Μια 25χρονη γυναίκα με σοβαρό πονοκέφαλο διαγνώστηκε με ημικρανία. Ξεκίνησε θεραπεία με 25 mg/ημέρα TPM, ωστόσο διέκοψε τη θεραπεία μετά από 3 ημέρες χωρίς να συμβουλευτεί κάποιον, καθώς ο πονοκέφαλος της δεν υποχώρησε. Μετά από 5 ημέρες διακοπής της θεραπείας με TPM, παρουσιάστηκε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών ενός νοσοκομείου με παράπονα για θολή όραση και σοβαρό πόνο και στα δύο μάτια, που διήρκεσε μερικές ώρες. Επίσης, παραπονέθηκε για έγχρωμες στεφάνες και πονοκέφαλο που συνοδεύονταν από ναυτία, χωρίς οικογενειακό ιστορικό οφθαλμολογικών διαταραχών. Κατά την οφθαλμολογική εξέταση, διαπιστώθηκε ότι η οπτική οξύτητα ήταν 3/60 και στα δύο μάτια και δεν υπήρχε βελτίωση της οπτικής οξύτητας στο τεστ με την οπή. Υπήρχε οίδημα βλεφάρων και βλεφαρίδων και χημοσώμα. Οι πρόσθιες θαλάμες διαπιστώθηκε ότι ήταν ρηχές, εμφανίζονταν αποφραγμένες στην περιφέρεια και οι κόρες των ματιών ήταν αντιδραστικές. Η τονομετρία με επίπεδη επιφάνεια αποκάλυψε υψηλή ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) 34 και 32 mmHg, στο δεξί και στο αριστερό μάτι αντίστοιχα (Εικ. Έγινε διάγνωση ΑΑΕΚ, η οποία προκλήθηκε μετά από χορήγηση από το στόμα της ΤΠΜ. Ενώ η περιφερική ιριδοτομή με λέιζερ θα ήταν ιδανική διαδικασία για ΑΑΕΚ, λόγω της παρουσίας χοριοειδικής εξίδρωσης μαζί με την πρόσθια μετατόπιση των πρόσθιων δομών, αυτή η θεραπευτική επιλογή δεν θεωρήθηκε σε αυτή την περίπτωση. Έτσι, ξεκίνησε θεραπεία με δισκία ακεταζολαμίδης 250 mg τέσσερις φορές την ημέρα (QID), πιλοκαρπίνη 2% σταγόνες οφθαλμού QID, τραβοπρόστη 0,004% OD και δορζολαμίδη 2% σταγόνες οφθαλμού τρεις φορές την ημέρα (TID). Δεδομένου ότι είχε ήδη σταματήσει την ΤΠΜ, της συστήθηκε να μην την ξαναπάρει και την επανεξέτασε την επόμενη μέρα. Η επανάληψη της οφθαλμολογικής εξέτασης τη δεύτερη μέρα έδειξε βελτιωμένη όραση (6/60) και στα δύο μάτια, μείωση της χολόρροιας του επιπεφυκότα και βελτιωμένο βάθος του πρόσθιου θαλάμου, ενώ παρέμεινε ρηχό περιφερικά. Οι μετρήσεις της ενδοφθάλμιας πίεσης επαναλήφθηκαν με τη χρήση σφαιρομετρίας και βρέθηκαν να είναι 20 και 18 mmHg, στα δεξιά και αριστερά μάτια αντίστοιχα. Την τρίτη μέρα, η όρασή της βελτιώθηκε σε 6/12 στο δεξί μάτι και 6/6 p στο αριστερό με ενδοφθάλμια πίεση 10 και 14 mmHg, αντίστοιχα. Η οφθαλμοσκοπική εξέταση του δίσκου και της ωχράς κηλίδας ήταν φυσιολογική και στα δύο μάτια. Η μεταγενέστερη εξέταση την πέμπτη μέρα έδειξε βελτιωμένη οπτική οξύτητα 6/6 p και στα δύο μάτια και η ενδοφθάλμια πίεση ήταν 14 και 12 mmHg και ο πρόσθιος θάλαμος φαινόταν καλά σχηματισμένος. Συνιστάται να μειώσει τη φαρμακευτική αγωγή κατά του γλαυκώματος και εξετάστηκε ένα μήνα αργότερα όταν η οπτική οξύτητα ήταν 6/6, με την ενδοφθάλμια πίεση 14 mmHg και στα δύο μάτια και στη συνέχεια της συστήθηκε αξιολόγηση από ειδικό για το γλαύκωμα. Όλες οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ήταν σύμφωνες με τα ηθικά πρότυπα της αρμόδιας επιτροπής για τον πειραματισμό σε ανθρώπους (θεσμική και εθνική) και με τη δήλωση του Ελσίνκι του 1975, όπως αναθεωρήθηκε το 2008. Από την ασθενή λήφθηκε γραπτή συγκατάθεση μετά από ενημέρωση, για την οποία περιλαμβάνονται στοιχεία ταυτοποίησης στην παρούσα αναφορά περίπτωσης.