Καλώς, δεν ήθελα να κάνω κάτι δικό μου.
Δεν είχα τα χρήματα για να ανοίξω έναν εστιατόριο, σημερινό.
Δουλεύοντας με την εξογραφία της,
με την εξογραφία της, με την εξογραφία της,
με την εξογραφία της, με την εξογραφία της.
Αυτό το έθιον είχα πάνω.
Ωραία, πιστεύω, εγώ ήθελα να κάνω κάτι δικό μου.
δουλεύοντας, έκανα κάποιες οικονομίες και πήρα αυτή τη διοντίνα.
Ήθελα να σερβίρω κάτι ελληνικό,
η καντίνα εκ των πραγμάτων δεν σου δίνεις δυνατότηση να κάνεις πολλά πράγματα,
δηλαδή δεν έχεις χώρο, δεν έχεις πολλά μηχανήματα,
και είπα να κάνω σου Βλάκη.
Λοιπόν, μία, δύο, από όλα, από όλα.
Παπαδόπουλε, φυθέσ.
Παπαδόπουλε, φυθέσ.
Δουλεύα νύχτα.
Μεγάλωσα στην νύχτα, βασικά, λόγω της οικογένειάς μου.
Ο παππούς μου είχε ζαχροπλαστεί,
οπότε από εκεί ξέρω και όλα τα μυστικά περιμπουγάτσας και γλυκών,
και όλο αυτό το πακέτο.
Προσωπικά, με ονομάσαν ο ανεπίσιμος Έλληνας Πρέσβης στο Αμπστριντάν.
Σε ολανδική εφημερίδα περίπου μισόχρονο πριν,
είχαν τρεις ελίδες αφιέρωμα σε εμένα.
Γιατί εκτιμήσαν αυτό που κάνω,
το ότι έχω φέρει την Ελλάδα στην καρδιά του Αμπστριντάν.
Γιατί και τα προϊόντα έρχονται από Ελλάδα,
επίσης φέρουν και κάποια έκτρα πράγματα από Ελλάδα,
βιλέταν ψυχτικά με ρέντες, σοκολάτες...
και τις θυμίζει πάρα πολύ Ελλάδα που την αγαπάνε.
Τι ξέρουν και όσοι δεν την ξέρουν, τι μαθαίνουν.
Και την εκτιμούν.
Πήγα φαντάρωση και μετά το στρατό,
ήμουν δύο χρόνια άνεργος μετά το στρατό
και αυτή τη διατεία παρακολούθησα αρκετά σε μηνέρα μαγερικής.
Και έτσι εξέλιξα αυτή την αγάπη μου,
ότι άρχισα να την βλέπω σε ένα πάγκλημα πλέον.
Ήρθα φοβισμένος, πάρα πολύ, πάρα πολύ φοβισμένος,
ότι φεύγω, που πάω, τι κάνω, και μου ήρθαν όλα πάρα πολύ εύκολα.
Ήρθα, βρήκα δουλειά κατευθεία, δούλευα σαν μάγια να στενει στρατόριο,
βρήκα σπίτι πάρα πολύ εύκολα,
βρήκα να περιβάλλουν έτοιμο γιατί είχα εδώ αρκετούς γνωστούς,
δεν δυσκολεύει αυτή η καλύτερη.
Πριν έρθω εδώ ταξίδεβα γενικά,
και έφτασα στο σημείο που αποφάσισα ότι η Ελλάδα δεν μου ταιριάζει
σαν χώρος να μεγαλώσω,
και να κάνω τη ζωή μου, δεν είχε κάτι να μου προσφέρει σαν Ελλάδα.
Και πια αφού έψαξα σε πολλές χώρες,
όπως Δανία, Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία,
έχω δουλέψει όλες αυτές τις χώρες,
βρήκα ότι η Ολανδία ταιριάζει πιο πολύ σε εμένα,
σαν κλήμα, σαν κουλτούρα, σαν το πόση αντιμετωπίζει ο κόσμος,
ούτε πολύ κρύο, ούτε πολύ ζέστη, χαρούμενοι άνθρωποι, ήρεμη,
μου θυμίζουν λίγο σαλονίκη,
διδικά στο Άμφσαρδαμ έχω αυτό το χαλάρο,
οπότε νιώθω σπίτι.
Επ, τη λάγω μου κάνει.
Πάω.
Αυτό κατοφέρει.
Και θα πάρεις χαμπάρ.
Υπάρχουν δύο κατηγορίες, ημέν που το κάνουν σαν λαντζιμπρίκ,
και η ιδέα είναι ότι τρώνε πίτα με γύρω για τους θυμίζει Ελλάδα.
Έρχονται κάθοτε, τρώνε την πίτα τους και σου λένε,
πίτα με γύρω στο Τάδε Νησί, το 80, το 90,
πριν από ένα χρόνο, πριν από τρία,
και το άλλο, λοιπόν, είναι οι Έλληνες οι οποίοι είναι στο έμονας.
Είναι στην καθημερινότητά μας, ήταν, στην καθημερινότητά μας,
πριν θυγούν περισσότερο από εδώ,
και τους δίνω αυτή τη δυνατότητα, το έχουν και εδώ.
Υπάρχει ένα πάρα πολύ ωραίο κλίμα καταρχήν,
γιατί έχω την τύχη να είμαι δίπλα στον Βασίλη.
Τίχη, τέλος πάνω, ναι, τίχη, να είμαι δίπλα στον Βασίλη.
Υπάρχει μια ανταλλαγή και δική μας,
βαργέμε, έρχομαι από εδώ, Βασίλιο, να καφέσει πάρα καλό,
πεινάει, έρχεται από εκεί, άξω μια μέρη να γύρω να φάω,
τρώει και πολύ για δύο μέτρα.
Οπότε δουλεύει λίγο έτσι και με έχει κάνει δίπλα χωρούμενο αυτό, εμένα ποσοπικά.
Το Βασίλη, δεν ξέρω, γιατί περνάμε πάρα πολύ καλά.
Δεν το συζητώ.
Είναι ευτυχία που είμαστε μαζί.
Εγώ δεν είμαι άνθρωπος που μιλάει πίσω στην πλατουάντου,
αλλά ο άνθρωπος έχει σαπίλα σαπίλα.
Με βοήθησε πολύ στις σκέψεις μου και ο Βασίλης, δεν το συζητώ.
Με κουβέντες που κάναμε, με το πώς να το στείσω,
έχει την εμπειρία, είναι πιο πολλά χρόνια εδώ, έχει το know-how.
Εγώ ξανακάνω σου like.
Ο Βασίλης ξέρει να κάνει μπουγάτσα,
αλλά ξέρει όμως και τι υπάρχει πίσω από όλα αυτό.
Το κράτος βοηθάει γενικά.
Σου λέει από την αρχή τι βήματα πρέπει να κάνεις
και μετά είναι στο χέρι σου το πόσο γρήγορα θα κάνεις αυτά τα βήματα
και να έρθεις στο σημείο που θέλεις.
Θυμάμαι ότι ήταν τρίτη και πήγαν να ανοίξω στον πορικό μπιλητήριο
μια το μική επιχείρις πρέπει να κάνεις για να έχεις το τίποιο τελος πάντων.
Έντυπλα είχα το ραντεβού, 12 παραδέκα, πήγα σε λογής 3,
με τα χαρκές ιστορίας, κάνω ένα πρόλομα, ούτε μία ώρα δεν είχε πάρει.
Θα στο κάψω το μπουργιάλο σου να ξέρεις.
Θα στο κάψω το μπουργιάλο σου να ξέρεις.
Να μην πήγες κότρα μέρα από σαλανίκη.
Η Ελλάδα για μένα πλέον είναι διακοπές.
Ναι, μεν η οικογένεια πάντα θα είναι εκεί η οικογένεια,
αλλά πιο πολύ από αυτό είναι διακοπές, καθαρά.
Και ίσως να γυρνούσα μόνο σε περίπτωση που θα φτάσω να παίρνω σύνταξη από εδώ,
τότε ναι, θα ήθελα να είχα ένα σπιτάκι στην Ελλάδα κάπου σε ένα ωραίο παραλιακό μέρος,
αλλά με σύνταξη και πρόνια ολανδίας.
Αυτό είναι ο οικογένειας.
Εμένα προσωπικά μου λείπει ο τόπος.
Σαφώς και μου λείπει η οικογένεια άμα δεν το συζητώ, οι φίλοι μου,
αλλά θεωρώ ότι αυτό που μου λείπει περισσότερο είναι ο τόπος.
Οι φίλοι θα τους δω. Θα έρθουν τρεις φορές, θα πάω δύο.
Τον τόπο δεν μπορείτε να δω.
Και είμαι ιδιαίτερα δεμένος προσωπικά με τον τόπο μου, με το έγιο.
Οπότε η ζωή μου είναι εδώ, αυτή τη στιγμή.
Εδώ δουλεύω, φρολογούμε από αυτό κράτος.
Ζω εδώ, άρα η ζωή μου είναι εδώ.
Η Ελλάδα είναι η οικογένεια μου.
Είναι το σπίτι μου, Παναγιάλειος. Αυτά.
Είναι το σπίτι μου, Παναγιάλειος.
