Τὰς τῶν ἱερῶν ἀποστόλων διαδοχὰς σὺν καὶ 
τοῖς ἀπὸ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ εἰς ἡμᾶς διηνυσμέηνοις
χρόνοις, ὅσα τε καὶ πηλίκα πραγματευθῆναι κατὰ
τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν λέγεται, καὶ ὅσοι ταύτης
διαπρεπῶς ἐν ταῖς μάλιστα ἐπισημοτάταις παροικίαις
ἡγήσαντό τε καὶ προέστησαν, ὅσοι τε κατὰ γενεὰν 
ἑκάστην ἀγράφως ἢ καὶ διὰ συγγραμμάτων τὸν θεῖον
ἐπρέσβευσαν λόγον , τίνες τε καὶ ὅσοι καὶ ὁπηνίκα
νεωτεροποιίας ἱμέρῳ πλάνης εἰς ἔσχατον ἐλάσαντες
ψευδωνύμου γνώσεως εἰσηγητὰς ἑαυτοὺς ἀνακεκηρύχασιν,
ἀφειδῶς οἷα λύκοι βαρεῖς τὴν Χριστοῦ ποίμνην 
ἐπεντρίβοντες,

πρὸς ἐπὶ τούτοις καὶ τὰ παραυτίκα
τῆς κατὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιβουλῆς τὸ πᾶν
τουδαίων ἔθνος περιελθόντα , ὅσα τε αὖ καὶ ὁποῖα
καὶ καθ’ οὓς χρόνους πρὸς τῶν ἐθνῶν ὁ θεῖος πεπολέμηται
λόγος, καὶ πηλίκοι κατὰ καιροὺς τὸν δι’ 
αἵματος καὶ βασάνων ὑπὲρ αὐτοῦ διεξῆλθον ἀγῶνα,
τά τ’ ἐπὶ τούτοις καὶ καθ’ ἡμὰς αὐτοὺς μαρτύρια,

 
καὶ τὴν ἐπὶ πᾶσιν ἵλεω καὶ εὐμενῆ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν
ἀντίληψιν γραφῇ παραδοῦναι προῃρημένος οὐκ ἄλλοθεν
ἢ ἀπὸ πρώτης ἄρξομαι τῆς κατὰ τὸν σωτῆρα
καὶ κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ οἰκονομίας.

ἀλλά μοι συγγνώμην ἤδη εὐγνωμόνων
ἐντεῦθεν ὁ λόγος αἰτεῖ, μεῖζον ἢ καθ’ ἡμετέραν δύναμιν
ὁμολογῶν εἶναι τὴν ἐπαγγελίαν ἐντελῆ καὶ
ἀπαράλειπτον ὑποσχεῖν , ἐπεὶ καὶ πρῶτοι νῦν τῆς
ὑποθέσεως ἐπιβάντες οἷά τινα ἐρήμην καὶ ἀτριβῆ ἰέναι
 ὁδὸν ἐγχειροῦμεν , θεὸν μὲν ὁδηγὸν καὶ τὴν τοῦ κυρίου
συνεργὸν σχήσειν εὐχόμενοι δύναμιν, ἀνθρώπων
γε μὴν οὐδαμῶς εὑρεῖν οἶοί τε ὄντες ἴχνη γυμνὰ τὴν
αὐτὴν ἡμῖν προωδευκότων, μὴ ὅτι σμικρὰς αὐτὸ μόνον
προφάσεις, δι’ ὧν ἄλλος ἄλλως ὧν διηνύκασι χρόνων
 μερικὰς ἡμῖν καταλελοίπασι διηγήσεις, πόρρωθεν
ὡσπερεὶ πυρσοὺς τὰς ἑαυτῶν προανατείνοντες φωνὰς,
καὶ ἄνωθέν ποθεν ὥσπερ ἐξ ἀπόπτου καὶ ἀπὸ σκοπιᾶς
βοῶντες καὶ διακελευόμενοι, ᾗ χρὴ βαδίζειν καὶ
τὴν τοῦ λόγου πορείαν ἀπλανῶς καὶ ἀκινδύνως εὐθύνειν.

ὅσα τοίνυν εἰς τὴν προκειμένην λυσιτελήσειν
ὑπόθεσιν ἡγούμεθα, τόν αὐτοῖς ἐκείνοις σποράδην
μνημονευθέντων ἀναλεξάμενοι, καὶ ὡσὰν ἐκ λογικῶν
λειμώνων τὰς ἐπιτηδείους αὐτῶν τῶν πάλαι συγγρα-
φέων ἀπανθισάμενοι φωνὰς , δι’ ὑφηγήσεως ἱστορικῆς
 πειρασόμεθα σωματοποιῆσαι, ἀγαπῶντες, εἰ καὶ
μὴ ἁπάντων, τῶν γοῦν μάλιστα διαφανεστάτων τοῦ
σωτῆρος ἡμῶν ἀποστόλων τὰς διαδοχὰς κατὰ τὰς διαπρεπούσας
καὶ ἔτι καὶ νῦν μνημονευομένας ἐκκλησίας
ἀνασωσαίμεθα.

ἀναγκαιότατα δέ μοι πονεῖσθαι
 τὴν ὑπόθεσιν ἡγοῦμαι, ὅτι μηδένα πω εἰς δεῦρο τῶν
ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων διέγνων περὶ τοῦτο τῆς
γραφῆς σπουδὴν πεποιημένον τὸ μέρος· ἐλπίζω δ’ ὅτι

 
καὶ ὠφελιμωτάτη τοῖς φιλοτίμως περὶ τὸ χρηστομαθὲς
τῆς ἱστορίας ἔχουσιν ἀναφανήσεται.

ἤδη μὲν οὖν
τούτων καὶ πρότερον ἐν οἷς διετυπωσάμην χρονικοῖς
κανόσιν ἐπιτομὴν κατεστησάμην, πληρεστάτην δ᾿ οὖν
ὅμως αὐτῶν ἐπὶ τοῦ παρόντος ὡρμήθην τὴν ἀφήγησιν 
ποιήσασθαι.

καὶ ἄρξεταί γέ μοι ὁ λόγος, ὡς
ἔφην , ἀπὸ τῆς κατὰ τὸν Χριστὸν ἐπινοουμένης
ὑψηλοτέρας τε καὶ κρείττονος ἢ κατὰ ἄνθρωπον οἰκονομίας
τε καὶ θεολογίας.

καὶ γὰρ οὖν τὸν γραφῇ
μέλλοντα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑφηγήσεως παραδώσειν 
τὴν ἱστορίαν, ἄνωθεν ἐκ πρώτης τῆς κατ᾿
αὐτὸν τὸν Χριστὸν, ὅτι περ ἐξ αὐτοῦ καὶ προσωνυμίας
ἠξιώθημεν, θειοτέρας ἢ κατὰ τὸ δοκοῦν τοῖς
πολλοῖς οἰκονομίας ἀναγκαῖον ἂν εἴη κατάρξασθαι.

Διττοῦ δὲ ὄντος τοῦ κατ᾿ αὐτὸν τρόπου, καὶ 
τοῦ μὲν σώματος ἐοικότος κεφαλῇ, ᾗ θεὸς ἐπινοεῖται,
τοῦ δὲ ποσὶ παραβαλλομένου, ᾗ τὸν ἐν ἡμῖν ἄνθρωπον
ὁμοιοπαθῆ τῆς ἡμῶν αὐτῶν ἕνεκεν ὑπέδυ σωτηρίας,
γένοιτ᾿ ἂν ἡμῖν ἐντεῦθεν ἐντελὴς ἡ τῶν ἀκολούθων
ὑπόθεσις, εἰ τῆς κατ᾿ αὐτὸν ἱστορίας ἁπάσης ἀπὸ 
τῶν κεφαλαιωδεστάτων καὶ κυριωτάτων τοῦ λόγου
τὴν ὑφήγησιν ποιησαίμεθα. ταύτῃ δὲ ἤδη καὶ τῆς
Χριστιανῶν ἀρχαιότητος τὸ παλαιὸν ὁμοῦ καὶ θεοπρεπὲς
τοῖς νέαν αὐτὴν καὶ ἐκτετοπισμένην, χθὲς καὶ
οὐ πρότερον φανεῖσαν ὑπολαμβάνουσιν
ἀναδειχθήσεται.

Γένους μὲν οὖν καὶ ἀξίας, αὐτῆς τε οὐσίας τῆς
τοῦ Χριστοῦ καὶ φύσεως οὔτις ἂν εἰς ἔκφρασιν αὐτάρκης
γένοιτο λόγος. ᾗ καὶ τὸ πνεῦμα τὸ θεῖον ἐν
προφητείαις “τὴν γενεὰν αὐτοῦ” φησὶ “τίς διηγή- 
 

 
σεται ; ” ὅτι δὴ οὔτε τὸν πατέρα τις ἔγνω, εἰ μὴ ὁ
υἱὸς , οὔτ’ αὖ τὸν υἱόν τις γνοίη ποτὲ κατ’ ἀξίαν , εἰ
μὴ μόνος ὁ γεννήσας αὐτὸν πατήρ.

τό τε φῶς τὸ
προκόσμιον καὶ τὴν πρὸ αἰώνων νοερὰν καὶ οὐσιώδη
 σοφίαν , τόν τε ζῶντα καὶ ἐν ἀρχῇ παρὰ τῷ πατρὶ
τυγχάνοντα θεὸν λόγον τίς ἂν πλὴν τοῦ πατρὸς καθα-
ρῶς ἐννοήσειε, πρὸ πάσης κτίσεως καὶ δημιουργίας
ὁρωμένης τε καὶ ἀοράτου τὸ πρῶτον καὶ μόνον τοὐ
θεοῦ γέννημα, τὸν τῆς κατ’ οὐρανὸν λογικῆς καὶ ἀθανάτου
 στρατιὰς ἀρχιστράτηγον, τὸν τῆς μεγάλης βουλῆς
ἄγγελον, τὸν τῆς ἀρρήτου γνώμης τοῦ πατρὸς
ὑπουργὸν , τὸν τῶν ἀπάντων σὺν τῷ πατρὶ δημιουργὸν,
τὸν δεύτερον μετὰ τὸν πατέρα τῶν ὅλων αἴτιον,
τὸν τοῦ θεοῦ παῖδα γνήσιον καὶ μονογενῆ , τὸν τῶν
 γεννητῶν ἁπάντων κύριον καὶ θεὸν καὶ βασιλέα, τὸν
τὸ κῦρος ὁμοῦ καὶ τὸ κράτος αὐτῇ θεότητι καὶ δυνάμει
καὶ τιμῇ παρὰ τοῦ πατρὸς ὑποδεδεγμένον, ὅτι δὴ
κατὰ τὰς περὶ αὐτοῦ μυστικὰς τῶν γραφῶν θεολογίας
“ ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν
 θεὸν, καὶ θεὸς ἦν ὁ λόγος· πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο,
καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν.’’

τοῦτό τοι καὶ
ὁ μέγας Μωυσῆς, ὡσὰν προφητῶν ἁπάντων παλαί
τατὸς, θείῳ πνεύματι τὴν τοῦ παντὸς οὐσίωσίν τε
καὶ διακόσμησιν ὑπογράφων, τὸν κοσμοποιὸν καὶ δημιουργὸν
 τῶν ὅλων αὐτῷ δὴ τῷ Χριστῷ , καὶ οὐδὲ
ἄλλῳ ἢ τῷ θείῳ δηλαδὴ καὶ πρωτογόνῳ ἑαυτοῦ λόγῳ
τὴν τῶν ὑποβεβηκότων ποίησιν παραχωροῦντα διδά-
σκει, αὐτῷ τε κοινολογούμενον ἐπὶ τῆς ἀνθρωπογο-
νίας. “ εἷπε γάρ’ φησὶν “ ὁ θεὸς, ποιήσωμεν ἂνθρω-
 

 
πον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν.’’

ταύτην δὲ ἐγγυᾶται τὴν φωνὴν προφητῶν ἄλλος, ὧδέ
πως ἐν ὕμνοις θεολογῶν‘ αὐτὸς εἶπε, καὶ ἐγεννήθησαν·
αὐτὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν,” τὸν μὲν
πατέρα καὶ ποιητὴν εἰσάγων ὡσὰν πανηγεμόνα βασιλικῷ 
νεύματι προστάττοντα , τὸν δὲ τούτῳ δευτερεύοντα
θεῖον λόγον, οὐχ ἕτερον τοῦ πρὸς ἡμῶν κηρυττομένου,
ταῖς πατρικαῖς ἐπιτάξεσιν ὑπουργοῦντα.

τοῦτον καὶ ἀπὸ πρώτης ἀνθρωπογονίας πάντες, ὅσοι
δὴ δικαιοσύνῃ καὶ θεοσεβείας ἀρετῇ διαπρέψαι λέγονται, 
ἀμφί τε τὸν μέγαν θεράποντα Μωυσέα, καὶ
πρό γε αὐτοῦ πρῶτος ‘Αβραὰμ, τούτου τε οἶ παῖδες
καὶ ὅσοι μετέπειτα δίκαιοι πεφήνασι καὶ προφῆται,
καθαροῖς διανοίας ὄμμασι φαντασθέντες ἔγνωσάν τε
καὶ οἷα θεοῦ παιδὶ τὸ προσῆκον ἀπένειμαν σέβας.

αὐτὸς δὲ οὐδαμῶς ἀπορρᾳθυμῶν τῆς τοῦ πατρὸς
εὐσεβείας διδάσκαλος τοῖς πᾶσι τῆς πατρικῆς καθίστατο
γνώσεως. ὦφθαι γοῦν κύριος ὁ θεὸς ἀνείρηται
οἷά τις κοινὸς ἄνθρωπος τῷ ‘ Αβραὰμ καθημένῳ παρὰ
τὴν δρῦν τὴν Μαμβρῆ. ὁ δ’ ὑποπεσὼν αὐτίκα, καίτοι 
γε ἄνθρωπον ὀφθαλμοῖς ὁρῶν, προσκυνεῖ μὲν ὡς
θεὸν, ἱκετεύει δὲ ὡς κύριον, ὁμολογεῖ τε μὴ ἀγνοεῖν
ὅστις εἴη, ῥήμασιν αὐτοῖς λέγων “ κύριε ὁ κρίνων
πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν ;”

εἰ γὰρ μηδεὶς
ἐπιτρέποι λόγος τὴν ἀγέννητον καὶ ἄτρεπτον οὐσίαν 
θεοῦ τοῦ παντοκράτορος εἰς ἀνδρὸς εἶδος μεταβάλ-
λειν , μηδ’ αὖ γεννητοῦ μηδενὸς φαντασίᾳ τὰς τῶν
ὁρώντων ὄψεις ἐξαπατᾶν, μηδὲ μὴν ψευδῶς τὰ τοιαῦτα
πλάττεσθαι τὴν γραφὴν, θεὸς καὶ κύριος ὁ κρίνων
πᾶσαν τὴν γῆν καὶ ποιῶν κρίσιν ἐν ἀνθρώπου 
 

 
ὁρώμενος σχήματι, τίς ἂν ἕτερος ἀναγορεύοιτο, εἰ μὴ
φάναι θέμις τὸ πρῶτον τῶν ὅλων αἴτιον , ἢ μόνος ὁ
προὼν αὐτοῦ λόγος; περὶ οὗ καὶ ἐν ψαλμοῖς ἀνείρηται
“ ἀπέστειλε τὸν λόγον αὑτοῦ, καὶ ἰάσατο αὐτοὺς,
 καὶ ἐρρύσατο αὐτοὺς ἐκ τῶν διαφθορῶν αὐτῶν.”

τοῦτον δεύτερον μετὰ τὸν πατέρα κύριον σαφέστατα
Μωυσῆς ἀναγορεύει λέγων “ ἔβρεξε κύριος ἐπὶ Σόδομα
καὶ Γόμορρα θεῖον καὶ πῦρ παρὰ κυρίου.” τοῦτον
καὶ τῷ Ἰακὼβ αὖθις ἐν ἀνδρὸς φανέντα σχήματι
 θεὸν ἡ θεία προσαγορεύει γραφὴ , φάσκοντα τῷ Ἰακὼβ
“ οὺκέτι κληθήσεται τὸ ὂνομά σου Ἰακὼβ ἀλλ’
Ἰσραὴλ ἔσται τὸ ὄνομά σου, ὅτι ἐνίσχυσας μετὰ θεοῦ.
ὅτε καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου
εἶδος θεοῦ , λέγων “ εἶδον γὰρ τὸν θεὸν πρόσωπον
 πρὸς πρόσωπον, καὶ ἐσώθη ἡ ψυχή μου.’’

καὶ
μὴν οὐδ’ ὑποβεβηκότων ἀγγέλων καὶ λειτουργῶν
θεοῦ τὰς ἀναγραφείσας θεοφανείας ὑπονοεῖν θέμις,
ἐπεὶ καὶ τούτων ὅταν τις ἀνθρώποις παραφαίνηται,
οὐκ ἐπικρύπτεται ἡ γραφὴ, ὀνομαστὶ οὐ θεὸν, οὐδὲ
 μὴν κύριον, ἀλλ’ ἀγγέλους χρηματίσαι λέγουσα, ὡς
διὰ μυρίων μαρτυριῶν πιστώσασθαι ῥᾴδιον.

τοῦτον
καὶ ὁ Μωυσέως διάδοχος Ἰησοῦς ὡσὰν τῶν οὐρανίων
ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων τῶν τε ὑπερκοσμίων
δυνάμεων ἡγούμενον, καὶ ὡσανεὶ τοῦ πατρὸς ὓπαρχον,
 5 τὰ δευτερεῖα τῆς κατὰ πάντων βασιλείας τε καὶ
ἀρχῆς ἐμπεπιστευμένον, ἀρχιστράτηγον δυνάμεως κυρίου
ὀνομάζει, οὐκ ἄλλως αὐτὸν ἢ αὖθις ἐν ἀνθρώπου
μορφῇ καὶ σχήματι θεωρήσας.

γέγραπται
γοῦν “ καὶ ἐγενήθη, ὡς ἦν Ἰησοῦς ἐν Ἱεριχὼ, καὶ
 

 
ἀναβλέψας ὁρᾷ ἄνθρωπον ἑστηκότα κατέναντι αὐτοῦ,
καὶ ἡ ῥομφαία ἐσπασμένη ἐν Γῇ χειρὶ αὐτοῦ, καὶ
προσελθὼν Ἰησοῦς εἶπεν, ἡμέτερος εἶ ἢ τῶν ὑπεναντίων;
καὶ εἶπεν αὐῷ, ἐγὼ ἀρχιστράτηγος δυνάμεως
κυρίου νυνὶ παραγέγονα. καὶ Ἰησοῦς ἔπεσεν ἐπὶ 
πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν καὶ εἶπεν αὐτῷ, δέσποτα, τί
προστάσσεις τῷ σῷ οἰκέτῃ ; καὶ εἶπεν ὁ ἀρχιστράτηγος
κυρίου πρὸς Ἰησοῦν, λῦσον τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν
σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, τόπος ἅγιός
ἐστιν.

ἔνθα καὶ ἐπιστήσεις ἀπὸ τῶν αὐτῶν ῥημάτων 
ὅτι μὴ ἕτερος οὗτος εἴη τοῦ καὶ Μωυσεῖ κεχρηματικότος,
ὅτι δὴ αὐτοῖς ῥήμασι καὶ ἐπὶ τῷδέ φησιν
ἡ γραφή “ὡς δὲ εἶδε κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν
αὐτὸν κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων , Μωυσῆ
Μωυσῆ· ὁ δὲ εἶπε τί ἐστι; καὶ εἶπε, μὴ έγγίσῃς ὡδε· 
λῦσον τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος,
ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας ἐπ’ αὐτοῦ, γῆ ἁγία ἐστί. καὶ εἶπεν
αὐτῷ, ἐγώ εἰμι ὁ θεὸς τῶν πατέρων σου, ὁ θεὸς
Ἀβραὰμ καὶ θεὸς Ἰσαὰκ καὶ θεὸς Ἰακώβ.”

κὼ
ὅτι γέ ἐστιν οὐσία τις προκόσμιος ζῶσα καὶ ὑφεστῶσα, 
ἡ τῷ πατρὶ καὶ θεῷ τῶν ὅλων εἰς τὴν τῶν γενητῶν
ἁπάντων δημιουργίαν ὑπηρετησαμένη, λόγος θεοῦ
καὶ σοφία χρηματίζουσα, πρὸς ταῖς τεθειμέναις ἀποδείξεσιν
ἔτι καἲ αὐτῆς ἐξ ἰδίου προσώπου τῆς σοφίας
ἐπακοῦσαι πάρεστι, διὰ Σθλομῶνος λευκότατα ὧδέ 
πως τὰ περὶ ἑαυτῆς μυσταγωγούσης ‘ἐγὼ ἡ σοφία
κατεσκήνωσα βουλὴν καὶ γνῶσιν , καὶ ἔννοιαν ἐγὼ
ἐπεκαλεσάμην· δι’ ἐμοῦ βασιλεῖς βασιλεύουσι, καὶ
οἱ δυνάσται γράφουσι δικαιοσύνην · δι’ ἐμοῦ μεγιστᾶνες
μεγαλύνονται, καὶ τύραννοι δι’ ἐμοῦ κρατοῦσι 
 

 
γῆς. ”

οἷς ἐπιλέγει “κύριος ἔκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν
αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοῦ , πρὸ τοῦ αἰῶνος ἐθεμελίωσέ
με ἐν ἀρχῇ, πρὸ τοῦ τὴν γῆν ποιῆσαι, πρὸ τοῦ ποροελθεῖν
τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, πρὸ τοῦ ὄρη ἑδρασθῆναι,
 πρὸ δὲ πάντων βουνῶν γεννᾷ με. ἡνίκα ἡτοίμαξε
τὸν οὐρανὸν, συμπαρήμην αὐτῷ , καὶ ὡς ἀσφαλεῖς
ἐτίθει πηγὰς τῆς ὑπ’ οὐρανὸν, ἥμην παρ’ αὐτῷ
ἁρμόζουσα. ἐγὼ ἤμην ᾗ προσέχαιρε, καθ’ ἡμέραν
δὲ ηὐφραινόμην ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν παντὶ καιρῷ, ὅτε
 ηὐφραίνετο τὴν οἰκουμένην ”

ὅτι μὲν
οὖν προῆν, καὶ τισὶν εἰ καὶ μὴ τοῖς πᾶσιν ὁ θεῖος
λόγος ἐπεφαίνετο , ταῦθ’ ἡμῖν ὡς ἐν βραχέσιν
εἰρησθω.

Τί δὴ οὑν οὐχὶ καθάπερ τανῦν , καὶ πάλαι
 πρότερον εἰς πάντας ἀνθρώπους καὶ πᾶσιν ἔθνεσιν
ἐκηρύττετο, ὧδε ἂν γένοιτο πρόδηλον. οὐκ ἦν ’π’
χωρεῖν οἶός τε τὴν τοῦ Χριστοῦ πάνσοφον καὶ πάνα
ρετον διδασκαλίαν ὁ πάλαι τῶν ἄνθρωπον βίος.

εὐθὺς μὲν γὰρ ἐν ἀρχῇ μετὰ τὴν πρώτην ἐν μακαρίοις
 ζωὴν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος , ἧττον τῆς θείας ἐντολῆς
φροντίσας, εἰς τουτονὶ τὸν θνητὸν καὶ ἐπίκηρον
βίον καταπέπτωκε, καὶ τὴν ἐπάρατον ταυτηνὶ γῆν
τῆς πάλαι ἐνθέου τρυφῆς ἀντικατηλλάξατο, οἵ τε ἀπὸ
τούτου τὴν καθ’ ἡμὰς σύμπασαν πληρώσαντες, πολὺ
 χείρους ἀναφανέντες ἐκτὸς ἑνός που καὶ δευτέρου,
θηριώδη τινὰ τρόπον καὶ βίον ἀβίωτον ἐπανῄρηντο·

ἀλλὰ καὶ οὔτε πόλιν οὔτε πολιτείαν, οὐ τέχνας,
οὐκ ἐπιστήμας ἐπὶ νοῦν ἐβάλλοντο, νόμων τε καὶ
δικαιωμάτων καὶ προσέτι ἀρετῆς καὶ φιλοσοφίας οὐδὲ
 ὀνόματος μετεῖχον, νομάδες δὲ ἐπ’ ἐρημίαις οἶά τινες
ἄγριοι καὶ ἀπηνεῖς διῆγον, τοὺς μὲν ἐκ φύσεως προσήκοντας
λογισμοὺς, τά τε λογικὰ καὶ ἥμερα τῆς

 
ἀνθρώπων ψυχῆς σπέρματα αὐτοπροαιρέτου κακίας
ὑπερβολῇ διαφθείροντες, ἀνοσιουργίαις δὲ πάσαις
ὅλους σφᾶς ἐκδεδωκότες, ὡς τοτὲ μὲν ἀνθρωποβορεῖν,
τοτὲ δὲ ἀλληλοκτονεῖν, ἄλλοτε δὲ ἀνθρωποβορεῖν,
θεομαχίας τε καὶ τὰς παρὰ τοῖς πᾶσι βοωμένας γιγαντομαχίας 
ἐπιτολμᾶν, καὶ γῆν μὲν ἐπιτειχίζειν οὐρανῷ
διανοεῖσθαι, μανίᾳ δὲ φρονήματος ἐκτόπου αὐτὸν
τὸν ἐπὶ πάντων θεὸν πολεμεῖν παρασκευάζεσθαι.

ἐφ’ οἷς τοῦτον ἑαυτοὺς ἄγουσι τὸν τρόπον κατακλυσμοῖς
αὐτοὺς καὶ πυρπολήσεσιν ὥσπερ ἀγρίαν ὕλην 
κατὰ πάσης τῆς γῆς κεχυμένην θεὸς ὁ πάντων ἔφορος
μετῄει, λιμοῖς τε συνεχέσι καὶ λοιμοῖς, πολέμοις
τε αὖ καὶ κεραυνόν βολαῖς ἄνωθεν αὐτοὺς υπετέμνετο,
ὥσπερ τινὰ δεινὴν καὶ χαλεπωτάτην νόσον
ψυχῶν πικροτέροις ἀνέχων τοῖς κολαστηρίοις.

τότε 
μὲν οὖν, ὅτε δὴ πολὺς ἦν ἐπικεχυμένος ὀλίγου δεῖν
κατὰ πάντων ὁ τῆς κακίας κόρος, οἶα μέθης δεινῆς
τὰς ἁπάντων σχεδὸν ἀνθρώπων ἐπισκιαζούσης καὶ
ἐπισκοτούσης ψυχὰς , ἡ πρωτόγονος καὶ πρωτόκτιστος
τοῦ θεοῦ σοφία καὶ αὐτὸς ὁ προὼν λόγος φιλανθρωπίας 
ὑπερβολῇ τοτὲ μὲν δι’ ὀπτασίας ἀγγέλων τοῖς
ὑποβεβηκόσι , τοτὲ δὲ καὶ δι’ ἑαυτοῦ οἶα θεοῦ δύναμις
σωτήριος ἐνί που καὶ δευτέρῳ τῶν πάλαι θεοφιλῶν
ἀνδρῶν, οὐκ ἄλλως ἢ δι’ ἀνθρώπου μορφῆς,
ὅτι μηδ’ ἑτέρως ἦν δυνατὸν, αὐτοῖς ὑπεφαίνετο.

ὡς δ’ ἤδη διὰ τούτων τὰ θεοσεβείας σπέρματα εἰς
πλῆθος ἀνδρῶν καταβέβλητο, ὅλον τε τὸ ἔθνος ἐπὶ
τῇ θεοσεβείᾳ προσανέχον ἀνέκαθεν ἐξ Ἑβραίων ὑπέστη
τοῦτο, τούτοις μὲν ὡσανεὶ πλήθεσιν ἔτι ταῖς
παλαιαῖς ἀγωγαῖς ἐκδεδιῃτημένοις διὰ τοῦ προφήτου 
Μωυσέως εἰκόνας καὶ σύμβολα σαββάτου τινὸς μυστι-
κοῦ καὶ περιτομῆς , ἑτέρων τε νοητῶν θεωρημάτων

 
εἰσαγωγὰς , ἀλλ’ οὐκ αὐτὰς ἐναργεῖς παρεδίδου τὰς
μυσταγωγίας.

ὡς δὲ τῆς παρὰ τούτοις νομοθεσίας
βοωμένης, καὶ πνοῆς δίκην εὐώδους εἰς ἅπαντας ἀνθρώπους
διαδιδομένης , ἤδη τότε ἐξ αὐτῶν καὶ τοῖς
 πλείοσι τῶν ἐθνῶν διὰ τῶν πανταχόσε νομοθετῶν
τε καὶ φιλοσόφων ἡμέρωτο τὰ φρονήματα, τῆς ἀγρίας
καὶ ἀπηνοῦς θηριωδίας ἐπὶ τὸ πρᾶον μεταβεβλημένης,
ὡς καὶ εἰρήνην βαθεῖαν φιλίας τε καὶ ἐπιμιξίας πρὸς
ἀλλήλους ἔχειν, τηνικαῦτα πᾶσι δὴ λοιπὸν ἀνθρώποις
 καὶ τοῖς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην ἔθνεσιν, ὡσὰν προωφελημένοις
καὶ ἤδη τυγχάνουσιν ἐπιτηδείοις πρὸς
παραδοχὴν τῆς τοῦ πατρὸς γνώσεως, ὁ αὐτὸς δὴ πάλιν
ἐκεῖνος ὁ τῶν ἀρρήτων διδάσκαλος , ὁ ἐν πᾶσιν
ἀγαθοῖς τοῦ πατρὸς ὑπουργὸς , ὁ θεῖος καὶ οὐράνιος
 τοῦ θεοῦ λόγος , δι’ ἀνθρώπου κατὰ μηδὲν σώματος
οὐσίᾳ τὴν ἡμετέραν φύσιν διαλλάττοντος, ἀρχομένης
τῆς Ῥωμαίων βασιλείας ἐπιφανεὶς, τοιαῦτα ἔδρασέ τε
καὶ ἔπαθεν, οἷα ταῖς προφητείαις ἀκόλουθα ἦν , ἄνθρωπον
ὁμοῦ καὶ θεὸν ἐπιδημήσειν τῷ βίῳ παρασόξων
 ἔργων ποιητὴν, καὶ τοῖς πᾶσιν ἔθνεσι διδάσκαλον
τῆς τοῦ πατρὸς εὐσεβείας ἀναδειχθήσεσθαι,
τό τε παράδοξον αὐτοῦ τῆς γενέσεως καὶ τὴν καινὴν
διδασκαλίαν καὶ τῶν ἔργων τὰ θαυμάσια, ἐπί τε τούτοις
τοῦ θανάτου τὸν τρόπον, τήν τε ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν,
 καὶ τὴν ἐπὶ πᾶσιν εἰς οὐρανοὺς ἔνθεον ἀποκατάστασιν
αὐτοῦ προκηρυττούσαις.

τὴν γοῦν
ἐπὶ τέλει βασιλείαν αὐτοῦ Δανιὴλ ὁ προφήτης συνορῶν
θείῳ πνεύματι ὧδέ πως ἐθεοφορεῖτο , άνθρωπινώτερον
τὴν θεοπτίαν ὑπογράφων. “
 γάρ’ φησὶν “ ἴως οὗ θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ παλαιὸς
 

 
ἡμερῶν ἐκάθητο. καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ
χιὼν, καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον καθαρὸν
ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρὸς , οἱ τροχοὶ αὐτοῦ
πῦρ φλέγον. ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ.
χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι 
μυριάδες παρειστήκεισαν ἔμπροσθεν αὐτοῦ. κριτήριον
ἐκάθισε καὶ βίβλοι ἠνεῲχθησαν.”

καὶ ἐξῆς
“ ἐθεώωωρουν” φησὶ “ καὶ ἰδοὺ μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ
οὐρανοῦ ὡσεὶ υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόμενος, καὶ ἴως τοῦ
παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθασε, καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ 
προσηνέχθη · καὶ αὐτῷ ἐδόθη ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ τιμὴ καὶ
ἡ βασιλεία, καὶ πάντες οἱ λαοὶ, φυλαὶ, γλῶσσαι αὐτῷ
δουλεύουσιν. ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ἐξουσία αἰώνιος) ἥτις
οὐ παρελεύσεται. καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ οὐ διαφθαρήσεται. ”

ταῦτα δὲ σαφῶς οὐκ ἐφ’ ἕτερον, ἀλλ’ ἐπὶ 
τὸν ἡμέτερον σωτῆρα, τὸν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν θεὸν
θεὸν λόγον ἀναφέροιτο ἂν, υἱὸν ἀνθρώπου διὰ τὴν
ὑστάτην ἐνανθρώπησιν αὐτοῦ χρηματίζοντα.

ἀλλὰ
γὰρ ἐν οἰκείοις ὑπομνήμασι τὰς περὶ τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ προφητικὰς ἐκλογὰς συναγαγόντες, 
ἀποδεικτικώτερόν τε τὰ περὶ αὐτοῦ δηλούμενα
ἐν ἑτέροις συστήσαντες, τοῖς εἰρημένοις ἐπὶ τοῦ παρόντος
ἀρκεσθησόμεθα.

[Nic. H. E. 1-4] Ὃτι δὲ καὶ αὐτὸ τοὔνομα
τοῦ τε Ἰησοῦ καὶ δὴ καὶ τὸ τοῦ Χριστοῦ παρ’ αὐτοῖς 
τοῖς πάλαι θεοφιλέσι προφήταις τετίμητο ἤδη καιρὸς
ἀποδεικνύναι.

σεπτὸν ὡς ἔνι μάλιστα καὶ ἔνδοξον
τὸ Χριστοῦ ὄνομα πρῶτος αὐτὸς γνωρίσας Μωυσῆς,
τύπους οὐρανίων καὶ σύμβολα μυστηριώδεις τε εἰκόνας
ἀκολούθως χρησμῷ φήσαντι αὐτῷ “ὅρα, ποιήσεις 
 

 
πάντα κατὰ τὸν τύπον τὸν δειχθέντα σοι ἐν τῷ ὂρει ”
παραδιδοὺς, ἀρχιερέα θεοῦ , ὡς ἐνῆν μάλιστα δυνα-
τὸν, ἄνθρωπον ἐπιφημίσας , τοῦτον Χριστὸν ἀναγορεύει.
καὶ ταύτῃ γε τῇ κατὰ τὴν ἀρχιερωσύνην ἀξίᾳ,
 πᾶσαν ὑπερβαλλούσῃ παρ’ αὐτῷ τὴν ἐν ἀνθρώποις
προεδρίαν , ἐπὶ τιμῇ καὶ δόξῃ τὸ τοῦ Χριστοῦ περιτίθησιν
ὄνομα. οὕτως ἄρα τὸν Χριστὸν θεῖόν τι χρῆμα
ἠπίστατο.

ὁ δ’ αὐτὸς καὶ τὴν τοῦ Ἰησοῦ προσηγορίαν
εὖ μάλα πνεύματι θείῳ προϊδὼν πάλιν τινὸς
 ἐξαιρέτου προνομίας καὶ ταύτην ἀξιοῖ. οὔποτε γοῦν
πρότερον ἐκφωνηθὲν εἰς ἀνθρώπους πρὶν ἢ Μωυσέα
γνωσθῆναι τὸ τοῦ Ἰησοῦ πρόσρημα τούτῳ Μωυσῆς
πρώτῳ καὶ μόνῳ περιτίθησιν , ὃν κατὰ τύπον αὖθις
καὶ σύμβολον ἔγνω μετὰ τὴν αὐτοῦ τελευτὴν διαδεξόμενον
 τὴν κατὰ πάντων ἀρχήν.

οὐ πρότερον
γοῦν τὸν αὐτοῦ διάδοχον τῇ τοῦ Ἰησοῦ κεχρημένον
προσηγορίᾳ , ὀνόματι δὲ ἑτέρῳ τῷ Λύσῃ, ὅπερ οἱ
γεννήσαντες αὐτῷ τέθειντο, καλούμενον, Ἰησοῦν αὐτὸς
ἀναγορεύει, γέρας ὥσπερ τίμιον παντὸς πολὺ
 μεῖζον βασιλικοῦ διαδήματος τοὔνομα αὐτῷ δωρούμενος,
ὅτι δὴ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ Ναυῆ Ἰησοῦς τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν τὴν εἰκόνα ἔφερε, τοῦ μόνου μετὰ Μωθσἐα
καὶ τὸ συμπέρασμα τῆς δι’ ἐκείνου παραδοθείσης
συμβολικῆς λατρείας, τῆς ἀληθοῦς καὶ καθαρωτάτης
 εὐσεβείας τὴν ἀρχὴν διαδεξαμένου.

καὶ Μωυσῆς
μὲν ταύτῃ πη δυσὶ τοῖς κατ’ αὐτὸν ἀρετῇ καὶ δόξη
παρὰ πάντα τὸν λαὸν προφέρουσιν ἀνθρώποις, τῷ μὲν
ἀρχιερεῖ, τῷ δὲ μετ’ αὐτὸν ἡγησομένῳ , τὴν τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ προσηγορίαν ἐπὶ τιμῇ τῇ
 μεγίστῃ περιτέθειται.

σαφῶς δὲ καὶ οἶ μετὰ ταῦτα
προφῆται ὀνομαστὶ τὸν Χριστὸν προαναφωνοῦσιν,
ὁμοῦ τὴν μέλλουσαν ἔσεσθαι κατ’ αὐτοῦ συσκευὴν τοῦ

 
Ἰουδαίων λαοῦ, ὁμοῦ δὲ καὶ τὴν τῶν ἐθνῶν δι’ αὐτοῦ
κλῆσιν προμαρτυρόμενοι, τοτὲ μὲν ὧδέ πως Ἱερεμίας
λέγων “ πνεῦμα πρὸ προσώπου ἡμῶν Χριστὸς
κύριος συνλήφθη ἐν ταῖς διαφθοραῖς αὐτῶν, οὗ εἲπαμεν
ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ ζησόμεθα ἐν τοῖς ἒθνεσι, ” τοτὲ 
δὲ ἀμηχανῶν Δαβὶδ , διὰ τούτων ‘ἵνα τί ἐφρύαξαν
ἔθνη καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν κενά; παρέστησαν οἶ βασιλεῖς
τῆς γῆς, καὶ οἶ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ
αὐτὸ, κατὰ τοῦ κυρίου καὶ κατὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ. ”
οἷς ἑξῆς ἐπιλέγει ἐξ αὐτοῦ δὴ προσώπου τοῦ Χριστοῦ 
κύριος εἶπε πρός με, υἱός μου εἶ σὺ, ἐγὼ σήμερον
γεγέννηκά σε. αἴτησαι παρ’ ἐμοῦ καὶ δώσω σοι ἔθνη
τὴν κληρονομίαν σου, καὶ τὴν κατάσχεσίν σου τὰ
πέρατα τῆς ”

οὐ μόνους δὲ ἄρα τοὺς ἀρχιερω-
σύνῃ τετιμημένους , ἐλαίῳ σκευαστῷ τοῦ συμβόλου 
χριομένους ἕνεκα, τὸ τοῦ Χριστοῦ κατεκόσμει παρ’
Ἑβραίοις ὄνομα, ἀλλὰ καὶ τοὺς βασιλέας, οὓς καὶ
αὐτοὺς νεύματι θείῳ προφῆται χρίοντες εἰκονικούς
τινας Χριστοὺς ἀπειργάζοντο , ὅτι δὴ καὶ αὐτοὶ τῆς
τοὐ μόνου καὶ ἀληθοῦς Χριστοῦ τοῦ κατὰ πάντων ὢ
βασιλεύοντος θείου λόγου βασιλικῆς καὶ ἀρχικῆς ἐξουσίας
τοὺς τύπους δι’ ἑαυτῶν ἔφερον.

ἤδη δὲ καὶ
αὐτῶν τῶν προφητῶν τινὰς διὰ χρίσματος Χριστοὺς
ἐν τύπῳ γεγονέναι παρειλήφαμεν , ὡς τούτους ἃπαντας
τὴν ἐπὶ τὸν ἀληθῆ Χριστὸν, τὸν ἔνθεον καὶ οὐράνιον 
λόγον, ἀναφορὰν ἔχειν, μόνον ἀρχιερέα τῶν
ὅλων καὶ μόνον ἀπάσης κτίσεως βασιλέα καὶ μόνον
προφητῶν ἀρχιπροφήτην τοῦ πατρὸς τυγχάνοντα.

τούτου δ’ ἀπόδειξις τὸ μηδένα πω τῶν πάλαι διὰ
τοῦ συμβόλου κεχρισμένων , μήτε ἱερέων μήτε βαισ- 
 

 
λέων μήτε μὴν προφητῶν , τοσαύτην ἀρετῆς ἐνθέου
δύναμιν κτήσασθαι, ὅσην ὁ σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν
Ἰησοῦς ὁ μόνος καὶ ἀληθινὸς Χριστὸς ἐπιδέδεικται.

οὐδείς γέ τοι ἐκείνων καίπερ ἀξιώματι καὶ τιμῇ
 ἐπὶ πλείσταις ὅσαις γενεαῖς παρὰ τοῖς οἰκείοις διαλαμψάντων
τοὺς ὑπηκόους πώποτε ἐκ τῆς περὶ αύτοὺς
εἰκονικῆς τοῦ Χριστοῦ προσρήσεως Χριστιανοὺς
ἐπεφήμισεν · ἀλλ’ οὐδὲ σεβάσμιός τινι τούτων πρὸς
τῶν ὑπηκόων ὑπῆρξε τιμή· ἀλλ’ οὐδὲ μετὰ τὴν τελευτὴν
 τοσαύτη διάθεσις , ὡς καὶ ὑπεραποθνήσκειν
ἑτοίμως ἔχειν τοῦ τιμωμένου · ἀλλ’ οὐδὲ πάντων τῶν
ἀνὰ τὴν οἰκουμένην ἐθνῶν περί τινα τῶν τότε τοσαύτη
γέγονε κίνησις, ἐπεὶ μηδὲ τοσοῦτον ἐν ἐκείνοις
ἡ τοῦ συμβόλου δύναμις οἴα τε ἢν ἐνεργεῖν, ὅσον ἡ
 τῆς ἀληθείας παράστασις διὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐνδεικνυμένη·

ὃς οὔτ’ ἑ σύμβολα καὶ τύπους ἀρχιερωσύνης
παρά του λαβὼν, ἀλλ’ οὐδὲ γένος τὸ περὶ
σῶμα ἐξ ἱερωμένων κατάγων, οὐδ’ ἀνδρῶν δορυφορίαις
ἐπὶ βασιλείαν προαχθεὶς, οὐδὲ μὴν προφήτης
 ὁμοίως τοῖς πάλαι γενόμενος, οὐδ’ ἀξίας ὅλως ἤ τινος
παρὰ Ἰουδαίοις τυχὼν προεδρίας , ὅμως τοῖς πᾶσιν
εἰ καὶ μὴ τοῖς συμβόλοις, ἀλλ’ αὐτῇ γε τῇ ἀληθείᾳ
παρὰ τοῦ πατρὸς κεκόσμητο.

οὐχ ὁμοίων δ’ οὖν
οἶς προειρήκαμεν τυχὼν, πάντων ἐκείνων καὶ Χριστὸς
 μᾶλλον ἀνηγόρευται. καὶ ὡσὰν μόνος καὶ ἀληθὴς
αὐτὸς ὢν ὁ Χριστὸς τοῦ θεοῦ Χριστιανῶν τὸν πάντα
κόσμον τῆς ὄντως σεμνῆς καὶ ἱερὰς αὐτοῦ προσηγορίας
κατέπλησεν, οὐκέτι τύπους οὐδὲ εἰκόνας, ἀλλ’
αὐτὰς γυμνὰς ἀρετὰς καὶ βίον οὐράνιον αὐτοῖς ἀληθείας
 δόγμασι τοῖς θιασώταις παραδοίς.

τό τε
χρῖσμα, οὐ τὸ διὰ σωμάτων σκευαστὸν, ἀλλ’ αὐτὸ δὴ
πνεύματι θείῳ τὸ θεοπρεπὲς, μετοχῇ τῆς ἀγεννήτου

 
καὶ πατρικῆς θεότητος ἀπειλήφει. ὃ καὶ αὐτὸ πάλιν
Ἠσαίας διδάσκει, ὡσὰν ἐξ αὐτοῦ Χριστοῦ ὧδέ πως
ἀναβοῶν “ πνεῦμα κυρίου ἐπ’ ἐμὲ , οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ
με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, κηρῦξαι
αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν.

καὶ 
οὐ μόνος γε Ἠσαίας, ἀλλὰ καὶ Δαβὶδ εἰς τὸ αὐτοῦ
πρόσωπον ἀναφωνεῖ λέγων “ ὁ θρόνος σου , θεὸς, εἰς
τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, ῥάβδος εὐθύτητος ἡ ῥάβδος
τῆς βασιλείας σου. ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας
ἀνομίαν· διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ θεὸς ὁ θεός 
σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου.”
ἐν οἶς ὁ λόγος ἐν μὲν τῷ πρώτῳ στίχῳ θεὸν αὐτὸν
ἐπιφημίζει , ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ σκήπτρῳ βασιλικῷ
τιμᾷ.

εἶθ’ ἑξῆς ὑποβὰς μετὰ τὴν ἔνθεον καὶ βασι-
λικὴν δύναμιν τρίτῃ τάξει Χριστὸν αὐτὸν γεγονότα 
ἐλαίῳ, οὐ τῷ ἐξ ὕλης σωμάτων , ἀλλὰ τῷ ἐνθέῳ τῆς
ἀγαλλιάσεως ἠλειμμένον παρίστησι, παρὸ καὶ τὸ ἐξαίρετον
αὐτοῦ καὶ πολὺ κρεῖττον καὶ διάφορον τῶν
πάλαι διὰ τῶν εἰκόνων σωματικώτερον κεχρισμένων
ὑποσημαίνει.

καὶ ἀλλαχοῦ δὲ ὁ αὐτὸς ὧδέ πως 
τὰ περὶ αὐτοῦ δηλοῖ λέγων “ εἶπεν ὁ κύριος τῷ κυρίῳ
μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἴως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς
σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου,’ καὶ “ ἐκ γαστρὸς
πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε. ὤμοσε κύριος καὶ οὐ
μεταμεληθήσεται · σὺ εἶ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ 
τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.”

οὗτος δὲ εἰσάγεται ἐν
τοῖς ἱεροῖς λόγοις ὁ Μελχισεδὲκ, ἱερεὺς τοῦ θεοῦ τοῦ
ὑψίστου , οὐκ ἐν σκευαστῷ τινι χρίσματι ἀναδεδειγμένος,
ἀλλ’ οὐδὲ διαδοχῇ γένους προσήκων τῇ καθ’
Εβραίους ἱερωσύνῃ. διὸ κατὰ τὴν αὐτοῦ τάξιν, ἀλλ’ 
 

 
οὐ κατὰ τὴν τῶν ἄλλων σύμβολα καὶ τύπους ἀνειληφότων
Χριστὸς καὶ ἱερεὺς μεθ’ ὅρκου παραλήψεως
ὁ σωτὴρ ἡμῶν ἀνηγόρευται.

ὅθεν οὐδὲ σωματικῶς
παρὰ Ἰουδαίοις χρισθέντα αὐτὸν ἡ ἱστορία παραδίδωσιν,
 ἀλλ’ οὐδ’ ἐκ φυλῆς τῶν ἱερωμένων γενόμενον,
ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ θεοῦ πρὸ ἑωσφόρου μὲν,
τουτέστι πρὸ τῆς τοῦ κόσμου συστάσεως οὐσιωμένον,
ἀθάνατον δὲ καὶ ἀγήρω τὴν ἱερωσύνην εἰς τὸν ἄπειρον
αἰῶνα διακατέχοντα.

τῆς δ’ εἰς αὐτὸν γενομένης
 ἀσωμάτου καὶ ἐνθέου χρίσεως μέγα καὶ ἐναρλὲς
τεκμήριον τὸ μόνον αὐτὸν ἐξ ἁπάντων τῶν πώποτε
εἰσέτι καὶ νῦν παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις καθ’ ὅλου τοῦ
κόσμου Χριστὸν ἐπιφημίζεσθαι , ὁμολογεῖσθαί τε καὶ
μαρτυρεῖσθαι πρὸς ἀπάντων ἐπὶ τῇ προσηγορίᾳ, παρά
 τε Ἓλλησι καὶ βαρβάροις μνημονεύεσθαι, καὶ εἰσέτι
καὶ νῦν παρὰ τοῖς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην αὐτοῦ θιασώταις
τιμᾶσθαι μὲν ὡς βασιλέα, θαυμάζεσθαι δὲ ὑπὲρ
προφήτην, δοξάζεσθαί τε ὡσὰν ἀληθῆ καὶ μόνον θεοῦ
ἀρχιερέα, καὶ ἐπὶ πάσι τούτοις οἷα θεοῦ λόγον προόντα
 καὶ πρὸ αἰώνων ἀπάντων οὐσιωμένον, τὴν σεβάσμιον
τιμὴν παρὰ τοῦ πατρὸς ὑπειληφότα , καὶ
προσκυνεῖσθαι ὡσὰν θεόν.

τό γε μὴν ἀπαντῶ
παραδοξότατον, ὅτι μὴ φωναῖς αὐτὸ μόνον καὶ ῥημάτων
ψόφοις αὐτὸν γεραίρομεν οἱ καθωσιωμένοι αὐτῷ,
 ἀλλὰ καὶ πάσῃ διαθέσει ψυχῆς , ὡς καὶ αὐτῆς προτιμᾶν
τῆς ἑαυτῶν ζωῆς τὴν εἰς αὐτὸν μαρτυρίαν.

[Nic. Η. E. I, 5] Ταῦτα μὲν οὖν ἀναγκαίως
πρὸ τῆς ἱστορίας ἐνταῦθά μοι κείσθω, ὡς ἂν μὴ νεώτερόν
τις εἶναι νομίσειε τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν
 Ἰησοῦν τὸν Χριστὸν διὰ τοὺς τῆς ἐνσάρκου πολιτείας
αὐτοῦ χρόνους. ἔνα δὲ μηδὲ τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ
νέαν εἶναι καὶ ξένην, ὡσὰν ὑπὸ νέου καὶ μηδὲν τῶν

 
λοιπῶν διαφέροντος ἀνθρώπου συστᾶσάν τις ὑπονοήσειε,
φέρε βραχέα καὶ περὶ τούτου διαλάβωμεν.

ἄρτι μὲν ὁμολογουμένως τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ παρουσίας νεωστὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐπιλαμψάσης,
νέον ὁμολογουμένως ἔθνος οὐ μικρὸν οὐδ’ 
ἐπὶ γωνίας ποι γῆς ἱδρυμένον, ἀλλὰ καὶ πάντων
τῶν ἐθνῶν πολυανθρωπότατόν τε καὶ θεοσεβέστατον,
ταύτῃ τε ἀνώλεθρον καὶ ἀήττητον, ᾗ καὶ εἰς ἀεὶ τῆς
παρὰ θεοῦ βοηθείας τυγχάνει, χρόνων προθεσμίαις
ἀρρήτοις ἀθρόως οὕτως ἀναπέφηνε, τὸ παρὰ τοῖς πᾶσι 
τῇ τοῦ Χριστοῦ προσηγορίᾳ τετιμημένον.

τοῦτο
καὶ προφητῶν κατεπλάγη τις θείου πνεύματος ὀφθαλμῷ
τὸ μέλλον ἔσεσθαι προθεωρήσας, ὡς καὶ τάδε
ἀναφθέγξασθαι τίς ἤκουσε τοιαῦτα, καὶ τίς ἐλάλησεν
οὕτως; εἰ ὤδινε γῆ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, καὶ εἰ ἐτέχθη 
ἔθνος εἰσάπαξ. ὑποσημαίνει δέ πως καὶ τὴν μέλλουσαν
ὁ αὐτὸς προσηγορίαν λέγων “τοῖς δὲ δουλεύουσί
μοι κληθήσεται ὄνομα καινὸν, ὃ εὐλογηθήσεται
ἐπὶ τῆς γῆς. ”

ἀλλ’ εἰ καὶ νέοι σαφῶς ἡμεῖς, καὶ
τοῦτο καινὸν ὄντως ὄνομα τὸ Χριστιανῶν ἀρτίως παρὰ 
πᾶσιν ἔθνεσι γνωρίζεται, ὁ βίος δ’ οὖν ὅμως καὶ τῆς
ἀγωγῆς ὁ τρόπος αὐτοῖς εὐσεβείας δόγμασιν ὅτι μὴ
ἔναγχος ὑφ’ ἡμῶν ἐπιπέπλασται, ἐκ πρώτης δὲ ὡς
εἰπεῖν ἀνθρωπογονίας φυσικαῖς ἐννοίαις τῶν πάλαι
θεοφιλῶν ἀνδρῶν κατωρθοῦτο, ὧδέ πως ἐπιδείξομεν.

οὐ νέον, ἀλλὰ καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ἀρχαιότητι
τετιμημένον ἔθνος , τοῖς πᾶσι καὶ αὐτὸ γνώριμον,
τὸ Ἑβραίων τυγχάνει. λόγοι δὴ παρὰ τούτῳ καἲ
γράμματα παλαιοὺς ἄνδρας περιέχουσι, σπανίους μὲν
καὶ ἀριθμῷ βραχεῖς , ἀλλ’ ὅμως εὐσεβείᾳ καὶ δικαιο- 
 

 
σύνῃ καὶ πάσῃ τῇ λοιπῇ διενεγκόντας ἀρετῇ, πρὸ
μέν γε τοῦ κατακλυσμοῦ διαφόρους, δὲ καὶ τοῦτον
ἑτέρους τῶν τε τοῦ Νῶε παίδων καὶ ἀπογόνων,
ἀτὰρ καὶ τὸν Ἀβραὰμ, ὃν ἀρχηγὸν καὶ προπάτορα
 σφῶν αὐτῶν παῖδες Ἑβραίων αὐχοῦσι.

πάντας δὴ
ἐκείνους ἐπὶ δικαιοσύνῃ μεμαρτυρημένους, ἐξ αὐτοῦ
Ἀβραὰμ ἐπὶ τὸν πρῶτον ἀνιοῦσιν ἄνθρωπον, ἔργῳ
Χριστιανοὺς εἰ καὶ μὴ ὀνόματι προσειπών τις οὐκ ἂν
ἐκτὸς βάλοι τῆς ἀληθείας.

ὃ γάρ τοι δηλοῦν ἐθέλει
 τοὔνομα τὸ Χριστιανοῦ, ἄνδρα διὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ
γνώσεως καὶ διδασκαλίας, σωφροσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ,
καρτερίᾳ τε βίου καὶ ἀρετῆς ἀνδρείᾳ, εὐσεβείας
τε ὁμολογίᾳ ἑνὸς καὶ μόνου τοῦ ἐπὶ πάντων
θεοῦ διαπρέπειν, τοῦτο πᾶν ἐκείνοις οὐ χεῖρον ἡμῶν
 ἐσπουδάζετο.

οὔτ᾿ οὖν σώματος αὐτοῖς περιτομῆς
ἔμελεν, ὅτι μηδὲ ἡμῖν, οὔτε σαββάτων ἐπιτηρήσεως,
ὅτι μηδὲ ἡμῖν· ἀλλ᾿ οὐδὲ τῶν τοιῶνδε τροφῶν πα
φυλακῆς, οὐδὲ τῶν ἄλλων διαστολῆς, ὅσα τοῖς μετέπειτα
πρῶτος ἁπάντων Μωυσῆς ἀρξάμενος ἐν συμβόλοις
 τελεῖσθαι παραδέδωκεν, ὅτι μηδὲ νῦν Χριστιανῶν
τὰ τοιαῦτα· ἀλλὰ καὶ σαφῶς αὐτὸν ᾔδεσαν τὸν
Χριστὸν τοῦ θεοῦ, εἴ γε ὦφθαι μὲν τῷ Ἀβραὰμ, χρηματίσαι
δὲ τῷ Ἰσαὰκ, λελαληκέναι δὲ τῷ Ἰακὼβ,
Μωυσεῖ τε καὶ τοῖς μετὰ ταῦτα προφήταις ὡμιληκέναι
 προδέδεικται.

ἔνθεν αὐτοὺς δὴ τοὺς θεοφιλεῖς
ἐκείνους εὕροις ἂν καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ κατηξιωμένους
προσωνυμίας, κατὰ τὴν φάσκουσαν περὶ αὐτῶν φωνήν
“μὴ ἅψησθε τῶν χριστῶν μου, καὶ ἐν τοῖς προφήταις
μου μὴ πονηρεύτεσθε.”

ὥστε σαφῶς πρώτην
 ἡγεῖσθαι δεῖν καὶ πάντων παλαιτάτην τε καὶ ἀρχαιο-
 

 
τάν θεοσεβείας εὕρεσιν, αὐτῶν ἐκείνων δὴ τῶν
ἀμφὶ τὸν Ἀβραὰμ θεοφιλῶν ἀνδρῶν, τὴν ἀρτίως διὰ
τῆς τοῦ Χριστοῦ διδασκαλίας πᾶσιν ἔθνεσι κατηγγελμένην.

εἰ δὲ δὴ μακρῷ ποθ’ ὕστερον χρόνῳ περιτομῆς
φασι τὸν Ἀβραὰμ ἐντολὴν εἰληφέναι, ἀλλά γε 
πρὸ ταύτης δικαιοσύνην διὰ πίστεως μαρτυρηθεὶς
ἀνείρηται, ὧδέ πως φάσκοντος τοῦ θείου λόγου “ ἐπίστευσε
δὲ Ἀβραὰμ τῷ θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς
δικαιοσύνην. ”

καὶ δὴ τοιούτῳ πρὸ τῆς περιτομῆς
γεγονότι χρησμὸς ὕπο του φήναντος ἑαυτὸν αὐτῷ 
θεοῦ οὗτος δ’ ἦν αὐτὸς ὁ Χριστὸς ὁ τοῦ θεοῦ λόγος)
περὶ τῶν ἐν τοῖς μετέπειτα χρόνοις τὸν ὅμοιον αὐτῷ
δικαιοῦσθαι τρόπον μελλόντων ῥήμασιν αὐτοῖς προε-
πήγγελται λέγων ‘καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πάσαι
αἱ φυλαὶ τῆς γῆς. καὶ ὡς ὅτι ἔσται εἰς ἔθνος μέγα 
καὶ πολύ. καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν αὐτῷ πάντα τὰ
ἔθνη τῆς γῆς. ”

τούτῳ δὲ καὶ ἐπιστῆσαι εἰς ἡμᾶς
ἐκπεπληρωμένῳ πάρεστι. πίστει μὲν γὰρ ἐκεῖνος τῇ
εἰς τὸν ὀφθέντα αὐτῷ τοῦ θεοῦ λόγον τὸν Χριστὸν
δεδικαίωτο, πατρῴας μὲν ἀποστὰς δεισιδαιμονίας καὶ 
πλάνης βίου προτέρας, ἔνα δὲ τὸν ἐπὶ πάντων ὁμο-
λογήσας θεὸν, καὶ τοῦτον ἔργοις ἀρετῆς, οὐχὶ δὲ
θρησκείᾳ νόμου τοῦ μετὰ ταῦτα Μωυσέως θεραπεύσας.
τοιούτῳ τε ὄντι εἴρητο ὅτι δὴ πᾶσαι αἱ φυλαὶ
τῆς γῆς καὶ πάντα τὰ ἔθνη ἐν αὐτῷ εὐλογηθήσονται.

ἔργοις δὲ λόγων ἐναργεστέροις ἐπὶ τοῦ παρόντος
παρὰ μόνοις Χριστιανοῖς καθ’ ὅλης τῆς οἰκουμένης
ἀσκούμενος αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ τῆς θεοσεβείας του
Ἀβραὰμ ἀναπέφηνε τρόπος.

τί δὴ οὖν λοιπὸν
ἐμποδὼν ἂν εἴη , μὴ οὐχὶ ἔνα καὶ τὸν αὐτὸν βίον τε 
 

 
καὶ τρόπον εὐσεβείας ἡμῖν τε τοῖς ἀπὸ Χριστοῦ καὶ
τοῖς πρόπαλαι θεοφιλέσιν ὁμολογεῖν; ὥστε μὴ νέαν
καὶ ξένην, ἀλλ’ εἰ δεῖ φάναι ἀληθεύοντα, πρώτην
ὑπάρχειν καὶ μόνην καὶ ἀληθῆ κατόρθωσιν εὐσεβείας
 τὴν διὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ διδασκαλίας παραδοθεῖσαν
ἡμῖν ἀποδείκνυσθαι. καὶ ταῦτα μὲν ὧδε ἐχέτω.

[Nic. H. H. I, 6] Φέρε δὲ ἤδη μετὰ τὴν δέουσαν
προκατασκευὴν τῆς προτεθείσης ἡμῖν ἐκκλησιαστικῆς
ἱστορίας ἤδη λοιπὸν ἀπὸ τῆς ἐνσάρκου τοῦ
 σωτῆρος ἡμῶν ἐπιφανείας οἷά τινος ὁδοιπορίας ἐφαψώμεθα,
τὸν τοῦ λόγου πατέρα θεὸν καὶ τὸν δηλούμενον
αὐτὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν σωτῆρα καὶ κύριον
ἡμῶν, τὸν οὐράνιον τοῦ θεοῦ λόγον βοηθὸν ἡμῖν καὶ
συνεργὸν τῆς κατὰ τὴν διήγησιν ἀληθείας ἐπικαλεσάμενοι.

ἦν δὴ οὖν τοῦτο δεύτερον καὶ τεσσαρακοστὸν
ἔτος τῆς Αὐγούστου βασιλείας, Αἰγύπτου δ’
ὑποταγῆς καὶ τελευτῆς Ἀντωνίου καὶ Κλεοπάτρας, ,
εἰς ἣν ὑστάτην ἡ κατ’ Αἴγυπτον τῶν Πτολεμαίων
κατέληξε δυναστεία, ὄγδοον ἔτος καὶ εἰκοστὸν , ὁπηωίκα
 ὁ σωτὴρ ἡμῶν καὶ κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπὶ
τῆς τότε ἀπογραφῆς πρώτης, ἡγεμονεύοντος Κυρινίου
τῆς Συρίας, ἀκολούθως ταῖς περὶ αὐτοῦ προφητείαις,
ἐν Βηθλεὲμ γεννᾶται τῆς Ἰουδαίας.

ταύτης
δὲ τῆς κατὰ Κυρίνιον ἀπογραφῆς καὶ ὁ τῶν παρ’
Ἐβραίοις ἐπισημότατος ἱστορικόν Θλαύιος Ἰώσηπος
μνημονεύει, καὶ ἄλλην ἐπισυνάπτων ἱστορίαν περὶ
τῆς τῶν Γαλιλαίων κατὰ τοὺς αὐτοὺς ἐπιφυείσης
χρόνους αἱρέσεως, ἧς καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ Λουκᾶς ἐν ταῖς
Πράξεσι μνήμην ὧδἐπως λέγων πεποίηται “ μετὰ τοῦτον
 ἀνέστη Ἰούδας ὁ Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς
 

 
ἀπογραφῆς , καὶ ἀπέστησε λαὸν ὀπίσω αὐτοῦ , κἀκεῖ-
νος ἀπώλετο, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείσθησαν αὐτῷ διεσκορπίσθησαν.”

τοῦτοις δ’ οὖν καὶ ὁ δεδηλωμένος
ἐν ὀκτωκαιδεκάτῳ τῆς ἀρχαιολογίας συνᾴδων ταῦτα
παρατίθεται κατὰ λέξιν “ Κυρίνιος δὲ τῶν εἰς τὴν 
βουλὴν συναγομένων ἀνὴρ, τάς τε ἄλλας ἀρχὰς ἐπιτετελεκὼς
καὶ διὰ πασῶν ὁδεύσας ὕπατος γενέσθαι,
τά τε ἄλλα ἀξιώματι μέγας , σὺν ὀλίγοις ἐπὶ Συρίας
παρῆν, ὑπὸ Καίσαρος δικαιοδότης τοῦ ἔθνους άπεσταλμένος,
καὶ τιμητὴς τῶν οὐσιῶν γενησόμενος. ”

καὶ μετὰ βραχέα φησίν “ Ἰούδας δὲ Γαυλανίτης
ἀνὴρ ἐκ πόλεως ὄνομα Γαμάλας, Σάδδοκον Φαρισαῖον
προσλαβόμενος, ἠπείγετο ἐπὶ ἀποστάσει, τήν
τε ἀποτίμησιν οὐδὲν ἄλλο ἢ ἄντικρυς δουλείαν ἐπιφέρειν
λέγοντες, καὶ τῆς ἐλευθερίας ἐπ’ ἀντιλήψει 
παρακαλοῦντες τὸ ἔθνος. ”

καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ δὲ
τῶν ἱστοριῶν τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου περὶ τοῦ αὐτοῦ
ταῦτα γράφει “ ἐπὶ τούτοις τις ἀνὴρ Γαλιλαῖος Ἰούδας
“ εἰς ἀποστασίαν ἐνῆγε τοὺς ἐπιχωρίους,
“ ζων, εἰ φόρον τε Ῥωμαίοις τελεῖν ὑπομένουσι καὶ 
“μετὰ τὸν θεὸν οἴσουσι θνητοὺς δεσπότας.’ ταῦτα
ὁ Ἰώσηπος.

[Nic. H. E. I, (3] Τηνικαῦτα δὲ καὶ τοῦ Ἰου-
δαίων ἔθνους Ἡρώδου πρώτου τὸ γένος ἀλλοφύλου
διειληφότος τὴν βασιλείαν ἡ διὰ Μωυσέως περιγραφὴν 
ἐλάμβανε προφητεία “ οὐκ ἐκλείψειν ἄρχοντα ἐξ
Ἰούδα οὐδὲ ἡγούμενον ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ” φήσασα,
ἕως ἂν ἔλθῃ ᾧ ἀπόκειται,” ὃν καὶ ἀποφαίνει προσδο-
κίαν ἐθνῶν ἔσεσθαι.

ἀτελῆ γέ τοι τὰ τῆς προρρή-
 

 
σεως ἦν, καθ’ ὅν ὑπὸ τοῖς οἰκείοις τοῦ ἔθνους ἂρχουσι
διάγειν αὐτοῖς ἐξῆν χρόνον, ἄνωθεν ἐξ αὐτοῦ
Μωυσέως καταρξαμένοις καὶ εἰς τὴν Αὐγούστου
βασιλείαν διαρκέσασι· καθ’ ὃν πρῶτος ἀλλόφυλος
 Ἡρώδης τὴν κατὰ Ἰουδαίων ἐπιτρέπεται ὑπὸ Ῥωμαίων
ἀρχὴν, ὡς μὲν Ἰώσηπος παραδίδωσιν , Ἰδουμαῖος ὢν
κατὰ πατέρα τὸ γένος , Ἀράβιος δὲ κατὰ μητέρα, ὡς
δ’ Ἀφρικανὸς, οὐχ ὁ τυχὼν δὲ καὶ οὗτος γέγονε συγγραφεὶς),
φασὶν οἱ τὰ κατ’ αὐτὸν ἀκριβοῦντες, Ἀντιπάτρου,
 τοῦτον δὲ Ἡρώδου τινὸς Ἀσκαλωνίτου τῶν
περὶ τὸν νεὼν τοῦ Ἀπόλλωνος ἱεροδούλων καλουμένων
γεγονέναι.

ὃς Ἀντίπατρος ὑπὸ Ἰδουμαίων
λῃστῶν παιδίον αἰχμαλωτισθεὶς σὺν ἐκείνοις ἦν, διὰ
τὸ μὴ δύνασθαι τὸν πατέρα πένητα ὄντα λύτρα κάτα
 θέσθαι ὑπὲρ αὐτοῦ. ἐντραφεὶς δὲ τοῖς ἐκείνων ἤθε’
σιν ὕστερον Ὑρκανῷ τῷ Ἰουδαίων ἀρχιερεῖ φιλοῦτ
τούτῳ παῖς γίνεται ὁ ἐπὶ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἡρώδη

εἰς δὴ οὖν τὸν τοιοῦτον τῆς Ἰουδαίων περιελθο
σὴς βασιλείας, ἐπὶ θύραις ἤδη καὶ ἡ τῶν ἐθνῶν ἅκ
 λούθως τῇ προφητείᾳ προσδοκία παρῆν, ἅτε διαλε-
λοιπότων ἐξ ἐκείνου τῶν παρ’ αὐτοῖς ἐξ αὐτοῦ Μωυσέως
κατὰ διαδοχὴν ἀρξάντων τε καὶ ἡγησαμένων.

πρὸ μέν γε τῆς αἰχμαλωσίας αὐτῶν καὶ τῆς εἰς
Βαβυλῶνα μεταναστάσεως ἐβασιλεύοντο , ἀπὸ Σαοὺλ
 πρώτου καὶ Δαβὶδ ἀρξάμενοι · πρὸ δὲ τῶν βασιλέων
ἄρχοντες αὐτοὺς διεῖπον , οἱ προσαγορευόμενοι κρῖ
ταὶ , ἄρξαντες καὶ αὐτοὶ μετὰ Μωυσέα καὶ τὸν τούτου
διάδοχον Ἰησοῦν.

μετὰ δὲ τὴν ἀπὸ Βαβυλῶνος
ἐπάνοδον οὐ διέλιπον πολιτείᾳ χρώμενοι ἀριστοκρατικῇ
 μετὰ ὀλιγαρχίας. οἱ γὰρ ἀρχιερεῖς προεστήκεσαν
 

 
τῶν πραγμάτων , ἄχρις οὗ Πομπήιος Ῥωμαίων στρα-
τηγὸς ἐπιστὰς τὴν μὲν Ἰερουσαλὴμ πολιορκεῖ τὰ
κράτος, μιαίνει τε τὰ ἅγια μέχρι τῶν ἀδύτων τοῦ
ἱεροῦ προελθὼν, τὸν δὲ ἐκ προγόνων διαδοχῆς εἰς
ἐκεῖνο τοῦ καιροῦ διαρκέσαντα βασιλέα τε ὁμοῦ καὶ 
ἀρχιερέα, Ἀριστόβουλος ὄνομα ἢν αὐτῷ, δέσμιον ἐπὶ
Ῥώμην ἄμα τέκνοις ἐκπέμψας, Ὑρκανῷ μὲν τῷ τού-
του ἀδελφῷ τὴν ἀρχιερωσύνην παραδίδωσι, τὸ δὲ
πᾶν Ἰουδαίων ἔθνος ἐξ ἐκείνου Ῥωμαίοις ὑπόφορον
κατεστήσατο.

αὐτίκα γοῦν καὶ Ὑρκανοῦ, εἰς ὅν 
ὓστατον τὰ τῆς τῶν ἀρχιερέων περιέστη διαδοχῆς,
ὑπὸ Παρθῶν αἰχμαλώτου ληφθέντος, πρῶτος , ὡς
γοῦν ἔφην, ἀλλόφυλος Ἡρώδης ὑπὸ τῆς συγκλήτου
Ῥωμαίων καὶ Αὐγούστου βασιλέως τὸ Ἰουδαίων ἔθνος
ἐγχειρίζεται.

καθ’ ὃν ἐναργῶς τῆς τοῦ Χριστοῦ 
παρουσίας ἐνστάσης καὶ τῶν ἐθνῶν ἡ προσδοκωμένη
σωτηρία τε καὶ κλῆσις ἀκολούθως τῇ προφητείᾳ προφητείᾳ παρηκολούθησεν·
ἔξ οὗ δὴ χρόνου τῶν ἐξ Ἰούδα ἀρχόντων
τε καὶ ἡγουμένων, λέγω δὲ τῶν ἐκ τοῦ Ἰουδαίων
ἔθνους διαλελοιπότων, εἰκότως αὐτοῖς καὶ τὰ τῆς ἐκ 
προγόνων εὐσταθῶς ἐπὶ τοὺς ἔγγιστα διαδόχους κατὰ
γενεὰν προιούσης ἀρχιερωσύνης παραχρῆμα συγχεῖται

ἔχεις καὶ τούτων ἀξιόχρεων τὸν Ἰώσηπον μάρτυρα,
δηλοῦντα ὡς τὴν βασιλείαν παρὰ Ῥωμαίων ἐπιτραπεὶς
Ἡρώδης οὐκέτι τοὺς ἐξ ἀρχαίου γένους καθίστησιν 
ἀρχιερεῖς, ἀλλά τισιν ἀσήμοις τὴν τιμὴν ἀπένεμεν·
τὰ ὅμοια δὲ πρᾶξαι τῷ Ἡρώδῃ περὶ τῆς καταστάσεως
τῶν ἀρκιερέων’ Ἀρχέλαόν τε τὸν παῖδα αὐτοῦ
καὶ μετὰ τοῦτον Ῥωμαίους , τὴν ἀρχὴν τῶν Ἰουδαίων
παρειληφότας.

ὁ δ’ αὐτὸς δηλοῖ ὡς ἄρα καὶ τὴν 
ἱερὰν στολὴν τοῦ ἀρχιερέως πρῶτος Ἡρώδης ἀποκλεί-
 

 
σὰς ὑπὸ ἰδίαν σφραγῖδα πεποίηται , μηκέτ’ αὐτὴν
τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἔχειν ὑφ’ ἑαυτοὺς ἐπιτρέψας · ταὐτὸ
δὲ καὶ τὸν μετ’ αὐτὸν Ἀρχέλαον καὶ μετὰ τοῦτον
Ῥωμαίους διαπράξασθαι.

καὶ ταῦτα δ’ ἡμῖν εἰρήσθω
 εἰς ἑτέραν ἀπόδειξιν προφητείας κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πεπερασμένης.
σαφέστατα γοῦν ἐν τῷ Δανιὴλ ἑβδομάδων
τινῶν ἀριθμὸν ὀνομαστὶ ἴως Χριστοῦ ἡγουμένου
περιλαβὼν ὁ λόγος, περὶ ὧν ἐν ἑτέροις διειλήφαμεν,
 μετὰ τὸ τούτων συμπέρασμα ἐξολοθρευθήσεσθαι τὸ
παρὰ Ἰουδαίοις χρῖσμα προφητεύει. καὶ τοῦτο δὲ
σαφῶς κατὰ τὸν καιρὸν τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ γενέσεως ἀποδείκνυται συμπεπληρωμένον.
ταῦτα δ’ ἡμῖν ἀναγκαίως εἰς παράστασιν τῆς τῶν
 χρόνων ἀληθείας προτετηρήσθω.

[Nic. H. E. I, 11] Ἐπειδὴ δὲ τὴν περὶ τοῦ
Χριστοῦ γενεαλογίαν διαφόρως ἡμῖν ὅ τε Ματθαῖος
καὶ ὁ Λουκᾶς εὐαγγελιζόμενοι παραδεδώκασι, διαφωνεῖν
τε νομίζονται τοῖς πολλοῖς, τῶν τε πιστῶν
 ἕκαστος ἀγνοίᾳ τἀληθοῦς εὑρησιλογεῖν εἰς τοὺς τόπος
πεφιλοτίμηται, φέρε καὶ τὴν περὶ τούτων κατελθοῦσαν
εἰς ἡμᾶς ἱστορίαν παραθώμεθα, ἣν δι’ ἐπιστολῆς
Ἀριστείδῃ γράφων περὶ συμφωνίας τῆς ἐν
τοῖς εὐαγγελίοις γενεαλογίας ὁ μικρῷ πρόσθεν ἡμῖν
 δηλωθεὶς Ἀφρικανὸς ἐμνημόνευσε,

τὰς μὲν τῶν λοιπῶν
δόξας ὡσὰν βιαίους καὶ διεψευσμένας ἀπελέγξας,
ἣν δ’ αὐτὸς παρείληφεν ἱστορίαν, τούτοις αὐτοῖς
ἐκτιθέμενος τοῖς ῥήμασιν “ἐπειδὴ γὰρ τὰ ὀνόματα
 

 
“τῶν γενῶν ἐν Ἰσραὴλ ἠριθμεῖτο ἢ φύσει ἢ νόμῳ,
“φύσει μὲν, γνησίου σπέρματος διαδοχῇ, νόμῳ δὲ,
“ἑτέρου παιδοποιουμένου εἰς ὄνομα τελευτήσαντος
“ἀδελφοῦ ἀτέκου· (ὅτι γὰρ οὐδέπω δέδοτο ἐλπὶς
“ἀναστάσεως σαφὴς, τὴν μέλλουσαν ἐπαγγελίαν ἀνα- 
“στάσει ἐμιμοῦντο θνητῇ, ἵνα ἀνέκλειπτον τὸ ὄνομα
“μείνῃ τοῦ μετηλλαχότος)·

ἐπεὶ οὖν οἱ τῇ γενεα-
“λογίᾳ ταύτῃ ἐμφερόμενοι οἱ μὲν διεδέξαντο παῖς πα-
“τέρα γνησίως, οἱ δὲ ἑτέροις μὲν ἐγεννήθησαν, ἑτέ-
“ροις δὲ προσετέθησαν κλήσει, ἀμφοτέρων γέγονεν ἡ 
“μνήμη, καὶ τῶν γεγεννηκότων καὶ τῶν ὡς γεγεν-
“νηκότων.

οὕτως οὐδέτερον τῶν εὐαγγελίων ψεύδε-
“ται, καὶ φύσιν ἀριθμοῦν καὶ νόμον· ἐπεπλάκη γὰρ
“ἀλλήλοις τὰ γένη, τό τε ἀπὸ τοῦ Σολομῶνος καὶ τὸ
“ἀπὸ τοῦ Νάθαν, ἀναστάσεσιν ἀτέκνων καὶ δευτερο- 
“γαμίαις καὶ ἀναστάσει σπερμάτων, ὡς δικαίως τοὺς
“αὐτοὺς ἄλλοτε ἄλλων νομίζεσθαι, τῶν μὲν δοκούν-
“των πατέρων, τῶν δὲ ὑπαρχόντων· ὡς ἀμφοτέρας
“τὰς διηγήσεις κυρίως ἀληθεῖς οὔσας ἐπὶ τὸν Ἰωσὴφ
“πολυπλόκως μὲν, ἀλλ᾿ ἀκριβῶς κατελθεῖν.

ἵνα 
“δὲ σαφὲς ᾖ τὸ λεγόμενον, τὴν ἐπαλλαγὴν τῶν γενῶν
“διηγήσομαι. ἀπὸ τοῦ Δαβὶδ διὰ Σολομῶνος τὰς γε-
“νεὰς καταριθμουμένοις τρίτος ἀπὸ τέλους εὑρίσκεται
“Ματθὰν, ὃς ἐγέννησε τὸν Ἰακὼβ τοῦ Ἰωσὴφ τὸν
“πατέρα· ἀπὸ δὲ Νάθαν τοῦ Δαβὶδ κατὰ Λουκᾶν 
“ὁμοίως τρίτος ἀπὸ τέλους Μελχὶ, οὗ υἱὸς ὁ Ἡλὶ ὁ
“τοῦ Ἰωσὴφ πατήρ· Ἰωσὴφ γὰρ υἱὸς Ἡλὶ τοῦ Μελχί.
“

σκοποῦ τοίνυν ἡμῖν κειμένου τοῦ Ἰωσὴφ ἀποδει-
“κτέον πῶς ἑκάτερος αὐτοῦ πατὴρ ἱστορεῖται, ὅ τε
“Ἰακὼβ ὁ ἀπὸ Σολομῶνος καὶ Ἡλὶ ὁ ἀπὸ τοῦ Νάθαν 
 

 
“ἑκάτερος κατάγοντες τὸ γένος, ὅπως τε πρότερον
“οὗτιο δὴ ὅ τε Ἰακὼβ καὶ ὁ Ἡλὶ δύο ἀδελφοὶ, καὶ πρό
“γε, πῶς οἱ τούτων πατέρες Ματθὰν καὶ Μελχὶ δια-
“φόρων ὄντες γενῶν τοῦ Ἰωσὴφ ἀναφαίνονται πάπ-
 “ποι.

καὶ δὴ οὖν ὅ τε Ματθὰν καὶ ὁ Μελχὶ ἐν μέρει
“τὴν αὐτὴν ἀγαγόμενοι γυναῖκα ὁμομητρίους ἀδελ-
“φοὺς ἐπαιδοποιήσαντο, τοῦ νόμον μὴ κωλύοντος
“χηρεύουσαν ἤτοι ἀπολελυμένην ἢ καὶ τελευτήσαντος
“τοῦ ἀνδρὸς ἄλλῳ γαμεῖσθαι.

ἐκ δὲ τῆς Ἐσθᾶ
 “(τοῦτο γὰρ καλεῖσθαι τὴν γυναῖκα παραδέδοται)
“πρῶτος Ματθὰν ὁ ἀπὸ τοῦ Σολομῶνος τὸ γένος κατά-
“γων τὸν Ἰακὼβ γεννᾷ· καὶ τελευτήσαντος τοῦ Ματ-
“θὰν Μελχὶ ὁ ἐπὶ τὸν Νάθαν κατὰ γένος ἀναφερό-
“μενος χηρεύουσαν ἐκ μὲν τῆς αὐτῆς φυλῆς, ἐξ ἄλλου
 “δὲ γένους ὢν, ὡς προεῖπον, ἀγαγόμενος αὐτὴν ἔσχεν
“υἱὸν τὸν Ἡλί.

οὕτω δὴ διαφόρων δύο γενῶν εὑρή-
“σομεν τόν τε Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἠλὶ ὁμομητρίους ἀδελ-
“φοὺς, ὧν ὁ ἓτερος Ἰακὼβ, ἀτέκνου τοῦ ἀδελφοῦ
τελευτήσαντος Ἡλὶ, τὴν γυναῖκα παραλαβὼν ἐγέν-
 “νησεν ἐξ αὐτῆς τρίτον τὸν Ἰωσὴφ, κατὰ φύσιν μὲν
“ἑαυτῷ καὶ κατὰ λόγον· διὸ καὶ γέγραπται ῾Ἰακὼβ
“δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσήφ,’ κατὰ νόμον δὲ τοῦ Ἡλὶ
“υἱὸς ἦν· ἐκείνῳ γὰρ ὁ Ἰακὼβ ἀδελφὸς ὢν ἀνέστησ᾿
“σπέρμα.

διόπερ οὐκ ἀκυρωθήσεται καὶ ἡ κατ᾿
 “αὐτὸν γενεαλογία, ἣν Ματθαῖος μὲν ὁ εὐαγγελιστης
“ἐξαριθμούμενος ῾Ἰακὼβ δὲ᾿ φησίν ῾ ἐγέννησε τὸν
“Ἰωσήφ·’ ὁ δὲ Λουκᾶς ἀνάπαλιν ῾ὃς ἦν υἱὸς , ὡς
“ἐνομίζετο (καὶ γὰρ τοῦτο προστίθησι) τοῦ Ἰωσὴφ
“τοῦ Ἡλὶ τοῦ Μελχί·᾿ τὴν γὰρ κατὰ νόμον γένεσιν
 “ἐπισημότερον οὐκ ἦν ἐξειπεῖν. καὶ τὸ “ἐγέννησεν”
 

 
“ἐπὶ τῆς τοιᾶσδε παιδοποιίας ἄχρι τέλους ἐσιώπησε,
“τὴν ἀναφορὰν ποιησάμενος ἕως τοῦ Ἀδὰμ τοῦ θεοῦ
“κατ᾿ ἀνάλυσιν.

οὐδὲ μὴν ἀναπόδεικτον ἢ ἐσχε-
“διασμένον ἐστὶ τοῦτο· τοῦ γοῦν σωτῆρος οἱ κατὰ
“σάρκα συγγενεῖς, εἴτ᾿ οὖν φανητιῶντες εἴθ᾿ ἁπλῶς 
“ἐκδιδάσκοντες, πάντως δὲ ἀληθεύοντες, παρέδοσαν
“καὶ ταῦτα, ὡς Ἰδουμαῖοι λῃσταὶ Ἀσκάλωνι πόλει τῆς
“Παλαιστίνης ἐπελθόντες ἐξ εἰδωλείου Ἀπόλλωνος, ὃ
“πρὸς τοῖς τείχεσιν ἵδρυτο, Ἀντίπατρον Ἡρώδου τινὸς
“ἱεροδούλου παῖδα πρὸς τοῖς ἄλλοις σύλοις αἰχμάλω- 
“τον ἀπῆγον, τῷ δὲ λύτρα ὑπὲρ τοῦ υἱοῦ καταθέσθαι
“μὴ δύνασθαι τὸν ἱερέα ὁ Ἀντίπατρος τοῖς τῶν Ἰδου-
“μαίων ἔθεσιν ἐντραφεὶς ὕστερον Ὑρκανῷ φιλοῦται
“τῷ τῆς Ἰουδαίας ἀρχιερεῖ.

πρεσβεύσας δὲ πρὸς
“Πομπήιον ὑπὲρ τοῦ Ὑρκανοῦ, καὶ τὴν βασιλείαν 
“ἐλευθερώσας αὐτῷ ὑπὸ Ἀριστοβούλου τοῦ ἀδελφοῦ
“περικοπτομένην, αὐτὸς ηὐτύχησεν ἐπιμελητὴς τῆς
“Παλαιστίνης χρηματίσας· διαδέχεται δὲ τὸν Ἀντί-
“πατρον φθόνῳ τῆς πολλῆς εὐτυχίας δολοφονηθέντα
“υἱὸς Ἡρώδης, ὃς ὕστερον ὑπ᾿ Ἀντωνίου καὶ τοῦ 
“Αὐγούστου συγκλήτου δόγματι τῶν Ἰουδαίων ἐκρίθη
“βασιλεύειν· οὗ παῖδες Ἡρώδης οἵ τ᾿ ἄλλοι τετράρ-
“χαι. ταῦτα μὲν δὴ κοινὰ καὶ ταῖς Ἑλλήνων ἱστο-
“ρίαις.

ἀναγράπτων δὲ εἰς τότε ἐν τοῖς ἀρχείοις
“ὄντων τῶν Ἑβραϊκῶν γενῶν, καὶ τῶν ἀρχιπροση- 
“λύτων ἀναφερομένων ἕως Ἀχιὼρ τοῦ Ἀμμανίτου καὶ
“῾Ροὺθ τῆς Μωαβίτιδος, τῶν τε ἀπ᾿ Αἰγύπτου συνεκ-
“πεσόντων ἐπιμίκτων, ὁ Ἡρώδης οὐδέν τι συμβαλ-
“λομένου τοῦ τῶν Ἰσραηλιτῶν γένους αὐτῷ, καὶ τῷ
“συνειδότι τῆς δυσγενείας κρουόμενος, ἐνέπρησεν αὐ- 
“τῶν τὰς ἀναγραφὰς τῶν γενῶν, οἰόμενος εὐγενὴς
“ἀναφανεῖσθαι τῷ μηδὲ ἄλλον ἔχειν ἐκ δημοσίου συγ-

 
“ γραφῆς τὸ γένος ἀνάγειν ἐπὶ τοὺς πατριάρχας ἢ
“ προσηλύτους , τούς τε καλουμένους γειώρας τοὺς
“ ἐπιμίκτους.

ὀλίγοι δὴ τῶν ἐπιμελῶν ἰδιωτικὰς
“ ἑαυτοῖς ἀπογραφὰς, ἢ μνημονεύσαντες τῶν ὀνομάτων,
 “ἢ ἄλλως ἔχοντες ἐξ ἀντ’ ἀντιγράφων, ἐναβρύνονται, σωζομένης
τῇ μνήμῃ τῆς εὐγενείας· ὣν ἐτύγχανον οἶ
“ προειρημένοι δεσπόσυνοι καλούμενοι , διὰ τὴν πρὸς
“ τὸ σωτήριον γένος συνάφειαν , ἀπό τε Ναζάρων καὶ
Κωχαβὰ κωμῶν Ἰουδαϊκῶν τῇ λοιπῇ γῇ
 “σαντες, καὶ τὴν προκειμένην γενεαλογίαν ** ἐκ τε τῆς
“ βίβλου τῶν ἡμερῶν εἰς ὅσον ἐξικνοῦντο εξηγησά-
“ μένοι.

εἴτ’ οὖν οὕτως εἴτ’ ἄλλως ἔχει, σαφε-
“ στἐραν ἐξήγησιν οὐκ ἂν ἔχοι τις ἄλλος ἐξευρεῖν, ὡς
“ ἔγωγε νομίζω πᾶς τε ὃς εὐγνώμων τυγχάνει. καὶ
 “ αὕτη μελέτω, εἰ καὶ μὴ ἐμμάρτυρός ἐστι, τῷ
“ μὴ κρείττονα ἢ ἀληθεστέραν ἔχειν εἰπεῖν. τό γέ τοι
εὐαγγέλιον πάντως ἀληθεύει.’’

καὶ ἐπὶ τέλει δὲ
τῆς αὐτῆς ἐπιστολῆς προστίθησι ταῦτα · Ματθὰν
ὁ ἀπὸ Σολομῶνος ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ. “ Ματθὰν
 ἀποθανόντος Μελχὶ ὁ ἀπὸ Νάθαν ἐκ τῆς αὐτῆς γυ-
“ναικὸς ἐγέννησε τὸν Ἠλὶ. ὁμομήτριοι ἄρα ἀδελφοὶ
“Ἡλὶ καὶ Ἰακώβ. Ἠλὶ ἀτέκνου ἀποθανόντος ὁ Ἰακὼβ
“ἀνέστησεν αὐτῷ σπέρμα, γεννήσας τὸν Ἰωσὴφ, κατὰ
“ φύσιν μὲν ἑαυτῷ, κατὰ νόμον δὲ τῷ Ἡλί. οὕτως
 “ ἀμφοτέρων υἱὸς ἦν ὁ Ἰωσήφ.’’ τοσαῦτα ὁ ᾿Αφρικανός.

καὶ δὴ τοῦ Ἰωσὴφ ὧδέ πως γενεαλογουμένου,
δυνάμει καὶ ἡ Μαρία σὺν αὐτῷ πέφηνεν ἐκ τῆς
αὐτῆς οὖσα φυλῆς , εἴ γε κατὰ τὸν Μωυσέως νόμον
οὐκ ἐξῆν ἑτέραις ἐπιμίγνυσθαι φυλαῖς· ἑνὶ γὰρ τῶν
 

 
ἐκ τοῦ αὐτοῦ δήμου καὶ πατριᾶς τῆς αὐτῆς ξευγνυσθαι
πρὸς γάμον παρακελεύεται ὡς ἂν μὴ περιστρέφοιτο
τοῦ γένους ὁ κλῆρος ἀπὸ φυλῆς ἐπὶ φυλήν.
ὡδὶ μὲν οὖν καὶ ταῦτα ἐχέτω.

[Nic. H. E. I, 12—15] Ἀλλὰ γὰρ τοῦ Χριστοῦ 
γεννηθέντος ταῖς προφητείαις ἀκολούθως ἐν
Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας κατὰ τοὺς δεδηλωμένους χρόνους,
Ἡρώδης ἐπὶ τῇ τῶν ἐξ ἀνατολῆς μάγων ἀνερωτήσει,
ὅπη εἴη διαπυνθανομένων ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς
τῶν Ἰουδαίων, ἑωρακέναι γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα, καὶ 
τῆς τοσῆσδε πορείας τοῦτ᾿ αἴτιον αὐτοῖς γεγονέναι,
οἷα θεῷ προσκυνῆσαι τῷ τεχθέντι διὰ σπουδῆς πεποιημένοις,
οὐ σμικρῶς ἐπὶ τῷ πράγματι ἅτε κινδυνευούσης,
ὥς γε δὴ ᾤετο, αὐτῷ τῆς ἀρχῆς διακινηθεὶς,
πυθόμενος τῶν παρὰ τῷ ἔθνει νομοδιδασκάλων 
ποῦ τὸν Χριστὸν γεννηθήσεσθαι προσδοκῷεν, ὡς
ἔγνω τὴν Μιχαίου προφητείαν ἐν Βηθλεὲμ προαναφωνοῦσαν,
ἑνὶ προστάγματι τοὺς ὑπομαζίους ἔν τε
τῇ Βηθλεὲμ καὶ πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς
καὶ κατωτέρω παῖδας κατὰ τὸν ἀπηκριβωμένον αὐτῷ 
χρόνον παρὰ τῶν μάγων ἀναιρεθῆναι προστάττει,
πάντως που καὶ τὸν Ἰησοῦν, ὥς γε ἦν εἰκὸς, τῆς
αὐτῆς τοῖς ὁμήλιξι συναπολαῦσαι συμφορᾶς οἰόμενος.

φθάνει γε μὴν τὴν ἐπιβουλὴν εἰς Αἴγυπτον διακομισθεὶς
ὁ παῖς, δι᾿ ἐπιφανείας ἀγγέλου τὸ μέλλον 
προμεμαθηκότων αὐτοῦ τῶν γονέων. ταῦτα μὲν οὖν
καὶ ἡ ἱερὰ τοῦ εὐαγγελίου διδάσκει γραφή.

ἄξιον
δ᾿ ἐπὶ τούτοις συνιδεῖν τἀπίχειρα τῆς Ἡρώδου κατὰ
τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ὁμηλίκων αὐτῷ τόλμης, ὡς
παραυτίκα, μηδὲ σμικρᾶς ἀναβολῆς γεγενημένης, ἡ 
 

 
θεία δίκη περιόντα ἒτ’ αὐτὸν ἐν τῷ βίῳ μετελήλυθε,
τὰ τῶν μετὰ τὴν ἐνθένδε ἀπαλλαγὴν διαδεξομένων
αὐτὸν ἐπιδεικνῦσα προοίμια.

ὡς μὲν οὑν τὰς κατὰ
τὴν βασιλείαν αὐτῷ νομισθείσας εὐπραγίαις κατὰ
 τὸν οἶκον ἐπαλλήλοις ἠμαύρωσε συμφοραῖς , γυναι-
κὸς καὶ τέκνων καὶ τῶν λοιπῶν τῶν μάλιστα πρὸς
γένους ἀναγκαιοτάτων τε καὶ φιλτάτων μιαιφο-
νίαις, οὐδὲ οἷόν τε νῦν καταλέγειν, τραγικὴν ἃπασαν
δραματουργίαν ἐπισκιαζούσης τῆς περὶ τούτων
 ὑποθέσεως , ἣν εἰς πλάτος ἐν ταῖς καθ’ αὑτὸν ἱστορίαις
ὁ Ἰώσηπος διελήλυθεν.

ὡς δ’ ἅμα τῇ κατὰ
τοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων νηπίων ἐπιβουλῇ
θεήλατος αὐτὸν καταλαβοῦσα μάστιξ εἰς θάνατον
συνήλασεν, οὐ χεῖρον καὶ τῶν φωνῶν τοῦ συγγρα
 φἐως ἐπακοῦσαι , κατὰ λέξιν ἐν ἑπτακαιδεκάτῳ τῆς
‘Ιουσϊκῆς ἀρχαιολογίας τὴν καταστροφὴν τοῦ κατ’
αὐτὸν βίου τοῦτον γράφοντος τὸν τρόπον· “Ἡρώδῃ
“ δὲ μειζόνως ἡ νόσος ἐνεπικραίνετο, δίκην ὧν πάρα
“ νομήσειεν ἐκπρασσομένου τοῦ θεοῦ.

πῦρ μὲν γὰ
 “ μαλακὸν ἦν, οὐχ ὧδε πολλὴν ἀποσημαῖνον τοῖς ἐπα
φωμἐνοις τὴν φλόγωσιν, ὅσην τοῖς ἐντὸς προσετίθει
“ τὴν κάκωσιν, ἐπιθυμία δὲ δεινὴ τοῦ δέξασθαί τι, οὐδὲ
“ ἦν μὴ οὐχ ὑπουργεῖν , καὶ ἕλκωσις τῶν τε ἐντέρων,
“ καὶ μάλιστα τοῦ κώλου δειναὶ ἀλγηδόνες, καὶ φλέγμα
 “ ὑγρὸν περὶ τοὺς πόδας καὶ διαυγές.

παραπλησία
δὲ καὶ περὶ τὸ ἦτρον κάκωσις ἦν. ναὶ μὴν καὶ τοῦ
αἰδοίου σῆψις σκώληκας ἐμποιοῦσα, πνεύματός τε
ὀρθία ἔντασις, καὶ αὐτὴ λίαν ἀηδὴς ἀχθηδόνι τε τῆς
“ἀποφορᾶς καὶ τῷ πυκνῷ τοῦ ἂσθματος. ὃς. σπασμός τε
 περὶ πᾶν ἢν μέλος, ἰσχὺν οὐχ ὑπομενητὴν προστι-
 

 
“ θέμενος.

ἐλέγετο γοῦν ὑπὸ τῶν θειαζόντων, καὶ
“ οἷς ταῦτα προαποφθέγγεσθαι σοφία προύκειτο, ποι-
“νὴν τοῦ πολλοῦ δυσσεβοῦς ταύτην ὁ θεὸς εἰσπράτ-
“τεσθαι παρὰ τοῦ βασιλέως.’’ ταῦτα μὲν ἐν τῇ δηλω-
θείσῃ γραφῇ παρασημαίνεται ὁ προειρημένος.

καὶ 
ἐν τῇ δευτέρᾳ δὲ τῶν ἱστοριῶν τὰ παραπλήσια περὶ
τοῦ αὐτοῦ παραδίδωσι , ὧδέ πως γράφων“ ἔνθεν αὐ-
“ τοῦ τὸ σῶμα πὰν ἡ νόσος διαλαβοῦσα ποικίλοις πά-
“ θέσιν ἐμέριζεν. πυρετὸς μὲν γὰρ ἦν οὐ λάβρος,
‘κνησμὸς δ’ ἀφόρητος τῆς ἐπιφανείας ὅλης, καὶ κώλου 
“ ἀλγηδόνες , περί τε τοὺς πόδας ὡς ὑδρω-
“πιπωντος οἰδήματα, τοῦ τε ἤτρου φλεγμονὴ, καὶ αἰδοίου
σηπεδὼν σκώληκας · γεννῶσα. πρὸς τούτοις
“ ὀρθόπνοια καὶ δύσπνοια καὶ σπᾷς μοὶ πάντων τῶν
“ μελῶν 5 ὥστε τοὺς ἐπιθειάζοντας ποινὴν εἶναι τὰ 
‘νοσήματα λέγειν.

ὁ δὲ παλαίων τοσούτοις πάθε-
“σιν ὅμως τοῦ ζῆν ἀντείχετο, σωτηρίαν τε ἤλπιζε,
“καὶ θεραπείας ἐπενόει. διαβὰς γοῦν τὸν Ἰορδάνην
τοῖς κατὰ Καλλιρρόην θερμοῖς ἐχρῆτο. ταῦτα δὲ
“ ἔξεισι μὲν εἰς τὴν Ἀσφαλτῖτιν λίμνην, ὑπὸ γλυκύ- 
“τητος δέ ἐστι καὶ πότιμα.

δόξαν δ’ ἐνταῦθα τοῖς
“ἰατροῖς ἐλαίῳ θερμῷ πὰν ἀναθάλψαι τὸ σῶμα χα-
“ λασθὲν εἰς ἐλαίου πλήρη πύελον ἐκλύει τοὺς ὀφθαλ-
“ μοὺς καὶ ὡς τεθνεὼς ἀνέστρεψεν. θορύβου δὲ τῶν
θεραπόντων γενομένου πρὸς μὲν τὴν κραυγὴν ἀνή- 
“ νεγκεν, εἰς δὲ τὸ λοιπὸν ἀπογνοὺς τὴν σωτηρίαν,
τοῖς τε στρατιώταις ἀνὰ δραχμὰς πεντήκοντα έκέ-
“ λευσε διανεῖμαι, καὶ πολλὰ χρήματα τοῖς ἡγεμόσι
καὶ τοῖς φίλοις.

αὐτὸς δ’ ὑποστρέφων εἰς ‘Ιεριχοῦντα
παραγίνεται, μελαγχολῶν ἤδη, καὶ μονονουχὶ 
 

 
“ αὐτῷ τι τῷ θανάτῳ ἀπειλῶν προέκοψεν εἰς ἐπιβολὴν
“ἀθεμίτου πράξεως. τοὺς γὰρ ἀφ’ ἑκάστης κώμης
“ ἐπισήμους ἄνδρας ἐξ ὅλης Ἰουδαίας συναγαγὼν εἰς
“ τὸν καλούμενον ἱππόδρομον ἐκέλευσε συγκλεῖσαι.
 “

προσκαλεσάμενος δὲ Σαλώμην τὴν ἀδελφὴν καὶ
“ τὸν ἄνδρα ταύτης Ἀλέξανδρον οἶδα ἔφη Ἱουδαί-
“ ους τὸν ἐμὸν ἑορτάσοντας θάνατον. δύναμαι δὲ πεν-
‘θεῖσθαι δι’ ἑτέρων καὶ λαμπρὸν ἐπιτάφιον σχεῖν,
ἄν ὑμεῖς θελήσητε ταῖς ἐμαῖς ἐντολαῖς ὑπουργῆσαι.
“ τοὺς δὲ φρουρουμένους ἄνδρας, ἐπειδὰν ἐκπνεύ-
“ σω, τάχιστα κτείνατε περιστήσαντες τοὺς στρaτιώ-
“ τας, ἵνα πᾶσα Ἰουδαία καὶ πᾶς οἶκος καὶ ἄκων ἐπ’
“ἐμοὶ δακρύσῃ.‘”

καὶ μετὰ βραχέα φησίν “αὖθις
δὲ, καὶ γὰρ ἐνδείᾳ τροφῆς καὶ βηχὶ σπασμώδει διε-
 “ τείνετο, τῶν ἀλγηδόνων ἡττηθεὶς φθάσαι τὴν εἶμαρ-
“ ἐπεβάλετο. λαβὼν δὲ μῆλον ᾔτησε καὶ μαχαί-
‘ριον· εἰώθει γὰρ ἀποτέμνων ἐσθίειν· ἔπειτα περια-
“ θρήσας, μή τις ὁ κωλύων αὐτὸν εἴη, ἐπῆρε τὴν δεξιὰν
“ ὡς πλήξων ἑαυτόν.”

ἐπὶ δὲ τούτοις ὁ αὐτὸς
 ἱστορεῖ συγγραφεὺς ἕτερον αὐτοῦ γνήσιον παῖδα πρὸ
τῆς ἐσχάτης τοῦ βίου τελευτῆς, τρίτον ἐπὶ δυσὶν ἤδη
προανῃρημένοις , δι’ ἐπιτάξεως ἀνελόντα παραχρῆμα
τὴν ζωὴν οὐ μετὰ σμικρῶν ἀλγηδόνων ἀπορρῆξαι.

καὶ τοιοῦτο μὲν τὸ πέρας τῆς Ἡρώδου γέγονε τελευτῆς,
 ποινὴν δικαίαν ἐκτίσαντος ὣν ἀμφὶ τὴν Βηθλεὲμ
ἀνεῖλε παίδων, τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιβου-
λῆς ἕνεκα. μεθ’ ἣν ἄγγελος ὄναρ ἐπιστὰς ἐν Αἰγύπτῳ
διατρίβοντι τῷ Ἰωσὴφ ἀπᾶραι ἅμα τῷ παιδὶ καὶ τῇ
τούτου μητρὶ ἐπὶ Ἰουδαίαν παρακελεύεται, τεθνηκέναι
 δηλῶν τοὺς ἀναζητοῦντας τὴν ψυχὴν τοῦ παι-
 

 
δίου. τούτοις δ’ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπιφέρει λέγων
‘ ἀκούσας δ’ ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει τῆς Ἰουδαίας
ἀντὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἡρώδου ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν·
χρηματισθεὶς δὲ κατ’ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ
μέρη τῆς Γαλιλαίας.”

Τῇ’ δ’ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν μετὰ τὸν Ἡρώδην τοῦ
Ἀρχελάου καταστάσει συνᾴδει καὶ ὁ προειρημένος
ἱστορικὸς, τόν τε τρόπον ἀναγράφων, καθ’ ὃν ἐκ
διαθηκῶν Ἡρώδου τοῦ πατρὸς , ἐπικρίσεως τε Καίσαρος
Αὐγούστου , τὴν κατὰ Ἰουδαίων βασιλείαν διεδέξατο, 
καὶ ὡς τῆς ἀρχῆς μετὰ δεκαέτη χρόνον ἀποπεσόντος
οἱ ἀδελφοὶ Φίλιππός τε καὶ ὁ νέος Ἡρώδης
ἅμα Λυσανίᾳ τὰς ἑαυτῶν διεῖπον τετραρχίας.

ὁ
δ’ αὐτὸς ἐν ὀκτωγαιδεκάτῳ τῆς ἀρχαιολογίας κατὰ τὸ
δωδέκατον ἔτος τῆς Τιβερίου βασιλείας (τοῦτον γὰρ 
τὴν καθ’ ὅλων ἀρχὴν διαδέξασθαι ἑπτὰ ἐπὶ πεντήκοντα
ἔτεσι τὴν ἡγεμονίαν ἐπικρατήσαντος Αὐγοὐστου)
Πόντιον Πιλᾶτον ἐπιτραπῆναι δηλοῖ τὴν ᾿Ιουδαίαν,
ἐνταῦθα δὲ ἐφ’ ὅλοις ἔτεσι δέκα σχεδὸν εἶς
αὐτὴν παραμεῖναι τὴν Τιβερίου τελευτήν.

οὐκοῦν 
σαφῶς ἀπελήλεγκται τὸ πλάσμα τῶν κατὰ τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν ὑπομνήματα χθὲς καὶ πρώην διαδεδωκότων,
ἐν οἷς πρῶτος αὐτὸς ὁ τῆς παρασημειώσεως
χρόνος τῶν πεπλακότων ἀπελέγχει τὸ ψεῦδος

ἐπὶ
τῆς τετάρτης γοῦν ὑπατείας Τιβερίου , ἣ γέγονεν 
ἔτους ἑβδόμου τῆς βασιλείας αὐτοῦ , τὰ περὶ τὸ σωτήριον
πάθος αὐτοῖς τολμηθέντα περιέχει, καθ’ ὃν
δείκνυται χρόνον μηδ’ ἐπιστάς πω τῇ Ἰουδαίᾳ Πιλᾶτος,
εἴ γε τῷ Ἰωσήπῳ μάρτυρι χρήσασθαι δέον, σαφῶς
 

 
οὕτω σημαίνοντι κατὰ τὴν δηλωθεῖσαν αὐτοῦ γραφὴν
ὅτι δὴ δωδεκάτῳ ἐνιαυτῷ τῆς Τιβερίου βασιλείας
ἐπίτροπος τῆς Ἰουδαίας ὑπὸ Τιβερίου καθίσταται
Πιλᾶτος.

[Nic. H. E. I, 18-29] Ἐπὶ τούτων δὴ οὖν κατὰ
τὸν εὐαγγελιστὴν ἔτος πεντεκαιδέκατον Τιβερίου Καίσαρος
ἄγοντος, τέταρτον δὲ τῆς ἡγεμονίας Ποντίου
Πιλάτου, τῆς τε λοιπῆς Ἰουδαίας τετραρχούντων
Ἡρώδου καὶ Λυσανίου καὶ Φιλίππου , ὁ σωτὴρ καὶ
 κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς τοῦ θεοῦ, ἀρχόμενος
ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα, ἐπὶ τὸ Ἰωάννου βάπτισμα παραγίνεται,
καταρχήν τε ποιεῖται τηνικαῦτα τοῦ κατὰ τὸ
εὐαγγέλιον κηρύγματος.

φησὶ δὲ αὐτὸν ἡ θεία
γραφὴ τὸν πάντα τῆς διδασκαλίας διατελέσαι χρόνον
 ἐπὶ ἀρχιερέως Ἂννα καὶ Καϊάφα, δηλοῦσα ὅτι δὴ ἐν
τοῖς μεταξὺ τῆς τούτων ἔτεσι λειτουργίας ὁ πᾶς τῆς
διδασκαλίας αὐτῷ συνεπεράνθη χρόνος· ἀρξαμένου
μὲν κατὰ τὴν τοῦ Ἂννα ἀρχιερωσύνην , μέχρι δὲ τῆς
ἀρχῆς τοῦ Καϊάφα παραμείναντος, οὐδ’ ὅλος ὁ μεταξυ
 τετραέτης παρίσταται χρόνος.

τῶν γάρ τοι κατὰ
τὸν νόμον ἤδη πως καθῃρημένων ἐξ ἐκείνου θεσμῶν,
λέλυτο μὲν, ᾦ διὰ βίου καὶ ἐκ προγόνων διαδοχῆς
τὰ τῆς τοῦ θεοῦ θεραπείας προσήκοντα ἦν, ὑπὸ δὲ
τῶν Ῥωμαϊκῶν ἡγεμόνων ἄλλοτ’ ἄλλοι τὴν ἀρχιερωσύνην
 ἐπιτρεπόμενοι οὐ πλέον ἔτους ἑνὸς ἐπὶ ταύτης
διετέλουν.

ἱστορεῖ δ’ οὖν ὁ Ἰώσηπος τέσσαρας
κατὰ διαδοχὴν ἐπὶ Καϊάφαν ἀρχιερεῖς μετὰ τὸν Ἂνναν
διαγενέσθαι, κατὰ τὴν αὐτὴν τῆς ἀρχαιολογίας γραφὴν
ὧδέ πως λέγων “ Οὐαλέριος Γρᾶτος, παύσας
 “ἱερᾶσθαι Ἂνανον, Ἰσμάηλον ἀρχιερέα ἀποφαίνει τὸν
 

 
“ τοῦ Φαβί. καὶ τοῦτον δὲ μετ’ οὐ πολὺ μεταστήσας
“ ‘Ελεάζαρον τὸν ‘Ανάνου τοῦ ἀρχιερέως υἱὸν ἀποδεί-
“κνυσιν ἀρχιερέα.

ἐνιαυτοῦ δὲ διαγενομένου καὶ
“τόνδε παύσας Σίμωνι τῷ Καμίθου τὴν ἀρχιερω-
“ συνῆν παραδίδωσιν. οὐ πλέον δὲ καὶ τῷδε ἐνιαυτοῦ 
“ τὴν τιμὴν ἔχοντι διεγένετο χρόνος, καὶ Ἰώσηπος, ὁ
“καὶ Καϊάφας , διάδοχος ἦν αὐτῷ.’

οὐκοῦν ὁ σύμπας
οὐδ’ ὅλος τετραέτης ἀποδείκνυται τῆς τοὺ σωτῆρος
ἡμῶν διδασκαλίας χρόνος, τεσσάρων ἐπὶ τέσσαρσιν
ἔτεσιν ἀρχιερέων ἀπὸ τοῦ Ἄννα καὶ ἐπὶ τὴν τοῦ 
Καϊάφα κατάστασιν ἐνιαύσιον λειτουργίαν διατετελεκότων.
τόν γέ τοι Καϊάφαν ἀρχιερέα εἰκότως τοῦ
ἐνιαυτοῦ , καθ’ ὃν τὰ τοῦ σωτηρίου πἐθους ἐπετελεῖτο,
ἡ τοῦ εὐαγγελίου παρεσημήνατο γραφὴ, ἐξ ἧς
καὶ αὐτῆς οὐκ ἀπᾴδων τῆς προκειμένης ἐπιτηρήσεως 
ὁ τῆς τοῦ Χριστοῦ διδασκαλίας ἀποδείκνυται χρόνος.

ἀλλὰ γὰρ ὁ σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν οὐ μετὰ πλεῖστον
τῆς καταρχῆς τοῦ κηρύγματος τοὺς δώδεκα ἀποστόλους
ἀνακαλεῖται, οὓς καὶ μόνους τῶν λοιπῶν
αὐτοῦ μαθητῶν κατά τι γέρας ἐξαίρετον ἀποστόλους 
ὠνόμασεν. καὶ αὖθις ἀναδείκνυσιν ἑτέρους ἑβδομήκοντα,
οὓς καὶ αὐτοὺς ἀπέστειλεν ἀνὰ δύο δύο πρὸ
προσάπου αὐτοῦ εἰς πάντα τόπον καὶ πόλιν οὗ ἤμελλεν
αὐτὸς ἔρχεσθαι.

[Nic. H, E. I, 19-20] Οὐκ εἰς μακρὸν δὲ τοῦ 
βαπτιστοῦ Ἰωάννου ὑπὸ τοῦ νέου Ἡρώδου τὴν κεφαλὴν
ἀποτμηθέντος μνημονεύει μὲν καὶ ἡ θεία τῶν
εὐαγγελίων γραφή· συνιστορεῖ γε μὴν καὶ ὁ ᾿Ιώσηπος,
ὀνομαστὶ τῆς τε Ἡρωδιάδος μνήμην πεποιημένος
καὶ ὡς ἀδελφοῦ γυναῖκα οὖσαν αὐτὴν ἠγάγετο 
 

 
πρὸς γάμον Ἡρώδης , ἀθετήσας μὲν τὴν προτέραν
αὐτῷ κατὰ νόμους γεγενημένην Ἀρέτα δ’ ἦν αὕτη
τοῦ Πετραίων βασιλέως θυγάτηρ), τὴν δὲ Ἡρωδιάδα
ζῶντος διαστήσας τοῦ ἀνδρός · δι’ ἣν καὶ τὸν ‘Ιωάννην
 ἀνελὼν πόλεμον αἴρεται πρὸς τὸν Ἀρέταν, ὡσὰν
ἠτιμασμένης αὐτῷ τῆς θυγατρός.

ἐν ᾧ πολέμῳ
μάχης γενομένης πάντα φησὶ τὸν Ἡρώδου στρατὸν
διαφθαρῆναι, καὶ ταῦτα πεπονθέναι τῆς ἐπιβουλῆς
ἕνεκεν τῆς κατὰ τοῦ Ἰωάννου γεγενημένης.

ὁ δ’
 αὐτὸς Ἰώσηπος ἐν τοῖς μάλιστα δικαιότατον καὶ βαπτιστὴν
ὁμολογῶν γεγονέναι τὸν Ἰωάννην, τοῖς περὶ
αὐτοῦ κατὰ τὴν τῶν εὐαγγελίων γραφὴν ἀναγεγραμμένοις
συμμαρτυρεῖ. ἱστορεῖ δὲ καὶ τὸν Ἡρώδην τῆς
βασιλείας ἀποπεπτωκέναι διὰ τὴν αὐτὴν Ἡρωδιάδα,
 μεθ’ ἧς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν ὑπερορίαν ἀπεληλάσθαι,
Βίενναν τῆς Γαλλίας οἰκεῖν καταδικασθέντα.

καὶ
ταῦτά γε αὐτῷ ἐν ὀκτωκαιδεκάτῳ τῆς ἀρχαιολογίας
δεδήλωται, ἔνθα συλλαβαῖς αὐταῖς περὶ τοῦ ‘Ιωάννου
ταῦτα γράφει ‘τισὶ δὲ τῶν Ἰουδαίων ἐδόκει ὀλω-
 “λέναι τὸν Ἡρώδου στρατὸν ὑπὸ τοῦ θεοῦ, καὶ μάλα
“δικαίως τιννυμἐνου κατὰ ποινὴν Ἰωάννου τοῦ κα-
“ λουμένου βαπτιστοῦ.

κτείνει γὰρ τοῦτον Ἡρώ-
‘δης, ἀγαθὸν ἄνδρα καὶ τοῖς Ἰουδαίοις κελεύοντα,
“ἀρετὴν ἐπασκοῦσι καὶ τὰ πρὸς ἀλλήλους δικαιοσύνῃ
 “ καὶ πρὸς τὸν θεὸν εὐσεβείᾳ χρωμένοις βαπτισμῷ
“συνιέναι. οὕτω γὰρ δὴ καὶ τὴν βάπτισιν ἀποδέκτην
αὐτῷ φανεῖσθαι , μὴ ἐπί τινων ἁμαρτάδων παραι-
“τήσει χρωμένων , ἀλλ’ ἐφ’ ἁγνείᾳ τοῦ σώματος, ἄτε
“ δὴ καὶ τῆς ψυχῆς δικαιοσύνῃ προεκκεκαθαρμένης.
 ’

καὶ τῶν ἄλλων συστρεφομένων καὶ γὰρ ἥσθησαν
 

 
“ ἐπὶ πλεῖστον τῇ ἀκροάσει τῶν λόγων) , δείσας ‘Ηρώ-
“δης τὸ ἐπὶ τοσόνδε πιθανὸν αὐτοῦ τοῖς ἀνθρώποις,
“ μὴ ἐπὶ ἀποστάσει τινὶ φέροι , πάντα γὰρ ἐῴκεσαν
“συμβουλῇ τῇ ἐκείνου πράξοντες) , πολὺ κρεῖττον
“ἡγεῖται, πρίν τι νεώτερον ἀπ’ αὐτοῦ γενέσθαι, προ- 
“λαβὼν ἀναιρεῖν, ἢ μεταβολῆς γενομένης εἰς πρά-
“ γματα ἐμπεσὼν μετανοεῖν. καὶ ὁ μὲν ὑποψίᾳ τῇ
“Ἡρώδου δέσμιος εἰς τὸν Μαχαιροῦντα πεμφθεὶς, τὸ
“ προειρημένον φρούριον , ταύτῃ κτίννυται.

ταῦτα
περὶ τοῦ Ἰωάννου διελθὼν καὶ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν 
κατὰ τὴν αὐτὴν τοῦ συγγράμματος ἱστορίαν ὧδέ πως
μέμνηται ‘γίνεται δὲ κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον Ἰησοῦς,
“ σοφὸς ἀνὴρ , εἴ γε ἄνδρα αὐτὸν λέγειν χρή. ἦν γὰρ
“ παραδόξων ἔργων ποιητὴς , διδάσκαλος ἀνθρώπων
“τῶν ἡδονῇ τἀληθῆ δεχομένων, καὶ πολλοὺς μὲν τῶν 
‘Ἰουδαίων , πολλοὺς δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐπη-
“γάγετο.

ὁ Χριστὸς οὗτος ἦν. καὶ αὐτὸν ἐνδείξει
“τῶν πρώτων ἀνδρῶν παρ’ ἡμίν σταυρῷ ἐπιτετἰμη-
“ κότος Πιλάτου, οὐκ ἐπαύσαντο οἶ τὸ πρῶτον ἀγα-
“ πήσαντες. ἐφάνη γὰρ αὐτοῖς τρίτην ἔχων ἡμέραν 
“πάλιν ζῶν, τῶν θείων προφητῶν ταῦτά τε καὶ ἄλλα
“ μυρία περὶ αὐτοῦ θαυμάσια εἰρηκότω ’ν. εἰσέτι τε
“ νῦν τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τοῦδε ὠνομασμένων οὐκ
“ ἐπέλιπε τὸ φῦλον.’’

ταῦτα τοῦ ἐξ αὐτῶν Ἐβραίων
συγγραφέως ἀνέκαθεν τῇ ἑαυτοῦ γραφῇ περί τε τοῦ 
βαπτιστοῦ Ἰωάννου καὶ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν παραδεδωκότος,
τίς ἂν ἔτι λείποιτο ἀποφυγὴ τοῦ μὴ ἀναισχύντους
ἀπελέγχεσθαι τοὺς τὰ κατ’ αὐτῶν πλασαμένους
ὑπομνήματα; ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐχέτω ταύτῃ.

[Nic. H. E. I, 21-22] Τῶν γε μὴν τοῦ σω- 
 

 
τηρὸς ἀποστόλων παντί τῳ σαφὴς ἐκ τῶν εὐαγγελίων
ἡ πρόσρησις. τῶν δ’ ἑβδομήκοντα μαθητῶν κατάλογος
μὲν οὐδεὶς οὐδαμὴ φέρεται · λέγεταί γε μὴν
εἰς αὐτῶν Βαρνάβας γεγονέναι, οὑ διαφόρως μὲν καὶ
 αἱ Πραξεῖς τῶν ἀποστόλων ἐμνημόνευσαν, οὐχ ἥκιστα
δὲ καὶ ὁ Παῦλος Γαλάταις γράφων. τούτων δ’ εἶναί
φασι καὶ Σωσθένην τὸν ἅμα Παύλῳ Κορινθίοις ἐπιστείλαντα.

ἡ δ’ ἱστορία παρὰ Κλήμεντι κατὰ τὴν
πέμπτην τῶν ‘Υποτυπώσων, ἐν ᾗ καὶ Κηφᾶν, περὶ
 οὗ φησιν ὁ Παῦλος ‘ὅτε δὲ ἦλθε Κηφᾶς εἰς ‘ Αντιόχειαν,
κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην, ἴνα φησὶ
γεγονέναι τῶν ἑβδομήκοντα μαθητῶν , ὁμώνυμον
Πέτρῳ τυγχάνοντα τῷ ἀποστόλῳ.

καὶ Ματθίαν
δὲ τὸν ἀντὶ Ἰούδα τοῖς ἀποστόλοις συγκαταλεγέντα,
 τόν τε σὺν αὐτῷ τῇ ὁμοίᾳ ψήφῳ τιμηθέντα , τῆς αὐτῆς
τῶν ἑβδομήκοντα κλήσεως ἠξιῶσθαι κατέχει λόγος.
καὶ Θαδδαῖον δὲ ἕνα τῶν αὐτῶν εἶναί φασι,
περὶ οὐ καὶ ἱστορίαν ἐλθοῦσαν εἰς ἡμὰς αὐτίκα μάλα
ἐκθήσομαι.

καὶ τῶν ἑβδομήκοντα δὲ πλείους τοῦ
 σωτῆρος πεφηνέναι μαθητὰς εὕροις ἂν ἐπιτηρήσας,
μάρτυρι χρώμενος τῷ Παύλῳ , μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν
ἔγερσιν ὦφθαι αὐτὸν φήσαντι πρῶτον μὲν Κηφᾷ,
ἔπειτα τοῖς δώδεκα , καὶ μετὰ τούτους ἐπάνω πεντακοσίοις
ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ὧν τινὰς μὲν ἔφασκε κεκοιμῆσθαι,
 τοὺς πλείους δ’ ἔτι τῷ βίῳ, καθ’ ὃν καιρὸν
αὐτῷ ταῦτα συνετάττετο , περιεῖναι.

ἔπειτα δ’
ὦφθαι αὐτὸν Ἰακώβῳ φησίν· εἶς δὲ καὶ οὗτος τῶ
φερομένων τοῦ σωτῆρος ἀδελφῶν ἦν. εἶθ’ ὡς παρ’
τούτους κατὰ μίμησιν τῶν δώδεκα πλείστων ὅσω
 ὑπαρξάντων ἀποστόλων, οἷος καὶ αὐτὸς ὁ Παῦλος ἠ
 

 
προστίθησι λέγων ’ ἔπειτα ὤφθη τοῖς ἀποστόλοις
πᾶσι.” ταῦτα μὲν οὖν περὶ τῶνδε. τῆς δὲ περὶ τὸν
Θαδδαῖον ἱστορίας τοιοῦτος γέγονεν ὁ τρόπος.

[Nic. H. E. II, 7 et Euagr. IV, 29] ’H τοῦ
κυρίου καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ θειότης, 
εἰς πάντας ἀνθρώπους τῆς παραδοξοποιοῦ δυνάμεως
ἕνεκεν βοωμένη , μυρίους ὅσους καὶ τῶν ἐπ’ άλλοδαπῆς
πορρωτάτω τε τῆς Ἰουδαίας νόσων καὶ παντοίων
παθῶν ἐλπίδι θεραπείας ἐπήγετο.

ταύτῃ τοι
βασιλεὺς Ἂβγρος, τῶν ὑπὲρ Εὐφράτην ἐθνῶν έπισημότατα 
δυναστεύων , πάθει τὸ σῶμα δεινῷ καὶ οὐ
θεραπευτῷ ὅσον ἐπ’ ἀνθρωπείᾳ δυνάμει καταφθει-
ρόμενος , ὡς καὶ τοὔνομα τοῦ Ἰησοῦ πολὺ καὶ τὰς
δυνάμεις συμφώνως πρὸς ἁπάντων μαρτυρουμένας
ἐπύθετο, ἱκέτης αὐτοῦ πέμψας δι’ ἐπιστοληφόρου γίνεται, 
τῆς νόσου τυχεῖν ἀπαλλαγῆς ἀξιῶν.

ὁ δὲ
μὴ τότε καλοῦντι ὑπακούσας ἐπιστολῆς γοῦν αὐτὸν
ἰδίας καταξιοῖ, ἴνα τῶν αὑτοῦ μαθητῶν ἀποστέλλειν
ἐπὶ θεραπείᾳ τῆς νόσου, ὁμοῦ τε αὐτοῦ σωτηρίαν καὶ
τόν προσηκόντων ἁπάντων ὑπισχνούμενος.

οὐκ 
εἰς μακε`ν δὲ ἄρα αὐτῷ ἐπληροῦτο τὰ τῆς ἐπαγγε-
λίας. μετὰ γοῦν τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν καὶ τὴν
εἰς οὐρανοὺς ἄνοδον Θωμᾶς, τῶν ἀποστόλων εἶς τῶν
δώδεκα, Θαδδαῖον, ἐν ἀριθμῷ καὶ αὐτὸν τῶν ἑβδο-
μήκοντα τοῦ Χριστοῦ μαθητῶν κατειλεγμένον , κινήσει 
θειοτέρᾳ ἐπὶ τὴν Ἒδεσσαν κήρυκα καὶ εὐαγγελιστὴν
τῆς περὶ τοῦ Χριστοῦ διδασκαλίας ἐκπέμπει,
πάντα τε δι’ αὐτοῦ τὰ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν τέλος
ἐλάμβανεν ἐπαγγελίας.

ἔχεις καὶ τούτων ἀνάγραπτον
τὴν μαρτυρίαν , ἐκ τῶν κατὰ Ἒδεσσαν τὸ τηνικαῦτα 
βασιλευομένην πόλιν γραμματοφυλακείων ληφθεῖσαν.
ἐν γοῦν τοῖς αὐτόθι δημοσίοις χάρταις, τοῖς τὰ παλαιὰ

 
καὶ τὰ ἀμφὶ τὸν Ἄβγαρον πραχθέντα περιέχουσι, καὶ
ταῦτα εἰσέτι νῦν ἐξ ἐκείνου πεφυλαγμένα εὕρηται-
οὐδὲν δὲ οἷον καὶ αὐτῶν ἀπακοῦσαι τῶν ἐπιστολῶν,
ἀπὸ τῶν ἀρχείων ἡμῖν ἀναληφθεισῶν, καὶ τόνδε αὐ-
 τοῖς ῥήμασιν ἐκ τῆς Σύρων φωνῆς μεταβληθειῶν
τὸν τρόπον. 
 
 ᾿Αντίγραφον ἐπιστολῆς γραφείσης ὑπὸ ᾿Αβγάρου τοπάρχου 
 τῷ ᾿Ιησοῦ, καὶ πεμφθείσης αὐτῷ δι᾿ ᾿Ανανία ταχυδρόμου 
 εἰς ῾Ιεροσόλυμα.

“Ἄβγαρος τοπάρχης ᾿Εδέσσης ᾿Ιησοῦ σωτῆρι
“ἀγαθῷ ἀναφανέντι ἐν τόπῳ ῾Ιεροσολύμων χαίρειν.
“ἤκουσταί μοι τὰ περὶ σοῦ καὶ τῶν σῶν ἰαμάτων, ὡς
“ἄνευ φαρμάκων καὶ βοτανῶν ὑπὸ σοῦ γινομένων.
“ὡς γὰρ λόγος, τυφλοὺς ἀναβλέπειν ποιεῖς, χωλοὺς
 “περιπατεπῖν, καὶ λεπροὺς ἀναβλέπειν ποιεῖς, χωλοὺς
“πνεύματα καὶ δαίμονας ἐκβάλλεις, καὶ τοὺς ἐν μα-
“κρονοσίᾶ βασανιζομένους θεραπεύεις, καὶ νεκροὺς
“ἐγείρεις.

καὶ ταῦτα πάντα ἀκούσας περὶ σοῦ κατὰ 
“νοῦν ἐθέμην τὸ ἕτερον τῶν δύο, ἢ ὅτι σὺ εἶ ὁ θεὸς
 “καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ ποιεῖς ταῦτα, ἢ υἱὸς
“εἶ τοῦ θεοῦ ποιῶν ταῦτα.

διὰ τοῦτο τοίνυν γρά-
“ψας ἐδεήθην σου σκυλῆναι πρὸς ἐμὲ, καὶ τὸ πάθος,
“ὃ ἔχω, θεραπεῦσαι. καὶ γὰρ ἤκουσα ὅτι καὶ ᾿Ιουδαῖοι
“καταγογγύζουσί σου καὶ βούλονται κακῶσαίσε. πόλις
 “δὲ μικροτάτη μοί ἐστι καὶ σεμνὴ, ἥτις ἐξαρκεῖ ἀμφο-
“τέροις.”

[Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως ἔγραψε, τῆς θείας αὐτὸν
τέως μικρὸν αὐγασάσης ἀλλάμψεως. ἄξιον δὲ καὶ τῆς
πρὸς τοῦ ᾿Ιησοῦ αὐτῷ διὰ τοῦ αὐτοῦ γραμματοκομιστοῦ
 ἀποσταλείσης ἀπακοῦσαι ὀλιγοστίχου μὲν, πολυδυνάμου
δὲ ἐπιστολῆς, τοῦτον ἐχούσης καὶ αὐτῆς τὸν τρόπον.] 

 
 
 Τὰ ἀντιγραφέντα ὑπὸ Ἰησοῦ διὰ Ἀνανία ταχυδρόμου τοπάρχῃ 
 ᾿Αβγάρῳ.

“Μακάριος εἶ πιστεύσας ἐν ἐμοὶ μὴ ἑωρα-
“κώς με. γέγραπται γὰρ περὶ ἐμοῦ τοὺς ἑωρακότας 
“με μὴ πιστεύσειν μοι, καὶ ἵνα οἱ μὴ ἑωρακότες αὐ-
“τοὶ πιστεύσωσι καὶ ζήσωνται. περὶ δὲ οὗ ἔργαψάς
“μοι ἐλθεῖν πρὸς σὲ, δέον ἐστὶ πάντα, δι᾿ ἃ ἀπεστά-
“λην, ἐνταῦθα πληρῶσαί με, καὶ μετὰ τὸ πληρῶσαι
“οὕτως ἀναληφθῆναι πρὸς τὸν ἀποστείλαντά με. καὶ 
“ἐπειδὰν ἀναληφθῶ, ἀποστελῶ σοί τινα τῶν μαθητῶν
“μου, ἵνα ἰάσηταί σου τὸ πάθος καὶ ζωήν σοι καὶ
“τοῖς σὺν σοὶ παράσχηται.”

Ταύταις δὲ ταῖς ἐπιστολαῖς ἔτι καὶ ταῦτα συνῆπτο
τῇ Σύρων φωνῇ. μετὰ δὲ τὸ ἀναληφθἠνα τὸν 
Ἰησοῦν ἀπέστειλεν αὐτῷ Ἰούδας ὁ καὶ Θωμᾶς Θαδδαῖον
ἀπόστολον, ἕνα τῶν ἑβδομήκοντα· ὃς ἐλθὼν
κατέμενε πρὸς Τωβίαν τὸν τοῦ Τωβία. ὡς δὲ ἠκούσθη
περὶ αὐτοῦ, ἐμηνύθη τῷ Ἀβγάρῳ ὅτι ἐλήλυθεν
ἐνταῦθα ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ, καθὰ ἐπέστειλέ σοι.

ἤρξατο οὖν ὁ Θαδδαῖος ἐν δυνάμει θεοῦ θεραπεύειν
πᾶσαν νόσον καὶ μαλακίαν, ὥστε πάντας θαυμάζειν·
ὡς δὲ ἤκουσεν ὁ Ἄβγαρος τὰ μεγαλεῖα καὶ
τὰ θαυμάσια, ἃ ἐποίει, καὶ ὡς ἐθεράπευεν, ἐν ὑπονοίᾳ
γέγονεν ὡς ὅτι αὐτός ἐστι, περὶ οὗ ὁ Ἰησοῦς 
ἐπέστειλε λέγων, ἐπειδὰν ἀναληφθῶ, ἀποστελῶ σοί
τινα τῶν μαθητῶν μου, ὃς τὸ πάθος σου ἰάσετει.

μετακαλεσάμενος οὖν τὸν Τωβίαν, παρ᾿ ᾧ κατέμενεν,
εἶπεν, ἤκουσα ὅτι ἀνήρ τις δυνάστης ἐλθὼν κατέμεινεν
ἐν τῇ σῆ οἰκίᾳ· ἀνάγαγε αὐτὸν πρὸς ἐμέ. 
ἐλθὼν δὲ ὁ Τωβίας παρὰ Θαδδαίῳ εἶπεν αὐτῷ, ὁ
τοπάρχης Ἄβγαρος μετακαλεσάμενός με εἶπεν ἀναγα-

 
γεῖν σε παρ’ αὐτῷ, ἔνα θεραπεύσῃς αὐτοῦ τὸ πάθος.
καὶ ὁ Θαδδαῖος, ἀναβαίνω , ἔφη, ἐπειδήπερ δυνάμει
παρ’ αὐτῷ ἀπέσταλμαι.

ὀρθρίσας οὖν ὁ Τωβίας
τῇ ἑξῆς καὶ παραλαβὼν τὸν Θαδδαῖον ἦλθε πρὸς τὸν
 Ἄβγαρον· ὡς δὲ ἀνέβη, παρόντων καὶ ἑστώτων τῶν
μεγιστάνων αὐτοῦ , παραχρῆμα ἐν τῷ εἰσιέναι αὐτὸν
ὅραμα μέγα ἐφάνη τῷ Ἀβγάρῳ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ
ἀποστόλου Θαδδαίου. ὅπερ ἰδὼν Ἄβγαρος προσεκύνησε
τῷ Θαδδαίῳ, θαῦμά τε ἔσχε πάντας τοὺς περιεστῶτας·
 αὐτοὶ γὰρ οὐχ ἑωράκεσαν τὸ ὅραμα, ὃ μόνῳ
τῷ Ἀβγάρῳ ἐφάνη.

ὃς καὶ τὸν Θαδδαῖον ἤρετο,
εἰ ἐπ’ ἀληθείας μαθητὴς εἶ Ἰησοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ,
ὃς εἰρήκει πρὸς ἐμέ “ ἀποστελῶ σοί τινα τῶν μαθητῖν
μου, ὅστις ἰάσεταί σε καὶ ζωήν σοι παρέξει. καὶ
 ὁ Θαδδαῖος ἔφη “ ἐπεὶ μεγάλως πεπίστευκας εἰς τὸν
ἀποστείλαντά με, διὰ τοῦτο ἀπεστάλην πρὸς σέ. καὶ
πάλιν ἐὰν πιστεύσῃς ἐν αὐτῷ, ὡς ἂν πιστεύσῃς ἔσται
σοι τὰ αἰτήματα τῆς καρδίας σου.

καὶ ὁ Ἄβγαρος
πρὸς αὐτόν “ οὕτως ἐπίστευσα, φησὶν , ἐν αὐτῷ , ὡς
 καὶ τοὺς Ἰουδαίους τοὺς σταυρώσαντας αὐτὸν βουλη-
θῆναι δύναμιν παραλαβὼν κατακόψαι, εἰ μὴ διὰ τὴν
βασιλείαν τὴν Ῥωμαίων ἀνεκόπην τούτου.’ καὶ ὁ Θαδδαῖοςδ
εἶπεν “ ὁ κύριος ἡμῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρὸς
αὐτοῦ πεπλήρωκε , καὶ πληρώσας ἀνελήφθη πρὸς τὸν
 πατέρα. ”

λέγει αὐτῷ Ἄβγαρος “κἀγὼ πεπίστευκα
εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸν πατέρα αὐτοῦ.’’ καὶ ὁ Θαδδαῖος
“ διὰ τοῦτο , φησὶ , τίθημι τὴν χεῖρά μου ἐπὶ σὲ ἐν
ὀνόματι αὐτοῦ. ” καῖ τοῦτο πράξαντος παραχρῆμα ἐθε-
ραπεύθη τῆς νόσου καὶ τοῦ πάθους οὗ εἶχεν.

ἐθαύμασέ τε ὁ Ἄβγαρος , ὅτι καθὼς ἤκουσται αὐτῷ
περὶ τοῦ Ἰησοῦ, οὕτως τοῖς ἔργοις παρέλαβε διὰ τοῦ
μαθητοῦ αὐτοῦ Θαδδαίου, ὃς αὐτὸν ἄνευ φαρμακείας

 
καὶ βοτανῶν ἐθεράπευσεν, καὶ οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ
Ἄβδον τὸν τοῦ Ἄβδου ποδάγραν ἔχοντα, ὃς καὶ αὐτὸς
προσελθὼν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ ἔπεσεν, εὐχάς
τε διὰ χειρὸς λαβὼν ἐθεραπεύθη · πολλούς τε ἄλλους
συμπολίτας αὐτῶν ὁ αὐτὸς ἰάσατο , θαυμαστὰ καὶ 
μεγάλα ποιῶν , καὶ κηρύσσων τὸν λόγον τοῦ θεοῦ.

μετὰ δὲ ταῦτα ὁ Ἄβγαρος “ σὺ Θαδδαῖε, ἔφη, σὺν
δυνάμει τοῦ θεοῦ ταῦτα ποιεῖς, καὶ ἡμεῖς σε αὐτοὶ
ἐθαυμάσαμεν. ἀλλ’ ἐπὶ τούτοις δέομαί σου, διήγησαί
μοι περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἰησοῦ πῶς ἐγένετο , καὶ 
περὶ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καὶ ἐν ποίᾳ δυνάμει ταῦτα
ἐποίει, ἅτινα ἠκούσαμεν.’’

καὶ ὁ Θαδδαῖος “νῦν
μὲν σιωπήσομαι, ἔφη, ἐπειδὴ κηρῦξαι τὸν λόγον ἀπεστάλην,
αὔριον δὲ ἐκκλησίασόν μοι τοὺς πολίτας σου
πάντας, καὶ ἐπ’ αὐτῶν κηρύξω τὸν λόγον τοῦ θεοῦ, 
καὶ σπερῶ ἐν αὐτοῖς τὸν λόγον τῆς ζωῆς, περί τε τῆς
ἐλεύσεως τοῦ Ἰησοῦ καθὼς ἐγένετο; καὶ περὶ τῆς
ἀποστολῆς αὐτοῦ, καὶ ἕνεκα τίνος ἀπεστάλη ὑπὸ τοῦ
πατρὸς , καὶ περὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἔργων αὐτοῦ,
καὶ μυστηρίων ὧν ἐλάλησεν ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ ποίᾳ 
δυνάμει ταῦτα ἐποίει, καὶ περὶ τῆς καινῆς αὐτοῦ
κηρύξεως , καὶ περὶ τῆς σμικρότητος καὶ περὶ τῆς
ταπεινώσεως αὐτοῦ, καὶ πῶς ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν καὶ
ἀπέθανε καὶ ἐσμίκρυνεν αὐτοῦ τὴν θεότητα καὶ ἐσταυρώθη,
καὶ κατέβη εἰς τὸν Ἃιδην, καὶ διέσχισε φραγμὸν 
τὸν ἐξ αἰῶνος μὴ σχισθέντα , καὶ ἀνήγαγεν νεκρούς·
καταβὰς γὰρ μόνος συνήγειρεν πολλοὺς , εἶθ’
οὕτως ἀνέβη πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ.

ἐκέλευσεν
οὑν ὁ Ἄβγαρος τῇ ἴωθεν συνάξαι τοὺς πολίτας αὐτοῦ
καὶ ἀκοῦσαι τὴν κήρυξιν Θαδδαίου , καὶ μετὰ ταῦτα 
προσέταξεν αὐτῷ δοθῆναι χρυσὸν καὶ ἄσημον. ὁ δὲ
οὐκ ἐδέξατο εἰπών “ εἰ τὰ ἡμέτερα καταλελοίπαμεν,

 
πῶς τὰ ἀλλότρια ληψόμεθα;”

ἐπράχθη ταῦτα τεσσαρακοστῷ
καὶ τριακοοιοστῷ ἔτει, ἃ καὶ οὐκ εἰς ἄχρηστον
πρὸς λέξιν ἐκ τῆς Σύρων μεταβληθέντα φωνῆς
ἐνταῦθά μοι κατὰ καιρὸν κείσθω.

[Προοίμιον.] Ὅσα μὲν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας
ἐχρῆν ὡς ἐν προοιμίῳ διαστείλασθαι, τῆς τε
θεολογίας πέρι τοῦ σωτηρίου λόγου καὶ τῆς ἀρχαιολογίας
τῶν τῆς ἡμετέρας διδασκαλίας δογμάτων, ἀρχαιότητός
 τε τῆς κατὰ Χριστιανοὺς εὐαγγελικῆς πολιτείας,
οὐ μὴν ἀλλὰκαὶ ὅσα περὶ τῆς γενομένης ἔναγχος
ἐπιφανείας αὐτοῦ, τά τε περὶ τοῦ πάθους καὶ τὰ περὶ
τῆς τῶν ἀποστόλων ἐκλογῆς ἐν τῷ πρὸ τούτου, συντεμόντες
τὰς ἀποδείξεις διειλήφαμεν.

φέρε δ᾿
 ἐπὶ τοῦ παρόντος ἤδη καὶ τὰ μετὰ τὴν ἀνάληψιν αὐτοῦ
διασκεψώμεθα, τὰ μὲν ἐκ τῶν θείων παρασημαινόμενοι
γραμμάτων, τὰ δ᾿ ἔξωθεν προσιστοροῦντες
ἐξ ὧν κατὰ καιρὸν μνημονεύσομεν ὑπομνημάτων.

[Nic. H. E. II, 1—6] Πρῶτος τοιγαροῦν εἰς τὴν
 ἀποστολὴν ἀντὶ τοῦ προδότου Ἰούδα κληροῦται Ματθίας,
εἷς καὶ αὐτὸς, ὡς δεδήλωται, τῶν τοῦ κυρίου
γενόμενος μαθητῶν. καθίστανται δὲ δι᾿ εὐχῆς καὶ
χειρῶν ἐπιθέσεως τῶν ἀποστόλων εἰς διακονίαν, ὑπηρεσίας
ἕνεκα τοῦ κοινοῦ, ἄνδρες δεδοκιμασμένοι τὸν
 ἀριθμὸν ἑπτὰ οἱ ἀμφὶ τὸν Στέφανον, ὃς καὶ πρῶτος
μετὰ τὸν κύριον, ἅμα τῇ χειροτονίᾳ, ὥσπερ εἰς αὐτὸ
τοῦτο προαχθεὶς, λίθοις εἰς θάνατον πρὸς τῶν κυριοκτόνων
βάλλεται, καὶ ταύτῃ πρῶτος τὸν αὐτῷ φερώ-

 
νυμον τῶν ἀξιονίκων τοῦ Χριστοῦ μαρτύρων άποφέρεται
στέφανον.

τότε δῆτα καὶ Ἰάκωβον, τὸν
τοῦ κυρίου λεγόμενον ἀδελφὸν ὅτι δὴ καὶ οὗτος τοῦ
Ἰωσὴφ ὠνόμαστο παῖς· τοῦ δὲ Χριστοῦ πατὴρ , ὁ
Ἰωσὴφ , ᾧ μνηστευθεῖσα ἡ παρθένος , πρὶν ἢ συνελθεῖν 
αὐτοὺς, ηὕρητο ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ πνεύματος
ἁγίου , ὡς ἡ ἱερὰ τῶν εὐαγγελίων διδάσκει γραφή),
τοῦτον δὴ τὸν Ἰάκωβον, ὃν καὶ δίκαιον ἐπίκλην οἱ
πάλαι δι’ ἀρετῆς ἐκάλουν προτερήματα, πρῶτον ἱστοροῦσι
τῆς ἐν Ἰεροσολύμοις ἐκκλησίας τὸν τῆς ἐπισκοπῆς 
ἐγχειρισθῆναι θρόνον.

Κλήμης δὲ ἐν ἕκτῳ
τῶν ἐγχειρισθῆναι γράφων ὧδε παρίστησι ‘Πέτρον
“ γάρ φησι καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην μετὰ τὴν ἀνά΄ληψιν
τοὐ σωτῆρος, ὡσὰν καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου προτετιμημένους,
μὴ ἐπιδικάζεσθαι δόξης, ἀλλ’ Ἰáκω- 
“ βον τὸν δίκαιον ἐπίσκοπον Ἰεροσολύμων ἑλέσθαι.’’

ὁ δ’ αὐτὸς ἐν ἑβδόμῳ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως ἔτι
καὶ ταῦτα περὶ αὐτοῦ φησιν “Ἰακώβῳ τῷ δικαίῳ καὶ
Ἰωάννῃ καὶ Πέτρῳ μετὰ τὴν ἀνάστασιν παρέδωκε
“ τὴν γνῶσιν ὁ κύριος , οὗτοι τοῖς λοιποῖς ἀποστόλοις 
παρέδωκαν, οἱ δὲ λοιποὶ ἀπόστολοι τοῖς ἑβδομήκοντα,
ὧν εἷς ἦν καὶ Βαρνάβας.

δύο δὲ γεγόνασιν
Ἰάκωβοι, εἷς ὁ δίκαιος, ὁ κατὰ τοῦ πτερυγίου
βληθεὶς καὶ ὑπὸ γναφέως ξύλω πληγεὶς εἰς θάνατον,
ἕτερος δὲ ὁ καρατομηθείς.’’ αὐτοῦ δὴ τοῦ δικαίου 
καὶ ὁ Παῦλος μνημονεύει γράφων “ἕτερον δὲ τῶν
ἀποστόλων οὐκ εἶδον , εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν
τοῦ κυρίου.’

ἐν τούτοις καὶ τὰ τῆς τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν πρὸς τὸν τῶν Ὀσροηνῶν βασιλέα τέλος ἐλάμβανεν
ὑποσχέσεως. ὁ γοῦν Θωμᾶς τὸν Θαδδαῖον 
 

 
κινήσει θειοτέρᾳ ἐπὶ τὴν Ἔδεσσαν κήρυκα καὶ εὐαγ-
γελιστὴν τῆς περὶ τοῦ Χριστοῦ διδασκαλίας ἐκπέμπει,
ὡς ἀπὸ τῆς εὑρεθείσης αὐτόθι γραφῆς μικρῷ πρόσθεν
ἐδηλώσαμεν.

ὁ δὲ τοῖς τόποις ἐπιστὰς τόν τε Ἄβ-
 γαρον ἰᾶται τῷ Χριστοῦ λόγῳ καὶ τοὺς αὐτόθι πάν-
τας τοῖς τῶν θαυμάτων παραδόξοις ἐκπλήττει, ἱκα-
νῶς τε αὐτοὺς τοῖς ἔργοις διαθεὶς, καὶ ἐπὶ σέβας
ἀγαγὼν τῆς τοῦ Χριστοῦ δυνάμεως, μαθητὰς τῆς
σωτηρίου διδασκαλίας κατεστήσατο· εἰσέτι τε νῦν ἐξ
 ἐκείνου ἡ πᾶσα τῶν ᾿Εδεσσηνῶν πόλις τῇ Χριστοῦ
προσανάκεται προσηγορίᾳ, οὐ τὸ τυχὸν αὐτοὺς εὐεργε-
δεῖγμα τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ εἰς αὐτοὺς εὐεργε-
σίας.

καὶ ταῦτα μὲν ὡς ἐξ ἀρχαίων ἱστορίας εἰρή-
σθω, μετίωμεν δ᾿ αὖθις ἐπὶ τὴν θείαν γραφήν. γενο-
 μένου δῆτα ἐπὶ τῇ τοῦ Στεφάνου μαρτυρίᾳ πρώτου
καὶ μεγίστου πρὸς αὐτῶν ᾿Ιουδαίων κατὰ τῆς ἐν ῾Ιερο-
σολύμοις ἐκκλησίας διωμοῦ, πάντων τε τῶν μαθη-
τῶν πλὴν ὅτι τῶν δώδεκα μόνων ἀνὰ τὴν ᾿Ιουδαίαν
τε καὶ Σαμάρειαν διασπαρέντων τινὲς, ᾗφησιν ἡ
 θεία γραφὴ, διελθόντες ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου
καὶ ᾿Αντιοχείας, οὔπω μὲν ἔθνεσιν οἷοί τε ἦσαν τοῦ 
τῆς πίστεως μεταδιδόναι λόγου τολμᾶν, μόνοις δὲ
τοῦτον ᾿Ιουδαίοις κατήγγελλον.

τηνικαῦτα καὶ Παῦ-
λος ἐλυμαίνετο εἰσέτι καὶ τότε τὴν ἐκκλησίαν, κατ᾿
 οἴκους τῶν πιστῶν εἰσπορευόμενος, σύρων τε ἄνδρας
καὶ γυναῖκας καὶ εἰς φυλακὴν παραδιδούς.

ἀλλὰ
καὶ Φίλιππος, εἷς τῶν ἅμα Στεφάωῳ προχειρισθέν-
των εἰς τὴν διακονίαν, ἐν τοῖς διασπαρεῖσι γενόμε-
νος, κάτεισιν εἰς τὴν Σαμάρειαν, θείας τε ἔμπλεως 
 ὢν δυνάμεως κηρύττει πρῶτος τοῖς αὐτόθι τὸν λόγον.
 

 
τοσαύτη δ’ αὐτῷ θεία συνήργει χάρις ὡς καὶ Σίμωνα
τὸν μάγον μετὰ πλείστων ὅσων τοῖς αὐτοῦ λόγοις
ἑγχθῆναι

ἐπὶ τοσοῦτον δ’ ὁ Σίμων βεβοημένος
κατ’ εκεῖνο καιροῦ τῶν ἠπατημένων ἐκράτει γοητείᾳ
ὡς τὴν μεγάλην αὐτὸν ἡγεῖσθαι εἶναι δύναμιν τοῦ 
θεοῦ. τότε δ’ οὖν καὶ οὕτος τὰς ὑπὸ τοῦ Φιλίππου
δυνάμει θείᾳ τελουμένας καταπλαγεὶς παραδοξοποιίας
παραδύεται, καὶ μέχρι λουτροῦ τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν
καθυποκρίνεται.

ὃ καὶ θαυμάζειν ἄξιον εἰς δεῦρο
γινόμενον πρὸς τῶν ἔτι καὶ νῦν τὴν ἀπ’ ἐκείνου 
μιαρωτάτην μετιόντων αἵρεσιν, οἱ τῇ τοῦ σφῶν προπάτορος
μεθόδῳ τὴν ἐκκλησίαν λοιμώδους καὶ ψωραλέας
νόσου δίκην ὑποδυόμενοι τὰ μέγιστα λυμαίνονται
τοὺς οἶς ἐναπομάξασθαι οἷοί τε ἂν εἶεν τὸν ἐν
αὐτοῖς ἀποκεκρυμμένον δυσαλθῆ καὶ χαλεπὸν ἰόν. 
ἤδη γέ τοι πλείους τούτων ἀπεώσθησαν , ὁποῖοί τινες
ἦσαν τὴν μοχθηρίαν ἁλόντες, ὥσπερ οὖν καὶ ὁ Σίμων
αὐτὸς πρὸς τοῦ Πέτρου καταφωραθεὶς ὃς ἣν τὴν
προσήκουσαν ἔτισε τιμωρίαν.

ἀλλὰ γὰρ εἰς αὔξην
ὁσημέραι προἰ·όντος τοῦ σωτηρίου κηρύγματος οἰκονομία 
τις ἦγεν καὶ ἀπὸ τῆς Αἰθιόπων τῶν τῆς αὐτόθι
βασιλίδος, κατά τι πάτριον ἔθος ὑπὸ γυναικὸς τοῦ
ἔθνους εἰσέτι νῦν βασιλευομένου , δυνάστην · ὃν
πρῶτον ἐξ ἐθνῶν πρὸς τοῦ Φιλίππου δι’ ἐπιφανείας
τὰ τοῦ θείου λόγου ὄργια μετασχόντα , τῶν τε ἀνὰ 
τὴν οἰκουμένην πιστῶν ἀπαρχὴν γενόμενον , πρῶτον
κατέχει λόγος ἐπὶ τὴν πάτριον παλινοστήσαντα γῆν
εὐαγγελίσασθαι τὴν το τῶν ὅλων θεοῦ γνῶσιν, καὶ
τὴν ζωοποιὸν εἰς ἀνθρώπους τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιδημίαν,
ἔργῳ πληρωθείσης δι’ αὐτοῦ τῆς “ Αἰθιοπία 
προφθάσει χεῖρα αὐτῆς τῷ θεῷ” περιεχούσης προφητείας.

ἐπὶ τούτοις Παῦλος, τὸ τῆς ἐκλογῆς σκεῦος,

 
οὐκ ἐξ ἀνθρώπων οὐδὲ δι᾿ ἀνθρώπων, δι᾿ ἀποκαλύψεως
δ᾿ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ θεοῦ πατρὸς, τοῦ
ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ νεκρῶν, ἀπόστολος ἀναδείκνυται,
δι᾿ ὀπτασίας καὶ τῆς κατὰ τὴν ἀποκάλυψιν οὐρανίου
 φωνῆς ἀξιωθεὶς τῆς κλήσεως.

[Nic. H. E. II, 8] Καὶ δὴ τῆς παραδόξου τοῦ
σωτῆρος ἡμῶν ἀναστάσεως τε καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀναλήψεως
τοῖς πλείστοις ἤδη περιβοήτου καθεστώσης,
παλαιοῦ κεκρατηκότος ἔθους τοῖς τῶν ἐθνῶν ἄρχουσι,
 τὰ παρὰ σφίσι καινοτομούμενα τῷ τὴν βασίλειον ἀρκὴν
ἐπικρατοῦντι σημαίνειν, ὡς ἂν μηδὲν αὐτὸν διαδιδράσκοι
τῶν γινομένων, τὰ περὶ τῆς ἐκ νεκρῶν
ἀναστάσεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς
πάντας ἤδη καθ᾿ ὅλης τῆς Παλαιστίνης βεβοημένα
 Πιλᾶτος Τιβερίῳ βασιλεῖ κοινοῦται,

ὃν τάς τε ἄλλας
αὐτοῦ πυθόμενον τερατείας καὶ ὡς ὅτι μετὰ θάνατον
ἐκ νεκρῶν ἀναστὰς θεὸς εἶναι παρὰ πολλοῖς ἤδη
πεπίστευτο ἀνενεγκεῖν ἐπὶ τὴν σύγκλητον, ἐκείνην
τ᾿ ἀπώσασθαί φασι τὸν λόγον, τῷ μὲν δοκεῖν, ὅτι
 μὴ πρότερον αὐτὴ τοῦτο δοκιμάσασα ἦν, παλαιοῦ νόμου
κεκρατηκότος μὴ ἄλλως τινὰ παρὰ ῾Ρωμαίοις
θεοποιεῖσθαι μὴ οὐχὶ ψήφῳ καὶ δόγματι συγκλήτου,
τῇ δ᾿ ἀληθείᾳ, ὅτι μηδὲ τῆς ἐξ ἀνθρώπων ἐπικρίσεώς
τε καὶ συστάσεως ἡ σωτήριος τοῦ θείου κηρύγματος
 ἐδεῖτο διδασκαλία.

ταύτῃ δ᾿ οὖν ἀπωσαμένης
τὸν προσαγγελθέντα περὶ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν
λόγον τῆς ῾Ρωμαίων βουλῆς τὸν Τιβέριον ἣν καὶ πρότερον
εἷχε γνώμην τηρήσαντα μηδὲν ἄτοπον κατὰ τῆς
τοῦ Χριστοῦ διδασκαλίας ἐπινοῆσαι.

ταῦτα Τερ-
 τυλλιανὸς, τοὺς ῾Ρωμαίων νόμους ἠκριβωκὼς ἀνὴρ,
τά τε ἄλλα ἔνδοξος καὶ τῶν μάλιστα ἐπὶ ῾Ρώμης λαμπρῶν,
ἐν τῇ γραφείσῃ μὲν αὐτῷ τῇ ῾Ρωμαίων φωνῇ,

 
μεταβληθείσῃ δὲ καὶ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα γλῶτταν ὑπὲρ
Χριστιανῶν ἀπολογίᾳ τίθησι κατὰ λέξιν τοῦτον ἱστορῶν
τὸν τρόπον “ἔνα δὲ καὶ ἐκ τῆς γενέσεως διαλεχθῶμεν
τῶν τοιούτων νόμων, παλαιὸν ἦν δόγμα
μηδένα θεὸν ὑπὸ βασιλέως καθιεροῦσθαι, πρὶν ὑπὸ 
τῆς συγκλήτου δοκιμασθῆναι. Μάρκος Αἰμίλιος
οὕτως περί τινος εἰδώλου πεποίηκεν Ἀλβούρνου.
καὶ τοῦτο ὑπὲρ τοὐ ἡμῶν λόγου πεποίηται, ὅτι παρ’
ὑμῖν ἀνθρωπείᾳ δοκιμῇ ἡ θεότης δίδοται.

ἐὰν μὴ
ἀνθρώπῳ θεὸς ἀρέσῃ, θεὸς οὐ γίνεται. οὕτως κατά 
γε τοῦτο ἄνθρωπον θεῷ ἵλεων εἶναι προσήκει.

Τιβέριος οὖν ἐφ’ οὑ τὸ τῶν Χριστιανῶν ὄνομα εἰς
τὸν κόσμον εἰσελήλυθεν, ἀγγελθέντος αὐτῷ ἐκ Παλαιστίνης
τοῦ δόγματος τούτου, ἔνθα πρῶτον ἤρξατο,
τῇσυγκλήτῳ ἀνεκοινώσατο, δῆλος ὢν ἐκείνοις ὡς τῷ 
δόγματι ἀρέσκεται. ἡ δὲ δὲσύγκλητος, ἐπεὶ οὐκ αὐτὴ δεδοκιμάκει,
ἀπώσατο· ὁδὲ ἐν τῇ αὐτοῦ ἀποφάς εἰ ἔμεινεν,
ἀπειλήσας θάνατον τοῖς τῶν Χριστιανῶν κατ’ ηγόροις,’’
τῆς οὐρανίου προνοίας κατ’ οἰκονομίαν τοῦτ’ αὐτῶ
πρὸς νοῦν βαλλομένης, ὡς ἂν ἀπαραποδίστως ἀρχὰς 
ἔχων ὁ του εὐαγγελίου λόγος πανταχόσε γῆς διαδράμοι.

[Nic. H. E. ιι, 8] Οὕτω δῆτα οὐρανίῳ δυνάμει
καὶ συνεργίᾳ ἀθρόως οἷά τις ἡλίου βολὴ τὴν σύμπασαν
οἰκουμένην ὁ σωτήριος κατηύγαζε λόγος, αὐτίκα
ταῖς θείαις ἑπομένως γραφαῖς ἐπὶ πᾶσαν προῄει 
τὴν γῆν ὁ φθόγγος τῶν θεσπεσίων εὐαγγελιστῶν τε
αὐτοῦ καὶ ἀποστόλων , καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης
τὰ ῥήματα αὐτῶν.

καὶ δῆτα ἀνὰ πάσας τὰς
πόλεις τε καὶ κώμας , πληθυούσης ἅλωνος δίκην,
μυρίανδροι καὶ παμπληθεῖς ἀθρόως ἐκκλησίαι συνειστηκεσαν, 
οἴ τε ἐκ προγόνων διαδοχῆς καὶ τῆς ἀνέ-
 

 
καθεν πλάνης παλαιᾷ νόσῳ δεισιδαιμονίας εἰδώλων
τὰς ψυχὰς πεπεδημένοι, πρὸς τῆς τοῦ Χριστοῦ δυνάμεως
διὰ τῆς τῶν φοιτητῶν αὐτοῦ διδασκαλίας τε
ὁμοῦ καὶ παραδοξοποιίας ὥσπερ δεινῶν δεσποτῶν
 ἀπηλλαγμένοι, εἱργμῶν τε χαλεπωτάτων λύσιν εὑράμενοι,
πάσης μὲν δαιμονικῆς κατέπτυον πολυθεΐας,
ἕνα δὲ μόνον εἶναι θεὸν ὡμολόγουν τὸν τῶν συμπάντων
δημιουργὸν, τοῦτόν τε αὐτὸν θεσμοῖς ἀληθοῦς
εὐσεβείας δι᾿ ἐνθέου καὶ σώφρονος θρησκείας τῆς
 ὑπὸ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν τῷ τῶν ἀνθρώπων βίῳ κατασπαρείσης
ἐγέραιρον.

ἀλλὰ γὰρ τῆς χάριτος ἤδη
τῆς θείας καὶ ἐπὶ τὰ λοιπὰ χεομένης ἔθνη, καὶ πρώτου
μὲν κατὰ τὴν Παλαιστινῶν Καισάρειαν Κορνηλίου
σὺν ὅλῳ τῷ οἴκῳ δι᾿ ἐπιφανείας θειοτέρας ὑπουργίας
 τε Πέτρου τὴν εἰς τὸν Χριστὸν πίστιν καταδεξαμένου,
πλείστων τε καὶ ἄλλων ἐπ᾿ Ἀντιοχείας Ἑλλήνων,
οἷς οἱ κατὰ τὸν Στεφάνου διωγμὸν διασπαρέντες ἐκήρυξαν,
ἀνθούσης ἄρτι καὶ πληθυούσης τῆς κατὰ
Ἀντιόχειαν ἐκκλησίας, ἐν ταὐτῷ τε ἐπιπαρόντων πλείστων
 ὅσων τῶν τε ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφητῶν, καὶ
σὺν αὐτοῖς Βαρνάβα καὶ Παύλου, ἑτέρου τε πλήθους
ἐπὶ τούτοις ἀδελφῶν, ἡ Χριστιανῶν προσηγορία τότε
πρῶτον αὐτόθι ὥσπερ ἀπ᾿ εὐθαλοῦς καὶ γονίμου πηγῆς
ἀναδίδοται.

καὶ Ἄγαβος μὲν, εἷς τῶν συνóντων
 αὐτοῖς προφητῶν, περὶ τοῦ μέλλειν ἔσεσθαι λιμὸν
προθεσπίζει, Παῦλος δὲ καὶ Βαρνάβας ἐξυπηρετησόμενοι
τῇ τῶν ἀδελφῶν παραπέμπονται διακονίᾳ.

[Nic. H. E. II, 9] Τιβέριος μὲν οὖν ἀμφὶ τὰ
δύο καὶ εἴκοσι βασιλεύσας ἔτη τελευτᾷ, μετὰ δὲ τοῦτον
 Γάϊος τὴν ἡγεμονίαν παραλαβὼν αὐτίκα τῆς Ἰουδαίων
ἀρχῆς Ἀγρίππᾳ τὸ διάδημα περιτίθησιν, βασιλέα
καταστήσας αὐτὸν τῆς τεΦιλίππου καὶ τῆς Λυσα-

 
νίου τετραρχίας , πρὸς αἷς μετ’ οὐ πολὺν αὐτῷ χρόνον
καὶ τὴν Ἡρώδου τετραρχίαν παραδίδωσιν, ἀιδίῳ
φυγῇ τὸν Ἡρώδην οὗτος δ’ ἦν ὁ κατὰ τὸ πάθος τοῦ
σωτῆρος) σὺν καὶ τῇ γυναικὶ Ἡρωδιάδι πλείστων
ἕνεκα ζημιώσας αἰτιῶν. μάρτυς Ἰώσηπος καὶ τούτων.

κατὰ δὴ τοῦτον Φίλων ἐγνωρίζετο, πλείστοις ἀνὴρ
οὐ μόνον τῶν ἡμετέρων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπὸ τῆς ἔξωθεν
ὁρμωμένων παιδείας ἐπισημότατος. τὸ μὲν οὖν
γένος ἀνέκαθεν Ἑβραῖος ἦν, τῶν δ’ ἐπ’ Ἀλεξανδρείας
ἐν τέλει διαφανῶν οὐδενὸς χείρων.

περὶ μὲν οὑν 
τὰ θεῖα καὶ πάτρια μαθήματα ὅσον τε καὶ ὁπηλίκον
εἰσενήνεκται πόνον ἔργῳ πᾶσι δῆλος· καὶ περὶ τὰ
φιλόσοφα δὲ καὶ ἐλευθέρια τῆς ἔξωθεν παιδείας οἶός
τις ἦν οὐδὲν δεῖ λέγειν, ὅτε καὶ μάλιστα τὴν κατὰ
Πλάτωνα καὶ Πυθαγόραν ἐζηλωκὼς ἀγωγὴν διενεγκεῖν 
ἅπαντας τοὺς καθ’ ἑαυτὸν ἱστορεῖται.

[Nic, H. E. II, 9.] Καὶ δὴ τὰ κατὰ Γάϊον οὑτος
Ἰουδαίοις συμβάντα πέντε βιβλίοις παραδίδωσιν,
ὁμοῦ τὴν Γαίου διεξιὼν φρενοβλάβειαν , ὡσὰν θεὸν
ἑαυτὸν ἀναγορεύσαντος καὶ μυρία περὶ τὴν ἀρχὴν 
ἐνυβρίσαντος , τάς τε κατ’ αὐτὸν Ἰουδαίων ταλαιπω-
ρίας, καὶ ἣν αὐτὸς στειλάμενος ἐπὶ τῆς Ῥωμαίων
πόλεως ὑπὲρ τῶν κατὰ τὴν Ἀλεξάνδρειαν ὁμοεθνῶν
ἐποιήσατο πρεσβείαν, καὶ ὅπως ἐπὶ τοῦ Γαίου
καταστὰς ὑπὲρ τῶν πατρίων νόμων οὐδέν τι πλέον 
γέλωτος καὶ διασυρμῶν ἀπηνέγκατο , μικροῦ δεῖν καὶ
τὸν περὶ τῆς ζωῆς ἀνατλὰς κίνδυνον.

μέμνηται δὲ
καὶ τούτων ὁ Ἰώσηπος ἐν ὀκτωκαιδεκάτῳ τῆς ἀρχαιολογίας,
κατὰ λέξιν ταῦτα γράφων “ καὶ δὴ στάσεως
ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενομένης Ἰουδαίων τε, οἳ ἐνοικοῦσι, 
 

 
“καὶ Ἑλλήνων τρεῖς ἀφ’ ἑκατέρας τῆς στάσεως πρεσβευταὶ
“αἱρεθέντες παρῆσαν πρὸς τὸν Γάϊον.

καὶ
“ἦν γὰρ τῶν Ἀλεξανδρέων πρέσβεων εἷς Ἀπίων, ὃς
“εἰς τοὺς Ἰουδαίους ἐβλασφήμησεν, ἄλλα τε
 “λέγων καὶ ὡς τῶν Καίσαρος τιμῶν περιορῷεν· πάντων
γοῦν, ὅσοι τῇ Ῥωμαίων ἀρχῇ ὑποτελεῖς εἶεν,
βωμοὺς τῷ Γαΐῳ καὶ ναοὺς ἱδρυμένων, τά τε ἄλλα
“ ἐν πᾶσιν αὐτὸν ὥσπερ τοὺς θεοὺς δεχομένων, μόνους
τούσδε ἄδοξον ἡγεῖσθαι ἀνδριᾶσι τιμᾶν καὶ
 “ ὄρκιον αὐτοῦ τὸ ὄνομα ποιεῖσθαι.

πολλὰ δὲ καὶ
χαλεπὰ Ἀπίωνος εἰρηκότος , ὑφ’ ὦν ἀρθῆναι ἤλπιζε
τὸν Γάϊον καὶ εἰκὸς ἦν, Φίλων ὁ προεστὼς τῶν
Ἰουδαίων τῆς πρεσβείας, ἀνὴρ τὰ πάντα ἔνδοξος,
Ἀλεξάνδρου τε τοῦ ἀλαβάρχου ἀδελφὸς ὢν, καὶ φιλο-
 “ σοφίας οὐκ ἄπειρος, οἷός τε ἦν ἐκ ἀπολογίᾳ χωρεῖν
“ τῶν κατηγορημένων.

διακλείει δ’ αὐτὸν Γάϊος,
“ κελεύσας ἐκποδὼν ἀπελθεῖν, περιοργής τε ὢν φα-
“νερὸς ἦν ἐργασόμενός τι δεινὸν αὐτούς. ὁ δὲ Φίλων
“ ἔξεισι περιυβρισμένος, καί φησι πρὸς τοὺς Ἴου δαί-
 “ους, οἱ περὶ αὐτὸν ἦσαν, ὡς χρὴ θαρρεῖν, Γαΐοτ
“ λόγῳ μὲν αὐτοῖς ὠργισμένου , ἔργῳ δὲ ἤδη τὸν θεὸν
“ ἀντιπαρεξάγοντος.” ταῦτα ὁ Ἰώσηπος.

καὶ αὐτὸς
δὲ ὁ Φίλων ἐν ἡ συνέγραψε πρεσβείᾳ τὰ κατὰ μέρος
ἀκριβῶς τῶν τότε πραχθέντων αὐτῷ δηλοῖ, ὦν τὰ
 πλεῖστα παρεὶς ἐκεῖνα μόνα παραθήσομαι, δι’ ὧν
τοῖς ἐντυγχάνουσι προφανὴς γενήσεται δήλωσις τῶν
ἅμα τε καὶ οὐκ εἰς μακρὸν τῶν κατὰ τοῦ Χριστοῦ
τετολμημένων ἕνεκεν Ἰουδαίοις συμβεβηκότων.

πρῶτον δὴ οὖν κατὰ Τιβέριον ἐπὶ μὲν τῆς Ῥωμαίων
μ’ πόλεως ἱστορεῖ Σηιανὸν, τῶν τότε παρὰ βασιλεῖ τὰ
 

 
μέγιστα δυνάμενον, ἄρδην τὸ πᾶν ἔθνος ἀπολέσθαι
σπουδὴν εἰσαγηοχέναι, ἐπὶ δὲ τῆς Ἰουδαίας Πιλᾶτον,
καθ᾿ ὃν τὰ περὶ τὸν σωτῆρα τετόλμητο, περὶ τὸ ἐν
Ἱεροσολύμοις ἔτι τότε συνεστὼς ἱερὸν ἐπιχειρήσαντά
τι παρὰ τὸ Ἰουδαίοις ἐξὸν, τὰ μέγιστα αὐτοὺς 
ἀναταράξαι.

[Nic. Η. E. ΙΙ, 10] Μετὰ δὲ τὴν Τιβερίου
τελευτὴν Γάϊον τὴν ἀρχὴν παρειληφότα πολλὰ μὲν εἰς
πολλοὺς καὶ ἄλλα ἐνυβρίσαι, πάντων δὲ μάλιστα τὸ
πᾶν Ἰουδαίων ἔθνος οὐ σμικρὰ καταβλάψαι· ἃ καὶ 
ἐν βραχεῖ πάρεστι διὰ τῶν αὐτοῦ καταμαθεῖν φωνῶν,
ἐν αἷς κατὰ λέξιν ταῦτα γράφει

“τοσαύτη μὲν οὖν
“τις ἡ τοῦ Γαΐου περὶ τὸ ἦθος ἦν ἀνωμαλία πρὸς
“ἅπαντας, διαφερόντως δὲ πρὸς τὸ Ἰουδαίων γένος,
“ᾧ χαλεπῶς ἀπεχθανόμενος τὰς μὲν ἐν ταῖς ἄλλαις 
“πόλεσι προσευχὰς, ἀπὸ τῶν κατ᾿ Ἀλεξάνδρειαν ἀρξά-
“μενος, σφετερίζεται καταπλήσας εἰκόνων καὶ ἀνδρι-
“άντων τῆς ἰδίας μορφῆς, (ὁ γὰρ ἑτέρων ἀνατιθέντων
“ἐφιεὶς αὐτὸς ἱδρύετο δυνάμει), τὸν δ᾿ ἐν τῇ ἱερᾷ
“πόλει νεὼν, ὃς λοιπὸν ἦν ἄψαυστος, ἀσυλίας ἠξιω- 
“μένος τῆς πάσης, μεθηρμόζετο καὶ μετεσχημάτιζεν
“εἰς οἰκεῖον ἱερὸν, ἵνα Διὸς ἐπιφανοῦς νέου χρημα-
“τίζῃ Γαΐου.”

μυρία μὲν οὖν ἄλλα δεινὰ καὶ πέρα
πάσης διηγήσεως ὁ αὐτὸς κατὰ τὴν Ἀλεξάνδρειαν
συμβεβηκότα Ἰουδαίοις ἐπὶ τοῦ δηλουμένου ἐν δευτέρῳ 
συγγράμματι ᾧ ἐπέγραψε “περὶ ἀρετῶν” ἱστορεῖ.
συνᾴδει δ᾿ αὐτῷ καὶ ὁ Ἰώσηπος, ὁμοίως ἀπὸ
τῶν Πιλάτου χρόνων καὶ τῶν κατὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν
τετολμημένων τὰς κατὰ παντὸς τοῦ ἔθνους ἐνάρξασθαι
σημαίνων συμφοράς.

ἄκουε δ᾿ οὖν οἷα καὶ 
 

 
οὗτος ἐν δευτέρῳ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου αὐταῖς συλλαβαῖς
δηλοῖ λέγων πεμφθεὶς δὲ εἰς Ἰουδαίαν ἐπί-
“τροπος ὑπὸ Τιβερίου Πιλᾶτος νύκτωρ κεκαλυμμένας
“ εἰς Ἱεροσόλυμα παρεισκομίζει τὰς Καίσαρος εἰκόνας·
 “ σημαῖαι καλοῦνται. τοῦτο μεθ’ ἡμέραν μεγίστην
“ταραχὴν ἤγειρε τοῖς Ἰουδαίοις. οἱ γὰρ ἐγγὺς πρὸς
“ τὴν ὄψιν ἐξεπλάγησαν, ὡς πεπατημένων αὐτοῖς τῶν
νόμων. οὐδὲν γὰρ ἀξιοῦσιν ἐν τῇ πόλει δείκηλον
“τίθεσθαι.’’

ταῦτα δὲ συγκρίνας τῇ τῶν εὐαγγελίων
 γραφῇ εἴσῃ ὡς οὐκ εἰς μακρὸν αὐτοὺς μετῆλθεν,
ἣν ἔρρηξαν ἐπ’ αὐτοῦ Πιλάτου φωνὴν, δι’ ἧς οὐκ
ἄλλον ἢ μόνον ἔχειν ἐπεβόων Καίσαρα βασιλέα

εἶτα δὲ καὶ ἄλλην ἐξῆς ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς ἱστορεῖ
μετελθεῖν αὐτοὺς συμφορὰν ἐντούτοις “ μετὰ δὲ ταῦτα
 7 “ ἐτέραν ταραχὴν ἐκίνει, τὸν ἱερὸν θησαυρὸν, καλεῖ-
“ ται δὲ κορβανᾶς, εἰς καταγωγὴν ὑδάτων ἐξαναλί-
“ σκων. κατῄει δὲ ἀπὸ τριακοσίων σταδίων. πρὸς
“ τοῦτο τοῦ πλήθους ἀγανάκτησις ἦν.

καὶ τοῦ Πι-
“λάτου παρόντος εἰς Ἰεροσόλυμα περιστάντες τὸ βῆμα
 “ κατεβόων. ὁ δὲ προῄδει γὰρ αὐτῶν τὴν ταραχὴν)
“ τῷ πλήθει τοὺς στρατιώτας ἐνόπλους, ἐσθῆσιν ἰδιω-
“ τικαῖς κεκαλυμμένους ἐγκαταμίξας, καὶ ξίφει μὲν
“ χρήσασθαι κωλύσας, ξύλοις δὲ παίειν τοὺς κεκρα-
“γότας ἐγκελευσάμενος, σύνθημα δίδωσιν ἀπὸ τοῦ
 “ βήματος. τυπτόμενοι δὲ οἱ Ἰουδαῖοι πολλοὶ μὲν ἀπὸ
“ τῶν πληγῶν, πολλοὶ δὲ ὑπὸ σφῶν αὐτῶν ἐν τῇ φυγῇ
“ καταπατηθέντες ἀπώλοντο, πρὸς δὲ τὴν συμφορὰν
“ τῶν ἀνῃρημένων καταπλαγὲν τὸ πλῆθος ἐσιώπησεν.

ἐπὶ τούτοις μυρίας ἄλλας ἐν αὐτοῖς Ἱεροσολύμοις
 κεκινῆσθαι νεωτεροποιίας ὁ αὐτὸς ἐμφαίνει, παριστὰς
 

 
ὡς οὐδαμῶς ἐξ ἐκείνου διέλιπον τήν τε πόλιν καὶ
τὴν Ἰουδαίαν ἅπασαν στάσεις καὶ πόλεμοι καὶ κακῶν
ἐπάλληλοι μηχαναὶ, εἰσότε τὸ πανύστατον ἡ κατὰ
Οὐεσπασιανὸν αὐτοὺς μετῆλθε πολιορκία. Ἰουδαίους
μὲν οὖν, ὧν κατὰ τοῦ Χριστοῦ τετολμήκασι, ταύτῃ 
πη τὰ ἐκ τῆς θείας μετῄει δίκης.

[Nic. H. E. II, 10] Οὐκ ἀγνοεῖν δὲ ἄξιον ὡς
καὶ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν ἐπὶ τοῦ σωτῆρος Πιλᾶτον, κατὰ
Γάϊον , οὗ τοὺς χρόνους διέξιμεν, τοσαύταις περιπεσεῖν
κατέχει λόγος συμφοραῖς ὡς ἐξ ἀνάγκης αὐτοφονευτὴν 
ἑαυτοῦ καὶ τιμωρὸν αὐτόχειρα γενέσθαι,
τῆς θείας, ὡς ἔοικε, δίκης οὐκ εἰς μακρὸν αὐτὸν
μετελθούσης. ἱστοροῦσιν Ἑλλήνων οἱ τὰς Ὀλυμπιάδας
ἅμα τοῖς κατὰ χρόνους πεπραγμένοις ἀναγράψαυτες.

[Nic. H. E. II, 11-12] Ἀλλὰ γὰρ Γάϊον οὐδ’
ὅλοις τέτταρσιν ἔτεσι τὴν ἀρχὴν διακατασχόντα Κλαύδιος
αὐτοκράτωρ διαδέχεται. καθ’ ὃν λιμοῦ τὴν
οἰκουμένην πιέσαντος , τοῦτο δὲ καὶ οἱ πόρρω τοῦ
καθ’ ἡμᾶς λόγου συγγραφεἵς ταῖς αὐτῶν ἱστορίαις 
παρέδοσαν), ἡ κατὰ τὰς Πραξεῖς τῶν ἀποστόλων Ἀγά
βου προφήτου περὶ τοῦ μέλλειν ἔσεσθαι λιμὸν ἐφ’
ὅλην τὴν οἰκουμένην πέρας ἐλάμβανε πρόρρησις.

τὸν δὲ κατὰ Κλαύδιον λιμὸν ἐπισημηνάμενος ἐν ταῖς
Πράξεσιν ὁ Λουκᾶς , ἱστορήσας τε ὡς ἄρα διὰ Παύλου 
καὶ Βαρνάβα οἱ κατὰ Ἀντιόχειαν ἀδελφοὶ τοῖς
κατὰ τὴν Ἰουδαίαν ἐξ ὧν ἕκαστος ηὐπόρει διαπεμψήμενοι
ἦσαν ἐπιφέρει λέγων·

“ Κατ΄ ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν, δῆλον ὅτι ἐπὶ
Κλαυδίου , ἐπέβαλεν ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης τὰς χεῖρας, 
 

 
κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας, ἀνεῖλέ τε Ἰάκωβον
τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρᾳ.”

περὶ τούτου
δ᾿ ὁ Κλήμης τοῦ Ἰακώβου καὶ ἱστορίαν μνήμης
ἀξίαν ἐν τῇ τῶν Ὑποτυπώσεων ἑβδόμῃ παρατίθεται,
 ὡσὰν ἐκ παραδόσεως τῶν πρὸ αὐτοῦ φάσκων, ὅτι δὴ
ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὸν εἰς δικαστήριον, μαρτυρήσαντα
ἰδὼν αὐτὸν, κινηθεὶς ὡμολόγησεν εἶναι καὶ αὐτὸς
ἑαυτὸν Χριστιανόν.

συναπήχθησαν οὖν ἄμφω,
φησὶ, καὶ κατὰ τὴν ὁδὸν ἠξίωσεν ἀφεθῆναι αὐτῷ
 ὑπὸ τοῦ Ἰακώβου. ὁ δὲ ὀλίγον σκεψάμενος “εἰρήνη
σοι” εἶπε, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. καὶ οὕτως ἀμφότεροι
ὁμοῦ ἐκαρατομήθησαν.

τὸ τηνικαῦτα δὲ, ὥς
φησιν ἡ θεία γραφὴ, ἰδὼν ὁ Ἡρώδης ἐπὶ τῇ τοῦ Ἰακώβου
ἀναιρέσει ὅτι δὴ πρὸς ἡδονῆς εἴη τὸ πραχθὲν
 τοῖς Ἰουδαίοις, ἐπιτίθεται καὶ Πέτρῳ, δεσμοῖς τε
αὐτὸν παραδοὺς ὅσον οὔπω καὶ τὸν κατ᾿ αὐτοῦ φόνον
ἐνήργησεν ἂν, εἰ μὴ διὰ θείας ἐπιφανείας ἐπιστάντος
αὐτῷ νύκτωρ ἀγγέλου παραδόξως τῶν εἱργμῶν
ἀπαλλαγεὶς ἐπὶ τὴν τοῦ κηρύγματος ἀφεῖτο
 διακονίαν. καὶ τὰ μὲν κατὰ Πέτρον οὕτως εἶχεν οἰκονομίας.

[Nic. H. E. II, 13] Τὰ δέ γε τῆς κατὰ τῶν
ἀποστόλων ἐγχειρήσεως τοῦ βασιλέως οὐκέτ᾿ ἀναβολῆς
εἴχετο, ἀλλά γέ τοι αὐτὸν ὁ τῆς θείας δίκης τιμωρὸς
 διάκονος μετῄει, παραυτίκα μετὰ τὴν τῶν ἀποστόλων
ἐπιβουλὴν, ὡς ἡ τῶν Πράξεων ἱστορεῖ γραφὴ,
ὁρμήσαντα μὲν ἐπὶ τὴν Καισάρειαν, ἐν ἐπισήμῳ δ᾿
ἐνταῦθα ἑορτῆς ἡμέρᾳ λαμπρᾷ καὶ βασιλικῇ κοσμησάμενον
ἐσθῆτι, ὑψηλόν τε πρὸ βήματος δημηγορήσαντα·
 τοῦ γάρ τοι δήμου παντὸς ἐπευφημήσαντος
 

 
τῇ δημηγορίᾳ , ὡς ἐπὶ θεοῦ φωνῇ καὶ οὐκ ἀνθρώπου,
παραχρῆμα τὸ λόγιον πατάξαι αὐτὸν ἄγγελον κυρίου
ἱστορεῖ , γενόμενόν τε σκωληκόβρωτον ἐκψῦξαι.

θαυμάσαι δ’ ἄξιον τῆς περὶ τὴν θείαν γραφὴν καὶ ἐν
τῷδε τῷ παραδόξῳ συμφωνίας τὴν τοῦ Ἰωσήπου ἱστορίαν, 
καθ’ ἣν ἐπιμαρτυρῶν τῇ ἀληθείᾳ δῆλός ἐστιν
ἐν τόμῳ τῆς ἀρχαιολογίας ἐννεακαιδεκάτῳ , ἔνθα αὐτοῖς
γράμμασιν ὧδέ πως τὸ θαῦμα διηγεῖται

“τρίτον
“ ἔτος αὐτῷ βασιλεύοντι τῆς ὅλης Ἰουδαίας πεπλήρωτο,
καὶ παρῆν εἰς πόλιν Καισάρειαν, ἣ τὸ πρότρερον 
Στράτωνος πύργος ἐκαλεῖτο. συνετέλει δ’ ἐνταυθα
θεωρίας εἰς τὴν Καίσαρος τιμὴν, ὑπὲρ τῆς
ἐκείνου σωτηρίας ἑορτήν τινα ταύτην ἐπιστάμενος.
καὶ παρ’ αὐτὴν ἤθροιστο τῶν κατὰ τὴν ἐπάρχιον ἐν
‘ καὶ προβεβηκότων εἰς ἀξίαν πλῆθος.

δευτέρᾳ 
δὲ τῶν θεωριῶν ἡ̣μέρᾳ στολὴν ἐνδυσάμενος ἐξ
ἁ πεποιημένην πᾶσαν , ὡς θαυμάσιον ὑφὴν
εἶναι, παρῆλθεν εἰς τὸ θέατρον ἀρχομένης ἡμέραςἔνθα
ταῖς πρώταις τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων ἐπιβολαῖς
“ ὁ ἄργυρος καταυγασθεὶς θαυμασίως ἀπέστιλβε, μαρ- 
“ μαίρων τι φοβερὸν καὶ τοῖς εἰς αὐτὸν ἀτενίζουσι
φρικῶδες.

εὐθὺς δὲ οἱ κόλακες τὰς οὐδὲν ἐκείνῳ
“πρὸς ἀγαθοῦ ἄλλος ἄλλοθεν φωνὰς ἀνεβόων, θεὸν
προσαγορεύοντες, ‘ εὐμενής τε εἴης ἐπιλέγοντες·
εἰ καὶ μέχρι νῦν ὡς ἄνθρωπον ἐφοβήθημεν, ἀλλὰ 
τοὐντεῦθεν κρείττονά σε θνητῆς τῆς φύσεως ὁμολο-
“ γοῦμεν.’

οὐκ ἐπέπληξε τούτοις ὁ βασιλεὺς , οὐδὲ
“τὴν κολακείαν ἀσεβοῦσαν ἀπετρίψατο. ἀνακύψας
“δὲ μετ’ ὀλίγον τῆς ἑαυτοῦ κεφαλῆς ὑπερκαθεζόμενον
“εἶδεν ἄγγελον. τοῦτον εὐθὺς ἐνόησε κακῶν εἶναι 
 

 
“αἴτιον, τὸν καί ποτε τῶν ἀγαθῶν γενόμενον, καὶ
“ διακάρδιον ἔσχεν ὀδύνην.

ἄθρουν δ’ αὐτῷ τῆς
“κοιλίας προσέφυσεν ἄλγημα, μετὰ σφοδρότητος ἀρξά-
“μενον. ἀναθεωρῶν οὖν πρὸς τοὺς φίλους, ὁ θεὸς
 “ ὑμῖν ἐγὼ, φησὶν, ἤδη καταστρέφειν ἐπιτάττομαι τὸν
“βίον, παραχρῆμα τῆς εἱμαρμένης τὰς ἄρτι μου κατε-
“ψευσμένας φωνὰς ἐλεγχούσης. ὁ κληθεὶς ἀθάνατος
“ ὑμῶν ἤδη θανεῖν ἀπάγομαι. δεκτέον δὲ τὴν
“ πεπρωμένην, ᾗ θεὸς βεβούληται. καὶ γὰρ βεβιώ-
 “ κάμεν οὐδαμῆ φαύλως, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς μακαριζομένης
“ λαμπρότητος. ταῦτα δὲ λέγων ἐπιτάσει τῆς ὀδύνης
‘κατεπονεῖτο.

μετὰ σπουδῆς οὖν εἰς τὸ βασίλειον
“ ἐκομίσθη, καὶ διῆξε λόγος εἰς πάντας , ὡς ἔχοι τοῦ
“τεθνάναι παντάπασι μετ’ ὀλίγον. ἡ πληθὺς δ’ αὐ-
 “ τίκα σὺν γυναιξὶ καὶ παισὶν ἐπὶ σάκκον καθεσθεῖσα
‘ τῷ πατρίῳ νόμῳ τὸν θεὸν ἱκέτευον ὑπὲρ τοῦ βασιλέως,
οἰμωγῆς τε πάντ’ ἦν ἀνάπλεα καὶ θρήνων.
‘·ἐν ὑψηλῷ δ’ ὁ βασιλεὺς δωματίῳ κατακείμενος καὶ
κάτω βλέπων αὐτοὺς πρηνεῖς προσπίπτοντας ἄδα
 “ κρυς οὐδ’ αὐτὸς ἔμενεν.

συνεχῶς δ’ ἐφ’ ἡμέρας
“ πέντε τῷ τῆς γαστρὸς ἀλγήματι διεργασθεὶς τὸν βίον
“ κατέστρεψεν , ἀπὸ γενέσεως ἄγων πεντηκοστὸν ἔτος
“ καὶ τέταρτον, τῆς δὲ βασιλείας ἕβδομον. τέσσαρας
“ μὲν οὖν ἐπὶ Γαίου Καίσαρος ἐβασίλευσεν ἐνιαυτοὺς,
 “ τῆς Φιλίππου μὲν τετραρχίας εἰς τριετίαν ἄρξας, τῷ
‘τετάρτῳ δὲ καὶ τὴν Ἡρώδου προσειληφὼς, τρεῖς δ’
“ ἐπιλαβὼν τῆς Κλαυδίου Καίσαρος αὐτοκρατορίας.’

ταῦτα τὸν Ἰώσηπον μετὰ τῶν ἄλλων ταῖς θείαις
συναληθεύοντα γραφαῖς ἀποθαυμάζω. εἰ δὲ περὶ
 τὴν τοῦ βασιλέως προσηγορίαν δόξειέ τισι διαφωνεῖν,
ἀλλ’ ὅ γε χρόνος καὶ ἡ πρᾶξις τὸν αὐτὸν ὄντα δεί-
κνυσιν, ἤτοι κατά τι σφάλμα γραφικὸν ἐνηλλαγμένου

 
τοῦ ὀνόματος, ἢ καὶ διωνυμίας περὶ τὸν αὐτὸν , οἷα
καὶ περὶ πολλοὺς, γεγενημένης.

[Nic. H. E. II, 11] Ἐπεὶ δὲ πάλιν ὁ Λουκᾶς
ἐν ταῖς Πράξεσιν εἰσάγει τὸν Γαμαλιήλ ἐν τῇ περὶ
τῶν ἀποστόλων σκέψει λέγοντα ὡς ἄρα κατὰ τὸν δηλούμενον 
χρόνον ἀνέστη Θευδᾶς, λέγων ἑαυτὸν εἷναι
τινὰ, ὃς κατελύθη, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείσθησαν αὐτῷ
διελύθησαν, φέρε καὶ τὴν περὶ τούτου παραθώμεθα
τοῦ Ἰωσήπου γραφήν.

ἱστορεῖ τοίνυν αὖθις κατὰ τὸν
ἀρτίως δεδηλωμένον αὐτοῦ λόγον αὐτὰ δὴ ταῦτα κατὰ 
λέξιν “ Φάδου δὲ τῆς Ἰουδαίας ἐπιτροπεύοντος γόης
“ τις ἀνὴρ, Θευδᾶς ὀνόματι, πείθει τὸν πλεῖστον ὄχλον
“ ἀναλαβόντα τὰς κτήσεις ἕπεσθαι πρὸς τὸν Ἰορδάνην
“ποταμὸν αὐτῷ. προφήτης γὰρ ἔλεγεν εἶναι, καὶ
προστάγματι τὸν ποταμὸν σχίσας δίοδον ἔφη παρέ- 
“ ξειν αὐτοῖς ῥᾳδίαν. καὶ ταῦτα λέγων πολλοὺς ἠπά-
“ τησεν.

οὐ μὴν εἴασεν αὐτοὺς τῆς ἀφροσύνης ὄνα-
‘σθαι Φάδος, ἀλλ’ ἐξέπεμψεν ἴλην ἱππέων ἐπ’ αὐτοὺς,
‘ἥτις ἀπροσδόκητος ἐπιπεσοῦσα πολλοὺς μὲν ἀνεῖλε,
“πολλοὺς δὲ ζῶντας ἔλαβεν· αὐτόν τε τὸν Θευδᾶν 
ζωγρήσαντες ἀποτέμνουσι τὴν κεφαλὴν καὶ κομίζου-
“ σιν εἰς Ἱεροσόλυμα.’’ τούτοις ἑξῇ καὶ τοῦ κατὰ
Κλαύδιον λιμοῦ γενομένου μνημονεύει ὧδέ πως·

[Nic. H. E. ΙΙ, 11] “Ἐπὶ τούτοις δὲ καὶ τὸν
‘μέγαν λιμὸν κατὰ τὴν Ἰουδαίαν συνέβη γενέσθαι, 
καθ’ ὃν καὶ ἡ βασίλισσα Ἑλένη πολλῶν χρημάτων
ὠνησαμένη σῖτον ἀπὸ τῆς Αἰγύπτου διένειμε τοῖς
“ ἀπορουμένοις.’’

σύμφωνα δ’ ἂν εὕροις καὶ ταῦτα
τῇ τῶν Πραξέων τῶν ἀποστόλων γραφῇ, περιεχούσῃ
 

 
ὡς ἄρα τῶν κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν μαθητῶν καθὼς
ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος εἰς διακονίαν ἀποστεῖλαι
τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ · ὃ καὶ ἐποίησαν,
ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσ βυτέρους διὰ χειρὸς
 Βαρνάβα καὶ Παύλου.

τῆς γέ τοι Ἑλένης, ἧς δὴ καὶ
ὁ συγγραφεὺς ἐποιήσατο μνήμην, εἰσ’ έτι νῦν στῆλαι
διαφανεῖς ἐν προαστείοις δείκνυνται τῆς νῦν Αἰλίας.
τοῦ δὲ Ἀδιαβηνῶν ἔθνους αὕτη βασιλεῦσαι ε΄λέγετο.

[Nic. H. E. II, 14-27. Eus. infi a IV, 21] Ἀλλὰ
 γὰρ τῆς εἰς τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν
Χριστὸν εἰς πάντας ἀνθρώπους ἤδη διαδεδομένης
πίστεως ὁ τῆς ἀνθρώπων πολέμιος σωτηρίας, τὴν
βασιλεύουσαν προαρπάσασθαι πόλιν μηχανώμενος,
ἐνταῦθα Σίμωνα τὸν πρόσθεν δεδηλωμένον ἄγει, καὶ
 δὴ ταῖς ἐντέχνοις τἀνδρὸς συναιρόμενος γοητείαις
πλείους τῶν τὴν Ῥώμην οἰκούντων ἐπὶ τὴν πλάνην
σφετερίζεται.

δηλοῖ δὲ τοῦτο μετ’ οὐ πολὺ τῶν
ἀποστόλων ἐν τῷ καθ’ ἡμὰς διαπρέψας λόγῳ Ἰουστῖνος,
περὶ οὗ τὰ προσήκοντα κατὰ καιρὸν παραθήσομαι.
 καί μοι λαβὼν ἀνάγνωθι τοῦδε τὴν γραφὴν,
ἣν ἐν τῇ προτέρᾳ πρὸς Ἀντωνῖνον ὑπὲρ τοῦ καθ’
ἡμᾶς δόγματος ἀπολογίᾳ γράφων ὧδέ φησιν

“ καὶ
‘’μετὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ κυρίου εἰς οὐρανὸν προεβάλ-
“λοντο οἱ δαίμονες ἀνθρώπους τινὰς, λέγοντας ἐαυ-
 “τοῦς εἶναι θεοὺς, οἳ οὐ μόνον οὐκ ἐδιώχθησαν ὑφ’
“ ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ τιμῶν ἠξιώθησαν· Σίμωνα μέν
“ τινα Σαμαρέα τὸν ἀπὸ κώμης λεγομένης Γιττῶν, ὃς
ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος διὰ τῆς τῶν ἐνεργούντων
“ δαιμόνων τέχνης δυνάμεις μαγικὰς ποιήσας ἐπὶ τῇ
 ‘πόλει ὑμῶν τῇ βασιλίδι Ῥώμῃ θεὸς ἐνομίσθη, καὶ
 

 
“ἀνδριάντι παρ’ ὑμῖν ὡς θεὸς τετίμηται , ἐν τῷ Τι-
“ βέρει ποταμῷ μεταξὺ τῶν δύο γεφυρῶν, ἔχων Ῥω
“ μαϊκὴν ἐπιγραφὴν ταύτην· SIMONI DEO SANCTO, ”
ὅπερ ἐστὶ Σίμωνι θεῷ ἁγίῳ.

“ καὶ σχεδὸν μὲν
“πάντες Σαμαρεῖς , ὀλίγοι δὲ καὶ ἐν ἄλλοις ἔθνε- 
“ σιν, ὡς τὸν πρῶτον θεὸν ἐκεῖνον ὁμολογοῦντες
“προσκυνοῦσι. καὶ Ἑλένην τινὰ, τὴν συμπερινο-
“ στήσασαν αὐτῷ κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ, πρότερον ἐπὶ
“τέγους σταθεῖσαν ἐν Τυρῷ τῆς Φοινίκης , τὴν ἀπ’
αὐτοῦ πρώτην ἔννοιαν λἐγουσιν.’’

ταῦτα μὲν 
οὗτος. συνᾴδει δ’ αὐτῷ καὶ ὁ Εἰρήναιος , ἐν πρώτῳ
τῶν πρὸς τὰς αἱρέσεις ὁμοῦ τὰ περὶ τὸν ἄνδρα καὶ τὴν
ἀνοσίαν καὶ μιαρὰν αὐτοῦ διδασκαλίαν ὑπογράφων,
ἣν ἐπὶ τοῦ παρόντος περιττὸν ἂν εἴη καταλέγειν, παρὸν
τοῖς βουλομένοις καὶ τῶν μετ’ αὐτὸν κατὰ μέρος 
αἱρεσιαρχῶν τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς βίους καὶ τῶν ψευδῶν
δογμάτων τὰς ὑποθέσεις τά τε πᾶσιν αὐτοῖς
ἐπιτετηδευμένα διαγνῶναι, οὐ κατὰ πάρεργον τῇ δεδηλωμένῃ
τοῦ Εἰρηναίου παραδεδομένα βίβλῳ.

πάσης μὲν οὖν ἀρχηγὸν αἱρέσεως πρῶτον γενέσθαι 
τὸν Σίμωνα παρειλήφαμεν , ἐξ οὑ καὶ εἰς δεῦρο οἱ
τὴν κατ’ αὐτὸν μετιόντες αἵρεσιν, τὴν σώφρονα καὶ
διὰ καθαρότητα βίου παρὰ τοῖς πᾶσι βεβοημένην Χριστιανῶν
φιλοσοφίαν ὑποκρινόμενοι, ἧς μὲν ἔδοξαν
ἀπαλλάττεσθαι περὶ τὰ εἴδωλα δεισιδαιμονίας οὐδὲν 
ἧττον αὖθις ἐπιλαμβάνονται, καταπίπτοντες ἐπὶ γραφὰς
καὶ εἰκόνας αὐτοῦ τε τοῦ Σίμωνος καὶ τῆς σὺν
αὐτῷ δηλωθείσης Ἑλένης, θυμιάμασί τε καὶ θυσίαις
καὶ σπονδαῖς τούτους θρησκεύειν ἐγχειροῦντες.

τὰ
δὲ τούτων αὐτοῖς ἀπορρητότερα, ὧν φασι τὸν πρῶτον ὢ
 

 
ἐπακούσαντα ἐκπλαγήσεσθαι, καὶ κατά τι παρ’ αὐτοῖς
λόγιον ἔγγραφον θαμβωθήσεσθαι, θάμβους ὡς
ἀληθῶς καὶ φρενῶν ἐκστάσεως καὶ μανίας ἔμπλεα
τυγχάνει, τοιαῦτα ὄντα, ὡς μὴ μόνον μὴ δυνατὰ εἶναι
 παραδοθῆναι γραφῆ̣, ἀλλ’ οὐδὲ χείλεσιν αὐτὸ μόνον
δι’ ὑπερβολὴν αἰσχρουργίας τε καὶ ἀρρητοποιίας ἀνδράσι
σώφροσι λαληθῆναι.

ὅ τι ποτὲ γὰρ ἂν εἴη
ἢ ἐπινοηθείη παντὸς αἰσχροῦ μιαρώτερον, τοῦτο πᾶν
ὑπερηκόντισεν ἡ τῶνδε μυσαρωτάτη αἵρεσις, ταῖς
 ἀθλίαις καὶ παντοίων ὡς ἀληθῶς κακῶν σεσωρευμέναις
γυναιξὶν ἐγκαταπαιζόντων.

[Nic. H. E. 14] Τοιούτων κακῶν πατέρα
καὶ δημιουργὸν τὸν Σίμωνα κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ,
ὡσπερεὶ μέγαν καὶ μεγάλων ἀντίπαλον τῶν θεσπεσίων
 τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀποστόλων , ἡ μισόκαλος καὶ τῆς
ἀνθρώπων ἐπίβουλος σωτηρίας πονηρὰ δύναμις προυστήσατο.

ὅμως δ’ οὖν ἡ θεία καὶ ὑπερουράνιος
χάρις, τοῖς αὐτῆς συναιρομένη διακόνοις, δι’ ἐπιφανείας
αὐτῶν καὶ παρουσίας ἀναπτομένην τοῦ πονηρου
 τὴν φλόγα ᾗ τάχος ἐσβέννυ , ταπεινοῦσα δι’ αὐτῶν
καὶ καθαιροῦσα πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τ(??)
γνώσεως τοῦ θεοῦ.

διὸ δὴ οὔτε Σίμωνος ὁ
ἄλλου του τῶν τότε φυέντων συγκρότημά τι κατ’ αὐτοὺς
ἐκείνους τοὺς ἀποστολικοὺς ὑπέστη χρόνους.
 ὑπερενίκα γάρ τοι καὶ ὑπερίσχυεν ἅπαντα τὸ τῆς
ἀληθείας φέγγος, ὅ τε λόγος αὐτὸς ὁ θεῖος ἄρτι θεόθεν
ἀνθρώποις ἐπιλάμψας, αὐτός τε ἐπὶ γῆς ἀκμάζω
καὶ τοῖς ἰδίοις ἀποστόλοις ἐμπολιτευόμενος.

αὐτίκ’
ὁ δηλωθεὶς γόης ὥσπερ ὑπὸ θείας καὶ παραδόξου
 μαρμαρυγῆς τὰ τῆς διανοίας πληγεὶς ὄμματα, ὅτε
πρότερον ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας ἐφ’ οἶς ἐπονηρεύσατο πρὸς
τοῦ ἀποστόλου Πέτρου κατεφωράθη, μεγίστην καὶ

 
ὑπερπόντιον ἀπάρας πορείαν τὴν ἀπ᾿ ἀνατολῶν ἐπὶ
δυσμὰς ᾤχετο φεύγων, μόνως ταύτῃ βιωτὸν αὐτῷ
κατὰ γνώμην εἶναι οἰόμενος.

ἐπιβὰς δὲ τῆς ῾Ρωμαίων
πόλεως, συναιρομένης αὐτῷ τὰ μεγάλα τῆς
ἐφεδρευούσης ἐνταῦθα δυνάμεως, ἐν ὀλίγῳ τοσοῦτον 
τὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ἤνυστο, ὡς καὶ ἀνδριάντος ἀναθέσει
πρὸς τῶν τῇδε οἷα θεὸν τιμηθῆναι.

οὐ μὴν
εἰς μακρὸν αὐτῷ ταῦτα προυχώρει. παρὰ πόδας γοῦν
ἐπὶ τῆς αὐτῆς Κλαυδίου βασιλείας ἡ πανάγαθος καὶ
φιλανθρωποτάτη τῶν ὅλων πρόνοια τὸν καρτερὸν καὶ 
μέγαν τῶν ἀποστόλων, τὸν ἀρετῆς ἕνεκα τῶν λοιπῶν
ἀπάντων προήγορον, Πέτρον, ἐπὶ τὴν ῾Ρώμην ὡς ἐπὶ
τηλικοῦτον λυμεῶνα βίου χειραγωγεῖ, ὃς οἷά τις γενναῖος
θεοῦ στρατηγὸς τοῖς θείοις ὅπλοις φραξάμενος
τὴν πολυτίμητον ἐμπορίαν τοῦ νοητοῦ φωτὸς ἐξ ἀνατολῶν 
τοῖς κατὰ δύσιν ἐκόμιζεν, φῶς αὐτὸ καὶ λόγον
ψυχῶν σωτήριον, τὸ κήρυγμα τῆς τῶν οὐρανῶν βασιλείας
εὐαγγελιζόμενος.

[Nic. H. E. II, 15] Οὕτω δὴ οὖν ἐπιδημήσαντος
αὐτοῖς τοῦ θείου λόγου ἡ μὲν τοῦ Σίμωνος 
ἀπέσβη καὶ παραχρῆμα σὺν καὶ τῷ ἀνδρὶ καταλέλυτο
δύναμις, τοσοῦτο δ᾿ ἐπέλαμψεν ταῖς τῶν ἀκροατῶν
τοῦ Πέτρου διανοίαις εὐσεβείας φέγγος ὡς μὴ τῇ
εἰσάπαξ ἱκανῶς ἔχειν ἀρκεῖσθαι ἀκοῇ, μηδὲ τῇ ἀγράφῳ
τοῦ θείου κηρύγματος διδασκαλίᾳ, παρακλήσεσι δὲ 
παντοίαις Μάρκον, οὗ τὸ εὐαγγέλιον φέρεται, ἀκόλουθον
ὄντα Πέτρου λιπαρῆσαι, ὡς ἂν καὶ διὰ γραφῆς
ὑπόμνημα τῆς διὰ λόγου παραδοθείσης αὐτοῖς καταλείψοι
διδασκαλίας, μὴ πρότερόν τε ἀνεῖναι ἢ κατεργάσασθαι
τὸν ἄνδρα, καὶ ταύτῃ αἰτίους γενέσθαι τῆς 
τοῦ λεγομένου κατὰ Μάρκον εὐαγγελίου γραφῆς.

γνόντα δὲ τὸ πραχθέν φασι τὸν ἀπόστολον ἀποκαλύ-

 
ψαντος αὐτῷ πνεύματος ἡσθῆναι τῇ τῶν ἀνδρῶν
προθυμίᾳ, κυρῶσαί τε τὴν γραφὴν εἰς ἔντευξιν ταῖς
ἐκκλησίαις, (Κλήμης ἐν ἕκτῳ τῶν ῾Υποτυπώσεων παρα-
τέθειται τὴν ἱστορίαν, συνεπιμαρτυρεῖ δ᾿ αὐτῷ καὶ
 ὁ ῾Ιεραπολίτης ἐπίσκοπος ὀνόματι Παπίας), τοῦ δὲ
Μάρκου μνημονεύειν τὸν Πέτρον ἐν τῇ προτέρᾳ ἐπι-
στολῇ, ἣν καὶ συντάξαι φασὶν ἐπ᾿ αὐτῆς ῾Ρόμης, ση-
μαίνειν τε τοῦτ᾿ αὐτὸν, τὴν πόλιν τροπικώτερον 
Βαβυλῶνα προσειπόντα διὰ τούτων “ἀσπάζεταί ὑμᾶς
 ἡ ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτὴ καὶ Μάρκος ὁ υἱός μου.

[Nic. H. E. II, 15] Τοῦτον δὲ τὸν Μάρκον 
πρῶτόν φασιν ἐπὶ τῆς Αἰγύπτου στειλάμενον τὸ εὐαγ-
γέλιον ὃ δή καὶ συνεγράψατο κηρῦξαι, ἐκκλησίας τε
πρῶτον ἐπ᾿ αὐτῆς ᾿Αλεξανδρείας συστήσασθαι.

το-
 σαύτη δ᾿ ἄρα τῶν αὐτόθι πεπιστευκότων πληθὺς
ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν ἐκ πρώτης ἐπιβολῆς συνέ-
στη, δι᾿ ἀσκήσεως φιλοσοφωτάτης τε καὶ σφοδροτάτης,
ὡς καὶ γραφῆς αὐτῶν ἀξιῶσαι τὰς διατριβὰς καὶ τὰς
συνηλύσεις, τά τε συμπόσια καὶ τὴν ἄλλην πᾶσαν
 τοῦ βίου ἀγωγὴν τὸν Φίλωνα.

Nic. H. E. II, 16-17] Ὃν καὶ λόγος ἔχει 
κατὰ Κλαύδιον ἐπὶ τῆς ῾Ρώμης εἰς ὁμιλίαν ἐλθεῖν
Πέτρῳ, τοῖς ἐκεῖσε τότε κηρύττοντι. καὶ οὐκ ἀπεικὸς
ἂν εἴη τοῦτό γε, ἐπεὶ καὶ ὅ φαμεν αὐτῷ σύγγραμμα
 εἰς ὕστερον καὶ μετὰ χρόνους αὐτῷ πεπονημένον,
σαφῶς τοὺς εἰσέτι νῦν καὶ εἰς ἡμᾶς πεφυλαγμένους
τῆς ἐκκλησίας περιέχει κανόνας.

ἀλλὰ καὶ τὸν βίον
τῶν παρ᾿ ἡμῖν ἀσκητῶν ὡς ἔνι μάλιστα ἀκριβέστατ
ἱστορῶν γένοιτ᾿ ἂν ἔκδηλος οὐκ εἰδὼς μόνον, ἀλλὰ
 καὶ ἀποδεχόμενος, ἐκθειάζων τε καὶ σεμνύνων τοὺς
 

 
κατ’ αὐτὸν ἀποστολικοὺς ἄνδρας, ἐξ Ἑβραίων , ὡς
ἔοικε, γεγονότας, ταύτῃ τε ἰουδαϊκώτερον τῶν παλαιῶν
ἔτι τὰ πλεῖστα διατηροῦντας ἐθῶν.

πρῶτόν γέ τοι
τὸ μηδὲν πέρα τῆς ἀληθείας οἴκοθεν καὶ ἐξ ἑαυτοῦ
προσθήσειν· ἐν οἷς ἱστορήσειν ἔμελλεν ἀπισχυρισάψενος, 
ἐν ᾧ ἐπέγραψε λόγῳ περὶ βίου θεωρητικοῦ ἢ
ἱκετῶν θεραπευτὰς αὐτοὺς καὶ τὰς σὺν αὐτοῖς γυναῖκας
θεραπευτρίδας ἀποκαλεῖσθαί φησι τὰς αἰτίας
ἐπειπὼν τῆς τοιᾶσδε προσρήσεως · ἤτοι γὰρ παρὰ τὸ
τὰς ψυχὰς τῦν προσιόντων αὐτοῖς τῶν ἀπὸ κακίας 
παθῶν ἰατρῶν δίκην ἀπαλλάττοντας ἀκεῖσθαι καὶ
θεραπεύειν, ἢ τῆς περὶ τὸ θεῖον καθαρὰς καὶ εἰλικρινοῦς
θεραπείας τε καὶ θρησκείας ἕνεκα.

εἴτ’
οὑν ἐξ ἑαυτοῦ ταύτην αὐτοῖς ἐπιτέθειται τὴν προσηγορίαν,
οἰκείως ἐπιγράψας τῷ τρόπῳ τῶν ἀνδρῶν 
τοὔνομα, εἴτε καὶ ὄντως τοῦτ’ αὐτοὺς ἐκάλουν κατ’
ἀρχὰς οἱ πρῶτοι, μηδαμῶς πω τῆς Χριστιανῶν προσρήσεως
ἀνὰ πάντα τόπον ἐπιπεφημισμένης, οὔ τί πω
διατείνεσθαι ἀναγκαῖον.

ὅμως δ’ οὖν ἐν πρώτοις
τὴν ἀπόταξιν αὐτοῖς τῆς οὐσίας μαρτυρεῖ, φάσκων 
ἀρχομένους φιλοσοφεῖν ἐξίστασθαι τοῖς προσήκουσι
τῶν ὑπαρχόντων, ἔπειτα πάσαις ἀποταξαμένους ταῖς
τοῦ βίου φροντίσιν, ἔξω τειχῶν προελθόντας, ἐν
μοναγρίοις καὶ κήποις τὰς διατριβὰς ποιεῖσθαι, τὰς
ἐκ τῶν ἀνομοίων ἐπιμιξίας ἀλυσιτελεῖς καὶ βλαβερὰς 
εὖ εἰδότας, τῶν κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ τοῦθ’ ὡς εἰκὸς
ἐπιτελούντων ἐκθύμῳ καὶ θερμοτάτῃ πίστει, τὸν
προφητικὸν ζηλοῦν ἀσκούντων βίον.

τοιγαροῦν
κἀν ταῖς ὁμολογουμέναις τῶν ἀποστόλων Πράξεσιν
ἐμφέρεται ὅτι δὴ πάντες οἱ τῶν ἀποστόλων γνώριμοι ὢ
 

 
τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις διαπιπράσκοντες ἐμέριζον
ἅπασι καθ’ ὃ ἄν τις χρείαν εἶχεν, ὡς μηδ’ εἶναί
τινα ἐνδεῆ παρ΄ αὐτοῖς · ὅσοι γοῦν κτήτορες χωρίων
ἣ οἰκιῶν ὑπῆρχον, ὡς ὁ λόγος φησὶ, πωλοῦντες ἔφερον
 τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων, ἐτίθεσάν τε παρὰ
τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων , ὥστε διαδίδοσθαι ἑκάστῳ
καθὸ ἄν τις χρείαν εἶχεν.

τὰ παραπλήσια δὲ
τούτοις μαρτυρήσας τοῖς δηλουμένοις ὁ Φίλων συλλαβαῖς
αὐταῖς ἐπιφέρει λέγων ταῦτα περὶ αὐτῶν οὕτω
 “πολλαχοῦ μὲν οὖν τῆς οἰκουμένης ἐστὶ τὸ γένος·
ἔδυ γὰρ ἀγαθοῦ τελείου μετασχεῖν καὶ τὴν Ἑλλάδα
καὶ τὴν βάρβαρον. πλεονάζει δ’ ἐν Αἰγύπτῳ καθ’
ἕκαστον τῶν ἐπικαλουμένων νομῶν , καὶ μάλιστα
περὶ τὴν Ἀλεξάνδρειαν.

οἱ δὲ πανταχόθεν ἄριστοι,
 καθάπερ εἰς πατρίδα θεραπευτῶν , ἀποικίαν
στέλλονται πρός τι χωρίον ἐπιτηδειότατον, ὅπερ
ἐστὶν ὑπὲρ λίμνης Μάριας κείμενον ἐπὶ γεωλόφου
χθαμαλωτέρου σφόδρα εὐκαίρως, ἀσφαλείας τε ἕνεκα
καὶ ἀέρος εὐκρασίας.’

εἶθ’ ἑξῆς τὰς οἰκήσεις
 αὐτῶν ὁποῖαί τινες ἦσαν διαγράψας περὶ τῶν κατὰ
χώραν ἐκκλησιῶν ταῦτά φησιν ἐν ἑκάστῃ δὲ οἰκίᾳ
ἐστὶν οἴκημα ἱερὸν ὃ καλεῖται σεμνεῖον καὶ μοναστήριον,
ἐν ᾧ μονούμενοι τὰ τοῦ σεμνοῦ βίου μυστήρια
τελοῦνται , μηδὲν εἰσκομίζοντες , μὴ ποτὸν,
 μὴ σιτίον , μηδέ τι τόν ἄλλων ὅσα πρὸς τὰς τοῦ
σώματος χρείας ἀναγκαῖα, ἀλλὰ νόμους καὶ λόγια
θεσπισθέντα διὰ προφητῶν καὶ ὕμνους, καὶ τἄλλα
οἶς ἐπιστήμη καὶ εὐσέβεια συναύξονται καὶ τελειοῦν-
ται.’

καὶ μεθ’ ἕτερά φησι “ τὸ δ’ ἐξ ἑωθινοῦ
 “ μέχρις ἑσπέρας διάστημα σύμπαν αὐτοῖς ἐστιν ἄσκη-
 

 
“ σις. ἐντυγχάνοντες γὰρ τοῖς ἱεροῖς γράμμασι τὴν
“πάτριον φιλοσοφοῦσι σοφίαν ἀλληγοροῦντες, ἐπειδὴ
“σύμβολα τὰ τῆς ῥητῆς ἑρμηνείας νομίζουσιν ἀποκε-
“κρυμμένης φύσεως, ἐν ὑπονοίαις δηλουμένης.

“ ἔστι δ’ αὐτοῖς καὶ συγγράμματα παλαιῶν ἀνδρῶν, 
“ οἳ τῆς αἱρέσεως αὐτῶν ἀρχηγέται γενόμενοι πολλὰ
“ μνημεῖαδ τῆς ἐν τοῖς ἀλληγορουμένοις ἰδέας ἀπέλιπον,
“ οἷς καθάπερ τισὶν ἀρχετύποις χρώμενοι μιμοῦνται
τῆς προαιρέσεως τὸν τρόπον.

ταῦτα μὲν ἔοικεν
εἰρῆσθαι τῷ ἀνδρὶ, τὰς ἱερὰς ἐξηγουμένων αὐτῶν 
ἐπακροασαμένῳ γραφάς. τάχα δ’ εἰκὸς, ἅ φησιν ἀρχαίων
παρ’ αὐτοῖς εἶναι συγγράμματα, τά τε εὐαγγέλια
καὶ τὰς τῶν ἀποστόλων γραφὰς , διηγήσεις τέ
τινας κατὰ τὸ εἰκὸς τῶν πάλαι προφητῶν ἐρμηνευγικὰς,
ὁποίας ἥ τε πρὸς Ἑβραίους καὶ ἄλλαι πλείους 
τοῦ Παύλου περιέχουσιν ἐπιστολαὶ, ταῦτ’ εἷναι.

εἶτα πάλιν ἑξῆς περὶ τοῦ νέους αὐτοὺς ποιεῖσθαι
ψαλμοὺς οὕτως γράφει “ ὥστ’ οὐ θεωροῦσι μόνον,
“ ἀλλὰ καὶ ποιοῦσιν ᾄσματα καὶ ὕμνους εἰς τὸν θεὸν
διὰ παντοίων μέτρων καὶ μελῶν, ῥυθμοῖς σεμνο- 
‘τέροις ἀναγκαίως χαράσσοντες.’’

πολλὰ μὲν οὖν
καὶ ἄλλα, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἐν ταὐτῷ διέξεισιν, ἐκεῖνα
δ’ ἀναγκαῖον ἐφάνη δεῖν ἀναλέξασθαι, δι’ ὧν τὰ
χαρακτηριστικὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀγωγῆς ὑποτίθεται.

εἰ δέ τῳ μὴ δοκεῖ τὰ εἰρημένα ἴδια εἶναι τῆς 
κατὰ τὸ εὐαγγέλιον πολιτείας, δύνασθαι δὲ καὶ ἄλλοις
παρὰ τοὺς δεδηλωμένους ἁρμόττειν, πειθέσθω κἂν
ἀπὸ τῶν ἑξῆς αὐτοῦ φωνῶν, ἐν αἷς ἀναμφήριστον,

εἰ εὐγνωμονοίη, κομίσεται τὴν περὶ τοῦδε μαρτυρίαν.
γράφει γὰρ ὧδε “ ἐγκράτειαν δ’ ὥσπερ τινὰ θεμέλιον 
 

 
“ προκαταβαλλόμενοι τῇ ψυχῇ τἀς ἄλλας ἐποικοδομοῦσιν
ἀρετάς σιτίον δὲ ἢ ποτὸν οὐδεὶς ἂν αὐτῶν
“ προσενέγκαιτο πρὸ ἡλίου δύσεως, ἐπεὶ τὸ μὲν φιλο-
“ σοφεῖν φωτὸς ἄξιον κρίνουσιν εἶναι, σκότους δὲ τὰς
 “ τοῦ σώματος ἀνάγκας, ὅθεν τῷ μὲν ἡμέρας, ταῖς δὲ
‘νυκτὸς βραχύ τι μέρος ἀπένειμαν.

ἔνιοι δὲ καὶ
“ διὰ τριῶν ἡμερῶν ὑπομιμνήσκονται τροφῆς, οἶς
πλείων ὁ πόθος ἐπιστήμης ἐνίδρυται, τινὲς δ’ οὕτως
“ ἐνευφραίνονται καὶ τρυφῶσιν , ὑπὸ σοφίας ἑστιώ-
 “ μένοι πλουσίως καὶ ἀφθόνως τὰ δόγματα χορηγού-
“ σῆς , ὡς καὶ πρὸς διπλασίονα χρόνον ἀντέχειν , καὶ
‘ μόγις δι’ ἒξ ἡμερῶν ἀπογεύεσθαι τροφῆς ἀναγκαίας
ἐθισθέντες. ταύτας τοῦ Φίλωνος σαφεῖς καὶ ἀναν-
τιρρήτους περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς ὑπάρχειν ἡγούμεθα
 λέξεις

εἰ δ‘ ἐπὶ τούτοις ἀντιλέγων τις ἔτι σκληρύνοιτο,
καὶ οὗτος ἀπαλλαττέσθω τῆς δυσπιστίας,
ἐναργεστέραις πειθαρχῶν ἀποδείξεσιν , ἃς οὐ παρά
τισιν, ἢ μόνῃ τῇ τῶν Χριστιανῶν εὑρεῖν ἔστι κατὰ
τὸ εὐαγγέλιον θρησκείᾳ.

φησὶ γὰρ δὴ τοῖς περὶ
 ὧν ὁ λόγος καὶ γυναῖκας συνεῖναι, ὧν αἶ πλεῖσται
γηραλέαι τυγχάνουσι παρθένοι, τὴν ἁγνείαν οὐκ
ἀνάγκῃ, καθάπερ ἔνιαι τῶν παρ’ Ἕλλησιν ἱερειῶν,
φυλάξασαι μᾶλλον ἢ καθ’ ἑκούσιον γνώμην , διὰ
ζῆλον καὶ πόθον σοφίας, ᾗ συμβιοῦν σπουδάσασαι
 τῶν περὶ τὸ σῶμα ἡδονῶν ἠλόγησαν , οὐ θνητῶν
ἐκγόνων, ἀλλ’ ἀθανάτων ὀρεχθεῖσαι, ἃ μόνη τίκτειν
ἀφ’ ἑαυτῆς οἵα τέ ἐστιν ἡ θεοφιλὴς ψυχή.

εἶθ’
ὑποκαταβὰς ἐμφαντικώτερον ἐκτίθεται καὶ ταῦτα “ αἱ
δ’ ἐξηγήσεις τῶν ἱερῶν γραμμάτων γίνονται αὐτοῖς
 “δι΄ δι’ ὑπονοιῶν ἐν ἀλληγορίαις. ἅπασα γὰρ ἡ νομο
 

 
“θεσία δοκεῖ τοῖς ἀνδράσι τούτοις ἐοικέναι ζῴῳ , καὶ
‘σῦμα μὲν ἔχειν τὰς ῥητὰς λέξεις, ψυχὴν δὲ τ·ὸν ἐνα-
‘ ποκείμενον ταῖς λέξεσιν ἀόρατον νοῦν, ὃν ἤρξατο
“ διαφερόντως ἡ θρησκεία αὕτη θεωρεῖν, ὡς διὰ κατό-
“ πτρου τῶν ὀνομάτων ἐξαίσια κάλλη νοημάτων ἐμφαι- 
“νόμενα κατιδοῦσα.

τί δεῖ τούτοις ἐπιλέγειν τὰς
ἐπὶ ταὐτὸν συνόδους , καὶ τὰς ἰδίᾳ μὲν ἀνδρῶν, ἰδίᾳ
δὲ γυναικῶν ἐν ταὐτῷ διατριβὰς, καὶ τὰς ἐξ ἔθους
εἰσέτι καὶ νῦν πρὸς ἡμῶν ἐπιτελουμένας ἀσκήσεις,
ἃς διαφερόντως κατὰ τὴν τοῦ σωτηρίου πάθους ἑορτὴν 
ἐν ἀσιτίαις καὶ διανυκτερεύσεσιν , προσοχαῖς τε
τῶν θείων λόγων ἐκτελεῖν εἰώθαμεν.

ἃ καὶ ἐπ’
ἀκριβέστερον αὐτὸς, ὃν καὶ εἰς δεῦρο τετήρηται παρὰ
μόνοις ἡμῖν τρόπον, ἐπισημηνάμενος ὁ δηλωθεὶς ἀνὴρ
τῇ ἰδίᾳ παραδέδωκε γραφῇ · καὶ μάλιστά γε τὰς τῆς 
μεγάλης ἑορτῆς παννυχίδας καὶ τὰς ἐν ταύταις ἀσκήσεις,
τούς τε λέγεσθαι εἰωθότας πρὸς ἡμῶν ὕμνους
ἱστορῶν, καὶ ὡς ἑνὸς μετὰ ῥυθμοῦ κοσμίως ἐπιψάλλοντος
οἱ λοιποὶ καθ’ ἡσυχίαν ἀκροώμενοι τῶν ὕμνων
τὰ ἀκροτελεύτια συνεξηχοῦσιν , ὅπως τε κατὰ τὰς δεδηλωμένας 
ἡμέρας ἐπὶ στιβάδων χαμευνοῦντ ἐς οἴνου
μὲν τὸ παράπαν, ὡς αὐτοῖς ῥήμασιν ἀνέγραψεν, οὐδ’
ἀπογεύονται, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν ἐναίμων τινὸς, ὕδωρ δὲ
μόνον αὐτοῖς ἐστι ποτὸν , καὶ προσόψημα μετ’ ἄρτου
ἅλες καὶ ὕσσωπον.

πρὸς τούτοις γράφει τὸν τῆς 
προστασίας τρόπον τῶν τὰς ἐκκλησιαστικὰς λειτουργίας
ἐγκεχειρισμένων, διακονίας τε καὶ τὰς ἐπὶ πᾶσιν
ἀνωτάτω τῆς ἐπισκοπῆς προεδρίας. τούτων δ’ ὅτῳ
πόθος ἔνεστι τῆς ἀκριβοῦς ἐπιστάσεως, μάθοι ἂν ἐκ
τῆς δηλωθείσης τἀνδρὸς ἱστορίας.

ὅτι δὲ τοὺς 
 

 
πρώτους κήρυκας τῆς κατὰ τὸεὐαγγἐλιον διδασκαλίας,
τά τε ἀρχῆθεν πρὸς τῶν ἀποστόλων ἔθη παραδεδομένα
καταλαβὼν ὁ Φίλων ταῦτ’ ἔγραφε , παντί τῳ δῆλον.

[Nic. H. E. II, 17-18] Πολύς γε μὴν τῷ
 λόγῳ καὶ πλατὺς ταῖς διανοίαις , ὑψηλός τε ὢν καὶ
μετέωρος ἐν ταῖς εἰς τὰς θείας γραφὰς θεωρίαις γεγενημένος,
ποικίλην καὶ πολύτροπον τῶν ἱερῶν λόγων
πεποίηται τὴν ὑφήγησιν· τοῦτο μὲν εἱρμῷ καὶ ἀκολουθίᾳ,
τὴν τῶν εἰς τὴν γένεσιν διεξελθὼν πραγματείαν,
 ἐν οἶς ἐπέγραψε νόμων ἱερῶν ἀλληγορίαις,
τοῦτο δὲ, κατὰ μέρος διαστολὰς κεφαλαίων τῶν ἐν
ταῖς γραφαῖς ζητουμένων , ἐπιστάσεις τε καὶ διαλύσεις
ποιούμενος, ἐν οἷς καὶ αὐτοῖς καταλλήλως τῶν έν
γενέσει καὶ τῶν ἐν ἐξαγωγῇ ζητημάτων τε καὶ λύσεων
 τέθειται τὴν ἐπιγραφήν.

ἔστι δ’ αὐτῷ παρὰ ταῦτα
προβλημάτων τινῶν ἰδίως πεπονημένα σπουδάσματα,
οἷά ἐστι τὰ περὶ γεωργίας δύο, καὶ τὰ περὶ μέθης
τοσαῦτα, καὶ ἄλλα ἄττα διαφόρου καὶ οἰκείας ἐπιγραφῆς
ἠξιωμένα, οἷος ὁ περὶ ὧν νήψας ὁ νοῦς εὔχεται
 καὶ καταρᾶται , καὶ ὁ περὶ συγχύσεως τῶν διαλέκτων,
καὶ ὁ περὶ φυγῆς καὶ αἱρέσεως, καὶ ὁ περὶ
φύσεως καὶ εὑρέσεως, καὶ ὁ περὶ τῆς πρὸς τὰ παιδεύματα
συνόδου , περί τε τοῦ τίς ὁ τῶν θείων ἐστὶ
κληρονόμος , ἢ περὶ τῆς εἰς τὰ ἴσα καὶ ἐναντία τὸ
 ’μῆς, καὶ ἔτι ὁ περὶ τῶν τριῶν ἀρετῶν, ἃς σὺν ἄλλ’
ἀνέγραψε Μωυσῆς.

πρὸς τούτοις ὁ περὶ τ’
μετονομαζομένων καὶ ὧν ἕνεκα μετονομάζονται,
ᾧ φησι συντεταχέναι καὶ περὶ διαθηκῶν πρῶτον κ’
δεύτερον.

ἔστι δ’ αὐτοῦ καὶ περὶ ἀποικίας,
 καὶ βίου σοφοῦ τοῦ κατὰ δικαιοσύνην τελειωθέντος,
ἢ νόμων ἀγράφων. καὶ ἔτι περὶ γιγάντων, ἢ
περὶ τοῦ μὴ τρέπεσθαι τὸ θεῖον, περί τε τοῦ κατὰ

 
Μωυσέα θεοπέμπτους εἶναι τοὺς ὀνείρους πρῶτον,
δεύτερον, τρίτον, τέταρτον , πέμπτον. καὶ ταῦτα
μὲν τὰ εἰς ἡμᾶς ἐλθόντα τῶν εἰς τὴν γένεσιν.

εἰς
δὲ τὴν ἔξοδον ἔγνωμεν αὐτοῦ ζητημάτων καὶ λύσεων
πρῶτον, δεύτερον, τρίτον , τέταρτον , πέμπτον. καὶ 
τὸ περὶ τῆς σκηνῆς , τό τε περὶ τῶν δέκα λογίων, καὶ
τὰ περὶ τῶν ἀναφερομένων ἐν εἴδει νόμων εἰς τὰ συν-
τείνοντα κεφάλαια τόν δέκα λόγων, ἁ β΄ γ’ δ’. καὶ
τὸ περὶ τῶν εἰς τὰς ἱερουργίας ζῴων , καὶ τίνα τὰ
τῶν θυσιῶν εἴδη. καὶ τὸ περὶ τῶν προκειμένων ἐν 
τῷ νόμῳ τοῖς μὲν ἀγαθοῖς ἄθλων, τοῖς δὲ πονηροῖς
ἐπιτιμίων καὶ ἀρῶν

πρὸς τούτοις ἅπασι καὶ μονόβιβλα
αὐτοῦ φέρεται, ὡς τὸ περὶ προνοίας , καὶ ὁ
περὶ Ἰουδαίων αὐτῷ συνταχθεὶς λόγος , καὶ ὁ πολιτικός·
ἔτι τε ὁ Ἀλέξανδρος , ἢ περὶ τοῦ λόγον ἔχειν 
τὰ ἄλογα ζῷα. ἐπὶ τούτοις ὁ περὶ τοῦ δοῦλον εἶναι
πάντα φαῦλον , ᾧ ἑξῆς ἐστιν ὁ περὶ τοῦ πάντα σπουδαῖον
ἐλεύθερον εἶναι.

μεθ’ οὓς συντέτακται
αὐτῷ ὁ περὶ βίου θεωρητικοῦ ἢ ἱκετῶν , ἐξ οὗ τὰ
περὶ τοῦ βίου τῶν ἀποστολικῶν ἀνδρῶν διεληλύθαμεν· 
καὶ τῶν ἐν νόμῳ δὲ καὶ προφήταις Ἑβραϊκῶν
ὀνομάτων αἶ ἑρμηνεῖαι τοῦ αὐτοῦ σπουδαὶ εἶναι λέγονται.

οὗτος μὲν οὖν κατὰ Γάϊον ἐπὶ τῆς Ῥώμης
ἀφικόμενος τὰ περὶ τῆς Γαΐου θεοστυγίας αὐτῷ γραφέντα,
ἃ μετὰ ἤθους καὶ εἰρωνείας περὶ ἀρετῶν ἐπέγραψεν, 
ἐπὶ πάσης λέγεται τῆς Ῥωμαίων συγκλήτου
κατὰ Κλαύδιον διελθεῖν, ὡς καὶ τῆς ἐν βιβλιοθήκαις
ἀναθέσεως θαυμασθέντας αὐτοῦ καταξιωθῆναι τοὺς
λόγους.

τηνικαῦτα δὲ καὶ ΙΙαύλου τὴν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ
καὶ κύκλῳ πορείαν μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ διανύοντος, 
Ἰουδαίους Ῥώμης ἀπελαύνει Κλαύδιος , ὅ
τε Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα μετὰ τῶν ἄλλων Ἰουδαίων

 
τῆς Ῥώμης ἀπαλλαγέντες ἐπὶ τὴν Ἀσίαν καταίρουσιν,
ἐνταῦθά τε Παύλῳ τῷ ἀποστόλῳ συνδιατρίβουσι, τοὺς
αὐτόθι τῶν ἐκκλησιῶν ἄρτι πρὸς αὐτοῦ καταβληθέντας
θεμελίους ἐπιστηρίζοντι. διδάσκαλος καὶ τούτων
 ἡ ἱερὰ τῶν Πραξέων γραφή.

[Nic. H. E. ΙΙ. 26] ἔτι δὲ Κλαυδίου τὰ τῆς
βασιλείας διέποντος, κατὰ τὴν τοῦ πάσχα ἑορτὴν τοσαύτην
ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων στάσιν καὶ ταραχὴν
ἐγγενέσθαι συνέβη ὡς μόνων τῶν περὶ τὰς ἐξόδους
 τοῦ ἱεροῦ βίᾳ συνωθουμένων τρεῖς μυριάδας Ἰουδαίων
ἀποθανεῖν πρὸς ἀλλήλων καταπατηθέντων,
γενέσθαι τε τὴν ἑορτὴν πένθος μὲν ὅλῳ τῷ ἔθνει,
θρῆνον δὲ καθ’ ἑκάστην οἰκίαν. καὶ ταῦτα μὲν κατὰ
λέξιν ὁ Ἰώσηπος.

Κλαύδιος δὲ Ἀγρίππαν, Ἀγρίππου
 παῖδα, Ἰουδαίων καθίστησι βασιλέα, Φήλικα τῆς
χώρας ἁπάσης Σαμ·αρείας τε καὶ Γαλιλαίας καὶ προσέτι
τῆς ἐπικαλουμένης Περαίας ἐπίτροπον ἐκπέμψας.
διοικήσας δὲ αὐτὸς τὴν ἡγεμονίαν ἔτεσιτρισὶ καὶ δέκα
πρὸς μησὶν ὀκτὼ Νέρωνα τῆς ἀρχῆς διάδοχον καταλιπὼν
 τελευτᾶ.

[INic. H. E. ΙΙ, 26] Κατὰ δὲ Νέρωνα Φήλικος
τῆς Ἰουδαίας ἐπιτροπεύοντος αὐτοῖς ῥήμασιν αὐθις
ὁ Ἰώσηπος τὴν εἰς ἀλλήλους τῶν ἱερέων στάσιν
ὧδέ πως ἐν εἰκοστῷ τῆς ἀρχαιολογίας γράφει

“ ἐξά-
 “πτεται δὲ καὶ τοῖς ἀρχιερεῦσι στάσις πρὸς τοὺς ἱερεῖς
‘καὶ τοὺς πρώτους τοῦ πλήθους τῶν Ἱεροσολύμων,
‘ ἕκαστός τε αὐτῶν, στῖφος ἀνθρώπων τῶν θρασυ-
‘τάτων καὶ νεωτεριστῶν ἑαυτῷ ποιήσας , ἡγεμὼν ἦν.
‘καὶ συρράσσοντες ἐκακολόγουν τε ἀλλήλους καὶ λί-
 “θοις ἔβαλλον. ὁ δ’ ἐπιπλήξων ἦν οὐδὲ εἷς, ἀλλ’ ὡς
 

 
“ ἐν ἀπροστατεύτῳ πόλει ταῦτ’ ἐπράσσετο μετ’ ἐξου-
“σίας.

τοσαύτη δὲ τοὺς ἀρχιερεῖς κατέλαβεν ἀναί-
“ δεια καὶ τόλμα ὥστε ἐκπέμπειν δούλους ἐτόλμων
“ ἐπὶ τὰς ἅλωνας, τοὺς ληψομένους τὰς τοῖς ἱερεῦσιν
“ὀφειλομένας δεκάτας. καὶ συνέβαινε τοὺς ἀπορου- 
“ μένους τῶν ἱερέων ὑπ’ ἐνδείας ἀπολλυμένους θεω-
“ οὕτως ἐκράτει τοῦ δικαίου παντὸς ἡ τῶν στα-
“ σιαζόντων βία. ”

πάλιν δὲ ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς
κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἐν Ἱεροσολύμοις ὑποφυῆναι
λῃστῶν τι εἶδος ἱστορεῖ, οἳ ‘μεθ’ ἡμέραν ὥς φησι 
“ καὶ ἐν μέσῃ τῇ πόλει ἐφόνευον τοὺς συναντῶντας.

μάλιστα γὰρ ἐν ταῖς ἑορταῖς μιγνυμένους τῷ πλή-
θει, καὶ ταῖς ἐσθῆσιν ὑποκρύπτοντας μικρὰ ξιφίδια,
τούτοις νύττειν τοὺς διαφόρους· ἔπειτα πεσόντων,
μέρος γίνεσθαι τῶν ἐπαγανακτούντων αὐτοὺς τοὺς 
πεφονευκότας· διὸ καὶ παντάπασιν ὑπ’ ἀξιοπιστίας
ἀνευρέτους γενέσθαι.

πρῶτον μὲν οὑν ὑπ’ αὐτῶν
Ἰωνάθην τὸν ἀρχιερέα κατασφαγῆναι, μετὰ δ’ αὐτὸν
καθ’ ἡμέραν ἀναιρεῖσθαι πολλοὺς , καὶ τῶν συμφορῶν
τὸν φόβον εἷναι χαλεπώτερον, ἑκάστου καθάπερ 
ἐν πολέμῳ καθ’ ὥραν τὸν θάνατον προσδεχομένου.”

[Nic. H. E. II, 26] Ἑξῆς δὲ τούτοις ἐπιφέρει
μεθ’ ἕτερα λέγων μείζονι δὲ τούτων πληγῇ Ἰουδαίους
ἐκάκωσεν ὁ Αἰγύπτιος ψευδοπροφήτης. παραγενόμενος
γὰρ εἰς τὴν χώραν ἄνθρωπος γόης , καὶ 
“ προφήτου πίστιν ἐπιθεὶς ἑαυτῷ, περὶ τρισμυρίους
μὲν ἀθροίζει τῶν ἠπατημένων , περιαγαγὼν δ’ αὐτοὺς
ἐκ τῆς ἐρημίας εἰς τὸ ἐλαιῶν καλούμενον ὅρος
ἐκεῖθεν οἶός τε ἦν εἰς Ἱεροσόλυμα παρελθεῖν βιάζεσθαι,
καὶ κρατήσας τῆς τε Ῥωμαϊκῆς φρουρᾶς καὶ 
τοῦ δήμου τυραννεῖν , χρώμενος τοῖς συνεισπεσοῦσι
 

 
“δορυφόροις.

φθάνει δ’ αὐτοῦ τὴν ὁρμὴν Φῆλιξ,
“ὑπαντήσας μετὰ τῶν Ῥωμαϊκῶν ὁπλιτῶν. καὶ πᾶς
“ ὁ δῆμος συνεφήψατο τῆς ἀμύνῃς, ὥστε συμβολῆς
“γενομένης τὸν μὲν Αἰγύπτιον φυγεῖν μετ’ ὀλίγων,
 “ διαφθαρῆναι δὲ καὶ ζωγρηθῆναι πλείστους τῶν σὺν

ταῦτα ἐν τῇ δευτέρᾳ τῶν ἱστοριῶν ὁ Ἰώσηπος·
ἐπιστῆσαι δὲ ἄξιον τοῖς ἐνταῦθα κατὰ τὸν
Αἰγύπτιον δεδηλωμένοις καὶ τοῖς ἐν ταῖς Πράξεσι
τῶν ἀποστόλων. ἔνθα τὰ κατὰ Φήλικα πρὸς τοῦ ἐν
 Ἱεροσολύμοις χιλιάρχου εἴρηται τῷ Παύλῳ , ὁπηνίκα
κατεστασίαζεν αὐτοῦ τὸ τῶν Ἰουδαίων πλῆθος· οὐκ
ἄρα σὺ εἶ ὁ Αἰγύπτιος ὁ πρὸ τούτων τῶν ἡμερῶν
ἀναστατώσας καὶ ἐξαγαγὼν ἐν τῇ ἐρήμῳ τοὺς τετρα-
κισχιλίους ἄνδρας τῶν σικαρίων;’’ ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ
 Φήλικα τοιαῦτα.

[Nic. Η. E. II, 28 –33] Τούτου δὲ Φῆστος
ὑπὸ Νέρωνος διάδοχος πέμπεται, καθ’ ὃν δικαιολογησάμενος
ὁ Παῦλος δέσμιος ἐπὶ Ῥώμης ἄγεται.
Ἀρίσταρχος δ’ αὐτῷ συνῆν, ὃν καὶ εἰκότως συναιχμάλωτόν
 που τῶν ἐπιστολῶν ἀποκαλεῖ. καὶ Λουκᾶς
δὲ, ὁ τᾶς πράξεις τῶν ἀποστόλων γραφῇ παραδοὺς, ἐν
τούτοις κατέλυσε τὴν ἱστορίαν , διετίαν ὅλην ἐπὶ τῆς
Ῥώμης τὸν Παῦλον ἄνετον διαστρῖψαι, καὶ τὸν τοῦ
θεοῦ λόγον ἀκωλύτως κηρῦξαι ἐπισημηνάμενος.

τότε μὲν οὖν ἀπολογησάμενον αὖθις ἐπὶ τὴν τοῦ κηρύγματος
διακονίαν λόγος ἔχει στείλασθαι τὸν ἀπό
στόλον 5 δεύτερον δ’ ἐπιβάντα τῇ αὐτῇ πόλει τῷ κατ’
αὐτὸν τελειωθῆναι μαρτυρίῳ. έν ᾡ δεσμοῖς ἐχόμενος
τὴν πρὸς Τιμόθεον δευτέραν ἐπιστολὴν συντάττει
 ὁμοῦ σημαίνων τήν τε προτέραν αὐτῷ γενομένη
 

 
ἀπολογίαν καὶ τὴν παρὰ πόδας τελείωσιν.

δέχου
δὴ καὶ τούτων τἀς αὐτοῦ μαρτυρίας· “ ἐν τῇ πρώτῃ
μου, φησὶν, ἀπολογίᾳ οὐδείς μοι συμπαρεγένετο,
ἀλλὰ πάντες με ἐγκατέλιπον , μὴ αὐτοῖς λογισθείη),
ὁ δὲ κύριός μοι παρέστη καὶ ἐνεδυνάμωσέ με, ἵνα δι’ 
ἐμοῦ τὸ κήρυγμα πληροφορηθῇ καὶ ἀκούσωσι πάντα
τὰ ἔθνη, καὶ ἐρρύσθην ἐκ στόματος λἐοντος.’’

σαφῶς
δὴ παρίστησι διὰ τούτων ὅτι δὴ τὸ πρότερον,
ὅπως ἂν τὸ κήρυγμα τὸ δι’ αὐτοῦ πληρωθείη, ἐρρύσθη
ἐκ στόματος λέοντος, (τὸν Νέρωνα ταύτῃ, ὡς 
ἔοικε, διὰ τὸ ὠμόθυμον προσειπών). οὐκ οὖν ἐξῆς
προστέθεικε παραπλήσιόν τι τῷ “ ῥύσεταί με ἐκ στόματος
λἐοντος.’’ ἑώρα γὰρ τῷ πνεύματι τὴν ὅσον οὔπω
μέλλουσαν αὐτοῦ τελευτήν.

διό φησιν ἐπιλέγων τῷ
‘καὶ ἐρρύσθην ἐκ στόματος λέοντος’’ τὸ “ῥύσεταί με 
ὁ κύριος ἀπὸ παντὸς ἔργου πονηροῦ , καὶ σώσει εἰς
τὴν βασιλείαν αὐτοῦ τὴν ἐπουράνιον,’ σημαίνων τὸ
παραυτίκα μαρτύριον, ὃ καὶ σαφέστερον ἐν τῇ αὐτῇ
προλέγει γραφῇ φάσκων “ ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι,
καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκεν. “

νῦν 
μὲν οὖν ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐπιστολῆς τῶν πρὸς Τιμό-
θεον τὸν Λοῦκαν μόνον γράφοντι αὐτῷ συνεῖναι δηλοῖ,
κατὰ δὲ τὴν προτέραν ἀπολογίαν οὐδὲ τοῦτον
ὅθεν εἰκότως τὰς τῶν ἀποστόλων πράξεις ἐπ’ ἐκεῖνον
ὁ Λουκᾶς περιέγραψε τὸν χρόνον, τὴν μέχρις ὅτε τῷ 
Παύλῳ συνῆν ἱστορίαν ὑφηγησάμενος.

ταῦτα δὲ
ἡμῖν εἴρηται παρισταμένοις ὅτι μὴ καθ’ ἣν ὁ Λουκᾶς
ἀνέγραψεν ἐπὶ τῆς Ῥώμης ἐπιδημίαν τοῦ Παύλου
τὸ μαρτύριον αὐτῷ συνεπεράνθη.

εἰκός γέ τοι
κατὰ μὲν ἀρχὰς ἠπιώτερον τοῦ Νέρωνος διακειμένου 
 

 
ῥᾷον τὴν ὑπὲρ τοῦ δόγματος τοῦ Παύλου καταδεχθῆναι
ἀπολογίαν, προελθόντος δὲ εἰς ἀθεμίτους τόλμας
μετὰ τῶν ἄλλων καὶ τὰ κατὰ τῶν ἀποστόλων
ἐπιχειρῆσαι.

[Nic. H. E. II, 38] Ἰουδαῖοί γε μὴν τοῦ
Παύλου Καίσαρα ἐπικαλεσαμένου, ἐπί τε τὴν ῾Ρωμαίων
πόλιν ὑπὸ Φήστου παραπεμφθέντος, τῆς ἐλπίοος
καθ᾿ ἣν ἐξήρτυον αὐτῷ τὴν ἐπιβουλὴν ἀποπεσόντες,
ἐπὶ Ἰάκωβον τὸν τοῦ κυρίου τρέπονται ἀδελφὸν,
 ὧ πρὸς τῶν ἀποστόλων ὁ τῆς ἐπισκοπῆς τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις
ἐγκεχείριστο θρόνος. τοιαῦτα δὲ αὐτοῖς καὶ
τὰ κατὰ τούτου τολμᾶται.

εἰς μέσον αὐτὸν ἀγαγόντες
ἄρνησιν τῆς εἰς τὸν Χριστὸν πίστεως ἐπὶ
παντὸς ἐζήτουν τοῦ λαοῦ. τοῦ δὲ παρὰ τὴν ἁπάντων
 γνώμην ἐλευθέρᾳ φωνῇ καὶ μᾶλλον ἢ προσεδόκησαν
ἐπὶ τῆς πληθύος ἀπάσης παρρησιασαμένου, καὶ ὁμολογήσαντος
υἱὸν εἶναι τοῦ θεοῦ τὸν σωτῆρα καὶ κύριον
ἡμῶν Ἰησοῦν, μηκέθ᾿ οἷοί τε τὴν τοῦ ἀνδρὸς
μαρτυρίαν φέρειν, τῷ καὶ δικαιότατον αὐτὸν παρὰ
 τοῖς πᾶσι δι᾿ ἀκρότητα ἧς μετῄει κατὰ τὸν βίον φιλοσοφίας
τε καὶ θεοσεβείας πιστεύεσθαι, κτείνουσι,
καιρὸν εἰς ἐξουσίαυ λαβόντες τὴν ἀναρχίαν, ὅτι δὴ
τοῦ Φήστου κατ᾿ αὐτὸ τοῦ καιροῦ ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας
τελευτήσαντος ἄναρχα καὶ ἀνεπιτρόπευτα τὰ τῆς αὐτόθι
 διοικήσεως καθειστήκει.

τὸν δὲ τῆς τοῦ Ἰακώβου
τελευτῆς τρόπον ἤδη μὲν πρότερον αἱ παρατεθεῖσαι
τοῦ Κλήμεντος φωναὶ δεδηλώκασιν, ἀπὸ
τοῦ πτερυγίου βεβλῆσθαι ξύλῳ τε τὴν πρὸς θάνατον
πεπλῆχθαι αὐτὸν ἱστορηκότος.

ἀκριβέστατά γε
 μὴν τὰ κατ᾿ αὐτὸν ὁ Ἡγήσιππος, ἐπὶ τῆς πρώτης τῶν
 

 
ἀποστόλων γενόμενος διαδοχῆς, ἐν τῷ πέμπτῳ αὐτοῦ
ὑπομνήματι τοῦτον λέγων ἱστορεῖ τὸν τρόπον “ δια-
“ δὲ τὴν ἐκκλησίαν μετὰ τῶν ἀποστόλων ὁ
“ἀδελφὸς τοῦ κυρίου Ἰάκωβος , ὁ ὀνομασθεὶς ὑπὸ
“πάντων δίκαιος ἀπὸ τῶν τοῦ κυρίου χρόνων μέχρι 
“ καὶ ἡμῶν· ἐπεὶ πολλοὶ Ἰάκωβοι ἐκαλοῦντο.

οὗτος
“ δὲ ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ἅγιος ἦν. οἶνον καὶ σί-
“ κερα οὐκ ἔπιεν, οὐδὲ ἔμψυχον ἔφαγε. ξυρὸν ἐπὶ
“ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ οὐκ ἀνέβη, ἔλαιον οὐκ ἠλείψατο,
“ καὶ βαλανείῳ οὐκ ἐχρήσατο.

τούτῳ μόνῳ ἐξῆν 
“ εἰς τὰ ἅγια εἰσιέναι. οὐδὲ γὰρ ἐρεοῦν ἐφόρει, ἀλλὰ
“σινδόνας. καὶ μόνος εἰσήρχετο εἰς τὸν ναὸν, ηὑρί-
“ κετό τε κείμενος ἐπὶ τοῖς γόνασι, καὶ αἰτούμενος
“ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἄφεσιν, ὡς ἀπεσκληκέναι τὰ γόνατα
“ αὐτοῦ δίκην καμήλου, διὰ τὸ ἀεὶ κάμπτειν προσκυ- 
“ νοῦντα τῷ θεῷ τὰ γόνατα καὶ αἰτεῖσθαι ἄφεσιν τῷ
“ λαῷ.

διά γέ τοι τὴν ὑπερβολὴν τῆς δικαιοσύνης
“ αὐτοῦ ἐκαλεῖτο δίκαιος καὶ ὠβλίας, ὅ ἐστιν Ἑλλη
“νιστὶ περιοχὴ τοῦ λαοῦ καὶ δικαιοσύνη, ὡς οἱ προ-
“ φῆται δηλοῦσι περὶ αὐτοῦ.

τινὲς οὖν τῶν ἑπτὰ 
“αἱρέσεων τῶν ἐν τῷ λαῷ, τῶν προγεγραμμένων μοι
“ ἐν τοῖς ὑπομνήμασιν, ἐπυνθάνοντο αὐτοῦ τίς ἡ θύρα
“ τοῦ Ἰησοῦ. καὶ ἔλεγε τοῦτον εἶναι τὸν σωτῆρα.

ἐξ
“ ὧν τινες ἐπίστευσαν ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός. αἱ
“ αἱρέσεις αἱ προειρημέναι οὐκ ἐπίστευον οὔτε ἀνά- 
“ οὔτε ἐρχόμενον ἀποδοῦν·αι ἑκάστῳ κατὰ τὰ
“ ἔργα αὐτοῦ. ὅσοι δὲ καὶ ἐπίστευσαν, διὰ Ἰάκωβον.
“

πολλῶν οὖν καὶ τῶν ἀρχόντων πιστευόντων ἦν
“ θόρυβος τῶν Ἰουδαίων καὶ γραμματέων καὶ Φαρι-
“ σαίων λεγόντων ὅτι κινδυνεύει πᾶς ὁ λαὸς Ἰησοῦν 
“τὸν Χριστὸν προσδοκᾶν. ἔλεγον οὖν συνελθόντες
“τῷ Ἰακώβῳ· παρακαλοῦμέν σε, ἐπίσχες τὸν

 
“ἐπεὶ ἐπλανήθη εἰς Ἰησοῦν, ὡς αὐτοῦ ὄντος τοῦ Χρι-
“στοῦ. παρακαλοῦμέν σε πεῖσαι πάντας τοὺς ἐλθόν
“τας εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ πάσχα περὶ Ἰησοῦ. σοὶ γὰρ
“πάντες πειθόμεθα. ἡμεῖς γὰρ μαρτυροῦμέν σοι καὶ
 “πᾶς ὁ λαὸς ὅτι δίκαιος εἶ καὶ ὅτι πρόσωπον οὐ λαμ-
“βάνεις.

πεῖσον οὖν σὺ τὸν ὄχλον περὶ Ἰησοῦ μὴ
“πλανᾶσθαι. καὶ γὰρ πᾶς ὁ λαὸς καὶ πάντες πειθό
“μεθά σοι. στῆθι οὖν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ,
“ἵνα ἄνωθεν ᾖς ἐπιφανὴς καὶ ᾖ εὐάκουστά σου τὰ
 “ῥήματα παντὶ τῷ λαῷ. διὰ γὰρ τὸ πάσχα συνελη-
“λύθασι πᾶσαι αἱ φυλαὶ μετὰ καὶ τῶν ἐθνῶν.

“ἔστησαν οὖν οἱ προειρημένοι γραμματεῖς καὶ Φαρι-
“σαῖοι τὸν Ἰάκωβον ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ναοῦ, καὶ
“ἔκραξαν αὐτῷ καὶ εἶπαν, δίκαιε, ᾧ πάντες πείθε-
 “σθαι ὀφείλομεν, ἐπεὶ ὁ λαὸς πλανᾶται ὀπίσω Ἰησοῦ
“τοῦ σταυρωθέντος, ἀπάγγειλον ἡμῖν τίς ἡ θύρα τοῦ
“Ἰησοῦ.

καὶ ἀπεκρίνατο φωνῇ μεγάλῃ, τί με ἐπε-
“ρωτᾶτε περὶ Ἰησοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου; καὶ αὐ-
“τὸς κάθηται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐκ δεξιῶν τῆς μεγάλης
 “δυνάμεως, καὶ μέλλει ἔρχεσθαι ἐπὶ τῶν νεφελῶν
“τοῦ οὐρανοῦ.

καὶ πολλῶν πληροφορηθέντων,
“καὶ δοξαζόντων ἐπὶ τῇ μαρτυρίᾳ τοῦ Ἰακώβου, καὶ
“λεγόντων ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαβὶδ, τότε πάλιν οἱ αὐ-
“τοὶ γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι πρὸς ἀλλήλους ἔλεγον,
 “κακῶς ἐποιήσαμεν τοιαύτην μαρτυρίαν παρασχόντες
“τῷ Ἰησοῦ· ἀλλὰ ἀναβάντες καταβάλωμεν αὐτὸν, ἵνα
“φοβηθέντες μὴ πιστεύσωσιν αὐτῷ.

καὶ ἔκραξαν
“λέγοντες, ὢ ὢ, καὶ ὁ δίκαιος ἐπλανήθη. καὶ ἐπλή-
“ρωσαν τὴν γραφὴν τὴν ἐν τῷ Ἡσαΐᾳ γεγραμμένην·
 “ἄρωμεν τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι· τοί-
“νυν τὰ γεννήματα τῶν ἔργων αὐτῶν φάγονται.

“ ἀναβάντες οὖν κατέβαλον τὸν δίκαιον , καὶ ἔλεγον
“ἀλλήλοις, λιθάσωμεν Ἰάκωβον τὸν δίκαιον. καὶ ἤρ-
“ξαντο λιθάζειν αὐτὸν, ἐπεὶ καταβληθεὶς οὐκ ἀπέ-
“ θανεν, θάνεν, ἀλλὰ στραφεὶς ἔθηκε τὰ γόνατα λέγων,
“ καλῶ, κύριε θεὲ πάτερ , ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι 
“ τί ποιοῦσιν.

οὕτω δὲ καταλιθοβολούντων αὐτὸν
“ εἷς τῶν ἱερέων τῶν υἱόν Ῥηχὰβ υἱοῦ Ῥαχαβεὶμ τῶν
“ μαρτυρουμένων ὑπὸ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου ἔκραζε
“ λέγων , παύσασθε· τέ ποιεῖτε; εὔχεται ὑπὲρ ὑμῶν
“ ὁ δίκαιος.

καὶ λαβών τις ἀπ’ αὐτῶν εἷς τῶν 
“γναφέων τὸ ξύλον, ἐν ᾧ ἀπεπίεζε τὰ ἱμάτια, ἤνεγκε
“κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ δικαίου. καὶ οὕτως ἐμαρτύ-
“ρησεν. καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐπὶ τῷ τόπῳ παρὰ τῷ
“ ναῷ, καὶ ἔτι αὐτοῦ ἡ στήλη μένει παρὰ τῷ ναῷ.
‘ μάρτυς οὗτος ἀληθὴς Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι γεγέ- 
“ νηται ὅτι Ἰησοῦς ὁ Χριστός ἐστιν. καὶ εὐθὺς Οὐε-
“ σπασιανὸς πολιορκεῖ αὐτούς. ”

ταῦτα διὰ πλάτους
συνῳδὰ τῷ Κλήμεντι καὶ ὁ Ἡγήσιππος. οὕτω δὲ ἄρα
θαυμάσιός τις ἦν καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν ἐπὶ
δικαιοσύνῃ βεβόητο ὁ Ἰάκωβος ὡς καὶ τοὺς Ἰουδαίων 
ἔμφρονας δοξάζειν ταύτην εἶναι τὴν αἰτίαν τῆς παρα-
χρῆμα μετὰ τὸ μαρτύριον αὐτοῦ πολιορκίας τῆς Ἱερουσαλὴμ,
ἣν δι’ οὐδὲν ἕτερον αὐτοῖς συμβῆναι ἢ διὰ
τὸ κατ’ αὐτοῦ τολμηθὲν ἄγος.

ἀμέλει γέ τοι καὶ ὁ
Ἰώσηπος οὐκ ἀπώκνησε καὶ τοῦτ’ ἐγγράφως ἐπιμαρτύρασθαι 
δι’ ὧν φησι λέξεων “ ταῦτα δὲ συμβέβηκεν
“Ἰουδαίοις κατ’ ἐκδίκησιν Ἰακώβου τοῦ δικαίου , ὃς
‘ ἦν ἀδελφὸς Ἰησοῦ τοῦ λεγομένου Χριστοῦ, ἐπειδήπερ
δικαιότατον αὐτὸν ὄντα οἱ Ἰουδαῖοι ἀπέκτειναν.”

ὁ δ’ αὐτὸς καὶ τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐν 
εἰκοστῷ τῆς ἀρχαιολογίας δηλοῖ διὰ τούτων· πέμπει
 

 
“ δὲ Καῖσαρ Ἀλβῖνον εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἔπαρχον , Φή-
“ στου τὴν τελευτὴν πυθόμενος. ὁ δὲ παρειληφέναι,
“ νος, ὃν τὴν ἀρχιερωσύνην εἴπαμεν παρειληφέναι,
“θρασὺς ἦν τὸν τρόπον καὶ τολμητὴς διαφερόντως,
 “ αἵρεσιν δὲ μετῄει τὴν Σαδδουκαίων , οἵπερ εἰσὶ περὶ
“ τὰς κρίσεις ὠμοὶ παρὰ πάντας τοὺς Ἰουδαίους , κα-
“ θὼς ἤδη δεδηλώκαμεν.

ἅτε δὴ οὖν τοιοῦτος ὢν
“ ὁ Ἄνανος, νομίσας ἔχειν καιρὸν ἐπιτήδειον , διὰ τὸ
“τεθνάναι μὲν Φῆστον, Ἀλβῖνον δὲ ἔτι κατὰ τὴν ὁδὸν
 “ ὑπάρχειν, καθίζει συνέδριον κριτῶν, καὶ παραγαγὼν
“ εἰς αὐτὸ τὸν ἀδελφὸν Ἰησοῦ τοῦ Χριστοῦ λεγομένου,
“ Ἰάκωβος ὄνομα αὐτῷ, καί τινας ἑτέρους , ὡς παρανο-
“ μησάντων κατηγορίαν ποιησάμενος παρέδωκε λευ-
“ σθησομένους.

ὅσοι δὲ ἐδόκουν ἐπιεικέστατοι τῶν
 “κατὰ τὴν πόλιν εἶναι καὶ τὰ περὶ τοὺς νόμους ἀκρι-
“ βεῖς, βαρέως ἤνεγκαν ἐπὶ τούτῳ, καὶ πέμπουσι πρὸς
“ τὸν βασιλέα κρύφα, παρακαλοῦντες αὐτὸν ἐπιστ εἶλαι
“ τῷ Ἀνάνῳ μηκέτι τοιαῦτα πράσσειν· μηδὲ γὰρ τὸ
“ πρῶτον ὀρθῶς αὐτὸν πεποιηκέναι.

τινὲς δὲ αὐτόν καὶ
 “τὸν Ἀλβῖνον ὑπαντιάζουσιν ἀπὸ τῆς Ἀλεξανδρείας
“ ὁδοιποροῦντα, καὶ διδάσκουσιν ὡς οὐκ ἐξὸν ἢν Ἀνάνῳ
“χωρὶς τῆς αὐτοῦ γνώμης καθίσαι συνέδριον.
“ Ἀλβῖνος δὲ πεισθεὶς τοῖς λεγομένοις γράφει με
“ ὀργῆς τῷ Ἀνάνῳ, λήψεσθαι παρ’ αὐτοῦ δίκας ἄπει
 “λῶν. λῶν. καὶ ὁ βασιλεὺς δὲ Ἀγρίππας διὰ τοῦτο τ’
“ ἀρχιερωσύνην ἀφελόμενος αὐτοῦ ἄρξαντος μῆνα
‘τρεῖς , Ἰησοῦν τὸν τοῦ Δαμμαίου κατἐστησεν.’’ τὸ
αὐτὰ καὶ τὰ κατὰ Ἰάκωβον, οὗ ἡ πρώτη τῶν ὀνομαζομένων
καθολικῶν ἐπιστολῶν εἶναι λέγεται.

ἰστέον
 δὲ ὡς νοθεύεται μὲν , οὐ πολλοὶ γοῦν τῶν παλαιῶν
αὐτῆς ἐμνημόνουσαν , ὡς οὐδὲ τῆς λεγομένης Ἰούδα
μιᾶς καὶ αὐτῆς οὔσης τῶν ἑπτὰ λεγομένων καθολικῷ

 
ὅμως δ’ ἴσμεν καὶ ταύτας μετὰ τῶν λοιπῶν ἐν πλείσταις
δεδημοσιευμένας ἐκκλησίαις.

[Nic. H. E. II, 15] Νέρωνος δὲ ὄγδοον
ἄγοντος τῆς βασιλείας ἔτος πρῶτος μετὰ Μάρκον τὸν
εὐαγγελιστὴν τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ παροικίας Ἀννιανὸς 
τὴν λειτουργίαν διαδέχεται.

[Nic. H. E. ΙΙ, 34 — 37] Κραταιουμένης δὲ
ἤδη τῷ Νέρωνι τῆς ἀρχῆς , εἰς ἀνοσίους ἐξοκείλας
ἐπιτηδεύσεις κατ’ αὐτῆς ὡπλίζετο τῆς εἰς τὸν τῶν
ὅλων θεὸν εὐσεβείας. γράφειν μὲν οὑν οἶός τις οὑτος 
γεγένηται τὴν μοχθηρίαν οὐ τῆς παρούσης γένοιτ΄
ἂν σχολῆς.

πολλῶν γε μὴν τὰ κατ’ αὐτὸν
ἀκριβεστάταις παραδεδωκότων διηγήσεσι, πάρεστιν
ὅτῳ φίλον ἐξ αὐτῶν τὴν σκαιότητα τῆς τἀνδρὸς ἐκτόπου
καταθεωρῆσαι μανίας , καθ’ ἣν, οὐ μετὰ λογισμοῦ, 
μυρίων ὅσων ἀπωλείας διεξελθὼν ἐπὶ τοσαύτην
ἤλασε μιαιφονίαν ὡς μηδὲ τῶν οἰκειοτάτων τε
καὶ φιλτάτων ἐπισχεῖν, μητέρα δὲ ὁμοίως καὶ ἀδελφοὺς
καὶ γυναῖκα σὺν καὶ ἄλλοις μυρίοις τῷ γένει
προσήκουσι τρόπον ἐχθρῶν καὶ πολεμίων ποικίλαις 
θανάτων ἰδέαις διαχρήσασθαι.

ἐνέδει δὲ ἄρα τοῖς
πᾶσι καὶ τοῦτ’ ἐπιγραφῆναι αὐτῷ , ὡς ἂν πρῶτος
αὐτοκρατόρων τῆς εἰς τὸ θεῖον εὐσεβείας πολέμιος
ἀναδειχθείη.

τούτου δὲ πάλιν ὁ Ῥωμαῖος Τερτυλλιανὸς
ὧδέ πως λέγων μνημονεύει “ ἐντύχετε τοῖς 
“ὑπομνήμασιν ὑμῶν. ἐκεῖ εὑρήσετε πρῶτον Νέρωνα
τοῦτο τὸ δόγμα, ἡνίκα μάλιστα ἐν Ῥώμῃ τὴν ἀνατολὴν
“πάσαν ὑποτάξας ὠμὸς ἦν εἰς πάντας , διώξαντα.
“τοιούτῳ τῆς κολάσεως ἡμῶν ἀρχηγῷ καυχώμεθα.
ὁ γὰρ εἰδὼς ἐκεῖνον νοῆσαι δύναται, ὡς οὐκ 
“ἂν, εἰ μὴ μέγα τι ἀγαθὸν ἦν , ὑπὸ Νέρωνος κατακριθῆναι.“

ταύτῃ γοῦν οὗτος θεομάχος ἐν τοῖς

 
μάλιστα πρῶτος ἀνακηρυχθεὶς ἐπὶ τὰς κατὰ τῶν ἀποστόλων
ἐπήρθη σφαγάς. Παῦλος δὴ οὑν ἐπ’ αὐτῆς
Ῥώμης τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθῆναι, καὶ Πέτρος ὡσαύτως
ἀνασκολιπισθῆναι κατ’ αὐτὸν ἱστοροῦνται. καὶ
 πιστοῦταί γε τὴν ἱστορίαν ἡ Πέτρου καὶ Παύλου εἰς
δεῦρο κρατήσασα ἐπὶ τῶν αὐτόθι κοιμητηρίων πρόσρησις.

οὐδὲν δ’ ἧττον καὶ ἐκκλησιαστικὸς ἀνὴρ,
Γάϊος ὀνόματι, κατὰ Ζεφυρῖνον Ῥωμαίων γεγονὼς
ἐπίσκοπον· ὃς δὴ Πρόκλῳ τῆς κατὰ Φρύγας προϊσταμένῳ
 γνώμης ἐγγράφως διαλεχθεὶς αὐτὰ δὴ ταῦτα
περὶ τῶν τόπων, ἔνθα τῶν εἰρημένων ἀποστόλων τὰ
ἱερὰ σκηνώματα κατατέθειται , φησίν “ἐγὼ δὲ τὰ
“τρόπαια τῶν ἀποστόλων ἔχω δεῖξαι.

ἐὰν γὰρ θελή-
“ σῃς ἀπελθεῖν ἐπὶ τὸν Βατικανὸν , ἢ ἐπὶ τὴν ὁδὸν
 “τὴν Ὠστίαν, εὑρήσεις τὰ τρόπαια τῶν ταύτην ἱδρυ-
“ σαμἐνων τὴν ἐκκλησίαν. ”

ὡς δὲ κατὰ τὸν αὐτὸν
ἄμφω καιρὸν ἐμαρτύρησαν , Κορινθίων ἐπίσκοπος
Διονύσιος ἐγγράφως Ῥωμαίοις ὁμιλῶν ὧδέ πως παρίστησιν
“ ταῦτα καὶ ὑμεῖς διὰ τῆς τοσαύτης νουθεσίας
 “τὴν ἀπὸ Πέτρου καὶ Παύλου φυτείαν γενηθεῖσαν
“ Ῥωμαίων τε καὶ Κορινθίων συνεκεράσατε. καὶ γὰρ
“ἄμφω καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν Κόρινθον φυτεύσαντες
ἡμᾶς ὁμοίως ἐδίδαξαν· ὁμοίως δὲ καὶ εἰς τὴν Ἰτο
“ λίαν ὁμόσε διδάξαντες ἐμαρτύρησαν κατὰ τὸν αὐτ’
 “ καιρόν.’ καὶ ταῦτα δὲ, ὡς ἂν ἔτι μᾶλλον πιστωθε
τὰ τῆς ἱστορίας.

[Nic. H. E. III, 3,] Αὖθις δ’ ὁ Ἰώση(??)
πλεῖστα ὅσα περὶ τῆς τὸ πᾶν Ἰουδαίων ἔθνος κατ’
λαβούσης διελθὼν συμφορᾶς δηλοῖ κατὰ λέξιν , ἑ
 πλείστοις ἄλλοις μυρίους ὅσους τῶν παρὰ Ἰουδαῖοι
 

 
τετιμημένων μάστιξιν αἰκισθέντας έν αὐτῇ τῇ Ἱερουσαλὴμ
ἀνασταυρωθῆναι ὑπὸ Φλώρου. τοῦτον δὲ
εἷναι τῆς Ἰουδαίας ἐπίτροπον , ὁπηνίκα τὴν ἀρχὴν
ἀναρριπισθῆναι τοῦ πολέμου, ἔτους δωδεκάτου τῆς
Νέρωνος ἡγεμονίας, συνέβη.

εἶτα δὲ καὶ καθ’ 
ὅλην τὴν Συρίαν ἐπὶ τῇ τῶν Ἰουδαίων ἀποστάσει
δεινήν φησι κατειληφέναι ταραχὴν , πανταχόσε τῶν
ἀπὸ τοῦ ἔθνους πρὸς τῶν κατὰ πόλιν ἐνοίκων ὡσὰν
πολεμίων ἀνηλεῶς πορθουμένων , ὥστε ὁρᾶν τὰς πόλεις
μεστὰς ἀτάφων σωμάτων, καὶ νεκροὺς ἅμα νηπίοις 
γέροντας ἐρριμμένους , γύναιά τε μηδὲ τῆς ἐπ’
αἰδοῖ σκέπης μετειληφότα, καὶ πᾶσαν μὲν τὴν ἐπάρχιον
μεστὴν ἀδιηγήτων συμφορῶν , μείζονα δὲ τῶν
ἑκάστοτε τολμωμένων τὴν ἐπὶ τοῖς ἀπειλουμένοις ἀνά-
τασιν. ταῦτα κατὰ λέξιν ὁ Ἰώσηπος. καὶ τὰ μὲν κατὰ 
Ἰουδαίους ἐν τούτοις ἦν.

[Nic. H. E. II, 39 –44. III, 1] Τὰ μὲν δὴ κατὰ
Ἰουδαίους ἐν τούτοις ἦν. τῶν δὲ ἱερόν τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν ἀποστόλων τε καὶ μαθητῶν ἐφ’ ἅπασαν κατασπαρέντων
τὴν οἰκουμένην, Θωμᾶς μὲν, ὡς ἡ παράδοσις 
περιέχει , τὴν Παρθίαν εἴληχεν , Ἀνδρέας δὲ
τὴν Σκυθίαν, Ἰωάννης τὴν Ἀσίαν, πρὸς οὓς καὶ διατρίψας
ἐν Ἐφέσω τελευτᾷ.

Πέτρος δὲ ἐν Πόντῳ
καὶ Γαλατία καὶ Βιθυνία Καππαδοκία τε καὶ Ἀσία
κεκηρυχέναι τοῖς ἐν διασπορᾷ Ἰουδαίοις ἔοικεν· ὃς 
 

 
καὶ ἐπὶ τέλει ἐν Ῥώμῃ γενόμενος ἀνεσκολοπίσθη κατὰ
κεφαλῆς, οὕτως αὐτὸς ἀξιώσας παθεῖν.

τί δεῖ
περὶ Παύλου λέγειν , ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ
πεπληρωκότος τὸ εὐαγγέλιον τοὐ Χριστοῦ,
 καὶ ὕστερον ἐν τῇ Ῥώμῃ ἐπὶ Νέρωνος μεμαρτυρηκότος
; ταῦτα Ὠριγένει κατὰ λέξιν ἐν τρίτῳ τόμῳ τῶν
εἰς τὴν Γένεσιν ἐξηγητικῶν εἴρηται.

[Nic. H. E. III, 2] Τῆς δὲ Ῥωμαίων ἐκκλησίας
μετὰ τὴν Παύλου καὶ Πέτρου μαρτυρίαν πρῶτος κληροῦται
 τὴν ἐπισκοπὴν Λίνος. μνημονεύει τούτου
Τιμοθέῳ γράφων ἀπὸ Ῥώμης ὁ Παῦλος κατὰ τὴν
ἐπὶ τέλει τῆς ἐπιστολῆς πρόσρησιν.

[Nic. H. E. ΙΙ, 45-46] Πέτρου μὲν οὖν ἐπι-
στολὴ μία ἡ λεγομένη αὐτοῦ προτέρα ἀνωμολόγηται ·
 ταύτῃ δὲ καὶ οἶ πάλαι πρεσβύτεροι ὡς ἀναμφιλέκτῳ
ἐν τοῖς σφῶν αὐτῶν κατακέχρηνται συγγράμμασι. τὴν
δὲ φερομένην αὐτοῦ δευτέραν οὐκ ἐνδιάθηκον μὲν
εἶναι παρειλήφαμεν , ὅμως δὲ πολλοῖς χρήσιμος φανεῖσα
μετὰ τῶν ἄλλων ἐσπουδάσθη γραφῶν.

τό γε
 μὴν τῶν ἐπικεκλημένων αὐτοῦ πράξεων, καὶ τὸ κατ’
αὐτὸν ὠνομασμένον εὐαγγέλιον , τό τε λεγόμενον αὐτοῦ
κήρυγμα, καὶ τὴν καλουμένην ἀποκάλυψιν οὐδ’
ὅλως ἐν καθολικαῖς ἴσμεν παραδεδομένα, ὅτι μήτε
ἀρχαίων μήτε τῶν καθ’ ἡμᾶς τις ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεὺς
 ταῖς ἐξ αὐτῶν συνεχρήσατο μαρτυρίαις.

προι·ούσης δὲ τῆς ἱστορίας προύργου ποιήσομαι σὺν
ταῖς διαδοχαῖς ὑποσημήνασθαι τίνες τῶν κατὰ χρόνους
ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ὁποίαις κέχρηνται
τόν ἀντιλεγομένων , τίνα τε περὶ τῶν ἐνδιαθήκων
 καὶ ὁμολογουμένων γραφῶν, καὶ ὅσα περὶ τῶν μὴ
τοιούτων αὐτοῖς εἴρηται.

ἀλλὰ τὰ μὲν ὀνομαζόμενα
Πέτρου, ὧν μόνην μίαν γνησίαν ἔγνων ἐπιστολὴν καὶ

 
παρὰ τοῖς πάλαι πρεσβυτέροις ὡμολογημένην, τοσαῦτα.

τοῦ δὲ Παύλου πρόδηλοι καὶ σαφεῖς αἶ δεκατέσσαρες
ἐπιστολαί. ὅτι γε μήν τινες ἠθετήκασι τὴν πρὸς
Ἑβραίους , πρὸς τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας ὡς μὴ Παύλου
οὖσαν αὐτὴν ἀντιλέγεσθαι φήσαντες, οὐ δίκαιον 
ἀγνοεῖν. καὶ τὰ περὶ ταύτης δὲ τοῖς πρὸ ἡμῶν εἰρημένα
κατὰ καιρὸν παραθήσομαι. οὐδὲ μὴν τὰς λεγομένας
αὐτοῦ Πραξεῖς ἐν ἀναμφιλέκτοις παρείληφα.

ἐπεὶ δὲ ὁ αὐτὸς ἀπόστολος ἐν ταῖς ἐπὶ τέλει προσρήσεσι
τῆς πρὸς Ῥωμαίους μνήμην πεποίηται μετὰ τῶν 
ἄλλων καὶ Ἑρμᾶ, οὗ φασιν ὑπάρχειν τὸ τοῦ ποιμένος
βιβλίον , ἰστέον ὡς καὶ τοῦτο πρὸς μέν τινων ἀντι-
λέλεκται , δι’ οὓς οὐκ ἂν ἐν ὁμολογουμένοις τεθείη,
ὑφ’ ἑτέρων δὲ ἀναγκαιότατον οἶς μάλιστα δεῖ στοιχειώσεως
εἰσαγωγικῆς κέκριται. ὅθεν ἤδη καὶ ἐν ἐκκλησίαις 
ἴσμεν αὐτὸ δεδημοσιευμένον, καὶ τῶν παλαιτάτων
δὲ συγγραφέων κεχρημένους τινὰς αὐτῷ κατείληφα.

ταῦτα εἰς παράστασιν τῶν τε ἀναντιρρήτων
καὶ τῶν μὴ παρὰ πᾶσιν ὁμολογουμένων θείων
γραμμάτων εἰρήσθω.

[Nic. H. E. III, 1-2] Ὅτι μὲν οὖν τοῖς ἐξ
ἐθνῶν κηρύσσων ὁ Παῦλος τοὺς ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ καὶ
κύκλῳ μέχρι τοὐ Ἰλλυρικοῦ τῶν ἐκκλησιῶν καταβέβλητο
θεμελίους δῆλον ἐκ τῶν αὐτοῦ γένοιτ’ ἂν
φωνῶν καὶ ἀφ’ ὧν ὁ Λουκᾶς ἐν ταῖς Πράξεσιν ἰστόρησεν.

καὶ ἐκ τῶν Πέτρου δὲ λέξεων ἐν ὁπόσαις
καὶ οὗτος ἐπαρχίαις τοὺς ἐκ περιτομῆς τὸν Χριστὸν
εὐαγγελιζόμενος τὸν τῆς καινῆς διαθήκης παρεδίδου
λόγον σαφὲς ἂν εἴη ἀφ’ ἧς εἰρήκαμεν ὁμολογουμένης
αὐτοῦ ἐπιστολῆς, ἐν ἡ τοῖς ἐξ Ἑβραίων οὖσιν ἐν δια- 
 

 
σπορᾷ Πόντου καὶ Γαλατίας Καππαδοκίας τε καὶ
Ἀσίας καὶ Βιθυνίας γράφει.

ὅσοι δὲ τούτων καὶ
τίνες γνήσιοι ζηλωταὶ γεγονότες τὰς πρὸς αὐτῶν ἱδρυθείσας
ἱκανοὶ ποιμαίνειν ἐδοκιμάσθησαν ἐκκλησίας
 οὐ ῥᾴδιον εἰπεῖν, μὴ ὅτι γε ὅσους ἄν τις ἐκ τῶν
Παύλου φωνῶν ἀναλέξοιτο.

τούτου γὰρ οὑν μυρίοι
συνεργοὶ καὶ ὡς αὐτὸς ὠνόμασε συστρατιῶται γεγόνασιν,
ὧν οἶ πλείους ἀλήστου πρὸς αὐτοῦ μνήμης
ἠξίωνται, διηνεκῆ τὴν περὶ αὐτῶν μαρτυρίαν ταῖς
 ἰδίαις ἐπιστολαῖς ἐγκαταλέξαντος. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ
ὁ Λουκᾶς ἐν ταῖς Πράξεσι τοὺς γνωρίμους αὐτοῦ
καταλέγων ἐξ ὀνόματος αὐτῶν μνημονεύει.

Τιμόθεός
γε μὴν τῆς ἐν Ἐφέσω παροικίας ἱστορεῖται πρῶτος
τὴν ἐπισκοπὴν εἰληχέναι, ὡς καὶ Τίτος τῶν ἐπὶ
 Κρήτης ἐκκλησιῶν.

Λουκᾶς δὲ τὸ μὲν γένος ὢν
τῶν ἀπ’ Ἀντιοχείας, τὴν ἐπιστήμην δὲ ἰατρὸς, τὰ
πλεῖστα συγγεγονὼς τῷ Παύλῳ, καὶ τοῖς λοιποῖς δὲ
οὐ παρέργως τῶν ἀποστόλων ὡμιληκὼς, ἦς ἀπὸ τούτων
προσεκτήσατο ψυχῶν θεραπευτικῆς ἐν δυ’
 ἡμῖν ὑποδείγματα θεοπνεύστοις καταλέλοιπε βιβλίοι
τῷ τε εὐαγγελίῳ , ὃ καὶ χαράξαι μαρτυρεῖται, κα
παρέδοντο αὐτῷ οἷ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόαται καὶ ὑπηρέτ
γενόμενοι τοῦ λόγου , οἷς καί φησιν ἐπάνωθεν ἄπ’
παρηκολουθηκέναι , καὶ ταῖς τῶν ἀποστόλων πράξ
 σιν, ἅς οὐκέτι δι’ ἀκοῆς, ὀφθαλμοῖς δὲ αὐτοῖς παρ’
λαβὼν συνετάξατο.

φασὶ δὲ ὡς ἄρα τοῦ κατ’
τὸν εὐαγγελίου μνημονεύειν ὁ Παῦλος εἴωθεν ὁπηνίκ’
ὡς περὶ ἰδίου τινὸς εὐαγγελίου γράφων ἔλεγε “ κατ’
τὸ εὐαγγέλιόν μου ”

τῶν δὲ λοιπῶν ἀκολούθο
 τοῦ Παύλου Κρίσκης μὲν ἐπὶ τὰς Γαλλίας στειλάμει
 

 
ὑπ’ αὐτοῦ μαρτυρεῖται, Λίνος δὲ, οὗ μέμνηται συν-
όντος ἐπὶ Ῥώμης αὐτῷ κατὰ τὴν δευτέραν πρὸς
Τιμόθεον ἐπιστολὴν , πρῶτος μετὰ Πέτρον τῆς Ῥωμαίων
ἐκκλησίας τὴν ἐπισκοπὴν ἤδη πρότερον κληρωθεὶς
δεδήλωται.

ἀλλὰ καὶ ὁ Κλήμης τῆς Ῥωμαίων 
καὶ αὐτὸς ἐκκλησίας τρίτος ἐπίσκοπος καταστὰς
Παύλου συνεργὸς καὶ συναθλητὴς γεγονέναι πρὸς
αὐτοῦ μαρτυρεῖται.

ἐπὶ τούτοις καὶ τὸν Ἀρεοπαγίτην
ἐκεῖνον , Διονύσιος ὄνομα αὐτῷ, ὃν ἐν Πράξεσι
μετὰ τὴν ἐν Ἀρείῳ πάγῳ πρὸς Ἀθηναίους Παύλου 
δημηγορίαν πρῶτον πιστεῦσαι ἀνέγραψεν ὁ Λουκᾶς)
τῆς ἐν Ἀθήναις ἐκκλησίας πρῶτον ἐπίσκοπον ἀρχαίων
τις ἕτερος Διονύσιος τῆς Κορινθίων παροικίας ποιμὴν
ἱστορεῖ γεγονέναι.

ἀλλὰ γὰρ ὁδῷ προβαίνουσιν
ἐπὶ καιροῦ τὰ τῆς κατὰ χρ·όνους τῶν ἀποστό 
λῶν διαδοχῆς ἡμῖν εἰρήσεται. νῦν δὲ ἐπὶ τὰ ἐξῆς
ἴωμεν τῆς ἱστορίας.

[Nic. H. E. III, 8] Μετὰ Νέρωνα δέκα
πρὸς τρισὶν ἔτεσι τὴν ἀρχὴν ἐπικρατήσαντα τῶν ἀμφὶ
Γάλβαν καὶ Ὄθωνα ἐνιαυτὸν ἐπὶ μησὶν ἕξ διαγενομένων 
Οὐεσπασιανὸς, ταῖς κατὰ Ἰουδαίων παρατὰξεσι
λαμπρυνόμενος, βασιλεὺς ἐπ’ αὐτῆς ἀναδείκνυται
τῆς Ἰουδαίας , αὐτοκράτωρ πρὸς τῶν αὐτόθι
στρατοπέδων ἀναγορευθείς. τὴν ἐπὶ Ῥώμης οὖν αὐτίκα
στειλάμενος Τίτῳ τῷ παιδὶ τὸν κατὰ Ἰουδαίων 
ἐγχειρίζει πόλεμον.

μετά γε μὴν τὴν τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν ἀνάληψιν Ἰουδαίων πρὸς τῷ κατ’ αὐτοῦ τολμήματι
ἤδη καὶ κατὰ τῶν ἀποστόλων αὐτοῦ πλείστας
ὅσας ἐπιβουλὰς μεμηχανημένων , πρώτου τε Στεφάνου
λίθοις ὑπ’ αὐτῶν ἀνῃρημένου , εἶτα δὲ μετ’ αὐ- 
 

 
τὸν Ἰακώβου, ὃς ἦν Ζεβεδαίου μὲν παῖς, ἀδελφὸς δὲ
Ἰωάννου, τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθέντος, ἐπὶ πᾶσί τε
Ἰακώβου, τοῦ τὸν αύτόθι τῆς ἐπισκοπῆς θρόνον πρώτου
μετὰ τὴν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀνάληψιν κεκληρωμένου,
 τὸν προδηλωθέντα τρόπον μεταλλάξαντος, τῶν
τε λοιπῶν ἀποστόλων μυρία εἰς θάνατον ἐπιβεβουλευμένων,
καὶ τῆς μὲν Ἰουδαίας γῆς ἀπεληλαμένων,
ἐπὶ δὲ τῇ τοῦ κηρύγματος διδασκαλίᾳ τὴν εἰς σύμπαντα
τὰ ἔθνη στειλαμένων πορείαν σὺν δυνάμει
 τοῦ Χριστοῦ φήσαντος αὐτοῖς “πορευθέντες μαθητεύ-
“σατε πάντα τὰ ἔθνη ἐν τῷ ὀνόματί μου,”

οὐ μὴν
ἀλλὰ καὶ τοῦ λαοῦ τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις ἐκκλησίας
κατά τινα χρησμὸν τοῖς αὐτόθι δοκίμοις δι᾿ ἀποκαλύψεως
δοθέντα πρὸ τοῦ πολέμου μεταναστῆναι τῆς
 πόλεως καί τινα τῆς Περαίας πόλιν οἰκεῖν κεκελευσμένου,
Πέλλαν αὐτὴν ὀνομάζουσιν, ἐν ᾗ τῶν εἰς
Χριστὸν πεπιστευκότων ἀπὸ τῆς Ἱερουσαλὴμ μετῳκισμένων,
ὡσὰν παντελῶς ἐπιλελοιπότων ἀγίων ἀνδρῶν
αὐτήν τε τὴν Ἰουδαίων βασιλικὴν μητρόπολιν
 καὶ σύμπασαν τὴν Ἰουδαίαν γῆν, ἡ ἐκ θεοῦ δίκη
λοιπὸν αὐτοὺς ἅτε τοσαῦτα εἴς τε τὸν Χριστὸν καὶ
τοὺς ἀποστόλους αὐτοῦ παρηνομηκότας μετῄει, τῶν
ἀσεβῶν ἄρδην τὴν γενεὰν αὐτὴν ἐκείνην ἐξ ἀνθρώπων
ἀφανίζουσα.

ὅσα μὲν οὖν τηνικάδε κατὰ πάντα
 τόπον ὅλῳ τῷ ἔθνει συνερρύη κακὰ, ὅπως τε αὖ μάλιστα
οἱ τῆς Ἰουδαίας οἰκήτορες εἰς ἔσχατον περιηλάθησαν
συμφορῶν, ὁπόσαι τε μυριάδες ἡβηδὸν γυναιξὶν
ἅμα καὶ παισὶ ξίφει καὶ λιμῷ καὶ μυρίοις ἄλλοις
εἴδεσι περιπεπτώκασι θανάτου, πόλεων τε Ἰουδαϊκῶν
 ὅσαι τε καὶ οἷαι γεγόνασι πολιορκίαι, ἀλλὰ καὶ ὁπόσα
 

 
οἶ ἐπ’ αὐτὴν Ἱερουσαλὴμ ὡσὰν ἐπὶ μητρόπολιν ὀχυρωτάτην
καταπεφευγότες δεινὰ καὶ πέρα δεινῶν
ἑωράκασι, τοῦ τε παντὸς πολέμου τὸν τρόπον, καὶ
τῶν ἐν τούτῳ γεγενημένων ἐν μέρει ἕκαστα, καὶ ὡς
ἐπὶ τέλει τὸ πρὸς τῶν προφητῶν ἀνηγορευμένον βδέλυγμα 
τῆς ἐρημώσεως ἐν αὐτῷ κατέστη τῷ πάλαι τοῦ
θεοῦ περιβοήτῳ νεῷ , παντελῆ φθορὰν καὶ ἀφανισμὸν
ἔσχατον τὸν διὰ πυρὸς ὑπομείναντι, πάρεστιν
ὅτῳ φίλον ἐπ’ ἀκριβὲς ἐκ τῆς τῷ Ἰωσήπῳ γραφείσης
ἀναλέξασθαι ἱστορίας.

ὡς δὲ αὐτὸς οὕτος τῶν 
ἀθροισθέντων ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας ἁπάσης ἐν ἡμέραις
τῆς τοῦ Πάσχα ἑορτῆς ὥσπερ ἐν εἱρκτῇ ῥήμασιν αὐτοῖς
ἀποκλεισθῆναι εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἀμφὶ τριακοσίας
μυριάδας τὸ πλῆθος ἱστορεῖ, ἀναγκαῖον ὑποσημήνασθαι.

χρῆν γοῦν, ἐν αἷς ἡμέραις τὸνπάντων 
σωτῆρα καὶ εὐεργέτην τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ τὰ κατὰ
τὸ πάθος διατέθεινται, ταῖς αὐταῖς ὥσπερ ἐν εἱρκτῇ
κατακλεισθέντας τὸν μετελθόντα αὐτοὺς ὄλεθρον πρὸς
τῆς θείας δίκης καταδέξασθαι.

παρελθὼν δὴ τὰ
τῶν ἐν μέρει συμβεβηκότων αὐτοῖς ὅσα διὰ ξίφους 
καὶ ἄλλῳ τρόπῳ κατ’ αὐτῶν ἐγκεχείρισται μόνας τὰς
διὰ τοῦ λιμοῦ ἀναγκαῖον ἡγοῦμαι συμφορὰς παραθέσθαι,
ὡς ἂν ἐκ μέρους ἔχοιεν οἶ τῇδε τῇ γραφῇ
ἐντυγχάνοντες εἰδέναι ὅπως αὐτοὺς τῆς εἰς τὸν Χριστὸν
τοῦ θεοῦ παρανομίας οὐκ εἰς μακρὸν ἡ ἐκ θεοῦ 
μετῆλθε τιμωρία.

[Nic. H. E. ΙΙΙ, 6] Φέρε δὴ οὖν τῶν ἱστοριῶν
τὴν πέμπτην τοῦ Ἰωσήπου μετὰ χεῖρας αὖθις ἀναλα-
βὼν τῶν τότε πραχθέντων δίελθε τὴν τραγῳδίαν·
τοῖς γε μὴν εὐπόροις’’ φησὶ “ καὶ τὸ μένειν πρὸς 
 

 
“ἀπωλείας ἴσον ἦν. προφάσει γὰρ αὐτομολίας ἀνῃ-
“ ρεῖτό τις διὰ τὴν οὐσίαν. τῷ λιμῷ δὲ ἡ ἀπόνοια
‘ τῶν στασιαστῶν συνήκμαζε, καὶ καθ’ ἡμέραν ἀμφό-
‘τερα προσεξεκάετο τὰ δεινά.

φανερὸς μέν γε οὐ-
 “ δάμου σῖτος ἦν, ἐπεισπηδῶντες δὲ διηρεύνων τὰς
“ οἰκίας, ἔπειθ’ εὑρόντες μὲν ὡς ἀρνησαμένους ᾐκί-
“ ζοντο, μὴ εὑρόντες δὲ ὡς ἐπιμελέστερον κρύψαντας
ἐβασάνιζον. τεκμήριον δὲ τοῦ τ’ ἔχειν καὶ μὴ τὰ
σώματα τῶν ἀθλίων ἦν, ὧν οἱ μὲν ἔτι συνεστῶτες
 εὐπορεῖν τροφῆς ἐδόκουν, οἶ τηκόμενοι δὲ ἤδη παρωδεύοντο,
καὶ κτείνειν ἄλογον ἐδόκει τοὺς ὑπ’ ἐν-
δείας τεθνηξομένους αὐτίκα.

πολλοὶ δὲ λάθρα
τὰς κτήσεις ἑνὸς ἀντικατηλλάξαντο μέτρου , πυρῶν
μὲν, εἰ πλουσιώτεροι τυγχάνοιεν ὄντες, οἱ δὲ πενέ-
 “ στεροι κριθῆς. ἔπειτα κατακλείοντες ἑαυτοὺς εἰς τὰ
μυχαίτατα τῶν οἰκιῶν τινὲς μὲν ὑπ’ ἄκρας ἐνδείας
“ τὸν σῖτον ἤσθιον, οἱ δὲ ἔπεσσον, ὡς ἥ
τε ἀνάγκη καὶ τὸ δέος παρῄνει.

καὶ τράπεζα μὲν
“ οὐδαμοῦ παρετίθετο , τοῦ δὲ πυρὸς ἀφέλκοντες ἔτ’
 “ὠμὰ τὰ σιτία διήρπαζον. ἐλεεινὴ δ’ ἦν ἡ τροφὴ κ’
“δακρύων ἄξιος ἡ θέα, τῶν μὲν δυνατωτέρων πλέο
“νεκτούντων , τῶν δὲ ἀσθενῶν ὀδυρομένων.

πά
“ των μὲν δὴ παθῶν ὑπερίσταται λιμὸς , οὐδὲν
“οὕτως ἀπόλλυσιν ὡς αἰδώς. τὸ γὰρ ἄλλως ἐντροπῆς
 “ ἄξιον ἐν τούτῳ καταφρονεῖται. γυναῖκες γοῦν ἀν-
“ δρῶν καὶ παῖδες πατέρων, καὶ τὸ οἰκτρότατον , μ’
‘τέρες νηπίων ἐξήρπαζον ἐξ αὐτῶν τῶν στομάτων τ’
τροφάς. καὶ τῶν φιλτάτων ἐν χερσὶ μαραινομένῳ
“ οὐκ ἦν φειδὼ τοὺς τοῦ ζῆν ἀφελέσθαι σταλαγμοῦ
 “

τοιαῦτα δ’ ἐσθίοντες ὅμως οὐ διελάνθανον. πανταχοῦ
δ’ οὑν ἐφίσταντο οἱ στασιασταὶ καὶ τούτω
“ ταῖς ἁρπαγαῖς. ὁπότε γὰρ κατίδοιεν ἀποκεκλεισμένη

 
“οἰκίαν, σημεῖον ἢν τοῦτο τοὺς ἔνδον προσφέρεσθαι
“τροφήν. εὐθέως δὲ εἰσαράξαντες τὰς θύρας εἰσεπή-
·‘δων, καὶ μόνον οὐκ ἐκ τῶν φαρύγγων ἀναθλίβον-
“τες τοὺς ἀκόλους ἀνέφερον.

ἐτύπτοντο δὲ γέρον-
“τες ἀντεχόμενοι τῶν σιτίων, καὶ κόμης ἐσπαράσσοντο 
“γυναῖκες, συγκαλύπτουσαι τὰ ἐν χερσίν· οὐδέ τις
“ἦν οἶκτος πολιᾶς ἢ νηπίων, ἀλλὰ συνεπαίροντες
“νήπια τῶν ψωμῶν ἐκκρεμάμενα κατέσειον εἰς ἔδα-
“φος. τοῖς δὲ φθάσασι τὴν εἰσδρομὴν αὐτῶν καὶ
“προκαταπιοῦσι τὸ ἁρπαγησόμενον ὡς ἀδικηθέντες 
‘ἦσαν ὠμότεροι.

δεινὰς δὲ βασάνων ὁδοὺς ἐπε-
‘νόουν πρὸς ἔρευναν τροφῆς, ὀρόβοις μὲν ἐμφράττοντες
τοῖς ἀθλίοις τοὺς τῶν αἰδοίων πόρους, ῥάβδοις δὲ
ὀξείαις ἀναπείροντες τὰς ἔδρας. τὰ φρικτὰ δὲ καὶ
‘ἀκοαῖς ἔπασχέ τις εἰς ἐξομολόγησιν ἑνὸς ἄρτου καὶ 
“ἔνα μηνύσῃ δράκα μίαν κεκρυμμένην ἀλφίτων.

οἱ
“βασανισταὶ δ’ οὐκ ἐπείνων, (καὶ γὰρ ἂν ἧττον ὠμὸν
“ἦν τὸ μετ’ ἀνάγκης), γυμνάζοντες δὲ τὴν ἀπόνοιαν,
‘καὶ προπαρασκευάζοντες ἑαυτοῖς εἰς τὰς ἑξῆς ἡμέρας
ἐφόδια.

τοῖς δ’ ἐπὶ ‘Ρωμαίων φρουρὰν νύ- 
“κτωρ ἐξερπύσασιν ἐπὶ λαχάνων συλλογὴν ἀγρίων
καὶ πόας ὑπαντῶντες, ὅτ’ ἤδη διαπεφευγέναι τοὺς
“πολεμίους ἐδόκουν, ἀφήρπαζον τὰ κομισθέντα, καὶ
“πολλάκις ἱκετευόντων, καὶ τὸ φρικτότατον ἐπικαλου-
‘μένων ὄνομα τοῦ θεοῦ, μεταδοῦναί τι μέρος αὐτοῖς 
῾ ὧν κινδυνεύσαντες ἤνεγκαν, οὐδ’ ὁτιοῦν μετέδοσαν.
‘ἀγαπητὸν δ’ ἦν τὸ μὴ καὶ προσαπολέσθαι σεσυλημένον.”

τούτοις δὲ μεθ’ ἕτερα ἐπιφέρει λέγων
Ἰουδαίοις δὲ μετὰ τῶν ἐξόδων ἀπεκόπη πᾶσα σωτη-
“ρίας ἐλπίς. καὶ βαθύνας ἑαυτὸν ὁ λιμὸς κατ᾿ οἴκους 
 

 
“καὶ γενεὰς τὸν δῆμον ἐπεβόσκετο. καὶ τὰ μὲν τέγη
‘πεπλήρωτο γυναικῶν καὶ βρεφῶν λελυμένων, οἱ
“στενωποὶ δὲ γερόντων νεκρῶν.

παῖδες δὲ καὶ
‘νεανίαι διοιδοῦντες ὥσπερ εἴδωλα κατὰ τὰς ἀγορὰς
 “ἀνειλοῦντο καὶ κατέπιπτον, ὅπη τινὰ τὸ πάθος καταλαμβάνοι·
θάπτειν δὲ τοὺς προσήκοντας οὔτε ἴσχυον
οἱ κάμνοντες, καὶ τὸ διευτονοῦν ὤκνει, διά τε τὸ
πλῆθος τῶν νεκρῶν καὶ τὸ κατὰ σφᾶς ἄδηλον. πολ-
λοὶ γοῦν τοῖς ὑπ’ αὐτῶν θαπτομένοις ἐπαπέθνη-
 “σκον, πολλοὶ δ’ ἐπὶ τὰς θήκας, πρὶν ἐπιστῆναι τὸ
χρεὼν) προῆλθον.

οὔτε δὲ θρῆνος ἐν ταῖς συμ-
φοραῖς οὔτε ὀλοφυρμὸς ἠν, ἀλλ’ ὁ λιμὸς ἤλεγχε
τὰ πάθη. ξηροῖς δὲ τοῖς ὄμμασιν οἶ δυσθανατοῦν-
“τες ἐφεώρων τοὺς φθάσαντας ἀναπαύσασθαι. βα-
 “θεῖα δὲ τὴν πόλιν περιεῖχε σιγὴ, καὶ νὺξ θανάτου
γέμουσα. καὶ τούτων οἱ λῃσταὶ χαλεπώτεροι.

τυμβωρυχοῦντες γοῦν τὰς οἰκίας ἐσύλων τοὺς νεκροὺς,
καὶ τὰ καλύμματα τῶν σωμάτων περισπῶντες
μετὰ γέλωτος ἐξῄεσαν, τάς τε ἀκμὰς τῶν ξιφῶν
 “ἐδοκίμαζον ἐν τοῖς πτώμασι, καί τινας τῶν ἐρριμμένων
ἔτι ζῶντας διήλαυνον, ἐπὶ πείρᾳ τοῦ σιδήρου,
τοὺς δὲ ἱκετεύοντας χρῆσαι σφίσι δεξιὰν καὶ
ξίφος, τῷ λιμῷ κατέλιπον ὑπερηφανοῦντες. καὶ τῶν
ἐκπνεόντων ἕκαστος ἀτενὲς εἰς τὸν ναὸν ἐφεώρα,
 τοὺς στασιαστὰς ζῶντας ἀπολιπών.

οἶ δὲ τὸ μὲν
πρῶτον ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ τοὺς νεκροὺς
“θάπτειν ἐκέλευον, τὴν ὀσμὴν οὐ φέροντες· ἔπειθ’
“ὡς οὐ δοήρκουν, ἀπὸ τῶν τειχῶν ἐρρίπτουν εἰς τὰς,
φάραγγας. περιιὼν δὲ ταύτας ὁ Τίτος ὡς ἐθεάσατο
 πεπλησμένας τῶν νεκρῶν, καὶ βαθὺν ἰχῶρα μυδώντων
τὸν ὑπορρέοντα τῶν σωμάτων, ἐστέναξέ τε καὶ
τὰς χεῖρας ἀνατείνας κατεμαρτύρατο τὸν θεὸν, ὡς

 
“οὐκ εἴη τὸ ἔργον αὐτοῦ.”

τούτοις ἐπειπών τινα
μεταξὺ ἐπιφέρει λέγων οὐκ ἂν ὑποστειλαίμην εἰπεῖν
ἅ μοι κελεύει τὸ πάθος. οἶμαι ‘Ρωμαίων βραδυνάντων
ἐπὶ τοὺς ἀλιτηρίους, ἢ καταποθῆναι ἂν
‘ὑπὸ χάσματος, ἢ κατακλυσθῆναι τὴν πόλιν, ἢ τοὺς 
“τῆς Σοδομηνῆς μεταλαβεῖν κεραυνούς. πολὺ γὰρ
‘τῶν ταῦτα παθόντων ἤνεγκε γενεὰν ἀθεωτέραν. τῇ
‘γοῦν τούτων ἀπονοίᾳ πᾶς ὁ λαὸς συναπώλετο.”

καὶ ἐν τῷ ἕκτῳ δὲ βιβλίῳ οὕτω γράφει τῶν δ’ ὑπὸ
“τοῦ λιμοῦ φθειρομένων κατὰ τὴν πόλιν ἄπειρον μὲν 
‘ἔπιπτε τὸ πλῆθος, ἀδιήγητα δὲ συνέβαινε τὰ πάθη.
καθ’ ἑκάστην γὰρ οἰκίαν, εἴ που τροφῆς παραφανείη
σκιὰ, πόλεμος ἦν, καὶ διὰ χειρῶν
οἷ φίλτατοι πρὸς ἀλλήλους, ἐξαρπάζοντες τὰ ταλαίπωρα
τῆς ψυχῆς ἐφόδια. πίστις δ’ ἀπορίας οὐδὲ 
τοῖς θνήσκουσιν ἦν.

ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐμπνέοντας
οἶ λῃσταὶ διηρεύνων, μή τις ὑπὸ κόλπον ἔχων τροφὴν
σκήπτοιτο τὸν θάνατον αὐτοῦ. οἱ δ’ ὑπ’ ἐνδείας
κεχηνότες ὥσπερ λυσσῶντες κύνες ἐφήλλοντο
καὶ παρεφέροντο, ταῖς τε θύραις ἐνσειόμενοι μεθυόντων 
τρόπον καὶ ὑπ’ ἀμηχανίας εἰς τοὺς αὐτοὺς
οἴκους εἰσεπήδων δὶς ἢ τρὶς ὥρᾳ μιᾷ.

πάντα δ’
ὑπ’ ὀδόντας ἦγεν ἡ ἀνάγκη, καὶ τὰ μηδὲ τοῖς ῥυπαρωτάτοις
τῶν ἀλόγων ζῴων πρόσφορα συλλέγον-
τες ἐσθίειν ὑπέφερον. ζωστήρων γοῦν καὶ ὑποδημάτων 
τὸ τελευταῖον οὐκ ἀπείχοντο, καὶ τὰ δέρματα
τῶν θυρεῶν ἀποδέροντες ἐμασῶντο. τροφὴ δὲ ἦν καὶ
χόρτου τισὶ παλαιοῦ σπαράγματα. τὰς γὰρ ἶνας ἔνιοι
συλλέγοντες ἐλάχιστον σταθμὸν ἐπώλουν Ἀττικῶν
τεσσάρων.

καὶ τί δεῖ τὴν ἐπ’ ἀψύχοις ἀναίδειαν 
 

 
‘τοῦ λιμοῦ λέγειν; εἶμι γὰρ αὐτοῦ δηλώσων ἔργον,
“ὁποῖον μήτε Ἕλλησι μήτε παρὰ βαρβάροις ἱστό-
“ρηται, φρικτὸν μὲν εἰπεῖν, ἄπιστον δ’ ἀκοῦσαι. καὶ
“ἔγωγε μὴ δόξαιμι τερατεύεσθαι τοῖς αὖθις ἀνθρώ-
 “ποις, κἂν παρέλιπον τὴν συμφορὰν ἡδέως, εἰ μὴ
“τῶν κατ’ ἐμαυτὸν εἶχον ἀπείρους μάρτυρας· ἄλλως
τε καὶ ψυχρὰν ἂν καταθείμην τῇ πατρίδι χάριν κα-
‘θυφέμενος τὸν λόγον ὧν πέπονθε τὰ ἔργα.

γυνὴ
“τῶν ὑπὲρ τὸν Ἰορδάνην κατοικούντων, Μαρία τοὔ-
 “νομα, πατρὸς Ἐλεαζάρου, κώμης Βαθεζὼρ,
“νει δὲ τοῦτο οἶκος ὑσσώπου,) διὰ γένος καὶ πλοῦτον
“ ἐπίσημος, μετὰ τοῦ λοιποῦ πλήθους εἰς τὰ Ἱεροσό-
“λυμα καταφυγοῦσα συνεπολιορκεῖτο.

ταύτης τὴν
“μὲν ἄλλην κτῆσιν οἱ τύραννοι διήρπασαν, ὅσην ἐκ
 “πόλιν, Περαίας ἀνασκευασαμένη μετήνεγκεν εἰς τὴν
“πόλιν, τὰ δὲ λείψανα τῶν κειμηλίων κἂν εἴ τι τρο-
“φῆς ἐπινοηθείη, καθ’ ἡμέραν εἰσπηδῶντες ἥρπαζον
‘οἱ δορυφόροι. δεινὴ δὲ τὸ γύναιον ἀγανάκτησις εἰσ-
“ῄει, καὶ πολλάκις λοιδοροῦσα καὶ καταρωμένη τὸ
 “ἅρπαγας ἐφ’ ἑαυτὴν ἠρέθιζεν.

ὡς δ’ οὔτε παρ’
“ξυνόμενός τις οὔτ’ ἐλεῶν αὐτὴν ἀνήρει, καὶ τὸ μὲ
“εὑρεῖν τι σιτίον ἄλλοις ἐκοπία, πανταχόθεν δ’ ἄπο
“ρον ἦν ἤδη καὶ τὸ εὑρεῖν, ὁ λιμὸς δὲ διὰ σπλάγ-
“χνων καὶ μυελῶν ἐχώρει, καὶ τοῦ λιμοῦ μᾶλλον ἐξε-
 “καίοντο οἱ θυμοὶ, σύμβουλον λαβοῦσα τὴν ὀργὴ
“μετὰ μετὰ τῆς ἀνάγκης ἐπὶ τὴν φύσιν ἐχώρει, κα
“τέκνον, ἦν δ’ αὐτῇ παῖς ὑπομάσθιος, ἁρπασαμένη,
“

βρέφος, εἶπεν, ἄθλιον, ἐν πολέμῳ καὶ λιμῷ καὶ
‘στάσει, τίνι σε τηρῶ; τὰ μὲν παρὰ Ῥωμαίοις δου-
 ῾’λεία, κἂν ζήσωμεν ἐπ’ αὐτοὺς, φθάνει δὲ καὶ δου-
“λείαν ὁ λιμὸς, οἱ στασιασταὶ δὲ ἀμφοτέρων χαλεπώ-
“τεροι. ἴθι, γενοῦ μοι τροφὴ, καὶ τοῖς στασιασταῖς

 
“ἐρινὺς, καὶ τῷ βίῳ μῦθος, ὁ μόνος ἐλλείπων ταῖς
“Ἰουδαίων συμφοραῖς.

καὶ ταῦθ’ ἅμα
κτείνει τὸν υἱόν. ἔπειτ’ ὀπτήσασα τὸ μὲν ἥμισυ
κατεσθίει, τὸ δὲ λοιπὸν κατακαλύψασα ἐφύλαττεν.
εὐθέως δ’ δἱ στασιασταὶ παρῆσαν, καὶ τῆς ἀθεμίτου 
κνίσης σπάσαντες ἠπείλουν, εἰ μὴ δείξειε τὸ παρασκευασθὲν,
ἀποσφάξειν αὐτὴν εὐθέως. ἡ δὲ καὶ
μοῖραν αὐτοῖς εἰποῦσα καλὴν τετηρηκέναι τὰ λείψανα
τοῦ τέκνου διανεκάλυψεν.

τοὺς δ’ εὐθέως
“φρίκη καὶ φρενῶν ἔκστασις ᾕρει, καὶ παρὰ τὴν ὄψιν 
ἐπεπήγεσαν. ἡ δὲ, ἐμὸν, ἔφη, τοῦτο τὸ τέκνον γνή-
‘σιον, καὶ τὸ ἔργον ἐμόν. φάγετε, καὶ γὰρ ἐγὼ βέ-
‘βρωκα. μὴ γένησθε μήτε μαλακώτεροι γυναικὸς
μήτε συμπαθέστεροι μητρός. εἰ δ’ ὑμεῖς εὐσεβεῖς
καὶ τὴν ἐμὴν ἀποστρέφεσθε θυσίαν, ἐγὼ μὲν ὑμῖν 
βέβρωκα, καὶ τὸ λοιπὸν δ’ ἐμοὶ μεινάτω.

μετὰ
ταῦθ’ οἱ μὲν τρέμοντες ἐξῄεσαν, πρὸς ἒν τοῦτο δει-
λοὶ, καὶ μόλις ταύτης τῆς τροφῆς παραχωρήσαντες
τῇ μητρί. ἀνεπλήσθη δ’ εὐθέως ὅλη τοῦ μύσους ἡ
“πόλις, καὶ πρὸ ὀμμάτων ἕκαστος τὸ πάθος ἀναλαμβάνβν
ὡς παρ’ αὐτοῦ τολμηθὲν δεινῶς ἔφριττε.

σπουδὴ δὲ τῶν λιμωττόντων ἐπὶ τὸν θάνατον
ἦν, καὶ μακαρισμὸς τῶν φθασάντων πρὶν ἀκοῦσαι
καὶ θεάσασθαι κακὰ τηλικαῦτα.” τοιαῦτα τῆς Ἰουδαίων
εἰς τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ παρανομίας τε καὶ 
δυσσεβείας τἀπίχειρα.

[Nic. H. E. III, 4] Παραθεῖναι δ’ αὐτοῖς
ἄξιον τὴν ἀψευδῆ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν πρόρρησιν, δι’
ἧς αὐτὰ ταῦτα δηλοῖ ὧδέ πως προφητεύων οὐαὶ δὲ
ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκεί- 
 

 
ναις ταῖς ἡμέραις· προσεύχεσθε δὲ, ἵνα μὴ γένηται
ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος, μηδὲ σαββάτῳ. ἔσται γὰρ
τότε θλῖψις μεγάλη, οἵα οὐκ ἐγένετο ἀπ᾿ ἀρχῆς κόσμου
ἕως τοῦ νῦν, οὐδὲ μὴ γένηται.”

συναγαγὼν
 δὲ πάντα τὸν τῶν ἀνῃρημένων ἀριθμὸν ὁ συγγραφεὺς
λιμῷ καὶ ξίφει μυριάδας ἑκατὸν καὶ δέκα διαφθαρῆναί
φησι, τοὺς δὲ λοιποὺς στασιώδεις καὶ
λῃστρικοὺς, ὑπ᾿ ἀλλήλων μετὰ τὴν ἅλωσιν ἐνδεικνυμένους,
ἀνῃρῆσθαι, τῶν δὲ νέων τοὺς ὑψηλοτάτους
 καὶ κάλλει σώματος διαφέροντας τετηρῆσθαι θριάμβῳ,
τοῦ δὲ λοιποῦ πλήθους τοὺς ὑπὲρ ἑπτακαίδεκα ἔτη
δεσμίους εἰς τὰ κατ᾿ Αἴγυπτον ἔργα παραπεμφθῆναι,
πλείους δὲ εἰς τὰς ἐπαρχίας διανενεμῆσθαι
φθαρησομένους ἐν τοῖς θεάτροις σιδήρῳ καὶ θηρίοις,
 τοὺς δ᾿ ἐντὸς ἑπτακαίδεκα ἐτῶν αἰχμαλώτους ἀχθέντας
διαπεπρᾶσθαι, τούτων δὲ μόνων τὸν ἀριθμὸν εἰς
ἐννέα μυριάδας ἀνδρῶν συναχθῆναι.

ταῦτα δὲ
τοῦτον ἐπράχθη τὸν τρόπον, δευτέρῳ τῆς Οὐεσπασιανοῦ
βασιλείας ἔτει, ἀκολούθως ταῖς προγνωστικαῖς
 τοῦ κυρίου καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
προρρήσεσιν, θείᾳ δυνάμει ὥσπερ ἤδη παρόντα προεωρακότος
αὐτὰ, ἐπιδακρύσαντός τε καὶ ἀποκλαυσαμένου
κατὰ τὴν τῶν ἱερῶν εὐαγγελιστῶν γραφὴν, οἳ
καὶ αὐτὰς αὐτοῦ παρατέθεινται τὰς λέξεις, τοτὲ μὲν
 φήσαντος ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν Ἱερουσαλήμ

“εἰ ἔγνως.
καί γε σὺ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ τὰ πρὸς εἰρήνην σοι·
νῦν δὲ ἐκρύβη ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου· ὅτι ἥξουσιν ἡμέραι
ἐπὶ σὲ, καὶ περιβαλοῦσί σοι οἱ ἐχθροί σου χάρακα,
καὶ περικυκλώσουσί σε, καὶ συνέξουσί σε πάντοθεν,
 καὶ ἐδαφιοῦσί σε καὶ τὰ τέκνα σου·”

τοτὲ δὲ ὡς
 

 
περὶ τοῦ λαοῦ “ἔσται ἔσται γὰρ ἀνάγκη μεγάλη ἐπὶ τῆς γῆς,
καὶ ὀργὴ τῷ λαῷ τούτῳ. καὶ πεσοῦνται ἐν στόματι
μαχαίρας καὶ αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα τὰ ἔθνη·
καὶ Ἱερουσαλὴμ ἔσται πατουμένη ὑπὸ τῶν ἐθνῶν,
ἄχρις οὗ πληρωθῶσι καιροὶ ἐθνῶν.” καὶ πάλιν “ὅταν 
δὲ ἴδητε κυκλουμένην ὑπὸ στρατοπέδων τὴν Ἰερουσαλὴμ,
τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς.”

συγκρίνας δέ τις τὰς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν λέξεις ταῖς
λοιπαῖς τοῦ συγγραφέως ἱστορίαις ταῖς περὶ τοῦ παντὸς
πολέμου πῶς οὐκ ἂν ἀποθαυμάσειεν θείαν ὡς 
ἀληθῶς καὶ ὑπερφυῶς παράδοξον τὴν πρόγνωσιν
ὁμοῦ καὶ πρόρρησιν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ὀμολογήσας;

περὶ μὲν οὖν τῶν μετὰ τὸ σωτήριον πάθος καὶ τὰς
φωνὰς ἐκείνας, ἐν αἷς ἡ τῶν Ἰουδαίων πληθὺς τὸν
μὲν λῃστὴν καὶ φονέα τοῦ θανάτου παρῄτηται, τὸν 
δὲ ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς ἐξ αὐτῶν ἱκέτευσεν ἀρθῆναι,
τῷ παντὶ συμβεβηκότων ἔθνει, οὐδὲν ἂν δέοι ταῖς
ἱστορίαις ἐπιλέγειν.

ταῦτα δ’ ἂν εἴη δίκαιον ἔτι
προσθεῖναι, ἃ γένοιτ’ ἂν παραστατικὰ φιλανθρωπίας
τῆς παναγάθου προνοίας, τεσσαράκοντα ἐφ’ ὅλοις 
ἔτεσι μετὰ τὴν κατὰ τοῦ Χριστοῦ τόλμαν τὸν κατ’
αὐτῶν ὄλεθρον ὑπερθεμένης, ἐν ὅσοις τῶν ἀποστόλων
καὶ τῶν μαθητῶν πλείους, Ἰάκωβός τε αὐτὸς ὁ
τῇδε πρῶτος ἐπίσκοπος, τοῦ κυρίου χρηματίζων ἀδελφὸς,
ἔτι τῷ βίῳ περιόντες, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς Ἱεροσολύμων 
πόλεως τὰς διατριβὰς ποιούμενοι, ἕρκος
ὥσπερ ἐχυρώτατον παρέμενον τῷ τόπῳ,

τῆς θείας
ἐπισκοπῆς εἰσέτι τότε μακροθυμούσης, εἰ ἄρα ποτὲ
δυνηθεῖεν ἐφ’ οἷς ἔδρασαν μετανοήσαντες συγγνώμης
καὶ σωτηρίας τυχεῖν, καὶ πρὸς τῇ τοσαύτῃ μακρο- 
 

 
θυμίᾳ παραδόξους θεοσημίας τῶν μελλόντων αὐτοῖς
μὴ μετανοήσασι συμβήσεσθαι παρασχομένης. ἃ καὶ
αὐτὰ μνήμης ἠξιωμένα πρὸς τοῦ δεδηλωμένου συγγραφέως
οὐδὲν οἷον τοῖς τῇδε προσιοῦσι τῇ γραφῇ
 παραθεῖναι.

[Nic. H. E. III, 4] Καὶ δὴ λαβὼν ἀνάγνωθι
τὰ κατὰ τὴν ἕκτην τῶν ἱστοριῶν αὐτῷ δεδηλωμένα
ἐν τούτοις ‘τὸν γοῦν ἄθλιον δῆμον οἱ μὲν ἀπατεῶνες
καὶ καταψευδόμενοι τοῦ θεοῦ τηνικαῦτα παρέπειθον,
 τοῖς δ’ ἐναργέσι καὶ προσημαίνουσι τὴν μέλλουσαν
ἔσεσθαι ἐρημίαν τέρασιν οὔτε προσεῖχον οὔτε ἐπίστευον,
ἀλλ’ ὡς ἐμβεβροντημένοι καὶ μήτε ὄμματα
μήτε ψυχὴν ἔχοντες τῶν τοῦ θεοῦ κηρυγμάτων
παρήκουον·

τοῦτο μὲν ὅτε ὑπὲρ τὴν πόλιν ἄστρον
 ἔστη ῥομφαίᾳ παραπλήσιον καὶ παρατείνας ἐπ’ ἐνιαυτὸν
κομήτης, τοῦτο δὲ ἡνίκα πρὸ τῆς ἀποστάσεως
καὶ τοῦ πρὸς τὸν πόλεμον κινήματος, ἀθροιζομένου
τοὐ λαοῦ πρὸς τὴν τῶν ἀζύμων ἑορτὴν, ὀγδόῃ Ξανθικου
μηνὸς κατὰ νυκτὸς ἐνάτην ὥραν τοσοῦτο φῶς
 περιέλαμψε τὸν βωμὸν καὶ τὸν ναὸν ὡς δοκεῖν ἡμὲ
ραν εἶναι λαμπράν. καὶ τοῦτο παρέτεινεν ἐφ’ ἡ
σειαν ὥραν· ὃ τοῖς μὲν ἀπείροις ἀγαθὸν ἐδ
εἶναι, τοῖς δὲ ἱερογραμματεῦσι πρὸ τῶν ἀποβεβ
κότων εὐθέως ἐκρίθη.

καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ἑορ
 τὴν βοῦς μὲν ἀχθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως πρὸς τη
θυσίαν ἔτεκεν ἄρνα ἐν τῷ ἱερῷ μέσῳ.

ἡ δ’ ἀν
τολικὴ πύλη τοῦ ἐνδοτέρω χαλκῆ μὲν οὖσα καὶ στ
βαρωτάτη, κλειομένη δὲ περὶ δείλην μόλις ὑπ
ἀνθρώπων εἴκοσι, καὶ μοχλοῖς μὲν ἐπερειδομέν
 σιδηροδέτοις, κατάπηγας δ’ ἔχουσα βαθυτάτου
 

 
“ὤφθη κατὰ νυκτὸς ὥραν ἕκτην αὐτομάτως ἠνοιγμένη.
“

μετὰ δὲ τὴν ἑορτὴν ἡμέραις οὐ πολλαῖς ὕστερον,
“μιᾷ καὶ εἰκάδι Ἀρτεμισίου μηνὸς, φάσμα τι δαιμόνιον
“ ὤφθη μεῖζον πίστεως. τέρας δ’ ἂν ἔδοξεν εἶναι τὸ
“ ῥηθησόμενον, εἰ μὴ καὶ παρὰ τοῖς θεασαμένοις ἱστό- 
“ρητο καὶ τὰ ἐπακολουθήσαντα πάθη τῶν σημείων
“ἦν ἄξια. πρὸ γὰρ ἡλίου δύσεως ὤφθη μετέωρα
πᾶσαν τὴν χώραν ἅρματα καὶ φάλαγγες ἔνοπλοι διᾴτ-
“τουσαι τῶν νεφῶν καὶ κυκλούμεναι τὰς πόλεις.

‘κατὰ δὲ τὴν ἑορτὴν, ἣ πεντηκοστὴ καλεῖται, νύκτωρ 
‘οἱ ἱερεῖς παρελθόντες εἰς τὸ ἱερὸν, ὥσπερ αὐτοῖς
‘ἔθος ἦν, πρὸς τὰς λειτουργίας πρῶτον μὲν κινή-
‘σεως ἔφασαν ἀντιλαμβάνεσθαι καὶ κτύπου, μετὰ δὲ
‘ταῦτα φωνῆς ἀθρόας ‘μεταβαίνομεν ἐντεῦθεν.’

τὸ
“δὲ τούτων φοβερώτερον · Ἰησοῦς γάρ τις υἱὸς Ἀνα- 
‘νίου, τῶν ἰδιωτῶν ἄγροικος, πρὸ τεσσάρων ἐτῶν τοῦ
πολέμου, τὰ μάλιστα τῆς πόλεως εἰρηνευομένης καὶ
“εὐθηνούσης, ἐλθὼν ἐπὶ τὴν ἑορτὴν, ἐν ᾗ σκηνοποιεῖ-
‘σθαι πάντας ἔθος ἦν τῷ θεῷ, κατὰ τὸ ἱερὸν ἐξαπίνης
“ἀναβοᾶν ἤρξατο ‘φωνὴ ἀπ’ ἀνατολῆς, φωνὴ ἀπὸ δύ- 
‘σεως, φωνὴ ἀπὸ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, φωνὴ Ἱεροσόλυμα
καὶ τὸν ναὸν, φωνὴ ἐπὶ νυμφίους καὶ νύμ-
‘φας, φωνὴ ἐπὶ πάντα τὸν λαόν.’ τοῦτο μεθ’ ἡμέραν καὶ
‘νύκτωρ κατὰ πάντας τοὺς στενωποὺς περιῄει κεκρα-
“γώς.

τῶν δ’ ἐπισήμων τινὲς δημοτῶν ἀγανακτήσαντες 
πρὸς τὸ κακόφημον συλλαμβάνουσι τὸν ἄνθρωπον
καὶ πολλαῖς αἰκίζονται πληγαῖς. ὁ δὲ οὔθ’ ὑπὲρ
ἑαυτοῦ φθεγξάμενος οὔτε ἰδίᾳ πρὸς τοὺς παρόντας
ἃς καὶ πρότερον φωνὰς βοῶν διετέλει.

νομίσαντες
δ’ οἱ ἄρχοντες, ὅπερ ἦν, δαιμονιώτερον εἶναι
κίνημα τἀνδρὸς ἄγουσιν αὐτὸν ἐπὶ τὸν παρὰ Ῥωμαίοις
ἔπαρχον· ἔνθα μάστιξι μέχρις ὀστέων ξαινό-

 
“μενος οὔθ᾿ ἱκέτευσεν οὔτ᾿ ἐδάκρυσεν, ἀλλ᾿ ὡς ἐνῆν
“μάλιστα τὴν φωνὴν ὀλοφυρτικῶς παρεγκλίνων πρὸς
“ἑκάστην ἀπεκρίνατο πληγὴν, αἰαῖ Ἱεροσολύμοις.”

ἕτερον δέ τι τούτου παραδοξότερον ὁ αὐτὸς ἱστορεῖ
 συγγραφεὺς χρησμόν τινα φάσκων ἐν ἱεροῖς γράμμασιν
ηὑρῆσθαι περιέχοντα ὡς κατὰ τὸν καιρὸν
ἐκεῖνον ἀπὸ τῆς χώρας τις αὐτῶν ἄρξει τῆς οἰκουμένης,
ὃν αὐτὸς μὲν ἐπὶ Οὐεσπασιανὸν πεπληρῶσθαι
ἐξείληφεν·

ἀλλ᾿ οὐχ ἁπάσης γε οὗτος ἢ μόνης
 ἦρξεν τῆς ὑπὸ ῾Ρωμαίους· δικαιότερον δ᾿ ἂν ἐπὶ τὸν
χριστὸν ἀναχθείη, πρὸς ὃν εἴρητο ὑπὸ τοῦ πατρὸς
“αἴτησαι παρ᾿ ἐμοῦ, καὶ δώσω σοι ἔθνη τὴν κληρονομίαν
σου, καὶ τὴν κατάσχεσίν σου τὰ πέρατα τῆς
γῆς.” οὗ δὴ κατ᾿ αὐτὸ δὴ ἐκεῖνο τοῦ καιροῦ εἰς
 πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος τῶν ἱερῶν ἀποστόλων
καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα
ἀυτῶν.

[Nic. H. E. II, 18] Ἐπὶ τούτοις ἅπασιν ἄξιον
μηδ᾿ αὐτὸν τὸν Ἰώσηπον, τοσαῦτα τῇ μετὰ χεῖρας
 συμβεβλημένον ἱστορίᾳ, ὁπόθεν τε καὶ ἀφ᾿ οἵου γένους
ὡρμᾶτο ἀγνοεῖν. δηλοῖ δὲ πάλιν αὐτὸς καὶ
τοῦτο λέγων ὧδε “Ἰώσηπος Ματταθίου παῖς, ἐξ
Ἱεροσολύμων ἱερεὺς, αὐτός τε ῾Ρωμαίους πολεμήσας
τὰ πρῶτα καὶ τοῖς ὕστερον παρατυχὼν ἐξ ἀνάγκης.”

μάλιστα δὲ τῶν κατ᾿ ἐκεῖνο καιροῦ Ἰουδαίων
παρὰ μόνοις τοῖς ὁμοεθνέσιν, ἀλλὰ καὶ παρὰ ῾Ρωμαίοις
γέγονεν ἀνὴρ ἐπιδοξότατος, ὡς αὐτὸν μὲν ἀναθέσει
ἀνδριάντος ἐπὶ ῾Ρωμαίωντιμηθῆναι πόλεως,
τοὺς δὲ σπουδασθέντας αὐτῷ λόγους βιβλιοθήκρας
 

 
ἀξιωθῆναι.

οὗτος δὴ πᾶσαν τὴν Ἰουδϊκῆν ἀρχαιολογίαν
ἐν ὅλοις εἴκοσι καταβέβληται συγγράμμασι,
τὴν δ’ ἱστορίαν τοῦ κατ’ αὐτὸν Ἰουδαϊκοῦ πολέμου
ἐν ἑπτὰ, ἃ οὐ μόνον τῇ Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ τῇ τατρίῳ
φωνῇ παραδοῦναι αὐτὸς ἑαυτῷ μαρτυρεῖ, ἄξιός 
γε ὢν διὰ τὰ λοιπὰ πιστεύεσθαι.

καὶ ἕτερα δὲ αὐτοῦ
φέρεται σπουδῆς ἄξια δύο, τὰ περὶ τῆς Ἰουδαίων
ἀρχαιότητος, ἐν οἷς καὶ ἀντιρρήσεις πρὸς Ἀπίωνα
τὸν γραμματικὸν κατὰ Ἰουδαίων τηνικάδε συντάξαντα
λόγον πεποίηται καὶ πρὸς ἄλλους, οἳ διαβάλλειν καὶ 
αὐτοὶ τὰ πάτρια τοὐ Ἰουδαίων ἔθνους ἐπειράθησαν.

τούτων ἐν τῷ προτέρῳ τὸν ἀριθμὸν τῆς λεγομένης
παλαιᾶς τῶν ἐνδιαθήκων γραφῶν τίθησι, τίνα τὰ
παρ’ Ἑβραίοις ἀναντίρρητα, ὡσὰν ἐξ ἀρχαίας παραδόσεως,
αὐτοῖς ῥήμασι διὰ τούτων διδάσκων·

“Οὐ μυριάδες οὖν βιβλίων εἰσὶ παρ’ ἡμῖν
“ἀσυμφώνων καὶ μαχομένων, δύο δὲ μόνα πρὸς τοῖς
“εἴκοσι βιβλία, τοῦ παντὸς ἔχοντα χρόνου τὴν ἀναγραφὴν,
τὰ δικαίως θεῖα πεπιστευμένα.

καὶ τού-
‘των πέντε μέν ἐστι τὰ Μωυσέως, ἃ τούς τε νόμους 
“περιέχει καὶ τὴν τῆς ἀνθρωπογονίας παράδοσιν,
‘μέχρι τῆς αὐτοῦ τελευτῆς. οὗτος ὁ χρόνος ἀπολείπει
‘τρισχιλίων ὀλίγῳ ἐτῶν.

ἀπὸ δὲ τῆς Μωυσέως
‘τελευτῆς μέχρι τῆς Ἀρταξέρξου τοῦ μετὰ Ξέρξην
Περσῶν βασιλέως οἱ μετὰ Μωυσῆν προφῆται τὰ κατ’ 
αὐτοὺς πραχθέντα συνέγραψαν ἐν τρισὶ καὶ δέκα
βιβλίοις. αἶ δὲ λοιπαὶ τέσσαρες ὕμνους εἰς τὸν θεὸν
καὶ τοῖς ἀνθρώποις ὑποθήκας τοῦ βίου περιέχουσιν.

ἀπὸ δὲ Ἀρταξέρξου μέχρι τοῦ καθ’ ἡμᾶς χρόνου
‘γέγραπται μὲν ἕκαστα, πίστεως δ’ οὐχ ὁμοίας ἠξί- 
 

 
“ωται τοῖς πρὸ αὐτῶν, διὰ τὸ μὴ γενέσθαι τὴν τῶν προ-
“φητῶν ἀκριβῆ διαδοχήν.

δῆλον δ᾿ ἐστὶν ἔργῳ πῶς
“ἡμεῖς πρόσιμεν τοῖς ἰδίοις γράμμασι. τοσούτου γὰρ αἰ-
“ῶνος ἤδη παρωχηκότος οὔτε προσθεῖναί οὔτε ἀφε-
 “λεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν οὔτε μεταθεῖναι τετόλμηκε, πᾶσι δὲ
“σύμφυτόν ἐστιν εὐθὺς ἐκ πρώης γενέσεως Ἰουδαίοις
“τὸ νομίζειν αὐτὰ θεοῦ δόγματα, καὶ τούτοις ἐπιμένειν,
“καὶ ὑπὲρ αὐτῶν, εἰ δέοι, θνήσκειν ἡδέως.”

καὶ
ταῦτα δὲ τοῦ συγγραφέως χρησίμως ὧδε παρατεθείσθω.
 πεπόνηται δὲ καὶ ἄλλο οὐκ ἀγεννὲς σπούδασμα
τῷ ἀνδρὶ περὶ αὐτοκράτορος λογισμοῦ, ὅ τινες Μακκαβαϊκὸν
ἐπέγραψαν, τῷ τοὺς ἀγῶνας τῶν ἐν τοῖς οὕτω
καλουμένοις Μακκαβαϊκοῖς συγγράμμασιν ὑπὲρ τῆς εἰς
τὸ θεῖον εὐσεβείας ἀνδρισαμένων Ἑβραίων περιέχειν.

καὶ πρὸς τῷ τέλει δὲ τῆς εἰκοστῆς ἀρχαιολογίας ἐπισημαίνεται
ὁ αὐτὸς, ὡσὰν προῃρημένος ἐν τέτταρσι
συγγράψαι βιβλίοις κατὰ τὰς πατρίους δόξας τῶν Ἰουδαίων
περὶ θεοῦ καὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ, καὶ περὶ τῶν
νόμων, διὰ τί κατ᾿ αὐτοὺς τὰ μὲν ἔξεστι πράττειν, τὰ
 δὲ κεκώλυται. καὶ ἄλλα δὲ αὐτῷ σπουδασθῆναι ὁ αὐτὸς
ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτοῦ μνημονεύει λόγοις.

πρὸς
τούτοις εὔλογον καταλέξαι καὶ ἃς ἐπ᾿ αὐτοῦ τῆς ἀρχαιολογίας
τοῦ τέλους φωνὰς παρατέθειται, εἰς πίστωσιν
τῆς τῶν ἐξ αὐτοῦ παραληφθέντων ἡμῖν μαρτυρίας.
 διαβάλλων δῆτα Ἰοῦστον Τιβεριέα, ὁμοίως αὐτῷ τὰ
κατὰ τοὺς αὐτοὺς ἱστορῆσαι χρόνους πεπειραμένον, ὡς
μὴ τἀληθῆ συγγεγραφότα πολλάς τε ἄλλας εὐθύνα
ἐπαγαγὼν τῷ ἀνδρὶ, καὶ ταῦτα αὐτοῖς ῥήμασιν ἐπιλέγει

“οὐ μὴν ἐγώ σοι τὸν αὐτὸν τρόπον περὶ τῆς
 “ἐμαυτοῦ γραφῆς ἔδεισα, ἀλλ᾿ αὐτοῖς ἐπέδωκα τοῖς
 

 
αὐτοκράτορσι τὰ βιβλία, μόνον οὐχὶ τῶν ἔργων ἤδη
βλεπομένων. συνῄδειν γὰρ ἐμαυτῷ τετηρηκότι τὴν
τῆς ἀληθείας παράδοσιν, ἐφ’ ᾗ μαρτυρίας τεύξεσθαι
προσδοκήσας οὐ διήμαρτον.

καὶ ἄλλοις δὲ πολλοῖς
ἐπέδωκα τὴν ἱστορίαν, ὧν ἔνιοι καὶ παρατετυχἡκεσαν 
τῷ πολέμῳ, καθάπερ βασιλεὺς Ἀγρίππας
καί τινες αὐτοῦ τῶν συγγενῶν.

ὁ μὲν γὰρ αὐτοκράτωρ
Τίτος οὕτως ἐκ μόνων αὐτῶν ἐβουλήθη τὴν
γνῶσιν τοῖς ἀνθρώποις παραδοῦναι τῶν πράξεων,
ὥστε χαράξας τῇ αὐτοῦ χειρὶ τὰ βιβλία δημοσιεύεσθαι 
προσέταξεν, ὁ δὲ βασιλεὺς Ἀγρίππας ἐξήκοντα
δύο ἔγραψεν ἐπιστολὰς, τῇ τῆς ἀληθείας παραδόσει
μαρτυρῶν, ἀφ’ ὧν καὶ δύο παρατίθησιν. ἀλλὰ τὰ
μὲν κατὰ τοῦτον ταύτῃ πη δεδηλώσθω, ἴωμεν δ’ ἐπὶ
τὰ ἑξῆς.

[Nic. H. E. III, 9] Μετὰ τὴν Ἰακώβου μαρτυρίαν
καὶ τὴν αὐτίκα γενομένην ἅλωσιν τῆς Ἱερουσαλὴμ
λόγος κατέχει τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν τοῦ κυρίου
μαθητῶν τοὺς εἰσέτι τῷ βίῳ λειπομένους ἐπὶ
ταὐτὸ πανταχόθεν συνελθεῖν, ἅμα τοῖς πρὸς γένους 
κατὰ σάρκα τοῦ κυρίου (πλείους γὰρ καὶ τούτων περιῆσαν
εἰσέτι τότε τῷ βίῳ) βουλήν τε ὁμοῦ τοὺς πάντας
περὶ τοῦ τίνα χρὴ τῆς Ἰακώβου διαδοχῆς ἐπικρῖναι
ἄξιον ποιήσασθαι, καὶ δὴ ἀπὸ μιᾶς γνώμης τοὺς
πάντας Συμεῶνα τὸν τοῦ Κλωπᾶ, οὗ καὶ ἡ τοῦ εὐαγγελίου 
μνημονεύει γραφὴ, τοῦ τῆς αὐτόθι παροικίας
θρόνου ἄξιον εἶναι δοκιμάσαι, ἀνεψιόν γε, ὥς φασι,
γεγονότα τοῦ σωτῆρος. τὸν γὰρ οὖν Κλωπᾶν ἀδελφὸν
τοῦ Ἰωσὴφ ὑπάρχειν Ἡγήσιππος ἱστορεῖ.

[Nic. H. E. III, 10] Καὶ ἐπὶ τούτοις Οὐεσπασιανὸν 
μετὰ τὴν τἂν Ἱεροσολύμων ἅλωσιν πάντας
τοὺς ἀπὸ γένους Δαβὶδ, ὡς ἂν μὴ περιλειφθείη

 
παρὰ Ἰουδαίοις τῶν ἀπὸ τῆς βασιλικῆς φυλῆς, ἀνα
ζητεῖσθαι προστάξαι, μέγιστόν τε Ἰουδαίοις αὖθις ἐν
ταύτης διωγμὸν ἐπαρτηθῆναι τῆς αἰτίας.

Ἐπὶ δέκα δὲ τὸν Οὐεσπασιανὸν ἔτεσι βα
 σιλεύσαντα αὐτοκράτωρ Τίτος ὁ παῖς διαδέχεται, ου
κατὰ δεύτερον ἔτος τῆς βασιλείας Λίνος ἐπίσκοπο
τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας δυοκαίδεκα τὴν λειτουργία
ἐνιαυτοῖς κατασχὼν Ἀνεγκλήτῳ ταύτην παραδίδωσι
Τίτον δὲ Δομετιανὸς ἀδελφὸς διαδέχεται, δύο ἔτεο
 καὶ μησὶ τοῖς ἴσοις βασιλεύσαντα.

Τετάρτῳ μὲν οὖν ἔτει Δομετιανοῦ τῆς κατ’
Ἀλεξάνδρειαν παροικίας ὁ πρῶτος Ἀννιανὸς, δύο
πρὸς εἴκοσιν ἀναπλήσας ἔτη, τελευτᾷ, διαδέχεται δ’
αὐτὸν δεύτερος Ἀβίλιος.

Δωδεκάτῳ δὲ ἔτει τῆς ἡγεμονίας τῆς Ῥωμαίων
ἐκκλησίας Ἀνέγκλητον ἔτεσιν ἐπισκοπεύσαντα
δεκαδύο διαδέχεται Κλήμης. ὃν συνεργὸν ἑαυτοῦ
γενέσθαι Φιλιππησίοις ἐπιστέλλων ὁ ἀπόστολος δι-
δάσκει λέγων “μετὰ καὶ Κλήμεντος καὶ τῶν λοιπῶν
 “συνεργῶν μου μου, ὧν τὰ ὀνόματα ἐν βίβλῳ ζωῆς.''

Τούτου δὴ οὑν τοῦ Κλήμεντος ὁμολογουμένη
μία ἐπιστολὴ φέρεται, μεγάλη τε καὶ θαυμασία,
ἥν ὡς ἀπὸ τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας τῇ Κορινθίων
διετυπώσατο, στάσεως τηνικάδε κατὰ τὴν Κόρινθον
 γενομένης. ταύτην δὲ καὶ ἐν πλείσταις ἐκκλησίαις
ἐπὶ τοῦ κοινοῦ δεδημοσιευμένην πάλαι τε καὶ καθ’
ἡμᾶς αὐτοὺς ἔγνωμεν. καὶ ὕτι γε κατὰ τὸν δηλούμενον
τὰ τῆς Κορινθίων κεκίνητο στάσεως ἀξιόχρεως
μάρτυς ὁ Ἡγήσιππος.

[Nic. II. E. III, 9] Πόλλην γε μὴν εἰς πολ-
 

 
λοὺς ἐπιδειξάμενος ὁ Δομετιανὸς ὠμότητα, οὐκ ἀλίγον
τε τῶν ἐπὶ Ῥώμης εὐπατριδῶν τε καὶ ἐπισήμων
ἀνδρῶν πλῆθος οὐ μετ’ εὐλόγου κρίσεως κτείνας,
μυρίους τε ἄλλους ἐπιφανεῖς ἄνδρας ταῖς ὑπὲρ τὴν
ἐνορίαν ζημιώσας φυγαῖς καὶ ταῖς τῶν οὐσιῶν ἀποβολαῖς 
ἀναιτίως, τελευτῶν τῆς Νέρωνος θεοεχθρίας
τε καὶ θεομαχίας διάδοχον ἑαυτὸν κατεστήσατο. δεύτερος
δῆτα τὸν καθ’ ἡμῶν ἀνεκίνει διωγμὸν, καίπερ
τοῦ πατρὸς αὐτῷ Οὐεσπασιανοῦ μηδὲν καθ’ ἡμῶν
ἄτοπον ἐπινοήσαντος.

[Nic. H. E. III, 9] Ἐν τούτῳ κατέχει λόγος
τὸν ἀπόστολον ἅμα καὶ εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην
ἔτι τῷ βίῳ ἐνδιατρίβοντα, τῆς εἰς τὸν θεῖον λόγον
ἕνεκεν μαρτυρίας, Πάτμον οἰκεῖν καταδικασθῆναι
τὴν νῆσον.

γράφων γέ τοι ὁ Εἰρήναιος περὶ τῆς 
ψήφου τῆς κατὰ τὸν ἀντίχριστον προσηγορίας φερομένης
ἐν τῇ Ἰωάννου λεγομένῃ προσηγορίας αὐταῖς
συλλαβαῖς ἐν πέμπτῳ τῶν πρὸς τὰς αἱρέσεις
ταῦτα περὶ τοῦ Ἰωάννου φησίν

“εἰ δὲ ἔδει ἀναφανδὸν
ἐν τῷ νῦν καιρῷ κηρύττεσθαι τοὔνομα αὐ- 
‘τοῦ, δι’ ἐκείνου ἂν ἐρρέθη τοῦ καὶ τὴν ἀποκάλυψιν
ἑωρακότος. οὐδὲ γὰρ πρὸ πολλοῦ χρόνου ἑωράθη,
“ ἀλλὰ σχεδὸν ἐπὶ τῆς ἡμετέρας γενεὰς, πρὸς τῷ τέλει
τῆς Δομετιανοῦ ἀρχῆς.”

εἰς τοσοῦτον δὲ ἄρα
κατὰ τοὺς δηλουμένους ἡ τῆς ἡμετέρας πίστεως διέλαμπε 
διδασκαλία, ὡς καὶ τοὺς ἄποθεν τοῦ καθ’
ἡμὰς λόγου συγγραφεῖς μὴ ἀποκνῆσαι ταῖς αὐτῶν
ἱστορίαις τόν τε διωγμὸν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ μαρτύρια
παραδοῦναι, οἴ γε καὶ τὸν καιρὸν ἐπ’ ἀκριβὲς ἐπεσημήνατο,
ἐν ἔτει πεντεκαιδεκάτῳ Δομετιανοῦ μετὰ 
 

 
πλείστων ἑτέρων καὶ Φλαουίαν Δομέτιλλαν ἱστορη
σαντες, ἐξ ἀδελφῆς γεγονυῖαν Φλαουίου Κλήμεντος
ἑνὸς τῶν τηνικάδε ἐπὶ Ῥώμης ὑπάτων, τῆς εἰς Χρι
’στὸν μαρτυρίας ἕνεκεν εἰς νῆσον Ποντίαν κατὰ τιμο
 ρίαν δεδόσθαι.

[Nic. H. E. III, 10] Τοῦ δ’ αὐτοῦ Δόμε
τιανοῦ τοὺς ἀπὸ γένους Δαβὶδ ἀναιρεῖσθαι προστα
ξαντος παλαιὸς κατέχει λόγος τῶν αἱρετικῶν τινα
κατηγορῆσαι τῶν ἀπογόνων Ἰούδα, (τοῦτον δὲ
 ἀδελφὸν κατὰ σάρκα τοῦ σωτῆρος), ὡς ἀπὸ γένους
τυγχανόντων Δαβὶδ, καὶ ὡς αὐτοῦ συγγένειαν τοῦ
Χριστοῦ φερόντων. ταῦτα δὲ δηλοῖ κατὰ λέξιν ὧδέ
πως λέγων ὁ Ἡγήσιππος·

“Ἔτι δὲ περιῆσαν οἱ ἀπὸ γένους τοῦ κυρίου
 “υἱωνοὶ Ἰούδα, τοῦ κατὰ σάρκα λεγομένου αὐτοῦ
“ἀδελφοῦ, οὓς ἐδηλατόρευσαν ὡς ἐκ γένους ὄντας
‘Δαβίδ. τούτους δ’ ὁ Ἰουόκατος ἤγαγε πρὸς Δομε-
“τιανὸν Καίσαρα· ἐφοβεῖτο γὰρ τὴν παρουσίαν τοῦ
“Χριστοῦ Χριστοῦ ὡς καὶ Ἡρώδης.

καὶ ἐπηρώτησεν αὐ-
 “τοὺς εἰ ἐκ Δαβίδ εἰσι, καὶ ὡμολόγησαν. τότε ἐπηρώτησεν
αὐτοὺς πόσας κτήσεις ἔχουσιν, ἢ πόσων
χρημάτων κυριεύουσιν. οἱ δὲ εἶπαν ἀμφότεροι ἐννακισχίλια
δηνάρια ὑπάρχειν αὐτοῖς μόνα, ἑκάστῳ
“αὐτῶν ἀνήκοντος τοῦ ἡμίσεος. καὶ ταῦτα οὐκ ἐν
 “ἀργυρίοις ἔφασκον ἔχειν, ἀλλ’ ἐν διατιμήσει γῆς
πλέθρων τριάκοντα ἐννέα μόνων, ἐξ ὧν καὶ τοὺς
‘φόρους ἀναφέρειν καὶ αὐτοὺς αὐτουργοῦντας δια-
᾿῾τρέφεσθαι.

εἶτα δὲ καὶ τὰς χεῖρας τὰς
‘ἐπιδεικνύναι, μαρτύριον τῆς αὐτουργίας τὴν τοῦ σώ-
 “ματος σκληρίαν καὶ τοὺς ἀπὸ τῆς συνεχοῦς ἐργασίας
῾ ἐναποτυπωθέντας ἐπὶ τῶν ἰδίων χειρῶν τύλους πα-
‘ριστάντας.

ἐρωτηθέντας δὲ περὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ

 
τῆς βασιλείας αὐτοῦ, ὁποία τις εἴη καὶ ποῖ καὶ πότε
φανησομένη, λόγον δοῦναι ὡς οὐ κοσμικὴ μὲν οὐδ’
ἐπίγειος, ἐπουράνιος δὲ καὶ ἀγγελικὴ τυγχάνει, ἐπὶ
συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος γενησομένη, ὁπηνίκα ἐλθὼν
ἐν δόξῃ κρινεῖ ζῶντας καὶ νεκροὺς, καὶ ἀποδώσει 
ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ.

ἐφ’ οἷς
μηδὲν αὐτῶν κατεγνωκότα τὸν Δπμετιανὸν, ἀλλὰ
καὶ ὡς εὐτελῶν καταφρονήσαντα, ἐλευθέρους μὲν
αὐτοὺς ἀνεῖναι, καταπαῦσαι δὲ διὰ προστάγματος
τὸν κατὰ τῆς ἐκκλησίας διωγμόν.

τοὺς δὲ ἀπολυθέντας 
ἡγήσασθαι τῶν ἐκκλησιῶν, ὡσὰν δὴ μάρτυρας
ὁμοῦ καὶ ἀπὸ γένους ὄντας τοῦ κυρίου, γενομένης
τε εἰρήνης μέχρι Τραϊανοῦ παραμεῖναι αὐτοὺς
τῷ βίῳ.”

ταῦτα μὲν ὁ Ἡγήσιππος. οὐ μὴν ἀλλὰ
καὶ ὁ Τερτυλλιανὸς τοῦ Δομετιανοῦ τοιαύτην πεποίηται 
μνήμην· “πεπειράκει ποτὲ καὶ Δομετιανὸς ταὐτὸ
‘ποιεῖν ἐκείνῳ, μέρος ὢν τῆς Νέρωνος ὠμότητος.
ἀλλ’ οἶμαι ἅτε ἔχων τι συνέσεως τάχιστα ἐπαύσατο,
‘ἀνακαλεσάμενος καὶ οὓς ἐξεληλάκει.”

μετὰ δὲ τὸν
Δομετιανὸν πεντεκαίδεκα ἔτεσιν ἐπικρατήσαντα Νέρουα 
τὴν ἀρχὴν διαδεξαμένου καθαιρεθῆναι μὲν τὰς
Δομετιανο τιμὰς, ἐπανελθεῖν δὲ ἐπὶ τὰ οἰκεῖα μετὰ
τοῦ καὶ τὰς οὐσίας ἀπολαβεῖν τοὺς ἀδίκως ἐξεληλαμένους,
ἡ Ῥωμαίων σύγκλητος βουλὴ ψηφίζεται·
ἱστοροῦσιν οἱ γραφῇ τὰ κατὰ τοὺς χρόνους παραδόντες.

τότε δὴ οὖν καὶ τὸν ἀπόστολον Ἰωάννην ἀπὸ
τῆς κατὰ τὴν νῆσον φυγῆς τὴν ἐπὶ τῆς Ἐφέσου διατριβὴν
ἀπειληφέναι ὁ τῶν παρ’ ἡμῖν ἀρχαίων παραδίδωσι
λόγος.

Μικρῷ δὲ πλέον ἐνιαυτοῦ βασιλεύσαντα 
 

 
Νέρουαν διαδέχεται τραϊανός, οὗ δὴ πρῶτον ἕτο
ἦν, ἐν ᾧ τῆς κατ’ Ἀλεξάνδρειαν παροικίας Ἀβίλιο
δέκα πρὸς τρισὶν ἔτεσιν ἡγησάμενον διαδέχεται Κε
δῶν. τρίτος οὗτος τῶν αὐτόθι μετὰ τὸν πρῶτον Ἀ(??)
 νιανὸν προέστη. ἐν τούτῳ δὲ Ῥωμαίων εἰσέτι Κλη
μὴς ἡγεῖτο, τρίτον καὶ αὐτὸς ἐπέχων τῶν τῇδε μετ
Παῦλόν τε καὶ Πέτρον ἐπισκοπευσάντων βαθμόν
Λίνος δὲ ὁ πρῶτος ἠν, καὶ μετ’ αὐτὸν Ἀνέγκλητος.

[Nic. H. E. III, 11] Ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπ’ Ἀη
 τιοχείας Εὐοδίου πρώτου καταστάντος δεύτερος
τοῖς δηλουμένοις Ἰγνάτιος ἐγνωρίζετο. Συμεὼν ὁμοίως
δεύτερος μετὰ τὸν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀδελφὸν τῆς
ἐν Ἱεροσολύμοις ἐκκλησίας κατὰ τούτους τὴν λειτουργίαν
εἶχεν,

[Nic. H. E. III, 11 H, 42] Ἐπὶ τούτοις
κατὰ τὴν Ἀσίαν ἔτι τῷ βίῳ περιλειπόμενος αὐτὸς
ἐκεῖνος, ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, ἀπόστολος ὁμοῦ καὶ εὐαγγελιστὴς
Ἰωάννης τὰς αὐτόθι διεῖπεν ἐκκλησίας,
ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν νῆσον μετὰ τὴν Δομετιανοῦ τελευτὴν
 ἐπανελθὼν φυγῆς.

ὅτι δὲ εἰς τούτους ἔτι τῷ
βίῳ περιῆν ἀπόχρη διὰ δύο πιστώσασθαι τὸν λόγον
μαρτύρων. πιστοὶ δ’ ἂν εἶεν οὗτοι, τῆς
πρεσβεύσαντες ὀρθοδοξίας, εἰ δὴ τοιοῦτοι Εἰρηναῖος
καὶ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς.

ὧν ὁ μὲν
 πρότερος ἐν δευτέρῳ τῶν πρὸς τὰς αἱρέσεις ὡδέ πως
γράφει κατὰ λέξιν “καὶ πάντες δὲ οἱ πρεσβύτεροι
“μαρτυροῦσιν, οἱ κατὰ τὴν Ἀσίαν Ἰωάννῃ τῷ τοῦ
“κυρίου μαθητῇ συμβεβληκότες, παραδεδωκέναι τὸν
“ Ἰωάννην. παρέμεινε γὰρ αὐτοῖς μέχρι τῶν τραϊα-
 “νοῦ χρόνων.”

καὶ έν τρίτῳ δὲ τῆς αὐτῆς ὑπο-
 

 
θέσεως ταὐτὸ τοῦτο δηλοῖ διὰ τούτων “ἀλλὰ καὶ ἡ
“ἐν Ἐφέσῳ ἐκκλησία ὑπὸ Παύλου μὲν τεθεμελιωμένη,
“Ἰωάννου δὲ παραμείναντος αὐτοῖς μέχρι τῶν Τραϊ-
“ανοῦ χρόνων, μάρτυς ἀληθής ἐστι τῆς τῶν ἀπο-
“στόλων παραδόσεως.”

ὁ δὲ Κλήμης ὁμοῦ καὶ τὸν 
χρόνον ἐπισημηνάμενος καὶ ἱστορίαν ἀναγκαιοτάτην
οἷς τὰ καλὰ καὶ ἐπωφελῆ φίλον ἀκούειν προστίθησιν
ἐν ᾧ “τίς ὁ σωζόμενος πλούσιος” ἐπέγραψεν αὐτοῦ
συγγράμματι. λαβὼν δὲ ἀνάγνωθι ὧδέ πως
ἔχουσαν καὶ αὐτοῦ τὴν γραφήν

“ἄκουσον μῦθον 
οὐ μῦθον, ἀλλὰ ὄντα λόγον, περὶ Ἰωάννου τοὐ ἀποστόλου
στόλου παραδεδομένον καὶ μνήμῃ πεφυλαγμένον.
ἐπειδὴ γὰρ τοῦ τυράννου τελευτήσαντος ἀπὸ τῆς
Πάτμου τῆς νήσου μετῆλθεν ἐπὶ τὴν Ἔφεσον, ἀπῄει
παρακαλούμενος καὶ ἐπὶ τὰ πλησιόχωρα τῶν ἐθνῶν, 
ὅπου μὲν ἐπισκόπους καταστήσων, ὅπου δὲ ὅλας ἐκκλησίας
ἁρμόσων, ὅπου δὲ κλήρῳ ἔνα γέ τινα κληρώσων
τῶν ὑπὸ τοῦ πνεύματος σημαινομένων.

ἐλθὼν οὖν καὶ ἐπί τινα τῶν οὐ μακρὰν πόλεων, ἧς
καὶ τοὔνομα λέγουσιν ἔνιοι, καὶ τἄλλα ἀναπαύσας 
τοὺς ἀδελφοὺς, ἐπὶ πᾶσι τῷ καθεστῶτι προσβλέψας
ἐπισκόπῳ, νεανίσκον ἱκανὸν τῷ σώματι καὶ τῇ ὄψει
ἀστεῖον καὶ θερμὸν τὴν ψυχὴν ἰδὼν, “τοῦτον” ἔφη
σοὶ παρακατατίθεμαι μετὰ πάσης σπουδῆς, ἐπὶ τῆς
ἐκκλησίας καὶ τοῦ Χριστοῦ μάρτυρος.” τοῦ δὲ δεχομένου 
καὶ πάνθ’ ὑπισχνουμένου καὶ πάλιν τὰ αὐτὰ
διελέγετο καὶ διεμαρτύρετο.

εἶτα ὁ μὲν ἀπῇρεν
ἐπὶ τὴν Ἔφεσον, ὁ δὲ πρεσβύτερος ἀναλαβὼν οἴκαδε
τὸν παραδοθέντα νεανίσκον ἔτρεφε, συνεῖχεν,
ἔθαλπε, τὸ τελευταῖον ἐφώτισε. καὶ μετὰ τοῦτο 
 

 
“ὑφῆκε τῆς πλείονος ἐπιμελείας καὶ παραφυλακῆς, ὡς
“τὸ τέλειον αὐτῷ φυλακτήριον ἐπιστήσας τὴν σφρα–
“γῖδα τοῦ κυρίον.

Τῷ δὲ ἀνέσεως πρὸ ὥρας λαβο–
“μένῳ προσφθείρονταί τινες ἥλικες ἀργοὶ καὶ ἀπερ–
 ”ρωγότες, ἐθάδες κακῶν. Καὶ πρῶτον μὲν δἰ ἑστιά–
“σεων πολυτελῶν αὐτὸν ἐπάγονται, εἶτά που καὶ νύ–
“κτωρ ἐπὶ λωποδυσίαν ἐξιόντες συνεπάγονται, εἶτά
“τι καὶ μεῖζον συμπράττειν ἠξίουν.

ὁ δὲ κατ’ ὀλί–
“γον προσειθίζετο, καὶ διὰ μέγεθος φύσεως, ἐκστὰς
 ” ὥσπερ ἄστομος καὶ εὔρωστος ἵππος ὀρθῆς ὁδοῦ καὶ
“τὸν χαλινὸν ἐνδακὼν, μειζόνως κατὰ τῶν βαράθρων
“ἐφέρετο.

ἀπογνοὺς δὲ τελέως τὴν ἐν θεῷ σω–
“τηρίαν οὐδὲν ἔτι μικρὸν διενοεῖτο, ἀλλὰ μέγα τι
“πράξας, έπειδήπερ ἄπαξ, άπολώλει, ἴσa τοῖς ἄλλοις
 “παθεῖν ήξίον. Αὐτοὺς δὴ τούτονς άναλαβὼν καὶ λῳ–
“στήριον σνγκροτήσας ἕτοιμος λᾐσταρχος ἦν, βιαιό- 
"τατος, μιαιφονώτατος, χαλεπώτατος.

χρόνος ἐν
“μέβῳ, καί τίνος έπιπεσούης χρείας άνακαλοῦσι τὸν
“ ‘Ιωάννην. ό δε έπε ι τά ἄλλα ὧν χάριν ἧκε κατεβτή- 
 “sατο, ἄγε δὴ, ἔφη, ὧ έπίσκοπε, τὴν παρακαταθή-
“κην áπόδος ήμῖν, ἥν ἐγώ τε καὶ ο Χριστός σοι πα-
 "ρακατεθέμεθα έπὶ τἠς έκκλησίας, ἧς προκαδίζῃ,
"μάρτνρος.

ό δὲ τὸ μὲν πρῶτον έξεπλάγη, χρή-
“ματα οἰόμενος, ἅπερ οὐκ ἔλαβε, σνκοφαντεῖσθαι, καὶ
 "οὔτε πιιστεύειν εἶχεν ὑπὲρ ὧν οὐκ ἔσχεν οὔτε ἀπιστεῖν
“’Ιωάννῃ. ὡς δὲ “τὸν νεανίσκον” εἶπεν “ἀπαιτῶ καὶ τὴν 
“φνχὴν τοῦ άδελφοῦ," στενάξας κάτωθεν ὁ πρεσβύτης 
“καί τι καὶ έπιδακρύσας, “έκεῖνος” ἔφη "τέθνηκε."
“πῶς καὶ τίνα θάνατον; " "θεῷ τέθνηκεν" εἶπεν. 
 "άπέβη γὰρ πονηρός καὶ εξώλης, καὶ τὸ κεφάλαιον,
“λῃστής. Καὶ νῦν άντὶ τῆς έκκλησίας τὸ ὄρος κατεί-
“ληφε μεθ' όμοίον στρατιωτικοῦ”

καταρρηζάμε-

 
“νος οὖν τὴν ἐσθῆτα ὁ ἀπόστολος, καὶ μετὰ μεγάλης
“οἰμωγῆς πληξάμενος τὴν κεφαλὴν, καλόν γε, ἔφη,
“φύλακα τῆς τἀδελφοῦ ψυχῆς κατέλιπον. ἀλλ᾿ ἵππος
“ἤδη μοι παρέστω, καὶ ἡγεμὼν γινέσθω μοί τις τῆς
“ὁδοῦ. ἤλαυνεν, ὥσπερ εἶχεν, αὐτόθεν ἀπὸ τῆς ἐκ- 
“κλησίας.

ἐλθὼν δὲ εἰς τὸ χωρίον ὑπὸ τῆς προ-
“φυλακῆς τῶν λῃστῶν ἁλίσκεται, μήτε φεύγων μήτε
“παραιτούμενος, ἀλλὰ βοῶν, ἐπὶ τοῦτ᾿ ἐλήλυθα, ἐπὶ
“τὸν ἄρχοντα ὑμῶν ἀγάγετέ με.

ὃς τέως, ὥσπερ
“ὥπλιστο, ἀνέμενεν, ὡς δὲ προσιόντα ἐγνώρισε τὸν 
“Ἰωάννην, εἰς φυγὴν αἰδεσθεὶς ἐτράπετο. ὁ δὲ ἐδί-
“ωκεν ἀνὰ κράτος, ἐπιλαθόμενος τῆς ἡλικίας τῆς ἑαυ-
“τοῦ, κεκραγὼς,

τί με φεύγεις, τέκνον, τὸν σαυ-
“τοῦ πατέρα, τὸν γυμνὸν, τὸν γέροντα; ἐλέησόν με,
“τέκνον, μὴ φοβοῦ. ἔχεις ἔτι ζωῆς ἐλπίδα. ἐγὼ 
“Χριστῷ λόγον δώσω ὑπὲρ σοῦ, ἂν δέῃ, τὸν σὸν θά-
“νατον ἑκὼν ὑπομενῶ, ὡς ὁ κύριος τὸν ὑπὲρ ἡμῶν.
“ὑπὲρ σοῦ τὴν ψυχὴν ἀντιδώσω τὴν ἐμήν. στῆθι,
“πίστευσον, Χριστός με ἀπέστειλεν.

ὁ δὲ ἀκού-
“σας πρῶτον μὲν ἔστη κάτω βλέπων, εἶτα ἔρριψε τὰ 
“ὅπλα, εἶτα τρέμων ἔκλαιε πικρῶς. προσελθόντα δὲ
“τὸν γέροντα περιέλαβεν, ἀπολογούμενος ταῖς οἰμω-
“γαῖς ὡς ἐδύνατο καὶ τοῖς δάκρυσι βαπτιζόμενος ἐκ
“δευτέρου, μόνην ἀποκρύπτων τὴν δεξιάν.

ὁ δ᾿
“ἐγγυώμενος, ἐπομνύμενος, ὡς ἄφεσιν αὐτῷ παρὰ 
“τοῦ σωτῆρος ηὕρηται, δεόμενος, γονυπετῶν, αὐτὴν
“τὴν δεξιὰν ὡς ὑπὸ τῆς μετανοίας κεκαθαρμένην κα-
“ταφιλῶν, ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν ἐπανήγαγε, καὶ δαψι-
“λέσι μὲν εὐχαῖς ἐξαιτούμενος, συνεχέσι δὲ νηστείαις
“συναγωνιζόμενος, ποικίλαις δὲ σειρῆσι λόγων κατε- 
“πᾴδων αὐτοῦ τὴν γνώμην οὐ πρότερον ἀπῆλθεν, ὥς
“φασι, πρὶν αὐτὸν ἀποκατέστησε τῇ ἐκκλησίᾳ, διδοὺς

 
“μέγα παράδειγμα μετανοίας ἀληθινῆς καὶ μέγα γνώ-
“ρισμα παλιγγενεσίας, τρόπαιον ἀναστάσεως βλεπο-
“μένη.”

[Nic. H. E. II, 45] Ταῦτα τοῦ Κλήμεντος,
 ἱστορίας ὁμοῦ καὶ ὠφελείας τῆς τῶν ἐντευξομένων
ἕνεκεν, ἐνταῦθά μοι κείσθω. φέρε δὲ καὶ τοῦδε τοῦ
ἀποστόλου τὰς ἀναντιρρήτους ἐπισημηνώμεθα γραφάς.

καὶ δὴ τὸ κατ᾿ αὐτὸν εὐαγγέλιον ταῖς ὑπὸ
τὸν οὐρανὸν διεγνωσμένον ἐκκλησίαις πρῶτον ἀνωμολογήσθω.
 ὅτι γε μὴν εὐλόγως πρὸς τῶν ἀρχαίων
ἐν τετάρτῃ μοίρᾳ τῶν ἄλλων τριῶν κατείλεκται, ταύτῃ
ἂν γένοιτο δῆλον.

οἱ θεσπέσιοι καὶ ὡς ἀληθῶς
θεοπρεπεῖς, φημὶ δὲ τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἀποστόλους,
τὸν βίον ἄκρως κεκαρθαρμένοι, καὶ ἀρετῇ πάσῃ τὰς
 ψυχὰς κεκοσμημένοι, τὴν δὲ γλῶτταν ἰδιωτεύοντες,
τῇ γε μὴν πρὸς τοῦ σωτῆρος αὐτοῖς δεδωρημένῃ θείᾳ
καὶ παραδοξοποιῷ δυνάμει θαρσοῦντες, τὸ μὲν ἐν
περινοίᾳ καὶ τέχνῃ λόγων τὰ τοῦ διδασκάλου μαθήματα
πρεσβεύειν οὔτε ᾔδεσαν οὔτε ἐνεχείρουν, τῃ
 δὲ τοῦ θείου πνεύματος τοῦ συνεργοῦντος αὐτοῖς~
ἀποδείξει καὶ τῇ δι᾿ αὐτῶν συντελουμένῃ θαυματουργῷ
τοῦ Χριστοῦ δυνάμει μόνῃ χρώμενοι, τῆς τῶν
οὐρανῶν βασιλείας τὴν γνῶσιν ἐπὶ πᾶσαν κατήγγελλον
τὴν οἰκουμένην, σπουδῆς τῆς περὶ τὸ λογογραφεῖν
 μικρὰν ποιούμενοι φροντίδα.

καὶ τοῦτ᾿ ἔπραττον
ἅτε μείζονι καὶ ὑπὲρ ἄνθρωπον ἐξυπηρετούμενοι
διακονίᾳ. ὁ γοῦν Παῦλος πάντων ἐν παρασκευῇ λόγων
δυνατώτατος νοήμασί τε ἱκανώτατος γεγονὼς,
οὐ πλέον τῶν βραχυτάτων ἐπιστολῶν γραφῇ παρα
 δέδωκε, καίτοι μυρία γε καὶ ἀπόρρητα λέγειν ἔχων,
ἅτε τῶν μέχρις οὐρανοῦ τρίτου θεωρημάτων ἐπιψαύσας,
ἐπ᾿ αὐτόν τε τὸν θεοπρεπῆ παράδεισον ἀναρ-

 
πασθεὶς καὶ τῶν ἐκεῖσε ῥημάτων ἀρρήτων ἀξιωθεὶς
ἐπακοῦσαι.

οὐκ ἄπειροι μὲν οὖν ὑπῆρχον τῶν αὐτῶν
καὶ οἶ λοιποὶ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν φοιτηταὶ, δώδεκα
μὲν ἀπόστολοι, ἑβδομήκοντα δὲ μαθηταὶ, ἄλλοι
τε ἐπὶ τούτοις μυρίοι. ὅμως δ’ οὖν ἐξ ἀπάντων τῶν 
τοῦ κυρίου διατριβῶν ὑπομνήματα Ματθαῖος ἡμῖν
καὶ Ἰωάννης μόνοι καταλελοίπασιν, οὓς καὶ ἐπάναγκες
ἐπὶ τὴν γραφὴν ἐλθεῖν κατέχει λόγος.

Ματθαῖος
μὲν γὰρ πρότερον Ἑβραίοις κηρύξας, ὡς ἤμελλεν καὶ
ἐφ’ ἑτέρους ἰέναι, πατρίῳ γλώττῃ γραφῆ παραδοὺς 
τὸ κατ’ αὐτὸν εὐαγγέλιον τὸ λεῖπον τῇ αὐτοῦ παρουσίᾳ
τούτοις, ἀφ’ ὧν ἐστέλλετο, διὰ τῆς γραφῆς ἀπεπλήρου.

ἤδη δὲ Μάρκου καὶ Λουκᾶ τῶν κατ’ αὐτοὺς
εὐαγγελίων τὴν ἔκδοσιν πεποιημένων Ἰωάννην
φασὶ, τὸν πάντα χρόνον ἀγράφῳ κεχρημένον κηρύγματι, 
τέλος καὶ ἐπὶ τὴν γραφὴν ἐλθεῖν τοιᾶσδε χάριν
αἰτίας. τῶν προαναγραφέντων τριῶν εἰς πάντας ἤδη
καὶ εἰς αὐτὸν διαδεδομένων ἀποδέξασθαι μέν φασιν
ἀλήθειαν αὐτοῖς ἐπιμαρτυρήσαντα, μόνην δὲ ἄρα
λείπεσθαι τῇ γραφῇ τὴν περὶ τῶν ἐν πρώτοις καὶ 
κατ’ ἀρχὴν τοῦ κηρύγματος ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ πεπραγμένων
διήγησιν.

καὶ ἀληθής γε ὁ λόγος. τοὺς
ἄλλους γοῦν τρεῖς εὐαγγελιστὰς συνιδεῖν πάρεστι
μόνα τὰ μετὰ τὴν ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ Ἰωάννου τοῦ
βαπτιστοῦ κάθειρξιν ἐφ’ ἔνα ἐνιαυτὸν πεπραγμένα 
τῷ σωτῆρι συγγεγραφότας, αὐτό τε τοῦτ’ ἐπισημηναμένους
κατ’ ἀρχὰς τῆς αὐτῶν ἱστορίας.

μετὰ
γοῦν τὴν τεσσαρακονταήμερον νηστείαν καὶ τὸν ἐπ’
αὐτῇ πειρασμὸν τὸν χρόνον τῆς ἰδίας γραφῆς ὁ μὲν
Ματθαῖος δηλοῖ λέγων “ἀκούσας δὲ ὅτι Ἰωάννης πα- 
 

 
“ρεδόθη ἀνεχώρησεν ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν
“λιλαίαν.”

ὁ δὲ Μάρκος ὡσαύτως “μετὰ δὲ τὸ
“παραδοθῆναι” φησὶν “Ἰωάννην ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς
“τὴν Γαλιλαίαν.” καὶ ὁ Λουκᾶς δὲ, πρὶν ἄρξασθαι
 τῶν τοῦ Ἰησοῦ πράξεων, παραπλησίως ἐπιτηρεῖ φάσκων
ὡς ἄρα προσθεὶς Ἡρώδης οἷς διεπράξατο πονηροῖς
κατέκλεισε τὸν Ἰωάννην ἐν φυλακῇ.

παρακληθέντα
δὴ οὖν τούτων ἕνεκά φασι τὸν ἀπόστολον
Ἰωάννην τὸν ὑπὸ τῶν προτέρων εὐαγγελιστῶν παρασιωπηθέντα
 χρόνον καὶ τὰ κατὰ τοῦτον πεπραγμένα
τῷ σωτῆρι (ταῦτα δ’ ἦν τὰ πρὸ τῆς τοῦ βαπτιστοῦ
καθείρξεως) τῷ κατ’ αὐτὸν εὐαγγελίῳ παραδοῦναι,
αὐτό τε τοῦτ’ ἐπισημήνασθαι, τοτὲ μὲν φήσαντα
‘ταύτην ἀρχὴν ἐποίησε τῶν παραδόξων ὁ Ἰησοῦς,”
 τοτὲ δὲ μνημονεύσαντα τοῦ βαπτιστοῦ μεταξὺ τῶν τοῦ
Ἰησοῦ πράξεων, ὡς ἔτι τότε βαπτίζοντος ἐν Αἰνῶν
ἐγγὺς τοῦ Σαλεὶμ, σαφῶς τε τοῦτο δηλοῦν ἐν τῷ λέγειν
“οὔπω γὰρ ἦν, φησὶν, Ἰωάννης βεβλημένος
“φυλακήν.

οὐκοῦν ὁ μὲν Ἰωάννης τῇ τοῦ κατ’
 αὐτὸν εὐαγγελίου γραφῇ τὰ μηδέπω τοῦ βαπτιστο
βεβλημένου εἰς φυλακὴν πρὸς τοῦ Χριστοῦ πραχθέντ
παραδίδωσιν, οἱ δὲ λοιποὶ τρεῖς εὐαγγελισταὶ τὰ μετ
τὴν εἰς τὸ δεσμωτήριον κάθειρξιν τοῦ βαπτιστοῦ μνη
μονεύουσιν.

οἷς καὶ ἐπιστήσαντι οὐκέτι ἂν δόξα
 διαφωνεῖν ἀλλήλοις τὰ εὐαγγέλια, τῷ τὸ μὲν κα
Ἰωάννην τὰ πρῶτα τῶν τοῦ Χριστοῦ πράξεων περιε
χειν, τὰ δὲ λοιπὰ τὴν ἐπὶ τέλει τοῦ χρόνου αὐτῷ γε
γενημένην ἱστορίαν· εἰκότως δ’ οὖν τὴν μὲν τη
σαρκὸς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν γενεαλογίαν, ἅτε Ματθαίῳ
 καὶ Λουκᾷ προγραφεῖσαν, ἀποσιωπῆσαι τὸν Ἰωάη
 

 
νῆν, τῆς δὲ θεολογίας ἀπάρξασθαι, ὡσὰν αὐτῷ πρὸς
τοῦ θείου πνεύματος οἱα κρείττονι παραπεφυλαγμένης.

ταῦτα μὲν οὐν ἡμῖν περὶ τῆς τοῦ κατὰ
Ἰωάννην εὐαγγελίου γραφῆς εἰρήσθω. καὶ τῆς κατὰ
Μάρκον δὲ ἡ γενομένη αἰτία ἐν τοῖς πρόσθεν ἡμῖν 
δεδήλωται.

ὁ δὲ Λουκᾶς ἀρχόμενος καὶ αὐτὸς τοῦ
κατ’ αὐτὸν συγγράμματος τὴν αἰτίαν προύθηκε, δι
ἣν πεποίηται τὴν σύνταξιν, δηλῶν ὡς ἄρα πολλῶν
καὶ ἄλλων προπετέστερον ἐπιτετηδευκότων διήγησιν
ποιήσασθαι ὧν αὐτὸς πεπληροφόρητο λόγων, ἀναγκαίως 
ἀπαλλάττων ἡμὰς τῆς περὶ τοὺς ἄλλους ἀμφηρίστου
ὑπολήψεως τὸν ἀσφαλῆ λόγον ὣν αὐτὸς ἱκανῶς
τὴν ἀλήθειαν κατειλήφει, ἐκ τῆς ἅμα Παύλῳ
συνουσίας τε καὶ διατριβῆς καὶ τῆς τῶν λοιπῶν ἀποστόλων
ὁμιλίας ὠφελημένος, διὰ τοῦ ἰδίου παρέδωκεν 
εὐαγγελίου.

καὶ ταῦτα μὲν ἡμεῖς περὶ τούτων·
οἰκειότερον δὲ κατὰ καιρὸν διὰ τῆς τῶν ἀρχαίων
παραθέσεως τὰ καὶ τοῖς ἄλλοις περὶ αὐτῶν εἰρημένα
πειρασόμεθα δηλῶσαι.

τῶν δὲ Ἰωάννου συγγραμμάτων
πρὸς τῷ εὐαγγελίῳ καὶ ἡ προτέρα τῶν ἐπιστολῶν 
παρά τε τοῖς νῦν καὶ τοῖς ἀρχαίοις ἀναμίλεκτος
ὡμολόγηται, ἀντιλέγονται δὲ αἱ λοιπαὶ δύο.

τῆς δ’ Ἀποκαλύψεως ἐφ’ ἑκάτερον ἔτι νῦν παρὰ
τοῖς πολλοῖς περιέλκεται ἡ δόξα. ὅμως γε μὴν ἐκ τῆς
τῶν ἀρχαίων μαρτυρίας ἐν οἰκείῳ καιρῷ τὴν ἐπίκρισιν 
δέξεται καὶ αὐτή.

[Nic. H. E, II, 46] Εὔλογον δ’ ἐνταῦθα
γενομένους ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰς δηλωθείσας τῆς
καινῆς διαθήκης γραφάς. καὶ δὴ τακτέον ἐν πρώτοις
τὴν ἁγίαν τῶν εὐαγγελίων τετρακτὺν, οἷς ἴπε- 
 

 
ται ἡ τῶν πράξεων τῶν ἀποστόλων γραφή.

μετὰ δὲ ταύτην τὰς Παύλου καταλεκτέον ἐπιστολὰς,
αἷς ἐξῆς τὴν φερομένην Ἰωάννου προτέραν καὶ
ὁμοίως τὴν Πέτρου κυρωτέον ἐπιστολήν. ἐπὶ τούτοις
 τακτέον, εἴ γε φανείη, τὴν Ἀποκάλυψιν Ἰωάννου,
περὶ ἧς τὰ δόξαντα κατὰ καιρὸν ἐκθησόμεθα.

καὶ ταῦτα μὲν ἐν ὁμολογουμένοις. τῶν δ᾿ ἀντιλεγομένων,
γνωρίμων δ᾿ οὖν ὅμως τοῖς πολλοῖς, ἡ λεγομένη
Ἰακώβου φέρεται καὶ ἡ Ἰούδα, ἥ τε Πέτρου
 δευτέρα ἐπιστολὴ, καὶ ἡ ὀνομαζομένη δευτέρα καὶ
τρίτη Ἰωάννου, εἴτε τοῦ εὐαγγελιστοῦ τυγχάνουσαι,
εἴτε καὶ ἑτέρου ὁμωνύμου ἐκείνῳ.

ἐν τοῖς νόθοις
κατατετάχθω καὶ τῶν Παύλου πράξεων ἡ γραφὴ, ὅ
τε λεγόμενος Ποιμὴν, καὶ ἡ Ἀποκάλυψις Πέτρου, καὶ
 πρὸς τούτοις ἡ φερομένη Βαρνάβα ἐπιστολὴ, καὶ τῶν
ἀποστόλων αἱ λεγόμεναι διδαχαί· ἔτι τε, ὡς ἔφην,
ἡ Ἰωάννου Ἀποκάλυψις, εἰ φανείη, ἥν τινες, ὡς
ἔφην, ἀθετοῦσιν, ἕτεροι δὲ ἐγκρίνουσι τοῖς ὁμολογουμένοις.

ἤδη δ᾿ ἐν τούτοις τινὲς καὶ τὸ καθ᾿
 Ἑβραίους εὐαγγέλιον κατέλεξαν, ᾧ μάλιστα Ἑβραίῳ
οἱ τὸν Χριστὸν παραδεξάμενοι χαίρουσι. ταῦτα
πάντα τῶν ἀντιλεγομένων ἂν εἴη.

ἀναγκαίως δὲ
καὶ τούτων ὅμως τὸν κατάλογον πεποιήμεθα, διακρίναντες
τάς τε κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν
 ἀληθεῖς καὶ ἀπλάστους καὶ ἀνωμολογημένας γραφὰς,
καὶ τὰς ἄλλας παρὰ ταύτας, οὐκ ἐνδιαθήκους μὲν,
ἀλλὰ καὶ ἀντιλεγομένας, ὅμως δὲ παρὰ πλείστοις τῶν
ἐκκλησιαστικῶν γινωσκομένας, ἵν᾿ εἰδέναι ἔχοιμεν
αὐτάς τε ταύτας καὶ τὰς ὀνόματι τῶν ἀποστόλων
 πρὸς τῶν αἱρετικῶν προφερομένας, ἤτοι ὡς Πέτρου
καὶ Θωμᾶ καὶ Ματθία ἢ καί τινων παρὰ τούτους ἄλλων
εὐαγγέλια περιεχούσας, ἢ ὡς Ἀνδρέου καὶ Ἰω-

 
άννου καὶ τῶν ἄλλων ἀποστόλων πράξεις, ὧν οὐδὲν
οὐδαμῶς ἐν συγγράμματι τῶν κατὰ τὰς διαδοχὰς ἐκκλησιαστικῶν
τις ἀνὴρ εἰς μνήμην ἀγαγεῖν ἠξίωσεν.

πόρρω δέ που καὶ ὁ τῆς φράσεως παρὰ τὸ ἦθος τὸ
ἀποστολικὸν ἐναλλάττει χαρακτὴρ, ἥ τε γνώμη καὶ ἡ 
τῶν ἐν αὐτοῖς φερομένων προαίρεσις, πλεῖστον ὅσον
τῆς ἀληθοῦς ὀρθοδοξίας ἀπᾴδουσα, ὅτι δὴ αἱρετικῶν
ἀνδρῶν ἀναπλάσματα τυγχάνει σαφῶς παρίστησιν·
ὅθεν οὐδ’ ἐν νόθοις αὐτὰ κατατακτέον, ἀλλ’ ὡς
ἄτοπα πάντη καὶ δυσσεβῆ παραιτητέον. ἴωμεν δὴ 
λοιπὸν καὶ ἐπὶ τὴν ἐξῆς ἱστορίαν.

[Nic. H. E. III, 42] Σίμωνα τὸν μάγον
Μένανδρος διαδεξάμενος ὅπλον δεύτερον, οὐ χεῖρον
τοῦ προτέρου, τῆς διαβολικῆς ἐνεργείας ἀποδείκνυται
τὸν τρόπον· ἦν καὶ οὗτος Σαμαρεὺς, εἰς ἄκρον 
δὲ γοητείας οὐκ ἔλαττον τοῦ διδασκάλου προελθὼν
μείζοσιν ἐπιδαψιλεύεται τερατολογίαις, ἑαυτὸν μὲν
ὡς ἄρα εἴη, λέγων, ὁ σωτὴρ, ἐπὶ τῇ τῶν ἀνθρώπων
ἄνωθέν ποθεν ἐξ ἀοράτων αἰώνων ἀπεσταλμένος σωτηρίᾳ,

διδάσκων δὲ μὴ ἄλλως δύνασθαί τινα καὶ 
αὐτῶν τῶν κοσμοποιῶν ἀγγέλων περιγενήσεσθαι, μὴ
πρότερον διὰ τῆς πρὸς αὐτοῦ παραδιδομένης μαγικῆς
ἐμπειρίας ἀχθέντα, καὶ διὰ τοῦ μεταδιδομένου πρὸς
αὐτοῦ βαπτίσματος, οὗ τοὺς κατηξιωμένους ἀθανασίαν
ἀΐδιον ἐν αὐτῷ τούτῳ μεθέξειν τῷ βίῳ, μηκέτι 
θνήσκοντας, αὐτοῦ δὲ παραμένοντας, εἰς τὸ ἀεὶ ἀγήρως
τινὰς καὶ ἀθανάτους ἐσομένους. ταῦτα μὲν οὖν
καὶ ἐκ τῶν Εἰρηναίου διαγνῶναι ῥᾴδιον.

καὶ ὁ
Ἰουστῖνος δὲ κατὰ τὸ αὐτὸ τοῦ Σίμωνος μνημονεύσας
καὶ τὴν περὶ τούτου διήγησιν ἐπιφέρει, λέγων 
 

 
“Μένανδρον δέ τινα καὶ αὐτὸν Σαμαρέα, τὸν ἀπὸ
“κώμης Καππαραττέας, γενόμενον μαθητὴν τοῦ Σί-
‘μωνος, οἰστρηθέντα καὶ αὐτὸν ὑπὸ τῶν δαιμόνων
“καὶ ἐν Ἀντιοχείᾳ γενόμενον πολλοὺς ἐξαπατῆσαι
 “διὰ μαγικῆς τέχνης οἴδαμεν, ὃς καὶ τοὺς αὐτῷ ἑπο-
“μένους ὧς μὴ ἀποθνήσκοιεν ἔπεισεν. καὶ νῦν
“τινές εἰσιν ἀπ’ ἐκείνου τοῦτο ὁμολογοῦντες.”

ἦν
δ’ ἄρα διαβολικῆς ἐνεργείας διὰ τοιῶνδε γοήτων
τὴν Χριστιανῶν προσηγορίαν ὑποδυομένων τὸ μέγα
 τῆς θεοσεβείας μυστήριον ἐπὶ μαγείᾳ σπουδάσαι διαβαλεῖν,
διασῦραί τε δι’ αὐτῶν τὰ περὶ ψυχῆς ἀθα-
νασίας καὶ νεκρῶν ἀναστάσεως ἐκκλησιαστικὰ δόγματα.
ἀλλ’ οὗτοι μὲν τούτους σωτῆρας ἐπιγραψάμενοι
τῆς ἀληθοῦς ἀποπεπτώκασιν ἐλπίδος.

[Nic. H. E. III, 13] Ἄλλους δὲ ὁ πονηρὸς
δαίμων, τῆς περὶ τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ διαθέσεως
ἀδυνατῶν ἐκσεῖσαι, θατέρᾳ ληπτοὺς εὑρὼν ἐσφετερίζετο.
Ἐβιωναίους τούτους οἰκείως ἐπεφήμιζον οἷ
πρῶτοι, πτωχῶς καὶ ταπεινῶς τὰ περὶ τοῦ Χριστοῦ
 δοξάζοντας.

λιτὸν μὲν γὰρ αὐτὸν καὶ κοινὸν
ἡγοῦντο κατὰ προκοπὴν ἤθους αὐτὸ μόνον ἄνθρωπον
δεδικαιωμένον, ἐξ ἀνδρός τε κοινωνίας καὶ τῆς Μαρίας
γεγεννημένον· δεῖν δὲ πάντως αὐτοῖς νομικῆς
θρησκείας, ὡς μὴ ἂν διὰ μόνης τῆς εἰς τὸν Χριστὸν
 πίστεως καὶ τοῦ κατ’ αὐτὴν βίου σωθησομένοις.

ἄλλοι δὲ παρὰ τούτους τῆς αὐτῆς ὄντες προσηγορίας
τὴν μὲν τῶν εἰρημένων ἔκτοπον διεδίδρασκον ἀτοπίαν,
ἐκ παρθένου καὶ ἁγίου πνεύματος μὴ ἀρνούμενοι
γεγονέναι τὸν κύριον, οὐ μὴν ἔθ’ ὁμοίως καὶ
 οὗτοι προυπάρχειν αὐτὸν, θεὸν λόγον ὄντα καὶ σοφίαν,
ὁμολογοῦντες τῇ τῶν προτέρων περιετρέποντο
δυσσεβείᾳ, μάλιστα ὅτε καὶ τὴν σωματικὴν περὶ τὸν

 
νόμον λατρείαν ὁμοίως ἐκείνοις περιέπειν ἐσπούδαζον.

οὗτοι δὲ τοῦ μὲν ἀποστόλου πάσας τὰς ἐπιστολὰς
ἀρνητέας ἡγοῦντο εἶναι δεῖν, ἀποστάτην ἀποκαλοῦντες
αὐτὸν τοῦ νόμου· εὐαγγελίῳ δὲ μόνῳ τῷ
καθ᾿ Ἑβραίους λεγομένῳ χρώμενοι τῶν λοιπῶν σμικρὸν 
ἐποιοῦντο λόγον.

καὶ τὸ μὲν σάββατον καὶ τὴν
ἄλλην Ἰουδαϊκὴν ἀγωγὴν ὁμοίως ἐκείνοις παρεφύλαττον,
ταῖς δ᾿ αὖ κυριακαῖς ἡμέραις ἡμῖν τὰ παραπλήσια
εἰς μνήμην τῆς τοῦ κυρίου ἀναστάσεως ἐπετέλουν.

ὅθεν παρὰ τὴν τοιαύτην ἐγχείρησιν τῆς 
τοιᾶσδε λελόγχασι προσηγορίας, τοῦ Ἐβιωναίων ὀνόματος,
τὴν τῆς διανοίας πτωχείαν αὐτῶν ὑποφαίνοντος·
ταύτῃ γὰρ ἐπίκλην ὁ πτωχὸς παρ᾿ Ἑβραίοις
ὀνομάζεται.

[Nic. H. E. III, 14] Κατὰ τοὺς δεδηλωμένους 
χρόνους ἑτέρας αἱρέσεως ἀρχηγὸν γενέσθαι
Κήρινθον παρειλήφαμεν. Γάϊος, οὗ φωνὰς ἤδη πρότερον
παρατέθειμαι, ἐν τῇ φερομένῃ αὐτοῦ ζητήσει
ταῦτα περὶ τοῦ αὐτοῦ γράφει

“ἀλλὰ καὶ Κήρινθος
“ὁ δι᾿ ἀποκαλύψεων ὡς ὑπὸ ἀποστόλου μεγάλου γε- 
“γραμμένων τερατολογίας ἡμῖν ὡς δι᾿ ἀγγέλων αὐτῷ
“δεδειγμένας ψευδόμενος ἐπεισάγει λέγων μετὰ τὴν
“ἀνάστασιν ἐπίγειον εἶναι τὸ βασίλειον τοῦ Χρι-
“στοῦ, καὶ πάλιν ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς ἐν Ἱερου-
“σαλὴμ τὴν σάρκα πολιτευομένην δουλεύειν. καὶ 
“ἐχθρὸς ὑπάρχων ταῖς γραφαῖς τοῦ θεοῦ ἀριθμὸν
“χιλιονταετίας ἐν γάμῳ ἑορτῆς, θέλων πλανᾶν, λέγει
“γίνεσθαι.”

καὶ Διονύσιος δὲ ὁ τῆς κατ᾿ Ἁλεξάνδρειαν
παροικίας καθ᾿ ἡμᾶς τὴν ἐπισκοπὴν εἰληχὼς,
ἐν δευτέρῳ τῶν ἐπαγγελιῶν περὶ τῆς Ἰωάννου Ἀπο- 
 

 
καλύψεως εἰπών τινα ὡς ἐκ τῆς ἀνέκαθεν παραδόσεως,
τοῦ αὐτοῦ μέμνηται ἀνδρὸς τούτοις τοῖς ῥήμασι

“Κήρινθον δὲ τὸν καὶ τὴν ἀπ’ ἐκείνου κλη-
“θεῖσαν Κηρινθιανὴν αἵρεσιν συστησάμενον ἀξιό-
 “πιστον ἐπιφημίσαι θελήσαντα τῷ ἑαυτοῦ πλάσματι
“ὄνομα. τοῦτο γὰρ εἶναι τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ τὸ
“δόγμα, ἐπίγειον ἔσεσθαι τὴν τοῦ Χριστοῦ βασιλείαν.
“

καὶ ὧν αὐτὸς ὠρέγετο φιλοσώματος ὢν καὶ πάνυ
“σαρκικὸς, ἐν τούτοις ὀνειροπολεῖν ἔσεσθαι, γαστρὸς
 “καὶ τῶν ὑπὸ γαστέρα πλησμοναῖς, τουτέστι σιτίοις
“καὶ ποτοῖς καὶ γάμοις, καὶ δι’ ὧν εὐφημότερον
“ταῦτα ᾠήθη ποριεῖσθαι, ἑορταῖς καὶ θυσίαις καὶ ἱε-
“ρείων σθαγαῖς.”

ταῦτα Διονύσιος. ὁ δὲ Εἰρήναιος
ἀπορρητοτέρας δή τινας τοῦ αὐτοῦ ψευδοδοξίας ἐν
 πρώτῳ συγγράμματι τῶν πρὸς τὰς αἱρέσεις προθεὶς
ἐν τῷ τρίτῳ καὶ ἱστορίαν οὐκ ἀξίαν λήθης τῇ γραφῇ
παραδέδωκεν, ὡς ἐκ παραδόσεως Πολυκάρπου φάσκων
Ἰωάννην τὸν ἀπόστολον εἰσελθεῖν ποτε ἐν βαλανείῳ,
ὥστε λούσασθαι, γνόντα δὲ ἔνδον ὄντα τὸν
 Κήρινθον ἀποπηδῆσαί τε τοῦ τόπου καὶ ἐκφυγεῖν
θύραζε, μηδ’ ὑπομείναντα τὴν αὐτὴν αὐτῷ ὑποδῦναι
στέγην, ταὐτὸ δὲ τοῦτο καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ παραινέσαι
φήσαντα, “φύγωμεν, μὴ καὶ τὸ βαλανεῖον
“συμπέσῃ, ἔνδον ὄντος Κηρίνθου τοῦ τῆς ἀληθείας
 ἐχθροῦ.

[Nic. H. E. III, 15] Ἐπὶ τούτῳ δῆτα καἲ
ἡ λεγομένη τῶν Νικολαϊτῶν αἵρεσις ἐπὶ σμικρότατον
συνέστη χρόνον, ἧς δὴ καὶ ἡ τοῦ Ἰωάννου Ἀποκάλυψις
μνημονεύει. οὗτοι Νικόλαον ἔνα τῶν ἀμφὶ τὸν
 Στέφανον διακόνων πρὸς τῶν ἀποστόλων ἐπὶ τῇ τῶν
 

 
ἐνδεῶν θεραπείᾳ προκεχειρισμένων ηὔχουν. ὅ γε
μὴν Ἀλεξανδρεὺς Κλήμης ἐν τρίτῳ στρωματεῖ ταῦτα
περὶ αὐτοῦ κατὰ λέξιν ἱστορεῖ

“ὡραίαν, φασὶ, γυ-
“ναῖκα ἔχων οὗτος μετὰ τὴν ἀνάληψιν τὴν τοῦ σωτῆ-
“ρος πρὸς τῶν ἀποστόλων ὀνειδισθεὶς ζηλοτυπίαν εἰς 
“μέσον ἀγαγὼν τὴν γυναῖκα γῆμαι τῷ βουλομένῳ ἐπέ-
“τρεψεν. ἀκόλουθον γὰρ εἶναί φασι τὴν πρᾶξιν ταύ-
“την ἐκείνῃ τῇ φωνῇ, τῇ ὅτι παραχρᾶσθαι τῇ σαρκὶ
“δεῖ. καὶ δὴ κατακολουθήσαντες τῷ γεγενημένῳ τῷ
“τε εἰρημένῳ ἁπλῶς καὶ ἀβασανίστως ἀναίδην ἐκ- 
“πορνεύουσιν οἱ τὴν αἵρεσιν αὐτοῦ μετιόντες.

“πυνθάνομαι δ᾿ ἐγὼ τὸν Νικόλαον μηδεμιᾷ ἑτέρᾳ
“παρ᾿ ἣν ἔγημε κεχρῆσθαι γυναικὶ, τῶν τε ἐκείνου
“τέκνων τὰς μὲν θηλείας καταγηράσαι παρθένους,
“ἄφθορον δὲ διαμεῖναι τὸν υἱόν. ὧν οὕτως ἐχόντων 
“ἀποβολὴ πάθους ἦν ἡ εἰς μέσον τῶν ἀποστόλων τῆς
“ζηλοτυπουμένης ἐγκύκλησις γυναικὸς, καὶ ἡ ἐγκρά-
“τεια τῶν περισπουδάστων ἡδονῶν τὸ “παραχρᾶσθαι
“τῇ σαρκὶ” ἐδίδασκεν. οὐ γὰρ οἶμαι ἐβούλετο κατὰ
“τὴν τοῦ σωτῆρος ἐντολὴν δυσὶ κυρίοις δουλεύειν, 
“ἡσονῇ καὶ κυρίῳ.

λέγουσι δ᾿ οὖν καὶ τὸν Ματ-
“θίαν οὕτω διδάξαι, σαρκὶ μὲν μάχεσθαι καὶ παρα-
“χρᾶσθαι, μηδὲν αὐτῇ πρὸς ἡδονὴν ἐνδιδόντα, ψυ-
“χὴν δ᾿ αὔξειν διὰ πίστεως καὶ γνώσεως.” ταῦτα
μὲν οὖν περὶ τῶν κατὰ τοὺς δηλουμένους χρόνους 
παραβραβεῦσαι τὴν ἀλήθειαν ἐγκεχειρηκότων, λόγου
γε μὴν θᾶττον εἰς τὸ παντελὲς ἀπεσβηκότων,
εἰρήσθω.

[Nic. H. E. II, 44]. Ὁ μέντοι Κλήμης, οὗ
τὰς φωνὰς ἀρτίως ἀνέγνωμεν, τοῖς προειρημένοις ἑξῆς 
 

 
διὰ τοὺς ἀθετοῦντας γάμον τοὺς τῶν ἀποστόλων ἐξετασθέντας
ἐν συζυγίαις καταλέγει φάσκων “ἢ καὶ
τοὺς ἀποστόλους ἀποδοκιμάσουσι. Πέτρος μὲν γὰρ
“καὶ Φίλιππος ἐπαιδοποιήσαντο, Φίλιππος δὲ καὶ τὰς
 “θυγατέρας ἀνδράσιν ἐξέδωκε. καὶ ὅ γε Παῦλος οὐκ
“ὀκνεῖ ἔν τινι ἐπιστολῇ τὴν αὑτοῦ προσαγορεῦσαι σύ-
“ζυγον, ἣν οὐ περιεκόμιζε διὰ τὸ τῆς ὑπηρεσίας εὐ-
“σταλές.”

ἐπεὶ δὲ τούτων ἐμνήσθημεν, οὐ λυπεῖ
καὶ ἄλλην ἀξιοδιήγητον ἱστορίαν τοῦ αὐτοῦ παραθέσθαι,
 ἣν ἐν τῷ ἑβδόμῳ στρωματεῖ τοῦτον ἱστορῶν
ἀνέγραψε τὸν τρόπον “ φασὶ γοῦν τὸν μακάριον Πέ-
“τρον, θεασάμενον τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἀπαγομένην
τὴν ἐπὶ θανάτῳ, ἡσθῆναι μὲν τῆς κλήσεως χάριν
“καὶ καὶ τῆς ἐπ’ οἶκον ἀνακομιδῆς, ἐπιφωνῆσαι δὲ εὖ
 “μάλα προτρεπτικῶς καὶ παρακλητικῶς ἐξ ὀνόματος
προσειπόντα ῾μέμνησο, ὦ αὕτη, τοῦ κυρίου.᾿
“τος ἦν ὁ τῶν μακαρίων γάμος καὶ ᾑ τῶν φιλτάτων
“τελεία διάθεσις.” καὶ ταῦτα δ’ οἰκεῖα ὄντα τῇ μετὰ
χεῖρας ὑποθέσει ἐνταῦθά μοι κατὰ καιρὸν κείσθω.

[Nic. H. E. I, 35] Παύλου μὲν οὖν καὶ
Πέτρου τῆς τελευτῆς ὅ τε χρόνος καὶ ὁ τρόπος καὶ
προσέτι τῆς μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ βίου τῶν σκη
νωμάτων αὐτῶν καταθέσεως ὁ χῶρος ἤδη πρότερον
ἡμῖν δεδήλωται.

τοῦ δὲ Ἰωάννου τὰ μὲν τοῦ χρόνου
 ἤδη πως εἴρηται, τὸ δέ γε τοῦ σκηνώματος αὐτοῦ
χωρίον ἐξ ἐπιστολῆς Πολυκράτους (τῆς δ’ ἐν
Ἐφέσῳ παροικίας ἐπίσκοπος οὗτος ἦν) ἐπιδείκνυται,
ἣν Οὐίκτορι ‘Ρωμαίων ἐπισκόπῳ γράφων ὁμοῦ τε αὐτοῦ
καὶ Φιλίππου μνημονεύει τοῦ ἀποστόλου τῶν τε
 

 
τούτου θυγατέρων ὧδέ πως “καὶ γὰρ καὶ κατὰ τὴν
“Ἀσίαν μεγάλα στοιχεῖα κεκοίμηται, ἅτινα ἀναστή-
“σεται τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῆς παρουσίας τοῦ κυρίου,
“ἐν ᾖ ἔρχεται μετὰ δόξης ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἀναζητήσει
“πάντας τοὺς ἁγίους, Φίλιππον τὸν τῶν δώδεκα ἀποστόλων, 
ὃς κεκοίμηται ἐν Ἱεραπόλει, καὶ δύο θυγατέρες
αὐτοῦ γεγηρακυῖαι παρθένοι, καὶ ἡ ἑτέρα
‘αὐτοῦ θυγάτηρ ἐν ἁγίῳ πνεύματι πολιτευσαμένη, ἣ
ἐν Ἐφέσω ἀναπαύεται,

ἔτι δὲ καὶ Ἰωάννης ὁ ἐπὶ τὸ
‘στῆθος τοῦ κυρίου ἀναπεσὼν, ὃς ἐγενήθη ἱερεὺς τὸ 
πέταλον πεφορηκὼς καὶ μάρτυς καὶ διδάσκαλος· οὑ-
“τος ἐν Ἐφέσω κεκοίμηται.” ταῦτα καὶ περὶ τῆς τῶνδε
τελευτῆς.

καὶ ἐν τῷ Γαΐου δὲ, οὑ μικρῷ πρόσθεν
ἐμνήσθημεν, διαλόγῳ Πρόκλος, πρὸς ὃν ἐποιεῖτο τὴν
ζήτησιν, περὶ τῆς Φιλίππου καὶ τῶν θυγατέρων αὐτοῦ 
τελευτῆς συνᾴδων τοῖς ἐκτεθεῖσιν οὕτω φησίν
μετὰ τοῦτον δὲ προφήτιδες τέσσαρες αἱ Φιλίππου
γεγένηνται ἐν Ἱεραπόλει τῇ κατὰ τὴν Ἀσέαν· ὁ τά-
“φος αὐτῶν έστιν ἐκεῖ καὶ ὁ τοῦ πατρὸς αὐτῶν. ”

ταῦτα μὲν οὗτος. ὁ δὲ Λουκᾶς ἐν ταῖς Πράξεσι 
τῶν ἀποστόλων τῶν Φιλίππου θυγατέρων ἐν Καισαρείᾳ
τῆς Ἰουδαίας ἅμα τῷ πατρὶ τότε διατριβουσῶν,
προφητικοῦ τε χαρίσματος ἠξιωμένων, μνημονεύει
κατὰ λέξιν ὧδέ πως λέγων “ἤλθομεν εἰς Και-
“σάρειαν, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὸν οἶκον Φιλίππου 
“τοῦ εὐαγγελιστοῦ ὄντος ἐκ τῶν ἑπτὰ ἐμείναμεν παρ
αὐτῷ. τούτῳ δὲ ἤσαν παρθένοι θυγατέρες προφητεύουσαι
τέσσαρες.”

τὰ μὲν οὖν εἰς ἡμετέραν
ἐλθόντα γνῶσιν περί τε τῶν ἀποστόλων αὐτῶν καὶ
τῶν ἀποστολικῶν χρόνων, ὧν τε καταλελοίπασιν ἡμῖν 
 

 
ἱερῶν γραμμάτων, καὶ τῶν ἀντιλεγομένων μὲν, ὅμως
δ᾿ ἐν πλείσταις ἐκκλησίαις παρὰ πολλοῖς ἀποστολικῆς
μένων, τῶν τε παντελῶς νόθων καὶ τῆς ἀποστολικῆς
ὀρθοδοξίας ἀλλοτρίων ἐν τούτοις διειληφότες ἐπὶ τὴν
 τῶν ἑξῆς προΐωμεν ἱστορίαν.

[Nic. H. E. III, 16] Μετὰ Νέρωνα καὶ
Δομετιανὸν, κατὰ τοῦτον οὗ νῦν τοὺς χρόνους ἐξε-
τάζομεν, μερικῶς καὶ κατὰ πόλεις ἐξ ἐπαναστάσεως
δήμων τὸν καθ’ ἡμῶν κατέχει λόγος ἀνακινηθῆναι
 διωγμὸν, ἐν ᾧ Συμεῶνα τὸν τοῦ Κλωπᾶ, ὃν δεύτερον
καταστῆναι τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις ἐκκλησίας ἐπίσκοπον
ἐδηλώσαμεν, μαρτυρίῳ τὸν βίον ἀναλῦσαι
παρειλήφαμεν.

καὶ τούτου μάρτυς αὐτὸς ἐκεῖνος,
οὗ διαφόροις ἤδη πρότερον ἐχρησάμεθα φωναῖς, Ἡγήσιππος·
 ὃς δὴ περί τινων αἱρετικῶν ἱστορῶν ἐπιφέρει
δηλῶν ὡς ἄρα ὑπὸ τούτων κατὰ τόνδε τὸν χρόνον
ὑπομείνας κατηγορίαν, πολυτρόπως ὁ δηλούμενος
ὡσὰν Χριστιανὸς ἐπὶ πλείσταις αἰκισθεὶς ἡμέραις,
αὐτόν τε τὸν δικαστὴν καὶ τοὺς ἀμφ᾿ αὐτὸν εἰς τὰ
 μέγιστα καταπλήξας, τῷ τοῦ κυρίου πάθει παραπλήσιον
τὸ τέλος ἀπηνέγκατο.

οὐδὲν δὲ οἷον καὶ τοῦ
συγγραφέως ἐπακοῦσαι, αὐτὰ δὴ ταῦτα κατὰ λέξι
ὧδέ πως ἱστοροῦντος “ἀπὸ τούτων δηλαδὴ τῶν αἱρε-
“τικῶν κατηγοροῦσί τινες Συμεῶνος τοῦ Κλωπᾶ, ὡς
 “ὄντος ἀπὸ Δαβὶδ καὶ Χριστιανοῦ, καὶ οὕτω μαρτυ-
“ρεῖ ἐτῶν ὢν ἑκατὸν εἴκοσιν, ἐπὶ Τραϊανοῦ Καίσα-
“ρος καὶ ὑπατικοῦ Ἀττικοῦ.”

φησὶ δὲ ὁ αὐτὸς ὡς
ἄρα καὶ τοὺς κατηγόρους αὐτοῦ, ζητουμένων τότε
τῶν ἀπὸ τῆς βασιλικῆς Ἰουδαίων φυλῆς, ὡσὰν ἐξ
 αὐτῆς ὄντας ἁλῶναι συνέβη. λογισμῷ δ᾿ ἂν καὶ τὸν
Συμεῶνα τῶν αὐτοπτῶν καὶ αὐτηκόων εἴποι ἄν τις
γεγονέναι τοῦ κυρίου, τεκμηρίῳ τῷ μήκει τοῦ χρό-

 
νου τῆς αὐτοῦ ζωῆς χρώμενος, καὶ τῷ μνημονεύειν
τὴν τῶν εὐαγγελίων γραφὴν Μάριας τῆς τοῦ Κλωπᾶ,
οὗ γεγονέναι αὐτὸν καὶ πρότερον ὁ λόγος ἐδήλωσεν.

ὁ δ’ αὐτὸς συγγραφεὺς καὶ ἑτέρους ἀπὸ γένους
ἑνὸς τῶν φερομένων ἀδελφῶν τοῦ σωτῆρος, ᾧ ὄνομα 
Ἰούδας, φησὶν εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιβιῶναι βασιλείαν,
μετὰ τὴν ἤδη πρότερον ἱστορηθεῖσαν αὐτῶν ὑπὲρ τῆς
εἰς τὸν Χριστὸν πίστεως ἐπὶ Δομετιανοῦ μαρτυρίαν.

γράφει δὲ οὕτως “ἔρχονται οὖν καὶ προηγοῦνται
πάσης ἐκκλησίας ὡς μάρτυρες καὶ ἀπὸ γένους τοῦ 
κυρίου, καὶ γενομένης εἰρήνης βαθείας ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ
μένουσι μέχρι Τραϊανοῦ Καίσαρος, μέχρις
οὗ ὁ ἐκ θείου τοῦ κυρίου, ὁ προειρημένος Συμεὼν
υἱὸς Κλωπᾶ, συκοφαντηθεὶς ὑπὸ τῶν αἱρέσεων,
ὡσαύτως κατηγορήθη καὶ αὐτὸς ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ 
ἐπὶ Ἀττικοῦ τοῦ ὑπατικοῦ. καὶ ἐπὶ πολλαῖς ἡμέραις
αἰκιζόμενος ἐμαρτύρησεν, ὡς πάντας ὑπερθαυμάζειν
καὶ τὸν ὑπατικὸν πῶς ἑκατὸν εἴκοσι τυγχάνων
ἐτῶν ὑπέμεινε· καὶ ἐκελεύσθη σταυρωθῆναι.”

ἐπὶ τούτοις ὁ αὐτὸς ἀνὴρ διηγούμενος τὰ κατὰ τοὺς 
δηλουμένους ἐπιλέγει, ὡς ἄρα μέχρι τῶν τότε χρόνων
παρθένος καθαρὰ καὶ ἀδιάφθορος ἔμενεν ἡ ἐκκλησία,
ἐν ἀδήλῳ που σκότει φωλευόντων εἰσέτι τότε
τῶν, εἰ καί τινες ὑπῆρχον, παραφθείρειν ἐπιχειρούντων
τὸν ὑγιῆ κανόνα τοῦ σωτηρίου κηρύγματος.

ὡς δ’ ὁ ἱερὸς τῶν ἀποστόλων χορὸς διάφορον εἰλήφει
τοῦ βίου τέλος, παρεληλύθει τε ἡ γενεὰ ἐκείνη
τῶν αὐταῖς ἀκοαῖς τῆς ἐνθέου σοφίας ἐπακοῦσαι κατηξιωμένων,
τηνικαῦτα τῆς ἀθέου πλάνης ἀρχὴν
ἐλάμβανεν ἡ σύστασις, διὰ τῆς τῶν ἑτεροδιδασκάλων 
 

 
ἀπάτης, οἳ καὶ, ἅτε μηδενὸς ἔτι τῶν ἀποστόλων λειπομένου,
γυμνῇ λοιπὸν ἤδη τῇ κεφαλῇ τῷ τῆς ἀληθείας
κηρύγματι τὴν ψευδώνυμον γνῶσιν ἀντικηρύττειν
ἐπεχείρουν.

[Nic. H. E. IIl, 17] Τοσοῦτός γε μὴν ἐν
πλείοσι τόποις ὁ καθ’ ἡμῶν ἐπετάθη τότε διωγμὸς,
ὡς Πλίνιον Σεκοῦνδον ἐπισημότατον ἡγεμόνων ἡγεμόνων, ἐπὶ
τῷ πλήθει τῶν μαρτύρων κινηθέντα, βασιλεῖ κοινωσασθαι
περὶ τοῦ πλήθους τῶν ὑπὲρ τῆς πίστεως
 ἀναιρουμένων, ἅμα δ’ ἐν ταὐτῷ μηνῦσαι, μηδὲν ἀνόσιον
μηδὲ παρὰ τοὺς νόμους πράττειν αὐτοὺς κατειληφέναι,
πλὴν τό γε ἅμα τῇ ἕῳ διεγειρομένους τὸν
Χριστὸν θεοῦ δίκην ὑμνεῖν, τὸ δὲ μοιχεύειν καὶ φονεύειν
καὶ τὰ συγγενῆ τούτοις ἀθέμιτα πλημμελήματα
 καὶ αὐτοὺς ἀπαγορεύειν, πάντα τε πράττειν
ἀκολούθως τοῖς νόμοις.

πρὸς ἃ τὸν Τραϊανὸν
δόγμα τοιόνδε τεθεικέναι, τὸ Χριστιανῶν φῦλον μὴ
ἐκζητεῖσθαι μὲν, ἐμπεσὸν δὲ κολάζεσθαι· οὗ γενομένου
ποσῶς μὲν τοῦ διωγμοῦ σβεσθῆναι τὴν ἀπειλὴν
 σφοδρότατα ἐγκειμένου, οὐ χείρονάς γε μὴν τοῖς κακουργεῖν
περὶ ἡμᾶς ἐθέλουσι λείπεσθαι προφάσεις,
ἔσθ’ ὅπη μὲν τῶν δήμων, ἔσθ’ ὅπη δὲ καὶ τῶν κατὰ
χώρας ἀρχόντων τὰς καθ’ ἡμῶν συσκευαζομένων ἐπιβουλὰς,
ὡς καὶ ἄνευ προφανῶν διωγμῶν μερικοὺς
 κατ’ ἐπαρχίαν ἐξάπτεσθαι, πλείους τε τῶν πιστῶν
διαφόροις ἐναγωνίζεσθαι μαρτυρίοις.

εἴληπται δ
ἡμίν ἡ ἱστορία ἐξ ἧς ἀνωτέρω δεδηλώκαμεν τοῦ Τερτυλλιανοῦ
‘Ρωμαϊκῆς ἀπολογίας, ἧς ἡ ἑρμηνεία τοῦτον
ἔχει τὸν τρόπον “καίτοι ηὑρήκαμεν καὶ τὴν εἰς
 “ἡμᾶς ἐπιζήτησιν κεκωλυμένην. Πλίνιος γὰρ Σε-
 

 
“κοῦνδος ἡγούμενος ἐπαρχίου, κατακρίνας Χριστια-
“νούς τινας καὶ τῆς ἀξίας ἐκβαλὼν, ταραχθεὶς τῷ
“πλήθει ἠγνόει τί αὐτῷ λοιπὸν εἴη πρακτέον. Τραϊ-
“ανῷ οὖν τῷ βασιλεῖ ἀνεκοινώσατο λέγων ἔξω τοῦ
“μὴ βούλεσθαι αὐτοὺς εἰδωλολατρεῖν οὐδὲν ἀνόσιον 
‘ἐν αὐτοῖς ηὑρηκέναι. ἐμήνυε δὲ καὶ τοῦτο, ἀνίστα-
“σθαι ἔωθεν τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τὸν Χριστὸν
“θεοῦ δίκην ὑμνεῖν, καὶ πρὸς τὸ τὴν ἐπιστήμην αὐ-
“τῶν διαφυλάσσειν κωλύεσθαι φονεύειν, μοιχεύειν,
“πλεονεκτεῖν, ἀποστερεῖν καὶ τὰ τούτοις ὅμοια. πρὸς 
“ταῦτα ἀντέγραψε Τραϊανὸς τὸ τῶν Χριστιανῶν φῦ-
“λον μὴ ἐκζητεῖσθαι μὲν, ἐμπεσὸν δὲ κολάζεσθαι.”
καὶ ταῦτα μὲν ἐν τούτοις ἠν.

[Nic. H. E. III, 25] Τῶν δὲ ἐπὶ ‘Ρώμης
ἐπισκόπων ἔτει τρίτῳ τῆς τοῦ προειρημένου βασιλέως 
ἀρχῆς Κλήμης Εὐαρέστῳ παραδοὺς τὴν λειτουργίαν
ἀναλύει τὸν βίον, τὰ πάντα προστὰς ἔτη ἐννέα τῆς
τοῦ θείου λόγου διδασκαλίας.

[Nic. H, E. III. 2] Ἀλλὰ καὶ τοῦ Συμεῶνος
τὸν δηλωθέντα τελειωθέντος τρόπον, τῆς ἐν ‘Ιεροσολύμοις 
ἐπισκοπῆς τὸν θρόνον Ἰουδαῖός τις ὄνομα
Ιοῦστος, μυρίων ὅσων ἐκ περιτομῆς εἰς τὸν Χριστὸν
τηνικαῦτα πεπιστευκότων εἶς καὶ αὐτὸς ὢν, διαδέχεται.

[Nic. II. E. III, 29] Διέπρεπέ γε μὴν
κατὰ τούτους ἐπὶ τῆς Ἀσίας τῶν ἀποστόλων ὁμιλητὴς 
Πολύκαρπος, τῆς κατὰ Σμύρναν ἐκκλησίας
πρὸς τῶν αὐτοπτῶν καὶ ὑπηρετῶν τοῦ κυρίου τὴν
ἐπισκοπὴν ἐγκεχειρισμένος.

καθ’ ὃν ἐγνωρίζετο
Παπίας τῆς ἐν Ἱεραπόλει παροικίας καὶ αὐτὸς ἐπίσκοπος,
ὅ τε παρὰ πλείστοις εἰσέτι νῦν διαβόητος 
 

 
Ἰγνάτιος, τῆς κατ’ Ἀντιόχειαν Πέτρου διαδοχῆς
δεύτερος τὴν ἐπισκοπὴν κεκληρωμένος.

λόγος
δ’ ἔχει τοῦτον ἀπὸ Συρίας ἐπὶ τὴν Ῥωμαίων πόλιν
ἀναπεμφθέντα θηρίων γενέσθαι βορὰν τῆς εἰς
 Χριστὸν μαρτυρίας ἕνεκεν.

οὗτος δὴ οὖν τὴν δι’
Ἀσίας ἀνακομιδὴν μετ’ ἐπιμελεστάτης φρουρῶν φυλακῆς
ποιούμενος τὰς κατὰ πόλιν αἷς ἐπεδήμει παροικίας
ταῖς διὰ λόγων ὁμιλίαις τε καὶ προτροπαῖς
ἐπιρρωννὺς, ἐν πρώτοις μάλιστα προφυλάττεσθαι
 τὰς αἱρέσεις ἄρτι τότε πρῶτον ἀναφυείσας καὶ ἐπιπολαζούσας
παρῄνει, προύτρεπέ τε ἀπρὶξ ἔχεσθαι τῆς
τῶν ἀποστόλων παραδόσεως, ἣν ὑπὲρ ἀσφαλείας καὶ
ἐγγράφως ἤδη μαρτυρόμενος διατυποῦσθαι ἀναγκαῖον
ἡγεῖτο.

οὕτω δῆτα ἐν Σμύρνῃ γενόμενος, ἔνθα ὁ
 Πολύκαρπος ἦν, μίαν μὲν τῇ κατὰ τὴν Ἔφεσον ἐπιστολὴν
ἐκκλησίᾳ γράφει, ποιμένος αὐτῆς μνημονεύων
Ὀνησίμου, ἑτέραν δὲ τῇ ἐν Μαγνησίᾳ τῇ πρὸς Μαιάνδρῳ,
ἔνθα πάλιν ἐπισκόπου Δάμα μνήμην πεποίηται,
καὶ τῇ ἐν Τράλλεσι δὲ ἄλλην, ἧς ἄρχοντα τότ’
 ὄντα Πολύβιον ἱστορεῖ.

πρὸς ταύταις καὶ τῇ ‘Ρωμαίων
ἐκκλησίᾳ γράφει, ᾗ καὶ παράκλησιν προτείνει,
ὡς μὴ παραιτησάμενοι τοῦ μαρτυρίου τῆς ποθουμένης
αὐτὸν ἀποστερήσαιεν ἐλπίδος· ἐξ ὧν καὶ βραχύτατα
εἰς ἐπίδειξιν τῶν εἰρημένων παραθέσθαι ἄξιον.

γράφει δὴ οὖν κατὰ λέξιν “ἀπὸ Συρίας μέχρι ‘Ρώ-
‘μης θηριομαχῶ διὰ γῆς καὶ θαλάσσης, νυκτὸς καὶ
ἡμέρας, ἐνδεδεμένος δέκα λεοπάρδοις, ὅ ἐστι στρατιωτικὸν
τάγμα, οἳ καὶ εὐεργετούμενοι χείρονες γίνονται.
ἐν δὲ τοῖς ἀδικήμασιν αὐτῶν μᾶλλον μαθη-
 “τεύομαι, ἀλλ’ οὐ παρὰ τοῦτο δεδικαίωμαι.

ὀναί-
 

 
”μην τῶν θηρίων τῶν ἐμοὶ ἑτοίμων, ἃ καὶ εὔχομαι
“σύντομά μοι εὑρεθῆναι, ἃ καὶ κολακεύσω συντόμως
“με καταφαγεῖν , οὐχ ὥσπερ τινῶν δειλαινόμενα οὐχ
“ἥψαντο· κἂν αὐτὰ δὲ ἄκοντα μὴ θέλῃ , ἐγὼ προσ-
῾ βιάσομαι.

συγγνώμην μοι ἔχετε. τί μοι συμφέ- 
“ρει ἐγὼ γινώσκω. νῦν ἄρχομαι μαθητὴς εἶναι. μη-
“ δέν με ζηλώσαι τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων, ἔνα Ἰησοῦ
“ Χριστοῦ ἐπιτύχω· πῦρ καὶ σταυρὸς , θηρίων τε συ-
“ στάσεις, σκορπισμοὶ ὀστέων, συγκοπαὶ μελῶν, ἀλε-
“σμοὶὅλου τοῦ σώματος, κολάσεις τοῦ διαβόλου εἰς ἐμὲ 
“ ἐρχέσθωσαν , μόνον ἔνα Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτύχω.’’

καὶ ταῦτα μὲν ἀπὸ τῆς δηλωθείσης πόλεως ταῖς
καταλεχθείσαις ἐκκλησίαις διετυπώσατο. ἤδη δ’ ἐπέκεινα
τῆς Σμύρνης γενόμενος ἀπὸ Τρωάδος τοῖς τε ἐν
Φιλαδελφείᾳ αὖθις διὰ γραφῆς ὁμιλεῖ καὶ τῇ Σμυρναίων 
ἐκκλησίᾳ, ἰδίως τε τῷ ταύτης προηγουμένῳ
Πολυκάρπῳ, ὃν οἶα δὴ ἀποστολικὸν ἄνδρα εὖ μάλα
γνωρίζων , τὴν κατ’ Ἀντιόχειαν αὐτῷ ποίμνην ὡσὰν
γνήσιος καὶ ἀγαθὸς ποιμὴν παρατίθεται, τὴν περὶ
αὐτῆς φροντίδα διὰ σπουδῆς ἔχειν αὐτὸν ἀξιῶν.

ὁ δ’ αὐτὸς Σμυρναίοις γράφων οὐκ οἶδ’ ὁπόθεν ῥητοῖς
συγκέχρηται, τοιαῦτά τινα περὶ τοῦ Χριστοῦ διεξιών
“ἐγὼ δὲ καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἐν σαρκὶ αὐτὸν
οἶδα καὶ πιστεύω ὄντα. καὶ ὅτε πρὸς τοὺς περὶ Πέτρον
ἐλήλυθεν, ἔφη αὐτοῖς , λάβετε, ψηλαφήσατέ με 
καὶ ἴδετε, ὅτι οὐκ εἰμὶ δαιμόνιον ἀσώματον· καὶ
εὐθὺς αὐτοῦ ἥψαντο καὶ ἐπίστευσαν.’’

οἶδε δὲ
αὐτοῦ τὸ μαρτύριον καὶ ὁ Εἰρήναιος , καὶ τῶν ἐπιστολῶν
αὐτοῦ μνημονεύει λέγων οὕτως “ ὡς εἶπέ τις
τῶν ἡμετέρων διὰ τὴν πρὸς θεὸν μαρτυρίαν κατα- 
 

 
“κριθεὶς πρὸς θηρία, ὅτι σῖτός εἰμι θεοῦ, καὶ δι᾿
‘ὀδόντων θηρίων ἀλήθομαι, ἵνα καθαρὸς ἄρτος εὑ-
“ ρεθῶ.”

καὶ ὁ Πολύκαρπος δὲ τούτων αὐτῶν
μέμνηται ἐν τῇ φερομένῃ αὐτοῦ πρὸς Φιλιππησίους
 ἐπιστολῇ, φάσκων αὐτοῖς ῥήμασι “ παρακαλῶ
“ πάντας ὑμᾶς πειθαρχεῖν καὶ ἀσκεῖν πᾶσαν ὑπομο-
‘νὴν, ἣν εἴδετε κατ’ ὀφθαλμοὺς οὐ μόνον ἐν τοῖ
“μακαρίοις Ἰγνατίῳ καὶ Ῥούφῳ καὶ Ζωσίμῳ, ἀλλα
“ καὶ ἐν ἄλλοις τοῖς ἐξ ὑμῶν, καὶ ἐν αὐτῷ Παύλφ
 “καὶ τοῖς λοιποῖς ἀποστόλοις, πεπεισμένους ὅτι οὗτο
“πάντες οὐκ εἰς κενὸν ἔδραμον , ἀλλ’ ἐν πίστει κα
“ δικαιοσύνῃ , καὶ ὅτι εἰς τὸν ὀφειλόμενον αὐτοῖς το
“πον εἰσὶ παρὰ κυρίῳ , ᾧ καὶ συνέπαθον. οὐ γὰ
“ τὸν νῦν ἠγάπησαν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἄπο
 “θανόντα καὶ δι’ ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ θεοῦ ἀναστάντα.”

καὶ ἐξῆς ἐπιφέρει “ἐγράψατέ μοι καὶ ὑμεῖς καὶ Ἰγνα
“τιος, ἵνα ἐάν τις ἀπέρχηται εἰς Συρίαν, καὶ τὰ παρ
“ὑμῶν ἀποκομίσῃ γράμματα. ὅπερ ποιήσω, ἐὰν
“καιρὸν εὔθετον, εἴτε· ἐγὼ, εἴτε ὃν πέμπω πρεσβεύ-
 “ σοντα καὶ περὶ ὑμῶν.

τὰς ἐπιστολὰς Ἰγνατίο(??)
“τὰς πεμφθείσας ἡμῖν ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἄλλας ὅσας ει(??)
“χομεν παρ’ ἡμῖν ἐπέμψαμεν ὑμῖν καθὼς ἐνετεί-
“λασθε , αἵτινες ὑποτεταγμέναι εἰσὶ τῇ ἐπιστολῇ
“ταύτῃ, ἐξ ὧν μεγάλα ὠφεληθῆναι δυνήσεσθε. πε-
 “ ριέχουσι γὰρ πίστιν καὶ ὑπομονὴν καὶ πᾶσαν οἰκο-
“ δομὴν τὴν εἰς τὸν κύριον ἡμῶν ἀνήκουσασν.” καὶ
τὰ μὲν περὶ τὸν Ἰγνάτιον τοιαῦτα. διαδέχεται δὲ
μετ’ αὐτὸν τὴν Ἀντιοχείας ἐπισκοπὴν Ἥρως.

[Nic H. E. III, 21.] Τῶν δὲ κατὰ τού-
 

 
τους διαλαμψάντων καὶ Κοδρᾶτος ἦν, ὃν ἅμα ταῖς
Φιλίππου θυγατράσι προφητικῷ χαρίσματι λόγος ἔχει
διαπρέψαι. καὶ ἄλλοι δ’ ἐπὶ τούτοις πλείους εγνωρίζοντο
κατὰ τούσδε, τὴν πρώτην τάξιν τῆς τῶν ἀποστόλων
ἐπέχοντες διαδοχῆς· οἳ καὶ, ἅτε τηλικῶνδε 
ὄντες διαπρεπεῖς μαθηταὶ, τοὺς κατὰ πάντα τόπον
τῶν ἐκκλησιῶν προκαταβληθέντας ὑπὸ τῶν ἀποστόλων
θεμελίους ἐπῳκοδόμουν , αὔξοντες εἰς πλέον τὸ
κήρυγμα καὶ τὰ σωτήρια σπέρματα τῆς τῶν οὐρανῶν
βασιλείας ἀνὰ πᾶσαν εἰς πλάτος ἐπισπείροντες 
τὴν οἰκουμένην.

καὶ γὰρ δὴ πλεῖστοι τῶν τότε μαθητῶν
σφοδροτέρῳ φιλισοφίας ἔρωτι πρὸς τοῦ θείου
λόγου τὴν ψυχὴν πληττόμενοι τὴν σωτήριον πρότερον
ἀπεπλήρουν παρακέλευσιν, ἐνδεέσι νέμοντες τὰς
οὐσίας, ἔπειτα δὲ ἀποδημίας στελλόμενοι ἔργον ἐπετέλουν 
εὐαγγελιστῶν , τοῖς ἔτι πάμπαν ἀνηκόοις τοῦ
τῆς πίστεως λόγου κηρύττειν τὸν Χριστὸν φιλοτιμούμενοι
καὶ τὴν τῶν θείων εὐαγγελίων παραδιδόναι
γραφήν.

οὑτοι δὲ θεμελίους τῆς πίστεως ἐπὶ ξένοις
τισὶ τόποις αὐτὸ μόνον καταβαλλόμενοι , ποιμένας 
τε καθιστάντες ἑτέρους, τούτοις τε αὐτοῖς ἐγχιρίζοντες
τὴν τῶν ἀρτίως εἰσαχθέντων γεωργίαν, ἑτέρας
αὐτοὶ πάλιν χώρας τε καὶ ἔθνη μετῄεσαν σὺν τῇ
ἐκ θεοῦ χάριτι καὶ συνεργίᾳ, ἐπεὶ καὶ τοῦ θείου
πνεύματος εἰσέτι τότε δι’ αὐτῶν πλεῖσται παράδοξοι 
δυνάμεις ἐνήργουν, ὥστε ἀπὸ πρώτης ἀκροάσεως
ἀθρόως αὔτανδρα πλήθη προθύμως τὴν εἰς τὸν τῶν
ὅλων δημιουργὸν εὐσέβειαν ἐν ταῖς αὐτῶν ψυχαῖς
καταδέχεσθαι.

ἀδυνάτου δ’ ὄντος ἡμῖν ἅπαντας
ἐξ ὀνόματος ἀπαριθμεῖσθαι, ὅσοι ποτὲ κατὰ τὴν πρώτην 
τῶν ἀποστόλων διαδοχὴν ἐν ταῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην
ἐκκλησίαις γεγόνασι ποιμένες ἢ καὶ εὐαγ-

 
γελισταὶ, τούτων εἰκότως ἐξ ὀνόματος γραφῇ μόνων
τῂν μνήμην κατατεθείμεθα, ὡν ἔτι καὶ νῦν εἰς ἡμᾶς
δι’ ὑπομνημάτων τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας ἡ παράδοσις
φέρεται ·

[Nic. H. E. III, 18] ὥσπερ οὖν ἀμέλει
τοῦ Ἰγνατίου ἐν αἷς κατελέξαμεν ἐπιστολαῖς, καὶ τοῦ
Κλήμεντος ἐν τῇ ἀνωμολογημένῃ παρὰ πᾶσιν, ἣν ἐκ
προσώπου τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας τῇ Κορινθίων
διετυπώσατο , ἐν ᾗ τῆς πρὸς Ἑβραίους πολλὰ νοήματα
 παραθεὶς, ἤδη δὲ καὶ αὐτολεξεὶ ῥητοῖς τισὶ(??)
ἐξ αὐτῆς χρησάμενος , σαφέστατα παρίστησιν ὅτι μη
νέον ὑπάρχει τὸ σύγγραμμα.

ὅθεν δὴ καὶ εἰκότως
ἔδοξεν αὐτὸ τοῖς λοιποῖς ἐγκαταλεχθῆναι γράμμασι
τοῦ ἀποστόλου. Ἑβραίοις γὰρ διὰ τῆς πατρίου γλώττης
 ἐγγράφως ὡμιληκότος τοῦ Παύλου οἱ μὲν τὸν
εὐαγγελιστὴν Λουκᾶν, οἱ δὲ τὸν Κλήμεντα τοῦτο(??)
αὐτὸν ἑρμηνεῦσαι λέγουσι τὴν γραφήν.

ὃ καὶ
μᾶλλον ἂν εἴη ἀληθὲς, τῷ τὸν ὅμοιον τῆς φράσεως
χαρακτῆρα τήν τε τοῦ Κλήμεντος ἐπιστολὴν καὶ τὴν
 πρὸς Ἑβραίους ἀποσώζειν , καὶ τῷ μὴ πόρρω τὰ ἐν
ἑκατέροις τοῖς συγγράμμασι νοήματα καθεστάναι.

ἰστέον δ’ ὡς καὶ δευτέρα τις εἶναι λέγεται τοῦ
Κλήμεντος ἐπιστολή. οὐ μὴν ἴθ’ ὁμοίως τῇ προτέρᾳ
καὶ ταύτην γνώριμον ἐπιστάμεθα, ὅτι μηδὲ τοὺς
 ἀρχαίους αὐτῇ κεχρημένους ἴσμεν.

ἤδη δὲ καὶ
ἕτερα πολυεπῆ καὶ μακρὰ συγγράμματα ὡς τοῦ αὐτοῦ
ἐχθὲς καὶ πρώην τινὲς προήγαγον, Πέτρου δὴ καὶ
Ἀπίωνος διαλόγους περιέχοντα, ὧν οὐδ’ ὅλως μνήμη
τις παρὰ τοῖς παλαιοῖς φέρεται. οὐδὲ γὰρ καθαρὸν
 τῆς ἀποστολικῆς ὀρθοδοξίας ἀποσώζει τὸν χαρακτῆρα.
ἡ μὲν οὖν τοῦ Κλήμεντος ὁμολογουμένη γραφὴ πρόδηλος.
εἴρηται δὲ καὶ τὰ Ἰγνατίου καὶ Πολυκάρπου.

[Nic. H. E. III, 20] Τοῦ δὲ Παπία συγγράμματα
πέντε τὸν ἀριθμὸν φέρεται, ἃ καὶ ἐπιγέγραπται
Λογίων κυριακῶν ἐξηγήσεις. τούτων καὶ
Εἰρήναιος ὡς μόνων αὐτῷ γραφέντων μνημονεύει
ὧδέ πως λέγων “ταῦτα δὲ καὶ Παπίας ὁ Ἰωάννου μὲν 
“ ἀκουστὴς, Πολυκάρπου δὲ ἑταῖρος γεγονὼς, ἀρχαῖος
“ἀνὴρ, ἐγγράφως ἐπιμαρτυρεῖ ἐν τῇ τετάρτῃ τῶν
“ ἑαυτοῦ βίβλων. ἔστι γὰρ αὐτῷ πέντε βιβλία συν-
“τεταγμἐνα.’’ καὶ ὁ μὲν Εἰρήναιος ταῦτα.

αὐτός
γε μὴν ὁ Παπίας κατὰ τὸ προοίμιον τῶν αὐτοῦ λόγων 
ἀκροατὴν μὲν καὶ αὐτόπτην οὐδαμῶς ἑαυτὸν γενέσθαι
τῶν ἱερῶν ἀποστόλων ἐμφαίνει, παρειληφέναι
δὲ τὰ τῆς πίστεως παρὰ τῶν ἐκείνοις γνωρίμων διδάσκει
δι’ ὧν φησι λέξεων·

“οὐκ ὀκνήσω δέ σοι
“καὶ ὅσα ποτὲ παρὰ τῶν πρεσβυτέρων καλῶς ἔμαθον 
“καὶ καλῶς ἐμνημόνευσα συντάξαι ταῖς ἑρμηνείαις,
“ διαβεβαιούμενος ὑπὲρ αὐτῶν ἀλήθειαν. οὐ γὰρ τοῖς
“τὰ πολλὰ λέγουσιν ἔχαιρον ὥσπερ οἱ πολλοὶ , ἀλλὰ
“τοῖς τἀληθῆ διδάσκουσιν , οὐδὲ τοῖς τὰς ἀλλοτρίας
“ ἐντολὰς μνημονεύουσιν, ἀλλὰ τοῖς τὰς παρὰ τοῦ 
“ κυρίου τῇ πίστει δεδομένας καὶ ἀπ’ αὐτῆς παραγινο-
“ μένας τῆς ἀληθείας.

εἰ δέ που καὶ
“ κώς τις τοῖς πρεσβυτέροις ἔλθοι, τοὺς τῶν πρεσβυτέρων
ἀνέκρινον λόγους· τί᾿ ἢ τί Πέτρος εἶπεν
ἢ τί Φίλιππος ἢ τί Θωμᾶς ἢ Ἰάκωβος ἢ τί Ἰωάννης 
“ ἢ Ματθαῖος ἤ τις ἕτερος τῶν τοῦ κυρίου μαθητῶν,
“ ἅ τε Ἀριστίων καὶ ὁ πρεσβύτερος Ἰωάννης οἱ τοῦ
“κυρίου μαθηταὶ λέγουσιν. οὐ γὰρ τὰ ἐκ τῶν βιβλίων
“ τοσοῦτόν με ὠφελεῖν ὑπελάμβανον ὅσον τὰ
“ ζώσης φωνῆς καὶ μενούσης.’’

ἔνθα καὶ ἐπιστῆσαι
 

 
ἄξιον δὶς καταριθμοῦντι αὐτῷ τὸ Ἰωάννου ὄνομα, ὧν
τὸν μὲν πρότερον Πέτρῳ καὶ Ἰακώβῳ καὶ Ματθαίῳ
καὶ τοῖς λοιποῖς ἀποστόλοις συγκαταλέγει, σαφῶς
δηλῶν τὸν εὐαγγελιστὴν, τὸν δ᾿ ἕτερον Ἰωάννην διαστείλας
 τὸν λόγον ἐν ἑτέροις παρὰ τὸν τῶν ἀποστόλων
ἀριθμὸν κατατάσσει, προτάξας αὐτοῦ τὸν Ἀριστίωνα,
σαφῶς τε αὐτὸν πρεσβύτερον ὀνομάζει·

ὡς καὶ διὰ
τούτων ἀποδείκνυσθαι τὴν ἱστορίαν ἀληθῆ τῶν δύο
κατὰ τὴν Ἀίαν ὁμωνυμίᾳ κεχρῆσθαι εἰρηκότων, δύο τε
 ἐν Ἐφέσῳ γενέσθαι μνήματα καὶ ἑκάτερον Ἰωάννου ἔτι
νῦν λέγεσθαι. οἷς καὶ ἀναγκαῖον προσέχειν τὸν νοῦν·
εἰκὸς γὰρ τὸν δεύτερον, εἰ μή τις ἐθέλοι τὸν πρῶτον,
τὴν ἐπ᾿ ὀνόματος φερομένην Ἰωάννου ἀποκάλυψιν
ἑωρακέναι.

καὶ ὁ νῦν δὲ ἡμῖν δηλούμενος Παπίας
 τοὺς μὲν τῶν ἀποστόλων λόγους παρὰ τῶν αὐτοῖς
παρηκολουθηκότων ὁμολογεῖ παρειληφέναι, Ἀριστίωνος
δὲ καὶ τοῦ πρεσβυτέρου Ἰωάννου αὐτήκοον ἑαυτόν
φησι γενέσθαι. ὀνομαστὶ γοῦν πολλάκις αὐτῶν
μνημονεύσας ἐν τοῖς αὐτοῦ συγγράμμασι τίθησιν αὐτῶν
 καὶ παραδόσεις.

καὶ ταῦτα δ᾿ ἡμῖν οὐκ εἰς τὸ
ἄχρηστον εἰρήσθω. ἄξιον δὲ ταῖς ἀποδοθείσαις τοῦ
Παπία φωναῖς προσάψαι λέξεις ἑτέρας αὐτοῦ, δι᾿ ὧν
παράδοξά τινα ἱστορεῖ καὶ ἄλλα ὡσὰν ἐκ παραδόσεως
εἰς αὐτὸν ἐλθόντα.

τὸ μὲν οὖν κατὰ τὴν Ἱεράπολιν
 Φίλιππον τὸν ἀπόστολον ἅμα ταῖς θυγατράσι
διατρῖψαι διὰ τῶν πρόσθεν δεδήλωται, ὡς δὲ κατὰ
τοὺς αὐτοὺς ὁ Παπίας γενόμενος διήγησιν παρειληφέναι
θαυμασίαν ὑπὸ τῶν τοῦ Φιλίππου θυγατέρων
μνημονεύει τὰ νῦν σημειωτέον. νεκροῦ γὰρ ἀνάστασιν
 κατ᾿ αὐτὸν γεγονυῖαν ἱστορεῖ, καὶ αὖ πάλιν
ἕτερον παράδοξον περὶ Ἰοῦστον τὸν ἐπικληθέντα Βαρσαββᾶν
γεγονὸς, ὡς δηλητήριον φάρμακον ἐμπιόντος

 
καὶ μηδὲν ἀηδὲς διὰ τὴν τοῦ κυρίου χάριν ὑπομείναντος.

τοῦτον δὲ τὸν Ἰοῦστον μετὰ τὴν τοῦ σωτῆρος
ἀνάληψιν τοὺς ἱεροὺς ἀποστόλους μετὰ Ματθία
στῆσαί τε καὶ ἐπεύξασθαι ἀντὶ τοῦ προδότου Ἰούδα
ἐπὶ τὸν κλῆρον τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ αὐτῶν ἀριθμοῦ 
ἡ τῶν Πραξέων ὧδέ πως ἱστορεῖ γραφή “καὶ
“ἔστησαν δύο, Ἰωσὴφ τὸν καλούμενον Βαρσαββᾶν, ὃς
“ ἐπεκλήθη Ἰοῦστος, καὶ Ματθίαν· καὶ προσευξάμε-
“νοι εἶπαν.’’

καὶ ἄλλα δὲ ὁ αὐτὸς ὡσὰν ἐκ παραδόσεως
ἀγράφου εἰς αὐτὸν ἥκοντα παρατέθειται , ξένας 
τέ τινας παραβολὰς τοῦ σωτῆρος καὶ διδασκαλίας
αὐτοῦ, καί τινα ἄλλα μυθικώτερα.

ἐν οἷς καὶ χιλιάδα
τινά φησιν ἐτῶν ἔσεσθαι μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν
ἀνάστασιν , σωματικῶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας ἐπὶ
ταυτησὶ τῆς γῆς ὑποστησομένης. ἃ καὶ ἡγοῦμαι τὰς 
ἀποστολικὰς παρεκδεξάμενον διηγήσεις ὑπολαβεῖν, τὰ
ἐν ὑποδείγμασι πρὸς αὐτῶν μυστικῶς εἰρημένα μὴ
συνεωρακότα.

σφόδρα γάρ τοι σμικρὸς ὢν τὸν
νοῦν, ὡσὰν ἐκ τῶν αὐτοῦ λόγων τεκμηράμενον εἰπεῖν,
φαίνεται· πλὴν καὶ τοῖς μετ’ αὐτὸν πλείστοις 
ὅσοις τῶν ἐκκλησιαστικῶν τῆς ὁμοίας αὐτῷ δόξης
παραίτιος γέγονε, τὴν ἀρχαιότητα τἀνδρὸς προβεβλημένοις,
ὥσπερ οὖν Εἰρηναίῳ, καὶ εἴ τις ἄλλος τὰ
ὅμοια φρονῶν ἀναπέφηνεν.

καὶ ἄλλας δὲ τῇ ἑαυτοῦ
γραφῇ παραδίδωσιν Ἀριστίωνος τοῦ πρόσθεν 
δεδηλωμένου τῶν τοῦ κυρίου λόγων διηγήσεις καὶ
τοῦ πρεσβυτέρου Ἰωάννου παραδόσεις , ἐφ’ ἃς τοὺς
φιλομαθεῖς ἀναπέμψαντες ἀναγκαίως νῦν προσθήσομεν
ταῖς προεκτεθείσαις αὐτοῦ φωναῖς παράδοσιν,
ἢ περὶ Μάρκου τοῦ τὸ εὐαγγέλιον γεγραφότος ἐκτἐ- 
 

 
θεῖται διὰ τούτων

“καὶ τοῦτο ὁ πρεσβύτερος ἔλεγε
“ Μάρκος μὲν ἑρμηνευτὴς Πέτρου γενόμενος, ὅσα ἐμνη-
“ μόνευσεν ἀκριβῶς ἔγραψεν, οὐ μέντοι τάξει, τὰ ὑπο
“ τοῦ Χριστοῦ ἢ λεχθέντα ἢ πραχθέντα. οὔτε γὰρ
 “ἤκουσε τοο͂ κυρίου οὔτε παρηκολούθησεν αὐτῷ,
“ὕστερον δὲ, ὡς ἔφην, Πέτρῳ, ὃς πρὸς τἀς χρείας ἐποι-
’’ εἷτο τὰς διδασκαλίας, ἀλλ’ οὐχ ὥσπερ σύνταξιν τῶν
“κυριακῶν ποιούμενος λόγων, ὥστε οὐδὲν ἥμαρτε
“Μάρκος, οὕτως ἔνια γράψας ὡς ἀπεμνημόνευσεν.
 " ἑνὸς γὰρ ἐποιήσατο πρόνοιαν, τοῦ μηδὲν ὧν ἤκουσε
" παραλιπεῖν, ἢ ψεύσασθαί τι ἐν αὐτοῖς.” ταῦτα
οὑν ἱστόρηται τῷ Παπίᾳ περὶ τοῦ Μάρκου.

περὶ
δὲ τοῦ Ματθαίου ταῦτ’ εἴρηται “ Ματθαῖος μὲν
“Ἑβραίδι διαλέκτῳ τὰ λόγια συνεγράψατο , ἡρμή-
 “ νεῦσε δ’ αὐτὰ ὡς ἦν δυνατὸς ἔκαστος.’’

κέχρηται
δ’ αὐτὸς μαρτυρίαις ἀπὸ τῆς Ἰωάννου προτέρας
ἐπιστολῆς καὶ ἀπὸ τῆς Πέτρου ὁμοίως. ἐκτέθειται
δὲ καὶ ἄλλην ἱστορίαν περὶ γυναικὸς ἐπὶ πολλαῖ
ἁμαρτίαις διαβληθείσης ἐπὶ τοῦ κυρίου , ἣν τὸ κατ
 Ἑβραίους εὐαγγἐλιον περιέχει. καὶ ταῦτα δ’ ἡμῖν
ἀναγκαίως πρὸς τοῖς ἐκτεθεῖσιν ἐπιτετηρήσθω.

Ἄμφι δὲ τὸ δωδέκατον ἔτος τῆς Τραϊανου
βασιλείας ὁ μικρῷ πρόσθεν ἡμῖν τῆς ἐν Ἀλεξανδρείῳ
 παροικίας δηλωθεὶς ἐπίσκοπος τὴν ζωὴν μεταλλάττει,
τέταρτος δὲ ἀπὸ τῶν ἀποστόλων τὴν τῶν αὐτόθι λειτουργίαν
κληροῦται Πρῖμος. ἐν τούτῳ καὶ Ἀλέξανμικρῷ
 

 
δρος ἐπὶ Ῥώμης, ὄγδοον ἔτος ἀποπλρώσαντος
πέμπτην ἀπὸ Πέτρου καὶ Παύλου κατάγων
διαδοχὴν, τὴν ἐπισκοπὴν ἀπολαμβάνει.

[Nic. H. E. III, 22] Καὶ τὰ μὲν τῆς τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν διδασκαλίας τε καὶ ἐκκλησίας ὁσημέραι 
ἀνθοῦντα ἐπὶ μεῖζον ἐχώρει προκοπῆς, τὰ δὲ τῆς Ἰουδαίων
συμφορᾶς κακοῖς ἐπαλλήλοις ἤκμαζεν. ἤδη
γοῦν τοῦ αὐτοκράτορος εἰς ἐνιαυτὸν ὀκτωκαιδέκατον
ἐλαύνοντος αὖθις Ἰουδαίων κίνησις ἐπαναστᾶσα πάμπολυ
πλῆθος αὐτῶν διέφθειρεν.

ἔν τε γὰρ Ἀλεξανδρεᾳ 
καὶ τῇ λοιπῇ Αἰγύπτῳ καὶ προσέτι κατὰ
Κυρήνην ὥσπερ ὑπὸ πνεύματος δεινοῦ τινος καὶ στασιώδους
ἀναρριπισθέντες ὥρμηντο πρὸς τοὺς συνοίκους
Ἕλληνας στασιάζειν, αὐξήσαντές τε εἰς μέγα τὴν
στάσιν τῷ ἐπιόντι ἐνιαυτῷ πόλεμον οὐ σμικρὸν συνῆψαν, 
ἡγουμένου τηνικαῦτα Λούπου τῆς ἁπάσης Αἰγύπτου.
γύπτου.

καὶ δὴ ἐν τῇ πρώτῃ συμβολῇ ἐπικρατῆσαι
αὐτοὺς συνέβη τῶν Ἑλλήνων, οἳ καὶ καταφυγόντες
εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν τοὺς ἐν τῇ πόλει Ἰουδαίους
ἐζώγρησάν τε καὶ ἀπέκτειναν. τῆς δὲ παρὰ τούτων 
συμμαχίας ἀποτυχόντες οἱ κατὰ Κυρήνην, τὴν χώραν
τῆς Αἰγύπτου λεηλατοῦντες καὶ τοὺς ἐν αὐτῆ̣ νομοὺς
φθείροντες διετέλουν , ἡγουμένου αὐτῶν Λουκούα·
ἐφ’ οὓς ὁ αὐτοκράτωρ ἔπεμψε Μάρκιον Τούρβωνα
σὺν δυνάμει πεζῇ τε καὶ ναυτικῇ, ἔτι δὲ καὶ ἱππικῇ.

ὁ δὲ πολλαῖς μάχαις οὐκ ὀλίγῳ τε χρόνῳ τὸν
πρὸς αὐτοὺς διαπονήσας πόλεμον πολλὰς μυριάδας
Ἰουδαίων , οὐ μόνον τῶν ἀπὸ Κυρήνης , ἀλλὰ καὶ
τῶν ἀπ’ Αἰγύπτου συναιρομένων Λουκούᾳ τῷ βασιλεῖ
αὐτῶν ἀναιρεῖ.

ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ὑποπτεύσας καὶ 
τοὺς ἐν Μεσοποταμίᾳ Ἰουδαίους ἐπιθήσεσθαι τοῖς
αὐτόθι Λουσίῳ Κυῄτῳ προσέταξεν ἐκκαθᾶραι τῆς

 
ἐπαρχίας αὐτοὺς, ὃς καὶ παραταξάμενος πάμπολυ
πλῆθος τῶν αὐτόθι φονεύει, ἐφ’ ᾧ κατορθώματι Ἰουδαίας
ἡγεμὼν ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος ἀνεδείχθη.
ταῦτα καὶ Ἑλλήνων οἱ τὰ κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους
 γραφῇ παραδόντες αὐτοῖς ἱστόρησαν ῥήμασι.

[Nic. H. E. III, 21] Τραϊανοῦ δὲ ἐφ’ ὅλοις
ἔτεσιν εἴκοσι τὴν ἀρχὴν μησὶν ἕξ δέουσι κρατήσαντος
Αἴλιος Ἀδριανὸς διαδέχεται τὴν ἡγεμονίαν. τούτῳ
Κοδρᾶτος λόγον προσφωνήσας ἀναδίδωσιν, ἀπολογίαν
 συντάξας ὑπὲρ τῆς καθ’ ἡμὰς θεοσεβείας, ὅτι
δὴ πονηροί τινες ἄνδρες τοὺς ἡμετέρους ἐνοχλεῖν
ἐπειρῶντο. εἰσέτι δὲ φέρεται παρὰ πλείστοις τῶν
ἀδελφῶν, ἀτὰρ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ σύγγραμμα, ἐξ οὗ
κατιδεῖν ἔστι λαμπρὰ τεκμήρια τῆς τε τοῦ ἀνδρὸς διανοίας
 καὶ τῆς ἀποστολικῆς ὀρθοτομίας.

δ’ αὐτὸς
τὴν καθ’ ἑαυτὸν ἀρχαιότητα παραφαίνει δι’ ὧν
στορεῖ ταῦτα ἰδίαις φωναῖς “ τοῦ δὲ σωτῆρος ἡμῶν
τὰ ἔργα ἀεὶ παρῆν , ἀληθῆ γὰρ ἦν, οἱ θεραπευθέντες,
οἱ ἀναστάντες ἐκ νεκρῶν, οἳ οὐκ ὤφθησαν μό-
 “νον θεραπευόμενοι καὶ ἀνιστάμενοι, ἀλλὰ καὶ ἀεὶ
παρόντες, οὐδὲ ἐπιδημοῦντος μόνον τοῦ σωτῆρος,
ἀλλὰ καὶ ἀπαλλαγέντος ἦσαν ἐπὶ χρόνον ἱκανὸν,
ὥστε καὶ εἰς τοὺς ἡμετέρους χρόνους τινὲς αὐτῶν
ἀφίκοντο.’’

τοιοῦτος μὲν οὖν οὗτος. καὶ Ἀριστείδης
 δὲ πιστὸς ἀνὴρ τῆς καθ’ ἡμὰς ὑρμώμενος εὐσεβείας
τῷ Κοδράτῳ παραπλησίως ὑπὲρ τῆς πίστεως
ἀπολογίαν ἐπιφωνήσας Ἀδριανῷ καταλέλοιπε. σώζεται
δέ γε εἰς δεῦρο παρὰ πλείστοις καὶ ἡ τούτου
γράφη.

[Nic. H. E. III, 25] Ἔτει δὲ τρίτῳ τῆς αὐτῆς
ἡγεμονίας Ἀλέξανδρος Ῥωμαίων ἐπίσκοπος τελευτᾷ,
δέκατον τῆς οἰκονομίας ἀποπλήσας ἔτος. Ξυστὸς ἠν

 
τούτῳ διάδοχος. καὶ τῆς Ἀλεξανδρέων δὲ παροικίας
ἀμφὶ τὸν αὐτὸν χρόνον Πρῖμον μεταλλάξαντα δωδεκάτῳ
τῆς προστασίας ἔτει διαδέχεται Ἰοῦστος.

Τῶν γε μὴν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐπισκόπων τοὺς
χρόνους γραφῆ̣ σωζομένους οὐδαμῶς ηὑρον· κομιδῆ 
γὰρ οὐν βραχυβίους αὐτοὺς λόγος κατέχει γενέσθαι.

τοσοῦτον δ’ ἐξ ἐγγράφων παρείληφα , ὡς μέχρι
τῆς κατὰ Ἀδριανὸν Ἰουδαίων πολιορκίας πεντεκαιδεκα
τὸν ἀριθμὸν αὐτόθι γεγόνασιν ἐπισκόπων διαδοχαὶ,
οὓς πάντας Ἑβραίους φασὶν ὄντας ἀνέκαθεν 
τὴν γνῶσιν τοῦ Χριστοῦ γνησίως καταδέξασθαι, ὥστ’
ἤδη πρὸς τῶν τὰ τοιάδε ἐπικρίνειν δυνατῶν καὶ τῆς
τῶν ἐπισκόπων λειτουργίας ἀξίους δοκιμασθῆναι·
συνεστάναι γὰρ αὐτοῖς τότε τὴν πᾶσαν ἐκκλησίαν ἐξ
Ἑβραίων πιστῶν , ἀπὸ τῶν ἀποστόλων καὶ εἰς τὴν 
τότε διαρκεσάντων πολιορκίαν , καθ’ ἣν Ἰουδαῖοι
Ρωμαίων αὖθις ἀποστάντες οὐ μικροῖς πολέμοις ἥλωσαν.

διαλελοιπότων δ’ οὐν τηνικαῦτα τῶν ἐκ
περιτομῆς ἐπισκόπων τοὺς ἀπὸ πρώτου νῦν αναγκαῖον
ἂν εἴη καταλέξαι. πρῶτος τοιγαροῦν Ἰάκωβος 
ὁ τοῦ κυρίου λεγόμενος ἀδελφὸς ἦν, μεθ’ ὃν δεύτερος
Συμεὼν, τρίτος Ἰοῦστος, Ζακχαῖος τέταρτος,
πέμπτος Τωβίας, ἕκτος Βενιαμὶν , Ἰωάννης ἕβδομος,
ὄγδοος Ματθίας, ἔνατος Φίλιππος, δέκατος Σενέκας,
ἑνδέκατος Ἰοῦστος, Λευὶς δωδέκατος, Ἐφρῆς τρισκαιδέκατος, 
τεσσαρεσκαιδέκατος Ἰωσὴφ, ἐπὶ πᾶσι πεντεκαιδέκατος
Ἰούδας.

τοσοῦτοι καὶ οἱ ἐπὶ τῆς Ἱεροσολύμων
πόλεως ἐπίσκοποι ἀπὸ τῶν ἀποστόλων εἰς
τὸν δηλούμενον διαγενόμενοι χρόνον, οἱ πάντες ἐκ
περιτομῆς.

ἤδη δὲ δωδέκατον ἐχούσης ἔτος τῆς 
ἡγεμονίας Ἀδριανοῦ , Ξυστὸν δεκαέτη χρόνον ἀποπλήσαντα
ἐπὶ τῆς Ῥωμαίων ἐπισκοπῆς ἕβδομος ἀπὸ

 
τῶν ἀποστόλων διαδέχεται Τελεσφόρος, ἐνιαυτοῦ δὲ
μεταξὺ καὶ μηνῶν διαγενομένου τῆς Ἀλεξανδρέων
παροικίας τὴν προστασίαν Εὐμένης ἕκτῳ κλήρῳ
διαδέχεται, τοῦ πρὸ αὐτοῦ ἔτεσιν ἕνδεκα
 διαρκέσαντος.

[Nic. H. E. III, 24] Καὶ δῆτα τῆς Ἰουδαίων
ἀποστασίας αὖθις εἰς μέγα καὶ πολὺ προελθούσης
῾Ροῦφος ἐπάρχων τῆς Ἰουδαίας, στρατιωτικῆς αὐτῷ
συμμαχίας ὑπὸ βασιλέως πεμφθείσης, ταῖς ἀπονοίαις
 αὐτῶν ἀφειδῶς χρώμενος ἐπεξῄει, μυριάδας ἀθρόως
ἀνδρῶν ὁμοῦ καὶ παίδων καὶ γυναικῶν διαφθείρων,
πολέμου τε νόμῳ τὰς χώρας αὐτῶν ἐξανδραποδιζόμενος.

ἐστρατήγει δὲ Ἰουδαίων τηνικαῦτα Βαρχωχέβας
ὄνομα, (ἀστέρα δηλοῖ τοῦτο), τὰ μὲν ἄλλα
 λῃστρικὸς καὶ φονικός τις ἀνὴρ, ἐπὶ δὲ τῇ προσηγορία,
οἷα ἐπ᾿ ἀνδραπόδων, ὡς δὴ ἐξ οὐρανοῦ φωστὴρ
αὐτοῖς κατεληλυθὼς, κακουμένοις τε ἐπιλάμψαι τερατεύομενος.

ἀκμάσαντος δὲ τοῦ πολέμου ἔτους ὀκτωκαιδεκάτου
τῆς ἡγεμονίας Ἀδριανοῦ κατὰ Βίθθηρα
 πόλιν, ἥτις ἦν ἐχυρωτάτη, τῶν Ἱεροσολύμων οὐ σφόδρα
πόρρω διεστῶσα, τῆς τε ἔξωθεν πολιορκίας χρονίου
γενομένης, λιμῷ τε καὶ δίψει τῶν νεωτεροποιῶν
εἰς ἔσχατον ὀλέθρου περιελαθέντων, καὶ τοῦ τῆς
ἀπονοίας αὐτοῖς αἰτίου τὴν ἀξίαν ἐκτίσαντος δίκην,
 τὸ πᾶν ἔθνος ἐξ ἐκείνου καὶ τῆς περὶ τὰ Ἱεροσόλυμα
γῆς πάμπαν ἐπιβαίνειν εἴργεται, νόμου δόγματι καὶ
διατάξεσιν Ἀδριανοῦ, ὡς ἂν μηδ᾿ ἐξ ἀπόπτου θεωροῖεν
τὸ πατρῷον ἔδαφος, ἐγκελευσαμένου. Ἀρίστων
ὁ Πελλαῖος ἱστορεῖ.

οὕτω δὴ τῆς πόλεως εἰς
 ἐρημίαν τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους καὶ παντελῆ φθορὰν
τῶν πάλαι οἰκητόρων ἐλθούσης, ἐξ ἀλλοφύλου τε
γένους συνοικισθείσης, ἡ μετέπειτα συστᾶσα ῾Ρω-

 
μαϊκὴ πόλις τὴν ἐπωνυμίαν ἀμείψασα εἰς τὴν τοὐ
κρατοῦντος Αἰλίου Ἀδριανοῦ τιμὴν Αἰλία προσαγορεύεται.
καὶ δὴ τῆς αὐτόθι ἐκκλησίας ἐξ ἐθνῶν
συγκροτηθείσης πρῶτος μετὰ τοὺς ἐκ περιτομῆς
ἐπισκόπους τὴν τῶν ἐκεῖσε λειτουργίαν ἐγχειρίζεται 
Μάρκος.

[Nic. H. E. IV, 2 — 4] Ἤδη δὲ λαμπροτάτων
δίκην φωστήρων τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην ἀποστιλβουσῶν
ἐκκλησιῶν , ἀκμαζούσης τε εἰς ἅπαν τὸ τῶν
ἀνθρώπων γένος τῆς εἰς τὸν σωτῆρα καὶ κύριον 
ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν πίστεως , ὁ μισόκαλος δαίμων
οἷα τῆς ἀληθείας ἐχθρὸς καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων
σωτηρίας ἀεὶ τυγχάνων πολεμιώτατος , πάσας στρέφων
κατὰ τῆς ἐκκλησίας μηχανὰς, πάλαι μὲν τοῖς
ἔξωθεν διωγμοῖς κατ’ αὐτῆς ὡπλίζετο ·

τότε γε 
μὴν τούτων ἀποκεκλεισμένος , πονηροῖς καὶ
ἀνδράσιν ὥσπερ τισὶν ὀλεθρίοις ψυχῶν ὀργάνοις διακόνοις
τε ἀπωλείας χρώμενος, ἑτέραις κατεστρατήγει
μεθόδοις , πάντα μόρον ἐπινοῶν , ὡς ἂν ὑποδύντες
γόητες καὶ ἀπατηλοὶ τὴν αὐτὴν τοῖ δόγματος ἡμῖν 
προσηγορίαν ὁμοῦ μὲν τῶν πιστῶν τοὺς πρὸς αὐτῶν
προσηγορίαν εἰς βυθὸν ἀπωλείας ἄγοιειν , ὁμοῦ δὲ
τοὺς τῆς πίστεως ἀγνῶτας δι’ ὧν αὐτοὶ δρῶντες ἐπιχειροῖεν
ἀποτρέποιντο τῆς ἐπὶ τὸν σωτήριον λόγον
παρόδου.

ἀπὸ γοῦν τοῦ Μενάνδρου, ὃν διάδοχον 
τοῦ Σίμωνος ἤδη πρότερον παραδεδώκαμεν, ἀμφίστομος
ὥσπερ καὶ δικέφαλος ὀφιώδης τις προελθοῦσα
δύναμις δυεῖν αἱρέσεων διαφόρων ἀρχηγοὺς κατεστήσατο,
Σατορνῖνόν τε Ἀντιοχέα τὸ γένος καὶ Βασιλείδην
Ἀλεξανδρέα, ὧν ὁ μὲν κατὰ Συρίαν , ὁ δὲ κατ’ 
Αἴγυπτον συνεστήσαντο θεομισῶν αἱρέσεων διδασκαλεῖα.

τὰ μὲν οὖν πλεῖστα τὸν Σατορνῖνον τὰ

 
αὐτὰ τῷ Μενάνδρῳ ψευδολογῆσαι ὁ Εἰρήναιος δηλοῖ,
προσχήματι δὲ ἀπορρητοτέρων τὸν Βασιλείδην εἰς
τὸ ἄπειρον τεῖναι τὰς ἐπινοίας, δυσσεβοῦς αἱρέσεως
ἑαυτῷ τερατώδεις ἀναπλάσαντα μυθοποιίας.

πλείστων
 οὖν ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν κατ’ ἐκεῖνο καιρουτῆς
ἀληθείας ὑπεραγωνιζομένων, λογικώτερόν τ
τῆς ἀποστολικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς δόξης ὑπερμαχούντων,
ἤδη τινὲς καὶ διὰ συγγραμμάτων τοῖς μετέπειτα
προφυλακτικὰς αὐτῶν δὴ τούτων τῶν δηλωθεισῶν
 αἱρέσεων παρεῖχον ἐφόδους.

ὡν εἰς ἡμᾶς
κατῆλθεν ἐν τοῖς τότε γνωριμωτάτου συγγραφές
Ἀγρίππα Κάστορος ἱκανώτατος κατὰ Βασιλείδου
ἔλεγχος, τὴν δεινότητα τῆς τἀνδρὸς ἀποκαλύπτων
γοητείας.

ἐκφαίνων δ’ οὖν αὐτοῦ τὰ ἀπόρρητα
 φησιν αὐτὸν εἰς μὲν τὸ εὐαγγέλιον τέσσαρα πρὸς
τοῖς εἴκοσι συντάξαι βιβλία, προφήτας δὲ ἑαυτῷ
ὀνομάσαι Βαρκαββᾶν καὶ Βαρκὼφ καὶ ἄλλους ἀνυπάρκτους
τινὰς ἑαυτῷ συστησάμενον , βαρβάρους τε
αὐτοῖς εἰς κατάπληξιν τῶν τὰ τοιαῦτα τεθηπότωυ
 ἐπιφημίσαι προσηγορίας , διδάσκειν τε ἀδιαφορεῖ
εἰδωλοθύτων ἀπογευομένους καὶ ἐξομνυμένους ἀπαραφυλάκτως
τὴν πίστιν κατὰ τοὺς τῶν διωγμῶν καιροὺς,
Πυθαγορικῶς τε τοῖς προσιοῦσιν αὐτῷ πενταέτη
σιωπὴν παρακελεύεσθαι.

καὶ ἕτερα δὲ τούτοις
 παραπλήσια ἀμφὶ τοῦ Βασιλείδου καταλέξας ὁ
εἰρημένος οὐκ ἀγεννῶς τῆς δηλωθείσης αἱρέσεως εἰς
προῦπτον ἐφώρασε τὴν πλάνην.

γράφει δὲ καὶ
Εἰρήναιος συγχρονίσαι τούτοις Καρποκράτην, ἑτέρας
αἱρέσεως τῆς τῶν γνωστικῶν ἐπικληθείσης πατέρα,
 οἳ καὶ τοῦ Σίμωνος οὐχ ὡς ἐκεῖνος κρύβδην , ἀλλ’
 

 
ἤδη καὶ εἰς φανερὸν τὰς μαγείας παραδιδόναι ἠξίουν,
ὡς ἐπὶ μεγάλοις δὴ μονονουχὶ σεμνυνόμενοι τοῖς
κατὰ περιεργίαν πρὸς αὐτῶν ἐπιτελουμένοις φίλτροις
ὀνειροπομποῖς τε καὶ παρέδροις τισὶ δαίμοσι καὶ
ἄλλαις ὁμοιοτρόποις τισὶν ἀγωγαῖς · τούτοις τε ἀκολούθως 
πάντα δρᾶν χρῆναι διδάσκειν τὰ αἰσχρουργότατα
τοὺς μέλλοντας εἰς τὸ τέλειον τῆς κατ’ αὐτοὺς
μυσταγωγίας ἢ καὶ μᾶλλον μυσαροποιίας ἐλεύσεσθαι,
ὡς μὴ ἂν ἄλλως ἐκφευξομένους τοὺς κοσμικοὺς, ὡς
ἂν ἐκεῖνοι φαῖεν , ἄρχοντας) μὴ οὐχὶ πᾶσι τὰ δι’ 
ἀρρητοποιίας ἀπονείμαντας χρέα.

τούτοις δῆτα
συνέβαινε διακόνοις χρώμενον τὸν ἐπιχαιρεσίκακον
δαίμονα τοὺς μὲν πρὸς αὐτῶν ἀπατωμένους οἰκτρῶς
οὕτως εἰς ἀπώλειαν ἀνδραποδίζεσθαι , τοῖς δ’ ἀπίστοις
ἔθνεσι πολλὴν παρέχειν κατὰ τοῦ θείου λόγου 
δυσφημίας περιουσίαν, τῆς ἐξ αὐτῶν φήμης εἰς τὴν
τοῦ παντὸς ἔθνους Χριστιανῶν διαβολὴν καταχεομένης.

ταύτῃ δ’ οὑν ἐπὶ πλεῖστον συνέβαινε τὴν
περὶ ἡμῶν παρὰ τοῖς τότε ἀπίστοις ὑπόνοιαν δυσσεβῆ
καὶ ἀτοπωτάτην διαδίδοσθαι, ὡς δὴ ἀθεμίτοις 
πρὸς μητέρας καὶ ἀδελφὰς μίξεσιν ἀνοσίαις τε τροφαῖς
χρωμένων.

οὐκ εἰς μακρόν γε μὴν αὐτῷ
ταῦτα προυχώρει, τῆς ἀληθείας αὐτῆς ἑαυτὴν συνιστώσης,
ἐπὶ μέγα τε φῶς κατὰ τὸν προι·όντα χρόνον
διαλαμπούσης.

ἔσβεστο μὲν γὰρ αὐτίκα πρὸς 
αὐτῆς ἐνεργείας ἀπελεγχόμενα τὰ τῶν ἐχθρῶν ἐπιτεχνήματα,
ἄλλων ἐπ’ ἄλλαις αἱρέσεων καινοτομουμένων,
ὑπορρεουσῶν ἀεὶ τῶν προτέρων καὶ εἰς
πολυτρόπους καὶ πολυμόρφους ἰδέας ἄλλοτε ἄλλως
φθειρομένων· προῄει δ’ εἰς αὔξην καὶ μέγεθος ἀεὶ 
κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ ὡσαύτως ἔχουσα ἡ τῆς καθόλου
καὶ μόνης ἀληθοῦς ἐκκλησίας λαμπρότης, τό τε σεμνὸν

 
καὶ εἰλικρινὲς καὶ ἐλευθέριον τό τε σῶφρον καὶ καθαρὸν
τῆς ἐνθέου πολιτείας τε καὶ φιλοσοφίας εἰς
ἅπαν γένος ῾Ελλήνων τε καὶ βαρβάρων ἀποστίλβουσα.

συναπέσβη γοῦν τῷ χρόνῳ καὶ ἡ κατὰ παντὸς
 τοῦ δόγματος διαβολὴ, ἔμενε δὲ μόνη ἄρα κρατοῦσ’
καὶ ἀνομολογουμένη τὰ μάλιστα διαπρέπειν ἐπὶ σεμνότητι
καὶ σωφροσύνῃ θείοις τε καὶ φιλόσοφοι
δόγμασιν ἡ καθ’ ἡμᾶς διδασκαλία, ὡς μηδένα τῶν
εἰς νῦν αἰσχρὰν ἐπιφέρειν τολμᾶν κατὰ τῆς πίστεως
 ἡμῶν δυσφημίαν, μηδέ τινα τοιαύτην διαβολὴν,
οἵαις πάλαι πρότερον φίλον ἦν χρῆσθαι τοῖς καθ
ἡμῶν ἐπισυνισταμένοις.

ὅμως δ’ οὖν κατὰ τοὺς
δηλουμένους αὖθις παρῆγεν εἰς μέσον ἡ ἀλήθει
πλείους ἑαυτῆς ὑπερμάχους, οὐ δι’ ἀγράφων αὐτὸ
 μόνον ἐλέγχων , ἀλλὰ καὶ δι’ ἐγγράφων ἀποδείξεων
κατὰ τῶν ἀθέων αἱρέσεων στρατευομένους.

[Nic. H. E. IV, 5] ’Εν τούτοις ἐγνωρίζετο
῾Ηγήσιππος, οὗ πλείσταις ἤδη πρότερον κεχρήμεθα
φωναῖς, ὡσὰν ἐκ τῆς αὐτοῦ παραδόσεώς τινα τῶν
 κατὰ τοὺς ἀποστόλους παρατιθέμενοι.

ἐν πέντε δ
οὖν συγγράμμασιν οὗτος τὴν ἀπλανῆ παράδοσιν του
ἀποστολικοῦ κηρύγματος ἁπλουστάτῃ συντάξει γραφῆς
ὑπομνηματισάμενος, καθ’ ὃν ἐγνωρίζετο σημαίνει
χρόνον, περὶ τῶν ἀρχῆθεν ἱδρυσάντων τὰ εἴδωλα
 οὕτω πως γράφων “ οἷς καινοτάφια καὶ ναοὺς ἐποίη-
“ σαν ὡς μέχρι νῦν, ὧν ἐστι καὶ Ἀντίνοος , δοῦλος
“ Ἀδριανοῦ Καίσαρος, οὗ καὶ ἀγὼν ἄγεται Ἀντινό-
“ειος, ἐφ’ ἡμῶν γενόμενος. καὶ γὰρ καὶ πόλιν ἔκτι-
“ σεν ἐπώνυμον Ἀντινόου καὶ προφήτας.’’

κατ’
 αὐτὸν δὲ καὶ Ἰουστῖνος, γνήσιος τῆς ἀληθοῦς φιλο-
 

 
σοφίας ἐραστὴς, ἔτι τε τοῖς παρ’ Ἕλλησιν ἀσκούμενος
ἐνδιέτριβε λόγοις. σημαίνει δὲ καὶ αὐτὸς τουτονὶ
τὸν χρόνον, ἐν τῇ πρὸς ’Αντωνῖνον ἀπολογίᾳ ὧδε
γράφων “ οὐκ ἄτοπον δὲ ἐπιμνησθῆναι ἐν τούτοις
ἡγούμεθα καὶ Ἀντινόου τοῦ νῦν γενομένου, ὃν καὶ 
“ ἅπαντες ὡς θεὸν διὰ φόβον σέβειν ὥρμηντο , ἐπι-
“ στάμενοι τίς τε ἦν καὶ πόθεν ὑπῆρχεν.”

ὁ δ’
αὐτὸς καὶ τοῦ τότε κατὰ Ἰουδαίων πολέμου μνημονεύων
ταῦτα παρατίθεται “καὶ γὰρ ἐν τῷ νῦν γενο-
‘μένῳ Ἰουδαικῷ πολέμῳ Βαρχωχέβας, ὁ τῆς ’Ιουδαίων 
“ἀποστάσεως ἀρχηγέτης, Χριστιανοὺς μόνους εἰς
“τιμωρίας δεινὰς, εἰ μὴ ἀρνοῖντο Ἰησοῦν τὸν χριστὸν
καὶ βλασφημοῖεν , ἐκέλευεν ἄγεσθαι. ”

ἐν
ταὐτῷ δὲ καὶ τὴν ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ἐπὶ
τὴν θεοσέβειαν μεταβολὴν αὐτοῦ , ὅτι μὴ ἀλόγως, 
μετὰ κρίσεως δ’ αὐτῷ γεγόνει δηλῶν ταῦτα γράφει
“ καὶ γὰρ αὐτὸς ἐγὼ τοῖς Πλάτωνος χαίρων διδάγμασι,
῾ διαβαλλομένους ἀκούων Χριστιανοὺς , ὁρῶν δὲ καὶ
“ἀφόβους πρὸς θάνατον καὶ πάντα τὰ νομιζόμενα
φοβερὰ, ἐνενόουν ἀδύνατον εἶναι ἐν κακίᾳ καὶ φι- 
῾ ληδονίᾳ ὑπάρχειν αὐτούς. τίς γὰρ φιλήδονος ἢ
“ ἀκρατὴς καὶ ἀνθρωπείων σαρκῶν βορὰν ἡγούμενος
“ ἀγαθὸν δύναιτ’ ἂν θάνατον ἀσπάζεσθαι , ὅπως τῶν
“ἑαυτοῦ στερηθείη ἐπιθυμιῶν , ἀλλ’ οὐκ ἐκ παντὸς
ζῆν ἀεὶ τὴν ἐνθάδε βιοτὴν καὶ λανθάνειν τοὺς ἄρχοντας 
ἐπειρᾶτο, οὐχ ὅτι ἑαυτὸν κατήγγελλε φὂνευ-
“ θησόμενον;’’

ἔτι δ’ ὁ αὐτὸς ἱστορεῖ, δεξάμενον
τὸν Ἀδριανὸν παρὰ Σερεννίου Γρανιανοῦ, λαμπροτάτου
ἡγουμένου, γράμματα ὑπὲρ Χριστιανῶν, περιέχοντα
ὡς οὐ δίκαιον εἴη ἐπὶ μηδενὶ ἐγκλήματι, βοαῖς 
 

 
δήμου χαριζομένους, ἀκρίτως κτείνειν αὐτοὺς, ἀντιγράψαι
Μινουκίῳ Φουνδανῷ ἀνθυπάτῳ τῆς Ἀσίας,
προστάττοντα μηδένα κτείνειν ἄνευ ἐγκλήματος καὶ
εὐλόγου κατηγορίας.

καὶ τῆς ἐπιστολῆς δὲ ἀντίγραφον
 παρατέθειται, τὴν ῾Ρωμαϊκὴν φωνὴν, ὡς εἷχε,
διαφυλάξας. προλέγει δ᾿ αὐτῆς ταῦτα “καὶ ἐξ ἐπι-
“στολῆς δὲ ταῦτα τοῦ μεγίστου καὶ ἐπιφανεστάτου
“Καίσαρος Ἀδριανοῦ τοῦ πατρὸς ὑμῶν ἔχοντες ἀπαι-
“τεῖν ὑμᾶς, καθὰ ἠξιώσαμεν κελεῦσαι τὰς κρίσεις
 “γίνεσθαι, τοῦτο οὐχ ὡς ὑπὸ Ἀδριανοῦ κελευσθὲν
“μᾶλλον ἠξιώσαμεν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἐπίστασθαι δι-
“καίαν ἀξιοῦν τὴν προσφώνησιν. ὑπετάξαμεν δὲ καὶ
“τῆς ἐπιστολῆς Ἀδριανοῦ τὸ ἀντίγραφον, ἵνα καὶ
“τοῦτο ἀληθεύειν ἡμᾶς γνωρίζητε. καὶ ἔστι τόδε.”

τούτοις ὁ μὲν δηλωθεὶς ἀνὴρ αὐτὴν παρατέθειται
τὴν ῾Ρωμαϊκὴν ἀντιγραφὴν, ἡμεῖς δ᾿ εἰς τὸ Ἑλληνι
κὸν κατὰ δύναμιν αὐτὴν μετειλήφαμεν, ἔχουσαν ὧδε·

[Nic. H. E. III, 27] “Μινουκίῳ Φουνδανῷ.
“ἐπιστολὴν ἐδεξάμην γραφεῖσάν μοι ἀπὸ Σερεννίου
 “Γρανιανοῦ, λαμπροτάτου ἀνδρὸς, ὅντινα σὺ διεδέξω.
“οὐ δοκεῖ μοι οὖν τὸ πρᾶγμα ἀζήτητον καταλιπεῖν,
“ἵνα μήτε οἱ ἄνθρωποι ταράττωνται καὶ τοῖς συκο-
“φάνταις χορηγία κακουργίας παρασχεθῇ.

εἰ οὖν
“σαφῶς εἰς ταύτην τὴν ἀξίωσιν οἱ ἐπαρχιῶται δύ-
 “νανται διισχυρίζεσθαι κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ὡς
“καὶ πρὸ βήματος ἀποκρίνασθαι, ἐπὶ τοῦτο μόνον
“τραπῶσιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἀξιώσεσιν οὐδὲ μόναις βοαῖς.
“πολλῷ γὰρ μᾶλλον προσῆκεν, εἴ τις κατηγορεῖν βού-
“λοιτο, τοῦτό σε διαγινώσκειν.

εἴ τις οὖν κατη-
 “γορεῖ καὶ δείκνυσί τι παρὰ τοὺς νόμους πράττον-
 

 
τας, οὕτως ὅριζε κατὰ τὴν δύναμιν τοῦ ἁμαρτήματος·
ὡς μὰ τὸν Ἡρακλέα εἴ τις συκοφαντίας χάριν τοῦτο
προτείνοι 5 διαλάμβανε ὑπὲρ τῆς δεινότητος , καὶ
“φρόντιζε ὅπως ἂν ἐκδικήσειας.’’ καὶ τὰ μὲν τῆς
Ἀδριανοῦ ἀντιγραφῆς τοιαῦτα.

[Nic. H. E. III, 25] Τούτου δὲ τὸ χρεὼν μετὰ
πρῶτον καὶ εἰκοστὸν ἔτος ἐκτίσαντος Ἀντωνῖνος ὁ
κληθεὶς Εὐσεβὴς τὴν Ῥωμαίων ἀρχὴν διαδέχεται.
τούτου δὲ ἐν ἔτει πρώτῳ Τελεσφόρου τὸν βίον ἑνδεκάτῳ
τῆς λειτουργίας ἐνιαυτῷ μεταλλάξαντος ῾Υγῖνος 
τὸν κλῆρον τῆς Ῥωμαίων ἐπισκοπῆς παραλαμβάνει.
ἱστορεῖ γε μὴν ὁ Εἰρηναῖος τὸν Τελεσφόρον μαρτυρίῳ
τὴν τελευτὴν διαπρέψαι, δηλῶν ἐν ταὐτῷ, κατὰ
τὸν δηλούμενον Ῥωμαίων ἐπίσκοπον ῾Υγῖνον Οὐαλεντῖνον
ἰδίας αἱρέσεως εἰσηγητὴν , καὶ Κέρδωνα τῆς 
κατὰ Μαρκίωνα πλάνης ἀρχηγὸν ἐπὶ τῆς ῾Ρώμης
ἄμφω γνωρίζεσθαι. γράφει δὲ οὕτως·

[Nic. H. E. ΙΙΙ, 4]. “ Οὐαλεντῖνος μὲν γὰρ
ἦλθεν εἰς ῾Ρώμην ἐπὶ Ὑγίνου, ἤκμασε δὲ ἐπὶ Πίου,
καὶ παρέμεινεν ἕως Ἀνικήτου. Κέρδων δὲ ὁ πρὸ 
Μαρκίωνος καὶ αὐτὸς ἐπὶ Ὑγίνου, ὃς ἦν ἔνατος
ἐπίσκοπος, εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἐλθὼν καὶ ἐξομολογούμενος
οὕτω διετέλεσε, ποτὲ μὲν λαθροδι-
῾δασκαλῶν, ποτὲ δὲ πάλιν ἐξομολογούμενος , ποτὲ
δὲ ἐλεγχόμενος ἐφ’ οἷς ἐδίδασκε κακῶς, καὶ ἀφιστάμενος 
τῆς τῶν ἀδελφῶν συνοδίας. ” ταῦτα δέ
φησιν ἐν τρίτῳ τῶν πρὸς τὰς αἱρέσεις.

ἔν γε
μὴν τῷ πρώτῳ αὐθις περὶ τοῦ Κέρδωνος ταῦτα διέξεισι
“ Κέρδων δέ τις ἀπὸ τῶν περὶ τὸν Σίμωνα τὰς
ἀφορμὰς λαβὼν, καὶ ἐπιδημήσας εἰς τὴν ῾Ρώμην ἐπὶ 
 

 
“Ὑγίνου ἔνατον κλῆρον τῆς ἐπισκοπικῆς διαδοχῆς
“ἀπὸ τῶν ἀποστόλων ἔχοντος, ἐδίδαξε τὸν ὑπὸ τοῦ
‘νόμου καὶ προφητῶν κεκηρυγμένον θεὸν μὴ εἶναι
“ πατέρα τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. τὸν μὲν
 “ γὰρ γνωρίζεσθαι, τὸν δὲ ἀγνῶτα εἶναι , καὶ τὸν μέν
“δίκαιον, τὸν δὲ ἀγαθὸν ὑπάρχειν. διαδεξάμενος δὲ
“αὐτὸν Μαρκίων ὁ Ποντικὸς ηὔξησε τὸ διδασκαλεῖον,
“ἀπηρυθριασμένως βλασφημῶν.’

ὁ δὲ αὐτὸς Εἰρηναῖος
τὸν ἄπειρον βυθὸν τῆς Οὐαλεντίνου πολυπλανοῦς
 ὕλης εὐτονώτατα διαπλώσας , ἑρπετοῦ δίκην
φωλεύοντος ἀπόκρυφον οὖσαν αὐτοῦ καὶ λεληθυῖαν
ἀπογυμνοῖ τὴν κακίαν.

πρὸς τούτοις καὶ ἄλλον
τινὰ, Μάρκος αὐτῷ ὄνομα, κατ’ αὐτοὺς γενέσθαι
λέγει μαγικῆς κυβείας ἐμπειρότατον. γράφει δὲ καὶ
 τὰς ἀτελέστους αὐτῶν τελετὰς μυσαράς τε μυσταγωγίας
ἐκφαίνων αὐτοῖς δὴ τούτοις τοῖς γράμμασιν

“οἱ μὲν γὰρ αὐτῶν νυμφῶνα κατασκευάζουσι καὶ
“ μυσταγωγίαν ἐπιτελοῦσι μετ’ ἐπιρρήσεών τινων
τοῖς τελουμένοις , καὶ πνευματικὸν γάμον φάσκουσιν
 “ εἶναι τὸ ὑπ’ αὐτῶν γινόμενον , κατὰ τὴν ὁμοιότητα
τῶν ἄνω συζυγιῶν. οἱ δὲ ἄγουσιν ἐφ’ ὕδωρ, καὶ
“ βαπτίζοντες οὕτως ἐπιλέγουσιν· εἰς ὄνομα ἀγνώστου
πατρὸς τῶν ὅλων, εἰς ἀλήθειαν μητέρα τῶν πάντων,
῾ εἰς τὸν κατελθόντα εἰς τὸν Ἰησοῦν. ἄλλοι δὲ Ἑβρα-
 “ϊκὰ ὀνόματα ἐπιλέγουσι πρὸς τὸ μᾶλλον καταπλῆξαι
“τοὺς τελουμένους.’’

ἀλλὰ γὰρ μετὰ τέταρτον τῆς
ἐπισκοπῆς ἔτος ῾Υγίνου τελευτήσαντος Πίος ἐπὶ Ῥώμης
ἐγχειρίζεται τὴν λειτουργίαν. κατά γε μὴν τὴν ’Αλεξάνδρειαν
Μάρκος ἀναδείκνυται ποιμὴν, Εὐμενοῦς
 ἔτη τὰ πάντα δέκα πρὸς τρισὶν ἐκπλήσαντος , τοῦ τε
 

 
Μάρκου ἐπὶ δέκα ἔτη τῆς λειτουργίας ἀναπαυσαμένου
Κελαδίων τῆς Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίας τὴν
λειτουργίαν παραλαμβάνει.

καὶ κατὰ τὴν ῾Ρωμαίων
δὲ πόλιν πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἐπισκοπῆς ἐνιαυτῷ
Πίου μεταλλάξαντος Ἀνίκητος τῶν ἐκεῖσε προΐσταται. 
καθ’ ὃν Ἡγήσιππος ἱστορεῖ ἑαυτὸν ἐπιδημῆσαι τῇ
῾Ρώμῃ, παραμεῖναί τε αὐτόθι μέχρι τῆς ἐπισκοπῆς
Ἐλευθέρου.

μάλιστα δὲ ἤκμαζεν ἐπὶ τῶνδε ’Ιουστῖνος,
ἐν φιλοσόφου σχήματι πρεσβεύων τὸν θεῖον
λόγον, καὶ τοῖς ὑπὲρ τῆς πίστεως ἐναγωνιζόμενος 
συγγράμμασιν. ὃς δὴ καὶ γράψας κατὰ Μαρκίωνος
σύγγραμμα μνημονεύει ὡς καθ’ ὃν συνέταττε καιρὸν
γνωριζομένου τῷ βίῳ τἀνδρός. φησὶ δὲ οὕτως

“ Μαρκίωνα δέ τινα Ποντικὸν, ὃς καὶ νῦν ἔτι ἐστὶ
῾ διδάσκων τοὺς πειθομένους ἄλλον τινὰ εἶναι νομί- 
“ζειν μείζονα τοῦ δημιουργοῦ θεὸν, ὃς καὶ κατὰ πᾶν
“γένος ἀνθρώπων διὰ τῆς τῶν δαιμόνων συλλήψεως
‘πολλοὺς πέπεικε βλάσφημα λέγειν, καὶ ἀρνεῖσθαι
“ τὸν ποιητὴν τοῦδε τοῦ παντὸς πατέρα εἶναι τοῦ
“ Χριστοῦ , ἄλλον δέ τινα ὡς ὄντα μείζονα παρὰ τοῦ- 
“ τον ὁμολογεῖν πεποιηκέναι. καὶ πάντες οἱ ἀπὸ τού-
“ των ὡρμημένοι , ὡς ἔφαμεν, Χριστιανοὶ καλοῦνται,
ὃν τρόπον καὶ οὐ κοινῶν ὄντων δογμάτων τοῖς φιλο-
“ σόφοις τὸ ἐπικαλούμενον ὄνομα τῆς φιλοσοφίας
κοινόν ἐστι.’’

τούτοις ἐπιφέρει λέγων “ἔστι 
“δὲ ἡμῖν καὶ σύνταγμα κατὰ πασῶν τῶν γεγενημέ-
“ νων αἱρέσεων, ᾧ εἰ βούλεσθε ἐντυχεῖν, δώσομεν.’’

ὁ δὲ αὐτὸς οὗτος Ἰουστῖνος, καὶ πρὸς Ἕλληνας
ἱκανώτατα πονήσας, καὶ λόγους ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας
πίστεως ἀπολογίαν ἔχοντας βασιλεῖ Ἀντωνίνῳ τῷ 
 

 
δὴ ἐπικληθέντι Εὐσεβεῖ καὶ τῇ ῾Ρωμαίων συγκλήτῳ
βουλῆ̣ προσφωνεῖ. καὶ γὰρ ἐπὶ τῆς ῾Ρώμης τὰς διατριβὰς
ἐποιεῖτο. ἐμφαίνει δὲ ἑαυτὸν, ὅστις καὶ πόθεν
ἠν , διὰ τῆς ἀπολογίας ἐν τούτοις·

[Nic. H. E. III, 26-32] “ Αὐτοκράτορι Τίτῳ
῾Αἰλίῳ ’Αδριανῷ Ἀντωνίνῳ Εὐσεβεῖ Καίσαρι Σεβα-
“στῷ, καὶ Οὐηρισσίμῳ υἱῷ φιλοσόφῳ , καὶ Λουκίῳ
῾φιλοσόφῳ, Καίσαρος φύσει υἱῷ καὶ Εὐσεβοῦς εἰσποι-
“ητῷ, ἐραστῇ παιδείας, ἱερᾷ τε συγκλήτῳ καὶ παντὶ
 “δήμῳ Ῥωμαίων, ὑπὲρ τῶν ἐκ παντὸς γένους ἀνθρώ-
“πων ἀδίκως μισουμένων καὶ ἐπηρεαζομένων , ’Ιουστῖνος
Πρίσκου τοῦ Βακχείου, τῶν ἀπὸ Φλαουίας
“ Νέας πόλεως τῆς Συρίας Παλαιστίνης , εἷς αὐτῶν
ὢν , τὴν προσφώνησιν καὶ ἔντευξιν ποιήσομαι. ”
 ἐντευχθεὶς δὲ καὶ ὑφ’ ἑτέρων ὁ αὐτὸς βασιλεὺς ἐπὶ
τῆς Ἀσίας ἀδελφῶν, παντοίαις ὕβρεσι πρὸς τῶν ἐπιχωρίων
δήμων καταπονουμένων, τοιαύτης ἠξίωσε τὸ
κοινὸν τῆς Ἀσίας διατάξεως ·

[Nic. H. E. III, 28] “ Αὐτοκράτωρ Καῖσαρ
 “ Μάρκος Αὐρήλιος Ἀντωνῖνος Σεβαστὸς, Ἀρμένιος,
“ἀρχιερεὺς μέγιστος, δημαρχικῆς ἐξουσίας τὸ πέμπτον
καὶ δέκατον, ὕπατος τὸ τρίτον, τῷ κοινῷ τῆς Ἀσίας
χαίρειν.

ἐγὼ μὲν οἶδα ὅτι καὶ τοῖς θεοῖς ἐπιμελές
ἐστι μὴ λανθάνειν τοὺς τοιούτους. πολὺ γὰρ
 “μᾶλλον ἐκεῖνοι κολάσαιεν ἂν τοὺς μὴ βουλομένους
“ αὐτοὺς προσκυνεῖν ἢ ὑμεῖς.

οὓς εἰς ταραχὴν
ἐμβάλλετε , βεβαιοῦντες τὴν γνώμην αὐτῶν ἥνπερ
“ ἔχουσιν, ὡς ἀθέων κατηγοροῦντες. εἴη δ’ ἂν ἐκείνοις
῾ αἱρετὸν τὸ δοκεῖν κατηγορουμένοις τεθνάναι μᾶλ-
 ῾λον ἢ ζῆν ὑπὲρ τοῦ οἰκείου θεοῦ. ὅθεν καὶ νικῶσι,
 

 
“προϊέμενοι τὰς ἑαυτῶν ψυχὰς, ἤπερ πειθόμενοι οἷς
“ἀξιοῦτε πράττειν αὐτούς.

περὶ δὲ τῶν σεισμῶν
“τῶν γεγονότων καὶ γινομένων οὐκ ἄτοπον ὑμᾶς
“ὑπομνῆσαι, ἀθυμοῦντας μὲν ὅταν περ ὦσι, παρα-
“βάλλοντας δὲ τὰ ὑμέτερα προς τὰ ἐκείνων.

οἱ μὲν 
“οὖν εὐπαρρησιαστότεροι γίνονται πρὸς τὸν θεὸν,
“ὑμεῖς δὲ παρὰ πάντα τὸν χρόνον, καθ᾿ ὃν ἀγνοεῖν
“δοκεῖτε, τῶν τε θεῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀμελεῖτε καὶ
“τῆς θρησκείας τῆς περὶ τὸν ἀθάνατον, ὃν δὴ τοὺς
“Χριστιανοὺς θρησκεύοντας ἐλαύνετε καὶ διώκετε 
“ἕως θανάτου.

ὑπὲρ δὲ τῶν τοιούτων ἤδη καὶ
“πολλοὶ τῶν περὶ τὰς ἐπαρχίας ἡγεμόνων καὶ τῷ
“θειοτάτῳ ἡμῶν ἔγραψαν πατρὶ, οἷς καὶ ἀντέγραψε
“μηδὲν ἐνοχλεῖν τοῖς τοιούτοις, εἰ μηδὲν φαίνοιντο
“περὶ τὴν τῶκ ῾Ρωμαίων ἡγεμονίαν ἐγχειροῦντες. καὶ 
“ἐμοὶ δὲ περὶ τῶν τοιούτων πολλοὶ ἐσήμαναν, οἷς
“δὴ καὶ ἀντέγραψα, κατακολουθῶν τῇ τοῦ πατρὸς
“γνώμῃ

εἰ δέ τις ἐπιμένοι τινὰ τῶν τοιούτων εἰς
“πράγματα φέρων ὡς δὴ τοιοῦτον, ἐκεῖνος ὁ καταφε-
“ρόμενος ἀπολελύσθω τοῦ ἐγκλήματος, καὶ ἐὰν φαί- 
“νηται τοιοῦτος ὢν, ὁ δὲ καταφέρων ἔνοχος ἔσται
“δίκης. προετέθη ἐν Ἐφέσω ἐν τῷ κοινῷ τῆς Ἀσίας.”

τούτοις οὕτω χωρήσασιν ἐπιμαρτυρῶν Μελίτων
τῆς ἐν Σάρδεσιν ἐκκλησίας ἐπίσκοπος, κατ᾿ αὐτὸ
γνωριζόμενος τοῦ χρόνου, δῆλός ἐστιν ἐκ τῶν εἰρημένων 
αὐτῷ ἐν ᾗ πεποίηται πρὸς αὐτοκράτορα Οὐῆρον
ὑπὲρ τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς δόγματος ἀπολογίᾳ.

[Nic. H. E. III, 30] Ἐπὶ δὲ τῶν δηλουμένων,
Ἀνικήτου τῆς ῾Ρωμαίων ἐκκλησίας ἡγουμένου,
Πολύκαρπον ἔτι περιόντα τῷ βίῳ γενέσθαι τε 
ἐπὶ ῾Ρώμης καὶ εἰς ὁμιλίαν τῷ Ἀνικήτῳ ἐλθεῖν διά
τι ζήτημα περὶ τῆς κατὰ τὸ πάσχα ἡμέρας, Εἰρη-

 
ναῖος ἱστορεῖ.

καὶ ἄλλην δὲ ὁ αὐτὸς περὶ τοῦ
Πολυκάρπου παραδίδωσι διήγησιν, ἣν ἀναγκαῖον
τοῖς περὶ αὐτοῦ δηλουμένοις ἐπισυνάψαι οὕτως
ἔχουσαν ·
 
 [Ἀπὸ τοῦ τρίτου τῶν πρὸς τὰς αἱρέσεις Εἰρηναίου.]

“Καὶ Πολύκαρπος δὲ οὐ μόνον ὑπὸ ἀποστόλων
μαθητευθεὶς , καὶ συναναστραφεὶς πολλοῖς τὸν Χρι-
“ στὸν ἑωρακόσιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἀποστόλων καταστα-
“ θεὶς εἰς τὴν Ἀσίαν ἐν τῇ ἐν Σμύρνῃ ἐκκλησίᾳ ἐπί-
 “σκοπος, ὃν καὶ ἡμεῖς ἑωράκαμεν ἐν τῇ πρώτῃ ἡμῶν
ἡλικίᾳ.

ἐπιπολὺ γὰρ παρέμεινε, καὶ πάνυ.γηρα-
῾λέος, ἐνδόξως καὶ ἐπιφανέστατα μαρτυρήσας, ἐξῆλθε
τοῦ βίου , ταῦτα διδάξας ἀεὶ, ἃ καὶ παρὰ τῶν ἀπο-
“ στόλων ἔμαθεν, ἃ καὶ ἡ ἐκκλησία παραδίδωσιν,
 “ καὶ μόνα ἐστὶν ἀληθῆ.

μαρτυροῦσι τούτοις αἱ
“κατὰ τὴν Ἀσίαν ἐκκλησίαι πᾶσαι, καὶ οἱ μέχρι νῦν
“ διαδεδεγμένοι τὸν Πολύκαρπον , πολλῷ ἐξιοπιστότερον
καὶ βεβαιότερον ἀληθείας μάρτυρα ὄντα Οὐα-
“λεντίνου καὶ Μαρκίωνος καὶ τῶν λοιπῶν κακογνω-
 “μόνων, ὃς καὶ ἐπὶ Ἀνικήτου ἐπιδημήσας τῇ Ῥώμῃ
πολλοὺς ἀπὸ τῶν προειρημένων αἱρετικῶν ἐπέστρε-
‘ψεν ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν τοῦ θεοῦ, μίαν καὶ μόνην
“ ταύτην ἀλήθειαν κηρύξας ὑπὸ τῶν ἀποστόλων παρειληφέναι,
τὴν ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας παραδεδομένην.
 “

καὶ εἰσὶν οἱ ἀκηκοότες αὐτοῦ ὅτι Ἰωάννης ὁ του
“ κυρίου μαθητὴς ἐν τῇ Ἐφέσῳ πορευθεὶς λούσασθαι,
“καὶ ἰδὼν ἔσω Κήρινθον ἐξήλατο τοῦ βαλανείου μη
λουσάμενος, ἀλλ’ ἐπειπὼν, φύγωμεν , μὴ καὶ τὸ
βαλανεῖον συμπέσῃ, ἔνδον ὄντος Κηρίνθου τοῦ τῆς
 “ἀληθείας ἐχθροῦ.

καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Πολύκαρπος
 

 
“Μαρκίωνί ποτε εἰς ὄψιν αὐτῷ ἐλθόντι καὶ φήσαντι
“῾ ἐπιγινώσκεις ἡμᾶς’ ἀπεκρίθη ἐπιγινώσκω
“ πρωτότοκον τοῦ σατανᾶ.’ τοσαύτην οἱ ἀπόστολοι καὶ
“οἱ μαθηταὶ αὐτῶν ἔσχον εὐλάβειαν πρὸς τὸ μηδὲ
῾ μέχρι λόγου κοινωνεῖν τινὶ τῶν παραχαρασσόντων 
“τὴν ἀλήθειαν, ὡς καὶ Παῦλος ἔφησεν ‘αἱρετικὸν ἄν-
“θρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραι-
“τοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος, καὶ ἁμαρτά-
“νει ὢν αὐτοκατάκριτος.’

ἔστι δὲ καὶ ἐπιστολὴ
“ Πολυκάρπου πρὸς Φιλιππησίους γεγραμμένη ἱκανω- 
“τάτη, ἐξ ἧς καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς πίστεως αὐτοῦ
“ καὶ τὸ κήρυγμα τῆς ἀληθείας οἱ βουλόμενοι καὶ φρον-
‘τίζοντες τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας δύνανται μαθεῖν.·

ταῦτα ὁ Εἰρήναιος. ὁ γέ τοι Πολύκαρπος ἐν τῇ
δηλωθείσῃ πρὸς Φιλιππησίους αὐτοῦ γραφῇ φερομένῃ 
εἰς δεῦρο κέχρηταί τισι μαρτυρίαις ἀπὸ τῆς
Πέτρου προτέρας ἐπιστολῆς.

’Αντωνῖνον μὲν δὴ
τὸν Εὐσεβῆ κληθέντα, εἰκοστὸν καὶ δεύτερον ἔτος
τῆς ἀρχῆς διανύσαντα, Μάρκος Αὐρήλιος Οὐῆρος, ὁ
καὶ Ἀντωνῖνος , υἱὸς αὐτοῦ, σὺν καὶ Λουκίῳ ἀδελφῷ 
διαδέχεται.

[Nic. II. E. III, 34-35] Ἐν τούτῳ δὲ ὁ Πολύκαρπος
μεγίστων τὴν Ἀσίαν ἀναθορυβησάντων
διωγμῶν μαρτυρίῳ τελειοῦται ἀναγκαιότατον δὲ αὐτοῦ
τὸ τέλος ἐγγράφως ἔτι φερόμενον ἡγοῦμαι δεῖν 
μνήμῃ τῆς ἱστορίας καταθέσθαι.

ἔστι δὲ ἡ γραφὴ ἐκ
προσώπου ἧς αὐτὸς ἐκκλησίας ἡγεῖτο ταῖς κατὰ Πόντον
παροικίαις τὰ κατ’ αὐτὸν ἀποσημαίνουσα διὰ τούτων

“ἡ ἐκκλησία τοῦ θεοῦ ἡ παροικοῦσα Σμύρναν
τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ θεοῦ τῇ παροικούσῃ ἐν Φιλομηλίῳ 
 

 
“καὶ πάσαις ταῖς κατὰ πάντα τόπον τῆς ἁγίας καθο
“λικῆς ἐκκλησίας παροικίαις ἔλεος, εἰρήνη καὶ ἀγάκ
“ θεοῦ πατρὸς καὶ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πλν
‘θυνθείη. ἐγράψαμεν ὑμῖν , ἀδελφοὶ, τὰ κατὰ του
 “ μαρτυρήσαντας καὶ τὸν μακάριον Πολύκαρπον, ὅστι
ὥσπερ ἐπισφραγίσας διὰ τῆς μαρτυρίας αὐτοῦ κα
τέπαυσε τὸν διωγμόν.”

τούτοις ἑξῆς πρὸ τῆς ἀμο
τοῦ Πολυκάρπου διηγήσεως τὰ κατὰ τοὺς λοιποὺς ἀνι
στοροῦσι μάρτυρας, οἵας ἐνστάσεις πρὸς τὰς ἀλγηδο
 νας ἐνεδείξαντο, διαγράφοντες. καταπλῆξαι γάρ φαο
τοὺς ἐν κύκλῳ περιεστῶτας καὶ θεωμένους τοτὲ μὲ
μάστιξι μέχρι καὶ τῶν ἐνδοτάτω φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν
καταξαινομένους, ὡς ἤδη καὶ τὰ ἐν μυχοῖς ἀπόρρητα
τοῦ σώματος σπλάγχνα τε αὐτῶν καὶ μέλη κατοπτεύεσθαι,
 τοτὲ δὲ τοὺς ἀπὸ θαλάττης κήρυκας καί
τινας ὀξεῖς ὀβελίσκους ὑποστρωννυμένους, καὶ διὰ
παντὸς εἴδους κολάσεων καὶ βασάνων προϊόντας, καὶ
τέλος θηρσὶν εἰς βορὰν παραδιδομένους.

μάλιστα
δὲ ἱστοροῦσιν διαπρέψαι τὸν γενναιότατον Γερμανι
 κὸν, ὑπορρωννύντα σὺν θείᾳ χάριτι τὴν ἔμφυτο
περὶ τὸν θάνατον τοῦ σώματος δειλίαν. βουλομένο
γέ τοι τοῦ ἀνθυπάτου πείθειν αὐτὸν , προβαλλομε
νου τε τὴν ἡλικίαν καὶ ἀντιβολοῦντος κομιδή νέο
ὄντα καὶ ἀκμαῖον οἶκτον ἑαυτοῦ λαβεῖν , μὴ μελλη
 σαι, προθύμως δὲ ἐπισπάσασθαι εἰς ἑαυτὸν τὸ θη
ῥίον, μονονουχὶ βιασάμενον καὶ παροξύναντα, ὡς
τάχιον τοῦ ἀδίκου καὶ ἀνόμου βίου αὐτῶν ἀπαλλα
γείη.

τούτου δὲ ἐπὶ τῷ διαπρεπεῖ θανάτῳ τὸ πό
πλῆθος ἀποθαυμάσαν τῆς ἀνδρείας τὸν θεοφιλῆ μάρ
 τυρα καὶ τὴν καθόλου τοῦ γένους τῶν Χριστιανο
ἀρετὴν, ἀθρόως ἐπιβοᾶν ἄρξασθαι “αἶρε τοὺς ἀθέους
ζητείσθω Πολύκαρπος.’’

καὶ δὴ πλείστης ἐπὶ ταῖ

 
βοαῖς γενομένης ταραχῆς Φρύγα τινὰ τὸ γένος, Κόϊντον
τοὔνομα, νεωστὶ ἐκ τῆς Φρυγίας ἐπιστάντα, ἰδόντα
τοὺς θῆρας καὶ τὰς ἐπὶ τούτοις ἀπειλὰς καταπτῆξαι
τὴν ψυχὴν μαλακισθέντα, καὶ τέλος τῆς σωτηρίας ἐνσθῦναι.

ἐδήλου δὲ τοῦτον ὁ τῆς προειρημένης 
γραφῆς λόγος προπετέστερον, ἀλλ᾿ οὐ κατ᾿ εὐλάβειαν
ἐπιπηδῆσαι τῷ δικαστηρίῳ σὺν ἑτέροις, ἁλόντα δ᾿
οὖν ὅμως καταφανὲς ὑπόδειγμα τοῖς πᾶσι παρασχεῖν,
ὅτι μὴ δέοι τοῖς τοιούτοις ῥιψοκινδύνως καὶ ἀνευλαβῶς
ἐπιτολμᾶν. ἀλλὰ ταύτῃ μὲν εἶχε πέρας τὰ κατὰ 
τούτους.

τόν γε μὴν θαυμασιώτατον Πολύκαρπον
τὰ μὲν πρῶτα τούτων ἀκούσαντα ἀτάραχον διαμεῖναι,
εὐσταθὲς τὸ ἦθος καὶ ἀκίνητον φυλάξαντα, βούλεσθαί
τε αὐτοῦ κατὰ τὴν πόλιν περιμένειν· πεισθέντα
γε μὴν ἀντιβολοῦσι τοῖς ἀμφ᾿ αὐτὸν, καὶ ὡς 
ἂν ὑπεξέλθοι παρακαλοῦσι, προελθεῖν εἰς οὐ πόρρω
διεστῶτα τῆς πόλεως ἀγρὸν, διατρίβειν τε σὺν ὀλιγοις
ἐνταῦθα, νύκτωρ καὶ μεθ᾿ ἡμέραν οὔτε ἕτερον
πράττοντα ἢ ταῖς πρὸς τὸν κύριον διακαρτεροῦντα
εὐχαῖς, δι᾿ ὧν δεῖσθαι καὶ ἱκετεύειν, εἰρήνην ἐξαιτούμενον 
ταῖς ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐκκλησίαις·
τοῦτο γὰρ καὶ εἶναι ἐκ τοῦ παντὸς αὐτῷ σύνηθες.

καὶ δὴ εὐχόμενον ἐν ὀπτασίᾳ τριῶν πρότερον ἡμερῶν
τῆς συλλήψεως νύκτωρ ἰδεῖν τὸ ὑπὸ κεφαλῆς
αὐτῷ στρῶμα ἀθρόως οὕτως ὑπὸ πυρὸς φλεχθὲν δεδαπανῆσθαι, 
ἔξυπνον δὲ ἐπὶ τούτῳ γενόμενον εὐθὺς
ὑφερμηνεῦσαι τοῖς παροῦσι τὸ φανὲν, μονονουχὶ τὸ
μέλλον προθεσπίσαντα, σαφῶς τε ἀνειπόντα τοῖς ἀμφ᾿
αὐτὸν ὅτι δέοι αὐτὸν διὰ Χριστὸν πυρὶ τὴν ζωὴν μεταλλάξαι.

ἐπικειμένων δὴ οὖν σὺν πάσῃ σπουδῇ 
τῶν ἀναζητούντων αὐτὸν αὖθις πρὸς τῆς τῶν ἀδελφῶν
διαθέσεως καὶ στοργῆς ἐκβεβιασμένον μεταβῆ-

 
ναί φασιν ἐφ’ ἕτερον ἀγρὸν, ἔνθα μετ’οὐ πλεῖστον
τοὺσ συνελαύνοντας ἐπελθεῖν, δύο δὲ τῶν αὐτόθι
συλλαβεῖν παίδων, ὧν θάτερον αἰκισαμένους ἐπι–
στῆναι δι’αὐτοῖ τῇ τοῦ Πολυκάρπου καταγωγῇ.

ὀψὲ δὲ τῆς ὥρας ἐπελθόντας αὐτὸν μὲν εὑρεῖν ἐν 
ὑπερᾠῳ κατακείμενον, ὅθεν δυνατὸν ὄν αὐτῷ ἐφ’ 
ἑτέραν μεταστῆναι οὀκίαν μὴ βεβουλῆσθαι, εἰπόντα
“τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ γινέσθω.”

Καὶ δὴ μαθὼν πα–
ρόντας, ὡς ὁλόγος φηςὶ, καταβὰς αὐτοῖς διελέξατο,
 εὖ μάλα φαιδρῷ καὶ πραοτάτῳ προσώπῳ, ὡς καὶ
θαῦμα δοκεῖν ὁρᾶν τοὺς πάλαι τοῦ ἀνδρὸς ἀγνῶτας,
ἐναποβλέποντας τῷ τῆς ἡλικίας αὐτοῦ παλαιῷ καὶ
τῷ σεμνῷ καὶ εὐσταθεῖ τοῦ προσώπου, καὶ εἰ το–
σαύτη γένοιτο σπουδὴ ὑπὲρ τοῦ τοιοῦτον συλληφθῆ–
 ναι πρεσβύτην.

ὁ δ’ οὐ μελλήσας εὐθέως τρά–
πεζαν αὐτοῖς παρατεθῆναι προστάττει, εἶτα τροφῆς
ἀφθόνου μεταλαβεῖν ἀξιοῖ, μίαν τε ὥραν, ὡς ἄν
προσεύξοιτο ἀδεῶς, παρ’αὐτῶν αἰτεπῖαι. ἐπιτρεψάν–
των δὲ ἀναστὰς ηὔχετο, ἔμπλεως τῆς χάριτος ὤν τοῦ
 κυρίου, ὡς ἐκπληττεσθαι τοὺς παρόντας εὐχομένου
αὐτοῦ ἀκροωμένους, πολλούς τε αὐτῶν μετανοεῖν
ἤδη ἐπὶ τῷ τοιοῦτον ἀναιρεῖσθαι μέλλειν σεμνὸν καὶ
θεοπρεπῆ πρεσβύτην,

ἐπὶ τούτοις ἡ περὶ αὐτοῦ
γραφὴ κατὰ λέξιν ὧδέ πως τὰ ἑξῆς τῆς ἱστορίας ἔχει
 “ἐπεὶ δέ ποτε κατέπαυσε τὴν προσευχὴν, μνημονεύ–
“σας ἁπάντων καὶ τῶν πώποτε συμβεβληκότων αὐτῷ
“μικρῶν τε καὶ μεγόλων, ἐνδόξων τε καὶ ἀδόξων,
“καὶ πάσης τῆς κατὰ τὴν οἰκουμένην καθολικῆς
“ἐκκλησίας, τῆς ὥρας ἐλθούσης τοῦ ἐξιέναι, ὄνῳ
 “καθίσαντες αὐτὸν ἤγαγον εὶν πόλιν, ὄντος
“σαββάτου μεγάλου, καὶ ὑπήντα αὐτῷ ὁ εἰρήναρ–
“χος Ἡρώδης καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ Νικήτης, οἳ καὶ

 
“μεταθέντες αὐτὸν εἰς τὸ ὄχημα ἔπειθον παρακαθεζό-
“ μενοι καὶ λέγοντες· τί γὰρ κακόν ἐστιν εἰπεῖν, κύριε
῾Καῖσαρ , καὶ θῦσαι καὶ διασώζεσθαι;

ὁ δὲ τὰ
“μὲν πρῶτα οὐκ ἀπεκρίνατο , ἐπιμενόντων δὲ αὐ-
“τῶν ἔφη, οὐ μέλλω πράττειν ὃ συμβουλεύετέ μοι. οἱ 
“δὲ ἀποτυχόντες τοῦ πεῖσαι αὐτὸν δεινὰ ῥήματα ἔλε-
“γον, καὶ μετὰ σπουδῆς καθῄρουν , ὡς κατιόντα ἀπὸ
“ τοῦ ὀχήματος ἀποσῦραι τὸ ἀντικνήμιον. ἀλλὰ γὰρ
“μὴ ἐπιστραφεὶς , οἷα μηδὲν πεπονθὼς , προθύμως
“μετὰ σπουδῆς ἐπορεύετο , ἀγόμενος εἰς τὸ στάδιον. 
“

θορύβου δὲ τηλικούτου ὄντος ἐν τῷ σταδίῳ, ὡς
μηδὲ πολλοῖς ἀκουσθῆναι , τῷ Πολυκάρπῳ εἰσιόντι
“ εἰς τὸ στάδιον φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ γέγονεν ἴσχυε , Πο-
“λύκαρπε, καὶ ἀνδρίζου.’ καὶ τὸν μὲν εἰπόντα οὐδεὶς
“εἶδεν, τὴν δὲ φωνὴν τῶν ἡμετέρων πολλοὶ ἤκουσαν.

προσαχθέντος οὑν αὐτοῦ θόρυβος ἠν μέ-
“γας, ἀκουσάντων ὅτι Πολύκαρπος συνείληπται. λοι-
“πὸν οὖν προσελθόντα ἀνηρώτα ὁ ἀνθύπατος εἰ
αὐτὸς εἴη Πολύκαρπος. καὶ ὁμολογήσαντος ἔπειθεν
ἀρνεῖσθαι λέγων ‘αἰδέσθητί σου τὴν ἡλικίαν᾿ καὶ 
ἕτερα τούτοις ἀκόλουθα, ἃ σύνηθες αὐτοῖς λέγειν
ἐστίν ῾ὄμοσον τὴν Καίσαρος τύχην , μετανόησον εἶ-
‘πον· ‘αἶρε τοὺς ἀθέους.’

ὁ δὲ Πολύκαρπος ἐμβριθεῖ
τῷ προσώπῳ εἰς πάντα τὸν ὄχλον τὸν ἐν τῷ
σταδίῳ ἐμβλέψας , ἐπισείσας αὐτοῖς τὴν χεῖρα, στενάξας 
τε καὶ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶπεν ῾ αἶρε
τοὺς ἀθέους.’

ἐγκειμένου δὲ τοῦ ἡγουμένου καὶ
λέγοντος ‘ὄμοσον, καὶ ἀπολύσω σε, λοιδόρησον τὸν
Χριστόν,’ ἔφη ὁ Πολύκαρπος· ‘ὀγδοήκοντα καὶ ἓξ ἔτη
δουλεύω αὐτῷ , καὶ οὐδέν με ἠδίκησε · καὶ πῶς δύναμαι 
βλασφημῆσαι τὸν βασιλέα μου, τὸν σώσαντά
με;

ἐπιμένοντος δὲ πάλιν αὐτοῦ καὶ λέγοντος

 
“‘ὄμοσον τὴν Καίσαρος τύχην; ὁ Πολύκαρπος ῾ εἰ κε
“νοδοξεῖς’ φησὶν, ‘ἵνα ὀμόσω τὴν Καίσαρος τύχη
“ὡς λέγεις, προσποιούμενος ἀγνοεῖν ὅστις εἰμὶ, μεη
παρρησίας ἄκουε· Χριστιανός εἰμι. εἰ δὲ θέλεις το
 “τοῦ Χριστιανισμοῦ μαθεῖν λόγον , δὸς ἡμέραν κα
‘ἄκουσον.’

ἔφη ὁ ἀνθύπατος πεῖσον τὸν δῆμον
“ Πολύκαρπος ἔφη ‘σὲ μὲν καὶ λόγου ἠξίωσα· δε(??)
“δάγμεθα γὰρ ἀρχαῖς καὶ ἐξουσίαις ὑπὸ θεοῦ τετα
‘γμέναις τιμὴν κατὰ τὸ προσῆκον τὴν μὴ βλάπτο(??)
 “σαν ἡμᾶς ἀπονέμειν, ἐκείνους δὲ οὐκ ἀξίους ἡγοῦμα
“τοῦ ἀπολογεῖσθαι αὐτοῖς.’

ὁ δὲ ἀνθύπατος ἔς
“ “θηρία ἔχω · τούτοις σε παραβαλῶ, ἐὰν μὴ μετανοή-
῾σῃς.’ ὁ δὲ εἶπεν ‘κάλει, ἀμετάθετος γὰρ ἡμῖν ἡ ἀπὸ
τῶν κρειττόνων ἐπὶ τὰ χείρω μετάνοια , καλὸν δὲ
 “ μετατίθεσθαι ἀπὸ τῶν χαλεπῶν ἐπὶ τὰ δίκαια.’

ὁ δὲ πάλιν πρὸς αὐτὸν ‘πυρί σε ποιήσω δαμασθ(??)
“ ναλ, ἐὰν τῶν θηρίων καταφρονῇς , ἐὰν μὴ μετανο(??)
“σῃς.’ Πολύκαρπος εἶπε ῾πῦρ ἀπειλεῖς πρὸς ὥρα
“ καιόμενον καὶ μετ’ ὀλίγον σβεννύμενον· ἀγνοεῖς γα
 “τὸ τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ αἰωνίου κολάσεως τοῖ
“ἀσεβέσι τηρούμενον πῦρ. ἀλλὰ τί βραδύνεις ; φέρ
“ἃ βούλει.’

ταῦτα δὲ καὶ ἕτερα πλείω λέγων θάρ
σους καὶ χαρᾶς ἐνεπίμπλατο , καὶ τὸ πρόσωπον αυ
τοῦ χάριτος ἐπληροῦτο , ὥστε μὴ μόνον μὴ συμπε
 “σεῖν ταραχθέντα ὑπὸ τῶν λεγομένων πρὸς αὐτὸν
“ἀλλὰ τοὐναντίαν τὸν ἀνθύπατον ἐκστῆναι, πέμψα
“ τε τὸν κήρυκα καὶ ἐν μέσῳ τῷ σταδίῳ κηρῦξαι τρὶ
Πολύκαρπος ὡμολόγησεν ἑαυτὸν Χριστιανὸν εἶναι
“

τούτου λεχθέντος ὑπὸ τοῦ κήρυκος πᾶν τὸ πλῆ
 “θος τῶν ἐθνῶν τε καὶ Ἰουδαίων τῶν τὴν Σμύρνα
“ κατοικούντων ἀκατασχέτῳ θυμῷ καὶ μεγάλῃ φων
“ ἐβόα οὗτός ἐστιν ὁ τῆς Ἀσίας διδάσκαλος , ὁ πατη

 
“τῶν Χριστιανῶν, ὁ τῶν ἡμετέρων θεῶν καθαιρέ-
“της, ὁ πολλοὺς διδάσκων μὴ θύειν μηδὲ προσκυ-
“νεῖν.᾿

ταῦτα λέγοντες ἐπεβόων καὶ ἠρώτων τὸν
“ἀσιάρχην Φίλιππον, ἵνα ἐπαφῇ τῷ Πολυκάρπῳ λέ-
“οντα. ὁ δὲ ἔφη μὴ εἶναι ἐξὸν αὐτῷ, ἐπειδὴ πεπλη- 
“ρώκει τὰ κυνηγέσια. τότε ἔδοξεν αὐτοῖς ὁμοθυμα-
“δὸν ἐπιβοῆσαι, ὥστε ζῶντα τὸν Πολύκαρπον κατα-
“καῦσαι.

ἔδει γὰρ τὸ τῆς φανερωθείσης αὐτῷ
“ἐπὶ τοῦ προσκεφαλαίου ὀπτασίας πληρωθῆναι, ὅτε
“ἰδὼν αὐτὸ καιόμενον προσευχόμενος εἶπεν ἐπιστρα- 
“φεὶς τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ πιστοῖς προφητικῶς ῾δεῖ με
“ζῶντα κατακαῆναι.᾿

ταῦτα οὖν μετὰ τοσούτου
“τάχους ἐγένετο, θᾶττον ἢ ἐλέγετο, τῶν ὄχλων πα-
“ραχρῆμα συναγόντων ἐκ τῶν ἐργαστηρίων καὶ ἐκ
“τῶν βαλανείων ξύλα καὶ φρύγανα, μάλιστα Ἰου- 
“δαίων προθύμως, ὡς ἔθος αὐτοῖς, εἰς ταῦτα ὑπουρ-
“γούντων.

ἀλλὰ ὅτε ἡ πυρὰ ἡτοιμάσθη, ἀποθέ-
“μενος ἑαυτῷ πάντα τὰ ἱμάτια καὶ λύσας τὴν ζώνην
“ἐπειρᾶτο καὶ ὑπολύειν ἑαυτὸν, μὴ πρότερον τοῦτο
“ποιῶν, διὰ τὸ ἀεὶ ἕκαστον τῶν πιστῶν σπουδάζειν 
“ὅστις τάχιον τοῦ χρωτὸς αὐτοῦ ἐφάψηται· ἐν παντὶ
“γὰρ ἀγαθῆς ἕνεκεν πολιτείας καὶ πρὸ τῆς πολιᾶς
“ἐκεκόσμητο.

εὐθέως οὖν αὐτῷ περιετίθετο τὰ
“πρὸς τὴν πυρὰν ἡρμοσμένα ὄργανα, μελλόντων δὲ
“αὐτῶν καὶ προσηλοῦν αὐτὸν εἶπεν ῾ἄφετέ με οὕτως· 
“ὁ γὰρ διδοὺς ὑπομεῖναι τὸ πῦρ δώσει καὶ χωρὶς τῆς
“ὑμετέρας ἐκ τῶν ἥλων ἀσφαλείας ἀσκύλτως ἐπιμεῖ-
“ναι τῇ πυρᾷ.᾿ οἱ δὲ οὐ καθήλωσαν, προσέδησαν δὲ
“αὐτόν.

ὁ δὲ ὀπίσω τὰς χεῖρας ποιήσας, καὶ
“προσδεθεὶς ὥσπερ κριὸς ἐπίσημος ἀναφερόμενος 
“ἐκ μεγάλου ποιμνίου ὁλοκαύτωμα δεκτὸν θεῷ παν-
“τοκράτορι, εἶπεν

῾ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογη-

 
“τοῦ παιδός σου Ἰησοῦ Χριστοῦ πατὴρ , δι’ οὗ τὴν
“περὶ σὲ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν, ὁ θεὸς ἀγγέλων κα
“ δυνάμεων καὶ πάσης τῆς κτίσεως παντός τε τοῦ γε
νους τῶν δικαίων, οἳ ζῶσιν ἐνώπιόν σου, εὐλογῶ
 “ὅτι ἠξίωσάς με τῆς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης, το
“λαβεῖν μέρος ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων, ἐν τῷ ποτη
῾ρίῳ τοῦ Χριστοῦ , εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου ψυ
“ χῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ πνεύματος ἁγίον
“

ἐν οἷς προσδεχθείην ἐνώπιόν σου σήμερον
 “ θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτῇ, καθὼς
“ προφανερώσας καὶ πληρώσας ὁ ἀψευδὴς καὶ ἀληθι
“νὸς θεός.

διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων σὲ αἰνο
“σὲ εὐλογῶ, σὲ δοξάζω , διὰ τοῦ αἰωνίου ἀρχιερέο
῾ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ἀγαπητοῦ σου παιδὸς, δι
 “σοι σὺν αὐτῷ ἐν πνεύματι ἁγίῳ δόξα, καὶ νῦν καὶ εἰ
“ τοὺς μέλλοντας αἰῶνας, ἀμήν.’

ἀναπέμψαντα
δὲ αὐτοῦ τὸ ἀμὴν καὶ πληρώσαντος τὴν προσευχη
“οἱ τοῦ πυρὸς ἄνθρωποι ἐξῆψαν τὸ πῦρ, μεγάλης
“ ἐκλαμψάσης φλογὸς θαῦμα εἴδομεν οἶς ἰδεῖν ἐδόθη
 “ οἳ καὶ ἐτηρήθησαν εἰς τὸ ἀναγγεῖλαι τοῖς λοιποῖς
γενόμενα.

τὸ γὰρ πῦρ καμάρας εἶδος ποιῆσαη
“ὥσπερ ὥσπερ ὀθόνης πλοίου ὑπὸ πνεύματος πληρουμένης
“κύκλῳ περιετείχισε τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος, καὶ ἦη
“ εἰς μέσον οὐχ ὡς σὰρξ καιομένη, ἀλλ’ ὡς χρυσο
 “καὶ ἄργυρος ἐν καμίνῳ πυρούμενος. καὶ γὰρ εὐα
“ δίας τοιαύτης ἀντελαβόμεθα, ὡς λιβανωτοῦ πνέοη
“τος ἢ ἄλλου τινὸς τῶν τιμίων ἀρωμάτων.

πε
῾ρας γοῦν ἰδόντες οἱ ἄνομοι μὴ δυνάμενον τὸ σῶμα
ὑπὸ τοῦ πυρὸς δαπανηθῆναι ἐκέλευσαν προσελ-
 “θόντα αὐτῷ κομφἐκτορα παραβῦσαι τὸ ξίφος.

“καὶ τοῦτο ποιήσαντος ἐξῆλθε πλῆθος αἵματος, ὥστε
῾κατασβέσαι τὸ πῦρ, καὶ θαυμάσαι πάντα τὸν ὄχλον,

 
“εἰ τοσαύτη τις διαφορὰ μεταξὺ τῶν τε ἀπίστων καὶ
“τῶν ἐκλεκτῶν, ὧν εἷς καὶ οὗτος γέγονεν ὁ θαυμα-
“σιώτατος ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις διδάσκαλος ἀπο-
“στολικὸς καὶ προφητικὸς , γενόμενος ἐπίσκοπος τῆς
“ἐν Σμύρνῃ καθολικῆς ἐκκλησίας. πᾶν γὰρ ῥῆμα, ὃ 
“ἀφῆκεν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, καὶ ἐτελειώθη καὶ
“τελειωθήσεται.

ὁ δὲ ἀντίζηλος καὶ βάσκανος καὶ
“πονηρὸς, ὁ ἀντικείμενος τῷ γένει τῶν δικαίων, ἰδὼν
“τὸ μέγεθος αὐτοῦ τῆς μαρτυρίας καὶ τὴν ἀπ’ ἀρχῆς
“ ἀνεπίληπτον αὐτοῦ πολιτείαν, ἐστεφανωμένον τε τὸν 
῾τῆς ἀφθαρσίας στέφανον καὶ βραβεῖον ἀναντίρρη-
“ ’τον ἀπενηνεγμένον , ἐπετήδευσεν ὡς μηδὲ τὸ σω-
“μάτιον αὐτοῦ ὑφ’ ἡμῶν ληφθείη, καίπερ πολλῶν
ἐπιθυμούντων τοῦτο ποιῆσαι, καὶ κοινωνῆσαι τῷ
ἁγίῳ αὐτοῦ σαρκίῳ.

ὑπέβαλον γοῦν τινες Νι- 
“κήτην, τὸν τοῦ Ἡρώδου πατέρα, ἀδελφὸν Ἄλκης,
“ ἐντυχεῖν τῷ ἡγεμόνι, ὥστε μὴ δοῦναι αὐτοῦ τὸ
σῶμα, μὴ, φησὶν, ἀφέντες τὸν ἐσταυρωμένον, τοῦ-
“τον ἄρξωνται σέβειν. καὶ ταῦτα εἶπον ὑποβαλόντων
καὶ ἐνισχυσάντων τῶν Ἰουδαίων, οἳ καὶ ἐτήρησαν 
μελλόντων ἡμῶν ἐκ τοῦ πυρὸς αὐτὸν λαμβάνειν,
ἀγνοοῦντες ὅτι οὔτε τὸν Χριστόν ποτε καταλιπεῖν
“ δυνησόμεθα , τὸν ὑπὲρ τῆς τοῦ παντὸς κόσμου τῶν
σωζομένων σωτηρίας παθόντα, οὔτε ἕτερόν τινα σέβειν.

τοῦτον μὲν γὰρ ὄντα υἱὸν τοῦ θεοῦ προσ- 
κυνοῦμεν, τοὺς δὲ μάρτυρας ὡς μαθητὰς καὶ μιμητὰς
τοῦ κυρίου ἀγαπῶμεν ἀξίως , ἕνεκα εὐνοίας
ἀνυπερβλήτου τῆς εἰς τὸν ἴδιον βασιλέα καὶ διδάσκαλον·
ὡν γένοιτο καὶ ἡμᾶς συγκοινωνούς τε καὶ
“ συμμαθητὰς γενέσθαι.

ἰδὼν οὖν ὁ ἑκατοντάρχης 
τὴν τῶν Ἰουδαίων γενομένην φιλονεικίαν , θεὶς
αὐτὸν ἐν μέσῳ, ὡς ἔθος αὐτοῖς, ἔκαυσεν. οὕτως τε

 
“ἡμεῖς ὕστερον ἀνελόμενοι τὰ τιμιώτερα λίθων πο-
“λυτελῶν καὶ δοκιμώτερα ὑπὲρ χρυσίον ὀστᾶ αὐτου
“ ἀπεθέμεθα ὅπου καὶ ἀκόλουθον ἦν.

ἔνθα ὡς
“ δυνατὸν ἡμῖν συναγομένοις ἐν ἀγαλλιάσει καὶ χαρδ
 “παρέξει ὁ κύριος ἐπιτελεῖν τὴν τοῦ μαρτυρίου αὐτου
“ἡμέραν γενέθλιον , εἴς τε τὴν τῶν προηθληκότων
“ μνήμην καὶ τῶν μελλόντων ἄσκησίν τε καὶ ἑτοιμα-
“σίαν.

τοιαῦτα τὰ κατὰ τὸν μακάριον Πολύκαρ-
“πον, σὺν τοῖς ἀπὸ Φιλαδελφείας δωδέκατον ἐν
 “Σμύρνῃ μαρτυρήσαντα, ὃς μόνος ὑπὸ πάντων μᾶλ-
“λον μνημονεύεται, ὡς καὶ ὑπὸ τῶν ἐθνῶν ἐν παντὶ
“τόπῳ λαλεῖσθαι.”

τὰ μὲν δὴ κατὰ τὸν θαυμάσιον
καὶ ἀποστολικὸν Πολύκαρπον τοιούτου κατηξίωτο
τέλους, τῶν κατὰ τὴν Σμυρναίων ἐκκλησία(??)
 ἀδελφῶν τὴν ἱστορίαν ἐν ᾗ δεδηλώκαμεν αὐτῶν ἐπιστολῇ
κατατεθειμένων. ἐν τῇ αὐτῆ̣ δὲ περὶ αὐτο(??)
γραφῇ καὶ ἄλλα μαρτύρια συνῆπτο κατὰ τὴν αὐτὴν
Σμύρναν πεπραγμένα ὑπὸ τὴν αὐτὴν περίοδον του
χρόνου τῆς τοῦ Πολυκάρπου μαρτυρίας, μεθ’ ὧν καὶ
 Μητρόδωρος τῆς κατὰ Μαρκίωνα πλάνης πρεσβύτερος
δὴ εἶναι δοκῶν πυρὶ παραδοθεὶς ἀνῄρηται.

τῶν γε μὴν τότε περιβόητος μάρτυς εἷς τις ἐγνωρίζετο
Πιόνιος, οὗ τὰς κατὰ μέρος ὁμολογίας, τήν τε
τοῦ λόγου παρρησίαν , καὶ τὰς ὑπὲρ τῆς πίστεως ἐπὶ
 τοῦ δήμου καὶ τῶν ἀρχόντων ἀπολογίας , διδασκαλικάς
τε δημηγορίας, καὶ ἔτι τὰς πρὸς τοὺς ὑποπεπτωκότας
τῷ κατὰ τὸν διωγμὸν πειρασμῷ δεξιώσεις, παραμυθίας
τε ἃς ἐπὶ τῆς εἱρκτῆς τοῖς παρ’ αὐτὸν
εἰσαφικνουμένοις ἀδελφοῖς παρετίθετο, ἅς τε ἐπὶ
 τούτοις ὑπέμεινε βασάνους τε καὶ τὰς ἐπὶ ταύταις
ἀλγηδόνας καθηλώσεις τε, καὶ τὴν ἐπὶ τῆς πυρᾶς
καρτερίαν, τήν τε ἐφ’ ἅπασι τοῖς παραδόξοις αὐτοῦ

 
τελευτὴν πληρέστατα τῆς περὶ αὐτοῦ γραφῆς περιεχούσης,
τοὺς οἷς φίλον ἐπὶ ταύτην ἀναπέμψομεν, τοῖς
τῶν ἀρχαίων συναχθεῖσιν ἡμῖν μαρτυρίοις ἐντεταγμένην.

ἑξῆς δὲ καὶ ἄλλων ἐν Περγάμῳ πόλει
τῆς Ἀσίας ὑπομνήματα μεμαρτυρηκότων φέρεται, 
Κάρπου καὶ Παπύλου καὶ γυναικὸς Ἀγαθονίκης, μετὰ
πλείστας καὶ διαπρεπεῖς ὁμολογίας ἐπιδόξως
τετελειωμένων.

[Nic. H. E. III, 32] Κατὰ τούτους δὲ καὶ ὁ
μικρῷ πρόσθεν ἡμῖν δηλωθεὶς Ἰουστῖνος, δεύτερον 
ὑπὲρ τῶν καθ’ ἡμᾶς δογμάτων βιβλίον ἀναδοὺς τοῖς
δεδηλωμένοις ἄρχουσι , θείῳ κατακοσμεῖται μαρτυρίῳ,
φιλοσόφου Κρίσκεντος (τὸς φερώνυμον δὲ οὑτος
τῇ Κυνικῇ προσηγορίᾳ βίον τε καὶ τρόπον ἐζήλου)
τὴν ἐπιβουλὴν αὐτῷ καταρτύσαντος, ἐπείπερ 
πλεονάκις ἐν διαλόγοις ἐπ’ ἀκροατῶν εὐθύνας αὐτὸν
τὰ νικητήρια τελευτῶν ὑπὲρ ἡς ἐπρέσβευεν ἀληθείας
διὰ τοῦ μαρτυρίου τοῦ κατ’ αὐτὸν ἀνεδήσατο.

τοῦτο
δὲ καὶ αὐτὸς ὁ ταῖς ἀληθείαις φιλοσοφώτατος ἐν τῇ
δεδηλωμένῃ ἀπολογίᾳ σαφῶς οὕτως, ὥσπερ οὖν καὶ 
ἔμελλεν ὅσον οὔπω περὶ αὐτὸν συμβήσεσθαι, προλαβὼν
ἀποσημαίνει τούτοις αὐτοῖς τοῖς ῥήμασι

‘κἀγὼ οὖν προσδοκῶ ὑπό τινος τῶν ὠνομασμένων
ἐπιβουλευθῆναι, κἂν ξύλῳ ἐντιναγῆναι , ἢ κἂν ὑπὸ
“Κρίσκεντος τοῦ ἀφιλοσόφου ἢ καὶ φιλοκόμπου. οὐ 
γὰρ φιλόσοφον εἰπεῖν ἄξιον τ ν ἄνδρα, ὅς γε περὶ
ὧν μὴ ἐπίσταται δημοσίᾳ καταμαρτυρεῖ, ὡς ἀθέων
καὶ ἀσεβῶν Χριστιανῶν ὄντων, πρὸς χάριν καὶ ἡδονὴν
τῶν πολλῶν πεπλανημένως τοῦτο πράττων.

εἴτε γὰρ μὴ ἐντυχὼν τοῖς τοῦ Χριστοῦ διδάγμασι 
 

 
‘κατατρέχει ημῶν, παμπόνηρός ἐστι καὶ ἰδιωτῶν πολυ
χείρων, οἳ φυλάττονται πολλάκις περὶ ὡν οὐκ ἐπι
στανται διαλέγεσθαι καὶ ψευδομαρτυρεῖν, καὶ εἰ ἐν
τυχὼν μὴ συνῆκε τὸ ἐν αὐτοῖς μεγαλεῖον , ἢ συνεὶς
 “πρὸς τὸ μὴ ὑποπτευθῆναι τοιοῦτος ταῦτα ποιεῖ, πολυ
“μᾶλλον ἀγεννὴς καὶ παμπόνηρος, ἰδιωτικῆς καὶ ἀλο
“γου δόξης καὶ φόβου ἐλάττων ὤν

καὶ γὰρ προ
θέντα με καὶ ἐρωτήσαντα αὐτὸν ἐρωτήσεις τινὰς
“τοιαύτας μαθεῖν καὶ ἐλέγξαι, ὅτι ἀληθῶς μηδὲν ἐπί-
 “σταται, εἰδέναι ὑμὰς βούλομαι. καὶ ὅτι ἀληθῆ λέγω,
“εἰ μὴ ἀνηνέχθησαν ὑμῖν αἱ κοινωνίαι τῶν λόγων,
ἕτοιμος καὶ ἐφ’ ὑμῶν κοινωνεῖν τῶν ἐρωτήσεων πάλιν·
βασιλικὸν δ’ ἂν καὶ τοῦτο ἔργον εἴη.

εἰ δὲ καὶ
“ἐγνώσθησαν ὑμῖν αἱ ἐρωτήσεις μου καὶ αἱ ἐκείνου
 “ἀποκρίσεις, φανερὸν ὑμῖν ἐστιν ὅτι οὐδὲν τῶν ἡμετέρων
ἐπίσταται · ἢ εἰ ἐπίσταται , διὰ τοὺς ἀκούον-
“οντας δὲ οὐ τολμᾷ λέγειν, ὡς πρότερον ἔφην, οὐ
“ φιλόσοφος , ἀλλὰ φιλόδοξος ἀνὴρ δείκνυται , ὅς γε
“μηδὲ τὸ Σωκρατικὸν ἀξιέραστον ὂν τιμᾷ.” ταῦτα
 μὲν οὖν ὁ Ἰουστῖνος.

ὅτι δὲ κατὰ τὴν αὐτοῦ πρόρρησιν
πρὸς τοῦ Κρίσκεντος συσκευασθεὶς ἐτελειώθη,
Τατιανὸς ἀνὴρ τὸν πρῶτον αὐτοῦ βίον σοφιστεύσας ἐν
τοῖς Ἑλλήνων μαθήμασι, καὶ δόξαν οὐ σμικρὰν ἐν
αὐτοῖς ἀπενηνεγμένος, πλεῖστά τε συγγράμμασιν αὐτοῦ
 καταλιπὼν μνημεῖα, έν τῷ πρὸς Ἕλληνας ἱστορεῖ
λέγων ὧδέ πως “ καὶ ὁ θαυμασιώτατος Ἰουστῖνος ὀρ-
“θῶς ἐξεφώνησεν ἐοικέναι τοὺς προειρημένους λῃσταῖς.”

εἶτ’ ἐπειπών τινα περὶ τῶν φιλοσόφων
ἐπιλέγει ταῦτα “Κρίσκης γοῦν, ὁ ἐννεοττεύσας τῇ
 “μεγάλῃ πόλει, παιδεραστίᾳ μὲν πάντας ὑπερήνεγκε,
 

 
‘φιλαργυρίᾳ δὲ πάνυ προσεχὴς ἦν.

θανάτου δὲ
“ὁ καταφρονεῖν συμβουλεύων οὕτως αὐτὸς ἐδεδίει
“τὸν θάνατον ὡς καὶ Ἰουστῖνον καθάπερ μεγάλῳ
“ κακῷ τῷ θανάτῳ περιβαλεῖν πραγματεύσασθαι, διότι
κηρύττων τὴν ἀλήθειαν λίχνους τοὺς φιλοσόφους 
“ καὶ ἀπατεῶνας ἐξήλεγχεν.’’ καὶ τὸ μὲν κατὰ ’Ιουστῖνον
μαρτύριον τοιαύτην εἴληχε τὴν αἰτίαν.

[Nic. H. E. III, 33] Ὁ δ’ αὐτὸς ἀνὴρ πρὸ
τοῦ κατ’ αὐτὸν ἀγῶνος ἑτέρων πρὸ αὐτοῦ μαρτυρησάντων
ἐν τῇ προτέρᾳ αὐτοῦ μνημονεύει ἀπολογίᾳ, 
χρησίμως τῇ ὑποθέσει καὶ ταῦτα ἱστορῶν.

γράφει
δὲ ὧδε “ γυνή τις συνεβίου ἀνδρὶ ἀκολασταίνοντι,
ἀκολασταίνουσα καὶ αὐτὴ πρότερον. ἐπειδὴ δὲ τὰ
“τοῦ Χριστοῦ διδάγματα ἔγνω, ἐσωφρονίσθη, καὶ τὸν
ἄνδρα ὁμοίως σωφρονεῖν πείθειν ἐπειρᾶτο , τὰ δι- 
“δάγματα ἀναφέρουσα, τήν τε μέλλουσαν τοῖς οὐ σω-
“φρόνως καὶ μετὰ λόγου ὀρθοῦ βιοῦσιν ἔσεσθαι ἐν
“αἰωνίῳ πυρὶ κόλασιν ἀπαγγέλλουσα.

ὁ δὲ ταῖς
“ αὐταῖς ἀσελγείαις ἐπιμένων ἀλλοτρίαν διὰ τῶν πράξεων
ἐποιεῖτο τὴν γαμετήν. ἀσεβὲς γὰρ ἡγουμένη 
“ τὸ λοιπὸν ἡ γυνὴ συγκατακλίνεσθαι ἀνδρὶ παρὰ
“ τὸν τῆς φύσεως νόμον καὶ παρὰ τὸ δίκαιον πόρους
“ ἡδονῆς ἐκ παντὸς πειρωμένῳ ποιεῖσθαι τῆς συζυ-
“γίας χωρισθῆναι ἐβουλήθη.

καὶ ἐπεὶ ἐξεδυσω-
“πεῖτο ὑπὸ τῶν αὐτῆς, ἔτι προσμένειν συμβουλευόν- 
“των, ὡς εἰς ἐλπίδα μεταβολῆς ἥξοντός ποτε τοῦ
“ ἀνδρὸς , βιαζομένη ἑαυτὴν ἐπέμενεν.

ἐπειδὴ δὲ
“ ὁ ταύτης ἀνὴρ εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν πορευθεὶς χα-
“λεπώτερα πράττειν ἀπηγγέλθη , ὅπως μὴ κοινωνὸς
“ τῶν ἀδικημάτων καὶ ἀσεβημάτων γένηται , μένουσα 
 

 
“ἐν τῇ συζυγίᾳ , καὶ ὁμοδίαιτος καὶ ὁμόκοιτος γινο-
“μένη, τὸ λεγόμενον παρ’ ἡμῖν ῥεπούδιον δοῦσα
“ ἐχωρίσθη.

ὁ δὲ καλὸς κἀγαθὸς ταύτης ἀνὴρ, δέον
“αὐτὸν χαίρειν, ὅτι ἃ πάλαι μετὰ τῶν ὑπηρετῶν καὶ
 “τῶν μισθοφόρων εὐχερῶς ἔπραττε, μέθαις χαίρουσα
’῾καὶ κακίᾳ πάσῃ, τούτων μὲν τῶν πράξεων πέπαυτο,
“καὶ αὐτὸν τὰ αὐτὰ παύσασθαι πράττοντα ἐβούλετο,
μὴ βουλομένου ἀπαλλαγείσης κατηγορίαν πεποίηται,
“λέγων λέγων αὐτὴν Χριστιανὴν εἶναι.

καὶ ἡ μὲν βιβλί-
 “διόν διόν σοι τῷ αὐτοκράτορι ἀναδέδωκε, πρότερον συγ-
“ χωρηθῆναι αὐτῇ διοικήσασθαι τὰ ἑαυτῆς ἀξιοῦσα,
῾ ἔπειτα ἀπολογήσασθαι περὶ τοῦ κατηγορήματος μετὰ
‘τὴν τᾶν πραγμάτων αὐτῆς διοίκησιν. καὶ συνεχώ-
“ρησας τοῦτο.

ὁ δὲ ταύτης ποτὲ ἀνὴρ , πρὸς ἐκεί-
 “νην μὲν μὴ δυνάμενος τὰ νῦν ἔτι λέγειν, πρὸς Πτολεμαῖόν
τινα, ὃν Οὐρβίκιος ἐκολάσατο , διδάσκαλον
“ ἐκείνης τῶν Χριστιανῶν μαθημάτων γενόμενον,
ἐτράπετο διὰ τοῦδε τοῦ τρόπου.

ἑκατόνταρχον
“εἰς δεσμὰ ἐμβαλόντα τὸν Πτολεμαῖον , φίλον αὐτῷ
“ὑπάρχοντα, ἔπεισε λαβέσθαι τοῦ Πτολεμαίου καὶ
ἀνερωτῆσαι εἰ, αὐτὸ τοῦτο μόνον, Χριστιανός ἐστι.
“καὶ τὸν Πτολεμαῖον φιλαλήθη , ἀλλ’ οὐκ ἀπατηλὸν
“ οὐδὲ ψευδολόγον τὴν γνώμην ὄντα, ὁμολογήσαντα
ἑαυτὸν εἶναι Χριστιανὸν , ἐν δεσμοῖς γενέσθαι ὁ
 “ ἑκατόνταρχος πεποίηκε, καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν
“ τῷ δεσμωτηρίῳ ἐκολάσατο.

τελευταῖον δὲ ὅτε
“ ἐπὶ Οὐρβίκιον ἤχθη ὁ ἄνθρωπος, ὁμοίως αὐτὸ τοῦτο
‘μόνον ἐξητάσθη, εἰ εἴη Χριστιανός. καὶ πάλιν τὰ
“ καλὰ ἑαυτῷ συνεπιστάμενος διὰ τὴν ἀπὸ τοῦ Χρι-
 “στοῦ διδαχὴν , τὸ διδασκαλεῖον τῆς θείας ἀρετῆς
ὡμολόγησεν.

ὁ γὰρ ἀρνούμενος ὁτιοῦν ἢ κα-
“τεγνωκὼς τοῦ πράγματος ἔξαρνος γίνεται, ἢ ἑαυτὸν

 
“ἀνάξιον ἐπιστάμενος καὶ ἀλλότριον τοῦ πράγματος
“ τὴν ὁμολογίαν φεύγει. ὧν οὐδὲν πρόσεστι τῷ ἀληθινῷ
Χριστιανῷ.

καὶ τοῦ Οὐρβικίου κελεύσαν-
‘τος αὐτὸν ἀπαχθῆναι , Λούκιός τις, καὶ αὐτὸς ὢν
῾ Χριστιανὸς , ὁρῶν τὴν ἀλόγως οὕτω γενομένην κρίσιν, 
πρὸς τὸν Οὐρβίκιον ἔφη ‘τίς ἡ αἰτία τοῦ μήτε
μοιχὸν, μήτε πόρνον, μήτε ἀνδροφόνον, μήτε λωποδύτην,
μήτε ἅρπαγα, μήτε ἁπλῶς ἀδίκημά τι
πράξαντα ἐλεγχόμενον , ὀνόματος δὲ Χριστιανοῦ
“ πρωσωνυμίαν ὁμολογοῦντα τὸν ἄνθρωπον τοῦτον 
“ἐκολάσω; οὐ πρέποντα Εὐσεβεῖ αὐτοκράτορι οὐδὲ
φιλοσόφῳ Καίσαρος παιδὶ, οὐδὲ ἱερᾷ συγκλήτῳ κρίνεις,
ὠ Οὐρβίκιε.᾿

καὶ ὃς οὐδὲν ἄλλο ἀποκρινάμενος
καὶ πρὸς τὸν Λούκιον ἔφη ῾δοκεῖς μοι καὶ
σὺ εἶναι τοιοῦτος.’ καὶ τοῦ Λουκίου φήσαντος ῾μάλιστα᾿ 
πάλιν καὶ αὐτὸν ἀπαχθῆναι ἐκέλευσεν. ὁ δὲ
χάριν εἰδέναι ὡμολόγει · πονηρῶν γὰρ δεσποτῶν
τῶν τοιούτων ἀπηλλάχθαι ἐπεῖπε, καὶ παρὰ ἀγαθὸν
πατέρα καὶ βασιλέα τὸν θεὸν πορεύεσθαι. καὶ ἄλλος
δὲ τρίτος ἐπελθὼν κολασθῆναι προσετιμήθη. ” 
τούτοις ὁ Ἰουστῖνος εἰκότως καὶ ἀκολούθως ἃς προεμνημονεύσαμεν
αὐτοῦ φωνὰς ἐπάγει λέγων “κἀγὼ
οὐν προσδοκῶ ὑπό τινος τῶν ὠνομασμένων ἐπιβουλευθῆναι”
καὶ τὰ λοιπά.

[Nic. H. E. IV, 6] Πλεῖστα δὲ οὑτος καταλέλοιπεν 
ἡμῖν πεπαιδευμένης διανοίας καὶ περὶ
τὰ θεῖα ἐσπουδακυίας ὑπομνήματα , πάσης ὠφελείας
ἔμπλεα, ἐφ’ ἃ τοὺς φιλομαθεῖς ἀναπέμψομεν , τὰ εἰς
ἡμετέραν γνῶσιν ἐλθόντα χρησίμως παρασημηνάμενοι.

ὁ μέν τίς ἐστιν αὐτῷ λόγος πρὸς Ἀντωνῖνον τὸν 
Εὐσεβῆ προσαγορευθέντα καὶ τοὺς τούτου παῖδας
τήν τε ῾Ρωμαίων σύγκλητον προσφωνητικὸς ὑπὲρ τῶν

 
καθ᾿ ἡμᾶς δογμάτων, ὁ δὲ δευτέραν περιέχων ὑπὲρ
τῆς ἡμετέρας πίστεως ἀπολογίαν, ἣν πεποίηται πρὸς
τὸν τοῦ δεδηλωμένου αὐτοκράτορος διάδοχόν τε καὶ
ὁμώνυμον Ἀντωνῖνον Οὐῆρον, οὗ τὰ κατὰ τοὺς χρόνους
 ἐπὶ τοῦ παρόντος διέξιμεν.

καὶ ἄλλος ὁ πρὸς
Ἕλληνας, ἐν ᾧ μακρὸν περὶ πλείστων παρ᾿ ἡμῖν τε
καὶ τοῖς Ἑλλήνων φιλοσόφοις ζητουμένων κατατείνας
λόγον περὶ τῆς τῶν δαιμόνων διαλαμβάνει φύσεως·
ἃ οὐδὲν ἂν ἐπείγοι τὰ νῦν παρατίθεσθαι.

καὶ
 αὖθις ἕτερον πρὸς Ἕλληνας εἰς ἡμᾶς ἐλήλυθεν αὐτοῦ
σύγγραμμα, ὃ καὶ ἐπέγραψεν ἔλεγχον. καὶ παρὰ τούτους
ἄλλο περὶ θεοῦ μοναρχίας, ἣν οὐ μόνον ἐκ τῶν
παρ᾿ ἡμῖν γραφῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν συνίστησι
βιβλίων.

ἐπὶ τούτοις ἐπιγεγραμμένον ψάλτης,
 καὶ ἄλλο σχολικὸν περὶ ψυχῆς, ἐν ᾧ διαφόρους
πεύσεις προτείνας περὶ τοῦ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν προβλήματος,
τῶν παρ᾿ Ἕλλησι φιλοσόφων παρατίθεται
τὰς δόξας, αἷς καὶ ἀντιλέξειν ὑπισχνεῖται, τήν τε
αὐτὸς αὐτοῦ δόξαν ἐν ἑτέρῳ παραθήσεσθαι συγγράμματι.

καὶ διάλογον δὲ πρὸς Ἰουδαίους συνέταξεν,
ὃν ἐπὶ τῆς Ἐφεσίων πόλεως πρὸς Τρύφωνα τῶν τότε
Ἑβραίων ἐπισημότατον πεποίηται, ἐν ᾧ τίνα τρόπον
ἡ θεία χάρις αὐτὸν ἐπὶ τὸν τῆς πίστεως παρώρμησε
λόγον δηλοῖ, ὁποίαν τε πρότερον περὶ τὰ φιλόσοφα
 μαθήματα σπουδὴν εἰσενήνεκται καὶ ὅσην ἐποιήσατο
τῆς ἀληθείας ἐκθυμοτάτην ζήτησιν.

ἱστορεῖ δ᾿ ἐν
ταὐτῷ περὶ Ἰουδαίων, ὡς κατὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ διδασκαλίας
ἐπιβουλὴν συσκευασαμένων, αὐτὰ ταῦτα
πρὸς τὸν Τρύφωνα ἀποτεινόμενος· “οὐ μόνον δὲ οὐ
 “μετενοήσατε ἐφ᾿ οἷς ἐπράξατε κακῶς, ἀλλὰ ἄνδρας
 

 
“ ἐκλεκτοὺς ἐκλεξάμενοι τότε ἀπὸ ῾Ιερουσαλὴμ ἐξεπέμ-
”ψατε εἰς ἅπασαν τὴν γῆν λέγοντες αἵρεσιν ἄθεον
“ Χριστιανῶν πεφάνθαι, καταλέγοντές τε ταῦτα, ἅπερ
καθ’ ἡμῶν οἱ ἀγνοοῦντες ἡμᾶς πάντες λέγουσιν,
“ὥστε οὐ μόνον ἑαυτοῖς ἀδικίας αἴτιοι ὑπάρχετε, ἀλλὰ 
“καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν ἁπλῶς ἀνθρώποις.”

δὲ καὶ ὡς ὅτι μέχρι καὶ αὐτοῦ χαρίσματα προφητικὰ
διέλαμπεν ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας. μέμνηται δὲ
καὶ τῆς Ἰωάννου ἀποκαλύψεως , σαφῶς τοῦ ἀποστόλου
αὐτὴν εἶναι λέγων. καὶ ῥητῶν δέ τινων προφητικῶν 
μνημονεύει, διελέγχων τὸν Τρύφωνα, ὡσὰν
περικοψάντων αὐτὰ Ἰουδαίων ἀπὸ τῆς γραφῆς. πλεῖστα
δὲ καὶ ἕτερα παρὰ πολλοῖς φέρεται ἀδελφοῖς τῶν
αὐτοῦ πόνων.

οὑτωσὶ δὲ σπουδῆς εἶναι ἄξιοι καὶ
τοῖς παλαιοῖς ἐδόκουν οἱ τἀνδρὸς λόγοι ὡς τὸν Εἰρηναῖον 
ἀπομνημονεύειν αὐτοῦ φωνὰς, τοῦτο μὲν ἐν
τῷ τετάρτῳ πρὸς τὰς αἱρέσεις αὐτὰ δὴ ταῦτα ἐπιλέγοντα
“καὶ καλῶς ὁ Ἰουστῖνος ἐν τῷ πρὸς Μαρκίωνα
συντάγματί φησιν ὅτι αὐτῷ τῷ κυρίῳ οὐκ ἂν ἐπεί-
‘σθην ἄλλον θεὸν καταγγέλλοντι παρὰ τὸν δημιουργόν,” 
τοῦτο δὲ ἐν τῷ πέμπτῳ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως
διὰ τούτων “καὶ καλῶς ὁ Ἰουστῖνος ἔφη ὅτι πρὸ μὲν
“τῆς τοῦ κυρίου παρουσίας οὐδέποτε ἐτόλμησεν ὁ σα-
“τανᾶς βλασφημῆσαι τὸν θεὸν , ἅτε μηδέπω
“αὐτοῦ τὴν κατάκρισιν.”

καὶ ταῦτα δὲ ἀναγκαίως 
εἰρήσθω , εἰς προτροπὴν τοὐ μετὰ σπουδῆς τοὺς φιλομαθεἴς
καὶ τοὺς τούτου περιέπειν λόγους. καὶ τὰ
μὲν κατὰ τόνδε τοιαῦτα ἠν.

[Nic. H. E. IV, 19] Ἤδη δὲ εἰς ὄγδοον
ἐλαυνούσης ἔτος τῆς δηλουμένης ἡγεμονίας τῆς ῾Ρω- 
 

 
μαίων ἐκκλησίας τὴν ἐπισκοπὴν Ἀνίκητον ἕνδεκα τοῖς
πᾶσιν ἔτεσι διελθόντα Σωτὴρ διαδέχεται. ἀλλὰ καὶ τῆς
Ἀλεξανδρέων παροικίας Κελαδίωνος τέτταρσιν ἐπὶ
δέκα ἔτεσι προστάντος τὴν διαδοχὴν Ἀγριππῖνος δια-
 λαμβάνει.

[Nic. H. E. IV, 19] Τηνικαῦτα καὶ ἐπὶ τῆς
Ἀντιοχέων ἐκκλησίας Θεόφιλος ἕκτος ἀπὸ τῶν ἀποστόλων
ἐγνωρίζετο, τετάρτου μὲν τῶν ἐκεῖσε μετὰ
Ἥρωνα καταστάντος Κορνηλίου, μετὰ δὲ αὐτὸν πέμπτῳ
 βαθμῷ τὴν ἐπισκοπὴν Ἔρωτος διαδεξαμένου.

[Nic. H. E. IV, 19] Ἤκμαζον δὲ ἐν τούτοις
ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας Ἡγήσιππός τε, ὃν ἴσμεν ἐκ τῶν
προτέρων, καὶ Διονύσιος Κορινθίων ἐπίσκοπος, Πινυτός
τε ἄλλος τῶν ἐπὶ Κρήτης ἐπίσκοπος, Φίλιππός
 τε ἐπὶ τούτοις καὶ Ἀπολινάριος καὶ Μελίτων,
Μουσανός τε καὶ Μόδεστος, καὶ ἐπὶ πᾶσιν Εἰρηναῖος,
ὧν καὶ εἰς ἡμᾶς τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως
ἡ τῆς ὑγιοῦς πίστεως ἔγγραφος κατῆλθεν ὀρθοδοξία.

[Nic. H. E. IV, 7] Ὁ μὲν οὖν Ἡγήσιππος
 ἐν πέντε τοῖς εἰς ἡμᾶς ἐλθοῦσιν ὑπομνήμασι τῆς ἰδίας
γνώμης πληρεστάτην μνήμην καταλέλοιπεν, ἐν οἷς
δηλοῖ ὡς πλείστοις ἐπισκόποις συμμίξειεν, ἀποδημίαν
στειλάμενος μέχρι ῾Ρώμης, καὶ ὡς ὅτι τὴν αὐτὴν
παρὰ πάντων παρείληφε διδασκαλίαν. ἀκοῦσαί γέ
 τοι πάρεστι μετά τινα περὶ τῆς Κλήμεντος πρὸς Κορινθίους
ἐπιστολῆς αὐτῷ εἰρημένα ἐπιλέγοντος ταῦτα

“καὶ ἐπέμενεν ἡ ἐκκλησία ἡ Κορινθίων ἐν τῷ
“ὀρθῷ λόγῳ μέχρι Πρίμου ἐπισκοπεύοντος ἐν Κο-
“ρίνθῳ· οἷς συνέμιξα πλέων εἰς ῾Ρώμην, καὶ συνδιέ-
 “τριψα τοῖς Κορινθίοις ἡμέρας ἱκανὰς, ἐν αἷς συνα-
“νεπάημεν τῷ ὀρθῷ λόγῳ.

γενόμενος δὲ ἐν ῾Ρώμῃ
“διαδοχὴν ἐποιησάμην μέχρις Ἀνικήτου, οὗ διάκονος

 
“ἦν Ἐλεύθερος. καὶ παρὰ Ἀνικήτου διαδέχεται Σωτὴρ,
μεθ’ ὃν Ελεύθερος. ἐν ἑκάστῃ δὲ διαδοχῇ
καὶ ἐν ἑκάστῃ πόλει οὕτως ἔχει ὡς ὁ νόμος κηρύσσει
καὶ οἱ προφῆται καὶ ὁ κύριος.”

ὁ δ’ αὐτὸς καὶ
τῶν κατ’ αὐτὸν αἱρέσεων τὰς ἀρχὰς ὑποτίθεται διὰ 
τούτων “καὶ μετὰ τὸ μαρτυρῆσαι Ἱάκωβον τὸν δίκαιον
῾ ὡς καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ, πάλιν ὁ ἐκ θείου
αὐτοῦ Συμεὼν ὁ τοῦ Κλωπᾶ καθίσταται ἐπίσκοπος,
ὃν προέθεντο πάντες ὄντα ἀνεψιὸν τοῦ κυρίου δεύ-
’τερον. διὰ τοῦτο ἐκάλουν τὴν ἐκκλησίαν παρθένον· 
οὔπω γὰρ ἔφθαρτο ἀκοαῖς ματαίαις.

ἄρχεται δ’ ὁ
Θέβουθις διὰ τὸ μὴ γενέσθαι αὐτὸν ἐπίσκοπον ὑπο-
“ φθείρειν , ἀπὸ τῶν ἑπτὰ αἱρέσεων ὢν (καὶ αὐτὸς
ἦν ἐν τῷ λαῷ), ἀφ’ ὧν Σίμων, ὅθεν οἱ Σιμωνια-
“νοὶ, καὶ Κλεόβιος, ὅθεν Κλεοβιηνοὶ , καὶ Δοσίθεος, 
“ὅθεν Δοσιθεανοὶ, καὶ Γορθαῖος , ὅθεν Γοραθηνοὶ,
καὶ Μασβώθεος, ὅθεν Μασβα΄θεοι· ἀπὸ τούτων
“ Μενανδριανισταὶ καὶ μαρκιωνισταὶ καὶ Καρποκρατιανοὶ
καὶ Οὐαλεντινιανοὶ καὶ Βασιλειδιανοὶ καὶ
ἕκαστος ἰδίως καὶ ἑτέρως ἰδίαν δόξαν 
παρεισηγάγοσαν.

ἀπὸ τούτων ψευδόχριστοι,
ψευδοπροφῆται , ψευδαπόστολοι , οἵτινες ἐμέρισαν
τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας φθοριμαίοις λόγοις κατὰ
῾τοῦ θεοῦ καὶ κατὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ”.

ἔτι δὲ ὁ
αὐτὸς καὶ τὰς πάλαι γεγενημένας παρὰ Ἰουδαίοις 
αἱρέσεις ἱστορεῖ λέγων “ἦσαν δὲ γνῶμαι διάφοροι ἐν
τῇ περιτομῇ ἐν υἱοῖς Ἰσραὴλ τῶν κατὰ τῆς φυλῆς
Ἰούδα καὶ τοῦ Χριστοῦ αὗται· Ἐσσαῖοι, Γαλιλαῖοι,
Ημεροβαπτισταὶ, Μασβώθειο, Σαμαρεῖται, Σαδδου-
“ καίοι, Φαρισαῖοι.”

καὶ ἕτερα δὲ πλεῖστα γράφει, 
ὧν ἐκ μέρους ἤδη πρότερον ἐμνημονεύσαμεν, οἰκείως
τοῖς καιροῖς τὰς ἱστορίας παραθέμενοι. ἔκ τε τοῦ

 
καθ᾿ Ἑβραίους εὐαγγελίου καὶ τοῦ Συριακοῦ καὶ
ἰδίως ἐκ τῆς Ἑβραΐδος διαλέκτου τινὰ τίθησιν, ἐμφαίνων
ἐξ Ἑβραίων ἑαυτὸν πεπιστευκέναι, καὶ ἄλλα
δὲ ὡσὰν ἐξ Ἰουδαϊκῆς ἀγράφου παραδόσεως μνημονεύει.

οὐ μόνος δὲ οὗτος, ἀλλὰ καὶ Εἰρήναιος καὶ
ὁ πᾶς τῶν ἀρχαίων χορὸς πανάρετον σοφίαν τὰς
Σολομῶνος παροιμίας ἐκάλουν. καὶ περὶ τῶν λεγομένων
δὲ ἀποκρύφων διαλαμβάνων ἐπὶ τῶν αὐτοῦ
χρόνων πρός τινων αἱρετικῶν ἀναπεπλάσθαι τινὰ
 τούτων ἱστορεῖ. ἀλλὰ γὰρ ἐφ᾿ ἕτερον ἤδη
μεταβατέον.

[Nic. H. E. IV, 8] Καὶ πρῶτόν γε περὶ
Διονυσίου φατέον ὅτι τε τῆς ἐν Κορίνθῳ παροικίας
τὸν τῆς ἐπισκοπῆς ἐγκεχείριστο θρόνον, καὶ ὡς τῆς
 ἐνθέου φιλοπονίας οὐ μόνοις τοῖς ὑπ᾿ αὐτὸν, ἀλλ᾿
ἤδη καὶ τοῖς ἐπὶ τῆς ἀλλοδαπῆς ἀφθόνως ἐκοινώνει,
χρησιμώτατον ἅπασιν ἑαυτὸν καθιστὰς ἐν αἷς ὑπετυποῦτο
καθολικαῖς πρὸς τὰς ἐκκλησίας ἐπιστολαῖς.

ὧν ἐστιν ἡ μὲν πρὸς Λακεδαιμονίους, ὀρθοδοξίας
 κατηχητικὴ, εἰρήνης τε καὶ ἑνώσεως ὑποθετικὴ, ἡ
δὲ πρὸς Ἀθηναίους διεγερτικὴ πίστεως καὶ τῆς κατὰ
τὸ εὐαγγέλιον πολιτείας, ἧς ὀλιγωρήσαντας ἐλέγχει,
ὡσὰν μικροῦ δεῖν ἀποστάντας τοῦ λόγου, ἐξ οὖπερ
τὸν προεστῶτα αὐτῶν Πούπλιον μαρτυρῆσαι κατὰ
 τοὺς τότε συνέβη διωγμούς.

Κοδράτου δὲ μετὰ
τὸν μαρτυρήσαντα Πούπλιον καταστάντος αὐτῶν ἐπισκόπου
μέμνηται, ἐπιμαρτυρῶν ὡς διὰ τῆς αὐτοῦ
σπουδῆς ἐπισυναχθέντων καὶ τῆς πίστεως ἀναζωπύρησιν
εἰληχότων. δηλοῖ δ᾿ ἐπὶ τούτοις ὡς καὶ Διονύσιος
 ὁ Ἀρεοπαγίτης ὑπὸ τοῦ ἀποστόλου Παύλουπροτραπεὶς
ἐπὶ τὴν πίστιν κατὰ τὰ ἐν ταῖς Πράξεσι
δεδηλωμένα πρῶτος τῆς Ἀθήνησι παροικίας τὴν

 
ἐπισκοπὴν ἐγκεχείριστο.

ἄλλη δ’ ἐπιστολή τις αὐτοῦ
πρὸς Νικομηδέας φέρεται, ἐν ᾑ τὴν Μαρκίωνος
αἵρεσιν πολεμῶν τῷ τῆς ἀληθείας παρίσταται κανόνι.

καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ δὲ τῇ παροικούσῃ Γόρτυναν ἅμα
ταῖς λοιπαῖς κατὰ Κρήτην παροικίαις ἐπιστείλας Φίλιππον 
ἐπίσκοπον αὐτῶν ἀποδέχεται, ἅτε δὴ ἐπὶ
πλείσταις μαρτυρουμένης ἀνδραγαθίαις τῆς ὑπ’ αὐτὸν
ἐκκλησίας , τήν τε τῶν αἱρετικῶν διαστροφὴν
ὑπομιμνήσκει φυλάττεσθαι.

καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ δὲ
τῇ παροικούσῃ Ἄμαστριν ἅμα ταῖς κατὰ Πόντον ἐπιστείλας 
Βακχυλίδου μὲν καὶ Ἐλπίστου ὡσὰν αὐτὸν
ἐπὶ τὸ γράψαι προτρεψάντων μέμνηται, γραφῶν τε
θείων ἐξηγήσεις παρατέθειται, ἐπίσκοπον αὐτῶν ὀνοματι
Πάλμαν ὑποσημαίνων · πολλὰ δὲ περὶ γάμου καὶ
ἁγνείας τοῖς αὐτοῖς παραινεῖ, καὶ τοὺς ἐξ οἴας δ’ 
οὖν ἀποπτώσεως , εἴτε πλημμελείας , εἴτε μὴν αἱρετικῆς
πλάνης ἐπιστρέφοντας δεξιοῦσθαι προστάττει.

ταύταις ἄλλη ἐγκατείλεκται πρὸς Κυωσσίους ἐπιστολὴ,
ἐν ᾑ Πινυτὸν τῆς παροικίας ἐπίσκοπον παρακαλεῖ
μὴ βαρὺ φορτίον ἐπάναγκες τὸ περὶ ἁγνείας 
τοῖς ἀδελφοῖς ἐπιτιθέναι , τῆς δὲ τῶν πολλῶν καταστοχάξεσθαι
ἀσθενείας.

πρὸς ἣν ὁ Πινυτὸς ἀντιγράφων
θαυμάζει μὲν καὶ ἀποδέχεται τὸν Διονύσιον,
ἀντιπαρακαλεῖ δὲ στερροτέρας ἤδη ποτὲ μεταδιδόναι
τροφῆς , τελειοτέροις γράμμασιν εἰσαῦθις τὸν ὑπ’ 
αὐτῷ λαὸν ὑποθρέψαντα, ὡς μὴ διὰ τέλους τοῖς γαλακτώδεσιν
ἐνδιατρίβοντες λόγοις τῇ νηπιώδει ἀγωγῇ
λάθοιεν καταγηράσαντες. δι’ ἧς ἐπιστολῆς καὶ ἡ τοῦ
Πινυτοῦ περὶ τὴν πίστιν ὀρθοδοξία τε καὶ φροντὶς
τῆς τῶν ὑπηκόων ὠφελείας, τό τε λόγιον καὶ ἡ περὶ 
τὰ θεῖα σύνεσις ὡς δι’ ἀκριβεστάτης ἀναδείκνυται
εἰκόνος.

ἔτι τοῦ Διονυσίου καὶ πρὸς Ῥωμαίους

 
ἐπιστολὴ φέρεται, ἐπισκόπῳ τῷ τότε Σωτῆρι προσφωνοῦσα,
ἐξ ἧς οὐδὲν οἷον τὸ καὶ παραθέσθαι λέξεις,
δι’ ὧν τὸ μέχρι τοῦ καθ’ ἡμᾶς διωγμοῦ φυλα
χθὲν Ῥωμαίων ἔθος ἀποδεχόμενος ταῦτα γράφε

“ἐξ ἀρχῆς γὰρ ὑμῖν ἔθος ἐστὶ τοῦτο, πάντας μὲ(??)
“ ἀδελφοὺς ποικίλως εὐεργετεῖν , ἐκκλησίαις τε πολ
λαῖς ταῖς κατὰ πᾶσαν πόλιν ἐφόδια πέμπειν, ὧδ
‘μὲν τὴν τῶν δεομένων πενίαν ἀναψύχοντας , ἐν με
῾τάλλοις δὲ ἀδελφοῖς ὑπάρχουσιν ἐπιχορηγοῦντας δι
 “ ὧν πέμπετε ἀρχῆθεν ἐφοδίων, πατροπαράδοτον ἔθο
“῾Ρωμαίων Ῥωμαῖοι διαφυλάττοντες, ὃ οὐ μόνον δια
῾ τετήρηκεν ὁ μακάριος ὑμῶν ἐπίσκοπος Σωτῆρ’, ἀλλα
“ καὶ ἐπηύξηκεν, ἐπιχορηγῶν μὲν τὴν διαπεμπομένην
“ δαψίλειαν τὴν εἰς τοὺς ἁγίους, λόγοις δὲ μακαρίοις
 “τοὺς ἀνιόντας ἀδελφοὺς ὡς τέκνα πατὴρ φιλόστορ
“γος παρακαλῶν.”

ἐν αὐτῇ δὲ ταύτῃ καὶ τῆς
Κλήμεντος πρὸς Κορινθίους μέμνηται ἐπιστολῆς, δηλῶν
ἀνέκαθεν ἐξ ἀρχαίου ἔθους ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας
τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς ποιεῖσθαι. λέγει γοῦν “ τὴν
 “ σήμερον οὖν κυριακὴν ἁγίαν ἡμέραν διηγάγομεν,
“ἐν ᾗ ἀνέγνωμεν ὑμῶν τὴν ἐπιστολὴν, ἣν ἕξομεν
“ἀεί ποτε ἀναγινώσκοντες νουθετετῖσθαι, ὡς καὶ τὴν
“προτέραν ἡμῖν διὰ Κλήμεντος γραφεῖσαν.”

ἔτι
δὲ ὁ αὐτὸς καὶ περὶ τῶν ἰδίων ἐπιστολῶν ὡς ῥᾳδιουργηθεισῶν
 ταῦτά φησιν “ἐπιστολὰς γὰρ ἀδελφῶν ἀξιω-
‘σάντων με γράψαι ἔγραψα. καὶ ταύτας οἱ τοῦ δια-
῾ βόλου ἀπόστολοι ζιζανίων γεγέμικαν , ἃ μὲν ἐξαι-
‘ροῦντες, ἃ δὲ προστιθέντες. οἷς τὸ οὐαὶ κεῖται. οὐ
θαυμαστὸν ἄρα εἰ καὶ τῶν κυριακῶν ῥᾳδιουργῆσαί
‘τινες ἐπιβέβληνται γραφῶν, ὁπότε καὶ ταῖς οὐ τοι-
῾αύταις ἐπιβεβουλεύκασι.”

καὶ ἄλλη δέ τις παρὰ
ταύτας ἐπιστολὴ τοῦ Διονυσίου φέρεται, Χρυσοφόρᾳ

 
πιστοτάτῃ ἀδελφῇ ἐπιστείλαντος, ᾗ τὰ κατάλληλα
γράφων τῆς προσηκούσης καὶ αὐτῇ μετεδίδου λογικῆς
τροφῆς. καὶ τὰ μὲν τοῦ Διονυσίου τοσαῦτα.

[Nic. H. E. IV, 9] Τοῦ δὲ Θεοφίλου, ὃν
τῆς Ἀντιοχέων ἐκκλησίας ἐπίσκοπον δεδηλώκαμεν, 
τρία τὰ πρὸς Αὐτόλυκον στοιχειώδη φέρεται συγγράμματα,
καὶ ἄλλο πρὸς τὴν αἵρεσιν Ἑρμογένους
τὴν ἐπιγραφὴν ἔχον , ἐν ᾧ ἐκ τῆς ἀποκαλύψεως Ἰωάννου
κέχρηται μαρτυρίαις , καὶ ἕτερα δέ τινα κατηχητικὰ
αὐτοῦ βιβλία. τῶν γε μὴν αἱρετικῶν οὐδὲν 
χεῖρον καὶ τότε, ζιζανίων δίκην, λυμαινομένων τὸν
εἰλικρινῆ τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας σπόρον , οἱ
πανταχόσε τῶν ἐκκλησιῶν ποιμένες ὥσπερ τινὰς θῆρας
ἀγρίους τῶν Χριστοῦ προβάτων ἀποσοβοῦντες
αὐτοὺς ἀνεῖργον , τοτὲ μὲν ταῖς πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς 
νουθεσίαις καὶ παραινέσεσι, τοτὲ δὲ πρὸς αὐτοὺς
γυμνότερον ἀποδυόμενοι , ἀγράφοις τε εἰς πρόσωπον
ζητήσεσι καὶ ἀνατροπαῖς , ἤδη δὲ καὶ δι’ ἐγγράφων
ὑπομνημάτων τὰς δόξας αὐτῶν ἀκριβεστάτοις ἐλέγχοις
διευθύνοντες. ὅ γέ τοι Θεόφιλος σὺν τοῖς ἄλλοις 
κατὰ τούτων στρατευσάμενος δῆλός ἐστιν ἀπό
τινος οὐκ ἀγεννῶς αὐτῷ κατὰ Μαρκίωνος πεπονημένου
λόγου, ὃς καὶ αὐτὸς μεθ’ ὧν ἄλλων εἰρήκαμεν
εἰσέτι νῦν διασέσωσται. τοῦτον μὲν οὖν ἕβδομος ἀπὸ
τῶν ἀποστόλων τῆς Ἀντιοχέων ἐκκλησίας διαδέχεται 
Μαξιμῖνος.

[Nic. H. E. IV, 9] Φίλιππός γε μὴν, ὃν
ἐκ τῶν Διονυσίου φωνῶν τῆς ἐν Γορτύνῃ παροικίας
ἐπίσκοπον ἔγνωμεν, πάνυ γε σπουδαιότατον πεποίηται
καὶ αὐτὸς κατὰ Μαρκίωνος λόγον, Εἰρηναῖος δὲ 
ὡσαύτως καὶ Μόδεστος, ὃς καὶ διαφερόντως παρὰ
τοὺς ἄλλους τὴν τοῦ ἀνδρὸς εἰς ἔκδηλον τοῖς πᾶσι

 
κατεφώρασε πλάνην, καὶ ἄλλοι δὲ πλείους, ὧν παρὰ
πλείστοις τῶν ἀδελφῶν εἰσέτι νῦν οἱ πόνοι
διαφυλάττονται.

[Nic. H. E. IV, 10] Ἐπὶ τῶνδε καὶ Μελίτων
 τῆς ἐν Σάρδεσι παροικίας ἐπίσκοπος, Ἀπολινάριός
τε τῆς ἐν Ἱεραπόλει διαπρεπῶς ἤκμαζον, οἳ καὶ
τῷ δηλωθέντι κατὰ τοὺς χρόνους ῾Ρωμαίων βασιλεῖ
λόγους ὑπὲρ τῆς πίστεως ἰδίως ἑκάτερος ἀπολογίας
προσεφώνησαν.

τούτων εἰς ἡμετέραν γνῶσιν ἀφῖκται
 τὰ ὑποτεταγμένα· Μελίτωνος τὰ περὶ τοῦ πάσχα
δύο, καὶ τὰ περὶ πολιτείας καὶ προφητῶν, καὶ ὁ περὶ
ἐκκλησίας; καὶ ὁ περὶ κυριακῆς λόγος, ἔτι δὲ ὁ περὶ
φύσεως ἀνθρώπου, καὶ ὁ περὶ πλάσεως, καὶ ὁ περὶ
ὑπακοῆς πίστεως [καὶ ὁ περὶ] αἰσθητηρίων, καὶ
 πρὸς τούτοις ὁ περὶ ψυχῆς καὶ σώματος ἢ νοὸς, καὶ
ὁ περὶ λουτροῦ, καὶ ὁ περὶ ἀληθείας, καὶ περὶ κτίσεως
καὶ γενέσεως Χριστοῦ, καὶ λόγος αὐτοῦ περὶ
προφητείας, καὶ ὁ περὶ φιλοξενίας, καὶ ἡ κλεὶς, καὶ
τὰ περὶ τοῦ διαβόλου, καὶ τῆς ἀποκαλύψεως Ἰωάννου,
 καὶ ὁ περὶ ἐνσωμάτου θεοῦ, ἐπὶ πᾶσι καὶ τὸ πρὸς
Ἀντωνῖνον βιβλίδιον.

ἐν μὲν οὖν τοῖς περὶ τοῦ
πάσχα τὸν χρόνον, καθ᾿ ὃν συνέταττεν, ἀρχόμενος
σημαίνει ἐν τούτοις “ἐπὶ Σερουιλίου Παύλου ἀνθυ-
“πάτου τῆς Ἀσίας, ᾧ Σάγαρις καιρῷ ἐμαρτύρησεν,
 “ἐγένετο ζήτησις πολλὴ ἐν Λαοδικείᾳ περὶ τοῦ πάσχα,
“ἐμπεσόντος κατὰ καιρὸν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις, καὶ
“ἐγράφη ταῦτα.”

τούτου δὲ τοῦ λόγου μέμνηται
Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἐν ἰδίῳ περὶ τοῦ πάσχα λόγῳ,
ὃν ὡς ἐξ αἰτίας τῆς τοῦ Μελίτωνος γραφῆς φησὶν
 ἑαυτὸν συντάξαι.

ἐν δὲ τῷ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα
βιβλίῳ τοιαῦτά τινα καθ᾿ ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτοῦ γεγονέναι
ἱστορεῖ “τὸ γὰρ οὐδεπώποτε γενόμενον, νῦν

 
διώκεται τὸ τῶν θεοσεβῶν γένος, καινοῖς ἐλαυνόμενον
δόγμασι κατὰ τὴν Ἀσίαν. οἱ γὰρ ἀναιδεῖς
συκοφάνται καὶ τῶν ἀλλοτρίων ἐρασταὶ, τὴν ἐκ τῶν
διαταγμάτων ἔχοντες ἀφορμὴν , φανερῶς λῃστεύουσι,
νύκτωρ καὶ μεθ’ ἡμέραν διαρπάζοντες τοὺς 
μηδὲν ἀδικοῦντας.”

καὶ μεθ’ ἕτερά φησι “καὶ εἰ
μὲν σοῦ κελεύσαντος ταῦτα πράττεται, ἔστω καλῶς
γινόμενον. δίκαιος γὰρ βασιλεὺς οὐκ ἂν ἀδίκως
βουλεύσαιτο πώποτε. καὶ ἡμεῖς ἡδέως φέρομεν
τοῦ τοιούτου θανάτου τὸ γέρας. ταύτην δέ σοι μόνην 
προσφέρομεν δέησιν, ἵνα αὐτὸς πρότερον ἐπιγνοὺς
τοὺς τῆς τοιαύτης φιλονεικίας ἐργάτας δικαίως
κρίνειας, εἰ ἄξιοι θανάτου καὶ τιμωρίας ἢ
σωτηρίας καὶ ἡσυχίας εἰσίν. εἰ δὲ καὶ παρὰ σοῦ
μὴ εἴη ἡ βουλὴ αὕτη καὶ τὸ καινὸν τοῦτο διάταγμα, 
ὃ μηδὲ κατὰ βαρβάρων πρέπει πολεμίων, πολὺ μᾶλλον
δεόμεθά σου μὴ περιιδεῖν ἡμᾶς ἐν τοιαύτῃ δημώδει
λεηλασίᾳ.”

τούτοις αὖθις ἐπιφέρει λέγων
ἡ γὰρ καθ’ ἡμὰς φιλοσοφία πρότερον μὲν ἐν βαρβάροις
ἤκμασεν, ἐπανθήσασα δὲ τοῖς σοῖς ἔθνεσι κατὰ 
τὴν Αὐγούστου τοῦ σοῦ προγόνου μεγάλην ἀρχὴν,
ἐγενήθη μάλιστα τῇ σῇ βασιλείᾳ αἴσιον ἀγαθόν.
ἔκτοτε γὰρ εἰς μέγα καὶ λαμπρὸν τὸ Ῥωμαίων ηὐξήθη
κράτος, οὗ σὺ διάδοχος εὐκταῖος γέγονάς τε
καὶ ἔσῃ μετὰ τοῦ παιδὸς , φυλάσσων τῆς βασιλείας 
τὴν σύντροφον καὶ συναρξαμένην Αὐγούστῳ φιλοσοφίαν,
ἣν καὶ οἱ πρόγονοί σου πρὸς ταῖς ἄλλαις
θρησκείαις ἐτίμησαν.

καὶ τοῦτο μέγιστον τεκμήριον
τοῦ πρὸς ἀγαθοῦ τὸν καθ’ ἡμᾶς λόγον συνακμάσαι
τῇ καλῶς ἀρξαμένῃ βασιλείᾳ, ἐκ τοῦ μηδὲν 
φαῦλον ἀπὸ τῆς Αὐγούστου ἀρχῆς ἀπαντῆσαι, ἀλλὰ
τοὐναντίον ἅπαντα λαμπρὰ καὶ ἔνδοξα κατὰ τὰς

 
“πάντων εὐχάς.

μόνοι πάντων ἀναπεισθέντες ὑπο
“τινων βασκάνων ἀνθρώπων τὸν καθ’ ἡμὰς ἐν διαβολῇ
“καταστῆσαι λόγον ἠθέλησαν Νέρων καὶ Δομετιανὸς,
“ἀφ’ ὧν καὶ τὸ τῆς συκοφαντίας ἀλόγῳ συνηθείᾳ
 “περὶ τοὺς τοιούτους ῥυῆναι συμβέβηκε ψεῦδος.
“

ἀλλὰ τὴν ἐκείνων ἄγνοιαν οἱ σοὶ εὐσεβεῖς πατέρες
“ἐπηνωρθώσαντο, πολλάκις πολλοῖς ἐπιπλήξαντες
“ἐγγράφως, ὅσοι περὶ τούτων νεωτερίσαι ἐτόλμησαν.
“ἐν οἷς ὁ μὲν πάππος σου Ἀδριανὸς πολλοῖς μὲν καὶ
 “ἄλλοις , καὶ Φουνδανῷ δὲ τῷ ἀνθυπάτῳ , ἡγουμένῳ
“δὲ τῆς Ἀσίας , γράφων φαίνεται , ὁ δὲ πατήρ σου,
“καὶ σοῦ τὰ σύμπαντα διοικοῦντος αὐτῷ , ταῖς πόλεσι
“περὶ τοῦ μηδὲν νεωτερίζειν περὶ ἡμῶν ἔγραψεν,
“ἐν οἶς καὶ πρὸς Λαρισαίους καὶ πρὸς Θεσσα.
 “λονικεῖς καὶ Ἀθηναίους καὶ πρὸς πάντας Ἕλληνας.
“

σὲ δὲ καὶ μᾶλλον περὶ τούτων τὴν αὐτὴν ἐκείνοις
“ἔχοντα γνώμην , καὶ πολύ γε φιλανθρωποτέραν καὶ
“φιλοσοφωτέραν , πεπείσμεθα πάντα πράσσειν ὅσα
“σου δεόμεθα.”

ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐν τῷ δηλωθέντι
 “τέθειται λόγῳ. ἐν δὲ ταῖς γραφείσαις αὐτῷ
“κλογαῖς ὁ αὐτὸς κατὰ τὸ προοίμιον αὐτὸ ἀρχόμενος
“τῶν ὁμολογουμένων τῆς παλαιᾶς διαθήκης γραφῶν
“ποιεῖται κατάλογον, ὃν καὶ ἀναγκαῖον ἐνταῦθα καταλέξαι.
“

γράφει δὲ οὕτως“ Μελίτων Ὀνησίμῳ τῷ
 “ἀδελφῷ χαίρειν ἐπειδὴ πολλάκις ἠξίωσας σπουδῇ
“τῇ πρὸς τὸν λόγον χρώμενος γενέσθαι ἐκλογάς σοι
“ ἔκ τε τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν περὶ τοῦ σωτῆ-
“ ρος καὶ πάσης τῆς πίστεως ἡμῶν, ἔτι δὲ καὶ μαθεῖν
“ τὴν τῶν παλαιῶν βιβλίων ἐβουλήθης ἀκρίβειαν,
 “ πόσα τὸν ἀριθμὸν καὶ ὁποῖα τὴν τάξιν εἶεν, ἐσπούδασα
“τὸ τοιοῦτο πρᾶξαι, ἐπιστάμενός σου τὸ σπου-
“ δαῖον περὶ τὴν πίστιν καὶ φιλομαθὲς περὶ τὸν λόγον,
 

 
“ὅτι τε μάλιστα πάντων πόθῳ τῷ πρὸς θεὸν ταῦτα
προκρίνεις , περὶ τῆς αἰωνίου σωτηρίας ἀγωνιξόμενος.

ἀνελθὼν οὖν εἰς τὴν ἀνατολὴν, καὶ ἕως
τοῦ τόπου γενόμενος ἔνθα ἐκηρύχθη καὶ ἐπράχθη,
καὶ ἀκριβῶς μαθὼν τὰ τῆς παλαιᾶς διαθήκης 
βιβλία , ὑποτάξας ἔπεμψά σοι· ὧν ἐστὶ τὰ ὐνόματα·
Μωυσέως πέντε , Γένεσις , Ἔξοδος , Ἀριθμοὶ,
Λευιτικὸν, Δευτερονόμιον. Ἰησοῦς Ναυῆ , Κρι-
‘ταὶ, Ῥούθ· Βασιλειῶν τέσσαρα, Παραλειπομένων
“ δύο. Ψαλμῶν Δαβὶδ , Σολομῶνος Παροιμίαι, ἣ καὶ 
Σοφία, Ἐκκλησιαστὴς, Ἀισμα Ἀισμάτων, Ἰώβ. Προφητῶν,
Ἡσαΐου , Ἱερεμίου· τῶν δώδεκα ἐν μονοβίβλῳ·
Δανιὴν, Ἰεξεκιὴλ, Ἔσδρας. ἐξ ὧν καὶ τὰς
ἐκλογὰς ἐποιησάμην, εἰς ἕξ βιβλία διελών.” καὶ τὰ
μὲν τοῦ Μελίτωνος τοσαῦτα.

[Nic. H. E. IV, 11] Τοῦ δὲ Ἀπολιναρίου
πολλῶν παρὰ πολλοῖς σωζομένων τὰ εἰς ἡμᾶς ἐλθόντα
ἐστὶ τάδε· λόγος ὁ πρὸς τὸν εἰρημένον βασιλέα, καὶ
πρὸς Ἕλληνας συγγράμματα πέντε , καὶ περὶ ἀληθείας
πρῶτον καὶ δεύτερον, καὶ πρὸς Ἰουδαίους πρῶτον 
καὶ δεύτερον, καὶ ἃ μετὰ ταῦτα συνέγραψε κατὰ
τῆς τῶν Φρυγῶν αἱρέσεως μετ’ οὐ πολὺν καινοτομηθείσης
χρόνον , τότε γε μὴν ὥσπερ ἐκφύειν ἀρχομένης,
, ἔτι τοῦ Μοντανοῦ ἅμα ταῖς αὐτοῦ ψευδοπροφήτισιν
ἀρχὰς τῆς παρεκτροπῆς ποιουμένου.

[Nic. H. E. IV, 11] Καὶ Μουσανοῦ δὲ,
ὃν ἐν τοῖς φθάσασι κατελέξαμεν , φέρεταί τις ἐπιστρεπτικώτατος
λόγος πρός τινας αὐτῷ γραφεὶς ἀδελφοὺς,
ἀποκλίναντας ἐπὶ τὴν τῶν λεγομένων Ἐγκρατητῶν
αἵρεσιν , ἄρτι τότε φύειν ἀρχομένην , ξένην τε 
καὶ φθοριμαίαν ψευδοδοξίαν εἰσάγουσαν τῷ βίῳ, ἡς
παρεκτροπῆς ἀρχηγὸν καταστῆναι Τατιανὸν λόγος ἔχει·

οὑ μικρῷ πρόσθεν τὰς περὶ τοῦ θαυμασίου
Ἰουστίνου παρατεθείμεθα λέξεις, μαθητὴν αὐ
τὸν ἱστοροῦντες τοῦ μάρτυρος. δηλοῖ δὲ Εἰρήναιος
ἐν τῷ πρώτῳ τῶν πρὸς τὰς αἱρέσεις, ὁμοῦ τά τε περὶ
 αὐτοῦ καὶ τῆς κατ’ αὐτὸν αἱρέσεως οὕτω γράφων

“ἀπὸ Σατορνίνου καὶ Μαρκίωνος οἱ καλούμενοι
Εγκρατεῖς ἀγαμίαν ἐκήρυξαν, ἀθετοῦντες τὴν ἀρχαίαν
πλάσιν τοῦ θεοῦ, καὶ ἠρέμα κατηγοροῦντες
τοῦ ἄρρεν καὶ θῆλυ εἰς γένεσιν ἀνθρώπων πεποιηκότος·
 καὶ τῶν λεγομένων παρ’ αὐτοῖς ἐμψύχων
ἀποχὴν εἰσηγήσαντο, ἀχαριστοῦντες τῷ πάντα πεποιηκότι
θεῷ· ἀντιλέγουσί τε τῇ τοῦ πρωτοπλάστου
σωτηρίᾳ

καὶ τοῦτο νῦν ἐξηυρέθη παρ’ αὐτοῖς,
Τατιανοῦ τινος πρώτως ταύτην εἰσενέγκαντος τὴν
 βλασφημίαν, ὃς Ἰουστίνου ἀκροατὴς γεγονὼς, ἐφ’
ὅσον μὲν συνῆν ἐκείνῳ, οὐδὲν ἐξέφηνε τοιοῦτον,
μετὰ δὲ τὴν ἐκείνου μαρτυρίαν ἀποστὰς τῆς ἐκκλησίας,
οἰήματι διδασκάλου ἐπαρθεὶς καὶ τυφωθεὶς ὡς
διαφέρων τῶν λοιπῶν, ἴδιον χαρακτῆρα διδασκαλείου
 συνεστήσατο, αἰῶνάς τινας ἀοράτους ὁμοίως
τοῖς ἀπὸ Οὐαλεντίνου μυθολογήσας, τὸν γάμον τε
φθορὰν καὶ πορνείαν παραπλησίως Μαρκίωνι καὶ
Σατορνίνῳ ἀναγορεύσας, τῇ δὲ τοῦ Ἀδὰμ σωτηρίᾳ
παρ’ ἑαυτοῦ τὴν αἰτιολογίαν ποιησάμενος.

ταῦτα
 μὲν ὁ Εἰρήναιος τότε· σμικρῷ δὲ ὕστερον Σεουῆρός
τις τοὔνομα κρατύνας τὴν προδεδηλωμένην αἵρεσιν
αἴτιος τοῖς ἐξ αὐτῆς ὡρμημένοις τῆς ἀπ’ αὐτοῦ παρηγμένης
Σεουηριανῶν προσηγορίας γέγονε.

χρῶνται
μὲν οὐν οὑτοι νόμῳ καὶ προφήταις καὶ εὐαγγελίοις,
 ἰδίως ἑρμηνεύοντες τῶν ἱερῶν τὰ νοήματα
 

 
γραφῶν· βλασφημοῦντες δὲ Παῦλον τὸν ἀπόστολον
ἀθετοῦσιν αὐτοῦ τὰς ἐπιστολὰς, μηδὲ τὰς Πράξεις
τῶν ἀποστόλων καταδεχόμενοι.

ὁ μέντοι γε πρότερος
αὐτῶν ἀρχηγὸς ὁ Τατιανὸς συνάφειάν τινα καὶ
συναγωγὴν οὐκ οἶδ’ ὅπως τῶν εὐαγγελίων συνθεὶς 
τὸ διὰ τεσσάρων τοῦτο προσωνόμασεν, ὃ καὶ παρά
τισιν εἰσέτι νῦν φέρεται. τοῦ δὲ ἀποστόλου φασὶ
τολμῆσαί τινας αὐτὸν μεταφράσαι φωνὰς, ὡς ἐπιδιορθούμενον
αὐτῶν τὴν τῆς φράσεως σύνταξιν.

καταλέλοιπε δὲ οὗτος πολύ τι πλῆθος συγγραμμάτων, 
ὧν μάλιστα παρὰ πολλοῖς μνημονεύεται διαβόητος
αὐτοῦ λόγος ὁ πρὸς Ἕλληνας, ἐν ᾧ τῶν ἀνέκαθεν
χρόνων μνημονεύσας τῶν παρ’ Ἕλλησιν εὐδοκίμων
ἁπάντων προγενέστερον Μωυσέα τε καὶ τοὺς Ἑβραίων
προφήτας ἀπέφηνεν , ὃς δὴ καὶ δοκεῖ τῶν συγγραμμάτων 
ἁπάντων αὐτοῦ κάλλιστός τε καὶ ὠφελιμώτατος
ὑπάρχειν. καὶ τὰ μὲν κατὰ τούσδε τοιαῦτα ἦν.

[Nic. H. E. IV, 11] Ἐπὶ δὲ τῆς αὐτῆς βασιλείας
πληθουσῶν τῶν αἱρέσεων ἐπὶ τῆς μέσης τῶν
ποταμῶν Βαρδησάνης , ἱκανώτατός τις ἀνὴρ, ἔν τε 
τῇ Σύρων φωνῇ διαλεκτικώτατος , πρὸς τοὺς κατὰ
Μαρκίωνα καί τινας ἑτέρους διαφόρων προϊσταμένους
δογμάτων διαλόγους συστησάμενος , τῇ οἰκείᾳ
παρέδωκε γλώττῃ τε καὶ γραφῇ, μετὰ καὶ πλείστων
ἑτέρων αὐτοῦ συγγραμμάτων· οὓς οἱ γνώριμοι (πλεῖστοι
δὲ ἠσαν αὐτῷ δυνατῶς τῷ λόγῳ παρισταμένῳ)
ἐπὶ τὴν Ἑλλήνων ἀπὸ τῆς Σύρων μεταβεβλήκασι
φωνῆς

ἐν οἷς ἐστι καὶ ὁ πρὸς Ἀντωνῖνον ἱκανώτατος
αὐτοῦ περὶ εἱμαρμένης διάλογος, ὅσα τε ἄλλα
φασὶν αὐτὸν προφάσει τοῦ τότε διωγμοῦ συγγράψαι.

ἦν δ’ ἄρα οὗτος πρότερον τῆς κατὰ Οὐαλεντῖνον
σχολῆς, καταγνοὺς δὲ ταύτης, πλεῖστά τε τῆς κατὰ

 
τοῦτον μυθοποιίας ἀπελέγξας, ἐδόκει μέν πως αὐτὸς
ἑαυτῷ ἐπὶ τὴν ὀρθοτέραν γνώμην μετατεθεῖσθαι, οὐ
μὴν παντελῶς γε ἀπερρύψατο τὸν τῆς παλαιᾶς αἱρέσεως
ῥύπον. ἐν τούτῳ γε μὴν καὶ ὁ τῆς ῾Ρωμαίων
 ἐκκλησίας ἐπίσκοπος Σωτὴρ τελευτᾷ.

[Προοίμιον.] Ὁ μὲν οὖν τῆς ῾Ρωμαίων ἐκκλησίας
ἐπίσκοπος Σωτὴρ ἐπὶ ὄγδοον ἔτος ἡγησάμενος τελευτᾷ
τὸν βίον. τοῦτον δωδέκατος ἀπὸ τῶν ἀποστόλων
Ἐλεύθερος διαδέχεται· ἔτος δ᾿ ἦν ἑπτακαιδέκατον
 αὐτοκράτορος Ἀντωνίνου Οὐήρου, ἐν ᾧ κατά
τινα μέρη τῆς γῆς σφοδρότερον ἀναρριπισθέντος τοῦ
καθ᾿ ἡμῶν διωγμοῦ ἐξ ἐπιθέσεως τῶν κατὰ πόλεις
δήμων μυριάδας μαρτύρων ἀνὰ τὴν οἰκουμένην διαπρέψαι,
στοχασμῷ λαβεῖν ἔνεστιν ἀπὸ τῶν καθ᾿ ἓν
 ἔθνος συμβεβηκότων, ἃ καὶ γραφῇ τοῖς μετέπειτα
παραδοθῆναι, ἀλήστου μνήμης ὡς ἀληθῶς ἐπάξια
ὄντα, συμβέβηκε.

τῆς μὲν οὖν περὶ τούτων ἐντελεστάτης
ὑφηγήσεως τὸ πᾶν σύγγραμμα τῇ τῶν μαρτύρων
ἡμῖν κατατέτακται συναγωγῇ, οὐχ ἱστορικὴν
 αὐτὸ μόνον, ἀλλὰ καὶ διδασκαλικὴν περιέχον διήγησιν.
ὁπόσα γέ τοι τῆς παρούσης ἔχοιτο πραγματείας,
ταῦτ᾿ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀναλεξάμενος παραθήσομαι.

ἄλλοι μὲν οὖν ἱστορικὰς ποιούμενοι διηγήσεις
πάντως ἂν παρέδωκαν τῇ γραφῇ πολέμων νίκας, καὶ
 τρόπαια κατ᾿ ἐχθρῶν, στρατηγῶν τε ἀριστείας, καὶ
ὁπλιτῶν ἀνδραγαθίας, αἵματι καὶ μυρίοις φόνοις
παίδων καὶ πατρίδος καὶ τῆς ἄλλης ἕνεκεν περιου-

 
σίας μιανθέντων.

ὁ δέ γε περὶ τοῦ καθ’ ἡμὰς πολιτεύματος
διηγηματικὸς ἡμῖν λόγος τοὺς ὑπὲρ αὐτῆς
τῆς κατὰ ψυχὴν εἰρήνης εἰρηνικωτάτους πολέμους,
καὶ τοὺς ἐν τούτοις ὑπὲρ ἀληθείας μᾶλλον ἢ πατρίδος,
καὶ μᾶλλον ὑπὲρ εὐσεβείας ἢ τῶν φιλτάτων ἀνδρισαμένους 
αἰωνίαις ἀναγράψεται στήλαις, τῶν εὐσεβείας
ἀθλητῶν τὰς ἐνστάσεις, καὶ τὰς πολυτλήτους
ἀνδρείας, τρόπαιά τε τὰ κατὰ δαιμόνων , καὶ νίκας
τὰς κατὰ τῶν ἀοράτων ἀντιπάλων, καὶ τοὺς ἐπὶ πᾶσι
τούτοις στεφάνους εἰς αἰώνιον μνήμην ἀνακηρύττων.

[Nic. Η. E. IV, 16-17] Γαλλία μὲν οὐν ἡ χώρα
ἦν, καθ’ ἣν τὸ τῶν δηλουμένων συνεκροτεῖτο στάδιον,
ἧς μητροπόλεις ἐπίσημοι καὶ παρὰ τὰς ἄλλας τῶν αὐτόθι
διαφέρουσαι βεβόηνται Λούγοδουνος καὶ Βίεννα,
δι’ ὧν ἀμφοτέρων τὴν ἅπασαν χώραν πολλῷ τῷ ῥεύματι 
περιρρέων ὁ Ῥοδανὸς ποταμὸς διέξεισι.

τὴν
οὐν περὶ τῶν μαρτύρων γραφὴν αἱ τῇδε διαφανέσταται
ἐκκλησίαι ταῖς κατὰ τὴν Ἀσίαν καὶ Φρυγίαν
διαπέμπονται, τὰ παρ’ αὐταῖς πραχθέντα τοῦτον
ἀνιστοροῦσαι τὸν τρόπον.

παραθήσομαι δὲ τὰς αὐτῶν 
φωνάς “οἱ ἐν Βιέννῃ καὶ Λουγδούνῳ τῆς Γαλ-
“ λίας “λίας παροικοῦντες δοῦλοι Χριστοῦ τοῖς
Ἀσίαν καὶ Φρυγίαν τὴν αὐτὴν τῆς ἀπολυτρώσεως
‘ἡμῖν πίστιν καὶ ἐλπίδα ἔχουσιν ἀδελφοῖς εἰρήνη
‘καὶ χάρις καὶ δόξα ἀπὸ θεοῦ πατρὸς καὶ Χριστοῦ 
Ἰησοῦ τοῦ κυρίου ἡμῶν.”

εἶτα τούτοις ἐξῆς
ἕτερα προοιμιασάμενοι τὴν τοῦ λόγου καταρχὴν ποιοῦνται
ἐν τούτοις “τὸ μὲν οὖν μέγεθος τῆς ἐνθάδε
θλίψεως καὶ τὴν τοσαύτην τῶν ἐθνῶν εἰς τοὺς ἁγίους
ὀργὴν, καὶ ὅσα ὑπέμειναν οἱ μακάριοι μάρτυρες, 
ἐπ’ ἀκριβὲς οὔθ’ ἡμεῖς εἰπεῖν ἱκανοὶ οὔτε μὴν
γραφῇ περιληφθῆναι δυνατόν.

παντὶ γὰρ σθένει

 
“ἐνέσκηψεν ὁ ἀντικείμενος, προοιμιαζόμενος ἤδη τὴν
“ἀδεῶς μέλλουσαν ἔσεσθαι παρουσίαν αὐτοῦ, καὶ διὰ
“πάντων διῆλθεν, ἐθίζων τοὺς ἑαυτοῦ καὶ προγυ-
“μνάζων κατὰ τῶν δούλων τοῦ θεοῦ, ὥστε μὴ μόνον
 “οἰκιῶν καὶ βαλανείων καὶ ἀγορᾶς εἴργεσθαι, ἀλλὰ
“καὶ τὸ καθόλου φαίνεσθαι ἡμῶν τινὰ αὐτοῖς ἀπειρῆσθαι
“ἐν ὁποίῳ δήποτε τόπῳ.

ἀντεστρατήγει
“δὲ ἡ χάρις τοῦ θεοῦ, καὶ τοὺς μὲν ἀσθενεῖς ἐρρύετο,
“ἀντιπαρέτασσε δὲ στύλους ἑδραίους, δυναμένους
 “διὰ τῆς ὑπομονῆς πᾶσαν τὴν ὁρμὴν τοῦ πονηροῦ
“εἰς ἑαυτοὺς ἑλκύσαι, οἳ καὶ ὁμόσε ἐχώρουν
“αὐτῷ, πᾶν εἶδος ὀνειδισμοῦ καὶ κολάσεως ἀνεχόμενοι,
“οἳ καὶ τὰ πολλὰ ὀλίγα ἡγούμενοι ἔσπευδον πρὸς
“Χριστὸν, ὄντως ἐπιδεικνύμενοι ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα
 “τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν
“ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς.

καὶ πρῶτον μὲν τὰ
“ἀπὸ τοῦ ὄχλου πανδημεὶ σωρηδὸν ἐπιφερόμενα γενναίως
“ὑπέμενον, ἐπιβοήσεις καὶ πληγὰς καὶ συρμοὺς
“καὶ διαρπαγὰς καὶ λίθων βολὰς καὶ συγκλείσεις
 “καὶ πάνθ’ ὅσα ἠγριωμένῳ πλήθει ὡς πρὸς
“ἐχθροὺς καὶ πολεμίους φιλεῖ γίνεσθαι.

καὶ δὴ
“ἀναχθέντες εἰς τὴν ἀγορὰν ὑπό τε τοῦ χιλιάρχου
“καὶ τῶν προεστηκότων τῆς πόλεως ἐξουσιῶν, ἐπὶ
“παντὸς τοῦ πλήθους ἀνακριθέντες καὶ ὁμολογήσαντες,
 “συνεκλείσθησαν εἰς τὴν εἱρκτὴν ἕως τοὐ ήγεμόνος
“τῆς παρουσίας

μετέπειτα δὲ ἐπὶ τὸν ἡγεμόνα
“ἀχθέντων αὐτῶν, κἀκείνου πάσῃ τῇ πρὸς ἡμᾶς
“ὠμότητι χρωμένου, Οὐέττοις Ἐπάγαθος, εἷς ἐκ τῶν
“ἀδελφῶν, πλήρωμα ἀγάπης τῆς πρὸς τὸν θεὸν καὶ
 “πρὸς τὸν πλησίον κεχωρηκὼς — οὑ καὶ ἐπὶ τοσοῦτον
 

 
ἠκρίβωτο ἡ πολιτεία, ὡς καίπερ ὄντα νέον συνεξισοῦσθαι
τῇ τοῦ πρεσβυτέρου Ζαχαρίου μαρτυρίᾳ·
“πεπόρευτο γοῦν ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώ-
῾μασι τοῦ κυρίου ἄμεμπτος, πάσῃ τῇ πρὸς τὸν πλη-
“σίον λειτουργίᾳ ἄοκνος, ζῆλον θεοῦ πολὺν ἔχων, 
“καὶ ζέων τῷ πνεύματι — τοιοῦτος δή τις ὢν τὴν
‘οὕτως καθ’ ἡμῶν ἀλόγως γινομένην κρίσιν οὐκ ἐβά-
“στασεν, ἀλλ’ ὑπερηγανάκτησε, καὶ ἠξίου καὶ αὐτὸς
ἀκουσθῆναι ἀπολογούμενος ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν, ὅτι
μηδὲν ἄθεον μηδὲ ἀσεβές ἐστιν ἐν ἡμῖν.

τῶν 
δὲ περὶ τὸ βῆμα καταβοησάντων αὐτοῦ, (καὶ γὰρ
ἠν ἐπίσημος), καὶ τοῦ ἡγεμόνος μὴ ἀνασχομένου τῆς
οὕτως ὑπ’ αὐτοῦ δικαίας προταθείσης ἀξιώσεως,
ἀλλὰ μόνον τοῦτο πυθομένου, εἰ καὶ αὐτὸς εἴη Χριστιανὸς,
τοῦ δὲ λαμπροτάτῃ φωνῇ ὁμολογήσαντος, 
ἀνελήφθη καὶ αὐτὸς εἰς τὸν κλῆρον τῶν μαρτύρων,
παράκλητος Χριστιανῶν χρηματίσας, ἔχων δὲ τὸν
παράκλητον ἐν ἑαυτῷ, τὸ πνεῦμα πλέον τοῦ Ζαχαρίου,
ὃ διὰ τοῦ πληρώματος τῆς ἀγάπης ἐνεδείξατο,
εὐδοκήσας ὑπὲρ τῆς τῶν ἀδελφῶν ἀπολογίας καὶ τὴν 
ἑαυτοῦ θεῖναι ψυχήν. ἦν γὰρ καὶ ἔστι γνήσιος Χριστοῦ
μαθητὴς, ἀκολουθῶν τῷ ἀρνίῳ ὅπου ἂν ὑπάγῃ.

ἐντεῦθεν δὴ διεκρίνοντο οἱ λοιποὶ, καὶ φανεροὶ
καὶ ἕτοιμοι ἐγίνοντο πρωτομάρτυρες, οἳ καὶ μετὰ
πάσης προθυμίας ἀνεπλήρουν τὴν ὁμολογίαν τῆς 
μαρτυρίας, ἐφαίνοντο δὲ καὶ οἱ ἀνέτοιμοι καὶ ἀγύμναστοι
καὶ ἔτι ἀσθενεῖς, ἀγῶνος μεγάλου τόνον
ἐνεγκεῖν μὴ δυνάμενοι, ὧν καὶ ἐξέτρωσαν ὡς δέκα
τὸν ἀριθμὸν, οἳ καὶ μεγάλην λύπην καὶ πένθος ἀμέτρητον
ἐνεποίησαν ἡμῖν, καὶ τὴν προθυμίαν τῶν 
 

 
“λοιπῶν τῶν μὴ συνειλημμένων ἐνέκοψαν, οἳ καί
“πάντα τὰ δεινὰ πάσχοντες ὅμως συμπαρῆσαν τοῖς
“μάρτυσι καὶ οὐκ ἀπελείποντο αὐτῶν.

τότε δὴ
“ οἱ πάντες μεγάλως ἐπτοήθημεν, διὰ τὸ ἄδηλον τῆς
 “ὁμολογίας, οὐ τὰς ἐπιφερομένας κολάσεις φοβούμε-
‘νοι, ἀλλὰ τὸ τέλος ἀφορῶντες, καὶ τὸ ἀποπεσεῖν τινὰ
‘δεδιότες.

συνελαμβάνοντο μέντοι καθ’ ἑκάστην
“ἡμέραν οἱ ἄξιοι, τὸν ἐκείνων ἀναπληροῦντες ἀρι-
“θμὸν, ὥστε συλλεγῆναι ἐκ τῶν δύο ἐκκλησιῶν πάν-
 “τας τοὺς σπουδαίους, καὶ δι’ ὧν μάλιστα συνειστή-
“κει τὰ ἐνθάδε.

συνελαμβάνοντο δὲ καὶ ἐθνικοί
“τινες οἰκέται τῶν ἡμετέρων, ἐπεὶ δημοσίᾳ ἐκέλευσεν
“ὁ ἡγεμὼν ἀναζητεῖσθαι πάντας ἡμᾶς· οἳ καὶ κατ’ ἐνέ-
“δραν τοῦ σατανᾶ, φοβηθέντες τὰς βασάνους ἃς τοὺς
 “ἁγίους ἔβλεπον πάσχοντας, τῶν στρατιωτῶν ἐπί τοῦτο
“παρορμώντων αὐτοὺς κατεψεύσαντο ἡμῶν Θυέστεια
“δεῖπνα καὶ Οἰδιποδείους μίξεις καὶ ὅσα μήτε λαλεῖν
“μήτε νοεῖν θέμις ἡμῖν, ἀλλἀ μηδὲ πιστεύειν, εἴ τι τοι-
“οῦτο πώποτε παρὰ ἀνθρώποις ἐγένετο.

τούτων δὲ
 “φημισθέντων πάντες ἀπεθηριώθησαν εἰς ἡμᾶς, ὥστε
“καὶ εἴ τινες τὸ πρότερον δι’ οἰκειότητα ἐμετρίαζον,
“τότε μεγάλως ἐχαλέπαινον καὶ διεπρίοντο καθ’ ἡμῶν.
“ἐπληροῦτο δὲ τὸ ὑπὸ τοῦ κυρίου ἡμῶν εἰρημένον,
ὅτι ἐλεύσεται καιρὸς ἐν ᾧ πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς
 “δόξει λατρείαν προσφέρειν τῷ θεῷ.

ἐνταῦθα
“λοιπὸν ὑπεράνω πάσης ἐξηγήσεως ὑπέμενον
“σεῖς οἱ ἅγιοι μάρτυρες, φιλοτιμουμένου τοῦ σατανᾶ
“καὶ δι’ ἐκείνων ῥηθῆναί τι τῶν βλασφήμων.

“ὑπερβεβλημένως δὲ ἐνέσκηψεν ἡ ὀργὴ πᾶσα καὶ
 “ὄχλου καὶ ἡγεμόνος καὶ στρατιωτῶν εἰς Σάγκτον
 

 
“τὸν διάκονον ἀπὸ Βιέννης, καὶ εἰς Μάτουρον, νεο-
“φώτιστον μὲν, ἀλλὰ γενναῖον ἀγωνιστὴν, καὶ εἰς
“Ἄτταλον Περγαμηνὸν τῷ γένει, στῦλον καὶ
“τῶν ἐνταῦθα ἀεὶ γεγονότα, καὶ εἰς Βλανδῖναν, δι
ἧς ἐπέδειξεν ὁ Χριστὸς ὅτι τὰ παρὰ ἀνθρώποις 
εὐτελῆ καὶ ἀειδῆ καὶ εὐκαταφρόνητα φαινόμενα μεγάλης
καταξιοῦται παρὰ θεῷ δόξης, διὰ τὴν πρὸς
“αὐτὸν ἀγάπην, τὴν ἐν δυνάμει δεικνυμένην, καὶ μὴ
“ἐν εἴδει καυχωμένην.

ἡμῶν γὰρ πάντων δεδιό-
‘των, καὶ τῆς σαρκίνης δεσποίνης αὐτῆς, ἥτις ἦν καὶ 
αὐτὴ τῶν μαρτύρων μία ἀγωνίστρια, ἀγωνιώσης
“μὴ οὐδὲ τὴν ὁμολογίαν δυνήσεται παρρησιάσασθαι
διὰ τὸ ἀσθενὲς τοῦ σώματος, ἡ Βλανδῖνα τοσαύτης
“ἐπληρώθη δυνάμεως ὥστε ἐκλυθῆναι καὶ παρεθῆ-
“ναι τοὺς κατὰ διαδοχὰς παντὶ τρόπῳ βασανίζοντας 
“αὐτὴν ἀπὸ ἑωθινῆς ἕως ἑσπέρας, καὶ αὐτοὺς ὁμολογοῦντας
ὅτι νενίκηνται, μηδὲν ἔχοντες μηκέτι ὃ
῾ποιήσουσιν αὐτῇ, καὶ θαυμάζειν ἐπὶ τῷ παραμένειν
‘ἔμπνουν αὐτὴν, παντὸς τοῦ σώματος διερρωγότος
καὶ ἠνεῳγμένου, καὶ μαρτυρεῖν ὅτι ἓν εἶδος στρεβλώσεως 
ἱκανὸν ἠν πρὸς τὸ ἐξαγαγεῖν τὴν ψυχὴν,
οὐχ ὅτι γε τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα.

ἀλλ’ ἡ μακαρία
ὡς γενναῖος ἀθλητὴς ἀνενέαζεν ἐν τῇ ὁμολογίᾳ,
καὶ ἦν αὐτῆς ἀνάληψις καὶ ἀνάπαυσις καὶ ἀναλγησία
τῶν συμβαινόντων τὸ λέγειν ὅτι Χριστιανή 
εἰμι καὶ παρ’ ἡμῖν οὐδὲν φαῦλον γίνεται.

ὁ δὲ
Σάγκτος καὶ αὐτὸς ὑπερβεβλημένως καὶ ὑπὲρ πάντα
ἄνθρωπον πάσας τὰς ἐξ ἀνθρώπων αἰκίας γενναίως
ὑπομένων, τῶν ἀνόμων ἐλπιζόντων διὰ τὴν ἐπιμονὴν
καὶ τὸ μέγεθος τῶν βασάνων ἀκούσεσθαί τι 
παρ’ αὐτοῦ τῶν μὴ δεόντων, τοσαύτῃ ὑποστάσει
ἀντιπαρετάξατο αὐτοῖς ὥστε μηδὲ τὸ ἴδιον κατειπεῖν

 
“ὄνομα, μήτε ἔθνους, μήτε πόλεως ὅθεν ἦν, μήτε εἰ
“δοῦλος ἢ ἐλεύθερος εἴη, ἀλλὰ πρὸς πάντα τὰ ἐπε-
“ρωτώμενα ἀπεκρίνατο τῇ ῾Ρωμαϊκῇ φωνῇ ῾Χριστια-
“νός εἰμι.᾿ τοῦτο καὶ ἀντὶ ὀνόματος καὶ ἀντὶ πό-
 “λεως καὶ ἀντὶ γένους καὶ ἀντὶ παντὸς ἐπαλλήλως
“ὡμολόγει, ἄλλην δὲ φωνὴν οὐκ ἤκουσαν αὐτοῦ τὰ
“ἔθνη.

ὅθεν δὴ καὶ φιλονεικία μεγάλη τοῦ
“τε ἡγεμόνος καὶ τῶν βασανιστῶν ἐγένετο πρὸς αὐ-
“τὸν, ὥστε ὁπότε μηκέτι μηδὲν εἶχον ὃ ποιήσουσιν
 “αὐτῷ, τὸ τελευταῖον χαλκᾶς λεπίδας διαπύρους
“προσεκόλλων τοῖς τρυφερωτάτοις μέλεσι τοῦ σώμα-
“τος αὐτοῦ.

καὶ ταῦτα μὲν ἐκαίετο, αὐτὸς δὲ πα-
“ρέμενεν ἀνεπίκαμπτος καὶ ἀνένδοτος, στερρὸς πρὸς
“τὴν ὁμολογίαν, ὑπὸ τῆς οὐρανίου πηγῆς τοῦ ὕδα-
 “τος τῆς ζωῆς τοῦ ἐξιόντος ἐκ τῆς νηδύος τοῦ Χρι-
“στοῦ δροσιζόμενος καὶ ἐνδυναμούμενος.

τὸ δὲ
“σωμάτιον μάρτυς ἦν τῶν συμβεβηκότων, ὅλον τραῦμα
“καὶ μώλωψ καὶ συνεσπασμένον καὶ ἀποβεβληκὸς τὴν
“ἀνθρώπειον ἔξωθεν μορφὴν, ἐν ᾧ πάσχων Χριστὸς
 “μεγάλας ἐπετέλει δόξας, καταργῶν τὸν ἀντικείμε-
“νον, καὶ εἰς τὴν τῶν λοιπῶν ὑποτύπωσιν ὑποδει-
“κνύων ὅτι μηδὲν φοβερὸν ὅπου πατρὸς ἀγάπη, μηδὲ
“ἀλγεινὸν ὅπου Χριστοῦ δόξα.

τῶν γὰρ ἀνόμων
“μεθ᾿ ἡμέρας πάλιν στρεβλούντων τὸν μάρτυρα, καὶ
 “νομιζόντων ὅτι οἰδούντων καὶ φλεγμαινόντων τῶν
“σωμάτων εἰ τὰ αὐτὰ προσενέγκοιεν κολαστήρια, πε-
“ριέσοιντο αὐτοῦ, ὁπότε οὐδὲ τὴν ἀπὸ τῶν χειρῶν
“ἁφὴν ἠνείχετο, ἢ ὅτι ἐναποθανὼν ταῖς βασάνοις
“φόβον ἐμποιήσειε τοῖς λοιποῖς, οὐ μόνον οὐδὲν περὶ
 “αὐτὸν τοιοῦτο συνέβη, ἀλλὰ καὶ παρὰ πᾶσαν δόξαν
“ἀνθρώπων ἀνέκυψε καὶ ἀνωρθώθη τὸ σωμάτιον ἐν
“ταῖς μετέπειτα βασάνοις, καὶ τὴν ἰδέαν ἀπέλαβε

 
“τὴν προτέραν καὶ τὴν χρῆσιν τῶν μελῶν, ὥστε μὴ
“κόλασιν, ἀλλ᾿ ἴασιν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ
“τὴν δευτέραν στρέβλωσιν αὐτῷ γενέσθαι.

καὶ
“Βιβλιάδα δέ τινα, μίαν τῶν ἠρνημένων, ἤδη δοκῶν
“ὁ διάβολος καταπεπωκέναι, θελήσας δὲ καὶ διὰ 
“βλασφημίας κατακρῖναι, ἦγεν ἐπὶ κόλασιν, ἀναγκά-
“ζων εἰπεῖν τὰ ἄθεα περὶ ἡμῶν, ὡς εὔθραυστον ἤδη
“καὶ ἄνανδρον.

ἡ δὲ ἐν τῇ στρεβλώσει ἀνένηψε,
“καὶ ὡσὰν εἰπεῖν ἐκ βαθέος ὕπνου ἀνεγρηγόρησεν,
“ὑπομνησθεῖσα διὰ τῆς προσκαίρου τιμωρίας τὴν αἰ- 
“ώνιον ἐν γεέννῃ κόλασιν, καὶ ἐξ ἐναντίας ἀντεῖπε
“τοῖς βλασφήμοις φήσασα ῾πῶς ἂν παιδία φάγοιεν οἱ
“τοιοῦτοι, οἶς μηδὲ ἀλόγων ζῴων αἷμα φαγεῖν ἐξόν;᾿
“καὶ ἀπὸ τοῦδε Χριστιανὴν ἑαυτὴν ὡμολόγει, καὶ ἐν
“τῷ κλήρῳ τῶν μαρτύρων προσετέθη.

καταργη- 
“θέντων δὲ τῶν τυραννικῶν κολαστηρίων ὑπὸ τοῦ
“Χριστοῦ διὰ τῆς τῶν μακαρίων ὑπομονῆς, ἑτέρας μη-
“χανὰς ὁ διάβολος ἐπενόει, τὰς κατὰ τὴν εἱρκτὴν ἐν τῷ
“σκότει καὶ τῷ χαλεπωτάτῳ χωρίῳ συγκλείσεις, καὶ
“τὰς ἐν τῷ ξύλῳ διατάσεις τῶν ποδῶν, ἐπὶ πέμπτον 
“διατεινομένων τρύπημα, καὶ τὰς λοιπὰς αἰκίας, ὅσας
“εἰώθασιν ὀργιζόμενοι ὑπουργοὶ, καὶ ταῦτα διαβόλου
“πλήρεις, διατιθέναι τοὺς ἐγκλειομένους, ὥστε ἀπο-
“πνιγῆναι τοὺς πλείστους ἐν τῇ εἱρκτῇ, ὅσους γε ὁ
“κύριος οὕτως ἐξελθεῖν ἠθέλησεν, ἐπιδεικνύων τὴν 
“αὐτοῦ δόξαν.

οἱ μὲν γὰρ βασανισθέντες πικρῶς,
“ὥστε δοκεῖν μηδὲ τῆς θεραπείας πάσης τυχόντας
“ἔτι ζήσαι δύνασθαι, παρέμενον ἐν τῇ εἱρκτῇ ἔρημοι
“μὲν τῆς παρὰ ἀνθρώπων ἐπιμελείας, ἀναρρωννύ-
“μενοι δὲ ὑπὸ κυρίου καὶ ἐνδυναμούμενοι καὶ σώ- 
“ματι καὶ ψυχῇ, καὶ τοὺς λοιποὺς παρορμῶντες καὶ
“παραμυθούμενοι. οἱ δὲ νεαροὶ καὶ ἄρτι συνειλημ-

 
“μένοι, ὧν μὴ προκατῄκιστο τὰ σώματα, τὸ βάρος
“ οὐκ ἔφερον τῆς συγκλείσεως, ἀλλ’ ἔνδον ἐναπέθνησκον.

ὁ δὲ μακάριος Ποθεινὸς, ὁ τὴν διακο-
‘νίαν τῆς ἐπισκοπῆς ἐν Λουγδούνῳ πεπιστευμένος,
 “ὑπὲρ ὑπὲρ τὰ ἐνενήκοντα ἔτη τῆς ἡλικίας γεγονὼς, καὶ
“πάνυ ἀσθενὴς τῷ σώματι, μόλις μὲν ἐμπνέων διὰ
τὴν προκειμένην σωματικὴν ἀσθένειαν, ὑπὸ δὲ προθυμίας
πνεύματος ἀναρρωννύμενος διὰ τὴν ἐγκειμένην
τῆς μαρτυρίας ἐπιθυμίαν, καὶ αὐτὸς ἐπὶ τὸ
 “βῆμα ἐσύρετο, τοῦ μὲν σώματος καὶ ὑπὸ τοῦ γήρως
καὶ ὑπὸ τῆς νόσου λελυμένου, τηρουμένης δὲ τῆς
“ψυχῆς ἐν αὐτῷ, ἵνα δι’ αὐτῆς Χριστὸς θριαμβεύσῃ.

ὃς ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ἐπὶ τὸ βῆμα κομισθεὶς,
παραπεμπόντων αὐτὸν τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν καὶ
 “παντὸς τοῦ πλήθους, ἐπιβοήσεις παντοίας ποιουμένων,
ὡς αὐτοῦ ὄντος τοῦ κυρίου, ἀπεδίδου τὴν καλὴν
μαρτυρίαν.

ἀνεταζόμενος δὲ ὑπὸ τοῦ ἡγεμόνος
τίς εἴη Χριστιανῶν ὁ θεὸς, ἔφη ῾ ἐὰν ᾖς
ἄξιος, γνώσῃ.’ ἐντεῦθεν δὴ ἀφειδῶς ἐσύρετο, καὶ
 “ποικίλας ἔπασχε πληγὰς, τῶν μὲν σύνεγγυς χερσὶ
καὶ ποσὶν ἐνυβριζόντων παντοίως, μηδὲ τὴν ἡλικίαν
αἰδουμένων αὐτοῦ, τῶν δὲ μακρὰν, ὃ μετὰ
χεῖρας ἕκαστος εἶχεν, εἰς αὐτὸν ἀκοντιζόντων, πάντων
δὲ ἡγουμένων μεγάλως πλημμελεῖν καὶ ἀσεβεῖν,
 εἴ τις ἀπολειφθείη τῆς εἰς αὐτὸν ἀσελγείας· καὶ
γὰρ τοὺς θεοὺς ἑαυτῶν ᾤοντο οὕτως ἐκδικήσειν.
καὶ μόγις ἐμπνέων ἐρρίφη εἰς τὴν εἱρκτὴν, καὶ μετὰ
δύο ἡμέρας ἀπέψυξεν.

ἐνταῦθα δὴ μεγάλη τις
οἰκονομία τοῦ θεοῦ ἐγίνετο, καὶ ἔλεος ἀμέτρητον
 “ἀνεφαίνετο Ἰησοῦ, σπανίως μὲν ἐν τῇ ἀδελφότητι
γεγονὸς, μὴ ἀπολειπόμενον δὲ τῆς τέχνης τοῦ Χριστοῦ.

οἱ γὰρ κατὰ τὴν πρώτην σύλληψιν ἔξαρνοι

 
“γενόμενοι συνεκλείοντο καὶ αὐτοὶ καὶ μετεῖχον τῶν
“δεινῶν· οὐδὲ γὰρ ἐν τῷ καιρῷ τούτ’ ᾦ ὄφελός τι αὐ-
“τοῖς ἡ ἐξάρνησις ἐγίνετο· ἀλλ’ οἶ μὲν ὁμολογοῦντες
“ὅ καὶ ἦσαν, συνεκλείοντο ὡς Χριστιανοὶ, μηδεμιᾶς
“ἄλλης αὐτοῖς αἰτίας ἐπιφερομένης, οὗτοι δὲ λοιπὸν 
ὡς ἀνδροφόνοι καὶ μιαροὶ κατείχοντο, διπλότερον
“παρὰ τοὺς λοιποὺς κολαζόμενοι.

ἐκείνους μὲν
“γὰρ ἐπεκούφιζεν ἡ χαρὰ τῆς μαρτυρίας, καὶ ἡ ἐλ-
“πὶς τῶν ἐπηγγελμένων, καὶ ἡ πρὸς τὸν Χριστὸν
“ἀγάπη, καὶ τὸ πνεῦμα τὸ πατρικὸν, τούτους δὲ τὸ 
“συνειδὸς μεγάλως ἐτιμωρεῖτο, ὥστε καὶ παρὰ τοῖς
“λοιποῖς ἅπασι κατὰ τὰς παρόδους διαδήλους τὰς
“ὄψεις αὐτῶν εἶναι.

οἶ μὲν γὰρ ἱλαροὶ προῄεσαν,
“δόξης καὶ χάριτος πολλῆς ταῖς ὄψεσιν αὐτῶν συγκε-
“κραμένης, ὥστε καὶ τὰ δεσμὰ κόσμον εὐπρεπῆ πε- 
“ρικεῖσθαι αὐτοῖς, ὡς νύμφῃ κεκοσμημένῃ ἐν
“σωτοῖς χρυσοῖς πεποικιλμένοις, τὴν εὐωδίαν ὀδω-
“δότες ἅμα τὴν Χριστοῦ, ὥστε ἐνίους δόξαι καὶ μύρῳ
“κοσμικῷ κεχρῖσθαι αὐτούς· οἶ δὲ κατηφεῖς καὶ τα-
“πεινοὶ καὶ δυσειδεῖς καὶ πάσης ἀσχημοσύνης ἀνά- 
“πλεοι, προσέτι δὲ καὶ ὑπὸ τῶν ἐθνῶν ὀνειδιζόμε-
“νοι ὡς ἀγεννεῖς καὶ ἄνανδροι, ἀνδροφόνων μὲν ἐγ-
“κλήματα ἔχοντες, ἀπολωλεκότες δὲ τὴν πάντιμον
“καὶ ἔνδοξον καὶ ζωοποιὸν προσηγορίαν. ταῦτα δὲ
“οἱ λοιποὶ θεωροῦντες ἐστηρίχθησαν, καὶ οἱ συλλαμ- 
“ βανόμενοι ἀδιστάκτως ὡμολόγουν, μηδὲ ἔννοιαν
“ἔχοντες διαβολικοῦ λογισμοῦ.”

τούτοις μεταξύ
τινα ἐπειπόντες αὖθις ἐπιφέρουσι· “μετὰ ταῦτα
“λοιπὸν εἰς πᾶν εἶδος διῃρεῖτο τὰ μαρτύρια τῆς ἐξό-
“δου αὐτῶν. ἐκ διαφόρων γὰρ χρωμάτων καὶ παν- 
“τοίων ἀνθῶν ἔνα πλέξαντες στέφανον προσήνεγκαν
“τῷ πατρί. ἐχρῆν γοῦν τοὺς γενναίους ἀθλητὰς,

 
“ποικίλον ὑπομείναντας ἀγῶνα καὶ μεγάλως νική-
“σαντας, ἀπολαβεῖν τὸν μέγαν τῆς ἀφθαρσίας στέ-
“φανον.

ὁ μὲν οὖν Μάτουρος καὶ ὁ Σάγκτος καὶ
“ἡ Βλανδῖνα καὶ Ἄτταλος ἤγοντο ἐπὶ τὰ θηρία εἰς τὸ
 “δημόσιον καὶ εἰς τὸ κοινὸν τῶν ἐθνῶν τῆς
“πίας θέαμα, ἐπίτηδες τῆς τῶν θηριομαχιῶν ἡμέρας
“διὰ τοὺς ἡμετέρους διδομένης.

καὶ ὁ μὲν
“ρος καὶ ὁ Σάγκτος αὖθις διῄεσαν ἐν τῷ
“διὰ πάσης κολάσεως, ὡς μηδὲν ὅλως
 “τες, μᾶλλον δὲ ὡς διὰ πλειόνων ἤδη κλήρων ἐκβε-
“βιακότες τὸν ἀντίπαλον, καὶ περὶ τοῦ στεφάνου
“τοῦ τὸν ἀγῶνα ἔχοντες, ὑπέφερον πάλιν τὰς
“δους τῶν μαστίγων τὰς ἐκεῖσε εἰθισμένας, καὶ
ἄπο τῶν θηρίων ἑλκηθμοὺς, καὶ πάνθ’ ὅσα μαινό-
 “μενος ὁ δῆμος ἄλλοι ἀλλαχόθεν ἐπεβόων καὶ ἐπεκε-
λεύοντο, καὶ ἐπὶ πᾶσι τὴν σιδηρᾶν καθέδραν, ἐφ’
“ ἧς τηγανιζόμενα τὰ σώματα κνίσης αὐτοὺς ἐνεφόρει.
“

οἶ δ’ οὐδ’ οὕτως ἔληγον, ἀλλ’ ἔτι καὶ μᾶλλον
“ ἐξεμαίνοντο, βουλόμενοι νικῆσαι τὴν ἐκείνων ὑπο-
 “μονήν. καὶ οὐδ’ ὣς παρὰ Σάγκτου ἕτερόν τι ἤκου-
“σαν παρ’ ἣν ἀπ’ ἀρχῆς εἴθιστο λέγειντῆς
“φωνήν.

οὗτοι μὲν οὖν, δι’ ἀγῶνος μεγάλου ἐπι-
“πολὺ παραμενούσης αὐτῶν τῆς ψυχῆς, τοὔσχατον
‘ ἐτύθησαν διὰ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἀντὶ πάσης τῆς
 “ἐν τοῖς μονομαχίοις ποικιλίας αὐτοὶ θέαμα
“νοι τῷ κόσμῳ.

ἡ δὲ Βλανδῖνα ἐπὶ ξύλου
“σθεῖσα προύκειτο βορὰ τῶν εἰσβαλλομένων
“ἣ καὶ διὰ τοῦ βλέπεσθαι σταυροῦ σχήματι
διὰ τῆς εὐτόνου προσευχῆς πολλὴν προθυμίαν
 “τοῖς ἀγωνιζομένοις ἐνεποίει, βλεπόντων αὐτῶν ἑ
“τῷ ἀγῶνί καὶ τοῖς ἔξωθεν ὀφθαλμοῖς διὰ τῆς
τὸν ὑπὲρ αὐτῶν ἐσταυρωμένον, ἔνα πείσῃ τοὺς

 
“πιστεύοντας εἰς αὐτὸν, ὅτι πᾶς ὁ ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ
“δόξης παθὼν τὴν κοινωνίαν ἀεὶ ἔχει μετὰ τοῦ ζῶν-
“τος θεοῦ.

καὶ μηδενὸς ἁψαμένου τότε τῶν θηρίων
“αὐτῆς, καθαιρεθεῖσα ἀπὸ τοῦ ξύλου ἀνελήφθη πάλιν
εἰς τὴν εἱρκτὴν, εἰς ἄλλον ἀγῶνα τηρουμένη, 
“ἔνα διὰ πλειόνων γυμνασμάτων νικήσασα τῷ μὲν
‘σκολιῷ ὄφει ἀπαραίτητον ποιήσῃ τὴν καταδίκην,
“προτρέψηται δὲ τοὺς ἀδελφοὺς ἡ μικρὰ καὶ ἀσθενὴς
“καὶ εὐκαταφρόνητος, μέγαν καὶ
“ἀθλητὴν Χριστὸν ἐνδεδυμένη, διὰ πολλῶν κλήρων 
ἐκβιάσασα τὸν ἀντικείμενον, καὶ δι’ ἀγῶνος τὸν τῆς
“ἀφθαρσίας στεψαμένη στέφανον.

ὁ δὲ Ἄτταλος
‘καὶ αὐτὸς μεγάλως ἐξαιτηθεὶς ὑπὸ τοῦ ὄχλου καὶ γὰρ
ἦν ὀνομαστός) ἕτοιμος εἰσῆλθεν ἀγωνιστὴς διὰ τὸ
“εὐσυνείδητον, ἐπειδὴ γνησίως ἐν τῇ Χριστιανῇ συν- 
“τάξει γεγυμνασμένος ἦν, καὶ ἀεὶ μάρτυς ἐγεγόνει
“παρ’ ἡμῖν ἀληθείας.

καὶ περιαχθεὶς κύκλῳ τοὐ
“ἀμφιθεάτρου, πίνακος αὐτὸν προάγοντος ἐν ᾧ ἐγέ-
“γραπτο ‘οὗτός ἐστιν Ἄτταλος ὁ
“νός᾿, καὶ τοῦ δήμου σφόδρα σφριγῶντος ἐπ’ αὐτῷ, 
‘ μαθὼν ὁ ἡγεμὼν ὅτι Ῥωμαῖός ἐστιν, ἐκέλευσεν
αὐτὸν ἀναληφθῆναι μετὰ καὶ τῶν λοιπῶν τῶν ἐν τῇ
“εἱρκτῇ ὄντων, περὶ ὧν ἐπέστειλε τῷ Καίσαρι, καὶ
περιέμενε τὴν ἀπόφασιν τὴν ἀπ’ ἐκείνου.

ὁ δὲ
διὰ μέσου καιρὸς οὐκ ἀργὸς αὐτοῖς οὐδὲ ἄκαρπος 
ἐγίνετο, ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπομονῆς αὐτῶν τὸ ἀμέτρητον
ἔλεος ἀνεφαίνετο Χριστοῦ. διὰ γὰρ τῶν ζώντων
ἐζωοποιοῦντο τὰ νεκρὰ, καὶ μάρτυρες τοῖς μὴ μάρτυσιν
ἐχαρίζοντο, καὶ ἐνεγίνετο πολλὴ χαρὰ τῇ παρθένῳ
μητρὶ, οὓς ὡς νεκροὺς ἐξέτρωσε, τούτους ζῶντας 
τὰς ἀπολαμβανούσῃ.

δι’ ἐκείνων γὰρ οἱ πλείους
τῶν ἠρνημένων ἀνεμητροῦντο καὶ ἀνεκυίσκοντο καὶ

 
“ἀνεζωπυροῦντο καὶ ἐμάνθανον ὁμολογεῖν, καὶ ζῶν-
“τες ἤδη καὶ τετονωμένοι προσῄεσαν τῷ βήματι, ἐγ-
“γλυκαίνοντος τοῦ τὸν μὲν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ
“μὴ βουλομένου, ἐπὶ δὲ τὴν μετάνοιαν χρηστευομένου
 “θεοῦ, ἵνα καὶ πάλιν ἐπερωτηθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἡγεμό-
“νος.

ἐπιστείλαντος γὰρ τοὐ Καίσαρος τοὺς μὲν
“ἀποτυμπανισθῆναι, εἰ δέ τινες ἀρνοῖντο, τούτους
“ἀπολυθῆναι, τῆς ἐνθάδε πανηγύρεως (ἔστι δὲ αὕτη
“πολυάνθρωπος ἐκ πάντων τῶν ἐθνῶν συνερχομένων
 “εἰς αὐτήν) ἀρχομένης συνεστάναι ἀνῆγεν ἐπὶ τὸ
“βῆμα θεατρίζων τοὺς μακαρίους καὶ ἐμπομπεύων
“τοῖς ὄχλοις. διὸ καὶ πάλιν ἀνήταζε, καὶ ὅσοι μὲν
“ἐδόκουν πολιIείαν ῾Ρωμαίων ἐσχηκέναι, τούτων ἀπέ-
“τεμνε τὰς κεφαλὰς, τοὺς δὲ λοιποὺς ἔπεμπεν εἰς
 “θηρία.

ἐδοξάζετο δὲ μεγάλως ὁ Χριστὸς ἐπὶ τοῖς
“πρότερον ἀρνησαμένοις, τότε παρὰ τὴν τῶν ἐθνῶν
“ὑπόνοιαν ὁμολογοῦσι. καὶ γὰρ ἰδία̣ οὗτοι ἀνητά-
“ζοντο, ὡς δῆθεν ἀπολυθησόμενοι, καὶ ὁμολογοῦντες
“προσετίθεντο τῷ τῶν μαρτύρων κλήρῳ. ἔμειναν δὲ
 ἔξω οἱ μηδὲ ἴχνος πώποτε πίστεως, μηδὲ αἴσθησιν
“ἐνδύματος νυμφικοῦ, μηδὲ ἔννοιαν φόβου θεοῦ
“σχόντες ,ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀναστροφῆς αὐτῶν βλασ-
“φημοῦντες τὴν ὁδὸν, ιουτέστιν οἱ υἱοὶ τῆς ἀπω-
“λείας.

οἱ δὲ λοιποὶ πάντες τῇ ἐκκλησίᾳ προσετέ-
 “θησαν, ὧν καὶ ἀνεταομἐνων Ἀλέξανδρός τις, Φρὺξ
“μὲν τὸ γένος, ἰατρὸς δὲ τὴν ἐπιοτήμην, πολλοῖς
“αἔτεσιν ἐν ταῖς Γαλλίαις διατρίψας, καὶ γνωστὸς
“σχεδὸν πᾶσι διὰ τὴν πρὸς τὸν θεὸν ἀγάπην καὶ
“παρρησίαν τοῦ λόγου (ἦν γὰρ καὶ οὐκ ἄμοιρος ἀπο-
 “στολικοῦ χαρίσματος), παρεστὼς τῷ βήματι, καὶ
“νεύματι προτρέπων αὐτοὺς πρὸς τὴν ὁμολογίαν,
“φανερὸς ἦν τοῖς περιεστηκόσι τὸ βῆμα ὥσπερ ὠδί-

 
νῶν.

ἀγανακτήσαντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῷ τοὺς
·‘πρότερον ἠρνημένους αὖθις ὁμολογεῖν κατεβόησαν
τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὡς ἐκείνου τοῦτο ποιοῦντος. καὶ
ἐπιστήσαντος τοῦ ἡγεμόνος καὶ ἀνετάσαντος αὐτὸν
ὅστις εἴη, τοὐ δὲ φήσαντος ὅτι Χριστιανὸς, ἐν ὀργῇ 
‘γενόμενος κατέκρινεν αὐτὸν πρὸς θηρία, καὶ τῇ
ἐπιούσῃ εἰσῆλθε μετὰ καὶ τοῦ Ἀττάλου. καὶ γὰρ καὶ
τὸν Ἄτταλον τῷ ὄχλῳ χαριζόμενος ὁ ἡγεμὼν ἐξέδωκε
πάλιν πρὸς θηρία.

οἱ· καὶ διὰ πάντων διελθόντες
“ἐν τῷ ἀμφιθεάτρῳ τῶν πρὸς κόλασιν ἐξηυρημένων 
ὀργάνων, καὶ μέγιστον ὑπομείναντες ἀγῶνα, τοὔσχατον
ἐτύθησαν καὶ αὐτοὶ, τοῦ μὲν Ἀλεξάνδρου
μήτε στενάξαντος μήτε γρύξαντός τι ὅλως, ἀλλὰ
κατὰ καρδίαν ὁμιλοῦντος τῷ θεῷ.

ὁ δὲ Ἄτταλος,
ὁπότε ἐπὶ τῆς σιδηρᾶς ἐπετέθη καθέδρας καὶ περιεκαίετο, 
ἡνίκα ἡ ἀπὸ τοῦ σώματος κνῖσα ἀνεφέρετο,
ἔφη πρὸς τὸ πλῆθος τῇ ‘Pωμαἰ·κῇ φωνῇ ῾
“ἐστιν ἀνθρώπους ἐσθίειν, ὃ ποιεῖτε ὑμεῖς· ἡμεῖς δὲ
οὔτε ἀνθρώπους ἐσθίομεν οὔθ’ ἕτερόν τι πονηρὸν
πράττομεν.’ ἐπερωτώμενος δὲ τί ὄνομα ἔχει ὁ θεὸς, 
ἀπεκρίθη ‘ ὁ θεὸς ὄνομα οὐκ ἔχει ὡς ἄνθρωπος.

ἐπὶ πάσι δὲ τούτοις τῇ ἐσχάτῃ λοιπὸν ἡμέρᾳ τῶν
μονομαχίων ἡ Βλανδῖνα πάλιν εἰσεκομίζετο μετὰ καὶ
Ποντικοῦ παιδαρίου ὡς πεντεκαίδεκα ἐτῶν, οἱ καὶ
καθ’ ἡμέραν εἰσήγοντο πρὸς τὸ βλέπειν τὴν τῶν 
λοιπῶν κόλασιν, καὶ ἠναγκάζοντο ὀμνύναι κατὰ τῶν
εἰδώλων αὐτῶν. καὶ διὰ τὸ ἐμμένειν εὐσταθῶς καὶ
ἐξουθενεῖν αὐτοὺς ἠγριώθη πρὸς αὐτοὺς τὸ πλῆθος,
ὡς μήτε τὴν ἡλικίαν τοῦ παιδὸς οἰκτεῖραι μήτε τὸ
γύναιον αἰδεσθῆναι.

πρὸς πάντα δὲ τὰ δεινὰ 
παρέβαλλον αὐτοὺς, καὶ διὰ πάσης ἐν κύκλῳ διῆγον
κολάσεως, ἐπαλλήλως ἀναγκάζοντες ὀμόσαι,

 
“ἀλλὰ μὴ δυνάμενοι τοῦτο πρᾶξαι· ὁ μὲν γὰρ Πον-
“τικὸς ὑπὸ τῆς ἀδελφῆς παρωρμημένος, ὡς καὶ τὰ
“ἔθνη βλέπειν ὅτι ἐκείνη ἦν προτρεπομένη καὶ στη-
“ρίζουσα αὐτὸν, πᾶσαν κόλασιν γενναίως ὑπομείνας
 “ἀπέδωκε τὸ πνεῦμα.

ἡ δὲ μακαρία Βλανδῖνα
“πάντων ἐσχάτη, καθάπερ μήτηρ εὐγενὴς παρορμή-
“σασα τὰ τέκνα καὶ νικηφόρους προπέμψασα πρὸς
“τὸν βασιλέα, ἀναμετρουμένη καὶ αὐτὴ πάντα τὰ
“τῶν παίδων ἀγωνίσματα, ἔσπευδε πρὸς αὐτοὺς χαί-
 “ρουσα καὶ ἀγαλλιωμένη ἐπὶ τῇ ἐξόδῳ, ὡς εἰς νυμ-
“φικὸν δεῖπνον κεκλημένη, ἀλλὰ μὴ πρὸς θηρία
“βεβλημένη.

καὶ μετὰ τὰς μάστιγας, μετὰ τὰ
“θηρία, μετὰ τὸ τήγανον, τοὔσχατον εἰς γυργαθὸν
“βληθεῖσα ταύρῳ παρεβλήθη, καὶ ἱκανῶς ἀναβλη-
 “θεῖσα πρὸς τοῦ ζῴου, μηδὲ αἴσθησιν ἔτι τῶν συμ-
“βαινόντων ἔχουσα διὰ τὴν ἐλπίδα καὶ ἐποχὴν τῶν
“πεπιστευμένων καὶ ὁμιλίαν πρὸς Χριστὸν, ἐτύθη
“καὶ αὐτὴ, καὶ αὐτῶν ὁμολογούντων τῶν ἐθνῶν ὅτι
“μηδεπώποτε παρ᾿ αὐτοῖς γυνὴ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα
 “ἔπαθεν.

ἀλλ᾿ οὐδ᾿ οὕτως κόρον ἐλάμβανεν αὐτῶν
“ἡ μανία καὶ ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους ὠμότης. ὑπὸ γὰρ
“ἀγρίου θηρὸς ἄγρια καὶ βάρβαρα φῦλα ταραχθέντα
“δυσπαύστως εἶχε, καὶ ἄλλην ἰδίαν ἀρχὴν ἐπὶ τοῖς
“σώμασιν ἐλάμβανεν ἡ ὕβρις αὐτῶν.

τὸ γὰρ
 “νενικῆσθαι αὐτοὺς οὐκ ἐδυσώπει, διὰ τὸ μὴ ἔχειν
“ἀνθρώπινον ἐπιλογισμὸν, μᾶλλον δὲ καὶ ἐξέκαιεν
“αὐτῶν τὴν ὀργὴν καθάπερ θηρίου, καὶ τοῦ ἡγεμό-
“νος καὶ τοῦ δήμου τὸ ὅμοιον εἰς ἡμᾶς ἄδικον ἐπι-
“δεικνυμένων μῖσος, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ ῾ὁ ἄνο-
 “μος ἀνομησάτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιωθήτω ἔτι.᾿
 

 
“

καὶ γὰρ τοὺς ἐναποπνιγέντας ἐν τῇ εἱρκτῇ παρέβαλλον
“κυσὶν, ἐπιμελῶς παραφυλάσσοντες νύκτωρ
“καὶ μεθ’ ἡμέραν, μὴ κηδευθῇ τις ὑφ’ ἡμῶν, καὶ
“τότε δὴ προθέντες τά τε τῶν θηρίων τά τε τοῦ
“πυρὸς λείψανα, τῇ μὲν ἐσπαραγμένα , πῆ δὲ ἠν— 
“θρακευμἐνα, καὶ τῶν λοιπῶν τὰς κεφαλὰς σὺν τοῖς
“ἀποτμήμασιν αὐτῶν ὡσαύτως ἀτάφους παρεφύλαττον
“μετὰ στρατιωτικῆς ἐπιμελείας ἡμέραις συχναῖς.
“

καὶ οἱ μὲν ἐνεβριμῶντο καὶ ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας
“ἐπ’ αὐτοῖς, ζητοῦντές τινα περισσοτέραν ἐκδίκησιν 
“παρ’ αὐτῶν λαβεῖν, οἱ δὲ ἐνεγέλων καὶ ἐπετώθαζον,
“μεγαλύνοντες ἅμα τὰ εἴδωλα αὐτῶν, καὶ ἐκείνοις
“προσάπτοντες τὴν τούτων τιμωρίαν, οἱ δὲ ἐπιεικέστεροι
“καὶ κατὰ ποσὸν συμπαθεῖν δοκοῦντες ὡνείδιζον
“πολὺ λέγοντες ποῦ ὁ θεὸς αὐτῶν, καὶ τί αὐτοὺς 
“τοὺς ὤνησεν ἡ θρησκεία, ἣν καὶ πρὸ τῆς ἑαυτῶν
“εἵλοντο ψυχῆς;

καὶ τὰ μὲν ἀπ’ ἐκείνων τοιαύτην
“εἶχε τὴν ποικιλίαν, τὰ δὲ καθ’ ἡμᾶς ἐν μεγάλῳ
“καθειστήκει πένθει, διὰ τὸ μὴ δύνασθαι τὰ σώματα
“κρύψαι τῇ γῇ. οὔτε γὰρ νὺξ συνεβάλλετο ἡμῖν πρὸς 
“τοῦτο οὔτε ἀργύρια ἔπειθεν οὔτε λιτανεία ἐδυσώπει,
“παντὶ δὲ τρόπῳ παρετήρουν, ὡς μέγα τι κερδανουντες,
“εἰ μὴ τύχοιεν ταφῆς.”

τούτοις ἑξῆς
“μεθ’ ἕτερά φασι “τὰ οὖν σώματα τῶν μαρτύρων
“παραδειγματισθέντα καὶ αἰθαλωθέντα ἐπὶ 
“ἡμέρας ἓξ, μετέπειτα καέντα καὶ αἰθαλωθέντα ὑπὸ
“τῶν ἀνόμων κατεσαρώθη εἰς τὸν Ῥοδανὸν ποταμὸν
“πλησίον παραρρέοντα, ὅπως μηδὲ λείψανον αὐτῶν
“φαίνηται ἐπὶ τῆς γῆς ἔτι.

καὶ ταῦτ’ ἔπραττον
“ὡς δυνάμενοι νικῆσαι τὸν θεὸν καὶ ἀφελέσθαι αὐτῶν 
“τῶν τὴν παλιγγενεσίαν, ἔνα, ὡς ἔλεγον ἐκεῖνοι,
“μηδὲ ἐλπίδα σχῶσιν ἀναστάσεως, ἐφ’ ᾗ πεποιθότες

 
“ξένην τινὰ καὶ καινὴν ἡμῖν εἰσάγουσι θρησκείαν,
“καὶ καταφρονοῦσι τῶν δεινῶν, ἕτοιμοι καὶ
“χαρᾶς ἥκοντες ἐπὶ τὸν θάνατον· νῦν ἴδωμεν εἰ ἀναστήσονται,
“καὶ εἰ δύναται βοηθῆσαι αὐτοῖς ὁ θεὸς
 αὐτῶν, καὶ ἐξελέσθαι ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν.”

[Nic. H. E. IV, 18] Τοιαῦτα καὶ τὰ κατὰ τὸν
δεδηλωμένον αὐτοκράτορα ταῖς Χριστοῦ συμβέβηκεν
ἐκκλησίαις, ἀφ’ ὧν καὶ τὰ ἐν ταῖς λοιπαῖς ἐπαρχίαις
ἐνηργημένα εἰκότι λογισμῷ στοχάζεσθαι πάρεστιν.
 ἄξιον τούτοις ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπισυνάψαι γραφῆς λέξεις
ἑτέρας, δι’ ὧν καὶ τὸ ἐπιεικὲς καὶ φιλάνθρωπον τῶν
δεδηλωμένων μαρτύρων ἀναγέγραπται τούτοις αὐτοῖς
τοῖςρήμασιν

“οἳ καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ζηλωταὶ καὶ μιμηταὶ
Χριστοῦ ἐγένοντο, ὃς ἐν μορφῇ θεοῦ ὑπάρχων οὐχ
 ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα θεῷ, ὥστε ἐν τοιαύτῃ
δόξῃ ὑπάρχοντες, καὶ οὐχ ἅπαξ οὐδὲ δὶς, ἀλλὰ
πολλάκις μαρτυρήσαντες, καὶ ἐκ θηρίων αὖθις ἀναληφθέντες,
καὶ τὰ καυτήρια καὶ τοὺς μώλωπας καὶ
τὰ τραύματα ἔχοντες περικείμενα, οὔτ’ αὐτοὶ μάρ-
 “τυρας ἑαυτοὺς ἀνεκήρυττον οὔτε μὴν ἡμῖν
τούτῳ τῷ ὀνόματι προσαγορεύειν αὐτοὺς, ἀλλ’
εἴ ποτέ τις ἡμῶν δι’ ἐπιστολῆς ἢ διὰ λόγου μάρτυρας
αὐτοὺς προσεῖπεν, ἐπέπλησσον πικρῶς.

ἡδέως
γὰρ παρεχώρουν τὴν τῆς μαρτυρίας προσηγορίαν
 τῷ Χριστῷ, τῷ πιστῷ καὶ ἀληθινῷ μάρτυρι καὶ
πρωτοτόκῳ τῶν νεκρῶν καὶ ἀρχηγῷ τῆς ζωῆς τοὐ
θεοῦ, καὶ ἐπεμιμνήσγοντο τῶν ἐξεληλυθότων ἤδη
μαρτύρων καὶ ἔλεγον ἐκεῖνοι ἤδη μάρτυρες, οὓς ἐν
τῇ ὁμολογίᾳ Χριστὸς ἠξίωσεν ἀναληφθῆναι, ἐπι-
 σφραγισάμενος αὐτῶν διὰ τῆς ἐξόδου τὴν μαρτυ-
 

 
“ρίαν, ἡμεῖς δὲ ὁμόλογοι μέτριοι καὶ ταπεινοί. καὶ
“μετὰ δακρύων παρεκάλουν τοὺς ἀδελφοὺς, δεόμενοι
“ἵνα ἐκτενεῖς εὐχαὶ γίνωνται πρὸς τὸ τελειωθῆναι
“αὐτούς.

καὶ τὴν μὲν δύναμιν τῆς μαρτυρίας ἔργῳ
“ἐπεδείκνυντο, πολλὴν παρρησίαν ἄγοντες πρὸς πάντα 
“τὰ ἔθνη, καὶ τὴν εὐγένειαν διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ
“ἀφοβίας καὶ ἀτρομίας φανερὰν ἐποίουν, τὴν δὲ πρὸς
“τοὺς ἀδελφοὺς τῶν μαρτύρων προσηγορίαν παρῃτοῦντο,
“ἐμπεπλησμένοι φόβου θεοὺ.”

καὶ αὖθις
“μετὰ βραχέα φασίν “ἐταπείνουν ἑαυτοὺς ὑπὸ τὴν
“κραταιὰν χεῖρα, ὑφ’ ἧς ἱκανῶς νῦν εἰσιν ὑψωμένοι.
“τότε δὲ πάσι μὲν ἀπελογοῦντο, κατηγόρουν δὲ οὐδενὸς,
“ἔλυον μὲν ἅπαντας, ἐδέσμευον δὲ οὐδένα, καὶ
“ὑπὲρ τῶν τὰ δεινὰ διατιθέντων ηὔχοντο, καθάπερ
“Στέφανος ὁ τέλειος μάρτυς ‘κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς 
“τὴν ἁμαρτίαν ταύτην.· εἰ δ’ ὑπὲρ ἰῶν λιθαζόντων
“ἐδέετο, πόσῳ μᾶλλον ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν;

καὶ
“αὖθίς φασι μεθ’ ἕτερα οὗτος γὰρ καὶ μέγιστος αὐτοῖς
“πρὸς αὐτὸν ὁ πόλεμος έγἐνειο, διὰ τὸ γνήσιον
“τῆς ἀγάπης, ἵνα ἀποπνιχθεὶς ὁ θὴρ, οὓς πρότερον 
“ᾤετο καταπεπωκέναι, ζῶντας ἐξεμέσῃ. οὐ γὰρ ἔλαβον
“καύχημα κατὰ τῶν πεπτωκότων, ἀλλ’ ἐν οἷς
“ἐπλεόναζον αὐτοὶ, τοῦτο τοῖς ἐνδεεστέροις ἐπήρκουν,
“μητρικὰ σπλάγχνα ἔχοντες, καὶ πολλὰ περὶ αὐτῶν
“ἐκχέοντες δάκρυα πρὸς τὸν πατέρα.

ζωὴν ἠτήσαντο, 
“καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς, ἢν καὶ συνεμερίσαντο
“τοῖς πλησίον. κατὰ πάντων νικηφόροι πρὸς θεὸν
“ἀπελθόντες, εἰρήνην ἀγαπήσαντες ἀεὶ, καὶ εἰρήνην
“ἀεὶ παρεγγυήσαντες, μετ’ ειρηνης ἐχώρησαν πρὸς
“θεὸν, μὴ καταλιπόντες πόνον τῇ μητρὶ, μηδὲ στάσιν 
 

 
“καὶ πόλεμον τοῖς ἀδελφοῖς, ἀλλὰ χαρὰν καὶ εἰρήνην
“καὶ ὁμόνοιαν καὶ ἀγάπην.”

ταῦτα καὶ περὶ τῆς
τῶν μακαρίων ἐκείνων πρὸς τοὺς παραπεπτωκότας
τῶν ἀδελφῶν στοργῆς ὠφελίμως προσκείσθω, τῆς
 ἀπανθρώπου καὶ ἀνηλεοῦς ἕνεκα διαθέσεως τῶν
μετὰ ταῦτα ἀφειδῶς τοῖς Χριστοῦ μέλεσι
προσενηνεγμένων.

[Nic. H. E. IV, 18] Ἡ δ᾿ αὐτὴ τῶν προειρημένων
μαρτύρων γραφὴ καὶ ἄλλην τινὰ μνήμης ἀξίαν
 ἱστορίαν περιέχει, ἣν καὶ οὐδεὶς ἂν γένοιτο φθόνος
μὴ οὐχὶ τῶν ἐντευξομένων εἰς γνῶσιν προσθεῖναι.
ἔχει δὲ οὕτως.

Ἀλκιβιάδου γάρ τινος ἐξ αὐτῶν,
πάνυ αὐχμηρὸν βιοῦντος βίον, καὶ μηδενὸς ὅλως τὸ
πρότερον μεταλαμβάνοντος, ἀλλ᾿ ἢ ἄρτῳ μόνῳ καὶ
 ὕδατι χρωμένου, πειρωμένου τε καὶ ἐν τῇ εἱρκτῇ
οὕτω διάγειν, Ἀττάλῳ μετὰ τὸν πρῶτον ἀγῶνα, ὃν
ἐν τῷ ἀμφιθεάτρῳ ἤνυσεν, ἀπεκαλύφθη, ὅτι μὴ καλῶς
ποιοίη Ἀλκιβιάδης, μὴ χρώμενος τοῖς κτίσμασι
τοὐ θεοῦ, καὶ ἄλλοις τύπον σκανδάλου ὑπολειπόμενος.

πεισθεὶς δὲ ὁ Ἀλκιβιάδης πάντων ἀνέδην
μετελάμβανε, καὶ ηὐχαρίστει τῷ θεῷ. οὐ γὰρ ἀνεπίσκεπτοι
χάριτος θεοῦ ἦσαν, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ
ἅγιον ἦν σύμβουλον αὐτοῖς. καὶ ταῦτα μὲν ὁ δὶ ἐχέτω.

τῶν δ᾿ ἀμφὶ τὸν Μοντανὸν καὶ Ἀλκιβιάδην καὶ Θεόδοτον
 περὶ τὴν Φρυγίαν ἄρτι τότε πρῶτον τὴν περὶ
τοῦ προφητεύειν ὑπόληψιν παρὰ πολλοῖς ἐκφερομένων
(πλεπῖσται γὰρ οὖν καὶ ἄλλαι παραδοξοποιίαι τοῦ
θείου χαρίσματος εἰσέτι τότε κατὰ διαφόρους ἐκκλησίας
ἐκτελούμεναι πίστιν παρὰ πολλοῖς τοῦ κἀκείνους
 προφητεύειν παρεῖχον), καὶ δὴ διαφωνίας ὑπαρχούσης
περὶ τῶν δεδηλωμένων, αὖθις οἱ κατὰ τὴν Γαλλίαν
ἀδελφοὶ τὴν ἰδίαν κρίσιν καὶ περὶ τούτων

 
εὐλαβῆ καὶ ὀρθοδοξοτάτην ὑποτάττουσιν, ἐκθέμενοι
καὶ τῶν παρ᾿ αὐτοῖς τελειωθέντων μαρτύρων διαφόρους
ἐπιστολὰς, ἃς ἐν δεσμοῖς ἔτι ὑπάρχοντες τοῖς
ἐπ᾿ Ἀσίας καὶ Φρυγίας ἀδελφοῖς διεχάραξαν, οὐ μὴν
ἀλλὰ καὶ Ἐλευθέρῳ τῷ τότε ῾Ρωμαίων ἐπισκόπῳ, τῆς 
τῶν ἐκκλησιῶν εἰρήνης ἕνεκεν πρεσβεύοντες.

[Nic. H.E. IV, 13-15] Οἱ δ᾿ αὐτοὶ μάρτυρες
καὶ τὸν Εἰρήναιον, πρεσβύτερον ἤδη τότ᾿ ὄντα τῆς
ἐν Λουγδούνῳ παροικίας , τῷ δηλωθέντι κατὰ ῾Ρώμην
ἐπισκόπῳ συνίστων, πλεῖστα τῷ ἀνδρὶ μαρτυροῦντες, 
ὡς αἱ τοῦτον ἔχουσαι τὸν τρόπον δηλοῦσι φωναί

“χαίρειν ἐν θεῷ σε ἐν πᾶσιν εὐχόμεθα καὶ ἀεὶ, πάτερ
“Ἐλεύθερε. ταῦτά σοι τὰ γράμματα προετρεψάμεθα
“τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν καὶ κοινωνὸν Εἰρηναῖον διακομίσαι,
καὶ παρακαλοῦμεν ἔχειν σε αὐτὸν ἐν παραθέ- 
“σεῖ, ζηλωτὴν ὄντα τῆς διαθήκης Χριστοῦ. εἰ γὰρ
“ᾔδειμεν, τόπον τινὶ δικαιοσύνην περιποιεῖσθαι, ὡς
“πρεσβύτερον ἐκκλησίας, ὅπερ ἐστὶν ἐπ᾿ αὐτῷ, ἐν
“πρώτοις ἂν παρεθέμεθα.”

τί δεῖ καταλέγειν τὸν
ἐν τῇ δηλωθείσῃ γραφῇ τῶν μαρτύρων κατάλογον, 
ἰδίᾳ μὲν τῶν ἀποτμήσει κεφαλῆς τετελειωμένων, ἰδίᾳ
δὲ τῶν θηρσὶν εἰς βορὰν παραβεβλημένων, καὶ αὖθις
τῶν ἐπὶ τῆς εἱρκτῆς κεκοιμημένων, τόν τε ἀριθμὸν
τῶν εἰσέτι τότε περιόντων ὁμολογητῶν; ὅτῳ γὰρ φίλον,
καὶ ταῦτα ῥᾴδιον πληρέστατα διαγνῶναι μετὰ 
χεῖρας ἀναλαβόντι τὸ σύγγραμμα, ὃ καὶ αὐτὸ τῇ τῶν
μαρτυρίων ουναγωγῇ πρὸς ἡμῶν, ὡς γοῦν ἔφην,
κατείλεκται. ἀλλὰ τὰ μὲν ἐπ᾿ Ἀντωνίνου τοιαῦτα.

[Nic. H. E. ΙV, 12] Τούτου δὴ ἀδελφὸν Μάρ-
κον Αὐρήλιον Καίσαρα λόγος ἔχει Γερμανοῖς καὶ Σαρ- 
μάταις ἀντιπαραταττόμενον μάχῃ δίψει πιεζομἐνης
αὐτοῦ τῆς στρατιᾶς ἐν ἀμηχανίᾳ γενέοθαι, τοὺς δὲ

 
ἐπὶ τῆς Μελιτηνῆς οὕτω καλουμένης λεγεῶνος στρατιώτας
διὰ πίστεως ἐξ ἐκείνου καὶ εἰς δεῦρο συνεστώσης
ἐν τῇ πρὸς τοὺς πολεμίους παρατάξει γόνυ
θέντας ἐπὶ γῆν κατὰ τὸ οἰκεῖον ἡμῖν τῶν εὐχῶν ἔθος
 ἐπὶ τὰς πρὸς θεὸν ἱκεσίας τραπέσθαι.

παραδόξου
δὲ τοῖς πολεμίοις τοὐ τοιούτου δὴ θεάματος φανέντος
ἄλλο τι λόγος ἔχει παραδοξότερον ἐπικαταλαβεῖν αὐτίκα·
σκηπτὸν μὲν εἰς φυγὴν καὶ ἀπώλειαν συνελαύνοντα
τοὺς πολεμίους, ὄμβρον δὲ ἐπὶ τὴν τῶν τὸ
 θεῖον παρακεκληκότων στρατιὰν, πᾶσαν αὐτὴν ἐκ
τοῦ δίψους μέλλουσαν ὅσον οὔπω διαφθείρεσθαι ἀνακτώμενον.

ἡ δὲ ἱστορία φέρεται μὲν καὶ παρὰ
πόρρω τοῦ καθ’ ἡμᾶς λόγου συγγραφεῦσιν, οἶς μέλον
γέγονε τῆς κατὰ τοὺς δηλουμένους γραφῆς, δεδήλωται
 δὲ καὶ πρὸς τῶν ἡμετέρων. ἀλλὰ τοῖς μὲν
ἔξωθεν ἱστορικοῖς, ἅτε τῆς πίστεως ἀνοικείοις, τἐθειται
μὲν τὸ παράδοξον, οὐ μὴν καὶ ταῖς τῶν ἡμετέρων
εὐχαῖς τοῦτο ὡμολογήθη γεγονέναι· τοῖς δέ γε
ἡμετέροις, ἅτε ἀληθείας φίλοις, ἁπλῷ καὶ ἀκακοήθει
 τρόπῳ τὸ πραχθὲν παραδέδοται.

τούτων δ’ ἂν εἴη
καὶ Ἀπολινάριος, ἐξ ἐκείνου φήσας τὴν δι’ εὐχῆς τὸ
παράδοξον πεποιηκυῖαν λεγεῶνα οἰκείαν τῷ γεγονότι
πρὸς τοῦ βασιλέως εἰληφέναι προσηγορίαν, κεραυνοβόλον
τῇ Ῥωμαίων ἐπικληθεῖσαν φωνῇ.

μάρτυς
 δὲ τούτων γένοιτ’ ἂν ἀξιόχρεως ὁ Τερτυλλιανὸς, τῇ
Ρωμαϊκῇ συγκλήτῳ προσφωνήσας ὑπὲρ τῆς πίστεως
ἀπολογίαν, ἧς καὶ πρόσθεν ἐμνημονεύσαμεν, τήν τε
ἱστορίαν βεβαιῶν σὺν ἀποδείξει μείζονι καὶ ἐναργεστέρᾳ.

γράφει δ’ οὖν καὶ αὐτὸς λέγων Μάρκου τοῦ
 συνετωτάτου βασιλέως ἐπιστολὰς εἰσέτι νῦν φέρεσθαι,
 

 
ἐν αἷς αὐτὸς μαρτυρεῖ ἐν Γερμανίᾳ ὕδατος ἀπορία
μέλλοντα αὐτοῦ τὸν στρατὸν διαφθείρεσθαι ταῖς τῶν
Χριστιανῶν εὐχαῖς σεσῶσθαι. τοῦτον δέ φησι καὶ
θάνατον ἀπειλῆσαι τοῖς κατηγορεῖν ἡμῶν ἐπιχειροῦσιν.

οἶς ὁ δηλωθεὶς ἀνὴρ καὶ ταῦτα προσεπιλέγει· 
ποτaποὶ οὖν οἶ νόμοι οὗτοι, οἶς καθ’ ἡμῶν μόνον
“ἕπονται ἀσεβεῖς, ἄδικοι, ὠμοί; οὑς οὔτε Οὐεσπα-
“σιανὸς ἐφύλαξε, καίτοι γε Ἰουδαίους νικήσας, οὓς
“Τραϊανὸς ἐκ μέρους ἐξουθένησε, κωλύων ἐπιζητεῖσθαι
Χριστιανοὺς, οὓς οὔτε Ἀδριανὸς, καίτοι γε 
πάντα τὰ περίεργα πολυπραγμονῶν, οὔτε ὁ Εὐσε-
‘βὴς ἐπικληθεὶς ἐπεκύρωσεν.’ ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὅπη
τις ἐθέλῃ τιθέσθω, μετίωμεν δὲ ἡμεῖς ἐπὶ τὴν τῶν
ἑξῆς ἀκολουθίαν.

Ποθεινοῦ δὴ ἐφ’ ὅλοις τῆς ζωῆς
ἔτεσιν ἐνενήκοντα σὺν τοῖς ἐπὶ Γαλλίας μαρτυρήσασι 
τελειωθέντος, Εἰρηναῖος τῆς κατὰ Λούγδουνον ἧς ὁ
Ποθεινὸς ἡγεῖτο παροικίας τὴν ἐπισκοπὴν διαδέχεται.
Πολυκάρπου δὲ τοῦτον ἀκουστὴν γενέσθαι κατὰ τὴν
νέαν ἐμανθάνομεν ἡλικίαν.

οὗτος τῶν ἐπὶ ῾Ρώμης
τὴν διαδοχὴν ἐπισκόπων ἐν τρίτῃ συντάξει τῶν πρὸς 
τὰς αἱρέσεις παραθέμενος, εἰς Ἐλεύθερον, οὗ τὰ
κατὰ τοὺς χρόνους ἡμῖν ἐξετάζεται, ὡσὰν δὴ κατ’
αὐτὸν σπουδαζομένης αὐτῷ τῆς γραφῆς, τὸν κατάλογον
ἵστησι, γράφων ὧδε·

[Nic. H. E. IV, 15] “Θεμελιώσαντες οὖν καὶ	 
οἰκοδομήσαντες οἶ μακάριοι ἀπόστολοι τὴν ἐκκλησίαν
Λίνῳ τὴν τῆς ἐπισκοπῆς λειτουργίαν ἐνεχείρισαν.
τούτου τοῦ Λίνου Παῦλος ἐν ταῖς πρὸς
Τιμόθεον ἐπιστολαῖς μέμνηται, διαδέχεται δὲ αὐτὸν
Ανέγκλητος.

μετὰ τοῦτον δὲ τρίτῳ τόπῳ ἀπὸ 
 

 
“τῶν ἀποστόλων τὴν ἐπισκοπὴν κληροῦται Κλήμης, ὁ
“καὶ ἑωρακὼς τοὺς μακαρίους ἀποστόλους, καὶ συμ-
“βεβληκὼς αὐτοῖς, καὶ ἔτι ἔναυλον τὸ κήρυγμα τῶν
“ἀποστόλων καὶ τὴν παράδοσιν πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχων,
 οὐ μόνος· ἔτι γὰρ πολλοὶ ὑπελείποντο τότε ὑπὸ τῶν
“ἀποστόλων δεδιδαγμένοι.

ἐπὶ τούτου οὖν τοῦ
“Κλήμεντος στάσεως οὐκ ὀλίγης τοῖς ἐν Κορίνθῳ
“γενομένης ἀδελφοῖς, ἐπέστειλεν ἡ ἐν ῾Ρώμῃ ἐκκλησία
“ἱκανωτάτην γραφὴν τοῖς Κορινθίοις, εἰς εἰρήνην
 “συμβιβάζουσα αὐτοὺς, καὶ ἀνανεοῦσα τὴν πίστιν
“αὐτῶν καὶ ἣν νεωστὶ ἀπὸ τῶν ἀποστόλων παρά-
“δοσιν εἰλήφει.“

καὶ μετὰ βραχέα φησὶ “τὸν δὲ
“Κλήμεντα τοῦτον διαδέχεται Εὐάρεστος, καὶ τὸν
“Εὐάρεστον Ἀλέξανδρος. εἶθ᾿ οὕτως ἕκτος ἀπὸ τῶν
 “ἀποστόλων καθίσταται Ξύστὸς, μετὰ δὲ τοῦτον Τε-
“λεσφόρος, ὃς καὶ ἐνδόξως ἐμαρτύρησεν· ἔπειτα Ὑγῖ-
“νος, εἶτα Πίος, μεθ᾿ ὃν Ἀνίκητος. διαδεξαμένου
“τὸν Ἀνίκητον Σωτῆρος νῦν δωδεκάτῳ τόπῳ τὸν τῆς
“ἐπισκοπῆς ἀπὸ τῶν ἀποστόλων κατέχει κλῆρον Ἐλεύ-
 “θερος.

τῇ αὐτῇ τάξει καὶ τῇ αὐτῇ διδαχῇ ἥ τε
“ἀπὸ τῶν ἀποστόλων ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ παράδοσις καὶ
“τὸ τῆς ἀληθείας κήρυγμα κατήντηκεν εἰς ἡμᾶς.”

[Nic. H. E. IV, 13] Ταῦτα ὁ Εἰρήναιος,
ἀκουλούθως ταῖς προδιεξοδευθείσαις ἡμῖν ὑπογράψας
 ἱστορίαις ἐν οἷς ἐπέγραψε πέντε οὖσι τὸν ἀριθμὸν
ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως,
ἐν δευτέρῳ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, ὅτι δὴ καὶ
εἰς αὐτὸν ὑποδείγματα τῆς θείας καὶ παραδόξου
δυνάμεως ἐν ἐκκλησίαις τισὶν ὑπολέλειπτο, διὰ τούτων
 ἐπισημαίνεται λέγων

“τοσοῦτον δὲ ἀποδέουσι
 

 
“τοῦ νεκρὸν ἐγείραι, καθὼς ὁ κύριος ἤγειρε καὶ
“ἀπόστολοι διὰ προσευχῆς, καὶ ἐν τῇ ἀδελφότητι
“πολλάκις, διὰ τὸ ἀναγκαῖον τῆς κατὰ τόπον ἐκκλησίας
πάσης αἰτησαμένης μετὰ νηστείας καὶ λιτανείας
πολλῆς, ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα τοῦ τετελευτηκότος, 
καὶ ἐχαρίσθη ὁ ἄνθρωπος ταῖς εὐχαῖς τῶν ἁγίων.’’

καὶ αὖθίς φησι μεθ’ ἕτερα εἰ δὲ καὶ τὸν κύριον
“φαντασιωδῶς τὰ τοιαῦτα πεποιηκέναι φήσουσιν,
“ἐπὶ τὰ προφητικὰ ἀνάγοντες αὐτοὺς ἐξ αὐτῶν ἐπι-
“δείξομεν πάντα οὕτως περὶ αὐτοῦ καὶ προειρῆσθαι 
“καὶ γεγονέναι βεβαίως, καὶ αὐτὸν μόνον εἶναι τὸν
“υἱὸν τοῦ θεοῦ. διὸ καὶ ἐν τῷ ἐκείνου ὀνόματι οἶ
“ἀληθῶς αὐτοῦ μαθηταὶ, παρ’ αὐτοῦ λαβόντες τὴν
“χάριν, ἐπιτελοῦσιν ἐπ’ εὐεργεσίᾳ τῇ τῶν λοιπῶν
“ἀνθρώπων, καθὼς εἷς ἕκαστος τὴν δωρεὰν εἴληφε 
παρ’ αὐτοῦ.

οἶ μὲν γὰρ δαίμονας ἐλαύνουσι
βεβαίως καὶ ἀληθῶς, ὥστε πολλάκις καὶ πιστεύειν
ἐκείνους αὐτοὺς τοὺς καθαρισθέντας ἀπὸ τῶν πονηρῶν
πνευμάτων καὶ εἶναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, οἶ δὲ
καὶ πρόγνωσιν ἔχουσι τῶν μελλόντων καὶ ὀπτασίας 
καὶ ῥήσεις προφητικὰς, ἄλλοι δὲ τοὺς κάμνοντας
διὰ τῆς τῶν χειρῶν ἐπιθέσεως ἰῶνται καὶ ὑγιεῖς
ἀποκαθιστᾶσιν. ἤδη δὲ, καθὼς ἔφαμεν, καὶ νεκροὶ
ἠγέρθησαν, καὶ παρέμειναν σὺν ἡμῖν ἔτεσιν ἱκανοῖς.

καὶ τί γάρ; οὐκ ἔστιν ἀριθμὸν εἰπεῖν τῶν χαρισματων, 
ὧν κατὰ παντὸς του κόσμου ἡ ἐκκλησία
παρὰ θεοῦ λαβοῦσα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ
τοῦ σταυρωθέντος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου ἑκάστης
ἡμέρας ἐπ’ εὐεργεσίᾳ τῇ τῶν ἐθνῶν ἐπιτελεῖ, μήτε
ἐξαπατῶσά τινας μήτε ἐξαργυριζομένη· ὡς γὰρ 
 

 
“δωρεὰν εἴληφε παρὰ θεοῦ, δωρεὰν καὶ διακονεῖ.

καὶ ἐν ἑτέρω δὲ τόπῳ ὁ αὐτὸς γράφει καθὼς καὶ
“πολλῶν ἀκούομεν ἀδελφῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ
“τικὰ χαρίσματα ἐχόντων, καὶ παντοδαπαῖς λαλούν-
 “των διὰ τοῦ πνεύματος γλώσσαις, καὶ τὰ κρύφια
“τῶν ἀνθρώπων εἰς φανερὸν ἀγόντων ἐπὶ τῷ
καὶ τὰ μυστήρια τοῦ θεοῦ ἐκδιηγουμένων.
ταῦτα καὶ περὶ τοῦ διαφορὰς χαρισμάτων μέχρι καὶ
τῶν δηλουμένων χρόνων παρὰ τοῖς ἀξίοις διαμεῖναι.

[Nic. H. E. IV, 14] Ἐπεὶ δὲ ἀρχόμενοι
πραγματείας ὑπόσχεσιν πεποιήμεθα παραθήσεσθαι
κατὰ καιρὸν εἰπόντες τὰς τῶν ἀρχαίων ἐκκλησιαστικῶν
πρεσβυτέρων τε καὶ συγγραφέων φωνὰς, ἐν αἷς
τὰς περὶ τῶν ἐνδιαθήκων γραφῶν εἰς αὐτοὺς κατελθούσας
 παραδόσεις γραφῇ παραδεδώκασι, τούτων
δὲ καὶ ὁ Εἰρήναιος ἦν, φέρε καὶ τὰς αὐτοῦ παραθώμεθα
λέξεις.

καὶ πρώτας γε τὰς περὶ τῶν ἱερῶν
εὐαγγελίων, οὕτως ἐχούσας ὁ μὲν δὴ Ματθαῖος ἐν
τοῖς Ἑβραίοις τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν διαλέκτῳ καὶ γραφὴν
 ἐξήνεγκεν εὐαγγελίου, τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Παύλου
ἐν ‘Ρώμῃ εὐαγγελιζομένων καὶ θεμελιούντων τὴν
ἐκκλησίαν.

μετὰ δὲ τὴν τούτων ἔξοδον Μάρκος
ὁ μαθητὴς καὶ ἑρμηνευτὴς Πέτρου καὶ αὐτὸς τὰ
ὑπὸ Πέτρου κηρυσσόμενα ἐγγράφως ἡμὶν παραδέ-
 “δωκε, καὶ Λουκᾶς δὲ, ὁ ἀκόλουθος ΠαύΑου, τὸ ὑπ’
ἐκείνου κηρυσσόμενον εὐαγγέλιον ἐν βίβλῳ κατέθετο.

ἔπειτα Ἰωάννης, ὁ μαθητὴς τοῦ κυρίου,
ὁ καὶ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ ἀναπεσὼν, καὶ αὐτὸς
ἐξέδωκε τὸ εὐαγγέλιον, ἐν Ἐφέσω τῆς Ἀσίας δια-
 “τρίβων.”

ταῦτα μὲν οὖν ἐν τρίτῳ τῆς εἰρημένης
 

 
ὑποθέσεως τῷ προδηλωθέντι εἴρηται. ἐν δὲ τῷ
πέμπτῳ περὶ τῆς Ἰωάννου ἀποκαλύψεως καὶ τῆς
ψήφου τῆς τοῦ ἀντιχρίστου προσηγορίας οὕτω διαλαμβάνει·
“τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων, καὶ ἐν πᾶσι
δὲ τοῖς σπουδαίοις καὶ ἀρχαίοις ἀντιγράφοις τοῦ 
ἀριθμοῦ τούτου κειμένου, καὶ μαρτυρούντων αὐτῶν
ἐκείνων τῶν κατ᾿ ὄψιν τὸν Ἰωάννην
καὶ τοῦ λόγου διδάσκοντος ἡμὰς ὅτι ὁ ἀριθμὸς τοῦ
ὀνόματος τοῦ θηρίου κατὰ τὴν τῶν Ἑλλήνων ψῆφον
διὰ τῶν ἐν αὐτῷ γραμμάτων ἐμφαίνεται.’’

καὶ 
ὑποκαταβὰς περὶ τοῦ αὐτοῦ φάσκει “ἡμεῖς οὖν οὐκ
‘ἀποκινδυνεύομεν περὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀντιχρίστου
ἀποφαινόμενοι βεβαιωτικῶς. εἰ γὰρ ἔδει ἀναφανδὸν
τῷ νῦν καιρῷ κηρύττεσθαι τοὔνομα αὐτοῦ, δι’
ἐκείνου ἂν ἐρρέθη τοῦ καὶ τὴν ἀποκάλυψιν ἑωρακότος· 
κότος· οὐδὲ γὰρ πρὸ πολλοῦ χρόνου ἐωράθη, ἀλλὰ
σχεδὸν ἐπὶ τῆς ἡμετέρας γενεάς, πρὸς τῷ τέλει τῆς
Δομετιανοῦ ἀρχῆς.”

ταῦτα καὶ περὶ τῆς ἀποκαλύψεως
ἱστόρηται τῷ δεδηλωμένῳ. μέμνηται δὲ καὶ
τῆς Ἰωάννου πρώτης ἐπιστολῆς, μαρτύρια ἐξ αὐτῆς 
πλεῖστα εἰσφέρων, ὁμοίως δὲ καὶ τῆς Πέτρου προτέρας.
οὐ μόνον δὲ οἶδεν, ἀλλὰ καὶ ἀποδέχεται τὴν
τοῦ Ποιμένος γραφὴν λέγων καλῶς οὑν εἶπενἡγραφὴ
ἡ λέγουσα, πρῶτον πάντων πίστευσον ὅτι εἷς ἐστὶν
ὁ θεὸς, ὁ τ’. πάντα κτίσας καὶ τὰ ἑξῆς.

καὶ ῥητοῖς 
τοῖς δέ τισιν ἐκ τῆς Σολομῶνος Σοφίας κέχρηται,
μονονουχὶ φάσκων· ὅρασις ’δε θεοῦ περιποιητικὴ
ἀφθαρσίας, ἀφθαρσία δὲ ἐγγὺς εἶναι ποιεῖ θεοῦ.
καὶ ἀπομνημονευμάτων δὲ ἀποστολικοῦ τινὸς πρεσβυτέρου,
οὗ τοὔνομα σιωπῇ παραδέδωκε, μνημονεύει, ὢ
 

 
ἐξηγήσεις τε αὐτοῦ θείων γραφῶν παρατέθειται.

ἔτι καὶ Ἰουστίνου τοὐ μάρτυρος καὶ Ἰγνατίου
μνήμην πεποίηται, μαρτυρίαις αὖθις καὶ ἀπὸ τῶν
τούτοις γραφέντων κεχρημένος. ἐπήγγελται δὲ αὐτὸς
 ἐκ τῶν Μαρκίωνος συγγραμμάτων ἀντιλέξειν
αὐτῷ ἐν ἰδίῳ σπουδάσματι.

καὶ περὶ τῆς κατὰ
τοὺς ἑβδομήκοντα ἑρμηνείας τῶν θεοπνεύστων γραφῶν
ἄκουε οἷα κατὰ λέξιν γράφει ὁ θεὸς οὖν ἄνθρωπος
ἐγένετο, καὶ αὐτὸς κύριος ἔσωσεν ἡμᾶς,
 δοὺς τὸ τῆς παρθένου σημεῖον· ἀλλ’ οὐχ ὡς ἔνιοι
φασι τῶν νῦν τολμώντων μεθερμηνεύειν τὴν γραφὴν
‘ ἴδοὺ ἡ νεᾶνις ἐν γαστρὶ ἔξει καὶ τέξεται υἱόν᾿,
ὡς Θεοδοτίων ἡρμήνευσεν ὁ Ἐφέσιος, καὶ Ἀκύλας
ὁ Ποντικὸς, ἀμφότεροι Ἰουδαῖοι προσήλυτοι, οἷς
 κατακολουθήσαντες οἱ Ἐβιωναῖοι ἐξ Ἰωσὴφ αὐτὸν
γεγενῆσθαι φάσκουσι.’’

τούτοις ἐπιφέρει μετὰ
βραχέα λέγων πρὸ τοῦ γὰρ Ῥωμαίους κρατῦναι τὴν
ἀρχὴν αὐτῶν, ἔτι τῶν Μακεδόνων τὴν Ἀσίαν κατε-
‘χόντων, Πτολεμαῖος ὁ Λάγου, φιλοτιμούμενος τὴν
 “ὑπ᾿ αὐτοῦ κατεσκευασμένην βιβλιοθήκην ἐν Ἀλε-
“ξανδρείᾳ κοσμῆσαι τοῖς πάντων ἀνθρώπων συγγράμμασιν,
ὅσα γε σπουδαῖα ὑπῆρχεν, ᾐτήσατο
παρὰ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν διάλεκτον
σχεῖν αὐτῶν μεταβεβλημένας τὰς γραφάς.

οἱ δὲ ὑπήκουον γὰρ ἔτι τοῖς Μακεδόσι τότε)
τοὺς παρ’ αὐτοῖς ἐμπειροτάτους τῶν γραφῶν καὶ
ἀμφοτέρων τῶν διαλέκτων, ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρους
ἔπεμψαν Πτολεμαίῳ, ποιήσοντας τοῦθ’ ὅπερ
ἠβούλετο

ὁ δὲ ἰδέᾳ πεῖραν αὐτῶν λαβεῖν θελή-
 

 
“σας, εὐλαβηθείς τε μή τι ἄρα συνθέμενοι
τὴν ἐν ταῖς γραφαῖς διὰ τῆς ἑρμηνείας ἀλή-
“θειαν, χωρίσας αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων ἐκέλευσε
πάντας τὴν αὐτὴν ἑρμηνείαν γράφειν, καὶ τοῦτο
ἐπὶ πάντων τῶν βιβλίων ἐποίησε.

συνελθόντων 
δὲ αὐτῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ παρὰ τῷ Πτολεμαίῳ, καὶ
“συναντιβαλλόντων ἑκάστου τὴν ἑαυτοῦ ἑρμηνείαν,
“ὁ μὲν θεὸς ἐδοξάσθη, αἶ δὲ γραφαὶ ὄντως
“ἐγνώσθησαν, τῶν πάντων τὰ αὐτὰ ταῖς αὐταῖς λἐ-
“ξεσι καὶ τοῖς αὐτοῖς ὀνόμασιν ἀναγορευσάντων ἀπ’ 
ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὥστε καὶ τὰ παρόντα ἔθνη
“γνὠναι ὅτι κατ’ ἐπίπνοιαν τοῦ θεοῦ εἰσιν ἡρμηνευμέναι
αἶ γραφαί.

καὶ οὐδέν γε θαυμαστὸν
τοῦτο ἐνηργηκέναι τὸν θεὸν, ὅς γε καὶ ἐν τῇ ἐπὶ
Ναβουχοδονόσορ αἰχμαλωσίᾳ τοῦ λαοῦ, διαφθαρεισῶν 
σῶν τῶν γραφῶν, καὶ μετὰ ἑβδομήκοντα ἔτη τῶν
Ἰουδαίων ἀνελθόντων εἰς τὴν χώραν αὐτῶν, ἔπειτα
ἐν τοῖς χρόνοις Ἀρταξέρξου τοῦ Περσῶν βασιλέως
ἐνέπνευσεν Ἔσδρᾳ τῷ ἱερεῖ ἐκ τῆς φυλῆς Λευὶ, τοὺς
“τῶν προγεγονότων προφητῶν πάντας ἀνατάξασθαι 
λόγους, καὶ ἀποκαταστῆσαι τῷ λαῷ τὴν διὰ Μωυσέως
νομοθεσίαν.’’ τοσαῦτα ὁ Εἰρήναιος.

[Nic. H. E. IV, 19] Ἐννέα δὲ καὶ δέκα ἔτεσι
τῇ βασιλείᾳ διαρκέσαντος Ἀντωνίνου, Κόμοδος τὴν
ἡγεμονίαν παραλαμβάνει, οὗ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος 
τῶν κατ’ Ἀλεξάνδρειαν ἐκκλησιῶν Ἰουλιανὸς ἐγχειρίζεται
τὴν ἐπισκοπὴν, ἐπὶ δυοκαίδεκα ἔτεσιν Ἀγριππίνου
τὴν λειτουργίαν ἀναπλήσαντος.

[Nic. H. E. IV, 32] Ἡγεῖτο δὲ τηνικαῦτα τῆς
τῶν πιστῶν αὐτόθι διατριβῆς τῶν ἀπὸ παιδείας ἀνὴρ 
ἐπιδοξότατος, ὄνομα αὐτῷ Πάνταινος, ἐξ ἀρχαίου
ἔθους διδασκαλείου τῶν ἱερῶν λόγων παρ’ αὐτοῖς

 
συνεστῶτος, ὃ καὶ εἰς ἡμᾶς παρατείνεται, καὶ πρὸς
τῶν ἐν λόγῳ καὶ τῇ περὶ τὰ θεῖα σπουδῇ δυνατῶν
συγκροτεῖσθαι παρειλήφαμεν. ἐν δὲ τοῖς μάλιστα
κατ᾿ ἐκεῖνο καιροῦ διαλάμψαι λόγος ἔχει τὸν δεδηλωμένον,
 οἷα καὶ ἀπὸ φιλοσόφου ἀγωγῆς τῶν καλουμένων
Στωϊκῶν ὁρμώμενον.

τοσαύτην δ᾿ οὖν
φασιν αὐτὸν ἐκθυμοτάτῃ διαθέσει προθυμίαν περὶ
τὸν θεῖον λόγον ἐνδείξασθαι ὡς καὶ κήρυκα τοῦ
κατὰ Χριστὸν εὐαγγελίου τοῖς ἐπ᾿ ἀνατολῆς ἔθνεσι
 ἀναδειχθῆναι, μέχρι καὶ τῆς Ἰνδῶν στειλάμενον γῆς.
ἦσαν γὰρ, ἦσαν εἰσέτι τότε πλείους εὐαγγελισταὶ τοῦ
λόγου, ἔνθεον ζῆλον ἀποστολικοῦ μιμήματος συνεισφέρειν
ἐπ᾿ αὐξήσει καὶ οἰκοδομῇ τοῦ θείου λόγου
προμηθούμενοι

ὧν εἷς γενόμενος καὶ ὁ Πάνταινος
 καὶ εἰς Ἰνδοὺς ἐλθεῖν λέγεται, ἔνθα λόγος εὑρεῖν
αὐτὸν προφθάσαν τὴν αὐτοῦ παρουσίαν τὸ κατὰ
Ματθαῖον εὐαγγέλιον παρά τισιν αὐτόθι τὸν Χριστὸν
ἐπεγνωκόσιν, οἷς Βαρθολομαῖον τῶν ἀποστόλων
ἕνα κηρῦξαι, αὐτοῖς τε Ἑβραίων γράμμασι τὴν τοῦ
 Ματθαίου καταλεῖψαι γραφὴν, ἣν καὶ σώζεσθαι εἰς
τὸν δηλούμενον χρόνον.

ὅ γε μὴν Πάνταινος ἐπὶ
πολλοῖς κατορθώμασι τοῦ κατ᾿ Ἀλεξάνδρειαν τελευτῶν
ἡγεῖται διδασκαλείου, ζώσῃ φωνῇ καὶ διὰ συγγραμμάτων
τοὺς τῶν θείων δογμάτων θησαυροὺς
 ὑπομνηματιζόμενος.

[Νic. H. E. IV, 33.] Κατὰ τοῦτον ταῖς θείαις
γραφαῖς συνασκούμενος ἐπ᾿ Ἀλεξανδρείας ἐγνωρίζετο
Κλήμης, ὁμώνυμος τῷ πάλαι τῆς ῾Ρωμαίων ἐκκλησίας
ἡγησαμένῳ φοιτητῇ τῶν ἀποστόλων.

ὃς δὴ καὶ
 ὀνομαστὶ ἐν αἷς συνέταξεν Ὑποτυπώσεσιν ὡσὰν διδασκάλου
τοῦ Πανταίνου μέμνηται, τοῦτόν τε αὐτὸν
καὶ τῶν Στρωματέων ἐν πρώτῳ συγγράμματι αἰνίτ-

 
τεσθαί μοι δοκεῖ, ὅτε τοὺς ἐμφανεστέρους ἧς κατείληφεν
ἀποστολικῆς διαδοχῆς ἐπισημαινόμενος ταῦτά
φησιν

“ἤδη δὲ οὐ γραφὴ εἰς ἐπίδειξιν τετεχνασμένη
ἥδε ἡ πραγματεία, ἀλλά μοι ὑπομνήματα εἰς γῆρας
θησαυρίζεται, λήθης φάρμακον, εἴδωλον ἀτεχνῶς καὶ 
σκιαγραφία τῶν ἐναργῶν καὶ ἐμψύχων ἐκείνων ὧν
“κατηξιώθην ἐπακοῦσαι λόγων τε καὶ ἀνδρῶν
“ρίων καὶ τῷ ὄντι ἀξιολόγων.

τούτων ὁ μὲν
τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἰωνικὸς, ὁ δὲ ἐπὶ τῆς μεγάλης
Ἑλλάδος, τῆς Κοίλης ἅτερος αὐτῶν Συρίας ἦν, ὁ 
“δὲ ἀπ’ Αἰγύπτου, ἄλλοι δὲ ἀνὰ τὴν ἀνατολὴν,
ταύτης ὁ μέν τις τῶν Ἀσσυρίων, ὁ δὲ ἐν τῇ Παλαιστίνῃ
Ἑβραῖος ἀνέκαθεν. ὑστάτῳ δὲ περιτυχὼν
δυνάμει δὲ ἄρα πρῶτος ἦν) ἀνεπαυσάμην, ἐν
Αἰγύπτῳ θηράσας λεληθότα

ἀλλ’ οἶ μὲν τὴν 
ἀληθῆ τῆς μακαρίας σώζοντες διδασκαλίας παράδοσιν
εὐθὺς ἀπὸ Πέτρου καὶ Ἰακώβου, Ἰωάννου τε
καὶ Παύλου τῶν ἁγίων ἀποστόλων, παῖς παρὰ πατρὸς
ἐκδεξάμενος ὀλίγοι δὲ οἱ πατράσιν ὅμοιοι),
ἧκον δὴ σὺν θεῷ καὶ εἰς ἡμᾶς, τὰ προγονικὰ ἐκεῖνα 
καὶ ἀποστολικὰ καταθησόμενοι σπέρματα.”

[Nic. H. E. IV, 19] Ἐπὶ τούτων τῆς Ἱεροσολύμοις
ἐκκλησίας ἐπίσκοπος ὁ παρὰ πολλοῖς εἰσέτι
νῦν βεβοημένος Νάρκισσος ἐγνωρίζετο, πεντεκαιδεκάτην
ἄγων διαδοχὴν ἀπὸ τῆς τῶν Ἰουδαίων κατὰ 
Ἀδριανὸν πολιορκίας, ἐξ οὐ δὴ πρῶτον τὴν αὐτόθι
ἐκκλησίαν ἐξ ἐθνῶν συστῆναι μετὰ τοὺς ἐκ περιτομῆς,
καθηγήσασθαί τε αὐτῶν πρῶτον ἐξ ἐθνῶν ἐπίσκοπον
Μάρκον ἐδηλώσαμεν.

μεθ’ ὃν ἐπισκοπεῦσαι
Κασσιανὸν αἶ τῶν αὐτόθι διαδοχαὶ περιέ- 
 

 
χοῦσι, καὶ μετὰ τοῦτον Πούπλιον, εἶτα Μάξιμον,
καὶ ἐπὶ τούτοις Ἰουλιανὸν, ἔπειτα Γάϊον, μεθ’ ὃ
Σύμμαχον, καὶ Γάϊον ἕτερον, καὶ πάλιν ἄλλον Ἰουλιανὸν,
Καπίτωνά τε πρὸς τούτοις καὶ Οὐάλεντα καὶ
 Δολιχιανὸν, καὶ ἐπὶ πᾶσι τὸν Νάρκισσον, τριακοστὸ
ἀπὸ τῶν ἀποστόλων κατὰ τὴν τῶν ἑξῆς διαδοχὴ
γεγενημένον.

[Nic. H. E. IV, 29] Ἐν τούτῳ καὶ Ῥόδων,
γένος τῶν Ἀσίας, μαθητευθεὶς ἐπὶ Ῥώμης, ὡς
 αὐτὸς ἱστορεῖ, Τατιανῷ, ὃν ἐκ τῶν πρόσθεν ἔγνωμεν,
διάφορα συντάξας βιβλία, μετὰ τῶν λοιπῶν καὶ
πρὸς τὴν Μαρκίωνος παρατέτακται αἵρεσιν· ἣν καὶ
εἰς διαφόρους γνώμας κατ’ αὐτὸν διαστᾶσαν ἱστορεῖ,
τοὺς τὴν διάστασιν ἐμπεποιηκότας ἀναγράφων, ἐπ’
 ἀκριβές τε τὰς παρ’ ἑκάστῳ τούτων ἐπινενοημένας
διελέγχων ψευδολογίας.

ἄκουε δ’ οὖν καὶ αὐτοῦ
ταῦτα γράφοντος διὰ τοῦτο καὶ παρ’ ἑαυτοῖς ἀσύμφωνοι
γεγόνασιν, ἀσυστάτου γνώμης ἀντιποιούμενοι.
“ἀπὸ γὰρ τῆς τούτων ἀγέλης Ἀπελλῆς μὲν, ὁ τῇ πο-
 “λιτείᾳ σεμνυνόμενος καὶ τῷ γήρᾳ, μίαν ἀρχὴν
τὰς δὲ προφητείας ἐξ ἀντικειμένου λέγει πνεύματος,
πειθόμενος ἀποφθέγμασι παρθένου δαιμονώσης,
ὄνομα Φιλουμένης.

ἕτεροι δὲ, καθὼς καὶ
αὐτὸς ὁ ναύτης Μαρκίων, δύο ἀρχὰς εἰσηγοῦνται·
 “ἀφ᾿ ὧν εἰσι Ποτίτός τε καὶ Βασιλικός.

καὶ οὗτοι
‘·μὲν κατακολουθήσαντες τῷ Ποντικῷ λύκῳ, καὶ μὴ
εὑρίσκοντες τὴν διαίρεσιν τῶν πραγμάτων, ὡς οὐδὲ.
ἐκεῖνος, ἐπὶ τὴν εὐχέρειαν ἐτράποντο, καὶ δύο ἀρχὰς
ἀπεφήναντο ψιλῶς καὶ ἀναποδείκτως. ἄλλοι δὲ
 πάλιν ἀπ’ αὐτῶν ἐπὶ τὸ χεῖρον ἐξοκείλαντες οὐ μό-
“νον δύο, ἀλλὰ καὶ τρεῖς ὑποτίθενται φύσεις, ὧν
“ἐστιν ἀρχηγὸς καὶ προστάτης Σύνερως, καθὼς οἶ τὸ

 
“διδασκαλεῖον αὐτοῦ προβαλλόμενοι λέγουσι.”

γράφει
δὲ ὁ αὐτὸς ὡς καὶ εἰς λόγους ἐληλύθοι τῷ
Ἀπελλῇ, φάσκων οὕτως “ὁ γὰρ γέρων Ἀπελλῆς συμ-
“μίξας ἡμῖν πολλὰ μὲν κακῶς λέγων ἠλέγχθη, ὅθεν
“καὶ ἔφασκε μὴ δεῖν ὅλως ἐξετάζειν τὸν λόγον, ἀλλ᾿ 
“ἕκαστον, ὡς πεπίστευκε, διαμένειν. σωθήσεσθαι
“γὰρ τοὺς ἐπὶ τὸν ἐσταυρωμένον ἠλπικότας ἀπεφαί-
“νετο, μόνον ἐὰν ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς εὑρίσκωνται. τὸ
“δὲ πάντων ἀσαφέστατον ἐδογματίζετο αὐτῷ πρᾶγμα,
“καθὼς προειρήκαμεν, τὸ περὶ τοῦ θεοῦ. ἔλεγε μὲν 
“γὰρ μίαν ἀρχὴν καθὼς καὶ ὁ ἡμέτερος λόγος.”

εἶτα προθεὶς αὐτοῦ πᾶσαν τὴν δόξαν ἐπιφέρει
φάσκων “λέγοντος δέ μου πρὸς αὐτὸν ῾πόθεν ἡ ἀπό-
“δειξις αὕτη σοι, ἢ πῶς δύνασαι λέγειν μίαν ἀρχὴν,
“φράσον ἡμῖν᾿ ἔφη τὰς μὲν προφητείας ἑαυτὰς ἐλέγ- 
“χειν, διὰ τὸ μηδὲν ὅλως ἀληθὲς εἰρηκέναι· ἀσύμφω-
“νοι γὰρ ὑπάρχουσι καὶ ψευδεῖς καὶ ἑαυταῖς ἀντι-
“κείμεναι. τὸ δὲ πῶς ἐστι μία ἀρχὴ μὴ γινώσκειν
“ἔλεγεν, οὕτω δὲ κινεῖσθαι μόνον.

εἶτ᾿ ἐπομοσα-
“μένου μου τἀληθὲς εἰπεῖν, ὤμνυεν ἀληθεύων λέ- 
‘’γειν, μὴ ἐπίστασθαι πῶς εἷς ἐστιν ἀγέννητος θεὸς,
“τοῦτο δὲ πιστεύειν. ἐγὼ δὲ γελάσας κατέγνων αὐτοῦ,
“διότι διδάσκαλος εἶναι λέγων οὐκ ᾔδει τὸ διδασκό-
“μενον ὑπ᾿ αὐτοῦ κρατύνειν.”

ἐν τῷ αὐτῷ δὲ
συγγράμματι Καλλιστίωνι προσφωνῶν ὁ αὐτὸς μεμαθητεῦσθαι 
ἐπὶ ῾Ρώμης Τατιανῷ ἑαυτὸν ὁμολογεῖ.
φησὶ δὲ καὶ ἐσπουδάσθαι τῷ Τατιανῷ προβλημάτων
βιβλίον, δι᾿ ὧν τὸ ἀσαφὲς καὶ ἐπικεκρυμμένον τῶν
θείων γραφῶν παραστήσειν ὑποσχομένου τοῦ Τατιανοῦ
αὐτὸς ὁ ῾Ρόδων ἐν ἰδίῳ συγγράμματι τὰς τῶν 
ἐκείνου προβλημάτων ἐπιλύσεις ἐκθήσεσθαι ἐπαγγέλλεται.
φέρεται δὲ τοῦ αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν ἑξαήμε-

 
ρον ὑπόμνημα.

ὅ γέ τοι Ἀπελλῆς οὗτος μυρία
κατὰ τοῦ Μωυσέως ἠσέβησε νόμου, διὰ πλειόνων
συγγραμμάτων τοὺς θείους βλασφημήσας λόγους,
εἰς ἔλεγχόν τε, ὥς γε δὴ ἐδόκει, καὶ ἀνατροπὴν αὐτῶν
 οὐ μικρὰν πεποιημένος σπουδήν. ταῦτα μὲν
οὖν περὶ τούτων.

[Nic. H. E. IV, 20] Μισόκαλός γε μὴν ἐς
τὰ μάλιστα καὶ φιλοπόνηρος ὢν ὁ τῆς ἐκκλησίας
τοῦ θεοῦ πολέμιος, μηδένα τε μηδαμῶς τῆς κατὰ
 τῶν ἀνθρώπων ἀπολιπὼν ἐπιβουλῆς τρόπον, αἱρέσεις
ξένας αὖθις ἐπιφύεσθαι κατὰ τῆς ἐκκλησίας ἐνήργει,
ὧν οἱ μὲν ἰοβόλων δίκην ἑρπετῶν ἐπὶ τῆς Ἀσίας καὶ
Φρυγίας εἷρπον, τὸν μὲν παράκλητον Μοντανὸν, τὰς
δ᾿ ἐξ αὐτοῦ γυναῖκας, Πρίσκιλλαν καὶ Μαξίμιλλαν,
 ὡσὰν τοῦ Μοντανοῦ προφήτιδας γεγονυίας
αὐχοῦντες.

οἱ δ᾿ ἐπὶ ῾Ρώμης ἤκμαζον, ὧν ἡγεῖτο Φλωρῖνος,
πρεσβυτερίου τῆς ἐκκλησίας ἀποπεσὼν, Βλάστος
τε σὺν τούτῳ παραπλησίῳ πτώματι κατεσχημένος.
 οἳ καὶ πλείους τῆς ἐκκλησίας περιέλκοντες ἐπὶ
τὸ σφῶν ὑπῆγον βούλημα, θάτερος ἰδίως περὶ τὴν
ἀλήθειαν νεωτερίζειν πειρώμενος.

[Nic. H. E. IV, 23] Πρὸς μὲν οὖν τὴν
λεγομένην κατὰ Φρύγας αἵρεσιν ὅπλον ἰσχυρὸν καὶ
 ἀκαταγώνιστον ἐπὶ τῆς Ἱεραπόλεως τὸν Ἀπολινάριον,
οὗ καὶ πρόσθεν μνήμην ὁ λόγος πεποίητο, ἄλλους τε
σὺν αὐτῷ πλείους τῶν τηνικάδε λογίων ἀνδρῶν ἡ
τῆς ἀληθείας ὑπέρμαχος ἀνίστη δύναμις, ἐξ ὧν καὶ
ἡμῖν ἱστορίας πλείστη τις ὑπόθεσις καταλέλειπται.

ἀρχόμενος γοῦν τῆς κατ᾿ αὐτῶν γραφῆς τῶν εἰρημένων
δή τις πρῶτον ἐπισημαίνεται, ὡς καὶ ἀγράφοις
τοῖς κατ᾿ αὐτῶν ἐπεξέλθοι ἐλέγχοις. προοιμιά-

 
ζεται γοῦν τοῦτον τὸν τρόπον

“ἐκ πλείστου ὅσου
“καὶ ἱκανωτάτου χρόνου, ἀγαπητὲ Ἀουίρκιε Μάρ-
“κελλε, ἐπιταχθεὶς ὑπὸ σοῦ συγγράψαι τινὰ λόγον
“εἰς τὴν τῶν κατὰ Μιλτιάδην λεγομένων αἵρεσιν,
“ἐφεκτικώτερόν πως μέχρι νῦν διεκείμην, οὐκ ἀπο- 
“ρίᾳ τοῦ δύνασθαι ἐλέγχειν μὲν τὸ ψεῦδος, μαρτυ-
“ρεῖν δὲ τῇ ἀληθείᾳ, δεδιὼς δὲ καὶ ἐξευλαβούμενος
“μή πη δόξω τισὶν ἐπισυγγράφειν ἢ ἐπιδιατάσσεσθαι
“τῷ τῆς τοῦ εὐαγγελίου καινῆς διαθήκης λόγῳ, ᾧ
“μήτε προσθεῖναι μήτ᾿ ἀφελεῖν δυνατὸν τῷ κατὰ τὸ 
“εὐαγγέλιον αὐτὸ πολιτεύεσθαι προῃρημένῳ.

προσ-
“φάτως δὲ γενόμενος ἐν Ἀγκύρᾳ τῆς Γαλατίας, καὶ
“καταλαβὼν τὴν κατὰ Πόντον ἐκκλησίαν ὑπὸ τῆς
“νέας ταύτης, οὐχ, ὡς αὐτοί φασι, προφητείας, πολὺ
“δὲ μᾶλλον, ὡς δειχθήσεται, ψευδοπροφητείας δια- 
“τεθρυλημἐνην, καθ᾿ ὅσον δυνατὸν, τοῦ κυρίου πα-
“ρασχόντος, περὶ αὐτῶν τε τούτων καὶ τῶν προτει-
“νομένων ὑπ᾿ αὐτῶν ἕκαςά τε διελέχθημεν ἡμέραις
“πλείοσιν ἐν τῇ ἐκκλησία, ὡς τὴν μὲν ἐκκλησίαν
“ἀγαλλιασθῆναι καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἐπιρρωσθῆ- 
“ναι, τοὺς δ᾿ ἐξ ἐναντίας πρὸς τὸ παρὸν ἀποκρουσθῆ-
“ναι, καὶ τοὺς ἀντιθέους λυπηθῆναι.

ἀξιούντων
“οὖν τῶν κατὰ τόπον πρεσβυτέρων, ὅπως τῶν λε-
“χθέντων κατὰ τῶν ἀντιδιατιθεμένων τῷ τῆς ἀλη-
“θείας λόγῳ ὑπόμνημά τι καταλίπωμεν, παρόντος καὶ 
“τοῦ συμπρεσβυτέρου ἡμῶν Ζωτικοῦ τοῦ Ὀτρηνοῦ,
“τοῦτο μὲν οὐκ ἐπράξαμεν, ἐπηγγειλάμεθα δὲ, ἐν-
“θάδε γράψαντες τοῦ κυρίου διδόντος διὰ σπουδῆς
“πέμψειν αὐτοῖς.”

ταῦτα καὶ ἑξῆς τούτοις ἕτερα
κατ᾿ ἀρχὰς εἰπὼν τοῦ λόγου, τὸν αἴτιον τῆς δηλουμένης 
αἱρέσεως προϊὼν τοῦτον ἀνιστορεῖ τὸν τρόπον
“ἡ τοίνυν ἔνστασις αὐτῶν καὶ ἡ πρόσφατος τοῦ ἀπο-

 
“σχίσματος αἵρεσις πρὸς τὴν ἐκκλησίαν τὴν αἰτία
“ἔσχε τοιαύτην.

κώμη τις εἶναι λέγεται ἐν τῇ κατὰ
“τὴν Φρυγίαν Μυσίᾳ, καλουμένη Ἀρδαβαῦ τοὔνομα·
“ἔνθα φασί τινα τῶν νεοπίστων πρώτως, Μοντaνὸν
 “τοὔνομα, κατὰ Γρᾶτον Ἀσίας ἀνθύπατον, ἐν ἀπιθυμίᾳ
“ψυχῆς ἀμέτρῳ φιλοπρωτείας δόντα πάροδον εἰς
“ἑαυτὸν τῷ ἀντικειμένῳ πνευματοφορηθῆναί τε καὶ
“αἰφνιδίως ἐν κατοχῇ τινι καὶ παρεκστάσει γενόμενον
“ἐνθουσιᾶν ἄρξασθαί τε λαλεῖν καὶ ξενοφωνεῖν,
 “παρὰ τὸ κατὰ παράδοσιν καὶ κατὰ διαδοχὴν ἄνωθεν
“τῆς ἐκκλησίας ἔθος δῆθεν προφητεύοντα.

τῶν δὲ
“κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ ἐν τῇ τῶν νόθων ἐκφωνημάτων
“ἀκροάσει γενομένων οἶ μὲν ὡς ἐπὶ ἐνεργουμένῳ καὶ
“δαιμονῶντι καὶ ἐν πλάνης πνεύματι ὑπάρχοντι καὶ
 “τοὺς ὄχλους ταράττοντι ἀχθόμενοι ἐπετίμων καὶ λαλεῖν
“ἐκώλυον, μεμνημένοι τῆς τοῦ κυρίου διαστολῆς
“τε καὶ ἀπειλῆς πρὸς τὸ φυλάττεσθαι τὴν τῶν
“ψευδοπροφητῶν ἐγρηγορότως παρουσίαν· οἱ δὲ ὡς
“ἁγίῳ πνεύματι καὶ προφητικῷ χαρίσματι ἐπαιρόμενοι
 “καὶ οὐχ ἥκιςα χαυνούμενοι, καὶ τῆς
“τοῦ κυρίου ἐπιλανθανόμενοι, τὸ βλαψίφρον καὶ ὑποκοριστικὸν
“καὶ λαοπλάνον πνεῦμα προυκαλοῦντο,
“θελγόμενοι καὶ πλανώμενοι ὑπ’ αὐτοῦ, εἰς τὸ μηκέτι
“κωλύεσθαι σιωπᾶν.

τέχνῃ δέ τινι, μᾶλλον
 “δὲ τοιαύτῃ μεθόδῳ κακοτεχνίας ὁ διάβολος τὴν κατὰ
“τῶν παρηκόων ἀπώλειαν μηχανησάμενος, καὶ παρ’
“ἀξίαν ὑπ’ αὐτῶν τιμώμενος, ὑπεξήγειρέ τε καὶ προσεξέκαυσεν
“αὐτῶν τὴν ἀποκεκοιμημένην ἀπὸ τῆς κατ’
“ἀλήθειαν πίστεως διάνοιαν, ὡς καὶ ἑτέρας τινὰς δύο
 “γυναῖκας ἐπεγεῖραι καὶ τοῦ νόθου πνεύματος πληρῶσαι,
“ὡς καὶ λαλεῖν ἐκφρόνως καὶ ἀκαίρως καὶ
“ἀλλοτριοτρόπως , ὁμοίως τῷ προειρημένῳ, καὶ τοὺς

 
“μὲν χαίροντας καὶ χαυνουμένους ἐπ᾿ αὐτῷ μακαρί-
“ζοντος τοῦ πνεύματος, καὶ διὰ τοῦ μεγέθους τῶν
“ἐπαγγελμάτων ἐκφυσιοῦντος, ἔσθ᾿ ὅπη δὲ καὶ κα-
“τακρίνοντος στοχαστικῶς καὶ ἀξιοπίστως αὐτοὺς
“ἄντικρυς, ἵνα καὶ ἐλεγκτικὸν εἶναι δοκῇ, (ὀλίγοι δ᾿ 
“ἦσαν οὗτοι τῶν Φρυγῶν ἐξηπατημένοι), τὴν δὲ κα-
“θόλου καὶ πᾶσαν τὴν ὑπὸ τὸν οὐρανὸν ἐκκλησίαν
“βλασφημεῖν διδάσκοντος τοῦ ἀπηυθαδισμένου πνεύ-
“ματος, ὅτι μήτε τιμὴν μήτε πάροδον εἰς αὐτὴν τὸ
“ψευδοπροφητικὸν ἐλάμβανε πνεῦμα.

τῶν γὰρ 
“κατὰ τὴν Ἀσίαν πιστῶν πολλάκις καὶ πολλαχῆ τῆς
“Ἀσίας εἰς τοῦτο συνελθόντων, καὶ τοὺς προσφάτους
“λόγους ἐξετασάντων καὶ βεβήλους ἀποφηνάντων καὶ
“ἀποδοκιμασάντων τὴν αἵρεσιν, οὕτω δὴ τῆς τε ἐκ-
“κλησίας ἐξεώσθησαν καὶ τῆς κοινωνίας εἴρχθη- 
“σαν.”

ταῦτα ἐν πρώτοις ἱστορήσας, καὶ δι᾿
ὅλου τοῦ συγγράμματος τὸν ἔλεγχον τῆς κατ᾿ αὐτοὺς
πλάνης ἐπαγαγὼν, ἐν τῷ δευτέρῳ περὶ τῆς τελευτῆς
τῶν προδεδηλωμένων ταῦτά φησιν

“ἐπειδὴ τοί-
“νυν καὶ προφητοφόντας ἡμᾶς ἀπεκάλουν, ὅτι μὴ 
“τοὺς ἀμετροφώνους αὐτῶν προφήτας ἐδεξάμεθα,
“(τούτους γὰρ εἶναί φασιν, οὕσπερ ἐπηγγείλατο τῷ
“λαῷ πέμψειν ὁ κύριος), ἀποκρινάσθωσαν ἡμῖν πρὸς
“θεοῦ, ἔστι τις, ὦ βέλτιστοι, τούτων τῶν ἀπὸ Μον-
“τανοῦ καὶ τῶν γυναικῶν λαλεῖν ἀρξαμένων, ὅστις 
“ὑπὸ Ἰουδαίων ἐδιώχθη ἢ ὑπὸ παρανόμων ἀπεκτάν-
“θη; οὐδείς. οὐδέ γέ τις αὐτῶν κρατηθεὶς ὑπὲρ τοῦ
“ὀνόματος ἀνεσταυρώθη. οὐ γὰρ οὖν. οὐδὲ μὴν
“οὐδὲ ἐν συναγωγαῖς Ἰουδαίων τῶν γυναικῶν τις
“ἐμαστιγώθη ποτὲ ἢ ἐλιθοβολήθη. οὐδαμόσε οὐδα- 
“μῶς.

ἄλλῳ δὲ θανάτῳ τελευτῆσαι λέγονται Μον-
“τανός τε καὶ Μαξίμιλλα. τούτους γὰρ ὑπὸ πνεύμα-

 
“τος βλαψίφρονος ἑκατέρους ὑποκινήσαντος λόγος
“ἀναρτῆσαι ἑαυτοὺς, οὐχ ὁμοῦ, κατὰ δὲ τὸν τῆς ἑκά-
“στου τελευτῆς καιρὸν φήμη πολλὴ, καὶ οὕτω δὲ τε-
“λευτῆσαι καὶ τὸν βίον καταστρέψαι Ἰούδα προδότου
 “δίκην.

καθάπερ καὶ τὸν θαυμαστὸν ἐκεῖνον τὸν
“πρῶτον τῆς κατ᾿ αὐτοὺς λεγομένης προφητείας οἷον
“ἐπίτροπόν τινα Θεόδοτον πολὺς αἱρεῖ λόγος, ὡς αἰ-
“ρόμενόν ποτε καὶ ἀναλαμβανόμενον εἰς οὐρανοὺς
“παρεκστῆναί τε καὶ καταπιστεῦσαι ἑαυτὸν τῷ τῆς
 “ἀπάτης πνεύματι, καὶ δισκευθέντα κακῶς τελευτῆ-
“σαι.

φασὶ γοῦν τοῦτο οὕτως γεγονέναι, ἀλλὰ
“μὴ ἄνευ τοῦ ἰδεῖν ἡμᾶς ἐπίστασθαί τι τῶν τοιού-
“των νομίζομεν, ὦ μακάριε. ἴσως μὲν γὰρ οὕτως,
“ἴσως δὲ οὐχ οὕτως τετελευτήκασι Μοντανός τε καὶ
 “Θεόδοτος καὶ ἡ προειρημένη γυνή.”

αὖθις δ᾿
ἐν τῷ αὐτῷ φησι λόγῳ τοὺς τότε ἱεροὺς ἐπισκόπους
πεπειρᾶσθαι μὲν τὸ ἐν τῇ Μαξιμίλλῃ πνεῦμα διελέγξαι,
κεκωλύσθαι δὲ πρὸς ἑτέρων, συνεργούντων
δηλαδὴ τῷ πνεύματι.

γράφει δὲ οὕτως “καὶ μὴ λε-
 “γέτω ἐν τῷ αὐτῷ λόγῳ τῷ κατὰ Ἀστέριον Οὐρβανὸν
“τὸ διὰ Μαξιμίλλης πνεῦμα ῾διώκομαι ὡς λύκος ἐκ
“προβάτων· οὐκ εἰμὶ λύκος· ῥῆμά εἰμι καὶ πνεῦμα καὶ
“δύναμις᾿, ἀλλὰ τὴν ἐν τῷ πνεύματι δύναμιν ἐναργῶς
“δειξάτω καὶ ἐλεγξάτω, καὶ ἐξομολογεῖσθαι διὰ τοῦ
 “πνεύματος καταναγκασάτω τοὺς τότε παρόντας εἰς
“τὸ δοκιμάσαι καὶ διαλεχθῆναι τῷ πνεύματι λαλοῦντι,
“ἄνδρας δοκίμους καὶ ἐπισκόπους, Ζωτικὸν ἀπὸ Κο-
“μάνης κώμης καὶ Ἰουλιανὸν ἀπὸ Ἀπαμείας, ὧν οἱ
“περὶ Θεμίσωνα τὰ στόματα φιμώσαντες οὐκ εἴασαν
 “τὸ ψευδὲς καὶ λαοπλάνον πνεῦμα ὑπ᾿ αὐτῶν ἐλεγ-
“χθῆναι.”

ἐν ταὐτῷ δὲ πάλιν ἕτερα μεταξὺ πρὸς
ἔλεγχον τῶν τῆς Μαξιμίλλης ψευδοπροφητειῶν εἰ-

 
πὼν, ὁμοῦ τόν τε χρόνον καθ᾿ ὃν ταῦτ᾿ ἔγραφε σημαίνει
καὶ τῶν προρρήσεων αὐτῆς μέμνηται, δι᾿ ὧν
πολέμους ἔσεσθαι καὶ ἀκαταστασίας προεμαντεύσατο,
ὧν καὶ τὴν ψευδολογίαν εὐθύνει ὧδε λέγων

“καὶ
“πῶς οὐ καταφανὲς ἤδη γέγονε καὶ τοῦτο τὸ ψεῦδος; 
“πλείω γὰρ ἢ τρισκαίδεκα ἔτη εἰς ταύτην τὴν ἡμέ-
“ραν, ἐξ οὗ τετελεύτηκεν ἡ γυνὴ, καὶ οὔτε μερικὸς
“οὔτε καθολικὸς κόσμῳ γέγονε πόλεμος, ἀλλὰ καὶ
“Χριστιανοῖς μᾶλλον εἰρήνη διάμονος ἐξ ἐλέου θεοῦ”.
καὶ ταῦτα δὲ ἐκ τοῦ δευτέρου συγγράμματος

καὶ 
ἀπὸ τοῦ τρίτου δὲ σμικρὰς παραθήσομαι λέξεις, δι᾿
ὧν πρὸς τοὺς αὐχοῦντας, ὡς ἄρα πλείους καὶ αὐτῶν
μεμαρτυρηκότες εἶεν, ταῦτά φησιν “ὅταν τοίνυν ἐν
“πᾶσι τοῖς εἰρημένοις ἐλεγχθέντες ἀπορήσωσιν, ἐπὶ
“τοὺς μάρτυρας πειρῶνται καταφεύγειν, λέγοντες 
“πολλοὺς ἔχειν μάρτυρας, καὶ τοῦτο εἶναι τεκμήριον
“πιστὸν τῆς δυνάμεως τοῦ παρ᾿ αὐτοῖς λεγομένου
“προφητικοῦ πνεύματος. τὸ δ᾿ ἔστιν ἄρα, ὡς ἔοικε,
“παντὸς μᾶλλον οὐκ ἀληθές.

καὶ γὰρ τῶν ἄλλων
“αἱρέσεών τινες πλείστους ὅσους ἔχουσι μάρτυρας, 
“καὶ οὐ παρὰ τοῦτο δήπου συγκαταθησόμεθα, οὐδὲ
“ἀλήθειαν ἔχειν αὐτοὺς ὁμολογήσομεν. καὶ πρῶτοί
“γε οἱ ἀπὸ τῆς Μαρκίωνος αἱρέσεως Μαρκιωνισταὶ
“καλούμενοι πλείστους ὅσους ἔχειν Χριστοῦ μάρτυ-
“ρας λέγουσιν, ἀλλὰ τόν γε Χριστὸν αὐτὸν κατ᾿ 
ἀλήθειαν οὐχ ὁμολογοῦσι.” καὶ μετὰ βραχέα τούτοις
ἐπιφέρει λέγων

“ὅθεν τοι καὶ ἐπειδὰν οἱ ἐπὶ τὸ
“τῆς κατ᾿ ἀλήθειαν πίστεως μαρτύριον κληθέντες
“ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας τύχωσι μετά τινων τῶν ἀπὸ τῆς
“τῶν Φρυγῶν αἱρέσεως λεγομένων μαρτύρων, δια- 
“φέρονταί τε πρὸς αὐτοὺς καὶ μὴ κοινωνήσαντες αὐ-
“τοῖς τελειοῦνται, διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι συγκαταθέ-

 
“συαι τῷ διὰ Μοντανοῦ καὶ τῶν γυναικῶν πνεύ-
“ματι. καὶ ὅτι τοῦτο ἀληθὲς καὶ ἐπὶ τῶν ἡμετέρων
“χρόνων ἐν Ἀπαμείᾳ τῇ πρὸς Μαιάνδρῳ τυγχάνει
“γεγενημένον ἐν τοῖς περὶ Γάϊον καὶ Ἀλέξανδρον
 “ἀπὸ Εὐμενείας μαρτυρήσασι πρόδηλον.”

[Nic. H. E. IV, 24] Ἐν τούτῳ δὲ τῷ συγγράμματι
καὶ Μιλτιάδου συγγραφέως μέμνηται, ὡς
λόγον τινὰ καὶ αὐτοῦ κατὰ τῆς προειρημένης αἱρέσεως
γεγραφότος. παραθἑμενος γοῦν αὐτῶν λέξεις
 τινὰς ἐπιφέρει λέγων “ταῦτα εὑρὼν ἔν τινι συγγράμ-
“ματι αὐτῶν ἐνισταμένων τῷ Μιλτιάδου τοῦ ἀδελ-
“φοῦ συγγράμματι, ἐν ᾧ ἀποδείκνυσι περὶ τοῦ μὴ
“δεῖς προφήτην ἐν ἐκστάσει λαλεῖν, ἐπετεμόμην.”

ὑποκαταβὰς δὲ ἐν αὐτῷ τοὺς κατὰ τὴν καινὴν
 διαθήκην προπεφητευκότας καταλέγει, ἐν οἷς καταριθμεῖ
Ἀμμίαν τινὰ καὶ Κοδρᾶτον, λέγων οὕτως
“ἀλλ᾿ ὅ γε ψευδοπροφήτης ἐν παρεκστάσει, ᾧ ἕπεται
“ἄδεια καὶ ἀφοβία, ἀρχόμενος μὲν ἐξ ἑκουσίου ἀμα-
“θίας, καταστρέφων δὲ εἰς ἀκούσιον μανίαν ψυχῆς,
 “ὡς προείρηται.

τοῦτον δὲ τὸν τρόπον οὔτε τινὰ
“τῶν κατὰ τὴν παλαιὰν, οὕτε τῶν κατὰ τὴν καινὴν
“πνευματοφορηθέντα προφήτην δεῖξαι δυνήσονται,
“οὔτε Ἄγαβον, οὔτε Ἰούδαν, οὔτε Σίλαν, οὔτε τὰς
“Φιλίππου θυγατέρας, οὔτε τὴν ἐν Φιλαδελφείᾳ Ἀμ-
 “μίαν, οὔτε Κοδρᾶτον, οὔτε γε δή τινας ἄλλους μη-
“δὲν αὐτοῖς προσήκοντας καυχήσονται.”

καὶ αὖθις
δὲ μετὰ βραχέα ταῦτά φησιν “εἰ γὰρ μετὰ
“Κοδρᾶτον καὶ τὴν ἐν Φιλαδελφείᾳ Ἀμμίαν, ὥς φα-
“σιν, αἱ περὶ Μοντανὸν διεδεξαντο γυναῖκες τὸ προ-
 “φητικὸν χάρισμα, τοὺς ἀπὸ Μοντανοῦ καὶ τῶν γυ-
“ναικῶν τίνες παρ᾿ αὐτοῖς διεδέξαντο δειξάτωσαν·
“δεῖν γὰρ εἶναι τὸ προφητικὸν χάρισμα ἐν πάσῃ τῇ

 
“ἐκκλησίᾳ μέχρι τῆς τελείας παρουσίας ὁ ἀπόστολος
“ἀξιοῖ· ἀλλ’ οὐκ ἂν ἔχοιεν δεῖξαι
“τον ἤδη που τοῦτο ἔτος ἀπὸ τῆς Μαξιμίλλης
“τῆς.”

οὗτος μὲν δὴ τοσαῦτα. ὅ γέ τοι πρὸς
δεδηλωμένος Μιλτιάδης καὶ ἄλλας ἡμῖν τῆς ἰδίας 
περὶ τὰ θεῖα λόγια σπουδῆς μνήμας καταλέλοιπεν,
ἔν τε οἷς πρὸς Ἕλληνας συνέταξε λόγοις καὶ τοῖς
πρὸς Ἰουδαίους, ἑκατέρᾳ ἰδίως ὑποθέσει ἐν δυσὶν
ὑπαντήσας συγγράμμασιν. ἔτι δὲ καὶ πρὸς τοὺς κοσμικοὺς
ἄρχοντας ὑπὲρ ἧς μετῄει φιλοσοφίας πεποίῃται 
ἀπολογίαν.

[Nic. H. E. IV, 25] τῆς δὲ κατὰ Φρύγας
καλουμένης αἱρέσεως καὶ Ἀπολλών·ιος, ἀκκλησιαστικὸς
συγγραφεὺς, ἀκμαζούσης εἰσέτι τότε κατὰ
τὴν Φρυγίαν ἔλεγχον ἐνστησάμενος ἴδιον κατ’ αὐτῶν 
πεποίηται σύγγραμμα, τὰς μὲν φερομένας ἀυτῶν
προφητείας ψευδεῖς οὔσας κατὰ λέξιν εὐθύνων, τὸν
δὲ βίον τῶν τῆς αἱρέσεως ἀρχηγῶν ὁποῖός τις γέγονε
διελέγχων. αὐτοῖς δὲ ῥήμασι περὶ τοῦ Μοντανοῦ
ταῦτα λέγοντος ἄκουε

“ἀλλὰ τίς οὗτός ἐστιν ὁ 
“πρόσφατος διδάσκαλος τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ ἡ διδα-
“σκαλία δείκνυσιν. οὗτός ἐστιν ὁ διδάξας λύσεις
“γάμων, ὁ νηστείας νομοθετήσας, ὁ Πἐπουζαν καὶ
Τύμιον Ἰερουσαλὴμ ὀνομάσας πόλεις δέ εἰσιν αὗ-
‘ται μικραὶ τῆς Φρυγίας), τοὺς πανταχόθεν ἐκεῖ 
῾συναγαγεῖν ἐθέλων, ὁ πρακτῆρας χρημάτων
‘στήσας, ὁ ἐπ’ ὀνόματι προσφορῶν τὴν δωροληψίαν
“ἐπιτεχνώμενος, ὁ σαλάρια χορηγῶν τοῖς κηρύττου-
“σιν αὐτοῦ τὸν λόγον, ἵνα διὰ τῆς γαστριμαργίας
ἡ διδασκαλία τοῦ λόγου κρατύνηται.’’

καὶ ταῦτα 
μὲν περὶ τοῦ Μοντανοῦ· καὶ περὶ τῶν προφητίδων
δὲ αὐτοῦ ὑποκαταβὰς οὕτω γράφει “δείκνυμεν οὑν

 
“αὐτὰς πρώτας τὰς προφήτιδας ταύτας, ἀφ’ οὑ τοῦ
“πνεύματος ἐπληρώθησαν, τοὺς ἄνδρας καταλιπού-
“σας. πῶς οὖν ἐψεύδοντο Πρίσκον. παρθένον
“καλοῦντες;” εἶτ’ ἐπιφέρει λέγων

“δοκεῖ σοι
 “γραφὴ κωλύειν προφήτην λαμβάνειν δῶρα καὶ χρή-
“ματα; ὅταν οὖν ἴδω τὴν προφῆτιν εἰληφυῖαν
“χρυσὸν καὶ ἄργυρον καὶ πολυτελεῖς ἐσθῆτας, πῶς
“ αὐτὴν μὴ παραιτήσωμαι;’’

αὖθις δὲ ὑποκαταβὰς
περί τινος τῶν κατ’ αὐτοὺς ὁμολογητῶν ταῦτά φησιν
 “ἔτι δὲ καὶ Θεμίσων, ὁ τὴν ἀξιόπιστον πλεονεξίαν
ἠμφιεσμένος, ὁ μὴ βαστάσας τῆς ὁμολογίας τὸ
“σημεῖον, ἀλλὰ πλήθει χρημάτων ἀποθέμενος
“δεσμὰ, δέον ἐπὶ τούτῳ ταπεινοφρονεῖν, ὡς μάρτυς
“καυχώμενος ἐτόλμησε, μιμούμενος τὸν ἀπόστολον,
 “καθολικήν τινα συνταξάμενος ἐπιστολὴν κατηχεῖν
“μὲν τοὺς ἄμεινον αὐτοῦ πεπιστευκότας,
“ζεσθαι δὲ τοῖς τῆς κενοφωνίας λόγοις, βλασφημῆσαι
δὲ εἰς τὸν κύριον καὶ τοὺς ἀποστόλους καὶ τὴν
ἁγίαν ἐκκλησίαν.

καὶ περὶ ἑτέρων δὲ αὖθις τῶν
 κατ’ αὐτοὺς τετιμημένων ὡς δὴ μαρτύρων οὕτω γράφει
ἵνα δὲ μὴ περὶ πλειόνων λέγωμεν, ἡ προφῆτις
ἡμῖν εἰπάτω τὰ κατὰ Ἀλέξανδρον τὸν λέγοντα ἑαυτὸν
μάρτυρα, ᾧ συνεστιᾶται, ᾧ προσκυνοῦσι καὶ
αὐτῷ πολλοὶ, οὗ τὰς λῃστείας καὶ τὰ ἄλλα τολμή-
 μάτα, ἐφ’ οἶς κεκόλασται, οὐχ ἡμὰς δεῖ λέγειν, ἀλλὰ
ὁ ὀπισθόδομος ἔχει.

τίς οὖν τίνι χαρίζεται τὰ
ἁμαρτήματα; πότερον ὁ προφήτης τὰς λῃστείας τῷ
μάρτυρι, ἢ ὁ μάρτυς τῷ προφήτῃ τὰς πλεονεξίας;
εἰρηκότος γὰρ τοῦ κυρίου ‘μὴ κτήσησθε χρυσὸν
 μήτε ἄργυρον μήτε δύο χιτῶνας οὗτοι πᾶν τοὐναν-
 

 
“τίον πεπλημμελήκασι περὶ τὰς τούτων τῶν ἀπηγο-
“ρευμένων κτήσεις. δείξομεν γὰρ τοὺς λεγομένους
“παρ᾿ αὐτοῖς προφήτας καὶ μάρτυρας μὴ μόνον
“πλουσίων, ἀλλὰ καὶ παρὰ πτωχῶν καὶ ὀρφανῶν καὶ
“χηρῶν κερματιζομένους.

καὶ εἰ πεποίθησιν ἔχου- 
“σιν, στήτωσαν ἐν τούτῳ, καὶ διορισάσθωσαν
“τούτοις, ἵνα ἐὰν ἐλεγχθῶσι, κἂν τοῦ λοιποῦ παύ-
“σωνται πλημμελοῦντες· δεῖ γὰρ τοὺς καρποὺς δο-
“κιμάζεσθαι τοῦ προφήτου, ἀπὸ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ
“ ξύλον γινώσκεται.

ἔνα δὲ τοῖς βουλομένοις τὰ 
“κατὰ Ἀλέξανδρον ᾖ γνώριμα, κέκριται ὑπὸ Αἰμιλίου
“Φροντίνου ἀνθυπάτου ἐν Ἐφέσω, οὐ διὰ τὸ ὄνομα,
‘ἀλλὰ δι’ ἃς ἐτόλμησε λῃστείας, ὢν ἤδη παραβάτης·
εἶτα ἐπιψευσάμενος τῷ ὀνόματι τοῦ κυρίου ἀπολἐ-
“λυταὶ, πλανήσας τοὺς ἐκεῖ πιστούς· καὶ ἡ ἰδία πα- 
‘ροικία αὐτὸν, ὅθεν ἦν, οὐκ ἐδέξατο, διὰ τὸ
“αὐτὸν λῃστήν. καὶ οἱ θέλοντες μαθεῖν τὰ κατ’ αὐ-
“τὸν ἔχουσι τὸ τῆς Ἀσίας δημόσιον ἀρχεῖον.

ὃν
“ὁ προφήτης συνόντα πολλοῖς ἔτεσιν ἀγνοεῖ,
“ἐλέγχοντες ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ καὶ τὴν ὑπόστασιν ἐξελέγχομεν 
τοῦ προφήτου. τὸ ὅμοιον ἐπὶ πολλῶν δυ-
“νάμεθα ἀποδεῖξαι, καὶ εἰ θαρροῦσιν, ὑπομεινάτω-
“σαν τὸν ἔλεγχον.”

πάλιν τε αὖ ἐν ἑτέρῳ
τοῦ συγγράμματος περὶ ὧν αὐχοῦσι προφητῶν ἐπιλέγει
ταῦτα “ἐὰν ἀρνῶνται δῶρα τοὺς προφήτας αὐτῶν 
εἰληφέναι, τοῦτο ὁμολογησάτωσαν, ὅτι ἐὰν
“ἐλεγχθῶσιν εἰληφότες, οὐκ εἰσὶ προφῆται, καὶ μυρίας
ἀποδείξεις τούτων παραστήσομεν. ἀναγκαῖον
“δέ ἐστι πάντας καρποὺς δοκιμάζεσθαι
προφήτης, εἰπέ μοι, βάπτεται; προφήτης στιβίζε- 
 

 
“ται; προφήτης φιλοκοσμεῖ; προφήτης τάβλαις
“κύβοις παίζει; προφήτης δανείζει; ταῦτα ὁμολογη-
“σάτωσαν πότερον ἔξεστιν ἢ μὴ, ἐγὼ δὲ ὅτι γέγονε
“παρ᾿ αὐτοῖς δείξω.’’

ὁ δ’ αὐτὸς οὗτος
 κατὰ τὸ αὐτὸ σύγγραμμα ἱστορεῖ ὡς ἄρα τεσσαρακοστὸν
ἐτύγχανεν ἔτος ἐπὶ τὴν τοῦ συγγράμματος
αὐτοῦ γραφὴν, ἐξ οὗ τῷ προσποιήτῳ αὐτοῦ προφητείᾳ
ὁ Μοντανὸς ἐπικεχείρηκε.

καὶ πάλιν φησὶν
ὡς ἄρα Ζωτικὸς, οὗ καὶ ὁ πρότερος συγγραφεὺς
 ἐμνημόνευσεν, ἐν Πεπούζοις προφητεύειν δὴ προσποιουμένης
τῆς Μαξιμίλλης ἐπιστὰς διελέγξαι τὸ
ἐνεργοῦν ἐν αὐτῇ πνεῦμα πεπείραται, ἐκωλύθη γε
μὴν πρὸς τῶν τὰ ἐκείνης φρονούντων. καὶ Θρασέα
δέ τινος τῶν τότε μαρτύρων μνημονεύει.

ἔτι δὲ
 ὡς ἐκ παραδόσεως τὸν σωτῆρά φησι προστεταχέναι
τοῖς αὐτοῦ ἀποστόλοις, ἐπὶ δώδεκα ἔτεσι μὴ χωρισθῆναι
τῆς Ἰερουσαλήμ. κέχρηται δὲ καὶ μαρτυρίαις
ἀπὸ τῆς Ἰωάννου ἀποκαλύψεως, καὶ νεκρὸν δὲ δυνάμει
θείᾳ πρὸς αὐτοῦ Ἰωάννου ἐν τῇ Ἐφέσω
 ἐγηγέρθαι ἱστορεῖ. καὶ ἄλλα τινά φησι, δι’ ὧν ἱκανῶς
τῆς προειρημένης αἱρέσεως πληρέστατα διηύθυνε
τὴν πλάνην. ταῦτα καὶ ὁ Ἀπολλώνιος.

[Nic. H. E. IV, 27] Τῶν δὲ Ἀπολιναρίου
κατὰ τῆς δηλωθείσης αἱρέσεως μνήμην πεποίηται
 Σαραπίων, ὃν ἐπὶ τῶν δηλουμένων χρόνων μετὰ
Μαξιμῖνον ἐπίσκοπον τῆς Ἀντιοχέων ἐκκλησίας γενέσθαι
κατέχει λόγος. μέμνηται δὲ αὐτοῦ ἐν ἰδίᾳ
ἐπιστολῇ τῇ πρὸς Καρικὸν καὶ Πόντιον, ἐν ᾗ διευθύνων
καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν αἵρεσιν ἐπιλέγει ταῦτα

“ὅπως δὲ καὶ τοῦτο ἴδητε, ὅτι τῆς ψευδοῦς ταύ-
“τῆς τάξεως τῆς ἐπικαλουμένης νέας προφητείας
“ἐβδέλυκται ἡ ἐνέργεια παρὰ πάσῃ τῇ ἐν κόσμῳ

 
ἀδελφότητι, πέπομφα ὑμῖν καὶ Κλαυδίου Ἀπολινα-
‘ρίου τοῦ μακαριωτάτου γενομένου ἐν Ἱεραπόλει τῆς
‘Ἀσίας ἐπισκόπου γράμματα.’’

ἐν ταύτῃ δὲ τῇ τοῦ
Σαραπίωνος ἐπιστολῇ καὶ ὑποσημειώσεις φέρονται
διαφόρων ἐπισκόπων, ὧν ὁ μέν τις ὧδέ πως ὑποσεσημείωται 
“Αὐρήλιος Κυρήνιος μάρτυς ἐρρῶσθαι
ὑμᾶς εὔχομαι” , ὁ δέ τις τοῦτον τὸν τρόπον “Αἴλιος
Πούπλιος Ἰούλιος ἀπὸ Δεβελτοῦ κολωνίας τῆς Θρᾴ-
κης ἐπίσκοπος· ζῇ ὁ θεὸς ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅτι
Σωτᾶς ὁ μακάριος ὁ ἐν Ἀγχιάλῳ ἠθέλησε τὸν δαίμονα 
τὸν Πρισκίλλης ἐκβαλεῖν, καὶ οἶ ὑποκριταὶ οὐκ
ἀφῆκαν.

καὶ ἄλλων δὲ πλειόνων τὸν ἀριθμὸν
ἐπισκόπων συμψήφων τούτοις ἐν τοῖς δηλωθεῖσι
γράμμασιν αὐτόγραφοι φέρονται σημειώσεις. καὶ τὰ
μὲν κατὰ τούτους ἦν τοιαῦτα.

[Nic. H. E. IV, 30] Ἐξ ἐναντίας δὲ τῶν ἐπὶ
Ῥώμης τὸν ὑγιῆ τῆς ἐκκλησίας θεσμὸν παραχαραττόντων,
Εἰρήναιος διαφόρους ἐπιστολὰς συντάττει,
τὴν μὲν ἐπιγράψας πρὸς Βλάστον περὶ σχίσματος,
τὴν δὲ πρὸς Φλωρῖνον περὶ μοναρχίας ἢ περὶ τοῦ 
μὴ εἶναι τὸν θεὸν ποιητὴν κακῶν. ταύτης γάρ τοι
τῆς γνώμης οὗτος ἐδόκει προασπίζειν· δι’ ὃν αὖθις
ὑποσυρόμενον τῇ κατὰ Οὐαλεντῖνον πλάνῃ καὶ τὸ
περὶ ὀγδοάδος συντάττεται τῷ Εἰρηναίῳ σπούδασμα,
ἐν ᾧ καὶ ἐπισημαίνεται τὴν πρώτην τῶν ἀποστόλων 
κατειληφέναι ἑαυτὸν διαδοχήν.

ἔνθα πρὸς τῷ τοῦ
συγγράμματος τέλει χαριεστάτην αὐτοῦ σημείωσιν
εὑρόντες ἀναγκαίως καὶ ταύτην τῇδε καταλέξομεν τῇ
γραφῇ, τοῦτον ἔχουσαν τὸν τρόπον “ὁρκίζω σε τὸν
μεταγραψόμενον τὸ βιβλίον τοῦτο κατὰ τοὐ κυρίου 
 

 
“ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ κατὰ τῆς ἐνδόξου παρου-
“σίας αὐτοῦ, ἧς ἔρχεται κρῖναι ζῶντας καὶ νεκροὺς,
“ἵνα ἀντιβάλῃς ὃ μετεγράψω, καὶ κατορθώσῃς αὐτὸ
“πρὸς τὸ ἀντίγραφον τοῦτο, ὅθεν μετεγράψω, ἐπιμε-
 “λῶς· καὶ τὸν ὅρκον τοῦτον ὁμοίως μεταγράψεις καὶ
“θήσεις ἐν τῷ ἀντιγράφῳ.”

καὶ ταῦτα δὲ ὠφελίμως
ὑπ᾿ ἐκείνου λελέχθω, πρὸς ἡμῶν τε ἱστορείσθω,
ὡς ἂν ἔχοιμεν ἄριστον σπουδαιοτάτης ἐπιμελείας τοὺς
ἀρχαίους ἐκείνους καὶ ὄντως ἱεροὺς ἄνδρας ὑπόδειγμα.

ἐν ᾗ γε μὴν προειρήκαμεν πρὸς τὸν Φλωρῖνον ὁ
Εἰρηναῖος ἐπιστολῇ αὖθις τῆς ἅμα Πολυκάρπῳ συνουσίας
αὐτοῦ μνημονεύει λέγων “ταῦτα τὰ δόγματα,
“Φλωρῖνε, ἵνα πεφεισμένως εἴπω, οὐκ ἔστιν ὑγιοῦς
“γνώμης· ταῦτα τὰ δόγματα ἀσύμφωνά ἐστι τῇ ἐκ-
 “κλησίᾳ, εἰς τὴν μεγίστην ἀσέβειαν περιβάλλοντα
“τοὺς πειθομένους αὐτοῖς· ταῦτα τὰ δόγματα οὐδὲ
“οἱ ἔξω τῆς ἐκκλησίας αἱρετικοὶ ἐτόλμησαν ἀποφή-
“νασθαί ποτε· ταῦτα τὰ δόγματα οἱ πρὸ ἡμῶν πρεσ-
“βύτεροι οἱ καὶ τοῖς ἀποστόλοις συμφοιτήσαντες οὐ
 “παρέδωκάν σοι.

εἶδον γάρ σε παῖς ἔτι ὢν ἐν τῇ
“κάτω Ἀσίᾳ παρὰ Πολυκάρπῳ, λαμπρῶς πράσσοντα
“ἐν τῇ βασιλικῇ αὐλῇ, καὶ πειρώμενον εὐδοκιμεῖν
“παρ᾿ αὐτῷ. μᾶλλον γὰρ τὰ τότε διαμνημονεύω τῶν
“ἔναγχος γινομένων.

αἱ γὰρ ἐκ παίδων μαθήσεις
 “συναύξουσαι τῇ ψυχῇ ἑνοῦνται αὐτῇ, ὥστε με δύ-
“νασθαι εἰπεῖν καὶ τὸν τόπον ἐν ᾧ καθεζόμενος διε-
“λέγετο ὁ μακάριος Πολύκαρπος, καὶ τὰς προόδους
“αὐτοῦ καὶ τὰς εἰσόδους, καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ βίου,
“καὶ τὴν τοῦ σώματος ἰδέαν, καὶ τὰς διαλέξεις ἃς
 “ἐποιεῖτο πρὸς τὸ πλῆθος, καὶ τὴν μετὰ Ἰωάννου
 

 
“συναναστροφὴν ὡς ἀπήγγελλε καὶ τὴν μετὰ
“λοιπῶν τῶν ἑωρακότων τὸν κύριον, καὶ ὡς ἀπεμνη-
“μόνευε τοὺς λόγους αὐτῶν, καὶ περὶ τοῦ κυρίου
“τίνα ἦν ἃ παρ’ ἐκείνων ἀκηκόει, καὶ περὶ τῶν
“δυνάμεων αὐτοῦ, καὶ περὶ τῆς διδασκαλίας, ὡς 
“παρὰ τῶν αὐτοπτῶν τῆς ζωῆς τοῦ λόγου παρειληφὼς
ὁ Πολύκαρπος ἀπήγγελλε πάντα σύμφωνα
“ταἴς γραφαῖς.

ταῦτα καὶ τότε διὰ τὸ ἔλεος τοῦ
“θεοῦ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ γεγονὸς σπουδαίως ἤκουον,
‘μνηματιζόμενος αὐτὰ οὐκ ἐν χάρτῃ, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐμῇ 
“καρδίᾳ, καὶ ἀεὶ διὰ τὴν χάριν τοῦ θεοῦ γνησίως
“αὐτὰ ἀναμαρυκῶμαι· καὶ δύναμαι διαμαρτύρασθαι
“ἔμπροσθεν τοῦ θεοῦ, ὅτι εἴ τι τοιοῦτον ἀκηκόει
“ἐκεῖνος ὁ μακάριος καὶ ἀποστολικὸς πρεσβύτερος,
“ἀνακράξας ἂν καὶ ἐμφράξας τὰ ὦτα αὐτοῦ, καὶ τὸ 
“σύνηθες αὐτῷ εἰπών ‘ ὦ καλὲ θεὲ, εἰς οἴους με και-
“ροὺς τετήρηκας, ἔνα τούτων ἀνέχωμαι πεφεύγει
“καὶ τὸν τόπον ἐν ᾧ καθεζόμενος ἢ ἑστὼς τῶν
“ούτων ἀκηκόει λόγων.

καὶ ἐκ τῶν ἐπιστολῶν δὲ
αὐτοῦ ὧν ἐπέστειλεν ἤτοι ταῖς γειτνιώσαις ἐκκλησίαις 
ἐπιστηρίζων αὐτὰς, ἢ τῶν ἀδελφῶν τισὶ νουθετῶν
αὐτοὺς καὶ προτρεπόμενος, δύναται φανερωθῆναι.”
ταῦτα ὁ Εἰρήναιος.

[Nic. H. E. IV, 26] Κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τῆς
Κομόδου βασιλείας χρόνον μεταβέβλητο μὲν ἐπὶ τὸ 
πρᾶον τὰ καθ’ ἡμᾶς, εἰρήνης σὺν θείᾳ χάριτι τὰς
καθ’ ὅλης τῆς οἰκουμένης διαλαβούσης ἐκκλησίας,
ὅτε καὶ ὁ σωτήριος λόγος ἐκ παντὸς γένους ἀνθρώπων
πᾶσαν ὑπήγετο ψυχὴν ἐπὶ τὴν εὐσεβῆ τοῦ τῶν
ὅλων θεοῦ θρησκείαν, ὥστε ἤδη καὶ τῶν ἐπὶ Ῥώμης 
εὖ μάλα πλούτῳ καὶ γένει διαφανῶν πλείους ἐπὶ
τὴν σφῶν ὁμόσε χωρεῖν πανοικί τε καὶ παγγενῆ

 
σωτηρίαν.

οὐκ ἦν δὲ ἄρα τοῦτο τῷ μισοκάλῳ δαίμονι
βασκάνῳ ὄντι τὴν φύσιν οἰστόν· ἀπεδύετο δ’
οὖν αὖθις, ποικίλας τὰς καθ’ ἡμῶν μηχανὰς ἐπιτεχνώμενος.
ἐπὶ γοῦν τῆς Ῥωμαίων πόλεως Ἀπολλώνιον,
 ἄνδρα τῶν τότε πιστῶν ἐπὶ παιδείᾳ καὶ φιλοσοφίᾳ
βεβοημένον, ἐπὶ δικαστήριον ἄγει, ἴνα γέ τιν’
τῶν εἰς ταῦτα ἐπιτηδείων αὐτῷ διακόνων ἐπὶ κατηγορίᾳ
τἀνδρὸς ἐγείρας.

ἀλλ’ ὁ μὲν δείλαιος παρὰ
καιρὸν τὴν δίκην εἰσελθὼν, ὅτι μὴ ζῆν ἐξὸν ἦν κατὰ
 βασιλικὸν ὅρον τοὺς τῶν τοιῶνδε μηνυτὰς, αὐτίκα
κατάγνυται τὰ σκέλη, Περεννίου δικαστοῦ τοιαύτην
κατ’ αὐτοῦ ψῆφον ἀπενέγκαντος.

ὁ δέ γε θεοφιλέστατος
μάρτυς, πολλὰ λιπαρῶς ἱκετεύσαντος τοὐ
δικαστοῦ καὶ λόγον αὐτὸν ἐπὶ τῆς συγκλήτου βουλῆς
 αἰτήσαντος, λογιωτάτην ὑπὲρ ἧς ἐμαρτύρει πίστεως
ἐπὶ πάντων παρασχὼν ἀπολογίαν κεφαλικῇ κολάσει
ὡσὰν ἀπὸ δόγματος συγκλήτου τελειοῦται, μηδ’
ἄλλως ἀφεῖσθαι τοὺς ἅπαξ εἰς δικαστήριον παριόντας
καὶ μηδαμῶς τῆς προθέσεως μεταβαλλομένους
 ἀρχαίου παρ’ αὐτοῖς νόμου κεκρατηκότος.

τούτου
μὲν οὖν τὰς ἐπὶ τοῦ δικαστοῦ φωνὰς καὶ τὰς ἀποκρίσεις,
ἃς πρὸς πεῦσιν πεποίητο τοῦ Περεννίου,
πᾶσάν τε τὴν πρὸς τὴν σύγκλητον ἀπολογίαν ὅτῳ
διαγνῶναι φίλον, ἐκ τῆς τῶν ἀρχαίων μαρτυρίων
 συναχθείσης ἡμῖν ἀναγραφῆς εἴσεται.

[Nic. II. E. IV, 19] Δεκάτῳ γε μὴν τῆς
Κομόδου βασιλείας ἔτει δέκα πρὸς τρισὶν ἔτεσι τὴν
ἐπισκοπὴν λελειτουργηκότα Ἐλεύθερον διαδέχεται
Βίκτωρ· ἐν ᾧ καὶ Ἰουλιανοῦ δέκατον ἔτος ἀναπλήσαντος
 τῶν κατ’ Ἀλεξάνδρειαν παροικιῶν τὴν
ἐγχειρίζεται Δημήτριος· καθ’ οὓς καὶ τῆς
Ἀντιοχέων ἐκκλησίας ὄγδοος ἀπὸ τῶν ἀποστόλων ὁ

 
πρόσθεν ἤδη δεδηλωμένος ἔτι τότε Σαραπίων ἐπίσκοπος
ἐγνωρίζετο· Καισαρείας δὲ τῆς ἐπὶ Παλαιστίνῃ
καθηγεῖτο Θεόφιλος. καὶ Νάρκισσος δὲ ὁμοίως,
οὗ καὶ πρόσθεν ὁ λόγος μνήμην ἐποιήσατο, τῆς ἐν
Ἱεροσολύμοις ἐκκλησίας ἔτι τότε τὴν λειτουργίαν εἶχεν. 
Κορίνθου δὲ τῆς καθ’ Ἑλλάδα κατὰ τοὺς αὐτοὺς
χρόνους ἐπίσκοπος ἦν Βάκχυλλος, καὶ τῆς ἐν
Ἐφέσω παροικίας Πολυκράτης, καὶ ἄλλοι δὲ, ὥς γε
εἰκὸς, ἐπὶ τούτοις μυρίοι κατὰ τούσδε διέπρεπον.
ὧν γε μὴν ἔγγραφος ἡ τῆς πίστεως εἰς ἡμὰς κατῆλθεν 
ὀρθοδοξία, τούτους εἰκότως ὀνομαστὶ
κατελέξαμεν.

[Nic. H. E. IV, 36] Ζητήσεως δῆτα κατὰ
τούσδε οὐ σμικρὰς ἀνακινηθείσης, ὅτι δὴ τῆς Ἀσίας
ἁπάσης αἶ παροικίαι ὡσὰν ἐκ παραδόσεως ἀρχαιοτέρας 
σελήνης τὴν τεσσαρεσκαιδεκάτην ᾤοντο δεῖν
ἐπὶ τῆς τοῦ πάσχα σωτηρίου ἑορτῆς παραφυλάττειν,
ἐν ᾗ θύειν τὸ πρόβατον Ἰουδαίοις προηγόρευτο, ὡς
δέον ἐκ παντὸς κατὰ ταύτην, ὁποίᾳ δ’ ἂν ἡμέρᾳ τῆς
ἑβδομάδος περιτυγχάνοι, τὰς τῶν ἀσιτιῶν ἐπιλύσεις 
ποιεῖσθαι, οὐκ ἔθους ὄντος τοῦτον ἐπιτελεῖν τὸν
τρόπον ταῖς ἀνὰ τὴν λοιπὴν ἅπασαν οἰκουμένην
ἐκκλησίαις, ἑ § ἀποστολικῆς παραδόσεως τὸ καὶ εἰς
δεῦρο κρατῆσαν ἔθος φυλαττούσαις, ὡς μηδ’ ἑτέρᾳ
προσήκειν παρὰ τὴν τῆς ἀναστάσεως τοῦ σωτῆρος 
ἡμῶν ἡμέρᾳ τὰς νηστείας ἐπιλύεσθαι.

σύνοδοι
δὴ καὶ συγκροτήσεις ἐπισκόπων ἐπὶ ταὐτὸν ἐγίνοντο,
πάντες τε μιᾷ γνώμῃ δι’ ἐπιστολῶν ἐκκλησιαστικὸν
δόγμα τοῖς πανταχόσε διετυποῦντο, ὡς ἂν μηδ’ ἐν
ἄλλῃ ποτὲ τῆς κυριακῆς ἡμέρᾳ τὸ τῆς ἐκ νεκρῶν 
ἀναστάσεως ἐπιτελοῖτο τοῦ κυρίου μυστήριον, καὶ
ὅπως ἐν ταύτῃ μόνῃ τῶν κατὰ τὸ πάσχα νηστειῶν

 
φυλαττοίμεθα τὰς ἐπιλύσεις.

φέρεται δ᾿ εἰσέτι
νῦν τῶν κατὰ Παλαιστίνην τηνικάδε συγκεκροτημένων
γραφὴ, ὧν προυτέτακτο Θεόφιλος τῆς ἐν Καισαρείᾳ
παροικίας ἐπίσκοπος καὶ Νάρκισσος τῆς ἐν
 Ἱεροσολύμοις· καὶ τῶν ἐπὶ ῾Ρώμης δὲ ὁμοίως ἄλλη
περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, ἐπίσκοπον Βίκτορα δηλοῦσα·
τῶν τε κατὰ Πόντον ἐπισκόπων, ὧν Πάλμας
ὡς ἀρχαιότατος προυτέτακτο, καὶ τῶν κατὰ Γαλλίαν
δὲ παροικιῶν, ἃς Εἰρήναιος ἐπεσκόπει·

ἔτι τε
 τῶν κατὰ τὴν Ὀσροηνὴν καὶ τὰς ἐκεῖσε πόλεις· καὶ
ἰδίως Βακχύλλου τῆς Κορινθίων ἐκκλησίας ἐπισκόπου,
καὶ πλείστων ὅσων ἄλλων, οἳ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν
δόξαν τε καὶ κρίσιν ἐξενηνεγμένοι τὴν αὐτὴν
τέθεινται ψῆφον. καὶ τούτων μὲν ἦν ὅρος εἷς , ὁ
 δεδηλωμένος·

[Nic. H. E. IV, 37] τῶν δὲ ἐπὶ τῆς Ἀσίας
ἐπισκόπων, τὸ πάλαι πρότερον αὐτοῖς παραδοθὲν
διαφυλάττειν ἔθος χρῆναι διισχυριζομένων, ἡγεῖτο
Πολυκράτης, ὃς καὶ αὐτὸς ἐν ᾗ πρὸς Βίκτορα καὶ
 τὴν ῾Ρωμαίων ἐκκλησίαν διετυπώσατο γραφῇ τὴν εἰς
αὐτὸν ἐλθοῦσαν παράδοσιν ἐκτέθειται διὰ τούτων

“ἡμεῖς οὖν ἀρρᾳδιούργητον ἄγομεν τὴν ἡμέραν,
“μήτε προστιθέντες μήτε ἀφαιρούμενοι. καὶ γὰρ
“κατὰ τὴν Ἀσίαν μεγάλα στοιχεῖα κεκοίμηται, ἅτινα
 “ἀναστήσεται τῇ ἡμέρᾳ τῆς παρουσίας τοῦ κυρίου,
“ἐν ᾗ ἔρχεται μετὰ δόξης ἐξ οὐρανῶν, καὶ ἀναστήσει
“πάντας τοὺς ἁγίους, Φίλιππον τὸν τῶν δώδεκα ἀπο-
“στόλων, ὃς κεκοίμηται Ἱεραπόλει, καὶ δύο θυγα-
“τέρες αὐτοῦ γεγηρακυῖαι παρθένοι, καὶ ἡ ἑτέρα
 “αὐτοῦ θυγάτηρ ἐν ἁγίῳ πνεύματι πολιτευσαμένη,
“ἣ ἐν Ἐφέσῳ ἀναπαύεται·

ἔτι δὲ καὶ Ἰωάννης ὁ
“ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ κυρίου ἀναπεσὼν, ὃς ἐγενήθη

 
“ἱερεὺς τὸ πέταλον πεφορηκὼς, καὶ μάρτυς καὶ διδά-
“σκαλος· οὗτος ἐν Ἐφέσῳ κεκοίμηται·

ἔτι δὲ καὶ
“Πολύκαρπος ὁ ἐν Σμύρνῃ καὶ ἐπίσκοπος καὶ μάρτυς,
“καὶ Θρασέας ἐπίσκοπος καὶ μάρτυς ἀπὸ
‘ὃς ἐν Σμύρνῃ κεκοίμηται.

τί δὲ δεῖ λέγειν Σά- 
“γαριν ἐπίσκοπον καὶ μάρτυρα, ὃς ἐν Λαοδικείᾳ κε-
“κοίμηται, ἔτι δὲ καὶ Παπίριον τὸν μακάριον, καὶ
“Μελίτωνα τὸν εὐνοῦχον, τὸν ἐν ἁγίῳ πνεύματι
“πάντα πολιτευσάμενον, ὃς κεῖται ἐν Σάρδεσι περι-
“μένων τὴν ἀπὸ τῶν οὐρανῶν ἐπισκοπὴν, ἐν ᾗ ἐκ 
“νεκρῶν ἀναστήσεται.

οὗτοι πάντες ἐτήρησαν
“ἡμἐραν τῆς τεσσαρεσκαιδεκάτης τοῦ πάσχα κατὰ τὸ
“εὐαγγέλιον, μηδὲν παρεκβαίνοντες, ἀλλὰ κατὰ τὸν
“κανόνα τῆς πίστεως ἀκολουθοῦντες· ἔτι δὲ κἀγὼ ὁ
“μικρότερος πάντων ὑμῶν Πολυκράτης, κατὰ παρά- 
“δόσιν τῶν συγγενῶν μου, οἷς καὶ παρηκολούθησά
“ τισιν αὐτῶν. ἑπτὰ μὲν ἦσαν συγγενεῖς μου ἐπίσκο-
“ποι, ἐγὼ δὲ ὄγδοος· καὶ πάντοτε τὴν ἡμέραν
“οἶ συγγενεῖς μου, ὅτε ὁ λαὸς ἤρνυε τὴν ζύμην.
“

ἐγὼ οὖν, ἀδελφοὶ, ἐξήκοντα πέντε ἔτη ἔχων ἐν 
“κυρίῳ, καὶ συμβεβληκὼς τοῖς ἀπὸ τῆς οἰκουμένης
ἀδελφοῖς, καὶ πᾶσαν ἁγίαν γραφὴν διεληλυθὼς, οὐ
“πτύρομαι ἐπὶ τοῖς καταπλησσομένοις. οἱ γὰρ ἐμοῦ
μείζονες εἰρήκασι πειθαρχεῖν δεῖ θεῷ μᾶλλον ἢ
“ἀνθρώποις”

τούτοις ἐπιφέρει περὶ πάντων γράφων 
τῶν συμπαρόντων αὐτῷ καὶ ὁμοδοξούντων ἐπισκόπων
ταῦτα λέγων “ἐδυνάμην δὲ τῶν ἐπισκόπων
“τῶν συμπαρόντων μνημονεῦσαι, οὓς ὑμεῖς ἠξιώσατε
“μετακληθῆναι ὑέ ἐμοῦ, καὶ μετεκαλεσάμην· ὧν τὰ
“ἀνόματα ἐὰν γράφω, πολλὰ πλήθη εἰσίν. οἱ δὲ 
 

 
“ἰδόντες τὸν μικρόν μου ἄνθρωπον συνηυδόκησαν
“τῇ ἐπιστολῇ, εἰδότες ὅτι εἰκῆ πολιὰς οὐκ ἤνεγκα,
“ἀλλὰ ἐν κυρίῳ Ἰησοῦ πάντοτε πεπολίτευμαι.”

ἐπὶ
τούτοις ὁ μὲν τῆς ῾Ρωμαίων προεστὼς Βίκτωρ ἀθρόως
 τῆς Ἀσίας πάσης ἅμα ταῖς ὁμόροις ἐκκλησίαις τὰς
παροικίας ἀποτέμνειν, ὡσὰν ἑτεροδοξούσας, τῆς κοινῆς
ἑνώσεως πειρᾶται, καὶ στηλιτεύει γε διὰ γραμμάτων,
ἀκοινωνήτους πάντας ἄρδην τοὺς ἐκεῖσε
ἀνακηρύττων ἀδελφούς.

ἀλλ᾿ οὐ πᾶσί γε τοῖς
 ἐπισκόποις ταὐτ᾿ ἠρέσκετο. ἀντιπαρακελεύονται δῆτα
αὐτῷ τὰ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς πρὸς τοὺς πλησίον
ἑνώσεως τε καὶ ἀγάπης φρονεῖν. φέρονται δὲ καὶ
αἱ τούτων φωναὶ, πληκτικώτερον καθαπτομένων τοῦ
Βίκτορος.

ἐν οἷς καὶ ὁ Εἰρηναῖος ἐκ προσώπου
 ὧν ἡγεῖτο κατὰ τὴν Γαλλίαν ἀδελφῶν ἐπιστείλας
παρίσταται μὲν τῷ δεῖν ἐν μόνῃ τῇ τῆς κυριακῆς
ἡμέρᾳ τὸ τῆς τοῦ κυρίου ἀναστάσεως ἐπιτελεῖσθαι
μυστήριον, τῷ γε μὴν Βίκτορι προσηκόντως, ὡς μὴ
ἀποκόπτοι ὅλας ἐκκλησίας θεοῦ, ἀρχαίου ἔθους παράδοσιν
 ἐπιτηρούσας, πλεῖστα ἕτερα παραινεῖ, καὶ
αὐτοῖς ῥήμασι τάδε ἐπιλέγων

“οὐδὲ γὰρ μόνον
“περὶ τῆς ἡμέρας ἐστὶν ἡ ἀμφισβήτησις, ἀλλὰ καὶ
“περὶ τοῦ εἴδους αὐτοῦ τῆς νηστείας. οἱ μὲν γὰρ
“οἴονται μίαν ἡμέραν δεῖν αὐτοὺς νηστεύειν, οἱ δὲ
 “δύο, οἱ δὲ καὶ πλείονας· οἱ δὲ τεσσαράκοντα ὥρας
“ἡμερινάς τε καὶ νυκτερινὰς συμμετροῦσι τὴν ἡμέραν
“αὐτῶν.

καὶ τοιαύτη μὲν ποικιλία τῶν ἐπιτη-
“ρούντων οὐ νῦν ἐφ᾿ ἡμῶν γεγονυῖα, ἀλλὰ καὶ πολὺ
“πρότερον ἐπὶ τῶν πρὸ ἡμῶν, τῶν παρὰ τὸ ἀκριβὲς,
 “ὡς εἰκὸς, κρατούντων τὴν καθ᾿ ἁπλότητα καὶ ἰδιω-
 

 
“τισμὁν συνήθειαν εἰς τὸ μετέπειτα πεποιηκότων.
“καὶ οὐδὲν ἔλαττον πάντες οὗτοι εἰρήνευσάν τε
“εἰρηνεύομεν πρὸς ἀλλήλους, καὶ ἡ διαφωνία τῆς
“νηστείας τὴν ὁμόνοιαν τῆς πίστεως συνίστησι.’’

τούτοις καὶ ἱστορίαν προστίθησιν, ἣν οἰκείως 
παραθήσομαι, τοῦτον ἔχουσαν τὸν τρόπον ἐν οἷς
“καὶ οἶ πρὸ Σωτῆρος πρεσβύτεροι οἶ προστάντες
“ἐκκλησίας ἧς σὺ νῦν ἀφηγῇ, Ἀνίκητον λέγομεν
“Πίον, Ὑγῖνόν τε καὶ Τελεσφόρον καὶ Ξυστὸν,
“αὐτοὶ ἐτήρησαν οὔτε τοῖς μετ’ αὐτῶν ἐπέτρεπον, 
καὶ οὐδὲν ἔλαττον αὐτοὶ μὴ τηροῦντες εἰρήνευον
“τοῖς ἀπὸ τῶν παροικιῶν, ἐν αἷς ἐτηρεῖτο, ἐρχομένοις
‘πρὸς αὐτούς· καίτοι μᾶλλον ἐναντίον ἦν τὸ τηρεῖν
“τοῖς μὴ τηροῦσι.

καὶ οὐδέποτε διὰ τὸ
‘’τοῦτο ἀπεβλήθησάν τινες, ἀλλ’ αὐτοὶ μὴ τηροῦντες 
“οἱ πρὸ σοῦ πρεσβύτεροι τοῖς ἀπὸ τῶν
“τηροῦσιν ἔπεμπον εὐχαριστίαν.

καὶ τοῦ μακα-
“ρίου Πολυκάρπου ἐπιδημήσαντος τῇ Ῥώμῃ ἐπὶ
“κήτου, καὶ περὶ ἄλλων τινῶν μικρὰ σχόντες πρὸς
“ἀλλήλους εὐθὺς εἰρήνευσαν, περὶ τούτου τοῦ κεφα- 
“λαίου μὴ φιλεριστήσαντες̣ εἰς ἑαυτούς. οὔτε γὰρ ὁ
Ἀνίκητος τὸν Πολύκαρπον πεῖσαι ἐδύνατο μὴ τη-
“ῥεῖν, ἅτε μετὰ Ἰωάννου τοὐ μαθητοῦ τοῦ κυρίου
“ἡμῶν ἡμῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἀποστόλων, οἷς
“ἀεὶ τετηρηκότα, οὔτε μὴν ὁ Πολύκαρπος τὸν Ἀνίκητον 
ἔπεισε τηρεῖν, λέγοντα τὴν συνήθειαν τῶν
“πρὸ οὐτοῦ πρεσβυτέρων ὀφείλειν κατέχειν.

καὶ
τούτων οὕτως ἐχόντων ἐκοινώνησαν ἑαυτοῖς, καὶ ἐν
τῇ ἐκκλησίᾳ παρεχώρησεν ὁ Ἀνίκητος τὴν εύχαριστίαν
τῷ Πολυκάρπῳ κατ’ ἐντροπὴν δηλονότι, καὶ 
μετ’ εἰρήνης ἀπ’ ἀλλήλων ἀπηλλάγησαν, πάσης τῆς
ἐκκλησίας εἰρήνην ἐχόντων καὶ τῶν τηρούντων καὶ

 
“τῶν μὴ τηρούντων.”

καὶ ὁ μὲν Εἰρηναῖος φερώνυμός
τις ὢν τῇ προσηγορίᾳ, αὐτῷ τε τῷ τρόπῳ
εἰρηνοποιὸς, τοιαῦτα ὑπὲρ τῆς τῶν ἐκκλησιῶν εἰρήνης
παρεκάλει τε καὶ ἐπρέσβευεν. ὁ δ᾿ αὐτὸς οὐ
 μόνον τῷ Βίκτορι, καὶ διαφόροις δὲ πλείστοις ἄρχουσιν
ἐκκλησιῶν τὰ κατάλληλα δι᾿ ἐπιστολῶν περὶ τοῦ
κεκινημένου ζητήματος ὡμίλει.

[Nic. H. E. IV, 36] Οἵ γε μὴν ἐπὶ Παλαιστίνης,
οὓς ἀρτίως διεληλύθαμεν, ὅ τε Νάρκισσος
 καὶ Θεόφιλος, καὶ σὺν αὐτοῖς Κάσσιος τῆς κατὰ Τύρον
ἐκκλησίας ἐπίσκοπος, καὶ Κλάρος τῆς ἐν Πτολεμαΐδι,
οἵ τε μετὰ τούτων συνεληλυθότες περὶ τῆς
κατελθούσης εἰς αὐτοὺς ἐκ διαδοχῆς τῶν ἀποστόλων
περὶ τοῦ πάσχα παραδόσεως πλεῖστα διειληφότες,
 κατὰ τὸ τέλος τῆς γραφὴς αὐτοῖς ῥήμασιν ἐπιλέγουσι
ταῦτα “τῆς δ᾿ ἐπιστολῆς ἡμῶν πειράθητε κατὰ πᾶσαν
“ἐκκλησίαν ἀντίγραφα διαπέμψασθαι, ὅπως μὴ ἔνοχοι
“ὦμεν τοῖς ῥᾳδίως πλανῶσιν ἑαυτῶν τὰς ψυχάς. δη-
“λοῦμεν δὲ ὑμῖν ὅτι τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ καὶ ἐν Ἀλεξαν-
 “δρείᾳ ἄγουσιν, ᾗπερ καὶ ἡμεῖς. παρ᾿ ἡμῶν γὰρ τὰ
“γράμματα κομίζεται αὐτοῖς καὶ ἡμῖν παρ᾿ αὐτῶν,
“ὥστε συμφώνως καὶ ὁμοῦ ἄγειν ἡμᾶς τὴν ἁγίαν
“ἡμέραν.”

Ἀλλὰ γὰρ πρὸς τοῖς ἀποδοθεῖσιν Εἰρηναίου
 συγγράμμασι καὶ ταῖς ἐπιστολαῖς φέρεταί τις
αὐτοῦ ἀναγκαιότατος, λόγος συντομώτατος καὶ τὰ μάλιστα
ἀναγκαιότατος, περὶ ἐπιστήμης ἐπιγεγραμμένος·
καὶ ἄλλος ὃν ἀνατέθεικεν ἀδελφῷ, Μαρκιανῷ τοὔνομα,
εἰς ἐπίδειξεν τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος· καὶ
 βιβλίον τι διαλέξεων διαφόρων, ἐν ᾧ τῆς πρὸς
Ἑβραίους ἐπιστολῆς καὶ τῆς λεγομένης Σοφίας Σολομῶνος
μνημονεύει, ῥητά τινα ἐξ αὐτῶν παραθέμε-

 
νος. καὶ τὰ μὲν εἰς ἡμετέραν ἐλθόντα γνῶσιν τῶν
Εἰρηναίου τοσαῦτα. Κομόδου δὲ τὴν ἀρχὴν ἐπὶ δέκα
καὶ τρισὶν ἔτεσι καταλύσαντος αὐτοκράτωρ Σεβῆρος
οὐδ᾿ ὅλοις μησὶν ἓξ μετὰ τὴν Κομόδου τελευτὴν Περτίνακος
διαγενομένου κρατεῖ.

[Nic. H. E. IV, 35] Πλεῖστα μὲν οὖν
παρὰ πολλοῖς εἰσέτι νῦν τῶν τότε σώζεται παλαιῶν
καὶ ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν ἐναρέτου σπουδῆς ὑπομνήματα·
ὧν γε μὴν αὐτοὶ διέγνωμεν, εἴη ἂν τὰ
Ἡρακλείτου εἰς τὸν ἀπόστολον, καὶ τὰ Μαξίμου περὶ 
τοῦ πολυθρυλήτου παρὰ τοῖς αἱρεσιώταις ζητήματος,
τοῦ πόθεν ἡ κακία, καὶ περὶ τοῦ γενητὴν ὑπάρχειν
τὴν ὕλην· τά τε Κανδίδου εἰς τὴν ἑξαήμερον, καὶ
Ἀπίωνος εἰς τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν· ὁμοίως Σέξτου
περὶ ἀναστάσεως, καὶ ἄλλη τις ὑπόθεσις Ἀραβιανοῦ, 
καὶ μυρίων ἄλλων, ὧν διὰ τὸ μηδεμίαν ἔχειν ἀφορμὴν
οὐχ οἷόν τε οὔτε τοὺς χρόνους παραδοῦναι γραφῇ
οὔθ᾿ ἱστορίας μνήμην ὑποσημήνασθαι. καὶ ἄλλων δὲ
πλείστων, ὧν οὐδὲ τὰς προσηγορίας καταλέγειν ἡμῖν
δυνατὸν, ἦλθον εἰς ἡμᾶς λόγοι ὀρθοδόξων μὲν καὶ 
ἐκκλησιαστικῶν, ὥς γε δὴ ἡ ἑκάστου παραδείκνυσι
τῆς θείας γραφῆς ἑρμηνεία, ἀδήλων δὲ ὅμως ἡμῖν,
ὅτι μὴ τὴν προσηγορίαν ἐπάγεται τῶν
συγγραψαμένων.

[Nic. H. E. IV, 21] Τούτων ἔν τινος 
σπουδάσματι μετὰ τῆς Ἀρτέμωνος αἱρέσεως πεπονημένῳ,
ἣν αὖθις ὁ ἐκ Σαμοσάτων Παῦλος ὁ καθ᾿
ἡμᾶς ἀνανεώσασθαι πεπείραται, φέρεταί τις διήγησις,
ταῖς ἐξεταζομέναις ἡμῖν προσήκουσα ἱστορίαις.

τὴν γάρ τοι δεληλωμἐνην αἵρεσιν, ψιλὸν ἄνθρωπον 
γενέσθαι τὸν σωτῆρα φάσκουσαν, οὐ πρὸ πολλοῦ
νεωτερισθεῖσαν διευθύνων, ἐπειδὴ σεμνύνειν αὐτὴν

 
ὡσὰν ἀρχαίαν οἱ ταύτης ἤθελον εἰσηγηταὶ, πολλὰ
καὶ ἄλλα εἰς ἔλεγχον αὐτῶν τῆς βλασφήμου ψευδηγορίας
παραθεὶς ὁ λόγος ταῦτα κατὰ λέξιν ἱστορεῖ

“φασὶ γὰρ τοὺς μὲν προτέρους ἅπαντας καὶ αὐτοὺς
 “τοὺς ἀποστόλους παρειληφέναι τε καὶ δεδιδαχέναι
“ταῦτα, ἃ νῦν οὗτοι λέγουσι, καὶ τετηρῆσθαι τὴν
“ἀλήθειαν τοῦ κηρύγματος μέχρι τῶν χρόνων τῶν
“Βίκτορος, ὃς ἦν τρισκαιδέκατος ἀπὸ Πέτρου ἐν
“῾Ρώμη ἐπίσκοπος, ἀπὸ δὲ τοῦ διαδόχου αὐτοῦ Ζε-
 “φυρίνου παρακεχαράχθαι τὴν ἀλήθειαν.

ἦν δ᾿
“ἂν τυχὸν πιθανὸν τὸ λεγόμενον, εἰ μὴ πρῶτον μὲν
“ἀντέπιπτον αὐτοῖς αἱ θεῖαι γραφαί. καὶ ἀδελφῶν
“δέ τινων ἐστὶ γράμματα πρεσβύτερα τῶν Βίκτορος
“χρόνων, ἃ ἐκεῖνοι πρὸς τὰ ἔθνη ὑπὲρ τῆς ἀληθείας
 “καὶ πρὸς τὰς τότε αἱρέσεις ἔγραψαν, λέγω δὲ Ἰου-
“στίνου καὶ Μιλτιάδου καὶ Τατιανοῦ καὶ Κλήμεντος
“καὶ ἑτέρων πλειόνων, ἐν οἷς ἅπασι θεολογεῖται ὁ
“Χριστός.

τὰ γὰρ Εἰρηναίου τε καὶ Μελίτωνος
“καὶ τῶν λοιπῶν τίς ἀγνοεῖ βιβλία, θεὸν καὶ ἄνθρω-
 “πον καταγγέλλοντα τὸν Χριστόν; ψαλμοὶ δὲ ὅσοι
“καὶ ᾠδαὶ ἀδελφῶν ἀπ᾿ ἀρχῆς ὑπὸ πιστῶν γραφεῖσαι
“τὸν λόγον τοῦ θεοῦ τὸν Χριστὸν ὑμνοῦσι θεολο-
“γοῦντες.

πῶς οὖν ἐκ τοσούτων ἐτῶν καταγγελ-
’‘λομένου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος ἐνδέχεται
 “τοὺς μέχρι Βίκτορος οὕτως, ὡς οὗτοι λέγουσι, κεκη-
“ρυχέναι; πῶς δὲ οὐκ αἰδοῦνται ταῦτα Βίκτορος
“καταψεύδεσθαι, ἀκριβῶς εἰδότες ὅτι Βίκτωρ Θεό-
“δοτον τὸν σκυτέα, τὸν ἀρχηγὸν καὶ πατέρα ταύτης
“τῆς ἀρνησιθέου ἀποστασίας, ἀπεκήρυξε τῆς κοινω-
 “νίας, πρῶτον εἰπόντα ψιλὸν ἄνθρωπον τὸν Χριστόν;
“εἰ γὰρ Βίκτωρ κατ᾿ αὐτοὺς οὕτως ἐφρόνει ὡς ἡ
“τούτων διδάσκει βλασφημία, πῶς ἂν ἀπέβαλλε Θεό-

 
“δοτον τὸν τῆς αἱρέσεως ταύτης εὑρετήν;” καὶ τὰ
μὲν κατὰ τὸν Βίκτορα τοιαῦτα.

τούτου δὲ ἔτεσι
δέκα προστάντος τῆς λειτουργίας διάδοχος καθίσταται
Ζεφυρῖνος, ἀμφὶ τὸ ἔνατον τῆς Σεβήρου βασιλείας
ἔτος. προστίθησι δὲ ὁ τὸ προειρημένον συντάξας 
περὶ τοῦ κατάρξαντος τῆς δηλωθείσης αἱρέσεως
βιβλίον καὶ ἄλλην κατὰ Ζεφυρῖνον γενομένην πρᾶξιν,
ὧδέ πως αὐτοῖς ῥήμασι γράφων

“ὑπομνήσω γοῦν
“πολλοὺς τῶν ἀδελφῶν πρᾶγμα ἐφ᾿ ἡμῶν γενόμενον,
“ὃ νομίζω ὅτι εἰ ἐν Σοδόμοις ἐγεγόνει, τυχὸν ἂν 
“κἀκείνους ἐνουθέτησε. Νατάλιος ἦν τις ὁμολογη-
“τὴς, οὐ πάλαι, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῶν ἡμετέρων γενόμενος
“καιρῶν.

οὗτος ἠπατήθη ποτὲ ὑπὸ Ἀσκληπιοδότου
“καὶ ἑτέρου Θεοδότου τινὸς τραπεζίτου. ἦσαν δὲ
“οὗτοι ἄμφω Θεοδότου τοῦ σκυτέως μαθηταὶ, τοῦ 
“πρώτου ἐπὶ ταύτῃ τῇ φρονήσει, μᾶλλον δὲ ἀφρο-
“σύνῃ, ἀφορισθέντος τῆς κοινωνίας ὑπὸ Βίκτορος,
“ὡς ἔφην, τοῦ τότε ἐπισκόπου.

ἀνεπείσθη δὲ ὁ
“Νατάλιος ὑπ᾿ αὐτῶν ἐπὶ σαλαρίῳ ἐπίσκοπος κλη-
“ρωθῆναι ταύτης τῆς αἱρέσεως, ὥστε λαμβάνειν παρ᾿ 
“αὐτῶν μηνιαῖα δηνάρια ἑκατὸν πεντήκοντα.

γε-
“νόμενος οὖν σὺν αὐτοῖς δι᾿ ὁραμάτων πολλάκις ἐνου-
“θετεῖτο ὑπὸ τοῦ κυρίου. ὁ γὰρ εὔσπλαγχνος θεὸς
“καὶ κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς οὐκ ἐβούλετο ἔξω
“ἐκκλησίας γενόμενον ἀπολέσθαι μάρτυρα τῶν ἰδίων 
“παθῶν.

ἐπεὶ δὲ ῥᾳθυμότερον τοῖς ὁράμασι
“προσεῖχε, δελεαζόμενος τῇ τε παρ᾿ αὐτοῖς πρωτο-
“καθεδρίᾳ καὶ τῇ πλείστους ἀπολλυούσῃ αἰσχροκερ-
“δείᾳ, τελευταῖον ὑπὸ ἁγίων ἀγγέλων ἐμαστιγώθη,
“δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς οὐ σμικρῶς αἰκισθεὶς, ὥστε 
“ἕωθεν ἀναστῆναι, καὶ ἐνδυσάμενον σάκκον καὶ σπο-
“δὸν καταπασάμενον μετὰ πολλῆς σπουδῆς καὶ δα-

 
“κρύων προσπεσεῖν Ζεφυρίνῳ τῷ ἐπισκόπῳ, κυλιό-
“μενον ὑπὸ τοὺς πόδας οὐ μόνον τῶν ἐν κλήρῳ,
“ἀλλὰ καὶ τῶν λαϊκῶν, συγχέαι τε τοῖς δάκρυσι τὴν
“εὔσπλαγχνον ἐκκλησίαν τοῦ ἐλεήμονος Χριστοῦ·
 “πολλῇ τε τῇ δεήσει χρησάμενον, δείξαντά τε τοὺς
“μώλωπας ὧν εἰλήφει πληγῶν μόλις κοινωνηθῆναι.”

τούτοις ἐπισυνάψωμεν καὶ ἄλλας περὶ τῶν αὐτῶν
τοῦ αὐτοῦ συγγραφέως φωνὰς, τοῦτον ἐχούσας τὸν
τρόπον· “γραφὰς μὲν θείας ἀφόβως ῥερᾳδιουργήκασι,
 “πίστεώς τε ἀρχαίας κανόνα ἠθετήκασι, Χριστὸν δὲ
“ἠγνοήκασιν, οὐ τί αἱ θεῖαι λέγουσι γραφαὶ ζητοῦν-
“τες, ἀλλ᾿ ὁποἱον σχῆμα συλλογισμοῦ εἰς τὴν τῆς
“ἀθεότητος σύστασιν εὑρεθῇ, φιλοπόνως ἀσκοῦντες·
“κἂν αὐτοῖς προτείνῃ τις ῥητὸν γραφὴς θεϊκῆς, ἐξε-
 “τάζουσι, πότερον συνημμένον ἢ διεζευγμένον δύνα-
“ται ποιῆσαι σχῆμα συλλογισμοῦ.

καταλιπόντες
“δὲ τὰς ἁγίας τοῦ θεοῦ γραφὰς γεωμετρίαν ἐπιτη-
“δεύουσιν, ὡσὰν ἐκ τῆς γῆς ὄντες καὶ ἐκ τῆς γῆς
“λαλοῦντες, καὶ τὸν ἄνωθεν ἐρχόμενον ἀγνοοῦντες.
 “Εὐκλείδης γοῦν παρά τισιν αὐτῶν φιλοπόνως γεω-
“μετρεῖται, Ἀριστοτέλης δὲ καὶ Θεόφραστος θαυμά-
“ζονται, Γαληνὸς γὰρ ἴσως ὑπό τινων καὶ προσκυ-
“νεῖται.

οἱ δὲ ταῖς τῶν ἀπίστων τέχναις εἰς τὴν
“τῆς αἱρέσεως αὐτῶν γνώμην ἀποχρώμενοι, καὶ τῇ
 “τῶν ἀθέων πανουργίᾳ τὴν ἁπλῆν τῶν θείων γρα-
“φῶν πίστιν καπηλεύοντες, ὅτι μηδὲ ἐγγὺς πίστεως
“ὑπάρχουσι, τί δεῖ καὶ λέγειν; διὰ τοῦτο ταῖς θείαις
“γραφαῖς ἀφόβως ἐπέβαλον τὰς χεῖρας, λέγοντες αὐ-
“τὰς διωρθωκέναι.

καὶ ὅτι τοῦτο μὴ καταψευδό-
 “μενος αὐτῶν λέγω ὁ βούλομενος δύναται μαθεῖν.
“εἰ γάρ τις θελήσει συγκομίσας αὐτῶν ἑκάστου τὰ
“ἀντίγραφα ἐξετάζειν πρὸς ἄλληλα, κατὰ πολὺ ἂν

 
“εὕροι διαφωνοῦντα. ἀσύμφωνα γοῦν ἔσται τὰ Ασκλη-
‘πιάδου τοῖς Θεοδότου.

πολλῶν δὲ ἔστιν εὐπο-
“ρῆσαι, διὰ τὸ φιλοτίμως ἐγγεγράφθαι τοὺς μαθητὰς
“αὐτῶν τὰ ὑφ’ ἑκάστου αὐτῶν, ὡς αὐτοὶ καλοῦσι,
‘κατωρθωμένα, τουτ’ έστιν ἠφανισμένα. πάλιν δὲ τούτοις 
τὰ Ἑρμοφίλου οὐ συνᾴδει. τὰ γὰρ Ἀπολλωνί-
‘δου οὐδὲ αὐτὰ ἑαυτοῖς ἐστι σύμφωνα. ἔνεστι
συγκρῖναι τὰ πρότερον ὑπ’ αὐτῶν κατασκευασθέντα
“τοῖς ὕστερον πάλιν ἐπιδιαστραφεῖσι, καὶ εὑρεῖν
“πολὺ ἀπᾴδοντα.

ὅσης δὲ τόλμης ἐστὶ τοῦτο τὸ 
“ἁμάρτημα, εἰκὸς μηδὲ ἐκείνους ἀγνοεῖν. ἢ γὰρ
πιστεύουσιν ἁγίῳ πνεύματι λελέχθαι τὰς θείας γραφὰς,
καί εἰσιν ἄπιοτοι, ἢ ἑαυτοὺς ἡγοῦνται σοφω-
“τέρους τοῦ ἁγίου πνεύματος ὑπάρχειν, καὶ τί ἕτερον
‘ἢ δαιμονῶσιν. οὐδὲ γὰρ ἀρνήσασθαι δύνανται ἑαυτῶν 
εἶναι τὸ τόλμημα, ὁπόταν καὶ τῇ αὐτῶν χειρὶ
“ᾖ γεγραμμένα, καὶ παρ’ ὧν κατηχήθησαν, μὴ
παρέλαβον τὰς γραφὰς, καὶ δεῖξαι ἀντίγραφα,
“ὅθεν αὐτὰ μετεγράψαντο, μὴ ἔχωσιν.

ἔνιοι δὲ
“αὐτῶν οὐδὲ παραχαράσσειν ἠξίωσαν αὐτὰς, ἀλλ’ 
“ ἁπλῶς ἀρνησάμενοι τόν τε νόμον καὶ τοὺς προφή-
“τὰς, ἀνόμου καὶ ἀθέου διδασκαλίας προφάσει χάρι-
‘τος εἰς ἔσχατον ἀπωλείας ὄλεθρον κατωλίσθησαν.
καὶ ταῦτα μὲν τοῦτον ἱστορήσθω τὸν τρόπον.

[Nic. H. E. V, 2] Ὡς δὲ καὶ Σεβῆρος διωγμὸν 
κατὰ τῶν ἐκκλησιῶν ἐκίνει, λαμπρὰ μὲν τῶν ὑπὲρ
εὐσεβείας ἀθλητῶν κατὰ πάντα τόπον ἀπετελεῖτο
μαρτύρια, μάλιστα δ’ ἐπλήθυεν ἐπ’ Ἀλεξανδρείας,
τῶν ἀπ’ Αἰγύπτου καὶ Θηβαίδος ἁπάσης ἀριστίνδην

 
αὐτόθι ὥσπερ ἐπὶ μέγιστον ἀθλητῶν θεοῦ παραπεμπομένων
στάδιον, διὰ καρτερικωτάτης τε ποικίλων
βασάνων καὶ θανάτου τρόπων ὑπομονῆς τοὺς
παρὰ θεῷ στεφάνους ἀναδουμένων. ἐν οἷς καὶ Λεωνίδης
 ὁ λεγόμενος Ὠριγένους πατὴρ τὴν κεφαλὴν
ἀποτμηθεὶς νέον κομιδῆ καταλείπει τὸν παῖδα, ὃς
δὴ ὁποίας ἐξ ἐκείνου περὶ τὸν θεῖον λόγον προαιρέσεως
ἦν, οὐκ ἄκαιρον διὰ βραχέων διελθεῖν, τῷ μάλιστα
πολὺν εἶναι παρὰ τοῖς πολλοῖς τὸν περὶ αὐτοῦ
 βεβοημένον λόγον.

[Nic. H. E. V, 3] Πολλὰ μὲν οὖν ἄν τις εἴποι,
τὸν βίον τοῦ ἀνδρὸς ἐν σχολῇ παραδοῦναι διὰ γραφῆς
πειρώμενος, δέοιτο δ᾿ ἂν καὶ ἰδίας ὑποθέσεως
ἡ περὶ αὐτοῦ σύνταξις. ὅμως δ᾿ ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ παρόντος
 ἐπιτεμνόμενοι τὰ πλεῖστα διὰ βραχέων ὡς
οἷόν τε ὀλίγα ἄττα τῶν περὶ αὐτὸν διελευσόμεθα, ἔκ
τινων ἐπιστολῶν καὶ ἱστορίας τῶν καὶ εἰς ἡμᾶς τῷ
βίῳ πεφυλαγμένων αὐτοῦ γνωρίμων τὰ δηλούμενα
φέροντες.

Ὠριγἐνους καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ὡς εἰπεῖν
 σπαργάνων ἀξιομνημόνευτά μοι εἶναι δοκεῖ. δέκατον
μὲν γὰρ ἐπεῖχε Σεβῆρος τῆς βασιλείας ἔτος, ἡγεῖτο
δὲ Ἀλεξανδρείας καὶ τῆς λοιπῆς Αἰγύπτου Λαῖτος,
τῶν δὲ αὐτόθι παροικιῶν τὴν ἐπισκοπὴν νεωστὶ τότε
μετὰ Ἰουλιανὸν Δημήτριος ὑπειλήφει.

εἰς μέγα
 δὴ οὖν τῆς τοῦ διωγμοῦ πυρκαϊᾶς ἁφθείσης, καὶ
μυρίων ὅσων τοῖς κατὰ τὸ μαρτύριον ἀναδουμένων
στεφάνοις, ἔρως τοσοῦτος μαρτυρίου τὴν Ὠριγένους
ἔτι κομιδῆ παιδὸς ὑπάρχοντος κατεῖχε ψυχὴν, ὡς
ὁμόσε τοῖς κινδύνοις χωρεῖν, προπηδᾶν τε καὶ ὁρμᾶν
 ἐπὶ τὸν ἀγῶνα προθύμως ἔχειν.

ἤδη γέ τοι μικρὸν
ὅσον αὐτῷ καὶ τὰ τῆς ἀπὸ τοῦ βίου ἀπαλλαγῆς οὐ
πόρρω καθίστατο, μὴ οὐχὶ τῆς θείας καὶ οὐρανίου

 
προνοίας εἰς τὴν πλείστων ὠφέλειαν διὰ τῆς αὐτοῦ
μητρὸς ἐμποδὼν αὐτῷ τῆς προθυμίας ἐνστάσης.

αὕτη γοῦν τὰ μὲν πρῶτα λόγοις ἱκετεύουσα τῆς
περὶ αὐτὸν μητρικῆς διαθέσεως φειδὼ λαβεῖν παρεκάλει,
σφοδρότερον δ’ ἐπιτείναντα θεασαμένη, ὅτε 
γνοὺς ἁλόντα τὸν πατέρα δεσμωτηρίῳ φυλάττεσθαι,
ὅλος ἐγίνετο τῆς περὶ τὸ μαρτύριον ὁρμῆς, τὴν πᾶσαν
αὐτοῦ ἀποκρυψαμένη ἐσθῆτα οἴκοι μένειν ἀνάγκην
ἐπῆγεν.

ὁ δὲ, ὡς οὐδὲν ἄλλο πράττειν αὐτῷ παρῆν,
τῆς προθυμίας ὑπὲρ τὴν ἡλικίαν ἐπιτεινομένης, 
οὐχ οἶός τε ὢν ἠρεμεῖν, διαπέμπεται τῷ πατρὶ προτρεπτικωτάτην
περὶ μαρτυρίου συντάξας ἐπιστολὴν,
ἐν ᾗ κατὰ λέξιν αὐτῷ παραινεῖ “ἔπεχε, μὴ δι’ ἡμᾶς
“ἄλλο τι φρονήσῃς”. τοῦτο πρῶτον τῆς Ὠριγἐνους
παιδικῆς ἀγχινοίας καὶ περὶ τὴν θεοσέβειαν γνησιωτάτης 
διαθέσεως ἀνάγραπτον ἔστω τεκμήριον.

καὶ
γὰρ ἤδη καὶ τῶν τῆς πίστεως λόγων οὐ σμικρὰς
ἀφορμὰς καταβέβλητο, ταῖς θείαις γραφαῖς ἐξέτι
παιδὸς ἐνησκημένος. οὐ μετρίως γοῦν καὶ περὶ
ταῦτα πεπόνητο, τοῦ πατρὸς αὐτῷ πρὸς τῇ τῶν ἐγκυκλίων 
παιδείᾳ καὶ τούτων οὐ κατὰ πάρεργον τὴν
φροντίδα πεποιημένου.

ἐξ ἅπαντος γοῦν αὐτὸν,
πρὸ τῆς τῶν Ἑλληνικῶν μαθημάτων μελέτης, ἐνῆγε
τοῖς ἱεροῖς ἐνασκεῖσθαι παιδεύμασιν, ἐκμαθήσεις καὶ
ἀπαγγελίας ἡμέρας ἑκάστης αὐτὸν εἰσπραττόμενος.

οὐκ ἀπροαιρέτως δὲ ταῦτα ἐγίνετο τῷ παιδὶ, ἀλλὰ
καὶ ἄγαν προθυμότατα περὶ ταῦτα πονοῦντι, ὡς μηδ’
ἐξαρκεῖν αὐτῷ τὰς ἁπλᾶς καὶ προχείρους τῶν ἱερῶν
λόγων ἐντεύξεις, ζητεῖν δέ τι πλέον καὶ βαθυτέρας
ἤδη ἐξ ἐκείνου πολυπραγμονεῖν θεωρίας, ὥστε καὶ 
πράγματα παρέχειν τῷ πατρὶ τί ἄρα ἐθέλοι δηλοῦν
τὸ τῆς θεοπνεύστου γραφῆς ἀναπυνθανόμενος βού-

 
λῆμα.

ἐκεῖνος δὲ τῷ μὲν δοκεῖν εἰς πρόσωποι
ἐπέπληττεν αὐτῷ, μηδὲν ὑπὲρ ἡλικίαν μηδὲ τῆς πρὸ
φανοὺς διανοίας περαιτέρω τι ζητεῖν παραινῶν, ἰδίως
δὲ παρ’ ἑαυτῷ τὰ μεγάλα γεγηθὼς τὴν μεγίστη
 ὡμολόγει τῷ πάντων ἀγαθῶν αἰτίῳ θεῷ χάριν, ὅτι
δὴ αὐτὸν τοιούτου πατέρα γενέσθαι παιδὸς ἠξίωσεν.

ἐπιστάντα δὲ ἤδη πολλάκις καθεύδοντι τῷ παιδὶ
γυμνῶσαι μὲν αὐτοῦ τὰ στέρνα φασὶν, ὥσπερ δὲ θεῖο
πνεύματος ἔνδον ἐν αὐτοῖς ἀφιερωμένου, φιλῆσαί τ’
 σεβασμίως καὶ τῆς εὐτεκνίας μακάριον ἑαυτὸν ἡγήσασθαι.
ταῦτα καὶ ἕτερα τούτοις συγγενῆ περὶ παῖδ’
ὄντα τὸν Ὠριγένην γενέσθαι μνημονεύουσιν.

ὡς
δὲ ἤδη αὐτῷ ὁ πατὴρ μαρτυρίῳ τετελείωτο, ἔρημος
ἅμα μητρὶ καὶ βραχυτέροις ἀδελφοῖς τὸν ἀριθμὸν ἕξ,
 ἑπτακαιδέκατον οὐ πλῆρες ἰτὸς ἄγων, καταλείπεται.

τῆς γε μὴν τοῦ πατρὸς περιουσίας τοῖς βασιλικοῖς
ταμιείοις ἀναληφθείσης, ἐν σπάνει τῶν κατὰ τὸν βίον
χρειῶν σὺν τοῖς προσήκουσι καταστὰς, οἰκονομίας
τῆς ἐκ θεοῦ καταξιοῦται, καὶ τυγχάνει δεξιώσεως
 ὁμοῦ καὶ ἀναπαύσεως παρά τινι πλουσιωτάτῃ μὲν
τὸν βίον καὶ τὰ ἄλλα περιφανεστάτῃ γυναικὶ, διαβόητόν
γε μὴν ἄνδρα περιεπούσῃ τῶν τότε ἐπὶ τῆς
Ἀλεξανδρείας αἱρεσιωτῶν· τὸ γένος ἦν οὗτος Ἀντιοχεὺς,
θετὸν δὲ αὐτὸν υἱὸν εἶχέ τε σὺν ἑαυτῇ καὶ ἐν
 τοἴς μάλιστα περιεῖπεν ἡ δεδηλωμένη.

ἀλλὰ
τούτῳ γε ἐπάναγκες ὁ Ὠριγένης συνὼν τῆς ἐξ ἐκείνου
περὶ τὴν πίστιν ὀρθοδοξίας ἐναργῆ παρείχετο
δείγματα, ὅτι δὴ μυρίου πλήθους διὰ τὸ δοκοῦν ἱκανὸν
ἐν λόγῳ τοῦ Παύλου τοῦτο γὰρ ἦν ὄνομα τῷ
 ἀνδρὶ) συναγομένου παρ’ αὐτῷ οὐ μόνον αἱρετικῶν,
ἀλλὰ καὶ ἡμετέρων, οὐδεπώποτε προυτράπη κατὰ
τὴν εὐχὴν αὐτῷ συστῆναι, φυλάττων ἐξέτι παιδὸς

 
κανόνα ἐκκλησίας, βδελυττόμενός τε, ὡς αὐτῷ ῥήματι
φησί που αὐτὸς, τὰς τῶν αἱρέσεων διδασκαλίας.

προαχθεὶς δὲ ὑπὸ τοῦ πατρὸς ἐν τοῖς Ἑλλήνων
μαθήμασιν, ἐκθυμότερόν τε καὶ μετὰ τὴν ἐκείνου
τελευτὴν τῇ περὶ τοὺς λόγους ἀσκήσει ὅλον ἐπιδοὺς 
ἑαυτὸν, ὡς καὶ παρασκευὴν ἐπὶ τὰ γραμματικὰ οὐ
μετρίαν ἔχειν, μετ’ οὐ πολὺ τῆς τοῦ πατρὸς τελειώσεως
τούτοις ἐπιδεδωκὼς ἑαυτὸν, ηὐπόρει τῶν ἀνγκαίων,
ὡς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡλικίᾳ, δαψιλῶς.

[Nic. Η. E. IV, 4 5] Σχολάζοντι δὲ τῇ διατριβῇ, 
ὥς που καὶ αὐτὸς ἐγγράφως ἱστορεῖ, μηδενός
τε ἐπὶ τῆς Ἀλεξανδρείας τῷ κατηχεῖν ἀνακειμένου,
πάντων δὲ ἀπεληλαμένων ὑπὸ τῆς ἀπειλῆς τοῦ διωγμοῦ,
προσῄεσαν αὐτῷ τινὲς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἀκουσόμενοι
τὸν λόγον τοῦ θεοῦ.

ὧν πρῶτον ἐπισημαίνεται 
γεγονέναι Πλούταρχον, ὃς μετὰ τὸ βιῶναι
καλῶς καὶ μαρτυρίῳ θείῳ κατεκοσμήθη· δεύτερον
Ηρακλᾶν τοῦ Πλουτάρχου ἀδελφὸν, ὃς δὴ καὶ αὐτὸς
παρ’ αὐτῷ πλείστην βίου φιλοσόφου καὶ ἀσκήσεως
ἀπόδειξιν παρασχὼν τῆς Ἀλεξανδρέων μετὰ Δημήτριον 
τρίον ἐπισκοπῆς ἀξιοῦται.

ἔτος δ’ ἦγεν ὀκτωκαιδέκατον,
καθ’ ὃ τοῦ τῆς κατηχήσεως προέστη διδασκαλείου.
ἐν ᾧ καὶ προκόπτει ἐπὶ τῶν κατὰ Ἀκύλαν
τῆς Ἀλεξανδρείας ἡγούμενον διωγμῶν, ὅτε καὶ μάλιστα
διαβόητον ἐκτήσατο παρὰ πάσι τοῖς ἀπὸ τῆς 
πίστεως ὁρμωμένοις ὄνομα, δι’ ἣν ἐνεδείκνυτο πρὸς
ἅπαντας τοὺς ἁγίους ἀγνῶτάς τε καὶ γνωρίμους μάρτυρας
δεξίωσίν τε καὶ προθυμίαν.

οὐ μόνον γὰρ
ἐν δεσμοῖς τυγχάνουσιν, οὐδὲ μέχρις ὑστάτης ἀποφάσεως
ἀνακρινομένοις συνῆν, ἀλλὰ καὶ μετὰ ταύτην 
τὴν ἀπαγομένοις τὴν ἐπὶ θανάτῳ τοῖς ἁγίοις μάρτυσι
πολλῇ τῇ παρρησίᾳ χρώμενος καὶ ὁμόσε τοῖς κινδύ-

 
νοῖς χωρῶν· ὥστε ἤδη αὐτὸν προσιόντα θαρσαλέως
καὶ τοὺς μάρτυρας μετὰ πολλῆς παρρησίας φιλήματι
προσαγορεύοντα πολλάκις ἐπιμανεὶς ὁ ἐν κύκλῳ τῶν
ἐθνῶν δῆμος σμικροῦ δεῖν κατέλευσεν, εἰ μὴ τῆς
 θείας δεξιᾶς βοηθοῦ καθάπαξ τυγχάνων παραδόξως
διεδίδρασκεν.

ἡ δ’ αὐτὴ θεία καὶ οὐράνιος χάρις
ἄλλοτε πάλιν καὶ πάλιν, καὶ οὐδ’ ἔστιν ὁσάκις εἰπεῖν,
τῆς ἄγαν περὶ τὸν Χριστοῦ λόγον προθυμίας τε καὶ
παρρησίας ἕνεκεν τηνικαῦτα ἐπιβουλευόμενον αὐτὸν
 διεφύλαττε. τοσοῦτος δ’ ἦν ἄρα τῶν ἀπίστων ὁ πρὸς
αὐτὸν πόλεμος, ὡς καὶ συστροφὰς ποιησαμένους, στρατιώτας
αὐτῷ περὶ τὸν οἶκον, ἔνθα κατέμενεν, ἐπιστῆσαι,
διὰ τὸ πλῆθος τῶν τὰ τῆς ἱερὰς πίστεως
κατηχουμένων παρ’ αὐτῷ.

οὕτω δὲ ὁσημέραι ὁ
 κατ’ αὐτοῦ διωγμὸς ἐξεκάετο ὡς μηκέτι χωρεῖν αὐτὸν
τὴν πᾶσαν πόλιν, οἴκους μὲν ἐξ οἴκων ἀμείβοντα,
πανταχόθεν δὲ ἐλαυνόμενον, τῆς πληθύος ἕνεκεν
τῶν δι’ αὐτοῦ τῇ θείᾳ προσιόντων διδασκαλίᾳ· ἐπεὶ
καὶ τὰ κατὰ πρᾶξιν ἔργα αὐτῷ γνησιωτάτης φιλοσοφίας
 κατορθώματα εὖ μάλα θαυμαστὰ περιεῖχεν.

οἶον γοῦν τὸν λόγον, τοιόνδε φασὶ τὸν τρόπον·
καὶ οἷον τὸν τρόπον, τοιόνδε τὸν λόγον ἐπεδείκνυτο.
διὸ δὴ μάλιστα συναιρομένης αὐτῷ δυνάμεως θείας
μυρίους ἐνῆγεν ἐπὶ τὸν αὐτοῦ ζῆλον.

ἐπειδὴ δὲ
 ἐώρα φοιτητὰς ἤδη πλείους προσιόντας, αὐτῷ μόνῳ
τῆς τοῦ κατηχεῖν διατριβῆς ὑπὸ Δημητρίου τοῦ τῆς
ἐκκλησίας προεστῶτος ἐπιτετραμμένης, ἀσύμφωνον
ἡγησάμενος τὴν τῶν γραμματικῶν λόγων διδασκαλίαν
τῇ πρὸς τὰ θεῖα παιδεύματα ἀσκήσει, μὴ μελλήσας
 ἀπορρήγνυσιν ἅτε ἀνωφελῆ καὶ τοῖς ἱεροῖς
μαθήμασιν ἐναντίαν τὴν τῶν γραμματικῶν λόγων
διατριβήν.

εἶτα λογισμῷ καθήκοντι, ὡς ἂν μὴ

 
γένοιτο τῆς παρ’ ἑτέρων ἐπικουρίας ἐνδεὴς, ὅσαπερ
ἦν αὐτῷ πρότερον λόγων ἀρχαίων συγγράμματα φιλοκάλως
ἐσπουδασμένα μεταδοὺς, τοῖς ὑπὸ τοῦ ταῦτα
ἐωνημένου φερομένοις αὐτῷ τέτταρσιν ὀβολοῖς τῆς
ἡμέρας ἠρκεῖτο, πλείστοις τε ἔτεσι τοῦτον φιλοσοφῶν 
διετέλει τὸν τρόπον, πάσας ὕλας νεωτερικῶν ἐπιθυμιῶν
ἑαυτοῦ περιαιρούμενος, καὶ διὰ πάσης μὲν ἡμέρας
οὐ σμικροὺς ἀσκήσεως καμάτους ἀνατλῶν, καὶ
τῆς νυκτὸς δὲ τὸν πλείονα χρόνον ταῖς τῶν θείων
γραφῶν ἑαυτὸν ἀνατιθεὶς μελέταις, βίῳ τε ὡς ἔνι 
μάλιστα ἐγκαρτερῶν φιλοσοφωτάτῳ, τοτὲ μὲν τοῖς
ἐν ἀσιτίαις γυμνασίοις ἐνασκούμενος, τοτὲ δὲ μεμετρημένοις
τοῖς κατὰ τὸν ὕπνον καιροῖς, οὗ μεταλαμβάνειν
οὐδ’ ὅλως ἐπὶ στρωμνῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τοὔδαφος
διὰ σπουδῆς ἐποιεῖτο.

πάντων δὲ μάλιστα τὰς 
εὐαγγελικὰς τοῦ σωτῆρος φωνὰς φυλακτέας εἶναι
ᾤετο δεῖν, τάς τε περὶ τοῦ μὴ δύο χιτῶνας μηδ’
ὑποδήμασι χρῆσθαι παραινούσας, μηδὲ μὴν ταῖς
περὶ τοῦ μέλλοντος χρόνου φροντίσι κατατρίβεσθαι.

ἀλλὰ καὶ μείζονι τῆς ἡλικίας προθυμίᾳ χρώμενος, 
ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι διακαρτερῶν, εἰς ἄκρον τε
ὑπερβαλλούσης] ἀκτημοσύνης ἐλαύνων, τοὺς ἀμφ’
αὐτὸν εἰς τὰ μάλιστα κατέπλησσε, μυρίους μὲν ὅσους
λυπῶν εὐχομένους αὐτῷ κοινωνεῖν τῶν ὑπαρχόντων,
δι’ οὑς ἑώρων αὐτὸν εἰσφέροντα περὶ τὴν θείαν 
διδασκαλίαν καμάτους, οὐ μὴν αὐτός γε ἐνδιδοὺς
ταῖς καρτερίαις.

λέγεται γοῦν καὶ πλειόνων ἐτῶν
γῆν πεπατηκέναι, μηδενὶ μηδαμῶς κεχρημένος ὑποδήματι,
ἀλλὰ καὶ οἴνου χρήσεως καὶ τῶν ἄλλων παρὰ
τὴν ἀναγκαίαν τροφὴν πλείστοις ἔτεσιν ἀπεσχημένος, 
 

 
ὥστε ἤδη εἰς κίνδυνον ἀνατροπῆς καὶ διαφθορᾶς τοῦ
θώρακος περιπεσεῖν.

τοιαῦτα δὴ φιλοσόφου βίου
τοῖς θεωμένοις παρέχων ὑποδείγματα εἰκότως ἐπὶ
τὸν ὅμοιον αὐτῷ ζῆλον πλείους παρώρμα τῶν φοιτητῶν,
 ὥστε ἤδη καὶ τῶν ἀπίστων ἐθνῶν, τῶν τε ἀπὸ
παιδείας καὶ φιλοσοφίας οὐ τοὺς τυχόντας ὑπάγεσθαι
τῇ δι᾿ αὐτοῦ διδασκαλίᾳ· οἷς καὶ αὐτοῖς γνησίως ἐν
βάθει ψυχῆς τὴν εἰς τὸν θεῖον λόγον πίστιν δι᾿ αὐτοῦ
παραδεχομένοις διαπρέπειν συνέβαινε κατὰ τὸν
 τότε τοῦ διωγμοῦ καιρὸν, ὡς καί τινας αὐτόν ἁλόντας
μαρτυρίῳ τελειωθῆναι.

[Nic. H. E. V, 6-7] Πρῶτος μὲν οὖν τούτων
ὁ μικρῷ πρόσθεν δηλωθεὶς Πλούταρχος ἦν· οὗ τὴν
ἐπὶ θανάτῳ ἀπαγομένου σμικροῦ δεῖν αὖθις ὁ περὶ
 οὗ ὁ λόγος συμπαρὼν αὐτῷ εἰς ὑστάτην τοῦ βίου
τελευτὴν ὑπὸ τῶν αὐτοῦ πολιτῶν ἀνῄρητο, ὡς αἴτιος
αὐτῷ πεφηνὼς τοῦ θανάτου· θεοῦ δὲ αὐτὸν ἐτήρει
καὶ τότε βουλή.

μετὰ δὲ Πλούταρχον δεύτερος
τῶν Ὠριγένους φοιτητῶν μάρτυς ἀναδείκνυται Σερῆνος,
 διὰ πυρὸς τὴν δοκιμὴν ἧς παρειλήφει πίστεως
παρεσχημένος.

τῆς αὐτῆς διατριβῆς τρίτος καθίσταται
μάρτυς Ἡρακλείδης, καὶ ἐπὶ τούτῳ τέταρτος
Ἥρων, ὁ μὲν πρότερος ἔτι κατηχούμενος, ὁ δὲ νεοφώτιστος,
τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθέντες. ἔτι πρὸς τούτοις
 τῆς αὐτῆς σχολῆς πέμπτος ἀθλητὴς τῆς εὐσεβείας
ἀνακηρύττεται ἕτερος τοῦ πρώτου Σερῆνος, ὃν
μετὰ πλείστην βασάνων ὑπομονὴν κεφαλῆς ἀποτομῇ
κολασθῆναι λόγος ἔχει. καὶ γυναικῶν δὲ Ἡραῒς ἔτι
κατηχουμένη τὸ βάπτισμα, ὥς φησί που αὐτὸς, τὸ
 διὰ πυρὸς λαβοῦσα τὸν βίον ἐξελήλυθεν.

[Nic. H. E. V. 7] Ἕβδομος δὲ ἐν τούτοις
ἀριθμείσθω Βασιλείδης, τὴν περιβόητον Ποταμίαι-

 
νᾶν ἀπαγαγὼν, περὶ ἧς πολὺς ὁ λόγος εἰσέτι νῦν
παρὰ τοῖς ἐπιχωρίοις ᾄδεται, μυρία μὲν ὑπὲρ τῆς
τοῦ σώματος ἁγνείας τε καὶ παρθενίας, ἐν ᾗ διέπρεψε,
πρὸς ἐραστὰς ἀγωνισαμένης καὶ γὰρ οὑν
αὐτῇ ἀκμαῖον πρὸς τῇ ψυχῇ καὶ τὸ τοῦ σώματος 
ὡραῖον ἐπήνθει), μυρία δὲ ὑπὲρ τῆς εἰς Χριστὸν
πίστεως ἀνατλησάσης, καὶ τέλος μετὰ δεινὰς καὶ
φρικτὰς εἰπεῖν βασάνους ἅμα τῇ μητρὶ Μαρκέλλῃ
διὰ πυρὸς τελειωθείσης.

φασί γέ τοι τὸν δικαστὴν
(Ἀκύλας ἦν τούτῳ ὄνομα), χαλεπὰς ἐπιθέντα 
αὐτῇ κατὰ παντὸς τοῦ σώματος αἰκίας, τέλος ἐφ’
ὕβρει τοῦ σώματος μονομάχοις αὐτὴν ἀπειλῆσαι παραδοῦναι·
τὴν δὲ βραχύ τι εἰς ἑαυτὴν ἐπισκεψαμένην,
ἐρωτηθεῖσαν ὃ κρίνειε, τοιαύτην δοῦναι ἀπόκρισιν,
δι’ ἧς ἐδόκει νενομισμένον τι αὐτοῖς ἀσεβὲς 
ἀποφθέγξασθαι

ἅμα δὲ λόγῳ τὸν τῆς ἀποφάσεως
ὅρον καταδεξαμένην ὁ Βασιλείδης, εἶς τις ὢν τῶν ἐν
στρατείαις ἀναφερομένων, ἀπάγει παραλαβὼν τὴν
ἐπὶ θανάτῳ. ὡς δὲ τὸ πλῆθος ἐνοχλεῖν αὐτῇ καὶ
ἀκολάστοις ἐνυβρίζειν ῥήμασιν ἐπειρᾶτο, ὁ μὲν 
ἀνεῖργεν ἀποσοβῶν τοὺς ἐνυβρίζοντας, πλεῖστον
ἔλεον καὶ φιλανθρωπίαν εἰς αὐτὴν ἐνδεικνύμενος,
ἡ δὲ τῆς περὶ αὐτὴν συμπαθείας ἀποδεξαμένη τὸν
ἄνδρα θαρρεῖν παρακελεύεται· ἐξαιτήσεσθαι γὰρ
αὐτὸν ἀπελθοῦσαν παρὰ τοῦ ἑαυτῆς κυρίου, καὶ 
οὐκ εἰς μακρὸν τῶν εἰς αὐτὴν πεπραγμένων τὴν
ἀμοιβὴν ἀποτίσειν αὐτῷ.

ταῦτα δὲ εἰποῦσαν γενναίως
τὴν ἔξοδον ὑποστῆναι, πίττης ἐμπύρου κατὰ
διάφορα μέρη τοῦ σώματος ἀπ’ ἄκρων ποδῶν καὶ
μέχρι κορυφῆς ἠρέμα καἰ κατὰ μικρὸν περιχυθείσης 
αὐτῇ

καὶ ὁ μὲν τῆς ἀοιδίμου κόρης τοιοῦτος
κατηγώνιστο ἆθλος. οὐ μακρὸν δὲ χρόνον διαλιπὼν

 
ὁ Βασιλείδης, ὅρκον διά τινα αἰτίαν πρὸς τῶν συστρατιωτῶν
αἰτηθεὶς, μὴ ἐξεῖναι αὐτῷ τὸ παράπαν
ὀμνύναι διεβεβαιοῦτο· Χριστιανὸν γὰρ ὑπάρχειν,
καὶ τοῦτο ἐμφανῶς ὁμολογεῖν. παίζειν μὲν οὖν ἐνομίξετο
 τέως τὰ πρῶτα, ὡς δὲ ἐπιμόνως ἀπισχυρίζετο,
ἄγεται ἐπὶ τὸν δικαστὴν, ἐφ᾿ οὗ τὴν ἔνστασιν ὁμολογήσας
δεσμοῖς παραδίδοται.

τῶν δὲ κατὰ θεὸν
ἀδελφῶν ὡς αὐτὸν ἀφικνουμένων, καὶ τὴν αἰτίαν τῆς
ἀθρόας καὶ παραδόξου ταύτης ὁρμῆς πυνθανομένων,
 λέγεται εἰπεῖν ὡς ἄρα Ποταμίαινα τρισὶν ὕστερον
ἡμέραις τοῦ μαρτυρίου νύκτωρ ἐπιστᾶσα στέφανον
αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ περιθεῖσα εἴη, φαίη τε παρακεκληκέναι
χάριν αὐτοῦ τὸν κύριον, καὶ τῆς ἀξιώσεως
τετυχηκέναι, οὐκ εἰς μακρόν τε αὐτὸν παραλήψεσθαι.
 ἐπὶ τούτοις τῶν ἀδελφῶν τῆς ἐν κυρίῳ σφραγῖδος
μεταδόντων αὐτῷ, τῇ μετέπειτα ἡμέρᾳ τῷ τοῦ κυρίου
διαπρέψας μαρτυρίῳ τὴν κεφαλὴν ἀποτέμνεται.

καὶ ἄλλοι δὲ πλείους τῶν κατ᾿ Ἀλεξάνδρειαν
ἀθρόως τῷ Χριστοῦ λόγῳ προσελθεῖν κατὰ τοὺς
 δεδηλωμένους ἱστοροῦνται, ὡς δὴ καθ᾿ ὕπνους τῆς
Ποταμιαίνης ἐπιφανείσης καὶ προσκεκλημένης αὐτούς.
ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὧδε ἐχέτω.

[Nic. H. E. IV, 33] Πάνταινον δὲ Κλήμης
διαδεξάμενος τῆς κατ᾿ Ἀλεξάνδρειαν κατηχήσεως εἰς
 ἐκεῖνο τοῦ καιροῦ καθηγεῖτο, ὡς καὶ τὸν Ὠριγένην
τῶν φοιτητῶν γενέσθαι αὐτοῦ. τήν γέ τοι τῶν
Στρωματέων αὐτοῦ πραγματείαν ὁ Κλήμης ὑπομνηματιζόμενος,
κατὰ τὸ πρῶτον σύγγραμμα χρονικὴν
ἐκθέμενος γραφὴν, εἰς τὴν Κομόδου τελευτὴν περιγράφει
 τοὺς χρόνους, ὡς εἶναι σαφὲς ὅτι κατὰ Σεβῆρον
αὐτῷ πεπόνηται τὰ σπουδάσματα, οὗ τοὺς χρόνους
ὁ παρὼν ἱστορεῖ λόγος.

[Nic. H. E IV, 35] Ἐν τούτῳ καὶ Ἰούδας
συγγραφέων ἕτερος, εἰς τὰς παρὰ τῷ Δανιὴλ ἑβδομάδας
ἐγγράφως διαλεχθεὶς, ἐπὶ τὸ δέκατον τῆς Σεβήρου
βασιλείας ἵστησι τὴν χρονογραφίαν, ὃς καὶ τὴν
θρυλουμένην τοῦ ἀντιχρίστου παρουσίαν ἤδη τότε 
πλησιάζειν ᾤετο· οὕτω σφοδρῶς ἡ τοῦ τότε καθ’
ἡμῶν διωγμοῦ κίνησις τὰς τῶν πολλῶν ἀνατεταράχει
διανοίας.

[Nic. H. E. V, 8] Ἐν τούτῳ δὲ τῆς κατηχήσεως
ἐπὶ τῆς Ἀλεξανδρείας τοὔργον ἐπιτελοῦντι 
τῷ Ὠριγένει πρᾶγμά τι διαπέπρακται, φρενὸς μὲν
ἀτελοῦς καὶ νεανικῆς, πίστεως δὲ ὁμοῦ καὶ σωφροσύνης
μέγιστον δεῖγμα περιέχον.

τὸ γὰρ “εἰσὶν
εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασι-
῾ λείαν τῶν οὐρανῶν ἁπλούστερον καὶ νεανικώτερον 
ἐκλαβὼν ὁμοῦ μὲν σωτήριον φωνὴν ἀποπληροῦν οἰόμενος,
ὁμοῦ δὲ καὶ διὰ τὸ νέον τὴν ἡλικίαν ὄντα μὴ
ἀνδράσι μόνον, καὶ γυναιξὶ δὲ τὰ θεῖα προσομιλεῖν,
ὡς ἂν πᾶσαν τὴν παρὰ τοῖς ἀπίστοις αἰσχρᾶς διαβολῆς
ὑπόνοιαν ἀποκλείσειε, τὴν σωτήριον φωνὴν ἔργοις 
ἐπιτελέσαι ὡρμήθη, τοὺς πολλοὺς τῶν ἀμφ’ αὐτὸν
γνωρίμων διαλαθεῖν φροντίσας.

οὐκ ἣν δὲ ἄρα
δυνατὸν αὐτῷ καίπερ βουλομένῳ τοσοῦτον ἔργον
ἐπικρύψασθαι. γνοὺς δῆτα ὕστερον ὁ Δημήτριος,
ἅτε τῆς αὐτόθι παροικίας προεστὼς, εὖ μάλα μὲν 
αὐτὸν ἀποθαυμάζει τοῦ τολμήματος, τὴν δέ γε προθυμίαν
καὶ τὸ γνήσιον αὐτοῦ τῆς πίστεως ἀποδεξάμενος
θαρρεῖν αὐτίκα παρακελεύεται, καὶ νῦν
μᾶλλον ἔχεσθαι αὐτὸν τοῦ τῆς κατηχήσεως ἔργου
παρορμᾷ.

ἀλλὰ τότε μὲν οὗτος τοιοῦτός τις ἦν. 
 

 
οὐ μακροῖς δὲ χρόνοις ὕστερον ὁ αὐτὸς ὁρῶν εὖ
πράττοντα, μέγαν τε καὶ λαμπρὸν καὶ παρὰ πᾶσιν
ὄντα βεβοημένον, ἀνθρώπινόν τι πεπονθὼς τοῖς ἀνὰ
τὴν οἰκουμένην ἐπισκόποις καταγράφειν ὡς ἀτοπωτάτου
 τοῦ πραχθέντος αὐτῷ ἐπειρᾶτο, ὅτε γε τῶν
κατὰ Παλαιστίνην οἱ μάλιστα δόκιμοι καὶ διαπρέποντες
Καισαρείας τε καὶ Ἱεροσολύμων ἐπίσκοποι πρεσβείων
τὸν Ὠριγένην καὶ τῆς ἀνωτάτω τιμῆς ἄξιον
εἶναι δοκιμάσαντες χεῖρας εἰς πρεσβυτέριον αὐτῷ
 τεθείκασι.

τηνικαῦτα δ᾿ οὖν εἰς μέγα δόξης
προελθόντος αὐτοῦ, ὄνομά τε παρὰ τοῖς πανταχῆ
πᾶσιν ἀνθρώποις καὶ κλέος ἀρετῆς καὶ σοφίας οὐ
σμικρὸν κτησαμένου, μηδεμιᾶς ἄλλης εὐπορῶν ὁ
Δημήτριος κατηγορίας, τῆς πάλαι ἐν παιδὶ γεγονυίας
 αὐτῷ πράξεως δεινὴν ποιεῖται διαβολὴν, συμπεριλαβεῖν
τολμήσας ταῖς κατηγορίαις τοὺς ἐπὶ τὸ
πρεσβυτέριον αὐτὸν προάξαντας.

ταῦτα μὲν οὖν
μικρὸν ἐπράχθη ὕστερον. τότε γε μὴν ὁ Ὠριγένης
ἐπὶ τῆς Ἀλεξανδρείας τὸ τῆς θείας διδασκαλίας ἔργον
 εἰς πάντας ἀφυλάκτως τοὺς προσιόντας νύκτωρ καὶ
μεθ᾿ ἡμέραν ἐπετέλει, τοῖς θείοις ἀόκνως μαθήμασι
καὶ τοῖς ὡς αὐτὸν φοιτῶσι τὴν πᾶσαν ἀνατιθεὶς
σχολήν

ἐπὶ δέκα δὲ καὶ ὀκτὼ ἔτεσι τὴν ἀρχὴν
ἐπικρατήσαντα Σεβῆρον Ἀντωνῖνος ὁ παῖς διαδέχεται.
 ἐν τούτῳ δὲ τῶν κατὰ τὸν διωγμὸν ἀνδρισαμένων
καὶ μετὰ τοὺς ἐν ὁμολογίαις ἀγῶνας διὰ προνοίας
θεοῦ πεφυλαγμένων εἷς τις ὢν ὁ Ἀλέξανδρος,
ὃν ἀρτίως ἐπίσκοπον τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις ἐκκλησίας
ἐδηλώσαμεν, οἷα ταῖς ὑπὲρ Χριστοῦ διαπρέψας ὁμολογίαις,
τῆς δηλωθείσης ἐπισκοπῆς ἀξιοῦται, ἔτι
Ναρκίσσου, ὃς ἦν αὐτοῦ πρότερος, περιόντος τῷ
βίω.

[Nic. H. E. V, 9] Πόλλα μὲν οὑν καὶ ἄλλα
παράδοξα οἶ τῆς παροικίας πολῖται ὡσὰν ἐκ παραδόσεως
τῶν κατὰ διαδοχὴν ἀδελφῶν τοῦ Ναρκίσσου
μνημονεύουσιν, ἐν οἶς καὶ τοιόνδε τι θαῦμα δι’ αὐτοῦ
γεγονὸς ἱστοροῦσι.

κατὰ τὴν μεγάλην ποτὲ 
τοῦ πάσχα διανυκτέρευσιν τοὔλαιόν φασι τοῖς διακόνοις
ἐπιλιπεῖν. ἐφ’ ᾧ τὸ πᾶν πλῆθος δεινῆς ἀθυμίας
διαλαβούσης τὸν Νάρκισσον τοῖς τὰ φῶτα παρασκευάζουσιν
ἐπιτάξαι ὕδωρ ἀνιμήσαντας ὡς αὐτὸν
κομιεῖσθαι.

τούτου δὲ ἅμα λόγῳ πραχθέντος ἐπευξάμενον 
τῷ ὕδατι ἐγχέαι κατὰ τῶν λύχνων πίστει τῇ
εἰς τὸν κύριον γνησίᾳ παρακελεύσασθαι. ποιησάντων
δὲ καὶ τοῦτο παρὰ πάντα λόγον δυνάμει παραδόξῳ
καὶ θείᾳ μεταβαλεῖν ἐξ ὕδατος εἰς ἐλαίου ποιότητα
τὴν φύσιν, παρά τε πλείστοις τῶν αὐτόθι ἀδελφῶν 
ἐπὶ μήκιστον ἐξ ἐκείνου καὶ εἰς ἡμᾶς βραχύ τι δεῖγμα
τοῦ τότε θαύματος φυλαχθῆναι.

ἄλλα τε πλεῖστα
περὶ τοῦ βίου τοῦδε τοῦ ἀνδρὸς μνήμης ἄξια καταλέγουσιν,
ἐν οἷς καὶ τοιόνδε τι. τὸ εὔτονον αὐτοῦ
καὶ στερρὸν τοῦ βίου φαῦλοί τινες ἀνθρωπίσκοι μὴ 
οἷοί τε φέρειν, δέει τοῦ μὴ δίκην ὑποσχεῖν ἁλόντας,
διὰ τὸ μυρία κακὰ ἑαυτοῖς συνειδέναι, συσκευὴν
κατ’ αὐτοῦ προλαβόντες συρράπτουσι, καί τινα δεινὴν
καταχέουσιν αὐτοῦ διαβολήν.

εἶτα πιστούμενοι
τοὺς ἀκροωμένους ὅρκοις ἐβεβαίουν τὰς κατηγορίας, 
καὶ ὁ μὲν ἦ μὴν ἀπόλοιτο πυρὶ ὤμνυεν, ὁ δὲ
ἠ μὴν σκαιᾷ νόσῳ δαπανηθείη τὸ σῶμα, ὁ δὲ τρίτος
ἧ μὴν τὰς ὁράσεις πηρωθείη. ἀλλ’ οὐδ’ οὕτως αὐτοῖς,
καίπερ ὀμνύουσι, τῶν πιστῶν τις προσεῖχε τὸν
νοῦν, διὰ τὴν εἰς πάντας λάμπουσαν ἐκ τοῦ παντὸς 
σωφροσύνην τε καὶ πανάρετον ἀγωγὴν τοῦ Ναρκίσσου.

αὐτός γε μὴν τὴν τῶν εἰρημένων μηδαμῶς

 
ὑπομένων μοχθηρίαν, καὶ ἄλλως ἐκ μακροῦ τὸν φιλόσοφον
ἀσπαζόμενος βίον, διαδρὰς πᾶν τὸ τῆς ἐκκλησίας
πλῆθος, ἐν ἐρημίαις καὶ ἀφανέσιν ἀγροῖς
λανθάνων, πλείστοις ἔτεσι διέτριβεν.

ἀλλ’ οὐ
 καὶ ὁ τῆς δίκης μέγας ὀφθαλμὸς ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις
ἠρέμει, μετῄει δὲ ὡς τάχιστα τοὺς ἀσεβεῖς αἷς
καθ’ ἑαυτῶν ἐπιορκοῦντες κατεδήσαντο ἀραῖς. ὁ μὲν
οὖν πρῶτος, ἐκ μηδεμιᾶς προφάσεως ἁπλῶς οὕτω
σμικροῦ διαπεσόντος ἐφ’ ἧς κατέμενεν οἰκίας σπινθῆρος,
 νύκτωρ ὑφαφθείσης ἁπάσης, παγγενῆ καταφλέγεται.
ὁ δὲ ἀθρόως τὸ σῶμα ἐξ ἄκρων ποδῶν ἐπὶ
κεφαλὴν, ἧς αὐτὸς προσετίμησεν ἑαυτῷ, νόσου
πίμπλαται.

ὁ δὲ τρίτος τὰς τῶν προτέρων συνιδὼν
ἐκβάσεις, καὶ τοῦ πάντων ἐφόρου θεοῦ τρέσας
 τὴν ἀδιάδραστον δίκην, ὡμολόγει μὲν τοῖς πᾶσι τὰ
κοινὴ σφίσιν αὐτοῖς ἐσκαιωρημένα, τοσαύταις δὲ
κατετρύχετο μεταμελόμενος οἰμωγαῖς, δακρύων τε
ἐς τοσοῦτον οὐκ ἀπέλιπεν, ἕως ἄμφω διεφθάρη τὰς
ὄψεις. καὶ οἵδε μὲν τῆς ψευδολογίας τοιαύτας ἐπέσχον
 τιμωρίας.

[Nic. H. E. V, 10] Τοῦ δὲ Ναρκίσσου ἀνακεχωρηκότος,
καὶ μηδαμῶς ὅπη ὢν τυγχάνοι γινωσκομένου,
δόξαν τοῖς τῶν ὁμόρων ἐκκλησιῶν προεστῶσιν
ἐφ’ ἑτέρου μετίασιν ἐπισκόπου χειροτονίαν.
 Δῖος τούτῳ ὄνομα ἦν· ὃν οὐ πολὺν προστάντα χρόνον
Γερμανίων διαδέχεται καὶ τοῦτον Γόρδιος, καθ’
ὃν ὥσπερ ἐξ ἀναβιώσεως ἀναφανείς ποθεν ὁ Νάρκισσος
αὖθις ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν ἐπὶ τὴν προστασίαν
παρακλεῖται, μειζόνως ἔτι μᾶλλον τῶν πάντων ἀγασθέντων
 αὐτὸν, τῆς τε ἀναχωρήσεως ἕνεκα καὶ τῆς
φιλοσοφίας, καὶ ἐφ’ ἅπασι δι’ ἣν παρὰ τοῦ θεοῦ
κατηξίωτο ἐκδίκησιν.

Καὶ δὴ μηκέθ’ οἵου τε ὄντος λειτουργεῖν
διὰ λιπαρὸν γῆρας, τὸν εἰρημένον Ἀλέξανδρον, ἐπίσκοπον
ἑτέρας ὑπάρχοντα παροικίας, οἰκονομία θεοῦ
ἐπὶ τὴν ἅμα τῷ Ναρκίσσῳ λειτουργίαν ἐκάλει, κατὰ
ἀποκάλυψιν νύκτωρ αὐτῷ δι’ ὁράματος φανεῖσαν.

ταύτῃ δ’ οὖν ὡς κατά τι θεοπρόπιον ἐκ τῆς Καππαδοκῶν
γῆς, ἔνθα τὸ πρῶτον τῆς ἐπισκοπῆς ἠξίωτο,
τὴν πορείαν ἐπὶ τὰ Ἱεροσόλυμα εὐχῆς καὶ τῶν τόπων
ἱστορίας ἕνεκεν πεποιημένον φιλοφρονέστατα οἱ τῇδε
ὑπολαβόντες οὐκέτ’ οἴκαδε παλινοστεῖν αὐτῷ ἐπιτρέπουσι, 
καθ’ ἑτέραν ἀποκάλυψιν καὶ αὐτοῖς νύκτωρ
ὀφθεῖσαν, μίαν τε φωνὴν σαφεστάτην τοῖς μάλιστα
αὐτῶν σπουδαίοις χρήσασαν· ἐδήλου γὰρ προελθόντας
ἔξω πυλῶν τὸν ἐκ θεοῦ προωρισμένον αὐτοῖς
ἐπίσκοπον ὑποδέξασθαι. τοῦτο δὲ πράξαντες μετὰ 
κοινῆς τῶν ἐπισκόπων, οἱ τὰς πέριξ διεῖπον ἐκκλησίας,
γνώμης ἐπάναγκες αὐτὸν παραμένειν βιάζονται.

μνημονεύει γέ τοι καὶ αὐτὸς ὁ Ἀλέξανδρος ἐν ἰδίαις
ἐπιστολαῖς ταῖς πρὸς Ἀντινοείτας εἰσέτι νῦν παρ’
ἡμῖν σωζομέναις τῆς Ναρκίσσου σὺν αὐτῷ προεδρίας, 
ταῦτα κατὰ λέξιν ἐπὶ τέλει γράφων τῆς ἐπιστολῆς
ἀσπάζεται ὑμᾶς Νάρκισσος, ὁ πρὸ ἐμοῦ διέπων τὸν
τόπον τῆς ἐπισκοπῆς τὸν ἐνθάδε, καὶ νῦν συνεξεταζόμενός
μοι διὰ τῶν εὐχῶν, ἑκατὸν δεκαὲξ ἔτη ἠνυκὼς,
παρακαλῶν ὑμᾶς ὁμοίως ἐμοὶ ὁμοφρονῆσαι

καὶ ταῦτα μὲν οὕτως εἶχε. τῆς δὲ κατ’ Ἀντιόχειαν
ἐκκλησίας Σαραπίωνος ἀναπαυσαμένου τὴν ἐπισκοπήν
διαδέχεται Ἀσκληπιάδης, ἐν ταῖς κατὰ τὸν
διωγμὸν ὁμολογίαις διαπρέψας καὶ αὐτός.

μέμνηται
καὶ τῆς τούτου καταστάσεως Ἀλέξανδρος, Ἀντιοχεῦσι 
γράφων ὧδε “Ἀλέξανδρος, δοῦλος καὶ δέσμιος
“Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῇ μακαρίᾳ ἐκκλησίᾳ Ἀντιοχέων ἐν

 
“κυρίῳ χαίρειν. ἐλαφρά μοι καὶ κοῦφα τὰ δεσμὰ ὁ
“κύριος ἐποίησε κατὰ τὸν καιρὸν τῆς εἱρκτῆς, πυθο-
“μένῳ μοι τῆς ἁγίας ὑμῶν τῶν Ἀντιοχέων ἐκκλησίας
“κατὰ τὴν θείαν πρόνοιαν Ἀσκληπιάδην τὸν ἐπιτη-
 “δειότατον κατ᾿ ἀξίαν τὴν πίστιν τῆς ἐπισκοπῆς ἐγκε-
“χειρισμένον.”

ταύτην δὲ τὴν ἐπιστολὴν σημαίνει
διὰ Κλήμεντος ἀπεσταλκέναι, πρὸς τῷ τέλει τοῦτον
γράφων τὸν τρόπον “ταῦτα δὲ ὑμῖν, κύριοί μου ἀδελ-
“φοὶ, τὰ γράμματα ἀπέστειλα διὰ Κλήμεντος τοῦ
 “μακαρίου πρεσβυτέρου, ἀνδρὸς ἐναρέτου καὶ δοκί-
“μου, ὃν ἴστε καὶ ὑμεῖς καὶ ἐπιγνώσεσθε, ὃς καὶ ἐν-
“θάδε παρὼν κατὰ τὴν πρόνοιαν καὶ ἐπισκοπὴν τοῦ
“δεσπότου ἐπεστήριξέ τε καὶ ηὔξησε τὴν τοῦ κυρίον
“ἐκκλησίαν.”

[Nic. H. E. V, 3] Τοῦ δὲ Σαραπίωνος τῆς
περὶ λόγους ἀσκήσεως καὶ ἄλλα μὲν εἰκὸς σώζεσθαι
παρ᾿ ἑτέροις ὑπομνήματα, εἰς ἡμᾶς δὲ μόνα κατῆλθε
τὰ πρὸς Δομνῖνον, ἐκπεπτωκότα τινὰ παρὰ τὸν τοῦ
διωγμοῦ καιρὸν ἀπὸ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως ἐπὶ τὴν
 Ἰουδαϊκὴν ἐκκλησιαστικοὺς καὶ τὰ πρὸς Πόντιον καὶ
Καρικὸν, ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρας, καὶ ἄλλαι πρὸς
ἑτέρους ἐπιστολαί·

ἕτερός τε συντεταγμένος αὐτῷ
λόγος περὶ τοῦ λεγομένου κατὰ Πέτρον εὐαγγελίου,
ὃν πεποίηται ἀπελέγχων τὰ ψευδῶς ἐν αὐτῷ εἰρημένα,
 διά τινας ἐν τῇ κατὰ ῾Ρωσσὸν παροικίᾳ προφάσει τῆς
εἰρημένης γραφῆς εἰς ἑτεροδόξους διδασκαλίας ἀποκείλαντας.
ἀφ᾿ ἧς εὔλογον βραχείας παραθέσθαι
λέξεις, δι᾿ ὧν ἣν εἶχε περὶ τοῦ βιβλίου γνώμην προτίθησιν
οὕτω γράφων

“ἡμεῖς γὰρ, ἀδελφοὶ, καὶ
 “Πέτρον καὶ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους ἀποδεχόμεθα
“ὡς Χριστὸν, τὰ δὲ ὀνόματι αὐτῶν ψευδεπίγραφα ὡς
“ἔμπειροι παραιτούμεθα, γινώσκοντες ὅτι τὰ τοιαῦτα

 
“οὐ παρελάβομεν.

ἐγὼ γὰρ γενόμενος παρ’ ὑμῖν
‘ὑπενόουν τοὺς πάντας ὀρθῇ πίστει προσφέρεσθαι,
καὶ μὴ διελθὼν τὸ ὑπ’ αὐτῶν προφερόμενον ὀνό-
“ματι Πέτρου εὐαγγέλιον εἶπον ὅτι, εἰ τοῦτό ἐστι
“μόνον τὸ δοκοῦν ὑμῖν παρέχειν μικροψυχίαν, ἀναγινωσκέσθω. 
νῦν δὲ μαθὼν ὅτι αἱρέσει τινὶ ὁ νοῦς
“αὐτῶν ἐνεφώλευεν ἐκ τῶν λεχθέντων μοι, σπουδάσω
πάλιν γενέσθαι πρὸς ὑμᾶς, ὥστε, ἀδελφοὶ,
“προσδοκᾶτέ με ἐν τάχει.

ὑμεῖς δὲ, ἀδελφοὶ, κατα-
“λαβόμενοι ὁποίας ἦν αἱρέσεως ὁ Μαρκιανὸς, ὡς καὶ 
“ἑαυτῷ ἠναντιοῦτο μὴ νοῶν ἃ ἐλάλει μαθήσεσθε ἐξ
“ὧν ὑμῖν ἐγράφη.

ἐδυνήθημεν γὰρ παρ’ ἄλλων
“τῶν ἀσκησάντων αὐτὸ τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον, τουτέστι
“παρὰ τῶν διαδόχων τῶν. καταρξαμένων αὐτοῦ, οὓς
῾᾿Δοκητὰς καλοῦμεν τὰ γὰρ φρονήματα τὰ πλείονα 
“ἐκείνων ἐστὶ τῆς διδασκαλίας), χρησάμενοι παρ’
“αὐτῶν, διελθεῖν, καὶ εὑρεῖν τὰ μὲν πλείονα τοῦ
“ὀρθοῦ λόγου τοῦ σωτῆρος, τινὰ δὲ προσδιεσταλμένα, ἃ
“καὶ ὑπετάξαμεν ὑμῖν.’ καὶ ταῦτα μὲν τὰ Σαραπίωνος.

[Nic. H. E. IV, 33] Τοῦ δὲ Κλήμεντος 
Στρωματεῖς οἱ πάντες ὀκτὼ παρ’ ἡμῖν σώζονται,
οὓς καὶ τοιαύτης ἠξίωσε προγραφῆς “Τίτου Φλαυίου
“Κλήμεντος τῶν κατὰ τὴν ἀληθῆ φιλοσοφίαν γνωστικῶν
ὑπομνημάτων στρωματεῖς.

ἰσάριθμοί τε
τούτοις εἰσὶν οἶ ἐπιγεγραμμένοι Ὑποτυπώσεων αὐτοῦ 
λόγοι, ἐν οἷς ὀνομαστὶ ὡς διδασκάλου τοῦ Πανταίνου
μνημονεύει, ἐκδοχάς τε αὐτοῦ γράφων καὶ παραδόσεις
ἐκτιθέμενος.

ἔστι δὲ αὐτῷ καὶ πρὸς Ἕλληνας
λόγος ὁ προτρεπτικὸς, τρεῖς τε οἶ τοῦ ἐπιγεγραμμένου
Παιδαγωγοῦ, καὶ “τίς ὁ σωζόμενος πλούσιος” 
οὕτως ἐπιγραφεὶς ἕτερος αὐτοῦ λόγος· τό τε περὶ
τοῦ πάσχα σύγγραμμα, καὶ διαλέξεις περὶ νηστείας,

 
καὶ περὶ καταλαλιᾶς, καὶ ὁ προτρεπτικὸς εἰς ὑπομονὴν
ἢ πρὸς τοὺς νεωστὶ βεβαπτισμένους, καὶ ὁ ἐπιρεγραμμένος
κανὼν ἐκκλησιαστικὸς, ἢ πρὸς τοὺς
Ἰουδαΐζοντας, ὃν Ἀλεξάνδρῳ τῷ δεδηλωμένῳ ἐπισκόπῳ
 ἀνατέθεικεν.

ἐν μὲν οὖν τοῖς Στρωματεῦσιν
οὐ μόνον τῆς θείας κατάστρωσιν πεποίηται γραφῆς,
ἀλλὰ καὶ τῶν παρ᾿ Ἕλλησιν, εἴ τι ἄρα ὠφέλιμον
ἐδόκει καὶ αὐτοῖς εἰρῆσθαι, μνημονεύει, τῶν τε παρὰ
τοῖς πολλοῖς δογμάτων, τὰ Ἑλλήνων ὁμοῦ καὶ τὰ
 βαρβάρων ἀναπτύσσων.

καὶ ἔτι τὰς τῶν αἱρεσιαρχῶν
ψευδοδοξίας εὐθύνων ἱστορίαν τε πολλὴν
ἐξαπλοῖ, ὑπόθεσιν ἡμῖν πολυμαθοῦς παρέχων παιδείας.
τούτοις ἅπασι καταμίγνυσι καὶ τὰ φιλοσόφων
δόγματα, ὅθεν εἰκότως κατάλληλον τῇ ὑποθέσει καὶ
 τὴν προγραφὴν τῶν Στρωματέων πεποίηται.

κέχρηται
δ᾿ ἐν αὐτοῖς καὶ ταῖς ἀπὸ τῶν ἀντιλεγομένων
γραφῶν μαρτυρίαις, τῆς τε λεγομένης Σολομῶνος
σοφίας, καὶ τῆς Ἰησοῦ τοῦ Σιρὰχ, καὶ τῆς πρὸς
Ἑβραίους ἐπιστολῆς, τῆς τε Βαρνάβα καὶ Κλήμεντος
 καὶ Ἰούδα

μνημονεύει τε τοῦ πρὸς Ἕλληνας Τατιανοῦ
λόγου, καὶ Κασσιανοῦ ὡς καὶ αὐτοῦ χρονογραφίαν
πεποιημένου· ἔτι μὴν Φίλωνος καὶ Ἀριστοβούλου,
Ἰωσήπου τε καὶ Δημητρίου καὶ Εὐπολέμου,
Ἰουδαίων συγγραφέων, ὡσὰν τούτων ἁπάντων ἐγγράφως
 πρεσβύτερον τῆς παρ᾿ Ἕλλησιν ἀρχαιογονίας
Μωυσέα τε καὶ τὸ Ἰουδαίων γένος ἀποδειξάντων.

καὶ ἄλλης δὲ πλείστης χρηστομαθείας ἔμπλεοι οἱ
δηλούμενοι τυγχάνουσι τοῦ ἀνδρὸς λόγοι, ὧν ἐν τῷ
πρώτῳ περὶ ἑαυτοῦ δηλοῖ ὡς ἔγγιστα τῆς τῶν ἀποστόλων
 γενομένου διαδοχῆς. ὑπισχνεῖται δ᾿ ἐν αὐτοῖς
καὶ εἰς τὴν Γένεσιν ὑπομνηματιεῖσθαι.

καὶ
ἐν τῷ λόγῳ δὲ αὐτοῦ τῷ περὶ τοῦ πάσχα ἐκβιασθῆναι

 
ὁμολογεῖ πρὸς τῶν ἑταίρων, ἃς ἔτυχε παρὰ τῶν
ἀρχαίων πρεσβυτέρων ἀκηκοὼς παραδόσεις, γραφῇ
τοῖς μετὰ ταῦτα παραδοῦναι. μέμνηται δὲ ἐν αὐτῷ
Μελίτωνος καὶ Εἰρηναίου καί τινων ἑτέρων, ὧν καὶ
τὰς διηγήσεις τέθειται.

Ἐν δὲ ταῖς Ὑποτυπώσεσι, ξυνελόντα εἰπεῖν,
πάσης τῆς ἐνδιαθήκου γραφῆς ἐπιτετμημένας πεποίηται
διηγήσεις, μηδὲ τὰς ἀντιλεγομένας παρελθὼν,
τὴν Ἰούδα λέγω καὶ τὰς λοιπὰς καθολικὰς ἐπιστολὰς,
τήν τε Βαρνάβα καὶ τὴν Πέτρου λεγομένην ἀποκάλυψιν.

καὶ τὴν πρὸς Ἑβραίους δὲ ἐπιστολὴν Παύλου
μὲν εἶναί φησι, γεγράφθαι δὲ Ἑβραίοις Ἑβραικῇ
φωνῇ, Λουκᾶν δὲ φιλοτίμως αὐτὴν μεθερμηνεύσαντα
ἐκδοῦναι τοῖς Ἕλλησιν, ὅθεν τὸν αὐτὸν χρῶτα εὑρίσκεσθαι
κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτης τε τῆς ἐπιστολῆς 
καὶ τῶν Πραξέων·

μὴ προγεγράφθαι δὲ τὸ “Παῦλος
ἀπόστολος”, εἰκότως· Ἑβραίοις γὰρ, φησὶν, ἐπιστέλλων,
πρόληψιν εἰληφόσι κατ’ αὐτοῦ καὶ ὑποπτεύουσιν
αὐτὸν, συνετῶς πάνυ οὐκ ἐν ἀρχῇ ἀπέτρεψεν
αὐτοὺς τὸ ὄνομα θείς

εἶτα ὑποβὰς ἐπιλέγει 
‘ἤδη δὲ ὡς ὁ μακάριος ἔλεγε πρεσβύτερος, ἐπεὶ ὁ
‘κύριος ἀπόστολος ὢν τοῦ παντοκράτορος ἀπεστάλη
῾πρὸς Ἑβραίους, διὰ μετριότητα ὁ Παῦλος, ὡσὰν εἰς
τὰ ἔθνη ἀπεσταλμένος, οὐκ ἐγγράφει ἑαυτὸν Ἑβραίων
ἀπόστολον, διά τε τὴν πρὸς τὸν κύριον τιμὴν, διά 
τε τὸ ἐκ περιουσίας καὶ τοῖς Ἑβραίοις ἐπιστέλλειν,
ἐθνῶν κήρυκα ὄντα καὶ ἀπόστολον.”

αὖθις δ’
ἐν τοῖς αὐτοῖς ὁ Κλήμης βιβλίοις περὶ τῆς τάξεως
τῶν εὐαγγελίων παράδοσιν τῶν ἀνέκαθεν πρεσβυτέρων
τέθειται, τοῦτον ἔχουσαν τὸν τρόπον· προγε- 
 

 
γράφθαι [ἔλεγεν] τόν εὐαγγελίων τὰ περιέχοντα τὰς
γενεαλογίας,

τὸ δὲ κατὰ Μάρκον ταύτην ἐσχηκέναι
τὴν οἰκονομίαν. τοῦ Πέτρου δημοσίᾳ ἐν Ῥώμῃ
κηρύξαντος τὸν λόγον, καὶ πνεύματι τὸ εὐαγγέλιον
 ἐξειπόντος, τοὺς παρόντας πολλοὺς ὄντας παρακαλέσαι
τὸν Μάρκον, ὡσὰν ἀκολουθήσαντα αὐτῷ πόρρωθεν
καὶ μεμνημένον τῶν λεχθέντων, ἀναγράψαι τὰ
εἰρημένα· ποιήσαντα δὲ τὸ εὐαγγέλιον μεταδοῦναι
τοῖς δεομένοις αὐτοῦ.

ὅπερ ἐπιγνόντα τὸν Πέτρον
 προτρεπτικῶς μήτε κωλῦσαι μήτε προτρέψασθαι, τὸν
μέντοι Ἰωάννην ἔσχατον συνιδόντα ὅτι τὰ σωματικὰ
ἐν τοῖς εὐαγγελίοις δεδήλωται, προτραπέντα ὑπὸ τῶν
γνωρίμων, πνεύματι θεοφορηθέντα, πνευματικὸν
ποιῆσαι εὐαγγέλιον. τοσαῦτα ὁ Κλήμης.

πάλιν
 δ’ ὁ δηλωθεὶς Ἀλέξανδρος τοῦ Κλήμεντος, ἅμα δὲ
καὶ τοῦ Πανταίνου ἔν τινι πρὸς Ὠριγένην ἐπιστολῇ
μνημονεύει, ὡς δὴ γνωρίμων αὐτῷ γενομένων τῶν
ἀνδρῶν. γράφει δὲ οὕτως “τοῦτο γὰρ καὶ θέλημα
θεοῦ, ὡς οἶδας, γέγονεν, ἔνα ἡ ἀπὸ προγόνων ἡμῖν
 “φιλία μένῃ ἄσυλος, μᾶλλον δὲ θερμοτέρα ᾖ καὶ
βεβαιοτέρα.

πατέρας γὰρ ἴσμεν τοὺς μακαρίους
ἐκείνους τοὺς προοδεύσαντας, πρὸς οὓς μετ’ ὀλίγον
“ἐσόμεθα, Πάνταινον τὸν μακάριον ὡς ἀληθῶς καὶ
κύριον, καὶ τὸν ἱερὸν Κλήμεντα κύριόν μου γενό-
 “μενον καὶ ὠφελήσαντά με, καὶ εἴ τις ἕτερος
῾δι᾿ ὧν σε ἐγνώρισα τὸν κατὰ πάντα ἄριστον καὶ
κύριόν μου καὶ ἀδελφόν.”

καὶ ταῦτα μὲν τοιαῦτα.
ὁ μέντοι Ἀδαμάντιος, καὶ τοῦτο γὰρ ἦν τῷ
Ὠριγένει ὄνομα, Ζεφυρίνου κατὰ τούσδε τοὺς χρόνους
 τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας ἡγουμένου ἐπιδημῆσαι
τῇ Ῥώμῃ, καὶ αὐτός που γράφει λέγων “εὐξάμενος
τὴν ἀρχαιοτάτην Ῥωμαίων ἐκκλησίαν ἰδεῖν’’, ἔνθα

 
οὐ πολὺ διατρίψας ἐπάνεισιν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν.

καὶ δὴ τὰ συνήθη τῆς κατηχήσεως ἐνταῦθα μετὰ
πάσης ἐπλήρου σπουδῆς, Δημητρίου τῶν τῇδε ἐπισκόπου
ἔτι τότε παρορμῶντος αὐτὸν καὶ μονονουχὶ
ἀντιβολοῦντος ἀόκνως τὴν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὠφέλειαν 
ποιεῖσθαι.

[Nic. H. E. V, 11] Ὁ δ’ ὡς ἑαυτὸν ἑώρα
μὴ ἐπαρκοῦντα τῇ τῶν θείων βαθυτέρᾳ σχολῇ, τῇ
τε ἐξετάσει καὶ ἑρμηνείαι τῶν ἱερῶν γραμμάτων, καὶ
προσέτι τῇ τῶν προσιόντων κατηχήσει, μηδ’ ἀναπνεῦσαι 
συγχωρούντων αὐτῷ, ἑτέρων ἐφ’ ἑτέροις ἐξ
ἕω καὶ μέχρις ἐσπέρας ἐπὶ τὸ παρ’ αὐτῷ διδασκαλεῖον
φοιτώντων, διανείμας τὰ πλήθη, τὸν Ἡρακλᾶν τῶν
γνωρίμων προκρίνας, ἔν τε τοῖς θείοις σπουδαῖον
καὶ ἄλλως ὄντα λογιώτατον ἄνδρα καὶ φιλοσοφίας 
οὐκ ἄμοιρον, κοινωνὸν καθίστη τῆς κατηχήσεως, τῷ
μὲν τὴν πρώτην τῶν ἄρτι στοιχειουμενων εἰσαγωγὴν
ἐπιτρέψας, αὐτῷ δὲ τὴν τῶν ἐν ἕξει φυλάξας ἀκρόασιν.

[Nic. H. E. V, 11] Τοσαύτη δὲ εἰσήγετο
τῷ Ὠριγένει τῶν θείων λόγων ἀπηκριβωμένη ἐξέτασις 
ὡς καὶ τὴν Ἑβραίδα γλῶτταν ἐκμαθεῖν, τάς
τε παρὰ τοῖς Ἰουδαίοις φερομένας πρωτοτύπους αὐτοῖς
Ἑβραίων στοιχείοις γραφὰς κτῆμα ἴδιον ποιήσασθαι,
ἀνιχνεῦσαί τε τὰς τῶν ἑτέρων παρὰ τοὺς
ἑβδομήκοντα τὰς ἱερὰς γραφὰς ἡρμηνευκότων ἐκδόσεις, 
καί τινας ἑτέρας παρὰ τὰς καθημαξευμένας
ἑρμηνείας ἐναλλαττούσας, τὴν Ἀκύλου καὶ Συμμάχου
καὶ Θεοδοτίωνος, ἐφευρεῖν, ἃς οὐκ οἶδ’ ὁπόθεν ἔκ
τινων μυχῶν τὸν πάλαι λανθανούσας χρόνον εἰς φῶς
ἀνιχνεύσας προήγαγεν.

ἐφ’ ὧν διὰ τὴν ἀδηλότητα, 
τίνος ἄρ εἶεν οὐκ εἰδὼς, αὐτὸ τοῦτο μόνον ἐπεσημήνατο,
ὡς ἄρα τὴν μὲν εὕροι ἐν τῇ πρὸς Ἀκτίοις

 
Νικοπόλει, τὴν δὲ ἐν ἑτέρῳ τοιῷδε τόπῳ.

ἔν γε
μὴν τοῖς ἑξαπλοῖς τῶν ψαλμῶν μετὰ τὰς ἐπισήμους
τέσσαρας ἐκδόσεις οὐ μόνον πέμπτην, ἀλλὰ καὶ ἕκτην
καὶ ἑβδόμην παραθεὶς ἑρμηνείαν, ἐπὶ μιᾶς αὖθις
 σεσημείωται ὡς ἐν Ἱεριχοῖ ηὑρημένης ἐν πίθῳ, κατὰ
τοὺς χρόνους Ἀντωνίνου τοῦ υἱοῦ Σεβήρου.

ταύτας
δὲ ἁπάσας ἐπὶ ταὐτὸν συναγαγὼν, διελών τε
πρὸς κῶλον, καὶ ἀντιπαραθεὶς ἀλλήλαις μετὰ καὶ
αὐτῆς τῆς Ἑβραίων σημειώσεως, τὰ τῶν λεγομένων
 ἡμῖν ἑξαπλῶν ἀντίγραφα καταλέλοιπεν, ἰδίως τὴν
Ἀκύλου καὶ Συμμάχου καὶ Θεοδοτίωνος ἔκδοσιν ἅμα
τῇ τῶν ἑβδομήκοντα ἐν τοῖς τετραπλοῖς ἐπικατα
σκευάσας.

[Nic. H. E. V, 12] Τῶν γε μὴν ἑρμηνευτῶν
 αὐτῶν δὴ τούτων ἰστέον Ἐβιωναῖον τὸν Σύμμαχον
γεγονέναι. αἵρεσις δέ ἐστιν ἡ τῶν Ἐβιωναίων
οὕτω καλουμένη τῶν τὸν Χριστὸν ἐξ Ἰωσὴφ καὶ Μαρίας
γεγονέναι φασκόντων, ψιλόν τε ἄνθρωπον ὑπειληφότων
αὐτὸν, καὶ τὸν νόμον χρῆναι Ἰουδαϊκώτερον
 φυλάττειν ἀπισχυριζομένων, ὥς που καὶ ἐκ τῆς πρόσθεν
ἱστορίας ἔγνωμεν. καὶ ὑπομνήματα δὲ τοῦ
Συμμάχου εἰσέτι νῦν φέρεται ἐν οἶς δοκεῖ πρὸς τὸ
κατὰ Ματθαῖον ἀποτεινόμενος εὐαγγέλιον τὴν δεδηλωμένην
αἵρεσιν κρατύνειν. ταῦτα δὲ ὁ Ὠριγένης
 μετὰ καὶ ἄλλων εἰς τὰς γραφὰς ἑρμηνειῶν τοῦ Συμμάχου
σημαίνει παρὰ Ἰουλιανῆς τινος εἰληφέναι, ἣν
καί φησι παρ’ αὐτοῦ Συμμάχου τὰς βίβλους
διαδέξασθαι.

[Nic. H. E. V, 12] Ἐν τούτῳ καὶ Ἀμβρόσιος,
 τὰ τῆς Οὐαλεντίνου φρονῶν αἱρέσεως,
πρὸς τῆς ὑπὸ Ὠριγένους πρεσβευομένης ἀληθείας
ἐλεγχθεὶς, καὶ ὡσὰν ὑπὸ φωτὸς καταυγασθεὶς τὴν

 
διάνοιαν, τῷ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀρθοδοξίας προστίθεται
λόγῳ·

καὶ ἄλλοι δὲ πλείους τῶν ἀπὸ παιδείας,
τῆς περὶ τὸν Ὠριγένην φήμης πανταχόσε βοωμένης,
ᾔεσαν ὡς αὐτὸν, πεῖραν τῆς ἐν τοῖς ἱεροῖς
λόγοις ἱκανότητος τἀνδρὸς ληψόμενοι· μυρίοι δὲ τῶν 
αἱρετικῶν, φιλοσόφων τε τῶν μάλιστα ἐπιφανῶν οὐκ
ὀλίγοι διὰ σπουδῆς αὐτῷ προσεῖχον, μονονουχὶ πρὸς
τοῖς θείοις καὶ τὰ τῆς ἔξωθεν φιλοσοφίας πρὸς αὐτοῦ
παιδευόμενοι.

εἰσῆγέ τε γὰρ ὅσους εὐφυῶς ἔχοντας
ἑώρα καὶ ἐπὶ τὰ φιλόσοφα μαθήματα, γεωμετρίαν 
καὶ ἀριθμητικὴν καὶ τὰ ἄλλα προπαιδεύματα παραδιδοὺς,
εἴς τε τὰς αἱρέσεις τὰς παρὰ τοῖς φιλοσόφοις
προάγων, καὶ τὰ παρὰ τούτοις συγγράμματα διηγούμενος,
ὑπομνηματιζόμενοί τε καὶ θεωρῶν εἰς ἕκαστα,
ὥστε μέγαν καὶ παρ᾿ αὐτοῖς Ἕλλησι φιλόσοφον τὸν 
ἄνδρα κηρύττεσθαι.

πολλοὺς δὲ καὶ τῶν ἰδιωτικωτέρων
ἐνῆγεν ἐπὶ τὰ ἐγκύκλια γράμματα, οὐ μικρὰν
αὐτοῖς ἔσεσθαι φάσκων ἐξ ἐκείνων ἐπιτηδειότητα
εἰς τὴν τῶν θείων γραφῶν θεωρίαν τε καὶ
παρασκευήν. ὅθεν μάλιστα καὶ ἑαυτῷ ἀναγκαίαν 
ἡγήσατο τὴν περὶ τὰ κοσμικὰ καὶ φιλόσοφα μαθήματα
ἄσκησιν.

[Nic. H. E. V, 12-13] Μάρτυρες δὲ καὶ
τῆς περὶ ταῦτα αὐτοῦ κατορθώσεως αὐτῶν Ἑλλήνων
οἱ κατ᾿ αὐτὸν ἠκμακότες φιλόσοφοι, ὧν ἐν συγγράμμασι 
πολλὴν μνήμην ηὕρομεν τοῦ ἀνδρὸς, τοτὲ μὲν
αὐτῷ προσφωνούντων τοὺς ἑαυτῶν λόγους, τοτὲ δὲ
ὡς διδασκάλῳ εἰς ἐπίκρισιν τοὺς ἰδίους ἀναφερόντων
πόνους.

τί δεῖ ταῦτα λέγειν, ὅτε καὶ ὁ καθ᾿ ἡμᾶς
ἐν Σικελίᾳ καταστὰς Πορφύριος, συγγράμματα καθ᾿ 
ἡμῶν ἐνστησάμενος, καὶ δι᾿ αὐτῶν τὰς θείας γραφὰς
διαβάλλειν πεπειραμένος, τῶν τε εἰς αὐτὰς ἐξηγησα-

 
μένων μνημονεύσας, μηδὲν μηδαμῶς φαῦλον ἔγκλημα
τοῖς δόγμασιν ἐπιβαλεῖν δυνηθεὶς, ἀπορίᾳ λόγων ἐπὶ
τὸ λοιδορεῖν τρέπεται καὶ τοὺς ἐξηγητὰς ἐνδιαβάλλειν,
ὧν μάλιστα τὸν Ὠριγένην·

ὃν κατὰ τὴν νέαν
 ἡλικίαν ἐγνωκέναι φήσας διαβάλλειν μὲν πειρᾶται,
συνιστῶν δὲ ἄρα τὸν ἄνδρα ἐλάνθανε, τὰ μὲν ἐπαληθεύων,
ἐν οἶς οὐδ’ ἑτέρως αὐτῷ λέγειν ἦν δυνατὸν,
τὰ δὲ καὶ ψευδόμενος, ἐν οἷς λήσεσθαι ἐνόμιζε,
καὶ τοτὲ μὲν ὡς Χριστιανοῦ κατηγορῶν, τοτὲ δὲ τὴν
 περὶ τὰ φιλόσοφα μαθήματα ἐπίδοσιν αὐτοῦ διαγράφων.

ἄκουε δ’ οὖν ἅ φησι κατὰ λέξιν “τῆς δὴ
“μοχθηρίας τῶν Ἰουδαϊκῶν γραφῶν οὐκ ἀπόστασιν,
“λύσιν δέ τινες εὑρεῖν προθυμηθέντες, ἐπ’ ἐξηγή-
‘σεις ἐτράποντο ἀσυγκλώστους καὶ ἀναρμόστους τοῖς
 “γεγραμμένοις, οὐκ ἀπολογίαν μᾶλλον ὑπὲρ τῶν
“ὀθνείων, παραδοχὴν δὲ καὶ ἔπαινον τοῖς οἰκείοις
‘φερούσας. αἰνίγματα γὰρ τὰ φανερῶς παρὰ Μωυσεῖ
῾λεγόμενα εἶναι κομπάσαντες, καὶ ἐπιθειάσαντες ὡς
θεσπίσματα πλήρη κρυφίων μυστηρίων, διά τε τοῦ
 “τύφου τὸ κριτικὸν τῆς ψυχῆς καταγοητεύσαντες,
ἐπάγουσιν ἐξηγήσεις.”

εἶτα μεθ’ ἕτερά φησιν
ὁ δὲ τρόπος τῆς ἀτοπίας ἐξ ἀνδρὸς, ᾧ κἀγὼ κομιδῆ
“νέος ὢν ἔτι ἐντετύχηκα, σφόδρα εὐδοκιμήσαντος καὶ
ἔτι δι’ ὧν καταλέλοιπε συγγραμμάτων εὐδοκιμοῦν
 “τος, παρειλήφθω Ὠριγένους, οὗ κλέος παρὰ τοῖς
διδασκάλοις τούτων τῶν λόγων μέγα διαδέδοται.

ἀκροατὴς γὰρ οὗτ’ ὃς Ἀμμωνίου τοῦ πλείστην ἐν
τοῖς καθ’ ἡμὰς χρόνοις ἐπίδοσιν ἐν φιλοσοφίᾳ ἐσχη-
“κότος γεγονὼς, εἰς μὲν τὴν τῶν λόγων ἐμπειρίαν
 “πολλὴν παρὰ τοῦ διδασκάλου τὴν ὠφέλειαν ἐκτήσατο,
εἰς δὲ τὴν ὀρθὴν τοῦ βίου προαίρεσιν τὴν
ἐναντίαν ἐκείνῳ πορείαν ἐποιήσατο.

Ἀμμώνιος

 
“μὲν γὰρ Χριστιανὸς ἐν Χριστιανοῖς ἀνατραφεὶς τοῖς
“γονεῦσιν, ὅτε τοῦ φρονεῖν καὶ τῆς φιλοσοφίας ἥψατο,
“εὐθὺς πρὸς τὴν κατὰ νόμους πολιτείαν μετεβάλετο,
“Ὠριγένης δὲ Ἕλλὴν ἐν Ἕλλησι παιδευθεὶς λόγοις
“πρὸς τὸ βάρβαρον ἐξώκειλε τόλμημα· ᾧ δὴ φέρων 
“αὑτόν τε καὶ τὴν ἐν τοῖς λόγοις ἕξιν ἐκαπήλευσε,
“κατὰ μὲν τὸν βίον Χριστιανῶς ζῶν καὶ παρανόμως,
“κατὰ δὲ τὰς περὶ τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ θείου
“δόξας ἑλληνίζων καὶ τὰ Ἑλλήνων τοῖς ὀθνείοις ὑπο-
“βαλλόμενος μύθοις.

συνῆν τε γὰρ ἀεὶ τῷ Πλά- 
“τωνι, τοῖς τε Νουμηνίου καὶ Κρονίου, Ἀπολλοφά-
“νους τε καὶ Λογγίνου καὶ Μοδεράτου Νικομάχου τε
“καὶ τῶν ἐν τοῖς Πυθαγορείοις ἐλλογίμων ἀνδρῶν
“ὡμίλει συγγράμμασιν· ἐχρῆτο δὲ καὶ Χαιρήμονος
“τοῦ Στωϊκοῦ, Κορνούτου τε ταῖς βίβλοις, παρ᾿ ὧν 
“τὸν μεταληπτικὸν τῶν παρ᾿ Ἕλλησι μυστηρίων γνοὺς
“τρόπον ταῖς Ἰουδαικαῖς προσῆψε γραφαῖς.”

ταῦτα
τῷ Πορφυρίῳ κατὰ τὸ τρίτον σύγγραμμα τῶν γραφέντων
αὐτῷ κατὰ Χριστιανῶν εἴρηται, ἐπαληθεύσαντι
μὲν περὶ τῆς τἀνδρὸς ἀσκήσεως καὶ πολυμαθείας, 
ψευσαμένῳ δὲ σαφῶς (τί γὰρ οὐκ ἔμελλεν ὁ
κατὰ Χριστιανῶν;) ἐν οἷς αὐτὸν μὲν ἐξ Ἑλλήνων
φησὶν μετατεθεῖσθαι, τὸν δ᾿ Ἀμμώνιον ἐκ βίου τοῦ
κατὰ τὴν θεοσέβειαν ἐπὶ τὸν ἐθνικὸν τρόπον ἐκπεσεῖν.

τῷ τε γὰρ Ὠριγένει τὰ τῆς κατὰ Χριστὸν 
διδασκαλίας ἐκ προγόνων ἐσώζετο, ὡς καὶ τὰ τῆς
πρόσθεν ἱστορίας ἐδήλου, τῷ τε Ἀμμωνίῳ τὰ τῆς
ἐνθέου φιλοσοφίας ἀκέραια καὶ ἀδιάπτωτα καὶ μέχρις
ἐσχάτης τοῦ βίου διέμενε τελευτῆς, ὥς που καὶ οἱ
τἀνδρὸς εἰσέτι νῦν μαρτυροῦσι πόνοι, δι᾿ ὧν κατέλιπε 
συγγραμμάτων παρὰ τοῖς πλείστοις εὐδοκιμοῦντος·
ὥσπερ οὖν καὶ ὁ ἐπιγεγραμμένος περὶ τῆς Μωυ-

 
σέως καὶ Ἰησοῦ συμφωνίας, καὶ ὅσοι ἄλλοι παρὰ τὸ
φιλοκάλοις ηὕρηνται.

ταῦτα μὲν οὖν εἰς παράστασιν
κείσθω τῆς τε τοῦ ψευδηγόρου συκοφαντίας
καὶ τῆς Ὠριγένους καὶ περὶ τὰ Ἑλλήνων μαθήματα
 πολυπειρίας, περὶ ἧς πρός τινας μεμψαμένους αὐτῷ
διὰ τὴν περὶ ἐκεῖνα σπουδὴν ἀπολογούμενος ἐν ἐπιστολῇ
τινι ταῦτα γράφει

“ἐπεὶ δὲ ἀνακειμένῳ μοι
τῷ λόγῳ, τῆς φήμης διατρεχούσης περὶ τῆς ἕξεως
ἡμῶν, προσῄεσαν ὁτὲ μὲν αἱρετικοὶ, ὁτὲ δὲ οἱ ἀπὸ
 τῶν Ἑλληνικῶν μαθημάτων, καὶ μάλιστα τῶν ἐν
φιλοσοφίᾳ, ἔδοξεν ἐξετάσαι τά τε τῶν αἱρετικῶν
δόγματα καὶ τὰ τῶν φιλοσόφων περὶ ἀληθείας
λέγειν ἐπαγγελλόμενα.

τοῦτο δὲ πεποιήκαμεν
μιμησάμενοί τε τὸν πρὸ ἡμῶν πολλοὺς ὠφελήσαντα
 Πάνταινον, οὐκ ὀλίγην ἐν ἐκείνοις ἐσχηκότα παρασκευὴν,
καὶ τὸν νῦν ἐν τῷ πρεσβυτερίῳ καθεζόμενον
Ἀλεξανδρέων Ἡρακλᾶν, ὅντινα ηὗρον παρὰ τῷ
διδασκάλῳ τῶν φιλοσόφων μαθημάτων, ἤδη πέντε
ἔτεσιν αὐτῷ προσκαρτερήσαντα, πρὶν ἢ ἐμὲ ἄρξασθαι
 ἀκούειν ἐκείνων τῶν λόγων.

διὸ καὶ πρότερον
κοινῇ ἐσθῆτι χρώμενος, ἀποδυσάμενος καὶ
φιλόσοφον ἀναλαβὼν σχῆμα, μέχρι τοῦ δεῦρο τηρεῖ,
‘βιβλία τε Ἑλλήνων κατὰ δύναμιν οὐ παύεται φιλολογῶν.”
καὶ ταῦτα μὲν αὐτῷ περὶ τῆς Ἑλληνικῆς
 ἀσκήσεως ἀπολογουμένῳ εἴρηται.

κατὰ τοῦτον
δὲ τὸν χρόνον ἐπ’ Ἀλεξανδρείας αὐτῷ τὰς διατριβὰς
ποιουμένῳ ἐπιστάς τις τῶν στρατιωτικῶν ἀνεδίδου
γράμματα, Δημητρίῳ τε τῷ τῆς παροικίας ἐπισκόπῳ
καὶ τῷ τότε τῆς Αἰγύπτου ἐπάρχῳ παρὰ τοῦ τῆς
 Ἀραβίας ἡγουμένου, ὡς ἂν μετὰ σπουδῆς ἁπάσης
τὸν Ὠριγένην πέμψοιεν κοινωνήσοντα λόγων αὐτῷ.
τοιγαροῦν προπεμφθεὶς ὑπ’ αὐτῶν ἀφικνεῖται ἐπὶ

 
τὴν Ἀραβίαν. οὐκ εἰς μακρὸν δὲ τὰ τῆς ἀφίξεως εἰς
πέρας ἀγαγὼν αὖθις ἐπὶ τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἐπανῄει.

χρόνου δὲ μεταξὺ διαγενομένου, οὐ σμικροῦ κατὰ
τὴν πόλιν ἀναρριπισθέντος πολέμου, ὑπεξελθὼν τῆς
Ἀλεξανδρείας, καὶ μηδὲ τὰς κατ’ Αἴγυπτον διατριβὰς 
ἀσφαλεῖς ἑαυτῷ ἡγούμενος, ἐλθὼν ἐπὶ Παλαιστίνης,
ἐν Καισαρείᾳ τὰς διατριβὰς ἐποιεῖτο, ἔνθα
καὶ διαλέγεσθαι τάς τε θείας ἑρμηνεύειν γραφὰς ἐπὶ
τοῦ κοινοῦ τῆς ἐκκλησίας οἱ τῇδε ἐπίσκοποι, καίτοι
τῆς τοῦ πρεσβυτερίου χειροτονίας οὐδέπω τετυχηκότα 
αὐτὸν ἠξίουν.

ὃ καὶ αὐτὸ γένοιτ’ ἂν ἔκδηλον
ἀφ’ ὧν περὶ τούτου Δημητρίῳ γράφοντες Ἀλέξανδρος
ὁ Ἱεροσολύμων ἐπίσκοπος καὶ Θεόκτιστος ὁ
Καισαρείας ὧδέ πως ἀπολογοῦνται “προσέθηκε δὲ
“τοῖς γράμμασιν ὅτι τοῦτο οὐδέποτε ἠκούσθη οὐδὲ 
῾νῦν γεγένηται, τὸ παρόντων ἐπισκόπων λαικοὺς
“ὁμιλεῖν, οὐκ οἶδ’ ὅπως προφανῶς οὐκ ἀληθῆ λέγων.
“

ὅπου γοῦν εὑρίσκονται οἶ ἐπιτήδειοι πρὸς τὸ
῾ὠφελεῖν τοὺς ἀδελφοὺς, καὶ παρακαλοῦνται τῷ λαῷ
προσομιλεῖν ὑπὸ τῶν ἁγίων ἐπισκόπων, ὥσπερ ἐν 
Λαράνδοις Εὔελπις ὑπὸ Νέωνος, καὶ ἐν Ἰκονίῳ
“Παυλῖνος ὑπὸ Κέλσου, καὶ ἐν Συννάδοις Θεόδωρος
ὑπὸ Ἀττικοῦ τῶν μακαρίων ἀδελφῶν. εἰκὸς δὲ καὶ
“ἐν ἄλλοις τόποις τοῦτο γίνεσθαι, ἡμᾶς δὲ μὴ εἰδἐ-
῾ναλ.” τοῦτον καὶ ἔτι νέος ὢν ὁ δηλούμενος ἀνὴρ 
οὐ πρὸς μόνων τῶν συνήθων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπὶ
ξένης ἐπισκόπων ἐτιμᾶτο τὸν τρόπον.

ἀλλὰ γὰρ
αὖθις τοῦ Δημητρίου διὰ γραμμάτων αὐτὸν ἀνακαλέσαντος,
δι’ ἀνδρῶν τε διακόνων τῆς ἐκκλησίας
ἐπισπεύσαντος ἐπανελθεῖν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, 
ἀφικόμενος τὰς συνήθεις ἀπετέλει σπουδάς.

[Nic. H. E. V, 15] Ἤκμαζον δὲ κατὰ τοῦτο

 
πλείους λόγιοι καὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες, ὧν καὶ
ἐπιστολὰς ἃς πρὸς ἀλλήλους διεχάραττον ἔτι νῦν
σωζομένας εὑρεῖν εὔπορον, αἳ καὶ εἰς ἡμᾶς ἐφυλάχθησαν
ἐν τῇ κατὰ Αἰλίαν βιβλιοθήκῃ, πρὸς τοῦ
 τηνικάδε τὴν αὐτόθι διέποντος ἐκκλησίαν Ἀλεξάνδρου
ἐπισκευασθείσῃ, ἀφ’ ἧς καὶ αὐτοὶ τὰς ὕλας τῆς
μετὰ χεῖρας ὑποθέσεως ἐπὶ ταὐτὸ συναγαγεῖν δεδυνήμεθα.

τούτων Βήρυλλος σὺν ἐπιστολαῖς καὶ
συγγράμμασι διαφόρους φιλοκαλίας καταλέλοιπεν.
 ἐπίσκοπος δ’ οὗτος ἦν τῶν κατὰ Βόστραν Ἀράβων·
ὡσαύτως δὲ καὶ Ἱππόλυτος, ἑτέρας που καὶ αὐτὸς
προεστὼς ἐκκλησίας.

ἦλθε δὲ εἰς ἡμᾶς καὶ Γαίου
λογιωτάτου ἀνδρὸς διάλογος, ἐπὶ Ῥώμης κατὰ Ζεφυρῖνον
πρὸς Πρόκλον τῆς κατὰ Φρύγας αἱρέσεως
 ὑπερμαχοῦντα κεκινημένος, ἐν ᾧ τῶν δι’ ἐναντίας
τὴν περὶ τὸ συντάττειν καινὰς γραφὰς προπέτειάν
τε καὶ τόλμαν ἐπιστομίζων τῶν τοῦ ἱεροῦ ἀποστόλου
δεκατριῶν μόνων ἐπιστολῶν μνημονεύει, τὴν πρὸς
Εβραίους μὴ συναριθμήσας ταῖς λοιπαῖς, ἐπεὶ καὶ
 εἰς δεῦρο παρὰ Ῥωμαίων τισὶν οὐ νομίζεται τοῦ
ἀποστόλου τυγχάνειν.

[Nic. H. E. V, 26] Ἀλλὰ γὰρ Ἀντωνῖνον
ἔτη βασιλεύσαντα ἑπτὰ καὶ μήνας ἓξ Μακρῖνος διαδέχεται.
τούτου δ’ ἐπ’ ἐνιαυτὸν διαγενομένου αὖθις
 ἕτερος Ἀντωνῖνος τὴν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν παραλαμβάνει,
οὑ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ὁ Ῥωμαίων ἐπίσκοπος
Ζεφυρῖνος μεταλλάττει τὸν βίον, ὅλοις ὀκτωκαίδεκα
διακατασχὼν ἔτεσι τὴν λειτουργίαν.

μεθ’
ὃν Κάλλιστος τὴν ἐπισκοπὴν ἐγχειρίζεται, ὃς ἐπιβιώσας
 ἔτεσιν πέντε Οὐρβανῷ τὴν λειτουργίαν καταλείπει.
αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος ἐπὶ τούτοις διαδέχεται
τὴν Ῥωμαίων ἀρχὴν, ἐπὶ τέτταρσι μόνοις ἔτεσιν

 
Ἀντωνίνου διαγενομένου. ἐν τούτῳ δὲ καὶ ἐπὶ τῆς
Ἀντιοχέων ἐκκλησίας Ἀσκληπιάδην Θιλητὸς διαδέχεται.

τοῦ δὲ αὐτοκράτορος μήτηρ, Μαμμαία τοὔνομα,
γυνὴ θεοσεβεστάτη εἰ καί τις ἄλλη γεγονυῖα
καὶ εὐλαβὴς τὸν τρόπον, τῆς Ὠριγένους πανταχόσε 
βοωμένης φήμης, ὡς καὶ μέχρι τῶν αὐτῆς ἐλθεῖν
ἀκοῶν, περὶ πολλοῦ ποιεῖται τῆς τοῦ ἀνδρὸς θέας
ἀξιωθῆναι, καὶ τῆς ὑπὸ πάντων θαυμαζομένης περὶ
τὰ θεῖα συνέσεως αὐτοῦ πεῖραν λαβεῖν.

ἐπ’ Ἀντιοχείας
δῆτα διατρίβουσα μετὰ στρατιωτικῆς δορυφορίας 
αὐτὸν ἀνακαλεῖται. παρ’ ᾗ χρόνον διατρίψας,
πλεῖστά τε ὅσα εἰς τὴν τοῦ κυρίου δόξαν καὶ τῆς τοῦ
θείου διδασκαλείου ἀρετῆς ἐπιδειξάμενος, ἐπὶ τὰς
συνήθεις ἔσπευδε διατριβάς.

[Nic. H. E. V, 15] Τότε δῆτα καὶ Ἱππόλυτος 
λυτὸς συντάττων μετὰ πλείστων ἄλλων ὑπομνημάτων
καὶ τὸ περὶ τοῦ πάσχα πεποίηται σύγγραμμα, ἐν ᾧ
τῶν χρόνων ἀναγραφὴν ἐκθέμενος, καί τινα κανόνα
ἑκκαιδεκαετηρίδος περὶ τοῦ πάσχα προθεὶς, ἐπὶ τὸ
πρῶτον ἔτος Ἀλεξάνδρου αὐτοκράτορος τοὺς χρόνους 
περιγράφει. τῶν δὲ λοιπῶν αὐτοῦ συγγραμμάτων
τὰ εἰς ἡμᾶς ἐλθόντα ἐστὶ τάδε· εἰς τὴν ἑξαήμερον,
εἰς τὰ μετὰ τὴν ἑξαήμερον, πρὸς Μαρκίωνα, εἰς τὸ
ᾆσμα, εἰς μέρη τοῦ Ἰεζεκιὴλ, περὶ τοῦ πάσχα, πρὸς
ἁπάσας τὰς αἱρέσεις· πλεῖστά τε ἄλλα καὶ παρὰ πολλοῖς 
εὕροις ἂν σωζόμενα.

[Nic. H. E. V, 18] Ἐξ ἐκείνου δὲ καὶ
Ωριγένει τῶν εἰς τὰς θείας γραφὰς ὑπομνημάτων
ἐγίνετο ἀρχὴ, Ἀμβροσίου εἰς τὰ μάλιστα παρορμῶντος
αὐτὸν μυρίαις ὁσαισοῦν προτροπαῖς, οὐ ταῖς διὰ 
λόγων καὶ παρακλήσεσιν αὐτὸ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀφθονωτάταις
τῶν ἐπιτηδείων χορηγίαις.

ταχυγράφοι

 
γὰρ αὐτῷ πλείους ἢ ἑπτὰ τὸν ἀριθμὸν παρῆσαν ὑπαγορεύοντι,
γορεύοντι, χρόνοις τεταγμένοις ἀλλήλους ἀμείβοντες·
βιβλιογράφοι τε οὐχ ἥττους, ἅμα καὶ κόραις ἐπὶ τὸ
καλλιγραφεῖν ἠσκημέναις· ὣν ἀπάντων τὴν δέουσαν
 τῶν ἐπιτηδείων ἄφθονον περιουσίαν ὁ Ἀμβρόσιος
παρεστήσατο, ναὶ μὴν καὶ ἐν τῇ περὶ τὰ θεῖα λόγια
ἀσκήσει τε καὶ σπουδῇ προθυμίαν ἄφατον αὐτῷ
συνεισέφερεν, ᾗ καὶ μάλιστα αὐτὸν προύτρεπεν ἐπὶ
τὴν τῶν ὑπομνημάτων σύνταξιν.

τούτων δὲ οὕτως
 ἐχόντων Οὐρβανὸν ἐπισκοπεύσαντα τῆς
ἐκκλησίας ἔτεσιν ὀκτὼ διαδέχεται Ποντιανὸς, τῆς δ’
Ἀντιοχέων μετὰ Φιλητὸν Ζεβῖνος.

καθ’ οὓς Ὠριγένης
ἐπειγούσης χρείας ἐκκλησιαστικῶν ἕνεκα πραγμάτων
ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα στειλάμενος τὴν διὰ Παλαιστίνης
 πρεσβυτερίου χειροθεσίαν ἐν Καισαρείᾳ πρὸς
τῶν τῇδε ἐπισκόπων ἀναλαμβάνει. τὰ μὲν οὖν ἐπὶ
τούτῳ περὶ αὐτοῦ κεκινημένα, τά τε ἐπὶ τοῖς κινηθεῖσι
δεδογμένα τοῖς τῶν ἐκκλησιῶν προεστῶσιν, ὅσα
τε ἄλλα ἀκμάζων περὶ τὸν θεῖον εἰσενήνεκται λόγον,
 ἰδίας δεόμενα συντάξεως, μετρίως ἐν τῷ δευτέρῳ ἧς
ὑπὲρ αὐτοῦ πεποιήμεθα ἀπολογίας ἀνεγράψαμεν.

[ Nic. H. E. V, 15] Ταῦτα δὲ ἐκείνοις
δέοι ἂν προσεπιθεῖναι δηλοῦντας ὡς ἐν μὲν τῷ
ἕκτῳ τῶν εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην ἐξηγητικῶν σημαίνει
 τὰ πρότερα πέντε ἐπ᾿ Ἀλεξανδρείας ἔτ’ ὄντα αὐτὸν
συντάξαι, τῆς δ’ εἰς τὸ πᾶν εὐαγγέλιον αὐτὸ δὴ
τοῦτο πραγματείας μόνοι δύο καὶ εἴκοσιν εἰς ἡμὰς
περιῆλθον τόμοι.

κατὰ δὲ τὸ ἔνατον τῶν εἰς τὴν
Γένεσιν δώδεκα δέ ἐστι τὰ πάντα) οὐ μόνον τοὺς
 πρὸ τοῦ ἐνάτου δηλοῖ ἐπὶ τῆς Ἀλεξανδρείας ὑπεμνηματίσθαι,
ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς πρώτους πέντε καὶ
εἴκοσι ψαλμοὺς, ἔτι τε τὰ εἰς τοὺς θρήνους, ὧν εἰς

 
ἡμᾶς ἐληλύθασι τόμοι πέντε, ἐν οἶς μέμνηται καὶ
τῶν περὶ ἀναστάσεως· δύο δ’ ἐστὶ καὶ ταῦτα.

οὐ
μὴν ἀλλὰ καὶ τὰ περὶ ἀρχῶν πρὸ τῆς ἀπ’ Ἀλεξανδρείας
μεταναστάσεως γράφει, καὶ τοὺς ἐπιγεγραμμένους
Στρωματεῖς, ὄντας τὸν ἀριθμὸν δέκα, ἐπὶ 
τῆς αὐτῆς πόλεως κατὰ τὴν Ἀλεξάνδρου συντάττει
βασιλείαν, ὡς καὶ τοῦτο ὁλόγραφοι δηλοῦσιν αὐτοῦ
πρὸ τῶν τόμων ἐπισημειώσεις.

[Nic. H. E. V, 16] Τὸν μέντοι γε πρῶτον
ἐξηγούμενος ψαλμὸν ἔκθεσιν πεποίηται τοῦ τῶν ἱερῶν 
γραφῶν τῆς παλαιάς διαθήκης καταλόγου, ὧδέ πως
γράφων κατὰ λέξιν “οὐκ ἀγνοητέον δ’ εἶναι τὰς
“διαθήκους βίβλους, ὡς Ἑβραῖοι παραδιδόασιν, δύο
“καὶ εἴκοσι, ὅσος ἀριθμὸς τῶν παρ’ αὐτοῖς στοιχείων
῾ἐστίν.”

εἶτα μετά τινα ἐπιφέρει λέγων “εἰσὶ δὲ 
“αἱ εἴκοσι δύο βίβλοι καθ’ Ἑβραίους αἵδε· ἡ
ἡμῖν Γένεσις ἐπιγεγραμμένη, παρ’ Ἑβραίοις δὲ ἀπὸ
“τῆς ἀρχῆς τῆς βίβλου Βρησὶδ, ὅπερ ἐστὶν, ἐν
“Ἔξοδος, Οὐελεσμὼθ, ὅπερ ἐστὶ, ταῦτα τὰ
‘Λευιτικὸν, Οὐϊκρὰ, καὶ ἐκάλεσεν· Ἀριθμοὶ, Ἀμμε- 
“ σφεκωδείμ· Δευτερονόμιον, Ἐλεαδδεβαρεὶμ, οὗτοι
“οἱ λόγοι· Ἰησοῦς υἱὸς Ναυῆ, Ἰωσοῦε βὲν
“ Κριταὶ, Ῥοὺθ, παρ’ αὐτοῖς ἐν ἐνὶ, Σαφατείμ Βασι-
῾ λειῶν πρώτη, δευτέρα, παρ’ αὐτοῖς ἓν, Σαμουὴλ,
“ὁ θεόκλητος· Βασιλειῶν τρίτη, τετάρτη, ἐν ἐνὶ 
“Οὐαμὲλχ Δαβὶδ, ὅπερ ἐστὶ βασιλεία Δαβίδ· Παρα-
“λειπομένων πρώτη, δευτέρα, ἐν ἐνὶ Δαβρηϊαμεὶν,
ὅπερ ἐστὶ λόγοι ἡμερῶν· Ἔσδρας πρῶτος, δεύτερος,
“ἐν ἑνὶ Ἔζρᾶ, ὅ ἐστι βοηθός· βίβλος Ψαλμῶν,
“ θελλείμ· Σολομῶνος παροιμίαι, Μελώθ· Ἐκκλη- 
 

 
“σιαστὴς, Κωέλθ· Ἀισμα Ἀισμάτων, Σὶρ Ἀσσιρίμ·
“Ἡσαΐας, Ἰεσσία· Ἱερεμίας σὺν Θρήνοις καὶ τῇ ἐπι-
“στολῇ ἐν ἐνὶ, Ἱερεμία· Δανιὴλ, Δανιήλ·
“ Ἰεζεκιήλ· Ἰὼβ, Ἰὼβ· Ἐσθὴρ, Ἐσθήρ. ἔξω δὲ τού-
 “των ἐστὶ τὰ Μακκαβαϊκὰ, ἅπερ ἐπιγέγραπται Σαρ-
“βὴθ Σαβαναιέλ.”

ταῦτα μὲν οὖν ἐν τῷ προειρημένῳ
τίθησι συγγράμματι· ἐν δὲ τῷ πρώτῳ τῶν εἰς
τὸ κατὰ Ματθαῖον, τὸν ἐκκλησιαστικὸν φυλάττων
κανόνα, μόνα τέσσαρα εἰδέναι εὐαγγέλια μαρτύρεται,
 ὧδέ πως γράφων

“ ὡς ἐν παραδόσει μαθὼν περὶ
“τῶν τεσσάρων εὐαγγελίων, ἃ καὶ μόνα ἀναντίρρητά
“ἐστιν ἐν τῇ ὑπὸ τὸν οὐρανὸν ἐκκλησίᾳ τοῦ θεοῦ,
“ὅτι πρῶτον μὲν γέγραπται τὸ κατὰ τόν ποτε
῾νην, ὕστερον δὲ ἀπόστολον Ἰησοῦ Χριστοῦ Ματ-
 “θαῖον, ἐκδεδωκότα αὐτὸ τοῖς ἀπὸ Ἰουδαϊσμοῦ πι-
“στεύσασι, γράμμασιν Ἑβραϊκοῖς συντεταγμένον·
“

δεύτερον δὲ τὸ κατὰ Μάρκον, ὡς Πέτρος
“σατο αὐτῷ, ποιήσαντα, ὃν καὶ υἱὸν ἐν τῇ
“ἐπιστολῇ διὰ τούτων ὡμολόγησε φάσκων ἀσπάζεται
 “ ὑμᾶς ἡ ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτὴ καὶ Μάρκος ὁ υἱός
“ μου᾿.

καὶ τρίτον τὸ κατὰ Λουκᾶν, τὸ ὑπὸ Παῦλον
‘ἐπαινούμενον εὐαγγέλιον, τοῖς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν πε-
‘ποιηκότα· ἐπὶ πᾶσι τὸ κατὰ Ἰωάννην.”

καὶ ἐν
τῷ πέμπτῳ δὲ τῶν εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην ἐξηγητικῶν
 ὁ αὐτὸς ταῦτα περὶ τῶν ἐπιστολῶν τῶν ἀποστόλων
φησίν· “ὁ δὲ ἱκανωθεὶς διάκονος γεγενῆσθαι
“διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλὰ πνεύματος,
“ Παῦλος, ὁ πεπληρωκὼς τὸ εὐαγγέλιον ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ
καὶ κύκλῳ μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ, οὐδὲ πάσαις
 

 
“ἔγραψεν αἷς ἐδίδαξεν ἐκκλησίαις, ἀλλὰ καὶ αἷς ἔγρα-
“ψεν, ὀλίγους στίχους ἐπέστειλε.

Πέτρος δὲ,
“ᾧ οἰκοδομεῖται ἡ Χριστοῦ ἐκκλησία,
οὐ κατισχύσουσι, μίαν ἐπιστολὴν ὁμολογουμένην
“καταλέλοιπεν, ἔστω δὲ καὶ δευτέραν· ἀμφιβάλλεται 
“γάρ.

τί δεῖ περὶ τοῦ ἀναπεσόντος ἐπὶ τὸ
“λέγειν τοῦ Ἰησοῦ, Ἰωάννου, ὃς εὐαγγέλιον ἓν κατα-
‘λέλοιπεν, ὁμολογῶν δύνασθαι τοσαῦτα ποιήσειν ἃ
“οὐδὲ ὁ κόσμος χωρῆσαι ἐδύνατο; ἔγραψε δὲ καὶ τὴν
“Αποκάλυψιν, κελευσθεὶς σιωπῆσαι καὶ μὴ γράψαι 
“τὰς τῶν ἑπτὰ βροντῶν φωνάς.

καταλέλοιπε καὶ
“ἐπιστολὴν πάνυ ὀλίγων στίχων, ἔστω δὲ καὶ δευτέ-
“ραν καὶ τρίτην· ἐπεὶ οὐ πάντες φασὶ γνησίους εἶναι
“ ταύτας· πλὴν οὐκ εἰσὶ στίχων ἀμφότεραι᾿

ἔτι πρὸς τούτοις περὶ τῆς πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολῆς 
ἐν ταῖς εἰς αὐτὴν ὁμιλίαις ταῦτα διαλαμβάνει
“ὅτι ὁ χαρακτὴρ τῆς λέξεως τῆς πρὸς Ἑβραίους ἐπι-
“γεγραμμένης ἐπιστολῆς οὐκ ἔχει τὸ ἐν λόγῳ ἰδιω-
“τικὸν τοῦ ἀποστόλου, ὁμολογήσαντος ἑαυτὸν ἰδιώτην
‘εἶναι τό λόγῳ, τουτέστι τῇ φράσει, ἀλλά ἐστιν ἡ 
“ἐπιστολὴ συνθέσει τῆς λέξεως Ἑλληνικωτέρα, πᾶς ὁ
“ἐπιστάμενος κρίνειν φράσεων διαφορὰς ὁμολογήσαι
“ ἄν.

πάλιν τε αὖ ὅτι τὰ νοήματα τῆς ἐπιστολῆς
“θαυμάσιά ἐστι, καὶ οὐ δεύτερα τῶν ἀποστολικῶν
ὁμολογουμένων γραμμάτων, καὶ τοῦτο ἂν συμφήσαι 
“εἶναι ἀληθὲς πᾶς ὁ προσέχων τῇ ἀναγνώσει τῇ ἀπο-
“ στολικῇ.”

τούτοις μεθ’ ἕτερα ἐπιφέρει λέγων
ἐγὼ δὲ ἀποφαινόμενος εἴποιμ’ ἂν ὅτι τὰ μὲν νοήματα
τοὐ ἀποστόλου ἐστὶν, ἡ δὲ φράσις καὶ ἡ σύν-
 

 
“θεσις ἀπομνημονεύσαντός τινος τὰ ἀποστολικὰ,
“ὡσπερεὶ σχολιογραφήσαντός τινος τὰ εἰρημένα ὑπὸ
“τοῦ διδασκάλου. εἴ τις οὖν ἐκκλησία ἔχει
τὴν ἐπιστολὴν ὡς Παύλου, αὕτη εὐδοκιμείτω καὶ
 “ἐπὶ τούτῳ οὐ γὰρ εἰκῆ οἱ ἀρχαῖοι ἄνδρες ὡς Παύ-
“λου αὐτὴν παραδεδώκασι.

τίς δὲ ὁ γράψας
“ἐπιστολὴν, τὸ μὲν ἀληθὲς θεὸς οἶδεν, ἡ δὲ εἰς ἡμᾶς
“φθάσασα ἱστορία ὑπό τινων μὲν λεγόντων ὅτι Κλή-
“μὴς ὁ γενόμενος ἐπίσκοπος Ῥωμαίων ἔγραψε τὴν ἐπι-
 “στολὴν, ὑπό τινων δὲ ὅτι Λουκᾶς ὁ γράψας τὸ εὐαγ-
“γέλιον καὶ τὰς πράξεις.” ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὧδε ἐχέτω.

[Nic. H. E. V, 18] Ἔτος δ’ ἦν τοῦτο δέκατον
τῆς δηλουμένης ἡγεμονίας, καθ’ ὃ τὴν ἀπ’
Ἀλεξανδρείας μετανάστασιν ἐπὶ τὴν Καισάρειαν ὁ
 Ὠριγένης ποιησάμενος, Ἡρακλᾷ τὸ τῆς κατηχήσεως
τῶν αὐτόθι διδασκαλεῖον καταλείπει. οὐκ εἰς μακρὸν
δὲ καὶ Δημήτριος ὁ τῆς Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίας
ἐπίσκοπος τελευτᾷ, ἐφ’ ὅλοις ἔτεσι τρισὶ καὶ
τεσσαράκοντα τῇ λειτουργίᾳ διαρκέσας· διαδέχεται
 δ’ αὐτὸν ὁ Ἡρακλᾶς. διέπρεπε δὲ ἐν τούτῳ Φιρμιλλιανὸς,
Καισαρείας τῆς Καππαδοκῶν ἐπίσκοπος,

τοσαύτην εἰσάγων περὶ τὸν Ὠριγένην
σπουδὴν ὡς τοτὲ μὲν αὐτὸν ἀμφὶ τὰ κατ’ αὐτὸν
κλίματα εἰς τὴν τῶν ἐκκλησιῶν ὠφέλειαν ἐκκαλεῖσθαι,
 τοτὲ δὲ ὡς αὐτὸν ἐπὶ τὴν Ἰουδαίαν στέλλεσθαι,
καί τινας αὐτῷ συνδιατρίβειν χρόνους, τῆς εἰς
τὰ θεῖα βελτιώσεως ἕνεκα. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὁ τῆς
Ιεροσολύμων προεστὼς Ἀλέξανδρος, Θεόκτιστός τε ὁ
κατὰ Καισάρειαν, τὸν πάντα χρόνον ὡς ἔπος εἰπεῖν
 προσανέχοντες αὐτῷ οἷα διδασκάλῳ μόνῳ, τὰ τῆς
τῶν θείων γραφῶν ἑρμηνείας καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ
λόγου πράττειν συνεχώρουν.

[Nic. H. E. V, 20] Τόν γε μὴν Ῥωμαίων
αὐτοκράτορα Ἀλέξανδρον τρισὶν ἐπὶ δέκα ἔτεσι τὴν
ἀρχὴν διανύσαντα Μαξιμῖνος Καῖσαρ διαδέχεται, ὃς
δὴ κατὰ κότον τὸν πρὸς τὸν Ἀλεξάνδρου οἶκον, ἐκ
πλειόνων πιστῶν συνεστῶτα, διωγμὸν ἐγείρας, τοὺς 
τῶν ἐκκλησιῶν ἄρχοντας μόνους ὡς αἰτίους τῆς κατὰ
τὸ εὐαγγέλιον διδασκαλίας ἀναιρεῖσθαι προστάττει.
τότε καὶ Ὠριγένης τὸν περὶ μαρτυρίου συντάττει,
Ἀμβροσίῳ κ·αὶ Πρωτοκτήτῳ πρεσβυτέρῳ τῆς ἐν Καισαρείᾳ
παροικίας ἀναθεὶς τὸ σύγγραμμα, ὅτι δὴ 
ἄμφω περίστασις οὐχ ἡ τυχοῦσα ἐν τῷ διωγμῷ
κατειλήφει, ἐν ᾗ καὶ διαπρέψαι κατέχει λόγος ἐν
ὁμολογίᾳ τοὺς ἄνδρας, οὐ πλείονος ἢ τριετοῦς χρόνου
τῷ Μαξιμίνῳ διαγενομένου. σεσημείωται δὲ
τουτονὶ τοῦ διωγμοῦ τὸν καιρὸν ἔν τε τῷ δευτέρῳ 
καὶ εἰκοστῷ τῶν εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην ἐξηγητικῶν
καὶ ἐν διαφόροις ἐπιστολαῖς Ὠριγένης.

[Nic. H. E. V, 26] Γορδιανοῦ δὲ μετὰ
Μαξιμῖνον τὴν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν διαδεξαμένου,
τῆς κατὰ Ῥώμην ἐκκλησίας Ποντιανὸν ἔτεσιν ἕξ 
ἐπισκοπεύσαντα διαδέχεται Ἀντέρως, καὶ τοῦτον
Φαβιανὸς ἐπὶ μῆνα τῇ λειτουργίᾳ διακονησάμενον.

ἐξ ἀγροῦ φασι τὸν Φαβθανὸν μετὰ τὴν Ἀντέρωτος
τελευτὴν ἅμ’ ἑτέροις συνελθόντα ἐπιχωριάζειν τῇ
Ρώμῃ, ἔνθα παραδοξότατα πρὸς τῆς θείας καὶ οὐρανίου 
χάριτος ἐπὶ τὸν κλῆρον παρεληλυθέναι.

τῶν
γὰρ ἀδελφῶν ἁπάντων χειροτονίας ἕνεκεν τῆς τοῦ
μέλλοντος διαδέξασθαι τὴν ἐπισκοπὴν ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας
συγκεκροτημένων, πλείστων τε ἐπιφανῶν καὶ
ἐνδόξων ἀνδρῶν τοῖς πολλοῖς ἐν ὑπονοίᾳ ὑπαρχόντων, 
ὁ Φαβιανὸς παρὼν οὐδενὸς μὲν ἀνθρώπων εἰς
διάνοιαν ᾔει, ὅμως δ’ οὖν ἀθρόως ἐκ μετεώρου περι-

 
στερὰν καταπτᾶσαν ἐπικαθεσθῆναι τῇ αὐτοῦ κεφαλῇ
μνημονεύουσι, μίμημα ἐνδεικνυμένην τῆς ἐπὶ τὸν
σωτῆρα τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐν εἴδει περιστερᾶς
καθόδου.

ἐφ’ ᾧ τὸν πάντα λαὸν ὥσπερ ὑφ’ ἑνὸς
 πνεύματος θείου κινηθέντα ὁμόσε προθυμίᾳ πάσῃ
καὶ μιᾷ ψυχῇ ἄξιον ἐπιβοῆσαι, καὶ ἀμελλήτως ἐπὶ
τὸν θρόνον τῆς ἐπισκοπῆς λαβόντας αὐτὸν ἐπιθεῖναι.
τότε δὴ καὶ τοῦ κατ’ Ἀντιόχειαν ἐπισκόπου Ζεβίνου
τὸν βίον μεταλλάξαντος Βαβύλας τὴν ἀρχὴν διαδέχεται,
 ἔν τε Ἀλεξανδρείᾳ μετὰ Δημήτριον Ἡρακλᾶ
τὴν λειτουργίαν παρειληφότος τῆς τῶν αὐτόθι κατηχήσεως
τὴν διατριβὴν διαδέχεται Διονύσιος, εἷς καὶ
οὗτος τῶν Ὠριγένους γενόμενος φοιτητῶν.

[Nic. Η. E. V, 20] Τῷ δὲ Ὠριγένει ἐπὶ
 τῆς Καισαρείας τὰ συνήθη πράττοντι πολλοὶ προσῄεσαν
οὐ μόνον τῶν ἐπιχωρίων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς
ἀλλοδαπῆς μυρίοι φοιτηταὶ τὰς πατρίδας ἀπολιπόντες,
ὧν ἐπισήμους μάλιστα ἔγνωμεν Θεόδωρον, ὃς
ἦν αὐτὸς οὗτος ὁ καθ’ ἡμὰς ἐπισκόπων διαβόητος
 Γρηγόριος, τόν τε τούτου ἀδελφὸν Ἀθηνόδωρον, οὓς
ἀμφὶ τὰ Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων μαθήματα δεινῶς
ἐπτοημένους, φιλοσοφίας αὐτοῖς ἐνθεὶς ἔρωτα, τῆς
προτέρας σπουδῆς τὴν θείαν ἄσκησιν ἀντικαταλλάξασθαι
προυτρέψατο. πέντε δὲ ὅλοις ἔτεσιν αὐτῷ
 συγγενόμενοι τοσαύτην ἀπηνέγκαντο περὶ τὰ θεῖα
βελτίωσιν ὡς ἔτι νέους ἄμφω ἐπισκοπῆς τῶν κατὰ
Πόντον ἐκκλησιῶν ἀξιωθῆναι.

[Nic. H. E. V, 21] Ἐν τούτῳ καὶ Ἀφρικανος
ὁ τῶν ἐπιγεγραμμένων Κεστῶν συγγραφεὺς
 ἐγνωρίζετο. ἐπιστολὴ τούτου Ὠριγένει γραφεῖσα
φέρεται, ἀποροῦντος ὡσὰν νόθου καὶ πεπλασμένης
οὔσης τῆς ἐν τῷ Δανιὴλ κατὰ Σουσάνναν ἱστορίας·

 
πρὸς ἣν Ὠριγένης ἀντιγράφει πληρέστατα.

τοῦ
δ’ αὐτοῦ Ἀφρικανοῦ καὶ ἄλλα τὸν ἀριθμὸν πέντε
χρονογραφιῶν ἦλθεν εἰς ἡμᾶς ἐπ’ ἀκριβὲς πεπονημένα
σπουδάσματα, ἐν οἶς φησιν ἑαυτὸν πορείαν
στείλασθαι ἐπὶ τὴν Ἀλεξάνδρειαν, διὰ πολλὴν τοῦ 
Ηρακλᾶ φήμην, ὃν ἐπὶ λόγοις φιλοσόφοις καὶ τοῖς
ἄλλοις Ἑλλήνων μαθήμασιν εὖ μάλα διαπρέψαντα
τὴν ἐπισκοπὴν τῆς αὐτόθι ἐκκλησίας ἐγχειρισθῆναι
ἐδηλώσαμεν.

καὶ ἑτέρα δὲ τοῦ αὐτοῦ Ἀφρικανοῦ
φέρεται ἐπιστολὴ πρὸς Ἀριστείδην, q περὶ τῆς νομιζομένης 
διαφωνίας τῶν παρὰ Ματθαίῳ τε καὶ Λουκᾷ
τοῦ Χριστοῦ γενεαλογιῶν, ἐν ἡ σαφέστατα τὴν τῶν
εὐαγγελιστῶν συμφωνίαν παρίστησιν ἐξ ἱστορίας εἰς
αὐτὸν κατελθούσης, ἣν κατὰ καιρὸν ἐν τῷ πρώτῳ
τῆς μετὰ χεῖρας ὑποθέσεως προλαβὼν ἐξεθέμην.

[ Nic. H. E. V, 19] Καὶ Ὠριγένει δὲ κατὰ
τοῦτον τὸν χρόνον τὰ εἰς τὸν Ἠσαίαν, ἐν ταὐτῶ δὲ
καὶ τὰ εἰς τὸν Ἰεζεκιὴλ συνετάττετο· ὧν εἰς μὲν τὸ
τρίτον μέρος τοῦ Ἡσαΐου, μέχρι τῆς ὁράσεως τῶν
τετραπόδων τῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, τριάκοντα εἰς ἡμὰς 
περιῆλθον τόμοι, εἰς δὲ τὸν Ἰεζεκιὴλ πέντε καὶ εἴκοσιν,
οὓς καὶ μόνους εἰς τὸν πάντα πεποίηται προφήτην.

γενόμενος δὲ τηνικάδε ἐν Ἀθήναις περαίνει
μὲν τὰ εἰς τὸν Ἰεζεκιὴλ, τῶν δὲ εἰς τὸ ᾆσμα τῶν
ᾀσμάτων ἄρχεται, καὶ πρόεισί γε αὐτόθι μέχρι πέμπτου 
συγγράμματος. ἐπανελθὼν δὲ ἐπὶ τὴν Καισάρειαν
καὶ ταῦτα εἰς πέρας δέκα ὄντα τὸν ἀριθμὸν
ἄγει.

τί δεῖ τῶν λόγων τἀνδρὸς ἐπὶ τοῦ παρόντος
τὸν ἀκριβῆ κατάλογον ποιεῖσθαι, ἰδίας δεόμενον σχολῆς;
ὃν καὶ ἀνεγράψαμεν ἐπὶ τῆς τοῦ Παμφίλου 
 

 
βίου τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἱεροῦ μάρτυρος ἀναγραφῆς, ἐν
ἡ τὴν περὶ τὰ θεῖα σπουδὴν τοῦ Παμφίλου ὁπόση
τις γεγόνει παριστῶντες, τῆς συναχθείσης αὐτῷ τῶν
τε Ὠριγένους καὶ τῶν ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν συγργαφέων
 βιβλιοθήκης τοὺς πίνακας παρεθέμην, ἐξ
ὧν ὅτῳ φίλον πάρεστιν ἐντελέστατα τῶν Ὠριγένους
πόνων τὰ εἰς ἡμᾶς ἐλθόντα διαγνῶναι. νυνὶ δὲ
πορευτέον ἐπὶ τὴν τῆς ἱστορίας ἀκολουθίαν.

[Nic. H. E. V 22] Βήρυλλος ὁ μικρῷ
 πρόσθεν δεδηλωμένος Βοστρῶν τῆς Ἀραβίας ἐπίσκοπος,
τὸν ἐκκλησιαστικὸν παρεκτρέπων κανόνα, ξένα
τινὰ τῆς πίστεως παρεισφέρειν ἐπειρᾶτο, τὸν σωτῆρα
καὶ κύριον ἡμῶν λέγειν τολμῶν μὴ προυφεστάναι
κατ’ ἰδίαν οὐσίας περιγραφὴν πρὸ τῆς εἰς ἀνθρώπους
 ἐπιδημίας, μηδὲ μὴν θεότητα ἰδίαν ἔχειν, ἀλλ’
ἐμπολιτευομένην αὐτῷ μόνην τὴν πατρικήν.

ἐπὶ
τούτῳ πλείστων ἐπισκόπων ζητήσεις καὶ διαλόγους
πρὸς τὸν ἄνδρα πεποιημένων, μεθ’ ἑτέρων παρακληθεὶς
Ὠριγένης κάτεισι μὲν εἰς ὁμιλίαν τὰ πρῶτα τῷ
 ἀνδρὶ, τίνα νοῦν ἔχοι ἀποπειρώμενος, ὡς δ’ ἔγνω ὅ
τι καὶ λέγοι, εὐθύνας μὴ ὀρθοδοξοῦντα, λογισμῷ τε
πείσας καὶ ἀποδείξει ἀναλαβὼν αὐτὸν, τῇ περὶ τοῦ
δόγματος ἐφίστησιν ἀληθείᾳ, ἐπί τε τὴν προτέραν
ὑγιῆ δόξαν ἀποκαθίστησι.

καὶ φέρεταί γε εἰσέτι
 νῦν ἔγγραφα τοῦ τε Βηρύλλου καὶ τῆς δι’ αὐτὸν
γενομένης συνόδου, ὁμοῦ τὰς Ὠριγένους πρὸς αὐτὸν
ζητήσεις καὶ τὰς λεχθείσας ἐπὶ τῆς αὐτοῦ παροικίας
διαλέξεις, ἕκαστά τε τῶν τότε πεπραγμένων περιέχοντα.

καὶ ἄλλα μὲν οὖν μυρία Ὠριγένους πέρι
 μνήμῃ παραδιδόασι τῶν καθ’ ἡμᾶς οἱ πρεσβύτεροι,
ἃ καὶ παρήσειν μοι δοκῶ, οὐ τῆς ἐνεστώσης ἐχόμενα
πραγματείας· ὅσα δὲ ἀναγκαῖα τῶν περὶ αὐτὸν δια-

 
γνῶναι ἦν, ταῦτα καὶ ἐκ τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ πεπονημένης
ἡμῖν τε καὶ τῷ καθ’ ἡμὰς ἱερῷ μάρτυρι Παμφίλῳ
ἀπολογίας πάρεστιν ἀναλέξασθαι, ἣν τῶν φιλαιτίων
ἕνεκα συμπονήσαντες ἀλλήλοις διὰ σπουδῆς
πεποιήμεθα.

[Nic. H. E. V, 25] Ἔτεσι δὲ ὅλοις ἓξ
Γορδιανοῦ τὴν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν ἀνύσαντος Φίλιππος
ἅμα παιδὶ Φιλίππῳ τὴν ἀρχὴν διαδέχεται.
τοῦτον κατέχει λόγος Χριστιανὸν ὄντα ἐν ἡμέρᾳ τῆς
ὑστάτης τοῦ πάσχα παννυχίδος τῶν ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας 
εὐχῶν τῷ πλήθει μετασχεῖν ἐθελῆσαι, οὐ πρότερον
δὲ ὑπὸ τοῦ τηνικάδε προεστῶτος ἐπιτραπῆναι
εἰσβαλεῖν ἢ ἐξομολογήσασθαι, καὶ τοῖς ἐν παραπτώμασιν
ἐξεταζομένοις μετανοίας τε χώραν ἴσχουσιν
ἑαυτὸν καταλέξαι· ἄλλως γὰρ μὴ ἄν ποτε πρὸς αὐτοῦ, 
μὴ οὐχὶ τοῦτο ποιήσαντα, διὰ πολλὰς τῶν κατ’
αὐτὸν αἰτίας παραδεχθῆναι. καὶ πειθαρχῆσαί γε
προθύμως λέγεται, τὸ γνήσιον καὶ εὐλαβὲς τῆς περὶ
τὸν θεῖον φόβον διαθέσεως ἔργοις ἐπιδεδειγμένον.

[ Nic. H. E. V, 26] Τρίτον δὲ τούτῳ ἔτος 
ἦν, καθ’ ὃ μεταλλάξαντος Ἡρακλᾶ τὸν βίον ἐπὶ δεκαὲξ
ἔτεσι τῆς προστασίας τῶν κατ’ Ἀλεξάνδρειαν
ἐκκλησιῶν τὴν ἐπισκοπὴν Διονύσιος ὑπολαμβάνει.

[Nic. H. E. V, 19] Τότε δῆτα, οἶα καὶ
εἰκὸς ἦν, πληθυούσης τῆς πίστεως, πεπαρρησιασμένου 
τε τοῦ καθ’ ἡμᾶς παρὰ πᾶσι λόγου, ὑπὲρ τὰ
ἐξήκοντά φασιν ἔτη τὸν Ὠριγένην γενόμενον, ἄτε
δὴ μεγίστην ἤδη συλλεξάμενον ἐκ τῆς μακρᾶς παρασκευῆς
ἔξιν, τὰς ἐπὶ τοῦ κοινοῦ λεγομένας αὐτῷ
διαλέξεις ταχυγράφοις μεταλαβεῖν ἐπιτρέψαι, οὐ πρότερόν 
ποτε τοῦτο γενέσθαι συγκεχωρηκότα.

ἐν
τούτῳ καὶ τὰ πρὸς τὸν ἐπιγεγραμμένον καθ’ ἡμῶν

 
Κέλσου τοῦ Ἐπικουρείου ἀληθῆ λόγον ὀκτὼ τὸν
ἀριθμὸν συγγράμματα συντάττει, καὶ τοὺς εἰς τὸ
κατὰ Ματθαῖον εὐαγγέλιον εἴκοσι πέντε τόμους, τούς
τε εἰς τοὺς δώδεκα προφήτας, ἀφ’ ὧν μόνους ηὕρομεν
 πέντε καὶ εἴκοσι.

φέρεται δὲ αὐτοῦ καὶ πρὸς
αὐτὸν βασιλέα Φίλιππον ἐπιστολὴ, καὶ ἄλλη πρὸς
τὴν τούτου γαμετὴν Σεβήραν, διάφοροί τε ἄλλαι
πρὸς διαφόρους, ὧν ὁπόσας σποράδην παρὰ διαφόροις
σωθείσας συναγαγεῖν δεδυνήμεθα, ἐν ἰδίαις
 τόμων περιγραφαῖς, ὡς ἂν μηκέτι διαρρίπτοιντο,
κατελέξαμεν, τὸν ἑκατὸν ἀριθμὸν ὑπερβαινούσας.

γράφει δὲ καὶ Φαβιανῷ τῷ κατὰ Ῥώμην ἐπισκόπῳ,
ἑτέροις τε πλείστοις ἄρχουσιν ἐκκλησιῶν, περὶ τῆς
κατ’ αὐτὸν ὀρθοδοξίας. ἔχεις καὶ τούτων τὰς ἀποδείξεις
 ἐν ἕκτῳ τῆς γραφείσης ἡμῖν περὶ τοῦ ἀνδρὸς
ἀπολογίας.

[Nic. H. E. V, 23] Ἄλλοι δ’ αὖ πάλιν
ἐπὶ τῆς Ἀραβίας κατὰ τὸν δηλούμενον ἐπιφύονται
χρόνον δόγματος ἀλλοτρίου τῆς ἀληθείας εἰσηγηταὶ,
 οἳ ἔλεγον τὴν ἀνθρωπείαν ψυχὴν τέως μὲν κατὰ τὸν
ἐνεστῶτα καιρὸν ἅμα τῇ τελευτῇ συναποθνήσκειν
τοῖς σώμασι καὶ συνδιαφθείρεσθαι αὖθις δέ ποτε
κατὰ τὸν τῆς ἀναστάσεως καιρὸν σὺν αὐτοῖς ἀναβιώσεσθαι.
καὶ δὴ καὶ τότε συγκροτηθείσης οὐ σμικρᾶς
 συνόδου, πάλιν Ὠριγένης παρακληθεὶς καὶ ἐνταῦθα,
κινήσας τε λόγους ἐπὶ τοῦ κοινοῦ περὶ τοῦ
ζητουμένου οὕτως ἠνέχθη ὡς μετατεθῆναι τὰς τῶν
πρότερον ἐσφαλμένων διανοίας.

[ Nic. H. E. V, 24] Τότε δὲ καὶ ἄλλη
 διαστροφὴ κατάρχεται, ἡ τῶν Ἑλκεσαϊτῶν λεγομένη
αἵρεσις, ἣ καὶ ἅμα τῷ ἄρξασθαι ἀπέσβη. μνημονεύει
δ’ αὐτῆς ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ κοινοῦ εἰς τὸν ὀγδοηκοστὸν

 
δεύτερον ψαλμὸν ὁ Ὠριγένης, ὧδέ πως λέγων “ ἐλή-
“λυθέ τις ἐπὶ τοῦ παρόντος μέγα φρονῶν ἐπὶ τῷ
“δύνασθαι πρεσβεύειν γνώμης ἀθέου καὶ ἀσεβεστά-
“της, καλουμένης Ἑλκεσαϊτῶν, νεωστὶ
“ταῖς ἐκκλησίαις. ἐκείνη ἡ γνώμη οἷα λέγει κακὰ, 
“παραθήσομαι ὑμῖν) ἵνα μὴ συναρπάζησθε. ἀθετεῖ
“τινα ἀπὸ πάσης γραφῆς, κέχρηται ῥητοῖς πάλιν
“ἀπὸ πάσης παλαιᾶς τε καὶ εὐαγγελικῆς, τὸν ἀπό-
“στολον τέλεον ἀθετεῖ. φησὶ δὲ ὅτι τὸ
“ἀδιάφορόν ἐστι, καὶ ὁ μὲν νοήσας τῷ στόματι ἐν 
ἀνάγκαις ἀρνήσεται, τῇ δὲ καρδίᾳ οὐχί. καὶ βίβλον
τινὰ φέρουσιν, ἣν λέγουσιν ἐξ οὐρανοῦ καταπεπτωκέναι,
καὶ τὸν ἀκηκοότα ἐκείνης καὶ πιστεύοντα
ἄφεσιν λήψεσθαι τῶν ἁμαρτημάτων, ἄλλην ἄφεσιν
“παρ᾿ ἣν Χριστὸς Ἰησοῦς ἀφῆκε.” καὶ τὰ μὲν περὶ 
τούτων τάδε ἐστίν.

[Nic. H. E. V, 27-32] Ἀλλὰ γὰρ Φίλιππον
ἔτεσιν ἑπτὰ βασιλεύσαντα διαδέχεται Δέκιος,
ὃς δὴ τοῦ πρὸς Φίλιππον ἔχθους ἕνεκα
κατὰ τόν ἐκκλησιῶν ἐγείρει, ἐν ᾧ Φαβιανοῦ ἐπὶ Ῥώμης 
μαρτυρίῳ τελειωθέντος Κορνήλιος τὴν ἐπισκοπὴν
διαδέχεται.

ἐπὶ δὲ Παλαιστίνης Ἀλέξανδρος
ὁ τῆς Ἱεροσολύμων ἐκκλησίας ἐπίσκοπος, αὖθις διὰ
Χριστὸν ἐν τῇ Καισαρείᾳ ἡγεμονικοῖς παραστὰς δικαστηρίοις,
καὶ ἐπὶ δευτέρᾳ διαπρέψας ὁμολογίᾳ, δεσμωτηρίου 
πειρᾶται, λιπαρῷ γήρει καὶ σεμνῇ πολιᾷ
κατεστεμμένος.

τούτου δὲ μετὰ τὴν ἐν τοῖς ἡγεμονικοῖς
δικαστηρίοις λαμπρὰν καὶ περιφανῆ μαρτυρίαν
ἐπὶ τῆς εἱρκτῆς κοιμηθέντος, Μαζαβάνης διάδοχος
τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις ἐπισκοπῆς ἀναδείκυται.

τῷ δ᾿ Ἀλεξάνδρῳ παραπλησίως ἐν Ἀντιοχείᾳ τοῦ
Βαβύλα μετὰ τὴν ὁμολογίαν ἐν δεσμωτηρίῳ μεταλλάξαντος
Φάβιος τῆς αὐτόθι προΐσταται ἐκκλησίας.

τὰ μὲν οὖν Ὠριγένει κατὰ τὸν διωγμὸν συμβάντα
 οἷα καὶ ὅσα, καὶ ὁποίας ἔτυχε τελευτῆς, τοῦ πονηροῦ
δαίμονος ἐφαμίλλως τῷ ἀνδρὶ πανστρατιᾷ παραταξαμένου,
πάσῃ τε μηχανῇ καὶ δυνάμει κατ᾿ αὐτοῦ στρατηγήσαντος,
παρὰ πάντας τε τοὺς τηνικάδε πολεμηθέντας
διαφερόντως ἐπισκήψαντος αὐτῷ, οἷά τε καὶ
 ὅσα διὰ τὸν Χριστοῦ λόγον ὁ ἀνὴρ ὑπέμεινε δεσμὰ
καὶ βασάνους τὰς κατὰ τοῦ σώματος, τάς τε ὑπὸ
σιδηρῷ κλοιῷ καὶ μυχοῖς εἱρκτῆς τιμωρίας, καὶ ὡς
ἐπὶ πλείσταις ἡμέραις τοὺς πόδας ὑπὸ τέσσαρα τοῦ
κολαστηρίου ξύλου παραταθεὶς διαστήματα κατασπώμενος
 πυρός τε ἀπειλὰς καὶ ὅσα ἄλλα πρὸς τῶν
ἐχθρῶν ἐπενεχθέντα καρτερῶς ἤνεγκεν, οἵου τε τὰ
κατ᾿ αὐτὸν ἔτυχε τέλους, μηδαμῶς αὐτὸν ἀνελεῖν
παντὶ σθένει τοῦ δικαστοῦ φιλονείκως ἐνστάντος,
ὁποίας τε μετὰ ταύτα καταλείπει φωνὰς, καὶ αὐτὰς
 πλήρεις τοῖς ἀναλήψεως δεομένοις ὠφελείας, πλεῖσται
ὅσαι τἀνδρὸς ἐπιστολαὶ τἀληθὲς ὁμοῦ καὶ ἀκριβὲς
περιέχουσι.

[Nic. H. E. V, 28] Τά γέ τοι κατὰ Διονύσιον
ἐκ τῆς πρὸς Γερμανὸν ἐπιστολῆς αὐτοῦ παραθήσομαι,
 ἔνθα τοῦτον περὶ ἑαυτοῦ λέγων ἱστορεῖ
τὸν τρόπον “ἐγὼ δὲ καὶ ἐνώπιον τοῦ θεοῦ λαλῶ, καὶ
“αὐτὸς οἶδεν ὅτι οὐ ψεύδομαι· οὐδὲ μίαν ἐπ᾿ ἐμαυ-
“τοῦ βαλλόμενος οὐδὲ ἀθεεὶ πεποίημαι τὴν φυγήν.
“

ἀλλὰ καὶ πρότερον τοῦ κατὰ Δέκιον προτεθέντος
 “διωγμοῦ Σαβῖνος αὐτῆς ὥρας φρουμεντάριον ἔπεμ-
“ψεν εἰς ἀναζήτησίν μου, κἀγὼ μὲν τεσσάρων ἡμε-
“ρῶν ἐπὶ τῆς οἰκίας ἔμεινα, τὴν ἄφιξιν τοὐ φρου-

 
“μενταρίου προσδοκῶν. ὁ δὲ πάντα μὲν περιῆλθεν
“ἀνερευνῶν, τοὺς ποταμοὺς, τὰς ὁδοὺς, τοὺς ἀγροὺς,
“ἔνθα κρύπτεσθαί με ἢ βαδίζειν ὑπενόησεν, ἀορασίᾳ
δὲ εἴχετο, μὴ εὑρίσκων τὴν οἰκίαν· οὐ γὰρ ἐπίστευ-
“σεν οἴκοι με διωκόμενον ἔχειν.

καὶ μόλις μετὰ 
τὴν τετάρτην ἡμέραν κελεύσαντός μοι μεταστῆναι
“τοῦ θεοῦ καὶ παραδόξως ὁδοποιήσαντος ἐγώ τε
“οἱ παῖδες καὶ πολλοὶ τῶν ἀδελφῶν ἅμα
“θομεν. καὶ ὅτι τῆς τοῦ θεοῦ προνοίας ἔργον ἐκεῖνο
“γέγονε τὰ ἐξῆς ἐδήλωσεν, ἐν οἷς τάχα τισὶ γεγόναμεν 
χρήσιμοι.”

εἶτά τινα μεταξὺ εἰπὼν τὰ
μετὰ τὴν φυγὴν αὐτῷ συμβεβηκότα δηλοῖ, ταῦτα
ἐπιφέρων “ἐγὼ μὲν γὰρ περὶ ἡλίου δυσμὰς ἅμα τοῖς
“σὺν ἐμοὶ γενόμενος ὑπὸ τοῖς στρατιώταις εἰς Ταπό-
“σιριν ἤχθην, ὁ δὲ Τιμόθεος κατὰ τὴν τοῦ θεοῦ 
“πρόνοιαν ἔτυχε μὴ παρὼν μηδὲ καταληφθείς. ἐλθὼν
“δὲ ὕστερον ηὗρε τὸν οἶκον ἔρημον, καὶ φρουροῦν-
“τας αὐτὸν ὑπηρέτας, ἡμᾶς δὲ ἐξηνδραποδισμένους.”

καὶ μεθ’ ἕτερά φησι “καὶ τίς ὁ τῆς θαυμασίας
‘οἰκονομίας αὐτοῦ τρόπος; τὰ γὰρ ἀληθῆ λεχθήσεται. 
‘ἀπηντᾶτό τις τῶν χωρικῶν ὑποφεύγοντι τῷ Τιμο-
‘θέῳ καὶ τεταραγμένῳ, καὶ τὴν αἰτίαν τῆς ἐπείξεως
ἐπύθετο.

ὁ δὲ τἀληθὲς ἐξεῖπε, κἀκεῖνος ἀκούσας
ἀπῄει δὲ εὐωχησόμενος γάμους· διαπαννυχίζειν
‘γὰρ αὐτοῖς ἐν ταῖς τοιαύταις συνόδοις ἔθος) εἰσελ- 
“θὼν ἀπήγγειλε τοῖς κατακειμένοις· οἶ δὲ ὁρμῇ
καθάπερ ἀπὸ συνθήματος πάντες ἐξανέστησαν, καὶ
δρόμῳ φερόμενοι τάχιστα ἧκον, ἐπεισπεσόντες τε
ἡμῖν ἠλάλαξαν, καὶ φυγῆς εὐθέως τῶν φρουρούντων
ἡμὰς στρατιωτῶν γενομένης ἐπέστησαν ἡμῖν, 
ὡς εἴχομεν ἐπὶ τῶν ἀστρώτων σκιμπόδων κατακείμενοι.

κἀγὼ μὲν, οἶδεν ὁ θεὸς, ὡς λῃστὰς εἶναι

 
“πρότερον ἡγούμενος ἐπὶ σύλησιν καὶ ἁρπαγὴν
“κομένους, μένων ἐπὶ τῆς εὐνῆς, ἧς ἤμην γυμνὸς ἐν
“τῷ λινῷ ἐσθήματι, τὴν δὲ λοιπὴν ἐσθῆτα
“μένην αὐτοῖς ὤρεγον, οἱ δὲ ἐξανίστασθαί τε ἐκέλευον
 καὶ τὴν ταχίστην ἐξιέναι.

καὶ τότε συνεὶς
ἐφ’ ᾧ παρῆσαν ἀνέκραγον δεόμενος αὐτῶν καὶ
“ἱκετεύων ἀπιέναι καὶ ἡμᾶς ἐὰν, εἰ δὲ βούλονταί τι
χρηστὸν ἐργάσασθαι, τοὺς ἀπάγοντάς με φθάσαι,
“καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοὺς τὴν ἐμὴν ἀποτεμεῖν ἠξίουν.
 “καὶ τοιαῦτα βοῶντος, ὡς ἴσασιν οἱ κοινωνοί μου καὶ
“μέτοχοι πάντων γενόμενοι, ἀνίστασαν πρὸς βίαν,
“κἀγὼ μὲν παρῆκα ἐμαυτὸν ὕπτιον εἰς τοὔδαφος, οἱ
“δὲ διαλαβόντες χειρῶν καὶ ποδῶν σύροντες
“γαγον.

ἐπηκολούθουν δέ μοι οἱ τούτων πάντων
 “γενόμενοι μάρτυρες, Γάι·ος, Φαῦστος, Πέτρος, Παῦ-
“λος, οἳ καὶ ὑπολαβόντες με φοράδην ἐξήγαγον
“πολιχνίου, καὶ ὄνῳ γυμνῷ ἐπιβιβάσαντες ἀπήγαγον.”
ταῦτα περὶ ἑαυτοῦ ὁ Διονύσιος.

[ Nic. H. E. V, 29—31] Ὁ δ’ αὐτὸς ἐν
 τῇ πρὸς Φαβιανὸν Ἀντιοχέων ἐπίσκοπον τῶν
κατὰ Δέκιον μαρτυρησάντων ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τοὺς
ἀγῶνας τοῦτον ἱστορεῖ τὸν τρόπον “οὐκ ἀπὸ τοῦ
βασιλικοῦ προστάγματος ὁ διωγμὸς παρ’ ἡμῖν ἤρξατο,
ἀλλὰ γὰρ ὅλον ἐνιαυτὸν προύλαβε, καὶ φθάσας ὁ
 “κακῶν τῇ πόλει ταύτῃ μάντις καὶ ποιητὴς, ὅστις
ἐκεῖνος ἦν, ἐκίνησε καὶ παρώρμησε καθ’ ἡμῶν τὰ
πλήθη τῶν ἐθνῶν, εἰς τὴν ἐπιχώριον αὐτοὺς δεισιδαιμονίαν
ἀναρριπίσας.

οἱ δὲ ἐρεθισθέντες ὑπ’
αὐτοῦ, καὶ πάσης ἐξουσίας εἰς ἀνοσιουργίαν λαβό-
 “μενοι, μόνην εὐσέβειαν τὴν θρησκείαν τῶν
“ταύτην ὑπέλαβον, τὸ καθ’ ἡμῶν φονᾶν.
“

πρῶτον μὲν οὑν πρεσβύτην Μητρᾶν ὀνόματι

 
συναρπάσαντες, καὶ κελεύσαντες ἄθεα λέγειν ῥή-
“ματα, μὴ πειθόμενον, ξύλοις τε παίοντες τὸ σῶμα,
‘καὶ καλάμοις ὀξέσι τὸ πρόσωπον καὶ τοὺς ὀφθαλ-
“μοὺς κεντοῦντες, ἀγαγόντες εἰς τὸ προάστειον
“λιθοβόλησαν.

ἔπειτα πιστὴν γυναῖκα Κοΐνταν 
“καλουμένην ἐπὶ τὸ εἰδωλεῖον ἀγαγόντες
“προσκυνεῖν· ἀποστρεφομένην δὲ καὶ βδελυττομένην
“ἐκδήσαντες τῶν ποδῶν, διὰ πάσης τῆς πόλεως κατὰ
“τοῦ τραχέος λιθοστρώτου σύροντες, προσαρασσομέ- 
“νην τοῖς μυλιαίοις λίθοις ἅμα καὶ μαστιγοῦντες, 
ἐπὶ τὸν αὐτὸν ἀγαγόντες κατέλευσαν τόπον.

εἶθ’
ὁμοθυμαδὸν ἅπαντες ὥρμησαν ἐπὶ τὰς τῶν θεοσε-
“βῶν οἰκίας, καὶ οὓς ἐγνώριζον ἕκαστοι
“ἐπισπεύδοντες ἦγον, ἐσύλων τε καὶ διήρπαζον, τὰ
‘μὲν τιμιώτερα τῶν κειμηλίων νοσφιζόμενοι, τὰ δὲ 
“εὐτελέστερα καὶ ὅσα ἐκ ξύλων πεποίητο, διαρριπτοῦντες
καὶ κατακαίοντες ἐν ταῖς ὁδοῖς ἑαλωκυίας
ὑπὸ πολεμίων πόλεως παρεῖχον θέαν.

ἐξέκλινον
δὲ καὶ ὑπανεχώρουν οἱ ἀδελφοὶ, καὶ τὴν ἁρπαγὴν
τῶν ὑπαρχόντων, ὁμοίως ἐκείνοις οἷς καὶ Παῦλος 
ἐμαρτύρησε, μετὰ χαρᾶς προσεδέξαντο. καὶ οὐκ
οἶδ’ εἴ τις, πλὴν εἰ μή πού τις εἶς ἐμπεσὼν, μέχρι
γε τούτου τὸν κύριον ἠρνήσατο.

ἀλλὰ καὶ τὴν
“θαυμασιωτάτην τότε παρθένον πρεσβῦτιν Ἀπολλωνίαν
διαλαβόντες, τοὺς μὲν ὀδόντας ἅπαντας, κόπτοντες 
τὰς σιαγόνας, ἐξήλασαν, πυρὰν δὲ νήσαν-
“τες πρὸ τῆς πόλεως ζῶσαν ἠπείλουν κατακαύσειν,
“εἰ μὴ συνεκφωνήσειεν αὐτοῖς τὰ τῆς ἀσεβείας
“κηρύγματα. ἡ δὲ ὑποπαραιτησαμένη βραχὺ καὶ
“ἀνεθεῖσα συντόνως ἐπεπήδησεν εἰς τὸ πῦρ καὶ 
 

 
“καταπέφλεκται.

Σαραπίωνά τε καταλαβόντες
“ἐφέστιον, σκληραῖς βασάνοις αἰκισάμενοι, καὶ πάντα
“τὰ ἄρθρα διακλάσαντες, ἀπὸ τοῦ ὑπερῴου πρηνῆ
“ κατέρριψαν. οὐδεμία δὲ ὁδὸς, οὐ λεωφόρος, οὐ στε-
 “νωπὸς ἡμῖν βάσιμος ἦν, οὐ νύκτωρ, οὐ μεθ’ ἡμέ-
“ραν, ἀεὶ καὶ πανταχοῦ πάντων κεκραγότων, εἰ μὴ
“τὰ δύσφημά τις ἀνυμνοίη ῥήματα, τοῦτον
δεῖν σύρεσθαί τε καὶ πίμπρασθαι.

καὶ ταῦτα
“ἐπὶ πολὺ μὲν ἤκμασε τοῦτον τὸν τρόπον, διαδεξα-
 “μένη δὲ τοὺς ἀθλίους ἡ στάσις καὶ ὁ πόλεμος ὁ
ἐμφύλιος τὴν καθ’ ἡμῶν ὠμότητα πρὸς ἀλλήλους
‘αὐτῶν ἔτρεψε. καὶ σμικρὸν μὲν προσανεπνεύσαμεν,
“ἀσχολίαν τοῦ πρὸς ἡμᾶς θυμοῦ λαβόντων, εὐθέως
δὲ ἡ τῆς βασιλείας ἐκείνης τῆς εὐμενεστέρας ἡμῖν
 “μεταβολὴ διήγγελται, καὶ πολὺς ὁ τῆς ἐφ’ ἡμὰς
‘ἀπειλῆς φόβος ἀνετείνετο.

καὶ δὴ καὶ παρῆν
“τὸ πρόσταγμα, αὐτοσχεδὸν ἐκεῖνο οἷον τὸ
ὑπὸ τοῦ κυρίου ἀποφαῖνον τὸ φοβερώτατον,
ὡς, εἰ δυνατὸν, σκανδαλίσαι καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.
 “

πλὴν πάντες γε κατεπτήχεσαν, καὶ πολλοὶ μὲν
“εὐθέως τῶν περιφανεστέρων οἱ μὲν ἀπήντων
“τες, οἱ δὲ δημοσιεύοντες ὑπὸ τῶν πράξεων ἤγοντο,
“οἱ δὲ ὑπὸ τῶν ἀμφ’ αὐτοῖς ἐφείλκοντο· ὀνομαστί
τε καλούμενοι ταῖς ἀνάγνοις καὶ ἀνιέροις θυσίαις
 προσῄεσαν, οἱ μὲν ὠχριῶντες καὶ τρέμοντες, ὥσπερ
οὐ θύσοντες, ἀλλ’ αὐτοὶ θύματα καὶ σφάγια τοῖς
“εἰδώλοις ἐσόμενοι, ὡς ὑπὸ πολλοῦ τοῦ περιεστῶτος
δήμου χλεύην αὐτοῖς ἐπιφέρεσθαι, καὶ δήλους μὲν
εἶναι πρὸς πάντα δειλοὺς ὑπάρχοντας, καὶ πρὸς τὸ
 “τεθνάναι καὶ πρὸς τὸ θῦσαι·

οἱ δέ τινες ἑτοι-
“μότερον τοῖς βωμοῖς προσέτρεχον, ἰσχυριζόμενοι τῇ
“θρασύτητι τὸ μηδὲ πρότερον Χριστιανοὶ γεγονέναι,

 
“περὶ ὧν ἡ τοῦ κορίου πρόρρησις ἀληθεστάτη, ὅτι
“δυσκόλως σωθήσονται· τῶν δὲ λοιπῶν οἱ μὲν εἵποντο
“τούτοις ἑκατέροις, οἱ δὲ ἔφευγον, οἱ δὲ ἡλίσκοντο.
“

καὶ τούτων οἱ μὲν ἄχρι δεσμῶν καὶ φυλακῆς
“χωρήσαντες, καί τινες καὶ πλείονας ἡμέρας καθειρ- 
“χθέντες, εἶτα καὶ πρὶν ἐπὶ δικαστήριον ἐλθεῖν,
“ἐξωμόσαντο, οἱ δὲ καὶ βασάνοις ἐπὶ ποσὸν ἐγκαρ-
“τερήσαντες πρὸς τὸ ἑξῆς ἀπεῖπον.

οἱ δὲ στερροὶ
“καὶ μακάριοι στῦλοι τοῦ κυρίου, κραταιωθέντες ὑπ᾿
“αὐτοῦ, καὶ τῆς ἰσχυρὰς ἐν ἑαυτοῖς πίστεως ἀξίαν 
“καὶ ἀνάλογον δύναμιν καὶ καρτερίαν λαβόντες,
“θαυμαστοὶ γεγόνασιν αὐτοῦ τῆς βασιλείας μάρτυρες.
“

ὧν πρῶτος Ἰουλιανὸς, ἄνθρωπος ποδαγρὸς, μὴ
“στῆναι, μὴ βαδίσαι δυνάμενος, σὺν ἑτέροις δύο τοῖς
“φέρουσιν αὐτὸν προσήχθη, ὧν ὁ μὲν ἕτερος εὐθὺς 
“ἠρνήσατο, ὁ δ᾿ ἕτερος, Κρονίων ὀνόματι, ἐπίκλην
“δὲ Εὔνους, καὶ αὐτὸς ὁ πρεσβύτης Ἰουλιανὸς, ὁμο-
“λογήσαντες τὸν κύριον, διὰ πάσης τῆς πόλεως μεγί-
“στης οὔσης, ὡς ἴστε, καμήλοις ἐποχούμενοι καὶ
“μετέωροι μαστιγούμενοι, τέλος ἀσβέστῳ πυρὶ, περι- 
“κεχυμένου τοῦ δήμου παντὸς, κατεκάησαν.

στρα-
“τιώτης τε αὐτοῖς ἀπαγομένοις παραστὰς καὶ τοῖς
“ἐφυβρίζουσιν ἐναντιωθεὶς, ἐκβοησάντων ἐκείνων
“προσαχθεὶς ὁ ἀνδρειότατος ὁπλομάχος τοῦ θεοῦ
“Βησᾶς, κἀν τῷ μεγάλῳ πολέμῳ τῷ περὶ τῆς εὐσε- 
“βείας ἀριστεύσας, ἀπετμήθη τὴν κεφαλήν.

καί
“τις ἕτερος, τὸ μὲν γένος Λίβυς, τὴν δὲ προσηγορίαν
“ἅμα καὶ τὴν εὐλογίαν ἀληθὴς Μάκαρ, προτροπῆς
“αὐτῷ πολλῆς ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ πρὸς ἄρνησιν γενο-
“μένης, οὐχ ὑπαχθεὶς ζῶν καταπέφλεκται. Ἐπίμα- 
“χός τε μετ᾿ αὐτοὺς καὶ Ἀλέξανδρος μετὰ πολὺν ὃν
“ἔμειναν δεσμῶται χρόνον, μυρίας διενεγκόντες ἀλγη-

 
“ δόνας, ξυστῆρας, μάστιγας, πυρὶ ἀσβέστῳ καὶ οὗτοι
“διεχύθησαν.

καὶ σὺν αὐτοῖς γυναῖκες τέσσαρες·
“ Ἀμμωνάριόν τε ἁγία παρθένος, πάνυ φιλονείκως
“αὐτὴν ἐπὶ πλεῖστον τοῦ δικαστοῦ βασανίσαντος,
 “ἅτε προαποφηναμένην ὅτι μηδὲν ὧν ἐκεῖνος
“φθέγξαιτο, ἀληθεύσασα τὴν ἐπαγγελίαν ἀπήχθη·
“ αἱ δὲ λοιπαὶ, ἡ σεμνοτάτη πρεσβῦτις Μερκουρία,
“καὶ ἡ πολύπαις μὲν, οὐχ ὑπὲρ τὸν κύριον δὲ
‘πήσασα ἑαυτῆς τὰ τέκνα Διονυσία, καταιδεσθέντος
 “εἰς ἀνήνυτον ἔτι βασανίζειν καὶ ὑπὸ γυναικῶν
ἡττᾶσθαι τοῦ ἡγεμόνος, σιδήρῳ τεθνᾶσι, μηκέτι
“βασάνων πεῖραν λαβοῦσαι· τὰς γὰρ ὑπὲρ πασῶν
“ἡ πρόμαχος Ἀμμωνάριον ἀναδέδεκτο

Ἥρων δὲ καὶ Ἀτὴρ καὶ Ἰσίδωρος Αἰγύπτιοι καὶ
 “σὺν αὐτοῖς παιδάριον ὡς πεντεκαιδεκαέτης ὁ Διόσ-
‘κορος παρεδόθησαν· καὶ πρῶτον τὸ
‘λόγοις τε ἀπατᾶν ὡς εὐπαράγωγον, καὶ
“καταναγκάζειν ὡς εὐένδοτον πειρωμένου, οὔτε ἐπείσθη
οὔτε εἶξεν ὁ Διοσκόρος.

τοὺς δὲ λοιποὺς
 “ἀγριώτατα καταξήνας, ἐγκαρτερήσαντας πυρὶ καὶ
‘τούτους παραδέδωκε, τὸν δὲ Διόσκορον ἐλλαμπρυνάμενόν
τε δημοσίᾳ, καὶ σοφώτατα πρὸς τὰς ἰδίας
πεύσεις ἀποκρινάμενον θαυμάσας παρῆκεν, ὑπέρθεσιν
φήσας εἰς μετάνοιαν αὐτῷ διὰ τὴν ἡλικίαν
 “ἐπιμετρεῖν. καὶ νῦν ὁ θεοπρεπέστατος σὺν ἡμῖν
“ἐστι Διοσκόρος, εἰς μακρότερον τὸν ἀγῶνα καὶ διαρκέστερον
μείνας τὸν ἆθλον.

Νεμεσίων δέ τις,
κἀκεῖνος Αἰγύπτιος, ἐσυκοφαντήθη μὲν ὡς δὴ σύνοικος
λῃστῶκ, ἀπολυσάμενος δὲ ταύτην παρὰ τῷ
 “ἑκατοντάρχῳ τὴν ἀλλοτριωτάτην κατ’ αὐτοῦ διαβολὴν,
καταμηνυθεὶς ὡς Χριστιανὸς ἧκε δεσμώτης
“ἐπὶ τὸν ἡγούμενον. ὁ δὲ ἀδικώτατος διπλαῖς αὐτὸν

 
“ ἢ τοὺς λῃστὰς ταῖς τε βασάνοις καὶ ταῖς μάστιξι
“λυμηνάμενος, μεταξὺ τῶν λῃστῶν κατέφλεξε, τιμη-
“θέντα τὸν μακάριον τῷ τοῦ Χριστοῦ παραδείγματι.
“

ἀθρόον δέ τι σύνταγμα στρατιωτικὸν, Ἄμμων
“καὶ Ζήνων καὶ Πτολεμαῖος καὶ Ἰγγένης, καὶ σὺν 
“ αὐτοῖς πρεσβύτης Θεόφιλος, εἱστήκεισαν πρὸ τοῦ
“δικαστηρίου· κρινομένου δή τινος ὡς Χριστιανοῦ
‘καὶ πρὸς ἄρνησιν ἤδη ῥέποντος ἐπρίοντο οὗτοι
“παρεστηκότες, καὶ τοῖς τε προσώποις ἐνένευον, καὶ
“τὰς χεῖρας ἀνέτεινον, καὶ συνεσχηματίζοντο τοῖς 
σώμασιν.

ἐπιστροφῆς δὲ πάντων πρὸς αὐτοὺς
γενομένης, πρίν τινας αὐτῶν ἄλλους λαβέσθαι,
“φθάσαντες ἐπὶ τὸ βάθρον ἀνέδραμον, εἶναι Χρι-
“στιανοὶ λέγοντες, ὡς τόν τε ἡγεμόνα καὶ τοὺς συνέδρους
ἐμφόβους γενέσθαι, καὶ τοὺς μὲν κρινομένους 
“εὐθαρσεστάτους ἐφ’ οἶς πείσονται φαίνεσθαι,
“δὲ δικάζοντας ἀποδειλιᾶν. καὶ οὗτοι μὲν ἐκ δικα-
‘στηρίων ἐνεπόμπευσαν καὶ ἠγαλλιάσαντο τῇ μαρ-
“τυρίᾳ, θριαμβεύοντος αὐτοὺς ἐνδόξως τοὐ θεοῦ.”

[Nic. H. E. V, 31] “ Ἄλλοι δὲ πλεῖστοι 
“κατὰ κόλεις καὶ κώμας ὑπὸ τῶν ἐθνῶν διεσπάσθη-
“σαν, ὧν ἑνὸς παραδείγματος ἕνεκεν
“μαι. Ἰσχυρίων ἐπετρόπευέ τινι τῶν ἀρχόντων
μισθῷ. τοῦτον ὁ μισθοδότης ἐκέλευσε θῦσαι, μὴ
πειθόμενον ὕβριζεν, ἐμμένοντα προεπηλάκιζεν· ὑφι- 
“σταμένου, βακτηρίαν μεγίστην λαβὼν, διὰ τῶν ἐν-
‘τέρων καὶ τῶν σπλάγχνων διώσας ἀπέκτεινε.

τί
δεῖ λέγειν τὸ πλῆθος τῶν ἐν ἐρημίαις καὶ ὄρεσι
“ πλανηθέντων, ὑπὸ λιμοῦ καὶ δίψης καὶ κρύους καὶ
‘νόσων καὶ λῃστῶν καὶ θηρίων διεφθαρμένων; ὧν 
“οἱ περιγενόμενοι τῆς ἐκείνων εἰσὶν ἐκλογῆς καὶ
“νίκης μάρτυρες. ἓν δὲ καὶ τούτων εἰς δήλωσιν

 
“ἔργον παραθήσομαι.

Χαιρήμων ἦν ὑπεργήρως
“τῆς Νείλου καλουμένης ἐπίσκοπος πόλεως.
“εἰς τὸ Ἀράβιον ὄρος ἅμα τῇ συμβίῳ ἑαυτοῦ φυγὼν
“οὐκ ἐπανελήλυθεν, οὐδὲ ἐδυνήθησαν ἰδεῖν οὐκέτι
 “καίτοι πολλὰ διερευνησάμενοι οἷ ἀδελφοὶ οὔτε αὐτοὺς
οὔτε τὰ σώματα.

πολλοὶ δὲ οἶ κατ’ αὐτὸ τὸ
“Ἀραβικὸν ὄρος ἐξανδραποδισθέντες ὑπὸ
“Σαρακηνῶν, οἱ μὲν μόλις ἐπὶ πολλοῖς χρήμασιν
“ἐλυτρώθησαν, οἶ δὲ μέχρι καὶ νῦν οὐδέπω. καὶ
 ταῦτα διεξῆλθον οὐ μάτην, ἀδελφὲ, ἀλλ’ ἔνα εἰδῇς
“ὅσα καὶ ἡλίκα δεινὰ παρ’ ἡμῖν συνέβη· ὧν οἶ μᾶλλον
πεπειραμένοι πλείονα ἂν εἰδεῖεν.’

εἶτα τούτοις
ἐπιφέρει μετὰ βραχέα λέγων ‘αὐτοὶ τοίνυν οἶ
“θεῖοι μάρτυρες παρ’ ἡμῖν, οἷ νῦν τοῦ
 “πάρεδροι καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ κοινωνοὶ καὶ
“μέτοχοι τῆς κρίσεως αὐτοῦ καὶ συνδικάζοντες αὐτῷ,
“τῶν παραπεπτωκότων ἀδελφῶν τινὰς ὑπευθύνους
“τοῖς τῶν θυσιῶν ἐγκλήμασι γενομένους προσελά-
“βοντο, καὶ τὴν ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν αὐτῶν
 “ἰδόντες, δεκτήν τε γενέσθαι δυναμένην τῷ μὴ βου-
“λομένῳ καθόλου τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὡς
“τὴν μετάνοιαν δοκιμάσαντες, εἰσεδέξαντο καὶ συνή-
“γαγον καὶ συνέστησαν, καὶ προσευχῶν αὐτοῖς καὶ
“ἑστιάσεων ἐκοινώνησαν.

τί οὖν ἡμῖν, ἀδελφοὶ,
 “περὶ τούτων συμβουλεύετε; τί ἡμῖν πρακτέον; σύμ-
“ψηφοι καὶ ὁμογνώμονες αὐτοῖς καταστῶμεν, καὶ
κρίσιν αὐτῶν καὶ τὴν χάριν φυλάξωμεν, καὶ τοῖς
ἐλεηθεῖσιν ὑπ’ αὐτῶν χρηστευσώμεθα, ἢ τὴν κρίσιν
“αὐτῶν ἄδικον ποιησώμεθα, καὶ δοκιμαστὰς αὐτοὺς
 “τῆς ἐκείνων γνώμης ἐπιστήσωμεν, καὶ τὴν χρηστότητα
λυπήσωμεν, καὶ τὴν τάξιν ἀνασκευάσωμεν;
ταῦτα δὲ εἰκότως ὁ Διονύσιος παρατέθειται, τὸν περὶ

 
τῶν ἐξησθενηκότων κατὰ τὸν τοῦ διωγμοῦ καιρὸν
ἀνακινῶν λόγον.

[ Nic. H. E. VI, 5] Ἐπειδήπερ τῇ κατὰ τούτων
ἀρθεὶς ὑπερηφανίᾳ Νοουάτος, τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας
πρεσβύτερος, ὡς μηκέτ’ οὔσης αὐτοῖς σωτηρίας 
ἐλπίδος, μηδ’ εἰ πάντα τὰ εἰς ἐπιστροφὴν γνησίαν
καὶ καθαρὰν ἐξομολόγησιν ἐπιτελοῖεν, ἰδίας
αἱρέσεως τῶν κατὰ λογισμοῦ φυσίωσιν Καθαροὺς
ἑαυτοὺς ἀποφηνάντων ἀρχηγὸς καθίσταται.

ἐφ’
ᾧ συνόδου μεγίστης ἐπὶ Ῥώμης συγκροτηθείσης, ἑξήκοντα 
μὲν τὸν ἀριθμὸν ἐπισκόπων, πλειόνων δ’ ἔτι
μᾶλλον πρεσβυτέρων τε καὶ διακόνων, ἰδίως τε κατὰ
τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τῶν κατὰ χώραν ποιμένων περὶ
τοῦ πρακτέου διασκεψαμένων, δόγμα παρίσταται τοῖς
πᾶσι τὸν μὲν Νοουάτον ἅμα τοῖς αὐτῷ συνεπαρθεῖσι 
τούς τε συνευδοκεῖν τῇ μισαδέλφῳ καὶ ἀπανθρωποτάτῃ
γνώμῃ τἀνδρὸς προαιρουμένους ἐν ἀλλοτρίοις τῆς
ἐκκλησίας ἡγεῖσθαι, τοὺς δὲ τῇ συμφορᾷ περιπεπτωκότας
τῶν ἀδελφῶν ἰᾶσθαι καὶ θεραπεύειν τοῖς τῆς
μετανοίας φαρμάκοις.

ἦλθον δ’ οὖν εἰς ἡμᾶς 
ἐπιστολαὶ Κορνηλίου Ῥωμαίων ἐπισκόπου πρὸς τὸν
τῆς Ἀντιοχέων ἐκκλησίας Φάβιον, δηλοῦσαι τὰ περὶ
τῆς Ῥωμαίων συνόδου καὶ τὰ δόξαντα πᾶσι τοῖς
κατὰ τὴν Ἰταλίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ τὰς αὐτόθι
χώρας· καὶ ἄλλαι πάλιν Ῥωμαϊκῇ φωνῇ συντεταγμέναι 
Κυπριανοῦ καὶ τῶν ἅμ’ αὐτῷ κατὰ τὴν Ἀφρικὴν,
δι’ ὧν τὸ καὶ αὐτοὺς συνευδοκεῖν τῷ δεῖν
τυγχάνειν ἐπικουρίας τοὺς πεπειρασμένους ἐφαίνετο,
καὶ τῷ χρῆναι εὐλόγως τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας
ἐκκήρυκτον ποιήσασθαι τὸν τῆς αἱρέσεως ἀρχηγὸν, 
πάντας τε ὁμοίως τοὺς συναπαγομένους αὐτῷ.

ταύταις
ἄλλη τις ἐπιστολὴ συνῆπτο τοῦ Κορνηλίου περὶ

 
τῶν κατὰ τὴν σύνοδον ἀρεσάντων, καὶ πάλιν ἑτέρ(??)
περὶ τῶν κατὰ Νοουάτον πραχθέντων, ἀφ’ ἧς καὶ
μέρη παραθέσθαι οὐδὲν ἂν κωλύοι, ὅπως εἰδεῖεν τὰ
κατ’ αὐτὸν οἱ τῇδε ἐντυγχάνοντες τῇ γραφῆ.

τὸν
 δὴ οὖν Φάβιον ἀναδιδάσκων ὁποῖός τις ὁ Νοουάτος
ἐγεγόνει τὸν τρόπον αὐτὰ δὴ ταῦτα γράφει ὁ Κορνήλιος
“ἵνα δὲ γνῷς ὅτι πρόπαλαι ὀρεγόμενος
“ἐπισκοπῆς ὁ θαυμάσιος οὗτος καὶ κρύπτων ἑ
“ἑαυτῷ τὴν προπετῆ ταύτην αὐτοῦ ἐπιθυμίαν ἐλάν-
 “θανεν, ἐπικαλύμματι τῆς αὐτοῦ ἀπονοίας τῷ
ἀρχὰς σὺν αὐτῷ τοὺς ὁμολογητὰς ἐσχηκέναι χρώμενος,
εἰπεῖν βούλομαι.

Μάξιμος, πρεσβύτερος
“τῶν παρ’ ἡμῖν, καὶ Οὐρβανὸς, δὶς τὴν ἐξ ὁμολογίας
“δόξαν ἀρίστην καρπωσάμενοι, Σιδώνιός τε καὶ Κε-
 “λερῖνος, ἀνὴρ ὃς πάσας βασάνους διὰ τὸν τοῦ θεοῦ
“ἔλεον καρτερικώτατα διενέγκας, καὶ τῇ ῥώμῃ τῆς
“αὐτοῦ πίστεως τὸ ἀσθενὲς τῆς σαρκὸς ἐπιρρώσας,
“κατὰ κράτος νενίκηκε τὸν ἀντικείμενον — οὗτοι δὴ
“οὖν οἱ ἄνδρες κατανοήσαντες αὐτὸν, καὶ καταφω-
 “ράσαντες τὴν ἐν αὐτῷ πανουργίαν τε καὶ παλιμβο-
“λίαν, τάς τε ἐπιορκίας καὶ ψευδολογίας, καὶ τὴν
“ἀκοινωνησίαν αὐτοῦ καὶ λυκοφιλίαν, ἐπανῆλθον εἰς
τὴν ἁγίαν ἐκκλησίαν, καὶ ἅπαντα αὐτοῦ τὰ τεχνά-
“σματα καὶ πονηρεύματα, ἃ ἐκ πολλοῦ ἔχων ἐν ἑαυτῷ
 “ὑπεστέλλετο, παρόντων ἱκανῶν τοῦτο μὲν ἐπισκό-
“πων, τοῦτο δὲ πρεσβυτέρων καὶ λαικόν ἀνδρῶν
‘παμπόλλων, ἐξήγγειλαν ἀποδυρόμενοι καὶ μεταγι-
“νώσκοντες ἐφ’ οἷς πεισθέντες τῷ δολερῷ καὶ κα-
“κοήθει θηρίῳ πρὸς ὀλίγον χρόνον τῆς ἐκκλησίας
 “ἀπελείφθησαν.”

εἶτα μετὰ βραχέα φησίν “ἀμή-
“χανον ὅσην, ἀγαπητὲ ἀδελφὲ, τροπὴν καὶ
“ἐν βραχεῖ καιρῷ ἐθεασάμεθα ἐπ’ αὐτοῦ γεγενημένην.

 
“ὑ γάρ τοι λαμπρότατος καὶ δι’ ὅρκων φοβερῶν
‟τινῶν πιστούμενος τὸ μηδ’ ὅλως ἐπισκοπῆς ὀρέγε-
‟σθαι, αἰφνίδιον ἐπίσκοπος ὥσπερ ἐκ μαγγάνου τινὸς
‟εἰς τὸ μέσον ῥιφεὶς ἀναφαίνεται.

οὗτος γάρ τοι
‟ὁ δογματιστὴς, ὁ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπιστήμης 
“ὑπερασπιστὴς, ὁπηνίκα παρασπᾶσθαί τε καὶ ὑφαρ-
“πάζειν τὴν μὴ δοθεῖσαν αὐτῷ ἄνωθεν ἐπισκοπὴν
‟ἐπεχείρει, δύο δύο ἑαυτῷ κοινωνοὺς ἀπεγνωκότας
‟ἑαυτῶν σωτηρίας ἐπελέξατο ὡς ὡς ἂν εἰς βραχύ τι
‟μέρος καὶ ἐλάχιστον τῆς Ἰταλίας ἀποστείλῃ, κάκεῖ- 
‟θὲν ἐπισκόπους τρεῖς, ἀνθρώπους ἀγροίκους καὶ
‟ἁπλουστάτους, πλαστῇ τινι ἐπιχειρήσει ἐξαπατήσῃ,
‟διαβεβαιούμενος καὶ διισχυριζόμενος δεῖν αὐτοὺς
‟ἐν τάχει παραγενέσθαι εἰς Ῥώμηην, ὡς δῆθεν πάσα
‟ἡτισδηκποτοῦν διχοστασία γεγονυῖα σὺν καὶ ἑτέροις 
‟ἐπισκόποις καὶ αὐτῶν μεσιτευόντων διαλυθῇ.

οὓς
“παραγενομένους, ἄτε δὴ, ὡς ἔφθημεν λέγοντες,
‟ἀνθρώπους ἁπλουστέρους περὶ τὰς τῶν πονηρῶν
μηχανάς τε καὶ ῥᾳδιουργίας, συγκλεισθέντας ὑπό
“τινων ὁμοίων αὐτῷ τεταγμένων ἀνθρώπων, ὥρᾳ 
“δεκάτῃ μεθύοντας καὶ κραιπαλῶντας μετὰ βίας
“ἠνάγκασεν εἰκονικῇ τινι καὶ ματαίᾳ χειρεπιθεσίᾳ
‟ἐπισκοπὴν αὐτῶ δοῦναι, ἣν ἐνέδρᾳ καὶ πανουργίᾳ,
‟μή ἐπιβάλλουσαν αὐτῷ, ἐκδικεῖ.

ἐξ ὣν εἷς μετ’
οὐ πολὺ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀποδυρό- 
“μενος καὶ ἐξομολογούμενος τὸ ἑαυτοῦ ἁμάρτημα,
‟καὶ ἐκοινωνήσαμεν ὡς λαι·κῷ, ὑπὲρ αὐτοῦ δεηθέντος
“παντὸς τοῦ παρόντος λαοῦ. καὶ τῶν λοιπῶν δὲ ἐπι-
“σκόπων διαδόχους εἰς τοὺς τόπους, ἐν οἷς ἦσαν, χειρο-
‘τονήσαντες ἀπεστάλκαμεν.

ὁ ἐκδικητὴς οὖν τοῦ 
‟εὐαγγελίου οὐκ ἠπίστατο ἴνα ἐπίσκοπον δεῖν εἶναι
ἐν καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ οὐκ ἠγνόει πῶς γάρ;)

 
“πρεσβυτέρους εἶναι τεσσαράκοντα ἓξ, διακόνους
“ἑπτὰ, ὑποδιακόνους ἑπτὰ, ἀκολούθους δύο καὶ
“τεσσαράκοντα, ἐξορκιστὰς δὲ καὶ ἀναγνώστας ἅμα
“πυλωροῖς δύο καὶ πεντήκοντα, χήρας σὺν θλιβομέ-
 “νοις ὑπὲρ τὰς χιλίας πεντακοσίας, οὓς πάντας
‟τοῦ δεσπότου χάρις καὶ φιλανθρωπία διατρέφει.
‟

ὂν οὐδὲ τοσοῦτο πλῆθος καὶ οὕτως ἀναγκαῖον ἐν
‟τῇ ἐκκλησίᾳ, διὰ τῆς τοῦ θεοῦ προνοίας πλούσιός
῾τε καὶ πληθύων ἀριθμὸς μετὰ μεγίστου καὶ ἄνα
 ‟ριθμήτου λαοῦ, ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἀνεκαλέσατο τε
‘καὶ ἀπαγορεύσεως ἐνέτρεψέ τε καὶ ἀνεκαλέσατο εἰς
‟τὴν ἐκκλησίαν.”

καὶ αὖθις μεθ’ ἕτερα τούτοις
προστίθησι ταῦτα· ‟φέρε δὴ ἑξῆς εἴπωμεν τίσιν
‟ἔργοις ἢ τίσι πολιτείαις τεθαρρηκὼς ἀντεποιήθη
 ‟τῆς ἐπισκοπῆς. ἆρά γε διὰ τὸ ἐξ ἀρχῆς ἐν τῇ ἐκ-
‘κλησίᾳ ἀνεστράφθαι, καὶ πολλοὺς ἀγῶνας ὑπὲρ
‟αὐτῆς ἠγωνίσθαι, καὶ ἐν κινδύνοις πολλοῖς τε καὶ
μεγάλοις ἕνεκα τῆς θεοσεβείας γεγονέναι; ἀλλ’ οὐκ
ἔστιν·

ᾧ γε ἀφορμὴ τοῦ πιστεῦσαι γέγονεν ὁ
 ‟σατανᾶς, φοιτήσας εἰς αὐτὸν καὶ οἰκήσας ἐν αὐτῷ
χρόνον ἱκανόν. ὃς βοηθούμενος ὑπὸ τῶν ἐπορκιστῶν,
νόσῳ περιπεσὼν χαλεπῇ, καὶ ἀποθανεῖσθαι
ὅσον οὐδέπω νομιζόμενος, ἐν αὐτῇ τῇ κλίνῃ, ᾗ
ἔκειτο, περιχυθεὶς ἔλαβεν· εἴ γε χρὴ λέγειν τὸν
 τοιοῦτον εἰληφέναι.

οὐ μὴν οὐδὲ τῶν λοιπῶν
῾ἔτυχε διαφυγὼν τὴν νόσον, ὧν χρὴ μεταλαμβάνειν
κατὰ τὸν τῆς ἐκκλησίας κανόνα, τοῦ τε σφραγισθῆναι
ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου. τούτων δὲ μὴ τυχὼν πῶς ἂν
τοῦ ἁγίου πνεύματος ἔτυχε;”

καὶ πάλιν μετὰ
 βραχέα φησίν ‟ὁ διὰ δειλίαν καὶ φιλοζωίαν ἐν τῷ
‘καιρῷ τῆς διώξεως πρεσβύτερον εἶναι ἑαυτὸν ἀρνησάμενος.
ἀξιούμενος γὰρ καὶ παρακαλούμενος ὑπὸ

 
‟τῶν διακόνων, ἵν᾿ ἐξελθὼν τοῦ οἰκίσκου, ἐν ᾧ
‟καθεῖρξεν ἑαυτὸν, βοηθήσῃ τοῖς ἀδελφοῖς ὅσα
‘θέμις καὶ ὅσα δυνατὸν πρεσβυτέρῳ
‟ἀδελφοῖς καὶ ἐπικουρίας δεομένοις βοηθεῖν, τοσοῦ-
‟τον ἀπέσχε τοῦ πειθαρχῆσαι παρακαλοῦσι τοῖς δια- 
‘κόνοις ὡς ὡς καὶ χαλεπαίνοντα ἀπιέναι καὶ
“τεσθαι· μὴ γὰρ ἔτι βούλεσθαι πρεσβύτερος εἶναι
“ἔφη· ἑτέρας γὰρ εἶναι φιλοσοφίας ἐραστής.”

ὑπερβὰς
δ’ ὀλίγα τούτοις πάλιν ἐπιφέρει λέγων ‟καταλιπὼν
‟γὰρ ὁ λαμπρὸς οὗτος τὴν ἐκκλησίαν τοῦ θεοῦ, ἐν 
ᾗ πιστεύσας κατηξιώθη τοῦ πρεσβυτερίου κατὰ
‟χάριν τοῦ ἐπισκόπου τοῦ ἐπιθέντος αὐτῷ χεῖρα εἰς
“πρεσβυτερίου κλῆρον, ὃς διακωλυόμενος ὑπὸ παντὸς
‟τοῦ κλήρου, ἀλλὰ καὶ λαικῶν πολλῶν, ἐπεὶ μὴ ἐξὸν
‟ἦν τὸν ἐπὶ κλίνης διὰ νόσον περιχυθέντα, ὥσπερ 
‟καὶ οὗτος, εἰς κλῆρόν τινα γενέσθαι, ἠξίωσε συγχωρηθῆναι
αὐτῷ τοῦτον μόνον χειροτονῆσαι.”

εἶτ’
ἄλλο τι χείριστον τούτοις προστίθησι τῶν τοῦ ἀνδρὸς
ἀτοπημάτων, λέγων οὕτως ‘ποιήσας γὰρ τὰς προσ-
“φορὰς, καὶ διανέμων ἑκάστῳ τὸ μέρος καὶ ἐπιδιδοὺς 
‟τοῦτο, ὀμνύειν ἀντὶ τοῦ εὐλογεῖν τοὺς ταλαιπώρους
῾ἀνθρώπους ἀναγκάζει, κατέχων ἀμφοτέραις ταῖς
‘χερσὶ τὰς τοῦ λαβόντος, καὶ μὴ ἀφεὶς ἔστ’ ἂν
‟ὀμνύοντες ἐς εἴπωσι ταῦτα τοῖς γὰρ ἐκείνου χρήσομαι
λόγοις)· ὄμοσόν μοι κατὰ τοῦ σώματος καὶ τοῦ 
“αἵματος τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μηδέποτέ
‟με καταλιπεῖν καὶ ἐπιστρέψαι πρὸς Κορνήλιον.

καὶ ὁ ἄθλιος ἄνθρωπος οὐ πρότερον γεύεται,
εἰ μὴ πρότερον αὐτῷ καταράσαιτο. καὶ ἀντὶ τοῦ
῾εἰπεῖν λαμβάνοντα τὸν ἄρτον ἐκεῖνον τὸ ἀμήν ῾οὐκ- 
‟ἔτι ἀνήξω πρὸς Κορνήλιον λέγει.”

καὶ μεθ’
ἕτερα πάλιν ταῦτά φησιν “ἤδη δὲ ἴσθι γεγυμνῶσθαι

 
‟καὶ ἔρημον γεγονέναι, καταλιμπανόντων αὐτὸν καθ’
“ἡμέραν ἑκάστην τῶν ἀδελφῶν, καὶ εἰς τὴν ἐκκλη-
‟σίαν ἐπανερχομένων. ὃν καὶ Μωυσῆς ὁ μακάριος
μάρτυς, ὁ παρ’ ἡμῖν ἔναγχος μαρτυρήσας καλήν
 “τινα καὶ θαυμαστὴν μαρτυρίαν, ἔτι ὢν ἐν κόσμῳ,
“κατιδὼν αὐτοῦ τὴν θρασύτητα καὶ τὴν ἀπόνοιαν,
‟ἀκοινώνητον ἐποίησε σὺν τοῖς πέντε πρεσβυτέροις
῾τοῖς ἅμα αὐτῷ ἀποσχίσασιν ἑαυτοὺς τῆς ἐκκλησίας.”

καὶ ἐπὶ τέλει δὲ τῆς ἐπιστολῆς τῶν ἐπὶ Ῥώμης
 παραγενομένων ἐπισκόπων τῆς τε τοῦ Νοουάτου κατεγνωκότων
ἀβελτερίας κατάλογον πεποίηται, ὁμοῦ
τά τε ὀνόματα καὶ ἧς ὁ καθεῖς αὐτῶν προηγεῖτο
παροικίας ἐπισημαινόμενος.

τῶν τε μὴ παραγενομένων
μὲν ἐπὶ τῆς Ῥώμης, συνευδοκησάντων δὲ
 διὰ γραμμάτων τῇ τῶν προειρημένων ψήφῳ, τὰς
προσηγορίας ὁμοῦ καὶ τὰς πόλεις ὅθεν ἕκαστος ὁρμώμενος
ἐπέστελλε μνημονεύει. ταῦτα μὲν ὁ Κορνήλιος
Φαβίῳ Ἀντιοχείας ἐπισκόπῳ δηλῶν ἔγραφε.

[Nic. H. E. VI, 6] Τῷ δ’ αὐτῷ τούτῳ
 Φαβίῳ ὑποκατακλινομένῳ πως τῷ σχίσματι καὶ Διονύσιος
ὁ κατ’ Ἀλεξάνδρειαν ἐπιστείλας, πολλά τε
καὶ ἄλλα περὶ μετανοίας ἐν τοῖς πρὸς αὐτὸν γράμμασι
διελθὼν, τῶν τε κατ’ Ἀλεξάνδρειαν ἔναγχος
τότε μαρτυρησάντων τοὺς ἀγῶνας διιὼν, μετὰ τῆς
 ἄλλης ἱστορίας πρᾶγμά τι μεστὸν θαύματος διηγεῖται,
ὃ καὶ αὐτὸ ἀναγκαῖον τῇδε παραδοῦναι τῇ γραφῇ,
οὕτως ἔχον

ἕν δέ σοι τοῦτο παράδειγμα παρ’
‟ἡμῖν συμβεβηκὸς ἐκθήσομαι. Σαραπίων τις ἦν
‟παρ᾿ ἡμῖν πιστὸς γέρων, ἀμέμπτως μὲν τὸν πολὺν
 “διαβιώσας χρόνον, ἐν δὲ τῷ πειρασμῷ πεσών. οὗτος
‘πολλάκις ἐδεῖτο, καὶ οὐδεὶς προσεῖχεν αὐτῷ, καἰ
‟γὰρ ἐτεθύκει· ἐν νόσῳ δὲ γενόμενος τριῶν ἐξῆς

 
ἡμερῶν ἄφωνος καὶ ἀναίσθητος διετέλεσε.

βραχὺ
δὲ ἀνασφήλας τῇ τετάρτῃ προσεκαλέσατο τὸν θυγατριδοῦν,
καὶ “μέχρι τίνος, φησὶν, ὠ τέκνον, με
κατέχετε; δέομαι, σπεύσατε, καί με θᾶττον ἀπολύσατε,
τῶν πρεσβυτέρων μοί τινα κάλεσον.” καὶ 
ταῦτα εἰπὼν πάλιν ἦν ἄφωνος.

ἔδραμεν ὁ παῖς
ἐπὶ τὸν πρεσβύτερον· νὺξ δὲ ἦν, κἀκεῖνος ἠσθένει.
ἀφικέσθαι μὲν οὖν οὐκ ἐδυνήθη, ἐντολῆς δὲ ὑπ’
ἐμοῦ δεδομένης, τοὺς ἀπαλλαττομένους τοῦ βίου,
εἰ δέοιντο, καὶ μάλιστα εἰ καὶ πρότερον ἱκετεύσαντες 
τύχοιεν, ἀφίεσθαι, ἵν᾿ εὐέλπιδες ἀπαλλάττωνται,
βραχὺ τῆς εὐχαριστίας ἔδωκεν τῷ παιδαρίῳ, ἀποβρέξαι
βρέξαι κελεύσας καὶ τῷ πρεσβύτῃ κατὰ τοῦ στόματος
ἐπιστάξαι.

ἐπανῆκεν ὁ παῖς φέρων· ἐγγύς τε γενομένου,
πρὶν εἰσελθεῖν, ἀνενέγκας πάλιν ὁ Σαραπίων, 
ἧκες, ἔφη, τέκνον; καὶ ὁ μὲν πρεσβύτερος
ἐλθεῖν οὐκ ἠδυνήθη, σὺ δὲ ποίησον ταχέως τὸ
προσταχθὲν, καὶ ἀπάλλαττέ με. ἀπέβρεξεν ὁ παῖς
καὶ ἅμα τε ἐνέχεε τῷ στόματι καὶ μικρὸν ἐκεῖνος
καταβροχθίσας εὐθέως ἀπέδωκε τὸ πνεῦμα.

ἆρ’ 
οὐκ ἐναργῶς διετηρήθη καὶ παρέμεινεν, ἕως λυθῇ,
καὶ τῆς ἁμαρτίας ἐξαλειφθείσης ἐπὶ πολλοῖς οἷς
ἔπραξε καλοῖς ὁμολογηθῆναι δυνηθῇ;” ταῦτα ὁ
Διονύσιος.

[Nic. H. E. VI, 4] Ἴδωμεν δὲ ὁ αὐτὸς ὁποῖα 
καὶ τῷ Νοουάτῳ διεχάραξε, ταράττοντι τηνικάδε τὴν
Ῥωμαίων ἀδελφότητα. ἐπειδὴ οὖν τῆς ἀποστασίας
καὶ τοῦ σχίσματος πρόφασιν ἐποιεῖτο τῶν ἀδελφῶν
τινας, ὡς δὴ πρὸς αὐτῶν ἐπὶ τοῦτ’ ἐλθεῖν ἐκβεβιασμένος,
ὅρα τίνα τρόπον αὐτῷ γράφει· ‟Διονύσιος 
‟Νοουάτῳ τῷ ἀδελφῷ χαίρειν. εἰ ἄκων, ὡς φῄς,
‘ἤχθης, δείξεις, ἐὰν ἀναχωρήσῃς ἐγών. ἔδει μὲν γὰρ

 
‟καὶ πὰν ὁτιοῦν παθεῖν ὑπὲρ τοῦ μὴ διακόψαι τὴν ἐκ-
“κλησίαν τοῦ θεοῦ, καὶ ἦν οὐκ ἀδοξοτέρα τῆς ἕνεκεν
‟τοῦ μὴ εἰδωλολατρῆσαι γινομένης ἡ ἕνεκεν τοῦ μὴ
σχίσαι μαρτυρία, κατ’ ἐμὲ δὲ καὶ μείζων. ἐκεῖ μὲν
 ‟γὰρ ὑπὲρ μιᾶς τις τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς, ἐνταῦθα δὲ
‟ὑπὲρ ὅλης τῆς ἐκκλησίας μαρτυρεῖ. καὶ νῦν δὲ εἰ
‟πείσαις ἢ βιάσαιο τοὺς ἀδελφοὺς εἰς ὁμόνοιαν ἐλ-
‟θεῖν, μεῖζον ἔσται σοι τοῦ σφάλματος τὸ κατόρθωμα,
‟καὶ τὸ μὲν οὐ λογισθήσεται, τὸ δὲ ἐπαινεθήσεται.
 ‟εἰ δὲ ἀπειθούντων ἀδυνατοίης, σώζων σῶζε τὴν
‟σεαυτοῦ ψυχήν. ἐρρῶσθαί σε ἐχόμενον τῆς εἰρήνης
῾ἐν κυρίῳ εὔχομαι.” ταῦτα καὶ πρὸς τὸν Νοουάτον.

[Nic. H. E. VI, 6] Γράφει δὲ καὶ τοῖς κατ᾿
Αἴγυπτον ἐπιστολὴν περὶ μετανοίας, ἐν ᾗ τὰ δόξαντα
 αὐτῷ περὶ τῶν ὑποπεπτωκότων παρατέθειται, τάξεις
παραπτωμάτων διαγράψας.

κ·αὶ πρὸς Κόνωνα τῆς
Ερμουπολιτῶν δὲ παροικίας ἐπίσκοπος ἦν οὗτος)
ἰδία τις περὶ μετανοίας αὐτοῦ φέρεται γραφὴ, καὶ
ἄλλη ἐπιστρεπτικὴ πρὸς τὸ κατ’ Ἀλεξάνδρειαν ποίμνιον
 αὐτοῦ. ἐν τούτοις ἐστὶ καὶ ἡ περὶ μαρτυρίου
πρὸς τὸν Ὠριγένην γραφεῖσα, καὶ τοῖς κατὰ Λαοδίκειαν
ἀδελφοῖς, ὧν προί·στατο Θηλυμίδρης ἐπίσκοπος.
καὶ τοῖς κατὰ Ἀρμενίαν ὡσαύτως περὶ μετανοίας
ἐπιστέλλει, ὧν ἐπεσκόπευε Μερουζάνης.

πρὸς
 ἅπασι τούτοις καὶ Κορνηλίῳ τῷ κατὰ Ῥώμην γράφει,
δεξάμενος αὐτοῦ τὴν κατὰ τοῦ Νοουάτου ἐπιστολὴν,
ᾧ καὶ σημαίνει δηλῶν ἑαυτὸν παρακεκλῆσθαι ὑπό
τε Ἑλένου τοῦ ἐν Ταρσῷ τῆς Κιλικίας ἐπισκόπου
καὶ τῶν λοιπόν τῶν σὺν αὐτῷ, Φιρμιλλιανοῦ τε τοῦ
 ἐν Καππαδοκίᾳ καὶ τοὺ κατὰ Παλαιστίνην Θεοκτίστου,
ὡς ἂν ἐπὶ τὴν σύνοδον ἀπαντήσοι τὴν κατὰ
Ἀντιόχειαν, ἔνθα τοῦ Νοουάτου κρατύνειν τινὲς

 
ἐπεχείρουν τὸ σχίσμα.

πρὸς τούτοις ἐπιστέλλει
μηνυθῆναι αὐτῷ Φάβιον μὲν κεκοιμῆσθαι, Δημητριανὸν
δὲ διάδοχον ἐκείνου τῆς κατ’ Ἀντιόχειαν
ἐπισκοπῆς καθεστάναι. γράφει δὲ καὶ περὶ τοῦ ἐν
Ἱεροσολύμοις αὐτοῖς ῥήμασι φάσκων ‟ὁ μὲν γὰρ 
“μακάριος Ἀλέξανδρος ἐν φρουρᾷ γενόμενος μακα-
“ρίως ἀνεπαύσατο.”

ἐξῆς ταύτῃ καὶ ἑτέρα τις
ἐπιστολὴ τοῖς ἐν Ῥώμᾐ τοῦ Διονυσίου φέρεται διακονικὴ
διὰ Ἱππολύτου. τοῖς αὐτοῖς ἄλλην περὶ εἰρήνης
διατυποῦται, καὶ ὡσαύτως περὶ μετανοίας, καὶ 
αὖ πάλιν ἄλλην τοῖς ἐκεῖσε ὁμολογηταῖς, ἔτι τῇ τοῦ
Νοουάτου συμφερομένοις γνώμῃ. τοῖς δὲ αὐτοῖς
τούτοις ἑτέρας δύο μεταθεμένοις ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν
ἐπιστέλλει. καὶ ἄλλοις δὲ πλείοσιν ὁμοίως διὰ γραμμάτων
ὁμιλήσας ποικίλας τοῖς ἔτι νῦν σπουδὴν 
περὶ τοὺς λόγους αὐτοῦ ποιουμένοις καταλέλοιπεν
ὠφελείας.

[Προοίμιον] Τὸν ἕβδομον τῆς ἐκκλησιαστικῆς
ἱστορίας αὖθις ὁ μέγας ἡμῖν Ἀλεξανδρέων ἐπίσκοπος 
Διονύσιος ἰδίαις φωναῖς συνεκπονήσει, τῶν καθ’
ἑαυτὸν πεπραγμένων ἕκαστα ἐν μέρει δι’ ὧν καταλέλοιπεν
ἐπιστολῶν ὑφηγούμενος. ἐμοὶ δὲ ὁ λόγος
ἐντεῦθεν ποιήσεται τὴν ἀρχήν.

[Nic. H. E. V, 43] Δέκιον οὐδ’ ὅλον ἐπικρατήσαντα 
δυοῖν ἐτοῖν χρόνον, αὐτίκα τε ἅμα παισὶ
κατασφαγέντα Γάλλος διαδέχεται. Ὠριγένης ἐν τούτῳ
ἑνὸς δέοντα τῆς ζωῆς ἑβδομήκοντα ἀποπλήσας ἔτη
τελευτᾷ. γράφων γέ τοι ὁ Διονύσιος Ἑρμάμμωνι
περὶ τοῦ Γάλλου ταῦτα φάσκει ‟ἀλλ’ οὐδὲ Γάλλος 
ἔγνω τὸ Δεκίου κακὸν, οὐδὲ προεσκόπησε τί ποτ’

 
ἐκεῖνον ἔσφηλεν, ἀλλὰ πρὸς τὸν αὐτὸν πρὸ τῶν
ὀφθαλμῶν αὐτοῦ γενόμενον ἔπταισε λίθον. ὃς εὖ
φερομένης αὐτῷ τῆς βασιλείας, καὶ κατὰ νοῦν
χωρούντων τῶν πραγμάτων, τοὺς ἱεροὺς ἄνδρας
 περὶ τῆς εἰρήνης αὐτοῦ καὶ τῆς ὑγιείας πρεσβεύοντας
‘βεύοντας πρὸς τὸν θεὸν ἤλασεν. οὐκοῦν σὺν
ἐκείνοις ἐδίωξε καὶ τὰς ὑπὲρ ἑαυτοῦ προσευχάς.”
ταῦτα μὲν οὑν περὶ τοῦδε.

[Nic. H. Ε VI, 7] Κατὰ δὲ τὴν Ῥωμαίων
 πόλιν Κορνηλίου ἔτεσιν ἀμφὶ τὰ τρία τὴν ἐπισκοπὴν
διανύσαντος Λούκιος κατέστη διάδοχος, μησὶ δ’
οὐδ’ ὅλοις οὑτος οὗτος ὀκτὼ τῇ
Στεφάνῳ τελευτῶν μεταδίδωσι τὸν κλῆρον. τούτῳ
τὴν πρώτην ὁ Διονύσιος τῶν περὶ βαπτίσματος
 ἐπιστολῶν διατυποῦται, ζητήματος οὐ μικροῦ τηνικάδε
ἀνακινηθέντος, εἰ δέοι τοὺς ἐξ οἵας δ’ οὖν
αἱρέσεως ἐπιστρέφοντας διὰ λουτροῦ καθαίρειν, παλαιοῦ
γέ τοι κεκρατηκότος ἔθους ἐπὶ τῶν τοιούτων
μόνῃ χρῆσθαι τῇ διὰ χειρῶν ἐπιθέσεως εὐχῇ.

[Nic. H. E. VI, 7] Πρῶτος τῶν τότε Κυπριανὸς
τῆς κατὰ Καρχηδόνα παροικίας ποιμὴν οὐδ’
ἄλλως ἢ διὰ λουτροῦ πρότερον τῆς πλάνης ἀποκαθηραμένους
προσίεσθαι δεῖν ἡγεῖτο. ἀλλ’ ὅ γε
Στέφανος, μὴ δεῖν τι νεώτερον παρὰ τὴν κρατήσασαν
 ἀρχῆθεν παράδοσιν ἐπικαινοτομεῖν οἰόμενος, ἐπὶ
τούτῳ διηγανάκτει.

[Nic. H. E. VI, 7] Πλεῖστα δὴ οὖν αὐτῷ
περὶ τούτου διὰ γραμμάτων ὁ Διονύσιος ὁμιλήσας
τελευτῶν δηλοῖ ὡς ἄρα τοῦ διωγμοῦ λελωφηκότος
 αἱ πανταχόσε ἐκκλησίαι τὴν κατὰ Νοουάτον ἀποστραφεῖσαι
νεωτεροποιίαν εἰρήνην πρὸς ἑαυτὰς ἀνειλήφεσαν.
γράφει δὲ ὧδε·

“Ἴσθι δὲ νῦν, ἀδελφὲ, ὅτι ἥνωνται
“αἱ πρότερον διεσχισμέναι κατά τε τὴν
‟ἐκκλησίαι καὶ ἔτι προσωτέρω. καὶ πάντες εἰσὶν
“ὁμόφρονες οἱ πανταχοῦ προεστῶτες, χαίροντες καθ’
“ὑπερβολὴν ἐπὶ τῇ παρὰ προσδοκίαν εἰρήνῃ γενο- 
‟μένῃ, Δημητριανὸς ἐν Ἀντιοχείᾳ, Θεόκτιστος ἐν
‟Καισαρείᾳ, Μαζαβάνης ἐν Αἰλίᾳ, Μαρῖνος ἐν Τυρῷ
῾κοιμηθέντος Ἀλεξάνδρου, Ἡλιόδωρος ἐν Λαοδικείᾳ
‟ἀναπαυσαμένου Θηλυμίδρου, Ἕλενος ἐν Ταρσῷ καὶ
‘πᾶσαι αἶ τῆς Κιλικίας ἐκκλησίαι, Φιρμιλλιανὸς καὶ 
πᾶσα Καππαδοκία. τοὺ ’ς γὰρ περιφανεστέρους μό-
‟νους τῶν ἐπισκόπων ὠνόμασα, ἵνα μήτε μῆκος τῇ
‟ἐπιστολῇ μήτε βάρος προσάψω τῷ λόγῳ.

αἶ
“μέντοι Συρίαι ὅλαι καὶ ἡ Ἀραβία, οἷς ἐπαρκεῖτε
῾ἑκάστοτε καὶ οἶς νῦν ἐπεστείλατε, ἥτε Μεσοποταμία, 
῾Πόντος τε καὶ Βιθυνία καὶ συνελόντι εἰπεῖν ἀγαλ-
‟λιῶνται πάντες πανταχοῦ τῇ ὁμονοίᾳ καὶ φιλαδελ-
“φίᾳ, δοξάζοντες τὸν θεόν.’’

ταῦτα μὲν ὁ Διονύσιος.
Στέφανον δ’ ἐπὶ δυσὶν ἀποπλήσαντα τὴν
λειτουργίαν ἔτεσι Ξύστος διαδέχεται. τούτῳ δευτέραν 
ὁ Διονύσιος περὶ βαπτίσματος ἐγχαράξας ἐπιστολὴν
ὁμοῦ τὴν Στεφάνου καὶ τῶν λοιπῶν ἐπισκόπων
γνώμην τε καὶ κρίσιν δηλοῖ, περὶ τοῦ Στεφάνου
λέγων ταῦτα·

‟ἐπεστάλκει μὲν οὖν πρότερον καὶ
‟περὶ Ἑλένου καὶ περὶ Φιρμιλλιανοῦ καὶ πάντων 
‟τῶν τε ἀπὸ Κιλικίας καὶ Γαλατίας καὶ πάντων τῶν
‟ἑξῆς ὁμορούντων ἐθνῶν, ὡς οὐδὲ ἐκείνοις κοινωνήσων
διὰ τὴν αὐτὴν ταύτην αἰτίαν, ἐπειδὴ τοὺς
‟αἱρετικοὺς, φησὶν, ἀναβαπτίζουσι.

καὶ σκόπει
‟τὸ μέγεθος τοῦ πράγματος. ὄντως γὰρ δόγματα 
‟περὶ τούτου γέγονεν ἐν ταῖς μεγίσταις τῶν ἐπισκόπων
συνόδοις, ὡς πυνθάνομαι, ὥστε τοὺς προσιόντας

 
“ἀπὸ αἱρέσεως, προκατηχηθέντας, εἶτα ἀπολούσασθαι
‟καὶ ἀνακαθαίρεσθαι τὸν τῆς παλαιᾶς καὶ ἀκαθάρτου
“ζύμης ῥύπον. καὶ περὶ τούτων αὐτοῦ πάντων δεόμε-
῾νος ἐπέστειλα.” 6

καὶ μεθ’ ἕτερά φησι “καὶ
 ‟ἀγαπητοῖς δὲ ἡμῶν καὶ συμπρεσβυτέροις Διονυσίῳ
‟καὶ Φιλήμονι, συμψήφοις πρότερον Στεφάνῳ γενο-
‟μένοις, καὶ περὶ τῶν αὐτῶν μοι γράφουσι, πρότερον
‟μὲν ὀλίγα, καὶ νῦν δὲ διὰ πλειόνων ἐπέστειλα.”
ἀλλὰ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ δηλουμένου ζητήματος.

[Nic. H. E. VI, 7] Σημαίνων δὲ ἐν ταὐτῷ
καὶ περὶ τῶν κατὰ Σαβέλλιον αἱρετικῶν ὡς κατ’
αὐτὸν ἐπιπολαζόντων ταῦτά φησι “περὶ γὰρ τοῦ νῦν
“κινηθέντος έν τῇ Πτολεμαίδι τῆς Πενταπόλεως
“δόγματος, ὄντος ἀσεβοῦς καὶ βλασφημίαν πολλὴν
 “ἔχοντος περὶ τοῦ παντοκράτορος θεοῦ, πατρὸς τοῦ
κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπιστίαν τε πολλὴν
περὶ τοῦ μονογενοῦς παιδὸς αὐτοῦ καὶ πρωτοτόκου
πάσης κτίσεως, τοῦ ἐνανθρωπήσαντος λόγου, ἀναισθησίαν
δὲ τοῦ ἁγίου πνεύματος, ἐλθόντων ἐκατέ-
 ‟πωθεν πρὸς ἐμὲ καὶ προγραμμάτων καὶ τῶν διαλεξομένων
ἀδελφῶν, ἐπέστειλά τινα ὡς ἐδυνήθην,
παρασχόντος τοῦ θεοῦ, διδασκαλικώτερον ὑφηγούμενος,
ὧν τὰ ἀντίγραφα ἔπεμψά σοι.

[Nic. H. E. VI, 8] Καὶ ἐν τῇ τρίτῃ δὲ
 περὶ βαπτίσματος, ἣν Φιλήμονι τῷ κατὰ Ῥώμην
πρεσβυτέρῳ ὁ αὐτὸς γράφει Διονύσιος, ταῦτα παρατίθεται
“ἐγὼ δὲ καὶ τοῖς συντάγμασι καὶ ταῖς παραδόσεσι
τῶν αἱρετικῶν ἐνέτυχον, χραίνων μέν μου
πρὸς ὀλίγον τὴν ψυχὴν ταῖς παμμιάροις αὐτῶν
 “ἐνθυμήσεσιν, ὄνησιν δ’ οὖν ἀπ’ αὐτῶν ταύτην
λαμβάνων, τὸ ἐξελέγχειν αὐτοὺς παρ’ ἐμαυτῷ, καὶ
πολὺ πλέον βδελύττεσθαι.

καὶ δή τινος ἀδελφοῦ

 
‟τῶν πρεσβυτέρων με ἀπείργοντος καὶ δεδιττομένου
“συμφύρεσθαι τῷ τῆς πονηρίας αὐτῶν βορβόρῳ·
“λυμανεῖσθαι γὰρ τὴν ψυχὴν τὴν ἐμαυτοῦ, καὶ ἀληθῆ
‟γε λέγοντος, ὡς ᾐσθόμην· ὅραμα θεόπεμπτον προσ-
“ελθὸν ἐπέρρωσέ με.

καὶ λόγος πρός με γενό- 
“μενος προσέταξε διαρρήδην λέγων, πᾶσιν ἐντύγχανε
‟οἷς ἂν εἰς χεῖρας λάβοις· διευθύνειν γὰρ ἕκαστα
‟καὶ δοκιμάζειν ἱκανὸς εἶ, καί σοι γέγονε τοῦτο ἐξ
‟ἀρχῆς καὶ τῆς πίστεως αἴτιον. ἀπεδεξάμην τὸ ὅραμα,
‟ὡς ἀποστολικῇ φωνῇ συντρέχον τῇ λεγούσῃ πρὸς 
“τοὺς δυνατωτέρους, γίνεσθε δόκιμοι τρακπεζῖται.”

εἶτά τινα περὶ πασῶν εἰπὼν τῶν αἱρέσεων ἐπιφέρει
λέγων ‟τοῦτον ἐγὼ τὸν κανόνα καὶ τὸν τύπον
“παρὰ τοῦ μακαρίου πάπα ἡμῶν Ἡρακλᾶ παρέλαβον.
“τοὺς γὰρ προσιόντας ἀπὸ τῶν αἱρέσεων, καίτοι τῆς 
“ἐκκλησίας ἀποστάντας, μᾶλλον δὲ οὐδὲ ἀποστάντας,
“ἀλλὰ συνάγεσθαι μὲν δοκοῦντας, καταμηνυθέντας
‟δὲ ὡς προσφοιτῶντάς τινι τῶν ἑτεροδιδασκαλούντων,
‟ἀπελάσας τῆς ἐκκλησίας, δεομένους οὐ προσήκατο,
“ἕως δημοσίᾳ πάντα ὅσα ἠκηκόεσαν παρὰ τοῖς ἀντι- 
‟διατιθεμένοις ἐξέφρασαν, καὶ τότε συνήγαγεν αὐτοὺς,
“οὐ δεηθεὶς ἐπ᾿ αὐτῶν ἑτέρου βαπτίσματος· τοῦ γὰρ
“ἁγίου πρότερον παρ᾿ αὐτοῦ τετυχήκεσν.”

πάλιν
δὲ ἐπὶ πολὺ γυμνάσας τὸ πρόβλημα ταῦτα ἐπιλέγει
‟μεμάθηκα καὶ τοῦτο, ὅτι μὴ νῦν οἱ ἐν Ἀφρικῇ μόνον 
‟τοῦτο παρεισήγαγον, ἀλλὰ καὶ πρὸ πολλοῦ κατὰ τοὺς
‟πρὸ ἡμῶν ἐπισκόπους ἐν ταῖς πολυανθρωποτάταις
“ἐκκλησίαις καὶ ταῖς συνόδοις τῶν ἀδελφῶν, ἐν Ἰκο-
“νίῳ καὶ Συννάδοις καὶ παρὰ πολλοῖς τοῦτο ἔδοξεν·
‟ὧν τὰς βουλὰς ἀνατρέπων εἰς ἔριν αὐτοὺς καὶ φιλο- 
“νεικίαν ἐμβαλεῖν οὐχ ὑπομένω. οὐ γὰρ μετακινήσεις,
 

 
‟φησὶν, ὅρια τοῦ πλησίον σου, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες
‟σου.”

ἡ τετάρτη αὐτοῦ τῶν περὶ βαπτίσματος
ἐπιστολῶν πρὸς τὸν κατὰ Ῥώμην ἐγράφη Διονύσιον,
τότε μὲν πρεσβείου ἠξιωμένον, οὐκ εἰς μακρὸν δὲ
 καὶ τὴν ἐπισκοπὴν τῶν ἐκεῖσε παρειληφότα· ἐξ ἧς
γνῶναι πάρεστιν ὅπως καὶ αὐτὸς οὗτος λόγιός τε καὶ
θαυμάσιος πρὸς τοῦ κατ’ Ἀλεξάνδρειαν Διονυσίου
μεμαρτύρηται. γράφει δὲ αὐτῷ μεθ’ ἕτερα τῶν κατὰ
τὸν Νοουάτον μνημονεύων ἐν τούτοις.

[Nic. H. E. VI, 9] “Νοουατιανῷ μὲν γὰρ
‟εὐλόγως ἀπεχθανόμεθα διακόψαντι τὴν ἐκκλησίαν,
‘καί τινας τῶν ἀδελφῶν εἰς ἀσεβείας καὶ βλασφημίας
‘ἑλκύσαντι, καὶ περὶ τοῦ θεοῦ διδασκαλίαν ἀνοσιω-
‘τάτην ἐπεισκυκλήσαντι, καὶ τὸν χρηστότατον κύριον
 “ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ὡς ἀνηλεῆ συκοφαντοῦντι,
ἐπὶ πάσι δὲ τούτοις τὸ λουτρὸν ἀθετοῦντι τὸ ἅγιον,
‟καὶ τήν τε πρὸ αὐτοῦ πίστιν καὶ ὁμολογίαν ἀνατρέποντι,
τό τε πνεῦμα τό ἅγιον ἐξ αὐτῶν, εἰ καί τις
ἦν ἐλπὶς τοῦ παραμεῖναι ἢ καὶ ἐπανελθεῖν πρὸς
 ‘αὐτοὺς, παντελῶς φυγαδεύοντι.”

[Nic. H. E. VI, 9] Καὶ ἡ πέμπτη δὲ αὐτῷ
πρὸς τὸν Ῥωμαίων ἐπίσκοπον Ξυστὸν ἐγέγραπτο, ἐν
ἡ πολλὰ κατὰ τῶν αἱρετικῶν εἰπὼν τοιοῦτόν τι
γεγονὸς κατ’ αὐτὸν ἐκτίθεται λέγων· ‟καὶ γὰρ ὄντως,
 “ἀδελφὲ, καὶ συμβουλῆς δέομαι, καὶ γνώμην αἰτῶ
παρὰ σοῦ, τοιούτου τινός μοι προσελθόντος πρά-
‘γματος, δεδιὼς μὴ ἄρα σφάλλωμαι.

τῶν γὰρ
συναγομένων ἀδελφῶν πιστὸς νομιζόμενος ἀρχαῖος
καὶ πρὸ τῆς ἐμῆς χειροτονίας, οἶμαι δὲ καὶ πρὸ τῆς
 “τοῦ μακαρίου Ἡρακλᾶ καταστάσεως τῆς συναγωγῆς
‟μετασχὼν, τοῖς ὑπόγυιον βαπτιζομένοις παρατυχὼν,
καὶ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἀποκρίσεων ἐπακούσας,

 
‟προσῆλθέ μοι κλαίων καὶ καταθρηνῶν ἑαυτὸν καὶ
‟πίπτων πρὸ τῶν ποδῶν μου, ἐξομολογούμενος μὲν
‘καὶ ἐξομνύμενος τὸ βάπτισμα, ὃ παρὰ τοῖς αἱρετι-
῾κοῖς βεβάπτιστο, μὴ τοιοῦτον εἶναι, μηδὲ ὅλως ἔχειν
“τινὰ πρὸς τοῦτο κοινωνίαν· ἀσεβείας γὰρ ἐκεῖνο καὶ 
῾βλασφημιῶν πεπληρῶσθαι.

λέγων δὲ πάνυ τι
τὴν ψυχὴν νῦν κατανενύχθαι, καὶ μηδὲ παρρησίαν
‟ἔχειν ἐπᾶραι τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸν θεὸν, ἀπὸ
‟τῶν ἀνοσίων ἐκείνων ῥημάτων καὶ πραγμάτων ὁρ-
‟μώμενος· καὶ διὰ τοῦτο δεόμενος τῆς εἰλικρινεστάτης 
‟ταύτης καθάρσεως καὶ παραδοχῆς καὶ χάριτος τυχεῖν.
‟

ὅπερ ἐγὼ μὲν οὐκ ἐτόλμησα ποιῆσαι, φήσας
“αὐτάρκη τὴν πολυχρόνιον αὐτῷ κοινωνίαν εἰς τοῦτο
γεγονέναι. εὐχαριστίας γὰρ ἐπακούσαντα, καὶ συν-
‟ἐπιφθεγξάμενον τὸ ἀμὴν, καὶ τραπέζῃ παραστάντα, 
‟καὶ χεῖρας εἰς ὑποδοχὴν τῆς ἁγίας τροφῆς προτεί-
“ναντα, καὶ ταύτην καταδεξάμενον, καὶ τοῦ σώματος
‟καὶ τοὐ αἵματος τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
῾μετασχόντα ἱκανῷ χρόνῳ, οὐκ ἂν ἐξ ὑπαρχῆς ἀνα-
‟σκευάζειν ἔτι τολμήσαιμι· θαρσεῖν δὲ ἐκέλευον, καὶ 
“μετὰ βεβαίας πίστεως καὶ ἀγαθῆς συνειδήσεως τῇ
‟μετοχῇ τῶν ἁγίων προσιέναι.

ὁ δὲ οὔτε πενθῶν
“παύεται, πέφρικέ τε τῇ τραπέζῃ προσιέναι, καὶ
“μόλις παρακαλούμενος συνεστάναι ταῖς προσευχαῖς
‟ἀνέχεται.”

ἐπὶ ταῖς προειρημέναις φέρεταί τις 
καὶ ἄλλη τοῦ αὐτοῦ περὶ βαπτίσματος ἐπιστολὴ, ἐξ
αὐτοῦ καὶ ἧς ἡγεῖτο παροικίας Ξυστῷ καὶ τῇ κατὰ
Ρώμην ἐκκλησίᾳ προσπεφωνημένη, ἐν ἡ διὰ μακρᾶς
ἀποδείξεως τὸν περὶ τοῦ ὑποκειμένου ζητήματος παρατείνει
λόγον. καὶ ἄλλη δέ τις αὐτοῦ μετὰ ταύτας 
φέρεται πρὸς τὸν κατὰ Ῥώμην Διονύσιον, ἡ περὶ
Λουκιανοῦ. καὶ περὶ μὲν τούτων τοσαῦτα.

[Nic. II. E. VI, 10] Οἵ γε μὴν ἀμφὶ τὸν
Γάλλον οὐδ’ ὅλοις ἔτεσι δύο τὴν ἀρχὴν ἐπικατασχόντες
ἐκποδὼν μεθίστανται, Οὐαλεριανὸς δὲ ἅμα
παιδὶ διαδέχεται τὴν ἡγεμονίαν.

αὖθις δὴ
 οὖν ὁ Διονύσιος οἴα καὶ περὶ τούτου διέξεισιν, ἐκ
τῆς πρὸς Ἑρμάμμωνα ἐπιστολῆς μαθεῖν ἔστιν, ἐν ᾗ
τοῦτον ἱστορεῖ τὸν τρόπον “καὶ τῷ Ἰωάννῃ δὲ ὁμοίως
ἀποκαλύπτεται. καὶ ἐδόθη γὰρ αὐτῷ, φησὶ, στόμα
λαλοῦν μεγάλα καὶ βλασφημίαν, καὶ ἐδόθη αὐτῷ
 ἐξουσία καὶ μῆνες τεσσαράκοντα δύο.

ἀμφότερα
“δὲ ἔστιν ἐπὶ Οὐαλεριανοῦ θαυμάσαι, καὶ τούτων
‘μάλιστα τὰ πρὸ αὐτοῦ ὡς οὗτος ἔσχε συννοεῖν, ὡς
῾μὲν ἤπιος καὶ φιλόφρων ἦν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους
῾τοῦ θεοῦ. οὐδὲ γὰρ ἄλλος τις οὕτω τῶν πρὸ αὐτοῦ
 “βασιλέων εὐμενῶς καὶ δεξιῶς πρὸς αὐτοὺς διετέθη,
“οὐδ’ οἱ λεχθέντες ἀναφανδὸν Χριστιανοὶ γεγονέναι,
῾ὡς ἐκεῖνος οἰκειότατα ἐν ἀρχῇ καὶ προσφιλέστατα
“φανερὸς ἦν αὐτοὺς ἀποδεχόμενος. καὶ πᾶς τε ὁ
‘οἶκος αὐτοῦ θεοσεβῶν πεπλήρωτο καὶ ἦν ἐκκλησία
 “θεοῦ.

ἀποσκευάσασθαι δὲ παρέπεισεν αὐτὸν ὁ
“διδάσκαλος καὶ τῶν ἀπ’ Αἰγύπτου μάγων ἀρχισυν-
“άγωγος, τοὺς μὲν καθαροὺς καὶ ὁσίους ἄνδρας
“κτίννυσθαι καὶ διώκεσθαι κελεύων, ὡς ἀντιπάλους
καὶ κωλυτὰς τῶν παμμιάρων καὶ βδελυκτῶν
 ἐπαοιδῶν ὑπάρχοντας, (καὶ γὰρ εἰσὶ καὶ ἦσαν
ἱκανοὶ, παρόντες καὶ ὁρώμενοι, καὶ μόνον ἐμ-
“πνέοντες καὶ φθεγγόμενοι, διασκεδάσαι τὰς τῶν
‟ἀλιτηρίων δαιμόνων ἐπιβουλάς), τελετὰς δὲ ἀνάγνους
καὶ μαγγανείας ἐξαγίστους καὶ ἱερουργίας
 ‟ἀκαλλιερήτους ἐπιτελεῖν ὑποτιθέμενος, παῖδας ἀ-
“θλίους ἀποσφάττειν, καὶ τέκνα δυστήνων πατέρων
καταθύειν, καὶ σπλάγχνα νεογενῆ διαιρεῖν, καὶ τὰ

 
‟τοῦ θεοῦ διακόπτειν καὶ καταχορδεύειν πλάσματα,
‟ὡς ἐκ τούτων εὐδαιμονήσοντας.”

καὶ τούτοις
γε ἐπιφέρει λέγων ‘καλὰ γοῦν αὐτοῖς Μακριανὸς τῆς
‟ἐλπιζομένης βασιλείας προσήνεγκε χαριστήρια, ὃς
πρότερον μὲν ἐπὶ τῶν καθόλου λόγων λεγόμενος 
‟εἶναι βασιλέως οὐδὲν εὔλογον οὐδὲ καθολικὸν ἐφρό-
‟νησεν, ἀλλ’ ὑποπέπτωκεν ἀρᾷ προφητικῇ τῇ λεγούσῃ
‘οὐαὶ τοῖς προφητεύουσιν ἀπὸ καρδίας αὐτῶν,
καὶ τὸ καθόλου μὴ βλέπουσιν.’

οὐ γὰρ συνῆκε
τὴν καθόλου πρόνοιαν, οὐδὲ τὴν κρίσιν ὑπείδετο 
τοῦ πρὸ πάντων καὶ διὰ πάντων καὶ ἐπὶ πᾶσι. διὸ
καὶ τῆς μὲν καθολικῆς αὐτοῦ ἐκκλησίας γέγονε
πολέμιος, ἠλλοτρίωσε δὲ καὶ ἀπεξένωσεν ἑαυτὸν
τοῦ ἐλέους τοῦ θεοῦ, καὶ ὡς πορρωτάτω τῆς ἑαυτοῦ
“σωτηρίας ἐφυγάδευσεν, ἐν τούτῳ τὸ ἴδιον ἐπαλη- 
῾θεύων ὄνομα.”

καὶ πάλιν μεθ’ ἕτερά φησιν ‟ὁ
μὲν γὰρ Οὐαλεριανὸς εἰς ταῦτα ὑπὸ τούτου προαχθεὶς,
εἰς ὕβρεις καὶ ὀνειδισμοὺς ἐκδοθεὶς κατὰ
τὸ ῥηθὲν πρὸς Ἡσαΐαν· καὶ οὗτοι ἐξελέξαντο τὰς
ὁδοὺς αὐτῶν καὶ τὰ βδελύγματα αὐτῶν, ἃ ἡ ψυχὴ 
῾ἠθέλησε, καὶ ἐγὼ ἐκλέξομαι τὰ ἐμπαίγματα
‟αὐτῶν, καὶ τὰς ἁμαρτίας ἀνταποδώσω αὐτοῖς.’

οὗτος δὲ τῇ βασιλείᾳ παρὰ τὴν ἀξίαν ἐπιμανεὶς,
καὶ τὸν βασίλειον ὑποδῦναι κόσμον ἀδυνατῶν
ἀναπήρῳ τῷ σώματι, τοὺς δύο παῖδας τὰς 
πατρῴας ἀναδεξαμένους ἁμαρτίας προεστήσατο.
ἐναργὴς γὰρ ἐπὶ τούτων ἡ πρόρρησις ἣν εἶπεν ὁ
θεός ‘ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα ἕως
τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισοῦσί με.᾿

τὰς γὰρ ἰδίας πονηρὰς ἐπιθυμίας, ὧν ηὐτύχει, 
ταῖς τῶν υἱῶν κεφαλαῖς ἐπιβαλὼν, εἰς ἐκείνους
 

 
‟τὴν ἑαυτοῦ κακίαν καὶ τὸ πρὸς τὸν θεὸν μῖσος
‟ἐξωμόρξατο.” καὶ περὶ μὲν τοῦ Οὐαλεριανοῦ τοσαῦτα
ὁ Διονύσιος.

[Nic. H. E. VI, 10] Περὶ δὲ τοῦ κατ᾿ αὐτὸν
 διωγμοῦ σφοδρότατα πνεύσαντος οἷα σὺν ἑτέροις ὁ
αὐτὸς διὰ τὴν εἰς τὸν τόν ὅλων θεὸν εὐσέβειαν
ὑπέστη, δηλώσουσιν αἱ αὐτοῦ φωναὶ, ἃς πρὸς Γερμανὸν
τῶν κατ᾿ αὐτὸν ἐπισκόπων κακῶς ἀγορεύειν
αὐτὸν πειρώμενον ἀποτεινόμενος τοῦτον παρατίθεται
 τὸν τρόπον

‟εἰς ἀφροσύνην δὲ κινδυνεύω πολλὴν καὶ
‟ἀναισθησίαν ὄντως ἐμπεσεῖν, εἰς ἀνάγκην συμβιβαζό-
“μενος τοῦ διηγεῖσθαι τὴν θαυμαστὴν περὶ ἡμᾶς οἰκο-
“νομίαν τοῦ θεοῦ. ἀλλ᾿ ἐπειδὴ μυστήριον, φησὶ, βασι-
“λέως κρύψαι καλὸν, τὰ δὲ ἔργα τοῦ θεοῦ ἀνακαλύπτειν
 ἔνδοξον, ὁμόσε χωρήσω τῇ Γερμανοῦ βίᾳ.

ἧκον
‟πρὸς Αἰμιλιανὸν οὐ μόνος· ἠκολούθησαν δέ μοι
‟συμπρεσβύτερός τέ μου Μάξιμος καὶ διάκονοι
‟Φαῦστος καὶ Εὐσέβιος καὶ Χαιρήμων· καί τις τῶν
“ἀπὸ ῾Ρώμης παρόντων ἀδελφῶν ἡμῖν συνεισῆλθεν.
 ‟

Αἰμιλιανὸς δὲ οὐκ εἶπέ μοι προηγουμένως ῾μὴ
“σύναγε.᾿ περιττὸν γὰρ ἦν αὐτῷ τοῦτο καὶ τὸ
“τελευταῖον ἐπὶ τὸ πρῶτον ἀνατρέχοντι. οὐ γὰρ
“περὶ τοῦ μὴ συνάγειν ἑτέρους ὁ λόγος ἦν αὐτῷ,
“ἀλλὰ περὶ τοῦ μηδ᾿ αὐτοὺς ἡμᾶς εἶναι Χριστιανοὺς,
 “καὶ τούτου προσέταττε πεπαῦσθαι, εἰ μεταβαλοίμην
“ἔγωγε, καὶ τοὺς ἄλλους ἕψεσθαί μοι νομίζων.
“

ἀπεκρινάμην δὲ οὐκ ἀπεοικότως οὐδὲ μακράν
“῾πειθαρχεῖν δεῖ θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις.᾿ ἀλλ᾿
“ἄντικρυς διεμαρτυράμην ὅτι τὸν θεὸν τὸν ὄντα
 “μόνον καὶ οὐδένα ἕτερον σέβω, οὐδ᾿ ἂν μεταθεί-
“μην οὐδὲ παυσαίμην ποτὲ Χριστιανὸς ὤν. ἐπὶ
 

 
“τούτοις ἐκέλευσεν ἡμᾶς ἀπελθεῖν εἰς κώμην πλησίον
‟τῆς ἐρήμου καλουμένην Κεφρώ.

αὐτῶν δὲ ἐπα-
‟κούσατε τῶν ὑπ´ ἀμφοτέρων λεχθέντων ὡς ὑπεμνη-
“ματίσθη. εἰσαχθέντων Διονυσίου καὶ Φαύστου καὶ
“Μαξίμου καὶ Μαρκέλλου καὶ Χαιρήμονος Αἰμιλια- 
‟νὸς διέπων τὴν ἡγεμονίαν εἶπε· καὶ ἀγράφως ὑμῖν
“διελέχθην περὶ τῆς φιλανθρωπίας τῶν κυρίων ἡμῶν
‟ᾗ περὶ ὑμᾶς κέχρηνταί.

δεδώκασι γὰρ ἐξουσίαν
“ὑμῖν σωτηρίας, εἰ βούλοισθε ἐπὶ τὸ κατὰ φύσιν
“τρέπεσθαι, καὶ θεοὺς τοὺς σώζοντας αὐτῶν τὴν 
‟βασιλείαν προσκυνεῖν, ἐπιλαθέσθαι τε τῶν παρὰ
“φύσιν. τί οὖν φατὲ πρὸς ταῦτα; οὐδὲ γὰρ ἀχαρί-
“στους ὑμᾶς ἔσεσθαι περὶ τὴν φιλανθρωπίαν αὐτῶν
‟προσδοκῶ, ἐπειδήπερ ἐπὶ τὰ βελτίω ὑμᾶς προτρέ-
“πονται.

Διονύσιος ἀπεκρίνατο· οὐ πάντες πάντας 
“προσκυνοῦσι θεοὺς, ἀλλ᾿ ἕκαστοι τινὰς, οὓς νομί-
“ζουσιν. ἡμεῖς τοίνυν τὸν ἕνα θεὸν, τὸν δημιουργὸν
“τῶν ἁπάντων, τὸν καὶ τὴν βασιλείαν ἐγχειρίσαντα
‟τοῖς θεοφιλεστάτοις Οὐαλεριανῷ καὶ Γαλλιηνῷ
“σεβαστοῖς, τοῦτον καὶ σέβομεν καὶ προσκυνοῦμεν, 
“καὶ τούτῳ διηνεκῶς ὑπὲρ τῆς βασιλείας αὐτῶν,
“ὅπως ἀσάλευτος διαμένῃ, προσευχόμεθα.

Αἰμι-
“λιανὸς διέπων τὴν ἡγεμονίαν αὐτοῖς εἶπε· τίς γὰρ
“ὑμᾶς κωλύει καὶ τοῦτον, εἴπερ ἐστὶ θεὸς, μετὰ
“τῶν κατὰ φύσιν θεῶν προσκυνεῖν; θεοὺς γὰρ 
“σέβειν ἐκελεύσθητε, καὶ θεοὺς οὓς πάντες ἴσασι.
“Διονύσιος ἀπεκρίνατο ῾ἡμεῖς οὐδένα ἕτερον προσ-
‟κυνοῦμεν.

Αἰμιλιανὸς διέπων τὴν ἡγεμονίαν
“αὐτοῖς εἶπεν· ὁρῶ ὑμᾶς ὁμοῦ καὶ ἀχαρίστους ὄντας
“καὶ ἀναισθήτους τῆς πραότητος τῶν σεβαστῶν ἡμῶν. 
“διόπερ οὐκ ἔσεσθε ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ἀλλὰ ἀποστα-
“λήσεσθε εἰς τὰ μέρη τῆς Λιβύης, καὶ ἐν τόπῳ

 
“λεγομένῳ Κεφρώ· τοῦτον γὰρ τὸν τόπον ἐξελεξάμην
‟ἐκ τῆς κελεύσεως τῶν σεβαστῶν ἡμῶν. οὐδαμῶς
‟δὲ ἐξέσται οὔτε ὑμῖν οὔτε ἄλλοις τισὶν ἢ συνόδους
‟ποιεῖσθαι, ἢ εἰς τὰ καλούμενα κοιμητήρια εἰσιέναι.
 ‟

εἰ δέ τις φανείη ἢ μὴ γενόμενος εἰς τὸν τόπον
‟τοῦτον ὃν ἐκέλευσα, ἢ ἐν συναγωγῇ τινι εὑρεθείη,
‟ἑαυτῷ τὸν κίνδυνον ἐπαρτήσει. οὐ γὰρ ἐπιλείψει
‟ἡ δέουσα ἐπιστρέφεια. ἀπόστητε οὖν ὅπου ἐκελεύ-
’‘σθητε. καὶ νοσοῦντα δέ με κατήπειξεν, οὐδὲ μιᾶς
 “ὑπέρθεσιν δοὺς ἡμέρας. ποίαν οὖν ἔτι τοῦ συνα-
‟γαγεῖν ἢ μὴ συναγαγεῖν εἶχον σχολήν;” εἶτα μεθ`
ἕτερά φησιν

‟ἀλλ᾿ οὐδὲ τῆς αἰσθητῆς ἡμεῖς
‟μετὰ τοῦ κυρίου συναγωγῆς ἀπέστημεν, ἀλλὰ τοὺς
“μὲν ἐν τῇ πόλει σπουδαιότερον συνεκρότουν ὡς
 ‟συνὼν, ἀπὼν μὲν τῷ σώματι, ὡς εἰπεῖν, παρὼν δὲ
‟τῷ πνεύματι, ἐν δὲ τῇ Κεφροῖ καὶ πολλὴ συνεπε-
‟δήμησεν ἡμῖν ἐκκλησία, τῶν μὲν ἀπὸ τῆς πόλεως
“ἀδελφῶν ἑπομένων, τῶν δὲ συνόντων ἀπ᾿ Αἰγύπτου.
“

κἀκεῖ θύραν ἡμῖν ὁ θεὸς ἀνέῳξε τοῦ λόγου. καὶ
 “τὸ μὲν πρῶτον ἐδιώχθημεν, ἐλιθοβολήθημεν, ὕστε-
“ρον δέ τινες οὐκ ὀλίγοι τῶν ἐθνῶν τὰ εἴδωλα κατα-
“λιπόντες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν θεόν. οὐ πρότερον
“γὰρ παραδεξαμένοις αὐτοῖς τότε πρῶτον δι᾿ ἡμῶν
‟ὁ λόγος ἐπεσπάρη.

καὶ ὥσπερ τούτου ἕνεκεν
 ‟ἀπαγαγὼν ἡμᾶς πρὸς αὐτοὺς ὁ θεὸς, ἐπεὶ τὴν
‟διακονίαν ταύτην ἐπληρώσαμεν, πάλιν ἀπαγήοχεν.
‟ὁ γὰρ Αἰμιλιανὸς εἰς τραχυτέρους μὲν, ὡς ἐδόκει,
“καὶ λιβυκωτέρους ἡμᾶς μεταστῆσαι τόπους ἐβου-
‟λήθη, καὶ τοὺς πανταχόσε εἰς τὸν Μαρεώτην ἐκέ-
 ‟γευσε συρρεῖν, κώμας ἑκάστοις τῶν κατὰ χώραν
“ἀφορίσας, ἡμᾶς δὲ μᾶλλον ἐν ὁδῷ καὶ πρώτους
‟καταληφθησομένους ἔταξεν. ᾠκονόμει γὰρ δηλονότι

 
‟καὶ παρεσκεύαζεν, ἵνα ὁπόταν βουληθείη συλλαβεῖν,
‟πάντας εὐαλώτους ἔχοι.

ἐγὼ δὲ ὅτε μὲν εἰς
“Κεφρὼν κεκελεύσμην ἀπελθεῖν, καὶ τὸν τόπον
‟ἠγνόουν ὅποι ποτὲ οὗτός ἐστιν, οὐδὲ τὸ ὄνομα σχε-
“δὸν πρότερον ἀκηκοώς· καὶ ὅμως εὐθύμως καὶ 
“ἀταράχως ἀπῄειν. ἐπεὶ δὲ μετασκηνώσειν εἰς τὰ
“Κολλουθίωνος ἀπηγγέλη μοι, ἴσασιν οἱ παρόντες
“ὅπως διετέθην· ἐνταῦθα γὰρ ἐμαυτοῦ κατηγορήσω.
‟

τὸ μὲν πρῶτον ἠχθέσθην καὶ λίαν ἐχαλέπηνα·
‟καὶ γὰρ εἰ γνωριμώτεροι καὶ συνηθέστεροι ἐτύγχα- 
“νον ἡμῖν οἱ τόποι, ἀλλ᾿ ἔρημον μὲν ἀδελφῶν καὶ
‟σπουδαίων ἀνθρώπων ἔφασκον εἶναι τὸ χωρίον,
‟ταῖς δὲ τῶν ὁδοιπορούντων ἐνοχλήσεσι καὶ λῃστῶν
“καταδρομαῖς ἐγκείμενον.

ἔτυχον δὲ παραμυθίας,
“ὑπομνησάντων με τῶν ἀδελφῶν, ὅτι γειτνιᾷ μᾶλλον 
‟τῇ πόλει, καὶ ἡ μὲν Κεφρὼν πολλὴν ἡμῖν ἦγεν
“ἀδελφῶν τῶν ἀπ᾿ Αἰγύπτου τὴν ἐπιμιξίαν, ὡς
“πλατύτερον ἐκκλησιάζειν δύνασθαι, ἐκεῖ δὲ πλησιαί-
“τερον οὔσης τῆς πόλεως συνεχέστερον τῆς τῶν
“ὄντως ἀγαπητῶν καὶ οἰκειοτάτων καὶ φιλτάτων 
“ὄψεως ἀπολαύσομεν. ἀφίξονται γὰρ καὶ ἀναπαύ-
“σονται, καὶ ὡς ἐν προαστείοις πορρωτέρω κειμένοις
‟κατὰ μέρος ἔσονται συναγωγαί. καὶ οὕτως ἐγένετο.”

καὶ μεθ᾿ ἕτερα περὶ τῶν συμβεβηκότων αὐτῷ
αὖθις ταῦτα γράφει ‟πολλαῖς γε ταῖς ὁμολογίαις 
“Γερμανὸς σεμνύνεται. πολλά γε εἰπεῖν ἔχει καθ᾿
“ἑαυτοῦ γενόμενα. ὅσας ἀριθμῆσαι δύναται περὶ
“ἡμῶν ἀποφάσεις, δημεύσεις, προγραφὰς, ὑπαρχόν-
“των ἁρπαγὰς, ἀξιωμάτων ἀποθέσεις, δόξης κοσμι-
“κῆς ὀλιγωρίας, ἐπαίνων ἡγεμονικῶν καὶ βουλευτι- 
“κῶν καταφρονήσεις, καὶ τῶν ἐναντίων ἀπειλῶν καὶ
“καταβοήσεων καὶ κινδύνων καὶ διωγμῶν καὶ πλάνης

 
καὶ στενοχωρίας καὶ ποικίλης θλίψεως ὑπομονὴν,
‟οἷα τὰ ἐπὶ Δεκίου καὶ Σαβίνου συμβάντα μοι, οἷα
‟μέχρι νῦν Αἰμιλιανοῦ.

ποῦ δὲ Γερμανὸς
‟νη; τίς δὲ περὶ αὐτοῦ λόγος; ἀλλὰ τῆς πολλῆς
 “ἀφροσύνης, εἰς ἣν ἐμπίπτω διὰ Γερμανόν, ὑφίεμαι,
διὸ καὶ τὴν καθ’ ἕκαστον τῶν γενομένων διήγησιν
παρίημι τοῖς εἰδόσιν ἀδελφοῖς λέγειν.”

ὁ δ’
αὐτὸς καὶ ἐν τῇ πρὸς Δομέτιον καὶ Δίδυμον ἐπιστολῇ
τῶν ἀμφὶ τὸν διωγμὸν αὖθις μνημονεύει ἐν
 τούτοις ‟τοὺς δὲ ἡμετέρους πολλούς τε ὄντας καὶ
ἀγνῶτας ὑμῖν περισσὸν ὀνομαστὶ καταλέγειν· πλὴν
‟ἴστε ὅτι ἄνδρες καὶ γυναῖκες, καὶ νέοι καὶ γέροντες,
καὶ κόραι καὶ πρεσβύτιδες, καὶ στρατιῶται καὶ
‟ἰδιῶται, καὶ πᾶν γένος καὶ πᾶσα ἡλικία, οἶ μὲν διὰ
 “μαστίγων καὶ πυρὸς, οἱ δὲ διὰ σιδήρου τὸν ἀγῶνα
“νικήσαντες τοὺς στεφάνους ἀπειλήφασι·

τοῖς δὲ
οὐ πάμπολυς αὐτάρκης ἀπέβη χρόνος εἰς τὸ φανῆναι
δεκτοὺς τῷ κυρίῳ, ὥσπερ οὖν ἔοικε μηδὲ
῾ἐμοὶ ὁ μέχρι νῦν. διόπερ εἰς ὃν οἶδεν αὐτὸς ἐπι-
 ‟τήδειον καιρὸν ὑπερέθετό με ὁ λέγων ῾καιρῷ δεκτῷ
‟ἐπήκουσά σου, καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά
σοι.᾿

τὰ γὰρ καθ’ ἡμᾶς ἐπειδὴ πυνθάνεσθε καὶ
βούλεσθε δηλωθῆναι ὑμῖν ὅπως διάγομεν, ἠκούσατε
‟μὲν πάντως ὅπως ἡμᾶς δεσμώτας ἀπαγομένους ὑπὸ
 “ἑκατοντάρχου καὶ στρατηγῶν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς
στρατιωτῶν καὶ ὑπηρετῶν, ἐμέ τε καὶ Γάϊον καὶ
‟Φαῦστον καὶ Πέτρον καὶ Παῦλον, ἐπελθόντες τινὲς
‟τῶν Μαρεωτῶν ἄκοντας καὶ μηδὲ ἑπομένους, βίᾳ
‟τε σύροντες ἀφήρπασαν.

ἐγὼ δὲ νῦν καὶ Γάϊος
 ‟καὶ Πέτρος, μόνοι τῶν ἄλλων ἀδελφῶν ἀπορφανι-
‟σθέντες, ἐν ἐρήμῳ καὶ αὐχμηρῷ τῆς Λιβύης τόπῳ
 

 
κατακεκλείσμεθα, τριῶν ἡμερῶν ὁδὸν τοῦ Παραι-
“τονίου διεστηκότες.’’

καὶ ὑποκαταβάς φησιν
‘ἐν δὲ τῇ πόλει καταδεδύκασιν ἀφανῶς ἐπισκεπτό-
‟μένοι τοὺς ἀδελφούς — πρεσβύτεροι μὲν Μάξιμος,
῾Διοσκόρος, Δημήτριος, Λούκιος· οἱ γὰρ ἐν τῷ κόσμῳ 
‟προφανέστεροι Φαυστῖνος καὶ Ἀκύλας ἐν Αἰγύπτῳ
πλανῶνται· διάκονοι δὲ οἶ μετὰ τοὺς ἐν τῇ νόσῳ
τελευτήσαντας ὑπολειφθέντες Φαῦστος, Εὐσεβίος,
῾Χαιρήμων· Εὐσέβιος, ὃν ἐξ ἀρχῆς ὁ θεὸς
καὶ παρεσκεύασε, τὰς ὑπηρεσίας τῶν ἐν ταῖς 
φυλακαῖς γενομένων ὁμολογητῶν ἐναγωνίως ἀπο-
‟πληροῦν, καὶ τὰς τῶν σωμάτων περιστολὰς τῶν
‟τελείων καὶ μακαρίων μαρτύρων οὐκ ἀκινδύνως
ἐκτελεῖν.

καὶ γὰρ μέχρι νῦν οὐκ ἀνίησιν ὁ
‟ἡγούμενος, τοὺς μὲν ἀναιρῶν, ὡς προεῖπον, ὠμῶς 
‟τῶν προσαγομένων, τοὺς δὲ βασάνοις καταξαίνων,
‟τοὺς δὲ φυλακαῖς καὶ δεσμοῖς ἐκτήκων, προστάσσων
‟τε μηδένα τούτοις προσιέναι, καὶ ἀνερευνῶν μή τις
‟φανείη. καὶ ὅμως ὁ θεὸς τῇ προθυμίᾳ καὶ λιπαρείᾳ
τῶν ἀδελφῶν διαναπαύει τοὺς πεπιεσμένους.” καὶ 
τοσαῦτα μὲν ὁ Διονύσιος.

ἰστέον δὲ ὡς ὁ μὲν Εὐσέβιος,
ὃν διάκονον προσεῖπεν 5 σμικρὸν ὕστερον
ἐπίσκοπος ἐκκλησίας τῆς κατὰ Συρίαν Λαοδικείας
καθίσταται, ὁ δὲ Μάξιμος, ὃν τότε πρεσβύτερον
εἴρηκε, μετὰ τὸν Διονύσιον τὴν λειτουργίαν τῶν 
κατ’ Ἀλεξάνδρειαν ἀδελφῶν διαδέχεται, Φαῦστος
δὲ ὁ σὺν αὐτῷ τηνικάδε διαπρέψας ἐν τῇ ὁμολογίᾳ,
μέχρι τοῦ καθ’ ἡμᾶς διωγμοῦ φυλαχθεὶς, γηραιὸς
κομιδῆ καὶ πλήρης ἡμερῶν καθ’ ἡμᾶς αὐτοὺς μαρτυρίῳ
τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθεὶς τελειοῦται. ἀλλὰ τὰ 
μὲν κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ τῷ Διονυσίῳ συμβάντα τοιαῦτα.

[Nic. H. E. VI, 11] Κατὰ δὲ τὸν δηλούμενον

 
Οὐαλεριανοῦ διωγμὸν τρεῖς ἐν Καισαρείᾳ τῆς Παλαιστίνης
τῇ κατὰ Χριστὸν διαλάμψαντες ὁμολογίᾳ
θείῳ κατεκοσμήθησαν μαρτυρίῳ, θηρίων γενόμενοι
βορά. τούτων ὁ μὲν Πρίσκος ἐκαλεῖτο, ὁ δὲ Μάλχος,
 τῷ δὲ τρίτῳ Ἀλέξανδρος ὄνομα ἦν. τούτους φασὶ
κατ’ ἀγρὸν οἰκοῦντας πρότερον μὲν ἑαυτοὺς ὡς
ἀμελεῖς καὶ ῥᾳθύμους κακίσαι, ὅτι δὴ βραβείων, τοῦ
καιροῦ τοῖς πόθου γλιχομένοις οὐρανίου διανέμοντος,
ὀλιγωροῖεν αὐτοὶ μὴ οὐχὶ προαρπάζοντες τὸν τοῦ
 μαρτυρίου στέφανον· ταῦτα δὲ βουλευσαμένους ὁρμῆσαι
ἐπὶ τὴν Καισάρειαν, ὁμόσ’ ἑ τε χωρῆσαι ἐπὶ
τὸν δικαστὴν, καὶ τυχεῖν τοῦ προδεδηλωμένου τέλους.
ἔτι πρὸς τούτοις γύναιόν τι κατὰ τὸν αὐτὸν διωγμὸν
ἐν τῇ αὐτῇ πόλει τὸν ὅμοιον ἱστοροῦσιν ἀγῶνα
 διηθληκέναι. τῆς δὲ Μαρκίωνος αὐτὴν αἱρέσεως
γενέσθαι κατέχει λόγος.

[Nic. H. E. VI, 12] Ἀλλ’ οὐκ εἰς μακρὸν
δουλείαν τὴν παρὰ βαρβάροις ὑπομείναντος Οὐαλεριανοῦ,
μοναρχήσας ὁ παῖς σωφρονέστερον περὶ τὴν
 ἀρχὴν διατίθεται, ἀνίησί τε αὐτίκα διὰ προγραμμάτων
τὸν καθ’ ἡμῶν διωγμὸν, ἐπ’ ἐλευθερίας τοῖς
τοῦ λόγου προεστῶσι τὰ ἐξ ἔθους ἐπιτελεῖν δι’ ἀντιγραφῆς
προστάξας, ἥτις τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον
Αὐτοκράτωρ Καῖσαρ Πούπλιος Λικίννιος Γαλλιηνὸς,
 “εὐσεβὴς, εὐτυχὴς, σεβαστὸς, Διονυσίῳ καὶ Πίννᾳ καὶ
‟Δημητρίῳ καὶ τοῖς λοιποῖς ἐπισκόποις. τὴν εὐεργεσίαν
῾τῆς ἐμῆς δωρεᾶς διὰ παντὸς τοῦ κόσμου ἐκβιβασθῆναι
προσέταξα, ὅπως ἀπὸ τόπων τῶν θρησκευ-
“σίμων ἀποχωρήσωσι. καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑμεῖς τῆς
 ‟ἀντιγραφῆς τῆς ἐμῆς τῷ τύπῳ χρῆσθαι δύνασθε,
ὥστε μηδένα ὑμῖν ἐνοχλεῖν. καὶ τοῦτο ὅπερ κατὰ
τὸ ἐξὸν δύναται ὑφ’ ὑμῶν ἀναπληροῦσθαι ἤδη

 
‟πρὸ πολλοῦ ὑπ’ ἐμοῦ συγκεχώρηται. καὶ διὰ τοῦτο
῾Αὐρήλιος Κυρήνιος, ὁ τοῦ μεγίστου πράγματος
προστατεύων, τὸν τύπον τοῦτον τὸν ὑπ’ ἐμοῦ
‘δοθέντα διαφυλάξει ταῦτα ἐπὶ τὸ σαφέστερον ἐκ
τῆς Ῥωμαίων ἑρμηνευθέντα γλώττης ἐγκείσθω. καὶ 
ἄλλη δὲ τοῦ αὐτοῦ διάταξις φέρεται, ἣν πρὸς ἑτέρους
ἐπισκόπους πεποίηται, τὰ τῶν καλουμένων κοιμητηρίων
ἀπολαμβάνειν ἐπιτρέπων χωρία.

[Nic. H. E. VI, 34] Ἐν τούτῳ δὲ τῆς μὲν
Ρωμαίων ἐκκλησίας εἰσέτι τότε καθηγεῖτο Ξυστὸς, 
τῆς δὲ ἐπ’ Ἀντιοχείας μετὰ Φάβιον Δημητριανὸς,
Φιρμιλλιανὸς δὲ Καισαρείας τῆς Καππαδοκῶν, καὶ
ἐπὶ τούτοις τῶν κατὰ Πόντον ἐκκλησιῶν Γρηγόριος
καὶ ὁ τούτου ἀδελφὸς Ἀθηνόδωρος, Ὠριγένους γνώριμοι.
τῆς δ’ ἐπὶ Παλαιστίνης Καισαρείας Θεοκτίστου 
μεταλλάξαντος διαδέχεται τὴν ἐπισκοπὴν Δόμνος,
βραχεῖ δὲ χρόνῳ τούτου διαγενομένου Θεότεκνος,
ὁ καθ’ ἡμὰς, διάδοχος καθίσταται. τῆς δ’
Ὠριγένους διατριβῆς καὶ οὗτος ἦν. ἀλλὰ καὶ ἐν
Ἱεροσολύμοις ἀναπαυσαμένου Μαζαβάνου τὸν θρόνον 
Ὑμέναιος, ὁ καὶ αὐτὸς ἐπὶ πλείστοις τοῖς καθ’ ἡμὰς
διαπρέψας ἔτεσι, διεδέξατο.

[Nic. H. E. VI, 13] Κατὰ τούτους εἰρήνης
ἁπανταχοῦ τῶν ἐκκλησιῶν οὔσης, ἐν Καισαρείᾳ τῆς
Παλαιστίνης Μαρῖνος τῶν ἐν στρατείαις ἀξιώμασι 
τετιμημένων, γένει τε καὶ πλούτῳ περιφανὴς ἀνὴρ,
διὰ τὴν Χριστοῦ μαρτυρίαν τὴν κεφαλὴν ἀποτέμνεται,
τοιᾶσδε ἕνεκεν αἰτίας.

τιμή τίς ἐστι παρὰ
Ρωμαίοις τὸ κλῆμα, οὗ τοὺς τυχόντας φασὶν
γίνεσθαι. τόπου σχολάζοντος, ἐπὶ τοῦτο 
προκοπῆς τὸν Μαρῖνον ἡ τοῦ βαθμοῦ τάξις ἐκάλει.
ἤδη τε μέλλοντα τῆς τιμῆς ἔχεσθαι, παρελθὼν ἄλλος

 
πρὸ τοῦ βήματος, μὴ ἐξεῖναι μὲν ἐκείνῳ τῆς ῾Ρωμαίων
μετέχειν ἀξίας κατὰ τοὺς παλαιοὺς νόμους, Χριστιανῷ
γε ὄντι καὶ τοῖς βασιλεῦσι μὴ θύοντι, κατηγόρει·
αὐτῷ δὲ ἐπιβάλλειν τὸν κλῆρον.

ἐφ᾿ ᾧ
 κινηθέντα τὸν δικαστὴν (Ἀχαιὸς οὗτος ἦν) πρῶτον
μὲν ἐρέσθαι ποίας ὁ Μαρῖνος εἴη γνώμης. ὡς δ᾿
ὁμολογοῦντα Χριστιανὸν ἐπιμόνως ἑώρα, τριῶν ὡρῶν
ἐπιδοῦναι αὐτῷ εἰς ἐπίσκεψιν διάστημα.

ἐκτὸς
δῆτα γενόμενον αὐτὸν τοῦ δικαστηρίου Θεότεκνος ὁ
 τῇδε ἐπίσκοπος ἀφέλκει προσελθὼν δι᾿ ὁμιλίας, καὶ
τῆς χειρὸς λαβὼν ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν προάγει, εἴσω
τε πρὸς αὐτῷ στήσας τῷ ἁγιάσματι, μικρόν τι παραναστείλας
αὐτοῦ τῆς χλαμύδος καὶ τὸ προσηρτημένον
αὐτῷ ξίφος ἐπιδείξας, ἅμα τε ἀντιπαρατίθησι προσαγαγὼν
 αὐτῷ τὴν τῶν θείων εὐαγγελίων γραφὴν,
κελεύσας τῶν δυεῖν ἑλέσθαι τὸ κατὰ γνώμην. ὡς δ᾿
ἀμελλητὶ τὴν δεξιὰν προτείνας ἐδέξατο τὴν θείαν
γραφὴν, “ἔχου τοίνυν, ἔχου,” φησὶ πρὸς αὐτὸν ὁ
Θεότεκνος, “τοῦ θεοῦ, καὶ τύχοις ὧν εἵλου, πρὸς
 αὐτοῦ δυναμούμενος, καὶ βάδιζε μετ᾿ εἰρήνης.”

εὐθὺς ἐκεῖθεν ἐπανελθόντα αὐτὸν κῆρυξ ἐβόα
καλῶν πρὸ τοῦ δικαστηρίου· καὶ γὰρ ἤδη τὰ τῆς
προθεσμίας τοῦ χρόνου πεπλήρωτο. καὶ δὴ παραστὰς
τῷ δικαστηρίῳ, καὶ μείζονα τῆς πίστεως τὴν προθυμίαν
 ἐπιδείξας, εὐθὺς, ὡς εἶχεν, ἀπαχθεὶς τὴν
ἐπὶ θανάτῳ τελειοῦται.

[Nic· H. E. VI, 14] Ἔνθα καὶ Ἀστύριος ἐπὶ
τῇ θεοφιλεῖ παρρησίᾳ μνημονεύεται, ἀνὴρ τῶν ἐπὶ
῾Ρώμης συγκλητικῶν γενόμενος, βασιλεῦσί τε προσφιλὴς,
 καὶ πᾶσι γνώριμος εὐγενείας τε ἕνεκα καὶ
περιουσίας· ὃς παρὼν τηνικάδε τελειουμένῳ τῷ
μάρτυρι, τὸν ὦμον ὑποθεὶς, ἐπὶ λαμπρᾶς καὶ πολυ-

 
τελοῦς ἐσθῆτος ἄρας τὸ σκήνωμα ἐπιφέρεται, περιστείλας
τε εὑ μάλα πλουσίως τῇ προσηκούσῃ ταφῇ
παραδίδωσι. τούτου μυρία μὲν καὶ ἄλλα μνημονεύουσιν
οἱ τἀνδρὸς καὶ εἰς ἡμᾶς διαμείναντες
γνώριμοι,

ἀτὰρ καὶ παραδόξου τοιούτου. ἐπὶ τῆς
Φιλίππου Καισαρείας, ἣν Πανεάδα Φοίνικες προσαγορεύουσι,
φασὶ παρὰ ταῖς αὐτόθι δεικνυμέναις
ἐν ταῖς ὑπωρείαις τοῦ καλουμένου Πανίου ὅρους
πηγαῖς, ἐξ ὧν καὶ τὸν Ἰορδάνην προχεῖσθαι, κατά 
τινα ἑορτῆς ἡμέραν σφάγιόν τι καταβάλλεσθαι, καὶ
τοῦτο τῇ τοῦ δαίμονος δυνάμει ἀφανὲς γίνεσθαι
παραδόξως, θαῦμά τε εἶναι περιβόητον τοῖς παροῦσι
τὸ γινόμενον. παρόντα δ’ οὖν ποτὲ τοῖς πραττομένοις
τὸν Ἀστύριον, καὶ τὸ πρᾶγμα καταπεπληγμένους 
ἰδόντα τοὺς πολλοὺς, οἰκτεῖραι τῆς πλάνης,
κἄπειτα ἀνανεύσαντα εἰς οὐρανὸν ἱκετεῦσαι διὰ
Χριστοῦ τὸν ἐπὶ πάντων θεὸν, τὸ λαοπλάνον δαιμόνιον
ἐλέγξαι καὶ παῦσαι τῆς τῶν ἀνθρώπων ἀπάτης. ταῦτα
δέ φασιν εὐξαμένου ἀθρόως τὸ ἱερεῖον ἐπιπολάσαι ταῖς 
πηγαῖς, οὕτω τε αὐτοῖς τὸ παράδοξον οἴχεσθαι,
μηδενὸς μηκέτι θαύματος περὶ τὸν τόπον γενομένου.

[Nic. H. E. VI, 15] Ἀλλ’ ἐπειδὴ τῆσδε τῆς
πόλεως εἰς μνήμην ἐλήλυθα, οὐκ ἄξιον ἡγοῦμαι
παρελθεῖν διήγησιν καὶ τοῖς μεθ’ ἡμᾶς μνημονεύεσθαι 
ἀξίαν. τὴν γὰρ αἱμορροοῦσαν, ἣν ἐκ τῶν ἱερῶν
εὐαγγελίων πρὸς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν τοῦ πάθους
ἀπαλλαγὴν εὑρέσθαι μεμαθήκαμεν, ἐνθένδε ἔλεγον
ὁρμᾶσθαι, τόν τε οἶκον αὐτῆς ἐπὶ τῆς πόλεως δείκνυσθαι,
καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ σωτῆρος εἰς αὐτὴν εὐεργεσίας 
θαυμαστὰ τρόπαια παραμένειν.

ἑστάναι
γὰρ ἐφ’ ὑψηλοῦ λίθου πρὸς μὲν ταῖς πύλαις τοῦ

 
αὐτῆς οἴκου γυναικὸς ἐκτύπωμα χάλκεον ἐπὶ γόνυ
κεκλιμένον καὶ τεταμέναις ἐπὶ τὸ πρόσθεν ταῖς
χερσὶν, ἱκετευούσῃ ἐοικὸς, τούτου δὲ ἄντικρυς ἄλλο
τῆς αὐτῆς ὕλης ἀνδρὸς ὄρθιον σχῆμα, διπλοΐδα
 κοσμίως περιβεβλημένον, καὶ τὴν χεῖρα τῇ γυναικὶ
προτεῖνον, οὗ παρὰ τοῖς ποσὶν ἐπὶ τῆς στήλης αὐτῆς
ξένον τι βοτάνης εἶδος φύειν, ὃ μέχρι τοῦ κρασπέδου
τῆς τοῦ χαλκοῦ διπλοΐδος ἀνιὸν, ἀλεξιφάρμακόν τι
παντοίων νοσημάτων τυγχάνειν.

τοῦτον τὸν ἀνδριάντα
 τοῦ Ἰησοῦ εἰκόνα φέρειν ἔλεγον. ἔμεινε δὲ
καὶ εἰς ἡμᾶς, ὡς καὶ ὄψει παραλαβεῖν ἐπιδημήσαντας
αὐτοὺς τῇ πόλει.

καὶ θαυμαστὸν οὐδὲν τοὺς
πάλαι ἐξ ἐθνῶν εὐεργετηθέντας πρὸς τοῦ σωτῆρος
ἡμῶν ταῦτα πεποιηκέναι, ὅτε καὶ τῶν ἀποστόλων
 αὐτοῦ τὰς εἰκόνας, Παύλου καὶ Πέτρου καὶ αὐτοῦ
δὴ τοὐ Χριστοῦ, διὰ χρωμάτων ἐν γραφαῖς σωζομένας
ἱστορήσαμεν, ὡς εἰκὸς τῶν παλαιῶν ἀπαραφυλάκτως
οἷα σωτῆρας ἐθνικῇ συνηθείᾳ παρ᾿ ἑαυτοῖς τοῦτον
τιμὰν εἰωθότων τὸν τρόπον.

[Nic. H. E. VI, 16] Τὸν γὰρ Ἰακώβου θρόνον,
τοῦ πρώτου τῆς Ἱεροσολύμων ἐκκλησίας τὴν
ἐπισκοπὴν πρὸς αὐτοῦ τοῦ σωτῆρος καὶ τῶν ἀποστόλων
ὑποδεξαμένου, ὃν καὶ ἀδελφὸν τοῦ Χριστοῦ
χρηματίσαι οἱ θεῖοι λόγοι περιέχουσιν, εἰς δεῦρο
 πεφυλαγμένον οἱ τῇδε κατὰ διαδοχὴν περιέποντες
ἀδελφοὶ σαφῶς τοῖς πᾶσιν ἐπιδείκνυνται οἷον περὶ
τοὺς ἁγίους ἄνδρας τοῦ θεοφιλοῦς ἕνεκεν οἵ τε
πάλαι καὶ οἱ εἰς ἡμᾶς ἔσωζόν τε καὶ ἀποσώζουσι
σέβας. καὶ ταῦτα μὲν ταύτῃ.

[Nic. H. E. VI, 4] Ὅ γε μὴν Διονύσιος
πρὸς ταῖς δηλωθείσαις ἐπιστολαῖς αὐτοῦ ἔτι καὶ τὰς
φερομένας ἑορταστικὰς τὸ τηνικαῦτα συντάττει,

 
πανηγυρικωτέρους ἐν αὐταῖς περὶ τῆς τοῦ πάσχα
ἑορτῆς ἀνακινῶν λόγους. τούτων τὴν μὲν Φλαουΐῳ
προσφωνεῖ, τὴν δὲ Δομετίῳ καὶ Διδύμῳ, ἐν ἡ καὶ
κανόνα ἐκτίθεται ὀκταετηρίδος, ὅτι μὴ ἄλλοτε ἢ
μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν προσήκοι τὴν τοῦ πάσχα 
ἑορτὴν ἐπιτελεῖν παριστάμενος. πρὸς ταύταις καὶ
ἄλλην τοῖς κατ’ Ἀλεξάνδρειαν συμπρεσβυτέροις ἐπιστολὴν
διαχαράττει, ἑτέροις τε ὁμοῦ διαφόρως, καὶ
ταύτας ἔτι τοῦ διωγμοῦ συνεστῶτος.

[Nic. H. E. VI, 19] Ἐπιλαβούσης δὲ ὅσον 
οὔπω τῆς εἰρήνης ἐπάνεισι μὲν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν,
πάλιν δ’ ἐνταῦθα στάσεως καὶ πολέμου
συστάντος, ὡς οὐχ οἷόν τε ἦν αὐτῷ τοὺς κατὰ τὴν
πόλιν ἅπαντας ἀδελφοὺς εἰς ἑκάτερον τῆς στάσεως
μέρος διῃρημένους ἐπισκοπεῖν, αὖθις ἐν τῇ τοῦ 
πάσχα ἑορτῇ ὥσπερ τις ὑπερόριος ἐξ αὐτῆς τῆς
Ἀλεξανδρείας διὰ γραμμάτων αὐτοῖς ὡμίλει.

καὶ
Ἱέρακι δὲ μετὰ ταῦτα τῶν κατ’ Αἴγυπτον ἐπισκόπῳ
ἑτέραν ἑορταστικὴν ἐπιστολὴν γράφων, τῆς κατ’
αὐτὸν τῶν Ἀλεξανδρέων στάσεως μνημονεύει διὰ 
τούτων ‘ἐμοὶ δὲ τί θαυμαστὸν εἰ πρὸς τοὺς πορρω-
“τέρω παροικοῦντας χαλεπὸν τὸ κἂν δι’ ἐπιστολῶν
“ὁμιλεῖν, ὅτε καὶ τὸ πρὸς ἐμαυτὸν αὐτῷ μοι διαλέγε-
“σθαι καὶ τῇ ἰδίᾳ ψυχῇ συμβουλεύεσθαι καθέστηκεν
ἄπορον;

πρὸς γοῦν τὰ ἐμαυτοῦ σπλάγχνα, τοὺς 
“ὁμοσκήνους καὶ συμψύχους ἀδελφοὺς καὶ τῆς αὐτῆς
‘πολίτας ἐκκλησίας ἐπιστολιμαίων δέομαι γραμμάτων,
καὶ ταῦθ’ ὅπως διαπεμψαίμην, ἀμήχανον
“φαίνεται. ῥᾷον γὰρ ἄν τις οὐχ ὅπως εἰς τὴν ὑπερ-
“όριον, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ἀνατολῶν ἐπὶ δυσμὰς περαιωθείη, 
ἢ τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἀπ’ αὐτῆς Ἀλεξανδρείας
ἐπέλθοι.

τῆς γὰρ ἐρήμου τῆς πολλῆς

 
“ἀτριβοῦς ἐκείνης, ἣν ἐν δυσὶ γενεαῖς διώδευσεν ὁ
“Ἰσραὴλ, ἄπειρος μᾶλλον καὶ ἄβατός ἐστιν ἡ μεσαι-
“τάτη τῆς πόλεως ὁδός· καὶ τῆς θαλάσσης, ἣν ἐκεῖνοι
“ῥαγεῖσαν καὶ διατειχισθεῖσαν ἔσχον ἱππήλατον, καὶ
 “ὧυ ἐν τῇ λεωφόρῳ κατεποντίσθησαν Αἰγύπτιοι, οἱ
“γαληνοὶ καὶ ἀκύμαντοι λιμένες γεγόνασιν εἰκὼν,
“πολλάκις φανέντες ἀπὸ τῶν ἐν αὐτοῖς φόνων οἷον
“ἐρυθρὰ θάλασσα.

ὁ δ᾿ ἐπιρρέων ποταμὸς τὴμ
“πόλιν ποτὲ μὲν ἐρήμου τῆς ἀνύδρου ξηρότερος
 “ὤφθη, καὶ μᾶλλον αὐχμώδης ἐκείνης, ἣν διαπο-
“ρευόμενος ὁ Ἰσραὴλ οὕτως ἐδίψησεν, ὡς Μωυσοῦ
“μὲν καταβοᾶν, ῥυῆναι δ᾿ αὐτοῖς παρὰ τοῦ θαυμάσια
“ποιοῦντος μόνου ἐκ πέτρας ἀκροτόμου ποτόν·

ποτὲ
“δὲ τοσοῦτον ἐπλήμμυρεν ὡς πᾶσαν τὴν περίχωρον
 “τάς τε ὁδοὺς καὶ τοὺς ἀγροὺς ἐπικλύσαντα, τῆς ἐπὶ
“Νῶς γενομένης τοῦ ὕδατος φορᾶς ἐπαγαγεῖν ἀπει-
“λήν· ἀεὶ δὲ αἵματι καὶ φόνοις καὶ καταποντισμοῖς
“κάτεισι μεμιασμένος, οἷος ὑπὸ Μωυσεῖ γέγονε τῷ
“Φαραὼ, μεταβαλὼν εἰς αἷμα καὶ ἐποζέσας.

καὶ
 “ποῖον γένοιτ᾿ ἂν τοῦ πάντα καθαίροντος ὕδατος ὕδωρ
“καθάρσιον ἄλλο; πῶς ἂν ὁ πολὺς καὶ ἀπέραντος
“ἀνθρώποις ὠκεανὸς ἐπιχυθεὶς τὴν πικρὰν ταύτην
“ἀποσμήξαι θάλασσαν; ἢ πῶς ἂν ὁ μέγας ποταμὸς
“ὁ ἐκπορευόμενος ἐξ Ἐδὲμ, τὰς τέσσαρας ἀρχὰς εἰς
 “ἃς ἀφορίζεται μετοχετεύσας εἰς μίαν τοῦ Γηὼν,
“ἀποπλύναι τὸ λύθρον;

ἢ πότε ὁ τεθολωμένος
“ὑπὸ τῶν πονηρῶν πανταχόθεν ἀναθυμιάσεων ἀὴρ
“εἰλικρινὴς γένοιτο; τοιοῦτοι γὰρ ἀπὸ τῆς γῆς ἀτμοὶ,
“καὶ ἀπὸ θαλάσσης ἄνεμοι, ποταμῶν τε αὖραι καὶ
 “λιμένων ἀνιμήσεις ἀποπνέουσιν, ὡς σηπομένων ἐν
“πᾶσι τοῖς ὑποκειμένοις στοιχείοις νεκρῶν ἰχῶρας
“εἶναι τὰς δρόσους.

εἶτα θαυμάζουσι καὶ διαπο-

 
“ροῦσι πόθεν οἱ συνεχεῖς λοιμοὶ, πόθεν αἱ χαλεπαὶ
νόσοι, πόθεν αἶ παντοδαπαὶ φθοραὶ, πόθεν ὁ ποικίλος
καὶ πολὺς τῶν ἀνθρώπων ὄλεθρος, διὰ τί
“μηκέτι τοσοῦτο πλῆθος οἰκητόρων ἡ μεγίστη πόλις
“ἐν αὐτῇ φέρει, ἀπὸ νηπίων ἀρξαμένη παίδων μέχρι 
“τῶν εἰς ἄκρον γεγηρακότων, ὅσους ὠμογέροντας οὓς
“ἐκάλει πρότερον ὄντας ἔτρεφεν, ἀλλ’ οἱ τεσσαρα-
῾κοντοῦται καὶ μέχρι τῶν ἑβδομήκοντα ἐτῶν τοσοῦτο
‘πλείονες τότε ὥστε μὴ συμπληροῦσθαι νῦν τὸν
“ἀριθμὸν αὐτῶν, προσεγγραφέντων καὶ συγκαταλε- 
῾γέντων εἰς τὸ δημόσιον σιτηρέσιον τόν ἀπὸ τεσσα-
‘ρεσκαίδεκα ἐτῶν μέχρι τῶν ὀγδοήκοντα, καὶ γεγό-
“νασιν οἶον ἡλικιῶται τῶν πάλαι γεραιτάτων οἱ ὄψει
“νεώτατοι.

καὶ οὕτω μειούμενον ἀεὶ καὶ δαπα-
“νώμενον ὁρῶντες τὸ ἐπὶ γῆς ἀνθρώπων γένος οὐ 
῾τρέμουσιν, αὐξομένου καὶ προκόπτοντος τοῦ παντε-
῾λοῦς αὐτῶν ἀφανισμοῦ.’

[Nic. H. E. VI, 20] Μετὰ ταῦτα λοιμικῆς
τὸν πόλεμον διαλαβούσης νόσου, τῆς τε ἑορτῆς
πλησιαζούσης, αὖθις διὰ γραφῆς τοῖς ἀδελφοῖς ὁμιλεῖ, 
τὰ τῆς συμφορᾶς ἐπισημαινόμενος πάθη διὰ
τούτων

“τοῖς μὲν ἄλλοις ἀνθρώποις οὐκ ἂν δόξειε
“καιρὸς ἑορτῆς εἶναι τὰ παρόντα. οὐδ’ ἔστιν αὐτοῖς
“οὔτε οὗτος οὔτε τις ἕτερος, οὐχ ὅπως τῶν ἐπιλύπων,
῾ἀλλ’ οὐδ’ εἴ τις περιχαρὴς, ὃν οἰηθεῖεν μάλιστα. 
“νῦν μέν γε θρῆνοι πάντα, καὶ πενθοῦσι πάντες,
καὶ περιηχοῦσιν οἰμωγαὶ τὴν πόλιν διὰ τὸ πλῆθος
῾τῶν τεθνηκότων καὶ τῶν ἀποθνησκόντων ὁσημέραι.
“

ὡς γὰρ ἐπὶ τῶν πρωτοτόκων τῶν Αἰγυπτίων
γέγραπται, οὕτως καὶ νῦν ἐγενήθη κραυγὴ μεγάλη. 
οὐ γάρ ἐστιν οἰκία, ἐν ᾗ οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῇ τεθνη·
κώς· καὶ ὤφελόν γε· πολλὰ μὲν γὰρ καὶ δεινὰ καὶ

 
“τὰ πρὸ τούτου συμβεβηκότα.

πρῶτον μὲν ἡμᾶς
“ἤλασαν, καὶ μόνοι πρὸς ἁπάντων διωκόμενοι καὶ
“θανατούμενοι ἑωρτάσαμεν καὶ τότε, καὶ πᾶς ὁ τῆς
“καθ᾿ ἕκαστον θλίψεως τόπος πανηγυρικὸν ἡμῖν
 “γέγονε χωρίον, ἀγρὸς, ἐρημία, ναῦς, πανδοχεῖον,
“δεσμωτήριον· φαιδροτάτην δὲ πασῶν ἤγαγον ἑορ-
“τὴν οἱ τέλειοι μάρτυρες εὐωχηθέντες ἐν οὐρανῷ.
“

μετὰ δὲ ταῦτα πόλεμος καὶ λιμὸς ἐπέλαβεν, ἃ
“τοῖς ἔθνεσι συνδιηνέγκαμεν, μόνοι μὲν ὑποστάντες
 “ὅσα ἡμῖν ἐλυμήναντο, παραπολαύσαντες δὲ καὶ ὧν
“ἀλλήλους εἰργάσαντό τε καὶ πεπόνθασι· καὶ τῇ
“Χριστοῦ πάλιν ἐνηυφράνθημεν εἰρήνῃ, ἣν μόνοις
“ἡμῖν δέδωκε.

βραχυτάτης δὲ ἡμῶν τε καὶ αὐτῶν
“τυχόντων ἀναπνοῆς, ἐπικατέσκηψεν ἡ νόσος αὕτη,
 “πρᾶγμα φόβου τε παντὸς φοβερώτερον ἐκείνοις, καὶ
“συμφορᾶς ἡστινοσοῦν σχετλιώτερον, καὶ ὡς ἴδιός
“τις αὐτῶν ἀπήγγειλε συγγραφεὺς, πρᾶγμα μόνον
“δὴ τῆς πάντων ἐλπίδος κρεῖσσον γενόμενον· ἡμῖν
“δὲ οὐ τοιοῦτο μὲν, γυμνάσιον δὲ καὶ δοκίμιον οὐ-
 “δενὸς τῶν ἄλλων ἔλαττον. ἀπέσχετο μὲν γὰρ οὐδὲ
“ἡμῶν, πολλὴ δὲ ἐξῆλθεν εἰς τὰ ἔθνη.“

τούτοις
ἑξῆς ἐπιφέρει λέγων “οἱ γοῦν πλεῖστοι τῶν ἀδελφῶν
“ἡμῶν δι᾿ ὑπερβάλλουσαν ἀγάπην καὶ φιλαδελφίαν
“ἀφειδοῦντες ἑαυτῶν καὶ ἀλλήλων ἐχόμενοι, ἐπισκο-
 “ποῦντες ἀφυλάκτως τοὺς νοσοῦντας, λιπαρῶς ὑπη-
“ρετούμενοι, θεραπεύοντες ἐν Χριστῷ, συναπηλλάτ-
“τοντο ἐκείνοις ἀσμενέστατα, τοῦ παρ᾿ ἑτέρων ἀνα-
“πιμπλάμενοι πάθους, καὶ τὴν νόσον ἐφ᾿ ἑαυτοὺς
“ἕλκοντες ἀπὸ τῶν πλησίον, καὶ ἑκόντες ἀναμασσό-
 “μενοι τὰς ἀλγηδόνας. καὶ πολλοὶ νοσοκομήσαντες
“καὶ ῥώσαντες ἑτέρους ἐτελεύτησαν αὐτοὶ, τὸν ἐκεί-
“νων θάνατον εἰς ἑαυτοὺς μεταστησάμενοι, καὶ τὸ

 
“δημῶδες ῥῆμα, μόνης ἀεὶ δοκεῖν φιλοφροσύνης ἔχε-
“σθαι, ἔργῳ δὴ τότε πληροῦντες, ἀπιόντες αὐτῶν
“περίψημα.

οἱ γοῦν ἄριστοι τῶν παρ’ ἡμῖν ἀδελ-
“φῶν τοῦτον τὸν τρόπον ἐξεχώρησαν τοῦ βίου, πρεσ-
“βύτεροί τέ τινες καὶ διάκονοι καὶ τῶν ἀπὸ τοῦ λαοῦ 
“λίαν ἐπαινούμενοι, ὡς καὶ τοῦ θανάτου τοῦτο τὸ
“εἶδος διὰ πολλὴν εὐσέβειαν καὶ πίστιν ἰσχυρὰν γε-
“νόμενον μηδὲν ἀποδεῖν μαρτυρίου δοκεῖν.

καὶ
“τὰ σώματα δὲ τῶν ἁγίων ὑπτίαις χερσὶ καὶ κόλποις
“ὑπολαμβάνοντες, καθαιροῦντές τε ὀφθαλμοὺς, καὶ 
στόματα συγκλείοντες, ὠμοφοροῦντἐς τε καὶ διατι-
‘θέντες, προσκολλώμενοι, συμπλεκόμενοι, λουτροῖς
“τε τε καὶ περιστολαῖς κατακοσμοῦντες, μετὰ μικρὸν
“ἐτύγχανον τῶν ἴσων, ἀεὶ τῶν ὑπολειπομένων ἐφε-
“πομένων τοῖς πρὸ αὐτῶν.

τὰ δέ γε ἔθνη πᾶν 
“τοὐναντίον· καὶ νοσεῖν τε ἀρχομένους ἀπωθοῦντο,
“καὶ ἀπέφευγον τοὺς φιλτάτους, κἀν ταῖς ὁδοῖς ἐρ-
“ρίπτουν ἡμιθνῆτας, καὶ νεκροὺς ἀτάφους ἀπεσκυ-
“βαλίζοντο, τὴν τοῦ θανάτου διάδοσιν καὶ κοινωνίαν
ἐκτρεπόμενοι, ἣν οὐκ ἦν καὶ πολλὰ μηχανωμένοις 
“ἐκκλῖναι ῥᾴδιον.“

μετὰ δὲ καὶ ταύτην τὴν ἐπιστολὴν,
εἰρηνευσάντων τῶν κατὰ τὴν πόλιν, τοῖς κατ’
Αἴγυπτον ἀδελφοῖς ἑορταστικὴν αὖθις ἐπιστέλλει
γραφὴν, καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἄλλας διαφόρους πάλιν διατυποῦται.
φέρεται δέ τις αὐτοῦ καὶ περὶ σαββάτου, 
καὶ ἄλλη περὶ γυμνασίου.

Ἑρμάμμωνι δὲ
καὶ τοῖς κατ’ Αἴγυπτον ἀδελφοῖς δι’ ἐπιστολῆς ὁμιλῶν,
πολλά τε ἄλλα περὶ τῆς Δεκίου καὶ τῶν μετ’
αὐτὸν διεξελθὼν κακοτροπίας, τῆς κατὰ τὸν Γαλλιηνὸν
εἰρήνης ἐπιμιμνήσκεται.

[Nic. Η. E. VI, 21] Οὐδὲν δὲ οἷον τὸ
 

 
καὶ τούτων ὧδέ πως ἔχόντων ἀκοῦσαι· “ἐκεῖνος μὲν
“οὖν τῶν πρὸ αὐτοῦ βασιλέων τὸν μὲν προέμενος,
“τῷ δὲ ἐπιθέμενος, παγγενῆ ταχέως καὶ πρόρριζος
“ἐξηφανίσθη· ἀνεδείχθη δὲ καὶ συνανωμολογήθη
 “παρὰ πάντων ὁ Γαλλιηνὸς, παλαιὸς ἅμα βασιλεὺς
“καὶ νέος, πρῶτος ὢν καὶ μετ᾿ ἐκείνους παρών.

“κατὰ γὰρ τὸ ῥηθὲν πρὸς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν “τὰ
“ἀπ᾿ ἀρχῆς ἰδοὺ ἥκασι, καὶ καινὰ ἃ νῦν ἀνατελεῖ.“
“ὥσπερ γὰρ νέφος τὰς ἡλιακὰς ἀκτῖνας ὑποδραμὸν καὶ
 “πρὸς ὀλίγον ἐπηλυγάσαν ἐσκίασεν αὐτὸν καὶ ἀντ᾿ αὐ-
“τοῦ προεφάνη, εἶτα παρελθόντος ἢ διατακέντος τοῦ
“νέφους ἐξεφάνη πάλιν ἐπανατείλας ὁ ἥλιος ὁ προα-
“νατείλας, οὕτω προστὰς καὶ προσπελάσας ἑαυτὸν ὁ
“Μακριανὸς τῆς ἐφεστώσης Γαλλιηνοῦ βασιλείας, ὁ
 “μὲν οὐκ ἔστιν, ἐπεὶ μηδὲ ἧν, ὁ δ᾿ ἔστιν ὁμοίως
“ὥσπερ ἦν.

καὶ οἷον ἀποθεμένη τὸ γῆρας ἡ βασι-
“λεία, καὶ τὴν προοῦσαν ἀνακαθηραμένη κακίαν,
“ἀκμαιότερον νῦν ἐπανθεῖ, καὶ πορρώτερον ὁρᾶται
“καὶ ἀκούεται καὶ διαφοιτᾷ πανταχοῦ.”

εἶθ᾿ ἑξῆς
 καὶ τὸν χρόνον, καθ᾿ ὃν ταῦτ᾿ ἔγραφε, διὰ τούτων
σημαίνει “καί μοι πάλιν τὰς ἡμέρας τῶν βασιλικῶν
“ἐτῶν ἔπεισι σκοπεῖν. ὁρῶ γὰρ, ὡς ὀνομασθέντες
“μὲν οἱ ἀσεβέστατοι μετ᾿ οὐ πολὺ γεγόνασιν ἀνώνυ-
“μοι, ὁ δὲ ὁσιώτερος καὶ φιλοθεώτερος ὑπερβὰς τὴν
 “ἑπταετηρίδα νῦν ἐνιαυτὸν ἔνατον διανύει, ἐν ᾧ
“ἡμεϊς ἑορτάσωμεν.”

[Nic. H. E. VI, 21] Ἐπὶ τούτοις πᾶσι
σπουδάζεται αὐτῷ καὶ τὰ περὶ ἐπαγγελιῶν δύο συγγράμματα.
ἡ δ᾿ ὑπόθεσις αὐτῷ Νέπως ἦν, ἐπίσκοπος
 τῶν κατ᾿ Αἴγυπτον, Ἰουδαϊκώτερον τὰς ἐπηγγελμένας
τοῖς ἁγίοις ἐν ταῖς θείαις γραφαῖς ἐπαγγε-
 

 
λίας ἀποδοθήσεσθαι διδάσκων, καί τινα χιλιάδα ἐτῶν
τρυφῆς σωματικῆς ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ταύτης ἔσεσθαι
ὑποτιθέμενος.

δόξας γοῦν οὗτος ἐκ τῆς Ἀποκαλύψεως
Ἰωάννου τὴν ἰδίαν κρατύνειν ὑπόληψιν, “ἔλεγχον
ἀλληγοριστῶν” λόγον τινὰ περὶ τούτου συντάξας 
ἐπέγραψε.

πρὸς ὃν ὁ Διονύσιος ἐν τοῖς περὶ
ἐπαγγελιῶν ἐνίσταται, διὰ μὲν τοῦ προτέρου τὴν
αὑτοῦ γνώμην ἣν εἶχε περὶ τοῦ δόγματος παρατιθέμενος,
διὰ δὲ τοῦ δευτέρου περὶ τῆς Ἀποκαλύψεως
Ἰωάννου διαλαμβάνων, ἔνθα τοῦ Νέπωτος κατὰ τὴν 
ἀρχὴν μνημονεύσας ταῦτα περὶ αὐτοῦ γράφει

“ἐπεὶ
δὲ σύνταγμά τι προκομίζουσι Νέπωτος, ᾧ λίαν ἐπερείδονται
ὡς ἀναντιρρήτως ἀποδεικνύντι τὴν τοῦ
Χριστοῦ βασιλείαν ἐπὶ γῆς ἔσεσθαι, ἐν ἄλλοις μὲν
πολλοῖς ἀποδέχομαι καὶ ἀγαπῶ Νέπωτα, τῆς τε πίστεως 
καὶ τῆς φιλοπονίας καὶ τῆς ἐν ταῖς γραφαῖς
διατριβῆς καὶ τῆς πολλῆς ψαλμῳδίας, ᾑ μέχρι νῦν
πολλοὶ τῶν ἀδελφῶν εὐθυμοῦνται, καὶ πάνυ δι’
αἰδοῦς ἄγω τὸν ἄνθρωπον ταύτῃ μαλλοῦ, ᾗ προανεπαύσατο,
ἀλλὰ φίλη γὰρ καὶ προτιμοτάτη πάντων 
ἡ ἀλήθεια) ἐπαινεῖν τε χρὴ καὶ συναινεῖν
ἀφθόνως, εἴ τι ὀρθός λέγοιτο, ἐξετάζειν δὲ καὶ
διευθύνειν, εἴ τι μὴ φαίνοιτο ὑγιῶς ἀναγεγραμμένον.

καὶ πρὸς μὲν παρόντα καὶ ψιλῷ λόγῳ
δογματίζοντα αὐτάρκης ἦν ἂν ἡ ἄγραφος ὁμιλία, δι’ 
ἐρωτήσεως καὶ ἀποκρίσεως πείθουσα καὶ συμβιβά-
ζουσα τοὺς ἀντιδιατιθεμένους· γραφῆς δὲ ἐκκειμένης,
ὡς δοκεῖ τισὶ, πιθανωτάτης, καί τινων διδασκάλων
τὸν μὲν νόμον καὶ τοὺς προφήτας τὸ μηδὲν
“ἡγουμένων, καὶ τὸ τοῖς εὐαγγελίοις ἕπεσθαι παρέντων, 
καὶ τὰς τῶν ἀποστόλων ἐπιστολὰς ἐκφαυλισάντων,
τὴν δὲ τοῦ συγγράμματος τούτου διδασκαλίαν

 
“ὡς μέγα δή τι καὶ κεκρυμμένον μυστήριον κατεπαγ-
“γελλομένων, καὶ τοὺς ἁπλουστέρους ἀδελφοὺς ἡμῶν
“οὐδὲν ἐώντων ὑψηλὸν καὶ μεγαλεῖον φρονεῖν οὔτε
“περὶ τῆς ἐνδόξου καὶ ἀληθῶς ἐνθέου τοῦ κυρίο
 “ἡμῶν ἐπιφανείας, οὔτε τῆς ἡμετέρας ἐκ νεκρῶν
“ἀναστάσεως καὶ τῆς πρὸς αὐτὸν ἐπισυναγωγῆς καὶ
“ὁμοιώσεως, ἀλλὰ μικρὰ καὶ θνητὰ καὶ οἷα τὰ νῦν ἐλπί-
“ζεῖν ἀναπειθόντων ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ θεοῦ, ἀναγκαῖο
“καὶ ἡμᾶς ὡς πρὸς παρόντα τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν δια-
 “λεχθῆναι Νέπωτα.”

τούτοις μεθ᾿ ἕτερα ἐπιφέρει
λέγων “ἐν μὲν οὖν τῷ Ἀρσινοΐτῃ γενόμενος, ἔνθα,
“ὡς οἶδας, πρὸ πολλοῦ τοῦτο ἐπεπόλαζε τὸ δόγμα,
“ὡς καὶ σχίσματα καὶ ἀποστασίας ὅλων ἐκκλησιῶν
“γεγονέναι, συγκαλέσας τοὺς πρεσβυτέρους καὶ δι-
 “δασκάλους τῶν ἐν ταῖς κώμαις ἀδελφῶν, παρόντων
“καὶ τῶν βουλομένων ἀδελφῶν, δημοσίᾳ τὴν ἐξέτα-
“σιν ποιήσασθαι τοῦ λόγου προετρεψάμην.

καὶ
“τοῦτό μοι προσαγόντων τὸ βιβλίον ὥς τι ὅπλον καὶ
“τεϊχος ἀκαταμάχητον, συγκαθεσθεὶς αὐτοῖς τριῶν
 “ἑξῆς ἡμερῶν ἐξ ἕω μέχρις ἑσπέρας, διευθύνειν ἐπει-
“ράθην τὰ γεγραμμένα.

ἔνθα καὶ τὸ εὐσταθὲς
“καὶ τὸ φιλάληθες καὶ τὸ εὐπαρακολούθητον καὶ
“συνετὸν ὑπερηγάσθην τῶν ἀδελφῶν, ὡς ἐν τάξει
“καὶ μετ᾿ ἐπιεικείας τὰς ἐρωτήσεις καὶ τὰς ἐπαπορή-
 “σεις καὶ τὰς συγκαταθέσεις ἐποιούμεθα, τὸ μὲν ἐκ
“παντὸς τρόπου φιλονείκως τῶν ἅπαξ δοξάντων πε-
“ριέχεσθαι, εἰ καὶ μὴ φαίνοιντο ὀρθῶς ἔχοντα, παρ-
“αιτησάμενοι, μήτε δὲ τὰς ἀντιλογίας ὑποστελλόμενοι,
“ἀλλ᾿ εἰς ὅσον οἷόν τε τῶν προκειμένων ἐπιβατεύειν
 “καὶ κρατύνειν αὐτὰ πειρώμενοι, μήτε, εἰ λόγος αἱ-
“ρεῖ, μεταπείθεσθαι καὶ συνομολογεῖν αἰδούμενοι,
“ἀλλ᾿ εὐσυνειδήτως καὶ ἀνυποκρίτως καὶ ταῖς καρ-

 
“δίαις πρὸς τὸν θεὸν ἡπλωμέναις τὰ ταῖς ἀποδείξεσι
‘καὶ διδασκαλίαις τῶν ἁγίων γραφῶν
“καταδεχόμενοι.

καὶ τέλος ὅ τε τῆς διδαχῆς ταύ-
‘της ἀρχηγὸς καὶ εἰσηγητὴς, ὁ καλούμενος Κορακίων,
“ἐν ἐπηκόῳ πάντων τῶν παρόντων ἀδελφῶν ὡμολό- 
“γησε καὶ διεμαρτύρατο ἡμῖν μηκέτι τούτῳ προσ-
“έξειν, μηδὲ διαλέξεσθαι περὶ τούτου, μηδὲ μεμνῆ-
“σθαι, μηδὲ διδάξειν, ὡς ἱκανῶς ὑπὸ τῶν ἀντι-
“λεχθέντων ᾑρημένος· τῶν τε ἄλλων ἀδελφῶν οἱ
“παρόντες ἔχαιρον ἐπὶ τῇ κοινολογίᾳ καὶ τῇ πρὸς 
“πάντας συγκαταβάσει καὶ συνδιαθέσει.’’

[Nic. H. E. VI, 22-23] Εἶθ’ ἐξῆς ὑποβὰς
περὶ τῆς Ἀποκαλύψεως Ἰωάννου ταῦτά φησι·
τινὲς μὲν οὖν τῶν πρὸ ἡμῶν ἠθέτησαν καὶ ἀνεσκεύασαν
πάντη τὸ βιβλίον, καθ’ ἕκαστον κεφάλαιον 
διευθύνοντες ἄγνωστόν τε καὶ ἀσυλλόγιστον
ἀποφαίνοντες, ψεύδεσθαί τε τὴν ἐπιγραφήν.

Ἰωάννου γὰρ οὐκ εἶναι λέγουσιν· ἀλλ’ οὐδ’
ἀποκάλυψιν εἷναι, τὴν σφοδρῷ καὶ παχεῖ κεκαλυμμένην
τῷ τῆς ἀγνοίας παραπετάσματι· καὶ οὐχ 
ὅπως τῶν ἀποστόλων τινὰ, ἀλλ’ οὐδ’ ὅλως τῶν
ἁγίων ἢ τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας τούτου γεγονέναι
ποιητὴν τοῦ συγγράμματος, Κήρινθον δὲ τὸν καὶ τὴν
ἀπ’ ἐκείνου κληθεῖσαν Κηρινθιανὴν συστησάμενον
αἵρεσιν, ἀξιόπιστον ἐπιφημίσαι θελήσαντα τῷ ἑαυτοῦ 
πλάσματι ὄνομα.

τοῦτο γὰρ εἶναι τῆς διδα-
‘σκαλίας αὐτοῦ τὸ δόγμα, ἐπίγειον ἔσεσθαι τὴν τοῦ
Χριστοῦ βασιλείαν, καὶ ὧν αὐτὸς ὠρέγετο φιλοσώματος
ὢν καὶ πάνυ σαρκικὸς, ἐν τούτοις ὀνειροπολεῖν
ἔσεσθαι, γαστρὸς καὶ τῶν ὑπὸ γαστέρα πλησμοναῖς, 
τουτέστι σιτίοις καὶ ποτοῖς καὶ γάμοις,
καὶ δι’ ὧν εὐφημότερον ταῦτα ᾠήθη ποριεῖσθαι,

 
“ἑορταῖς καὶ θυσίαις καὶ ἱερείων σφαγαῖς.

ἐγὼ
“δὲ ἀθετῆσαι μὲν οὐκ ἂν τολμήσαιμι τὸ βιβλίον,
“πολλῶν αὐτὸ διὰ σπουδῆς ἐχόντων ἀδελφῶν, μεί-
“ζονα δὲ τῆς ἐμαυτοῦ φρονήσεως τὴν ὑπόληψιν τὴν
 “περὶ αὐτοῦ λαμβάνων, κεκρυμμένην εἶναί τινα καὶ
“θαυμασιωτέραν τὴν καθ’ ἕκαστον ἐκδοχὴν ὑπολαμ-
“βάνω. καὶ γὰρ εἰ μὴ συνίημι, ἀλλ’ ὑπονοῶ γε νοῦν
“τινὰ βαθύτερον ἐγκεῖσθαι τοῖς ῥήμασιν.

οὐκ
“ἰδίῳ ταῦτα μετρῶν καὶ κρίνων λογισμῷ, πίστει δὲ
 “τὸ πλέον νέμων, ὑψηλότερα ἢ ὑπ’ ἐμοῦ καταληφθῆ-
“ναι νενόμικα, καὶ οὐκ ἀποδοκιμάζω ταῦτα, ἃ μὴ
“συνεώρακα, θαυμάζω δὲ μᾶλλον ὅτι μὴ καὶ εἶδον.’’

ἐπὶ τούτοις τὴν ὅλην τῆς Ἀποκαλύψεως βασανίσας
γραφὴν, ἀδύνατον δὲ αὐτὴν κατὰ τὴν πρόχειρον
 ἀποδείξας νοεῖσθαι διάνοιαν, ἐπιφέρει λέγων “συν-
“τελέσας δὴ πᾶσαν ὡς εἰπεῖν τὴν προφητείαν, μα-
“καρίζει ὁ προφήτης τούς τε φυλάσσοντας αὐτὴν
“καὶ δὴ καὶ ἑαυτόν. μακάριος γὰρ, φησὶν, ὁ τηρῶν
“τοὺς λόγους τῆς προφητείας τοῦ βιβλίου τούτου,
 “κἀγὼ Ἰωάννης ὁ βλέπων καὶ ἀκούων ταῦτα.

κα-
῾λεῖσθαι μὲν οὖν αὐτὸν Ἰωάννην, καὶ εἶναι τὴν γρα-
“φὴν Ἰωάννου ταύτην, οὐκ ἀντερῶ. ἁγίου μὲν γὰρ
“εἶναί τινος καὶ θεοπνεύστου συναινῶ, οὐ μὴν ῥᾳ-
“δίως ἂν συνθείμην τοῦτον εἶναι τὸν ἀπόστολον, τὸν
 “υἱὸν Ζεβεδαίου, τὸν ἀδελφὸν Ἰακώβου, οὗ τὸ εὐ-
“αγγέλιον τὸ κατὰ Ἰωάννην ἐπιγεγραμμένον καὶ ἡ
“ἐπιστολὴ ἡ καθολική.

τεκμαίρομαι γὰρ ἔκ τε
“τοῦ ἤθους ἐκατέρων καὶ τοῦ τῶν λόγων εἴδους,
“καὶ τῆς τοῦ βιβλίου διεξαγωγῆς λεγομένης, μὴ τὸν
 “αὐτὸν εἶναι. ὁ μὲν γὰρ εὐαγγελιστὴς οὐδαμοῦ τὸ
 

 
“ὄνομα αὐτοῦ παρεγγράφει, οὐδὲ κηρύσσει ἑαυτὸν,
“οὔτε διὰ τοῦ εὐαγγελίου οὔτε διὰ τῆς ἐπιστολῆς.’’

εἷθ’ ὑποβὰς ταῦτα λέγει πάλιν “’Ιωάννης δὲ οὐδαμοῦ
“οὐδὲ ὡς περὶ ἑαυτοῦ οὐδὲ ὡς περὶ ἑτέρου· ὁ δὲ τὴν
Ἀποκάλυψιν γράψας εὐθύς τε ἐν ἀρχὴ ἑαυτὸν προ- 
‘τάσσει· Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἣν
“δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἐν τάχει, καὶ ἐσήμανεν ἀπο-
“στείλας διὰ τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ Ἰω-
“άννῃ, ὃς ἐμαρτύρησε τὸν λόγον τοῦ θεοῦ καὶ τὴν μαρ-
‘τυρίαν αὐτοῦ, ὅσα εἶδεν.

εἶτα καὶ ἐπιστολὴν 
“γράφει· ῾Ἰωάννης ταῖς ἑπτὰ ἐκκλησίαις ταῖς ἐν τῇ
“Ἀσίᾳ, χάρις ὑμίν καὶ εἰρήνη. ὁ δέ γε
῾στὴς οὐδὲ τῆς καθολικῆς ἐπιστολῆς προέγραψεν
“ἑαυτοῦ τὸ ὄνομα, ἀλλὰ ἀπερίττως ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ
“μυστηρίου τῆς θείας ἀποκαλύψεως ἤρξατο ‘ὃ ἦν ἀπ’ 
“ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς
“ἡμῶν.’ ἡμῶν. ἐπὶ ταύτῃ γὰρ τῇ ἀποκαλύψει καὶ ὁ κύριος
῾τὸν Πέτρον ἐμακάρισεν εἰπών ῾μακάριος εἶ Σίμων
῾βὰρ Ἰωνᾶ, ὅτι ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ
‘ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος.’

ἀλλ’ οὐδὲ ἐν τῇ 
“δευτέρᾳ φερομένῃ Ἰωάννου καὶ τρίτη, καίτοι βραχείαις
οὔσαις ἐπιστολαῖς, ὁ Ἰωάννης ὀνομαστὶ πρό-
’κειται, ἀλλὰ ἀνωνύμως ὁ πρεσβύτερος γέγραπται.
“οὗτος δέ γε οὐδὲ αὔταρκες ἐνόμισεν, ἅπαξ ἑαυτὸν
ὀνομάσας διηγεῖσθαι τὰ ἑξῆς, ἀλλὰ πάλιν ἀναλαμβάνει 
῾ἐγὼ Ἰωάννης, ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν καὶ συγκοινωνὸς
ἐν τῇ θλίψει καὶ βασιλείᾳ καὶ ἐν ὑπομονῇ Ἰησοῦ,
ἐγενόμην ἐν τῇ νήσῳ τῇ καλουμένῃ Πάτμῳ,
διὰ τὸν λόγον τοῦ θεοῦ καὶ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ.·
“καὶ δὴ καὶ πρὸς τῷ τέλει ταῦτα εἶπε ῾μακάριος ὁ 
 

 
“τηρῶν τοὺς λόγους τῆς προφητείας τοῦ βιβλίου τού-
“του· κἀγὼ Ἰωάννης ὁ βλέπων καὶ ἀκούων ταῦτα.
“

ὅτι μὲν οὖν Ἰωάννης ἐστὶν ὁ ταῦτα γράφων
‘αὐτῷ λέγοντι πιστευτέον· ποῖος δὲ οὗτος ἄδηλον.
 “οὐ γὰρ εἶπεν ἑαυτὸν εἷναι, ὡς ἐν τῷ εὐαγγελίῳ πολ-
“λαχοῦ, τὸν ἠγαπημένον ὑπὸ τοῦ κυρίου μαθητὴν,
“οὐδὲ τὸν ἀναπεσόντα ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ, οὐδὲ
τὸν ἀδελφὸν Ἰακώβου, οὐδὲ τὸν αὐτόπτην καὶ αὐ-
“τήκοον τοῦ κυρίου γενόμενον.

εἶπε γὰρ ἄν τι
 τούτων τῶν προδεδηλωμένων, σαφῶς ἑαυτὸν ἐμφα-
“νίσαι βουλόμενος. ἀλλὰ τούτων μὲν οὐδὲν, ἀδελφὸν
“δὲ ἡμῶν καὶ συγκοινωνὸν εἶπε καὶ μάρτυρα Ἰησοῦ
“καὶ μακάριον ἐπὶ τῇ θέᾳ καὶ ἀκοῇ τῶν ἀποκαλύ-
“ψεων.

πολλοὺς δὲ ὁμωνύμους Ἰωάννῃ τῷ ἀπο-
 ῾στόλῳ νομίζω γεγονέναι, οἳ διὰ τὴν πρὸς ἐκεῖνον
‘ἀγάπην, καὶ τὸ θαυμάζειν καὶ ζηλοῦν, ἀγαπηθῆναί
“τε ὁμοίως αὐτῷ βούλεσθαι ὑπὸ τοῦ κυρίου, καὶ τὴν
“ἐπωνυμίαν τὴν αὐτὴν ἠσπάσαντο, ὥσπερ καὶ ὁ Παῦ-
“λος πολὺς καὶ δὴ ὁ Πέτρος ἐν τοῖς τῶν πιστῶν παι-
 “σὶν ὀνομάζεται.

ἔστι μὲν οὖν καὶ ἕτερος Ἰωάννης
“ἐν ταῖς Πράξεσι τόν ἀποστόλων ὁ ἐπικληθεὶς Μάρ-
“κος, ὃν Βαρνάβας καὶ Παῦλος ἑαυτοῖς συμπαρέλα-
“βον, περὶ οὗ καὶ πάλιν λέγει εἶχον δὲ καὶ Ἰωάννην
“ὑπηρέτην.’ εἰ δὲ οὗτος ὁ γράψας ἐστὶν οὐκ ἂν
 “φαίην· οὐδὲ γὰρ ἀφῖχθαι σὺν αὐτοῖς εἰς τὴν Ἀσίαν
“γέγραπται, ἀλλὰ ἀναχθέντες μὲν, φησὶν, ἀπὸ τῆς
“Πάφου οἶ περὶ τὸν Παῦλον ἦλθον εἰς Πέργην τῆς
“Παμφυλίας, Ἰωάννης δὲ ἀποχωρήσας ἀπ’ αὐτῶν
“ὑπέστρεψεν Ἱεροσόλυμα.

ἄλλον δέ τινα
 “τῶν ἐν Ἀσίᾳ γενομένων, ἐπεὶ καὶ δύο φασὶν ἐν
Ἐφέσῳ γενέσθαι μνήματα, καὶ ἑκάτερον Ἰωάννου
 

 
λέγεσθαι.

καὶ ἀπὸ τῶν νοημάτων δὲ καὶ ἀπὸ
τῶν ῥημάτων καὶ τῆς συντάξεως αὐτῶν εἰκότως
ἕτερος οὗτος παρ’ ἐκεῖνον ὑπονοηθήσεται.

συνᾴδουσι
μὲν γὰρ ἀλλήλοις τὸ εὐαγγέλιον καὶ ἡ ἐπιστολὴ,
ὁμοίως τε ἄρχονται. τὸ μέν φησιν· ἐν ἀρχῇ 
ἦν ὁ λόγος, ἡ δὲ, ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς. τὸ μέν φησι· καὶ
ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν καὶ
ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς
παρὰ πατρός· ἡ δὲ τὰ αὐτὰ σμικρῷ παρηλλαγμένα·
ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ 
ἐθεασάμεθα, καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ
τοῦ λόγου τῆς ζωῆς, καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη.

ταῦτα
γὰρ προανακρούεται διατεινόμενος, ὡς ἐν τοῖς ἑξῆς
ἐδήλωσε, πρὸς τοὺς οὐκ έν σαρκὶ φάσκοντας ἐληλυθέναι
τὸν κύριον· διὸ καὶ συνῆψεν ἐπιμελῶς· καὶ 
ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν, καὶ ἀπαγγέλλομεν
ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἣν πρὸς τὸν πατέρα,
καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν· ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν
ἀπαγγέλλομεν καὶ ὑμῖν.

ἔχεται αὑτοῦ
καὶ τῶν προθέσεων οὐκ ἀφίσταται, διὰ δὲ τῶν αὐτῶν 
κεφαλαίων καὶ ὀνομάτων πάντα διεξέρχεται,
ὧν τινα μὲν ἡμεῖς συντόμως ὑπεμνήσαμεν.

ὁ δὲ
προσεχῶς ἐντυγχάνων εὑρήσει ἐν ἑκατέρῳ πολλὴν
τὴν ζωὴν, πολὺ τὸ φῶς, ἀποτροπὴν τοῦ σκότους,
συνεχῆ τὴν ἀλήθειαν, τὴν χάριν, τὴν χαρὰν, τὴν 
σάρκα καὶ τὸ αἷμα τοῦ κυρίου, τὴν κρίσιν, τὴν
ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν, τὴν πρὸς ἡμᾶς ἀγάπην τοῦ
θεοῦ, τὴν πρὸς ἀλλήλους ἡμὰς ἀγάπης ἐντολὴν, ὡς
πάσας δεῖ φυλάσσειν τὰς ἐντολάς· ὁ ἔλεγχος τοῦ
κόσμου, τοῦ διαβόλου, τοῦ ἀντιχρίστου, ἡ ἐπαγγε- 
 

 
“λία τοῦ ἁγίου πνεύματος, ἡ υἱοθεσία τοῦ θεοῦ, ἡ
“διόλου πίστις ἡμῶν ἀπαιτουμένη, ὁ πατὴρ καὶ ὁ
υἱὸς πανταχοῦ· καὶ ὅλως διὰ πάντων χαρακτηρί-
“ζοντας ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν συνορᾶν τοῦ τε εὐαγγε-
 “λίου καὶ τῆς ἐπιστολῆς χρῶτα πρόκειται.

ἀλ-
“λοιοτάτη δὲ καὶ ξένη παρὰ ταῦτα ἡ Ἀποκάλυψις,
“μήτε ἐφαπτομένη μήτε γειτνιῶσα τούτων μηδενὶ,
“σχεδὸν ὡς εἰπεῖν μηδὲ συλλαβὴν πρὸς αὐτὰ κοινὴν
“ἔχουσα.

ἀλλ’ οὐδὲ μνήμην τινὰ οὐδὲ ἔννοιαν
 “οὔτε ἡ ἐπιστολὴ τῆς Ἀποκαλύψεως ἔχει ἐῶ γὰρ τὸ
“εὐαγγέλιον), οὔτε τῆς ἐπιστολῆς ἡ Ἀποκάλυψις,
“Παύλου διὰ τῶν ἐπιστολῶν ὑποφήναντός τι καὶ
“περὶ τῶν ἀποκαλύψεων αὐτοῦ, ἃς οὐκ ἐνέγραψε
“καθ᾿ αὑτάς.

ἔτι δὲ καὶ τῆς φράσεως τὴν δια-
 “φορὰν ἔστι τεκμήρασθαι τοῦ εὐαγγελίου καὶ τῆς
“ἐπιστολῆς πρὸς τὴν Ἀποκάλυψιν.

τὰ μὲν γὰρ
“οὐ μόνον ἀπταίστως κατὰ τὴν τῶν Ἑλλήνων φωνὴν,
“ἀλλὰ καὶ λογιώτατα ταῖς λέξεσι, τοῖς συλλογισμοῖς,
“ταῖς συντάξεσι τῆς ἑρμηνείας γέγραπται. πολλοῦ
 “γε δεῖ βάρβαρόν τινα φθόγγον ἢ σολοικισμὸν ἢ
“ὅλως ἰδιωτισμὸν ἐν αὐτοῖς εὑρεθῆναι. ἑκάτερον
‘γὰρ εἶχεν, ὡς ἔοικε, τὸν λόγον, ἀμφοτέρους αὐτῷ
“χαρισαμένου τοῦ κυρίου, τόν τε τῆς γνώσεως, τόν
“τε τῆς φράσεως.

τοῦτον δὲ ἀποκάλυψιν μὲν
 “ἑωρακέναι, καὶ γνῶσιν εἰληφέναι καὶ προφητείαν,
οὐκ ἀντερῶ, διάλεκτον μέντοι καὶ γλῶτταν οὐκ
ἀκριβῶς ἑλληνίζουσαν αὐτοῦ βλέπω, ἀλλ’ ἰδιώ-
῾μασί τε βαρβαρικοῖς χρώμενον, καί που καὶ σολοι-
“κίζοντα.

ἅπερ οὐκ ἀναγκαῖον νῦν ἐκλέγειν·
 “οὐδὲ γὰρ ἐπισκώπτων, μή τις νομίσῃ, ταῦτα εἷ-
‘πον, ἀλλὰ μόνον τὴν ἀνομοιότητα διευθύνων τῶν
γράφων.

[Nic. H. E VI, 24] Ἐπὶ ταύταις τοῦ Διονυσίου
φέρονται καὶ ἄλλαι πλείους ἐπιστολαὶ, ὥσπερ
αἱ κατὰ Σαβελλίου πρὸς Ἄμμωνα τῆς κατὰ Βερνίκην
ἐκκλησίας ἐπίσκοπον, καὶ ἡ πρὸς Τελεσφόρον,
καὶ ἡ πρὸς Εὐφράνορα, καὶ πάλιν Ἄμμωνα καὶ Εὔπορον. 
συντάττει δὲ περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως καὶ
ἄλλα τέσσαρα συγγράμματα, ἃ τῷ κατὰ Ῥώμην
Διονυσίῳ προσφωνεῖ.

καὶ πλείους δὲ παρὰ
ταύτας εἰσὶν αὐτοῦ παρ’ ἡμῖν ἐπιστολαὶ, καὶ δὴ καὶ
πολυεπεῖς λόγοι ἐν ἐπιστολῆς χαρακτῆρι γραφέντες, 
ὡς οἱ περὶ φύσεως, Τιμοθέῳ τῷ παιδὶ προσπεφωνημένοι,
καὶ ὁ περὶ πειρασμῶν, ὃν καὶ αὐτὸν Εὐφράνορι
ἀνατέθεικεν.

ἐπὶ τούτοις καὶ Βασιλείδῃ
τῶν κατὰ τὴν Πεντάπολιν παροικιῶν ἐπισκόπῳ γράφων
φησὶν ἑαυτὸν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐξήγησιν πεποιῆσθαι 
τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ. διαφόρους δ’ ἡμῖν καὶ
πρὸς τοῦτον καταλέλοιπεν ἐπιστολάς. τοσαῦτα ὁ Διονύσιος.
ἀλλὰ γὰρ ἤδη μετὰ τὴν τούτων ἱστορίαν
φέρε καὶ τὴν καθ’ ἡμᾶς τοῖς μετέπειτα γνωρίζειν γενεὰν,
ὁποία τις ἦν, παραδῶμεν.

[Nic. H. E. VI, 27] Ξυστὸν τῆς Ῥωμαίων
ἐκκλησίας ἔτεσιν ἕνδεκα προστάντα διαδέχεται τῷ
κατ’ Ἀλεξάνδρειαν ὁμώνυμος Διονύσιος. ἐν τούτῳ
δὲ καὶ Δημητριανοῦ κατ’ Ἀντιόχειαν τὸν βίον μεταλλάξαντος
τὴν ἐπισκοπὴν Παῦλος ὁ ἐκ Εαμοσάτων 
παραλαμβάνει.

τούτου δὲ ταπεινὰ καὶ χαμαιπετῆ
περὶ τοῦ Χριστοῦ παρὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν διδασκαλίαν
φρονήσαντος, ὡς κοινοῦ τὴν φύσιν ἀνθρώπου
γενομένου, ὁ μὲν κατ’ Ἀλεξάνδρειαν Διονύσιος,
παρακληθεὶς ὡς ἂν ἐπὶ τὴν σύνοδον ἀφίκοιτο, γῆρας 
ὁμοῦ καὶ ἀσθένειαν τοῦ σώματος αἰτιασάμενος, ἀνατίθεται
τὴν παρουσίαν, δι’ ἐπιστολῆς τὴν αὐτοῦ

 
γνώμην, ἣν ἔχοι περὶ τοῦ ζητουμένου, παραστήσας,
οἱ δὲ λοιποὶ τῶν ἐκκλησιῶν ποιμένες ἄλλος ἄλλοθεν
ὡς ἐπὶ λυμεῶνα τῆς Χριστοῦ ποίμνης συνῄεσαν, οἱ
πάντες ἐπὶ τὴν Ἀντιόχειαν σπεύδοντες.

Τούτων οἳ μάλιστα διέπρεπον, Φιρμιλλιανὸς
μὲν τῆς Καππαδοκῶν Καισαρείας ἐπίσκοπος
ἦν, Γρηγόριος δὲ καὶ Ἀθηνόδωρος ἀδελφοὶ, τῶν
κατὰ Πόντον παροικιῶν ποιμένες, καὶ ἐπὶ τούτοις
Ἕλενος τῆς ἐν Ταρσῷ παροικίας, καὶ Νικομᾶς τῆς ἐν
 Ἰκονίῳ· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις ἐκκλησίας
Ὑμέναιος, τῆς τε ὁμόρου ταύτης Καισαρείας
Θεότεκνος, Μάξιμος ἔτι πρὸς τούτοις· τῶν κατὰ
Βόστραν δὲ καὶ οὗτος ἀδελφῶν διαπρεπῶς ἡγεῖτο·
μυρίους τε ἄλλους οὐκ ἂν ἀπορήσαι τις ἅμα πρεσβυτέροις
 καὶ διακόνοις τῆς αὐτῆς ἕνεκεν αἰτίας ἐν
τῇ προειρημένῃ πόλει τηνικάδε συγκροτηθέντας ἀπαριθμούμενος,
ἀλλὰ τούτων γε οἱ μάλιστα ἐπιφανεῖς
οἵδε ἦσαν.

πάντων οὖν κατὰ καιροὺς διαφόρως καὶ
πολλάκις ἐπὶ ταὐτὸ συνιόντων, λόγοι καὶ ζητήσεις καθ᾿
 ἑκάστην ἀνεκινοῦντο σύνοδον, τῶν μὲν ἀμφὶ τὸν Σαμοσατέα
τὰ τῆς ἑτεροδοξίας ἐπικρύπτειν ἔτι καὶ παρακαλύπτεσθαι
πειρωμένων, τῶν δὲ ἀπογυμνοῦν καὶ εἰς
φανερὸν ἄγειν τὴν αἵρεσιν καὶ τὴν εἰς Χριστὸν βλασφημίαν
αὐτοῦ διὰ σπουδῆς ποιουμένων.

ἐν τούτῳ
 δὲ Διονύσιος τελευτᾷ, κατὰ τὸ δωδέκατον ἔτος τῆς
Γαλλιηνοῦ βασιλείας, προστὰς τῆς κατ᾿ Ἀλεξάνδρειαν
ἐπισκοπῆς ἔτεσιν ἑπτακαίδεκα· διαδέχεται δὲ αὐτὸν
Μάξιμος.

Γαλλιηνοῦ δὲ ἐφ᾿ ὅλοις ἐνιαυτοῖς πεντεκαίδεκα
τὴν ἀρχὴν κεκρατηκότος Κλαύδιος κατέστη
 διάδοχος. δεύτερον δὲ οὗτος διελθὼν ἔτος Αὐρηλιανῷ
μεταδίδωσι τὴν ἡγεμονίαν,

καθ᾿ ὃν τελευταίας συγκροτηθείσης πλεί-

 
στῶν ὅσων ἐπισκόπων συνόδου φωραθεὶς καὶ πρὸς
ἀπάντων ἤδη σαφῶς καταγνωσθεὶς ἑτεροδοξίαν ὁ
τῆς κατὰ Ἀντιόχειαν αἱρέσεως ἀρχηγὸς τῆς ὑπὸ τὸν
οὐρανὸν καθολικῆς ἐκκλησίας ἀποκηρύττεται.

μάλιστα
δ’ αὐτὸν εὐθύνας ἐπικρυπτόμενον διήλεγξε 
Μαλχίων, ἀνὴρ τά τε ἄλλα λόγιος καὶ σοφὸς, τῆς
τῶν ἐπ’ Ἀντιοχείας Ἑλληνικῶν παιδευτηρίων διατριβῆς
προεστὼς, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ δι’ ὑπερβάλλουσαν
τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως γνησιότητα πρεσβυτερίου
τῆς αὐτόθι παροικίας ἠξιωμένος· οὗτός γέ τοι ἐπισημειουμένων 
ταχυγράφων ζήτησιν πρὸς αὐτὸν ἐνστησάμενος,
ἣν καὶ εἰς δεῦρο φερομένην ἴσμεν, μόνος
ἴσχυσε τῶν ἄλλων κρυψίνουν ὄντα καὶ ἀπατηλὸν
φωρᾶσαι τὸν ἄνθρωπον.

[Nic. H. E. VI, 29-30] Μίαν δὴ οὖν ἐκ 
κοινῆς γνώμης οἱ ἐπὶ ταὐτὸ συγκεκροτημένοι ποιμένες
διαχαράξαντες ἐπιστολὴν εἰς πρόσωπον τοῦ τε
Ῥωμαίων ἐπισκόπου Διονυσίου καὶ Μαξίμου τοῦ
Ἀλεξάνδρειαν ἐπὶ πάσας διαπέμπονται τὰς ἐπαρχίας,
τὴν αὐτῶν τε σπουδὴν τοῖς πᾶσι φανερὰν καθιστάντες, 
καὶ τοῦ Παύλου τὴν διάστροφον ἑτεροδοξίαν,
ἐλέγχους τε καὶ ἐρωτήσεις ἃς πρὸς αὐτὸν ἀνακεκινήκασι,
καὶ ἔτι τὸν πάντα βίον τε καὶ τρόπον τοῦ ἀνδρὸς
διηγούμενοι· ἐξ ὧν μνήμης ἕνεκεν καλῶς ἂν
ἔχοι ταύτας αὐτῶν ἐπὶ τοῦ παρόντος διελθεῖν τὰς 
φωνάς

“Διονυσίῳ καὶ Μαξίμῳ καὶ τοῖς κατὰ τὴν
οἰκουμένην πᾶσι συλλειτουργοῖς ἡμῶν ἐπισκόποις
‘καὶ πρεσβυτέροις καὶ διακόνοις, καὶ πάσῃ τῆ ὑπὸ
“τὸν οὐρανὸν καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, Ἕλενος καὶ ῾Υμέ-
“ναιος καὶ Θεόφιλος καὶ Θεότεκνος καὶ Μάξιμος, 
Πρόκλος, Νικομᾶς καὶ Αἰλιανὸς καὶ Παῦλος καὶ
“Βωλανὸς καὶ Πρωτογενὴς καὶ Ἱέραξ καὶ Εὐτύχιος

 
“καὶ Θεόδωρος καὶ Μαλχίων καὶ Λούκιος, καὶ οἱ
λοιποὶ πάντες οἶ σὺν ἡμῖν παροικοῦντες τὰς ἐγγὺς
“πόλεις καὶ ἔθνη ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι καὶ
διάκονοι καὶ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ θεοῦ ἀγαπητοῖς
 “ἀδελφοῖς ἐν κυρίῳ χαίρειν.

τούτοις μετὰ βραχέα
ἐπιλέγουσι ταῦτα ἐπεστέλλομεν δὲ ἅμα καὶ παρεκαλοῦμεν
πολλοὺς καὶ τῶν μακρὰν ἐπισκόπων
“ἐπὶ τὴν θεραπείαν τῆς θανατηφόρου διδασκαλίας,
“ὥσπερ καὶ Διονύσιον τὸν ἐπὶ τῆς Ἀλεξανδρείας,
 “καὶ Φιρμιλλιανὸν τὸν ἀπὸ τῆς Καππαδοκίας, τοὺς
“μακαρίτας, ὧν ὁ μὲν καὶ ἐπέστειλεν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν,
τὸν ἡγεμόνα τῆς πλάνης οὐδὲ προσρήσεως
‘ἀξιώσας, οὐδὲ πρὸς πρόσωπον γράψας αὐτῷ, ἀλλὰ
τῇ παροικίᾳ πάσῃ, ἧς καὶ τὸ ἀντίγραφον ὑπετάξα-
 “μεν·

ὁ δὲ Φιρμιλλιανὸς καὶ δὶς ἀφικόμενος κατέγνω
μὲν τῶν ὑπ’ ἐκείνου καινοτομουμένων, ὡς ἴσμεν
καὶ μαρτυροῦμεν οἱ παραγενόμενοι, καὶ ἄλλοι πολ-
“λοὶ συνίσασιν, ἐπαγγειλαμένου δὲ μεταθήσεσθαι,
πιστεύσας καὶ ἐλπίσας ἄνευ τινὸς περὶ τὸν λόγον
 “λοιδορίας τὸ πρᾶγμα εἰς δέον καταστήσεσθαι, ἀνε-
῾βάλετο, παρακρουσθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ καὶ τὸν θεὸν
τὸν ἑαυτοῦ ἀρνουμένου, καὶ τὴν πίστιν, ἣν καὶ
αὐτὸς πρότερον εἶχε, μὴ φυλάξαντος.

ἔμελλε δὲ
καὶ νῦν ὁ Φιρμιλλιανὸς εἰς Ἀντιόχειαν διαβήσεσθαι,
 καὶ μέχρι γε Ταρσῶν ἧκεν, ἅτε τῆς ἀρνησιθέου
κακίας αὐτοῦ πεῖραν εἰληφώς· ἀλλὰ γὰρ μεταξὺ
“συνεληλυθότων ἡμῶν καὶ καλούντων καὶ ἀναμενόν-
“των, ἄχρις ἂν ἔλθῃ, τέλος ἔσχε τοῦ βίου.’’

μεθ’
ἕτερα δ’ αὖθις τὸν βίον τοῦ αὐτοῦ, οἵας ἐτύγχανεν
 ἀγωγῆς, διαγράφουσιν ἐν τούτοις “ὅπου γε ἀποστὰς
“τοῦ κανόνος ἐπὶ κίβδηλα καὶ νόθα διδάγματα με-
“τελήλυθεν, οὐδὲν δεῖ τοῦ ἔξω ὄντος τὰς πράξεις

 
κρίνειν·

οὐδ’ ὅτι πρότερον πένης ὢν καὶ πτωχὸς,
καὶ μήτε παρὰ πατέρων παραλαβὼν μηδεμίαν εὐπορίαν,
μήτε ἐκ τέχνης ἤ τινος ἐπιτηδεύματος κτησάμενος,
νῦν εἰς ὑπερβάλλοντα πλοῦτον ἐλήλακεν,
ἐξ ἀνομιῶν καὶ ἱεροσυλιῶν καὶ ὧν αἰτεῖ καὶ σείει 
τοὺς ἀδελφοὺς, καταβραβεύων τοὺς ἀδικουμένους,
“καὶ ὑπισχνούμενος βοηθήσειν μισθοῦ, ψευδόμενος
“δὲ καὶ τούτους, καὶ μάτην καρπούμενος τὴν τῶν ἐν
πράγμασιν ὄντων ἑτοιμότητα πρὸς τὸ διδόναι ὑπὲρ
ἀπαλλαγῆς τῶν ἐνοχλούντων, πορισμὸν ἡγούμενος 
“τὴν θεοσέβειαν·

οὔτε ὡς ὑψηλοφρόνει καὶ ὑπερ-
‘ῆρται κοσμικὰ ἀξιώματα ὑποδυόμενος, καὶ δουκη-
“νάριος μᾶλλον ἢ ἐπίσκοπος θέλων καλεῖσθαι, καὶ
“σοβῶν κατὰ τὰς ἀγορὰς, καὶ ἐπιστολὰς ἀναγινώ-
“σκων καὶ ὑπαγορεύων, ἅμα βαδίζων δημοσίᾳ καὶ 
“δορυφορούμενος, τῶν μὲν προπορευομένων, τῶν δὲ
ἐφεπομένων πολλῶν τὸν ἀριθμὸν, ὡς καὶ τὴν πίστιν
φθονεῖσθαι καὶ μισεῖσθαι διὰ τὸν ὄγκον αὐ-
“τοῦ καὶ τὴν ὑπερηφανίαν τῆς καρδίας·

οὔτε τὴν
ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς συνόδοις τερατείαν, ἣν μη- 
῾χανᾶται δοξοκοπῶν καὶ φαντασιοκοπῶν, καὶ τὰς
τῶν ἀκεραιοτέρων ψυχὰς τοῖς τοιούτοις ἐκπλήττων,
βῆμα μὲν καὶ θρόνον ὑψηλὸν ἑαυτῷ κατασκευασά-
“μένος, οὐχ ὡς Χριστοῦ μαθητὴς, σήκρητον δὲ,
“ὥσπερ οἷ τοῦ κόσμου ἄρχοντες, ἔχων τε καὶ ὀνομάζων, 
παίων τε τῇ χειρὶ τὸν μηρὸν, καὶ τὸ βῆμα
“ἀράττων τοῖς ποσὶ, καὶ τοῖς μὴ ἐπαινοῦσι μηδὲ
“ὥσπερ ἐν τοῖς θεάτροις κατασείουσι ταῖς ὀθόναις
“μηδ’ ἐκβοῶσί τε καὶ ἀναπηδῶσι κατὰ τὰ αὐτὰ τοῖς
“μηδ’ ἀμφ’ αὐτὸν στασιώταις ἀνδράσι τε καὶ γυναίοις, 
“ἀκόσμως οὕτως ἀκροωμένοις, τοῖς δ’ οὖν ὡς ἐν
“οἵκῳ θεοῦ σεμνοπρεπῶς καὶ εὐτάκτως ἀκούουσιν

 
“ἐπιτιμῶν καὶ ἐνυβρίζων, καὶ εἰς τοὺς ἀπελθόντας
“ἐκ τοῦ βίου τούτου παροινῶν ἐξηγητὰς τοῦ λόγου
“φορτικῶς ἐν τῷ κοινῷ, καὶ μεγαλορρημονῶν περὶ
“ἑαυτοῦ, καθάπερ οὐκ ἐπίσκοπος, ὰλλὰ σοφιστὴς καὶ
 “γόης·

ψαλμοὺς δὲ τοὺς μὲν εἰς τὸν κύριον ἡμῶν
“Ἰησοῦν Χριστὸν παύσας, ὡς δὴ νεωτέρους καὶ νεω-
“τέρων ἀνδρῶν συγγράμματα, εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐν μέσῃ
“τῇ ἐκκλησίᾳ τῇ μεγάλῃ τοῦ πάσχα ἡμέρᾳ ψαλμῳδεῖν
“γυναῖκας παρασκευάζων, ὧν καὶ ἀκούσας ἄν τις
 “φρίξειεν, οἷα καὶ τοὺς θωπεύοντας αὐτὸν ἐπισκό-
“πους τῶν ὁμόρων ἀγρῶν τε καὶ πόλεων καὶ πρεσ-
“βυτέρους ἐν ταῖς πρὸς τὸν λαὸν ὁμιλίαις καθίησι
“διαλέγεσθαι.

τὸν μὲν γὰρ υἱὸν τοῦ θεοῦ οὐ
“βούλεται συνομολογεῖν ἐξ οὐρανοῦ κατεληλυθέναι,
 “(ἵνα τι προλαβόντες τῶν μελλόντων γραφήσεσθαι
“θῶμεν· καὶ τοῦτο οὐ λόγῳ ψιλῷ ῥηθήσεται, ἀλλ᾿
“ἐξ ὧν ἐπέμψαμεν ὑπομνημάτων δείκνυται πολλα-
“χόθεν, οὐχ ἥκιστα δὲ ὅπου λέγει Ἰησοῦν Χριστὸν
“κάτωθεν), οἱ δὲ εἰς αὐτὸν ψάλλοντες καὶ ἐγκωμιά-
 “ζοντες ἐν τῷ λαῷ ἄγγελον τὸν ἀσεβῆ διδάσκαλον
“ἑαυτῶν ἐξ οὐρανοῦ κατεληλυθέναι λέγουσι, καὶ
“ταῦτα οὐ κωλύει, ἀλλὰ καὶ λεγομένοις πάρεστιν ὁ
“ὑπερήφανος.

τὰς δὲ συνεισάκτους αὐτοῦ γυναῖ-
“κας, ὡς Ἀντιοχεῖς ὀνομάζουσι, καὶ τῶν περὶ αὐτὸν
 “πρεσβυτέρων καὶ διακόνων, οἷς καὶ τοῦτο καὶ τὰ
“ἄλλα ἁμαρτήματα ἀνίατα ὄντα συγκρύπτει, συνει-
“δὼς καὶ ἐλέγξας , ὅπως αὐτοὺς ὑπόχρεως ἔχῃ, περὶ
“ὧν λόγοις καὶ ἔργοις ἀδικεῖ, μὴ τολμῶντας κατηγο-
“ρεῖν τῷ καθ᾿ ἑαυτοὺς φόβῳ — ἀλλὰ καὶ πλουσί-
 “ους ἀπέφηνεν, ἐφ᾿ ᾧ πρὸς τῶν τὰ τοιαῦτα ζηλούν-
“των φιλεῖται καὶ θαυμάζεται — τί ἂν ταῦτα γρά-
“φοιμεν;

ἐπιστάμεθα δὲ, ἀγαπητοὶ, ὅτι τὸν ἐπί-

 
“σκοπον καὶ τὸ ἱερατεῖον ἅπαν παράδειγμα εἶναι δεῖ
“τῷ πλήθει πάντων καλῶν ἔργον, καὶ οὐδὲ ἐκεῖνο
“ἀγνοοῦμεν, ὅσοι ὑπὸ τοῦ συνεισάγειν ἑαυτοῖς γυ-
“ναῖκας ἐξέπεσον, οἱ δ’ ὑπωπτεύθησαν· ὥστ’ εἰ
“καὶ δοίη τις αὐτῷ τὸ μηδὲν ἀσελγὲς ποιεῖν, ἀλλὰ 
“τήν γε ὑπόνοιαν τὴν ἐκ τοῦ τοιούτου πράγματος
“φυομένην ἐχρῆν εὐλαβηθῆναι, μή τινα σκανδαλίσῃ,
“τοὺς δὲ καὶ μιμεῖσθαι προτρέψηται.

πῶς γὰρ
“ἂν ἐπιπλήξειεν ἢ νουθετήσειεν ἕτερον μὴ συγκατα-
“βαίνειν ἐπὶ πλέον εἰς ταὐτὸν γυναικὶ, μὴ ὀλίσθῃ 
“φυλαττόμενον, ὡς γέγραπται, ὅστις μίαν μὲν ἀπέ
“στησεν ἤδη, δύο δὲ ἀκμαζούσας καὶ εὐπρεπεῖς
“ὄψιν ἔχει μεθ’ ἑαυτοῦ, κἂν ἀπίῃ που, συμπερι-
“φέρει, καὶ ταῦτα τρυφῶν καὶ ὑπερεμπιμπλάμενος;
“

ὧν ἕνεκα στενάζουσι μὲν καὶ ὀδύρονται πάντες 
“καθ’ ἑαυτοὺς, οὕτω δὲ τὴν τυραννίδα καὶ δυνα-
“στείαν αὐτοῦ πεφόβηνται ὥστε κατηγορεῖν μὴ τολ-
“μᾶν.

ἀλλὰ ταῦτα μὲν, ὡς προειρήκαμεν, ηὔθυ-
“νεν ἄν τις τὸν ἄνδρα, τὸ γοῦν φρόνημα καθολικὸν
“ἔχοντα καὶ συγκαταριθμούμενον ἡμῖν, τὸν δὲ ἐξορ- 
“χησάμενον τὸ μυστήριον καὶ ἐμπομπεύοντα τῇ μιαρᾷ
“αἱρέσει τῇ Ἀρτεμᾶ (τί γὰρ οὐ χρὴ μόλις τὸν πατέρα
῾αὐτοῦ δηλῶσαι;) οὐδὲν δεῖν ἡγούμεθα τούτων τοὺς
“λογισμοὺς ἀπαιτεῖν.“

εἶτ’ ἐπὶ τέλει τῆς ἐπι-
“στολῆς ταῦτ’ ἐπιλέγουσιν· ἠναγκάσθημεν οὖν, ἀν- 
“τιτασσόμενον αὐτὸν τῷ θεῷ καὶ μὴ εἴκοντα ἐκ-
“κηρύξαντες, ἕτερον ἀντ’ αὐτοῦ τῇ καθολικῇ ἐκκλη-
“σίᾳ καταστῆσαι ἐπίσκοπον, θεοῦ προνοίᾳ, ὡς
“πεπείσμεθα, τὸν τοῦ μακαρίου Δημητριανοῦ καὶ
“ἐπιφανῶς προστάντος πρὸ τούτου τῆς αὐτῆς παροικίας 
υἱὸν Δόμνον, ἅπασι τοῖς πρέπουσιν ἐπι-
“σκόπῳ καλοῖς κεκοσμημένον· ἐδηλώσαμέν τε ὑμῖν

 
“ὅπως τούτῳ γράφητε, καὶ τὰ παπὰ τούτου κοινω-
“νικὰ δέχησθε γράμματα. τῷ δὲ Ἀρτερμᾷ οὗτος ἐπι
“στελλέτω, καὶ οἱ τὰ Ἀρτεμᾶ φρονοῦντες τούτῳ
“κοινωνείτωσαν.”

τοῦ δὴ οὖν Παύλου σὺν καὶ
 τῇ τῆς πίστεως ὀρθοδοξίᾳ τῆς ἐπισκοπῆς ἐκπεπτωκότος
Δόμνος, ὡς εἴρηται, τὴν λειτουργίαν τῆς
κατὰ Ἀντιόχειαν ἐκκλησίας διεδέξατο.

ἀλλὰ γὰρ
μηδαμῶς ἐκστῆναι τοῦ Παύλου τοῦ τῆς ἐκκλησίας
οἴκου θέλοντος, βασιλεὺς ἐντευχθεὶς Αὐρηλιανὸς
 αἰσιώτατα περὶ τοῦ πρακτέου διείληφε, τούτοις νεῖμαι
προστάττων τὸν οἶκον, οἷς ἂν οἱ κατὰ τὴν Ἰταλίαν
καὶ τὴν ῾Ρωμαίων πόλιν ἐπίσκοποι τοῦ δόγματος
ἐπιστείλαιεν. οὕτω δῆτα ὁ προδηλωθεὶς ἀνὴρ μετὰ
τῆς ἐσχάτης αἰσχύνης ὑπὸ τῆς κοσμικῆς ἀρχῆς ἐξελαύνεται
 τῆς ἐκκλησίας.

τοιοῦτος μέν γέ τις ἦν
τὸ τηνικάδε περὶ ἡμᾶς ὁ Αὐρηλιανὸς, προϊούσης δ᾿
αὐτῷ τῆς ἀρχῆς ἀλλοῖόν τι περὶ ἡμῶν φρονήσας ἤδη
τισὶ βουλαῖς, ὡς ἂν διωγμὸν καθ᾿ ἡμῶν ἐγείρειεν,
ἀνεκινεῖτο, πολύς τε ἦν ὁ παρὰ πᾶσι περὶ τούτου
 λόγος.

μέλλοντα δὲ ἤδη καὶ σχεδὸν εἰπεῖν τοῖς
καθ᾿ ἡμῶν γράμμασιν ὑποσημειούμενον θεία μέτεισιν
δίκη, μονονουχὶ ἐξ ἀγκώνων τῆς ἐγχειρήσεως
αὐτὸν ἀποδεσμοῦσα, λαμπρῶς τε τοῖς πᾶσι συνορᾶν
παριστῶσα, ὡς οὔποτε γένοιτ᾿ ἂν ῥᾳστώνη τοῖς τοῦ
 βίου ἄρχουσι κατὰ τῶν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησιῶν, μὴ
οὐχὶ τῆς ὑπερμάχου χειρὸς θείᾳ καὶ οὐρανίῳ κρίσει,
παιδείας ἕνεκα καὶ ἐπιστροφῆς, καθ᾿ οὓς ἂν αὐτὴ
δοκιμάζοι καιροὺς, τοῦτ᾿ ἐπιτελεῖσθαι συγχωρούσης.

ἔτεσι γοῦν ἓξ κρατήσαντα τὸν Αὐρηλιανὸν διαδέχεται
 Πρόβος, καὶ τοῦτον δέ που τοῖς ἴσοις ἐπικατασχόντα
Κᾶρος ἅμα παισὶ Καρίνῳ καὶ Νουμεριανῷ·
πάλιν τ᾿ αὖ καὶ τούτων οὐδ᾿ ὅλοις τρισὶν

 
ἐνιαυτοῖς διαγενομένων μέτεισι τὰ τῆς ἡγεμονίας
εἰς Διοκλητιανὸν καὶ τοὺς μετ’ αὐτὸν εἰσποιηθέντας,
ἐφ’ ὧν ὁ καθ’ ἡμᾶς συντελεῖται διωγμός καὶ ἡ κατ’
αὐτὸν τῶν ἐκκλησιῶν καθαίρεσις.

ἀλλὰ γὰρ
μικρῷ τούτου πρότερον τὸν ἐπὶ Ῥώμης ἐπίσκοπον 
Διονύσιον ἔτεσιν ἐννέα διελθόντα τὴν λειτουργίαν
διαδέχεται Φῆλιξ.

[Nic. H. E. VI, 31-32] Ἐν τούτῳ καὶ
ὁ Μανεὶς τὰς φρένας, ἐπώνυμός τε τῆς δαιμονώσης
αἱρέσεως, τὴν τοῦ λογισμοῦ παρατροπὴν καθωπλίζετο, 
τοῦ δαίμονος, αὐτοῦ δήπου τοῦ θεομάχου σατανᾶ, ἐπὶ
λύμῃ πολλῶν τὸν ἄνδρα προβεβλημένου. βάρβαρος
δῆτα τὸν βίον αὐτῷ λόγῳ καὶ τρόπῳ, τήν τε φύσιν
δαιμονικός τις ὢν καὶ μανιώδης, ἀκόλουθα τούτοις
ἐγχειρῶν, Χριστὸν αὐτὸν μορφάζεσθαι ἐπειρᾶτο, 
τοτὲ μὲν τὸν παράκλητον καὶ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ
ἅγιον· αὐτὸς ἑαυτὸν ἀνακηρύττων, καὶ τυφούμενός
γε ἐπὶ τῇ μανίᾳ, τοτὲ δὲ, οἷα Χριστὸς, μαθητὰς δώδεκα
κοινωνοὺς τῆς καινοτομίας αἱρούμενος.

δόγματά
γε μὴν ψευδῆ καὶ ἄθεα ἐκ μυρίων τῶν πρόπαλαι 
ἀπεσβηκότων ἀθέων συμπεφορημένα καττύσας,
ἐκ τῆς Περσῶν ἐπὶ τὴν καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένην
ὥσπερ τινὰ θανατηφόρον ἰὸν ἐξωμόρξατο, ἀφ’ οὗ
δὴ τὸ Μανιχαίων δυσσεβὲς ὄνομα τοῖς πολλοῖς εἰσέτι
νῦν ἐπιπολάζει. τοιαύτη μὲν οὖν ἡ καὶ τῆσδε 
τῆς ψευδωνύμου γνώσεως ὑπόθεσις, κατὰ τοὺς δεδηλωμένους
ὑποφυείσης χρόνους,

[Nic. H. E. VI, 34—37] καθ’ οὓς
τῆς Ῥωμαίων προστάντα ἐκκλησίας ἔτεσι
Εὐτυχιανὸς διαδέχεται· οὐδ’ ὅλοις δὲ μησὶν οὗτος 
δέκα διαγενόμενος Γαΐῳ τῷ καθ’ ἡμὰς καταλείπει
τὸν κλῆρον. καὶ τούτου δὲ ἀμφὶ τὰ πεντεκαίδεκα

 
ἔτη προστάντος Μαρκελλῖνος κατέστη διάδοχος, ὃν
καὶ αὐτὸν ὁ διωγμὸς κατείληφε.

κατὰ τούσδε
τῆς Ἀντιοχέων ἐπισκοπῆς μετὰ Δόμνον ἡγήσατ’
Τίμαιος, ὃν ὁ καθ’ ἡμὰς διεδέξατο Κύριλλος,
 ὃν Δωρόθεον πρεσβείου τοῦ κατὰ Ἀντιόχειαν ἠξιω
μένον τῶν τηνικάδε λόγιον ἄνδρα ἔγνωμεν. φιλόκαλο
δ’ οὗτος περὶ τὰ θεῖα γεγονὼς καὶ τῆς Ἑβραίων ἐπεμελήθη
γλώττης, ὡς καὶ αὐταῖς ταῖς Ἑβραϊκαῖς
γραφαῖς ἐπιστημόνως ἐντυγχάνειν.

. ἦν δ’ οὗτο
 τῶν μάλιστα ἐλευθερίων, προπαιδείας τε τῆς καθ’
Ἕλληνας οὐκ ἄμοιρος, τὴν φύσιν δὲ ἄλλως εὐνοῦχος,
οὕτω πεφυκὼς ἐξ αὐτῆς γενέσεως ὡς καὶ
βασιλέα διὰ τοῦτο οἷόν τι παράδοξον αὐτὸν οἰκειώσασθαι,
καὶ τιμῆσαί γε ἐπιτροπῇ τῆς κατὰ Τυρὸν
 ἁλουργοῦ βαφῆς.

τούτου μετρίως τὰς γραφὰς
ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας διηγουμένου κατηκούσαμεν. μετὰ
δὲ Κύριλλον Τύραννος τῆς Ἀντιοχέων παροικίας
τὴν ἐπισκοπὴν διεδέξατο, καθ’ ὃν ἤκμασεν ἡ τῶν
ἐκκλησιῶν πολιορκία.

τῆς δ’ ἐν Λαοδικείᾳ παροικίας
 ἡγήσατο μετὰ Σωκράτην Εὐσέβιος, ἀπὸ
Ἀλεξανδρέων ὁρμηθεὶς πόλεως. αἰτία δ’ αὐτῷ τῆς
μεταναστάσεως ὑπῆρξεν ἡ κατὰ τὸν Παῦλον ὑπόθεσις,
δι’ ὃν τῆς Συρίας ἐπιβὰς πρὸς τῶν τῇδε
περὶ τὰ θεῖα ἐσπουδακότων τῆς οἴκαδε πορείας εἴργεται,
 ἐπέραστόν τι θεοσεβείας χρῆμα τῶν καθ’
ἡμὰς γενόμενος, ὡς καὶ ἀπὸ τῶν παρατεθεισῶν Διονυσίου
φωνῶν διαγνῶναι ῥᾴδιον.

Ἀνατόλιος
αὐτῷ διάδοχος, ἀγαθός φασιν ἀγαθοῦ, καθίσταται,
γένος μὲν καὶ αὐτὸς Ἀλεξανδρεὺς, λόγων δ’ ἕνεκα
 καὶ παιδείας τῆς Ἑλλήνων φιλοσοφίας τε τὰ
τῶν μάλιστα καθ’ ἡμᾶς δοκιμωτάτων ἀπενηνεγμένος,
ἅτε ἀριθμητικῆς καὶ γεωμετρίας ἀστρονομίας

 
τε καὶ τῆς ἄλλης διαλεκτικῆς, ἔτι τε φυσικῆς θεωρίας,
ῥητορικῶν τε αὖ μαθημάτων ἐληλακὼς εἰς
ἄκρον· ὧν ἕνεκα καὶ τῆς ἐπ’ Ἀριστοτέλους
διαδοχῆς τὴν διατριβὴν λόγος ἔχει πρὸς τῶν
τῇδε πολιτῶν συστήσασθαι αὐτὸν ἀξιωθῆναι.

μυρίας 
μὲν οὖν τοῦδε καὶ ἄλλας ἀριστείας ἐν τῇ κατ’
Ἀλεξάνδρειαν τοῦ Προυχείου πολιορκίᾳ μνημονεύουσιν,
ἅτε τῶν ἐν τέλει προνομίας ἐξαιρέτου
πρὸς ἀπάντων ἠξιωμένου, δείγματος δὲ ἕνεκα μόνου
τοῦδε ἐπιμνησθήσομαι.

τοῦ πυροῦ, φασὶ, τοῖς 
πολιορκουμένοις ἐπιλελοιπότος, ὡς ἤδη τῶν ἔξωθεν
πολεμίων μᾶλλον αὐτοῖς τὸν λιμὸν ἀφόρητον καθεστάναι,
παρὼν ὁ δηλούμενος οἰκονομεῖταί τι τοιοῦτον.
θατέρου μέρους τῆς πόλεως τῷ Ῥωμαϊκῷ συμμαχοῦντος
στρατῷ, ταύτῃ τε τυγχάνοντος ἀπολιορκήτου, 
τὸν Εὐσέβιον ἔτι γὰρ εἶναι τότε αὐτόθι πρὸ
τῆς ἐπὶ Συρίαν μεταναστάσεως) ἐν τοῖς ἀπολιορκήτοις
ὄντα, μέγα τε κλέος καὶ διαβόητον ὄνομα μέχρι
καὶ τοῦ Ῥωμαίων στρατηλάτου κεκτημένον, περὶ
τῶν λιμῷ διαφθειρομένων κατὰ τὴν πολιορκίαν 
πέμψας ὁ Ἀνατόλιος ἐκδιδάσκει.

ὁ δὲ μαθὼν
σωτηρίαν τοῖς ἀπὸ τῶν πολεμίων αὐτομόλοις παρασχεῖν
ὡς ἐν μεγίστῃ χάριτι δωρεὰς τὸν Ῥωμαίων
στρατηγὸν αἰτεῖται, καὶ τῆς ἀξιώσεως γε τυχὼν ἐμφανὲς
τῷ Ἀνατολίῳ καθίστησιν. ὁ δὲ αὐτίκα τὴν 
ἐπαγγελίαν δεξάμενος, βουλὴν τῶν Ἀλεξανδρέων
συναγαγὼν, τὰ μὲν πρῶτα πάντας ἠξίου φιλικὴν
δοῦναι Ῥωμαίοις δεξιὰν, ὡς δ’ ἀγριαίνοντας ἐπὶ τῷ
λόγῳ συνεῖδεν, ἀλλ’ οὐ τούτῳ γε, φησὶν, ἀντιλέξειν
ποθ’ ὑμὰς οἴομαι, εἰ τοὺς περιττοὺς καὶ ἡμῖν 
αὐτοῖς οὐδαμῆ χρησίμους, γραΐδας καὶ νήπια καὶ
πρεσβύτας, ἐκδοῦναι πυλῶν ἔξω βαδίζειν ὅποι καὶ

 
βούλοιντο συμβουλεύσαιμι. τί γὰρ δὴ τούτους εἰς
μάτην ὅσον οὔπω τεθνηξομένους παρ’ ἑαυτοῖς ἔχοιμεν;
τί δὲ τοὺς ἀναπήρους καὶ τὰ σώματα λελωβημένους
τῷ λιμῷ κατατρύχομεν, τρέφειν δέον μόνους
 ἄνδρας καὶ νεανίας, καὶ τὸν ἀναγκαῖον πυρὸν τοῖς
ἐπὶ φυλακῇ τῆς πόλεως ἐπιτηδείοις ταμιεύεσθαι;

τοιούτοις τισὶ λογισμοῖς πείσας τὸ συνέδριον,
ψῆφον πρῶτος ἀναστὰς ἐκφέρει, πὰν τὸ τῇ στρατείᾳ
μὴ ἐπιτήδειον εἴτε ἀνδρῶν εἴτε γυναικῶν γένος
 ἀπολύειν τῆς πόλεως, ὅτι μηδὲ καταμένουσιν αὐτοῖς
καὶ εἰς τὸ ἄχρηστον ἐν τῇ πόλει διατρίβουσιν ἐλπὶς
ἂν γένοιτο σωτηρίας, πρὸς τοῦ λιμοῦ διαφθαρησομένοις.

ταύτῃ δὲ τῶν λοιπῶν ἁπάντων τῇ βουλῇ
συγκατατεθειμένων μικροῦ δεῖν τοὺς πάντας τῶν
 πολιορκουμένων διεσώσατο, ἐν πρώτοις μὲν τοὺς
ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας, ἔπειτα δὲ καὶ τῶν ἄλλων τῶν
κατὰ τὴν πόλιν πᾶσαν ἡλικίαν διαδιδράσκειν προμηθούμενος,
οὐ μόνον τῶν κατὰ τὴν ψῆφον δεδογμένων,
τῇ δὲ τούτων προφάσει καὶ μυρίους ἄλλους
 λεληθότως γυναικείαν στολὴν ἀμπισχομένους, νύκτωρ
τε τῇ ἐκείνου φροντίδι τῶν πυλῶν ἐξιόντας
καὶ ἐπὶ τὴν Ῥωμαίων στρατιὰν ὁρμῶντας. ἔνθα
τοὺς πάντας ὑποδεχόμενος ὁ Εὐσάβιος πατρὸς καὶ
ἰᾶτ’ ῥοῦ δίκην κεκακωμένους ἐκ τῆς μακρὰς πολιορκίας
 διὰ πάσης προνοίας καὶ θεραπείας ἀνεκτᾶτο.

τοιούτων ἡ κατὰ Λαοδίκειαν ἐκκλησία δύο ἐφεξῆς
κατὰ διαδοχὴν ἠξιώθη ποιμένων, σὺν θείᾳ προμηθείᾳ
μετὰ τὸν δηλωθέντα πόλεμον ἐκ τῆς Αλεξανδρέων
πόλεως ἐπὶ τὰ τῇδε μετεληλυθότων.

οὐ
ὢ μὲν οὖν ἐσπουδάσθη πλεῖστα τῷ Ἀνατολίῳ συγγράμματα,
τοσαῦτα δ’ εἰς ἡμᾶς ἐλήλυθε, δι’ ὧν
αὐτοῦ καταμαθεῖν δυνατὸν ὁμοῦ τό τε λόγιον καὶ

 
πολυμαθὲς, ἐν οἷς μάλιστα τὰ περὶ τοῦ πάσχα
δόξαντα παρίστησιν, ἀφ᾿ ὧν ἀναγκαῖον ἂν εἴη τούτων
ἐπὶ τοῦ παρόντος μνημονεῦσαι. 
 [Ἐκ τῶν περὶ τοῦ πάσχα Ἀνατολίου κανόνων]

“Ἔχει τοίνυν ἐν τῷ πρώτῳ ἔτει τὴν νου- 
“μηνίαν τοῦ πρώτου μηνὸς , ἥτις ἁπάσης ἐστὶν ἀρχὴ
“τῆς ἐννεακαιδεκαετηρίδος, τῇ κατ᾿ Αἰγυπτίους μὲν
“Φαμενὼθ ἕκτῃ καὶ εἰκάδι, κατὰ δὲ τοὺς Μακεδό-
“νων μῆνας Δύστρου δευτέρα καὶ εἰκάδι, ὡς δ᾿
“ἄν εἴποιεν ῾Ρωμαῖοι, πρὸ ἕνδεκα Καλανδῶν Ἀπριλ- 
“λίων.

εὑρίσκεται δὲ ὁ ἥλιος ἐν τῇ προκειμένῃ
“Φαμενὼθ ἕκτῃ καὶ εἰκάδι οὐ μόνον ἐπιβὰς τοῦ
“πρώτου τμήματος, ἀλλ᾿ ἤδη καὶ τετάρτην ἡμέραν
“ἐν αὐτῷ διαπορευόμενος. τοῦτο δὲ τὸ τμῆμα πρῶ-
“τον δωδεκατημόριον καὶ ἰσημερινὸν καὶ μηνῶν 
“ἀρχὴν καὶ κεφαλὴν τοῦ κύκλου καὶ ἄφεσιν τοῦ
“τῶν πλανητῶν δρόμου καλεῖν εἰώθασι, τὸ δὲ πρὸ
“τούτου μηνῶν ἔσχατον καὶ τμῆμα δωδέκατον καὶ
“τελευταῖον δωδεκατημόριον καὶ τέλος τῆς τῶν πλα-
“νητῶν περιόδου. διὸ καὶ τοὺς ἐν αὐτῷ τιθεμένους 
“τὸν πρῶτον μῆνα καὶ τὴν τεσσαρεσκαιδεκάτην
“τοῦ πάσχα κατ᾿ αὐτὴν λαμβάνοντας οὐ μικρῶς
“οὐδ᾿ ὡς ἔτυχεν ἁμαρτάνειν φαμέν.

ἔστι δ᾿ οὐχ
“ἡμέτερος οὗτος ὁ λόγος, Ἰουδαίοις δὲ ἐγινώσκετο
“τοῖς πάλαι καὶ πρὸ Χριστοῦ, ἐφυλάττετό τε πρὸς 
“αὐτῶν μάλιστα. μαθεῖν δ᾿ ἔστιν ἐκ τῶν ὑπὸ Φί-
“λωνος, Ἰωσήπου, Μουσαίου λεγομένων, καὶ οὐ
“μόνων τούτων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἔτι παλαιοτέρων,
“ἀμφοτέρων Ἀγαθοβούλων τῶν ἐπίκλην διδασκά-
“λων, Ἀριστοβούλου τοῦ πάνυ, ὃς ἐν τοῖς ἑβδομή- 
“κοντα κατειλεγμένος τοῖς τὰς ἱερὰς καὶ θείας
“Ἑβραίων ἑρμηνεύσασι γραφὰς Πτολεμαίῳ τῷ Φιλα-

 
“δέλφῳ καὶ τῷ τούτου πατρὶ, καὶ βίβλους ἐξηγητι-
“κὰς τοῦ Μωυσέως νόμου τοῖς αὐτοῖς προσεφώνησε
“βασιλεῦσιν.

οὗτοι τὰ ζητούμενα κατὰ τὴν Ἔξοδον
ἐπιλύοντές φασι δεῖν τὰ διαβατήρια θύειν ἐπ’
 “ἴσης ἅπαντας μετὰ ἰσημερίαν ἐαρινὴν, μεσοῦντος
“τοῦ πρώτου μηνός· τοῦτο δὲ εὑρίσκεσθαι, τὸ πρῶ-
“τον τμῆμα τοῦ ἡλιακοῦ, ἢ ὥς τινες αὐτῶν ὠνόμασαν,
ζωοφόρου κύκλου διεξιόντος ἡλίου. ὁ δὲ
Ἀριστόβουλος προστίθησιν ὡς εἴη ἐξ ἀνάγκης τῇ
 “τῶν διαβατηρίων ἑορτῇ, μὴ μόνον τὸν ἥλιον τὸ
ἰσημερινὸν διαπορεύεσθαι τμῆμα, καὶ τὴν σελήνην
“δέ.

τῶν γὰρ ἰσημερινῶν τμημάτων ὄντων δύο,
“τοῦ μὲν ἐαρινοῦ, τοῦ δὲ μετοπωρινοῦ, καὶ διαμετρούντων
ἄλληλα, δοθείσης τε τῆς τῶν διαβα-
 “τηρίων ἡμέρας τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ τοῦ μηνὸς
μεθ’ ἐσπέραν, ἐστήξεται μὲν ἡ σελήνη τὴν ἐναντίαν
καὶ διάμετρον τῷ ἡλίῳ στάσιν, ὥσπερ οὖν ἔξεστιν
ἐν ταῖς πανσελήνοις ὁρᾶν, ἔσονται δὲ ὁ μὲν κατὰ
τὸ ἐαρινὸν ἰσημερινὸν, ὁ ἥλιος, τμῆμα, ἡ δὲ ἐξ
 ἀνάγκης κατὰ τὸ φθινοπωρινὸν ἰσημερινὸν, ἡ σελήνη.

οἶδα πλεῖστα καὶ ἄλλα πρὸς αὐτῶν
λεγόμενα, τοῦτο μὲν πιθανὰ, τοῦτο δὲ κατὰ τὰς
κυριακὰς ἀποδείξεις προι·όντα, δι’ ὧν παριστάνειν
πειρῶνται, τὴν τοῦ πάσχα καὶ τῶν ἀζύμων ἑορτὴν
 δεῖν πάντως μετ’ ἰσημερίαν ἄγεσθαι· παρίημι δὲ
τὰς τοιαύτας τῶν ἀποδείξεων ὕλας ἀπαιτῶν, ὧν
περιῄρηται μὲν τὸ ἐπὶ τοῦ Μωυσέως νόμῳ κάλυμμα,
ἀνακεκαλυμμένῳ δὲ τῷ προσώπῳ λοιπὸν ἤδη Χριστὸν
καὶ τὰ Χριστοῦ ἀεὶ κατοπτρίζεσθαι μαθήματά
 τε καὶ παθήματα. τοῦ δὲ τὸν πρῶτον παρ’ Ἑβραί-
“οις ὄις μῆνα περὶ ἰσημερίαν εἶναι παραστατικὰ καὶ τὰ
“ἐν τῷ Ἐωὼχ μαθήματα.“

καὶ ἀριθμητικὰς δὲ

 
καταλέλοιπεν ὁ αὐτὸς ἐν ὅλοις δέκα συγγράμμασιν
εἰσαγωγὰς, καὶ ἄλλα δείγματα τῆς περὶ τὰ θεῖα
σχολῆς τε αὐτοῦ καὶ πολυπειρίας.

τούτῳ πρῶτος
ὁ τῆς Παλαιστινῶν Καισαρείας ἐπίσκοπος Θεότεκνος
χεῖρας εἰς ἐπισκοπὴν ἐπιτέθεικε, διάδοχον 
ἑαυτοῦ μετὰ τελευτὴν ποριεῖσθαι τῇ ἰδίᾳ παροικίᾳ
προμνώμενος. καὶ δὴ ἐπὶ σμικρόν τινα χρόνον ἄμφω
τῆς αὐτῆς προύστησαν ἐκκλησίας, ἀλλὰ γὰρ ἐπὶ τὴν
Ἀντιόχειαν τῆς κατὰ Παῦλον συνόδου καλούσης,
τὴν Λαοδικέων πόλιν παριὼν πρὸς τῶν ἀδελφῶν 
αὐτόθι κοιμηθέντος Εὐσεβίου κεκράτηται·

καὶ
τοῦ Ἀνατολίου δὲ τὸν βίον μεταλλάξαντος τῆς ἐκεῖσε
παροικίας ὕστατος τῶν πρὸ τοῦ διωγμοῦ καθίσταται
Στέφανος, λόγων μὲν φιλοσόφων καὶ τῆς ἄλλης
παρ᾿ Ἕλλησι παιδείας παρὰ τοῖς πολλοῖς θαυμασθεὲς, 
οὐχ ὁμοίως γε μὴν περὶ τὴν θείαν πίστιν
διατεθειμένος, ὡς προϊὼν ὁ τοῦ διωγμοῦ καιρὸς
ἀπήλεγξεν, εἴρωνα μᾶλλον δειλόν τε καὶ ἄνανδρον
ἤπερ ἀληθῆ φιλόσοφον ἀποδείξας τὸν ἄνδρα.

οὐ
μὴν ἐπὶ τούτῳ γε καταστρέφειν ἤμελλε τὰ τῆς ἐκκλησίας, 
ἀνορθοῦται δ᾿ αὐτὰ πρὸς αὐτοῦ θεοῦ τοῦ
πάντων σωτῆρος αὐτίκα τῆς αὐτόθι παροικίας ἐπίσκοπος
ἀναδειχθεὶς Θεόδοτος, πράγμασιν αὐτοῖς
ἀνὴρ καὶ τὸ κύριον ὄνομα καὶ τὸν ἐπίσκοπον ἐπαληθεύσας.
ἰατρικῆς μὲν γὰρ σωμάτων ἀπεφέρετο τὰ 
πρῶτα τῆς ἐπιστήμης, ψυχῶν δὲ θεραπευτικῆς οἷος
οὐδὲ ἄλλος ἀνθρώπων ἐτύγχανε, φιλανθρωπίας,
γνησιότητος, συμπαθείας, σπουδῆς τῆς τῶν παρ᾿
αὐτοῦ δεομένων ὠφελείας ἕνεκεν. πολὺ δὲ ἦν αὐτῷ
καὶ τὸ περὶ τὰ θεῖα μαθήματα συνησκημένον. οὗτος 
μὲν δὴ τοιοῦτος ἦν.

ἐν Καισαρείᾳ δὲ τῆς Παλαιστίνης
Θεότεκνον σπουδαιότατα τὴν ἐπισκοπὴν διελ-

 
θόντα Ἀγάπιος διαδέχεται, ὃν καὶ πολλὰ καμεῖν,
γνησιωτάτην τε πρόνοιαν τῆς τοῦ λαοῦ προστασίας
ἴσμεν πεποιημένον, πλουσίᾳ τε χειρὶ πάντων μάλιστα
πενήτων ἐπιμεμελημένον.

κατὰ τοῦτον ἐλλογιμώτατον
 αὐτῷ τε βίῳ φιλόσοφον ἀληθῆ, πρεσβείου
τῆς αὐτόθι παροικίας ἠξιωμένον, Πάμφιλον ἔγνωμεν,
ὃν ὁποῖός τις ἦν καὶ ὁπόθεν ὁρμώμενος, οὐ σμικρᾶς
ἂν γένοιτο δηλοῦν ὑποθέσεως· ἕκαστα δὲ τοῦ κατ’
αὐτὸν βίου καὶ ἧς συνεστήσατο διατριβῆς, τούς τε
 κατὰ τὸν διωγμὸν ἐν διαφόροις ὁμολογίαις ἀγῶνας
αὐτοῦ, καὶ ὃν ἐπὶ πᾶσιν ἀνεδήσατο τοῦ μαρτυρίου
στέφανον, ἐν ἰδίᾳ τῇ περὶ αὐτοῦ διειλήφαμεν ὑποθέσει.

ἀλλ’ οὗτος μὲν τῶν τῇδε θαυμασιώτατος,
ἐν δὲ τοῖς μάλιστα καθ’ ἡμᾶς σπανιωτάτους
 γενομένους ἴσμεν τῶν μὲν ἐπ’ Ἀλεξανδρείας πρεσβυτέρων
Πιέριον, Μελέτιον δὲ τῶν κατὰ Πόντον
ἐκκλησιῶν ἐπίσκοπον.

ἀλλ’ ὁ μὲν ἄκρως ἀκτήμονι
βίῳ καὶ μαθήμασι φιλοσόφοις δεδοκίμαστο, ταῖς
περὶ τὰ θεῖα θεωρίαις καὶ ἐξηγήσεσι, καὶ ταῖς ἐπὶ
 τοῦ κοινοῦ τῆς ἐκκλησίας διαλέξεσιν ὑπερφυῶς ἐξησκημένος,
ὁ δὲ Μελέτιος τὸ μέλιτῆς’ Αττικῆς ἐκάλουν
αὐτὸν οἱ ἀπὸ παιδείας) τοιοῦτος ἦν, οἷον ἂν γράψειέ
τις τῶν κατὰ πάντα λόγων ἕνεκα τελεώτατον·
ῥητορικῆς μέν γε τὴν ἀρετὴν οὐδὲ οἶόν τε θαυμάζειν
 ἐπαξίως, ἀλλὰ τοῦτο μὲν εἶναι αὐτῷ φαίη ἄν τις τὸ
κατὰ φύσιν· τῆς δ’ ἄλλης πολυπειρίας τε καὶ πολυμαθείας
τίς ἂν τὴν ἀρετὴν ὑπερβάλοιτο;

ὅτι δὴ
ἐπὶ πάσαις λογικαῖς ἐπιστήμαις τὸν τεχνικώτατον
καὶ λογιώτατον καὶ μόνον πεῖραν αὐτοῦ λαβὼν ἂν
 εἶπες. ἐφάμιλλα δὲ αὐτῷ καὶ τὰ τῆς ἀρετῆς παρῆν
τοῦ βίου. τοῦτον κατὰ τὸν τοῦ διωγμοῦ καιρὸν τοῖς
κατὰ Παλαιστίνην κλίμασι διαδιδράσκοντα ἐφ’ ὅλοις

 
ἔτεσιν ἑπτὰ κατενοήσαμεν.

τῆς δ’ ἐν Ἱεροσολύμοις
ἐκκλησίας μετὰ τὸν σμικρῷ πρόσθεν δεδηλωμένον
ἐπίσκοπον Ὑμέναιον Ζάμβδας τὴν λειτουργίαν
παραλαμβάνει. μετ’ οὐ πολὺ δὲ τούτου
κεκοιμημένου Ἕρμων ὕστατος τῶν μέχρι τοῦ καθ’ 
ἡμᾶς διωγμοῦ τὸν εἰσέτι νῦν ἐκεῖσε πεφυλαγμένον
ἀποστολικὸν διαδέχεται θρόνον.

καὶ ἐπ’ Ἀλεξανδρείας
δὲ Μάξιμον ὀκτωκαίδεκα ἔτεσι μετὰ τὴν
Διονυσίου τελευτὴν ἐπισκοπεύσαντα Θεωνᾶς διαδέχεται·
καθ’ ὃν ἐπὶ τῆς Ἀλεξανδρείας ἐπὶ ταὐτὸν 
τῷ Πιερίῳ πρεσβυτερίου ἠξιωμένος Ἀχιλλᾶς ἐγγωρίζετο,
τῆς ἱερᾶς πίστεως τὸ διδασκαλεῖον ἐγκεχειρισμένος,
οὐδενὸς ἧττον σπανιώτατον φιλοσοφίας
ἔργον καὶ πολιτείας εὐαγγελικῆς τρόπον γνήσιον
ἐπιδεδειγμένος.

μετὰ δὲ Θεωνᾶν ἐννεακαίδεκα 
ἔτεσιν ἐξυπηρετησάμενον διαδέχεται τὴν ἐπισκοπὴν
τῶν ἐπ’ Ἀλεξανδρείας Πέτρος, ἐν τοῖς μάλιστα καὶ
αὐτὸς διαπρέψας ἐφ’ ὅλοις δυοκαίδεκα ἐνιαυτοῖς, ὧν
πρὸ τοῦ διωγμοῦ τρισὶν οὐδ’ ὅλοις ἔτεσιν ἡγησάμενος
τῆς ἐκκλησίας, τὸν λοιπὸν τοῦ βίου χρόνον 
εὐτονωτέρᾳ τῇ συνασκήσει ἑαυτόν τε ἦγε, καὶ τῆς
κοινῆς τῶν ἐκκλησιῶν ὠφελείας οὐκ ἀφανῶς ἐπεμέλετο.
ταύτῃ δ’ οὖν ἐνάτῳ ἔτει τοῦ διωγμοῦ τὴν κεφαλὴν
ἀποτμηθεὶς τῷ τοῦ μαρτυρίου κατεκοσμήθη στεφάνῳ.

Ἐν τούτοις τὴν τῶν διαδοχῶν περιγράψαντες 
ὑπόθεσιν, ἀπὸ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν γενέσεως
ἐπὶ τὴν τῶν προσευκτηρίων καθαίρεσιν εἰς ἔτη
συντείνουσαν πέντε καὶ τριακόσια, φέρε ἐξῆς τοὺς
καθ’ ἡμᾶς τῶν ὑπὲρ εὐσεβείας ἀνδρισαμένων ἀγῶνας,
ὅσοι τε καὶ πηλίκοι γεγόνασι, καὶ τοῖς μεθ’ 
ἡμάς εἰδέναι διὰ γραφῆς καταλείψωμεν.

Προοίμιον. Τὴν τῶν ἀποστόλων διαδοχὴν ἐν
ὅλοις ἑπτὰ περιγράψαντες βιβλίοις ἐν ὀγδόῳ τούτῳ
 συγγράμματι τὰ καθ’ ἡμᾶς αὐτοὺς, οὐ τῆς τυχούσης
ἄξια ὄντα γραφής, ἕν τι τῶν ἀναγκαιοτάτων
ἡγούμεθα δεῖν εἰς γνῶσιν καὶ τῶν μεθ’ ἡμᾶς παραδοῦναι,
καὶ ἄρξεταί γε ὁ λόγος ἐντεῦθεν ἡμῖν.

[Nic. H. E. VII, 2] Ὅσης μὲν καὶ ὁποίας
 πρὸ τοῦ καθ’ ἡμᾶς διωγμοῦ δόξης ὁμοῦ καὶ παρρησίας
ὁ διὰ Χριστοῦ τῷ βίῳ κατηγγελμένος τῆς εἰς
τὸν τῶν ὅλων θεὸν εὐσεβείας λόγος παρὰ πᾶσιν
ἀνθρώποις, Ἕλλησι τε καὶ βαρβάροις, ἠξίωτο, μεῖζον
ἢ καθ’ ἡμᾶς ἐπαξίως διηγήσασθαι.

τεκμήρια
 δ’ ἂν γένοιτο τῶν κρατούντων αἱ περὶ τοὺς ἡμετέρους
δεξιώσεις, οἷς καὶ τὰς τῶν ἐθνῶν ἐνεχείριζον
ἡγεμονίας, τῆς περὶ τὸ θύειν ἀγωνίας κατὰ πολλὴν,
ἣν ἀπέσωζον περὶ τὸ δόγμα, φιλίαν αὐτοὺς ἀπαλλάττοντες.

τί δεῖ περὶ τῶν κατὰ τοὺς βασιλικοὺς
 λέγειν οἴκους, καὶ τῶν ἐπὶ πᾶσιν ἀρχόντων; οἱ τοῖς
οἰκείοις εἰς πρόσωπον ἐπὶ τῷ θείῳ παρρησιαζομένοις
λόγῳ τε καὶ βίῳ συνεχώρουν, γαμεταῖς καὶ παισὶ
καὶ οἰκέταις, μονονουχὶ καὶ ἐγκαυχᾶσθαι ἐπὶ τῇ
παρρησίᾳ τῆς πίστεως ἐπιτρέποντες· οὓς ἐξόχως καὶ
 μᾶλλον τῶν συνθεραπόντων ἀποδεκτοὺς ἡγοῦντο.

οἷος ἐκεῖνος ἢν Δωρόθεος, πάντων αὐτοῖς εὐνούστατος
καὶ πιστότατος, καὶ τούτων ἕνεκα διαφερόντως
παρὰ τοὺς ἐν ἀρχαῖς καὶ ἡγεμονίαις αὐτοῖς
τιμιωτάταις ἐντιμότατος, ὅ τε σὺν αὐτῷ περιβόητος
 Γοργόνιος, καὶ ὅσοι τῆς αὐτῆς ὁμοίως τούτοις
ἠξίωντο διὰ τὸν τοῦ θεοῦ λόγον τιμῆς.

οἵας τε
καὶ τοὺς καθ’ ἑκάστην ἐκκλησίαν ἄρχοντας παρὰ

 
πᾶσιν ἐπιτρόποις καὶ ἡγεμόσιν ἀποδοχῆς ἦν ὁρᾶν
ἀξιουμένους. πῶς δ’ ἄν τις διαγράψειε τὰς μυριάνδρους
ἐκείνας ἐπισυναγωγὰς καὶ τὰ πλήθη τῶν
κατὰ πᾶσαν πόλιν ἀθροισμάτων, τάς τε ἐπισήμους
ἐν τοῖς προσευκτηρίοις συνδρομὰς, ὧν δὴ ἕνεκα 
μηδαμῶς ἔτι τοῖς παλαιοῖς οἰκοδομήμασιν ἀρκούμενοι
εὐρείας εἰς πλάτος ἀνὰ πάσας τὰς πόλεις ἐκ
θεμελίων ἀνίστων ἐκκλησίας.

ταῦτα δὲ τοῖς χρόνοις
προιόντα, ὁσημέραι τε εἰς αὔξησιν καὶ μέγεθος
ἐπιδιδόντα οὐδεὶς ἀνεῖργε φθόνος, οὐδέ τις δαίμων 
πονηρὸς οἰός τε ἦν βασκαίνειν οὐδ’ ἀνθρώπων ἐπιβουλαῖς
κωλύειν, εἰς ὅσον ἡ θεία καὶ οὐράνιος χεὶρ
ἔσκεπέ τε καὶ ἐφρούρει οἷα δὴ ἄξιον ὄντα τὸν ἑαυτῆς
λαόν.

ὡς δὲ ἐκ τῆς ἐπὶ πλέον ἐλευθερίας ἐπὶ χαυνότητα
καὶ νωθρίαν τὰ καθ’ ἡμᾶς μετηλλάττετο, ἄλλων 
ἄλλοις διαφθονουμένων καὶ διαλοιδορουμένων,
καὶ μονονουχὶ ἡμῶν αὐτῶν ἑαυτοῖς προσπολεμούντων
ὅπλοις, εἰ οὕτω τύχοι, καὶ δόρασι τοῖς διὰ λόγων,
ἀρχόντων τε ἄρχουσι προσρηγνύντων, καὶ λαῶν ἐπὶ
λαοὺς καταστασιαζόντων, τῆς τε ὑποκρίσεως ἀφάτου 
καὶ τῆς εἰρωνείας ἐπὶ πλεῖστον ὅσον κακίας προϊούσης,
ἡ μὲν δὴ θεία κρίσις, οἷα φίλον αὐτῇ, πεφεισμένως,
τῶν ἀθροισμάτων ἔτι συγκροτουμένων,
ἠρέμα καὶ μετρίως τὴν αὐτῆς ἐπισκοπὴν ἀνεκίνει,
ἐκ τῶν ἐν στρατείαις ἀδελφῶν καταρχομένου τοῦ 
διωγμοῦ.

ὡς δ’ ἀνεπαισθήτως ἔχοντες οὐχ ὅπως
εὐμενὲς καὶ ἵλεω καταστήσεσθαι τὸ θεῖον προυθυμούμεθα,
οἷα δέ τινες ἄθεοι ἀφρόντιστα καὶ ἀνεπί
σκόπα τὰ καθ’ ἡμὰς ἡγούμενοι ἄλλας ἐπ’ ἄλλαις
προσετίθεμεν κακίας, οἵ τε δοκοῦντες ἡμῶν τοιμένες 
μένες τὸν τῆς θεοσεβείας θεσμὸν παρωσάμενοι
ταῖς πρὸς ἀλλήλους ἀνεφλέγοντο φιλονεικίαις, αὐτὰ

 
δὴ ταῦτα μόνα, τὰς ἔρεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τόν τε
ζῆλον καὶ τὸ πρὸς ἀλλήλους ἔχθος τε καὶ μῖσος ἀπαύζοντες,
οἶά τε τυραννίδας τὰς φιλαρχίας ἐκθύμως
διεκδικοῦντες, τότε δὴ, τότε κατὰ τὴν φάσκουσαν
 τοῦ Ἱερεμίου φωνὴν „ἐγνόφωσεν ἐν ὀργῇ αὐτοῦ
κύριος τὴν θυγατέρα Σιὼν, καὶ κατέρριψεν
οὐρανοῦ εἰς γῆν δόξασμα Ἰσραὴλ, οὐκ ἐμνήσθη τε
ὑποποδίου ποδῶν αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς αὐτοῦ·
ἀλλὰ καὶ κατεπόντισε κύριος πάντα τὰ ὡραῖα
 Ἰσραὴλ, καὶ καθεῖλε πάντας τοὺς φραγμοὺς αὐτοῦ,“

κατά τε τὰ ἐν ψαλμοῖς προθεσπισθέντα κατέστρεψε
τὴν διαθήκην τοῦ δούλου αὐτοῦ, καὶ ἐβεβήλωσεν
εἰς γῆν διὰ τῆς τῶν ἐκκλησιῶν καθαιρέσεως
τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ, καὶ καθεῖλε πάντας τοὺς φραγμοὺς
 αὐτοῦ, ἔθετο τὰ ὀχυρώματα αὐτοῦ δειλίαν·
διήρπασάν τε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ πάντες οἱ διοδεύοντες
ὁδὸν, καὶ δὴ ἐπὶ τούτοις ὄνειδος ἐγενήθη τοῖς
γείτοσιν αὐτοῦ. ὕψωσε γὰρ τὴν δεξιὰν τῶν ἐχθρῶν
αὐτοῦ, καὶ ἀπέστρεψε τὴν βοήθειαν τῆς ῥομφαίας
 αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἀντελάβετο αὐτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ·
ἀλλὰ καὶ κατέλυσεν ἀπὸ καθαρισμοῦ αὐτὸν καὶ τὸν
θρόνον αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν κατέρραξεν· ἐσμίκρυνέ
τε τὰς ἡμέρας τοῦ χρόνου αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ πᾶσι κατέχεεν
αὐτοῦ αἰσχύνην.

[Nic. H. E. VII, 3] Συντετέλεσται δῆτα καθ’
ἡμᾶς πάντα, ὁπηνίκα τῶν μὲν προσευκτηρίων τοὺς
οἴκους ἐξ ὕψους εἰς ἔδαφος αὐτοῖς θεμελίοις καταρριπτουμένους,
τὰς δὲ ἐνθέους καὶ ἱερὰς γραφὰς
κατὰ μέσας ἀγορὰς πυρὶ παραδιδομένας αὐτοῖς ἐπείδομεν
 ὀφθαλμοῖς, τούς τε τῶν ἐκκλησιῶν ποιμένας
 

 
αἰσχρῶς ὧδε κἀκεῖσε κρυπταζομένους, τοὺς δὲ ἀσχημόνως
ἁλισκομένους, καὶ πρὸς τῶν ἐχθρῶν καταπαιζομένους,
ὅτε καὶκ κατ’ προφητικὸν λόγον, ἐξεχύθη
ἐξουδένωσις ἐπ’ ἄρχοντας, καὶ ἐπλάνησεν αὐτοὺς ἐν
ἀβάτῳ καὶ οὐχ ὁδῷ. “

ἀλλὰ τούτων μὲν οὐχ 
ἡμέτερον διαγράφειν τὰς ἐπὶ τέλει σκυθρωπὰς συμφορὰς,
ἐπεὶ καὶ τὰς πρόσθεν τοῦ διωγμοῦ διαστάσεις
τε αὐτῶν εἰς ἀλλήλους καὶ ἀτοπίας οὐχ ἡμῖν οἰκεῖον
μνήμῃ παραδιδόναι. διὸ καὶ πλέον οὐδὲν ἱστορῆσαι
περὶ αὐτῶν διέγνωμεν ἢ δι’ ὧν ἂν τὴν θείαν δικαιώσαιμεν 
κρίσιν.

οὐκοῦν οὐδὲ τῶν πρὸς τοῦ
διωγμοῦ πεπειραμένων, ἢ τῶν εἰς ἅπαν τῆς σωτηρίας
νεναυαγηκότων, αὐτῇ τε γνώμῃ τοῖς τοῦ
κλύδωνος ἐναπορριφέντων βυθοῖς, μνήμην ποιήσασθαι
προήχθημεν, μόνα δὲ ἐκεῖνα τῇ καθόλου προσθήσομεν 
ἱστορίᾳ, ἃ πρώτοις μὲν ἡμῖν αὐτοῖς,
ἔπειτα δὲ καὶ τοῖς μεθ’ ἡμᾶς γένοιτ’ ἂν πρὸς ὠφελείας.
ἴωμεν οὖν ἐντεῦθεν ἤδη, τοὺς ἱεροὺς ἀγῶνας
τῶν τοῦ θεοῦ λόγου μαρτύρων ἐν ἐπιτομῇ
διαγράψοντες.

ἔτος τοῦτο ἦν ἐννεακαιδέκατου 
τῆς Διοκλητιανοῦ βασιλείας, Δύστρος μὲν, λέγοιτο
δ’ ἂν οὗτος Μάρτιος κατὰ Ῥωμαίους), ἐν ᾧ τῆς τοῦ
σωτηρίου πάθους ἑορτῆς ἐπελαυνούσης ἥπλωτο πανταχόσε
βασιλικὰ γράμματα, τὰς μὲν ἐκκλησίας εἰς
ἔδαφος φέρειν, τὰς δὲ γραφὰς ἀφανεῖς πυρὶ γενέσθαι 
προστάττοντα, καὶ τοὺς μὲν τιμῆς ἐπειλημμένους
ἀτίμους, τοὺς δὲ ἐν οἰκετίαις, εἰ ἐπιμένοιεν
τῇ τοῦ Χριστιανισμοῦ προθέσει, ἐλευθερίας στερεῖσθαι
προαγορεύοντα.

καὶ ἡ μὲν πρώτη καθ’
ἡμῶν γραφὴ τοιαύτη τις ἠν· μετ’ οὐ πολὺ δὲ ἑτέρων 
 

 
ἐπιφοιτησάντων γραμμάτων προσετάττετο τοὺς τῶν
ἐκκλησιῶν προέδρους πάντας τοὺς κατὰ πάντα τόπον
πρῶτα μὲν δεσμοῖς παραδίδοσθαι, εἶθ᾿ ὕστερον πάσῃ
μηχανῇ θύειν ἐξαναγκάζεσθαι.

[Nic. H. E. VII, 4] Τότε δὴ οὖν, τότε
πλεῖστοι μὲν ὅσοι τῶν ἐκκλησιῶν ἄρχοντες, δειναῖς
αἰκίαις προθύμως ἐναθλήσαντες, μεγάλων ἀγώνων
ἱστορίας ἐπεδείξαντο, μυρίοι δ᾿ ἄλλοι τὴν ψυχὴν
ὑπὸ δειλίας προναρκήσαντες προχείρως οὕτως ἀπὸ
 πρώτης ἐξησθένησαν προσβολῆς, τῶν δὲ λοιπῶν
ἕκαστος εἴδη διάφορα βασάνων ἐνήλλαττεν, ὁ μὲν
μάστιξιν αἰκιζόμενος τὸ σῶμα, ὁ δὲ στρεβλώσεσι καὶ
ξεσμοῖς ἀνυπομονήτοις τιμωρούμενος, ἐφ᾿ οἷς ἤδη
τινὲς οὐκ αἴσιον ἀπηνέγκαντο τοῦ βίου τέλος.

ἄλλοι δ᾿ αὖ πάλιν ἄλλως τὸν ἀγῶνα διεξῄεσαν·
ὁ μὲν γάρ τις ἑτέρων βίᾳ συνωθούντων καὶ ταῖς
παμμιάροις καὶ ἀνάγνοις προσαγόντων θυσίαις ὡς
τεθυκὼς ἀπηλλάττετο, καὶ εἰ μὴ τεθυκὼς ἦν, ὁ δὲ
μηδ᾿ ὅλως προσπελάσας, μηδέ τινος ἐναγοῦς ἐφαψάμενος,
 εἰρηκότων δ᾿ ἑτέρων ὅτι τεθύκοι, σιωπῇ
φέρων τὴν συκοφαντίαν ἀπῄει, ἄλλος ἡμιθανὴς
αἰρόμενος ὡσὰν ἤδη νεκρὸς ἐρρίπτετο.

καί τις
αὖ πάλιν ἐπ᾿ ἐδάφους κείμενος μακρὰν ἐσύρετο τοῖν
ποδοῖν, ἐν τεθυκόσιν αὐτοῖς λελογισμένος· ὁ δέ τις
 ἐβόα, καὶ μεγάλῃ διεμαρτύρετο φωνῇ τῆς θυσίας
τὴν ἄρνησιν· καὶ ἄλλος Χριστιανὸς εἶναι ἐκεκράγει,
τῇ τοῦ σωτηρίου προσρήματος ὁμολογίᾳ λαμπρυνόμενος·
ἕτερος τὸ μὴ τεθυκέναι μήτε θύσειν ποτὲ
διετείνετο.

ὅμως δ᾿ οὖν καὶ οἵδε πολυχειρίᾳ τῆς
 ἐπὶ τοῦτο τεταγμένης στρατιωτικῆς παρατάξεως κατὰ
στόματος παιόμενοι καὶ κατασιγαζόμενοι, κατά τε
προσώπου καὶ παρειῶν τυπτόμενοι μετὰ βίας ἐξω-

 
θοῦντο. οὕτως ἐξ ἅπαντος οἶ τῆς θεοσεβείας ἐχθροὶ
τὸ δοκεῖν ἠνυκέναι περὶ πολλοῦ ἐτίθεντο. ἀλλ’ οὐ
καὶ κατὰ τῶν ἁγίων αὐτοῖς μαρτύρων ταῦτα προυχώρει,
ὧν εἰς ἀκριβῆ διήγησιν τίς ἄν ἡμῖν ἐξαρκέσειε
λόγος;

[Nic. H. E. VII, 3] Μυρίους μὲν γὰρ ἱστορήσαι
ἄν τις θαυμαστὴν ὑπὲρ εὐσεβείας τοῦ θεοῦ
τῶν ὅλων ἐνδεδειγμένους προθυμίαν, οὐκ ἐξότουπερ
μόνον ὁ κατὰ πάντων ἀνεκινήθη διωγμὸς, πολὺ
πρότερον δὲ, καθ’ ὃν ἔτι τὰ τῆς εἰρήνης συνεκροτεῖτο.

ἄρτι γὰρ ἄρτι πρῶτον ὥσπερ ἀπὸ κάρου
βαθέος ὑποκινουμένου τοῦ τὴν ἐξουσίαν εἰληφότος,
κρύβδην τε ἔτι καὶ ἀφανῶς μετὰ τὸν ἀπὸ Δεκίου
καὶ Οὐαλεριανοῦ μεταξὺ χρόνον ταῖς ἐκκλησίαις
ἐπιχειροῦντος, οὐκ ἀθρόως τε τῷ καθ’ ἡμῶν ἐπαποδυομένου 
πολέμῳ, ἀλλ’ ἔτι τῶν κατὰ τὰ στρατόπεδα
μόνων ἀποπειρωμένου — ταύτῃ γὰρ καὶ τοὺς
λοιποὺς ἁλῶναι ῥᾳδίως ᾤετο, εἰ πρότερον ἐκείνων
καταγωνισάμενος περιγένοιτο —, πλείστους παρῆν
τῶν ἐν στρατείαις ὁρᾶν ἀσμενέστατα τὸν ἰδιωτικὸν 
προασπαζομένους βίον, ὡς ἂν μὴ ἔξαρνοι γένοιντο
τῆς περὶ τὸν τῶν ὅλων δημιουργὸν εὐσεβείας.

ὡς
γὰρ ὁ στρατοπεδάρχης, ὅστις ποτὲ ἦν ἐκεῖνος, ἄρτι
πρῶτον ἐνεχείρει τῷ κατὰ τῶν στρατευμάτων διωγμῷ,
φυλοκρινῶν καὶ διακαθαίρων τοὺς ἐν τοῖς 
στρατοπέδοις ἀναφερομένους, αἵρεσίν τε διδοὺς ἢ
πειθαρχοῦσιν ἧς μετῆν αὐτοῖς ἀπολαύειν τιμῆς, ἢ
τοὐναντίον στέρεσθαι ταύτης, εἰ ἀντιτάττοιντο τῷ
προστάγματι, πλεῖστοι ὅσοι τῆς Χριστοῦ βασιλείας
στρατιῶται τὴν εἰς αὐτὸν ὁμολογίαν, μὴ μελλήσαντες, 
τῆς δοκούσης δόξης καὶ εὐπραγίας ἧς εἶχον
ἀναμφιλόγως προυτίμησαν.

ἤδη δὲ σπανίως τού-

 
τῶν εἷς που καὶ δεύτερος οὐ μόνον τῆς ἀξίας τὴν
ἀποβολὴν, ἀλλὰ καὶ θάνατον τῆς εὐσεβοῦς ἐνστάσεως
ἀντικατηλλάττοντο, μετρίως πως ἤδη τότε τοῦ τὴν
ἐπιβολὴν ἐνεργοῦντος καὶ μέχρις αἵματος ἐπ’ ἐνίων
 φθάνειν ἐπιτολμῶντος, τοῦ πλήθους, ὡς ἔοικε, τῶν
πιστῶν δεδιττομένου τε αὐτὸν ἔτι καὶ ἀποκναίοντος
ἐπὶ τὸν κατὰ πάντων ἀθρόως ἐφορμῆσαι πόλεμον.

ὡς δὲ καὶ γυμνότερον ἐπαπεδύετο οὐδ’ ἔστι
λόγῳ δυνατὸν ἀφηγήσασθαι, ὅσους καὶ ὁποίους τοῦ
 θεοῦ μάρτυρας ὀφθαλμοῖς παρῆν ὁρᾶν τοῖς ἀνὰ
πάσας τάς τε πόλεις καὶ τὰς χώρας οἰκοῦσιν.

[Nic H. E. VII, 5] Αὐτίκα γοῦν τῶν οὐκ
ἀσήμων τις, ἀλλὰ καὶ ἄγαν κατὰ τὰς ἐν τῷ βίῳ
νενομισμένας ὑπεροχὰς ἐνδοξοτάτων, ἅμα τῷ τὴν
 κατὰ τῶν ἐκκλησιῶν ἐν τῇ Νικομηδείᾳ προτεθῆναι
γραφὴν, ζήλῳ τῷ κατὰ θεὸν ὑποκινηθεὶς, διαπύρῳ
τε ἐφορμήσας τῇ πίστει, ἐν προφανεῖ καὶ δημοσίῳ
κειμένην ὡς ἀνοσίαν καὶ ἀσεβεστάτην ἀνελὼν σπαράττει,
δυοῖν ἐπιπαρόντων κατὰ τὴν αὐτὴν πόλιν
 βασιλέων, τοῦ τε πρεσβυτάτου τῶν ἄλλων καὶ τοῦ
τὸν τέταρτον ἀπὸ τούτου τῆς ἀρχῆς ἐπικρατοῦντος
βαθμόν. ἀλλ’ οὗτος μὲν τῶν τηνικάδε πρῶτος τοῦτον
διαπρέψας τὸν τρόπον, ἄμα τε τοιαῦτα, οἷα καὶ
εἰκὸς ἦν, ὑπομείνας ὡσὰν ἐπὶ τοιούτῳ τολμήματι,
 τὸ ἄλυπον καὶ ἀτάραχον εἰς αὐτὴν τελευταίαν διετήρησεν
ἀναπνοήν.

[Nic. H. E. VH, 5] Πάντων δὲ, ὅσοι τῶν
πώποτε ἀνυμνοῦνται θαυμάσιοι καὶ ἐπ’ ἀνδρείᾳ
βεβοημένοι, εἴτε παρ’ Ἕλλησιν εἴτε παρὰ βαρβάροις,
 θείους ἤνεγκεν ὁ καιρὸς καὶ διαπρεπεῖς μάρτυρας
τοὺς ἀμφὶ τὸν Δωρόθεον βασιλικοὺς παῖδας, οἱ καὶ
τῆς ἀνωτάτω παρὰ τοῖς δεσπόταις ἠξιωμένοι τιμῆς,

 
γνησίων τε αὐτοῖς διαθέσει τέκνων οὐ λειπόμενοι,
μείζονα πλοῦτον ὡς ἀληθῶς ἥγηνται τῆς τοῦ βίου
δόξης καὶ τρυφῆς τοὺς ὑπὲρ εὐσεβείας ὀνειδισμούς
τε καὶ πόνους, καὶ τοὺς κεκαινουργημένους ἐπ’
αὐτοῖς πολυτρόπους θανάτους, ὧν ἑνός τινος οἵω 
κέχρηται μνησθέντες τῷ τοῦ βίου τέλει, σκοπεῖν
ἐξ αὐτοῦ καὶ τὰ τοῖς ἄλλοις συμβεβηκότα τοῖς
ἐντυγχάνουσι καταλείψομεν.

ἤγετό τις εἰς μέσον
κατὰ τὴν προειρημένην πόλιν ἐφ’ ὧν δεδηλώκαμεν
ἀρχόντων. θύειν δὴ οὖν προσταχθεὶς, ὡς 
ἐνίστατο, γυμνὸς μετάρσιος ἀρθῆναι κελεύεται, μάστιξί
τε τὸ πᾶν σῶμα καταξαίνεσθαι, εἰσότε ἡττηθεὶς
κἂν ἄκων τὸ προσταττόμενον ποιήσειεν.

ὡς
δὲ καὶ ταῦτα πάσχων ἀδιάτρεπτος ἦν, ὄξος λοιπὸν
ἤδη τῶν ὀστέων ὑποφαινομένων αὐτοῦ σὺν καὶ 
ἅλατι φύραντες κατὰ τῶν διασαπέντων τοῦ σώματος
μερῶν ἐνέχεον· ὡς δὲ καὶ ταύτας ἐπάτει τὰς ἀλγηδόνας,
ἐσχάρα τοὐντεῦθεν καὶ πῦρ εἰς μέσον εἵλκετο,
καὶ κρεῶν ἐδωδίμων δίκην τὰ λείψανα αὐτῷ
τοῦ σώματος ὑπὸ τοῦ πυρὸς οὐκ εἰς ἄθρουν, ὡς 
ἂν μὴ συντόμως ἀπαλλαγείη, κατὰ βραχὺ δὲ ἀνηλίσκετο,
οὐ πρότερον ἀνεῖναι τῶν ἐπιτιθέντων αὐτὸν
τῇ πυρᾷ συγχωρουμένων, πρὶν ἂν καὶ μετὰ τοσαῦτα
τοῖς προστασσομένοις ἐπινεύσειεν.

ὁ δ’ ἀπρὶξ
ἐχόμενος τῆς προθέσεως νικηφόρος ἐν αὐταῖς παρέδωκε 
τὴν ψυχὴν ταῖς βασάνοις. τοιοῦτον τῶν βασιλικῶν
ἑνὸς τὸ μαρτύριον παίδων, ἄξιον ὡς ὄντως
καὶ τῆς προσηγορίας· Πέτρος γὰρ ἐκαλεῖτο.

οὐ
χείρονα δὲ καὶ τὰ κατὰ τοὺς λοιποὺς ὄντα, λόγου
φειδόμενοι συμμετρίας, παραλείψομεν, τοσοῦτον 
ἱστορήσαντες, ὡς ὅ τε Δωρόθεος καὶ ὁ Γοργόνιος,
ἑτέροις ἅμα πλείοσι τῆς βασιλικῆς οἰκετίας, μετὰ

 
τοὺς πολυτρόπους ἀγῶνας βρόχῳ τὴν ζωὴν μεταλλάξαντες,
τῆς ἐνθέου νίκης ἀπηνέγκαντο βραβεῖα.

ἐν τούτῳ τῆς κατὰ Νικομήδειαν ἐκκλησίας ὁ τηνικαῦτα
προεστὼς Ἄνθιμος διὰ τὴν εἰς Χριστὸν μαρτυρίαν
 τὴν κεφαλὴν ἀποτέμνεται· τούτῳ δὲ πλῆθος
ἄθρουν μαρτύρων προστίθεται, οὐκ οἶδ᾿ ὅπως ἐν
τοῖς κατὰ τὴν Νικομήδειαν βασιλείοις πυρκαϊᾶς ἐν
αὐταῖς δὴ ταῖς ἡμέραις ἁφθείσης, ἣν καθ᾿ ὑπόνοιαν
ψευδῆ πρὸς τῶν ἡμετέρων ἐπιχειρηθῆναι λόγου διαδοθέντος,
 πργγενῆ σωρηδὸν βασιλικῷ νεύματι τῶν
τῇδε θεοσεβῶν οἱ μὲν ξίφει κατεσφάττοντο, οἱ δὲ
διὰ πυρὸς ἐτελειοῦντο. ὅ τε λόγος ἔχει προθυμίᾳ
τινὶ ἀρρήτῳ ἄνδρας ἅμα γυναιξὶν ἐπὶ τὴν πυρὰν
καθάλλεσθαι· δήσαντες δὲ οἱ δήμιοι ἄλλο τι πλῆθος
 ἐπὶ σκάφαις τοῖς θαλαττίοις ἐναπέρριπτον βυθοῖς.

τοὺς δέ γε βασιλικοὺς μετὰ θάνατον παῖδας, γῇ
μετὰ τῆς προσηκούσης κηδείας παραδοθέντας, αὖθις
ἐξ ὑπαρχῆς ἀνορύξαντες ἐναπορρῖψαι θαλάσσῃ καὶ
αὐτοὺς ᾤοντο δεῖν οἶ νενομισμένοι δεσπόται, ὡς ἂν
 μὴ ἐν μνήμασιν ἀποκειμένους προσκυνοῖέν τινες,
θεοὺς δὴ αὐτοὺς, ὥς γε ᾤοντο, λογιζόμενοι. καὶ τὰ
μὲν ἐπὶ τῆς Νικομηδείας κατὰ τὴν ἀρχὴν ἀποτελεσθέντα
τοῦ διωγμοῦ τοιαῦτα.

οὐκ εἰς μακρὸν δὲ
ἑτέρων κατὰ τὴν Μελιτηνὴν οὕτω καλουμένην χώραν,
 καὶ αὖ πάλιν ἄλλων ἀμφὶ τὴν Συρίαν ἐπιφυῆναι
τῇ βασιλείᾳ πεπειραμένων, τοὺς πανταχόσε τῶν
ἐκκλησιῶν προεστῶτας εἱρκταῖς καὶ δεσμοῖς ἐνεῖραι
πρόσταγμα ἐφοίτα βασιλικόν.

καὶ ἦν ἡ θέα τῶν
ἐπὶ τούτοις γινομένων πᾶσαν διήγησιν ὑπεραίρουσα,
 μυρίου πλήθους ἐν παντὶ τόπῳ καθειργνυμένου,
καὶ τὰ πανταχῆ δεσμωτήρια, ἀνδροφόνοις καὶ τυμβωρύχοις
πάλαι πρότερον ἐπεσκευασμένα, τότε πλη-

 
ρούντων ἐπισκόπων καὶ πρεσβυτέρων καὶ διακόνων,
ἀναγνωστῶν τε καὶ ἐπορκιστῶν, ὡς μηδὲ χώραν ἔτι
τοῖς ἐπὶ κακουργίαις κατακρίτοις αὐτόθι λείπεσθαι.

αὖθις δ᾿ ἑτέρων τὰ πρῶτα γράμματα ἐπικατειληφότων,
ἐν οἷς τοὺς κατακλείστους θύσαντας μὲν 
ἐᾶν βαδίζειν ἐπ᾿ ἐλευθερίας, ἐνισταμένους δὲ μυρίαις
καταξαίνειν προστέτακτο βασάνοις, πῶς ἂν πάλιν
ἐνταῦθα τῶν καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν μαρτύρων
ἀριθμήσειέ τις τὸ πλῆθος, καὶ μάλιστα τῶν κατὰ
τὴν Ἀφρικὴν καὶ τὸ Μαύρων ἔθνος, Θηβαΐδα τε 
καὶ κατ᾿ Αἴγυπτον, ἐξ ἧς καὶ εἰς ἑτέρας ἤδη προελθόντες
πόλεις τε καὶ ἐπαρχίας διέπρεψαν τοῖς
μαρτυρίοις.

[Nic. H. E. VII, 7] Ἴσμεν γοῦν τοὺς ἐξ
αὐτῶν διαλάμψαντας ἐν Παλαιστίνῃ, ἴσμεν δὲ καὶ 
τοὺς ἐν Τύρῳ τῆς Φοινίκης, οὓς τίς ἰδὼν οὐ κατεπλάγη
τὰς ἀναριθμήτους μάστιγας, καὶ τὰς ἐν τούτοις
τῶν ὡς ἀληθῶς παραδόξων τῆς θεοσεβείας ἀθλητῶν
ἐνστάσεις, τόν τε παραχρῆμα μετὰ τὰς μάστιγας
ἐν θηρσὶν αἱμοβόροις ἀγῶνα, καὶ τὰς ἐν τούτῳ 
παρδάλεων καὶ διαφόρων ἄρκτων, συῶν τε ἀγρίων
καὶ πυρὶ καὶ σιδήρῳ κεκαυτηριασμένων βοῶν προσβολὰς,
καὶ τὰς πρὸς ἕκαστον τῶν θηρίων θαυμασίους
τῶν γενναίων ὑπομονάς;

οἷς γινομένοις
καὶ αὐτοὶ παρῆμεν, ὁπηνίκα τοῦ μαρτυρουμένου 
σωτῆρος ἡμῶν αὐτοῦ δὴ Ἰησοῦ Χριστοῦ τὴν θείαν
δύναμιν ἐπιπαροῦσαν, ἐναργῶς τε αὐτὴν τοῖς μάρτυσιν
ἐπιδεικνῦσαν ἱστορήσαμεν, τῶν ἀνθρωποβόρων
ἐπὶ πλείονα χρόνον μὴ προσψαύειν μηδὲ πλησιάζειν
τοῖς τῶν θεοφιλῶν σώμασιν ἐπιτολμώντων, ἀλλ᾿ ἐπὶ 
μὲν τοὺς ἄλλους, ὅσοι δήπουθεν ἔξωθεν ἐρεθισμοῖς
παρώρμων αὐτὰ, φερομένων, μόνων δὲ τῶν ἱερῶν

 
ἀθλητῶν γυμνῶν ἑστώτων καὶ ταῖς χερσὶ κατασειόντων,
ἐπί τε σφᾶς αὐτοὺς ἐπισπωμένων τοῦτο γὰρ
αὐτοῖς ἐκελεύετο πράττειν) μηδ’ ὅλως ἐφαπτομένων,
ἀλλ’ ἔσθ’ ὅπη μὲν καὶ ἐπ’ αὐτοὺς ὁρμώντων, οἷα
 δὲ πρός τινος θειοτέρας δυνάμεως ἀνακρουομένων
καὶ αὖ πάλιν εἰς τοὐπίσω χωρούντων.

ὃ καὶ εἰς
μακρὸν γινόμενον θαῦμα παρεῖχεν οὐ σμικρὸν τοῖς
θεωμένοις, ὥστε ἤδη διὰ τὸ ἄπρακτον τοῦ πρώτου
δεύτερον καὶ τρίτον προσαφίεσθαι ἐνὶ καὶ τῷ αὐτῷ
 μάρτυρι θηρίον.

καταπλαγῆναι δ’ ἦν τὴν ἐπὶ
τούτοις ἀπτόητον τῶν ἱερῶν ἐκείνων καρτερίαν, καὶ
τὴν ἐν σώμασι νέοις βεβηκυῖαν καὶ ἀδιάτρεπτον ἔνστασιν.
ἑώρας γοῦν ἡλικίαν οὐδ’ ὅλων ἐτῶν εἴκοσι
δίχα δεσμῶν ἑστῶτος νέου, καὶ τὰς μὲν χεῖρας
 ἐφαπλοῦντος εἰς σταυροῦ τύπον, ἀκαταπλήκτῳ δὲ
καὶ ἀτρεμεῖ διανοίᾳ ταῖς πρὸς τὸ θεῖον σχολαίτατα
τεταμένου λιταῖς, μηδ’ ὅλως τε μεθισταμένου μηδ’
ἀποκλίνοντός ποι τοῦ ἔνθα εἱστήκει τόπου, ἄρκτων
καὶ παρδάλεων θυμοῦ καὶ θανάτου πνεόντων σχεδὸν
 αὐτῆς καθαπτομένων αὐτοῦ τῆς σαρκὸς, ἀλλ’
οὐκ οἶδ’ ὅπως θείᾳ καὶ ἀπορρήτῳ δυνάμει μονονουχὶ
φραττομένων τὸ στόμα, καὶ αὖθις παλινδρομούντων
εἰς τοὐπίσω. καὶ οὗτος μὲν οὑν τοιοῦτός τις ἢν.

πάλιν δ’ ἂν ἑτέρους εἶδες, πέντε γὰρ οἶ πάντες
 ἐτύγχανον, ἠγριωμένῳ ταύρῳ παραβληθέντας, ὃς
τοὺς μὲν ἄλλους τῶν ἔξωθεν προσιόντων τοῖς κέρασιν
εἰς τὸν ἀέρα ῥίπτων διεσπάραττεν, ἡμιθνῆτας
αἴρεσθαι καταλιπὼν, ἐπὶ μόνους δὲ θυμῷ καὶ ἀπειλῇ
τοὺς ἱεροὺς ὁρμῶν μάρτυρας οὐδὲ πλησιάζειν αὐτοῖς
 οἷός τε ἠν, κυρίττων δὲ τοῖς ποσὶ καὶ τοῖς
τῇδε κἀκεῖσε χρώμενος καὶ διὰ τοὺς ἀπὸ τῶν καυτήρων
ἐρεθισμοὺς θυμοῦ καὶ ἀπειλῆς πνέων εἰς

 
τοὐπίσω πρὸς τῆς ἱερᾶς ἀνθείλκετο προνοίας, ὡς
μηδὲ τούτου μηδὲν μηδαμῶς αὐτοὺς ἀδικήσαντος,
ἕτερα ἄττα αὐτοῖς ἐπαφίεσθαι θηρία.

τέλος δὴ
οὖν μετὰ τὰς δεινὰς καὶ ποικίλας τούτων προσβολὰς
ξίφει κατασφαγέντες οἶ πάντες, ἀντὶ γῆς καὶ τάφων 
τοῖς θαλαττίοις παραδίδονται κύμασι.

[Nic. H. E. VII, 8] Καὶ τοιοῦτος μὲν ὁ
ἀγὼν τῶν κατὰ Τυρὸν τοὺς ὑπὲρ εὐσεβείας ἄθλους
ἐνδειξαμένων Αἰγυπτίων. θαυμάσειε δ’ ἄν τις αὐτῶν
καὶ τοὺς ἐπὶ τῆς οἰκείας γῆς μαρτυρήσαντας, 
ἔνθα μυρίοι τὸν ἀριθμὸν ἄνδρες ἅμα γυναιξὶ καὶ
παισὶν, ὑπὲρ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν διδασκαλίας
τοῦ προσκαίρου ζῆν καταφρονήσαντες, διαφόρους
ὑπέμειναν θανάτους, οἱ μὲν αὐτῶν μετὰ ξεσμοὺς
καὶ στρεβλώσεις μάστιγάς τε χαλεπωτάτας καὶ μυρίας 
ἄλλας ποικίλας καὶ φρικτὰς ἀκοῦσαι βασάνους πυρὶ
παραδοθέντες, οἶ δὲ πελάγει καταβροχισθέντες, ἄλλοι
δὲ εὐθαρσῶς τοῖς ἀποτέμνουσι τὰς ἑαυτῶν προτείναντες
κεφαλὰς, οἶ δὲ καὶ ἐναποθανόντες ταῖς
βασάνοις, ἕτεροι δὲ λιμῷ διαφθαρέντες, καὶ ἄλλοι 
πάλιν ἀνασκολοπισθέντες, οἱ μὲν κατὰ τὸ σύνηθες
τοῖς κακούργοις, οἱ δὲ καὶ χειρόνως ἀνάπαλιν κατωκάρα
προσηλωθέντες, τηρούμενοί τε ζῶντες, εἰσότε
καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἰκρίων λιμῷ διαφθαρεῖεν.

[Nic. H. E. VII, 8] Πάντα δ’ ὑπεραίρει 
λόγον καὶ ἃς ὑπέμειναν αἰκίας καὶ ἀλγηδόνας οἱ
κατὰ Θηβαίδα μάρτυρες, ὀστράκοις ἀντὶ ὀνύχων
ὅλον τὸ σῶμα μέχρις ἀπαλλαγῆς τοῦ βίου καταξαινόμενοι,
γύναιά τε τοῖν ποδοῖν ἐξ ἑνὸς ἀποδεσμού
μετέωρά τε καὶ διαέρια κάτω κεφαλὴν μαγγάνοις 
τισὶν εἰς ὕψος ἀνελκόμενα, γυμνοῖς τε παντελῶς
καὶ μηδ’ ἐπικεκαλυμμένοις τοῖς σώμασι θέαν

 
ταύτην αἰσχίστην καὶ πάντων ὠμοτάτην καὶ ἀπανθρωποτάτην
τοῖς ὁρῶσιν ἅπασι παρεσχημένα.

ἄλλοι
δ’ αὖ πάλιν δένδρεσι καὶ πρέμνοις ἐναπέθνησκον
δεσμούμενοι· τοὺς γὰρ μάλιστα στερροτάτους τῶν
 κλάδων μηχαναῖς τισιν ἐπὶ ταὐτὸν συνέλκοντες, εἰς
ἑκάτερά τε τούτων τὰ τῶν μαρτύρων ἀποτείνοντες
σκέλη 5 εἰς τὴν ἑαυτῶν ἠφίεσαν τοὺς κλάδους φέρεσθαι
φύσιν, ἄθρουν τῶν μελῶν διασπασμὸν καθ’
ὧν ταῦτ’ ἐνεχείρουν ἐπινοοῦντες.

καὶ ταῦτά γε
 πάντα ἐνηργεῖτο οὐκ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας ἢ χρόνον
τινὰ βραχὺν, ἀλλ’ ἐπὶ μακρὸν ὅλων ἐτῶν διάστημα,
ὁτὲ μὲν πλειόνων ἢ δέκα, ὁτὲ δὲ ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι
τὸν ἀριθμὸν ἀναιρουμένων· ἄλλοτε δὲ οὐχ ἧττον
καὶ τριάκοντα, ἤδη δὲ ἐγγύς που καὶ ἑξήκοντα, καὶ
 πάλιν ἄλλοτε ἑκατόν ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ ἄνδρες ἅμα κομιδῆ
νηπίοις καὶ γυναιξὶν ἐκτείνοντο, ποικίλαις καὶ
ἐναλλαττούσαις τιμωρίαις καταδικαζόμενοι.

ἱστορήσαμεν
δὲ καὶ αὐτοὶ ἐπὶ τῶν τόπων γενόμενοι
πλείους ἀθρόως κατὰ μίαν ἡμέραν τοὺς μὲν τῆς
 κεφαλῆς ἀποτομὴν ὑπομείναντας, τοὺς δὲ τὴν διὰ
πυρὸς τιμωρίαν, ὡς ἀμβλύνεσθαι φονεύοντα τὸν
σίδηρον, ἀτονοῦντά τε διαθλᾶσθαι, αὐτοὺς δὲ τοὺς
ἀναιροῦντας ἀποκάμνοντας ἀμοιβαδὸν ἀλλήλους διαδέχεσθαι.

ὅτε καὶ θαυμασιωτάτην ὁρμὴν θείαν
 τε ὡς ἀληθῶς δύναμιν καὶ προθυμίαν τῶν εἰς τὸν
Χριστὸν τοῦ θεοῦ πεπιστευκότων συνεωρῶμεν. ἅμα
γοῦν τῇ κατὰ τῶν προτέρων ἀποφάσει ἐπεπήδων
ἄλλοθεν ἄλλοι τῷ πρὸ τοῦ δικαστοῦ βήματι, χριστιανοὺς
σφὰς ὁμολογοῦντες, ἀφροντίστως μὲν πρὸς
 τὰ δεινὰ καὶ τοὺς τῶν πολυειδῶν βασάνων τρόπους
διακείμενοι, ἀκαταπλήκτως δὲ παρρησιαζόμενοι ἐπὶ
τῇ εἰς τὸν τῶν ὅλων θεὸν εὐσεβείᾳ, μετά τε χαρᾶς

 
καὶ γέλωτος καὶ εὐφροσύνης τὴν ὑστάτην ἀπόφασιν
τοῦ θανάτου καταδεχόμενοι, ὥστε ψάλλειν καὶ ὕμνους
καὶ εὐχαριστίας εἰς τὸν τῶν ὅλων θεόν μέχρις
αὐτῆς ἐσχάτης ἀναπέμπειν ἀναπνοῆς.

θαυμάσιοι
μὲν οὖν καὶ οὗτοι, ἐξαιρέτως δὲ ἐκεῖνοι θαυμασιώτεροι, 
οἱ πλούτῳ μὲν καὶ εὐγενείᾳ καὶ δόξῃ, λόγῳ
τε καὶ φιλοσοφίᾳ διαπρέψαντες, πάντα γε μὴν δεύτερα
θέμενοι τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας καὶ τῆς εἰς τὸν
σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν πίστεως·

οἷος Φιλόρωμος ἦν, ἀρχήν τινα οὐ τὴν τυχοῦσαν 
τῆς κατ’ Ἀλεξάνδρειαν βασιλικῆς διοικήσεως ἐγκεχειρισμένος,
ὃς μετὰ τοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς
τιμῆς ὑπὸ στρατιώταις δορυφορούμενος ἑκάστης
ἀνεκρίνετο ἡμέρας· Φιλέας τε τῆς Θμουιτῶν ἐκκλησίας
ἐπίσκοπος, διαπρέψας ἀνὴρ ταῖς κατὰ τὴν 
πατρίδα πολιτείαις τε καὶ λειτουργίαις, ἔν τε τοῖς
κατὰ φιλοσοφίαν λόγοις·

οἱ καὶ μυρίων ὅσων
πρὸς αἵματός τε καὶ τῶν ἄλλων φίλων ἀντιβολούντων,
ἔτι μὴν τῶν ἐπ’ ἀξίας ἀρχόντων, πρὸς δὲ καὶ
αὐτοῦ τοῦ δικαστοῦ παρακαλοῦντος, ὡς ἂν αὐτῶν 
οἶκτον λάβοιεν, φειδώ τε παίδων καὶ γυναικῶν ποιήσαιντο,
οὐδαμῶς πρὸς τῶν τοσούτων ἐπὶ τὸ φιλοζωῆσαι
μὲν ἑλέσθαι, καταφρονῆσαι δὲ τῶν περὶ
ὁμολογίας καὶ ἀρνήσεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν θεσμῶν
ὑπήχθησαν, ἀνδρείῳ δὲ λογισμῷ καὶ φιλοσόφῳ, 
μᾶλλον δὲ εὐσεβεῖ καὶ φιλοθέῳ ψυχῇ, πρὸς πάσας
τοῦ δικαστοῦ τάς τε ἀπειλὰς καὶ τὰς ὕβρεις ἐνστάντες,
ἄμφω τὰς κεφαλὰς ἀπετμήθησαν.

[Nic. H. E. VII, 9] Ἐπεὶ δὲ καὶ τῶν ἔξωθεν
μαθημάτων ἕνεκα πολλοῦ λόγου ἄξιον γενέσθαι 
τὸν Φιλέαν ἔφαμεν, αὐτὸς ἑαυτοῦ παρίτω μάρτυς,
ἄμα μὲν ἑαυτὸν ὅστις ποτ’ ἦν ἐπιδείξων, ἅμα δὲ

 
καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ συμβεβηκότα
μαρτύρια ἀκριβέστερον μᾶλλον ἢ ἡμεῖς ἱστορήσων
διὰ τούτων τῶν λέξεων

τούτων ἁπάντων ὑπο-
“δειγμάτων ἡμῖν καὶ ὑπογραμμῶν καὶ καλῶν γνωρι-
 “σμάτων ἐν ταῖς θείαις καὶ ἱεραῖς γραφαῖς κειμένων,
·‘οὐδὲν μελλήσαντες οἱ μακάριοι σὺν ἡμῖν μάρτυρες,
“τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα πρὸς τὸν ἐπὶ πάντων θεὸν κα-
“θαρῶς τείναντες, καὶ τὸν ἐπ’ εὐσεβείᾳ θάνατον ἐν
“νῷ λαβόντες, ἀπρὶξ τῆς κλήσεως εἴχοντο, τὸν μὲν
 “κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν εὑρόντες ἐνανθρω-
“πήσαντα δι’ ἡμᾶς, ἵνα πᾶσαν μὲν ἁμαρτίαν ἐκκόψῃ,
“ἐφόδια δὲ τῆς εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν εἰσόδου ἡμῖν
“κατάθηται· οὐ γὰρ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα
“θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβὼν,
 “καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἑαυτὸν ἐταπεί-
‘νωσεν ἕως θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ.

διὸ καὶ
“ζηλώσαντες τὰ μείζονα χαρίσματα οἶ Χριστοφόροι
“μάρτυρες πάντα μὲν πόνον καὶ παντοίας ἐπινοίας
“αἰκισμῶν οὐκ εἰσάπαξ, ἀλλ’ ἤδη καὶ δεύτερόν τινες
 “ὑπέμειναν, πάσας δὲ ἀπειλὰς οὐ λόγοις μόνον,
ἀλλὰ καὶ ἔργοις τῶν δορυφόρων κατ’ αὐτῶν φιλοτιμουμένων,
οὐκ ἐνεδίδουν τὴν γνώμην, διὰ τὸ
τὴν τελείαν ἀγάπην ἔξω βάλλειν τὸν φόβον.

ὧν
καταλέγειν τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν ἐφ’ ἑκάστῃ βασάνῳ
 “ἀνδρείαν, τίς ἂν ἀρκέσειε λόγος; ἀνέσεως γὰρ οὔσης
ἅπασι τοῖς βουλομένοις ἐνυβρίζειν, οἱ μὲν
“ξύλοις ἔπαιον, ἕτεροι δὲ ῥάβδοις, ἄλλοι δὲ μάστιξιν,
ἕτεροι δὲ πάλιν ἱμᾶσιν, ἄλλοι δὲ σχοινίοις.

καὶ
“ἦν ἡ θέα τῶν αἰκισμῶν ἐνηλλαγμένη, καὶ πολλὴν
 “τὴν ἐν αὐτῇ κακίαν ἔχουσα. οἶ μὲν γὰρ ὀπίσω τὼ
χεῖρε δεθέντες περὶ τὸ ξύλον ἐξηρτῶντο, καὶ μαγγάνοις
τισὶ διετείνοντο πᾶν μέλος, εἶθ’ οὕτως διὰ

 
“παντὸς τοῦ σώματος ἐπῆγον ἐκ κελεύσεως οἶ βασα-
“νισταὶ, οὐ καθάπερ τοῖς φονεῦσιν ἐπὶ τῶν πλευρῶν
“μόνον, ἀλλὰ καὶ τῆς γαστρὸς καὶ κνημῶν καὶ πα-
“ρειῶν τοῖς ἀμυντηρίοις ἐκόλαζον· ἕτεροι δὲ ἀπὸ τῆς
“στοᾶς μιᾶς χειρὸς ἐξηρτημένοι ᾐωροῦντο, πάσης 
“ἀληδόνος δεινοτέραν τὴν ἀπὸ τῶν ἄρθρων καὶ με-
“λῶν τάσιν ἔχοντες· ἄλλοι δὲ πρὸς τοῖς κίοσιν ἀντι-
“πρόσωποι ἐδοῦντο, οὐ βεβηκόσι τοῖς ποσὶ, τῷ δὲ
“βάρει τοῦ σώματος βιαζομένων μετὰ τάσεως ἀνελ-
“κομένων τῶν δεσμῶν.

καὶ τοῦθ’ ὑπέμενον, οὐκ 
“ἐφ’ ὅσον προσδιελέγετο οὐδ’ αὐτοῖς ἐσχόλαζεν ὁ
“ἡγεμὼν, ἀλλὰ μονονουχὶ δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας. ὅτε
“γὰρ καὶ ἐφ’ ἑτέρους μετέβαινε, τοῖς προτέροις κα-
“τελίμπανεν ἐφεδρεύειν τοὺς τῇ ἐξουσίᾳ αὐτοῦ ὑπη-
“ρετουμένους, εἴ πού τις ἡττηθεὶς τῶν βασάνων 
‘ἐνδιδόναι ἐδόκει, ἀφειδῶς δὲ κελεύων καὶ τοῖς
‘δεσμοῖς προσιέναι, καὶ μετὰ ταῦτα ψυχορραγοῦν-
“τας αὐτοὺς κατατιθεμένους εἰς τὴν γῆν ἕλκεσθαι·
“

οὐ γὰρ εἶναι κἂν μέρος φροντίδος αὐτοῖς περὶ
“ἡμῶν, ἀλλ’ οὕτω καὶ διανοεῖσθαι καὶ πράττειν, 
“ὡς μηκέτ’ ὄντων, ταύτην δευτέραν ἐπὶ ταῖς πληγαῖς
τῶν ὑπεναντίων ἐφευρόντων.

ἦσαν δὲ οἶ
‘καὶ μετὰ τοὺς αἰκισμοὺς ἐπὶ τοῦ ξύλου κείμενοι διὰ
“τῶν τεσσάρων ὀπῶν διατεταμένοι ἄμφω τὼ πόδε,
“ὠς καὶ κατ’ ἀνάγκην αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ ξύλου ὑπτίους 
εἶναι, μὴ δυναμένους διὰ τὸ ἔναυλα τὰ τραύματα
ἀπὸ τῶν πληγῶν καθ’ ὅλου τοῦ σώματος ἔχειν·
ἕτεροι δὲ εἰς τοὔδαφος ῥιφέντες ἔκειντο ὑπὸ τῆς
τῶν βασάνων ἀθρόας προσβολῆς, δεινοτέραν τὴν
‘ὄψιν τῆς ἐνεργείας τοῖς ὁρῶσι παρέχοντες, ποικίλας 
καὶ διαφόρους ἐν τοῖς σώμασι φέροντες τῶν βασάνων
τὰς ἐπινοίας.

τούτων οὕτως ἐχόντων οἱ

 
“μὲν ἐναπέθνησκον ταῖς βασάνοις, τῇ καρτερίᾳ κα-
“ταισχύναντες τὸν ἀντίπαλον, οἶ δὲ ἡμιθνῆτες ἐν τῷ
δεσμωτηρίῳ συγκλειόμενοι μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας
ταῖς ἀλγηδόσι συνεχόμενοι ἐτελειοῦντο, οἶ δὲ λοιποὶ
 τῆς ἀπὸ τῆς θεραπείας ἀνακτήσεως τυχόντες τῷ
῾χρόνῳ καὶ τῇ τῆς φυλακῆς διατριβῇ θαρσαλεώτεροι
ἐγίνοντο.

οὕτω γοῦν ἡνίκα προστέτακτο αἱρέσεως
κειμένης, ἢ ἐφαψάμενον τῆς ἐναγοῦς θυσίας ἀνενόχλητον
εἶναι, τῆς ἐπαράτου ἐλευθερίας παρ’ αὐτῶν
 “τυχόντα, ἢ μὴ θύοντα τὴν ἐπὶ θανάτῳ δίκην
“χεσθαι, οὐδὲν μελλήσαντες ἀσμένως ἐπὶ τὸν θάνα-
“τον ἐχώρουν· ᾔδεσαν γὰρ τὰ ὑπὸ τῶν ἱερῶν γρα-
“φῶν ἡμῖν προορισθέντα. ὁ γὰρ θυσιάζων, φησὶ
“θεοῖς ἑτέροις ἐξολοθρευθήσεται, καί· ὅτι οὐκ ἔσον-
 “ταί ταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ.”

τοιαῦται τοῦ
ὡς ἀληθῶς φιλοσόφου τε ὁμοῦ καὶ φιλοθέου μάρτυρος
αἶ φωναὶ, ἃς πρὸ τῆς τελευταίας ἀποφάσεως
ὑπὸ τὴν δεσμωτικὴν ἔθ’ ὑπάρχων τάξιν τοῖς κατὰ
τὴν αὐτοῦ παροικίαν ἀδελφοῖς ἐπεστάλκει, ἄμα μὲν
 τὰ ἐν οἶς ἦν ἀνατιθέμενος, ἅμα δὲ καὶ παρορμῶν
αὐτοὺς ἐπὶ τὸ ἀπρὶξ ἔχεσθαι καὶ μετ’ αὐτὸν ὅσον
οὔπω τελειωθησόμενον τῆς ἐν Χριστῷ θεοσεβείας.

ἀλλὰ τί χρὴ πολλὰ λέγειν, καὶ καινοτέρας ἐπὶ
καινοτέραις τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην θεοπρεπῶν
 μαρτύρων ἀθλήσεις παρατίθεσθαι, καὶ μάλιστα τῶν
οὐκέτι μὲν κοινῷ νόμῳ, πολέμου δὲ τρόπῳ
πεπολιορκημένων;

[Nic. H. E. VII, 10] Ἤδη γοῦν ὅλην Χριστιανῶν
πολίχνην αὔτανδρον ἀμφὶ τὴν Φρυγίαν ἐν
 κύκλῳ περιβαλόντες ὁπλῖται, πῦρ τε ὑφάψαντες,
 

 
κατέφλεξαν αὐτοὺς ἅμα νηπίοις καὶ γυναιξὶ, τὸν
ἐπὶ πάντων θεὸν ἐπιβοωμένους· ὅτι δὴ πανδημεὶ
πάντες οἱ τὴν πόλιν οἰκοῦντες, λογιστής τε αὐτὸς
καὶ στρατηγὸς σὺν τοῖς ἐν τέλει πᾶσι καὶ ὅλῳ δήμῳ,
Χριστιανοὺς σφᾶς ὁμολογοῦντες, οὐδ᾿ ὁπωστιοῦν 
τοῖς προστάττουσιν εἰδωλολατρεῖν ἐπειθάρχουν.

καί
τις ἕτερος ῾Ρωμαϊκῆς ἀξίας ἐπειλημμένος, Ἄδαυκτος
ὄνομα, γένος τῶν παρ᾿ Ἰταλοῖς ἐπισήμων, διὰ πάσης
διελθὼν ἀνὴρ τῆς παρὰ βασιλεῦσι τιμῆς, ὡς καὶ
τὰς καθόλου διοικήσεις τῆς παρ᾿ αὐτοῖς καλουμένης 
μαγιστρότητός τε καὶ καθολικότητος ἀμέμπτως διελθεῖν,
ἐπὶ πᾶσι τούτοις διαπρέψας τοῖς ἐν θεοσεβείᾳ
κατορθώμασι καὶ ταῖς εἰς τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ
ὁμολογίαις, τῷ τοῦ μαρτυρίου διαδήματι κατεκοσμήθη,
ἐπ᾿ αὐτῆς τῆς τοῦ καθολικοῦ πράξεως τὸν 
ὑπὲρ εὐσεβείας ὑπομείνας ἀγῶνα.

[Nic. H. E. VII, 11] Τί με χρὴ νῦν ἐπ᾿
ὀνόματος τῶν λοιπῶν μνημονεύειν, ἢ τὸ πλῆθος
τῶν ἀνδρῶν ἀριθμεῖν, ἢ τὰς πολυτρόπους αἰκίας
ἀναζωγραφεῖν τῶν θαυμασίων Χριστοῦ μαρτύρων, 
τοτὲ μὲν πέλυξιν ἀναιρουμένων, οἷα γέγονε τοῖς ἐπ᾿
Ἀραβίας, τοτὲ δὲ τὰ σκέλη καταγνυμένων, οἷα τοῖς
ἐν Καππαδοκίᾳ συμβέβηκε, καὶ ποτὲ μὲν κατὰ κεφαλῆς
ἐκ τοῖν ποδοῖν εἰς ὕψος ἀναρτωμένων, καὶ μαλθακοῦ
πυρὸς ὑποκαιομένου τῷ παραπεμπομένῳ 
καπνῷ τῆς φλεγομένης ὕλης ἀποπνιγομένων, οἷα
τοῖς ἐν Μέσῃ τῶν ποταμῶν ἐπήχθη, ποτὲ δὲ ῥῖνας
καὶ ὦτα καὶ χεῖρας ἀκρωτηριαζομένων, τά τε λοιπὰ
τοῦ σώματος μέλη καὶ μέρη κρεουργουμένων, οἷα
τὰ ἐπ᾿ Ἀλεξανδρείας ἦν;

τί δεῖ τῶν ἐπ᾿ Ἀντιοχείαας 
ἀναζωπυρεῖν τὴν μνήμην, ἐσχάραις πυρὸς
οὐκ εἰς θάνατον, ἀλλ᾿ ἐπὶ μακρᾷ τιμωρίᾳ κατοπτω-

 
μένων, ἑτέρων τε θᾶττον τὴν δεξιὰν αὐτῶν πυρὶ
καθιέντων ἢ τῆς ἐναγοῦς θυσίας ἐφαπτομένων; ὧν
τινὲς τὴν πεῖραν φεύγοντες, πρὶν ἁλῶναι καὶ εἰς
χεῖρας τῶν ἐπιβούλων ἐλθεῖν, ἄνωθεν ἐξ ὑψηλῶν
 δωμάτων ἑαυτοὺς κατεκρήμνισαν, τὸν θάνατον ἅρπαγμα
θέμενοι τῆς τῶν δυσσεβῶν μοχθηρίας.

καί
τις ἱερὰ καὶ θαυμασία τὴν τῆς ψυχῆς ἀρετὴν, τὸ δὲ
σῶμα γυνὴ, καὶ τὰ ἄλλα τῶν ἐπ’ Ἀντιοχείας πλούτω
καὶ γένει καὶ εὐδοξίᾳ παρὰ πᾶσι βεβοημένη, παίδων
 ξυνωρίδα παρθένων, τῇ τοῦ σώματος ὥρᾳ καὶ ἀκμῇ
διαπρεπουσῶν, θεσμοῖς εὐσεβείας ἀναθρεψαμένη,
ἐπειδὴ πολὺς ὁ περὶ αὐτὰς κινούμενος φθόνος πάντα
τρόπον ἀνιχνεύων λανθανούσας περιειργάζετο, εἶτα
ἐπ’ ἀλλοδαπῆς αὐτὰς διατρίβειν μαθὼν πεφροντισμένως
 ἐπὶ τὴν Ἀντιόχειαν ἐκάλει, δικτύων δὲ ἤδη
στρατιωτικῶν εἴσω περιβέβληντο, ἐν ἀμηχάνοις ἑαυτήν
τε καὶ τὰς παῖδας θεασαμένη, καὶ τὰ μέλλοντα
ἐξ ἀνθρώπων δεινὰ τῷ λόγῳ παραθεῖσα, τό τε πάντων
δεινῶν ἀφορητότερον, πορνείας ἀπειλὴν, μηδὲ
 ἄκροις ὠσὶν ὑπομεῖναι δεῖν ἀκοῦσαι, ἑαυτῇ τε καὶ
ταῖς κόραις παρακελευσαμένη, ἀλλὰ καὶ τὸ προδοῦναι
τὰς ψυχὰς τῇ τῶν δαιμόνων δουλείᾳ πάντων
ὑπάρχειν θανάτων καὶ πάσης χεῖρον ἀπωλείας φήσασα,
μίαν τούτων ἀπάντων εἶναι λύσιν ὑπετίθετο,
 τὴν ἐπὶ τὸν κύριον καταφυγήν·

κἄπειτα ὁμοῦ
τὴν γνώμην συνθέμεναι, τά τε σώματα περιστείλασαι
κοσμίως τοῖς περιβλήμασιν, ἐπ’ αὐτῆς μέσης
γενόμεναι τῆς ὁδοῦ, βραχύ τι τοὺς φύλακας εἰς
ἀναχώρησιν ὑποπαραιτησάμεναι, ἐπὶ παραρρέοντα
 ποταμὸν ἑαυτὰς ἠκόντισαν.

αἵδε μὲν οὖν ἑαυτάς·
ἄλλην δ’ ἐπ’ αὐτῆς Ἀντιοχείας ξυνωρίδα παρθένων
τὰ πάντα θεοπρεπῶν καὶ ἀληθῶς ἀδελφῶν, ἐπιδόξων

 
μὲν τὸ γένος, λαμπρῶν δὲ τὸν βίον, νέων τοὺς
χρόνους, ὡραίων τὸ σῶμα, σεμνῶν τὴν ψυχὴν,
εὐσεβῶν τὸν τρόπον, θαυμαστῶν τὴν σπουδὴν, ὡς
ἂν μὴ φερούσης τῆς γῆς τὰ τοιαῦτα βαστάζειν, θαλάττῃ
ῥίπτειν ἐκέλευον οἶ τῶν δαιμόνων θεραπευταί. 
ταῦτα μὲν οὑν παρὰ τοῖσδε.

τὰ φρικτὰ δὲ
ἀκοαῖς κατὰ τὸν Πόντον ἔπασχον ἕτεροι, καλάμοις
ὀξέσι τοῖν χεροῖν ἐξ ἄκρων ὀνύχων τοὺς δακτύλους
διαπειρόμενοι, καὶ ἄλλοι πυρὶ μολίβδου διατακέντος
βρασσούσῃ καὶ πεπυρακτωμένῃ τῇ ὕλῃ τὰ νῶτα καταχεόμενοι, 
καὶ τὰ μάλιστα ἀναγκαιότατα τοῦ σώματος
κατοπτώμενοι·

διά τε τῶν ἀπορρήτων
ἕτεροι μελῶν τε καὶ σπλάγχνων αἰσχρὰς καὶ ἀσυμπαθεῖς
καἰ οὐδὲ λόγῳ ῥητὰς ὑπέμενον πάθας, ἃς οἶ
γενναῖοι καὶ νόμιμοι δικασταὶ, τὴν σφῶν ἐπιδεικνύμενοι 
δεινότητα, ὥσπερ τινὰ σοφίας ἀρετὴν φιλοτιμότερον
ἐπενόουν, ἀεὶ ταῖς καινότερον ἐφευρισκομέναις
αἰκίαις, ὡσπερεὶ ἐν ἀγῶνος βραβείοις, ἀλλήλους
ὑπερεξάγειν διαμιλλώμενοι.

τὰ δ’ οὖν τῶν
συμφορῶν ἔσχατα, ὅτε δὴ λοιπὸν ἀπειρηκότες ἐπὶ 
τῇ τῶν κακῶν ὑπερβολῇ καὶ πρὸς τὸ κτείνειν ἀποκαμόντες,
πλησμονήν τε καὶ κόρον τῆς τῶν αἱμάτων
ἐκχύσεως ἐσχηκότες, ἐπὶ τὸ νομιζόμενον αὐτοῖς χρηστὸν
καὶ φιλάνθρωπον ἐτρέποντο, ὡς μηδὲν μὲν ἔτι
δοκεῖν δεινὸν καθ’ ἡμῶν περιεργάζεσθαι·

μὴ 
γὰρ καθήκειν φασὶν αἵμασιν ἐμφυλίοις μιαίνειν τὰς
πόλεις, μηδ’ ἐπ’ ὠμότητι τῇ ἀνωτάτω διαβάλλειν
τὴν τῶν κρατούντων ἀρχὴν, εὐμενῆ τοῖς πᾶσιν
ὑπάρχουσαν καὶ πραεῖαν, δεῖν δὲ μᾶλλον τῆς φιλανθρώπου
καὶ βασιλικῆς ἐξουσίας εἰς πάντας ἐκτείνεσθαι 
τὴν εὐεργεσίαν, μηκέτι θανάτῳ κολαζομένους·
λελύσθαι γὰρ αὐτῶν καθ’ ἡμῶν ταύτην τὴν

 
τιμωρίαν, διὰ τὴν τῶν κρατούντων φιλανθρωπίαν.

τηνικαῦτα ὀφθαλμοὺς ἐξορύττεσθαι καὶ τοῖν
σκελοῖν πηροῦσθαι θάτερον προσετάττετο. ταῦτα
γὰρ ἦν αὐτοῖς τὰ φιλάνθρωπα, καὶ τῶν καθ᾿ ἡμῶν
 τιμωριῶν τὰ κουφότατα, ὥστε ἤδη ταύτης ἕνεκα
τῆς τῶν ἀσεβῶν φιλανθρωπίας οὐκέτ᾿ εἶναι δυνατὸν
ἐξειπεῖν τὸ πλῆθος τῶν ὑπὲρ πάντα λόγον τοὺς μὲν
δεξιοὺς ὀφθαλμοὺς ξίφει πρότερον ἐκκοπτομένων,
καὶ μετὰ τὴν ἐκκέντησιν τούτους πυρὶ καυτηριαζομένων,
 τοὺς δὲ λαιοὺς πόδας κατὰ τῶν ἀγκυλῶν
αὖθις καυτῆρσιν ἀχρειουμένων, μετά τε ταῦτα τοῖς
κατ᾿ ἐπαρχίαν χαλκοῦ μετάλλοις οὐχ ὑπηρεσίας τοσοῦτον,
ὅσον κακώσεως καὶ ταλαιπωρίας ἕνεκεν
καταδικαζομένων, πρὸς ἅπασί τε τούτοις ἄλλων ἄλλοις
 ἀγῶσιν, οὓς μηδὲ καταλέγειν δυνατόν, (νικᾷ
γὰρ πάντα λόγον τὰ κατ᾿ αὐτοὺς ἀνδραγαθήματα),
περιπεπτωκότων.

ἐν δὴ τούτοις ἐφ᾿ ὅλης τῆς
οἰκουμένης διαλάμψαντες οἱ μεγαλοπρεπεῖς τοῦ Χριστοῦ
μάρτυρες τοὺς μὲν ἁπανταχοῦ τῆς ἀνδρείας
 αὐτῶν ἐπόπτας εἰκότως κατεπλήξαντο, τῆς δὲ τοῦ
σωτῆρος ἡμῶν θείας ὡς ἀληθῶς καὶ ἀπορρήτου δυνάμεως
ἐμφανῆ δι᾿ ἑαυτῶν τὰ τεκμήρια παρεστήσαντο.
ἑκάστου μὲν οὖν ἐπ᾿ ὀνόματος μνημονεύειν
μακρὸν ἂν εἴη, μή τί γε τῶν ἀδυνάτων,

[Nic. H. E. VII, 16] τῶν δὲ κατὰ τὰς ἐπισήμους
πόλεις μαρτυρησάντων ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων
πρῶτος ἡμῖν ἐν εὐσεβῶν στήλαις τῆς Χριστοῦ
βασιλείας ἀναγορευέσθω μάρτυς ἐπίσκοπος τῆς Νικομηδέων
πόλεως, τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθεὶς, Ἄνθιμος.

τῶν δ᾿ ἐπ᾿ Ἀντιοχείας μαρτύρων τὸν πάντα βίον
ἄριστος πρεσβύτερος τῆς αὐτόθι παροικίας Λουκιανὸς,
ἐν τῇ Νικομηδείᾳ καὶ αὐτὸς, βασιλέως ἐπι-

 
παρόντος, τὴν οὐράνιον τοῦ Χριστοῦ βασιλείαν λόγῳ
πρότερον δι’ ἀπολογίας, εἶτα δὲ καὶ ἔργοις ἀνακηρύξας.

τῶν δ’ ἐπὶ Φοινίκης μαρτύρων γένοιντ’
ἂν ἐπισημότατοι τὰ πάντα θεοφιλεῖς τῶν λογικῶν
Χριστοῦ θρεμμάτων ποιμένες, Τυραννίων ἐπίσκοπος 
τῆς κατὰ Τυρὸν ἐκκλησίας, πρεσβύτερός τε τῆς
κατὰ Σιδῶνα Ζηνόβιος, καὶ ἔτι Σιλβανὸς τῶν ἀμφὶ
τὴν Ἔμισαν ἐκκλησιῶν ἐπίσκοπος.

ἀλλ’ οὗτος
μὲν θηρίων βορὰ μεθ’ ἑτέρων ἐπ’ αὐτῆς ἐμίσης
γενόμενος χοροῖς ἀνελήφθη μαρτύρων, τῶν δ’ ἐπ’ 
Ἀντιοχείας ἄμφω τὸν τοῦ θεοῦ λόγον διὰ τῆς εἰς
θάνατον ὑπομονῆς ἐδοξασάτην, ὁ μὲν θαλαττίοις
παραδοθεὶς βυθοῖς, ὁ ἐπίσκοπος, ὁ δὲ ἰατρῶν ἄριστος
Ζηνόβιος ταῖς κατὰ τῶν πλευρῶν ἐπιτεθείσαις
αὐτῷ καρτερῶς ἐναποθανὼν βασάνοις.

τῶν δ’ 
ἐπὶ Παλαιστίνης μαρτύρων Σιλβανὸς, ἐπίσκοπος
τῶν ἀμφὶ τὴν Γάζαν ἐκκλησιῶν, κατὰ τὰ ἐν Φαίνοι
χαλκοῦ μέταλλα σὺν ἑτέροις ἑνὸς δέουσι τὸν ἀριθμὸν
τεσσαράκοντα τὴν κεφαλὴν ἀποτέμνεται, Αἰγύπτιοί
τε αὐτόθι Πήλευς καὶ Νεῖλος ἐπίσκοποι μεθ’ ἑτέρων 
τὴν διὰ πυρὸς ὑπέμειναν τελευτήν.

καὶ τὸ μέγα
δὲ κλέος τῆς Καισαρέων παροικίας ἐν τούτοις ἡμῖν
μνημονευέσθω Πάμφιλος πρεσβύτερος, τῶν καθ’
ἡμᾶς θαυμασιώτατος, οὗ τῶν ἀνδραγαθημάτων τὴν
ἀρετὴν κατὰ τὸν δέοντα καιρὸν ἀνεγράψαμεν.

τῶν 
δ’ ἐπ’ Ἀλεξανδρείας καθ’ ὅλης τε Αἰγύπτου καὶ
Θηβαΐδος διαπρεπῶς τελειωθέντων πρῶτος Πέτρος,
αὐτῆς Ἀλεξανδρείας ἐπίσκοπος, θεῖόν τι χρῆμα διδασκάλων
τῆς ἐν Χριστῷ θεοσεβείας, ἀναγεγράφθω,
καὶ τῶν σὺν αὐτῷ πρεσβυτέρων Φαῦστος καὶ Δῖος
 

 
καὶ Ἀμμώνιος, τέλειοι Χριστοῦ μάρτυρες, Φιλέας
τε καὶ Ἡσύχιος καὶ Παχύμιος καὶ Θεόδωρος, τῶν
ἀμφὶ τὴν Αἴγυπτον ἐκκλησιῶν ἐπίσκοποι, μυρίοι τε
ἐπὶ τούτοις ἄλλοι διαφανεῖς, οἱ πρὸς τῶν κατὰ χώραν
 καὶ τόπον παροικιῶν μνημονεύονται, ὧν ἀνὰ
τὴν πᾶσαν οἰκουμένην ὑπὲρ τῆς εἰς τὸ θεῖον εὐσεβείας
ἠγωνισμένων γραφῇ παραδιδόναι τοὺς ἄθλους,
ἐπ’ ἀκριβές τε ἕκαστα τῶν περὶ αὐτοὺς συμβεβηκότων
ἱστορεῖν, οὐχ ἡμέτερον, τῶν δ’ ὄψει τὰ πράγματα
 παρειληφότων ἴδιον ἂν γένοιτο. οἷς γε μὴν
αὐτὸς παρεγενόμην, τούτους καὶ τοῖς μεθ’ ἡμᾶς
γνωρίμους δι’ ἑτέρας ποιήσομαι γραφής.

κατά
γε μὴν τὸν παρόντα λόγον τὴν παλινῳδίαν τῶν περὶ
ἡμὰς εἰργασμένων τοῖς εἰρημένοις ἐπισυνάψω, τά
 τε ἐξ ἀρχῆς τοῦ διωγμοῦ συμβεβηκότα, χρησιμώτατα
τυγχάνοντα τοῖς ἐντευξομένοις.

τὰ μὲν οὖν πρὸ
τοῦ καθ’ ἡμῶν πολέμου τῆς Ῥωμαίων ἡγεμονίας, ἐν
ὅσοις δὴ χρόνοις τὰ τῶν ἀρχόντων φίλιά τε ἡμῖν
ἦν καὶ εἰρηναῖα, ὁπόσης ἀγαθῶν εὐφορίας καὶ εὐετηρίας
 ἠξίωτο, τίς ἂν ἐξαρκέσειε λόγος διηγήσασθαι;
ὁπότε καὶ οἱ μάλιστα τῆς καθόλου κρατοῦντες ἀρχῆς,
δεκαετηρίδας καὶ εἰκοσαετηρίδας τῆς βασιλείας ἐκπλήσαντες,
ἐν ἑορταῖς καὶ πανηγύρεσι, φαιδροτάταις
τε θαλίαις καὶ εὐφροσύναις μετὰ πάσης εὐσταθοῦς
 διετέλουν εἰρήνης.

οὕτω δ’ αὐτοῖς ἀπαραποδίστως
αὐξούσης καὶ ἐπὶ μέγα ὁσημέραι προιούσης
τῆς ἐξουσίας, ἀθρόως τῆς πρὸς ἡμὰς εἰρήνης μεταθέμενοι,
πόλεμον ἄσπονδον ἐγείρουσιν, οὔπω δ’
αὐτοῖς τῆς τοιασδὶ κινήσεως δεύτερον ἔτος πεπλήρωτο,
 καί τι περὶ τὴν ὅλην ἀρχὴν νεώτερον γεγονὸς
τὰ πάντα πράγματα ἀνατρέπει.

νόσου γὰρ οὐκ
αἰσίας τῷ πρωτοστάτῃ τῶν εἰρημένων ἐπισκηψάσης,

 
ὑφ’ ἧς δὴ καὶ τὰ τῆς διανοίας εἰς ἔκστασιν αὐτῷ
παρήγετο, σὺν τῷ μετ’ αὐτὸν δευτερείοις τετιμημένῳ
τὸν δημώδη καὶ ἰδιωτικὸν ἀπολαμβάνει βίον·
οὔπω δὲ ταὐτ’ αὐτῷ οὕτω πέπρακτο, καὶ διχῆ τὰ
πάντα τῆς ἀρχῆς διαιρεῖται, πρᾶγμα μηδ’ ἄλλοτέ 
πω πάλαι γεγονὸς μνήμῃ παραδεδομένον.

χρόνου
δ’ οὐ πλείστου μεταξὺ γενομένου βασιλεὺς Κωνστάντιος,
τὸν πάντα βίον πραότατα καὶ τοῖς ὑπηκόοις
εὐνοικώτατα, τῷ τε θείῳ λόγῳ προσφιλέστατα
διαθέμενος, παῖδα γνήσιον Κωνσταντῖνον αὐτοκράτορα 
καὶ σεβαστὸν ἀνθ’ ἑαυτοῦ καταλιπὼν, κοινῷ
φύσεως νόμῳ τελευτᾷ τὸν βίον, πρῶτός τε ἐν θεοῖς
ἀνηγορεύετο παρ’ αὐτοῖς, ἁπάσης μετὰ θάνατον,
ὅση βασιλεῖ τις ἂν ὠφείλετο, τιμῆς ἠξιωμένος, χρηστότατος
καὶ ἠπιώτατος βασιλέων,

ὃς δὴ καὶ 
μόνος τῶν καθ’ ἡμᾶς ἐπαξίως τῆς ἡγεμονίας τὸν
πάντα τῆς ἀρχῆς διατελέσας χρόνον, καὶ τἄλλα τοῖς
πᾶσι δεξιώτατον καὶ εὐεργετικώτατον παρασχὼν
ἑαυτὸν, τοῦ δὲ καθ’ ἡμῶν πολέμου μηδαμῶς ἐπικοινωνήσας,
ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν θεοσεβεῖς 
ἀβλαβεῖς καὶ ἀνεπηρεάστους φυλάξας, καὶ μήτε τῶν
ἐκκλησιῶν τοὺς οἴκους καθελὼν, μήθ’ ἕτερόν τι
καθ’ ἡμῶν καινουργήσας, τέλος εὐδόκιμον καὶ τρισμακάριον
ἀπείληφε τοῦ βίου, μόνος ἐπὶ τῆς αὐτοῦ
βασιλείας εὐμενῶς καὶ ἐπιδόξως ἐπὶ διαδόχῳ γνησίῳ 
παιδὶ, πάντα σωφρονεστάτῳ τε καὶ εὐσεβεστάτῳ,
τελευτήσας.

τούτου παῖς Κωνσταντῖνος εὐθὺς
ἀρχόμενος, βασιλεὺς τελεώτατος καὶ σεβαστός πρὸς
τῶν στρατοπέδων, καὶ ἔτι πολὺ τούτων πρότερον
πρὸς αὐτοῦ τοῦ παμβασιλέως θεοῦ ἀναγορευθεὶς, 
ζηλωτὴν ἑαυτὸν τῆς πατρικῆς περὶ τὸν ἡμέτερον
λόγον εὐσεβείας κατεστήσατο. καὶ οὗτος μὲν τοι-

 
οὗτος. Λικίννιος δὲ ἐπὶ τούτοις ὑπὸ κοινῆς ψήφου
τῶν κρατούντων αὐτοκράτωρ καὶ σεβαστὸς ἀναπέφηνε.

ταῦτα Μαξιμῖνον δεινῶς ἐλύπει, μόνο
Καίσαρα παρὰ πάντας εἰσέτι τότε χρηματίζοντα, ὃ
 δὴ οὖν τὰ μάλιστα τυραννικὸς ὢν, παραρπάσας
ἑαυτῷ τὴν ἀξίαν, σεβαστὸς ἦν, αὐτὸς ὑφ’ ἑαυτοῦ
γεγονώς· ἐντούτῳ δὲ Κωνσταντίνῳ μηχανὴν θανάτου
συρράπτων ἁλοὺς ὁ μετὰ τὴν ἀπόθεσιν ἐπανῃρῆσθαι
δεδηλωμένος, αἰσχίστῳ καταστρέφει θανάτῳ. πρῴ
 του δὲ τούτου τὰς ἐπὶ τιμῇ γραφὰς, ἀνδριάντας τ’
καὶ ὅσα τοιαῦτα ἐπ’ ἀναθέσει νενόμισται, ὡς ἀνοσίο
καὶ δυσσεβεστάτου καθῄρουν.

[Nic. H. E. VII. 21] Τούτου παῖς Ma
ξίντιος, ὁ τὴν ἐπὶ Ῥῴμης τυραννίδα συστησάμενος,
 ἀρχόμενος μὲν τὴν καθ’ ἡμᾶς πίστιν ἐπ’ ἀρεσκείᾳ
καὶ κολακείᾳ τοῦ δήμου Ῥωμαίων καθυπεκρίνατο,
ταύτῃ τε τοῖς ὑπηκόοις τὸν κατὰ Χριστιανῶν ἀνεῖναι
προστάττει διωγμὸν, εὐσέβειαν ἐπιμορφάζων,
ὡς ἂν δεξιὸς καὶ πολὺ πρᾶος παρὰ τοὺς προτέρους
 φανείη·

οὐ μὴν οἶος ἔσεσθαι ἠλπίσθη, τοιοῦτος
ἔργοις ἀναπέφηνεν, εἰς πάσας δ’ ἀνοσιουργίας ὀκείλας
οὐδὲν ὅ τι μιαρίας ἔργον καὶ ἀκολασίας παραλέλοιπε,
μοιχείας τε καὶ παντοίας ἐπιτελῶν φθοράς·
διαζευγνύς γε τοι τῶν ἀνδρῶν τὰς κατὰ νόμον γαμετὰς,
 ταύτας ἐνυβρίζων, ἀτιμότατα τοῖς ἀνδράσιν
αὖθις ἀπέπεμπε, καὶ ταῦτ’ οὐκ ἀσήμοις οὐδ’ ἀφανέσιν
ἐγχειρῶν ἐπετήδευεν, ἀλλ’ αὐτῶν δὴ μάλιστα
τῶν τὰ πρῶτα τῆς Ῥωμαίων συγκλήτου
ἀπενηνεγμένων ἐμπαροινῶν τοῖς ἐξοχωτάτοις.

οἱ
 πάντες δ’ αὐτὸν ὑποπεπτηχότες δῆμοι καὶ ἄρχοντες,
 

 
ἔνδοξοί τε καὶ ἄδοξοι, δεινῇ κατετρύχοντο τυραννίδι.
καὶ οὐδ’ ἠρεμούντων καὶ τὴν πικρὰν φερόντων
δουλείαν, ἀπαλλαγή τις ὅμως ἦν τῆς τοῦ τυράννου
φονώσης ὠμότητος· ἐπὶ σμικρᾷ γοῦν ἤδη ποτὲ
προφάσει τὸν δῆμον εἰς φόνον τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν 
δορυφόροις ἐκδίδωσι, καὶ ἐκτείνετο μυρία τοῦ δήμου
Ῥωμαίων πλήθη ἐπὶ μέσης τῆς πόλεως, οὐ Σκυθῶν
οὐδὲ βαρβάρων, ἀλλ’ αὐτῶν τῶν οἰκείων δόρασι καὶ
πανοπλίαις.

συγκλητικῶν γε μὴν φόνος ὁπόσος δι’
ἐπιβουλὴν ἐνηργεῖτο τῆς οὐσίας οὐδ’ ἐξαριθμήσασθαι 
δυνατὸν ἄλλοτε ἄλλαις πεπλασμέναις αἰτίαις μυρίων
ἀναιρουμένων.

ἡ δὲ τῶν κακῶν τῷ τυράννῳ
κορωνὶς ἐπὶ γοητείαν ἤλαυνε, μαγικαῖς ἐπινοίαις
τοτὲ μὲν γυναῖκας ἐγκύμονας ἀνασχίζοντος, τοτὲ δὲ
νεογνῶν σπλάγχνα βρεφῶν διερευνωμένου, λέοντάς 
τε κατασφάττοντος, καί τινας ἀρρητοποιίας ἐπὶ δαιμόνων
προκλήσεις καὶ ἀποτροπιασμὸν τοῦ πολέμου
συνισταμένου· διὰ τούτων γὰρ αὐτῷ τὰ τῆς νίκης
κατορθωθήσεσθαι ἡ πᾶσα ἐτύγχανεν ἐλπίς.

οὗτος
μὲν οὖν ἐπὶ Ῥώμης τυραννῶν οὐδ’ ἔστιν εἰπεῖν οἷα 
δρῶν τοὺς ὑπηκόους κατεδουλοῦτο, ὡς ἤδη καὶ
τῶν ἀναγκαίων τροφῶν ἐν ἐσχάτῃ σπάνει καὶ ἀπορίᾳ
καταστῆναι, ὅσην ἐπὶ Ῥώμης οὐδ’ ἄλλοτε οἶ καθ’
ἡμᾶς γενέσθαι μνημονεύουσιν.

ὁ δ’ ἐπ’ ἀνατολῆς
τύραννος Μαξιμῖνος, ὡσὰν πρὸς ἀδελφὸν τὴν κακίαν 
πρὸς τὸν ἐπὶ Ῥώμης φιλίαν κρύβδην σπενδόμενος,
ἐπὶ πλεῖστον χρόνον λανθάνειν ἐφρόντιζε,
φωραθείς γέ τοι ὕστερον δίκην τίννυσι τὴν ἀξίαν.

ἦν δὲ θαυμάσαι ὅπως καὶ οὗτος τὰ συγγενῆ καὶ
ἀδελφὰ 5 μᾶλλον δὲ κακίας τὰ πρῶτα καὶ τὰ νικητήρια 
τῆς τοῦ κατὰ Ῥώμην τυράννου κακοτροπίας
ἀπενηνεγμένος. γοήτων τε γὰρ καὶ μάγων οἱ πρῶτοι

 
τῆς ἀνωτάτω παρ’ αὐτῶ τιμῆς ἠξίωντο, ψοφοδεοῦς
εἰς τὰ μάλιστα καὶ δεισιδαιμονεστάτου καθεστῶτος,
τήν τε περὶ τὰ εἴδωλα καὶ τοὺς δαίμονας περὶ πολλοῦ
τιθεμένου πλάνην. μαντειῶν γοῦν δίχα καὶ
 χρησμῶν οὐδὲ μέχρις ὄνυχος, ὡς εἰπεῖν, τολμᾶν τι
κινεῖν οἷός τε ἦν.

οὗ χάριν καὶ τῷ καθ’ ἡμῶν
σφοδρότερον ἤ οἱ πρόσθεν καὶ πυκνότερον ἐπετίθετο
διωγμῷ, νεὼς κατὰ πάσαν πόλιν ἐγείρειν, καὶ τὰ
χρόνου μήκει καθῃρημένα τεμένη διὰ σπουδῆς ἀνανεοῦσθαι
 προστάττων, ἱερέας τε εἰδώλων κατὰ πάντα
τόπον καὶ πόλιν· καὶ ἐπὶ τούτων ἑκάστης ἐπαρχίας
ἀρχιερέα, τῶν ἐν πολιτείαις ἕνα γέ τινα τὸν μάλιστα
ἐμφανῶς διὰ πάσης ἐμπρέψαντα λειτουργίας, μέτα
στρατιωτικοῦ στίφους καὶ δορυφορίας ἐκτάσσων,
 ἀνέδην τε πάσι γόησιν, ὡσὰν εὐσεβέσι καὶ θεῶν
προσφιλέσιν, ἡγεμονίας καὶ τὰς μεγίστας προνομίας
δωρούμενος.

ἐκ δὴ τούτων ὁρμώμενος πόλιν
μὲν οὐ μίαν οὐδὲ χώραν, ὅλας δὲ ἄρδην τὰς ὑπ’
αὐτὸν ἐπαρχίας χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ χρημάτων
 ἀμυθήτων εἰσπράξεσιν, ἐπισκήψεσί τε βαρυτάταις
καὶ ἄλλοτε ἄλλαις καταδίκαις ἠνία καὶ κατεπίεζε.
τῶν γε μὴν εὐπόρων τὰς ἐκ προγόνων περιποιηθείσας
οὐσίας ἀφαιρούμενος, πλούτους ἀθρόως καὶ
σωροὺς χρημάτων τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν κόλαξιν ἐδωρεῖτο.

παροινίας γε μὴν καὶ μέθης εἰς τοσαύτην ἠνέχθη
φορὰν ὡς ἐν τοῖς πότοις παρακόπτειν καὶ τῶν φρενῶν
παρεξίστασθαι, τοιαῦτά τε μεθύοντα προστάττειν
οἷα ἀνανήψαντα αὐτὸν τῇ ὑστεραίᾳ εἰς μετάμελον
ἄγειν· κραιπάλης δὲ καὶ ἀσωτίας μηδενὶ καταλιπὼν
 ὑπερβολὴν, κακίας διδάσκαλον τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν
ἄρχουσί τε καὶ ἀρχομένοις ἑαυτὸν καθίστη,
θρύπτεσθαι μὲν τὸ στρατιωτικὸν διὰ πάσης τρυφῆς

 
τε καὶ ἀκολασίας ἐνάγων, ἡγεμόνας δὲ καὶ στρατοπεδάρχας
δι’ ἁρπαγῶν καὶ πλεονεξίας χωρεῖν κατὰ
τῶν ὑπηκόων, μονονουχὶ συντυραννοῦντας αὐτῷ,
προκαλούμενος.

τί δεῖ τὰς ἐμπαθεῖς τἀνδρὸς
αἰσχρουργίας μνημονεύειν; ἢ τῶν πρὸς αὐτοῦ μεμοιχευμένων 
ἀπαριθμεῖσθαι τὴν πληθύν; οὐκ ἦν γέ τοι
πόλιν αὐτὸν παρελθεῖν, μὴ οὐχὶ ἐκ παντὸς φθορὰς
γυναικῶν παρθένων τε ἁρπαγὰς εἰργασμένον.

κατὰ πάντων γέ τοι αὐτῷ ταῦτα προυχώρει, μὴ
ὅτι μόνων Χριστιανῶν, οἴ θανάτου καταφρονήσαντες 
παρ’ οὐδὲν αὐτοῦ τὴν τοσαύτην ἔθεντο τυραννίδα.
οἱ μὲν γὰρ ἄνδρες ἀνατλάντες πῦρ καὶ σίδηρον
καὶ προσηλώσεις, θῆράς τε ἀγρίους καὶ θαλάττης
βυθοὺς, ἀποτομάς τε μελῶν καὶ καυτῆρας, καὶ ὀφθαλμῶν
κεντήσεις τε καὶ ἐξορύξεις, καὶ τοῦ παντὸς 
σώματος ἀκρωτηριασμοὺς, λιμόν τε ἐπὶ τούτοις καὶ
μέταλλα καὶ δεσμὰ, ἐπὶ πάντων μᾶλλον ὑπομονὴν
τὴν ὑπὲρ εὐσεβείας ἐνεδείξαντο ἢ τὸ σέβας
τὸ εἰς θεὸν εἰδώλοις ἀντικατηλλάξαντο.

αἶ δ’
αὖ γυναῖκες οὐχ ἧττον τῶν ἀνδρῶν ὑπὸ τῆς τοῦ 
θείου λόγου διδασκαλίας ἠρρενωμέναι, αἶ μὲν τοὺς
αὐτοὺς τοῖς ἀνδράσιν ἀγῶνας ὑποστᾶσαι ἴσα τῆς
Ἀρετῆς ἀπηνέγκαντο βραβεῖα, αἱ δὲ ἐπὶ φθορὰν
ἑλκόμεναι θᾶττον τὴν ψυχὴν θανάτῳ ἢ τὸ σῶμα τῇ
φθορᾷ παραδεδώκασι.

μόνη γοῦν τῶν ἄλλων 
ὑπὸ τοῦ τυράννου μεμοιχευμένων Χριστιανὴ τῶν
ἐπ’ Ἀλεξανδρείας ἐπισημοτάτη τε καὶ λαμπροτάτη
τὴν ἐμπαθῆ καὶ ἀκόλαστον Μαξιμίνου ψυχὴν δι’
ἀνδρειοτάτου παραστήματος ὐπερεξενίκησεν, ἔνδο-
 

 
ξος μὲν τἄλλα πλούτῳ τε καὶ γένει καὶ παιδείᾳ,
πάντα γε μὴν δεύτερα σωφροσύνης τεθειμένη, ἣν
καὶ πολλὰ λιπαρήσας κτεῖναι μὲν ἑτοίμως θνήσκειν
ἔχουσαν οὐχ οἷός τε ἦν, τῆς ἐπιθυμίας μᾶλλον τοῦ
 θυμοῦ κατακρατούσης αὐτοῦ, φυγῇ δὲ ζημιώσας
πάσης ἀφείλετο τῆς οὐσίας.

μυρίαι δ’ ἄλλαι
πρὸς τῶν κατ’ ἔθνος ἀρχόντων πορνείας ἀπειλὴν
μηδ’ ἀκοῦσαι δεδυνημέναι πᾶν εἶδος βασάνων καὶ
στρεβλώσεων καὶ θανατηφόρου κολάσεως ὑπέστησαν.
 θαυμασταὶ μὲν οὖν καὶ αὗται, ὑπερφυῶς γε μὴν
θαυμασιωτάτη ἡ ἐπὶ Ῥώμης εὐγενεστάτη τῷ ὄντι
καὶ σωφρονεστάτη γυνὴ πασῶν, αἷς ἐμπαροινεῖν ὁ
ἐκεῖσε τύραννος Μαξέντιος τὰ ὅμοια Μαξιμίνῳ δρῶν
ἐπειρᾶτο.

ὡς γὰρ ἐπιστάντας τῷ οἴκῳ τοὺς τὰ
 τοιαῦτα τῷ τυράννῳ διακονουμένους ἐπύθετο, Χριστιανὴ
δὲ καὶ αὕτη ἦν), τόν τε ἄνδρα τὸν αὐτῆς,
καὶ ταῦτα Ῥωμαίων ὄντα ἔπαρχον, τοῦ δέους ἕνεκα
λαβόντας ἄγειν αὐτὴν ἐπιτρέψαντα, εἰς βραχὺν ὑποπαραιτησαμένη,
ὡς ἂν δὴ κατακοσμηθείη τὸ σῶμα,
 εἴσεισιν ἐπὶ τοῦ ταμιείου, καὶ μονωθεῖσα ξίφος καθ’
ἑαυτῆς πήγνυσι, θανοῦσά τε παραχρῆμα τὸν μὲν
νεκρὸν τοῖς προαγωγοῖς καταλιμπάνει, ἔργοις δ’
αὐτοῖς ἁπάσης φωνῆς γεγωνοτέροις, ὅτι μόνον χρημάτων
ἀήττητόν τε καὶ ἀνώλεθρον ἡ παρὰ Χριστιανοῖς
 νοῖς ἀρετὴ πέφυκεν, εἰς πάντας ἀνθρώπους τούς
τε νῦν ὄντας καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα γενησομένους
ἐξέφηνε.

τοσαύτη δῆτα κακίας φορὰ ὑφ’ ἔνα
καὶ τὸν αὐτὸν συνηνέχθη καιρὸν, πρὸς τῶν δύο
τυράννων ἀνατολὴν καὶ δύσιν διειληφότων κατεργασθεῖσα.
 τίς δ’ ἂν τὴν τῶν τοσούτων διερευνώμενος
αἰτίαν διστάξαι μὴ οὐχὶ τὸν καθ’ ἡμῶν διωγμὸν
ἀποφήνασθαι; ὅτε γε ἁλιστὰ οὐ πρότερον τὰ

 
τῆς τοσῆσδε πέπαυτο συγχύσεως ἢ Χριστιανοὺς τὰ
τῆς παρρησίας ἀπολαβεῖν.

[Nic. H. E. VII, 22] Διὰ παντός γέ τοι
τοῦ κατὰ τὸν διωγμὸν δεκαέτους χρόνου τῶν εἰς
ἐπιβουλὴν καὶ πόλεμον τὸν κατ᾿ ἀλλήλων οὐδὲν 
αὐτοὺς διαλέλοιπεν. ἄπλωτα μὲν γὰρ τὰ κατὰ θάλατταν
ἦν, οὐδ᾿ ἐξῆν ποθὲν καταπλεύσαντας μὴ
οὐχὶ πάσαις αἰκίαις ὑπάγεσθαι, στρεβλουμένους καὶ
τὰς πλευρὰς καταξαινομένους, βασάνοις τε παντοίαις,
μὴ ἄρα παρὰ τῶν δι᾿ ἐναντίας ἐχθρῶν ἥκοιεν, 
ἀνακρινομένους, καὶ τέλος σταυροῖς ἢ τῇ διὰ πυρὸς
ὑπαγομένους κολάσει.

ἀσπίδων ἐπὶ τούτοις καὶ
θωράκων παρασκευαὶ, βελῶν τε καὶ δοράτων καὶ
τῆς ἄλλης πολεμικῆς παρατάξεως ἑτοιμασίαι, τριήρων
τε καὶ τῶν πατὰ ναυμαχίαν ὅπλων, κατὰ πάντα 
συνεκροτοῦντο τόπον, οὐδ᾿ ἦν ἄλλο τι παντί τῳ
προσδοκᾶν ἢ πολεμίων κατὰ πᾶσαν ἔφοδον ἡμέραν.
τούτοις καὶ ὁ μετὰ ταῦτα λιμός τε καὶ λοιμὸς ἐγκατασκήπτει,
περὶ ὧν κατὰ καιρὸν ἱστορήσομεν τα`
δέοντα.

[Nic. H. E. VII, 22] Τοιαῦτ᾿ ἦν τὰ δια`
παντὸς τοῦ διωγμοῦ παρατετακότα, δεκάτῳ μὲν ἔτει
σὺν θεοῦ χάριτι παντελῶς πεπαυμένου, λωφᾶν γε
μὴν μετ᾿ ὄγδοον ἔτος ἐναρξαμένου. ὡς γὰρ τὴν εἰς
ἡμᾶς ἐπισκοπὴν εὐμενῆ καὶ ἵλεων ἡ θεία καὶ οὐράνιος 
χάρις ἐνεδείκνυτο, τότε δὴ καὶ οἱ καθ᾿ ἡμᾶς
ἄρχοντες, αὐτοὶ δὴ ἐκεῖνοι δι᾿ ὧν πάλαι τὰ τῶν
καθ᾿ ἡμᾶς ἐνηργεῖτο πολέμων, παραδοξότατα μεταθέμενοι
τὴν γνώμην παλινῳδίαν ᾖδον, χρηστοῖς
περὶ ἡμῶν προγράμμασι καὶ διατάγμασιν ἡμερωτάτοις 
τὴν ἐπὶ μέγα ἁφθεῖσαν τοῦ διωγμοῦ πυρκαϊὰν
σβεννύντες.

οὐκ ἀνθρώπινον δέ τι τούτου κατέ-

 
στῆ αἴτιον, οὐδ’ οἶκτος, ὡς ἂν φαίη τις, ἤ φιλανθρωπία
τῶν ἀρχόντων· πολλοῦ δεῖ· πλείω γὰρ ὁσημέραι
καὶ χαλεπώτερα ἀρχῆθεν εἰς ἐκεῖνο τοῦ καιροῦ
τὰ καθ’ ἡμῶν αὐτοῖς ἐπενοεῖτο, ποικιλωτέραις μηχαναῖς
 ἄλλοτε ἄλλως τὰς καθ’ ἡμῶν αἰκίας ἐπικαινουργούντων·
ἀλλ’ αὐτῆς γε τῆς θείας προνοίας
ἐμφανὴς ἡ ἐπίσκεψις, τῷ μὲν αὐτῆς καταλλαττομένης
λαῷ, τῷ δ’ αὐθέντῃ τῶν κακῶν ἐπεξιούσης καὶ πρωτοστάτῃ
τῆς τοῦ παντὸς διωγμοῦ κακίας ἐπιχολουμένης.

καὶ γὰρ εἴ τι ταῦτ’ ἐχρῆν κατὰ θείαν
γενέσθαι κρίσιν, ἀλλὰ οὐαὶ, φησὶν ὁ λόγος, δι’ οὗ
τὸ σκάνδαλον ἔρχεται. μέτεισι γοῦν αὐτὸν θεήλατος
κόλασις, ἐξ αὐτῆς αὐτοῦ καταρξαμένη σαρκὸς, καὶ
μέχρι τῆς ψυχῆς προελθοῦσα.

ἀθρόα μὲν γὰρ
 περὶ τὰ μέσα τῶν ἀπορρήτων τοῦ σώματος ἀπόστασις
γίνεται αὐτῷ, εἶθ’ ἕλκος ἐν βάθει συριγγῶδες,
καὶ τούτων ἀνίατος νομὴ κατὰ τῶν ἐνδοτάτω σπλάγχνων,
ἀφ’ ὧν ἄλεκτόν τι πλῆθος σκωλήκων βρύειν,
θανατώδη τε ὀδμὴν ἀποπνέειν, τοῦ παντὸς
 ὄγκου τῶν σωμάτων ἐκ πολυτροφίας αὐτῷ καὶ πρὸ
τῆς νόσου εἰς ὑπερβολὴν πλήθους πιμελῆς μεταβεβληκότος,
ἣν τότε κατασαπεῖσαν ἀφόρητον καὶ φρικτοτάτην
τοῖς πλησιάζουσι παρέχειν τὴν θέαν.

ἰατρῶν
δ’ οὖν οἱ μὲν οὐδ’ ὅλως ὑπομεῖναι τὴν τοῦ
 δυσώδους ὑπερβάλλουσαν ἀτοπίαν οἷοί τε κατεσφάττοντο,
οἱ δὲ διῳδηκότος τοῦ παντὸς ὄγκου καὶ
εἰς ἀνέλπιστον σωτηρίας ἀποπεπτωκότος μηδὲν ἐπικουρεῖν
δυνάμενοι ἀνηλεῶς ἐκτείνοντο.

[Nic. H. E. VII, 22-23] τοσούτοις
 παλαίων κακοῖς συναίσθησιν τῶν κατὰ τῶν
 

 
θεοσεβῶν αὐτῷ τετολμημένων ἴσχει. συναγαγὼν δ’
οὖν εἰς ἑαυτὸν τὴν διάνοιαν πρῶτα μὲν ἀνθωμολογεῖτο
τῷ τῶν ὅλων θεῷ, εἶτα τοὺς ἀμφ’ αὐτὸν
ἀνακαλέσας, μηδὲν ὑπερθεμένους τὸν κατὰ
ἀποπαῦσαι διωγμὸν, νόμῳ τε καὶ δόγματι βασιλικῷ 
τὰς ἐκκλησίας αὐτῶν οἰκοδομεῖν ἐπισπέρχειν
τε καὶ τὰ συνήθη διαπράττεσθαι, εὐχὰς ὑπὲρ τοῦ
βασιλείου ποιουμένους, προστάττει.

αὐτίκα γοῦν
ἔργου τῷ λόγῳ παρηκολουθηκότος ἥπλωτο κατὰ
πόλεις βασιλικὰ διατάγματα, τὴν παλινῳδίαν τῶν 
καθ’ ἡμᾶς τοῦτον περιέχοντα τὸν τρόπον· 
 “

Αὐτοκράτωρ Καῖσαρ Γαλέριος Οὐαλέριος Μαξιμῖνος,
ἀνίκητος, σεβαστὸς, ἀρχιερεὺς μέγιστος,
Γερμανικὸς μέγιστος, Αἰγυπτιακὸς μέγιστος, Αἰγυπτιακὸς
μέγιστος, Θηβαι·κὸς μέγιστος, Σαρματι- 
“κὸς μέγιστος πεντάκις, Περσῶν μέγιστος δὶς, Καρ-
“πῶν μέγιστος ἑξάκις, Ἀρμενίων μέγιστος, Μηδῶν
μέγιστος, Ἀδιαβηνῶν μέγιστος, δημαρχικῆς ἐξου-
“σίας τὸ εἰκοστὸν, αὐτοκράτωρ τὸ ἐννεακαιδέκατον
“ὕπατος τὸ ὄγδοον, πατὴρ πατρίδος, ἀνθύπατος· 
“

καὶ αὐτοκράτωρ Καῖσαρ Φλάουιος
Κωνσταντῖνος, εὐσεβὴς, εὐτυχὴς, ἀνίκητος, σεβαστὸς,
ἀρχιερεὺς μέγιστος, δημαρχικῆς ἐξουσίας
“τὸ πέμπτον, αὐτοκράτωρ τὸ πέμπτον, ὕπατος, πατὴρ
‘πατρίδος, ἀνθύπατος·

καὶ αὐτοκράτωρ Καῖσαρ 
“Οὐαλέριος Λικιννιανὸς, εὐσεβὴς, εὐτυχὴς, ἀνίκη-
“τος, σεβαστὸς, ἀρχιερεὺς μέγιστος, δημαρχικῆς ἐξου-
“σίας τὸ τέταρτον, αὐτοκράτωρ τὸ τρίτον, ὕπατος,
‘πατὴρ πατρίδος, ἀνθύπατος, ἐπαρχιώταις ἰδίοις
“χαίρειν.

μεταξὺ τῶν λοιπῶν, ἅπερ ὑπὲρ τοῦ 
“χρησίμου καὶ λυσιτελοῦς τοῖς δημοσίοις διατυπού-
“μεθα, ἡμεῖς μὲν βεβουλήμεθα πρότερον κατὰ τοὺς

 
“ἀρχαίους νόμους καὶ τὴν δημοσίαν ἐπιστήμην τὴν
“τῶν ἅπαντα ἐπανορθώσασθαι, καὶ τού-
“του πρόνοιαν ποιήσασθαι, ἔνα καὶ οἶ Χριστιανοὶ,
“οἵτινες τῶν γονέων τῶν ἑαυτῶν καταλελοίπασι τὴν
 “αἵρεσιν, εἰς ἀγαθὴν πρόθεσιν ἐπανέλθοιεν·

ἐπεί-
“περ περ τινὶ λογισμῷ τοσαύτη αὐτοὺς πλεονεξία κατε-
“σχήκει καὶ ἄνοια κατειλήφει ὡς μὴ ἕπεσθαι τοῖς
“ὑπὸ τῶν πάλαι καταδειχθεῖσιν, ἅπερ ἴσως πρότερον
“καὶ οἶ γονεῖς αὐτῶν ἦσαν καταστήσαντες, ἀλλὰ
 “κατὰ τὴν αὐτῶν πρόθεσιν καὶ ὡς ἕκαστος ἐβού-
“λετο, οὕτως ἑαυτοῖς καὶ νόμους ποιῆσαι, καὶ τού-
“τους παραφυλάττειν, καὶ ἐν διαφόροις διάφορα
“πλήθη συνάγειν.

τοιγαροῦν τοιούτου ὑφ’ ἡμῶν
“προστάγματος παρακολουθήσαντος, ὥστε ἐπὶ τὰ
 “ὑπὸ τῶν ἀρχαίων κατασταθέντα ἑαυτοὺς μεταστήσαιεν,
πλεῖστοι μὲν κινδύνῳ ὑποβληθέντες, πλεῖ-
“στοι δὲ ταραχθέντες παντοίους θανάτους ὑπέφερον·
“

καὶ ἐπειδὴ τῶν πολλῶν τῇ αὐτῇ ἀπονοίᾳ διαμε-
“νόντων ἑωρῶμεν μήτε τοῖς θεοῖς τοῖς ἐπουρανίοις
 “τὴν ὀφειλομένην θρησκείαν προσάγειν αὐτοὺς, μήτε
“τῷ τῶν Χριστιανῶν προσέχειν, ἀφορῶντες εἰς τὴν
‘ἡμετέραν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν διηνεκῆ συνήθειαν,
“δι’ ἧς εἰώθαμεν ἅπασιν ἀνθρώποις συγγνώμην
“ἀπονέμειν, προθυμότατα καὶ ἐν τούτῳ τὴν συγχώ-
 “ρησιν ῥῆσιν τὴν ἡμετέραν ἐπεκτεῖναι δεῖν ἐνομίσαμεν, ἵνα
“αὖθις ὦσι Χριστιανοὶ, καὶ τοὺς οἴκους, ἐν οἷς συν-
“ήγοντο, συνθῶσιν οὕτως ὥστε μηδὲν ὑπεναντίον
τῆς ἐπιστήμης αὐτοὺς πράττειν· δι’ ἑτέρας δὲ ἐπι-
“στολῆς τοῖς δικασταῖς δηλώσομεν τί αὐτοὺς παρα-
 “φυλάξασθαι δεήσει.

ὅθεν κατὰ ταύτην τὴν
“συγχώρησιν τὴν ἡμετέραν ὀφείλουσι τὸν ἑαυτῶν
“θεὸν ἱκετεύειν περὶ τῆς σωτηρίας τῆς ἡμετέρας καὶ

 
“τῶν δημοσίων καὶ τῆς ἑαυτῶν, ἔνα κατὰ πάντα
τρόπον καὶ τὰ δημόσια παρασχεθῇ ὑγιῆ, καὶ ἀμέ-
“ριμνοι ζῆν ἐν τῇ ἑαυτῶν ἑστίᾳ δυνηθῶσι.”

ταῦτα
κατὰ τὴν τῶν Ῥωμαιων φωνὴν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα
γλῶτταν κατὰ τὸ δυνατὸν μεταληφθέντα τοῦτον ἔχει 
τὸν τρόπον. τί δὴ οὖν ἐπὶ τούτοις γίνεται ἐπιθεωρῆσαι
καιρός.

APPENDIX. 
 Τὸ ὡς λεῖπον ἴν τισιν ἀντιγράφοις ἐν τῷ ὀγδόῳ λόγῳ] 
 Ἀλλ᾿ ὁ μὲν τῆς γραφῆς αἴτιος μετὰ τὴν τοιάνδε 
ὁμολογίαν αὐτίκα καὶ οὐκ εἰς μακρὸν τῶν
ἀλγηδόνων ἀπαλλαγεὶς μεταλλάττει τὸν βίον. τοῦτον
δὴ λόγος ἔχει πρῶτον αἴτιον τῆς τοῦ διωγμοῦ
καταστῆναι συμφορᾶς, ἔτι πάλαι πρὸ τῆς τῶν
βασιλέων κινήσεως τοὺς ἐν στρατείαις Χριστιανοὺς 
καὶ πρῶτ’ οὑς γε ἁπάντων τοὺς ἐπὶ τοῦ ἰδίου
οἴκου παρατρέπειν ἐκβεβιασμένον, καὶ τοὺς μὲν ἐκ
τῆς στρατιωτικῆς ἀξίας ἀποκινοῦντα, τοὺς δὲ ἀτιμότατα
καθυβρίζοντα, ἤδη δὲ καὶ θάνατον ἑτέροις
ἐπαρτῶντα, καὶ τοὔσχατόν γε τοὺς τῆς βασιλείας 
κοινωνοὺς ἐπὶ τὸν κατὰ πάντων ἀνακεκινηκότα διωγμόν·
ὧν καὶ αὐτῶν οὐκ ἄξιον τὸ τοῦ βίου τέλος
παραδοῦναι σιωπῇ.

τεττάρων οὖν τὴν κατὰ
πάντων διειληχότων ἀρχὴν οἶ μὲν χρόνῳ καὶ τιμῇ
προηγούμενοι, οὐδ’ ὅλοις δυοῖν ἔτεσιν ἐπιγενόμενοι 
τῷ διωγμῷ, μεθίστανται τῆς βασιλείας, ᾗ καὶ πρόσθεν
ἡμῖν δεδήλωται, καὶ δὴ τὸν ἐπίλοιπον τοῦ
βίου χρόνον δημώδει καὶ ἰδιωτικῷ τρόπῳ διαγενόμενοι
τέλος τοιόνδε τῆς ζωῆς εἰλήχασιν·

ὁ μὲν

 
τιμῇ τε καὶ χρόνῳ τῶν πρωτείων ἠξιωμένος μακρᾷ
καὶ ἐπιλυποτάτῃ τῇ τοῦ σώματος ἀσθενείᾳ διεργασθεὶς,
ὁ δὲ τὰ δεύτερα αὐτοῦ φέρων ἀγχόνῃ τὴν
ζωὴν ἀπορρήξας, κατά τινα δαιμονίαν προσημείωσιν
 τοῦτο παθὼν διὰ πλείστας αὐτῷ τετολμημένας
ῥᾳδιουργίας.

τῶν δὲ μετὰ τούτους ὁ μὲν
ὕστατος, ὃν δὴ καὶ ἀρχηγὸν τοῦ παντὸς ἔφαμεν
γεγονέναι διωγμοῦ, τοιαῦτα οἶα καὶ προδεδηλώκαμεν
πέπονθεν, ὁ δὲ τοῦτον προάγων χρηστότατος
 καὶ ἠπιώτατος βασιλεὺς Κωνστάντιος, ἐπαξίως
τῆς ἡγεμονίας τὸν ἅπαντα τῆς ἀρχῆς διατελέσας
χρόνον, ἀλλὰ καὶ τἄλλα τοῖς πᾶσι δεξιώτατον καὶ
εὐεργετικώτατον παρασχὼν ἑαυτὸν, ἀτὰρ καὶ τοῦ
καθ’ ἡμῶν πολέμου ἔξω γενόμενος, καὶ τοὺς ὑπ’
 αὐτὸν θεοσεβεῖς ἀβλαβεῖς καὶ ἀνεπηρεάστους διαφυλάξας,
καὶ μήτε τοὺς οἴκους τῶν ἐκκλησιῶν καθελὼν
μήθ’ ἕτερόν τι μηδ’ ὅλως καθ’ ἡμῶν ἐπικαινουργήσας,
τέλος εὔδαιμον καὶ τρισμακάριον
ὄντως κατείληφε τοῦ βίου, μόνος ἐπὶ τῆς αὐτοῦ
 βασιλείας εὐμενῶς καὶ ἐπιδόξως, ἐπὶ διαδόχῳ τῆς
βασιλείας γνησίῳ παιδὶ τὰ πάντα σωφρονεστάτῳ καὶ
εὐσεβεστάτῳ, τελευτήσας·

ὃς εὐθὺς ἀρχόμενος
βασιλεὺς τελεώτατος καὶ σεβαστὸς πρός τῶν στρατοπέδων
ἀναγορευθεὶς ζηλωτὴν ἑαυτὸν τῆς πατρικῆς
 περὶ τὸν ἡμέτερον λόγον εὐσεβείας κατεστήσατο.
τοιαύτη τῶν προαναγεγραμμένων τεττάρων ἡ τοῦ
βίου ἔκβασις, κατὰ παρηλλαγμένους χρόνους γεγενημένη.

τούτων δὴ μόνος ἔτι λιπὼν ὁ μικρῷ
πρόσθεν ἡμῖν εἰρημένος σὺν τοῖς μετὰ ταῦτα εἰς
 τὴν ἀρχὴν εἰσποιηθεῖσι τὴν προδεδηλωμένην ἐξομολόγησιν
διὰ τοῦ προεκτεθέντος ἐγγράφου λόγου τοῖς
πάσι φανερὰν κατεστήσατο.

[Nic. H. E. VII, 24] Τὰ μὲν δὴ τῆς παλινῳδίας
τοῦ προτεθέντος βασιλικοῦ νεύματος ἥπλωτο
τῆς Ἀσίας πάντη καὶ πανταχοῦ, κατά τε τὰς ἀμφὶ
ταύτην ἐπαρχίας· ὧν τοῦτον ἐπιτελεσθέντων τὸν 
τρόπον Μαξιμῖνος ὁ ἐπ’ ἀνατολῆς τύραννος, δυσσεβέστατος
εἰ καί τις ἄλλος, καὶ τῆς εἰς τὸν τῶν
ὅλων θεὸν εὐσεβείας πολεμιώτατος γεγονὼς, οὐδαμῶς
τοῖς γραφεῖσιν ἀρεσθεὶς, ἀντὶ τοῦ προτεθέντος
γράμματος λόγῳ προστάττει τοῖς ὑπ’ αὐτὸν ἄρχουσι 
τὸν καθ’ ἡμῶν ἀνεῖναι πόλεμον. ἐπεὶ γὰρ αὐτῷ
μὴ ἐξῆν ἄλλως τῇ τῶν κρειττόνων ἀντιλέγειν κρίσει,
τὸν προεκτεθέντα νόμον ἐν παραβύστῳ θεὶς, καὶ
ὅπως ἐν τοῖς ὑπ’ αὐτὸν μέρεσι μὴ εἰς προὖπτον
ἀχθείη φροντίσας, ἀγράφῳ προστάγματι τοῖς ὑπ’ 
αὐτὸν ἄρχουσι τὸν καθ’ ἡμῶν διωγμὸν ἀνεῖναι προστάττει.
οἱ δὲ τὰ τῆς παρακελεύσεως ἀλλήλοις διὰ
γραφῆς ὑποσημαίνουσιν.

ὁ γοῦν παρ’ αὐτοῖς
τῷ τῶν ἐξοχωτάτων ἐπάρχων ἀξιώματι τετιμημένος
Σαβῖνος πρὸς τοὺς κατ’ ἔθνος ἡγουμένους τὴν βασιλέως 
ἐμφαίνει γνώμην διὰ Ῥωμαϊκῆς ἐπιστολῆς,
ἧς καὶ αὐτῆς ἡ ἑρμηνεία τοῦτον περιέχει τὸν τρόπον

‟Λιπαρωτάτῃ καὶ καθωσιωμένῃ σπουδῇ ἡ θειότης
τῶν δεσποτῶν ἡμῶν θειοτάτων αὐτοκρατόρων πάντων
τῶν ἀνθρώπων τὰς διανοίας πρὸς τὴν ὁσίαν 
καὶ ὀρθὴν τοῦ ζῆν ὁδὸν περιαγαγεῖν ἔτι πάλαι
ὥρισεν, ὅπως καὶ οἶ ἀλλοτρίᾳ Ῥωμαίων συνηθείᾳ
ἀκολουθεῖν δοκοῦντες τὰς ὀφειλομένας θρησκείας
τοῖς ἀθανάτοις θεοῖς ἐπιτελοῖεν.

ἀλλ’ ἡ τινῶν
ἔνστασις καὶ τραχυτάτη βουλὴ εἰς τοσοῦτον περιέστη 
ὡς μήτε λογισμῷ δικαίῳ τῆς κελεύσεως δύνα-

 
‟σθαι ἐκ τῆς ἰδίας προθέσεως ἀναχωρεῖν, μήτε τὴν
‟ἐπικειμένην τιμωρίαν αὐτοὺς ἐκφοβεῖν.

ἐπειδὴ
“τοίνυν συνέβαινεν ἐκ τοῦ τοιούτου τρόπου πολλοὺς
‟εἰς κίνδυνον ἑαυτοὺς περιβάλλειν, κατὰ τὴν προσ-
 ‟οῦσαν εὐγένειαν τῆς εὐσεβείας ἡ θειότης τῶν δε-
‟σποτῶν ἡμῶν τῶν δυνατωτάτων αὐτοκρατόρων,
‟ἀλλότριον εἶναι τῆς προθέσεως τῆς θειοτάτης τῆς
‟ἰδίας δοκιμάζουσα τὸ ἐκ τῆς τοιαύτης αἰτίας εῖς
‟τοσοῦτον κίνδυνον τοὺς ἀνθρώπους περιβάλλειν,
 ‟ἐκέλευσε διὰ τῆς ἐμῆς καθοσιώσεως τῇ σῇ ἀγχινοίᾳ
διαχαράξαι, ἵν᾿ εἴ τις τῶν Χριστιανῶν τοῦ ἰδίου
‟ἔθνους τὴν θρησκείαν μετιὼν εὑρεθείη, τῆς κατ’
αὐτοῦ ἐνοχλήσεως καὶ τοῦ κινδύνου αὐτὸν ἀποστήσειας,
καὶ μή τινα ἐκ ταύτης τῆς προφάσεως τιμω-
 ‟ρίᾳ κολαστέον νομίσειας, ὁπότε τῇ τοσούτου χρόνου
‟συνελεύσει συνέστη, αὐτοὺς μηδενὶ τρόπῳ πεπεῖσθαι
‟δεδυνῆσθαι, ὅπως ἀπὸ τῶν τοιούτων ἐνστάσεων
‟ἀναχωρήσαιεν.

ἐγγράψαι τοιγαροῦν πρὸς τοὺς
‟λογιστὰς καὶ τοὺς στρατηγοὺς καὶ τοὺς πραιπωσί-
 ‟τους τοῦ πάγου ἑκάστης πόλεως ἡ σὴ ἐπιστρέφεια
“ὀφείλει, ἵνα γνοῖεν περαιτέρω αὐτοῖς τούτου
γράμματος φροντίδα ποιεῖσθαι μὴ προσήκειν.”

ἐπὶ
τούτοις οἱ κατ’ ἐπαρχίαν, τὴν τῶν γραφέντων αὐτοῖς
ἐπαληθεύειν προαίρεσιν νενομικότες, λογισταῖς καὶ
 στρατηγοῖς καὶ τοῖς κατ’ ἀγροὺς ἐπιτεταγμένοις τὴν
βασιλικὴν διὰ γραμμάτων ἐμφανῆ καθιστῶσι γνώμην·
οὐ μόνον δ’ αὐτοῖς διὰ γραφῆς ταῦτα προυχώρει,
καὶ ἔργοις δὲ πολὺ πρότερον, ὡσὰν νεῦμα
βασιλικὸν εἰς πέρας ἄγοντες, οὑς εἶχον ἐν δεσμωτηρίοις
 καθειργμένους διὰ τὴν εἰς τὸ θεῖον ὁμολογίαν,
εἰς φανερὸν προάγοντες ἠλευθέρουν, ἀνιέντες
τούτων δὴ αὐτῶν τοὺς ἐν μετάλλοις ἐπὶ τιμωρίᾳ

 
δεδομένους· τοῦτο γὰρ ἐπ’ ἀληθείας βασιλεῖ δοκεῖν
ὑπειλήφασιν ἠπατημένοι.

καὶ δὴ τούτων οὕτως
ἐπιτελεσθέντων, ἀθρόως οἷόν τι φῶς ἐκ ζοφερᾶς
νυκτὸς ἐκλάμψαν κατὰ πᾶσαν πόλιν συγκροτουμένας
παρῆν ὁρᾶν ἐκκλησίας, συνόδους τε παμπληθεῖς, 
καὶ τὰς ἐπὶ τούτων ἐξ ἔθους ἐπιτελουμένας συναγωγὰς,
καταπέπληκτο δ’ ἐπὶ τούτοις οὐ σμικρῶς πᾶς
τις τῶν ἀπίστων ἐθνῶν, τῆς τοσαύτης μεταβολῆς τὸ
παράδοξον ἀποθαυμάζων, μέγαν τε καὶ μόνον ἀληθῆ
τὸν Χριστιανῶν θεὸν ἐπιβοώμενος.

τῶν δ’ ἡμετέρων 
οἱ μὲν τὸν τῶν διωγμῶν ἀγῶνα πιστῶς καὶ
ἀνδρείως διηθληκότες τὴν πρὸς ἅπαντας αὖθις ἀπελάμβανον
παρρησίαν, ὅσοι δὲ τὰ τῆς πίστεως
νενοσηκότες τὰς ψυχὰς ἐτύγχανον κεχειμασμένοι,
ἀσμένως περὶ τὴν σφῶν θεραπείαν ἔσπευδον, ἀντιβολοῦντες 
καὶ σωτηρίας δεξιὰν τοὺς ἐρρωμένους
αἰτούμενοι, τόν τε θεὸν ἐλέων αὐτοῖς γενέσθαι
καθικετεύοντες.

εἶτα δὲ καὶ οἱ γενναῖοι τῆς
θεοσεβείας ἀθληταὶ, τῆς εἰς τὰ μέταλλα κακοπαθείας
ἐλευθερούμενοι, ἐπὶ τὰς ἑαυτῶν ἐστέλλοντο, 
γαῦροι καὶ φαιδροὶ διὰ πάσης ἰόντες πόλεως, εὐφροσύνης
τε ἀλέκτου καὶ ἣν οὐδὲ λόγῳ δυνατὸν ἑρμηνεῦσαι
παρρησίας ἔμπλεοι.

στίφη δ’ οὖν πολυάνθρωπα
κατὰ μέσας λεωφόρους καὶ ἀγορὰς, ᾠδαῖς
καὶ ψαλμοῖς τὸν θεὸν ἀνυμνοῦντα, τὰ τῆς πορείας 
ἤνυε. καὶ τοὺς μετὰ τιμωρίας ἀπηνεστάτης μικρῷ
πρόσθεν δεσμίους τῶν πατρίδων ἀπεληλαμένους
εἶδες ἂν ἱλαροῖς καὶ γεγηθόσι προσώποις τὰς αὐτῶν
ἑστίας ἀπολαμβάνοντας, ὡς καὶ τοὺς πρότερον καθ’
ἡμῶν φονῶντας, τὸ θαῦμα παρὰ πᾶσαν ὁρῶντας 
ἐλπίδα, συγχαίρειν τοῖς γεγενημένοις.

[Nic. H. E. VII, 25] Ταῦτα δ’ οὐκέτι οἷός

 
τε φέρειν ὁ τύραννος, μισόκαλος ἐς τὰ μάλιστα καὶ
πάντων ἀγαθῶν ἐπίβουλος ὑπάρχων, ὃν ἔφαμεν
τῶν ἐπ᾿ ἀνατολῆς ἄρχειν μερῶν, οὐδ᾿ ὅλους ἐπὶ
μῆνας ἓξ τοῦτον ἐπιτελεῖσθαι τὸν τρόπον ἠνέσχετο·
 ὅσα δ᾿ οὖν πρὸς ἀνατροπὴν τῆς εἰρήνης μηχανώμενος
πρῶτον μὲν εἴργειν ἡμᾶς τῆς ἐν τοῖς κοιμητηρίοις
συνόδου διὰ προφάσεως πειρᾶται, εἶτα διά
τινων πονηρῶν ἀνδρῶν αὐτὸς ἑαυτῷ καθ᾿ ἡμῶν
πρεσβεύεται, τοὺς Ἀντιοχέων πολίτας παρορμήσας
 ἐπὶ τὸ μηδαμῶς τινα Χριστιανῶν τὴν αὐτῶν οἰκεῖν
ἐπιτρέπεσθαι πατρίδα ὡς ἐν μεγίστῃ δωρεᾷ παρ᾿
αὐτοῦ τυχεῖν ἀξιῶσαι, καὶ ἑτέρους δὲ ταὐτὸ ὑποβαλεῖν
διαπράξασθαι· ὧν πάντων ἀρχηγὸς ἐπ᾿ αὐτῆς
Ἀντιοχείας ἐπιφύεται Θεότεκνος, δεινὸς καὶ γόης
 καὶ πονηρὸς ἀνὴρ, καὶ τῆς προσωνυμίας ἀλλότριος·
ἐδόκει δὲ λογιστεύειν τὰ κατὰ τὴν πόλιν.

Πλεῖστα δ᾿ οὗτος καθ᾿ ἡμῶν στρατευσάμενος,
καὶ πάντα τρόπον τοὺς ἡμετέρους, ὥσπερ
τινὰς φῶρας ἀνοσίους, ἐκ μυχῶν θηρεῦσαι διὰ
 σπουδῆς πεποιημένος, πάντα τε ἐπὶ διαβολῇ καὶ
κατηγορίᾳ τῇ καθ᾿ ἡμῶν μεμηχανημένος, καὶ θανάτου
αἴτιος μυρίοις ὅσοις γεγονὼς τελευτῶν εἴδωλόν
τι Διὸς φιλίου μαγγανείαις τισὶ καὶ γοητείαις
ἱδρύεται, τελετάς τε ἀνάγνους αὐτῷ καὶ μυήσεις
 ἀκαλλιερήτους, ἐξαγίστους τε καθαρμοὺς ἐπινοήσας,
μέχρι καὶ βασιλέως τὴν τερατείαν δι᾿ ὧν ἐδόκει
χρησμῶν ἐκτελεῖν ἐπεδείκνυτο· καὶ δὴ καὶ οὗτος
κολακείᾳ τῇ καθ᾿ ἡδονὴν τοῦ κρατοῦντος ἐπεγείρει
κατὰ Χριστιανῶν τὸν δαίμονα, καὶ τὸν θεὸν δὴ
 κελεῦσαί φησιν, ὑπερορίους τῆς πόλεως καὶ τῶν
ἀμφὶ τὴν πόλιν ἀγρῶν ὡσὰν ἐχθροὺς αὐτῷ Χριστιανοὺς
ἀπελάσαι.

Κω. H. E. VII, 25] Τούτῳ δὲ πρώτῳ
κατὰ γνώμην πράξαντι πάντες οἶ λοιποὶ τῶν ἐν τέλει
τὰς ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἀρχὴν πόλεις οἰκοῦντες τὴν
ὁμοίαν ὡρμῶντο ψῆφον ποιήσασθαι, προσφιλὲς δ’
εἶναι τοῦτο βασιλεῖ τῶν κατ’ ἐπαρχίαν ἡγεμόνων 
συνεωρακότων, καὶ τοῦτ’ αὐτὸ διαπράξασθαι τοῖς
ὑπηκόοις ὑποβεβληκότων.

ὧν δὴ καὶ αὐτῶν τοῖς
ψηφίσμασι δι’ ἀντιγραφῆς ἀσμενέστατα ἐπινεύσαντος
τοῦ τυράννου, αὖθις ἐξ ὑπαρχῆς ὁ καθ’ ἡμῶν ἀνεφλέγετο
διωγμός. ἱερεῖς δῆτα κατὰ πόλιν τῶν ξοάνων, 
καὶ ἐπὶ τούτοις ἀρχιερεῖς πρὸς αὐτοῦ Μαξιμίνου
οἱ μάλιστα ταῖς πολιτείαις διαπρέψαντες καὶ
διὰ πασῶν ἔνδοξοι γενόμενοι καθίσταντο, οἷς καὶ
πολλή τις εἰσήγετο σπουδὴ περὶ τὴν τῶν θεραπευομένων
πρὸς αὐτῶν θρησκείαν.

ἡ γοῦν ἔκτοπος 
τοῦ κρατοῦντος δεισιδαιμονία, συνελόντι φάναι, πάντας
τοὺς ὗπ’ αὐτὸν ἄρχοντάς τε καὶ ἀρχομένους εἰς
τὴν αὐτοῦ χάριν πάντα πράττειν καθ’ ἡμῶν ἐνῆγε,
ταύτην αὐτῷ χάριν μεγίστην ἀνθ’ ὧν ἐνόμιζον πρὸς
αὐτοῦ τεύξεσθαι εὐεργεσιῶν ἀντιδωρουμένων, τὸ 
καθ’ ἡμῶν φονᾶν καί τινας εἰς ἡμᾶς καινοτέρας
κακοηθείας ἐνδείκνυσθαι.

[Nic. II. E. VII, 28] Πλασάμενοι δῆτα Πιλάτου
καὶ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ὑπομνήματα, πάσης
ἔμπλεα κατὰ τοῦ Χριστοῦ βλασφημίας, γνώμῃ τοῦ 
μείζονος ἐπὶ πᾶσαν διαπέμπονται τὴν ὑπ’ αὐτὸν
ἀρχὴν, διὰ γραμμάτων παρακελευόμενοι, κατὰ πάντα
τόπον, ἀγρούς τε καὶ πόλεις, ἐν ἐκφανεῖ ταῦτα τοῖς
πᾶσιν ἐκθεῖναι, τοῖς τε παισὶ τοὺς γραμματοδιδασκάλους
ἀντὶ μαθημάτων ταῦτα μελετᾶν καὶ διὰ 
μνήμης κατέχειν παραδιδόναι.

ὧν τοῦτον ἐπιτελουμένων
τὸν τρόπον ἕτερος στρατοπεδάρχης, ὃν

 
δοῦκα Ῥωμαῖοι προσαγορεύουσιν, ἀνὰ τὴν Δαμασκὸν
τῆς Φοινίκης ἐπίρρητά τινα γυναικάρια ἐξ ἀγορὰς
ἀνάρπαστα ποιήσας, βασάνους αὐταῖς ἐπιθήσειν
ἠπείλει, λέγειν ἐγγράφως ἐπαναγκάζων, ὡς δὴ εἴησάν
 ποτε χριστιαναὶ, συνειδεῖέν τε αὐτοῖς ἀθεμιτουργίας,
ἐν αὐτοῖς τε τοῖς κυριακοῖς πράττειν αὐτοὺς
τὰ ἀκόλαστα, καὶ ὅσα ἄλλα λέγειν αὐτὰς ἐπὶ
διαβολῇ τοῦ δόγματος ἤθελεν· ὧν καὶ οὗτος ἐν
ὑπομνήμασι τὰς φωνὰς ἐντεθείσας βασιλεῖ κοινοῦται.
 καὶ δὴ προστάξαντος εἰς πάντα τόπον καὶ πόλιν καὶ
ταῦτα δημοσιοῦται τὰ γράμματα.

Κα. H. E. VII, 27] Ἀλλ᾿ ὁ μὲν οὐκ εἰς
μακρὸν αὐτόχειρ ἑαυτοῦ γεγονὼς ὁ στρατοπεδάρχης
δίκην τίννυσι τῆς κακοτροπίας. ἡμῶν δ’ αὖ φυγαὶ
 πάλιν ἀνεκινοῦντο καὶ διωγμοὶ χαλεποὶ, τῶν τε κατὰ
πάσας ἐπαρχίας ἡγουμένων αὖθις δειναὶ καθ’ ἡμῶν
ἐπαναστάσεις, ὡς καί τινας ἁλόντας τῶν περὶ τὸν
θεῖον λόγον ἐπιφανῶν ἀπαραίτητον τὴν ἐπὶ θανάτῳ
ψῆφον καταδέξασθαι, ὧν τρεῖς ἐν Ἐμίσῃ τῇ πόλει
 τῆς Φοινίκης, Χριστιανοὺς σφας ὁμολογήσαντες,
θηρίων βορᾷ παραδίδονται· ἐπίσκοπος ἦν ἐν τούτοις
Σιλβανὸς, τὴν ἡλικίαν ὑπέργηρως, ἐν ὅλοις ἔτεσι
τεσσαράκοντα τὴν λειτουργίαν διηνυκώς.

κατὰ
δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον καὶ Πέτρος τῶν κατ’ Ἀλεξάνδρειαν
 παροικιῶν προστὰς ἐπιφανέστατα, θεῖον ἐπισκόπων
χρῆμα, βίου τε ἀρετῆς ἕνεκα καὶ τῆς τῶν
ἱερῶν λόγων συνασκήσεως, ἐξ οὐδεμιᾶς ἀνάρπαστος
γεγονὼς αἰτίας, μηδεμιᾶς προλαβούσης προσδοκίας,
ἀθρόως οὕτω καὶ ἀλόγως, ὡσὰν Μαξιμίνου
 τὴν κεφαλὴν ἀποτέμνεται, σὺν αὐτῷ δὲ
αἰ τῶν κατ’ Αἴγυπτον ἐπισκόπων ἄλλοι πλείους
ταὐτὸν ὑπομένουσι·

Λουκιανός τε, ἀνὴρ τὰ

 
πάντα ἄριστος, βίῳ τε ἐγκρατὴς καὶ τοῖς ἱεροῖς
μαθήμασι συγκεκροτημένος, τῆς κατ’ Ἀντιόχειαν
παροικίας πρεσβύτερος, ἀχθεὶς ἐπὶ τῆς Νικομηδέων
πόλεως, ἔνθα τηνικαῦτα βασιλεὺς διατρίβων ἐτύγχανε,
παρασχών τε ἐπὶ τοῦ ἄρχοντος τὴν ὑπὲρ ἧς 
προί·στατο διδασκαλίας ἀπολογίαν, δεσμωτηρίῳ παραδοθεὶς
κτίννυται.

τοσαῦτα δῆτα ἐν βραχεῖ τῷ
μισοκάλῳ Μαξιμίνῳ καθ’ ἡμῶν συνεσκεύαστο, ὡς
τοῦ προτέρου δοκεῖν πολλῷ χαλεπώτερον τοῦτον
ἡμῖν ἐπεγηγέρθαι διωγμόν.

[Nic. H. E. VII, 9] Ἀνὰ μέσας γέ τοι τὰς
πόλεις, ὃ μηδὲ ἄλλοτέ ποτε, ψηφίσματα πόλεων καθ’
ἡμῶν καὶ βασιλικῶν πρὸς ταῦτα διατάξεων ἀντιγραφαὶ
στήλαις ἐντετυπωμένα χαλκαῖς ἀνωρθοῦντο, οἵ
τε παῖδες ἀνὰ τὰ διδασκαλεῖα Ἰησοῦν καὶ Πιλάτον 
καὶ τὰ ἐφ’ ὕβρει πλασθέντα ὑπομνήματα διὰ στόματος
κατὰ πᾶσαν ἔφερον ἡμέραν. ἐνταῦθά μοι
ἀναγκαῖον εἶναι φαίνεται αὐτὴν δὴ ταύτην τὴν ἐν
στήλαις ἀνατεθεῖσαν τοῦ Μαξιμίνου γραφὴν ἐντάξαι
(ἵν᾿ ὁμοῦ τῆς τε τοῦ ἀνδρὸς θεομισείας ἡ ἀλαζὼν 
καὶ ὑπερήφανος αὐθάδεια φανερὰ κατασταίη, καὶ τῆς
παρὰ πόδας αὐτ’ ὂν μετελθούσης ἱερᾶς δίκης ἡ ἄυπνος
κατὰ τῶν ἀσεβῶν μισοπονηρία, πρὸς ἧς ἐλαθεὶς οὐκ
εἰς μακρὸν τἀναντία περὶ ἡμῶν ἐβουλεύσατό τε καὶ
δι᾿ ἐγγράφων νόμων ἐδογμάτισε), τοῦτον ἐπ’ αὐτῶν 
λέξεων ἔχουσαν τὸν τρόπον·
 
 Ἀντίγραφον ἑρμηνείας τῆς Μαξιμίνου πρὸς τὰ καθ’ 
 ἡμῶν ψηφίσματα ἀντιγραφῆς, ἀπὸ τῆς ἐν Τυρῷ 
 στήλης μεταληφθείσης.

“Ἤδη ποτὲ ἡ ἀσθενὴς θρασύτης τῆς ἀνθρωπίνης 
διανοίας ἴσχυσε, πᾶσαν πλάνης ἀμαυρότητα
καὶ ὀμίχλην ἀποσεισαμένη καὶ ἀνασκεδάσασα, ἥτις

 
“πρὸ τούτου οὐ τοσοῦτον τῶν ἀσεβῶν ὅσον τῶν
“ἀθλίων ἀνθρώπων τὰς αἰσθήσεις ὀλεθρίῳ ἀγνοίας
“σκότῳ ἐνειληθείσας ἐπολιόρκει, ἐπιγνῶναι ὡς τῇ
“τῶν ἀθανάτων θεῶν φιλαγάθῳ προνοίᾳ διοικεῖται
 καὶ σταθεροποιεῖται·

ὅπερ πρᾶγμα ἄπιστόν ἐστιν
“εἰπεῖν, ὅπως κεχαρισμένον, ὅπως τε ἥδιστον καὶ
“προσφιλὲς ἡμῖν γέγονεν, ὡς μέγιστον δεῖγμα τῆς
“θεοφιλοῦς ὑμῶν προαιρέσεως δεδωκέναι·

ὁπότε καὶ
“πρὸ τούτου οὐδενὶ ἄγνωστον ἦν, ὁποίας παρατηρήσεως
 “καὶ θεοσεβείας πρὸς τοὺς ἀθανάτους θεοὺς
“ἐτυγχάνετε ὄντες, οἶς οὐ ψιλῶν καὶ ὑποκένων· ῥημάτων
“πίστις, ἀλλὰ συνεχῆ καὶ παράδοξα ἔργων
“ἐπισήμων γνωρίζεται.

διόπερ ἐπαξίως ἡ ὑμετέρα
“πόλις θεῶν ἀθανάτων ἵδρυμά τε καὶ οἰκητήριον ἂν
 “ἐπικαλοῖτο· πολλοῖς γοῦν παραδείγμασι καταφαίνεται
“τῇ τῶν οὐρανίων θεῶν αὐτὴν ἐπιδημίᾳ ἀνθεῖν.

ἰδοὺ τοίνυν ἡ ὑμετέρα πόλις, πάντων τῶν ἰδίᾳ
“διαφερόντων αὐτῆς ἀμελήσασα, καὶ τὰς πρότερον
“τῶν ὑπὲρ αὐτῆς πραγμάτων δεήσεις παριδοῦσα, ὅτε
 “πάλιν ᾔσθετο τοὺς τῆς ἐπαράτου ματαιότητος γεγονότας
“ἕρπειν ἄρχεσθαι, καὶ ὥσπερ ἀμεληθεῖσαν
“καὶ κεκοιμημένην πυρὰν ἀναζωπυρουμένων τῶν
“πυρσῶν μεγίστας πυρκαιὰς ἀναπληροῦσαν, εὐθέως
 “πρὸς τὴν ἡμετέραν εὐσέβειαν, ὥσπερ πρὸς μητρόπολιν
“πασῶν θεοσεβειῶν, χωρίς τινος μελλήσεως
“κατέφυγεν, ἴασίν τινα καὶ βοήθειαν ἀπαιτοῦσα·

ἥντινα διάνοιαν σωτηριώδη διὰ τὴν πίστιν τῆς
“ὑμετέρας θεοσεβείας τοὺς θεοὺς ὑμῖν ἐμβεβληκέναι
“δῆλόν ἐστιν· ἐκεῖνος τοιγαροῦν ἐκεῖνος ὁ ὕψιστος
 “καὶ μέγιστος Ζεὺς, ὁ προκαθήμενος τῆς λαμπροτάτης
“ὑμῶν πόλεως, ὁ τοὺς πατρῴους ὑμῶν θεοὺς
“καὶ γυναῖκας καὶ τέκνα καὶ ἑστίαν καὶ οἴκους ἀπὸ

 
πάσης ὀλεθρίου φθορᾶς ῥυόμενος, ταῖς ὑμετέραις
“ψυχαῖς τὸ σωτήριον ἐνέπνευσε βούλημα, ἐπιδεικνὺς
καὶ ἐμφαίνων ὅπως ἐξαίρετόν ἐστι καὶ λαμπρὸν
καὶ σωτηριῶδες μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβάσματος
τῇ θρησκείᾳ καὶ ταῖς ἱεροθρησκείαις τῶν ἀνθανάτων 
θεῶν προσιέναι.

τίς γὰρ οὕτως ἀνόητος ἢ
νοῦ παντὸς ἀλλότριος εὑρεθῆναι δύναται ὃς οὐκ
“αἴσθεται τῇ φιλαγάθῳ τῶν θεῶν σπουδῇ συμβαίνειν
μήτε τὴν γῆν τὰ παραδιδόμενα αὐτῇ σπέρματα
ἀρνεῖσθαι, τὴν τῶν γεωργῶν ἐλπίδα κενῇ 
“προσδοκίᾳ σφάλλουσαν, μηδ’ αὖ ἀσεβοῦς πολέμου
“πρόσοψιν ἀνεπικωλύτως ἐπὶ γῆς στηρίζεσθαι, καὶ
“φθαρείσης τῆς τοῦ οὐρανοῦ εὐκρασίας αὐχμῶντα
“τὰ σώματα εἰς θάνατον κατασύρεσθαι, μηδὲ
“ἀμέτρων ἀνέμων πνεύμασι τὴν θάλασσαν κυμαίνου- 
“σαν κορυφοῦσθαι, μηδέ γε καταιγίδας ἀπροσδοκή
“τους καταρρηγνυμένας ὀλέθριον χειμῶνα
“ ρειν, ‘ρειν, ἔτι τοίνυν μήτε τὴν τροφὸν
“μητέρα γῆν, ἀπὸ τῶν κατωτάτω λαγόνων ἑαυτῆς
“ἐν φοβερῷ τρόμῳ καταδυομένην, μηδέ γε τὰ ἐπι- 
“κείμενα ὄρη χασμάτων γινομένων καταδύεσθαι,
“ἅπερ πάντα καὶ τούτων ἔτι χαλεπώτερα κακὰ
“τούτου πολλάκις γεγονέναι οὐδεὶς ἀγνοεῖ.

καὶ
“ταῦτα σύμπαντα διὰ τὴν ὀλέθριον πλάνην τῆς ὑπο-
“κένου ματαιότητος τῶν ἀθεμίτων ἐκείνων ἀνθρώ- 
“ πων ἐγίνετο, ἡνίκα κατὰ τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐπεπό-
“λαξε “λαζε καὶ σχεδὸν εἰπεῖν τὰ πανταχοῦ
‘αἰσχύναις ἐπίεζε.”

τούτοις μεθ’ ἕτερα ἐπιλέγει
“ ἐφοράτωσαν ἐν τοῖς πλατέσιν ἤδη πεδίοις ἀνθοῦντα
“τὰ λήϊα καὶ τοῖς ἀστάχυσιν ἐπικυμαίνοντα, καὶ τοὺς 
“λειμῶνας δι’ εὐομβρίαν φυτοῖς καὶ ἄνθεσι λαμπο-
‘μένους, καὶ τὴν τοῦ ἀέρος κατάστασιν εὔκρατον

 
“καὶ πραοτάτην ἀποδοθεῖσαν·

χαιρέτωσαν
“πὸν ἅπαντες διὰ τῆς ἡμετέρας εὐσεβείας,
“γίας τε καὶ τιμῆς τῆς τοῦ δυνατωτάτου καὶ
“τατοῦ Ἄρεως δυνάμεως ἐξευμενισθείσης, καὶ διὰ
 “τοῦτο τῆς εὐδιεινοτάτης εἰρήνης βεβαίως μεθ’
‘χίας ἀπολαύοντες ἡδυνέσθωσαν· καὶ ὅσοι τῆς
τυφλῆς ἐκείνης πλάνης καὶ περιόδου παντάπασιν
ἀποστάντες εἰς ὀρθὴν καὶ καλλίστην διάνοιαν ἐπα-
“νῆλθον, μειζόνως μὲν οὖν χαιρέτωσαν, ὡσὰν
 “χειμῶνος ἀπροσδοκήτου ἢ νόσου βαρείας
σθέντες, καὶ ἡδεῖαν εἰς τοὐπιὸν ζωῆς ἀπόλαυσιν
“καρπωσάμενοι.

εἰ δὲ τῇ ἐπαράτῳ αὐτῶν μα-
“ταιότητι ἐπιμένοιεν, ἐν πολλῷ πόρρωθεν τῆς ὑμε-
“τέρας πόλεως καὶ περιχώρου, καθὼς ἠξιώσατε,
 “ἀποχωρισθέντες ἐξελαθήτωσαν, ἵν᾿ οὕτως, κατ’
ἀκολουθίαν τῆς ἀξιεπαίνου ὑμῶν περὶ τοῦτο σπου-
“δῆς, παντὸς μιάσματος καὶ ἀσεβείας
ἡ ὑμετέρα πόλις κατὰ τὴν ἔμφυτον αὐτῇ πρόθεσιν
‘μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβάσματος ταῖς τῶν ἀθανά-
 “των θεῶν ἱερουργίαις ὑπακούοι.

ἔνα δὲ εἰδῆτε
ὅσῳ προσφιλὴς ἡμῖν γέγονεν ἡ περὶ τούτου ἀξίωσις
ὑμῶν, καὶ χωρὶς ψηφισμάτων καὶ χωρὶς δεήσεως
αὐθαιρέτῳ βουλήσει ἡ ἡμετέρα προθυμοτάτη φιλα-
“γαθίαις ψυχὴ, ἐπιτρέπομεν τῇ ὑμετέρᾳ
 “ὁποίαν δ’ ἂν βουληθῆτε μεγαλοδωρεὰν, ἀντὶ ταύ-
της ὑμῶν τῆς φιλοθέου προθέσεως αἰτῆσαι.

καὶ
“ ἤδη μὲν τοῦτο ποιεῖν καὶ λαβεῖν ἀξιώσατε· τεύξεσθε
γὰρ αὐτῆς χωρίς τινος ὑπερθέσεως· ἥτις
παρασχεθεῖσα τῇ ὑμετέρᾳ πόλει εἰς ἅπαντα τὸν
 “αἰῶνα τῆς περὶ τοὺς ἀθανάτους θεοὺς φιλοθέου
εὐσεβείας παρέξει μαρτυρίαν, τοῦ δὲ ὑμὰς ἀξίων
ἐπάθλων τετυχηκέναι παρὰ τῆς ἡμετέρας φιλαγα-

 
“θίας, ταύτης ὑμῶν ἕνεκεν τῆς τοῦ βίου
“ σεως. υἱοῖς τε καὶ ἐκγόνοις ὑμετέροις ἐπιδειχθήσεται.”

ταῦτα δὴ καθ’ ἡμῶν κατὰ πάσαν
ἀνεστηλίτευτο, πάσης ἐλπίδος, τὸ γοῦν ἐπ’
ἀνθρώποις, ἀγαθῆς τὰ καθ’ ἡμᾶς ἀποκλείοντα· ὡς, 
κατ’ αὐτὸ δὴ τὸ θεῖον ἐκεῖνο λόγιον, εἰ δυνατὸν,
ἐπὶ τούτοις καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοὺς σκανδαλίζεσθαι.

ἤδη γέ τοι σχεδὸν τῆς παρὰ τοῖς πλείστοις
ἀποψυχούσης προσδοκίας, ἀθρόως καθ’ ὁδὸν
ἔτι σχεδὸν τὴν πορείαν ἔν τισι χώραις διανυόντων 
τῶν τὴν προκειμένην γραφὴν καθ’ ἡμῶν διακονουμένων,
ὁ τῆς ἰδίας ἐκκλησίας ὑπέρμαχος θεὸς, μονονουχὶ
τὴν τοῦ τυράννου καθ’ ἡμῶν ἐπιστομίζων
μεγαλαυχίαν, τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οὐράνιον αὐτοῦ συμμαχίαν
ἐπεδείκνυτο.

Οἱ μὲν οὖν ἐξ ἔθους ὄμβροι τε καὶ ὑετοὶ
χειμαδίου τῆς ὥρας ὑπαρχούσης τὴν ἐπὶ γῆς ἀνεῖχον
συνήθη φορὰν, λιμὸς δ’ ἀδόκητος ἐπισκήπτει,
καὶ λοιμὸς ἐπὶ τούτῳ, καί τινος ἑτέρου νοσήματος
— ἕλκος δὲ ἦν φερωνύμως τοῦ πυρώδους ἕνεκεν· 
ἄνθραξ προσαγορευόμενον — ἐπιφορὰ, ὃ καθ’ ὅλων
μὲν ἕρπον τῶν σωμάτων σφαλεροὺς ἐνεποίει τοῖς
πεπονθόσι κινδύνους, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν
ὀφθαλμῶν διαφερόντως ἐπὶ πλεῖστον γινόμενον μυρίους
ὅσους ἄνδρας ἅμα γυναιξὶ καὶ παισὶ πηροὺς 
ἀπειργάζετο.

τούτοις προσεπανίσταται τῷ τυράννῳ
ὁ πρὸς Ἀρμενίους πόλεμος, ἄνδρας ἐξ ἀρχαίου
φίλους τε καὶ συμμάχους Ῥωμαίων, οὓς καὶ
αὐτοὺς Χριστιανοὺς ὄντας τὴν εἰς τὸ θεῖον εὐσέ-
 

 
βειαν διὰ σπουδῆς ποιουμένους ὁ θεομισὴς εἰδώλοις
θύειν καὶ δαίμοσιν ἐπαναγκάσαι πεπειραμένος ἐχθροὺς
ἀντὶ φίλων καὶ πολεμίους ἀντὶ συμμάχων
κατεστήσατο.

ἀθρόως δὴ ταῦτα πάντα ὑφ᾿ ἕνα
 καὶ τὸν αὐτὸν συρρεύσαντα καιρὸν τῆς τοῦ τυράννου
θρασύτητος τὴν κατὰ τοῦ θείου μεγαλαυχίαν διήλεγξεν,
ὅτι δὴ τῆς περὶ τὰ εἴδωλα αὐτοῦ σπουδῆς
καὶ τῆς καθ᾿ ἡμῶν ἕνεκα πολιορκίας μὴ λιμὸν μηδὲ
λοιμὸν μηδὲ μὴν πόλεμον ἐπὶ τῶν αὐτοῦ συμβῆναι
 καιρῶν ἐθρασύνετο. ταῦτα δ᾿ οὖν ὁμοῦ καὶ κατὰ
τὸ αὐτὸ ἐπελθόντα καὶ τῆς αὐτοῦ καταστροφῆς περιειλήφει
τὰ προοίμια.

αὐτὸς μὲν οὖν περὶ τὸν
πρὸς Ἀρμενίους πόλεμον ἅμα τοῖς αὐτοῦ στρατοπέδοις
κατεπονεῖτο, τοὺς δὲ λοιποὺς τῶν τὰς ὑπ᾿ αὐτὸν
 πόλεις οἰκούντων δεινῶς ὁ λιμός τε ἅμα καὶ
λοιμὸς κατετρυχέτην, ὡς ἑνὸς μέτρου πυρῶν δισχιλίας
καὶ πεντακοσίας Ἀττικὰς ἀντικαταλλάττεσθαι.

μυρίοι μὲν οὖν ἐτύγχανον οἱ κατὰ πόλεις θνήσκοντες,
πλείους δὲ τούτων οἱ κατ᾿ ἀγρούς τε καὶ
 κώμας, ὡς ἤδη καὶ τὰς πάλαι τῶν ἀγροίκων πολυάνδρους
ἀπογραφὰς μικροῦ δεῖν παντελῆ παθεῖν
ἐξάλειψιν, ἀθρόως σχεδὸν ἁπάντων ἐνδείᾳ τροφῆς
καὶ λοιμώδει νόσῳ διεφθαρμένων.

τινὲς μὲν οὖν
τὰ ἑαυτῶν φίλτατα βραχυτάτης τροφῆς τοῖς εὐπορωτέροις
 ἀπεμπολᾶν ἠξίουν, ἄλλοι δὲ τὰς κτήσεις
κατὰ βραχὺ διαπιπράσκοντες εἰς ἐσχάτην ἐνδείας
ἀπορίαν ἤλαυνον· ἤδη δέ τινες σμικρὰ χόρτου διαμασώμενοι
σπαράγματα, καί τινας ἀνέδην φθοροποιοὺς
ἐσθίοντες πόας, τὴν τῶν σωμάτων ἔξιν λυ-
 μαινόμενοι διώλλυντο.

καὶ γυναίων δὲ τῶν κατὰ
πόλεις εὐγενίδων τινὲς, εἰς ἀναίσχυντον ἀνάγκην
πρὸς τῆς ἀπορίας ἐλαθεῖσαι, μεταιτεῖν ἐπὶ τῶν ἀγο-

 
ρῶν προεληλύθεσαν, τῆς πάλαι ἐλευθερίου
ὑπόδειγμα διὰ τῆς περὶ τὸ πρόσωπον αἰδοῦς καὶ
τῆς ἀμφὶ τὴν περιβολὴν κοσμιότητος ὑποφαίνουσαι.

καὶ οἱ μὲν ἀπεσκληκότες ὥσπερ εἴδωλα νεκρὰ ὧδε
κἀκεῖσε ψυχορραγοῦντες, ἐνσειόμενοί τε καὶ περιολισθαίνοντες 
ὑπ’ ἀδυναμίας τοῦ στῆναι, κατέπιπτον
ἐν μέσαις ταῖς πλατείαις, πρηνεῖς δ’ ἡπλωμένοι
ὀρέξαι σφίσι μικρὸν τρύφος ἄρτου κατηντιβόλουν,
καὶ τὴν ψυχὴν πρὸς ἐσχάταις ἔχοντες ἀναπνοαῖς
πεινῆν ἐπεβόων, πρὸς μόνην ταύτην τὴν ὀδυνηροτάτην 
φωνὴν εὐσθενεῖς καθιστάμενοι·

οἱ δὲ τὴν
πληθὺν τῶν αἰτούντων καταπληττ·όμενοι, ὅσοι τῶν
εὐπορωτέρων ἐδόκουν εἶναι, μετὰ τὸ μυρία παρασχεῖν
εἰς ἀπηνῆ λοιπὸν καὶ ἄτεγκτον ἐχώρουν διάθεσιν,
τὰ αὐτὰ τοῖς αἰτοῦσιν ὅσον οὔπω καὶ αὐτοὶ 
πείσεσθαι προσδοκῶντες, ὥστ’ ἤδη κατὰ μέσας ἀγορὰς
καὶ στενωποὺς νεκρὰ καὶ γυμνὰ σώματα ἐφ’
ἡμέραις πλείοσιν ἄταφα διερριμμένα θέαν τοῖς ὁρῶσιν
οἰκτροτάτην παρέχεσθαι.

ἤδη γέ τοι καὶ
κυνῶν τινὲς ἐγίνοντο βορὰ, δι’ ἣν μάλιστα αἰτίαν 
οἶ ζῶντες ἐπὶ τὴν κυνοκτονίαν ἐτράποντο, δέει τοῦ
μὴ λυσσήσαντας ἀνθρωποφαγίαν ἐργάσασθαι.

οὐχ
ἥκιστα δὲ καὶ ὁ λοιμὸς πάντας οἴκους καὶ γενεὰς
ἐπεβόσκετο, μάλιστα δ’ οὓς ὁ λιμὸς διὰ τὸ εὐπορεῖν
τροφῶν οὐχ οἷός τε ἦν ἐκτρῖψαι. οἱ γοῦν ἐν περιουσίαις, 
ἄρχοντες καὶ ἡγεμόνες καὶ μυρίοι τῶν ἐν
τέλει, ὥσπερ ἐπίτηδες τῇ λοιμώδει νόσῳ πρὸς τοῦ
λιμοῦ καταλελειμμένοι, ὀξεῖαν καὶ ὠκυτάτην ὑπέμενον
τελευτήν· πάντα δ’ οὖν οἰμωγῶν ἦν ἀνάπλεα,
κατὰ πάντας τε στενωποὺς, ἀγοράς τε καὶ πλατείας 
οὐδ’ ἦν ἄλλο τι θεωρεῖν ἢ θρήνους μετὰ τῶν συνήθων
αὐτοῖς αὐλῶν τε καὶ κτύπων.

τοῦτον

 
δὴ τὸν τρόπον δυσὶν ὅπλοις τοῖς προδεδηλωμένοις
λοιμοῦ τε ὁμοῦ καὶ λιμοῦ στρατεύσας ὁ θάνατος
ὅλας ἐν ὀλίγῳ γενεὰς ἐνεμήθη, ὡς ὁρᾶν ἤδη δυεῖν
καὶ τριῶν σώματα νεκρῶν ὑπὸ μίαν ἐκφορὰν προκομιζόμενα.

τοιαῦτα τῆς Μαξιμίνου μεγαλαυχίας
καὶ τῶν κατὰ πόλεις καθ’ ἡμῶν ψηφισμάτων
τἀπίχειρα ἦν, ὅτε καὶ τῆς Χριστιανῶν περὶ πάντα
σπουδῆς τε καὶ εὐσεβείας πᾶσιν ἔθνεσιν διάδηλα
κατέστη τὰ τεκμήρια.

μόνοι γοῦν ἐν τηλικαύτῃ
 κακῶν περιστάσει τὸ συμπαθὲς καὶ φιλάνθρωπον
ἔργοις αὐτοῖς ἐπιδεικνύμενοι, διὰ πάσης ἡμέρας οἱ
μὲν τῇ τῶν θνησκόντων μυριάδες δ’ ἦσαν οἷς
οὔτις ἦν ὁ ἐπιμελησόμενος) κηδείᾳ τε καὶ ταφῇ
προσεκαρτέρουν, οἶ δὲ τῶν ἀνὰ πᾶσαν τὴν πόλιν
 πρὸς τοῦ λιμοῦ κατατρυχομένων τὴν πληθὺν ὑπὸ
μίαν σύνοψιν ἀθροίζοντες ἄρτους διένεμον τοῖς
πᾶσιν, ὡς περιβόητον εἰς πάντας ἀνθρώπους καταστῆναι
τὸ πρᾶγμα, θεόν τε τῶν Χριστιανῶν δοξάζειν,
εὐσεβεῖς τε καὶ μόνους θεοσεβεῖς τούτους
 ἀληθῶς, πρὸς αὐτῶν ἐλεγχθέντας τῶν πραγμάτων,
ὁμολογεῖν.

ἐφ’ οἷς τοῦτον ἐπιτελουμένοις τὸν
τρόπον ὁ μέγας καὶ οὐράνιος Χριστιανῶν ὑπέρμαχος
θεὸς τὴν κατὰ πάντων ἀνθρώπων διὰ τῶν δεδηλωμένων
ἐπιδειξάμενος ἀπειλὴν καὶ ἀγανάκτησιν ἀνθ’
 ὧν εἰς ἡμὰς ὑπερβαλλόντως ἐνεδείξαντο, τὴν εὐμενῆ
καὶ φαιδρὰν τῆς αὐτοῦ περὶ ἡμᾶς προνοίας
αὖθις ἡμῖν αὐγὴν ἀπεδίδου, ὡς ἐν βαθεῖ σκότῳ
παραδοξότατα φῶς ἡμῖν ἐξ αὐτοῦ καταλάμπων εἰρήνης,
ἐκφανές τε τοῖς πᾶσι καθιστὰς, θεὸν αὐτὸν
 τῶν καθ’ ἡμᾶς ἐπίσκοπον διὰ παντὸς γεγονέναι
πραγμάτων, μαστίζοντα μὲν καὶ διὰ τῶν περιστάσεων
κατὰ καιρὸν ἐπιστρέφοντα τὸν αὐτοῦ λαὸν,

 
πάλιν δ’ αὖ μετὰ τὴν αὐτάρκη παιδείαν ἵλεων καὶ
εὐμενῆ τοῖς εἰς αὐτὸν τὰς ἐλπίδας ἔχουσιν
ἀναφαινομενον.

[Nic. H. E. VII, 29—31]. Οὕτω δὴ
ὃν βασιλέα ἐκ βασιλέως, εὐσεβῆ τε ἐξ 
εὐσεβεστάτου καὶ πάντα σωφρονεστάτου γεγονέναι
προειρήκαμεν, Λικιννίου ἴου τε τοῦ μετ’ αὐτὸν, συνέσει
καὶ εὐσεβείᾳ τετιμημένων, πρὸς τοῦ παμβασιλέως
θεοῦ τε τῶν ὅλων καὶ σωτῆρος δύο θεοφιλῶν κατὰ
τῶν δύο δυσσεβεστάτων τυράννων ἀνεγηγερμένων, 
πολέμου τε νόμῳ παραταξαμένων, θεοῦ συμμαχοῦντος
αὐτοῖς, παραδοξότατα πίπτει μὲν ἐπὶ Ῥώμης
ὑπὸ Κωνσταντίνου Μαξέντιος, ὁ δ’ ἐπ’ ἀνατολῆς
οὐ πολὺν ἐπιζήσας ἐκείνῳ χρόνον αἰσχίστῳ καὶ αὐτὸς
ὑπὸ Λικιννίου, οὔπω μανέντος τότε, καταστρέφει 
θανάτῳ.

πρότερός γε μὴν ὁ καὶ τιμῇ καὶ τάξει
τῆς βασιλείας πρῶτος Κωνσταντῖνος, τῶν ἐπὶ Ῥώμης
κατατυραννουμένων φειδὼ λαβὼν, θεὸν τὸν οὐράνιον,
τόν τε τούτου λόγον, αὐτὸν δὴ τὸν πάντων
σωτῆρα Ἰησοῦν Χριστὸν σύμμαχον δι’ εὐχῶν ἐπικαλεσάμενος, 
πρόεισι πανστρατιᾷ, Ῥωμαίοις τὰ τῆς ἐκ
προγόνων ἐλευθερίας προμνώμενος.

Μαξεντίου
δῆτα μᾶλλον ταῖς κατὰ γοητείαν μηχαναῖς ἢ τῇ
τῶν ὑπηκόων ἐπιθαρσοῦντος εὐνοίᾳ, προελθεῖν γε
μὴν οὐδ’ ὅσον πυλῶν τοῦ ἄστεος ἐπιτολμῶντος, 
ὁπλιτῶν δ’ ἀνηρίθμῳ πλήθει καὶ στρατοπέδων λό-
χοις μυρίοις πάντα τόπον καὶ χώραν καὶ πόλιν, ὅση
τις ἐν κύκλῳ τῆς Ῥωμαίων καὶ Ἰταλίας ἀπάσης ὑπ’
αὐτῷ δεδούλωτο, φραξαμένου, ὁ τῆς ἐκ θεοῦ συμμαχίας
ἀνημμένος βασιλεὺς ἐπιὼν πρώτῃ καὶ δευτέρᾳ 
καὶ τρίτῃ τοῦ τυράννου παρατάξει, εὖ μάλα τε
πάσας ἑλὼν, πρόεισιν ἐπὶ πλεῖστον ὅσον τῆς Ἰταλίας,

 
ἤδη τε αὐτῆς Ῥώμης ἄγχιστα ἦν·

εἷθ’ ὡς μὴ
τοῦ τυράννου χάριν Ῥωμαίοις πολεμεῖν ἀναγκάζοιτο,
θεὸς αὐτὸς δεσμοῖς τισιν ὥσπερ τὸν τύραννον πορρωτάτω
πυλῶν ἐξέλκει, καὶ τὰ πάλαι δὴ κατὰ ἀσεβῶν
 ὡς ἐν μύθου λόγῳ παρὰ τοῖς πλείστοις ἀπιστούμενα,
πιστά γε μὴν πιστοῖς ἐν ἱεραῖς βίβλοις
ἐστηλιτευμένα, αὐτῇ ἐναργείᾳ πᾶσιν ἁπλῶς εἰπεῖν
πιστοῖς καὶ ἀπίστοις, ὀφθαλμοῖς τὰ παράδοξα παρειληφόσιν
ἐπιστώσατο.

ὥσπερ οὑν ἐπ’ αὐτοῦ Μωυσέως
 καὶ τοῦ πάλαι θεοσεβοῦς Ἑβραίων γένους
“ἅρματα Φαραὼ καὶ τὴν δύναμιν αὐτοῦ ἔρριψεν
θάλασσαν, ἐπιλέκτους ἀναβάτας τριστάτας κατεπόντισεν
ἐν θαλάσσῃ ἐρυθρᾷ, πόντῳ ἐκάλυψεν αὐτούς”,
κατὰ τὰ αὐτὰ δὴ καὶ Μαξέντιος οἵ τε ἀμφ’ αὐτὸν
 ὁπλῖται καὶ δορυφόροι “ἔδυσαν εἰς βυθὸν ὡσεὶ
λίθος”, ὁπηνίκα νῶτα δοὺς τῇ ἐκ θεοῦ μετὰ Κωνσταντίνου
δυνάμει τὸν πρὸ τῆς πορείας διῄει ποταμὸν,
ὃν αὐτὸς σκάφεσι ζεύξας καὶ εὖ μάλα γεφυρώσας
μηχανὴν ὀλέθρου καθ’ ἑαυτοῦ συνεστήσατο.

ἐφ’ ᾧ ἦν ἂν εἰπεῖν “λάκκον ὤρυξε καὶ ἀνέσκαψεν
αὐτὸν, καὶ ἐμπεσεῖται εἰς βόθρον ὃν εἰργάσατο.
ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ
ἐπὶ κορυφὴν αὐτοῦ ἡ ἀδικία αὐτοῦ καταβήσεται.”

ταύτῃ δῆτα τοῦ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ ζεύγματος διαλυθέντος
 ὑφιζάνει μὲν ἡ διάβασις, χωρεῖ δ’ ἀθρόως
αὔτανδρα κατὰ τοῦ βυθοῦ τὰ σκάφη, καὶ αὐτός γε
πρῶτος ὁ δυσσεβέστατος, εἶτα δὲ καὶ οἶ ἀμφ’ αὐτὸν
ὑπασπισταὶ, ᾗ τὰ θεῖα προαναφωνεῖ λόγια ‘ἔδυσαν
ὡσεὶ μόλυβδος ἐν ὕδατι σφοδρῷ· ”

ὥστε εἰκότως
 εἰ μὴ λόγοις, ἔργοις δ’ οὖν ὁμοίως τοῖς ἀμφὶ τὸν
 

 
μέγαν θεράποντα Μωυσέα, τοὺς παρὰ θεοῦ τὴν
νίκην ἀραμένους αὐτὰ δὴ τὰ κατὰ τοῦ πάλαι δυσσεβοῦς
τυράννου ὧδέ πως ἀνυμνεῖν καὶ λέγειν “ᾄσωνεν
τῷ κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται. ἵππον καὶ
ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλασσαν· βοηθὸς καὶ σκεπαστής 
μου κύριος ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν·’ καὶ
“τίς ὅμοιός σοι ἐν θεοῖς, κύριε, τίς ὅμοιός σοι;
ἐν ἁγίοις, θαυμαστὸς ἐν δόξαις, ποιῶν
τέρατα.”

ταῦτά τε καὶ ὅσα τούτοις ἀδελφά τε καὶ
ἐμφερῆ Κωνσταντῖνος τῷ πανηγεμόνι καὶ τῆς νίκης 
αἰτίῳ θεῷ αὐτοῖς ἔργοις ἀνυμνήσας, ἐπὶ Ῥώμης
μετ’ ἐπινικίων εἰσήλαυνε, πάντων ἀθρόως αὐτὸν
ἅμα κομιδῆ νηπίοις καὶ γυναιξὶ, τῶν τε ἀπὸ τῆς
συγκλήτου βουλῆς καὶ τῶν ἄλλων διασημοτάτων σὺν
παντὶ δήμῳ Ῥωμαίων φαιδροῖς ὄμμασιν, αὐταῖς 
ψυχαῖς, οἶα λυτρωτὴν, σωτῆρά τε καὶ εὐεργέτην
μετ’ εὐφημιῶν καὶ ἀπλήστου χαρᾶς ὑποδεχομένων.

ὁ δ’ ὥσπερ ἔμφυτον τὴν εἰς θεὸν εὐσέβειαν
κεκτημένος, μηδ’ ὅλως ἐπὶ ταῖς βοαῖς ὑποσαλευόμενος,
μηδ’ ἐπαιρόμενος τοῖς ἐπαίνοις, εὖ μάλα τῆς 
ἐκ θεοῦ συναισθόμενος βοηθείας, αὐτίκα τοῦ σωτηρίου
τρόπαιον πάθους ὑπὸ χεῖρα ἰδίας εἰκόνος
ἀνατεθῆναι προστάττει· καὶ δὴ τὸ σωτήριον τοῦ
σταυροῦ σημεῖον ἐπὶ τῇ δεξιᾷ κατέχοντα αὐτὸν ἐν
τῷ μάλιστα τῶν ἐπὶ Ῥώμης δεδημοσιευμένῳ τόπῳ 
στήσαντες, αὐτὴν δὴ ταύτην ὑπογραφὴν ἐντάξαι
ῥήμασιν αὐτοῖς τῇ Ῥωμαίων ἐγκελεύεται φωνῇ·

“τούτῳ τῷ σωτηριώδει σημείῳ, τῷ ἀληθινῷ
ἐλέγχῳ τῆς ἀνδρείας, τὴν πόλιν ὑμῶν ἀπὸ ζυγοῦ
τοῦ τυράννου διασωθεῖσαν ἠλευθέρωσα· ἔτι μὴν 
 

 
καὶ τὴν σύγκλητον καὶ τὸν δῆμον Ῥωμαίων τῇ ἀρχαίᾳ
ἐπιφανείᾳ καὶ τῇ λαμπρότητι ἐλευθερώσας
ἀποκατέστησα.”

καὶ δὴ ἐπὶ τούτοις αὐτός τε
Κωνσταντῖνος καὶ σὺν αὐτῷ βασιλεὺς Λικίννιος
 (οὔπω τότε ἐφ’ ἣν ὕστερον ἐκπέπτωκε μανίαν τὴν
διάνοιαν ἐκτραπεὶς) θεὸν τὸν τῶν ἀγαθῶν
αὐτοῖς αἴτιον εὐμενίσαντες ἄμφω μιᾷ βουλῇ καὶ
γνώμῃ νόμον ὑπὲρ Χριστιανῶν τελεώτατον πληρέστατα
διατυποῦνται, καὶ τῶν πεπραγμένων εἰς αὐτοὺς
 ἐκ θεοῦ τὰ παράδοξα, τά τε τῆς κατὰ τοῦ τυράννου
νίκης, καὶ τὸν νόμον αὐτὸν Μαξιμίνῳ τῶν ἐπ’
ἀνατολῆς ἐθνῶν ἔτι δυναστεύοντι, φιλίαν τε πρὸς
αὐτοὺς ὑποκοριζομένῳ, διαπέμπονται.

ὁ δ’ οἶα
τύραννος περιαλγὴς ἐφ’ οἶς ἔγνω γεγενημένος, εἶτα
 μὴ δοκεῖν ἑτέροις εἶξαι βουλόμενος, μηδ’ αὖ παρεκθέσθαι
τὸ κελευσθὲν δέει τῶν προστεταχότων, ὡσὰν
ἐξ ἰδίας αὐθεντίας τοῖς ὑπ’ αὐτὸν ἡγεμόσι τοῦτο
πρῶτον ὑπὲρ Χριστιανῶν ἐπάναγκες διαχαράττει τὸ
γράμμα, τὰ μηδέπω ποτὲ πρὸς αὐτοῦ πεπραγμένα
 ἐπιπλάστως αὐτὸς καθ’ ἑαυτοῦ ψευδόμενος. 
 
 Ἀντίγραφον ἑρμηνείας ἐπιστολῆς τοῦ τυράννου 
 Μαξιμίνου. 
 
 “

Ἰόβιος Μαξιμῖνος σεβαστὸς Σαβίνῳ. καὶ
“παρὰ τῇ σῇ στιβαρότητι καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώ-
 “ποις φανερὸν εἶναι πέποιθα τοὺς δεσπότας ἡμῶν
‘Διοκλητιανὸν καὶ Μαξιμιανὸν, τοὺς ἡμετέρους
“τέρας 5 ἡνίκα συνεῖδον σχεδὸν ἅπαντας ἀνθρώπους,
“καταλειφθείσης τῆς τῶν θεῶν θρησκείας, τῷ ἔθνει
“τῶν Χριστιανῶν ἑαυτοὺς συμμεμιχότας,
 “διατεταχέναι, πάντας ἀνθρώπους τοὺς ἀπὸ
“τῶν αὐτῶν θεῶν τῶν ἀθανάτων θρησκείας
“χωρήσαντας προδήλῳ κολάσει καὶ τιμωρίᾳ εἰς τὴν

 
“θρησκείαν τῶν θεῶν ἀνακληθῆναι.

ἀλλ’ ὅτε
“ἐγὼ εὐτυχῶς τὸ πρῶτον εἰς τὴν ἀνατολὴν παρεγε-
‘νόμην, καὶ ἔγνων εἴς τινας τόπους πλείστους
ἀνθρώπων τὰ δημόσια ὠφελεῖν δυναμένους ὑπὸ
τῶν δικαστῶν διὰ τὴν προειρημένην αἰτίαν ἐξορίζεσθαι, 
ἑκάστῳ τῶν δικαστῶν ἐντολὰς δέδωκα,
ὥστε μηδένα τούτων τοῦ λοιποῦ προσφέρεσθαι τοῖς
“ἐπαρχιώταις ἀπηνῶς, ἀλλὰ μᾶλλον κολακείᾳ καὶ
“προτροπαῖς πρὸς τὴν τῶν θεῶν θρησκείαν αὐτοὺς
ἀνακαλεῖν.

τηνικαῦτα οὖν ὅτε ἀκολούθως τῇ 
κελεύσει τῇ ἐμῇ ὑπὸ τῶν δικαστῶν ἐφυλάττετο τὰ
“προστεταγμένα, συνέβαινε μηδένα ἐκ τῶν τῆς ἀνα-
“τολῆς μερῶν μήτε ἐξόριστον μήτε ἐνύβριστον
“σθαι, ἀλλὰ μᾶλλον ἐκ τοῦ μὴ βαρέως κατ’
“τι γίνεσθαι εἰς τὴν τῶν θεῶν θρησκείαν ἀνακεκλῆ- 
‘σκθαι.

μετὰ δὲ ταῦτα, ὅτε τῷ παρελθόντι
“ἐνιαυτῷ εὐτυχῶς ἐπέβην εἰς τὴν Νικομήδειαν κἀκεῖ
‘διετέλουν, παρεγένοντο πολῖται τῆς αὐτῆς πόλεως
“πρός με ἅμα μετὰ τῶν ξοάνων τῶν θεῶν, μειζόνως
“δεόμενοι, ἵνα παντὶ τρόπῳ τὸ τοιοῦτον ἔθνος μη- 
“δαμῶς ἐπιτρέποιτο ἐπιτρέποιτο ἐν τῇ αὐτῶν πατρίδι οἰκεῖν.
‘

ἀλλ’ ὅτε ἔγνων πλείστους τῆς αὐτῆς
ἄνδρας ἐν αὐτοῖς τοῖς μέρεσιν οἰκεῖν, οὕτως αὐτοῖς
τὰς ἀποκρίσεις ἀπένεμον, ὅτι τῇ μὲν αἰτήσει αὐτῶν
ἀσμένως χάριν ἔσχηκα, ἀλλ’ οὐ παρὰ πάντων 
‘τοῦτο αἰτηθὲν κατεῖδον· εἰ μὲν οὖν τινὲς εἶεν τῇ
“αὐτῇ δεισιδαιμονίᾳ διαμένοντες, οὕτως ἔνα ἕκαστον
‘ἐν τῇ ἰδίᾳ προαιρέσει τὴν βούλησιν ἔχειν, καὶ εἰ
βούλοιντο τὴν τῶν θεῶν θρησκείαν ἐπιγινώσκειν.
“

ὅμως καὶ τοῖς τῆς αὐτῆς πόλεως ἐπιγινώσκειν. 
“καὶ ταῖς λοιπαῖς πόλεσιν, αἱ καὶ αὐταὶ εἰς τοσοῦτον
τὴν ὁμοίαν αἴτησιν περισπουδάστως πρός με

 
“πεποιήκασιν, δηλονότι ἵνα μηδὲ εἷς τῶν Χριστια-
“νῶν ταῖς πόλεσιν ἐνοικοίη, ἀνάγκην ἔσχον
ἀποκρίνασθαι, ὅτι δὴ αὐτὸ τοῦτο καὶ οἶ ἀρ-
“χαῖοι αὐτοκράτορες πάντες διεφύλαξαν, καὶ
 “τοῖς θεοῖς, δι’ οὓς πάντες ἄνθρωποι καὶ αὐτὴ ἡ
“τῶν δημοσίων διοίκησις συνίσταται, ἤρεσεν
‘ὥστε τὴν τοσαύτην αἴτησιν, ἣν ὑπὲρ τῆς θρησκείας
“τοῦ θείου αὐτῶν ἀναφέρουσι, βεβαιώσαιμι.

“γαροῦν εἰ καὶ τὰ μάλιστα καὶ τῇ σῇ
 “πρὸ τούτου τοῦ χρόνου διὰ γραμμάτων ἐπέσταλται,
“καὶ δι’ ἐντολῶν ὁμοίως κεκέλευσται, ἵνα μὴ
“τῶν ἐπαρχιωτῶν τὸ τοιοῦτον ἔθνος
ἐπιμεληθέντων μηδὲν τραχέως, ἀλλὰ ἀνεξικάκως
“καὶ συμμέτρως συμπεριφέροιντο αὐτοῖς, ὅμως
 “μήτε ὑπὸ τῶν βενεφικιαλίων μήτε ὑπ’ ἄλλων
“τυχόντων ὕβρεις μηδὲ σεισμοὺς ὑπομένοιεν, ἀκό-
“λουθον ἐνόμισα καὶ τούτοις τοῖς γράμμασι τὴν σὴν
“στιβαρότητα ὑπομνῆσαι, ὅπως ταῖς κολακείαις
‘ταῖς προτροπαῖς μᾶλλον τὴν τῶν θεῶν
 τοὺς ἡμετέρους ἐπαρχιώτας ποιήσειας ἐπιγινώσκειν.
“

ὅθεν εἴ τις τῇ αὑτοῦ προαιρέσει τὴν
“τῶν θεῶν ἐπιγνωστέον προσλάβοι, τούτους
“δέξασθαι προσήκει, εἰ δέ τινες τῇ ἰδίᾳ θρησκείᾳ
“ἀκολουθεῖν βούλοιντο, ἐν τῇ αὐτῶν ἐξουσίᾳ κατα-
 “λίποις.

διόπερ ἡ σὴ καθοσίωσις τὸ ἐπιτραπέν
‘σοι διαφυλάττειν ὀφείλει, καὶ μηδενὶ ἐξουσία δοθῇ
“ὥστε τοὺς ἡμετέρους ἐπαρχιώτας ὕβρεσι καὶ σει-
“σμοῖς ἐπιτρῖψαι, ὁπότε, ὥσπερ προγέγραπται,
προτροπαῖς μᾶλλον καὶ ταῖς κολακείαις πρὸς τὴν
 “τῶν θεῶν θρησκείαν τοὺς ἡμετέρους
προσήκει ἀνακαλεῖν. ἔνα δὲ αὕτη ἡμῶν ἡ κέλευσις
“εἰς γνῶσιν πάντων τῶν ἐπαρχιωτῶν τῶν

 
“ἔλθη, διατάγματι ὑπὸ σοῦ προτεθέντι τὸ κεκε-
“λευσμένον ὀφείλεις δηλῶσαι.”

ταῦθ᾿ ὑπὸ τῆς
ἀνάγκης ἐκβεβιασμένος, ἀλλ᾿ οὐ κατὰ γνώμην τὴν
αὑτοῦ διακελευσαμένος, οὐκέτ᾿ ἀληθὴς οὐδ᾿ ἀξιόπιστος
παρὰ τοῖς πᾶσιν ἦν, τῆς πρόσθεν ἤδη μετὰ 
τὴν ὁμοίαν συγχώρησιν παλιμβόλου καὶ διεψευσμένης
αὐτοῦ γνώμης ἕνεκα.

οὔκουν ἐτόλμα τις
τῶν ἡμετέρων σύνοδον συγκροτεῖν, οὐδ᾿ ἑαυτὸν ἐν
φανερῷ καταστήσασθαι, ὅτι μηδὲ τοῦτ᾿ ἤθελεν αὐτῷ
τὸ γράμμα, αὐτὸ μόνον τὸ ἀνεπηρέαστον ἡμῖν ἐπιτρέπον 
φυλάττεσθαι, οὐ μὴν συνόδους ἐπικελεῦον
ποιεῖσθαι, οὐδ᾿ οἴκους ἐκκλησιῶν οἰκοδομεῖν, οὐδ᾿
ἄλλο τι τῶν συνήθων ἡμῖν διαπράττεσθαι.

καίτοι
γε ταῦθ᾿ οἱ τῆς εἰρήνης καὶ εὐσεβείας προήγοροι
ἐπεστάλκεσαν καὶ Λικίννιος αὐτῷ τε ἐπιτρέπειν 
ἐπεστάλκεσαν καὶ τοῖς ὑπ᾿ αὐτοὺς ἅπασι διὰ προγραμμάτων
καὶ νόμων συγκεχωρήκεσαν. οὐ μὴν ὁ
δυσσεβέστατος ταύτῃ ἐνδοῦναι προῄρητο, εἰ μὴ ὅτε
πρὸς τῆς θείας συνελαθεὶς δίκης ὕστατόν γε ἄκων
ἐπὶ τοῦτ᾿ ἤχθη.

[Nic. H. E. VII, 37-38] Ἐκπεριῆλθε δ᾿
αὐτὸν τοιαύτη τις αἰτία· τὸ μέγεθος τῆς οὐ κατ᾿
ἀξίαν ἐπιτραπείσης ἡγεμονίας αὐτῷ μηκέθ᾿ οἷός τε
φέρειν, ἀλλὰ δι᾿ ἀπειρίαν σώφρονος καὶ βασιλικοῦ
λογισμοῦ ἀπειροκάλως τοῖς πράγμασιν ἐγχειρῶν, ἐπὶ 
πᾶσί τε ὑπερηφανίας μεγαλαυχίᾳ τὴν ψυχὴν ἀλόγως
ἀρθεὶς, ἤδη καὶ κατὰ τῶν τῆς βασιλείας κοινωνῶν,
τὰ πάντα αὐτοῦ διαφερόντων γένει καὶ τροφῇ καὶ
παιδείᾳ, ἀξιώματί τε καὶ συνέσει, καὶ τῷ γε πάντων
κορυφαιοτάτῳ, σωφροσύνῃ καὶ τῇ περὶ τὸν 
ἀληθῆ θεὸν εὐσεβείᾳ, τολμᾶν ὥρμητο θρασύνεσθαι,
καὶ πρῶτον ἑαυτὸν ταῖς τιμαῖς ἀναγορεύειν.

ἐπι-

 
τείνας δὲ εἰς ἀπόνοιαν τὰ τῆς μανίας, συνθήκας ἃς
πρὸς Λικίννιον πεποίητο παρασπονδήσας, πόλεμον
ἄσπονδον αἴρεται· εἶτ’ ἐν βραχεῖ τὰ πάντα κυκήσας,
πᾶσάν τε πόλιν ἐκταράξας, καὶ πᾶν στρατόπεδον
 μυριάδων τὸ πλῆθος ἀνηρίθμων συναγαγὼν, ἔξεισιν
εἰς μάχην αὐτῷ παραταξάμενος, δαιμόνων ἐλπίσιν
ὧν δὴ ᾤετο θεῶν καὶ ταῖς τῶν ὁπλιτῶν μυριάσι τὴν
ψυχὴν ἐπηρμένος.

καὶ δὴ συμβαλὼν εἰς χεῖρας
ἔρημος τῆς ἐκ θεοῦ καθίσταται ἐπισκοπῆς, Λικιννίῳ
 τῆς νίκης ἐξ αὐτοῦ τοῦ πάντων ἑνὸς καὶ μόνου θεοῦ
πρυτανευθείσης.

ἀπόλλυσι δὴ πρῶτον τὸ ἐφ’ ᾧ
πεποίθει ὁπλιτικὸν, τῶν τε ἀμφ’ αὐτὸν δορυφόρων
γυμνὸν καὶ πάντων ἔρημον αὐτὸν καταλελοιπότων,
καὶ τῷ τότε κρατοῦντι προσπεφευγότων, ὑπεκδὺς ὁ
 δείλαιος ὡς τάχιστα τὸν οὐ πρέποντα αὐτῷ βασιλικὸν
κόσμον, δειλῶς καὶ δυσγενῶς καὶ ἀνάνδρως
ὑποδύνει τὸ πλῆθος, κἄπειτα διαδιδράσκει, κρυπταζόμενός
τε ἀνὰ τοὺς ἀγροὺς καὶ τὰς κώμας μόλις
τῶν πολεμίων τὰς χεῖρας, τὰ τῆς σωτηρίας αὐτῷ
 προνοούμενος, διέξεισιν, ἔργοις αὐτοῖς εὖ μάλα
πιστοὺς καὶ ἀληθεῖς τοὺς θείους ἀποφήνας χρησμοὺς,
ἐν οἶς εἴρηται·

“οὐ σώζεται βασιλεὺς διὰ
δύναμιν, καὶ γίγας οὐ σωθήσεται ἐν πλήθει ἰσχύος
αὐτοῦ· ψευδὴς ἵππος εἰς σωτηρίαν, ἐν δὲ πλήθει
 δυνάμεως αὐτοῦ οὐ σωθήσεται. ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ
κυρίου ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτὸν, τοὺς ἐλπίζοντας
ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ, ῥύσασθαι ἐκ θανάτου τὰς
ψυχὰς αὐτῶν.”

οὕτω δῆτα αἰσχύνης ἔμπλεως ὁ
τύραννος ἐπὶ τὰ καθ’ ἑαυτὸν ἐλθὼν μέρη, πρῶτον μὲν
 ἐμμανεῖ θυμῷ πολλοὺς ἱερεῖς καὶ προφήτας τῶν πάλαι
 

 
θαυμαζομένων αὐτῷ θεῶν, ὧν δὴ τοῖς χρησμοῖς
ἀναρριπισθεὶς τὸν πόλεμον ἤρατο, ὡσὰν γόητας καὶ
ἀπατεῶνας καὶ ἐπὶ πᾶσι προδότας τῆς αὐτοῦ γενομένους
σωτηρίας ἀναιρεῖ, εἶτα δὴ δοὺς δόξαν τῷ
τῶν Χριστιανῶν θεῷ, νόμον τε τὸν ὑπὲρ ἐλευθερίας 
αὐτῶν τελεώτατα καὶ πληρέστατα διαταξάμενος,
δυσθανατήσας αὐτίκα, μηδεμιᾶς αὐτῷ χρόνου δοθείσης
προθεσμίας τελευτᾷ τὸν βίον. ὁ δὲ καταπεμφθεὶς
ὑπ’ αὐτοῦ νόμος τοιοῦτος ἦν·
 
 Ἀντίγραφον ἑρμηνείας τῆς τοῦ τυράννου ὑπὲρ 
 Χριστιανόν διατάξεως, ἐκ Ῥωμαϊκῆς γλώττης εἰς 
 τὴν ἑλλάδα μεταληφθείσης.

“Αὐτοκράτωρ Καῖσαρ Γάι·ος Οὐαλέριος Μα-
“ξιμῖνος, Γερμανικὸς, Σαρματικὸς, εὐσεβὴς, εὐτυ-
“χὴς, ἀνίκητος, σεβαστός. κατὰ πάντα τρόπον ἡμὰς 
“διηνεκῶς τῶν ἐπαρχιωτῶν τῶν ἡμετέρων τοῦ χρη—
“σίμου προνοεῖσθαι, καὶ ταῦτα αὐτοῖς βούλεσθαι
“παρέχειν, οἷς τὰ λυσιτελῆ πάντων μάλιστα κατορ-
‘θοῦται, καὶ ὅσα τῆς λυσιτελείας καὶ τῆς χρησιμό-
‘τητός ἐστι τῆς κοινῆς αὐτῶν, καὶ ὁποῖα πρὸς τὴν 
‘δημοσίαν λυσιτέλειαν ἁρμόζει, καὶ ταῖς ἑκάστων
‘διανοίαις προσφιλῆ τυγχάνει, οὐδένα ἀγνοεῖν, ἀλλ’
ἕκαστον ἀνατρέχειν ἐπ’ αὐτῷ τὸ γινόμενον, γινώ-
‘σκειν τε ἕκαστον τόν ἀνθρώπων καὶ ἔχειν ἐν ἑαυτῷ,
“δῆλον εἶναι πιστεύομεν.

ὁπότε τοίνυν πρὸ τούτου 
δῆλον γέγονε τῇ γνώσει τῇ ἡμετέρᾳ ἐκ ταύτης
τῆς προφάσεως, ἐξ ἧς κεκελευσμένον ἦν ὑπὸ τῶν
θειοτάτων Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ τῶν γονέων
τῶν ἡμετέρων τὰς συνόδους τῶν Χριστιανῶν
“ἐξῃρῆσθαι, πολλοὺς σεισμοὺς καὶ ἀποστερήσεις 
ὑπὸ τῶν ὀφφικιαλίων γεγενῆσθαι, καὶ εἰς τοὐπιὸν
δὲ τοῦτο προχωρεῖν κατὰ τῶν ἐπαρχιωτῶν τῶν

 
“ἡμετέρων, ὧν μάλιστα πρόνοιαν τὴν προσήκουσαν
“γίνεσθαι σπουδάζομεν, τῶν οὐσιῶν τῶν ἰδίων αὐ-
“τῶν κατατριβομένων, δοθέντων γραμμάτων πρὸς
“τοὺς ἡγεμόνας ἑκάστης ἐπαρχίας τῷ παρελθόντι
 “ἐνιαυτῷ ἐνομοθετήσαμεν, ἵν᾿ ἐάν τις βούλοιτο τῷ
“τοιούτῳ ἔθει ἢ τῇ αὐτῇ φυλακῇ τῆς αὐτῆς θρη-
“σκείας ἕπεσθαι, τοῦτον ἀνεμποδίστως ἔχεσθαι τῆς
προθέσεως τῆς ἑαυτοῦ, καὶ ὑπὸ μηδενὸς ἐμποδί-
“ζεσθαι μηδὲ κωλύεσθαι, καὶ εἶναι αὐτοῖς εὐχέρειαν,
 “ἄνευ τινὸς φόβου καὶ ὑποψίας τοῦθ’ ὅπερ ἑκάστῳ
“ἀρέσκει ποιεῖν.

πλὴν οὐδὲ νῦν λαθεῖν ἡμᾶς
“ἐδυνήθη, ὅτι τινὲς τῶν δικαστῶν παρενεθυμοῦντο
“τὰς ἡμετέρας κελεύσεις, καὶ διστάζειν τοὺς ἡμετέ-
“ῥοῦς ἀνθρώπους περὶ τὰ προστάγματα τὰ ἡμέτερα
 “παρεσκεύασαν, καὶ ὀκνηρότερον προσιέναι ταύταις
“ταῖς θρησκείαις, αἷς ἦν ἀρεστὸν αὐτοῖς, ἐποίησαν.
“

ἔνα τοίνυν εἰς τὸ ἐξῆς πάσα ὑποψία ἀμφιβολίας
“τοῦ φόβου περιαιρεθῇ, τοῦτο τὸ διάταγμα προτε-
“θῇναι ἐνομοθετήσαμεν, ἔνα πάσι δῆλον γένηται
 “ἐξεῖναι τούτοις, οἵτινες ταύτην τὴν αἵρεσιν καὶ τὴν
“ θρησκείαν μετιέναι βούλονται, ἐκ ταύτης τῆς δω-
“ρεᾶς τῆς ἡμετέρας, καθὼς ἕκαστος βούλεται ἢ ἡδέα
“αὐτῷ ἐστιν, οὕτως προσιέναι τῇ θρησκείᾳ ταύτῃ,
“ἣν ἐξ ἔθους θρησκεύειν εἴλετο· καὶ τὰ κυριακὰ δὲ τὰ οἰ-
 “κεῖα ὅπως κατασκευάζοιεν, συγχωρεῖται.

ἔνα μέν-
“τοι καὶ μείζων γένηται ἡ ἡμετέρα δωρεὰ, καὶ τοῦτο νο-
“μοθετῆσαι κατηξιώσαμεν, ἵν᾿ εἴ τινες οἰκίαι καὶ χωρία
“τοῦ δικαίου τῶν Χριστιανῶν πρὸ τούτου ἐτύγχανον
“ὄντα, ἐκ τῆς κελεύσεως τῶν γονέων τῶν ἡμετέρων
 “εἰς τὸ δίκαιον μετέπεσε τοῦ φίσκου, ἢ ὑπό τινος
“κατελήφθη πόλεως, εἴτε διάπρασις τούτων γεγένη-
‘ται, εἴτε εἰς χάρισμα δέδοταί τινι, ταῦτα πάντα εἰς

 
“τὸ ἀρχαῖον δίκαιον τῶν Χριστιανῶν ἀνακληθῆναι
“ἐκελεύσαμεν, ἵνα καὶ ἐν τούτῳ τῆς ἡμετέρας εὐσε-
“βείας καὶ τῆς προνοίας αἴσθησιν πάντες λάβωσιν.”

αὗται τοῦ τυράννου φωναὶ, οὐδ᾿ ὅλον ἐνιαυτὸν
τῶν κατὰ Χριστιανῶν ἐν στήλαις ἀνατεθειμένων 
αὐτῷ διαταγμάτων ὑστερίσασαι. καὶ παρ᾿ ᾧ γε
μικρῷ πρόσθεν δυσσεβεῖς ἐδοκοῦμεν καὶ ἄθεοι καὶ
παντὸς ὄλεθροι τοῦ βίου, ὡς μὴ ὅτι γε πόλιν, ἀλλ᾿
οὐδὲ χώραν οὐδ᾿ ἐρημίαν οἰκεῖν ἐπιτρέπεσθαι, παρὰ
τούτῳ διατάξεις ὑπὲρ Χριστιανῶν καὶ νομοθεσίαι 
συνετάττοντο, καὶ οἱ πρὸ βραχέος πυρὶ καὶ σιδήρῳ,
θηρίων τε καὶ οἰωνῶν βορᾷ πρὸ ὀφθαλμῶν αὐτοῦ
τοῦ τυράννου διαφθειρόμενοι, καὶ πᾶν εἶδος κολάσεως
καὶ τιμωρίας, ἀπαλλαγῆς τε βίου οἰκτρότατα
ὡσὰν ἄθεοι καὶ δυσσεβεῖς ὑπομένοντες, οὗτοι νῦν 
πρὸς αὐτοῦ καὶ θρησκεύειν ὁμολογοῦνται θρησκείαν,
καὶ ἐπισκευάζειν κυριακὰ ἐπιτρέπονται, καὶ δικαίων
τινῶν αὐτοῖς μετεῖναι αὐτὸς ὁ τύραννος μαρτυρεῖ
καὶ ὁμολογεῖ.

καὶ δὴ τοιαῦτα ἐξομολογησάμενος,
ὥσπερ τινὸς τυχὼν εὐεργεσίας, τούτων δὴ αὐτῶν 
ἕνεκα ἧττον ἢ παθεῖν αὐτὸν ἐχρῆν δήπου παθὼν,
ἀθρόᾳ θεοῦ πληγεὶς μάστιγι ἐν δευτέρᾳ τοῦ πολέμου
συμβολῇ καταστρέφει.

γίνεται δ᾿ αὐτῷ τὰ τῆς
καταστροφῆς οὐχ οἷα στρατηγοἴς πολεμάρχαις, ὑπὲρ
ἀρετῆς καὶ γνωρίμων πολλάκις ἀνδριζομένοις ἐν 
πολέμῳ, τὴν εὐκλεῆ τελευτὴν εὐθαρσῶς ὑπομεῖναι
συνέβη, ἀλλὰ γὰρ ἅτε τις δυσσεβὴς καὶ θεομάχος,
τῆς παρατάξεως ἔτ᾿ αὐτῷ πρὸ τοῦ πεδίου συνεστώσης,
οἴκοι μένων αὐτὸς καὶ κρυπταζόμενος τὴν προσήκουσαν
τιμωρίαν ὑπέχει, ἀθρόᾳ θεοῦ πληγεὶς 
καθ᾿ ὅλου τοῦ σώματος μάστιγι, ὡς ἀλγηδόσι δειναῖς
καὶ περιωδυνίαις ἐλαυνόμενον πρηνῆ κατα-

 
πεσεῖν λιμῷ φθειρόμενον, τάς τε σάρκας ὅλας ἀοράτῳ
καὶ θεηλάτῳ πυρὶ τηκόμενον ὡς διαρρεύσαντα
τὸ μὲν πὰν εἶδος τῆς παλαιάς μορφῆς ἀφανισθῆναι,
ξηρῶν δ’ αὐτὸ μόνον ὀστέων οἶόν τι μακρῷ χρόνῳ
 κατεσκελετευμένον εἴδωλον ὑπολειφθῆναι· ὡς μηδ’
ἄλλο τι νομίζειν τοὺς παρόντας ἢ τάφον αὐτῷ τῆς
ψυχῆς γεγονέναι τὸ σῶμα, ἐν ἤδη νεκρῷ καὶ παντελῶς
ἀπορρεύσαντι κατορωρυγμένης.

σφοδρότερον
δ’ ἔτι μᾶλλον τῆς θέρμης αὐτὸν ἐκ βάθους
 μυελῶν καταφλεγούσης προπηδῶσι μὲν αὐτῷ τὰ
ὄμματα, καὶ τῆς ἰδίας λήξεως ἀποπεσόντα πηρὸν
αὐτὸν ἀφίησιν.

ὁ δ’ ἐπὶ τούτοις ἔτι ἐμπνέων,
ἀνθομολογούμενος τῷ κυρίῳ, θάνατον ἐπεκαλεῖτο,
καὶ τὸ πανύστατον ἐνδίκως ταῦτα τῆς κατὰ τοῦ
 Χριστοῦ παροινίας χάριν ὁμολογήσας παθεῖν τὴν
ψυχὴν ἀφίησιν.

[Nic. H. E. VII, 39] Οὕτω δῆτα Μαξιμίνου
ἐκποδὼν γενομένου, ὃς μόνος ἔτι λείπων τῶν τῆς
θεοσεβείας ἐχθρῶν, ἁπάντων χείριστος ἀναπέφηνε, τὰ
 μὲν τῆς τῶν ἐκκλησιῶν ἀνανεώσεως ἐκ θεμελίων χάριτι
θεοῦ τοῦ παντοκράτορος ἠγείρετο, ὅ τε Χριστοῦ
λόγος εἰς δόξαν τοῦ τῶν ὅλων θεοῦ διαλάμπων, μείζονα
τῆς πρόσθεν ἀπελάμβανε παρρησίαν, τὰ δετῆς δυσσεβείας
τῶν τῆς θεοσεβείας ἐχθρῶν αἰσχύνης ἐσχάτης
 καὶ ἀτιμίας ἐνεπίμπλατο.

πρῶτός τε γὰρ αὐτὸς
ἐκεῖνος Μαξιμῖνος, ἁπάντων πολεμιώτατος ὑπὸ τῶν
κρατούντων ἀναγορευθεὶς, δυσσεβέστατος καὶ δοσωνυμώτατος
καὶ θεομισέστατος τύραννος διὰ πρὸ
γραμμάτων δημοσίων ἀνεστηλίτευτο, γραφαί τε ὅσαι
 εἰς τιμὴν αὐτοῦ καὶ τῶν αὐτοῦ παίδων κατὰ πᾶσαν
ἀνέκειντο πόλιν, αἱ μὲν ἐξ ὕψους εἰς ἔδαφος ῥιπτούμεναι
συνετρίβοντο, αἶ δὲ τὰς προσόψεις ἠχρειοῦντο,

 
σκοτεινῷ χρώματι καταμελανούμεναι, ἀνδριάντων
τε ὁμοίως ὁπόσοι εἰς τὴν αὐτοῦ τιμὴν διανεστήκεσαν,
ὡσαύτως ῥιπτούμενοι συνετρίβοντο, γέλως καὶ
παιδιὰ τοῖς ἐνυβρίζειν καὶ ἐμπαροινεῖν ἐθέλουσιν
ἐκκείμενοι.

εἶτα δὲ καὶ τῶν ἄλλων τῆς θεοσεβείας 
ἐχθρῶν πᾶσαι αἶ τιμαὶ περιῃροῦντο, ἐκτείνοντο
δὲ καὶ πάντες οἶ τὰ Μαξιμίνου φρονοῦντες, ὅσοι
μάλιστα τῶν ἐν ἀρχικοῖς ἀξιώμασιν ὑπ’ αὐτοῦ τετιμημένοι
τῇ πρὸς αὐτὸν κολακείᾳ σοβαρῶς ἐνεπαρῴνησαν
τῷ καθ’ ἡμὰς λόγῳ·

οἷος ἦν ὁ παρὰ 
πάντας αὐτῷ τιμιώτατος καὶ αἰδεσιμώτατος, ἑταίρων
τε γνησιώτατος Πευκέτιος, δισύπατος καὶ τρισύπατος,
καὶ τῶν καθόλου λόγων ἔπαρχος πρὸς αὐτοῦ
καθεσταμένος, Κουλκιανός τε ὡσαύτως διὰ πάσης
ἀρχικῆς προελθὼν ἐξουσίας, ὁ καὶ αὐτὸς μυρίοις 
τοῖς κατ’ Αἴγυπτον Χριστιανῶν ἐλλαμπρυνόμενος
αἵμασιν, ἄλλοι τε ἐπὶ τούτοις οὐκ ὀλίγοι, δι’ ὧν
μάλιστα τὰ τῆς Μαξιμίνου τυραννίδος ἐκραταιοῦτό
τε καὶ ηὔξετο.

ἐκάλει δὲ ἄρα καὶ Θεότεκνον ἡ
δίκη, οὐδαμῶς τὰ κατὰ Χριστιανῶν αὐτῷ πεπραγμένα 
λήθῃ παραδιδοῦσα. ἐπὶ μὲν γὰρ τῷ κατ’ Ἀντιόχειαν
ἱδρυθέντι πρὸς αὐτοῦ ξοάνῳ δόξας εὐημερεῖν,
ἤδη καὶ ἡγεμονίας ἠξίωτο παρὰ Μαξιμίνου.

Λικίννιος δ’ ἐπιβὰς τῆς Ἀντιοχέων πόλεως, φοράν
τε γοήτων ποιησάμενος, τοὺς τοῦ νεοπαγοῦς ξοάνου 
προφήτας καὶ ἱερεῖς βασάνοις ᾐκίζετο, τίνι λόγῳ τὴν
ἀπάτην καθυπεκρίνοντο πυνθανόμενος. ὡς δ’ ἐπικρύπτεσθαι
αὐτοῖς πρὸς τῶν βασάνων συνελαυνομένοις
ἀδύνατον ἦν, ἐδήλουν δὲ τὸ πᾶν μυστήριον
ἀπάτην τυγχάνειν τέχνῃ τῇ Θεοτέκνου μεμηχανημένην, 
τοῖς πᾶσι τὴν ἀξίαν ἐπιθεὶς δίκην, πρῶτον
αὐτὸν Θεότεκνον, εἶτα δὲ καὶ τοὺς τῆς γοητείας

 
κοινωνοὺς μετὰ πλείστας ὅσας αἰκίας θανάτῳ παραδίδωσι.

τούτοις ἅπασι προσετίθεντο καὶ οἶ Μαξιμίνου
παῖδες, οὓς ἤδη καὶ τῆς βασιλικῆς τιμῆς, τῆς
τε ἐν πίναξι καὶ γραφαῖς ἀναθέσεως πεποίητο κοινωνούς·
 καὶ οἱ συγγενεῖς δὲ τοῦ τυράννου, τὸ πρὶν
αὐχοῦντες καὶ πάντας ἀνθρώπους καταδυναστεύειν
ἐπηρμένοι, τὰ αὐτὰ τοῖς προδεδηλωμένοις μετὰ τῆς
ἐσχάτης ἀτιμίας ἔπασχον, ἐπεὶ μὴ ἐδέξαντο παιδείαν,
μηδὲ ἔγνωσαν μηδὲ συνῆκαν τὴν φάσκουσαν ἐν ἱεροῖς
 λόγοις παρακέλευσιν

“μὴ πεποίθετε ἐπ’
ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἶς οὐκ ἔστι σωτηρία·
ἐξελεύσεται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ ἀποστρέψει
εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ· ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται
πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτῶν.’’

οὕτω δῆτα τῶν
 δυσσεβῶν ἐκκαθαρθέντων, μόνοις ἐφυλάττετο τὰ
τῆς προσηκούσης βασιλείας βέβαιά τε καὶ ἀνεπίφθονα
Κωνσταντίνῳ καὶ Λικιννίῳ· οἱ τὸ πρόσθεν
ἁπάντων ἐκκαθάραντες τοῦ βίου τὴν θεοεχθρίαν,
τῶν ἐκ θεοῦ πρυτανευθέντων ἀγαθῶν αὐτοῖς ᾐσθημένοι,
 τὸ φιλάρετον καὶ θεοφιλὲς, τό τε πρὸς τὸ
θεῖον εὐσεβὲς καὶ εὐχάριστον διὰ τῆς ὑπὲρ Χριστιανῶν
ἐνεδείξαντο νομοθεσίας.

[Nic. H. E. VII. 40] Θεῷ δὴ χάρις ἐπὶ
 πᾶσι τῷ παντοκράτορι καὶ βασιλεῖ τῶν ὅλων, πλείστη
δὲ καὶ τῷ σωτῆρι καὶ λυτρωτῇ τῶν ψυχῶν
 

 
ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ, δι’ οὗ τὰ τῆς εἰρήνης ἔκ τε
τῶν ἔξωθεν ὀχληρῶν καὶ τῶν κατὰ διάνοιαν βέβαια
καὶ ἀσάλευτα φυλάττεσθαι ἡμῖν διὰ παντὸς εὐχόμεθα.

ἅμα δὲ σαῖς εὐχαῖς καὶ τὸν δέκατον ἐν
τούτῳ τοῖς προδιεξοδευθεῖσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς 
ἱστορίας ἐπιθέντες τόμον, σοὶ τοῦτον ἐπιγράψωμεν,
ἱερώτατέ μοι Παυλῖνε, ὥσπερ ἐπισφράγισμά σε τῆς
ὅλης ὑποθέσεως ἀναβοώμενοι.

εἰκότως δ’ ἐν
ἀριθμῷ τελείῳ τὸν τέλειον ἐνταῦθα καὶ πανηγυρικὸν
τῆς τῶν ἐκκλησιῶν ἀνανεώσεως λόγον κατατάξομεν, 
θείῳ πνεύματι πειθαρχοῦντες, ὧδέ πως ἐγκελευομένῳ
“ᾄσατε τῷ κυρίῳ ᾆσμα καινὸν, ὅτι θαυμαστὰ
ἐποίησεν. ἔσωσεν αὐτὸν ἡ δεξιὰ αὐτοῦ καὶ ὁ βραχίων
ὁ ἅγιος αὐτοῦ· ἐγνώρισε κύριος τὸ σωτήριον
αὐτοῦ, ἐναντίον τῶν ἐθνῶν ἀπεκάλυψε τὴν δικαιοσύνην 
αὐτοῦ·’’

καὶ δὴ τῷ λογίῳ προστάττοντι
τὸ καινὸν ᾆσμα διὰ τοῦδε νῦν ἀκολούθως ἐπιφωνῶμεν,
ὅτι δὴ μετὰ τὰς δεινὰς καὶ σκοτεινὰς ἐκείνας ὄψεις
τε καὶ διηγήσεις τοιαῦτα νῦν ὁρᾶν καὶ τοιαῦτα πανηγυρίζειν
ἠξιώθημεν οἷα τῶν πρὸ ἡμῶν πολλοὶ 
τῷ ὄντι δίκαιοι καὶ θεοῦ μάρτυρες ἐπεθύμησαν ἐπὶ
γῆς ἰδεῖν, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι, καὶ οὐκ
ἥκουσαν.

ἀλλ’ οἶ μὲν ᾗ τάχος σπεύσαντες τῶν
πολὺ κρειττόνων ἔτυχον, ἔν τ’ αὐτοῖς οὐρανοῖς καὶ
παραδείσῳ τῆς ἐνθέου τρυφῆς ἀναρπασθέντες, ἡμεῖς 
δὲ καὶ τάδε μείζονα ἢ καθ’ ἡμᾶς ὑπάρχειν ὁμολογοῦντες
ὑπερεκπεπλήγμεθα μὲν τῆς τοῦ αἰτίου
μεγαλοδωρεᾶς τὴν χάριν, θαυμάζομεν δὲ εἰκότως
ὅλης ψυχῆς δυνάμει σέβοντες, καὶ ταῖς ἀναγράπτοις
προρρήσεσιν ἀλήθειαν ἐπιμαρτυροῦντες 5 δι’ ὧν 
 

 
εἴρηται

“δεῦτε καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ κυρίου, ἃ
ἔθετο τέρατα ἐπὶ τῆς γῆς, ἀνταναιρῶν πολέμους
μέχρι τῶν περάτων τῆς οἰκουμένης· τόξον συντρίψει
καὶ συνθλάσει ὅπλον, καὶ θυρεοὺς κατακαύσει ἐν
 πυρί·’’ ἐφ’ οἶς εἰς ἡμᾶς ἐναργῶς πεπληρωμένοις
χαίροντες τὸν ἐφεξῆς συνείρωμεν λόγον.

ἠφάνιστο
μὲν δὴ καθ’ ὅν δεδήλωται τρόπον πᾶν τὸ τῶν
θεομισῶν γένος, καὶ τῆς ἀνθρώπων ἀθρόως ὄψεως
οὕτως ἐξαλήλειπτο ὡς πάλιν ῥῆμα θεῖον τέλος ἔχειν
 τὸ λέγον “εἶδον ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐπαιρόμενον
ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου· καὶ παρῆλθον,
καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν, καὶ ἐζήτησα τὸν τόπον αὐτοῦ, καὶ
οὐχ εὑρέθη·”

ἡμέρα δὲ λοιπὸν ἤδη φαιδρὰ καὶ
διαυγὴς, μηδενὸς νέφους αὐτὴν ἐπισκιάζοντος, φωτὸς
 οὐρανίου βολαῖς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην ἅπασαν
ταῖς ἐκκλησίαις τοῦ Χριστοῦ κατηύγαζεν, οὐδέ τις
ἦν καὶ τοῖς ἔξωθεν τοῦ καθ’ ἡμᾶς θιάσου φθόνος,
συναπολαύειν εἰ μὴ τῶν ἴσ’ ὢν, ἀπορροῆς δ’ οὖν
ὅμως καὶ μετουσίας τῶν θεόθεν ἡμῖν
 πρυτανευθέντων.

[Nic. H. E. VII, 40] Πᾶσι μὲν οὖν ἀνθρώποις
τὰ ἐκ τῆς τῶν τυράννων καταδυναστείας
ἐλεύθερα ἦν, καὶ τῶν προτέρων ἀπηλλαγμένοι κακῶν
ἄλλος ἄλλως μόνον ἀληθῆ θεὸν τὸν τῶν εὐσεβῶν
 ὑπέρμαχον ὡμολόγει, μάλιστα δ’ ἡμῖν τοῖς ἐπὶ
τόν Χριστὸν τοῦ θεοῦ τὰς ἐλπίδας ἀνηρτημένοις
ἄλεκτος παρῆν εὐφροσύνη, καί τις ἔνθεος ἅπασιν
ἐπήνθει χαρὰ, πάντα τόπον τὸν πρὸ μικροῦ ταῖς
τῶν τυράννων δυσσεβείαις ἠρειπωμένον ὥσπερ ἐκ
 μακρᾶς καὶ θανατηφόρου λύμης ἀναβιώσκοντα θεω-
 

 
μένοις, νεός τε αὖθις ἐκ βάθρων εἰς ὕψος ἄπειρον
ἐγειρομένους, καὶ πολὺ κρείττονα τὴν ἀγλαίαν τῶν
πάλαι πεπολιορκημένων ἀπολαμβάνοντας.

ἀλλὰ
καὶ βασιλεῖς οἶ ἀνωτάτω συνεχέσι ταῖς ὑπὲρ Χριστιανῶν
νομεθεσίαις τὰ τῆς ἐκ θεοῦ μεγαλοδωρεᾶς 
ἡμῖν εἰς μακρὸν ἔτι καὶ μεῖζον ἐκράτυνον, ἐφοίτα
δὲ καὶ εἰς πρόσωπον ἐπισκόποις βασιλέως γράμματα,
καὶ τιμαὶ καὶ χρημάτων δόσεις· ὧν οὐκ ἀπὸ τρόπου
γένοιτ’ ἂν κατὰ τὸν προσήκοντα καιρὸν τοῦ λόγου,
ὥσπερ ἐν ἱερᾷ στήλῃ, τῇδε τῇ βίβλῳ τὰς φωνὰς ἐκ 
τῆς Ῥωμαίων ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα γλῶσσαν μεταληφθείσας
ἐγχαράξαι, ὡς ἂν καὶ τοῖς μεθ’ ἡμὰς ἅπασι φέροιντο
διὰ μνήμης.

[Nic. H. E. VII, 40] ἐπὶ δὲ τούτοις τὸ
πᾶσιν εὐκταῖον ἡμῖν καὶ ποθούμενον συνεκροτεῖτο 
θέαμα, ἐγκαινίων ἑορταὶ κατὰ πόλεις, καὶ τῶν ἄρτι
νεοπαγῶν προσευκτηρίων ἀφιερώσεις ἐπισκόπων τε
ἐπὶ ταὐτὸ συνηλύσεις, τῶν πόρρωθεν ἐξ ἀλλοδαπῆς
συνδρομαὶ, λαῶν εἰς λαοὺς φιλοφρονήσεις, τῶν
Χριστοῦ σώματος μελῶν εἰς μίαν συνιόντων ἁρμονίαν 
ἕνωσις.

συνήγετο δ’ οὖν ἀκολούθως προρρήσει
προφητικῇ μυστικῶς τὸ μέλλον προσημαινούσῃ
“ὀστέον πρὸς ὀστέον καὶ ἁρμονία πρὸς ἁρμονίαν,’’
καὶ ὅσα θεσπίζων ὁ λόγος δι’ αἰνιγμάτων ἀψευδῶς
προανετείνετο.

μία τε ἦν θείου πνεύματος διὰ 
πάντων τῶν μελῶν χωροῦσα δύναμις, καὶ ψυχὴ τῶν
πάντων μία, καὶ προθυμία πίστεως ἡ αὐτὴ, καὶ εἷς
ἐξ ἁπάντων θεολογίας ὕμνος· ναὶ μὴν καὶ τῶν προηγουμένων
ἐντελεῖς θρησκεῖαι, ἱερουργίαι τε τῶν
ἱερωμένων, καὶ θεοπρεπεῖς ἐκκλησίας θεσμοὶ, ὧδε 
 

 
μὲν ψαλμῳδίαις καὶ ταῖς λοιπαῖς τῶν θεόθεν ἡμῖν
παραδοθεισῶν φωνῶν ἀκροάσεσιν, ὧδε δὲ θείαις
καὶ μυστικαῖς ἐπιτελουμέναις διακονίαις· σωτήριον
τε ἦν πάθους ἀπόρρητα σύμβολα.

ὁμοῦ δὲ πᾶν
 γένος ἡλικίας ἄρρενός τε καὶ θήλεος φύσεως ὅλῃ
διανοίας ἰσχύι· δι’ εὐχῶν καὶ εὐχαριστίας γεγηθότι
νῷ καὶ ψυχῇ τὸν τῶν ἀγαθῶν παραίτιον θεὸν ἐγέραιρον.
ἐκίνει δὲ καὶ λόγους ἅπας τῶν παρόντων
ἀρχόντων πανηγυρικοὺς, ὡς ἑκάστῳ παρῆν δυνάμεως,
 θειάζων τὴν πανήγυριν.

[Nic. H. E. VII, 40] Καί τις ἐν μέσῳ παρελθὼν
τῶν μετρίως ἐπιεικῶν, λόγου σύνταξιν
πεποιημένος, ὡς ἐν ἐκκλησίας ἀθροίσματι πλείστων
ἐπιπαρόντων ποιμένων, ἐν ἡσυχίᾳ καὶ κόσμῳ τὴν
 ἀκρόασιν παρεχομένων, ἑνὸς εἰς πρόσωπον τὰ πάντα
ἀρίστου καὶ θεοφιλοῦς ἐπισκόπου, οὗ διὰ σπουδῆς
ὁ μάλιστα τῶν ἀμφὶ τὸ Φοινίκων ἔθνος διαπρέπων
ἐν Τυρῷ νεὼς φιλοτίμως ἐπεσκεύαστο, τοιόνδε παρέσχε
λόγον. 
 
 Πανηγυρικὸς ἐπὶ τῇ τῶν ἐκκλησιῶν οἰκοδομῇ, Παυλίνῳ 
 Τυρίων ἐπισκόπῳ προσπεφωνημένος.

Ὦ φίλοι θεοῦ καὶ ἱερεῖς, οἱ τὸν ἄγιον ποδήρη
καὶ τὸν οὐράνιον τῆς δόξης στέφανον τό τε χρῖσμα
τὸ ἔνθεον καὶ τὴν ἱερατικὴν τοῦ ἁγίου πνεύματος
 στολὴν περιβεβλημένοι 5 σύ τε, ὦ νέου ἁγίου νεὼ
θεοῦ σεμνολόγημα, γεραρᾷ μὲν φρονήσει παρὰ θεοῦ
τετιμημένε, νέας δὲ καὶ ἀκμαζούσης ἀρετῆς ἔργα
πολυτελῆ καὶ πράξεις ἐπιδεδειγμένε, ᾧ τὸν ἐπὶ γῆς
οἶκον αὐτὸς ὁ τὸν σύμπαντα κόσμον περιέχων θεὸς
 δείμασθαι καὶ ἀνανεοῦν Χριστῷ τῷ μονογενεῖ καὶ
πρωτογενεῖ αὐτοῦ λόγῳ, τῇ τε ἁγίᾳ καὶ θεοπρεπεῖ

 
τούτου νύμφῃ, γέρας ἐξαίρετον δεδώρηται·

εἴτε
τις νέον σε Βεσελεὴλ, θείας ἀρχιτέκτονα σκηνῆς
ἐθέλοι καλεῖν, εἴτε Σολομῶνα, καινῆς καὶ πολὺ
κρείττονος Ἱερουσαλὴμ βασιλέα, εἴτε καὶ νέον Ζοροβάβελ,
τὴν πολὺ κρείττονα δόξαν τῆς προτέρας τῷ 
νεῷ τοῦ θεοῦ περιτιθέντα·

ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς, ὦ τῆς
ἱερᾶς ἀγέλης Χριστοῦ θρέμματα, λόγων ἀγαθῶν
ἑστία, σωφροσύνης παιδευτήριον, καὶ θεοσεβείας σεμνὸν
καὶ θεοφιλὲς ἀκροατήριον·

πάλαι μὲν ἡμῖν
τὰς παραδόξους θεοσημίας καὶ τόν τοῦ κυρίου θαυμάτων 
τὰς εἰς ἀνθρώπους εὐεργεσίας διὰ θείων
ἀναγνωσμάτων ἀκοῇ παραδεχομένοις ὕμνους εἰς θεὸν
καὶ ᾠδὰς ἀναπέμπειν ἐξῆν, λέγειν παιδευομένοις “ὁ
θεὸς, ἐν τοῖς ὠσὶν ἡμῶν ἠκούσαμεν, οἱ πατέρες
ἡμῶν ἀνήγγειλαν ἡμῖν ἔργον ὅ εἰργάσω ἐν ταῖς 
ἡμέραις αὐτῶν, ἐν ἡμέραις ἀρχαίαις.’’

ἀλλὰ νῦν
γε οὐκέτ’ ἀκοαῖς οὐδὲ λόγων φήμαις τὸν βραχίονα
τὸν ὑψηλὸν, τήν τε οὐράνιον δεξιὰν τοῦ παναγάθου
καὶ παμβασιλέως ἡμῶν θεοῦ παραλαμβάνουσιν, ἔργοις
δ’ ὡς ἔπος εἰπεῖν καὶ αὐτοῖς ὀφθαλμοῖς τὰ πάλαι 
μνήμῃ παραδεδομένα πιστὰ καὶ ἀληθῆ καθορωμένοις,
δεύτερον ὕμνον ἐπινίκιον πάρεστιν ἀναμέλπειν,
ἐναργῶς τε ἀναφωνεῖν καὶ λέγειν “καθάπερ
ἠκούσαμεν, οὕτως καὶ εἴδομεν, ἐν πόλει κυρίου τῶν
δυνάμεων, έν πόλει τοῦ θεοῦ ἡμῶν.’’

ποίᾳ δὲ 
πόλει; ἢ τῇδε τῇ νεοπαγεῖ καὶ θεοτεύκτῳ; ἥτις ἐστὶν
ἐκκλησία θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας,
περὶ ἧς καὶ ἄλλο τι θεῖον λόγιον ὧδέ πως
εὐαγγελίζεται “δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ, ἡ
πόλις τοῦ θεοῦ,” ἐφ’ ἣν τοῦ παναγάθου συγκροτή- 
 

 
σαντος ἡμάς θεοῦ διὰ τῆς τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ
χάριτος, τῶν ἀνακεκλημένων ἕκαστος ὑμνείτω μονονουχὶ
βοῶν καὶ λέγων “εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι
μοι· εἰς οἶκον κυρίου πορευσόμεθα,’’ καὶ “κύριε, ἠγάπησα
 εὐπρέπειαν οἴκου σου, καὶ τόπον σκηνώματος
δόξης σου.’’

καὶ μὴ μόνον γε ὁ καθεῖς, ἀλλὰ καὶ
οἷ πάντες ἀθρόως ἐνὶ πνεύματι καὶ μιᾷ ψυχῇ γεραίροντες
ἀνευφημῶμεν, “μέγας κύριος,’’ ἐπιλέγοντες,
“καὶ αἰνετὸς σφόδρα, ἐν πόλει τοῦ θεοῦ ἡ μῶν, ἐν
 ὄρει ἁγίῳ αὐτοῦ. καὶ γὰρ οὖν μέγας ὡς ἀληθῶς, καὶ
μέγας ὁ οἶκος αὐτοῦ, ὑψηλὸς καὶ ἐπιμήκης, καὶ
ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων· μέγας
ὁ κύριος ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος· μέγας ὁ ποιῶν
μεγάλα καὶ ἀνεξιχνίαστα, ἔνδοξά τε καὶ ἐξαίσια, ὧν
 οὐκ ἔστιν ἀριθμός· μέγας ὁ ἀλλοιῶν καιροὺς καἰ
χρόνους, μεθιστῶν βασιλεῖς καὶ καθιστῶν, ἐγείρων
ἀπὸ γῆς πτωχὸν, καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνιστῶν πένητα.
καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων, καὶ ὕψωσε ταπεινοὺς
ἀπὸ γῆς, πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν, καὶ βραχίονας
 ὑπερηφάνων συνέτριψεν,’’

οὐ πιστοῖς μόνον,
ἀλλὰ καὶ ἀπίστοις τῶν παλαιῶν διηγημάτων τὴν
μνήμην πιστωσάμενος, ὁ θαυματουργὸς, ὁ μεγαλουργὸς,
ὁ τῶν ὅλων δεσπότης, ὁ τοῦ σύμπαντος κόσμου
δημιουργὸς, ὁ παντοκράτωρ, ὁ πανάγαθος, ὁ εἷς καὶ
 μόνος θεὸς, ᾧ τὸ καινὸν ᾆσμα μέλπωμεν, προσυπακούοντες
τῷ ποιοῦντι θαυμάσια μόνῳ, ὅτι εἰς τὸν
αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, τῷ πατάξαντι βασιλεῖς μεγάλους
καὶ ἀποκτείναντι βασιλεῖς κραταιοὺς, ὅτι εἰς
τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν
 

 
ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ κύριος, καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ
τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν.

καὶ τὸν μὲν τῶν ὅλων πατέρα
τούτοις ἀνευφημοῦντες μή ποτε διαλίποιμεν·
τὸν δὲ τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν δεύτερον αἴτ’ ἴον, τὸν τῆς
θεογνωσίας εἰσηγητὴν, τὸν τῆς ἀληθοῦς θεοσεβείας 
διδάσκαλον, τὸν τῶν ἀσεβῶν ὀλετῆρα, τὸν τυραννοκτόνον,
τὸν τοῦ βίου διορθωτὴν, τὸν ἡμῶν τῶν
ἀπεγνωσμένων σωτῆρα Ἰησοῦν ἀνὰ στόμα φέροντες
γεραίρωμεν,

ὅτι δὴ μόνος οἷα παναγάθου πατρὸς
μονώτατος ὑπάρχων πανάγαθος παῖς, γνώμῃ τῆς 
πατρικῆς φιλανθρωπίας τῶν ἐν φθορᾷ κάτω που
κειμένων ἡμῶν εὖ μάλα προθύμως ὑποδὺς τὴν φύσιν,
οἶά τις ἰατρῶν ἄριστος τῆς τῶν καμνόντων ἕνεκεν
σωτηρίας ὁρῇ μὲν δεινὰ, θιγγάνει δ’ ἀηδέων,
ἐπ’ ἀλλοτρίῃσί τε ξυμφορῇσιν ἰδίας καρποῦται λύπας, 
οὐ νοσοῦντας αὐτὸ μόνον, οὐδ’ ἕλκεσι δεινοῖς
καὶ σεσηπόσιν ἤδη τραύμασι πιεζομένους, ἀλλὰ καὶ
ἐν νεκροῖς κειμένους ἡμᾶς ἐξ αὐτῶν τῶν μυχῶν τοῦ
θανάτου αὐτὸς ἑαυτῷ διεσώσατο, ὅτι μηδὲ ἄλλῳ τῳ
τῶν κατ’ οὐρανὸν τοσοῦτον παρῆν ἰσχύος, ὡς τῇ τῶν 
τοσούτων ἀβλαβῶς διακονήσασθαι σωτηρίᾳ.

μόνος
δ’ οὖν καὶ τῆς ἡμῶν αὐτῶν βαρυπαθοῦς φθορᾶς
ἐφαψάμενος, μόνος τοὺς ἡμετέρους ἀνατλὰς
πόνους, μόνος τὰ πρόστιμα τῶν ἡμετέρων ἀσεβημάτων
περιθέμενος, οὐχ ἡμιθνῆτας, ἀλλὰ καὶ πάμπαν 
ἐν μνήμασι καὶ τάφοις μυσαροὺς ἤδη καὶ ὀδωδότας
ἀναλαβὼν, πάλαι τε καὶ νῦν σπουδῇ τῇ φιλανθρώπῳ,
παρὰ πᾶσαν τὴν οὑτινοσοῦν ἡμῶν τε αὐτῶν ἐλπίδα,
σώζει τε καὶ τῶν τοῦ πατρὸς ἀγαθῶν ἀφθονίαν μεταδίδωσιν,
ὁ ζωοποιὸς, ὁ φωταγωγὸς, ὁ μέγας ἡμῶν 
 

 
ἰατρὸς καὶ βασιλεὺς καὶ κύριος, ὁ Χριστὸς τοῦ θεοῦ.

ἀλλὰ τότε μὲν ἅπαξ ἐν νυκτὶ ζοφερᾷ καὶ σκότῳ
βαθεῖ, δαιμόνων ἀλιτηρίων πλάναις καὶ θεομισῶν
πνευμάτων ἐνεργείαις πᾶν τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος
 κατορωρυγμένον, αὐτὸ μόνον ἐπιφανεὶς, ὡσὰν κηροῦ
διατακέντος ταῖς αὐτοῦ βολαῖς τοῦ φωτὸς τὰς πολυδέτους
τῶν ἀσεβημάτων ἡμῶν σειρὰς διελύσατο.

νῦν δ’ ἐπὶ τῇ τοσαύτῃ χάριτι καὶ εὐεργεσίᾳ τοῦ
μισοκάλου φθόνου καὶ φιλοπονήρου δαίμονος μονονουχὶ
 διαρρηγνυμένου, καὶ πάσας αὐτοῦ τὰς θανατοποιοὺς
καθ’ ἡμῶν ἐπιστρατεύοντος δυνάμεις, καὶ
τὰ μὲν πρῶτα κυνὸς δίκην λυττῶντος, τοὺς ὀδόντας
ἐπὶ τοὺς ἀφιεμένους κατ’ αὐτοῦ λίθους προσαράττοντος,
καὶ τὸν κατὰ τῶν ἀμυνομένων θυμὸν ἐπὶ
 τὰ ἄψυχα βλήματα καθιέντος, τοῖς τῶν προσευκτηρίων
λίθοις καὶ ταῖς τῶν οἴκων ἀψύχοις ὕλαις τὴν
θηριώδη μανίαν ἐπερείσαντος, ἐρημίαν τε, ὥς γε δὴ
αὐτὸς ἑαυτῷ ᾤετο, τῶν ἐκκλησιῶν ἀπεργασαμένου,
εἶτα δὲ δεινὰ συρίγματα καὶ τὰς ὀφιώδεις αὐτοῦ
 φωνὰς, τοτὲ μὲν ἀσεβῶν τυράννων ἀπειλαῖς, τοτὲ
δὲ βλασφήμοις δυσσεβῶν ἀρχόντων διατάξεσιν ἀφιέντος,
καὶ προσέτι τὸν αὐ̣τοῦ θάνατον ἐξερευγομένου,
καὶ τοῖς ἰώδεσι καὶ ψυχοφθόροις δηλητηρίοις τὰς
ἁλισκομένας πρὸς αὐτοῦ ψυχὰς φαρμάττοντος, καὶ
 μονονουχὶ νεκροῦντος ταῖς τῶν νεκρῶν εἰδώλων νεκροποιοῖς
θυσίαις, πάντα τε ἀνθρωπόμορφον θῆρα
καὶ πάντα τρόπον ἄγριον καθ’ ἡμῶν ὑποσαλεύοντος,

αὖθις ἐξ ὑπαρχῆς ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς
ἄγγελος, ὁ μέγας ἀρχιστράτηγος τοῦ θεοῦ, μετὰ τὴν
 αὐτάρκη διαγυμνασίαν, ἣν οἶ μέγιστοι τῆς αὐτοῦ
βασιλείας στρατιῶται διὰ τῆς πρὸς ἅπαντα ὑπομονῆς
καὶ καρτερίας ἐνεδείξαντο, ἀθρόως οὕτως φανεὶς τὰ

 
μὲν ἐχθρὰ καὶ πολέμια εἰς ἀφανὲς καὶ τὸ μηδὲν
κατεστήσατο, ὡς μηδὲ πώποτε ὠνομάσθαι δοκεῖν,
τὰ δ’ αὐτῷ φίλα καὶ οἰκεῖα δόξης ἐπέκεινα παρὰ
πᾶσιν οὐκ ἀνθρώποις μόνον, ἀλλ’ ἤδη καὶ δυνάμεσιν
οὐρανίοις, ἡλίῳ τε καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις καὶ 
τῷ σύμπαντι οὐρανῷ τε καὶ κόσμῳ προήγαγεν,

ὥστε ἤδη, ὃ μηδὲ ἄλλοτέ πω, τοὺς πάντων ἀνωτάτω
βασιλέας, ἧς λελόγχασι παρ’ αὐτοῦ τιμῆς συνῃσθημένους,
νεκρῶν μὲν εἰδώλων καταπτύειν προσώποις,
πατεῖν δ’ ἄθεσμα δαιμόνων θέσμια, καὶ παλαιᾶς 
ἀπάτης πατροπαραδότου κατεγγελᾶν, ἔνα δὲ
αὐτὸν μόνον θεὸν τὸν κοινὸν ἀπάντων καὶ ἑαυτῶν
εὐεργέτην γνωρίζειν, Χριστόν τε τοῦ θεοῦ παῖδα
παμβασιλέα τῶν ὅλων ὁμολογεῖν, σωτῆρά τε αὐτὸν
ἐν στήλαις ἀναγορεύειν, ἀνεξαλείπτῳ μνήμῃ τὰ κατορθώματα 
καὶ τὰς κατὰ τῶν ἀσεβῶν αὐτοῦ νίκας μέση
τῇ βασιλευούσῃ τῶν ἐπὶ γῆς πόλει βασιλικοῖς χαρακτῆρσι
προσεγγράφοντας, ὥστε μόνον τῶν ἐξ αἰῶνος
Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν ἡμῶν σωτῆρα καὶ πρὸς
αὐτῶν τῶν ἐπὶ γῆς ἀνωτάτω οὐχ οἶα κοινὸν ἐξ ἀνθρώπων 
βασιλέα γενόμενον ὁμολογεῖσθαι, ἀλλ’ οἷα
τοῦ καθόλου θεοῦ παῖδα γνήσιον καὶ αὐτόθεον προσκυνεῖσθαι,
καὶ εἰκότως.

τίς γὰρ τῶν πώποτε
βασιλέων τοσοῦτον ἀρετῆς ἠνέγκατο ὡς πάντων τῶν
ἐπὶ γῆς ἀνθρώπων ἀκοὴν καὶ γλῶτταν ἐμπλῆσαι τῆς 
αὐτοῦ προσηγορίας; τίς βασιλεὺς νόμους εὐσεβεῖς
οὕτω καὶ σώφρονας διαταξάμενος, ἀπὸ περάτων γῆς
καὶ εἰς ἄκρα τῆς ὅλης οἰκουμένης εἰς ἐπήκοον ἅπασιν
ἀνθρώποις ἀναγινώσκεσθαι διαρκῶς ἐκράτυνεν;

τίς ἀνημέρων ἐθνῶν ἔθη βάρβαρα καὶ ἀνήμερα 
τοῖς ἡμέροις αὐτοῦ καὶ φιλανθρωποτάτοις παρέλυσε
νόμοις; τίς αἰῶσιν ὅλοις ὑπὸ πάντων πολεμούμενος

 
τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον ἀρετὴν ἐπεδείξατο, ὡς ἀνθεῖν
ὁσημέραι καὶ νεάζειν διὰ παντὸς τοῦ βίου;

τίς
ἔθνος τὸ μηδ᾿ ἀκουσθὲν ἐξ αἰῶνος, οὐκ ἐν γωνίᾳ
ποι γῆς λεληθὸς, ἀλλὰ καθ᾿ ὅλης τῆς ὑφ᾿ ἡλίῳ
 ἱδρύσατο; τίς εὐσεβείας ὅπλοις οὕτως ἐφράξατο τοὺς
στρατιώτας ὡς ἀδάμαντος τὰς ψυχὰς κραταιοτέρους
ἐν τοῖς πρὸς τοὺς ἀντιπάλους ἀγῶσι διαφαίνεσθαι;

τίς βασιλέων εἰς τοσοῦτον κρατεῖ καὶ στρατηγεῖ
γε μετὰ θάνατον, καὶ τρόπαια κατ᾿ ἐχθρῶν ἵστησι,
 καὶ πάντα τόπον καὶ χώραν καὶ πόλιν, Ἑλλάδα τε καὶ
βάρβαρον, βασιλικῶν οἴκων αὐτοῦ πληροῖ, καὶ θείων
ναῶν ἀφιερώμασιν, οἷα τάδε τὰ τοῦδε τοῦ νεὼ περικαλλῆ
κοσμήματά τε καὶ ἀναθήματα, ἃ καὶ αὐτὰ
σεμνὰ μὲν ὡς ἀληθῶς καὶ μεγάλα, ἐκπλήξεώς τε καὶ
 θαύματος ἄξια, καὶ οἷα τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν βασιλείας
ἐναργῆ δείγματα, ὅτι καὶ νῦν αὐτὸς εἶπε καὶ
ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν, —
τί γὰρ καὶ ἔμελλε τοῦ παμβασιλέως καὶ πανηγεμόνος
καὶ αὐτοῦ θεοῦ λόγου ἐνστήσεσθαι τῷ νεύματι; —
 σχολῆς τε λόγων οἰκείας εἰς ἀκριβῆ θεωρίαν τε καὶ
ἑρμηνείαν τυγχάνει δεόμενα·

οὐ μὴν ὅσα καὶ
οἷα τὰ τῆς τῶν πεπονηκότων προθυμίας κέκριται
παρ᾿ αὐτῷ τῷ θεολογουμένῳ, τὸν ἔμψυχον πάντων
ἡμῶν καθορῶντι ναὸν, καὶ τὸν ἐκ ζώντων λίθων καὶ
 βεβηκότων οἶκον ἐποπτεύοντι, εὖ καὶ ἀσφαλῶς ἱδρυμένων
ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν,
ὄντος ἀκρογωνιαίου λίθου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
ὃν ἀπεδοκίμασαν μὲν οὐχ οἱ τῆς παλαιᾶς καὶ
μηκέτ᾿ οὔσης ἐκείνης μόνον, ἀλλὰ καὶ τῆς εἰσέτι νῦν
 τῶν πολλῶν ἀνθρώπων οἰκοδομῆς κακοὶ κακῶν ὄντες
ἀρχιτέκτονες, δοκιμάσας δὲ ὁ πατὴρ καὶ τότε καὶ
νῦν εἰς κεφαλὴν γωνίας τῆσδε τῆς κοινῆς ἡμῶν ἐκ-

 
κλησίας ἱδρύσατο.

τοῦτον δὴ οὑν τὸν ἐξ ὑμῶν
αὐτῶν ἐπεσκευασμένον ζῶντος θεοῦ ζῶντα ναὸν —
τὸ μέγιστον καὶ ἀληθεῖ λόγῳ θεοπρεπὲς ἱερεῖόν
φημι, οὗ τὰ ἐνδοτάτω ἄδυτα τοῖς πολλοῖς ἀθεώρητα
καὶ ὄντως ἅγια καὶ τῶν ἁγίων ἅγια — τίς ἂν ἐποπτεύσας 
ἐξειπεῖν τολμήσειε; τίς δὲ κἂν εἰσκῦψαι
περιβόλων ἱερῶν εἴσω δυνατὸς, ὅτι μὴ μόνος ὁ μέ
γᾶς τῶν ὅλων ἀρχιερεὺς, ᾧ μόνῳ θέμις πάσης
λογικῆς ψυχῆς τὰ ἀπόρρητα διερευνᾶσθαι;

τάχα
δὲ καὶ ἄλλῳ δευτερεύειν μετὰ τοῦτον ἐνὶ μόνῳ τῶν 
ἴσων ἐφικτὸν, τῷδε τῷ προκαθημένῳ τῆσδε τῆς στρατιᾶς
ἡγεμόνι, ὅν αὐτὸς ὁ πρῶτος καὶ μέγας ἀρχιερεὺς
δευτερείοις τῶν τῇδε ἱερείων τιμήσας, ποιμένα
τῆς ὑμετέρας ἐνθέου ποίμνης, κλήρῳ καὶ κρίσει τοῦ
πατρὸς τὸν ὑμέτερον λαχόντα λαὸν, ὡσὰν θεραπευτὴν 
καὶ ὑποφήτην αὐτὸς ἑαυτοῦ κατετάξατο, τὸν
νέον Ἀαρὼν ἢ Μελχισεδὲκ, ἀφωμοιωμένον τῷ υἱῷ
τοῦ θεοῦ, μένοντά τε καὶ πρὸς αὐτοῦ τηρούμενον
εἰς τὸ διηνεκὲς ταῖς κοιναῖς ἁπάντων ὑμῶν εὐχαῖς.

τούτῳ δὴ οὖν ἐξέστω μόνῳ μετὰ τὸν πρῶτον καὶ 
μέγιστον ἀρχιερέα, εἰ μὴ τὰ πρῶτα, τὰ δεύτερα γοῦν
ὅμως ὁρᾶν τε καὶ ἐπισκοπεῖν τῆς ἐνδοτάτω τῶν ὑμετέρων
ψυχῶν θεωρίας, πείρα μὲν καὶ χρόνου μήκει
ἕκαστον ἀκριβῶς ἐξητακότι, σπουδῇ τε τῇ αὐτοῦ
καὶ ἐπιμελείᾳ τοὺς πάντας ὑμᾶς ἐν κόσμῳ καὶ λόγῳ 
τῷ κατ’ εὐσέβειαν διατεθειμένῳ, δυνατῷ τε ὄντι
μᾶλλον ἀπάντων, ὧν αὐτὸς σὺν θείᾳ δυνάμει κατηρτίσατο,
τούτων τοῖς ἔργοις ἐφαμίλλως ἀποδοῦναι τοὺς
λόγους.

ὁ μὲν οὖν πρῶτος καὶ μέγας ἡμῶν ἀρχιερεὺς,
ὅσα βλέπει τὸν πατέρα ποιοῦντα, ταῦτα, φησὶν, 
 

 
ὁμοίως καὶ ὁ υἱὸς ποιεῖ· ὁ δὲ καὶ αὐτὸς ὡσὰν ἐπὶ
διδάσκαλον τὸν πρῶτον καθαροῖς νοὸς ὄμμασιν ἀφορῶν,
ὅσα βλέπει ποιοῦντα, ὡσὰν ἀρχετύποις χρώμενος
παραδείγμασι, τούτων τὰς εἰκόνας, ὡς ἔνι μάλιστα
 δυνατὸν, εἰς τὸ ὁμοιότατον δημιουργῶν ἀπειργάσατο,
οὐδὲν ἐκείνῳ καταλιπὼν τῷ Βεσελεὴλ, ὃν
αὐτὸς ὁ θεὸς πνεύματος ἐμπλήσας σοφίας καὶ συνέσεως
καὶ τῆς ἄλλης ἐντέχνου καὶ ἐπιστημονικῆς γνώσεως,
τῆς τῶν οὐρανίων τύπων διὰ συμβόλων ναοῦ κατασκευῆς
 δημιουργὸν ἀνακέκληται.

ταύτῃ δ᾿ οὖν
καὶ ὅδε Χριστὸν ὅλον, τὸν λόγον, τὴν σοφίαν, τὸ
φῶς, ἐν τῇ αὐτὸς αὑτοῦ ἀγαλματοφορῶν ψυχῇ, οὐδ᾿
ἔστιν εἰπεῖν οἵᾳ σὺν μεγαλοφροσύνῃ, πλουσίᾳ τε
καὶ ἀπλήστῳ διανοίας χειρὶ, καὶ σὺν οἵᾳ πάντων
 ὑμῶν φιλοτιμίᾳ, τῇ τῶν εἰσφορῶν μεγαλοψυχίᾳ, τῆς
αὐτῆς αὐτῷ προθέσεως κατὰ μηδένα τρόπον ἀπολειφθῆναι
φιλονεικότερον μεγαλοφρονουμένων, τὸν
μεγαλοπρεπῆ τόνδε θεοῦ τοῦ ὑψίστου νεὼν, τῷ τοῦ
κρείττονος παραδείγματι ὡσὰν ὁρώμενον μὴ ὁρωμένου,
 τὴν φύσιν ἐμφερῆ συνεστήσατο, χῶρον μὲν
τόνδε, ὅτι καὶ ἄξιον εἰπεῖν πρῶτον ἁπάντων, πάσης
οὐ καθαρᾶς ὕλης ἐχθρῶν ἐπιβουλαῖς παραχωρήσας
νον οὐ παριδὼν, οὐδὲ τῇ τῶν αἰτίων παραχωρήσας
κακίᾳ, ἐξὸν ἐφ᾿ ἕτερον ἐλθόντα, μυρίων ἄλλων εὐπορουμένων
 τῇ πόλει, ῥᾳστώνην εὕρασθαι τοῦ πόνου
καὶ πραγμάτων ἀπηλλάχθαι.

ὁ δὲ πρῶτον
αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἔργον ἐγείρας, εἶτα δὲ τὸν σύμπαντα
λαὸν προθυμίᾳ ῥώσας καὶ μίαν ἐξ ἁπάντων μεγάλην
χεῖρα συναγαγὼν, πρῶτον ἆθλον ἠγωνίζετο, αὐτὴν
 δὴ μάλιστα τὴν ὑπὸτῶν ἐχθρῶν πεπολιορκημένην,αὐτὴν
τὴν προπονήσασαν, καὶ τοὺς αὐτοὺς ἡμῖν καὶ πρὸ
ἡμῶν διωγμοὺς ὑπομείνασαν, τὴν μητρὸς δίκην τῶν

 
τέκνων ἐρημωθεῖσαν ἐκκλησίαν συναπολαῦσαι δεῖν
οἰόμενος τῆς τοῦ παναγάθου μεγαλοδωρεᾶς.

ἐπειδὴ
γὰρ τοὺς παῖδας αὖθις ὁ μέγας ποιμὴν, τοὺς θῆρας καὶ
τοὺς λύκους καὶ πᾶν ἀπηνὲς καὶ ἄγριον γένος ἀποσοβήσας,
καὶ τὰς μύλας τῶν λεόντων, ᾗ φησι τὰ 
θεῖα λόγια, συντρίψας, ἐπὶ ταὐτὸν αὖθις συνελθεῖν
ἠξίωσε, δικαιότατα καὶ τῆς ποίμνης τὴν μάνδραν
ἀνίστη, τοῦ καταισχῦναι ἐχθρὸν καὶ ἐκδικητὴν, καὶ
ὡς ἂν ἔλεγχον ταῖς θεομάχοις τῶν ἀσεβῶν προαγάγοι
τόλμαις.

καὶ νῦν οἱ μὲν οὐκ εἰσὶν, οἱ θεομισεῖς, 
ὅτι μηδὲ ἦσαν· εἰς βραχὺ δὲ ταράξαντες καὶ
ταραχθέντες, εὖθ’ ὑποσχόντες τιμωρίαν οὐ μεμπτὴν
τῇ δίκῃ, ἑαυτοὺς καὶ φίλους καὶ οἴκους ἄρδην ἀναστάτους
κατέστησαν, ὡς τὰς πάλαι στήλαις ἱεραῖς
καταγραφείσας προρρήσεις ἔργοις πιστὰς ὀμολογεῖσθαι, 
δι’ ὧν τά τε ἄλλα ὁ θεῖος ἐπαληθεύει λόγος,
ἀτὰρ καὶ τάδε περὶ αὐτῶν ἀποφαινόμενος·

“ῥομφαίαν
ἐσπάσαντο οἱ ἁμαρτωλοὶ, ἐνέτειναν τόξον
αὐτῶν, τοῦ καταβαλεῖν πτωχὸν καὶ πένητα, τοῦ
σφάξαι τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ· ἡ ῥομφαία αὐτῶν 
εἰσέλθοι εἰς καρδίαν αὐτῶν, καὶ τὰ τόξα αὐτῶν
συντριβείη.” καὶ πάλιν “ἀπώλετο τὸ μνημόσυνον
αὐτῶν μετ’ ἤχου, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῶν ἐξήλειψας εἰς
τὸν αἰῶνα, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· ὅτι δὴ
καὶ ἐν κακοῖς γενόμενοι ἐκέκραξαν, καἰ οὐκ ἦν ὁ 
σώζων, πρὸς κύριον, καὶ οὐκ εἰσήκουσεν αὐτῶν.
ἀλλ’ οἶ μὲν συνεποδίσθησαν καὶ ἔπεσον, ἡμεῖς δὲ
ἀνέστημεν καὶ ἀνωρθώθημεν.’’ καὶ τό γε ἐν τούτοις
προαναφωνοῦν ‘κύριε, ἐν τῇ πόλει σου τὴν εἰκόνα
 

 
αὐτῶν ἐξουδενώσεις’’ ἀληθὲς ὑπ’ ὀφθαλμοῖς πάντων
ἀναπέφανται.

ἀλλ’ οἶ μὲν γιγάντων τρόπον θεομαχίαν
ἐνστησάμενοι τοιαύτην εἰλήχασι τὴν τοῦ βίου
καταστροφήν· τῆς δ’ ἐρήμου καὶ παρ’ ἀνθρώποις
 ἀπεγνωσμένης τοιαῦτα οἷα τὰ ὁρώμενα τῆς κατὰ
θεὸν ὑπομονῆς τὰ τέλη, ὡς ἀναφωνεῖν αὐτῇ τὴν
προφητείαν Ἠσαίου ταῦτα

“εὐφράνθητι ἔρημος
διψῶσα, ἀγαλλιάσθω ἔρημος, καὶ ἀνθείτω ὡς κρίνον·
καὶ ἐξανθήσει καὶ ἀγαλλιάσεται τὰ ἔρημα. ἰσχύσατε
 χεῖρες ἀνειμέναι καὶ γόνατα παραλελυμένα·
παρακαλέσατε, ὀλιγόψυχοι τῇ διανοίᾳ, ἰσχύσατε, μὴ
φοβεῖσθε. ἰδοὺ ὁ θεὸς ἡμῶν κρίσιν ἀνταποδίδωσι
καὶ ἀνταποδώσει, αὐτὸς ἥξει καὶ σώσει ἡμᾶς· ὅτι,
φησὶν, ἐρράγη ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ, καὶ φάραγξ ἐν γῇ
 διψώσῃ, καὶ ἡ ἄνυδρος ἔσται εἰς ἕλη, καὶ εἰς τὴν
διψῶσαν γῆν πηγὴ ὕδατος ἔσται.’’

καὶ τάδε μὲν
λόγοις πάλαι προθεσπισθέντα βίβλοις ἱεραῖς καταβέβλητο·
τά γε μὴν ἔργα οὐκέτ’ ἀκοαῖς, ἀλλ’ ἔργοις
ἡμῖν παραδέδοται. ἡ ἔρημος ἥδε, ἡ ἄνυδρος, ἡ χήρα
 καὶ ἀπερίστατος, ἧς ὡς ἐν δρυμῷ ξύλων ἀξίναις
ἐξέκοψαν τὰς πύλας ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ἐν πέλυκι καὶ λαξευτηρίῳ
συντρίψαντες αὐτὴν, ἧς καὶ τὰς βίβλους
διαφθείραντες, ἐνεπύρισαν ἐν πυρὶ τὸ ἁγιαστήριον
τοῦ θεοῦ, εἰς τὴν γῆν ἐβεβήλωσαν τὸ σκήνωμα τοῦ
 ὀνόματος αὐτοῦ, ἣν ἐτρύγησαν πάντες οἶ παραπορευόμενοι
τὴν ὁδὸν, προκαθελόντες αὐτῆς τοὺς
φραγμοὺς, ἣν ἐλυμήνατο ὗς ἐκ δρυμοῦ, καὶ μονιὸς
ἄγριος κατενεμήσατο, Χριστοῦ δυνάμει παραδόξῳ
νῦν, ὅτε θέλει αὐτὸς, γέγονεν ὡς κρίνον· ἐπεὶ καὶ
 τότε αὐτοῦ νεύματι, ὡσὰν προκηδομένου πατρὸς,
 

 
ἐπαιδεύετο· ὃν γὰρ ἀγαπᾷ κύριος, παιδεύει, μαστιγοῖ
δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται.

μέτρῳ δῆτα
κατὰ τὸ δέον ἐπιστραφεῖσα, αὖθις ἄνωθεν ἐξ ὑπαρχῆς
ἀγαλλιᾶν προστάττεται, ἐξανθεῖ τε ὡς κρίνον,
καὶ τῆς ἐνθέου εὐωδίας εἰς πάντας ἀποπνεῖ ἀνθρώπους· 
ὅτι, φησὶν, ἐρράγη έν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ, τὸ
νᾶμα τῆς θείας τοῦ σωτηρίου λουτροῦ παλιγγενεσίας·
καὶ νῦν γέγονεν ἡ πρὸ μικροῦ ἔρημος εἰς ἕλη,
καὶ εἰς τὴν διψῶσαν γῆν ἔβρυσε πηγὴ ὕδατος ζῶντος·
ἴσχυσάν τε ὡς ἀληθῶς χεῖρες αἱ τὸ πρὶν ἀνειμέναι, 
καὶ τῆς τῶν χειρῶν ἰσχύος ἔργα τάδε τὰ
μεγάλα καὶ ἐναργῆ δείγματα· ἀλλὰ καὶ τὰ πάλαι
σεσαθρωμένα καὶ παρειμένα γόνατα τὰς οἰκείας ἀπολαβόντα
βάσεις, τὴν ὁδὸν τῆς θεογνωσίας εὐθυποροῦντα
βαδίζει, ἐπὶ τὴν οἰκείαν ποίμνην τοῦ παναγάθου 
ποιμένος σπεύδοντα.

εἰ δὲ καὶ ταῖς τῶν
τυράννων ἀπειλαῖς τὰς ψυχάς τινες ἀπενάρκησαν,
οὐδὲ τούτους ὁ σωτήριος ἀθεραπεύτους παρορᾷ λόγος·
εὖ μάλα δὲ καὶ αὐτοὺς ἰώμενος εἰς τὴν τοῦ
θείου παράκλησιν παρορμᾷ λέγων·

“παρακαλέσατε, 
οἶ ὀλιγόψυχοι τῇ διανοίᾳ, ἰσχύσατε, μὴ φοβεῖσθε.”
τούτων δεῖν ἀπολαῦσαι τὴν διὰ θεὸν γενομένην
ἔρημον, τοῦ λόγου προαγορεύοντος ἐπακούσας
ὀξείᾳ διανοίας ἀκοῇ οὗτος ὁ νέος ἡμῶν καὶ καλὸς
Ζοροβάβελ, 5 μετὰ τὴν πικρὰν ἐκείνην αἰχμαλωσίαν 
καὶ τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως οὐ παριδὼν τὸ
πτῶμα νεκρὸν, πρώτιστα πάντων παρακλήσεσι καὶ
λιταῖς ἵλεων τὸν πατέρα μετὰ τῆς κοινῆς ὑμῶν ἁπάντων
ὁμοφροσύνης καταστησάμενος, καὶ τὸν μόνον
νεκρῶν ζωοποιὸν σύμμαχον παραλαβὼν καὶ συνεργὸν, 
 

 
τὴν πεσοῦσαν ἐξήγειρε, προαποκαθάρας καὶ προθεραπεύσας
τῶν κακῶν· καὶ στολὴν οὐ τὴν ἐξ ἀρχαίου
παλαιὰν αὐτῇ περιτέθεικεν, ἀλλ᾿ ὁποίαν αὖθις παρὰ
τῶν θείων χρησμῶν ἐξεπαιδεύετο, σαφῶς ὧδε λεγόντων
 “καὶ ἔσται ἡ δόξα τοῦ οἴκου τούτου ἡ ἐσχάτη,
ὑπὲρ τὴν προτέραν.”

ταύτῃ δ᾿ οὖν πολὺ μείζονα
τὸν χῶρον ἅπαντα περιλαβὼν, τὸν μὲν ἔξωθεν ὠχυροῦτο
περίβολον τῷ τοῦ παντὸς περιτειχίσματι, ὡς
ἂν ἀσφαλέστατον εἴη τοῦ παντὸς ἕρκος.

πρόπυλον
 δὲ μέγα καὶ εἰς ὕψος ἐπηρμένον πρὸς αὐτὰς
ἀνίσχοντος ἡλίου ἀκτῖνας ἀναπετάσας, ἤδη καὶ τοῖς
μακρὰν περιβόλων ἔξω ἱερῶν ἑστῶσι τῆς τῶν ἔνδον
παρέσχεν ἀφθονίαν θέας, μονονουχὶ καὶ τῶν ἀλλοτρίων
τῆς πίστεως ἐπὶ τὰς πρώτας εἰσόδους ἐπιστρέφων
 τὰς ὄψεις, ὡς ἂν μὴ παρατρέχοι τις, ὅτι μὴ
τὴν ψυχὴν κατανυγεὶς πρότερον μνήμῃ τῆς τε πρὶν :
ἐρημίας, καὶ τῆς νῦν παραδόξου θαυματουργίας,
ὑφ᾿ ἧς τάχα καὶ ἑλκυσθήσεσθαι κατανυγέντα, καὶ
πρὸς αὐτῆς τῆς ὄψεως ἐπὶ τὴν εἴσοδον προτραπήσεσθαι
 ἤλπισεν.

εἴσω δὲ παρελθόντι πυλῶν, οὐκ
εὐθὺς ἐφῆκεν ἀνάγνοις καὶ ἀνίπτοις ποσὶ τῶν ἔνδον
ἐπιβαίνειν ἁγίων, διαλαβὼν δὲ πλεῖστον ὅσον
τὸ μεταξὺ τοῦ τε νεὼ καὶ τῶν πρώτων εἰσόδων,
τέτταρσι μὲν πέριξ ἐγκαρσίοις κατεκόσμησε στοαῖς,
 εἰς τετράγωνόν τι σχῆμα περιφράξας τὸν τόπον,
κίοσι πανταχόθεν ἐπαιρομέναις, ὧν τὰ μέσα διαφράγμασι
τοῖς ἀπὸ ξύλου δικτυωτοῖς ἐς τὸ σύμμετρον
ἥκουσι μήκους περικλείσας, μέσον αἴθριον ἠφίει
εἰς τὴν τοῦ οὐρανοῦ κάτοψιν, λαμπρὸν καὶ ταῖς τοῦ
 φωτὸς ἀκτῖσιν ἀνειμένον ἀέρα παρέχον.

ἱερῶν
 

 
δ’ ἐνταῦθα καθαρσίων ἐτίθει σύμβολα, κρήνας ἄντικρυς
εἰς πρόσωπον ἐπισκευάζων τοῦ νεὼ, πολλῷ
τῷ χεύματι τοῦ νάματος τοῖς περιβόλων ἱερῶν ἐπὶ
τὰ ἔσω προιοῦσι τὴν ἀπόρρυψιν παρεχομένας. καὶ
πρώτη μὲν εἰσιόντων αὕτη διατριβὴ, κόσμον ὁμοῦ 
καὶ ἀγλαίαν τῷ παντὶ, τοῖς τε τῶν πρώτων εἰσαγωγῶν
ἔτι δεομένοις κατάλληλον τὴν μονὴν παρεχομένη.

ἀλλὰ γὰρ καὶ τὴν τούτων θέαν παραμειψάμενος,
πλείοσιν ἔτι μᾶλλον τοῖς ἐνδοτάτω προπύλοις τὰς
ἐπὶ τὸν νεὼν παρόδους ἀναπεπταμένας ἐποίει, ὑπὸ 
μὲν ταῖς ἡλίου βολαῖς αὖθις τρεῖς πύλας ὑφ’ ἒν
καταθεὶς πλευρὸν, ὧν τὸ πολὺ τὰς παρ’ ἑκάτερα
μεγέθει τε καὶ πλάτει πλεονεκτεῖν τῇ μέσῃ χαρισάμενος,
παραπήγμασί τε χαλκοῦ σιδηροδέτοις καὶ
ποικίλμασιν ἀναγλύφοις διαφερόντως αὐτὴν φαιδρύνας, 
ὡσὰν βασιλίδι ταύτῃ τοὺς δορυφόρους ὑπέζευξε.

τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ταῖς παρ’ ἑκάτερα τοῦ
παντὸς νεὼ στοαῖς τὸν τῶν προπύλων ἀριθμὸν διατάξας,
ἄνωθεν ἐπὶ ταύταις ἄλλῳ πλείονι φωτὶ διαφόρους
τὰς ἐπὶ τὸν οἶκον εἰσβολὰς ἐπενόει, ταῖς ἀπὸ 
ξύλου λεπτουργίαις καὶ τὸν περὶ αὐτὰς κόσμον καταποικίλλων.
τὸν δὲ βασίλειον οἶκον πλουσιωτέραις
ἤδη καὶ δαψιλέσι ταῖς ὕλαις ὠχύρου, ἀφθόνῳ φιλοτιμίᾳ
τῶν ἀναλωμάτων χρώμενος.

ἔνθα μοι δοκῶ
περιττὸν εἶναι τοῦ δομήματος μήκη τε καὶ πλάτη 
καταγράφειν, τὰ φαιδρὰ ταῦτα κάλλη, καὶ τὰ λόγου
κρείττονα μεγέθη, τήν τε τῶν ἔργων ἀποστίλβουσαν
ὄψιν τῷ λόγῳ διεξιόντι, ὕψη τε τὰ οὐρανομήκη, καὶ
τὰς τούτων ὑπερκειμένας πολυτελεῖς τοῦ Λιβάνου
κέδρους, ὧν οὐδὲ τὸ θεῖον λόγιον τὴν μνήμην ἀπεσιώπησιν· 
“εὐφρανθήσεται’’ φάσκον “τὰ ξύλα τοῦ
 

 
κυρίου, καὶ αἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου ἃς ἐφύτευσε.”

τί με δεῖ νῦν τῆς πανσόφου καὶ ἀρχιτεκτονικῆς
διατάζεως καὶ τοῦ κάλλους τῆς ἐφ᾿ ἑκάστου μέρους
ὑπερβολῆς ἀκριβολογεῖσθαι τὴν ὑφήγησιν, ὅτε τῆς
 ὄψεως τὴν διὰ τῶν ὤτων ἁποκλείει μάθησιν ἡ μαρτυρία;
ἀλλὰ γὰρ ὧδε καὶ τὸν νεὼν ἐπιτελέσας, θρόνοις
τε τοῖς ἀνωτάτων εἰς τὴν τῶν προέδρων τιμὴν,
καὶ προσέτι βάθροις ἐν τάθει τοῖς καθ᾿ ὅλου κατὰ
τὸ πρέπον κοσμήσας, ἐφ’ἅπασί τε τὸ τῶν ἁγίων
 ἅγιον θυσιαστήριον ἐν μέσῳ θεὶς, αὖθις καὶ τάδε,
ὡς ἂν εἴη τοῖς πολλοῖς ἄβατα, τοῖς ἀπὸ ξύλου περιέφραττε
δικτύοις, εἰς ἄκρον ἐντέχνου λεπτουργίας
ἐξησκημένοις, ὡς θαυμάσιον τοῖς ὁρῶσι παρέχειν
τὴν θέαν.

ἀλλ᾿ οὐδὲ τοὔδαφος ἄρα εἰς ἀμελὲς
 ἔκειτο αὐτῷ· καὶ τόδε γοῦν λίθῳ μαρμάρῳ εὖ μάλα
κόσμῳ παντὶ λαμπρύνας, ἤδη λοιπὸν καὶ ἐπὶ τὰ
ἐκτὸς τοῦ νεὼ μετῄει, ἐξέδρας καὶ οἴκους τοὺς παρ᾿
ἑκάτερα μεγίστους ἐπισκευάζων εὐτέχνως, ἐπὶ ταυτὸν
εἰς πλευρὰ τῷ βασιλείῳ συνεζευγμένους καὶ ταῖς
 ἐπὶ μέσον οἶκον εἰσβολαῖς ἡνωμένους· ἃ καὶ
αὐτὰ τοῖς ἔτι καθάρσεως καὶ περιρραντηρίων τῶν
διὰ ὕδατος καὶ ἁγίου πνεύματος ἐγχρῄζουσιν ὁ εἰρηνικώτατος
ἠμῶν Σολομῶν ὁ τὸν νεὼν τοῦ θεοῦ δειμάμενος
ἀπειργάζετο, ὡς μηκέτι λόγον, ἀλλ᾿ ἔργον
 γεγονέναι τὴν ἄνω λεχθεῖσαν προφητείαν.

Γέγονε
γὰρ καὶ νῦν, ὡς ἀληθῶς ἐστὶν ἡ δόξα τοῦ οἴκου
τούτου ἠ ἐσχάτη ὑπὲρ τὴν προτέραν. ἔδει γὰρ καὶ
ἀκόλουθον ἦν, τοῦ ποιμένος αὐτῆς καὶ δεσπότου
ἅπαξ τὸν ὑπὲρ αὐτῆς θάνατον καταδεξαμένου, καὶ
 μετὰ τὸ πάθος ὃ χάριν αὐτῆς ῥυποῦν ἐνεδύσατο
σῶμα, ἐπὶ τὸ λαμπρὸν καὶ ἔνδοξον μεταβεβληκότος,
αὐτήν τε σάρκα τὴν λυθεῖσαν ἐκ φθορᾶς εἰς ἀφθαρσίαν

 
ἀγαγόντος, καὶ τήνδε ὁμοίως τῶν τοῦ σωτῆρος
οἰκονομιῶν ἐπαύρασθαι· ὅτι δὴ καὶ τούτων πολὺ
κρείττονα λαβοῦσα παρ’ αὐτοῦ τὴν ἐπαγγελίαν, τὴν
πολὺ μείζονα δόξαν τῆς παλιγγενεσίας ἐν ἀφθάρτου
σώματος ἀναστάσει μετὰ φωτὸς ἀγγέλων χορείας ἐν 
τοῖς οὐρανῶν ἐπέκεινα τοῦ θεοῦ βασιλείοις σὺν αὐτῷ
Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ πανευεργέτῃ καὶ σωτῆρι διαρκῶς
ἐπὶ τοὺς ἐξῆς αἰῶνας ἀπολαβεῖν ποθεῖ.

ἀλλὰ γὰρ
τέως ἐπὶ τοὐ παρόντος τούτοις ἡ πάλαι χήρα καὶ
ἔρημος θεοῦ χάριτι περιβληθεῖσα τοῖς ἄνθεσι γέγονεν 
ἀληθῶς ὡς κρίνον, ᾗ φησιν ἡ προφητεία, καὶ
τὴν νυμφικὴν ἀναλαβοῦσα στολὴν, τόν τε τῆς εὐπρεπείας
περιθεμένη στέφανον, οἶα χορεύειν διὰ
Ησαΐου παιδεύεται, τὰ χαριστήρια τῷ βασιλεῖ θεῷ
φωναῖς εὐφήμοις γεραίρουσα, αὐτῆς λεγούσης ἐπακούσωμεν

“ἀγαλλιάσθω ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ κυρίῳ·
ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα
εὐφροσύνης· περιέθηκέ μοι ὡς νυμφίῳ μίτραν, καὶ
ὡς νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμῳ, καὶ ὡς γῆν
αὔξουσαν τὸ ἄνθος αὐτῆς· καὶ ὡς κῆπος τὰ σπέρματα 
αὐτοῦ ἀνατελεῖ, οὕτως κύριος κύριος ἀνέτειλε
δικαιοσύνην καὶ ἀγαλλίαμα ἐνώπιον πάντων τῶν
ἐθνῶν.”

τούτοις μὲν οὖν αὕτη χορεύει· οἴοις δὲ
καὶ ὁ νυμφίος λόγος ὁ οὐράνιος, αὐτὸς Ἰησοῦς Χριστὸς
αὐτὴν ἀμείβεται, ἄκουε λέγοντος κυρίου “μὴ 
φοβοῦ ὅτι κατῃσχύνθης, μηδὲ ἐντραπῇς ὅτι ὠνειδίσθης·
ὅτι αἰσχύνην αἰώνιον ἐπιλήσῃ, καὶ ὄνειδος
τῆς χηρείας σου οὐ μὴ μνησθήσῃ. οὐχ ὡς γυναῖκα
ἐγκαταλελειμμένην καὶ ὀλιγόψυχον κέκληκέ σε κύριος,
οὐδ’ ὡς γυναῖκα ἐκ νεότητος μεμισημένην, 
 

 
εἶπεν ὁ θεός σου. χρόνον μικρὸν ἐγκατέλιπόν σε, καὶ
ἐν ἐλέῳ μεγάλῳ ἐλεήσω σε· ἐν θυμῷ μικρῷ ἀπέ
στρέψα τὸ πρόσωπόν μου ἀπὸ σοῦ, καὶ ἐν ἐλέῳ αἰωνίῳ
ἐλεήσω σε, εἶπεν ὁ ῥυσάμενός σε κύριος.

ἐξεγείρου,
 ἐξεγείρου ἡ πιοῦσα ἐκ χειρὸς κυρίου τὸ
ποτήριον τοὐ θυμοῦ αὐτοῦ· ποτήριον γὰρ τῆς πτώσεως,
τὸ κόνδυ τοῦ θυμοῦ μου, ἐξέπιες καὶ ἐξεκένωσας.
καὶ οὐκ ἦν ὁ παρακαλῶν σε ἀπὸ πάντων τῶν
τέκνων σου ὧν ἔτεκες, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀντιλαμβανόμενος
 τῆς χειρός σου. ἰδοὺ εἴληφα ἐκ τῆς χειρός σου
τὸ ποτήριον τῆς πτώσεως, τὸ κόνδυ τοῦ θυμοῦ μου,
καὶ οὐ προσθήσεις ἔτι πιεῖν αὐτό· καὶ δώσω αὐτὸ
εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀδικησάντων σε καὶ τῶν ταπεινωσάντων
σε.

ἐξεγείρου, ἐξεγείρου, ἔνδυσαι τὴν
 ἰσχὺν, ἔνδυσαι τὴν δόξαν σου. ἐκτίναξαι τὸν χοῦν
καὶ ἀνάστηθι. κάθισον, ἔκλυσαι τὸν δεσμὸν τοῦ
τραχήλου σου. ἄρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ
ἴδε συνηγμένα τὰ τέκνα σου· ἰδοὺ συνήχθησαν καὶ
ἦλθον πρός σε· ζῶ ἐγὼ, λέγει κύριος, ὅτι πάντας
 αὐτοὺς ὡς κόσμον ἐνδύσῃ καὶ περιθήσῃ αὐτοὺς ὡς
κόσμον νύμφης, ὅτι τὰ ἔρημά σου καὶ τὰ διεφθαρμένα
καὶ τὰ καταπεπτωκότα νῦν στενοχωρήσει ἀπὸ
τῶν κατοικούντων σε· καὶ μακρυνθήσονται ἀπὸ σοῦ
οἶ καταπίνοντές σε.

ἐροῦσι γὰρ εἰς τὰ ὦτά σου
 οἶ υἱοί σου οὓς ἀπολώλεκας, στενός μοι ὁ τόπος,
ποίησόν μοι τόπον ἵνα κατοικήσω. καὶ ἐρεῖς ἐν τῇ
καρδίᾳ σου, τίς ἐγέννησέ μοι τούτους; ἐγὼ δὲ ἄτεκνος
καὶ χήρα, τούτους δὲ τίς ἐξέθρεψέ μοι; ἐγὼ δὲ κατελείφθην
μόνη, οὗτοι δέ μοι ποῦ ἦσαν;”

ταῦτα
 Ἡσαΐας προεθέσπισε, ταῦτα πρόπαλαι περὶ ἡμῶν ἐν
 

 
ἱεραῖς βίβλοις καταβέβλητο, ἐχρῆν δέ που τούτων
τὴν ἀψεύδειαν ἤδη ποτὲ ἔργοις παραλαβεῖν.

ἀλλὰ
γὰρ τοιαῦτα τοῦ νυμφίου λόγου πρὸς τὴν ἑαυτοῦ
νύμφην τὴν ἱερὰν καὶ ἁγίαν ἐκκλησίαν ἐπιφωνοῦντος,
εἰκότως ὁ νυμφοστόλος ὅδε αὐτὴν τὴν ἔρημον, 
τὴν πτῶμα κειμένην, τὴν παρὰ ἀνθρώποις ἀνέλπιδα,
ταῖς κοιναῖς ἁπάντων ὑμῶν εὐχαῖς, χεῖρας τὰς ὑμῶν
αὐτῶν ὀρέξας, ἐξήγειρε καὶ ἐξανέστησε, θεοῦ τοῦ
παμβασιλέως νεύματι καὶ τῆς Ἰησοῦ Χριστοῦ δυνάμεως
ἐπιφανείᾳ, τοιαύτην τε ἀναστήσας κατεστήσατο, 
οἵαν ἐκ τῆς τῶν ἱερῶν χρησμῶν καταγραφῆς ἐδιδάσκετο.

θαῦμα μὲν οὑν μέγιστον τοῦτο καὶ πέρα
πάσης ἐκπλήξεως, μάλιστα τοῖς ἐπὶ μόνῃ τῇ τῶν
ἔξωθεν φαντασίᾳ τὸν νοῦν προσανέχουσι. θαυμάτων
δὲ θαυμασιώτερα τά τε ἀρχέτυπα, καὶ τούτων τὰ 
πρωτότυπα νοητὰ καὶ θεοπρεπῆ παραδείγματα, τῆς
ἐνθέου φημὶ παὶ λογικῆς ἐν ψυχαῖς οἰκοδομῆς ἀνανεώματα·

ἣν αὐτὸς ὁ θεόπαις κατ’ εἰκόνα τὴν
αὐτὸς αὐτοῦ δημιουργήσας, πάντῃ τε καὶ κατὰ πάντα
τὸ θεοείκελον δεδωρημένος, ἄφθαρτον φύσιν, ἀσώματον, 
λογικὴν, πάσης γεώδους ὕλης ἀλλοτρίαν,
αὐτονοερὰν οὐσίαν, ἅπαξ τὸ πρῶτον ἐκ τοῦ μὴ ὄντος
εἰς τὸ εἶναι συστησάμενος, νύμφην ἁγίαν καὶ
νεὼν πανίερον ἑαυτῷ τε καὶ τῷ πατρὶ κατειργάσατο.
ὃ καὶ σαφῶς αὐτὸς ὁμολογῶν ἐκφαίνει, λέγων “ἐνοικήσω 
ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν
θεὸς, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός.’’ καὶ τοιαύτη
μὲν ἡ τελεία καὶ κεκαθαρμένη ψυχὴ, ἀρχῆθεν οὕτω
γεγενημένη, οἵα τὸν οὐράνιον λόγον ἀγαλματοφορεῖν.

ἀλλὰ γὰρ φθόνῳ καὶ ζήλῳ τοῦ φιλοπονήρου δαί- 
 

 
μόνος φιλοπαθὴς καὶ φιλοπόνηρος ἐξ αὐτεξουσίου
αἱρέσεως γενομένη, ὑπαναχωρήσαντος αὐτῆς τοῦ
θείου ὡσὰν ἔρημος προστάτου, εὐάλωτος καὶ εἰ
ἐπιβουλὴν εὐχερὴς τοῖς ἐκ μακροῦ διαφθονούμενοι
 ἀπελήλεγκται, ταῖς τε τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν καὶ νοητῶν
πολεμίων ἑλεπόλεσι καὶ μηχαναῖς καταβληθεῖσα,
πτῶμα ἐξαίσιον καταπέπτωκεν, εἰς ὅσον οὐδ’ ἐπὶ
λίθῳ λίθον τῆς ἀρετῆς ἑστῶτα ἐν αὐτῇ διαμεῖναι,
ὅλην δὲ διόλου χαμαὶ κεῖσθαι νεκρὰν, τῶν περὶ θεοῦ
 φυσικῶν ἐννοιῶν πάμπαν ἀπεστερημένην.

πεπτωκυῖαν
δὴ ταύτην ἐκείνην τὴν κατ’ εἰκόνα θεοῦ
κατασκευασθεῖσαν ἐλυμήνατο οὐχ οὓς οὗτος ὁ ἐκ δρυμοῦ
τοῦ παρ’ ἡμῖν ὁρατοῦ, ἀλλά τις φθοροποιὸς
δαίμων, καὶ θῆρες ἄγριοι νοητοὶ, οἱ καὶ τοῖς πάθεσιν
 οἷα πεπυρακτωμένοις τῆς σφῶν κακίας βέλεσιν
αὐτὴν ἐξυφάψαντες, ἐνεπύρισαν ἐν πυρὶ τὸ θεῖον
ὄντως ἁγιαστήριον τοῦ θεοῦ, εἰς τὴν γῆν τε ἐβεβήλωσαν
τὸ σκήνωμα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ· εἶτα πολλῷ
τῷ προσχώματι τὴν ἀθλίαν κατορύξαντες, εἰς ἀνέλπιστον
 πάσης περιέτρεψαν σωτηρίας.

ἀλλ’ ὅ γε
κηδεμὼν αὐτῆς λόγος, ὁ θεοφεγγὴς καὶ σωτήριος,
τὴν κατ’ ἀξίαν δίκην τῶν ἁμαρτημάτων ὑποσχοῦσαν
αὖθις ἐξ ὑπαρχῆς ἀνελάμβανε, πατρὸς παναγάθου
φιλανθρωπίᾳ πειθόμενος.

αὐτὰς δὴ οὖν πρώτας
 τὰς τῶν ἀνωτάτω βασιλευόντων ψυχὰς προελόμενος,
τῶν μὲν δυσσεβῶν καὶ ὀλεθρίων πάντων, αὐτῶν τε
τῶν δεινῶν καὶ θεομισῶν τυράννων τὴν οἰκουμένην
ἅπασαν δι’ αὐτῶν τῶν θεοφιλεστάτων ἐκαθήρατο·
εἶτα δὲ τοὺς αὐτῷ γνωρίμους ἄνδρας, τοὺς πάλαι
 διὰ βίου ἱερωμένους αὐτῷ, κρύβδην γε μὴν ὡς ἐν
κακῶν χειμῶνι πρὸς τῆς αὐτοῦ σκέπης καλυπτομένους,
εἰς φανερὸν ἀγαγὼν, καὶ ταῖς τοῦ πνεύματος

 
μεγαλοδωρεαῖς ἐπαξίως τιμήσας, αὖθις καὶ διὰ τούτων
τὰς μικρῷ πρόσθεν ἐρρυπωμένας ψυχὰς, ὕλης
τε παντοίας καὶ χώματος ἀσεβῶν ἐπιταγμάτων συμπεφορημένας,
ὄρυξι καὶ δικέλλαις ταῖς πληκτικαῖς
τῶν μαθημάτων διδασκαλίαις ἐξεκάθηρέ τε καὶ ἀπέσμηξε·

λαμπρόν τε καὶ διαυγῆ τῆς πάντων ὑμῶν
διανοίας τὸν χῶρον ἀπειργασμένος, ἐνταῦθα λοιπὸν
τῷ πανσόφῳ καὶ θεοφιλεῖ τῷδε παραδέδωκεν ἡγεμόνι,
ὃς τά τε ἄλλα κριτικὸς καὶ ἐπιλογιστικὸς τυγχάνων,
τὴν τῶν αὐτῷ κεκληρωμένων ψυχῶν εὑ διαγινώσκων 
καὶ φυλοκρινῶν διάνοιαν, ἐκ πρώτης ὡς
εἰπεῖν ἡμέρας οἰκοδομῶν οὔπω καὶ εἰς δεῦρο πέπαυται,
τοτὲ μὲν διαυγῆ τὸν χρυσὸν, τοτὲ δὲ δόκιμον καὶ
καθαρὸν τὸ ἀργύριον καὶ τοὺς τιμίους καὶ πολυτελεῖς
λίθους ἐν πᾶσιν ὑμῖν ἁρμόττων, ὡς ἱερὰν αὖθις καὶ 
μυστικὴν ἔργοις τοῖς εἰς ὑμᾶς ἀποπληροῦν προφητείαν,
δι’ ἧς εἴρηται

“ἰδοὺ ἐγὼ ἑτοιμάζω σοι ἄνθρακα
τὸν λίθον σου, καὶ τὰ θεμέλιά σου σάπφειρον,
καὶ τὰς ἐπάλξεις σου ἴασπιν, καὶ τὰς πύλας σου
λίθους κρυστάλλου, καὶ τὸν περίβολόν σου λίθους 
ἐκλεκτοὺς, καὶ πάντας τοὺς υἱούς σου διδακτοὺς
θεοῦ 5 καὶ ἐν πολλῇ εἰρήνη τὰ τέκνα σου· καὶ ἐν
δικαιοσύνῃ οἰκοδομηθήσῃ.”

δικαιοσύνῃ δῆτα
οἰκοδομῶν κατ’ ἀξίαν τοῦ παντὸς λαοῦ διῄρει τὰς
δυνάμεις, οἷς μὲν τὸν ἔξωθεν αὐτὸ μόνον περιφράττων 
περίβολον, τὴν ἀπλανῆ πίστιν περιτειχίσας,
πολὺς δὲ ὁ τοιοῦτος καὶ μέγας λεὼς, οὐδὲν κρεῖττον
φέρειν οἰκοδόμημα διαρκῶν), οἷς δὲ τὰς ἐπὶ τὸν
οἶκον ἐπιτρέπων εἰσόδους, θυραυλεῖν καὶ ποδηγεῖν
τοὺς εἰσιόντας κατατάττων, οὐκ ἀπεικότως τοῦ νεὼ 
 

 
πρόπυλα νενομισμένους, ἄλλους δὲ πρώτοις τοῖς
ἔξωθεν ἀμφὶ τὴν αὐλὴν ἐκ τετραγώνου κίοσιν ὑπεστήριζε,
ταῖς πρώταις τῶν τεττάρων εὐαγγελίων τοῦ
γράμματος προβολαῖς ἐμβιβάζων, τοὺς δ’ ἤδη ἀμφὶ
 τὸν βασίλειον οἶκον ἑκατέρωθεν παραζεύγνυσιν, ἔτι
μὲν κατηχουμένους καὶ ἐν αὔξῃ καὶ προκοπῇ καθεστῶτας,
οὐ μὴν πόρρω που καὶ μακρὰν τῆς τῶν ἐνδοτάτω
θεοπτίας τῶν πιστῶν διεζευγμένους·

ἐκ
δὴ τούτων τὰς ἀκηράτους ψυχὰς θείῳ λουτρῷ χρυσοῦ
 δίκην ἀποσμηχθείσας παραλαβὼν, κἀνταῦθα
τοὺς μὲν κίοσι τῶν ἐξωτάτω πολὺ κρείττοσιν ἐκ τῶν
ἐνδοτάτω μυστικῶν τῆς γραφής δογμάτων ὐποστηρίζει,
τοὺς δὲ τοῖς πρὸς τὸ φῶς ἀνοίγμασι καταυγάζει.

προπύλῳ μὲν ἐνὶ μεγίστῳ τῆς τοῦ παμβασιλέως
 ἑνὸς καὶ μόνου θεοῦ δοξολογίας τὸν πάντα
νεὼν κατακοσμῶν, Χριστοῦ δὲ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος
παρ’ ἑκάτερα τῆς τοῦ πατρὸς αὐθεντίας τὰς
δευτέρας αὐγὰς τοῦ φωτὸς παρασχόμενος, τῶν τε
λοιπῶν διὰ τοῦ παντὸς οἴκου ἄφθονον καὶ πολὺ
 διάφορον τῆς καθ’ ἕκαστον ἀληθείας τὸ σαφὲς καὶ
φωτεινὸν ἐνδεικνύμενος, πάντη δὲ καὶ πανταχόθεν
τοὺς ζῶντας καὶ βεβηκότας καὶ εὐπαγεῖς τῶν ψυχῶν
λίθους ἐγκρίνας, τὸν μέγαν καὶ βασιλικὸν ἐξ ἁπάντων
οἶκον ἐπισκευάζεται, λαμπρὸν καὶ φωτὸς ἔμπλεω
 τά τε ἔνδοθεν καὶ τὰ ἐκτὸς, ὅτι μὴ ψυχὴ μόνον καὶ
διάνοια, καὶ τὸ σῶμα δὲ αὐτοῖς ἁγνείας καὶ σωφροσύνης
πολυανθεῖ κόσμῳ κατηγλάϊστο.

ἔνεισι δ’
ἐν τῷδε τῷ ἱερῷ καὶ θρόνοι βάθρα τε μυρία καὶ
καθιστήρια, ἐν ὅσαις ψυχαῖς τὰ τοῦ θείου πνεύματος
 ἐφιζάνει δωρήματα, οἷα καὶ πάλαι ὤφθη τοῖς
ἀμφὶ τοὺς ἱεροὺς ἀποστόλους, οἷς ἐφάνησαν διαμεριζόμεναι
γλῶσσαι ὡσεὶ πυρὸς, ἐκάθισάν τε ἐφ’ ἔνα

 
ἕκαστον αὐτῶν.

ἀλλ’ ἐν μὲν τῷ πάντων ἄρχοντι
ἴσως αὐτὸς ὅλος ἐγκάθηται Χριστὸς, ἐν δὲ τοῖς μετ’
αὐτὸν δευτερεύουσιν ἀναλόγως, καθ’ ὅσον ἕκαστος
χωρεῖ Χριστοῦ δυνάμεως καὶ πνεύματος ἁγίου μερισμούς.
βάθρα δ’ ἂν εἷεν καὶ ἀγγέλων καὶ αἵ τινων 
ψυχαὶ, τῶν εἰς παιδαγωγίαν καὶ φρουρὰν ἑκάστῳ
παραδεδομένων.

σεμνὸν δὲ καὶ μέγα καὶ μονογενὲς
θυσιαστήριον ποῖον ἂν εἴη ἢ τῆς τοῦ κοινοῦ
πάντων ἱερέως τῆς ψυχῆς τὸ εἰλικρινὲς καὶ ἁγίων
ἅγιον; ᾧ παρεστὼς ἐπὶ δεξιᾷ ὁ μέγας τῶν ὅλων ἀρχιερεὺς 
αὐτὸς Ἰησοῦς, ὁ μονογενὴς τοῦ θεοῦ, τὸ
παρὰ πάντων εὐῶδες θυμίαμα καὶ τὰς δι’ εὐχῶν
ἀναίμους καὶ ἀύλους θυσίας φαιδρῷ τῷ βλέμματι
καὶ ὑπτίαις ὑποδεχόμενος χερσὶ, τῷ κατ’ οὐρανὸν
πατρὶ καὶ θεῷ τῶν ὅλων παραπέμπεται, πρῶτος αὐτὸς 
προσκυνῶν, καὶ μόνος τῷ πατρὶ τὸ κατ’ ἀξίαν
ἀπονέμων σέβας, εἶτα δὲ καὶ πᾶσιν ἡμῖν εὐμενῆ
διαμένειν καὶ δεξιὸν εἰς ἀεὶ παραιτούμενος.

τοιοῦτος
ὁ μέγας νεὼς, ὃν καθ’ ὅλης τῆς ὑφ’ ἥλιον
οἰκουμένης ὁ μέγας τῶν ὅλων δημιουργὸς λόγος 
συνεστήσατο, τῶν ἐπέκεινα οὐρανίων ἁψίδων πάλιν
καὶ αὐτὸς νοερὰν ταύτην ἐπὶ γῆς εἰκόνα κατεργασάμενος,
ὡς ἂν διὰ πάσης τῆς κτίσεως τῶν τε ἐπὶ γῆς
λογικῶν ζῴων ὁ πατὴρ αὐτῷ τιμῷτό τε καὶ σέβοιτο.

τὸν δ’ ὑπερουράνιον χῶρον καὶ τὰ ἐκεῖσε τῶν 
τῇδε παραδείγματα, τήν τε ἄνω λεγομένην Ἱερουσαλὴμ
καὶ τὸ Σιῶν ὅρος τὸ ἐπουράνιον, καὶ τὴν ὑπερκόσμιον
πόλιν τοῦ ζῶντος θεοῦ, ἐν ᾗ μυριάδες
ἀγγέλων πανηγύρεις καὶ ἐκκλησία πρωτοτόκωνπογεγραμμένων ἀ
ἐν οὐρανοῖς ταῖς ἀρρήτοις καὶ ἀνεπιλογίστοις 
ἡμῖν θεολογίαις τὸν σφῶν ποιητὴν καὶ
πανηγεμόνα τῶν ὅλων γεραίρουσιν, οὔτις θνητὸς

 
οἶός τε κατ’ ἀξίαν ὑμνῆσαι, ὅτι δὴ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε
καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ
ἀνέβη, αὐτὰ δὴ ταῦτα ἃ ἡτοίμασεν ὁ θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν
αὐτόν.

ὧν ἤδη ἐν μέρει καταξιωθέντες ἄνδρες ἅμα
 παισὶ καὶ γυναιξὶ, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πάντες ἀθρόως
ἐν ἐνὶ πνεύματι καὶ μιᾷ ψυχῇ μὴ διαλίπωμεν ἐξομολογούμενοι,
καὶ τὸν τῶν τοσούτων ἡμῖν ἀγαθῶν παραίτιον
ἀνευφημοῦντες, “τὸν εὐιλατεύοντα πάσαις
ταῖς ἀνομίαις ἡμῶν, τὸν ἰώμενον πάσας τὰς νόσους
 ἡμῶν, τὸν λυτρούμενον ἐκ φθορᾶς τὴν ζωὴν ἡμῶν,
τὸν στεφανοῦντα ἡμάς ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς, τὸν
ἐμπιμπλῶντα ἐν ἀγαθοῖς τὴν ἐπιθυμίαν ἡμῶν, ὅτι
οὐ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν, οὐδὲ
κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν, ὅτι καθ’
 ὅσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, ἐμάκρυνεν
ἀφ’ ἡμῶν τὰς ἀνομίας ἡμῶν· καθὼς οἰκτείρει πατὴρ
υἱοὺς αὐτοῦ, ᾠκτείρησε κύριος τοὺς φοβουμένους
αὐτόν.’’

ταῦτα καὶ νῦν καὶ εἰς τοὺς ἐξῆς ἅπαντας
χρόνους ταῖς μνήμαις ἀναζωπυροῦντες, ἀτὰρ
 καὶ τῆς παρούσης πανηγύρεως καὶ τῆς φαιδρᾶς ταύτης
καὶ λαμπροτάτης ἡμέρας τὸν αἴτιον καὶ πανηγυριάρχην
νύκτωρ καὶ μεθ’ ἡμέραν διὰ πάσης ὥρας
καὶ δι’ ὅλης, ὡς εἰπεῖν, ἀναπνοῆς ἐν νῷ προορώμενοι,
στέργοντες καὶ σέβοντες ψυχῆς ὅλῃ δυνάμει,
 καὶ νῦν ἀναστάντες, μεγάλῃ διαθέσεως φωνῇ καθικετεύσωμεν,
ὡς ἂν ὑπὸ τὴν αὐτοῦ μάνδραν εἰς τέλος
ἡμᾶς σκεπάζων διασώζοιτο, τὴν παρ’ αὐτοῦ
βραβεύων ἀρραγῆ καὶ ἄσειστον αἰωνίαν εἰρήνην, ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ σωτῆρι ἡμῶν, δι’ οὗ αὐτῷ ἡ δόξα
 εἰς τοὺς σύμπαντας αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[Nic. H. E. VII, 41] Φέρε δὴ λοιπὸν καὶ
τῶν βασιλικῶν διατάξεων Κωνσταντίνου καὶ Λικιννίου
τὰς ἐκ τῆς Ῥωμαίων φωνῆς μεταληφθείσας
ἑρμηνείας παραθώμεθα. 
 
 Ἀντίγραφον βασιλικῶν διατάξεων ἐκ Ῥωμαϊκῆς 
 γλώσσης μεταληφθεισῶν.

“Ἤδη μὲν πάλαι σκοποῦντες τὴν ἐλευθερίαν
τῆς θρησκείας οὐκ ἀρνητέαν εἶναι, ἀλλ’ ἑνὸς ἑκάστου
τῇ διανοίᾳ καὶ βουλήσει ἐξουσίαν δοτέον τοῦ
τὰ θεῖα πράγματα τημελεῖν κατὰ τὴν αὐτοῦ προαίρεσιν, 
ἕκαστον κεκελεύκειμεν, τοῖς τε Χριστιανοῖς, τῆς
αἱρέσεως καὶ τῆς θρησκείας τῆς ἑαυτῶν τὴν πίστιν
φυλάττειν.

ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλαὶ καὶ διάφοροι αἱρέσεις
ἐν ἐκείνῃ τῇ ἀντιγραφῇ, ἐν ᾗ τοῖς αὐτοῖς
συνεχωρήθη ἡ τοιαύτη ἐξουσία, ἐδόκουν προστεθεῖσθαι 
σαφῶς, τυχὸν ἴσως τινὲς αὐτῶν μετ’ ὀλίγον
ἀπὸ τῆς τοιαύτης παραφυλάξεως ἀνεκρούοντο.

ὁπότε
εὐτυχῶς ἐγὼ Κωνσταντῖνος ὁ Αὔγουστος κἀγὼ Λικίννιος
ὁ Αὔγουστος ἐν τῇ Μεδιολάνῳ ἐληλύθειμεν,
καὶ πάντα ὅσα πρὸς τὸ λυσιτελὲς καὶ τὸ χρήσιμον 
τῷ κοινῷ διέφερεν, ἐν ζητήσει ἔσχομεν, ταῦτα μεταξὺ
τῶν λοιπῶν, ἅτινα ἐδόκει ἐν πολλοῖς ἅπασιν ἐπωφελῆ
εἶναι, μᾶλλον δὲ ἐν πρώτοις διατάξαι ἐδογματίσαμεν,
οἷς ἡ πρὸς τὸ θεῖον αἰδώς τε καὶ τὸ σέβας
ἐνείχετο, τοῦτ’ ἔστιν, ὅπως δῶμεν καὶ τοῖς Χριστιανοῖς 
καὶ πᾶσιν ἐλευθέραν αἵρεσιν τοῦ ἀκολουθεῖν τῇ
θρησκείᾳ, ᾗ δ’ ἂν βουληθῶσιν· ὅπως, ὅ τί ποτέ ἐστι
θειότης καὶ οὐρανίου πράγματος, ἡμῖν καὶ πᾶσι τοῖς
ὑπὸ τὴν ἡμετέραν ἐξουσίαν διάγουσιν εὐμενὲς εἶναι
δυνηθῇ.

τοίνυν ταύτην τὴν βούλησιν τὴν ἡμετέραν 
ὑγιεινῷ καὶ ὀρθοτάτῳ λογισμῷ ἐδογματίσαμεν, ὅπως

 
μηδενὶ παντελῶς ἐξουσία ἀρνητέα ᾖ τοῦ ἀκολουθεῖν
καὶ αἱρεῖσθαι τὴν τῶν Χριστιανῶν παραφύλαξιν ἢ
θρησκείαν, ἑκάστῳ τε ἐξουσία δοθείη τοῦ διδόναι
ἑαυτοῦ τὴν διάνοιαν ἐν ἐκείνῃ τῇ θρησκείᾳ, ἣν αὐτὸς
 ἑαυτῷ ἁρμόζειν νομίζῃ, ὅπως ἡμῖν δυνηθῇ τὸ
θεῖον ἐν πᾶσι τὴν ἔθιμον σπουδὴν καὶ καλοκἀγαθίαν
παρέχειν.

ἅτινα οὕτως ἀρέσκειν ἡμῖν ἀντιγράψαι
ἀκόλουθον ἦν, ἔν’ ἀφαιρεθεισῶν παντελῶς τῶν αἱρέσεων,
αἵτινες τοῖς προτέροις ἡμῶν γράμμασι τοῖς
 πρὸς τὴν σὴν καθοσίωσιν ἀποσταλεῖσι περὶ τῶν Χριστιανῶν
ἐνείχοντο, καὶ ἅτινα πάνυ σκαιὰ καὶ τῆς
ἡμετέρας πραότητος ἀλλότρια εἶναι ἐδόκει, ταῦτα
ὑφαιρεθῇ, καὶ νῦν ἐλευθέρως τε καὶ ἀπλανῶς ἕκαστος
τῶν τὴν αὐτὴν προαίρεσιν ἐσχηκότων τοῦ φυλάττειν
 τὴν τῶν Χριστιανῶν θρησκείαν ἄνευ τινὸς
ὀχλήσεως τοῦτο αὐτὸ παραφυλάττοι.

ἅτινα τῇ σῇ
ἐπιμελείᾳ πληρέστατα δηλῶσαι ἐδογματίσαμεν, ὅπως
εἰδείης ἡμᾶς ἐλευθέραν καὶ ἀπολελυμένην ἐξουσίαν
τοῦ τημελεῖν τὴν ἑαυτῶν θρησκείαν τοῖς αὐτοῖς Χριστιανοῖς,
 δεδωκέναι.

ὅπερ ἐπειδὴ ἀπολελυμένως αὐτοῖς
ὑφ’ ἡμῶν δεδωρῆσθαι, θεωρεῖ ἡ σὴ καθοσίωσις,
καὶ ἑτέροις δεδόσθαι ἐξουσίαν τοῖς βουλομένοις τοῦ
μετέρχεσθαι τὴν παρατήρησιν καὶ θρησκείαν ἑαυτῶν·
ὅπερ ἀκολούθως τῇ ἡσυχίᾳ τῶν ἡμετέρων καιρῶν γίνεσθαι
 φανερόν ἐστιν, ὅπως ἐξουσίαν ἕκαστος ἔχη τοῦ
αἱρεῖσθαι καὶ τημελεῖν ὁποῖον δ’ ἂν βούληται θεῖον.
τοῦτο δὲ ὑφ’ ἡμῶν γέγονεν, ὅπως μηδεμιᾷ τιμῇ μηδὲ
θρησκείᾳ τινὶ μεμειῶσθαί τι ὑφ’ ἡμῶν δοκοίη.

καὶ
τοῦτο δὲ πρὸς τοῖς λοιποῖς εἰς τὸ πρόσωπον τῶν
 Χριστιανῶν δογματίζομεν, ἔνα τοὺς τόπους αὐτῶν,
εἰς οὓς τὸ πρότερον συνέρχεσθαι ἔθος ἢν αὐτοῖς,
περὶ ὧν καὶ τοῖς πρότερον δοθεῖσι πρὸς τὴν σὴν

 
καθοσίωσιν γράμμασι τύπος ἕτερος ἦν ὡρισμένος τῷ
προτέρῳ χρόνῳ, ἔν’, εἴ τινες ἢ παρὰ τοῦ ταμείου
τοῦ ἡμετέρου, ἢ παρά τινος ἑτέρου φαίνοιντο ἠγορακότες
τούτους, τοῖς αὐτοῖς Χριστιανοῖς ἄνευ ἀργυρίου
καὶ ἄνευ τινὸς ἀπαιτήσεως τῆς τιμῆς ὑπερτεθείσης, 
δίχα πάσης ἀμελείας καὶ ἀμφιβολίας, ἀποκαταστήσωσι·
καὶ εἴ τινες κατὰ δῶρον τυγχάνουσιν
εἰληφότες τοὺς αὐτοὺς τόπους, ὅπως τοῖς αὐτοῖς
Χριστιανοῖς τὴν ταχίστην ἀποκαταστήσωσιν·

οὕτως
εἰ ἢ οἱ ἠγορακότες τοὺς αὐτοὺς τόπους, ἢ οἶ 
κατὰ δωρεὰν εἰληφότες αἰτῶσί τι παρὰ τῆς ἡμετέρας
καλοκἀγαθίας, προσέλθωσι τῷ ἐπὶ τόπων ἐπάρχῳ
δικάζοντι, ὅπως καὶ αὐτῶν διὰ τῆς ἡμετέρας χρηστότητος
πρόνοια γένηται. ἅτινα πάντα τῷ σώματι
τῷ τῶν Χριστιανῶν παρ’ αὐτὰ διὰ τῆς σῆς σπουδῆς 
ἄνευ τινὸς παρολκῆς παραδίδοσθαι δεήσει.

καὶ
ἐπειδὴ οἶ αὐτοὶ Χριστιανοὶ οὐ μόνον ἐκείνους, εἰς
οὓς συνέρχεσθαι ἔθος εἶχον, ἀλλὰ καὶ ἑτέρους τόπους
ἐσχηκέναι γινώσκονται, διαφέροντας οὐ πρὸς
ἕκαστον αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸς τὸ δίκαιον τοῦ αὐτῶν 
σώματος, τοῦτ’ ἔστι τῶν Χριστιανῶν, ταῦτα πάντα
ἐπὶ τῷ νόμῳ, ὃν προειρήκαμεν, δίχα παντελοῦς τινος
ἀμφισβητήσεως τοῖς αὐτοῖς Χριστιανοῖς, τοῦτ’ ἔστι
τῷ σώματι αὐτῶν καὶ τῇ συνόδῳ, ἑκάστῳ αὐτῶν
ἀποκαταστῆναι κελεύσεις, τοῦ προειρημένου λογισμοῦ 
δηλαδὴ φυλαχθέντος, ὅπως αὐτοὶ οἵτινες τοὺς αὐτοὺς
ἄνευ τιμῆς, καθὼς προειρήκαμεν, ἀποκαθιστῶσι,
τὸ ἀζήμιον τὸ ἑαυτῶν παρὰ τῆς ἡμετέρας καλοκἀγαθίας
ἐλπίζοιεν.

ἐν οἶς πᾶσι τῷ προειρημένῳ σώματι
τῶν Χριστιανῶν τὴν σπουδὴν δυνατώτατα 
παρασχεῖν ὀφείλεις, ὅπως τὸ ἡμέτερον κέλευσμα τὴν
ταχίστην παραπληρωθῇ, ὅπως καὶ ἐν τούτῳ διὰ τῆς

 
ἡμετέρας χρηστότητος πρόνοια γένηται τῆς κοινῆς
καὶ δημοσίας ἡσυχίας.

τούτῳ γὰρ τῷ λογισμῷ,
καθὼς καὶ προείρηται, ἡ θεία σπουδὴ περὶ ἡμᾶς,
ἧς ἐν πολλοῖς ἤδη πράγμασιν ἀπεπειράθημεν, διὰ
 παντὸς τοῦ χρόνου βεβαίως διαμενεῖ.

ἵνα δὲ
ταύτης τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας καὶ τῆς καλοκἀγαθίας
ὅρος πρὸς γνῶσιν πάντων ἐνεχθῆναι δυνηθῇ,
ταῦτα τὰ ὑφ’ ἡμῶν γραφέντα πανταχοῦ προθεῖναι
καὶ εἰς γνῶσιν πάντων ἀγαγεῖν ἀκόλουθόν ἐστιν,
 ὅπως ταύτης τῆς ἡμετέρας καλοκἀγαθίας ἡ νομοθεσία
μηδένα λαθεῖν δυνηθῇ.”

Ἀντίγραφον ἑτέρας βασιλικῆς διατάξεως, ἣν 
 αὖθις πεποίηνται, μόνῃ τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ τὴν 
 δωρεὰν δεδόσθαι ὑποσημηνάμενοι. 
 
 “Χαῖρε Ἀνυλῖνε, τιμιώτατε ἡμῖν. ἔστιν ὁ τρόπος
οὗτος τῆς φιλαγαθίας τῆς ἡμετέρας, ὥστε ἐκεῖνα
ἅπερ δικαίῳ ἀλλοτρίῳ προσήκει, μὴ μόνον μὴ
ἐνοχλεῖσθαι, ἀλλὰ καὶ ἀποκαθιστᾶν βούλεσθαι ἡμᾶς,
Ἀνυλῖνε τιμιώτατε.

ὅθεν βουλόμεθα ἵν’, ὁπόταν
 ταῦτα τὰ γράμματα κομίσῃ, εἴ τινα ἐκ τούτων τῶν
τῇ ἐκκλησίᾳ τῇ καθολικῇ τῶν Χριστιανῶν ἐν ἑκάσταις
πόλεσιν ἢ καὶ ἄλλοις τόποις διέφερον, καὶ
κατέχοιντο νῦν ἢ ὑπὸ πολιτῶν ἢ ὑπό τινων ἄλλων,
ταῦτα ἀποκατασταθῆναι παραχρῆμα ταῖς αὐτῶν ἐκκλησίαις
 ποιήσῃς, ἐπειδήπερ προῃρήμεθα, ταῦτα
ἅπερ αἶ αὐταὶ ἐκκλησίαι πρότερον ἐσχήκεσαν, τῷ
δικαίῳ αὐτῶν ἀποκατασταθῆναι.

ὁπότε τοίνυν
συνορᾷ ἡ καθοσίωσις ἡ σὴ, ταύτης ἡμῶν τῆς κελεύσεως
σαφέστατον εἶναι τὸ πρόσταγμα, σπούδασον,
 εἴτε κῆποι, εἴτε οἰκίαι, εἶθ’ ὁτιουνδήποτε τῷ δικαίῳ
τῶν αὐτῶν ἐκκλησιῶν διέφερον, σύμπαντα αὐταῖς

 
ἀποκατασταθῆναι ὡς τάχιστα, ὅπως τούτῳ ἡμῶν τῷ
προστάγματι ἐπιμελεστάτην σε πειθάρχησιν παρεσληκέναι
καταμάθοιμεν. ἔρρωσο, Ἀνυλῖνε, τιμιώτατε καὶ
ποθεινότατε ἡμῖν.”

Ἀντίγραφον βασιλικῆς ἐπιστολῆς δι᾿ ἧς σύνοδον 
 ἐπισκόπων ἐπὶ ῾Ρώμης κελεύει γενέσθαι ὑπὲρ τῆς 
 τῶν ἐκκλησιῶν ἑνώσεως τε καὶ ὁμονοίας. 
 
 
 “Κωνσταντῖνος Σεβαστὸς Μιλτιάδῃ ἐπισκόπῳ
῾Ρωμαίων καὶ Μάρκῳ. ἐπειδὴ τοιοῦτοι χάρται παρὰ
Ἀνυλίνου τοῦ λαμπροτάτου ἀνθυπάτου τῆς Ἀφρικῆς 
πρός με πλείους ἀπεστάλησαν, ἐν οἷς ἐμφέρεται,
Καικιλιανὸν τὸν ἐπίσκοπον τῆς Καρταγεννησίων πόλεως
παρά τινων κολλήγων αὐτοῦ τῶν κατὰ τὴν
Ἀφρικὴν καθεστώτων ἐν πολλοῖς πράγμασιν εὐθύνεσθαι,
καὶ τοῦτό μοι βαρὺ σφόδρα δοκεῖ, τὸ ἐν ταύταις 
ταῖς ἐπαρχίαις, ἃς τῇ ἐμῇ καθοσιώσει αὐθαίρετος
ἡ θεία πρόνοια ἐνεχείρισε, (κἀκεῖσε πολὺ πλῆθος
λαοῦ), ὄχλον ἐπὶ τὸ φαυλότερον ἐπιμένοντα εὑρίσκεσθαι
ὡσανεὶ διχοστατοῦντα, καὶ μεταξὺ ἐπισκόπους
διαφορὰς ἔχειν,

ἔδοξέ μοι, ἵν᾿ αὐτὸς ὁ Καικιλιανὸς 
μετὰ δέκα ἐπισκόπων, τῶν αὐτὸν εὐθύνειν δοκούντων,
καὶ δέκα ἑτέρων οὓς αὐτὸς τῇ ἑαυτοῦ δίκῃ
ἀναγκαίους ὑπολάβοι, εἰς τὴν ῾Ρώμην πλῷ ἀπιέναι
μὴ ἀναβάλοιτο, ἵν᾿ ἐκεῖσε ὑμῶν παρόντων, ἀλλὰ
μὴν καὶ ῾Ρετεκίου καὶ Ματέρνου καὶ Μαρίνου, τῶν 
κολλήγων ὑμῶν, οὓς τούτου ἕνεκεν εἰς τὴν ῾Ρώμην
προσέταξα ἐπισπεῦσαι, δυνηθῇ ἀκουσθῆναι, ὡς ἂν
καταμάθοιτε τῷ σεβασμιωτάτῳ νόμῳ ἁρμόττειν.

ἵνα μέντοι καὶ περὶ πάντων αὐτῶν τούτων πληρεστάτην
δυνηθῆτε ἔχειν γνῶσιν, τὰ ἀντίτυπα τῶν 
ἐγγράφων τῶν πρός με παρὰ Ἀνυλίνου ἀποσταλέν-

 
τῶν, γράμμασιν ἐμοῖς ὑποτάξας, πρὸς τοὺς προειρημένους
κολλήγας ὑμῶν ἐξέπεμψα , οἶς ἐντυχοῦσα
ἡ ὑμετέρα στερρότης δοκιμάσει , ὅντινα χρὴ τρόπον
τὴν προειρημένην δίκην ἐπιμελέστατα διευκρινῆσαι,
 καὶ κατὰ τὸ δίκαιον τερματίσαι, ὁπότε μηδὲ τὴν
ὑμετέραν ἐπιμέλειαν λανθάνει, τοσαύτην με αἰδῶ
τῇ ἐνθέσμῳ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ ἀπονέμειν, ὡς μηδὲν
καθόλου σχίσμα ἢ διχοστασίαν ἔν τινι τόπῳ βούλεσθαί
με ὑμᾶς καταλιπεῖν. ἡ θειότης ὑμᾶς τοὐ μεγάλου
 θεοῦ διαφυλάξοι πολλοῖς ἔτεσι, τιμιώτατε.

Ἀντίγραφον βασιλικῆς ἐπιστολῆς, δι’ ἧς προστάττει 
 δευτέραν γενέσθαι σύνοδον ὕπερ τοῦ πᾶσαν 
 τῶν ἐπισκόπων περιελεῖν διχοστασίαν. 
 
 
 “ Κωνσταντῖνος σεβαστὸς Χρήστῳ ἐπισκόπῳ Συρακουσίων.
 ἤδη μὲν πρότερον, ὅτε φαύλως καὶ ἐνδιαστρόφως
τινὲς περὶ θρησκείας τῆς ἁγίας καὶ ἐπουρανίου
δυνάμεως καὶ τῆς αἱρέσεως τῆς καθολικῆς
ἀποδιίστασθαι ἤρξαντο, ἐπιτέμνεσθαι βουληθεὶς τὰς
τοιαύτας αὐτῶν φιλονεικίας, οὕτω διετετυπώκειν
 ὥστε ἀποσταλέντων ἀπὸ τῆς Γαλλίας τινῶν ἐπισκόπων,
ἀλλὰ μὴν καὶ τούτων κληθέντων ἀπὸ τῆς
Ἀφρικῆς τῶν ἐξ ἐναντίας μοίρας καταλλήλως ἐνστατικῶς
καὶ ἐπιμόνως διαγωνιζομένων, παρόντος τε καὶ
τοῦ τῆς Ῥώμης ἐπισκόπου, τοῦτο, ὅπερ ἐδόκει κεκινῆσθαι,
 δυνηθῇ ὑπὸ τῆς παρουσίας αὐτῶν μετὰ
πάσης ἐπιμελοῦς διακρίσεως κατορθώσεως τυχεῖν.

ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὡς συμβαίνει, ἐπιλαθόμενοί τινες
καὶ τῆς σωτηρίας τῆς ἰδίας καὶ τοῦ σεβάσματος τοῦ
ὀφειλομένου τῇ ἁγιωτάτῃ αἱρέσει, ἔτι καὶ νῦν τὰς
 ἰδίας ἔχθρας παρατείνειν οὐ παύονται, μὴ βουλόμενοι
τῇ ἤδη ἐξενεχθείσῃ κρίσει συντίθεσθαι, καὶ

 
διοριζόμενοι, ὅτι δὴ ἄρα ὀλίγοι τινὲς τὰς γνώμας καὶ
τὰς ἀποφάσεις ἑαυτῶν ἐξήνεγκαν, ἢ καὶ μὴ πρότερον
ἁπάντων τῶν ὀφειλόντων ζητηθῆναι ἀκριβῶς ἐξετασθέντων
πρὸς τὸ τὴν κρίσιν ἐξενέγκαι πάνυ ταχέως
καὶ ὀξέως ἔσπευσαν, ἔκ τε τούτων ἁπάντων ἐκεῖνα 
συμβαίνει γενέσθαι, τὸ καὶ τούτους αὐτοὺς ἀδελφικὴν
καὶ ὁμόφρονα ὀφείλοντας ἔχειν ὁμοψυχίαν αἰσχρῶς,
μᾶλλον δὲ μυσερῶς ἀλλήλων ἀποδιεστάναι, καὶ τοῖς
ἀνθρώποις τοῖς ἀλλοτρίας ἔχουσι τὰς ψυχὰς ἀπὸ τῆς
ἁγιωτάτης θρησκείας ταύτης πρόφασιν χλεύης διδόναι, 
— ὅθεν προνοητέον μοι ἐγένετο, ὅπως τοῦτο,
ὅπερ ἐχρῆν μετὰ τὴν ἐξενεχθεῖσαν ἤδη κρίσιν αὐθαιρέτῳ
συγκαταθέσει πεπαῦσθαι, κἂν νῦν ποτὲ
δυνηθῇ πολλῶν παρόντων τέλους τυχεῖν.

ἐπειδὴ
τοίνυν πλείστους ἐκ διαφόρων καὶ ἀμυθήτων τόπων 
ἐπισκόπους εἰς τὴν Ἀρελατησίων πόλιν εἴσω Καλανδῶν
Αὐγούστων συνελθεῖν ἐκελεύσαμεν, καὶ σοὶ
γράψαι ἐνομίσαμεν, ἔνα λαβὼν παρὰ τοῦ λαμπροτάτου
Λατρωνιανοῦ τοῦ κορρήκτορος Σικελίας δημόσιον
ὄχημα, συζεύξας σεαυτῷ καὶ δύο γέ τινας τῶν ἐκ 
τοῦ δευτέρου θρόνου, οὑς ἂν σὺ αὐτὸς ἐπιλέξασθαι
κρίνῃς, ἀλλὰ μὴν καὶ τρεῖς παῖδας τοὺς δυνησομένους
ὑμῖν κατὰ τὴν ὁδὸν ὑπηρετήσασθαι παραλαβὼν,
εἴσω τῆς αὐτῆς ἡμέρας ἐπὶ τῷ προειρημένῳ τόπῳ
ἀπάντησον,

ὡς ἂν διά τε τῆς σῆς στερρότητος 
καὶ διὰ τῆς λοιπῆς τῶν συνιόντων ὁμοψύχου καὶ
ὁμόφρονος συνέσεως καὶ τοῦτο, ὅπερ ἄχρι τοῦ δεῦρο
φαύλως δι’ αἰσχράς τινας ζυγομαχίας παραμεμένηκεν,
ἀκουσθέντων πάντων τῶν μελλόντων λεχθήσεσθαι
παρὰ τῶν νῦν ἀπ’ ἀλλήλων διεστώτων, 
οὕσπερ ὁμοίως παρεῖναι ἐκελεύσαμεν, δυνηθῇ εἰς
τὴν ὀφειλομένην θρησκείαν καὶ πίστιν, ἀδελφικήν

 
τε ὁμόνοιαν κἄν βραδέως ἀνακληθῆναι. ὑγιαίνοντά
σε ὁθ θεὸς ὁ παντοκράτωρ διαφυλάξαι ἐπὶ πολλοῖς
ἔτεσιν.” 
 
 Ἀντίγραφον βασιλικῆς ἐπιστολῆς, δι’ ἧς χρήματα 
 ταπῖς ἐκκλησίαις δωρεῖται.

[Νic. H. E. VII, 42] “Κωνσταντῖνος Αὔηουστος
Καικιλιανῷ ἐπισκόπῳ Καρταηένης. ἐπειδήπερ
ἤρεσε, κατὰ πάσας ἐπαρχίας, τάς τε Ἀφρικὰς καὶ
τὰς Νουμιδίας καὶ τὰς Μαυριτανίας, ῥητοῖς τισι τῶν
 ὑπηρετῶν τῆς ἐνθέσμου καὶ τὰς ἁγιωτάτης καθολικῆς
θρησκείας εἰς ἀναλώματα ἐπιχορηγηθῆναί τι, ἔδωκα
γράμματα πρὸς Οὖρσον τὸν διασημότατον καθολικὸν
τῆς Ἀφρικῆς, καὶ ἐδήλωσα αὐτῷ, ὅπως τρισχιλίους
φόλλειςτῇ σῇ στερρότητι ἀπαριθμῆσαι φροντίςῃ.

σὺ τοίνυν, ἡνίκα τὴν προδηλουμένην ποσότητα
τῶν χρημάτων ὑποδεχθῆναι ποιήσεις, ἅπασι τοῖς 
προειρημένοις κατὰ τοὸ βρέουιον τὸ πρὸς σὲ παρὰ
Ὁσίου ἀποσταλὲν ταῦτα τὰ χρήματα διαδοθῆναι κέ–
λευσον.

εἰ δ’ ἄρα πρὸς τὸ συμπληρωθῆναί μου
 τὴν εἰς τοῦτο περὶ ἅπαντας αὐτοὺς προαίρεσιν ἐνδεῖν
τι καταμάθοις, παρὰ Ἡρακλείδα τοῦ ἐπιτρόπου
τῶν ἡμετέρων κτημάτων ἀναμφιλίκτως ὅπερ ἀναγκαῖον
εἶναι καταμάθοις αἰτῆσαι ὀφείλεις. καὶ γὰρ
παρόντι αὐτῷ προσέταξα, ἵν’ εἴ τι ἄν χρημάτων παρ
 αὐτοῦ ἡ σὴ στερρότης αἰτήςῃ, ἄνευ δισταγμοῦ τινὸς
ἀπαριθμῆσαι φροντίςῃ.

καὶ ἐπειδὴ ἐπυθόμην τινὰς
μὴ καθεστώσης διανοίας τυγχάνοντας ἀνθρώπους
τὸν λαὸν τῆς ἁγιωτάτης καὶ καθολικῆς ἐκκλησίας
φαύλῃ τινὶ ὑπονοθεύσει βούλεσθαι διαστρέφειν,
 γίνωσκέ με Ἀνυλίνῳ ἀνθυπάτῳ, ἀλλὰ μὴν καὶ Πατρικίῳ
τῲ οὐικαρίῳ τῶν ἐπάρχων παροῦσι ροιαύτας

 
ἐντολὰς δεδωκέναι, ἴν’ ἐν τοῖς λοιποῖς ἅπασι καὶ
τούτου μάλιστα τὴν προσήκουσαν φροντίδα ποιήσωνται,
καὶ μὴ ἀνάσχωνται περιορᾶν τοιοῦτο γινόμενον.

διόπερ εἴ τινας τοιούτους ἀνθρώπους ἐν αὐτῇ
τῇ μανίᾳ ἐπιμένειν κατίδοις, ἄνευ τινὸς ἀμφιβολίας 
τοῖς προειρημένοις δικασταῖς πρόσελθε, καὶ αὐτὸ
τοῦτο προσανένεγκε, ὅπως αὐτοὺς ἐκεῖνοι, καθάπερ
αὐτοῖς παροῦσιν ἐκέλευσα, ἐπιστρέψωσιν. ἡ θειότης
τοῦ μεγάλου θεοῦ σε διαφυλάξοι ἐπὶ πολλοῖς ἔτεσιν.”

[Nic. Η. E. VII, 42] Ἀντίγραφον βασιλικῆς 
ἐπιστολῆς, δι’ ἧς τοὺς προεστῶτας τῶν ἐκκλησιῶν
πάσης ἀπολελύσθαι τῆς περὶ τὰ πολιτικὰ
λειτουργίας προστάττει. 
 “Χαῖρε, Ἀνυλῖνε, τιμιώτατε ἡμῖν ἐπειδὴ ἐκ
πλειόνων πραγμάτων φαίνεται, παρεξουθενηθεῖσαν 
τὴν θρησκείαν, ἐν ᾗ ἡ κορυφαία τῆς ἁγιωτάτης
ἐπουρανίου αἰδὼς φυλάττεται, μεγάλους κινδύνους
ἐνηνοχέναι τοῖς δημοσίοις πράγμασιν, αὐτήν τε ταύτην
ἐνθέσμως ἀναληφθεῖσαν καὶ φυλαττομένην μέγίστην
εὐτυχίαν τῷ Ῥωμαϊκῷ ὀνόματι, καὶ σύμπασι 
τοῖς τῶν ἀνθρώπων πράγμασιν ἐξαίρετον εὐδαιμονίαν
παρεσχηκέναι, τῶν θείων εὐεργεσιῶν τοῦτο
παρεχουσῶν, ἔδοξεν ἐκείνους τοὺς ἄνδρας τοὺς τῇ
ὀφειλομένη ἁγιότητι καὶ τῇ τοῦ νόμου τούτου παρεδρίᾳ
τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἐξ ἑαυτῶν τῇ τῆς θείας 
θρησκείας θεραπείᾳ παρ’ ἔχοντ’ ἃς, τῶν καμάτων τῶν
ἰδίων τὰ ἔπαθλα κομίσασθαι, Ἀνυλῖνε τιμιώτατε.

διόπερ ἐκείνους τοὺς εἴσω τῆς ἐπαρχίας τῆς σοι
πεπιστευμένης ἐν τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ᾗ Καικιλιανὸς
ἐφέστηκε, τὴν ἐξ ἑαυτῶν ὑπηρεσίαν τῇ ἁγίᾳ 
ταύτῃ θρησκείᾳ παρέχοντας, οὕσπερ κληρικοὺς ἐπονομάξειν
εἰώθασιν, ἀπὸ πάντων ἁπαξαπλῶς τῶν

 
λειτουργιῶν βούλομαι ἀλειτουργήτους διαφυλαχθῆναι,
ὅπως μὴ διά τινος πλάνης ἢ ἐξολισθήσεως ἱεροσύλου
ἀπὸ τῆς θεραπείας τῆς τῇ θειότητι ὀφειλομένης
ἀφέλκωνται, ἀλλὰ μᾶλλον ἄνευ τινὸς ἐνοχλήσεως
 τῷ ἰδίῳ νόμῳ ἐξυπηρετῶνται, ὧνπερ μεγίστην περὶ
τὸ θεῖον λατρείαν ποιουμένων πλεῖστον ὅσον τοῖς
κοινοῖς πράγμασι συνοίσειν δοκεῖ. ἔρρωσο, Ἀνυλῖνε,
τιμιώτατε καὶ ποθεινότατε ἡμῖν.”

[Nic. H. E. VII, 44] Τοιαῦτα μὲν οὖν ἡμῖν
 ἡ θεία καὶ οὐράνιος τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιφανείας
ἐδωρεῖτο χάρις, τοσαύτη τε ἅπασιν ἀνθρώποις
ἀγαθῶν ἀφθονία διὰ τῆς ἡμετέρας ἐπρυτανεύετο
εἰρήνης. καὶ ὧδε μὲν τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐν εὐφροσύναις
καὶ πανηγύρεσιν ἐτελεῖτο.

οὐκ ἢν δὲ ἄρα τῷ μισοκάλῳ
 φθόνῳ, τῷ τε φιλοπονήρῳ δαίμονι φορητὸς
ἡ τῶν ὁρωμένων θέα, ὥσπερ οὑν οὐδὲ Λικιννίῳ πρὸς
σώφρονα λογισμὸν ἐτύγχανεν αὐτάρκη τὰ τοῖς πρόσθεν
δεδηλωμένοις τυράννοις συμβεβηκότα· ὃς εὖ
φερομένης τῆς ἀρχῆς αὐτῷ, βασιλέως τε μεγάλου
 Κωνσταντίνου δευτερείων τιμῆς, ἐπιγαμβρίας τε καὶ
συγγενείας τῆς ἀνωτάτω ἠξιωμένος, μιμήσεως μὲν
τῆς τῶν καλῶν ἀπελιμπάνετο, τῆς δὲ τῶν ἀσεβῶν
τυράννων μοχθηρίας ἐζήλου τὴν κακοτροπίαν, καὶ
ὧν τοῦ βίου τὴν καταστροφὴν ἐπεῖδεν αὐτοῖς ὀφθαλμοῖς,
 τούτων ἕπεσθαι τῇ γνώμη μᾶλλον ἢ τῇ τοῦ
κρείττονος ἐμμένειν φιλίᾳ τε καὶ διαθέσει ᾑρεῖτο.

διαφθονηθείς γέ τοι τῷ πανευεργέτῃ πόλεμον
δυσαγῆ καὶ δεινότατον πρὸς αὐτὸν ἐκφέρει, οὐ φύσεως
νόμων φεισάμενος, οὐχ ὁρκωμοσιῶν, οὐχ αἵματος,
 οὐ συνθηκῶν μνήμην ἐν διανοίᾳ λαβών.

ὁ
μὲν γὰρ αὐτῷ οἷα πανάγαθος βασιλεὺς, εὐνοίας
παρέχων ἀληθοῦς σύμβολα, συγγενείας τῆς πρὸς

 
αὐτὸν οὐκ ἐφθόνησε, γάμων τε λαμπρῶν ἀδελφῆς
μετουσίαν οὐκ ἀπηρνήσατο, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκ πατέρων
εὐγενείας, βασιλικοῦ τε ἀνέκαθεν αἵματος κοινωνὸν
γενέσθαι ἠξίωσε, τῆς τε κατὰ πάντων ἀπολαύειν
ἀρχῆς οἷα κηδεστῇ καὶ συμβασιλεῖ παρεῖχε 
τὴν ἐξουσίαν, οὐκ ἔλαττον μέρος τῶν ὑπὸ Ῥωμαίους
ἐθνῶν διέπειν αὐτῷ καὶ διοικεῖν κεχαρισμένος.

ὁ
δ’ ἔμπαλιν τούτοις τἀναντία διεπράττετο, παντοίας
ὁσημέραι κατὰ τοῦ κρείττονος μηχανὰς ἐπιτεχνώμενος,
πάντας τε ἐπινοῶν ἐπιβουλῆς τρόπους, ὡς ἂν 
κακοῖς τὸν εὐεργέτην ἀμείψοιτο. τὰ μὲν οὖν πρῶτα
πειρώμενος τὴν συσκευὴν ἐπικρύπτειν, φίλος εἶναι
προσεποιεῖτο, δόλῳ τε καὶ ἀπάτῃ πλειστάκις ἐπιθέμενος
ῥᾷστα ἂν τυχεῖν τοῦ προσδοκωμένου ἤλπισε.

τῷ δὲ ἄρα ὁ θεὸς ἦν φίλος, κηδεμών τε καὶ φύλαξ, 
ὃς αὐτῷ τὰς ἐν ἀπορρήτῳ καὶ σκότει μηχανωμένας
ἐπιβουλὰς εἰς φῶς ἄγων διήλεγχε. τοσοῦτον
ἀρετῆς τὸ μέγα τῆς θεοσεβείας ὅπλον πρὸς ἄμυναν
μὲν ἐχθρῶν, οἰκείας δὲ φυλακὴν σωτηρίας ἰσχύει
ᾧ δὴ πεφραγμένος ὁ θεοφιλέστατος ἡμῶν βασιλεὺς 
τὰς τοῦ δυσωνύμου πολυπλόκους ἐπιβουλὰς διεδίδρασκεν.

ὁ δὲ τὴν λαθραίαν συσκευὴν ὡς οὐδαμῶς
ἐώρα κατὰ γνώμην αὐτῷ χωροῦσαν, τοῦ θεοῦ
πάντα δόλον τε καὶ ῥᾳδιουργίαν τῷ θεοφιλεῖ βασιλεῖ
κατάφωρα ποιοῦντος, οὐκέθ’ οἷός τε ὢν ἐπικρύπτεσθαι 
προφανῆ πόλεμον αἴρεται.

ὁμόσε δῆτα
Κωνσταντίνῳ πολεμεῖν διαγνοὺς, ἤδη καὶ κατὰ τοῦ
θεοῦ τῶν ὅλων, ὂν ἠπίστατο σέβειν αὐτὸν, παρατάττεσθαι
ὡρμᾶτο, κἄπειτα τοὺς ὑπ’ αὐτῷ θεοσεβεῖς,
μηδὲν μηδ’ ὅλως πώποτε τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ λυπηρὸν 
διαθεμένους, ἠρέμα τέως καὶ ἡσυχῆ πολιορκεῖν ἐπεβάλλετο·
καὶ τοῦτ’ ἔπραττε, δεινῶς ἀβλεπτεῖν ὑπὸ

 
τῆς ἐμφύτου κακίας ἠναγκασμένος.

οὔτ’ οὖν τὴν
μνήμην τῶν πρὸ αὐτοῦ Χριστιανοὺς ἐκδιωξάντων
πρὸ ὀφθαλμῶν ἔθετο, οὐδ’ ὧν αὐτὸς ὀλετὴρ καὶ τιμωρὸς
δι’ ἃς μετῆλθον ἀσεβείας κατέστη. ἀλλὰ γὰρ
 τοῦ σώφρονος ἐκτραπεὶς λογισμοῦ, διαρρήδην δὲ
μανεὶς τὰς φρένας, τὸν θεὸν αὐτὸν, οἷα δὴ Κωνσταντίνου
βοηθὸν, ἀντὶ τοῦ βοηθουμένου πολεμεῖν
ἐγνώκει.

καὶ πρῶτα μὲν τῆς οἰκίας τῆς αὐτοῦ
πάντα Χριστιανὸν ἀπελαύνει, ἔρημον αὐτὸς αὑτὸν
 ὁ δείλαιος τῆς τούτων καθιστὰς ὑπὲρ αὐτοῦ πρὸς
τὸν θεὸν εὐχῆς, ἣν ὑπὲρ ἀπάντων αὐτοῖς ποιεῖσθαι
πάτριον μάθημα τυγχάνει· εἶτα δὲ τοὺς κατὰ πόλιν
στρατιώτας ἐκκρίνεσθαι καὶ ἀποβάλλεσθαι τοῦ τῆς
τιμῆς ἀξιώματος, εἰ μὴ τοῖς δαίμοσι θύειν αἱροῖντο,
 παρακελεύεται. καὶ ἔτι γε ταῦτα ἦν μικρὰ, τῇ τῶν
μειζόνων συγκρινόμενα παραθέσει.

τί δεῖ τούτων
τὰ καθέκαστα καὶ κατὰ μέρος τῷ θεομισεῖ πεπραγμένα
μνημονεύειν, ὅπως τε νόμους ἀνόμους ὁ
παρανομώτατος ἐξηῦρε; τούς γέ τοι ἐν ταῖς εἱρκταῖς
 ταλαιπωρουμένους ἐνομοθέτει μηδένα μεταδόσει τροφῆς
φιλανθρωπεύεσθαι, μηδ’ ἐλεεῖν τοὺς ἐν δεσμοῖς
λιμῷ διαφθειρομένους, μηδ’ ἁπλῶς ἀγαθὸν εἶναι
μηδένα, μηδ’ ἀγαθόν τι πράττειν τοὺς καὶ πρὸς αὐτῆς
τῆς φύσεως ἐπὶ τὸ συμπαθὲς τῶν πέλας ἑλκομένους.
 καὶ ἦν γε νόμων οὗτος ἄντικρυς ἀναιδὴς
καὶ ἀπηνέστατος, πᾶσαν ἥμερον ὑπερεξάγων φύσιν,
ἐφ’ ᾧ καὶ τιμωρία προσέκειτο, τοὺς ἐλεοῦντας τὰ ἴσα
πάσχειν τοῖς ἐλεουμένοις, δεσμοῖς τε καὶ φυλακαῖς
καθείργνυσθαι, τὴν ἴσην τοῖς καταπονουμένοις ὑπομένοντας
 τιμωρίαν, τοὺς τὰ φιλάνθρωπα διακονουμένους.

τοιαῦται αἶ Λικιννίου διατάξεις. τί χρὴ
τὰς περὶ γάμων καινοτομίας ἀπαριθμεῖσθαι, ἢ τοὺς

 
ἐπὶ τοῖς τὸν βίον μεταλλάττουσι νεωτερισμοὺς αὐτοῦ,
δι᾿ ὧν τοὺς παλαιοὺς ῾Ρωμαίων εὖ καὶ σοφῶς
κειμένους νόμους περιγράψαι τολμήσας, βαρβάρους
τινὰς καὶ ἀνημέρους ἀντεισῆγε νόμους, ἀνόμους ὡς
ἀληθῶς καὶ παρανόμους; ἐπισκήψεις τε μυρίας κατὰ 
τῶν ὑποχειρίων ἐθνῶν ἐπενόει, χρυσοῦ τε καὶ ἀργύρου
παντοίας εἰσπράξεις, ἀναμετρήσεις τε γῆς,
καὶ τῶν κατ᾿ ἀγροὺς μηκέτ᾿ ὄντων ἀνθρώπων, πρόπαλαι
δὲ κατοιχομένων, ἐπιζήμιον κέρδος.

οἵους
δ᾿ ἐφηῦρεν ἐπὶ τούτοις ὁ μισάνθρωπος κατὰ μηδὲν 
ἠδικηκότων ἐξορισμοὺς, οἵας εὐπατριδῶν καὶ ἀξιολόγων
ἀνδρῶν ἀπαγωγὰς, ὧν δὴ τὰς κουριδίας ἀποζευγνὺς
γαμετὰς μιαροῖς τισὶν οἰκέταις ἐφ᾿ ὕβρει
πράξεως αἰσχρᾶς παρεδίδου, ὅσαις δὲ αὐτὸς ὁ ἐσχατόγηρως
γυναιξὶν ὑπάνδροις, παρθένοις τε κόραις 
ἐμπαροινῶν, τὴν ἀκόλαστον τῆς αὐτοῦ ψυχῆς ἐπιθυμίαν
ἐπλήρου — τί χρὴ ταῦτα μηκύνειν, τῆς τῶν
ἐσχάτων αὐτοῦ πράξεων ὑπερβολῆς μικρὰ τὰ πρῶτα
καὶ τὸ μηδὲν εἶναι διελεγχούσης;

τὸ γοῦν τέλος
αὐτῷ τῆς μανίας ἐπὶ τοὺς ἐπισκόπους ἐχώρει. ἤδη 
τε τούτους, ὡσὰν τοῦ ἐπὶ πάντων θεοῦ θεράποντας,
ἐναντίους ὑπάρχειν οἷς ἔδρα ἡγούμενος, οὔπω μὲν
ἐκ τοῦ φανεροῦ διὰ τὸν ἀπὸ τοῦ κρείττονος φόβον,
λάθρα δὲ αὖθις καὶ δολίως συνεσκευάζετο, ἀνῄρει τε
τούτων δι᾿ ἐπιβουλῆς τῶν ἡγεμόνων τοὺς δοκιμωτάτους. 
καὶ ὁ τρόπος δὲ τοῦ κατ᾿ αὐτῶν φόνου ξένος
τις ἦν, καὶ οἷος οὐδεπώποτε ἠκούσθη.

τὰ
γοῦν ἀμφὶ τὴν Ἀμάσειαν καὶ τὰς λοιπὰς τοῦ Πόντου
πόλεις κατεργασθέντα πᾶσαν ὑπερβολὴν ὠμότητος
ὑπερηκόντισεν, ἔνθα τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ θεοῦ 
αἱ μὲν ἐξ ὕψους εἰς ἔδαφος αὖθις κατερρίπτοντο,
τὰς δὲ ἀπέκλειον, ὡς ἂν μὴ συνάγοιτό τις τῶν εἰω-

 
θότων, μηδὲ τῷ θεῷ τὰς ἐποφειλομένας ἀποδιδῷ
λατρείας.

συντελεῖσθαι γὰρ οὐχ ἡγεῖτο ὑπὲρ
αὐτοῦ τὰς εὐχὰς, συνειδότι φαύλῳ τοῦτο λογιξόμενος,
ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ θεοφιλοῦς βασιλέως πάντα πράττειν
 ἡμάς καὶ τὸν θεὸν ἱλεοῦσθαι πέπειστο· ἔνθεν
ὡρμᾶτο καθ’ ἡμῶν τὸν θυμὸν ἐπισκήπτειν.

καὶ
δῆτα τῶν ἡγεμόνων οἶ κόλακες, τὰ φίλα πράττειν
τῷ δυσαγεῖ πεπεισμένοι, τῶν ἐπισκόπων τοὺς μὲν
συνήθως ταῖς τῶν κακούργων ἀνδρῶν περιέβαλλον
 τιμωρίαις, ἀπήγοντό τε καὶ ἐκολάζοντο ἀπροφασίστως
τοῖς μιαιφόνοις ὁμοίως οἶ μηδὲν ἠδικηκότες· ἤδη δέ
τινες καινοτέραν ὑπέμενον τελευτὴν, ξίφει τὸ σῶμα
εἰς πολλὰ τμήματα κατακρεουργούμενοι, καὶ μετὰ
τὴν ἀπηνῆ ταύτην καὶ φρικτοτάτην θέαν τοῖς τῆς
 θαλάσσης βυθοῖς ἰχθύσι εἰς βορὰν ῥιπτούμενοι.

φυγαὶ δὴ αὖθις ἐπὶ τούτοις τῶν θεοσεβῶν ἐγίνοντο
ἀνδρῶν, καὶ πάλιν ἀγροὶ, καὶ πάλιν ἐρημίαι,
νάπαι τε καὶ ὄρη τοὺς Χριστοῦ θεράποντας ὑπεδέχοντο.
ἐπεὶ δὲ καὶ ταῦτα τοῦτον προυχώρει τῷ δυσσεβεῖ
 τὸν τρόπον, λοιπὸν καὶ τὸν κατὰ πάντων ἀνακινεῖν
διωγμὸν ἐπὶ διάνοιαν ἐβάλλετο.

ἐκράτει
τε γνώμης καὶ οὐδὲν ἐμποδὼν ἦν αὐτῷ μὴ οὐχὶ ἐν
ἔργῳ χωρεῖν, εἰ μὴ τάχιστα τὸ μέλλον ἔσεσθαι προλαβὼν
ὁ τῶν οἰκείων ψυχῶν ὑπέρμαχος θεὸς ὡς ἐν
 βαθεῖ σκότῳ καὶ νυκτὶ ζοφωδεστάτῃ φωστῆρα μέγαν
ἀθρόως καὶ σωτῆρα τοῖς πᾶσιν ἐξέλαμψε, τὸν αὐτοῦ
θεράποντα Κωνσταντῖνον ὑψηλῷ βραχίονι ἐπὶ τὰ
τῇδε χειραγωγήσας.

Νώ. H. E. VII, 45-46] Τούτῳ μὲν οὖν
 ἄνωθεν ἐξ οὐρανοῦ καρπὸν εὐσεβείας ἐπάξιον, τὰ
τρόπαια τῆς κατὰ τῶν ἀσεβῶν παρεῖχε νίκης, τὸν
δ’ ἀλιτήριον, αὐτοῖς συμβούλοις ἅπασι καὶ φίλοις,

 
ὑπὸ τοῖς Κωνσταντίνου ποσὶ πρηνῆ κατέβαλεν.

ὡς
γὰρ εἰς ἔσχατα μανίας τὰ κατ’ αὐτὸν ἤλαυνεν, οὐκέτ’
ἀνεκτὸν εἶναι λογισάμενος βασιλεὺς ὁ τῷ θεῷ
φίλος, τὸν σώφρονα συναγαγὼν λογισμὸν, καὶ τὸν
στερρὸν τοῦ δικαίου τρόπον φιλανθρωπίᾳ κερασάμενος, 
ἄσμενος ἐπαμῦναι κρίνει τοῖς ὑπὸ τῷ τυράννῳ
ταλαιπωρουμένοις, καὶ τό γε πλεῖστον ἀνθρώπων
γένος, βραχεῖς λυμεῶνας ἐκποδὼν ποιησάμενος,
ἀνασώσασθαι ὁρμᾶται.

μόνῃ γὰρ αὐτῷ χρωμένῳ
φιλανθρωπίᾳ τὸν πρὸ τούτου χρόνον, καὶ τὸν οὐ 
συμπαθείας ἄξιον ἐλεοῦντι, τῷ μὲν οὐδὲν ἐγίνετο
πλέον, τῆς κακίας οὐκ ἀπαλλαττομένῳ, αὔξοντι δὲ
μᾶλλον τὴν κατὰ τῶν ὑποχειρίων ἐθνῶν λύτταν, τοῖς
δὲ κακουμένοις οὔτις ἐλείπετο σωτηρίας ἐλπὶς, ὑπὸ
δεινῷ θηρίῳ καταπονουμένοις.

διὸ δὴ τῷ φιλαγάθῳ 
μίξας τὸ μισοπόνηρον ὁ τῶν ἀγαθῶν ἀρωγὸς,
πρόεισιν ἅμα παιδὶ Κρίσπῳ βασιλεῖ φιλανθρωποτάτῳ,
σωτήριον δεξιὰν ἅπασι τοῖς ἀπολλυμένοις ἐκτείνας·
εἶθ’ οἷα παμβασιλεῖ θεῷ, θεοῦ παιδὶ σωτῆρι ἁπάντων
ποδηγῷ καὶ συμμάχῳ χρώμενοι, πατὴρ ἅμα καὶ 
υἱὸς, ἄμφω κύκλῳ διελόντες τὴν κατὰ τῶν θεομισῶν
παράταξιν, ῥᾳδίαν τὴν νίκην ἀποφέρονται, τῶν κατὰ
τὴν συμβολὴν πάντων ἐξευμαρισθέντων αὐτοῖς ὑπὸ
τοῦ θεοῦ κατὰ γνώμην.

ἀθρόως δῆτα καὶ λόγου
θάττον οἱ μὲν χθὲς καὶ πρὸ ἡμέρας θανάτου πνέοντες 
καὶ ἀπειλῆς οὐκέτ’ ἦσαν, οὐδὲ μέχρις ὀνόματος
μνημονευόμενοι· γραφαί τε αὐτῶν καὶ τιμαὶ τὴν ἀξίαν
αἰσχύνην ἀπελάμβανον. καὶ ἃ τοῖς πάλαι δυσσεβέσι
τυράννοις ἐνεῖδεν αὐτοῖς ὀφθαλμοῖς Λικίννιος, ταῦτα
ὁμοίως καὶ αὐτὸς ἔπασχεν, ὅτι μηδ’ αὐτὸς ἐδέξατο ὢ
παιδείαν, μηδὲ ταῖς τῶν πέλας ἐσωφρονίσθη μάστιξι,
τὴν ὁμοίαν δ’ ἐκείνοις τῆς ἀσεβείας μετελθὼν ὁδὸν,

 
ἐπὶ τὸν ἴσον αὐτοῖς ἐνδίκως περιηνέχθη κρημνόν.

ἀλλ’ οὗτος μὲν ταύτῃ πη βεβλημένος ἔκειτο, ὁ δ’
ἀρετῇ πάσῃ θεοσεβείας ἐκπρέπων μέγιστος νικητὴς
Κψνσταντῖνος σὺν παιδὶ Κρίσπῳ βασιλεῖ θεοφιλεστάτῳ
 καὶ κατὰ πάντα τοῦ πατρὸς ὁμοίῳ τὴν
οἰκείαν ἑῴαν ἀπελάμβανον, καὶ μίαν ἡνωμένην τὴν
Ῥωμαίων κατὰ τὸ παλαιὸν παρεῖχον ἀρχὴν, τὴν ἀπ’
ἀνίσχοντος ἡλίου πᾶσαν ἐν κύκλῳ κατὰ θάτερα τῆς
οἰκουμένης, ἄρκτον τε ὁμοῦ καὶ μεσημβρίαν, εἰς
 ἔσχατα δυομένης ἡμέρας ὑπὸ τὴν αὐτῶν ἄγοντες εἰρήνην.

ἀφῄρητο δ’ οὖν ἐξ ἀνθρώπων πᾶν δέος
τῶν πρὶν αὐτοὺς πιεζόντων, λαμπρὰς δ’ ἐτέλουν καὶ
πανηγυρικὰς ἑορτῶν ἡμέρας· ἦν δὲ φωτὸς ἔμπλεα
πάντα, καὶ μειδιῶσι προσώποις, ὄμμασί τε φαιδροῖς
 οἱ πρὶν κατηφεῖς ἀλλήλους ἔβλεπον, χορεῖαι δ’ αὐτοῖς
καὶ ὕμνοι κατὰ πόλεις ὁμοῦ καὶ ἀγρούς· τὸν
παμβασιλέα θεὸν πρώτιστα πάντων, ὅτι δὴ τοῦτ’ ἐδιδάχθησαν,
κἄπειτα τὸν εὐσεβῆ βασιλέα παισὶν ἅμα
θεοφιλέσιν ἐγέραιρον.

κακῶν δ’ ἀμνηστία παλαιῶν
 ἦν, καὶ λήθη πάσης δυσσεβείας, παρόντων δ’ ἀγαθῶν
ἀπόλαυσις, καὶ προσέτι μελλόντων προσδοκίαι.
ἥπλωντο δ’ οὖν κατὰ πάντα τόπον τοῦ νικητοῦ βασιλέως
φιλανθρωπίας ἔμπλεοι διατάξεις, νόμοι τε μεγαλοδωρεᾶς
καὶ ἀληθοῦς εὐσεβείας γνωρίσματα περιέχοντες.

οὕτω δῆτα πάσης τυραννίδος ἐκκαθαρθείσης,
μόνοις ἐφυλάττετο τὰ τῆς προσηκούσης βασιλείας βέβαιά
τε καὶ ἀνεπίφθονα Κωνσταντίνῳ καὶ τοῖς αὐτοῦ
παισὶν, οἳ τῶν πρόσθεν πάντων ἀποσμήξαντες τὴν θεοστυγίαν
τοῦ βίου, τῶν ἐκ θεοῦ πρυτανευθέντων ἀγαθῶν
 αὐτοῖς ᾐσθημένοι, τὸ φιλάρετον καὶ θεοφιλὲς τότε
πρὸς τὸ θεῖον εὐσεβὲς καὶ εὐχάριστον δι’ ὧν εἰς προῦ-
πτον ἅπασιν ἀνθρώποις παρέσχον ὁρᾶν ἐπεδείξαντο.