Περὶ μὲν δὴ τούτων ἀρκέσει τὰ εἰρημένα. σκεπτέον δὲ ἑξῆς 
οὐ παρέργως, ἃ περὶ τῆς τῶν διαλέκτων συγχύσεως φιλοσοφεῖ· λέγει
γὰρ ὧδε· „ἦν ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καὶ φωνὴ μία π·ᾶσι. καὶ
ἐγένετο ἐν τῷ κινῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ ἀνατολῶν, εὗρον πεδίον ἐν τῇ γῇ
 Σεναὰρ καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ. καὶ εἷπεν ἄνθρωπος τῷ πλησίον· δεῦτε
πλινθεύσωμεν πλίνθους καὶ ὀπτήσωμεν αὐτὰς πυρί. καὶ ἐγένετο αὐτοῖς
ἡ πλίνθος εἰς λίθον, καὶ ἄσφαλτος ἦν αὐτοῖς 6 πηλός. καὶ εἶπον· δεῦτε
οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν καὶ πύργον, οὗ ἡ κεφαλὴ ἔσται ἕως τοῦ
οὐρανοῦ, καὶ ποιήσωμεν ἑαυτῶν ὄνομα πρὸ τοῦ διασπαρῆναι ἐπὶ πρόσωπον
 πάσης τῆς γῆς. καὶ κατέβη κύριος ἰδεῖν τὴν πόλιν καὶ τὸν
πύργον ὃν ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων. καὶ εἶπε κύριος· ἰδοὺ
γένος ἓν καὶ χεῖλος ἓν πάντων· καὶ τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καὶ νῦν οὐκ
ἐκλείψει ἐξ αὐτῶν πάντα ὅσα ἄν ἐπιθῶνται ποιεῖν· δεῦτε καὶ κατα-
βάντες συγχέωμεν ἐκεῖ αὐτῶν τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος
 τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον. καὶ διέσπειρεν αὐτοὺς κύριος ἐκεῖθεν ἐπὶ πρόσ-
ωπον πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐπαύσαντο οἰκοδομοῦντες τὴν πόλιν καὶ τὸν
πύργον. διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ σύγχυσις, ὅτι ἐκεῖ συνέχεε
κύριος τὰ χέῃ πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐκεῖθεν διέσπειρεν αὐτοὺς κύριος
 ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς“ (Gen. 11, 1—9).

οἱ μὲν δυσχεραίνοντες τῇ πατρίῳ πολιτείᾳ, ψόγον καὶ κατηγορίαν αἰεὶ τῶν νόμων
μελετῶντες, τούτοις καὶ τοῖς παραπλησίοις ὡς ἄν ἐπιβάθραις τῆς ἀθεόπερὶ
 

 
περὶ τῶν διατεταγμένων ὡς τοὺς ἀληθείας κανόνας αὐτῆς περιεχόντων;

ἰδοὺ γὰρ αἱ ἱεραὶ λεγόμεναι βίβλοι παρ’ ὑμῖν καὶ μύθους περιέχουσιν,
ἐφ’ οἷς εἰώθατε γελᾶν, ὅταν ἄλλων διεξιόντων ἀκούητε. καίτοι τί δεῖ
τοὺς πολλαχόθι τῆς νομοθεσίας ἐσπαρμένους ἀναλέγεσθαι ὥσπερ σχολὴν 
ἄγοντας καὶ ἐνευκαιροῦντας διαβολαῖς, ἀλλ’ οὐ μόνον τῶν ἐν χερσὶ καὶ
 παρὰ πόδας ὑπομιμνῄσκειν;

εἷς μὲν οὖν ἐστι 6 ἐοικὼς τῷ συντεθέντι
ἐπὶ τῶν Ἀλωειδῶν, οὓς 6 μέγιστος καὶ δοκιμώτατος τῶν ποιητῶν
Ὁμηρος διανοηθῆναί φησι τρία τὰ περιμήκιστα τῶν ὁρῶν ἐπιφορῆσαι
καὶ ἐπιχῶσαι ἐλπίσαντας τὴν εἰς οὐρανὸν ὀδὸν τοῖς ἀνέρχεσθαι βουλομένοις 
μένοις εὐμαρῆ διὰ τούτων ἔσεσθαι πρὸς αἰθέριον ὕψος ἀρθέντων· ἔστι
δὲ τὰ περὶ τούτων ἔπη τοιαῦτα·
 
 Ὄσσαν ἐπ’ Οὐλύμπῳ μέμασαν θέμεν, αὐτὰρ ἐπ’ Ὄσσῃ 
 Πήλιον εἰνοσίφυλλον, ἵν’ οὐρανὸς ἀμβατὸς εἴη, 
 
 Ὄλυμπος δὲ καὶ Ὄσσα καὶ Πήλιον ὀρῶν ὀνόματα.

πύργον δὲ 6 νομοθέτης 
ἀντὶ τούτων εἰσάγει πρὸς τῶν τότε ἀνθρώπων κατασκευαζόμενον
θελησάντων ὑπ’ ἀνοίας ἅμα καὶ μεγαλαυχίας οὐρανοῦ ψαῦσαι. πῶς γὰρ
οὐ φρενοβλάβεια δεινή; καὶ γὰρ εἰ τὰ τῆς συμπάσης μέρη γῆς ἐποικοδο-
μηθείη προκαταβληθέντι βραχεῖ θεμελίῳ καὶ ἀνεγερθείη τρόπον κίονος
ἑνός, μυρίοις τῆς αἰθερίου σφαίρας ἀπολειφθήσεται διαστήμασι, καὶ 
μάλιστα κατὰ τοὺς ζητητικοὺς τῶν φιλοσόφων, οἳ τοῦ παντὸς κέντρον
 
 

 
εἶναι ψτἡ γῆν ἀνωμολόγησαν. ἕτερος δέ τις συγγενὴς τούτῳ περὶ fi
τῆς τῶν ζῴων ὁμοφωνίας πρὸς μυθοπλαστῶν ἀναγράφεται·

λέγεται γάρ, ὡς ἄρα πάνθ’ ὅσα ζῷα χερσαῖα καὶ εννυδρα καὶ τͅτηνὰ τὸ παλαιὸν ὁμό-
φωνα ἣν, καὶ ὅνπερ τρόπον ἀνθρώπων ‘Eλληνες μὲν aEλλησι, βαρβάροις
 ἰὲ βάρβαροι νῦν 01 ὁμόγλωποι διαλέγονται, τοῦτον τὸν τρόπον καὶ πάντα
πᾶα περὶ ὧν ἢ δρᾶν ἢ πάσχειν τι συνέβαινεν ὡμει, ὡς καὶ ἐπὶ ταῖς
κακοπργίαις συνάχθεσθαι κἄν, εἴ πού τι λυσιτελὲς ἀπαντῴη, συνευφρί-
νεσθαι.

τάς τε γὰρ ἡδονὰς καὶ ἀηδίας ἀλλήλοις ἀναφέροντα διὰ τοῦ ὁμοφώνου συνήδετο καὶ συναηδίζειο, κἀκ τούτου τὸ ὁμοιότροπον καὶ
 ὁμοιοπαθὲς εὑρίσκετο, μέλλιπερ κορεσθέντα τῆς τῶν παρόντων ἀγαθῶν
ἀφθονίας, πολλάκις γίνεσθαι φιλεῖ, πρὸς τὸν τῶν ἀνεφίκτων ἔρωτα
ἐξώκειλε καὶ περὶ ἀθανασίας ἐπρεσβεύετο γήρως ενλλυσιν καὶ τὴν εἰς αἰεὶ
νεότητος ἀκμὴν αἰτούμενα, φάσκοντα καὶ ἰῶν παρ’ αὐτοῖς ἓν ἡὸη ζῴων
τὸ ἑρπετόν, ονφιν, τετυχηκέναι ταύτης τῆς δωρεἄς·iyἀποδυόμενον γὰρ τὸ
 γῆρας πάλιν ἐξ ὑπαρχῆς ἀνηβᾶν· ἄτοπον δ’ εἶναι ἢ τὰ κρείττω τοῦ
χείρονος ἢ ἑνὸς τὰ πάντα λειφθῆναι.

δίκην μέντοι τοῦ τολμήματος ενδωκε τὴν προσήκουσαν· ἑτερόγλωττα γὰρ εὐθὺς ἐγένετο, ὡς ἐξ ἐκείνου
μηκέτ’ M̓ήλων ἐπακοῦσαι δυνηθῆναι χάριν τῆς ἐν τα-tς διαλέκτοις, εἰς
ἃς f, μία καὶ κοινὴ πάντων ἐτμήθη, διαφορᾶς.

6 δ’ ἐγγυιέρω τἀληθοῦς προσάγων τὸν λόγον ἰὰ αγογα τῶν λογικῶν διέζευξεν, ὡς ἀν-
θρώποις μόνοις μαρτυρῆσαι τὸ ὁμόφωνον. ἔστι ὸέ, ὥς γέ)·φασι, καὶ
τοῦτο μυθῶδες. καὶ μὴν τήν γε φωνῆς εἰς μυρίας διαλέκτων ἰδέας
τομήν, ἣν κλλεῖ γλώττης σύγχυσιν, ἐπὶ θεραπεία λέγουσιν ἁuι αρ-ηαά-ων
συμβῆναι, ὡς μηκέτ’ ἀλλήλων ἀκροώμενοι κοινὴ συναὸικῶσιν, ἀλλὰ
 τρόπον τινὰ [ἄλλοι] ἀλλήλοις κεωφωμένοι * * * κατὰ συμπράξεις ἐγχει-
ρῶσι τοῖς αὐτοῖς.

τὸ δὲ οὐκ ἐπ’ ὠφελεία̣ φαίνεται συμβῆναι· καὶ γὰρ αὖθις οὐδὲν ἧττον κατὰ ἔθνη διῳκισμένων καὶ μὴ μιᾷ διαλέκιῳ χρω-
μένων Y^i καὶ θάλαπα πολλάκις ἀμυθήτων κακῶν ἐπληρώθη. οὐ γὰρ
αἱ φωναί, ἀλλὰ αἱ ὁμότροποι τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ ἁμαρτάνειν ζηλώσεις
 

 
 τοῦ συναδικεῖν αἴτιαι·

καὶ γὰρ οἱ ἐκτετμημένοι γλῶπαν νεύμασι καὶ
βλέμμασι καὶ ταῖς ἄλλαις τοῦ σώματος σχέσεσι καὶ κινήσεσιν οὐχ ἧττον
τῆς διὰ λόγων προφορᾶς ἃ ἄν θελήσωσιν ὑποσηuι αἰνοῦσι· χωρὶς τοῦ καὶ
ἔθνος ἓν πολλάκις οὐχ ὁμόφωνον μόνον ἀλλὰ καὶ ὁμόνομον καὶ ὁμοδίαι-
ὁμοδίαιτον τοσοῦτον ἐπιβῆναι κακίας, ωσστε τοῖς ἀνθρώπων ἁπάνιων ἁμαρτή- 
 μασιν ἰσοστάσια δύνασθι πλημμελεῖν·

ἀπειρίᾳ τε διλλέκτων μυρίοι πρὸς
τῶν ἐπιτιθεμένων οὐ προιδόμενοι τὸ μέλλον προκατελήφθησαν, ὡς ἔμ
πάλιν ἐπιστήμῃ τοὺς ἐπικρεμασθέντας ἴσχυσαν φόβους τε καὶ κινδύνους
ἀπώσασθαι· ὥστε λυσιτελὲς μᾶλλον ἡ βλαβερὸν εἶναι τὴν ἐν διαλέκτοις
κοινωνίαν, ἐπεὶ καὶ μέχρι νῦν οἱ καθ’ ἑκάστην χώραν, καὶ μάλιστα τῶν 
αὐτοχθόνων, δι’ οὐδὲν οὕτως ὡς διὰ τὸ ὁμόγλωσσον ἀπαθεῖς κακῶν
 διατελοῦσι.

κἄν εἰ μέντοι τις ἀνὴρ πλείους ἀναμάθοι διαλέκτους, εὐδό-
κιμος εὐθὺς παρὰ τοῖς ἐπισταμένοις ἐστὶν ὡς ἤδη φίλιος ὤν, οὐ βραχὺ
γνώρισμα κοινωνίας ἐπιφ-·ρόuι ενο τὴν ἐν τοῖς ὀνόμασι συνήθειαν, ἀφ’ 
ἧς τὸ ἀδεὲς εἰς τὸ μηδὲν ἀνήκεστον παθεῖν ἔοικε πεπορίσθαι. τί οὖν 
ὡς κακῶν αἴτιον τὸ ὁμόγλωττον ἐξ ἀνθρώπων ἠφάνιζε, δέον ὡς ὠφελι-

μώτατον ἱδρῦσθαι; τοὺς δὴ ταῦτα συντιθέντας καὶ κακοτεχνοῦντας
ἰὸίᾳ μὲν διελέγξουσιν οἱ τὰς προχεῴους ἀποδόσεις τῶν ἀεὶ ζητουμένων
ἐκ τῆς φανερᾶς τῶν νόμων γραφὴς ἀφιλονείκως 〈ταuι ιευόuι ἕνοι〉, οὐκ ἀντι-
σοφιζόμενοί ποθεν, ἀλλ’ ἑπόμενοι τῷ τῆς ἀκολουθίας εἱρμῷ προσπταίειν 
οὐκ ἐῶντι, ἀλλὰ κἄν, εἴ τινα ἐμͅl ποδῶν εἴη, ῥᾳδίως ἀναστέλλοντι, ὅπως
 αἱ τῶν λόγων διέξοδοι γίνωνται ἄπταιστοι.

φαμὲν τοίνυν ἐκ τοῦ „τὴν
γῆν εἶναι πᾶσαν χεῖλος ἓν καὶ φωνὴν μίαν„ κακῶν ἀμυθήτων καὶ μεγάλων
συμφωνίαν δηλοῦσθαι, ὅσα τε πόλεις πόλεσι καὶ ἔθνεσιν ενθνη καὶ χώραις
χῶραι ἀντεπιφέρουσι, καὶ ὅσα μὴ μόνον εἰς ἑαυτοὺς ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ θεῖον 
ἀσεβοῦσιν ἄνθρωποι· καίτοι ταῦτα πληθῶν ἐστιν ἀδικήματα. σκεπτόμεθα
δ’ ἡμεΤς καὶ ἐφ’ ἑνὸς ἀνδρὸς τὸ ἀδιεξήγητον τῶν κακῶν πλῆθος, καὶ μάλισθ’

ὅταν τὴν ἀνάρμοστον καὶ ἐκμελῆ καὶ ἄμουσον ἴσχῃ συμφωνίαν. τὰ μὲν
δὴ τυχηρὰ τίς οὐκ οἶδεν, ὅταν πενία καὶ ἀδοξία σώματος νόσοις ἢ πηρώσεσι
σονενεχθῶσι, καὶ πάλιν ταῦτα ψυχῆς ἀρρωστήμασιν ἔκφρονος ὑπὸ μελαγ- 
 

 
χολίας ἢ μακροῦ γήρως ἢν τινος βαρείας ἄλλης κακοδαιμονίας γεγενη·

μένῃς ἀνακραθῶσι; καὶ γὰρ ἓν μόνον τῶν εἰρημένων βιαίως ἀντιστα- τῆσαν ἱκανὸν ἀνατρέψαι καὶ καταβαλεῖν καὶ τἂν λίαν ὑπέρογκόν ἐστιν ·
ὅταν δὲ ἀθρόα ὥσπερ προστάξει μιᾷ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἑνὶ πάντα
 σωρηδὸν ἐπιMιται τὰ σώματος, τὰ ψυχῆς, τὰ ἐκτός, τίνα οὐχ ὑπερ-
βάλλει σχετλιότητα; πεσόντων γὰρ δορυφόρων ἀνάγκη καὶ τὸ δορυφορού-
δορυφορούμενον πίπτειν.

δορυφόροι μὲν οὖν σώματος πλοῦτος, εὐδοξία, τιμαί, ὀρθοῦντες αὐτὸ καὶ εἰς ὕψος αἴροντες καὶ γαῦρον ἀποδc-ικ̀νύντες, ὡς
τἀναντία, ἀτιμία, ἀδοξία, πενία, πολεμίων τρόπον καταράττουσι.

πάλιν τε δορυφόροι ψυχῆς ἀκοαὶ καὶ ὄψεις ὄσφρησίς τε καὶ γεῦσις καὶ ξύμπαν
τὸ αἰσθήσεως στῖφος, ἔτι μέντοι ὑγίεια καὶ ἰσχὺς δύναμίς τε καὶ ῥώμη·
τούτοις γὰρ ὥσπερ ἑστῶσι καὶ κραταιῶς -ὀρηρεισμένοι εὐερκέσιν οἴκοις
ὁ νοῦς ἐμπεριπατῶν καὶ 〈ἐν〉διαιτώul ἕνος ἀγάλλεται πρὸς μηδενὸς ταῖς
ἰδίαις ὁρμαῖς χρῆσθαι κωλυόμενος, ἀλλ’ εὐμαρεῖς καὶ λεωφόρους ἀνα-
 πεπταμένας ἔχων τὰς διὰ πάντων ὁδούς.

τὰ δὲ τοῖς δορυ?̔όροις τού- τοῖς ἐχθρὰ ἀντικάθηται, πήρωσις αἰσθητηρίων καὶ νόσος, ὡς ἔφην, οἷς
ἡ διάνοια συγκατα ργͅuι νισθῆναι πολλάκις ἐμέλλησε. καὶ τὰ μὲν τυχηρὰ
ταῦτα ἀργαλέα σφόδρα καὶ σχέτλια ἐξ ἑαυτῶν, πρὸς δὲ τὴν (xuiv) ἐκ
προνοίας σύγκρισιν κουφότερα πολλῷ.

τίς οὖν ἡ τῶν ἑκουσίων κακῶν συμφωνία, π́λιν ἐν μέρει σκοπῶμεν· τριμεροῦς ἡμῶν τῆς ψυχῆς
ὑπαρχούσης τὸ μὲν νοῦς καὶ λόγος, τὸ δὲ θυμός, τὸ δὲ ἐπιθυμία κεκλη-
ρῶσθαι λέγεται. κηραίνει δὲ καθ’ αὑτό τε ἕκασιον ἰδίᾳ καὶ πρὸς ἄλληλα
πάντα κοινῇ, ἐπειδὰν 6 μὲν νοῦς ὅσα ἀφροσύναι καὶ δειλίαι ἀκολασίαι
τε καὶ ἀδικίαι σπείρουσι θερίσῃ, 6 δὲ θυμὸς τὰς ἐκμανεῖς καὶ παρα-
 φόρους λύττας καὶ ὅσ ἄλλα ὠδίνει κακὰ τέκῃ, ἡ δὲ ἐπιθυμία τοὺς ὑπὸ
νηπιότητος ἀεὶ κούφους ἔρωτας καὶ τοῖς ἐπιτυχοῦσι σώμασί τε καὶ
πράγμασι τͅο̣οσιπταμένους ἐπιπέμψῃ πανταχόσε ·

τότε γὰρ ωασπερ ἐν σκάφει 

 
ναυτῶν, ἐπιβατῶν, κυβερνητῶν κατά τινα φρενοβλάβειαν ἐπ’ ἀπωλείᾳ
τούτου συμφρονησάντων καὶ οἱ ἐπιβουλεύσαν-ες αὐτῇ νηὶ οὐχ ἥκιστα
συναπώλοντο. βαρύτατον γὰρ κακῶν καὶ σχεδὸν ἀνίατον μόνον ἡ πάν-
πάντων τῶν ψυχῆς μερῶν πρὸς τὸ ἁμαρτάνειν συνεργία, μηδενὸς οἷα ἐν
πανδήμῳ συμφορᾷ δυνηθέντος ὑγιαίνειν, ἵνα τοὺ: πάσχοντας ἰᾶται, ἀλλὰ 
καὶ τῶν ἰατρῶν ἅμα τοῖς ἰδιώταις καμνόντων, οὃς ἡ λοιμώδης νόσος
 ἐφ’ ὁμολογουμένῃ συμφορᾷ πιέσασα κατέχει.

τοῦ παθήματος τούτοο
〈σύμβολον〉 6 μέγας ἀναγραφεὶς παρὰ τῷ νομοθέτῃ κατακλυσμός ἐστι,
τῶν τε ἀπ οὐρανοῦ καταρρακτῶν τοὺς κακίας αὐτῆς λάβρῳ φορᾷ χει-
μάρρους ἐπομβρούντων καὶ τῶν ἀπὸ γῆς, λέγω δὲ τοῦ σώματος, πηγῶν 
ἀναχεουσῶν τὰ πάθους ἑκάστου ῥεύματα πολλὰ ὄντα καὶ μεγάλα, ἅπερ
εἰς ταὐτὸν τοῖς προτέροις συνιόντα καὶ ἀναμιγνύμενα κυκᾶταί τε καὶ τὸ
 δεδεγμ́νον ἅπαν τῆς ψυχῆς στροβεῖ χωρίον δίναις ἐπαλλήλοις.

„ἰδὐν„
γάρ φησι „κύριος 6 θεός, ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι τῶν ἀνθρώπων
ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ πᾶς τις διανοεΤ-ται ἐν τῇ καρδίᾳ ἐπιμελῶς τὰ πονηρὰ 
πάσας τὰς ἡμέρας„ ενγνω τὸν ἄνθρωπον, λέγω δὲ τὸν νοῦν, μετὰ τῶν
περὶ ὐτὸν ἑρπετῶν τε κὶ πτηνῶν καὶ τῆς λλ̓λης ἀλόγου τῶν ἀτιθάσων
θηρίων πληθύος ἐφ’ οἷς ἀνίατα ἠδικήκει τίσασθαι (Gen. 6, 5τη)
 ἡ δὲ τιμωρία καταλλυσμός.

ἦν γὰρ ἔφεσις ἁμαρτημάτων καὶ πολλὴ
τοῦ ἀδικεῖν μηδενὸς κωλύοντος φορά, ἀλλὰ προσαναρρηγνυμένων ἀδεῶς 
ἀπάντων εἰς χορηγίας ἀφθόνους τοῖς πρὸς τὰς ἀπολαύσεις ἑτοιμοτάτοις,
καὶ μήποτ’ εἰκότως· οὐ γὰρ ἕν τι μέρος διέφθαρτο τῆς ψυχῆς, ἴνα τοῖς
αγλοις ὑγιαίνουσι σῴζεσθαι δύναιτο, ἀλλ’ οὐδὲν ἄνοσον οὐδὲ ἀδιάφθαρτον
αὐτῆς κατελείπετο· ἰδὼν γὰρ ὅτι πᾶς τις, φησί, διανοεῖται [πᾶς] 
λογισμός, οὐχὶ μόνος εἷς, τὴν ἁρμόττουσαν 6 ἀδέκαστος δικαστὴς ἐτή-

γαγε τιμωρίαν. οὗτοί εἰσιν οἱ ἐπὶ τῆς ἁλμυράς φάραγγος ὁμιχ-
μίαν πρὸς ἀλλήλους θέμενοι. κογͅον γὰρ καὶ τραχὺ καὶ φαραγγῶδες
τὸ κακιῶν (xai) παθῶν χωρίον, ἁλμυρὸν τῷ ὄντι καὶ πικρὰς φέρον
 

 
ὠδῖνας, ὧν ὁ σοφὸς Ἀβρὰμ 10 ἐνώμοτον καὶ εννσπονδον οὔθ’ ὅρκων
οὔτε σπονδῶν ἐπάξιον εἰδὼς καθαιρεῖ- λέγεται γὰρ ὅτι „πάντες οὗτοι
συνεφώνησαν ἐπὶ τὴν φάραγγα τὴν ἁλυκήν· αὕτη ἡ θάλασσα τῶν ἁλῶν„
(Gen. 14, 3).

ἢ οὐχ ὁρᾷς τοὺς ἐστειρωμένους σοφίαν καὶ τυφλοὺς διά- νοιαν, ἣν ὀξυδερκεῖν εἰκὸς ἦν, Σοδομίτας κατὰ γλῶτταν, ἀπὸ νεανίσκου
ἕως πρεσβυτέρου πάνθ’ ὁμοῦ τὸν λεὼν ἐν κύκλῳ τὴν οἰκίαν τῆς ψυχῆς
περιθέοντας, ἵνα τοὺς ξενωθέντας ἱεροὺς καὶ ὁσίους λόγους αὐτῇ, φρουροὺς
καὶ φύλοκας ὄντας, αἰαύνωσι καὶ διαφθείρωσι, καὶ μηδένα τὸ παράπαν
μήπ τοῖς ἀδικοῦσιν ἐναντιοῦσθαι μήτε τοῦ τι ποιεῖν ἄδικον ἀποδιδράσκειν
 ἐγνωκότα;

οὐ γὰρ οἱ μέν, οἱ δ’ οὔ, „πᾶς δ᾿", ὥς φησιν, „6 λαὸς περιε- κυκλῶσαν ἅμα τητr̀ν οἰκίαν, νέοι τε καὶ πρεσβῦται„ (Gen. 19, 4) κατὰ
τῶν θείων καὶ ἱερῶν λόγων συνοuοσάuι ἕνοι, οὓς καλεῖν ἔθος ἀγγέλους.

ἀλλ’ γε θεοπρόπος Μωυσῆς θράσει πολλῷ ῥέοντας αὐτοὺς ὑπαν- τιάσας ἐφέξει, κἄν τὸν θρασύτατον καὶ δεινότατον εἰπεῖν ἐν ἑαυτοῖς βασι-
 Λέα λόγον προστησάμενοι μιᾷ ῥύμῃ κατατρέχωσι, συναύξοντες τὰ οἰκεῖα
καὶ ποταμοῦ τρόπον πλημμύοͅοντες· „ἰδοὺ„ γάρ φησιν „6 τῆς Αἰγύπτου
βασιλεὺς ἐπὶ τὸ ὕδωρ ἀφικνεῖται. σὺ δὲ στήσῃ συναντῶν αὐτῷ ἐπὶ τὸ
χέλλος τοῦ ποταμοῦ„ (Exod. 7, 15).

οὐκοῦν 6 μὲν φαῦλος ἔξεισιν ἐπὶ τὴν τῶν ἀδικημάτων καὶ παθῶν ἀθρόων φοράν, ἅπερ ὕδατι ἀπεικ̀αζεται·
 ὁ δὲ σοφὸς πρῶτον μὲν κτᾶται γέρας παρὰ τοῦ ἑστῶτος ἀεὶ θεοῦ
συγγενὲς αὐτοῦ τῇ ἀκλινεῖ καὶ ἀρρεπεῖ πρὸς πάντα δυνάμει λαβών-
εἴρηται γὰρ „σὺ δὲ αὐτοδ στῆθι μετ’ ἐμοῦ„

(Deut. 5, 31), ἵνα ἐνδοιασμὸν καὶ ἐπαμῳο-σ͂ρισμόν, ἀβεβαίου ψυχῆς διαθέσεις, ἀποδυσάμενος τὴν ὀχυρω-
τάτην-καὶ βεβαιοτάτην διάθεσιν, πίστιν, ἐνδύσηται. ἔπειτα δὲ ἑσιώς, τὸ
 παραδοξότατον, ὑπαντᾷ- „στήσῃ„ γάρ 〈?̔ησιν〉 „ὑπαντιάζων„· καίτοι τὸ
μὲν ὑπαντᾶν ἐν κινήσει, κατὰ δ’ ἠρεμίαν τὸ ἵστασθαι θεωρεῖται.

λέγει δὲ οὐ τὰ μαχόμενα, τὰ 61 τῇ φύσει μάλιστα ἀκολουθοῦντα· ὅτῳ γὰρ ἠρε-
μεῖν πέφυκεν ἡ γνώμη καὶ ἀρρεπῶς ἱδρῦσ9αι, συμβαίνει πᾶσιν ἀνθ-
ίστασθαι τοῖς σλλ́ῳ καὶ κλύδωνι χαίρουσι καὶ τὸν γαληνιάσαι δυνάμενον

χειροποιήτῳ χειμῶνι κυμίνουσιν. εὖ μέντοι γε ενχει παρὰ τὸ 
χεῖλος τοῦ ποταμοῦ τὴν ἐναντίωσιν συνίστασθαι· χεγͅη δὲ στόματος μέν
ἐστι πέρατα, φραγμὸς δέ τις γλώπης, δι’ ὧν φέρεται τὸ τοῦ λόγου
 ῥεῦμα, ὅταν ανρξηται κατέρχεσθαι.

λόγῳ δὲ καὶ οἱ μισάρετοι καὶ φιλο-
παθεῖς συμμάχῳ χρῶνται πρὸς τὴν τῶν ἀδοκίμων δογμάτων εἰσήγησιν 
καὶ πάλιν οἱ σπουδαῖοι πρός τε τὴν τούτων ἀναίρεσιν καὶ πρὸς τὸ τῶν
 ἀμεινόνων κὶ ἀψευδῶς ἀγαθῶνι κράιος ἀνανταγώνιστον.

ὅταν μέντοι
πάντα κάλων ἀνασείσαντες ἐριστικῶν δογμάτων ὑπ’ ἐναντίας ῥύμης λόγων
ἀνατραπέντες ἀπόλωνται, τὸ ἐπινίκιον δικαίως καὶ προσηκόντως 6 σοφὸς
 ᾆσμα χορὸν ἱερώτατον στησάμενος ἐμμελῶς ᾄσεται·

„£ioe" γάρ φησιν 
„Ἰσραὴλ τοὺς Αἰγυπτίους„ οὐχ ἑτέρωθι „τεθνεῶτας„ ἀλλὰ παρὰ „τὸ
χέλλος τοῦ ποταμοῦ„ (Exod. 14, 30), θάνατον λέγων οὐ τὴν ἀπὸ σώ-
σώματος ψυχῆς διάκρισιν, ἀλλὰ τὴν ἀνοσίων δογμάτων καὶ λόγων φθοράν,
οἷς ἐχρῶντο διὰ στόματος καὶ γλώττης καὶ τῶν ἄλλων φωνητηρίων
 ὀργάνων.

λόγου δὲ θάνατός ἐστιν ἡσυχία, οὐχ ἣν οἱ ἐπιεικέστεροι ποι- 
ούμενοι σύμβολον αἰδοῦς μετέρχονται — δύναμις γὰρ καὶ ἥδε ἐστὶν ἀδελφὴ
τῆς ἐν τῷ λέγειν ταμιευομένη μέχρι καιροῦ τὰ λεκτέα — , ἀλλ’ ἣν οἱ
ἐpςησθενηκ‘́)τεb́ καὶ ἀπειρηκότες διὰ τὴν τῶν ἐναντίων ἰσχὺν ὑπομένουσιν
 ἄκοντες λαβὴν οὐδεμίαν ἔθ’ εὑρίσκοντες.

ὧν τε γὰρ ἄν ἐφάψωνται,
διαρρεῖ, καὶ οἷς ἄν ἐπιβῶσιν, οὐχ ὑπομένει, ὡς πρὶν ἢ στῆναι πίπτειν 
ἀναγκάζεσθαι, ὥσπερ ἡ ἕλιξ, τὸ ὑδρηρὸν ὄργανον, ἔχει· κατὰ γάρ μέσον
αὐτὸ γεγόνασι βαθμοί τινες, ὧν 6 γεωπόνος, ὅταν ἐθελήσῃ ποτίσαι τὰς
ἀρούοͅας, ἐπιβαίνει μέν, περιολισθαίνει δ’ ἀναγκαίως· ὑπὲρ δὴ τοῦ μὴ
πίπτειν συνεχῶς πλησίον ἐχυροῦ τινος ταῖς χερσὶ περιδράττεται, οὗ ἐνει-
λημμένος τὸ ὅλον σῶμα ἀπῃώρηκεν αὐτοῦ· 〈ὥστε〉 ἀντὶ μὲν ποδῶν 
χερσίν, ἀντὶ δὲ χειρῶν ποσὶ χρῆσθαι· ἵσταται μὲν γὰρ ἐπὶ χειρῶν, δι’
ὧν εἰσιν αἱ πράξεις, πράττει δ’ ἐν ποσίν, ἐφ’ ὧν εἰκὸς ἵστασθαι.

πολλοὶ δ’ οὐ δυνάμενοι τὰς πιθανὰς τῶν σοφιστῶν εὑρέσεις ἀνὰ κράτος ἑλεῖν τῷ μὴ σφόδρα περὶ λόγους διὰ τὴν ἐν τοῖς ἔργοις συνεχῆ
μελέτην γεγυμνάσθαι κατέφυγον ἐπὶ τὴν τοῦ μόνου σοφοῦ συμμαχίαν
καὶ βοηθὸν αὐτὸν ἱκέτευσαν γενέσθαι· καθὰ καὶ τῶν Μωυσέως γνωρίμων
 τις ἐν ὕμνοις εὐχόμενος εἶπεν· „ἀγαλα γενέσθω τὰ χείλη τὰ δόλια„
(Psalm. 30, 19).

πῶς δ’ ἄν ἡσυχάσαι, εἰ μὴ πρὸς μόνου τοῦ καὶ τὸν λόγον αὐτὸν ἔχοντος ὑπήκοον ἐπιστομισθείη; τὰς μὲν οὖν εἰς τὸ ἁμαρ-
τάνειν συνόδους ἀμεταστρεπτὶ φευκτέον, τὸ δὲ ἔνσπονδον πρὸς τοὺς φρο-
 νήσεως καὶ ἐπιστήμης ἑταίρους βεβαιωτέον.

παρὸ καὶ τοὺς λέγοντας „πάντες ἐσμὲν υἱοὶ ἑνὸς ἀνθρώπου, εἰρηνικοί ἐσμεν„ (Gen. 42, 11)
τεθαύμακα τῆς εὐαρμόστου συμφωνίας· ἐπεὶ καὶ πῶς οὐκ ἐμέλλετε,
φήσαιμ’ ἄν, (Jo γενναῖοι, πολέμῳ μὲν δυσχεραίνειν, εἰρήνην δὲ ἀγαπᾶν,
ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν εἶ ιγεγραμμ-:́νοι πατέρα οὐ θνηιὸν ἀλλ’ ἀθάνατον,
ἄνθρωπον θεοῦ, ὃς τοῦ ἀιδίου λόγος ὢν ἐξ ἀνάγκης dι αὐτός ἐστιν
 ἄφθαρτος;

οἱ μὲν γὰρ πολλὰς ἀρχὰς τοῦ κατὰ ψυχὴν γένους συστησά- μένοι, τῷ πολυθέῳ λεγομένῳ κακῷ προσνείμαντες ἑαυτούς, λλ̓λοι πρὸς
γλων τιμὰς τρπόμενοι τραχὰς καὶ στάσεις ἐμφυλίους τε καὶ ξενικὰς
ἐδημιούργησαν τὸν ἀπ’ ἀρχῆς γενέσεως ἄχρι τελευτῆς βίον πολέμων
ἀκηρύκτων καταπλήσαντες.

01 δὲ ἑνὶ γένει χαίροντες καὶ ἕνα πατέρα τὸν ὀρθὸν τιμῶντες λόγον, τὴν εὐάρμοστον καὶ πάμμουσον συμφωνίαν
ἀρετῶν τεθαυμακότες, εὔδιον καὶ γαληνὸν βίον ζῶσιν, οὐ μὴν ἀργὸν καὶ
ἀγενῆ τινα, ὡς ἔνιοι νομίζουσιν, ἀλλὰ σφόδρα ἀνδρεῖον καὶ λίαν ἠκονη-
μένον κατὰ τῶν σπονδὰς λύειν ἐπιχειρούντων καὶ σύγχυσιν ὁρκίων αἰεὶ
μελετώντων· τοὺς γὰρ εἰρηναίους φύσει πολεμικοὺς εἶναι συμβέβηκεν
 ἀντικαθημένους καὶ ἀνθεστῶτας τοΤς τὸ εὐσταθὲς τῆς ψυχῆς ἀνατρέ-
πουσι.

μαρτυρεῖ δέ μου τῷ λόγῳ πρῶτον μὲν ἡ ἑκάστου τῶν φιλαρέτων διάνοια διακειμένη τὸν τρόπον ιοῦτον, ἔπειτα δὲ καὶ τοῦ προ-
φητικοῦ θιασώτης χοροῦ, ὃς καταπνευσθεὶς ν̓́́· θουσιῶν ἀνεφθέγξαιο· „(0
μῆτερ, ἡλίκον με ἔτεκες, ἄνθρωπον μάχης καὶ ἄνθρωπον ἀηδίας πάσης
 τῆς γῆς; οὐκ ὠφεησα, οὐὸὲ ὠφείλησάν μοι, οὐδὲ ἡ ἰσχύς μου ἐξέλιπεν
 

 
 ἀπὸ καταρῶν αὐτῶν„ (ler. 15, 10).

ἀλλ’ οὐ πᾶς σοφὸς πᾶσι φαύλοις
ἐχθρός ἐστιν ἄσπονδος, οὐ τριηρῶν ἢ μηχανημάτων ἢ ὅπλων ἢ στρατίῳ
 τῶν παρασκευῇ πρὸς ἄμυναν χρώμνος, ἀλλὰ λογισμοῖς;

ὅταν γὰρ τὸν
ἐν τῇ ἀπολέμῳ εἰρήνῃ συνεχῆ καὶ ἐπαγληλον ἀνθρώπων ἁπάντων τῃο ὂν
καὶ κοινόν, μὴ κατὰ ἔθνη καὶ χώρας ἢ πόλεις καὶ κώμας αὐτὸ μόνον, 
ἀλλὰ καὶ κατ’ οἰκίαν καὶ ἕνα ἕκαστον τῶν ἐν μέρει συ·ίκροτούuενον
πόλεμον θεάσηται. τίς ἐστιν ὅ 75. μὴ παραινῶν, κακίζων, νουθετῶν, σω-
φρονίζων, οὐ μθ’ ἡμ́ραν μόνον λλ̓λὰ καὶ νύκτωρ, τῆς ψυχῆς αὐτῷ
 ἠρεμεῖν μὴ δυνμένης διὰ τὸ μσιοπόνηρον φύσει·

πάντα γὰρ ὅσα ἐν
πολέμῳ δρᾶται κατ’ εἰρήνην· συλῶσιν, ἁρπάζουσιν, ἀνδραποὸίζονται, 
λεηλατοῦσι, πορθοῦσιν, ὑβρίζουσιν. αἰκίζονται, φθείρουσιν, αἰσχύνουσ1, 
 δολοφονοῦσιν, ανντικρυς, ἢν ὧσι δυνατώτεροι, κτείνουσι.

πλοῦτον γὰρ ἢ
δόξαν ἕκαστος αὐτῶν σκοπὸν προτεθειμένος ἐπὶ τοῦτον ὥσπερ βέλη τὰς
τοῦ βίου πράξεις ἁπάσας ἀφιεὶς ἰσότητος ἀλογεῖ, τὸ ἄνισον διώκει, κοι-
νωνίαν ἀποστρέφεται, μόνος τὰ πάντων ἔχειν ἀθρόα ἐσπούδακε, μισάν- 
θρωπος καὶ μισάλληλός ἐστιν, ὑποὶοͅινόμενο-̀́ εὔνοιαν, κολακείας νόθης
ἑταῖρος ωνν, φιλίας γνησίου πολέμιος, ἀληθείας ἐχθρός, ὑπέρμαχος ψεύ-
δοὺς, βραδὺς ὠφελῆσαι, ταχὺς βλάψαι, διαβαλεῖν προχ̀ειρότατο,́, ὑπερ-
ασπίσαι μελλητής, δεινὸς φενακίσαι, ψευδορκότατος, ἀπιστότατος, δοῦλος

δργῆς, εἴκων ἡδονῇ, φύλαξ κακῶν, φθορεὺς ἀγαθῶν. ταῦτα καὶ 
τὰ τοιαῦτα τῆς ἀδοdνης καὶ θαυμα,́ομένrl-̀́ εἰρήνης περιμάχητ κειμή-
λια, ἅπερ ἡ ἑκάστου τῶν ἀφρόνων ἀγαλuι ατοφοροῦσα διάνοια τέθηπε καὶ
προσκυνεῖ. εἰ οἷς εἰκότως καὶ πᾶς σοφὸς ἄχθεται, καὶ πρός γε τὴν
 
 

 
μηάτερα καὶ τιθήνην ἑαυτοῦ, σοφίαν, εἴωθε λέγειν· „u) μῆτερ, ἡλίκον μ
ἔαnς„, οὐ δυνάμει σώμτος, ἀλλὰ zf^ πρὸς (t6) μισοπόνηρον ἀλκῇ, ἄνθρω-
πον ἀηδίας καὶ μάχης, φύσει μὲν εἰρηνικόν, διὰ δὲ τοῦτο καὶ πολεμικὸν
κατὰ τῶν αἰσχυνόντων τὸ περιμ́χητον κάλλος εἰρήνης.

„οὐκ ὠφεγͅησα, οὐδὲ ὠφεησάν ixoi"’ οὔτε γὰρ αὐιοὶ τοῖς ἐμοῖς ἀγαθοῖς -ots ἐχρή-
σαντο, οὔτε ἐγὼ τοῖς ἐκείνων κακοῖς, ἀλλὰ κατὰ ιὸ Μωυσέως γράμμα
„ἐπιθύμημ οὐδενὸς αὐτῶν εγαβον„ (Num. 16, 15). σύμπαν τὸ τῆς
ἐπιθυμίας αὐτῶν γένος θησαυρισαμένων παρ’ ἑαυτοῖς ὡς μέγιστον ονφελος
ὑπερβάλλον βλάβος.

,οὐδὲ ἡ ἰσχύς μου ἐξέλιπεν ἀπὸ τῶν ἀρῶν ἃς ἐτιL̔̀ντό μοι„, δυνάμι δὲ κραταιοτάτῃ τῶν θείων ἐνζ-ιλγͅμᾳένο δογμάτων
ουντε κακούμνος ἐκάμφθην, λλ̓λὰ ἐρρωμένως ὠνεcΟισα τοῖς ἐξ ἑαυτῶν
μὴ καθαιρομένοις·

„ἔθετο γὰρ ἡμᾶς 6 θεὸς εἰς ἀντιλογίαν τοῖς γείτοσιν γ̔ͅμῶν„, ὡς καὶ ἐν ὕμνοις που λέλεκται (Psalm. 79, 7). πάντας τοὺς
ὀρθῆς γνώμης ἐφιεμένους. λλ̓λ’ οὐκ ἀντιλογικοὶ φύσει ·lεγόνασtν, ὅσοι
 τὸν ἐπιστήμης καὶ ἀρετῆς ζῆλον ενσχον ἀεί, τοῖς γείτοσι ψυχῆς ἀντιφιλο-
νεικοῦντες, ἐλέγχοντες μὲν τὰς συνοίκους ἡδονάς, ἐλέγχοντες 6i τὰς
ὁμοδιαίτους ἐπιθυμίας δείας τε καὶ φόβους, τὸ παθῶν καὶ κακιῶν
αῖφος δυσωποῦντες, ἐλέγχοντες μέντο1 καὶ πᾶσαν αἴσθησιν, περὶ μὲν
ὧνἀδον ὀἡλμούζ, περὶ ὧν δὲ ἤκουσαν ἀκοάς, ὀσμάς τε περὶ ἀτμῶν
 καὶ γεύσεις περὶ χυμῶν, ἔτι δὲ ἁφὰς περὶ τῶν κατὰ τὰς προσπ̀ͅιπτο)̔́σα·̀
τῶν ἐν τοῖς σώμασι δυνάuεων ἰδιότητας, καὶ μὲν δὴ τὸν προφορικὸν
 λόγον, περὶ ὧν διεξελθεῖν .ἔδοξε;

τίνα γὰρ ἢ πῶς ἢ διὰ τί ἡ αἴσθησις ἶησθετο ἢ 6 λόγος διηρμήνευσεν ἢ τὸ πάθος διέθηκεν, ανξιον ἐρευνᾶν
μὴ παρέργως καὶ τῶν σφλλuι ἄτων διελέγχειν ἕκαστον.

6 δὲ μηδενὶ τούτων ἀντιλέγων, ἅπασι δὲ ἑξῆς συνεπινεύων ἑαυτὸν λέληθεν ἀπατῶν
καὶ ἐπιτειχίζων ψυχῇ βαρεῖς γείτονας, οἷς ανμεινον ὑπηκόοις ἢ ἄρχουσι
χρῆσθαι· ἡγεμονεύοντες μὲν γὰρ πολλὰ πημανοῦσι καὶ μεγάλα βασι-
λευούσης παρ’ αὐτοῖς ἀνοίας, ὑπακούοντες δὲ τὰ δέονθ’ ὑπηετήσουσι
 

 
 πειθηνίως οὐκέθ’ ὁμοίως ὰ-ι αυχενίζιὶ-ες.

οὕτως μέντοι τῶν μ̀ὶ ὑπα-
κούειν μαθόντων, Toiv δ’ οὐκ ἐπιστήμῃ μόνον ἀλλὰ καὶ δυνάμι τὴν
ἀρχὴν λαβόνιων πάντες 01 .δορυφόροι καὶ ὑπέρμαχοι ψυχῆς συμφρονή-
σουσι λογισμοὶ καὶ τῷ πρεσβυτάτῳ ἰῶν ἐν αὐτοῖς προσελθόντες ἐροῦσιν·
„οἱ παῖδές σου εἰλήφασι τὸ κεφάλαιον τῶν ἀνδρῶν τῶν πολεμιστῶν 
τῶν μεθ’ ἡμῶν, οὐ διαπεφώνηκεν αὐτῶν οὐδὲ ct?" (Num. 31, 49),
ἀλλ’ ωασπερ τὰ μουσικῆς ὄργανα ιἄκρως ἡρμοσμένα πᾶσι τοῖς φθόγγοις,
οὕτως ἡμεῖς πάσαις ταῖς ὑφηγήσεσι συνηχήσαμεν, ἐκμελὲς ἢ ἀπῳδὸν
οὐδὲν ουντε ῥῆμα εἰπόντες ουντ’ ἔργον διαπραξάμενοι, ὡς τὸν ἕτερον τῶν
ἀμούσων χορὸν πάντα ἄφωνον καὶ νεκρὸν ἀποδεῖξαι γελασθέντα τὴν τῶν 
σωματικῶν τροφὴν 1Μαδιὰμ καὶ τὸν ἔκγονον αὐτῆς δερμάτινον ὄγκον
 Βεελφεγὼρ ὄνομα ὑπνοῦντα (Num.25,3).

γένος γάρ ἐσμεν „t(ov ἐπιλέκτων
Tou" τὸν θεὸν ὁρῶντος „Ἰσραήλ„ ὧν „διεφώνησεν οὐδὲ £1;" (Exod. 24.11),
ἵνα τὸ τοῦ παντὸς ὄργανον, 6 κόσμος πᾶς, ταῖς ἁρμονίαις μουσικῶς
 μελῳδῆται.

διὰ τοῦτο καὶ Μωυσῆς τῷ πολεuι ικ̀ωτάτίρ λόγῳ, ὃς κλλεῖται 
Φινεές, γέρας εἰρήνην φησὶ δεδόσθαι (Num. 25, 12), ὅτι ζῆλον τὸν
ἀρετῆς λαβὼν καὶ πόλεμον πρὸς κακίαν ἀράμενος ὅλην ἀνέτεμu-ο γένεσιν
* * * ἑξῆς τοῖς βουλοdμ̀ὅνοις, διακύψασι καὶ οbιερευνησαμένοις ἀκριβῶς
ὄψει πρὸ ἀκοῆς σαφεστέρῳ χρησαμένοις μάρτυρι, πιστεῦσαι, ὅτι γέμει
 τὸ θνητὸν ἀπιστίας, ἐκ μόνου τοῦ δοκεῖν ἠρτημένον.

θαυμάσιος μὲν 
οὖν ἡ λεχθεῖσα συμφωνία, θαυμασιωτάτη δὲ καὶ πάσας τὰς ἁρμονίας
ὑπερβάλλουσα ἡ κοινὴ πάντων, καθ’ ἣν 6 λλὸς ἅπας ὁμοθυμαὸὁν εἰσ́-
γεται λέγων· „πάντα ὅσα εἶπεν 6 θεός, ποιήσομεν καὶ ἀκουσόμθα„
 (.Deut. 5, 27)* οὗτοι γὰρ οὐκέτι ἐξάρχοντι πείθονται λόγῳ,

ὠ·Λὰ τῷ
τοῦ πανιὸς ἡγεμόνι θεῷ, δι’ ὃν πρὸς τὰ ἔργα φθάνουσι μᾶλλον ἢ τοὺς 
I λόγους ἀπαντῶντες· τῶν γὰρ ἄλλων ἐπειδὰν ἀκούσωσι πραττόντων p. 414 M.
οὗτοι, τὸ παραὒοξότατο , ὑπὸ κατοκωχῆς ἐνθέου πράξειν φασὶ πρότερον,
 

 
εἶτα ἀκούσεσθαι, ἵνα μὴ διδσκλλίᾳ καὶ ὑφηγήσει δοκῶσιν, ἀλλὰ ἐθε-
λουργῷ καὶ αὐτοκελεύστῳ διανοία̣ πρὸς τὰ καλὰ τῶν ενργων ὑπαντᾶν ·
ἐργασάμενοι δὲ ἀκούσεσθαί φασιν, ὅπως ἐπικρίνωσι τὰ πραχθέντα, εἰ
λόγοις θείοις καὶ ἱεραΤς παραινέσεσι συνᾴδει.

τοὺς 03 συνομοσαμένους ἐπ’ ἀδικήμασιν „ἀπὸ ἀνατολῶν„ φησι „κινήσαντας εὑρεῖν πεδίον ἐν τῇ γῇ Σεναὰρ κἀκεῖ κατοικήσαι„ (Gen.11,2),
φυσικώττα· διττὸν γὰρ εἶδος τῆς κατὰ τὴν ψυχὴν ἀνατολῆς, τὸ μὲν
ἄμεινον, τὸ δὲ χεῖρον, ανμεινον μέν, ὅταν ἡλιακῶν ἀκτίνων τρόπον ἀνάσχῃ
τὸ ἀρετῶν φέγγος, χεῖρον δ’, ὅταν αἱ μὲν ἐπισκιασθῶσι, κακίαι δὲ ἀνά-
 αωσι.

παράδειτη τοῦ μὲν προτέρου τόδε· „καὶ ἐφύτευσεν 6 ῥόος παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολάς„ (Gen. 2, 8), οὐ χερσαίων φυτῶν,
ἀλλ’ οὐρανίων ἀρετῶν, ἃς ἐξ ἀσωμάτου τοῦ παρ’ ἑαυτῷ φωτὸς ἀσβέ-
στους εἰσαεὶ γενησομένας ὁ φυτουργὸς ἀνέτειλεν.

ἤκουσα μέντοι καὶ τῶν Μωυσέως ἑταίρων τινὸς ἀποφθς͂γξαμένου τοιόνδε λόγιον· „ἰδοὺ ἄν-
 θρωπος ᾧ ὄνομα ἀνατολή„ (Zach. 6, 12)* καινοτάτη γε πρόσρησις, ἐάν
γε τὸν ἐκ σώματος καὶ ψυχῆς συνεστῶτα λέγεσθαι νομίσῃς· ἐὰν δὲ τὸν
ἀσώματον ἐκεῖνον, θείας ἀδιαφοροῦντα εἰκόνος, ὁμολογήσεις ὅτι εὐθυ-
βολώτατον ὄνομα ἐπεφημίσθη τὸ ἀντολῆς αὐτῷ ·

τοῦιον μὲν γὰρ πρεσ- βύτατον υἱὸν 6 τῶν ὅλων ἀνέτειλε πατήρ, ὃν ἑτέρωθι πρωιόγονον
 ὠνόμασε, καὶ 6 γεννηθεὶς μέντοι, μιμούμενος τὰς τοῦ πατρὸτ ὁδούς,
πρὸς παραδείγματα ἀρχέτυπα ἐκείνου βλέπων ἐμόρφου τὰ εἴδη.

τοῦ δὲ χείρονος ἀνατολῆς ερὐους ὑπόδειτη τὸ λεχθὲν ἐπὶ τοῦ βουλομένου
τὸν ἐπαινούμνον ὑπὸ θεοῦ καταράσασθαι· πρὸς γὰρ ἀνατολαῖς εἰσάγεται
κἀκεῖνος οἰκῶν, αἵτινες ὁμωνυμοῦσαι ταῖς προτέραις ἐναντιότητα καὶ
 μάχην πρὸς αὐτὰς ἔχουσιν· „ἐκ Μεσοποταμίας„

γάρ φησι „μετεπς͂́μ?̀ατό 
 

 
με Βαλὰκ, ἐξ ὀρέων ἀπὸ ἀνατολῶν, λέγων· δεῦρο ἄρασαί μοι ὃν μὴ
ἀρᾶται 6 θεός„ (Num. 23, 7. 8). ἑρμηνεύεται δὲ Βαλὰκ ἄνους, εὐθὺ·
βολώτατα· πῶς γὰρ οὐκ ἄνοια δεινὴ τὸ ὂν ἐλπίσαι ἀπατᾶσθαι καὶ 
γνώμην αὐτοῦ τὴν βεβαιοτάτην ἀνθρώπων σοφίσμασι παρατρσ͂́πεσθαι;

διὰ τοῦτο καὶ Μεσοποταμίαν οἰκεῖ καταπεποντωμένης ωασπερ ἐν μεσαι- 
τατῶ ποταμοῦ βυθῷ τῆς διανοίας αὐτοῦ καὶ μὴ δυναμένης ἀνανήξασθαι
καὶ ἀνακύψαι· τοῦτο δὲ τὸ πάθος ἀνατολὴ μὲν ἀφροσύνης, κατάδυσις δὲ
 εὐλογιστίας ἐστίν.

01 τὴν ἀσύμφωνον οὖν ἁρμοζόμενοι συμφωνίαν ἀπὸ
ἀνατολῶν κινεῖσθαι λέγονται. πότερον ἄρα γε τῶν 〈κατ’ ἀρετὴν ἢ xujv)
κατὰ κακίν ; dXX’ εἰ μὲν τῶν κατ’ ἀρετήν, παντελὴς ὑπογράφεται διά- 
ζεῦξις· εἰ δὲ τῶν κατὰ κακίαν, ἡνωμένη τις κίνησις, καθάπερ ἐπὶ χει-
ρῶν ἔχει, οὐκ ἰδίᾳ κατὰ ἀπάρτησινιι ἀλλ’ ἐν ἁρμονίᾳ τινὶ τῷ ὅλῳ σώματι
 συγκινουμένων.

ἀρχὴ γὰρ καὶ ἀφορμὴ φαύλῳ πρὸς τὰς παρὰ φύσιν
ἐνεργείας τὸ κακίας χωρίον· ὅσοι δὲ μετανάσται ῳλν ἀρετῆς ἐγένοντο,
ταῖς δ’ ἀφροσύνης ἐχρήσαντο ἀφορμαῖς, οἰκειότατον εὑρόντες οἰκοῦσι 
τόπον, ὃς ‘Eβραίων μὲν γλώπῃ Σεναάρ, ‘Eλλήνων δὲ ἐκτιναγμὸς καλλῖται·

σπαράπεται γὰρ καὶ κλονεῖται καὶ τινάττεται πᾶς 6 τῶν φαύλων βίος,
κυκώμνος ἀεὶ καὶ ταραττόμνος καὶ μηδὲν ἴχνος ἀγαθοῦ γνησίου θησαυ-
ριζόμενος ἐν ἑαυτῷ. καθάπερ γὰρ τῶν ἀποτιναττομένων ὅσα μὴ ἑνώσει
διακρατεῖται πάντα ἐκπίπτει, τοῦτόν μοι δοκεῖ καὶ ἡ τοῦ συμπεπνευκότος 
ἐπὶ τῷ ἀδικεῖν ἐκτετινάχθαι τὸν τρόπον ψυχή· πᾶσαν γὰρ ἰδέαν ἀρετῆς
ἀπορρίπτει, ὡς μήτε σκιὰν μήτε ετῃωλον αὐτῆς ἐμφαίνεσθαι τὸ παράπαν.

τὸ γοῦν φιλοσώματον γένος τῶν Αἰγυπτίων οὐκ ἀπὸ τοῦ ὕδπος,
 
 

 
ἀλλ’ „ὑπὸ 10 ὕδωρ„ φεῦγον, τουτέστιν ὑπὸ τὴν τῶν παθῶν φοράν,
εἰσάγεται, καὶ ἐπειδὰν ὑποδράμῃ τὰ πάθη, τινάττεται καὶ κυκᾶται, τὸ
μ̀ν εὐσταθὲς καὶ εἰρηναῖον ἀποβάλλον ἀρετῆς, τὸ δὲ ταραχῶδες ἐπα-
ναιρούμενον κακίας· λέγεται γὰρ ὅτι „ἐξετίναξε τοὺς Αἰγυπτίους κατὰ
 μέσον τῆς θαλάσσης φεύγοντας ὑπὸ τὸ ὕδωρ„ (Exod. 14,. 27).

οὗτοί εἰσιν 01 μηδὲ τὸν Ἰωσὴφ εἰδότες, τὸν ποικίλον τοῦ βίου τῦφον, ἀλλ’
ἀποκεκαλυμμένοις χρώμενοι τοῖς ἁμαρτήμασιν, οὐδὲ ἴχνος ἢ σκιὰν καὶ
ερὐωλον καλοκἀγαθίας ταμιευσάμενοι· „ἀνέστη„

γάρ φησι „βασιλεὺς ἕτερος ἐπ’ Αἴγυπτον„, ὃς οὐδὲ τὸ πανύστατον καὶ νεώτατον αἰσθητὸν
 ἀγαθὸν „ᾔδει τὸν Ἰωσήφ„ (Exod. 1,8), ὅστις οὐ μόνον τελειότητας
ἀλλὰ καὶ προκοπάς, οὐδὲ ἐνάργειαν τὴν οἵαν δι’ ὁράσεως ἀλλὰ καὶ
διδασκαλίαν τὴν δι’ ἀκοῆς ἐnινομένην ἀνῄρει λέγων · „δεῦρο ἄρασαί
μοι τὸν Ἰακώβ, καὶ δεῦρο ἐπικατάρασαί μοι τὸν Ἰσραήλ„ (Num. 23,7),
ἴσον τῷ ἐλθέ, ἀμφότερα κατάλυσον, ὅρασίν τε καὶ ἀκο·ὴν ψυχῆς, ἵνα
 μηδὲν ἀληθὲς καὶ γνήσιον καλὸν μήτε ἰὃῃ μήτε ἀκούσῃ· ὁράσεως μὲν
γὰρ Ἰσραήλ, Ἰακὼβ δὲ ἀκοῆς σύμβολον.

6 μὲν δὴ τῶν τοιούτων νοῦς ἀπορρίπει πᾶσαν τὴν ἀγαθοῦ φύσιν τρόπον τινὰ -ιναττόuι ενοζ, ἔμπαλιν
δ’ 6 τῶν ἀστείων, ἀμιγοῦς καὶ ἀκράτου μεταποιούμενος τῆς τῶν ἀγαθῶν
ἰδέας, ἀποτινάττει καὶ ἀποβάλλει τὰ φαῦλα·

θέασαι γοῦν τὸν ἀσκητὴν οἷά φησιν- „ἄρατε τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους τοὺς μεθ’ ὑμῶν ἐκ
μέσου ὑμῶν, καὶ καθαρίσασθε καὶ ἀλλάξατε τὰς στολὰς ὑμῶν, καὶ ἀνα-
στάντες ἀναβῶτην εἰς Βαιθήλ„ (Gen. 35,2. 3), ἵνα, κἄν Αάβαν ἔρευναν
αἰτῆται, ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ μὴ εὑρέθη τὰ εἰὃωλα (Gen. 31,35), 〈ἀλλὰ〉
πράγματα ὑφεστηκότα καὶ ὄντως ὑπαρκτά, ἐσιηλιτευμένα ἐν τῇ τοῦ
 σοφοῦ διανοίαι, ὧν καὶ τὸ αὐτομαθὲς γένος Ἰσαὰκ κληρονομεῖ· τὰ γὰρ
ὑπαρκτὰ μόνος οὗτος παρὰ τοῦ πατρὸς λαμβάνει (Gen. 25,5).

Παρατήρει δ’ ὅτι οὔ φησιν ἐλθεῖν αὐτοὺς εἰς τὸ πεδίον ἐν ᾧ κατέμειναν, ἀλλὰ εὑρεῖν ἀναζητήσαντας πάντως καὶ σκεψαμένους τὸ
ἐπιτηὸειότατον ἀφροσύνης χωρίον· τῷ γὰρ ὄντι πᾶς ἄφρων οὐ πὰρ
 ἑτέρου λαμβάνει ἑαυτῷ τὰ δὲ κακὰ ζητῶν ἀνευρίσκει, μὴ μόνοις ἀρκού-
ἀρκούμενος τούτοις ἐφ’ ἅπερ ἡ μοχθηρὰ φύσις δι’ ἑαυτῆς βαδίζει, ἀλλὰ καὶ
 

 
 προστιθεὶς τὰ ἐκ τοῦ κακοτεχνεῖν τέλεια γυμνάσματα.

καὶ εφͅε μέντοι
πρὸς ὀλίγον ἐνδιατρίψας αὐτοῖς χρόνον μετανίστατο. νυνὶ δὲ καὶ κάτα
μένειν ἀξιοῖ· λέγεται γὰρ ὅτι εὑρόντες τὸ πεδίον κατῴκησαν ὡς ἐν
πάτριοί, οὐχ ὡς ἐπὶ ξένης παρῴκησαν. ἧττον γὰρ ἦν δεινὸν συντυχόντας
ἁμαρτήμασιν ὀθνεῖα αὐτὰ καὶ ὥσπερ ἀλλοδαπὰ νομίσαι, λλ̓λὰ μὴ οἰκεῖα 
κα·ι συγγενῆ ὑπολαβεῖν εἶναι· παρεπιδημήσαντες γὰρ κἄν ἀπέστησαν αὖθις,
 κατοικήσαντες δὲ βεβαίως καταμένειν εἰσάπαν ἔμελλον.

διὰ τοῦτο ἁ
κατὰ Μωυσῆν σοφοὶ πάντες εἰσάγονται παρρικαοῦντες αἱ γὰρ ιούτων
ψυχαὶ στέλλονται μὲν ἀποικίν οὐδέποτε τὴν ἐξ οὐρανοῦ, εἰώθασι δὲ
ἕνεκα τοῦ φιλοθεάμονος καὶ φιλομαθοδς εἰς τὴν περίγειον φύσιν ἀπο- 
 δημεῖν.

ἐπειδὰν οὖν ἐνδιατρίψασαι σώμασι τὰ αἰσθηιὰ καὶ θνητὰ δι’
αὐτῶν πάντα κατίδωσιν, ἐπανέρχονται ἐκεῖσε πάλιν, ὅθεν ὡρμήθησαν
τὸ πρῶιον, πατρίδα μὲν τὸν οὐράνιον χῶρον ἐν ᾧ πολιτεύονται, ξένην
δὲ τὸν περίγειον ἐν ᾧ παρῴκησαν νομίζουσαι· τοῖς [xev γὰρ ἀποικίαν
στειλαμένοις ἀντὶ τῆς μητροπόλεως ἡ ὑἵ οὃεξαuένη δήπου πατρίς, ἡ δ’ 
ἐκπέμψασα μένει τοῖς ἀποδεδημηκόσιν, εἰς ἣν καὶ ποθοῦσιν ἐπανέρ-
 χεσθαι.

τοιγαροῦν εἰκότως Ἀβραὰμ ἐρεῖ τοῖς νεκροφύλαξι καὶ ταμίαις 
τῶν θνηιῶν, ἀναστὰς ἀπὸ τοῦ νεκροῦ βίου καὶ τύφου· „πάροικος καὶ
ἵ αρε-ι ίὒγͅμός εἰμι ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν„ (Gen. 23, 4), αὐτόχθονες δὲ ὑμῖς,
κόνιν καὶ χοῦν ψυχῆς -ι ροτιμήσαντες, προεδρίας ἀξιώσανιες ὄνομα ’Eφρών, 
 ὃς ἑρμηνεύεται χοῦς.

εἰκότως δὲ καὶ 6 ἀσκητὴς Ἰακὼβ τὴν ἐν σώματι
παροικίαν ὀλοφύρειαι λέγων· „αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν τῆς ζωῆς μου, ἃς
παροικῶ, μικραὶ καὶ πονηραὶ γεγόνασιν· οὐκ ἐξίκοντο εἰς ἡμέρας τῶν
 πατέρων μου ἃς παρῴκησαν„ (Gen. 47,9).

τῷ δ’ αὐ-οδιὸάκ-ῳ καὶ λόγιον
ἐχρήσθη τοιόνδε· „μὴ καταβῇς εἰς„ ιὸ πάθος „Αἴγυπον, κατοίκησον 
δ’ ἐν τῇ γῇ ἣν ἄν σοι εἴπω„ (Gen. 26,2), τῇ ἀδείκιῳ καὶ ἀσωμάτῳ
φρονήσει, καὶ παροίκει ἐν τῇ γῇ ταύιη , τῇ δεικνυμένῃ καὶ αἰσθητῇ
 
 

 
οὐσίσ, πρὸς τὸ δεῖεαι ὅτι παροικεῖ μὲν 6 σοφὸς ὡς ἐν εένῃ σώματι
αἰσθητῷ, κατοικεῖ δ’ ὡς ἐν πατρδͅι νοηταῖς ἀρεταῖς, ἃς λαλεῖ 6 θεὸς
ἀδιαφορούσας λόγων θείων.

Μωυσῆς δὲ „γειώρας„ φησίν „εἰμὶ ἐν yvj m̓οηίᾳ„ (Exod. 2,22), διαφερόντως οὐ μόνον ξένην τὴν ἐν σώματι
 μνὴν ὡς οἱ μέτοικοι νομίζων, ἀλλὰ καὶ ἀλλοτριώσεως ἀξίαν οὐκ ενμπαλιν
οἰκειώσεως ὑπολαμβάνων.

To δ’ ὁμόφωνον καὶ ὁμόγλωττον οὐκ ἐν τοῖς ὀνόuασι καὶ ῥήμασι μᾶλλον ἢ ἐν t"^ τῶν ἀδίκων πράξεων κοινωνίᾳ βουλόμενος ὁ
φαῦλος ἐπιδείξασθαι πόλιν ἄρχεται καὶ πύργον, ὡς ἀκρόπολιν τυράννῳ,
 κακίᾳ κατασκευάζειν, καὶ τοὺς θιασώτας πάντας παρακλλεῖ τοῦ ἔργου
τητασχεῖν τὴν ἁρμόπουσν προευτρεrισαμ:́-νους ὕλην · „ἴτε„

γάρ φησι „πλινθεύσωμεν πλίνθους καὶ ὀπτήσωμεν αὐτὰς πυρί„ (Gen. 11,3), ἴσον
τῷ νῦν ἐστιν ἡμῖν συμπεφορημένα καὶ συγκεχυμένα τὰ πάντα τῆς ψυχῆς,
ὡς ἐναργῆ τύπον μηδένα μηδενὸς εἴδους προφαίνεσθαι.

ἁρμόττει δ’ ωασπερ ἀνείδεον τινα καὶ ἄποιον οὐσίαν τό τε πάθος καὶ τὴν κακίαν
παραλαβόντας εἰς τὰς ἁρμοττούσας ποιότητας καὶ τὰ προσεχέστατα μέχρι
τῶν ἐσχάτων ἀεὶ τεXμειν ετῃὐ πρός τε ἐναργεστέραν κατάληψιν αὐτῶν
καὶ τὴν σὺν ἐμπειρίᾳ χρῆσίν τε καὶ ἀπόλαυσιν, ἣ πλείους ἡδονὰς καὶ
τέρψἐς ἔοικεν ἐντίκτειν.

πάριτε οὖν 01 λογισμοὶ π́ντες βουλευτῶν τινα τρόπον εἰς τὸ ψυχῆς συνέδριον, ὅσοι 〈πρὸς〉 τὸν δικαιοσύνης καὶ πάσης
ἀρετῆς συγκατατάπεσθε ὄλεθρον, καὶ πεῳροντισμ-̔̀́νω διασκεψώμεθα, ὡς
ἐπιθέμενοι κατορθώσωμεν·

τῆς μέντοι κατορθώσεως ἔσονται θεμέλιοι κραταιότατοι οοͅδε, ἄμορφα μορφῶσαι τύποις καὶ σχήμασι καὶ περιγραφαῖς
 ἕκαστον tSia διακρῖναι, μὴ κραδαινόμενα καὶ χωλίνοντα, ἄα πεπη-
 γότα βεβαίως, τῇ τοῦ τετραγώνου ἀήματος οἰκειούμενα φύσει — ἀκρά-
δαντον γὰρ τοῦτό γε — , ἵνα πλίνθου τινὰ τρόπον ἀκλινῶς ἐρηρεισμένα
βεβαίως καὶ τὰ ἐrοικοδομούμενα δέχηται.

τούτων πᾶς 6 ἀντί- 

 
θεὸς νοῦς, ὅν φαμεν Αἰγύπτου, τοῦ σώματος, εἶναι βασιλέα, δημιουργὸς
ἀνευρίσκεται· καὶ γὰρ τοῦτον εἰσάγει Μωυσῆς τοῖς ἐκ πλίνθου κατα-
 σκευαζομένοις χαίροντα οἰκοδομήμσιν.

ἐπειδὰν γάρ τις τὴν ὅδατος καὶ
γῆς τὴν μὲν ὑγράν, τὴν o’ αὖ στερεὰν οὐσίαν, διαλυομένας καὶ φθειρο-
μένας, ἀνακερασάμενος τρίτον μεθόριον ἀμφοῖν ἀπεργάσηται, ὃ Κλεῖται 
πηλός, τέμνων κατὰ μοίρας τοῦτον οὐ παύεται σχήματα περιτιθεὶς ἑκάστῳ
τῶν τμημάτων τὰ οἰκεῖα, ὅπως εὐπαγέστερά τε καὶ εὐφορώτερα γένηται·

ῥᾳδίως γὰρ οὕτως ἔμελλε τὰ κατασκευαζόμενα τελειοῦσθαι. τοῦτ’ ἄπο·
μιμούμενοι τὸ ἔργον 01 μοχθηροὶ τὰς φύσεις, ὅταν τὰς ἀλόγους καὶ
πλεοναζούσας τῶν παθῶν ὁρμὰς ταῖς ἀργαλεωτάταις κακίαις ἀνακερά- 
σωνται, τέμνουσι τὸ κραθὲν εἰς ετῃη καὶ διαπλάττουσι καὶ σχημτίζουσιν
οἱ βαρυδαίμονες, δι’ ὧν 6 τῆς ψυχῆς ἐπιτειχισμὸς μετέωρος ἀρθήσεται,
τὴν αἴσθησιν εἰς ὅρασιν καὶ ἀκοήν, εντι δὲ γεῦσιν ὄσφρησίν τε καὶ ἁφήν,
τὸ δὲ πάθος εἰς ἡδονὴν καὶ ἐπιθυμίαν φόβον τε καὶ λύπην, τό τε
κακιῶν γένος εἰς ἀφροσύνην, ἀκολασίαν, δειλίαν, ἀδικίαν καὶ ὅσα ἄλλ

ἀδελφὰ καὶ συγγενῆ τούτοις. ἤδη δὲ καὶ προσυπερβάλλοντές
τινες οὐ μόνον τὰς αὑτῶν ψυχὰς ἐπὶ ταῦτα ἤλειψαν, ἀλλὰ καὶ τοὺς
ἀμείνους καὶ γένους ὄντας ὁρατικοῦ βιασάμενοι κτηνάγκασαν πλινθουρ-
γεΤν καὶ πόλεις οἰκοδομεῖν ὀχυρὰς (Exod. 1,11) τῷ βασιλεύειν δοκοῦντι
νῷ, βουλόμενοι τοῦτο ἐνδείξασθαι, ὅτι δοῦλον μὲν τὸ ἀγαθὸν κακοῦ 
πάθος τ’ εὐπαθείας δυνατώτερον, φρόνησις δὲ καὶ πᾶσα ἀρετὴ ἀφρο-
ἀφροσύνης καὶ κκίας ἁπάσης ὑπήκοον, ὡς ὑπηρετεῖν ἐξ ἀνάγκης ἅττ’ ἄν
 προστάττῃ τὸ δεσπόζον.

ἰδού, γάρ φησι καὶ 6 ψυχῆς ὀφθαλμὸς ὁ
διαυγέστατος καὶ καθαρώτατος καὶ πάντων ὀξυωπέστατος, ᾧ μόνῳ τὸν
θεὸν ἔξεστι καθορᾶν , ὄνομα Ἰσραήλ, ἐνδεθείς ποτε τοῖς σωματικοῖς 
Αἰγύπτου δικτύοις ἐπιταγμάτων βαρυτάτων ἀνέχεται, ὡς πλίνθον καὶ πᾶν
τὸ γεῶδες ἐργάζεσθαι μτὰ ἀργαλεωτάτων καὶ ἀτρυτοτάτων πόνων· ἐφ’
οἷς εἰκότως ὀδυνᾶται καὶ στένει, τοῦτο μόνον ὡς ἐν κακοῖς τεθησαυρι-
 σμένος κειμήλιον, ἐκδακρῦσαι τὰ παρόντα·

λέγεται γὰρ ὑγιῶς ὅτι „κατε-
στέναξαν 01 υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀπὸ τῶν ἔργων„ (Exod. 2,23). τίς δ’ οὐκ 
ἄν τῶν εὖ φρονούντων τὰ τῶν πολλῶν ἀνθρώπων ἰδὼν ἔργα καὶ τὰς
 

 
ὑπερβλλλούσας σπουδάς, αἷς ἢ πρὸς ἀργυρισμὸν ἢ δόξαν ἢ τὴν ἐν
ἡδοναῖς ἀπόλαυσιν εἰώθασι χρῆσθαι, σφόδρα κατηφήσαι καὶ πρὸς τὸν
 μόνον σωτῆρα θεὸν ἐκβοήσαι, ἵνα τὰ μὲν ἐπικουφίσῃ, λύτρα δὲ καὶ
σῶστρα καταθεὶς τῆς ψυχῆς εἰς ἐλευθερίαν αὐτὴν ἐξέληται;

τίς οὖν ἐλευθερία βεβαιοτάτη; τίς; ἡ τοῦ μόνου θεραπεία σοφοῦ, καθάπερ μαρ.
τυροῦσιν 01 χρησμοί, ἐν οἷς εἴρηται ,,ἐξαπόστειλον τὸν λαόν, ἴνα με
θεραπεύῃ„ (Exod. 8,1).

ἴδιον δὲ τῶν τὸ ὂν θεραπευόντων οἰνοχόων μὲν ἢ σιτοποιῶν ἢ μαγείρων ενργα ἢ ὅσα αγλα γεώδη μήτε διαπλάττειν
μήτε συντιθέναι σώματα πλίνθου τρόπον, ἀναβαίνειν δὲ τοῖς λογισμοῖς
 πρὸς αἰθέριον ὕψος, Μωυσῆν, τὸ θεοφιλὲς γένος, προστησαμένους ήγε-
ἡγεμόνα τῆς ὁδοῦ.

τότε γὰρ τὸν μὲν τόπον, ὃς δῆλός ἐστι, θεάσονται, ὁ ἀλλινὴς καὶ ἄτρεπτος θεὸς ἐφέστηκε, ,,τά θ’ ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ,
τὸ ὡσεὶ ἔργον πλίνθου σαπφείρου καὶ ὡς ἄν εἶδος στερεώματος τοῦ
οὐρανοῦςς, τὸν αἰσθητὸν κόσμον, ὃν αἰνίττεται διὰ τούτων (Exod. 24,10).

εὐπρεπὲς γὰρ τοῖς ἑταιρείαν πρὸς ἐπιστήμην θεμένοις ἐφίεσθαι μὲν τοῦ τὸ ὂν ἰδεῖν, εἰ δὲ μὴ δύναιντο, τὴν γοῦν εἰκόνα αὐτοῦ, τὸν ἱερώτατον
λόγον, μεθ’ ὃν καὶ τὸ ἐν αἰσθητοῖς τελειότατον ἔργον, τόνδε τὸν κόσμον·
τὸ γὰρ φιλοσοφεῖν οὐδὲν ἦν ἄλλο ἢ ταῦτα σπουδάζειν ἀκριβῶς ἰδεῖν.

τὸν δὲ αἰσθητὸν κόσμον ὡς ἄν ὑποπόδιον θεοῦ φησιν εἶναι διὰ τάδε· πρῶτον μὲν ἵν’ ἐπιδείξῃ, ὅτι οὐκ ἐν τῷ γεγονότι τὸ πεποιηκὸς
αἴτιον, ἔπειτα δ’ ὑπὲρ τοῦ πραστῆσαι, ὅτι οὐδ’ 6 κόσμος ἅπας ἀφέτῳ
καὶ ἀπελευθεριαζούσῃ κινήσει κέχρηται, ἀλλ’ ἐπιβέβηκεν 6 κυβερνήτης
θεὸς τῶν ὅλων οἰακονομῶν καὶ πηδαλιουχῶν σωτηρίως τὰ σύμπαντα,
οὔτε ποσὶν οὔτε χερσὶν οὔτε αVῳ τῶν ἐν γενέσει κεχρημένο: μέρει τὸ
 παράπαν οὐδενὶ κατὰ τὸν ἀληθῆ λόγον — „οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὁ
 
 

 
θεός„ (Num. 23,19) — , ἀλλὰ τὸν ἕνεκα αὐτὸ μόνον διδασκαλίας εἰσα-
γόμενον ἡμῶν τῶν ἑαυτοὺς ἐκβῆναι μὴ δυναμένων, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν ἡμῖν
αὐτοῖς συμβεβηκότων τὰς περὶ τοῦ ἀγενήτου καταλήψεις λαμβανόντων.

παγκάλως δ’ ενχει τὸ ἐν παραβολῆς εἴδει φάναι τὸν κόσμον ὡς εἶδος
πλίνθου· δοκεῖ μὲν γὰρ ἑστάναι καὶ βεβηκέναι ὡς ἐκείνη κατὰ τὰς τῆς 
αἰσθητῆς ὄψεως προσβολάς, κέχρηται δὲ ὠκυτάτῃ κινήσει καὶ τὰς ἐν 
 μέρει πάσας παραθεούσῃ.

καὶ γὰρ μεθ’ ἡμέραν ἡλίου καὶ νύκτωρ
σελήνης φαντασίαν ὡς ἑστώτων οἱ σώματος ὀφθαλμοὶ λαμβάνουσι· καίτοι
τίς οὐκ οἶδεν, ὅτι τὸ τῆς περὶ αὐτοὺς φορᾶς τάχος ἀνανταγώνιστόν
ἐστιν, εἴ γε τὸν σύμπαντα οὐρανὸν μιᾷ περιπολοῦσιν ἡμέρᾳ; οὕτως 
μέντοι καὶ αὐτὸς 6 σύμπας οὐρανὸς ἑστάναι δοκῶν περιδινεῖται κύκλῳ,
τῆς κινήσεως τῷ ἀειδεῖ καὶ θειοτέρῳ καταλαuι βανοᾳένης τῷ κατὰ διά-

νοιαν ὀφθαλμῷ. πυροῦντες δὲ τὰς πλίνθους εἰσάγονται συμβολι-
κῶς, τὰ πάθη καὶ τὰς κακίας θερμῷ καὶ κινητικωτάτῳ λόγῳ κραταιού-
κραταιούμενοί, ὡς μὴ πρὸς τῶν σοφίας δορυφόρων ποτὲ καθαιρεθεῖεν, οἷς τὰ 
 πρὸς ἀνατροπὴν αὐτῶν αἰεὶ μηχανήματα συγκροτεῖται.

διὸ κὶ ὲπι-
ἐπιλέγεται „ἐγένετο αὐτοῖς ἡ πλίνθος εἰς λίθον„ (Gen. 11,3) — τὸ γὰρ
μανὸν καὶ κεχυμένον τῆς μὴ σὺν λόγῳ φορᾶς εἰς ἀντίτυπον καὶ στερεὰν
φύσιν πιληθὲν καὶ πυκνωθὲν λόγοις δυνατοῖς καὶ ἀποδείξεσιν ἐχυρω-
τάταις μετέβλλεν, ἀνδρωθείσης τρόπον τινὰ τῆς τῶν θεωρημάτων κατα- 
λήψεως, ἥτις ἐν ἡλικίᾳ διαρρεῖ παιδικῇ διὰ τὴν τῆς ψυχῆς ὑγρότητα
μήπω δυναμένης τοὺς ἐνσφραγιζομένους πήττειν καὶ διἁφυλάπειν χαρα-
κτῆρας — , ,,καὶ ἡ ἄσφαλτος ἦν αὐτοῖς πηλός„ (Gen. 11,3), οὐκ ἔμπαλιν
 ὁ πηλὸς ἄσφαλτος·

δοκοῦσι μὲν γὰρ οἱ φαῦλοι τὰ ἀσθενῆ κραταιοῦσθαι
κατὰ τῶν ἀμεινόνων καὶ τὰ διαλυόμενα καὶ ῥέοντα ἐξ αὐτῶν πήττειν, 
ἵν’ ἐπ’ ἐχυροῦ βάλωσι καὶ τοξεύσωσιν ἀρετήν· 6 δ’ γͅεως καὶ πατὴρ
τῶν καλῶν οὐκ ἐφήσει τὸ δεδεμένον ἐκνικᾶν εἰς ἀδιάλυτον ἀσφάλειαν,
ῥεούσης σπουδῆς μὴ ὑφεστὼς ἔργον ὡς πλαδῶντα πηλὸν ἀναδείξας.

εἰ μὲν γὰρ 6 πηλὸς ἐγένειο ἄσφαλτος, μέχρι παντὸς ἄν ἴσως τὸ ἐν
 

 
συνεχεῖ ῥύσει γεῶδες αἰσθητὸν εἰς ἀσφαλῆ καὶ ἀμετάβλητον δύναμιν
ἐξενίκησεν· ἐπεὶ δὲ τοὐναντίον ἡ ἄσφαλτος εἰς πηλὸν μετέβαλεν,
οὐκ ἀθυμητέον· ἐλπὶς γάρ, ἐλπὶς τὰ βέβαια τῆς κακίας ἐρείσματα
κράτει θεοῦ διακοπῆναι.

τοιγαροῦν 6 δίκαιος καὶ ἐν τῷ μεγάλῳ καὶ ἐπλλήλῳ τοῦ βίου κατακλυσμῷ, μήπω δυνάμενος δίχα αἰσθήσεως ψυχῇ
μόνῃ τὰ ὄντα ὄντως ὁρᾶν, „τὴν κιβωτόν„, λέγω δὲ τὸ σῶμα, „g·νδοθέν
τε καὶ ἔξωθεν ἀσφάλτῳ„ καταχρίσει (Gen. 6,14) βεβαιούμενος τὰς δι’
αὐτοῦ φαντασίας καὶ ἐνεργείας· λωφήσαντος δὲ τοῦ κακοῦ καὶ τῆς φοράς
ἐπισχούσης ἐξελεύσεται χρησάμενος ἀσωμάτῳ διανοίᾳ πρὸς τὴν ἀληθείας
 ἀντηψιν.

6 μὲν γὰρ ἀστεῖος ἀπὸ γενέσεως ἀρχῆς φυτευθεὶς καὶ προσαγορευθεὶς τρόπος, ὄνομα Μωυσῆς, 6 τὸν κόσμον ὡς ἄστυ καὶ
πατριΤα οἰκήσας ἅτε κοσμοπολίτης γενόμενος, ἐνδεθείς ποτε τῷ ἐπαλη-
λιμμένῳ ὡς ἂν „ἀσφαλτοπίσσῃςί (Exocl. 2,3) σώματι καὶ δοκοῦντι τὰς
 πάντων (t(ov) ὑποκειμένων ἐν αἰσθήσει φαντασίας ἀσφαλώς δέχεσθαί
 τε καὶ κεχωρηκέναι, κατακλαίει (Exod. 2,6) μὲν τὴν ἔνδεσιν ἀσωμάτου
φύσεως πιεσθεὶς ἔρωτι, κατακλαίει δὲ κὶ τὸν πλάνητα καὶ τετυφωμένον
τῶν πολλῶν ἄθλιον νοῦν, ὃς ψευδοῦς δόξης ἐκκρεμασθεὶς ᾠήθη τι
παρ’ ἑαυτῷ βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς ἢ συνόλως παρά τινι τῶν γενομένων
ἄτρεπτον ἱδρῦσθαι, τοῦ παγίως καὶ κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ ὡσαύτως ἔχοντος
 ἐστηλιτευμένου παρὰ μόνῳ τῷ θεῷ.

To δὲ „δεῦτε καὶ οἰκ̓οδοuι ήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν καὶ πύργον, οὗ ἡ κεφαλὴ ἔστι ἕως τοῦ οὐρανοῦ„ (Gen. 11,4) τοιοῦτον ὑποβάλλει
νοῦν· πόλεις 6 νομοθέτης οὐχὶ ταύτας μόνον οἴεται εἶναι τὰς ἐπὶ γῆς
δημιουργηθείσας, ὧν εἰσιν ὗλαι λίθοι καὶ ξύλα, ἀλλὰ καὶ ἃς ἄνθρωποι
 περιφέρουσι ταῖς ψυχαῖς ἑαυτῶν ἐνιδρυμένας εἰσὶ δ’ αὗται μέν,

ὡς εἰκός, ἀρχέτυποι ἅτε θειοτέρας κατασκευῆς λαχοῦσαι, ἐκεῖναι δὲ μιμή-
μιμήματά ὡς ἄν ἐκ φθαρτῆς οὐσίας συνεστῶσαι. διττὸν δὲ πόλεως εἶδος,
τό μὲν ἄμεινον, τὸ δὲ χεῖρον, ἄμεινον μὲνιτὸ δημοκρατίᾳ χρώμενον
ἰσότητα τιμώσῃ πολιτείᾳ, ἧς ἄρχοντές εἰσι νόμος καὶ δίκη — θεοῦ
 δὲ ὕμνος ἡ τοιάδε — , χεῖρον δὲ τὸ κιβδηλεῦον αὐτήν, ὡς τὸ παρά·
 

 
σημον καὶ παρακεκομμ́νον ἐν νομίσμασιν , ὀχλοκρατία, ἣ θαυμ́ζει τὸ
 ἄνισον, ἐν ᾗ ἀδικία καὶ ἀνομία καταδυναστ-σύουσιν.

ἐγγράφονται δ’ οἱ
μ̀ν ἀστεῖοι τῷ τῆς προτέρας πολιτεύματι, τῶν δὲ φαύλων ἡ πληθὺς
τὴν ἑτέραν καὶ χείρω διέζωσται, πρὸ εὐκοσμίας ἀκοσμίαν καὶ σύγχυσιν
 πρὸ εὐσταθοῦς καταστάσεως ἀγαπῶσα.

συνεργοῖς δὲ 6 ἄφρων ἀξιοῖ 
πρὸς τὸ ἁμαρτάνειν οὐκ ἀρκούμενος αὑτῷ μόνῳ χρῆσθαι, καὶ προτρέπει
μὲν ὅρασιν, προτρέπει δὲ ἀκοήν,ι παρακαλεῖ δὲ πάσαν αἴσθησιν ἀνυπερ-
θέτως αὐτῷ συντετάχθαι, φερούσης ἑκάστης τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν ἐπιτή-
δεια πάντα· ἐπαίρει μέντοι καὶ παραθήγει καὶ t6 αγλο ἀτίθασον ἐκ
φύσεως τῶν παθῶν στῖφος, ἵνα ἄσκησιν καὶ μελέτην προσλαβὸν ἀνύπ- 
 ὀιστὸν γένηται.

τούτους οὖν καλέσας τοὺς συμμάχους 6 νοῦς φησιν·
„οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν„ (Gen. 11,4), ἴσον τῷ ὀχυρωσώμεθα
τὰ οἰκεῖα καὶ φραξώμεθα δυνατῶς, ὡς μὴ πρὸς τῶν κατατρεχόντων
εὐμαρῶς ἁλισκοίμεθα· διέλωμεν καὶ διανείμωμεν ὥσπερ κατὰ φυλὰς
καὶ δήμους ἑκάστας τῶν ἐν ψυχῇ δυνάμεων προσκληρώσαντες τὰς μὲν 
 λογικῇ, τὰς δὲ ἀλόγῳ μερίδι·

ἄρχοντας ἑλώμεθα τοὺς ἱκανοὺς πλοῦτον,
δόξαν, τιμάς, ἡδονὰς ἀφ’ ὧν ἄν δύνωνται περιποιεῖν ἁπάντων· τὴν
πενίας κὶ ἀδοξίας αἰτίαν δικαιοσύνην τιθεμένους ἐκποδὼν γράφωμεν
νόμους, οἳ τὸ τοῦ κρείττονος συμφέρον βεβαιώσουσι τοῖς πλέον ἑτέρων
 αἰεὶ φέρεσθι δυναμένοις.

„πύργος„ δ’ ὡς ἄν ἀκρόπολις κατεσκευάσθω 
τῇ I τυράννῳ κακίᾳ βασίλειον ὀχυρώτατον, ἦς οἱ μὲν πόδες ἐπὶ γῆς 
βαινέτωσαν, ἡ δὲ κεφαλὴ πρὸς οὐρανὸν φθανέτω τοσοῦτον ὑπὸ μεγα-
 λαυχίας ὕψος ἐπιβᾶσα.

τῷ γὰρ ὄντι οὐ μόνον ἐπὶ τῶν ἀνθρωπείων
ἀδικημάτων ἵσταται, μετατρέχει δὲ καὶ τὰ Ὀλύμπια τοὺς ἀσεβείας καὶ
ἀθεότητος λόγους προτείνουσα, ἐπειδὰν ἢ ὡς οὐκ ἔστι τὸ θεῖον διεξίῃ, 
ἢ ὡς ὃν οὐ προνοεῖ, ἢ ὡς ὁ κόσμος οὔποτε γενέσεως ἔλαβεν ἀρχήν,
ἢ ὡς γενόμενος ἀστάτοις αἰτίαις ὡς ἄν τύχῃ φέρεται, ποτὲ μὲν πλημμε-
λῶς, ποτὲ δὲ οὐχ ὑπαιτίως, καθάπερ ἐπὶ πλοίων καὶ τεθρίππων εἴωθε
 

 
γίνεσθαι·

φιλεῖ γὰρ ἔστιν ὅτε χωρὶς ἡνιόχων τε καὶ κυβερνητῶν ὅ τε πλοῦς καὶ 6 δρόμος εὐθύνεσθαι· προνοίας δ’ οὐ τὸ ὀλιγάκις, ἀλλὰ τῆς
μὲν ἀνθρωπίνης πολλάκις, τῆς δὲ θείας ἀδιαστάτως αἰεὶ κατορθοῦν, ἐπεὶ
τὸ διαμαρτάνειν ἀλλότριον ἀνωμολόγηται θείας δυνάμεως. κατασκευά-
 ζοῦσι μέντοι συμβολικῶς ὡσανεὶ πύργον τὸν περὶ κακίς λόγον οἱ φρενο-
βλαβεῖς, τί βουλόμνοι ἢ ὄνομα αὐτῶν ὑπολείπεσθαι τὸ δυσώνυμον;

λέγουσι γάρ· „ποιήσωμεν ἑαυτῶν ὄνομα„ (Gen. 11,4). ὢ περιττῆς καὶ κεχυμένης ἀναισχυντίας. τί φατε; νυκτὶ καὶ βαθεῖ σκότῳ
τὰ ἑαυτῶν ἀδικήματα συγκρύπτειν ὀφεοντες καὶ προκάλυμμα αὐτῶν,
 εἰ καὶ μὴ τὴν ἀληθῆ, τὴν γοῦν προσποίητον αἰδῶ πεποιῆσθαί ἢ χάρι-
τος ἕνεκα τῆς πρὸς τοὺς ἐπιεικεστέρους ἢ διαδύσεως τῶν ἐφ’ ὁμολογου-
μένοις ἁμαρτήμασι τιμωριῶν, τοσοῦτον τῆς τόλμης ἐπιβαίνετε, ωαστε οὐ
μόνον πρὸς φῶς καὶ λαμπρότατον ἥλιον ἐναυγάζεσθε μήτε τὰς ἀνθρώ-
πων τῶν ἀμινόνων ἀπειλὰς μήτε τὰς ἀ-ι αραιτήτου ἐκ ’ θεοῦ δίκας
 τοῖς οὕτως ἀνοσιουργοῖς ἀπαντωιuένας καταδείσανπς , ἀλλὰ καὶ παντα-
χόσε φήμας ἀγγέλους τῶν οἰκείων ἀδικημάτων περιπέμπειν ἀξιοῦτε, ὡς
μηδεὶς ἀμύητος μηδ’ ἀνήκοος γένοιτο τῶν ὑμετέρων, (o σχέτλιοι καὶ
παμμίαροι, τολμημάτων.

ὀνόματος οὖν ποίου γλίχεσθε-, ἢ τοῦ τοῖς πρατωμένοις οἰκειοτάτου; ἆρ’ οὖν ἕν ἐστι μόνον; γένει μὲν ἴσως ἕν,
 μυρία δὲ τοῖς εPὸεσιν, ἅ, κἂν ἡσυχάζητε, ἑιέρων λεγόνιων ἀκούσεσθε·
προπέτεια τοίνυν ἐστὶ ᾠὰ ἀναισχυντίας, ὕβρις μετὰ βίας, βία μετὰ
ἀνδροφονίας, σὺν μοιχείαις φθοραί, σὺν ἀμέτροις ἡδοναῖς ἀόριστος ἐπι-
θυμία, μετὰ θράσους ἀπόνοια, μετὰ πανουργίας ἀδικία, κλοπαὶ μετὰ
ἁρπαγῆς, σὺν ψευδολογίαις ψευδορκίαι, μετὰ παρανομιῶν ἀσέβειαι.

ταῦτα καὶ τὰ παραπλήσια τῶν τοιούτων ἔστ’ ὀνόματα. καλὸν γ’ ἐναυχῆσαι κἀ-ι ισεμνύνεσθαι δόξαν θηρωμένους τὴν ἀπὸ τούτων, ἐφ’ οἷς
εἰκὸς ἦν ἐγκαλύτͅτεσθαι. καὶ μὴν ἔνιοι μέγα φρονοῦσιν ἐπὶ τούτοις,
 ὡς ἄμαχόν τινα ἰσχὺν ἐκ τοῦ τοιούτους νομισΝ-ναι παρὰ πάσι καρ-
πωσάμνοι, οὓς τοῦ πολλοῦ θράσους ἡ ὀπαδὸς τοῦ θεοῦ δίκη τίσεται
 

 
καίτοι τάχα τὸν οἰκεῖον οὐ μαντευομένους μόνον, ἀλλὰ καὶ προορω-
μένους ὄλεθρον· φασὶ γάρ· „πρὶν διασπαρῆναι„ (Gen. 11,4), φροντίσω.

μὲν ὀνόματός τε καὶ δόξης. οὐκοῦν, εἴποιμ’ ἂν αὐτοῖς, ὅτι σκεδασθή-
σεσθε γινώσκετε; τί οὖν ̔μαρτάνετε; ἀλλὰ μήποτε τὸν τρόπον τῶν
ἀφρόνων διασυνίστησιν, οἳ καίτοι μεγίστων ἐπικρεμαμένων οὐκ ἀδήλως 
ἀλλ’ ἐκ τοῦ φανεροῦ πολλάκις τιμωριῶν ἀδικεῖν ὅμως οὐκ ὀκνοῦσι·
γνωριμώταται δ’ εἰσὶν αἱ τιμωάαι ἀδηλοῦσθαι νομισθεῖσαι, ἃς ἐκ θεοῦ
 κατασκήπτειν συμβέβηκε.

πάντες γὰρ οἱ φαυλότατοι λαμβάνουσιν
ἐννοίας περὶ τοῦ μὴ λήσειν τὸ θεῖον ἀδικοῦντες μηδὲ τὸ δίκην ὑφέξειν
εἰσάπαν ἰσχῦσαι διακρούσασθαι· ἐπεὶ πόθεν ἴσασιν, ὅτι σκεδασθήσονται;

καὶ μὴν λέγουσι „πρὶν ἡμᾶς διασπαρῆναι„· ἀλλὰ τὸ συνειδὸς ἔνδοθεν
ἐλέγχει καὶ σφόδρα ἐπͅιτηδεύονταν́ ἀθεότητα κεντεῖ, ὡς ἄκοντας εἰς συναί-
νεσιν ἐπισπάσασθαι περὶ τοῦ τὰ κατ’ ἀνθρώπους πάντα πρὸς ἀμείνονος
φύσεως ἐφορᾶσθαι καὶ δίκην ἐφεστάναι τιμωρὸν ἀδέκαστον, ἀσεβῶν
πράξεις ἐχθραίνουσαν ἀδίκους καὶ λόγους τοὺς συνηγόρους αὐταῖς.

ἀλλ’ εἰσὶν ἀπόγονοι πάντες οὗτοι τῆς αἰεὶ μὲν ἀποθνῃσκούσῃζ-,
μηδέποτε δὲ τεθνηκυίας μοχθηρίας, ἧς Lάιν ἐστὶν ὄνομα. ἢ οὐχὶ καὶ
ὁ Κάιν υἱὸν γεννήσας, ὃν ’Evw/ ἐκάλεσεν, ὁμώνυμον αὐτῷ [καὶ]
κτίζων εἰσάγεται πόλιν (Gen. 4, 17) καὶ τρόπον τινὰ τὰ γενητὰ καὶ
θνητὰ οἰκοδομῶν ἐπὶ τῇ τῶν θειοτέρας κατασκευῆς λαχόντων ἀνατροπῇ;

ὁ γὰρ Ἑνὼχ ἑρμηνεύεται χάρις σου· ἰῶν δ’ ἀνοσίων ἕκαστος διάνοιαν
μὲν ἡγεῖται χαρίζεσθαι ἑαυτῷ τάς τε καταλήψεις καὶ διανοήσεις, ὀφθαλ-
μοὺς 65 τὸ βλέπειν καὶ ἀκούειν ὦτα καὶ μυκτῇας ὀσφραίνεσθαι, καὶ
τὰς ἄλλας αἰσθήσεις τὰ οἰκεῖα ἑαυταῖς, ἔτι μέντοι καὶ τὰ φωνῆς ὄργανα
 τὸ λέγειν , θεὸν δὲ ἢ μὴ συνόλως ἢ μὴ ὡς πρῶτον αἴτιον ὄν.

διὰ 
τοῦιο καὶ ὧν ἐγεωπόνησε ἰὰς ἀπαρχὰς ἑαυτῷ ταμιεύεται, καρποὺς δὲ
αὐτὸ μόνον αὖθις προσενεγκεῖν θεῷ λέγεται καίτοι παραδείγματος ὑγιοῦς
 

 
ἐγγὺς ἑστῶτος· ὁ γὰρ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὰ πρωτότοκα, οὐ τὰ δεύτερα τῆς
ποίμνης ἔκγονα ἱερουργεῖ, τὰς τῶν γινομένων πρεσβυτέρας αἰτίας κατὰ
τὸ πρεσβύτατον τῶν αἰτίων ὁμολογῶν συνίστασθαι.

τῷ δ’ ἀσεβεῖ τοὐναντίον δοκεῖ, αὐτοκράτορα μὲν εἶναι τὸν νοῦν ὧν βουλεύεται, αὐτοκράρορα
 δὲ καὶ τὴν αἴσθησιν ὧν αἰσθάνεται· δικάζειν γὰρ ἀνυπαιτίως
 καὶ ἀψευδῶς τὴν μὲν τὰ σώματα, τὸν δὲ πάντα.

τούτων δὲ τί ἄν γένοιτο ἐπιληπτότερον ἢ μᾶλλον ὑπὸ τῆς ἀληθείας ἐλεγχόμενον; ἢ οὐχὶ
καὶ ὁ νοῦς πολλάκις ἐπὶ μυρίων ὅσων ἠλέγχθη παρανοῶν, καὶ αἱ αἰ-
σθήσεις ἅπασαι ψευδομαρτυριῶν ἑάλωσαν οὐ παρ’ ἀλόγοις δικασταῖς,
 οὓς εἰκὸς ἀπατᾶσθαι, ἀλλ’ ἐν τῷ τῆς φύσεως αὐτῆς δικαστηρίῳ, ἣν
οὐ θέμις δεκάζεσθαι;

καὶ μὴν σφαλλομένων γε τῶν καθ’ ἡμάς αὐτοὺς περί τε νοῦν καὶ αἴσθησιν κριτηρίων ἀνάγκη τἀκόλουθον ὁμολογεῖν,
ὅτι ὁ θεὸς τῷ μὲν τὰς ἐννοίας, τῇ δὲ τὰς ἀντιλήψεις ἐπομβρεῖ, καὶ
ἕστιν οὐ τ.ῶν καθ’ ἡμᾶς μερῶν χάρις τὰ γινόμενα, ἀλλὰ τοῦ δι’ ὃν
 καὶ ἡμεῖς γεγόναμεν δωρεαὶ πᾶσαι.

τὸν φιλαυτίας κλῆρον παραλαβόντες παῖδες παρὰ πατρὸς συναυξῆσαι γλίχονται μέχρις οὐρανοῦ, ἕως
ἂν ἡ φιλάρετός τε καὶ μισοπόνηρος δίκη παρελθοῦσα καθέλῃ τὰς πόλεις,
ἅς ἐπετείχισαν ψυχῇ τῇ ταλαίνῃ, καὶ τὸν πύργον, οὗ τοὔνομα ἐν ἰῇ

τῶν κριμάτων ἀναγραφομένῃ βίβλῳ δεδήλωται. ἕστι δὲ ὡς μὲν Ἐβραῖοι λέγουσι Φανουήλ, ὡς δὲ ἡμεῖς ἀποστροφὴ θεοῦ· τὸ γὰρ κατε-
σκευασμένον ὀχύρωμα διὰ τῆς τῶν λόγων πιθανότητος οὐδενὸς ἕνεκα
ἑτέρου κατεσκευάζετο ἢ τοῦ μετατραπῆναι καὶ μετακλιθῆναι διάνοιαν
ἀπὸ τῆς τοῦ θεοῦ τιμῆς· οὗ τί ἄν γένοιτο ἀδικώτερον;

ἀλλὰ πρός γε τὴν τοῦ ὀχυρώματος τούτου καθαίρεσιν 6 πειρατὴς τῆς ἀδικίας καὶ
 φονῶν αἰεὶ κατ’ αὐτῆς εὐτρέπισται, ὃν Ἑβραῖοι καλοῦσι Γεδεών, ὃς
ἑρμηνεύεται πειρατήριον· ,,ὥρμοσε“ γάρ φησι ,,Γεδεὼν τοῖς ἀνδράσι
Φανουὴλ λύων· ἐν τῷ με ἐπιστρέφειν μετ’ εἰρήνης τὸν πύργον τοῦτον
κατασκάψω“ (lud, 8,9).

πάγκαλον καὶ πρεπωδέστατον αὔχημα 

 
μισοπονήρῳ ψυχῇ κατὰ ἀσεβῶν ἠκονημένῃ τὸ βεβαιοῦσθαι καθαιρήσειν
πάντα λόγον ἀποστρέφειν διάνοιαν ὁσιότητος ἀναπείθοντα. καὶ πέφυκεν
οὕτως ἔχειν· ὅταν γὰρ ὁ νοῦς ἐπιστρέψῃ, τὸ ἀποκλῖνον καὶ ἀποστρεφόμενον
 αὐτοῦ πάν λύεται.

τούτου δὲ καιρός ἐστι τῆς καθαιρέσεως,
τὸ παραδοξότατον, ᾗ φησιν, οὐ πόλεμος, ἀλλ’ εἰρήνη· διανοίας γὰρ 
εὐσταθείᾳ καὶ ἠρεμίᾳ, ἣν εὐσέβεια γεννᾶν πέφυκεν, ἀνατρέπεται πᾶς
 λόγος, ὃν ἐδημιούργησεν ἀσέβεια.

πολλοὶ καὶ τὰς αἰσθήσεις πύργου
τινὰ τρόπον ἐπὶ τοσοῦτον ἤγειραν, ὡς ἅψασθαι τῶν οὐρανοῦ περάτων·
οὐρανὸς δὲ συμβολικῶς ὁ νοῦς ἡμῶν ἐστι, καθ’ ὃν αἱ ἄρισται καὶ
θεῖαι φύσεις περιπολοῦσιν. οἱ δὲ ταῦτα τολμῶντες αἴσθησιν μὲν διανοίας 
προκρίνουσιν, ἀξιοῦσι δὲ καὶ διὰ τῶν αἰσθητῶν τὰ νοητὰ πάντα
ἑλεῖν ἀνὰ κράτος, εἰς μὲν δούλων τάξιν τὰ δεσπόζοντα, εἰς δὲ ἡγεμόνων
τὰ φύσει δοῦλα μεθαρμόσασθαι βιαζόμενοι.

Τὸ δέ, ,,κατέβη κύριος ἰδεῖν τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον“ 
(Gen. 11,5) τροπικώτερον πάντως ἀκουστέον· προσιέναι γὰρ ἢ ἀπιέναι 
ἢ κατιέναι ἢ τοὐναντίον <ἀν>έρχεσθαι ἢ συνόλως τὰς αὐτὰς τοῖς κατὰ
μέρος ζῴοις σχέσεις καὶ κινήσεις ἴσχεσθαι καὶ κινεῖσθαι τὸ θεῖον ὑπο-
λαμβάνειν ὑπερωκεάνιος καὶ μετακόσμιος, ὡς ἔπος εἰπεῖν, ἐστὶν ἀσέβεια.

ταῦτα δὲ ἀνθρωπολογεῖται παρὰ τῷ νομοθέτῃ περὶ τοῦ μὴ ἀνθρωπο-
μόρφου θεοῦ διὰ τὰς τῶν παιδευομένων ἡμῶν, ὡς πολλάκις ἐν ἑτέροις 
εἶπον, ὠφελείας. ἐπεὶ τίς οὐκ οἶδεν ὅτι τῷ κατιόντι τὸν μὲν ἀπολειπειν,
 τὸν δὲ ἐπιλαμβάνειν τόπον ἀναγκαῖον;

ὑπὸ δὲ τοῦ θεοῦ πεπλήρωται
τὰ πάντα, περιέχοντος, οὐ περιεχομένου, ᾧ πανταχοῦ τε καὶ οὐδαμοῦ
συμβέβηκεν εἶναι μόνῳ· οὐδαμοῦ μέν, ὅτι καὶ χώραν καὶ τόπον αὐτὸς
τοῖς σώμασι συγγεγέννηκε, τὸ δὲ πεποιηκὸς ἐν οὐδενὶ τῶν γεγονότων 
θέμις εἰπεῖν περιέχεσθαι, πανταχοῦ δέ, ὅτι τὰς δυνάμεις αὑτοῦ διὰ
γῆς καὶ ὕδατος ἀέρος τε καὶ οὐρανοῦ τείνας μέρος οὐδὲν ἔρημον ἀπο-
λέλοιπε τοῦ κόσμου, πάντα δὲ συναγαγὼν διὰ πάντων ἀοράτοις ἔσφιγξε
 

 
δεσμοῖς, ἵνα μή ποτε λυθείη, οὗ χάριν μελετήσας ὧ * * *.

τὸ μὲν γὰρ ὑπεράνω τῶν δυνάμεων ὂν ἐπινοεῖται περιττεύειν, οὐ * * * κατὰ
τὸ εἶναι μόνον· τούτου δύναμις δέ, καθ᾿ ἣν ἔθηκε καὶ διετάξατο τὰ
πάντα, κέκληται μὲν ἐτύμως θεός, ἐγκεκόλπισται δὲ τὰ ὅλα καὶ διὰ
 τῶν τοῦ παντὸς μερῶν διελήλυθε.

τὸ δὲ θεῖον καὶ ἀόρατον καὶ ἀκατάληπτον καὶ πανταχοῦ ὂν ὁρατόν τε καὶ καταληπτὸν οὐδαμοῦ πρὸς ἀλήθειάν
ἐστιν * * * „ὧδε στὰς ἐγὼ πρὸ τοῦ δέ“ (Exod. 17, 6), δείκνυσθαι
καὶ καταλαμβάνεσθαι δοκῶν, πρὸ πάσης δείξεως καὶ φαντασίας
ὑπερβαλὼν τὰ γεγονότα.

τῶν οὖν μεταβατικῆς κινήσεως ὀνομάτων οὐδὲν ἐφαρμόττει τῷ κατὰ τὸ εἶναι θεῷ, τὸ ἄνω, τὸ κάτω, τὸ ἐπὶ δεξιά,
τὸ ἐπ’ εὐώνυμα, τὸ πρόσω, τὸ κατόπιν· ἐν οὐδενὶ γὰρ τῶν λεχθέντων
ἐπινοεῖται, ὡς οὐδ’ ἄν μετατρεπόμενος ἐναλλάττοι χωρία.

λέγεται δ’ οὐδὲν ἧττον κατελθὼν ἰδεῖν, ὁ προλήψει πάντα οὐ γενόμενα μόνον ἀλλὰ
καὶ πρὶν γενέσθαι σαφῶς κατειληφώς, προτροπῆς ἕνεκα καὶ διδασκαλίας,
 ἵνα μηδεὶς ἀνθρώπων οἷς οὐ πάρεστιν, ἀβεβαίῳ χρώμενος εἰκασίᾳ,
μακρὰν ἀφεστὼς προπιστεύῃ, ἀλλ’ ἄχρι τῶν πραγμάτων ἐλθὼν καὶ διακύψας
εἰς ἕκαστα καὶ ἐπιμελῶς αὐτὰ αὐγασάμενος· ὄψιν γὰρ ἀπλανῆ
πρὸ ἀκοῆς ἀπατεῶνος ἄξιον μάρτυρα τίθεσθαι.

οὗ χάριν καὶ παρὰ τοῖς ἄριστα πολιτευομένοις ἀναγέγραπται νόμος ἀκοῇ μὴ μαρτυρεῖν,
 ὅτι φύσει τὸ δικαστήριον αὐτῆς πρὸς τὸ δεκάζεσθαι ταλαντεύει· καὶ
Μωυσῆς μέντοι φησὶν ἐν τοῖς ἀπαγορευτικοῖς· „οὐ παραδέξῃ ἀκοὴν
ματαίαν“ (Exod. 23, 1), οὐχὶ μόνον τοῦτο λέγων, * * * παραδέχεσθαι
 
 

 
ψευδῆ λόγον ἢ εὐήθη δι’ ἀκοῆς, ἀλλὰ καὶ ὅτι πρὸς τὴν σαφῆ τῆς
ἀληθείας κατaηψιν μκρὸν ὅσον ὄψεως ὑστερίζουσα διελλ́uεται γέμουσα

ματαιότητος ἀκοή. ταύτην φαμ̀ὲν αἰτίαν εἶναι τοῦ λέγεσθαι „τὸν
θεὸν καταβεβηdναι τὴν πόλιν xal τὸν πύργον θεάσασθαι„. οὐ παρέργως
δὲ πρόσκειται „ὃν ᾠκοδόμησν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων„ (Gen. 11,5). 
ἴσως γὰρ ὄν τις εἴποι τῶν οὐκ εὐαγῶν ἐπιχλεύζων ἅμα· καινὸν ἡμάς
ἀναδιδάσκει μ́θημα ὁ νομοθέτης, ὅτι πύργους καὶ πόλεις οὐχ ἕτεροί
τινες, ἀλλὰ παῖδες ἀνθρώπων ἀνοικοδομοῦνται. τίς γὰρ τά γ’ ὅκως
 ἐμφανῆ καὶ περίοπτα καὶ τῶν λίαν ἐξεστηκότων ἀγνοεῖ;

ἀλλὰ μὴ τὸ
πρόχειρον τοῦτο καὶ κατημξευμένον ἐν τοῖς ἱερωτάτοις χρησμοῖς ἀναγεγράῳθαι 
〈νομίσῃς〉, ἀλλ’ ὅπερ ἀποκεκρυμμένον ἰχνηλαάται διὰ τῶν
 ἐμφανῶν ὀνομάτων. τί οὖν ἐστι τοῦτο;

οἱ πολλοὺς ἐπιγραφόμνοι τῶν
ὄντων ὡσανεὶ πατέρας καὶ τὸ πολύθεον εἰσηγούμενοι στῖφος ἀπειρίαν
ὁμοῦ καὶ πλλυμιγίαν τῶν πραγμ́των καταχέαντες καὶ τὸ ψυχῆς τέλος
ἡδονῇ παραδόντες δημιουργοὶ τῆς εἰρημένης πόλεως καὶ τῆς κατ’ αὐτὴν 
ἀκροπόλεως, εἰ δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν, γεγόνασι, τὰ ποιητικὰ τοῦ τέλους
τρόπον οἰκοδομημάτων συναύξοντες, τῶν ἐκ πόρνης ἀποκυηθέντων οὐδέν,
ὤας γ’ οἴμι, διαφέροντες, οὓς νόμος ἐκλλησίας ἀπελήλακε θείας εἰπών·
„οὐκ εἰσελεύσεται ἐκ πόρνης εἰς ἐκκλησίαν κυρίου“ (Deut. 23, 2), ὅτη
καθάπερ περὶ πολλὰ τέλη πλανώμενοι τοξόται καὶ μηδενὸς εὐστόχως 
ἐφάμενοι σκοποῦ, μυρίς ἀρχὰς καὶ αἰτίας τῆς τῶν ὄντων ὑπdἑμνοι
γενέσεως ψευδωνύμους πάσας τὸν ἕνα ποιητὴν καὶ πατέρα τῶν ὅλων
 ἠγνόησαν.

οἱ δὲ ἐπιστήμῃ κεχρημένοι τοῦ ἑνὸς υἱοὶ θεοῦ προσαγορεύονται
δεόντως, καθὰ καὶ Μωυσῆς ὁμολογεῖ φάαων· „υἱοί ἐστε κυρίου
τοῦ Osou" (Deut. 14, 1) καὶ „θεὸν τὸν γεννήσαντά δε" (Deut. 
32,18) καὶ „οὐκ αὐτὸς οὗτός σου πατήρ“ (ibid. 6); ἐπειαι μ́ντοι τοῖς
οὕτω τὴν ψυχὴν hατεθεῖσι μόνον τὸ καλὸν ἀγαθὸν1 εἶναι νομίζειν, ὅπερ
τῷ τέλει τῆς ἡδονῆς πρὸς ἐμπειροπολέμων ἀνδρῶν ἀντιαιχίζεται πρὸς ἀνα-
 

 
τροπὴν καί mθαίμσιν ἐκείνου. κἂν μηδέπω μέντοι τυuάνῃ τις ἀξιόχρεως.

ὢν υἱὸς θεοῦ προσγορεύεσθαb σπουδαζέτω κοσμεῖσθαι κατὰ τὸν
πρωτἡονον αὐτοῦ λόγον, τὸν ἀγγέλων πρεσβύτατόν, ὡς ἂν ἀρχάγγελον,
πολυώνυμον ὑπάρχοντα· καὶ γὰρ ἀρχὴ καὶ ὄνομα θεοῦ καὶ λόγος καὶ
 ὁ κατ᾿ εἰκόνα αννθρωπος καὶ ὁ ὁρῶν, Ἰσραήλ, προσαγορεύετ̣αι.

διὸ προήχθην ὀλίγῳ πρότερον ἐπαινέσαι τὰς ἀρετὰς τῶν φασκόντων ὅτι
„πάντες ἐσμ̀ν υἱοὶ ἑνὸς ἀνθρώπου“ (Gen. 42, 11)· καὶ γὰρ εἰ μήπω
ἱκανοὶ θεοῦ παῖὲς νομίζεσθαι γεγόναμεν, ἀλλά τοι τῆς ἀειδοῦς εἰκόνος
αὐτοῦ, λόγου τοῦ ἱερωτάτου· θεοῦ γὰρ εἰκὼν λόγος ὁ πρεσβύτατος.

καὶ πολλαχοῦ μέντοι τῆς νομοθεσίας υἱοὶ πάλιν Ἰσραὴλ καλοῦνται, τοῦ ὁρῶντος
οἱ ἀκούοντες. ἐπειδὴ μεθ’ ὅρασιν ἀκοὴ δευτερείοις τετίμηται καὶ τὸ διδαακόμενον
τοῦ χωρὶς ὑφηγήσεως ἐναργεῖς τύπους τῶν ὑποκειμένων λαμβάνοντος
ἀεὶ δεύτερον.

ἄγαμαι καὶ τῶν ἐν βασιλικαῖς βίβλοις ἱεροφαντηθέντων, καθ’ ἃς οἱ πολλαῖς γενεαῖς ὕστερον ἀκμάσαντες καὶ βιώσαντες
 ἀνυπιτίως υἱοὶ τοὐ τὸν θεὸν ὑμνήσαντος Δαβὶδ ἀναγράφονται
(III Reg. 15,11 IV Reg. 18, 3 al.), οὗ περιόντος οὐδ’ οἱ πρόπαπποι
τούτων ἦσαν ἴσως γεγενημένοι· ψυχῶν γὰρ ἀπαθανατιζομένων ἀρεταῖς,
οὐ φθαρτῶν σωμάτων ἐστὶ γένεσις, ἣν ἐπὶ τοὺς κλλοκἀγαθίας ἡγεμόνας
ὡσανἀ γεννητὰς καὶ πατέρας ἀναφέρεσθαι συμβαίνει.

κατὰ δὲ τῶν ἐπ’ ατηικίαις σεμνυνομένων εἶπε κύριος· „ἰδοὺ γένος ἓν καὶ χέλλος
ἓν πάντων “(Gen. 11,5), ἴσον τῷ ἰδοὺ μία οἰκειότης καὶ συγγένεια,
καὶ παλιν ἁρμονία καὶ συμφωνία ἡ αὐτὴ πάντων ὁμοῦ, μηδενὸς ἠλλοτριωμένου
τὴν γνώμην μηδ’ ἀπᾴδοντος, καθάπερ ἔχει καὶ ἐπ’ ἀνθρώπων
ἀμούσων· τὸ γὰρ φωνητήριον αὐτοῖς ὄργανον πᾶσι τοῖς φθόγγοις
 έστιν ὅτε δι’ ὅλων ἐκμλὲς καὶ ἀπῳδὸν οὐ μετρίως καθέστηκε, πρὸς
ἀναρμοστίαν ἄκρως ἡρμοσdμενον ακὶ πρὸς τὸ ἀσύμφωνον συμφωνίαν
 
 

 
 μόνον ἄγον.

καὶ ἐπὶ τῆς πολλτιδος τὸ κατασκευαστὸν τὸ παραπλήσιον
ἰδεῖν ἔστιν · αἴ τε γὰρ ἀμφημριναὶ καὶ διάτριτοι καὶ τεταρταΐζουσαι
παρὰ παισὶν ἰατρῶν λεγόμναι περίοδοι μεθ’ ἡμέραν τε καὶ νύκτωρ
περὶ τὰς αὐτὰς ωσρας κατασκήπτουσι τὴν εἰς αὐτὰ καὶ τάξιν φυλάττουσαι.

τὸ δὲ „καὶ τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι“ (Gen. 11,6) μετ᾿ οὐ μετρίου σχετλιασμοῦ 
λέλεκται, διότι τοῖς ῥᾳδιουργοῖς οὐ τὰ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους 
μόνον συγχεῖν δίκαια ἐξήρκεσεν, ἀλλ᾿ ἤδη καὶ τῶν ὀλυμπίων ἐπιβαίνειν
 ἐτόλμησαν, ἀδικίαν μὲν σπείραντες,

ἀσέβειαν δὲ θερίσαντες ὄφελος δὲ
τοῖς ἀθλίοις οὐδέν· οὐ γὰρ ὥσπερ ἀδικοῦντες ἀλλήλους πολλὰ ὧν ἂν
ἐθελήσωσιν ἀνύτουσιν ἔργοις βεβαιούμενοι τὰ βουλαῖς ἀγνώμοσιν ἐπιλογισθέντα, 
οὕτως καὶ ἀσεβοῦντες· ἀζήμια γὰρ καὶ ἀπήμονα τὰ θεῖα,
τοῦ δὲ πλημuελεῖν εἰς αὐτὰ οἱ δυσκάθαρτοι τὰς ἀρχὰς εὑρίσκονται
 μόνον, πρὸς δὲ τὸ τέλος φθάνουσιν οὐδέποτε.

διὸ καὶ λέγεται τοῦτο·
„ἤρξαντο ποιῆσαι“ · κορεσθέντες <γὰρ> οἱ τοῦ παρανομεῖν ἄπληστοι τῶν
πρὸς τὰ ἐν γῇ καὶ θαλάττῃ καὶ ἀέρι, ἃ φθαρτῆς φύσεως ἔλαχε, κακῶν 
ἐπὶ τὰς ἐν οὐρανῷ θείας φύσεις μετατάξασθαι διενοήθησαν· ἅ ἐστι τῶν
ὄντων ἔξω τοῦ κακηγορεῖν ἔθος ἐστὶ διαθεῖναι τὸ παράπαν οὐδέν· καὶ
αὐτὸ μέντοι τὸ βλασφημῖν οὐ τοῖς κακηγορουμένοις ἐπιφέρει τινὰ
ζημίαν, ἃ τῆς ἰδίου φύσεως οὔποτ᾿ ἐξίσταται, ἀλλὰ τοῖς καταιτιωμένος
 συμφορὰς ἀνηκέστους.

οὐκ ἐπειδὴ μέντοι μόνον ἤρξαντο πρὸς τὸ τέλος 
ἐλθεῖν ἀδυνατήσαντες ἀσεβείας, διὰ τοῦτ᾿ αὐτοὺς οὐχ ὡς διαπραξαμένους
ἕκσατα ὧν διενοήθησαν αἰτιατέον· οὗ χάριν καὶ τετελειωκέναι φησὶ τὸν
πύργον αὐτοὺς οὐ τελειώσαντας, ἐπειδὰν λέγῃ · „κύριος κατέβη ἰδεῖν τὴν
πόλιν καὶ τὸν πύργον“‚ οὐχ ὃν οἰκοδομῆσαι μέλλουσιν, ἀλλ᾿ ὃν „ᾠκοδόμησαν

“ ἤδη (Gen. 11,5). τίς οὖν πίστις τοῦ μὴ τετελεσιουργῆσθαι 
τὴν κατασκευήν; ἡ ἐνάργεια πρώτη· γῆς γὰρ ὁτιοῦν μέρος
 

 
ἀμήχανον οὐρανοῦ ψαῦσαι διὰ τὴν ἔμπροσθεν αἰτίαν, ὅτιπερ οὐδὲ κέντρον
περιφερείας ἅπτεται · δευτέρα δ᾿ , ὅτι ὁ αἰθήρ, ἱερὸν πῦο, φλόξ
ἐωιν ἄσβεστος, ὡς καὶ αὐτὸ δηλοῖ τοὔνομα παρὰ τὸ αῳͅειν, ὃ δὴ καίειν
ἐστὶ κατὰ γλῶτταν, εἰρημένον.

μάρτυς δὲ μία μοῖρα τῆς οὐρανίου πυρᾶς ἥλιος, ὃς τοσοῦτον γῆς ἀφεστὼς ἄχρι μυχῶν τὰς ἀκτῖνας ἐπιπέμπων
αὐτήν τε καὶ τὸν ἀπ᾿ αὐτῆς ἀνατείνοντα μέχρι τῆς οὐρανίου
σφαίρας ἀέρα φύσει ψυχρὸν ὄντα τῇ μὲν ἀλεαίνει, τῇ δὲ καταφλέγει·
τὰ μὲν γὰρ ὅσα ἢ μακρὰν ἀφέστηκεν αὐτοῦ τῆς φορᾶς ἢ ἐγκάρσια
παραβέβληται ἀλεαίνει μόνον, τὰ δ᾿ ἐγγὺς ἢ ἐπ᾿ εὐθείας ὄντα καὶ
 προσανακαίει βίᾳ.

εἰ δὲ ταῦθ’ οὕτως ἔχει, τοὺς ἀναβαίνειν τολμῶντας ἀνθρώπους οὐκ ἀναγκαῖον ἦν ἐμπεπρῆσθαι κεραυνωθέντας, ἀτελοῦς αὐτοῖς
τῆς μγαλουργηθείση· ἐπινοίας γενομένης; τοῦτ᾿ ἔοικεν αἰνίττεσθαι διὰ
τῶν αὖθις λεγομένων· „ἐπαύσαντο“ γάρ φησιν „οἰκοὸομοῦντε τὴν
p. 429 M. πόλιν καὶ τὸν πύργον“ (Gen. 11,8), οὐ δήπου τελειώσαντες, | ἀλλὰ
 τελεσιουργῆσαι κωλυθέντες διὰ τὴν ἐπιγενομένην σύγχυσιν. οὐ μὴν ἐκπεγεύγασι
τὴν τῶν διαπράξεων αἰτίαν οἱ πρὸς τῷ βουλεύσασθαι καὶ
ἐγκεχειρηκότες.

τὸν γοῦν οἰωνόμαντιν καὶ τερατοσκόπον περὶ τἀς ἀβεβαίους εἰκασίας ματαιάζοντα — καὶ γὰρ μάταιος ἑρμηνεύεται Βαλαάμ
— φησὶν ὁ νόμος τῷ ὁρῶντι καταράσασθαι καίτοι διὰ τῶν λόγων εὐφήμους
 ποιησάμενον εὐχάς, σκοπῶν οὐ τὰ λεχθέντα ἃ προμηθείᾳ θεοῦ
μετεχαράττετο οἷα δόκιμον ἀντὶ κιβδήλου νόμισμα, τὴν δὲ διάνοιαν, ἐν
ᾖ τὰ βλάψοντα πρὸ τῶν ὠφελησόντων ἀνεπολεῖτο. ἔστι δὲ φύσει πολέμια
ταῦτα, στοχασμὸς ἀληθείᾳ καὶ ματαιότης ἐπιστήμῃ καὶ ἡ διὰ
ἐνθουσιασμοῦ μαντεία νηφούσῃ σοφίᾳ.

καὶ ἂν ἐξ ἐνέδρας μέντοι τις ἐπιχειρήσας ἀνελεῖν τινα μὴ δυνηθῇ κτεῖναι, τῇ τῶν ἀνδροφόνων
οὐδὲν ἧττον ὕποχος δίκῃ καθέστηκεν, ὡς ὁ γραφεὶς περὶ τούτων δηλοῖ
νόμος· „ἐὰν“ γάρ φησι„ τὶς ἐπιθῆται τῷ πλησίον ἀποκτεῖναι αὐτὸν
δόλῳ καὶ καταφύγῃ, ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου λήψῃ αὐτὸν θανατῶσαι„
 

 
(Exod. 21,14)· καίτοι ἐπιτίθεται μόνον, οὐκ ἀνῄρηκεν, ἀλλ’ ἴσον ἡγἡσατο
ἀδίκημα τῷ κτεῖναι τὸ βουλεῦσαι τὸν φόνον· οὗ χάριν οὐδ’ ἱκέτῃ
γενομένῳ δέδωκεν ἀμνηστὑν, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἱεροῦ ἐκέλευσεν ἀπάγειν τὸν
 ἀνιέρῳ γνώμῃ χρησάιuενον.

ἀνίερος δὲ οὐ ταύτῃ μόνον, ὅτι κατὰ ψυχῆς
τῆς αἰεὶ ζῆν δυναμένης ἀρετῶν κτήσει τε καὶ χρήσει τὸν διὰ προσβολῆς 
κακίας φόνον ἐβούλευσεν. ἀλλὰ καὶ ὅτι θεὸν τῆς ἀνοσιουργοῦ
τόλμης αἰτιᾶται· τὸ γὰρ „καταφύγῃ“ τοιοῦτον ὑποβάλλει νοῦν, διότι
πολλοὶ τὰ καθ᾿ ἑαυτῶν ἀποδιδράσκειν ἐθέλοντες ἐγκλήματα καὶ ῥύεσθαι
τῶν ἐφ’ οἷς ἠδίκησαν ἀξιοῦντες ἑαυτοὺς τιμωριῶν τὸ οἰκεῖον ἄγος τῷ
κακοῦ μὲν μηδενὸς ἀγαθῶν δ’ ἁπάντων αἰτίῳ προσβάλλουσι θεῷ. διὸ 
καὶ ἀπ᾿ αὐτῶν βωμῶν τοὺς τοιούτους ἀπάγειν ὅσιον εἶναι ἐνομίσθη.

δίκην δ’ ὑπερβάλλουσαν κατὰ τῶν ἐπ’ ἀθεότηιι λόγους οἰκοδομουṕνων
καὶ συγκροτούντων ὁρίζει, ἣν ἴσως τινὲς ἰῶν ἀφρόνων οὐ βλάβην, ἀλλ’
ὠφέλειαν ὑποτοπήσουσιν· „οὐ γὰρ ἐκλείψει“ φησίν „ἀπ’ αὐτῶν πάντα ὅσα
ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν“ (Gen. 11,6). ὢ τῆς ἀπεριγράφου καὶ ἀμέτρου κακοδαιμονίας. 
πάνθ’ οἷς ἂν ὁ φρενοβλαβέστατος ἐπιθῆται νοῦς, ὑποχείρια εἶναι
καὶ ὑπήκοα, καὶ μηδέν, <μὴ> μέγα μὴ μικρόν, ὑστερίζειν τὸ παράπαν, ἀλλ’

ὡσπερεὶ φθάνοντα προαπαντᾶν πρὸς τὰς χρείας ἑκάστας. ψυχῆς 
ταῦτα φρονήσεως χηρευούσης ἐστὶν ἐπίδειξις μηδὲν τῶν εἰς τὸ ἁμαρτάνειν
ἐχούσης ἐμποδών. εὔξαιτο γὰρ ἂν ὁ μὴ σφόδρα ἀνιάτως ἔχων 
τὰ ἐξ ὑποθέσεως τοῦ νοῦ πάντ’ ἐπιλιπεῖν αὐτῷ, ἵνα μὴ τῷ κλέπτειν
ἢ μοιχεύειν ἢ ἀνδροφονεῖν ἢ ἱεροσυλεῖν ἤ τινι τῶν ὁμοιοτρόπων ἐπιτιτιθέμενος
εὐοδῇ, μυρία δ’ εὑρίσκῃ τὰ κωλυσιεργὴσοντα. κωλυθεὶς μὲν
γὰρ τὴν μεγίστην νόσον, ἀδικίαν, ἀποβάλλει, σὺν ἀδείᾳ δ’ ἐπεξελθὼν
 ταύτην ἀναδέξεται.

τί οὖν ἔτι τὰς τῶν τυράννων τύχας ὡς μακαρίων 
ζηλοῦτε καὶ θαυμάζετε, δι᾿ ἃς εὐπετῶς ἕκαστα ἐπεξίασιν, ὧν ἂν ὁ
ἐκλελυττηκὼς κἀκτεθηριωμένος τέκῃ νοῦς, καὶ ἐν ἑαυτοῖς δέον ἐπιστέ-
 

 
νεῖν, εἴ γε ἀπορία καὶ [ἡ] ἀσθένεια κακοῖς λυσιτελές, ὡς περιουσία καὶ
ἰαὺς ἀγαθοῖς ὠφελιμώτατον;

εἷς δέ τις τῶν ἀφρόνων ᾐσθημένος, εἰς ὅσην κακοδαιμονίας ὑπερβολὴν ανγει ἡ τοῦ διαμαρτάνειν ἐκεχειρία, μετὰ
παρρησίας εἶπε· „μείζων ἡ αἰτία μου τοῦ ἀφεθῆναι“ (Geu. 4, 13).
 παγχάλεπον γὰρ ἀχαλίνωτον ἐαθῆναι ψυχὴν ἀτίθασον οὖσαν ἐξ ἑαυτῆς,
ἣν μόλις ἡνίαις μετ’ ἐπανατάσεως μαστίγων ἔστι κατασχόντα πραῦναι.

διόπερ λόγιον τοῦ ἵγεω θεοῦ μεστὸν ἡμερότητος ἐλπίδας χρηστὰς ὑπογράφον γράφον τοῖς παιδείας ἐρασταῖς ἀνῄρηται τοιόνδε· „οὐ μή σε ἀνῶ, οὐδ’
οὐ μή σε ἐγκαταλίπω“ (Jos. 1, 5)· τῶν γὰρ τῆς ψυχῆς δεσμῶν χαλασθέντων,
 οἷς διεκρατεῖτο, ἡ μεγίστη παρέπεται συμφορά, κατλειφθῆναι
ὑπὸ θεοῦ, ὃς τοῖς ὅλοις δεσμοὺς τὰς ἑαυτοῦ δυνάμεις περιῆψεν ἀρρήκτους,
αἷς τὰ πάντα σφίγξας αγυτα εἶναι βεβούληται.

λέγει μέντοι καὶ ἑτέρωθι, ὅτι „πάνθ’ ὅσα δεσμῷ καταδέδεται, καθαρά ἐστιν“ (Num.
19, 15), ἐπειδὴ τῆς ἀκαθάρτου φθορᾶς αἴτιον ἡ διάλυσις: μηδέποτ᾿ 
 οὖν ἰδών τινα τῶν φαύλων οἷς ἄν ἐπιθῆται πᾶσιν εὐμαρῶς ἐπεξιόντα
θαυμάσῃς ὡς κατορθοῦντα, ἀλλὰ τοὐναντίον ὡς ἀποτυγχάνοντα οἰκτίζου,
ὅτι ἀφορίᾳ μὲν ἀρετῆς, κακίας δὲ εὐφορίᾳ χρώμενος διατελεῖ.

σκέψασθαι δ’ οὐ πρέργως ἄξιον, τίν’ ἔχει λόγον τὸ εἰρημένον ἐκ προσώπου
τοῦ ἑοῦ· „δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν ἐκεῖ αὐτῶν τὴν
 γλῶτταν“ (Gen. 11,7). φαίνεται γὰρ διαλεγόμενός τισιν ὡς ἄν συνεργοῖς
αὐτοῦ, τὸ δ᾿ αὐτὸ καὶ πρότερον ἐπὶ τῆς τἀνθρώπου κατασκευῆς
ἀνγέγραπται·„εἶπε“ γάρ φησι „κύριος ὁ θεός·

ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν“ (Gen. 1,26) τοῦ „ποιήσωμεν“
πλῆθος ἐμφαίνοντος· καὶ πάλιν „εἶπεν ὁ θεός· ἰδού, γέγονεν Ἀδὰμ ὡς
εἷς ἡμῶν, τῷ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν“ (Gen. 3, 22)· τὸ γὰρ
 „ὡς εἷς ἡμῶν“ οὐκ ἐφ’ ἑνός, ἀλλ᾿ ἐπὶ πλειόνων τίθεαι.

λεκτέον οὖν 
 

 
ἐκεῖνο πρῶτον, ὅτι οὐδὲν τῶν ὄντων ἰσότιμον ὑφέστηκε θεῷ, ἀλλ’ ἔστιν
εἷς ἄρχων καὶ ἡγεμὼν καὶ βασιλεύς, ᾧ πρυιανεύειν καὶ διοικεῖν μόνῳ
 
 θέμις τὰ σύμπαντα. τὸ γὰρ 
 οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη, εἷς κοίρανος ἔστω, 
 εἷς βασιλεὺς 
 
οὐκ ἐπὶ πόλεων καὶ ἀνθρώπων λέγοιτ’ ἂν ἐν δίκῃ μᾶλλον ἢ ἐπὶ κόσμου
καὶ θεοῦ· ἑνὸς γὰρ ἕνα ποτητήν τε καὶ πατέρα πάλιν καὶ δεσπότην

ἀναγκαῖον εἶναι. τούτου δὴ προδιολογηθέντος ἀκόλουθον ἂν
εἴη συνυφαίνειν τὰ ἁρμόζοντα. τίν’ οὗν ἐστι, σκοπῶμεν· εἷς ὢν ὁ θεὸς
ἀμυθήτους περὶ αὑτὸν ἔχει δυνάμεις ἀρωγοὺς καὶ σωτηρίους τοῦ γενομένου 
πάσας, αἷς ἐμφέρονται καὶ αἱ κολαστήριοι· ἔστι δὲ καὶ ἡ κόλασις
 οὐκ ἐπιζήμιον, ἁμαρτημάτων οὖσα κώλυσις καὶ ἐπανόρθωσις.

διὰ
τούτων τῶν δυνάμεων ὁ ἀσώματος καὶ νοητὸς ἐπάγη κόσμος, τὸ τοῦ
φαινομένου τοῦδε ἀρχέτυπον, ἰδέαις ἀοράτοις συσιαθείς, ὥσπερ οὗτος
 σώμασιν ὁρατοῖς.

καταπλαγέντες οὖν τινες τὴν ἑκτέρου τῶν κόσμων 
φύσιν οὐ μόνον ὅλους ἐξεθείωσαν, ἀλλὰ καὶ τὰ κάλλιστα τῶν ἐν αὐτοῖς
μερῶν, ἥλιον καὶ σελήνην καὶ τὸν σύμπαντα οὐρανόν, ἅπερ οὐδὲν αἰδεσθέντες
θέντες θεοὺς ἐκάλεσαν. ὧν τὴν ἀπόνοιαν κατιδὼν Μωυσῆς φησι·
„κύριε, κύριε, βασιλεῦ τῶν θεῶν“ (Deut. 10, 17) <εἰς> ἔνδειξιν τῆς παρ’
 ὑπηκόους ἄρχοντος διαφοράς.

ἔσιι δὲ καὶ κατὰ τὸν ἀέρα ψυχῶν ἀσωμάτων 
ἱερώτατος χορὸς ὀπαδὸς τῶν οὐρανίων· ἀγγέλους τὰς ψυχὰς
ταύτας εἴωθε καλεῖν ὁ θεσπιῳδὸς λόγος· πάντ’ οὖν τὸν στρατὸν ἑκάστων
ἐν ταῖς ἁρμοττούσαις διακεκοσμημένον τάξεσιν ὑπηρέτην καὶ θεραπευτήν
εἶναι συμβέβηκε τοῦ διακοσμήσαντος ἡγεμόνος, ᾧ ταξιαρχοῦντι
κατὰ δίκην καὶ θεσμὸν ἕπεται· λιποταξίου γὰρ οὐ θέμις ἁλῶναί ποτε 
 
 

 
τὸ θεῖον στράτευμα.

βσιλεῖ δὲ ταῖς ἑαυτοῦ δυνάμεσιν ἐμπρεπὲς ὁμιλεῖν τε καὶ χρῆσθαι πρὸς τὰς τῶν τοιούτων πραγμάτων ὑπηρεσίας, οἷσπερ
ἁρμόττει μὴ ὑπὸ μόνου πήγνυσθαι θεοῦ. χρεῖος μὲν γὰρ οὐδενός ἐστιν
ὁ τοῦ παντὸς πατήρ, ὡς δεῖσθαι τῆς ἀφ’ ἑτέρων, εἰ ἐθέλοι δημιουρ.
 γῆσι, 〈συμπράξεως〉, τὸ δὲ πρέπον ὁρῶν ἑαυτῷ τε καὶ τοῖς γινομένοις
ταῖς ὑπηκόοις δυνάμεσιν ενστιν ἃ διαπλάττειν ἐφῆκεν, οὐδὲ ταύταις εἰσάπαν
αὐτοκράτορα δοὺς τοῦ τελεσιουργεῖν ἐπιστήμην, ἵνα μή τι πλημμελγθείη
τῶν ἀφικνουμένων εἰς γένεσιν.

ταῦτα μὲν οὖν ἀναγκαῖον ἦν προτυπῶσαι· ὧν δὲ χάριν, ηνδη λεκτέον · ἡ μὲν φύσις τῶν ζῴων εἴς
 τε αγογον καὶ λογικὴν μοῖραν, ἐναντίας ἀλλήλαις, ἐτμήθη τὸ πρῶτον,
 ἡ δ’ αὖ λογικὴ πάλιν ἲς τε τὸ φθαρτὸν καὶ ἀθάνατον εἶδος, φθαρτὸν
μὲν τὸ ἀνθρώπων, ἀθάνατον δὲ τὸ ψυχῶν ἀσωμάτων, αἳ κατά τε
ἀέρα καὶ οὐρανὸν περιπολοῦσι.

κακίας δὲ ἀμέτοχοι μέν εἰσιν αὗται, τὸν ἀκήρατον καὶ εὐδαίμονα κλῆρον ἐξ ἀρχῆς λαχοῦσαι καὶ τῷ συμφορῶν
 ἀνηνύτων οὐκ ἐνδεθεῖσαι χωρίῳ, σώματι, ἀμέτοχοι δὲ καὶ <αἱ>
τῶν ἀλόγων, παρόσον ἀμοιροῦσαι διανοίας οὐδὲ τῶν ἐκ λογισμοῦ συμβαινόντων
ἑκουσίων ἀδικημάτων ἁλίσκονται.

μόνος δὲ σχεδὸν ἐκ πάντων ὁ ἄνθρωπος ἀγαθῶν καὶ κακῶν ἔχων ἐπιστήμην αἱρεῖται μὲν
πολλ́κις τὰ φαυλότατα, φεύγει δὲ τὰ σπουδῆς ἄξια, ὥστ’ αὐτὸν μάλιστα
 ἐπὶ τοῖς ἐκ προνοίας ἁμαρτήμασι καταγινώσκεσθαι.

προσηκόντως οὖν τὴν τούτου κατασκευὴν ὁ θεὸς περιῆψε καὶ τοῖς ὑπάρχοις αὐτοῦ
λέγων· „ποιήσωμεν ἄνθρωπον“, ἵνα αἱ μὲν τοῦ ἀνθρώπου κατορθώσεις
ἐπ’ αὐτὸν ἀναφέρωνται μόνον, ἐπ’ ἄλλους δὲ αἱ ἁμαριίαι. θεῷ γὰρ
τῷ πανηγεμόνι ἐμπρεπὲς οὐκ ἔδοξεν εἶναι τὴν ἐπὶ κακίαν ὁδὸν ἐν ψυχῇ
 λογικῇ δι’ ἑαυτοῦ δημιουργῆσαι· οὗ χάριν τοῖς μετ’ αὐτὸν ἐπέτρεψε
τὴν τούτου τοῦ μέρους κατασκευήν. ἐνδεῖ γὰρ καὶ τὸ ἀντίπαλον τῷ
ἀκουσίῳ, τὸ ἑκούσιον, εἰς τὴν τοῦ παντὸς συμπλήρωσιν κατασκευασθὲν
ἀναδειχθῆναι.

τοῦτο μὲν δὴ ταύτῃ λελέχθω. προσήκει δὲ κἀκεῖνο λελογίσθαι, ὅτι μόνων ἀγαθῶν ἐστιν 6 θεὸς αἴτιος, κακοῦ δὲ
 οὐδενὸς τὸ παράπαν, ἐπειδὴ καὶ τὸ πρεσβύτατον τῶν ὄντων καὶ τελειό-
 

 
τατὸν ἀγαθὸν αὐτὸς ἦν. ἐμπρεπέστατον δὲ τὰ οἰκεῖα τῇ ἑαυτοῦ φύσει
δημιουργεῖν ἄριστα τῷ ἀρίστω, τὰς μέντοι κατὰ πονηρῶν κολάσεις διὰ
 τῶν ὑπ’ αὐτὸν βεβαιοῦσθαι.

μαρτυρεῖ δέ μου τῷ λόγῳ καὶ | τὸ εἰρημένον
ὑπὸ τοῦ τελειωθέντος ἐξ ἀσκήσεως τόδε· „ὁ θεὸς ὁ τρέφων με
ἐκ νεότητος, ὁ ἄγγελος ὁ ῥυόμενός με ἐκ πάντων τῶν κακῶν“ (Gen. 
48, 15. 16)· ὁμολογεῖ γὰρ καὶ οὗτος ἤδη, ὅτι τὰ μὲν πήσια τῶν ἀγαθῶν,
ἃ φαρέτους τρέφει ψυχάς, ἐπὶ θεὸν ἀναφέρεται μόνον ὡς αἴτιον,
ἡ δὲ τῶν κακῶν μοῖρα ἀγγέλοις ἐπιτέτραπται πάλιν, οὐδὲ ἐκείνοις ἔχουσι
τὴν τοῦ κολάζειν αὐτοκράτορα ἐξουσίαν, ἵνα μηδενὸς τῶν εἰς φθορὰν
 τεινόντων ἡ σωτήριος αὐτοῦ κατάρχῃ φύσις.

διὸ λέγει· „δεῦτε καὶ 
καταβάντες συγχέωμεν“. οἱ μὲν γὰρ ἀσεβεῖς τοιαύτης ἐπάξιοι δίκης
τυγχάνειν, ἵλεως καὶ εὐεργέτιδας καὶ φιλοδώρους αὐτοῦ δυνάμεις οἰκειοῦσθαι
τιμωρίαις. εἰδὼς μέντοι τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων ὠφελίμους
ὑπαρχούσας δι᾿ ἑτέρων αὐτὰς ὥρισεν· ἔδει γὰρ τὸ μὲν ἐπανορθώσεως
ἀξιωθῆναι, τὰς δὲ πηγὰς τῶν ἀνεννάων αὐτοῦ χαρίτων ἀμιγεῖς κακῶν 
 οὐκ ὄντων μόνον ἀλλὰ καὶ νομιζομένων φυλαχθῆναι.

Τίς δέ ἐσιιν ἡ σύγχυσις, ἐρευνητέον. πῶς οὗν ἐρευνήσομεν;
οὕτως, ὥς γ’ ἐμοὶ φαίνεται· πολλάκις οὓς πρότερον οὐκ ᾔδειμεν, ἀπὸ
τῶν συγγενῶν καί τινα πρὸς αὐτοὺς ἐχόντων ἐμφέρειαν ἐγνωρίσαμεν·
οὐκοῦν καὶ πράγματα τὸν αὐτὸν τρόπον, ἃ μὴ ῥᾴδιον ἐξ ἑαυτῶν καταλαμβάνεσθι, 
δῆλα γένοιτ’ ἂν κατὰ τὴν ἰῶν οἰκείων αὐτοῖς ὁμοιότητα.

τίνα οὖν ἐστι συγχύσει πράγματα ὅμοια; ἡ μῖξις, ὥσπερ ὁ παλαιὸς
λόγος, καὶ κρᾶσις· ἀλλ’ ἡ μὲν μῖξις ἐν ξηραῖς, ἡ δὲ κράσις ἐν ὑγραῖς
 οὐσίαις δοκιμάζεται.

μῖξις μὲν οὖν σωμάτων διαφερόντων ἐστὶν οὐκ ἐν
κόσμῳ παράθεσις, ὥσπερ ἄν εἴ ιις σωρὸν ποιήσειε κριθὰς καὶ πυροὺς 
καὶ ὀρόβους καὶ ἄλλ’ ἄττα εἴδη ἰῶν σπαρτῶν εἰς ταὐτὸ εἰσενεγκών,
 
 

 
κρᾶσις δ’ οὐ παράθεσις, ἀλλὰ τῶν ἀνομοίων μρῶν εἰς αγληλα εἰσδυομένων
δι’ ὅλων ̓ντιπαρέκτασις, ἔτι δυναμένων ἐπιτεχνήσει τινὶ διακρίωεσθαι
τῶν ποιοτήτων, ὡς ἐπὶ οἴνου καὶ ὕδατός φασι γίνεσθαι·

συνελθούσας μὲν γὰρ τὰς Οὖσις ἀποτελεῖν κρᾶσιν, τὸ δὲ κραθὲν οὐδὲν ἧττον
 ἀναπλοῦσθαι πάλιν εἰς τ̀ς ἐξ ὧν ἀπετελέσθη ποιότητας· σπόγγῳ γὰρ
ἠλαιωμένῳ τὸ μὲν ὕδωρ ἀναλαμβάνεσθαι, τὸν δ’ οἶνον ὑπολείπεσθαι·
μήποτε ἐπειδήπερ ἐξ ὕδατος ἡ σπογγιάς γένεσίς ἐστι, τὸ μὲν οἰκεῖον,
ὕδωρ, πέφυκεν ἀναλαμβάνεσθαι πρὸς αὐτῆς ἐκ τοῦ κράματος, τὸ δ᾿ 
ἀλλότριον ὑπολείπεσθαι, 6 οἶνος.

σύγχυσις δέ ἐστι φθορὰ τῶν ἐξ ἀρχῆς ποιοτήτων πάσι τοῖς μέρεσιν ἀντιπαρεκτεινομένων εἰτ διαφερούσης μιᾶς
γένεσιν, ὡς ἐπὶ τῆς ἐν ἰατρικῇ τετραφαρμάκου συντέτευχε· κηρὸς γὰρ
καὶ στέαρ καὶ πίττα ῥητίνη τε, οἶμαι, συνελθόντα ταύτην ἀποτελεῖ, συντεθείσης
δὲ ἀμήχανον ἔτι τὰς ἐξ ὧν συνετέθη διακριθῆναι δυνάμεις,
ἀλλ’ ἑκάστη μὲν αὐτῶν ἠφάνισται, πασῶν δ’ ἡ φθορὰ μίαν ἐξαίρετον
 ἄλλην ἐγέννησε δύναμιν.

ὅταν δ’ ἀπειλῇ σύγχυσιν τοῖς ἀσεβέσι λογισμοῖς ὁ θεός, οὐ μόνον ἑκάστης κακίας τό τε εἶδος καὶ τὴν δύναμιν
ἀφανισθῆναι κελεύει, ἀλλὰ καὶ τὸ συνερανισθὲν ἐξ αὐτῶν, ἵνα μήιε τὰ
μέρη καθ’ ἑαυτὰ μήθ’ ἡ πάντων σύνοδός τε καὶ συμφωνία περιβάληταί
τινα ἰσχὺν ἐπὶ καθαιρέσει τῆς ἀμείνονος μοίρας.

οὗ χάριν φησί· „συγχέωμεν ἐκεῖ αὐτῶν τὴν γλῶτταν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν
φωνὴν τοὺ πλησίον“ (Geii. 11, 7), ὅπερ ἴσον ἐστὶ τούτῳ· κωφὸν
ἕκαστον ἐργασώμεθα τῶν κακίας μερῶν, ὡς μήτε ἰδίαν ἀφιὲν 〈φωνὴν〉
μήτε συνηχοῦν ἑτέρῳ βλάβης αἴτιον γίνηται-

ταῦτα μὲν ἡμεῖς, οἱ δὲ τοῖς ἐμφανέσι καὶ προχείροις μόνον ἐτͅακολουθοῦντσς οἴονται νυνὶ
γένεσιν δἀέκτων ‘Eλληνικῶν τε καὶ βαρβάρων ὑπογράφεσθαι· οὓς οὐκ
 ἄν αἰτιασάμενος — ἴσως γὰρ ἀληθεῖ καὶ αὐτοὶ χρῶνται λόγῳ — παρακαλέσαιμ᾿ 
ἄν μὴ ἐπὶ τούτων στῆναι, μετελθεῖν δὲ ἐπὶ τὰς τροπικὰς
ἀποδόσεις, νομίσαντας τὰ μὲν ῥητὰ τῶν χρησμῶν σκιάς τινας ὡσανεὶ
σωμάτων εἶναι, τὰς δ’ ἐuσͅαινοιuένας ὸυνάμεις τὰ ὑφεστῶτα ἀληθείᾳ
 πράγματα.

δίδωσι μέντοι πρὸς τοῦτ’ ἀφορμὰς τὸ εἶδος τοῖς μὴ τυφλοῖς 

 
διάνοιαν νομοθέτης αὐτός, ωασπερ ἀμέλει καὶ θ’ ὧν νῦν ἐστιν ὁ
λόγος· τὸ γὰρ γινόμενον σύγχυσιν προσεῖπε. καίτοι γε εἰ διαλέκιων
γένεσιν αὐτὸ μόνον ἐδήλου, κἀν ὄνομα εὐθυβολώτερον ἐπεφήμισεν ἀντὶ
συγχύσεως διάκρισιν· οὐ γὰρ συγχεῖται τὰ τεμνόμενα, δικρίνεται δ’
ἔμπαλιν, καὶ ἔστιν οὐ μόνον ἐναντίον ὄνομα ὀνόματι, ἀλλ’ ἔργον ἔργῳ.

σύγχυσις μὲν γάρ, ὡς ἔφην, ἐστὶ φθορὰ τῶν ἁπλῶν δυνάμεων εἰς συμπεφορημένης
μιᾶς γένεσιν, διάκρισις δὲ ἑνὸς εἰς πλείω τομή, καθάπερ
ἐπὶ γένους καὶ τῶν κατ’ αὐτὸ εἰδῶν ἔχειν συντέτευχεν. ὥστε εἰ μίαν
οὖσαν φωνὴν ἐκέλευσε τέμνειν ὁ σοφὸς εἰς πλειόνων διαλέκτων τμήματα,
προσεχεστέροις ἄν καὶ κυριωτέροις ἐχρήσατο τοῖς ὀνόμασι, τομὴν 
ἡ διανέμησιν ἢ διάκρισιν ἤ τι ὁμοιότροπον εἰπών, οὐ τὸ μαχόμενον
 αὐτοῖς, σύγχυσιν.

ἀλλ’ ἔστιν ἡ σπουδὴ διαλῦσαι τὸ κακίας στῖφος, τὰς
ὁμολογίας αὐτῆς ἀκυρῶσαι, τὴν κοινωνίαν ἀνελεῖν, τὰς δυνάμεις ἀφανίσαι
καὶ διφθεῖρι, τὸ τῆς ἀρχῆς κράτος, ὃ δειναῖς ὠχυρώσατο παρανομίαις,
 καθελεῖν.

οὐχ ὁρᾷς ὅτι καὶ τῶν ψυχῆς ὁ πλάστης μερῶν 
οὐδὲν οὐδενὶ εἰς τὴν τοὺ ἑτέρου κοινωνίαν ἤγαγεν; ἀλλ’ ὀφθαλμοὶ μὲν
οὐκ ἄν ἀκούσειαν, ὤτα δὲ οὐκ ἄν θεάσαιτο, χυλὸς δὲ ἐνστόμιος οὐκ
ἂν ὄσφροιτο, οὐδ᾿ ἂν γεύσαιντο ῥῖνες, ὅ τ’ αὖ λόγος οὐδὲν ἄν τῶν κατὰ
τὰς αἰσθήσεις πάθοι, οὐδ’ ἔμπαλιν ῥῆξαι φωνὴν δύναιτ’ ἄν αἴσθησις.

ἔγνω γὰρ 6 τεχνίτης, ὅτι τὸ μὴ ἀκούειν ἕκαστον τούτων τῆς τοῦ πλησίον 
φωνῆς λυσιτελές ἐστιν, ἀλλὰ τὰ μὲν τῆς ψυχῆς μέρη ταῖς οἰκείαις
δυνάμεσιν ἀσυγχύτοις χρῆσθαι πρὸς τὴν τῶν ζῴων ὠφέλειαν καὶ τὴν
πρὸς αγληλα κοινωνίαν ἀφῃρῆσθαι, τὰ δὲ τἦς κακίας εἰς 〈σύγ〉χυσιν καὶ
φθορὰν ἀχθῆναι παντελῆ, ἵνα μήτε συμφωνήσαντα μήτε καθ’ ἑαυτὰ
 ὄντα ζημία τοῖς ἀμείνοσι γένηται.

παρὸ καὶ λέγει· „διέσπειρεν αὐτοὺς 
κύριος ἐκεῖθεν“ (Gen. 11,8), ἐν ἴσῳ τῷ ἐσκέδασεν, ἐφυγάδευσεν, ἀφανεῖς
ἐποίησε· τὸ γὰρ σπείρειν 〈ἀγαθῶν, κακῶν δὲ αἴτιον τὸ διασπείρειν〉,
 

 
ὅτι τὸ μὲν ἐπιδόσεως καὶ αὐξήσεως καὶ γενέσεως ἑτέρων ἕνεκα συμβαίνει,
τὸ δ’ ἀπωλείας καὶ φθορᾶς. βούλεται δὲ 6 φυτουργὸς θεὸς
σπείρειν μὲν ἐν τῷ παντὶ καλοκἀγαθίαν, διασπείρειν δὲ καὶ ἐλαύνειν
ἐκ τῆς τοῦ κόσμου πολιτείας τὴν ἐπάρατον ἀσέβειαν, ἵν’ ἤδη ποτὲ
 παύσωνται τὴν κακίς πόλιν καὶ τὸν ἀθεότητος πύργον οἰκοδομοῦντες
μισάρετοι τρόποι.

τούτων γὰρ σκεδασθέντων οἱ πάλαι πεφευγότες τὴν τυραννιΤα τῆς ἀφροσύνης ἑνὶ κηρύγματι κάθοδον εὑρήσουσι, γράψαντός
τε καὶ βεβαιώσαντος <θεοῦ> τὸ κήρυγμα, ὡς δηλοῦσιν οἱ χρησμοί, ἐν
οἷς διείρηται ὅτι „ἐὰν ᾖ ἡ διασπορά σου ἀπ’ ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ ἕως
 ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ, ἐκεῖθεν συνάξει σε“ (Deut. 30, 4)·

ὥστε τὴν μὲν ἀρετῶν συμφωνίαν ἐμπρεπὲς ἁρμόζεσθαι θεῷ, τὴν δὲ κακιῶν διαλύειν
τε καὶ φθείρειν. οἰκειότατον δὲ κακίας ὄνομα σύγχυσις· οὗ πίστις
ἐναργὴς πᾶς ἄφρων , λόγοις καὶ βουλαῖς καὶ πράξεσιν ἀδοκίμοις καὶ
πεφορημέναις χρώμενος.