Πόλη του ένδοξου παρελθόντος και του λαμπρού μέλλοντος
Με γνωρίζοντας, πόλη του ένδοξου παρελθόντος και του λαμπρού μέλλοντος
Πόλη του ένδοξου παρελθόντος και του λαμπρού μέλλοντος
Πόλη του ένδοξου παρελθόντος και του λαμπρού μέλλοντος
Μεγαλούχησε η προσδοκία του μεγάλου βασιλτά
Με ανέθρεψε η υπόσχεση της παγκόσμιας κυριαρχίας μου
Σήμερα το πρωί ξύπνισα απότομα
Λαός αμέτρητος τους δρόμους
Φωνές, οι αχές, ενθουσιασμός
Ξύπνα, τον βασιλιά υποδεχόμαστε
Ο σανά ευλογημένος ο ερχόμενος βασιλιάς του Ισραήλ
Επιτέλους, ήρθε η μεγάλη ώρα
Με περισσή λαχτάρα κοίταξα έξω από τα τύχη μου
Που βασιλιάς, πού είναι ο βασιλιάς, πού είναι η πάνωπλη συνοδία του
Αυτοί οι φτωχοί και τα ποινή χωριάτες που τον ακολουθούν
Πού είναι το άρμα του, ο χρυσός του θρόνος
Αυτό το άβγαλτο και ασέλο το πουλαράκι
Μη φοβάσει η Ερουσαλήν, κόρη του όρου Σιών
Να, ο βασιλιάς σου έρχεται, όχι σαν τύρανος και κατακτητής
Πάνω σε άλογο ή σε άρμα πολεμικό
Αλλά καθισμένος πάνω σε ένα γαϊδουράκι
Τα λόγια του προφή τη ζαχαρία δεν με έπισαν
Ούτε η ανάσταση κάποιου λαζάρου που άκουσα να συζητιέται
Τον ήξερα ήδη τον Ιησού και την διδασκαδία του
Έργα και λόγια πολύ όμορφα, θεϊκά
Θε μου αρκούσαν όμως
Η παγκόσμια κυριαρχία χτίζεται με όπλα, χρυσάφι, σάλπινγες
Θελιέμα και βία, όχι υποσευχές, ταπίνωση και αγαθοεργίες
Τις ίδιες σκέψεις είδα και στους κατήκους μου
Τους γνωρίζω τόσο καλά, το ωσανά τους γρήγορα θα γίνει σταυροθήτο
Μόνο τα παιδιά με ξάφνιασαν
Ο, είχα σχεδόν ξεχάσει ότι μέσα μου ζούνε και παιδιά
Ήμουν βέβαιοι πως μέσα σε τόση δίψα για δόξα και εξουσία
Μέσα στον τρόμο και τον φόβο του νόμου, που δεν ήταν πιά του Θεού, αλλά των φαρησέων
Μέσα σε τόσο σκοτάδι και σκιά, δεν είναι δυνατόν να ξεφητρώσει νέα, αγνή, άδολη ζωή
Τα παιδιά μου, έκοβαν κλαδιά από τα δέντρα, έστωναν τα ρούχα τους στον δρόμο
Προϊπαντούσα με τον Χριστό, γι'αυτά ήταν στα λύτια βασιλιάς, το διάβασα στα μάτια τους
Και τα μάτια των παιδιών ποτέ δεν λένε ψέματα
Είμαι η παλιά ηερουσαλή μου, πόλη τον εύκολο νοσανά και τον όλο μίσος σταυροθήτο
Πόλη ματωμένη και καταραμένη, πόλη νεκρή
Ο βασιλιάς έφτιαξε καινούργια πόλη, εόνια και ανίκητη, την έκτισε με ποσευχές, τα πίνωση και αγαθοεργίες
Την χάρισε στα παιδιά μου τα αγνά και άδολα και της έδωσε το όνομά μου, νέα ηερουσαλή
Ο βασιλιάς έφτιαξε καινούργια πόλη νεκρή
Ο βασιλιάς έφτιαξε καινούργια πόλη νεκρή
Ο βασιλιάς έφτιαξε καινούργια πόλη νεκρή
Ο βασιλιάς έφτιαξε καινούργια πόλη νεκρή
