Λάζαρε, βγες έξω, η φωνή σοβαρή, δυνατή έσκησε τον αέρα, έπιτα, σιουπία πόλητη.
Εδώ και τώρα αναμετράται η ζωή με τον θάνατο, το χτές με το αύριο, η αλήθεια με το ψέμα.
Εδώ και τώρα η ιστορία περιμένει με αγωνία να αλλάξει σε λίδα ή να παραμείνει στην παλιά, την ταλεπορημένη.
Τα νέα έφτασαν πριν τέσσερις μέρες στο Χριστό.
Ο φίλος ο Λάζαρος είναι βαριά αρρωστος. Τον κοιτάξαμε τότε βαθιά στα μάτια. Τι θα πει, τι θα κάνει.
Τον αγαπούσε πολύ τον Λάζαρο, το ξέραμε. Δέσαμε λοιπόν τα σανδάλια και ετοιμαστήκαμε.
Αναχωρούμε αμέσως, σκεφτείκαμε, αλλά τι παράδοξο, αυτός που τόσο γρήγορα ανταποκρινόταν στις παρακλήσεις των ξένων τώρα διαφορεί.
Η ασθένεια αυτή δεν θα καταλήξει σαν επανόρθο το θάνατο, αλλά εμφανίστηκε για να λάμψει η δόξα του Θεού, μας είπε και ύστερα τίποτε.
Δύο μέρες μετά ξεκινήσαμε για τη δυθανία. Τώρα εμείς προσπαθήσαμε να τον συγκρατήσουμε.
Ήταν ο φόβος των Ιουδαίων, βλέπεις. Αυτός όμως ήταν ανυποχώρητος.
Ο φίλος μας ο Λάζαρος έχει κοιμηθεί και εγώ πηγαίνω να τον ξυπνήσω.
Κανείς μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε μιλήσει τόσο υποτημητικά για τον θάνατο. Οι πιο πολύ τον έτρεμαν.
Κάποιοι προσπαθούσαν να τον αγνωήσουν. Μερικοί τον περίμεναν για να τον αντιμετωπίσουν στα ίσα.
Κανείς ποτέ όμως δεν τόλμησε να τον εξευτελήσει έτσι.
Θάνατος, όπως λέμε ύπνος, τόσο απλά.
Θέλοντας και μη τον ακολουθήσαμε. Καλύτερα μαζί του και στον θάνατο.
Παρά μακριά του ψελίσαμε δυλά.
Κύριε, αν είσουν εδώ δεν θα είχε πεθάνει ο δελφός μου.
Ξέρω όμως ότι και τώρα, ότι κι αν ζητήσεις από τον Θεό θα σου το δώσει.
Η μάρθα, όπως πάντα ορμητική, μας σταματά πριν το χωριό.
Η μάρθα, μια από τις δύο αδελφές του νεκρού, οι μάλων του και κοιμιμένου.
Η μάρθα, γεμάτη αγάπη, γεμάτη πίστη, αλλά χωρίς την δύναμη ακόμα να κάνει το άλμα.
Να ξεπεράσει τα όρια, να αντικρίσει με συγγουλιά το υπέρλογο.
Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή.
Αυτός που πιστεύει σε εμένα, ακόμη κι αν πεθάνει σωματικά, θα ζήσει.
Και κάθε άνθρωπος που ζει ακόμα εδώ στη γη, θα αντιμετωπίσει γεμάτος αφοβία τον πρόσκερο θάνατο,
τον οποίο τρέμουν οι άνθρωποι που βρίσκονται μακριά μου.
Ξεκάθαρα λόγια, όλο δύναμη και εξουσία.
Κοινήσαμε με αγωνία για το μνήμα του Λαζάρου.
Λάζαρε βιες έξω.
Τρεις μόνο λέξεις.
Και μάλλον πολλές ήταν κι αυτές.
Χρειάστηκαν μόνο και μόνο για εμάς, για να καταλάβουμε πόσο απλό είναι γι' αυτόν το απίθανο.
Ο Λάζαρος Όρθιος, τλιγμένος στους νεκρικούς επιδέσμους, βρίσκεται μπροστά μας ο Λοζόντανος.
Λάζαρε βιες έξω.
Η φωνή σοβαρή, δυνατή έσχισε τον αέρα.
Η ιστορία να κοφισμένη άλλαξε σε λίδα.
Πάνω πάνω στο ολόλευφο χαρτί έγραψε τον νέο ορισμό.
Θάνατος, όπως λέμε ύπνος, κι από κάτω με κεφαλέα γράμματα συμβλήρωσε.
Και η δική σου ανάσταση δεν είναι πια αμφίβολη πιθανότητα, αλλά απόλυτη βεβαιότητα.
Λάζαρε μπροστά μας.
Λάζαρε μπροστά μας.
Λάζαρε μπροστά μας.
