φροντίδ’ ὡς τέκνων ἔχω,

μή πως πάθωσιν οἱ προσήκοντες σφίσι,

πατρῷον ἐκπράσσοντες ἀσεβῆ φόνον·

ἀλλ᾿ αὐτὸς, ὦ σπλάγχνον, θεηγενὲς φάος,

κάτειργε, κατάπαυσον, ἔξελ’ ἐκ φόνου

ἐγκατάλειμμα σπέρματος πεφιλμένου.

Αἰνῶ, γύναι, τάδ’, οὐδ’ ἐκεῖνα μέμφομαι,

πολλῶν δ’ ἕκητι τήνδε σοι δοῦναι χάριν

ἐγὼ πρόθυμός εἰμι, κοὐκ ἂν ἐκπέσῃς.

Συλλήψομαι γὰρ τοῦδέ σοι πάμπαν σκοποῦ,

αὐτή τε γνοίης ζημίας ἀντιστροφὴν,

ἀπαλλαγεῖσα τῆσδε τῆς ἀθυμίας.

Ὤμοι, φρενὸς σῆς εὐγενοῦς τε κἀγαθῆς·

Ὠ Τέκνον, οἵᾳ συμφορᾷ συνεζύγης·

τὸ δ’ εὐγενές σου τῶν φρενῶν σῶον μένει·

ὅσην ἀεί μοι τὴν προμήθειαν φέρεις·

Ταῦτ᾿ ἐννοηθεῖσ᾿ ᾐσθόμην ἀβουλίαν

πολλὴν ἔχουσα καὶ μάτην λυπουμένη

μάτην θ’ ἑαυτῇ πρὸς λόγους ἀφικόμην.

Πολυστόνων ἄϊον ἰαχὰν γόων,

φωνὰν ἔκλυον, ἔκλυον βοὰν στόνων.

θεοκλυτεῖ δ’, ὡς ἄρα δεινά τις παθών.

Καὶ μὴν ὁ κλεινὸς ἄπο δὴ στείχει Πέτρος,

σκυθρωπὸς, οἰκτρὸς καὶ κατανενυγμένος,

θεοκλυτεῖ τις δ’ ὡς κακὸν ῥέξας μέγα.

Τί, Πέτρε, θρηνεῖς; Δείν’ ἔπραξας, ἀλλ’ ὅμως

ἔτ᾿ ἔστι καὶ σοὶ τῶνδε συγγνώμης τυχεῖν.

Ὠ Τέκνον, ὠ φίλτατον, ὦ Θεοῦ Λόγε,

σύγγνωθ’· ἁμαρτεῖν δ’ εἰκὸς ἄνθρωπον, Τέκνον,

καὶ Πέτρος ἐξήμαρτε τοὺς ὄχλους τρέσας.

Στέγουσα νῦν ἄπιθι, μῆτερ παρθένε·

λύω δὲ Πέτρῳ σφάλμα χρῃζούσης σέθεν·

καὶ γὰρ πάροιθεν σοῖς ἐπειθόμην λόγοις

σῆς εὐσεβείας κἀγαθῆς φρενὸς χάριν.

Καί μοι τὸ μὲν σὸν ἐκποδὼν ἔστω λόγου·

ἕλκει δὲ καὶ δάκρυα πολλήν μου χάριν

καὶ πάντα λύει δεσμὸν ἀμπλακημάτων.

Σοί τ᾿ αὐ παραινῶ· μηδένα βροτῶν στύγει,

μηδ’ οἱ μ’ ἀπῃώρησαν ἀνόμως ξύλῳ

Ὤμοι, φρενὸς σῆς εὐμενεστάτης ἀεί·

ὡς οὐδὲ πάσχων δυσμεναίνεις τῷ γένει

οὐδὲ προσηλώσασιν ὀργίζῃ ξύλῳ.

Τίς γὰρ ἂν ἔτλη θυμὸν ὀργῆς σου, Τέκνον;

ἢ τίς ἀγανάκτησιν ὑπέστη σέθεν;

Ἄπιθ’ ἄπιθι δυσμενῶν νῦν ἐκ μέσου·

ὧνπερ γὰρ οὕνεκ’ εἰς ἐμοὺς ἧκες λόγους,

τὰ μὲν πέπρακται, τῶν δ’ ἐγὼ μνησθήσομαι.

Ἐνταῦθα μέν σοι τῶνδ’ ἀπαλλάσσω λόγον.

Ἄραρεν, ὡς ἔοικεν, ὦ τάλαιν᾿ ἐγώ·

Αἲ αἴ· τίν’ ἐκφωνεῖς φρικώδη τήνδ’ ὄπα

γλυκασμὸς ὢν ὅλος δὲ καὶ θυμηδία;

Τίνος γε διψῶν ἀπεγεύσω πικρίας;

Αὖθίς τε διψᾶν κάρτα κέκραγες μέγα.

κραυγῆς ἀκούσασ’ ἐκπέπληγμαι παντλάμων

ἐγώ· τὸ μέντοι πρᾶγμ’, ἐφ’ ᾧ τανῦν στένεις.

οὐκ οἶδα, βουλοίμην δ’ ἂν ἐκ σέθεν κλύειν.

Φθέγξαι τι, δεῦρ’ ἄθρησον. Ἰώ μοι κακῶν·

Τί τί σὸν ὄμμα χρώς τε συντέτηκε νῦν;

Σιγήσατ’, ὦ γυναῖκες, ἐξειργάσμεθα·

ἐπίσχετ᾿ αὐδήν· Παῖδ’ ἐρωτῆσαι θέλω·

ὁρῶ γὰρ ἤδη τόνδε πλησίον μόρου,

ναὶ ναὶ βλέπω κλίναντα πάντιμον κάραν.

μικρὰν λιπόντα ῥᾳδίως ὁμιλίαν.

Ἔα, τί λεύσω; σὸν δέμας νεκρὸν, Τέκνον,

ἀθρῶ, μεγίστου θαύματος τόδ’ ἄξιον,

ὃς ἀρτίως κέκραγε πρὸς τὸν Πατέρα

φωνῇ κραταιᾷ γεῖσσα γῆς ταραξάσῃ,

οὗ πᾶσα μὲν χθὼν φθέγματος πληρουμένη

φρικῶδες ἀντεφθέγξατ᾿, εἰσορῶσι δὲ

θέαμα κρεῖσσον ὀμμάτων ἐφαίνετο ,

ὃν ἀρτίως ἔδρακον, ὃς φάος τόδε

οὔπω χρόνον παλαιὸν εἰσεδέρκετο.

Τί χρῆμα πάσχεις; τῷ τρόπῳ διόλλυσαι,

Τέκνον ; πυθέσθαι βούλομαι σέθεν πάρα.

Ἡ γὰρ ποθοῦσα καρδία πάντ᾿ εἰδέναι

κἀν τοῖς κακοῖσι λίχνος οὖσ’ ἁλίσκεται.

Ἑ ἒ ἒ ἒ

Τάδε ξυνῳδὰ τοῖς προηγορευμένοις;

Αἲ αἴ· τί δράσω; καρδία γὰρ οἴχεται.

Γυναῖκες, ὄψιν οὐχ ὁρῶ φαιδρὰν τέκνου·

χροιὰν γὰρ ἠλλάξατο καὶ κάλλος ξένον,

δεινὸν θέαμα· καὶ φόβος νεκροῦ θίγειν ·

διδάσκαλον φέρω γὰρ ἀστέρων πάθος,

γῆς γεῖσσα σαλευθέντα, ῥαγείσας πέτρας.

χωρεῖτε χωρεῖτ’ · οὐκέτ᾿ εἰμὶ προσβλέπειν

οἵα πρὸς αὐτὸν, ἀλλὰ νικῶμαι πόνοις.

Καὶ ξυνιῶ μὲν, οἷα ταῦτ᾿ ἔσται τάχει,

λύπη δὲ κρείσσων καὶ βεβαίας ἐλπίδος.

Παῖ Παντáνακτος, πῶς ἐς ᾄδου νῦν δόμους

οἴχῃ μόρων ἕκητι τῶν πρωτοσπόρων;

αἴφνης δ’ ἀπέπτης, ὡς μεθεὶς ἑκουσίως

ψυχήν· μόρος γὰρ οὔποτ᾿ ἦν ὑπέρτερος,

εἰ μὴ μεθῆκας Πατρὶ πνεῦμ᾿ ἑκουσίως.

Ἤκουσ’, ἔκλυον σὴν ὄπα πρὸς Πατέρα.

Τίνος δ’ ἕκατι γῆς σ’ ἀποστέλλει Πατήρ;

τί σ᾿ ὧδ᾿ ἀτίμως ἠθέλησε τεθνάναι,.

τί τὴν τεκοῦσαν μητέρ’ ὀρφανὴν σέθεν

τέθεικας; οἴμοι, συνθάνοιμί σοι, Τέκνον·

Ἰδοὺ τέθνηκας, τὶς με δέξεται πόλις;

τίς γῆν ἄσυλον καὶ δόμους ἐχεγγύους

ξένος παρασχὼν ῥύσεται δέμας τόδε;

Οὐκ ἔστι. Μείνω σ’ οὖν ἔτι σμικρὸν χρόνου,

ἢν τριττὸν ἦμαρ λαμπροφεγγὲς εἰσίδω,

ὡς αὐτὸς εἶπας νεκρέγερσιν μηνύων,

κἀγὼ πέποιθα καὶ στέγω ταῖς ἐλπίσι,

κἂν νῦν νέκυν βλέπουσ’ ἀπῃωρημένον

στένω ’μὲ μᾶλλον ἢ σὲ τῆς ἀπουσίας·

ἀπώλεσας γὰρ μᾶλλον ἢ κατέφθισο.

Εἰ γὰρ γενοίμην, Τέκνον, ἀντὶ σοῦ νεκρός ·

ὄλωλα, Τέκνον, οὐδέ μοι χάρις βίου.

Αἲ αἴ· κατ᾿ ὄσσων κιχάνει μ᾿ ἤδη σκότος·

ὄλωλα καὶ δὴ νερτέρων ποθῶ δόμους·

τὸ κατὰ γᾶς θέλω. τὸ κατὰ γᾶς κνέφας

τανῦν μετοικεῖν, σῆς θέας στερουμένη.

Δύστηνος, οἷον ἔσχον ἄρτ᾿ ἄλγημ᾿ ἐγὼ,

οὐ τλητὸν οὐδὲ ῥητον, ἀλλ’ ἀπωλόμην.

Πῶς δ’ ἐξ ἀναύδου καὶ μύσαντός ὄμματα

ἕξω παρηγόρημα, μήτηρ παντλάμων;

Ἄλλως σ’ ἄρ’ αὐτὴ, Τέκνον, ἐξεθρεψάμην,

ὃς τὴν τροφὴν ἅπασι δαψιλῶς νέμεις;

μάτην τ᾿ ἐμόχθουν καὶ κατεξάνθην πόνοις,

φεύγουσα χεῖρας τῶν φονώντων σοὶ, Τέκνον,

ἀρχῆς ἀπ’ ἄκρης σῶν ξένων γενεθλίων;

Ἀλλ’ οὐκ ἐγᾦμαι, κἂν στένω κἂν δακρύω.

Ἐγώ σ’ ἔτικτον, οἶδα δ’ ὥς σ’ ἐγεινάμην·

ὅθεν ποθ’ ἡ δύστηνος εἶχον ἐλπίδας

ἐν σοὶ μεγίστας γηροβοσκήσειν τ᾿ ἐμὲ

καὶ κατθανοῦσαν χερσὶν εὖ περιστελεῖν,

ζηλωτὸν ἀνθρώποισιν· οὐδ’ ὄλωλε μοι

ἐλπὶς γλυκεῖα σοῦ, Τέκνον, τεθνηκότος.

Ὦ φθέγμα γλυκὺ, γλυκὺ χάρμα μοι φέρον,

ὦ φιλτάτη πρόσοψις, ὦ ποθουμένη

ὡραιότης ἄρρητός ὑπὲρ πᾶν γένος.

εἰκὼν ἄγραφος ἀγράφου μορφώματος,

πῶς νῦν στυγνάζεις; οὐ φέρω βλέπουσά σε·

πῶς πῶς σιγᾷς νῦν οὐδ’ ὑπανοίγεις στόμα;

Δὸς φθέγμα μοι, δὸς, δὸς παρηγόρημά μοι·

φθέγξαι τι μικρὸν μητρὶ δυστήνῳ, Τέκνον·

ναὶ Τέκνον οἶδα καὶ Θεὸν μου, κἂν φέρῃς

θάνατον οἰκτρὸν ἀθανατίζοντά με,

θάνατον ἀθάνατον ἄγοντα κλέος

καὶ χάρμα παντὶ τῷ βροτῶν γένει μέγα.

τέτλαθι, παγκοίρανε, μαιμῶσα κλάειν·

ἑκὼν γὰρ ἔτλη πότμον, οὔκουν ἀέκων,

ὡς παμφάγον νῦν καμβαλὼν οἶτον γένους

ἔκδικος ἔλθῃ , Δεσπότης παντεργάτης,

λέβητι χρυσέῳ δ’ ἔπέψων μοι δέμας

σοφῇ προμηθείᾳ με καινίσῃ ξένως.

λυγρὸν γὰρ ἀπὸ γῆρας εὐφυῶς ξύσας

ἀνθρωπολοιγοῦ παμπαλαιᾶς μοι λύμης

κοῦρον φίλον θήσειεν ἡβώωντά με’

ὡς νῦν κάκιστον γῆρας ἅπαντας τρύχει,

ναὶ ναὶ τρύχει γῆράς με πημάτων βάρει

λώβης παλαιᾶς μητρὸς ἠπατημένης·

ἀλλ’ αὐτὸς ἀλύξαι με πημάτων ἔφη

αὐτὴν πρὸς αὐτὸν μητέρα στρέψαι τ᾿ ἐμὴν

καὶ γαῖαν οἶκόν θ’, ὃν προδοῦσ’ ἀφίκετο

βουλαῖς ἀνάγνοις θηρὸς ἠγριωμένου

ἐς τήνδε γαῖαν, μητέρα στεναγμάτων,

μετ᾿ ἀνδρὸς, ὃν πρὶν ἥδ’ ἀτιμάσασ’ ἔγνω·

ἔγνω γὰρ ἡ τάλαινα συμφορῶν ὕπο,

οἷον τὸ λιπεῖν οὖθαρ ἀρούρης πάρος.

Καὶ τοῦδ’ ἕκητι πάνθ’ ὑποστῆναι θέλειν

αὐτὸς προεῖπε καὶ θέλων ἔτλη μόρον,

ἤματι τριτάτῳ δ’ ἀνεγρέσθαι τάφου,

μύσταις φίλοις φέροντα χάρμα καὶ μέγα.

Εἰδώς τε ταῦτα πάντα πρὶν σαφῶς ἔφη.

Ἤδη δ’ ἔχει ξύμπαντα ταῦτα νῦν τέλος,

λείπει δὲ γηθόσυνον ἦμαρ καὶ μόνον,

καὶ τοῦτο νῦν μενοῦμεν, ἔσται δ’, ὡς ἔφη.

Ὁ γὰρ τὰ λυπρὰ νητρεκῆ νῦν γνωρίσας

καὶ χάρμα δείξει λαμπρὸν ἤματι τρίτῳ.

οἶδάς τε σὺ μάλιστα τέρμα δρωμένων·

θήσει δὲ λύπης ἀντὶ τῆσδε καὶ γόων

τιμὰς μεγίστας ἀνὰ γῆν σοι καὶ πόλον,

πλήσει τε πᾶσαν γαῖαν εὐδόξων λόγων,

ναούς τε σοι τεύξουσι τὸ βροτῶν φῦλον.

Θᾶττον γὰρ ἀντὶ τοῦδε δυσσεβοῖς φόνου

σεμνὴν ἑορτὴν τῇδε γῇ προσάψεται

καὶ γῆν Σολύμων ἱερὸν τεύξει πέδον·

ὧν εἵνεκα χρὴ μὴ μέτρου θρηνεῖν πέρα.

Μὴ δῆτα γοῦν, δέσποιν’, ἀφέρτατα στένε,

οὔτ’ ὄμμ’ ἐπαίρουσ’ οὔτ᾿ ἀπαλλάσσουσα γῆς

πρόσωπον, οὐ βλέφαρα δακρύων ῥοῆς.

Ἕως πότε στρέψεις δὲ κάτω τὴν δέρην,

ῥοαῖς καταρδεύουσα τὴν γῆν δακρύων,

ἔκδικον ὄμμα παντεπόπτου Δεσπότου

εἰδυῖα θᾶττον χάρμα σοι φέρειν μέγα,

πρὸς ὅν σε τείνειν ὄμμα καὶ μόνον δέον;

Οἶδας γὰρ, οἶδας· ἕψεται τοῖς φροιμίοις

καὶ τέρμα φαιδρὸν, γηθόσυνος ἡμέρα·

μίαν μόνην μεῖναί σε δεῖ τὴν αὔριον,

ὡς ξυμπερανθῇ φροντὶς, ἣ κἀμὲ τρύχει.

Υἱὸς σύ μοι πέφηνας ἄλλος, παρθένε·

αὐτὸς γὰρ εἶπεν Υἱὸς, ὅς μοι καὶ μόνος.

οἶδάς τε πάντως πάντα, τίς χρειὼ λέγειν;

ὡς ἀσπόρως ἔτικτον, ὠδίνων ἄτερ,

στερρᾶς τ᾿ ἔφυγον τῶν τόκων ἀλγηδόνας,

Θεοῦ τε Παῖδα τοῦτον ἀγγείλας ἔφη,

καὶ πόλλ’ ἔδρασεν, οἷα καὶ μόνου Θεοῦ.

Καὶ πῶς τανῦν οἴσαιμι γυμνὸν καὶ νέκυν

ἐν ἰκρίῳ βλέπουσ’ ἀπῃωρημένον,

ὃς γαῖαν ᾐώρησεν ὑδάτων ὕπερ,

δι’ ὃν τὸ φάος ἡλίου συνεστάλη,

καὶ τῆς σελήνης τ᾿ ἐσκότασε πᾶν σέλας,

καὶ ῥῆξιν ἀνέτλησαν αἱ πέτραι φόβῳ,

μνημεῖά τ᾿ ἠνοίγησαν εἰς δεῖγμα κράτους,

αὐτοῦ παθόντος ὑπὲρ αὐτῶν Αἰτίου.

Δέσποινα παγκοίρανε, μῆτερ τοῦ Λόγου,

αὐτὸς κἀγὼ τέθηπα , μὴ φέρων βλέπειν

φρικτὸν θέαμα, Δεσπότην τεθνηκότα,

ζωὴν τὸν ἐμπνέοντα τοῖς ζῶσι πνοῇ ,

στένω τε πυκνὰ καὶ χέω θερμὸν δάκρυ·

ἐλπὶς δ᾿ τρέφει με, καὶ θρηνῶν

οὐ γὰρ ἀπιστῶ τοῖς λόγοις τοῦ Δεσπότου.

Η καλλιφεγγὴς ἡμέρα δὲ τριτάτη

τὸ τέρμα δείξει τῆς τρεφούσης ἐλπίδος,

ἢ μὴ παρεξέλθοις. καὶ θανεῖν με συμφέρει.

Τριτάταν ἁμέραν μὲν εἰδυῖα κλύω

αὖθις φθορᾶς πάναγρον ἀνίσχειν δέμας·

νῦν δ’ ἐχθρὸν ἦμαρ, ἐχθρὸν εἰσορῶ φάος

καὶ δυστάλαιναν τὴν πάλαι μακαρίαν.

Ὅθεν τὰ θνητῶν μᾶλλον ἡγοῦμαι σκιὰν,

κοὐδ’ ἂν τρέσασ’ εἴποιμι τοὺς σοφοὺς βροτῶν

δοκοῦντας εἶναι καὶ μεριμνητὰς λόγων,

τούτους μεγίστην ζημίαν ὀφλισκάνειν.

Θνητῶν γὰρ οὐδείς ἐστιν ὄλβιος φύσει,

ὄλβου δ’ ἐπιρρυέντος εὐκλεέστερος

ἄλλου γένοιτ’ ἄλλος, ὄλβιος δ’ ἂν οὔ.

Πάντων, ὅσ’ ἔστ’ καὶ γνώμην ἔχει,

γυναῖκες ἐσμὲν ἀθλιώτατον φυτὸν,

ὅσαι τεκοῦσαι καὶ θανόντ’ εἶδον τέκνα·

ὡς τρὶς θανεῖν θέλοιμ’ ἢ τεκεῖν ἅπαξ

καὶ πότμον ἰδεῖν ἐντραφέντος μοι τέκνου.

Ἀλλ’ οὐ γὰρ αὐτὸς πρὸς σὲ κἄμ’ ἥκει λόγος,

ὠ παγκοίρανε πότνα, παρθέν’ ὀλβία.

Ἠ πολλὰ παντὸς εἶ διάφορος γένους·

ἐγὼ γὰρ ἀνδρὸς τέρψιν εἰσδεξαμένη

ἀνθ’ ἡδονῆς ὠδῖνας ἐν λύπαις τρέφω,

καὶ θνητὸν ὡς ἔτικτον, εἰδυῖα στέγω·

κούφως φέρειν γὰρ συμφορὰς θνητοὺς δέον·

σὺ δ’ ἀνδρὸς οὐκ ἔγνωκας εὐνὴν, παρθένε,

Θεὸν τεκεῖν ἔκλυες ἀγγέλου, λέγεις·

καὶ νεκρὸν αὐτὸν νῦν ὁρῶσα πῶς φέρεις;

Ἐᾶτέ μ’· οὔτι φίλα μοι τὰ μὴ φίλα·

ἤγγειλεν, οἷ’ ἤγγειλεν· οὐ μομφὴν ἔχει

εὐάγγελος δόξης γε τῆς εὐαγγέλου·

ἢν ἐσφάλην ἐγὼ δὲ τῆς ἀγγελίας,

οὐκ οἶδ’, ὀχυρὰς ἐμφέρω γὰρ ἐγγύας.

Θρηνεῖν δὲ δεῖ με’ δακρύων γὰρ ἄξια

πέπονθα πολλὰ καὶ στένω καὶ δακρύω,

ἔως ἴδοιμι ζῶντα τὸν τανῦν νέκυν.

Δέσποινα κούρη, χρή σε συγγνώμην ἔχειν.

εἴ τις ὑφ’ ἥβης σπλάγχνον εὔτονον φέρων

μάταια βάζει, μὴ δόκει τούτων κλύειν·

σοφωτέραν γὰρ ἴδμεν οὖσάν σε βροτῶν.

Αἲ αἴ·

Ἔτλην μεγάλων ἄξια θρήνων ἐγώ.

Ὠ πένθος οὐ μετρητὸν οὐδ’ οἷόν τ᾿ ἰδεῖν.

Φόνον ταλαίναις χερσὶν ἐξειργασạένοι,

τὸν καλλίνικον κλεινὸν ἐξεπράξατε

εἰς θρῆνον, εἰς δάκρυα· καγκαλὴς ἀγὼν

ἐν αἵμασι στάζουσαν εἰσφέρειν χέρα.

Φεῦ φεῦ· φρονήσαντες μὲν, οἷ’ ἔδράσατε,

ἀλγήσατ᾿ ἄλγος δεινόν· εἰ δ’ ἔως τέλους

ἐν τῷδ’ ἀεὶ μενεῖτ’, ἐν ᾧ καθέστατε,

οὐκ εὐτυχοῦντες δόξετ’ οὐχὶ δυστυχεῖν,

ἀλλ’ οὐκ, ἐγᾦμαι, ταῦτ’ ἀνατὶ παρίῃ.

Τί γὰρ καλόν; τί δ’ ἀσεβῶς τῶνδ’ οὐκ ἔχει;

Ὄλοισθ’ ὄλοισθε, στυγεροὶ μιαιφόνοι,

οἱ Δεσπότην κτανόντες οὐ φροντίζετε,

πᾶσαν τρέμουσαν εἰσορῶντες τὴν κτίσιν,

ἀλλ’ ἐστὲ θήρᾳ τοῦ φόνου γαυρούμενοι.

κακῶς πέπρακται πανταχοῦ, τὶς ἀντερεῖ;

Ἅπας δ’ ἀληθῶς ὁ βροτῶν λυπρὸς βίος·

στέργουσι δ’ αὐτὸν συμφοραῖς νικώμενοι.

Σοὶ δ’ οὐχ ὅμοιον ἄλγος ἀνθρώποις, κόρη,

κἂν οὐ μόνη σὺ σοῦ δ’ ἀπεζύγης τέκνου.

Οὐ γὰρ ὅμοιος σὸς τόκος καὶ τοῦ

ὅμως δὲ πάντα τλησικαρδίως φέρειν

τανῦν προσήκει κάρτα τ’ αὖ πεποιθέναι.

Αἲ αἰ·

Δέδορκά τινα τῶν ἀλαστόρων, κόραι,

οἱ συνέτριψαν τῶν μιαιφόνων σκέλη,

κατευθύνοντα Παιδὸς εἰς ἧπαρ δόρυ.

Δέδοικα δ’ αὐτὸν, μή τι βουλεύσῃ νέον

καὶ δευτέραν μοι συμφορὰν δράσῃ πάλιν,

Παῖδ’ ἢν ἴδοιμι καὶ νέκυν ὑβρισμένον.

Ἰώ μοί μοι·

Θέαμα δεινὸν ὄμμασι βλέπω νέον.

Κατίδετ᾿ ἴδεθ᾿ αἷμα νυγέντος νεκροῦ,

ὁρᾶθ᾿ ὁρᾶτε, πῶς διπλοῦς κρουνοὺς ῥέει·

πλευρᾶς γὰρ αἷμα κοὐ πεφυρμένον ποτὸν

ἔβλυσεν εὐθὺς, ὡς ἐνύγη τῷ ξίφει

ἡβῶντος ἀνδρὸς δυσμενῶν ἐξ Αὐσόνων.

Διπλοῦς ἔτι βλύζει τε κρουνὸς αὐτόθεν·

αὐτὸς δ’ ὁ νύξας ἐκπλαγεὶς κέκραγε πως,

ὡς ἔστιν ὄντως Παῖς Θεοῦ νέκυς ὅδε·“

τρέχει δ’, ὁρᾶτε, καί γε προσπίτνει ξύλω,

πίπτει τ᾿ ἐπ᾿ οὐδας τῇ θέᾳ νικώμενος

στῆθός τε παίει καὶ περιπτύσσει πέδον,

ἔνθ’ ἰκρίον πέπηγεν ἐμπεφυρμένον

ῥείθρῳ καταρρέοντι τῆς πλευρᾶς ἔτι,

ἀρύεταί τε χερσὶ κρουνοῦ καὶ κάραν

ἔχρισεν, ὡς ἔοικεν, ὡς ἅγνισμ᾿ ἔχῃ.

Ἔοικεν Ἄναξ πολλὰ τῇδ’ ἐν ἡμέρᾳ

κακὰ ξυνάπτειν ἐνδίκως μιαιφόνοις·

αὐτούς γε μέντοι, μὴ φίλους, δράσειε τι

ἔκδικον ὄμμα Δεσπότου παντεργάτου.

Ἴτω δίκ’, ἴτω φανερῶς ξιφηφόρος

καὶ πυρφόρος τάχιστα τοῖς μιαιφόνοις.

Ἔστι γὰρ ὄντως θαῦμα φρικτὸν εἰσορᾶν·

ὁ μὲν γὰρ ὦσε κατὰ πλευρᾶς που δόρυ,

πλευρᾶς νενυγμένης δὲ θαυμαστὸν νᾶμα

ἔσταξεν εὐθὺς αἷμά τ᾿ οὐ πεφυρμένον,

φρικτὸν θέαμα, καὶ τρόμος μ᾿ ὁρᾶν ἔχει.

Διδάσκαλον φέρω γὰρ αὐτὴν τὴν κτίσιν,

γῆς γεῖσσα σαλευθέντα, ῥαγείσας πέτρας

τάφους τε νεκρῶν ἄφαρ ἠνεῳγμένους·

αὐτὸς δ’ ὁ νύξας ἔντρομος πεσὼν θίγει.

Ὠ τέκνον, ὠ φίλτατον, ὠ θεῖον κάρα,

οὕτως ἐφάνης πᾶσι, καὶ τοῖς μὴ φίλοις,

σφόδρα ποθεινὴ δακρύοισι συμφορά·

κενοῖς τε καθάρσιον αἷμα τοῦ γένους·

καὶ δυσμενεῖς φρίττουσιν, ἀθροῦντες ξένα,

Θεοῦ τε κεκράγασι τρανῶς σ’ Υἱέα·

πάντα τρέμουσιν, ἅτε μὴ γνώμην ἔχειν,

οἱ δ’ ἐγγενεῖς σ’ ἔκτειναν ἀλόγῳ φθόνῳ,

ἐξ ὧν σ’ ἐχρῆν στέφανον ἐς κάραν λαβεῖν,

οὐχ οἷον ἐμπαίζοντες ἔστεψάν σέ πως·

οἵδ’ οὐδὲ φροντίζουσι σ’ ἐνθεῖναι τάφῳ.

Πῶς οὖν ἐγώ σε τοῦ ξύλου καταγάγω:

ποίῳ δὲ τύμβῳ καταθείμην σὸν δέμας;

οἵοις τε πέπλοις κατακαλύψω νέκυν;

πῶς καὶ τἀπιχώρια μέλψω σοι μέλη;

τίνος σε κηδεύσουσιν, ὦ Τέκνον, χέρες;

οἴμοι, τί δράσω; τίς γένωμαι

Τί ταῦτ᾿ ἀλύω; πειστέον τοῖς σοῖς λόγοις

ἔργοις θ’, ὅσ’ ὑπέδειξας εἰς μαρτυρίαν,

ὡς ἔστιν ἅπαν σοι θελητὸν δυνατόν.

Πολλῶν ταμίας ἐστὶν ἀέλπτων Θεὸς,

πολλά τ᾿ ἀέλπτως πολλάκις κραίνει Θεὸς,

τὰ δ’ αὖ δοκηθέντ’ οὐκ ἐφεῦρε καὶ τέλος·

σὺ δ’ ἀδοκήτων αὐτὸς εὕροις μοι πόρον.

Καὶ μὴν ὅδ’ Ἰώσηπος ἐν σπουδῇ ποδὸς

στείχει, νέον τι πρᾶγμ’ ἴσως ἔχων φράσαι.

Ἀτὰρ τόδ’ ἄλλο θαῦμα καὶ παρ’ ἐλπίδα,

μύστην νύχιον τῷδε συντρέχοντα πως,

σκεύη φέροντα προσφυᾶ τῇ καθόδῳ.

Ὠ μάκαρ, ὃς τὰ τοῦ Θεοῦ μυστήρια

εἰδὼς ἁγιστεύει θ’ ἑαυτοῦ βιοτὰν

καὶ θιασεύεται καθαρμοῖσί ψυχὰν

δέμας τε παντὸς ἀνατινάσσων ῥύπου

κύκλῳ τε πασῶν ἀρετῶν στέφων κάραν

ἀεὶ θεραπεύειν θοάζει τὸν Θεὸν.

Τὸ σωφρονεῖν γὰρ καὶ σέβειν τὰ τοῦ Θεοῦ

κάλλιστον, οἶμαι δ’ αὐτὸ καὶ σοφώτατον

θνητοῖσιν εἶναι χρῆμα τοῖσι χρωμένοις.

Ὠ φίλταθ’, ὡς σὴν γῆρυν ᾐσθόμην κλύων,

σοφὴν σοφοῦ παρ’ ἀνδρός· ἐκ μακρᾶς ὁδοῦ

ἥκω δ’ ἕτοιμος τήνδ’ ἔχων σκευὴν τάχει,

ὅπως νέκυν θάψαιμι τὸν πεφιλμένον.

Δεῖ γάρ νιν ὄντα καὶ πάρος σεπτὸν φίλον,

ὅσον καθ’ ἡμᾶς, καὶ νέκυν τοῦτον σέβειν.

Πῶς χρὴ κατάγειν, πῶς δὲ πρὸς τύμβον φέρειν

πέπλοις ἐνειλίσαι τε; Νῦν ἡγοῦ σύ μοι

νέος γέροντι, παρθένος, σὺ γὰρ σοφός·

ὡς οὐ κάμοιμ’ ἂν, εἴθ’ ἕως εἴθ᾿

ἕως νέκυν θήσοιμι καινῷ μου τάφῳ·

ὅσον δέον γὰρ μὴ γένους κοινωνίαν

ἔχοντι μύστῃ, τοῦτον οἰκτείρω κἀγώ.

Ὅδ' αὐτὸς ὑμῶν ἀπόνως ἡγήσεται

καὶ πᾶσαν εὐμάρειαν ἐν χεροῖν διδοῖ.

Ὦ χρῆμα καγκαλὲς Θεοῦ, δέσποιν’

τί Παῖδα πρὸς σὸν τήνδ’ ἄγουσ’ ἐρημίαν

ἕστηκας, αὐτῷ θρεομένη σαυτῆς λυγρά;

καί σοι μόνος πάρεστι μύστης παρθένος,

λιπὼν ἀδελφὸν ἐν χορῷ μυστηπόλων,

ἄλλοι δ’ ὀπαδοὶ τῶν γόων πεπλησμένοι

φεύγουσι, πολλῷ τῷ φόβῳ πεφρικότες,

οὐδ’ εἶδον οὐδὲν τῶν νεωτέρων κακῶν,

σὺ δ’ οὐ πέφρικας δυσμενῶν ἀβουλίαν.

Ἐγὼ δέδοικα, μή τι βουλεύσῃ νέον

ὅμιλος ἐχθρὸς, δυσμενὴς, μιαιφόνος·

βαρεῖα γὰρ φρὴν οὐδ’ ἀνέξεται κλύειν,

κἂν νεκρὸν ἢν δοίημεν ἐντίμῳ ταφῇ.

Οὔπω γὰρ οὐκ ἔληξαν οὐδ’ ἔσχον κόρον

μιαιφονίας καὶ κακῆς ἀβουλίας;

Ζηλῶ σ’· ἐν ἀρχῇ πῆμα κοὐδέπω μέσοι.

Τί δ’ ἐστὶν, ὦ γηραιέ; μὴ σίγα, φράσον.

Ἤκουσά του λέγοντος, οὐ δοκῶν κλύειν,

θώκους προσελθὼν, ἔνθα δὴ παλαίτεροι

θάσσουσι σεμνὰν ἀμφὶ Σαλομὼν στοὰν,

ὡς τόνδε νεκρὸν οὐκ ἐᾷ πρεσβυτέρων

ὄχλος, προσιὼν τῆσδε κοιράνῳ χθονὸς,

θάπτειν. Ὁ μέντοι μῦθος εἰ σαφὴς ὅδε,

οὐκ οἶδα, βουλοίμην δ’ ἂν οὐκ εἶναι τάδε.

Ἐμοὶ γὰρ αύτὸν ἐξέδωκεν ὡς φίλῳ,

αὐτὸν δυσωπήσαντι λαβεῖν τὸν νέκυν

Τὸ πᾶν ὄλωλεν, εἰ κακὸν προσοίσομεν

νέον παλαιῷ, πρὶν τόδ’ ἐξηντληκέναι,

ὡς αὐτὸς εἶπεν ἤματι τρίτῳ πέρας

τὰ λυπρὰ λαβεῖν γηθοσύνῃ καρδίας.

Οὐ τοῦτο Πατὴρ Παῖδ’ ἀνέξεται παθεῖν.

Παλαιὰ καινῶν λείπεται κηδευμάτων,

κοὐκ ἐκεῖνος τοῖσδε φίλος δόγμασιν.

αὑτούς γε μὴν δράσειεν· οὐ γὰρ παύσεται

χόλου· σάφ’ εἶπε καὶ κατεμπρῆσαι πόλιν.

Ἐχθρούς γε μέντοι, μὴ φίλους, δράσειε τι

ἔκδικον ὄμμα Πατρός ἀμυντήριον.

Οὐ γὰρ μὰ τὴν δέσποιναν, ἣν ἀεὶ σέβων

ἐξ Υἱέος νῦν εἱλόμην ὡς μητέρα,

χαίρων τις αὐτῶν τοῦδε διάξει φόνου·

Θεὸς γὰρ, ὡς ἔγνωμεν ἐκ τῶν θαυμάτων,

ὧν καὐτὸς εἶδες πολλὰ καὶ τανῦν βλέπεις’

οὐδ’ ἠγνόησας ἡλίου τόσον σκότος,

ἐπείδ’ ἔκλινε καὶ μεθῆχ’ ἑκουσίως

ψυχήν· μόρος γὰρ οὔποτ’ ἦν

εἰ μὴ κελευσθεὶς ἧκε τῇ καρὸς κλίσει.

τοὐνθένδε μᾶλλον φρικτὸν ἦν θέαμ᾿ ὁρᾶν·

γῆς γεῖσσα σαλευθέντα, ῥαγείσας πέτρας,

τάφους τε νεκρῶν εἶδες ἠνεῳγμένους.

Ὡς δ’ αὖ τις ἧκεν ἀνατινάσσων δόρυ,

νύσσει παραστὰς νειάτην πλευρὰν ξίφει,

ἀκμαῖος ἀνήρ· τῆς τομῆς γὰρ

πληγὴν βαθεῖαν, ὦλκα τραύματος βλέπων·

οὗτος μὲν ὦσε κατὰ πλευρᾶς που δόρυ,

πλευρᾶς νενυγμένης δὲ θαυμαστῶς ὕδωρ

ἔσταξεν εὐθὺς αἷμά τ᾿ οὐ πεφυρμένον·

διπλοῦς γὰρ ἐστάλαξε κρουνὸς αὐτόθεν,

φρικτὸν θέαμα· πᾶσι δ’ ἦν φόβος θίγειν.

Αύτὸς δ’ ὁ νύξας ἐκπλαγεὶς κέκραγε πως·

„Ὄντως ὁ παρὼν νεκρὸς ἔστι Παῖς

τλήμων τε μήτηρ ἐμπαρεστῶσ’ ἰκρἰῳ

πίπτει στένουσα καί γε προσπιλνᾷ ξύλῳ,

ᾤμωξε δ’ εὐθὺς καὶ περιπτύσσει πόδας

καὶ χερσὶν ἠρύσατο δικρούνου ῥοῆς

κυνοῦσά αὐδᾷ τοιάδ’· „Ὦ θεῖον

βροτῶν μὲν αὐτὸς καὶ θανὼν κήδῃ σαφῶς

κενοῖς τε καθάρσιον ἀνθρώπων γένους,

σὲ δ’ οὐδὲ φροντίζει τις ἐνθεῖναι τάφῳ.“

Επεὶ δὲ θρήνων καὶ γόων ἐπαύσατο,

κρῄζουσ᾿ ἄκραντον ἐξαναστῆναι δέμας,

προσείχεθ’ ὥστε κισσὸς ἔρνεσιν δάφνης.

Χρόνῳ δ’ ἀπαλλαγεῖσα τῶν γόων ἔφη·

„Τί ταῦτ᾿ ἀλύω; πειστέον Παιδὸς λόγοις

ἔργοις θ’, ὅσ’ ὑπέδειξεν εἰς μαρτυρίαν,

ὡς ἔστιν αὐτῷ πᾶν θελητὸν δυνατόν·

καὶ τῶν ἀέλπτων τὸν πόρον δ’ αὐτὸς διδοῖ.“

Ταῦτ’ εἶπε, καὶ παραυτίχ’ ὡράθης σύ μοι.

Θαυμάστ᾿ ἔφησας, καὶ τὸ πρᾶγμα δεικνύει.

Ἀτὰρ σύ γ’, (οὐ γὰρ καιρὸς εἰδέναι τάδε

δέσποιναν,) ἡσύχαζε καὶ σίγα λόγον

καὶ θᾶττον ὡς μάλιστα τῶνδ’ ἔρημ’ ἄγε,

καὶ μὴ πελάζητ’ ἐγγὺς ἐνθυμουμένοις

μηδὲ προσέλθητ’, ἀλλὰ φυλάσσεσθε που

ἄγριον ἦθος, στυγερᾶς φύσιν φρενός.

Ω καλλίνικοι, χαίρετ’, ὦ φίλοι δύο,

ὁ Νικόδημος σὺν Ἰωσήπῳ δίῳ,

εἰς καιρὸν ἥκατ’, εὖγε δ’ εὖ πεπράχατε.

Πιστοῖς φίλοις γὰρ συμφορὰ τὰ τῶν φίλων

πίπτοντα κακῶς καὶ φρενῶν ἀνθάπτεται.

Σπεύσατέ νῦν, σπεύσατέ, καταγάγετε·

πρὸς τοῦτο γὰρ ἥκοντας ἄμφω νῦν βλέπω ’

ἄνιτ’ ἄνιτε θᾶσσον, ὡς ἄν μοι νέκυν

καταγάγητε, δεσποτείας ὠλένας

ὅπως κατασπάσαιμι καὶ σύμπαν μέλος,

κυνοῦσα σάρκας, ἅσπερ ἐξεθρεψάμην.

Ἔξιθ᾿ ἄπιθι, μή σέ τις μιαιφόνων

κακῶς δράσειεν, οὐδ’ ὁρᾶν ἀνέξεται.

Ἡμεῖς δ’ ἄνιμεν, ὡς ὁρᾷς, καὶ τὸν νέκυν

καταγάγωμεν χερσὶν ἰδίαις τάχει.

Ναὶ, φίλε Νικόδημε, σὺ πρῶτος τάχει

ἔμβαινε πηκτάς κλίμακος πρὸς ἐμβάσεις,

ἐκπασσαλεύσων διγλύφου δοκοῦ δέμας

λέοντος, ὃν γέγηθε θηράσας λαός.

Σὺ δ’ ἔξιθ’ ὡς τάχιστα καὶ θρηνοῦσα περ·

ὡς ταῦτ᾿ ἄραρε, κοὐκ ἔχεις ἰσχὺν, ὅπως

ταῦτ᾿ ἀνατρέψῃς, κἂν στένῃς κἂν δακρύῃς.

Δειλαί᾿ δύστηνος, εἰ Παῖδ’ οὐχ ὁρῶ

κἂν τεθνεῶτα, μέχρι καὶ τύμβος λάβῃ·

φύγω δὲ δῆμον, ἵνα μή τι καὶ πάθω;

Παιδὸς γὰρ ἄνευ τὶς ἔρως μοι τοῦ βίου;

κλαῦσαι νεκρόν μοι Παῖδα καὶ θάψαι πάρες

ψαῦσαι ποδῶν τε καὶ κατασπάσαι μέλη.

Ἄγ’, ὦ τάλαινα χεὶρ ἐμὴ, νεκροῦ λαβοῦ.

Μὴ μὴ κροσοίσῃς χεῖρα μηδ’ ἅψῃ νεκροῦ,

μὴ δῆτ’, ἐπεί μιν ταῖνδ’ ἐγὼ θάψω χεροῖν,

τὸν Νικόδημον εἰσφέρων συνεργάτην,

μύρων χύσιν φέροντα δαψιλεστάτην,

ὡς μή τις αὐτὸν δυσμενῶν καθυβρίσῃ,

πέπλους ἀνασπῶν σῶμά τ' ἐκφέρων τάφου.

Ὡς γὰρ προσήκει μὴ γένους

ἔχοντι, κἀγὼ τὸν νέκυν τιμῶ φίλον.

Πῶς δ’ οὖν κομίζειν ἢ τί χρὴ δεδρακότας

τὸν νεκρὸν ἡμᾶς σῇ χαρίζεσθαι φρενὶ,

φρόντιζ'· ἐμοῖς δὲ χρωμένη βουλεύμασι

σιγῇ φέρ᾿· ἔσται γὰρ τὸ πᾶν πανευπρεπές.

ὠμὀν ὠμὸν εἰς σὸν Παῖδα τεθνεῶτ᾿

εἶναι γὰρ Ἰουδαῖος οὐκ ἀναίνομαι·

ἀτὰρ τοσοῦτον οὐ δυνήσομαί ποτε

τὸν σὸν πιθέσθαι Παῖδ’ ὅπως οὐκ ἐσθλὸς ἦν,

οὐδ’ εἰ τὸ σύμπαν τῶν βροτῶν λέγει γένος

καὶ τὴν ὀρεινὴν γραμμάτων πλήσειέ τις

ὕλην, ἐπεί μιν ἐσθλὸν ἐπίσταμαι.

Ἔκτειν᾿ ὅμως, ἄνασσα, χεῖρας σὺν κόραις,

δέξαι τε νεκρὸν Παῖδα σὸν πεφιλμένον,

καὶ κλαῦσον, ὡς βούλοιο, καὶ ψαῦσαι μελῶν.

Κάλλιστον εἶπας μῦθον, ἐν δ’ εὐεργέταις

τολοιπὸν ἤδη καὶ φίλοις ἔσῃ πλέον,

ὡς καλλίνικος, ᾗ κλέος νίκης μέγα.

Οὐκοῦν, γεραιὲ φίλτατ᾿ λάβε,

ἐναγκάλισαι Παῖδα καὶ προσέλκυσαί.

λαβοῦ λαβοῦ νῦν καὶ κατόρθωσον δέμας,

ὄρθου κεφαλὴν, πῆχυν ἐνθεὶς αὐχένι

πλευρὰν πλευρὰν δὲ τοῦδ’ ἀείρατε.

Ἔκτειν᾿, ἄνασσα, χεῖρας, αἵ τ' ἄλλαι κόραι,

δέχνυσθε νεκρὸν, ὃς νεκροῖς ζωὴν διδοῖ,

κἀγὼ δ’, ὅσον δύναμις, ὑποδέξομαι.

Ἄγ’, ὦ τάλαινα χεὶρ ἐμὴ, νεκρὸν λάβε.

Φεῦ φεῦ· τί λεύσω; ταῖν χεροῖν τί νῦν φέρω;

τὶς ἐστιν οὗτος, ὃν νέκυν χεροῖν ἔχω;

πῶς καί νιν ἡ δύστηνος εὐλαβουμένη

πρὸς στέρνα θῶμαι; τίνα θρηνήσω τρόπον;

Αὐτὸς δὲ δοίης καὶ προσειπεῖν σ’ ὡς νέκυν

καὶ πᾶν κατασπάσαι με σὸν μέλος, Τέκνον.

Χαῖρ’, ὕστατόν σ’ ὁρῶσα νῦν προσφθέγγομαι,

ὃν μήποτ’ αὐτὴ φύσασ’ ὤφελον νέκυν

τανῦν ἰδέσθαι φθίμενον σ’ ὑπ’ ἀνόμων.

Δὸς ἀσπάσασθαι μητρὶ δεξιὰν χέρα.

Ὦ φιλτάτη χεὶρ, ἧς ἐγὼ πόλλ’ εἰχόμην

προσειχόμην θ’ ὡς κισσὸς ἔρνεσι δρυός·

Ὦ φίλον ὄμμα, φίλτατον δἐ μοι

καὶ σχῆμα καὶ πρόσωπον εὐγενὲς τέκνου·

Ὦ γλυκυτάτη προσβολὴ τῶν

Ὦ θέσκελος χρὼς πνεῦμά θ’ ἥδιστον τέκνου·

Ὦ θεῖον ὀδμῆς ἆσθμα· καὶ γὰρ ἐν

οὖσ’ ᾐσθόμην σου κἀνεκουφίσθην κέαρ.

Τί σ’ ὧδ’ ἀτίμως ἠθέλησας τεθνάναι;

τί τὴν τεκοῦσαν μητέρ’ ὀρφανὴν σέθεν

τέθεικας; Οἴμοι, συνθάνοιμί σοι. Τέκνον·

θανεῖν με κρεῖττον ἢ θανόντα σε βλέπειν

Πῶς ἐξ ἀναύδου καὶ μύσαντός ὄμματος

ἕξω παρηγόρημα; πῶς δ’ οἴσω μένειν.,

Ὦ χρωτὸς ἡδὺ πνεῦμα· μάτην ἄρα

ἔθρεψε, Τέκνον, μαζὸς οὑμὸς σπαργάνοις,.

μάτην δ’ ἐμόχθουν καὶ κατεξάνθην πόνοις

ἀρχῆς ἄκρης σῶν ξένων γενεθλίων;

Ἠ πολλὰ μὲν ζῶν, πολλὰ δ’ εἰς ᾄδου μολὼν,

Παγκράτορος Παῖ, τῆς ἐμῆς ἥψω φρενός.

Εκ τῶνδε πρώτων πρῶτον ἄρξομαι λέγειν.

Ὕβρις μὲν, ἥγ’ ἔσφηλε πάντων μητέρα

καὶ πατέρα πρώτιστον, ὃς βροτῶν γένος

ἔσπειρε κἀξήμησε κάλλιστον θέρος,

τεκεῖν μ᾿ ἔθηκε παραδόξως σ’, ὦ Τέκνον,

εὔδοξον, ὡς ἔδοξε σῷ Γεννήτορι,

πρὶν ἢ γενέσθαι κἀμὲ καὶ πᾶσαν κτίσιν,

κἀπείσ᾿ ἐτέχθην, Πατρός, οἶμαι, σοῦ κρίσει

τρέφειν με πατὴρ οὐ βροτείαν ἐσχάραν

μήτηρ τ’ ἔδωκεν ἱεροὺς ἀμφὶ δόμους,

ἔνθ’ ἐκτραφεῖσαν χειρὸς ἀγγέλου ξένως

εἰς καιρὸν ἀνδρὶ σώφρον’ ἐκδέδωκε με

γερουσία ξύμπασα τηρεῖν ἐννόμως,

οὐκ ἀθεεὶ καὶ τοῦτο, θείᾳ δὲ κρίσει,

ὡς εὐλόγως ἔλεγχον εἰς καιρὸν φέρω

καὶ παιδαγωγὸν Παιδὸς, οὗ γονῆς ξένος.

Μένω γὰρ αὖθις παρθένος τεκοῦσά σε

αὐτή θ’ ἑαυτὴν οἶδ’, ὅπως ἁγνὴ μένω,

σύ τ’ αὐτὸς οἶδας, ὡς τὰ πάντ’ εἰδὼς σαφῶς.

Σοῦ δ’ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος, ἐκ Πατρός Θεοῦ,

οὐκ εὐπρεπεῖς ἔθεντο πολλοί μοι λόγους,

ψευδῶς τεκεῖν βάζοντες ἔκ τινος βροτῶν.

κοὐκ ἤρκεσαν μοι ταῦθ’ ὑβρισθῆναι μόνον,

ἀλλ’ ἔδραμον φεύγουσα κεἰς Αἰγυπτίαν

ἔτλην τε πολλὰ καὶ κατεξάνθην πόνοις.

Αλλ᾿ εἰδον ἐξαίσια σοὶ πεπραγμένα,

καὶ πάντα συμβάλλουσα καὶ θαμβουμένη

οὐ θνητὸν ᾤμην σ’ οὐδ’ ἐδείμαινον θανεῖν·

ἀλλά σε πατρὸς Ἁβραὰμ συνθήματι

πρέσβευμά θ᾿ αἵ τε μυρίαι γερουσίαι

ὅρκος θ’, ὃν ὤμοκας πρὶν εἰς σωτηρίαν,

θανεῖν ἔπεισαν κἀπικουρῆσαι γένει.

Ἐντεῦθεν ἔτλης καὶ τόκον τε καὶ πότμον·

κἀγὼ δὲ μισθὸν τῶν ἀφερτάτων πόνων

ἐν ἀγκάλαις κρατοῦσα νεκρόν σ’, ὦ Τέκνον,

θρηνῶ γε πικρῶς καὶ στένω καὶ δακρύω,

θρηνῶ, σοφιστὴν δ’ ἄλλον οὐκ ἐπάξομαι.

Πέπλοις δ’ Ἰωσήφ εὐπρεπῶς σ’ ἀμφιάσαι

ἕτοιμός ἐστι, πρὸς δὲ καὶ τεῦξαι τάφον

καὶ ξυγκενῶσαι μυρίων μύρων χλιδὴν,

ἣν Νικόδημος ἦλθεν εὐψύχως φέρων,

βαιὸν φιλοφρόνημα νεκροῖσιν φίλοις·

τί γὰρ τὸ κέρδος ἐκ μύρων τεθνηκόσι;

Τὰ δ’ ἐν νεκροῖσι φροντιεῖ Πατὴρ σέθεν,

οὓς πάντας αὐτὸς ὡς σκυλεύματ’ ἐξάγοις

οὓς οὓς καθεῖρξεν, οὓς συνήρπασε

κἄδδησεν ἐν δεσμοῖσι πανζόφου στέγης.

Μυστηρίων δὲ τῶνδ’ ἀπορρήτων φανὰς

ἔδειξε πατὴρ παῖδ’ ἀποσφάξας μόνον,

ἔφη τε μύστης αὐτανέψιος σέθεν.

μείζων ἁπάντων, ὡς ἔφης, θεηγόρων,

ὃν δῆμος ἐκδέδωκεν Ἑβραίων σφαγῇ,

σεμνὸν πολίτην κἀπὶ πλείστων ἄνδρ’ ἕνα

φανέντα φοῖβον, γυμνὸν, ἄσιτον, μόνον,

τροφῇ δ’ ἀμεμφεῖ πᾶσιν ἦν κεχρημένος,

ἐσθῆτα προστρόπαιον ἐγχλαινούμενος,

μόνοις δ’ ἀποτρόπαιον, οἷς πέμφιξ χλιδὴ,

αὐχμῶν, πινώδης, λυπρὸν ἀμπρεύων βίον,

ᾗχι ξυνοικεῖ δαψιλὴς ἐρημία,

ῥείθροισιν ὠκὺς ἔνθ’ Ἰορδάνης ῥέει,

ὡς τῆς ταφῆς ἔδειξε φανὰς αἰσίας

τρισημερεύσας ἐν βυθῷ θεοπρόπος.

Καὶ ταῦτα μανθάνουσα τέρψιν ἐμφέρω,

καραδοκοῦσα καὶ ταφῆς ἰδεῖν τέλος.

Οὕτως ἄρ’ ἔτλης, Τέκνον, ἤδη τὸν μόρον,

κἀκεῖνα τῶν νῦν δραμάτων αἴτιά σοι,

σπεύσαντι θανεῖν κάπικουρῆσαι βροτοῖς.

Ἀλλ᾿ οὐκ Ἰούδας οὐδ’ ὁ τάλας Πιλάτος

διπλῆν δίκην φύγωσιν, ἀλλὰ σφᾶς τίσει

ἔκδικον ὄμμα Πατρός ἀμυντήριον

πόλιν τε πᾶσαν καὶ στρατὸν μιαιφόνον.

Ἔδρας ἔδρασας, μὴ δόκει λεληθέναι,

Πόντιε, δίκης ὄμμα πανδερκέστατον,

κἂν χεῖρας ἀπένιζες ὡς ἔξω φόνου,

ὡς χὠ προδοὺς ἔρριψε μισθὸν τοῦ φόνου,

ᾧπερ δέον μὲν ἐν δέρῃ θεῖναι ξίφος,

δέον δὲ λυγρὸν αὐχέν’ ἐνθεῖναι βρόχοις

ἢ κύμασι γλαυκοῖς ἀφανίσαι δέμας

ῥίψαντι πρὸς θάλασσαν ἰχθύσιν βοράν·

εἰ μὲν γὰρ ἁπλῶς ἄνδρ’ ἐπώλησας, τάλαν,

στρέφω γὰρ εἰς σὲ τὸ πρόσωπον τοῦ λόγου,)

εἰ μέν τιν’ ἐξέδωκας ἄλλον εἰς φόνον,

νόμῳ πολιτῶν συμφορὰν ὑπέσχες ἄν·

νῦν δ’, ὅς σε πολλῶν ἠξίωσε χαρίτων

ῥύστης τε παντὸς ἧκε Πατρόθεν γένους,

πέπρακας, ἐκδέδωκας εἰς φόνον φθόνῳ·

καὶ τίσιν οἵαν σ’ οὐχ ὑποστῆναι θέμις;

Ἤδη κέκριται παντάδικος ἐνδίκως

μύστης ὁ παγκάκιστος ἐκδοὺς Δεσπότην·

ὦπτο κρεμαστοῖς ἐν βρόχοις ἠρτημένος,

βρόχων δὲ θᾶσσον ὑψόθεν χαμαιριφὴς

πίπτει πρὸς οὖδας μυρίοις οἰμώγμασι·

κακοῦ γὰρ ἐγγὺς ὢν ὁ τάλας οὐκ ἔγνω.

Εὖ γ’, εὖ κέκριται, καὶ κατώρθωται δίκη.

Ὠ Τέκνον, ὡς ἄρ’ ἔστι σὸς Πατὴρ μέγας,

ὀρθῶς ἀκούσας τῶν ἐμῶν κατευγμάτων.

Επαισεν αὐτὸν ῥόπτρον, ὡς προδόντα σε,

ἄπιστον, ἄθεον, παράνομον, ἄδικον·

κλέπτην γὰρ ὄντα καὶ Θεοῦ ῥάπτην φόνου

καὶ μὴ θέλοντ᾿ ἀπιστρέφειν πονηρίας

οὕτως ἔδει νιν τῷδε κατθανεῖν μόρῳ.

Ὄλοιτ᾿ ὄλοιτο πανδίκως κακεργάτης,

κέρδος μέγιστον τῆς ἐπιστοφῆς φυγών.

Ἔστιν Θεὸς τις, ἔστιν ἄλκιμος,

ἔστιν δὲ καὶ πρόνοια καὶ κρίσις Θεοῦ.

Ἀπέπιτυσ᾿ οὐδεὶς ἀσεβὴς Θεῷ φίλος.

Λάζυσθ’ ἄγοντες εἰς καινὸν λοιπὸν τάφον,

χωρεῖτε, θάπτετ’ Ὀλβίῳ τύμβῳ νεκρόν.

Ἔχει γὰρ, οἷα δεῖ γε, νερτέρων πέπλα,

βαιὸν παρηγόρημα τοῖς τεθνηκόσι.

Δοκῶ δὲ τοῖς θανοῦσι διαφέρειν βραχὺ,

εἰ πλουσίων τις τεύξεται κτερισμάτων·

κενὸς δὲ κόμπος ἐστὶ τῶν ζώντων τάδε.

κρύψατε γοῦν πρόσωπον ὡς τάχος πέπλοις,

ψαύσατε χερσὶ, θάψετ᾿ τάχει νέκυν,

τὸν κατθανόντ᾿ Ἄνακτ᾿ Ἰουδαίων ὕπο·

αἴρειν φοράδην τὸν νεόδμητον χρεών.

Ὠ Παῖ παναιτίου Θεοῦ, παντεργάτα,

τί γὰρ τελεῖται τοῖς βροτοῖς ἄνευ σέθεν;

τί δ’ οὐ θεόκραντόν γε τῶνδ’ ἔστιν,. Ἰώ·

ἰὼ ἰώ·

Βασιλεῦ, Βασιλεῦ, πῶς σε δακρύσω;

Θεέ μου, Θεέ μου, πῶς σε καλέσσω;

φρενὸς ἐκ φιλίας τί ποτ’ ἄρ’ ᾄσω;

κεῖσαι γὰρ ὑφάσμασι τοῖσδ᾿ εἱλιγμένος,

ὁ σπαργάνοις πρὶν έντεταργανωμένος.

Φέρ’, ὦ γεραιὲ, κρᾶτα τοῦ τρισολβίου

ὀρθῶς προσαρμόσωμεν, εὔτονον δὲ πᾶν

σῶμ’ ἐξακριβώσωμεν, εἰς ὅσον πάρα.

Ω φίλτατον πρόσωπον, ὠ νέα γένυς,

ἰδοὺ καλύπτρᾳ τῇδε σὴν κρύπτω κάραν·

τὰ δ’ αἱμόφυρτα καὶ κατηλοκισμένα

μέλη σὰ καὶ μέρη πέπλοις καινοῖς σκέπω,

πλευρὰν νυγεῖσαν πᾶσαν ᾑματωμένην.

Ναὶ πρὸς Θεοῦ, συνέρξατ’· ἐν δέοντι γὰρ,

ὡς ἐγγύς ἐστι νυκτὸς ἤδη καὶ κνέφας.

Ὀρθώσατ᾿ ἐκτείναντες ὀλβίαν δέρην·

μικρὸν τόδ’ οἰκούρημα φίλῳ Δεσπότῃ.

Κομίζετ᾿ ὡς ἰδοῦσ᾿ ἐν

ποῦ κείσεται Παῖς, κεῖσε θρηνοῦσα μενῶ.

ἕως τρίτον τρίτον λάμψειεν ἦμαρ γλυκύ μοι.

Ὠ πένθος οἷον οἷον ἐκράνθη, Τέκνον·

κοινὸν τόδ᾿ ἄχος πᾶσιν ἡγοῦμαι βροτοῖς,

κοινὸν τόδ’ ἄχος πάντας ἀέλπτως φθάνει·

φθάσοι δὲ καὶ πάγκοινον εἴθε χάρμα μοι·

Ἕπεσθέ μοι, φέρωμεν ὄλβιον βάρος,

ὃ πόλλ’ ἀνατλὰς μυρίοις αἰτήμασιν

ἔσχον, τόδ’ εὑρὼν Κοιράνου δωρήματι,

γυμνὸν, τρισύλῳ κείμενον ξύλῳ λαβών.

Φεῦ φεῦ, πρὸς αὐτοῦ τοῦδε φωτὸς, ἀτρέμας

χρωτὸς χεροῖν ἅπτεσθε τοῦ Θεοβρότου

καὶ πρόσφορ’ αἴρεθ’, ἕλκετ᾿ αὖτε ξύντονα·

ἰδοὺ γὰρ, ὡς ἔοικεν, ἐγγὺς καὶ τάφος.

Ὤμοι, γυναῖκες, γῆς Γαλιλαίας τέκνα,

ἤδη τέθειται καὶ καλύπτεται λίθῳ.

Δεῦτ᾿ κοῦραι, καὶ κατιδοῦσαι νέκυν

προσείπατ’ αὐτὸν καὶ προπέμψατε χθονὸς,

ὡς οὔποτ’ ἄλλον τοῦ γένους ῥύστην, ἰώ·

ὄψεσθε, καὶ μὴ ταῦτ᾿ Ἰουδαίοις

χωρεῖτε χωρεῖτ’· οὐκέτι βλέπειν φέρω

τάφῳ τεθέντα καὶ καλυφθέντ᾿ πέτρᾳ,

ὅς ἐκ πέτρας ἔβλυσεν ὕδωρ πατράσι

καὶ νῦν πέτρας ἔρρηξεν ᾐωρημένος

νεκρῶν τε τάφους ἠνέῳξε δυνάμει.

Στῶμεν δὲ μικρὸν, ὡς προσείπω τὸν νέκυν.

οἴχῃ, ποθεινὸν Τέκνον, εἰς ᾄδου δόμους,

κρύπτῃ δὲ κρύψιν, ἣν σὺ κρυβῆναι θέλεις,

ἥκων ἐς ἀΐδαο πανζόφου στέγην,

ᾄδῃ δὲ πικρότατον κέντρον ἐμβάλῃς·

οἴχῃ νεκρῶν κευθμῶνα καὶ σκότου πύλας,

θέλων φαειναί καὶ καταυγάσαι γένος

Ἀδὰμ ἀναστῆσαί τε πατέρα βροτῶν,

ὧν οὕνεκ’ εἶδος προσλαβὼν θνητὸν φέρεις,

ἥκεις τ᾿ ἐς ᾄδου τὸν βαθύγνοφον σκότον,

θανὼν πρὸς ἐχθρῶν, μητέρ’ ἀθλίαν λιπών·

ἡ δ’ εὐμένεια τοῦ Πατρός σ’ ἀποκτενεῖ,

ἣ τοῖσιν ἄλλοις γίνεται σωτηρία·

τό τ’ ἐσθλὸν ὡς εἰς πότμον ἦλθε σοὶ Πατρός

ὄδυρμα πικρὸν γῆ σε, Τέκνον. λαμβάνει,

ἥκοντ’ ἐς ἀΐδαο πανζόφου πύλας,

ᾄδῃ τὸ δριμύτατον ἐμβαλεῖν βέλος·

καὶ γὰρ αὐτῷ τῷδε κατέρχῃ μόνος,

λήψῃ δὲ νεκροὺς, οὐ σὺ ληφθήσῃ νεκροῖς,

ῥύσῃ τε πάντας, ὢν ἐλεύθερος μόνος·

μόνος γὰρ ἀνὴρ ταῦτα θαρρῶν ἱκάνεις,

μόνος σὺ φύσεως ὑπερκάμνεις βροτῶν.

Ἔσχον δ’ ἀγῶνες, οἵ σ’ ἔμιμνον, νῦν τέλος,

νίκην τε λοιπὸν κατ᾿ ἐναντίων ἔχεις,

ᾄδην, ὄφιν, θάνατον ἰσχυρῶς τρέπων.

Σοφὸς σοφὸς. σὺ, καὶ σοφῶς ἔτλης πότμον,

ὡς κοινὸν οἶτον σῷ καταβάλῃς μόρῳ,

κἀν τῇ χθονὶ στηρίζον ἐνθήσεις κλέος,

γῆς ἐξανίσχων καὶ φέρων σωτηρίαν,

εἰς συγγένειαν Πατρός ἀμείψας δέμας.

Αὖθις γὰρ ἔλθῃς κλεινὸς, ἁρπάσας γένος,

ὦναξ, Ἄναξ ἄφθιτε, σὺ Θεὸς μένων

μορφῇ τε σῇ συνῆψας ἀνέρος φύσιν·

καὶ νῦν ἐς ἀΐδαο κατέρχῃ δόμους,

σπεύδων φαειναί καὶ καταυγάσαι ζόφον.

Εὖ δ’, εὖγε λίπῃς τήνδε δυσμενῶν χθόνα,

εἰς ἥν γε πρῶτον ἧκες, Ἰσραὴλ δόμους,

ὀλωλότα πρόβατα ποιμᾶναι θέλων

καὶ συνθεσίας ἐκπερᾶναι πατράσι,

μορφῇ συνάψας τοῦ Θεοῦ βροτῶν φύσιν.

Σὲ γὰρ Πατὴρ γεννᾷ μὲν ἀρρεύστως ἀεί·

ἐγὼ δ’ ἔτικτον σ᾿ αὖθις ἁγνεύουσ᾿

μορφὴν λαβόντα πρὸς Θεοῦ βροτησίαν.

Ἀλλ’ ἐγγενεῖς σῆς μητρὸς, οὓς ἥκιστ᾿ ἐχρῆν,

θαυμαστὰ πολλὰ σφίσιν ἐξειργασμένον,

ἄρρητ’ ἀμυήτοισιν εἰδέναι βροτοῖς,

σωτῆρά σ’ οὐκ ἔφασκον ἐκφῦναι Θεοῦ,

ἀλλά με νυμφευθεῖσαν ἐκ θνητοῦ τινὸς

τεκεῖν σ’ ἐλήρουν καὶ γάμους ψευσαμένην

λέχους ἁμάρτημ’ ἐς Θεὸν μ᾿ ἀναφέρειν·

καὶ νῦν κτανεῖν σ’ ἔσπευσαν ἀνόμως φθόνῳ

ἐχθροῦ σοφίσμαθ’, ὧν νιν οὕνεκα κτανὼν

ἄλλων τε πάντων παγκάκων σοφισμάτων

παύσεις στροβοῦντα κόσμον ἐν σοφίσμασι,

καί μιν σιδηραῖς ἁρμόσας ἐν ἄρκυσι

στήσεις κακοῦργον τῆς κακουργίας, Τέκνον.

Σφᾶς δ’ αὖθις αὐτοὺς ἐκ χθονὸς τῆσδ’ ἐκβαλεῖς,

ἄλλοις δὲ δώσεις καὶ πόλιν τε καὶ κράτος,

ὡς συμβόλοις εἴρηκας ἤδη σοῖς φίλοις,

ἐν οἷς χορεύσεις καὶ καταστήσεις τὰ σὰ

μυστήρι’, ἵν᾿ ᾖς ἐμφανῶς Θεὸς βροτοῖς,

ὡς ἐν πόλῳ ξύμπασιν· ἐς δ’ ἄλλην χθόνα,

εὖ διαθεὶς τἀνθένδ’, ἀναστήσεις κράτος.

Δεῖ γὰρ πόλιν τήνδ’ ἐκμαθεῖν, κεἰ μὴ θέλει,

νῦν οὖσ’ ἀμαθὴς τῶν γε σῶν μυστηρίων,

ἄλλην τε πᾶσαν γηγενῶν παροικίαν,

ἣ θεομαχεῖ τὰ κατὰ σὲ σπονδῶν τ’ ἄπο

ὠθεῖ σ’, ἐν εὐχαῖς δ’ οὐδαμοῦ μνείαν ἔχει·

οὔπω γὰρ οἱ τάλανες ἔγνωσαν γόνον

ἥκοντα Πατρός ἐκ πόλου πρὸς γῆν κάτω.

Ὧν οὕνεκ᾿ αὐτοῖς δεῖξον, ὡς εἶ σὺ Θεὸς·

δείξεις δὲ πάντως· ἢν δ’ Ἰουδαίων γένος

ὀργῇ σὺν ὅπλοις ἐξάγειν χθονὸς θέλῃς

ἄρδην, ἐλάσεις Αὐσόνων στρατηλατῶν,

οὓς σφῶν ἀνάσσειν ᾑρετίσαντ᾿ ἀφρόνως,

σὴν δεσποτείαν ὡς ἀπηγορευκότες,

ἄνακτα τὸν Καίσαρ’ ἀνηγορευκότες.

Ποινὴν γὰρ ἀθρῶ σοῦ πότμου ζωηφόρου,

πῦρ ἐγγὺς οἴκων καὶ δόμων ἐρείπια

τεφρούμεν’ ἤδη, πυρὸς ἄσβεστον φλόγα,

ἀθάνατον Θεοῦ πόλιν πρὸς τήνδ’ ὕβριν.

Αἰνῶ κρίσιν, ἄβατον ἣ πέδον τόδε

τίθησι πᾶσι τοῖς φονευταῖς σου, Τέκνον,

ὃς τὰς Λυδῶν πανευκλεεῖς λιπὼν πόλεις

Φρυγῶν τε, Περσῶν ἡλιοβλήτους πλάκα;

Βάκτρια τείχη τήν τε δύσχειμον χθόνα

Μήδων παρελθὼν Ἀρράβων τ᾿ εὐδαίμονα,

ἔθνη τὰ μακρὰν ἐν σκότῳ βεβυσμένα,

πᾶσάν Ἀσίαν, ἣν παρ’ ἁλμυρὰν ἅλα

Ἕλλησι κεῖσθαι φασὶ βαρβάροις θ’ ὁμοῦ,

πλήρεις ἔχουσαν καλλιπυργώτους πόλεις,

ἐς τήνδε πρῶτον ἦλθες Ἑβραίων χθόνα,

ἥ σ’ ἐς τάφον τίθησιν ἐκ σφαγῆς νέκυν.

Ἰὼ, Θεοῦ μέλαθρα καὶ πόλις φίλα,

ὦ καλλίπυργον ἄστυ Δαυΐδου χθονὸς,

ὦ θαλάμευμα τῶν πάλαι θεοπρόπων,

θεοκτόνων σπήλαιον ὡς νῦν ἀνέφυς·

Πῶς σε στενάξω; πῶς σε θρηνήσω φόνου;

Ἀλλ’, ὦ λιποῦσαι Γαλιλαίας χωρίον,

ἐμὸς θίασος, ἃς συνεμπόρους ἐμοὶ

ἐκεῖθεν ἕλκει μυστίδας μυστηρίων

ὁ νῦν νέκυς, φεῦ, τῷ λάκῳ τεθειμένος,

ἐᾶτε τἀπιχώρι᾿ νεκρῷ μέλη,

λεπτοῖς δὲ θρήνοις νῦν μιν ἀνυμνήσατε,

ἔπειτ’ Ἄνακτα ζῶντ᾿ ἀνευφημήσετε,

ὡς ἔστιν ἐλπὶς ἀσφαλεστάτη δ’ ἐμοί.

χωρεῖτε χωρεῖτ’, οὐκέτ᾿ εἰμὶ προσβλέπειν

οἵα πρὸς αὐτοῦ καὶ τάφον καὶ τὸν λίθον.

Εἴχωμεν οὖν, εἴκωμεν, ὦ φίλαι κόραι·

ἴτ᾿ ἴτε, κἀπίωμεν ἡσύχῳ βάσει

εἰς δῶμ’, ἐν ᾧ θηλυγενὲς μένει γένος,

μήτηρ ὅπου μάλιστα Μάρκου Μαρία,

μύστην ὅπου θίασον οἶμαι συντρέχειν·

κἀκεῖ μενοῦμεν γλυκεροῦ φάους δρόμον·

ἢ μᾶλλον ἀπίωμεν εἰς παιδὸς νέου,

ὅν μοι τέθεικεν υἱὸν γἱός μοι μόνος.

Ναὶ καὶ δίκαιον τοῦτο, κοὐκ ἄλλως λέγεις·

ἐκεῖσε δεῖ, δέσποινα, νῦν ἀπιέναι,

ὥστ᾿ ἆσσον οὔσας τοῦ τάφου πάντα σκοπεῖν,

πᾶσαν δὲ τὴν αὔριον ἡσύχως ἔχειν

τῆς ἐντολῆς ἕκητι καὶ μένειν κνέφας,

κνέφας φαεινὸν τῆς τριτάτης ἡμέρας,

ὡς ἂν ἰοῦσαι λάθρα πληρώσητ’ ἔθος.

Ἴωμεν οὖν, ἴωμεν, εἴκωμεν τάφου,

πρὶν δυσμενῶν τις παριὼν καταλάβῃ.

Δείξω δὲ χῶρον, ἔνθα νυχεῦσαι δέον.

Ιδού σε, Τέκνον, καταλείπουσαι μόνον

ἄπιμεν, ᾗχι σταθμὰ θηλειῶν γένους,

πρὸς οἶκον υἱοῦ, τῷ με παρέθου, Τέκνον,

δέον μένειν πρὸς νάπος ἐγγὺς σοῦ τάφου.

Ὠ φίλτατ᾿ ἀνδρῶν, καὶ θανὼν ἐμοὶ δ’ ὅμως

τῶν φιλτάτων ἀεί γ’ ἀριθμήσῃ πολύ·

χαῖρ’· ὕστατόν σε νῦν ἐγὼ προσφθέγγομαι.

Γένεθλον ἐσθλὸν, οὐκ ἐν αἰνιγμοῖς φράσω,

ἀνὴρ ὅδ’ ἐστὶ καὶ Θεὸς Θεοῦ γόνος.

Σαφῶς γὰρ αὐτὸν τοῖσιν ἐξειργασμένοις

Θεὸν νομίζω, τοῦ δὲ θανάτου πέρι

σοφὴν πρόνοιαν αἰτιῶμαι καὶ κρίσιν,

δι’ ἧς ὁ πότμος τοῦ γένους λυθήσεται.

Αὐτός θ’ ὁ χαμαίσυρτος ἐχθρὸς τοῦ γένους

συντρίβεται νῦν, θανατοῦται, κτείνεται·

κτανεῖ γὰρ αὐτὸν κἀντιπορθήσει γένος

ὁ τῶν πόλων πάγκλυτος Ἰησοῦς Ἄναξ

ποινάς ἀδελφῶν καὶ πατρὸς πρώτου λάβῃ,

παλαιφάτου γέροντος, ὃς βροτῶν γένος

ἔσπειρεν ἐν γῇ, λείμακος ῥιφεὶς ἄπο

ἐξ ἀπάτης δράκοντος αἰολοσκόπου,

πόλει δὲ θήσει τῇ μακαριωτάτη.

Καὶ ταῦθ’ ὁ τοῦδε πότμος ἐξεργάζεται,

καὶ τῶνδ’ ἕκητι καὶ βροτὸς πέφηνέ πως,

φρικτῶν θ’ ὅδ’ ἀνὴρ θαυμάτων ὦπτο πλέως

ἐς τόνδε κόσμον, ὧν σὺ πόλλ’ οὐκ ἀγνοεῖς·

φανεὶς δ’ ἀνὴρ ἄριστος οἴχεται θανὼν,

αὖθις δ’ ἀναστὰς καὶ Θεὸς γνωσθήσεται.

Εἰ δ’ ἐν πόλοις ἦν, ἐσθλὸς ὢν ἐλάνθανε,

ταῖς στρατιαῖς ὑμνούμενος μόναις ἄνω,

σιγώμενον τε κῦδος εἶχεν ἐν πόλῳ.

Αἴτια ταῦτα τοῦ τόκου καὶ τοῦ πότμου·

τὸ πᾶν δ’ ἐρῶ σοι, τῶν βροτῶν σωτηρία.

Τοιγὰρ τέθνηκεν, ὧν ἐχρῆν ἥκισθ’ ὕπο,

εἰς δεσμά τ᾿ ἦλθε καὶ λόγους ἐμπαιγμάτων.

Τοιαῦτα λαὸς ὁ πρὶν ἠγαπημένος

εὐεργέτην ἔδρασε, θυμωθεὶς φθόνῳ·

καὶ ταῦτα μὲν πέπονθεν οὗτος οὐκ ἄκων,

ἃ δ᾿ αὐ παθεῖν δεῖ λαὸν, οὐ κρύψω κακά.

λίπῃ πόλισμα, βαρβάροις εἰκὼν, ἄκων,

δοῦλος, μέτοικος. Ἔστι γὰρ τὸ θέσφατον

εἰς πᾶσαν αἶαν βαρβάρων ἀποτρέχειν,

αίχμαῖς ἁλωτοὺς, πόλλ’ ἀνατλάντας κακά.

Ἀναιρέταις γὰρ πᾶσιν αὐδᾷ παγγενῆ

λιπεῖν πόλιν τήνδ’, ἀνοσίου μιάσματος

δίκας τίνοντας τῷδ’, ὃν ἔκτειναν φθόνῳ,

καὶ μηκέτ’ ἰδεῖν πατρίδ’· οὐ γὰρ εὐσεβὲς

μένειν φονευτὰς ἐν τάφοις νεκρουμένων.

Πόλεις δὲ πολλὰς εἰσαφίκωνται, ζυγὸν

δούλειον ἀνέλκοντες οἱ δυσδαίμονες,

αἰχμαῖς ἁλωτοί, χρησμὸς ὡς λέγει Θεοῦ,

πάντη διασπαρέντες, οὐ νόστον δ’ ἔτι

οἱ τάλανες σχήσουσιν οὐδ’ ἐπάνοδον,

ἀφ᾿ οὑ τάδ’ ἐκπέρσει γ’ ἀνηρίθμῳ στρατῷ

ἡγούμενος λόγχαισιν Αὐσόνων δράκων.

Ταῦτ’ οὐχὶ θνητοῦ πατρὸς ἐκγεγὼς ἔφη

εἰπών τις, ἐκ Θεοῦ δὲ, καθὼς ἄρ’ ὅδε

ὁ νῦν νέκυς εἴρηκε πάντ᾿ δυνάμει,

οὐδέν τι μαθὼν τῶν θεοπρόπων ἄπο,

αὐτοὺς δὲ μᾶλλον πάντα διδάξας τάδε.

Οὗτος δ’ ἃ μέλλει πήματ᾿ ἐκπλήσειν, φράσω,

ἀπεμπολητὴς αἰσχρὸς ἐξ ὀπαόνων.

Αὐτὸς μὲν εἶπας, ὡς μανεὶς ἄλγους ὕπο

βρόχοις κρεμαστοῖς ὑπέβαλε τὴν δέρην·

πεσὼν δ’ ἔπειτα δίχα λακίσει τάλας

ἴδῃ τε δεινὸν ἦμαρ· οὐδὲ παύσεται

κακῶν ὁ τλήμων οὐδὲ τὸν καταιβάτην

ᾄδην διαβὰς ἥσυχος γενήσεται,

στένων ἄληκτα καὶ βοῶν σφοδροῖς πόνοις,

καὶ νᾶμα πυρὸς τόνδε δ’ ὑποδέξεται.

Ὦ φίλος, ὡς εἰς δεινὰ φὴς ἐλθεῖν κακὰ

πάντας, κἄμ’ αὐτὸν συγγόνους τ᾿ ἄρδην ἐμούς·

κἀγὼ δ’ ὁ τλήμων βαρβάρους ἀφίξομαι;

ἢ ποῖ τράπωμαι πατρίδος πορθουμένης;

Ὦ πάμμεγ’ ἐμπνέουσα βαρβάροις ποτὲ

πόλις, τὸ κλεινὸν οὔνομ’ ἀφαιρῇ τάχα.

Χαῖρ’, ὦ μέλαθρον, χαῖρε, πατρῴα πόλις·

λίπω λίπω σε, δυστυχῶς δοῦλος γεγὼς,

αἰχμαῖς ἁλωτός· βαρβάρων δ’ ἴδω πέδον,

εἰ μὴ γέροντ᾿ ὄντα με προφθάσει πότμος,

ὃν εἴθ᾿ ἴδοιμι πατρίδος μένων πέδω·

συνῆκα γὰρ, θέσφατον ὡς οὕτως ἔχει.

Τὸ μὲν σὸν εὐδόκιμον, εὐσεβὲς γέρον·

ὁ δ’ ἐγγενής σοι λαὸς ἐκτίσει δίκην,

ὡς ἀξίαν μὲν λίαν, ἀλγεινὴν δ’ ὅμως·

αὐτὸς δ’ ἑαυτὸν αἰτιάσθω τῆς δίκης.

Οὐ γάρ τι λέξει πρὸς πρόφασιν, ὡς τάχα

οὐκ ἦλθεν, οὐκ ἤμυνεν οὐδ’ ἐπεστράφη,

εὐεργετῶν πάλαι τε καὶ νῦν εὐτρόπως.

Τίνας γὰρ οὐκ ἔστειλε κήρυκας πάλαι;

οἵων δὲ δώρων οὐκ ἔπλησε νιν ξένων,

ὃν ἐξαγαγὼν καὶ πικρᾶς τυραννίδος

ἐθνῶν ἄνακτ᾿ ἔθηκε πανσθένως μέγαν,

ὅτ᾿ ἀμφὶ Βασὰν τήν τ᾿ Ἀμορραίων χθόνα

ἐθνῶν ἀρίστοις ἐμπεσὼν κατὰ στόμα

ἔρρηξε πέλτην, τῷ δὲ δουλώσας στρατὸν

παρέσχεν· ὧνπερ λακτίσας πολλὴν χάριν

προὔδωκεν αὐτὸν εἰς φόνον μιαιφόνοις·

ὃς ὕστερον μὲν ἦλθεν, εἰς καιρὸν δ’ ὅμως·

θεοπρόποι γὰρ καὶ νόμος πολλοῖς χρόνοις

ἱδροῦντες, αἰχμάζοντες οὐχ εὗρον πέρας,

Χριστῷ δὲ φῶς ἒν ἡλίου καταρκέσει

ᾄδου δόμους πέρσαντι θἠτέρᾳ πάλιν

πρὸς γαῖαν ἐλθεῖν, συντεμόντ᾿ ἄλγη βροτῶν·

τῶν γὰρ ἕκητι πτωχικὴν λαβὼν στολὴν

εἴσεισιν ᾅδην· πολλὰ δὴ κεῖθεν σκῦλα

ἄρας φανεῖται νερτέρων ἐπίσκοπος

κτανών τε φρουροὺς καὶ παραστάτας πυλῶν

ἐκεῖθεν ἔλθῃ πᾶσί τε γνωσθήσεται

ἀρωγὸς, αὐτόριζος ὢν εὐεργέτης,

ὃν ἐγγενὴς ἔκτεινε λαὸς ἐν φθόνῳ.

Οἱ δ’ οὐδὲν αὐτῷ συγγενεῖς πεφυκότες

κτηθέντες αὐτῷ τοὶ μὲν ἐν χωστοῖς τάφοις,

οἵδ’ ἔν τ᾿ ὄρει τε καὶ σπέει καὶ γῆς βάθει

ψυχρὰν ἄησιν δίψιόν τε πῦρ Θεοῦ

μενοῦσι καρτεροῦντες, οὐκ ἐν δεμνίοις

οὐδ’ ἐν χιτῶσι τρυφεροῖς ἐγκείμενοι,

οὐδ’ ἐν ζαχρύσοις δώμασιν κοιμώμενοι,

τοὶ δ᾿ ἐν μαχαίραις καὶ σπάθῃ τε καὶ ξίφει

πίπτοντες ἐμφανοῦσι πίστιν ἀσφαλῆ,

οὐχ ἣν ὁ πράτης καὶ σφαγεῖς εὐεργέτου,

οὓς ἐκτῖσαι δίκαιόν ἐστι τὴν δίκην.

Σὲ δ’ ἐξαναστὰς εὐχερῶς ἐκρύσεται,

ὃν εὐπρεπῶς τέθεικας ἐν καινῷ τάφῳ,

καὶ μακάρων ἐς αἶαν ἐγκαθιδρύσει,

σάλπιγγος ἠχῇ νεκρέγερτον δεικνύων.

Δεῖ γάρ σε τὴν φονῶσαν ἐκλιπεῖν πόλιν

καὶ πραέων οἰκεῖν σε δάπεδον, μάκαρ,

θεὸν φανέντα, φθιτὸν ἀμείψαντα σε

πάχος βρότειον τ᾿ ἀποβαλόντα φθορᾶς,

ἣν ἐξ ἀπάτης ἔσχες, ὡς θνητὸς γεγώς.

Τῶνδ’ οὐδὲν ᾔδειν ἐκ λόγων θεοπρόπων,

Διδασκάλου δ’ ἔγνωκα τοῖς στέρνοις κλιθείς·

οὕτως ἔσεσθαι τοὺς Θεῷ φιλουμένους

ἐγὼ συνῆκα Δεσπότου στέρνοις πεσὼν,

ὥστ᾿ ἐξ ἀβύσσου πόλλ’ ἀπαντλήσας σοφά.

Σοφοῦ παρ’ ἀνδρὸς χρὴ σοφόν τι μανθάνειν.

Πέποιθας αὐτὸν δ’ αὖθις ἰδεῖν ἐν χθονί;

Πέποιθα· δείξει τοὐπιὸν σέλας Θεοῦ·

μίαν μόνην μεῖναί με δεῖ τὴν αὔριον.

Ἡμῖν μὲν ὡς μέγας τις ἥκων ἐκ Θεοῦ,

ἁπλῶς τε θανὼν, ὡς βροτὸς τυμβεύεται

ἐν σινδόσιν μύροις τε, μητρὸς ἐκ θνατᾶς

φανείς· τὸν ἐκ κείνης γὰρ ἦν θανεῖν χρεών.

Εἰ δ’ ὡς Θεὸς νῦν κυριεύσει καὶ μόρου,

ἔσται τολοιπὸν, ὡς Θεοῦ Παῖς καὶ μόνος,

ἅπασι σεπτὸς τοῖσιν εἰδόσιν Θεὸς·

πένθος δὲ βαιὸν ὄντι μητρὸς ἐκ θνατᾶς

κείσθω· τὸν ἐκ κείνης γὰρ ἦν θανεῖν χρέος.

Ἡμῖν μὲν οὕτως νῦν τετίμηται φίλος·

ὃς δ’ εἴ τι πράσσειν ὡς Θεὸς θέλων σθένει,

καιρὸς πάρεστι· φῶς γὰρ ἡμέρας τρίτης

οὐ μακράν ἐστι, καὶ τὸ πᾶν φανήσεται.

Πέποιθα πάβιν ημέραν έλευθέραν

ακτίνα την τρυταίαν ηλίου φέρειν.

Ἴδοιμ ἴδοιμι γλυκερόν τ' ἦμαρ τόδε·

εἴθ' εἴθε, φίλος, θαῦμα τοῦτ ίδοιμ' ἐγώ.

Νῦν δ' ἀπίωμεν, Νικόδημ' εὐεργάτα·

στείχωμεν ἡμεῖς, φίλε, κἀξαιτ;μεθα

ὑπέρ τε λαοῦ, καίπερ ὄντος ἀγρίου,

ὑπέρ τε πάτρης τὸν Θεὸν μηδὲν νέον

δρᾶν, κἄν ἕως πάρεσμεν ἄμφω τῷ βίῳ.

Καὶ σὺ δὲ, φίλε παρθένε, ξὺν παρθένῳ

πρὸς ταῦτα συνάρηξον ἡμῖν τοῖς φίλοις,

ναὶ καὶ σὺ συνάρηγε καὶ θρηνοῦσά περ,

δέσποινα, μῆτερ τοῦ διφυοῦς, ὡς λόγος

τοῦ παρθένου πείθει με μύστου σοῦ Τέκνου.

Ἄπιθι καὶ δύναμιν ἄγγελε βροτοῖς

σὺν Νικοδήμῳ νυκτέρῳ μύστῃ πάρος,

τανῦν δὲ σὺν σοὶ παμφανεστάτῳ φίλῳ.

χαίροντες ἴτε μήτι που πτοούμενοι.

Ὁ βίοτος γὰρ τῆς καλῆς ἡσυχίας

καὶ τῆς ἀκραιφνοῦς ἀγάπης καὶ φιλίας

τό τε φρονεῖν εὐ σωφρονεῖν τ’ ἐν τῷ βίῳ

τηρεῖ τὰ πάνθ’, ὡς ἀσάλευτα προσμένειν·

Θεὸς γὰρ οἶδε πάντα καὶ σοφῶς κρίνει.

Σύ τοί με πείθεις, σοῖς τε πιστεύω λόγοις

τάξιν τε τηρῶν εἶμ’ ἐλεύθερος φόβου.

Χώρει· μέλειν γὰρ πάντα οἱ δοκεῖ φίλων,

αὐτοί τ’ ἐπιγνώσεσθε τοὺς ἐμοὺς λόγους.

Ὑμεῖς δ’ ἕπεσθε νῦν, κόραι, σὺν μητρί μου,

ἕπεσθε, Χριστὸν καρδίαις ὡπλισμέναι

πτοούμεναί τε μηδὲν, ἀλλ’ ἕπεσθέ μοι ·

δείξω γὰρ οἶκον, ἔνθα νυχεῦσαι δέον.

Οὐκοῦν ὅδ’ ἐνδέξιος οἶκος· ἐνθάδε

τανῦν καταυλίσθητε· καὶ γὰρ εὐφρόνης

οὐ βραχὺ ταρῴχηκεν, ὡς ὁρῶ,

ἐγγὺς δ’ ἕως πάρεστιν, ἐκρέει κνέφας.

Ἰώ μοι· ἰώ·

ψυχῆς μελούσης, καρδίας παχνουμένης.

ὕπνος βλεφάροις τοῖς ἐμοῖς πῶς ἐμπέσῃ;

οἴμοι, Τέκνον μου, σῆς σφαγῆς πανταδίκου·

ὤμοι ταλαίνῃ δραμάτων ἀντιστρόφων·

οὐ γὰρ συνῳδὰ ταῦτα τοῖς ἠλπισμένοις,

κἂν συνᾴδωσι τοῖς προηγορευμένοις.

Ἔτλην μεγίστας συμφορὰς καὶ πρὶν, Τέκνον,

ἀρχῆς ἀπ’ ἄκρης σῶν ξένων γενεθλίων·

ἀλλ’ εἵπετ᾿ εὐθὺς συμφοραῖς θυμηδία,

σοῦ συμπαρόντος καὶ λύοντος ἀνίας·

νῦν δ’ ἄλγος ἀφέρτατον, οἴμοι, πῶς φέρω;

Τί γοῦν, τί δράσω νῦν παθοῦσ’ ἀμήχανα;

θέλξει δ’ ἕδραν ὄμματος ὕπνος πῶς ἄρα;

Ἄμμες μὲν, ὦ δέσποινα, χαμαιστρωτίᾳ

ἀνεκλίθημεν, σώμασιν παρειμέναι,

νέαι, παλαιαὶ, παρθένοι τ᾿ ἔτ᾿ ἄζυγες,

ἄλλαι πρὸς ἄλλων ἐρείσασαι Κᾶρας.

αἵδ’ ἐν παρειαῖς ὑποβαλοῦσαι χέρας,

καὶ βαιὸν ἡρπάσαμεν ὕπνου βραχύ τι·

σὺ δ’ οὐχ ὑπνώσας οὐδ’ ἀνέκλινας δέμας,

παννύχιον στένουσα κὠδυνημένη·

πάσῃ γὰρ ἄγρυπνον εὐφρόνῃ στρέφεις.

Ἕως τίνος μείνῃς δὲ προσκαθημένη

ἄυπνος, ὄμμα μηδόλως μύουσα σόν;

Ἠὼς, ἰδοὺ, πέφηνε, καὶ λεωφόρον

περιτρέχουσι δῆμος ἄνω καὶ κάτω·

γῆς τ’ ἀναδραμὼν ἥλιος φαεσφόρος

ἀκτῖνας ἐξίησι θερμαίνων χθόνα.

Υἱὸν τεθέντα νεκρὸν ἰδοῦσαν τάφῳ

οὐ δεῖ με θρηνεῖν καὶ στένειν καὶ δακρύειν,

ἕως ἴδοιμι ζῶντα πάλιν ἐκ τάφου;

ὕπνος δ’ ἄρα μου πῶς βλεφάροις ἐμπέσῃ;

Κἀγὼ μελούσῃ καρδίᾳ λήγουσ’ ὕπνου

κεῖμαι, πεδοστιβὴς γε χαμαιστρωτίᾳ

κοὔτ᾿ ἔβρισ᾿ οὔτ᾿ ἐκοίμισα, σφοδρῶν γόων

σῶν, παρθένε, κλύουσα καὶ στεναγμάτων.

Ἔγρεσθ᾿ ἔγρεσθε· τί, γυναῖκες, μέλλετε.,

ἔξιτ᾿ , ἄπιτε βαιὸν ὡς πρὸς τὴν πόλιν,

ὅσον προβαίνειν ἐντολὴ δίδωσί πως·

ἴσως τι μαθήσεσθε καὶ νεώτερον.

Πολλοὶ γὰρ ὑμᾶς ἀγνοοῦσι, κοὐ δέος

Καὶ μὴν ὀπαδῶν νῦν τιν’ εἰσορᾶν δοκῶ

σπουδῇ σκυθρωπὸν ἐνθάδ᾿ ἐφωρμημένον·

δοκεῖ δὲ καινῶν ἄγγελος μηνυμάτων.

Πη πη μολὼν εὕροιμ’ Ἰησοῦ μητέρα;

εἴπατέ μοι, γυναῖκες, εἴπερ ἴστε, μοι

σημήνατ᾿ · ἆρα τῶνδε δωμάτων ἔσω;

Ἥδ᾿ ἐντὸς, ἀθρεῖς, τῶνδε δωμάτων μένει.

Δέσποινα μῆτερ Μυσταγωγοῦ μοι φίλου,

καὶ νῦν μερίμνης ἄξιον φέρω λόγον

σοὶ καὶ μαθηταῖς καὶ γυναιξὶ σοὶ φίλαις.

Εἰς καιρὸν ἥκεις, καίπερ ἀγγέλων φόβον.

Τί δ’ ἐστί; μῶν τις συμφορὰ νεωτέρα;

Πολλὴ φάλαγξ ἔνοπλος εἰς τάφον μολεῖ,

τίνος δ’ ἕκητι, συμβαλεῖν σάφ’ οὐκ ἔχω,

ἥκω δ’ ἀκούσας οὐ τορῶς, φήμη δέ τις

λαοῖσιν ἐμπέπτωκεν, ὡς κατάσκοποι

ἥκουσι τάφου· χὠ μὲν οὐκ ἰδὼν λέγει,

ὅδ’ εἰσιδὼν μολοῦντας οὐκ ἔχει λέγειν,

ὃς δ’ εἰδέναι λέγων τι φράζειν οὐ θέλει.

Πλὴν εἱς τις εἰπε γραμματεῖς προσιέναι

καὶ ταῦτα πεῖσαι κοίρανον τῆσδε χθονὸς

πέμψαι φύλακας καὶ σφραγίσαι τὸν λίθον,

ὡς μὴ τάχα κλέψωσι μύσται τὸν νέκυν·

ὧν οὕνεκ᾿ ἦλθον πρὸς σὲ ταῦτ᾿ ἀπαγγέλων.

Ὠ ῥάπτα κακῶν τῶν ἀφερτάτων ἐμοὶ,

γραμματέων ὅμιλε καὶ πρεσβυτέρων·

ὠ τῆς φονώσης ἐργάτα τολμηρίας,

ὠ δραματουργὲ τοῦ φόνου τοῦ Δεσπότου,

ὡς συνιεὶς μὲν, οἶα τολμᾷς ἀφρόνως,

δέξῃ βέλος δριμύ τι κατὰ καρδίας,

πάνδεινον ἀλγῶν ἄλγος· ἢν δ’ ἄρ᾿ ἐς τέλος

ἐν τοῖσδε μείνῃς, οἷς τανῦν κακῶς μένεις,

οὐκ εὐπραγῶν δόξεις γε μὴ κακῶς ἔχειν

ἐξ ἀφροσύνης καὶ κακῆς ἀβουλίας·

γνοίης δ’ ὅμως ἔπειθ’, ὅτ’ οὐ κέρδος τί σοι.

!Πῶς γὰρ ἔσονται νεχροφῶρες οἱ μόγις

μιαιφόνους σφῶν χεῖρας ἐκπεφευγότες;

προσεγγίσαι πείσει δὲ τὶς σφᾶς τῷ τάφῳ,

οὕτω τρέσαντας καὶ λίαν πεφρικότας;

Ἄπιθ᾿ ἄπιθι καὶ φύλασσε τὸν τάφον,

ναὶ ναὶ, φάλαγξ, ἄπιθι κἀσφαλῶς βλέπε·

μάρτυς γὰρ ἴσως τῆς ἐγέρσεως ἔσῃ.

Ἄμμες δὲ, φίλαι, τῇδε μίμνωμεν πέλιν.

Ναὶ ναὶ μένωμεν ἡσύχως ἐν οἰκίᾳ

μηδ’ ἀπίωμεν ἐς τάφον νῦν Δεσπότου,

ἀλλ’ ἰέναι μείνωμεν εὐφρόνης κνέφας.

Καὶ μὴν ἰδοὺ, πρόεισιν ὄρφνης τὸ κνέφας.

Λοιπὸν μένωμεν ἡσύχως ἐκ φυλάκων.

Πῶς γάρ τις ὄρφνῃ δυσμενῶν ἀνὰ στρατὸν

ἐλθὼν μυρίσει τόνδ’ ἀκινδύνως μολών;

κατάσκοπον δὲ πρὸς τάφον μολεῖν ἔδει

τίν’ ἐξ ὀπαδῶν ἄγρυπνον Διδασκάλου·

ναὶ ναὶ προσήκει τίν᾿ ἀπιέναι τάχει·

κἂν μέν τινα κρυφαῖον οὐ γνοίη δόλον,

βῶμεν πρὸς ὄρθρον τύμβον ἐς ζωηφόρον·

δέμας νέκυος τοῦ μυρίσαι κατ᾿ ἔθος

ἐλευσόμεσθα· τήνδ’ ἔχω γνώμην ἐγώ.

Ἢν δ’ αὖ τιν’ ἐχθρῶν μηχανὴν

τῆς καλλιφεγγοῦς ἡμέρας τὴν ἀκτῖνα

σιγῇ μενοῦμεν, οὐδὲ χρεία μυρίσαι

τὸν κείμενον νῦν· οὐ γὰρ ὑπὸ γῆς ζόφον

φθορὰ κατασκήψει τις εἰς δέμας Λόγου,

οὔτ᾿ οὖν καθέξει ψυχὰν ᾅδης παμφάγος·

ἑκὼν γὰρ ἔτλη πότμον, οὐκ ὄφλημ’ ἔχων,

ἵνα κατειρχθῇ κατ’ ὀφειλὴν εἰς ζόφον.

Ἐξ ἀφθίτου γὰρ ἄφθιτον πεφυκότα

πῶς νιν φθερεῖ ταμίας ᾅδης νερτέρων;

ὃν καὶ λάφυρ’ ἐκεῖθεν ἑλκύσαι δοκῶ,

ὅσους βροτῶν καθεῖρξεν, οὓς ξυνήρπασε

κἄδδησεν ἐν δεσμοῖσι πανζόφου στέγης.

Ορθῶς· μολεῖν χρὴ πρῶτον εἰς κατασκοπήν·

πέμφ’ ὡς τάχιστα· νῦν γὰρ ἀσφαλῶς λέγεις·

σὺν σοὶ δέ μ’ ὄψει καρτεροῦσαν ἐς τέλος.

Τίς δῆτα φίλων, αἱ πάρεισιν ἐνθάδε,

τολμᾷ κατόπτις ἔννυχος τύμβῳ μολεῖν;

τίς ἂν γένοιτο νῦν ἐμὴ δ’ εὐεργέτις;

μύσται γὰρ οὐ πάρεισι τοῦ Διδασκάλου,

φεύγοντες ὁρμὴν ἄλογον μιαιφόνων.

Οὐ γὰρ ἴσως πνέουσι θυμοῦ καθ’ ὅλων·

περιφρονοῦσι καὶ γὰρ ἡμῶν τοῦ γένους,

μύστας δὲ διώκουσιν ἀλόγῳ θράσει.

Ἐγὼ πρὸς ὑμῶν τόνδε κίνδυνον θέλω

ῥίψασα κατόπτις σοροῦ θείου μολεῖν·

ἅπαντ’ ἐκεῖθεν ἐκμαθοῦσα δ’, ὡς ἔχει,

ἥξω πρὸς ὑμᾶς, πρὶν φάος μολεῖν χθόνα·

ἥξω δὲ θᾶττον. Τόνδ’ ὑφίσταμαι πόνον

ἕκητι πολλῶν, ὧν ἀπηλλάγην, κακῶν·

κἀντεῦθεν ἴσως εὐκλεέστερον δόμα

αὐτὸς παράσχῃ νεκρὸς, οὐ νεκρὸς δ’ ἐμοὶ.

Εὕδειν δοκεῖ δὲ καὶ μένειν μ’ ἔτι κνέφας.

Εὕδωμεν οὖν, εὕδωμεν· οὐ μακρὰν ἔως,

ἣν εἴθ᾿ ἴδοιμι τάχιον γε, Παντάναξ·

ἀτὰρ πρὸς ὄρθρον ἀπίω ταχυδρόμος·

ἴσως κἀδελφαῖς συντρεχούσαις ἐντύχω,

αἳ προσμένειν εἵλοντο καὶ βλέπειν τάφον·

πᾶσαι γὰρ ἠπείγοντο συμφώνως ἐμοὶ

ἐννυχίσαι νῦν πρὸς τὸ μυρίσαι νέκυν.

Ἄπιθ᾿ ἄπιθι· προδραμοῦσα τί μάθοις,

ἀνδρώαν εἰσφέρουσα τὴν τολμηρίαν;

Ἄμμες δ’ ἐφεψόμεσθα σὺν αὐτῇ Κόρῃ

ἄλλαι τε πολλαὶ Γαλιλαίας θρεμμάτων·

πάσας γὰρ οἶμαι συνδραμεῖν σοι πρὸς τάφον,

ἰδεῖν ποθούσας τέρμα τῶν ἠλπισμένων.

Μικρὸν δ’ ἐφυπνώσωμεν, ἠὼς οὐκ ἄπο.

Σφοδρῶς πονεῖν με χρὴ, πονοῦσαν δ’ ἄξιον

μισθὸν προαθρεῖν· παντὶ γὰρ προκείμενον

ἆθλον πρὸς ἔργῳ τὴν χάριν τίκτει διπλῆν,

ἣν πολλαπλῆν εἴληφα καὶ πάλιν λάβω.

Ναὶ καὶ δίκαιον τοῦτο, κοὐκ ἄλλως σκοπεῖς,

σύ τ᾿ εὖ παραινεῖς καὶ σὺ καιρίῳ,. λέγεις,

λέγεις δὲ μισθὸν καὶ χάριν, ὅσην ἔχεις,

προ τῶν λαβοῦσα, καὶ πάλιν λάβοις·

πλὴν οὐν τί μεῖζον τῶνδ’ ἀπαιτήσεις γέρας;

δώσει δ’ ὅμως σοὶ δῶρ’, ἃ καλλιστεύεται

τῶν νῦν ἐν ἀνθρώποισιν, οἶδ’ ἐγὼ, πολὺ,

μακαρία δ’ ἔπειτα κυρήσασ’ ἔσῃ.

Ἰδοὺ, τὸ σόν γε προσκοπουμένη δράμω·

πρώτη δ’ ἴδοιμι τὴν ἀνάστασιν, κόρη·

μισθὸν γὰρ αἰτῶ τῶν πόνων λαβεῖν τόδε·

ἀθρεῖς γὰρ, ἀθρεῖς τὴν ἐμὴν προθυμίαν.

Ὅρα, κατ᾿ ὄρφναν μὴ φύλαξιν ἐντύχῃς.

Φυλάξομαί τοι καὶ πόδ’ ἡσύχως βαλῶ.

Ἀλλ’ εὐτυχοίην καὶ τύχοιμι δ’, ὧν ἐρᾷς·

ἐρᾷς δὲ πάντως Υἱὸν ἰδέσθαι τάχει,

ὅπερ ποθοῦσα ῥιψοκινδύνως τρέχω.

Βάθ’ ὡς τάχιστ’, ἐμοὶ δὲ θᾶττον, ὧν ἐρῶ,

εὐάγγελος γένοιο, τυχεῖν ὡς ἔχω.

Εἴκω κελευσθεῖσ᾿ οὖσα γάρ μοι δεσπότις

οὐκ ἂν ἁμάρτοις τοῦδέ γ’, ἀλλὰ πείθομαι.

Ἐφέψομαι κἀγὼ δὲ σὺν σοὶ, Μαρία·

ἀλγῶ γὰρ, ἀλγῶ καὶ μένειν σοῦ κατόπιν.

Οὕτω μέλουσα πῶς ποτ’ οἴσω νῦν τλάμων;

Καὶ λοιπὸν ἀπίωμεν, ὦ φίλα κόρα·

σὲ γὰρ ἔχουσα σύνοδον χαίρω μέγα.

Αἵδ᾿ ὕπνον οὐ βάλωσιν ὀμμάτων ἄπο.

Ἔγρεσθ᾿ ἔγρεσθε· τί, γυναῖκες, μέλλετε;

γοργωπὸν ἕδραν τῶν βλεφάρων λύσατε.

Οὐ λεύσετ᾿ μηνάδος αἴγλην παμφαῆ;

ἀὼς πέλας, ἀὼς· ὅδ’ ἀστὴρ ἔγγιος,

θέλγει δ’ ἕδραν ὄμματος ἅδιστος γ’ ὕπνος·

ἅδιστος ἅδιστος γὰρ ἐν τοῖς βλεφάροις

ἐνδὺς ἔβα παχνουμέναις ταῖς καρδίαις.

Ἐγὼ μέλουσα καρδίᾳ παχνουμένη

ἄγρυπνον ὄμμα πᾶσαν ἀν’ ὄρφνην στρέφω.

Ἄμμες τάχει στείχωμεν, ὦ φίλα κόρα,

σφοδρᾷ μελήσει καρδίας δεδηγμένη.

Στείχωμεν οὐν τάχιστα τοῦ τύμβου πέλας·

αἵδ’ ἀποβαλοῦσαι τὸν ὕπνον ὀμμάτων

ἥξουσιν ὡς τάχιον ἡσύχῳ βάσει.

Ναὶ ναὶ τάχει στείχωμεν· εὖ δ’ εἴη τυχεῖν.

Πέποιθα πᾶσι δ’ ἡμέραν ἐλευθέραν

ἀκτῖνα τὴν στείχουσαν ἡλίου φέρειν.

Ἄπιμεν οὖν, ἄπιμεν· αἱ δὲ κατόπιν

νῦν ὠσὶν ἠχὴν ἠρέμα δεδεγμέναι,

οἶμαι, πελείας ὠκύτητ’ οὐχ ἥσσονες

ποδῶν δράμωσι συντόνοις ὁρμήμασιν·

αὖθις γὰρ ἀφίημι ῥαδινὴν ὄπα,

σαφῆ κελευσμὸν συντρέχειν πρὸς τὸν τάφον.

ὀρθαὶ δ’ ἰδού γε· θαῦμ’ ἰδεῖν εὐκοσμίας.

Αἲ αἴ·

Τέκνον, ποθεινὸν ἦμαρ ἰδοὺ τὸ τρίτον,

τριταῖον ἤδη φέγγος, ἐλπὶς σοῖς φίλοις.

Μὴ δὴ παρέλθοι, καὶ θανεῖν με ξυμφέρει.

Ὠ Τέκνον, ὡ φίλτατον, ω’

πότ’ ἄρ’ ἐγώ σ’ ἢ ποῦ σ’ ἡ παντλήμων ἴδω;

Ὠ Τέκνον, εἴθε τάχος ἔλθοις μοι φάους·

ἔλθοις νεκρῶν κευθμῶνα καὶ σκότου πύλας

λιπὼν, ἵν’ ᾄδης χωρὶς ᾤκισται φάους,

νῦν δ’ εἶδε φῶς μέγιστον ἐν σῇ καθόδῳ.

Ἔλθ’ ἐλθὲ, φάνηθι, προλαβὼν ἠοῦς σέλας.

Θεὸν Θεὸν σ’ ὀλύμπιον τὰ πάντ’ ἔχει.

Α ἄ

Εὐνὰς ἐρήμους τάσδε φυλάκων ὁρῶ.

Τί δῆτ’ ἂν εἴη; μῶν λόχος βέβηκέ πη;

Ἴσως ἐφ’ ἡμῖν μηχανὴν στήσων τινά ·

θρασὺς γὰρ ὄχλος, νῦν δ’, ἐπεὶ κρατεῖ. θρασύς.

Τί δῆτ’, ἀδελφὴ, δρῶμεν; οὐ γὰρ εὕρομεν.

ὡς ἠλπίσαμεν, ἐλπίδων δ’ ἡμάρτομεν.

Πείθου, πάλιν στείχωμεν· εὖ δ’ εἴη τυχεῖν

τὸν νεκρὸν αὐτὸν καρδίαις ὡπλισμέναις·

σώζει γὰρ αὐτὸν, ὅστις εὐφρόνως Θεῷ

ἀνατίθησι· καί γε νῦν βαδιστέον.

Ἄμμιν δὲ λίθον τίς ἄρ’ ἀποκυλίσει;

Ὀττοτοτοτοί·

Ἄναξ, Ἄναξ ἄφθιτε, τίς ὅδ’ ὁ κλόνος;

Πῶς δ’ ἐκκυλισθεὶς ἀθρόως ὦπται λίθος;

κενὸς δ’ ὁρᾶται καὶ τάφος τοὗ Δεσπότου.

Οὐκοῦν ἄπειμι καὶ φίλοις μύσταις ἐρῶ

ἄρσιν νέκυος, αὖ δ’ ὑποστρέψω τάχει·

εὕροιμι δ’ ὧδε σὺν γυναιξί σ’ αὖ, κόρη.

Εὖγ’ εὖγ’ ἐπανῆκες τάχιστα νῦν, φίλη·

ἐγὼ δὲ λίθον ἠρμένον βλέπουσ’ ἔτι

θαμβουμένη πέφρικα, πῶς ὧδ’ ἀθρόον

ὤφθη κυλισθείς τῆς θύρας πρὸ τοῦ τάφου.

Ἄ ἄ · σίγα σίγα.

Ὁ λαμπροπυρσόμορφος οὗτος τίς δ’ ἄρα,

ὃς καθύπερθεν ἕζεται νῦν τοῦ λίθου,

πανευπρεπὴς, ἐσθῆτι λευκῇ χαρίεις;

στίλβει γὰρ ὥσπερ ἁπαλὴ χιὼν νέα.

Ἰδοὺ δὲ καὶ φύλακες ὡς νεκροὶ κάτω.

Ὕμμες δὲ μὴ θροεῖσθε, μηδ’ ἔστω φόβος·

ζητούμενος γὰρ οὐκέτ’ ἐστὶν ἐν τάφῳ,

Ἄναξ Ἰησοῦς τῆτες ἐσταυρωμένος·

ὅδ’ οὐκέτ’ ἐστὶν ἐν τάφῳ νεκρὸς μένων,

ἀλλ’ ἐξεγερθεὶς εἰς Γαλιλαίαν τρέχει·

ὡς εἶπε, μύσταις ὀπτάνεσθαι νῖν θέλει.

Κενὸν δ’ ἰοῦσαι τὸν τόπον κατίδετε.

Ἄπιτε γοῦν, ἄπιτε καὶ ταῦτα σφίσιν

εἴπατε τρανῶς· πάντα γὰρ ἔγωγ’ ἔφην·

καὶ πάντα πᾶσιν εἴπατε ξὺν τῷ Πέτρῳ,

ὡς φροῦδος ᾅδης, Χριστὸς ἀνέστη τάφου,

τάφου δὲ λίθος εὐσθενῶς ἀπηλάθη·

φρουροί θ’ ἅϊδος θύρετρ’ ἀνεῖσαν φόβῳ

λελυμένοι, νεκροὶ δὲ πρὸς φάους χθόνα

σκιρτῶσι, σῶκον ἐκκαλούμενοι Θεὸν·

τῷ γ’ αὐτόματα δεσμὰ πάντ’ ἀπερράγη.

Ὠ καλλιφεγγὲς ἡλίου σέλας τόδε·

πέφθακεν, ὡς ἤλπιστο, τέρμα φροντίδων.

Πέπτωκεν ἐχθρὸς, Χριστὸς ἀνέστη τάφου.

Ἠοῦς παρούσης τίς ποτ’ ἄρ’ ἡδυτέρα;

τί δ’ ἂν ἐμοὶ γένοιτο χαριέστερον;

Πῆ γοῦν τὸν ᾄδην καμβαλὼν βαίνεις, Τέχνον;

πη πη δ’ ἐγώ σε καὶ πότ’ ἂν ἴδω, Τέκνον;

Ἔλθ’ ἐλθὲ καὶ φάνηθι μητρὶ σῇ τάχει.

ὄψει γε θᾶττον, ὡς ἐγᾦμαι, πλειόνων.

Ἀλλ’ ἀπίωμεν, ὡς ὁ λευχείμων ἔφη,

μύσταις φίλοις ἅπασι χάρμα μηνῦσαι.

Πρῶτον δ’ ἄπειμι πρὸς Πέτρον καὶ παρθένον,

εὐάγγελον φέρουσα βάξιν τοῖς φίλοις·

ὁ γὰρ φανεὶς εἴρηκεν εἰπεῖν καὶ Πέτρῳ.

Ἄπειμι γοῦν κένωσιν εἰπεῖν τοῦ τάφου

καὶ τὴν ὅρασιν τοῦ φανέντος καὶ λόγους·

οὗτοι δ’ ὅμως ἔδραμον ἰδεῖν τὸν τάφον,

οἶμαι δὲ πάντα σφᾶς θεωρῆσαι καλῶς.

Ἀλλ’ ὤ · τίν’ ἀθρῶ; Δεσπότην καινῇ θέᾳ;

Οὐκ οἶδ’ ἀκριβῶς· εἰκάσαι γε μὴν πάρα·

μορφῇ γὰρ οὔτι φαῦλον εἰσβαλεῖν τινά —

Χαίρετε.

Χαῖρ’, ἐσθλὸς ἐσθλοῦ Παῖ, βασιλεῦ παντάναξ,

ἔσχατον ἐχθρὸν συγκατασκάψας, πότμον.

Ἄναξ Ἄναξ ἄφθιτε, σὺ Θεὸς μέγας,

ποδῶν δὲ σῶν ἄμμιν δὸς ἅψασθαι φόβῳ ·

τοὺς γὰρ ἐπ’ οὐδας νῦν κυνοῦσαι πίτνομεν,

καταπλαγεῖσαι τῇ χαρᾷ καὶ τῷ φόβῳ.

Μὴ δὴ φοβεῖσθε, μηδ’ ὑμῖν ἔστω φόβος.

Ἄπιτε δ’, ἀγγείλατ’ ἀδελφοῖς μου τάχει

ἐς Γαλιλαίαν ἀφικέσθαι, καί μέ πως

ἐκεῖσε κατίδωσιν, ὡς ἔφην σφίσιν.

Ὠ φαιδρότης ἄρρητός ἡλίου βολῆς,

ὡς ἀνέτειλε χαρίεσσα νῦν ἕως·

ὠ λαμπρότης ἄφατος αὐγῆς ἀκτίνων,

ὠ χάρμα παγκόσμιον, ὦ θυμηδία,

ὠ τέρψις εὐφρόσυνος, ὦ γῆθος μέγα,

πῶς ἄν τις εἴπῃ, πῶς ἀπαγγείλῃ λόγῳ

ἐμῆς ἀγαλλίαμα τανῦν καρδίας;

Ἀλλ’ ἀπίωμεν, ὡς ὁ Δεσπότης ἔφη.

Ἐγγὺς ἰδοὺ, δέσποινα, φίλαι σοι κόραι

ἄλλαι τε πᾶσαι Γαλιλαίας θρεμμάτων

πρὸς τὸν τάφον τρέχουσι μυρίσαι νέκυν,

τὴν ἐξέγερσιν ἀγνοοῦσαι τοῦδ’ ἔτι.

Οὐκοῦν σὺν αὐταῖς βῶμεν αὖθις ἐς τάφον·

οὐ γὰρ κόρος τίς ἐστι θαυμαστὰ βλέπειν.

Ἡ γὰρ ποθοῦσα καρδία πάντ’ εἰδέναι

ἐν τοῖς ἀγητοῖς λίχνος οὖσ’ ἁλίσκεται

ἀθρεῖν τε ταῦτα συχνάκις λιχνεύεται.

Ἀλλ’ ὤ · τίς ἐστιν εὐπρεπὴς νεανίας,

ὃς λευκοχίτων δεξιοῖς ἵζει τάφου;

Θάμβος μ’ ἔχει βλέπουσαν ἀστραπὴν θέας.

Μὴ δὴ θροεῖσθε, μηδ’ ὑμῖν ἔστω φόβος.

Τὸν Ναζαρηνὸν, οἶδ’, Ἰησοῦν, ὦ κόραι,

ζητεῖθ’ · ὅδ’ ιὐκέτ’ ἐν τάφῳ μένων,

ἀλλ’ ἐξανέστη, καὶ κενὸς τόπος μένει.

Ἄπιτε γοῦν, εἴπατε μύσταις καὶ Πέτρῳ

ἐς Γαλιλαίαν σφίσιν ὀφθῆναι τάχει.

Ἐγὼ τρέμουσα καὶ φόβῳ κρατουμένη

πρὸς τὸν Πέτρον νῦν εἶμι καὶ λοιποὺς φίλους,

εὐάγγελον φέρουσα βάξιν καὶ πάλιν.

ὁ γὰρ φανεὶς ςἴρηκεν εἰπεῖν καὶ Πέτρῳ.

Άμμες δὲ θάμβει καταπλαγεῖσαι, κόραι ,

ἔκστασιν ἐκστᾶσαί τε τῇ καινῇ θέᾳ

φεύγωμεν ὡς τάχιστα μνημείου τρόμῳ,

σιγῇ φέρουσαι πᾶν ὅραμ’ ἄκουσμά τε,

καὶ μηδὲν ἐκφέρωμεν ὡς πρὸς μηδένα.

Μνήμαν ἔχουσαι τῶν λογοπράτου δόλων

φοβούμεναι τε τῶν βρόχων τὴν ἀγχόνην

νεκροπρεπές θ’ ὡς μνῆμα τόν γ’ αὐτοῦ τρόπον.

τὸ μυστικὸν παίξαντος ἐχθρῶν ἐς μέσον,

φύγωμεν, ἐξέλθωμεν ἐννοιῶν κάτω

καὶ δυσμενεῖ μὲν μηδὲν ἐξεγνωσμένων

εἴποιμεν ἄμμες, πλὴν φίλοις μύσταις μόνοις·

κακὸν γὰρ οὐδὲν οὐδενὶ, ξυνὸν δέ τι

πρὸς πανάληθες ἀγαθῶν ἀγγελμάτων·

καὶ ψεῦδος οὐδέν· ψεῦδος ἄμμιν δ’ οὐ φίλον,

νεκροφρόνων φρόνημα φυγούσαις καλῶς

καὶ παγκάλην ἔκστασιν ἐκστάσαις φόβῳ,

ᾧ πᾶς κακίας ἐκκλίνει θεοφρόνως.

Τοιοῦτον οὐδὲν οὐδενὶ φράζειν θέμις

ταῖς ἐξιούσαις, ὡς ἔφην, τῶν μνημάτων

μηδ’ ἐμφερούσαις μνημόσυνον εἰσέτι

νεκροπρεποῦς τρόπου γε τοῦ ζῶντος πέρι,

ἰσχημέναις φόβῳ τε καὶ πολλῷ τρόμῳ

ἐπιβλέποντος πρὸς τρέμοντ’ αὐτοῦ λόγους.

Οὕτως φύγοιμεν ἀπὸ μνημείου, κόραι,

ὡς μηδὲν εἰπεῖν μηδενὶ ξενοτρόπως.

κακοῦ γὰρ ὑπόστασις οὐκ ἔνεστί τις·

ὅθεν τὸ κακὸν οὐδὲν εἶναι μανθάνω,

καὶ τῷδε μηδὲν μυστικὸν θέμις λέγειν ·

πρὸς δυσμενῆ γὰρ μυστικὸν τίς ἐκρέρει;

Δοκεῖ δὲ καλῷ δυσμενὲς τοὐναντίον,

ὡς ἡμέρᾳ νὺξ καὶ σκότος πάλιν φάει,

ὡς ἀντίκειται ψεῦδος ἀληθεῖ λόγῳ.

Ἀλλ’ ἀπίωμεν θᾶττον ἐς μυστηπόλους,

εὐαγγέλιον χάρμα δηλοῦσαι φίλοις.

Ἀλλ’ ὤ · τίν’ ἀθρῶ νυκτὸς ἥκοντ’ ἐνθάδε;

Δέσποινα, μῆτερ Παιδὸς, οὐδέπων οὐδέπω

ἄλλην γυναῖκ’ ἔκλυον ἐκτεκεῖν ἐγώ.

Τίς εἶ σύ; συμφρονῶν; κατ’ εὐφρόνην τε γὰρ

ἀμβλῶπες αὐγαὶ, κοὔ σε γινώσκω τορῶς

Εὔνους ἀεί σοι καὶ σφαγέντι σου τέκνῳ,

τῶν θαυμασίων κἀγαθῆς φρενὸς χάριν.

Νέον τί δ’ ἀγγελεῖς; τί; τάχιστα φράσον.

Δέσποινα, χαῖρε· τοῦτό σοι πρῶτον λέγω·

πάγχαρτε, χαῖρε· τοῦδε γὰρ προοίμιον

κάλλιον οὐδεὶς οἶδε προσφωνεῖν βροτῶν·

ἀλλ’ οὐδὲν ἡσσον φέρω κεδνοὺς λόγους·

οἵαν γὰρ ἀγγελίαν ἥκω σοι φέρων·

Υἱὸν φανέντ’ ἄϊδος ἀγγελεῖς νέον;

Ἔγνως, λόγου δὲ δὶς τόσου μ’ ἐκούφισας·

ἤλυθε καὶ πάρεστιν, ὡς αἱρεῖ φάτις,

κἀν γῇ τὸν ᾄδην ἐκφυγὼν πορεύεται.

Τοιαῦτ’ ἐγὼ γὰρ ἀγγελεῖν ἐλήλυθα.

Ἄμμες μὲν ἴδμεν τοῦτο· σὺ δ’ οἶδας πόθεν;

ἄγ’ εἰπὲ, πῶς φής; πῶς λέγεις; οἶδας δὲ πῶς;

τί τ’ ἄρ’ ἐναργὲς τῶνδ’ ἐρεῖς τεκμήριον;

Στρατὸς φυλάκων πᾶσαν ἀν’ ὄρφνην μένων

καὶ τάφον ἀθρῶν ἀσφαλεῖ προθυμίᾳ

νῦν ἐννύχιος ἐν θορύβῳ συρρέων

πρὸς ἱερεῖς ἔδραμεν ἐν πολλῷ τρόμῳ,

νέαν δ’ ἔδοξε βάξιν ἐμφαίνειν φόβῳ ·

νυκτηγοροῦντές τ’ ἦσαν ὡς πεφρικότες.

Οὐκ εἰς κενὸν δ’ ἄρ’ ἡ φάλαγξ ὑπέτρεμε·

ἐγὼ δ’ ἔμαθον αἰτίαν παρ’ ἐλπίδα,

νύκτωρ κατ’ ἄστυ τειχέων εἴσω μολών ·

καὶ τήνδε μαθὼν ἧκον ἡσύχῳ βάσει,

στρατοῦ κατόπιν ἀκροώμενος λόγων.

Ὅδ’ εἶπεν οὕτως, ἐμφόβῳ τολμηρίᾳ

λαβραγορῶν ἅπαντα θάμβη τοῦ τάφου·

εἴρηκεν οὖν, εἴρηκε πρὸς πρεσβυτέρους

ἀρχιερεῖς τε, δραματουργοὺς τοῦ φόνου,

συνηγμένους τε καὶ σκοποῦντας τοῦ πέρι·

„Ὠ τὸν φρικώδη πότμον ἐξειργασμένε

γραμματέων ὅμιλε καὶ πρεσβυτέρων,

ἥκω φράσαι σοι καὶ πόλει πολλὰ ξένα,

ὡς καινὰ πάντα θαυμάτων δ’ ἐπάξια,

ἅπερ νέκυς δέδειχεν, οὗ νύκτωρ φύλαξ

ἐγὼ τέταγμαι, καὶ νῦν εἰσέτι τρέμω·

ὥστ’ παρῆσθα, τοῦτον, ὃν τάχ’ ὡς νέκυν

ἡμᾶς φυλάττειν ἐξέπεμψας τῷ τάφῳ,

εὐχαῖσιν ἂν μετῆλθες, εἰσορῶν ξένα.

Θέλω δ’ ἀκοῦσαι, πότερά σοι παρρησίᾳ

φράσω τἀκεῖθεν, ἢ λόγον στειλώμεθα.

ταρβῶ γὰρ εἰπεῖν τοὺς λόγους ἐναντίον

πρὸς τὸν τύραννον, τὸ φρενῶν πτήσσων τάχος

τό τ’ ὀξύθυμον καὶ τὸ λίαν ἠρμένον.“

Ταῦθ’ ἡ φάλαγξ ἔφησε πρὸς πρεσβυτέρους,

οἱ δὲ στραφέντες καθ’ ἑαυτοὺς τοιάδε

ἔλεξαν ἄμφω καὶ προσεῖπον ἀθλίως·

„Ἤδη τόδ’ ἐγγὺς ὥστε πῦρ ὑφάπτεται

ὕβρισμ’ Ἰησοῦ, νῦν φόβος θ’ ἡμῖν μέγας.

Ἀλλ’ οὐ μέλειν δεῖ, δεξιοῦσθαι δὲ στρατόν.“

Αὖ δὲ στραφέντες πρὸς φάλαγγ’ εἶπον τάδε·

„Ἄκουε, φάλαγξ, ὡς ἔχω γνώμης ἐγώ ·

ὅσ’ οὐ κατὰ γνώμην ἐρεῖν ἡμῶν ἔχεις,

κρύφθ’, ὡς ἀθῷος δι’ ἐμοῦ πάντων ἔσῃ,

ἐροῦσ’ ὀπαδοὺς τὸν νέκυν κλέψαι λάθρα·

δώσω δέ τοι καὶ δῶρ’, ἃ καλλιστεύεται·

οὐ γὰρ χρεὼν ἄνακτι ταῦτά σε φράσαι,

ἃ πρὸς κλέος ῥέπουσι τοῦ τεθαμμένου,

ἄμμιν δὲ κατήφειαν εἰσφέρουσί που

ὄχλου τε θυμὸν ὑπανάπτουσι σφόδρα

πάντων τ’ ἀγανάκτησιν εἰς ἡμᾶς ἄγει.“

Ἥδ’ ἀντέφησεν ἡ φάλαγξ τῶν φυλάκων·

„Ἐγὼ μὲν οὐκ ἐρῶ τι τῶν ἐγνωσμένων,

ἐπεὶ δοκεῖ σοι καί με ῥύεσθαι λέγεις,

πρὸς τὸν τύραννον· σοὶ δ’ ὅμως εἰρήσεται.

Ἀνὴρ ὅδ’ ἥσσων οὐδενὸς θεοῦ δοκεῖ,

ἐξ ὡν τε πρὶν πέπραχε καὶ νῦν θαυμάτων,

ὃς ἐξαναστὰς κειμένου λίθου τάφῳ

καὶ τῶν σφραγίδων ἐμμενουσῶν εἰσέτι

ἡμῶν τ’ ἀΰπνων ἐγκαθημένων κύκλῳ

τὰ πάντα κατηύγασεν, ἡμᾶς δὲ τρόμῳ

ὡσεὶ νεκροὺς τέθεικεν ἐξεστηκότας·

γῆς γεῖσσ’ ἐσαλεύθη γὰρ ἀσχέτῳ κλόνῳ.

αἴφνης δ’ ὁ λίθος ἐκκεκύλισται τάφου·

καὶ τοῦτο δ’, ὡς ἔοικεν, εἰσορᾶν ἔχῃ

συνιέναι τε πᾶς θεωρῶν τὸν τάφον·

ἐκ δ’ αἰθέρος φωνή τις, ὡς μὲν εἰκάσαι,

Θεὸς πατὴρ ἤχησεν ἐν βοῇ ξένῃ·

ταύτῃ θ’ ἅμ’ ἐβρόντησε, καὶ πρὸς τὸν πόλον

καὶ γαῖαν ἐστήριξε φῶς σεμνοῦ πυρός·

σίγησε δ’ αἰθὴρ, σίγα δ’ ὕλιμος νάπη

γύλλ’ εἴχε, καί ποθ’ οὐκ ἂν ἤκουσας ψόφον.

Τὸν ἄνδρα γοῦν τόνδ’, ὅστις ἐστὶν, ὦ φίλοι,

δέχεσθε κἂν νῦν· πάντα γὰρ δοκεῖ μέγας.

κἀκεῖνο φασὶν αὐτὸν, ὡς ἐγὼ κλύω,

τὴν παυσίκακον δωτίνην δοῦναι βροτοῖς, βροτοῖς,

καὶ τοῦδ’ ἄνευ μηδὲν καλόν τ’ εἶναι ποτὲ

μήτ’ αὖ γενέσθαι· κἂν ἀληθεύῃ λόγος,

θύοιμ’ ἂν αὐτῷ μᾶλλον ἢ θυμούμενος

πρὸς κέντρα λακτίζοιμι, θνητὸς ὢν θεῷ.“

Σὺ πόλλ’ ὑπνώσας καὶ λαλεῖς ὀνείρατα.

Ἔκλεψαν, ὡς ὑπνώσας, μύσται τὸν νέκυν,

καὶ τοῦτο πρὸς τύραννον εἰπὲ καὶ μόνον,

ὃ δ’ οὐ καταθύμιον ἡμῖν, σὺ σίγα·

σιγῶν δὲ τοῦτο δεξιώσεις νῦν λάβῃς·

ἢ γοῦν ἑκόντες ἐπράσατε τὸν νέκυν,

κέν μὴ σιγήσῃς, τοῦτο τύραννος μάθῃ.

Πείθῃ μὲν οὐδὲν τῶν ἐμῶν κλύειν λόγων·

ἐγὼ δὲ, καίπερ πρὸς σέθεν κακῶς κλύων,

οὐ φημὶ χρῆναι κατεπαίρεσθαί σ’ ἔτι,

ἀλλ’ ἡσυχάζειν· οὐ γὰρ ἂν ἀνέξεται.

Ὡς δ’ οὐδὲν ἐπράσαμεν, ἡ σφραγὶς τάφου

ἔδειξε σαφῶς, καὶ πρόφασιν οὐκ ἔχεις·

τηρουμένης γὰρ κειμένου τε τοῦ λίθου,

ὢ θαῦμα φρικτὸν, ἐξανέστη τοῦ τάφου.

Εα τὰ πολλὰ καὶ δέχου τὰς δωτίνας.

Ἐπείπερ οὐ πείθῃ σὺ τοῖς ἐμοῖς λόγοις,

ἔγωγε τοῖς σοῖς, ὡς λέγεις, πεισθήσομαι.

Σὺ δὲ σκόπει τὸ πῶς με τυράννου ῥύσῃ.

Μή σοι μέλησις τοῦδέ τις ἔστω πέρι·

πείσω γὰρ αὐτὸν νῦν φρονεῖν ἀδελφά σοι,

ὡς ἐγγενῆ σοι καὶ χθονὸς τῶν Αὐσόνων.

Ἀλλ’ ἀπίωμεν τάχιον· μή σοι δέος.

Ἐρεῖς δέ · Μύσται τοῦδε νυκτέρῳ ποδὶ ,

λαθόντες ὄμμα τοὐμὸν, ἦραν τὸν νέκυν.

Ἰώ μοι· ἰὼ, αἴ αἴ·

Τίς ἐστιν, ὃς θρηνῶν γοῶν τ’ ἔξω στένει;

Φάλαγξ φυλάκων τοῦ κατακρίτου νεκροῦ,

ἄναξ, πάρεστι καὶ φόβῳ πολλῷ στένει.

Εἰς καιρὸν ἥκει, καίπερ ἐμφαίνουσα τι·

τί γὰρ, τί θρηνοῦσ’ ἀλαλάζει καὶ στένει;

τίνος θ’ ἕκητι τὸν φόβον φέρει; λέγε.

Αὐτοὶ παρόντες τοὺς λόγους ποιησάτων.

Μύσται γὰρ, ἄναξ, τοῦδε νυκτέρῳ ποδὶ,

λαθόντες ὄμμα τοὐμὸν, ἦραν τὸν νέκυν.

Πῶς, ὦ μέγιστα πήματ’ ἐξειργασμένοι,

μύσται μολόντες εἰς τάφον γ’ εἰσίεσαν,

ὑμᾶς λαθόντες, καὶ νέκυν ἀφήρπασαν;

κοὔτ’ εἰσιόντας πρὸς τάφον συνήκατε,

οὔτ’ ἐξιόντας ; Τῶνδε τίς δώσει δίκην

πλὴν σοῦ; σὲ γὰρ φύλακά φημ’ εἶναι τάφου·

ὀφλεῖν τ’ ἔθηκας τοῖς βροτοῖς γέλωτά με,

πρὸς αἰσχύνῃ δὲ καὶ δίκην τίσω φόνου.

κλέπται σ’ ἔλαθον, ἐγγελῶντες πολλά μοι;

τίς γὰρ πρόφασις τοῦ νεκρὸν κλέψαι δέμας;

πῶς δ’ ἂν ἐτόλμων φυλάκων τόσων μέσον,

οὕς φασι καὶ φῶς λαμπάδων πυρὸς φέρειν,

(καὶ τῶνδ’ ἄνευ δὲ πανσέληνος νὺξ τρέχει,.

ἐλθεῖν τρέμοντας καὶ κυλῖσαι τὸν λίθον,

ὃν ἀπονητὶ στρατὸς οὐκ ἐθηχ’ ὅσος

τέθεικέ τε σφραγῖδας ἐκτὸς τοῦ λίθου

ἰλαδὸν ὑμῖν καὶ χορὸς πρεσβυτέρων

Οὐκ οἶδα μύστας, οὕς νέκυν κλέψαι λέγεις·

σὺ τοῦτ’ ἔδρασας· οὐδὲν ἂν δεξαίμεθα·

γνώμην δ’ ἀφαιρῇ τὴν ἐμὴν, κλέπτων λόγους.

Ἀλλ’ οὖν μακροῦ σοι καὶ σφοδροῦ δέει λόγου,

ὅτῳ με πείσεις μὴ λέγειν ψευδηγόρως.

Οὐ γὰρ μένουσι τῆς ἀληθείας λόγοι,

ἀλλὰ τρέπουσι τοὺς λόγους βουλεύματα,

οὐδ’ ἐμμένουσιν οἱ λόγοι βουλεύμασιν.

Ὀρθῶς, ἄναξ, εἴρηκας, ὡς τὸ δρᾶμ’ ἔχει·

ἐγὼ γὰρ ὄμμ’ ἄγρυπνον εἶχον εὐφρόνῃ

κοὔτ’ ἔβρισ’ οὔτ’ ἐκοίμισ’, οὐ νὴ σὴν ιάραν,

εἶδόν τε πάντα καὶ δραμὼν ἦλθον λέγων.

Κἀγὼ μὲν ἦν πρόθυμος ἔννυχος δραμεῖν

καὶ σοὶ τὸ πᾶν εἰπεῖν τε καὶ φυγεῖν δίκην·

ἀλλ’ οἱ σοφοί γε καὶ τὸ θεῖον εἰδότες

μεῖναί μ’ ἔπεισαν ἡμέρας λαμπρὸν φάος·

οὐ γὰρ φαεννοὶ με ξυνέσχον ἡλίου

λαμπτῆρες, ἀλλ’ ἔδραμον ἐς σφᾶς αὐτίκα

καὶ σφίσιν εἷπον πᾶν ὅραμ’ ἄκουσμά τε·

οἵδ’ οὐ μένουσι τοῖς ἐμοῖς ὀρθῶς λόγοις.

Δέδοικα, φάλαγξ, μὴ μάτην ψευδηγορῇς·

μύσται γὰρ ἢν ἔκλεψαν, οὐκ ἴσμεν τορῶς·

καὶ γὰρ ὕποπτόν ἐστι κάρτ’ ἐμῇ φρενί·

τί γὰρ ἐναργὲς τοῦδ’ ἐρεῖς τεκμήριον;

Ἄναξ, ταχύνεις, πρὶν μαθεῖν τὸ δρώμενον.

Ὁ κλὼψ ἐν ὄρφνῃ παντὶ πάμμεγα σθένει.

Ἀλλ’ ὡς τάχιστα χρὴ παραγγέλλειν στρατῷ,

ὡς ἄν τις αὐτῶν καὶ ταχύπους τυγχάνων

φάλαγγ’ ὑπερβὰς νυκτὸς ἐν καταστάσει,

ὡς ἐν βρόχοισι δέσμιος λελημμένος,

πληγαῖς χαραχθεὶς, ἐκμάθῃ τὸ πρακτέον.

Ἀἰσχρὸν γὰρ ἡμῖν καὶ πρὸς αἰσχύνῃ κακὸν,

Θεοῦ διδόντος, ἀνιῶντας ἀπόνως

λαθεῖν ἐᾶσαι δρᾶμα δράσαντας τόσον.

Οὐκ οἶδα τοὺς σοὺς οὓς νεκροῦ φῶρας λέγεις,

οὐκ οἶδ᾿· ὕποπτόν ἐστιν, ὕποπτόν γ’

Πῶς γὰρ ἂν οἱ φεύγοντες ἔκλεψαν νέκυν,

ὃν ζῶντα κατέλιπον ἐν πολλῷ φόβῳ;

Οὔτ’ οὐν φάλαγξ ὕπνωσεν ὕπνον ἐς τόσον

καὶ τῆς φυλακῆς τοῦ τάφου κατεφρόνει,

οὔθ’ οἵδε γ’ ἐξήμαρτον ἀτόλμῳ θράσει,

οὓς κατασεῖσαι καὶ θεραπαίνης ὄπα

ἔκλυον, ὥς μιν ἀπανήνασθαι φόβῳ.

Ο πάνθ’ ἑδραῖος, νῦν κλονῇ τῇ καρδία

καὶ ταῦτα κλύων πάνθ’ ὑποπτεύεις μάτην.

Εἴθ’ ἦσθ’ ἀνὴρ πρόβουλος, ὡς δράσαι χερί·

ἀλλ’ οὐ γὰρ αὐτὸς πάντα δύνασθαι βροτῶν

πέφυκεν, ἄλλῳ δ’ ἄλλο δίδοται γέρας,

σοὶ μὲν μάχεσθαι, τοῖσδε δ’ αὖ κρύπτ’ εἰδέναι·

ὃς νῦν πυρὸς λαμπτῆρας ἐξήρθης κλύων

κλέψαι τ’ ἀπιστεῖς τοὺς ὀπαδοὺς τὸν πλάνον.

Ἁπλοῦς ἐπ’ ἐχθροῖς μῦθος ὁπλίζειν χέρα.

Στράτον σὺ κλέψας κἀμὲ πειρᾷ συστρέφειν.

Σὺ πάντ’ ἔδρασας· καὶ τὰ λοιπὰ σὺ σκόπει.

Σὺ γοῦν νόμιζε ταῦτ’, ἐπείπερ σοι δοκεῖ,

πράττειν ἔχοντι καὶ λέγειν μέγα σθένος.

Τοιαῦτα μαθὼν ἀνόμων τολμήματα,

τὴν νεχρέγερσιν κατορυσσόντων δόλῳ,

ἔδραμον, ὦ δέσποινα, νῦν σοι μηνῦσαι.

Μὴ γοῦν ἀπίστει· πάντ’ ἀληθῶς γὰρ κλύεις,

καὶ πᾶσαν οἶμαι τὴν πόλιν φάμαν φέρειν.

κουστωδίας γάρ τινες ἐκφέρουσι που

καὶ θαῦμα κηρύττουσιν ἐν μυστηρίοις·

ἥξουσί σοι πολλοὶ δὲ, καὶ τὸ πᾶν μάθῃς·

θᾶττον γὰρ αὐτὸς ἄγγελος μηνυμάτων

ἔδραμον ἐλθεῖν γηθοσύνῃ καρδίας

καί σοι κομίσαι χάρμα καὶ θυμηδίαν.

Εἰς καιρὸν ἥκεις, καὶ χάρις σοι κείσεται·

εἰς καιρὸν ἥκεις, καίπερ ἀγγέλων ἄτην

αὐτῶν γε μᾶλλον ἀνόμων πρεσβυτέρων,

ψευδῆ τε καὶ μάταιά τ’ ἐννοουμένων.

Πῶς γὰρ ἂν εἶρξε τάφος ἢ σφραγὶς λίθου

ἢ φυλάκων φάλαγξ τις ἀλήπτου Λόγου

εἰς συγγένειαν Πατρός ἀμειφθὲν δέμας;

ὃ καὶ πρὶν ὦπτο βαῖνον ὑγρὰν ὡς πέδον,

τὸν αὐτόριζον, αὐτοπλάστην Δεσπότην

φέρον φέροντα τὸν φέροντα πᾶν κράτει,

ὃς κλεῖθρα παρθένια μηδαμῶς λύσας

ἐξῆλθεν, ἀνέτειλεν ἐνθέω σθένει ·

οὐ γὰρ κορείης ἅμμα διέλυσε πως.

Ἔτικτον αὐτὸν, οἶδα δ’, ὡς ἐγεινάμην.

Η φυλάκων φάλαγξ δὲ πῶς ἂν ᾔσθετο

τὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαθόντος ἀγγέλους;

πῶς ἐκ βροτείων αἱμάτων πλάττει δέμας;

πῶς σὰρξ πέφηνεν ὢν ἄσαρκος πρὶν Λόγος;

πῶς καὶ μένων ὅλος δὲ Πατρὶ πρὸς πόλον,

ὅλος τε παντὶ πρός τ’ ἐμὴν ἦν γαστέρα;

Ταῦτ’ ἐφρύαξαν ἱερεῖς μάτην φθόνῳ.

Ἡμεῖς δὲ, φίλαι, νῦν δράμωμεν πρὸς τάφον,

στείχωμεν ὡς τάχιστα πρὸς τύμβον πάλιν·

πάντ’ ἐξακριβώσωμεν ἀσφαλῶς ἔτι

καὶ πάντα δηλώσωμεν, ὡς ἔχει, φίλοις·

αὐτοί τε συνδραμόντες ὄψονται μάλα.

Καὶ μὴν ὁ Πέτρος σὺν Ἰωάννῃ φίλῳ,

θᾶττον δραμόντες πρὸς τάφον ζωηφόρον

καὶ πάντ’ ἀκριβώσαντες, εἶπον τοῖς φίλοις,

ὡς Μαγδάλ’ εἶπε Μαρία πιστουμένη,

πρώτη δραμοῦσα, πάντ’ ἀπριβωσαμένη

καὶ τὴν κένωσιν μηνύσασα τοῦ τάφου.

Ναὶ ναὶ πρὸ πασῶν ἥδ’ ἔδραμεν ἐς τάφον,

ἐγώ τε ταύτῃ ξυνέδραμον αὐτίκα,

καὶ τὴν κένωσιν εἴδομεν πρὶν τοῦ τάφου,

ἄρσιν τ’ ἔδοξε τήνδε νεκροῦ φιλτάτου

καὶ πρὸς τόπον σώματος ἄλλον που θέσιν.

Ἀλλ’ εὐθέως ἔγνωμεν, ὡς τὸ πρᾶγμ’ ἔχει,

καὶ τοῦτο μύσταις Μαρία δραμοῦσ’ ἔφη·

Πέτρος δ’ ἀναστὰς ἔδραμε πρὸς τὸν τάφον,

ξυνέδραμ’ αὐτίκα τε μύστης παρθένος

εἶδόν θ’, ἅτιν’ εἴρηκε Μαρία σφισιν.

Αὖ δ’ ἄμμες ἐλθεῖν κατόπιν γ’ ἐδράμομεν.

Ἐγγὺς δ’ ὅμως πάρεστιν ἥδ̓ ἡ Μαγδάλα,

φήσειέ τ’ αὐτὴ πᾶν ὅραμα δρᾶμα τε.

Τί φὴς, κόρη δέσποινα, χάρμα τοῦ γένους;

Ἅττα προϊδεῖν καὶ προειπεῖν τοῖς φίλοις

εἴρηκας αὐτὴ, ταῦτ’ ἀπαγγέλλω κόραις.

Οὕτως ἔχει, δέσποινα, καθάπερ λέγεις.

Οἶδας γὰρ, οἶδας τῷ τάφῳ με πρωΐσαι,

ὅσα τ’ ἔφην, ἔκλυες. Οὐ χρή μ’ αὖ λέγειν,

ἅπερ δραμοῦσα πρὸς πανόλβιον τάφον

σὺν σοὶ τὸ πρῶτον, εἶτα σὺν μύσταις δυοῖν,

κἀκεῖ δακρυχέουσα, παρισταμένη

ἀνιστόρησα κἀκριβωσάμην τρανῶς·

λευχειμονοῦντας τ’ εἶδον ἀγγέλους δύο,

ἄνω κάτω τε τοῦ τάφου καθημένους,

τὸν μὲν κεφαλῇ, τόνδε δ’ αὖ πρὸς τοὺς πόδας·

καὶ τούσδ’ ἀπαστράπτοντας ἰδοῦσ’ ἐνθέως

ἔστην καταπλαγεῖσα χαρᾷ καὶ φόβῳ·

εἶτ’ αὖ δι’ γῆρυν, οὐχ ἣν εἰκάσαι,

ἐδεξάμην γε καὶ μετεστράφην τρόμῳ·

αὐτίκα δ’ ἀθρῶ Χριστὸν ἐν καινῇ θέᾳ·

μορφῇ γὰρ οὔτι φαῦλον εἰσβαλεῖν ἔφην,

πίτνω τε πρὸς γῆν καὶ ποδῶν ἐφηπτόμην·

ὅδ’ ἀπέπεμπε καὶ φίλοις ἔπεμπέ με·

καὶ τοῦδ’ ἀκούσασ’, ὧν ἐφιέμην μαθεῖν,

ὡς πρὸς πόλον γ’ ἄνεισι καὶ τὸν Πατέρα·

οὔπω δ’ ἀναβέβηκεν, ὡς ἔφη, τέως,

ἐν γῇ μένων δὲ πρὸς Γαλιλαίαν φίλους,

ὡς σφίσιν εἶπε, προφθάνειν καὶ προσμένειν·

μύσταις ἅπαντα ταῦτα τοῖς φίλοις ἔφην.

Οἵδ’ οὐδὲν ἡγήσαντο τοὺς ἐμοὺς λόγους,

ἀλλ’ ἦλθον αὐτοὶ πρὸς τάφον ταχυδρόμοι

εἶδόν θ’, ἅπερ γ’ ἔκλυες· οὐ χρή τ’ αὐ λέγειν,

ἅτε ξυνούσης καὶ σέθεν πρὸ βραχέος

ἔκλυον ἱστόρησα τ’, οἶδας παγκάλως.

Τὰ πρὶν γὰρ ἀκούσασα σὺν φίλαις κόραις

θάμβει καταπλαγεῖσ’ ἐμοὶ ξυνιέναι

ξὺν δυσὶν ἄλλαις Μαρτίαις φιλουμέυαις

ἔδραμες ἰδεῖν, ἅπερ ἔκλυες πάρος.

εἶδές τε πάντα καὶ σὸν Υἱὸν, ὡς ἔδει.

Εγὼ δὲ κλύω καὶ φίλων ἄλλους δύο

νῦν, ἀπιόντας ὡς πρὸς ἀγρὸν, τόνδ’ ἰδεῖν

καὶ πάντα μαθεῖν, ὧν μαθεῖν εἶχον πόθου.

οἱ καὶ τρέχουσι τοῖς φίλοις εἰρηκέναι·

κἀκεῖσ’ ἐπελθεῖν θᾶττον ἡμᾶς νῦν δέον·

ἴσως ἴδωμεν αὖτε καὶ τὸν Δεσπότην.

Ιδοὺ γὰρ ἤδη καὶ κνέφας τῆς ἑσπέρας·

δράμωμεν οὖν, δράμωμεν, ᾗχι τοὺς φίλους

τὸ νυκτερινὸν συνάγειν οἶμαι κνέφας.

Ἰδοὺ κατειλήφαμεν οἶκον Μαρίας,

ὅποι παρεῖναι καὶ φίλους μύστας κλύω,

ἐντὸς πυλῶν μένοντας ἐγκεκλεισμένους,

πάντως τρέμοντας τοὺς μιαιφόνους ἔτι·

καὶ κλεῖθρα πυλῶν ἠσφαλισμένα μένει.

Πῶς δ’ εἰσίωμεν τῶν θυρῶν κεκλεισμένων;

Ἤδη δ’ ἔκλυεν ὑπανοίγει τ’ ἠρέμα

Μαρία φίλη, συγκαλεῖ τ’ εἰσιέναι.

Ἀλλ’ εἰσίωμεν ἡσύχῳ ποδὸς βάσει,

ὡς μὴ θορυβήσωμεν ἐμφόβους φίλους.

Ἰδοὺ συνηθροίσθημεν ἕνδεκα φίλοις

ἄλλοις τε πᾶσι τοῖς συνιοῦσι σφίσιν·

αὖθις δὲ πύλας ἀσφαλίζει Μαρία.

Οὐκοῦν σίγα κλύωμεν αὐτοῦ Κλεόπα·

πάρεστι καὶ γὰρ, ὡς ὁρῶ, καὶ πόλλ’ ᾄδει

τὸν Δεσπότην φῆναί τε καὶ δράσαι σφίσιν,

ὅπως τέ μιν συνῆκαν ἄρτου τῇ κλάσει.

Ἄ ἄ· σίγα σίγα·

Ἕστηκεν ἰδοὺ Δεσπότης θυρῶν ἔσω·

ὄντως μεγίστου θαύματος τόδ’ ἄξιον.

Πῶς πῶς πάρεστι τῶν θυρῶν κεκλεισμένων;

τάχ’ ὡς ἀνέστη καὶ τάφου κεκλεισμένου

καὶ πρὶν προῆλθεν ἐκ πυλῶν τῆς παρθένου,

ἄλυτα τηρῶν κλεῖθρα μητρὸς πανάγνου.

Εἰρήνη ὑμῖν.

Τί δὴ θροεῖσθε; χεῖρας ἰδοὺ καὶ πόδας

αὐτήν τε πλευρὰν τὴν ἐμὴν νενυγμένην

τρανῶς ἰδόντες γνῶτε μ’, ὡς ἐγὼ πάλιν

εἴμ’ αὐτός· οὐ γὰρ πνεῦμα σάρκα πως ἔχει,

οὐδ’ ὀστέα ξύνεστι τῷ πνεύματί που,

καθάπερ αὐτὸν νῦν ὁρᾶτ’ ἔχοντά με,

καὶ ψηλαφήσαντές μ’ ἴδηθ’, ὡς πάντ’ ἔχω.

Καθὼς δ’ ὁ Πατὴρ ἐνθάδ’ ἀπέσταλκε με.

οὕτως ὑμᾶς πρὸς κόσμον ἐκπέμπω κἀγὼ

καὶ Πνεῦμ᾿ ἅγιον ἐμπνέω φίλοις ὑμῖν,

ὅπερ λαβόντες παντὶ κηρύξατε με

σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι τῷ παναγίῳ.

Ἄπιτε γοῦν, ἄπιτε, κήρυκες φίλοι,

ᾄσατ’ ἐπινίκι’ ἀνὰ πᾶσαν χθόνα

καὶ βασιλείους ἀμφιδραμόντες δόμους

ἐρεῖτε, Δαυΐδου πόλις πᾶσ’ ὡς ἴδη

σωτήριον τάχιστ’ ἐκ τάφου.

Ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἐν πάσῃ χθονί·

σώσει δ’ ἑαυτὸν, ὃς λόγον δεδεγμένος

ἀσπάσεται βάπτισμα, ῥύσιον λύθρου·

ὃς δ’ ἀποδιώξειε τοὺς ὑμῶν λόγους,

ὅδ’ ὡς ἄπιστος ἐμπέσῃ κατακρίσει.

Ἐφ’ ᾧ δίδωμι Πνεύματος θείου χάριν·

οὗ δ’ ἂν λύσητε δεσμὸν ἀμπλακημάτων,

καὶ δεσμόλυτος εὑρεθήσεται τότε·

οὗ δ’ ἂν κρατῆτε δεσμὸν αμαρτημάτων,

δεσμοῖς ἀλύτοις κεκρατημένος μενεῖ.

τοιῶνδε δεσμῶν ἀλύτων με, παντάναξ,

ὁ δεσμολύτης αὐτὸς ὢν, Σῶτερ, λῦσον,

οἷς, φεῦ· με κατέδησεν ἀπροσεξία

ἐχθρός θ’ ὁ πλάνος κατεβάρυνε φθόνῳ,

ὁρῶν με τῶν πρὶν ἀλύτων λελυμένον

τῇ πρὸς σὲ πίστει, δωρεᾷ φιλαγάθῳ.

Χαῖρ’, ἐσθλὸς ἐσθλοῦ Παῖ, βασιλεῦ παντάναξ,

τὸν ἀρχέκακον καταπατήσας ὄφιν,

ἔσχατον ἐχθρὸν καμβαλών τε τὸν πότμον,

οἷς μή μ’ ἐάσῃς κυριευθῆναι πάλιν.

Ἄναξ Ἄναξ ἄφθιτε, σὺ Θεὸς μέγας

κριτής τε πανένδικος ἔρχῃ με κρίνων·

πῶς γοῦν ἐγώ σε τῷ τότ’ ἀθρήσω, Λόγε;

ὄμμασι θ’ οἵοις ἀτενίσω σὸν θρόνον,

ἐμαυτὸν ἀνάξιον ἐνδείξας τάλας

πόλου τε καὶ γῆς σῆς τε δημιουργίας;

Ὁ δυσμενὴς ἥρπασε, κατήγαγε με

εἰς βόθρον, εἰς τάρταρον, εἰς χάος μέγα·

σφοδρῶς διώξας κατέλαβέ μ’ ὁ πλάνος,

ὅλον με κατέπτωσεν εἰς ᾄδου ζόφον.

Ἔλεε, Θεέ, νέμε χέρε, φέρε με

καὶ μή μ’ ἐάσῃς χάρμα τῷ βροτοκτόνῳ.

Σόν εἰμι πλάσμα, σύ με παίδευσον, Λόγε.

καὶ πλῆξον αὐτὸς φιλαγάθως ἐνθάδε

καὶ μὴ γεέννῃ παραπεμφθῆναι λίπῃς.

Ῥύσιε, λισσόμεσθά σ’, ἠδικήκαμεν

καὶ σῶμα καὶ ψυχή τε καὶ νοῦς ἀθλίως·

ἡμάρτομεν σοι πολλά τ’ ἠνομήσαμεν.

Ὄψ’ ἐμάθομεν, ὅτ’ ἐχρῆν, οὐκ εἰδότες,

κοὐδ’ ἔκτοτ’ ἐδράσαμεν, ἅπερ σοι φίλα.

Γινώσκομεν σφάλματα, σὺ δὲ παρόρα·

ἴδμεν δέ σ’ ὀργὰν οὐχ ὁμοιοῦσθαι βροτοῖς.

Οἴκτειρον, ὦ Σῶτερ, με μηδὲ ταῖς ἐμαῖς

ἀμπλακίαισιν ἀπολέσθαι καλλίπῃς.

Παῖς γὰρ ἐγὼ σὸς παῖς τε παιδίσκης σέθεν,

ἐμοῦ δ’ ἕκητι πότμον ὑπέστης, Λόγε,

καὶ δυσμενεῖ με χάρμα μὴ καταλίπῃς,

ῥάβδῳ δὲ σῇ παίδευε, πλὴν φιλαγάθως.

Πρέσβιν δέδεξο μητέρα σὴν, ὦ Λόγε,

σφᾶς δ’, οἷς ἔδωκας δεσμολύτιν σου χάριν.

Πότνια, πότνα, παμμάκαιρα Παρθένε,

σὺ μὲν μακάρων δάπεδον ναίεις, πόλον,

ἅπαν πάχος βρότειον ἀλλαξαμένη

ἀφθαρσίας τ’ ἄμφιον ἐστολισμένη

ἀεί τ’ ἀγήρως ὡς Θεὸς δ’ ἐγνωσμένη·

λόγοις δ’ ἐμοῖς ἄνωθεν εὐμενὴς ἕσο.

Ναὶ ναὶ, Κόρη πάγκλυτε, τοὺς λόγους δέχου·

μόνον γάρ ἐστι τοῦτό σοι βροτῶν γέρας,

ὡς τοῦ Λόγου σοι μητρὶ, κἂν ὑπὲρ λόγον.

Ὅθεν πεποιθώς σ’ ἐν λόγοις ἀμείβομαι

καί σοι στέφανον πλεκτὸν ἐξ ἀκηράτου

λειμῶνος, ὦ δέσποινα, κοσμήσας φέρω,

ἀνθ’ ὧν με πολλῶν ἠξίωσας χαρίτων

ἀεί τε ῥύῃ συμφορῶν πολυτρόπων,

ἐχθρῶν ὁρατῶν ἀοράτων τε πλέον.

Τέλος δὲ κάμψαιμ’, ὥσπερ ἠρξάμην, βίου,

πλουτῶν ἀεί σε προστάτιν παντὸς βίου

καὶ πρέσβιν εὐπρόσδεκτον ἐς σὸν Υἱέα

σὺν εὐαρεστήσασιν αὐτῷ φιλάγνοις.

Μὴ γοῦν ἐάσῃς ἐκδοθῆναι βασάνοις

καὶ χάρμ’ ἔσεσθαι δυσμενεῖ ψυχοφθόρῳ·

Πρόστηθι καὶ ῥῦσαι δὲ πυρὸς καὶ σκότους,

πίστει δικαιοῦσά με καὶ χάριτί σου·

ἐν σοὶ γὰρ ὦπται χάρις ἡμῖν ἐκ Θεοῦ,

καὶ σοὶ χαριστήριον ὕμνον νῦν πλέκω.

Χαῖρ’, ὦ Κόρη πάγχαρτε, μῆτερ παρθένε,

καλλίστα πασῶν παρθένων, ὑπερτάτη,

Οὐρανιώνων ταγμάτων ὑπέρτερα,

δέσποινα, παντάνασσα, χάρμα τοῦ γένους·

ἀεί ποτ᾿ εὖ φρονοῦσα τυγχάνεις γένει

κἀμοὶ μεγίστη πανταχοῦ σωτηρία.

Δός μοι, κυρία, τὴν λύσιν τῶν πταισμάτων

καὶ μοι πάρασχε ψυχικὴν σωτηρίαν.

Ἔχεις ἀληθὲς δρᾶμα κοὐ πεπλασμένον

πεφυρμένον τε μυθικῶν λήρων κόπρῳ,

ὁ φιλομαθὴς εὐσεβοφρόνων λόγων.

Εἰ γοῦν θέλεις σὺ, καὶ Λυκόφρονος τρόπῳ

γλυχόφρονος νῦν ὡς θέμις ἐγνωσμένου

λέξω τὰ πολλὰ νητρεκῶς, ὧν μ’ ἱστορεῖς.