Κάθε βράδυ που κοιμούμε, βλέπω εφιά, τρέχω, τρέχω, τρέχω, τρέχω, τρέχω, πάω έξω από το σπίτι μου και λέω «Αχ! Επιτέλους!», δεν είχε τουρκούς, σαν πω μέσα.
Αλλά ξαφνικά βλέπω τουρκού. Έρχιζω έτρεχω πάλι.
Βλέπω από το σπίτι μου και λέω «Αχ! Επιτέλους!»
20 Ιουλίου 1974.
Πεπέντε η ώρα.
Έχω ένα ξενημητέρα μου, έχω με νησβολή από την Τουρκία.
Έχω ζήσει φρικιαστικές τηβές, μπαίνω εδώ στο αυτογίνιντο με έναν κοντό μπαδελόνι
και να φάνε λάγκη και να τρέχουμε από την αμόχωστον, το βαρόσι, για να πάμε σε έναν κάμπον αγγλικό, να μας βομβαρδίζουν οι Τουρκοί καθοδών.
Αρχίσαν να μας βομβαρδίζουν, βλέπαμε τους αλεξεπτοδιστές από πάνω, αναγκαστήκαμε να φυγούμε έξω από το σπίτι.
Δεν ήταν εύκολο, πολύ δύσκολο.
Από την μια νορά στην άλλη να αλλάξει η ζωή σου, εγώ εμείς να εγκλωβισμένοι.
Με εγγούλιο να βγωσω σε τέμπρυν οκτώπρι, πότε αθίζουν οι αμυγδαλιές, σε βράρειο.
Εμείς να τόσο καιρόν εγκλωβισμένοι.
Βλέπαμε την αεροπλάνα να βομβαρδίζουν το βαρόσι και η μητέρα μορνιόταν να φύγουμε.
Λέει να περιμένουμε να περιμένουμε.
Είμαστε από τους τελευταίους που φύγανε από το βαρόσι.
Πολύ τραγικο, πάρα πολύ, πάρα πολύ.
Οι μόνες αναμνήσεις είναι αυτές που έχω στο μυαλό μου.
Τίποτα, τίποτα, τίποτα, τίποτα.
Δεν έχω τεμιά φωγραφία, δεν έχω τίποτε από το παρελθόν μου.
Μόνο η μας περιοσία που μας έμεινε ήταν,
τρία πιάτα, τρία πιρούνια, τρία κουτάλια
και κάτι παλιοπατανοίες, κουβέρτες,
μας έδωσαν οι Άγγλοι τότε που με έγιναμε αυτά τα τσατήρκα.
Πόλεμος, κατοχή.
Εμπήκαν χεχθέει, χεχθέει.
Τι να σου πω άλλο.
Δεν μπορούσε να σου πει σωή.
Τιπούσαν τις πόρτες.
Πάρα πολύ μεγάλος φόβος.
Δηλαδή, κρατούσε στην αναπνοή σου.
Καμιά φορά τα βήματα τους που εμπήκαν μέσα
και περνούσα απέναντι από το σπίτι,
μας έγχωράφη με πορτοκαλές λεμονιές
και ακούσαμε την πρώτη φορά που...
Το γέμμα μας επάγωνε,
από την αγωνία μας στο φόβο μας.
Είμουν παντρεμένοι, παντρεύτηκα το 72,
το 73 γέννησα,
και το 74 έγινε η Ισβολή.
Άντρας μου ήταν πιστρατεύσιμος.
Δύο μήνες δεν ήξερα.
Δεν ήξερα που ήταν.
Βλέπα ανθρώπου σου, διόντως,
είδατε τον άντρα μου, αγωνία μεγάλη,
γυρίζαν ορισμένοι μας,
έλεγαν του τι έκαμναν οι Τούρκοι,
σκοτώναν τους ανθρώπους.
Αν ήταν μαζί μαζεμένοι πέντε,
θα σκοτώναν τους τρεις,
δύο να τους αφήσουν ελεύθερους,
δυνοκόλους ή να φύγουν.
Και βιασμούς εγκάμαν,
και σκοτωμώνε ψυχρό εγκάμαν.
Ακούσαμε τα μετά,
ακούμε τα ακόμα,
και δόξα το Θεό να έτσι πράγματα
δεν εσύσαμε.
Ούτε μας ανκείξαν οι Τούρκοι.
Γύρω μας υπήρχαν και οι νεκρήσαρατιώτες.
Και είπαν οι χοριανοί,
ότι πρέπει να μ' να τους θάψομαι,
αμένα αρρωστήσουμε από την Πτομαίνη.
Μετά από κερό,
ακούσα ότι τον άντρα που τον εστίλανι
στάδα να εκμάλωτο.
Μεγάλη στενόχορογια.
Και κάνουν τέσσερις μήνες, πέντε.
Μετά έγιναν τα λαγή,
ήρθε ένας Τουρκοκύπρος
και μου λέει,
αύριον το πρωί να είσαι έτοιμη,
και θα σε αλλάξομαι
με μία Τουρκοκύπρια,
η οποία πρέπει να έθει από εδώ.
Εγώ του λέω,
εγώ το μέρος μου, γιατί να φύγω, θέλω να μείνω.
Στο σπίτι μου, στο χωριό μου,
εννομώς κυρία λέει, πρέπει να κάνεις υποταγή.
Και πράγματι,
έτσι το πρωί είναι ο Τουρκοκύπρος,
ο αστυνομικός,
με έβαλε σε ένα μικρό βέν.
Μια μικρή βαλίτησα με προσωπικά ρούχα,
τίποτα άλλο.
Είμαι στεμεριγή,
είναι εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Από 1975.
Ήρθα,
ακόμα, ένα χρόνο μετά την Ισβολή
και από τότε είμαι εδώ.
Πριν επιτραπία ελεύθερη διακίνηση,
επειδή μου δημοσιογράφωση,
επειδή δούλευα στο ύμπιση,
είχα περάσει στα κατεχόμενα,
σαν δημοσιογράφος, Αμερικανίδα.
Λοιπόν,
και φυσικά,
είχα δώσει κάποιον ταξιτζί
και του λέω,
μπορούμε να πάμε στον...
στον βαρόση.
Μου λέει, ναι, και πού επέπρεπε,
έπαιρνε στην παλιά να μ' όχω στον του λέω.
Δεν το λέω, λίγο πιο καντον του λέω.
Μου λέει, και παγωρεύεται, είναι κλειστά.
Πρώτη χρόνια δεν με πήρε.
Δεύτερη χρόνια δεν με πήρε.
Τρίτη χρόνια,
ήταν ένας πάρα πολύ καλός ταξιτζής.
Και φτάνω έξω από το σπίτι μου.
Του λέω, σε παρακαλώ του λέω, μπορώ να βγάλω...
να σε παρακαλώ του λέω,
είχε δεύτερο να βγάλω με φωτογραφία.
Μου λέει, όχι.
Όλοι, αν μας δει κανένας,
ότι σε αφαιρά εδώ πέρα,
θα πάμε όλη η φυλαγή.
Του λέω, σε παρακαλώ του λέω,
εξής πόσα χρόνια το λέω,
περιμένω να έρθω έξω από το σπίτι μου.
Θέλω να αφιλήσω τα σκαλοπάντια.
Μου λέω, όχι, τα σταδείς μακριά.
Μου λέω, έκαλε μια φωτογραφία.
Παίρνω τη φωτογραφική.
Δεν θα βγάλω όχι μόνο,
θα βγάλω κάτω φωτογραφίας.
Παίρνω μια φωτογραφία,
παρακαλώ, δεύτερο,
τελείσουν το φίλο.
Παίρνουν τα χρόνια,
και το παράπρο μας πεκαλώ,
αν είναι πιο πολύ.
Δυστυχώς, δεν θα πάμε ποτέ πίσω.
Δυστυχώς.
Δεν θα με αθάλασσα την πολιτικήρη.
Γιατί την κύπλος έχει πολιθεί εδώ
και αρκετά χρόνια.
Με γάλω παράπρο, αδικία με γάλω.
Καταλαβαίνουμε ότι θα σε πάνω,
χωρίς αυτό το τόπο
που δημιουργήκαμε την πατρίδα μου.
Με πιο δικαίωμα να φτύνουν
και να πάουν το τόπο στο σπίτι μου.
Προδοσία με γάλω.
Προδοσία με γάλω.
